diff options
Diffstat (limited to 'old')
| -rw-r--r-- | old/20120124-38213-0.txt | 12366 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20120124-38213-0.zip | bin | 0 -> 326488 bytes |
2 files changed, 12366 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20120124-38213-0.txt b/old/20120124-38213-0.txt new file mode 100644 index 0000000..8ab1f90 --- /dev/null +++ b/old/20120124-38213-0.txt @@ -0,0 +1,12366 @@ +Project Gutenberg's Stories of Herodotus Vol. 2 (of 2), by Herodotus + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Stories of Herodotus Vol. 2 (of 2) + +Author: Herodotus + +Translator: A. Skalides + +Release Date: January 24, 2012 [EBook #38213] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK STORIES OF HERODOTUS VOL. 2 (OF 2) *** + + + + +Produced by Sophia Canoni; thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + +The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The +spelling of the book has not been changed otherwise. Words in +italics are included in _. Footnotes have been transferred at the +end of the book. + +Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά +τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με με +πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _. Οι υποσημειώσεις των +σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. + + + ΙΣΤΟΡΙΑΙ + ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ + ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΓΛΩΣΣΑΝ ΕΞΗΓΗΜΕΝΑΙ + Υ Π Ο + + Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ. + + ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ + Δ α π ά ν η ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ. + + ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, + ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ «Ο ΚΟΡΑΗΣ» + ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ + ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ + Οδός Ρόμβης αριθ. 40 Οδός Πραξιτέλους αριθ. 37. + + 1875 + + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ + + + +ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ. + +1. Οι δε εν τη Ευρώπη καταλειφθέντες υπό του Δαρείου Πέρσαι, +των οποίων ηγετών ήτο ο Μεγάβαζος, πρώτους μεταξύ των +Ελλησποντίων υπέταξαν τους Περινθίους, οίτινες δεν ήθελον να +ήναι υπήκοοι του Δαρείου και οίτινες προηγουμένως πολλά είχον +πάθει υπό των Παιόνων. Τωόντι διατάξαντος του θεού τους παρά +τον Στρυμόνα Παίονας να στρατεύσωσι κατά των Περινθίων και +προσθέσαντος ότι «εάν μεν οι Περίνθιοι αντιστρατοπεδευθέντες +σας προκαλέσωσιν εις μάχην καλούντες υμάς ονομαστί, πολεμήσατε +αυτούς, εάν δε δεν βοήσωσι μη, τους προσβάλετε,» οι Παιάνες +έπραξαν τούτο. Περιμενόντων δε των Περινθίων εις το προάστειον, +εγένετο ενταύθα τριπλή μονομαχία μεταξύ αυτών εκ προκλήσεως, +διότι συνεπλάκησαν ανήρ προς άνδρα, ίππος προς ίππον και κύων +προς κύνα. Επειδή δε οι Περίνθιοι ενίκων εις τα δύο, και +επαιάνιζον χαίροντες, ενόησαν οι Παίονες ότι αύται ήσαν αι +κραυγαί περί ων είχεν ειπεί το χρηστήριον, και είπον μεταξύ +των· «Ήλθεν η ώρα να εκπληρώσωμεν τον χρησμόν, τώρα έργον είναι +ημέτερον.» Ούτω επέπεσαν οι Παίονες κατά των παιανιζόντων +Περινθίων και τόσον τέλεια υπήρξεν η νίκη των ώστε ολίγους +μόνον εξ αυτών άφησαν ζώντας. + +2. Η φθορά λοιπόν την οποίαν άλλοτε επροξένησαν εις αυτούς οι +Παίονες, τοιαύτη ήτο· τότε δε, μολονότι οι Περίνθιοι επολέμησαν +γενναίως υπέρ της ελευθερίας των, οι Πέρσαι και ο Μεγάβαζος +τους ενίκησαν υπερέχοντες κατά το πλήθος. Αφού δε εκυριεύθη η +Πέρινθος, ωδήγησε τον στρατόν ο Μεγάβαζος διά της Θράκης, +υποτάσσων εις τον βασιλέα πάσαν πόλιν της χώρας ταύτης και παν +έθνος των εν αυτή κατοικούντων, διότι ο Δαρείος τον είχε +διατάξει να υποδουλώση όλην την Θράκην. + +3. Το δε έθνος των Θρακών είναι μετά τους Ινδούς το μέγιστον +πάντων των εθνών. Εάν εκυβερνάτο παρ' ενός μόνου, ή εάν ήτο +σύμφωνον, θα ήτο ανίκητον και πολύ ισχυρότατον από όλα τα έθνη +κατά την εμήν γνώμην. Αλλ' η ένωσις αύτη είναι ακατόρθωτος και +είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί ποτέ· τούτου ένεκα οι Θράκες +είναι ασθενείς. Ονόματα δε έχουσι πολλά, κατά την χώραν του +έκαστος· εις όλα τα πράγματα μεταχειρίζονται όλοι τους αυτούς +περίπου νόμους, πλην των Γετών και των Τραυσών και των +κατοικούντων ανωτέρω των Κρηστωναίων. + +4. Και τα μεν έθιμα των Γετών οίτινες νομίζουσιν εαυτούς +αθανάτους ανέφερα προηγουμένως· οι Τραυσοί κατά μεν τα άλλα δεν +διαφέρουσι των λοιπών Θρακών, όταν όμως γεννάται ή αποθνήσκη +τις πράττουσι τα εξής. + +Όταν μεν γεννάται, καθήμενοι περί το παιδίον οι συγγενείς +μοιρολογούσι δι' όσα κακά έχει να υποφέρη από της γεννήσεώς του +και απαριθμούσιν όλα τα ανθρώπινα πάθη· όταν δε αποθνήσκη, +παίζοντες και χαίροντες, τον θάπτουσιν εις την γην και +απαριθμούσι πάλιν τα κακά από τα οποία απαλλαγείς ευρίσκεται +εις πλήρη ευδαιμονίαν. + +5. Οι δε ανωτέρω των Κρηστωναίων πράττουσι τα ακόλουθα· έκαστος +έχει γυναίκας πολλάς· όταν δε αποθάνη τις μεγάλη έρις αναφύεται +μεταξύ των γυναικών και μεγάλως φροντίζουσιν οι φίλοι του διά +να γίνη γνωστόν ποίαν εξ όλων ηγάπα περισσότερον. Εκείνη δε +υπέρ ης γίνη η κρίσις και τη αποδοθή η τοιαύτη τιμή, επαινείται +μεγάλως υπό των ανδρών και των γυναικών, έπειτα δε ο +πλησιέστατος συγγενής της την σφάζει και την ενταφιάζει με τον +άνδρα της. Αι άλλαι δε νομίζουσιν εαυτάς δυστυχεστάτας, καθότι +δι' αυτάς τούτο είναι λίαν ονειδιστικόν. + +6. Οι δε λοιποί Θράκες έχουσι τα ακόλουθα έθιμα· πωλούσι τα +τέκνα των, τα οποία οι αγορασταί μεταφέρουσιν εις άλλον τόπον· +και τας μεν θυγατέρας των δεν φυλάττουσιν αλλά τας αφίνουσι να +έχωσι σχέσεις με όσους άνδρας αυταί θέλουσι, τας δε γυναίκας +των φυλάττουσι προσεκτικώς και τας αγοράζουσιν αντί πολλών +χρημάτων από τους γονείς των. Δέρμα κατεστιγμένον μαρτυρεί +ευγενή καταγωγήν, άστικτον δε αγένειαν. Το να κάθηται τις +αργός, είναι εντιμότατον, να καλλιεργή δε την γην ατιμότατον· +ομοίως και το να ζη από τον πόλεμον και την ληστείαν +τιμιώτατον. Ταύτα είναι τα μάλλον αξιοσημείωτα έθιμά των. + +7. Θεούς δε λατρεύουσι μόνον τους ακολούθους, τον Άρην, τον +Διόνυσον και την Άρτεμιν· οι δε βασιλείς των, διακρινόμενοι +κατά τούτο από τους απλούς πολίτας, σέβονται τον Ερμήν +περισσότερον από όλους τους θεούς· εις αυτόν μόνον ομνύουσι και +εξ αυτού λέγουσιν ότι κατάγονται. + +8. Η ταφή των πλουσίων γίνεται κατά τον ακόλουθον τρόπον· επί +τρεις ημέρας έχουσι τον νεκρόν εκτεθειμένον· σφάζουσι διάφορα +ζώα, και αφού πρώτον κλαύσωσιν, ευωχούνται. Έπειτα θάπτουσι τον +νεκρόν, είτε καύσαντες αυτόν είτε όχι. Αφού ρίψαντες χώμα +σχηματίσωσι σωρόν, συγκροτούσι διαφόρους αγώνας, εις τους +οποίους τα μεγαλείτερα βραβεία τίθενται διά τους νικώντας εις +μονομαχίαν. Ούτω γίνονται αι ταφαί εις τους Θράκας. + +9. Περί δε των βορείων μερών της χώρας ταύτης κανείς δεν +δύναται ακόμη να είπη θετικώς ποίοι άνθρωποι κατοικούσιν εις +αυτά· φαίνεται όμως ότι πέραν του Ίστρου είναι έρημος +απέραντος. Παν ό,τι ηδυνήθην να μάθω, είναι ότι πέραν του +Ίστρου κατοικούσιν άνθρωποι καλούμενοι Σιγύνναι και +μεταχειρισμένοι ενδυμασίαν Μηδικήν. Οι ίπποι αυτών είναι +τριχωτοί καθ' όλον το σώμα, και το βάθος των τριχών είναι μέχρι +πέντε δακτύλων· είναι προσέτι οι ίπποι ούτοι μικροί, σιμοί και +αδύνατοι να βαστάζωσιν άνθρωπον, εζευγμένοι όμως εις άρμα είναι +ταχύτατοι· τούτου ένεκα οι εγχώριοι τρέχουσι με άρματα. Τα όρια +αυτών καταβαίνουσι μέχρι πλησίον των εν τω Αδριατικώ κόλπω +Ενετών, και λέγουσιν ότι είναι άποικοι των Μήδων. Πώς όμως +εγένοντο άποικοι των Μήδων, εγώ δεν ηδυνήθην να εννοήσω, τα +πάντα όμως δυνατά εις την μεγάλων έκτασιν του χρόνου. Σιγύννας +δε οι Λίγυες, οι κατοικούντες υπεράνω της Μασσαλίας, καλούσι +τους μεταπράτας, οι δε Κύπριοι τα δόρατα. + +10. Ως λέγουσιν οι Θράκες, τα πέραν του Ίστρου μέρη κατέχουσι +μέλισσαι, και ένεκα αυτών δεν δύναταί τις να προχωρήση +περαιτέρω. Λέγοντες όμως τοιαύτα, δεν μοι φαίνονται λέγοντες +πιθανά, διότι βλέπομεν ότι τα έντομα ταύτα δυσκόλως υποφέρουσι +το ψύχος, και εγώ νομίζω ότι τα υπό την άρκτον μέρη είναι +ακατοίκητα δια το ψύχος. Ταύτα λοιπόν λέγουσι περί της Θράκης, +τα δε παραθαλάσσια αυτής υπέταξεν ο Μεγάβαζος εις τους Πέρσας. + +11. Ο δε Δαρείος, αφού διέβη ταχέως τον Ελλήσποντον, έφθασεν +εις τας Σάρδεις και δεν ελησμόνησε μήτε την εκδούλευσιν του +Μηλησίου Ιστιαίου μήτε την συμβουλήν του Μιτυληναίου Κώου· όθεν +αφού τους προσεκάλεσεν εις τας Σάρδεις, τους είπε να ζητήσωσιν +ό,τι ήθελεν ο καθείς. Και ο μεν Ιστιαίος, επειδή ήτο τύραννος +της Μιλήτου και δεν είχεν ανάγκην άλλης τυραννίας, εζήτησε την +Μύρκινον την Ηδωνίδα, θέλων να κτίση εκεί πόλιν· και ούτος μεν +τούτο εζήτησεν· ο δε Κώης, επειδή δεν ήτο τύραννος, αλλ' +ιδιώτης, εζήτησε να γίνη τύραννος της Μιτυλήνης. Λαβόντες δε +αμφότεροι τας αμοιβάς των, μετέβησαν εις τας θέσεις των. + +12. Ο δε Δαρείος, ιδών πράγμα τι το όποιον θα διηγηθώ επεθύμησε +να διατάξη τον Μεγάβαζον να εγείρη τους Παιάνας εκ της Ευρώπης +και να τους μεταβιβάση εις την Ασίαν. Ο Πίγρης και ο Μαντύης, +αμφότεροι Παίονες, θελοντες να γίνωσι τύραννοι των Παιόνων, +όταν ο Δαρείος διέβη εις την Ασίαν, μετέβησαν εις τας Σάρδεις +φέροντες ομού και μίαν αδελφήν των, μεγάλην και ευειδή· +καιροφυλακτήσαντες δε ότε ο Δαρείος εκάθητο εις το προάστειον +των Λυδών, έπραξαν το ακόλουθον. Ενδύσαντες την αδελφήν των +όσον ηδύναντο καλλίτερον, την έπεμψαν διά να φέρη ύδωρ, με +αγγείον επί της κεφαλής, με τον χαλινόν του ίππου δεδεμένον εις +τον βραχίονα και εις την χείρα κλώθονταν λινάριον. Ενώ δε η +γυνή διήρχετο προ του Δαρείου, ούτος την είδε μετά περιεργείας, +καθότι εκείνα τα οποία έκαμνε δεν ήσαν ούτε Περσικά, ούτε +Λυδικά ούτε άλλου τινός έθνους Ασιατικού. Διεγερθείσης λοιπόν +τοιουτοτρόπως της περιεργείας του, έστειλε τινάς των δορυφόρων +του διά να παρατηρήσωσι τι θα κάμη τον ίππον η γυνή. Και αυτοί +μεν ηκολούθουν όπισθεν, η δε γυνή φθάσασα εις τον ποταμόν +επότισε τον ίππον, και αφού τον επότισεν, εγέμισε το αγγείον +της και διήλθε πάλιν την αυτήν οδόν, φέρουσα το ύδωρ επί της +κεφαλής, σύρουσα τον ίππον εκ του χαλινού και στρέφουσα τον +άτρακτον. + +13. Θαυμάσας δε ο Δαρείος δι' όσα ήκουσεν από τους +κατασκοπεύσαντας αυτήν ανθρώπους και δι' όσα είχεν ιδεί ο +ίδιος, διέταξε να φέρωσιν αυτήν έμπροσθέν του. Όταν δε την +εισήγαγον, ήσαν μετ' αυτής και οι δύο αδελφοί της, αλλ' έμειναν +οπίσω διά να παραττηρώσι τα συμβαίνοντα. Ότε δε ο Δαρείος την +ηρώτησε πόθεν ήτο, οι νέοι απεκρίθησαν ότι ήσαν Παίονες και +εκείνη αδελφή των. Ο Δαρείος τοις είπε πάλιν τίνες άνθρωποι +είναι οι Παίονες, και ποίαν χώραν κατοικούσιν και τι ζητούντες +ήλθον εις τας Σάρδεις. Οι δε νέοι απεκρίθησαν ότι ήλθον διά να +αφιερώσωσιν εαυτούς εις εκείνον, και ότι η Παιονία είναι εις +τας όχθας του Στρυμόνος ποταμού, ο δε Στρυμών δεν είναι μακράν +του Ελλησπόντου, και προσέτι ότι ήσαν άποικοι των εκ της Τροίας +Τευκρών. Και ούτοι μεν ταύτα απεκρίνοντο εις εκάστην ερώτησιν, +ο δε Δαρείος ηρώτησεν αυτούς έπειτα εάν όλαι αι γυναίκες εκεί +ήσαν εργατικαί· οι νέοι έσπευσαν να αποκριθώσιν ότι ούτως έχει +το πράγμα και τούτου ένεκα ειργάζετο και η αδελφή των. + +14. Τότε ο Δαρείος έγραψεν επιστολήν προς τον Μεγάβαζον τον +οποίον είχεν αφήσει εις την Θράκην στρατηγόν, διατάττων αυτόν +να εγείρη τους Παίονας από τους τόπους των και να τους φέρη εις +την Περσίαν συν γυναιξί και τέκνοις. Αμέσως λοιπόν είς ιππεύς +έσπευσε να κομίση την διαταγήν ταύτην μέχρι του Ελλησπόντου, +και διαβάς εις την Ευρώπην ενεχείρισε την επιστολήν εις τον +Μεγάβαζον. Αυτός δε άμα την ανέγνωσεν, έλαβεν οδηγούς εκ της +Θράκης και εστράτευσε κατά της Παιονίας. + +15. Μαθόντες δε οι Παίονες ότι οι Πέρσαι εστράτευον εναντίον +των, συνηθροίσθησαν και παρέταξαν τας δυνάμεις των εις το +παραθαλάσσιον, καθότι υπέθετον ότι εκ τούτου του μέρους ήθελον +επιχειρήσει να εισβάλωσιν οι Πέρσαι. Ήσαν λοιπόν έτοιμοι οι +Παίονες να αποκρούσωσι το επερχόμενον στράτευμα του Μεγαβάζου, +ότε οι Πέρσαι μαθόντες ότι συνηθροίζοντο οι Παίονες και ότι +φυλάττουσι την εκ της θαλάσσης εισβολήν, έλαβον οδηγούς διά να +στραφώσι διά των άνω οδών, και χωρίς να το εννοήσωσιν οι +Παιάνες, επέπεσαν κατά των ανυπερασπίστων πόλεων των· +επιπεσόντες δε εις αυτάς, ούσας κενάς, ευκόλως τας εκυρίευσαν. +Οι δε Παίονες, άμα έμαθαν ότι αι πόλεις εκυριεύθησαν, +διασκορπισθέντες αμέσως, επέστρεψαν εις τα ίδια και παρεδόθησαν +εις τους νικητάς. Τοιουτοτρόπως λοιπόν εκ των Παιάνων οι +Σιροπαίονες, οι Παιόπλαι και οι μέχρι της Πρασιάδος λίμνης +εκτεινόμενοι, αρπαγέντες από τας κατοικίας των μετεφέρθησαν εις +την Ασίαν. + +16. Οι δε κατοικούντες περί το όρος Πάγγαιον, Δόβηρες, +Αγριάνες, Οδόμαντοι και οι περί την Πρασιάδα λίμνην ουδέποτε +υπετάγησαν εις τον Μεγάβαζον. Προσεπάθησε δε ούτος να υποτάξη +και τους κατοικούντας εις την λίμνην, των οποίων αι κατοικίαι +είναι τοιαύται. Εν μέσω του ύδατος είναι εστημένοι σταυροί +υψηλοί και επ' αυτών συνηρμοσμέναι σανίδες με μίαν είσοδον +στενήν εκ του μέρους της ξηράς, ήτις είναι και η μόνη γέφυρα. +Τούτους δε τους σταυρούς τους υποστηρίζοντας τας σανίδας προ +πολλού τους έχουν στήσει οι πολίται από κοινού, έπειτα όμως +τους διετήρησαν ακολουθούντες τον εξής νόμον· πας ανήρ +νυμφευόμενος (έκαστος δε λαμβάνει πολλάς γυναίκας) φέρει από το +όρος το καλούμενον Όρβηλον τρεις σταυρούς και πήγνυσιν αυτούς. +Κατοικούσι δε ως εξής· έκαστος έχει επί των σανίδων τούτων μίαν +καλύβην εντός της οποίας ζη και εν τη καλύβη ταύτη αι σανίδες +είναι ανοικταί διά θύρας φερούσης κάτω εις την λίμνην, δένουσι +δε τα μικρά παιδία εκ του ποδός με σχοινίον φοβούμενοι μήπως +πέσωσιν εις την λίμνην. Τους ίππους και τα υποζύγια τρέφουσι με +ιχθύς εκ των οποίων τοσαύτη αφθονία υπάρχει ώστε ανοίγοντες την +καταπακτήν θύραν και καταβιβάζοντες εις την λίμνην σπυρίδα +κενήν, δεν βραδύνουσι να την ανασύρωσι πλήρη ιχθύων. Υπάρχουσι +δε δύο είδη ιχθύων, πάπρακες και τίλωνες. + +17. Οι χειρωθέντες λοιπόν Παίονες ήγοντο εις την Ασίαν. Ο δε +Μεγάβαζος, αφού υπέταξε τους Παίονας, έπεμψεν ως πρέσβεις εις +την Μακεδονίαν επτά Πέρσας, οίτινες μετ' αυτόν ήσαν οι +σημαντικότατοι του στρατού. Επέμποντο δε ούτοι προς τον Αμύνταν +διά να ζητήσωσιν εν ονόματι του βασιλέως Δαρείου γην και ύδωρ. +Η από της λίμνης Πρασιάδος μέχρι της Μακεδονίας οδός είναι λίαν +σύντομος· διότι αμέσως μετά την λίμνην ευρίσκεται το μεταλλείον +από το οποίον μετά ταύτα ήρχετο εις τον Αλέξανδρον έν τάλαντον +αργυρίου καθ' ημέραν· πέραν δε του μεταλλείου, αφού υπερβή τις +το όρος το καλούμενον Δύσωρον, είναι εις την Μακεδονίαν. + +18. Οι Πέρσαι λοιπόν ούτοι οι πεμφθέντες προς τον Αμύνταν, άμα +έφθασαν, επαρουσιάσθησαν εις αυτόν και εζήτουν γην και ύδωρ διά +τον βασιλέα Δαρείον. Ο δε Αμύντας και ταύτα έδωκε και τους +προσεκάλεσεν εις τον οίκον του διά να τους φιλοξενήση. Το +δείπνον είχεν ετοιμασθή μεγαλοπρεπέστατον και η υποδοχή εγένετο +φιλοφρονεστάτη. Τελειώσαντος του δείπνου, οι Πέρσαι πίνοντες +είπον· «Ξένε Μακεδών, ημείς οι Πέρσαι, συνειθίζομεν, όταν +δίδωμεν μέγα δείπνον, να φέρωμεν πλησίον μας τας παλλακάς και +τας νομίμους γυναίκας μας. Συ λοιπόν όστις μας εδέχθης +προθύμως, όστις μας εφιλοξένησας μεγαλοπρεπώς και όστις έδωκες +εις τον βασιλέα Δαρείον γην και ύδωρ, ακολούθησον τον ημέτερον +νόμον.» Εις ταύτα ο Αμύντας απεκρίθη· «Ω Πέρσαι, ημείς τοιούτον +νόμον δεν έχομεν, αλλά χωρίζομεν τας γυναίκας από τους άνδρας. +Επειδή όμως υμείς είσθε κύριοι και ζητείτε αυτάς, θα γίνη και +τούτο ως προστάζετε.» Τόσα μόνον ειπών ο Αμύντας έπεμψε να +φέρωσι τας γυναίκας· ελθούσαι δε αύται εκάθισαν κατά τάξιν +απέναντι των Περσών. Τότε οι Πέρσαι ιδόντες γυναίκας ευμόρφους +είπον αποτεινόμενοι προς τον Αμύνταν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό +το οποίον έπραξε· διότι προτιμότερον ήτο να μη έλθωσι +παντάπασιν αι γυναίκες, ή ελθούσαι να μη καθίσωσι πλησίον των, +αλλ' απέναντί των και να ήναι βάσανον εις τους οφθαλμούς των. +Υπείκων εις την ανάγκην ο Αμύντας, τας διέταξε να καθίσωσι +πλησίον των συνδαιτυμόνων· επειδή δε υπήκουσαν αι γυναίκες, +αμέσως οι Πέρσαι βεβαρημένοι εκ του οίνου, ήρχισον να ψαύωσι +τους μαστούς των, τινές δε εζήτουν και να τας φιλήσωσι. + +19. Ο Αμύντας βλέπων ταύτα, μολονότι δυσηρεστείτο, έμενεν +ησυχάζων, διότι εφοβείτο πολύ τους Πέρσας· ο υιός του όμως +Αλέξανδρος, όστις ευρίσκετο εκεί και παρετήρει ταύτα, καθό νέος +ακόμη και άπειρος των κακών, δεν ηδυνήθη επί πλέον να κρατηθή +και όλος αγανακτών είπε προς τον Αμύνταν τα εξής· «Συ μεν, ω +πάτερ, υπάκουσον εις την ηλικίαν σου και ύπαγε να αναπαυθής· μη +επιμένης πίνων· εγώ δε μένων εδώ θα παρέχω πάσαν περιποίησιν +εις τους ξένους.» Ο δε Αμύντας εννοήσας εκ της ομιλίας ταύτης +ότι ο Αλέξανδρος έμελλε να πράξη παρεκτροπήν τινα, τω είπεν· +«Υιέ μου, βλέπω εκ των λόγων σου ότι ήναψας από θυμόν και +θέλεις να με αποπέμψης διά να πράξης τι νέον. Σε παρακαλώ +λοιπόν μη επιχειρήσης τι κατ' αυτών των ανθρώπων διά να μη μας +καταστρέψης, αλλ' ανέχου βλέπων τα πραττόμενα. Όσον όμως αφορά +την αναχώρησίν μου, σε ακούω.» + +20. Αφού λοιπόν ο Αμύντας αποτείνας τας παρακλήσεις ταύτας +ανεχώρησεν, ο Αλέξανδρος είπε προς τους Πέρσας· «Ω ξένοι, αι +γυναίκες αύται είναι εις την εξουσίαν σας, είτε θέλετε να τας +απολαύσετε όλας, είτε όσας εκλέξετε· αρκεί να προστάξετε. Τώρα +δε επειδή πλησιάζει η ώρα του ύπνου και βλέπω ότι έπιατε +αρκετόν οίνον, αφήσατε εάν ευαρεστήσθε τας γυναίκας ταύτας να +υπάγωσι να λουσθώσι, και αφού λουσθώσι περιμένετε αυτάς.» Ειπών +τας λέξεις ταύτα, τας οποίας επεδοκίμασαν οι Πέρσαι, έλαβε τας +γυναίκας και τας έκλεισεν εις τον γυναικωνίτην· ενδύσας δε +γυναικεία άνδρας αγενείους τόσους όσαι ήσαν αι γυναίκες και +δώσας εις αυτούς εγχειρίδια, τους εισήγαγεν εις τον θάλαμον του +συμποσίου. Αφού δε τους εισήγαγεν είπεν εις τους Πέρσας· +«Νομίζω, ω Πέρσαι, ότι σας εφιλοξενήσαμεν μεγαλοπρεπέσταστα, +καθότι και όσα είχομεν και όσα ηδυνήθημεν να εύρωμεν διά να σας +προσφέρωμεν, όλα ταύτα σας τα παρουσιάσαμεν· προσέτι δε και το +πάντων μέγιστον, τας μητέρας και τας αδελφάς μας σας +προσφέρομεν μετ' ελευθεριότητος διά να πληροφορηθείτε ότι +τιμάσθε παρ' ημών όπως αξίζετε και διά να αναγγείλετε εις τον +βασιλέα, όστις σας έστειλεν, ότι ανήρ Έλλην, βασιλεύς των +Μακεδόνων, σας προσέφερεν ηδονάς τραπέζης και κοίτης.» Ταύτα +ειπών ο Αλέξανδρος διέταξε να καθίσωσι πλησίον εκάστου Πέρσου +οι νέοι Μακεδόνες ως αν ήσαν γυναίκες. Ούτοι δε, άμα ήρχισαν οι +Πέρσαι να τους ψαύωσι, τους εφόνευσαν. + +21. Ούτω εφονεύθησαν και αυτοί και οι συνοδοί των, διότι είχον +μεθ' εαυτών και οχήματα και υπηρέτας και εν γένει αποσκευήν +μεγάλην. Όλα ταύτα εγένοντο άφαντα ομού με αυτούς. Μετά +παρέλευσιν δε ουχί πολλού χρόνου εγένετο μεγάλη ζήτησις των +ανδρών τούτων υπό των Περσών· ο Αλέξανδρος όμως τους επράυνεν +επιτηδείως δους πολλά χρήματα και την ιδίαν του αδελφήν +καλουμένην Γυγαίαν. Τους καθησύχασε δε ο Αλέξανδρος δους τα +δώρα ταύτα εις τον Πέρσην Βουβάρη αρχηγόν των σταλέντων προς +αναζήτησιν των απολεσθέντων. Ο μεν θάνατος αυτών ούτως +οικονομηθείς εσιωπήθη. + +22. Ούτοι δε οι ηγεμόνες της Μακεδονίας οι από του Περδίκκου +καταγόμενοι είναι Έλληνες, ως αυτοί λέγουσιν, ως έμαθον εγώ και +ως θέλω αποδείξει εις την συνέχειαν της ιστορίας ταύτης. +Ενταύθα προσθέτω μόνον ότι ούτως έκριναν οι διοικούντες τους +ολυμπιακούς αγώνας· επειδή ο Αλέξανδρος ήθελε να αγωνισθή και +κατέβη επ' αυτώ τω σκοπώ εκ της Μακεδονίας, οι ανταγωνισταί +Έλληνες αντέτεινον λέγοντες ότι ο αγών δεν ήτο διά βαρβάρους +αγωνιστάς. Τότε ο Αλέξανδρος απέδειξεν ότι ήτο Αργείος. Εκρίθη +λοιπόν ότι ήτο Έλλην, ηγωνίσθη εις το στάδιον και μόλις τον +υπερέβαλεν ο πρώτος. Και ταύτα μεν ούτω συνέβησαν. + +23. Ο δε Μεγάβαζος, άγων τους Παίονας, έφθασεν εις τον +Ελλήσποντον· διαπεράσας δε αυτόν έφθασεν εις τας Σάρδεις. +Επειδή τότε ο Μιλήσιος Ιστιαίος ετείχιζε την πόλιν την οποίαν +κατ' αίτησίν του τω εχάρισεν ο Δαρείος προς αμοιβήν της +φρουρήσεως της γεφύρας (είναι δε ο τόπος ούτος εις τον Στρυμόνα +ποταμόν και καλείται Μύρκινος), μαθών ο Μεγάβαζος εις τι +ενησχολείτο ο Ιστιαίος, άμα έφθασεν εις τας Σάρδεις είπεν εις +τον Δαρείον τα εξής· «Τι έπραξες, ω βασιλεύ, επιτρέψας εις +Έλληνα επιτήδειον και πνευματώδη να κτίση πάλιν εις την Θράκην, +όπου και ύλη ναυπηγήσιμος υπάρχει άφθονος, και πολλοί +κωπηλάται, και μεταλλεία αργύρου, και πλήθος Ελλήνων και +βαρβάρων κατοικούσι περί τα μέρη εκείνα, οίτινες, λαμβάνοντες +αυτόν ως αρχηγόν, θα πράττωσιν ημέραν και νύκτα ό,τι τους +συμβουλεύει; Εμπόδισον λοιπόν τον άνδρα τούτον να εξακολουθήση, +εάν θέλης να μη περιπλακής εις πόλεμον εμφύλιον. Προσκάλεσον +αυτόν με τρόπον ήπιον, και όταν τον συλλάβης, πράξον ούτως ώστε +να μη επιστρέψη πλέον εις τους Έλληνας.» + +24. Ταύτα ειπών ο Μεγάβαζος ευκόλως έπεισε τον Δαρείον, διότι ο +βασιλεύς ανεγνώρισεν ότι καλώς προέβλεπε το μέλλον. Πέμψας +λοιπόν απεσταλμένον εις την Μύρκινον τον διέταξε να είπη· +«Ιστιαίε, ο βασιλεύς Δαρείος λέγει τα εξής. Σκεπτόμενος δεν +ευρίσκω άλλον περισσότερον από σε ενδιαφερόμενον δι' εμέ και +διά τα συμφέροντά μου· επληροφορήθην δε τούτο ουχί εκ των λόγων +αλλ' εκ των έργων. Τώρα λοιπόν, επειδή έχω κατά νουν μεγάλα +σχέδια, επέστρεψον αφεύκτως εδώ διά να σοι τα εμπιστευθώ.» +Πιστεύσας εις τους λόγους τούτους o Ιστιαίος, και συγχρόνως +μεγάλως επιθυμών να γίνη σύμβουλος του βασιλέως, μετέβη εις τας +Σάρδεις. Όταν δε έφθασεν, είπε προς αυτόν ο Δαρείος· «Σε +εμήνυσα, Ιστιαίε, διά την εξής αιτίαν. Αφού επέστρεψα εκ της +Σκυθίας και δεν σε είχον προ των οφθαλμών μου, ουδέν άλλο +επεθύμησα τόσον όσον να σε επανίδω και να συνομιλήσωμεν, +πεπεισμένος ότι από όλα τα πλούτη προτιμότερος είναι φίλος +νοήμων και αφωσιωμένος άπερ αμφότερα ομολογώ ότι έχεις +δοκιμάσας σε εις όλα μου τα συμφέροντα. Τώρα λοιπόν καλώς +εποίησας ελθών, και σοι προτείνω τα εξής· άφες την Μίλητον και +την νεόκτιστον πόλιν εις την Θράκην· ελθέ μετ' εμού εις τα +Σούσα και έχε όσα έχω εγώ, ων μονοτράπεζος και σύμβουλός μου.» + +25. Ταύτα ειπών ο Δαρείος και καταστήσας ύπαρχον των Σάρδεων +τον ομοπάτριον αδελφόν του Αρταφέρνην, ανεχώρησεν εις τα Σούσα +έχων μεθ' εαυτού τον Ιστιαίον· κατέστησεν επίσης και στρατηγόν +των παραθαλασσίων ανδρών τον Οτάνην, του οποίου τον πατέρα +Σισάμνην, ένα των βασιλικών δικαστών, λαβόντα χρήματα και +δικάσαντα αδίκως, ο βασιλεύς Καμβύσης έσφαξε και απέδειρεν· +αφού δε τον απέδειρεν, έκοψε το δέρμα εις λωρίδας και εκάλυψε +τον θρόνον εφ' ου καθίζων εδίκαζε. Καλύψας ούτω τον θρόνον ο +Καμβύσης, αντί του Σισάμνου τον οποίον απέκτεινε και απέδειρε, +διώρισε δικαστήν τον υιόν του Σισάμνου, παραγγείλας εις αυτόν +να ενθυμήται επί τίνος θρόνου καθήμενος εδίκαζεν. + +26. Ούτος λοιπόν ο Οτάνης, ο επί τοιούτου θρόνου καθήμενος, +γενόμενος διάδοχος της στρατηγίας του Μεγαβάζου, εκυρίευσε το +Βυζάντιον και την Καλχηδόνα· εκυρίευσε την Άντανδρον εν τη +Τρωάδι, εκυρίευσε και την Λαμπώνιον, λαβών δε πλοία από τους +Λεσβίους, εκυρίευσε την Λήμνον και την Ίμβρον, αμφοτέρας έτι +τότε κατοικουμένας υπό Πελασγών. + +27. Οι Λήμνιοι μολαταύτα και επολέμησαν γενναίως και +ενεκαρτέρησαν επί πολύ· τέλος δε υπέκυψαν. Εις δε τους +μείναντας εξ αυτών οι Πέρσαι επέβαλον ύπαρχον τον Λυκήρατον, +αδελφόν του Μαιανδρίου, του βασιλεύοντος εις την Σάμον. Ούτος ο +Λυκήρατος, διοικητής ων της Λήμνου, ετελεύτησεν αφού εφέρθη +σκληρότατα, διότι εξηνδραπόδιζε τους πολίτας και τους +κατέστρεφε, κατηγορών τους μεν ότι δεν ηκολούθησαν εις τον κατά +των Σκυθών πόλεμον, τους δε ότι εκακοποίουν τον στρατόν του +Δαρείου επιστρέφοντα εκ της Σκυθίας. + +28. Ούτος μεν ταύτα έπραξε στρατηγήσας· επί τινα δε χρόνον μετά +ταύτα εγένετο άνεσις των κακών· μετ' ολίγον όμως ήρχισαν τα +κακά να επισκήπτωσι πάλιν εις τους Ίωνας εκ της Νάξου και της +Μιλήτου. Αφ' ενός μεν η Νάξος υπερέβαινεν εις την ευδαιμονίαν +όλας τας νήσους· αφ' ετέρου δε η Μίλητος ούσα τότε ακμαιοτάτη +ήτο το καύχημα της Ιωνίας. Προ ταύτης όμως της εποχής επί δύο +γενεάς ανθρώπων υπέφερε τα μάλιστα εκ των εμφυλίων ταραχών, +μέχρις ου τους ειρήνευσαν οι Πάριοι· διότι εξ όλων των Ελλήνων +αυτούς εξελέξαντο οι Μιλήσιοι ως συμβιβαστάς. + +29. Ιδού δε πώς τους εσυμβίβασαν οι Πάριοι· όταν έφθασαν εις +την Μίλητον οι εγκριτώτεροι αυτών άνδρες, ιδόντες την πόλιν +φρικωδώς κατεστραμμένην, εζήτησαν να περιέλθωσιν όλην την +χώραν. Πράττοντες δε τούτο και περιερχόμενοι όλην την Μιλησίαν, +όπου έβλεπον εις αναστατωμένον τόπον αγρόν καλώς +καλλιεργημένον, εσημείωνον το όνομα του δεσπότου του αγρού. +Αφού δε περιήλθον όλην την χώραν και ολίγους εύρον τοιούτους, +κατέβησαν εις την πόλιν και συνεκάλεσαν αμέσως γενικήν +συνέλευσιν. Τότε δε διώρισαν ως διοικητάς της πόλεως εκείνους +των οποίων τους αγρούς εύρον καλώς δεδουλευμένους, λέγοντες +ότι, ως νομίζουσιν, αυτοί θα εφρόντιζαν και περί των κοινών +υποθέσεων ως εφρόντιζον και περί των ιδίων. Διέταξαν λοιπόν +τους άλλους Μιλησίους, τους πρότερον στασιάζοντας, να +υπακούωσιν εις τους άρχοντας τούτους. + +30. Και οι μεν Πάριοι ούτως εσυμβίβασαν τους Μιλησίους· εκ +τούτων δε των πόλεων τας οποίας ανέφερα ήρχισαν αι συμφοραί να +επεκτείνονται ως εξής. Άνδρες τινές της Νάξου εξωρίσθησαν υπό +του δήμου και κατέφυγον εις την Μίλητον· επίτροπος τότε της +Μιλήτου ήτο ο υιός του Μολπαγόρου Αρισταγόρας, γαμβρός και +συγγενής του Ιστιαίου του Λυσαγόρου, τον οποίον ο Δαρείος +εκράτει εις τα Σούσα, διότι ο Ιστιαίος ήτο τύραννος της +Μιλήτου, και καθ' ον χρόνον οι άλλοτε φίλοι του Νάξιοι ήλθον +εις Μίλητον, αυτός ευρίσκετο εις τα Σούσα. Ελθόντες λοιπόν οι +Νάξιοι εις την Μίλητον εζήτησαν παρά του Αρισταγόρου εάν +ηδύνατο να τους βοηθήση διά να καταβώσιν εις την πατρίδα των. +Αυτός δε εννοήσας ότι εάν καταβώσιν εις την πόλιν διά της +συνδρομής του θα εγίνετο κύριος της Νάξου, έλαβεν ως πρόφασιν +τους δεσμούς της φιλοξενίας οίτινες συνέδεον αυτούς μετά του +Ιστιαίου και τοις είπε τα εξής· «Εγώ μεν δεν είμαι τόσον +ισχυρός ώστε να σας δώσω δυνάμεις διά να καταβήτε εις την +πατρίδας σας άνευ της θελήσεως των εχόντων την εξουσίαν Ναξίων, +διότι ακούω ότι έχουσιν οκτακισχιλίους ασπιδοφόρους και μακρά +πλοία πολλά· θα καταβάλω όμως πάσαν προσπάθειαν διά να +κατορθώσω τούτο. Ιδού λοιπόν τι στοχάζομαι. Έχω φίλον τον +Αρταφέρνην· ο Αρταφέρνης δε ούτος είναι υιός του Υστάσπους και +αδελφός του βασιλέως Δαρείου· αυτός άρχει όλων των +παραθαλασσίων δυνάμεων της Ασίας και έχει στρατόν πολύν και +πλοία πολλά. Νομίζω λοιπόν ότι αυτός δύναται να πράξη ό,τι +ζητήσωμεν.» Ακούσαντες ταύτα οι Νάξιοι παρεκάλεσαν τον +Αρισταγόραν να πράξη παν ό,τι ενόμιζε συμφερότερον και τον +επεφόρτισαν να υποσχεθή δώρα και να είπη ότι αυτοί αναδέχονται +όλα τα έξοδα της εκστρατείας, ελπίζοντες ότι άμα φανώσιν εις +την Νάξον, ου μόνον οι Νάξιοι ήθελον πράξει όσα ζητήσωσιν, αλλά +και οι άλλοι νησιώται, διότι εκ των Κυκλάδων τούτων νήσων +καμμία ακόμη δεν είχεν υποταγή εις τον Δαρείον. + +31. Φθάσας δε ο Αρισταγόρας εις τας Σάρδεις είπεν εις τον +Αρταφέρνην ότι η Νάξος ήτο νήσος ουχί μεγάλη κατά το μέγεθος, +κατά τα άλλα όμως ωραία, καρποφόρος και γείτων της Ιωνίας, και +ότι εκεί ήσαν πολλά πλούτη και ανδράποδα. «Συ λοιπόν στράτευσον +κατ' αυτής της χώρας και καταβίβασον εις αυτήν τους φυγάδας. +Εάν πράξης τούτο, αφ' ενός μεν εγώ σε υπόσχομαι πολλά χρήματα +πλην των εξόδων της εκστρατείας, διότι είναι δίκαιον να +υποβληθώμεν εις τα έξοδα ταύτα ημείς οίτινες σε παρακινούμεν +εις τον πόλεμον τούτον αφ' ετέρου δε θα υποτάξης εις τον +βασιλέα την νήσον ταύτην Νάξον και τας άλλας νήσους τας παρ' +αυτής εξαρτωμένας, την Πάρον, την Άνδρον και τας άλλας τας +καλουμένας Κυκλάδας. Εκείθεν δε ορμώμενος θα επιτεθής ευχερώς +εναντίον της Ευβοίας, νήσου μεγάλης και πλουσίας, ουχί +μικροτέρας της Κύπρου, και θα δυνηθής ευκόλως να την κυριεύσης. +Αρκούσιν εκατόν πλοία διά να υποτάξωμεν όλας ταύτας τας +νήσους.» Ο δε Αρταφέρνης απεκρίθη τα εξής· «Συ δεικνύεις +ωφέλιμα πράγματα εις τον οίκον του Δαρείου, αι δε συμβουλαί σου +είναι κάλλισται, πλην του αριθμού των πλοίων. Αντί λοιπόν +εκατόν, θα σοι ετοιμασθώσι διακόσια κατά το προσεχές έαρ. +Απαιτείται όμως εις όλα ταύτα και η συγκατάθεσις του βασιλέως.» + +32. Ταύτα ακούσας ο Αρισταγόρας, επέστρεψε περιχαρής εις την +Μίλητον· ο δε Αρταφέρνης έπεμψεν απεσταλμένον εις τα Σούσα και +υπέβαλε την πρότασιν του Αρισταγόρου εις τον Δαρείον. +Επιδοκιμάσαντος δε του βασιλέως τα σχέδια ταύτα, ητοίμασε +διακοσίας τριήρεις και συνήθροισε πλήθος Περσών και συμμάχων. +Τούτων στρατηγόν κατέστησε τον Μεγαβάτην, ένα των Αχεμαινιδών +και συγγενή του Δαρείου και ιδικόν του, του οποίου την +θυγατέρα, εάν ήναι αληθές το λεγόμενον, εμνηστεύθη μετά ταύτα ο +Λακεδαιμόνιος Παυσανίας, υιός του Κλεομβρότου, επιθυμήσας να +γίνη τύραννος της Ελλάδος. Καταστήσας δε τον Μεγαβάτην +στρατηγόν ο Αρταφέρνης, έπεμψε τον στρατόν εις τον Αρισταγόραν. + +33. Παραλαβών δε ο Μεγαβάτης εκ της Μιλήτου τον Αρισταγόραν, +τον Ιωνικόν στρατόν και τους Ναξίους, έπλευσε δήθεν εις τον +Ελλήσποντον· ότε όμως έφθασεν εις την Χίον, ηγκυροβόλησεν εις +τα Καύκασα περιμένων να πνεύση ο βορέας άνεμος όπως πλεύση εις +την Νάξον. Επειδή όμως το πεπρωμένον δεν ήθελε να απολεσθώσιν +οι Νάξιοι υπ' αυτού του στόλου, συνέβη το εξής· επιθεωρών ο +Μεγαβάτης τας φυλακάς των πλοίων, εύρεν άνευ φυλάκων πλοίον +Μύνδιον, οργισθείς δε διέταξε τους δορυφόρους του να εύρωσι τον +κυβερνήτην τούτου, όστις εκαλείτο Σκύλαξ, και να τον δέσωσι διά +μιας οπής των κωπών ούτως ώστε η μεν κεφαλή να ήναι έξω, το δε +λοιπόν σώμα έσω. Δεθέντος δε του Σκύλακος έδραμέ τις προς τον +Αρισταγόραν και εμήνυσεν αυτώ ότι ο Μεγαβάτης έδεσε τον Μύνδιον +ξένον του και τον τιμωρεί. Ο δε Αρισταγόρας ελθών παρεκάλει τον +Πέρσην να τον λύση, και επειδή δεν ετύγχανε του ζητουμένου, +ήλθεν ο ίδιος και τον έλυσε. Μαθών τούτο ο Μεγαβάτης ωργίσθη +υπερβαλλόντως και επέπληξε τον Αρισταγόραν, αλλ' ούτος τω είπε· +«Τι σε μέλει περί των πραγμάτων τούτων; δεν σε απέστειλεν ο +Αρταφέρνης να υπακούης εις εμέ και να πλέης όπου εγώ σε +κελεύσω; διατί λοιπόν αναμιγνύεσαι εις όλα;» Ταύτα είπεν ο +Αρισταγόρας, ο δε Μεγαβάτης χολωθείς, άμα εγένετο νυξ, έπεμψεν +εις την Νάξον πλοίον με ανθρώπους διά να είπωσιν εις τους +Ναξίους τα ενεργούμενα κατ' αυτών. + +34. Οι δε Νάξιοι οίτινες πρότερον ουδόλως υπώπτευον ότι ο +στόλος εκείνος έμελλε να πλεύση εναντίον των, άμα ήκουσαν τούτο +έσπευσαν να φέρωσιν εκ των αγρών εις την πόλιν όλα τα πράγματά +των, και επειδή έβλεπον ότι θα πολιορκηθώσιν, ητοιμάσθησαν +προμηθευθέντες τροφάς και ποτά. Και αυτοί μεν ητοιμάσθησαν διά +τον επικείμενον πόλεμον· οι δε Πέρσαι, περάσαντες τα πλοία εκ +της Χίου εις την Νάξον, ήλθον διά να κτυπήσωσι τους Ναξίους· +αλλά τους εύρον ησφαλισμένους και τους επολιόρκησαν επί μήνας +τέσσαρας. Επειδή δε όλα τα χρήματα όσα είχον μεθ' εαυτών οι +Πέρσαι εδαπανήθησαν και αυτός ο Αρισταγόρας εδαπάνησε πολλά, η +δε πολιορκία απήτει ακόμη πολλά, τούτου ένεκα οικοδομήσαντες +φρούριον διά τους εξορίστους Ναξίους, επέστρεψαν εις την +ήπειρον μηδέν κατορθώσαντες. + +35. Ο δε Αρισταγόρας μη δυνάμενος να εκπληρώση όσα υπεσχέθη εις +τον Αρταφέρνη, πιεζόμενος υπό τη απαιτουμένης δαπάνης της +εκστρατείας και φοβούμενος τον στρατόν όστις έπαθε και τον +Μεγαβάτην του οποίου επροκάλεσε το μίσος, υπώπτευσεν ότι +έμελλον να τον καθαιρέσωσι της κυριαρχίας της Μιλήτου. +Φοβούμενος λοιπόν όλα ταύτα, συνέλαβε την ιδέαν να αποστατήση· +ενώ δε εσκέπτετο τούτο, ήλθεν εκ των Σούσων, σταλείς από τον +Ιστιαίον, άνθρωπος του οποίου η εστιγματισμένη κεφαλή τον +εμήνυε να αποστατήση από τον βασιλέα· καθότι ο Ιστιαίος, θέλων +να ειδοποιήση τον Αρισταγόραν να αποστατήση και μη δυνάμενος +δι' ουδενός άλλου τρόπου να τον ειδοποιήση ασφαλώς, διότι +εφυλάσσοντο οι δρόμοι, εξύρισε την κεφαλήν του πιστοτάτου των +δούλων του, την έστιξε και περιέμεινε να αναφυώσι πάλιν αι +τρίχες. Άμα δε ανεφύησαν, τον έπεμψεν εις την Μίλητον, ουδέν +άλλο παραγγείλας εις αυτόν ειμή όταν φθάση εκεί να ειπή εις τον +Αρισταγόραν να ξυρίση τας τρίχας του και να παρατηρήση την +κεφαλήν. Έλεγον δε τα στίγματα, ως και πρότερον είπον, +αποστασίαν. Έπραξε δε τούτο ο Ιστιαίος, δυσφορών διότι +εκρατείτο εις τα Σούσα. Εάν απεστάτει η Μίλητος, πολλάς είχεν +ελπίδας ότι ο Δαρείος θα τον έστελλεν εις τας παραθαλασσίους +επαρχίας· ενόσω όμως ουδέν νέον συνέβαινεν εις την Μίλητον, +ουδέποτε επίστευε να επιστρέψη εκεί. + +36. Και ο μεν Ιστιαίος ταύτα διανοούμενος έπεμψε τον +απεσταλμένον, του οποίου η παρά τω Αρισταγόρα άφιξις συνέπεσε +με τα συμβάντα τα οποία διηγήθην, ο δε Αρισταγόρας συνεσκέφθη +με τους συστασιώτας του, φανερώσας την ιδίαν του γνώμην και όσα +τω εμήνυσεν ο Ιστιαίος. Και οι μεν άλλοι ήσαν σύμφωνοι να +αποστατήσωσιν, ο δε Εκαταίος ο ιστορικός κατ' αρχάς μεν +απέκρουε την γνώμην να κινήσωσι πόλεμον κατά του βασιλέως των +Περσών, απαριθμών όλα τα έθνη εφ' ων ήρχεν ο Δαρείος, και την +δύναμιν αυτού· επειδή όμως δεν τους έπειθε, συνεβούλευσεν +έπειτα αυτούς να πράξωσιν ούτως ώστε να γίνωσι κύριοι της +θαλάσσης. Προς τούτο είπεν έν μόνον μέσον έβλεπε, καθότι +ήξευρεν ότι η δύναμις των Μιλησίων ήτο ασθενής. Το μέσον τούτο +ήτο να λάβωσιν από το εις Βραγχίδας ιερόν τους θησαυρούς τους +οποίους ο Λυδός Κροίσος είχεν αφιερώσει. Ηδύναντο να ελπίζωσιν +ότι ήθελον θαλασσοκρατήσει, μεταχειριζόμενοι τους θησαυρούς +εκείνους και συγχρόνως αφαιρούντες από τους Πέρσας την +πιθανότητα να συλήσωσιν αυτούς. Τα πλούτη δε εκείνα, ως εδήλωσα +εν τω πρώτω βιβλίω της ιστορίας μου, ήσαν πολλά. Αλλ' η γνώμη +αύτη δεν υπερίσχυσε, και απεφασίσθη μόνον να αποστατήσωσι και +να αποστείλωσιν ένα των Μιλησίων εις την Μυούντα όπου ήτο το +στρατόπεδον των εκ της Νάξου επιστρεψάντων στρατευμάτων, διά να +προσπαθήση να συλλάβη τους εις τα πλοία εκείνα στρατηγούς. + +37. Επειδή δε εστάλη προς τούτο ο Ιατραγόρας και συνέλαβε +δολίως τον Ολίατον του Ιβανώλιος Μυλασσέα, τον Ιστιαίον του +Τύμνου Τερμερέα, τον Κώην του Ερξάνδρου, εις ον ο Δαρείος +εδωρήσατο την Μιτυλήνην, τον Αρισταγόραν του Ηρακλείδου +Κυμαίον, και άλλους πολλούς, τότε ο Αρισταγόρας απεστάτησεν +αναφανδόν πράττων ό,τι ηδύνατο κατά του Δαρείου. Και πρώτον μεν +λόγω ότι παραιτείται της τυραννίας, κατέστησεν ισονομίαν εις +την Μίλητον· έπειτα δε έπραξε το αυτό και εις την λοιπήν +Ιωνίαν, διώκων τους τυράννους και παραδίδων εις τας πόλεις των +οποίων ήθελε την φιλίαν εκείνους τους οποίους είχε συλλάβει εις +τα κατά της Νάξου πλεύσαντα πλοία. Παρέδιδε δε έκαστον εις την +πόλιν εκ της οποίας ήτο. + +38. Και τον μεν Κώην, άμα παρέλαβον οι Μιτυληναίοι, τον έσυρον +έξω της πόλεως και τον ελιθοβόλησαν, αλλ' οι Κυμαίοι αφήκαν +ελεύθερον τον τύραννόν των· τούτους δε μιμούμενοι οι +περισσότεροι απέλυσαν τους ιδικούς των. Και αι μεν τυραννίδες +εις τας πόλεις κατελύθησαν· ο δε Μιλήσιος Αρισταγόρας, αφού +κατήργησεν αυτάς και επρόσταξε να καταστήσωσιν εν εκάστη των +πόλεων στρατηγούς, μετέβη έπειτα μετά τριήρους εις την +Λακεδαίμονα ως απεσταλμένος, διότι είχεν ανάγκην να εύρη +ισχυρόν τινα σύμμαχον. + +39. Εις δε την Σπάρτην δεν εβασίλευεν ουδέ έζη πλέον ο +Αναξανδρίδης του Λέοντος, αλλ' είχεν αποθάνει, είχε δε την +βασιλείαν ο υιός του Αναξανδρίδου, Κλεομένης, ουχί δια τα +προτερήματά του αλλά διά το γένος του. Ο Αναξανδρίδης είχε +συζευχθή την θυγατέρα της αδελφής του, την οποίαν ηγάπα μεν +πολύ, δεν απελάμβανεν όμως τέκνα εξ αυτής. Ούτως έχοντος λοιπόν +του πράγματος, οι έφοροι τον εκάλεσαν και τω είπον· «Εάν συ δεν +προσέχης εις ό,τι σε αφορά, ημείς όμως δεν πρέπει να αφήσωμεν +να εκλείψη η γενεά του Ευρυσθένους. Έχεις γυναίκα· αλλ' επειδή +αύτη δεν σοι δίδει παιδία, άφες αυτήν και λάβε άλλην. Τοιαύτα +δε πράττων θα ευχαριστήσης τους Σπαρτιάτας.» Ο δε Αναξανδρίδης +απεκρίθη ότι δεν θα πράξη μήτε το έν μήτε το άλλο και ότι κακώς +τον συνεβούλευον παρακινούντες αυτόν να διώξη την γυναίκα την +οποίαν είχε, και ήτις ποτέ δεν έπταισε, και να λάβη άλλην. +Τέλος ότι δεν τους ακούει. + +40. Προς ταύτα οι έφοροι και οι γέροντες συνεσκέφθησαν και +επρότεινον εις τον Αναξανδρίδην τα εξής· «Επειδή σε βλέπομεν +προσηλωμένον εις την γυναίκα την οποίαν έχεις, παραδέχθητι τα +εξής και μη ανθίστασαι πλέον διά μη σκεφθώσιν εναντίον σου οι +Σπαρτιάται διαφορετικόν τι. Δεν σε ζητούμεν πλέον να αποπέμψης +την γυναίκα την οποίαν αγαπάς· εξακολούθει αποδίδων αυτή όσα τη +αποδίδεις τώρα· λάβε όμως προς αυτήν και άλλην τεκνοποιόν.» +Συγκατετέθη εις τούτο ο Αναξανδρίδης και μετά ταύτα έχων δύο +γυναίκας, διετήρει δύο οικίας, πράττων ούτω πράγμα ασύνηθες εις +τα ήθη τα Σπαρτιατικά. + +41. Μετά παρέλευσιν ουχί πολλού χρόνου η δευτέρα αύτη σύζυγος +έτεκε τον Κλεομένη τούτον. Ενώ δε αύτη έδιδεν εις τους +Σπαρτιάτας μέλλοντα βασιλέα, τότε και η πρώτη γυνή ήτις +πρότερον ήτο άτεκνος, συνέλαβεν ανελπίστως. Ενώ δε αυτή ήτο +αληθώς έγκυος, οι συγγενείς της δευτέρας γυναικός μαθόντες +τούτο εθορύβουν λέγοντες ότι καυχάται χωρίς να ήναι έγκυος και +ότι σκοπεύει να παρουσιάση παιδίον υποβολιμαίον. Επειδή λοιπόν +ούτοι εθορύβουν τοιουτοτρόπως, ότε επέστη ο χρόνος του τοκετού, +οι έφοροι δυσπιστούντες εκάθισαν περί την τίκτουσαν και +παρεφύλαττον αυτήν. Αυτή δε αφού έτεκε τον Δωριέα, αμέσως μετά +ταύτα έτεκε τον Λεωνίδαν, και κατόπιν τούτου τον Κλεόμβροτον· +τινές δε λέγουσιν ότι ο Λεωνίδας και ο Κλεόμβροτος ήσαν +δίδυμοι. Η δε δευτέρα γυνή, ήτις ήτο θυγάτηρ του Πρινητάδου +υιού του Δημαρμένου, τεκούσα τον Κλεομένη, δεν έτεκε πλέον άλλο +τέκνον. + +42. Ο μεν Κλεομένης ήτο, ως λέγουσιν, ουχί υγιής τας φρένας +αλλ' επιρρεπής εις την μανίαν, ο δε Δωριεύς ήτο πρώτος όλων των +συνηλικιωτών του και εφρόνει ότι διά τα προτερήματά του αυτός +έμελλε να λάβη την βασιλείαν. Τόσον δε βέβαιος ήτο περί τούτου +ώστε όταν απέθανεν ο Αναξανδρίδης και οι Λακεδαιμόνιοι εκ +σεβασμού προς τον νόμον ανεγνώρισαν ως βασιλέα τον πρεσβύτατον +Κλεομένη, ο Δωριεύς αγανακτήσας και μη καταδεχόμενος να +κυβερνάται υπό του Κλεομένους, εζήτησε λαόν από τους Σπαρτιάτας +και μετηνάστευσε. Χωρίς να πράξη τίποτε από όσα συνήθως +πράττονται εις τοιαύτας περιστάσεις, ανεχώρησεν ηγανακτημένος +και έπλευσε προς την Λιβύαν λαβών Θηραίους οδηγούς. Αποβάς εις +την Κίνυπα, κατώκησε τόπον κάλλιστον της Λιβύας πλησίον +ποταμού. Διωχθείς όμως εκείθεν κατά το τρίτον έτος υπό των +Λιβύων Μακών και των Καρχηδονίων επέστρεψεν εις την +Πελοπόννησον. + +43. Τότε ο Αντιχάρης, ανήρ Ελεώνιος, οδηγούμενος έκ τινος +χρησμού δοθέντος άλλοτε εις τον Λάιον, τον εσυμβούλευσε να +αποικίση την εν Σικελία Ηράκλειαν, λέγων ότι όλη η χώρα του +Έρυκος ανήκει εις τους Ηρακλείδας, καταλαβόντος αυτήν του +Ηρακλέους. Ακούσας ταύτα ο Δωριεύς επορεύθη εις τους Δελφούς +διά να ερωτήση το μαντείον εάν ηδύνατο να γίνη κύριος της χώρας +εις την οποίαν εσκόπευε να μεταβή. Δοθείσης δε καταφατικής +απαντήσεως ο Δωριεύς παραλαβών εκείνους τους οποίους είχεν ότε +μετέβη εις την Λιβύαν, έπλευσε προς την Ιταλίαν + +44. Κατ' εκείνον δε τον χρόνον, ως λέγουσιν οι Συβαρίται, αυτοί +και ο βασιλεύς των Τήλυς έμελλον να εκστρατεύσωσι κατά της +Κρότωνος. Φοβηθέντες οι Κροτωνιάται, παρεκάλεσαν τον Δωριέα να +τους βοηθήση. Συγκατατεθείς εις τούτο ο Δωριεύς, +συνεξεστράτευσε μετ' αυτών εις την Σύβαριν και συνεκυρίευσεν +αυτήν. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Συβαρίται ότι έπραξεν ο +Δωριεύς και οι μετ' αυτού· οι Κροτωνιάται όμως λέγουσιν εξ +εναντίας ότι ουδείς ξένος ανεμίχθη εις τον κατά των Συβαριτών +πόλεμον, πλην μόνου του Καλλίου, μάντεως Ηλείου, εκ του γένους +των Ιαμιδών. Ούτος, ως λέγουσιν, έφυγεν από τον τύραννον των +Συβαριτών Τήλυν και ήλθεν εις αυτούς, διότι εις τας θυσίας τα +ιερά δεν εφάνησαν ευνοϊκά διά την κατά των Κροτωναίων +εκστρατείαν. Ταύτα λέγουσιν οι Κροτωναίοι. + +45. Μαρτυρίας δε εκάτερον των μερών φέρει τας εξής. Οι μεν +Συβαρίται δεικνύουσι τέμενος και ναόν πλησίον του ξηρού +Κράθιδος, τον οποίον ναόν λέγουσιν ότι ο συγκυριεύσας την πόλιν +Δωριεύς ανήγειρεν εις την Αθηνάν την επονομαζομένην Κραθίαν. +Άλλην δε μαρτυρίαν μεγίστην αναφέρουσι τον θάνατον αυτού του +Δωριέως όστις απώλετο πράξας τα εναντία παρ' όσα προέγραψεν εις +αυτόν το μαντείον διότι εάν δεν παρέβαινε τίποτε, εάν έπραττεν +εκείνο διά το οποίον εστάλη, θα εκυρίευεν την χώραν του Έρυκος +και θα κατείχεν αυτήν· και ούτε αυτός ούτε ο στρατός του ήθελον +απολεσθή. Οι δε Κροτωνιάται πάλιν δεικνύουσι πολλάς γαίας εν τη +χώρα της Κρότωνος δωρηθείσας εις τον Ηλείον Καλλίαν, τας οποίας +μέχρι των ημερών μου ενέμοντο οι απόγονοι του Καλλίου· ενώ εις +τον Δωριέα και τους απογόνους αυτού δεν εδόθη τίποτε. Και +βεβαίως, εάν ο Δωριεύς τους εβοήθει εις τον κατά των Συβαριτών +πόλεμον, θα ελάμβανε περισσότερα παρ' όσα έλαβεν ο Καλλίας. +Αυτά είναι τα μαρτύρια τα οποία προσφέρουσιν αι δύο αύται +πόλεις· είναι δε ελεύθερος ο καθείς να παραδεχθή εκείνο όπερ τω +φανή πιθανώτερον. + +46. Συνέπλευσαν δε μετά του Δωριέως και άλλοι Σπαρτιάται +άποικοι, ο Θεσσαλός, ο Παραιβάτης, ο Κελέας και ο Ευρυλέων, +οίτινες ότε έφθασαν με όλον τον στόλον εις την Σικελίαν, +ηττηθέντες εις μάχην εφονεύθησαν υπό των Φοινίκων και των +Εγεσταίων. Μόνος δε ο Ευρυλέων επέζησεν εις την καταστροφήν +ταύτην, και αυτός συναθροίσας τους απομείναντας στρατιώτας +εκυρίευσε την Μινώαν, αποικίαν των Σελινουσίων και ελευθέρωσε +τους Σελινουσίους από τον μονάρχην Πυθαγόραν. Μετά ταύτα όμως +φονεύσας τούτον ηθέλησεν αυτός να γίνη τύραννος της +Σελινούντος· ολίγον όμως χρόνον εμονάρχησε, διότι +επαναστάτησαντες οι Σελινούσιοι εφόνευσαν αυτόν καταφυγόντα εις +τον βωμόν του αγοραίου Διός. + +47. Συνώδευε προς τούτοις τον Δωριέα και συναπέθανε μετ' αυτού +ο Κροτωνιάτης Φίλιππος του Βουτακίδου, όστις μνηστευθείς την +θυγατέρα του Συβαρίτου Τήλυος έφυγεν εκ της Κρότωνος· ψευσθείς +δε του γάμου ανεχώρησε πλέων εις την Κυρήνην, και εκείθεν πάλιν +αναχωρήσας συνηκολούθει τον Δωριέα με ιδίαν του τριήρη και ίδιά +του έξοδα των στρατιωτών. Ήτο Ολυμπιονίκης και ο ωραιότατος των +Ελλήνων του καιρού εκείνου· ένεκα δε του κάλλους του ηξιώθη +παρά των Εγεσταίων ό,τι ουδείς άλλος, διότι εγείραντες επί του +τάφου του ηρώον τω προσφέρουσι θυσίας. + +48. Και ο μεν Δωριεύς λοιπόν ούτως ετελεύτησεν· εάν δε ηνείχετο +να βασιλεύεται υπό του Κλεομένους και έμενεν εις την Σπάρτην, +θα εγίνετο βασιλεύς της Λακεδαίμονος, διότι ο Κλεομένης δεν +εβασίλευσε πολύν χρόνον, αλλ' απέθανεν άπαις, αφήσας μόνον μιαν +θυγατέρα της οποίας το όνομα ήτο Γοργώ. + +49. Έρχεται λοιπόν ο τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας εις την +Σπάρτην ότε είχε την αρχήν ο Κλεομένης και ήλθεν εις ομιλίαν με +αυτόν, ως λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, έχων χάλκινον πίνακα επί +του οποίου ήσαν κεχαραγμένα η περίοδος όλης της γης, όλη η +θάλασσα και όλοι οι ποταμοί. Κατά την συνδιάλεξιν ταύτην ο +Αρισταγόρας είπε προς αυτόν τα εξής· «Κλεόμενες, μη θαυμάσης +εάν έσπευσα να έλθω εδώ, διότι αι περιστάσεις με εβίασαν να +πράξω τούτο. Να ήναι οι Ίωνες δούλοι αντί ελευθέρων, τούτο +είναι όνειδος και άλγος μέγιστον εις ημάς, προπάντων όμως εις +σας οίτινες προΐστασθε της Ελλάδος. Όθεν διά όνομα των θεών των +Ελληνικών λυτρώσατε εκ της δουλείας τους Ίωνας, άνδρας +ομαίμονας. Δύνασθε δε ευκόλως να πράξητε τούτο, διότι ου μόνον +οι βάρβαροι δεν είναι δυνατοί, αλλ' εφθάσατε εις το ακρότατον +σημείον των πολεμικών αρετών. Αυτοί εις τον πόλεμον +μεταχειρίζονται τόξα και ακόντια βραχέα, έρχονται δε εις τας +μάχας φορούντες αναξυρίδας και σαρίκια· βλέπετε λοιπόν ότι +εύκολον είναι να νικηθώσιν. Οι νεμόμενοι την χώραν ταύτην +έχουσιν αυτοί μόνοι τόσα αγαθά όσα έχουσιν όλοι οι άλλοι +άνθρωποι· πρώτον χρυσόν, έπειτα άργυρον, χαλκόν, πεποικιλμένα +φορέματα, υποζύγια και ανδράποδα· όλα ταύτα άμα θελήσετε +γίνονται ιδικά σας. Αι δε επαρχίαι των είναι η μία πλησίον της +άλλης ως θα σε δείξω. Κατόπιν τούτων των Ιώνων είναι οι Λυδοί, +κατοικούντες χώραν εύκαρπον και έχοντες απείρους ποσότητας +αργύρου.» Ταύτα λέγων ο Αρισταγόρας εδείκνυε τους τόπους +τούτους εις την περίοδον της γης ήτις ήτο εγκεχαραγμένη εις τον +πίνακα. «Μετά τους Λυδούς, εξηκολούθησε, προς ανατολάς, είναι +οι Φρύγες οι μάλλον πλούσιοι από όσους εγώ ηξεύρω εις ποίμνια +και εις καρπούς. Έπειτα βλέπεις τους Καππαδόκας τους οποίους +ημείς καλούμεν Συρίους, έπειτα τους Κίλικας οίτινες εκτείνονται +μέχρι της θαλάσσης ταύτης όπου κείται η νήσος Κύπρος. Ούτοι +πληρόνουσιν εις τον βασιλέα πεντακόσια τάλαντα ετήσιον φόρον. +Μετά τους Κίλικας τούτους είναι οι Αρμένιοι, οίτινες έχουσι και +αυτοί πλήθος ποιμνίων. Μετά τους Αρμενίους είναι οι Ματιανοί +εξουσιάζοντας τον τόπον τούτον. Κατόπιν τούτων είναι η Κισσία +χώρα εις την οποίαν, πλησίον του ποταμού τούτου Χοάσπου, είναι +τα Σούσα. Εκεί ζη ο μέγας βασιλεύς, εκεί είναι οι θησαυροί του. +Εάν κυρώσετε την πόλιν ταύτην, δύνασθε ευκόλως να ανταγωνισθήτε +κατά τα πλούτη με τον Δια. Πρέπει λοιπόν δι' ολίγην γην, και +ταύτην ουχί καλήν, και ορίων μικρών, να πολεμήτε κατά των +ισοδυνάμων με υμάς Μεσσηνίων, και των Αρκάδων, και των Αργείων, +οίτινες ούτε χρυσόν έχουσιν ούτε άργυρον, διά τα οποία δύναται +τις προθύμως να πολεμήση και να αποθάνη; Και αφού δύνασθε να +κυριεύσετε ευκόλως την Ασίαν, διατί ζητείτε άλλας κατακτήσεις; +Ταύτα είπεν ο Αρισταγόρας, ο δε Κλεομένης απεκρίθη τα εξής· «Ω +ξένε Μιλήσιε, μετά τρεις ημέρας θα έχης την απόκρισίν μου». + +50. Και τότε μεν τόσον επροχώρησαν. Ότε δε έφθασεν η κυρία +ημέρα της αποκρίσεως επανέλαβον την συνδιάλεξιν και ο Κλεομένης +ηρώτησε τον Αρισταγόραν πόσων ημερών οδός είναι από την +θάλασσαν μέχρι της βασιλικής πόλεως. Ο δε Αρισταγόρας, μολονότι +εις τα άλλα εφάνη πονηρός και μέχρις εκείνης της στιγμής +επιτήδειος να απατά τον Κλεομένη, εις τούτο όμως έσφαλε· διότι +ενώ ηδύνατο να μη ομολογήση εκείνο το οποίον ήτο, εάν ήθελε να +παρασύρη τους Σπαρτιάτας εις την Ασίαν, είπεν ότι η άνοδος +είναι τριών μηνών. Τότε ο Κλεομένης, διακόπτων όσα έμελλε να +είπη ο Αρισταγόρας περί της οδού ταύτης, είπεν· «Ω ξένε +Μιλήσιε, αναχώρησον εκ της Σπάρτης προ της δύσεως του ηλίου, +διότι δεν λέγεις εύκολα πράγματα εις τους Λακεδαιμονίους, θέλων +να τους φέρης τριών μηνών οδόν μακράν τις θαλάσσης.» Ο μεν +Κλεομένης ταύτα ειπών επέστρεψεν εις την κατοικίαν του. + +51. Ο δε Αρισταγόρας λαβών κλάδον ελαίας μετέβη εις την οικίαν +του Κλεομένους, και εισελθών ως ικέτης παρεκάλει τον Κλεομένη +να αποπέμψη το παιδίον του και να τον ακούση, διότι πλησίον του +Κλεομένους ήτο η θυγάτηρ του ήτις ωνομάζετο Γοργώ. Αύτη ήτο το +μόνον του τέκνον και ήτο οκτώ ή εννέα ετών την ηλικίαν. Ο δε +Κλεομένης τω είπεν ότι ηδύνατο να ομιλήση ό,τι ήθελε χωρίς να +τον εμποδίζη η παρουσία του παιδίου. Τότε ο Αρισταγόρας ήρχισεν +υποσχόμενος αυτώ δέκα τάλαντα εάν εκτελέση όσα τω εζήτησεν. +Επειδή δε ο Κλεομένης ηρνείτο, ο Αρισταγόρας, αυξάνων πάντοτε +την προσφοράν του, έφθασε να υποσχεθή πεντήκοντα τάλαντα. Τότε +το παιδίον εφώνησε· «Πάτερ, θα σε διαφθείρη ο ξένος εάν δεν τον +αφήσης και φύγης.» Ο δε Κλεομένης, ευχαριστηθείς διά την +συμβουλήν του παιδίου, μετέβη εις άλλο οίκημα· ο δε Αρισταγόρας +ανεχώρησεν εκ της Σπάρτης ανεπιστρεπτί, και ούτε ηδυνήθη να +είπη τι περισσότερον περί της οδού της αγούσης προς τον +βασιλέα. + +52. Τα περί της οδού δε ταύτης έχουσιν ούτω· πανταχού υπάρχουσι +σταθμοί βασιλικοί και καταλύματα κάλλιστα· όλη δε η οδοιπορία +γίνεται διά χώρας κατοικουμένης και ασφαλούς. Πρώτον διά της +Λυδίας και της Φρυγίας είναι είκοσι σταθμοί και παρασάγγαι +εννενήκοντα τέσσαρες και ήμισυ. Μετά την Φρυγίαν έρχεται ο Άλυς +ποταμός όπου είναι μέγα φρούριον και πύλαι τας οποίας πρέπει να +διέλθη, τις όπως διεκπεραιωθή. Αφού δε διαβή εις την +Καππαδοκίαν, διέρχεται δι' αυτής μέχρις ου φθάση εις τα όρια +των Κιλικίων, όπου είναι σταθμοί εικοσιοκτώ και παρασάγγαι +εκατόν τέσσαρες. Επί των μεθορίων τούτων θα διέλθης δύο πύλας +και δύο φρούρια. Ταύτα αφού διέλθης και διά της Κιλικίας +εξακολουθών την πορείαν σου, έχεις ενώπιόν σου τρεις σταθμούς +και παρασάγγας δεκαπέντε και ήμισυ. Μεταξύ της Κιλικίας και της +Αρμενίας ρέει ποταμός ναυσίπορος, όστις ονομάζεται Ευφράτης. +Εις δε την Αρμενίαν είναι σταθμοί μεν καταλυμάτων δεκαπέντε, +παρασάγγαι δε πεντήκοντα έξ και ήμισυ και έν φρούριον. Τέσσαρες +ποταμοί ναυσίποροι ρέουσι δι' αυτής τους oποίους ανάγκη πάσα να +διαπορθμεύση τις. Ο πρώτος των ποταμών είναι ο Τίγρης· ο +δεύτερος και ο τρίτος έχουσι το αυτό όνομα, μολονότι δεν είναι +οι ίδιοι δεν τρέχουσιν από το αυτό μέρος, διότι ο μεν ρέει εκ +των Αρμενίων, ο δε εκ των Ματιανών. Ο τέταρτος των ποταμών +ονομάζεται Γύνδης, τον όποιον άλλοτε ο Κύρος διεμοίρασεν εις +τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας. Εκ ταύτης δε της Αρμενίας όταν +εισέλθης εις την Ματιανήν χώραν είναι σταθμοί τέσσαρες· εκ +ταύτης δε μεταβαίνεις εις την Κισσίαν χώραν, όπου είναι σταθμοί +ένδεκα και παρασάγγαι τριάκοντα δύο και ήμισυ μέχρι του Χοάσπου +ποταμού, τον οποίον επίσης πρέπει να διαπεράσης με πλοίον και +επί του οποίου είναι εκτισμένη η πόλις Σούσα. Όλοι οι σταθμοί +ούτοι είναι εκατόν ένδεκα. Άλλα τόσα δε καταλύματα είναι από +τας Σάρδεις εις τα Σούσα. + +53. Εάν δε εμετρήθη ορθώς η βασιλική οδός κατά παρασάγγας, και +εάν ο παρασάγγης ισοδυναμή με τριάκοντα στάδια, ως και +ισοδυναμεί τωόντι, εκ των Σάρδεων μέχρι των Μεμνονίων +καλουμένων βασιλείων είναι στάδια δεκατρείς χιλιάδες +πεντακόσια, ή τετρακόσια πεντήκοντα παρασάγγαι. Δι' εκείνους δε +οίτινες δύνανται να διανύωσιν εκατόν πεντήκοντα στάδια την +ημέραν, απαιτούνται ακριβώς εννενήκοντα ημέραι. + +54. Ούτω λοιπόν ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, ειπών εις τον +Λακεδαιμόνιον Κλεομένη ότι μέχρι της διαμονής του βασιλέως ήτο +τριών μηνών οδός, είπεν ορθώς. Εάν δε τις ζητή ακριβέστερον +υπολογισμόν, τούτο θα πράξω αμέσως. Εις τούτο το διάστημα +πρέπει να προσθέσωμεν και την οδόν όση είναι από την Έφεσον +μέχρι των Σάρδεων. Όθεν λέγω ότι από την Ελληνικήν θάλασσαν +μέχρι των Σούσων (διότι ούτω καλείται η πόλις του Μέμνονος) +είναι δεκατέσσαρες χιλιάδες και τεσσαράκοντα στάδια. Και ούτω η +τρίμηνος οδός γίνεται μακροτέρα κατά τρεις ημέρας. + +55. Διωχθείς ο Αρισταγόρας εκ της Σπάρτης ήλθεν εις τας Αθήνας, +ελευθερωθείσας από τους τυράννους των κατά τον ακόλουθον +τρόπον. Αφού ο Αριστογείτων και ο Αρμόδιος, όντες ανέκαθεν εκ +του γένους των Γεφυραίων, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, υιόν του +Πεισιστράτου και αδελφόν του τυράννου Ιππίου, ιδόντα εις τον +ύπνον του όραμα αγγέλλον αυτώ εναργέστατα εκείνο το οποίον +έμελλε να πάθη, πάλιν οι Αθηναίοι επί τέσσαρας ακόμη μήνας +ετυραννεύθησαν όχι ολιγώτερον αλλά μάλιστα περισσότερον ή +πρότερον. + +56. Το δε δράμα του ενυπνίου του Ιππάρχου ήτο το εξής. Κατά την +νύκτα της παραμονής των Παναθηναίων εφάνη εις τον Ίππαρχον ότι +είδεν άνδρα μέγαν και ωραίον παρουσιασθέντα ενώπιόν του και +ειπόντα τους εξής αινιγματώδεις λόγους· «Υπόμεινον, λέων, με +καρδιάν υπομονητικήν, ό,τι πάθης ανυπόφορον. Δεν υπάρχει +άνθρωπος αδικών όστις να μη αποτίση την αδικίαν.» Τούτων την +εξήγησιν, άμα εγένετο ημέρα, τον είδον να προτείνη εις +ονειροκρίτας· έπειτα εξορκίσας το όνειρον, μετέβη εις τον τόπον +της πομπής όπου και εφονεύθη. + +57. Οι δε Γεφυραίοι, εκ των οποίων κατήγοντο οι φονείς του +Ιππάρχου, ως μεν λέγουσιν αυτοί, έχουσι την αρχήν των εκ της +Ερετρείας, ως δε έμαθον εγώ εξετάσας, ήσαν Φοίνικες, εκ των +Φοινίκων εκείνων οίτινες μετά του Κάδμου ήλθον εκ της Φοινίκης +εις την γην την σήμερον καλουμένην Βοιωτίαν, και λαβόντες +κλήραν τινα της χώρας ταύτης εγκατεστάθησαν εις την Ταναγρικήν +μοίραν. Εντεύθεν αφού πρώτον εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των +Βοιωτών, εδιώχθησαν έπειτα και οι Γεφυραίοι υπό των Αργείων και +κατέφυγον εις τους Αθηναίους. Οι δε Αθηναίοι τους εδέχθησαν ως +πολίτας των, απαγορεύσαντες αυτοίς διάφορα δικαιώματα τα οποία +δεν είναι άξια διηγήσεως. + +58. Οι δε Φοίνικες ούτοι οι μετά του Κάδμου ελθόντες, μεταξύ +των οποίων ήσαν οι Γεφυραίοι, οικήσαντες την χώραν ταύτην, +εδίδαξαν πολλά πράγματα και προς τούτοις τα γράμματα τα οποία +κατ' εμέ δεν υπήρχον πρότερον εις τους Έλληνας. Και κατ' αρχάς +μεν οι Έλληνες μετεχειρίσθησαν όσα γράμματα μεταχειρίζονται οι +Φοίνικες, ύστερον όμως με την πρόοδον του χρόνου ετροποποίησαν +την φωνήν αυτών και το σχήμα. Εκ των Ελλήνων οι Ίωνες ήσαν οι +κατ' εκείνην την εποχήν κατοικούντες εις τα πλείστα μέρη των +πέριξ χωρών· αυτοί λοιπόν μαθόντες παρά των Φοινίκων τα +γράμματα, μετεχειρίσθησαν αυτά και τα μετερρύθμισαν ολίγον. +Μεταχειριζόμενοι δε αυτά είπον, ως ήτο και δίκαιον, διότι οι +Φοίνικες τα εισήγαγον εις την Ελλάδα, να καλώνται Φοινικικά. +Προσέτι δε και τας βίβλους καλούσιν οι Ίωνες διφθέρας κατά +παλαιάν συνήθειαν, καθότι ούσης της βίβλου σπανίας +μετεχειρίζοντο άλλοτε δέρματα αιγών και προβάτων. Ακόμη δε και +εις την εποχήν μου πολλοί των βαρβάρων γράφουσιν εις τοιαύτας +διφθέρας. + +59. Είδον δε και εγώ αυτός Καδμικά γράμματα εις το ιερόν του +Ισμηνίου Απόλλωνος εις τας Θήβας της Βοιωτίας, γεγλυμμένα επί +τριών τριπόδων, κατά πολύ ομοιάζοντα προς τα Ιωνικά. Ο μεν είς +των τριπόδων έχει το εξής επίγραμμα: «Ο ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ, +ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΗΛΕΒΟΕΙΣ.» Τούτο θα χρονολογήται από την +εποχήν του Λαΐου, υιού του Λαβδάκου, υιού του Πολυδώρου, υιού +του Κάδμου. + +60. Έτερος τρίπους φέρει το εξής επίγραμμα εις εξαμέτρους +στίχους: «Ο ΣΚΑΙΟΣ, ΝΙΚΗΣΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΥΓΜΗΝ, ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ ΕΙΣ ΣΕ +ΤΟΝ ΜΑΚΡΑΝ ΡΙΠΤΟΝΤΑ ΤΑ ΒΕΛΗ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ.» Ο +Σκαίος δε ούτος θα ήτο ο υιός του Ιπποκόωντος, εάν αυτός είναι +ο αφιερώσας και όχι άλλος, έχων τα ίδιον όνομα με τον υιόν του +Ιπποκόωντος και σύγχρονος με τον Οιδίποδα του Λαΐου. + +61. Ο δε τρίτος τρίπους λέγει και ούτος εν εξαμέτρω: «ΑΥΤΟΣ Ο +ΜΟΝΑΡΧΩΝ ΛΑΟΔΑΜΑΣ ΑΦΙΕΡΩΣΕ ΤΡΙΠΟΔΑ ΕΙΣ ΣΕ ΤΟΝ ΚΑΛΟΝ ΤΟΞΟΤΗΝ +ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ» Επί της μοναρχίας του Λαοδάμαντος +τούτου υιού του Ετεοκλέους εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των +Αργείων και έφυγον εις τους Εγχέλεις, οι δε Γεφυραίοι +μείναντες, εβιάσθησαν ύστερον υπό των Βοιωτών να αναχωρήσωσιν +εις Αθήνας. Και υπάρχει ακόμη ο ναός αυτών εις τας Αθήνας, +ουδείς δε των άλλων πολιτών εισέρχεται εις αυτόν. Διαφέρει των +άλλων ναών και προ πάντων του ναού όπου τελούνται τα μυστήρια +της Αχαίας Δήμητρος. + +62. Διηγήθην λοιπόν το όνειρον το οποίον είδεν ο Ίππαρχος και +πόθεν κατήγοντο οι Γεφυραίοι εκ των οποίων ήσαν οι φονείς του +Ιππάρχου. Πρέπει λοιπόν τώρα να επαναλάβω την διήγησιν την +οποίαν ήρχισα και να είπω πώς οι Αθηναίοι ηλευθερώθησαν των +τυράννων. Τυραννεύοντες του Ιππίου και φερομένου σκληρώς προς +τους Αθηναίους διά τον θάνατον του Ιππάρχου, οι Αλκμαιωνίδαι, +Αθηναίοι το γένος και εξορισθέντες υπό του Πεισιστράτου ομού με +άλλους Αθηναίους, απεπειράθησαν να επιστρέψωσιν εις τας Αθήνας +διά της βίας, αλλ' απέτυχον και ηττήθησαν ολοσχερώς ζητήσαντες +να καταβώσι και να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Τότε ετείχισαν το +Λειψύδριον το οποίον είναι άνωθεν της Παιονίας· εκεί δε οι +Αλκμαιωνίδαι, τα πάντα μηχανώμενοι κατά των Πεισιστρατιδών, +συνεφώνησαν με τους Αμφικτύονας και έκτισαν ναόν εις τους +Δελφούς, αυτόν όστις είναι σήμερον και δεν υπήρχε τότε. Επειδή +δε ήσαν πλούσιοι και σημαντικοί ανέκαθεν, ωκοδόμησαν ναόν +καλλίτερον του υποδείγματος, και μολονότι συνεφώνησαν να +κτίσωσιν αυτόν εκ μαρμάρου κοινού, κατεσκεύασαν την πρόσοψιν +αυτού εκ μαρμάρου Παρίου. + +63. Ως λέγουσι λοιπόν οι Αθηναίοι, καθήμενοι οι άνθρωποι ούτοι +εις τους Δελφούς εδελέαζον την Πυθίαν με χρήματα ώστε, οσάκις +ήρχοντο οι Σπαρτιάται διά να ζητήσωσι χρησμόν είτε δι' +ιδιωτικάς υποθέσεις είτε διά δημοσίας, να τοις λέγη πάντοτε ότι +πρέπει να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Όθεν οι Λακεδαιμόνιοι, +βλέποντες ότι η Πυθία τοις επανελάμβανε τον αυτόν χρησμόν, +έπεμψαν μετά στρατού τον Αγχιμόλιον, υιόν του Αστέρος, +Σπαρτιάτην έγκριτον, διά να διώξη από τας Αθήνας τους +Πεισιστρατίδας, μολονότι ήσαν άκροι φίλοι των· διότι εσέβοντο +πλειότερον την διαταγήν του θεού ή τας φιλίας των ανθρώπων. +Έπεμψαν δε τον στρατόν τούτον με πλοία, και ο Αγχιμόλιος +αγκυροβολήσας εις το Φάληρον απεβίβασε τους στρατιώτας. Εν +τούτοις οι Πεισιστρατίδαι, ειδοποιηθέντες προηγουμένως περί +τούτον, προσεκάλεσαν επικουρίαν εκ της Θεσσαλίας, διότι είχον +συνθήκην συμμαχίας με τους Θεσσαλούς. Οι δε Θεσσαλοί, εις αυτήν +την αίτησιν, αποφασίσαντες από κοινού τοις έστειλαν χίλιους +ιππείς υπό τον βασιλέα Κινέαν, άνδρα Κονιαίον, τους οποίους +αφού έλαβον ως συμμάχους οι Πεισιστρατίδαι εμηχανήθησαν τα +εξής. Έκοψαν τα δένδρα της πεδιάδος του Φαλήρου και κατέστησαν +αυτήν ιππάσιμον· έπειτα αφήκαν το ιππικόν κατά του στρατοπέδου +των Λακεδαιμονίων. Εμπεσόν δε τούτο, άλλους μεν διέφθειρε, +μεταξύ των οποίων και τον Αγχιμόλιον· τους δε περισωθέντας τους +ηνάγκασε να καταφύγωσιν εις τα πλοία. Και η μεν πρώτη +εκστρατεία των Λακεδαιμονίων τοιαύτην τύχην έλαβε· σώζεται δε ο +τάφος του Αγχιμολίου εις τας Αλωπεκάς της Αττικής, πλησίον του +εις το Κυνόσαργες ναού του Ηρακλέους. + +64. Μετά ταύτα δε οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάσαντες μεγαλείτερον +στρατόν έπεμψαν αυτόν κατά των Αθηνών, καταστήσαντες στρατηγόν +αυτού τον βασιλέα Κλεομένη, υιόν του Αναξανδρίδου· έπεμψαν δε +αυτόν ουχί πλέον διά θαλάσσης, αλλά διά ξηράς. Ενώ όμως +εισήρχοντο εις την Αττικήν, επετέθησαν κατ' αυτών οι ιππείς των +Θεσσαλών, οίτινες μετ' ου πολύ ετράπησαν εις φυγήν απολέσαντες +άνδρας υπέρ τους τεσσαράκοντα. Οι λοιποί, όσοι εσώθησαν, έφυγον +ως είχον κατ' ευθείαν προς την Θεσσαλίαν. Εισελθών δε εις την +πόλιν ο Κλεομένης με τους Αθηναίους όσοι ήθελον να ήναι +ελεύθεροι, επολιόρκησε τους τυράννους κλεισθέντας εις το +Πελασγικόν τείχος. + +65. Βεβαίως οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήθελον δυνηθή να εξώσωσι τους +Πεισιστρατίδας, ούτε εσκέπτοντο να κάμωσι τακτικήν πολιορκίαν +κατ' ανθρώπων εχόντων άφθονον προμήθειαν τροφών και ύδατος, +μετά πολιορκίαν δε ολίγων τινών ημερών θα επέστρεφον εις την +Σπάρτην· πλην επήλθε συμβάν τι δι' αυτούς μεν ευνοϊκόν, διά δε +τους Πεισιστρατίδας ολέθριον. Πεμπόμενοι οι παίδες των +Πεισιστρατιδών έξω της χώρας συνελήφθησαν· απ' εκείνης λοιπόν +της στιγμής τα πράγματα περιεπλέχθησαν. Διά να λάβωσι δε τα +τέκνα των οι Πεισιστρατίδαι εδέχθησαν τους όρους τους οποίους +ήθελον οι Αθηναίοι, και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της Αττικής +εντός πέντε ημερών. Μετέβησαν λοιπόν εις το επί του Σκαμάνδρου +ποταμού Σίγειον, αφού εκυβέρνησαν τας Αθήνας επί έτη τριάκοντα +και έξ, όντες και αυτοί ανέκαθεν εκ της Πύλου και Νηλείδαι, και +καταγόμενοι εκ των ιδίων προγόνων εξ ων κατήγοντο ο Κόδρος και +ο Μέλανθος οίτινες μολονότι επήλυδες εγένοντο βασιλείς των +Αθηναίων. Τούτου ένεκα ο Ιπποκράτης προς ανάμνησιν ωνόμασε τον +υιόν του Πεισίστρατον, επονομάσας αυτόν από τον Πεισίστρατον +τον υιόν του Νέστορος. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι απηλλάγησαν +των τυράννων. Όσα δε αφού ηλευθερώθησαν έπραξαν και έπαθον άξια +διηγήσεως, πριν ή αποστατήση η Ιωνία από τον Δαρείον και πριν +έλθη εις τας Αθήνας ο Μιλήσιος Αρισταγόρας διά να ζητήση +βοήθειαν, ταύτα πρώτα θέλω διηγηθή. + +66. Αι Αθήναι αίτινες ήσαν και πρότερον μεγάλαι, ελευθερωθείσαι +τότε από τους τυράννους εγένοντο μεγαλείτεραι. Εις αυτάς δύο +άνδρες είχον μεγάλην δύναμιν, ο Κλεισθένης, ανήρ Αλκμαιωνίδης, +όστις εφημίζετο ότι είχεν αγοράσει την Πυθίαν και ο Ισαγόρας +του Τισάνδρου, όστις ήτο μεν από περιφανή οικογένειαν, δεν +ηξεύρω όμως τίποτε περί της καταγωγής του ειμή μόνον ότι οι +συγγενείς του θυσιάζουσιν εις τον Κάριον Δία. Οι δύο ούτοι +άνδρες διήγειρον ταραχάς διαφιλονεικούντες την εξουσίαν. +Ηττηθείς ο Κλεισθένης ενεκολπώθη το κόμμα του δήμου· μετά ταύτα +δε, όντας διηρημένους τους Αθηναίους εις τέσσαρας φυλάς, +διήρεσεν εις δέκα και απαλείψας τας επωνυμίας του Γελέοντος, +του Αιγικόρους, του Αργάδου και του Όπλητος, οίτινες ήσαν +παίδες του Ίωνος, έθεσεν επωνυμίας άλλων ηρώων επιχωρίων, πλην +του Αίαντος τον οποίον, μολονότι ξένον, τον προσέθεσεν ως +αστυγείτονα και σύμμαχον. + +67. Ταύτα πράττων ο Κλεισθένης, εμιμείτο ως νομίζω τον προς +μητρός πάππον του Κλεισθένη, τύραννον της Σικυώνος· διότι ο +Κλεισθένης της Σικυώνος, ελθών εις πόλεμον προς τους Αργείους, +αφ' ενός μεν απηγόρευσε τους ραψωδούς να ψάλλωσιν εις τους +αγώνας εν Σικυώνι στίχους του Ομήρου, καθότι οι στίχοι ούτοι +είναι ως επί το πλείστον έπαινος των Αργείων και του Άργους· +αφ' ετέρου δε, επειδή υπήρχε και υπάρχει μέχρι της σήμερον εις +την αγοράν των Σικυωνίων ηρώον προς τιμήν του Αδράστου υιού του +Ταλαού, ο Κλεισθένης επεθύμησε να το εκβάλη της χώρας, καθότι ο +Άδραστος ήτο Αργείος. Μετέβη λοιπόν εις τους Δελφούς και +ηρώτησε το μαντείον, εάν πρέπη να εξώση τον Άδραστον· αλλ' η +Πυθία απεκρίθη ότι ο μεν Άδραστος ήτο βασιλεύς των Σικυωνίων, +αυτός δε άξιος λιθοβολήσεως. Επειδή λοιπόν ο θεός δεν τω έδωκε +την άδειαν, επέστρεψεν οπίσω μηχανώμενος παν μέσον όπως +απαλλαγή του Αδράστου. Ότε δε ενόμισεν ότι εύρε το μέσον τούτο, +έπεμψεν εις τας Θήβας της Βοιωτίας διά να είπη ότι ήθελε να +μεταφέρη εκείθεν εις την Σικυώνα τον Μελάνιππον του Αστακού. +Επιτρεψάντων τούτο των Θηβαίων, ο Κλεισθένης έφερε τον +Μελάνιππον και τω αφιέρωσε τέμενος εν αυτώ τω πρυτανείω και τον +έστησεν εκεί εις το καλλίτερον μέρος. Έφερε δε τον Μελάνιππον +εις την Σικυώνα ο Κλεισθένης (επειδή πρέπει να διηγηθώ και +τούτο) ως όντα έχθιστον του Αδράστου, του οποίου εφόνευσε τον +αδελφόν Μηκιστέα και τον γαμβρόν Τυδέα. Αφού δε τω αφιέρωσε το +τέμενος τούτο, αφήρεσεν από τον Άδραστον τας θυσίας και τας +εορτάς και τας έδωκεν εις τον Μελάνιππον. Οι δε Σικυώνιοι είχον +συνειθίσει να τιμώσι πολύ τον Άδραστον, διότι η χώρα των ανήκεν +άλλοτε εις τον Πόλυβον, ο δε Άδραστος ήτο υιός της θυγατρός του +Πολύβου όστις αποθνήσκων άπαις, τω αφήκε την αρχήν. Και δι' +άλλας ακόμη αιτίας οι Σικυώνιοι ετίμων τον Άδραστον, και προς +τούτοις εώρταζον τα παθήματά του διά χορών τραγικών, +προσφέροντες εις αυτόν τιμάς αίτινες ανήκον εις τον Διόνυσον. Ο +δε Κλεισθένης τους μεν χορούς απέδωκεν εις τον Διόνυσον, τας δε +λοιπάς θυσίας εις τον Μελάνιππον. Ταύτα έπραξεν ο Κλεισθένης +διά τον Άδραστον. + +68. Τα δε ονόματα των Δωρικών φυλών· διά να μη ήναι τα ίδια εις +την Σικυώνα και εις το Άργος, μετέβαλεν εις άλλα με τα οποία +περιέπαιξε παραπολύ τους Σικυωνίους· διότι λαβών τα ονόματα +ταύτα εκ των ονομάτων του χοίρου και του όνου, εμήκυνε μόνον +την κατάληξιν, πλην της ιδικής του φυλής εις την οποίαν έδωκεν +όνομα παραγόμενον εκ της ιδίας εαυτού αρχής. Ούτοι μεν +εκαλούντο Αρχέλαοι, οι άλλοι δε Υάται, Ονεάται και Χοιρεάται. +Αυτά τα ονόματα των φυλών μετεχειριζοντο οι Σικυώνιοι και επί +του Κλεισθένους και προσέτι επί εξήκοντα έτη μετά τον θάνατον +αυτού. Μετά ταύτα όμως συσκεφθέντες τα μετέβαλον εις τους +Υλλείς, Παμφύλους και Δυμανάτας· εις ταύτα τα ονόματα +προσέθεσαν και τέταρτον, το των Αιγιαλέων, λαβόντες την +επωνυμίαν εκ τον Αιγιαλέως, υιού του Αδράστου. + +69. Ταύτα έπραξεν ο Σικυώνιος Κλεισθένης. Ο δε Αθηναίος +Κλεισθένης, υιός ων της θυγατρός του Σικυωνίου τούτου και έχων +το αυτό όνομα, προς περιφρόνησιν των Ιώνων και διά να μη έχωσιν +αι φυλαί των Αθηναίων τα αυτά ονόματα με τα ιδικά των, εμιμήθη +ως νομίζω τον ομώνυμόν του Κλεισθένη· διότι, άμα έλαβε με το +μέρος του τον δήμον των Αθηναίων, όστις πρότερον ήτο αντίπαλός +του, μετωνόμασε τας φυλάς και ηύξησε τον αριθμόν αυτών. Αντί +τεσσάρων, κατέστησε δέκα αρχηγούς φυλών και διένειμε τους +πολίτας εις τας δέκα φυλάς. Οικειοποιηθείς δε τον δήμον ήτο +πολύ ισχυρότερος των αντιπάλων μερίδων. + +70. Ο δε Ισαγόρας, νικηθείσης της μερίδος του, αντέταξε το εξής +μηχάνημα, εις τον νικητήν. Επεκαλέσθη τον Λακεδαιμόνιον +Κλεομένη όστις είχε γίνει ξένος του από της εποχές καθ' ην +επολιόρκησαν τους Πεισιστρατίδας, και όστις εκατηγορείτο +μάλιστα ότι είχε σχέσεις με την γυναίκα του Ισαγόρου. Όθεν ο +Κλεομένης πέμψας πρώτον κήρυκα εις τας Αθήνας εζήτει να εξώσωσι +τον Κλεισθένη και άλλους πολλούς Αθηναίους μετ' αυτού, αποκαλών +αυτούς εναγείς. Έπεμψε δε και έλεγε ταύτα εκ διδαχής του +Ισαγόρου· διότι οι μεν Αλκμαιωνίδαι και οι οπαδοί αυτών ήσαν +ένοχοι του φόνου τον οποίον θα διηγηθώ αμέσως, αυτός όμως δεν +μετέσχεν, ουδέ οι φίλοι αυτού. + +71. Οι δε εναγείς των Αθηναίων ωνομάσθησαν διά την εξής αιτίαν. +Ήτο Κύλων τις Αθηναίος Ολυμπιονίκης· αυτός επόθησε να +τυραννεύση· όθεν εταιρείαν ποιησάμενος μετ' άλλων ηλικιωτών +απεπειράθη να καταλάβη την ακρόπολιν. Επειδή όμως δεν ηδυνήθη +να την κυριεύση, εκάθισεν ικέτης προ του αγάλματος της Αθηνάς. +Και ανήγειρον μεν αυτόν και τους μετ' αυτού οι πρυτάνεις των +ναυκράρων οίτινες τότε είχον την διοίκησιν των Αθηνών, +κατηγορούνται δε ότι εφόνευσαν αυτούς οι Αλκμαιωνίδαι. Ταύτα +εγένοντο προ της εποχής του Πεισιστράτου. + +72. Επειδή λοιπόν πέμψας ο Κλεομένης εζήτει να εξώσωσι τον +Κλεισθένη και τους εναγείς, ο μεν Κλεισθένης έφυγεν· ουχ ήττον +όμως μετ' ολίγον ήλθεν ο Κλεομένης εις τας Αθήνας όχι με +μεγάλας δυνάμεις, και ελθών εξώρισεν επτακοσίας οικογενείας +Αθηναίων τας οποίας τω επέδειξεν ο Ισαγόρας. Τούτου γενομένου, +επειράθη έπειτα να διαλύση την βουλήν και να αναθέση την αρχήν +εις τριακοσίους οπαδούς του Ισαγόρου. Αντισταθείσης δε της +βουλής και μη θελούσης να υπακούση, ο Κλεομένης, ο Ισαγόρας και +η μερίς αυτού καταλαμβάνουσι την ακρόπολιν· τότε οι λοιποί +Αθηναίοι ομοφρονήσαντες επολιόρκησαν αυτούς επί δύο ημέρας, την +δε τρίτην, όσοι εξ αυτών ήσαν Λακεδαιμόνιοι, εξήλθον της χώρας +διά συνθήκης, και τοιουτοτρόπως εξεπληρώθη εκείνο το οποίον +είχεν ειπεί η ιέρεια εις τον Κλεομένη· διότι ότε ούτος ανέβη +εις την ακρόπολιν, σκοπεύων να εγκατασταθή εκεί και ηθέλησε να +εισέλθη εις το άδυτον της θεάς διά να την χαιρετίση, η ιέρεια +εξαναστάσα εκ του θρόνου, πριν ή εκείνος υπερβή το κατώφλιον +της θύρας, είπεν· «Ω ξένε Λακεδαιμόνιε, ύπαγε οπίσω και μη +εισέλθης εις το ιερόν, διότι δεν είναι επιτετραμμένον εις τους +Δωριείς να εισέρχωνται ενταύθα.» Ο δε Κλεομένης απεκρίθη· «Ω +γύναι, δεν είμαι Δωριεύς, αλλ' Αχαιός.» Αψηφήσας λοιπόν τον +χρησμόν έμεινεν εις την ακρόπολιν, αλλά και τότε πάλιν εδιώχθη +μετά των Λακεδαιμονίων. Τους δε άλλους έδεσαν οι Αθηναίοι διά +να τους θανατώσωσι· μεταξύ δε αυτών και τον Τιμησίθεον τον +Δελφόν του οποίου δύναμαι να απαριθμήσω πολλά έργα δεικνύοντα +δύναμιν και γενναιότητα μεγάλην. Αυτοί λοιπόν δεθέντες +εθανατώθησαν. + +73. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι, μετακαλέσαντες τον Κλεισθένη και +τας επτακοσίας οικογενείας τας διωχθείσας υπό του Κλεομένους, +πέμπουσι πρέσβεις εις τας Σάρδεις, θέλοντες να συνδέσωσι +συμμαχίαν μετά των Περσών, καθότι έβλεπον ότι ο πόλεμος προς +τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη ήτο άφευκτος. Ελθόντων δε +των πρέσβεων εις τας Σάρδεις και ειπόντων όσα ήσαν +διατεταγμένοι να είπωσιν, ο Αρταφέρνης του Υστάσπους, ύπαρχος +των Σάρδεων, τους ηρώτησε τίνες όντες και ποίαν χώραν +κατοικούντες ζητούσι την συμμαχίαν των Περσών. Ακούσας τας +αποκρίσεις αυτών τοις είπε μετά συντομίας ότι εάν μεν οι +Αθηναίοι δίδωσι γην και ύδωρ εις τον βασιλέα Δαρείον, τοις +υπόσχεται συμμαχίαν, εάν δε δεν δίδωσι τους διατάττει να +φύγωσι. Τότε οι πρέσβεις συσκεφθέντες μεταξύ των, είπον ότι +δίδουσι, διότι ήθελον την συμμαχίαν ταύτην. Όταν όμως +επέστρεψαν εις τας Αθήνας, εκατηγορήθησαν αυστηρώς. + +74. Ο δε Κλεομένης αισθανόμενος ότι περιυβρίσθη από τους +Αθηναίους και με λόγους και με έργα, εσύναζεν εξ όλης της +Πελοποννήσου στρατόν χωρίς να λέγη προς ποίον σκοπόν· η μόνη +του δε επιθυμία ήτο να τιμωρήση τον δήμον των Αθηναίων και να +καταστήση τύραννον τον Ισαγόραν, διότι ούτος είχε συνεξέλθει +μετ' αυτού εκ της ακροπόλεως. Άγων λοιπόν μέγα στράτευμα +εισέβαλεν ο Κλεομένης εις την Ελευσίνα, και συγχρόνως οι +Βοιωτοί, εις δοθέν σύνθημα, εκυρίευσαν την Οινόην και τας +Υσιάς, δήμους εις τα άκρα της Αττικής, οι δε Χαλκιδείς +εισέβαλαν εξ άλλου μέρους δηούντες και καταστρέφοντες. Οι δε +Αθηναίοι, μολονότι επιέζοντο εκ δύο μερών, τους μεν Βοιωτούς +και τους Χαλκιδείς επεφυλάχθησαν να τιμωρήσωσι βραδύτερον, όλας +δε τας δυνάμεις των έστρεψαν τότε κατά των Πελοποννησίων των +κατεχόντων την Ελευσίνα. + +75. Καθ' ην στιγμήν όμως έμελλον να έλθωσιν εις χείρας οι +στρατοί, πρώτοι οι Κορίνθιοι σκεφθέντες ότι έπραττον αδικίαν, +μετέβαλον γνώμην και ανεχώρησαν. Μετ' αυτούς ανεχώρησε και ο +Δημάρατος του Αρίστωνως, βασιλεύς και αυτός των Σπαρτιατών, +όστις ωδήγει τον στρατόν μετά του Κλεομένους και μέχρι της +στιγμής εκείνης καθ' όλα σύμφωνος μετ' αυτού. Ένεκα της +διχογνωμίας ήτις αναφύη κατά την περίστασιν ταύτην ετέθη νόμος +εις την Σπάρτην, όταν γίνεται εκστρατεία, να μη ακολουθώσι και +οι δύο βασιλείς, καθότι έως τότε ηκολούθουν και οι δύο. +Απαλλαγέντος λοιπόν του χρέους τούτου του ενός των βασιλέων, +απεφασίσθη ομοίως να μένη εις την πόλιν το έτερον των αγαλμάτων +των Τυνδαριδών τα οποία πρότερον ηκολούθουν αμφότερα τον +στρατόν, καθότι οι Σπαρτιάται επικαλούνται εις τας μάχας τους +Τυνδαρίδας. Τότε δε εις την Ελευσίνα ιδόντες οι λοιποί των +συμμάχων ότι και οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν συνεφώνουν +και οι Κορίνθιοι εγκατέλιπον τας τάξεις των, εγκατέλιπον και +αυτοί τας ιδικάς των και ανεχώρησαν. + +76. Ήτο δε τότε η τετάρτη φορά καθ' ην οι Δωριείς ήλθον εις την +Αττικήν, δις μεν ως πολέμιοι, δις δε προς το συμφέρον του +πλήθους των Αθηναίων. Την πρώτην φοράν αποίκισαν τα Μέγαρα (1) +(ορθώς δε δύναται να ονομασθή εκστρατεία το επί του Κόδρου, +βασιλέως των Αθηνών, συμβάν τούτο)· την δευτέραν και την τρίτην +ανεχώρησαν εκ της Σπάρτης διά να εξώσωσι τους Πεισιστρατίδας· +και την τετάρτην ο Κλεομένης, άγων τους Πελοποννησίους, +εισέβαλεν εις την Ελευσίνα. Τοιουτοτρόπως οι Δωριείς διά +τετάρτην τότε φοράν εξεστράτευσαν κατά των Αθηνών. + +77. Διαλυθέντος δε του στρατού τούτου ακλεώς, οι Αθηναίοι +απεφάσισαν να εκδικηθώσι, και κατά πρώτον εστράτευσαν κατά των +Χαλκιδέων· αλλ' οι Βοιωτοί ήλθον εις τον Εύριπον προς βοήθειαν +των Χαλκιδέων. Οι δε Αθηναίοι, ιδόντες τους βοηθούς, ενέκρινον +να κτυπήσωσι πρώτον τους Βοιωτούς και έπειτα τους Χαλκιδείς. +Συνήψαν λοιπόν μάχην μετ' αυτών και ενίκησαν ολοσχερώς· διότι +αφού εφόνευσαν παμπόλλους, συνέλαβον και επτακοσίους +αιχμαλώτους, την αυτήν ημέραν οι Αθηναίοι διαβάντες εις την +Εύβοιαν συνεπλάκησαν με τους Χαλκιδείς· νικήσαντες δε και +τούτους, αφήκαν τετρακισχιλίους αποίκους εις τας γαίας των +ιπποβοτών· ιπποβόται δε καλούνται οι πλούσιοι των Χαλκιδέων. +Επίσης όσους εζώγρησαν εκ τούτων τους εφυλάκισαν ομού με τους +ζωγρηθέντας Βοιωτούς, δέσαντες αυτούς με πέδας. Μετά ταύτα, +λαβόντες λύτρα δι' έκαστον δύο μνας, τους ηλευθέρωσαν· τας δε +πέδας με τας οποίας τους είχον δεδεμένους, τας εκρέμασαν εις +την ακρόπολιν, όπου και σήμερον ακόμη σώζονται κρεμάμεναι εκ +των υπό του Μήδου περικεκαυμένων τειχών, απέναντι της δυτικής +προσόψεως του ναού. Προσέτι δε αφιέρωσαν και το δέκατον εκ των +λύτρων, κατασκευάσαντες εξ αυτού τέθριππον χάλκινον άρμα. Τούτο +το άρμα είναι εστημένον προς τα αριστερά άμα εισέλθη τις εις +την ακρόπολιν, και έχει την ακόλουθον επιγραφήν: + +«Οι παίδες των Αθηναίων νικήσαντες τα έθνη των Βοιωτών και των +Χαλκιδέων, έσβεσαν την αυθάδειαν αυτών με δεσμά και ζοφεράν +φυλακήν· εκ του δεκάτου δε των λύτρων αφιέρωσαν εις την Παλλάδα +τας ίππους ταύτας.» + +78. Η δύναμις λοιπόν των Αθηναίων ηύξανε, φαίνεται ου μόνον εξ +ενός παραδείγματος αλλ' εκ πολλών ότι η ισηγορία (2) είναι +εξαίρετον πράγμα· διότι οι Αθηναίοι, ενόσω εκυβερνώντο +τυραννικώς, δεν ήσαν εις τα πολεμικά ανώτεροι των γειτονικών +εθνών, ελευθερωθέντες όμως από τους τυράννους εγένοντο +πρώτιστοι όλων. Τούτο σημαίνει ότι ενόσω εστερούντο της +ελευθερίας των, δεν εφιλοτιμούντο να φαίνωνται γενναίοι· διότι +όσα και αν έπραττον, θα τα έπραττον προς το συμφέρον δεσπότου· +άμα όμως ηλευθερώθησαν, πάντες επροθυμήθησαν να φανώσιν άξιοι, +σκεπτόμενοι ότι ειργάζοντο δι' εαυτούς. Και οι μεν Αθηναίοι +ταύτα έπραττον. + +79. Οι δε Θηβαίοι, μετά τα συμβάντα ταύτα, θέλοντες να +εκδικηθώσι τους Αθηναίους, έπεμψαν να ερωτήσωσι τον θεόν. Η +Πυθία τοις είπεν ότι υπό μόνων αυτών ουδεμία εκδίκησις ηδύνατο +να γίνη, τους συνεβούλευσε δε να αναθέτωσι το πράγμα εις τον +λαόν και έπειτα να ζητήσωσι βοήθειαν από τους πλησιεστάτους +των. Οι ερωτήσαντες λοιπόν το μαντείον επέστρεψαν και +εκοινοποίησαν την απόκρισιν εις την συνέλευσιν του λαού. Όταν +δε το πλήθος ήκουσε τας λέξεις ταύτας «να ζητήσητε βοήθειαν από +τους πλησιεστάτους σας,» είπε· «τάχα δεν κατοικούσι πλησιέστατα +ημών οι Ταναγραίοι, οι Κορωναίοι και οι Θεσπιείς; αυτοί πάντοτε +δεν πολεμούσιν εις το πλευρόν μας; δεν μας βοηθούσι πάντοτε +προθύμως εις όλας τας μάχας; τις η ανάγκη να τους παρακαλέσωμεν; +Ως φρονούμεν, άλλην έννοιαν θα έχη ο χρησμός» + +80. Ενώ συνεζήτουν ταύτα, είς εξ αυτών, νοημονέστερος, τοις +είπε· «Με φαίνεται ότι ενόησα τι θέλει να μας ειπή το μαντείον. +Λέγουσιν ότι η Θήβη και η Αίγινα ήσαν θυγατέρες του Ασωπού· +επειδή λοιπόν είναι αδελφαί, συμπεραίνω ότι ο θεός +εχρησμοδότησεν εις ημάς να ζητήσωμεν παρά των Αιγινητών να +γίνωσι βοηθοί μας.» Και επειδή ουδεμία άλλη γνώμη εφαίνετο +καλλιτέρα ταύτης, πέμψαντες αμέσως παρεκάλουν τους Αιγινήτας ως +συγγενείς, επικαλούμενοι την βοήθειαν των κατά την διαταγήν του +χρησμού. Οι δε Αιγινήται εις την αίτησιν επικουρίας τοις +απεκρίθησαν ότι τοις πέμπουσι τους Αιακίδας (3). + +81. Οι Θηβαίοι έχοντας τους Αιακίδες βοηθούς εδοκίμασαν, αλλά +πάλιν έπαθον πολλά δεινά από τους Αθηναίους· τότε απέδωσαν τους +Αιακίδας και εζήτησαν στρατιώτας. Οι δε Αιγινήται επαιρόμενοι +διά την μεγάλην των ευτυχίαν και ενθυμηθέντες παλαιάν έχθραν +την οποίαν είχον κατά των Αθηναίων, ενέδωκαν εις τας +παρακλείσεις των Θηβαίων και εκίνησαν πόλεμον ακήρυκτον κατά +των Αθηναίων· καθότι, ενώ οι Αθηναίοι επίεζον τους Βοιωτούς, οι +Αιγινήται πλεύσαντες με μακρά πλοία διήρπασαν το Φάληρον και +πολλούς άλλους παραθαλασσίους δήμους. Διά των επιδρομών δε +τούτων έβλαψαν μεγάλως τους Αθηναίους. + +82. Η δε έχθρα η προσφειλομένη υπό των Αιγινητών εις τους +Αθηναίους τοιαύτην είχε την αρχήν. Εις τους Επιδαυρίους η γη +δεν έδιδε κανένα καρπόν· διά την συμφοράν δε ταύτην οι +Επιδαύριοι ηρώτησαν το μαντείον των Δελφών και η Πυθία τους +διέταξε να στήσωσιν αγάλματα της Δαμίας και της Αυξησίας (4), +βεβαιούσα ότι τούτου γενομένου τα πράγματά των θα εβελτιούντο. +Ηρώτησαν λοιπόν εκ δευτέρου οι Επιδαύριοι εάν έπρεπε να +κατασκευάσωσι τα αγάλματα εκ χαλκού ή εκ λίθου, η δε Πυθία δεν +άφινε μήτε εκ του ενός μήτε εκ του άλλου, άλλα τοις είπε να τα +κατασκευάσωσιν εκ ξύλου ελαίας ημέρου. Παρεκάλεσαν λοιπόν οι +Επιδαύριοι τους Αθηναίους να τοις επιτρέψωσι να κόψωσιν ελαίαν, +νομίζοντες ότι τα ελαιόδενδρα των Αθηνών ήσαν ιερώτατα. Λέγουσι +προς τούτοις ότι κατ' εκείνον τον καιρόν ουδαμού αλλαχού +υπήρχον ελαίαι ειμή μόνον εις τας Αθήνας. Οι δε Αθηναίοι τοις +απεκρίθησαν ότι τοις δίδουσι μίαν, αλλά με την συμφωνίαν να +φέρωσι κατ' έτος θύματα εις την προστάτιδα της πόλεως Αθηνάν +και εις τον Ερεχθέα. Δεχθέντες τας συμφωνίας ταύτας οι +Επιδαύριοι έλαβον ό,τι εζήτουν και κατασκευάσαντες αγάλματα εκ +ξύλου ελαίας τα έστησαν. Έκτοτε δε και η γη των εκαρποφόρει, +και εις τους Αθηναίους έστελλον τα συμφωνηθέντα. + +83. Τότε δε ακόμη ως και προτού οι Αιγινήται υπήκουον εις τους +Επιδαυρίους· δι' όλας των τας υποθέσεις και ιδίως διά να +δικάζωνται μεταξύ των μετέβαινον εις την Επίδαυρον. Μετά ταύτα +όμως, κατασκευάσαντες πλοία, και φανέντες αγνώμονες, +απεστάτησαν από τους Επιδαυρίους. Έχοντες λοιπόν διαφοράς με +αυτούς και όντες δυνατοί κατά θάλασσαν, τοσούτον τους +εκακοποίησαν ώστε τοις ήρπασαν και τα δύο ταύτα αγάλματα της +Δαμίας και της Αυξησίας, τα οποία έφερον και έστησαν εις τα +μεσόγαια της χώρας των, εις τόπον τινά καλούμενον Οίαν, +απέχοντα δε από της πόλεως περί τα είκοσι στάδια. Αφού έστησαν +τα αγάλματα εις τούτον τον τόπον, τα ελάτρευον με θυσίας και με +ασέμνους χορούς γυναικών. Δι' εκάστην θεάν διωρίζοντο δέκα +χορηγοί, οι δε χοροί δεν περιέπαιζον κανένα άνδρα, αλλά τας +εγχωρίας γυναίκας. Τας αυτάς ιερουργίας έχουσιν οι Επιδαύριοι, +οίτινες έχουσι και άλλας ιερουργίας τας οποίας δεν αναφέρουσιν. + +84. Αφού τοις ηρπάγησαν τα αγάλματα ταύτα, οι Επιδαύριοι +έπαυσαν να πληρώνωσιν εις τους Αθηναίους τον συμφωνηθέντα +φόρον. Οργισθέντες δε κατ' αυτών οι Αθηναίοι, έπεμψαν και τους +επέπληττον, αλλ οι Επιδαύριοι απέδειξαν ότι δεν τους ηδίκουν, +καθότι εφ' όσον είχον τα αγάλματα εις τον τόπον των τοις +έπεμπον τα θύματα, αφότου όμως τα εστερήθησαν δεν είναι δίκαιον +να πληρώνωσιν ακόμη. Παρακίνησαν λοιπόν τους Αθηναίους να +απαιτήσωσι τα συμφωνηθέντα από τους Αιγινήτας, διότι αυτοί +είχον την Δαμίαν και την Αυξησίαν. Ακούσαντες δε τας αποκρίσεις +ταύτας οι Αθηναίοι, έπεμψαν εις την Αίγιναν και απήτουν τας +προσφοράς τας οφειλομένας διά τα αγάλματα· οι δε Αιγινήται +απήντησαν ότι δεν είχον καμμίαν υπόθεσιν με τους Αθηναίους. + +85. Οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι μετά την απαίτησιν ταύτην +εστάλησαν υπό του λαού ένοπλοι άνδρες μετά τριήρους και ότι οι +άνδρες ούτοι φθάσαντες εις την Αίγιναν προσεπάθουν να +καταβιβάσωσιν από τα βάθρα των τα αγάλματα, καθό κατασκευασμένα +από ξύλα ανήκοντα εις τους Αθηναίους. Το σχέδιόν των ήτο να τα +λάβωσι μεθ' εαυτών, αλλά δεν το κατώρθωσαν· τότε τα έδεσαν με +σχοινία και τα έσυρον αλλ' ενώ τα έσυρον, εγένετο βροντή, και +μετά την βροντήν σεισμός. Τούτου ένεκα οι κωπηλάται +παρεφρόνησαν, και εν τη μανία των εφόνευον αλλήλους ως +πολεμίους μέχρις ου είς έμεινε ζων, και επέστρεψεν εις το +Φάληρον. + +86. Οι μεν Αθηναίοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα· οι δε +Αιγινήται λέγουσιν ότι οι Αθηναίοι μετέβησαν ουχί με έν μόνον +πλοίον (διότι και αν ακόμη δεν είχον πλοία εις την Αίγιναν, +πάλιν θα εδίωκον ευκόλως ουχί έν αλλά και περισσότερα.) αλλ' +απέπλευσαν εκ της χώρας των με πολύν στόλον· διά τούτο αυτοί +ενέδοσαν και δεν εναυμάχησαν. Δεν δύνανται όμως να είπωσι μετά +βεβαιότητος εάν ενέδοσαν διότι ησθάνοντο εαυτούς υποδεεστέρους +ή διότι εσκόπευον να πράξωσιν ό,τι έπραξαν. Οι Αθηναίοι λοιπόν, +μη ευρόντες αντίστασιν, απέβησαν από τα πλοία και εβάδισαν προς +τα αγάλματα· επειδή δε δεν ηδύναντο να τα ανασπάσωσιν εκ των +βάθρων των, δέσαντες αυτά με σχοινία τα έσυρον προς το μέρος +των· ενώ δε τα έσυρον, τότε τα αγάλματα ήρχισαν και αυτά να +πράττωσι το ίδιον και να σύρωσι τους Αθηναίους προς το μέρος +των. Και εγώ μεν δεν πιστεύω τον λόγον τούτον, αλλ' όμως +πιθανόν να τον πιστεύση άλλος. Τα αγάλματα, σύροντα, έπεσαν εις +τα γόνατα και έκτοτε διατελούσιν ούτως έχοντα. Ταύτα λέγουσιν +οι Αιγινήται· προσθέτουσι δε ότι μαθόντες ότι οι Αθηναίοι +έμελλον να εκστρατεύσωσιν εναντίον των, έπεισαν τους Αργείους +να τοις πέμψωσιν επικουρίαν. Απέβη λοιπόν ο στρατός των +Αθηναίων εις την Αίγιναν και συγχρόνως έφθασαν κρυφίως διά της +Επιδαύρου οι εκ του Άργυος επίκουροι οίτινες, λαθόντες τους +Αθηναίους, επέπεσαν εξαίφνης κατ' αυτών και τους εχώρισαν από +τα πλοία. Τότε συγχρόνως εγένετο η βροντή και ο σεισμός. + +87. Ταύτα λέγουσιν οι Αργείοι και οι Αιγινήται. Ομολογούσι δε +και οι Αθηναίοι ότι είς μόνος περιεσώθη εκ των ιδικών των και +επέστρεψεν εις την Αττικήν. Πλην οι μεν Αργείοι λέγουσιν ότι +αυτοί κατέστρεψαν το αττικόν στρατόπεδον εκ του οποίου εσώθη ο +είς· οι δε Αθηναίοι ότι κατέστρεψε τον στρατόν ο θεός, και ότι +ούτε ο είς ούτος επέζησεν, αλλ' απέθανε κατά τον ακόλουθον +τρόπον. Επανελθών εις τας Αθήνας, διηγήθη την επελθούσαν +καταστροφήν· μαθούσαι τούτο αι γυναίκες των ανδρών όσοι +εστράτευσαν εις την Αίγιναν, και μη υποφέρουσαι να βλέπωσιν ότι +εκείνος μόνος μεταξύ όλων εσώθη, τον περιεκύκλωσαν, και κεντώσαι +αυτόν με τας περόνας των ιματίων, τον ηρώτων πού ήσαν οι άνδρες +των. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως απέθανεν· οι δε Αθηναίοι, +κρίναντες ότι το έργον των γυναικών ήτο δεινότερον του +παθήματος και μη έχοντες πώς άλλως να τιμωρήσωσι τας γυναίκας, +μετέβαλον την ενδυμασίαν των εις Ιωνικήν· διότι μέχρις εκείνης +της εποχής αι γυναίκες των Αθηναίων εφόρουν ενδυμασίαν Δωρικήν, +ήτις πολύ ομοιάζει με την Κορινθιακήν. Την αντικατέστησαν +λοιπόν διά του λινού χιτώνος, διά να μη μεταχειρίζωνται πλέον +περόνας. + +88. Διά να είπη τις όμως ακριβώς, η τοιαύτη ενδυμασία δεν είναι +Ιωνική ανέκαθεν, αλλά Καρική, διότι η παλαιά ελληνική ενδυμασία +όλων των γυναικών ήτο μία, η σήμερον καλούμενη Δωρική. Οι δε +Αργείοι και οι Αιγινήται, ένεκα του αυτού συμβάντος, έθεσαν +νόμον να κατασκευάζωσιν αι γυναίκες τας περόνας κατά το έν +τρίτον μεγαλειτέρας παρ' όσον τας είχον πρότερον, να +αφιερώνωσιν εις το ιερόν της Δήμητρος και της Περσεφόνης +περόνας προ πάντων και να μη μεταχειρίζονται τίποτε +προερχόμενον εκ της Αττικής, μήτε αγγεία πήλινα, αλλά να +πίνωσιν εντός του ιερού από πήλινα αγγεία επιχώρια. Αι μεν +γυναίκες λοιπόν των Αργείων και των Αιγινητών από της έριδος +ταύτης προς τους Αθηναίους εφόρουν μέχρι της εποχής μου περόνας +μεγαλειτέρας ή άλλοτε. + +89. Η δε έχθρα των Αργείων και των Αιγινητών ήτο αυτή την +οποίαν διηγήθην. Τότε δε, επειδή εκάλεσαν αυτούς οι Θηβαίοι εις +βοήθειάν των, ενθυμηθέντες τα ένεκα των αγαλμάτων γενόμενα, +εβοήθησαν τους Βοιωτούς. Ελεηλάτουν λοιπόν οι Αιγινήται τα +παράλια της Αττικής. Ότε δε οι Αθηναίοι ητοιμάζοντο να +στρατεύσωσι κατά των Αιγινητών, τοις ήλθε χρησμός από τους +Δελφούς να περιμείνωσι τριάκοντα έτη από της αδικίας των +Αιγινητών, κατά δε το τριακοστόν πρώτον, αφού αφιερώσωσι +τέμενος εις τον Αιακόν, να αρχίσωσι τον πόλεμον, όστις τότε θα +αποβή κατά την επιθυμίαν των. Αν όμως αμέσως κινήσωσι +στρατεύματα κατά των Αιγινητών, θα υποστώσι και θα επιφέρωσι +κατά το διάστημα τούτο πολλάς ζημίας. Άμα λοιπόν ήλθεν ο +χρησμός ούτος και τον ήκουσαν οι Αθηναίοι, αφιέρωσαν εις τον +Αιακόν το τέμενος το οποίον και σήμερον υπάρχει πλησίον της +αγοράς, αλλά δεν ηθέλησαν να περιμείνωσι τριάκοντα έτη μολονότι +ήκουσαν ότι έπρεπε να υπομείνωσιν επί τοσούτον χρόνον τας +ύβρεις των Αιγινητών. + +90. Ενώ δε αυτοί παρεσκευάζοντο να εκδικηθώσι, τους εμπόδισεν +άλλη τις υπόθεσις την οποίαν εκίνησαν οι Λακεδαιμόνιοι. +Μαθόντες ούτοι τας μηχανορραφίας των Αλκμαιωνιδών όπως +προσελκύσωσι την Πυθίαν και όσα η Πυθία έπραξε προς αυτούς και +τους Πεισιστρατίδας, εθεώρησαν τούτο ως διπλήν συμφοράν, επειδή +είχον εξώσει προηγουμένως άνδρας οίτινες ήσαν ξένοι των και +επειδή οι Αθηναίοι ουδεμίαν εδείκνυον ευγνωμοσύνην διά την +υπηρεσίαν ταύτην. Δεν ήρκει τούτο· χρησμοί τοις ανεκοινώθησαν, +προλέγοντες ότι έμελλον να υποστώσι πολλάς ύβρεις εκ μέρους των +Αθηναίων· οι χρησμοί ούτοι, επί πολύ αγνοούμενοι, δεν εγένοντο +εις αυτούς γνωστοί ειμή όταν επέστρεψεν ο Κλεομένης εις την +Σπάρτην. Εύρε δε τους χρησμούς τούτους ο Κλεομένης εις την +ακρόπολιν των Αθηναίων· πρότερον είχον αυτούς οι +Πεισιστρατίδαι, διωχθέντες όμως τους άφησαν εις το ιερόν και ο +Κλεομένης τους έλαβε καταλειφθέντας εκεί. + +91. Τότε δε λαβόντες εις χείρας των οι Λακεδαιμόνιοι τους +χρησμούς και βλέποντες αυξάνοντας τους Αθηναίους και μη +θέλοντας κατ' ουδένα τρόπον να γίνωσιν υπήκοοί των, ενόησαν ότι +ελεύθερος μεν ο λαός της Αττικής ηδύνατο να γίνη ισοδύναμός +των, αποτεταγμένος όμως εις τύραννον ήθελεν απολέσει την +δύναμίν του και καταστή ευπειθώς. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενοι +έπεμψαν και έφερον τον Ιππίαν, του Πεισιστράτου από του εν +Ελλησπόντω Σιγείου, όπου είχον καταφύγει οι Πεισιστρατίδαι. +Αφού δε εκάλεσαν τον Ιππίαν και ήλθε, μηνύσαντες να έλθωσι +πρέσβεις και εκ των συμμάχων πόλεων, είπον προς αυτούς οι +Σπαρτιάται τα εξής· «Αναγνωρίζομεν, ω σύμμαχοι, ότι δεν +εφέρθημεν καλώς διότι παρακινηθέντες υπό χρησμών απατηλών, +εδιώξαμεν εκ της πατρίδος των άνδρας οίτινες ήσαν συνδεδεμένοι +μεθ' ημών διά στενωτάτης ξενίας και οίτινες μας είχον υποσχεθή +να υποτάξωσιν εις ημάς τας Αθήνας· έπειτα, ενεπιστεύθημεν την +πόλιν ταύτην εις λαόν αχάριστον όστις μείνας ελεύθερος χάρις +εις ημάς, ύψωσε την κεφαλήν και μας εδίωξεν υβριστικώς, ημάς +και τον βασιλέα ημών. Η υπόληψις αυτού ήρξατο προβαίνουσα και +ήδη η δύναμίς του αυξάνει, ως το έμαθον προ πάντων οι περίοικοι +αυτού Βοιωτοί και Χαλκιδείς, ως θα το μάθωσιν όλοι εκείνοι όσοι +περιπέσωσιν εις το αυτό λάθος εις το οποίον περιεπέσαμεν ημείς. +Αλλ' εάν εσφάλομεν εκείνα πράξαντες, θα προσπαθήσωμεν τώρα ομού +με σας να διορθώσωμεν το λάθος μας και να τους τιμωρήσωμεν. Επί +τω σκοπώ τούτω προσεκαλέσαμεν τον Ιππίαν τούτον και υμάς από +τας πόλεις, ίνα διά κοινής αποφάσεως και κοινής εκστρατείας +εισαγάγωμεν αυτόν εις τας Αθήνας και τω αποδώσωμεν όσα τω +αφηρέσαμεν.» + +92. Οι μεν Σπαρτιάται ταύτα είπον, οι πλειότεροι όμως των +συμμάχων δεν επεδοκίμασαν τους λόγους τούτους. Ενώ δε οι άλλοι +εσιώπων, ο Κορίνθιος Σωσικλής είπε τα εξής. + + 1. «Βεβαίως ο ουρανός θα καταβή υπό την γην, και η γη θα αναβή +υπεράνω του ουρανού, και οι άνθρωποι θα ζήσωσιν εν τη θαλάσση, +και οι ιχθύες όπου ήσαν πρότερον οι άνθρωποι, αφού υμείς, ω +Λακεδαιμόνιοι, ανατρέποντες τας ισοκρατίας, ετοιμάζεσθε να +εισαγάγετε την τυραννίαν εις τας πόλεις, από το οποίον ούτε +αδικώτερον άλλο έργον υπάρχει εις τον κόσμον, ούτε +μιαιφονώτερον. Εάν σας φαίνεται ότι είναι καλόν να κυβερνώνται +αι πόλεις υπό τυρράνων, υμείς πρώτοι καταστήσατε τύραννον εις +την πόλιν σας και έπειτα προσπαθήσατε να καταστήσετε και εις +τας άλλας. Τώρα δε χωρίς να δοκιμάσετε τι είναι τύραννος και +προσέχοντες επιμελώς μη γίνη τοιούτο τι εις την Σπάρτην, θέλετε +να δωρήσετε τοιούτους εις τους συμμάχους. Εάν όμως είχετε +πείραν του πράγματος ως ημείς, θα ηδύνασθε να μας δώσετε περί +του αντικειμένου τούτου συμβουλάς καλλιτέρας εκείνης την οποίαν +μας εδώσατε προ ολίγου. + + 2. «Ενθυμηθήτε την διοίκησιν ήτις είχεν εγκατασταθή εις την +πόλιν των Κορινθίων· ήτο ολιγαρχία και οι καλούμενοι Βακχιάδαι +είχον την αρχήν· έδιδον δε αυτοί και ελάμβανον γυναίκας πάντοτε +μεταξύ των. Είς των ανδρών τούτων, ο Αμφίων, εγέννησε θυγατέρα +χωλήν, ήτις ωνομάσθη Λάβδα. Ο Ηετίων, υιός του Εχεκράτους, εκ +του δήμου της Πέτρας, μολονότι κατήγετο εκ των Λαπιθών και του +Καινέως, ενυμφεύθη αυτήν, διότι κανείς των Βακχιάδων δεν την +ήθελε διά γυναίκα. Επειδή όμως μήτε εξ αυτής μήτε εξ άλλης +ετεκνοποίει, ήλθεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση περί τέκνου· +ενώ δε εισήρχετο ευθύς η Πυθία τον προσηγόρευσε διά των εξής +λόγων. + +_Ηετίων ουδείς σε τιμά και είσαι άξιος πολλών τιμών· η γυνή σου +είναι έγκυος και θα γεννήση τροχοειδή πέτραν ήτις θα πέση επί +των μοναρχών και θα εκδικήση την Κόρινθον._ + +ταύτα τα εις τον Ηετίωνα χρησμοδοτηθέντα δεν ηξεύρω πώς +εκοινοποιήθησαν εις τους Βακχιάδας, οι οποίοι και αυτοί είχον +λάβει πρότερον χρησμόν περί της Κορίνθου, όστις όμως ήτο +ανεξήγητος και είχε την αυτήν έννοιαν την οποίαν είχε και ο +χρησμός του Ηετίωνος. Έλεγε δε ούτω· + +_Ο αετός συλλαμβάνει εις τας πέτρας· θα γεννήση δε λέοντα +ισχυρόν, ωμοφάγον, όστις πολλών θα κόψη τα γόνατα. Προσέξατε +λοιπόν, ω Κορίνθιοι, οίτινες κατοικείτε περί την ωραίαν +Πειρήνην και την υψηλήν ακρόπολιν της Κορίνθου._ + + 3. «Αυτός λοιπόν ο χρησμός ο δοθείς προηγουμένως εις τους +Βακχιάδας ήτο ακατανόητος· τότε όμως, άμα ήκουσαν τον του +Ηετίωνος ενόησαν και τον προλαβόντα· διότι ήτο σύμφωνος με τον +του Ηετίωνος. Καίτοι όμως εννοήσαντες αυτόν, εσιώπων, διότι +είχον απόφασιν να θανατώσωσι το εκ του Ηετίωνος, γεννηθησόμενον +τέκνον. Άμα λοιπόν εγέννησεν η γυνή, έπεμψαν εις τον δήμον όπου +κατώκει ο Ηετίων δέκα από τους ιδικούς των διά να φονεύσωσι το +παιδίον. Φθάσαντες ούτοι εις την Πέτραν και εισελθόντες εις την +αυλήν του Ηετίωνος, εζήτουν το παιδίον. Η Λάβδα, μη γνωρίζουσα +ποσώς τον σκοπόν διά τον οποίον ήλθον και νομίζουσα ότι εκ +φιλίας προς τον πατέρα επεθύμουν να το ίδωσι, το έφερε και το +ενεχείρισεν εις ένα εξ αυτών. Είχον δε ούτοι συμφωνήσει καθ' +οδόν, όστις πρώτος λάβη το παιδίον να το κτυπήση καταγής. Αλλ' +όταν η Λάβδα φέρουσα το παρέδωκε, κατά θείαν τύχην το παιδίον +εμειδίασε προς τον άνθρωπον όστις το έλαβεν· ούτος δε +παρατηρήσας τούτο κατελήφθη υπό οίκτου όστις τον εμπόδισε να το +θανατώση, και όλος συγκεκινημένος παρέδωκεν αυτό εις τον +δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον και τοιουτοτρόπως +παραδιδόμενον διεξήλθε διά πάντων των δέκα, μηδενός θέλοντος να +το θανατώση. Αφού δε απέδωκαν το παιδίον εις την μητέρα, και +εξήλθον έξω, εστάθησαν προ της θύρας και επέπληττον αλλήλους +αιτιώμενοι προ πάντων εκείνου όστις πρώτος έλαβεν αυτό, διότι +δεν έπραξε συμφώνως προς τα αποφασισθέντα. Τέλος, αφού παρήλθε +χρόνος τις, απεφάσισαν να εισέλθωσι και να μεθέξωσι του φόνου +όλοι. + + 4. «Ήτο όμως πεπρωμένον να αναβλαστήσωσι συμφοραί εις την +Κόρινθον εκ του υιού του Ηετίωνος. Η Λάβδα, ισταμένη πλησίον +της θύρας, ήκουσε πάντα ταύτα και φοβηθείσα μήπως μετανοήσαντες +διά την πρώτην των συμπάθειαν ζητήσωσιν εκ δευτέρου το παιδίον +διά να το φονεύσωσι, το έλαβε και το έκρυψεν εις μέρος το +οποίον ενόμιζε δυσκολώτατον να φαντασθώσιν, εις κυψέλην, βεβαία +ούσα ότι εάν επέστρεφον διά να το ζητήσωσι θα ηρεύνων πανταχού, +όπερ και εγένετο. Εισήλθον, ηρεύνησαν αλλά δεν εύρον το +παιδίον· τέλος απεφάσισαν να αναχωρήσωσι και να είπωσιν εις +εκείνους οίτινες τους έπεμψαν ότι έπραξαν όλα όσα τους +παρήγγειλαν. Και ούτοι μεν απελθόντες ταύτα είπον. + + 5. «Ο δε υιός του Ηετίωνος μετά ταύτα ηύξανε, και επειδή +κρυφθείς εις την Κυψέλην διέφυγε τον κίνδυνον τούτον, +επωνομάσθη Κύψελος. Ότε δε ο Κύψελος εγένετο ανήρ, ηρώτησε το +μαντείον των Δελφών και έλαβεν απόκρισιν διφορουμένην, εις την +οποίαν πεισθείς επεχείρησε την καθυπόταξιν της Κορίνθου. Ήτο δε +ο χρησμός ο εξής. + +_Ευδαίμων ο ανήρ ούτος όστις εισέρχεται εις την κατοικίαν μου, +ο Κύψελος Ηετίδης, βασιλεύς της ενδόξου Κορίνθου, αυτός και οι +παίδες αυτού, ουχί όμως και οι παίδες των παίδων αυτού._ + +Τοιούτος ήτο ο χρησμός. Τυραννεύσας δε ο Κύψελος, τοιούτος ανήρ +εγένετο· πολλούς μεν των Κορινθίων εξώρισε, πολλούς απεστέρησε +των χρημάτων των, πολλοτάτους δε απέκτεινεν. + + 6. «Αφού εβασίλευσεν επί τριάκοντα έτη και ετελείωσε τον βίον +καλώς, διάδοχος της τυραννίδος εγένετο ο υιός αυτού Περίανδρος· +Ούτος ο Περίανδρος κατ' αρχάς μεν ήτο ηπιώτερος του πατρός· +αφού όμως διά πρέσβεων εσχετίσθη με τον τύραννον της Μιλήτου +Θρασύβουλον, εγένετο πολύ μιαιφονώτερος του Κυψέλου· καθότι +πέμψας κήρυκα προς τον Θρασύβουλον, ηρώτα ποίον τρόπον +πολιτεύματος ασφαλέστατον να μεταχειρισθή διά να διοική την +πόλιν ασφαλώς. Ο δε Θρασύβουλος λαβών τον παρά του Περιάνδρου +αποσταλέντα, εξήγαγεν αυτόν έξω της πόλεως και εισελθών εις γην +εσπαρμένην διήρχετο διά των αγρών ερωτών εκ νέου και εξετάζων +τον κήρυκα το αίτιον της εκ Κορίνθου αφίξεώς του· εν τούτοις +έκοπτε και έρριπτε κατά γης όπου έβλεπε στάχυν τινά υπερέχοντα +των άλλων, και τοιουτοτρόπως εξηκολούθησε μέχρις ου κατέστρεψε +τους αξιολογωτάτους και υψηλοτάτους των σταχύων του αγρού. Αφού +δε διέτρεξεν όλον τον εσπαρμένον τόπον, απέπεμψε τον κήρυκα +χωρίς να δώση εις αυτόν ουδεμίαν απόκρισιν. Επιστρέψαντος δε +του κήρυκος εις την Κόρινθον, ο Περίανδρος πολλήν προθυμίαν +είχε να μάθη την συμβουλήν την οποίαν τω έφερεν· αλλ' ο κήρυξ +είπεν ότι ο Θρασύβουλος ουδεμίαν συμβουλήν τω έδωκε και ότι +απορεί πώς τον έστειλε προς τοιούτον άνθρωπον παράφρονα όστις +καταστρέφει τα ίδια κτήματά του. + + 7. «Εννοήσας ο Περίανδρος τα πραχθέντα και αποφασίσας, ως +συνεβούλευσεν αυτόν ο Θρασύβουλος, να φονεύση τους +επισημοτέρους των πολιτών, έδειξε τότε πάσαν σκληρότητα προς +αυτούς, διότι όσους εφείσθη ο Κύψελος, τούτους απετελείωσεν ο +Περίανδρος θανατώσας ή εξορίσας. Ημέραν τινά, ένεκα της +γυναικός του Μελίσσης (5), εγύμνωσεν όλας τας γυναίκας της +Κορίνθου· είχεν αποστείλει εις τους παρά τον Αχέροντα ποταμόν +Θεσπρωτούς απεσταλμένους διά να ερωτήσωσι το νεκρομαντείον περί +τινος παρακαταθήκης γενομένης υπό τινος ξένου· φανείσα η +Μέλισσα είπεν εις αυτούς ότι ούτε διά σημείων ούτε διά λόγου +δεν θα φανερώση εις ποίον μέρος είναι ο θησαυρός· «διότι, είπε, +ριγώ, είμαι γυμνή· τα φορέματα τα οποία συγκατέθαψαν μετ' εμού +δεν με ωφελούσιν εις τίποτε, καθότι δεν εκάησαν.» Προς +απόδειξιν ότι έλεγεν αλήθειαν, προσέθηκεν ότι ο Περίανδρος +έθεσε τον άρτον της εις κάμινον ψυχράν. Όταν οι λόγοι ούτοι +ανεκοινώθησαν εις τον Περίανδρον (και δι' αυτόν υπεστηρίζοντο +υπό μαρτυρίας την οποίαν δεν ηδύνατο να αμφισβητήση, καθότι +εμίγη με την Μέλισσαν νεκράν ούσαν), αμέσως μετά την αγγελίαν +εξέδωκε κήρυγμα να μεταβώσιν όλαι αι γυναίκες των Κορινθίων εις +τον ναόν της Ήρας. Αύται λοιπόν, ως εις εορτήν, μετέβησαν +εστολισμέναι με όλα τα καλλίτερα ενδύματά των· ο δε Περίανδρος +θέσας τους δορυφόρους τας εγύμνωσεν όλας, και τας ελευθέρας και +τας δούλας, και συναθροίσας όλα τα φορέματα εις λάκκον +κατέκαυσεν αυτά επικαλούμενος την Μέλισσαν. Αφού έπραξε τούτο, +έπεμψεν εκ δευτέρου τους απεσταλμένους του, και η σκιά της +Μελίσσης τοις είπεν εις ποίον μέρος έκρυψε τον θησαυρόν του +ξένου. Τοιαύτη λοιπόν, ω Λακεδαιμόνιοι, είναι η τυραννίς, και +τοιαύτα τα έργα αυτής. Ημείς οι Κορίνθιοι κατ' αρχάς μεγάλως +εθαυμάσαμεν ότε σας είδομεν να προσκαλέσητε τον Ιππίαν, τώρα δε +θαυμάζομεν πολύ περισσότερον ακούοντες τους λόγους σας. Όθεν +επικαλούμενοι τους θεούς των Ελλήνων, σας ικετεύομεν να μη +καταστήσητε τυραννίδας εις τας πόλεις. Εάν όμως δεν παύσητε, +αλλ' εξακολουθήσετε παρά το δίκαιον προσπαθούντες να +καταβιβάσητε τον Ιππίαν εις τας Αθήνας, μάθετε ότι οι Κορίνθιοι +δεν είναι σύμφωνοι με την γνώμην σας.» + +93. Ο μεν πρέσβυς της Κορίνθου Σωσικλής ταύτα είπεν· ο δε +Ιππίας τους αυτούς θεούς επικαλεσθείς απεκρίθη ότι περισσότερον +από όλους τους άλλους Έλληνας οι Κορίνθιοι θα ποθήσωσι κατόπιν +τους Πεισιστρατίδας, όταν φθάσωσι δι' αυτούς αι αναπόφευκτοι +ημέραι καθ' ας θέλουσιν αδικηθή από τους Αθηναίους. Έλεγε δε +ταύτα ο Ιππίας ως άνθρωπος γνωρίζων καλλίτερον παντός άλλου +τους χρησμούς. Οι δε λοιποί σύμμαχοι έως τότε μεν εσιώπων· αφού +όμως ήκουσαν τον Σωσικλέα εκφράζοντα ελευθέρως την γνώμην του, +τότε όλοι μεγαλοφώνως είπον ότι συνεμερίζοντο την γνώμην του +Κορινθίου, και παρεκάλεσαν τους Λακεδαιμονίους να μη +επιχειρίσωσι νεωτερισμόν τινα εις πόλιν Ελληνίδα. + +94. Τοιούτον το τέλος της υποθέσεως ταύτης· εις δε τον Ιππίαν +διωχθέντα εκείθεν έδωκεν ο Μακεδών Αμύντας την Ανθεμούντα, και +συγχρόνως οι Θεσσαλοί τω προσέφερον την Ιωλκόν· αλλ' αυτός δεν +ηθέλησε μήτε την μίαν μήτε την άλλην, και επέστρεψεν εις το +Σίγειον το οποίον ο Πεισίστρατος ήρπασε διά των όπλων από τους +Μιτυληναίους και αφού το εκυρίευσε κατέστησεν εις αυτό τύραννον +τον νόθον αυτού υιόν Ηγησίστρατον, τον έκ τινος Αργείας +γυναικός γεννηθέντα, όστις διετήρησεν ουχί αμαχητί όσα παρέλαβε +παρά του Πεισιστράτου, διότι επί πολύν χρόνον επολέμουν οι +Μιτυληναίοι ορμώμενοι εκ της πόλεως Αχιλλείου και οι Αθηναίοι +ορμώμενοι εκ του Σιγείου, οι μεν πρώτοι ζητούντες οπίσω την +χώραν των, οι δε Αθηναίοι μη συγκατατιθέμενοι να αποδώσωσιν +αυτήν αλλ' αποδεικνύοντες διά λόγων ότι οι Αιολείς δεν έχουσιν +επί της Τρωικής γης πλειότερα δικαιώματα παρ' όσα έχουσιν αυτοί +οι Αθηναίοι και οι άλλοι Έλληνες όσοι εβοήθησαν τον Μενέλαον +εις την εκστρατείαν την γενομένην διά την αρπαγήν της Ελένης. + +95. Διαρκούντος τον πολέμου τούτου συνέβησαν διάφορα άλλα εις +τα πεδία της μάχης, και προς τούτοις ο ποιητής Αλκαίος είς τινα +συμπλοκήν κατά την οποίαν ενίκησαν οι Αθηναίοι, αυτός μεν +ελυτρώθη διά της φυγής, τα όπλα του όμως έλαβον οι Αθηναίοι και +τα εκρέμασαν εις τον εν τω Σιγείω ναόν της Αθηνάς. Περί της +μάχης ταύτης ο Αλκαίος συνέθεσεν άσμα λυρικόν το οποίον έπεμψεν +εις Μιτυλήνην διά να καταστήση γνωστόν εις τον φίλον Μελάνιππον +το πάθημά του. Τους δε Μιτυληναίους και τους Αθηναίους +συνεβίβασεν ο Περίανδρος του Κυψέλου, διότι αυτόν εξελέξαντο ως +διαιτητήν. Τους συνεβίβασε δε ως εξής· να νέμεται εκάτερον +μέρος την χώραν την οποίαν κατέχει. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το +Σίγειον έμεινεν εις τους Αθηναίους. + +96. Επανελθών δε ο Ιππίας εκ της Λακεδαίμονος εις την Ασίαν, +πάντα λίθον εκίνησε διαβάλλων τους Αθηναίους εις τον Αρταφέρνη +και παν μέσον μεταχειριζόμενος διά να υποπέσωσιν αι Αθήναι εις +την ιδικήν του και την του Δαρείου εξουσίαν. Και ο μεν Ιππίας +ταύτα έπραττεν· οι δε Αθηναίοι άμα μαθόντες τα γινόμενα έπεμψαν +εις τας Σάρδεις απεσταλμένους διά να εμποδίσωσι τους Πέρσας από +του να δίδωσι πίστιν εις τους λόγους των φυγάδων. Αλλ' ο +Αρταφέρνης διέταξε τους πρέσβεις, εάν ήθελον να σώσωσι τον +τόπον των, να δεχθώσι τον Ιππίαν επιστρέφοντα. Οι δε Αθηναίοι, +ότε τοις ανεκοινώθη η απόκρισις αύτη, δεν την παρεδέχθησαν και +απεφάσισαν να γίνωσι φανεροί πολέμιοι των Περσών. + +97. Ενώ είχον αποφασίσει ταύτα και ηρέθιζον τους Πέρσας +εναντίον των, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, διωχθείς εκ της Σπάρτης +υπό του Λακεδαιμονίου Κλεομένους, ήλθεν εις τας Αθήνας· καθότι +η πόλις αύτη ήτο τότε η δυνατωτάτη όλων των άλλων. +Παρουσιασθείς ο Αρισταγόρας ενώπιον του δήμου είπεν όσα είχεν +ειπεί εις την Σπάρτην περί των αγαθών της Ασίας και περί της +πολεμικής ικανότητος των Περσών, ότι ούτε ασπίδα ούτε δόρυ +μεταχειρίζονται και ότι ευκόλως ηδύναντο να νικηθώσι. Ταύτα +έλεγε και προς τούτοις ότι οι Μιλήσιοι ήσαν άποικοι των Αθηνών +και ότι ήτο χρέος της πόλεως ταύτης, ήτις έχει τόσην δύναμιν, +να τους προστατεύση. Διά την ανάγκην δε την οποίαν είχεν, +υπέσχετο τα πάντα, μέχρις ου επί τέλους τους έπεισεν. Εκ τούτου +καθίσταται δήλον ότι ευκολώτερον δύναταί τις να απατήση πολλούς +ή ένα μόνον άνθρωπον, καθότι ο Αρισταγόρας τον μεν +Λακεδαιμόνιον Κλεομένη δεν ηδυνήθη να απατήση, ηπάτησεν όμως +τρεις μυριάδας Αθηναίων. Οι Αθηναίοι λοιπόν παρασυρθέντες +εψήφισαν να στείλωσιν είκοσι πλοία διά να βοηθήσωσι τους Ίωνας, +διορίσαντες στρατηγόν του στόλου τούτου τον Μελάνθιον, πολίτην +σημαντικόν υπό όλας τας επόψεις. Ταύτα δε τα πλοία εγένοντο +αρχή κακών εις τους Έλληνας και τους βαρβάρους. + +98. Ο δε Αρισταγόρας προπλεύσας και φθάσας εις την Μίλητον +διενοήθη να πράξη πράγμα το οποίον ουδαμώς ήθελεν ωφελήσει τους +Ίωνας, και ούτε αυτός το έκαμε με τοιούτον σκοπόν, αλλά μάλλον +διά να λυπήση τον βασιλέα Δαρείον. Έπεμψεν άνθρωπον εις την +Φρυγίαν προς τους Παίονας, οίτινες αιχμαλωτευθέντες υπό του +Φαρναβάζου επέμφθησαν από τον Στρυμόνα ποταμόν και κατώκουν εις +ιδιαιτέραν κώμην της Φρυγίας. Ελθών ο απεσταλμένος εις τους +Παίονας τοις είπε τα εξής· Ώ Παίονες, ο τύραννος της Μιλήτου +Αρισταγόρας με έδωσεν εντολήν να σας σώσω, εάν θέλετε να με +ακούσετε· διότι τώρα όλη η Ιωνία απέσεισε τον ζυγόν του Δαρείου +και παρ' υμών εξαρτάται να επιστρέψετε σώοι και αβλαβείς εις +την πατρίδα σας. Πώς να καταβήτε εις την θάλασσαν, φροντίσατε +οι ίδιοι· τα λοιπά αφορώσιν ημάς.» Ακούσαντες ταύτα οι Παίονες +ευχαριστήθησαν πολύ και λαβόντες τας γυναίκας των και τα παιδία +των έδραμον προς την θάλασσαν· τινές όμως έμειναν εκεί, διότι +εφοβήθησαν. Φθάσαντες οι άλλοι εις την παραλίαν, διέβησαν εις +την Χίον. Ήσαν δε πλέον εις την Χίον, ότε εκίνησε κατόπιν των +πολύ ιππικόν. Μη δυνηθέντες όμως οι Πέρσαι να τους φθάσωσι, +τοις εμήνυσαν εις την Χίον να επιστρέψωσιν. Αλλ' οι Παίονες δεν +εδέχθησαν τους λόγους, και εκ μεν της Χίου μετεκόμισαν αυτούς +οι Χίοι εις την Λέσβον, εκ δε της Λέσβου οι Λεσβίοι εις τον +Δορίσκον, και εκείθεν διά ξηράς έφθασαν εις την Παιονίαν. + +99. Εν τούτοις τα πλοία των Αθηναίων έφθασαν ακολουθούμενα υπό +πέντε τριήρεων των Ερετριέων οίτινες έλαβον μέρος εις αυτήν την +εκστρατείαν ουχί χάριν των Αθηναίων άλλα χάριν αυτών τούτων των +Μιλησίων, αποδίδοντες προηγουμένην υποχρέωσιν, καθότι πρότερον +οι Μιλήσιοι εβοήθησαν αυτούς εις πόλεμόν τινα τον οποίον είχον +κατά των Χαλκιδέων ότε οι Σάμιοι εβοήθησαν τους Χαλκιδείς +εναντίον των Ερετρέων και Μιλησίων. Τότε ο Αρισταγόρας +συναθροίσας τους Αθηναίους και τους άλλους συμμάχους, διεύθυνε +την εκστρατείαν κατά των Σάρδεων, αυτός μεν μη λαβών μέρος, +διορίσας όμως στρατηγούς των Μιλησίων πρώτον μεν τον αδελφόν +του Χαροπίνον, έπειτα δε τον Ερμόφαντον ένα των αστών. + +100. Φθάσαντες δε οι Ίωνες με τον στόλον τούτον εις την Έφεσον, +τα μεν πλοία άφησαν εις τον λιμένα της Κορησσού πλησίον +της Εφέσου, αυτοί δε ανέβαινον με πολλάς δυνάμεις έχοντες +οδηγούς Εφεσίους. Ακολουθούντες την όχθην του ποταμού +Καϋστρίου, και έπειτα υπερβάντες τον Τμώλον, εκυρίευσαν τας +Σάρδεις χωρίς να τοις αντισταθή κανείς. Κατέλαβον δε όλην την +πόλιν πλην της ακροπόλεως την οποίαν έσωσεν αυτός ο Αρταφέρνης +έχων δύναμιν ανδρών όχι ολίγην. + +101. Σύριοι γενόμενοι της πόλεως δεν έλαβον καιρόν να +λεηλατήσωσιν αυτήν, εμποδισθέντες υπό της εξής αιτίας. Αι +περισσότεραι οικίαι εις τας Σάρδεις ήσαν καλάμινοι, όσαι δε +ήσαν πλίνθιναι, είχον και αυταί οροφάς καλαμίνους. Θέσαντος πυρ +εις μίαν εξ αυτών στρατιώτου τινός, η πυρκαϊά αμέσως +μεταδοθείσα από οικίας εις οικίαν, κατέκαυσεν όλην την πόλιν. +Ενώ δε αύτη εκαίετο, οι Λυδοί και όσοι των Περσών ευρέθησαν +εκεί, περικυκλωθέντες πανταχόθεν (καθότι το πυρ είχε μεταδοθή +μέχρι των άκρων της πόλεως) και μη έχοντες ουδεμίαν έξοδον, +συνέρρευσαν εις την αγοράν και εις τας όχθας του Πακτωλού +ποταμού, όστις καταβιβάζων από τον Τμώλον ψήγματα χρυσού ρέει +διά της αγοράς, έπειτα δε ενούται με τον Έρμον όστις εκβάλλει +εις την θάλασσαν. Εις τας όχθας λοιπόν του Πακτωλού και εις την +αγοράν συναθροιζόμενοι οι Λυδοί και οι Πέρσαι ηναγκάζοντο να +αμύνωνται. Βλέποντες δε οι Ίωνες άλλους μεν εκ των πολεμίων να +ανθίστανται, άλλους δε με πολύ πλήθος να επέρχωνται, εφοβήθησαν +και ανεχώρησαν πάλιν εις το όρος το καλούμενον Τμώλον, εκείθεν +δε, άμα ενύκτωσεν, επέστρεψαν εις τα πλοία. + +102. Και αι μεν Σάρδεις εκάησαν, μετ' αυτών δε εκάη και ο ναός +επιχωρίας τινός θεάς της Κυβήβης· τούτον δε τον εμπρησμόν +προφασιζόμενοι οι Πέρσαι, έκαιον και αυτοί τους ναούς της +Ελλάδος. Άμα οι προς δυσμάς του Άλυος ποταμού κατοικούντες +Πέρσαι έμαθον τα συμβαίνοντα, συνηθροίσθησαν και έσπευσαν προς +βοήθειαν των Λυδών· αλλ' επειδή ένεκα του συμβάντος το οποίον +διηγήθην δεν εύρον πλέον τους Ίωνας εις τας Σάρδεις, τους +κατεδίωξαν και τους έφθασαν εις την Έφεσον. Και αντετάχθησαν +μεν οι Ίωνες, πολεμήσαντες όμως ενικήθησαν ολοσχερώς και οι +Πέρσαι εφόνευσαν πλείστους εξ αυτών· μεταξύ δε άλλων ονομαστών +και τον Ευαλκίδην, στρατηγόν των Ερετριέων όστις πολλούς αγώνας +στεφανηφόρους είχε κερδίσει και όστις πολλάκις είχεν υμνηθή υπό +του Κείου Σιμωνίδου. Όσοι δε εξ αυτών διέφυγον τον όλεθρον, +ούτοι εσκορπίσθησαν εις διαφόρους πόλεις. + +103. Τότε μεν ούτως ηγωνίσθησαν· μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι +εγκαταλιπόντες ολοτελώς τους Ίωνας ηρνήθησαν, με όλας τας +επιμόνους παρακλήσεις και τας επανειλημμένας πρεσβεύσεις του +Αρισταγόρου, να τω πέμψωσι βοηθείας τινάς. Οι Ίωνες όμως, +μολονότι εστερήθησαν της συμμαχίας των Αθηναίων, επειδή όσα +είχον πράξει κατά του Δαρείου δεν τοις επέτρεπον να φερθώσιν +άλλως, εξηκολούθησαν ουδέν ήττον τας πολεμικάς παρασκευάς των +κατά του βασιλέως, όθεν πλεύσαντες εις τον Ελλήσποντον υπέταξαν +το Βυζάντιον και τας άλλας πόλεις τας περί εκείνα τα μέρη· +έπειτα δε εξελθόντες του Ελλησπόντου, προσέλαβον εις την +συμμαχίαν των τα πλειότερα μέρη της Καρίας. Και αυτή η Καύνος, +ήτις πρότερον δεν ήθελε να συμμαχήση, άμα ενέπρησαν τας +Σάρδεις, ηνώθη με αυτούς. + +104. Οι δε Κύπριοι όλοι, πλην των Αμαθουσίων, προσετέθησαν εις +αυτούς ως εθελονταί, διότι και αυτοί απεστάτησαν από τους +Μήδους κατά τον εξής τρόπον. Ο Ονήσιλος ήτο νεώτερος αδελφός +του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και υιός του Χέρσιος, υιού +του Σιρώμου, υιού του Ευέλθοντος. Ούτος ο άνθρωπος πολλάκις μεν +και πρότερον επρότεινεν εις τον Γόργον να αποστατήση από τον +βασιλέα, τότε δε άμα έμαθεν ότι απεστάτησαν και οι Ίωνες, τον +παρεκίνησε μετά πλειοτέρας ζέσεως· επειδή όμως δεν έπειθε τον +Γόργον, καιροφυλακτήσας ότε αυτός εξήλθε της πόλεως των +Σαλαμινίων, ο Ονήσιλος ομού με τους οπαδούς του, τον έκλεισεν +έξω των πυλών. Και ο μεν Γόργος μη δυνηθείς πλέον να εισέλθη +κατέφυγεν εις τους Μήδους, ο δε Ονήσιλος μείνας κύριος της +Σαλαμίνος έπεισε τους Κυπρίους να αποστατήσωσιν· έπεισε δε +όλους πλην των Αμαθουσίων, τους οποίους μη θέλοντας να +υπακούσωσιν, ήλθε και τους επολιόρκησεν. + +105. Επολιόρκει λοιπόν την Αμαθούντα ο Ονήσιλος όταν ανήγγειλον +εις τον βασιλέα ότι αι Σάρδεις εκυριεύθησαν και εκάησαν υπό των +Αθηναίων και των Ιώνων, και ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, αρχηγός +της συστάσεως ταύτης ήτο ο Μιλήσιος Αρισταγόρας. Μαθών τας +ειδήσεις ταύτας, χωρίς να φροντίση ποσώς διά τους Ίωνας οίτινες +ήτο βέβαιος ότι δεν ήθελον διαφύγει την τιμωρίαν ης ήτο αξία η +αποστασία των, ηρώτησε πρώτον τίνες ήσαν οι Αθηναίοι. Αφού δε +έλαβε τας πληροφορίας τας οποίας ήθελεν, εζήτησε το τόξον του, +το έλαβεν, έθεσεν επ' αυτού βέλος, το ηκόντισε προς τον +ουρανόν, και ενώ εκείνο διέσχιζε τον αέρα, είπεν· «Ω Ζευ, είθε +να δυνηθώ να τιμωρήσω τους Αθηναίους.» Αφού δε είπε ταύτα, +διέταξεν ένα των υπηρετών να ίσταται πλησίον του οσάκις +γευματίζη και να τω επαναλαμβάνη τρις· «Δέσποτα, ενθυμού τους +Αθηναίους.» + +106. Αφού διέταξε ταύτα ο Δαρείος, καλέσας ενώπιόν του τον +Ιστιαίον τον Μιλήσιον, τον οποίον εκράτει εκεί προ πολλού, τω +είπεν: «Ακούω, Ιστιαίε, ότι ο επίτροπός σου εις τον οποίον +ενεπιστεύθης την πόλιν, απεστάτησεν απ' εμού. Με έφερεν άνδρας +εκ της άλλης ηπείρου, και πείσας τους Ίωνας (οίτινες θα +τιμωρηθώσι δι όσα έπραξαν) να ακολουθήσωσιν εκείνους, με +απεστέρησε των Σάρδεων. Τώρα σοι φαίνεται η πράξις καλή; Πώς +ετολμήθη άνευ της συμβουλής σου; Πρόσεξον μήπως ύστερον +κατηγορήσης συ σεαυτόν. Εις ταύτα ο Ιστιαίος απεκρίθη· «Ποίον +λόγον είπες, ω βασιλεύ; Εγώ να συμβουλεύσω πράγμα από το οποίον +ηδύνατο να προκύψη εις σε μεγάλη ή μικρά δυσαρέσκεια! Και τι +επιθυμών περισσότερον ήθελον πράξει τούτο; τι με λείπει; +Απολαμβάνω όλα τα αγαθά όσα απολαμβάνεις συ και είμαι ο +εμπεπιστευμένος όλων σου των βουλευμάτων. Εάν ήναι αληθές ότι ο +επίτροπός μου έπραξεν αυτό το οποίον είπες, ήξευρε ότι το +έπραξεν αφ' εαυτού. Εν πρώτοις όμως εγώ δεν παραδέχομαι ότι οι +Μιλήσιοι και ο επίτροπός μου επιβουλεύονται την βασιλείαν σου· +εάν εν τούτοις έπραξαν τοιούτο τι, εάν σοι ανέφερον πραγματικόν +τι γεγονός, ω βασιλεύ, ενόησον τι κακόν έπραξες καλέσας με +πλησίον σου εκ των παραθαλασσίων μερών· διότι οι Ίωνες, +απαλλαγέντες της επαγρυπνήσεώς μου, θα απεπειράθησαν ως +φαίνεται εκείνο το οποίον επεθύμουν προ πολλού. Εάν εγώ ήμην +εις την Ιωνίαν, ουδεμία πόλις θα εκινείτο. Τώρα λοιπόν άφησόν +με να επιστρέψω εκεί ταχέως διά να αποκαταστήσω πάλιν την τάξιν +εις όλα τα πράγματα, διά να συλλάβω τον επίτροπον τούτον της +Μιλήτου, όστις ως λέγεται εμηχανεύθη όλα ταύτα, και τον +παραδώσω εις σε. Αφού δε εκπληρώσω ταύτα κατά την επιθυμίαν +σου, ομνύω εις τους βασιλικούς θεούς να μη εκβάλω τον χιτώνα με +τον οποίον θα καταβώ εις την Ιωνίαν πριν σοι καταστήσω φόρου +υποτελή την μεγίστην νήσον Σαρδώ.» + +107. Διά των λόγων τούτων ο Ιστιαίος ηπάτησε τον Δαρείον όστις +επείσθη και τον απέστειλε, παραγγέλλων αυτώ, άμα εκπληρώση τας +υποσχέσεις του, να επιστρέψη πάλιν εις τα Σούσα. + +108. Ενώ η περί των Σάρδεων αγγελία έφθασεν εις τον βασιλέα, +και ο Ιστιαίος λαβών την άδειαν παρά του Δαρείου επορεύετο εις +την θάλασσαν, καθ όλον τούτο το διάστημα συνέβαινον τα εξής: +Ανηγγέλθη εις τον Σαλαμίνιον Ονήσιλον, πολιορκούντα τους +Αμαθουσίους, ότι ο Πέρσης Αρτύβιος, έχων μεθ' εαυτού στρατόν +πολύν περιμένεται μετά πλοίων εις την Κύπρον. Μαθών τούτο ο +Ονήσιλος έσπευσε να πέμψη κήρυκα προς τους Ίωνας διά να +επικαλεσθή την βοήθειάν των· ούτοι δε χωρίς να σκεφθώσι πολύ +έφθασαν μετά μεγάλου στόλου. Ότε δε έφθασαν οι Ίωνες εις την +Κύπρον, τότε και οι Πέρσαι διαβάντες με πλοία εκ της Κιλικίας +εχώρουν πεζοί προς την Σαλαμίνα, οι δε Φοίνικες μετά του στόλου +των περιέπλεον την άκραν ήτις καλείται Κλείδες της Κύπρου. + +109. Εν τούτω τω αναμεταξύ οι τύραννοι της Κύπρου, +συγκαλέσαντες τους στρατηγούς των Ιώνων, τοις είπον· «Άνδρες +της Ιωνίας, σας αφίνομεν να εκλέξετε ό,τι θέλετε εκ των δύο· ή +τους Πέρσας να κτυπήσετε ή τους Φοίνικας. Εάν μεν θέλετε να +παραταχθήτε πεζοί και να πολεμήσετε τους Πέρσας, είναι καιρός +να εξέλθετε από τα πλοία και να ταχθήτε εις μάχην, ενώ ημείς θα +εισέλθωμεν εις τα πλοία σας και θα ανταγωνισθώμεν προς τους +Φοίνικας· εάν δε προτιμάτε να πολεμήσετε κατά των Φοινίκων, +πράξατε τούτο. Ό,τι όμως από τα δύο εκλέξετε, προσέξατε να +φερθήτε ούτως ώστε δι' υμών να γίνωσιν ελεύθεραι η Κύπρος και η +Ιωνία.» Εις ταύτα οι Ίωνες απεκρίθησαν· «Το κοινόν των Ιώνων +μας έπεμψε διά να φυλάττωμεν την θάλασσαν και όχι διά να +παραδώσωμεν τα πλοία μας εις τους Κυπρίους και να πολεμήσωμεν +πεζοί τους Πέρσας. Θα προσπαθήσωμεν λοιπόν να φανώμεν χρήσιμοι +εκεί όπου διετάχθημεν να μείνωμεν· υμείς δε οφείλετε, +ενθυμηθέντες όσα επάθετε ότε ήσθε υπό την κυριαρχίαν των Μήδων, +να φανήτε άνδρες γενναίοι.» Ταύτα απεκρίθησαν οι Ίωνες. + +110. Ύστερον δε, ότε ήλθον εις την πεδιάδα των Σαλαμινίων οι +Πέρσαι, οι βασιλείς των Κυπρίων παρετάχθησαν εις μάχην, +αντιτάξαντες τους μεν άλλους Κυπρίους κατά των συμμαχικών +στρατευμάτων των Περσών, εκ δε των Σαλαμινίων και των Σολίων +εκλέξαντες τους ανδρειοτέρους παρέταξαν αυτούς εναντίον των +Περσών. Εναντίον δε του στρατηγού των Περσών Αρτυβίου ετάχθη +εθελοντής ο Ονήσιλος. + +111. Ο Αρτύβιος είχεν ίππον όστις ήτο δεδιδαγμένος να ίσταται +ορθός εναντίον του οπλίτου. Μαθών τούτο ο Ονήσιλος είπε προς +τον υπασπιστήν του, Κάρα μεν το γένος, δοκιμώτατον δε περί τα +πολεμικά και τολμηρότατον· «Έμαθον ότι ο ίππος του Αρτυβίου +ορθούται επί των οπισθίων ποδών, διά δε του στόματος και των +εμπροσθίων ποδών προσβάλλει εκείνον κατά του οποίου ήθελεν +επιπέσει. Σκέφθητι λοιπόν και ειπέ μοι αμέσως ποίον +επιφορτίζεσαι να προσέξης και να κτυπήσης, τον ίππον ή αυτόν +τον Αρτύβιον.» Απεκρίθη εις ταύτα ο ακόλουθός του· «Βασιλεύ, +είμαι έτοιμος να πράξω αμφότερα ή μόνον το έν εκ των δύο, +αφεύκτως όμως εκείνο το οποίον με διατάξης· εν τούτοις θα σοι +είπω εκείνο το οποίον νομίζω διά σε συμφερώτερον. Η γνώμη μου +είναι ότι είς βασιλεύς, είς στρατηγός, οφείλει να επιτεθή κατά +βασιλέως, κατά στρατηγού· διότι εάν καταστρέψης στρατηγόν, ποία +δόξα διά σε! Εάν πάλιν σε καταστρέψη εκείνος (ό μη γένοιτο) +είναι ημίσεια συμφορά να φονευθή τις υπό ευγενούς χειρός. Ημείς +οι υπηρέται οφείλομεν να πολεμώμεν τους υπηρέτας· όσον δ' αφορά +τον ίππον, μη φοβηθής παντάπασι τα τεχνάσματά του, διότι σε +υπόσχομαι ότι δεν θα ορθωθή πλέον κατ' ουδενός ανθρώπου.» + +112. Ταύτα είπε και μετά ταύτα εγένετο η συμπλοκή κατά ξηράν +και κατά θάλασσαν. Και εις μεν το ναυτικόν οι Ίωνες εφάνησαν +κατ' εκείνην την ημέραν αξιώτατοι και ενίκησαν τους Φοίνικας, +μεταξύ δε αυτών οι Σάμιοι ηρίστευσαν· εις δε πεζικόν, άμα +επλησίασαν τα στρατεύματα, συνεπλάκησαν και εμάχοντο. Όσον +αφορά τους δύο στρατηγούς, συνέβησαν εις αυτούς τα εξής· ενώ ο +Αρτύβιος έφιππος ώρμα εναντίον του Ονησίλου, ο Ονήσιλος τον +εκτύπησε κατά την συμβουλήν του υπασπιστού του· εν τούτοις ο +ίππος ητοιμάζετο να κτυπήση διά των εμπροσθίων ποδών την ασπίδα +του Ονησίλου, ότε ο ακόλουθος πλήξας με δρέπανον απέκοψε τους +πόδας του ίππου και ο στρατηγός των Περσών Αρτύβιος έπεσεν εκεί +εις τον τόπον συγχρόνως με τον ίππον. + +113. Ενώ δε εμάχοντο και οι άλλοι, ο τύραννος του Κουρίου +Στησήνωρ, έχων περί εαυτόν δύναμιν ανδρών ου σμικράν, +ηυτομόλησεν εις τους Πέρσας· λέγονται δε οι Κουριείς ούτοι +άποικοι των Αργείων. Ότε λοιπόν επρόδωσαν, αμέσως και τα +πολεμιστήρια άρματα των Σαλαμινίων έπραξαν το αυτό με τους +Κουριείς. Γενομένων δε τούτων υπερίσχυσαν οι Πέρσαι και +τραπέντος εις φυγήν του στρατού των Κυπρίων, έπεσον πολλοί εξ +αυτών και μεταξύ άλλων ο Ονήσιλος του Χέρσιος, όστις ενήργησε +την επανάστασιν των Κυπρίων, και ο βασιλεύς των Σολίων +Αριστόκυπρος ο υιός του Φιλοκύπρου, του Φιλοκύπρου εκείνου τον +οποίον ο Σόλων ο Αθηναίος ελθών εις την Κύπρον επήνεσε διά +στίχων πλειότερον από πάντα άλλον τύραννον. + +114. Οι δε Αμαθούσιοι τους οποίους επολιόρκησεν ο Ονήσιλος +κόψαντες την κεφαλήν αυτού την έφερον εις την Αμαθούντα και την +εκρέμασαν υπεράνω των πυλών. Κρεμαμένης δε της κεφαλής και +γενομένης κοίλης, σμήνος μελισσών εισήλθεν εις αυτήν και την +επλήρωσε μέλιτος. Τούτου γενομένου ηρώτησαν οι Αμαθούσιοι το +μαντείον και τοις εδόθη χρησμός την μεν κεφαλήν να καταβιβάσωσι +και να θάψωσιν, εις δε τον Ονήσιλον να κάμνωσι κατ' έτος θυσίας +ως εις ήρωα, και ότι, εάν πράξωσι ταύτα, θα τοις αποβή εις +καλόν. Και οι μεν Αμαθούσιοι έπραττον ταύτα μέχρι των ημερών +μου. + +115 Οι δε Ίωνες οι ναυμαχήσαντες εις την Κύπρον, μαθόντες ότι +τα πράγματα του Ονησίλου είχον καταστραφή και ότι αι άλλαι +πόλεις των Κυπρίων επολιορκούντο, πλην της Σαλαμίνος όπου, μετά +την αποστασίαν των κατοίκων, εισήλθε πάλιν ο αρχαίος βασιλεύς +Γόργος, άμα μαθόντες ταύτα οι Ίωνες απέπλευσαν εις την Ιωνίαν. +Εκ δε των εν Κύπρω πόλεων μόνη η πόλις Σόλοι αντέστη πλειότερον +χρόνον, αλλ' οι Πέρσαι υποσκάψαντες πέριξ το τείχος την +εκυρίευσαν κατά τον πέμπτον μήνα. + +116. Τοιουτοτρόπως οι Κύπριοι, μείναντες επί έν έτος ελεύθεροι, +κατεδαυλώθησαν αύθις εκ νέου· ο δε Λαυρίσης όστις είχε μίαν των +θυγατέρων του Δαρείου, ο Υμέης, ο Οτάνης και άλλοι Πέρσαι +στρατηγοί, έχοντες και αυτοί θυγατέρας του Δαρείου, +καταδιώξαντες τους εις τας Σάρδεις εκστρατεύσαντας Ίωνας και +αναγκάσαντες αυτούς να εισέλθωσιν εις τα πλοία, εμοίρασαν ως +νικηταί τας πόλεις μεταξύ των και τας ελεηλάτουν. + +117. Και ο μεν Δαυρίσης τραπείς προς τας πόλεις του Ελλησπόντου +εκυρίευσε το Δάρδανον, την Άβυδον, την Περκώπην, την Λάμψακον +και την Παισόν· ταύτας εκυρίευε μίαν καθ' ημέραν. Ενώ όμως +εξήρχετο από την Παισόν διά να μεταβή εις την πόλιν Πάριον, τω +ήλθεν αγγελία ότι οι Κάρες ομοφρονήσαντες με τους Ίωνας +απεστάτησαν από τους Πέρσας. Αναχωρήσας λοιπόν εκ του +Ελλησπόντου, ωδήγησε τον στρατόν κατά της Καρίας. + +118. Πριν όμως φθάση εκεί, οι Κάρες έμαθαν φαίνεται τούτο και +συνηθροίσθησαν εις τας Λευκάς καλουμένας Στήλας και εις τον +ποταμόν Μαρσύαν όστις ρέων εκ της Ιδριάδος χώρας εκβάλλει εις +τον Μαίανδρον. Εκεί συναθροισθέντες συνεκρότησαν συμβούλιον εις +το οποίον πολλαί και διάφοροι γνώμαι εδόθησαν εξ ων η αρίστη +κατ' εμέ ήτο η του Πιξωδάρου, υιού του Μαυσώλου, πολίτου +Κινδυέως και γαμβρού του βασιλέως των Κιλίκων Συεννέσεως. +Τούτου του ανδρός η γνώμη ήτο να διαβώσιν οι Κάρες τον +Μαίανδρον. και έχοντες εις τα νώτα τον ποταμόν, να πολεμήσωσι, +διά να μη δύνανται να φύγωσιν οπίσω, και αναγκαζόμενοι να +μείνωσιν εκεί, να γίνωσιν ανδρειότεροι παρ' όσον ήσαν εκ +φύσεως. Η γνώμη όμως αύτη δεν υπερίσχυσεν, αλλ' ήθελον μάλλον +οι Πέρσαι να έχωσιν όπισθέν των τον ποταμόν ή οι Κάρες, με την +ελπίδα βεβαίως ότι εάν νικηθώσιν εις την μάχην οι Πέρσαι και +θελήσωσι να φύγωσι, να μη δυνηθώσι να επιστρέψωσιν οπίσω +πίπτοντες εις τον ποταμόν. + +119. Μετά ταύτα δε, ότε ήλθον οι Πέρσαι και διέβησαν τον +ποταμόν, οι Κάρες συνεπλάκησαν με αυτούς εις τας όχθας του +ποταμού Μαρσύου και επολέμησαν επί πολλήν ώραν και επιμόνως· +τέλος όμως ενικήθησαν υπό του πλήθους των πολεμίων. Και εκ μεν +των Περσών έπεσον περί τους δισχιλίους, εκ δε των Καρών περί +τους μυρίους. Όσοι των Καρών διέφυγαν, εκλείσθησαν εις το εν +Λαβράνδοις ιερόν του Πολεμιστού Διός, όπερ είναι άλσος μέγα και +άγιον εκ πλατάνων. Από όσους δε ημείς γνωρίζομεν, μόνοι οι +Κάρες προσφέρουσι θυσίας εις τον Πολεμιστήν Δία. +Κατακλεισθέντες λοιπόν εκεί, συνεσκέπτοντο ποίον ήτο +συμφερώτερον διά την σωτηρίαν των, να παραδοθώσιν εις τους +Πέρσας, ή να εγκαταλείψωσι διά παντός την Ασίαν και να φύγωσιν, + +120. Ενώ εσκέπτοντο ταύτα, ήλθον εις βοήθειαν αυτών οι Μιλήσιοι +και οι σύμμαχοι αυτών. Τότε οι Κάρες παρήτησαν πάσαν περαιτέρω +διάσκεψιν και ητοιμάσθησαν να επαναλάβωσι τον πόλεμον. +Συνεπλάκησαν λοιπόν με τους Πέρσας ελθόντας εναντίον των, και +πολεμήσαντες ενικήθησαν πλειότερον ή πρότερον. Πλήθος εξ αυτών +έπεσον· μεγαλειτέραν όμως φθοράν υπέστησαν οι Μιλήσιοι. + +121. Μετά την καταστροφήν δε ταύτην ανέλαβον πάλιν οι Κάρες και +επολέμησαν· διότι μαθόντες ότι οι Πέρσαι εστράτευσαν κατά των +πόλεών των, έστησαν ενέδραν εις την οδόν της Πηδάσου και +εμπεσόντες εις αυτήν οι Πέρσαι κατά την νύκτα διεφθάρησαν αυτοί +και οι στρατηγοί των Δαυρίσης, Αμόργης και Σισιμάκης. Μετ' +αυτών απώλετο και ο Μύριος του Γύγου. Αρχηγός της ενέδρας ήτο ο +υιός του Ιβανώλιος Ηρακλείδης, πολίτης Μυλασσεύς. Και ούτοι μεν +οι Πέρσαι τοιουτοτρόπως απώλοντο. + +122. Ο δε Υμέης, είς εξ εκείνων οίτινες είχον καταδιώξει τους +εις τας Σάρδεις στρατεύσαντας Ίωνας, τραπείς προς την +Προποντίδα, εκυρίευσε την Κίον της Μυσίας. Ότε δε έμαθεν ότι ο +Δαυρίσης ανεχώρησεν από τον Ελλήσποντον και εξεστράτευσε κατά +της Καρίας, αφήσας την Προποντίδα, έφερε τον στρατόν εις τον +Ελλήσποντον και εκυρίευσεν όλους τους Αιολείς όσοι νέμονται την +Τρωικήν χώραν· εκυρίευσεν ομοίως τους Γέργιθας οίτινες είχον +μείνει από την εποχήν των αρχαίων Τευκρών. Αυτός δε ο Υμέης, +αφού υπέταξε τα έθνη ταύτα, απέθανεν εξ ασθενείας εις την +Τρωάδα. + +123. Και ούτος μεν ούτως ετελεύτησεν· ο δε Αρταφέρνης, ο +ύπαρχος των Σάρδεων, και ο Οττάνης ο τρίτος στρατηγός, +διετάχθησαν να εκστρατεύσωσι κατά της Ιωνίας και της +πλησιοχώρου αυτής Αιολίδος. Και της μεν Ιωνίας εκυρίευσαν τας +Κλαζομενάς, της δε Αιολίδος την Κύμην. + +124. Ενώ δε εκυριεύοντο αι πόλεις αύται, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας +(όστις ως απεδείχθη δεν είχε μεγαλοψυχίαν, διότι αφού +ανεστάτωσε την Ιωνίαν και υπεκίνησε μεγάλας ταραχάς, εσκέπτετο +πώς να φύγη) ακούσας ταύτα και σκεπτόμενος ότι ήτο αδύνατον να +υπερτερήση τον βασιλέα Δαρείον, συνήθροισε τους συστασιώτας και +συνεσκέπτετο μετ' αυτών λέγων ότι είναι συμφέρον εις αυτούς να +έχωσιν έτοιμον καταφύγιον εις περίστασιν καθ' ην ήθελον εξωσθή +εκ της Μιλήτου, και προτείνων να τους φέρη ως αποίκους είτε εις +την Σαρδώ είτε εις την Μύρκινον των Ηδωνών, την οποίαν ο +Ιστιαίος έλαβεν από τον Δαρείον και την ετείχισε. Ταύτα +συνεβούλευεν ο Αρισταγόρας. + +125. Του δε ιστορικού Εκαταίου του Ηγησάνδρου η γνώμη ήτο να μη +εκλέξη ο Αρισταγόρας μήτε την μίαν μήτε την άλλην πόλιν, αλλά +να κτίση τείχος εις την νήσον Λέρον και να μείνη εκεί ησυχάζων, +εάν διωχθή εκ της Μιλήτου· έπειτα δε, μετά παρέλευσιν χρόνου +τινός, να αναχωρήση εκείθεν και να επιστρέψη πάλιν εις την +Μίλητον. Ταύτα συνεβούλευσε και ο Εκαταίος. + +126. Του Αρισταγόρου όμως η γνώμη έκλινε περισσότερον να απέλθη +εις την Μύρκινον. Όθεν την μεν Μίλητον επέτρεψεν εις τον +Πυθαγόραν, πολίτην ευπόληπτον, αυτός δε παραλαβών πάντα τον +βουλόμενον έπλευσεν εις την Θράκην και εκυρίευσε την χώραν κατά +της οποίας ήλθε. Κατά τινα όμως έξοδον εκ της χώρας ταύτης, ο +Αρισταγόρας και όλος ο στρατός του εξωλοθρεύθησαν υπό των +Θρακών ενώπιον πόλεώς τινος την οποίαν επολιόρκουν και εκ της +οποίας οι Θράκες είχον συγκατατεθή να εξέλθωσιν υπόσπονδοι. + + + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΚΤΟΝ + + + + +Ε Ρ Α Τ Ω. + + + +1. Ο Αρισταγόρας λοιπόν αποστατήσας την Ιωνίαν τοιουτοτρόπως +ετελεύτησεν· ο δε τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος, αφεθείς υπό +του Δαρείου, ήλθεν εις τας Σάρδεις. Άμα δε έφθασεν εκ των +Σούσων, τον ηρώτησεν ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης διά ποίαν +αιτίαν νομίζει ότι απεστάτησαν οι Ίωνες. Ο Ιστιαίος απεκρίθη +ότι όχι μόνον δεν ήξευρε τίποτε, αλλά και ότι εθαύμαζε διά το +γεγονός. Έλεγε δε ταύτα με ύφος ανθρώπου αγνοούντος εντελώς τα +διατρέχοντα. Τότε ο Αρταφέρνης, γνωρίζων την αληθή αιτίαν της +αποστασίας και βλέπων αυτόν υποκρινόμενον, είπεν· «Ιδού, ω +Ιστιαίε, πώς έχουσιν αυτά τα πράγματα· συ μεν έρραψας το +υπόδημα, ο δε Αρισταγόρας το εφόρεσε.» + +2. Ταύτα είπεν ο Αρταφέρνης σχετικά προς την αποστασίαν, ο δε +Ιστιαίος φοβηθείς την διορατικότητα του Αρταφέρνους, αμέσως +εκείνην την νύκτα έφυγεν εις την θάλασσαν, ευχαριστούμενος +διότι ηπάτησε τον βασιλέα Δαρείον. Αυτός όστις είχεν υποσχεθή +να υποτάξη την μεγίστην νήσον Σαρδώ, δεν εδίστασε να αναλάβη +την αρχηγίαν του πολέμου των Ιώνων κατά του Δαρείου. Διαβάς εις +την Χίον, εδεσμεύθη υπό των Χίων, οίτινες τον υπώπτευσαν ότι +οργανίζει εναντίον των νέα τινά σχέδια προς το συμφέρον του +Δαρείου. Όταν έπειτα έμαθον οι Χίοι όλην την ιστορίαν, ότι ήτο +πολέμιος του βασιλέως, τον απέλυσαν. + +3. Ερωτώμενος τότε ο Ιστιαίος υπό των Ιώνων της Χίου διατί +τόσον προθύμως έγραψε προς τον Αρισταγόραν να αποστατήση από +τον βασιλέα και επέφερε τόσον κακόν εις τους Ίωνας, την μεν +αληθή αιτίαν δεν εφανέρωσεν, είπε δε ότι ο βασιλεύς Δαρείος +είχεν απόφασιν να μεταφέρη τους Φοίνικας εις την Ιωνίαν και +τους Ίωνας εις την Φοινίκην, και τούτου ένεκα έγραψεν εις τον +Αρισταγόραν. Βεβαίως ο βασιλεύς ουδεμίαν τοιαύτην ιδέαν +συνέλαβεν, αλλ' ο Ιστιαίος ήθελε να φοβίζη τους Ίωνας. + +4. Μετά ταύτα ο Ιστιαίος, μεταχειριζόμενος ως γραμματοκομιστήν +τον Αταρνείτην Έρμιππον, έπεμψεν επιστολάς προς τους εις τας +Σάρδεις διαμένοντας Πέρσας οίτινες προηγουμένως είχον +συνομιλήσει μετ' αυτού περί της αποστασίας. Αλλ' ο Έρμιππος, +εις μεν τους Πέρσας προς τους οποίους επέμφθη δεν δίδει τα +γράμματα, τα φέρει δε και τα εγχειρίζει εις τον Αρταφέρνην. +Μαθών δε ούτος τα διατρέχοντα, διέταξε τον Έρμιππον τας μεν +επιστολάς να δώση εις εκείνους προς τους οποίους εστάλη, τας δε +άλλας τας παρά των Περσών αντιπεμπομένας εις τον Ιστιαίον, +ταύτας να τω παραδώση. Τούτων λοιπόν φανερωθέντων, εφόνευσε +τότε ο Αρταφέρνης πολλούς Πέρσας. + +5. Εις μεν τας Σάρδεις λοιπόν επεκράτει ταραχή. Τον δε +Ιστιαίον, απατηθέντα εις τας ελπίδας του, έφερον οι Χίοι εις +την Μίλητον κατ' αίτησίν του. Οι δε Μιλήσιοι, οίτινες ασμένως +απηλλάγησαν του Αρισταγόρου, ουδόλως ήσαν πρόθυμοι να δεχθώσιν +άλλον τύραννον εις την χώραν, καθότι εγεύθησαν την ελευθερίαν. +Και επειδή ο Ιστιαίος έφθασε κατά την νύκτα και επειράθη βιαίως +να εισέλθη εις την Μίλητον, επληγώθη εις τον μηρόν υπό τινος +των Μιλησίων. Διωχθείς λοιπόν εκ της πατρίδος του, επιστρέφει +οπίσω εις την Χίον· εντεύθεν δε, επειδή δεν έπειθε τους Χίους +να τω δώσωσι πλοία, διέβη εις την Μιτυλήνην και έπεισε τους +Λεσβίους να τω δώσωσι. Πληρώσαντες λοιπόν οι Λέσβιοι οκτώ +τριήρεις, έπλευσαν μετά του Ιστιαίου εις το Βυζάντιον, και +μένοντες εκεί συνελάμβανον τα εκ του Ευξείνου Πόντου εκπλέοντα +πλοία, πλην εκείνων τα οποία έλεγον ότι ήσαν πρόθυμα να +υπακούωσιν εις τον Ιστιαίον. + +6. Ο μεν Ιστιαίος λοιπόν και οι Μιτυληναίοι ταύτα έπραττον· εις +δε την Μίλητον περιεμένετο πολύς στρατός ναυτικός και πεζός· +διότι συνενωθέντες οι στρατηγοί των Περσών και σχηματήσαντες έν +μόνον στρατόπεδον, ήλαυνον κατά της Μιλήτου, ήκιστα +φροντίζοντας διά τας άλλας πόλεις. Εκ των του ναυτικού στρατού +οι Φοίνικες ήσαν οι προθυμότατοι· ομού δε με αυτούς είχον ενωθή +οι Κύπριοι, προσφάτως υποταγέντες, οι Κίλικες και οι Αιγύπτιοι. + +7. Και αυτοί μεν ήρχοντο κατά της Μιλήτου και της λοιπής +Ιωνίας, οι δε Ίωνες μαθόντες ταύτα έπεμψαν πρέσβεις εις το +Πανιώνιον. Γενομένης δε συνελεύσεως εν τω τόπω τούτω, +απεφασίσθη να μη αντιτάξωσι πεζόν στρατόν εναντίον των Περσών, +να αναθέσωσι την φύλαξιν της πόλεως εις αυτούς τους Μιλησίους, +να πληρώσωσιν όλα τα πλοία χωρίς να αφήσωσιν ουδέν κενόν, να τα +φέρωσι τάχιστα εις την Δάδην και να ναυμαχήσωσιν υπέρ της +Μιλήτου. Η δε Δάδη είναι νήσος μικρά κειμένη προ της πόλεως των +Μιλησίων. + +8. Μετά ταύτα, συμπληρωθέντων των πληρωμάτων, ήλθον οι Ίωνες +και μετ' αυτών οι Αιολείς οι κατοικούντες την Λέσβον. Ετάχθησαν +δε ως εξής· το μεν προς ανατολάς κέρας είχον αυτοί οι Μιλήσιοι +οίτινες παρέσχον ογδοήκοντα πλοία· μετ' αυτούς ήσαν οι Πριηνείς +με δώδεκα πλοία και οι Μυούσιοι με τρία· πλησίον αυτών ήσαν οι +Τήιοι με πλοία δεκαεπτά· μετά τους Τηίους ήσαν οι Χίοι με πλοία +εκατόν πλησίον δε αυτών ετάχθησαν οι Ερυθραίοι και οι Φωκαείς, +οι μεν Ερυθραίοι έχοντες οκτώ πλοία, οι δε Φωκαείς τρία· μετά +τους Φωκαείς ήσαν οι Λέσβιοι με πλοία εβδομήκοντα· τελευταίοι +δε παρετάχθησαν οι Σάμιοι με εξήκοντα πλοία, έχοντες το προς +δυσμάς κέρας. Όλων τούτων των τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις +τριακοσίας πεντήκοντα τρεις. Και ταύτα μεν ήσαν τα πλοία των +Ιώνων. + +9. Των δε βαρβάρων τα πλοία ήσαν εξακόσια. Όταν δε έφθασαν και +αυτά απέναντι της Μιλήτου, ήλθε δε και όλος ο πεζός στρατός +των, τότε οι στρατηγοί των Περσών, μαθόντες τον αριθμόν των +ιωνικών πλοίων εφοβήθησαν μήπως δεν δυνηθώσι να νικήσωσι, και +τοιουτοτρόπως ου μόνον την Μίλητον δεν θα λάβωσιν, ως μη όντες +κύριοι της θαλάσσης, αλλά και την οργήν του Δαρείου θα +επισύρωσι. Ταύτα σκεπτόμενοι, συνεκάλεσαν τους τυράννους των +ιωνικών πόλεων όσοι, στερηθέντες των ηγεμονιών των υπό του +Αρισταγόρου του Μιλησίου, κατέφυγον εις τους Μήδους, και +ευρίσκοντο τότε εις το προ της Μιλήτου στρατόπεδον. Τους +παρόντας λοιπόν των ανδρών τούτων συγκαλέσαντες, έλεγον προς +αυτούς τα εξής· «Ω Ίωνες, τώρα έκαστος υμών ας φανή ότι +υπηρετεί τον οίκον του βασιλέως· ας προσπαθήση έκαστος υμών να +αποσπάση τους συμπολίτας του από τους λοιπούς συμμάχους. Είπατε +εις αυτούς δι' απεσταλμένων ότι δεν θα πάθωσι τίποτε διά την +αποστασίαν των· ότι δεν θα καύσωμεν ούτε τα ιερά των ούτε τας +οικίας των, και ότι δεν θα τους μεταχειρισθώμεν αυστηρότερον ή +πρότερον. Εάν όμως δεν πράξωσι ταύτα, εάν επιμείνωσιν +αμετατρέπτως να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, απειλήσατε αυτούς +τι θα πάθωσιν εάν νικηθώσιν· αυτούς μεν θα εξανδραποδίσωμεν, +τους δε παίδας των θα ευνουχίσωμεν, τας δε θυγατέρας των θα +μεταφέρωμεν εις τα Βάκτρα, και θα δώσωμεν εις άλλους την χώραν +των.» + +10. Οι μεν στρατηγοί των Περσών ταύτα έλεγον· οι δε τύραννοι +των Ιώνων έπεμπον διά νυκτός απεσταλμένους, έκαστος προς τους +συμπολίτας του, και έδιδον τας αγγελίας ταύτας. Οι Ίωνες όμως, +εις όσους έφθασαν αι αγγελίαι, τας ήκουον με περιφρόνησιν και +δεν εδέχοντο την προδοσίαν· έκαστη δε πόλις ενόμιζεν ότι εις +αυτήν μόνην οι Πέρσαι εμήνυον ταύτα. Συνέβησαν λοιπόν ταύτα +ευθύς ως έφθασαν οι Πέρσαι εις την Μίλητον. + +11. Μετά την συνάθροισίν των δε εις την Λάδην οι Ίωνες +συνεσκέφθησαν. Εκεί πολλοί άλλοι ωμίλησαν, και προς +τούτοις ο στρατηγός των Φωκαέων Διονύσιος, λέγων τα εξής· «Τα +πράγματά μας, ω άνδρες της Ιωνίας, ίστανται επί ξυρού ακμής, ή +να ελευθερωθώμεν, ή να μείνωμεν δούλοι, και δούλοι δραπέται. +Τώρα λοιπόν εάν θελήσετε να υποφέρετε ταλαιπωρίας, θα +κουρασθήτε μεν προς καιρόν, θα γίνετε όμως ικανοί να νικήσετε +τους εχθρούς σας και να ελευθερωθήτε· εάν δε εξ εναντίας +δείξετε μαλθακότητα και αταξίαν, ουδεμίαν ελπίδα έχω να σας ίδω +διαφεύγοντας την τιμωρίαν του βασιλέως διά την αποστασίαν σας. +Υπακούσατε λοιπόν εις εμέ και αναθέσατέ μοι την σωτηρίαν σας· +εάν οι θεοί μείνωσιν ουδέτεροι, σας υπόσχομαι ότι οι πολέμιοι +θα αποφύγωσι την μάχην, εάν δε συμπλακώσι, να νικηθώσιν +ολοσχερώς.» + +12. Ακούσαντες ταύτα οι Ίωνες αφιέρωσαν εαυτούς εις τον +Διονύσιον. Αυτός δε εξάγων καθ' ημέραν τον στόλον εις το +πέλαγος εν είδει ημικυκλίου, διά να συνειθίζωσιν οι κωπηλάται +να κάμνωσι διέκπλους μεταξύ των και να ασκώνται οι πολεμισταί, +εκράτει κατά το επίλοιπον της ημέρας τα πλοία ηγκυροβολημένα +και εκούραζε τοιουτοτρόπως τους Ίωνας δι' όλης της ημέρας. Και +επί επτά μεν ημέρας υπήκουον οι Ίωνες και εξετέλουν όσα τους +επρόσταζε· την ογδόην όμως ημέραν, ασυνείθιστοι όντες εις +τοιούτους κόπους και βασανιζόμενοι από τας ταλαιπωρίας και τον +ήλιον, είπον μεταξύ των· «Εις ποίον θεόν ημαρτήσαμεν και +υποφέρομεν αυτά τα δεινά; βεβαίως παρεφρονήσαμεν και εχάσαμεν +το λογικόν μας αφιερωθέντες και υπακούοντες εις ένα αλαζόνα +Φωκαέα όστις έφερε τρία πλοία και όστις παραλαβών ημάς εις την +εξουσίαν του, καταταλαιπωρεί όλους με αφορήτους κόπους. Πολλοί +εξ ημών έπεσαν ασθενείς, πολλοί άλλοι είναι έτοιμοι να πάθωσι +το ίδιον. Αντί τούτων των κακών, δεν είναι προτιμότερον να +πάθωμεν παν άλλο, και αυτήν την δουλείαν ήτις μας περιμένει; +διότι οιαδήποτε και αν ήναι αύτη, πάντοτε θα ήναι ολιγώτερον +βαρεία της παρούσης. Θάρρος λοιπόν και μη υπακούωμεν πλέον εις +αυτόν.» Ταύτα είπον και εις το εξής ουδείς πλέον ήθελε να +υπακούη, αλλ' ως οι πεζοί στρατοί έστησαν σκηνάς εις την νήσον, +έμενον υπό σκιάν και δεν ήθελαν ούτε εις τα πλοία, να +εισέλθωσιν ούτε να επαναλάβωσι τα γυμνάσια. + +13. Οι δε στρατηγοί της Σάμου μαθόντες τι έπραττον οι Ίωνες, +συνεννοήθησαν μετά του υιού του Συλοσώντος Αιάκους όστις +προηγουμένως τοις είχε πέμψει προτάσεις υπαγορευθείσας υπό των +Περσών, παροτρύνων αυτούς να εγκαταλίπωσι την ιωνικήν +συμμαχίαν. Βλέποντες λοιπόν την επικρατούσαν αταξίαν και +σκεπτόμενοι ενταυτώ ότι ήτο αδύνατον να υπερνικήσωσι την +δύναμιν του βασιλέως, εδέχθησαν τας προσφοράς του Αιάκους, +πεπεισμένοι άλλως τε ότι και αν ο παρών στόλος των νικήση τον +του Δαρείου, δεν θα εβράδυνε να έλθη εναντίον των άλλος +πενταπλάσιος. Επομένως, άμα είδον τους Ίωνας αποποιουμένους να +φανώσιν ανδρείοι, επροφασίσθησαν την ανάγκην ότι έπρεπε να +σώσωσιν εκ του κινδύνου τα ιερά και τας κατοικίας των. Ο Αιάκης +δε εκείνος του οποίου εδέχθησαν τας προτάσεις ήτο υιός του +Συλοσώντος, υιού του Αιάκους· τύραννος δε ων της Σάμου, είχε +καθαιρεθή υπό του Μιλησίου Αρισταγόρου, ως και οι άλλοι +τύραννοι της Ιωνίας. + +14. Τότε λοιπόν, επειδή έπλευσαν εναντίον των οι Φοίνικες, +αντεπεξήλθον και οι Ίωνες και παρέταξαν τα πλοία των εν σχήματι +ημισελήνου. Ότε όμως επλησίασαν αλλήλους και συνεπλάκησαν, δεν +δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος ποίοι εκ των Ιώνων εφάνησαν +γενναίοι και ποίοι άνανδροι εις αυτήν την ναυμαχίαν, διότι +αιτιώνται αλλήλους. Λέγεται όμως ότι τότε οι Σάμιοι κατά τα +συμπεφωνημένα προς τον Αιάκη, αναπετάσαντες τα ιστία και +εγκαταλιπόντες την τάξιν των, έπλευσαν εις την Σάμον, πλην +ένδεκα πλοίων των οποίων οι τριήραρχοι έμειναν εις την τάξιν +των και εναυμάχησαν μη υπακούσαντες εις τους στρατηγούς. Τούτου +ένεκα το κοινόν των Σαμίων διέταξε να χαραχθώσι τα ονόματα +αυτών και των πατέρων των εις στήλην προς ένδειξιν ότι +εφέρθησαν ως άνδρες γενναίοι· σώζεται δε η στήλη αύτη εις την +αγοράν. Ιδόντες δε οι Λέσβιοι τους πλησίον των ότι έφευγον, +έπραξαν το αυτό και οι πλείστοι των Ιώνων τους εμιμήθησαν. + +15. Εκ των παραμεινάντων εις την ναυμαχίαν οι μάλλον βλαβέντες +ήσαν οι Χίοι, οίτινες όμως ηνδραγάθησαν και ουδεμίαν έδειξαν +αδυναμίαν. Αυτοί, ως ερρέθη ανωτέρω, παρέσχον εκατόν πλοία εις +έκαστον των οποίων ήσαν τεσσαράκοντα άνδρες εκλεκτοί μεταξύ των +πολιτών. Όταν είδον ότι οι πλειότεροι των συμμάχων επρόδιδον, +απεφάσισαν να μη φανώσιν όμοιοι με τους ανάνδρους εκείνους· +μείναντες μόνοι μετ' ολίγων συμμάχων διέσχισαν την εχθρικήν +γραμμήν και εναυμάχησαν καταστρέψαντες πολλά πλοία, μέχρις ου +απώλεσαν όλα σχεδόν τα ιδικά των. Οι επιζήσαντες, με όσα πλοία +τοις έμειναν, έφυγον εις την Χίον. + +16. Τινές όμως, των οποίων τα πλοία είχον υποστή πολλά +τραύματα, αυτοί διωκόμενοι κατέφυγον εις την Μυκάλην· και τα +μεν πλοία ρίψαντες εις την ξηράν τα άφησαν εκεί, αυτοί δε +επορεύθησαν πεζοί δια της ηπείρου. Όταν δε εισήλθον εις την γην +της Εφέσου και έφθασαν προ της πόλεως, είχε νυχτώσει και αι +γυναίκες του τόπου εώρταζον τα θεσμοφόρια. Οι Εφέσιοι οίτινες +προηγουμένως δεν είχον ακούσει περί της καταστροφής των Χίων, +ιδόντες να εισέρχεται στρατός εις την χώραν των, τους εξέλαβον +ότι ήσαν κλέπται και ότι ήρχοντο να αρπάσωσι τας γυναίκας των. +Τότε ο λαός όλος έδραμεν επί τα όπλα και κατέσφαξε τους Χίους. +Οι Χίοι λοιπόν ταύτα τα δυστυχήματα έπαθον. + +17. Ο δε φωκαεύς Διονύσιος, αφού είδεν ότι τα πράγματα των +Ιώνων κατεστράφησαν, κυριεύσας τρία πλοία των πολεμίων δεν +επέστρεψε πλέον εις την Φώκαιαν, καθότι ήτο βέβαιος ότι και η +πόλις αύτη ήθελεν εξανδραποδισθή ομού με την άλλην Ιωνίαν, αλλ' +άνευ αναβολής έπλευσε κατ' ευθείαν προς την Φοινίκην. Έπειτα, +καταβυθίσας γαυλούς τινας και λαβών πλούτη πολλά, έπλευσεν εις +την Σικελίαν. Εκείθεν δε ορμώμενος ελήστευεν, ουχί τους +Έλληνας, αλλά τους Καρχηδονίους και τους Τυρρηνούς. + +18. Οι δε Πέρσαι, αφού ενίκησαν τους Ίωνας εις την ναυμαχίαν, +επολιόρκησαν την Μίλητον διά ξηράς και διά θαλάσσης. +Υποσκάπτοντες τα τείχη και μεταχειριζόμενοι διαφόρους μηχανάς, +εκυρίευσαν την πόλιν κατά το έκτον έτος μετά την αποστασίαν του +Αρισταγόρου, και εξηνδραπόδισαν αυτήν· ώστε επηλήθευσε ο +χρησμός ο δοθείς περί της Μιλήτου. + +19. Ότε οι Αργείοι μετέβησαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι +το μαντείον περί της σωτηρίας της πόλεώς των, έλαβον από κοινού +απόκρισιν της οποίας μέρος μεν ήρμοζεν εις αυτούς, μέρος δε +κατά παρένθεσιν εις τους Μιλησίους. Και το μεν μέρος το αφορών +τους Αργείους θα μνημονεύσω όταν φθάσω εις εκείνο το σημείον +της ιστορίας μου· όσα δε εχρησμοδοτήθησαν εις τους Μιλησίους, +οίτινες δεν ήσαν παρόντες, είναι τα εξής· _Τότε βεβαίως, +Μίλητε, εφευρέτρια κακών έργων, θα χρησιμεύσης ως δείπνον εις +πολλούς και πηγή πλουσίων δώρων. Αι γυναίκες σου θα νίψωσι τους +πόδας πολλών ανδρών με μακράς κόμας και άλλοι θα επιμεληθώσι +τον εις τα Δίδυμα ναόν μου._ Τότε λοιπόν αυτά τα δεινά εύρον +τους Μιλησίους, ότε οι πλείστοι των ανδρών εφονεύθησαν υπό των +Περσών οίτινες είχον μακράν κόμην, αι δε γυναίκες και τα παιδία +εγένοντο ανδράποδα, και οι εν Διδύμοις Βραγχίδαι, ναός και +χρηστήριον, εσυλήθησαν και επυρπολήθησαν. Περί δε των πραγμάτων +όσα υπήρχον εις το ιερόν, πολλάκις εις άλλα μέρη της ιστορίας +ανέφερα. + +20. Εκείθεν δε, όσοι των Μιλησίων εζωγρήθησαν, εφέρθησαν εις τα +Σούσα. Ο βασιλεύς Δαρείος, χωρίς να τους κακοποιήση, τους +αποκατέστησεν εις τα παράλια της Ερυθράς θαλάσσης, εις την +πόλιν Άμπην, παρά την οποίαν παραρρέων ο Τίγρης ποταμός χύνεται +εις την θάλασσαν. Της δε Μιλησίας χώρας την μεν πόλιν και την +πεδιάδα εκράτησαν οι Πέρσαι δι' εαυτούς, τα δε ορεινά μέρη +έδωσαν εις τους Κάρας Πηδασείς. + +21. Ότε έπαθον ταύτα οι Μιλήσιοι από τους Πέρσας, οι Συβαρίται, +οίτινες είχον στερηθή της πόλεως των και κατώκουν την Λάον και +την Σκίδρον, δεν απέδωκαν τα όμοια εις τους Μιλησίους· διότι, +κατά την άλωσιν της Συβάριος υπό των Κροτωνιατών όλοι οι έφηβοι +Μιλήσιοι έκοψαν τας κόμας των και έφερον μέγα πένθος. Αι πόλεις +αύται, πλειότερον των άλλων τας οποίας γνωρίζομεν, είχον μεταξύ +των φιλίαν μεγάλην. Οι Αθηναίοι όμως δεν εφέρθησαν ως οι +Συβαρίται, διότι μεταξύ των άλλων τεκμηρίων της λύπης των, ότε +ο ποιητής Φρύνιχος συνέθεσε δράμα «την άλωσιν της Μιλήτου» και +εδίδαξεν αυτό από σκηνής, το θέατρον ανελύθη εις δάκρυα και οι +Αθηναίοι τον κατεδίκασαν εις πρόστιμον χιλίων δραχμών ως +αναμνήσαντα οικιακά δυστυχήματα, και διά ψηφίσματος απηγόρευσαν +την αναπαράστασιν του δράματος. + +22. Η Μίλητος λοιπόν ηρημώθη Μιλησίων. Εκ των Σαμίων δε οι +έχοντες περιουσίαν τινά ουδόλως ευχαριστήθησαν δι' εκείνο το +οποίον οι στρατηγοί των έπραξαν υπέρ των Μήδων. Όθεν +συγκροτήσαντες συμβούλιον αμέσως μετά την ναυμαχίαν, +απεφάσισαν, πριν έλθη εις τον τόπον των ο τύραννος Αιάκης, να +μεταναστεύσωσι και να μη γίνωσι δούλοι του Αιάκους και των +Μήδων μένοντες εις την Σάμον. Κατ' εκείνον τον χρόνον οι +Ζαγκλαίοι της Σικελίας είχον προσκαλέσει δι' απεσταλμένων τους +Ίωνας να έλθωσιν εις την Καλήν ακτήν, επιθυμούντες να υπάρχη +εκεί αποικία Ιώνων. Αύτη δε η Καλή ακτή, ως την ονομάζουσιν, +αποτελεί μέρος της Σικελίας και κείται προς το μέρος της νήσου +το τετραμμένον προς την Τυρρηνίαν. Μόνοι λοιπόν εκ των Ιώνων οι +Σάμιοι εδέχθησαν την πρόσκλησιν, και μετ' αυτών όσοι των +Μιλησίων διέφυγον. Συνέβη όμως, τότε το εξής. + +23. Οι Σάμιοι, πλέοντες προς την Σικελίαν, έφθασαν εις τους +Λοκρούς τους Επιζεφυρίους, ενώ αυτοί οι Ζαγκλαίοι και ο +βασιλεύς των όστις ωνομάζετο Σκύθης επολιόρκουν πόλιν τινά των +Σικελών, θέλοντες να κυριεύσωσιν αυτήν. Ο τύραννος του Ρηγίου +Αναξίλαος, όστις διεφέρετο με τους Ζαγκλαίους, μαθών την άφιξιν +των Σαμίων, ήλθεν εις ομιλίαν με αυτούς και τους έπεισε να +παραιτήσωσι την Καλήν ακτήν διά την οποίαν ήλθον και να +κυριεύσωσι την Ζάγκλην, έρημον ούσαν ανδρών. Τότε οι Ζαγκλαίοι, +μαθόντες ότι εκυριεύθη η πόλις των, έδραμον αμέσως +επικαλούμενοι εις βοήθειάν των τον τύραννον της Γέλης +Ιπποκράτην, όστις ήτο σύμμαχός τους. Ότε όμως ήλθεν ο +Ιπποκράτης μετά στρατού προς βοήθειάν των, συνέλαβε τον +μονάρχην των Ζαγκλαίων Σκύθην όστις είχε χάσει την πόλιν του, +και δέσας με πέδας αυτόν και τον αδελφόν του Πυθογένη, τους +έπεμψεν εις την πόλιν Ίνυκον· τους δε λοιπούς Ζαγκλαίους, +συνεννοηθείς με τους Σαμίους και συνδεθείς μετ' αυτών δι' +όρκων, τους παρέδωκεν εις αυτούς. Ως μισθόν δε της προδοσίας +του οι Σάμιοι τω παρεχώρησαν το ήμισυ των επίπλων και των +αδραπόδων όσα ήσαν εις την πόλιν και όλα όσα ήσαν εις τους +αγρούς. Όθεν έδεσε τους περισσοτέρους των Ζαγκλαίων και τους +είχεν ως ανδράποδα, τριακοσίους δε τους επιφανεστέρους, έδωσεν +εις τους Σαμίους διά να τους σφάξωσιν. Αλλ' οι Σάμιοι δεν +έπραξαν τούτο. + +24. Ο δε μονάρχης των Ζαγκλαίων Σκύθης έφυγεν εκ της Ινύκου και +ήλθεν εις την Ιμέραν· εκείθεν δε μετέβη εις την Ασίαν και ανέβη +προς τον βασιλέα Δαρείον, όστις τον εκήρυξεν ότι ήτο ο +δικαιότερος άνθρωπος από όλους όσοι εκ της Ελλάδος ήλθον +πλησίον του, καθότι λαβών άδειαν από τον βασιλέα επέστρεψεν εις +την Σικελίαν και εκ της Σικελίας ήλθε πάλιν οπίσω εις τον +βασιλέα. Έμεινε δε εκεί μέχρις ου απέθανεν υπό γήρατος, +ευτυχέστατος ων. + +25. Τοιουτοτρόπως οι Σάμιοι, διαφυγόντες τους Μήδους, εκτήσαντο +ακόπως καλλίστην πόλιν την Ζάγκλην. Αφ' ετέρου οι Φοίνικες, +μετά την ναυμαχίαν της Μιλήτου, διαταχθέντες από τους Πέρσας, +κατεβίβασαν εις την Σάμον τον Αιάκη του Συλοσώντος, καθότι πολύ +τους ωφέλησε και κατώρθωσε μεγάλα πράγματα· εξ όλων δε των +αποστατησάντων από τον Δαρείον, μόνον των Σαμίων ούτε η πόλις +ούτε τα ιερά ενεπρήσθησαν διά την λιποταξίαν των πλοίων ήτις +εγένετο κατά την στιγμήν της ναυμαχίας. Κυριευθείσης δε της +Μιλήτου, αμέσως οι Πέρσαι κατέλαβον την Καρίαν, της οποίας αι +πόλεις, άλλαι μεν υπετάγησαν εκουσίως, άλλαι δε διά της βίας. +Ταύτα λοιπόν συνέβησαν εις αυτάς τας χώρας. + +26. Εις δε τον Ιστιαίον τον Μιλήσιον, ευρισκόμενον περί το +Βυζάντιον και συλλαμβάνοντα τας εκ του Πόντου εκπλεούσας +ολκάδας των Ιώνων, ηγγέλθησαν τα διατρέξαντα εις την Μίλητον. +Τότε ούτος ανέθεσε την φροντίδα των εν τω Ελλησπόντω πραγμάτων +εις την Βισάλτην, υιόν του Απολλοφάνους, πολίτην της Αβίδου, +και λαβών μεθ' εαυτού τους Λεσβίους έπλευσεν εις την Χίον, όπου +επολέμησεν εις τόπον τινά της νήσου, καλούμενον Κοίλα, του +οποίου η φρουρά δεν τον άφινε να πλησιάση. Εξ αυτών εφόνευσε +πολλούς, και έπειτα ορμώμενος εκ της Πολίχνης με τους Λεσβίους, +ενίκησε και τους λοιπούς Χίους, οίτινες είχον κακοπάθει εκ της +ναυμαχίας. + +27. Όταν πρόκηται μεγάλαι συμφοραί να επισκήψωσιν εις πόλιν +τινά ή έθνος, συμβαίνουσι συνήθως σημεία τινα προαναγγέλλοντα +τούτο. Τωόντι, προ των καταστροφών τούτων, μεγάλα σημεία +εφάνησαν εις την Χίον. Πρώτον, εκ του χορού των εκατόν νέων, +τους οποίους έπεμψαν εις τους Δελφούς, δύο μόνον επέστρεψαν, +τους δε άλλους εννενήκοντα οκτώ ήρπασεν ο λοιμός· δεύτερον, +κατά τον αυτόν χρόνον, ολίγον προ της ναυμαχίας, έπεσεν η στέγη +οικίας επί παιδίων διδασκομένων γράμματα, και εξ εκατόν είκοσι +τα οποία ήσαν, έν μόνον εσώθη. Ταύτα τα σημεία τοις προέδειξεν +ο θεός, και ολίγον μετά ταύτα συνέβη η ναυμαχία και κατέβαλε +την πόλιν. Προς επίμετρον της δυστυχίας ήλθεν ο Ιστιαίος με +τους Λεσβίους, και ευρών τους Χίους ήδη δεδαμασμένους, +κατέστρεψεν αυτούς, ευκόλως. + +28. Εντεύθεν ο Ιστιαίος εστράτευσε κατά της Βάσου, έχων πολλούς +Ίωνας και Αιολείς. Ενώ δε επολιόρκει την Θάσον, τω ήλθεν +είδησις ότι οι Φοίνικες απέπλευσαν εκ της Μιλήτου διά να +επιτεθώσι κατά της άλλης Ιωνίας. Μαθών τούτο, την μεν Θάσον +αφήκεν απόρθητον, αυτός δε έσπευσε μεθ' όλου του στρατού εις +την Λέσβον. Εκ της Λέσβου δε, επειδή ο στρατός υπέφερεν ένεκεν +ελλείψεως τροφών, διέβη αντικρύ διά να θερίση τον σίτον του +Αταρνέως και της πεδιάδος του Καΐκου ανηκούσης εις τους Μυσούς. +Εις ταύτα τα μέρη έτυχε να ευρίσκεται ο Άρπαγος, ανήρ Πέρσης, +στρατηγός όχι ολίγου στρατού, όστις άμα ο Ιστιαίος απέβη εις +την ξηράν, επιτεθείς κατ' αυτού τον εζώγρησε και κατέστρεψεν +όλον σχεδόν τον στρατόν του. + +29. Εζωγρήθη δε ο Ιστιαίος τοιουτοτρόπως· όταν επολέμουν οι +Έλληνες με τους Πέρσας εις την Μαλήνην της Αταρνίτιδος χώρας, +κατ' αρχάς μεν εμάχοντο ισορρόπως, ύστερον όμως επήλθε κατ' +αυτών το ιππικόν και έκλινε την νίκην προς το μέρος των Περσών. +Αφού δε ετράπησαν οι Έλληνες εις φυγήν, τότε ο Ιστιαίος ελπίζων +ότι ο βασιλεύς δεν ήθελε τον θανατώσει διά το αμάρτημά του +εκείνο, έδειξε μεγάλην φιλοζωίαν· επειδή φεύγοντα επρόφθασεν +αυτόν στρατιώτης Πέρσης και ήθελε να τον πληγώση, ομιλήσας +περσιστί εφανέρωσεν εαυτόν ότι ήτο Ιστιαίος ο Μιλήσιος. + +30. Εάν άμα εζωγρήθη, εφέρετο εις τον βασιλέα, φρονώ ότι +πιθανόν να μη υπέφερε κανέν κακόν και να τον συνεχώρει ο +Δαρείος. Ακριβώς όμως διά τούτο και διά να μη ισχύση πάλιν παρά +τω βασιλεί, ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης και ο ζωγρήσας +αυτόν Άρπαγος, άμα τον έφερον εις τας Σάρδεις τον εσταύρωσαν +και έστειλαν την κεφαλήν του τεταριχευμένην προς τον βασιλέα +Δαρείον εις τα Σούσα. Ο δε Δαρείος μαθών τα γενόμενα και +μεμφθείς τους πράξαντας, διότι δεν τον αναβίβασαν να τον +παρουσιάσωσι ζώντα προς αυτόν, διέταξε να πλύνωσι την κεφαλήν +του Ιστιαίου, να την περιτυλίξωσι με πανιά και να την θάψωσιν +ευπρεπώς, ως ανδρός μεγάλας εκδουλεύσεις παρασχόντος εις αυτόν +και εις τους Πέρσας. Ταύτα τα συμβάντα του Ιστιαίου. + +31. Ο δε ναυτικός στρατός των Περσών διαχειμάσας περί την +Μίλητον, εκυρίευσεν ευκόλως κατά το δεύτερον έτος του πλοός του +τας προς την ήπειρον κειμένας νήσους, Χίον, Λέσβον, Τένεδον. +Άμα οι βάρβαροι εγίνοντο κύριοι τινός εκ τούτων των νήσων, +εσαγήνευον τους κατοίκους· σαγηνεύουσι δε κατά τον εξής τρόπον· +κρατούμενοι εκ των χειρών και αποτελούντες γραμμήν απ' άρκτου +προς μεσημβρίαν, αρχίζουσιν από το παράριον και διέρχονται όλην +την νήσον θηρεύοντες τους ανθρώπους. Εκυρίευσαν επίσης και τας +εις την ήπειρον ιωνικάς πόλεις, αλλά δεν εσαγήνευσαν τους +ανθρώπους, καθότι δεν ήτο δυνατόν. + +32. Τότε οι στρατηγοί των Περσών εφάνησαν πιστοί εις τας +απειλάς τας οποίας έκαμον προς τους απέναντι αυτών +εστρατοπεδευμένους Ίωνας· καθότι, άμα υπέταξαν τας πόλεις, +εκλέξαντες τους ευειδεστάτους παίδας απέκοψαν τα αιδοία των και +κατέστησαν αυτούς ευνούχους· έπειτα δε έπεμψαν εις τον βασιλέα +τας μάλλον ωραίας παρθένους. Αυτά έπραττον εις τους ανθρώπους, +και συγχρόνως έκαιαν τας πόλεις και τα ιερά. Τοιουτοτρόπως δε +το τρίτον εδουλώθησαν οι Ίωνες· πρώτον μεν υπό των Λυδών, δις +δε κατά συνέχειαν υπό των Περσών. + +33. Αναχωρήσας από την Ιωνίαν ο ναυτικός στρατός υπέταξε την +αριστεράν όχθην του Ελλησπόντου, διότι όλη η δεξιά όχθη είχεν +υποταγή προλαβόντως εις τους Πέρσας ως και η άλλη ήπειρος. +Επαρχίαι δε του Ελλησπόντου εις την Ευρώπην, τας οποίας +εκυρίευσαν, είναι αι εξής· η Χερσόνησος, εις την οποίαν είναι +πολλαί πόλεις, η Πέρινθος, τα φρούρια της Θράκης, η Σηλυβρία +και το Βυζάντιον. Οι Βυζάντιοι όμως και οι αντιπέραν +Χαλκηδόνιοι δεν περιέμεινον τους επερχομένους Φοίνικας, αλλ' +εγκατέλιπον τας χώρας των και έφυγον εις τα ενδότερα του +Ευξείνου πόντου όπου έκτισαν την πόλιν Μεσαμβρίαν. Οι δε +Φοίνικες, αφού κατέκαυσαν ταύτας τας ρηθείσας χώρας, ετράπησαν +κατά της Βροκοννήσου και της Αρτάκης, και αφού παρέδωκαν εις το +πυρ και ταύτας επανήλθον εις την Χερσόνησον διά να καταστρέψωσι +τας επιλοίπους πόλεις όσας δεν είχον διαρπάσει κατά την πρώτην +εισβολήν των. Εις την Κύζικον δεν έπλευσαν παντελώς, καθότι οι +Κυζικηνοί, προ της αφίξεως των Φοινίκων, υπετάγησαν εις τον +βασιλέα συνθηκολογήσαντες με τον Οίβαριν του Μεγαβάζου, ύπαρχον +του Δασκυλείου. Πλην δε της Καρδίας, υπέταξαν οι Φοίνικες όλας +τας άλλας πόλεις της Χερσονήσου. + +34. Ετυράννευε δε των πόλεων τούτων μέχρι τότε ο Μιλτιάδης, +υιός του Κίμωνος, υιού του Στησαγόρου· την ηγεμονίαν δε ταύτην +εκτήσατο πρότερον ο Μιλτιάδης του Κυψέλου κατά τον εξής τρόπον. +Οι Δόλογκοι της Θράκης είχον την Χερσόνησον ταύτην. Ούτοι +λοιπόν οι Δόλογκοι, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς +Αψινθίων, έπεμψαν τους βασιλείς των εις τους Δελφούς διά να +ερωτήσωσι το μαντείον περί του πολέμου. Η δε Πυθία τοις είπε να +φέρωσιν εις τον τόπον των οικιστήν εκείνον όστις, απερχομένους +από το ιερόν, πρώτος καλέση αυτούς διά να τους φιλοξενήση. +Επειδή όμως οι Δόλογκοι πορευόμενοι την ιεράν οδόν διά της +Φωκίδος και της Βοιωτίας ουδένα εύρον διά να τους προσκαλέση, +ήλλαξαν πορείαν και ετράπησαν προς τας Αθήνας. + +35. Τότε εις τας Αθήνας ήτο πανίσχυρος ο Πεισίστρατος, είχεν +όμως καί τινα ισχύν ο Μιλτιάδης του Κυψέλου, καθό ανήκων εις +οικογένειαν τεθριπποφόρον και καταγόμενος ανέκαθεν από του +Αιακού και της Αιγίνης, μετά δε ταύτα γενόμενος Αθηναίος αφότου +ο του Αίαντος υιός Φιλαίος, πρώτος εκ της οικογενείας ταύτης, +επολιτογραφήθη εις τας Αθήνας. Ο Μιλτιάδης ούτος, καθήμενος εις +τα πρόθυρα της οικίας του και ιδών διαβαίνοντας τους Δολόγκους +με ενδύματα και ακόντια ξενικά, τους εκάλεσε πλησίον του, και +προσελθόντας τους παρεκάλεσε να εισέλθωσι και δεχθώσι την +φιλοξενίαν. Οι Δόλογκοι, δεχθέντες και ξενισθέντες υπ' αυτού, +τω ανεκοίνωσαν όλον τον χρησμόν, και αφού διηγήθηκαν το πράγμα, +παρεκάλεσαν τον Μιλτιάδην να υπακούση εις τον θεόν. Ακούσας +ταύτα ο Μιλτιάδης επείσθη αμέσως, καθότι ήτο δυσηρεστημένος +κατά της αρχής του Πεισιστράτου και εζήτει να φύγη από τας +Αθήνας. Αμέσως λοιπόν έπεμψεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση +το μαντείον αν έπρεπε να πράξη όσα εζήτουν παρ' αυτού οι +Δόλογκοι. + +36. Επειδή δε τον παρακίνει και η Πυθία εις τούτο, τότε ο +Μιλτιάδης του Κυψέλου, όστις προ του συμβεβικότος τούτου είχε +νικήσει εις τους Ολυμπιακούς αγώνας με τέθριππον, έλαβε μεθ' +εαυτού όλους τους Αθηναίους όσοι ήθελον να μεθέξωσι της +αποδημίας ταύτης, και αποπλεύσας μετά των Δολόγκων κατέλαβε την +χώραν των εις την οποίαν τον κατέστησαν τύραννον οι +προσκαλέσαντες αυτόν Δόλογκοι. Η πρώτη αυτού φροντίς υπήρξε να +κλείση διά τείχους τον ισθμόν της Χερσονήσου, από της Καρδίας +μέχρι της Πακτύης, διά να μη δύνανται οι Αψίνθιοι να τους +βλάπτωσι διά των εισβολών των. Ο ισθμός ούτος έχει πλάτος +τριακονταέξ σταδίων· από δε του ισθμού όλη η έσω Χερσόνησος +έχει μήκος τετρακοσίων είκοσι σταδίων. + +37. Τοιχίσας λοιπόν ο Μιλτιάδης τον αυχένα της Χερσονήσου και +εμποδίσας τοιουτοτρόπως τους Αψινθίους, επολέμησε πρώτους των +άλλων τους Λαμψακηνούς. Οι Λαμψακηνοί ενεδρεύσαντες τον +εζώγρησαν· επειδή όμως ο Μιλτιάδης ήτο αγαπητός εις τον Κροίσον +τον Λυδόν, μαθών ούτος το πάθημά του, έπεμψε και εκήρυξεν εις +τους Λαμψακηνούς να αφήσωσι τον Μιλτιάδην, άλλως ήθελε τους +εξολοθρεύσει ως πίτυν. Συσκεπτομένων δε των Λαμψακηνών τι άρα +γε εσήμαινεν η απειλή εκείνη ότι ο Κροίσος ήθελε τους +εξολοθρεύσει ως πίτυν, μόλις ύστερον είς των γεροντοτέρων +ενόησε και τοις εξήγησε το πράγμα ειπών ότι εξ όλων των δένδρων +μόνη η πίτυς αφού κοπή δεν αναδίδει πλέον ουδένα βλαστόν αλλά +καταστρέφεται ριζηδόν. Φοβηθέντες λοιπόν οι Λαμψακηνοί τον +Κροίσον, ηλευθέρωσαν τον Μιλτιάδην και τον απέπεμψαν. + +38. Χάριν λοιπόν του Κροίσου ο Μιλτιάδης εσώθη, βραδύτερον όμως +απέθανεν άπαις, μεταβιβάσας την αρχήν και τους θησαυρούς του +εις τον Στησαγόραν υιόν του ομομητρίου αδελφού του Κίμωνος. +Αφού δε απέθανε, θύουσιν εις αυτόν οι Χερσονησίται κατά το έθος +ως εις οικιστήν και συγκροτούσιν αγώνα ιππικόν και γυμνικόν, +εις τον οποίον ουδείς Λαμψακηνός γίνεται δεκτός να αγωνισθή. +Εξακολουθούντος δε του πολέμου προς τους Λαμψακηνούς, συνέβη να +αποθάνη και ο Στησαγόρας άπαις πληγείς εις την κεφαλήν διά +πελέκεως εν τω πρυτανείω υπό τινος ανθρώπου λόγω μεν αυτομόλου, +πράγματι δε πολεμίου και παρατόλμου. + +39. Ούτως ετελεύτησε και ο Στησαγόρας· τότε δε οι +Πεισιστρατίδαι έπεμψαν μετά τριήρους εις την Χερσόνησον τον +Μιλτιάδην του Κίμωνος, αδελφόν του αποθανόντος Στησαγόρου, διά +να προφθάσει και καταλάβη την αρχήν. Οι Πεισιστρατίδαι ούτοι +και εις τας Αθήνας όντα επεριποιούντο, ως να μη ήσαν ένοχοι διά +τον θάνατον του πατρός του Κίμωνος όστις συνέβη ως θα διηγηθώ +εις άλλο μέρος της ιστορίας. Ελθών ο Μιλτιάδης εις την +Χερσόνησον έμενεν εις την οικίαν του, επί προφάσει ότι επένθει +διά τον θάνατον του αδελφού του Στησαγόρου· μαθόντες δε τούτο +οι Χερσονησίται, συνηθροίσθησαν οι έγκριτοι όλων των πόλεων και +μετέβησαν όλοι ομού διά να τον συλλυπηθώσιν, αλλ' ο Μιλτιάδης +τους συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Ακολούθως ο +Μιλτιάδης εγένετο κύριος της Χερσονήσου, συνετήρει πεντακοσίους +επικούρους και έλαβε γυναίκα την Αγησιπύλην, θυγατέρα του +βασιλέως των Θρακών Ολόρου. + +40. Ούτος ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ο νεωστί καταλαβών την +Χερσόνησον, περιήλθεν αλληλοδιαδόχως εις πολλάς δυσχερείας, τας +μεν δεινοτέρας των δε· κατά το τρίτον έτος μετά την έλευσίν του +ηναγκάσθη να φύγη από την Χερσόνησον διά τους Σκύθας, οίτινες +ερεθισθέντες υπό του βασιλέως Δαρείου είχον συνενωθή και +επροχώρησαν μέχρι της Χερσονήσου ταύτης. Ο Μιλτιάδης μη +περιμείνας αυτούς επερχομένους, έφυγεν από την Χερσόνησον +μέχρις ου ανεχώρησαν οι Σκύθαι και τον επανέφερον οι Δόλογκοι. +Ταύτα δε συνέβησαν τρία έτη προ τον σημείου εις ό ευρίσκεται η +ιστορία ημών. + +41. Μαθών ο Μιλτιάδης ότι οι Φοίνικες ήσαν εις την Τένεδον, +έθεσεν εις πέντε τριήρεις όλα τα πράγματα όσα είχε και +απέπλευσε διά τας Αθήνας. Εξελθών της Καρδίας, έπλεε διά του +Μέλανος κόλπου· ότε όμως έκαμψε την Χερσόνησον, οι Φοίνικες +επέπεσον κατ' αυτού με τα πλοία των. Και αυτός μεν με τέσσαρα +εκ των πλοίων του προφθάνει και καταφεύγει εις την Ίμβρον, οι +δε Φοίνικες καταδιώκουσι το πέμπτον και το συλλαμβάνουσι. +Συνέπεσε δε να ήναι αρχηγός του πλοίου τούτου ο πρεσβύτερος των +υιών του Μιλτιάδου Μητίοχος, γεννηθείς ουχί εκ της θυγατρός του +Θρακός Ολόρου, αλλ' εξ άλλης. Αυτόν δε μετά του πλοίου +συνέλαβον οι Φοίνικες, και μαθόντες ότι ήτο υιός του Μιλτιάδου, +τον ανεβίβασαν εις τον βασιλέα, ελπίζοντες ότι θα τύχωσι +μεγάλης αμοιβής, καθότι μόνος ο πατήρ του είχε συμβουλεύσει +τους Ίωνας να λύσωσι την γέφυραν και να επιστρέψωσιν εις τας +κατοικίας των, πειθόμενοι εις τους Σκύθας ζητούντας τούτο. Αλλ' +όταν οι Φοίνικες παρέδωκαν εις τον Δαρείον τον υιόν του +Μιλτιάδου Μητίοχον, ο βασιλεύς ου μόνον δεν τον εκακοποίησεν +αλλ' εξ εναντίας τω έκαμε πολλά καλά, καθότι τω έδωκεν οίκον, +κτήματα και γυναίκα Περσίδα εκ της οποίας εγέννησε τέκνα +καταταχθέντα εις τους Πέρσας. Ο δε Μιλτιάδης εκ της Ίμβρου +ήλθεν εις τας Αθήνας. + +42. Και κατά το έτος τούτο τίποτε περισσοτέρον δεν έγινεν εκ +μέρους των Περσών εχθρικόν προς τους Ίωνας, εξ εναντίας μάλιστα +συνέβησαν τα εξής άτινα πολύ ωφέλησαν τους Ίωνας. Ο ύπαρχος των +Σάρδεων Αρταφέρνης, μηνύσας να έλθωσιν απεσταλμένοι εκ των +πόλεων, ηνάγκασε τους Ίωνας να κάμωσι μεταξύ των συνθήκας όπως +λύωσιν εις το εξής τας διαφοράς των διά της κρίσεως και όχι να +άγωσι και να φέρωσιν αλλήλους. Ταύτα τους ηνάγκασε να κάμωσι, +και προς τούτοις μετρήσας τας χείρας αυτών κατά παρασάγκας +(ούτως ονομάζουσιν οι Πέρσαι τα τριάκοντα στάδια) επέβαλε +συμφώνως με την καταμέτρησιν ταύτην φόρους τους οποίους έκτοτε +μέχρι της εποχής μου πληρόνουσιν οι ιδιοκτήται της χώρας, όπως +διωρίσθησαν υπό του Αρταφέρνους· διωρίσθησαν δε σχεδόν ως ήσαν +και πρότερον. Όλα ταύτα τα μέτρα ήσαν ειρηνικά. + +43. Άμα δε τω έαρι, παυθέντων των άλλων στρατηγών υπό του +βασιλέως, κατέβη ο Μαρδόνιος του Γωβρύου εις το παραθαλάσσιον +έχων πολυάριθμον πεζικόν και πολύ ναυτικόν· ήτο νέος και νεωστί +είχε νυμφευθή την θυγατέρα του Δαρείου Αρταζώστρην. Άγων δε τον +στρατόν τούτον ο Μαρδόνιος και φθάσας εις την Κιλικίαν εισήλθεν +εις πλοίον και εκομίζετο μετά των άλλων πλοίων, τον δε πεζόν +στρατόν άλλοι ηγεμόνες ωδήγουν προς τον Ελλήσποντον. Αφού δε +παραπλεύσας την ασιατικήν παραλίαν έφθασεν ο Μαρδόνιος εις την +Ιωνίαν, εκεί (πράγμα παράδοξον το οποίον θα διηγηθώ δι' +εκείνους τους Έλληνας οίτινες δεν παραδέχονται ότι ο Οτάνης, +είς των επτά, εγνωμοδότησε να καταστήσωσι δημοκρατίαν εις την +Περσίαν) καταλύσας όλους τους τυράννους των Ιώνων ανίδρυσε +δημοκρατίας εις τας πόλεις. Ταύτα πράξας, έσπευσε προς τον +Ελλήσποντον. Αφού δε συνήχθη πολύς αριθμός πλοίων και πολύς +πεζός στρατός, διαβάντες με πλοία τον Ελλήσποντον, επορεύοντο +διά της Ευρώπης· επορεύοντο δε κατά της Ερετρίας και των +Αθηνών. + +44. Και αύται μεν αι πόλεις ήσαν πρόσχημα της εκστρατείας· οι +Πέρσαι όμως είχον κατά νουν να υποτάξωσιν όσας δυνηθώσι +περισσοτέρας πόλεις της Ελλάδος. Και πρώτον μεν διά του στόλου +υπέταξαν τους Θασίους οίτινες ουδέ χείρας ύψωσαν εναντίον των· +αφ' ετέρου διά του στρατού της ξηράς υπεδούλωσαν τους Μακεδόνας +και τους προσέθεσαν εις τους υπάρχοντας υπηκόους των, καθότι +όλαι αι παραθαλάσσιαι επαρχίαι της Μακεδονίας ήσαν ήδη εις +αυτούς υποτεταγμέναι. Οι δε μετά του στόλου εξελθόντες της +Θάσου, παρέπλευσαν την ήπειρον, έφθασαν εις την Άκανθον και εκ +της Ακάνθου ηθέλησαν να κάμψωσι τον Άθωνα· αλλ' ενώ παρέπλεον, +σφοδρός και ενάντιος βορράς άνεμος επέπεσε κατ' αυτών και τους +έβλαψε μεγάλως ρίψας έξω εις τον Άθωνα πολλά πλοία, καθότι +λέγεται ότι πλοία μεν κατεστράφησαν τριακόσια, άνθρωποι δε υπέρ +τους εικοσακισχιλίους. Επειδή δε η περί τον Άθωνα θάλασσα αύτη +είναι πλήρης τεράτων, άλλοι μεν κατεβροχθίζοντο αρπαζόμενοι υπ' +αυτών, άλλοι συνετρίβοντο κατά των πετρών, και άλλοι επνίγοντο +μη ηξεύροντες να κολυμβώσιν· άλλοι τέλος απέθανον ένεκα του +ψύχους. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός ταύτα έπαθε. + +45. Τον δε Μαρδόνιον και τον πεζόν στρατόν, εστρατοπεδευμένους +εις την Μακεδονίαν εκτύπησαν νύκτα τινά οι Βρύγοι Θράκες, και +εφόνευσαν εξ αυτών πολλούς, επλήγωσαν δε αυτόν τον Μαρδόνιον. +Πλην ούτε αυτοί απέφυγον την υποδούλωσιν των Περσών, καθότι ο +Μαρδόνιος δεν ανεχώρησεν εκ των χωρών τούτων πριν ή τους +υποτάξη. Αφού δε τους υπέταξεν, απήγαγε τον στρατόν οπίσω, +καθότι και το πεζόν εβλάφθη πολύ από τους Βρύγους και το +ναυτικόν περί τον Άθωνα. Ούτος λοιπόν ο στρατός, αδεξίως +αγωνισθείς, επανέκαμψεν εις την Ασίαν. + +46. Κατά το επόμενον δε έτος μετά τα συμβάντα ταύτα ο Δαρείος, +επειδή οι Θάσιοι διεβλήθησαν υπό των αστυγειτόνων των ότι +εμελέτων αποστασίαν, τους διέταξε διά κήρυκος να καθαιρέσωσι το +τείχος των και να μεταφέρωσι τα πλοία των εις τα Άβδηρα. Είναι +αληθές ότι οι Θάσιοι, πολιορκηθέντες άλλοτε υπό του Μιλησίου +Ιστιαίου, επειδή είχον μεγάλας προσόδους, μετεχειρίζοντο τα +χρήματά των εις το να ναυπηγώσι πλοία μακρά και να κτίζουσι +περί την πόλιν ισχυρότατον τείχος. Προήρχοντο δε αι πρόσοδοι εκ +της ηπείρου και εκ των μεταλλείων. Εκ των εν τη Σαπτή Ύλη +μεταλλείων του χρυσού τοις ήρχοντο συνήθως ογδοήκοντα τάλαντα, +εξ εκείνων δε τα οποία ήσαν εν αυτή τη Θάσω μικρότεραι μεν +ποσότητες, αλλά τόσον συχναί ώστε, επειδή ήσαν απηλλαγμένοι +παντός φόρου, εισέπραττον κατ' έτος εκ της ηπείρου και των +μεταλλείων διακόσια τάλαντα, έτυχε δε έτος να εισπράξωσι και +τριακόσια. + +47. Εγώ αυτός είδον τα μεταλλεία ταύτα· εκ τούτων τα μάλλον +θαυμάσια είναι εκείνα τα οποία ανεκάλυψαν οι Φοίνικες όταν μετά +του Θάσου αποίκισαν την νήσον ταύτην ήτις σήμερον έχει το όνομα +από του Θάσου τούτου. Τα Φοινικικά ταύτα μεταλλεία είναι εν τη +Θάσω μεταξύ δύο τόπων καλουμένων Αινύρων και Κοινύρων, απέναντι +της Σαμοθράκης· είναι δε όρος υψηλόν, ανεστραμμένον υπό των +ανασκαφών. Ταύτα τα μεταλλεία. + +48. Οι δε Θάσιοι, υπακούοντες εις την διαταγήν του βασιλέως, +και το τείχος των εκρήμνισαν και τα πλοία των έφερον εις τα +Άβδηρα. Έπειτα ο Δαρείος ηθέλησε να δοκιμάση τι είχον κατά νουν +οι Έλληνες, να τον πολεμήσωσιν ή να παραδοθώσιν. Έπεμψε λοιπόν +κήρυκας ανά την Ελλάδα όλην διατάξας αυτούς να ζητήσωσι διά τον +βασιλέα γην και ύδωρ. Και τούτους μεν έπεμψεν εις την Ελλάδα, +άλλους δε έπεμψεν εις τας διαφόρους υποτελείς παραθαλασσίους +πόλεις, προστάξας να κατασκευάσωσι πλοία μακρά και πλοία +ιππαγωγά. + +49. Και ούτοι μεν ητοίμαζον ταύτα· εις δε τους ελθόντας εις την +Ελλάδα κήρυκας, και ηπειρώται πολλοί έδοσαν εκείνα τα οποία +επροσποιείτο ότι εζήτει ο Πέρσης, και όλοι οι νησιώται εις τους +οποίους ήλθον οι κήρυκες να ζητήσωσι. Δίδουσι λοιπόν γην και +ύδωρ εις τον Δαρείον όλοι οι νησιώται και μεταξύ των άλλων οι +Αιγινήται. Άμα έμαθον τούτο οι Αθηναίοι εχολώθησαν καθότι +ενόμιζον ότι οι Αιγινήται έδοσαν γην και ύδωρ διά να τους +βλάψωσι και να στρατεύσωσιν εναντίον των μετά του Πέρσου. Όθεν +προθύμως ευρόντες πρόφασιν, μετέβησαν εις την Σπάρτην και +κατηγόρησαν τους Αιγινήτας ως προδίδοντας την Ελλάδα. + +50. Ακούσας την κατηγορίαν ταύτην ο Κλεομένης του Αναξανδρίδου, +βασιλεύς των Σπαρτιατών, διέβη εις την Αίγιναν διά να συλλάβη +τους πρωταιτίους των Αιγινητών. Αλλ' ενώ επειράθη να τους +συλλάβη, αντέστησαν όλοι οι πολίται και μάλιστα ο Κρίος του +Πολυκρίτου όστις τω είπεν ότι θα μετανοήση εάν λάβη έστω και +ένα μόνον Αιγινήτην, διότι πράττει ταύτα άνευ της συναινέσεως +του κοινού των Σπαρτιατών, αλλά αγορασθείς διά χρημάτων υπό των +Αθηναίων· εάν είχεν άλλως το πράγμα, θα συνώδευεν αυτόν και +έτερος βασιλεύς. Έλεγε δε ταύτα ο Κρίος κατά παραγγελίαν του +Δημαράτου. Διωκόμενος δε ο Κλεομένης εκ της Αιγίνης ηρώτησε τον +Κρίον πώς ωνομάζετο, αυτός δε το είπε. Τότε ο Κλεομένης είπε +προς αυτόν· «Καιρός είναι, ω κριέ, να χαλκώσης τα κέρατά σου, +διότι έχεις να παλαίσης προς μέγα κακόν.» + +51. Κατά το διάστημα τούτο ο μείνας εις την Σπάρτην Δημάρατος +του Αρίστωνος, εκατηγόρησε τον Κλεομένη, ων και ούτος βασιλεύς +των Σπαρτιατών αλλ' εξ οικογενείας ολίγον κατωτέρας, κατωτέρας +δε ουχί κατά άλλο τι (διότι αμφότεροι έχουσι την αυτήν +καταγωγήν) αλλά, διά την πρωτοτοκίαν η οικογένεια του +Εύρυσθένους ετιμάτο περισσότερον. + +52. Οι Λακεδαιμόνιοι, μη συμφωνούντες με κανένα ποιητήν, +λέγουσιν ότι ουχί οι παίδες του Αριστοδήμου, αλλ' αυτός ο +Αριστόδημος ο υιός του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, +βασιλεύς ων έφερεν αυτούς εις την χωράν την οποίαν έχουσι +σήμερον, και ότι ολίγον μετά ταύτα έτεκεν η γυνή του +Αριστοδήμου, ήτις εκαλείτο Αργεία και ήτο θυγάτηρ του +Αυτεσίωνος, υιού του Τισαμενού, υιού του Θερσάνδρου, υιού του +Πολυνείκους. Έτεκεν αύτη δύο δίδυμα, και αφού ο Αριστόδημος +είδε τέκνα απέθανε νοσήσας. Τότε οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν +κατά τον νόμον να κάμωσι βασιλέα τον πρεσβύτερον· αλλά +διετέλουν εις αμηχανίαν ποίον να εκλέξωσι, καθότι αμφότεροι +ήταν οι αυτοί και κατά την μορφήν και κατά το μέγεθος· επειδή +δε δεν ηδύναντο να τους διακρίνωσιν ή να τους δοκιμάσωσι +προηγουμένως, ηρώτησαν την μητέρα. Η δε μήτηρ είπεν ότι και +αυτή δεν ηδύνατο να τους διακρίνη, ουχί διότι τωόντι δεν ήξευρε +τούτο, αλλά διότι ήθελε να γίνωσιν αμφότεροι βασιλείς. +Απορούντες λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι, έπεμψαν εις τους Δελφούς +διά να ερωτήσωσι περί του πρακτέου· η δε Πυθία τοις είπε να +λάβωσιν ως βασιλείς και τα δύο παιδία, να τιμώσι δε +περισσότερον τον πρεσβύτερον. Και η μεν Πυθία ταύτα τοις είπεν, +οι δε Λακεδαιμόνιοι ηπόρουν όχι ολιγώτερον περί του πώς να +εξεύρωσι τον πρεσβύτερον αυτών. Τότε Μεσσήνιός τις ονόματι +Πανίτης τοις έδωκε την εξής συμβουλήν· να παρατηρήσωσι ποίον εκ +των δύο η μήτηρ λούει και γαλουχεί πρώτον, και εάν ίδωσιν ότι +πράττει πάντοτε το ίδιον, έστωσαν βέβαιοι ότι έχουσι παν ό,τι +ζητούσι και θέλουσι να εύρωσιν, εάν δε πλανάται και εκείνη +γαλουχούσα εναλλάξ, τότε έστωσαν βέβαιοι ότι ούτε εκείνη +ηξεύρει περισσότερόν τι, και τότε πρέπει να καταφύγωσιν εις +άλλο μέσον εξευρέσεως. Οι Σπαρτιάται λοιπόν, κατά την συμβουλήν +του Μεσσηνίου, παραμονεύσαντες την μητέρα εν αγνοία της είδον +ότι απαρεγκλίτως πάντοτε ετίμα τον πρεσβύτερον, λούουσα και +γαλουχούσα πρώτον αυτόν. Κρίνοντες λοιπόν ως πρεσβύτερον +εκείνον τον οποίον ετίμα η μήτηρ, έτρεφον αυτόν δημοσίαις +δαπάναις και το ωνόμασαν Ευρυσθένη, τον δε νεώτερον Προκλέα. +Αφού δε ηνδρώθησαν, μολονότι ήσαν αδελφοί, πάντοτε καθ' όλον το +διάστημα της ζωής των διαφέροντο προς αλλήλους, και οι απόγονοι +των διετέλουν ωσαύτως. + +53. Ταύτα λέγουσι μόνοι εκ των Ελλήνων οι Λακεδαιμόνιοι, τα δε +εξής γράφω εγώ κατά τα λεγόμενα των άλλων Ελλήνων. Ούτοι οι +βασιλείς των Δωριέων μέχρι του Περσέως υιού της Δανάης, +τιθεμένου κατά μέρος του θεού, αριθμούνται ακριβώς υπό των +Ελλήνων και αποδεικνύονται ότι είναι Έλληνες, καθότι τότε πλέον +ήσαν ούτοι Έλληνες. Είπα δε μέχρι του Περσέως και δεν έλαβον εξ +αρχής την καταγωγήν των διά τον εξής λόγον, διότι εις τον +Περσέα ουδεμία υπάρχει επωνυμία πατρός θνητού (6), όπως εις τον +Ηρακλέα ο Αμφιτρύων (7)· όθεν διά τούτον τον λόγον ορθώς είπον +μέχρι του Περσέως. Εάν δε από της Δανάης της θυγατρός του +Ακρισίου καταριθμήση τις τους προγόνους αυτών των βασιλέων, +θέλει φανή ότι οι των Δωριέων ηγεμόνες ήσαν Αιγύπτιοι +ιθαγενείς. + +54. Τοιαύτη είναι η γενεαλογία των κατά τους Έλληνας· ως +λέγουσι δε οι Πέρσαι, αυτός ο Περσεύς Ασσύριος ων εγένετο +Έλλην, ουχί όμως και οι πρόγονοι αυτού. Οι δε πρόγονοι του +Ακρισίου ουδεμίαν ως λέγουσιν έχουσι συγγένειαν με τον Περσέα, +και συνομολογούσι μετά των Ελλήνων ότι ήσαν Αιγύπτιοι. + +55. Και περί τούτων μεν αρκούσι τα λεχθέντα· αλλά διατί και διά +ποίων πράξεων, όντες Αιγύπτιοι, έλαβον την βασιλείαν των +Δωριέων, άλλοι το είπον (8) και εγώ δεν θα προσθέσω τίποτε· θα +αναφέρω μόνον εκείνα όσα αυτοί παρέλειψαν. + +56. Έδωκαν δε οι Σπαρτιάται εις τους βασιλείς των τα εξής +προνόμια· δύο ιερωσύνας, την του Λακεδαιμονίου Διός και την του +Ουρανίου Διός, το δικαίωμα να κηρύττωσι πόλεμον καθ' οιασδήποτε +χώρας ήθελον, χωρίς ουδείς Σπαρτιάτης να δύναται να τους +εμποδίση, εκείνος δε όστις ήθελε τους εμποδίση να ενάγεται ως +ασεβής. Όταν εκστρατεύωσιν οι βασιλείς, αυτοί προπορεύονται και +απέρχονται τελευταίοι, εκατόν δε άνδρες λογάδες του στρατού +τους φυλάττουσιν. Εις τας εκστρατείας των θύουσιν όσα πρόβατα +θέλουσιν, όλων δε των θυμάτων τα δέρματα και τα νώτα είναι +ιδικά των. Και ταύτα μεν είναι τα εμπολέμια δικαιώματα. + +57. Τα δε ειρηναία δικαιώματα είναι τα εξής. Εάν γίνεται +δημοσία θυσία, πρώτοι οι βασιλείς κάθηνται εις το δείπνον και +από αυτούς αρχίζει η διανομή, τα δε μερίδιά των είναι διπλάσια +των άλλων δαιτυμόνων. Αυτοί πρώτοι σπένδουσι και λαμβάνουσι τα +δέρματα των θυομένων ζώων. Ανά πάσαν νεομηνίαν και εβδόμην +ημέραν ισταμένου μηνός δίδεται διά δημοσίας δαπάνης εις +εκάτερον των βασιλέων έν ιερείον τέλειον όπως θυσιασθή εις τον +Απόλλωνα και έν μέδιμνον αλεύρου και το τέταρτον μιας λακωνικής +οίνου. Εις όλους τους αγώνας αυτοί έχουσι την πρωτοκαθεδρίαν. +Αυτοί προσέτι έχουσι το δικαίωμα να υποδεικνύωσιν ως προξένους +(9) εκείνους τους οποίους θέλουσιν εκ των αστών και να εκλέγη +εκάτερος δύο Πυθίους. Πύθιοι δε είναι οι πεμπόμενοι εις τους +Δελφούς διά χρησμούς και τρεφόμενοι ως οι βασιλείς από το +δημόσιον. Όταν οι βασιλείς δεν έλθωσιν εις το δείπνον, +στέλλουσιν εις τον οίκον των δύο χοίνικας αλεύρου και μίαν +κοτύλην οίνου· διπλάσια δε τοις δίδονται όταν παρευρίσκονται. +Τας αυτάς δε τιμάς έχουσι και όταν προσκαλεσθώσιν εις ιδιωτικόν +δείπνον. Όταν δίδωνται χρησμοί, τους φυλάττουσιν αυτοί, τους +γνωρίζουσι δε και οι Πύθιοι. Οι βασιλείς μόνοι κρίνουσι τας +εξής δύο κρίσεις· να υποδεικνύωσι τον σύζυγον παρθένου +κληρονόμου, εάν ο πατήρ της δεν επρόφθασε να την μνηστεύση και +να κανονίζωσι τα αφορώντα εις τας δημοσίας οδούς. Ο θέλων να +υιθετήση παιδίον, οφείλει να πράξη τούτο ενώπιον των βασιλέων. +Παρευρίσκονται προσέτι εις τα συμβούλια των γερόντων οίτινες +εισίν εικοσιοκτώ· εάν δεν έλθωσι, τότε οι πλησιέστεροι +συγγενείς των εκ των γερόντων έχουσι τα προνόμια των βασιλέων, +δίδοντες δύο ψήφους και τρίτην την ιδικήν των. + +58. Εις τους βασιλείς λοιπόν, ενόσω ζώσι, ταύτα δίδονται εκ του +κοινού των Σπαρτιατών όταν δε αποθάνωσι, πέμπονται ιππείς εις +όλην την Λακωνικήν και αγγάλλουσι το γεγονός, περιερχόμεναι δε +εντός των πόλεων αι γυναίκες κτυπώσι λέβητας. Εις το σημείον +τούτο οφείλουσι δύο ελεύθεροι, είς ανήρ και μία γυνή, από πάσαν +οικίαν, να μαυροφορήσωσιν· όσοι δε δεν πράξωσι τούτο, +υπόκεινται εις μεγάλας ζημίας. Τα έθιμα των Λακεδαιμονίων εις +τους θανάτους των βασιλέων είναι τα αυτά ως τα των βαρβάρων της +Ασίας, διότι και οι περισσότεροι των βαρβάρων τους αυτούς +νόμους μεταχειρίζονται κατά τους θανάτους των βασιλέων. Όταν +αποθάνη βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, πρέπει εξ όλης της +Λακεδαίμονος, πλην των Σπαρτιατών, να στείλωσιν οι περίοικοι +κατά την κηδείαν του αριθμόν τινα ανθρώπων. Αφού δε εκ τούτων +και εκ των Ειλώτων και εκ των Σπαρτιατών συναχθώσι πολλαί +χιλιάδες, αναμεμιγμένοι άνδρες και γυναίκες, κτυπώνται με μέγαν +αγώνα και θρηνούσιν απλέτως λέγοντες πάντοτε ότι ο τελευταίος +ούτος αποθανών βασιλεύς υπήρξεν ο άριστος. Όταν δε βασιλεύς τις +αποθάνη εις τον πόλεμον, στολίσαντες το είδωλόν του εκθέτουτιν +αυτό επί κλίνης καλώς εστρωμένης· και αφού το θάψωσι, +διακόπτουσιν επί δέκα ημέρας τας συνεδριάσεις της αγοράς και +των δικαστηρίων, και καθ' όλας ταύτας τας ημέρας πενθούσι. + +59. Συμφωνούσι δε με τους Πέρσας και κατά το εξής· όταν εις την +θέσιν του αποθανόντος βασιλέως αναγορεύεται άλλος, αυτός ο +αναγορευόμενος απαλλάσσει πάντα Σπαρτιάτην όστις ώφειλέ τι εις +τον βασιλέα ή εις το κοινόν. Ομοίως και παρά τοις Πέρσαις, ο +νέος βασιλεύς χαρίζει εις όλας τας πόλεις όσον φόρον +χρεωστούσιν. + +60. Συμφωνούσι δε και με τους Αιγυπτίους οι Λακεδαιμόνιοι κατά +τα εξής. Οι κήρυκες αυτών, οι αυληταί και οι μάγειροι +διαδέχονται εις τας τέχνας τους πατέρας των· ο αυλητής γεννάται +εκ πατρός αυλητού, ο μάγειρος εκ μαγείρου και ο κήρυξ εκ +κήρυκος. Ως διάδοχος του κήρυκος δεν εκλέγεται ο έχων λαμπράν +φωνή αλλ' ο υιός εξακολουθεί το πατρικόν επάγγελμα. Και ταύτα +μεν ούτω γίνονται. + +61. Τότε δε τον Κλεομένη όντα εις την Αίγιναν και εργαζόμενον +διά το κοινόν καλόν της Ελλάδος, κατηγόρησεν ο Δημάρατος, ουχί +τόσον χάριν των Αιγινητών αλλ' υπό μίσους και φθόνου. Ο δε +Κλεομένης, επιστρέψας εξ Αιγίνης, απεφάσισε να παύση τον +Δημάρατον από την βασιλείαν, και εύρε κατ' αυτού την ακόλουθον +αιτίαν. Ο βασιλεύς της Σπάρτης Αρίστων, δύο γυναίκας λαβών, δεν +ετεκνοποίησε· και επειδή δεν ενόμιζεν ότι αυτός ήτο ο αίτιος +τούτου, έλαβε και τρίτην γυναίκα· την έλαβε δε κατά τον +ακόλουθον τρόπον. Είχεν ο Αρίστων φίλον τινά Σπαρτιάτην με τον +οποίον είχεν οικειότητα πλειοτέραν ή με πάντα άλλον πολίτην. Ο +άνθρωπος ούτος έτυχε να έχη γυναίκα ήτις ου μόνον ήτο η +ωραιοτάτη όλων των γυναικών της Σπάρτης, αλλ' ήτις ενώ ήτο +ασχημότατη εγένετο ωραιοτάτη. Επειδή ήτο καχεκτικού εξωτερικού, +η τροφός αυτής βλέπουσα θυγατέρα ανθρώπων ευτυχούντων να ήναι +δυσειδής και τους γονείς της να θλίβωνται μεγάλως διά την +δυσμορφίαν αυτής, ταύτα βλέπουσα εστοχάσθη να την λαμβάνη και +να την φέρη καθ' ημέραν εις το ιερόν της Ελένης· είναι δε τούτο +εις την καλουμένην Θεράπνην, υπεράνω του ιερού του Φοίβου. +Φέρουσα δε η τροφός τα παιδίον, το έθετε προ του αγάλματος και +ικέτευε την θεάν να απαλλάξη αυτό της δυσμορφίας. Μίαν δέ τινα +των ημερών, ενώ ανεχώρει η τροφός από το ιερόν, επεφάνη ως +λέγεται ενώπιόν της γυνή τις· επιφανείσα δε την ηρώτησε τι +εκράτει εις τας αγκάλας της, και η τροφός απεκρίθη ότι εκράτει +παιδίον. Η γυνή πάλιν την παρεκάλεσε να το δείξη εις αυτήν, και +η τροφός απεκρίθη ότι δεν ειμπορεί καθότι οι γονείς του την +είχον ρητώς απαγορεύσει να μη το δεικνύει εις κανένα. Η γυνή +όμως επέμεινε να τη δείξη το παιδίον, η δε τροφός βλέπουσα ότι +η γυνή πολύ επεθύμει να το ίδη, έδειξε το παιδίον. Τότε η γυνή +ψηλαφήσασα την κεφαλήν του παιδίου είπεν ότι έμελλε να γίνη η +ωραιοτάτη όλων των εν Σπάρτη γυναικών, και απ' εκείνης της +ημέρας μετεβλήθη η μορφή του. Ελθούσαν εις ώραν γάμου, +ενυμφεύθη αυτήν ο Άγητος του Αλκείδου, ο φίλος ούτος του +Αρίστωνος. + +62. Επειδή δε ο Αρίστων ηράτο της γυναικός ταύτης, επενόησε το +εξής στρατήγημα· υπόσχεται εις τον φίλον του όστις είχε την +ωραίαν γυναίκα, να τω δώση δώρον εξ όλων του των πραγμάτων ό,τι +ήθελεν εκλέξει, ζητεί δε να πράξη προς αυτόν ο φίλος του το +αυτό. Εκείνος δε, μη φοβηθείς ποσώς διά την γυναίκα του, καθότι +έβλεπεν ότι ο Αρίστων είχε γυναίκα, εδέχθη την πρότασιν. +Υπεχρεώθησαν λοιπόν αμοιβαίως δι' όρκων, και μετά ταύτα ο +Αρίστων έδωκεν εις τον Άγητον εκείνο το οποίον εξελέξατο ούτος +εκ των κειμηλίων του· ζητών δε τα ίσα παρά του φίλου του, +εζήτει να λάβη την γυναίκα του, αλλ' εκείνος τω παρετήρησεν ότι +παν άλλο υπεχρεώθη να παραχωρήση πλην τούτου. Αναγκαζόμενος +όμως υπό του όρκου και της απάτης, τον αφήκε να λάβη την +γυναίκα του. + +63. Ούτω λοιπόν ο Αρίστων, αποπέμψας την δευτέραν γυναίκα, +εισήγαγεν εις την οικίαν την τρίτην. Εις διάστημα δε +ολιγώτερον, χωρίς να συμπληρώση τους δέκα μήνας, η γυνή +εγέννησε τον Δημάρατον τούτον. Ενώ δε ο Αρίστων συνεδρίαζε μετά +των εφόρων, προσδραμών είς των υπηρετών τω ανήγγειλεν ότι τω +εγεννήθη υιός. Αλλ' ούτος ηξεύρων καλώς πότε έλαβε την γυναίκα +και αριθμών επί των δακτύλων τους μήνας είπε μεθ' όρκον +«Αδύνατον να ήναι ιδικός μου.» Τούτο ήκουσαν μεν οι έφοροι, +αλλά δεν ηθέλησαν να το συζητήσωσι προς το παρόν. Εν τούτοις το +παιδίον ηύξησε και ο Αρίστων μετενόησε διά τον λόγον τον οποίον +είπε, καθότι ήτο πεπεισμένος τότε ότι ο Δημάρατος ήτο τωόντι +υιός του. Τον ωνόμασε δε Δημάρατον διά την εξής αιτίαν. Προ +τούτου, επειδή ο Αρίστων ήτο ο κάλλιστος των βασιλέων όσοι +υπήρξαν εις την Σπάρτην, τούτου ένεκα όλοι οι Σπαρτιάται +ευχήθησαν να γεννήση υιόν. Και διά τούτο ωνομάσθη Δημάρατος. + +64. Μετά καιρόν ο Αρίστων απέθανεν, ο δε Δημάρατος έλαβε την +βασιλείαν. Ήτο όμως ως φαίνεται πεπρωμένον να κοινολογηθώσιν αι +περιστάσεις αύται και να εκθρονίσωσι τον Δημάρατον, καθότι +εγένετο εχθρός του Κλεομένους πρώτον μεν ότε έλαβε τον στρατόν +και ανεχώρησεν εκ της Ελευσίνος, έπειτα δε ότε ο Κλεομένης +διέβη εις την Αίγιναν διά να τιμωρήση τους μηδίσαντας +Αιγινήτας. + +65. Ερεθισθείς προς εκδίκησιν ο Κλεομένης συνεννοήθη μετά του +Λεωτυχίδου, υιού του Μενάρεως του Άγιδος, όντος εκ της αυτής +οικογενείας εξ ης ήτο ο Δημάρατος· συνεφώνησαν δε εάν τον +καταστήση βασιλέα αντί του Δημάρατου, να τον ακολουθήση κατά +των Αιγινητών. Εμίσει δε μεγάλως τον Δημάρατον ο Λεωτυχίδης διά +την εξής αιτίαν. Ο Λεωτυχίδης είχε μνηστευθή την Πέρκαλον, +θυγατέρα του Χίλωνος του Δημαρμένου, και ο Δημάρατος +επιβουλεύσας τον Λεωτυχίδην εστέρησεν αυτόν του γάμου, διότι +προλαβών ήρπασε και έλαβεν εις γυναίκα την Πέρκαλον. Και εκ +ταύτης μεν της αιτίας προήρχετο η κατά του Δημαράτου έχθρα του +Λεωτυχίδου, τότε δε κατά παρακίνησιν του Κλεομένους ο +Λεωτυχίδης ώμοσε κατά του Δημαράτου και είπεν ότι παρανόμως +βασιλεύει εις την Σπάρτην, διότι δεν είναι υιός του Αρίστωνος. +Αφού δε ώμοσε τούτο, εξηκολούθησε τας καταδιώξεις του και +υπενθύμισε τον λόγον εκείνον τον οποίον είπεν άλλοτε ο Αρίστων +ότε ο οικέτης τω ανήγγειλεν ότι τω εγεννήθη υιός, και ότι +αριθμών τους μήνας επί των δακτύλων είπε μεθ' όρκου «αδύνατον +να ήναι ιδικός μου.» Επιμένων ο Λεωτυχίδης εις τον λόγον +τούτον, απεδείκνυεν ότι ο Δημάρατος ούτε υιός ήτο του Αρίστωνος +ούτε νομίμως εβασίλευεν εις την Σπάρτην· έφερε δε ως μάρτυρας +τους εφόρους εκείνους οίτινες έτυχον τότε να συγκάθηνται μετά +του Αρίστωνος και να ακούσωσι τον λόγον τούτον εκ του στόματός +του. + +66. Διά να δοθή λοιπόν τέλος εις αυτάς τας φιλονεικίας, +απεφάσισαν οι Σπαρτιάται να ερωτήσωσι το μαντείον των Δελφών +εάν ο Δημάρατος ήτο υιός του Αρίστωνος. Ο Κλεομένης είχε +προΐδει ότι έμελλον να αναφερθώσιν εις την Πυθίαν και είχεν +οικειοποιηθή τον Κόβωνα, υιόν του Αριστοφάντου, όστις ήτο πολύ +ισχυρός εις τους Δελφούς και όστις ανέπεισε την μάντιδα +Περίαλλαν να είπη ό,τι ήθελεν ο Κλεομένης. Ότε λοιπόν την +ηρώτησαν οι απεσταλμένοι, απεκρίθη ότι ο Δημάρατος δεν ήτο υιός +του Αρίστωνος. Βραδύτερον αι ραδιουργίαι αύται ανεκαλύφθησαν, +και ο μεν Κόβων έφυγεν εκ των Δελφών, η δε μάντις Περίαλλα +επαύθη του αξιώματος τούτου. + +67. Τοιουτοτρόπως επαύθη της βασιλείας ο Δημάρατος, έφυγε δε εκ +της Σπάρτης εις τους Μήδους διά την εξής ύβριν ήτις τω εγένετο. +Αφού επαύθη, εξήσκει αρχήν τινα εις την οποίαν εξελέγη, την του +άρχοντος των γυμνοπαιδιών. Ενώ δε ημέραν τινά ο Δημάρατος +εθεώρει τας γυμνοπαιδίας, ο Λεωτυχίδης όστις είχε τότε γίνει +βασιλεύς αντ' αυτού, πέμψας υπηρέτην τω ηρώτησε μετά γέλωτος +και περιφρονήσεως πώς τω εφαίνετο το άρχειν μετά το βασιλεύειν. +Ο δε Δημάρατος αλγήσας επί τη ερωτήσει· «Εγώ μεν, απεκρίθη, +αμφοτέρων ήδη επειράθην, εκείνος όμως όχι· η ερώτησίς του δε +αύτη θέλει είσθαι διά τους Λακεδαιμονίους αρχή ή μεγάλης +δυστυχίας ή μεγάλης ευδαιμονίας.» Ταύτα ειπών εκάλυψε το +πρόσωπον, εξήλθε του θεάτρου και μετέβη εις την οικίαν του όπου +πάραυτα εθυσίασε βουν εις τον Δία· αφού δε εθυσίασεν, εκάλεσε +την μητέρα του. + +68. Ελθούσης δε της μητρός, έθεσεν εις τας χείρας της μέρος των +σπλάγχνων του βοός και την ικέτευσε θερμώς λέγων τα εξής· «Ω +μήτερ, σε εξορκίζω, εις το όνομα και των άλλων θεών και τούτου +του ερκείου Διός (10) να με ειπής την αλήθειαν. Ποίος είναι +τωόντι ο πατήρ μου; Ο μεν Λεωτυχίδης ενώ εκρινόμεθα είπεν ότι +ούσα έγκυος εκ του προτέρου ανδρός ήλθες εις τον Αρίστωνα, +άλλοι δε λέγοντες τολμηρότερα ισχυρίζονται ότι είχες σχέσεις με +ένα των οικετών, τον ονοβοσκόν, και ότι εγώ είμαι υιός εκείνου. +Όθεν σε ορκίζω εις όλους τους θεούς να με ειπής την αλήθειαν, +καθότι εάν έπραξές τι εκ τούτων τα οποία λέγουσι, δεν το +έπραξες, μόνη, αλλά και πολλαί άλλαι. Έπειτα ηξεύρεις ότι πολύς +λόγος γίνεται εν Σπάρτη ότι ο Αρίστων δεν είχε σπέρμα +παιδοποιόν, καθότι αλλέως θα εγέννων και αι πρότεροι γυναίκες +του.» + +69. Και ο μεν Δημάρατος ταύτα είπεν· η δε μήτηρ του απεκρίθη ως +εξής· «Επειδή, υιέ μου, με παρακαλείς θερμώς να σε είπω την +αλήθειαν, θα σοι την είπω χωρίς να κρύψω τίποτε. Όταν ο Αρίστων +με έφερεν εις την κατοικίαν του, την τρίτην νύκτα από της +πρώτης, ήλθεν εις την κλίνην μου φάσμα ομοιάζον τον Αρίστωνα +και αφού συγκατεκλίθη μετ' εμού με περιέβαλε με τους στεφάνους +τους οποίους εκράτει. Και το μεν φάσμα ανεχώρησεν· ελθών δε +μετά ταύτα ο Αρίστων και ιδών ότι εφόρουν στεφάνους, με ηρώτησε +ποίος μοι έδωκεν αυτούς· εγώ τω απεκρίθην ότι εκείνος. Δεν το +παρεδέχετο όμως, εγώ δε το εβεβαίουν μεθ' όρκου και τον +επέπληττον διά την άρνησίν του, καθότι ολίγον πρότερον ελθών +και συνευνηθής μοι έδωκε τους στεφάνους. Βλέπων με δε ο Αρίστων +ότι ωρκιζόμην, ενόησεν ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν· και +τωόντι πρώτον μεν οι στέφανοι εφάνησαν ότι ήσαν από το ηρώον το +οποίον ήτο ιδρυμένον πλησίον της αυλείου θύρας και το οποίον +καλείται του Αστραβάκου, έπειτα δε και οι μάντεις έλεγον ότι ο +επιφανείς εις εμέ ήτο αυτός ούτος ο ήρως Αστράβακος. Ούτω +λοιπόν, ω παι, ηξεύρεις όσα επεθύμεις να μάθης· ή εγεννήθης εκ +του ήρωος τούτου και ο πατήρ σου είναι ο Αστράβακος, ή ήσαι +υιός του Αρίστωνος, καθότι εκείνην την νύκτα σε συνέλαβον εν τη +γαστρί. Όσον αφορά δε εκείνο διά το οποίον σε δυσφημίζουσιν οι +εχθροί σου λέγοντες ότι αυτός ο Αρίστων, ότε τω ανηγγέλθη η +γέννησίς σου, είπεν ενώπιον πολλών ακροατών ότι δεν είσαι +ιδικός του διότι τάχα δεν είχον συμπληρωθή ακόμη οι δέκα μήνες, +απόδος τον λόγον τούτον εις την άγνοιαν των τοιούτων, διότι αι +γυναίκες γεννώσι και εις τους εννέα μήνας και εις τους επτά, +δεν συμπληρούσι δε όλαι τους δέκα (11)· εγώ δε, τέκνον μου, σε +εγέννησα εις μήνας επτά. Περί τούτου επείσθη και αυτός ο +Αρίστων μετ' ολίγον, ότι εξ αγνοίας διέφυγεν εκ του στόματός +του ο λόγος ούτος. Όθεν μη πιστεύης όσα λέγουσι περί της +γεννήσεώς σου, διότι ήκουσες όλην την αλήθειαν. Από ονοβοσκούς +δε είθε να γεννώσι παιδία αι γυναίκες του Λεωτυχίδου και των +λεγόντων ταύτα.» + +70. Και η μεν μήτηρ ταύτα έλεγεν, ο δε Δημάρατος μαθών όσα +επεθύμει και λαβών εφόδια ανεχώρησεν εις την Ήλιδα, +προφασισθείς ότι μετέβαινεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το +μαντείον. Οι δε Λακεδαιμόνιοι υποπτεύσαντες ότι ο Δημάρατος +εσκόπευε να φύγη, απεφάσισαν να τον καταδιώξωσι και να τον +συλλάβωσι. Κατώρθωσεν όμως ο Δημάρατος και επρόφθασε να διαβή +εκ της Ήλιδος εις την Ζάκυνθον. Κατόπιν ήλθον και αυτοί, τον +εύρον εκεί και ήρπασαν τους υπηρέτας του, αλλ' οι κάτοικοι +απεποιήθησαν να τοις τον παραδώσωσι· τότε εκείθεν διέβη εις την +Ασίαν προς τον βασιλέαν Δαρείον. Ο δε Δαρείος υποδεξάμενος +αυτόν μεγαλοπρεπώς τω έδωκε και γην και πόλεις. Ούτω και μετά +τοιαύτα περιστατικά κατέφυγεν εις την Ασίαν ο Δημάρατος όστις +και δι' άλλας πράξεις είχε λαμπρυνθή μεταξύ των Λακεδαιμονίων +και ιδίως διότι ενίκησεν εις τα Ολύμπια με τέθριππον, πράγμα το +οποίον αυτός μόνος εξ όλων των βασιλέων της Σπάρτης κατώρθωσεν. + +71. Παυθέντος δε του Δημαράτου διεδέχθη την βασιλείαν ο +Λεωτυχίδης του Μενάρεως, όστις εγέννησεν υιόν ονόματι +Ζευξίδαμον τον οποίον τινές των Σπαρτιατών εκάλουν Κυνίσκον. Ο +Ζευξίδημος ούτος δεν εβασίλευσεν εις την Σπάρτης διότι απέθανε +προ του Λεωτυχίδου καταλιπών υιόν τον Αρχίδαμον. Ο δε +Λεωτυχίδης, στερηθείς του Ζευξιδάμου, έλαβε δευτέραν γυναίκα, +την Ευρυδάμην, αδελφήν μεν του Μενίου, θυγατέρα δε του +Διακτορίδου, εξ ης ουδέν άρρεν τέκνον έσχεν αλλά μίαν θυγατέρα +την Λαμπιτώ την οποίαν συνέζευξε με τον εγγονόν του Αρχίδαμον. + +72. Αλλ' ουδέ ο Λεωτυχίδης εγήρασεν εις την Σπάρτην, αλλ' +επλήρωσε την προς τον Δημάρατον γενομένην αδικίαν κατά τον εξής +τρόπον. Ήτο εις την Θεσσαλίαν μετά του στρατού, και ενώ τω ήτο +δυνατόν να καθυποτάξη όλην την χώραν, εδωροδοκήθη λαβών χρήματα +πολλά. Επειδή δε συνελήφθη επ' αυτοφώρω εκεί εις το στρατόπεδον +καθήμενος επί χειρίδος πλήρους αργυρίου, ενήχθη εις δίκην και +εξωρίσθη εκ της Σπάρτης, η δε οικία του κατεσκάφη. Έφυγε δε εις +την Τεγέαν και ετελεύτησεν εν αυτή. + +73. Ταύτα εγένοντο μετά καιρόν· τότε δε, επειδή ο Κλεομένης +επέτυχεν εις την κατά του Δημαράτου επιβουλήν, παραλαβών αμέσως +τον Λεωτυχίδην, εκίνησε κατά των Αιγινητών μνησικακών διά την +ύβριν. Επειδή δε μετέβησαν αμφότεροι οι βασιλείς, οι Αιγινήται +δεν έκρινον πρέπον να αντισταθώσιν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, +εκλέξαντες εκ των Αιγινητών δέκα άνδρας τους επισημοτάτους διά +τον πλούτον και το γένος, τους έλαβον· μεταξύ των άλλων ήτο και +ο Κρίος του Πολυκρίτου και ο Κάσαμβος του Αριστοκράτους, τα +μάλιστα ισχύοντες. Μεταγαγόντες δε αυτούς εις την Αττικήν, τους +παρέδωκαν ως ομήρους εις τους εχθίστους των Αιγινητών +Αθηναίους. + +74. Μετά ταύτα ο Κλεομένης, επειδή εγένετο γνωστή η προς τον +Δημάρατον πανουργία, φοβηθείς τους Σπαρτιάτας έφυγε κρυφίως εις +την Θεσσαλίαν· εκείθεν δε μετέβη εις την Αρκαδίαν και ωργάνιζε +νεώτερα πράγματα διεγείρων κατά της Σπάρτης τους Αρκάδας, τους +οποίους υπεχρέωσε διά πολλών όρκων να τον ακολουθήσωσιν όπου +ήθελε τους οδηγήσει· προ πάντων όμως επεθύμει να φέρη τους +προεστώτας των Αρκάδων εις την Νώνακριν και να τους εξορκίση +εις το ύδωρ της Στυγός· διότι εις ταύτην την πόλιν λέγουσιν οι +Αρκάδες ότι φαίνεται το ύδωρ της Στυγός, και ιδού πώς. Ολίγον +ύδωρ εξερχόμενον εκ βράχου στάζει εντός κοιλώματος, το δε +κοίλωμα είναι περιπεφραγμένον. Η δε Νώνακρις, εν τη οποία +ευρίσκεται η πηγή αύτη, είναι πόλις της Αρκαδίας πλησίον του +Φενιού. + +75. Μαθόντες οι Λακεδαιμόνιοι ότι ο Κλεομένης ωργάνιζε ταύτα, +και φοβηθέντες, τον επανέφεραν εις την Σπάρτην και τω απέδωκαν +την προτέραν αρχήν. Άμα όμως επέστρεψε, τον κατέλαβε νόσος +μανίας ήτις και πρότερον τον κατείχεν ολίγον. Άμα συνήντα +Σπαρτιάτην τινά, τον εκτύπα εις το πρόσωπον με το σκήπτρον. +Βλέποντες δε οι συγγενείς του αυτόν πράττοντα ταύτα και +παραφρονήσαντα, τον έδεσαν εις ξυλίνας πέδας. Μόλις όμως εδέθη, +ιδών ότι είς μόνον φύλαξ τον επετήρει αποχωρισθείς των άλλων, +τω εζήτησε την μάχαιράν του. Ο φύλαξ κατ' αρχάς δεν ήθελε να +την δώση, αλλά τόσον τον ηπείλησεν ώστε ο άνθρωπος (όστις ήτο +Είλως) φοβηθείς τω έδωκε την μάχαιραν. Ο Κλεομένης λαβών τον +σίδηρον ήρχισε να κόπτηται πρώτον από τας κνήμας, και σχίζων +τας σάρκας του κατά μήκος, προέβαινεν εκ των κνημών εις τους +μηρούς, και εκ των μηρών εις τα ισχία και τας λαγόνας, μέχρις +ου έφθασεν εις την κοιλίαν, την οποίαν κόψας εις λωρία απέθανε +τοιουτοτρόπως, ως μεν λέγουσιν οι περισσότεροι Έλληνες διότι +ανέπεισε την Πυθίαν να είπη τα εις τον Δημάρατον γινόμενα, ως +δε λέγουσι μόνοι οι Αθηναίοι διότι κατά την εν Ελευσίνι +εισβολήν έκοψε το ιερόν δάσος των θεών, ως δε οι Αργείοι διότι +προσκαλέσας έξω του ιερού του Άργους τους εις αυτό μετά τινα +μάχην καταφυγόντας Αργείους κατέκοψεν αυτούς, και διότι +ενέπρησε προς περιφρόνησιν και αυτό το άλσος. + +76. Ότε ο Κλεομένης ηρώτησε το μαντείον των Δελφών, τω εδόθη +χρησμός ότι θα κυριεύση το Άργος· όθεν άγων τους Σπαρτιάτας +έφθασε μέχρι του ποταμού Ερασίνου όστις ως λέγεται ρέει εκ της +Στυμφαλίδος λίμνης· καθότι η λίμνη αύτη εις χάσμα αφανές +βυθιζομένη, αναφαίνεται εις το Άργος, και εκείθεν πλέον το ύδωρ +τούτο καλείται υπό των Αργείων Ερασίνος. Φθάσας λοιπόν ο +Κλεομένης εις τον ποταμόν τούτον, τω προσέφερε θύματα, και +επειδή οι οιωνοί δεν ήσαν αίσιοι διά την διάβασιν είπεν ότι +επαινεί μεν τον Ερασίνον μη προδίδοντα τους πολίτας, αλλ' ας μη +χαίρωσι διά τούτο οι Αργείοι. Μετά ταύτα αναχωρήσας έφερε τον +στρατόν εις την Θυρέαν, εξ ης, αφού εθυσίασεν εις την θάλασσαν +ταύρον, διέβη διά πλοίων εις την Τιρυνθίαν χώραν και την +Ναυπλίαν. + +77. Μαθόντες τούτο οι Αργείοι έδραμον εις την παραλίαν· +πλησιάσαντες δε εις την Τίρυνθον εστρατοπέδευσαν εις το μέρος +όπου είναι η λεγομένη Σήπεια, αφήσαντες μεταξύ των δύο στρατών +μικρόν διάστημα. Οι Αργείοι μάχην μεν εκ του φανερού δεν +εφοβούντο, εφοβούντο όμως μήπως νικηθώσι με δόλον, διότι +τοιαύτην είχεν έννοιαν ο χρησμός τον οποίον η Πυθία έδωκεν +επίκοινον δι' αυτούς και τους Μιλησίους, λέγοντα ούτω: «_Όταν η +θήλεια νικήσασα τον άρρενα διώξη αυτόν και δοξασθή μεταξύ των +Αργείων, τότε θα γίνη αιτία πολλοί Αργείοι να σχίσωσι τα ιμάτιά +των· ώστε μεταγενέστερός τις να ειπή ότι τριέλικτος όφις +απώλετο δαμασθείς υπό του δόρατος._» Όλαι αύται αι περιστάσεις +συντρέχουσαι ενέπλησαν τους Αργείους φόβου και απεφάσισαν να +ακολουθώσι τον κήρυκα των πολεμίων. Τούτο απαφίσαντες, έπραττον +ως εξής· ότε ο Σπαρτιάτης κήρυξ ανήγγελλε κίνημά τι των +Λακεδαιμονίων, οι Αργείοι έπραττον το αυτό. + +78. Μαθών ο Κλεομένης ότι οι Αργείοι έπραττον ό,τι εσήμαινεν ο +ιδικός του κήρυξ, παρήγγειλε τους Λακεδαιμονίους, όταν ο κήρυξ +τους σημάνη να αριστήσωσι, τότε να αναλάβωσι τα όπλα και να +βαδίσωσι κατά του εχθρού, όπερ και έπραξαν. Ώστε όταν οι +Αργείοι εκάθησαν να φάγωσι κατά το κήρυγμα, επέπεσαν κατ' αυτών +και εφόνευσαν πολλούς, πολύ δε περισσοτέρους περικύκλωσαν +καταφυγόντας εις το άλσος του Άργου. + +79. Μετά ταύτα ο Κλεομένης έπραξε το εξής. Έχων αυτομόλους και +μανθάνων παρ' αυτών τα ονόματα των περικεκλεισμένων εις το +ιερόν δάσος, έπεμπε κήρυκα και εκάλει αυτούς έξω ονομαστί λέγων +ότι εκόμιζε τα λύτρα των· είναι δε τα λύτρα προσδιωρισμένα παρά +τοις Πελοποννησίοις δύο μναι κατ' άτομον. Καλών λοιπόν έξω ο +Κλεομένης τους Αργείους κατά πεντήκοντα, εφόνευεν αυτούς· οι +λοιποί όσοι ήσαν εντός του τεμένους δεν ήξευρον τι συνέβαινεν +έξω, διότι το άλσος ήτο πυκνόν, και οι εντός δεν έβλεπον τους +εκτός τι έκαμνον, μέχρις ου είς των Αργείων αναβάς εις δένδρον +είδε τα πραττόμενα, και απ' εκείνης της στιγμής όσοι +προσεκαλούντο δεν εξήρχοντο πλέον. + +80. Τότε ο Κλεομένης διέταξε τους Είλωτας να συσσωρεύσωσι ξύλα +περί το άλσος· αφού δε ούτοι υπήκουσαν εις την διαταγήν του, +ενέπρησε το άλσος. Καιομένου δε αυτού, ηρώτησεν ένα των +αυτομόλων εις τίνα θεόν ήτο αφιερωμένον. Ο δε είπεν ότι είναι +του Άργου. Άμα δε άκουσε τούτο ο Κλεομένης, στενάξας βαθέως +είπεν· «Ω Άπολλον χρησμοδότα, πολύ με ηπάτησες ειπών με ότι θα +κυριεύσω το Άργος. Εννοώ ότι ο χρησμός σου εξεπληρώθη.» + +81. Μετά ταύτα ο Κλεομένης τον μεν περισσότερον στρατόν αφήκε +να επιστρέψη εις την Σπάρτην, αυτός δε λαβών χιλίους εκλεκτούς +μετέβη εις τον ναόν της Ήρας διά να θυσιάση. Θέλοντα δε να +θυσιάση επί του βωμού, ο ιερεύς απηγόρευε λέγων ότι ήτο ανόσιον +να θυσιάση ξένος εκεί. Αλλ' ο Κλεομένης διέταξε τους Είλωτας να +σύρωσι τον ιερέα έξω του βωμού και να τον μαστιγώσωσιν· έπειτα +δε εθυσίασεν. Αφού δε έπραξε ταύτα, επέστρεψεν εις την Σπάρτην. + +82. Ότε δε επέστρεψε, τον ενεκάλεσαν οι εχθροί του εις τους +εφόρους λέγοντες ότι έλαβε δώρα και δεν εκυρίευσε το Άργος, ενώ +ηδύνατο να το κυριεύση ευκόλως. Εκείνος δε απεκρίθη, είτε +ψευδόμενος είτε λέγων αληθή, δεν δύναμαι να το βεβαιώσω, ότι +αφού εκυρίευσε το ιερόν δάσος του Άργους ενόμισεν ότι +εξεπληρώθη ο χρησμός του θεού, και ότι τούτο φρονών δεν έκρινε +πλέον δίκαιον να επιχειρήση τι κατά της πόλεως πριν συμβουλευθή +τα θύματα και μάθη εάν ο θεός επιτρέπη ή εμποδίζη τούτο. Ενώ δε +εθυσίαζεν εις τον ναόν της Ήρας, εξήλθεν εκ των στηθών του +αγάλματος φλοξ πυρός, και εκ τούτου εβεβαιώθη ότι δεν θα +εκυρίευε το Άργος· διότι εάν μεν η φλοξ εξήρχετο εκ της κεφαλής +του αγάλματος θα εκυρίευε την πόλιν και την ακρόπολιν· αλλ' +επειδή εξήλθεν εκ των στηθών, ετελείωσαν όλα όσα ο θεός ήθελε +να γίνωσι. Ταύτα λέγων, εφάνη εις τους Σπαρτιάτας ότι έλεγε +πιστά και ορθά και απελύθη διά μεγάλης πλειοψηφίας. + +83. Τοσούτον δε ηρημώθη ανδρών το Άργος, ώστε οι δούλοι έλαβον +όλην την εξουσίαν, άρχοντες και διοικούντες, μέχρις ου +ηλικιώθησαν οι παίδες των φονευθέντων, οίτινες αναλαβόντες την +κατοχήν του Άργους εδίωξαν τους δούλους. Διωχθέντες δε ούτοι, +εκυρίευσαν με μάχην την Τίρυνθον. Και επί τινα μεν χρόνον τα +δύο μέρη έζησαν ειρηνικώς· αλλά μάντις τις ονόματι Κλέανδρος, +εκ της εν Αρκαδία Φιγαλείας καταγόμενος, υπήγεν εις τους +δούλους και τους έπεισε να επιτεθώσι κατά των δεσποτών των. Από +της στιγμής δε εκείνης μακρός πόλεμος ηκολούθησε, και μόλις επί +τέλους επεκράτησαν οι Αργείοι. + +84. Εις τα συμβάντα ταύτα αποδίδουσιν οι Αργείοι την μανίαν υπό +της οποίας καταληφθείς ο Κλεομένης απώλετο κακώς. Οι δε +Σπαρτιάται λέγουσιν ότι ουδείς θεός ετάραξε τας φρένας του, +αλλ' ότι συναναστραφείς με Σκύθας εγένετο οινοπότης και εκ +τούτου εξεμάνη. Τωόντι οι νομάδες Σκύθαι, μετά την εισβολήν του +Δαρείου, εζήτουν πρόφασιν να τον εκδικηθώσιν. Όθεν πέμψαντες +εις την Σπάρτην εζήτουν να κάμωσι συμμαχίαν και να συμφωνήσωσιν +ώστε αυτοί μεν οι Σκύθαι να αποπειραθώσι την διάβασιν του +Φάσιδος και να εισέλθωσιν εις την Μηδικήν, οι δε Σπαρτιάται να +κινήσωσιν από την Έφεσον και να αναβώσι προς συνάντησίν των. +Λέγουσι λοιπόν οι Σπαρτιάται ότι ότε ήλθον οι Σκύθαι εις την +Σπάρτην δι' αυτήν την υπόθεσιν, ο Κλεομένης συνανεστράφη πολύ +με τους Σκύθας και έμαθε παρ' αυτών να πίνη άκρατον οίνον. Αύτη +ήτο η αιτία της μανίας του Κλεομένους ως νομίζουσιν οι +Σπαρτιάται. Εκ τούτου όταν θέλωσι να πίωσιν οίνον καθαρόν, +λέγουσιν ότι πίνουσιν ως οι Σκύθαι. Ταύτα τα περί του +Κλεομένους παρά των Σπαρτιατών λεγόμενα· εγώ όμως φρονώ ότι +τούτο ήτο θεία εκδίκησις γενομένη εις τον Κλεομένην διά τον +Δημάρατον. + +85. Άμα οι Αιγινήται έμαθον ότι απέθανεν ο Κλεομένης, έπεμψαν +εις την Σπάρτην πρέσβεις να κατηγορήσωσι τον Λεωτυχίδην διά +τους συμπολίτας των όσοι εφυλάσσοντο ως όμηροι εις τας Αθήνας. +Οι δε Λακεδαιμόνιοι συγκαλέσαντες δικαστήριον έκρινον ότι +μεγάλη ατιμία εγένετο εκ μέρους του Λεωτυχίδου προς τους +Αιγινήτας και απεφάσισαν να παραδοθή ούτος εις τους εγκαλούντας +προς αντάλλαγμα εκείνων οίτινες εκρατούντο εις τας Αθήνας. Ενώ +δε οι Αιγινήται ήσαν έτοιμοι να λάβωσι τον Λεωτυχίδην, ο +Θεασίδης του Λεωπρέπους, ανήρ έγκριτος της Σπάρτης, είπεν εις +αυτούς· «Τι θέλετε να πράξετε ω Αιγινήται; να λάβετε τον +βασιλέα των Σπαρτιατών τον οποίον σας παραδίδουσιν οι πολίται; +Αλλ' εάν τώρα υπό θυμού οι Σπαρτιάται απεφάσισαν ούτω, +προσέξατε μήπως ύστερον, εάν πράξετε ταύτα, έλθωσι και +εξολοθρεύσωσι την χώραν σας.» Ταύτα ακούσαντες οι Αιγινήται +παρητήθησαν του σκοπού των και συνεβιβάσθησαν ως εξής· να τους +συνοδεύση ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας και να τοις αποδώση τους +ομήρους. + +86. Ελθών ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας απήτει την παρακαταθήκην, +αλλ' οι Αθηναίοι απέφευγον το πράγμα υπό διαφόρους προφάσεις, +λέγοντες μεταξύ άλλων ότι ότε παρεκατέθεσαν τους ανθρώπους +εκείνους ήσαν δύο βασιλείς και ότι δεν ήτο εύλογον να τους +αποδώσωσιν εις τον ένα άνευ της παρουσίας και του άλλου. 1. +Επειδή λοιπόν οι Αθηναίοι είπον ότι δεν τους δίδουσιν, ο +Λεωτυχίδης τους ωμίλησεν ως εξής. «Πράξατε, ω Αθηναίοι, ό,τι +θέλετε εκ των δύο· εάν μεν τους αποδώσετε, θα πράξετε όσια, εάν +δε δεν τους αποδώσετε, τα εναντία τούτων. Εγώ εν τούτοις θα σας +διηγηθώ τι συνέβη εις την Σπάρτην σχετικόν ως πρός τινα +παρακαταθήκην. Λέγομεν ημείς οι Σπαρτιάται ότι τρεις γενεάς προ +εμού έζη εις την Λακεδαίμονα Γλαύκος ο Επικύδους. Ο άνθρωπος +ούτος, ως λέγομεν ημείς, επρώτευε δι' όλα του τα προτερήματα, +αλλά προ πάντων διά τον σεβασμόν του προς τους κανόνας της +δικαιοσύνης προς τους οποίους υπήκουεν όσον ουδείς άλλος εκ των +κατοικούντων τότε την Λακεδαίμονα. Εις τούτον λέγομεν ότι +συνέβη τότε το εξής. Μιλήσιός τις ελθών εις την Σπάρτην εζήτησε +να τω ομιλήση και τω προέτεινε τα εξής· «Είμαι Μιλήσιος και +ήλθον, ω Γλαύκε, θέλων να απολαύσω την δικαιοσύνην σου· καθότι +εις όλην την Ελλάδα και την Ιωνίαν ήκουσα να γίνεται λόγος +πολύς διά την δικαιοσύνην σου. Εσκέφθην ότι η Ιωνία είναι +πάντοτε εκτεθειμένη εις ταραχάς, ενώ η Πελοπόννησος ένεκα της +θέσεώς της είναι ασφαλεστάτη· παρ' ημίν τα πλούτη δεν μένουσι +πάντοτε εις τους αυτούς ανθρώπους. Ταύτα βλέπων και σκεφθείς +έκρινα καλόν να μετατρέψω εις μετρητά το ήμισυ της περιουσίας +μου και να το παρακαταθέσω εις σε, βέβαιος ων ότι θα το +διαφυλάξης αβλαβές. Όθεν δέχθητι σε παρακαλώ τα χρήματα, και +λαβών φύλαξον το σημείον τούτο· θέλεις δε τα αποδώσει εις +εκείνον όστις σε τα ζητήσει δεικνύων όμοιον σημείον.» 2. Ούτως +ωμίλησεν ο Μιλήσιος ξένος, ο δε Γλαύκος επ' αυτή τη συμφωνία +εδέχθη την παρακαταθήκην. Μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου ήλθον +εις την Σπάρτην οι παίδες αυτού του παρακαταθέσαντος τα +χρήματα· ευρόντες δε τον Γλαύκον και δεικνύοντες το σημείον, +απήτουν παρ' αυτού τα χρήματα. Αλλ' ο Γλαύκος τους απέβαλεν +αποκρινόμενος τα εξής· «Ούτε ενθυμούμαι την υπόθεσιν ταύτην, +ούτε ελαχίστην έχω ιδέαν περί του πράγματος περί του οποίου με +ομιλείτε. Εάν το ενθυμηθώ, θα πράξω ό,τι είναι δίκαιον· εάν +έλαβον, θα αποδώσω αμέσως, και εάν δεν έλαβον τίποτε, θα +μεταχειρισθώ καθ' υμών τους Ελληνικούς νόμους. Περί τούτου δε +θέλω σας δώσει απόκρισιν μετά τέσσαρας μήνας από της σήμερον.» +3. Και οι μεν Μιλήσιοι ανεχώρησαν τεθλιμμένοι, ως στερηθέντες +τα χρήματά των· ο δε Γλαύκος μετέβη εις τους Δελφούς διά να +συμβουλευθή το χρηστήριον. Όταν δε ηρώτησεν εάν δύναταί τις να +οικειοποιηθή τα χρήματα με όρκον, η Πυθία τον ετιμώρησε διά των +εξής λόγων· «_Γλαύκε, υιέ του Επικύδους, προς το παρόν τούτο +είναι επικερδέστερον, να κερδήση τις την υπόθεσίν του δι' όρκου +και να οικειοποιηθή τα ξένα χρήματα. Ας ομόση καθότι και ο +φυλάττων και ο μη φυλάττων τον όρκον του οφείλει να αποθάνη. +Αλλ' ο όρκος έχει υιόν ανώνυμον (12),όστις δεν έχει μεν μήτε +χείρας μήτε πόδας, καταδιώκει όμως ταχέως τον άνθρωπον μέχρις +ου καταστρέψη όλην την οικίαν και την γενεάν του. Η γενεά όμως +του ανθρώπου όστις φυλάττει τον όρκον του ευδαιμονεί επί μάλλον +και μάλλον._» Ταύτα ακούσας ο Γλαύκος παρεκάλεσε τον θεόν να +συγχωρήση την ερώτησίν του· η δε Πυθία απεκρίθη ότι το να +ερωτήση τις τον θεόν περί τοιούτου πράγματος είναι ως και να το +έπραξε. 4. Ο Γλαύκος λοιπόν προσκαλέσας τους Μιλησίους ξένους, +απέδωκεν αυτοίς τα χρήματα. Διά ποίαν δε αιτίαν, ω Αθηναίοι, +παρεκινήθην να είπω τον λόγον τούτον, ακούσατε. Του Γλαύκου +τούτου σήμερον ούτε απόγονός τις περιεσώθη ούτε εστία την +οποίαν να δύναταί τις να είπη ότι είναι του Γλαύκου· όλα ταύτα +πρόρριζα κατεστράφησαν εις την Σπάρτην. Είναι λοιπόν καλόν, +προκειμένου περί παρακαταθήκης, να μη σκέπτεταί τις άλλο ειμή +πώς να την αποδώση εις εκείνους οίτινες την ζητήσωσιν» Και ο +μεν Λεωτυχίδης ταύτα είτε, και επειδή οι Αθηναίοι πάλιν δεν τον +εισήκουον ανεχώρησεν. + +87. Οι δε Αιγινήται πριν ακόμη τιμωρηθώσι διά τα προλαβόντα +αδικήματα τα οποία έκαμαν εις τους Αθηναίους χαριζόμενοι εις +τους Θηβαίους, προσέθεσαν και τα εξής. Μεμφόμενοι τους +Αθηναίους και λέγοντες ότι ηδικούντο παρ' αυτών, ητοιμάζοντο να +τους εκδικηθώσιν. Οι Αθηναίοι ετέλουν κατά παν πέμπτον έτος +θυσίας εις το Σούνιον· λοχήσαντες δε οι Αιγινήται την θεωρίδα +ναυν, συνέλαβον αυτήν πλήρη ανδρών εκ των πρώτων Αθηναίων και +εδέσμευσαν τους άνδρας. + +88. Παθόντες ταύτα οι Αθηναίοι παρά των Αιγινητών δεν ανέβαλον +πλέον να επιχειρήσωσιν ό,τι ηδύναντο κατ' αυτών. Ευρίσκετο τότε +εις την Αίγιναν Νικόδρομός τις ονομαζόμενος, υιός του Κνοίθου, +ανήρ έγκριτος, όστις εμέμφετο τους Αιγινήτας διότι τον εξώρισαν +προλαβόντως από την νήσον, και μαθών τότε ότι οι Αθηναίοι +ητοιμάζοντο να βλάψωσι τους Αιγινήτας, συνεφώνησε με τους +Αθηναίονς να τοις παραδώση την Αίγιναν, προσδιορίσας την ημέραν +καθ' ην ήθελεν επιχειρήσει αυτός και καθ' ην οι άλλοι έμελλον +να έλθωσι προς βοήθειάν του. Μετά ταύτα ο Νικόδρομος, αφού +συνεφώνησε με τους Αθηναίους, κατέλαβε την παλαιάν καλουμένην +πόλιν. + +89. Οι Αθηναίαι όμως δεν έφθασαν εγκαίρως, καθ' ότι έτυχον να +μη έχωσιν ικανά πλοία διά να αντιταχθώσιν εις τα των Αιγινητών. +Ενώ λοιπόν διεπραγματεύοντο με τους Κορινθίους να τοις +δανείσωσι πλοία, κατεστράφη η υπόθεσις. Οι δε Κορίνθιοι, επειδή +κατ' εκείνην την εποχήν ήσαν στενοί φίλοι των Αθηναίων έδοσαν +κατά την αίτησίν των εις τους Αθηναίους είκοσι πλοία, +πωλήσαντες αυτά προς πέντε δραχμάς έκαστον, καθότι οι νόμοι της +Κορίνθου δεν επέτρεπον να κάμνωσι δωρεάς. Ταύτα λοιπόν λαβόντες +οι Αθηναίοι, και τα ιδικά των, άτινα εγένοντο εν όλοις +εβδομήκοντα, συνεπλήρωσαν τα πληρώματά των και έπλευσαν κατά +της Αιγίνης· έφθασαν όμως μίαν ημέραν βραδύτερον της +συμφωνηθείσης. + +90. Ο δε Νικόδρομος, μη βλέπων τους Αθηναίους φθάνοντας +εγκαίρως, εμβάς εις πλοίον έφυγεν εκ της Αιγίνης μετά των +οπαδών του, εις τους οποίους οι Αθηναίοι έδοσαν το Σούνιον διά +να κατοικήσωσιν. Εντεύθεν δε ούτοι ορμώμενοι ήγον και έφερον +τους εν τη νήσω Αιγινήτας. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον. + +91. Οι δε πλούσιοι των Αιγινητών επεκράτησαν του μετά του +Νικοδρόμου επαναστατήσαντος δήμου, και έπειτα συλλαμβάνοντες +εξήγον αυτούς έξω της πόλεως και τους εθανάτονον. Τότε +διέπραξαν και ασέβειάν τινα την οποίαν δεν ηδυνήθησαν να +αποτίσωσι με όλους τους εξιλασμούς τους οποίους έκαμον, αλλ' +εδιώχθησαν εκ της νήσου πριν εξιλεώσωσι την Δήμητραν. +Συλλαβόντες ούτοι επτακοσίους εκ του δήμου, εξήγον διά να τους +θανατώσωσιν· είς εξ αυτών, διαφυγών τα δεσμά, κατέφυγεν εις τα +πρόθυρα της θεάς και λαβών το δακτύλιον της θύρας εκρατείτο +εκεί. Οι δε Αιγινήται, επειδή έλκοντες δεν ηδυνήθησαν να τον +αποσπάσωσιν, απέκοψαν τας χείρας αυτού και τοιουτοτρόπως τον +έσυρον· αι χείρες δε εκείναι έμειναν προσκεκολλημέναι εις τον +κρίκον. + +92. Ταύτα έπραξαν οι Αιγινήται εις τους επαναστατήσαντας· προς +δε τους Αθηναίους, ότε έφθασαν, εναυμάχησαν με εβδομήκοντα +πλοία. Ηττηθέντες όμως εις την ναυμαχίαν, επεκαλέσθησαν και +πάλιν τους Αργείους. Αλλ' ούτοι δεν τους εβοήθησαν ωργισμένοι +διότι πλοία τινα Αιγινητικά αναγκασθέντα υπό του Κλεομένους +προσέγγισαν εις την Αργολίδα και οι ναύται αυτών απέβησαν εις +την ξηράν ομού με τους Λακεδαιμονίους. Κατά την αυτήν +εκστρατείαν έκαμον απόβασιν καί τινες άνδρες από Σικυωνικά +πλοία. Οι Αργείοι έπειτα επέβαλον εις τας δύο πόλεις να +πληρώσωσι χίλια τάλαντα, πεντακόσια εκάστη. Και οι μεν +Σικυώνιοι, αναγνωρίσαντες ότι ηδίκησαν, συνεφώνησαν να +πληρώσωσιν εκατόν τάλαντα και να μείνωσιν ακαταδίωκτοι· οι δε +Αιγινήται ου μόνον δεν ωμολόγησαν το άδικον, αλλ' εδείκνυον και +αυθάδειαν τινά. Διά τούτο λοιπόν ότε έλαβον ανάγκην, ουδείς +Αργείος εβοήθησεν αυτούς, ειμή μόνον χίλιοι περίπου εθελονταί. +Ωδήγει δε αυτούς ο Ευρυβάτης, ανήρ όστις είχεν ασκηθή εις το +πένταθλον. Οι πλείστοι όμως εξ αυτών δεν επέστρεψαν οπίσω, αλλ' +εφονεύθησαν υπό των Αθηναίων εις την Αίγιναν. Αυτός δε ο +στρατηγός Ευρυβάτης, ων επιτήδειος εις την μονομαχίαν, εφόνευσε +τρεις Αθηναίους, αλλ' εφονεύθη υπό του τετάρτου, Σωφάνους του +Δεκελέως. + +93. Οι Αιγινήται, ενώ ήσαν οι Αθηναίοι εις αταξίαν επιτεθέντες +τους ενίκησαν και συνέλαβον τέσσαρα πλοία μετά των πληρωμάτων. +Είχε λοιπόν ανάψει ο πόλεμος μεταξύ των Αθηναίων και των +Αιγινητών. + +94. Ο δε Δαρείος εν τοσούτω επέμενεν εις το σχέδιόν του· και +επειδή αφ' ενός μεν ο υπηρέτης του τω ενθύμιζε τους Αθηναίους, +αφ' ετέρου δε οι Πεισιστρατίδαι τον επίεζον και δεν έπαυον να +κατηγορώσι τους Αθηναίους, ενταυτώ δε ήθελε και αυτός με αυτήν +την πρόφασιν να υποτάξη τους Έλληνας όσοι δεν τω έδωσαν γην και +ύδωρ· διά ταύτα τον μεν Μαρδόνιον, μη ευδοκιμήσαντα εις την +πρώτην εκστρατείαν έπαυσε της στρατηγίας, διορίσας άλλους +στρατηγούς, τον Δάτιν, Μήδον το γένος, και τον ανεψιόν του +Αρταφέρνην, υιόν του Αρταφέρνους, απέστειλεν αυτούς κατά της +Ερετρίας και των Αθηνών, παραγγείλας να τας εξανδραποδίσωσι και +να τω φέρωσι τα ανδράποδα. + +95. Οι παρά του βασιλέως διορισθέντες και εκπεμφθέντες ούτοι +στρατηγοί έφθασαν εις το Αληίον πεδίον της Κιλικίας, έχοντες +μεθ' εαυτών στρατόν πολύν και καλώς συγκεκροτημένον. Ενώ δε +ήσαν εστρατοπεδευμένοι, έφθασε και ο ναυτικός στρατός όστις +επίσης ήτο υπό τας διαταγάς των, και προσέτι τα ιππαγωγά πλοία +τα οποία κατά το προλαβόν έτος ο Δαρείος είχε παραγγείλει εις +τας φορολογουμένας πόλεις να ναυπηγήσωσιν. Αφού δε εισεβίβασαν +τους ίππους και εισήλθεν ο στρατός εις τα πλοία, διευθύνθησαν +με εξακοσίας τριήρεις προς την Ιωνίαν. Εκείθεν ο στόλος δεν +ηκολούθησε την ακροθαλασσίαν ώστε να πλεύση κατ' ευθείαν προς +τον Ελλήσποντον και την Θράκην, αλλ' αναχωρήσας εκ της Σάμου +έπλεε το Ικάριον πέλαγος και διά των νήσων, φοβούμενοι τα +μάλιστα, ως νομίζω, τον περίπλουν του Άθωνος, καθότι το +προλαβόν έτος, θέλοντες να διέλθωσιν εκείθεν, υπέστησαν πολλάς +ζημίας. Εκτός τούτου, τους ηνάγκαζεν εις τούτο και η Νάξος, +ήτις εισέτι δεν είχε κυριευθή. + +96. Ερχόμενοι από το Ικάριον πέλαγος οι Πέρσαι ήραξαν εις την +Νάξον, κατά της οποίας ώφειλον κατά πρώτον να εκστρατεύσωσιν. +Οι Νάξιοι ενθυμούμενοι τα προλαβόντα γεγονότα, άφησαν τας +κατοικίας των και έφυγον εις τα όρη. Οι δε Πέρσαι +ανδραποδίσαντες όσους επρόφθασαν να συλλάβωσιν, ενέπρησαν την +πόλιν και τα ιερά. Ταύτα πράξαντες, εστράφησαν κατά των άλλων +νήσων. + +97. Ενώ δε ούτοι έπραττον ταύτα, οι Δήλιοι αφήσαντες και ούτοι +την Δήλον, κατέφυγον εις την Τήνον. Όταν όμως τα πλοία +επλησίασαν εις την Δήλον, ο Δάτις όστις προέπλεε δεν τα άφησε +να εισέλθωσιν εις τον λιμένα της νήσου, άλλα τα διέταξε να +αράξωσιν αντικρύ εις την Ρηνέαν. Μαθών δε πού ήσαν οι Δήλιοι, +έπεμψε κήρυκα και τοις είπε τα εξής· «Άνδρες ιεροί, διατί +φεύγετε μη κρίνοντές με ορθώς; διότι εγώ και ο ίδιος τοιαύτα +φρονώ και τοιαύτας μοι έδωκεν ο βασιλεύς προσταγάς, να μη βλάψω +τον τόπον όπου εγεννήθησαν οι δύο θεοί (13), μήτε αυτήν την γην +μήτε τους κατοίκους αυτής. Επιστρέψατε λοιπόν εις τας οικίας +σας και έχετε την κατοχήν της νήσου σας.» Ταύτα εμήνυσε διά +κήρυκος εις τους Δηλίους· μετά δε ταύτα συσσωρεύσας τριακόσια +τάλαντα λιβανωτού τα έκαυσεν επί του βωμού. + +98. Αφού έπραξε ταύτα ο Δάτις, ακολουθούμενος υπό των Ιώνων και +των Αιολέων, διευθύνθη πρώτον κατά των Ερετριέων. Αμέσως μετά +την αναχώρησίν του εσείσθη η Δήλος, διά πρώτην και τελευταίαν +φοράν μέχρι της εποχής μου, ως έλεγον οι Δήλιοι. Και τούτο +βεβαίως ήτο σημείον διά του οποίου ο θεός ηθέλησε να δείξη εις +τους ανθρώπους τα κακά όσα έμελλον να συμβώσι· διότι επί της +εποχής του Δαρείου του Υστάσπους, και του Ξέρξου του Δαρείου, +και του Αρταξέρξου του Ξέρξου, των τριών τούτων γενεών κατά +συνέχειαν, συνέβησαν εις την Ελλάδα πλειότερα κακά ή όσα κατά +τας άλλας είκοσι γενεάς τας προ του Δαρείου, τα μεν υπό των +Περσών γενόμενα, τα δε υπ' αυτών των κορυφαίων Ελλήνων +εριζόντων περί της αρχής. Ώστε ουδόλως παράδοξον εάν εσείσθη η +Δήλος, ούσα πρότερον ακίνητος. Προσέτι και εις χρησμόν τινα ήτο +γεγραμμένον περί αυτής το εξής «Θ α - κ ι ν ή σ ω - κ α ι - τ η ν +- Δ ή λ ο ν - ή τ ι ς - δ ε ν - ε κ ι ν ή θ η - π ρ ό τ ε ρ ον.» +Σημαίνουσι δε τα ονόματα ταύτα εις την Ελληνικήν γλώσσαν, το +μεν Δαρείος ισχυρός, το δε Ξέρξης πολεμικός, το δε Αρταξέρξης +πολεμικώτατος. Τοιουτοτρόπως θα ηδύναντο οι Έλληνες να +ονομάσωσιν ορθώς κατά την γλώσσαν των τους βασιλείς τούτους. + +99. Οι δε βάρβαροι αναχθέντες εκ της Δήλου προσήγγιζον εις τας +νήσους, και εντεύθεν παρελάμβανον στρατόν και ελάμβανον ομήρους +τους παίδας των νησιωτών. Ότε δε περιπλεύσαντες τας νήσους +έφθασαν εις την Κάρυστον, επειδή οι Καρύστιοι δεν έδιδον +ομήρους και είπον ότι δεν στέλλουσι στρατόν εναντίον πόλεων +γειτονικών, ως ωνόμαζον την Ερέτριαν και τας Αθήνας τότε +επολιόρκησαν αυτούς και κατέστρεφον την χώραν των, μέχρις ου +υπέκυψαν εις την θέλησιν των Περσών. + +100. Οι δε Ερετριείς ακούσαντες ότι ο Περσικός στόλος έπλεε +κατ' αυτών, εζήτησαν συνδρομήν παρά των Αθηναίων· οι δε +Αθηναίοι δεν ηρνήθησαν την επικουρίαν, αλλά τοις έπεμψαν +βοηθούς τους τετρακισχιλίους άνδρας οίτινες είχον λάβει διά +κλήρου την χώραν των ιπποβοτών Χαλκιδέων. Τα βουλεύματα όμως +των Ερετριέων δεν ήσαν συνετά· αφ' ενός εμήνυον τους Αθηναίους +να έλθωσιν εις βοήθειάν των, αφ' ετέρου είχον άλλα διάφορα +σχέδια. Οι μεν ήθελον να αφήσωσι την πόλιν και να φύγωσιν εις +τα όρη της Ευβοίας, οι δε, ελπίζοντες να ανταμειφθώσιν από τους +Πέρσας, ητοιμάζοντο εις προδοσίαν. Ιδών δε τι συνέβαινεν εις +αυτούς ο Αισχίνης του Νόθωνος, είς των πρώτων της πόλεως, +εφανέρωσεν εις τους Αθηναίους όλην την παρούσαν των κατάστασιν +και τους παρεκάλεσε να αναχωρήσωσι διά να μη απολεσθώσι και +αυτοί. Οι Αθηναίοι επείσθησαν εις τον Αισχίνην ταύτα +συμβουλεύσαντα, και αυτοί μεν περάσαντες εις τον Ωρωπόν, +εξησφάλισαν την σωτηρίαν των. + +101. Οι δε Πέρσαι, ελθόντες διά θαλάσσης, ηγκυροβόλησαν εις τας +Ταμύνας, Χοιρέας και Αιγίλια της Ερετρικής χώρας· +προσεγγίσαντες δε εις ταύτα τα μέρη, εξέβαλον αμέσως τους +ίππους και ητοιμάζοντο να επιτεθώσι κατά των εχθρών. Οι +Ερετριείς μήτε να αντεπεξέλθωσι μήτε να πολεμήσωσιν εσκέφθησαν, +αλλά μόνον πώς να διαφυλάξωσιν ει δυνατόν τα τείχη των, καθότι +η γνώμη των περισσοτέρων ήτο να μη αφήσωσι την πόλιν. Κρατεράς +δε προσβολής γενομένης κατά του τείχους, πολλοί έπιπτον +εκατέρωθεν επί έξ ημέρας, τη δε εβδόμην ο Εύφορβος του +Αλκιμάχου και ο Φίλαγρος του Κυνέου, άνδρες έγκριτοι μεταξύ των +πολιτών, προδίδουσι την πόλιν εις τους Πέρσας, οίτινες +εισελθόντες τα μεν ιερά εσύλησαν και έκαυσαν, εκδικούμενοι διά +τα καυθέντα εις τας Σάρδεις ιερά, τους δε ανθρώπους +εξηνδραπόδισαν κατά τας εντολάς του Δαρείου. + +102. Αφού δε εγένοντο κύριοι της Ερετρίας και έμειναν εκεί +ολίγας ημέρας, έπλευσαν έπειτα προς την Αττικήν σπεύδοντες και +ελπίζοντες να μεταχειρισθώσι τους Αθηναίους ως μετεχειρίσθησαν +τοις Ερετριείς. Επειδή δε ο Μαραθών ήτο μέρος της Αττικής +επιτηδειότατον διά το ιππικόν και έκειτο πλησιέστατα της +Ερετρίας, ωδήγησεν αυτούς εκεί ο Ιππίας του Πεισιστράτου. + +103. Άμα δε έμαθον τούτο οι Αθηναίοι, έδραμον και αυτοί εις τον +Μαραθώνα. Ωδήγουν δε αυτούς στρατηγοί δέκα, και ο δέκατος ήτο ο +Μιλτιάδης του οποίου, ο πατήρ, Κίμων του Στησαγόρου, είχεν +εξορισθή εκ των Αθηνών υπό του Πεισιστράτου του Ιπποκράτους. +Ούτος, ενώ ήτο φυγάς, συνέβη να νικήση εις τα Ολύμπια με +τέθριππον, την δε νίκην ταύτην μολονότι εκέρδησεν αυτός, έδωκεν +εις τον ομομήτριον αδελφόν του Μιλτιάδην. Κατά την ακόλουθον +Ολυμπιάδα, νικήσας πάλιν με τας ιδίας ίππους, παρεχώρησεν εις +τον Πεισίστρατον να ανακηρυχθή νικητής, και τοιουτοτρόπως +αφήσας εις αυτόν την νίκην, εφιλιώθη και κατέβη εις την πατρίδα +του. Κερδίσας δε και άλλην Ολυμπιάδα με τας αυτάς ίππους +εφονεύθη υπό των υιών του Πεισιστράτου, ότε δεν έζη πλέον αυτός +ο Πεισίστρατος. Τον εφόνευσαν δε διά νυκτός προς το μέρος του +πρυτανείου, κρύψαντες εκεί ανθρώπους. Και ετάφη ο Κίμων προ του +άστεως, πέραν της οδού της καλουμένης _διά Κοίλης_ αντικρύ δε +αυτού ετάφησαν αι ίπποι εκείναι, αίτινες ενίκησαν τρεις +Ολυμπιάδας. Τοσάκις είχον νικήσει άλλοτε και αι ίπποι του +Ευαγόρου υιού του Λάκωνος, αλλ' ήσαν αι μόναι. Και ο μεν +πρεσβύτερος των υιών του Κίμωνος Στησαγόρας ευρίσκετο τότε παρά +τω πατρικώ θείω του Μιλτιάδη εις την Χερσόνησον, ο δε νεώτερος +παρ' αυτώ τω Κίμωνι εις τας Αθήνας, έχων το όνομα Μιλτιάδης από +του οικιστού της Χερσονήσου Μιλτιάδου. + +104. Ούτος λοιπόν ο Μιλτιάδης, ελθών εκ της Χερσονήσου, ήτο +τότε στρατηγός των Αθηναίων αφού διέφυγε δις τον θάνατον· +πρώτον ότε οι Φοίνικες, έχοντες μεγάλην επιθυμίαν να τον +συλλάβωσι και τον φέρωσιν εις τον βασιλέα, τον κατεδίωξαν μέχρι +της Ίμβρου· δεύτερον ότε αποφυγών αυτούς έφθασεν εις την +πατρίδα του όπου ενόμισεν ότι εσώθη, οι δε εχθροί του τον +υπεδέχθησαν ενάξαντες εις το δικαστήριον και κατηγορήσαντες +αυτόν ότι ετυράννευσε της Χερσονήσου. Διαφυγών όμως και +τούτους, εγένετο στρατηγός των Αθηναίων εκλεχθείς υπό του +δήμου. + +105. Και πρώτον μεν, ενώ οι στρατηγοί ήσαν ακόμη εις την πόλιν, +έπεμψαν εις Σπάρτην τον κήρυκα Φειδιππίδην, Αθηναίον, όστις ήτο +και ταχυδρόμος επιτηδειότατος. Εις τούτον — ως ο ίδιος +Φειδιππίδης διηγείτο και ανήγγειλεν εις τους Αθηναίους — +ενεφανίσθη ο Παν περί το Παρθένιον όρος το υπεράνω της Τεγέας, +και προσαγορεύσας αυτόν ονομαστί, τον διέταξε να ερωτήση τους +Αθηναίους διατί δεν φροντίζουσι περί αυτού ποσώς, ενώ είναι +εύνους προς αυτούς και εις πολλάς περιστάσεις τοις εφάνη +χρήσιμος και θα τους ωφελήση και εις αυτήν την περίστασιν. Οι +Αθηναίοι επίστευσαν εις τα λεχθέντα, και όταν ησύχασαν τα +πράγματα έκτισαν κάτωθεν της ακροπόλεως ναόν του Πανός, +τιμώντες αυτόν δι' επετείων θυσιών και αγώνων λαμπαδικών. + +106. Ούτος δε ο Φειδιππίδης πεμφθείς τότε υπό των στρατηγών +όπως εκτελέση την υπηρεσίαν εκείνην εις την οποίαν, ως διηγήθη, +τω επεφάνη ο Παν, έφθασεν εις δύο ημέρας από την πόλιν των +Αθηναίων εις την Σπάρτην. Παρουσιασθείς δε εις τους άρχοντας +είπεν· «Ω Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι σας παρακαλούσι να τους +βοηθήσετε και να μη αφήσετε αρχαιοτάτην πόλιν της Ελλάδος να +δουλωθή υπό βαρβάρων. Η Ερέτρια ηνδραποδίσθη και η Ελλάς +εγένετο ασθενεστέρα ένεκα της απωλείας αξιολόγου πόλεως.» Είπε +λοιπόν τα εντεταλμένα, και εκείνοι ενέκρινον μεν να βοηθήσωσι +τους Αθηναίους, πλην ήτο αδύνατον να πράξωσι τούτο αμέσως, +καθότι δεν ήθελον να παραβιάσωσι τον νόμον. Ήτο τωόντι εννάτη +του μηνός, και είπον ότι δεν ηδύναντο να εκστρατεύσωσι πριν +γίνη πλήρης ο κύκλος της σελήνης. Και ούτοι μεν περιέμενον την +πανσέληνον. + +107. Ο δε Ιππίας του Πεισιστράτου ωδήγησε τους βαρβάρους εις +τον Μαραθώνα, ιδών την προλαβούσαν νύκτα το εξής όνειρον. Τω +εφάνη ότι συνεκοιμήθη μετά της μητρός του και εκ του ονείρου +τούτου εσυμπέρανεν ότι θα επανέλθη εις τας Αθήνας, ότι θα +αναλάβη πάλιν την αρχήν, και ότι θα αποθάνη εις την κατοικίαν +του γηραιός. Ταύτα εσυμπέρανεν εκ του δράματος. Τότε δε οδηγών +τον στρατόν αφ' ενός μεν εξήγαγε τους αιχμαλώτους της Ερετρίας +εις την νήσον των Στυρέων την καλουμένην Αιγίλιαν, αφ' ετέρου +δε προσώρμιζε τα πλοία εις τον Μαραθώνα και παρέτασσε τους +βαρβάρους εις μάχην καθ' όσον απέβαινον. Ενώ επεστάτει ταύτα τω +επήλθε πταρμός και βηξ ισχυρότερος του συνήθους, και επειδή ήτο +πλέον γέρων οι περισσότεροι οδόντες του εσείσθησαν· υπό της +βίας δε του βηχός ετινάχθη είς εξ αυτών και έπεσεν εις την +άμμον. Ο Πεισίστρατος πολλήν φροντίδα κατέβαλε διά να τον εύρη, +αλλ' επειδή δεν ευρίσκετο ουδαμού, αναστενάξας είπε προς τους +παρισταμένους. «Η γη αύτη δεν είναι ημετέρα ούτε θα δυνηθώμεν +να την υποτάξωμεν· όσον δε μέρος μοι ήτο επιτετραμμένον να +ελπίζω, το κατέχει ο οδούς.» + +108. Ο μεν Ιππίας λοιπόν ούτως ενόμισεν ότι ηλήθευσε το όνειρόν +του· εις δε τους Αθηναίους, παρατεταγμένους εις το τέμενος του +Ηρακλέους, ήλθον πανδημεί οι Πλαταιείς ως επίκουροι, καθότι οι +Πλαταιείς είχον αφιερωθή εις τους Αθηναίους οίτινες πολλούς +αγώνας είχον αναλάβει δι' αυτούς. Αφιερώθησαν δε κατά τον +ακόλουθον τρόπον· πιεζόμενοι υπό των Θηβαίων, κατ' αρχάς μεν +προσεφέρθησαν εις τον Κλεομένη του Αναξανδρίδου και τους +Λακεδαιμονίους οίτινες έτυχον να ευρίσκωνται εις τα περίχωρα. +Αλλ' ούτοι δεν τους εδέχθησαν και τοις είπον τα εξής· «Ημείς +κατοικούμεν μακράν και η βοήθειά μας πιθανόν να σας βλάψη, +καθότι πολλάκις ειμπορείτε να υποδουλωθήτε πριν το μάθωμεν +ημείς. Σας συμβουλεύομεν λοιπόν να αφιερωθήτε εις τους +Αθηναίους οίτινες είναι πλησιόχωροι και ισχυροί διά να σας +βοηθήσωσι.» Συνεβούλευον δε ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι ουχί τόσον +υπό ευνοίας προς τους Πλαταιείς, αλλ' επί τω σκοπώ να +προξενήσωσι κόπους εις τους Αθηναίους φέροντες αυτούς εις θέσιν +να συμπλακώσι με τους Βοιωτούς. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι λοιπόν +ταύτα συνεβούλευον τους Πλαταιείς, ούτοι δε δεν εδυσπίστησαν, +και περιμείναντες την στιγμήν καθ' ην οι Αθηναίοι ετέλουν +θυσίας εις τους δώδεκα θεούς εκάθισαν ως ικέται εις τον βωμόν +και αφιέρωσαν εαυτούς. Μαθόντες ταύτα οι Θηβαίοι εξεστράτευσαν +κατά των Πλαταιέων· αλλ' οι Αθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειάν των. +Ενώ δε έμελλον να συμπλακώσι, τους εμπόδισαν οι Κορίνθιοι, +διότι παρατυχόντες εκεί και γενόμενοι δεκτοί υπ' αμφοτέρων των +μερών ως διαιτηταί τους συνεβίβασαν και έθεσαν τα όρια της +χώρας υπό τας εξής συμφωνίας· οι Θηβαίοι να αφίνωσιν ελευθέρους +τους Βοιωτούς, όσοι δεν ήθελον να ανήκωσιν εις την Βοιωτίαν. +Και οι μεν Κορίνθιοι ταύτα αποφασίσαντες ανεχώρησαν· τους δε +Αθηναίους επιστρέφοντας εκτύπησαν οι Βοιωτοί, αλλ' ενικήθησαν +εις την μάχην, και τότε οι νικηταί ηύξησαν μέχρι του Ασωπού +ποταμού και των Υσιών τα όρια τα οποία οι Κορίνθιοι είχον +προσδιορίσει διά την χώραν των Πλαταιέων. Είχον λοιπόν παραδοθή +οι Πλαταιείς εις τους Αθηναίους κατά τον τρόπον τον οποίον +ανέφερα, και τότε ήλθαν εις τον Μαραθώνα ως βοηθοί των. + +109. Δύο γνώμαι υπήρχον μεταξύ των Αθηναίων στρατηγών· οι μεν +δεν ήθελον να πολεμήσωσι λέγοντες ότι ήσαν ολίγοι διά να +συμπλακώσι με τον στρατόν των Μήδων, οι άλλοι ήθελον τούτο, και +μεταξύ αυτών ήτο και ο Μιλτιάδης. Ήσαν λοιπόν διηρημένοι και +τούτου ένεκα μάλιστα, ενίκα η χείρων των γνωμών· ευτυχώς έμενεν +ενδέκατος ψηφοφόρος, εκείνος όστις διά της ψήφου του δήμου +ανελάμβανε το αξίωμα του πολεμάρχου, και ήτο τότε πολέμαρχος ο +Καλλίμαχος ο Αφιδναίος. Προς αυτόν παρευθείς ο Μιλτιάδης είπε +τα εξής· «Παρά σού εξαρτάται, ω Καλλίμαχε, ή να καταδουλώσης +τας Αθήνας ή να καταστήσης αυτάς ελευθέρας και να αφήσης μνήμην +αιωνίαν οποίαν δεν άφησαν ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, διότι +αφότου υπάρχουσιν οι Αθηναίοι ουδέποτε διέτρεξαν τοιούτον +μέγιστον κίνδυνον. Εάν μεν υποκύψωσιν εις τους Μήδους, είναι +γνωστόν τι θα πάθωσι παραδεδομένοι εις τον Ιππίαν, αλλ' εάν +περισωθή η πόλις είναι αρκετά ισχυρά ώστε να γίνη πρώτη των +Ελληνίδων πόλεων. Πώς θα συμβώσι ταύτα και πώς παρά σου +εξαρτάται η εκτέλεσις αυτών, θα σε είπω αμέσως. Δύο γνώμαι +υπάρχουσι μεταξύ των στρατηγών· οι μεν θέλουσι να πολεμήσωμεν, +οι δε να μη πολεμήσωμεν. Εάν μεν δεν πολεμήσωμεν, φοβούμαι +μήπως αναφυή διχόνοιά τις και κλονίση τας πεποιθήσεις των +Αθηναίων ώστε να μηδίσωσιν· εάν όμως πολεμήσωμεν πριν διαφθαρή +η καρδία πολιτών τίνων, δυνάμεθα, εάν οι θεοί μείνωσιν +ουδέτεροι, να νικήσωμεν εις την μάχην. Εις σε λοιπόν +στηρίζονται όλα ταύτα και από σου εξαρτώνται. Εάν προστεθής τη +εμή γνώμη, έχεις πατρίδα ελευθέραν και πόλιν πρώτην των +Ελληνίδων· εάν όμως προτιμήσης την γνώμην των μη σπευδόντων την +μάχην, θέλεις έχει τα εναντία εκείνων τα οποία ανέφερα.» + +110. Ταύτα λέγων ο Μιλτιάδης προσλαμβάνει με το μέρος του τον +Καλλίμαχον· προστεθείσης δε της γνώμης του πολεμάρχου, +απεφασίσθη να πολεμήσωσι. Μετά ταύτα οι στρατηγοί, οι +ψηφίσαντες υπέρ της μάχης, καθ' όσον ήρχετο η σειρά εκάστου να +έχη την αρχηγίαν της ημέρας, παρέδιδον αυτήν εις τον Μιλτιάδην +όστις καίπερ δεχόμενος δεν έδιδε μάχην μέχρις ου έφθασεν η +ημέρα της ιδικής του αρχηγίας. + +111. Ότε δε περιήλθεν η αρχηγία εις αυτόν, τότε παρέταξε τους +Αθηναίους εις μάχην κατά τον ακόλουθον τρόπον· του μεν δεξιού +κέρατος ηγεμών ήτο ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, διότι ούτως είχε +τότε παρά τοις Αθηναίοις ο νόμος, να έχη ο πολέμαρχος το δεξιόν +κέρας· κατόπιν δ' αυτού ήσαν αι φυλαί, η μία πλησίον της άλλης· +τελευταίοι δε ετάχθησαν οι Πλαταιείς, έχοντες το αριστερόν +κέρας. Από ταύτης της μάχης, όταν οι Αθηναίοι τελώσι τας θυσίας +και τας πανηγύρεις αίτινες επαναλαμβάνονται κατά πενταετίαν, ο +Αθηναίος κήρυξ εύχεται λέγων· «Είθε να δίδωσιν οι θεοί τα αγαθά +εις τους Αθηναίους και εις τους Πλαταιείς ομού.» Όταν ο στρατός +των Αθηναίων παρετάχθη εις μάχην, αι τάξεις αυτού εξηπλώθησαν +όσον και αι τάξεις των Μήδων· τοιουτοτρόπως το κέντρον +εσχηματίζετο υπό ολίγων μόνον τάξεων κατά βάθος και ήτο το +ασθενέστερον μέρος του στρατού, αμφότερα όμως τα κέρατα είχον +αρκετόν πλήθος και ήσαν ισχυρά. + +112. Αφού έλαβον τας θέσεις των και οι οιωνοί εφάνησαν αίσιοι, +οι Αθηναίοι αφέθησαν και επροχώρησαν κατά των βαρβάρων με βήμα +ταχύ· το δε μεταξύ των δύο στρατών διάστημα δεν ήτο ολιγώτερον +των οκτώ σταδίων. Οι Πέρσαι βλέποντες τους εναντίους ερχομένους +με βήμα ταχύ, ητοιμάζοντο να δεχθώσι την επίθεσιν και ενόμιζον +ότι τους κατέλαβε παραφροσύνη, και παραφροσύνη ολεθρία, διότι +έβλεπον ότι ήσαν ολίγοι, και τόσοι όντες ήρχοντο με σπουδήν, +χωρίς να έχωσιν ούτε ιππικόν ούτε τοξότας. Ταύτα εσυμπέραινον +οι βάρβαροι. Οι δε Αθηναίοι, άμα επλησίασαν αθρόοι τους +βαρβάρους, ήρχισαν την μάχην και επολέμησαν με ανδρίαν αξίαν +μνήμης, διότι πρώτοι πάντων των Ελλήνων όσους ημείς γνωρίζομεν +επέπεσαν με βήμα ταχύ κατά των πολεμίων, και πρώτοι επίσης +είδον αταράχως την Μηδικήν ενδυμασίαν και τους φορούντας αυτήν +άνδρας. Μέχρι τότε, και το όνομα μόνον των Μήδων ακουόμενον +επροξένει φόβον εις τους Έλληνας. + +113. Η μάχη αύτη του Μαραθώνος διήρκεσε πολύ· και εις μεν το +μέσον του στρατοπέδου, όπου ήσαν τεταγμένοι οι Πέρσαι και οι +Σάκαι, ενίκων οι βάρβαροι, και ρήξαντες τους αντιπάλους εδίωκον +αυτούς προς τα μεσόγεια· εις τα δύο όμως κέρατα ενίκων οι +Αθηναίοι και οι Πλαταιείς. Νικώντες δε, τους μεν τραπέντας +βαρβάρους άφινον να φεύγωσιν, αυτοί δε ενώσαντες τα δύο κέρατα +εστράφησαν κατ' εκείνων οίτινες είχον ρήξει το μέσον. Η νίκη +των Αθηναίων υπήρξε τελεία. Ακολουθούντες τούς Πέρσας φεύγοντας +έκοπτον αυτούς, και όταν έφθασαν εις την θάλασσαν, εζήτησαν πυρ +και ώρμησαν κατά των πλοίων. + +114. Εις την μάχην ταύτην πρώτος εφονεύθη ο πολέμαρχος +Καλλίμαχος, αγωνισθείς ανδρείως, και εκ τον στρατηγών εφονεύθη +ο Στησίλαος του Θρασύλου. Αφ' ετέρου ο Κυνέγειρος του +Ευφορίωνος, καθ' ην στιγμήν έδραξε την πρύμνην ενός πλοίου, +πίπτει αποκοπείς την χείρα διά πελέκεως· έπεσαν δε και άλλοι +Αθηναίοι πολλοί και ονομαστοί. + +115. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι εκυρίευσαν επτά πλοία, οι δε +βάρβαροι αναχωρήσαντες με τα υπολειπόμενα και αναλαβόντες τα εκ +της Ερετρίας ανδράποδα εκ της νήσου οπού τα είχον αφήσει +περιέπλεον το Σούνιον, θέλοντες να προλάβωσι τους Αθηναίους και +να φθάσωσιν εις την πόλιν. Ελέχθη έπειτα εις τας Αθήνας ότι εκ +ραδιουργίας των Αλκμαιωνιδών έπραξαν τούτο οι Πέρσαι, και ότι +αυτοί συνεννοηθέντες με τους βαρβάρους όντας ήδη εντός των +πλοίων, ύψωσαν ασπίδα. + +116. Και ούτοι μεν περιέπλεον το Σούνιον· οι δε Αθηναίοι όσον +το δυνατόν ταχύτερον έτρεχον εις την πόλιν και έφθασαν πριν +έλθωσιν οι βάρβαροι. Αναχωρήσαντες εκ του Ηρακλείου του εν +Μαραθώνι, εστρατοπεδεύσαντες εις άλλο Ηράκλειον το εν +Κυνοσάργει. Οι δε βάρβαροι ελθόντες με τα πλοία ανωτέρω του +Φαλήρου (διότι τούτο ήτο τότε το επίνειον των Αθηναίων) και +ανακωχεύσαντες εκεί επί τινα χρόνον, απέπλευσαν οπίσω εις την +Ασίαν. + +117. Εις την μάχην ταύτην του Μαραθώνος απώλεσαν οι βάρβαροι έξ +χιλιάδας και τετρακοσίους, οι δε Αθηναίοι εκατόν εννενήκοντα +δύο· τοιούτος ήτο ο αριθμός των πεσόντων εκατέρωθεν. Συνέβη δε +κατά την μάχην το εξής θαύμα. Αθηναίος τις ο Επίζηλος του +Κουφαγόρου, εμάχετο ανδρειότατα εις την θέσιν του, όταν χωρίς +να κτυπηθή μήτε μακρόθεν μήτε εγγύθεν, έχασεν αίφνης την όρασίν +του και απ' εκείνης της στιγμής μέχρι τέλους της ζωής του +έμεινε τυφλός. Ήκουσα δε ότι ο ίδιος εξήγει το πάθημά του ως +εξής. «Μοι εφάνη, έλεγεν, ότι υψηλόσωμος οπλίτης ήτο πλησίον +μου· το μακρόν γένειόν του εσκίαζεν όλην την ασπίδα του. Το +φάσμα τούτο εμέ μεν παρέτρεξεν, εφόνευσε δε τον παραστάτην +μου.» Ταύτα με είπον ότι διηγείτο ο Επίζηλος. + +118. Ο Δάτις επιστρέφων εις την Ασίαν μετά του στρατού, ότε +έφθασεν εις την Μύκονον είδεν όνειρον εις τον ύπνον του. Και τι +μεν ήτο το όνειρον δεν λέγουσιν· άμα όμως εγένετο ημέρα, έκαμεν +έρευναν εις τα πλοία και ευρών εις πλοίον Φοινικικόν έν άγαλμα +του Απόλλωνος κεχρυσωμένον ηρώτησε πόθεν εσυλήθη· μαθών δε εκ +ποίου ιερού, έπλευσε με το πλοίον του εις την Δήλον· και επειδή +τότε οι Δήλιοι είχον επιστρέψει εις την νήσον, κατέθεσε το +άγαλμα εις το ιερόν και παρήγγειλε τους Δηλίους να το +μεταφέρωσιν εις το Δήλιον των Θηβαίων· κείται δε ο ναός ούτος +εις την παραθαλασσίαν καταντικρύ της Χαλκίδος. Και ο μεν Δάτις +ταύτα εντειλάμενος απέπλευσεν· οι Δήλιοι όμως δεν μετέφερον τον +ανδριάντα αλλά μετά είκοσιν έτη αυτοί οι Θηβαίοι, κατά τινα +χρησμόν, τον εκόμισαν εις το Δήλιον. + +119. Ο δε Δάτις και ο Αρταφέρνης, άμα απέβησαν εις την Ασίαν, +ανεβίβασαν εις τα Σούσα τους αιχμαλώτους της Ερετρίας. Ο +Δαρείος, πριν αιχμαλωτευθώσιν οι Ερετριείς, ήτο κατ' αυτών +σφόδρα ωργισμένος, καθότι αυτοί είχον αρχίσει να αδικώσιν· αλλ' +ότε τους είδε φερθέντας ενώπιόν του και όντας υποχειρίους του, +δεν τους εκακοποίησε και τους αποκατέστησεν εις κτήμα τι ιδικόν +του κείμενον εις την Κισσίαν χώραν και καλούμενον Αρδέρικκα. Το +χωρίον τούτο από μεν των Σούσων απέχει διακόσια δέκα στάδια, +τεσσαράκοντα δε από του φρέατος τα οποίον παρέχει τρεις ιδίας +ουσίας, καθότι αντλούσιν εξ αυτού άσφαλτον, άλας και έλαιον +κατά τον ακόλουθον τρόπον. Καταβιβάζουσιν εις αυτό κηλώνιον εις +το οποίον είναι δεδεμένον αντί υδρίας το ήμισυ ασκού· αφού δε +το βυθίσωσιν εις το φρέαρ, το ανασύρουσιν έπειτα και το +κενούσιν εις δεξαμενήν, εκ της οποίας χύνεται εις άλλο μέρος +και εκεί λαμβάνει τρεις μορφάς. Και η μεν άσφαλτος και το άλας +πήγνυνται αμέσως, το δε έλαιον συνάγουσιν εις αγγεία και οι +Πέρσαι καλούσιν αυτό ραδινάκην· είναι δε μέλαν και εκβάλλει +οσμήν βαρείαν. Εκεί εγκατέστησεν ο βασιλεύς τους Ερετριείς, +οίτινες και μέχρι της εποχής μου είχον το χωρίον τούτο +φυλάσσοντες την αρχαίαν γλώσσαν. Ταύτα τα αφορώντα τους +Ερετριείς. + +120. Εις δε τας Αθήνας ήλθον μετά την πανσέληνον δισχίλιοι +Λακεδαιμόνιοι, τόσην σπουδήν έχοντες να προφθάσωσιν ώστε την +τρίτην ημέραν από της αναχωρήσεώς των ήσαν εις την Αττικήν. +Φθάσαντες όμως μετά την μάχην, επεθύμησαν να ίδωσι τουλάχιστον +τους Μήδους· όθεν μετέβησαν εις τον Μαραθώνα και τους είδον. +Μετά ταύτα επαινέσαντες τους Αθηναίους και το κατόρθωμα αυτών, +επέστρεψαν εις την Σπάρτην. + +121. Θαύμα φαίνεται εις εμέ και δεν πιστεύω εις τα λεγόμενα ότι +οι Αλκμαιωνίδαι ήτο δυνατόν εκ συνεννοήσεως με τους Πέρσας να +υψώσωσιν ασπίδα, θέλοντες να υποτάξωσι τας Αθήνας εις τους +βαρβάρους και τον Ιππίαν, αυτοί οίτινες ήσαν μισοτύραννοι, αν +όχι περισσότερον, τουλάχιστον όσον και ο Καλλίας ο υιός του +Φαινίππου και πατήρ του Ιππονίκου, ο μόνος εξ όλων των Αθηναίων +όστις, όταν ο Πεισίστρατος εξωρίσθη από τας Αθήνας και ο κήρυξ +του δημοσίου επώλει τα πράγματά του, ετόλμησε να αγοράση εξ +αυτών και ουδεμίαν παρέλειψε περίστασιν διά να δείξη την προς +αυτόν έχθραν του. + +122. Τον Καλλίαν τούτον πρέπει πολλάκις να αναφέρη τις τόσον +διά τα προλελεγμένα και διά τον ζήλον του υπέρ της +απελευθερώσεως της πατρίδος του, όσον και δι εκείνα τα οποία +έκαμεν εις την Ολυμπίαν, νικήσας εις την ιππηλασίαν και λαβών +τα δευτερεία εις τον διά τεθρίππου αγώνα· προ τούτων δε νικήσας +εις τα Πύθια εγένετο γνωστός εις όλους τους Έλληνας διά τας +μεγάλας δαπάνας του. Έτι δε πώς εφέρθη εις τας τρεις θυγατέρας +του. Όταν αύται έφθασαν εις ώραν γάμου, ου μόνον τας επροίκισε +μεγαλοπρεπέστατα, αλλά διά να τας ευχαριστήση ταις επέτρεψε να +εκλέξωσιν εξ όλων των Αθηναίων τους συζύγους τους οποίους +ήθελον. + +123. Και οι Αλκμαιωνίδαι ομοίως και ουχί ολιγώτερον ήσαν +μισοτύραννοι. Θαυμάζω λοιπόν και δεν δέχομαι την διαβολήν ότι +υψώσαντες ασπίδα έκαμον σημείον εις τους βαρβάρους, αυτοί +οίτινες ένεκα των τυράννων ήσαν φυγάδες από την πατρίδα των και +διά των ενεργειών των έχασαν την τυραννίδα οι Πεισιστρατίδαι. +Ώστε, κατά την εμήν κρίσιν, πολύ περισσότερον αυτοί ηλευθέρωσαν +τας Αθήνας ή ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων καθότι ο Αρμόδιος +και ο Αριστογείτων, φονεύσαντες τον Ίππαρχον, εξηγρίωσαν τους +υπολοίπους Πεισιστρατίδας και ουδόλως έπαυσαν αυτούς της +τυραννίας, ενώ οι Αλκμαιωνίδαι ηλευθέρωσαν αναντιρρήτως την +πόλιν των, εάν ήναι αληθές ότι αυτοί ανέπεισαν την Πυθίαν να +παραγγείλη τους Λακεδαιμονίους να ελευθερώσωσι τας Αθήνας, ως +πρότερον διηγήθην. + +124. Αλλ' ίσως είπη τις ότι παρεκινήθησαν να προδώσωσι την +πατρίδα έχοντες παράπονά τινα κατά του δήμου των Αθηναίων· αλλ' +είναι γνωστόν ότι εις τας Αθήνας ούτε άλλοι σημαντικώτεροι +ήσαν, ούτε ετιμώντο άλλοι περισσότερον. Ώστε ο ορθός λόγος δεν +επιτρέπει να πιστεύσωμεν ότι ύψωσαν ασπίδα με τοιούτον σκοπόν. +Και ασπίς μεν ότι εφάνη υψωμένη, ουδείς δύναται να αρνηθή, +καθότι εγένετο· τις όμως την ύψωσε, δεν έχω τι να προσθέσω. + +125. Οι δε Αλκμαιωνίδαι ήσαν μεν ανέκαθεν επιφανείς εις τας +Αθήνας, από του Αλκμαίωνος όμως και του Μεγακλέους εγένοντο +επιφανέστατοι. Ο Αλκμαίων, υιός του Μεγακλέους, απεδέχθη ποτέ +και υπηρέτησε προθύμως τους Λυδούς των Σάρδεων τους οποίους ο +Κροίσος είχε στείλει διά να συμβουλευθώσι το μαντείον των +Δελφών. Μαθών δε ο Κροίσος από τους επιστρέψαντας Λυδούς τας +εκδουλεύσεις αυτού, τον εκάλεσεν εις τας Σάρδεις και τω εχάρισε +τόσον χρυσίον όσον ηδύνατο να φέρη επάνω του άπαξ. Ο δε +Αλκμαίων προς τοιαύτην δωρεάν τοιούτον τι εμηχανεύθη· φορέσας +χιτώνα μέγαν και αφήσας πολλήν ευρυχωρίαν περί το στήθος, και +υποδησάμενος τους μάλλον ευρείς κοθόρνους τους οποίους ηδυνήθη +να εύρη, εισήλθεν εις το θησαυροφυλάκιον όπου τον ωδήγησαν. +Εισπεσών δε εις σωρόν ψήγματος, πρώτον μεν εγέμισε τους +κοθόρνους περί τας κνήμας, όσον ηδύναντο να χωρήσωσιν· έπειτα +δε γεμίσας όλον τον κόλπον και σκορπίσας και εις τας τρίχας της +κεφαλής και άλλο λαβών εις το στόμα εξήλθε του θησαυροφυλακίου, +μόλις σύρων τούς κοθόρνους και ομοιάζων παν άλλο ή άνθρωπον, +καθότι και το στόμα ήτο πεφραγμένον και το σώμα όλον +εξωγκωμένον. Ιδών αυτόν ο Κροίσος κατελήφθη υπό γέλωτος, και ου +μόνον εκείνα τω εχάρισεν, αλλά και άλλα ουχί ολιγώτερα εκείνων. +Τοιουτοτρόπως επλούτησεν η οικία αύτη μεγάλως, και ο Αλκμαίων +ούτος ηδυνήθη να συντηρή ίππους και να κερδίζη νίκας εις τα +Ολύμπια αγωνιζόμενος με τέθριππον. + +126. Έπειτα, κατά την επομένην γενεάν, ο τύραννος της Σικυώνος +Κλεισθένης τοσούτον ύψωσε την οικίαν ταύτην ώστε εγένετο μεταξύ +των Ελλήνων πολύ ονομαστοτέρα ή πρότερον. Ο Κλεισθένης του +Αριστωνύμου, του Μύρωνος, του Ανδρέου, είχε θυγατέρα της οποίας +το όνομα ήτο Αγαρίστη και ήθελε να εύρει τον άριστον πάντων των +Ελλήνων και με τούτον να συζεύξη αυτήν. Ήλθεν η εορτή των +Ολυμπίων· νικήσας ο Κλεισθένης με τέθριππον, εδημοσίευσε διά +κήρυκος, όστις των Ελλήνων νoμίζει εαυτόν άξιον να γίνη γαμβρός +του Κλεισθένους ας μεταβή εις την Σικυώνα κατά την εξηκοστήν +ημέραν ή και πρότερον, καθότι μετά έν έτος αρχόμενον από της +εξηκοστής ημέρας ήθελεν ο Κλεισθένης να τελεσθή ο γάμος. Τότε +όσοι των Ελλήνων εμεγαλοφρόνουν ή διά τα ίδια προτερήματά των ή +διά την πατρίδα των, έσπευσαν ως μνηστήρες, και ο Κλεισθένης +διατάξας να ετοιμάσωσι στάδιον και παλαίστραν είχεν αυτά επί τω +σκοπώ να αγωνισθώσι. + +127. Και από μεν της Ιταλίας ήλθεν ο Συβαρίτης Σμινδυρίδης υιός +του Ιπποκράτους όστις είχε φθάσει εις ύψιστον βαθμόν τρυφής +(ήτο δε η Σύβαρις κατ' εκείνην την εποχήν ακμαιοτάτη) και ο +Σιρίτης Δάμασος, υιός του Αμύριος του επιλεγομένου σοφού. Ούτοι +ήλθον εκ της Ιταλίας. Από δε του Ιονίου κόλπου ο Αμφίμνηστος +του Επιστρόφου Επιδάμνιος. Από της Αιτωλίας ήλθεν ο Μάλης +αδελφός του Τιτόρμου εκείνου όστις υπερέβη πάντας τους Έλληνας +εις την δύναμιν και διά να φύγη την μετά των ανθρώπων κοινωνίαν +ανεχώρησεν εις τας εσχατίας της Αιτωλίδος χώρας. Από της +Πελοποννήσου ήλθεν ο Λεωκήδης, απόγονος του τυράννου των +Αργείων Φείδωνος· του Φείδωνος όστις εκανόνισε τα μέτρα των +Πελοποννησίων και υπήρξεν ο μάλλον θρασύς από όλους τους +Έλληνας, καθότι διώξας τους αγωνοθέτας των Ηλείων, ερρύθμιζεν +αυτός τα των αγώνων των Ολυμπίων. Τούτου ο απόγονος ήλθε, και +προσέτι ο Αμίαντος του Λυκούργου Αρκάς εκ της Τραπεζούντος και +ο Αζήνιος Λαφάνης εκ της πόλεως Παίου, υιός του Ευφορίωνος +όστις, ως λέγεται εις την Αρκαδίαν, εδέχθη εις την οικίαν του +τους Διοσκούρους και έκτοτε εφιλοξένει όλους τους ανθρώπους, +και ο Ηλείος Ονομαστός, υιός του Αγαίου. Ούτοι ήλθον εκ της +Πελοποννήσου. Εκ δε των Αθηνών ήλθον ο Μεγακλής, υιός του +Αλκμαίωνος εκείνου όστις είχε μεταβή προς τον Κροίσον, και είς +άλλος, ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου, όστις υπερέβαινε τους +Αθηναίους κατά τα πλούτη και το κάλλος. Από δε της Ερετρίας, +ανθούσης τότε, ήλθεν ο Λυσανίας. Ούτος μόνος ήτο εκ της +Ευβοίας. Εκ δε της Θεσσαλίας ήλθεν από μεν τους Σκοπάδας ο +Κραννώνιος Διακτορίδης, από δε τους Μολοσσούς ο Άλκων. Ούτοι +ήσαν οι μνηστήρες. + +128. Ελθόντων δε τούτων κατά την ωρισμένην ημέραν, ο Κλεισθένης +πρώτον μεν ηρώτησεν έκαστον περί της πατρίδος και της +οικογενείας του, μετά ταύτα δε κρατήσας αυτούς επί ένα χρόνον +πλησίον του εδοκίμαζε την ανδρίαν των, τον χαρακτήρα των, την +ανατροφήν των, τα ήθη των, συνδιαλεγόμενος μεθ' εκάστου +ιδιαιτέρως ή μεθ' όλων ομού και φέρων εις τα γυμνάσια τους +νεωτέρους αυτών· προ πάντων όμως τους εδοκίμαζεν εις την +τράπεζαν, διότι εφ' όσον χρόνον τους είχε πλησίον του τοις +έδιδε τα πάντα και τους εξένιζε μεγαλοπρεπώς. Εξ όλων δε των +μνηστήρων προ πάντων ήρεσκον εις αυτόν οι εξ Αθηνών ελθόντες, +και εκ τούτων περισσότερον ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου τον +οποίον επροτίμα διά την ανδρίαν του και διότι κατήγετο από τους +Κυψελίδας της Κορίνθου. + +129. Ότε δε έφθασεν η προσδιορισθείσα διά την τελετήν του γάμου +ημέρα και να είπη ο Κλεισθένης ποίον εξέλεγεν ως γαμβρόν του, +εθυσίασεν ο Κλεισθένης εκατόν βόας και ευώχησεν ου μόνον τους +μνηστήρας αλλά και όλους τους Σκυωνίους. Περαιωθέντος του +δείπνου, οι μνηστήρες συνεζήτησαν περί μουσικής και περί άλλων +αντικειμένων τα οποία έφερεν η συνομιλία. Προβαίνοντος δε του +πότου, ο Ιπποκλείδης όστις υπερείχε των άλλων διέταξε τον +αυλητήν να παίξη χορόν. Ο αυλητής υπήκουσεν, ο δε Ιπποκλείδης +εξετέλεσε χορόν τινα της αρεσκείας του. Αλλ' ο Κλεισθένης, ων +θεατής, έβλεπε δυσαρέστως όλον το πράγμα. Μετά ταύτα, σταθείς +ολίγον ο Κλεισθένης, διέταξε να τω φέρωσι τράπεζαν· ελθούσης δε +της τραπέζης, πρώτον μεν εχόρευσεν επ' αυτής κατά τρόπους +Λακωνικούς, έπειτα δε κατά τρόπους Αττικούς και επί τέλους +στηρίξας την κεφαλήν επί της τραπέζης ανετίναξε τα σκέλη. Ο δε +Κλεισθένης, ενόσω μεν ο Ιπποκλείδης εχόρευε τα πρώτα και τα +δεύτερα είδη, μολονότι τα εύρισκεν απρεπή και απεφάσισε να μη +τον κάμνη γαμβρόν του, συνείχεν όμως εαυτόν και δεν ήθελε να +εκραγή κατ' αυτού. Αλλ' ότε τον είδεν ανατινάσσοντα τα σκέλη +εις τον αέρα, μη δυνάμενος πλέον να υποφέρη είπεν· «Ω υιέ του +Τισάνδρου διά του χορού απελάκτισας τον γάμον» ο δε Ιπποκλείδης +υπολαβών είπεν: «Ου φροντίς Ιπποκλείδη.» Και έκτοτε ο λόγος +ούτος έμεινε παροιμιώδης. + +130. Τότε ο Κλεισθένης ζητήσας να σιωπήσωσιν είπεν εις το μέσον +τα εξής· «Ω μνηστήρες της θυγατρός μου, εγώ όλους σας επαινώ, +και εάν ήτο δυνατόν ήθελον σας ευχαριστήσει όλους χωρίς να +προτιμήσω ένα μόνον εξ υμών και να απορρίψω τους άλλους. Επειδή +όμως τούτο είναι αδύνατον να ευχαριστήσω όλους προκειμένου να +αποφασίσω περί μιας κόρης, δίδω εις έκαστον εξ υμών των +αποπεμπομένων έν τάλαντον αργυρίου διά την τιμήν την οποίαν με +εκάματε θελήσαντες να λάβητε γυναίκα την θυγατέρα μου και διά +τα έξοδα της αποδημίας σας, μνηστεύω δε την θυγατέρα μου +Αγαρίστην με τον υιόν του Αλκμαίωνος Μεγακλέα κατά τους νόμους +των Αθηναίων.» Ειπόντος τότε του Μεγακλέους ότι την λαμβάνει ως +γυναίκα, επεκυρώθη ο γάμος υπό του Κλεισθένους. + +131. Τοιαύτη ήτο η εκλογή του Κλεισθένους και ούτως οι +Αλκμαιωνίδαι εφημίσθησαν ανά την Ελλάδα, Εκ του γάμου δε τούτου +εγεννήθη ο Κλεισθένης όστις έχων το όνομα του Σικυωνίου +μητροπάτορός του κατέστησε τας φυλάς και την δημοκρατίαν εις +τας Αθήνας. Ούτος ο υιός εγεννήθη εις τον Μεγακλέα και ο +Ιπποκράτης, εκ δε του Ιπποκράτους εγεννήθη άλλος Μεγακλής και +άλλη Αγαρίστη λαβούσα το όνομα από τις Αγαρίστης του +Κλεισθένους· αύτη δε συζευχθείσα τον Ξάνθιππον του Αρίφρονος +και εγκυμονήσασα είδεν όνειρον εν τω ύπνω· τη εφάνη ότι έτεκε +λέοντα· και μετ' ολίγας ημέρας τίκτει τω Ξανθίππω τον Περικλέα, + +132. Μετά την εν Μαραθώνι δε καταστροφήν των Περσών, ο +Μιλτιάδης ήδη έγκριτος μεταξύ των Αθηναίων, εγένετο τότε +σημαντικώτερος. Εζήτησε λοιπόν παρά του δήμου εβδομήκοντα +πλοία, στρατόν και χρήματα, χωρίς να είπη κατά τίνων ήθελε να +εκστρατεύση, αλλά μόνον ότι θα καταπλουτίση αυτούς εάν έστεργον +να τον ακολουθήσωσι, διότι θα τους φέρη εις τοιούτον τόπον από +τον οποίον ευκόλως θα λάβωσιν άφθονον χρυσόν. Ταύτα λέγων +εζήτει τα πλοία, οι δε Αθηναίοι παρασυρθέντες υπό των λόγων τον +τα έδοσαν. + +133. Παραλαβών ο Μιλτιάδης τον στρατόν έπλευσε κατά της Πάρου +επί προφάσει μεν ότι οι Πάριοι είχον αρχίσει πρώτοι τον πόλεμον +πέμψαντες μετά του περσικού στόλου μίαν τριήρη εις τον +Μαραθώνα, πράγματι δε διότι είχεν έχθραν κατά των Παρίων ένεκα +του Λυσαγόρου, υιού του Τισίου, όστις Πάριος ων το γένος τον +διέβαλεν εις τον Πέρσην Υδάρνη. Φθάσας ο Μιλτιάδης εις την +οποίαν έπλεε νήσον, επολιόρκησε διά του στρατού τους Παρίους +κεκλεισμένους εις τα τείχη των, και πέμψας εντός της πόλεως +κήρυκα εζήτει εκατόν τάλαντα λέγων ότι εάν δεν τα δώσωσι δεν θα +λύση την παλιορκίαν πριν τους καταστρέψη. Αλλ' οι Πάριοι ούτε +καν εσκέφθησαν να δώσωσι χρήματα εις τον Μιλτιάδην, το μόνον δε +όπερ απεφάσισαν ήτο πώς να φυλάξωσι την πόλιν· όθεν και άλλα +μέτρα ελάμβανον, και συγχρόνως όπου έβλεπον ότι το τείχος ήτο +ευπρόσβλητον αμέσως την ιδίαν νύκτα ύψωνον τα μέρος διπλάσιον +του παλαιού. + +134. Και όσα μεν είπα μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως, +λέγουσιν αυτά και όλοι οι Έλληνες· τα λοιπά δε, ως λέγουσιν οι +Πάριοι συνέβησαν ως εξής. Ενώ ο Μιλτιάδης ηπόρει περί του +πρακτέου, παρουσιάσθη εις αυτόν γυνή τις αιχμάλωτος, Παρία το +γένος, καλουμένη Τιμώ, υποδιάκονος των χθονίων θεών, ήτις τον +συνεβούλευσεν, εάν επεθύμει να κυριεύση την Πάρον, να πράξη όσα +τον υπαγορεύση αυτή. Μετά ταύτα λέγουσιν ότι αυτή μεν έδωκε τας +αναγκαίας συμβουλάς, ο δε Μιλτιάδης αναβάς εις τον λόφον όστις +είναι προ της πόλεως, υπερεπήδησε το περίφραγμα και εισήλθεν +εις τον ναόν της θεσμοφόρου Δήμητρος, καθότι δεν ήτο δυνατόν να +ανοίξη τας θύρας. Υπερπηδήσας λοιπόν τον τοίχον, εβάδισε κατ' +ευθείαν προς τον ναόν αγνοώ τίνα σκοπόν έχων, είτε διά να +μετακινήση τι εξ εκείνων τα οποία πρέπει να μένωσιν ακίνητα, +είτε διά να πράξη οτιδήποτε άλλο. Ότε όμως έφθασε προ της +θύρας, αίφνης τον κατέλαβεν ιερός τρόμος και επέστρεψε διά της +αυτής οδού· πηδήσας δε εκ δευτέρου τον φράκτην έθλασε τον +μηρόν, κατ' άλλους δε εξήρθρωσε το γόνυ. + +135. Ο Μιλτιάδης λοιπόν κακώς έχων απέπλευσεν οπίσω, ούτε +χρήματα φέρων εις τους Αθηναίους ούτε την Πάρον κυριεύσας. Είχε +πολιορκήσει αυτήν είκοσι και έξ ημέρας και κατερημώσει τα +πέριξ. Μαθόντες δε Πάριοι ότι η υποδιάκονος των θεών Τιμώ είχε +δώσει οδηγίας εις τον Μιλτιάδην και θέλοντες διά τούτο να την +τιμωρήσωσιν, άμα ησύχασαν μετά την πολιορκίαν έπεμψαν εις τους +Δελφούς διά να ερωτήσωσιν εάν έπρεπε να επιβάλωσι τιμωρίαν τινά +εις την υποδιάκονον των θεών, καθότι υπέδειξεν εις τους εχθρούς +το μέσον να κυριεύσωσι την πόλιν και εφανέρωσεν εις τον +Μιλτιάδην πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να φανερωθώσιν εις +άνδρα. Αλλ' η Πυθία δεν επέτρεψε τούτο, ειπούσα ότι η Τιμώ δεν +ήτο ένοχος, ότι ήτο πεπρωμένον ο Μιλτιάδης να έχη κακόν τέλος +και ότι εκείνη υπήρξε το όργανον των κακών του. Και εις μεν +τους Παρίους ταύτα απεκρίθη η Πυθία. + +136. Αφού δε επέστρεψεν ο Μιλτιάδης εκ της Πάρου, μία ομόθυμος +κραυγή ηγέρθη κατ' αυτού, τινές δε και μάλιστα ο Ξάνθιππος του +Αρίφρονος ενήγαγον αυτόν ενώπιον του δήμου ως ένοχον θανάτου +και τον κατεδίωκον ως απατήσαντα τους Αθηναίους. Ο δε +Μιλτιάδης, μη δυνάμενος να εμφανισθή αυτοπροσώπως, δεν +απελογήθη, καθότι ο μηρός του ήρχισεν ήδη να σήπεται· αλλ' ενώ +έκειτο εις την κλίνην, οι φίλοι του απελογούντο αντ' αυτού +αναφέροντες μετ' εμφάσεως την εν Μαραθώνι μάχην, την άλωσιν της +Λήμνου και λέγοντες ότι κυριεύσας αυτήν και εκδικηθείς τους +Πελασγούς την παρέδωκεν εις τους Αθηναίους. Ο δε δήμος τον +απέλυσε μεν της θανατικής καταδίκης, τον εζημίωσεν όμως ως +αδικήσαντα εις πρόστιμον πεντήκοντα ταλάντων. Ολίγον μετά ταύτα +προχωρησάσης της γαγγραίνης απέθανεν ο Μιλτιάδης, τα δε +πεντήκοντα τάλαντα επλήρωσεν ο υιός του Κίμων. + +137. Εκυρίευσε δε την Λήμνον ο Μιλτιάδης ο υιός του Κίμωνος ως +ακολούθως. Οι Πελασγοί είχον διωχθή εκ της Αττικής υπό των +Αθηναίων, είτε δικαίως είτε αδίκως· περί τούτου δεν θα είπω +άλλο τι παρ' ό,τι λέγουσιν άλλοι. Αφ' ενός μεν ο Εκαταίος του +Ηγησάνδρου εν τη ιστορία του λέγει ότι εδιώχθησαν αδίκως· κατ' +αυτόν, όταν οι Αθηναίοι είδον την εις τους πρόποδες του Υμηττού +χώραν την οποίαν είχον δώσει εις τους Πελασγούς εις αντάλλαγμα +του υπό των Πελασγών κτισθέντος τείχους της ακροπόλεως, όταν +είδον την χώραν ταύτην καλώς δεδουλευμένην, πρότερον ούσαν +άγονον και μηδαμινήν, εφθόνησαν και επεθύμησαν να την λάβωσι, +και εδίωξαν τους Πελασγούς χωρίς να προβάλωσι την ελαχίστην +πρόφασιν. Αφ' ετέρου δε οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι δικαίως τους +εδίωξαν, διότι κατοικούντες οι Πελασγοί εις τους πρόποδας του +Υμηττού και ορμώμενοι εκείθεν επροξένουν τας εξής αδικίας. +Επειδή αι θυγατέρες των Αθηναίων εσύχναζον εις την Εννεάκρουνον +διά να λάβωσιν ύδωρ (καθότι κατ' εκείνην την εποχήν μήτε οι +Αθηναίοι μήτε οι άλλοι Έλληνες είχον δούλους) οι Πελασγοί, όταν +ήρχοντο αύται εις την πηγήν, τας εβίαζον αυθαδώς και +περιφρονητικώς. Δεν ήρκει δε τούτο, αλλά τελευταίον τους +συνέλαβον επ' αυτοφώρω επιβουλεύοντας να κυριεύσωσι τας Αθήνας. +Τότε δε εφάνησαν τόσον καλλίτεροι εκείνων ώστε ενώ ηδύναντο να +τους φονεύσωσιν ως επιβούλους, δεν έπραξαν τούτο, αλλ' +ηρκέσθησαν να τους διατάξωσι να εξέλθωσι της χώρας. Ανεχώρησαν +λοιπόν οι Πελασγοί και εκυρίευσαν άλλους τόπους, ιδίως δε την +Λήμνον. Και εκείνα μεν είπεν ο Εκαταίος, ταύτα δε λέγουσιν οι +Αθηναίοι. + +138. Ούτοι δε οι Πελασγοί νεμόμενοι τότε την Λήμνον και +θέλοντες να εκδικηθώσι τους Αθηναίους, επειδή εγνώριζον καλώς +τας εορτάς των Αθηναίων, αποστείλαντες πεντηκοντόρους +ενήδρευσαν τας γυναίκας αυτών ότε ετέλουν εις την Βραυρώνα την +εορτήν της Αρτέμιδος. Αρπάσαντες δε εκείθεν πολλάς εξ αυτών +απέπλευσαν και ελθόντες εις την Λήμνον είχον αυτάς ως παλλακάς. +Αφού δε αι γυναίκες αύται ετεκνοποίησαν, εδίδασκον εις τους +παίδας των την Αττικήν γλώσσαν και τα ήθη των Αθηναίων. Οι δε +παίδες ούτε να συναναστρέφονται ήθελον με τους παίδας τους +γεννηθέντας εκ των Πελασγίδων γυναικών, και εάν τις εξ αυτών +ετύπτετο υπό τινος παιδός Πελασγίδος, έτρεχον όλοι και εβοήθουν +αλλήλους. Προσέτι και να άρχωσιν ήθελον των άλλων παιδίων και +ήσαν ισχυρότεροι. Ιδόντες ταύτα οι Πελασγοί συνηθροίσθησαν όπως +συσκεφθώσι· συσκεπτόμενοι δε εύρον ότι το πράγμα ήτο +επικίνδυνον καθότι αφού εις τοιαύτην μικράν ηλικίαν οι παίδες +εκείνοι ήξευραν να βοηθώνται μεταξύ των εναντίον των παίδων των +νομίμων των γυναικών, και ήθελον από τούδε να τους διοικώσι, τι +άρα γε θα ήσαν ικανοί να πράξωσιν αφού ανδρωθώσιν; Όθεν +απεφάσισαν να φονεύσωσι τους παίδας τους εκ των Αττικών +γυναικών, και εκτελέσαντες τούτο εφόνευσαν προσέτι και τας +μητέρας. Από τούτου δε του έργου και του προτέρου το οποίον +διέπραξαν αι Λήμνιαι γυναίκες, φονεύσασαι συγχρόνως τον βασιλέα +Θόαντα και όλους τους συζύγους των, έμεινε συνήθεια εις την +Ελλάδα να καλώνται Λήμνια όλα τα εγκληματικά έργα. + +139. Αφού δε οι Πελασγοί εφόνευσαν τους παίδας και τας γυναίκας +των ούτε η γη των εβλάστησε πλέον καρπόν, ούτε αι γυναίκες των +και αι ποιμναί των εγέννησαν. Πιεζόμενοι υπό του λιμού και της +ατεκνίας, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ζητήσωσι λύσιν των +παρόντων κακών. Η δε Πυθία τους διέταξε να δώσωσιν εις τους +Αθηναίους ικανοποίησιν οποίαν αυτοί οι Αθηναίοι ήθελον ζητήσει. +Μετέβησαν λοιπόν οι Πελασγοί εις τας Αθήνας και είπον ότι +προθύμως έδιδον ικανοποίησιν διά τα αδικήματά των. Οι δε +Αθηναίοι στήσαντες κλίνην εις το πρυτανείον όσον ηδυνήθησαν +μεγαλοπρεπέστερον και παραθέσαντες τράπεζαν κεκαλυμμένην υπό +εξαιρέτων φαγητών, είπον εις τους Πελασγούς να παραδώσωσι την +χώραν των εις τοιαύτην κατάστασιν. Οι δε Πελασγοί αποκριθέντες +εις ταύτα είπον· «Όταν εις μίαν ημέραν ο βορράς άνεμος φέρη έν +πλοίον εκ της χώρας σας εις την ιδικήν μας, τότε σας την +παραδίδομεν.» Είπον τούτο βέβαιοι όντες ότι ήτο αδύνατον να +γίνη, καθότι η Αττική κείται πολύ μακράν της Λήμνου προς νότον. + +140 Ταύτα συνέβησαν τότε. Μετά πολλά δε έτη, ότε η Χερσόνησος +υπετάγη εις τους Αθηναίους, ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ενώ έπνεον +οι ετησίαι άνεμοι, πλεύσας εκ του Ελαιούντος του εν τη +Χερσονήσω εις την Λήμνον, είπεν εις τους Πελασγούς να +εκκενώσωσι την νήσον, αναμιμνήσκων αυτοίς τον χρησμόν τον +οποίον ούτοι ουδέποτε ήλπιζον ότι ήθελεν εκπληρωθή. Και οι μεν +Ηφαιστιείς υπήκουσαν, οι δε Μυριναίοι μη πειθόμενοι και +λέγοντες ότι η Χερσόνησος δεν ήτο Αττική, επολιορκήθησαν μέχρις +ου παρεδόθησαν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Αθηναίοι και ο +Μιλτιάδης κατέλαβον την Λήμνον. + + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ + + + + +ΠΟΛΥΜΝΙΑ. + + + +1. Ότε ήλθεν η αγγελία περί της μάχης του Μαραθώνος εις τον +βασιλέα Δαρείον του Υστάσπους, ούτος ων και πρότερον ωργισμένος +κατά των Αθηναίων διά την εις τας Σάρδεις εισβολήν, τότε έτι +μάλλον ωργίσθη και έτι μάλλον έσπευσε να στρατεύση κατά της +Ελλάδος. Αμέσως λοιπόν πέμψας απεσταλμένους εις τας πόλεις +παρήγγειλε να ετοιμάσωσι στρατόν περισσότερο του προτέρου, και +εζήτησε πλοία, ίππους, τροφάς, λέμβους. Επί τρία έτη η Ασία ήτο +εις κίνησιν ένεκα των διαταγών τούτων· πανταχού εστρατολογούντο +οι μάλλον ανδρείοι και ητοιμάζοντο να στρατεύσωσι κατά της +Ελλάδος. Κατά το τέταρτον δε έτος οι Αιγύπτιοι, τους οποίους +είχεν υποδουλώσει ο Καμβύσης, απεστάτησαν από τους Πέρσας. Τότε +έτι μάλλον παρωξύνθη ο Δαρείος και απεφάσισε να εκστρατεύση +κατ' αμφοτέρων των εθνών. + +2. Ενώ δε ο βασιλεύς ητοιμάζετο να εκστρατεύση κατά της +Αιγύπτου και των Αθηνών, μεγάλη έρις ανεφύη μεταξύ των υιών του +περί της ηγεμονίας, διότι όταν ο βασιλεύς απέρχεται εις +εκστρατείαν οφείλει κατά τον νόμον των Περσών να υποδεικνύη τον +διάδοχόν του. Είχε δε ο Δαρείος τρεις υιούς εκ της πρώτης του +γυναικός, της θυγατρός του Γωβρύου, και αφότου εγένετο +βασιλεύς, άλλους τέσσαρας εκ της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου. +Εκ των πρώτων πρεσβύτερος ήτο ο Αρταβαρζάνης, εκ των δευτέρων ο +Ξέρξης. Επειδή λοιπόν δεν ήσαν εκ της ιδίας μητρός όλοι, +διεφώνουν. Ο μεν Αρτοβαρζάνης ηξίου να βασιλεύση επειδή ήτο ο +πρεσβύτατος όλων των τέκνων και επειδή κατά τους νόμους όλων +των εθνών ο πρεσβύτατος διαδέχεται την αρχήν· ο δε Ξέρξης +επειδή ήτο υιός της θυγατρός του Κύρου και εις τον Κύρον οι +Πέρσαι ώφειλον την ελευθερίαν των. + +3. Ο Δαρείος δεν είχε φανερώσει ακόμη την γνώμην του, ότε έτυχε +να έλθη εις τα Σούσα ο Δημάρατος του Αρίστωνος, στερηθείς την +βασιλείαν της Σπάρτης και καταδικάσας εαυτόν εις φυγήν +εκουσίαν. Ο Δημάρατος ούτος, μαθών την διαφοράν των υιών του +Δαρείου, επορεύθη ως λέγουσι να εύρη τον Ξέρξην και τον +συνεβούλευσε, πλην των δικαιωμάτων όσα είχεν ήδη προβάλει, να +λέγη και τούτο, ότι εγεννήθη ότε εβασίλευεν ο πατήρ του και +είχεν επί των Περσών την υπερτάτην κυριαρχίαν, ενώ ο +Αρτοβαρζάνης εγεννήθη ότε ο Δαρείος ήτο ακόμη ιδιώτης. Όθεν +ούτε πρέπον είναι ούτε δίκαιον να προτιμηθή άλλος· καθότι και +εις την Σπάρτην, προσέθεσε καταλήγων ο Δημάρατος, τοιούτος ήτο +ο νόμος· εάν υπάρχωσιν υιοί γεννηθέντες πριν γίνη βασιλεύς ο +πατήρ των, και γεννηθή άλλος αφού βασιλεύση ο πατήρ, διαδέχεται +ο νεώτερος ούτος την βασιλείαν. Και ο μεν Ξέρξης μετεχειρίσθη +την συμβουλήν ταύτην του Δημαράτου, ο δε Δαρείος αναγνωρίσας +ότι ωμίλει δικαίως, τον υπέδειξεν ως μέλλοντα βασιλέα. Εγώ όμως +φρονώ ότι και άνευ της συμβουλής ταύτης ο Ξέρξης ήθελε +βασιλεύσει, καθότι η Άτοσσα ήτο παντοδύναμος. + +4. Υποδείξας δε ο Δαρείος τον Ξέρξην ως βασιλέα των Περσών, +έσπευσε να εκστρατεύση. Αλλά μετά τα συμβάντα ταύτα, +διαρκούντος του δευτέρου έτους μετά την αποστασίαν της +Αιγύπτου, συνέπεσε να αποθάνη ο Δαρείος ενώ παρεσκευάζετο διά +την εκστρατείαν (14), βασιλεύσας τριάκοντα και έξ έτη και μη +προφτάσας να τιμωρήση μήτε τους αποστατήσαντας Αιγυπτίους μήτε +τους Αθηναίους. + +5. Αποθανόντος δε του Δαρείου μετέβη η βασιλεία εις τον υιόν +αυτού Ξέρξην. Ο δε Ξέρξης κατ' αρχάς ποσώς δεν ήτο πρόθυμος να +στρατεύση κατά της Ελλάδος. Αλλ' άνθρωπός τις έχων επιρροήν +μεγαλειτέραν των άλλων εν τη αυλή των Περσών, ο υιός του +Γωβρύου Μαρδόνιος, εξάδελφος του Ξέρξου και υιός αδελφής του +Δαρείου, τω είπε τα εξής· «Δέσποτα, δεν είναι πρέπον οι +Αθηναίοι, αφού επροξένησαν τόσα κακά εις τους Πέρσας, να μη +τιμωρηθώσι δι' όσα έπραξαν. Προς το παρόν τελείωσον ό,τι έχεις +ανά χείρας· αφού δε ταπεινώσης την αυθάδη Αίγυπτον, στρέψον τα +όπλα κατά των Αθηνών, διά να φημισθή το όνομά σου μεταξύ των +ανθρώπων και διά να μάθη καθείς να μη στρατεύη κατά της χώρας +σου.» Ταύτα δε έλεγεν εμπνεόμενος υπό της εκδικήσεως, εκτός δε +τούτου συνείθισε να επαναλαμβάνη ότι η Ευρώπη ήτο ωραία χώρα, +είχε διάφορα δένδρα ήμερα, η γη αυτής ήτο ευφορωτάτη και ότι εξ +όλων των θνητών μόνος ο βασιλεύς ήτο άξιος να κατέχη αυτήν. + +6. Ταύτα έλεγεν επιθυμών νέας επιχειρήσεις και θέλων να γίνη +ύπαρχος της Ελλάδος. Επί τέλους το κατώρθωσε και έπεισε τον +Ξέρξην να πράξη ταύτα· και άλλαι όμως περιστάσεις συνετέλεσαν +εις το να πεισθή ο βασιλεύς. Αφ' ενός ελθόντες απεσταλμένοι από +της Θεσσαλίας, σταλέντες παρά των Αλευαδών, παρώτρυνον τον +βασιλέα κατά της Ελλάδος υποσχόμενοι να συμπράξωσι μετά πάσης +προθυμίας· ήσαν δε οι Αλευάδαι ούτοι βασιλείς της Θεσσαλίας. +Αφ' ετέρου όσοι Πεισιστρατίδαι είχον αναβή εις τα Σούσα, ου +μόνον έλεγον όσα και οι Αλευάδαι, αλλά προς τούτοις τω έδιδον +και ελπίδας ότι θα επιτύχη, έχοντες μεθ' εαυτών τον Αθηναίον +μάντιν Ονομάκριτον όστις είχε συλλέξει τους χρησμούς του +Μουσαίου. Είχον έλθει εις τα Σούσα αφού πρώτον συνεφιλιώθησαν +μετ' αυτού· καθότι ο Ονομάκριτος είχεν εξορισθή εκ των Αθηνών +υπό του Ιππάρχου του Πεισιστράτου, συλληφθείς επ' αυτοφώρω υπό +του Ερμιονέως Λάσου παρεισάγων εις τους χρησμούς του Μουσαίου +ένα ιδικόν του προλέγοντα ότι αι περί την Λήμνον νήσοι έμελλον +να καταβυθισθώσιν εις την θάλασσαν. Τούτου ένεκα εξώρισεν αυτόν +ο Ίππαρχος ενώ πρότερον ήτο φίλος του. Τότε δε αναβάς μετ' +αυτών εις τα Σούσα, οσάκις παρουσιάζετο εις τον βασιλέα, προς +τον οποίον οι Πεισιστρατίδαι πολλά εγκώμια έλεγον περί αυτού, +απήγγελλε χρησμούς τινας· και εάν μεν ήτο τι το οποίον +προεμήνυε κακόν εις τον βάρβαρον, απεσιώπα αυτό, και εκλέγων τα +μάλλον ευνοϊκά έλεγεν ότι ήτο πεπρωμένον να ζευχθή ο +Ελλήσποντος υπό ανδρός Πέρσου και περιέγραφε την πορείαν του +στρατού. Τοιουτοτρόπως αφ' ενός μεν ο Ονομάκριτος διά των +χρησμών, αφ' ετέρου δε οι Αλευάδαι διά των συμβουλών των +παρεκίνουν τον βασιλέα. + +7. Αφού λοιπόν ο Ξέρξης επείσθη να στρατεύση κατά της Ελλάδος, +το δεύτερον έτος μετά τον θάνατον του πατρός του εξεστράτευσε +πρώτον κατά των αποστατών. Τούτους δε καταστρέψας και υποβαλών +την Αίγυπτον εις δουλείαν βαρυτέραν ή πρότερον αφήκεν αυτήν εις +τον αδελφόν του Αχαιμένη. Μετά τινα χρόνον ο Λίβυς Ινάρως του +Ψαμμιτίχου εφόνευσε τον Αχαιμένη τούτον, διοικητήν όντα της +Αιγύπτου. + +8. Ο δε Ξέρξης μετά την άλωσιν της Αιγύπτου, επειδή εσκόπευε να +διευθύνη αυτοπροσώπως την κατά των Αθηνών εκστρατείαν, +συνεκάλεσε συνέλευσιν εκ των πρώτων Περσών διά να ακούση τας +γνώμας των και να είπη εις όλους εκείνα τα οποία ήθελεν. 1. +Αφού δε συνήχθησαν, είπεν ο Ξέρξης τα εξής· «Ω Πέρσαι, δεν +επιχειρώ να σας επιβάλω νόμον νέον, αλλ' ευρών αυτόν εν ισχύι +θα τον μεταχειρισθώ. Ως ακούω από τους πρεσβυτέρους, ουδέποτε +εμείναμεν ήσυχοι αφότου ο Κύρος κατέστρεψε τον Αστυάγη και +αφηρέσαμεν την ηγεμονίαν από τους Μήδους, αλλά θεός τις μας +οδηγεί προς νέας πράξεις και ημείς ακολουθούντες αυτόν +ευδοκιμούμεν. Και όσα μεν έθνη κατετρόπωσαν και προσεκτήσαντο ο +Κύρος, ο Καμβύσης και ο πατήρ μου Δαρείος, είναι περιττόν να τα +λέγη τις προς ειδότας. Το κατ' εμέ δε, αφότου παρέλαβον τον +θρόνον, αδιακόπως σκέπτομαι πώς να μη φανώ κατώτερος από τους +προ εμού έχοντας την τιμήν ταύτην και να προσθέσω εις τους +Πέρσας δύναμιν όχι ολιγωτέραν. Σκεπτόμενος δε ευρίσκω ότι και +δόξαν δυνάμεθα να λάβωμεν και χώραν να κατακτήσωμεν ουχί +μικροτέραν ουδέ χειροτέραν αυτής την οποίαν έχομεν, ίσως +μάλιστα ευφορωτέραν, συγχρόνως δε να τιμωρήσωμεν και να +εκδικηθώμεν τους εχθρούς μας. Τούτου ένεκα εκάλεσα υμάς ενταύθα +διά να ανακοινώσω τι σκοπεύω να πράξω. 2. Ζεύξας τον +Ελλήσποντον θα φέρω τον στρατόν μου κατά της Ελλάδος +διερχόμενος την Ευρώπην, όπως τιμωρήσω τους Αθηναίους δι' όσα +έπραξαν εις τους Πέρσας και εις τον πατέρα μου. Είδετε τον +Δαρείον επιθυμούντα διακαώς να κινήση στρατόν κατά των ανθρώπων +τούτων αλλ' εκείνος μεν απέθανε και δεν επρόφθασε να τους +τιμωρήση, εγώ δε υπέρ εκείνου και των άλλων Περσών δεν θα παύσω +μέχρις ου κυριεύσω και κατακαύσω τας Αθήνας, καθότι πρώτοι οι +Αθηναίοι ηδίκησαν εμέ και τον πατέρα μου. Πρώτον μεν ελθόντες +εις τας Σάρδεις μετά του ημετέρου δούλου Αρισταγόρου του +Μιλησίου ενέπρησαν τα άλση και τους ναούς, έπειτα δε ηξεύρετε +όλοι βεβαίως πώς μας μετεχειρίσθησαν όταν απέβημεν εις την γην +αυτών υπό την στρατηγίαν του Δάτιδος και του Αρταφέρνους. 3. +Ταύτα είναι τα αίτια τα οποία με παρακινούσι να τους πολεμήσω. +Τα δε αγαθά τα οποία σκεπτόμενος ευρίσκω εις αυτήν την +εκστρατείαν είναι τα εξής. Εάν υποτάξωμεν αυτούς και τους +γείτονάς των οίτινες κατέχουσι την χώραν του Φρυγός Πέλοπος, θα +καταστήσωμεν την Περσικήν γην όμορον του ουρανού του Διός, +διότι ο ήλιος δεν θα βλέπη πλέον άλλην χώραν συνορεύουσαν με +αυτήν, αφού θα ήναι η μόνη με την οποίαν θα ενώσω όλας τας +άλλας διερχόμενος διά πάσης της Ευρώπης. Επληροφορήθην δε ότι +ούτε πόλις μένει πλέον ούτε έθνος το οποίον να δυνηθή να έλθη +εις πόλεμον με ημάς, αφού υποδουλώσω τους ανθρώπους τους +οποίους ανέφερα. Τοιουτοτρόπως και εκείνοι οίτινες μας έπταισαν +και εκείνοι οίτινες δεν μας έπταισαν, θα κύψωσιν υπό τον ζυγόν +της δουλείας. 4. Υμείς δε θέλετε με ευχαριστήσει εάν πράξετε τα +εξής. Όταν σας αναγγείλω την στιγμήν κατά την οποίαν πρέπει να +έλθετε, ας δράμη έκαστος υμών μετά προθυμίας· εκείνος δε όστις +έλθη με κάλλιστα παρεσκευασμένον στρατόν θα λάβη παρ' εμού δώρα +όσα νομίζονται τιμιώτατα εις την αυλήν μου. Και ταύτα μεν ούτω +πρέπει να γίνωσι· διά να μη νομίσετε δε ότι ιδιοβουλεύω, εκθέτω +το πράγμα ενώπιόν σας και ζητώ όστις θέλει να εκφράση την +γνώμην του.» Ταύτα ειπών εσιώπησεν. + +9. Μετ' αυτόν δε ο Μαρδόνιος είπε· «Δέσποτα, συ είσαι ο άριστος +ου μόνον των γεννηθέντων Περσών αλλά και των μελλόντων να +γεννηθώσι, διότι και αι ιδέαι τας οποίας εξέθεσες είναι άρισται +και αληθέσταται, και τους εις την Ευρώπην κατοικούντες Ίωνας, +ανθρώπους μηδαμινούς, δεν θα αφήσης να μας εμπαίξωσιν. Εάν προς +μόνον τον σκοπόν να αυξήσωμεν την δύναμίν μας υπεδουλώσαμεν +τους Σάκας, τους Ινδούς, τους Αιθίοπας, τους Ασσυρίους και τόσα +άλλα έθνη πολλά και μεγάλα άτινα ουδόλως ηδίκησαν τους Πέρσας, +δεν θα ήναι αίσχος δι ημάς εάν δεν τιμωρήσωμεν τους Έλληνας +οίτινες πρώτοι μας ηδίκησαν; Τι φοβούμεθα; ποίον στρατόν μέγαν; +ποίαν χρημάτων δύναμιν; 1. Ηξεύρομεν τον τρόπον με τον οποίον +πολεμούσιν, ηξεύρομεν ότι τα μέσα των είναι ασθενή, είμεθα +κύριοι των παίδων των τους οποίους υπετάξαμεν και οίτινες +κατοικούσιν εις την χώραν μας καλούμενοι Ίωνες, Αιολείς, +Δωριείς. Τους εδοκίμασα εγώ ο ίδιος όταν εστράτευσα κατ' αυτών +κατά προσταγήν του πατρός σου. Εισήλασα μέχρι της Μακεδονίας +και ολίγον έλειψε να φθάσω και εις αυτάς τας Αθήνας χωρίς να +εξέλθη κανείς διά να με πολεμήση. 2. Και εν τούτοις, ως +μανθάνω, οι Έλληνες συνειθίζουσι να συγκροτώσι πολέμους +απερισκέπτως, αφρόνως, αναιτίως. Άμα κηρύξωσι πόλεμον μεταξύ +των, εκλέγουσι την ωραιοτέραν και ομαλωτέραν πεδιάδα και +καταβαίνοντες πολεμούσιν ούτως ώστε οι νικώντες αναχωρούσιν +έπειτα με μεγάλην ζημίαν· περί των ηττωμένων δεν λέγω τίποτε, +καθότι αφανίζονται κατά κράτος, ενώ έπρεπεν, επειδή είναι +ομόγλωσσοι, να μεταχειρίζωνται κήρυκας και πρέσβεις και να +καταπαύωσι τας διαφοράς των διά παντός άλλου τρόπου ή διά της +μάχης. Εάν δε ήτο άφευκτον να πολεμήσωσι προς αλλήλους, έπρεπε +να εκλέγωσι θέσεις όπου εκάτερον μέρος δυσκόλως ήθελε νικάται +και εκεί να δοκιμάζωσι την τύχην των όπλων. Οι Έλληνες λοιπόν +οι μετά τοσαύτης προθυμίας συγκροτούντες ανωφελείς μάχας, όταν +εγώ εισήλασα μέχρι της Μακεδονίας, ούτε καν εσκέφθησαν να +πολεμήσωσι. 3. Εις σε δε, ω βασιλεύ, ποίος θα εναντιωθή και θα +σε πολεμήση άγοντα αναρίθμητον στρατόν και όλα τα πλοία της +Ασίας; Ως φρονώ δεν έφθασαν οι Έλληνες εις τοιαύτην αυθάδειαν. +Εάν όμως απατώμαι, εάν παρασυρθέντες υπό της επάρσεως θελήσωσι +να μας πολεμήσωσι, θα μάθωσιν ότι είμεθα οι άριστοι των +ανθρώπων εις τα πολεμικά. Ας μεταχειρισθώμεν κατ' αυτών όλα τα +μέσα, διότι ουδέν γίνεται αυτόματον, αλλ' όλα τα ανθρώπινα +πράγματα απαιτούσι δοκιμήν.» + +10. Ο μεν Μαρδόνιος ούτως εξομαλίσας την γνώμην του Ξέρξου +έπαυσε. Σιωπώντων δε των άλλων Περσών και μη τολμώντων να +εκφράσωσι γνώμην εναντίαν της προκειμένης, ο Αρτάβανος του +Υστάσπους, θείος ων του Ξέρξου και τούτου ένεκα τολμηρότερος, +είπε τα εξής. 1. «Βασιλεύ, εάν δεν λεχθώσι γνώμαι εναντίαι προς +αλλήλας, δεν είναι δυνατόν να αποφανθή τις υπέρ της καλλιτέρας, +αλλ' είναι ηναγκασμένος να παραδεχθή την μόνην ήτις επροτάθη, +ενώ, όταν εκτεθώσι διάφοροι γνώμαι, δύναται τότε να εκλέξη. Το +αυτό συμβαίνει με τον καθαρόν χρυσόν όστις αφ' εαυτού μεν δεν +διακρίνεται, εάν όμως τρίψωμεν αυτόν εις την λίθον πλησίον +άλλου χρυσού διακρίνομεν τον καλλίτερον. Άλλοτε συνεβούλευσα +τον πατέρα σου, τον αδελφόν μου Δαρείον, να μη στρατεύση κατά +των Σκυθών, ανθρώπων οίτινες δεν έχουσι πόλιν εις κανέν μέρος +της γης· εκείνος όμως ελπίσας ότι θα καταστρέψη τους νομάδας +Σκύθας δεν με ήκουσε και έκαμε την εκστρατείαν εκείνην από την +οποίαν επέστρεψεν αφού απώλεσε πολλούς και ανδρείους άνδρας του +στρατού του. Συ δε, ω βασιλεύ, προτίθεσαι να εκστρατεύσης +εναντίον ανθρώπων πολύ γενναιοτέρων από τους Σκύθας και οίτινες +λέγονται ότι είναι εμπειρότατοι και εις την θάλασσαν και εις +την ξηράν. Όθεν είναι πρέπον να σε είπω εκείνο το οποίον βλέπω +εις αυτούς φοβερόν. 2. Λέγεις να ζεύξης τον Ελλήσποντον και να +οδηγήσης τον στρατόν σου διά της Ευρώπης, Υπόθεσον όμως ότι +συμβαίνει να νικηθώμεν ή κατά γην ή κατά θάλασσαν, ή και κατ' +αμφότερα, διότι οι άνθρωποι ούτοι φημίζονται ότι είναι +ανδρειότατοι και είναι επιτετραμμένον να το συμπεράνη τις εκ +τούτου ότι μόνοι οι Αθηναίοι κατέστρεψαν τον μέγαν στρατόν τον +οποίον ωδήγησεν εις την Αττικήν ο Δάτις και ο Αρταφέρνης· Και +τούτο, ενώ μόνον κατά ξηράν ευδοκίμησαν. Αλλ' εάν ναυμαχήσωσιν, +εάν πλεύσωσι νικηφόροι προς τον Ελλήσποντον, εάν λύσωσι την +γέφυραν, ω βασιλεύ, πόσον τρομεράς συνεπείας θα είχε τούτο. 3. +Αι ανησυχίαι αύται δεν προέρχονται εξ ιδίων μου σκέψεων. +Ενθυμούμαι ποίαν καταστροφήν ολίγον έλειψε να πάθωμεν ότε ο +πατήρ σου ζεύξας τον Θρακικόν Βόσπορον και γεφυρώσας τον +ποταμόν Ίστρον διέβη εις τους Σκύθας. Τότε οι Σκύθαι τα πάντα +έκαμον παρακαλούντες τους Ίωνας, εις τους οποίους ήτο +εμπεπιστευμένη η φύλαξις των γεφυρών του Ίστρου, να λύσωσιν +αυτάς. Εάν κατ' εκείνην την στιγμήν ο τύραννος της Μιλήτου +Ιστιαίος ηκολούθει την γνώμην των άλλων τυράννων και δεν +ηναντιούτο, οι Πέρσαι θα εχάνοντο· μολονότι είναι τρομερόν και +τον λόγον να ακούση τις τούτον, ότι η σωτηρία του βασιλέως +εξηρτάτο παρ' ενός ανθρώπου. 4. Μη λοιπόν αποφασίσης να εκτεθής +εις τοιούτον κίνδυνον, μηδεμιάς ανάγκης υπαρχούσης, αλλά +πείσθητι εις τας συμβουλάς μου. Τώρα μεν διάλυσον τον σύλλογον +τούτον· έπειτα δε, όταν σε φανή εύλογον, αφού σκεφθής καλώς, +πράξον ό,τι νομίσης ωφελιμώτατον. Να σκέπτεταί τις καλώς, εγώ +νομίζω ότι είναι μέγιστον κέρδος, διότι και αν συμβή εναντίον +τι, πάλιν ο άνθρωπος εβουλεύθη μεν καλώς, τα βουλεύματά του +όμως ενικήθησαν υπό της τύχης. Όταν όμως βουλευθή τις κακώς, +έστω και αν η τύχη τον βοηθήση, η επιτυχία του είναι τυχαία και +ουχ ήττον εσκέφθη κακώς. 5. Ιδέ πώς ο θεός κεραυνολογεί τα +υπερέχοντα όντα και δεν τα αφίνει να φαντάζωνται, ενώ τα μικρά +ούτε καν εγγίζει. Ιδέ πώς ρίπτει πάντοτε τα βέλη του επί των +υψηλών οικημάτων και των μεγάλων δένδρων, διότι το θείον +αρέσκεται να ταπεινόνη πάντα τα υπερέχοντα. Διά τον αυτόν λόγον +πολλάκις και πολυάριθμος στρατός καταστρέφεται υπό ολίγου, εάν +ο θεός φθονήσας εμβάλη εις αυτόν φόβον ή μωρίαν· τότε οι +πολεμισταί καταστρέφονται διά τρόπου αναξίου εαυτών, καθότι ο +θεός δεν επιτρέπει να μεγαλοφρονή άλλος ή αυτός μόνος. 6. Εις +οιονδήποτε πράγμα η πολλή σπουδή γεννά σφάλματα εκ των οποίων +συνήθως προέχονται μεγάλαι ζημίαι· η υπομονή όμως παρέχει πολλά +αγαθά τα οποία, εάν δεν φανώσιν αμέσως, με τον καιρόν όμως τα +ευρίσκει ο άνθρωπος. 7. Εις σε μεν ω βασιλεύ, ταύτα συμβουλεύω· +συ δε, ω υιέ του Γωβρύου Μαρδόνιε, παύσον φλυαρών περί των +Ελλήνων, διότι δεν είναι άνθρωποι διά να ομιλή τις περί αυτών +με καταφρόνησιν. Κατηγορών τους Έλληνας, ερεθίζεις τον βασιλέα +να κάμη την εκστρατείαν ταύτη, προς τούτον δε τον σκοπόν με +φαίνεται ότι τείνει όλη σου η προθυμία. Είθε να μη επιτύχης, +διότι η διαβολή είναι κάκιστον πράγμα· εις αυτήν δύο μεν είναι +οι αδικούντες, είς δε ο αδικούμενος· ο διαβάλλων αδικεί, διότι +κατηγορεί άνθρωπον απόντα· ο ακούων αδικεί, διότι πείθεται πριν +μάθη την αλήθειαν· ο δε τρίτος, όστις δεν είναι παρών εις την +συνομιλίαν, αδικείται τοιουτοτρόπως υπ' αμφοτέρων· υπό μεν του +ενός διαβάλλεται, υπό δε του ετέρου κρίνεται ότι είναι κακός. +8. Αλλ' εάν πρέπη αφεύκτως να γίνη εκστρατεία κατά των ανθρώπων +τούτων, ας μείνη τουλάχιστον ο βασιλεύς εις την Περσίαν· συ δε, +ω Μαρδόνιε, αφού και οι δύο δώσωμεν τα τέκνα μας ως ομήρους, +στράτευσον εκλέξας όσους θέλεις άνδρας και λαβών όσον θέλεις +στρατόν. Και εάν μεν τα πράγματα αποβώσιν εις τον βασιλέα ως +λέγεις συ, ας φονευθώσι τα ιδικά μου τέκνα· εάν δε αποβώσιν ως +προλέγω εγώ, ας πάθωσι τούτο τα ιδικά σου τέκνα, μετ' αυτών δε +και συ, εάν επιστρέψης. Αλλ' εάν δεν δέχεσαι την συμφωνίαν +ταύτην και επιμένης να οδηγήσης τον στρατόν κατά της Ελλάδος, +λέγω μετά βεβαιότατος ότι όστις μείνη εις τα Σούσα θα ακούση +ότι ο Μαρδόνιος, αφού επροξένησε μέγα κακόν εις τους Πέρσας, +εσπαράχθη υπό κυνών και ορνέων εις μέρος τι ή των Αθηνών ή της +Λακεδαίμονος, εκτός εάν συμβή τούτο καθ' οδόν πριν φθάσης εκεί, +διά να γνωρίση πας τις εναντίον τίνων ανθρώπων συμβουλεύεις τον +βασιλέα να στρατεύση.» + +11. Ο μεν Αρτάβανος ταύτα είπεν, ο δε Ξέρξης θυμωθείς απεκρίθη +τα εξής· «Άρτάβανε, είσαι αδελφός του πατρός μου και τούτο σε +απαλλάττει του να λάβης την αξίαν αμοιβήν των ασυνέτων λόγων +σου. Επειδή δε είσαι άνανδρος και μικρόψυχος, σοι επιβάλλω την +εξής ατιμίαν· να μη συστρατεύσης μετ' εμού κατά της Ελλάδος, +αλλά να μείνης εδώ με τας γυναίκας, εγώ δε και άνευ σου θα +εκτελέσω όσα είπα. Δεν θα ήμην απόγονος του Δαρείου, του +Ιστάσπους, του Αρσάμους, του Αριαράμνου, του Τεΐσπους, του +Κύρου, του Καμβύσου, του Τεΐσπους, του Αχαιμένους, εάν +παρητούμην να τιμωρήσω τους Αθηναίους, ων μάλιστα βέβαιος ότι +και ημείς εάν μείνωμεν ήσυχοι, εκείνοι δεν θα ησυχάσωσιν, αλλά +θα στρατεύσωσι καθ' ημών, εάν κρίνωμεν από τας προλαβούσας των +πράξεις· καθότι αυτοί ενέπρησαν τας Σάρδεις και εισέβαλον εις +την Ασίαν. Ουδεμία είναι δυνατή εκατέρωθεν υποχώρησις· +πρόκειται αγών να κάμωμεν ή να πάθωμεν· πρέπει ή όλον τούτο το +μέγα βασίλειον να υποταχθή εις τους Έλληνας ή η Ελλάς εις τους +Πέρσας· μέσος όρος της έχθρας δεν υπάρχει κανείς. Καλόν λοιπόν +είναι να τους τιμωρήσωμεν ημείς οίτινες πρώτοι επάθομεν υπ' +αυτών, διά να γνωρίσω και εγώ το δεινόν το οποίον έχω να πάθω +στρατεύων κατά τοιούτων ανθρώπων τους οποίους και ο Φρυξ Πέλοψ, +ο δούλος των προπατόρων μου, κατέστρεψε τόσον, ώστε μέχρι της +σήμερον και οι άνθρωποι ούτοι και η χώρα των έχουσι το όνομά +των από του καταστρέψαντος αυτούς.» + +12. Τοιούτοι ήσαν οι λόγοι οι απαγγελθέντες εν τω συλλόγω +τούτω· ακολούθως ενύκτωσε και η γνώμη του Αρταβάνου ετάραττε +τον Ξέρξην· σκεπτόμενος ούτος εύρισκεν ότι τωόντι δεν ήτο +συμφέρον να στρατεύση κατά της Ελλάδος και αφού μετήλλαξε +γνώμην απεκοιμήθη. Είδε δε εις τον ύπνον του, ως λέγουσιν οι +Πέρσαι, το εξής όνειρον· τω εφάνη ότι παρουσιασθείς μέγας και +ευειδής ανήρ, είπεν εις αυτόν τα ακόλουθα· «Αλλάσσεις γνώμην, ω +Πέρσα, και δεν θέλεις να στρατεύσης κατά της Ελλάδος, αφού +ανήγγειλες εις τους Πέρσας να συναθροίσωσι στρατόν; έχεις +άδικον μεταμελόμενος, και κανείς δεν θα συμφωνήση μετά σου. +Εκτέλεσον λοιπόν ό,τι απεφάσισες την ημέραν και ακολούθησον +ταύτην την οδόν.» Εφάνη δε ει τον Ξέρξην ότι ο άνθρωπος +εκείνος, αφού είπε ταύτα, απέπτη. + +13. Επιλαμψάσης δε της ημέρας, περί μεν του ονείρου τούτου +ουδένα λόγον έκαμε, συγκαλέσας δε τους ιδίους Πέρσας της +προτεραίας, είπε προς αυτούς τα ακόλουθα· «Ω Πέρσαι, +συγχωρήσατε την παλιμβουλίαν μου, πρώτον μεν διότι δεν έχω +ακόμη την απαιτουμένην σύνεσιν, και δεύτερον διότι εκείνοι +οίτινες με παρακινούσι να πράξω όσα είπα χθες, δεν με αφίνουν +ούτε στιγμήν. Ότε ήκουσα την γνώμην του Αρταβάνου, τότε μεν +ησθάνθην αναβράζον το αίμα μου και με διέφυγον λόγοι τους +οποίους απρεπές ήτο να είπω προς άνδρα προβεβηκότα· τώρα όμως +συνελθών εις εμαυτόν θα ακολουθήσω την γνώμην εκείνου. Επειδή +λοιπόν μετέβαλον απόφασιν και δεν θέλω να στρατεύσω κατά της +Ελλάδος, μένετε ήσυχοι.» Οι μεν Πέρσαι, ως ήκουσαν ταύτα, +χαίροντες προσεκύνησαν. + +14. Νυκτός δε γενομένης, αύθις το αυτό όνειρον παρουσιασθέν εις +τον υπνώττοντα Ξέρξην είπε τα εξής· «Ω υιέ του Δαρείου, είπες +λοιπόν εις τους Πέρσας ότι παραιτείσαι της εκστρατείας, και εις +ουδέν ελογίσθης τους λόγους μου, ως να μη τους ήκουσες. Μάθε +όμως ότι εάν δεν επιχειρήσης αμέσως την εκστρατείαν ταύτην, θα +σε συμβή το εξής· ως εν ολίγω χρόνω εγένεσο μέγας και πολύς, +ούτω πάλιν θα γίνης ταχέως ταπεινός.» + +15. Γενόμενος ο Ξέρξης περιδεής εκ του ονείρου τούτου +ανεπήδησεν από της κλίνης και έπεμψε να καλέση τον Αρτάβανον. +Προσελθότος δε τούτου είπε τα εξής· «Αρτάβανε, εκείνην την ώραν +δεν ήμην εις τας φρένας μου ειπών σε λόγους προσβλητικούς διά +την καλήν σου συμβουλήν, μετ' ολίγον όμως μετενόησα και +επείσθην ότι έπρεπε να πράξω όσα με συνεβούλευσες. Αλλά +μολονότι θέλω, δεν είμαι κύριος να τα εκτελέσω, διότι αφού +παρεδέχθην την γνώμην σου και απέρριψα την ιδικήν μου, έν +όνειρον μοι εμφανίζεται και με μέμφεται πράττοντα ούτω· ταύτην +μάλιστα την στιγμήν ανεχώρησε με απειλάς. Εάν λοιπόν ο πέμπων +αυτό ήναι θεός και χαίρη εάν γίνη εκστρατεία κατά της Ελλάδος, +το όνειρον τούτο θα καταβή και εις σε και θα σε δώση τας αυτάς +διαταγάς τας οποίας έδωκεν εις εμέ. Δεν αμφιβάλλω δε ότι θα +γίνη ούτω εάν λάβης τα ενδύματά μου και ενδυθείς αυτά καθίσης +εις τον θρόνον μου και έπειτα κοιμηθής εις την κλίνην μου.» + +16. Ο μεν Ξέρξης ταύτα είπεν. Ο δε Αρτάβανος κατ' αρχάς μεν δεν +ηθέλησε να υπακούση, μη κρίνων εαυτόν άξιον να καθίση εις τον +βασιλικόν θρόνον· επί τέλους όμως, επειδή ηναγκάσθη, έπραξε το +προσταζόμενον αφού πρώτον είπε τα εξής. 1. «Επίσης είναι +προτέρημα, ω βασιλεύ, να φρονή τις ορθώς και να πείθεται εις +τας διδομένας καλάς συμβουλάς. Συ έχεις αμφότερα ταύτα, πλην η +μετ' ανθρώπων κακών συναναστροφή σε αποπλανά, ως λέγουσι διά +την θάλασσαν ότι ενώ είναι χρησιμωτάτη εις τους ανθρώπους, οι +πνέοντες άνεμοι την εμποδίζουσι να φέρεται κατά την φύσιν της. +Εγώ ελυπήθην ουχί τόσον διά τους υβριστικούς λόγους σου, όσον +διότι εκ των δύο προτεθεισών εις τους Πέρσας γνωμών, ενώ η μία +έτεινε να αυξήση την κενοδοξίαν των, η δε άλλη να την καταπαύση +και να δείξη ότι είναι κακόν να συνειθίζη τις τον άνθρωπον να +επιθυμή πάντοτε περισσότερα από όσα έχει, εκ των δύο τούτων +γνωμών, συ επροτίμησες την μάλλον σφαλεράν εις σε και εις τους +Πέρσας. 2. Τώρα λοιπόν, επειδή εστράφης προς την καλλιτέραν και +παρήτησες την ιδέαν να στρατεύσης κατά της Ελλάδος, λέγεις ότι +σοι εμφανίζεται όνειρον εκ θεού τινος πεμπόμενον το οποίον δεν +σε αφίνει να καταπαύσης τας πολεμικάς ετοιμασίας. Αλλ' ουδέ +ταύτα, υιέ μου, είναι θεία· διότι τα ενύπνια τα οποία πλανώνται +περί τους ανθρώπους είναι οποία θα σε είπω εγώ όστις ήμαι +πρεσβύτερός σου κατά πολλά έτη. Τα ενύπνια ταύτα είναι συνήθως +πεπλανημένα όταν σχετίζωνται προς τα πράγματα περί των οποίων +ενησχολήθημεν κατά την ημέραν· ημείς δε κατά τας προλαβούσας +ημέρας δεν είχομεν άλλην ομιλίαν ή περί της εκστρατείας ταύτης. +3. Αλλ' εάν το όνειρον δεν ήναι ως το εξηγώ, εάν μετέχη +θειότητός τινος, θα συμβή ως είπες συ, θα φανή δηλαδή και εις +εμέ και θα με διατάξη ως σε. Εν τούτοις, εάν θέλη να φανή, θα +φανή είτε έχω το ιδικόν σου φόρεμα είτε το ιδικόν μου, είτε +αναπαύομαι εις την ιδικήν σου κλίνην είτε εις την ιδικήν μου· +διότι ό,τι και αν ήναι εκείνο το οποίον σε επισκέπτεται εις τον +ύπνον σου, δεν είναι τόσον ανόητον ώστε βλέπον το φόρεμά μου να +νομίση ότι είσαι συ. Εάν δεν με λάβη ουδόλως υπ' όψιν, εάν δεν +με αξιώση εμφανίσεως, αδιάφορον υπό ποίαν ενδυμασίαν, είναι +καλόν εν τοιαύτη περιστάσει να μάθωμεν εάν θα έλθη να σε εύρη. +Διότι εάν εξακολουθήση να έρχεται εις σε, θα είπω και εγώ ότι +είναι ον θείον. Επειδή λοιπόν απεφάσισες να γίνη η δοκιμή αύτη +και δεν είναι δυνατόν να μεταπεισθής, αλλά πρέπει εγώ να +κοιμηθώ εις την κλίνην σου, ας υπακούσω και ας εμφανισθή και +εις εμέ, το όνειρον. Μέχρις όμως εκείνης της ώρας θα διατηρήσω +την γνώμην την οποίαν έχω.» + +17. Ταύτα είπεν ο Αρτάβανος ελπίζων να δείξη εις τον βασιλέα +ότι οι λόγοι του ουδεμίαν είχον σημασίαν. Μετά ταύτα εσιώπησε +και έπραξε το προσταχθέν. Ενδυθείς την εσθήτα του Ξέρξου, +εκάθισεν εις τον βασιλικόν θρόνον. Έπειτα, άμα κατεκλίθη και +απεκοιμήθη, ήλθε το αυτό όνειρον το οποίον επεσκέπτετο τον +Ξέρξην και σταθέν υπεράνω της κεφαλής του τω είπε ταύτα· «Συ +λοιπόν εμποδίζεις τον Ξέρξην από του να στρατεύση κατά της +Ελλάδος, φροντίζων τάχα διά την ασφάλειάν του; Αλλ' ούτε εις το +μέλλον ούτε κατά την παρούσαν στιγμήν θα κατορθώσης να +αποτρέψης το πεπρωμένον. Τι δε μέλλει να πάθη ο Ξέρξης εάν +παρακούση το είπα εις αυτόν τον ίδιον.» + +18. Τοιαύται ήσαν αι απειλαί τας οποίας ο Αρτάβανος ενόμισεν +εις τον ύπνον του ότι έλεγε το όνειρον, το οποίον ενώ ωμίλει +εφαίνετο ως να ήθελε να καύση τους οφθαλμούς του διά +πεπυρακτωμένου σιδήρου. Ανακράξας λοιπόν επήδησεν από της +κλίνης, μετέβη να εύρη τον Ξέρξην και τω διηγήθη το όραμα· +έπειτα προσέθηκε τα εξής· «Ω βασιλεύ, ως άνθρωπος ιδών πολλάς +και μεγάλας δυνάμεις καταστραφείσας υπό μικροτέρων, δεν σε +άφινον να ενδίδης καθ' όλα εις τας ορμάς της νεότητος, γνωρίζων +πόσον είναι επικίνδυνον να επιθυμή τις πολλά, διότι ουδόλως +ελησμόνησα την κακήν έκβασιν της εκστρατείας του Κύρου κατά των +Μασσαγετών, της του Καμβύσου κατά των Αιθιόπων και της του +Δαρείου κατά των Σκυθών. Ταύτας ενθυμούμενος είχον γνώμην ότι +μένων ήσυχος ήθελες είσθαι ο μάλλον μακάριος των ανθρώπων. Αλλ' +επειδή υποδεικνύεται θεία τις ώθησις και ως φαίνεται οργή +θεήλατος περιμένει τους Έλληνας, ενδίδω και εγώ, και μεταβάλλω +γνώμην. Συ δε ανάγγειλον μεν εις τους Πέρσας το εκ του θεού +πεμπόμενον όνειρον, διάταξον δε αυτούς να συμμορφωθώσι με τας +πρώτας σου παραγγελίας περί ετοιμασίας. Κάμε δε τρόπον ώστε, +αφού θεός τις σε τους παραδίδει, να μη σε λείψη τίποτε.» Αφού +ελέχθησαν ταύτα, παρακινηθέντες αμφότεροι υπό του ονείρου, άμα +εγένετο ημέρα, ο μεν Ξέρξης εξέθηκε την υπόθεσιν εις τους +Πέρσας, ο δε Αρτάβανος, όστις πρότερον μόνος εφαίνετο +εναντιούμενος εις την εκστρατείαν, τότε αναφανδόν τους +παρεκίνει και αυτός. + +19. Αφού λοιπόν ο Ξέρξης απεφάσισε να εκστρατεύση, τρίτον +όνειρον ήλθεν εις τον ύπνον του το οποίον οι μάγοι εξήγησαν ότι +ανεφέρετο προς όλην την γην και εσήμαινεν ότι όλοι οι άνθρωποι +έμελλαν να γίνωσι δούλοι του βασιλέως. Το δε όνειρον ήτο το +εξής· εφάνη εις τον Ξέρξην ότι ήτο εστεφανωμένος με θαλλόν +ελαίας και ότι οι κλάδοι αυτής εκάλυπτον όλην την γην, και ότι +αίφνης ο περί την κεφαλήν του στέφανος εγένετο άφαντος. Επειδή +δε ούτως εξήγησαν το όνειρον οι μάγοι, αμέσως οι απαρτίζοντες +τον σύλλογον Πέρσαι μετέβησαν εις τας ηγεμονίας των και ήρχισαν +μετά προθυμίας να εκτελώσι τας διαταγάς τας οποίας είχον λάβει, +επιθυμών έκαστος να λάβη αυτός τα υποσχεθέντα δώρα. Και +τοιουτοτρόπως ο Ξέρξης εσύναξε στρατόν από όλα τα μέρη της +ηπείρου. + +20. Τέσσαρα ολόκληρα έτη παρήλθον από της αλώσεως της Αιγύπτου +μέχρι ου ετοιμασθή ο στρατός και συναχθώσι τροφαί δι' αυτόν, +κατά δε το πέμπτον έτος εστράτευσε μετ' απείρου πλήθους. Εξ +όλων των στρατειών τας οποίας γνωρίζομεν, αύτη υπήρξεν η +μεγαλειτέρα, τόσον ώστε ούτε η στρατεία του Δαρείου κατά των +Σκυθών, φαίνεται μηδέν ως προς αυτήν· ούτε η των Σκυθών, όταν +καταδιώκοντες τους Κιμμερίους εισέβαλον εις την Μηδικήν χώραν, +υπέταξαν σχεδόν όλην την άνω Ασίαν και αποκατεστάθησαν εκεί, +αιτία διά την οποίαν ύστερον ο Δαρείος ηθέλησε να τους +τιμωρήση· ούτε η κατά τα λεγόμενα στρατεία των Ατρειδών κατά +του Ιλίου· ούτε προ των Τρωικών ή των Μυσών και των Τευκρών, +οίτινες διαβάντες διά του Βοσπόρου εις την Ευρώπην, υπέταξαν +όλους τους Θράκας και κατέβησαν μέχρι της μεσημβρίας, αφ' ενός +μεν μέχρι του Ιονίου πελάγους, αφ' ετέρου δε μέχρι του Πηνειού +ποταμού. + +21. Όλαι αύται αι στρατηλασίαι και όσαι προηγουμένως εγένοντο +δεν εξισούνται προς την μίαν ταύτην· καθότι ποιον έθνος δεν +ωδήγησε κατά της Ελλάδος ο Ξέρξης ποίον ύδωρ, πλην των μεγάλων +ποταμών, δεν εξέλιπε πινόμενον; Οι μεν παρέσχον πλοία, άλλοι +πεζικόν, άλλοι ιππικόν, άλλοι ιππαγωγά πλοιάρια και συγχρόνως +στρατιώτας, άλλοι μακρά πλοία διά τας γεφύρας, άλλοι δε τροφάς +και πλοία. + +22. Προς τούτοις, επειδή οι πρώτοι περί τον Άθων περιπλεύσαντες +είχον υποστή μεγάλας ζημίας, διά τούτο από τριών ετών εγίνοντο +πολλαί ετοιμασίαι εις τον Άθων. Εις την Ελαιούντα της +Χερσονήσου ίσταντο τριήρεις και εκείθεν μετεφέροντο άνθρωποι +διαφόρων εθνών λαμβανόμενοι εκ του στρατού και ηναγκάζοντο διά +της μάστιγος να σκάπτωσιν· έσκαπτον δε και οι περί τον Άθων +κατοικούντες. Επεστάτουν δε του έργου δύο Πέρσαι, ο Βουβάρης +του Μεγαβάζου και ο Αρταχαίης του Αρταίου. Είναι δε ο Άθως όρος +μέγα και ονομαστόν, καταβαίνον εις την θάλασσαν και +κατοικούμενον υπό ανθρώπων. Εις το μέρος δε της ηπείρου όπου +απολήγει σχηματίζει είδος τι χερσονήσου και ισθμόν τινα δώδεκα +περίπου σταδίων. Τούτο το διάστημα εκ της θαλάσσης των Ακανθίων +μέχρι της άλλης θαλάσσης της αντικρύ της Τορώνης, είναι πεδιάς +και λοφίδια. Επί του ισθμού δε τούτου, εις τον οποίον τελευτά ο +Άθως, είναι η ελληνική πόλις Σάνη. Αι δε έσωθεν της Σάνης εις +τον Άθων πόλεις τας οποίας ο Πέρσης επεχείρησε να κάμη +νησιώτιδας αντί ηπειρωτικών, είναι το Δίον, η Ολόφυξος, το +Ακρόθωον, η Θύσσος και αι Κλεωναί. Αύται εισίν αι πόλεις αι +κείμεναι εις τον Άθων. + +23. Έσκαπτον δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· οι βάρβαροι, +ελκύσαντες γραμμήν ευθείαν προς την πόλιν Σάνην, εμοίρασαν το +έδαφος κατά έθνη. Αφού δε έγινε βαθεία η διώρυξ, οι μεν ίσταντο +εις το βάθος και έσκαπτον, άλλοι δε παρέδιδον το πάντοτε +εξορυσσόμενον χώμα εις άλλους ανωτέρω ισταμένους επί βάθρων, +ούτοι πάλιν το παρελάμβανον και το έδιδον εις άλλους μέχρις ου +έφθανεν εις τους ανωτάτω οίτινες το εξέφερον και το +διεσκόρπιζον. Πλην των Φοινίκων όλοι οι λοιποί διπλάσιον +κατέβαλον κόπον ένεκα των καταπιπτουσών κλιτύων του ορύγματος· +και δεν ήτο δυνατόν να μη συμβή τούτο, καθότι είχον δώσει το +αυτό πλάτος εις το στόμα και εις το βάθος. Οι Φοίνικες όμως +οίτινες και εις τα άλλα πράγματα φαίνονται σοφοί, έδειξαν την +σοφίαν των και εις τούτο. Λαβόντες τα λαχόν εις αυτούς μέρος, +έδωκαν εις το στόμα της διώρυγος πλάτος διπλάσιον εκείνου το +οποίον ώφειλε να έχη το βάθος, έπειτα προχωρούντες το εστένευον +ολίγον κατ' ολίγον, ώστε όταν έφθασαν κάτω το μέρος αυτών είχε +το αυτό πλάτος με τα μέρη των άλλων. Εκεί υπάρχει λειμών όπου +εγίνοντο αι αγοραί και πωλήσεις πολλού αλεύρου ερχομένου εκ της +Ασίας. + +24. Ως εγώ συμπεραίνων ευρίσκω, ο Ξέρξης διέταξε να ορύξωσι το +μέρος τούτο ένεκα οιήσεως, θέλων να δείξη την δύναμίν του και +να αφήση μνημείον αυτής· διότι ενώ ήτο δυνατόν άνευ ουδενός +κόπου να σύρωσι τα πλοία άνωθεν του ισθμού, διέταξε να ορύξωσι +διώρυγα εις την οποίαν να εισέρχεται η θάλασσα, αρκετά πλατείαν +ώστε να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Οι ίδιοι δε +οίτινες έσκαψαν την διώρυγα, διετάχθησαν επίσης να γεφυρώσωσι +τον ποταμόν Στρυμόνα. + +25. Ταύτα έκαμνεν αφ' ενός· αφ' ετέρου δε εσύναζε διά τας +γεφύρας σχοινία εκ βύβλου και εκ λίνου λευκού. Διέταξε προσέτι +τους Φοίνικας και τους Αιγυπτίους να προμηθεύσωσιν εις τον +στρατόν τροφάς, ώστε μήτε αυτός να πεινάση μήτε τα υποζύγια τα +ελαυνόμενα κατά της Ελλάδος. Γνωρίσας τους τόπους επρόσταξε να +συστήσωσιν αποθήκας εκεί όπου ήθελεν είσθαι ευκολώτερον να +έρχωνται εκ των διαφόρων λιμένων της Ασίας ολκάδες και +πορθμεία. Αι σημαντικώτεραι αποθήκαι εγένοντο εις την Λευκήν +καλουμένην ακτήν της Θράκης, εις την Τυρόδιζαν των Περινθίων, +εις τον Δορίσκον, εις την επί του Στρυμόνος Ηιόνα και εις την +Μακεδονίαν. + +26. Ενώ ούτοι κατεγίνοντο εις τα διορισθέντα έργα, όλος ο πεζός +στρατός όστις είχε συναχθή, αναχωρήσας εκ των Κριτάλλων της +Καππαδοκίας επορεύετο μετά του Ξέρξου εις τας Σάρδεις, διότι +εκεί εδόθη διαταγή να ενωθή όλος ο στρατός όστις έμελλε ν' +ακολουθήση τον Ξέρξην διά ξηράς. Δεν δύναμαι να είπω ποίος των +διοικητών έφερε τον εντελέστερον στρατόν και έλαβε τα παρά του +βασιλέως υποσχεθέντα δώρα, ούτε ηξεύρω αν εγένετο περί τούτου +κρίσις. Ούτοι λοιπόν, αφού διαβάντες τον Άλυν ποταμόν εισήλθον +εις την Φρυγίαν, πορευόμενοι δι' αυτής· έφθασαν εις τας +Κελαινάς, όπου αναδίδουσιν αι πηγαί του Μαιάνδρου ποταμού και +ενός άλλου ουχί μικροτέρου όστις ονομάζεται Καταρράκτης και +όστις αναβρύων εκ του μέσου της αγοράς των Κελαινών χύνεται εις +τον Μαίανδρον. Εν τη πόλει ταύτη είναι ανηρτημένον και το δέρμα +του σιληνού Μαρσύου, το οποίον εκδαρέν, ως λέγουσιν οι Φρύγες, +υπό του Απόλλωνος, ανεκρεμάσθη εκεί. + +27. Εις ταύτην την πόλιν περιμένων ο Λυδός Πύθιος, υιός του +Άτυος, εφιλοξένησε μεγαλοπρεπέστατα όλον τον στρατόν του +βασιλέως, και αυτόν τον Ξέρξην, και είπεν ότι ήτο πρόθυμος να +προσφέρη και χρήματα διά τον πόλεμον. Ο Ξέρξης ηρώτησε τους +περί αυτόν Πέρσας τις ήτο αυτός ο Πύθιος και πόσα πλούτη είχεν +ώστε να κάμνη τοιαύτας υποσχέσεις· οι δε απεκρίθησαν «Βασιλεύ, +είναι εκείνος όστις προσέφερεν εις τον πατέρα σου Δαρείου την +χρυσήν πλάτανον και την χρυσήν άμπελον, και σήμερον είναι μετά +σε εις τα πλούτη ο πρώτος από τους ανθρώπους όσους ημείς +γνωρίζομεν.» + +28. Θαυμάσας διά τους τελευταίους τούτους λόγους ο Ξέρξης, +ηρώτησεν ο ίδιος έπειτα τον Πύθιον πόσα χρήματα έχει. Αυτός δε +απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, δεν σε κρύπτω την αλήθειαν, ούτε πρέπει +να προφασισθώ ότι δεν ηξεύρω την περιουσίαν μου· την ηξεύρω και +θα σοι την είπω ακριβώς. Άμα έμαθον ότι καταβαίνεις εις την +Ελληνικήν θάλασσαν, θέλων να σοι προσφέρω χρήματα διά τον +πόλεμον, ηρεύνησα και αριθμήσας εύρον ότι έχω δύο χιλιάδας +τάλαντα αργυρίου, χρυσίου δε μοι ελλείπουσιν επτά χιλιάδες διά +να έχω τετρακοσίας μυριάδας στατέρων Δαρεικών· ταύτα σοι +προσφέρω. Δι' εμέ αρκούσι τα ανδράποδά μου και αι γαίαι μου.» Ο +μεν Πύθιος ταύτα έλεγεν. + +29. Ο δε Ξέρξης ευφρανθείς διά τους λόγους τούτους είπε· «Ξένε +Λυδέ, αφότου εξήλθον της Περσικής χώρας ουδαμού συνήντησα μέχρι +τούδε άνθρωπον όστις ηθέλησε να φιλοξενήση τον στρατόν μου και +όστις παρουσιασθείς εις εμέ αυτοπροαιρέτως ηθέλησε να με +προσφέρη χρήματα διά τον πόλεμον τον οποίον επιχειρώ. Συ δε και +τον στρατόν μου εφιλοξένησες μεγαλοπρεπώς και χρήματα πολλά μοι +προσφέρεις. Αντ' αυτών λοιπόν ιδού εγώ σε δίδω τα εξής δώρα· σε +κάμνω ξένον μου και συμπληρώ τα τέσσαρα εκατομμύρια των +στατήρων σου δίδων σοι εκ των ιδίων μου χρημάτων επτά χιλιάδας +στατήρων, διά να μη ήναι ελλιπείς αι τετρακόσιαι μυριάδες σου +κατά επτά χιλιάδας αλλά να γίνη άρτιος ο αριθμός συμπληρωθείς +παρ' εμού. Έχε λοιπόν όσα εκτήσω και ήξευρε να μένης πάντοτε +οίος είσαι· διότι εάν φέρεσαι ούτω, δεν θα μεταμεληθής +ουδέποτε, ούτε εις το παρόν ούτε εις το μέλλον.» + +30. Ταύτα ειπών και εκτελέσας την υπόσχεσίν του επορεύετο +πάντοτε εις τα πρόσω. Αφού δε διήλθε πλησίον της πόλεως των +Φρυγών ήτις καλείται Άναυα, και πλησίον λίμνης τινός εκ της +οποίας εξάγεται άλας, έφθασεν εις τας Κολοσσάς, πόλιν μεγάλην +της Φρυγίας, όπου ο ποταμός Λύκος χυνόμενος εις χάσμα γης +αφανίζεται και έπειτα αναφαινόμενος εις πέντε σταδίων απόστασιν +πίπτει και αυτός εις τον Μαίανδρον. Εκ δε των Κολοσσών +αναχωρήσας ο στρατός προς τα όρια των Φρυγών και των Λυδών +έφθασεν εις την πόλιν Κύδραρα όπου υπάρχει στήλη εμπεπηγμένη +την οποίαν έστησεν ο Κροίσος και ήτις δεικνύει διά γραμμάτων τα +όρια. + +31. Αφού διέλθη τις εκ της Φρυγίας εις την Λυδίαν η οδός +σχίζεται εις δύο· και η μεν αριστερά φέρει εις την Καρίαν, η δε +δεξιά εις τας Σάρδεις. Ταύτην την τελευταίαν εάν ακολουθήση +τις, είναι ηναγκασμένος να διαβή τον Μαίανδρον ποταμόν πλησίον +της πόλεως Καλλατήβου όπου άνθρωποι τεχνίται κατασκευάζουσι +μέλι εκ μυρίκης και σίτου. Ταύτην την οδόν πορευόμενος ο Ξέρξης +εύρη πλάτανον εις την οποίαν διά το κάλλος της δωρήσας +κοσμήματα χρυσά και καταστήσας επιμελητήν αυτής ένα των +αθανάτων, έφθασε την δευτέραν ημέραν εις την πόλιν των Λυδών. + +32. Φθάσας εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν έπεμψε κήρυκας εις την +Ελλάδα διά να ζητήσωσι γην και ύδωρ και παραγγείλωσι να +προετοιμάζωσι δείπνα διά τον βασιλέα· πλην ούτε εις την +Λακεδαίμονα ούτε εις τας Αθήνας έπεμψε να ζητήση γην, αλλά +μόνον εις τα άλλα μέρη· έπραττε δε τούτο εκ δευτέρου, καθότι +εσκέπτετο ότι όσοι προηγουμένως ηρνήθησαν τούτο εις τον +Δαρείαν, βεβαίως τότε θα έδιδον υπό φόβου. Θέλων δε να +πληροφορηθή περί τούτου ακριβώς, έπεμψε τους κήρυκας. + +33. Μετά δε ταύτα παρεσκευάζετο να μεταβή εις την Άβυδον. Οι +εργάται εν τούτοις έζευξαν τον Ελλήσποντον εκ της Ασίας εις την +Ευρώπην. Μεταξύ δε της πόλεως Σηστού και Μαδύτου, απέναντι της +Αβύδου, υψούται απόκρημνον ακρωτήριον όπερ εκτείνετο επί του +Ελλησπόντου, εις το αυτό μέρος όπου ολίγα έτη ύστερον Αθηναίοι +τίνες υπό τον στρατηγόν Ξάνθιππον του Αρίφρονος, συλλαβόντες +τον Πέρσην Αρταΰκτην, ύπαρχον της Σηστού, τον εκάρφωσαν ζώντα +εις πάσσαλον· διότι σύρων γυναίκας εις το εν Ελαιούντι ιερόν +του Πρωτεσίλαου, έπραττεν έργα αθέμιτα. + +34. Εις τούτο λοιπόν το ακρωτήριον αρχίσαντες από την Άβυδον, +οι μεν Φοίνικες με λευκόν λίνον, οι δε Αιγύπτιοι με βύβλον, +προσέδενον τα πλοία ως διετάχθησαν και κατεσκεύαζον ούτω τας +γεφύρας. Είναι δε επτά στάδια από της Αβύδου μέχρι της αντικρύ +ξηράς. Μόλις όμως ετελείωσε το ζεύγμα, και μεγάλη τρικυμία +επιπεσούσα, διέλυσεν όλα εκείνα. + +35. Άμα έμαθε τούτο ο Ξέρξης ωργίσθη και διέταξε να δώσωσιν εις +τον Ελλήσποντον τριακοσίας πληγάς διά της μάστιγος και να +ρίψωσιν εις το πέλαγος δύο πέδας. Ήκουσα προς τούτοις ότι +έστειλε και στιγματιστάς διά να στίξωσι τον Ελλήσποντον, και +διέταξεν εις τους ραπίζοντας να λέγωσι τους ακολούθους +βαρβάρους και ατασθάλους λόγους «Ω πικρόν ύδωρ, ο δεσπότης ημών +σοι επιβάλλει την τιμωρίαν ταύτην διότι τον έβλαψες χωρίς +εκείνος να σε αδικήση. Και ο μεν βασιλεύς Ξέρξης θα σε διαβή, +είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, εις σε δε δικαίως ουδείς άνθρωπος +θυσιάζει καθότι είσαι ποταμός απατηλός και αλμυρός.» +Τοιουτοτρόπως ετιμώρησε την θάλασσαν ταύτην, και προσέτι +διέταξε ν' αποκεφαλίσωσι τους ανθρώπους οίτινες επεστάτησαν εις +την ζεύξιν του Ελλησπόντου. + +36. Και οι μεν έχοντες την αθλίαν ταύτην τιμήν εξετέλεσαν τα +προσταχθέντα, τας δε γεφύρας έζευξαν άλλοι αρχιτέκτονες, και +τας έζευξαν ως ακολούθως. Πρώτον ήνωσαν πεντηκοντόρους και +τριήρεις, τριακοσίας εξήκοντα μεν προς το μέρος του Ευξείνου +πόντου, τριακοσίας δεκατέσσαρας δε προς το άλλο μέρος, εις +τρόπον ώστε να ήναι επικάρσιαι μεν εις τον Πόντον, ευθείαι δε +εις το ρεύμα του Ελλησπόντου, ίνα τοιουτοτρόπως μετριάζεται η +έντασις των σχοινίων· έπειτα δε, αφού συνέδεσαν τα πλοία προς +άλληλα, κατεβίβασαν εις την θάλασσαν μακράς αγκύρας τας μεν +προς το μέρος του Πόντου διά να ασφαλισθώσιν από τους ανέμους +τους πνέοντας εκείθεν, τας δε προς δυσμάς και προς το Αιγαίον +πέλαγος διά να ασφαλισθώσιν από τον εύρον και τον νότον. Εις +τρία δε μέρη άφησαν περάσματα διά μέσου των πεντηκοντόρων και +των τριήρεων ως θυρίδας διά να δύναται όστις ήθελε και να +εισπλέη με πλοία μικρά εις τον Πόντον και να εκπλέη. Τούτου +γενομένου ετάνυσαν από της μιας όχθης εις την άλλην διά μηχανής +σχοινία ουχί πλέον χωριστά, ένθεν τα βύβλινα και ένθεν τα εκ +λευκολίνου, αλλ' εκατέρωθεν εντείναντες δύο εκ λευκολίνου και +τέσσαρα βύβλινα. Τα σχοινία ταύτα ήσαν όλα του αυτού πάχους και +επίσης ωραία, κατά φυσικόν λόγον όμως τα λινά ήσαν βαρύτερα, +καθότι ο πήχυς εζύγιζεν έν τάλαντον. Αφού δε τα πλοία +εστερεώθησαν, πριονίσαντες κορμούς ξύλων και ποιήσαντες αυτούς +ίσους προς το πλάτος των γεφυρών, τους έθεσαν κατά σειράν επί +των τεταμένων σχοινίων· αφού δε τους έθεσαν κατά τάξιν, τότε +τους συνέσφιγξαν μεταξύ των. Έπειτα έφερον και έρριψαν επ' +αυτών σανίδας· αφού δε εφήρμοσαν αυτάς, διεσκόρπισαν επ' αυτών +χώμα. Τέλος δε πατήσαντες και το χώμα ήγειρον φραγμούς +εκατέρωθεν διά να μη βλέπωσιν οι ίπποι και τα υποζύγια την +θάλασσαν και φοβώνται. + +37. Αφού δε ετελείωσεν η εργασία των γεφυρών, και η του Άθω, +και αι κρηπίδες περί τα στόματα της διώρυγος, αίτινες υψώθησαν +διά να εμποδίζωσι την συσσώρευσιν της άμμου ως εκ της +πλημμύρας, και ηγγέλθη εις τον Δαρείον ότι η διώρυξ καθ' όλα +ετελείωσε, τότε ο στρατός όστις είχε διαχειμάσει εις τας +Σάρδεις, ευθύς ητοιμάσθη την πρώτην άνοιξιν και εκίνησε +διευθυνόμενος εις την Άβυδον. Ότε δε εκίνησεν, ο ήλιος αφήσας +την θέσιν του από τον ουρανόν εγένετο άφαντος χωρίς να υπάρχωσι +νέφη αλλ' εξ εναντίας ήτο άκρα αίθρια, και αντί ημέρας εγένετο +νυξ (15). Ιδών το φαινόμενον τούτο ο Ξέρξης κατελήφθη υπό +ανησυχίας και ηρώτησε τους μάγους τι εσήμαινεν. Οι δε μάγοι +απεκρίθησαν ότι ο θεός προδεικνύει εις τους Έλληνας την +καταστροφήν των πόλεών των, προστιθέντες ότι ο μεν ήλιος +αναγγέλλει τα μέλλοντα εις τους Έλληνας, η δε σελήνη εις τους +Πέρσας. Περιχαρής γενόμενος ο Ξέρξης διά την απόκρισιν ταύτην, +εξηκολούθησε την πορείαν του. + +38. Καθ' ην στιγμήν ο Ξέρξης εξεκίνησε το στράτευμα, φοβηθείς ο +Λυδός Πύθιος διά το σημείον του ουρανού και ενθαρρυνόμενος εκ +των δώρων τα οποία τω προσέφερεν ο βασιλεύς, ήλθε προς αυτόν +και τω είπεν: «Ω δέσποτα, θέλεις να με χορηγήσης εκείνο το +οποίον επιθυμώ να απολαύσω από σε, και το οποίον εις σε με +είναι μικρόν εάν κάμης, εις εμέ δε μέγα εάν γίνη;» Ο μεν Ξέρξης +υποθέτων ότι παν άλλο ηδύνατο να ζητήση ή εκείνο το οποίον +εζήτησεν, είπεν ότι θα τον ευχαριστήση και τον διέταξε να +φανερώση τι επεθύμει. Ακούσας ταύτα ο Πύθιος, ενεθαρρύνθη έτι +μάλλον και επανέλαβε· «Δέσποτα, έχω πέντε υιούς και ούτοι +αναχωρούσι μετά σου κατά της Ελλάδος. Λυπήθητί με, ω βασιλεύ, +διά την μεγάλην μου ηλικίαν και απάλλαξον της στρατείας ένα εξ +αυτών, τον πρεσβύτατον, διά να φροντίζη περί εμού και των +πραγμάτων μου. Λάβε τους άλλους τέσσαρας και είθε να επιστρέψης +αφού εκτελέσης όσα κατά νουν έχεις.» + +39. Πολύ εθύμωσεν ο Ξέρξης και τω απεκρίθη ως εξής· «Ω κακέ +άνθρωπε, ενώ εγώ στρατεύω κατά της Ελλάδος έχων μετ' εμού τους +υιούς μου, τους αδελφούς μου, τους συγγενείς μου, τους φίλους +μου, ετόλμησας συ ο δούλος μου να αναφέρης τον ιδικόν σου υιόν +όστις έπρεπε να με ακολουθήση πανοικεί και με αυτήν την γυναίκα +του; Τώρα μάθε καλώς ότι το πνεύμα του ανθρώπου οικεί εις τα +ώτα του, και εάν μεν ακούση καλά πράγματα πληροί χαράς όλον το +σώμα, εάν δε ακούση τα εναντία πληροί αυτό οργής. Ότε έπραξες +πράξεις χρηστάς και επρότεινες να πράξης άλλας χρηστοτέρας, +είδες κάλλιστα ότι δεν ηδυνήθης να καυχηθής ότι υπερέβης τον +βασιλέα εις τας γενναιοδωρίας. Επειδή δε ακολούθως ετράπης προς +την αναίδειαν, ναι μεν δεν θα λάβης την τιμωρίαν ης είσαι +άξιος, θα λάβης όμως μικροτέραν. Σε μεν και τους παίδας σου +σώζει η φιλοξενία σου, θα τιμωρηθής δε διά του θανάτου του +ενός, τον οποίον αγαπάς πολύ.» Ταύτα ειπών, αμέσως διέταξεν εις +εκείνους οίτινες είχαν τα καθήκοντα ταύτα, να συλλάβωσι τον +πρεσβύτατον υιόν του Πυθίου και να τον σχίσωσιν εις δύο· αφού +δε τον σχίσωσι, να θέσωσι το εν ημίτομον εις τα δεξιά και το +άλλο εις τα αριστερά της οδού, και να διέλθη διά μέσου αυτών ο +στρατός. + +40. Αφού δε εκείνοι έπραξαν το προσταχθέν, διήλθε μετά ταύτα ο +στρατός. Προηγούντο οι σκευοφόροι και τα υποζύγια, ακολούθως δε +ήρχοντο τα στρατεύματα διαφόρων εθνών, αναμίξ και ουχί +διακεκριμένως. Τα στρατεύματα ταύτα απετέλουν υπέρ το ήμισυ +σχεδόν του όλου στρατού· μετά τούτο αφίνετο διάστημα αρκετόν +ώστε να μη αναμιγνύωνται με τας τάξεις όπου ήτο ο βασιλεύς. +Έμπροσθεν δε του βασιλέως επροχώρουν χίλιοι ιππείς εκλελεγμένοι +μεταξύ όλων των Περσών, κατόπιν έτεροι χίλιοι αιχμοφόροι, +εκλεκτοί και ούτοι, έχοντες την λόγχην εστραμμένην προς την +γην· μετά ταύτα δέκα ίπποι ιεροί, καλούμενοι Νισαίοι, +κεκοσμημένοι δε πολυτελώς. Ονομάζονται δε οι ίπποι ούτοι +Νισαίοι διότι υπάρχει πεδίον μέγα εις την Μηδικήν καλούμενον +Νίσαιον και εις αυτό το πεδίον τρέφονται μεγάλοι ίπποι. Όπισθεν +τούτων των δέκα ίππων έσυρε το υπό οκτώ λευκών ίππων άρμα ιερόν +του Διός, και όπισθεν αυτών ηνίοχος πεζός εκράτει τους +χαλινούς, καθότι εις το θρανίον ουδείς άνθρωπος αναβαίνει. +Έπειτα ήρχετο αυτός ο Ξέρξης επί άρματος συρομένου υπό ίππων +Νισαίων (16), πλησίον του δε εβάδιζεν ηνίοχος όστις ωνομάζετο +Πατιράμφης και ήτο υιός του Πέρσου Οτάνου. + +41. Με ταύτην πομπήν εξήλθεν ο Ξέρξης εκ των Σάρδεων και +μετέβαινεν, οσάκις ήθελεν, από του άρματος εις αρμάμαξαν. +Όπισθεν αυτού ήσαν χίλιοι λογχοφόροι, οι ανδρειότατοι και +εκλεκτότατοι των Περσών, έχοντες τας λόγχας προς τα άνω, έπειτα +άλλοι χίλιοι ιππείς εκλεκτοί, και μετά τούτους δεκακισχίλιοι +άνδρες εκλελεγμένοι μεταξύ των επιλοίπων Περσών. Ούτοι ήσαν +πεζοί, και εκ τούτων χίλιοι μεν αντί σιδήρου εις το κάτω μέρος +της λόγχης είχον ροιάν χρυσήν και περιεκύκλουν τους άλλους, οι +δε εντός τούτων εννεάκις χίλιοι είχον ροιάς αργυράς. Επίσης +και οι έχοντες εστραμμένας τας λόγχας προς την γην είχον ροιάς +χρυσάς, οι δε πλησιέστατα ακολουθούντες τον Ξέρξην είχον μήλα +χρυσά. Μετά τους δεκακιςχιλίους τούτους ήρχοντο δεκακιςχίλιοι +ιππείς Πέρσαι αφίνοντες όπισθεν των κενόν διάστημα δύο σταδίων· +τέλος ο επίλοιπος όμιλος επροχώρει αναμίξ. + +42. Εξελθών δε της Λυδίας ο στρατός επορεύετο την οδόν την +άγουσαν προς τον ποταμόν Κάικον και την Μυσίαν· κινήσας δε από +του Καΐκου και έχων το όρος της Κάνης αριστερά, διήλθε τον +Αταρνέα και έφθασεν εις την Καρίνην. Αναχωρήσας και από αυτήν +επορεύετο διά της πεδιάδος της Θήβης, διερχόμενος τας πόλεις +Ατραμύττειον και Άντανδρον την Πελασγικήν. Έπειτα στραφείς +δεξιά της Ίδης εισήλθεν εις την Τρωικήν γην. Την πρώτην δε +νύκτα την οποίαν διήλθεν εις τους πρόποδας της Ίδης, +ηκολούθησαν βρονταί και έπεσαν εις το στρατόπεδον κεραυνοί +οίτινες εφόνευσαν πολλούς ανθρώπους. + +43. Ο στρατός έφθασεν εις τον Σκάμανδρον ο ποταμός ούτος, +αφότου εκίνησαν από τας Σάρδεις, ήτο ο πρώτος όστις ετελείωσε +και δεν ήρκεσε το ύδωρ αυτού πινόμενον υπό του στρατού και των +κτηνών. Εις τον ποταμόν τούτον ότε έφθασεν ο Ξέρξης, ανέβη εις +το Πέργαμον του Πριάμου επιθυμίαν έχων να το θεωρήση. Θεωρήσας +δε και ερωτήσας περί πάντων έθυσε χιλίας βους εις την Αθηνάν +του Ιλίου και οι μάγοι έκαμον σπονδάς εις τους ήρωας. Με όλα +όμως ταύτα, την νύκτα ενέπεσε φόβος εις το στρατόπεδον. Όθεν +άμα εγένετο ημέρα αναχωρήσας εκείθεν ο στρατός επορεύετο έχων +αριστερά μεν τας πόλεις Ροίτειον, Οφρύνειον και Δάρδανον ήτις +συνορεύει με την Άβυδον, δεξιά δε τους Γέργιθας Τευκρούς. + +44. Ότε δε έφθασαν εις την Άβυδον, ο Ξέρξης ηθέλησε να ίδη όλον +τον στρατόν. Είχον προετοιμάσει επίτηδες εκεί προεξέδραν εκ +λευκού λίθου (την είχον δε κατασκευάσει οι Αβυδηνοί κατά +προλαβούσαν προσταγήν του βασιλέως). Ενώ δε εκάθησεν εκεί +βλέψας κάτω εις το παράλιον, εθεώρησε μετά θαυμασμού το πεζικόν +και τα πλοία. Θεωρών δε επιθύμησε να ίδη άμιλλαν των πλοίων. +Γενομένου λοιπόν τούτου, ενίκησαν οι της Σιδόνος Φοίνικες· ο δε +Ξέρξης ευχαριστήθη πολύ διά την άμιλλαν και τον στρατόν. + +45. Ενώ δε έβλεπε τον Ελλήσποντον κεκαλυμμένον υπό πλοίων, και +όλα τα παράλια και τας πεδιάδας της Αβύδου πλήρεις ανθρώπων, +εμακάρισεν εαυτόν ο Ξέρξης, μετά ταύτα δε εδάκρυσε. + +46. Ο πατρικός θείος του τον έβλεπεν· αυτός ήτο όστις εις την +πρώτην συνεδρίασιν των Περσών είχεν εκφράσει ελευθέρως την +γνώμην του και είχε συμβουλεύσει τον Ξέρξην να μη στρατεύση +κατά της Ελλάδος· ούτος λοιπόν ιδών τον Ξέρξην δακρύσαντα, είπε +τα εξής· «Ω βασιλεύ, πόσον διαφορετικά έπραξες τώρα και ολίγον +προ τούτου· αφού εμακάρισες σεαυτόν, δακρύεις.» Ο δε Ξέρξης +απεκρίθη· «Εσυλλογίσθην πόσον βραχύς είναι όλος ο ανθρώπινος +βίος και ησθάνθην οίκτον εις την καρδίαν, διότι εξ αυτών των +τόσων ανθρώπων δεν θα υπάρχη μήτε είς μετά εκατόν έτη.» Τότε ο +Αρτάβανος επανέλαβε λέγων· «Υπάρχουσιν άλλα οικτρότερα εν τω +βίω· καθότι, με όλην αυτού την βραχύτητα, δεν υπάρχει άνθρωπος +τόσον ευτυχής όστις είτε διά τούτον τον λόγον είτε διά τον +άλλον, να μη επεθύμησεν ουχί άπαξ αλλά πολλάκις να αποθάνη +μάλλον ή να ζη. Αι αλλεπάλληλοι συμφοραί και αι νόσοι, +συνταράττουσαι τον άνθρωπον, κάμνουσι τον βραχύν τούτον βίον να +φαίνεται μακρός. Τοιουτοτρόπως ο θάνατος, όταν η ζωή ήναι +τεθλιμμένη, γίνεται διά τον άνθρωπον το μάλλον επιθυμητόν +καταφύγιον· ο δε θεός, αφού μας κάμη να γευθώμεν γλυκύτητάς +τινας του κόσμου, δεικνύεται αμέσως φθονερός.» + +47. Ο δε Ξέρξης απεκρίθη· «Αρτάβανε, ας παύσωμεν τώρα περί του +ανθρωπίνου βίου όστις είναι τοιούτος ως τον περιγράφεις, και ας +μη ενθυμώμεθα κακά ενώ κατά το παρόν έχομεν καλά. Ειπέ μοι δε +το εξής· εάν το νυκτερινόν εκείνο όραμα δεν σοι εφαίνετο τόσον +ζωηρόν, θα εξηκολούθεις να έχης την πρώτην γνώμην και να με +εμποδίζης από την κατά της Ελλάδος στρατείαν, ή ήθελες +μεταβληθή; Ομίλει, αποκρίθητι ειλικρινώς.» Ο δε Αρτάβανος +απεκρίθη λέγων· «Ω βασιλεύ, τον μεν όραμα το οποίον είδομεν εις +τον ύπνον μας είθε να αποβή ως επιθυμούμεν αμφότεροι, εγώ όμως +είμαι εισέτι πλήρης φόβου και εκτός εμαυτού στοχαζόμενος και +άλλα πολλά, και προς τούτοις βλέπων ότι δύο πράγματα σε είναι +πολεμιώτατα.» + +48. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης, απεκρίθη τα εξής· «Σκληρέ άνθρωπε, +ποία είναι λοιπόν αυτά τα δύο πολεμιώτατα πράγματα τα οποία με +λέγεις; Μήπως ο στρατός ούτος σε φαίνεται ότι δεν είναι +αρκετός, και ότι ο Ελληνικός είναι περισσότερος του ιδικού μας; +ή μήπως ο στόλος μας ήναι υποδεέστερος του ιδικού των; ή τέλος +και τα δύο; Εάν αι δυνάμεις μας σοι φαίνονται ανεπαρκείς, +αμέσως δυνάμεθα να συνάξωμεν και άλλον στρατόν.» + +49. Ο δε Αρτάβανος απεκρίθη λέγων· «Βασιλεύ, ούτε τον στρατόν +τούτον, ούτε το πλήθος των πλοίων δύναται να μεμφθή άνθρωπος +έχων σύνεσιν. 1. Εάν συνάξης περισσότερα, τότε τα δύο τα οποία +λέγω θα γίνωσι πολύ μάλλον πολεμιώτερα. Τα δύο ταύτα πολέμια +είναι η γη και η θάλασσα, διότι ως νομίζω εις κανέν μέρος της +θαλάσσης δεν ευρίσκεται λιμήν τόσον μέγας ώστε εν περιπτώσει +τρικυμίας να δεχθή το ναυτικόν σου και να ήναι ικανός να +διασώση αυτό· μολονότι δεν αρκεί να υπάρχη είς μόνον τοιούτος +λιμήν, αλλά πρέπει να υπάρχωσι πολλοί τοιούτοι λιμένες εις όλα +τα παράλια της ηπείρου πλησίον της οποίας θα πλεύσης. Επειδή +λοιπόν δεν έχεις ασφαλείς λιμένας, μάθε ότι αι περιστάσεις +εξουσιάζουσι τους ανθρώπους και ουχί οι άνθρωποι τας +περιστάσεις. 2. Αφού ωνόμασα το έν των πραγμάτων τούτων, +έρχομαι να ομιλήσω και περί του ετέρου. Η γη είναι εχθρά σου +κατά τον εξής τρόπον· και επί τη υποθέσει ότι ευθύς εξ αρχής +δεν εύρης καμμίαν αντίστασιν, πάλιν, ενόσω προχωρείς +δελεαζόμενος από την επιθυμίαν του προχωρείν, αυτή θα γίνεται +πολεμιωτέρα, επειδή ο άνθρωπος είναι άπληστος εις τας ευτυχίας. +Και επί τη υποθέσει λοιπόν ότι κανείς δεν θα εναντιωθή εις την +πορείαν σου, το μήκος όμως της οδού και η μακρά διαμονή σου θα +γεννήσωσι πείναν. Η φρόνησις του ανθρώπου συνίσταται εις το να +φοβήται μεν όταν σκέπτεται, αναλογιζόμενος όσα ήναι δυνατόν να +πάθη, να ήναι δε τολμηρός όταν ενεργή.» + +50. Απεκρίθη δε ο Ξέρξης ως εξής· «Αρτάβανε, καλώς εξέθηκες τας +ιδέας σου επί εκάστου πράγματος, αλλά μήτε όλα να φοβήσαι μήτε +όλα να συλλογίζεσαι τόσον πολύ. 1. Εάν θέλης εις πάσαν υπόθεσιν +να ακριβολογής παν ό,τι δύναται να ακολουθήση, ποτέ δεν θα +κάμης τίποτε. Όθεν είναι προτιμότερον τολμών τις τα πάντα να +πάθη το ήμισυ των δεινών μάλλον ή να μη πάθη τίποτε επειδή +φοβείται τα πάντα. Εάν αντιτείνων εις πάντα λόγον δεν ειμπορείς +να αποδείξης το βέβαιον, σφάλλεις και συ ομοίως ως εκείνος +όστις ήθελεν ειπεί τα εναντία· ούτως έχει και διά τους δύο. +Αλλά πώς είναι δυνατόν, ων τις άνθρωπος, να γνωρίση μετά +βεβαιότητος τι πρέπει να πράξη; εγώ φρονώ ότι τούτο είναι +αδύνατον. Όσοι όμως ενεργούσι μετ' αποφάσεως, αυτοί συνήθως +επιτυγχάνουσιν, ενώ οι υπολογίζοντες τα πάντα και οκνούντες, +αυτοί αποτυγχάνουσι. 2. Βλέπεις εις πόσην δύναμιν έφθασε το +βασίλειον των Περσών· εάν οι προ εμού βασιλεύσαντες είχον +ομοίας γνώμας με σε, ή εάν χωρίς να έχωσιν αυτάς ήκουον όμως +άλλους συμβούλους ως σε, ουδέποτε ήθελες ιδεί το βασίλειον +ταύτο να φθάση εις τόσην ακμήν. Αλλ' οι βασιλείς εκείνοι, +αψηφούντες τους κινδύνους, προήγαγον αυτό εις το σημείον τούτο, +καθότι τα μεγάλα πράγματα με μεγάλους κινδύνους καταρθούνται. +Ημείς λοιπόν μιμούμενοι τους προγενεστέρους στρατεύομεν εις την +καλλιτέραν εποχήν του έτους, και αφού υποτάξωμεν όλην την +Ευρώπην θα επανέλθωμεν οπίσω χωρίς ούτε λιμόν να απαντήσωμεν +ουδαμού ούτε δυσάρεστόν τι να πάθωμεν· καθότι πρώτον μεν +πορευόμεθα φέροντες μεθ' ημών πολλάς τροφάς και δεύτερον διότι +εις οιανδήποτε γην και έθνος αν πατήσωμεν, θα έχωμεν εις την +εξουσίαν μας τον σίτον αυτών· εκστρατεύομεν δε κατ' ανθρώπων +γεωργών και ουχί κατά νομάδων.» + +51. Είπε δε ο Άρτάβανος μετά ταύτα· «Ω βασιλεύ, επειδή δεν +φοβείσαι τίποτε, δέχθητι τουλάχιστον μίαν συμβουλήν, καθότι εις +πολλά πράγματα είναι ανάγκη να λέγη τις πολλά. Ο Κύρος του +Καμβύσου υπέταξεν όλους τους Ίωνας πλην των Αθηναίων και +κατέστησεν αυτούς υποτελείς εις τους Πέρσας. Αυτούς τους +ανθρώπους σε συμβουλεύω να μη συμπαραλάβης κατ' ουδένα τρόπον +εις τον κατά των προγόνων των πόλεμον, καθότι και άνευ τούτων +είμεθα ικανοί να υπερνικήσωμεν τους εχθρούς· Βεβαίως, εάν σε +ακολουθήσωσι, πρέπει ή αδικώτατοι να γίνωσιν υποδουλούντες την +μητρόπολίν των, ή δικαιότατοι συμπράττοντες εις την ελευθέρωσίν +της. Και εάν μεν γίνωσιν αδικώτατοι, ουδέν μέγα κέρδος +προσθέτουσιν εις ημάς· εάν όμως γίνωσι δικαιότατοι, δύνανται να +βλάψωσι μεγάλως τον στρατόν σου. Ενθυμήθητι λοιπόν, ω βασιλεύ, +το παλαιόν λόγιον πόσον ορθώς λέγει ότι άμα τη αρχή δεν +καταφαίνεται όλον το τέλος.» + +52. Προς ταύτα ο Ξέρξης απεκρίθη· «Αρτάβανε, από όσας γνώμας +έδωκες, εις αυτήν σφάλλης περισσότερον, φοβούμενος τους Ίωνας +μήπως μας προδώσωσι. Της προαιρέσεως των Ιώνων έχομεν απόδειξιν +μεγίστην· υπέρ αυτών και συ μαρτυρείς και όσοι άλλοι +συνεξεστράτευσαν μετά του Δαρείου κατά των Σκυθών· ότι εις τας +χείρας αυτών ήτο να αφανίσωσι ή να σώσωσι τον Περσικόν στρατόν +και ότι έδειξαν την πίστιν των και όχι απιστίαν. Πλην δε +τούτου, επειδή άφησαν εις την χώραν ημών τέκνα, γυναίκας και +πλούτη, δεν πρέπει ούτε να το στοχασθή τις ότι δυνατόν να +νεωτερίσωσι. Μη φοβήσαι λοιπόν τίποτε από αυτούς, αλλ' έχων +θάρρος φρόντιζε περί της διατηρήσεως της οικίας και την +βασιλείας μου, καθότι εις σε μόνον μεταξύ όλων εμπιστεύομαι το +σκήπτρον μου.» + +53. Ταύτα ειπών και αποστείλας τον Αρτάβανον εις τα Σούσα, +εκάλεσε μετά ταύτα τους σημαντικωτέρους των Περσών· αφού δε +ήλθον, είπεν εις αυτούς τα εξής· «Ω Πέρσαι, σας συνήθροισα διά +να σας παρακινήσω να φανήτε γενναίοι και να μη καταισχύνετε τα +αρχαία κατορθώματα των Περσών, κατορθώματα μεγάλα και πολλού +λόγου άξια. Έκαστος ιδιαιτέρως και όλοι ομού ας έχωμεν +προθυμίαν, καθότι υπ' όψιν έχομεν το κοινόν καλόν. Τούτου ένεκα +σας παροτρύνω να καταβάλετε πάντα ζήλον εις τον πόλεμον τούτον, +διότι ως ακούω εκστρατεύομεν εναντίον ανθρώπων γενναίων τους +οποίους εάν νικήσωμεν δεν θα ευρεθή πλέον άλλος στρατός +ανθρώπων διά να μας εναντιωθή. Τώρα, ας διαβαίνωμεν την +θάλασσαν αφού προσευχηθώμεν εις τους θεούς όσοι έχουσιν υπό την +προστασίαν των την Περσίδα γην.» + +54. Όλη εκείνη η ημέρα εδαπανήθη εις την ετοιμασίαν της +διαβάσεως, την δε ακόλουθον περιέμενον ανυπομόνως την ανατολήν +του ηλίου καίοντες επί των γεφυρών θυμιάματα διάφορα και +στρώνοντες την οδόν με μυρσίνας. Ενώ δε ανέτελλεν ο ήλιος, ο +Ξέρξης κάμνων σπονδάς εις την θάλασσαν με χρυσούν ποτήριον, +ηύχετο εις αυτόν να μη τω συμβή περιστατικόν τι το οποίον να +τον εμποδίση από του να καθυποτάξη την Ευρώπην, αλλά να τον +βοηθήση να φθάση έως εις τα άκρα αυτής. Αφού δε ευχήθη έρριψε +το ποτήριον εις τον Ελλήσποντον μεθ' ενός κρατήρος χρυσού και +του Περσικού ξίφους το οποίον καλούσιν ακινάκην. Δεν δύναμαι να +αποφανθώ ακριβώς εάν αφιερών αυτά εις τον ήλιον τα έρριψεν εις +το πέλαγος, ή εάν μετανοήσας διότι εμαστίγωσε τον Ελλήσποντον +προσέφερε τα δώρα ταύτα εις την θάλασσαν. + +55. Αφού εγένοντο ταύτα, ήρχισεν η διάβασις· και διά μεν της +γεφύρας της προς το μέρος του Ευξείνου διέβη όλον το πεζόν και +το ιππικόν, διά δε της προς το Αιγαίον τα υποζύγια και η +θεραπεία. Επορεύοντο δε πρώτοι οι δεκακισχίλιοι Πέρσαι, όλοι +εστεφανωμένοι, και μετ' αυτού ο σύμμικτος στρατός των διαφόρων +εθνών. Και ταύτην μεν την ημέραν ούτοι διέβησαν, την δε +ακόλουθον, πρώτον μεν οι ιππείς και οι κρατούντες τας προς τα +κάτω εστραμμένας λόγχας· ήσαν δε και ούτοι εστεφανωμένοι· μετ' +αυτούς δε οι ιεροί ίπποι και το ιερόν άρμα· έπειτα αυτός ο +Ξέρξης και οι αιχμοφόροι και οι χίλιοι ιππείς, και μετ' αυτούς +ο επίλοιπος στρατός. Συγχρόνως και τα πλοία ανήγοντο αντικρύ· +ήκουσα επίσης ότι ο Ξέρξης διέβη τελευταίος όλων. + +56. Διαβάς ο Ξέρξης εις την Ευρώπην εθεάτο τον στρατόν +διαβαίνοντα με μαστιγώσεις· διέβη δε ο στρατός εις επτά ημέρας +και επτά νύκτας άνευ διακοπής. Τότε λέγουσιν ότι αφού ο Ξέρξης +διέβη τον Ελλήσποντον, Ελλησπόντιός τις είπεν· «ω Ζευ, διατί +υπό μορφήν ανδρός Πέρσου και λαβών το όνομα Ξέρξης θέλεις να +αναστατώσης την Ελλάδα άγων κατ' αυτής όλους τους ανθρώπους; +ηδύνασο και άνευ τούτων να πράξης ταύτα.» + +57. Αφού διέβησαν όλοι και ήρχισαν να οδεύωσιν, εφάνη εις +αυτούς μέγα θαύμα περί του οποίου ο Ξέρξης δεν εφρόντισε ποσώς, +μολονότι ήτο ευεξήγητον. Ίππος εγέννησε λαγόν, εξ ου ευκόλως +ηδύνατό τις να εννοήση ότι ο Ξέρξης έμελλε να ελάση στρατόν +κατά της Ελλάδος υπερηφανώτατα και μεγαλοπρεπέστατα και ότι θα +επέστρεφεν οπίσω, αναγκαζόμενος χάριν της σωτηρίας του να +τρέχη. Και άλλο θαύμα είχε φανή εις τας Σάρδεις· ημίονος +εγέννησεν ημίονον διπλά έχουσαν αιδοία, τα μεν άρρενος τα δε +θηλείας· τα του άρρενος δε ήσαν υπεράνω των της θηλείας. + +58. Μη φροντίσας λοιπόν μήτε περί του ενός μήτε περί του άλλου, +επορεύετο επί τα πρόσω, συν αυτώ δε ο πεζός στρατός. Ο δε +ναυτικός στρατός, έξω του Ελλησπόντου, έπλεε παρακολουθών την +ακτήν και έχων εστραμμένην την πρύμνην προς τον πεζόν, καθότι +έπλεε προς δυσμάς διευθυνόμενος εις το Σαρπηδόνιον ακρωτήριον +όπου ήτο διατεταγμένος να φθάση και να περιμένη, ενώ ο στρατός +της ξηράς εξηκολούθει τον δρόμον του διά της χερσονήσου +διευθυνόμενος προς ανατολάς του ηλίου και έχων εις τα δεξιά μεν +τον τάφον της Έλλης, θυγατρός του Αδάμαντος, αριστερά δε την +πόλιν Καρδίαν. Διελθών διά μέσου πόλεώς τινος ης το όνομα ήτο +Αγορά και κάμψας τον καλούμενον Μέλανα κόλπον και τον Μέλανα +ποταμόν του οποίου το ύδωρ δεν εξήρκεσεν εις τον στρατόν αλλ' +εξηντλήθη, τούτον τον ποταμόν διαβάς, εξ ου και ο κόλπος έχει +την επωνυμίαν, επορεύετο προς δυσμάς μέχρις ου έφθασεν εις τον +Δορίσκον, πέραν της Αιολίδος πόλεως Αίνου και της Στεντορίδος +λίμνης. + +59. Ο δε Δορίσκος είναι αιγιαλός της Θρακικής και πεδιάς +μεγάλη, διά μέσου της οποίας ρέει ποταμός μέγας ο Έβρος. Εκεί +ήτο εκτισμένον τείχος βασιλικόν, όπερ εκαλείτο Δορίσκος και +φρουρά Περσική κατασταθείσα υπό του Δαρείου το κατείχεν από της +εποχής της εναντίον των Σκυθών εκστρατείας. Εφάνη δε εις τον +Ξέρξην επιτήδειος ο χώρος εκείνος όπως θέση εις τάξιν και +αριθμήση τον στρατόν· όπερ και έπραξεν. Αφού δε ήλθον όλα τα +πλοία εις τον Δορίσκον, οι ναύαρχοι, διατάξαντος του Ξέρξου, τα +έφερον εις τον πλησιέστερον αιγιαλόν του Δορίσκου όπου είναι αι +Σαμοθρακικαί πόλεις Σάλη και Ζώνη, εις το τέλος δε αυτού του +αιγιαλού είναι το ονομαστόν ακρωτήριον Σέρρειον. Ο χώρος ούτος +ήτο άλλοτε των Κικόνων. Εις τούτον λοιπόν τον αιγιαλόν +καταπλεύσαντες οι Πέρσαι, έσυρον έξω τα πλοία και τα εξήραινον. +Κατ' αυτό δε το διάστημα ο Ξέρξης έκαμνε την απαρίθμησιν του +στρατού εις τον Δορίσκον. + +60. Πόσον πλήθος ευρέθη εις την απαρίθμησιν ταύτην ότι έδωκεν +έκαστον έθνος δεν δύναμαι να είπω ακριβώς, διότι ουδείς το +είπεν. Όλος δε ο πεζός στρατός ανέβη εις έν εκατομμύριον και +επτακοσίας χιλιάδας, και ηριθμήθη κατά τον ακόλουθον τρόπον. +Συναγαγόντες εις ένα χώρον δεκακισχίλιους ανθρώπους και +συσφίγξαντες αυτούς όσον το δυνατόν περισσότερον, περιεχάραξαν +έξωθεν κύκλον· περιχαράξαντες δε τον κύκλον και εξαγαγόντες +τους μυρίους έκαμον περίτραγμα του οποίου το ύψος έφθανεν έως +τον ομφαλόν ανθρώπου. Τούτα ποιήσαντες, εισεβίβασαν άλλους εις +την περιοχήν ταύτην, μέχρις ου ηρίθμησαν όλους κατ' αυτόν τον +τρόπον. Αφού δε τους ηρίθμησαν, κατέταξαν αυτούς κατά έθνη. + +61. Τα δε έθνη όσα έλαβον μέρος εις την εκστρατείαν ήσαν τα +εξής. Οι Πέρσαι οίτινες είχον την ακόλουθον σκευήν· περί τας +κεφαλάς έφερον πίλους όχι στερεούς, καλουμένους τιάρας, περί δε +το σώμα θώρακας χειριδωτούς εκ ποικίλων τεμαχίων και ομοίων την +όψιν με λέπια ιχθύων, και περί τα σκέλη αναξυρίδας· αντί δε +ασπίδων είχον γέρρα, υποκάτω των οποίων εκρέμαντο φαρέτραι. Τα +ακόντιά των ήσαν μικρά, τα τόξα μεγάλα και τα βέλη καλάμινα· +εκρέματο δε προς τον δεξιόν μηρόν εγχειρίδιον δεδεμένον εις την +ζώνην. Αρχηγός αυτών ήτο ο Οτάνης, πατήρ της Αμήστριος γυναικός +του Ξέρξου. Οι Έλληνες ωνόμαζον αυτούς άλλοτε Κηφήνας, αυτοί δε +οι ίδιοι εκαλούντο Αρταίοι και οι περίοικοί των τους εκάλουν +ούτω. Ότε δε ο Περσεύς της Δανάης και του Διός ήλθεν εις τον +Κηφέα του Βήλου και έλαβε την θυγατέρα του Ανδρομέδαν, +εγέννησεν εξ αυτής υιόν τον οποίον ωνόμασε Πέρσην και τον +οποίον άφησεν εκεί, διότι ο Κηφεύς ετύγχανε μη έχων άρρενα +τέκνα. Από τούτου δε του Πέρσου έλαβον την επωνυμίαν. + +62. Οι δε Μήδοι εστρατεύοντο έχοντες την αυτήν στολήν με τους +Πέρσας, διότι κυρίως ειπείν η στολή αύτη ήναι Μηδική και ουχί +Περσική. Αρχηγός αυτών ήτο ο Τιγράνης εκ της οικογενείας των +Αχαιμενιδών. Άλλοτε ούτοι εκαλούντο παρ' όλων Άριοι· αλλ' +ελθούσης της Κολχίδος Μηδείας εξ Αθηνών εις την χώραν των, +μετέβαλαν και αυτοί το όνομά των. Τούτο τουλάχιστον λέγουσι +περί εαυτών οι Μήδοι. Οι δε Κίσσιοι κατά μεν τα άλλα ήσαν +εσκευασμένοι ως οι Πέρσαι, μόνον δε εις την κεφαλήν αντί πίλων +είχον μίτρας. Αρχηγός αυτών ήτο ο Ανάφης του Οτάνου. Οι δε +Υρκάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι Πέρσαι και είχον ηγεμόνα τον +Μεγάπανον όστις μετά τα συμβάντα ταύτα εγένετο διοικητής της +Βαβυλώνος. + +63. Οι δε Ασσύριοι εις μεν τας κεφαλάς εφόρουν περικεφαλαίας +χαλκίνας και πεπλεγμένας κατά τρόπον τινά βάρβαρον ουχί εύκολον +να περιγραφή· ασπίδας δε και ακόντια και εγχειρίδια είχον όμοια +με τους Αιγυπτίους· προς τούτοις είχον ρόπαλα ξύλινα με τύλους +σιδηρούς και θώρακας λινούς. Ούτοι υπό μεν των Ελλήνων +εκαλούντο Σύριοι, υπό δε των βαρβάρων Ασσύριοι, Μεταξύ αυτών +ήσαν οι Χαλδαίοι, και είχον αρχηγόν τον Οτάσπην, υιόν του +Αρταχαίου. + +64. Οι Βάκτριοι δε εστρατεύοντο έχοντες εις τας κεφαλάς ό,τι +σχεδόν και οι Μήδοι· τόξα δε καλάμινα εντόπια και ακόντια +βραχέα. Οι δε Σάκαι, φυλή Σκυθική, περί μεν τας κεφαλάς είχον +κυρβασίας ορθάς και ληγούσας εις οξύ, εφόρουν δε αναξυρίδας, +τόξα δε είχον επιχώρια και εγχειρίδια, προς τούτοις και αξίνας +καλουμένας σαγάρεις. Τούτους δε όντας Σκύθας, Αμυργίους, +εκάλουν Σάκας, διότι οι Πέρσαι όλους τους Σκύθας καλούσι Σάκας. +Τούτων δε των Σακών και των Βακτρίων αρχηγός ήτο ο Υστάσπης, +υιός του Δαρείου και της Ατόσης, θυγατρός του Κύρου. + +65. Οι δε Ινδοί εφόρουν ενδύματα κατεσκευασμένα εκ βάμβακος· +είχον τόξα καλάμινα και βέλη καλάμινα με αιχμάς σιδηράς. +Εστρατεύοντο δε υπό την αρχηγίαν του Φαρναζάθρου, υιού του +Αρταβάτου. + +66. Οι δε Άριοι τόξα μεν είχον Μηδικά, κατά δε τα λοιπά ήσαν ως +οι Βάκτριοι. Αρχηγός αυτών ήτο ο Σισάμνης, υιός του Υδάρνους. +Οι δε Πάρθιοι και οι Χοράσμιοι και οι Σογδοί και οι Γανδάριοι +και οι Δαδίκαι εστρατεύοντο έχοντες τον αυτόν οπλισμόν ως οι +Βάκτριοι. Τούτων αρχηγοί ήσαν οι εξής· των μεν Πάρθων και +Χορασμίων ο Αρτάβαζος του Φαρνάκους, των δε Σογδών ο Αζάνης του +Αρταίου, των δε Γανδαρίων και Δαδικών ο Αρτύφιος του Αρταβάνου. + +67. Οι δε Κάσπιοι εστρατεύοντο ενδεδυμένοι επανωφόρια εκ +δέρματος αιγός και έχοντες επιχώρια τόξα καλάμινα και ακινάκας. +Και ούτοι μεν ούτως ήσαν ωπλισμένοι, και είχον ηγεμόνα τον +Αριόμαρδον, αδελφόν του Αρτυφίου· οι δε Σαράγγαι διέπρεπον διά +την βαφήν των ενδυμάτων των, και είχον πέδιλα αναβαίνοντα εις +το γόνυ, τα δε τόξα και τα ακόντιά των ήσαν Μηδικά. Αρχηγός των +αρχηγών ήτο ο Φαρενδάτης του Μεγαβάζου. Οι Πάκτυες δε είχαν τα +αυτά ενδύματα και είχον τόξα επιχώρια και εγχειρίδια· αρχηγός +δε αυτών ήτο ο Αρτύντης του Ιθαμάτρου. + +68. Οι δε Ούτιοι, οι Μύκοι και οι Παρικάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως +οι Πάκτυες. Τούτων αρχηγοί ήσαν οι εξής· των μεν Ουτίων και των +Μύκων ο Αρσαμένης του Δαρείου, των δε Παρικανίων ο Σιρομίτρης +του Οιοβάζου. + +69. Οι δε Αράβιοι εφόρουν μακρά επανωφόρια και εις τα δεξιά των +είχον παλίντονα τόξα μακρά. Οι δε Αιθίοπες εφόρουν παρδαλάς και +λεοντάς, τόξα δε είχαν μακρά μέχρι τεσσάρων πήχεων +κατεσκευασμένα από κλάδους φοινίκων προς τούτοις βέλη καλάμινα +μικρά, εις την άκραν των οποίων αντί σιδήρου ήτα λίθος οξύς εξ +εκείνου με τον οποίον σκαλίζουσι τας σφραγίδας των· Είχον δε +ακόντια εις την άκραν των οποίων ήτο κέρας δορκάδος οξύ +κατεσκευασμένον εις τρόπον λόγχης· είχον δε και ρόπαλα τυλωτά· +και το μεν ήμισυ του σώματος όταν εξέρχωνται εις πόλεμον +αλείφουσι με γύψον, το δε άλλο ήμισυ με μίλτον. Των Αραβίων δε +και των υπεράνω της Αιγύπτου κατοικούντων Αιθιόπων αρχηγός ήτο +ο Αρσάμης, υιός του Δαρείου και της Αρτυστώνης, θυγατρός του +Κύρου, την οποίαν ο Δαρείος ηγάπησε πλειότερον όλων των άλλων +γυναικών του και διέταξε να κατασκευάσωσι την εικόνα της εκ +χρυσού σφυρηλατημένου. Των μεν λοιπόν Αραβίων και των υπέρ την +Αίγυπτον κατοικούντων Αιθιόπων αρχηγός ήτο ο Αρσάμης. + +70. Οι δε ανατολικοί Αιθίοπες (διότι και οι μεν και οι δε +εστρατεύοντο) ήσαν κατατεταγμένοι μεταξύ των Ινδών. Ούτοι δεν +διαφέρουσιν ουδόλως από τους άλλους κατά την μορφήν, αλλά μόνον +κατά το ιδίωμα της γλώσσης και τα τρίχωμα, διότι των μεν +ανατολικών Αιθιόπων αι τρίχες ήναι ευθείαι, των δε Αιθιόπων της +Λιβύας η κόμη είναι η μάλλον ουλόθριξ όλων των ανθρώπων. Ούτοι +δε οι εκ της Ασίας Αιθίοπες ήσαν κατά το πλείστον ωπλισμένοι ως +οι Ινδοί, και εις τας κεφαλάς είχον προμετωπίδια ίππων +εκδεδαρμένα ομού με τα ώτα και τας χαίτας. Αι χαίται αύται +επείχον τόπον λόφου, τα δε ώτα των ίππων ήσαν εστημένα ορθά. Τα +αμυντήρια δε όπλα των ήσαν δοραί γερανών εν είδει ασπίδων. + +71. Οι Λίβυες ηκολούθουν έχοντες στολήν δερματίνην και +ωπλισμένοι με ακόντια σκληρυνθέντα εις το πυρ. Αρχηγός δε αυτών +ήτο ο Μασσάγης του Οαρίζου. + +72. Οι δε Παφλαγόνες εστράτευον έχοντες επί της κεφαλής κράνη +πλεκτά, ασπίδας μικράς, λόγχας όχι μεγάλας, και προς τούτοις +ακόντια και εγχειρίδια· είχον δε περί τους πόδας πέδιλα +επιχώρια, αναβαίνοντα εις το μέσον της κνήμης. Οι Λίγυες δε, οι +Ματιανοί, οι Μαριανδυνοί και οι Σύριοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι +Παφλαγόνες. Οι Σύριοι ούτοι υπό των Περσών καλούνται +Καππαδόκαι. Και των μεν Παφλαγόνων και των Ματιανών αρχηγός ήτο +ο Δώτος του Μεγασίδρου, των δε Μαριανδυνών, των Λιγύων και των +Συρίων ο Γωβρύας του Δαρείου και της Αρτυστώνης υιός. + +73. Οι δε Φρύγες είχον σχεδόν τον αυτόν οπλισμόν με τους +Παφλαγόνας. Οι Φρύγες ούτοι, ως λέγουσιν οι Μακεδόνες, +εκαλούντο Βρίγες εφ' όσον χρόνον Ευρωπαίοι όντες ήσαν σύνοικοι +των Μακεδόνων μετοικήσαντες δε εις την Ασίαν, ομού με την χώραν +μετέβαλον και το όνομα εις Φρύγας. Οι δε Αρμένιοι ήσαν +οπλισμένοι ως οι Φρύγες διότι είναι άποικοι των Φρυγών. +Αμφοτέρων τούτων αρχηγός ήτο ο Αρτόχμης, γαμβρός του Δαρείου. + +74. Οι Λυδοί δε είχον όπλα ομοιότατα με τα Ελληνικά. Άλλοτε οι +Λυδοί εκαλούντο Μήονες, μεταβαλόντες δε το όνομα έλαβον την +επωνυμίαν ταύτην από του Λυδού, υιού του Άτυος. Οι δε Μυσοί εις +μεν τας κεφαλάς είχον κράνη επιχώρια, ασπίδας δε μικράς, +μετεχειρίζοντο δε ακόντια σκληρυνθέντα εις το πυρ. Ούτοι οι +Μυσοί είναι άποικοι των Λυδών και από του όρους Ολύμπου +καλούνται Ολυμπιανοί. Αρχηγός δε των Λυδών και των Μυσών ήτο ο +Αρταφέρνης του Αρταφέρνους εκείνου όστις μετά του Δάτιδος +εισέβαλεν εις τον Μαραθώνα. + +75. Οι δε Θράκες εστράτευον έχοντες εις μεν τας κεφαλάς των +αλωπεκάς, περί δε το σώμα χιτώνας και άνωθεν αυτών επανωφόρια +ποικιλόστικτα· περί τους πόδας και τας κνήμας είχον πέδιλα εκ +δέρματος ελάφου, και προς τούτοις ακόντια, μικράς ασπίδας και +εγχειρίδια μικρά. Οι Θράκες ούτοι ότε διέβησαν εις την Ασίαν +εκλήθησαν Βιθυνοί. Άλλοτε, ως αυτοί λέγουσιν εκαλούντο +Στρυμόνιοι, καθότι κατώκουν περί τον Στρυμόνα· λέγουσι δε ότι +τους εδίωξαν εκ της χώρας των οι Τευκροί και οι Μυσοί. Τούτων +δε των εν τη Ασία Θρακών αρχηγός ήτο ο Βασσάκης του Αρταβάνου. + +76. Οι δε Χάλυβες (17) είχον ασπίδας μικράς εκ δέρματος βοός +ακατεργάστου, και έκαστος δύο ακόντια ως εκείνα τα οποία +κατασκευάζουσιν εις την Λυκίαν. Εις τας κεφαλάς των είχον κράνη +χάλκινα προ των οποίων υψούντο κέρατα και ώτα βοός χάλκινα και +επ' αυτών λόφοι. Περί τας κνίμας είχον τεμάχια υφάσματος +πορφυροβαφή. Εις την χώραν δε αυτών υπάρχει χρηστήριον του +Άρεως. + +77. Οι δε Καβηλείς, άποικοι των Μηόνων, καλούμενοι Λασόνιοι, +είχον οπλισμόν όμοιον με τους Κίλικας, τον οποίον θα εκθέσω +όταν φθάσει η σειρά να ομιλήσω διά τους Κίλικας (18). Οι δε +Μιλύαι είχον αιχμάς κοντάς και ενδύματα εμπεπορπημένα. Τινές εξ +αυτών είχον τόξα Λύκια, εις δε τας κεφαλάς περικεφαλαίας +δερματίνας. Τούτων όλων αρχηγός ήτο ο Βάδρης του Υστάνους. + +78. Οι Μόσχοι δε είχον περικεφαλαίας μεν ξυλίνας, ασπίδας δε +μικράς και ακόντια βραχέα των οποίων όμως αι λόγχαι ήσαν +μακραί. Οι δε Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες και οι Μοσύνοικοι +εστράτευον εσκευασμένοι ως οι Μόσχοι. Τούτους δε ωδήγουν οι +εξής αρχηγοί· τους μεν Μόσχους και τους Τιβαρηνούς ο +Αριόμαρδος, υιός του Δαρείου και της Πάρμυος, θυγατρός του +Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τους δε Μάκρωνας και τους Μοσυνοίκους +ο Αρταΰκτης του Χοράσμιος, όστις ήτο διοικητής της εν +Ελλησπόντω Σηστού. + +79. Οι δε Μάρες είχον κράνη μεν επιχώρια πλεκτά, ασπίδας δε +δερματίνας μικράς και ακόντια. Οι δε Κόλχοι είχον κράνη ξύλινα, +ασπίδας εκ δέρματος βοός ακατεργάστου, αιχμάς βραχείας και +προσέτι μαχαίρας. Τούτων των Μαρών και των Κόλχων αρχηγός ήτο ο +Φαρανδάτης του Τεάσπιδος. Οι δε Αλαρόδιοι και οι Σάσπειρες +εστρατεύοντο ωπλισμένοι ως οι Κόλχοι. Τούτων αρχηγός ήτο ο +Μασίστιος του Σιρομίτρου. + +80. Τα δε νησιωτικά έθνη τα ακολουθούντα εκ της Ερυθράς +Θαλάσσης και των νήσων όπου ο βασιλεύς πέμπει τους +εκπατριζομένους, είχον ενδύματα και όπλα ομοιότατα με τα +Μηδικά. Τούτων των νησιωτών αρχηγός ήτο ο Μαρδόντης του Βαγαίου +όστις κατά το δεύτερον έτος έπεσεν εις την εν Μυκάλη μάχην, είς +ων των στρατηγών. + +81. Ταύτα ήταν τα έθνη άτινα εστρατεύοντο διά ξηράς και +απετέλουν το πεζόν, αρχηγοί δε αυτών ήσαν οι ανωτέρω ρηθέντες +οίτινες και τα ωργάνωσαν και τα ηρίθμησαν δίδοντες αυτοίς +χιλιάρχας και μυριάρχας· οι δε μυριάρχαι διώρισαν εκατοντάρχας +και δεκάρχας· Άλλοι αξιωματικοί ιθαγενείς επεστάτουν τα τάγματα +εκάστου έθνους, αλλά και ούτοι υπήκουον εις τους ανωτέρω +ρηθέντας αρχηγούς. + +82. Τούτων δε και σύμπαντος του πεζού στρατού εστρατήγουν ο +Μαρδόνιος του Γωβρύου, ο Τριτανταίχμης του Αρταβάνου του +συμβουλεύσαντος να μη στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος, ο +Σμερδομένης του Οτάνου (αμφότεροι ούτοι ήταν παίδες αδελφών του +Δαρείου και επομένως εξάδελφοι του Ξέρξου), ο Μασίστης, υιός +του Δαρείου και της Ατόσσης, ο Γέργις του Αρίζου και ο +Μεγάβυζος του Ζωπύρου. + +83. Ούτοι ήσαν οι στρατηγοί όλου του πεζού χωρίς των μυρίων· +των δε μυρίων λογάδων τούτων Περσών εστρατήγει μεν ο Υδάρνης +του Υδάρνους, εκαλούντο δε αθάνατοι διά την εξής αιτίαν. Εάν +τις εξ αυτών ήθελε λείψει είτε, ένεκα θανάτου είτε ένεκα +ασθενείας, εξελέγετο άλλος και ουδέποτε ήσαν ούτε πλείονες των +μυρίων ούτε ελάσσονες. Μεταξύ όλου του στρατού διεκρίνοντο οι +Πέρσαι διά τον οπλισμόν των, ούτοι δε οι μύριοι ήσαν υπέρτεροι +των άλλων Περσών. Ωπλισμένοι ως είπα, διεκρίνοντο διά την +αφθονίαν των χρυσών κοσμημάτων των· έφερον μεθ' εαυτών +αρμαμάξας εντός των οποίων είχον τας παλλακάς των και την +πολλήν και πλουσίως κεκοσμημένην θεραπείαν των. Ιδιαίτεραι δε +κάμηλοι και άλλα υποζύγια ζώα έφερον τας τροφάς των. + +84. Τα έθνη ταύτα έχουσι και ιππικόν, εν τούτοις δεν έδωκαν +ιππείς όλα, αλλά μόνον τα εξής. Οι Πέρσαι, των οποίων οι ιππείς +ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί· μόνον εις τας κεφαλάς είχον τινες +ελάσματα σιδηρά ή χαλκά. + +85. Υπάρχουσι νομάδες τινές καλούμενοι Σαγάρτιοι φυλή Περσική +καθ' όλα και κατά την γλώσσαν, η ενδυμασία των δε είναι μεταξύ +της Περσικής και της Πακτυικής. Ούτοι είχον δώσει +οκτακισχιλίους ιππείς. Οι άνθρωποι ούτοι απαξιούσι να έχωσιν +άλλα όπλα χάλκικα ή σιδηρά και μεταχειρίζονται μόνον σχοινία +δερμάτινα πεπλεγμένα, εις τα οποία έχουσιν όλον το θάρρος των +όταν εξέρχωνται εις πόλεμον. Ο τρόπος δε της μάχης των ανθρώπων +τούτων είναι ο εξής: Όταν συμπλακώσι με τους πολεμίους, +ρίπτουσι τα σχοινία τα οποία εις την άκραν έχουσι βρόχον, +όντινα δε τύχωσιν, ίππον ή άνθρωπον, τον έλκουσι προς εαυτούς· +ούτοι δε εμπλεκόμενοι ως εις δίκτυα διαφθείρονται. Τούτων +λοιπόν τοιούτος είναι ο τρόπος του πολεμείν, και ήσαν +τεταγμένοι εις τους Πέρσας. + +86. Οι δε Μήδοι ιππείς είχον την ιδίαν σκευήν με τους πεζούς, +και οι Κίσσιοι ομοίως· έτι δε και το ιππικόν των Ινδών είχε την +ιδίαν σκευήν με το πεζόν· οι Ινδοί όμως ήλαυνον και κέλητας και +άρματα· εις δε τα άρματα ήταν εζευγμένοι ίπποι και όνοι άγριοι. +Οι δε Βάκτριοι ιππείς ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί· ομοίως και +οι Κάσπιοι, ομοίως και οι Λίβυες. Όλοι δε ούτοι ήλαυνον άρματα. +Προσέτι δε και οι Κάσπειροι και οι Παρικάνιοι ήσαν ωπλισμένοι +ως οι πεζοί. Οι δε Αράβιοι ιππείς σκευήν μεν είχον ως οι πεζοί, +ήλαυνον δε όλοι καμήλους αίτινες δεν είναι υποδεέστεραι των +ίππων κατά την ταχύτητα. + +87. Ταύτα μόνα τα έθνη είχον ιππικόν, ο αριθμός δε των ίππων +εγένετο ογδοήκοντα χιλιάδες, πάρεξ των καμήλων και των αρμάτων. +Είχον οργανωθή κατά τάγματα και οι Αράβιοι ετάχθησαν +τελευταίοι· επειδή οι ίπποι δεν ανέχονται τας καμήλους, διά +τούτο ετάχθησαν ύστεροι ίνα μη φοβήται το ιππικόν. + +88. Ίππαρχοι ήσαν ο Αρμαμίθρης και ο Τίθαιος, υιοί του Δάτιδος· +ο τρίτος συνίππαρχος Φαρνούχης είχε μείνει ασθενής εις τας +Σάρδεις, καθότι ότε ανεχώρουν εκ της πόλεως ταύτης τω συνέβη +συμφορά δυσάρεστος. Ενώ ίππευε, κύων διήλθεν υπό τους πόδας του +ίππου, και ο ίππος μη προϊδών εφοβήθη και στας ορθός έρριψε +κάτω τον Φαρνούχην, όστις πεσών ήμεσεν αίμα και η ασθένεια του +μετετράπη εις φθίσιν. Οι υπηρέται του έκαμον τον ίππον ως +επρόσταξεν· απαγαγόντες αυτόν εις τον τόπον όπου έρριψε τον +δεσπότην του, τω έκοψαν τους πόδας μέχρι γονάτων. Τοιουτοτρόπως +ο Φαρνάκης εστερήθη της αρχηγίας. + +89. Των δε τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις χιλίας διακοσίας, +και παρέσχον αυτάς οι εξής. Οι μεν Φοίνικες και οι της +Παλαιστίνης Σύριοι τριακοσίας, ωπλισμένοι όντες οι άνδρες κατά +τον ακόλουθον τρόπον· εις μεν τας κεφαλάς είχον περικεφαλαίας +κατεσκευασμένας σχεδόν ως τας των Ελλήνων· ενδεδυμένοι δε +θώρακας λινούς, είχον ασπίδας μη πέρικεκοσμημένας και ακόντια. +Ούτοι δε οι Φοίνικες άλλοτε κατώκουν, ως αυτοί λέγουσιν, εις τα +παράλια της Ερυθράς θαλάσσης· εκείθεν δε αναχωρήσαντες ήλθον +εις την Συρίαν και εγκατεστάθησαν εις τα παραθαλάσσια. Όλον +τούτο το μέρος της Συρίας μέχρι της Αιγύπτου καλείται +Παλαιστίνη. Οι δε Αιγύπτιοι παρέσχον πλοία διακόσια. Ούτοι +είχον περί τας κεφαλάς κράνη πλεκτά, ασπίδας κοίλας με πλατέα +περικοσμήματα και δόρατα ναυμαχίας, και πελέκεις μεγάλους. Οι +πλείστοι δε εξ αυτών ήσαν θωρακοφόροι και είχον μαχαίρας +μεγάλας. Και ούτοι μεν ούτως ήσαν ωπλισμένοι. + +90. Οι δε Κύπριοι παρέσχον εκατόν πεντήκοντα πλοία και ήσαν +ωπλισμέναι ως εξής. Οι μεν βασιλείς αυτών είχον εις τας κεφαλάς +μίτρας περιτετυλιγμένας (19), οι δε άλλοι εφόρουν χιτώνας, κατά +τα λοιπά δε ήταν ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Τα δε έθνη των +Κυπρίων, ως αυτοί οι Κύπριοι λέγουσιν, είναι τα εξής. Οι από +της Σαλαμίνος των Αθηνών καταγόμενοι, οι από της Αρκαδίας, οι +από της Κύθνου, οι από της Φοινίκης και οι από της Αιθιοπίας. + +91. Οι δε Κίλικες παρέσχον εκατόν πλοία. Ούτοι δε πάλιν περί +τας κεφαλάς μεν είχον κράνη επιχώρια, μικράς ασπίδας εκ +δέρματος βοείου ακατεργάστου και χιτώνας μαλλίνους· έκαστος δε +είχε δύο ακόντια και ξίφος ομοιότατον με τας Αιγυπτιακάς +μαχαίρας. Ούτοι πάλαι μεν εκαλούντο Υπαχαιοί, έλαβον δε έπειτα +την επωνυμίαν Κίλικες εκ του Κίλικος, υιού του Φοίνικος +Αγήνορος. Οι Πάμφυλοι δε παρέσχον τριάκοντα πλοία και ήσαν +ωπλισμένοι με Ελληνικά όπλα. Οι Πάμφυλοι ούτοι κατάγονται εκ +των Ελλήνων εκείνων οίτινες επιστρέφοντες εκ της Τροίας +αποπλανήθησαν μετά του Αμφιλόχου και του Κάλχαντος. + +92. Οι δε Λύκιοι έδοσαν πλοία πεντήκοντα και εφόρουν θώρακας +και κνημίδας· τόξα είχον εκ ξύλου κρανέας, βέλη καλάμινα, άνευ +πτερών, και ακόντια. Προς τούτοις είχον δέρματα αιγών ερριμμένα +εις τους ώμους, εις δε τας κεφαλάς πίλους περιεστεφανωμένους με +πτερά· είχον δε και εγχειρίδια και δρέπανα. Οι Λύκιοι ούτοι, +καταγόμενοι εκ της Κρήτης, εκαλούντο Τερμίλαι, έλαβον δε την +επωνυμίαν Λύκιοι εκ του Λύκου, υιού του Αθηναίου Πανδίονος. + +93. Οι δε Δωριείς της Ασίας έδοσαν τριάκοντα πλοία έχοντες όπλα +Ελληνικά και καταγόμενοι εκ της Πελοποννήσου. Οι Κάρες δε +παρέσχον εβδομήκοντα πλοία· και ήσαν ωπλισμένοι κατά τα άλλα ως +οι Έλληνες, είχον δε δρέπανα και εγχειρίδια. Πώς εκαλούντο δε +ούτοι πρότερον, το είπον εις τα προλαβόντα βιβλία (20). + +94. Οι δε Ίωνες ωπλισμένοι ως οι Έλληνες έδοσαν εκατόν πλοία. +Ούτοι ενόσω κατώκουν εν τη Πελοποννήσω την χώραν ήτις καλείται +σήμερον Αχαΐα, και πριν έλθωσιν εις την Πελοπόννησον ο Δαναός +και ο Ξούθος, εκαλούντο, ως λέγουσιν οι Έλληνες, Πελασγοί +Αιγιαλείς· μετωνομάσθησαν δε Ίωνες από του Ίωνος, υιού του +Ξούθου. + +95. Οι δε νησιώται έδοσαν δεκαεπτά πλοία και ήσαν ωπλισμένοι ως +οι Έλληνες. Και ούτοι είναι έθνος Πελασγικόν, ύστερον δε εκλήθη +Ιωνικόν, διά τον αυτόν λόγον δι' ον οι κατέχοντες τας δώδεκα +πόλεις εκλήθησαν Ίωνες, άποικοι όντες των Αθηνών. Οι δε +Ελλησπόντιοι πλην των Αβυδηνών (διότι οι Αβυδηνοί διετάχθησαν +παρά του βασιλέως να μείνωσιν εις τον τόπον των και να +φυλάττωσι τας γεφύρας) οι λοιποί οι εκ του πόντου στρατευόμενοι +έδοσαν μεν πλοία εκατόν, ήσαν δε ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Ήσαν +δε ούτοι άποικοι, των Ιώνων και των Δωριέων. + +96. Εις όλα δε τα πλοία είχον επιβιβασθή Πέρσαι, Μήδοι και +Σάκαι. Τα πλοία των Φοινίκων ήσαν τα άριστα του στόλου, και τα +των Σιδωνίων τα άριστα μεταξύ των Φοινίκων. Όλοι δε ούτοι ως +και οι τεταγμένοι εις το πεζόν είχον αρχηγούς επιχωρίους τους +οποίους εγώ δεν αναφέρω επειδή ούτε είναι άξιοι μνημονεύσεως. +Όσαι πόλεις ήσαν εις έκαστον έθνος, τόσοι αρχηγοί ήσαν, αλλ' +ούτοι ακολούθησαν ουχί τόσον ως στρατηγοί, αλλά μάλλον ως +δούλοι στρατιώται. Και τους μεν στρατηγούς του πεζού όσοι είχον +πάσαν της εξουσίαν και τους Πέρσας όσοι ώριζον έκαστον έθνος, +ανέφερα ανωτέρω. + +97. Του δε ναυτικού στρατηγοί ήσαν οι εξής· ο Αριαβίγνης του +Δαρείου, ο Πρηξάσπης του Ασπαθίνου, ο Μεγάβαζος του Μεγαβάτου +και ο Αχαιμένης του Δαρείου. Της μεν Ιωνικής και Καρικής μοίρας +αρχηγός ήτο ο Αριαβίγνης, υιός του Δαρείου και της θυγατρός του +Γωβρύου· της δε Αιγυπτιακής ο Αχαιμένης, αδελφός του Ξέρξου εκ +πατρός και μητρός· του δε λοιπού στόλου ήσαν οι άλλοι δύο. +Τριακόντοροι δε και πεντηκόντοροι και κέρκουροι και πλοία +ιππαγωγά μικρά περιληφθέντα εις την απαρίθμησιν, ευρέθησαν +τρεις χιλιάδες. + +98. Μετά τους στρατηγούς, οι μάλλον ονομαστοί εκ των +ευρισκομένων εις τον στόλον ήσαν οι εξής· ο Σιδώνιος +Τετράμνηστος του Ανύσου, ο Τύριος Μάπην του Σιρώμου, ο Αράδιος +Μέρβαλος του Αγβάλου, ο Κίλιξ Συέννεσις του Ωρομέδοντος, ο +Λύκιος Κυβερνίσκος του Σίκα, οι Κύπριοι Γόργος του Χέρσιος και +Τιμώναξ του Τιμαγόρου, οι Κάρες Ιστιαίος του Τύμνου, Τίγρης του +Σελδώμου και Δαμασίθυμος του Κανδαύλου. + +99. Τους μεν άλλους ταξιάρχους δεν είναι ανάγκη να αναφέρω, +αλλά μόνον την Αρτεμισίαν, ήτις εστράτευσε κατά της Ελλάδος και +την οποίαν μεγάλως θαυμάζω. Η γυνή αύτη, αφού απέθανεν ο +σύζυγός της, ανέλαβε την βασιλείαν και την κηδεμονίαν του +ανήλικος υιού της και ενώ δεν ήτο ουδεμία ανάγκη, ηκολούθησεν +εις την εκστρατείαν μετά θάρρους ανδρικού. Εκαλείτο Αρτεμισία, +και ήτο θυγάτηρ του Λυγδάμιδος· κατά δε το γένος πατρόθεν μεν +ήτο εκ της Αλικαρνασού, μητρόθεν δε Κρήσσα. Ηγεμόνευε δε των +Αλικαρνασέων, των Κώων, των Νισυρίων και των Καλυδνίων, δώσασα +πέντε πλοία, άτινα ήσαν τα μάλλον αξιοπαρατήρητα όλου του +στόλου, μετά τα πλοία των Σιδωνίων, εξ όλων δε των συμμάχων +αυτή έδιδε τας αρίστας συμβουλάς εις τον βασιλέα. Αι πόλεις τας +οποίας είπα ότι εκυβέρνα, είναι όλαι Δωρικαί· καθότι οι μεν +Αλικαρνασείς είναι Τροιζήνιοι, οι δε άλλοι Επιδαύριοι. Και όσα +μεν είπα διά τον ναυτικόν στρατόν αρκούσιν. + +100. Ο δε Ξέρξης αφού ηριθμήθη και διετάχθη ο στρατός, +επεθύμησε να περιέλθη ο ίδιος τας τάξεις του και να τον +επιθεωρήση. Όθεν αναβάς επί άρματος διήρχετο έμπροσθεν εκάστου +έθνους αποτείνων διαφόρους ερωτήσεις, οι δε γραματείς +εσημείωνον τας αποκρίσεις, μέχρις ου μετέβη από την μίαν εις +την άλλην άκραν του ιππικού και του πεζού. Τούτου γενομένου, +και των πλοίων καθελκυσθέντων εις την θάλασσαν, ο Ξέρξης κατέβη +από του άρματος, εισήλθεν εις πλοίον Σιδώνιον το οποίον εσκίαζε +χρυσή σκηνή, και παρέπλευσεν έμπροσθεν των πρωρών των πλοίων, +ερωτών αυτά ως είχε πράξει διά τον πεζόν στρατόν και καταγράφων +τας αποκρίσεις. Οι ναύαρχοι είχον μακρυνθή τέσσαρα πλέθρα από +του αιγιαλού, έπειτα έστρεψαν όλοι τας πρώρας προς την γην +μετωπηδόν και εξώπλισαν τους επιβάτας ως εις πόλεμον. Ο δε +Ξέρξης πλέων μεταξύ των πρωρών και του αιγιαλού, τα επεθεώρει. + +101. Αφού δε επεθεώρησε και τον στόλον και εξήλθεν εις την +ξηράν, προσεκάλεσε τον Δημάρατον του Αρίστωνος, όστις ηκολούθει +αυτόν εις την κατά της Ελλάδος εκστρατείαν. Καλέσας δε αυτόν +τον ηρώτησε τα εξής· «Δημάρατε, ευχαριστούμαι να σε ερωτήσω +κατ' αυτήν την στιγμήν περί τινος πράγματος· είσαι Έλλην, και +ως ήκουσα από σε και από τους άλλους Έλληνας μεθ' ων +συνωμίλησα, είσαι εκ πόλεως ουχί μικράς ούτε ασθενούς. Τώρα +λοιπόν ειπέ μοι εάν οι Έλληνες θα τολμήσωσι να άρωσι χείρας +εναντίον μου· διότι, ως μεν φρονώ εγώ, όλοι οι Έλληνες και όλοι +οι λοιποί άνθρωποι όσοι κατοικούσι προς δυσμάς εάν ενωθώσι, δεν +είναι ικανοί να με αντισταθώσι, διότι δεν είναι σύμφωνοι μεταξύ +των. Θέλω όμως ν' ακούσω και παρά σου τι φρονείς περί αυτών.» Ο +μεν Ξέρξης ταύτα ηρώτα, ο δε Δημάρατος αποκριθείς είπεν· «ω +βασιλεύ, τι προτιμάς; την αλήθειαν να σε ειπώ ή εκείνο το +οποίον σε είναι αρεστόν;» Εκείνος δε τον διέταξε να είπη την +αλήθειαν, λέγων ότι δεν ήθελε τον αγαπήσει διά τούτο ολιγώτερον +ή πρότερον. + +102. Αφού ήκουσε ταύτα ο Δημάρατος, είπε τα εξής· «Βασιλεύ, +αφού με διατάττεις να σε είπω όλην την αλήθειαν, ώστε να μη +φωραθώ ύστερον παρά σου ψευδόμενος, μάθε ότι η πενία είναι +πάντοτε η πιστή φίλη των Ελλήνων, εις αυτήν δε προστίθεται η +αρετή ήτις κτάται διά της φρονήσεως και των σταθερών νόμων. +Ταύτην την αρετήν μεταχειριζομένη η Ελλάς, υπερασπίζεται κατά +της πενίας και της τυραννίας. Και επαινώ μεν όλους τους Έλληνας +τους κατοικούντας περί εκείνους τους Δωρικούς τόπους, ο σκοπός +μου όμως είναι να μη σε ομιλήσω περί όλων αλλά μόνον περί των +Λακαδαιμονίων. Πρώτον μεν ότι δεν είναι δυνατόν να δεχθώσι τους +λόγους σου προτείνοντας την δούλωσιν της Ελλάδος, έπειτα δε ότι +θα εξέλθωσιν εναντίον σου εις μάχην, έστω και αν όλοι οι άλλοι +Έλληνες ταχθώσι με το μέρος σου. Όσον αφορά διά τον αριθμόν +αυτών, μη ερωτάς πόσοι όντες δύνανται να πράξωσι ταύτα, διότι +και χίλιοι εάν εκστρατεύσωσι θα σε πολεμήσωσι· και ολιγώτερρι +τούτων ή και περισσότεροι.» + +103. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης εγέλασε και είπε· «Δημάρατε, τι +λέγεις; χίλιοι άνθρωποι να πολεμήσωσιν εναντίον τοσούτου +στρατού! Έλα, ειπέ μοι· συ λέγεις ότι υπήρξες βασιλεύς τούτων +των ανθρώπων· δέχεσαι λοιπόν τώρα αμέσως να πολεμήσης με δέκα; +καθότι αν οι πολίται σας ήναι τοιούτοι οίους τους περιγράφεις, +συ ο βασιλεύς εκείνων πρέπει να αντιτάσσεται κατά διπλασίου +αριθμού αντιπάλων, συμφώνως με τους νόμους σας· ώστε, εάν +έκαστος αυτών ήναι αντάξιος να πολεμήση με δέκα εκ των ιδικών +μου στρατιωτών, κρίνω ότι συ πρέπει να ήσαι αντάξιος να +πολεμήσης με είκοσι, και τότε ειμπορεί να ήναι ορθός ο λόγος ο +παρά σου ειρημένος. Αλλ' εάν ήσθε όλοι του αυτού αναστήματος ως +συ και οι άλλοι Έλληνες μεθ' ων συνωμίλησα, καυχάσαι. Πρόσεξε +λοιπόν μήπως όσα λέγεις είναι κομπορρημοσύνη. Φέρε να +εξετάσωμεν το πιθανόν· χίλιοι ή και μύριοι ή και +πεντακισμύριοι, όλοι ελεύθεροι και ίσοι, μη υποτασσόμενοι εις +ένα μόνον αρχηγόν, πώς είναι δυνατόν να αντισταθώσιν εις +τοσούτον στρατόν; θα ήμεθα τουλάχιστον χίλιοι προς ένα, εάν +εκείνοι αντιτάξωσι πέντε χιλιάδας. Προσέτι οι ιδικοί μας +στρατιώται, κατά τους ημετέρους νόμους, διοικούμενοι παρ' ενός +μόνου, θα εδεικνύοντο εκ φόβου γενναιότεροι παρ' όσον είναι εκ +φύσεως· μαστιγούμενοι, δε θα ηδύναντο να ορμήσωσι και κατά +περισσοτέρων. Οι ιδικοί σας όμως, αφειμένοι ελεύθεροι, δεν +είναι δυνατόν να πράξωσιν ουδέν τούτων. Νομίζω λοιπόν ότι και +ισάριθμοι αν ήσαν οι Έλληνες, δυσκόλως θα ηδύναντο να +πολεμήσωσι με τους Πέρσας μόνους. Αυτό το οποίον λέγεις, +ευρίσκεται παρ' ημίν, ουχί μεταξύ του πλήθους, αλλά μεταξύ των +λογάδων ανδρών· διότι έχω περί εμέ φύλακας Πέρσας οίτινες δεν +θα εδίσταζον να πολεμήσωσι με τρεις Έλληνας συγχρόνως. Επειδή +όμως δεν τους εδοκίμασες, λεγεις πολλάς φλυαρίας.» + +104. Προς ταύτα ο Δημάρατος είπεν· «Ω βασιλεύ, εξ αρχής ήξευρα +ότι η αλήθεια δεν θα σε ήτο αρεστή, επειδή όμως με ηνάγκασες να +είπω αληθεστάτους λόγους, σε είπον τα προσήκοντα περί των +Σπαρτιατών. Εν τούτοις πόσον τους αγαπώ το ηξεύρεις πολύ καλά, +διότι αυτοί αφαιρέσαντές με την τιμήν και τα πατρικά μου +δικαιώματα με κατέστησαν φυγάδα και άπολιν, ο δε πατήρ σου με +εδέχθη και με έδωκε κατοικίαν και πλούτη. Δεν είναι δε πρέπον ο +φρόνιμος άνθρωπος να λησμονή εκείνους οίτινες έδειξαν προς +αυτόν εύνοιαν, αλλά να τους αγαπά ευγνωμόνως. Δεν καυχώμαι ότι +είμαι ικανός να πολεμήσω με δέκα ανθρώπους ούτε με δύο, +εκουσίως δε δεν ήθελον πολεμήσει ούτε με ένα. Εάν όμως ήτο +ανάγκη ή εάν επρόκειτο να κερδίσω μέγα βραβείον, ευχαρίστως θα +ηγωνιζόμην με ένα εκ των ανδρών τούτων, έκαστος των οποίων ως +λέγεται είναι αντάξιος τριών Ελλήνων. Οι Λακεδαιμόνιοι είς προς +ένα πολεμούντες, δεν ήναι κατώτεροι ουδενός· πολεμούντες όμως +πολλοί ομού, είναι οι ανδρειότατοι των ανθρώπων, καθότι εάν +ήναι ελεύθεροι, δεν έχουσιν ελευθερίαν απεριόριστον, αλλ' +υπακούουσιν εις ένα δεσπότην, τον νόμον, τον οποίον φοβούνται +πολύ περισσότερον παρ' όσον φοβούνται σε οι σοι. Εκτελούσι παν +ό,τι εκείνος τους προστάζει τους προστάζει δε πάντοτε το αυτό, +και δεν τους συγχωρεί να φεύγωσιν από την μάχην, όσον και αν +ήναι το πλήθος των εναντίων, αλλά μένοντες εις τας τάξεις των ή +να νικώσιν ή να αποθνήσκωσιν. Εάν ταύτα λέγων σοι φαίνομαι ότι +φλυαρώ, εις το εξής θα σιωπώ· τώρα όμως αναγκασθείς ωμίλησα. +Είθε δε, ω βασιλεύ, να γίνωσι τα πράγματα, ως επιθυμείς.» + +105. Ο μεν Δημάρατος ταύτα είπεν, ο δε Ξέρξης ετράπη εις γέλωτα +και δεν ωργίσθη παντάπασιν, αλλά τον απέπεμψεν ηπίως. Μετά την +συνομιλίαν ταύτην ο βασιλεύς διώρισεν υπάρχον του Δορίσκου τον +Μασκάμην του Μεγαδόστου προς αντικατάστασιν εκείνου, τον οποίον +είχε διορίσει ο Δαρείος, και έπειτα εκίνησε τον στρατόν κατά +της Ελλάδος διά μέσου της Θράκης. + +106. Ο δε Μασκάμης τον οποίον άφησεν εκεί τοιούτος εγένετο, +ώστε ο Ξέρξης εις αυτόν μόνον έπεμπε δώρα ως τον αξιώτερον όλων +όσους ή αυτός ο Ξέρξης ή ο Δαρείος διώρισαν υπάρχους. Τα έπεμπε +δε ανά παν έτος, ως έπεμπε και ο υιός του Αρταξέρξης εις τους +υιούς του Μεσκάμη. Ήδη, προ της εκστρατείας ταύτης, ήσαν +διωρισμένοι ύπαρχοι εις όλα τα μέρη της Θράκης και του +Ελλησπόντου· όλου όμως και από την Θράκην και από τον +Ελλήσποντον, πλην εκείνου όστις ήτο εις τον Δορίσκον, εδίωξαν +οι Έλληνες μετά την εκστρατείαν ταύτην· τον δε εν τω Δορίσκω +Μασκάμην, μολονότι επανειλημμένως απεπειράθησαν, ουδείς ηδυνήθη +να τον διώξη. Τούτου ένεκα οι βασιλείς της Περσίας πέμπουσι +πάντοτε δώρα εις την οικογένειάν του. + +107. Εξ όλων δε των υπάρχων των οποίων τας τοπαρχίας εκυρίευσαν +οι Έλληνες, ουδένα ο βασιλεύς έκρινεν ανδρείον ειμή τον Βόγην +μόνον, ύπαρχον της Ηιόνος. Τούτον ουδέποτε έπαυσε να επαινή, +και ετίμησε μεγάλως τους παίδας αυτού όσοι επέζησαν εις την +Περσίαν. Και τωόντι άξιος μεγάλου επαίνου εφάνη ο Βόγης· Αυτός +ότε επολεμήθη από τους Αθηναίους και τον Κίμωνα του Μιλτιάδου, +μολονότι ηδύνατο να εξέλθη υπόσπονδος και να επιστρέψη εις την +Ασίαν, δεν ηθέλησε, μήπως φανή εις τον βασιλέα ότι υπό δειλίας +εφρόντισε να σώση την ζωήν του, και διεκαρτέρησε μέχρις +εσχάτων. Αφού δε εξηντλήθησαν όλαι αι ζωοτροφίαι, σωρεύσας +πυράν μεγάλην, έσφαξε τα τέκνα, την γυναίκα, τας παλάκας, τους +οικέτας, και τους έρριψεν εις το πυρ· έπειτα έλαβεν όλον τον +χρυσόν και τον άργυρον της πόλεως και τον έρριψεν από τα τείχη +εις τον Στρυμόνα. Αφού δε έπραξεν όλα ταύτα, ερρίφθη και αυτός +εις το πυρ. Τούτου ένεκα δικαίως επαινείται μέχρι της σήμερον +υπό των Περσών. + +108. Ο δε Ξέρξης εκ του Δορίσκου επορεύετο κατά της Ελλάδος, +όσα δε έθνη ευρίσκοντο εις την πορείαν του τα ηνάγκαζε ν' +ακολουθώσι τον στρατόν· καθότι, ως είπον ήδη προηγουμένως, όλη +η μέχρι της Θεσσαλίας χώρα ήτο υποδεδουλωμένη και φόρου +υποτελής, πρώτον μεν υπό του Μεγαβάζου, έπειτα δε υπό του +Μαρδονίου. Πορευόμενος δε εκ του Δορίσκου, πρώτον διήλθε +πλησίον των Σαμοθρακικών τειχών, των οποίων το τελευταίον προς +δυσμάς είναι η Μεσαμβρία· κατόπιν αυτής είναι η πόλις των +Θασίων Στρύμη, και μεταξύ των δύο τούτων πόλεων ρέει ο Λίσσος +ποταμός, του οποίου το ύδωρ δεν ήρκεσε τότε εις τον στρατόν του +Ξέρξου, αλλ' εξέλιπεν. Η χώρα αύτη πάλαι μεν εκαλείτο Γαλλαϊκή, +νυν δε Βριαντική· αληθώς όμως ειπείν είναι και αύτη των +Κικόνων. + +109. Διαβάς δε το αποξηρανθέν ρείθρον του Λίσσου ποταμού, +διήλθε πλησίον των Ελληνίδων πόλεων Μαρωνείας, Δικαίας και +Αβδήρων· εκ τούτων διήλθε και προσέτι διά των ονομαστών λιμνών +Ισμαρίδος, ήτις είναι μεταξύ Μαρωνείας και Στρύμης, και +Βριστονίδος, ήτις είναι πλησίον της πόλεως Δικαίας, και εις την +οποίαν χύνονται δύο ποταμοί, ο Τραύος και ο Κόμψατος. Πλησίον +δε των Αβδήρων δεν υπάρχει λίμνη αξία μνήμης· διέβη δε μόνον +τον ποταμόν Νέστον όστις ρέει εις την θάλασσαν. Μετά τας χώρας +ταύτας εξακολουθών την οδοιπορίαν του διήλθε πλησίον των +ηπειρωτίδων πόλεων, εις μίαν των οποίων ευρίσκεται λίμνη, της +οποίας η περιφέρεια είναι ακριβώς τριάκοντα σταδίων, ιχθυώδης +και λίαν αλμυρά. Ταύτην εξήρανον μόνον τα υποζύγια ποτιζόμενα. +Η πόλις αύτη ονομάζεται Πίστυρος. Ταύτας τας παραθαλασσίας και +Ελληνίδας πόλεις αφίνων εις τα αριστερά του επροχώρει. + +110. Έθνη δε Θρακών, διά της χώρας των οποίων επορεύετο, εισί +τα εξής, Παίτοι Κίκονες, Βίστονες, Σαπαίοι, Δερσαίοι, Ηδωνοί, +Σάτραι. Εξ αυτών οι μεν κατοικούντες παρά την θάλασσαν +ηκολούθουν με τα πλοία, οι δε κατοικούντες την μεσόγειον, οι +υπ' εμού απαριθμηθέντες, πλην των Σατρών, όλοι οι άλλοι +ηναγκάσθησαν ν' ακολουθώσι διά ξηράς. + +111. Οι Σάτραι ούτοι, καθ' όσον ηξεύρομεν, ουδενός υπήκοοι +εγένοντο, αλλά μέχρι της εποχής μου μόνοι από τους Θράκας +εξηκολούθησαν να μένωσιν ελεύθεροι, καθότι κατοικούσιν όρη +υψηλά κεκαλυμμένα υπό διαφόρων δασών και χιόνων, και είναι περί +τα πολεμικά επιτηδηότατοι. Αυτοί είναι οι έχοντες το μαντείον +του Διονύσου· το δε μαντείον τούτο υπάρχει επί του υψηλοτάτου +των ορέων. Εκ των Σατρών οι Βησσοί είναι οι επιμελούμενοι τον +ναόν, χρησμοδοτεί δε μία πρόμαντις, ως και εις τους Δελφούς, +και οι χρησμοί αυτής είναι επίσης διφορούμενοι. + +112. Αφού δε διήλθεν ο Ξέρξης τας χώρας τας οποίας ηρίθμησα, +διήλθεν έπειτα πλησίον των τειχών των Πιέρων εξ ων το μεν +καλείται Φάγρης το δε Πέργαμος. Πλησίον τούτων των τειχών +διήλθεν, αφήσας προς τα δεξιά το Πάγγαιον, όρος μέγα και +υψηλόν, έχον μεταλλεία χρυσού και αργύρου άτινα νέμονται οι +Πίερες, οι Οδόμαντοι, και προ πάντων οι Σάτρα. + +113. Διελθών δε πλησίον των Παιόνων, των Δοβήρων και των +Παιοπλών, οίτινες κατοικούσι προς τα βόρεια του Παγγαίου, +επορεύετο προς δυσμάς μέχρις ου έφθασεν εις τον ποταμόν +Στρυμόνα και την πόλιν Ηιόνα την οποίαν, τότε ζων, εκυβέρνα ο +Βόγης περί του οποίου συντόμως ωμίλησα προ ολίγου. Η δε γη αύτη +η περί το Πάγγαιον όρος καλείται Φυλλίς, και εκτείνεται προς +δυσμάς μεν μέχρι του ποταμού Αγγίτου εκδίδοντος εις τον +Στρυμόνα, προς μεσημβρίαν δε μέχρις αυτού του Στρυμόνος, εις +τον οποίον οι μάγοι σφάζοντες ίππους λευκούς εζήτουν αισίους +οιωνούς. + +114. Αφού δε εγένοντο οι εξορκισμοί ούτοι εις τον ποταμόν και +πολλά άλλα πλην τούτων, ο στρατοί εξηκολούθησε την οδοιπορίαν +του προς τας γεφύρας διά των Εννέα οδών, ήτις γη είναι των +Ηδωνών, και εύρε τον Στρυμόνα εζευγμένον. Μαθόντες δε οι Πέρσαι +ότι ο τόπος εκείνος εκαλείτο Εννέα οδοί, έθαψαν εν αυτώ εννέα +νέους ζώντας και εννέα παρθένους των εντοπίων. Είναι δε έθιμον +Περσικόν να θάπτωνται άνθρωποι ζωντανοί· καθότι ήκουσα ότι και +η Άμηστρις, η γυνή του Ξέρξου, γηράσασα, κατώρυξε δεκατέσσαρας +παίδας Περσών επιφανών θέλουσα να ευχαριστήση τον θεόν όστις ως +λέγουσιν είναι υπό την γην. + +115. Κινήσας δε ο στρατός από του Στρυμόνος διήλθε πλησίον +πόλεως τίνος Ελληνικής της Αργίλου ήτις είναι εις τον προς +δυσμάς αιγιαλόν. Η γη αύτη ως και η ανωτέρω ταύτης καλείται +Βισαλτία. Εκείθεν αφήσας προς τα αριστερά τον κόλπον όστις +εκτείνεται προς τον ναόν του Ποσειδώνος, επορεύθη διά του +Συλέος καλουμένου πεδίου, έπειτα διά της Ελληνικής πόλεως +Σταγείρου, και έφθασεν εις την Άκανθον, παρασύρων όλα τα έθνη +όσα κατώκουν περί το Πάγγαιον όρος, καθώς και εκείνα τα οποία +απαρίθμησα προηγουμένως. Και οι μεν παρά την θάλασσαν οικούντες +εισεβιβάζοντο εις τα πλοία, οι δε ορεινοί ηκολούθουν διά ξηράς. +Την οδόν δε ταύτην, διά της οποίας ο βασιλεύς Ξέρξης ήλασε τον +στρατόν, οι Θράκες ούτε σκάπτουσιν ούτε σπείρουσιν, αλλά μέχρι +της εποχής μου την σέβονται μεγάλως. + +116. Ότε έφθασεν ο Ξέρξης εις την Άκανθον εκήριξε τους +Ακανθίους ξένους του, τοις έδωκε δώρον ενδυμασίαν Μηδικήν και +τους επήνεσε βλέπων την προθυμίαν των εις τον πόλεμον και +ακούων πόσον ειργάσθησαν διά την διώρυχα. + +117. Ενώ δε ο Ξέρξης ήτο εις την Άκανθον συνέβη να αποθάνη υπό +νόσου ο επιστατών εις τας εργασίας της διώρυχας Αρταχαίης. +Απελάμβανε δε ούτος μεγάλην υπόληψιν παρά τω Ξέρξη και ήτο εκ +του γένους των Αχαιμενιδών. Κατά το ανάστημα υπερέβαινεν όλους +τους Πέρσας (καθότι τέσσαρες δάκτυλοι έλιπον διά να ήναι πέντε +πήχεων βασιλικών) και ήτο μεγαλοφωνότερος όλων των ανθρώπων, +ώστε ο Ξέρξης, θεωρήσας την απώλειάν του ως συμφοράν μεγίστην, +τον εξέθεσε και τον έθαψε μεγαλοπρεπώς· όλος δε ο στρατός +ειργάσθη εις την κατασκευήν του τάφου, οι δε Ακάνθιοι κατά +χρησμόν τινα θυσιάζουσιν εις αυτόν ως εις ήρωα επικαλούμενοι το +όνομά του. Και ο μεν βασιλεύς Ξέρξης ελυπήθη υπερβαλόντως διά +τον θάνατον τού Αρταχαίου. + +118. Όσοι δε των Ελλήνων υπεδέχοντο τον στρατόν και προσέφερον +δείπνον εις τον Ξέρξην εις τοσαύτην δυστυχίαν περιέπιπτον ώστε +άφινον τας οικίας των και έφευγον. Εις τους Θασίους οίτινες +εδέχθησαν τον στρατόν εκ μέρους των πόλεων όσας έχουσιν εις την +ξηράν, ο Αντίπατρος του Οργέως, είς των μάλα εγκρίτων πολιτών, +εκλεχθείς να επιστατή εις τα δείπνα, έδειξε λογαριασμόν ότι +εδαπανήθησαν εις ταύτα τετρακόσια τάλαντα αργυρά. + +119.Ομοίους λογαριασμούς εδείκνυον και εις άλλας πόλεις οι +επιστάται, διότι το δείπνον το οποίον εκ των προτέρων +παρηγγέλλετο και εθεωρείτο ως σπουδαίον πράγμα, ήτο τοιούτο +οίον θέλω περιγράψει. Πρώτον μεν, άμα ήκουον τους κήρυκας +οίτινες πεμπόμενοι εις όλα τα μέρη έδιδον τας περί τούτου +διαταγάς, οι κάτοικοι των πόλεων κατεγίνοντο επί πολλούς μήνας +να αλέθωσι τον σίτον και την κριθήν τα οποία εσύναζον από όλας +τας πόλεις· έπειτα ευρίσκοντες αντί μεγάλης τιμής τα κάλλιστα +ζώα, τα επάχυνον, και εις οικήματα ή λάκκους έτρεφον πτηνά +χερσαία ή λιμναία διά να υποδεχθώσι τον στρατόν. Κατεσκεύαζον +προς τούτοις αργυρά και χρυσά ποτήρια και κρατήρας, και όλα τα +άλλα όσα τίθενται επί της τραπέζης. Και ταύτα μεν εγίνοντο διά +τον βασιλέα και τους ομοσίτους αυτού, διά δε τον άλλον στρατόν +τροφαί μόνον εζητούντο. Ότε λοιπόν έφθανεν ο στρατός, ήτο +εστημένη σκηνή εις την οποίαν έκαμνε σταθμόν ο Ξέρξης, ο δε +άλλος στρατός έμενεν εις το ύπαιθρον. Ηρχομένης της ώρας του +δείπνου όλοι οι κόποι έμενον διά τους υποδεχομένους, οι δε +Πέρσαι αφού εχόρταινον και διενυκτέρευον αυτού, την επομένην +ημέραν ανασπώντες την σκηνήν και λαμβάνοντες όλα τα έπιπλα +ανεχώρουν μη αφίνοντες ουδέν. + +120. Τότε ο Μεγακρέων, ανήρ Αβδηρίτης, είπε λόγον τινά πολύ +καλόν· συνεβούλευσε τους Αβδηρίτας να υπάγωσι πανδημεί, αυτοί +και αι γυναίκες των εις τους ναούς, να καθίσωσιν ως ικέται των +θεών να τους παρακαλέσωσι να αποτρέπωσιν εις το εξής από αυτούς +τα ημίσεα εκ των μελλόντων κακών και τέλος να τους +ευχαριστήσωσιν ότι ο Ξέρξης δεν είχε συνήθειαν να τρώγη δις της +ημέρας· διότι αν τοις παρήγγελλε να ετοιμάζωσι και πρόγευμα +όμοιον με το δείπνον, έπρεπε να μη περιμείνωσι τον Ξέρξην +ερχόμενον εις την χώραν των, ή εάν τον περιέμενον να +αφανισθώσιν εξ ολοκλήρου. + +121. Ούτοι λοιπόν πιεζόμενοι, εξετέλουν όμως τα διαταπόμενα. Ο +δε Ξέρξης εκ της Ακάνθου παρήγγειλεν εις τους στρατηγούς του +ναυτικού στρατού να αναχωρήσωσι με τα πλοία των και να τον +περιμένωσιν εις την Θέρμην, πόλιν κειμένην εις τον Θερμαίον +κόλπον, εκ της οποίας και ο κόλπος ούτος έχει την επωνυμίαν, +διότι αυτή η οδός έμαθεν ότι ήτο η συντομωτάτη. Εκ του Δορίσκου +δε μέχρι της Ακάνθου ο στρατός επορεύετο κατά την ακόλουθον +τάξιν. Μερίσας ο Ξέρξης όλον τον πεζόν στρατόν εις τρεις +μοίρας, μίαν αυτού παρήγγειλε να ακολουθή το παραθαλάσσιον ομού +με το ναυτικόν· ταύτης της μοίρας στρατηγοί ήσαν ο Μαρδόνιος +και ο Μασίστης. Το έτερον τριτημόριον του στρατού παρηγγέλθη να +τραπή προς τα μεσόγεια· στρατηγοί της μοίρας ταύτης ήσαν ο +Τριτανταίχμης και ο Γέργις. Η δε τρίτη των μοιρών, μεθ' ης ήτο +και αυτός ο Ξέρξης, επορεύετο μεν μεταξύ των δύο, είχε δε +στρατηγούς τον Σμερδομένη και τον Μεγάβυζον. + +122. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός αφεθείς υπό του Ξέρξου, +διεξέπλευσε την διώρυχα του Άθωνος ήτις εξετείνετο μέχρι του +κόλπου όπου κείνται αι πόλεις Άσσα, Πίλωρος, Σίγγος και Σάρτη· +εκείθεν δε, αφού έλαβε τα στρατεύματα των πόλεων τούτων, +έπλευσε ταχέως προς τον Θερμαίον κόλπον. Κάμψας δε το +ακρωτήριον της Τορώνης Άμπελον, διήλθε πλησίον των εξής +Ελληνίδων πόλεων εκ των οποίων παρέλαβε πλοία και στρατόν· της +Τορώνης, της Γαλυψού, της Σερμύλης, της Μηκυβέρνης και της +Ολύνθου. Καλείται δε η χώρα αυτή Σιθωνία. + +123. Μετά ταύτα ο ναυτικός στρατός συντέμνων τον πλουν του +διευθύνθη από την άκραν Άμπελον εις την άκραν Καναστραίον, το +οποίον εισέρχεται εις την θάλασσαν πλειότερον από όλα τα άλλα +μέρη της Παλλήνης, παραλαβών πλοία και στρατόν εκ της +Ποτιδαίας, της Αφύτιος, της Νέας πόλεως, της Αιγής, της +Θεράμβου, της Σκιώνης, της Μένδης και της Σάνης, διότι αυταί +είναι αι πόλεις της σήμερον καλουμένης Παλλήνης πρότερον δε +Φλέγρης. Παραπλέων δε και ταύτην την χώραν, έπλεεν εις την +Θέρμην, όπου ήτο προσδιωρισμένος να υπάγη, παραλαμβάνων στρατόν +και εκ των γειτονικών της Παλλήνης πόλεων και συνορευουσών με +τον Θερμαίον κόλπον, ων τα ονόματα είναι τα εξής· Λίπαξος, +Κάμβρεια, Αίσαι, Γίγωνος, Κάμψα, Σμέλα, Αίνεια. Η δε χώρα +τούτων μέχρι της σήμερον καλείται Κροσσαία. Από δε τις Αινείας, +της τελευταίας των πόλεων τας οποίας απηρίθμησα, από ταύτης ο +ναυτικός στρατός εισήλθεν εις τον Θερμαίον κόλπον και την +Μυγδονίαν γην, και εξακολουθών τον πλουν του έφθασεν εις την +προειρημένην Θέρμην, και την Σίνδον, και την χαλέστραν την επί +του Αξιού ποταμού, όστις χωρίζει την Μυγδονίαν από της +Βοττιαιΐδος· ταύτης το παραθαλάσσιον, όπερ είναι στενόν, +έχουσιν αι πόλεις Ίχναι και Πέλλα. + +124. Ο μεν ναυτικός στρατός, περιμένων τον βασιλέα, +εστρατοπεδεύσατο αυτού περί τoν Αξιόν ποταμόν, περί την πόλιν +Θέρμην και περί τας πόλεις αίτινες ευρίσκονται μεταξύ αυτής και +του Αξιού· ο δε Ξέρξης μετά του πεζού στρατού εκίνησεν από την +Άκανθον και ήρχετο διά της μεσογείου, θέλων να φθάση εις την +Θέρμην. Επορεύτο δε διά της Παιονικής και της Κρηστωνικής χώρας +προς τον ποταμόν Εχείδωρον, όστις αρχίζων εκ των Κρηστωναίαν +ρέει διά τις Μαγδονίας χώρας και χύνεται πλησίον του έλους του +εις τας όχθας του Αξιού ποταμού. + +125. Ενώ δε επορεύετο διά της οδού ταύτης, επετέθησαν κατά των +σιτοφόρων καμήλων λέοντες, οίτινες εγκαταλείποντες τα συνήθη +διαμονητήριά των, περιφέροντο όλην την νύχτα και δεν ήγγιζον +ουδέν άλλο, ούτε υποζύγιον, ούτε άνθρωπον, ειμή μόνον +κατέτρεχον τας καμήλους, θαυμάζω δε διά ποίαν αιτίαν οι λέοντες +απείχον των άλλων και επετίθεντο κατά των καμήλων, ζώων τα +οποία μήτε είχον ιδεί μήτε δοκιμάσει πρότερον. + +126. Είναι δε εις ταύτα τα μέρη και λέοντες πολλοί και βόες +άγριοι των οποίων τα κέρατα είναι υπερμεγέθη και κομίζονται εις +την Ελλάδα. Όρια δε τα οποία οι λέοντες δεν υπερβαίνουσιν είναι +ο ποταμός Νέστος όστις τρέχει διά των Αβδήρων, ο Αχελώος όστις +τρέχει διά Ακαρνανίας. Τωόντι ούτε προς ανατολάς του Νέστου εις +κανέν μέρος όλης της έμπροσθεν Ευρώπης θέλει ιδεί τις λέοντα, +ούτε προς δυσμάς του Αχελώου εις την λοιπήν ήπειρον· αλλά μόνον +εν τω μεταξύ των δύο τούτων ποταμών ευρίσκονται τοιούτοι. + +127. Φθάσας ο Ξέρξης εις την θέρμην εσταμάτησεν αυτού τον +στρατόν, όστις κατέλαβε το εξής διάστημα του παραθαλασσίου· +αρχίζων από της Θέρμης και της Μυγδονίας, έφθανε μέχρι των +ποταμών Λυδίου και Αλιάκμονος οίτινες χωρίζουσι την Βοττιαιΐδα +από της Μακεδονίας και ενούνται εις έν μόνον ρεύμα. +Εστρατοπεδεύσαντο λοιπόν οι βάρβαροι εις ταύτα τα μέρη. Εκ των +ρηθέντων δε ποταμών μόνος ο Εχείδωρος, όστις ρέει εκ της +Κρηστωναίης, δεν επήρκεσεν εις τον στρατόν πινόμενος, αλλ' +εστείρευσεν. + +128. Ο δε Ξέρξης βλέπων εκ της Θέρμης τα Θεσσαλικά όρη, τον +Όλυμπον και την Όσσαν, υπερύψηλα όντα, και προς τούτοις μαθών +ότι μεταξύ αυτών υπάρχει λαιμός στενός διά του οποίου ρέει ο +Πηνειός, και ακούσας ότι δι' αυτού τού λαιμού είναι η οδός η +φέρουσα εις την Θεσσαλίαν, επεθύμησε να υπάγη με πλοίον και να ίδη +την εκβολήν του Πηνειού, καθότι εσκόπευε να λάβη την άνω οδόν +διά της Μακεδονίας και να καταβή εις τους Περραιβούς +διερχόμενος πλησίον της πόλεως Γόννου· εκείθεν ήξευρεν ότι η +οδός ήτο ασφαλεστάτη. Ταύτην την επιθυμίαν έχων εισήλθεν εις +πλοίον Σιδώνιον εις το οποίον συνήθως εισήρχετο οσάκις ήθελε να +κάμη τοιούτο τι, και έδωκε σημείον και εις τα άλλα πλοία να +προχωρήσωσι, καταλιπών αυτού τον πεζόν στρατόν. Ότε δε έφθασεν +ο Ξέρξης και εθεώρησε την εκβολή του Πηνειού, εθαύμασε μεγάλως +και προσκαλέσας τους οδηγούς ηρώτησεν αυτούς εάν ήτο δυνατόν να +τρέψη τις τον ποταμόν και να τον εκβάλη δι' άλλου μέρους εις +την θάλασσαν. + +129. Η δε Θεσσαλία λέγουσιν ότι το πάλαι ήτο λίμνη συγκλειομένη +πάντοθεν υπό υψηλοτάτων ορέων· διότι προς ανατολάς αποκλείουσιν +αυτήν το Πήλιον όρος και η Όσσα, των οποίων αι υπώρειαι +ενούνται· προς βορράν την αποκλείει ο Όλυμπος· προς δυσμάς ο +Πίνδος και προς μεσημβρίαν η Όθρυς. Εις το μέσον δε των ορίων +τούτων είναι η Θεσσαλία, κοιλάς βαθεία. Ώστε εκ των πολλών εις +αυτήν εμπιπτόντων ποταμών, πέντε, οι σημαντικώτατοι, ο Πηνειός, +ο Απιδανός, ο Ονόχωνος, ο Ενιπεύς, ο Πάμισος οίτινες +καταβαίνουσιν εις την πεδιάδα εκ των περικυκλούντων την +Θεσσαλίαν ορέων, χωρίς να χάσωσιν έως εκεί τα ονόματά των, +ενούσι τέλος τα ύδατά των και χύνονται εις την θάλασσαν δι' +ενός αυλώνος όστις και αυτός είναι στενός. Όταν δε ενωθώσι, +τότε υπερισχύει το όνομα του Πηνειού και οι άλλοι χάνουσι τα +ονόματά των. Τον παλαιόν καιρόν δε, λέγουσιν, ότε δεν υπήρχεν +ακόμη ο αυλών και η διέκρευσις αύτη, οι ποταμοί ούτοι, και προς +τούτοις η Βοιβηίς λίμνη, δεν είχον μεν τα σημερινά ονόματα, +έρεον όμως ως σήμερον, ρέοντες δε έκαμνον όλην την Θεσσαλίας +πέλαγος. Οι Θεσσαλοί λέγουσιν ότι ο Ποσειδών έκαμε τον αυλώνα +δι' ου ρέει ο Πηνειός, και ο λόγος ούτος φαίνεται ορθός· διότι +όστις πιστεύει ότι ο Ποσειδών σείει την γην και ότι όσα +σχίσματα γης προέρχονται από σεισμόν είναι έργα του θεού +τούτου, εάν ιδή και εκείνο, θέλει ειπεί ότι το έκαμεν ο +Ποσειδών. Τωόντι, η διαχώρισις αύτη των ορέων, ως μοι εφάνη +είναι έργον σεισμού. + +130. Οι δε οδηγοί τους οποίους ο Ξέρξης ηρώτησεν εάν υπάρχει +άλλη έξοδος διά να φέρωσι τον Πηνειόν εις την θάλασσαν, +απεκρίθησαν μετά βεβαιότητος τα εξής· «Βασιλεύ, άλλη έξοδος εις +τον Πηνειόν λήγουσα εις την θάλασσαν δεν υπάρχει, αλλ' αυτή +μόνον· διότι όλη η Θεσσαλία είναι περικυκλωμένη υπό ορέων.» +Προς ταύτα ο Ξέρξης λέγεται ότι απεκρίθη· «Φρόνιμοι άνθρωποι +είναι οι Θεσσαλοί, διότι προ πολλού προείδον ότι πλην των άλλων +η χώρα των ευκόλως δύναται να κυριευθή. Τωόντι διά να +καταποντίση τις όλην την Θεσσαλίαν, πλην των ορέων, αρκεί να +εμποδίση με έμφραγμα τον ρουν του ποταμού τον οποίον ακολουθεί +τώρα, και να κάμει τον αυλώνα να εκχειλίση και να χυθή εις την +χώραν αυτών.» Ταύτα δε λέγων ενόει τους παίδας του Αλεύου, +διότι αυτοί πρώτοι εκ των Ελλήνων της Θεσσαλίας παρεδόθησαν εις +τον βασιλέα, και ενόμιζεν ότι η φιλία την οποίαν τω υπεσχέθησαν +ήτο εκ μέρους όλου του έθνους. Ταύτα δε ειπών και θεωρήσας την +εκβολήν του ποταμού, επέστρεψεν εις την Θέρμην. + +131. Και ούτος μεν διέτριψε περί την Πιερίαν ημέρας αρκετάς +(διότι μία των τριών μοιρών του στρατού εδενδροτόμησε το +Μακεδονικόν όρος διά να διέλθη εκείθεν όλος ο στρατός εις τους +Περραιβούς), οι δε κήρυκες οι πεμφθέντες εις την Ελλάδα προς +ζήτησιν γης, έφθασαν άλλοι μεν με κενάς χείρας άλλοι δε +φέροντες γην και ύδωρ. + +132. Μεταξύ δε των δόντων ταύτα ήσαν οι εξής· Θεσσαλοί, +Δόλοπες, Αινιάνες, Περραιβοί, Λοκροί, Μαγνήτες, Μαλιείς, Αχαιοί +οι Φθιώται, Θηβαίοι και οι άλλοι Βοιωτοί πλην των Θεσπιέων και +Πλαταιέων. Εναντίον δε τούτων των λαών οι Έλληνες, όσοι +ανέλαβαν τον πόλεμον κατά των βαρβάρων, έκαμαν τον εξής όρκον· +«Όλοι εκείνοι οίτινες όντες Έλληνες παρεδόθησαν εις τον Πέρσην +χωρίς να αναγκασθώσιν, όταν ησυχάσωσι τα πράγματα, θα πληρώσωσι +το δέκατον εις τον εν Δελφοίς θεόν.» Και ο μεν όρκος των +Ελλήνων τοιούτος ήτο. + +133. Εις δε τας Αθήνας και την Σπάρτην ο Πέρσης δεν έπεμψε +κήρυκας προς ζήτησιν γης διά την εξής αιτίαν· ότε προηγουμένως +ο Δαρείος τοις εζήτησεν, οι μεν Αθηναίοι έρριψαν τους +απεσταλμένους εις το βάραθρον, οι δε Λακεδαιμόνιοι εις φρέαρ +και τοις είπον να λάβωσιν εκείθεν γην και ύδωρ και να το +φέρωσιν εις τον βασιλέα. Τούτου ένεκα λοιπόν ο Ξέρξης δεν +έπεμψεν εις τας δύο ταύτας πόλεις κήρυκας. Δεν ηξεύρω να είπω +πώς ετιμωρήθησαν οι Αθηναίοι δι' αυτό το οποίον έκαμαν εις τους +κήρυκας, πλην μόνον ότι εδηώθη η χώρα και η πόλις των αλλά +τούτο δεν νομίζω ότι συνέβη διά την αιτίαν ταύτην. + +134. Εν τούτοις εις τους Λακεδαιμονίους έπεσεν η οργή του +Ταλθυβίου, κήρυκος του Αγαμέμνονος· διότι εις την Σπάρτην +υπάρχει ιερόν του Ταλθυβίου, οι δε απόγονοι αυτού, Ταλθυβιάδαι +καλούμενοι, είναι οι μόνοι οίτινες έχουσι το προνόμιον να ήναι +κήρυκες της Σπάρτης. Μετά το συμβάν το οποίον διηγήθην, οσάκις +οι Σπαρτιάται έκαμνον θυσίας, αδύνατον ήτο να επιτύχωσιν +αισίους οιωνούς, και η κατάστασις αύτη διήρκεσεν επί πολύ. +Εθεώρησαν λοιπόν τούτο ως δημοσίαν συμφοράν και ελυπήθησαν +μεγάλως. Πολλαί συνελεύσεις εγένοντο και προεκηρύχθη εάν +Λακεδαιμόνιός τις έστεργε ν' αποθάνη διά την Σπάρτην. Τότε ο +Σπερθίας του Αναρίστου και ο Βούλις του Νικολάου, άνδρες +Σπαρτιάται, τα πρωτεία έχοντες διά το γένος και τα πλούτη των, +ανεδέχθησαν να υποφέρωσι τιμωρίαν από τον Ξέρξην διά τους +κήρυκας του Αχρείου τους θανατωθέντας εις την Σπάρτην. +Τοιουτοτρόπως οι Σπαρτιάται έπεμψαν αυτούς εις τους Μήδους διά +να θανατωθώσιν. + +135. Αξιοθαύμαστος είναι η τόλμη των ανδρών τούτων και οι εξής +λόγοι των. Πορευόμενοι εις τα Σούσα έφθασαν εις τον οίκον του +Υδάρνου. Ήτο δε ο Υδάρνης ούτος Πέρσης το γένος και στρατηγός +των παραθαλασσίων επαρχιών της Ασίας. Δεικνύων δε φιλοφροσύνην +εις τους δύο Σπαρτιάτας, τους εκάλεσεν εις δείπνον, και ενώ +τους εξένιζε, τους ηρώτησε λέγων τα εξής· «Άνδρες +Λακεδαιμόνιοι, διατί αποφεύγετε να γίνετε φίλοι του βασιλέως; +Αποβλέψατε εις εμέ και εις την ευτυχίαν μου διά να +πληροφορηθήτε πόσον ο βασιλεύς ηξεύρει να τιμά τους γενναίους +άνδρας. Εάν λοιπόν και υμείς αφιερωθήτε εις τον βασιλέα επειδή +σας εκτιμά ως γενναίους άνδρας, δύνασθε να γίνετε ηγεμόνες γης +ελληνικής την οποίαν ήθελε δώσει εις έκαστον υμών ο βασιλεύς.» +Προς ταύτα εκείνοι απεκρίθησαν· «Ύδαρνες, συμβουλεύεις ημάς +χωρίς να γνωρίζης επίσης και τα δύο πράγματα περί των οποίων +ομιλείς· διότι περί του ενός μεν συμβουλεύεις εκ πείρας, του +άλλου όμως ουδεμίαν πείραν έχεις. Ηξεύρεις τι εστί δουλεία, +ελευθερίας όμως δεν επειράθης εισέτι και αγνοείς εάν ήναι +γλυκεία ή όχι· διότι εάν επειράσο αυτής θα μας συνεβούλευες να +πολεμώμεν δι' αυτήν ουχί μόνον με δόρατα, αλλά και με +πελέκεις.» Ταύτα απεκρίθησαν προς τον Υδάρνη. + +136. Όταν δε εκείθεν έφθασαν εις τα Σούσα και ενεφανίσθησαν εις +τον βασιλέα, πρώτον μεν, επειδή οι δορυφόροι τους επρόσταζον +και τους ηνάγκαζον να προσκυνήσωσι τον βασιλέα προσπίπτοντες, +είπον ότι δεν πράττουσι τούτο έστω και αν πρόκηται να πέση η +κεφαλή των. «Δεν υπάρχει συνήθεια, είπον, παρ' ημίν να +προσπίπτωμεν ενώπιον ανθρώπου, ούτε ήλθομεν διά τούτο.» Αφού δε +απεποιήθησαν να πράξωσι τούτο, είπον έπειτα προς τον βασιλέα τα +εξής· «Ω βασιλεύ των Μήδων, οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν ημάς αντί +των εν Σπάρτη θανατωθέντων κηρύκων, όπως αποτίσωμεν την ποινήν +του εγκλήματος τούτου.» Ταύτα είπον, ο δε Ξέρξης υπό +μεγαλοφροσύνης είπεν ότι δεν ήθελε να γίνη όμοιος με τους +Λακεδαιμονίους· ότι εκείνοι μεν, φονεύσαντες κήρυκας, +παρεβίασαν νόμους τους οποίους όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουσιν· +αυτός όμως δεν θα πράξη εκείνο διά το οποίον ελέγχει τους +άλλους ούτε θα εξαγνίση τους Λακεδαιμονίους φονεύων τους +απεσταλμένους των. + +137. Τοιουτοτρόπως και επειδή έπραξαν τούτο οι Σπαρτιάται, +έπαυσε τότε παραυτίκα η οργή του Ταλθυβίου, μολονότι ο Σπερθίας +και ο Βούλις δεν εφονεύθησαν αλλ' επέστρεψαν εις την Σπάρτην +αβλαβείς. Μετά πολύν όμως χρόνον ύστερον, η μήνις αύτη +ανενεώθη, ως λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, κατά τον πόλεμον μεταξύ +Πελοποννησίων και Αθηναίων. Και αληθώς, εις αυτό το οποίον +μέλλω να διηγηθώ με φαίνεται ότι υπάρχει τι όλως υπερφυσικόν· +ότι η οργή του Ταλθυβίου έπεσεν εις πρέσβεις· ότι δεν έπαυσε +πριν ή φέρη αποτέλεσμα, το δίκαιον ούτως ήτο. Να πέση όμως εις +τους υιούς των ανδρών εκείνων οίτινες διά να κάμψωσι την οργήν +ταύτην ανέβησαν προς τον βασιλέα, εις τον Ανήριστον τον υιόν +του Σπερθίου (όστις λαβών ολκάδα πλήρη ανδρών ελήστευσε τους +αλιείς της Τίρυνθος), τούτο καθιστά εις εμέ προφανές ότι το +πράγμα εγένετο θεόθεν ένεκα της οργής. Πεμφθέντες οι δύο ούτοι +υπό των Λακεδαιμονίων ως πρέσβεις εις την Ασίαν και προδοθέντες +υπό του Σιτάλκου του Τήρου, βασιλέως των Θρακών, και υπό του +Νυμφοδώρου του Πύθου, ανδρός Αβδηρίτου, συνελήφθησαν πλησίον +της εν Ελλησπόντω Βισάνθης και απαχθέντες ες την Αττικήν +εθανατώθησαν υπό των Αθηναίων, μετ' αυτών δε και ο Κορίνθιος +Αριστέας ο Αδειμάντου. Και ταύτα μεν συνέβησαν πολλά έτη μετά +την εκστρατείαν του βασιλέως (21), εγώ δε επανέρχομαι εις την +σειράν της ιστορίας μου. + +138. Η εκστρατεία του βασιλέως είχε μεν το όνομα ότι εγένετο +εναντίον των Αθηνών, πράγματι όμως ο βασιλεύς κατέβαινεν +εναντίον όλης της Ελλάδος· και μολονότι οι Έλληνες είχον μάθει +προ πολλού τας προπαρασκευάς αυτού, δεν ενήργησαν όμως όλοι +ομοίως. Οι μεν, όσοι έδωκαν εις τον Πέρσην γην και ύδωρ, +ήλπιζον ότι δεν ήθελον πάθει τι δυσάρεστον από τον βάρβαρον. Οι +δε άλλοι όσοι δεν έδωκαν ήσαν εις μέγαν φόβον, καθότι η Ελλάς +δεν είχεν αρκετά πλοία όπως αντιταχθή εις την εισβολήν του +εχθρού. Οι πλείστοι δε εδίσταζον να αναμιχθώσιν εις τον πόλεμον +και εμήδιζον προθύμως. + +139. Εδώ βιάζομαι εξ ανάγκης να είπω γνώμην ήτις ίσως δεν θα +αρέση εις τους περισσοτέρους ανθρώπους, αλλ' επειδή με φαίνεται +αληθής δεν θέλω την παρασιωπήσει. Εάν οι Αθηναίοι, φοβηθέντες +τον απειλούντα κίνδυνον άφινον την χώραν των, ή, μη αφίνοντες +αυτήν αλλά μένοντες παρεδίδοντο εις τον Ξέρξην, ουδείς ήθελε +πειραθή να αντισταθή εις τον βασιλέα κατά θάλασσαν. Και εάν +ουδείς ήθελεν αντισταθή εις τον Ξέρξην κατά θάλασσαν, ιδού τι +ήθελε συμβή κατά ξηράν· μολονότι πολλά τείχη θα ανηγείροντο υπό +των Πελοποννησίων εις τον Ισθμόν, οι Λακεδαιμόνιοι, +εγκαταλειπόμενοι υπό των συμμάχων των (οίτινες δεν ήθελον τους +παραδώσει εκουσίως, αλλ' εξ ανάγκης, διότι ο στόλος των +βαρβάρων ήθελε τους κυριεύσει κατά πόλεις), θα απέθνησκον +γενναίως δεικνύοντες μεγάλας ανδραγαθίας. Και ή τούτο ήθελον +πάθει, ή προ τούτον, βλέποντες τους άλλους Έλληνας μηδίζοντας, +ήθελον έλθει εις συμβιβασμούς μετά του Ξέρξου· ώστε εις +αμφοτέρας τας περιπτώσεις η Ελλάς ήθελεν υποταγή εις τους +Πέρσας· καθότι εγώ δεν δύναμαι να εννοήσω ποίαν ωφέλειαν +ηδύναντο να παρέξωσι τα τείχη τα οποία ήθελαν εγερθή εις τον +Ισθμόν εάν ο βασιλεύς ήτο κύριος της θαλάσσης. Τώρα λοιπόν +όστις είπει ότι οι Αθηναίοι εγένοντο σωτήρες της Ελλάδος, λέγει +την αλήθειαν, διότι προς οιονδήποτε μέρος ήθελον στραφή, εκεί +θα έκλινεν η πλάστιγξ. Προτιμήσαντες δε την ελευθερίαν της +Ελλάδος, ενεθάρρυναν και όλους τους άλλους Έλληνας όσοι δεν +είχαν μηδίσει, και με την βοήθειαν των θεών έδιωξαν τον +βασιλέα. Ούτε χρησμοί τρομεροί ελθόντες εκ των Δελφών και +ενσπείροντες εις αυτούς φόβον τους έπεισαν να αφήσωσι την +Ελλάδα, αλλά μένοντες εκεί ανεδέχθησαν να πολεμήσωσι τον +επερχόμενον κατά της χώρας των εχθρόν. + +140. Οι Αθηναίοι πέμψαντες εις τους Δελφούς εζήτουν χρησμόν. +Όταν δε οι απεσταλμένοι εξεπλήρωσαν εις τον ναόν τα +νενομισμένα, εισήλθον εις τον βωμόν και εκάθισαν· τότε η Πυθία, +το όνομα της οποίας ήτο Αριστονίνη, εχρησμοδότησε τα εξής. + +«Ω δυστυχείς, διατί κάθησθε; Φύγετε εις τα άκρα της γης, +εγκαταλείψατε τα δώματα και τας υψηλάς κορυφάς της στρογγύλης +πόλεώς σας, διότι μήτε η κεφαλή μένει πλέον στερεά, μήτε το +σώμα, μήτε τα άκρα των ποδών ή των χειρών, μήτε κανέν μέρος του +μέσου σώζεται, αλλά φθείρονται όλα διότι κατεδαφίζει αυτά το +πυρ και ο ορμητικός Άρης συνοδεύων Αριανόν άρμα. Ο θεός ούτος +θα καταστρέψη πολλά άλλα πυργώματα, και όχι το ιδικόν σας +μόνον, θα παραδώση δε εις την οργήν του πυρός πολλούς ναούς των +αθανάτων, οίτινες τώρα ίστανται όρθιοι, περιρρεόμενοι υπό +ιδρώτος και κλονιζόμενοι υπό φόβου. Άνωθεν δε της οροφής αυτών +ρέει αίμα μέλαν, προμηνύον αφεύκτους δυστυχίας. Αλλ' +αναχωρήσατε εκ του αδύτου, και υπομείνατε γενναίως τα δεινά.» + +141. Ταύτα ακούσαντες οι απεσταλμένοι των Αθηναίων, μεγάλην +ησθάνθησαν θλίψιν. Ενώ δε ήσαν απελπισμένοι διά τα δεινά τα +οποία τοις προείπε το μαντείον, ο Τίμων του Ανδροβούλου, ανήρ +εκ των σημαντικωτάτων εις τους Δελφούς, τους συνεβούλευσε να +λάβωσι κλάδους ελαίας, να επιστρέψωσιν εις τον ναόν ως ικέται +και ερωτήσωσιν εκ δευτέρου τα μαντείον. Εις δε τους Αθηναίους +πεισθέντας και λέγοντας· «Ω βασιλεύ, δος ημίν χρησμόν +καλλίτερον περί της πατρίδος. Σεβάσθητι τας ικετρίας ταύτας τας +οποίας φέροντες ήλθομεν· άλλως δεν θα εξέλθωμεν από το άδυτον, +αλλά θα μείνωμεν εδώ μέχρις ου αποθάνωμεν.» Εις τους Αθηναίους +λοιπόν ταύτα λέγοντας, η Πυθία χρησμοδοτεί πάλιν τα εξής· + +«Η Παλλάς δεν ειμπορεί να εξιλεώση τον Ολύμπιον Δια, τον οποίον +ικετεύει διά πολλών λόγων και φρονίμων συμβουλών. Εις σε δε +λέγω αύθις τον λόγον τούτον όστις θα ήναι στερεός ως ο αδάμας. +Όταν θα κυριεύωνται τα άλλα μέρη όσα είναι εντός των ορίων του +Κέκροπος και του σπηλαίου του ιερού Κιθαιρώνος, ο παντεπόπτης +Ζεύς επιτρέπει εις την Τριτογενή να μείνη απόρθητον μόνον το +ξύλινον τείχος, το οποίον θα ωφελήσει σε και τα τέκνα σου. Μη +περιμείνης ήσυχος το ιππικόν και τον πολύν πεζόν στρατόν όστις +έρχεται εκ της ηπείρου, αλλ' υποχώρησον στρέψας τα νώτα, διότι +θα έλθη ποτέ καιρός να αντισταθής. Ω θεία Σαλαμίς, συ θ' +απολέσης τέκνα γραικών, είτε όταν σκορπίζονται οι δημητριακοί +καρποί είτε όταν συνάζονται.» + +142. Η απόκρισις αύτη και ήτο και τοις εφάνη ηπιωτέρα της +προτέρας· γράψαντες λοιπόν αυτήν επέστρεψαν εις τας Αθήνας. Ότε +δε την ανέφερον εις τον δήμον, πολλαί γνώμαι εδόθησαν προς +εξήγησιν του χρησμού, και προσέτι αι εξής αίτινες ήσαν +εναντιώταται προς αλλήλας. Τινές των πρεσβυτέρων εφρόνουν, ως +είπον, ότι ο θεός υπεσχέθη μόνον την σωτηρίαν της ακροπόλεως, +διότι η ακρόπολις των Αθηνών το πάλαι ήτο πεφραγμένη διά ξύλων, +και ο φραγμός ούτος ήτο κατ' αυτούς το ξύλινον τείχος της +Πυθίας. Άλλοι πάλιν έλεγον εξ εναντίας ότι ο θεός εσήμαινε τα +πλοία, και διά τούτο επέμενον να εξοπλίσωσιν αυτά και να +αφήσωσιν όλα τα λοιπά. Την γνώμην όμως των λεγόντων ότι τα +πλοία ήσαν το ξύλινον τείχος, ανέτρεπον οι δύο τελευταίοι +στίχοι της Πυθίας. _Ω θεία Σαλαμίς, συ θ' απολέσης τέκνα +γυναικών, είτε όταν σπείρωνται οι δημητριακοί καρποί, είτε όταν +συγκομίζωνται.»_ Εις τους στίχους λοιπόν τούτους συνεχέοντο αι +γνώμαι των λεγόντων ότι το ξύλινον τείχος ήσαν τα πλοία, διότι +οι χρησμολόγοι εξήγουν αυτούς τοιουτοτρόπως, ότι εάν οι +Αθηναίοι αποφασίσωσι να ναυμαχήσωσι, θα νικηθώσι περί την +Σαλαμίνα. + +143. Ήτο δε μεταξύ των Αθηναίων ανήρ τις τότε νεωστί υψωθείς +εις τας πρώτας τάξεις· το όνομα αυτού ήτο Θεμιστοκλής, αλλά τον +εκάλουν υιόν του Νεοκλέους. Ο ανήρ ούτος είπεν ότι οι +χρησμολόγοι δεν ενόουν ορθώς όλον τον χρησμόν, και έδιδε τούτον +τον λόγον· «Νομίζω, είπεν, ότι αν οι δύο ούτοι στίχοι +ανεφέροντο τωόντι εις τους Αθηναίους, δεν θα είχον αυτόν τον +γλυκύν τύπον της εκφράσεως, αλλά θα ήρχιζον ούτω· _ω αθλία +Σαλαμίς_, αντί του, _ω θεία Σαλαμίς_, εάν περί αυτήν έμελλον να +απολεσθώσιν οι κάτοικοι της χώρας. Ώστε, προσέθηκεν, ο θεός +εχρησμοδότησε ταύτα αναφερόμενος εις τους πολεμίους και όχι εις +τους Αθηναίους, αν θέλη τις να εξηγήση ορθώς τον χρησμόν.» Όθεν +τους συνεβούλευσε να ετοιμασθώσι προς ναυμαχίαν, επιμένων ότι +τα πλοία ήσαν το ξύλινον τείχος. Αφού δε ο Θεμιστοκλής τοιαύτην +έδωκεν εξήγησιν εις τον χρησμόν, οι Αθηναίοι είδον ότι +προτιμοτέρα είναι η γνώμη αύτη παρά η των χρησμολόγων οίτινες +δεν τους άφινον να παρασκευασθώσι προς ναυμαχίαν, όπερ ουδέν +άλλο εσήμαινεν ειμή να μη εγείρωσι τας χείρας εναντίον του +εχθρού, αλλά να εγκαταλίπωσι την Αττικήν και να κατοικήσωσιν +άλλην τινά χώραν. + +144. Προ ταύτης, και άλλη γνώμη του Θεμιστοκλέους υπερίσχυσεν +ευτυχώς. Ότε εισήλθον εις το κοινόν των Αθηναίων πολλά χρήματα +προερχόμενα εκ των μεταλλείων του Λαυρίου και έμελλον να +μοιρασθώσιν αυτά και να λάβη έκαστος με την σειράν του δέκα +δραχμάς, τότε ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να +παραιτηθώσι της διανομής ταύτης και να κατασκευάσωσι διά των +χρημάτων τούτων διακόσια πλοία διά τον πόλεμον, εννοών τον +πόλεμον τον οποίον είχον προς τους Αιγινήτας. Ο πόλεμος λοιπόν +εκείνος ακολουθήσας έσωσε τότε την Ελλάδα, διότι ηνάγκασε τους +Αθηναίους να γίνωσι θαλασσινοί, και τα πλοία εκείνα εις μεν τον +σκοπόν διά τον οποίον κατεσκευάσθησαν δεν μετεχειρίσθησαν, +εχρησίμευσαν όμως εις την Ελλάδα εις αρμόδιον καιρόν. Είχαν +λοιπόν οι Αθηναίοι τα πλοία ταύτα, αλλ' εδέησε να ναυπηγήσωσι +και άλλα. Τέλος σκεφθέντες περί του χρησμού, απεφάσισαν να +υπακούσωσιν εις τον θεόν, να εισέλθωσιν εις τα πλοία πανδημεί, +και, μετά των άλλων Ελλήνων όσοι ήσαν πρόθυμοι να ενωθώσι με +αυτούς, να υπομείνωσι μετά του στόλου την επίθεσιν του +επερχομένου βαρβάρου. Τοιούτοι ήσαν οι χρησμοί οι ελθόντες εις +τους Αθηναίους. + +145. Εν τούτοις οι Έλληνες όσοι είχον καλά αισθήματα υπέρ της +πατρίδος συνελθόντες και δόντες εχέγγυα πίστεως μεταξύ των, +συνεφώνησαν προ παντός άλλου να παύσωσι τας έχθρας των και τους +προς αλλήλους πολέμους. Όλοι ήσαν περιπεπλεγμένοι εις πολέμους, +ο μέγιστος όμως πάντων ήτο ο των Αθηναίων και Αιγινητών. Μετά +ταύτα μαθόντες ότι ο Ξέρξης ήτο με τον στρατόν του εις τας +Σάρδεις, ενέκρινον να πέμψωσιν εις της Ασίαν κατασκόπους διά να +ίδωσι τας δυνάμεις του βασιλέως, και πρέσβεις εις το Άργος διά +να συνάψωσι συμμαχίαν κατά του Πέρσου· άλλους εις την Σικελίαν +προς τον Γέλωνα του Δεινομένους, και άλλους εις την Κέρκυραν +και την Κρήτην διά να ζητήσωσι βοήθειαν υπέρ της Ελλάδος, επί +τη ελπίδι ίσως ενωθώσι οι Έλληνες και συμφωνήσαντες να +ενεργώσιν από κοινού, διότι ο κίνδυνος ήτο ο αυτός δι' όλους. Η +δε δύναμις του Γέλωνος έλεγον ότι ήτο μεγάλη, και ουδενός +σχεδόν Ελληνικού λαού η δύναμις ήτο μεγαλειτέρα. + +146. Ταύτα αποφασίσαντες, έπαυσαν τας έχθρας και πρώτον μεν +έπεμψαν τρεις κατασκόπους εις την Ασίαν, οίτινες αφού έφθασαν +εις τας Σάρδεις και παρετήρησαν τον στρατόν του βασιλέως, +ανεγνωρίσθησαν και βασανισθέντες υπό των στρατηγών του πεζού +στρατού απήχθησαν διά να θανατωθώσι. Και ούτοι μεν +κατεδικάσθησαν εις θάνατον, ο δε Ξέρξης μαθών τούτο και μη +εγκρίνων την απόφασιν των στρατηγών, έπεμψε δορυφόρους τινάς με +διαταγήν εάν προφθάσωσι τους κατασκόπους ακόμη ζώντας να τους +φέρωσιν εις αυτόν. Προφθάσαντες δε αυτούς οι δορυφόροι πριν +τους θανατώσωσι, τους έφερον ενώπιον του βασιλέως, όστις μαθών +διά ποίον σκοπόν ήλθον διέταξε τους δορυφόρους να τους +περιφέρωσι και να τοις δείξωσιν όλον τον πεζόν και ναυτικόν +στρατόν. Αφού δε ευχαριστήσωσι την περιέργειάν των, να τους +αποπέμψωσιν αβλαβείς όπου ήθελον επιθυμήσει. + +147. Διά να εξηγήση δε την διαταγήν ταύτην έλεγεν· «Εάν οι +κατάσκοποι θανατωθώσιν, ούτε περί της δυνάμεώς μου ήθελον μάθει +τι οι Έλληνες ότι είναι ανωτέρα παρ' ό,τι η φήμη δύναται να +διαδώση, ούτε θανατόνων τρεις ανθρώπους ήθελον βλάψει πολύ τους +πολεμίους. Εάν όμως επιστρέψωσιν ούτοι εις την Ελλάδα, ελπίζω +ότι μανθάνοντες οι Έλληνες την δύναμίν μου, πριν γίνη η +εκστρατεία, θα παραδώσωσι την ιδίαν των ελευθερίαν, και +τοιουτοτρόπως δεν θα λάβωμεν ανάγκη να εκστρατεύσωμεν κατ' +αυτών.» Αύτη η γνώμη του Ξέρξου ομοιάζει με μίαν του άλλην. +Ευρισκόμενος εις την Άβυδον είδεν ημέραν τινά πλοία σιταγωγά τα +οποία ερχόμενα από τον Πόντον διεξέπλεον τον Ελλήσποντον διά να +υπάγωσιν εις την Αίγιναν και την Πελοπόννησον. Οι περί αυτόν +ιστάμενοι, άμα ήκουσαν ότι τα πλοία ήσαν εχθρικά, ήσαν έτοιμοι +να τα συλλάβωσι και έβλεπον τον βασιλέα, περιμένοντες να τους +διατάξη. Αλλ' ο Ξέρξης τους ηρώτησεν εις ποίον μέρος έπλεαν. +«Εις τους εχθρούς σου, ω δέσποτα, φέροντα σίτον,» απεκρίθησαν +εκείνοι. Τότε ο Ξέρξης είπε· «Λοιπόν και ημείς εκεί πλέομεν +όπου και αυτά, έχοντες πλην των άλλων και σίτον κατά τι λοιπόν +μας αδικούσι κομίζοντα εις ημάς τροφάς;» Ούτως οι μεν +κατάσκοποι θεωρήσαντες και αποπεμφθέντες, επέστρεψαν εις την +Ευρώπην. + +148. Οι δε Έλληνες οι συνωμόσαντες κατά του Πέρσου, μετά την +αναχώρησιν των κατασκόπων έπεμψαν δεύτερον πρέσβεις εις το +Άργος. Οι δε Αργείοι λέγουσιν ότι τα κατ' αυτούς συνέβησαν ως +εξής· άμα ήκουσαν ότι ο βάρβαρος ετοιμάζεται να εκστρατεύση +κατά της Ελλάδος, μαθόντες ότι οι Έλληνες θα προσπαθήσωσι να +τους παραλάβωσι κατά του Πέρσου, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά +να ερωτήσωσι τον θεόν τι ήτο συμφερώτερον εις αυτούς να +πράξωσι· καθότι αρτίως είχον φονευθή εξ αυτών εξακισχίλιοι από +τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη του Αναξανδρίδου. Τούτου +ένεκα λοιπόν έπεμψαν να ερωτήσωσιν· η δε Πυθία εις αυτούς +ερωτώντας απεκρίθη τα εξής· «Εχθρέ των γειτόνων σου, φίλε των +αθανάτων θεών, μένε εις τα ίδια φρουρών με την λόγχην εις την +χείρα. Φύλαττε την κεφαλήν σου, και η κεφαλή θα σώση το σώμα.» +Ταύτα λέγουσιν Αργείοι ότι εχρησμοδότησεν εις αυτούς η Πυθία +κατ' εκείνην την εποχήν. Μετά ταύτα δε ελθόντες οι πρέσβεις εις +το Άργος παρουσιάσθηκαν εις το βουλευτήριον και έλεγον τα +εντεταλμένα. Οι δε βουλευταί απεκρίθησαν ότι ήσαν έτοιμοι οι +Αργείοι να πράξωσι τα ζητούμενα εάν εδέχοντο οι Λακεδαιμόνιοι +να κλείσωσι με αυτούς ειρήνην τριακονταετή και εάν τοις εδιδον +το ήμισυ της ηγεμονίας όλων των συμμάχων. «Κατά δίκαιον λόγον, +προσέθετον, έπρεπε να έχωμεν την απόλυτον ηγεμονίαν· αλλ' +ευχαριστούμεθα και εις το ήμισυ.» + +149. Ταύτα λέγουσιν ότι απεκρίθη η βουλή, μολονότι το μαντείον +τους απαγόρευσε να συμμαχήσωσι μετά των Ελλήνων. Επεθύμουν δε, +με όλον τον φόβον του χρησμού, να γίνωσι τριακονταετείς σπονδαί +διά να ανδρωθώσιν εις το διάστημα τούτο οι παίδες των· καθότι +εάν δεν εγίνοντο αι σπονδαί αύται και εάν προς τα γενόμενα τοις +συνέβαινε και ζημία τις εις τον κατά του Ξέρξου πόλεμον, +εφοβούντο ότι ήθελον γίνει καθ' όλα υπήκοοι των Λακεδαιμονίων. +Ακούσαντες τους λόγους τούτους οι εις το Άργος ευρισκόμενοι +πρέσβεις της Σπάρτης, απεκρίθησαν τα εξής· «Όσον μεν διά τας +σπονδάς, θα αναφέρωμεν περί τούτου εις το πλήθος, όσον δ' αφορά +την ηγεμονίαν έχομεν την άδειαν να είπωμεν ότι εις μεν την +Σπάρτην είναι δύο βασιλείς, εις δε το Άργος είς· δεν είναι +λοιπόν δυνατόν να στερηθή της ηγεμονίας μήτε ο είς μήτε ο άλλος +των βασιλέων της Σπάρτης· ουδέν όμως κωλύει τον βασιλέα των +Αργείων να ήναι ομόψηφος με τους ημετέρους δύο.» Ούτω, λέγουσιν +οι Αργείοι, δεν ηδυνήθησαν να νικήσωσι την πλεονεξίαν των +Λακεδαιμονίων, και επροτίμησαν να διοικηθώσι μάλλον υπό των +βαρβάρων ή να υποκύψωσιν εις τας απαιτήσεις των Λακεδαιμονίων. +Εδήλωσαν λοιπόν εις τους πρέσβεις ότι πρέπει να αναχωρήσωσιν εκ +της χώρας των Αργείων προ της δύσεως του ηλίου, άλλως θα τους +θεωρήσωσιν ως εχθρούς. + +150. Αυτοί μεν τόσα λέγουσι περί τούτων, λέγεται όμως και άλλος +τις λόγος ανά την Ελλάδα· ότι ο Ξέρξης, πριν εκστρατεύση κατά +της Ελλάδος έπεμψε κήρυκα εις το Άργος, όστις ελθών είπε τα +εξής, ως λέγεται· «Άνδρες Αργείοι, ταύτα λέγει προς υμάς ο +βασιλεύς Ξέρξης. Ημείς νομίζομεν ότι ο Πέρσης εξ ου καταγόμεθα, +ήτο υιός του Περσέως υιού της Δανάης, γεννηθείς εκ της +Ανδρομέδης θυγατρός τον Κηφέως. Ούτω λοιπόν είμεθα απόγονοί σας +και δεν είναι πρέπον μήτε ημείς να εκστρατεύσωμεν κατά των +προγόνων μας, μήτε σεις βοηθούντες άλλους να γίνετε εχθροί μας. +Μείνατε λοιπόν ήσυχοι εις τας οικίας σας, διότι εάν τα πράγματα +αποβώσι κατά την επιθυμίαν μου, ουδέν άλλο έθνος θα αναδείξω +μεγαλείτερον υμών.» Ταύτα ακούσαντες οι Αργείοι, λέγεται ότι +εύρον το πράγμα πολύ ωφέλιμον. Και τότε μεν αμέσως δεν εζήτησαν +τίποτε και δεν έδωκαν ουδεμίαν υπόσχεσιν· ότε δε οι Έλληνες +ηθέλησαν να τους προσλάβωσιν εις την συμμαχίαν των, τότε, όντες +βέβαιοι ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήθελον τους καταστήσει +κοινωνούς της αρχής, εζήτησαν αυτήν διά να εύρωσι πρόφασιν και +να μένωσιν ήσυχοι. + +151. Τινές των Ελλήνων διηγούνται ότι μετά πολλά έτη ο λόγος +ούτος ευρέθη επιβεβαιούμενος υπό των κατωτέρω· έτυχον να ώσιν +εις τα Σούσα τα Μεμνόνεια, δι' άλλην υπόθεσιν, πρέσβεις των +Αθηναίων, ο Καλλίας του Ιππονίκου και οι μετ' αυτού +συναναβάντες· συγχρόνως οι Αργείοι πέμψαντες πρέσβεις ηρώτων +τον Αρταξέρξην του Ξέρξου εάν σώζεται η φιλία ην είχον συνδέσει +μετά του Ξέρξου, ή εάν τους νομίζη ότι είναι πολέμιοι. Ο δε +βασιλεύς Αρταξέρξης απεκρίθη ότι η φιλία σώζεται και ότι +ουδεμίαν άλλην πόλιν νομίζει φιλιωτέραν του Άργους. + +152. Εάν ο Ξέρξης έπεμψεν εις το Άργος τον ειρημένον κήρυκα, +και εάν πρέσβεις των Αργείων αναβάντες εις τα Σούσα ηρώτησαν +τον Αρταξέρξην περί φιλίας, δεν δύναμαι να βεβαιώσω ακριβώς, +και επί του αντικειμένου τούτου ουδεμίαν δίδω γνώμην εναντίαν +προς την διήγησιν των Αργείων. Ηξεύρω μόνον τούτο, ότι εάν όλοι +οι άνθρωποι απέθετον εις τον αυτόν τόπον τα ίδιά των σφάλματα +θέλοντες να τα ανταλλάξωσι με εκείνα των γειτόνων των, άμα +έκυπτον την κεφαλήν διά να παρατηρήσωσι τα ξένα σφάλματα, +προθύμως έκαστος θα ανελάμβανεν οπίσω τα ιδικά του. Ούτω λοιπόν +δεν είναι οι Αργείοι οίτινες έπραξαν τα αίσχιστα. Εγώ δε οφείλω +μεν να λέγω τα λεγόμενα, δεν οφείλω όμως ποσώς να τα πιστεύω· +και τούτο λέγω δι' όλην την ιστορίαν μου. Λέγουσι μάλιστα ότι +οι Αργείοι ήσαν οι προσκαλέσαντες τον Πέρσην κατά της Ελλάδος, +διότι ο προς τους Λακεδαιμονίους πόλεμος δεν απέβαινεν υπέρ +αυτών και επροτίμων παν άλλο κακόν ή την παρούσαν δυστυχίαν. +Αλλ' αρκούσι ταύτα διά τους Αργείους. + +153. Εις δε την Σικελίαν ήλθον άλλοι πρέσβεις εκ μέρους των +συμμάχων διά να συνομιλήσωσι με τον Γέλωτα, και μεταξύ αυτών +ευρίσκετο ο Σύαγρος, πεμφθείς υπό των Λακεδαιμονίων. Τούτου του +Γέλωνος πρόγονός τις, όστις εγένετο οικήτωρ της Γέλης, ήτο εκ +της νήσου Τήλου της πλησίον της Τριοπίου κειμένης· ότε δε +εκτίζετο η Γέλα υπό του Αντιφήμου και των εκ της Ρόδου Λινδίων, +αυτός τους ηκολούθησεν εις την αποικίαν. Μετά καιρόν οι +απόγονοι αυτού γενόμενοι ιεροφάνται των χθονίων θεών, +διετήρησαν το προνόμιον τούτο το οποίον είς των προγόνων των ο +Τηλίνης εκτήσατο κατά τον εξής τρόπον. Γελωοί τινες νικηθέντες +έν τινι στάσει κατέφυγον εις την υπεράνω της Γέλης +κατοικουμένην πόλιν Μακτώριον· τούτους δε επανέφερεν ο Τηλίνης +εις την πατρίδα των χωρίς να μεταχειρισθή ουδεμίαν ανθρωπίνην +δύναμιν, αλλά μόνον διότι εγνώριζε τα μυστήρια αυτών των θεών· +πού και πώς εδιδάχθη την επιστήμην ταύτην, δεν ηξεύρω. Εις +ταύτην όμως έχων πεποίθησιν, επανέφερεν αυτούς επί τη συμφωνία +να ήναι πάντοτε οι απόγονοί του ιεροφάνται των θεών. Θαυμάζω δε +τη αληθεία, εξ όσων με διηγήθησαν, πως ο Τηλίνης κατώρθωσε +τόσον μέγα έργον, διότι νομίζω ότι τα τοιαύτα έργα δεν είναι +ίδια παντός ανθρώπου, αλλ' απαιτούσι ψυχήν γενναίαν και σώμα +εύρωστον, οι δε Σικελοί λέγουσιν εξ εναντίας ότι ο Τηλίνης ήτο +φύσει θηλυδρίας και άνθρωπος χαύνος. Τοιουτοτρόπως εκτήσατο το +προνόμιον τούτο. + +154. Μετά τον θάνατον δε του Κλεάνδρου του Παντάρεως, όστις +εβασίλευσεν επτά έτη εις την Γέλαν και εφονεύθη υπό του Γελώου +Σαβύλλου, ανέλαβε την μοναρχίαν ο αδελφός του Κλεάνδρου +Ιπποκράτης. Έχοντος δε την τυραννίδα του Ιπποκράτους, ο Γέλων, +απόγονος του ιεροφάντου Τηλίνου, ήτο δορυφόρος του Ιπποκράτους +μετ' άλλων πολλών και μετά του Αινησιδήμου του Παταίου. Μετ' ου +πολύν δε χρόνον διά την ανδρίαν του εγένετο ίππαρχος όλου του +ιππικού, καθότι όταν ο Ιπποκράτης επολιόρκησε τους +Καλλιπολίτας, και τους Ναξίους, και τους Ζαγκλαίους, και τους +Λεοντίνους, και τους Συρακουσίους και πολλούς βαρβάρους, ο +Γέλων εις όλους τούτους τους πολέμους έδειξεν ανδρίαν +λαμπροτάτην. Εξ όλων δε τούτων των πόλεων ουδεμία, πλην των +Συρακουσών, έμεινε χωρίς να αλωθή υπό του Ιπποκράτους, τους δε +Συρακουσίους ηττηθέντας εις μάχην πλησίον του Ελώρου ποταμού, +έσωσαν οι Κορίνθιοι και οι Κερκυραίοι· τους έσωσαν δε και τους +συνεβίβασαν μετά του Ιπποκράτους με την συμφωνίαν να τω +παραδώσωσι την Καμάριναν, πόλιν ήτις ανέκαθεν ανήκεν εις +αυτούς. + +155. Ο Ιπποκράτης, αφού εβασίλευσε τόσα έτη όσα ο αδελφός του +Κλέανδρος, συνέβη να αποθάνη πλησίον της πόλεως Ύβλης ενώ +επολέμει τους Σικελούς. Τότε ο Γέλων επί τω λόγω ότι βοηθεί +τους παίδας του Ιπποκράτους Ευκλείδην και Κλέανδρον, εις των +οποίων τον ζυγόν ηρνούντο οι πολίται να υποκύψωσιν, ενίκησε +τους επαναστάτας και εκράτησε την αρχήν δι' εαυτόν, αποστερήσας +αυτήν από τους παίδας του Ιπποκράτους. Μετά την ανέλπιστον +ταύτην ευτυχίαν συνέβη να διωχθώσιν από τον δήμον και τους +ιδίους των δούλους τους καλουμένους Κυλλυρίους, οι λεγόμενοι +γεωμόροι (22) των Συρακουσίων. Λαβών τους διωχθέντας τούτους ο +Γέλων τους έφερεν εκ της Κασμένης πόλεως εις τας Συρακούσας +τας οποίας εκυρίευσε· διότι ο δήμος των Συρακουσίων, ενώ ήρχετο +κατ' αυτού ο Γέλων, τω παρέδωκε την πόλιν και εαυτόν. + +156. Παραλαβών ο Γέλων τας Συρακούσας, ολιγώτερον πλέον +εφρόντιζε διά την Γέλαν, και επέτρεψεν αυτήν εις τον αδελφόν +του Ιέρωνα· αυτός δε ενδυναμώσας τας Συρακούσας, περί αυτών +μόνον εφρόντιζεν. Αι δε Συράκουσαι πάραυτα ηύξησαν και +επληθύνθησαν, καθότι ο Γέλων αφ' ενός μεν κατέσκαψε την πόλιν +Καμάριναν και έφερεν όλους τους Καμαριναίους εις τας Συρακούσας +και τους έκαμε πολίτας· αφ' ετέρου δε έπραξε το αυτό και προς +τους υπερημίσεις των Γελώων. Πλην τούτου, ενώ επολιόρκει τους +Μεγαρείς της Σικελίας παρεδόθησαν ούτοι διά συνθήκης. Οι +πλούσιοι ήσαν οι αίτιοι του πολέμου· περιέμενον λοιπόν να +θανατωθώσιν· αλλ' ο Γέλων τους έφερεν εις τας Συρακούσας και +τους έκαμε πολίτας· όσον δ' αφορά τον δήμον, όστις δεν ήτο +αίτιος του πολέμου τούτου ουδέ υπέθετεν ότι ήθελε πάθει τι +κακόν, έφερεν αυτούς ομοίως εις τας Συρακούσας και τους επώλησε +διά να τους απαγάγωσιν εκ της Σικελίας. Το αυτό έπραξε και προς +τους Ευβοείς της Σικελίας, χωρίσας τους πλουσίους από τους +άλλους. Εφέρθη δε τοιουτοτρόπως προς αυτάς τας δύο πόλεις διότι +ενόμισεν ότι ο δήμος είναι συνοίκημα οχληρότατον. Διά των μέσων +τούτων ο Γέλων εγένετο τύραννος μέγας. + +157. Τότε δε ελθόντες εις τας Συρακούσας οι πρέσβεις των +Ελλήνων, ήλθον εις ομιλίαν μετ' αυτού και είπον τα εξής· «Οι +Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι αυτών έπεμψαν ημάς +όπως σε συμπαραλάβωμεν εις τον κατά του βαρβάρου πόλεμον· +καθότι βεβαίως ήκουσες ότι στρατεύει κατά της Ελλάδος, ότι ο +Πέρσης ενώσας διά πλοίων τας δύο παραλίας του Ελλησπόντου και +επάγων όλον τον ανατολικόν στρατόν εκ της Ασίας μέλλει να +επιτεθή κατά της Ελλάδος επί προφάσει μεν ότι κινείται κατά των +Αθηνών, πράγματι όμως σκοπεύων να υποτάξη όλην την Ελλάδα. +Επειδή δε συ έχεις μεγάλην δύναμιν, και ορίζων την Σικελίαν +μετέχεις ουκ ολίγον της Ελλάδος, βοήθησον τους πολεμούντας υπέρ +της ελευθερίας αυτής και υπεράσπισον σύναμα την ιδικήν σου +ελευθερίαν· διότι εάν ενωθώμεν όλοι οι Έλληνες σχηματίζομεν +μέγαν στρατόν και γινόμεθα ικανοί ν' αντιταχθώμεν κατά του +επερχομένου πολεμίου, ενώ εάν τινές μεταξύ ημών προδίδωσιν, εάν +άλλοι δεν θέλωσι να βοηθήσωσι και εάν ολίγον μόνον μέρος της +Ελλάδος έχη αισθήματα υγιή, τότε είναι φόβος μήπως υποκύψη όλη +η Ελλάς. Μη ελπίσης δε ότι αν ο Πέρσης μας νικήση εις τον +πόλεμον και μας υποτάξη, δεν θα έλθη και κατά σου. Πριν λοιπόν +συμβή τούτο φυλάχθητι· ημάς βοηθών, σαυτόν βοηθείς. Εις καλώς +μελετηθείσαν υπόθεσιν, ως επί το πλείστον ακολουθεί τέλος +αγαθόν.» + +158. Οι μεν πρέσβεις ταύτα είπον, ο δε Γέλων τοις απεκρίθη +ζωηρώς· «Άνδρες Έλληνες, ενώ ο λόγος σας δεν αποβλέπει ειμή εις +ιδίαν σας πλεονεξίαν, ετολμήσατε να έλθετε διά να με +παρακινήσετε να γίνω σύμμαχός σας εναντίον του βαρβάρου. Σεις +δε, ότε εγώ πρότερον ων εις πόλεμον με τους Καρχηδονίους σας +εζήτησα να με βοηθήσετε κατά βαρβαρικού στρατού και σας +προέτρεπον να εκδικήσωμεν τον φόνον του Δωριέως του +Αναξανδρίδου θανατωθέντος εις την Έγεσταν, και προσέτι +προέτεινον να σας ανοίξω τους λιμένας μου εις τους οποίους θα +ευρίσκετε μεγάλας ωφελείας και αναπαύσεις, ούτε χάριν μού +ηθελήσατε να με βοηθήσετε ούτε διά να εκδικήσετε τον φόνον του +Δωριέως· ώστε παρ' υμών εξηρτάτο να μη διατελώσιν οι τόποι +ούτοι υπό την εξουσίαν των βαρβάρων. Αλλ' ευδόκησεν η τύχη να +τακτοποιηθώσιν αι υποθέσεις μου· επειδή δε ήλθεν η σειρά σας να +έχετε πόλεμον, ενθυμείσθε τώρα τον Γέλωνα. Εν τούτοις, μολονότι +περιεφρονήθην από υμάς, δεν θα σας μιμηθώ, αλλ' είμαι έτοιμος +να σας βοηθήσω και να σας δώσω διακοσίας τριήρεις, +εικοσακισχιλίους οπλίτας, δισχιλίους ίππους, δισχιλίους +τοξότας, δισχιλίους οφενδονήτας και δισχιλίους ιππείς ελαφρώς +ωπλισμένους· αναδέχομαι προς τούτοις να παρέξω τροφάς εις όλον +τον Ελληνικόν στρατόν εφ' όσον ήθελε διαρκέσει ο πόλεμος. +Ταύτα πάντα όμως υπόσχομαι με μίαν συμφωνίαν, να γίνω +αρχιστράτηγος των Ελλήνων κατά του βαρβάρου· με άλλην δε +συμφωνίαν, ούτε εγώ δύναμαι να έλθω, ούτε άλλους να πέμψω.» + +159. Ταύτα ακούσας ο Σύαγρος δεν ειμπόρεσε να κρατηθή αλλ' +είπε· «Βεβαίως θα στενάξη ο Πελοπίδης Αγαμέμνων εάν μάθη ότι οι +Σπαρτιάται εστερήθησαν της ηγεμονίας υπό του Γέλωνος και των +Συρακουσίων. Τούτον τον λόγον, να σοι παραδώσωμεν ημείς την +ηγεμονίαν, μη αναφέρης πλέον· αλλ' αν έχης διάθεσιν να βοηθήσης +την Ελλάδα, ήξευρε ότι θα ήσαι υπό τας διαταγάς των +Λακεδαιμονίων· εάν δε δεν εγκρίνης να άρχεσαι, μη μας +βοηθήσης.» + +160. Ιδών ο Γέλων ότι ο Σύαγρος ανθίστατο τόσον σταθερώς, είπε +τον εξής τελευταίον λόγον· «Ω ξένε Σπαρτιάτα, αι ύβρεις +διεγείρουσι τον θυμόν του ανθρώπου· συ όμως με όλα τα υβρίσματα +τα οποία μετεχειρίσθης εις τον λόγον σου, δεν θα με πείσης να +σοι αποκριθώ και εγώ απρεπώς. Αλλ' αφού σεις τόσον πολύ +επιμένετε εις την ηγεμονίαν, δεν είναι δίκαιον να επιμένω και +εγώ περισσότερον, εγώ όστις είμαι ηγεμών πολλαπλασίας στρατιάς +και πλοίων πολύ περισσοτέρων; Επειδή όμως ο λόγος μου σας εφάνη +βαρύς, μετριάζομεν την πρώτην πρότασιν. Εάν μεν θέλετε να έχετε +την αρχηγίαν του κατά γην στρατού, ας έχω εγώ την αρχηγίαν του +ναυτικού· εάν πάλιν ευχαριστήσθε να ηγεμονεύετε κατά θάλασσαν, +ας ηγεμονεύω εγώ κατά ξηράν. Ή εις ταύτα λοιπόν πρέπει να +αρκεσθήτε, ή να αναχωρήσετε εστερημένοι τοσούτων συμμάχων.» +Ταύτα προέτεινεν ο Γέλων. + +161. Προλαβών δε τον πρέσβυν των Λακεδαιμονίων ο πρέσβυς των +Αθηναίων, απεκρίθη ως εξής· «Ω βασιλεύ των Συρακούσιων, ουχί +ηγεμόνος αλλά στρατιάς έχουσα ανάγκην η Ελλάς μας έπεμψε προς +σε· συ δε δεικνύεις ότι εάν δεν γείνης ηγεμών της Ελλάδος δεν +θέλεις στείλει στρατεύματα και φροντίζεις πώς να ανακηρυχθής +στρατηγός αυτής. Και ενόσω μεν εζήτεις να γίνης ηγεμών όλου του +στρατού των Ελλήνων, ημείς οι Αθηναίοι ηρκούμεθα να σιωπώμεν, +όντες βέβαιοι ότι ο Λάκων ήτο ικανός να απολογηθή υπέρ +αμφοτέρων· επειδή όμως αποτυχών της όλης αρχής ζητείς να λάβης +την της ναυτικής δυνάμεως, μάθε ότι και ο Λάκων αν σε δώση +αυτήν ημείς όμως δεν την δίδομεν, διότι ανήκει εις ημάς εάν δεν +θελήσωσιν οι Λακεδαιμόνιοι. Και αν μεν αυτοί θέλωσι να ήναι +ηγεμόνες, δεν αντιτείνομεν· εις ουδένα όμως άλλον παραχωρούμεν +την ναυαρχίαν, διότι εις μάτην θέλομεν έχει τόσον ναυτικόν +στρατόν εάν παραχωρήσωμεν την ηγεμονίαν εις τους Συρακουσίους, +ημείς όντες Αθηναίοι, συγκροτούντες έθνος αρχαιότατον και οι +μόνοι εκ των Ελλήνων οίτινες δεν εγίνομεν μετανάσται. Δεν λέγει +ο εποποιός Όμηρος ότι είς εκ των ημετέρων (23) μετέβη εις το +Ίλιον και ελαμπρύνθη τακτοποιήσας και διακοσμήσας τον στρατόν; +Δεν αισχυνόμεθα λοιπόν ποσώς λέγοντες ταύτα.» + +162. Απεκρίθη δε ο Γέλων τα εξής· «Ξένε Αθηναίε, άρχοντας μεν +φαίνεσθε ότι έχετε, αρχομένους όμως δεν έχετε παντάπασιν. +Επειδή λοιπόν μη παραχωρούντες τίποτε, θέλετε να έχετε το παν, +σπεύσατε να φύγετε τάχιστα και να αναγγείλετε εις την Ελλάδα +ότι από τον ενιαυτόν της λείπει το έαρ.» Η έννοια του λόγου +τούτου ήτο ότι καθώς το έαρ είναι το καλλίτερον μέρος του +ενιαυτού, ούτω και ο καλλίτερος στρατός των Ελλήνων ήτο ο +ιδικός του. Κατ' αυτόν λοιπόν η Ελλάς, στερουμένη της συμμαχίας +του, ωμοίαζε με ενιαυτόν εκ του οποίου είναι αφηρημένον το έαρ. + +163. Οι μεν πρέσβεις των Ελλήνων τόσα ειπόντες μετά του Γέλωνος +απέπλευσαν. Ο δε Γέλων, φοβούμενος μεν περί των Ελλήνων ότι δεν +θα δυνηθώσι να αποκρούσωσι τους βαρβάρους, αφ' ετέρου δε θεωρών +σκληρόν και ανυπόφορον να υπάγη εις την Πελοπόννησον και ακούση +εις τους Λακεδαιμονίους, ων τύραννος της Σικελίας, παρήτησεν +εντελώς τα σχέδιον τούτο και εσκέφθη να λάβη άλλο. Τωόντι, άμα +έμαθεν ότι ο Πέρσης διέβη τον Ελλήσποντον, έπεμψεν εις τους +Δελφούς μετά τριών πεντηκοντόρων τον Κάδμον του Σκύθου, άνδρα +Κώον, εις τον οποίον ενεπιστεύθη χρήματα πολλά και λόγους +φιλικούς και τον παρήγγειλε να παρατηρή την μάχην προς ποίον +μέρος ήθελε κλίνει· και εάν μεν νικά ο βάρβαρος, και τα χρήματα +να δώση εις αυτόν, και γην και ύδωρ δι' όσα μέρη εξουσίαζεν ο +Γέλων· εάν δε νικώσιν οι Έλληνες, να τα φέρη οπίσω. + +164. Ο δε Κάδμος ούτος προ των γεγονότων τούτων παραλαβών παρά +του πατρός του την βασιλείαν των Κώων καλώς εδραιωμένην, +εκουσίως και χωρίς να απειλήται υπό κινδύνου τινός, αλλά εκ +δικαιοσύνης του, κατέθεσε την αρχήν εις τους Κώους και +ανεχώρησεν εις την Σικελίαν. Εκεί ηνώθη με τους Σαμίους και +κατώκησε την πόλιν Ζάγκλην ήτις μετά ταύτα μετέβαλε το όνομα +εις Μεσσήνην. Τούτον λοιπόν τον Κάδμον ελθόντα τοιουτοτρόπως +εις την Σικελίαν, έπεμψεν ο Γέλων εις τους Δελφούς γνωρίζων την +δικαιοσύνην του την οποίαν έδειξε και εις άλλας περιστάσεις. +Και τωόντι, εκτός άλλων έργων δικαίων, έπραξε και τούτο όπερ +δεν είναι μικρόν· καθότι ενώ είχεν εις χείρας του μεγάλην +ποσότητα χρημάτων τα οποία τω ενεπιστεύθη ο Γέλων, και ενώ +ηδύνατο να τα κρατήση, δεν ηθέλησεν, αλλ' αφού οι Έλληνες +ενίκησαν εις την ναυμαχίαν και ο Ξέρξης έφυγε διωχθείς, τότε +και ο Κάδμος επέστρεψεν εις την Σικελίαν φέρων όλα τα χρήματα. + +165. Λέγεται δε και το εξής υπό των κατοικούντων εις την +Σικελίαν, ότι έστω και επί τω όρω να διατελή υπό τας διαταγάς +των Λακεδαιμονίων ο Γέλων θα εβοήθει τους Έλληνας, εάν κατά την +αυτήν εποχήν ο Τήριλλος του Κρινίππου, τον οποίον τύραννον όντα +της Ιμέρας εδίωξεν ο τύραννος των Ακραγαντίνων Θήρων του +Αινησιδήμου, δεν εκίνει κατά της Σικελίας στρατόν εκ τριακοσίων +χιλιάδων Φοινίκων, Λιβύων, Ιβήρων, Λιγύων, Ελισύκων, Σαρδονίων, +Κυρνίων υπό των στρατηγόν Αμίλκαν του Άννωνος, βασιλέα των +Καρχηδονίων, πεισθέντα εις τούτο από τον Τήριλλον διά την +ιδιαιτέραν αυτού ξενίαν και την προθυμίαν του Αναξιλάου του +Κρητίνου, όστις τύραννος ων του Ρηγίου έδωκεν αυτώ τα τέκνα του +ως ομήρους και τον παρεκίνησε να έλθη κατά της Σικελίας και να +εκδικήση τον πενθερόν του· καθότι ο Αναξίλαος του Κρητίνου είχε +γυναίκα την θυγατέρα του Τηρίλλου, της οποίας το όνομα ήτο +Κυδίππη. Ούτω λοιπόν, λέγουσιν οι Σικελοί, μη δυνάμενος ο Γέλων +να βοηθήση τους Έλληνας, έπεμψε τα χρήματα εις τους Δελφούς. + +166. Προς τούτοις λέγουσι και τα εξής, ότι συνέπεσε κατά την +αυτήν ημέραν ο μεν Γέλων και ο Θήρων να νικώσι τον Αμίλκαν και +τους Καρχηδονίους εις την Σικελίαν, οι δε Έλληνες τον Πέρσην +εις την Σαλαμίνα. Ούτος δε ο Αμίλκας, όστις προς πατρός μεν ήτο +Καρχηδόνιος, μητρόθεν δε Συρακούσιος και διά της ανδρίας του +εγένετο βασιλεύς των Καρχηδονίων, άμα εγένετο η συμπλοκή και +ενικήθη, εγένετο, ως ήκουσα να λέγωσιν, άφαντος, καθότι ούτε +ζων ούτε φονευμένος, ευρέθη ουδαμού γης, μολονότι ο Γέλων τον +εζήτησε πανταχού. + +167. Λέγεται δε και το εξής υπό των Καρχηδονίων όπερ δεν +φαίνεται απίθανον· ότι οι βάρβαροι εις την Σικελίαν, αρχίσαντες +από πρωίας, επολέμουν με τους Έλληνας μέχρι δείλης οψίας, +καθότι έως τότε λέγουσιν ότι διήρκεσεν η συμπλοκή. Ο δε Αμίλκας +κατά τούτο το διάστημα μένων εις το στρατόπεδον εθυσίαζε και +εζήτει αίσια σημεία, καίων επί μεγάλης πυράς σώματα ακέραια. +Ιδών δε την τροπήν των στρατευμάτων του, ως ευρέθη σπεύδων επί +των ιερείων, ερρίφθη εις το πυρ και ούτω κατακαυθείς εγένετο +άφαντος. Εις τούτον δε τον Αμίλκαν γενόμενον άφαντον είτε κατά +τον τρόπον τούτον, ως λέγουσιν οι Φοίνικες, είτε κατά τον άλλον +τον οποίον λέγουσιν οι Συρακούσιοι, προσφέρουσι θυσίας οι +Καρχηδόνιοι και τω ήγειρον μνημεία εις όλας τας πόλεις των +αποικιών έν δε μέγιστον εν αυτή τη Καρχηδόνα. Και ταύτα μεν +αρκούσι περί της Σικελίας. + +168. Οι δε Κερκυραίοι άλλα μεν απεκρίθησαν εις τους πρέσβεις +άλλα δε έπραξαν καθότι οι αυτοί πρέσβεις οίτινες είχον μεταβή +εις την Σικελίαν, ήλθον και εις την Κέρκυραν και επανέλαβον +τους αυτούς λόγους τους οποίους είχον ειπή εις τον Γέλωνα. Οι δε +Κερκυραίοι τότε μεν αμέσως υπεσχέθησαν ότι θα πέμψωσι βοηθείας +λέγοντες ότι δεν πρέπει να αφήσωσι την Ελλάδα να απολεσθή, +διότι εάν πέση η Ελλάς δεν μένει άλλο ειμή τας πρώτας ημέρας να +γίνωσι και ούτοι δούλοι των βαρβάρων, και επομένως οφείλουσι να +βοηθήσωσι δι' όλων των δυνάμεών των. Ταύτα απεκρίθησαν μετά +παρρησίας. Ότε όμως επέστη η στιγμή να εκπέμψωσι βοηθείας, +σκεπτόμενοι άλλα, εξώπλισαν εξήκοντα πλοία· μόλις δε +αναχθέντες, εστάθησαν εις τας ακτάς της Πελοποννήσου και +ηγκυροβόλησαν περί την Πύλον και το Ταίναρον της λακωνικής, +περιμένοντες και ούτοι να ίδωσι προς ποίον μέρος ήθελε κλίνει ο +πόλεμος, καθότι δεν ήλπιζον ότι ήθελον υπερισχύσει οι Έλληνες, +αλλ' ότι ήθελε νικήσει ο Πέρσης και κυριεύσει όλην την Ελλάδα. +Ενήργουν λοιπόν επίτηδες, διά να δύνανται να είπωσι προς τον +Ξέρξην· «Ω βασιλεύ, οι Έλληνες εζήτουν να μας συμπεραλάβωσιν +εις τον πόλεμον τούτον, αλλ' ημείς οίτινες έχομεν ουκ ολίγην +δύναμιν και δυνάμεθα να παρέξωμεν πλοία όχι ολίγα αλλά τα +πλείστα μετά τας Αθήνας, δεν ηθελήσαμεν να αντισταθώμεν, ούτε +να σε δυσαρεστήσωμεν.» Ταύτα λέγοντες ήλπιζον ότι η θέσις των +ήθελεν αποβή καλλιτέρα της των άλλων, και τούτο θα εγίνετο, ως +εγώ φρονώ. Προς δε τους Έλληνας είχον προητοιμασμένην πρόφασιν, +την οποίαν και μετεχειρίσθησαν διότι ότε οι Έλληνες τους +εμέμφθησαν ότι δεν τους εβοήθησαν, είπον ότι εξώπλισαν μεν +εξήκοντα τριήρεις, αλλ' ότι οι ετησίαι άνεμοι τους εμπόδισαν να +κάμψωσι τον Μαλέαν. Αύτη ήτο η αιτία δι' ην δεν έφθασαν εις την +Σαλαμίνα και έλειψαν από την ναυμαχίαν χωρίς να έχωσι κανένα +κακόν σκοπόν. Ούτοι μεν τοιουτοτρόπως ηπάτησαν τους Έλληνας. + +169. Οι δε Κρήτες, όταν οι επί τούτω διορισθέντες Έλληνες +μετέβησαν να ζητήσωσι την συμμαχίαν των, έπραξαν το εξής. +Πέμψαντες εξ ονόματος του κοινού εις τους Δελφούς θεοπρόπους, +ηρώτων τον θεόν εάν τοις ήτο συμφερώτερον να βοηθήσωσι τους +Έλληνας· η δε Πυθία τοις απεκρίθη «Μωροί άνθρωποι, σεις +παραπονείσθε ακόμη διά τα δάκρυα τα οποία ο Μίνως σας έκαμε να +χύσετε μνησικακών διά την βοήθειαν την οποίαν εδώσατε εις τον +Μενέλαον· καθότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι σας ηρνήθησαν την +βοήθειάν των διά να εκδικήσετε τον εν Καμικώ γενόμενον θάνατόν +του, σεις δε εβοηθήσατε εκείνους χάριν γυναικός την οποίαν ανήρ +βάρβαρος ήρπασεν εκ της Σπάρτης.» Ελθούσης της αποκρίσεως +τούτης εις την Κρήτην, απεποιήθησαν οι Κρήτες να βοηθήσωσι τους +Έλληνας. + +170. Λέγουσι δε ότι ο Μίνως, κατά ζήτησιν του Δαιδάλου, ήλθεν +εις την Σικανίαν, την νυν Σικελίαν καλουμένην και εκεί απέθανε +βιαίω θανάτω. Μετά καιρόν δε οι Κρήτες, κατά παρακίνησιν θεού +τινος, όλοι πλην των Πολιχνιτών και των Πραισίων, πλεύσαντες +μετά μεγάλου στόλου κατά της Σικελίας, επολιόρκουν επί πέντε +έτη την πόλιν Καμικόν, την οποίαν εις τας ημέρας μου ενέμοντο +οι Ακραγαντίνοι. Τέλος μη δυνάμενοι μήτε να την κυριεύσωσι μήτε +να εξακολουθήσωσι την πολιορκίαν, ένεκα του επισυμβάντος λιμού, +την άφησαν και ανεχώρησαν. Ενώ δε πλέοντες έφθασαν εις την +Ιαπυγίαν, σφοδρά τρικυμία κατέλαβεν αυτούς και τους έρριψεν εις +την ξηράν. Επειδή δε τα πλοία των συνετρίβησαν και είδον ότι +δεν υπήρχε μέσον να επιστρέψωσιν εις την Κρήτην, έκτισαν την +πόλιν Υρίαν, εγκατεστάθησαν εκεί και αντί μεν Κρητών +μετωνομάσθησαν Ιάπυγες Μεσσάπιοι, αντί δε νησιωτών εγένοντο +ηπειρώται. Εκ της πόλεως ταύτης Υρίας πολλαί αποικίαι εξήλθον, +και πολύ μετά ταύτα οι Ταραντίνοι γενόμενοι εχθροί των, +επετέθησαν κατ' αυτών εις τοιούτον τρόπον ώστε ο φόνος ούτος +των Ελλήνων υπήρξεν ο μέγιστος εξ όσων ημείς γνωρίζομεν. Μόνοι +οι Ρηγίνοι οίτινες αναγκασθέντες υπό του Μικύθου του Χοίρου +ήλθον εις βοήθειαν των Ταραντίνων, απώλεσαν τρισχιλίους εις τον +πόλεμον τούτον· όσον δ' αφορά αυτούς τους Ταραντίνους, ο +αριθμός αυτών ήτο άπειρος. Ο δε Μίκυθος ούτος, υπηρέτης ων του +Αναξιλάου, είχε μείνει επίτροπος εις το Ρήγιον. Ούτος δε είναι +όστις διωχθείς εκ του Ρηγίου και κατοικήσας εις την Τεγέαν της +Αρκαδίας, αφιέρωσεν εις την Ολυμπίαν πολλούς ανδριάντας. + +171. Αλλά τα μεν κατά Ρηγίνους και Ταραντίνους ετέθησαν εν +παρενθέσει εις την διήγησίν μου· εις δε την Κρήτην ερημωθείσαν, +ως λέγουσιν οι Πραίσιοι, ήλθον και κατώκησαν άλλοι άνθρωποι, +και προ πάντων Έλληνες. Τρεις γενεάς μετά τον θάνατον του +Μίνωος συνέβησαν τα Τρωικά, εις τα οποία οι Κρήτες εφάνησαν +ουχί ευκαταφρόνητοι βοηθοί του Μενελάου. Αλλ' ένεκα της +βοηθείας ταύτης, κατά την επιστροφήν των εκ της Τρωάδος, +ενέσκηψεν εις αυτούς και εις τα ποίμνιά των λιμός και λοιμός, +ώστε ερημωθείσης της Κρήτης το δεύτερον, οι σήμερον νεμόμενοι +αυτήν Κρήτες είναι ο τρίτος λαός όστις κατώκησεν εις αυτήν μετά +των επιζησάντων. Ταύτα λοιπόν υπομνήσασα η Πυθία, εμπόδισε τους +βουλομένους να βοηθήσωσι τους Έλληνας. + +172. Οι δε Θεσσαλοί κατ' αρχάς εμήδισαν εξ ανάγκης, αλλ' ως +έδειξαν σαφώς, δεν τοις ήρεσκον αι μηχανορραφίαι των Αλευαδών· +καθότι άμα έμαθον ότι ο Πέρσης έμελλε να διαβή εις την Ευρώπην, +έπεμψαν εις τον Ισθμόν κήρυκας. Ήσαν δε συνηθροισμένοι εις τον +Ισθμόν άνθρωποι εκλελεγμένοι από των πόλεων όσαι επεθύμουν την +σωτηρίαν της Ελλάδος. Φθάσαντες δε οι πρέσβεις των Θεσσαλών και +παρουσιασθέντες εις αυτούς έλεγον τα εξής· «Άνδρες Έλληνες, +πρέπει να φυλάξωμεν το στενόν του Ολύμπου διά να ήναι εν σκέπη +του πολέμου η Θεσσαλία και όλη η Ελλάς. ημείς είμεθα πρόθυμοι +να συνεργήσωμεν εις τούτο, αλλά πρέπει και ημείς να πέμψητε +στρατόν πολύν. Εάν δεν πέμψητε, μάθετε ότι θα συμβιβασθώμεν +μετά του Πέρσου, καθότι ευρισκόμενοι τοσούτον έμπροσθεν της +άλλης Ελλάδος, δεν πρέπει να απολεσθώμεν μόνοι διά σας. Εάν δεν +μας βοηθήσητε, ουδεμίαν υποχρέωσιν δύνασθε να μας επιβάλητε, +διότι ουδεμία υποχρέωσις υπερισχύει της αδυναμίας, και επομένως +ημείς αυτοί θα φροντίσωμεν να εύρωμεν σωτηρίαν τινά.» Ταύτα +είπον οι Θεσσαλοί. + +173. Οι δε Έλληνες ακούσαντες ταύτα απεφάσισαν να πέμψωσι διά +θαλάσσης εις την Θεσσαλίαν πεζόν στρατόν διά να φυλάξη το +στενόν. Αφού δε συνελέγη ο στρατός, έπλευσε διά του Ευρίπου και +φθάσας εις την Άλον της Αχαΐας απέβη εκ των πλοίων και +επορεύετο προς την Θεσσαλίαν, αφήσας αυτού τα πλοία. Έφθασε δε +εις τα Τέμπη, όπου ευρίσκεται το στενόν το οποίον από την κάτω +Μακεδονίαν φέρει εις Θεσσαλίαν, κατά μήκος του Πηνειού, μεταξύ +Ολύμπου και Όσσης. Ενταύθα εστρατοπεδεύσαντο μυρίοι οπλίται +Έλληνες και οι ιππείς των Θεσσαλών. Εστρατήγει δε των μεν +Λακεδαιμονίων ο Ευαίνετος του Καρήνου εκλεχθείς υπό των +πολεμάρχων, μη ων όμως εκ γένους βασιλικού, των δε Αθηναίων ο +Θεμιστοκλής του Νεοκλέους. Ολίγας ημέρας έμειναν εκεί, καθότι +ελθόντες απεσταλμένοι εκ μέρους του Μακεδόνος Αλεξάνδρου του +Αμύντου, τους συνεβούλευσαν να αναχωρήσωσι διά να μη +καταπατηθώσιν υπό του επερχομένου στρατού εάν μείνωσιν εις το +στενόν· τοις έλεγον δε το πλήθος του στρατού και των πλοίων. +Αφού οι απεσταλμένοι συνεβούλευσαν ταύτα, κρίνοντες οι Έλληνες +ότι η συμβουλή αύτη ήτο προς καλόν των και ότι ο Μακεδών +εφαίνετο εύνους προς αυτούς επείσθησαν· ως εγώ νομίζω, έπεισεν +αυτούς ο φόβος, διότι έμαθον ότι κατά την άνω Μακεδονίαν, διά +των Περραιβών και κατά την πόλιν Γόννον, υπήρχε και άλλο στενόν +εις την Θεσσαλίαν, εκείνο διά του οποίου τωόντι εισήλθεν η +στρατιά του Ξέρξου. Όθεν καταβάντες οι Έλληνες εις τα πλοία +επέστρεψαν εις τον Ισθμόν. + +174. Τοιαύτη υπήρξεν η εις την Θεσσαλίαν στρατεία, ότε ο +βασιλεύς, έμελλε να διαβή εκ της Ασίας εις την Ευρώπην και ήτο +ήδη εις την Άβυδον. Οι δε Θεσσαλοί μείναντες άνευ συμμάχων, +εμήδισαν τότε προθύμως χωρίς πλέον να διστάσωσι και εφάνησαν +πράγματι χρησιμώτατοι εις τον βασιλέα. + +175. Οι δε Έλληνες επιστρέψαντες εις τον Ισθμόν συνεσκέφθησαν +περί εκείνων τα οποία τοις εμήνυσεν ο Αλέξανδρος και περί του +μέρους όπου έπρεπε να συγκροτήσωσι τον πόλεμον. Η υπερισχύσασα +γνώμη ήτο να φυλάξωσι το στενόν των Θερμοπυλών, διότι εφαίνετο +ότι ήτο στενώτερον του εν Θεσσαλία και πλησιέστερον εις την +χώραν των. Την δε ατραπόν διά της οποίας απώλοντο οι εν +Θερμοπύλαις απολεσθέντες Έλληνες ούτε ήξευρον ότι υπήρχε μέχρις +ου ελθόντες εις τας Θερμοπύλας το έμαθον από τους Τραχινίους. +Απεφάσισαν λοιπόν εις τον Ισθμόν να φυλάξωσι το στενόν τούτο +και να μη αφήσωσι τον βάρβαρον να εισέλθη εις την Ελλάδα, ο δε +ναυτικός στρατός να πλεύση εις το Αρτεμίσιον της Ιστιαιήτιδος +χώρας· διότι αι Θερμοπύλαι και το Αρτεμίσιον τόσον είναι +πλησίον αλλήλων, ώστε ευκόλως ο είς στρατός ηδύνατο να έχη +ειδήσεις περί του άλλου. Ο δε χώροι ούτοι έχουσιν ως εξής. + +176. Πρώτον μεν το Αρτεμίσιον από το μέρος του Θρακικού +πελάγους, ον πλατύ κατ' ολίγον στενεύει και σχηματίζει τον +μεταξύ της νήσου Σκιάθου και της ηπείρου της Μαγνησίας πόρον· +εκ δε του στενού τούτου, διαδέχεται το Αρτεμίσιον αιγιαλός της +Ευβοίας όπου είναι ιερόν της Αρτέμιδος. Δεύτερον, η είσοδος εις +την Ελλάδα, διά της Τραχίνος, κατά το στενώτατον αυτής μέρος +είναι ήμισυ πλέθρον· πλην τούτο δεν είναι το στενώτατον μέρος, +καθότι υπάρχουσιν άλλα πολύ στενώτερα, ως το έμπροσθεν και το +όπισθεν των Θερμοπυλών. Όπισθεν μεν, προς τους Αλπηνούς, δεν +υπάρχει θέσις ειμή δι' έν μόνον άρμα· έμπροσθεν δε, προς τον +Φοίνικα ποταμόν και πλησίον της πόλεως Ανθηλής, όπου πάλιν ο +δρόμος είναι διά μίαν μόνην άμαξαν. Των δε Θερμοπυλών, το μεν +προς δυσμάς μέρος είναι όρος υψηλόν, απρόσιτον και κρημνώδες, +οψούμενον μέχρι τις Οίτης· το δε προς ανατολάς είναι θάλασσα +και τενάγη· εις δε την είσοδον ταύτην υπάρχουσι θερμά λουτρά τα +οποία οι επιχώριοι καλούσι Χύτιους και όπου είναι ιδρυμένος +βωμός του Ηρακλέους. Η δίοδος αύτη κλείεται διά τείχους και εις +την αρχαιότητα ήσαν και πύλαι. Το τείχος τούτο έκτισαν οι +Φωκείς φοβηθέντες, όταν οι Θεσσαλοί ήλθον εκ της χώρας των +Θεσπρωτών διά να κατοικήσωσι την Αιολίδα γην την οποίαν +κατέχουσι σήμερον. Επειδή δε οι Θεσσαλοί προσεπάθουν να τους +υποτάξωσιν, οι Φωκείς έκτισαν τούτο χάριν προφυλάξεως. Τότε +άφησαν το θερμόν ύδωρ εις την είσοδον διά να πλημμυρίση το +μέρος εκείνο, τα πάντα μηχανώμεναι διά να μη εισβάλωσιν οι +Θεσσαλοί εις την χώραν των. Το μεν τείχος λοιπόν το αρχαίον ήτο +εκ παλαιού εκτισμένον, και το πλέον αυτού ήδη υπό του χρόνου +είχε καταρρεύσει· τότε δε απεφάσισαν οι Έλληνες να το +ανοικοδομήσωσι και εκεί να υπερασπίσωσι την Ελλάδα κατά του +βαρβάρου. Πλησιέστατα δε της οδού ταύτης υπάρχει κώμη τις +καλουμένη Αλπηνοί· εκ ταύτης της κώμης εσκέπτοντο οι Έλληνες να +λαμβάνωσι τας αναγκαίας τροφάς. + +177. Ούτοι λοιπόν οι χώροι εφαίνοντο εις τους Έλληνας ότι ήσαν +επιτήδειοι, καθότι προϊδόντες όλα και υπολογίσαντες ότι οι +βάρβαροι δεν θα δυνηθώσι να μεταχειρισθώσιν εις το στενόν ούτε +πλήθος ούτε ιππικόν, απεφάσισαν να δεχθώσιν εκεί τον +επερχόμενον κατά της Ελλάδος στρατόν. Όθεν, άμα έμαθον ότι ο +Πέρσης ήτο εις την Πιερίαν, διαλυθέντες εκ του Ισθμού μετέβησαν +άλλοι μεν διά ξηράς εις τας Θερμοπύλας, άλλοι δε διά θαλάσσης +εις το Αρτεμίσιον. + +178. Ενώ οι Έλληνες έσπευδον προς άμυναν εις τα δύο ταύτα μέρη, +οι Δελφοί κατά το διάστημα τούτο εζήτουν χρησμόν παρά του θεού, +φοβηθέντες δι' εαυτούς και διά την Ελλάδα· τοις εδόθη δε +χρησμός να προσευχηθώσιν εις τους ανέμους, καθότι αυτοί έμελλον +να γίνωσι μεγάλοι σύμμαχοι της Ελλάδος. Όθεν οι Δελφοί αφού +ήκουσαν τον χρησμόν πρώτον μεν ανήγγειλον τα χρησθέντα εις τους +Έλληνας τους θέλοντας να ώσιν ελεύθεροι, και αναγγείλαντες +ταύτα καθ' ην στιγμήν οι Έλληνες ήσαν έμπλεοι φόβου διά τον +βάρβαρον, εγένοντο άξιοι αιωνίας ευγνωμοσύνης. Μετά ταύτα δε οι +Δελφοί στήσαντες βωμόν εις τους ανέμους, ου μακράν του τεμένους +της Θυίας, θυγατρός του Κηφισσού, εξ ης έλαβε το όνομα η χώρα, +εξιλέωναν αυτούς διά θυσιών. Και οι μεν Δελφοί ένεκα του +χρησμού τούτου προσεύχονται μέχρι σήμερον ες τους ανέμους. + +179. Ο δε ναυτικός στρατός του Ξέρξου κινήσας εκ της Θέρμης +προεξέπεμψε δέκα ταχυπλοώτατα πλοία εις την Σκίαθον όπου ως +προφύλακες εστάθμευον τρία Ελληνικά· έν Τροιζήνιον, έν +Αιγινητικόν, και έν Αττικόν. Οι δε επί των τριών τούτων πλοίων, +άμα είδον τα πλοία των βαρβάρων, ώρμησαν εις φυγήν. + +180. Και το μεν Τροιζήνιον, του οποίου πλοίαρχος ήτο ο +Πρηξίνος, διώξαντες εκυρίευσαν οι βάρβαροι αμέσως· άμα δε +εγένοντο κύριοι αυτού, αγαγόντες εις την πρώραν τον ωραιότατον +των επιβατών έσφαξαν αυτόν, θεωρούντες ως αίσιον οιωνόν να +θυσιάσωσι τον πρώτον και ωραιότατον των Ελλήνων τους οποίους +συνέλαβον. Το όνομα δε του θυσιασθέντος ήτο Λέων· ώστε ίσως και +το όνομα συνέτρεξε κατά τι εις την δυστυχίαν του. + +181. Η δε Αιγιναία ναυς της οποίας τριήραρχος ήτο ο Ασωνίδης, +αύτη επροξένησεν εις τους βαρβάρους κόπον τινά, καθότι εντός +αύτης ήτο ο Πύθης του Ισχενόου, ανήρ όστις την ημέραν εκείνην +εφάνη ανδρειότατος. Ο Πύθης ούτος ενώ εκυριεύθη πλέον η ναυς, +αντείχε μαχόμενος μέχρις ου κατεκρεουργήθη. Επειδή δε πεσών δεν +απέθανεν αλλ' ανέπνεεν εισέτι, οι Πέρσαι οίτινες ήσαν εις τα +πλοία, θαυμάσαντες την ανδρίαν του, εφιλοτιμήθησαν να τον +περιποιηθώσιν ιατρεύοντες τας πληγάς του με σμύρναν και +τυλίσσοντες αυτάς με λωρία εκ βύσσου. Και ότε επέστρεψαν εις το +στρατόπεδον, επεδείκνυον αυτόν ως ον έκτακτον εις όλον τον +στρατόν και τω εδείκνυον μέγα σέβας, ενώ τους άλλους όσους +συνέλαβον εις το πλοίον εκείνο, τους μετεχειρίζοντο ως +ανδράποδα. + +182. Τα μεν δύο των πλοίων τοιουτοτρόπως εκυριεύθησαν· το δε +τρίτον το οποίον εκυβέρνα ο Αθηναίος Φόρμιος, φεύγον εξώκειλεν +εις τας εκβολάς του Πηνειού· και το μεν σκάφος εκυρίευσαν οι +βάρβαροι, τους δε ανθρώπους όχι· καθότι άμα έρριψαν έξω το +πλοίον οι Αθηναίοι, πηδήσαντες εις την ξηράν επορεύθησαν διά +της Θεσσαλίας εις τας Αθήνας. Οι δε εις το Αρτεμίσιον +εστρατοπεδευμένοι Έλληνες μαθόντες ταύτα εκ των πυρών των +αναφθέντων εις την Σκίαθον και καταφοβηθέντες, άφησαν +ημεροσκόπους εις τα υψηλά της Ευβοίας και έπλευσαν εις την +Χαλκίδα διά να φυλάξωσι τον Εύριπον. + +183. Εκ δε των δέκα πλοίων των βαρβάρων τρία επλησίασαν τον +σκόπελον όστις υπάρχει μεταξύ Σκιάθου και Μαγνησίας και όστις +καλείται Μύρμηξ. Ενταύθα οι βάρβαροι έστησαν στήλην λιθίνην την +οποίαν είχον κομίσει. Τούτου δε γενομένου, ο εκ της Θέρμης +κινήσας στόλος, μη έχων άλλο εμπόδιον να φοβηθή, έπλευσεν αφού +αφήκε να παρέλθωσιν ένδεκα ημέραι από της αναχωρήσεως του +Ξέρξου εκ της Θέρμης. Τον δε σκόπελον όστις ήτο εις το μέσον +του στενού έδειξεν εις αυτούς ο Πάμμων ο Σκύριος. Πλεύσαντες δε +όλην την ημέραν οι βάρβαροι έφθασαν εις το ακρωτήριον της +Μαγνησίας Σηπιάδα και εις τον αιγιαλόν όστις είναι μεταξύ της +Σηπιάδος και της πόλεως Κασθαναίας. + +184. Μέχρι του μέρους τούτου και μέχρι των Θερμοπυλών ο στρατός +των βαρβάρων ουδέν κακόν έπαθε, και την στιγμήν ταύτην ακόμη, +κατά τον υπολογισμόν μου, ο αριθμός των πολεμιστών ήτο ο εξής. +Επί των χιλίων διακοσίων επτά πλοίων της Ασίας, υπήρχον +αρχήθεν, εξ όλων των εθνών, εικοσιτέσσαρες μυριάδες και χίλιοι +τετρακόσιοι άνδρες, εάν υπολογίσωμεν διακόσιους εις έκαστον +πλοίον. Εκτός δε του επιχωρίου πληρώματος, υπήρχον εις έκαστον +των πλοίων τούτων τριάκοντα Πέρσαι, Μήδοι ή Σάκαι. Ούτος δε ο +άλλος όμιλος αποτελεί τριάκοντα έξ χιλιάδας και διακοσίους δέκα +άνδρας. Εις τούτους και εις τους πρώτους προσθέτω ακόμη και +εκείνους οίτινες ήσαν εις τας πεντηκοντόρους, ογδοήκοντα άνδρας +κατά μέσον όρον εις εκάστην πεντηκόντορον. Τοιαύτα δε πλοία, ως +είπα προηγουμένως, συνελέχθησαν τρισχίλια και εν αυτοίς θα ήσαν +περίπου διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες άνδρες. Ώστε το όλον +των εκ της Ασίας ναυτικών δυνάμεων ανέβαινεν εις πεντακοσίας +δεκαεπτά χιλιάδας και εξακοσίους δέκα άνδρας· του δε πεζού ο +αριθμός ανέβαινεν εις έν εκατομμύριον και επτακοσίας χιλιάδας· +των δε ιππέων εις ογδοήκοντα χιλιάδας. Εις τούτους τους +αριθμούς πρέπει να ενώσωμεν τους Αραβίους με τας καμήλους και +τους Λίβυας με τα άρματα, το πλήθος των οποίων ήτο είκοσι +χιλιάδες. Ώστε εάν προσθέσωμεν τας δυνάμεις της ξηράς και της +θαλάσσης, έχομεν εν όλοις δύο εκατομμύρια τριακοσίας δεκαεπτά +χιλιάδας και εξακοσίους δέκα άνδρας. Ούτος ήτο ο στρατός όστις +εκίνησεν εξ αυτής της Ασίας, χωρίς να συμπεριλάβωμεν τους +ακολουθούντας υπηρέτας και τα σιταγωγά πλοία και τους ναύτας +αυτών. + +185. Εις όλον τούτον τον απαριθμηθέντα στρατόν πρέπει να +προσθέσωμεν ακόμη και όσον έλαβον εκ της Ευρώπης, περί του +οποίου όμως μόνον κατ' εικασίαν δύναμαι να ομιλήσω. Πλοία μεν +οι Έλληνες της Θράκης και των πλησίον αυτής νήσων έδοσαν εκατόν +είκοσιν· εκ τούτων λοιπόν των πλοίων εκ μεν άνδρας +εικοσιτέσσαρας χιλιάδας. Πεζόν δε, όσον έδοσαν οι Θράκες, οι +Παίονες, οι Εορδοί, οι Βοττινίοι, το Χαλκιδικόν γένος, οι +Βρύγοι, οι Πίερες, οι Μακεδόνες, οι Περραιβοί, οι Αινιάνες, οι +Δόλοπες, οι Μάγνητες, οι Αχαιοί και όσοι νέμονται τα Θρακικά +παράλια, όλων των εθνών τούτων το πεζόν νομίζω ότι ήτο +τριακόσιοι χιλιάδες. Ο αριθμός ούτος προστιθέμενος εις τον της +Ασίας, δίδει ολικόν ποσόν δύο εκατομμύρια εξακοσίας +τεσσαράκοντα μίαν χιλιάδας και εξακοσίους δέκα πολεμιστάς. + +186. Τοσούτου όντος του αριθμού των μαχίμων ανδρών, νομίζω ότι +οι ακολουθούντες τον στρατόν υπηρέται και όσοι ήσαν εις τα +σιταγωγά ακάτια, και μάλιστα οι εις τα άλλα πλοία, ούτοι δεν +νομίζω να ήσαν ολιγώτεροι των μαχίμων, αλλά περισσότεροι· +μολοντούτο υποθέτω ότι ήσαν ίσοι μ' εκείνους, και ούτε +ολιγώτεροι ούτε περισσότεροι. Εξισούμενοι λοιπόν με τους +μαχίμους, απαρτίζουσιν ίσας μυριάδας με εκείνους και +τοιουτοτρόπως όλος ο στρατός τον οποίον ο Ξέρξης του Δαρείου +έφερεν εις την Σηπιάδα και τας Θερμοπύλας είναι πέντε +εκατομμύρια διακόσιαι ογδοήκοντα τρεις χιλιάδες και διακόσιοι +είκοσι άνδρες. + +187. Ούτος μεν είναι ο αριθμός σύμπαντος του στρατού του +Ξέρξου· των δε αρτοποιών γυναικών, των παλλακών και των +ευνούχων ουδείς δύναται να προσδιορίση τον αριθμόν ακριβώς. +Ούτε των υποζυγίων και άλλων κτηνών αχθοφόρων και των Ινδικών +κυνών των ακολουθούντων τον στρατόν, ούτε τούτων δύναταί τις να +προσδιορίση τον αριθμόν, διότι ήσαν άπειροι. Ουδόλως λοιπόν +θαυμάζω εάν δεν εξήρκεσαν εις αυτούς τα ύδατα ποταμών τινων, +αλλά μάλλον θαυμάζω πώς ήρκεσαν αι τροφαί εις τοσαύτας +μυριάδας· διότι υπολογίζων ευρίσκω ότι, εάν έκαστος ελάμβανεν +ένα χοίνικα σίτου την ημέραν και ουχί πλειότερον, η καθημερνή +κατανάλωσις θα ήτο εκατόν δέκα χιλιάδες και τριακόσιοι +τεσσαράκοντα μέδιμνοι, και δεν υπολογίζω την τροφήν των +γυναικών, των ευνούχων, των κυνών και των υποζυγίων. Μεταξύ δε +τόσων μυριάδων ανθρώπων ουδείς διά το κάλλος και το μέγα +ανάστημα ήτο αξιώτερος του Ξέρξου να έχη το απόλυτον κράτος. + +188. Αφού δε ο ναυτικός στρατός κινήσας έπλευσε και προσήγγισεν +εις τον αιγιαλόν της Μαγνησίας χώρας όστις είναι μεταξύ της +πόλεως Κασθαναίας και της ακτής Σηπιάδος, τα μεν πρώτα των +πλοίων εδέθησαν πλησίον της ξηράς, τα δε άλλα έμειναν επί των +αγκυρών των. Επειδή δε ο αιγιαλός δεν είχεν έκτασιν, τα πλοία +εστάθμευσαν κλιμακηδόν, ανά οκτώ εις εκάστην σειράν. Και +εκείνην μεν την νύκτα έμειναν εκεί· άμα δε τω όρθρω, ενώ ήτο +αιθρία και νηνεμία, αίφνης εγένετο αναβρασμός της θαλάσσης και +επέπεσε κατά των Περσών τρικυμία βιαία και πολύς άνεμος +απηλιώτης, τον οποίον οι περί ταύτα τα μέρη κατοικούντες +καλούσιν Ελλησποντίαν. Όσοι λοιπόν εξ αυτών προείδον την +αύξησιν του ανέμου και η θέσις εις ην ήσαν αγκυροβολημένοι το +συνεχώρει, προέλαβον τα αποτελέσματα της τρικυμίας και είλκυσαν +τα πλοία εις την ξηράν, ώστε και αυτοί εσώθησαν και τα πλοία +των. Όσα δε πλοία κατέλαβεν η τρικυμία εις το πέλαγος, άλλα μεν +ήρπασε και έρριψεν εις τους καλουμένους Ιπνούς του Πηλίου +όρους, άλλα δε εκεί εις τον αιγιαλόν. Τινά συνετρίβησαν περί +αυτήν την Σηπιάδα, άλλα δε εξέβρασεν η θάλασσα εις την πόλιν +Μελίβοιαν και άλλα εις την Κασθαναίαν. Ήτο δε η ορμή του ανέμου +αφόρητος. + +189. Διηγούνται ότι οι Αθηναίοι κατά χρησμόν τινα επεκαλέσαντο +τον Βορέαν· καθότι, πλην των προηγουμένων χρησμών, τοις είχεν +έλθει και χρησμός να επικαλεσθώσι τον γαμβρόν των. Ο δε Βορέας, +ως λέγουσιν οι Έλληνες, έχει γυναίκα Αττικήν, την Ωρείθυιαν, +θυγατέρα του Ερεχθέως. Ένεκα λοιπόν της επιγαμίας ταύτης οι +Αθηναίοι, άμα ήκουσαν τον χρησμόν, ενθυμήθησαν ότι γαμβρός των +ήτο ο Βορέας. Εναυλόχουν δε τότε εις την Χαλκίδα της Ευβοίας· +όθεν άμα είδον αυξάνουσαν την τρικυμίαν, ή και προ αυτής, +έκαμον θυσίαν και επεκαλούντο τον Βορέαν και την Ωρείθυιαν να +τους βοηθήσωσι και να καταστρέψωσι τα πλοία των βαρβάρων, ως τα +είχον καταστρέψει προηγουμένως περί τον Άθωνα. Εάν μεν διά την +αιτίαν ταύτην επέπεσεν ο Βορέας εις τους σταθμεύοντας +βαρβάρους, δεν δύναμαι να βεβαιώσω· λέγουσιν όμως οι Αθηναίοι +ότι γενόμενος πρότερον βοηθός των τους εβοήθησε και εις εκείνην +την περίστασιν. Διά τούτο, αφού ανεχώρησαν εκείθεν, ήγειραν +ιερόν εις τον Βορέαν παρά τας όχθας του ποταμού Ιλισσού. + +190. Εις ταύτην την συμφοράν, κατ' εκείνους οίτινες λέγουσι το +ολιγώτατον, κατεστράφησαν πλοία ουχί ολιγώτερα των τετρακοσίων +και άνθρωποι αναρίθμητοι. Τόση δε αφθονία πραγμάτων εχάθη ώστε +εκ του ναυαγίου εκείνου ωφελήθη μεγάλως Μάγνης τις, ο +Αμεινοκλής του Κρητίνου, έχων κτήματα περί την Σηπιάδα. Ούτος +συνήθροισε πολλά ποτήρια χρυσά και αργυρά τα οποία ύστερον +ερρίφθησαν εις το παράλιον, και εύρε θησαυρούς των Περσών και +άλλα χρυσά αντικείμενα άπειρα. Και ούτος μεν εκ των ευρημάτων +τούτων εγένετο πλουσιώτατος, μολονότι κατά τα άλλα δεν ήτο +ευτυχής, καθότι συμφορά απαραμύθητος τον έθλιβεν ο φόνος του +υιού του. + +191. Τας δε σιταγωγούς ολκάδας και τα άλλα πλοιάρια ούτε να +αριθμήση τις δύναται. Ώστε φοβηθέντες οι στρατηγοί του ναυτικού +στρατού μήπως επιτεθώσι κατ' αυτών οι Θεσσαλοί εις τοιαύτην +κατάστασιν, περιεκυκλώθησαν με υψηλόν πρόφραγμα κατασκευασθέν +εκ των ναυαγίων. Η τρικυμία διήρκεσεν ημέρας τρεις· τέλος οι +μάγοι προσέφεραν θυσίας εις τον άνεμον και έκραξαν προς αυτόν +γοερώς· προσέτι δε θυσιάσαντες εις την Θέτιδα και εις τας +Νηρηίδας, τον έπαυσαν την τετάρτην ημέραν, ή και απλώς αφ' +εαυτού εκόπασεν. Εθυσίασαν δε εις την Θέτιδα, καθότι έμαθον από +τους Ίωνας ότι εκ του μέρους εκείνου ήρπασεν αυτήν ο Πηλεύς και +ότι όλη η ακτή της Σηπιάδος ήτο εκείνης και των άλλων Νηρηίδων. +Ο μεν άνεμος λοιπόν έπαυσε την τετάρτην ημέραν. + +192. Την δε δευτέραν ημέραν της τρικυμίας οι ημεροσκόποι της +Ευβοίας έδραμον να αναγγείλωσιν εις τους Έλληνας τα συμβάντα +και τας καταστροφάς της τρικυμίας αφότου ήρχισεν αύτη. Ούτοι δε +άμα ήκουσαν τούτο ευχηθέντες εις τον Ποσειδώνα σωτήρα και +χύσαντες σπονδάς, έσπευσαν τάχιστα να επιστρέψωσιν εις το +Αρτεμίσιον, ελπίζοντες ότι ολίγιστα μόνον εχθρικά πλοία θα +εύρισκον εκεί. Οι μεν Έλληνες λοιπόν ελθόντες το δεύτερον περί +το Αρτεμίσιον εναυλόχουν, έκτοτε λαβόντες την μέχρι σήμερον +διατηρουμένην συνήθειαν να καλώσι σωτήρα τον Ποσειδώνα. + +193. Οι δε βάρβαροι αφού έπαυσεν ο άνεμος και τα κύματα +έστρωσαν, καταβιβάσαντες τα πλοία έπλεον παρά την ήπειρον· +κάμψαντες δε το ακρωτήριον της Μαγνησίας, έπλεον κατ' ευθείαν +προς τον κόλπον όστις φέρει εις τας Παγασάς. Είναι δε εις τον +κόλπον τούτον της Μαγνησίας μέρος τι όπου λέγουσιν ότι +εγκατέλιπον τον Ηρακλέα ο Ιάσων και οι άλλοι αργοναύται, +πέμψαντες αυτόν να φέρη ύδωρ, ότε έπλεον διά το χρυσούν δέρας +εις την Αίαν της Κολχίδος· καθότι εντεύθεν έμελλον να +προμηθευθώσιν ύδωρ και να εξέλθωσιν εις το πέλαγος. Ένεκα του +γεγονότος τούτου το μέρος εκείνο καλείται Αφεταί, και εκεί +ωρμίσθησαν τα πλοία του Ξέρξου. + +194. Δεκαπέντε εκ των πλοίων τούτων, τα οποία έτυχον να +αναχθώσιν ύστερον των άλλων, παρετήρησαν τα πλοία των Ελλήνων +εις το Αρτεμίσιον. Νομίσαντες δε οι βάρβαροι ότι ήσαν ιδικά +των, διευθύνθησαν προς το μέρος εκείνο και έπεσαν εις το μέσον +του εχθρικού στόλου. Των δεκαπέντε εκείνων πλοίων εστρατήγει ο +εκ της Αιολικής Κύμης ύπαρχος Σανδώκης του Θαμασίου, τον οποίον +όντα εκ των βασιλικών δικαστών, ο βασιλεύς Δαρείος συνέλαβε και +ανεσταύρωσε διά την εξής αιτίαν· ο Σανδώκης, δωροδοκηθείς, +εδίκασε δίκην άδικον. Ήτο δε ήδη ο Σανδώκης επί του σταυρού, +ότε ο Δαρείος σκεπτόμενος εύρεν ότι αι προς τον βασιλικόν οίκον +εκδουλεύσεις του ήσαν πλειότεραι των σφαλμάτων του· ευρών δε +τούτο και ενοήσας ότι η απόφασίς του ήτο εσπευσμένη μάλλον ή +σοφή, διέταξε να τον απολύσωσι. Τοιουτοτρόπως ο Σανδώκης, +διαφυγών την οργήν του βασιλέως Δαρείου έζησεν· αλλ' ότε +επλησίασε με τα πλοία εις τους Έλληνας, δεν ήτο πεπρωμένον να +διαφύγη εκ δευτέρου· διότι οι Έλληνες, άμα τους είδον +πλησιάζοντας, εννοήσαντες το λάθος των, έπλευσαν εναντίον των +και τους συνέλαβον ευκόλως. + +195. Εις έν των πλοίων τούτων συνελήφθη ο Αρίδωλις, τύραννος +των εν Καρία Αλαβάνδων· εις έτερον δε ο Πάριος στρατηγός +Πενθύλος, υιός του Δημονόου, όστις είχε μεν δώδεκα πλοία ότε +εκίνησαν εκ της Πάφου, τα ένδεκα όμως απώλεσε κατά την +τρικυμίαν την συμβάσαν περί την Σηπιάδα, και με έν μόνον, το +περισωθέν, πλέων εις το Αρτεμίσιον συνελήφθη. Τούτους οι +Έλληνες, ερωτήσαντες και μαθόντες όσα ήθελον περί του στρατού +του Ξέρξου, έπεμψαν δεδεμένους εις τον ισθμόν της Κορίνθου. + +196. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός των βαρβάρων, πλην των δεκαπέντε +πλοίων των οποίων στρατηγός είπον ότι ήτο ο Σανδώκης, έφθασεν +εις τας Αφετάς. Ο δε Ξέρξης μετά του πεζού πορευθείς διά της +Θεσσαλίας και της Αχαΐας, έφθασε την τρίτην ημέραν εις τους +Μαλιείς. Εις την Θεσσαλίαν διέταξε να γίνη άμιλλα μεταξύ των +ίππων του και των της Θεσσαλίας, καθότι ήκουεν ότι οι +Θεσσαλικοί ίπποι εθεωρούντο ως οι άριστοι εις την Ελλάδα, και +εις ταύτην την δοκιμασίαν οι Ελληνικοί ίπποι εφάνησαν πολύ +κατώτεροι. Και εκ μεν των ποταμών της Θεσσαλίας μόνος ο +Ονόχωνος δεν εξήρκεσε διά να πίη ο στρατός· εκ δε των ποταμών +όσοι ρέουσιν εις την Αχαΐαν, ουδέ ο μέγιστος αυτών ο Απιδανός, +ουδέ ούτος εξήρκεσεν, ειμή μόλις και μετά βίας. + +197. Ότε δε έφθασεν ο Ξέρξης εις την Άλον της Αχαΐας, οι οδηγοί +θέλοντες να τον πληροφορήσωσι περί πάντων, τω διηγήθησαν +επιχωρίαν τινά παράδοσιν περί του ιερού του Λαφυστίου Διός· ότι +ο Αθάμας του Αιόλου συμφωνήσας με την Ινώ εμηχανεύθη τον +θάνατον του Φρίξου, και ότι μετά ταύτα κατά τινα χρησμόν οι +Αχαιοί επέβαλον εις τους απογόνους του Αθάμαντος τας εξής +δοκιμασίας· απηγόρευσαν εις τον πρωτότοκον της οικογενείας +ταύτης να εισέρχεται εις το πρυτανείον φυλάσσοντες επιμελώς την +είσοδον αυτού (καλούσι δε το πρυτανείον οι Αχαιοί λήιτον). Εάν +δε τολμήση και εισέλθη, να μη εξέρχεται ειμή διά να θανατωθή. +Οι οδηγοί προσέθετον ότι πολλοί από τους κινδυνεύοντας τούτους +να θανατωθώσι, φοβηθέντες έφυγον εις άλλην χώραν· επειδή δε με +τον καιρόν επέστρεψαν, πάλιν ο νόμος φυλάττεται, και όστις +συλληφθή ότι εισήλθεν εις το πρυτανείον, τον στολίζουσιν όλον +με ταινίας και τον θυσιάζουσιν, εξάγοντες αυτόν μετά πομπής. +Εις την αυτήν δε ποινήν κατεδικάσθησαν και οι απόγονοι του +Κυτισσώρου, υιού του Φρίξου· καθότι ετοιμαζομένων κατά χρησμόν +τινα των Αχαιών να κάμωσιν εξιλαστήριον θυσίαν προς καθαρισμόν +της χώρας και μελλόντων να θυσιάσωσι τον Αθάμαντα του Αιόλου, +φθάσας ο Κυτίσσωρος ούτος εκ της Αίας της Κολχίδος, τον έσωσε. +Διά ταύτης δε της πράξεως επέσυρεν εις τους απογόνους του την +οργήν των θεών. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης, όταν ήλθε πλησίον του +άλσους, και αυτός απέφυγε να εισέλθη εις αυτό, και εις τον +στρατόν όλον παρήγγειλε τα ίδια· εσεβάσθη δε ομοίως την οικίαν +και το τέμενος των απογόνων του Αθάμαντος. + +198. Ταύτα μεν τα εν Θεσσαλία και τα εν Αχαΐα· εκ τούτων δε των +επαρχιών ο βασιλεύς μετέβη εις την Μαλίδα, ακολουθών τα άκρα +κόλπου τινός όπου καθ' ημέραν γίνεται παλίρροια. Περί τον +κόλπον τούτον εκτείνεται πεδιάς οτέ μεν πλατεία, οτέ δε +στενωτάτη, περικυκλουμένη υπό ορέων υψηλών και αβάτων, τα οποία +περικλείουσιν όλην την Μαλίδα γην και καλούνται Τραχίνιαι +πέτραι. Όταν έρχεται τις εκ της Αχαΐας εις τον κόλπον, η πρώτη +πόλις είναι η Αντικύρα, πλησίον της οποίας ο ποταμός Σπερχειός, +ρέων εκ των Αινιάνων, χύνεται εις την θάλασσαν. Είκοσι περίπου +στάδια μακράν αυτού είναι άλλος ποταμός, ο Δύρας, όστις ως +λέγουσιν ανεφάνη διά να βοηθήση τον Ηρακλέα καιόμενον. Μετά +άλλα δε είκοσι στάδια απ' αυτού είναι άλλος ποταμός όστις +καλείται Μέλας. + +199. Η δε πόλις Τραχίς απέχει από του Μέλανος τούτου ποταμού +πέντε στάδια· είναι δε εκτισμένη επί του πλατυτάτου μέρους όλης +της χώρας, μεταξύ των ορέων και της θαλάσσης· καθότι η πεδιάς +είναι είκοσι δύο χιλιάδων πλέθρων. Τα δε όρη τα οποία +περικλείουσι την Τραχινίαν γην έχουσι προς μεσημβρίαν της +Τραχίνος διασφάγα, διά δε της διασφάγος ρέει ο ποταμός Ασωπός +παρά τους πρόποδας του όρους. + +200. Προς μεσημβρίαν του Ασωπού υπάρχει και άλλος ποταμός όχι +μέγας, ο Φοίνιξ, όστις καταβαίνων εκ των ορέων τούτων χύνεται +εις τον Ασωπόν. Κατά το μέρος τούτου του Φοίνικος ποταμού η +δίοδος είναι στενωτάτη, και μόνον μία άμαξα δύναται να διέλθη +δι' αυτής. Από δε του Φοίνικος ποταμού εις τας Θερμοπύλας είναι +στάδια δεκαπέντε· και εις μεταξύ του Φοίνικος ποταμού και των +Θερμοπυλών είναι κώμη καλουμένη Ανθήλη, πλησίον της οποίας ρέων +ο Ασωπός χύνεται εις την θάλασσαν. Περί αυτήν ο χώρος +ευρύνεται, και εκεί υπάρχει ναός της Αμφκτυονίδος Δήμητρος και +έδραι διά τους Αμφικτύονας, και ιερόν αυτού του Αμφικτύονος. + +201. Ο μεν βασιλεύς Ξέρξης είχε το στρατόπεδόν του εις την +Μαλίδα της Τραχινίας, οι δε Έλληνες εις το στενόν. Καλείται δε +ο χώρος ούτος υπό μεν των περισσοτέρων Ελλήνων Θερμοπύλαι, υπό +δε των επιχωρίων και των περιοίκων Πύλαι. Εις ταύτα τα μέρη +ήσαν εστρατοπεδευμένοι οι δύο στρατοί. Είχον δε ο μεν βασιλεύς +τα προς βοράν μέρη όλα μέχρι της Τραχίνος, οι δε Έλληνες τα +προς νότον και μεσημβρίαν της ηπείρου ταύτης. + +202. Οι Έλληνες δε οίτινες περιέμενον τον Ξέρξην εις τούτο το +μέρος, ήσαν οι εξής· εκ των Σπαρτιατών τριακόσιοι οπλίται· εκ +των Τεγεατών και Μαντινέων χίλιοι, ήτοι πεντακόσιοι εξ εκατέρου +έθνους· εκ του Ορχομενού της Αρκαδίας εκατόν είκοσι, και εκ της +λοιπής Αρκαδίας χίλιοι. Τοσούτοι ήσαν εκ των Αρκάδων. Εκ δε της +Κορίνθου τετρακόσιοι, εκ του Φλιούντος διακόσιοι και εκ των +Μυκηναίων ογδοήκοντα. Ούτοι ήλθον εκ της Πελοποννήσου· εκ δε +της Βοιωτίας ήλθον επτακόσιοι Θεσπιείς και τετρακόσιοι Θηβαίοι. + +203. Προς τούτοις προσεβλήθησαν και ήλθον οι Οπούντιοι Λοκροί +πανστρατιά, και χίλιοι Φωκείς. Τους εκάλεσαν δε εις βοήθειαν οι +Έλληνες, λέγοντες διά πρέσβεων ότι αυτοί μεν ήλθον προς το +παρόν, οι δε λοιποί σύμμαχοι περιμένονται ημέρα τη ημέρα και +ότι η θάλασσα ήτο ησφαλισμένη και εφυλάσσετο υπό των Αθηναίων, +των Αιγινητών και των άλλων των τεθέντων εις τον ναυτικόν +στρατόν· προσέτι δε ότι δεν είχον τίποτε να φοβηθώσι, καθότι ο +κατά της Ελλάδος επερχόμενος δεν ήτο θεός, αλλ' άνθρωπος· δεν +υπάρχει δε ουδέ θα υπάρξη ποτέ θνητός εις τας τύχας του οποίου +από της γεννήσεώς του να μη ανεμίχθησαν και δυστυχίαι· μάλιστα +δε εις τας τύχας των μεγάλων ανεμίχθησαν μέγισται. Είναι λοιπόν +άφευκτον, έλεγον, και ο καθ' ημών επερχόμενος, καθό θνητός, να +εκπέση ποτέ της δόξης του. Ταύτα ακούσαντες εκείνοι έσπευσαν να +πέμψωσιν επικουρίας εις την Τραχίνα. + +204. Είχον μεν και άλλους στρατηγούς οι Έλληνες, εκάστη πόλις +τον ίδιον εαυτής, ο υπέρ πάντας όμως θαυμαζόμενος και έχων την +αρχηγίαν όλου του στρατεύματος ήτο ο Λακεδαιμόνιος Λεωνίδας, +υιός του Αναξανδρίδου, υιού του Λέοντος, του Ευρυκρατίδου, του +Αλεξάνδρου, του Ευρυκράτους, του Πολυδώρου, του Αλκαμένους, του +Τηλέκλου, του Αρχελάου, του Αγησιλάου, του Δορύσσου, του +Λεωβότου, του Εχεστράτου, του Άγιδος, του Ευρυσθένους, του +Αριστοδήμου, του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, του +Ηρακλέους. Έλαβε δε την βασιλείαν της Σπάρτης απροσδοκήτως. + +205. Ο Λεωνίδας είχε δύο αδελφούς πρεσβυτέρους, τον Κλεομένη +και τον Δωριέα· μακράν ήτο λοιπόν να φαντασθή ότι ήτο δυνατόν +να γίνη βασιλεύς. Αλλ' επειδή ο μεν Κλεομένης απέθανεν άνευ +τέκνου άρρενος, ο δε Δωριεύς δεν υπήρχε πλέον αλλ' είχεν +αποθάνει εις την Σικελίαν, τοιουτοτρόπως έλαχεν η βασιλεία εις +τον Λεωνίδαν· διότι είχε γεννηθή προ του Κλεομβρότου, όστις ήτο +ο μικρότατος υιός του Αναξανδρίδου, και προσέτι είχε νυμφευθή +την θυγατέρα του Κλεομένους. Ούτος λοιπόν ο Λεωνίδας μετέβη +τότε εις τας Θερμοπύλας εκλέξας και λαβών μεθ' εαυτού +τριακοσίους άνδρας εις την ακμήν της ηλικίας και έχοντας τέκνα. +Διερχόμενος δε παρέλαβε τους Θηβαίους τους οποίους ανέφερα εις +την απαρίθμησιν και των οποίων στρατηγός ήτο ο Λεοντιάδης του +Ευρυμάχου. Εφρόντισε δε ο Λεωνίδας να παραλάβη εκ των Ελλήνων +μόνον τους Θηβαίους, καθότι εκατηγορούντο πολύ ότι εμήδιζον. +Όθεν προσεκάλεσεν αυτούς εις τον πόλεμον διά να ίδη εάν θα +πέμψωσι μετ' αυτού στρατόν, ή θα αρνηθώσιν αναφανδόν την +συμμαχίαν των Ελλήνων. Οι δε Θηβαίοι, μολονότι είχον άλλα +φρονήματα, έδοσαν όμως στρατόν. + +206. Οι Σπαρτιάται έπεμψαν πρώτους τούτους τους τριακοσίους και +τον Λεωνίδαν, διά να λάβωσι τα όπλα και οι άλλοι σύμμαχοι, και +να μη μηδίσωσιν, εάν μάθωσι τον δισταγμόν αυτών. Μετά ταύτα δε, +επειδή τους εμπόδιζεν η εορτή των Καρνείων, εσκόπευον, αφού +εορτάσωσι και αφήσωσι φύλακας εις την Σπάρτην, να σπεύσωσι +τάχιστα προς βοήθειαν πανδημεί. Τούτο εσκόπευον να πράξωσι και +οι άλλοι σύμμαχοι, καθότι συγχρόνως με ταύτας τας περιστάσεις +συνέπεσε να ήναι Ολυμπιάς. Φρονούντες δε ότι ο πόλεμος των +Θερμοπυλών δεν ήθελε διεξαχθή τόσον ταχέως, έπεμψαν τους +προδρόμους. Αυτοί μεν ταύτα εσκέφθησαν να πράξωσι. + +207. Οι δε εν Θερμοπύλαις Έλληνες, όταν ο Πέρσης επλησίασεν εις +το στενόν, εφοβήθησαν και εσκέπτοντο να αναχωρήσωσι. Και οι μεν +άλλοι Πελοποννήσιοι γνωμάτευον να επιστρέψωσιν εις την +Πελοπόννησον και να φυλάξωσι τον Ισθμόν· ο δε Λεωνίδας, ιδών +ότι οι Φωκείς και οι Λοκροί δυσαρεστήθησαν δι' αυτήν την +γνώμην, εψήφισε να μείνωσιν εκεί, και πέμψαντες κήρυκας εις τας +πόλεις να τας παρακινήσουν να πέμψουν βοηθείας, λέγοντες ότι +αυτοί είναι ολίγοι διά να αποδιώξωσι τον στρατόν των Μήδων. + +208. Ενώ δε ούτοι εβουλεύοντο ταύτα, ο Ξέρξης έπεμψε κατάσκοπον +ιππέα διά να ίδη πόσοι ήσαν και τι έπραττον· καθότι ων ακόμη +εις την Θεσσαλίαν είχεν ακούσει ότι ολίγιστοι ήσαν +συνηθροισμένοι εις εκείνο το μέρος, και ότι αρχηγοί αυτών ήσαν +οι Λακεδαιμόνιοι και ο Λεωνίδας όστις κατήγετο από τον Ηρακλέα. +Όταν δε επλησίασεν ο ιππεύς προς το στρατόπεδον, εθεώρησεν αλλά +δεν είδεν ακριβώς όλον το στρατόπεδον· καθότι εκείνους μεν +οίτινες ήσαν τεταγμένοι έσωθεν και εφύλαττον το τείχος το +οποίον είχον ανεγείρει δεν ηδύνατο να ίδη, είδε δε μόνον τους +έξω, των οποίων τα όπλα εστηρίζοντο επί του τείχους. Έτυχον δε +κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι τεταγμένοι έξω οι +Λακεδαιμόνιοι. Είδε λοιπόν άλλους μεν εξ αυτών γυμναζομένους, +άλλους δε κτενιζομένους τας κόμας. Ταύτα ιδών εθαύμασε και +εμέτρησεν αυτούς. Αφού δε παρετήρησε τα πάντα ακριβώς, +επέστρεψεν οπίσω ησύχως· καθότι κανείς δεν τον κατεδίωξε· μόλις +μάλιστα επρόσεξαν εις αυτόν. Επιστρέψας δε είπεν είς τον Ξέρξην +όλα όσα είδε. + +209. Ακούσας ταύτα ο Ξέρξης δεν ηδύνατο να εννοήση εκείνο το +οποίον ήτο τωόντι· ότι αυτοί ητοιμάζοντο να θανατωθώσιν αφού +θανατώσωσιν όσους δυνηθώσιν. Αλλ' επειδή τω εφαίνοντο ότι +έπραττον γελοία πράγματα, εκάλεσε τον Δημάρατον του Αρίστωνος, +ευρισκόμενον εις το στρατόπεδον. Ελθόντα δε ηρώτα ο Ξέρξης περί +όλων τούτων, θέλων να μάθη τι ήτο εκείνο το οποίον έκαμνον οι +Λακεδαιμόνιοι. Εκείνος δε τω απεκρίθη· «Με ήκουσες και +πρότερον, ότε εκινούμεν διά την Ελλάδα, να σε ομιλώ περί των +ανθρώπων τούτων· ακούσας δε εγέλασες με εμέ, διότι σε προείπον +πώς έμελλον να γίνωσι τα πράγματα ταύτα. Εν τούτοις εγώ +φιλοτιμούμαι πάντοτε, ω βασιλεύ, να λέγω ενώπιόν σου την +αλήθειαν. Άκουσόν με λοιπόν και τώρα. Οι άνθρωποι ούτοι ήλθον +να μας εμποδίσωσι την δίοδον του στενού, και τούτο ετοιμάζονται +να πράξωσιν. Είναι δε εις αυτούς ο εξής νόμος· όταν μέλλωσι να +κινδυνεύσωσι την ζωήν των, τότε κοσμούσι τας κεφαλάς. Μάθε δε, +ότι εάν νικήσης αυτούς και εκείνους όσοι έμειναν εις την +Σπάρτην, δεν υπάρχει άλλο έθνος, ω βασιλεύ, το οποίον να +τολμήση να εγείρη χείρα κατά σου· διότι τώρα βαδίζεις κατά των +πολιτών του λαμπροτέρου βασιλείου της Ελλάδος και κατ' ανδρών +γενναιοτάτων.» Όλοι όμως οι λόγοι ούτοι εφάνησαν εις τον Ξέρξην +ελαχίστης πίστεως άξιοι, και ηρώτησε τον Δημάρατον εκ δευτέρου +πώς, τοσούτοι όντες, θα πολεμήσωσι με τον στρατόν του. Ο δε +Δημάρατος απεκρίθη· «Ο βασιλεύ, έχε με ως ψεύστην εάν τα +πράγματα δεν εκβώσιν ούτως ως εγώ λέγω.» + +210. Ταύτα λέγων δεν έπειθε τον Ξέρξην, όστις άφησε να +παρέλθωσι τέσσαρες ημέραι, ελπίζων πάντοτε ότι αυτοί θα φύγωσι· +την δε πέμπτην ημέραν, επειδή δεν ανεχώρουν, αλλ' εφαίνοντο εις +αυτόν ότι έμενον από αναίδειαν και ανοησίαν, θυμωθείς εξέπεμψε +κατ' αυτών τους Μήδους και τους Κισσίους, με την διαταγήν να +τους συλλάβωσι και να τους φέρωσιν ενώπιόν του. Επέπεσαν λοιπόν +οι Μήδοι κατά των Ελλήνων μανιωδώς, αλλ' έπεσαν πολλοί· τότε +επέπεσαν και οι Κίσσιοι, αλλά δεν ηδυνήθησαν να κλονίοωσι τους +εχθρούς των, με όλην την ορμήν της επιθέσεως. Τότε εγένετο +καταφανές εις όλους και ιδίως εις τους οφθαλμούς του Ξέρξου, +ότι ο βασιλεύς είχε μεν πολλούς ανθρώπους, άνδρας όμως ολίγους. +Διήρκεσε δε η συμπλοκή όλην την ημέραν. + +211. Επειδή δε οι Μήδοι έπαθον πολύ, τότε αυτοί μεν υπεχώρησαν, +διεδέχθησαν δε αυτούς οι Πέρσαι εκείνοι τους οποίους ο βασιλεύς +εκάλει αθανάτους· αρχηγός αυτών ήτο ο Υδάρνης, και ο βασιλεύς +ενόμισεν ότι τους έπεμπεν εις εύκολον νίκην. Αλλά και ούτοι +συμπλακέντες με τους Έλληνας, ουδέν περισσότερον κατώρθωσαν του +Μηδικού στρατού· καθότι και εις στενώτατον μέρος εμάχοντο, και +δόρατα μετεχειρίζοντο βραχύτερα των Ελληνικών, και πλήθος δεν +ηδύναντο να μεταχειρισθώσι πολύ. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εμάχοντο +θαυμασίως και έδειξαν τι δύνανται άνδρες εξησκημένοι εις τον +πόλεμον εναντίον μη εξησκημένων. Όταν έστρεφον τα νώτα όλοι +ομού διά να φύγωσι δήθεν, τότε οι βάρβαροι βλέποντες αυτούς +φεύγοντας επήρχοντο μετά βοής και πατάγου· αλλ' οι +Λακεδαιμόνιοι, άμα εκείνοι επλησίαζον να τους φθάσωσι, +μεταστρεφόμενοι κατέβαλλον πλήθος αναρίθμητον Περσών· έπιπτον +δε και εξ αυτών των Σπαρτιατών ολίγοι. Επειδή δε οι Πέρσαι με +όλας τας προσπαθείας των, είτε κατά τάγματα ορμώντες, είτε διά +διαφόρων άλλων τρόπων, δεν ηδυνήθησαν να καταλάβωσιν ουδέν +μέρος του στενού, έφυγον οπίσω. + +212. Κατά τας φάσεις ταύτας της μάχης λέγεται ότι ο βασιλεύς +θεωρών ανετινάχθη τρις εκ του θρόνου, φοβηθείς διά τον στρατόν. +Και τότε μεν όντως ηγωνίσθησαν· την δε δευτέραν ημέραν οι +βάρβαροι δεν έπραξαν άλλο τι καλλίτερον. Η αριθμητική αδυναμία +των Ελλήνων, η ελπίς ότι αι πληγαί των θα τους καθίστων +ανικάνους να εγείρωσι χείρας εναντίον των, ενεθάρρυνον τους +Πέρσας να αρχίσωσι πάλιν την μάχην. Αλλ' οι Έλληνες διηρημένοι +κατά τάγματα και έθνη, επολέμησαν αλλήλοδιαδόχως, πλην των +Φωκέων, καθότι ούτοι είχον διαταχθή να αναβώσιν εις την κορυφήν +του όρους διά να φυλάττωσι την ατραπόν. Μη βλέποντες λοιπόν οι +Πέρσαι καμμίαν διαφοράν μεταξύ της ημέρας εκείνης και της +προλαβούσης, έφυγον εκ δευτέρου. + +213. Ενώ δε ο βασιλεύς ήτο εις αμηχανίαν και δεν ήξευρε τι να +πράξη εις την προκειμένην περίστασιν, ο Εφιάλτης του Ευρυδήμου, +ανήρ Μαλιεύς, ελπίζων να λάβη μεγάλην αμοιβήν παρά του +βασιλέως, παρουσιάσθη εις αυτόν και τω υπέδειξε την ατραπόν +ήτις διά του όρους έφερεν εις Θερμοπύλας, και ούτω διέφθειρε +τους Έλληνας οίτινες εφύλαττον εκείνο το μέρος. Ύστερον δε +φοβηθείς τους Λακεδαιμονίους έφυγεν εις την Θεσσαλίαν. Και αφού +έφυγεν, οι πυλαγόραι, ενώ οι Αμφικτύονες ήσαν συνηθροισμένοι +εις τας Πύλας, προεκήρυξαν χρηματικήν αμοιβήν δι' εκείνον όστις +ήθελε τον φονεύσει· και μετά καιρόν, όταν κατέβη εις την +Αντικύραν, εφονεύθη υπό του Τραχινίου Αθηνάδου. Ο δε Αθηνάδης +ούτος, απέκτεινε μεν τον Εφιάλτην δι' άλλην αιτίαν την οποίαν +θα φανερώσω ακολούθως (24), ετιμήθη όμως ουδέν ήττον υπό των +Λακεδαιμονίων. Ο μεν Εφιάλτης τοιουτοτρόπως ύστερον ετελεύτησε. + +214. Λέγεται δε και άλλος λόγος, ότι ο Καρύστιος Ονήτης του +Φαναγόρου και ο Αντικυρεύς Κορυδαλός ήσαν οι ειπόντες εις τον +βασιλέα τούτους τους λόγους και οδηγήσαντες τους Πέρσας περί το +όρος. Τούτο όμως εις εμέ δεν φαίνεται πιστευτόν. Και πρώτον μεν +δύναταί τις να κρίνη εκ τούτου, ότι οι πυλαγόραι των Ελλήνων +προεκήρυξαν αμοιβήν ουχί διά τον θάνατον του Ονήτου και του +Κορυδαλού, αλλά διά τον θάνατον του Τραχινίου Εφιάλτου, καλώς +πληροφορημένοι περί της αληθείας· έπειτα δε ηξεύρομεν ότι ο +Εφιάλτης ήτο φυγάς δι' αυτήν την αιτίαν. Ναι μεν χωρίς να ήναι +Μαλιεύς ο Ονήτης ηδύνατο να γνωρίζη την ατραπόν ταύτην, εάν +ήξευρε καλώς τας τοποθεσίας, αλλ' ο Εφιάλτης είναι όστις +ωδήγησε τους Πέρσας διά της ατραπού περί το όρος. Τούτον εγώ +κηρύττω ένοχον. + +215. Ο δε Ξέρξης, επειδή τω ήρεσαν όσα υπέσχετο ο Εφιάλτης να +κατορθώση, πλήρης χαράς εξέπεμψεν αμέσως τον Υδάρνη και +εκείνους επί των οποίων εστρατήγει ο Υδάρνης. Εξήλθον δε ούτοι +εκ του στρατοπέδου περί λύχνων αφάς. Την ατραπόν ταύτην πρώτοι +άλλοτε είχον ανακαλύψει οι Μαλιείς και την έδειξαν εις τους +Θεσσαλούς διά να προσβάλωσιν εκείθεν τους Φωκείς, τότε, ότε οι +Φωκείς φράξαντες διά τείχους το στενόν ήσαν εν σκέπη του +πολέμου. Έκτοτε όμως φαίνεται ότι δεν την μεταχειρίζονται οι +Μαλιείς. + +216. Είναι δε τοιαύτη αυτή η ατραπός· άρχεται μεν από του +Ασωπού ποταμού του ρέοντος διά της διασφάγος του όρους, όπερ +καλείται Ανόπαια, ως και η ατραπός, διευθύνεται δε η ατραπός +αύτη Ανόπαια προς ράχιν τινά του όρους και λήγει εις την πόλιν +Αλπηνόν, την πρώτην πόλιν των Λοκρών προς το μέρος των Μαλιέων, +και εις τον Μιλάμπυγον καλούμενον βράχον και τας έδρας των +Κερκώπων, όπου είναι το στενώτατον μέρος αυτής. + +217. Διά ταύτης λοιπόν της ατραπού, τοιαύτης ούσης, οι Πέρσαι +διαβάντες τον Ασωπόν επορεύοντο δι' όλης της νυκτός έχοντες εν +δεξιά μεν τα όρη των Οιταίων, εν αριστερά δε τα των Τραχινίων. +Υπέφωσκε δε η ηώς όταν έφθασαν εις άκραν τινά του όρους, όπου, +ως εδήλωσα προηγουμένως, εφύλασσον χίλιοι οπλίται Φωκείς, +αμυνόμενοι υπέρ της χώρας των και φρουρούντες την ατραπόν +καθότι το μεν κάτω στενόν εφυλάσσετο υπ' εκείνων τους οποίους +εδήλωσα, την δε διά του όρους ατραπόν προσεφέρθησαν εκουσίως +εις τον Λεωνίδαν να φυλάξωσιν οι Φωκείς. + +218. Ιδού δε πώς ενόησαν οι Φωκείς τους Πέρσας αναβάντας. Ούτοι +ανέβαινον κρυπτόμενοι υπό των δρυών υπό των οποίων είναι +κεκαλυμμένον το όρος· ήτο νηνεμία· ψόφου δε πολλού γενομένου, +ως ήτο επόμενον, καθότι υπό τους πόδας των ήσαν φύλλα +περικεχυμένα, ανεπήδησαν οι Φωκείς και ενεδύοντο τα όπλα· +αμέσως δε ενεφανίσθησαν οι βάρβαροι. Οι Πέρσαι ιδόντες +ανθρώπους ωπλισμένους ηπόρησαν, καθότι ελπίζοντες ότι δεν ήθελε +φανή κανείς εναντίον των, αίφνης απήντησαν στρατόν. Τότε ο +Υδάρνης, φοβηθείς μήπως οι Φωκείς είναι Λακεδαιμόνιοι, ηρώτησε +τον Εφιάλτην τίνων ήτο ο στρατός· πληροφηρηθείς δε ακριβώς περί +του πράγματος, παρέταξε τους Πέρσας εις μάχην. Οι δε Φωκείς +επειδή εκτυπώντο από πολλά και πυκνά τοξεύματα, έφυγον και +ανέβησαν εις την κορυφήν του όρους, θεωρούντες ως βέβαιον ότι +αυτοί ήσαν ο κύριος σκοπός της εφόδου των βαρβάρων και απόφασιν +έχοντες να αποθάνωσι. Και ούτοι μεν ταύτα εφρόνουν. Οι δε μετά +του Εφιάλτου και του Υδάρνου Πέρσαι ουδόλως εφρόντισαν περί των +Φωκέων, αλλά κατέβησαν το όρος ταχέως. + +219. Εις δε τους εν Θερμοπύλαις μένοντας Έλληνας πρώτον μεν ο +μάντις Μεγιστίας επιθεωρήσας τα θύματα προείπε τον μέλλοντα εις +αυτούς θάνατον περί την αυγήν· έπειτα δε ήλθον και αυτόμολοι +και τοις ανήγγειλον την περικύκλωσιν των Περσών. Ότε ούτοι +έφερον την είδησιν ήτο ακόμη νυξ· τρίτοι δε τους ειδοποίησαν οι +ημεροσκόποι, καταβάντες δρομαίως από των άκρων ήδη υποφωσκούσης +της ημέρας. Τότε οι Έλληνες συνεσκέφθησαν και αι γνώμαι αυτών +εσχίζοντο, διότι άλλοι μεν δεν ήθελον να αφήσωσι την θέσιν των, +άλλοι δε εζήτουν να αναχωρήσωσι. Μετά δε τούτο χωρισθέντες, +τινές μεν απήλθον και διασκεδασθέντες ετράπησαν έκαστοι εις τας +πόλεις των, τινές δε μετά του Λεωνίδου ητοιμάσθησαν να μείνωσιν +αυτού. + +220. Λέγεται δε και ότι αυτός τους απέπεμψε, κηδόμενος περί της +μη απωλείας των· εις εαυτόν δε και εις τους Σπαρτιάτας δεν +ενόμισεν ευπρεπές να αφήσωσι την θέσιν την οποίαν ήλθον εξ +αρχής να φυλάξωσι. Με ταύτην την γνώμην συμφωνώ και εγώ πολύ, +ότι ο Λεωνίδας, εννοήσας ότι εψυχράνθη ο ζήλος των συμμάχων και +δεν ήθελον να συνδιακινδυνεύσωσι, τους διέταξε να αναχωρήσωσι, +πεπεισμένος ότι αυτός δεν ηδύνατο να αναχωρήση χωρίς να +ατιμασθή. Μένων αυτού, και κλέος μέγα ήθελεν αφήσει και η +ευδαιμονία της Σπάρτης δεν ήθελεν εξαλειφθή· διότι εξαρχής του +πολέμου οι Σπαρτιάται είχον ερωτήσει την Πυθίαν, και αύτη τοις +απεκρίθη ότι ή η Λακεδαίμων ήθελε καταστραφή υπό των βαρβάρων, +ή ο βασιλεύς αυτών ήθελεν απολεσθή. Ταύτα δε εχρησμοδότησεν η +Πυθία εις στίχους εξαμέτρους, έχοντας ως εξής· + +«Εις υμάς, ω οικήτορες της ευρυχώρου Σπάρτης, ή μεγάλη και +ένδοξος πόλις θέλει ερημωθή υπό ανδρών απογόνων του Πέρσου, ή +τούτο μεν όχι, η δε Λακεδαίμων θα κλαύση τον θάνατον βασιλέως +καταγομένου από τον Ηρακλέα. Τούτον ούτε ταύροι ούτε λέοντες, +εάν έλθωσιν εναντίον του, θα δυνηθώσι να εμποδίσωσι, διότι έχει +δύναμιν Διός. Σας λέγω όμως ότι ο Ζευς δεν θα παύση πριν +απολαύση εντελώς έν εκ των δύο.» + +Τούτον τον χρησμόν ενθυμούμενος ο Λεωνίδας και θέλων να δοξάση +μόνους τους Σπαρτιάτας, φρονώ ότι απέπεμψε μάλλον τους +συμμάχους ή ότι αυτοί μη συμφωνούντες περί του πρακτέου +ανεχώρησαν τόσον ακαίρως. + +221. Μαρτύριον δε τούτου μέγα είναι και το εξής· ου μόνον τους +άλλους, αλλά και τον μάντιν όστις ηκολούθει τον στρατόν, τον +Ακαρνάνα Μεγιστίαν, όστις ως ελέγετο κατήγετο από του +Μελάμποδος και όστις εκ της επιθεωρήσεως των σφαγίων είχε +προειπεί τα μέλλοντα συμβήναι, είναι γνωστόν ότι ο Λεωνίδας +απέπεμψε και τούτον διά να μη συναπολεσθή. Αλλ' ο Μεγιστίας +αποπεμπόμενος δεν ηθέλησε να αναχωρήση, αλλ' απέπεμψε τον +μονογενή τον υιόν όστις ηκολούθει τον στρατόν. + +222. Οι μεν λοιπόν σύμμαχοι οι αποπεμφθέντες, υπήκουσαν εις τον +Λεωνίδαν και ανεχώρησαν· μόνοι δε οι Θεσπιείς και οι Θηβαίοι +έμειναν πλησίον των Λακεδαιμονίων. Εκ τούτων δε οι μεν Θηβαίοι +έμειναν ουχί εξ οικείας προαιρέσεως, αλλά διότι ο Λεωνίδας τους +εκράτησεν ως ομήρους· οι δε Θεσπιείς έμειναν μετά πάσης +προθυμίας, ειπόντες ότι ποτέ δεν θα αναχωρήσωσιν αφίνοντες τον +Λεωνίδαν και τους μετ' αυτού. Και ούτω μείναντες συναπέθανον. +Εστρατήγει δε αυτών ο Δημόφιλος του Διαδρόμου. + +223. Ο δε Ξέρξης, αφού έκαμε σπονδάς ανατέλλοντος του ηλίου, +περιμείνας μέχρι της ώρας καθ' ην πληρούται η αγορά, ώρμησεν. +Ούτω παρήγγειλεν ο Εφιάλτης, υπολογίσας τον αναγκαίον χρόνον +διά την κατάβασιν, ήτις γίνεται ταχύτερον ή η ανάβασις. Αφ' +ενός λοιπόν μέρους ήρχοντο οι μετά του Ξέρξου βάρβαροι, αφ' +ετέρου δε οι μετά του Λεωνίδου Έλληνες, ηξεύροντες ότι η έξοδός +των ήτο θάνατος, τότε πολύ περισσότερον ή κατά τας προλαβούσας +μάχας επροχώρησαν εις το ευρύτερον μέρος του αυχένος. Κατά τας +προτέρας ημέρας, στηριζόμενοι επί του τείχους εμάχοντο εις το +στενώτατον μέρος· τότε δε, επειδή η συμπλοκή εγένετο επί +ευρυτέρου χώρου, έπιπτον βάρβαροι πολλοί· καθότι όπισθεν αυτών +οι ταγματάρχαι, κρατούντες μάστιγας, τους ερράπιζον και τους +ώθουν εις τα εμπρός. Και πολλοί μεν εξ αυτών έπιπτον εις την +θάλασσαν και επνίγοντο, πολύ δε περισσότεροι κατεπατούντο υπό +των όπισθεν ερχομένων. Ουδείς δε εφρόντιζεν όσοι και αν +εφονεύοντο. Οι δε Έλληνες, βέβαιοι όντες περί του θανάτου τον +οποίον έμελλον να υποστώσιν από τους ελθόντας εκ του όπισθεν +μέρους του όρους, έδειξαν όλην την ανδρίαν των κατά των +βαρβάρων, περιφρονούντες τον κίνδυνον και αψηφούντες την ζωήν +των. + +224. Τότε τα μεν δόρατα των περισσοτέρων είχον θραυσθή πλέον +και εφόνευον τους Πέρσας με τα ξίφη. Εις ταύτην δε την +συμπλοκήν πίπτει ο Λεωνίδας αφού επολέμησεν ανδρείως, και άλλοι +μετ' αυτού ονομαστοί Σπαρτιάται των οποίων έμαθον τα ονόματα, +ως ανδρών αξίων αιωνίας μνήμης· έμαθον δε όλων και των +τριακοσίων τα ονόματα. Εκ δε των Περσών έπεσαν ενταύθα και +άλλοι πολλοί και ονομαστοί, μεταξύ δε άλλων δύο υιοί του +Δαρείου, ο Αβροκόμης και ο Υπεράνθης, τους οποίους εγέννησεν ο +Δαρείος εκ της Φραταγούνης θυγατρός του Αρτάνου. Ήτο δε ο +Αρτάνης αδελφός μεν του βασιλέως Δαρείου, υιός δε του Υστάσπους +του Αρσάμους. Δους την θυγατέρα του ο Αρτάνης έδωκεν ομού εις +τον βασιλέα όλην του την περιουσίαν, καθότι το μόνον του τέκνον +ήτο η θυγάτηρ αύτη. + +225. Τοιουτοτρόπως δυο αδελφοί του Ξέρξου εφονεύθησαν μαχόμενοι +περί του σώματος του Λεωνίδου, διά το οποίον τρομερός +συνωθισμός εγένετο μεταξύ Περσών και Λακεδαιμονίων, μέχρις ου +οι Έλληνες διά της ανδρίας των τον ανήγειρον και έτρεψαν τους +εναντίους τετράκις· η πάλη δε αύτη διήρκεσε μέχρι της αφίξεως +του στρατού τον οποίον ωδήγει ο Εφιάλτης. Άμα είδον τούτους οι +Έλληνες ελθόντας, τότε ο πόλεμος άλλαξε φάσιν· καθότι +υπεχώρησαν εις το στενώτερον μέρος της οδού, εισήλθον πάλιν εις +το τείχος και ετοποθετήθησαν επί του λόφου όλοι ομού πλην των +Θηβαίων. Ο δε λόφος ούτος είναι εις την είσοδον του στενού, +όπου τώρα ίσταται λίθινος λέων προς τιμήν του Λεωνίδου. Εκεί +υπερασπιζομένους με περισωθείσας τινάς μαχαίρας, με χείρας και +με στόματα, κατέχωσαν οι βαρβάρους διά βελών, άλλοι μεν +κρημνίσαντες το οχύρωμα και επιτεθέντες κατ' αυτών κατά μέτωπον, +άλλοι δε περικυκλώσαντες αυτούς πάντοθεν. + +226. Μολονότι τοιούτοι εγένοντο όλοι οι Λακεδαιμόνιοι και οι +Θεσπιείς, ανδρειότατος όμως εφάνη ως λέγουσιν ο Σπαρτιάτης +Διηνέκης. Εις τούτον αναφέρεται λόγος τις τον οποίον είπε πριν +συμπλακώσι με τους Μήδους. Ακούσας παρ' ενός Τραχινίου ότι όταν +οι βάρβαροι ρίπτωσι τα βέλη των σκεπάζουσι τον ήλιον διά του +πλήθους αυτών, δεν εταράχθη εις τους λόγους τούτους· αλλ' +αδιαφορών διά το πλήθος των Μήδων, είπεν· «Ο Τραχίνιος ξένος +μας, φέρει αγαθάς ειδήσεις· εάν οι Μύδοι κρύπτωσι τον ήλιον, θα +τους πολεμήσωμεν υπό σκιάν και όχι εις τον ήλιον.» Αυτούς και +άλλους ομοίους λόγους λέγουσιν ότι άφησεν εις ανάμνησιν ο +Λακεδαιμόνιος Διηνέκης. + +227. Μετά τούτον λέγονται αριστεύσαντες δύο αδελφοί +Λακεδαιμόνιοι, ο Αλφειός και ο Μάρων, υιοί του Ορσιφάντου. Εκ +δε των Θεσπιέων ηρίστευσεν ο Διθύραμβος του Αρματίδου. + +228. Εις δε τους ταφέντας εκεί όπου έπεσον και εις τους +αποθανόντας πριν αναχωρήσωσιν οι υπό του Λεωνίδου +αποπεμφθέντες, εχαράχθη επίγραμμα, λέγον ούτω: + +«_Ενταύθα, εναντίον τριακοσίων μυριάδων, επολέμησαν τέσσαρες +χιλιάδες άνδρες εκ Πελοποννήσου._» Τούτο το επίγραμμα εγένετο +δι' όλους· ιδίως όμως διά τους Σπαρτιάτας εγράφη το εξής: + +«_Ω ξένε, ειπέ εις τοις Λακεδαιμονίους ότι ενταύθα κείμεθα +πειθόμενοι εις τους νόμους των._» + +Ταύτα μεν επεγράφησαν εις όλους τους Λακεδαιμονίους, εις δε τον +μάντιν τα εξής: + +«_Τόδε εστί το μνήμα του κλεινού Μεγιστίου, τον οποίον οι Μήδοι +διαβάντες τον Σπερχειόν ποταμόν εφόνευσαν, του μάντεως, όστις +γινώσκων σαφώς το πεπρωμένον των Σπαρτιατών, δεν ηθέλησε να +εγκαταλίπη τους ηγεμόνας της Σπάρτης._» + +Οι τιμήσαντες αυτούς με επιγράμματα και με στήλας πλην του +επιγράμματος του Μεγιστίου, είναι οι Αμφικτύονες· το δε +επίγραμμα του μάντεως Μεγιστίου επέγραψεν ο ξένος του Σιμωνίδης +του Λεωπρέπους. + +229. Λέγεται ότι δύο εκ τούτων των τριακοσίων, ο Εύρυτος και ο +Αριστόδημος, ενώ τοις ήτο δυνατόν, εάν συνεφώνουν, να +επιστρέψωσιν ομού ζώντες εις την Σπάρτην (καθότι ο Λεωνίδας +τους είχεν αποπέμψει εκ του στρατοπέδου και έμενον εις τους +Αλπηνούς πάσχοντας εξ οφθαλμίας,) ή, εάν δεν ήθελον να +επιστρέψωσι, να αποθάνωσι μετά των άλλων, ενώ εδύναντο να +πράξωσιν ομού ή το έν ή το άλλο, δεν ηθέλησαν να συμφωνήσωσιν, +αλλ' έχοντες διάφορον γνώμην, ο μεν Εύρυτος, άμα ήκουσε την +περικύκλωσιν των Περσών, εζήτησε τα όπλα του, και αφού τα +εφόρεσε, διέταξε τον είλωτά του να τον φέρη εις τους +μαχομένους· αφού δε εφέρθη, εκείνος μεν όστις τον έφερε +στραφείς έφυγεν, ο δε Εύρυτος ερρίφθη εις την συμπλοκήν και +εφονεύθη. Αλλ' ο Αριστόδημος λειποψυχήσας έμεινεν όπου ήτο. Εάν +μόνος ο Αριστόδημος συνέβαινε να πάσχη και επέστρεφεν εις την +Σπάρτην, ή εάν επέστρεφον και οι δύο ομού, φρονώ ότι οι +Σπαρτιάται δεν ήθελον οργισθή κατ' αυτών· αλλ' επειδή ο μεν είς +εξ αυτών εφονεύθη, ο δε άλλος την αυτήν έχων πρόφασιν δεν +ηθέλησε να αποθάνη, αναγκαίως ωργίσθησαν πολύ κατά του +Αριστοδήμου οι συμπολίται του. + +230. Άλλοι μεν ούτω και με τοιαύτην πρόφασιν λέγουσιν ότι εσώθη +ο Αριστόδημος εις την Σπάρτην· άλλοι δε ότι πεμφθείς ως +αγγελιαφόρος εκ του στρατοπέδου, ενώ ηδύνατο να προφθάση και +λάβη μέρος εις την μάχην, δεν ηθέλησεν αλλ' εβράδυνε καθ' οδόν +και εσώθη. Ο συνάγγελος όμως αυτού επιστρέψας εγκαίρως +εφονεύθη. + +231. Επιστρέψας εις την Σπάρτην ο Αριστόδημος είχεν όνειδος και +ατιμίαν. Και η μεν ατιμία την οποίαν έπασχεν ήτο τοιαύτη· ούτε +πυρ τω έδιδεν ουδείς των Σπαρτιατών διά να ανάψη, ούτε τω +ωμίλει· όνειδος δε είχε καλούμενος ο δειλός Αριστόδημος. Αλλ' +ούτος μεν εις την μάχην των Πλαταιών εξήλειψεν όλην την κατ' +αυτού εκφερομένην κατηγορίαν. + +232. Λέγουσι δε προσέτι ότι και άλλος τις εξ αυτών των +τριακοσίων σταλείς ως αγγελιαφόρος εις την Θεσσαλίαν εσώθη· το +όνομα αυτού ήτο Παντίτης. Ότε δε επέστρεψεν εις την Σπάρτην, +επειδή περιφρονείτο, απηγχονίσθη. + +233. Οι δε Θηβαίοι, των οποίων εστρατήγει ο Λεοντιάδης, ενόσω +μεν ήσαν με τους Έλληνας επολέμουν εξ ανάγκης κατά του στρατού +του βασιλέως· ότε δε είδον ότι υπερίσχυσαν οι Πέρσαι, τότε ενώ +οι μετά του Λεωνίδου Έλληνες έτρεχον επί τον λόφον, αυτοί +χωρισθέντες προέτεινον τας χείρας, επλησίασαν τους βαρβάρους +και είπον εις αυτούς ό,τι ήτο αληθέστατον· ότι και εμήδιζον και +ήσαν εκ των πρώτων οίτινες έδοσαν εις τον βασιλέα γην και ύδωρ, +αλλ' ότι αναγκασθέντες ήλθον εις τας Θερμοπύλας και ουδόλως +πταίουσιν εις την καταστροφήν την οποίαν έπαθεν ο βασιλεύς. +Ταύτα ειπόντες εσώθησαν, διότι είχον μάρτυρας των λόγων τούτων +και τους Θεσσαλούς. Πλην δεν επέτυχον καθ' ολοκληρίαν, διότι +άμα τους έλαβον εις τας χείρας των οι βάρβαροι, τινάς μεν +εφόνευσαν ενώ ακόμη επλησίαζον, τους δε περισσοτέρους, κατά +διαταγήν του Ξέρξου, έστιξαν με στίγματα βασιλικά, αρχίσαντες +από τον στρατηγόν Λεοντιάδην, του οποίου ο υιός Αντίμαχος +εφονεύθη βραδύτερον υπό των Πλαταιέων, ότε κατέλαβε την +ακρόπολίν των μετά τετρακοσίων Θηβαίων. + +234. Οι μεν περί τας Θερμοπύλας Έλληνες ούτως ηγωνίσθησαν, ο δε +Ξέρξης καλέσας τον Δημάρατον ηρώτα αρχίσας ως εξής· «Δημάρατε, +είσαι καλός άνθρωπος, τεκμαίρομαι δε τούτο εκ της φιλαληθείας +σου, διότι όσα με είπες, όλα απέβησαν ούτω. Τώρα δε ειπέ μοι +πόσοι είναι οι λοιποί Λακεδαιμόνιοι και πόσοι εξ αυτών είναι +τοιούτοι εις τα πολεμικά, ή εάν ήναι όλοι.» Ο δε Δημάρατος +απεκρίθη· «Βασιλεύ, ο αριθμός των Λακεδαιμονίων είναι μέγας και +πόλεις έχουσι πολλάς· άκουσον δε εκείνο το οποίον θέλεις να +μάθης ακριβώς. Εις την Λακεδαίμονα είναι η Σπάρτη, πόλις ήτις +έχει τουλάχιστον οκτακισχιλίους άνδρας, τοιούτους οίοι ήσαν οι +ενταύθα πολεμήσαντες· οι άλλοι δε Λακεδαιμόνιοι, αν δεν ήναι +όμοιοι με αυτούς, είναι όμως και αυτοί ανδρείοι.» Τότε ο Ξέρξης +επανέλαβε· «Δημάρατε, τίνι τρόπω θα δυνηθώμεν ευκολώτερον να +επικρατήσωμεν των ανδρών τούτων; Μη διστάζης, λέγε, καθότι +υπάρξας βασιλεύς αυτών, γνωρίζεις τους διαλογισμούς των.» + +235. Ο δε Δημάρατος απεκρίθη· «Βασιλεύ, επειδή με συμβουλεύεσαι +προθύμως, είναι δίκαιον να σε είπω το ασφαλέστερον μέσον. +Πέμψον κατά της Λακωνικής τριακόσια πλοία του ναυτικού στρατού. +Πλησίον αυτής υπάρχει νήσος καλουμένη Κύθηρα, περί της οποίας ο +Χίλων, ο σοφώτατος των παρ' ημίν ανδρών, είπεν ότι μεγαλείτερον +κέρδος θα ήτο εις τους Σπαρτιάτας εάν κατεβυθίζετο εις την +θάλασσαν ή να υπερέχη, διότι υπώπτευε πάντοτε ότι εξ αυτής +δυνατόν να συμβή τοιούτο τι, οποίον εγώ σε λέγω να πράξης· ουχί +διότι προείδε την εκστρατείαν σου, αλλά διότι εφοβείτο +οιουδήποτε έθνους εκστατείαν, Εκ ταύτης λοιπόν της νήσου +ορμώμενοι ας φοβίζωσι τους Λακεδαιμονίους και όταν αυτοί έχωσι +πόλεμον εντός της χώρας των, μη φοβηθείς πλέον ότι θα πέμψωσι +βοηθείας εις την Ελλάδα κυριευομένην υπό του πεζού στρατού σου· +υποδουλουμένης δε της άλλης Ελλάδος, η Λακωνική, μεμονωμένη, +δεν θα έχη πλέον δύναμιν. Εάν πράξης άλλως, έχε ως βέβαιον ότι +θα γίνη το εξής. Ο ισθμός της Πελοποννήσου είναι στενός· εις +τούτο το μέρος συνελθόντες όλοι οι Πελοποννήσιοι θα συνομόσωσι +κατά σου, ώστε περίμενε να έχης άλλας μάχας αιματηροτέρας των +προλαβουσών· εάν όμως πράξης ως λέγω, τότε αμαχητί και ο ισθμός +ούτος και αι πόλεις θα παραδοθώσι.» + +236. Μετ' αυτόν ωμίλησεν ο αδελφός του Ξέρξου Αχαιμένης, +στρατηγός του ναυτικού στρατού· παρατυχών εις την συνδιάλεξιν +και φοβηθείς μήπως πεισθή και πράξη ταύτα ο Ξέρξης, είπε· +«Βασιλεύ, βλέπω ότι παραδέχεσαι τους λόγους ανθρώπου φθονούντος +την ευτυχίαν σου και προδίδοντος τα συμφέροντά σου· διότι οι +Έλληνες συνειθίζουσι να ήναι τοιούτοι· φθονούσι τους +ευτυχούντας και μισούσι τους ανωτέρους των. Εάν εις τας +παρούσας περιστάσεις καθ' ας εναυάγησαν τετρακόσια πλοία, +αποχωρίσης και άλλα τριακόσια από τον στόλον, και τα πέμψης να +περιπλέωσι την Πελοπόννησον, οι αντίπαλοι γίνονται αξιόμαχοι +σου· ων όμως ο ναυτικός στρατός ηνωμένος, τότε γίνεται +δυσκαταγώνιστος και ποτέ δεν θα τολμήσωσι να τον προσβάλωσι· +προσέτι όλος ο ναυτικός στρατός θα βοηθή τον πεζόν, και ο πεζός +τον ναυτικόν ομού πορευόμενος. Εάν δε τους διασπάσης, ούτε συ +θα ήσαι χρήσιμος εις εκείνους, ούτε εκείνοι εις σε. Όθεν +κανονίζων καλώς τας υποθέσεις σου, μη φροντίζης διά τας των +πολεμίων, πού θα στήσωσι τον πόλεμον, τι θα πράξωσι και πόσοι +είναι. Εκείνοι είναι ικανοί να φροντίζωσι περί εαυτών, ωσαύτως +και ημείς περί ημών. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, και αν εξέλθωσιν εις +μάχην εναντίον των Περσών· ποσώς δεν θα θεραπεύσωσι το παρόν +τραύμα των.» + +237. Απεκρίθη δε ο Ξέρξης τα ακόλουθα· «Αχαίμενες, με φαίνεται +ότι ομιλείς ορθώς και θα πράξω κατά την συμβουλήν σου. Ο +Δημάρατος λέγει μεν όσα νομίζει ωφελιμώτερα εις εμέ, η γνώμη +σου όμως είναι ορθοτέρα της ιδικής του. Δεν δύναμαι να +παραδεχθώ ότι δεν ενδιαφέρεται υπέρ της ευτυχίας μου· εικάζω δε +τούτο και εξ όσων με είπε προηγουμένως και εκ του αξιώματος ότι +ο πολίτης φθονεί και μισεί εν σιγή τον ευτυχούντα συμπολίτην +του· εάν ο τελευταίος αυτός τω ζητήση συμβουλήν, απέχει να τον +συμβουλεύση ό,τι νομίζει ορθόν, εκτός μόνον εάν ήναι εις άκρον +βαθμόν ενάρετος· σπάνιοι δε είναι οι τοιούτοι άνθρωποι. Ο ξένος +όμως προς τον ευτυχούντα ξένον του είναι ο μάλλον εύνους των +φίλων, και αν τω ζητηθή συμβουλή, συμβουλεύει τα άριστα. +Απαγορεύω λοιπόν να ομιλώσιν εις το εξής υβριστικώς περί του +Δημάρατου, όστις είναι ξένος μου.» + +238. Ταύτα ειπών ο Ξέρξης διήλθε διά μέσου των νεκρών· μαθών δε +ότι ο Λεωνίδας ήτο βασιλεύς και στρατηγός των Λακεδαιμονίων, +διέταξε να κόψωσι την κεφαλήν του και να την κρεμάσωσιν εις +πάσσαλον. Το συμβάν τούτο και πολλά άλλα καθιστώσι προφανές ότι +ο βασιλεύς Ξέρξης ήτο ωργισμένος εναντίον του Λεωνίδου ζώντος, +πλειότερον ή καταπαντός άλλου ανθρώπου· άλλως δεν ήθελε πράξει +τοιαύτην παρανομίαν εις τον νεκρόν, αφού, ως εγώ ηξεύρω, οι +Πέρσαι τιμώσιν ιδιαζόντως τους αξίους άνδρας εις τα πολεμικά. +Οι μεν λοιπόν διαταχθέντες να πράξωσι τούτο, το έπραξαν. + +239. Εγώ δε επανέρχομαι εις το μέρος όπου διέκοψα την διήγησίν +μου. Πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι έμαθον ότι ο βασιλεύς ητοιμάζετο +να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, και έπεμψαν εις τους Δελφούς +διά να ερωτήσωσι· το δε μαντείον έδωκεν εις αυτούς την +απόκρισιν την οποίαν ανέφερα ολίγον ανωτέρω. Έμαθον δε την +προετοιμαζόμενην εκστρατείαν κατά τρόπον παράδοξον. Ο Δημάρατος +του Αρίστωνος, φυγών εις τους Μήδους, δεν είχεν ως νομίζω (και +τα φαινόμενα συμφωνούσι με την γνώμην μου) ουδεμίαν συμπάθειαν +προς τους Λακεδαιμονίους· δύναταί τις λοιπόν να εικάση εάν +έπραξε τούτο εξ ευνοίας προς τους Έλληνας ή διά να δείξη εις +αυτούς ότι έχαιρε διά τας δυστυχίας των καθότι, ότε ο Ξέρξης +απεφάσισε να στρατεύση κατά της Ελλάδος, ο Δημάρατος, +ευρισκόμενος εις τα Σούσα και μαθών το σχέδιον τούτο, ηθέλησε +να το αναγγείλη εις τους Λακεδαιμονίους. Επειδή δε ήτο κίνδυνος +μήπως φωραθή και δεν υπήρχεν άλλος τρόπος να φανερώση το +πράγμα, μηχανάται τα εξής. Λαβών διπλήν πινακίδα έξυσε τον +κηρόν και επί του ξύλου της πινακίδος έγραψε το σχέδιον τού +βασιλέως· τούτου γενομένου, ήλειψε πάλιν με κηρόν τα γράμματα, +διά να φαίνεται ότι μεταφέρεται άγραφος η πινακίς και να μη +συλλάβωσιν υπονοίας οι οδοφύλακες. Ότε δε ήλθεν η πινακίς εις +την Λακεδαίμονα, οι Λακεδαιμόνιοι δεν ενόουν τίποτε μέχρις ου, +ως ήκουσα, η θυγάτηρ του Κλεομένους και γυνή του Λεωνίδου Γοργώ +ενόησε και διέταξε να ξύσωσι τον κηρόν, λέγουσα ότι εις το +ξύλον θα εύρωσι γράμματα. Υπακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι εύρον +και ανέγνωσαν τας γράμματτα· έπειτα δε τα έστειλαν και εις τους +άλλους Έλληνας. Ταύτα μεν ούτω λέγουσιν ότι εγένοντο. + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ ΟΓΔΟΟΝ + + + +ΟΥΡΑΝΙΑ + + + +1. Οι δε ταχθέντες εις τον ναυτικόν στρατόν Έλληνες ήσαν οι +εξής. Οι Αθηναίοι, με εκατόν εικοσεπτά πλοία, οι Πλαταιείς, +οίτινες με όλην την απειρίαν των περί τα ναυτικά, πλήρεις όμως +προθυμίας και θάρρους, εισήλθον εις τα πλοία των Αθηναίων· οι +Κορίνθιοι με τεσσαράκοντα πλοία· οι Μεγαρείς με είκοσιν· οι +Χαλκιδείς με είκοσι πλοία τα οποία τοις εδάνεισαν οι Αθηναίοι +και εξώπλισαν αυτοί· οι Αιγινήται με δεκαοκτώ· οι Σικυώνιοι με +δώδεκα, οι Λακεδαιμόνιοι με δέκα, οι Επιδαύριοι με οκτώ· οι +Ερετριείς με επτά· οι Τριζήνιοι με πέντε· οι Στυρείς με δύο και +οι Κείοι με δύο πλοία και δύο πεντηκοντόρους. Οι δε Λοκροί οι +Οπούντιοι επεβοηθούν τους Έλληνας έχοντες επτά πεντηκοντόρους. + +2. Αυτοί ήσαν οι ηγκυροβολημένοι εις το Αρτεμίσιον· είπα δε +πόσα πλοία παρέσχεν έκαστον έθνος. Όλων δε των συλλεχθέντων +πλοίων ο αριθμός, πάρεξ των πεντηκοντόρων, ήτο διακόσια +εβδομήκοντα έν. Ο στρατηγός, όστις είχε την υπερτάτην εξουσίαν, +ήτο ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης του Ευρυκλείδου, διορισθείς υπό των +Σπαρτιατών καθότι οι σύμμαχοι είχον ειπεί ότι εάν δεν έχη την +ηγεμονίαν ο Λάκων δεν θα ακολουθήσωσι τους Αθηναίους +ηγεμονεύοντας αλλά θα διαλύσωσι τον ετοιμαζόμενον στόλον. + +3. Εγένετο δε κατ' αρχάς λόγος, πριν ακόμη πέμψωσι διά να +ζητήσωσι την συμμαχίαν της Σικελίας, ότι έπρεπε να επιτραπή το +ναυτικόν εις τους Αθηναίους· αλλ' επειδή αντέστησαν οι +σύμμαχοι, υπεχώρησαν οι Αθηναίοι περί πολλού ποιούμενοι την +σωτηρίαν της Ελλάδος. Βλέποντες λοιπόν ότι εάν ανεφύοντο έριδες +περί της ηγεμονίας θα ηφανίζετο η Ελλάς, δεν επέμειναν και +έπραξαν ορθώς, καθότι εμφυλία στάσις, αναφυομένη καθ' ον καιρόν +γίνεται πόλεμος από κοινού, είναι χειροτέρα του πολέμου του +ταράττοντος την ειρήνην. Ηξεύροντες δε τούτο καλώς, δεν +αντέτεινον αλλ' ενέδωσαν εφ' όσον είχον την ανάγκην των +Σπαρτιατών ως το απέδειξαν, καθότι αφού οι Πέρσαι απεκρούσθησαν +διήγειρον περί του αυτού πράγματος αγώνα, και λαβόντες πρόφασιν +την αυθάδειαν του Παυσανίου, αφήρεσαν από τους Λακεδαιμονίους +την ηγεμονίαν. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον. + +4. Τότε δε ούτοι οι εις το Αρτεμίσιον ελθόντες Έλληνες ιδόντες +ότι πολλά πλοία είχον καταβή εις τας Αφετάς, ότι όλη η χώρα +έβριθε στρατευμάτων, ότι αι υποθέσεις των βαρβάρων επετύγχανον +πλειότερον παρ' όσον υπέθετον, εφοβήθησαν και εσκέπτοντο να +φύγωσιν από του Αρτεμισίου εις τα ενδότερα της Ελλάδος. +Εννοήσαντες δε οι Ευβοείς ότι συνεσκέπτοντο ταύτα, παρακάλεσαν +τον Ευρυβιάδην να προσμείνη ολίγον χρόνον μέχρις ου θέσωσιν εν +ασφαλεί τόπω τα τέκνα και τους οικέτας των. Επειδή όμως δεν τον +έπειθον, μεταβάντες εις τον στρατηγόν των Αθηναίων Θεμιστοκλέα +έπεισαν αυτόν διά τριάκοντα ταλάντων να μείνη ο στόλος προ της +Ευβοίας και να ναυμαχήση. + +5. Ο δε Θεμιστοκλής διά να κρατήση εκεί τους Έλληνας, ιδού τι +έπραξεν· εκ των τριάκοντα ταλάντων δίδει πέντε εις τον +Ευρυβιάδην, ως να τα έδιδε δήθεν αφ' εαυτού. Τούτου πεισθέντος, +δεν έμενε πλέον ειμή ο Αδείμαντος του Ωκύτου, στρατηγός των +Κορινθίων, όστις εθορύβει λέγων ότι θα αποπλεύση του Αρτεμισίου +και δεν θα προσμείνη πλειότερον. Εις τούτον λοιπόν ο +Θεμιστοκλής είπε μεθ' όρκου· «Όχι, δεν θα μας αφήσης, διότι εγώ +θα σε δώσω δώρα μεγαλείτερα παρ' όσα θα σοι έστελλεν ο βασιλεύς +των Μήδων εάν άφινες τους συμμάχους.» Ενώ δε έλεγε ταύτα, +έπεμπε συγχρόνως εις το πλοίον του Αδειμάντου τρία τάλαντα +αργυρίου. Ούτοι λοιπόν θαμβωθέντες υπό των δώρων ανεπείσθησαν, +ώστε και η επιθυμία των Ευβοέων εξεπληρώθη και ο Θεμιστοκλής +εκέρδησε χωρίς να ηξεύρη κανείς ότι αυτός εκράτησε τα λοιπά· +καθότι οι λαβόντες μέρος εκ των χρημάτων τούτων επίστευον ότι +εστάλησαν εξ Αθηνών επί τούτω. + +6. Ούτω λοιπόν έμειναν εις την Εύβοιαν και εναυμάχησαν· εγένετο +δε η ναυμαχία κατά τον ακόλουθον τρόπον. Ελθόντες οι βάρβαροι +περί το εσπέρας της προτεραίας εις τας Αφετάς, έμαθον ότι ολίγα +πλοία Ελληνικά εναυλόχουν προ πολλών ημερών περί το Αρτεμίσιον. +Βεβαιωθέντες δε περί τούτου, απεφάσισαν να αποπειραθώσι την +σύλληψίν των. Να πλεύσωσιν όμως αμέσως και κατ' ευθείαν +εναντίον των δεν ενέκρινον, φοβηθέντες μήπως ιδόντες αυτούς οι +Έλληνες επερχομένους τραπώσιν εις φυγήν έπειτα δε προφθάση και +η νυξ, και τοιουτοτρόπως δυνηθώσι να διαφύγωσιν. Έπρεπε δε, +κατ' αυτούς, μήτε πυρφόρος να μη μείνη ζων. + +7. Ταύτα σκοπεύοντες εμηχανώντο τα εξής. Αποσπάσαντες εκ του +στόλου διακόσια πλοία, τα έπεμψαν έξωθεν της Σκιάθου, εις +τρόπον ώστε χωρίς να τα ίδωσιν οι εχθροί, να δυνηθώσι να +περιπλεύσωσι την Εύβοιαν και να εισέλθωσιν εις τον Εύριπον δια +του Καφηρέως και της Γεραιστού. Το σχέδιόν των ήτο να +περικυκλώσωσι τους Έλληνας, τα μεν πλοία ερχόμενα εκ του μέρους +τούτου και φράττοντα εις αυτούς την εις τα οπίσω φέρουσαν οδόν, +οι δε λοιποί επιτιθέμενοι εκ των έμπροσθεν. Ταύτα αποφασίσαντες +απέπεμψαν τα εκλεγέντα πλοία, αλλά δεν είχον κατά νουν να +επιτεθώσι κατά των Ελλήνων εκείνην την ημέραν, ουδέ πριν γίνη +το σημείον ότι οι περιπλέοντες έφθασαν όπου διετάχθησαν. Αφού +δε έπεμψαν τα πλοία ταύτα, ηρίθμησαν τα λοιπά εις τας Αφετάς. + +8. Καθ' ον χρόνον έκαμνον ούτοι την απαρίθμησιν των πλοίων (ήτο +δε εις το στρατόπεδον Σκιωναίος τις ονόματι Σκύλλας, άριστος +δύτης της εποχής εκείνης, όστις εις το ναυάγιον το γενόμενον +κατά το Πήλιον πολλά μεν πράγματα έσωσεν εις τους Πέρσας, πολλά +δε και αυτός εκέρδησεν), ούτος ο Σκυλλίας προ πολλού είχε κατά +νουν να αυτομολήση εις τους Έλληνας, ουδεμία όμως μέχρι τότε +παρουσιάσθη ευκαιρία. Κατά ποίον τρόπον έφθασεν εις τους +Έλληνας, δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος, εκπλήττομαι +μάλιστα εάν τα λεγόμενα ήναι αληθή· καθότι λέγουσιν ότι +βυθισθείς εις την θάλασσαν από τας Αφετάς δεν ανέβη εις την +επιφάνειαν πριν φθάση εις το Αρτεμίσιον, διελθών διά του ύδατος +ογδοήκοντα περίπου στάδια. Διηγούνται δε και άλλα πολλά περί +του ανθρώπου τούτου τα οποία φαίνονται ψευδή· τινά όμως είναι +αληθή. Περί του γεγονότος δε τούτου ας γίνη αποδεκτή η γνώμη +μου ότι ήλθεν εις το Αρτεμίσιον μετά πλοιαρίου. Άμα δε έφθασε, +διηγήθη εις τους στρατηγούς το ναυάγιον πώς εγένετο και έδωκε +πληροφορίας περί των πλοίων τα οποία επέμφθησαν περί την +Εύβοιαν. + +9. Τούτο ακούσαντες οι Έλληνες συνήλθον διά να ομιλήσωσιν· αφού +δε είπον πολλά, υπερίσχυσεν η γνώμη να μείνωσι και να διέλθωσιν +εκεί την ημέραν εκείνην· έπειτα δε αφού αφήσωσι να παρέλθη το +μεσονύκτιον, να πλεύσωσι προς απάντησιν των περιπλεόντων +πλοίων. Μετά ταύτα, επειδή ουδείς ήρχετο εναντίον των, +φυλάξαντες μέχρι της δύσεως του ηλίου έπλευσαν κατά των +βαρβάρων, θέλοντες να κάμωσι δοκιμήν της μάχης και να +διασχίσωσι την εχθρικήν γραμμήν. + +10. Οι στρατιώται του Ξέρξου και οι στρατηγοί, βλέποντες αυτούς +προχωρούντας ες ολίγα πλοία, τους ενόμισαν παράφρονας και +απήγαγον και αυτοί τα πλοία, ελπίσαντες ότι ευκόλως ήθελον τους +αιχμαλωτεύσει· είχον δε δίκαιον ελπίζοντες τούτο, διότι έβλεπον +ότι τα πλοία των Ελλήνων ήσαν ολίγα και ότι τα ιδικά των και +πολλαπλάσια ήσαν κατά τον αριθμόν και έπλεον καλλίτερον. Ταύτα +φρονούντες, προσεπάθουν να περικυκλώσωσι τους Έλληνας. Τότε +όσοι μεν Ίωνες ήσαν εύνοοι προς τους Έλληνας και ηκολούθουν +ακουσίως την εκστρατείαν, ελυπούντο πολύ βλέποντες τους Έλληνας +περικυκλωμένους και όντες βέβαιοι ότι ουδείς αυτών θα επιστρέψη +οπίσω· τόσον ασθενής τοις εφαίνετο ο Ελληνικός στόλος. Όσοι δε +ηρέσκοντο εις τα γινόμενα, εφιλοτιμούντο τις πρώτος να κυριεύση +πλοίον Αττικόν διά να λάβη δώρα παρά του βασιλέως· διότι εις +τον στόλον των βαρβάρων πλείστος λόγος εγίνετο διά τους +Αθηναίους. + +11. Άμα εδόθη εις τους Έλληνας σημείον, πρώτον μεν στρέψαντες +τας πρώρας προς τους βαρβάρους, συνήγαγον τας πρύμνας εις το +μέσον· εις δε το δεύτερον σημείον άρχισαν την μάχην, +περιορισθέντες όλοι εις ολίγον διάστημα και παραταχθέντες κατά +πρόσωπον. Εις ταύτην την ναυμαχίαν εκυρίευσαν τριάκοντα πλοία +των βαρβάρων, και συνέλαβον τον Φιλάονα του Χέρσιος, αδελφόν +του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και άνδρα σημαντικόν εν τω +στρατοπέδω. Πρώτος δε Έλλην εκυρίευσε πλοίον των πολεμίων ο +Αθηναίος Λυκομήδης του Αισχραίου, και ούτος έλαβε το αριστείον. +Αλλ' επελθούσα η νυξ διεχώρισεν αυτούς, και η νίκη έμεινεν +αμφίβολος εις ταύτην την ναυμαχίαν. Τότε οι μεν Έλληνες +επέστρεψαν εις το Αρτεμίσιον· οι δε βάρβαροι εις τας Αφετάς, +αποβάντος του πολέμου πολύ διαφόρως παρ' ό,τι ήλπισαν. Εις +ταύτην την ναυμαχίαν από τους όντας μετά του βασιλέως Έλληνας, +μόνος ο Λήμνιος Αντίδωρος ηυτομόλησεν εις τους Έλληνας, και +τούτου ένεκα οι Αθηναίοι τω εχάρισαν γην εις την Σαλαμίνα. + +12. Ότε ενύκτωσε (ήτο δε κατά τα μέσα του θέρους) βροχή ραγδαία +έπεσε διαρκέσασα δι' όλης της νυκτός και βρονταί ισχυραί +ήρχοντο από του Πηλίου· νεκρά σώματα και ναυάγια ερρίπτοντο έξω +εις τας Αφετάς, και κυλιόμενα εις τας πρώρας των πλοίων, +ετάραττον τας άκρας των κωπών. Οι στρατιώται οίτινες εκ του +στόλου ήκουον ταύτα, ενεπλήσθησαν φόβου νομίζοντες ότι αφεύκτως +ήθελον απολεσθή από τόσων κακών· καθότι πριν αναπνεύσωσιν εκ +του ναυαγίου και της τρικυμίας ήτις τους ηκολούθησε περί το +Πήλιον, ιδού κατελήφθησαν υπό κρατεράς ναυμαχίας, και αμέσως +μετ' αυτήν βροχή ραγδαία και χείμαρροι ορμητικοί πίπτοντες εις +την θάλασσαν και βρονταί φοβεραί. Τοιαύτη ήτο δι' αυτούς η νυξ +αύτη. + +13. Εις δε τους διαταχθέντας να περιπλεύσωσι την Εύβοιαν, αυτή +εκείνη η νυξ υπήρξεν αγριωτέρα, καθόσον τους κατέλαβεν εν τω +πελάγει και κατέστη επί τέλους ολεθρία. Έπλεον περί τα Κοίλα +της Ευβοίας, όταν η βροχή και η τρικυμία κατέλαβον αυτούς. +Φερόμενοι δε από τον άνεμον, και μη ηξεύροντες πού εφέροντο, +εξέπιπτον προς τας πέτρας, Ταύτα πάντα εγένοντο κατά θείαν +οικονομίαν, διά να εξισωθή το Περσικόν ναυτικόν με το Ελληνικόν +και να μη ήναι πολύ περισσότερον. Και ούτοι μεν κατεστράφησαν +περί τα Κοίλα της Ευβοίας. + +14. Οι δε εν ταις Αφεταίς βάρβαροι, άμα είδον μετά χαράς το φως +της ημέρας, εκράτουν ήσυχα τα πλοία, και μεθ' όσα είχον +υποφέρει, ηρκούντο εις την παρούσαν κατάστασιν να μένωσιν +ακίνητοι. Εις δε τους Έλληνας ήλθεν επικουρία εκ +πεντηκοντατριών πλοίων Αττικών. Ταύτα φθάσαντα τους +ενεθάρρυναν, και προς τούτοις η ελθούσα αγγελία ότι οι +περιπλέοντες την Εύβοιαν απώλοντο υπό της συμβάσης τρικυμίας. +Φυλάξαντες λοιπόν την αυτήν ώραν επέπεσον κατά των πλοίων των +Κιλίκων· αφού δε τα κατέστρεψαν, επελθούσης της νυκτός, +απέπλευσαν οπίσω εις το Αρτεμίσιον. + +15. Την τρίτην ημέραν οργισθέντες οι στρατηγοί των βαρβάρων ότι +τόσον ολίγα πλοία τους έβλαπτον και φοβούμενοι την οργήν του +Ξέρξου, δεν ανέμειναν πλέον τους Έλληνας να αρχίσωσι την μάχην, +αλλά παροτρύναντες αλλήλους ανήγαγον τα πλοία, περί την +μεσημβρίαν. Συνέπεσε δε ώστε κατά τας ιδίας ημέρας να γίνωνται +αι ναυμαχίαι αύται και αι πεζομαχίαι εις τας Θερμοπύλας· κατά +θάλασσαν επρόκειτο να υπερασπίσωσι τον Εύριπον, κατά ξηράν οι +περί τον Λεωνίδαν ηγωνίζοντο να φυλάξωσι το στενόν. Οι μεν +λοιπόν Έλληνες ενεθάρρυνον αλλήλους διά να μη αφήσωσι τους +βαρβάρους να εισέλθωσιν εις την Ελλάδα, οι δε βάρβαροι +επειρώντο, καταστρέφοντες τας δυνάμεις των Ελλήνων, να γίνωσι +κύριοι αμφοτέρων των εισόδων. + +16. Ενώ ο στόλος του Ξέρξου επροχώρει με τάξιν κατά των +Ελλήνων, ούτοι έμενον ήσυχοι πλησίον του Αρτεμισίου. Οι +βάρβαροι, διά να τους περικυκλώσωσι και τους συλλάβωσιν, +εσχημάτισαν με τα πλοία ημισέληνον· τότε οι Έλληνες επέπεσαν +κατ' αυτών και ήρχισεν η συμπλοκή. Εις ταύτην δε την ναυμαχίαν +αι δυνάμεις αμφοτέρων εφάνησαν ισόρροποι. Ο στρατός του Ξέρξου +διά το μέγεθος και το πλήθος των πλοίων του εβλάπτετο αυτός αφ' +εαυτού, διότι ταρασσόμενα τα πλοία συνεκρούοντο προς άλληλα· +αντείχεν όμως και δεν υπενέδιδε, καθότι οι Πέρσαι ησχύνοντο να +τραπώσιν εις φυγήν υπό ολίγων πλοίων. Όθεν πολλά μεν πλοία και +άνδρας απώλεσαν οι Έλληνες, πολύ δε περισσότερα οι βάρβαροι. +Τέλος, μετά την αναποφάσιστον ταύτην μάχην, τα δύο μέρη +εχωρίσθησαν. + +17. Είς την ναυμαχίαν ταύτην, εκ μεν των στρατιωτών του Ξέρξου +ηρίστευσαν οι Αιγύπτιοι, οίτινες και άλλα μεγάλα έπραξαν και +πλοία Ελληνικά αύτανδρα συνέλαβον πέντε. Εκ δε των Ελλήνων κατά +ταύτην την ημέραν ηρίστευσαν οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων ο +Κλεινίας του Αλκιβιάδου, όστις είχεν οπλίσει δι' εξόδων του +διακοσίους άνδρας και τους έφερε μεθ' ενός πλοίου ανήκοντος εις +αυτόν. + +18. Αφού λοιπόν ευχαρίστως εχωρίσθησαν και τα δύο μέρη έσπευσαν +να επανέλθωσιν εις τους οικείους όρμους. Οι δε Έλληνες, αφού +χωρισθέντες έπαυσαν την ναυμαχίαν, τους μεν νεκρούς και τα +ναυάγια εσύναξαν· επειδή όμως υπέστησαν μεγάλας ζημίας, και +μάλιστα οι Αθηναίοι των οποίων τα ημίσεα των πλοίων ήσαν +βεβλαμμένα, εσκέπτοντο να φύγωσιν εις τα ενδότερα της Ελλάδος. + +19. Σκεφθείς δε ο Θεμιστοκλής ότι εάν αποσπασθώσιν από του +βαρβάρου οι Ίωνες και οι Κάρες, θα δυνηθώσιν οι Έλληνες να +νικήσωσι τους λοιπούς, συναθροίσας τους στρατηγούς εις το +παραθαλάσσιον όπου οι Ευβοείς έβοσκον τα ποίμνιά των, τοις +είπε· «Νομίζω ότι εύρον μέσον διά του οποίου να αποσπάσω τους +αρίστους συμμάχους του βασιλέως.» Δεν τοις είπε περισσότερα, +ηρκέσθη δε να τοις αποδείξη ότι εις τας παρούσας περιστάσεις +ώφειλον να πράξωσι τα εξής. Να σφάξωσιν όσα δυνηθώσι ζώα +Ευβοϊκά, διότι είναι προτιμότερον να λάβη ταύτα ο στρατός ή οι +πολέμιοι· και τους συνεβούλευε να διατάξη έκαστος στρατηγός +τους στρατιώτας του να καίωσι πυρά. Όσον δε διά την επιστροφήν, +έλεγεν ότι αυτός, θα φροντίση περί της αρμοδίας ώρας ώστε να +φθάσωσιν εις την Ελλάδα σώοι και αβλαβείς. Αρεστή εφάνη εις +αυτούς η εκτέλεσις των συμβουλών τούτων, και αμέσως ανάψαντες +πυρ έδραμον προς τα ποίμνια. + +20. Οι δε Ευβοείς περιφρονήσαντες τον χρησμόν του Βάκιδος ως +ασήμαντον, ούτε εξεκομίσαντο τίποτε εκ της χώρας των ούτε +εισήγαγον προβλέποντες τον προσεχή πόλεμον, αλλ' άφησαν τα +πράγματά των εις την τύχην. Ο δε περί τούτων χρησμός του +Βάκιδος είναι ο εξής. + +_Πρόσεξον, όταν ο βαρβαρόφωνος ρίψη εις την θάλασσαν γέφυραν +βυβλίνην, ν' απομακρύνης εκ της Ευβοίας τας μηκωμένας αίγας_. + +Αμελήσαντες οι Ευβοείς να ωφεληθώσιν εκ των λόγων τούτων, +έπρεπε να υποστώσι μεγάλας συμφοράς. + +21. Ταύτα έπραττον οι Έλληνες όταν έφθασεν εκ της Τραχίνος ο +πρόσκοπος· διότι εις τα ύψη του Αρτεμισίου είχον θέσει +πρόσκοπον τον Αντικυρέα Πολύαν εις τον οποίον παρήγγειλαν να +έχη πλοιάριον έτοιμο· και εάν ίδη ναυμαχούντα τον ναυτικόν +στρατόν να φέρη την είδησιν εις τας Θερμοπύλας· ομοίως πλησίον +του Λεωνίδου ίστατο έτοιμος με τριακόντορον ο Αθηναίος +Αβρώνιχος του Λυσικλέους, διά να ειδοποιήση τους εις το +Αρτεμίσιον εάν συμβή τι εις τον πεζόν στρατόν. Ούτος λοιπόν ο +Αβρώνιχος φθάσας τους εφανέρωσεν όσα συνέβησαν εις τον Λεωνίδαν +και τον στρατόν αυτού. Οι δε άμα ήκουσαν ταύτα δεν ανέβαλον +πλέον την αναχώρησιν, αλλ' έφυγον ως ήσαν τεταγμένοι, πρώτοι οι +Κορίνθιοι και τελευταίοι οι Αθηναίοι. + +22. Ο δε Θεμιστοκλής εκλέξας τα άριστα πλέοντα πλοία των +Αθηναίων, κατέβαινεν όπου υπήρχον πόσιμα ύδατα και εχάραττεν +επί των βράχων γράμματα τα οποία ελθόντες την ακόλουθον ημέραν +οι Ίωνες εις το Αρτεμίσιον είδον και ανέγνωσαν. Τα γράμματα δε +έλεγον τα εξής· «Κακώς ποιείτε, ω Ίωνες, πολεμούντες τους +πατέρας σας και υποδουλούντες την Ελλάδα. Έλθετε εις ημάς· εάν +όμως τούτο σας ήναι αδύνατον, τουλάχιστον μένετε μακράν των +πλοίων μας και παρακινήσατε τους Κάρας να μιμηθώσι το +παράδειγμά σας. Εάν δεν ήναι δυνατόν να γίνη μήτε το έν μήτε το +άλλο, εάν υπό μείζονος ανάγκης εμποδίζεσθε να αποστατήσετε, +όταν ημείς πολεμώμεν, φανήτε εκουσίως νωθροί, ενθυμούμενοι ότι +κατάγεσθε από ημάς και ότι εξ αρχής η προς τον βάρβαρον έχθρα +προήλθεν από υμάς.» Ο Θεμιστοκλής έγραφε ταύτα, ως νομίζω, με +τον διπλούν σκοπόν, ή, εάν μείνωσιν άγνωστα εις τον βασιλέα, να +πείσωσι τους Ίωνας, να μεταβληθώσι και να έλθωσι με το μέρος +των Ελλήνων, ή, εάν αναφερθώσιν εις τον Ξέρξην εν είδει +κατηγορίας, να καταστήσωσι τους Ίωνας υπόπτους και να μη τους +μεταχειρισθή ο Βασιλεύς εις τας ναυμαχίας. + +23. Ο μεν Θεμιστοκλής ταύτα έγραψεν εις τους βράχους, εις δε +τους βαρβάρους αμέσως μετά ταύτα Ιστιεύς τις ανεχώρησε μετά +πλοιαρίου και ανήγγειλε την από του Αρτεμισίου αναχώρησιν των +Ελλήνων· Ούτοι όμως μη πιστεύσαντες εις τα λεχθέντα, τον μεν +αγγελιαφόρον εφυλάκισαν, έπεμψαν δε ταχέα τινά πλοία διά να +παρατηρήσωσιν. Αφού δε επανελθόντα ταύτα επεβεβαίωσαν την +είδησιν, αμέσως ότε ο ήλιος εσκόρπισε τας ακτίνας του, όλος ο +στόλος ομού έπλευσεν εις το Αρτεμίσιον. Μείνας δε εκεί μέχρι +της μεσημβρίας, έπλευσε μετά ταύτα εις την Ιστιαίαν. Ελθόντες +οι βάρβαροι κατέλαβον την πόλιν των Ιστιαίων και διήρπασαν όλας +τας παραθαλασσίας κώμας της Ελλοπίας μοίρας, ήτις είναι γη +Ιστιαιώτις. + +24. Τούτων δε όντων εκεί, ο Ξέρξης, ετοιμάσας τα περί τους +νεκρούς, έπεμψε κήρυκα εις τον ναυτικόν στρατόν· αι δε +ετοιμασίαι τας οποίας έκαμεν ήταν αι εξής. Εξ όλων όσοι είχον +φονευθή εκ του ιδίου του στρατού (είχον δε φονευθή είκοσι +χιλιάδες) χιλίους μόνον άφησε, τους δε λοιπούς διέταξε να +ορύξωσι τάφρους και να τους θάψωσιν· έπειτα να τους καλύψωσι με +χώμα και να ρίψωσιν επάνω φύλλα, διά να μη τους ίδη ο στρατός. +Ότε δε ήλθεν ο κήρυξ εις την Ιστιαίαν, συνεκάλεσεν όλον τον +στρατόν του στόλου και είπε τα εξής· «Άνδρες σύμμαχοι, ο +βασιλεύς Ξέρξης επιτρέπει εις όντινα θέλει εξ υμών να αφήση τας +τάξεις του και να έλθη να ιδή πώς πολεμεί τους ανοήτους +ανθρώπους, οίτινες ήλπιζον ότι ήθελον υπερνικήσει τας δυνάμεις +του βασιλέως.» + +25. Άμα εγένετο η προκήρυξις αύτη, τότε ουδέν δυσκολώτερον, ή η +εύρεσις λέμβων, τόσον πολυπληθείς ήσαν εκείνοι οίτινες +επεθύμουν να υπάγουν και να παρατηρήσωσιν. Διεκπεραιωθέντες +αντικρύ, περιήρχοντο και εθεώρουν τους νεκρούς· όλοι δε +επίστευον, βλέποντες και τους είλωτας, ότι όλοι οι φονευμένοι +ήσαν Λακεδαιμόνιοι και Θεσπιείς. Αλλά το τέχνασμα του Ξέρξου +περί τους νεκρούς τους ιδικούς του δεν έμεινε κρυπτόν εις τους +ελθόντας. Και τωόντι ήτο γελοίον εκ μεν των βαρβάρων να +φαίνονται μόνον χίλιοι νεκροί διασκορπισμένοι, οι δε Έλληνες να +κήνται όλοι ομού σωρευμένοι εις έν μέρος τέσσαρες χιλιάδες. Και +ταύτην μεν την ημέραν διήλθον θεωρούντες· την δε ακόλουθον, οι +μεν έστρεψαν εις την Ιστιαίαν όπου ήσαν τα πλοία των, οι δε +περί τον Ξέρξην εξηκολούθησαν την πορείαν των. + +26. Ήλθον δε εις αυτούς ολίγοι τινές αυτόμολοι εκ της Αρκαδίας, +ενδεείς και ζητούντες εργασίαν. Τούτους φέροντες έμπροσθεν του +βασιλέως, ηρώτων οι Πέρσαι τι έπραττον οι Έλληνες· είς δε προ +πάντων ήτο ο ερωτών αυτούς ταύτα. Εκείνοι δε τοις έλεγον ότι +εώρταζον τα Ολύμπια · και ότι εθεώρουν τους γυμνικούς και +ιππικούς αγώνας. Ο δε ερωτών επανέλαβε τι ήτο το βραβείον περί +του οποίου αγωνίζονται. Οι δε είπον ότι εδίδετο στέφανος +ελαίας. Τότε ο Τριτανταίχμης του Αρταβάνου είπε λόγον γενναίον +διά τον οποίον ο βασιλεύς τον εμέμφθη επί δειλία. Διότι όταν +ήκουσεν ότι το άθλον ήτο στέφανος ελαίας και όχι χρήματα, δεν +ηδυνήθη να σιωπήση αλλ' ενώπιον όλων είπε· «Φευ! Μαρδόνιε, κατά +τίνων ανδρών μας έφερες να πολεμήσωμεν, οίτινες αγωνίζονται +ουχί χάριν χρημάτων αλλά χάριν τιμής· Αυτός μεν ταύτα είπεν. + +27. Εν τω μεταξύ δε τούτω, αμέσως μετά την εν Θερμοπύλαις +καταστροφήν, οι Θεσσαλοί έπεμψαν κήρυκα εις τους Φωκείς, κατά +των οποίων είχον αντιπάθειαν, και μάλιστα μετά την τελευταίαν +θραύσιν των· καθότι ολίγα έτη προ της εκστρατείας ταύτης του +βασιλέως, οι Θεσσαλοί και οι σύμμαχοι αυτών εισβαλόντες +πανστρατιά εις την Φωκίδα ηττήθησαν και υπέφερον πολλά. Ότε οι +Φωκείς περιεκυκλώθησαν εις τον Παρνασσόν, είχον μεθ' εαυτών τον +Ηλείον μάντιν Τελλίαν όστις εσοφίσθη το εξής στρατήγημα. +Γυψώσας εξακοσίους άνδρας των Φωκέων τους αρίστους, αυτούς +τούτους και τα όπλα αυτών, μετέβη διά νυκτός και επετέθη κατά +των Θεσσαλών, προειπών εις αυτούς να φονεύωσι πάντα όστις δεν +εφαίνετο λευκός. Πρώτοι οι φύλακες των Θεσσαλών είδον αυτούς +και εφοβήθησαν νομίσαντες ότι ήσαν τέρατα, και μετά τούς +φύλακας όλος ο στρατός, ούτως ώστε οι Φωκείς έλαβον εκ +τετρακισχιλίων νεκρών τας ασπίδας των, εκ των οποίων τας μεν +ημισείας αφιέρωσαν εις τους Άβας, τας δε άλλας εις τους +Δελφούς. Από δε του δεκάτου των λαφύρων της μάχης ταύτης +εγένοντο οι μεγάλοι ανδριάντες οι στηθέντες περί τον τρίποδα, +προ του ναού των Δελφών, και άλλοι όμοιοι αφιερωθέντες εις τους +Άβας. + +28. Ταύτα έπραξαν οι Φωκείς εις το πεζόν των Θεσσαλών το οποίον +επολιόρκει αυτούς· προσέτι δε έβλαψαν ανιάτως και το ιππικόν το +οποίον εισέβαλεν εις την χώραν των· καθότι εις το στενόν το +οποίον είναι κατά την Υάμπολιν, ορύξαντες τάφρον μεγάλην έθεσαν +εις αυτήν αμφορείς κενούς, την εκάλυψαν με χώμα διά να ομοιωθεί +το μέρος με το άλλο έδαφος και περιέμειναν την επίθεσιν των +Θεσσαλών. Ούτοι δε, επιτεθέντες διά να αρπάσωσι τους Φωκείς, +έπεσαν εις τους αμφορείς, και τα σκέλη των ίππων εθραύσθησαν. + +29. Δι' αυτάς λοιπόν τας δύο αιτίας μνησικακούντες οι Θεσσαλοί, +έπεμψαν κήρυκα και τοις είπον· «Ώ Φωκείς, τώρα ίσως +αναγνωρίζετε ότι δεν είσθε ίσοι με ημάς· καθότι και πρότερον, +ενόσω ηθέλομεν να μένωμεν μετά των Ελλήνων, ήμεθα ανώτεροί σας, +και τώρα παρά τω βαρβάρω τοσούτον δυνάμεθα ώστε εις την +εξουσίαν μας είναι και την γην σας να στερηθήτε και να +ανδραποδισθήτε. Ημείς όμως το παν έχοντες δεν μνησικακούμεν· +αντί της ευεργεσίας δε ταύτης σας ζητούμεν να μας δώσετε +πεντήκοντα τάλαντα αργυρίου, και σας υποσχόμεθα να εμποδίσωμεν +όσα κακά απειλούσι την χώραν σας.» + +30. Ταύτα υπέσχοντο οι Θεσσαλοί, διότι μόνοι οι Φωκείς από τους +εις εκείνα τα μέρη κατοικούντας δεν εμήδιζον, ουχί δι' άλλην +τινά αιτίαν, ως εγώ ευρίσκω βασανίζων τα γεγονότα, αλλά διά την +έχθραν την οποίαν είχον κατά των Θεσσαλών· εάν όμως οι Θεσσαλοί +ήσαν με το μέρος των Ελλήνων, νομίζω ότι οι Φωκείς θα εμήδιζον. +Εις τας υποσχέσεις δε ταύτας των Θεσσαλών απεκρίθησαν ότι +χρήματα δεν δίδουσι, και ότι εάν ήθελον ηδύναντο να μηδίσωσι +μετά της αυτής ευκολίας ως οι Θεσσαλοί· αλλ' ουδέποτε εκόντες +θα γίνωσι προδόται της Ελλάδος. + +31. Όταν ήλθεν η απόκρισις αύτη τοσούτον εχολώθησαν οι Θεσσαλοί +κατά των Φωκέων, ώστε εγένοντο οδηγοί της οδού εις τον +βάρβαρον. Εκ της Τραχινίας λοιπόν εισέβαλον εις την Δωρίδα, +διότι στενή τις γλώσσα της Δωρίδος χώρας, πλάτος έχουσα περί τα +τριάκοντα στάδια και ούσα μεταξύ της Μαλίδος και της Φωκίδος, +εκτείνεται μέχρι της Τραχινίας. Η δε Δωρίς ήτο το πάλαι Δρυοπίς +και είναι η μητρόπολις των Δωριέων της Πελοποννήσου. Ταύτην την +Δωρίδα γην οι εισβαλόντες βάρβαροι ουδόλως έβλαψαν, καθότι +εμήδιζε και οι Θεσσαλοί έκρινον καλόν να φεισθώσιν αυτής. + +32. Ότε δε εισέβαλον εκ της Δωρίδος εις την Φωκίδα, αυτούς μεν +τους Φωκείς δεν εύρον, διότι τινές μεν αυτών ανέβησαν εις τα +άκρα του Παρνασσού (η δε κορυφή του Παρνασσού προς το μέρος της +πόλεως Νέωνος, ούσα μεμονωμένη, είναι επιτηδεία να δεχθή πλήθος +πολύ, και καλείται Τιθορέα· εκεί λοιπόν ανεβίβασαν τα πράγματά +των και ανέβησαν και οι ίδιοι·) οι δε περισσότεροι έφυγον εις +τους Οζόλας Λοκρούς και εις την πόλιν Άμφισσαν, κειμένην υπό το +Κρισσαίον πεδίον. Οι δε βάρβαροι διέβησαν δι' όλης της Φωκίδος, +καθότι οι Θεσσαλοί ωδήγουν τον στρατόν· όσα δε εύρισκον, όλα τα +έκαιον και τα έκοπτον, θέτοντες πυρ και εις τας πόλεις και εις +τους ναούς. + +33. Ταύτην την οδόν πορευόμενοι παρά τας όχθας του Κηφισσού +ποταμού κατέστρεφον τα πάντα και κατέκαυσαν τας πόλεις Δρυμόν, +Χαράδραν, Έρωχον, Τεθρώνιον, Αμφίκαιαν, Νέωνα, Πεδιέαν, +Τριταίαν, Ελάτειαν, Υάμπολιν, Παραποταμίους και Άβας όπου ήτο +πλούσιος ναός του Απόλλωνος, έχων θησαυρούς και πολλά +αναθήματα· ήτο δε και τότε, και τώρα είναι εκεί χρηστήριον. Και +τούτον μεν τον ναόν συλήσαντες ενέπρησαν· καταδιώκοντες δε τους +Φωκείς, συνέλαβον τινάς εξ αυτών πλησίον των ορέων. Τινές δε +γυναίκες απέθανον ως εκ του πλήθους των επ' αυτών ασελγησάντων. + +34. Διελθόντες πλησίον των Παραποταμίων οι βάρβαροι έφθασαν εις +τους Πανοπείς· εκείθεν δε εχωρίσθη ο στρατός εις δύο, και το +πλείστον και δυνατώτατον μέρος, πορευόμενον μετά του Ξέρξου +κατά των Αθηνών εισέβαλεν εις την Βοιωτίαν διά της γης των +Ορχομενίων. Εμήδιζον δε όλοι οι Βοιωτοί, και τας πόλεις αυτών +εφύλαττον Μακεδόνες πεμφθέντες υπό του Αλεξάνδρου· τας +εφύλαττον δε θέλοντες διά τούτου να καταστήσωσι δήλον εις τον +Ξέρξην ότι οι Βοιωτοί εφρόνουν τα των Μήδων. Ηρκέσθησαν λοιπόν +οι βάρβαροι να διέλθωσι μόνον διά της χώρας ταύτης. + +35. Το δε άλλο σώμα του στρατού μετά των οδηγών εκίνησε διά το +ιερόν των Δελφών, έχον τον Παρνασσόν εις τα δεξιά και +καταστρέφον όσα μέρη της Φωκίδος εύρισκε και αυτό. Αποσπασθέν +εκ του άλλου στρατού διά να αρπάση τους θησαυρούς του ναού των +Δελφών, και να τους φέρη εις τον βασιλέα, ενέπρησε κατά την +διάβασίν του τας πόλεις των Πανοπέων, των Δαυλίων και των +Αιολιδών. Ήκουσα δε ότι ο Ξέρξης, επειδή συνεχώς τω ωμίλουν +περί αυτών, εγνώριζεν όλα τα εν τω ναώ άξια λόγου πράγματα και +μάλιστα τα αναθήματα του Κροίσου του Αλυάττου, καλλίτερον ή όσα +άφησεν εις την οικίαν του. + +36. Οι δε Δελφοί ακούσαντες ότι επλησίαζον οι βάρβαροι +εκυριεύθησαν υπό πανικού φόβου και ηρώτησαν το μαντείον εάν +έπρεπε να κατορύξωσιν εις την γην τους ιερούς θησαυρούς ή να +εκκομίσωσιν αυτούς εις άλλην χώραν. Ο δε θεός δεν τους άφησε να +τους μετακινήσωσιν, ειπών ότι αυτός είναι ικανός να φυλάξη τα +ιδικά του. Ακούσαντες λοιπόν ταύτα οι Δελφοί εφρόντιζον μόνον +περί εαυτών. Και τα μεν τέκνα και τας γυναίκας έπεμψαν εις την +Αχαΐαν, εξ αυτών δε οι μεν περισσότεροι ανέβησαν εις τας +κορυφάς του Παρνασσού και έκρυψαν τα πράγματά των εις το +Κωρύκιον άντρον, άλλοι δε έφυγον εις την Άμφισσαν της Λοκρίδος. + +Ώστε όλοι οι Δελφοί εγκατέλειπον την πόλιν, πλην εξήκοντα +ανδρών και του προφήτου (25). + +37. Ότε επλησίασαν τόσον οι βάρβαροι ώστε να διακρίνωσι τον +ναόν, τότε ο προφήτης όστις ωνομάζετο Ακήρατος είδε προ του +ναού τα ιερά όπλα τα οποία εις ουδένα των ανθρώπων ήτο +επιτετραμμένον να εγγίση και τα οποία είχον μεταφερθεί εκεί εκ +των ένδον του μεγάρου. Και ούτος μεν έσπευσε να ανακοινώση το +θαύμα τούτο εις τους εκεί παρόντας Δελφούς· οι δε βάρβαροι, άμα +έφθασαν κατεπειγόντως εις τον ναόν της Προναίας Αθηνάς, +συνέβησαν θαύματα πολύ μείζονα του πριν γενομένου θαύματος. +Διότι ήναι μεν και τούτο θαύμα μέγα, όπλα πολεμικά να έλθωσιν +έξω αυτόματα και να σταθώσι προ του ναού, τα μετά ταύτα όμως +γενόμενα είναι άξια να θαυμάση τις πλειότερον από όλα τα +τεράστια. Ότε οι βάρβαροι επερχόμενοι επλησίασαν εις τον ναόν +της Προναίας Αθηνάς, τότε εκ μεν του ουρανού έπεσαν επ' αυτών +κεραυνοί, από δε του Παρνασσού απορραγείσαι δύο κορυφαί +εφέροντο μετά πολλού πατάγου κατ' αυτών και κατέλαβον πολλούς. +Προσέτι δε εκ του ιερού της Προναίας βοή ηκούσθη και +αλλαλαγμός. + +38. Όλα ταύτα ομού επελθόντα ενέβαλον εις τους βαρβάρους φόβον. +Μαθόντες δε οι Δελφοί ότι έφευγον, κατέβησαν κατ' αυτών και +εφόνευσαν πλείστους· και όσοι εσώθησαν έφυγον κατ' ευθείαν εις +τους Βοιωτούς. Έλεγον δε οι επιστρέψαντες ούτοι βάρβαροι, ως +μανθάνω, ότι πλην τούτων είδον και άλλα πράγματα υπερφυσικά, +και ότι δύο οπλίται υψηλότεροι παρ' όσον είναι οι άνθρωποι, +τους ηκολούθουν φονεύοντες και καταδιώκοντες. + +39. Ούτοι οι δύο, ως λέγουσιν οι Δελφοί, είναι ήρωες επιχώριοι, +ο Φύλακος και ο Αυτόνους, των οποίων τα τεμένη είναι πλησίον +του ναού. Του μεν Φυλάκου παρ' αυτήν την οδόν ανωτέρω του ναού +της Προναίας, του δε Αυτονόου προς την πηγήν της Κασταλίας, +κάτωθεν της Υαμπείας κορυφής. Οι δε πεσόντες από του Παρνασσού +λίθοι έτι και εις τας ημέρας μου ήσαν σώοι, κείμενοι εις το +τέμενος της Προναίας Αθηνάς, όπου έπεσαν κυλιόμενοι διά των +βαρβάρων. Και τούτων μεν των ανδρών τοιαύτη υπήρξεν η από του +ναού απομάκρυνσις. + +40. Ο δε ναυτικός στρατός των Ελλήνων, κατά παράκλησιν των +Αθηναίων, κατέβη από του Αρτεμισίου, εις την Σαλαμίνα. +Παρεκάλεσαν δε οι Αθηναίοι να αγκυροβολήσωσιν εις την Σαλαμίνα, +διά να μετακομίσωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των εκ της +Αττικής, και προς τούτοις να σκεφθώσι περί του πρακτέου· καθότι +ήτο επάναγκες να διασκεφθώσιν επί της παρούσης καταστάσεως, +αφού όλαι των αι ελπίδες εψεύσθησαν. Τωόντι ενώ ήλπιζον να +εύρωσιν όλους τους Πελοποννησίους εστρατοπεδευμένος εις την +Βοιωτίαν κατά του βαρβάρου, έμαθον ότι ετείχιζον τον Ισθμόν, +περί πλείστου ποιούμενοι την Πελοπόννησον και ότι ταύτην +εφύλαττον αφίνοντες τα άλλα μέρη. Ταύτα μαθόντες παρεκάλεσαν +τους Έλληνας να προσορμισθώσιν εις την Σαλαμίνα. + +41. Οι μεν άλλοι λοιπόν κατέσχον εις την Σαλαμίνα, οι δε +Αθηναίοι εις την χώραν των. Μετά την άφιξίν των εκήρυξαν όπως +δύναται έκαστος Αθηναίος να σώζη τα τέκνα και τους οικίας του. +Τότε οι μεν πλείστοι απέστειλαν αυτά εις την Τροιζήνα, άλλοι δε +εις την Αίγιναν και άλλοι εις την Σαλαμίνα. Έσπευσαν δε να τα +ασφαλίσωσι θέλοντες να υπακούσωσιν εις τον χρησμόν, όχι δε +ολιγώτερον και διά την εξής αιτίαν. Λέγουσιν οι Αθηναίοι ότι +μέγας τις όφις, φύλαξ της ακροπόλεως, ενδιαιτάται εις τον ναόν. +Ταύτα λέγοντες και πιστεύοντες ότι υπάρχει τωόντι, τω φέρουσι +κατά μήνα προσφοράν· η μηνιαία δε αύτη προσφορά είναι +πλακούντιον μελιτόεν. Τούτο λοιπόν το πλακούντιον, ενώ πρότερον +ετρώγετο πάντοτε, τότε είχε μείνει ανέπαφον. Δηλωσάσης δε ταύτα +της ιερείας, οι Αθηναίοι έτι μάλλον προθύμως εγκατέλιπον την +πόλιν των, πιστεύοντες ότι και η θεά άφησε την ακρόπολιν. Αφού +δε απεκόμισαν τα πάντα, επέστρεψαν εις το στρατόπεδον. + +42. Ενώ δε τα από του Αρτεμισίου επανελθόντα πλοία ήσαν +ηγκυροβολημένα εξ την Σαλαμίνα, μαθών τούτο και ο λοιπός +ναυτικός στρατός των Ελλήνων συνέρρευσεν εκεί εκ της Τροιζήνος, +καθότι τοις είχον ειπεί πρότερον να συναθροίζωνται εις τον +Πώγωνα λιμένα των Τροιζηνίων. Συνελέχθησαν δε πολύ περισσότερα +πλοία παρ' όσα εναυμάχησαν εις το Αρτεμίσιον, και από πόλεων +περισσοτέρων. Και ναύαρχος μεν ήτο ο αυτός όστις ήτο εις το +Αρτεμίσιον, ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης του Ευρυκλείδου, μολονότι +δεν κατήγετο από βασιλικόν γένος, πλοία δε πολύ περισσότερα και +άριστα πλέοντα παρέσχον οι Αθηναίοι. + +43. Τον στόλον απετέλουν οι εξής· εκ της Πελοποννήσου οι +Λακεδαιμόνιοι, δόντες πλοία δεκαέξ· οι Κορίνθιοι δόντες το αυτό +πλήρωμα όσον έδοσαν και εις το Αρτεμίσιον· οι Σικυώνιοι έδοσαν +πλοία δεκαπέντε· οι Επιδαύριοι δέκα· οι Τροιζήνιοι πέντε· οι +Ερμιονείς τρία· όλοι δε ούτοι, πλην των Ερμιονέων, είναι έθνος +Δωρικόν και Μακεδνόν, ελθόντες πρώτον εκ του Ερινεού και του +Πίνδου, και τελευταίον εκ της Δρυοπίδος. Οι δε Ερμιονείς είναι +Δρύοπες, διωχθέντες υπό του Ηρακλέους και των Μαλιέων εκ της +σήμερον Δωρίδος καλουμένης χώρας. Ούτοι ήσαν όσοι ήλθον εις τον +στόλον Πελοποννήσιοι. + +44. Εκ της έξω του ισθμού ηπείρου ήσαν οι Αθηναίοι μόνοι υπέρ +πάντας τους άλλους δόντες πλοία εκατόν ογδοήκοντα, καθότι εις +την Σαλαμίνα οι Πλαταιείς δεν συνεναυμάχησαν με τους Αθηναίους +διά την εξής αιτίαν. Όταν αναχωρήσαντες οι Έλληνες από του +Αρτεμισίου έφθασαν προ της Χαλκίδος, οι Πλαταιείς απέβησαν εις +τα αντιπέραν της Βοιωτίας μέρη διά να μεταφέρωσι τας +οικογενείας των έξω της χώρας ταύτης. Ενώ δε τας εξησφάλιζον, +καθυστέρησαν. Οι Αθηναίοι δε επί μεν των Πελασγών εχόντων την +σήμερον καλουμένην Ελλάδα ήσαν Πελασγοί και ωνομάζοντο Κραναοί· +επί δε του Κέκροπος βασιλέως, επεκλήθησαν Κεκροπίδαι. +Παραλαβόντος δε την βασιλείαν του Ερεχθέως, μετωνομάσθησαν +Αθηναίοι. Τέλος ότε ο Ίων, υιός του Ξούθου, εγένετο στρατάρχης +των Αθηναίων, εκλήθησαν από τούτου Ίωνες. + +45. Οι δε Μεγαρείς παρέσχον τον αυτόν αριθμόν των πλοίων τον +οποίον και εις το Αρτεμίσιον· οι Αμπρακιώται επεβοήθησαν +έχοντες επτά πλοία, και οι Λευκάδιοι τρία, όντες ούτοι έθνος +Δωρικόν εκ της Κορίνθου. + +46. Εκ των νησιωτών οι μεν Αιγινήται έδοσαν τριάκοντα πλοία· +είχον πεπληρωμένα και άλλα ακόμη, αλλά δι' αυτών εφύλαττον την +χώραν των, και μόνον με τριάκοντα άριστα πλέοντα εναυμάχησαν εν +Σαλαμίνι. Οι δε Αιγινήται είναι έθνος Δωρικόν εκ της Επιδαύρου +και της νήσου ταύτης πρότερον το όνομα ήτο Οινώνη. Μετά δε τους +Αιγινήτας οι Χαλκιδείς με τα είκοσι πλοία τα οποία είχον δώσει +εις το Αρτεμίσιον, και οι Ερετριείς με τα επτά. Ούτοι είναι +Ίωνες. Μετ' αυτούς οι Κείοι τα αυτά έχοντες· είναι δε ούτοι +Ίωνες εξ Αθηνών. Οι δε Νάξιοι έδοσαν τέσσαρα. Ούτοι είχον σταλή +από τους συμπολίτας των, ως και οι άλλοι νησιώται των Κυκλάδων, +εις τους Μήδους, αλλά καταφρονήσαντες τους εντολείς ήλθον εις +τους Έλληνας κατά παρακίνησιν του Δημοκρίτου, ανδρός εγκρίτου +μεταξύ των αστών, και τότε όντος τριηράρχου. Οι Νάξιοι δε είναι +Ίωνες και κατάγονται εξ Αθηνών. Οι Στυρείς έδοσαν τα αυτά πλοία +τα οποία είχον δώσει πρότερον, οι δε Κύθνιοι έν πλοίον και μίαν +πεντηκόντορον. Οι δύο ούτοι λαοί είναι Δρύοπες. Απετέλουν +επίσης μέρος του στόλου οι Σερίφιοι, οι Σίφνιοι και οι Μήλιοι. +Ούτοι μόνοι εκ των νησιωτών δεν έδοσαν εις τον βάρβαρον γην και +ύδωρ. + +47. Όλοι ούτοι, κατοικούντες έσωθεν των Θεσπρωτών και του +Αχέροντος, έλαβον μέρος εις τον πόλεμον, καθότι οι Θεσπρωτοί +συνορεύουσι με τους Αμπρακιώτας και τους Λευκαδίους, οίτινες +προσήλθον εκ των απωτάτων μερών. Εκ των έξω των ορίων τούτων +κατοικούντων, μόνοι οι Κροτωνιάται εβοήθησαν την Ελλάδα +κινδυνεύουσαν μεθ' ενός πλοίου του οποίου αρχηγός ήτο ο +Φαύλλος, ανήρ τρις νικήσας εις τα Πύθια. Είναι δε οι +Κροτωνιάται κατά το γένος Αχαιοί. + +48. Τοιουτοτρόπως οι μεν άλλοι σύμμαχοι έδοσαν τριήρεις οι δε +Μήλιοι, οι Σίφνιοι και οι Σερίφιοι, πεντηκοντόρους. Οι Μήλιοι, +καταγόμενοι εκ της Λακεδαίμονος, έφερον δύο· οι Σίφνιοι και οι +Σερίφιοι, όντες Ίωνες εξ Αθηνών, έφερον από μίαν. Ο δε αριθμός +των πλοίων όλων, πλην των πεντηκοντόρων, ήτο τριακόσια +εβδομήκοντα και οκτώ. + +49. Ότε δε συνήλθον από των ειρημένων πόλεων οι στρατηγοί εις +την Σαλαμίνα, διεσκέφθησαν· και ο Ευρυβιάδης προέτεινε να ειπή +ο θέλων την γνώμην του εις ποίον μέρος εξ όσων ήσαν ακόμη +κύριοι ενόμιζεν ότι ήτο επιτηδειότατον να γίνη ναυμαχία, καθότι +είχον αφήσει πλέον την Αττικήν και επρόκειτο λόγος περί των +λοιπών μερών. Αι πλείσται δε των λεγόντων γνώμαι συνεφώνουν να +πλεύσωσιν εις τον Ισθμόν και να ναυμαχήσωσι προ της +Πελοποννήσου· εστηρίζοντο δε εις τούτον τον λόγον, ότι αν +νικηθώσιν εις την ναυμαχίαν, όντες μεν εις την Σαλαμίνα, θα +πολιορκηθώσιν εις νήσον όπου δεν θα έχωσι να ελπίσωσιν ουδεμίαν +βοήθειαν, όντες δε πλησίον του Ισθμού δύνανται να καταφύγωσιν +εις τους ιδικούς των. + +50. Ταύτα σκεπτομένων των εκ Πελοποννήσου στρατηγών, ήλθεν +άνθρωπός τις από τας Αθήνας αγγέλλων ότι ο βάρβαρος έφθασεν εις +την Αττικήν και έκαιεν αυτήν όλην· διότι ο μετά του Ξέρξου +ερχόμενος διά των Βοιωτών στρατός, εμπρήσας τας πόλεις των +Θεσπιέων και των Πλαταιέων των οποίων οι κάτοικοι είχον +καταφύγει εις την Πελοπόννησον, έφθασεν εις τας Αθήνας και +κατέστρεφε τα πάντα. Ενέπρησε δε ο βάρβαρος την Θέσπειαν και +την Πλάταιαν, μαθών παρά των Θηβαίων ότι δεν εμήδιζον. + +51. Από της διαβάσεως του Ελλησπόντου, όθεν οι βάρβαροι ήρχισαν +να έρχωνται πεζοί, αφού διέτριψαν εκεί ένα μήνα έως ου διαβώσιν +εις την Ευρώπην, εχρειάσθησαν άλλους τρεις μήνας διά να έλθωσιν +εις την Αττικήν, επί άρχοντος των Αθηναίων Καλλιάδου. Φθάσαντες +εκυρίευσαν το άστυ έρημον ευρόντες μόνον ολίγους τινάς +Αθηναίους διαχειριστάς του ιερού και πτωχούς ανθρώπους, οίτινες +φράξαντες διά σανίδων και ξύλων την ακρόπολιν, επερίμενον να +πολεμήσωσι τους επερχομένους, αφ' ενός μεν διότι ένεκα της +πενίας των δεν ηδυνήθησαν να υπάγωσιν εις την Σαλαμίνα, αφ' +ετέρου δε διότι ενόμισαν ότι αυτοί ενόησαν τον χρησμόν τον +οποίον είπεν η Πυθία, ότι το ξύλινον τείχος θα ήναι ανάλωτον, +και ότι κατά τον χρησμόν αυτό είναι το άσυλον και όχι τα πλοία. + +52. Οι Πέρσαι εστρατοπεδεύσαντο εις τον απέναντι της ακροπόλεως +όχθον, τον οποίον οι Αθηναίοι καλούσιν Άρειον πάγον, και +επολιόρκησαν τον ναόν κατά τον εξής τρόπον. Τυλίσσοντες με +στυπείον τα βέλη και ανάπτοντες αυτό, ετόξευον εις το φράγμα. +Οι δε πολιορκούμενοι Αθηναίοι, μολονότι έφθασαν εις τα έσχατα +δεινά και κατεστράφη το φράγμα, αντείχον όμως και δεν εδέχοντο +τους λόγους των Πεισιστρατιδών οίτινες τους προέτρεψαν να +συνθηκολογήσουν. Αμυνόμενοι δε και άλλα πολλά αντεμηχανώντο και +προσέτι ότε οι βάρβαροι επλησίαζον εις τας πύλας έρριπτον κατ' +αυτών μεγάλας πέτρας στρογγύλας· ώστε ο Ξέρξης επί πολύν χρόνον +ήτο εις απορίαν μη δυνάμενος να τους κυριεύση. + +53. Τέλος οι βάρβαροι ανεκάλυψαν είσοδόν τινα ανελπίστως, +καθότι ήτο πεπρωμένον, κατά τον χρησμόν, όλη η εις την ήπειρον +Αττική να πέση υπό τους Πέρσας. Έμπροσθεν της ακροπόλεως +όπισθεν δε των πυλών και της ανόδου, πλησίον του ιερού της +Αγλαύρου, θυγατρός του Κέκροπος, εις το μέρος όπου ούτε +εφύλαττέ τις ούτε ηδύνατο να φαντασθή ότι εκείθεν δύναται ν' +αναβή άνθρωπος, καθότι ήτο πολύ απόκρημνον, βάρβαροί τινες +ανέβησαν. Οι Αθηναίοι ιδόντες αυτούς αναβάντας εις την +ακρόπολιν, άλλοι μεν εκρημνίσθησαν από του τείχους και +εφονεύθησαν, άλλοι δε κατέφυγον εντός του ναού της Αθήνας. Οι +δε αναβάντες Πέρσαι, πρώτον μεν έδραμον εις τας πύλας, και αφού +ήνοιξαν αυτάς εφόνευσαν τους ικέτας· και αφού τους έστρωσαν +όλους νεκρούς υπό τους πόδας των, εσύλησαν το ιερόν και +ενέπρησαν πάσαν την ακρόπολιν. + +54. Κυριεύσας λοιπόν ο Ξέρξης κατά κράτος τας Αθήνας, έπεμψεν +εις τα Σούσα ιππέα αγγελιαφόρον διά να αναγγείλη εις τον +Αρτάβανον την μεγάλην ταύτην επιτυχίαν. Δύο δε ημέρας μετά την +αναχώρησιν του κήρυκος συγκαλέσας τους Αθηναίους όσοι +εξορισθέντες άλλοτε από την πόλιν ηκολούθουν τότε αυτόν, τοις +είπε να αναβώσιν εις την ακρόπολιν και να θυσιάσωσι κατά τον +ιδικόν των τρόπον. Παρήγγειλε δε ταύτα είτε διότι είδε φάσμα τι +εις τον ύπνον του, είτε διότι μετενόησε διά τον εμπρησμόν του +ιερού. Οι δι φυγάδες των Αθηναίων διετέλεσαν τα προσταχθέντα. + +55. Τώρα θα είπω διά ποίον λόγον ανέφερον τούτο. Υπάρχει εις +την ακρόπολιν ταύτην ναός του Ερεχθέως, του λεγομένου γηγενούς, +εντός του οποίον ευρίσκονται ελαία και θάλασσα, τα οποία ως +λέγουσιν οι Αθηναίοι έθεσαν εκεί ο Ποσειδών και η Αθηνά εις +μαρτύριον της έριδός των περί της κατοχής της χώρας. Αύτη +λοιπόν η ελαία, ομού με το άλλο ιερόν, εκάη υπό των βαρβάρων. +Δύο δε ημέρας μετά τον εμπρησμόν, ότε ανέβησαν εις το ιερόν οι +υπό του βασιλέως προσταχθέντες Αθηναίοι να θυσιάσωσιν, είδον +βλαστόν περίπου πηχυαίον αναδεδραμηκότα εκ του στελέχους. Ούτοι +μεν ταύτα είπον. + +56. Οι δε εν Σαλαμίνι Έλληνες, άμα ανηγγέλθησαν εις αυτούς τα +περί την ακρόπολιν των Αθηναίων διατρέξαντα, τοσούτον +εταράχθησαν ώστε τινές των στρατηγών ουδέ να κυρωθή περιέμεινον +το ζήτημα το οποίον είχον υπό συζήτησιν, αλλ' έδραμον εις τα +πλοία των και ανεπέτασαν τα ιστία διά να αποπλεύσωσιν· όσοι δε +έμειναν απεφάσισαν να ναυμαχήσωσι προ του Ισθμού. Εν τούτοις +εγένετο νυξ, και διαλυθέντες εκ του συνεδρίου εισήλθον εις τα +πλοία. + +57. Τότε τον Θεμιστοκλέα ελθόντα εις το πλοίον ηρώτησεν ο +Αθηναίος Μνησίφιλος τι απεφασίσθη εις το συνέδριον· μαθών δε +παρ' αυτού ότι απεφασίσθη να φέρωσι τα πλοία εις τον Ισθμόν και +να ναυμαχήσωσι προ της Πελοποννήσου, είπεν· «Εάν απομακρύνωσι +τα πλοία από την Σαλαμίνα, δεν θα ναυμαχήσης πλέον περί μιας +πατρίδος, καθότι όλοι θα τραπώσιν εις τας πόλεις των και ούτε ο +Ευρυβιάδης ούτε άλλος τις άνθρωπος δεν θα δυνηθή να τους +κρατήση ώστε να μη διασκορπισθή ο στρατός· και τοιουτοτρόπως η +Ελλάς θα χαθή εκ της ανοησίας των αρχηγών της. Εάν υπάρχη ακόμη +μέσον τι, δράμε και προσπάθησον να ματαιώσης τα αποφασισθέντα, +πράξον ό,τι δυνηθής διά να πείσης τον Ευρυβιάδη ότι πρέπει να +μεταβάλη γνώμην και να μείνωσι αυτού.» + +58. Η συμβουλή αύτη ήρεσε πολύ εις τον Θεμιστοκλέα και χωρίς να +αποκριθή τίποτε υπήγεν εις το πλοίον του Ευρυβιάδου· φθάσας +είπεν ότι ήθελε να τω ομιλήση περί κοινής τίνος υποθέσεως, ο δε +Ευρυβιάδης τω εμήνυσε να αναβή εις το πλοίον εάν ήθελε να τω +ομιλήση. Τότε ο Θεμιστοκλής καθεσθείς πλησίον του επανέλαβεν +όλα όσα ήκουσεν από τον Μνησίφιλον οικειοποιούμενος αυτά και +προστεθείς και άλλα πολλά μέχρις ου τον έπεισε να εξέλθη του +πλοίου και να συγκαλέση τους στρατηγούς εις το συνέδριον. + +59. Συναχθέντων δε αυτών, πριν εκθέση ο Ευρυβιάδης τον λόγον +διά τον οποίον τους συνεκάλεσεν, ο Θεμιστοκλής είχεν ήδη +αρχίσει να λέγη πολλά όπως κατορθώση τον σκοπόν του. Ενώ δε +ωμίλει, ο Κορίνθιος στρατηγός Αδείμαντος του Ωκύτου είπεν· «Ω +Θεμιστόκλεις, οι παρεξανιστάμενοι εις τους αγώνας ραπίζονται.» +Ο δε Θεμιστοκλής απολογούμενος είπε· «Και οι εγκαταλειπόμενοι +δεν στεφανούνται.» + +60. Και τότε μεν απήντησεν ηπίως προς τον Κορίνθιον, προς δε +τον Ευρυβιάδη δεν είπε πλέον τίποτε εξ εκείνων τα οποία τω είπε +προηγουμένως, ότι δηλαδή εάν αναχωρήσωσιν εκ της Σαλαμίνος θα +διασκορπισθώσιν εδώ και εκεί, καθότι ενόμισεν απρεπές να +κατηγορήση τους συμμάχους παρόντας. Μετεχειρίσθη λοιπόν άλλα +επιχειρήματα και είπεν. 1. «Εις σε τώρα απόκειται να σώσης την +Ελλάδα εάν πεισθής εις εμέ και ναυμαχήσης μένων εδώ, χωρίς να +ακούσης εκείνους οίτινες προτείνουσι να φέρωμεν τα πλοία εις +τον Ισθμόν. Άκουσον και παράβαλε τας δύο γνώμας. Ναυμαχών εις +τον Ισθμόν, θα ναυμαχήσης εν πελάγει αναπεπταμένω, όπερ ουδόλως +συμφέρει εις ημάς, διότι έχομεν πλοία βαρύτερα και ελάσσονα τον +αριθμόν. Διά τούτον δε, εάν κατά τα άλλα ευτυχήσωμεν, θα +χάσωμεν όμως την Σαλαμίνα, τα Μέγαρα και την Αίγιναν, καθότι ο +πεζός στρατός θέλει ακολουθήσει τον εχθρικόν στόλον. +Τοιουτοτρόπως θα τους σύρης εις την Πελοπόννησον και θα θέσης +εις κίνδυνον όλην την Ελλάδα. 2. Εάν εκτελέσης όσα λέγω, ιδού +ποίας ωφελείας θα εύρης εις αυτά· πρώτον μεν ναυμαχούντες εις +στενόν μέρος με ολίγα πλοία εναντίον πολλών, εάν ο πόλεμος λάβη +την εις τοιαύτας περιστάσεις συνήθη έκβασιν, ημείς θα +υπερισχύσωμεν πολύ· διότι να ναυμαχήσωμεν εις στενόν συμφέρει +εις ημάς, να ναυμαχήσωμεν όμως εις ευρυχωρίαν συμφέρει εις +εκείνους. Προς τούτοις αφ' ενός μεν σώζεται η Σαλαμίς, όπου +έχομεν τα τέκνα και τας γυναίκας ημών, αφ' ετέρου δε +επιτυγχάνεται εκείνο το οποίον τόσον επιθυμείτε· μένων εδώ θα +ναυμαχήσης υπέρ της Πελοποννήσου επίσης, ως και πλησίον του +Ισθμού, και δεν θα φέρης, αν φρονής ορθώς, τους βαρβάρους εις +την Πελοπόννησον. 3. Εάν δε γίνωσι και όσα εγώ ελπίζω, εάν +νικήσωμεν με τα πλοία, ούτε θα έλθωσιν εις τον Ισθμόν οι +βάρβαροι ούτε θα προχωρήσωσι μακρύτερον της Αττικής, αλλά θα +φύγωσιν εν αταξία και θα έχωμεν το κέρδος ότι θα σωθώσι τα +Μέγαρα, η Αίγινα και η Σαλαμίς, εις την οποίαν έχομεν και +χρησμόν ότι θα νικήσωμεν τους εχθρούς. Όταν οι άνθρωποι +βουλεύωνται καλώς, ως επί το πλείστον και η επιτυχία είναι +βεβαία, ενώ όταν δεν βουλεύωνται καλώς, ούτε ο θεός δεν θέλει +να τους βοηθή.» + +61. Ταύτα λέγοντος του Θεμιστοκλέους, πάλιν ο Κορίνθιος +Αδείμαντος ανθίστατο λέγων να σιωπήση άνθρωπος μη έχων πατρίδα, +και δεν άφινε τον Ευρυβιάδην να θέση εις ψηφοφορίαν την +πρότασιν ανδρός απόλιδος. Προς δε τον Θεμιστοκλέα έλεγε να +δείξη πρώτον ποία ήτο η πόλις του και έπειτα να δίδη γνώμας εις +το κοινόν. Έλεγε δε ταύτα καθότι αι Αθήναι είχον αλωθή και +κατείχοντο υπό των βαρβάρων. Τότε ο Θεμιστοκλής δεν ηδυνήθη +πλέον να κρατηθή, αλλ' αφού ύβρισε πικρώς τους Κορινθίους και +τον Αδείμαντον, υπέδειξεν ότι ενόσω οι Αθηναίοι, είναι κύριοι +διακοσίων πλοίων με πληρώματα τέλεια, και πόλιν έχουσι και γην +μείζονα της ιδικής των, καθότι ουδείς των Ελλήνων θα δυνηθή να +αποκρούση την έφοδόν των. + +62. Μετά τας εξηγήσεις ταύτας, έστρεψε πάλιν τον λόγον προς τον +Ευρυβιάδην και τω είπε με τόνον περισσότερον· «Εάν μείνης εδώ, +θα φανής ανήρ δίκαιος· ει δε μη, θα απολέσης την Ελλάδα, καθότι +η τύχη του πολέμου εξαρτάται από τα πλοία ταύτα. Αλλά πρόσεξον, +εάν δεν εκτελέσης ταύτα, ημείς μεν, ως έχομεν, λαμβάνοντες τα +τέκνα και τας γυναίκας μας, αναχωρούμεν εις την Σίριν της +Ιταλίας, ήτις είναι ημετέρα εκ παλαιού και οι χρησμοί λέγουσιν +ότι πρέπει να οικισθή από ημάς· υμείς δε μονωθέντες τοιούτων +συμμάχων, θα ενθυμηθήτε τους εμούς λόγους.» + +63. Ταύτα ειπόντος του Θεμιστοκλέους, ο Ευρυβιάδης μετέβαλε +γνώμην, φοβηθείς, ως νομίζω, προ πάντων μήπως εάν φέρωσι τα +πλοία εις τον Ισθμόν τους αφήσωσιν οι Αθηναίοι και φύγωσι· +καθότι αν άφινον αυτούς οι Αθηναίοι, οι λοιποί δεν ήσαν πλέον +ικανοί ν' αντιταχθώσι κατά των πολεμίων. Όθεν επροτίμησε την +γνώμην να μείνωσιν αυτού και να ναυμαχήσωσιν. + +64. Ούτω λοιπόν οι περί την Σαλαμίνα αφού ηκροβολίσθησαν διά +λόγων, ητοιμάζοντο να ναυμαχήσωσιν αυτού, επειδή το ενέκρινεν ο +Ευρυβιάδης. Εφάνη εν τούτοις η ημέρα, και άμα ανέτειλεν ο +ήλιος, εγένετο σεισμός εις την γην και εις την θάλασσαν. +Έκρινον λοιπόν εύλογον να προσευχηθώσιν εις τους θεούς και να +επικαλεσθώσι την βοήθειαν των Αιακιδών. Άμ' έπος, άμ' έργον. +Αφού δε προσευχήθησαν εις όλους τους θεούς, τον μεν Αίαντα και +τον Τελαμώνα επεκαλέσθησαν εκεί εις την Σαλαμίνα, τον δε Αιακόν +και τους άλλους Αιακίδας έπεμψαν πλοίον εις την Αίγιναν διά να +τους μεταφέρη. + +65. Ο Αθηναίος Δίκαιος του Θεοκύδους, φυγάς και πολλήν υπόληψιν +απολαμβάνων παρά τοις Μήδοις, κατ' εκείνην την εποχήν, είπεν ότι +όταν η Αττική έρημος ούσα Αθηναίων κατεστρέφετο υπό του πεζού +στρατού του Ξέρξου, έτυχε τότε να ήναι αυτός ομού με τον +Λακεδαιμόνιον Δημάρατον εις το Θριάσιον πεδίον, και είδε +κονιορτόν ερχόμενον εκ της Ελευσίνος ως να ηγείρετο υπό +τριάκοντα τουλάχιστον χιλιάδων ανθρώπων. Ενώ δε εθαύμαζον αυτός +και ο Δημάρατος και ηρώτων καθ' εαυτούς ποίων αρά γε ανθρώπων +να ήτο ο κονιορτός· «Αίφνης, είπεν, ηκούσαμεν φωνήν και +ανεγνώρισα ότι η φωνή αύτη ήτο ο μυστικός ίακχος. Ο Δημάρατος +αδαής ων των Ελευσινίων μυστηρίων, ηθέλησε να μάθη τι ήτο τούτο +το φθεγγόμενον. Εγώ δε είπον· «Δημάρατε, αδύνατον είναι να μη +συμβή μεγάλη τις βλάβη εις τον στρατόν του βασιλέως· διότι, +αφού η Αττική είναι έρημος, δεν μένει αμφιβολία ότι το +φθεγγόμενον είναι θείον τι, και έρχεται εκ της Ελευσίνος προς +βοήθειαν των Αθηναίων και των συμμάχων. Εάν ο κονιορτός ούτος +επισκήψη εις την Πελοπόννησον, θα ήναι ο κίνδυνος εις αυτόν τον +βασιλέα και εις τον στρατόν της ξηράς· εάν δε εις τα πλοία τα +εν Σαλαμίνι, ο βασιλεύς θα κινδυνεύση να χάση τον ναυτικόν +στρατόν. Οι Αθηναίοι κατά παν έτος τελούσιν εορτήν προς τιμήν +της μητρός και της κόρης και μυείται εις αυτήν όστις θέλει εξ +αυτών και εκ των άλλων Ελλήνων· η δε φωνή την οποίαν ακούεις +είναι μυστική φωνή την οποίαν εκπέμπουσιν εις αυτήν την εορτήν +και ήτις καλείται ίακχος.» Προς ταύτα ο Δημάρατος επανέλαβε· +«Σιώπα, και μη είπης τούτο εις κανένα άλλον, διότι εάν οι +λόγοι ούτοι φθάσωσιν εις τα ώτα του βασιλέως, θα χάσης την +κεφαλήν σου· ούτε εγώ θα δυνηθώ να σε σώσω, ούτε άλλος κανείς +άνθρωπος. Μένε λοιπόν ήσυχος· όσον δ' αφορά τον στρατόν, ας +φροντίσωσι περί τούτου οι θεοί. Τοιαύτη ήτο η συμβουλή του +Δημαράτου· εν τούτοις η φωνή και το νέφος του κονιορτού εξ ου +αύτη εξήρχετο εφέροντο προς την Σαλαμίνα όπου ήτο ο ελληνικός +στόλος και τοιουτοτρόπως ενοήσαμεν ότι το ναυτικόν του Ξέρξου +έμελλε να καταστραφή.» Ταύτα μεν διηγήθη ο Δίκαιος του +Θεοκύδους, επικαλούμενος την μαρτυρίαν του Δημαράτου καί τινων +άλλων. + +66. Ο δε ναυτικός στρατός του Ξέρξου, αφού εθεώρησε την θραύσιν +των Λακεδαιμονίων διέβη εκ της Τραχίνος εις την Ιστίαιαν· +μείνας εκεί τρεις ημέρας, έπλευσεν έπειτα διά του Ευρίπου και +εις τρεις άλλας ημέρας έφθασεν εις το Φάληρον. Ως εγώ νομίζω ο +αριθμός των διά ξηράς εισβαλόντων εις τας Αθήνας και των διά +θαλάσσης ελθόντων δεν ήτο ελάσσων εκείνων οίτινες ήλθον εις την +Σκηπιάδα και εις τας Θερμοπύλας. Διότι αντί εκείνων οίτινες +απώλοντο είτε εις τας Θερμοπύλας είτε εις τας ναυμαχίας του +Αρτεμισίου, καθιστώ τους εξής, οίτινες τότε ακόμη δεν +ηκολούθουν τον βασιλέα· τους Μαλιής, τους Δωριείς, τους Λοκρούς +και όλους τους Βοιωτούς πλην των Θεσπιέων και των Πλαταιέων· +προς τούτοις δε τους Καρυστίους τους Ανδρίους, τους Γοννίους +και τους λοιπούς νησιώτας όλους, πλην των πέντε πόλεων των +οποίων τα ονόματα εμνήσθην ανωτέρω διότι όσον περισσότερον +επροχώρει ο Πέρσης εις τα ενδότερα της Ελλάδος, τόσον +περισσότερα έθνη τον ηκολούθουν. + +67. Όταν λοιπόν όλοι ούτοι πλην των Παρίων (οίτινες είχον +μείνει εις την Κύθνον και εκαραδόκουν πώς ήθελεν αποβή ο +πόλεμος) έφθασαν οι μεν εις τας Αθήνας οι δε εις το Φάληρον, ο +Ξέρξης κατέβη αυτοπροσώπως εις τα πλοία επιθυμών να ομιλήση με +τους ναυτικούς και να μάθη τας γνώμας αυτών. Αφού δε ελθών +εκάθισε, παρέστησαν προσκληθέντες οι των υπ' αυτόν εθνών +τύραννοι και ταξίαρχοι και εκάθισαν κατά τον βαθμόν με τον +οποίον είχε τιμήσει έκαστον ο βασιλεύς· πρώτος μεν ο Σιδώνιος +βασιλεύς, μετά τούτον ο Τύριος, και κατόπιν οι άλλοι. Αφού δε +εκάθησαν όλοι με τάξιν, έπεμψεν ο Ξέρξης τον Μαρδόνιον διά να +ερωτά και να εξετάζη την γνώμην εκάστου, εάν ενέκρινον να δοθή +ναυμαχία. + +68. Επειδή δε ο Μαρδόνιος περιερχόμενος ήρχισεν από τον +Σιδώνιον και ηρώτα, οι μεν άλλοι έδιδον όλοι την αυτήν γνώμην, +παρακινούντες να γίνη ναυμαχία· η δε Αρτεμισία είπε τα εξής· 1. +«Ειπέ εκ μέρους μου εις τον βασιλέα, Μαρδόνιε, ότι εγώ ταύτα +λέγω· Δέσποτα, επειδή εις τας ναυμαχίας τας περί την Εύβοιαν +δεν εφάνην άνανδρος ούτε έπραξα ολιγώτερα των άλλων, είναι +δίκαιον να είπω την γνώμην την οποίαν έχω και ό,τι φρονώ +ωφελιμώτατον εις τα συμφέροντά σου. Όθεν ταύτα λέγω· Φείδου των +πλοίων και μη κάμνης ναυμαχίαν· καθότι οι άνθρωποι ούτοι εις +την θάλασσαν είναι τόσον κρείττονες των σων ανδρών, όσον άνδρες +γυναικών. Ποία η απόλυτος ανάγκη να κινδυνεύσης πάλιν ναυμαχών; +Δεν έχεις τας Αθήνας διά τας οποίας απεφάσισες να εκστρατεύσης; +δεν έχεις και την άλλην Ελλάδα; Ιδού, κανείς πλέον δεν ίσταται +ενώπιόν σου εμπόδιον, διότι όσοι αντέστησαν, ετιμωρήθησαν ως +τους έπρεπε. 2. Πώς δε θα αποβώσι τα πράγματα ταύτα εις τους +εχθρούς σου, θα σοι είπω αμέσως· εάν μεν δεν βιασθής να δώσης +ναυμαχίαν, αλλ' έχης εδώ τα πλοία μένων πλησίον της γης ή και +προβαίνων εις την Πελοπόννησον, ευκόλως, ω δέσποτα, θα επιτύχης +όσα κατά νουν έχων ήλθες, καθότι δεν δύνανται να αντέχωσιν επί +πολύ οι Έλληνες και θα τους αναγκάσης τοιουτοτρόπως να +διασκεδασθώσι και να φύγωσιν έκαστος εις την πόλιν του. Η νήσος +αύτη, ως έμαθον, δεν έχει αρκούσας τροφάς δι' αυτούς, και +ουδεμία πιθανότης υπάρχει, εάν φέρης τον πεζόν στρατόν εις την +Πελοπόννησον, ότι θα μείνωσιν εδώ ήσυχοι όσοι εξ αυτών ήλθον +εκείθεν, ούτε θα τους μέλη να ναυμαχήσωσιν υπέρ των Αθηνών. 3. +Εάν όμως βιασθής να ναυμαχήσης αμέσως, φοβούμαι μήπως βλαφθείς +ο ναυτικός στρατός βλάψη και τον πεζόν. Προς τούτοις, ω +βασιλεύ, σκέφθητι και τούτο ότι συνήθως οι καλοί άνθρωποι +έχουσι δούλους κακούς και οι κακοί καλούς· συ λοιπόν όστις +είσαι ο κάλλιστος των ανθρώπων, έχεις δούλους κακούς οίτινες +λέγονται σύμμαχοί σου, οι Αιγύπτιοι, οι Κύπριοι, οι Κίλικες, οι +Πάμφυλοι, παρά των οποίων μη περιμένης όφελος.» + +69. Ότε η Αρτεμισία είπε ταύτα προς τον Μαρδόνιον, όσον μεν +ήσαν εύνοοι προς αυτήν εθεώρησαν τους λόγους τούτους ως +δυστύχημα και εφοβήθησαν μήπως πάθη κακόν από τον βασιλέα +εμποδίζουσα αυτόν να ναυμαχήση· όσοι δε την εμίσουν και την +εφθόνουν, καθότι μεταξύ των συμμάχων απελάμβανε τας πρώτας +τιμάς, έχαιρον δια την αντίστασίν της, ελπίζοντες ότι αύτη +ήθελε την απολέσει. Ότε όμως ανεφέρθησαν αι γνώμαι εις τον +Ξέρξην, πολύ ήρεσεν η γνώμη της Αρτεμισίας, και κρίνων ούτος +ότι η βασίλισσα αύτη ήτο έτι μάλλον αξία της υπολήψεώς του, την +επήνεσε τότε πολύ περισσότερον. Συγχρόνως όμως διέταξε ν' +ακολουθήσωσι την γνώμην των περισσοτέρων, και υποθέτων ότι εις +την Εύβοιαν εφέρθησαν χαλαρώς, διότι δεν ήτο +αυτός εκεί, ητοιμάσθη ο ίδιος να γίνη θεατής της ναυμαχίας. + +70. Ότε εδόθη η διαταγή να κινήσωσιν, ανήγαγον τα πλοία και +ελθόντες εις την Σαλαμίνα παρετάχθησαν εκεί ησύχως. Τότε όμως +δεν τους έφθασεν η ημέρα διά να ναυμαχήσωσι, καθότι επήλθεν η +νυξ· όθεν ητοιμάσθησαν διά την ακόλουθον ημέραν. Εν τούτοις +φόβος και τρόμος κατέλαβε τους Έλληνας, προ πάντων τους εκ +Πελοποννήσου. Εφοβούντο δε, διότι μένοντες εις την Σαλαμίνα +έμελλον να ναυμαχήσωσιν υπέρ της χώρας των Αθηναίων, και ότι +εάν νικηθώσι θα πολιορκηθώσι περιωρισμένοι εις νήσον αφίνοντες +την ιδίαν εαυτών χώραν αφύλακτον. + +71. Κατ' αυτήν την ιδίαν νύκτα ο πεζός στρατός των βαρβάρων +επορεύετο και ήρχετο εις την Πελοπόννησον, μολονότι όλα τα +μέτρα ελήφθησαν διά να μη εισέλθωσιν οι βάρβαροι εις αυτήν διά +ξηράς. Τωόντι, άμα έμαθον οι Πελοποννήσιοι τον θάνατον των μετά +του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, συνδραμόντες εκ των πόλεων, +εστρατοπεδεύσαντο εις τον Ισθμόν. Στρατηγός δε αυτών ήτο ο +Κλεόμβροτος του Αναξανδρίδου, αδελφός του Λεωνίδου. +Στρατοτεδευσάμενοι λοιπόν εις τον Ισθμόν, πρώτον μεν +περιχαράκωσαν την Σκιρωνίδα οδόν μετά ταύτα δε σκεφθέντες +απεφάσισαν και ήρχισαν να κτίζωσι τείχος εκ του ενός μέχρι του +άλλου άκρου του Ισθμού. Επειδή δε ήσαν πολλαί μυριάδες και όλοι +εν γένει ειργάζοντο, το έργον προώδευε ταχέως καθότι όλοι +έφερον άλλος λίθους, άλλος πλίνθους, άλλος ξύλα, άλλος κοφίνους +πλήρεις άμμου και δεν έπαυον εργαζόμενοι ούτε ημέραν ούτε +νύκτα. + +72. Οι δε Έλληνες οι ελθόντες πανδημεί εις τον Ισθμόν ήσαν οι +εξής· όλοι οι Λακεδαιμόνιοι, οι Αρκάδες, οι Ηλείοι, οι +Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Επιδαύριοι, οι Φλιάσιοι, οι +Τροιζήνιοι και οι Ερμιονείς. Ούτοι ήσαν οι ελθόντες και +απόφασιν έχοντες να σώσωσι την Ελλάδα κινδυνεύουσαν, οι δε +άλλοι Πελοποννήσιοι ουδεμίαν φροντίδα έλαβον, μολονότι τα +Ολύμπια και τα Κάρνεια είχον ήδη παρέλθει. + +73. Κατοικούσι δε την Πελοπόννησον έθνη επτά. Εκ τούτων τα μεν +δύο, οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι, είναι αυτόχθονα και κατέχουσι +την αυτήν γην έκπαλαι· έν δε έθνος, το Αχαϊκόν, εκ μεν της +Πελοποννήσου δεν εξήλθεν, αφήκεν όμως την πάλαιάν χώραν του και +τώρα κατοικεί άλλην. Τα δε λοιπά τέσσαρα ήλθον έξωθεν, και +είναι Δωριείς, Αιτωλοί, Δρύοπες και Λήμνιοι. Και οι μεν Δωριείς +έχουσι πολλάς και αξιολόγους πόλεις· οι Αιτωλοί μίαν μόνην, την +Ήλιδα· οι Δρύοπες την Ερμιόνην και την Ασίνην ήτις είναι +πλησίον της Καρδαμύλης της Λακωνικής· οι δε Λήμνιοι όλοι την +γην των Παρωρεατών. Οι δε Κυνούριοι, αυτόχθονες όντες, μόνοι +φαίνοντες Ίωνες και ότι με τον καιρόν εγένοντο Δωριείς, καθό +κυβερνηθέντες υπό των Αργείων ότε εκαλούντο Ορνεάται και ήσαν +περίοικοι αυτών. Τούτων λοιπών των επτά εθνών αι λοιπαί πόλεις, +πλην εκείνων τας οποίας απηρίθμησα, έμενον ουδέτεραι, και εάν +μοι ήναι επιτετραμμένον να ομιλήσω ελευθέρως, μένουσαι +ουδέτεραι εμήδιζον. + +74. Όσοι λοιπόν ήσαν εις τον Ισθμόν, τοιαύτας εργασίας είχον, +καθότι διέτρεχον κίνδυνον περί του παντός και δεν ήλπιζον να +κατορθώσωσι διά των πλοίων λαμπρόν τι έργον. Οι δε εν Σαλαμίνι +όντες μολονότι εμάνθανον αυτάς τας ετοιμασίας, πάλιν ανησύχουν, +φοβούμενοι ουχί τόσον περί εαυτών όσον περί της Πελοποννήσου. +Και επί τινα μεν χρόνον περιωρίζοντο αθορύβως να ανακοινώσι τας +σκέψεις των, συνομιλούντες ανήρ προς άνδρα και εκπληττόμενοι +διά την αφροσύνην του Ευρυβιάδου. Τέλος οι ψιθυρισμοί +εξερράγησαν και συνεκροτήθη συνέλευσις εις την οποίαν ελέχθησαν +πολλά περί των αυτών. Οι μεν έλεγον ότι έπρεπεν, αποπλεύσαντες +εις την Πελοπόννησον, να πολεμήσωσιν υπέρ αυτής, και όχι +μένοντες εις την Σαλαμίνα να πολεμήσωσιν υπέρ χώρας +κατακτηθείσης· οι δε Αθηναίοι, οι Αιγινήται και οι Μεγαρείς +έλεγον ότι έπρεπεν αυτού μένοντες να πολεμήσωσιν. + +75. Τότε ο Θεμιστοκλής, επειδή υπερίσχυεν η γνώμη των +Πελοποννησίων, εξέρχεται κρυφίως εκ του συνεδρίου, και εξελθών +πέμπει άνθρωπον με πλοίον εις το στρατόπεδον των Μήδων εντείλας +αυτώ τι έπρεπε να είπη· ωνομάζετο δε ο άνθρωπος ούτος Σίκιννος +και ήτο οικέτης και παιδαγωγός των παίδων του Θεμιστοκλέους, +τον οποίον μετά τα γεγονότα ταύτα τον έκαμε Θεσπιέα (επειδή οι +Θεσπιείς εδέχοντο πολίτας) και τον υπερεπλούτισε. Τότε φθάσας +ούτος με πλοίον έλεγεν εις τους στρατηγούς των βαρβάρων τα +εξής· «Ο στρατηγός των Αθηναίων με έπεμψε λάθρα των άλλων +στρατηγών (καθότι ενδιαφέρεται υπέρ του βασιλέως και επιθυμεί +να υπερισχύσετε υμείς μάλλον ή οι Έλληνες) διά να σας είπω ότι +οι Έλληνες φοβηθέντες απεφάσισαν να φύγωσι. Τώρα είναι καιρός +να κατορθώσετε έργον λαμπρότατον πάντων, εάν δεν τους αφήσετε +να φύγωσι, καθότι ούτε ομοφρονούσι προς αλλήλους ούτε θα σας +αντισταθώσι πλέον, αλλά θα ιδήτε να ναυμαχώσι προς εαυτούς, οι +τα υμέτερα φρονούντες με τους εναντίους σας.» Ο μεν Σίκιννος +ταύτα αναγγείλας ανεχώρησεν. + +76. Οι δε Πέρσαι, επειδή επίστευσαν εις τα αγγελθέντα, πρώτον +μεν απεβίβασαν πολλούς εις την νησίδα Ψυττάλειαν, ήτις είναι +μεταξύ της Σαλαμίνος και της ξηράς· έπειτα δε, ότε εγένετο +μεσονύκτιον, εξέτεινον το αριστερόν κέρας του στόλου και +εσχημάτισαν ημικύκλιον προς την Σαλαμίνα· συγχρόνως δε ανήγαγον +τα πλοία οι περί την Κέον και την Κυνόσουραν τεταγμένοι και +κατέλαβον όλον τον πορθμόν μέχρι της Μουνυχίας. Ο σκοπός δε διά +τον οποίαν παρέταξαν τοιουτοτρόπως τα πλοία ήτο ο εξής, να μη +αφήσωσιν έξοδον εις τους Έλληνας, αλλά να τους αποκλείσωσιν εις +την Σαλαμίνα και να τους τιμωρήσωσι δι' όσα έπαθον παρ' αυτών +εις το Αρτεμίσιον. Εις δε την νησίδα την καλουμένην Ψυττάλειαν +απεβίβασαν Πέρσας διά την εξής αιτίαν, ότι όταν γίνη ναυμαχία, +εκεί ήθελον παρασυρθή και οι άνδρες και τα ναυάγια, καθότι η +νήσος αύτη κείται εις το στενόν όπου έμελλε να γίνη η ναυμαχία· +ώστε τους μεν ιδικούς των να περιποιώνται, τους δε εχθρούς να +φονεύωσιν. Έκαμνον δε ταύτα εν σιγή διά να μη τους εννοήσωσιν +οι εναντίοι. Και ούτοι μεν, χωρίς να κοιμηθώσι δι' όλης της +νυκτός, ητοίμαζον ταύτα. + +77. Όταν δε αποβλέπω εις αυτά τα γεγονότα, δεν δύναμαι να +κατηγορήσω τους χρησμούς ως ψευδείς, ούτε θέλω να πολεμήσω +αυτούς εκφραζομένους τοσούτον σαφώς, ως εξής· + +_Αλλ' όταν με πλοία γεφυρώσωσι την ιεράν ακτήν της χρυσά όπλα +εχούσης Αρτέμιδος και την παραθαλασσίαν Κυνόσουραν, +πυρπολήσαντες μετά μαινομένης ελπίδος τας πλουσίας Αθήνας, τότε +η θεία Δίκη θα σβέση τον κρατερόν Κόρον, τον υιόν της Ύβρεως, +τον δεινώς μανιώδη και θέλοντα να υπακούωσιν εις αυτόν τα +πάντα. Ο χαλκός θα συγκρουσθή με τον χαλκόν, και ο Άρης θα +κοκκινίση με αίμα την θάλασσαν. Τότε ο παντεπόπτης Ζευς και η +σεβασμία Νίκη θα φέρωσιν ημέραν ελευθερίας εις την Ελλάδα._ + +Εις τοιούτους λόγους τοσούτον σαφώς λεγομένους υπό του Βάκιδος +ούτε ο ίδιος τολμώ να αντιλέγω, ούτε παρ' άλλων ανέχομαι τούτο. + +78. Οι δε εν Σαλαμίνι στρατηγοί εξηκολούθουν λογομαχούντες και +δεν ήξευρον ακόμη ότι τους είχον περικυκλώσει οι βάρβαροι με τα +πλοία, αλλ' όπως τους είδον τεταγμένους την ημέραν, ούτως +ενόμιζον ότι ίσταντο εις τας θέσεις των. + +79. Ενώ δε οι στρατηγοί εφιλονείκουν ήλθεν εξ Αιγίνης ο +Αριστείδης του Λυσιμάχου, ανήρ Αθηναίος, εξωστρακισμένος υπό +του δήμου. Έμαθον ποία ήσαν τα ήθη αυτού και έκρινα ότι +εξωστρακίσθη διότι ήτο ο εναρετώτατος και δικαιότατος των +Αθηναίων. Ελθών ούτος εις το συνέδριον, εκάλεσεν έξω τον +Θεμιστοκλέα, μη όντα φίλον του, αλλά μάλιστα εχθρόν του· διά το +μέγεθος όμως των παρόντων δεινών, ελησμόνησεν όλας τας μεταξύ +των έριδας, και τον εκάλεσε διά να συνομιλήση μετ' αυτού, +καθότι είχεν ακούσει προλαβόντως ότι οι Πελοποννήσιοι έσπευδον +να μεταφέρωσι τα πλοία εις τον Ισθμόν. Εξελθόντος του +Θεμιστοκλέους, ο Αριστείδης τω είπε τα εξής· «Ας αναβάλωμεν τας +έριδάς μας δι' άλλον αρμοδιώτερον καιρόν· τώρα δε ας +αγωνισθώμεν τις των δύο να πράξη περισσότερα καλά εις την +πατρίδα. Σε λέγω λοιπόν ότι είτε ολίγον ομιλήσωσιν οι +Πελοποννήσιοι περί του εντεύθεν απόπλου των είτε πολύ, είναι έν +και το αυτό, διότι εγώ είδον ιδίοις όμμασι, και σε βεβαιώ ότι +οι Κορίνθιοι και ο Ευρυβιάδης είτε θέλωσιν είτε δεν θέλωσι, δεν +θα δυνηθώσι να εκπλεύσωσι. Περιεκυκλώθημεν υπό των εχθρών. +Είσελθον λοιπόν και ανάγγελον αυτοίς ταύτα.» + +80. Ο δε Θεμιστοκλής απεκρίθη· «Αι συμβουλαί σου είναι ωφέλιμοι +και αι ειδήσεις σου κάλλισται, καθότι με βεβαιοίς ότι είδες +εκείνο το οποίον επιθύμουν να γίνη. Ήξευρε ότι εγώ συνήργησα να +πράξωσι τούτο οι Μήδοι, καθότι αφού δεν ήθελον εκόντες οι +Έλληνες να πολεμήσωσιν, έπρεπεν άκοντας να τους αναγκάση τις +εις τούτο. Συ δε, επειδή ήλθες με καλάς ειδήσεις, είσελθον και +ειπέ τας εις αυτούς ο ίδιος· καθότι αν τας είπω εγώ θα +υπολάβωσιν ότι τας έπλασα και δεν θα τους πείσω, νομίζοντας ότι +οι βάρβαροι δεν έκαμον τίποτε. Είσελθον λοιπόν και είπε εις +αυτούς το πράγμα πώς έχει. Αφού δε τους ειδοποιήσης, εάν μεν +πεισθώσιν, έχει καλώς· εάν δε δεν το πιστεύσωσιν, εις ημάς +είναι το αυτό, καθότι δεν θα δυνηθώσι πλέον να φύγωσιν αφού ως +λέγεις είμεθα περικυκλωμένοι πανταχόθεν.» + +81. Εισελθών ο Αριστείδης διηγήθη ότι ήλθεν εξ Αιγίνης και ότι +διήλθε χωρίς να τον ίδωσι τα εχθρικά πλοία, καθότι όλος ο +Ελληνικός στόλος ήτο περικυκλωμένος υπό των πλοίων του Ξέρξου· +τους συνεβούλευσε δε να ετοιμασθώσι προς υπεράσπισιν. Και ο μεν +Αριστείδης ταύτα ειπών ανεχώρησεν· εκείνοι δε πάλιν ήσαν εις +αμφισβητήσεις, καθότι οι περισσότεροι των στρατηγών δεν +επίστευον εις την είδησιν. + +82. Ενώ δε ούτοι ηπίστουν εις τα αγγελθέντα, ήλθον Τήνιοι τινες +αυτόμολοι μετά τριήρεως, αρχηγός των οποίων ήτο ο Παναίτιος του +Σωσιμένους, και αυτοί έφερον όλην την αλήθειαν. Χάριν της +εκδουλεύσεως ταύτης το όνομα των Τηνίων ενεγράφη εις τον εν +Δελφοίς αφιερωθέντα τρίποδα, μεταξύ των καταστρεψάντων τον +βάρβαρον. Με το πλοίον τούτο το αυτομολήσαν εις την Σαλαμίνα, +και το Λήμνιον το αυτομολήσαν προλαβόντως εις το Αρτεμίσιον, +συνεπληρώθη ο αριθμός του Ελληνικού στόλου εις τριακόσια +ογδοήκοντα πλοία, καθότι προ τούτων δύο μόνον έλειπον όπως +συμπληρωθή ο αριθμός ούτος. + +83. Επειδή λοιπόν οι λόγοι των Τηνίων εγένοντο πιστευτοί εις +τους Έλληνας, ητοιμάσθησαν ούτοι να ναυμαχήσωσιν. Η ηώς εν +τούτοις ήρχισε να διαφαίνη και όταν συνηθροίσθησαν οι +στρατιώται, ο Θεμιστοκλής κάλλιον παντός άλλου ωμίλησε προς +αυτούς ενθουσιωδώς. Ο λόγος του ήτο σύγκρισις των καλών με τα +κακά. Αφού δε τους συνεβούλευσε να εκλέγωσι τα καλλίτερα εξ +εκείνων άτινα εξήρτηνται εκ της φύσεως και της καταστάσεως του +ανθρώπου, κατέληξε τον λόγον συμβουλεύσας αυτούς να εισέλθωσιν +εις τα πλοία. Και ούτοι μεν εισήλθον· επέστρεψε δε κατ' εκείνην +την στιγμήν εκ της Αιγίνης η τριήρης ήτις είχε σταλή διά τους +Αιακίδας. Τότε οι Έλληνες ανήγαγον όλα τα πλοία. + +84. Άμα δε εξήλθον εις το πέλαγος, επέπεσον κατ' αυτών οι +βάρβαροι. Και οι μεν άλλοι Έλληνες, πρύμνην ανακρούοντες, +επλησίαζον τα πλοία των προς την γην· ο δε Αμεινίας ο +Παλληνεύς, ανήρ Αθηναίος, πλέων εκτός της γραμμής, προσέκρουσεν +εις πλοίον εχθρικόν. Επειδή δε τα δύο πλοία περιεπλέχθησαν και +δεν ηδύναντο να χωρισθώσι, τότε δραμόντες και οι άλλοι εις +βοήθειαν του Αμεινίου, συνεπλάκησαν. Οι μεν Αθηναίοι ούτω +λέγουσιν ότι εγένετο η αρχή της ναυμαχίας, οι δε Αιγινήται +λέγουσιν ότι το πλοίον το οποίον εστάλη εις την Αίγιναν διά +τους Αιακίδας, τούτο ήρχισε την ναυμαχίαν. Λέγονται προσέτι και +τα εξής, ότι εφάνη εις τους Έλληνας φάσμα γυναικός και ότι η +γυνή αύτη τους παρώτρυνε διά φωνής τοσούτον βροντώδους ώστε +ηκούσθη παρ' όλου του στρατού των Ελλήνων, ονειδίζουσα αυτούς +διά των εξής λέξεων: «Ω ανδρείοι μου, έως πότε θα +οπισθοδρομείτε με την πρύμνην;» + +85. Απέναντι μεν των Αθηναίων ετάχθησαν οι Φοίνικες (καθότι +είχον το προς την Ελευσίνα και προς δυσμάς κέρας), απέναντι δε +των Λακεδαιμονίων οι Ίωνες, οίτινες είχον το προς ανατολάς και +προς τον Πειραιά κέρας. Τινές όμως τούτων εφέροντο νωθρώς κατά +την παραγγελίαν του Θεμιστοκλέους, οι δε περισσότεροι έπραττον +το εναντίον. Και δύναμαι μεν να απαριθμήσω τα ονόματα πολλών +τριηράρχων οίτινες εκυρίευσαν Ελληνικά πλοία, δεν αναφέρω όμως +ειμή δύο Σαμίων, του Θεομήστορος, υιού του Ανδροδάμαντος και +του Φυλάκου υιού του Ιστιαίου. Αναφέρω δε τούτους μόνον, καθότι +ο μεν Θεομήστωρ διά τούτο το έργον ετυράννευσε της Σάμου +διορισθείς υπό των Περσών ο δε Φύλακος, αναγραφείς ευεργέτης +του βασιλέως, έλαβε πολλήν χώραν. Οι δε ευεργέται του βασιλέως +καλούνται Περσιστί οροσάγγαι. Ταύτα όσον αφορά τους δύο +Σαμίους. + +86. Τα δε πλειότερα πλοία των βαρβάρων κατεστράφησαν εις την +Σαλαμίνα, άλλα μεν υπό των Αθηναίων, άλλα δε υπό των Αιγινητών· +καθότι, επειδή οι μεν Έλληνες επολέμουν με τάξιν, οι δε +βάρβαροι μη έχοντες ακόμη τότε ουδεμίαν τακτικήν δεν έκαμνον +τίποτε με σκέψιν, έπρεπεν αναγκαίως να συμβή ό,τι συνέβη, +μολονότι κατ' εκείνην την ημέραν εφάνησαν πολύ ανδρειότεροι +παρ' όσον εφάνησαν εις την Εύβοιαν, προθυμούμενοι και +φοβούμενοι τον Ξέρξην· καθότι έκαστος ενόμιζεν ότι τον έβλεπεν +ο βασιλεύς. + +87. Δεν δύναμαι να είπω ακριβώς ποίαι υπήρξαν κατά την +ναυμαχίαν ταύτην αι πράξεις ενός εκάστου των βαρβάρων ή των +Ελλήνων, ιδού όμως το γνωρίζω περί της Αρτεμισίας και τι +κατέστησεν αυτήν αξίαν μεγαλειτέρας υπολήψεως παρά τω βασιλεί. +Καθ' ην στιγμήν περιήλθον εις αταξίαν πολλήν αι δυνάμεις του +βασιλέως, το πλοίον της Αρτεμισίας κατεδιώχθη υπό πλοίου +Αττικού· μη δυναμένη δε η Αρτεμισία να διαφύγη, καθότι +έμπροσθέν της ήσαν άλλα φίλια πλοία και το ιδικόν της ήτο από +το μέρος όθεν ήρχοντο οι εχθροί, κατέφυγεν εις το εξής +στρατήγημα όπερ και επέτυχεν. Ενώ η Αττική τριήρης την +κατεδίωκεν, αυτή ορμά και επιπίπτει καθ' ενός πλοίου των +Καλυνδών, εντός του οποίου ήτο και αυτός ο βασιλεύς των +Καλυνδών Δαμασίθυμος. Αγνοώ εάν είχε προηγουμένην τινά έριδα +μετ' αυτού ότε ήσαν ακόμη εις τον Ελλήσποντον, ή εάν έπραξε +τούτο εσκεμμένος, ή εάν κατά τύχην ευρέθη ενώπιόν της το πλοίον +των Καλυνδών. Όπως και αν έχη το πράγμα, κτυπήσασα και βυθίσασα +το πλοίον κατ' ευτυχίαν, ωφελήθη διττώς. Πρώτον μεν ο του +Αττικού πλοίου τριήραρχος, ιδών αυτήν βυθίζουσαν βαρβαρικόν +πλοίον, ενόμισεν ότι το πλοίον της Αρτεμισίας ήτο Ελληνικόν ή +ότι ηυτομόλησεν εκ του Περσικού στόλου και ήλθε προς βοήθειαν +των Ελλήνων, και στραφείς ήρχισε να καταδιώκη άλλα πλοία. + +88. Τούτο ήτο το πρώτον καλόν το οποίον εγένετο εις αυτήν, να +διαφύγη και να μη απολεσθή· δεύτερον δε συνέβη ώστε πράξασα +κακόν να συστηθή τούτου ένεκα μεγάλως παρά τω Ξέρξη. Καθότι +λέγουσιν ότι ο Ξέρξης ακολουθών αυτήν διά του βλέμματος την +είδε βυθίζουσαν πλοίον, και είς των παρόντων είπε· «Βλέπεις, ω +δέσποτα, πώς η Αρτεμισία αγωνίζεται ανδρείως και εβύθισε πλοίον +των πολεμίων;» Ο δε βασιλεύς ηρώτησεν εάν αληθώς το έργον είναι +της Αρτεμισίας. Τότε εκείνοι τον εβεβαίωσαν περί τούτου +λέγοντες ότι εγνώριζον καλώς τα σημεία του πλοίου της και ότι +το βυθισθέν πλοίον ήτο εχθρικόν. Άλλως τε, επαναλαμβάνω, η τύχη +την ηυνόησε και ουδείς των Καλυνδών του πλοίου εσώθη διά να την +κατηγορήση. Ο δε Ξέρξης ακούσας ταύτα λέγεται ότι είπεν· «Οι +άνδρες μου εγένοντο γυναίκες, και αι γυναίκες μου άνδρες.» +Ταύτα λέγουσιν ότι είπεν ο Ξέρξης. + +89. Εις την μάχην ταύτην εφονεύθη ο στρατηγός Αριαβίγνης, υιός +του Δαρείου και αδελφός του Ξέρξου, απέθανον δε και πολλοί +άλλοι ονομαστοί από τους Πέρσας, τους Μήδους και τους άλλους +συμμάχους· απέθανον δε και ολίγοι τινές από τους Έλληνας. Εκ +τούτων εκείνοι των οποίων τα μεν πλοία εβυθίζοντο αλλ' οι ίδιοι +δεν εφονεύοντο υπό χειρός εχθρικής, εξήρχοντο κολυμβώντες εις +την Σαλαμίνα. Εκ των βαρβάρων όμως πάμπολλα εχάθησαν εις την +θάλασσαν, μη ηξεύροντες να κολυμβώσιν. Ότε τα πρώτα πλοία +ετράπησαν εις φυγήν, τότε αι απώλειαι υπήρξαν μέγισται· καθότι +οι όπισθεν τεταγμένοι, θέλοντες να περάσωσιν εμπρός διά να +δείξωσιν εις τον βασιλέα ότι κατώρθωσάν τι, έπιπτον επί των +ιδικών των πλοίων τα οποία εζήτουν να φύγωσιν. + +90. Εγένετο δε και τούτο μεταξύ του θορύβου. Τινές των +Φοινίκων, των οποίων τα πλοία είχον διαφθαρή, ελθόντες εις τον +βασιλέα, κατηγόρουν τους Ίωνας ότι προδοτικώς τους κατέστρεψαν. +Έτυχεν όμως το ακόλουθον συμβεβηκός, ώστε και οι στρατηγοί των +Ιώνων να μη καταδικασθώσι, και οι κατηγορήσαντες αυτούς +Φοίνικες να λάβωσι την εξής τιμωρίαν. Ενώ ούτοι ωμίλουν ακόμη, +πλοίον Σαμοθρακικόν εκτύπησε πλοίον Αττικόν· το Αττικόν +εβυθίσθη, και άλλο πλοίον Αιγινητικόν ορμήσαν εβύθισε το +Σαμοθρακικόν. Αλλ' οι Σαμοθράκες ήταν ακοντισταί και κτυπώντες +από του βυθιζομένου πλοίου των τους επιβάτας του εχθρικού +πλοίου, τους εφόνευσαν και εκυρίευσαν το πλοίον των. Τούτο το +κατόρθωμα έσωσε τους Ίωνας· καθότι άμα είδεν ο Ξέρξης ότι +έκαμον τόσον μέγα έργον, εστράφη προς τους Φοίνικας, όλος +αγανακτών, και αιτιώμενος πάντας διέταξε να κόψωσι τας κεφαλάς +των Φοινίκων διά να μη διαβάλλωσι τους καλλιτέρους των ενώ +αυτοί εφάνησαν άνανδροι. Ο Ξέρξης διά να βλέπη τους ιδικούς του +και τα κατορθώματά των, εκάθητο εις τους πρόποδας του αντικρύ +της Σαλαμίνος όρους, όπερ καλείται Αιγάλεως· εζήτει πληροφορίας +περί αυτών και οι γραμματείς εσημείουν τους τριηράρχους διά του +ονόματος του πατρός και της πόλεώς των. Προσέτι και ο Πέρσης +Αριαράμνης, φίλος των Ιώνων, ευρεθείς εκεί, συνήργησεν εις την +καταδίκην των Φοινίκων. + +91. Τοιουτοτρόπως η οργή του βασιλέως έπεσεν επί των Φοινίκων· +εν τούτοις οι βάρβαροι έφευγον και εζήτουν καταφύγιον εις το +Φάληρον, οι δε Αιγινήται στάντες εις τον πορθμόν έπραξαν έργα +αξιοσημείωτα. Καθότι οι μεν Αθηναίοι εν τω μέσω του θορύβου +κατέστρεφον όσα πλοία ή ανθίσταντο ή έφευγον, οι δε Αιγινήται +εκτύπων τα πλοία όσα εμακρύνοντο από το μέρος της μάχης. +Τοιουτοτρόπως όσα πλοία διέφευγον τους Αθηναίους, ήρχοντο και +έπιπτον εις τους Αιγινήτας. + +92. Τότε συνέπεσε να συναντηθώσι δύο πλοία. Το μεν, επί του +οποίου ήτο ο Θεμιστοκλής, διώκον άλλο εχθρικόν· το δε, επί του +οποίου ήτο ο Αιγινήτης Κρίος του Πολυκρίτου, όπερ προ ολίγου +είχε καταβυθίσει το Σιδώνιον πλοίον, εκείνο το οποίον είχε +συλλάβει το Αιγινητικόν το φυλάττον προ της Σκιάθου τον Πυθέα +του Ισχενόου τον οποίον οι Πέρσαι θαυμάζοντες την ανδρείαν του +έλαβον πλήρη πληγών. Τούτον έχον το Σιδώνιον πλοίον ομού με +τους Πέρσας συνελήφθη· ώστε τοιουτοτρόπως ο Πυθέας σωθείς ήλθεν +εις την Αίγιναν. Άμα ο Πολύκριτος είδε το Αττικόν πλοίον, +ανεγνώρισεν αυτό εκ των σημείων της ναυαρχίδος, και φωνάξας +προς τον Θεμιστοκλέα, είπε προς αυτόν χλευαστικώς να ιδή τον +μηδισμόν των Αιγινητών. Τούτον τον σαρκασμόν επέρριψε κατά του +Θεμιστοκλέους ο Πολύκριτος καθ' ην στιγμήν επέπιπτε κατά του +εχθρικού πλοίου. Όσα δε πλοία των βαρβάρων εσώθησαν, κατέφυγον +εις το Φάληρον υπό την προστασίαν του πεζού στρατού. + +93. Εις ταύτην την ναυμαχίαν εδοξάσθησαν υπέρ πάντας τους +Έλληνας οι Αιγινήται· και μετ' αυτούς οι Αθηναίοι. Ατομικώς δε +εκ των ανδρών επηνέθησαν ο Αιγινήτης Πολύκριτος, οι Αθηναίοι +Ευμένης και Αναγυράσιος, και ο Παλληνεύς Αμεινίας, όστις και +κατεδίωξε την Αρτεμισίαν. Και εάν ήξευρεν ότι εις εκείνο το +πλοίον έπλεεν η Αρτεμισία, δεν ήθελε παύσει πριν ή εκείνην +συλλάβη ή αυτός συλληφθή· καθότι είχε δοθή διαταγή εις τους +τριηράρχους των Αθηναίων, επί υποσχέσει αμοιβής δέκα χιλιάδων +δραχμών, να συλλάβωσιν αυτήν ζώσαν. Ζωηροτάτην αγανάκτησιν +ησθάνοντο να βλέπωσι γυναίκα πολεμούσαν τους Αθηναίους. Αλλ' η +μεν Αρτεμισία, ως είπον προηγουμένως, διέφυγε και ήτο εις το +Φάληρον μετά των άλλων όσων τα πλοία εσώθησαν. + +94. Οι δε Αθηναίοι λέγουσιν ότι ο στρατηγός των Κορινθίων +Αδείμαντος, φοβηθείς άμα τη ενάρξει της συμπλοκής, ανεπέτασε τα +ιστία και έφυγεν. Ιδόντες δε οι Κορίνθιοι την στρατηγίδα +φεύγουσαν, έφυγον και αυτοί. Ότε δε φεύγοντες έφθασαν πλησίον +του εν Σαλαμίνι ιερού της Σκιράδος Αθηνάς, συνήντησαν πλοιάριον +σταλέν θεόθεν. Τούτο χωρίς να φανή τις ότι το έστειλεν, +επλησίασε τους Κορινθίους οίτινες δεν εγνώριζον τίποτε εκ των +συμβαινόντων εις τον στόλον. Εκ τούτου λοιπόν ενόησαν ότι το +πράγμα ήτο θείον. Ότε δε επλησίασεν εις τα πλοία, οι από του +πλοιαρίου είπον τα εξής· «Αδείμαντε, συ μεν έστρεψες τα πλοία +και ετράπης εις φυγήν καταπροδίδων τους Έλληνας· ούτοι όμως +πάλιν νικώσι και κατά την επιθυμίαν των υπερίσχυσαν των +εχθρών.» Τούτα είπον και επειδή ο Αδείμαντος δεν τους +επίστευεν, είπον προσέτι ότι προσεφέροντο ως όμηροι· και ότι αν +ίδωσιν ότι οι Έλληνες δεν νικώσι, να τους θανατώσωσιν. Ούτω +λοιπόν στρέψαντες τα πλοία ο Αδείμαντος και οι άλλοι, ήλθον εις +τον στόλον ότε πλέον το πράγμα είχε τελειώσει. Τοιαύτη φήμη +επικρατεί περί αυτών μεταξύ των Αθηναίων. Οι Κορίνθιοι όμως δεν +το δέχονται, αλλά βεβαιούσιν ότι έλαβον μέρος εις την ναυμαχίαν +εν τοις πρώτοις. Μαρτυρεί δε τούτο υπέρ αυτών και η άλλη Ελλάς. + +95. Ο δε Αθηναίος Αριστείδης ο Λυσιμάχου τον οποίον ολίγον +ανωτέρω ανέφερα ως άνδρα άριστον, ούτος εν τω περί την Σαλαμίνα +γενομένω τούτω θορύβω έπραξε τα εξής. Παραλαβών πολλούς των +οπλιτών τους οποίους είχον παρατάξει εις την ακτήν της +Σαλαμινίας χώρας, και οίτινες ήσαν όλοι Αθηναίοι, τους +απεβίβασεν εις την νήσον Ψυττάλειαν, και κατεφόνευσαν όλους +τους εν τη νησίδι ταύτη Πέρσας. + +96. Αφού δε διελύθη η ναυμαχία, σύραντες οι Έλληνες εις την +Σαλαμίνα όσα ναυάγια επέπλεον ακόμη, ήσαν έτοιμοι να +συγκροτήσωσι και άλλην ναυμαχίαν, νομίζοντες ότι ο βασιλεύς θα +κάμη ακόμη κανέν τόλμημα με τα περισωθέντα πλοία. Εν τούτοις +φυσήσας ο ζέφυρος έφερε πολλά των ναυαγίων εις την +παραθαλασσίαν της Αττικής την καλουμένην Κωλιάδα. Ώστε +εξεπληρώθηοαν και όλοι οι άλλοι χρησμοί όσους είπον ο Βάκις και +ο Μουσαίος περί της ναυμαχίας ταύτης και προσέτι ο εξής όστις +προ πολλών ετών περί των ναυαγίων και του μέρους όπου έμελλον +να ριφθώσιν εδόθη υπό του Αθηναίου Λυσιστράτου, ερμηνευτού των +χρησμών. Αλλ' η έννοια του χρησμού τούτου ελάνθανεν όλους τους +Έλληνας. + +_Αι Κωλιάδες γυναίκες θα ψήσωσι με ξύλα κωπίων·_ Όπερ και +συνέβη μετά την αναχώρησιν του βασιλέως. + +97. Ο δε Ξέρξης, άμα είδε την γενομένην καταστροφήν, φοβηθείς +μη τις των Ιώνων συμβουλεύση τους Έλληνας, ή αυτοί αφ' εαυτών +νοήσωσι να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον και λύσωσι τας +γεφύρας, και ούτω περικλεισθείς εις την Ευρώπην κινδυνεύση και +απολεσθή, απεφάσισε να φύγη. Θέλων όμως να μη εννοήσωσι τούτο +μήτε οι Έλληνες μήτε οι ιδικοί του, επειράθη να ρίψη γέφυραν +μέχρι της Σαλαμίνος και προς τούτο συνέδεσε φορτηγά πλοιάρια +Φοινικικά, διά να χρησιμεύσωσιν ως γέφυρα και τείχος· συγχρόνως +δε έκαμνον ετοιμασίας πολεμικάς, ως να ήθελον να συγκροτήσωσι +και άλλην ναυμαχίαν. Βλέποντες αυτόν πράττοντα ταύτα, πάντες +μεν οι άλλοι ήσαν πεπεισμένοι ότι τωόντι είχε κατά νουν να +μείνη εις την Αττικήν και να εξακολουθήση τον πόλεμον· τον +Μαρδόνιον όμως ουδέν τούτων ελάνθανε, καθότι ήτο λίαν έμπειρος +των διανοημάτων αυτού. Ταύτα πράττων ο Ξέρξης έπεμπε συγχρόνως +εις την Περσίαν ταχυδρόμον διά να αναγγείλη την παρούσαν +συμφοράν. + +98. Ουδέν ταχύτερον των ταχυδρόμων τούτων. Ιδού δε πώς η +υπηρεσία των είναι ωργανωμένη· όσαι ημέραι πορείας είναι, εις +τόσα μέρη ίστανται ίπποι και άνθρωποι απέχοντες αλλήλων κατά +ημερήσια διαστήματα. Τούτους ούτε χιών, ούτε βροχή, ούτε καύμα, +ούτε νυξ εμποδίζει να διατρέξωσι τάχιστα το ωρισμένον διάστημα. +Αφού διανύσας ο πρώτος τον δρόμον του, δίδει την εντολήν εις +τον δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον, και ούτως ακολούθως +παραδιδομένη η εντολή διέρχεται από του ενός εις τον άλλον, ως +η λαμπαδηφορία παρά τοις Έλλησι κατά την εορτήν του Ηφαίστου. +Καλούσι δε οι Πέρσαι το δράμημα τούτο των ίππων αγγαρείαν. + +99. Η μεν πρώτη είδησις, ότι ο Ξέρξης εκυρίευσε τας Αθήνας, +φθάσασα εις τα Σούσα τόσην χαράν επροξένησεν εις τους μείναντας +εκεί Πέρσας, ώστε έστρωσαν όλας τας οδούς με μυρσίνας, έκαιον +θυμιάματα, έκαμνον θυσίας και εώρταζον· η δε δευτέρα είδησις, +φθάσασα κατόπιν, τοσούτον συνετάραξεν αυτούς, ώστε έσχισαν όλοι +τα φορέματά των και παρεδόθησαν εις απλέτους θρήνους και +οδυρμούς, κατακρίνοντες τον Μαρδόνιον. Έπραττον δε ούτω οι +Πέρσαι ουχί τόσον διότι ελυπούντο διά τα πλοία, όσον διότι +εφοβούντο διά την ζωήν αυτού του Ξέρξου. + +100. Το πένθος τούτο των Περσών εξηκολούθησε καθ' όλον τον +μεταξύ χρόνον, μέχρις ου φθάσας ο Ξέρξης ησύχασεν αυτούς. Ο δε +Μαρδόνιος, βλέπων τον Ξέρξην λυπούμενον πολύ διά την +καταστροφήν του στόλου του και υποπτεύων ότι είχε σκοπόν να +φύγη εκ των Αθηνών, εσκέφθη καθ' εαυτόν ότι θα τιμωρηθή διότι +έπεισε τον βασιλέα να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, και +επομένως ότι ήτο προτιμότερον αναδεχόμενος δεύτερον κίνδυνον ή +να καθυποτάξη την Ελλάδα, ή να τελευτήση καλώς τον βίον +επιχειρών μεγάλα έργα· περισσότερον όμως ήλπιζεν ότι θα υποτάξη +την Ελλάδα. Ταύτα, λοιπόν σκεφθείς, είπε προς τον βασιλέα· «Μη +λυπείσαι, δέσποτα, μήτε νόμιζε αυτό το οποίον συνέβη ως μεγάλην +συμφοράν, καθότι ο αγών εις τον οποίον περιεπλέχθημεν δεν +εξαρτάται ολόκληρος εκ των ξύλων των πλοίων, αλλ' εκ των ανδρών +και των ίππων. Ουδείς θα τολμήση να σε εναντιωθή, ούτε εξ +εκείνων οίτινες νομίζουσιν ότι κατώρθωσαν τα παν και οίτινες +δεν θα εξέλθωσιν από τα πλοία των, ούτε κανείς κάτοικος της +ηπείρου ταύτης. Όσοι ηντιώθησαν εις ημάς, ετιμωρήθησαν. Εάν +λοιπόν εγκρίνης, ας επιχειρήσωμεν κατά της Πελοποννήσου αμέσως· +εάν δε κρίνης να αναβάλωμεν, και τούτο δυνάμεθα να πράξωμεν. Μη +δυσθύμει όμως, διότι δεν είναι δυνατόν να μη δώσωσιν οι Έλληνες +λόγον δι' όσα έπραξαν τώρα και πρότερον, και να μη γίνωσι +δούλοι σου. Λέγω λοιπόν τούτο να πράξωμεν προ παντός άλλου· εάν +όμως θέλης να λάβης τον στρατόν και να αναχωρήσης, τότε έχω +άλλην γνώμην να προβάλλω. Ω βασιλεύ, μη κάμης τους Πέρσας να +γίνωσι καταγέλαστοι εις τους Έλληνας, καθότι δεν εβλάφθησαν εξ +αιτίας των τα πράγματα, ούτε δύνασαι να είπης πού εφάνησαν +άνανδροι. Εάν δε οι Φοίνικες ή οι Αιγύπτιοι, ή οι Κύπριοι, ή οι +Κίλικες εφάνησαν δειλοί, οι Πέρσαι όμως δεν είναι υπεύθυνοι διά +το δυστύχημα τούτο. Όθεν, επειδή οι Πέρσαι ουδόλως έπταισαν, +άκουσον τούτο το οποίον θα σε είπω. Εάν απεφάσισες να μη +παραμείνης εδώ, επίστρεψον εις τα βασίλειά σου λαβών το +περισσότερον μέρος του στρατού· εγώ δε εκλέξας εξ όλου του +στρατού τριακοσίας χιλιάδας ανδρών, θα σοι προσφέρω την Ελλάδα +δεδουλωμένην.» + +101. Ο Ξέρξης ακούσας τούτο εχάρη και κατεθέλχθη, ως ήτο +επόμενον ύστερον από τόσην καταστροφήν την οποίαν έπαθεν· είπε +λοιπόν εις τον Μαρδόνιον ότι θα σκεφθή και θα τω ανακοινώση +ποίαν εκ των δύο τούτων προτάσεων θα παραδεχθή. Ενώ δε +συνεσκέπτετο μετά των Περσών τους οποίους συνεκάλεσεν, ενόμισεν +εύλογον να προσκαλέση επίσης εις το συνέδριον τούτο την +Αρτεμισίαν, ήτις τω εφαίνετο ότι εις τα προλαβόντα είχε δώσει +φρονίμους συμβουλάς τι έπρεπε να πράξωσιν. Άμα λοιπόν ήλθεν η +Αρτεμισία, διατάξας τους συμβούλους Πέρσας και τους δορυφόρους +να αποχωρήσωσιν, είπε προς αυτήν τα εξής· «Ο Μαρδόνιος με +παρακινεί να μείνω εδώ και να επιχειρήσω κατά της Πελοποννήσου, +λέγων ότι οι Πέρσαι και ο πεζός στρατός δεν είναι αίτιοι της +συμφοράς και ότι είναι πρόθυμοι να αποδείξωσι τούτο. Με +παρακινεί λοιπόν ή τούτο να πράξω, ή να τον αφήσω να εκλέξη +τριακοσίας χιλιάδας άνδρας και υπόσχεται να μοι παραδώση την +Ελλάδα δεδουλωμένην, εγώ δε μετά του επιλοίπου στρατού να +επιστρέψω εις τα βασίλειά μου. Συ λοιπόν ήτις σοφώς είχες +προΐδει την έκβασιν της ναυμαχίας και με είχες συμβουλεύσει να +μη την κάμω, συμβούλευσόν με και τώρα ποίον εκ των δύο είναι +ωφελιμώτερον να πράξω.» Ο μεν Ξέρξης ταύτα συνεβουλεύετο. + +102. Η δε Αρτεμισία απεκρίθη τα εξής· «Δύσκολον είναι, ω +βασιλεύ, να επιτύχω την καλλιτέραν γνώμην εις ταύτα τα οποία με +ερωτάς· εν τούτοις, ως ήλθον τα πράγματα, νομίζω συμφέρον συ +μεν να επιστρέψης οπίσω, τον δε Μαρδόνιον, εάν θέλη και +υπόσχεται να πράξη ταύτα, να αφήσης εδώ με αυτούς τους οποίους +ζητεί. Καθότι εάν μεν υποτάξη αυτοίς τους οποίους θέλει να +υποτάξη και ευδοκιμήσωσιν οι σκοποί του, το έργον τούτο θα +αποδοθή εις σε, ω βασιλεύ, διότι οι δούλοι σου θα κατορθώσωσιν +αυτό· εάν δε τα πράγματα αποβώσιν άλλως ή όπως ελπίζει ο +Μαρδόνιος, ουδεμία μεγάλη συμφορά γίνεται σού σωζομένου και του +οίκου σου μη καταστρεφομένου, διότι ενόσω υπάρχεις συ και ο +οίκος σου, πολλάκις πολλούς αγώνας θα διατρέξωσιν οι Έλληνες +περί της σωτηρίας των. Όσον δ' αφορά τον Μαρδόνιον, εάν ούτος +πάθη τι, ουδείς λόγος θα γίνη, καθότι οι Έλληνες δεν θα +δοξασθώσι πολύ καταστρέφοντες ένα δούλον σου. Συ δε, αφού +εξεπλήρωσες τον σκοπόν της εκστρατείες σου καύσας τας Αθήνας, +δύνασαι να επιστρέψης.» + +103. Η συμβουλή αύτη ήρεσεν εις τον Ξέρξην, καθότι η Αρτεμισία +επέτυχε να τω είπη ακριβώς όσα διενοήτο. Τωόντι, αν όλοι οι +άνδρες και όλαι αι γυναίκες συνεβούλευον αυτόν να μείνη, νομίζω +ότι δεν θα έμενε· τόσος φόβος τον είχε κυριεύσει. Όθεν +επαινέσας την Αρτεμισίαν, την απέπεμψε και την επεφόρτισε να +φέρη τους παίδας του εις την Έφεσον, καθότι τον ηκολούθουν +νόθοι τινές παίδες του. + +104. Μετά των παίδων δε τούτων συνέπεμψε φύλακα τον Πηδασέα +Ερμότιμον, όστις παρά τω βασιλεί κατείχε την πρώτην τάξιν +μεταξύ των ευνούχων. Κατοικούσι δε οι Πηδασείς υπέρ την +Αλικαρνασόν. Ιδού τι συμβαίνει εις τούτους τους Πηδασείς· όταν +εις αυτούς η εις τους περί την πόλιν ταύτην κατοικούντας μέλλη +εντός ολίγου να συμβή τι κακόν, τότε η αυτόθι ιέρεια της Αθηνάς +καταβιβάζει μεγάλην γενειάδα. Τούτο δε συνέβη εις αυτούς δις +ήδη. + +105. Εκ τούτων λοιπόν των Πηδασέων ήτο ο Ερμότιμος, όστις +αδικηθείς υπό τινος εξεδικήθη σκληρότατα. Τούτον +αιχμαλωτισθέντα υπό πολεμίων και πωληθέντα ηγόρασεν ο Χίος +Πανιώνιος, όστις έζη πράττων ανοσιώτατα έργα. Οσάκις ηγόραζε +παίδας ευειδείς, ευνούχιζεν αυτούς και τους επώλει αντί πολλών +χρημάτων εις τας Σάρδεις και εις την Έφεσον, καθότι παρά τοις +βαρβάροις οι ευνούχοι διά την πίστιν των είναι πολυτιμότεροι +των μη ευνούχων. Όθεν και άλλους πολλούς ευνούχισεν ο Πανιώνιος +διότι εκ τούτου έζη, και προσέτι τον Ερμότιμον. Αλλ' ο +Ερμότιμος δεν υπήρξε καθ' όλα ατυχής· οι Σάρδιοι τον έπεμψαν +μετ' άλλων δώρων εις τον βασιλέα και προϊόντος του χρόνου +ετιμήθη υπό του Ξέρξου πλειότερον όλων των ευνούχων. + +106. Ότε δε ο βασιλεύς ων εις τας Σάρδεις εκίνει το Περσικόν +στράτευμα κατά των Αθηνών, τότε ο Ερμότιμος, καταβάς δι' +υπόθεσίν τινα εις την πόλιν της Μυσίας την οποίαν νέμονται οι +Χίοι και ήτις καλείται Αταρνεύς, ευρίσκει εκεί τον Πανιώνιον. +Γνωρίσας αυτόν, τω είπε πολλούς και φιλικούς λόγους· και πρώτον +τω απηρίθμησε τα αγαθά τα οποία χάρις εις αυτόν απελάμβανεν, +έπειτα δε τω υπεσχέθη αντί τούτων να τον τιμήση με άπειρα +αγαθά, εάν έστεργε να έλθει μεθ' όλης της οικογενείας του εις +τας Σάρδεις. Αφού δε ο Ερμότιμος τον έβαλεν εις χείρας πανοικί, +τω είπεν· «Ω κάκιστε άνθρωπε, όστις ζης δι' έργων ανοσιωτάτων, +τι κακόν σοι έκαμα εγώ ή των εμών τις, εις σε ή είς τινα των +σων, ώστε αντί ανδρός με έκαμες να ήμαι μηδέν; Ενόμιζες ότι το +έγκλημά σου ήθελε λανθάσει τους θεούς, οίτινες διά τας ανοσίας +πράξεις σου δικαίως σ' έφεραν εις τας χείρας μου, ώστε δεν θα +παραπονεθής λαμβάνων παρ' εμού την πρέπουσαν τιμωρίαν.» Αφού δε +τον ωνείδισε τοιουτοτρόπως, έφερε τους παίδας του ενώπιόν του +και ηνάγκασε τον Πανιώνιον να αποκόψη τα αιδοία των τεσσάρων +παίδων του· ακολούθως οι παίδες ηναγκάσθησαν να αποκόψωσι τα +αιδοία του πατρός των. Τοιουτοτρόπως ετιμώρησε τον Πανιώνιον ο +Ερμότιμος. + +107. Ο δε Ξέρξης αφού ενεπιστεύθη τους παίδας του εις την +Αρτεμισίαν να τους φέρη εις την Έφεσον, καλέσας τον Μαρδόνιον +διέταξεν αυτόν να εκλέξη εκ του στρατού όσους ήθελε και να +προσπαθήση να πραγματοποιήση τας υποσχέσεις του. Ταύτην μεν την +ημέραν τόσον μόνον έγινε· την δε νύκτα, κατά διαταγήν του +βασιλέως, οι στρατηγοί απήγαγον οπίσω τα πλοία εκ του Φαλήρου +εις τον Ελλήσποντον όσον ηδύνατο ταχύτερον έκαστος διά να +φυλάξωσι την διά πλοίων γέφυραν όθεν έμελλε να διέλθη ο +βασιλεύς. Όταν οι βάρβαροι πλέοντες έφθασαν πλησίον του +Ζωστήρος όπου μικραί τινες άκραι συνεχόμεναι με την ξηράν +εξέχουσιν από την θαλασσαν, εξέλαβον αυτάς ως πλοία και έφυγον +μακράν· μαθόντες δε τέλος ότι δεν ήσαν πλοία, αλλά βράχοι, +ηνώθησαν πάλιν και εξακολούθησαν τον πλουν των. + +108. Άμα εγένετο ημέρα, βλέποντες οι Έλληνες τον πεζόν στρατόν +ότι ίστατο εις τας θέσεις του, ήλπιζον ότι και τα πλοία ήσαν +εις το Φάληρον, και νομίζοντες ότι θα ναυμαχήσωσιν, ητοιμάζοντο +προς άμυναν. Μαθόντες όμως ότι ανεχώρησαν, αμέσως απεφάσισαν να +τα καταδιώξωσιν· αλλά δεν απήντησαν αυτά, μολονότι έπλευσαν +μέχρι της Άνδρου. Εκεί δε φθάσαντες συνεκρότησαν συμβούλιον. +Και ο μεν Θεμιστοκλής έδιδε γνώμην να πλεύσωσι διά των νήσων, +και διώκοντες τα πλοία να έλθωσι κατ' ευθείαν εις τον +Ελλήσποντον διά να λύσωσι τας γεφύρας· ο δε Ευρυβιάδης υπέβαλε +γνώμην εναντίαν ταύτης, λέγων ότι εάν λύσωσι τας γεφύρας, τούτο +ήθελεν είσθαι το μέγιστον αδίκημα το οποίον οι ίδιοι ηδύναντο +να πράξωσιν εις την Ελλάδα. Διότι εάν ο Πέρσης αποκλεισθείς +αναγκασθή να μένη εις την Ευρώπην, βεβαίως δεν θα κάθηται +ήσυχος, καθότι η απραξία ήθελε καταστρέψει τας υποθέσεις του, +ήθελε τω αφαιρέσει την ελπίδα της επιστροφής και ήθελε +διαφθείρει τον στρατόν του εκ της πείνης. Θα κινήται λοιπόν, +και είναι ακόμη αρκετά ισχυρός, ώστε να υποτάξη την Ευρώπην +όλην, πόλιν προς πόλιν, έθνος προς έθνος, είτε κυριεύων αυτάς, +είτε συμβιβαζόμενος μετ' αυτών. Τότε δε θα έχη και τροφήν τον +ετήσιον καρπόν των Ελλήνων. Τώρα όμως επειδή ενικήθη εις την +ναυμαχίαν, βεβαίως δεν θα μείνη εις την Ευρώπην, και πρέπει να +τον αφήσωσι να φύγη, μέχρις ου φεύγων φθάση εις το βασίλειόν +του. Διά να επιτύχωσι δε το αποτέλεσμα τούτο τους συνεβούλευε +ν' αφιερώσωσιν όλους των τους αγώνας. Ταύτην την γνώμην του +Ευρυβιάδου ενέκρινον και οι στρατηγοί των άλλων Πελοποννησίων. + +109. Όταν ο Θεμιστοκλής είδεν ότι δεν θα πείση τουλάχιστον τους +περισσοτέρους να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, μετέβαλε +σχέδιον και απέτεινε τον ακόλουθον λόγον προς τους Αθηναίους +οίτινες ηγανάκτουν επί τη ιδέα να αφήσωσι τον εχθρόν να +διαφύγη, και οίτινες ήσαν έτοιμοι να πλεύσωσιν εις τον +Ελλήσποντον, χωριζόμενοι από τους άλλους, αν δεν ήθελον να τους +ακολουθήσωσι. «Και εκ πείρας γνωρίζω και πολλάκις ήκουσα να +λέγωσιν ότι άνθρωποι περιελθόντες εις απελπισίαν, αφού +ενικήθησαν, επολέμησαν εκ δευτέρου και ηνώρθωσαν την +προλαβούσαν ζημίαν. Όθεν και ημείς, αφού κατ' ευτυχίαν +ανέλπιστον εσώσαμεν ημάς αυτούς και την Ελλάδα, απωθήσαντες +τόσον νέφος ανθρώπων, ας μη καταδιώξωμεν ανθρώπους φεύγοντας. +Δεν κατωρθώσαμεν ημείς ταύτα, αλλ' οι θεοί και οι ήρωες, +οίτινες εφθόνησαν διότι είς άνθρωπος ηθέλησε να βασιλεύση επί +της Ασίας και της Ευρώπης, άνθρωπος ανόσιος και σκληρός, όστις +δεν κάμνει διάκρισιν μεταξύ των ιερών πραγμάτων και των +ιδιωτικών, καίων και κρημνίζων τα αγάλματα των θεών, μαστιγών +την θάλασσαν και ρίπτων εις αυτήν πέδας. Τώρα λοιπόν ότε τα +πράγματά μας εβελτιώθησαν, ας μείνωμεν εις την Ελλάδα, ας +φροντίσωμεν περί ημών και των οικογενειών μας, ας κτίσωμεν +πάλιν τας οικίας μας, ας σπείρωμεν τους αγρούς μας, αφού +απεδιώξαμεν ολοτελώς τον βάρβαρον. Άμα δε τω έαρι ας πλεύσωμεν +εις τον Ελλήσποντον και εις την Ιωνίαν.» Έλεγε δε ταύτα θέλων +να αποταμιεύση υποχρέωσιν εις τον Πέρσην, ώστε εάν ποτέ τω +συμβή τι εκ μέρους των Αθηναίων, να εύρη καταφύγιον· όπερ και +εγένετο. + +110. Και ο μεν Θεμιστοκλής ταύτα λέγων ηπάτα τους Αθηναίους· +εκείνοι όμως επείσθησαν· καθότι, επειδή και πρότερον +νομιζόμενος σοφός άνθρωπος, εφάνη τωόντι με νουν και εύβουλος, +ανυπόπτως ήσαν πρόθυμοι να πείθωνται εις όσα έλεγεν. Άμα δε +εβεβαιώθη ότι επείσθησαν, εξέπεμψε με πλοιάριον ανθρώπους προς +ους είχε πάσαν πίστιν, έστω και αν υποβληθώσιν εις τας +σκληροτέρας βασάνους, ότι θα φυλάξωσι μυστικά όσα τοις +παρήγγειλε να είπωσιν εις τον βασιλέα· μετ' αυτών δε ήτο πάλιν +και ο δούλος του Σίκινος. Φθάσαντες ούτοι εις την Αττικήν +έμειναν εις το πλοιάριον, πλην του Σικίννου, όστις αναβάς προς +τον Ξέρξην είπε τα εξής· «Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους, +στρατηγός των Αθηναίων, και εκ των συμμάχων όλων ο ανδρειότατος +και σοφώτατος, με πέμπει να σε είπω ότι, επιθυμών να σοι φανή +χρήσιμος, εμπόδισε τους Έλληνας, οίτινες ήθελον να καταδιώξωσι +τα πλοία σου και να λύσωσι τας γεφύρας του Ελλησπόντου. Τώρα +λοιπόν αναχώρησον με την ησυχίαν σου.» Οι μεν απεσταλμένοι +ταύτα ειπόντες, απέπλευσαν οπίσω. + +111. Οι δε Έλληνες αφού απεφάσισαν μήτε να καταδιώξωσι +περισσότερον τα πλοία μήτε να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον διά +να λύσωσι τας γεφύρας, επολιόρκησαν την Άνδρον θέλοντες να την +κυριεύσωσι καθότι πρώτοι εκ των νησιωτών οι Άνδριοι, ζητήσαντος +χρήματα του Θεμιστοκλέους, δεν έδοσαν. «Οι Αθηναίοι, είπεν ο +Θεμιστοκλής, ήλθον έχοντες μεθ' εαυτών δύο μεγάλας θεάς, την +Πειθώ και την Ανάγκην· πρέπει λοιπόν αφεύκτως να τοις δώσετε +χρήματα.» Οι Άνδριοι απεκρίθησαν εις ταύτα λέγοντες· «Μετά +λόγου αι Αθήναι είναι μεγάλαι και ευδαίμονες αφού τοιαύται +καλαί θεαί κατοικούσιν εις αυτάς. Εξ εναντίας οι Άνδριοι έχουσι +γην πτωχοτάτην, και δύο άχρηστοι θεαί δεν αφίνουσι την νήσον +των ποτέ, αλλά θέλουν να κατοικώσι πάντοτε εκεί, η Πενία και η +Αμηχανία. Τοιαύτας έχοντες θεάς δεν δίδομεν τίποτε, διότι +ουδέποτε η δύναμις των Αθηναίων θα γίνη ανωτέρα της ημετέρας +αδυναμίας.» Ούτοι λοιπόν ταύτα αποκριθέντες και μη δόντες +χρήματα επολιορκούντο. + +112. Ο δε Θεμιστοκλής (όστις δεν έπαυε πλεονεκτών) πέμπων εις +τας άλλας νήσους λόγους απειλητικούς εζήτει χρήματα, +επαναλαμβάνων διά των μηνυτών τους αυτούς λόγους τους οποίους +μετεχειρίσθη προς τους Ανδρίους και λέγων ότι αν δεν δώσωσιν +ό,τι ζητεί, θα κινήση κατ' αυτών τον Ελληνικόν στρατόν και θα +τους κυριεύση διά πολιορκίας. Ταύτα λοιπόν λέγων συνέλεγε +χρήματα πολλά παρά των Καρυστίων και των Παρίων, οίτινες +ακούοντες ότι η Άνδρος επολιορκείτο διότι εμήδισε και ο +Θεμιστοκλής απελάμβανεν υπόληψιν μεγαλειτέραν από όλους τους +στρατηγούς, ταύτα φοβηθέντες έπεμπον χρήματα. Εάν έδοσαν +χρήματα και άλλοι νησιώται, δεν δύναμαι να το βεβαιώσω· αλλά +νομίζω ότι και άλλοι έδοσαν, και όχι μόνον αυτοί. Και όμως οι +Καρύστιοι δεν απέφυγον τας συμφοράς· οι δε Πάριοι, εξιλεώσαντες +τον Θεμιστοκλέα διά χρημάτων, απέφυγον να έλθη ο Ελληνικός +στόλος εις την νήσον των. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν διαμένων εις την +Άνδρον συνέλεγε χρήματα παρά των νησιωτών, εν αγνοία των άλλων +στρατηγών. + +113. Ο δε Ξέρξης μετά του στρατού, περιμείνας ολίγας ημέρας +μετά την ναυμαχίαν, επέστρεψεν εις την Βοιωτίαν διά της αυτού +οδού. Τον ηκολούθησε δε και ο Μαρδόνιος, κρίνας άμα μεν ότι +ώφειλε να προπέμψη τον βασιλέα, άμα δε ότι η ώρα του έτους δεν +ήτο πλέον αρμοδία διά να πολεμήση. Απεφάσισε λοιπόν να +διαχειμάση εις την Θεσσαλίαν και έπειτα άμα τω έαρι να +στρατεύση κατά της Πελοποννήσου. Όταν έφθασαν εις την +Θεσσαλίαν, εκεί εξελέξατο ο Μαρδόνιος εκ των Περσών πρώτον μεν +όλους τους καλουμένους αθανάτους, πλην του στρατηγού αυτών +Υδάρνους, καθότι ούτος είπεν ότι δεν ήθελε να αφήση τον +βασιλέα· έπειτα τους θωρακοφόρους και τους χιλίους ιππείς· +προσέτι δε τους Μήδους, τους Σάκας, τους Βακτηρίους, τους +Ινδούς, πεζόν και ιππικόν. Ταύτα μεν τα έθνη έλαβεν ολόκληρα· +εκ δε των άλλων συμμάχων έλαβεν ολίγους, εκλέξας τους έχοντας +ανάστημα καλόν και όσους ήξευρεν ότι διεκρίθησαν διά τινος +κατορθώματος. Την πρώτην τάξιν κατείχον οι πλείστοι των Περσών, +όσοι εφόρουν περιδέραια και ψέλια· μετά τούτους ήσαν οι Μήδοι. +Ούτοι κατά μεν το πλήθος, δεν ήσαν ολιγώτεροι των Περσών, κατά +δε την ανδρίαν ήσαν κατώτεροι· ώστε σύμπαντες, μετά των ιππέων, +εγένοντο τριάκοντα μυριάδες. + +114. Καθ' ον χρόνον ο Μαρδόνιος εχώριζε τον στρατόν και ο +Ξέρξης ήτο ακόμη εις την Θεσσαλίαν, ήλθεν εις τους +Λακεδαιμονίους χρησμός εκ Δελφών, να ζητήσωσιν ικανοποίησιν από +τον Ξέρξην διά τον φόνον του Λεωνίδου και να δεχθώσιν ό,τι +ήθελε τοις δώσει. Πέμπουσι λοιπόν άνευ αναβολής κήρυκα οι +Σπαρτιάται, όστις προφθάσας όλον τον στρατόν όντα ακόμη εις την +Θεσσαλίαν, παρουσιάσθη εις τον Ξέρξην και είπε τα εξής· +«Βασιλεύ των Μήδων, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Ηρακλείδαι της +Σπάρτης ζητούσι παρά σου ικανοποίησιν ενός φόνου, διότι +απέκτεινας τον βασιλέα των πολεμούντα υπέρ της Ελλάδος.» Ο δε +Ξέρξης γελάσας και μετά τινα χρόνον δείξας τον Μαρδόνιον (όστις +έτυχε να ίσταται πλησίον του) είπεν· «Ο Μαρδόνιος λοιπόν ούτος +θα δώση ικανοποίησιν τοιαύτην οία πρέπει εις τους +Λακεδαιμονίους.» Ο μεν κήρυξ δεχθείς το ρηθέν ανεχώρησεν. + +115. Ο δε Ξέρξης, αφήσας τον Μαρδόνιον εις την Θεσσαλίαν, +διευθύνθη ταχέως εις τον Ελλήσποντον, και έφθασεν εις το στενόν +της διαβάσεως εις τεσσαράκοντα πέντε ημέρας, μη φέρων οπίσω, +ούτως ειπείν, ουδέν μέρος του στρατού· καθότι πανταχού όθεν +διέβαινον και εις οιονδήποτε έθνος έφθανον οδοιπορούντες οι +Πέρσαι, έζων αρπάζοντες τους καρπούς. Εάν δεν εύρισκον καρπούς, +έτρωγον την χλόην της γης, τον φλοιόν και τα φύλλα των ημέρων +και των αγρίων δένδρων, και δεν άφινον τίποτε. Ταύτα δε +έπραττον ένεκα του λιμού· συγχρόνως ενέσκηψεν εις τον στρατόν +λοιμός και δυσεντερία και διέφθειρον αυτόν καθ' οδόν. Ο +βασιλεύς άφινεν οπίσω τους νοσούντας, διατάσσων τας πόλεις διά +των οποίων διήρχετο να επιμελώνται και να τρέφωσιν αυτούς. +Άφησε δε τινάς μεν εις την Θεσσαλίαν, άλλους δε εις την Σίριν +της Παιονίας και άλλους εις την Μακεδονίαν, όπου δεν εύρε πλέον +το ιερόν άρμα του Διός το οποίον είχεν αφήσει εκεί καθ' ην +στιγμήν έμελλε να εισβάλη εις την Ελλάδα, καθότι οι Παίονες το +είχον δώσει εις τους Θράκας· ότε δε το εζήτησεν ο Ξέρξης, +απεκρίθησαν ότι οι άνω Θράκες, οι κατοικούντες περί τας πηγάς +του Στρυμόνος, ήρπασαν τας ίππους ενώ έβοσκον. + +116. Τότε και ο βασιλεύς των Βισαλτών και της Κρηστωνικής γης, +Θραξ τα γένος, έπραξεν έργον υπέρ φύσιν. Ούτος ου μόνον είχε +δηλώσει ότι εκουσίως ποτέ δεν θα γίνη δούλος του Ξέρξου και +έφυγεν επάνω εις το όρος Ροδόπην, αλλά και τους υιούς του +διέταξε να μη στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος. Ούτοι όμως είτε +αψηφήσαντες τους λόγους του, είτε απλώς επιθυμούντες να γίνωσι +θεαταί του πολέμου, συνεξεστράτευσαν μετά του Πέρσου. Ότε δε +επέστρεψαν όλοι αβλαβείς, έξ όντες, ο πατήρ εξώρυξε τους +οφθαλμούς των διά την αιτίαν ταύτην. Και ούτοι μεν τούτον τον +μισθόν έλαβον. + +117. Οι δε Πέρσαι, ότε κινήσαντες από την Θράκην έφθασαν εις +τον Ελλήσποντον, διέβησαν ταχέως μετά των πλοίων εις την +Άβυδον· καθότι αι γέφυραι δεν υπήρχον πλέον, διαλυθείσαι υπό +της τρικυμίας. Εκεί κρατούμενοι εύρισκον τροφάς περισσοτέρας ή +καθ' οδόν· τρώγοντες δε αμέτρως και πίνοντες άλλα ύδατα, +απέθνησκον πολλοί εκ του εναπομείναντος στρατού. Οι λοιποί, +μετά του Ξέρξου, έφθασαν εις τας Σάρδεις. + +118. Λέγεται προς τούτοις, και το εξής. Ότε ο Ξέρξης αναχωρήσας +εξ Αθηνών έφθασεν εις την Ηιόνα την παρά τας όχθας του +Στρυμόνος, εκείθεν πλέον δεν επορεύετο διά ξηράς, αλλά τον μεν +στρατόν παρέδωκεν εις τον Υδάρνη διά να τον φέρη εις τον +Ελλήσποντον, αυτός δε επιβάς επί πλοίου Φοινικικού εκομίζετο +εις την Ασίαν. Ενώ δε έπλεε, κατέλαβεν αυτόν άνεμος Στρυμωνίας +σφοδρός και κυματίας· επειδή δε το πλοίον ήτο υπερβεβαρημένον +και επί του καταστρώματος ήσαν πολλοί Πέρσαι μετά του Ξέρξου +κομιζόμενοι, η δε τρικυμία εγίνετο βιαιοτέρα, τότε ο βασιλεύς +φοβηθείς εβόησε και ηρώτησε τον κυβερνήτην εάν υπάρχη μέσον τι +σωτηρίας. Εκείνος δε απεκρίθη· «Δέσποτα, δεν υπάρχει κανέν, +εκτός εάν γίνη ελάφρωσις εκ των πολλών τούτων επιβατών.» Ο +Ξέρξης άκουσας ταύτα λέγεται ότι είπεν· «Ω Πέρσαι, ας δείξη +τώρα έκαστος υμών ότι αγαπά τον βασιλέα· καθότι φαίνεται ότι η +σωτηρία μου εξαρτάται από υμάς.» Και ούτος μεν ταύτα είπεν, οι +δε Πέρσαι προσκυνούντες έπιπτον εις την θάλασσαν και +τοιουτοτρόπως ανακουφισθέν το πλοίον, εσώθη και έφθασεν εις την +Ασίαν. Άμα δε απέβη ο Ξέρξης εις την ξηράν, έπραξε το εξής· +επειδή ο κυβερνήτης έσωσε την ζωήν του βασιλέως, τον εβράβευσε +με χρυσούν στέφανον· επειδή δε απώλεσε πολλούς των Περσών, +διέταξε να κόψωσι την κεφαλήν του. + +119. Ο λόγος ούτος περί της επιστροφής του Ξέρξου ουδόλως +φαίνεται εις εμέ πιστευτός, ούτε ως προς τα άλλα ούτε ως προς +το πάθημα των Περσών. Τωόντι, αν ο κυβερνήτης είπε ταύτα προς +τον Ξέρξην, πάλιν δύναταί τις να στοιχηματίση μύρια προς έν ότι +ο βασιλεύς δεν ήθελε πράξει αυτό το οποίον λέγουσιν ότι +έπραξεν, αλλά θα διέταττε τους όντας επί του καταστρώματος να +καταβώσιν εις το κοίλωμα του πλοίου. Οι άνδρες ούτοι ήσαν +Πέρσαι και εκ των πρώτων μάλιστα. Ηδύνατο λοιπόν να λάβη εκ των +κωπηλατών, οίτινες ήσαν όλοι Φοίνικες, και να ρίψη εις την +θάλασσαν τόσους όσοι ήσαν οι ριφθέντες Πέρσαι. Αλλ' ο βασιλεύς, +ως είπον ανωτέρω, ηκολούθησε την αυτήν οδόν μετά του λοιπού +στρατού και επέστρεψεν εις την Ασίαν. + +120. Μαρτύριον δε τούτου μέγα είναι και το εξής. Γνωστόν ότι +κατά την επιστροφήν του ο Ξέρξης ήλθεν εις τα Άβδηρα και +συνέδεσε μετά των Αβδηριτών ξενίαν, χαρίσας εις αυτούς ακινάκην +χρυσούν και τιάραν χρυσόπαστον. Ως λέγουσι δε αυτοί οι +Αβδηρίται, όπερ όμως εγώ ουδόλως πιστεύω, εκεί πρώτον από της +εξ Αθηνών αναχωρήσεώς του έλυσε την ζώνην του, ως ων πλέον +εκτός κινδύνου. Τα δε Άβδηρα κείνται μάλλον προς τον +Ελλήσποντον ή προς τον Στρυμόνα και την Ηιόνα, όθεν οι άλλοι +αξιούσιν ότι εισήλθεν εις το πλοίον. + +121. Οι δε Έλληνες, επειδή δεν ηδυνήθησαν να κυριεύσωσι την +Άνδρον, τραπέντες προς την Κάρυστον και δηώσαντες την χώραν +αυτή, επέστρεψαν εις την Σαλαμίνα. Εκεί πρώτον μεν έθεσαν κατά +μέρος διά τους θεούς, πλην των άλλων ακροθινίων, τρεις τριήρεις +Φοινίσσας· την μεν διά να αφιερωθή εις τον Ισθμόν, ήτις και +μέχρι των ημερών μου υπάρχει, την άλλην εις το Σούνιον, και την +άλλην εκεί εις την Σαλαμίνα προς τιμήν του Αίαντος. Μετά ταύτα +εμοίρασαν τα λάφυρα και έπεμψαν εις τους Δελφούς τα ακροθίνια, +εξ ων κατεσκευάσθη δωδεκάπηχυς ανδριάς κρατών εις την χείρα το +έμπροσθεν μέρος πρώρας πλοίου. Είναι δε εστημένος ο ανδριάς +ούτος πλησίον του χρυσού ανδριάντος του Μακεδόνος Αλεξάνδρου. + +122. Πέμψαντες δε οι Έλληνες ακροθίνια εις τους Δελφούς, ηρώτων +κοινώς όλοι τον θεόν εάν έλαβε πλήρη και αρεστά ακροθίνια. Ο δε +θεός απεκρίθη ότι από μεν τους άλλους Έλληνας έλαβεν, από δε +τους Αιγινήτας όχι, και εζήτη παρ' αυτών ιδιαίτερα ακροθίνια +διά τα αριστεία της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας. Οι Αιγινήται +ακούσαντες τούτο αφιέρωσαν τρεις αστέρας χρυσούς οίτινες εισίν +εστημένοι επί χαλκίνου ιστού, εις την γωνίαν όπου πολύ πλησίον +είναι ο κρατήρ του Κροίσου. + +123. Μετά την διανομήν των λαφύρων οι Έλληνες έπλευσαν εις τον +Ισθμόν διά να δώσωσιν αριστεία εις εκείνον όστις εκ των Ελλήνων +εφάνη αξιώτατος εις τον πόλεμον εκείνον. Άμα έφθασαν εκεί +εμοιράσθησαν οι στρατηγοί τας ψήφους επί του βωμού του +Ποσειδώνος, διά να υποδείξωσι ποίον εξ όλων κρίνουσι πρώτον και +ποίον δεύτερον. Τότε έκαστος αυτών έδωκε την πρώτην ψήφον εις +εαυτόν, κρίνων ότι αυτός εφάνη άριστος· διά δε τα δευτερεία οι +περισσότεροι συνεφώνησαν κρίναντες ότι ανήκουσιν εις τον +Θεμιστοκλέα. Ώστε οι μεν άλλοι είχον μίαν ψήφον έκαστος υπέρ +εαυτού, ο δε Θεμιστοκλής εις τα δευτερεία υπερέβαινε πολύ. + +124. Μολονότι δε οι Έλληνες εκ φθόνου δεν ηθέλησαν να λύσωσι το +περί πρωτείων ζήτημα, αλλ' επέστρεψαν εις τας πατρίδας των +χωρίς να το κρίνωσιν, ο Θεμιστοκλής όμως εφημίσθη ανά πάσαν την +Ελλάδα και εδοξάσθη ως άνθρωπος σοφώτατος πάντων των Ελλήνων. +Επειδή δε εκείνοι οίτινες εναυμάχησαν μετ' αυτού εις την +Σαλαμίνα ηρνήθησαν να τον τιμήσωσι μετά την νίκην, μετέβη +αμέσως εις την Λακεδαίμονα θέλων να τιμηθή. Οι δε Λακεδαιμόνιοι +τον υπεδέχθησαν καλώς και τον ετίμησαν πολύ. Προσέτι έδοσαν εις +μεν τον Ευρυβιάδην το βραβείον της ανδρίας, στέφανον ελαίας· +εις δε τον Θεμιστοκλέα το βραβείον της σοφίας και της +δεξιότητος, ομοίως στέφανον ελαίας. Τω εδώρησαν δε και άρμα, το +κάλλιστον των εν Σπάρτη υπαρχόντων. Επαινέσαντες δε αυτόν πολύ, +τον προέπεμψαν αναχωρούντα, τριακόσιοι λογάδες Σπαρτιάται, +οίτινες καλούνται ιππείς, μέχρι των Τενεατικών ορίων. Εις αυτόν +μόνον, από όσους άνθρωπους ημείς ηξεύρομεν, οι Σπαρτιάται έκαμον +τοιαύτην πομπήν. + +125. Όταν εκ της Λακεδαίμονος επέστρεψεν εις τας Αθήνας, ο +Αφιδναίος Τιμόδημος, είς μεν των εχθρών του Θεμιστοκλέους, ουχί +όμως εκ των επιφανών ανδρών, έξω φρενών υπό φθόνου, κατηγόρησε +τον Θεμιστοκλέα μεμφόμενος αυτόν διά την εις Λακεδαίμονα +μετάβασίν του και λέγων ότι αι τιμαί τας οποίας έλαβεν εδόθησαν +διά τας Αθήνας και όχι διά την ατομικήν του αξίαν. Ο δε +Θεμιστοκλής, επειδή δεν έπαυε να λέγη ταύτα ο Τιμόδημος, είπεν· +«Ούτως έχει το πράγμα· ούτε εγώ αν ήμην Βελβινίτης ήθελον +τιμηθή τόσον υπό των Σπαρτιατών, ούτε συ, ω άνθρωπε, αν ήσο +Αθηναίος.» Και αύτη μεν η έρις μέχρι τούτου του σημείου +εσταμάτησεν. + +126. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και πρότερον ήτο +επιφανής μεταξύ των Περσών, από δε της εν Πλαταιαίς μάχης +εγένετο έτι μάλλον διάσημος, προέπεμψε τον βασιλέα μέχρι του +Ελλησπόντου, έχων εξήκοντα χιλιάδας εκ του στρατού τον οποίον +είχεν εκλέξει ο Μαρδόνιος. Αφού ο βασιλεύς διέβη εις την Ασίαν, +ο Αρτάβαζος επέστρεψεν οπίσω· διερχόμενος δε πλησίον της +Παλλήνης εσκέφθη ότι επειδή ο Μαρδόνιος διεχείμαζεν εις την +Θεσσαλίαν και την Μακεδονίαν, δεν ήτο καμμία βία να φθάση αυτός +ταχέως εις το άλλο στρατόπεδον και εθεώρησεν ανάξιον εαυτού να +μη ωφεληθή εκ της γειτνιάσεως διά να εξανδραποδίση τους +αποστατήσαντας Ποτιδαιάτας· καθότι οι Ποτιδαιάται, άμα ο +βασιλεύς διέβη εκείθεν και ο ναυτικός στρατός των Περσών +ενικήθη και έφυγεν εκ της Σαλαμίνος, απεστάτησαν αναφανδόν από +τους βαρβάρους· μετ' αυτούς δε απεστάτησαν και οι άλλοι +κάτοικοι της Παλλήνης. + +127. Ο Αρτάβαζος λοιπόν επολιόρκησε την Ποτίδαιαν. Υποπτεύσας +δε και τους Ολυνθίους ότι ήθελον ν' αποστατήσωσιν από τον +βασιλέα, επολιόρκησε και τούτους. Είχον δε την Όλυνθον οι εκ +του Θερμαίου κόλπου εκδιωχθέντες υπό των Μακεδόνων Βοττιαίοι. +Αφού δε τους εκυρίευσε πολιορκών, τους μεν κατοίκους εξαγαγών +κατέσφαξεν εις λίμνην τινα, την δε πόλιν παρέδωκεν εις τους +Χαλκιδείς, ονομάσας επίτροπον αυτής τον Τορωναίον Κριτόβουλον. +Τοιουτοτρόπως την Όλυνθον κατέλαβον Χαλκιδείς. + +128. Μετά την άλωσιν της πόλεως ταύτης ο Αρτάβαζος έστρεψε τας +δυνάμεις του προς την Ποτίδαιαν· ενώ δε επολιόρκει αυτήν +στενώς, ο στρατηγός των Σκιωναίων Τιμόξενος συνεφώνησε μετ' +αυτού να τω την παραδώση. Πώς ήρχισεν η συνεννόησις αύτη, δεν +ηξεύρω να είπω, διότι δεν αναφέρεται τίποτε, το τέλος όμως της +συνεννοήσεως ήτο τοιούτο. Ότε ο Τιμόξενος ήθελε να ειδοποιήση +περί τινος τον Αρτάβαζον, ή ο Αρτάβαζος τον Τιμόξενον, +γράφοντες ετύλισσον την επιστολήν περί τας γλυφίδας βέλους, και +έπειτα θέτοντες πτερόν, ετόξευον εις ωρισμένον μέρος. +Ανεκαλύφθη δε ο Τιμόξενος ότι επρόδιδε την Ποτίδαιαν ούτω. +Τοξεύσας ο Αράβαζος ημέραν τινά εις το συμπεφωνημένο μέρος, +απέτυχε του σκοπού και το βέλος εκτύπησεν εις τον ώμον +Ποτιδαιάτην τινά· τούτον κτυπηθέντα περιεκύκλωσαν πολλοί, ως +γίνεται τούτο συνήθως εις τον πόλεμον, οίτινες εξαγαγόντες το +βέλος και ευρόντες το γράμμα, έφερον αυτό εις τους στρατηγούς, +μετά των οποίων ευρίσκετο κατ' εκείνην την στιγμήν επικουρία εξ +άλλων Παλληναίων. Οι δε στρατηγοί αναγνώσαντες το γράμμα έμαθον +τον αίτιον της προδοσίας, πλην δεν έκρινον καλόν να ενάξωσι +τον Τιμόξενον ως προδότην, χαριζόμενοι εις την πόλιν Σκιώνην, +μήπως εις τον μετέπειτα χρόνον νομίζονται οι κάτοικοι αυτής +πάντοτε προδόται. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως εφανερώθη. + +129. Τρεις μήνες δε είχον παρέλθει αφότου ο Αρτάβαζος +επολιόρκει την Ποτίδαιαν, και μεγάλη άμπωτις εγένετο της +θαλάσσης ήτις διήρκεσε πολύν χρόνον. Ιδόντες δε οι βάρβαροι ότι +το πέραμα ήτο διαβατόν, εκίνησαν διά την Παλλήνην. Είχον δε +διανύσει τα δύο πέμπτα της οδοιπορίας και έμενον ακόμη τρία διά +να εισέλθωσιν εις την πόλιν, όταν επλημμύρησε πάλιν η θάλασσα +τόσον, όσον ουδέποτε κατά το λέγειν των επιχωρίων, μολονότι +πολλάκις εγένοντο τοιαύται πλημμύραι. Όσοι λοιπόν εκ των +βαρβάρων δεν ήξευρον να κολυμβώσιν, επνίγησαν· εκείνοι δε +οίτινες ήξευραν εφονεύθησαν υπό των Ποτιδαιατών, οίτινες +ήρχοντο με πλοιάρια και τους εφόνευον. Λέγουσι δε οι +Ποτιδαιάται ότι αιτία της αμπώτιδος, της πλημμυρίδος και της +φθοράς των Περσών ήτο η εξής· ότι αυτοί οίτινες επνίγησαν είχον +βεβηλώσει εις το προάστειον της πόλεως ταύτης τον ναόν και το +άγαλμα του Ποσειδώνος. Αποδίδοντες εις το γεγονός τούτο +τοιαύτην αιτίαν, με φαίνεται ότι λέγουσιν ορθώς. Τους δε +περισωθέντας έλαβεν ο Αρτάβαζος και τους έφερεν εις την +Θεσσαλίαν προς τον Μαρδόνιον. Τοιαύτη υπήρξεν η τύχη των +προπεμψάντων τον βασιλέα. + +130. Ο δε περισωθείς στόλος του Ξέρξου, αφού έφθασεν εις την +Ασίαν φυγών εκ της Σαλαμίνος, και διεπόρθμευσε τον Βασιλέα και +τον στρατόν εκ της Χερσονήσου εις την Άβυδον, διεχείμασεν εις +την Κύμην. Άμα δε τη επανόδω του έαρος, συνηθροίσθη εις την +Σάμον, όπου μάλιστα πλοία τινά, είχον διαχειμάσει. Εις ταύτα οι +πλειότεροι πολεμισταί ήσαν Πέρσαι και Μήδοι· και στρατηγοί +διωρίσθησαν ο Μαρδόνιος του Βαγαίου και ο Αρταΰντης του +Αρταχαίου, έχοντες συνάρχοντα και τον Ιθαμίτρην ανεψιόν του +Αρταΰντου, τον οποίον αυτός ο ίδιος προσέλαβεν. Επειδή δε είχον +πάθει καιρίως, δεν επροχώρησαν περισσότερον προς δυσμάς, αλλά +μένοντας εις την Σάμον με τριακόσια πλοία, συμπεριλαμβανομένων +και των Ιωνικών, εφύλαττον την Ιωνίαν μήπως αποστατήσει. Ποτέ +δεν ήλπιζον ότι οι Έλληνες θα έλθωσιν εις την Ιωνίαν, αλλ' ότι +θα αρκεσθώσι να φυλάττωσι τα μέρη των, εικάζοντες τούτο ότι +φεύγοντας εκ της Σαλαμίνος δεν κατεδίωξαν αυτούς, αλλ' άσμενοι +ανεχώρησαν και αυτοί. Κατά θάλασσαν λοιπόν οι βάρβαροι +εθεώρουν εαυτούς ηττημένους· κατά ξηρά όμως δεν είχον +αμφιβολίαν ότι ο Μαρδόνιος ήθελεν υπερισχύσει κατά πολύ. +Μένοντες δε εις την Σάμον, αφ' ενός μεν εβουλεύοντο, ίσως +δυνηθώσι να βλάψωσι τους πολεμίους, αφ' ετέρου δε επρόσεχον να +μάθωσι ποίαν έκβασιν θα λάβη η εκστρατεία του Μαρδονίου. + +131. Η επάνοδος του έαρος και η εις την Θεσσαλίαν παρουσία του +Μαρδονίου ήγειρον πάλιν τους Έλληνας. Και ο μεν πεζός στρατός +δεν είχεν εισέτι συναθροισθή, ο δε στόλος ήλθεν εις την +Αίγιναν, πλοία εκατόν δέκα τον αριθμόν. Στρατηγός και ναύαρχος +ήτο ο Λεωτυχίδης του Μενάρεως, του Αγησιλάου, του Ιπποκρατίδου, +του Λεωτυχίδου, του Αναξιλάου, του Αρχιδάμου, του Αναξανδρίδου, +του Θεοπόμπου, του Νικάνδρου, του Χαρίλλου, του Ευνόμου, του +Πολυδέκτους, του Πρυτάνεως, του Ευρυφώντος, του Προκλέους, του +Αριστοδήμου, του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, του +Ηρακλέους ων εκ της άλλης βασιλικής οικογενείας. Όλοι ούτοι +τους οποίους απηρίθμησα υπήρξαν βασιλείς της Σπάρτης, πλην των +δύο πρώτων μετά τον Λεωτυχίδην. Των δε Αθηναίων εστρατήγει ο +Ξάνθιππος του Αρίφρονος. + +132. Αφού έφθασαν όλα τα πλοία εις την Αίγιναν, ήλθον πρέσβεις +των Ιώνων εις το στρατόπεδον των Ελλήνων. Ούτοι, μεταξύ των +οποίων ήτο και ο Ηρόδοτος του Βασιλείδου, ολίγον πρότερον +μεταβάντες εις την Σπάρτην παρεκάλουν τους Λακεδαιμονίους να +ελευθερώσωσι την Ιωνίαν. Κατ' αρχάς ήσαν επτά και είχον +συνομόσει να φονεύσωσι τον Στράττιν, τύραννον της Χίου· επειδή +όμως είς των συνωμοτών απεκάλυψε την συνωμοσίαν, οι άλλοι έξ +έφυγον εκ της Χίου και ήλθον πρώτον εις την Σπάρτην και έπειτα +εις την Αίγιναν, παρακαλούντες τους Έλληνας να πλεύσωσιν εις +την Ιωνίαν. Μόλις όμως τους έπεισαν να έλθωσι μέχρι της Δήλου· +καθότι εφοβούντο να προχωρήσωσι περισσότερον οι Έλληνες, μη +γνωρίζοντες καλώς τα μέρη και νομίζοντες ότι όλα ήσαν πλήρη +στρατευμάτων· η δε Σάμος ενομίζετο ότι απείχεν όσον αι +Ηράκλειαι στήλαι. Συνέπιπτε δε ώστε οι μεν βάρβαροι +καταφοβημένοι να μη τολμώσι να πλεύσωσι προς δυσμάς ανωτέρω της +Σάμου, οι δε Έλληνες προς ανατολάς κατωτέρω της Δήλου, με όλας +τας παρακλήσεις των Χίων. Τοιουτοτρόπως ο φόβος εφύλαττε το +μεταξύ αυτών διάστημα. + +133. Οι μεν Έλληνες λοιπόν έπλεον εις την Δήλον, ο δε Μαρδόνιος +διεχείμαζεν ακόμη εις την Θεσσαλίαν. Πριν δε κινήση εκείθεν +έπεμψεν εις τα χρηστήρια άνδρα τινά, Ευρωπέα το γένος, ου το +όνομα ήτο Μυς, παραγγείλας αυτώ να μεταβή και ζητήση χρησμούς +από όλα τα μαντεία όσα ηδύνατο να συμβουλευθή. Τι θέλων να μάθη +από τα χρηστήρια έδιδε τας διαταγάς ταύτας, αγνοώ, καθότι δεν +αναφέρεται· νομίζω όμως ότι έπεμψε να ερωτήση περί των παρόντων +πραγμάτων και ουχί περί άλλου τινός. + +134. Ούτος ο Μυς είναι γνωστόν ότι ήλθε και εις Λεβάδειαν και +έπεισε διά χρημάτων άνδρα τινά επιχώριον να καταβή εις το +άντρον του Τροφωνίου· ήλθε και εις το χρηστήριον το εις τας +Άβας των Φωκέων, και προσέτι εις τας Θήβας όπου άμα έφθασε +πρώτον μεν εζήτησε χρησμόν παρά του Ισμηνίου Απόλλωνος +(λαμβάνουσι δε εκεί χρησμούς, ως και εις την Ολυμπίαν, διά του +καπνού των θυμάτων·) έπειτα δε έπεισε διά χρημάτων ξένον τινά +και όχι Θηβαίον και τον εκοίμισεν εις τον ναόν του Αμφιαράου· +καθότι εις ουδένα Θηβαίον είναι επιτετραμμένον να ζητήση εκεί +χρησμόν, διά την εξής αιτίαν. Ο Αμφιάραος χρησμοδοτών ηρώτησεν +αυτούς τι εκ των δύο ήθελον να εκλέξωσιν, ως μάντιν να τον +έχωσιν ή ως σύμμαχον, παραιτούμενοι των μαντειών· εκείνοι δε +επροτίμησαν να τον έχωσι σύμμαχον. Και τούτου ένεκα δεν είναι +επιτετραμμένον εις κανένα Θηβαίον να κοιμηθή εις τον ναόν του. + +135. Οι Θηβαίοι αναφέρουσι γεγονός το οποίον εις εμέ φαίνεται +καταπληκτικώτατον. Ο Ευρωπεύς ούτος Μυς, περιερχόμενος όλα τα +χρηστήρια, έφθασεν εις το τέμενος του Πτώου Απόλλωνος. Τούτο δε +το ιερόν, καλούμενον Πτώον, είναι των Θηβαίων και κείται υπέρ +την Κωπαΐδα λίμνην, παρά τους πρόποδας όρους και πλησίον της +πόλεως Ακραιφίας. Εις τούτο το ιερόν ότε εισήλθεν ο καλούμενος +Μυς, τον ηκολούθουν τρεις άνδρες εκλεχθέντες από του κοινού διά +να γράψωσιν ό,τι έμελλε να χρησμοδοτήση ο θεός. Αίφνης όμως ο +πρόμαντις απήγγειλε χρησμούς εις γλώσσαν βαρβαρικήν. Και οι μεν +ακολουθούντες Θηβαίοι ήσαν εις απορίαν ακούοντες γλώσσαν +βάρβαρον αντί Ελληνικής, και δεν ήξευρον τι να πράξωσιν· ο δε +Ευρωπεύς Μυς, αρπάσας από τας χείρας αυτών την πινακίδα την +οποίαν εκράτουν, έγραψεν εις αυτήν τα λεγόμενα υπό του +προφήτου, ειπών ότι η γλώσσα εκείνη ήτο Καρική. Γράψας δε όλα +ανεχώρησε και επέστρεψεν εις την Θεσσαλίαν. + +136. Ο δε Μαρδόνιος, αφού ανέγνωσε τους διαφόρους χρησμούς, +έπεμψε μετά ταύτα εις τας Αθήνας κήρυκα, τον Μακεδόνα +Αλέξανδρον του Αμύντου. Έπεμψε δε τον Αμύνταν άμα μεν διά τους +συγγενικούς δεσμούς τους οποίους είχεν ούτος μετά των Περσών +(καθότι την αδελφήν του Αλεξάνδρου Γυγαίαν, θυγατέρα δε του +Αμύντου, είχε λάβει γυναίκα ο Πέρσης Βουβάρης, και εκ ταύτης +εγεννήθη ο εν τη Ασία Αμύντας, όστις είχε το όνομα του προς +μητρός πάππου του και όστις έλαβε παρά του βασιλέως την μεγάλην +πόλιν της Φρυγίας Αλάβανδα διά να την νέμεται), άμα δε διότι +ήξευρεν ότι ούτος ήτο πρόξενος και ευεργέτης των Αθηναίων. +Ήλπιζε δε πολύ να προσελκύση δι' αυτού τους Αθηναίους, περί των +οποίων ήκουεν ότι ήτο λαός πολυάριθμος και ισχυρός προσέτι δε +ήξευρεν ότι όσα κακά τοις συνέβησαν κατά θάλασσαν, οι Αθηναίοι +υπέρ πάντας τους άλλους τα επροξένησαν. Όθεν εάν ούτοι ηνούντο +μετ' αυτού, μεγάλας είχεν ελπίδας ότι ευκόλως ήθελε +θαλασσοκρατήσει, όπερ και ήτο δυνατόν. Εις την ξηράν δε +ενόμιζεν ότι αι δυνάμεις του ήταν πολύ ανώτεραι των ελληνικών. +Ίσως δε και οι χρησμοί τούτο τω προείπον, συμβουλεύοντες να +κάμη τους Αθηναίους συμμάχους, και ες τούτο πειθόμενος έπεμψε +κήρυκα. + +137. Του δε Αλεξάνδρου τούτου ο έβδομος πρόγονος ήτο ο +Περδίκκας όστις έλαβε την τυραννίδα των Μακεδόνων κατά τον +ακόλουθον τρόπον. Τρεις αδελφοί εκ των απογόνων του Τημένου, +Γαυάνης, Αέροπος και Περδίκκας, έφυγον εξ Άργους και ήλθον εις +τους Ιλλυριούς. Εκ δε των Ιλλυριών, διελθόντες διά των ορέων +εις την άνω Μακεδονίαν έφθασαν εις την πόλιν Λεβαίαν, και εκεί +ειργάζοντο επί μισθώ παρά τω βασιλεί, ο μεν νέμων ίππους, ο δε +βόας, ο δε νεώτατος αυτών Περδίκκας μικρά ζώα. Κατά τους +αρχαίους τούτους χρόνους, ου μόνον ο λαός, αλλά και οι βασιλείς +ήσαν πτωχοί, η δε γυνή του βασιλέως αυτή κατεσκεύαζε τους +άρτους. Οσάκις δε εψήνετο ο άρτος του μισθωτού παιδός, πάντοτε +εγίνετο διπλάσιος παρ' ό,τι ήτο· και επειδή πάντοτε συνέβαινε +το αυτό, η γυνή διηγήθη το πράγμα εις τον άνδρα της. Ούτος δε +ακούσας ενόησεν αμέσως ότι ήτο θαύμα και ότι προεμήνυε μέγα τι +συμβησόμενον· όθεν προσκαλέσας τους μισθωτούς είπεν εις αυτούς +να αναχωρήσωσιν εκ της χώρας του. Εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι +τοις ωφείλετο μισθός και ότι άμα ελάμβανον αυτόν θα ανεχώρουν. +Τότε ο βασιλεύς ακούσας περί του μισθού, ως να τον εμώρανε θεός +τις, είπε προς αυτούς· «Μισθόν πρέποντα εις υμάς τούτον σας +δίδω», και έδειξε τον ήλιον όστις έτυχε να εισέρχεται εις την +οικίαν εκ της καπνοδόχης. Και οι μεν πρεσβύτεροι αδελφοί +Γαυάνης και Αέροπος, ακούσαντες ταύτα, ίσταντο απορούντες· ο δε +νεώτατος, όστις έτυχε να έχη μάχαιραν, είπε ταύτα· «Δεχόμεθα, ω +βασιλεύ, αυτά τα οποία δίδεις·» και περιέγραψε διά της μαχαίρας +επί του εδάφους της οικίας το υπό του ηλίου φωτιζόμενον +διάστημα. Αφού δε περιέγραψεν αυτό, έλαβε τρεις φοράς από τον +ήλιον και έθεσεν εις τον κόλπον του· έπειτα εξήλθε της οικίας +μετά των αδελφών του. Τοιουτοτρόπως αυτοί μεν ανεχώρησαν. + +138. Είς δε των παρόντων εξήγησεν εις τον βασιλέα τι εσήμαινεν +εκείνο το οποίον έκαμεν ο παις, ειπών ότι ο νεώτατος των +αδελφών δεν εδέχθη ασκόπως ό,τι τοις εδόθη. Ακούσας ταύτα ο +βασιλεύς και ταραχθείς, έπεμψε κατόπιν των ιππείς διά να τους +θανατώσωσιν. Υπάρχει δε εις την χώραν ταύτην ποταμός εις τον +οποίον ως εις σωτήρα θυσιάζουσιν οι απόγονοι των Αργείων +τούτων· καθότι ο ποταμός ούτος, αφού διέβησαν οι Τημενίδαι, +κατέβη τόσον ορμητικός, ώστε οι ιππείς δεν ηδυνήθησαν να τον +διαβώσι και αυτοί. Οι Τημενίδαι λοιπόν, φθάσαντες εις άλλην γην +της Μακεδονίας, κατώκησαν πλησίον των κήπων οίτινες λέγονται +ότι είναι του Μίδου, υιού του Γορδίου. Εις τούτους τους κήπους +φύονται ρόδα αυτόματα, ων έκαστον έχει εξήκοντα φύλλα, και +υπερβαίνουσι κατά την ευωδίαν όλα τα άλλα ρόδα. Εις τούτους +επίσης τους κήπους συνέλαβαν τον Σιληνόν, ως λέγουσιν οι +Μακεδόνες. Ανωτέρω τούτων των κήπων υπάρχει όρος, Βέρμιον +καλούμενον, άβατον ένεκα του εκεί επικρατούντος αδιακόπου +χειμώνος. Οι τρεις αδελφοί γενόμενοι κύριοι του μέρους τούτον, +ωρμώντο εκείθεν και καθυπέτασσον την άλλην Μακεδονίαν. + +139. Εκ τούτου του Περδίκκου κατήγετο ο Αλέξανδρος. Ο +Αλέξανδρος ήτο υιός του Αμύντου, ο Αμύντας υιός του Αλκέτα, ο +Αλκέτας είχε πατέρα τον Αέροπον, ο Αέροπος τον Φίλιππον, ο +Φίλιππος τον Αργαίον και ο Αργαίος τον Περδίκκαν όστις πρώτος +εκτήσατο την αρχήν. Τοιαύτη ήτο η γενεαλογία του Αλεξάνδρου, +υιού του Αμύντου. + +140. Ότε δε έφθασεν εις τας Αθήνας, πεμφθείς υπό του Μαρδονίου, +είπε τα εξής· 1. «Άνδρες Αθηναίοι, ο Μαρδόνιος τάδε λέγει· Με +ήλθεν αγγελία από τον βασιλέα λέγουσα ούτω. Συγχωρώ τους +Αθηναίους δι' όσα μοι έπταισαν, και πράξον, Μαρδόνιε, τα εξής. +Πρώτον απόδος την γην των, δεύτερον όντες αυτόνομοι ας εκλέξωσιν +εκτός αυτής και άλλην γην, οίαν θέλουσι· προσέτι ανοικοδόμησον +τα ιερά των όσα εγώ έκαυσα, αν θέλωσι να συνθηκολογήσωσι με +εμέ. Επειδή τοιαύται με ήλθον διαταγαί, λέγει ο Μαρδόνιος, +είναι ανάγκη να τας εκτελέσω, εάν εκ μέρους σας δεν εύρω +αντίστασιν. Σας λέγω δε οίκοθεν τούτο· διατί μαίνεσθε +πολεμούντες εναντίον του βασιλέως, αφού ούτε να υπερισχύσετε θα +δυνηθήτε ούτε να ανθέξετε είσθε ικανοί; Είδατε το πλήθος των +στρατευμάτων του Ξέρξου και τι έπραξεν· ηξεύρετε πόσας δυνάμεις +έχω ακόμη περί εμέ. Εάν υπερισχύσετε και μας νικήσετε, το +οποίον δεν πρέπει να ελπίζετε εάν σκέπτεσθε ορθώς, πάλιν θα +έλθη άλλος στρατός πολλαπλάσιος. Μη θέλετε λοιπόν, ζητούντες να +εξισωθήτε με τον βασιλέα, να στερηθήτε της χώρας σας και να +διακινδυνεύετε πάντοτε την ύπαρξίν σας, αλλά παύσατε τον +πόλεμον· Τώρα είναι καιρός να παύσετε αυτόν εντίμως, καθότι +πρώτος ο βασιλεύς προτείνει τούτο. Έστε ελεύθεροι, ποιούντες +συμμαχίαν μεθ' ημών άνευ δόλου και απάτης.» 2. Ταύτα με +διέταξεν ο Μαρδόνιος, ω Αθηναίοι, να είπω προς υμάς. Εγώ δε +περί μεν της προς υμάς ευνοίας μου ουδέν λέγω, διότι δεν θα την +μάθετε τώρα κατά πρώτον. Σας παρακαλώ δε εκ μέρους μου να +ενδώσετε εις τον Μαρδόνιον, καθότι προβλέπω ότι δεν θα δυνηθήτε +να πολεμήτε πάντοτε τον Ξέρξην. Εάν έβλεπα ότι έχετε τοιαύτην +δύναμιν, δεν θα ηρχόμην ποτέ θα σας είπω τούτους τους λόγους. +Σκεφθήτε ότι η δύναμις του βασιλέως είναι υπέρ άνθρωπον και ότι +η χειρ του εκτείνεται μακράν. Εάν δεν δεχθήτε τον συμβιβασμόν +αμέσως τώρα, ότε αι Πέρσαι σας υπόσχονται μεγάλα και είναι +πρόθυμοι να συμβιβασθώσι με τοιούτους όρους, φοβούμαι δι υμάς +οίτινες είσθε εις τον δρόμον πλειότερον των άλλων συμμάχων και +πάντοτε καταστρέφεσθε μόνοι, καθότι η γη σας είναι κατ' εξοχήν +το μεταίχμιον του πολέμου. Όθεν πεισθήτε· δεν είναι αρκούσα +δόξα δι' υμάς ότι ο βασιλεύς εις υμάς μόνους εξ όλων των +Ελλήνων συγχωρεί τα αμαρτήματά σας και θέλει να γίνη φίλος +σας;» Ο μεν Αλέξανδρος ταύτα είπεν. + +141. Οι δε Λακεδαιμόνιοι μαθόντες ότι ο Αλέξανδρος μετέβη εις +τας Αθήνας διά να συμβιβάση τους Αθηναίους με τους βαρβάρους, +ανεμνήσθησαν του χρησμού κατά τον οποίον αυτοί και οι άλλοι +Δωριείς έμελλον να διωχθώσιν εκ της Πελοποννήσου υπό των Μήδων +και των Αθηναίων· φοβούμενοι λοιπόν μήπως οι Αθηναίοι +συμφωνήσωσι με τον Πέρσην, απεφάσισαν να πέμψωσιν αμέσως +πρέσβεις εις τας Αθήνας. Συνέπεσε δε να παρουσιασθώσιν οι +πρέσβεις ούτοι εις τον δήμον συγχρόνως με τον Αλέξανδρον, +καθότι οι Αθηναίοι ηργοπόρουν και επερίμενον, όντες βέβαιοι ότι +οι Λακεδαιμόνιοι θα μάθωσιν, ότι απεσταλμένος επέμφθη παρά των +βαρβάρων εις τας Αθήνας προς συμβιβασμόν, και ότι μανθάνοντες +τούτο θα σπεύσωσι να πέμψωσι και αυτοί πρέσβεις. Επίτηδες +λοιπόν έκαμνον τούτο, θέλοντες να δείξωσι την γνώμην των εις +τους Λακεδαιμονίους. + +142. Αφού δε έπαυσε λέγων ο Αλέξανδρος, διεδέχθησαν αυτόν οι εκ +της Σπάρτης ελθόντες πρέσβεις και είπον τα εξής· «Εμάς δε +έπεμψαν οι Λακεδαιμόνιοι διά να σας παρακαλέσωμεν, μήτε +νεωτερισμόν τινα να κάμετε εις την Ελλάδα, μήτε να δεχθήτε τους +λόγους του βαρβάρου, διότι τούτο δεν είναι δίκαιον κατ' ουδένα +τρόπον· ουδείς Έλλην θα το έπραττεν άνευ ατιμίας, και πολύ +ολιγώτερον υμείς διά πολλάς αιτίας. Υμείς υπεκινήσητε τον +πόλεμον τούτον χωρίς να θέλωμεν ημείς, και ο αγών ήτο πρώτον +διά την χώραν σας· τώρα δε εγένετο κοινός δι' όλην την Ελλάδα. +Έπειτα, ότε τα πράγματα ήλθον εις αυτήν την κατάστασιν, σεις οι +Αθηναίοι να γίνετε αίτιοι της δουλείας των Ελλήνων, τούτο θα +ήτο ανυπόφορον· σεις οίτινες πάντοτε και εκ παλαιών χρόνων +εφάνητε ελευθερωταί πολλών λαών. Λυπούμεθα δι' όσα δεινά σας +πιέζουσι· καθότι επί δύο έτη εστερήθητε των καρπών σας και αι +οικίαι σας είναι κατεστραμμέναι. Διά να σας αποζημιώσωσιν όμως +οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι σας υπόσχονται, εφ' όσον +διαρκέση ο πόλεμος ούτος, να τρέφωσι τας γυναίκας σας και όσους +άλλους οικέτας έχετε μη δυναμένους να σας ήναι χρήσιμοι εις τον +πόλεμον. Ας μη σας μεταπείση ο Μακεδών Αλέξανδρος λεαίνων τους +λόγους του Μαρδονίου. Ούτος πράττει ό,τι οφείλει να πράξη, +καθότι τύραννος ων συμπράττει με τύραννον. Υμείς όμως δεν +πρέπει να μιμηθήτε το παράδειγμά του, εάν φρονήτε ορθώς, +ηξεύροντες ότι παρά τοις βαρβάροις ούτε πίστις υπάρχει, ούτε +αλήθεια.» Ταύτα είπον οι πρέσβεις. + +143. Οι δε Αθηναίοι προς μεν τον Αλέξανδρον απεκρίθησαν τα +εξής· «Και ημείς ηξεύρομεν ότι η δύναμις του Μήδου είναι +ανωτέρα της ιδικής μας, ώστε είναι περιττόν να μας ονειδίζης +διά την έλλειψίν μας ταύτην Αλλ' όμως αγαπώντες πολύ την +ελευθερίαν θα υπερασπίσωμεν αυτήν όπως αν δυνηθώμεν. Μη +πειράσαι λοιπόν να μας συμβιβάσης με τον βάρβαρον, διότι δεν θα +πεισθώμεν. Ύπαγε τώρα και ειπέ εις τον Μαρδόνιον ότι οι +Αθηναίοι λέγουσιν, ενόσω ο ήλιος ακολουθεί την αυτήν οδόν την +οποίαν πορεύεται σήμερον, ποτέ δεν θα συμβιβασθώμεν με τον +Ξέρξην, αλλ' έχοντες τας ελπίδας μας εις την συμμαχίαν των θεών +και των ηρώων, των οποίων εκείνος ασεβώς ενέπρησε τους ναούς +και τα αγάλματα, θα τον πολεμήσωμεν εκδικούμενοι. Συ δε +πρόσεξον μη εμφανισθής άλλοτε ενώπιον ημών με τοιαύτας +προτάσεις, και υπό το φαινόμενον ότι μας προσφέρεις +εκδούλευσιν, μη μας συμβουλεύσης να πράξωμεν έργα παράνομα· +καθότι δεν θέλομεν να πάθης τι δυσάρεστον υπό των Αθηναίων, +πρόξενος ων και φίλος αυτών.» + +144. Προς μεν τον Αλέξανδρον ταύτα απεκρίθησαν, προς δε τους εκ +Σπάρτης πρέσβεις είπον τα εξής· «Το να φοβώνται οι +Λακεδαιμόνιοι μήπως συμβιβασθώμεν με τον βάρβαρον, τούτο +έγκειται εις την ανθρωπίνην φύσιν· εφάνητε όμως πολύ +μικροπρεπείς φοβηθέντες τόσον, καθότι ηξεύρετε καλώς το φρόνημα +των Αθηναίων, ότι ούτε χρυσός τοσούτος υπάρχει ουδαμού της γης, +ούτε χώρα τόσον ωραία και τόσον εύφορος, των οποίων η προσφορά +να μας πείση να μηδίσωμεν και να συνεργασθώμεν εις την +υποδούλωσιν της Ελλάδος. Είναι πολλά και μεγάλα τα αίτια τα +οποία, και αν θελήσωμεν, πάλιν μας εμποδίζουσι να πράξωμεν +τούτο. Πρώτον μεν και μέγιστον τα αγάλματα και τα οικήματα των +θεών εμπεπρησμένα και συγκεχωσμένα, τα οποία καθήκον έχομεν να +εκδικήσωμεν μάλλον ή να συμμαχήσωμεν με τον πράξαντα τας +καταστροφάς ταύτας· δεύτερον δε οι Έλληνες όλοι έχουσι το αυτό +αίμα, την αυτήν γλώσσαν τα ιδρύματα των θεών είναι κοινά εις +αυτούς, ομοίως και αι θυσίαι, και τα ήθη ομοιότροπα· τούτων +προδόται να γίνωσιν οι Αθηναίοι, δεν είναι ορθόν. Μάθετε λοιπόν +τούτο, εάν πρότερον δεν το ηξεύρατε, ότι ενόσω και είς των +Αθηναίων μένη ζων, ουδεμία συνθηκολογία θα υπάρξη μεταξύ Αθηνών +και Ξέρξου. Επαινούμεν πολύ την φροντίδα σας διά την +καταστροφήν των υπαρχόντων μας και την απόφασιν ην σας +ενέπνευσεν αύτη να θέλετε να θρέψετε τας οικογενείας μας. Εκ +μέρους σας η χάρις είναι τελεία· ημείς όμως απεφασίσαμεν να +μείνωμεν ως έχομεν και να μη γίνωμεν βάρος εις υμάς. Τώρα δε, +ούτως εχόντων των πραγμάτων, εκπέμψατε όσον τάχιστα στρατόν, +καθότι ως εικάζομεν, όχι μετά πολύ, αλλ' άμα λάβη την είδησιν +ότι απορρίπτομεν τας προτάσεις του, ο βάρβαρος θα εισβάλη εις +την χώραν μας. Πριν λοιπόν εκείνος εισέλθη εις την Αττικήν, +πρέπει ημείς να εκστρατεύσωμεν εις την Βοιωτίαν.» Μετά την +απόκρισιν ταύτην των Αθηναίων, οι πρέσβεις επέστρεψαν εις την +Σπάρτην. + + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΝΝΑΤΟΝ + + + + +ΚΑΛΛΙΟΠΗ + + + +1. Ο δε Μαρδόνιος, αφού ο Αλεξάνδρος επιστρέψας τω ανεκοίνωσε +τας αποκρίσεις των Αθηναίων, κινήσας εκ της Θεσσαλίας έφερε +μετά σπουδής τον στρατόν κατά των Αθηνών, παραλαμβάνων εξ όλων +των μερών δι' ων διήρχετο πάντας τους δυναμένους να φέρωσιν +όπλα. Οι δε στρατηγοί των Θεσσαλών ου μόνον δεν μετενόησαν διά +τας προλαβούσας πράξεις των, αλλά πολύ περισσότερον εξώτρυνον +τον Πέρσην· και ο Θώραξ ο Λαρισσαίος ου μόνον συμπροέπεμψε τον +Ξέρξην φεύγοντα, αλλά και τότε αναφανδόν ευκόλυνε την είσοδον +του Μαρδονίου εις την Ελλάδα. + +2. Αφού δε πορευόμενος ο στρατός έφθασεν εις την Βοιωτίαν, οι +Θηβαίοι προσεπάθησαν να κρατήσωσι τον Μαρδόνιον εκεί και τον +συνεβούλευσαν να στήση το στρατόπεδόν του εις την χώραν των, +αρμοδιωτάτην προς τούτο κατ' αυτούς. «Μη προχωρής περισσότερον, +τω είπον, και πράξον ούτως ώστε εντεύθεν, χωρίς να πολεμήσης, +υποτάξης όλην την Ελλάδα. Σκέφθητι ότι εάν οι Έλληνες ήναι +ηνωμένοι ως ήσαν και πρότερον, θα ήναι δύσκολον να τους +νικήσωσιν, έστω και αν όλοι οι άνθρωποι έλθωσιν εναντίον των. +Εάν δε παραδεχθής το σχέδιον το οποίον θα σε συμβουλεύσωμεν, +απόνως θα γίνης κύριος όλων των αποφάσεών των. Πέμψον χρήματα +εις τους μάλλον ισχυρούς των πόλεων, και διά των δώρων τούτων +θα διαιρέσης την Ελλάδα. Έπειτα δε με τους ομοφρονούντας σου, +ευκόλως θα καταστρέψης τους αντιφρονούντας.» + +3. Οι μεν Θηβαίοι ταύτα συνεβουλεύον· αλλ' ο Μαρδόνιος δεν +επείθετο και είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση τας Αθήνας εκ +δευτέρου, άμα μεν υπό αφροσύνης, άμα δε ίνα διά πυρσών από +νήσου εις νήσον αναπτομένων αναγγείλη εις τον βασιλέα όντα έτι +εις τας Σάρδεις ότι έχει τας Αθήνας. Ελθών όμως εις την +Αττικήν, ούτε τότε δεν εύρε τους Αθηναίους· αλλ έμαθεν ότι οι +πλειότεροι ήσαν εις την Σαλαμίνα και εις τα πλοία, και +εκυρίευσε την πόλιν έρημον. Από της πρώτης δε υπό του βασιλέως +αλώσεως μέχρι της δευτέρας της υπό του Μαρδονίου γενομένης +παρήλθον μήνες δέκα. + +4. Αφού δε έφθασεν εις τας Αθήνας ο Μαρδόνιος, έπεμψεν εις την +Σαλαμίνα τον Ελλησπόντιον Μουρυχίδην, φέροντα τους αυτούς +λόγους τους οποίους και ο Μακεδών Αλέξανδρος διεπόρθμευσεν εις +τους Αθηναίους. Τους εμήνυσε δε ταύτα εκ δευτέρου ο Μαρδόνιος +ουχί διότι έλαβε φιλικάς αποκρίσεις την πρώτην φοράν, αλλά +διότι ήλπιζεν ότι ήθελε μετριασθή το πείσμα των, αφού έβλεπον +ότι όλη η Αττική ήτο πλέον δορυάλωτος και υπό την εξουσίαν του. +Τούτων ένεκα έπεμψε τον Μουρυχίδην εις την Σαλαμίνα. + +5. Ούτος δε παρουσιασθείς εις το συμβούλιον είπε τα παρά του +Μαρδονίου εντεταλμένα, και ο Λυκίδης, των του συμβουλίου, έδωσε +γνώμην ότι ενόμιζε συμφέρον να δεχθώσι τας προτάσεις τας οποίας +έφερεν ο Ελλησπόντιος και να τας αναφέρωσιν εις τον δήμον. Ο +μεν Λυκίδης ταύτην την γνώμην απεφάνθη, είτε δεχθείς χρήματα +από τον Μαρδόνιον, είτε ευρίσκων τωόντι τούτο καλόν. Οι δε +Αθηναίοι, και οι εν τω συμβουλίω και οι έξωθεν ελθόντες, άμα το +ήκουσαν τοσούτον ωργίσθησαν ώστε περικυκλώσαντες τον Λυκίδην +τον εφόνευσαν με λίθους· τον δε Ελλησπόντιον Μουρυχίδην +απέπεμψαν αβλαβή. Θορύβου δε γενομένου εις την Σαλαμίνα περί +του Λυκίδου, έμαθον το πράγμα αι γυναίκες των Αθηναίων και +παροτρύνουσαι η μία την άλλην όρμησαν αυθορμήτως εις την οικίαν +του Λυκίδου και κατελιθοβόλησαν την γυναίκα του και τα τέκνα +του. + +6. Εις δε την Σαλαμίνα διέβησαν οι Αθηναίοι διά την εξής +αιτίαν. Ενόσω μεν επρόσμενον να έλθη στρατός εκ της +Πελοποννήσου προς βοήθειάν των, έμενον εις την Αττικήν· επειδή +δε οι μεν Πελοποννήσιοι εβράδυνον πολύ, ο δε Μαρδόνιος +εισερχόμενος ηκούετο ότι ήτο εις την Βοιωτίαν, τότε έλαβον τα +πράγματά των και διέβησαν εις την Σαλαμίνα. Εις δε την +Λακεδαίμονα έπεμψαν απεσταλμένους, άμα μεν διά να μεμφθώσι τους +Λακεδαιμονίους ότι άφησαν τον βάρβαρον να εισβάλη εις την +Αττικήν και δεν εξήλθον μετ' αυτών να τον απαντήσωσιν εις την +Βοιωτίαν, άμα δε διά να τοις υπομνήσωσιν όσα ο Πέρσης υπεσχέθη +να τοις δώση εάν εγίνοντο με το μέρος του· προς τούτοις διά να +τοις είπωσιν ότι εάν δεν βοηθήσωσι τους Αθηναίους οι Αθηναίοι +μόνοι των θα φροντίσωσι περί της σωτηρίας των. + +7. Κατ' εκείνας τας ημέρας οι Λακεδαιμόνιοι εώρταζον τα +Υακίνθια και πολύ περισσότερον εφρόντιζον να τιμήσωσι τον θεόν +τούτον. Συγχρόνως όμως έκτιζον και το τείχος εις τον Ισθμόν το +οποίον είχεν ήδη υψωθή μέχρι των επάλξεων. Ότε δε οι +απεσταλμένοι των Αθηναίων και συν αυτοίς οι των Μεγάρων και των +Πλαταιών έφθασαν εις την Λακεδαίμονα, παρουσιάσθησαν εις τους +εφόρους και είπον τα εξής· 1. «Έπεμψαν ημάς οι Αθηναίοι +λέγοντες ότι ο βασιλεύς των Μήδων πρώτον μεν αποδίδει εις ημάς +την χώραν μας και δεύτερον θέλει να μας κάμη συμμάχους του επί +ίσοις και ομοίοις δικαιώμασιν άνευ δόλου και απάτης· πλην δε +της Αττικής, προσφέρει να μας δώση και άλλην χώραν την οποίαν +να εκλέξωμεν ημείς. Αλλ' ημείς αιδούμενοι τον Ελλήνιον Δία και +μη ανεχόμενοι να παραδώσωμεν την Ελλάδα, δεν εδέχθημεν, και +απερρίψαμεν τας προτάσεις του, καίπερ αδικούμενοι υπό των +Ελλήνων και καταπροδιδόμενοι και ηξεύροντες καλώς ότι θα ήτο +συμφερώτερον δι' ημάς να συμφωνήσωμεν με τον Πέρσην μάλλον ή να +πολεμώμεν αυτόν. Εκουσίως όμως ουδέποτε θα ειρηνεύσωμεν μετ' +αυτού. Και ημείς μεν ειλικρινώς υπηρετούμεν την Ελλάδα. 2. Σεις +δε, ενώ τότε κατεφοβήθητε μήπως συμβιβασθώμεν με τον Πέρσην, +τώρα επειδή εμάθετε σαφώς τα φρονήματα ημών ότι ουδαμώς θα +προδώσωμεν την Ελλάδα, και επειδή το τείχος το οποίον κτίζετε +εις τον Ισθμόν είναι περί το τέλος του, αδιαφορείτε εντελώς +περί των Αθηναίων, και ενώ εσυμφωνήσατε με ημάς να απαντήσωμεν +τον Πέρσην εις την Βοιωτίαν, μας επροδώσατε και αφήσατε τον +βάρβαρον να εισβάλη εις την Αττικήν. Σήμερον λοιπόν οι Αθηναίοι +είναι ωργισμένοι καθ' υμών, διότι δεν εφέρθητε ως έπρεπε, και +σας λέγουσι τώρα να πέμψητε τον στρατόν σας συγχρόνως με ημάς +διά να αντισταθώμεν τουλάχιστον κατά του βαρβάρου εις την +Αττικήν αφού δεν τον επροφθάσαμεν εις την Βοιωτίαν. Εν τη +ημετέρα χώρα το Θριάσιον πεδίον είναι επιτηδειότατον προς +μάχην.» + +8. Ακούσαντες ταύτα οι έφοροι, ανέβαλον την απόκρισιν διά την +ακόλουθον ημέραν, και την ακόλουθον διά την ακόλουθον, και +τούτο έπραττον επί δέκα ημέρας, αναβάλλοντες από ημέρας εις +ημέραν. Εν τούτω δε τω χρόνω όλος οι Πελοποννήσιοι ετείχιζον +τον Ισθμόν μετά πολλής σπουδής, και ήτο πλέον το τείχος περί το +τέλος. Διατί οι Πελοποννήσιοι, ότε μεν ήλθεν ο Μακεδών +Αλέξανδρος εις τας Αθήνας, εφοβήθησαν τόσον μη μηδίσωσιν οι +Αθηναίοι, τότε δε ουδόλως εφρόντιζον περί αυτών, αιτίαν τούτου +δεν ημπορώ να είπω άλλην ειμή ότι όντος του Ισθμού +τετειχισμένου, ενόμιζον ότι δεν είχον πλέον την ανάγκην των. +Ότε όμως ο Αλέξανδρος μετέβη εις την Αττικήν, το τείχος δεν +είχε τελειώσει, και ειργάζοντο μετά σπουδής διά τον φόβον των +Περσών. + +9. Επί τέλους η απόκρισις και η εκστρατεία των Σπαρτιατών +εγένοντο τοιουτοτρόπως. Την προτεραίαν της ημέρας καθ ην έμελλε +να γίνη η τελευταία παρουσίασις των απεσταλμένων, ο Τεγεάτης +Χίλεος όστις εις την Λακεδαίμονα είχε μεγαλειτέραν επιρροήν από +όλους τους ξένους, έμαθεν από τους εφόρους όσα είπον οι +Αθηναίοι. Μαθών δε ταύτα τοις είπε τα εξής· «Ω έφοροι, τοιαύτη +είναι η κατάστασις των πραγμάτων μας, ώστε εάν οι Αθηναίοι δεν +ήναι ηνωμένοι με ημάς και συμμαχήσωσι με τον βάρβαρον, όσον +δυνατόν και αν ήναι το τείχος το οποίον εκτίσατε εις τον +Ισθμόν, μεγάλαι θύραι είναι αναπεπταμέναι εις την Πελοπόννησον +διά τον Πέρσην. Ακούσατε λοιπόν τους Αθηναίους πριν +αποφασίσωσιν άλλο τι, το οποίον ήθελεν επιφέρει την πτώσιν της +Ελλάδος.» + +10. Ο μεν Χίλεος ταύτα συνεβούλευσεν, οι δε έφοροι σκεφθέντες +καλώς τους λόγους του, αμέσως, χωρίς να είπωσι τίποτε εις τους +απεσταλμένους των πόλεων, προ του τέλους της νυκτός, εξέπεμψαν +υπό την στρατηγίαν του Παυσανίου, υιού του Κλεομβρότου, +πεντακισχιλίους Σπαρτιάτας, δόντες εις έκαστον επτά είλωτας. Η +στρατηγία αύτη ανήκε μεν δικαιωματικώς εις τον Πλείσταρχον του +Λεωνίδου, αλλ' ούτος ήτο εισέτι παιδίον, και ο Παυσανίας ήτο +επίτροπος του και εξάδελφος. Καθότι ο Κλεόμβροτος, ο πατήρ του +Λεωνίδου και υιός του Αναξανδρίδου, δεν έζη πλέον· αλλ' αφού +επανέφερεν εκ του Ισθμού τον στρατόν όστις έκτισε το τείχος, +μετ' ολίγον απέθανεν. Επανέφερε δε ο Κλεόμβροτος τον στρατόν εκ +του Ισθμού διά την εξής αιτίαν. Ενώ εθυσίαζε κατά του Πέρσου, ο +ήλιος εσκοτίσθη εν τω ουρανώ. Ο Παυσανίας προσέλαβε συνάρχοντα +τον Ευρυάνακτα του Δωριέως, όντα εκ της αυτής οικογενείας. Και +ο μεν στρατός, μετά του Παυσανίου, εξήλθε της Σπάρτης. + +11. Οι δε πρέσβεις, άμα εγένετο ημέρα, μη ηξεύροντες τίποτε +περί της εξόδου, παρουσιάσθησαν εις τους εφόρους, έχοντες κατά +νουν να αναχωρήσωσι και αυτοί, έκαστος εις τα ίδια. +Παρουσιασθέντες δε είπον τα εξής· «Υμείς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, +μένοντες εδώ πανηγυρίζετε Υακίνθια και παίζετε, καταπροδίδοντες +τους συμμάχους· οι δε Αθηναίοι, ως αδικούμενοι παρ' υμών, θα +ειρηνεύσωσι με τον Πέρσην όπως δυνηθώσι δι' έλλειψιν συμμάχων. +Ειρηνεύοντες δε είναι φανερόν ότι γινόμεθα σύμμαχοι του +βασιλέως και θα εκστρατεύωμεν μετά των Περσών όπου ήθελον μας +οδηγεί. Τότε θα εννοήσετε τι δύναται να σας συμβή εκ τούτου.» +Ταύτα ειπόντων των απεσταλμένων, οι έφοροι εβεβαίωσαν μεθ' +όρκου ότι οι κατά των ξένων εκπεμφθέντες θα ήσαν πλέον εις το +Ορέστιον· ξένους δε εκάλουν τους βαρβάρους. Οι δε απεσταλμένοι +μη ηξεύροντες τίποτε ηρώτησαν εκ δευτέρου τι εσήμαινον τα +λεγόμενα, και ερωτήσαντες έμαθον ακριβώς όλην την αλήθειαν· +ώστε θαυμάσαντες ανεχώρησαν τάχιστα διά να τους φθάσωσι. Συν +αυτοίς δε ανεχώρησαν και πεντακισχίλιοι λογάδες οπλίται εκ των +περιοίκων Λακεδαιμονίων. + +12. Ούτοι μεν έσπευδον να φθάσωσι εις τον Ισθμόν οι δε Αργείοι, +οίτινες είχον υποσχεθή πρότερον εις τον Μαρδόνιον να εμποδίσωσι +τους Σπαρτιάτας από του να εκστρατεύσωσιν, άμα έμαθον ότι ο +στρατός του Παυσανίου εξήλθε της Σπάρτης, έπεμψαν εις την +Αττικήν κήρυκα, τον καλλίτερον ημεροδρόμον τον οποίον +ηδυνήθησαν να εύρωσι. Φθάσας ούτος εις τας Αθήνας, είπε τα +εξής· «Μαρδόνιε, με έπεμψαν οι Αργείοι διά να σε είπω ότι η +νεολαία εξήλθε της Λακεδαίμονος και ότι δεν ηδυνήθησαν να την +εμποδίσωσιν. Ήξευρε λοιπόν τούτο και πράξον ό,τι νομίσης +καλόν.» Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών ανεχώρησε. + +13. Ο δε Μαρδόνιος, ως ήκουσε ταύτα, δεν ηθέλησε πλέον να +μείνη, εις την Αττικήν· και πρότερον μάλιστα, δεν έμενεν εκεί +ειμή διότι ήθελε να μάθη τι ήθελαν αποφασίσει οι Αθηναίοι· και +ούτε έβλαπτε τίποτε ούτε έφθειρε την Αττικήν, ελπίζων πάντοτε +ότι οι Αθηναίοι ήθελον συνθηκολογήσει μετ' αυτού. Ότε όμως +είδεν ότι δεν τους έπειθε και έμαθε τα συμβαίνοντα, πριν +φθάσωσιν οι μετά του Παυσανίου εις τον Ισθμόν, εξήλθε της +Αττικής αφού προηγουμένως ενέπρησε τας Αθήνας και κατεκρήμνισε +παν ό,τι ίστατο ακόμη ορθόν εκ των τειχών ή των οικημάτων ή των +ναών. Έφυγε δε εκείθεν διά την εξής αιτίαν. Η Αττική δεν ήτο +χώρα κατάλληλος εις ιππικούς ελιγμούς, και εάν ενικάτο εις +μάχην δεν είχεν άλλην έξοδον ειμή από στενόν τι μέρος, όπου και +ολίγοι άνθρωποι ηδύναντο να εμποδίσωσι τον στρατόν του. +Εσκόπευε λοιπόν να επιστρέψη εις τας Θήβας, διά να πολεμήση +πλησίον πόλεως φιλικής και χώρας επιτηδείας εις το ιππικόν. + +14. Ενώ ο Μαρδόνιος ανεχώρει εκ της Αττικής, συνήντησε καθ' +οδόν ταχυδρόμον όστις τον ειδοποίησεν ότι άλλος στρατός εκ +χιλίων Λακεδαιμονίων ήτο εις τα Μέγαρα. Ακούσας τούτο εσκέφθη +να κυριεύση πρώτον τούτους· όθεν στρέψας προς αριστερά, έλαβε +την προς τα Μέγαρα οδόν, το δε ιππικόν προπορευόμενον κατεπάτει +την χώραν της Μεγαρίδος. Τούτο είναι το δυτικώτατον της Ευρώπης +μέρος εις το οποίον έφθασεν ο Περσικός ούτος στρατός. + +15. Μετά ταύτα ήλθεν εις τον Μαρδόνιον αγγελία ότι οι Έλληνες +όλοι ήσαν συνηθροισμένοι εις τον Ισθμόν· και ούτω πάλιν +επέστρεφεν οπίσω διά της Δεκελείας, καθότι οι βοιωτάρχαι είχον +πέμψει ως οδηγούς τους πλησιοχώρους των Ασωπίων, και ούτοι τον +έφερον εις τους Σφενδαλείς και εκείθεν εις την Τάναγραν. +Διατρίψας δε εις την Τάναγραν μίαν νύκτα, την ακόλουθον ημέραν +ετράπη προς την Σκώλον και εισήλθεν εις την γην των Θηβαίων. +Εκεί, μολονότι οι Θηβαίοι εμήδιζον, εδενδροτόμησε την χώραν, +ουχί ένεκα έχθρας προς αυτούς, αλλ' ευρεθείς εις μεγάλην +ανάγκην· καθότι ήθελε να οχυρώση το στρατόπεδον και ητοίμαζε +καταφύγιον εν περιπτώσει καθ' ην η έκβασις του πολέμου +απέβαινεν εναντία προς τας επιθυμίας τους. Το στρατόπεδον +τούτο, τεταγμένον εις τας όχθας του Ασωπού ποταμού, ήρχιζεν από +τας πλησίον των Υσιών Ερυθράς και εξετείνετο μέχρι της +Πλαταιίδος γης. Δεν ήγειρον όμως οι βάρβαροι τόσον εκτεταμένον +τείχος, αλλ' έν τετράγωνον του οποίου έκαστον μέτωπον είχε δέκα +σταδίους. Ενώ δε οι βάρβαροι ειργάζοντο εις τούτο, ο Θηβαίος +Ατταγίνος του Φρύνωνος έκαμε μεγάλας ετοιμασίας και +προσεκάλεσεν εις φιλοξενίαν τον Μαρδόνιον και πεντήκοντα εκ των +μάλλον εγκρίτων Περσών. Κληθέντες δε ούτοι εδέχθησαν, και το +δείπνον εγένετο εις τας Θήβας. + +16. Τα δε επίλοιπα, όσα θα είπω τώρα, ήκουσα από τον Ορχομένιον +Θέρσανδρον, άνδρα επιφανή και εκ των πρώτων του Ορχομενού. Με +είπε δε ο Θέρσανδρος ότι και αυτός προσεκλήθη υπό του Ατταγίνου +εις το δείπνον τούτο ομού με πεντήκοντα άλλους Θηβαίους· προς +τούτοις ότι ο Ατταγίνας δεν κατέκλινε περί την τράπεζαν χωριστά +τους Πέρσας από τους Έλληνας, αλλ' εις εκάστην κλίνην έθεσεν +ένα Πέρσην και ένα Θηβαίον. Μετά το δείπνον ήρχισαν να πίνωσι +και ο ομόκλινός του Πέρσης, ομιλών Ελληνιστί, τον ηρώτησε πόθεν +ήτο· ο Θέρσανδρος απεκρίθη ότι ήτο Ορχομένιος. Τότε ο Πέρσης +είπεν· «Επειδή τώρα έγινες ομοτράπεζος και ομόσπονδός μου, θέλω +να σε αφήσω ανάμνησιν της σκέψεως την οποίαν έχω, διά να +προηξεύρης και συ, και να δύνασαι να φροντίσης περί των +συμφερόντων σου. Βλέπεις τους Πέρσας τους συμποσιάζοντας εδώ +και τον στρατόν τον οποίον αφήσαμεν εστρατοπεδευμένον παρά τον +ποταμόν; Δεν θα παρέλθη πολύς χρόνος και εξ όλων τούτων ολίγους +μόνον θα ίδης να σωθώσι.» Ταύτα είπεν ο Πέρσης και αίφνης έχυσε +πολλά δάκρυα. Ο δε Θέρσανδρος εκπλαγείς διά τους λόγους τούτους +είπε· «Λοιπόν πρέπει να είπης ταύτα εις τον Μαρδόνιον και τους +μετ' εκείνον εγκρίτους Πέρσας.» Ο δε Πέρσης είπε μετά ταύτα· +«Φίλε, ό,τι είναι πεπρωμένον να συμβή εκ θείας βουλήσεως, οι +άνθρωποι δεν δύνανται να το εμποδίσωσι, διότι κανείς δεν θέλει +να πιστεύση εκείνους οίτινες ομιλούσι φρονίμως. Μολονότι πολλοί +εξ ημών ηξεύρομεν ταύτα, ακολουθούμεν όμως δεδεμένοι υπό της +ανάγκης. Η πικροτέρα οδύνη την οποίαν δύναται να υποστή +άνθρωπος, είναι να εννοή πολλά πράγματα και να μη δύναται να +πράξη τίποτε.» Ταύτα ήκουσα να λέγη ο Ορχομένιος Θέρσανδρος και +προς τούτοις ότι τα είπεν αμέσως εις πολλούς ανθρώπους πριν +γίνη η εν Πλαταιαίς μάχη. + +17. Ότε δε ο Μαρδόνιος ήτο εστρατοπεδευμένος εις την Βοιωτίαν, +οι μεν άλλοι (όσοι εκ των εις εκείνα τα μέρη κατοικούντων +Ελλήνων εμήδιζον) όλοι έδοσαν στρατόν και συνεισέβαλον εις τας +Αθήνας· μόνοι δε οι Φωκείς δεν συνεισέβαλον, καθότι εμήδιζον +μεν και ούτοι σφόδρα, αλλ' ακουσίως και εξ ανάγκης. Ολίγας δε +ημέρας μετά την άφιξιν του Μαρδονίου εις τας Θήβας, ήλθον και +εκ των Φωκέων χίλιοι οπλίται, των οποίων αρχηγός ήτο ο +Αρμοκύδης, ο μάλλον επιφανής των πολιτών. Μόλις δε έφθασαν εις +τας Θήβας, έπεμψεν ο Μαρδόνιος προς αυτούς ιππείς και τους +διέταξε να στρατοπεδεύσωσι χωριστά εις την πεδιάδα. Αφού +έπραξαν τούτο, αμέσως έδραμεν εκεί όλον το ιππικόν. Μετά ταύτα +δε διεδόθη φήμη μεταξύ των Ελλήνων των όντων με τους Μήδους ότι +ο Μαρδόνιος είχε σκοπόν να κατακοντίση τους Φωκείς. Τότε ο +στρατηγός αυτών Αρμοκύδης τους ενεθάρρυνε διά των λόγων τούτων· +«Ω Φωκείς, είναι πρόδηλον ότι οι άνθρωποι ούτοι θέλουσιν εκ +προμελέτης να μας θανατώσωσι, διότι ως εικάζω μας διέβαλον οι +Θεσσαλοί. Τώρα λοιπόν πρέπει έκαστος υμών να φανή γενναίος· +διότι προτιμότερον να τελευτήσωμεν τον βίον πράττοντές τι και +αμυνόμενοι, ή αφεθέντες ν' απολεσθώμεν με ατιμότατον θάνατον. +Ας μάθωσιν οι άνθρωποι ούτοι ότι ατιμωρητί δεν δύνανται +βάρβαροι να σκευωρήσωσι τον θάνατον ανδρών Ελλήνων.» + +18. Ο μεν Αρμοκύδης τοιαύτα συνεβούλευσεν. Οι δε ιππείς, αφού +περικύκλωσαν τους Φωκείς, ώρμησαν εναντίον των δεικνύοντες ότι +είχον σκοπόν να τους θανατώσωσι, και έτεινον και τα τόξα διά να +ρίψωσι, τινές δε μάλιστα έρριψαν· οι δε Φωκείς, στρεφόμενοι +προς όλα τα μέρη και πεπυκνωμένοι, ανθίσταντο. Τότε οι ιππείς +υπέστρεψαν και ανεχώρησαν οπίσω. Δεν δύναμαι να είπω μετά +βεβαιότητος ούτε εάν τωόντι, κατ' αίτησιν των Θεσσαλών, ήλθον +να θανατώσωσι τους Φωκείς, και έπειτα, επειδή τους είδον +λαβόντας αμυντικήν θέσιν και εφοβήθησαν μήπως φονευθώσι και εκ +των ιδίων των στρατιωτών, τους άφησαν και ανεχώρησαν (καθότι +τοιαύτη ήτο η διαταγή του Μαρδονίου), ούτε εάν ηθέλησεν ο +Μαρδόνιος να τους δοκιμάση εάν ήναι γενναίοι. Αφού δε +επέστρεψαν οι ιππείς, πέμψας κήρυκα ο Μαρδόνιος είπε τα εξής· +«Θαρρείτε, ω Φωκείς· διότι εφάνητε ότι είσθε άνδρες γενναίοι +και όχι ως ήκουον εγώ. Τώρα λοιπόν δείξατε την προθυμίαν σας +εις τον πόλεμον τούτον, και δεν θα υπερβηθήτε εις τας +ευεργεσίας. ούτε εμέ ούτε τον βασιλέα». Ταύτα συνέβησαν εις +τους Φωκείς. + +19. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ελθόντας εις τον Ισθμόν +εστρατοπεδεύσαντο εκεί. Μαθόντες δε τούτο οι λοιποί +Πελοποννήσιοι, οίτινες είχον ασπασθή την πατριωτικήν μερίδα, +και βλέποντες ότι εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι, δεν ενέκρινον +να αφήσωσιν αυτούς μόνους. Εκ του Ισθμού λοιπόν, αφού +συνεβουλεύθησαν τα θύματα και είδον ότι ήσαν καλά, εκίνησαν +όλοι και έφθασαν εις την Ελευσίνα. Αφού δε έκαμον και εκεί +θυσίας αίτινες απέβησαν επίσης καλαί, επορεύθησαν επί τα πρόσω· +συν αυτοίς δε και οι Αθηναίοι οίτινες ήλθον εκ της Σαλαμίνος +και ηνώθησαν μετ' αυτών εις την Ελευσίνα. Ότε δε έφθασαν εις +τας Ερυθράς της Βοιωτίας και έμαθον ότι οι βάρβαροι ήσαν +εστρατοπεδευμένοι εις τον Ασωπόν, απεφάσισαν και αυτοί να +αντιστρατοπεδευθώσιν εις τας υπωρείας του Κιθαιρώνος. + +20. Ο δε Μαρδόνιος, επειδή οι Έλληνες δεν κατέβαινον εις την +πεδιάδα, έπεμψε κατ' αυτών όλον το ιππικόν, του οποίου ίππαρχος +ήτο ο Μασίστιος, ανήρ μεγάλην φήμην χαίρων παρά τοις Πέρσαις, +τον οποίον οι Έλληνες καλούσι Μακίστιον. Ούτος είχεν ίππον +Νισαίον χρυσοχάλινον και καθ' όλα τα άλλα κεκοσμημένον καλώς. +Εκεί πλησιάσαντες οι ιππείς και εις τάγματα διαιρεθέντες, +προσέβαλον τους Έλληνας, επροξένησαν εις αυτούς μεγάλην βλάβην +και τους απεκάλεσαν γυναίκας. + +21. Κατά συντυχίαν δε οι Μεγαρείς έτυχον να ώσι παρατεταγμένοι +εις την μάλλον ευπρόσβλητον όλων των θέσεων, και εκεί ώρμα το +ιππικόν περισσότερον. Πιεζόμενοι λοιπόν οι Μεγαρείς υπό των +ιππέων, έπεμψαν προς τους στρατηγούς των Ελλήνων κήρυκα. Ελθών +δε ο κήρυξ είπε προς αυτούς τα εξής· «Οι Μεγαρείς λέγουσιν: Ω +σύμμαχοι, ημείς δεν είμεθα ικανοί να αντιστώμεν μόνοι κατά του +ιππικού των Περσών, έχοντες την θέσιν εις ην ετάχθημεν εξ +αρχής· αλλά και έως τώρα αντέχομεν καρτερικώς και ανδρείως, +καίπερ πιεζόμενοι. Τώρα δε εάν δεν στείλετε άλλους να μας +αντικαταστήσωσι, μάθετε ότι θα αφήσωμεν την θέσιν.» Ο μεν κήρυξ +ταύτα απήγγειλεν, ο δε Παυσανίας προσεκάλεσε τους Έλληνας και +εζήτησεν εθελοντάς διά να υπάγωσιν εις εκείνο το μέρος και +διαδεχθώσι τους Μεγαρείς. Μη θελόντων δε των άλλων, εδέχθησαν +οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων οι τριακόσιοι επίλεκτοι των +οποίων λοχαγός ήτο ο Ολυμπιόδωρος του Λάμπωνος. + +22. Ούτοι ήσαν οι δεχθέντες και οι προ των άλλων Ελλήνων, όσοι +ήσαν εις τας Ερυθράς, ταχθέντες μετά των τοξοτών. Εμάχοντο δε +επί αρκετήν ώραν και το τέλος της μάχης εγένετο τοιούτο. Ότε +ώρμησε το ιππικόν κατά τάγματα, ο ίππος του Μασιστίου προέχων +των άλλων, εβλήθη υπό βέλους εις τα πλευρά· αλγήσας δε, έστη +ορθός και ετίναξε τον Μασίστιον. Τούτου πεσόντος, πρόσδραμον οι +Αθηναίοι. Τότε και τον ίππον αυτού έλαβον και αυτόν αμυνόμενον +εφόνευσαν, ουχί άνευ δυσκολίας καθότι ήτο ωπλισμένος ως εξής. +Έσωθεν είχε χρυσόν θώρακα, λεπιδωτόν και άνωθεν του θώρακος +εφόρει χιτώνα φοινικούν. Όθεν τύπτοντες εις τον θώρακα δεν +έκαμνον τίποτε, μέχρις ου νοήσας τις το πράγμα εκτύπησεν αυτόν +εις τον οφθαλμόν και τοιουτοτρόπως έπεσε και απέθανε. Ταύτα +πάντα πραττόμενα διέλαθον τους άλλους ιππείς, καθότι ούτε +πεσόντα από του ίππου τον είδον, ούτε αποθνήσκοντα. Δεν είδον +δε τα γενόμενα καθότι κατ' εκείνην την ώραν είχον στρέψει τους +χαλινούς και ανεχώρουν. Ότε όμως εστάθησαν, αμέσως τον +εζήτησαν, μη έχοντες πλέον κανένα διά να τους οδηγήση· μαθόντες +δε το γεγονός και εξοτρύναντες αλλήλους, επανέλαβον την +επίθεσιν διά να λάβωσι τον νεκρόν. + +23. Ιδόντες δε οι Αθηναίοι ότι οι ιππείς επήρχοντο ουχί κατά +τάγματα αλλ' όλοι ομού, εζήτησαν την συνδρομήν του άλλου +στρατού. Ενώ δε ο πεζός στρατός ήρχετο εις βοήθειαν, μάχη βιαία +εγένετο περί τον νεκρόν. Και ενόσω μεν ήσαν οι τριακόσιοι +μόνοι, υπενέδιδον και εμακρύνοντο από τον νεκρόν· ότε δε +έφθασεν εις βοήθειάν των το πλήθος, τότε πλέον οι ιππείς δεν +ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν ούτε κατώρθωσαν να λάβωσι τον νεκρόν, +αλλά πλην εκείνου προσαπώλεσαν και άλλους εκ των ιππέων. +Μακρυθέντες δε δύο περίπου στάδια συνεσκέφθησαν τι έπρεπε να +πράξωσι· δι' έλλειψιν δε αρχηγού απεφάσισαν να επιστρέψωσι προς +τον Μαρδόνιον. + +24. Ότε το ιππικόν έφθασεν εις το στρατόπεδον, όλος ο στρατός +και προ πάντων ο Μαρδόνιος επένθησαν τον Μασίστιον, κείραντες +εαυτούς και τους ίππους και τα υποζύγια και αφέντες θρήνον +μέγαν. Εις όλην δε την Βοιωτίαν αντήχησεν ότι απώλετο ανήρ τα +μέγιστα τιμώμενος μετά τον Μαρδόνιον υπό των Περσών και του +βασιλέως. Και οι μεν βάρβαροι κατά τα έθιμα των ετίμησαν τον +Μαστίστιον αποθανόντα. + +25. Οι δε Έλληνες επειδή εδέχθησαν την επίθεσιν του ιππικού και +απώθησαν αυτά, έλαβον θάρρος πολύ περισσότερον, και πρώτον +θέσαντες τον νεκρόν εις άμαξαν περιέφερον αυτόν εις τας τάξεις. +Ο δε νεκρός ήτο άξιος θαυμασμού διά το μέγα του ανάστημα και το +κάλλος· εκείνο δε το οποίον τους ηνάγκασε να τον περιφέρωσιν +εις τας τάξεις ήτο διά να μη εγκαταλείπωσιν αυτάς οι στρατιώται +και έρχωνται να τον βλέπωσι. Μετά ταύτα απεφάσισαν να καταβώσιν +εις τας Πλαταιάς, διότι ο Πλαταιικός χώρος τοις εφαίνετο +επιτηδειότερος του Ερυθραίου προς στρατοπέδευσιν, και διότι το +ύδωρ εκεί ήτο καλλίτερον. Εις τούτον λοιπόν τον χώρον και +πλησίον της εν τω χώρω τούτω ούσης Γαργαφίας κρήνης έκρινον ότι +έπρεπε να έλθωσι και να στρατοπεδευθώσι. Αναλαβόντες λοιπόν τα +όπλα διήλθον πλησίον των Υσιών διά της υπωρείας του Κιθαιρώνος +και έφθασαν εις την Πλαταιίδα γην. Φθάσαντες εκεί ετάχθησαν +κατά έθνη πλησίον της Γαργαφίας κρήνης και του τεμένους του +ήρωος Ανδροκράτους, οι μεν εις όχθους όχι υψηλούς οι δε εις +μέρος επίπεδον. + +26. Τότε κατά την διάταξιν εγένετο πολλή λογομαχία μεταξύ +Τεγεατών και Αθηναίων. Αμφότερα τα έθνη ηξίουν να έχωσι το έν +κέρας, προβάλλοντες εις υποστήριξιν των δικαιωμάτων των παλαιά +και νέα κατορθώματα. Αφ' ενός μεν οι Τεγεάται έλεγον· «Ημείς +πάντοτε εις όσας εκστρατείας κοινάς έκαμον οι Πελοποννήσιοι +παλαιάς και νέας, εκρίθημεν άξιοι της τιμής ταύτης παρ' όλων +των συμμάχων. Από της εποχής δε καθ' ην οι Ηρακλείδαι μετά τον +θάνατον του Ευρυσθέως επειράθησαν να καταβώσιν εις την +Πελοπόννησον, ελάβομεν το δικαίωμα τούτο διά την εξής αιτίαν. +Ότε μετά των Αχαιών και των Ιώνων, των κατοικούντων τότε εις +την Πελοπόννησον, εξεστρατεύσαμεν εις τον Ισθμόν διά να +αντιταχθώμεν κατά των θελόντων να καταβώσιν εις την +Πελοπόννησον Ηρακλειδών· τότε λέγουσιν ότι επειδή ο Ύλλος είπεν +ότι δεν έπρεπε να συμπλακώσιν οι δύο στρατοί, αλλ' όστις ήθελε +κριθή μάλλον άξιος εκ του Πελοποννησιακού στρατού, αυτός να +μονομαχήση μετά του Ύλλου επί συμπεφωνημένοις όροις, ενέκριναν +οι Πελοποννήσιοι να πράξωσι τούτο και θυσιάσαντες ωρκίσθησαν τα +εξής· εάν μεν ο Ύλλος νικήση τον ηγεμόνα των Πελοποννησίων, να +καταβώσιν οι Ηρακλείδαι εις τα πατρώα· εάν δε εξ εναντίας +νικηθή, να αναχωρήσωσιν εκείθεν οι Ηρακλείδαι και να απαγάγωσι +τον στρατόν, επί εκατόν δε έτη να μη ζητήσωσι κάθοδον εις την +Πελοπόννησον. Ο βασιλεύς ημών και στρατηγός Έχεμος, υιός του +Φηγέως Αερόπου, προσεφέρθη εκουσίως και όλοι οι σύμμαχοι +εδέχθησαν· μονομαχήσας δε εφόνευσε τον Ύλλον. Εκ του έργου +τούτου, ημείς ελάβομεν τότε μεταξύ των Πελοποννησίων και άλλα +μεγάλα προνόμια τα οποία διετηρήσαμεν μέχρι σήμερον, και +προσέτι να διοικώμεν πάντοτε έν κέρας οσάκις γίνεται κοινή +εκστρατεία. Εις υμάς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, δεν εναντιούμεθα· +σας αφίνομεν να εκλέξετε το κέρας το οποίον θέλετε, και εκ των +προτέρων δίδομεν την συγκατάθεσίν μας· το άλλο όμως λέγομεν ότι +εις ημάς ανήκει να έχωμεν ως πάντοτε. Πλην δε του έργου τούτου +το οποίον ανεφέραμεν, ημείς είμεθα μάλλον άξιοι των Αθηναίων να +έχωμεν αυτήν την τάξιν, καθότι πολλάκις επολεμήσαμεν ανδρείως +και καθ' υμών, ω Σπαρτιάται, και κατ' άλλων Ελλήνων. Ούτω +λοιπόν είναι δίκαιον ημείς να έχωμεν το έν κέρας και όχι οι +Αθηναίοι, καθότι ουδέποτε έπραξαν τόσα κατορθώματα όσα ημείς, +ούτε παλαιά ούτε νέα.» Οι μεν Τεγεάται ταύτα είπον. + +27. Οι δε Αθηναίοι ακούσαντες ταύτα απεκρίθησαν ως εξής· +«Ενομίζομεν ότι συνήχθημεν εδώ ουχί διά να λογομαχήσωμεν, αλλά +διά να πολεμήσωμεν τον βάρβαρον· επειδή όμως ο Τεγεάτης έδωκε +το παράδειγμα να διηγηθή παλαιά και νέα κατορθώματα όσα έπραξεν +έκαστος εν παντί χρόνω, ευρισκόμεθα εις την ανάγκην να +δηλώσωμεν εις υμάς ότι παρ' ημίν, πλειότερον ή παρά τοις +Αρκάσιν, είναι πατροπαράδοτον να αφοσιούμεθα υπέρ της σωτηρίας +όλων και να πολεμώμεν εις την πρώτην τάξιν. Τους Ηρακλείδας, +των οποίων τον ηγεμόνα λέγουσιν ούτοι ότι εφόνευσαν, τούτους +προ της περιστάσεως ταύτης διωκομένους υπό πάντων των Ελλήνων +προς ους ήρχοντο φεύγοντες την δουλείαν των Μυκηναίων, μόνοι +ημείς εδέχθημεν, και εταπεινώσαμεν την θρασύτητα του Ευρυσθέως, +μετ' εκείνων πολεμήσαντες και νικήσαντες τους έχοντες τότε την +Πελοπόννησον. Έπειτα, ότε οι Αργείοι ήλασαν μετά του +Πολυνείκους κατά των Θηβών και φονευθέντες έκειντο άταφοι, +ημείς εκστρατεύσαντες κατά των Καδμείων, ελάβομεν τους νεκρούς +και εθάψαμεν αυτούς εις την Ελευσίνα της ημετέρας χώρας. Επίσης +ένδοξον είναι το κατόρθωμά μας εναντίον των Αμαζόνων, αίτινες, +ελθούσαι ποτε από του Θερμώδοντος ποταμού, εισέβαλον εις την +Αττικήν· προσέτι και εις τον Τρωικόν πόλεμον δεν εφάνημεν +κατώτεροι ουδενός άλλου έθνους. Πλην η ανάμνησις αυτών, +ουδεμίαν δίδει υπεροχήν· καθόσον οι αυτοί άνθρωποι οίτινες τότε +ήσαν γενναίοι, τώρα δυνατόν να ήναι ασθενέστεροι, και οι όντες +τότε ασθενείς, να ήναι τώρα γενναίοι· όθεν ας αφήσωμεν τα +παλαιά έργα. Ημείς, και τίποτε άλλο αν δεν επράξαμεν, μολονότι +επράξαμεν πολλά και λαμπρά και ουχί κατώτερα των άλλων Ελλήνων, +πάλιν μόνον διά το έργον του Μαραθώνος είμεθα άξιοι να λάβωμεν +τούτο το γέρας και άλλα πλην τούτου. Κατ' εκείνην την ημέραν +μόνοι των Ελλήνων επολεμήσαμεν κατά του Πέρσου, και +επιχειρήσαντες τοιούτο έργον υπερισχύσαμεν και ενικήσαμεν +τεσσαράκοντα έξ έθνη. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον, δι' αυτό και +μόνον το κατόρθωμα να έχωμεν την τάξιν ταύτην; Αλλ' εις την +παρούσαν περίστασιν δεν αρμόζει να ερίζωμεν περί τάξεως· είμεθα +έτοιμοι να σας υπακούσωμεν, ω Λακεδαιμόνιοι· θα λάβωμεν την +θέσιν την οποίαν θέλετε κρίνει κατάλληλον να μας υποδείξετε και +εναντίον οιωνδήποτε αντιπάλων. Όπου όμως και αν ταχθώμεν, θα +προσπαθήσωμεν να πολεμήσωμεν ανδρείως. Διατάξατε και +υπακούομεν.» + +28. Οι μεν Αθηναίοι ταύτα απεκρίθησαν, όλος δε ο στρατός των +Λακεδαιμονίων ανεβόησεν ότι οι Αθηναίοι μάλλον άξιοι να έχωσι +το έν κέρας ή οι Αρκάδες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το έλαβον οι +Αθηναίοι και επροτιμήθησαν των Τεγεατών. Μετά ταύτα δε +ετάχθησαν ως ακολούθως όσοι Έλληνες ήλθον ύστερον και όσοι +είχον έλθει εξ αρχής. Το μεν δεξιόν κέρας έχον δεκακισχίλιοι +Λακεδαιμόνιοι, εξ ων οι πεντακισχίλιοι ήσαν Σπαρτιάται και +είχον ως βοηθούς τριάκοντα πέντε χιλιάδας ψιλούς είλωτας, επτά +έκαστος. Πλησίον των οι Σπαρτιάται έταζαν τους Τεγεάτας τιμής +ένεκεν και αρετής· ούτοι δε ήσαν χίλιοι και πεντακόσιοι +οπλίται. Μετ' αυτούς ίσταντο πεντακισχίλιοι Κορίνθιοι και +πλησίον αυτών έλαβον την άδειαν να σταθώσι τριακόσιοι +Ποτιδαιάται ελθόντες εκ της Παλλήνης. Αμέσως μετ' αυτούς +ίσταντο Αρκάδες Ορχομένιοι εξακόσιοι, έπειτα τρισχίλιοι +Σικυώνιοι, έπειτα οκτακόσιοι Επιδαύριοι. Πλησίον αυτών ήσαν +τεταγμένοι χίλιοι Τροιζήνιοι, έπειτα διακόσιοι Λεπρεάται, +έπειτα τετρακόσιοι Μυκηναίοι και Κορίνθιοι. Μετ' αυτούς χίλιοι +Φλιάσιοι και πλησίον αυτών τριακόσιοι Ερμιονείς. Μετά τους +Ερμιονείς ίσταντο εξακόσιοι Ερετριείς και Στυρείς, έπειτα +τετρακόσιοι Χαλκιδείς, έπειτα πεντακόσιοι Αμπρακιώται. Μετά +τους Αμπρακιώτας ετάχθησαν οκτακόσιοι Λευκάδιοι και Ανακτόριοι +μετ' αυτούς διακόσιοι Παλείς εκ της Κεφαλληνίας, μετ' αυτούς +πεντακόσιοι Αιγινήται, έπειτα τρισχίλιοι Μεγαρείς, κατόπιν +εξακόσιοι Πλαταιείς. Τελευταίοι δε και πρώτοι ετάχθησαν +οκτακισχίλιοι Αθηναίοι έχοντες το ευώνυμον κέρας· εστρατήγει δε +αυτών Αριστείδης ο Λυσιμάχου. + +29. Ούτοι δε, πλην των επτά ειλώτων των τεταγμένων περί έκαστον +Σπαρτιάτην, ήσαν οπλίται και όλοι ομού τριάκοντα οκτώ χιλιάδες +τον αριθμόν. Όλοι λοιπόν οι οπλίται οι συλλεγέντες κατά του +βαρβάρου ήσαν τοσούτοι· των ψιλών δε το πλήθος ήτο το εξής. +Τριάκοντα πέντε μεν χιλιάδες εκ του Σπαρτιατικού τάγματος· +καθότι επτά ήσαν περί έκαστον Σπαρτιάτην, όλοι παρεσκευασμένοι +ως εις πόλεμον. Οι δε ψιλοί των λοιπών Λακεδαιμονίων και +Ελλήνων ήσαν τριάκοντα τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσιοι, ως να +ήτο είς ψιλός πλησίον ενός οπλίτου. Ώστε όλοι οι μάχιμοι ψιλοί +ήσαν εξήκοντα εννέα χιλιάδες και πεντακόσιοι. + +30. Όλος δε ομού ο Ελληνικός στρατός ο συνελθών εις τας +Πλαταιάς, οπλίται και ψιλοί μάχιμοι, ήτο ένδεκα μυριάδες μείον +χιλίων οκτακοσίων (26)· μετά των ελθόντων δε έπειτα Θεσπιέων +συνεπληρώθησαν αι ένδεκα μυριάδες· καθότι ήλθον εις το +στρατόπεδον όσοι διεσώθησαν Θεσπιείς, χίλιοι οκτακόσιοι τον +αριθμόν, αλλ' ούτε αυτοί δεν είχον όπλα. Ούτω διατεταγμένοι οι +Έλληνες εστρατοπεδεύοντο εις τας όχθας του Ασωπού. + +31. Οι δε βάρβαροι και ο Μαρδόνιος, αφού απεκήδευσαν τον +Μασίστιον μαθόντες ότι οι Έλληνες ήσαν εις τας Πλαταιάς, ήλθον +και αυτοί προς εκείνο το μέρος του Ασωπού· ελθόντες δε +αντετάχθησαν υπό του Μαρδονίου ως ακολούθως. Απέναντι μεν των +Λακεδαιμονίων έστησε τους Πέρσας· και επειδή οι Πέρσαι ήσαν +περισσότεροι κατά το πλήθος τους εσχημάτισεν εις πολλάς τάξεις +τας οποίας εξέτεινε μέχρι του μετώπου των Τεγεατών· και τους +μεν δυνατωτάτους των Περσών εκλέξας έστησεν εναντίον των +Λακεδαιμονίων, τους δε ασθενεστέρους παρέταξεν εναντίον των +Τεγεατών. Ταύτα έπραξε κατά συμβουλήν των Θηβαίων. Αμέσως δε +μετά τους Πέρσας έταξε τους Μήδους απέναντι των Κορινθίων, των +Ποτιδαιατών, των Ορχομενίων και των Σικυωνίων. Μετά τους Μήδους +έταξε τους Βακτρίους απέναντι των Επιδαυρίων, των Τροιζηνίων, +των Λεπρεατών, των Τιρυνθίων, των Μυκηναίων και των Φλιασίων. +Μετά τους Βακτρίους έστησε τους Ινδούς απέναντι των Ερμιονέων, +των Ερεριέων, των Στυρών και των Χαλκιδέων. Μετά τους Ινδούς +έταξε τους Σάκας εναντίον των Αμπρακιωτών, των Ανακτορίων, των +Λευκαδίων, των Παλέων και των Αιγινητών. Τελευταίον δε κατά των +Αθηναίων και των συμμάχων των Πλαταιέων και Μεγαρέων έταξε τους +Βοιωτούς, τους Λοκρούς, τους Μαλιείς, τους Θεσσαλούς και τους +χιλίους Φωκείς, διότι όλοι οι Φωκείς δεν εμήδισαν, αλλά τινές +εξ αυτών καταφυγόντες εις τον Παρνασσόν εβοήθουν τους Έλληνας +και εκείθεν ορμώμενοι έβλαπτον τον στρατόν του Μαρδονίου και +τους μεταυτού όντας Έλληνας. Έταξε προσέτι εναντίον των +Αθηναίων και τους περί την Θεσσαλίαν κατοικούντας. + +32. Ταύτα μεν είναι τα ονόματα των μεγίστων εθνών όσα παρέταξεν +ο Μαρδόνιος, και ήσαν τα επιφανέστατα και πλείστου λόγου άξια. +Ευρίσκοντο δε μεταξύ αυτών και άλλων εθνών άνδρες +αναμεμιγμένοι, Φρυγών, Θρακών, Μυσών, Παιόνων και άλλων· +προσέτι και εκ των Αιθιόπων και Αιγυπτίων οι καλούμενοι +Ερμοτύβιες και Καλασίριες, μαχαιροφόροι, οίτινες είναι οι μόνοι +μάχιμοι εκ των Αιγυπτίων. Τούτους έτι ων εν Φαλήρω ο Μαρδόνιος +είχεν αποβιβάσει εκ των πλοίων, διότι ήσαν μεταξύ των +πληρωμάτων και διότι εις τον πεζόν στρατόν τον οποίον έφερεν ο +Ξέρξης εις τας Αθήνας δεν υπήρχον Αιγύπτιοι. Οι μεν βάρβαροι +λοιπόν ήσαν τριακόσιαι χιλιάδες, ως και πρότερον εκδήλωσα· των +δε Ελλήνων των συμμάχων του Μαρδονίου ουδείς γνωρίζει τον +αριθμόν· καθότι δεν ηριθμήθησαν· εικάζω όμως ότι προσήλθον έως +πεντήκοντα χιλιάδες. Ούτοι ήσαν οι παραταχθέντες πεζοί· το δε +ιππικόν ήτο τεταγμένον κατά μέρος. + +33. Αφού όλοι ούτοι διετάχθησαν κατά έθνη και κατά τάγματα, την +δευτέραν ημέραν εγένοντο θυσίαι εις αμφότερα τα μέρη. Και εις +μεν τους Έλληνας ο θύων ήτο ο Τισαμενός του Αντιόχου, διότι +ούτος ηκολούθει το στράτευμα τούτο ως μάντις· όντα δε εκ της +Ήλιδος και κατά το γένος Κλυτιάδην εξ Ιμιδών, οι Λακεδαιμόνιοι +έκαμον πολίτην των. Ότε ο Τισαμενός ήλθεν εις τους Δελφούς διά +να ζητήση χρησμόν περί τέκνων, η Πυθία τω είπεν ότι θα νικήση +πέντε μεγίστους αγώνας. Ούτος δε παρεξηγήσας τον χρησμόν, +επεδίδετο εις γυμνικάς ασκήσεις, νομίζων ότι έμελλε να νικήση +γυμνικούς αγώνας. Όθεν ασκηθείς εις το πένταθλον, ολίγον έλειψε +να νικήση εις μίαν ολυμπιάδα· αλλ' ο εξ Άνδρου Ιερώνυμος τον +ενίκησεν εις την πάλην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εννοήσαντες ότι ο +περί του Τισαμενού χρησμός δεν απέβλεπεν εις γενικούς αγώνας +αλλ' εις πολεμικούς, επειρώντο να πείσωσιν αυτόν επί μισθώ να +γίνη αρχηγός των πολέμων ομού με τους βασιλείς των Ηρακλείδας. +Βλέπων δε ο Τισαμενός ότι οι Σπαρτιάται περί πολλοί εποιούτο να +κάμωσιν αυτόν φίλον, ηύξησε τας αξιώσεις του, προβάλλων ότι, +εάν τον δεχθώσιν ως πολίτην των και παρέξωσιν εις αυτόν όλα τα +προνόμια, θα πράξη ό,τι επεθύμουν· επ' ουδενί όμως άλλω μισθώ. +Οι Σπαρτιάται κατ' αρχάς μεν ακούσαντες τούτο δυσηρεστήθησαν +και αδιαφόρησαν περί του χρησμού· επί τέλους όμως, +επικρεμασθέντος του μεγάλου φόβου της Περσικής ταύτης +εκστρατείας, εδέχθησαν τας αιτήσεις του και τον προσεκάλεσαν. +Τότε ο Τισαμενός, ιδών αυτούς μεταβαλόντας γνώμην, είπεν ότι +πλέον ούτε με ταύτα μόνα ηρκείτο, αλλ' ότι έπρεπε προσέτι να +γίνη Σπαρτιάτης και ο αδελφός του Ηγίας, με τα αυτά δικαιώματα +με τα οποία γίνεται και αυτός. + +34. Ταύτα λέγων ο Τισαμενός εμιμείτο τον Μελάμποδα, εάν δύναταί +τις να παραβάλη την βασιλείαν με την πολιτογράφησιν. Διότι και +ο Μελάμπους, ότε εμάνησαν αι γυναίκες του Άργους, επειδή τον +εζήτησαν οι Αργείοι να έλθη από την Πύλον επί μισθώ διά να +θεραπεύση τας γυναίκας των, εζήτησεν ως μισθόν το ήμισυ της +βασιλείας· και επειδή οι Αργείοι δεν ηδυνήθησαν να ανεχθώσι +τοιαύτην αξίωσιν και ανεχώρησαν, αι δε γυναίκες των εμαίνοντο +πολύ περισσότεραι, τότε αποφασίσαντες να δεχθώσι τας προτάσεις +του Μελάμποδος, επέστρεψαν προς αυτόν και τω παρεχώρησαν ό,τι +εζήτει. Ο Μελάμπους όμως, ιδών τους Αργείους μεταβληθέντας, +εζήτησε περισσότερα λέγων ότι δεν θα κάμη όσα θέλουσιν, εάν +δεν μεταδώσωσι και εις τον αδελφόν του Βίαντα τα τριτημόριον +της βασιλείας. Οι δε Αχρείοι, ευρισκόμενοι εις τα στενά, +εδέχθησαν και τούτο. + +35. Ούτω και οι Σπαρτιάται, επειδή είχον μεγάλην ανάγκην του +Τισαμενού, έδοσαν ό,τι εζήτησεν. Αφού δε τω παρεχώρησαν ταύτα, +τότε ο πλείος Τισαμενός, εγένετο μάντις των εις πέντε μεγάλας +μάχας και εθριάμβευσαν ομού. Μόνοι δε ούτοι εξ όλων των +ανθρώπων εγένοντο πολίται Σπαρτιάται. Αι δε πέντε μάχαι εισίν +αι εξής· πρώτη αύτη η εν Πλαταιαίς έπειτα η εν Τεγέα προς τους +Τεγεάτας και τους Αργείους, έπειτα η εν Διπαία προς όλους τους +Αρκάδας πλην των Μαντινέων, έπειτα η εν Ιθώμη προς τους +Μεσσηνίους, και τελευταίον η εν Τανάγρα προς τους Αθηναίους και +τους Αργείους. Αύτη είναι η τελευταία των πέντε μαχών. + +36. Ούτος λοιπόν ο Τισαμενός τον οποίον είχον μεθ' εαυτών οι +Σπαρτιάται, ήτο ο μάντις των Ελλήνων εις τας Πλαταιάς. Εις δε +τους Έλληνας προεμήνυον μεν νίκην τα θύματα εάν μείνωσιν εις +αμυντικήν θέσιν, ουχί όμως και εάν διαβάντες τον Ασωπόν +αρχίσωσι πρώτοι την μάχην. + +37. Ομοίως και εις τον Μαρδόνιον προθυμούμενον να αρχίση την +μάχην τα θύματα δεν εφαίνοντο καλά, εκτός εάν πολεμήση αφού τον +προσβάλωσι πρώτοι οι εναντίοι· καθότι και ούτος μετεχειρίζετο +ελληνικάς μαντείας, έχων μάντιν τον Ηλείον Ηγησίστρατον, τον +επιφανέστατον των Τελλιαδών τον οποίον προ του πολέμου τούτου +συλλαβόντες οι Σπαρτιάται έρριψαν εις τα δεσμά διά να τον +θανατώσωσιν, ως παθόντες υπ' αυτού πολλά και απρεπή. Εις +τοιαύτην κατάστασιν ευρισκόμενος ο Ηγησίστρατος και τρέχων +κίνδυνον περί της ζωής του, και προσέτι μέλλων προ του θάνατον +να υποστή πολλά και δεινά, έπραξεν έργον μείζον παντός λόγου. +Ενώ ήτο δεδεμένος εις ξύλον σιδηρόδετον, έλαβε μάχαιραν την +οποίαν βεβαίως τω έφερέ τις εντός της φυλακής και αμέσως +εμηχανήθη έργον ανδρειότατον από όσα ημείς ηξεύρομεν. Αφού +εμέτρησεν ακριβώς πόσον μέρος του ποδός ηδύνατο να εξέλθη της +ποδοκάκης, έκοψε τον ταρσόν. Τούτου γενομένου, όπως λάθη τους +φύλακας, διετρύπησε τον τοίχον και απέδρα εις την Τεγέαν, τας +μεν νύκτας πορευόμενος, τας δε ημέρας κρυπτόμενος εις δάση και +διημερεύων εκεί· ώστε με όλας τας αναζητήσεις τας οποίας +έκαμνον όλοι οι Λακεδαιμόνιοι, αυτός την τρίτην νύκτα ήτο εις +την Τεγέαν. Οι δε Σπαρτιάται εθαύμαζον μεγάλως διά την τόλμην +του, και βλέποντες κείμενον χαμαί το ήμισυ του ποδός, εκείνον +δεν ηδύναντο να εύρωσι. Και τότε μεν ούτω διαφυγών τους +Λακεδαιμονίους εύρεν άσυλον εις τους Τεγεάτας, οίτινες κατ' +εκείνην την εποχήν δεν ήσαν φίλοι των Λακεδαιμονίων. Ιαθείς δε +και κατασκευάσας ξύλινον πόδα, εγένετο φανερός εχθρός των +Λακεδαιμονίων· πλην η έχθρα αύτη την οποίαν συνέλαβε κατά των +Λακεδαιμονίων δεν τον ωφέλησε μέχρι τέλους, καθότι μετεσχόμενος +την μαντικήν εις την Ζάκυνθον, συνελήφθη παρ' αυτών και +εφονεύθη. + +38. Αλλ' ο μεν θάνατος του Ηγησιστράτου συνέβη μετά τα +Πλαταιικά· τότε δε εις τον Ασωπόν, μεμισθωμένος υπό του +Μαρδονίου αντί μεγάλης ποσότητος, εθυσίαζε και ήτο πρόθυμος +υπέρ αυτού τόσον διά την προς τους Λακεδαιμονίους έχθραν του, +όσον και χάριν κέρδους. Επειδή δε τα θύματα δεν επέτρεπον την +έναρξιν του πολέμου ούτε εις τους Πέρσας ούτε εις τους μετ' +αυτών όντας Έλληνας (καθότι και ούτοι είχαν ωσαύτως ιδικόν των +μάντιν, τον Λευκάδιον Ιππόμαχον) και επειδή συνέτρεχον +πανταχόθεν οι Έλληνες και ηύξανεν ο αριθμός αυτών, ο Θηβαίος +Τιμηγενίδης του Έρπυος συνεβούλευσε τον Μαρδόνιον να φυλάξη τας +διόδους του Κιθαιρώνος, λέγων ότι ανά πάσαν ημέραν συρρέουσιν +εκείθεν οι Έλληνες και ήτο ελπίς να συλλάβη πολλούς. + +39. Ότε ο Μαρδόνιος έλαβε την συμβουλήν ταύτην είχον παρέλθει +οκτώ ημέραι αφότου οι δύο στρατοί ήσαν εστρατοπεδευμένοι +απέναντι αλλήλων. Ευρών δε ο Μαρδόνιος την συμβουλήν ταύτην +καλήν άμα ενύκτωσεν, έπεμψε το ιππικόν εις τας διόδους του +Κιθαιρώνος αίτινες απολήγουσιν εις τας Πλαταιάς. Ταύτας οι μεν +Βοιωτοί καλούσι Τρεις κεφαλάς, αι δε Αθηναίοι Δρυός κεφαλάς. +Πεμφθέντες οι ιππείς εκεί, δεν ήλθον ματαίως· καθότι συνέλαβον +πεντακόσια υποζύγια, τα οποία εισήρχοντο εις την πεδιάδα +φέροντα τροφάς εκ Πελοποννήσου εις το στρατόπεδον, και +ανθρώπους οίτινες ηκολούθουν τα ζεύγη ταύτα. Οι Πέρσαι, +γενόμενοι κύριοι τούτων, εφόνευον αφειδώς, μη φειδόμενοι ούτε +υποζυγίου ουδενός ούτε ανθρώπου. Αφού δε εκορέσθησαν +φονεύοντες, έβαλον εμπρός τα λοιπά και τα ήλαυνον προς τον +Μαρδόνιον και εις το στρατόπεδον. + +40. Μετά το έργον τούτο ετέρας δύο ημέρας δέτριψαν μη θέλοντες +μήτε οι μεν μήτε οι δε ν' αρχίσωσι πρώτοι τον πόλεμον. Οι +βάρβαροι επροχώρουν μόνον μέχρι του Ασωπού διά να προκαλέσωσι +τους Έλληνας· δεν διέβαινον όμως τον ποταμόν ούτε αυτοί ούτε οι +Έλληνες. Εν τούτοις το ιππικόν του Μαρδονίου δεν έπαυεν +επιτιθέμενον και βλάπτον τους Έλληνας· καθότι οι Θηβαίοι +μηδίζοντες μεγάλως, προθύμως διήγειρον τον πόλεμον και έδιδον +αίτιον να αρχίση, έπειτα δε διεδέχοντο την μάχην οι Πέρσαι και +οι Μήδοι και ούτοι ήσαν οι πράττοντες ανδραγαθίας. + +41. Μέχρι μεν των δέκα ημερών ουδέν περισσότερον τούτων +εγένετο· ήτο δε η ενδεκάτη ημέρα αφ' ης ήσαν +αντιστρατοπεδευμένοι εις τας Πλαταιάς, και οι μεν Έλληνες είχον +λάβει πολλάς επικουρίας, ο δε Μαρδόνιος ηγανάκτει απρακτών. +Τότε συνωμίλησαν ο Μαρδόνιος του Γωβρύου και ο Αρτάβαζος του +Φαρνάκους όστις έχαιρε παρά τω Ξέρξη υπόληψιν όσην ολίγοι +Πέρσαι. Κατά την διάσκεψιν ταύτην, αι γνώμαι των υπήρξαν +διάφοροι· ο μεν Αρτάβαζος εγνωμοδότησεν ότι έπρεπε να σηκώσωσι +τάχιστα όλον τον στρατόν και να εισέλθωσιν εις τα τείχη των +Θηβαίων όπου είχον αποθηκεύσει πολλάς τροφάς και χόρτον διά τα +υποζύγια· εκεί δε καθήμενοι ήσυχοι να τελειώσωσι τον πόλεμον +διά του ακολούθου τρόπου. Επειδή είχον πολύν χρυσόν εις +νομίσματα, πολύν άργυρον και ποτήρια, μη φειδόμενοι ουδενός +τούτων να πέμπωσιν, εις τους Έλληνας, και μάλιστα εις τους +προεστώτας των πόλεων, οίτινες δεν θα βραδύνωσι να παραδώσωσι +την ελευθερίαν των διά να αποφύγωσι τους κινδύνους νέας μάχης. +Η γνώμη αύτη συνεφώνει με την των Θηβαίων, και ο Αρτάβαζος ήτο +προνοητικώτερος του Μαρδονίου, του οποίου η γνώμη ήτο +βιαιοτέρα, αποφασιστικωτέρα και ουδεμιάς διαπραγματεύσεως +επιδεκτική. Ο Μαρδόνιος έλεγεν, ότι ο στρατός των ήτο +πολυαριθμότερος του Ελληνικού και ότι έπρεπε να πολεμήσωσιν +όσον τάχιον και όχι να παρορώσι τους Έλληνας εισχυομένους +ολοέν· προσέτι να αδιαφορήσωσι διά τα σφάγια του Ηγησιστράτου, +και μη παραβαίνοντες τα Περσικά έθιμα να επιτεθώσι φυλάττοντες +αυτά. + +42. Τούτου ταύτην την γνώμην εξενεγκόντος, ουδείς ετόλμησε να +αντείπη, και τοιουτοτρόπως υπερίσχυσε, καθότι εις αυτόν και +ουχί εις τον Αρτάβαζον είχεν αναθέσει ο βασιλεύς την αρχηγίαν +του στρατεύματος. Όθεν καλέσας τους ταξιάρχους των ταγμάτων και +τους στρατηγούς των ακολουθούντων αυτόν Ελλήνων, ηρώτα εάν +εγνώριζον χρησμόν τινα προλέγοντα ότι οι Πέρσαι έμελλον να +απολεσθώσιν εις την Ελλάδα. Επειδή δε οι προσκληθέντες εσιώπων +άλλοι μεν διότι δεν ήξευρον τους χρησμούς, άλλοι δε διότι τους +ήξευρον μεν, δεν είχον όμως την τόλμην να τους είπωσι, τότε ο +Μαρδόνιος είπεν· «Αφού λοιπόν ή δεν ηξεύρεις τίποτε ή δεν +τολμάτε να ειπήτε τίποτε, εγώ θα σας είπω εκείνο περί του +οποίου είμαι βέβαιος. Υπάρχει χρησμός ότι είναι πεπρωμένον οι +Πέρσαι ελθόντες εις την Ελλάδα να διαρπάσωσι τον ναόν των +Δελφών, και μετά την διαρπαγήν να απολεσθώσιν όλοι. Ημείς +λοιπόν γνωρίζοντες τούτο ούτε εις τον ναόν τούτον θα υπάγωμεν, +ούτε θα επιχειρήσωμεν να τον διαρπάσωμεν· επομένως διά την +αιτίαν ταύτην δεν θα απολεσθώμεν. Ώστε όσοι εξ υμών τυγχάνετε +ευνοϊκώς διατεθειμένοι υπέρ των Περσών, χαρήτε διά τούτο, καθότι +είμεθα προωρισμένοι να νικήσωμεν τους Έλληνας.» Αφού είπε +ταύτα, διέταξεν έπειτα να ετοιμασθώσι και να θέσωσι τα πάντα +εις τάξιν, λέγων ότι άμα τη πρωία της επομένης ημέρας έμελλε να +γίνη η συμπλοκή. + +43. Εκείνος δε ο χρησμός τον οποίον ο Μαρδόνιος είπεν ότι εδόθη +εις τους Πέρσας, ενώ ηξεύρω ότι ανεφέρετο εις τους Ιλλυριούς +και τον στρατόν των Εγχελέων και όχι εις τους Πέρσας. +Υπάρχουσιν όμως οι εξής στίχοι του Βάκιδος αναφερόμενοι εις +ταύτην την μάχην. + +_Επί του Θερμώδοντος και των χλοηφόρων οχθών του Ασωπού +γενήσεται συνάθροισις Ελλήνων και βοή βαρβαρόφωνος. Εκεί, όταν +φθάση η διωρισμένη ημέρα, πολλοί τοξοφόροι Μήδοι θα φονευθώσι +παρακαίρως και πριν αποφασίσωσι, τούτο αι Μοίραι._ + +Ταύτα και άλλα παραπλήσια τούτων γνωρίζω αναφερόμενα εις τους +Πέρσας. Ο δε Θερμώδων ποταμός ρέει μεταξύ Τανάγρας και +Γλίσαντος. + +44. Μετά τας περί των χρησμών ερωτήσεις ταύτας και την +παρακίνησιν του Μαρδονίου, επήλθεν η νυξ και ετοποθετήθησαν αι +φυλακαί. Ότε δε επροχώρησεν η νυξ και εφαίνετο ότι ήτο ησυχία +εις τα στρατόπεδα και οι άνθρωποι εκοιμώντο, τότε πλησιάσας +έφιππος εις τας φυλακάς των Αθηναίων ο Αλέξανδρος του Αμύντου, +όστις ήτο στρατηγός και βασιλεύς των Μακεδόνων, εζήτει να +ομιλήση εις τους στρατηγούς. Οι μεν πλειότεροι φύλακες έμειναν +εις τας θέσεις των τινές δε έδραμον προς τους στρατηγούς· +ελθόντες δε είπον ότι έφθασεν άνθρωπος έφιππος εκ του +στρατοπέδου των Μήδων, όστις τίποτε άλλο δεν εδήλου, ειμή μόνον +αναφέρων τα ονόματα των στρατηγών έλεγεν ότι επεθύμει να +ομιλήση εις αυτούς. + +45. Οι δε στρατηγοί, άμα ήκουσαν ταύτα, αμέσως μετέβησαν εις +τας φύλακας· ότε δε έφθασαν, τοις είπεν ο Αλέξανδρος τα εξής· +«Άνδρες Αθηναίοι, σας εμπιστεύομαι τους λόγους τούτους και σας +παρακαλώ να τους φυλάξετε μυστικούς, χωρίς να τους ειπήτε εις +άλλον τινά ειμή εις τον Παυσανίαν, εκτός εάν θέλετε να με +θανατώσετε. Δεν θα τους έλεγον δε εάν δεν εκηδόμην μεγάλως περί +απάσης της Ελλάδος· καθότι είμαι Έλλην την καταγωγήν και δεν +θέλω να βλέπω την Ελλάδα δεδουλωμένην αντί ελευθέρας. Σας λέγω +λοιπόν ότι τα θύματα δεν ηδυνήθησαν να αποβώσιν αίσια προς τον +Μαρδόνιον και τον στρατόν· άλλως προ πολλού ηθέλετε πολεμήσει. +Τώρα όμως απεφάσισε να μη δώση προσοχήν εις τα θύματα και να +προσβάλη άμα τη ημέρα υποφωσκούση, καθότι ως εικάζω φοβείται +μήπως συναχθήτε περισσότεροι. Ηξεύρετε λοιπόν τούτο και +ετοιμάζεσθε. Εάν δε τυχόν ο Μαρδόνιος αναβάλη την επίθεσιν και +δεν επιχειρήση· αυτήν, εγκαρτερείτε προσμένοντες, καθότι μόνον +δι' ολίγας ημέρας έχει τροφάς. Και εάν ο πόλεμος ούτος τελειώση +κατ' ευχήν, ας ενθυμηθή έκαστος υμών και περί της ελευθερώσεως +εμού όστις χάριν των Ελλήνων έπραξα υπό ζήλου τόσον επικίνδυνον +έργον, θέλων να σας φανερώσω τους σκοπούς του Μαρδονίου διά να +μη επιπέσωσιν οι βάρβαροι εξαίφνης καθ' υμών χωρίς ακόμη να +τους περιμένετε. Ειμί δε Αλέξανδρος ο Μακεδών.» + +Ούτος μεν ταύτα ειπών, έστρεψε τον ίππον και επανήλθεν εις το +στρατόπεδον και εις την τάξιν του. + +46. Οι δε στρατηγοί των Αθηναίων ελθόντες εις το δεξιόν κέρας +είπον εις τον Παυσανίαν όσα ήκουσαν παρά του Αλεξάνδρου. Ο +Παυσανίας ακούσας τούτο και φοβηθείς τους Πέρσας είπε τα εξής· +«Επειδή λοιπόν η μάχη θα αρχίση από πρωίας, πρέπει υμείς μεν οι +Αθηναίοι να σταθήτε απέναντι των Περσών, ημείς δε απέναντι των +Βοιωτών και των λοιπών Ελλήνων οίτινες είναι παρατεταγμένοι +απέναντί σας, διά την εξής αιτίαν. Υμείς πολεμήσαντες εις τον +Μαραθώνα, γνωρίζετε τους Μήδους και την μάχην αυτών, ημείς δε +είμεθα άπειροι και αδαείς των ανδρών τούτων, καθότι ουδείς +Σπαρτιάτης εδοκίμασε τους Μήδους· εξ εναντίας δε είμεθα +έμπειροι των Βοιωτών και των Θεσσαλών. Όθεν πρέπει αναλαβόντες +τι όπλα υμείς μεν να έλθετε εις τούτο το κέρας, ημείς δε εις το +ευώνυμον.» Προς ταύτα οι Αθηναίοι απεκρίθησαν τα εξής· «Εξ +αρχής, ότε είδομεν τους Πέρσας παραταχθέντας απέναντί σας, +διενοήθημεν να είπωμεν τούτο το οποίον επρολάβετε και +επροτείνετε· αλλ' εφοβούμεθα μήπως δεν σας αρέση η πρότασις. +Αφού λοιπόν υμείς αυτοί το εσκέφθητε και ημείς το ακούομεν με +πολλήν ευχαρίστησιν, είμεθα έτοιμοι να το πράξωμεν.» + +47. Αφού δε εδέχθησαν τούτο προθύμως αμφότεροι, ήρχισε να +διαφαίνη η ηώς και αυτοί ήλλαξαν τας τάξεις μεταξύ των. +Εννοήσαντες δε το πράγμα οι Βοιωτοί, ανέφερον τούτο εις τον +Μαρδόνιον. Ούτος δε ακούσας, διέταξεν αμέσως ομοίαν μεταβολήν +και έφερε τους Πέρσας απέναντι των Λακεδαιμονίων. Τότε ο +Παυσανίας ιδών ότι ανεκαλύφθη το σχέδιόν του, επανήλθε μετά των +Σπαρτιατών εις το δεξιόν κέρας και ο Μαρδόνιος επανέφερε τους +Πέρσας εις το αριστερόν. + +48. Αφού δε επανέλαβον τας πρώτας θέσεις των, πέμψας ο +Μαρδόνιος κήρυκα εις τους Σπαρτιάτας έλεγε τα εξής· «Ω +Λακεδαιμόνιοι, οι άνθρωποι των μερών τούτων λέγουσιν ότι είσθε +ανδρειότατοι, και σας θαυμάζουσιν ότι ούτε φεύγετε από τον +πόλεμον ούτε αφίνετε τας τάξεις σας, αλλά μένοντες ή φονεύετε +τους εναντίους ή φονεύεσθε· αλλ ουδέν τούτων είνε αληθές, +καθότι πριν ακόμη πλησιάσωμεν και έλθωμεν εις χείρας, σας +είπομεν εγκαταλείποντας τας τάξεις σας, αφίνοντας εις τους +Αθηναίους να κάμωσι την πρώτην απόπειραν, και τασσομένους +απέναντι των ημετέρων δούλων. Ταύτα ουδόλως είναι έργα ανδρών +γενναίων και βλέπομεν ότι πολύ εψεύσθημεν εις την ιδέαν την +οποίαν είχομεν δι' υμάς. Τωόντι, ένεκα της φήμης σας, +περιεμένομεν να πέμψετε κήρυκα εις ημάς προκαλούντες και +θέλοντες να πολεμήσετε με μόνους τους Πέρσας· ενώ δε +περιεμένομεν να δεχθώμεν τούτο, υμείς ουδέν τοιούτο είπετε, +αλλ' εξ εναντίας σας εύρομεν τρέμοντας. Όθεν, επειδή δεν +επροτείνατε πρώτοι τον λόγον τούτον, τον προτείνομεν ημείς. +Διατί αφού φημίζεσθε ως ανδρειότατοι μεταξύ των Ελλήνων, ως και +ημείς μεταξύ των βαρβάρων, διατί να μη πολεμήσωμεν ίσοι προς +ίσους τον αριθμόν; Έπειτα δε, εάν μεν φανή εύλογον να +πολεμήσωσι και οι άλλοι ας πολεμήσωσιν ύστερον εάν δε δεν φανή +εύλογον, και μόνη η ιδική μας μάχη αρκή, ας πολεμήσωμεν ημείς, +και εκείνοι εξ ημών οίτινες νικήσωσιν, αυτοί να θεωρούνται ότι +ενίκησαν δι' όλον τον στρατόν.» + +49. Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών, περιέμεινεν ολίγας στιγμάς, αλλ' +ουδείς τω απεκρίθη και επέστρεψεν οπίσω· επιστρέψας δε ανέφερεν +εις τον Μαρδόνιον τα διατρέξαντα. Ούτος δε περιχαρής γενόμενος +και επαρθείς διά την ασήμαντον ταύτην νίκην, έπεμψε το ιππικόν +κατά των Ελλήνων. Ορμήσαντες λοιπόν οι ιππείς έβλαπτον όλον τον +Ελληνικόν στρατόν ακοντίζοντες και τοξεύοντες εις αυτόν, καθότι +ήσαν ιπποτοξόται και δεν ηδύναντο οι Έλληνες να τους πλησιάσωσι +και να τους κτυπήσωσι. Συνετάραξαν επίσης και συνέχωσαν την +Γαργαφίαν κρήνην εξ ης υδρεύετο όλον το Ελληνικόν στράτευμα. +Πλησίον της κρήνης ταύτης ήσαν παρατεταγμένοι μόνοι οι +Λακεδαιμόνιοι· εις δε τους άλλους Έλληνας, αναλόγως εκάστης +τάξεως, η μεν κρήνη ήτο απωτέρω, ο δε Ασωπός πλησιέστερον +οσάκις όμως εμποδίζοντο να υδρεύσωσιν εκ του ποταμού τούτου, +ήρχοντο εις την κρήνην. Κατ' εκείνην δε την στιγμήν οι ιππείς +και τα τοξεύματα δεν τους άφινον να λάβωσιν τον Ασωπόν. + +50. Τούτων ούτως εχόντων, οι στρατηγοί των Ελλήνων βλέποντες +ότι ο στρατός εστερήτο ύδατος και εταράσσετο υπό του ιππικού, +συνηθροίσθησαν περί τον Παυσανίαν εις το δεξιόν κέρας όπως +συσκεφθώσι περί τούτου και περί άλλων πραγμάτων. Τωόντι είχον +ακόμη και άλλας σπουδαιοτέρας φροντίδας· τα τρόφιμα είχον +εκλείψει, οι δε υπηρέται τους οποίους είχον πέμψει εις την +Πελοπόννησον διά να φέρωσι τροφάς, απεκλείσθησαν υπό του +ιππικού και δεν ηδύναντο να έλθωσιν εις το στρατόπεδον. + +51. Συσκεφθέντες λοιπόν οι στρατηγοί απεφάσισαν, εάν διέλθωσιν +εκείνην την ημέραν οι Πέρσαι χωρίς να πολεμήσωσι, να υπάγωσιν +αυτοί εις την νήσον την κειμένην απέναντι των Πλαταιών, δέκα +στάδια μακράν του Ασωπού και της κρήνης Γαργαφίας, όπου κατ' +εκείνην την στιγμήν ήσαν εστρατοπεδευμένοι. Ιδού δε πώς +ευρίσκεται νήσος εν μέσω της ηπείρου· σχιζόμενος ο ποταμός +άνωθεν εκ του Κιθαιρώνος, ρέει κάτω εις την πεδιάδα, τα δε +ρεύματα απέχουσιν αλλήλων περίπου τρία στάδια, και έπειτα +ενούνται πάλιν επί το αυτό. Όνομα δε της νήσου είναι Ωερόη, και +λέγουσιν οι επιχώριοι ότι αύτη είναι θυγάτηρ του Ασωπού. Εις +τούτο λοιπόν το μέρος ήθελον οι Έλληνες να μεταβώσι, διά να +έχωσιν ύδωρ άφθονον και να μη ενοχλώνται υπό του ιππικού, ως +συνέβαινε τότε ότε είχον αυτό απέναντί των. Συνεφώνησαν δε να +μετακινηθώσι περί την δευτέραν φυλακήν της νυκτός, διά να μη +τους ίδωσιν οι Πέρσαι αναχωρούντας και τους ταράττωσιν οι +ιππείς ερχόμενοι κατόπιν των. Το σχέδιόν των επίσης ήτο, άμα +φθάσωσιν εις το μέρος εκείνο όπου σχίζεται ο ποταμός ρέων εκ +του Κιθαιρώνος και σχηματίζει την Ασωπίδα Ωερόην, να στείλωσι +τους ημίσεις του στρατού προς τον Κιθαιρώνα διά να απαλλάξωσι +τους υπηρέτας οίτινες είχον αναχωρήσει διά τροφάς και οίτινες +ήσαν εκεί αποκεκλεισμένοι. + +52. Αφού απεφάσισαν ταύτα, όλην μεν εκείνην την ημέραν ένεκα +των αδιακόπων επιθέσεων του ιππικού υπέφερον πολύ. Ότε δε +έληξεν η ημέρα, οι ιππείς έπαυσαν· γενομένης δε νυκτός και +ελθούσης της ώρας καθ' ην είχον συμφωνήσει να αναχωρήσωσι, τότε +εγερθέντες οι περισσότεροι έφυγον χωρίς να έχωσι παντάπασι κατά +νουν να υπάγωσιν εις το συμπεφωνημένον μέρος· καθότι άμα +εκινήθησαν, έφευγον ευχαρίστως από το ιππικόν, διευθυνόμενοι +προς την πόλιν των Πλαταιέων. Φεύγοντες δε έφθασαν εις το +Ηραίον. Είναι δε το Ηραίον απέναντι των Πλαταιών και απέχει +είκοσι στάδια από της κρήνης Γαργαφίας. Εκεί φθάσαντες +κατέθεσαν τα όπλα προ του ιερού. + +53. Και ούτοι μεν εστρατοπεδεύσαντο περί το Ηραίον· ο δε +Παυσανίας, βλέπων αυτούς αναχωρούντας εκ του στρατοπέδου, +παρήγγειλεν εις τους Λακεδαιμονίους να αναλάβωσι τα όπλα και να +ακολουθήσωσι τους προπορευομένους, νομίσας ότι μεταβαίνουσιν +εις το συμφωνηθέν μέρος. Αμέσως οι μεν άλλοι ταξίαρχοι +ητοιμάσθησαν να υπακούσωσιν εις τον Παυσανίαν, αλλ' ο +Αμομφάρετος του Πολιάδου, διοικών τον λόχον των Πιτανατών, +είπεν ότι ποτέ δεν θα φύγη τους ξένους, ούτε εκών θα καταισχύνη +την Σπάρτην· μη παρευρεθείς εις την προλαβούσαν συνομιλίαν, +εξεπλήττετο διά τα πραττόμενα. Ο δε Παυσανίας και ο Ευρυάναξ +εστοχάζοντο μεν άτοπον την απείθειάν του, εστοχάζοντο όμως έτι +μάλλον άτοπον, αφού εκείνος έκαμε τοιαύτην απόφασιν και δεν +ήθελε να τους ακολουθήση, να αφήσωσι τον λόχον των Πιτανατών, +φοβούμενοι μήπως, εάν τον αφήσωσι πράττοντες όσα είχον +συμφωνήσει με τους άλλους Έλληνας, απολεσθώσι και ο Αμομφάρετος +και οι μετ' αυτού, μείναντες μόνοι. Ταύτα αναλογιζόμενοι, +εσταμάτησαν την αναχώρησι του Λακωνικού στρατοπέδου και +επειρώντο να πείσωσιν αυτόν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό το οποίον +έπραττε. + +54. Και ούτοι μεν συνεβούλευον τον Αμομφάρετον, όστις μόνος εκ +των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών είχε μείνει. Οι δε Αθηναίοι +έπραξαν τα εξής. Έμενον ήσυχοι εις τας τάξεις των, γνωρίζοντες +τα φρονήματα των Λακεδαιμονίων ως άλλα φρονούντων και άλλα +λεγόντων. Ότε δε εκινήθη ο στρατός, έπεμψαν ένα ιππέα των διά +να ίδη εάν οι Σπαρτιάται ήρχισαν να κινώνται ή εάν εσκόπευον να +μη μεταβάλωσι θέσιν, και εν πάση περιπτώσει να ζητήσωσι +διαταγάς παρά του Παυσανίου. + +55. Ότε δε έφθασεν ο κήρυξ εις τους Λακεδαιμονίους, τους εύρε +τεταγμένους εις τας θέσεις των, τους δε πρώτους αυτών +φιλονεικούντας καθότι ο Ευρυάναξ και ο Παυσανίας συνεβούλευον +τον Αμομφάρετον να μη εκθέση τον λόχον του εις κίνδυνον +αναπόφευκτον μένων εκεί μόνος εκ των Λακεδαιμονίων, και δεν +ηδύναντο να τον πείσωσιν. Εξηκολούθει λοιπόν η φιλονεικία, ότε +ήλθεν ο κήρυξ των Αθηναίων. Τότε ο Αμομφάρετος, φιλονεικών, +λαμβάνει λίθον δι' αμφοτέρων των χειρών και ρίψας αυτόν προ των +ποδών του Παυσανίου· «Διά ταύτης της ψήφου, είπε, ψηφίζω να μη +φεύγωμεν τους ξένους.» Ξένους δε ενόει τους βαρβάρους. Ο δε +Παυσανίας αποκαλών αυτόν μαινόμενον και παράφρονα, εστράφη προς +τον κήρυκα και απεκρίνετο εις εκείνα τα οποία τον είχον +επιφορτίσει οι Αθηναίοι να ερωτήση. Ο Παυσανίας τω παρήγγειλε +να αναφέρη εις τους Αθηναίους τα διατρέχοντα και να τους +παρακαλέση να πλησιάσωσι τους Λακεδαιμονίους διά να συμφωνώσι +τα κινήματά των. + +56. Και ο μεν κήρυξ επέστρεψεν εις τους Αθηναίους, τους +Λακεδαιμονίους κατέλαβεν η ηώς εισέτι λογομαχούντας. Ο +Παυσανίας μείνας αναποφάσιστος μέχρις εκείνης της ώρας εσκέφθη +τέλος ότι εάν κινήσωσιν οι άλλοι Λακεδαιμόνιοι δε δυνηθή να +μείνη μόνος ο Αμομφάρετος· είπε και εγένετο. Δους λοιπόν το +σημείον της αναχωρήσεως, απήγαγεν όλους τους λοιπούς διά των +λόφων. Οι Τεγεάται τον ηκολούθησαν, και οι Αθηναίοι εν τάξει +έλαβον εναντίον διεύθυνσιν της των Λακεδαιμονίων· καθότι οι μεν +Λακεδαιμόνιοι, φοβούμενοι το ιππικόν, δεν εμακρύνοντο από τους +λόφους και τας υπωρείας του Κιθαιρώνος, οι δε Αθηναίοι +ετράπησαν προς την πεδιάδα. + +57. Ο δε Αμομφάρατος, νομίσας κατ' αρχάς ότι ο Παυσανίας δεν +ήθελε τολμήση και να τους εγκαταλείψη επέμενε να μείνωσιν αυτού +και να μη αφήσωσι τας τάξεις των· όταν όμως είδε τον Παυσανίαν +και τους μετ' αυτού μακρυνομένους, πεισθείς πλέον ότι τον +άφινον άνευ προσποιήσεως διέταξε τον λόχον του να αναλάβη τα +όπλα και τον ωδήγησε βραδέως επί τα βήματα των άλλων +Σπαρτιατών. Ούτοι είχον διανύσει ήδη δέκα στάδια, και σταθέντες +περί τον ποταμόν Μολόεντα εις τόπον τινα καλούμενον Αρμόπιον, +όπου ευρίσκεται και ιερόν της Ελευσινίας Δήμητρος, περιέμενον +τον λόχον του Αμομφαράτου. Τον περιέμενον δε δια την εξής +αιτίαν· εάν ο Αμομφάρετος και ο λόχος του δεν αφήσωσι την θέσιν +εις ην είχον εξ αρχής ταχθή, αλλά μείνωσιν αυτό, να επιτρέψωσιν +οπίσω εις βοήθειάν των. Μόλις δε ο Αμομφάρετος και οι μετ' +αυτού έφθασαν, αμέσως εφάνη όλον το ιππικόν των βαρβάρων· +καθότι οι ιππείς ήρχισαν πάλιν να κάμνωσιν εκείνην την ημέραν +ό,τι συνείθιζον να πράττωσι κατά τας προλαβούσας. Ιδόντες δε +κενόν τον χώρον όπου κατά τας προηγουμένας ημέρας ήσαν +τεταγμένοι οι Έλληνες, ήλασαν τους ίππους επί τα πρόσω, και +φθάσαντες τον Άμομφάρετον κατεδίωκον αυτόν. + +58. Άμα ο Μαρδόνιος έμαθεν ότι οι Έλληνες απεχώρησαν κατά την +νύκτα και είδε τον χώρον έρημον, καλέσας τον Λαρισσαίον Θώρακα +και τους αδελφούς αυτού Ευρύπυλον και Θρασυδαίον, τοις είπε τα +εξής· «Ω παίδες του Αλεύου, τι θα ειπήτε ακόμη βλέποντες το +μέρος τούτο έρημον; Υμείς οι πλησιόχωροι ελέγετε ότι οι +Λακεδαιμόνιοι δεν φεύγουσιν εις τας μάχας, αλλ' είναι πρώτοι +άνδρες εις τα πολεμικά. Είδετε αυτούς πρότερον μετακινηθέντας +από τας θέσεις των, και τώρα βλέπομεν όλοι ότι κατά την +παρελθούσαν νύκτα έφυγον. Καθ' ην στιγμήν έπρεπε ν' αντιταχθώσι +προς ανθρώπους αληθώς ανδρειοτάτους, έδειξαν φανερά ότι είναι +μηδέν και ότι επεδεικνύοντο εις τους Έλληνας, ανθρώπους όντας +ομοίως μηδέν. Και υμάς μεν, επειδή δεν εδοκιμάσατε τους Πέρσας, +συγχωρώ εάν επαινήτε τους ανθρώπους τούτους των οποίων είδετε +ποτέ πράξεις τινάς· εκπλήττομαι όμως πως ο Αρτάβαζος εφοβείτο +τους Λακεδαιμονίους, και φοβούμενος αυτούς έδιδε συμβουλήν +δειλοτάτην, να εγείρωμεν το στρατόπεδον και να υπάγωμεν εις την +πόλιν των Θηβαίων να πολιορκηθώμεν. Αυτήν την συμβουλήν του θα +αναφέρω και εις τον βασιλέα. Αλλά περί μεν τούτων και άλλοτε θα +συνομιλήσωμεν. Τώρα δε δεν πρέπει να αφήσωμεν τους Έλληνας +φεύγοντας, αλλ' ας τους καταδιώξωμεν μέχρις ού τους φθάσωμεν +και τους τιμωρήσωμεν δι' όσα κακά έκαμον εις τους Πέρσας.» + +59. Ταύτα ειπών διέβη τον Ασωπόν (27) με τους Πέρσας τους +οποίους ήγεν επί τα ίχνη των Ελλήνων, καθότι ενόμιζεν ότι +έφευγον· διευθύνθη δε μόνον εναντίον των Λακεδαιμονίων και των +Τεγεατών, καθότι ένεκα των όχθων δεν έβλεπε τους Αθηναίους +καταβάντας εις την πεδιάδα. Οι λοιποί αρχηγοί των βαρβάρων, +βλέποντες τους Πέρσας διώκοντας ζωηρώς τους Έλληνας, ύψωσαν +όλοι τα σημεία και ήρχισαν να καταδιώκωσιν όσον ταχύτερον +ηδύνατο έκαστος, άνευ τάξεως, άνευ κοσμιότητος. Και ούτοι μεν +ώρμησαν μετά βοής και θορύβου, νομίζοντες ότι θα αναρπάσωσι +τους Έλληνας. + +60. Ο δε Παυσανίας, επειδή επιέζετο υπό του ιππικού, έπεμψε +προς τους Αθηναίους ιππέα και τοις είπεν «Άνδρες Αθηναίοι, +αγώνος μεγίστου προκειμένου, ή να μείνη ελευθέρα ή να δουλωθή η +Ελλάς, ημείς οι Λακεδαιμόνιοι και υμείς οι Αθηναίοι επροδόθημεν +υπό των συμμάχων φυγόντων κατά την προλαβούσαν νύκτα. Νομίζομεν +λοιπόν ότι εις το εξής τούτο πρέπει να κάμωμεν αμυνόμενοι όσον +δυνάμεθα καλλίτερον, ας υποστηρίζωμεν αλλήλους. Και επειδή, εάν +το ιππικόν ώρμα πρώτον εναντίον σας, έπρεπε να σας βοηθήσωμεν +ημείς και οι μεθ' ημών μη προδώσαντες την Ελλάδα Τεγεάται· +τώρα, επειδή όλον το ιππικόν επέπεσεν εναντίον ημών, είναι +δίκαιον υμείς να έλθετε προς υπεράσπισιν της βαρέως πιεζομένης +μοίρας. Εάν δε ευρίσκεσθε εις ανάγκην και σας είναι αδύνατον να +έλθετε εις βοήθειάν μας, κάμετέ μας την χάριν να μας πέμψετε +τους τοξότας σας. Εκ των διαφόρων συμβάντων του παρόντος +πολέμου εγνωρίσαμεν ότι είσθε προθυμότατοι, ώστε να εισακούσετε +και την παράκλησιν ταύτην.» + +61. Άμα ήκουσαν ταύτα οι Αθηναίοι απεφάσισαν αμέσως να υπάγωσι +και να βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους πάση δυνάμει. Ενώ όμως +επορεύοντο, επετέθησαν κατ' αυτών οι μηδίζοντες Έλληνες όσοι +ήσαν αντιτεταγμένοι εναντίον των και τους ημπόδισαν να +βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους· καθότι οι ενάντιοι ακολουθούντες +έβλαπτον αυτούς. Τοιουτοτρόπως μονωθέντες οι Λακεδαιμόνιοι και +οι Τεγεάται, όντες οι μεν πρώτοι ομού με τους ψιλούς πεντήκοντα +χιλιάδες, οι δε δεύτεροι, οίτινες δεν απεχωρίζοντο από τους +Λακεδαιμονίους, τρισχίλιοι, έκαμνον θυσίας δια να συμπλακώσι με +τον Μαρδόνιον και τον στρατόν αυτού. Αλλά τα θύματα δεν +απέβαινον αίσια δι' αυτούς, και εφονεύοντο πολλοί και +ετραυματίζοντο πολύ περισσότεροι· καθότι Πέρσαι σχηματίζοντες +ως φράκτην έμπροσθέν των τας ασπίδας, έρριπτον τόσον άφθονα +τοξεύματα ώστε ο Παυσανίας, βλέπων τας απωλείας των Σπαρτιατών +και τους κακούς οιωνούς των θυμάτων, έστρεψε τα βλέμματα προς +το Ηραίον των Πλαταιών κα επεκαλέσατο την θεάν, ικετεύων αυτήν +να μη ψευσθώσιν οι Έλληνες εις τας ελπίδας των. + +62. Ενώ ακόμη ο Παυσανίας επικαλείτο την θεάν, πρώτοι, οι +Τεγεάται αναστάντες εχώρησαν κατά των βαρβάρων· αμέσως δε μετά +την ευχήν του Παυσανίου εφάνησαν και τα θύματα αίσια εις τους +Λακεδαιμονίους. Αφού δε τέλος εγένοντο αίσια, εχώρησαν και +ούτοι κατά των Περσών, οίτινες διά να αντισταθώσιν απέθεσαν τα +τόξα. Εγένετο δε κατά πρώτον η μάχη περί το πρόφραγμα των +ασπίδων· αφού δε τούτο ανετράπη, εξηκολούθησεν ισχυρά και επί +πολλήν ώραν περί τον ναόν της Δήμητρος, μέχρις ου συνεπλάκησαν +τέλος σώμα προς σώμα· καθότι οι βάρβαροι δράττοντες τα δόρατα +τα έθραυον, και δεν ήσαν οι Πέρσαι κατώτεροι των Ελλήνων κατά +το θάρρος και την δύναμιν· δεν είχον όμως αμυντικά όπλα, δεν +εγνώριζον τον τρόπον του πολεμείν των Ελλήνων, και ήσαν +ολιγώτερον επιτήδειοι των αντιπάλων των. Χωριζόμενοι ανά είς ή +ανά δέκα, και γινόμενοι σώματα μάλλον ή ήττον πολυάριθμα, +έπιπτον ατάκτως εις τας τάξεις των Σπαρτιατών και εφονεύοντο. + +63. Εις το μέρος δε όπου ευρίσκετο αυτός ο Μαρδόνιος και +εμάχετο επί ίππου λευκού έχων περί εαυτόν χιλίους λογάδας +Πέρσας τους αρίστους, εκεί προ πάντων επίεσαν τα μάλιστα τους +εναντίους. Ενόσω έζη ο Μαρδόνιος, αντείχον και αμυνόμενοι +κατέβαλλον πολλούς των Λακεδαιμονίων. Άμα όμως εφονεύθη ο +Μαρδόνιος και έπεσαν οι περί αυτόν τεταγμένοι οίτινες ήσαν +ισχυρότατοι πάντων, τότε και οι άλλοι έστρεψαν τα νώτα +παραχωρήσαντες την νίκην εις τους Λακεδαιμονίους. Πάμπολυ δε +τους έβλαπτεν η ενδυμασία των, καθότι δεν είχον ισχυρούς +θώρακας, αλλ' όντες γυμνήται ηγωνίζοντο εναντίον οπλιτών. + +64. Τότε εδόθη ικανοποίησις διά τον φόνον του Λεωνίδου, την +οποίαν κατά τον χρησμόν ώφειλε να δώση ο Μαρδόνιος εις τους +Σπαρτιάτας, και ο Παυσανίας του Κλεομβρότου του Αναξανδρίδου +εκέρδισε την αρίστην των νικών από όσας ημείς ηξεύρομεν. +Είπομεν ανωτέρω τα ονόματα των προγόνων του Λεωνίδου· είναι τα +αυτά εις αμφοτέρους. Ο δε Μαρδόνιος εφονεύθη υπό του +Αειμνήστου, πολίτου επιφανούς της Σπάρτης, όστις ύστερον, μετά +τον Μηδικόν πόλεμον, έχων τριακοσίους άνδρας, επολέμησε με +όλους τους Μεσσηνίους εις το Στενύκληρον, όπου απέθανε και +αυτός και οι τριακόσιοι. + +65. Οι δε Πέρσαι, άμα ενικήθησαν υπό των Λακεδαιμονίων εις τας +Πλαταιάς, έφυγον ατάκτως εις το στρατόπεδόν των και εκλείσθησαν +εις το ξύλινον τείχος το οποίον είχον κατασκευάσει εις μέρος τι +της Θηβαΐδος. Θαυμάζω δε πώς, ενώ εγίνετο ο πόλεμος πλησίον του +άλσους της Δήμητρος, δεν εφάνη κανείς Πέρσης, ούτε να εισέλθη +εις το τέμενος, ούτε να φονευθή εντός αυτού· αλλ' οι +περισσότεροι έπεσον περί το ιερόν, επί εδάφους βεβήλου. Εικάζω +λοιπόν (εάν ήναι επιτετραμμένον να εκφράζη τις εικασίας επί +πραγμάτων θείων) ότι αύτη ης θεά δεν τους εδέχθη, ως +εμπρήσαντας τον εν Ελευσίνι σεβαστόν ναόν της. Τοιαύτη υπήρξεν +η μεγάλη αύτη μάχη. + +66. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και εξ αρχής είχεν +αποδοκιμάσει την απόφασιν την οποίαν έλαβεν ο βασιλεύς να αφήση +τον Μαρδόνιον εις την Ελλάδα, και βραδύτερον πολλάκις ζητήσας +να μεταπείση τον Μαρδόνιον από το να δώση μάχην δεν κατώρθωσε +τίποτε, ούτος λοιπόν μη αρεσκόμενος εις τας πράξεις του +Μαρδονίου, έπραξε τα εξής· άμα ήρχισεν η μάχη, ο Αρτάβαζος +ηξεύρων το αποβησόμενον, έθεσεν εις τάξιν τους υπό την +στρατηγίαν του (είχε δε όχι ολίγην δύναμιν, αλλά +τετρακισμυρίους περίπου άνδρας περί εαυτόν) εβάδιζε παραγγείλας +να τον ακολουθήσωσιν όλοι όπου ήθελον τον ίδει διευθυνόμενον +ταχέως. Ταύτα παραγγείλας εκίνησεν, ως να τους ωδήγει τάχα εις +την μάχην προπορευόμενος δε είδε τους Πέρσας φεύγοντας. Τότε +πλέον δεν εβάδισε με την αυτήν ευταξίαν, αλλ' ήρχισε να τροχάζη +τάχιστα φεύγων ουχί εις το ξύλινον τείχος ούτε εις το τείχος +των Θηβαίων, αλλ' εις τους Φωκείς, θέλων εκείθεν να φθάση +τάχιστα εις τον Ελλήσποντον. Και ούτοι μεν ταύτην την οδόν +ετράπησαν. + +67. Εκ δε των Ελλήνων όσοι ήσαν με τον βασιλέα, οι μεν άλλοι +εδεικνύοντο εκουσίως νωθροί, μόνοι δε οι Βοιωτοί επολέμησαν +αρκετήν ώραν με τους Αθηναίους· καθότι οι μηδίζοντες εκ των +Θηβαίων εδείκνυον υπερβάλλοντα ζήλον και δεν εφαίνοντο +άνανδροι, τόσον ώστε τριακόσιοι εξ αυτών οι πρώτοι και +ανδρειότατοι εφονεύθησαν εκεί υπό των Αθηναίων. Ότε δε +ηττήθησαν και ούτοι, έφυγον εις τας Θήβας, και ουχί εις το αυτό +μέρος όπου κατέφυγον οι Πέρσαι και όλον το πλήθος των άλλων +συμμάχων, οίτινες ούτε επολέμησαν μετ' ουδενός ούτε έπραξαν +λαμπρόν τι έργον. + +68. Ότι δε η επιτυχία ή η αποτυχία των βαρβάρων εξηρτάτο από +τους Πέρσας, το βλέπω και εκ τούτου, ότι τότε ούτοι, χωρίς να +έλθωσιν εις χείρας με τους πολεμίους, ετράπησαν εις φυγήν +βλέποντες τους Πέρσας φεύγοντας. Τοιουτοτρόπως δε έφυγον όλοι +πλην του ιππικού, τόσον του άλλου όσον και του Βοιωτικού. Τούτο +μάλιστα μεγάλην ωφέλειαν παρέσχε, καθότι ακολουθούν τους +πολεμίους εκ του σύνεγγυς εβοήθει τους φίλους του φεύγοντας από +τους Έλληνας. Οι Έλληνες λοιπόν νικώντες δεν έπαυον διώκοντες +και φονεύοντες τους ηττηθέντας. + +69. Διαρκούντος δε του διωγμού τούτου, αγγέλλεται εις τους +Έλληνας τους τεταγμένους περί το Ηραίον και αποχωρήσαντας της +μάχης, ότι οι μείναντες μετά του Παυσανίου εμάχοντο και ενίκων. +Ταύτα ακούσαντες χωρίς να τεθώσιν εις καμμίαν τάξιν, οι μεν +Κορίνθιοι ετράπησαν διά της υπωρείας και των λόφων κατ' ευθείαν +προς το ιερόν της Δήμητρος· οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι έλαβον +διά της πεδιάδος την λειοτάτην των οδών· αλλ' όταν ούτοι +επλησίαζον τους μαχομένους, οι ιππείς των Θηβαίων· των οποίων +ίππαρχος ήτο ο Ασωπόδωρος του Τιμάνδρου, ιδόντες αυτούς ότι +ήρχοντο με βίαν και χωρίς τάξιν, απέλυσαν εναντίον των τους +ίππους, και επιπεσόντες κατ' αυτών εξακόσιους μεν εφόνευσαν, +τους δε λοιπούς διώκοντες απέκλεισαν εις τον Κιθαιρώνα. Και +ούτοι μεν απώλοντο αδόξως. + +70. Οι δε Πέρσαι και το άλλο πλήθος των βαρβάρων, άμα κατέφυγον +εις το ξύλινον τείχος, επρόφθασαν και ανέβησαν εις τους πύργους +πριν έλθωσιν οι Λακεδαιμόνιοι· αναβάντες δε ησφάλισαν το τείχος +όσον ηδύναντο καλλίτερον. Ότε επλησίασαν οι Λακεδαιμόνιοι, +συνεκροτήθη τειχομαχία με πολλήν επιμονήν. Ενόσω οι Αθηναίοι +έλειπον, οι βάρβαροι ημύνοντο και υπερίσχυον των Λακεδαιμονίων, +οίτινες δεν ήξευρον να τειχομαχώσιν· ότε όμως προσήλθον οι +Αθηναίοι, τότε ήρχισε τειχομαχία ισχυρά ήτις διήρκεσε πολλήν +ώραν. Τέλος οι Αθηναίοι, ανδρείως και επιμόνως, πολεμήσαντες, +ανέβησαν εις το τείχος και το εκρήμνισαν. Πρώτοι εισήλθον οι +Τεγεάται, και ούτοι ήσαν οι διαρπάσαντες την σκηνήν του +Μαρδονίου, όπου μεταξύ άλλων ήτο και η φάτνη των ίππων, όλη +χαλκίνη και θαυμασμού αξία. Ταύτην την φάτνην του Μαρδονίου +αφιέρωσαν οι Τεγεάται εις τον ναόν της Αλέας Αθηνάς, τα δε άλλα +έφερον αμέσως εις το μέρος όπου οι άλλοι Έλληνες απέθετον τα +λάφυρα. Πεσόντος του τείχους, οι βάρβαροι δεν συνεκρότησαν +πλέον σώμα διά να αντισταθή, ούτε τις αυτών εφρόντιζε να φανή, +ανδρείος, αλλά περιέπεσαν εις φόβον πολύν, ως συμβαίνει όταν +περιορισθώσιν εις τόπον ολίγον πολλαί μυριάδες ανθρώπων. Ο +Έλληνες λοιπόν δεν είχον ή να φονεύωσιν, εις τρόπον ώστε εκ +τριάκοντα μυριάδων στρατού, πλην των τεσσάρων τας οποίας έλαβεν +ο Αρτάβαζος και έφυγεν, εκ των λοιπών δεν εσώθησαν μήτε τρεις +χιλιάδες. Εκ των εκ Σπάρτης Λακεδαιμονίων απέθανον εις την +μάχην ταύτην όλοι εννενήκοντα και είς, εκ των Τεγεατών δεκαέξ +και εκ των Αθηναίων πεντήκοντα δύο. + +71. Ηρίστευσε εκ των βαρβάρων το πεζόν των Περσών και το +ιππικόν των Σακών, εκ των ανδρών δε ιδιαιτέρως ο Μαρδόνιος. Εκ +των Ελλήνων μολονότι οι Τεγεάται και οι Αθηναίοι εφάνησαν +ανδρείοι, υπερέβησαν όμως όλους οι Λακεδαιμόνιοι κατά την +ανδρίαν. Λέγω δε τούτο ουχί δι' άλλο τι, καθότι όλοι ενίκων +εκείνους εναντίον των οποίων ετάχθησαν αλλά διότι οι +Λακεδαιμόνιοι εκτυπήθησαν με το ισχυρότατον μέρος του εχθρικού +στρατού και το ενίκησαν. Κατά την γνώμην μου, ο Αριστόδημος, ο +μόνος εκ των τριακοσίων όστις εσώθη εις τας Θερμοπύλας και +ένεκα τούτου είχεν όνειδος και ατιμίαν, εφάνη ανδρειότατος. +Μετά τούτον ηρίστευσαν ο Ποσειδώνιος, ο Φιλοκύων και ο +Σπαρτιάτης Αμομφάρετος. Εν τούτοις εις την συνδιάλεξιν ήτις +εγένετο διά να γνωσθή τις εφάνη όλων ανδρειότατος, οι +παρευρεθέντες Σπαρτιάται έκρινον ότι ο μεν Αριστόδημος θέλων +αναμφιβόλως να αποθάνη διά να εκπλύνη το αρχαίον στίγμα, διά +τούτο ως λυσσών αφήσας την τάξιν του έπραξεν έργα μεγάλα· ο δε +Ποσειδώνιος, χωρίς να θέλη να αποθάνη, εφάνη ανδρείος, και διά +τούτο αυτός έπρεπε να προτιμηθή. Ίσως όμως είπον ταύτα εκ +φθόνου. Εκ των αποθανόντων λοιπόν εις την μάχην ταύτην, +ετιμήθησαν ούτοι τους οποίους απηρίθμησα, πλην του Αριστοδήμου. +Δεν ετιμήθη δε ο Αριστόδημος, καθότι ήθελε να αποθάνη διά την +προειρημένην αιτίαν. + +72. Ούτοι ήσαν οι ονομαστότατοι των εν Πλαταιαίς πεσόντων· +καθότι ο Καλλικράτης εφονεύθη έξω της μάχης. Ήτο ούτος ο +ωραιότατος άνθρωπος του στρατού, ου μόνον μεταξύ των +Λακεδαιμονίων, αλλά και μεταξύ όλων των Ελλήνων. Ούτος ότε +έσφαζε τα θύματα ο Παυσανίας, καθήμενος εις την τάξιν του, +ετραυματίσθη υπό βέλους εις τα πλευρά. Και οι μεν άλλοι +εμάχοντο, αυτός δε εκκομισθείς απέθνησκε λυπημένος, και έλεγε +προς Πλαταιέα Αρίμνηστον ότι δεν τον έμελε διότι απέθνησκεν +υπέρ της Ελλάδος, αλλά διότι δεν μεταχειρίσθη τον βραχίονά του, +ούτε έπραξέ τι άξιον εαυτού και της προθυμίας ην είχε να πράξη. + +73. Εκ δε των Αθηναίων λέγουσιν ότι ευδοκίμησεν ο Σωφάνης του +Ευτυχίδου εκ του δήμου της Δεκελείας. Οι δε Δεκελείς, ως +λέγουσιν αυτοί οι Αθηναίοι, έπραξαν έργον διά παντός ωφέλιμον +εις εαυτούς. Ότε το πάλαι οι Τυνδαρίδαι ζητούντες την Ελένην +εισέβαλον εις την Αττικήν μετά στρατού πολυαρίθμου και +ανεστάτονον τους δήμους μη ηξεύροντες πού ήτο κεκρυμμένη, τότε +λέγεται ότι ο δήμος της Δεκελείας, ή κατ' άλλους αυτός ο +Δέκελος, αγανακτών διά την θρασύτητα του Θησέως και φοβούμενος +δι' όλην την χώραν των Αθηναίων, απεκάλυψεν όλην την υπόθεσιν +εις τους Τυνδαρίδας και τους ωδήγησεν εξ τας Αφίδνας τας οποίας +τοις παρέδωκεν είς των αυτοχθόνων ο Τιτακός. Από της εποχής +ταύτης οι Δεκελείς εν Σπάρτη εισίν απηλλαγμένοι φόρου και +έχουσι θέσιν τιμής· το δε προνόμιον τούτο διατηρείται μέχρι +σήμερον, ούτως ώστε κατά τον πόλεμον όστις εγένετο πολλά έτη +ύστερον μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων, οι Λακεδαιμόνιοι, +δηώσαντες όλην την Αττικήν, εφείσθησαν της Δεκελείας. + +74. Εκ τούτου του δήμου ήτο ο Σωφάνης όστις ηρίστευσε τότε +μεταξύ των Αθηναίων. Διηγούνται δε την αρίστευσιν του κατά δύο +τρόπους· οι μεν είπον ότι εκ του ζωστήρος του θώρακος είχε +δεδεμένην άγκυραν σιδηράν με άλυσιν χαλκίνην· ταύτην δε, ότε +ερχόμενος επλησίαζε τους πολεμίους, έρριπτε και εστήριζεν εις +την γην, διά να μη δύνανται οι εναντίοι εις τας εφόδους των να +τον μετακινώσιν εκ της τάξεως· ότε δε εγίνετο φυγή των πολεμίων +και ήθελεν ο ίδιος, εσήκονε την άγκυραν και ούτω τους +κατεδίωκεν. Ούτος λέγουσιν ότι ήτο ο είς τρόπος· ο δε άλλος +διέφερεν από τον πρότερον λεχθέντα. Λέγουσιν ότι δεν είχεν +άγκυραν σιδηράν δεδεμένην εκ του θώρακος, αλλ' έμβλημα αγκύρας +επί της ασπίδος του την οποίαν περιέστρεφε πανταχού και δεν +άφινεν ουδ' επί στιγμήν ακίνητον. + +75. Ο Σωφάνης ούτος έχει πράξει και έτερον έργον. Ότε οι +Αθηναίοι επολιόρκουν την Αίγιναν, εφόνευσεν εις μονομαχίαν τον +Αργείον Ευρυβάτην, νικητήν πεντάθλου. Αυτός ούτος ο Σωφάνης +όστις εφάνη τόσον γενναίος, εφονεύθη βραδύτερον υπό των Ηδωνών +εις την Δάτον, ότε διοικών τους Αθηναίους μετά του Λεάγρου του +Γλαύκωνος, εμάχετο περί των χρυσών μεταλλείων. + +76. Ότε οι βάρβαροι κατετροπώθησαν εις τας Πλαταιάς υπό των +Ελλήνων, ήλθεν εκεί αυτόμολος εις τους τελευταίους τούτους γυνή +τις, ήτις ούσα παλλακή του Πέρσου Φαρανδάτου του Τεάσπιος, άμα +έμαθεν ότι κατεστράφησαν οι Πέρσαι και ενίκησαν οι Έλληνες, +κοσμηθείσα διά πολλών χρυσών κοσμημάτων και φορέσασα τα +κάλλιστα ενδύματά της, αύτη και αι θεράπαιναί της, κατέβη εκ +της αρμαμάξης και ήλθεν εις τους Λακεδαιμονίους, εισέτι +ασχολουμένους να φονεύωσιν. Είδεν ότι ο Παυσανίας διεύθυνεν +εκεί τα πάντα και εκ τούτου, τον ανεγνώρισεν, ηξεύρουσα +προηγουμένως το όνομά του και την πατρίδα του, καθό ακούσασα +πολλάκις να γίνεται λόγος περί αυτών εναγκαλισθείσα λοιπόν τα +γόνατά του, τω είπε· «Βασιλεύ της Σπάρτης, λύτρωσον την ικέτιδά +σου εκ της δουλείας της αιχμαλωσίας· με ωφέλησας ήδη μεγάλως +καταστρέψας τους ανθρώπους τούτους οίτινες δεν εσέβοντο ούτε +δαίμονας ούτε θεούς. Εγεννήθην εις την Κω και είμαι θυγάτηρ του +Ηγητορίδου υιού του Ανταγόρου· με ήρπασε δε βιαίως ο Πέρσης εκ +της πατρίδος μου και με είχεν.» Ο δε Παυσανίας απεκρίθη ούτω· +«Γύναι, μη φοβού, πρώτον μεν ως ικέτις, και προς τούτοις, εάν +ήναι, αληθή όσα λέγεις, ως θυγάτηρ του Κώου Ηγητορίδου, όστις +εξ όλων των εις την νήσον ταύτην κατοικούντων είναι ο +προσφιλέστατος ξένος μου.» Ταύτα ειπών, τότε μεν την παρέδωκεν +εις τους ευρισκομένους εις το στρατόπεδον εφόρους, ύστερον δε +την απέπεμψεν εις την Αίγιναν όπου αυτή ήθελε να μεταβή. + +77. Αμέσως μετά την άφιξιν της γυναικός έφθασαν οι Μαντινείς, +αφού τα πάντα είχον τελειώσει. Μαθόντες δε ότι ήλθον μετά την +μάχην, ελυπήθησαν πολύ και είπον ότι είναι άξιοι τιμωρίας· +έπειτα δε ακούσαντες ότι έφυγεν ο Αρτάβαζος με τους Μήδους, +κατεδίωξαν αυτούς μέχρι Θεσσαλίας, μολονότι οι Λακεδαιμόνιοι +απαγόρευσαν την καταδίωξιν των φευγόντων. Επιστρέψαντες εις την +χώραν των, κατεδίκασαν τους στρατηγούς των εις εξορίαν. Μετά +τους Μαντινείς δε ήλθον οι Ηλείοι, οίτινες ωσαύτως ανεχώρησαν +λυπηθέντες, και επιστρέψαντες εις την πατρίδα των εξώρισαν τους +στρατηγούς των. Ταύτα τα κατά τους Μαντινείς και τους Ηλείους. + +78. Εις δε το εν Πλαταιαίς στρατόπεδον των Αιγινητών ήτο ο +Λάμπων του Πύθου, εις των προκρίτων της Αιγίνης, όστις συλλαβών +σκέψεων ανοσιωτάτην, ηθέλησε να ομιλήση προς τον Παυσανίαν +πλησιάσας λοιπόν εύρον μετά σπουδής τω είπεν· «Ω παι του +Κλεομβρότου, κατωρθώσας έργον υπερφυές διά το μέγεθος και το +κάλλος· θεός τις βεβαίως ηθέλησε να λυτρώσης την Ελλάδα και να +αφήσης την λαμπροτέραν φήμην από όσας ημείς ηξεύρομεν. Αλλ' εις +τα γενόμενα πρόσθες και τούτο όπερ μένει να πράξης, διά να +προσκτήσης φήμην μεγαλειτέραν και να μη τολμά εις το εξής +κανείς βάρβαρος να πράττη κατά των Ελλήνων έργα ανόσια. +Αποθανόντος του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, ο Μαρδόνιος και ο +Ξέρξης αποκόψαντες την κεφαλήν του ανήρτησαν αυτήν εις +πάσσαλον. Αποδίδων λοιπόν συ τα ίσα εις τον Μαρδόνιον, θα +επαινεθής πρώτον μεν υπό πάντων των Σπαρτιατών, έπειτα δε και +υπό των άλλων Ελλήνων· καθότι εάν ανασκολοπίσης τον Μαρδόνιον, +εκδικείσαι τον θείον σου Λεωνίδαν.» Ο μεν Λάμπων ταύτα έλεγε, +νομίζων ότι ευαρεστεί τον Παυσανίαν. + +79. Αλλ' ο Παυσανίας απεκρίθη ως εξής· «Ω ξένε μου Αιγινήτα, +επαινώ μεν την ένδοιαν και την πρόβλεψίν σου, η συμβουλή σου +όμως δε είναι αγαθή τωόντι, αφού ανύψωσας και εμέ και την +πατρίδα και το έργον, με ρίπτεις έπειτα εις το μηδέν, παραινών +με να ατιμάσω νεκρόν, και λέγων ότι εάν πράξω τούτο θα επαινεθώ +περισσότερον. Τοιαύται όμως πράξεις αρμόζουσι μάλλον εις τους +βαρβάρους ή εις τους Έλληνας, και πάλιν τους μεμφόμεθα όταν τας +πράττωσι. Ποτέ να μη αξιωθώ να φανώ ευάρεστος διά τοιούτων +ανοσιοτήτων εις τους Αιγινήτας και εις τους αρεσκομένους εις +ταύτας· με αρκεί να ευαρεστώ εις τους Σπαρτιάτας, όσια πράττων +και όσια λέγων. Ο δε Λεωνίδας τον οποίον με παραινείς να +εκδικήσω, ούτος εξεδικήθη λαμπρώς· αυτός και οι μετ' αυτού εν +Θερμοπύλαις τελευτήσαντες εξεδικήθησαν διά του θανάτου απείρου +πλήθους βαρβάρων. Συ δε εάν έχης τοιαύτας συμβουλάς, μη +πλησιάσης άλλοτε εις εμέ, και γνώριζε χάριν ότι δεν +ετιμωρήθης.» + +80. Και ούτος μεν ταύτα ακούσας ανεχώρησεν· ο δε Παυσανίας +εκήρυξε να μη εγγίσωσι τα λάφυρα, και διέταξε τους είλωτας να +συγκομίσωσιν όλα τα πράγματα εις έν μέρος. Ούτοι δε +περιερχόμενοι εις το στρατόπεδον εύρισκον σκηνάς χρυσάς και +αργυράς, κλίνας επιχρύσους και επαργύρους, κρατήρας χρυσούς, +φιάλας, και άλλα ποτήρια· προσέτι εύρισκον επί αμαξών σάκκους +εντός των οποίων εφαίνοντο ότι ήσαν λέβητες χρυσοί και αργυροί, +και εκ των φονευμένων ανθρώπων ελάμβανον ψέλια, περιδέραια και +ακινάκας χρυσούς, καθότι διά τα πεποικιλμένα ενδύματα ουδείς +εφρόντιζε. Τότε οι είλωτες κλέπτοντες πολλά επώλουν ταύτα εις +τους Αιγινήτας, όσα δε δεν ηδύναντο να κρύψωσι τα εφανέρονον. +Ώστε τα μεγάλα πλούτη των Αιγινητών ταύτην την αρχήν έχουσιν, +επειδή ηγόραζον από τους είλωτας τον χρυσόν ως αν ήτο χαλκός. + +81. Αφού λοιπόν εσύναξαν όλα τα πολύτιμα πράγματα και εχώρισαν +την δεκάτης διά τον εν Δελφοίς θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο +χρυσούς τρίπους όστις εστήθη πλησίον του βωμού, επί του +τρικεφάλου χαλκίνου όφεως· αφού εχώρισαν την δεκάτην διά τον εν +Ολυμπία θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο δεκάπηχυς χάλκινος Ζευς· +αφού εχώρισαν και άλλην δεκάτην διά τον εν τω Ισθμώ θεόν, εξ ης +κατεσκευάσθη χάλκινος Ποσειδών επτάπηχυς· αφού εχώρισαν ταύτας +τας δεκάτας, εμοιράσθησαν όλα τα λοιπά, τας παλλακάς των +Περσών, τον χρυσόν, τον άργυρον, τούς άλλους θησαυρούς και τα +υποζύγια και έκαστος έλαβε το μερίδιον του οποίου εκρίθη άξιος. +Ουδείς αναφέρει πόσα κατ' εξαίρεσιν εδόθησαν εις ους +αριστεύσαντας εν τη μάχη ταύτη των Πλαταιών· εικάζω όμως ότι +εδόθησαν. Εις δε τον Παυσανίαν εδόθησαν δέκα εξ όλων γυναίκες, +ίπποι, κάμηλοι, τάλαντα και άλλα πράγματα. + +82. Λέγουσι δε ότι εγένετο και το εξής· ότι ο Ξέρξης, φεύγων εκ +της Ελλάδος, άφησεν εις τον Μαρδόνιον, όλην την αποσκευήν του, +συγκειμένην εκ χρυσού, αργύρου και παραπετασμάτων ποικίλων. +Ιδών τα πλούτη ταύτα ο Παυσανίας διέταξε τους αρτοκόπους και +τους οψοποιούς να τω ετοιμάσωσι δείπνον απαραλλάκτως ως το +ητοίμαζον διά τον Μαρδόνιον. Αφού ούτοι υπήκουσαν, ο Παυσανίας +ιδών κλίνας χρυσάς και αργυράς καλώς εστρωμένας, και τραπέζας +χρυσάς και αργυράς, και την ετοιμασίαν δείπνου μεγαλοπρεπούς, +κατεπλάγη δι' όσα έβλεπε προ των οφθαλμών του, και γελάσας +διέταξε τους υπηρέτας του να τω ετοιμάσωσι δείπνον Λακωνικόν. +Αφού ητοιμάσθη το δείπνον, επειδή η μεταξύ των δύο διαφορά ήτο +μεγάλη, ο Παυσανίας γελών πάντοτε προσεκάλεσε τους στρατηγούς +των Ελλήνων. Συνελθόντων δε τούτων, είπε δεικνύων αυτοίς τα δύο +ετοιμασθέντα δείπνα· «Άνδρες, Έλληνες, σας συνήγαγον θέλων να +σας δείξω την αφροσύνην του Μήδου, όστις τοιαύτην δίαιταν έχων, +ήλθε να μας αφαιρέση ταύτην την ευτελή τροφήν. Ταύτα λέγουσιν +ότι είπεν ο Παυσανίας εις τους στρατηγούς των Ελλήνων. + +83. Πολύν χρόνον μετά ταύτα διάφοροι Πλαταιείς εύρον θήκας +πλήρεις χρυσού, αργύρου και άλλων πολυτίμων πραγμάτων. +Παρετηρήθη δε και τούτο ύστερον από τας ανακαλύψεις ταύτα, αφού +διελύθησαν αι σάρκες των νεκρών και έμειναν τα οστέα γυμνά, οι +Πλαταιείς εσύναξαν αυτά εις έν μέρος· μεταξύ τούτων, λοιπόν +ευρέθη κεφαλή ουδεμίαν έχουσα ραφήν, αλλ' ούσα εξ ενός μόνου +οστού· ευρέθη προσέτι γνάθος, και το άνω μέρος της γνάθου, +έχουσα οδόντας μονοφυείς, ήτοι όλους εξ ενός οστού, και τους +εμπροσθίους και τους γομφίους. Εφάνησαν και τα οστά ανδρός +πενταπήχεως. + +84. Την δευτέραν ημέραν το σώμα του Μαρδονίου εγένετο άφαντον. +Ποίος το ήρπασε, δεν ηξεύρω να είπω ακριβώς· ήκουσα όμως παρά +πολλών και διαφόρων εθνών ανθρώπων ότι έθαψαν τον Μαρδόνιον, +και ηξεύρω ότι πολλοί έλαβον μεγάλα δώρα παρά του Αρτόντου, +υιού του Μαρδονίου, διά τούτο το έργον. Δεν ηδυνήθην όμως να +εξακριβώσω τις εξ αυτών έκλεψε τωόντι και έθαψε τον νεκρόν του +Μαρδονίου. Επικρατεί εν τούτοις φήμη τις ότι ήτο ο Εφέσιος +Διονυσοφάνης. Οπωσδήποτε ο μεν Μαρδόνιος τοιουτοτρόπως ετάφη. + +85. Οι δε Έλληνες αφού εμοιράσθησαν τα λάφυρα εις τας Πλαταιάς +έθαψαν τους αυτών νεκρούς, ιδιαιτέρως έκαστον έθνος. Και οι μεν +Λακεδαιμόνιοι έκαμον τρεις τάφους· εις τον ένα έθαψαν τους +ιρένας (28), εκ των οποίων ήσαν ο Ποσειδώνιος, ο Αμομφάρετος, ο +Φιλοκύων και ο Καλλικράτης. Εις τον ένα λοιπόν ετέθησαν οι +ιρένες· εις τον δεύτερον οι λοιποί Σπαρτιάται, και εις τον +τρίτον οι είλωτες. Ούτοι μεν ούτως ετάφησαν· οι δε Τεγεάται +έθαψαν τους δικούς των όλους ομού, ομοίως οι Αθηναίοι, και +ομοίως οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι τους φονευθέντας υπό του +ιππικού. Και τούτων δεν όλων οι τάφοι ήσαν πλήρεις· όσοι δε +τάφοι των άλλων Ελλήνων φαίνονται εις τας Πλαταιάς, ούτοι ως +μανθάνω είναι κενοτάφια τα οποία αισχυνόμενοί τινες διά την εκ +της μάχης απουσίαν των έκαμον διά να απατώσι τους +μεταγενεστέρους, μεταξύ άλλων υπάρχει και τάφος καλούμενος των +Αιγινητών, περί του οποίου ήκουσα ότι δέκα έτη μετά την μάχην +ταύτην, κατά παράκλησιν των Αιγινητών, έκαμεν ο Πλαταιεύς +Κλεάδης του Αυτοδίκου, ων πρόξενος αυτών. + +86. Αφού λοιπόν έθαψαν οι Έλληνες τους νεκρούς εις τας +Πλαταιάς, αμέσως έκαμον συμβούλιον εις το οποίον απεφάσισαν να +στρατεύσωσι κατά των Θηβαίων και να απαιτήσωσι τους μηδίσαντας +εξ αυτών, ιδίως τον Τιμαγενίδην και τον Ατταγίνον, οίτινες ήσαν +οι αρχηγοί του κόμματος· εάν δε δεν τους δώσωσι, να μη λύσωσι +την πολιορκίαν πριν κυριεύσωσι την πόλιν. Αφού απεφάσισαν +ταύτα, την ενδεκάτην ημέραν μετά την μάχην έφθασαν και +επολιόρκησαν τους Θηβαίους, ζητούντες να τοις παραδώσωσι τους +ανθρώπους τούτους· επειδή δε οι Θηβαίοι δεν ήθελον να τους +παραδώσωσιν, εδήουν την χώραν των και επετίθεντο κατά του +τείχους. + +87. Την δε εικοστήν ημέραν, επειδή οι Έλληνες δεν έπαυον +βλάπτοντες τους πολιορκουμένους, ο Τιμαγενίδης είπεν εις τους +Θηβαίους τα εξής· «Άνδρες Θηβαίοι, επειδή οι Έλληνες έκαμον +τοιαύτην απόφασιν, να μη λύσωσι την πολιορκίαν πριν ή τας Θήβας +κυριεύσωσιν ή ημάς παραδώσετε εις αυτούς, ας μη πάθη πλειότερα +ένεκα ημών η Βοιωτία γη. Εάν χρησιμεύωμεν πρόφασις, εάν κυρίως +θέλωσι χρήματα, ας τοις δώσωμεν χρήματα εκ του κοινού, καθότι +μετά του κοινού εμηδίσαμεν και ουχί μόνοι· εάν δε τωόντι +ζητούσιν ημάς τότε ημείς υπάγομεν προς αυτούς διά να +απολογηθώμεν.» Ορθότατοι και έγκαιροι εφάνησαν οι λόγοι των. +Όθεν αμέσως οι Θηβαίοι έπεμψαν κήρυκα εις τον Παυσανίαν διά να +τω είπωσιν ότι ήσαν έτοιμοι να τω παραδώσωσι τους ανθρώπους. + +88. Αφού έκαμαν συνθήκας επί τούτω τω όρω, ο μεν Ατταγίνος +απέδρα εκ της πόλεως· αντ' αυτού δε συνέλαβον τα τέκνα του και +τα έφερον εις τον Παυσανίαν, όστις τα απέλυσεν ειπών ότι τα +τέκνα δεν είναι ένοχα μηδισμού. Οι δε άλλοι όσους παρέδοσαν οι +Θηβαίοι, ούτοι μεν ενόμιζον ότι θα λάβωσι την άδειαν να +απολογηθώσι και ήλπιζαν να σωθώσι διά χρημάτων· ο Παυσανίας +όμως, άμα τους παρέλαβεν, υποπτεύσας ταύτα, διέλυσεν όλον τον +στρατόν των συμμάχων, τους δε αιχμαλώτους έφερεν εις την +Κόρινθον και τους εθανάτωσε. Ταύτα τα εν Πλαταιαίς και εν +Θήβαις γενόμενα. + +89. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, φυγών εκ των Πλαταιών, είχεν +ήδη προχωρήσει πολύ· ότε δε έφθασεν εις την Θεσσαλίαν, +προσεκάλεσαν αυτόν εις φιλοξενίαν οι Θεσσαλοί και τον ηρώτησαν +περί του άλλου στρατού, μη ηξεύροντες τι συνέβη εις τας +Πλαταιάς. Ο Αρταβάζος ενόησεν ότι εάν τοις έλεγεν όλην την +αλήθειαν περί της μάχης, και αυτός θα κινδυνεύση να απολεσθή +και το μετ' αυτού στράτευμα, καθότι ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν +ότι έκαστος ήθελε σπεύσει να κινηθή εναντίον των. Ταύτα +σκεπτόμενος ούτε προς τους Φωκείς εμαρτύρησέ τι, και προς τους +Θεσσαλούς είπε τα εξής· «Εγώ μεν, ω άνδρες Θεσσαλοί, τρέχω ως +βλέπετε να φθάσω όσον τάχιστα εις την Θράκην, και σπεύδω +σταλείς εκ του στρατοπέδου μετά των στρατιωτών τούτων δι' +υπόθεσιν σπουδαίαν. Αυτός δε ο Μαρδόνιος και ο στρατός αυτού +ερχόμενος κατόπιν μου θέλουν φθάσει εντός ολίγου. Τούτον +ξενίσατε· και εις αυτόν φανήτε πρόθυμοι, καθότι τούτο +πράττοντες δεν θα μεταμεληθήτε εις το μέλλον.» Ταύτα ειπών +έλαβε τον στρατόν και ανεχώρησε ταχέως διά της Θεσσαλίας και +της Μακεδονίας κατ' ευθείαν εις την Θράκην· σπεύδων δε άφινε +τας μεγάλας οδούς και διήρχετο διά των αγρών. Έφθασε δε +τοιουτοτρόπως εις το Βυζάντιον, αφού υπέστη πολλάς απωλείας· +καθότι άλλοι μεν εκ των στρατιωτών του κατεκόπησαν υπό των +Θρακών, άλλοι δε απέθανον υπό του λιμού και του καμάτου. Εκ του +Βυζαντίου δε διέβη με πλοιάρια. Ούτος μεν τοιουτοτρόπως +επέστρεψεν εις την Ασίαν. + +90. Την αυτήν δε ημέραν καθ' ην εγένετο η μάχη των Πλαταιών +συνέπεσε να γίνη και εν τη Μυκάλη της Ιωνίας. Ενώ οι Έλληνες +ήταν εις την Δήλον με τα πλοία τα υπό την αρχηγίαν του +Λακεδαιμονίου Λεωτυχίδου, ήλθον προς αυτούς πρέσβεις εκ της +Σάμου, ο Λάμπων του Θρασυκλέους, ο Αθηναγόρας του Αρχεστρατίδου +και ο Ηγησίστρατος του Αρισταγόρου πεμφθέντες υπό των Σαμίων εν +αγνοία των Περσών και του Θεομήστορος, υιού του Ανδρομάδαντος, +τον οποίον οι Πέρσαι είχον καταστήσει τύραννον της Σάμου. Αφού +παρουσιάσθησαν ούτοι εις τους στρατηγούς, είπεν ο Ηγησίστρατος +πολλά και διάφορα ότι αν τους ίδωσι μόνοι οι Ίωνες, θα +αποστατήσωσιν από τους Πέρσας, ότι οι βάρβαροι δεν θα ηδύναντο +να αντισταθώσι, και ότι εάν επιμείνωσι, καλλιτέραν άλλην άγραν +δεν είναι δυνατόν να εύρωσιν οι Έλληνες. Αναφέρων δε τα ονόματα +των κοινών θεών, προέτρεπεν αυτούς να λυτρώσωσιν εκ της +δουλείας άνδρας Έλληνας και να διώξωσι τον βάρβαρον. Είπε δε +ότι το εύκολον να γίνωσι ταύτα, καθότι τα πλοία των βαρβάρων +και κακώς πλέουσι και δεν είναι αξιόμαχα με τα των Ελλήνων, και +ότι αυτοί είναι έτοιμοι να μείνωσιν εις τα πλοία των ως όμηροι +εάν υποπτεύωσιν οι Έλληνες ότι ζητούσι διά δόλου να τους +ελκύσωσιν εις εκείνα μέρη. + +91. Επειδή δε ο ξένος Σάμιος επέμενε παρακαλών, ο Λεωτυχίδης, +είτε θέλων ν' ακούση, μάντευμά τι εκ των λέξεων του Σαμίου, +είτε κατά θείαν έμπνευσιν, τον ηρώτησεν· «Ω ξένε Σάμιε, ποίον +είναι το όνομά σου;» Εκείνος, δε απεκρίθη· «Ηγησίστρατος.» Τότε +ο Λεωτυχίδης, φοβηθείς μήπως προσθέση περισσότερα, τον διέκοψε +και είπεν «Ηγησίστρατος (29)! δέχομαι τον οιωνόν, ω ξένε Σάμιε. +Πριν όμως συ και οι μετά σου αναχωρήσετε, δώσατέ μας τα πιστά +ότι οι Σάμιοι θα γίνωσι πρόθυμοι σύμμαχοί μας.» + +92. Η πράξις παρακολούθησε τον λόγον· καθότι αμέσως οι Σάμιοι +έδωκαν τα πιστά και ωρκίσθησαν συμμαχίαν με τους Έλληνας. +Τούτων γενομένων οι μεν άλλοι απέπλευσαν, ο δε Λεωτυχίδης +εκράτησε τον Ηγησίστρατον διά να πλεύση μετ' αυτού, έχων το +όνομά του ως καλόν οιωνόν. Οι δε Έλληνες μείναντες ήσυχοι την +ημέραν εκείνην, συνεβουλεύθησαν την ακόλουθον ημέραν τα θύματα +τα οποία ήσαν καλά· μάντις δε αυτών ήτο ο Απολλωνιάτης Δηίφονος +του Ευηνίου, εκ της εν τω Ιονίω κόλπω Απολλωνίας, εις του +οποίου τον πατέρα Ευήνιον ηκολούθησε το εξής. + +93. Εις την Απολλωνίαν ταύτην υπάρχουσι πρόβατα ιερά του ηλίου, +τα οποία την μεν ημέραν βόσκουσι παρά τον ποταμόν όστις εκ του +όρους Λάκμωνος ρέει διά της Απολλωνίας χώρας εις την θάλασσαν +πλούσιον του λιμένος Ωρίκου, την δε νύκτα άνδρες εκλελεγμένοι +μεταξύ των πολιτών, οι σημαντικώτατοι κατά τον πλούτον και το +γένος, ούτοι τα φυλάττουσιν επί ένα εν αυτόν έκαστος· καθότι +ένεκα χρησμού τινος, οι Απολλωνιάται πολύ επιμελούνται τα +πρόβατα ταύτα, τα οποία κλείουσι την νύκτα εις άντρον τι μακράν +της πόλεως, όπου ο Ευήνιος ούτος εκλεχθείς τότε τα εφύλαττεν. +Αποκοιμηθείς όμως νύκτα τινά ημέλησε την φυλακήν και +εισελθόντες λύκοι εις το άντρον διέφθειρον περί τα εξήκοντα +πρόβατα. Όταν ο Ευήνιος είδε τούτο, εσιώπησε και δεν είπε +τίποτε εις κανένα, έχων κατά νουν να τα αντικαταστήση δι' άλλων +τα οποία ήθελεν αγοράσει. Αλλά το γενόμενον δεν διέλαθε τους +Απολλωνιάτας, οίτινες άμα το έμαθον ενήγαγον τον άνθρωπον εις +δίκην και τον κατεδίκασαν, διότι εκοιμήθη και ημέλησε την +φυλακήν, να στερηθή της δράσεως. Μόλις όμως εξετύφλωσαν τον +Ευήνιον, αμέσως μετά ταύτα ούτε τα ποίμνιά των εγέννων, ούτε η +γη των έδιδε καρπόν ως πρότερον. Τότε οι πολίται έπεμψαν εις +την Δωδώνην και εις τους Δελφούς διά να μάθωσι την αιτίαν της +παρούσης συμφοράς· τα δε μαντεία είπον εις αυτούς ότι αδίκως +εστέρησαν της οράσεως τον φύλακα των ιερών προβάτων Ευήνιον, +ότι αυτοί οι θεοί είχον πέμψει τους λύκους, και ότι δεν θα +παύσωσιν εκδικούντες αυτόν ενόσω οι Απολλωνιάται δεν δώσωσι διά +την πράξιν των ταύτην ικανοποίησιν, οίαν ο Ευήνιος ήθελε κρίνει +δικαίαν· εάν γίνη τούτο, τότε και οι θεοί θα δώσωσιν εις τον +Ευήνιον δώρον διά το οποίον θα τον μακαρίζωσι πολλοί άνθρωποι. + +94. Τοιούτοι χρησμοί εδόθησαν εις τους Απολλωνιάτας. Ούτοι δε +φυλάξαντες αυτούς μυστικούς, επεφόρτισαν πολίτας τινάς να +τελειώσωσι την υπόθεσιν, οίτινες και ετελείωσαν αυτήν ως εξής. +Καθημένου του Ευηνίου επί έδρας μακράς, ήλθον ούτοι και +καθήσαντες πλησίον του ωμίλουν περί διαφόρων άλλων +αντικειμένων, μέχρις ου κατέληξαν συλλυπούμενοι αυτόν διά το +πάθημά του. Αφού λοιπόν η συνομιλία ήλθεν εις τούτο το +αντικείμενον, τον ηρώτησαν ποίαν ικανοποίησιν ήθελε ζητήσει εν +περιπτώσει καθ' ην οι Απολλωνιάται ήθελον τω προτείνει δι' όσα +τον έκαμον. Ο Ευήνιος, μη γνωρίζων τας αποκρίσεις των θεών, +εξελέξατο και είπεν ότι εάν τω εδίδοντο αγροί (και είπε τα +ονόματα των πολιτών τους οποίους ήξευρεν ότι είχον δύο κλήρους +γης τους καλλίστους εις την Απολλωνίαν) και οίκος τις τον +οποίον εγνώριζεν ότι ήτο ο κάλλιστος εν τη πόλει, ταύτα είπεν +εάν τω εδίδοντο δεν θα εμνησικάκει του λοιπού και αύτη η +ικανοποίησις τω ήρκει, αν εγίνετο. Και ούτος μεν ταύτα είπεν, +οι δε παρακαθήμενοι απεκρίθησαν· «Ευήνιε, οι Απολλωνιάται, κατά +τον δοθέντα αυτοίς χρησμόν, σοι δίδουσι ταύτα προς ικανοποίησιν +της εκτυφλώσεως.» Τότε ο μεν Ευήνιος, εννοήσας εκ των ολίγων +τούτων λέξεων όλην την υπόθεσιν, ανεγνώρισεν ότι ηπατήθη και +ελυπήθη πολύ· οι δε Απολλωνιάται αγοράσαντες από τους +ιδιοκτήτας τω έδοσαν τα κτήματα τα οποία εξελέξατο. Αμέσως δε +μετά ταύτα τω εχάρισαν οι θεοί μαντικήν δύναμιν τοιαύτην ώστε +εγένετο ονομαστές. + +95. Τούτου λοιπόν του Ευηνίου ο υιός Δηίφονος προσελήφθη υπό +των Κορινθίων και ήτο μάντις εις τον στρατόν. Ήκουσα όμως και +τούτο, ότι οικειοποιούμενος τον τίτλον υιού του Ευηνίου χωρίς +να ήναι τοιούτος, περιήρχετο την Ελλάδα και παρείχε τας +υπηρεσίας του επί μισθώ. + +96. Επειδή λοιπόν τα σημεία εκηρύχθησαν ευνοϊκά εις τους +Έλληνας, οι στρατηγοί ανήγαγον τα πλοία εκ της Δήλου εις την +Σάμον. Ότε δε έφθασαν εις τους Καλάμους της Σάμου, ούτοι μεν +προσωρμίσθησαν πλησίον του Ηραίου το οποίον είναι εις εκείνα τα +μέρη και παρεσκευάζοντο εις ναυμαχίαν· οι δε Πέρσαι μαθόντες +ότι επλησίαζον οι Έλληνες, έπλευσαν προς την ξηράν μεθ' όλων +των πλοίων, πλην των Φοινικικών εις τα οποία επέτρεψαν να +αποπλεύσωσι. Νομίζοντες ότι αι δυνάμεις των δεν ήσαν αξιόμαχοι, +απεφάσισαν να μη δώσωσι ναυμαχίαν, αλλά να πλησιάσωσιν εις την +ήπειρον διά να ώσιν υπό την σκέπην του πεζού στρατού όστις +κατείχε την Μυκάλην και όστις τη διαταγή του Ξέρξου είχεν +αποσπασθή από τον άλλον στρατόν διά να φυλάττη την Ιωνίαν. Το +απόσπασμα τούτο ανέβαινεν εις εξήκοντα χιλιάδας άνδρα, και +αρχηγός ήτο ο Τιγράνης όστις υπερέβαινε τους Πέρσας κατά το +κάλλος και το μέγεθος. Υπό την σκέπην λοιπόν του στρατού τούτου +απεφάσισαν οι στρατηγοί του ναυτικού να καταφύγωσι και +ανελκύσαντες εις την γην τα πλοία, να τα περικλείσωσι διά +περιφράγματος το οποίον να χρησιμεύση ως οχύρωμα εις τα πλοία +και καταφύγιον εις αυτούς. + +97. Ταύτα αποφασίσαντες εν συμβουλίω, ανήχθησαν εις το πέλαγος +και διήλθον προ του ναού των Σεβαστών (30) όστις είναι επί της +παραλίας της Μυκάλης. Έφθασαν δε ούτω εις τας εκβολάς του +Γαίσωνος και του Σκολοπόεντος όπου υπάρχει ναός της Ελευσινίας +Δήμητρος, τον οποίον ίδρυσεν ο Φίλιστος του Πασικλέους όταν +μετά του Νηλέως του Κόδρου μετέβαινε να κτίση την Μίλητον. Εκεί +είλκυσαν τα πλοία εις την ξηράν και περιεκύκλωσαν αυτά με +περίφραγμα εκ λίθων και ξύλων, κόψαντες προς τούτο δένδρα +ήμερα· έμπροσθεν δε του περιφράγματος ενέπηξαν πασσάλους και +ήσαν έτοιμοι να πολιορκηθώσι και να νικήσωσι, καθότι είχον +προΐδει αμφότερα ταύτα, και κατά συνέπειαν ητοιμάσθηοαν. + +98. Οι δε Έλληνες, ως έμαθον ότι οι βάρβαροι απεχώρησαν εις την +ήπειρον, ελυπήθησαν διότι διέφυγον και εδίσταζον τι να πράξωσι +να επιστρέψωσιν, ή να πλεύσωσι μέχρι του Ελλησπόντου; Τέλος +απεφάσισαν να μη πράξωσι μήτε το έν μήτε το άλλο, αλλά να +πλεύσωσι κατ' ευθείαν εις την ήπειρον. Ετοιμάσαντες λοιπόν όσα +ήσαν αναγκαία προς ναυμαχίαν, και αποβάθρας και τα άλλα +απαιτούμενα, έπλευσαν εις την Μυκάλην. Ότε δε επλησίασαν εις το +εχθρικόν στρατόπεδον και είδον ότι κανείς δεν εξήρχετο προς +απάντησιν των αλλά μόνον πλοία ανειλκυσμένα εις την ξηράν, +προασπιζόμενα υπό προφράγματος, και πολύ πεζικόν παρατεταγένον +εις το παραθαλάσσιον, τότε πρώτον μεν ο Λεωτυχίδης πλησιάσας με +το πλοίον του όσον ηδυνήθη περισσότερον, παρήγγειλε διά κήρυκος +εις τους Ίωνας τα εξής· «Άνδρες της Ιωνίας, όσοι δύνασθε να με +ακούσετε, προσέξατε εις όσα λέγω, καθότι οι Πέρσαι δεν θα +εννοήσωσι βεβαίως τίποτε εξ όσων σας παραγγέλλω. Όταν +συμπλακώμεν, πρέπει προ πάντων έκαστος υμών να ενθυμηθή περί +της ελευθερίας όλων και ακολούθως το σύνθημα Ήβη (31). Όστις δε +εξ υμών δεν είναι παρών διά να με ακούση, ας μάθη ταύτα παρά +του ακούσαντος.» Εις την περίστασιν ταύτην ο σκοπός του +Λεωτυχίδου ήτο ο αυτός ον έσχεν ο Θεμιστοκλής εις το +Αρτεμίσιον, ή να προσελκύσωσι τους Ίωνας διά των ακαταλήπτων +τούτων εις τον βάρβαρον λέξεων, ή να καταστήσωσιν αυτούς +υπόπτους εν περιπτώσει καθ' ην ήθελον ανακοινωθή εις τους +βαρβάρους. + +99. Αφού ο Λεωτυχίδης εκήρυξε ταύτα, οι Έλληνες έπραξαν έπειτα +τα εξής. Πλησιάσαντες τα πλοία εις την ξηράν απέβησαν εις τον +αιγιαλόν. Και ούτοι μεν παρετάσσοντο εις μάχην, οι δε Πέρσαι, +άμα είδον τους Έλληνας παρασκευαζομένους εις μάχην και +ομιλήσαντας προς τους Ίωνας, πρώτον μεν υποπτεύσαντες τους +Σαμίους ότι ευνοούσι τους Έλληνας, τους αφώπλισαν· καθότι όλους +τους Αθηναίους τους οποίους μείναντας εις την Αττικήν έλαβον +αιχμαλώτους τα στρατεύματα του Ξέρξου και έφερον εις τα πλοία, +τούτους λυτρώσαντες οι Σάμιοι και εφοδιάσαντες απέπεμψαν εις +τας Αθήνας· ώστε ελευθερώσαντες πεντακοσίας κεφαλάς εκ των +εχθρών του Ξέρξου, ήσαν διά τούτο έτι μάλλον ύποπτοι. Δεύτερον +δε, επί προφάσει ότι οι Μιλήσιοι εγνώριζον την χώραν, διέταξαν +αυτούς να φυλάττωσι τας διόδους τας φερούσας εις τα όρη της +Μυκάλης. Έλαβον δε το μέτρον τούτο διά να απομακρύνωσι τους +Μιλησίους εκ του πεδίου της μάχης. Με τοιούτους λοιπόν τρόπους +προεφυλάσσοντο οι Πέρσαι από τους Ίωνας όσους υπώπτευον ότι +παρουσιαζομένης ευκαιρίας ηδύναντο να κάμωσι νεωτερισμόν τινα. +Αυτοί δε συνεσώρευσσαν τας ασπίδας των διά να τας έχωσιν ως +περίφραγμα. + +100. Ότε δε ητοιμάσθησαν οι Έλληνες καθ' όλα, εβάδισαν κατά των +βαρβάρων· ενώ δε επλησίαζον, φήμη διεδόθη εις όλον το +στρατόπεδον και εφάνη κείμενον επί της παραλίας κηρύκειον. Η +απροσδοκήτως ελθούσα αύτη φήμη ήτο η εξής· ότι οι Έλληνες, +μαχόμενοι εις την Βοιωτίαν, ενίκησαν τον Μαρδόνιον. Είναι +φανερόν, και πολλαί υπάρχουσιν αποδείξεις, ότι εν τω συμβάντι +τούτω ενεφιλοχώρησε θεία ενέργεια, αφού η είδησις της +καταστροφής των Περσών εν Πλαταιαίς έφθασε την ιδίαν ημέραν εις +Μυκάλην, όπου έμελλον να υποστώσι και άλλην ήτταν, διά να +εγκαρδιώση περισσότερον τον ελληνικόν στρατόν και να καταστήση +αυτόν προθυμότερον εις τον πόλεμον. + +101. Παρετηρήθη προσέτι και η εξής σύμπτωσις· αμφότεραι αι +μάχαι εγένοντο εις μέρη όπου έτυχον να ευρίσκωνται τεμένη της +Ελευσινίας Δήμητρος. Τωόντι εις τας Πλαταιάς, ως είπον ανωτέρω, +συνεπλάκησαν πλησίον του ναού της Δήμητρος, το αυτό δε έμελλε +να συμβή και εις την Μυκάλην. Η δε διαδοθείσα φήμη περί της +νίκης των μετά του Παυσανίου Ελλήνων συνεβιβάζετο με τον χρόνον +καθ' ον εγένοντο τα πράγματα· καθότι εις τας Πλαταιάς +επολέμησαν περί την πρωίαν, και εις την Μυκάλην προς το +εσπέρας. Ότι δε συνέπεσε να γίνωσι ταύτα την αυτήν ημέραν και +τον αυτόν μήνα, το έμαθον μετ' ολίγον εξετάζοντες τα πράγματα. +Πριν έλθη η φήμη αύτη, ο στρατός ήτο εις μέγαν φόβον ουχί τόσον +περί εαυτού όσον περί της Ελλάδος, μήπως πάθη τι αύτη υπό του +Μαρδονίου. Άμα όμως διεδόθη εις τας τάξεις η φήμη αύτη, ώρμησαν +κατά των εχθρών μετά περισσοτέρας ταχύτητος. Οι Έλληνες λοιπόν +και οι βάρβαροι συνεπλάκησαν μετά της αυτής προθυμίας, καθότι +άθλα της μάχης ήσαν ο Ελλήσποντος και αι νήσοι. + +102. Οι μεν Αθηναίοι και οι πλησίον αυτών τεταγμένοι, το ήμισυ +περίπου του στρατού, επροχώρουν διά του αιγιαλού και εδάφους +ομαλού· οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι μετ' αυτούς τεταγμένοι +επροχώρουν διά χαράδρας τινός και των ορέων, ούτως ώστε μέχρις +ου οι Λακεδαιμόνιοι κάμνωσι τον κύκλον, οι εις στο έτερον κέρας +ήρχισαν ήδη τον πόλεμον. Και ενόσω μεν αι ασπίδες των Περσών +ήσαν όρθιαι, οι βάρβαροι ημύνοντο και δεν ήσαν κατώτεροι εις +την μάχην· ότε όμως οι Αθηναίοι και οι μετ' αυτών, επιθυμούντες +να ανήκη το κατόρθωμα εις αυτούς και όχι εις τους +Λακεδαιμονίους, παρακέλευσαν αλλήλους και ώρμησαν προθυμότερον, +τότε το πράγμα ήλλαξε φάσιν· καθότι ανατρέψαντες τας ασπίδας +επέπεσαν συμπεπυκνωμένοι κατά των Περσών οίτινες εδέχθησαν μεν +την επίθεσιν και υπέμειναν επί αρκετήν ώραν αμυνόμενοι, τέλος +όμως διεσπάσθησαν και έφυγον εις το τείχος. Οι Αθηναίοι και οι +κατόπιν αυτών τεταγμένοι Κορίνθιοι, Σικυώνιοι και Τροιζήνιοι, +ηκολούθησαν τους φεύγοντας και προσέβαλον το τείχος. Αφού δε +εκυριεύθη και το τείχος, οι βάρβαροι ουδεμίαν πλέον έδειξαν +αντίστασιν, αλλ' όλοι οι άλλοι, πλην των Περσών· ετράπησαν εις +φυγήν· ούτοι δε μόνοι, μολονότι έμειναν ολίγοι, δεν έπαυσαν +πολεμούντες προς τους αδιακόπως εισπίπτοντας εις το τείχος +Έλληνας. Εκ των στρατηγών των δύο μεν εσώθησαν, δύο δε +εφονεύθησαν· ο Αρταΰντης και ο Ιθαμίτρης, στρατηγοί του +ναυτικού, εσώθησαν· ο Μαρδόνιος και ο του πεζού στρατηγός +Τιγράνης μαχόμενοι ετελεύτησαν. + +103. Εμάχοντο δε εισέτι οι Πέρσας ότε οι Λακεδαιμόνιοι και οι +μετ' αυτών επρόφθασαν και απετελείωσαν τα λοιπά. Πολλοί των +Ελλήνων έπεσον κατ' αυτήν την ημέραν, ιδίως όλοι οι Σικυώνιοι +και ο στρατηγός αυτών Περίλαος. Όσοι δε εκ των Σαμίων, ήσαν εις +το Μηδικόν στρατόπεδον και από τους οποίους είχον αφαιρέσει τα +όπλα, άμα είδον ότι η μάχη εξ αρχής έκλινε προς το μέρος των +Ελλήνων, έπραξαν ό,τι ηδυνήθησαν θέλοντες να ωφελήσωσι και +αυτοί τους Έλληνας. Ιδόντες δε οι άλλοι Ίωνες ότι πρώτος οι +Σάμιοι έκαμον αρχήν, τότε αποστατήσαντες και αυτοί από τους +Πέρσας επετέθησαν κατά των βαρβάρων. + +104. Οι δε Μιλήσιοι διετάχθησαν μεν υπό των Περσών να φυλάττωσι +τας διόδους χάριν της ιδίας εαυτών σωτηρίας, ίνα εν περιπτώσει +καθ' ην ήθελε συμβή ό,τι και συνέβη έχοντες οδηγούς σωθώσι +φεύγοντες εις τα όρη της Μυκάλης· επί τω σκοπώ λοιπόν τούτω +ετάχθησαν οι Μιλήσιοι εις την θέσιν ταύτην, και προσέτι διά να +μη ευρίσκωνται εις το στρατόπεδον και επιχειρήσωσι νεωτερισμόν +τινα. Ούτοι όμως έπραξαν παν το εναντίον του προστεταγμένου, +καθότι εδείκνυον εις τους βαρβάρους άλλας οδούς αίτινες έφερον +αυτούς εις τους πολεμίους, και τέλος πάντων εγένοντο +σκληρότατοι εχθροί των φονεύοντες αυτούς. Τοιουτοτρόπως εκ +δευτέρου απεστάτησεν η Ιωνία από τους Πέρσας. + +105. Εις ταύτην την μάχην μεταξύ των Ελλήνων ηρίστευσαν οι +Αθηναίοι, και πάλιν μεταξύ των Αθηναίων ο Ερμόλυκος του +Ευθύνου, ανήρ εξασκηθείς εις την πυγμήν και την πάλην. Ούτος ο +Ερμόλυκος μετά ταύτα, ότε οι Αθηναίοι είχον πόλεμον με τους +Καρυστίους, συνέβη να αποθάνη μαχόμενος εις την Κύρνον της +Καρυστίας χώρας και να ταφή εις την Γεραισσόν. Μετά δε τους +Αθηναίους ηρίστευσαν οι Κορίνθιοι, οι Τροιζήνιοι και οι +Σικυώνιοι. + +106. Αφού οι Έλληνες εφόνευσαν τους περισσοτέρους βαρβάρους, +άλλους μεν μαχομένους, άλλους δε φεύγοντας, ενέπρησαν τα πλοία +και όλον το περίφραγμα, αφού πρώτον εσώρευσαν τα λάφυρα εις τον +αιγιαλόν, Επιβιβάσαντες δε τους θησαυρούς και καύσαντες τα +πλοία και το στρατόπεδον των εχθρών ανεχώρησαν. Επιστρέψαντες +δε εις την Σάμον συνεσκέφθησαν περί της επαναστάσεως των Ιώνων +και εάν ήτο κατεπείγον να μετοικίσωσιν αυτούς εις μέρος τι της +Ελλάδος, του οποίου κύριοι να ήσαν αυτοί και να αφήσωσι την +Ιωνίαν εις τους βαρβάρους· καθότι τους εφαίνετο αδύνατον να +κάθηνται πάντοτε και να φρουρώσι τους Ίωνας, άνευ του οποίου +καμμίαν ελπίδα δεν είχον οι Ίωνες να απαλλαγώσιν από τον ζυγόν +των Περσών. Τεθέντος του ζητήματος τούτου, οι μεν Πελοποννήσιοι +αρχηγοί εγνωμάτευσαν ότι έπρεπε να εκδιώξωσιν από τους +ελληνικούς λιμένας τους Έλληνας όσοι εμήδισαν και να δώσωσι τα +κτήματά των εις τους Ίωνας· οι Αθηναίοι όμως ουδόλως ενέκρινον +να μετοικισθώσιν οι Ίωνες, ούτε συνεχώρουν εις τους +Πελοποννησίους να δίδωσι γνώμην περί ιδικών των αποικιών. +Αντιτειθάντων λοιπόν των Αθηναίων, προθύμως υπεχώρησαν οι +Πελοποννήσιοι. Τοιουτοτρόπως οι Σάμιοι, οι Χίοι, οι Λέσβιοι και +οι άλλοι νησιώται έκαμον μετ' αυτών συνθήκην συμμαχίας δόντες +πίστεις και όρκους ότι δεν ήθελον μεταναστεύσει. Αφού δε έγιναν +οι όρκοι ούτοι, ο στόλος απέπλευσε διά να καταστρέψη τας +γεφύρας τας οποίας ενόμιζεν εισέτι σώας. Και ούτοι μεν έπλεον +εις τον Ελλήσποντον. + +107. Όσοι δε εκ των βαρβάρων είχον καταφύγει εις τα όρη της +Μυκάλης, οίτινες δεν ήσαν πολλοί, ούτοι εκομίσθησαν εις τας +Σάρδεις. Ενώ δε επορεύοντο, ο Μασίστης του Δαρείου, όστις +παρευρέθη εις την καταστροφήν του στρατού, έλεγε καθ' οδόν εις +τον Αρταΰντην πολλά και κακά, και προς τοις άλλοις ότι κατά την +στρατηγίαν εκείνην εφάνη και γυναικός ανανδρότερος και ότι ήτο +άξιος παύσης τιμωρίας ως βλάψας τον οίκον του βασιλέως. Παρά +τοις Πέρσαις να είπης τινά ανανδρότερον γυναικός, ήναι ύβρις +μεγίστη. Όθεν ο Αρταΰντης, ακούσας τούτο και αγανακτήσας, έσυρε +τον ακινάκην και ηθέλησε να φονεύση τον Μασίστην· αλλ' ο +Αλικαρνασσεύς Ξεναγόρας του Πραξίλου, όστις ίστατο όπισθεν του +Αρταΰντου, ιδών αυτόν ορμήσαντα, τον αρπάζει από την μέσην και +υψώσας τον ρίπτει κατά γης· συγχρόνως δε έφθασαν οι δορυφόροι +του Μασίστου και ετέθησαν έμπροσθέν του. Έπραξε δε ταύτα ο +Ξενοκράτης θέλων να κάμη χάριν και εις αυτόν τον Μασίστην και +εις τον Ξέρξην, σώζων τον αδελφόν του, και διά τούτο το έργον ο +Ξενοκράτης εγένετο άρχων όλης της Κιλικίας, την οποίαν έδοσεν +εις αυτόν ο βασιλεύς. Πλην δε τούτου ουδέν άλλο συνέβη καθ' +οδόν, αλλ' έφθασαν εις τας Σάρδεις όπου ήτο ο βασιλεύς αφότου +νικηθείς εις την ναυμαχίαν έφυγεν από τας Αθήνας και έφθασεν +εκεί. + +108. Διαμένων δε εις τας Σάρδεις ηράσθη της γυναικός του +Μασίστου ήτις και αυτή ήτο εκεί. Με όλα όμως τα μέσα τα οποία +μετεχειρίσθη, δεν κατώρθωσε τίποτε, δεν ήθελε δε αφ' ετέρου να +μεταχειρισθή βίαν σεβόμενος τον αδελφόν του Μασίστην. Η αυτή +ιδέα εκράτει και την γυναίκα. Καθότι ήτο βεβαία ότι βίαν δεν +ήθελε μεταχειρισθή κατ' αυτής. Αλλ' ο Ξέρξης παραιτήσας όλα τα +άλλα, ενύμφευσε τον υιόν του Δαρείον μετά της θυγατρός της +γυναικός ταύτης και του Μασίστου, νομίσας ότι διά του μέσου +τούτου ευκολώτερον θα δυνηθή να κατορθώση τον σκοπόν του. +Συνάψας λοιπόν τον γάμον τούτον και τελέσας τα νόμιμα, +ανεχώρησεν εις τα Σούσα. Ότε δε έφθασεν εκεί και εισήγαγεν εις +την οικίαν την γυναίκα του Μασίστου έπαυσεν, έτρεψε δε τον +έρωτά του προς την γυναίκα του Δαρείου και θυγατέρα του +Μασίστου ήτις και ευχαρίστει τας επιθυμίας του· το όνομα δε της +γυναικός ταύτης ήτο Αρταΰντη. + +109. Επί τέλους το πράγμα εγένετο γνωστόν κατά τον ακόλουθον +τρόπον. Η γυνή του Ξέρξου Άμηστρις, υφάνασα επανωφόριον ευρύ, +πολυποίκιλον και αξιοθαύμαστον, προσέφερεν αυτό εις τον Ξέρξην. +Ούτος δε, επειδή το ήρεσε πολύ, το εφόρεσε και ήλθεν εις την +Αρταΰντην. Ευχαριστηθείς και από αυτήν, τη είπε να τω ζητήση +ό,τι θέλει να τη δώση προς αμοιβήν της ευχαριστήσεως την οποίαν +τω παρείχε, και την εβεβαίωσεν ότι ήθελεν επιτύχει ό,τι ήθελε +ζητήσει. Η δε Αρταΰντη, (επειδή ήτο πεπρωμένον να βλαφθή όλη η +οικογένεια αυτής) απεκρίθη προς τον Ξέρξην «Θα με δώσης αρά γε +ό,τι ζητήσω;» Εκείνος δε περιμένων να ακούση παν άλλο ή εκείνο +το οποίον εζήτησε, τη υπεσχέθη και ώμοσεν. Η δε Αταΰντη, αφού +ώμοσεν ο Ξέρξης αφόβως πλέον εζήτησε το επανωφόριον. Ο Ξέρξης +πάντα τρόπον μετεχειρίσθη, μη θέλων να το δώση, ουχί δι' άλλο +τι, ειμή φοβούμενος την Άμηστριν μήπως τον ανακαλύψη, καθότι +και πρότερον αύτη είχε συλλάβει υπονοίας περί των διατρεχόντων. +Προσέφερε λοιπόν πόλεις και χρυσόν άφθονον και στρατόν τον +οποίον αυτή μόνον να άρχη· συνηθίζεται δε εις την Περσίαν να +δίδεται δώρον στρατός. Αλλ' επειδή δεν την έπειθε, τη έδωκε το +επανωφόριον. Περιχαρής γενομένη, η Αρταΰντη διά το δώρον, το +εφόρεσε και ηγάλλετο. + +110. Η Άμηστρις έμαθεν ότι το είχεν αυτή, και μολονότι ενόησε +τα συμβαίνοντα, κατ' αυτής μεν της γυναικός καμμίαν οργήν δεν +ησθάνθη, νομίζουσα όμως ότι η μήτηρ της ήτο αιτία, και ότι +εκείνη ενήργει ταύτα, εμελέτα πώς να την εξολοθρεύση. Φυλάξασα +λοιπόν την ημέραν καθ' ην ο Ξέρξης έδιδε δείπνον βασιλικόν +(τούτο δε το δείπνον παρασκευάζεται άπαξ του ενιαυτού, καθ' ην +ημέραν εγεννήθη ο βασιλεύς, και ονομάζεται Περσιστί μεν Τυκτά, +Ελληνιστί δε Τέλειον· τότε μόνον ο βασιλεύς έχει μυρωμένην την +κεφαλήν και δίδει δώρα εις τους Πέρσας), ταύτην λοιπόν την +ημέραν φυλάξασα η Άμηστρις, εζήτησε παρά του Ξέρξου να τη δοθή +η γυνή του Μασίστου. Ο Ξέρξης ζωηράν ησθάνθη θλίψιν να την +παραδώση, αφ' ενός μεν διότι ήτο γυνή του αδελφού του, αφ' +ετέρου δε διότι ήξευρεν ότι δεν ήτο ένοχος εις το πράγμα τούτο· +καθότι ενόησε διατί εζήτησεν αυτήν. + +111. Τέλος όμως, επειδή εκείνη μεν επέμενεν ο δε Ξέρξης +εβιάζετο από τον νόμον (καθότι δεν είναι δυνατόν, όταν δίδεται +δείπνον βασιλικόν, να αποτύχη όστις ήθελε ζητήσει τι), +κατένευσεν όλως παρά την θέλησίν του και αφού παρέδωκε την +γυναίκα του Μασίστου εις την Άμηστριν, έπραξε τα εξής. Εις +εκείνην μεν έδωκε την άδειαν να πράξη ό,τι ήθελεν, αυτός δε +προσκαλέσας τον αδελφόν του είπε τα εξής· «Μασίστα, συ είσαι +υιός του Δαρείου και εμός αδελφός, προς τούτοις ανήρ αγαθός. +Απόπεμψον την γυναίκα μεθ' ης συνοικείς και αντ' αυτής σοι δίδω +την εμήν θυγατέρα μεθ' ης να συνοικής· μη έχης δε πλέον γυναίκα +αυτήν την οποίαν έχεις τώρα, επειδή ούτω θέλω εγώ. Ο Μασίστης +δ' εκπλαγείς επί τοις λόγοις τούτοις, απεκρίθη· «Ω δέσποτα, +πόθεν προέρχεται ο άχρηστος ούτος λόγος; διατί με διατάττεις να +αποπέμψω γυναίκα κατά την καρδίαν μου, μητέρα τριών υιών +νεανιών και θυγατέρων, εξ ων την μίαν κατά την θέλησίν σου +έλαβεν ο υιός σου; διατί θέλεις να αποπέμψω αυτήν και να +νυμφευθώ την θυγατέρα σου; Εγώ, ω βασιλεύ, μεγάλην τιμήν θεωρώ +να γίνω σύζυγός της θυγατρός σου, πλην δεν ειμπορώ να πράξω +ούτε το έν ούτε το άλλο, ώστε μη με βιάζης ζητών με τοιούτο +πράγμα. Αλλά και διά την θυγατέρα σου θα ευρεθή άλλος ουχί +κατώτερός μου και εμέ άφες να έχω την γυναίκα μου.» Ο μεν +Μασίστης ταύτα απεκρίθη, ο δε Ξέρξης θυμωθείς επανέλαβεν· «Ούτω +φέρεσαι, Μασίστα! Λοιπόν, ούτε την θυγατέρα μου θα σε δώσω εις +γυναίκα, ούτε θα συνοικήσης πλειότερον χρόνον μετ' εκείνης την +οποίαν έχεις, διά να μάθης να δέχεσαι τα δώρα μου.» Ο δε +Μασίστης ταύτα ακούσας εξήλθε τούτο μόνον ειπών· «Δέσποτα, +ακόμη δεν με εθανάτωσες.» + +112. Εν τούτω δε τω διά μέσου χρόνω, εν τω οποίω ο Ξέρξης +συνδιελέγετο μετά του αδελφού του, η Άμηστρις καλέσασα τους +δορυφόρους του Ξέρξου ηκρωτηρίαζε την γυναίκα του Μασίστου· +κόψασα τους μαστούς της, έρριψεν αυτούς εις τους κύνας ομοίως +κόψασα την ρίνα, τα ώτα, τα χείλη και την γλώσσαν, την +απέπεμψεν ούτως ηκρωτηριασμένην. + +113. Ο δε Μασίστης τίποτε εκ τούτων δεν είχεν ακούσει ακόμη· +υποπτεύων όμως ότι ήθελε τω συμβή κακόν τι, έσπευσεν εις την +οικίαν του· ιδών δε την γυναίκα του εις τοιαύτην οικτράν +κατάστασιν, αμέσως συνεβουλεύθη τους υιούς του και εκίνησε διά +τα Βάκτρα μετ' αυτών και μετά τινων άλλων επί τω σκοπώ να +επαναστατήση τον Βάκτριον νομόν και να βλάψη τον βασιλέα όσον +το δυνατόν περισσότερον· όπερ και ηδύνατο να γίνη, ως νομίζω, +εάν επρόφθανε να αναβή εις τους Βακτρίους και τους Σάκας, +καθότι ήτο ύπαρχος των Βακτρίων και τον ηγάπων. Ο Ξέρξης όμως +μαθών τα διενεργούμενα, έπεμψε κατ' αυτού στρατόν και εφόνευσεν +αυτόν, τους υιούς του και την συνοδίαν του. Τοιούτος ο έρως του +Ξέρξου και ο θάνατος του Μασίστου. + +114. Οι δε Έλληνες, ελθόντες εκ της Μυκάλης εις τον +Ελλήσποντον, πρώτον μεν καταληφθέντες υπό τρικυμίας +ηγκυροβόλησαν εις το Λεκτόν· εκείθεν δε ήλθον εις την Άβυδον, +όπου εύρον τας γεφύρας διαλελυμίας, τας οποίας ενόμιζον ότι θα +εύρωσιν ακόμη σώας και διά τούτο ήλθον εις τον Ελλήσποντον. +Τότε ο μεν Λεωτυχίδης και οι Πελοποννήσιοι απεφάσισαν να +αποπλεύσωσιν εις την Ελλάδα· ο δε Ξάνθιππος και οι Αθηναίοι, +μείναντες αυτού, να κάμωσιν απόπειραν κατά της Χερσονήσου. Και +ούτως οι μεν απέπλευσαν· οι δε διαβάντες εκ της Αβύδου εις την +Χερσόνησον, επολιόρκησαν την Σηστόν. + +115. Εις ταύτην δε την Σηστόν, ήτις ήτο η ισχυροτάτη πόλις της +χώρας ταύτης, άμα ήκουσαν ότι οι Έλληνες έφθασαν εις τον +Ελλήσποντον, συνήλθον πολλοί εκ των πέριξ πόλεων, και ιδίως ο +Πέρσης Οιόβαζος εκ της Καρδίας, όπου είχε μεταφέρει το υλικόν +των γεφυρών, εφύλαττον δε την Σηστόν επιχώριοι Αιολέες, μεθ' ων +ήσαν αναμεμιγμένοι και Πέρσαι και πολλοί εκ των άλλων συμμάχων. + +116. Ετυράννευε δε του νομού τούτου ο ύπαρχος του Ξέρξου +Αρταΰκτης, ανήρ μεν Πέρσης, σκληρός δε και ασεβής, όστις και +αυτόν τον βασιλέα εξηπάτησε στρατεύοντα κατά των Αθηνών, και +υπεξήρεσεν εκ της Ελαιούντος τους θησαυρούς του Πρωτεσιλάου +υιού του Υφίκλου· καθότι εις την Ελαιούντα της Χερσονήσου +υπάρχει τάφος του Πρωτεσιλάου, και περί τον τάφον τέμενος, όπου +ήσαν πολλά αντικείμενα πολύτιμα, φιάλαι χρυσαί και αργυραί, και +χαλκός, και εσθήτες και άλλα διάφορα αναθήματα τα οποία +εσύλησεν ο Αρταΰκτης με την άδειαν του βασιλέως. Ηπάτησε δε τον +βασιλέα λέγων τοιαύτα· «Δέσποτα, είναι εδώ οίκος Έλληνός τινος, +όστις στρατεύσας κατά της χώρας ήτις σοι ανήκει, ετιμωρήθη +δικαίως και απέθανε. Τούτου τον οίκον δος μοι, διά να μάθη και +πας τις άλλος να μη στρατεύη κατά της ιδικής σου γης.» Ταύτα +λέγων ευκόλως έμελλε να πείση τον Ξέρξην να τω δώση τον οίκον +ενός ανθρώπου, καθότι ο βασιλεύς ποτέ δεν ηδύνατο να υποπτεύση +τον υποκεκρυμμένον σκοπόν. Έλεγε δε ο Αρταΰκτης ότι ο +Πρωτεσίλαος εστράτευσε κατά της γης του βασιλέως, εννοών, κατά +την δόξαν των Περσών, ότι όλη η Ασία ανήκει εις αυτούς και εις +τον κατά καιρόν βασιλεύοντα. Αφού λοιπόν τω εδόθησαν οι +θησαυροί, μετέφερεν αυτούς εκ της Ελαιούντος εις τον Σηστόν, +έσπειρε δε και ενέμετο το τέμενος, και οσάκις ήρχετο εις την +Ελαιούντα, ηνούτο με γυναίκας εντός του αδύτου. Ο άνθρωπος +ούτος επολιορκήθη τότε από τους Αθηναίους χωρίς να ήναι +προητοιμασμένος εις πολιορκίαν, ούτε προσμένων τους Έλληνας, +οίτινες επέπεσον κατ' αυτού απροσδοκήτως. + +117. Επειδή δε έφθασε το φθινόπωρον και αυτοί ακόμη +επολιορκούντο, αγανακτούντες οι Αθηναίοι διά την τοσούτον +μακροχρόνιον εκ της πατρίδος των αποδημίαν και μη δυνάμενοι να +κυριεύσωσι το τείχος, εζήτησαν από τους στρατηγούς να τους +επαναφέρωσιν οπίσω. Αλλ' οι στρατηγοί είπον ότι δεν +επιστρέφουσι πριν ή την Σηστόν κυριεύσωσιν ή το κοινόν των +Αθηναίων τους ανακαλέση. Ούτω λοιπόν υπέμενον τους παρόντας +κόπους. + +118. Οι δε πολιορκούμενοι εις το τείχος είχον περιέλθει εις +τοιαύτας στερήσεις ώστε έβραζον τα λωρία των κλινών και τα +έτρωγον. Ότε όμως εξήντλησαν και την τελευταίαν ταύτην τροφήν, +τότε ωφεληθέντες εκ του σκότους της νυκτός οι Πέρσαι, ο +Αρταΰκης και ο Οιόβαζος, κατέβησαν εκ του όπισθεν μέρους του +τείχους και έφυγον. Άμα δε εφάνη η ημέρα, οι Χερσονησίται +ανήγγειλαν από τους πύργους εις τους Αθηναίους το γεγονός και +ήνοιξαν τας πύλας. Τότε οι μεν περισσότεροι των Αθηναίων +ώρμησαν προς καταδίωξιν των βαρβάρων, οι δε άλλοι έλαβον την +πόλιν υπό την κατοχήν των. + +119. Τον δε Οιόβαζον, όστις φυγών ήλθεν εις την Θράκην, +συλλαβόντες οι Αψίνθιοι Θράκες, εθυσίασαν κατά τον ιδικόν των +τρόπον εις τον επιχώριον θεόν Πλείστωρον· τους δε μετ' αυτού +εφόνευσαν κατ' άλλον τρόπον. Ο δε Αρταΰκτης και οι μετ' αυτού +εξελθόντες τελευταίοι διά να φύγωσι, καταληφθέντες υπό των +Αθηναίων ολίγον υπεράνω των Αιγός Ποταμών και αντισταθέντες επί +αρκετήν ώραν άλλοι μεν εφονεύθησαν, άλλοι δε συνελήφθησαν +ζώντες. Δέσαντες αυτούς οι Έλληνες έφερον εις την Σηστόν, μετ' +αυτών δε και τον Αρταΰκτην δεδεμένον, αυτόν και τον υιόν του. + +120. Λέγουσι δε οι Χερσονησίται ότι ενώ είς των φυλάκων έψηνεν +ιχθύας ταριχευτούς, εγένετο το εξής θαύμα. Οι επί του πυρός +ιχθύες επήδων και ήσπαιρον ως ιχθύες νεωστί αλιευθέντες. Και οι +μεν φύλακες συναθροισθέντες εθαύμαζον, ο δε Αρταΰκτης ως είδε +το θαύμα εκάλεσε τον φύλακα και τω είπεν· «Ω ξένε Αθηναίε μη +φοβείσαι ποσώς το θαύμα τούτο, καθότι δεν εφάνη διά σε αλλά +δείκνυε εις εμέ ότι ο εις την Ελαιούντα Πρωτεσίλαος, και νεκρός +και τεταριχευμένος ων, έχει την δύναμιν από τους θεούς να +τιμωρή εκείνον όστις τον ηδίκησε. Τώρα λοιπόν θέλω να εξαγοράσω +την αδικίαν την οποίαν έπραξα και δίδω εκατόν μεν τάλαντα εις +τον θεόν δι' όσα έλαβον εκ του τεμένους του, διακόσια δε +τάλαντα εις τους Αθηναίους προς εξαγόρασιν της ζωή, εμού και +του υιού μου, εάν θελήσωσι να μοι χαρίσωσι την ζωήν». Ταύτα +υποσχόμενος δεν έπειθε τον στρατηγόν Ξάνθιππον· καθότι οι +Ελαιούντιοι, εκδικούντες τον Πρωτεσίλαον εζήτουν να φονευθή ο +Αρταΰκτης· προσέτι δε και αυτού του στρατηγού η γνώμη έκλινεν +εις τούτο: Όθεν απαγαγόντες αυτόν εις την ακτήν όπου ο Ξέρξης +έζευξε τον πόρον, κατ' άλλους δε εις τον λόφον τον υπέρ την +πόλιν Μάδυτον, τον εκάρφωσαν εις σανίδα και τον ανεκρέμασαν, +τον δε υιόν ελιθοβόλησαν προ των οφθαλμών του Αρταΰκτου. + +121. Ταύτα πράξαντες απέπλευσαν εις την Ελλάδα φέροντες μετά +των άλλων θησαυρών και τα υλικά των γεφυρών, διά να αφιερώσωσιν +αυτά εις διαφόρους ναούς. Και κατά το έτος τούτο ουδέν πλέον +τούτων εγένετο. + +122. Τούτου δε του ανακρεμασθέντος Αρταΰκτου ο προπάτωρ +Αρτεμβάρης είπεν εις τους Πέρσας λόγον τον οποίον ούτοι +δεχθέντες ανέφερον εις τον Κύρον· ήτο δε ο λόγος τοιούτος· +«Επειδή ο Ζευς δίδει την ηγεμονίαν εις τους Πέρσας, και εκ των +Περσών εις σε, ω Κύρε, ήτις κατέστρεψες τον Αστυάγη, και +επειδή, ημείς έχομεν γην ολίγην και τραχείαν, ας αφήσωμεν αυτήν +και ας αποκατασταθώμεν εις άλλην καλλιτέραν. Υπάρχουσι πολλαί +και καλαί γαίαι πλησίον μας, πολλαί δε και απωτέρω· μίαν εκ +τούτων εάν λάβωμεν, θα μας θαυμάζωσι περισσότερον, ως αρμόζει +εις εκείνους οίτινες είναι άξιοι να άρχωσι. Πότε άλλοτε θα +εύρωμεν καλλιτέραν ευκαιρίαν ή τώρα ότε άρχομεν πολλών ανθρώπων +και όλης της Ασίας;» Ο δε Κύρος ακούσας, μολονότι δεν ενέκρινε +τον λόγον, τοις επέτρεψεν όμως να πράξωσιν ό,τι ήθελον και τοις +προείπεν ενταυτώ να ετοιμασθώσιν όχι να άρχωσι πλέον, αλλά να +άρχωνται· καθότι εκ των μαλακών χωρών συνήθεις γίνονται άνδρες +μαλακοί, και δεν είναι ίδιον μιας και της αυτής γης να δίδη +καρπούς θαυμαστούς και άνδρας φιλοπολέμους. Εννοήσαντες τούτο +οι Πέρσαι εμακρύνθησαν πεισθέντες υπό του Κύρου· επροτίμησαν δε +μάλλον έχοντες άγονον γην να άρχωσιν, ή σπείροντες πεδιάδα να +δουλεύωσιν άλλους. + + + +Τ Ε Λ Ο Σ + +1) Τω 1132 π. Χ. + +2) Η ισότης εν τη αγορά ή η ελευθερία της συζητήσεως. + +3) Τα αγάλματα των επί του Αιακού καταγομένων ηρώων. + +4) Της Δήμητρος και της Περσεφόνης. + +5) Βιβλίον Ι' § 50. + +6) Κατά τον μύθον ήτο υιός του Διός και της αγάμου Δανάης. + +7) Ο Ηρακλής ήτο μεν υιός του Διός και της Αλκμήνης, αλλ' η +Αλκμήνη είχεν άνδρα τον Αφιτρύωνα. + +8) Οι Αιγύπτιοι ιερείς οι μνημονευόμενοι παρά του Ηροδότου εις +Βιβλ Β' § 91. + +9) Σπαρτιάται επιφορτισμένοι να φιλοξενώσι τους πρέσβεις των +πόλεων. + +10) Του εφεστίου Διός του οποίου βωμός ήτο εστημένος εις την +αυλήν πάσης μεγάλης οικίας. + +11) Εννοείται ότι ενταύθα επρόκειτο περί σεληνιακών μηνών, δέκα +δε σεληνιακοί μήνες αντιστοιχούσι με εννέα τριακονθημέρους και +τινας ημέρας. + +12) Τον ψευδή όρκον + +13) Ο Απόλλων και η Άρτεμις. + +14) Τω 485 π. Χ. + +15) Δεν είναι αληθές τούτο, καθότι τω 480 δεν εγένετο έκλειψις +ηλίου κατά το έαρ αλλά κατά τον οκτώβριον. + +16) Ίδε βιβλίον Γ. § 106. + +17) Το όνομα τούτο δεν υπάρχει εν τω κειμένω, αλλά προκύπτει εκ +της § 23 του βιβλίου Α. + +18) Ίδε § 91. + +19) Σαρίκια. + +20) Βιβλ. Α § 171. + +21) Κατά το δεύτερον έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, 430 π. +Χ. + +22) Οι έχοντες δηλαδή μοίραν γης. Κατήγοντο ούτοι από τους εκ +Κορίνθου Δωριείς κατακτητάς και είχον ως δούλους τους αρχαίους +κυρίους τους οποίους εκάλουν ειρωνικώς Κυλλυρίους ή Καλικυρίους +(καλούς κυρίους). + +23) Ο Μινεσθεύς. + +24) Ή δεν ετήρησε την υπόσχεσίν του ο Ηρόδοτος, ή το μέρος +τούτο του έργου του απώλετο. + +25) Ερμηνευτού των αυτοσχεδίων στίχων της Πυθίας. + +26) Ήτοι 108,200 άνδρες. + +27) Η μάχη των Πλαταιών εγένετο τον ιούλιον ή τον αύγουστον του +479 έτους π. Χ. έν έτος περίπου μετά την εν Θερμοπύλαις μάχην. + +28) Νέοι εικοσαετείς οίτινες παρετάσσοντο προ των άλλων +συστρατιωτών των. + +29) Οδηγός στρατού. + +30) Δήμητρος και Περσεφόνης. + +31) Σύνθημα φανταστικόν λεγόμενον διά να κάμη τους Πέρσας να +πιστεύσωσιν ότι υπήρχον τωόντι συνεννοήσεις μεταξύ Ελλήνων και +Ιώνων. + + + + + + + + +End of Project Gutenberg's Stories of Herodotus Vol. 2 (of 2), by Herodotus + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK STORIES OF HERODOTUS VOL. 2 (OF 2) *** + +***** This file should be named 38213-0.txt or 38213-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/8/2/1/38213/ + +Produced by Sophia Canoni; thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/old/20120124-38213-0.zip b/old/20120124-38213-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..6f06327 --- /dev/null +++ b/old/20120124-38213-0.zip |
