summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to 'old')
-rw-r--r--old/20120124-38213-0.txt12366
-rw-r--r--old/20120124-38213-0.zipbin0 -> 326488 bytes
2 files changed, 12366 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20120124-38213-0.txt b/old/20120124-38213-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..8ab1f90
--- /dev/null
+++ b/old/20120124-38213-0.txt
@@ -0,0 +1,12366 @@
+Project Gutenberg's Stories of Herodotus Vol. 2 (of 2), by Herodotus
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Stories of Herodotus Vol. 2 (of 2)
+
+Author: Herodotus
+
+Translator: A. Skalides
+
+Release Date: January 24, 2012 [EBook #38213]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK STORIES OF HERODOTUS VOL. 2 (OF 2) ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni; thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The
+spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
+italics are included in _. Footnotes have been transferred at the
+end of the book.
+
+Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά
+τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με με
+πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _. Οι υποσημειώσεις των
+σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
+
+
+ ΙΣΤΟΡΙΑΙ
+ ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ
+ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΓΛΩΣΣΑΝ ΕΞΗΓΗΜΕΝΑΙ
+ Υ Π Ο
+
+ Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ.
+
+ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
+ Δ α π ά ν η ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ.
+
+ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ,
+ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ «Ο ΚΟΡΑΗΣ»
+ ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
+ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ
+ Οδός Ρόμβης αριθ. 40 Οδός Πραξιτέλους αριθ. 37.
+
+ 1875
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ
+
+
+
+ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ.
+
+1. Οι δε εν τη Ευρώπη καταλειφθέντες υπό του Δαρείου Πέρσαι,
+των οποίων ηγετών ήτο ο Μεγάβαζος, πρώτους μεταξύ των
+Ελλησποντίων υπέταξαν τους Περινθίους, οίτινες δεν ήθελον να
+ήναι υπήκοοι του Δαρείου και οίτινες προηγουμένως πολλά είχον
+πάθει υπό των Παιόνων. Τωόντι διατάξαντος του θεού τους παρά
+τον Στρυμόνα Παίονας να στρατεύσωσι κατά των Περινθίων και
+προσθέσαντος ότι «εάν μεν οι Περίνθιοι αντιστρατοπεδευθέντες
+σας προκαλέσωσιν εις μάχην καλούντες υμάς ονομαστί, πολεμήσατε
+αυτούς, εάν δε δεν βοήσωσι μη, τους προσβάλετε,» οι Παιάνες
+έπραξαν τούτο. Περιμενόντων δε των Περινθίων εις το προάστειον,
+εγένετο ενταύθα τριπλή μονομαχία μεταξύ αυτών εκ προκλήσεως,
+διότι συνεπλάκησαν ανήρ προς άνδρα, ίππος προς ίππον και κύων
+προς κύνα. Επειδή δε οι Περίνθιοι ενίκων εις τα δύο, και
+επαιάνιζον χαίροντες, ενόησαν οι Παίονες ότι αύται ήσαν αι
+κραυγαί περί ων είχεν ειπεί το χρηστήριον, και είπον μεταξύ
+των· «Ήλθεν η ώρα να εκπληρώσωμεν τον χρησμόν, τώρα έργον είναι
+ημέτερον.» Ούτω επέπεσαν οι Παίονες κατά των παιανιζόντων
+Περινθίων και τόσον τέλεια υπήρξεν η νίκη των ώστε ολίγους
+μόνον εξ αυτών άφησαν ζώντας.
+
+2. Η φθορά λοιπόν την οποίαν άλλοτε επροξένησαν εις αυτούς οι
+Παίονες, τοιαύτη ήτο· τότε δε, μολονότι οι Περίνθιοι επολέμησαν
+γενναίως υπέρ της ελευθερίας των, οι Πέρσαι και ο Μεγάβαζος
+τους ενίκησαν υπερέχοντες κατά το πλήθος. Αφού δε εκυριεύθη η
+Πέρινθος, ωδήγησε τον στρατόν ο Μεγάβαζος διά της Θράκης,
+υποτάσσων εις τον βασιλέα πάσαν πόλιν της χώρας ταύτης και παν
+έθνος των εν αυτή κατοικούντων, διότι ο Δαρείος τον είχε
+διατάξει να υποδουλώση όλην την Θράκην.
+
+3. Το δε έθνος των Θρακών είναι μετά τους Ινδούς το μέγιστον
+πάντων των εθνών. Εάν εκυβερνάτο παρ' ενός μόνου, ή εάν ήτο
+σύμφωνον, θα ήτο ανίκητον και πολύ ισχυρότατον από όλα τα έθνη
+κατά την εμήν γνώμην. Αλλ' η ένωσις αύτη είναι ακατόρθωτος και
+είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί ποτέ· τούτου ένεκα οι Θράκες
+είναι ασθενείς. Ονόματα δε έχουσι πολλά, κατά την χώραν του
+έκαστος· εις όλα τα πράγματα μεταχειρίζονται όλοι τους αυτούς
+περίπου νόμους, πλην των Γετών και των Τραυσών και των
+κατοικούντων ανωτέρω των Κρηστωναίων.
+
+4. Και τα μεν έθιμα των Γετών οίτινες νομίζουσιν εαυτούς
+αθανάτους ανέφερα προηγουμένως· οι Τραυσοί κατά μεν τα άλλα δεν
+διαφέρουσι των λοιπών Θρακών, όταν όμως γεννάται ή αποθνήσκη
+τις πράττουσι τα εξής.
+
+Όταν μεν γεννάται, καθήμενοι περί το παιδίον οι συγγενείς
+μοιρολογούσι δι' όσα κακά έχει να υποφέρη από της γεννήσεώς του
+και απαριθμούσιν όλα τα ανθρώπινα πάθη· όταν δε αποθνήσκη,
+παίζοντες και χαίροντες, τον θάπτουσιν εις την γην και
+απαριθμούσι πάλιν τα κακά από τα οποία απαλλαγείς ευρίσκεται
+εις πλήρη ευδαιμονίαν.
+
+5. Οι δε ανωτέρω των Κρηστωναίων πράττουσι τα ακόλουθα· έκαστος
+έχει γυναίκας πολλάς· όταν δε αποθάνη τις μεγάλη έρις αναφύεται
+μεταξύ των γυναικών και μεγάλως φροντίζουσιν οι φίλοι του διά
+να γίνη γνωστόν ποίαν εξ όλων ηγάπα περισσότερον. Εκείνη δε
+υπέρ ης γίνη η κρίσις και τη αποδοθή η τοιαύτη τιμή, επαινείται
+μεγάλως υπό των ανδρών και των γυναικών, έπειτα δε ο
+πλησιέστατος συγγενής της την σφάζει και την ενταφιάζει με τον
+άνδρα της. Αι άλλαι δε νομίζουσιν εαυτάς δυστυχεστάτας, καθότι
+δι' αυτάς τούτο είναι λίαν ονειδιστικόν.
+
+6. Οι δε λοιποί Θράκες έχουσι τα ακόλουθα έθιμα· πωλούσι τα
+τέκνα των, τα οποία οι αγορασταί μεταφέρουσιν εις άλλον τόπον·
+και τας μεν θυγατέρας των δεν φυλάττουσιν αλλά τας αφίνουσι να
+έχωσι σχέσεις με όσους άνδρας αυταί θέλουσι, τας δε γυναίκας
+των φυλάττουσι προσεκτικώς και τας αγοράζουσιν αντί πολλών
+χρημάτων από τους γονείς των. Δέρμα κατεστιγμένον μαρτυρεί
+ευγενή καταγωγήν, άστικτον δε αγένειαν. Το να κάθηται τις
+αργός, είναι εντιμότατον, να καλλιεργή δε την γην ατιμότατον·
+ομοίως και το να ζη από τον πόλεμον και την ληστείαν
+τιμιώτατον. Ταύτα είναι τα μάλλον αξιοσημείωτα έθιμά των.
+
+7. Θεούς δε λατρεύουσι μόνον τους ακολούθους, τον Άρην, τον
+Διόνυσον και την Άρτεμιν· οι δε βασιλείς των, διακρινόμενοι
+κατά τούτο από τους απλούς πολίτας, σέβονται τον Ερμήν
+περισσότερον από όλους τους θεούς· εις αυτόν μόνον ομνύουσι και
+εξ αυτού λέγουσιν ότι κατάγονται.
+
+8. Η ταφή των πλουσίων γίνεται κατά τον ακόλουθον τρόπον· επί
+τρεις ημέρας έχουσι τον νεκρόν εκτεθειμένον· σφάζουσι διάφορα
+ζώα, και αφού πρώτον κλαύσωσιν, ευωχούνται. Έπειτα θάπτουσι τον
+νεκρόν, είτε καύσαντες αυτόν είτε όχι. Αφού ρίψαντες χώμα
+σχηματίσωσι σωρόν, συγκροτούσι διαφόρους αγώνας, εις τους
+οποίους τα μεγαλείτερα βραβεία τίθενται διά τους νικώντας εις
+μονομαχίαν. Ούτω γίνονται αι ταφαί εις τους Θράκας.
+
+9. Περί δε των βορείων μερών της χώρας ταύτης κανείς δεν
+δύναται ακόμη να είπη θετικώς ποίοι άνθρωποι κατοικούσιν εις
+αυτά· φαίνεται όμως ότι πέραν του Ίστρου είναι έρημος
+απέραντος. Παν ό,τι ηδυνήθην να μάθω, είναι ότι πέραν του
+Ίστρου κατοικούσιν άνθρωποι καλούμενοι Σιγύνναι και
+μεταχειρισμένοι ενδυμασίαν Μηδικήν. Οι ίπποι αυτών είναι
+τριχωτοί καθ' όλον το σώμα, και το βάθος των τριχών είναι μέχρι
+πέντε δακτύλων· είναι προσέτι οι ίπποι ούτοι μικροί, σιμοί και
+αδύνατοι να βαστάζωσιν άνθρωπον, εζευγμένοι όμως εις άρμα είναι
+ταχύτατοι· τούτου ένεκα οι εγχώριοι τρέχουσι με άρματα. Τα όρια
+αυτών καταβαίνουσι μέχρι πλησίον των εν τω Αδριατικώ κόλπω
+Ενετών, και λέγουσιν ότι είναι άποικοι των Μήδων. Πώς όμως
+εγένοντο άποικοι των Μήδων, εγώ δεν ηδυνήθην να εννοήσω, τα
+πάντα όμως δυνατά εις την μεγάλων έκτασιν του χρόνου. Σιγύννας
+δε οι Λίγυες, οι κατοικούντες υπεράνω της Μασσαλίας, καλούσι
+τους μεταπράτας, οι δε Κύπριοι τα δόρατα.
+
+10. Ως λέγουσιν οι Θράκες, τα πέραν του Ίστρου μέρη κατέχουσι
+μέλισσαι, και ένεκα αυτών δεν δύναταί τις να προχωρήση
+περαιτέρω. Λέγοντες όμως τοιαύτα, δεν μοι φαίνονται λέγοντες
+πιθανά, διότι βλέπομεν ότι τα έντομα ταύτα δυσκόλως υποφέρουσι
+το ψύχος, και εγώ νομίζω ότι τα υπό την άρκτον μέρη είναι
+ακατοίκητα δια το ψύχος. Ταύτα λοιπόν λέγουσι περί της Θράκης,
+τα δε παραθαλάσσια αυτής υπέταξεν ο Μεγάβαζος εις τους Πέρσας.
+
+11. Ο δε Δαρείος, αφού διέβη ταχέως τον Ελλήσποντον, έφθασεν
+εις τας Σάρδεις και δεν ελησμόνησε μήτε την εκδούλευσιν του
+Μηλησίου Ιστιαίου μήτε την συμβουλήν του Μιτυληναίου Κώου· όθεν
+αφού τους προσεκάλεσεν εις τας Σάρδεις, τους είπε να ζητήσωσιν
+ό,τι ήθελεν ο καθείς. Και ο μεν Ιστιαίος, επειδή ήτο τύραννος
+της Μιλήτου και δεν είχεν ανάγκην άλλης τυραννίας, εζήτησε την
+Μύρκινον την Ηδωνίδα, θέλων να κτίση εκεί πόλιν· και ούτος μεν
+τούτο εζήτησεν· ο δε Κώης, επειδή δεν ήτο τύραννος, αλλ'
+ιδιώτης, εζήτησε να γίνη τύραννος της Μιτυλήνης. Λαβόντες δε
+αμφότεροι τας αμοιβάς των, μετέβησαν εις τας θέσεις των.
+
+12. Ο δε Δαρείος, ιδών πράγμα τι το όποιον θα διηγηθώ επεθύμησε
+να διατάξη τον Μεγάβαζον να εγείρη τους Παιάνας εκ της Ευρώπης
+και να τους μεταβιβάση εις την Ασίαν. Ο Πίγρης και ο Μαντύης,
+αμφότεροι Παίονες, θελοντες να γίνωσι τύραννοι των Παιόνων,
+όταν ο Δαρείος διέβη εις την Ασίαν, μετέβησαν εις τας Σάρδεις
+φέροντες ομού και μίαν αδελφήν των, μεγάλην και ευειδή·
+καιροφυλακτήσαντες δε ότε ο Δαρείος εκάθητο εις το προάστειον
+των Λυδών, έπραξαν το ακόλουθον. Ενδύσαντες την αδελφήν των
+όσον ηδύναντο καλλίτερον, την έπεμψαν διά να φέρη ύδωρ, με
+αγγείον επί της κεφαλής, με τον χαλινόν του ίππου δεδεμένον εις
+τον βραχίονα και εις την χείρα κλώθονταν λινάριον. Ενώ δε η
+γυνή διήρχετο προ του Δαρείου, ούτος την είδε μετά περιεργείας,
+καθότι εκείνα τα οποία έκαμνε δεν ήσαν ούτε Περσικά, ούτε
+Λυδικά ούτε άλλου τινός έθνους Ασιατικού. Διεγερθείσης λοιπόν
+τοιουτοτρόπως της περιεργείας του, έστειλε τινάς των δορυφόρων
+του διά να παρατηρήσωσι τι θα κάμη τον ίππον η γυνή. Και αυτοί
+μεν ηκολούθουν όπισθεν, η δε γυνή φθάσασα εις τον ποταμόν
+επότισε τον ίππον, και αφού τον επότισεν, εγέμισε το αγγείον
+της και διήλθε πάλιν την αυτήν οδόν, φέρουσα το ύδωρ επί της
+κεφαλής, σύρουσα τον ίππον εκ του χαλινού και στρέφουσα τον
+άτρακτον.
+
+13. Θαυμάσας δε ο Δαρείος δι' όσα ήκουσεν από τους
+κατασκοπεύσαντας αυτήν ανθρώπους και δι' όσα είχεν ιδεί ο
+ίδιος, διέταξε να φέρωσιν αυτήν έμπροσθέν του. Όταν δε την
+εισήγαγον, ήσαν μετ' αυτής και οι δύο αδελφοί της, αλλ' έμειναν
+οπίσω διά να παραττηρώσι τα συμβαίνοντα. Ότε δε ο Δαρείος την
+ηρώτησε πόθεν ήτο, οι νέοι απεκρίθησαν ότι ήσαν Παίονες και
+εκείνη αδελφή των. Ο Δαρείος τοις είπε πάλιν τίνες άνθρωποι
+είναι οι Παίονες, και ποίαν χώραν κατοικούσιν και τι ζητούντες
+ήλθον εις τας Σάρδεις. Οι δε νέοι απεκρίθησαν ότι ήλθον διά να
+αφιερώσωσιν εαυτούς εις εκείνον, και ότι η Παιονία είναι εις
+τας όχθας του Στρυμόνος ποταμού, ο δε Στρυμών δεν είναι μακράν
+του Ελλησπόντου, και προσέτι ότι ήσαν άποικοι των εκ της Τροίας
+Τευκρών. Και ούτοι μεν ταύτα απεκρίνοντο εις εκάστην ερώτησιν,
+ο δε Δαρείος ηρώτησεν αυτούς έπειτα εάν όλαι αι γυναίκες εκεί
+ήσαν εργατικαί· οι νέοι έσπευσαν να αποκριθώσιν ότι ούτως έχει
+το πράγμα και τούτου ένεκα ειργάζετο και η αδελφή των.
+
+14. Τότε ο Δαρείος έγραψεν επιστολήν προς τον Μεγάβαζον τον
+οποίον είχεν αφήσει εις την Θράκην στρατηγόν, διατάττων αυτόν
+να εγείρη τους Παίονας από τους τόπους των και να τους φέρη εις
+την Περσίαν συν γυναιξί και τέκνοις. Αμέσως λοιπόν είς ιππεύς
+έσπευσε να κομίση την διαταγήν ταύτην μέχρι του Ελλησπόντου,
+και διαβάς εις την Ευρώπην ενεχείρισε την επιστολήν εις τον
+Μεγάβαζον. Αυτός δε άμα την ανέγνωσεν, έλαβεν οδηγούς εκ της
+Θράκης και εστράτευσε κατά της Παιονίας.
+
+15. Μαθόντες δε οι Παίονες ότι οι Πέρσαι εστράτευον εναντίον
+των, συνηθροίσθησαν και παρέταξαν τας δυνάμεις των εις το
+παραθαλάσσιον, καθότι υπέθετον ότι εκ τούτου του μέρους ήθελον
+επιχειρήσει να εισβάλωσιν οι Πέρσαι. Ήσαν λοιπόν έτοιμοι οι
+Παίονες να αποκρούσωσι το επερχόμενον στράτευμα του Μεγαβάζου,
+ότε οι Πέρσαι μαθόντες ότι συνηθροίζοντο οι Παίονες και ότι
+φυλάττουσι την εκ της θαλάσσης εισβολήν, έλαβον οδηγούς διά να
+στραφώσι διά των άνω οδών, και χωρίς να το εννοήσωσιν οι
+Παιάνες, επέπεσαν κατά των ανυπερασπίστων πόλεων των·
+επιπεσόντες δε εις αυτάς, ούσας κενάς, ευκόλως τας εκυρίευσαν.
+Οι δε Παίονες, άμα έμαθαν ότι αι πόλεις εκυριεύθησαν,
+διασκορπισθέντες αμέσως, επέστρεψαν εις τα ίδια και παρεδόθησαν
+εις τους νικητάς. Τοιουτοτρόπως λοιπόν εκ των Παιάνων οι
+Σιροπαίονες, οι Παιόπλαι και οι μέχρι της Πρασιάδος λίμνης
+εκτεινόμενοι, αρπαγέντες από τας κατοικίας των μετεφέρθησαν εις
+την Ασίαν.
+
+16. Οι δε κατοικούντες περί το όρος Πάγγαιον, Δόβηρες,
+Αγριάνες, Οδόμαντοι και οι περί την Πρασιάδα λίμνην ουδέποτε
+υπετάγησαν εις τον Μεγάβαζον. Προσεπάθησε δε ούτος να υποτάξη
+και τους κατοικούντας εις την λίμνην, των οποίων αι κατοικίαι
+είναι τοιαύται. Εν μέσω του ύδατος είναι εστημένοι σταυροί
+υψηλοί και επ' αυτών συνηρμοσμέναι σανίδες με μίαν είσοδον
+στενήν εκ του μέρους της ξηράς, ήτις είναι και η μόνη γέφυρα.
+Τούτους δε τους σταυρούς τους υποστηρίζοντας τας σανίδας προ
+πολλού τους έχουν στήσει οι πολίται από κοινού, έπειτα όμως
+τους διετήρησαν ακολουθούντες τον εξής νόμον· πας ανήρ
+νυμφευόμενος (έκαστος δε λαμβάνει πολλάς γυναίκας) φέρει από το
+όρος το καλούμενον Όρβηλον τρεις σταυρούς και πήγνυσιν αυτούς.
+Κατοικούσι δε ως εξής· έκαστος έχει επί των σανίδων τούτων μίαν
+καλύβην εντός της οποίας ζη και εν τη καλύβη ταύτη αι σανίδες
+είναι ανοικταί διά θύρας φερούσης κάτω εις την λίμνην, δένουσι
+δε τα μικρά παιδία εκ του ποδός με σχοινίον φοβούμενοι μήπως
+πέσωσιν εις την λίμνην. Τους ίππους και τα υποζύγια τρέφουσι με
+ιχθύς εκ των οποίων τοσαύτη αφθονία υπάρχει ώστε ανοίγοντες την
+καταπακτήν θύραν και καταβιβάζοντες εις την λίμνην σπυρίδα
+κενήν, δεν βραδύνουσι να την ανασύρωσι πλήρη ιχθύων. Υπάρχουσι
+δε δύο είδη ιχθύων, πάπρακες και τίλωνες.
+
+17. Οι χειρωθέντες λοιπόν Παίονες ήγοντο εις την Ασίαν. Ο δε
+Μεγάβαζος, αφού υπέταξε τους Παίονας, έπεμψεν ως πρέσβεις εις
+την Μακεδονίαν επτά Πέρσας, οίτινες μετ' αυτόν ήσαν οι
+σημαντικότατοι του στρατού. Επέμποντο δε ούτοι προς τον Αμύνταν
+διά να ζητήσωσιν εν ονόματι του βασιλέως Δαρείου γην και ύδωρ.
+Η από της λίμνης Πρασιάδος μέχρι της Μακεδονίας οδός είναι λίαν
+σύντομος· διότι αμέσως μετά την λίμνην ευρίσκεται το μεταλλείον
+από το οποίον μετά ταύτα ήρχετο εις τον Αλέξανδρον έν τάλαντον
+αργυρίου καθ' ημέραν· πέραν δε του μεταλλείου, αφού υπερβή τις
+το όρος το καλούμενον Δύσωρον, είναι εις την Μακεδονίαν.
+
+18. Οι Πέρσαι λοιπόν ούτοι οι πεμφθέντες προς τον Αμύνταν, άμα
+έφθασαν, επαρουσιάσθησαν εις αυτόν και εζήτουν γην και ύδωρ διά
+τον βασιλέα Δαρείον. Ο δε Αμύντας και ταύτα έδωκε και τους
+προσεκάλεσεν εις τον οίκον του διά να τους φιλοξενήση. Το
+δείπνον είχεν ετοιμασθή μεγαλοπρεπέστατον και η υποδοχή εγένετο
+φιλοφρονεστάτη. Τελειώσαντος του δείπνου, οι Πέρσαι πίνοντες
+είπον· «Ξένε Μακεδών, ημείς οι Πέρσαι, συνειθίζομεν, όταν
+δίδωμεν μέγα δείπνον, να φέρωμεν πλησίον μας τας παλλακάς και
+τας νομίμους γυναίκας μας. Συ λοιπόν όστις μας εδέχθης
+προθύμως, όστις μας εφιλοξένησας μεγαλοπρεπώς και όστις έδωκες
+εις τον βασιλέα Δαρείον γην και ύδωρ, ακολούθησον τον ημέτερον
+νόμον.» Εις ταύτα ο Αμύντας απεκρίθη· «Ω Πέρσαι, ημείς τοιούτον
+νόμον δεν έχομεν, αλλά χωρίζομεν τας γυναίκας από τους άνδρας.
+Επειδή όμως υμείς είσθε κύριοι και ζητείτε αυτάς, θα γίνη και
+τούτο ως προστάζετε.» Τόσα μόνον ειπών ο Αμύντας έπεμψε να
+φέρωσι τας γυναίκας· ελθούσαι δε αύται εκάθισαν κατά τάξιν
+απέναντι των Περσών. Τότε οι Πέρσαι ιδόντες γυναίκας ευμόρφους
+είπον αποτεινόμενοι προς τον Αμύνταν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό
+το οποίον έπραξε· διότι προτιμότερον ήτο να μη έλθωσι
+παντάπασιν αι γυναίκες, ή ελθούσαι να μη καθίσωσι πλησίον των,
+αλλ' απέναντί των και να ήναι βάσανον εις τους οφθαλμούς των.
+Υπείκων εις την ανάγκην ο Αμύντας, τας διέταξε να καθίσωσι
+πλησίον των συνδαιτυμόνων· επειδή δε υπήκουσαν αι γυναίκες,
+αμέσως οι Πέρσαι βεβαρημένοι εκ του οίνου, ήρχισον να ψαύωσι
+τους μαστούς των, τινές δε εζήτουν και να τας φιλήσωσι.
+
+19. Ο Αμύντας βλέπων ταύτα, μολονότι δυσηρεστείτο, έμενεν
+ησυχάζων, διότι εφοβείτο πολύ τους Πέρσας· ο υιός του όμως
+Αλέξανδρος, όστις ευρίσκετο εκεί και παρετήρει ταύτα, καθό νέος
+ακόμη και άπειρος των κακών, δεν ηδυνήθη επί πλέον να κρατηθή
+και όλος αγανακτών είπε προς τον Αμύνταν τα εξής· «Συ μεν, ω
+πάτερ, υπάκουσον εις την ηλικίαν σου και ύπαγε να αναπαυθής· μη
+επιμένης πίνων· εγώ δε μένων εδώ θα παρέχω πάσαν περιποίησιν
+εις τους ξένους.» Ο δε Αμύντας εννοήσας εκ της ομιλίας ταύτης
+ότι ο Αλέξανδρος έμελλε να πράξη παρεκτροπήν τινα, τω είπεν·
+«Υιέ μου, βλέπω εκ των λόγων σου ότι ήναψας από θυμόν και
+θέλεις να με αποπέμψης διά να πράξης τι νέον. Σε παρακαλώ
+λοιπόν μη επιχειρήσης τι κατ' αυτών των ανθρώπων διά να μη μας
+καταστρέψης, αλλ' ανέχου βλέπων τα πραττόμενα. Όσον όμως αφορά
+την αναχώρησίν μου, σε ακούω.»
+
+20. Αφού λοιπόν ο Αμύντας αποτείνας τας παρακλήσεις ταύτας
+ανεχώρησεν, ο Αλέξανδρος είπε προς τους Πέρσας· «Ω ξένοι, αι
+γυναίκες αύται είναι εις την εξουσίαν σας, είτε θέλετε να τας
+απολαύσετε όλας, είτε όσας εκλέξετε· αρκεί να προστάξετε. Τώρα
+δε επειδή πλησιάζει η ώρα του ύπνου και βλέπω ότι έπιατε
+αρκετόν οίνον, αφήσατε εάν ευαρεστήσθε τας γυναίκας ταύτας να
+υπάγωσι να λουσθώσι, και αφού λουσθώσι περιμένετε αυτάς.» Ειπών
+τας λέξεις ταύτα, τας οποίας επεδοκίμασαν οι Πέρσαι, έλαβε τας
+γυναίκας και τας έκλεισεν εις τον γυναικωνίτην· ενδύσας δε
+γυναικεία άνδρας αγενείους τόσους όσαι ήσαν αι γυναίκες και
+δώσας εις αυτούς εγχειρίδια, τους εισήγαγεν εις τον θάλαμον του
+συμποσίου. Αφού δε τους εισήγαγεν είπεν εις τους Πέρσας·
+«Νομίζω, ω Πέρσαι, ότι σας εφιλοξενήσαμεν μεγαλοπρεπέσταστα,
+καθότι και όσα είχομεν και όσα ηδυνήθημεν να εύρωμεν διά να σας
+προσφέρωμεν, όλα ταύτα σας τα παρουσιάσαμεν· προσέτι δε και το
+πάντων μέγιστον, τας μητέρας και τας αδελφάς μας σας
+προσφέρομεν μετ' ελευθεριότητος διά να πληροφορηθείτε ότι
+τιμάσθε παρ' ημών όπως αξίζετε και διά να αναγγείλετε εις τον
+βασιλέα, όστις σας έστειλεν, ότι ανήρ Έλλην, βασιλεύς των
+Μακεδόνων, σας προσέφερεν ηδονάς τραπέζης και κοίτης.» Ταύτα
+ειπών ο Αλέξανδρος διέταξε να καθίσωσι πλησίον εκάστου Πέρσου
+οι νέοι Μακεδόνες ως αν ήσαν γυναίκες. Ούτοι δε, άμα ήρχισαν οι
+Πέρσαι να τους ψαύωσι, τους εφόνευσαν.
+
+21. Ούτω εφονεύθησαν και αυτοί και οι συνοδοί των, διότι είχον
+μεθ' εαυτών και οχήματα και υπηρέτας και εν γένει αποσκευήν
+μεγάλην. Όλα ταύτα εγένοντο άφαντα ομού με αυτούς. Μετά
+παρέλευσιν δε ουχί πολλού χρόνου εγένετο μεγάλη ζήτησις των
+ανδρών τούτων υπό των Περσών· ο Αλέξανδρος όμως τους επράυνεν
+επιτηδείως δους πολλά χρήματα και την ιδίαν του αδελφήν
+καλουμένην Γυγαίαν. Τους καθησύχασε δε ο Αλέξανδρος δους τα
+δώρα ταύτα εις τον Πέρσην Βουβάρη αρχηγόν των σταλέντων προς
+αναζήτησιν των απολεσθέντων. Ο μεν θάνατος αυτών ούτως
+οικονομηθείς εσιωπήθη.
+
+22. Ούτοι δε οι ηγεμόνες της Μακεδονίας οι από του Περδίκκου
+καταγόμενοι είναι Έλληνες, ως αυτοί λέγουσιν, ως έμαθον εγώ και
+ως θέλω αποδείξει εις την συνέχειαν της ιστορίας ταύτης.
+Ενταύθα προσθέτω μόνον ότι ούτως έκριναν οι διοικούντες τους
+ολυμπιακούς αγώνας· επειδή ο Αλέξανδρος ήθελε να αγωνισθή και
+κατέβη επ' αυτώ τω σκοπώ εκ της Μακεδονίας, οι ανταγωνισταί
+Έλληνες αντέτεινον λέγοντες ότι ο αγών δεν ήτο διά βαρβάρους
+αγωνιστάς. Τότε ο Αλέξανδρος απέδειξεν ότι ήτο Αργείος. Εκρίθη
+λοιπόν ότι ήτο Έλλην, ηγωνίσθη εις το στάδιον και μόλις τον
+υπερέβαλεν ο πρώτος. Και ταύτα μεν ούτω συνέβησαν.
+
+23. Ο δε Μεγάβαζος, άγων τους Παίονας, έφθασεν εις τον
+Ελλήσποντον· διαπεράσας δε αυτόν έφθασεν εις τας Σάρδεις.
+Επειδή τότε ο Μιλήσιος Ιστιαίος ετείχιζε την πόλιν την οποίαν
+κατ' αίτησίν του τω εχάρισεν ο Δαρείος προς αμοιβήν της
+φρουρήσεως της γεφύρας (είναι δε ο τόπος ούτος εις τον Στρυμόνα
+ποταμόν και καλείται Μύρκινος), μαθών ο Μεγάβαζος εις τι
+ενησχολείτο ο Ιστιαίος, άμα έφθασεν εις τας Σάρδεις είπεν εις
+τον Δαρείον τα εξής· «Τι έπραξες, ω βασιλεύ, επιτρέψας εις
+Έλληνα επιτήδειον και πνευματώδη να κτίση πάλιν εις την Θράκην,
+όπου και ύλη ναυπηγήσιμος υπάρχει άφθονος, και πολλοί
+κωπηλάται, και μεταλλεία αργύρου, και πλήθος Ελλήνων και
+βαρβάρων κατοικούσι περί τα μέρη εκείνα, οίτινες, λαμβάνοντες
+αυτόν ως αρχηγόν, θα πράττωσιν ημέραν και νύκτα ό,τι τους
+συμβουλεύει; Εμπόδισον λοιπόν τον άνδρα τούτον να εξακολουθήση,
+εάν θέλης να μη περιπλακής εις πόλεμον εμφύλιον. Προσκάλεσον
+αυτόν με τρόπον ήπιον, και όταν τον συλλάβης, πράξον ούτως ώστε
+να μη επιστρέψη πλέον εις τους Έλληνας.»
+
+24. Ταύτα ειπών ο Μεγάβαζος ευκόλως έπεισε τον Δαρείον, διότι ο
+βασιλεύς ανεγνώρισεν ότι καλώς προέβλεπε το μέλλον. Πέμψας
+λοιπόν απεσταλμένον εις την Μύρκινον τον διέταξε να είπη·
+«Ιστιαίε, ο βασιλεύς Δαρείος λέγει τα εξής. Σκεπτόμενος δεν
+ευρίσκω άλλον περισσότερον από σε ενδιαφερόμενον δι' εμέ και
+διά τα συμφέροντά μου· επληροφορήθην δε τούτο ουχί εκ των λόγων
+αλλ' εκ των έργων. Τώρα λοιπόν, επειδή έχω κατά νουν μεγάλα
+σχέδια, επέστρεψον αφεύκτως εδώ διά να σοι τα εμπιστευθώ.»
+Πιστεύσας εις τους λόγους τούτους o Ιστιαίος, και συγχρόνως
+μεγάλως επιθυμών να γίνη σύμβουλος του βασιλέως, μετέβη εις τας
+Σάρδεις. Όταν δε έφθασεν, είπε προς αυτόν ο Δαρείος· «Σε
+εμήνυσα, Ιστιαίε, διά την εξής αιτίαν. Αφού επέστρεψα εκ της
+Σκυθίας και δεν σε είχον προ των οφθαλμών μου, ουδέν άλλο
+επεθύμησα τόσον όσον να σε επανίδω και να συνομιλήσωμεν,
+πεπεισμένος ότι από όλα τα πλούτη προτιμότερος είναι φίλος
+νοήμων και αφωσιωμένος άπερ αμφότερα ομολογώ ότι έχεις
+δοκιμάσας σε εις όλα μου τα συμφέροντα. Τώρα λοιπόν καλώς
+εποίησας ελθών, και σοι προτείνω τα εξής· άφες την Μίλητον και
+την νεόκτιστον πόλιν εις την Θράκην· ελθέ μετ' εμού εις τα
+Σούσα και έχε όσα έχω εγώ, ων μονοτράπεζος και σύμβουλός μου.»
+
+25. Ταύτα ειπών ο Δαρείος και καταστήσας ύπαρχον των Σάρδεων
+τον ομοπάτριον αδελφόν του Αρταφέρνην, ανεχώρησεν εις τα Σούσα
+έχων μεθ' εαυτού τον Ιστιαίον· κατέστησεν επίσης και στρατηγόν
+των παραθαλασσίων ανδρών τον Οτάνην, του οποίου τον πατέρα
+Σισάμνην, ένα των βασιλικών δικαστών, λαβόντα χρήματα και
+δικάσαντα αδίκως, ο βασιλεύς Καμβύσης έσφαξε και απέδειρεν·
+αφού δε τον απέδειρεν, έκοψε το δέρμα εις λωρίδας και εκάλυψε
+τον θρόνον εφ' ου καθίζων εδίκαζε. Καλύψας ούτω τον θρόνον ο
+Καμβύσης, αντί του Σισάμνου τον οποίον απέκτεινε και απέδειρε,
+διώρισε δικαστήν τον υιόν του Σισάμνου, παραγγείλας εις αυτόν
+να ενθυμήται επί τίνος θρόνου καθήμενος εδίκαζεν.
+
+26. Ούτος λοιπόν ο Οτάνης, ο επί τοιούτου θρόνου καθήμενος,
+γενόμενος διάδοχος της στρατηγίας του Μεγαβάζου, εκυρίευσε το
+Βυζάντιον και την Καλχηδόνα· εκυρίευσε την Άντανδρον εν τη
+Τρωάδι, εκυρίευσε και την Λαμπώνιον, λαβών δε πλοία από τους
+Λεσβίους, εκυρίευσε την Λήμνον και την Ίμβρον, αμφοτέρας έτι
+τότε κατοικουμένας υπό Πελασγών.
+
+27. Οι Λήμνιοι μολαταύτα και επολέμησαν γενναίως και
+ενεκαρτέρησαν επί πολύ· τέλος δε υπέκυψαν. Εις δε τους
+μείναντας εξ αυτών οι Πέρσαι επέβαλον ύπαρχον τον Λυκήρατον,
+αδελφόν του Μαιανδρίου, του βασιλεύοντος εις την Σάμον. Ούτος ο
+Λυκήρατος, διοικητής ων της Λήμνου, ετελεύτησεν αφού εφέρθη
+σκληρότατα, διότι εξηνδραπόδιζε τους πολίτας και τους
+κατέστρεφε, κατηγορών τους μεν ότι δεν ηκολούθησαν εις τον κατά
+των Σκυθών πόλεμον, τους δε ότι εκακοποίουν τον στρατόν του
+Δαρείου επιστρέφοντα εκ της Σκυθίας.
+
+28. Ούτος μεν ταύτα έπραξε στρατηγήσας· επί τινα δε χρόνον μετά
+ταύτα εγένετο άνεσις των κακών· μετ' ολίγον όμως ήρχισαν τα
+κακά να επισκήπτωσι πάλιν εις τους Ίωνας εκ της Νάξου και της
+Μιλήτου. Αφ' ενός μεν η Νάξος υπερέβαινεν εις την ευδαιμονίαν
+όλας τας νήσους· αφ' ετέρου δε η Μίλητος ούσα τότε ακμαιοτάτη
+ήτο το καύχημα της Ιωνίας. Προ ταύτης όμως της εποχής επί δύο
+γενεάς ανθρώπων υπέφερε τα μάλιστα εκ των εμφυλίων ταραχών,
+μέχρις ου τους ειρήνευσαν οι Πάριοι· διότι εξ όλων των Ελλήνων
+αυτούς εξελέξαντο οι Μιλήσιοι ως συμβιβαστάς.
+
+29. Ιδού δε πώς τους εσυμβίβασαν οι Πάριοι· όταν έφθασαν εις
+την Μίλητον οι εγκριτώτεροι αυτών άνδρες, ιδόντες την πόλιν
+φρικωδώς κατεστραμμένην, εζήτησαν να περιέλθωσιν όλην την
+χώραν. Πράττοντες δε τούτο και περιερχόμενοι όλην την Μιλησίαν,
+όπου έβλεπον εις αναστατωμένον τόπον αγρόν καλώς
+καλλιεργημένον, εσημείωνον το όνομα του δεσπότου του αγρού.
+Αφού δε περιήλθον όλην την χώραν και ολίγους εύρον τοιούτους,
+κατέβησαν εις την πόλιν και συνεκάλεσαν αμέσως γενικήν
+συνέλευσιν. Τότε δε διώρισαν ως διοικητάς της πόλεως εκείνους
+των οποίων τους αγρούς εύρον καλώς δεδουλευμένους, λέγοντες
+ότι, ως νομίζουσιν, αυτοί θα εφρόντιζαν και περί των κοινών
+υποθέσεων ως εφρόντιζον και περί των ιδίων. Διέταξαν λοιπόν
+τους άλλους Μιλησίους, τους πρότερον στασιάζοντας, να
+υπακούωσιν εις τους άρχοντας τούτους.
+
+30. Και οι μεν Πάριοι ούτως εσυμβίβασαν τους Μιλησίους· εκ
+τούτων δε των πόλεων τας οποίας ανέφερα ήρχισαν αι συμφοραί να
+επεκτείνονται ως εξής. Άνδρες τινές της Νάξου εξωρίσθησαν υπό
+του δήμου και κατέφυγον εις την Μίλητον· επίτροπος τότε της
+Μιλήτου ήτο ο υιός του Μολπαγόρου Αρισταγόρας, γαμβρός και
+συγγενής του Ιστιαίου του Λυσαγόρου, τον οποίον ο Δαρείος
+εκράτει εις τα Σούσα, διότι ο Ιστιαίος ήτο τύραννος της
+Μιλήτου, και καθ' ον χρόνον οι άλλοτε φίλοι του Νάξιοι ήλθον
+εις Μίλητον, αυτός ευρίσκετο εις τα Σούσα. Ελθόντες λοιπόν οι
+Νάξιοι εις την Μίλητον εζήτησαν παρά του Αρισταγόρου εάν
+ηδύνατο να τους βοηθήση διά να καταβώσιν εις την πατρίδα των.
+Αυτός δε εννοήσας ότι εάν καταβώσιν εις την πόλιν διά της
+συνδρομής του θα εγίνετο κύριος της Νάξου, έλαβεν ως πρόφασιν
+τους δεσμούς της φιλοξενίας οίτινες συνέδεον αυτούς μετά του
+Ιστιαίου και τοις είπε τα εξής· «Εγώ μεν δεν είμαι τόσον
+ισχυρός ώστε να σας δώσω δυνάμεις διά να καταβήτε εις την
+πατρίδας σας άνευ της θελήσεως των εχόντων την εξουσίαν Ναξίων,
+διότι ακούω ότι έχουσιν οκτακισχιλίους ασπιδοφόρους και μακρά
+πλοία πολλά· θα καταβάλω όμως πάσαν προσπάθειαν διά να
+κατορθώσω τούτο. Ιδού λοιπόν τι στοχάζομαι. Έχω φίλον τον
+Αρταφέρνην· ο Αρταφέρνης δε ούτος είναι υιός του Υστάσπους και
+αδελφός του βασιλέως Δαρείου· αυτός άρχει όλων των
+παραθαλασσίων δυνάμεων της Ασίας και έχει στρατόν πολύν και
+πλοία πολλά. Νομίζω λοιπόν ότι αυτός δύναται να πράξη ό,τι
+ζητήσωμεν.» Ακούσαντες ταύτα οι Νάξιοι παρεκάλεσαν τον
+Αρισταγόραν να πράξη παν ό,τι ενόμιζε συμφερότερον και τον
+επεφόρτισαν να υποσχεθή δώρα και να είπη ότι αυτοί αναδέχονται
+όλα τα έξοδα της εκστρατείας, ελπίζοντες ότι άμα φανώσιν εις
+την Νάξον, ου μόνον οι Νάξιοι ήθελον πράξει όσα ζητήσωσιν, αλλά
+και οι άλλοι νησιώται, διότι εκ των Κυκλάδων τούτων νήσων
+καμμία ακόμη δεν είχεν υποταγή εις τον Δαρείον.
+
+31. Φθάσας δε ο Αρισταγόρας εις τας Σάρδεις είπεν εις τον
+Αρταφέρνην ότι η Νάξος ήτο νήσος ουχί μεγάλη κατά το μέγεθος,
+κατά τα άλλα όμως ωραία, καρποφόρος και γείτων της Ιωνίας, και
+ότι εκεί ήσαν πολλά πλούτη και ανδράποδα. «Συ λοιπόν στράτευσον
+κατ' αυτής της χώρας και καταβίβασον εις αυτήν τους φυγάδας.
+Εάν πράξης τούτο, αφ' ενός μεν εγώ σε υπόσχομαι πολλά χρήματα
+πλην των εξόδων της εκστρατείας, διότι είναι δίκαιον να
+υποβληθώμεν εις τα έξοδα ταύτα ημείς οίτινες σε παρακινούμεν
+εις τον πόλεμον τούτον αφ' ετέρου δε θα υποτάξης εις τον
+βασιλέα την νήσον ταύτην Νάξον και τας άλλας νήσους τας παρ'
+αυτής εξαρτωμένας, την Πάρον, την Άνδρον και τας άλλας τας
+καλουμένας Κυκλάδας. Εκείθεν δε ορμώμενος θα επιτεθής ευχερώς
+εναντίον της Ευβοίας, νήσου μεγάλης και πλουσίας, ουχί
+μικροτέρας της Κύπρου, και θα δυνηθής ευκόλως να την κυριεύσης.
+Αρκούσιν εκατόν πλοία διά να υποτάξωμεν όλας ταύτας τας
+νήσους.» Ο δε Αρταφέρνης απεκρίθη τα εξής· «Συ δεικνύεις
+ωφέλιμα πράγματα εις τον οίκον του Δαρείου, αι δε συμβουλαί σου
+είναι κάλλισται, πλην του αριθμού των πλοίων. Αντί λοιπόν
+εκατόν, θα σοι ετοιμασθώσι διακόσια κατά το προσεχές έαρ.
+Απαιτείται όμως εις όλα ταύτα και η συγκατάθεσις του βασιλέως.»
+
+32. Ταύτα ακούσας ο Αρισταγόρας, επέστρεψε περιχαρής εις την
+Μίλητον· ο δε Αρταφέρνης έπεμψεν απεσταλμένον εις τα Σούσα και
+υπέβαλε την πρότασιν του Αρισταγόρου εις τον Δαρείον.
+Επιδοκιμάσαντος δε του βασιλέως τα σχέδια ταύτα, ητοίμασε
+διακοσίας τριήρεις και συνήθροισε πλήθος Περσών και συμμάχων.
+Τούτων στρατηγόν κατέστησε τον Μεγαβάτην, ένα των Αχεμαινιδών
+και συγγενή του Δαρείου και ιδικόν του, του οποίου την
+θυγατέρα, εάν ήναι αληθές το λεγόμενον, εμνηστεύθη μετά ταύτα ο
+Λακεδαιμόνιος Παυσανίας, υιός του Κλεομβρότου, επιθυμήσας να
+γίνη τύραννος της Ελλάδος. Καταστήσας δε τον Μεγαβάτην
+στρατηγόν ο Αρταφέρνης, έπεμψε τον στρατόν εις τον Αρισταγόραν.
+
+33. Παραλαβών δε ο Μεγαβάτης εκ της Μιλήτου τον Αρισταγόραν,
+τον Ιωνικόν στρατόν και τους Ναξίους, έπλευσε δήθεν εις τον
+Ελλήσποντον· ότε όμως έφθασεν εις την Χίον, ηγκυροβόλησεν εις
+τα Καύκασα περιμένων να πνεύση ο βορέας άνεμος όπως πλεύση εις
+την Νάξον. Επειδή όμως το πεπρωμένον δεν ήθελε να απολεσθώσιν
+οι Νάξιοι υπ' αυτού του στόλου, συνέβη το εξής· επιθεωρών ο
+Μεγαβάτης τας φυλακάς των πλοίων, εύρεν άνευ φυλάκων πλοίον
+Μύνδιον, οργισθείς δε διέταξε τους δορυφόρους του να εύρωσι τον
+κυβερνήτην τούτου, όστις εκαλείτο Σκύλαξ, και να τον δέσωσι διά
+μιας οπής των κωπών ούτως ώστε η μεν κεφαλή να ήναι έξω, το δε
+λοιπόν σώμα έσω. Δεθέντος δε του Σκύλακος έδραμέ τις προς τον
+Αρισταγόραν και εμήνυσεν αυτώ ότι ο Μεγαβάτης έδεσε τον Μύνδιον
+ξένον του και τον τιμωρεί. Ο δε Αρισταγόρας ελθών παρεκάλει τον
+Πέρσην να τον λύση, και επειδή δεν ετύγχανε του ζητουμένου,
+ήλθεν ο ίδιος και τον έλυσε. Μαθών τούτο ο Μεγαβάτης ωργίσθη
+υπερβαλλόντως και επέπληξε τον Αρισταγόραν, αλλ' ούτος τω είπε·
+«Τι σε μέλει περί των πραγμάτων τούτων; δεν σε απέστειλεν ο
+Αρταφέρνης να υπακούης εις εμέ και να πλέης όπου εγώ σε
+κελεύσω; διατί λοιπόν αναμιγνύεσαι εις όλα;» Ταύτα είπεν ο
+Αρισταγόρας, ο δε Μεγαβάτης χολωθείς, άμα εγένετο νυξ, έπεμψεν
+εις την Νάξον πλοίον με ανθρώπους διά να είπωσιν εις τους
+Ναξίους τα ενεργούμενα κατ' αυτών.
+
+34. Οι δε Νάξιοι οίτινες πρότερον ουδόλως υπώπτευον ότι ο
+στόλος εκείνος έμελλε να πλεύση εναντίον των, άμα ήκουσαν τούτο
+έσπευσαν να φέρωσιν εκ των αγρών εις την πόλιν όλα τα πράγματά
+των, και επειδή έβλεπον ότι θα πολιορκηθώσιν, ητοιμάσθησαν
+προμηθευθέντες τροφάς και ποτά. Και αυτοί μεν ητοιμάσθησαν διά
+τον επικείμενον πόλεμον· οι δε Πέρσαι, περάσαντες τα πλοία εκ
+της Χίου εις την Νάξον, ήλθον διά να κτυπήσωσι τους Ναξίους·
+αλλά τους εύρον ησφαλισμένους και τους επολιόρκησαν επί μήνας
+τέσσαρας. Επειδή δε όλα τα χρήματα όσα είχον μεθ' εαυτών οι
+Πέρσαι εδαπανήθησαν και αυτός ο Αρισταγόρας εδαπάνησε πολλά, η
+δε πολιορκία απήτει ακόμη πολλά, τούτου ένεκα οικοδομήσαντες
+φρούριον διά τους εξορίστους Ναξίους, επέστρεψαν εις την
+ήπειρον μηδέν κατορθώσαντες.
+
+35. Ο δε Αρισταγόρας μη δυνάμενος να εκπληρώση όσα υπεσχέθη εις
+τον Αρταφέρνη, πιεζόμενος υπό τη απαιτουμένης δαπάνης της
+εκστρατείας και φοβούμενος τον στρατόν όστις έπαθε και τον
+Μεγαβάτην του οποίου επροκάλεσε το μίσος, υπώπτευσεν ότι
+έμελλον να τον καθαιρέσωσι της κυριαρχίας της Μιλήτου.
+Φοβούμενος λοιπόν όλα ταύτα, συνέλαβε την ιδέαν να αποστατήση·
+ενώ δε εσκέπτετο τούτο, ήλθεν εκ των Σούσων, σταλείς από τον
+Ιστιαίον, άνθρωπος του οποίου η εστιγματισμένη κεφαλή τον
+εμήνυε να αποστατήση από τον βασιλέα· καθότι ο Ιστιαίος, θέλων
+να ειδοποιήση τον Αρισταγόραν να αποστατήση και μη δυνάμενος
+δι' ουδενός άλλου τρόπου να τον ειδοποιήση ασφαλώς, διότι
+εφυλάσσοντο οι δρόμοι, εξύρισε την κεφαλήν του πιστοτάτου των
+δούλων του, την έστιξε και περιέμεινε να αναφυώσι πάλιν αι
+τρίχες. Άμα δε ανεφύησαν, τον έπεμψεν εις την Μίλητον, ουδέν
+άλλο παραγγείλας εις αυτόν ειμή όταν φθάση εκεί να ειπή εις τον
+Αρισταγόραν να ξυρίση τας τρίχας του και να παρατηρήση την
+κεφαλήν. Έλεγον δε τα στίγματα, ως και πρότερον είπον,
+αποστασίαν. Έπραξε δε τούτο ο Ιστιαίος, δυσφορών διότι
+εκρατείτο εις τα Σούσα. Εάν απεστάτει η Μίλητος, πολλάς είχεν
+ελπίδας ότι ο Δαρείος θα τον έστελλεν εις τας παραθαλασσίους
+επαρχίας· ενόσω όμως ουδέν νέον συνέβαινεν εις την Μίλητον,
+ουδέποτε επίστευε να επιστρέψη εκεί.
+
+36. Και ο μεν Ιστιαίος ταύτα διανοούμενος έπεμψε τον
+απεσταλμένον, του οποίου η παρά τω Αρισταγόρα άφιξις συνέπεσε
+με τα συμβάντα τα οποία διηγήθην, ο δε Αρισταγόρας συνεσκέφθη
+με τους συστασιώτας του, φανερώσας την ιδίαν του γνώμην και όσα
+τω εμήνυσεν ο Ιστιαίος. Και οι μεν άλλοι ήσαν σύμφωνοι να
+αποστατήσωσιν, ο δε Εκαταίος ο ιστορικός κατ' αρχάς μεν
+απέκρουε την γνώμην να κινήσωσι πόλεμον κατά του βασιλέως των
+Περσών, απαριθμών όλα τα έθνη εφ' ων ήρχεν ο Δαρείος, και την
+δύναμιν αυτού· επειδή όμως δεν τους έπειθε, συνεβούλευσεν
+έπειτα αυτούς να πράξωσιν ούτως ώστε να γίνωσι κύριοι της
+θαλάσσης. Προς τούτο είπεν έν μόνον μέσον έβλεπε, καθότι
+ήξευρεν ότι η δύναμις των Μιλησίων ήτο ασθενής. Το μέσον τούτο
+ήτο να λάβωσιν από το εις Βραγχίδας ιερόν τους θησαυρούς τους
+οποίους ο Λυδός Κροίσος είχεν αφιερώσει. Ηδύναντο να ελπίζωσιν
+ότι ήθελον θαλασσοκρατήσει, μεταχειριζόμενοι τους θησαυρούς
+εκείνους και συγχρόνως αφαιρούντες από τους Πέρσας την
+πιθανότητα να συλήσωσιν αυτούς. Τα πλούτη δε εκείνα, ως εδήλωσα
+εν τω πρώτω βιβλίω της ιστορίας μου, ήσαν πολλά. Αλλ' η γνώμη
+αύτη δεν υπερίσχυσε, και απεφασίσθη μόνον να αποστατήσωσι και
+να αποστείλωσιν ένα των Μιλησίων εις την Μυούντα όπου ήτο το
+στρατόπεδον των εκ της Νάξου επιστρεψάντων στρατευμάτων, διά να
+προσπαθήση να συλλάβη τους εις τα πλοία εκείνα στρατηγούς.
+
+37. Επειδή δε εστάλη προς τούτο ο Ιατραγόρας και συνέλαβε
+δολίως τον Ολίατον του Ιβανώλιος Μυλασσέα, τον Ιστιαίον του
+Τύμνου Τερμερέα, τον Κώην του Ερξάνδρου, εις ον ο Δαρείος
+εδωρήσατο την Μιτυλήνην, τον Αρισταγόραν του Ηρακλείδου
+Κυμαίον, και άλλους πολλούς, τότε ο Αρισταγόρας απεστάτησεν
+αναφανδόν πράττων ό,τι ηδύνατο κατά του Δαρείου. Και πρώτον μεν
+λόγω ότι παραιτείται της τυραννίας, κατέστησεν ισονομίαν εις
+την Μίλητον· έπειτα δε έπραξε το αυτό και εις την λοιπήν
+Ιωνίαν, διώκων τους τυράννους και παραδίδων εις τας πόλεις των
+οποίων ήθελε την φιλίαν εκείνους τους οποίους είχε συλλάβει εις
+τα κατά της Νάξου πλεύσαντα πλοία. Παρέδιδε δε έκαστον εις την
+πόλιν εκ της οποίας ήτο.
+
+38. Και τον μεν Κώην, άμα παρέλαβον οι Μιτυληναίοι, τον έσυρον
+έξω της πόλεως και τον ελιθοβόλησαν, αλλ' οι Κυμαίοι αφήκαν
+ελεύθερον τον τύραννόν των· τούτους δε μιμούμενοι οι
+περισσότεροι απέλυσαν τους ιδικούς των. Και αι μεν τυραννίδες
+εις τας πόλεις κατελύθησαν· ο δε Μιλήσιος Αρισταγόρας, αφού
+κατήργησεν αυτάς και επρόσταξε να καταστήσωσιν εν εκάστη των
+πόλεων στρατηγούς, μετέβη έπειτα μετά τριήρους εις την
+Λακεδαίμονα ως απεσταλμένος, διότι είχεν ανάγκην να εύρη
+ισχυρόν τινα σύμμαχον.
+
+39. Εις δε την Σπάρτην δεν εβασίλευεν ουδέ έζη πλέον ο
+Αναξανδρίδης του Λέοντος, αλλ' είχεν αποθάνει, είχε δε την
+βασιλείαν ο υιός του Αναξανδρίδου, Κλεομένης, ουχί δια τα
+προτερήματά του αλλά διά το γένος του. Ο Αναξανδρίδης είχε
+συζευχθή την θυγατέρα της αδελφής του, την οποίαν ηγάπα μεν
+πολύ, δεν απελάμβανεν όμως τέκνα εξ αυτής. Ούτως έχοντος λοιπόν
+του πράγματος, οι έφοροι τον εκάλεσαν και τω είπον· «Εάν συ δεν
+προσέχης εις ό,τι σε αφορά, ημείς όμως δεν πρέπει να αφήσωμεν
+να εκλείψη η γενεά του Ευρυσθένους. Έχεις γυναίκα· αλλ' επειδή
+αύτη δεν σοι δίδει παιδία, άφες αυτήν και λάβε άλλην. Τοιαύτα
+δε πράττων θα ευχαριστήσης τους Σπαρτιάτας.» Ο δε Αναξανδρίδης
+απεκρίθη ότι δεν θα πράξη μήτε το έν μήτε το άλλο και ότι κακώς
+τον συνεβούλευον παρακινούντες αυτόν να διώξη την γυναίκα την
+οποίαν είχε, και ήτις ποτέ δεν έπταισε, και να λάβη άλλην.
+Τέλος ότι δεν τους ακούει.
+
+40. Προς ταύτα οι έφοροι και οι γέροντες συνεσκέφθησαν και
+επρότεινον εις τον Αναξανδρίδην τα εξής· «Επειδή σε βλέπομεν
+προσηλωμένον εις την γυναίκα την οποίαν έχεις, παραδέχθητι τα
+εξής και μη ανθίστασαι πλέον διά μη σκεφθώσιν εναντίον σου οι
+Σπαρτιάται διαφορετικόν τι. Δεν σε ζητούμεν πλέον να αποπέμψης
+την γυναίκα την οποίαν αγαπάς· εξακολούθει αποδίδων αυτή όσα τη
+αποδίδεις τώρα· λάβε όμως προς αυτήν και άλλην τεκνοποιόν.»
+Συγκατετέθη εις τούτο ο Αναξανδρίδης και μετά ταύτα έχων δύο
+γυναίκας, διετήρει δύο οικίας, πράττων ούτω πράγμα ασύνηθες εις
+τα ήθη τα Σπαρτιατικά.
+
+41. Μετά παρέλευσιν ουχί πολλού χρόνου η δευτέρα αύτη σύζυγος
+έτεκε τον Κλεομένη τούτον. Ενώ δε αύτη έδιδεν εις τους
+Σπαρτιάτας μέλλοντα βασιλέα, τότε και η πρώτη γυνή ήτις
+πρότερον ήτο άτεκνος, συνέλαβεν ανελπίστως. Ενώ δε αυτή ήτο
+αληθώς έγκυος, οι συγγενείς της δευτέρας γυναικός μαθόντες
+τούτο εθορύβουν λέγοντες ότι καυχάται χωρίς να ήναι έγκυος και
+ότι σκοπεύει να παρουσιάση παιδίον υποβολιμαίον. Επειδή λοιπόν
+ούτοι εθορύβουν τοιουτοτρόπως, ότε επέστη ο χρόνος του τοκετού,
+οι έφοροι δυσπιστούντες εκάθισαν περί την τίκτουσαν και
+παρεφύλαττον αυτήν. Αυτή δε αφού έτεκε τον Δωριέα, αμέσως μετά
+ταύτα έτεκε τον Λεωνίδαν, και κατόπιν τούτου τον Κλεόμβροτον·
+τινές δε λέγουσιν ότι ο Λεωνίδας και ο Κλεόμβροτος ήσαν
+δίδυμοι. Η δε δευτέρα γυνή, ήτις ήτο θυγάτηρ του Πρινητάδου
+υιού του Δημαρμένου, τεκούσα τον Κλεομένη, δεν έτεκε πλέον άλλο
+τέκνον.
+
+42. Ο μεν Κλεομένης ήτο, ως λέγουσιν, ουχί υγιής τας φρένας
+αλλ' επιρρεπής εις την μανίαν, ο δε Δωριεύς ήτο πρώτος όλων των
+συνηλικιωτών του και εφρόνει ότι διά τα προτερήματά του αυτός
+έμελλε να λάβη την βασιλείαν. Τόσον δε βέβαιος ήτο περί τούτου
+ώστε όταν απέθανεν ο Αναξανδρίδης και οι Λακεδαιμόνιοι εκ
+σεβασμού προς τον νόμον ανεγνώρισαν ως βασιλέα τον πρεσβύτατον
+Κλεομένη, ο Δωριεύς αγανακτήσας και μη καταδεχόμενος να
+κυβερνάται υπό του Κλεομένους, εζήτησε λαόν από τους Σπαρτιάτας
+και μετηνάστευσε. Χωρίς να πράξη τίποτε από όσα συνήθως
+πράττονται εις τοιαύτας περιστάσεις, ανεχώρησεν ηγανακτημένος
+και έπλευσε προς την Λιβύαν λαβών Θηραίους οδηγούς. Αποβάς εις
+την Κίνυπα, κατώκησε τόπον κάλλιστον της Λιβύας πλησίον
+ποταμού. Διωχθείς όμως εκείθεν κατά το τρίτον έτος υπό των
+Λιβύων Μακών και των Καρχηδονίων επέστρεψεν εις την
+Πελοπόννησον.
+
+43. Τότε ο Αντιχάρης, ανήρ Ελεώνιος, οδηγούμενος έκ τινος
+χρησμού δοθέντος άλλοτε εις τον Λάιον, τον εσυμβούλευσε να
+αποικίση την εν Σικελία Ηράκλειαν, λέγων ότι όλη η χώρα του
+Έρυκος ανήκει εις τους Ηρακλείδας, καταλαβόντος αυτήν του
+Ηρακλέους. Ακούσας ταύτα ο Δωριεύς επορεύθη εις τους Δελφούς
+διά να ερωτήση το μαντείον εάν ηδύνατο να γίνη κύριος της χώρας
+εις την οποίαν εσκόπευε να μεταβή. Δοθείσης δε καταφατικής
+απαντήσεως ο Δωριεύς παραλαβών εκείνους τους οποίους είχεν ότε
+μετέβη εις την Λιβύαν, έπλευσε προς την Ιταλίαν
+
+44. Κατ' εκείνον δε τον χρόνον, ως λέγουσιν οι Συβαρίται, αυτοί
+και ο βασιλεύς των Τήλυς έμελλον να εκστρατεύσωσι κατά της
+Κρότωνος. Φοβηθέντες οι Κροτωνιάται, παρεκάλεσαν τον Δωριέα να
+τους βοηθήση. Συγκατατεθείς εις τούτο ο Δωριεύς,
+συνεξεστράτευσε μετ' αυτών εις την Σύβαριν και συνεκυρίευσεν
+αυτήν. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Συβαρίται ότι έπραξεν ο
+Δωριεύς και οι μετ' αυτού· οι Κροτωνιάται όμως λέγουσιν εξ
+εναντίας ότι ουδείς ξένος ανεμίχθη εις τον κατά των Συβαριτών
+πόλεμον, πλην μόνου του Καλλίου, μάντεως Ηλείου, εκ του γένους
+των Ιαμιδών. Ούτος, ως λέγουσιν, έφυγεν από τον τύραννον των
+Συβαριτών Τήλυν και ήλθεν εις αυτούς, διότι εις τας θυσίας τα
+ιερά δεν εφάνησαν ευνοϊκά διά την κατά των Κροτωναίων
+εκστρατείαν. Ταύτα λέγουσιν οι Κροτωναίοι.
+
+45. Μαρτυρίας δε εκάτερον των μερών φέρει τας εξής. Οι μεν
+Συβαρίται δεικνύουσι τέμενος και ναόν πλησίον του ξηρού
+Κράθιδος, τον οποίον ναόν λέγουσιν ότι ο συγκυριεύσας την πόλιν
+Δωριεύς ανήγειρεν εις την Αθηνάν την επονομαζομένην Κραθίαν.
+Άλλην δε μαρτυρίαν μεγίστην αναφέρουσι τον θάνατον αυτού του
+Δωριέως όστις απώλετο πράξας τα εναντία παρ' όσα προέγραψεν εις
+αυτόν το μαντείον διότι εάν δεν παρέβαινε τίποτε, εάν έπραττεν
+εκείνο διά το οποίον εστάλη, θα εκυρίευεν την χώραν του Έρυκος
+και θα κατείχεν αυτήν· και ούτε αυτός ούτε ο στρατός του ήθελον
+απολεσθή. Οι δε Κροτωνιάται πάλιν δεικνύουσι πολλάς γαίας εν τη
+χώρα της Κρότωνος δωρηθείσας εις τον Ηλείον Καλλίαν, τας οποίας
+μέχρι των ημερών μου ενέμοντο οι απόγονοι του Καλλίου· ενώ εις
+τον Δωριέα και τους απογόνους αυτού δεν εδόθη τίποτε. Και
+βεβαίως, εάν ο Δωριεύς τους εβοήθει εις τον κατά των Συβαριτών
+πόλεμον, θα ελάμβανε περισσότερα παρ' όσα έλαβεν ο Καλλίας.
+Αυτά είναι τα μαρτύρια τα οποία προσφέρουσιν αι δύο αύται
+πόλεις· είναι δε ελεύθερος ο καθείς να παραδεχθή εκείνο όπερ τω
+φανή πιθανώτερον.
+
+46. Συνέπλευσαν δε μετά του Δωριέως και άλλοι Σπαρτιάται
+άποικοι, ο Θεσσαλός, ο Παραιβάτης, ο Κελέας και ο Ευρυλέων,
+οίτινες ότε έφθασαν με όλον τον στόλον εις την Σικελίαν,
+ηττηθέντες εις μάχην εφονεύθησαν υπό των Φοινίκων και των
+Εγεσταίων. Μόνος δε ο Ευρυλέων επέζησεν εις την καταστροφήν
+ταύτην, και αυτός συναθροίσας τους απομείναντας στρατιώτας
+εκυρίευσε την Μινώαν, αποικίαν των Σελινουσίων και ελευθέρωσε
+τους Σελινουσίους από τον μονάρχην Πυθαγόραν. Μετά ταύτα όμως
+φονεύσας τούτον ηθέλησεν αυτός να γίνη τύραννος της
+Σελινούντος· ολίγον όμως χρόνον εμονάρχησε, διότι
+επαναστάτησαντες οι Σελινούσιοι εφόνευσαν αυτόν καταφυγόντα εις
+τον βωμόν του αγοραίου Διός.
+
+47. Συνώδευε προς τούτοις τον Δωριέα και συναπέθανε μετ' αυτού
+ο Κροτωνιάτης Φίλιππος του Βουτακίδου, όστις μνηστευθείς την
+θυγατέρα του Συβαρίτου Τήλυος έφυγεν εκ της Κρότωνος· ψευσθείς
+δε του γάμου ανεχώρησε πλέων εις την Κυρήνην, και εκείθεν πάλιν
+αναχωρήσας συνηκολούθει τον Δωριέα με ιδίαν του τριήρη και ίδιά
+του έξοδα των στρατιωτών. Ήτο Ολυμπιονίκης και ο ωραιότατος των
+Ελλήνων του καιρού εκείνου· ένεκα δε του κάλλους του ηξιώθη
+παρά των Εγεσταίων ό,τι ουδείς άλλος, διότι εγείραντες επί του
+τάφου του ηρώον τω προσφέρουσι θυσίας.
+
+48. Και ο μεν Δωριεύς λοιπόν ούτως ετελεύτησεν· εάν δε ηνείχετο
+να βασιλεύεται υπό του Κλεομένους και έμενεν εις την Σπάρτην,
+θα εγίνετο βασιλεύς της Λακεδαίμονος, διότι ο Κλεομένης δεν
+εβασίλευσε πολύν χρόνον, αλλ' απέθανεν άπαις, αφήσας μόνον μιαν
+θυγατέρα της οποίας το όνομα ήτο Γοργώ.
+
+49. Έρχεται λοιπόν ο τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας εις την
+Σπάρτην ότε είχε την αρχήν ο Κλεομένης και ήλθεν εις ομιλίαν με
+αυτόν, ως λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, έχων χάλκινον πίνακα επί
+του οποίου ήσαν κεχαραγμένα η περίοδος όλης της γης, όλη η
+θάλασσα και όλοι οι ποταμοί. Κατά την συνδιάλεξιν ταύτην ο
+Αρισταγόρας είπε προς αυτόν τα εξής· «Κλεόμενες, μη θαυμάσης
+εάν έσπευσα να έλθω εδώ, διότι αι περιστάσεις με εβίασαν να
+πράξω τούτο. Να ήναι οι Ίωνες δούλοι αντί ελευθέρων, τούτο
+είναι όνειδος και άλγος μέγιστον εις ημάς, προπάντων όμως εις
+σας οίτινες προΐστασθε της Ελλάδος. Όθεν διά όνομα των θεών των
+Ελληνικών λυτρώσατε εκ της δουλείας τους Ίωνας, άνδρας
+ομαίμονας. Δύνασθε δε ευκόλως να πράξητε τούτο, διότι ου μόνον
+οι βάρβαροι δεν είναι δυνατοί, αλλ' εφθάσατε εις το ακρότατον
+σημείον των πολεμικών αρετών. Αυτοί εις τον πόλεμον
+μεταχειρίζονται τόξα και ακόντια βραχέα, έρχονται δε εις τας
+μάχας φορούντες αναξυρίδας και σαρίκια· βλέπετε λοιπόν ότι
+εύκολον είναι να νικηθώσιν. Οι νεμόμενοι την χώραν ταύτην
+έχουσιν αυτοί μόνοι τόσα αγαθά όσα έχουσιν όλοι οι άλλοι
+άνθρωποι· πρώτον χρυσόν, έπειτα άργυρον, χαλκόν, πεποικιλμένα
+φορέματα, υποζύγια και ανδράποδα· όλα ταύτα άμα θελήσετε
+γίνονται ιδικά σας. Αι δε επαρχίαι των είναι η μία πλησίον της
+άλλης ως θα σε δείξω. Κατόπιν τούτων των Ιώνων είναι οι Λυδοί,
+κατοικούντες χώραν εύκαρπον και έχοντες απείρους ποσότητας
+αργύρου.» Ταύτα λέγων ο Αρισταγόρας εδείκνυε τους τόπους
+τούτους εις την περίοδον της γης ήτις ήτο εγκεχαραγμένη εις τον
+πίνακα. «Μετά τους Λυδούς, εξηκολούθησε, προς ανατολάς, είναι
+οι Φρύγες οι μάλλον πλούσιοι από όσους εγώ ηξεύρω εις ποίμνια
+και εις καρπούς. Έπειτα βλέπεις τους Καππαδόκας τους οποίους
+ημείς καλούμεν Συρίους, έπειτα τους Κίλικας οίτινες εκτείνονται
+μέχρι της θαλάσσης ταύτης όπου κείται η νήσος Κύπρος. Ούτοι
+πληρόνουσιν εις τον βασιλέα πεντακόσια τάλαντα ετήσιον φόρον.
+Μετά τους Κίλικας τούτους είναι οι Αρμένιοι, οίτινες έχουσι και
+αυτοί πλήθος ποιμνίων. Μετά τους Αρμενίους είναι οι Ματιανοί
+εξουσιάζοντας τον τόπον τούτον. Κατόπιν τούτων είναι η Κισσία
+χώρα εις την οποίαν, πλησίον του ποταμού τούτου Χοάσπου, είναι
+τα Σούσα. Εκεί ζη ο μέγας βασιλεύς, εκεί είναι οι θησαυροί του.
+Εάν κυρώσετε την πόλιν ταύτην, δύνασθε ευκόλως να ανταγωνισθήτε
+κατά τα πλούτη με τον Δια. Πρέπει λοιπόν δι' ολίγην γην, και
+ταύτην ουχί καλήν, και ορίων μικρών, να πολεμήτε κατά των
+ισοδυνάμων με υμάς Μεσσηνίων, και των Αρκάδων, και των Αργείων,
+οίτινες ούτε χρυσόν έχουσιν ούτε άργυρον, διά τα οποία δύναται
+τις προθύμως να πολεμήση και να αποθάνη; Και αφού δύνασθε να
+κυριεύσετε ευκόλως την Ασίαν, διατί ζητείτε άλλας κατακτήσεις;
+Ταύτα είπεν ο Αρισταγόρας, ο δε Κλεομένης απεκρίθη τα εξής· «Ω
+ξένε Μιλήσιε, μετά τρεις ημέρας θα έχης την απόκρισίν μου».
+
+50. Και τότε μεν τόσον επροχώρησαν. Ότε δε έφθασεν η κυρία
+ημέρα της αποκρίσεως επανέλαβον την συνδιάλεξιν και ο Κλεομένης
+ηρώτησε τον Αρισταγόραν πόσων ημερών οδός είναι από την
+θάλασσαν μέχρι της βασιλικής πόλεως. Ο δε Αρισταγόρας, μολονότι
+εις τα άλλα εφάνη πονηρός και μέχρις εκείνης της στιγμής
+επιτήδειος να απατά τον Κλεομένη, εις τούτο όμως έσφαλε· διότι
+ενώ ηδύνατο να μη ομολογήση εκείνο το οποίον ήτο, εάν ήθελε να
+παρασύρη τους Σπαρτιάτας εις την Ασίαν, είπεν ότι η άνοδος
+είναι τριών μηνών. Τότε ο Κλεομένης, διακόπτων όσα έμελλε να
+είπη ο Αρισταγόρας περί της οδού ταύτης, είπεν· «Ω ξένε
+Μιλήσιε, αναχώρησον εκ της Σπάρτης προ της δύσεως του ηλίου,
+διότι δεν λέγεις εύκολα πράγματα εις τους Λακεδαιμονίους, θέλων
+να τους φέρης τριών μηνών οδόν μακράν τις θαλάσσης.» Ο μεν
+Κλεομένης ταύτα ειπών επέστρεψεν εις την κατοικίαν του.
+
+51. Ο δε Αρισταγόρας λαβών κλάδον ελαίας μετέβη εις την οικίαν
+του Κλεομένους, και εισελθών ως ικέτης παρεκάλει τον Κλεομένη
+να αποπέμψη το παιδίον του και να τον ακούση, διότι πλησίον του
+Κλεομένους ήτο η θυγάτηρ του ήτις ωνομάζετο Γοργώ. Αύτη ήτο το
+μόνον του τέκνον και ήτο οκτώ ή εννέα ετών την ηλικίαν. Ο δε
+Κλεομένης τω είπεν ότι ηδύνατο να ομιλήση ό,τι ήθελε χωρίς να
+τον εμποδίζη η παρουσία του παιδίου. Τότε ο Αρισταγόρας ήρχισεν
+υποσχόμενος αυτώ δέκα τάλαντα εάν εκτελέση όσα τω εζήτησεν.
+Επειδή δε ο Κλεομένης ηρνείτο, ο Αρισταγόρας, αυξάνων πάντοτε
+την προσφοράν του, έφθασε να υποσχεθή πεντήκοντα τάλαντα. Τότε
+το παιδίον εφώνησε· «Πάτερ, θα σε διαφθείρη ο ξένος εάν δεν τον
+αφήσης και φύγης.» Ο δε Κλεομένης, ευχαριστηθείς διά την
+συμβουλήν του παιδίου, μετέβη εις άλλο οίκημα· ο δε Αρισταγόρας
+ανεχώρησεν εκ της Σπάρτης ανεπιστρεπτί, και ούτε ηδυνήθη να
+είπη τι περισσότερον περί της οδού της αγούσης προς τον
+βασιλέα.
+
+52. Τα περί της οδού δε ταύτης έχουσιν ούτω· πανταχού υπάρχουσι
+σταθμοί βασιλικοί και καταλύματα κάλλιστα· όλη δε η οδοιπορία
+γίνεται διά χώρας κατοικουμένης και ασφαλούς. Πρώτον διά της
+Λυδίας και της Φρυγίας είναι είκοσι σταθμοί και παρασάγγαι
+εννενήκοντα τέσσαρες και ήμισυ. Μετά την Φρυγίαν έρχεται ο Άλυς
+ποταμός όπου είναι μέγα φρούριον και πύλαι τας οποίας πρέπει να
+διέλθη, τις όπως διεκπεραιωθή. Αφού δε διαβή εις την
+Καππαδοκίαν, διέρχεται δι' αυτής μέχρις ου φθάση εις τα όρια
+των Κιλικίων, όπου είναι σταθμοί εικοσιοκτώ και παρασάγγαι
+εκατόν τέσσαρες. Επί των μεθορίων τούτων θα διέλθης δύο πύλας
+και δύο φρούρια. Ταύτα αφού διέλθης και διά της Κιλικίας
+εξακολουθών την πορείαν σου, έχεις ενώπιόν σου τρεις σταθμούς
+και παρασάγγας δεκαπέντε και ήμισυ. Μεταξύ της Κιλικίας και της
+Αρμενίας ρέει ποταμός ναυσίπορος, όστις ονομάζεται Ευφράτης.
+Εις δε την Αρμενίαν είναι σταθμοί μεν καταλυμάτων δεκαπέντε,
+παρασάγγαι δε πεντήκοντα έξ και ήμισυ και έν φρούριον. Τέσσαρες
+ποταμοί ναυσίποροι ρέουσι δι' αυτής τους oποίους ανάγκη πάσα να
+διαπορθμεύση τις. Ο πρώτος των ποταμών είναι ο Τίγρης· ο
+δεύτερος και ο τρίτος έχουσι το αυτό όνομα, μολονότι δεν είναι
+οι ίδιοι δεν τρέχουσιν από το αυτό μέρος, διότι ο μεν ρέει εκ
+των Αρμενίων, ο δε εκ των Ματιανών. Ο τέταρτος των ποταμών
+ονομάζεται Γύνδης, τον όποιον άλλοτε ο Κύρος διεμοίρασεν εις
+τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας. Εκ ταύτης δε της Αρμενίας όταν
+εισέλθης εις την Ματιανήν χώραν είναι σταθμοί τέσσαρες· εκ
+ταύτης δε μεταβαίνεις εις την Κισσίαν χώραν, όπου είναι σταθμοί
+ένδεκα και παρασάγγαι τριάκοντα δύο και ήμισυ μέχρι του Χοάσπου
+ποταμού, τον οποίον επίσης πρέπει να διαπεράσης με πλοίον και
+επί του οποίου είναι εκτισμένη η πόλις Σούσα. Όλοι οι σταθμοί
+ούτοι είναι εκατόν ένδεκα. Άλλα τόσα δε καταλύματα είναι από
+τας Σάρδεις εις τα Σούσα.
+
+53. Εάν δε εμετρήθη ορθώς η βασιλική οδός κατά παρασάγγας, και
+εάν ο παρασάγγης ισοδυναμή με τριάκοντα στάδια, ως και
+ισοδυναμεί τωόντι, εκ των Σάρδεων μέχρι των Μεμνονίων
+καλουμένων βασιλείων είναι στάδια δεκατρείς χιλιάδες
+πεντακόσια, ή τετρακόσια πεντήκοντα παρασάγγαι. Δι' εκείνους δε
+οίτινες δύνανται να διανύωσιν εκατόν πεντήκοντα στάδια την
+ημέραν, απαιτούνται ακριβώς εννενήκοντα ημέραι.
+
+54. Ούτω λοιπόν ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, ειπών εις τον
+Λακεδαιμόνιον Κλεομένη ότι μέχρι της διαμονής του βασιλέως ήτο
+τριών μηνών οδός, είπεν ορθώς. Εάν δε τις ζητή ακριβέστερον
+υπολογισμόν, τούτο θα πράξω αμέσως. Εις τούτο το διάστημα
+πρέπει να προσθέσωμεν και την οδόν όση είναι από την Έφεσον
+μέχρι των Σάρδεων. Όθεν λέγω ότι από την Ελληνικήν θάλασσαν
+μέχρι των Σούσων (διότι ούτω καλείται η πόλις του Μέμνονος)
+είναι δεκατέσσαρες χιλιάδες και τεσσαράκοντα στάδια. Και ούτω η
+τρίμηνος οδός γίνεται μακροτέρα κατά τρεις ημέρας.
+
+55. Διωχθείς ο Αρισταγόρας εκ της Σπάρτης ήλθεν εις τας Αθήνας,
+ελευθερωθείσας από τους τυράννους των κατά τον ακόλουθον
+τρόπον. Αφού ο Αριστογείτων και ο Αρμόδιος, όντες ανέκαθεν εκ
+του γένους των Γεφυραίων, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, υιόν του
+Πεισιστράτου και αδελφόν του τυράννου Ιππίου, ιδόντα εις τον
+ύπνον του όραμα αγγέλλον αυτώ εναργέστατα εκείνο το οποίον
+έμελλε να πάθη, πάλιν οι Αθηναίοι επί τέσσαρας ακόμη μήνας
+ετυραννεύθησαν όχι ολιγώτερον αλλά μάλιστα περισσότερον ή
+πρότερον.
+
+56. Το δε δράμα του ενυπνίου του Ιππάρχου ήτο το εξής. Κατά την
+νύκτα της παραμονής των Παναθηναίων εφάνη εις τον Ίππαρχον ότι
+είδεν άνδρα μέγαν και ωραίον παρουσιασθέντα ενώπιόν του και
+ειπόντα τους εξής αινιγματώδεις λόγους· «Υπόμεινον, λέων, με
+καρδιάν υπομονητικήν, ό,τι πάθης ανυπόφορον. Δεν υπάρχει
+άνθρωπος αδικών όστις να μη αποτίση την αδικίαν.» Τούτων την
+εξήγησιν, άμα εγένετο ημέρα, τον είδον να προτείνη εις
+ονειροκρίτας· έπειτα εξορκίσας το όνειρον, μετέβη εις τον τόπον
+της πομπής όπου και εφονεύθη.
+
+57. Οι δε Γεφυραίοι, εκ των οποίων κατήγοντο οι φονείς του
+Ιππάρχου, ως μεν λέγουσιν αυτοί, έχουσι την αρχήν των εκ της
+Ερετρείας, ως δε έμαθον εγώ εξετάσας, ήσαν Φοίνικες, εκ των
+Φοινίκων εκείνων οίτινες μετά του Κάδμου ήλθον εκ της Φοινίκης
+εις την γην την σήμερον καλουμένην Βοιωτίαν, και λαβόντες
+κλήραν τινα της χώρας ταύτης εγκατεστάθησαν εις την Ταναγρικήν
+μοίραν. Εντεύθεν αφού πρώτον εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των
+Βοιωτών, εδιώχθησαν έπειτα και οι Γεφυραίοι υπό των Αργείων και
+κατέφυγον εις τους Αθηναίους. Οι δε Αθηναίοι τους εδέχθησαν ως
+πολίτας των, απαγορεύσαντες αυτοίς διάφορα δικαιώματα τα οποία
+δεν είναι άξια διηγήσεως.
+
+58. Οι δε Φοίνικες ούτοι οι μετά του Κάδμου ελθόντες, μεταξύ
+των οποίων ήσαν οι Γεφυραίοι, οικήσαντες την χώραν ταύτην,
+εδίδαξαν πολλά πράγματα και προς τούτοις τα γράμματα τα οποία
+κατ' εμέ δεν υπήρχον πρότερον εις τους Έλληνας. Και κατ' αρχάς
+μεν οι Έλληνες μετεχειρίσθησαν όσα γράμματα μεταχειρίζονται οι
+Φοίνικες, ύστερον όμως με την πρόοδον του χρόνου ετροποποίησαν
+την φωνήν αυτών και το σχήμα. Εκ των Ελλήνων οι Ίωνες ήσαν οι
+κατ' εκείνην την εποχήν κατοικούντες εις τα πλείστα μέρη των
+πέριξ χωρών· αυτοί λοιπόν μαθόντες παρά των Φοινίκων τα
+γράμματα, μετεχειρίσθησαν αυτά και τα μετερρύθμισαν ολίγον.
+Μεταχειριζόμενοι δε αυτά είπον, ως ήτο και δίκαιον, διότι οι
+Φοίνικες τα εισήγαγον εις την Ελλάδα, να καλώνται Φοινικικά.
+Προσέτι δε και τας βίβλους καλούσιν οι Ίωνες διφθέρας κατά
+παλαιάν συνήθειαν, καθότι ούσης της βίβλου σπανίας
+μετεχειρίζοντο άλλοτε δέρματα αιγών και προβάτων. Ακόμη δε και
+εις την εποχήν μου πολλοί των βαρβάρων γράφουσιν εις τοιαύτας
+διφθέρας.
+
+59. Είδον δε και εγώ αυτός Καδμικά γράμματα εις το ιερόν του
+Ισμηνίου Απόλλωνος εις τας Θήβας της Βοιωτίας, γεγλυμμένα επί
+τριών τριπόδων, κατά πολύ ομοιάζοντα προς τα Ιωνικά. Ο μεν είς
+των τριπόδων έχει το εξής επίγραμμα: «Ο ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ,
+ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΗΛΕΒΟΕΙΣ.» Τούτο θα χρονολογήται από την
+εποχήν του Λαΐου, υιού του Λαβδάκου, υιού του Πολυδώρου, υιού
+του Κάδμου.
+
+60. Έτερος τρίπους φέρει το εξής επίγραμμα εις εξαμέτρους
+στίχους: «Ο ΣΚΑΙΟΣ, ΝΙΚΗΣΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΥΓΜΗΝ, ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ ΕΙΣ ΣΕ
+ΤΟΝ ΜΑΚΡΑΝ ΡΙΠΤΟΝΤΑ ΤΑ ΒΕΛΗ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ.» Ο
+Σκαίος δε ούτος θα ήτο ο υιός του Ιπποκόωντος, εάν αυτός είναι
+ο αφιερώσας και όχι άλλος, έχων τα ίδιον όνομα με τον υιόν του
+Ιπποκόωντος και σύγχρονος με τον Οιδίποδα του Λαΐου.
+
+61. Ο δε τρίτος τρίπους λέγει και ούτος εν εξαμέτρω: «ΑΥΤΟΣ Ο
+ΜΟΝΑΡΧΩΝ ΛΑΟΔΑΜΑΣ ΑΦΙΕΡΩΣΕ ΤΡΙΠΟΔΑ ΕΙΣ ΣΕ ΤΟΝ ΚΑΛΟΝ ΤΟΞΟΤΗΝ
+ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ» Επί της μοναρχίας του Λαοδάμαντος
+τούτου υιού του Ετεοκλέους εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των
+Αργείων και έφυγον εις τους Εγχέλεις, οι δε Γεφυραίοι
+μείναντες, εβιάσθησαν ύστερον υπό των Βοιωτών να αναχωρήσωσιν
+εις Αθήνας. Και υπάρχει ακόμη ο ναός αυτών εις τας Αθήνας,
+ουδείς δε των άλλων πολιτών εισέρχεται εις αυτόν. Διαφέρει των
+άλλων ναών και προ πάντων του ναού όπου τελούνται τα μυστήρια
+της Αχαίας Δήμητρος.
+
+62. Διηγήθην λοιπόν το όνειρον το οποίον είδεν ο Ίππαρχος και
+πόθεν κατήγοντο οι Γεφυραίοι εκ των οποίων ήσαν οι φονείς του
+Ιππάρχου. Πρέπει λοιπόν τώρα να επαναλάβω την διήγησιν την
+οποίαν ήρχισα και να είπω πώς οι Αθηναίοι ηλευθερώθησαν των
+τυράννων. Τυραννεύοντες του Ιππίου και φερομένου σκληρώς προς
+τους Αθηναίους διά τον θάνατον του Ιππάρχου, οι Αλκμαιωνίδαι,
+Αθηναίοι το γένος και εξορισθέντες υπό του Πεισιστράτου ομού με
+άλλους Αθηναίους, απεπειράθησαν να επιστρέψωσιν εις τας Αθήνας
+διά της βίας, αλλ' απέτυχον και ηττήθησαν ολοσχερώς ζητήσαντες
+να καταβώσι και να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Τότε ετείχισαν το
+Λειψύδριον το οποίον είναι άνωθεν της Παιονίας· εκεί δε οι
+Αλκμαιωνίδαι, τα πάντα μηχανώμενοι κατά των Πεισιστρατιδών,
+συνεφώνησαν με τους Αμφικτύονας και έκτισαν ναόν εις τους
+Δελφούς, αυτόν όστις είναι σήμερον και δεν υπήρχε τότε. Επειδή
+δε ήσαν πλούσιοι και σημαντικοί ανέκαθεν, ωκοδόμησαν ναόν
+καλλίτερον του υποδείγματος, και μολονότι συνεφώνησαν να
+κτίσωσιν αυτόν εκ μαρμάρου κοινού, κατεσκεύασαν την πρόσοψιν
+αυτού εκ μαρμάρου Παρίου.
+
+63. Ως λέγουσι λοιπόν οι Αθηναίοι, καθήμενοι οι άνθρωποι ούτοι
+εις τους Δελφούς εδελέαζον την Πυθίαν με χρήματα ώστε, οσάκις
+ήρχοντο οι Σπαρτιάται διά να ζητήσωσι χρησμόν είτε δι'
+ιδιωτικάς υποθέσεις είτε διά δημοσίας, να τοις λέγη πάντοτε ότι
+πρέπει να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Όθεν οι Λακεδαιμόνιοι,
+βλέποντες ότι η Πυθία τοις επανελάμβανε τον αυτόν χρησμόν,
+έπεμψαν μετά στρατού τον Αγχιμόλιον, υιόν του Αστέρος,
+Σπαρτιάτην έγκριτον, διά να διώξη από τας Αθήνας τους
+Πεισιστρατίδας, μολονότι ήσαν άκροι φίλοι των· διότι εσέβοντο
+πλειότερον την διαταγήν του θεού ή τας φιλίας των ανθρώπων.
+Έπεμψαν δε τον στρατόν τούτον με πλοία, και ο Αγχιμόλιος
+αγκυροβολήσας εις το Φάληρον απεβίβασε τους στρατιώτας. Εν
+τούτοις οι Πεισιστρατίδαι, ειδοποιηθέντες προηγουμένως περί
+τούτον, προσεκάλεσαν επικουρίαν εκ της Θεσσαλίας, διότι είχον
+συνθήκην συμμαχίας με τους Θεσσαλούς. Οι δε Θεσσαλοί, εις αυτήν
+την αίτησιν, αποφασίσαντες από κοινού τοις έστειλαν χίλιους
+ιππείς υπό τον βασιλέα Κινέαν, άνδρα Κονιαίον, τους οποίους
+αφού έλαβον ως συμμάχους οι Πεισιστρατίδαι εμηχανήθησαν τα
+εξής. Έκοψαν τα δένδρα της πεδιάδος του Φαλήρου και κατέστησαν
+αυτήν ιππάσιμον· έπειτα αφήκαν το ιππικόν κατά του στρατοπέδου
+των Λακεδαιμονίων. Εμπεσόν δε τούτο, άλλους μεν διέφθειρε,
+μεταξύ των οποίων και τον Αγχιμόλιον· τους δε περισωθέντας τους
+ηνάγκασε να καταφύγωσιν εις τα πλοία. Και η μεν πρώτη
+εκστρατεία των Λακεδαιμονίων τοιαύτην τύχην έλαβε· σώζεται δε ο
+τάφος του Αγχιμολίου εις τας Αλωπεκάς της Αττικής, πλησίον του
+εις το Κυνόσαργες ναού του Ηρακλέους.
+
+64. Μετά ταύτα δε οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάσαντες μεγαλείτερον
+στρατόν έπεμψαν αυτόν κατά των Αθηνών, καταστήσαντες στρατηγόν
+αυτού τον βασιλέα Κλεομένη, υιόν του Αναξανδρίδου· έπεμψαν δε
+αυτόν ουχί πλέον διά θαλάσσης, αλλά διά ξηράς. Ενώ όμως
+εισήρχοντο εις την Αττικήν, επετέθησαν κατ' αυτών οι ιππείς των
+Θεσσαλών, οίτινες μετ' ου πολύ ετράπησαν εις φυγήν απολέσαντες
+άνδρας υπέρ τους τεσσαράκοντα. Οι λοιποί, όσοι εσώθησαν, έφυγον
+ως είχον κατ' ευθείαν προς την Θεσσαλίαν. Εισελθών δε εις την
+πόλιν ο Κλεομένης με τους Αθηναίους όσοι ήθελον να ήναι
+ελεύθεροι, επολιόρκησε τους τυράννους κλεισθέντας εις το
+Πελασγικόν τείχος.
+
+65. Βεβαίως οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήθελον δυνηθή να εξώσωσι τους
+Πεισιστρατίδας, ούτε εσκέπτοντο να κάμωσι τακτικήν πολιορκίαν
+κατ' ανθρώπων εχόντων άφθονον προμήθειαν τροφών και ύδατος,
+μετά πολιορκίαν δε ολίγων τινών ημερών θα επέστρεφον εις την
+Σπάρτην· πλην επήλθε συμβάν τι δι' αυτούς μεν ευνοϊκόν, διά δε
+τους Πεισιστρατίδας ολέθριον. Πεμπόμενοι οι παίδες των
+Πεισιστρατιδών έξω της χώρας συνελήφθησαν· απ' εκείνης λοιπόν
+της στιγμής τα πράγματα περιεπλέχθησαν. Διά να λάβωσι δε τα
+τέκνα των οι Πεισιστρατίδαι εδέχθησαν τους όρους τους οποίους
+ήθελον οι Αθηναίοι, και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της Αττικής
+εντός πέντε ημερών. Μετέβησαν λοιπόν εις το επί του Σκαμάνδρου
+ποταμού Σίγειον, αφού εκυβέρνησαν τας Αθήνας επί έτη τριάκοντα
+και έξ, όντες και αυτοί ανέκαθεν εκ της Πύλου και Νηλείδαι, και
+καταγόμενοι εκ των ιδίων προγόνων εξ ων κατήγοντο ο Κόδρος και
+ο Μέλανθος οίτινες μολονότι επήλυδες εγένοντο βασιλείς των
+Αθηναίων. Τούτου ένεκα ο Ιπποκράτης προς ανάμνησιν ωνόμασε τον
+υιόν του Πεισίστρατον, επονομάσας αυτόν από τον Πεισίστρατον
+τον υιόν του Νέστορος. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι απηλλάγησαν
+των τυράννων. Όσα δε αφού ηλευθερώθησαν έπραξαν και έπαθον άξια
+διηγήσεως, πριν ή αποστατήση η Ιωνία από τον Δαρείον και πριν
+έλθη εις τας Αθήνας ο Μιλήσιος Αρισταγόρας διά να ζητήση
+βοήθειαν, ταύτα πρώτα θέλω διηγηθή.
+
+66. Αι Αθήναι αίτινες ήσαν και πρότερον μεγάλαι, ελευθερωθείσαι
+τότε από τους τυράννους εγένοντο μεγαλείτεραι. Εις αυτάς δύο
+άνδρες είχον μεγάλην δύναμιν, ο Κλεισθένης, ανήρ Αλκμαιωνίδης,
+όστις εφημίζετο ότι είχεν αγοράσει την Πυθίαν και ο Ισαγόρας
+του Τισάνδρου, όστις ήτο μεν από περιφανή οικογένειαν, δεν
+ηξεύρω όμως τίποτε περί της καταγωγής του ειμή μόνον ότι οι
+συγγενείς του θυσιάζουσιν εις τον Κάριον Δία. Οι δύο ούτοι
+άνδρες διήγειρον ταραχάς διαφιλονεικούντες την εξουσίαν.
+Ηττηθείς ο Κλεισθένης ενεκολπώθη το κόμμα του δήμου· μετά ταύτα
+δε, όντας διηρημένους τους Αθηναίους εις τέσσαρας φυλάς,
+διήρεσεν εις δέκα και απαλείψας τας επωνυμίας του Γελέοντος,
+του Αιγικόρους, του Αργάδου και του Όπλητος, οίτινες ήσαν
+παίδες του Ίωνος, έθεσεν επωνυμίας άλλων ηρώων επιχωρίων, πλην
+του Αίαντος τον οποίον, μολονότι ξένον, τον προσέθεσεν ως
+αστυγείτονα και σύμμαχον.
+
+67. Ταύτα πράττων ο Κλεισθένης, εμιμείτο ως νομίζω τον προς
+μητρός πάππον του Κλεισθένη, τύραννον της Σικυώνος· διότι ο
+Κλεισθένης της Σικυώνος, ελθών εις πόλεμον προς τους Αργείους,
+αφ' ενός μεν απηγόρευσε τους ραψωδούς να ψάλλωσιν εις τους
+αγώνας εν Σικυώνι στίχους του Ομήρου, καθότι οι στίχοι ούτοι
+είναι ως επί το πλείστον έπαινος των Αργείων και του Άργους·
+αφ' ετέρου δε, επειδή υπήρχε και υπάρχει μέχρι της σήμερον εις
+την αγοράν των Σικυωνίων ηρώον προς τιμήν του Αδράστου υιού του
+Ταλαού, ο Κλεισθένης επεθύμησε να το εκβάλη της χώρας, καθότι ο
+Άδραστος ήτο Αργείος. Μετέβη λοιπόν εις τους Δελφούς και
+ηρώτησε το μαντείον, εάν πρέπη να εξώση τον Άδραστον· αλλ' η
+Πυθία απεκρίθη ότι ο μεν Άδραστος ήτο βασιλεύς των Σικυωνίων,
+αυτός δε άξιος λιθοβολήσεως. Επειδή λοιπόν ο θεός δεν τω έδωκε
+την άδειαν, επέστρεψεν οπίσω μηχανώμενος παν μέσον όπως
+απαλλαγή του Αδράστου. Ότε δε ενόμισεν ότι εύρε το μέσον τούτο,
+έπεμψεν εις τας Θήβας της Βοιωτίας διά να είπη ότι ήθελε να
+μεταφέρη εκείθεν εις την Σικυώνα τον Μελάνιππον του Αστακού.
+Επιτρεψάντων τούτο των Θηβαίων, ο Κλεισθένης έφερε τον
+Μελάνιππον και τω αφιέρωσε τέμενος εν αυτώ τω πρυτανείω και τον
+έστησεν εκεί εις το καλλίτερον μέρος. Έφερε δε τον Μελάνιππον
+εις την Σικυώνα ο Κλεισθένης (επειδή πρέπει να διηγηθώ και
+τούτο) ως όντα έχθιστον του Αδράστου, του οποίου εφόνευσε τον
+αδελφόν Μηκιστέα και τον γαμβρόν Τυδέα. Αφού δε τω αφιέρωσε το
+τέμενος τούτο, αφήρεσεν από τον Άδραστον τας θυσίας και τας
+εορτάς και τας έδωκεν εις τον Μελάνιππον. Οι δε Σικυώνιοι είχον
+συνειθίσει να τιμώσι πολύ τον Άδραστον, διότι η χώρα των ανήκεν
+άλλοτε εις τον Πόλυβον, ο δε Άδραστος ήτο υιός της θυγατρός του
+Πολύβου όστις αποθνήσκων άπαις, τω αφήκε την αρχήν. Και δι'
+άλλας ακόμη αιτίας οι Σικυώνιοι ετίμων τον Άδραστον, και προς
+τούτοις εώρταζον τα παθήματά του διά χορών τραγικών,
+προσφέροντες εις αυτόν τιμάς αίτινες ανήκον εις τον Διόνυσον. Ο
+δε Κλεισθένης τους μεν χορούς απέδωκεν εις τον Διόνυσον, τας δε
+λοιπάς θυσίας εις τον Μελάνιππον. Ταύτα έπραξεν ο Κλεισθένης
+διά τον Άδραστον.
+
+68. Τα δε ονόματα των Δωρικών φυλών· διά να μη ήναι τα ίδια εις
+την Σικυώνα και εις το Άργος, μετέβαλεν εις άλλα με τα οποία
+περιέπαιξε παραπολύ τους Σικυωνίους· διότι λαβών τα ονόματα
+ταύτα εκ των ονομάτων του χοίρου και του όνου, εμήκυνε μόνον
+την κατάληξιν, πλην της ιδικής του φυλής εις την οποίαν έδωκεν
+όνομα παραγόμενον εκ της ιδίας εαυτού αρχής. Ούτοι μεν
+εκαλούντο Αρχέλαοι, οι άλλοι δε Υάται, Ονεάται και Χοιρεάται.
+Αυτά τα ονόματα των φυλών μετεχειριζοντο οι Σικυώνιοι και επί
+του Κλεισθένους και προσέτι επί εξήκοντα έτη μετά τον θάνατον
+αυτού. Μετά ταύτα όμως συσκεφθέντες τα μετέβαλον εις τους
+Υλλείς, Παμφύλους και Δυμανάτας· εις ταύτα τα ονόματα
+προσέθεσαν και τέταρτον, το των Αιγιαλέων, λαβόντες την
+επωνυμίαν εκ τον Αιγιαλέως, υιού του Αδράστου.
+
+69. Ταύτα έπραξεν ο Σικυώνιος Κλεισθένης. Ο δε Αθηναίος
+Κλεισθένης, υιός ων της θυγατρός του Σικυωνίου τούτου και έχων
+το αυτό όνομα, προς περιφρόνησιν των Ιώνων και διά να μη έχωσιν
+αι φυλαί των Αθηναίων τα αυτά ονόματα με τα ιδικά των, εμιμήθη
+ως νομίζω τον ομώνυμόν του Κλεισθένη· διότι, άμα έλαβε με το
+μέρος του τον δήμον των Αθηναίων, όστις πρότερον ήτο αντίπαλός
+του, μετωνόμασε τας φυλάς και ηύξησε τον αριθμόν αυτών. Αντί
+τεσσάρων, κατέστησε δέκα αρχηγούς φυλών και διένειμε τους
+πολίτας εις τας δέκα φυλάς. Οικειοποιηθείς δε τον δήμον ήτο
+πολύ ισχυρότερος των αντιπάλων μερίδων.
+
+70. Ο δε Ισαγόρας, νικηθείσης της μερίδος του, αντέταξε το εξής
+μηχάνημα, εις τον νικητήν. Επεκαλέσθη τον Λακεδαιμόνιον
+Κλεομένη όστις είχε γίνει ξένος του από της εποχές καθ' ην
+επολιόρκησαν τους Πεισιστρατίδας, και όστις εκατηγορείτο
+μάλιστα ότι είχε σχέσεις με την γυναίκα του Ισαγόρου. Όθεν ο
+Κλεομένης πέμψας πρώτον κήρυκα εις τας Αθήνας εζήτει να εξώσωσι
+τον Κλεισθένη και άλλους πολλούς Αθηναίους μετ' αυτού, αποκαλών
+αυτούς εναγείς. Έπεμψε δε και έλεγε ταύτα εκ διδαχής του
+Ισαγόρου· διότι οι μεν Αλκμαιωνίδαι και οι οπαδοί αυτών ήσαν
+ένοχοι του φόνου τον οποίον θα διηγηθώ αμέσως, αυτός όμως δεν
+μετέσχεν, ουδέ οι φίλοι αυτού.
+
+71. Οι δε εναγείς των Αθηναίων ωνομάσθησαν διά την εξής αιτίαν.
+Ήτο Κύλων τις Αθηναίος Ολυμπιονίκης· αυτός επόθησε να
+τυραννεύση· όθεν εταιρείαν ποιησάμενος μετ' άλλων ηλικιωτών
+απεπειράθη να καταλάβη την ακρόπολιν. Επειδή όμως δεν ηδυνήθη
+να την κυριεύση, εκάθισεν ικέτης προ του αγάλματος της Αθηνάς.
+Και ανήγειρον μεν αυτόν και τους μετ' αυτού οι πρυτάνεις των
+ναυκράρων οίτινες τότε είχον την διοίκησιν των Αθηνών,
+κατηγορούνται δε ότι εφόνευσαν αυτούς οι Αλκμαιωνίδαι. Ταύτα
+εγένοντο προ της εποχής του Πεισιστράτου.
+
+72. Επειδή λοιπόν πέμψας ο Κλεομένης εζήτει να εξώσωσι τον
+Κλεισθένη και τους εναγείς, ο μεν Κλεισθένης έφυγεν· ουχ ήττον
+όμως μετ' ολίγον ήλθεν ο Κλεομένης εις τας Αθήνας όχι με
+μεγάλας δυνάμεις, και ελθών εξώρισεν επτακοσίας οικογενείας
+Αθηναίων τας οποίας τω επέδειξεν ο Ισαγόρας. Τούτου γενομένου,
+επειράθη έπειτα να διαλύση την βουλήν και να αναθέση την αρχήν
+εις τριακοσίους οπαδούς του Ισαγόρου. Αντισταθείσης δε της
+βουλής και μη θελούσης να υπακούση, ο Κλεομένης, ο Ισαγόρας και
+η μερίς αυτού καταλαμβάνουσι την ακρόπολιν· τότε οι λοιποί
+Αθηναίοι ομοφρονήσαντες επολιόρκησαν αυτούς επί δύο ημέρας, την
+δε τρίτην, όσοι εξ αυτών ήσαν Λακεδαιμόνιοι, εξήλθον της χώρας
+διά συνθήκης, και τοιουτοτρόπως εξεπληρώθη εκείνο το οποίον
+είχεν ειπεί η ιέρεια εις τον Κλεομένη· διότι ότε ούτος ανέβη
+εις την ακρόπολιν, σκοπεύων να εγκατασταθή εκεί και ηθέλησε να
+εισέλθη εις το άδυτον της θεάς διά να την χαιρετίση, η ιέρεια
+εξαναστάσα εκ του θρόνου, πριν ή εκείνος υπερβή το κατώφλιον
+της θύρας, είπεν· «Ω ξένε Λακεδαιμόνιε, ύπαγε οπίσω και μη
+εισέλθης εις το ιερόν, διότι δεν είναι επιτετραμμένον εις τους
+Δωριείς να εισέρχωνται ενταύθα.» Ο δε Κλεομένης απεκρίθη· «Ω
+γύναι, δεν είμαι Δωριεύς, αλλ' Αχαιός.» Αψηφήσας λοιπόν τον
+χρησμόν έμεινεν εις την ακρόπολιν, αλλά και τότε πάλιν εδιώχθη
+μετά των Λακεδαιμονίων. Τους δε άλλους έδεσαν οι Αθηναίοι διά
+να τους θανατώσωσι· μεταξύ δε αυτών και τον Τιμησίθεον τον
+Δελφόν του οποίου δύναμαι να απαριθμήσω πολλά έργα δεικνύοντα
+δύναμιν και γενναιότητα μεγάλην. Αυτοί λοιπόν δεθέντες
+εθανατώθησαν.
+
+73. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι, μετακαλέσαντες τον Κλεισθένη και
+τας επτακοσίας οικογενείας τας διωχθείσας υπό του Κλεομένους,
+πέμπουσι πρέσβεις εις τας Σάρδεις, θέλοντες να συνδέσωσι
+συμμαχίαν μετά των Περσών, καθότι έβλεπον ότι ο πόλεμος προς
+τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη ήτο άφευκτος. Ελθόντων δε
+των πρέσβεων εις τας Σάρδεις και ειπόντων όσα ήσαν
+διατεταγμένοι να είπωσιν, ο Αρταφέρνης του Υστάσπους, ύπαρχος
+των Σάρδεων, τους ηρώτησε τίνες όντες και ποίαν χώραν
+κατοικούντες ζητούσι την συμμαχίαν των Περσών. Ακούσας τας
+αποκρίσεις αυτών τοις είπε μετά συντομίας ότι εάν μεν οι
+Αθηναίοι δίδωσι γην και ύδωρ εις τον βασιλέα Δαρείον, τοις
+υπόσχεται συμμαχίαν, εάν δε δεν δίδωσι τους διατάττει να
+φύγωσι. Τότε οι πρέσβεις συσκεφθέντες μεταξύ των, είπον ότι
+δίδουσι, διότι ήθελον την συμμαχίαν ταύτην. Όταν όμως
+επέστρεψαν εις τας Αθήνας, εκατηγορήθησαν αυστηρώς.
+
+74. Ο δε Κλεομένης αισθανόμενος ότι περιυβρίσθη από τους
+Αθηναίους και με λόγους και με έργα, εσύναζεν εξ όλης της
+Πελοποννήσου στρατόν χωρίς να λέγη προς ποίον σκοπόν· η μόνη
+του δε επιθυμία ήτο να τιμωρήση τον δήμον των Αθηναίων και να
+καταστήση τύραννον τον Ισαγόραν, διότι ούτος είχε συνεξέλθει
+μετ' αυτού εκ της ακροπόλεως. Άγων λοιπόν μέγα στράτευμα
+εισέβαλεν ο Κλεομένης εις την Ελευσίνα, και συγχρόνως οι
+Βοιωτοί, εις δοθέν σύνθημα, εκυρίευσαν την Οινόην και τας
+Υσιάς, δήμους εις τα άκρα της Αττικής, οι δε Χαλκιδείς
+εισέβαλαν εξ άλλου μέρους δηούντες και καταστρέφοντες. Οι δε
+Αθηναίοι, μολονότι επιέζοντο εκ δύο μερών, τους μεν Βοιωτούς
+και τους Χαλκιδείς επεφυλάχθησαν να τιμωρήσωσι βραδύτερον, όλας
+δε τας δυνάμεις των έστρεψαν τότε κατά των Πελοποννησίων των
+κατεχόντων την Ελευσίνα.
+
+75. Καθ' ην στιγμήν όμως έμελλον να έλθωσιν εις χείρας οι
+στρατοί, πρώτοι οι Κορίνθιοι σκεφθέντες ότι έπραττον αδικίαν,
+μετέβαλον γνώμην και ανεχώρησαν. Μετ' αυτούς ανεχώρησε και ο
+Δημάρατος του Αρίστωνως, βασιλεύς και αυτός των Σπαρτιατών,
+όστις ωδήγει τον στρατόν μετά του Κλεομένους και μέχρι της
+στιγμής εκείνης καθ' όλα σύμφωνος μετ' αυτού. Ένεκα της
+διχογνωμίας ήτις αναφύη κατά την περίστασιν ταύτην ετέθη νόμος
+εις την Σπάρτην, όταν γίνεται εκστρατεία, να μη ακολουθώσι και
+οι δύο βασιλείς, καθότι έως τότε ηκολούθουν και οι δύο.
+Απαλλαγέντος λοιπόν του χρέους τούτου του ενός των βασιλέων,
+απεφασίσθη ομοίως να μένη εις την πόλιν το έτερον των αγαλμάτων
+των Τυνδαριδών τα οποία πρότερον ηκολούθουν αμφότερα τον
+στρατόν, καθότι οι Σπαρτιάται επικαλούνται εις τας μάχας τους
+Τυνδαρίδας. Τότε δε εις την Ελευσίνα ιδόντες οι λοιποί των
+συμμάχων ότι και οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν συνεφώνουν
+και οι Κορίνθιοι εγκατέλιπον τας τάξεις των, εγκατέλιπον και
+αυτοί τας ιδικάς των και ανεχώρησαν.
+
+76. Ήτο δε τότε η τετάρτη φορά καθ' ην οι Δωριείς ήλθον εις την
+Αττικήν, δις μεν ως πολέμιοι, δις δε προς το συμφέρον του
+πλήθους των Αθηναίων. Την πρώτην φοράν αποίκισαν τα Μέγαρα (1)
+(ορθώς δε δύναται να ονομασθή εκστρατεία το επί του Κόδρου,
+βασιλέως των Αθηνών, συμβάν τούτο)· την δευτέραν και την τρίτην
+ανεχώρησαν εκ της Σπάρτης διά να εξώσωσι τους Πεισιστρατίδας·
+και την τετάρτην ο Κλεομένης, άγων τους Πελοποννησίους,
+εισέβαλεν εις την Ελευσίνα. Τοιουτοτρόπως οι Δωριείς διά
+τετάρτην τότε φοράν εξεστράτευσαν κατά των Αθηνών.
+
+77. Διαλυθέντος δε του στρατού τούτου ακλεώς, οι Αθηναίοι
+απεφάσισαν να εκδικηθώσι, και κατά πρώτον εστράτευσαν κατά των
+Χαλκιδέων· αλλ' οι Βοιωτοί ήλθον εις τον Εύριπον προς βοήθειαν
+των Χαλκιδέων. Οι δε Αθηναίοι, ιδόντες τους βοηθούς, ενέκρινον
+να κτυπήσωσι πρώτον τους Βοιωτούς και έπειτα τους Χαλκιδείς.
+Συνήψαν λοιπόν μάχην μετ' αυτών και ενίκησαν ολοσχερώς· διότι
+αφού εφόνευσαν παμπόλλους, συνέλαβον και επτακοσίους
+αιχμαλώτους, την αυτήν ημέραν οι Αθηναίοι διαβάντες εις την
+Εύβοιαν συνεπλάκησαν με τους Χαλκιδείς· νικήσαντες δε και
+τούτους, αφήκαν τετρακισχιλίους αποίκους εις τας γαίας των
+ιπποβοτών· ιπποβόται δε καλούνται οι πλούσιοι των Χαλκιδέων.
+Επίσης όσους εζώγρησαν εκ τούτων τους εφυλάκισαν ομού με τους
+ζωγρηθέντας Βοιωτούς, δέσαντες αυτούς με πέδας. Μετά ταύτα,
+λαβόντες λύτρα δι' έκαστον δύο μνας, τους ηλευθέρωσαν· τας δε
+πέδας με τας οποίας τους είχον δεδεμένους, τας εκρέμασαν εις
+την ακρόπολιν, όπου και σήμερον ακόμη σώζονται κρεμάμεναι εκ
+των υπό του Μήδου περικεκαυμένων τειχών, απέναντι της δυτικής
+προσόψεως του ναού. Προσέτι δε αφιέρωσαν και το δέκατον εκ των
+λύτρων, κατασκευάσαντες εξ αυτού τέθριππον χάλκινον άρμα. Τούτο
+το άρμα είναι εστημένον προς τα αριστερά άμα εισέλθη τις εις
+την ακρόπολιν, και έχει την ακόλουθον επιγραφήν:
+
+«Οι παίδες των Αθηναίων νικήσαντες τα έθνη των Βοιωτών και των
+Χαλκιδέων, έσβεσαν την αυθάδειαν αυτών με δεσμά και ζοφεράν
+φυλακήν· εκ του δεκάτου δε των λύτρων αφιέρωσαν εις την Παλλάδα
+τας ίππους ταύτας.»
+
+78. Η δύναμις λοιπόν των Αθηναίων ηύξανε, φαίνεται ου μόνον εξ
+ενός παραδείγματος αλλ' εκ πολλών ότι η ισηγορία (2) είναι
+εξαίρετον πράγμα· διότι οι Αθηναίοι, ενόσω εκυβερνώντο
+τυραννικώς, δεν ήσαν εις τα πολεμικά ανώτεροι των γειτονικών
+εθνών, ελευθερωθέντες όμως από τους τυράννους εγένοντο
+πρώτιστοι όλων. Τούτο σημαίνει ότι ενόσω εστερούντο της
+ελευθερίας των, δεν εφιλοτιμούντο να φαίνωνται γενναίοι· διότι
+όσα και αν έπραττον, θα τα έπραττον προς το συμφέρον δεσπότου·
+άμα όμως ηλευθερώθησαν, πάντες επροθυμήθησαν να φανώσιν άξιοι,
+σκεπτόμενοι ότι ειργάζοντο δι' εαυτούς. Και οι μεν Αθηναίοι
+ταύτα έπραττον.
+
+79. Οι δε Θηβαίοι, μετά τα συμβάντα ταύτα, θέλοντες να
+εκδικηθώσι τους Αθηναίους, έπεμψαν να ερωτήσωσι τον θεόν. Η
+Πυθία τοις είπεν ότι υπό μόνων αυτών ουδεμία εκδίκησις ηδύνατο
+να γίνη, τους συνεβούλευσε δε να αναθέτωσι το πράγμα εις τον
+λαόν και έπειτα να ζητήσωσι βοήθειαν από τους πλησιεστάτους
+των. Οι ερωτήσαντες λοιπόν το μαντείον επέστρεψαν και
+εκοινοποίησαν την απόκρισιν εις την συνέλευσιν του λαού. Όταν
+δε το πλήθος ήκουσε τας λέξεις ταύτας «να ζητήσητε βοήθειαν από
+τους πλησιεστάτους σας,» είπε· «τάχα δεν κατοικούσι πλησιέστατα
+ημών οι Ταναγραίοι, οι Κορωναίοι και οι Θεσπιείς; αυτοί πάντοτε
+δεν πολεμούσιν εις το πλευρόν μας; δεν μας βοηθούσι πάντοτε
+προθύμως εις όλας τας μάχας; τις η ανάγκη να τους παρακαλέσωμεν;
+Ως φρονούμεν, άλλην έννοιαν θα έχη ο χρησμός»
+
+80. Ενώ συνεζήτουν ταύτα, είς εξ αυτών, νοημονέστερος, τοις
+είπε· «Με φαίνεται ότι ενόησα τι θέλει να μας ειπή το μαντείον.
+Λέγουσιν ότι η Θήβη και η Αίγινα ήσαν θυγατέρες του Ασωπού·
+επειδή λοιπόν είναι αδελφαί, συμπεραίνω ότι ο θεός
+εχρησμοδότησεν εις ημάς να ζητήσωμεν παρά των Αιγινητών να
+γίνωσι βοηθοί μας.» Και επειδή ουδεμία άλλη γνώμη εφαίνετο
+καλλιτέρα ταύτης, πέμψαντες αμέσως παρεκάλουν τους Αιγινήτας ως
+συγγενείς, επικαλούμενοι την βοήθειαν των κατά την διαταγήν του
+χρησμού. Οι δε Αιγινήται εις την αίτησιν επικουρίας τοις
+απεκρίθησαν ότι τοις πέμπουσι τους Αιακίδας (3).
+
+81. Οι Θηβαίοι έχοντας τους Αιακίδες βοηθούς εδοκίμασαν, αλλά
+πάλιν έπαθον πολλά δεινά από τους Αθηναίους· τότε απέδωσαν τους
+Αιακίδας και εζήτησαν στρατιώτας. Οι δε Αιγινήται επαιρόμενοι
+διά την μεγάλην των ευτυχίαν και ενθυμηθέντες παλαιάν έχθραν
+την οποίαν είχον κατά των Αθηναίων, ενέδωκαν εις τας
+παρακλείσεις των Θηβαίων και εκίνησαν πόλεμον ακήρυκτον κατά
+των Αθηναίων· καθότι, ενώ οι Αθηναίοι επίεζον τους Βοιωτούς, οι
+Αιγινήται πλεύσαντες με μακρά πλοία διήρπασαν το Φάληρον και
+πολλούς άλλους παραθαλασσίους δήμους. Διά των επιδρομών δε
+τούτων έβλαψαν μεγάλως τους Αθηναίους.
+
+82. Η δε έχθρα η προσφειλομένη υπό των Αιγινητών εις τους
+Αθηναίους τοιαύτην είχε την αρχήν. Εις τους Επιδαυρίους η γη
+δεν έδιδε κανένα καρπόν· διά την συμφοράν δε ταύτην οι
+Επιδαύριοι ηρώτησαν το μαντείον των Δελφών και η Πυθία τους
+διέταξε να στήσωσιν αγάλματα της Δαμίας και της Αυξησίας (4),
+βεβαιούσα ότι τούτου γενομένου τα πράγματά των θα εβελτιούντο.
+Ηρώτησαν λοιπόν εκ δευτέρου οι Επιδαύριοι εάν έπρεπε να
+κατασκευάσωσι τα αγάλματα εκ χαλκού ή εκ λίθου, η δε Πυθία δεν
+άφινε μήτε εκ του ενός μήτε εκ του άλλου, άλλα τοις είπε να τα
+κατασκευάσωσιν εκ ξύλου ελαίας ημέρου. Παρεκάλεσαν λοιπόν οι
+Επιδαύριοι τους Αθηναίους να τοις επιτρέψωσι να κόψωσιν ελαίαν,
+νομίζοντες ότι τα ελαιόδενδρα των Αθηνών ήσαν ιερώτατα. Λέγουσι
+προς τούτοις ότι κατ' εκείνον τον καιρόν ουδαμού αλλαχού
+υπήρχον ελαίαι ειμή μόνον εις τας Αθήνας. Οι δε Αθηναίοι τοις
+απεκρίθησαν ότι τοις δίδουσι μίαν, αλλά με την συμφωνίαν να
+φέρωσι κατ' έτος θύματα εις την προστάτιδα της πόλεως Αθηνάν
+και εις τον Ερεχθέα. Δεχθέντες τας συμφωνίας ταύτας οι
+Επιδαύριοι έλαβον ό,τι εζήτουν και κατασκευάσαντες αγάλματα εκ
+ξύλου ελαίας τα έστησαν. Έκτοτε δε και η γη των εκαρποφόρει,
+και εις τους Αθηναίους έστελλον τα συμφωνηθέντα.
+
+83. Τότε δε ακόμη ως και προτού οι Αιγινήται υπήκουον εις τους
+Επιδαυρίους· δι' όλας των τας υποθέσεις και ιδίως διά να
+δικάζωνται μεταξύ των μετέβαινον εις την Επίδαυρον. Μετά ταύτα
+όμως, κατασκευάσαντες πλοία, και φανέντες αγνώμονες,
+απεστάτησαν από τους Επιδαυρίους. Έχοντες λοιπόν διαφοράς με
+αυτούς και όντες δυνατοί κατά θάλασσαν, τοσούτον τους
+εκακοποίησαν ώστε τοις ήρπασαν και τα δύο ταύτα αγάλματα της
+Δαμίας και της Αυξησίας, τα οποία έφερον και έστησαν εις τα
+μεσόγαια της χώρας των, εις τόπον τινά καλούμενον Οίαν,
+απέχοντα δε από της πόλεως περί τα είκοσι στάδια. Αφού έστησαν
+τα αγάλματα εις τούτον τον τόπον, τα ελάτρευον με θυσίας και με
+ασέμνους χορούς γυναικών. Δι' εκάστην θεάν διωρίζοντο δέκα
+χορηγοί, οι δε χοροί δεν περιέπαιζον κανένα άνδρα, αλλά τας
+εγχωρίας γυναίκας. Τας αυτάς ιερουργίας έχουσιν οι Επιδαύριοι,
+οίτινες έχουσι και άλλας ιερουργίας τας οποίας δεν αναφέρουσιν.
+
+84. Αφού τοις ηρπάγησαν τα αγάλματα ταύτα, οι Επιδαύριοι
+έπαυσαν να πληρώνωσιν εις τους Αθηναίους τον συμφωνηθέντα
+φόρον. Οργισθέντες δε κατ' αυτών οι Αθηναίοι, έπεμψαν και τους
+επέπληττον, αλλ οι Επιδαύριοι απέδειξαν ότι δεν τους ηδίκουν,
+καθότι εφ' όσον είχον τα αγάλματα εις τον τόπον των τοις
+έπεμπον τα θύματα, αφότου όμως τα εστερήθησαν δεν είναι δίκαιον
+να πληρώνωσιν ακόμη. Παρακίνησαν λοιπόν τους Αθηναίους να
+απαιτήσωσι τα συμφωνηθέντα από τους Αιγινήτας, διότι αυτοί
+είχον την Δαμίαν και την Αυξησίαν. Ακούσαντες δε τας αποκρίσεις
+ταύτας οι Αθηναίοι, έπεμψαν εις την Αίγιναν και απήτουν τας
+προσφοράς τας οφειλομένας διά τα αγάλματα· οι δε Αιγινήται
+απήντησαν ότι δεν είχον καμμίαν υπόθεσιν με τους Αθηναίους.
+
+85. Οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι μετά την απαίτησιν ταύτην
+εστάλησαν υπό του λαού ένοπλοι άνδρες μετά τριήρους και ότι οι
+άνδρες ούτοι φθάσαντες εις την Αίγιναν προσεπάθουν να
+καταβιβάσωσιν από τα βάθρα των τα αγάλματα, καθό κατασκευασμένα
+από ξύλα ανήκοντα εις τους Αθηναίους. Το σχέδιόν των ήτο να τα
+λάβωσι μεθ' εαυτών, αλλά δεν το κατώρθωσαν· τότε τα έδεσαν με
+σχοινία και τα έσυρον αλλ' ενώ τα έσυρον, εγένετο βροντή, και
+μετά την βροντήν σεισμός. Τούτου ένεκα οι κωπηλάται
+παρεφρόνησαν, και εν τη μανία των εφόνευον αλλήλους ως
+πολεμίους μέχρις ου είς έμεινε ζων, και επέστρεψεν εις το
+Φάληρον.
+
+86. Οι μεν Αθηναίοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα· οι δε
+Αιγινήται λέγουσιν ότι οι Αθηναίοι μετέβησαν ουχί με έν μόνον
+πλοίον (διότι και αν ακόμη δεν είχον πλοία εις την Αίγιναν,
+πάλιν θα εδίωκον ευκόλως ουχί έν αλλά και περισσότερα.) αλλ'
+απέπλευσαν εκ της χώρας των με πολύν στόλον· διά τούτο αυτοί
+ενέδοσαν και δεν εναυμάχησαν. Δεν δύνανται όμως να είπωσι μετά
+βεβαιότητος εάν ενέδοσαν διότι ησθάνοντο εαυτούς υποδεεστέρους
+ή διότι εσκόπευον να πράξωσιν ό,τι έπραξαν. Οι Αθηναίοι λοιπόν,
+μη ευρόντες αντίστασιν, απέβησαν από τα πλοία και εβάδισαν προς
+τα αγάλματα· επειδή δε δεν ηδύναντο να τα ανασπάσωσιν εκ των
+βάθρων των, δέσαντες αυτά με σχοινία τα έσυρον προς το μέρος
+των· ενώ δε τα έσυρον, τότε τα αγάλματα ήρχισαν και αυτά να
+πράττωσι το ίδιον και να σύρωσι τους Αθηναίους προς το μέρος
+των. Και εγώ μεν δεν πιστεύω τον λόγον τούτον, αλλ' όμως
+πιθανόν να τον πιστεύση άλλος. Τα αγάλματα, σύροντα, έπεσαν εις
+τα γόνατα και έκτοτε διατελούσιν ούτως έχοντα. Ταύτα λέγουσιν
+οι Αιγινήται· προσθέτουσι δε ότι μαθόντες ότι οι Αθηναίοι
+έμελλον να εκστρατεύσωσιν εναντίον των, έπεισαν τους Αργείους
+να τοις πέμψωσιν επικουρίαν. Απέβη λοιπόν ο στρατός των
+Αθηναίων εις την Αίγιναν και συγχρόνως έφθασαν κρυφίως διά της
+Επιδαύρου οι εκ του Άργυος επίκουροι οίτινες, λαθόντες τους
+Αθηναίους, επέπεσαν εξαίφνης κατ' αυτών και τους εχώρισαν από
+τα πλοία. Τότε συγχρόνως εγένετο η βροντή και ο σεισμός.
+
+87. Ταύτα λέγουσιν οι Αργείοι και οι Αιγινήται. Ομολογούσι δε
+και οι Αθηναίοι ότι είς μόνος περιεσώθη εκ των ιδικών των και
+επέστρεψεν εις την Αττικήν. Πλην οι μεν Αργείοι λέγουσιν ότι
+αυτοί κατέστρεψαν το αττικόν στρατόπεδον εκ του οποίου εσώθη ο
+είς· οι δε Αθηναίοι ότι κατέστρεψε τον στρατόν ο θεός, και ότι
+ούτε ο είς ούτος επέζησεν, αλλ' απέθανε κατά τον ακόλουθον
+τρόπον. Επανελθών εις τας Αθήνας, διηγήθη την επελθούσαν
+καταστροφήν· μαθούσαι τούτο αι γυναίκες των ανδρών όσοι
+εστράτευσαν εις την Αίγιναν, και μη υποφέρουσαι να βλέπωσιν ότι
+εκείνος μόνος μεταξύ όλων εσώθη, τον περιεκύκλωσαν, και κεντώσαι
+αυτόν με τας περόνας των ιματίων, τον ηρώτων πού ήσαν οι άνδρες
+των. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως απέθανεν· οι δε Αθηναίοι,
+κρίναντες ότι το έργον των γυναικών ήτο δεινότερον του
+παθήματος και μη έχοντες πώς άλλως να τιμωρήσωσι τας γυναίκας,
+μετέβαλον την ενδυμασίαν των εις Ιωνικήν· διότι μέχρις εκείνης
+της εποχής αι γυναίκες των Αθηναίων εφόρουν ενδυμασίαν Δωρικήν,
+ήτις πολύ ομοιάζει με την Κορινθιακήν. Την αντικατέστησαν
+λοιπόν διά του λινού χιτώνος, διά να μη μεταχειρίζωνται πλέον
+περόνας.
+
+88. Διά να είπη τις όμως ακριβώς, η τοιαύτη ενδυμασία δεν είναι
+Ιωνική ανέκαθεν, αλλά Καρική, διότι η παλαιά ελληνική ενδυμασία
+όλων των γυναικών ήτο μία, η σήμερον καλούμενη Δωρική. Οι δε
+Αργείοι και οι Αιγινήται, ένεκα του αυτού συμβάντος, έθεσαν
+νόμον να κατασκευάζωσιν αι γυναίκες τας περόνας κατά το έν
+τρίτον μεγαλειτέρας παρ' όσον τας είχον πρότερον, να
+αφιερώνωσιν εις το ιερόν της Δήμητρος και της Περσεφόνης
+περόνας προ πάντων και να μη μεταχειρίζονται τίποτε
+προερχόμενον εκ της Αττικής, μήτε αγγεία πήλινα, αλλά να
+πίνωσιν εντός του ιερού από πήλινα αγγεία επιχώρια. Αι μεν
+γυναίκες λοιπόν των Αργείων και των Αιγινητών από της έριδος
+ταύτης προς τους Αθηναίους εφόρουν μέχρι της εποχής μου περόνας
+μεγαλειτέρας ή άλλοτε.
+
+89. Η δε έχθρα των Αργείων και των Αιγινητών ήτο αυτή την
+οποίαν διηγήθην. Τότε δε, επειδή εκάλεσαν αυτούς οι Θηβαίοι εις
+βοήθειάν των, ενθυμηθέντες τα ένεκα των αγαλμάτων γενόμενα,
+εβοήθησαν τους Βοιωτούς. Ελεηλάτουν λοιπόν οι Αιγινήται τα
+παράλια της Αττικής. Ότε δε οι Αθηναίοι ητοιμάζοντο να
+στρατεύσωσι κατά των Αιγινητών, τοις ήλθε χρησμός από τους
+Δελφούς να περιμείνωσι τριάκοντα έτη από της αδικίας των
+Αιγινητών, κατά δε το τριακοστόν πρώτον, αφού αφιερώσωσι
+τέμενος εις τον Αιακόν, να αρχίσωσι τον πόλεμον, όστις τότε θα
+αποβή κατά την επιθυμίαν των. Αν όμως αμέσως κινήσωσι
+στρατεύματα κατά των Αιγινητών, θα υποστώσι και θα επιφέρωσι
+κατά το διάστημα τούτο πολλάς ζημίας. Άμα λοιπόν ήλθεν ο
+χρησμός ούτος και τον ήκουσαν οι Αθηναίοι, αφιέρωσαν εις τον
+Αιακόν το τέμενος το οποίον και σήμερον υπάρχει πλησίον της
+αγοράς, αλλά δεν ηθέλησαν να περιμείνωσι τριάκοντα έτη μολονότι
+ήκουσαν ότι έπρεπε να υπομείνωσιν επί τοσούτον χρόνον τας
+ύβρεις των Αιγινητών.
+
+90. Ενώ δε αυτοί παρεσκευάζοντο να εκδικηθώσι, τους εμπόδισεν
+άλλη τις υπόθεσις την οποίαν εκίνησαν οι Λακεδαιμόνιοι.
+Μαθόντες ούτοι τας μηχανορραφίας των Αλκμαιωνιδών όπως
+προσελκύσωσι την Πυθίαν και όσα η Πυθία έπραξε προς αυτούς και
+τους Πεισιστρατίδας, εθεώρησαν τούτο ως διπλήν συμφοράν, επειδή
+είχον εξώσει προηγουμένως άνδρας οίτινες ήσαν ξένοι των και
+επειδή οι Αθηναίοι ουδεμίαν εδείκνυον ευγνωμοσύνην διά την
+υπηρεσίαν ταύτην. Δεν ήρκει τούτο· χρησμοί τοις ανεκοινώθησαν,
+προλέγοντες ότι έμελλον να υποστώσι πολλάς ύβρεις εκ μέρους των
+Αθηναίων· οι χρησμοί ούτοι, επί πολύ αγνοούμενοι, δεν εγένοντο
+εις αυτούς γνωστοί ειμή όταν επέστρεψεν ο Κλεομένης εις την
+Σπάρτην. Εύρε δε τους χρησμούς τούτους ο Κλεομένης εις την
+ακρόπολιν των Αθηναίων· πρότερον είχον αυτούς οι
+Πεισιστρατίδαι, διωχθέντες όμως τους άφησαν εις το ιερόν και ο
+Κλεομένης τους έλαβε καταλειφθέντας εκεί.
+
+91. Τότε δε λαβόντες εις χείρας των οι Λακεδαιμόνιοι τους
+χρησμούς και βλέποντες αυξάνοντας τους Αθηναίους και μη
+θέλοντας κατ' ουδένα τρόπον να γίνωσιν υπήκοοί των, ενόησαν ότι
+ελεύθερος μεν ο λαός της Αττικής ηδύνατο να γίνη ισοδύναμός
+των, αποτεταγμένος όμως εις τύραννον ήθελεν απολέσει την
+δύναμίν του και καταστή ευπειθώς. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενοι
+έπεμψαν και έφερον τον Ιππίαν, του Πεισιστράτου από του εν
+Ελλησπόντω Σιγείου, όπου είχον καταφύγει οι Πεισιστρατίδαι.
+Αφού δε εκάλεσαν τον Ιππίαν και ήλθε, μηνύσαντες να έλθωσι
+πρέσβεις και εκ των συμμάχων πόλεων, είπον προς αυτούς οι
+Σπαρτιάται τα εξής· «Αναγνωρίζομεν, ω σύμμαχοι, ότι δεν
+εφέρθημεν καλώς διότι παρακινηθέντες υπό χρησμών απατηλών,
+εδιώξαμεν εκ της πατρίδος των άνδρας οίτινες ήσαν συνδεδεμένοι
+μεθ' ημών διά στενωτάτης ξενίας και οίτινες μας είχον υποσχεθή
+να υποτάξωσιν εις ημάς τας Αθήνας· έπειτα, ενεπιστεύθημεν την
+πόλιν ταύτην εις λαόν αχάριστον όστις μείνας ελεύθερος χάρις
+εις ημάς, ύψωσε την κεφαλήν και μας εδίωξεν υβριστικώς, ημάς
+και τον βασιλέα ημών. Η υπόληψις αυτού ήρξατο προβαίνουσα και
+ήδη η δύναμίς του αυξάνει, ως το έμαθον προ πάντων οι περίοικοι
+αυτού Βοιωτοί και Χαλκιδείς, ως θα το μάθωσιν όλοι εκείνοι όσοι
+περιπέσωσιν εις το αυτό λάθος εις το οποίον περιεπέσαμεν ημείς.
+Αλλ' εάν εσφάλομεν εκείνα πράξαντες, θα προσπαθήσωμεν τώρα ομού
+με σας να διορθώσωμεν το λάθος μας και να τους τιμωρήσωμεν. Επί
+τω σκοπώ τούτω προσεκαλέσαμεν τον Ιππίαν τούτον και υμάς από
+τας πόλεις, ίνα διά κοινής αποφάσεως και κοινής εκστρατείας
+εισαγάγωμεν αυτόν εις τας Αθήνας και τω αποδώσωμεν όσα τω
+αφηρέσαμεν.»
+
+92. Οι μεν Σπαρτιάται ταύτα είπον, οι πλειότεροι όμως των
+συμμάχων δεν επεδοκίμασαν τους λόγους τούτους. Ενώ δε οι άλλοι
+εσιώπων, ο Κορίνθιος Σωσικλής είπε τα εξής.
+
+ 1. «Βεβαίως ο ουρανός θα καταβή υπό την γην, και η γη θα αναβή
+υπεράνω του ουρανού, και οι άνθρωποι θα ζήσωσιν εν τη θαλάσση,
+και οι ιχθύες όπου ήσαν πρότερον οι άνθρωποι, αφού υμείς, ω
+Λακεδαιμόνιοι, ανατρέποντες τας ισοκρατίας, ετοιμάζεσθε να
+εισαγάγετε την τυραννίαν εις τας πόλεις, από το οποίον ούτε
+αδικώτερον άλλο έργον υπάρχει εις τον κόσμον, ούτε
+μιαιφονώτερον. Εάν σας φαίνεται ότι είναι καλόν να κυβερνώνται
+αι πόλεις υπό τυρράνων, υμείς πρώτοι καταστήσατε τύραννον εις
+την πόλιν σας και έπειτα προσπαθήσατε να καταστήσετε και εις
+τας άλλας. Τώρα δε χωρίς να δοκιμάσετε τι είναι τύραννος και
+προσέχοντες επιμελώς μη γίνη τοιούτο τι εις την Σπάρτην, θέλετε
+να δωρήσετε τοιούτους εις τους συμμάχους. Εάν όμως είχετε
+πείραν του πράγματος ως ημείς, θα ηδύνασθε να μας δώσετε περί
+του αντικειμένου τούτου συμβουλάς καλλιτέρας εκείνης την οποίαν
+μας εδώσατε προ ολίγου.
+
+ 2. «Ενθυμηθήτε την διοίκησιν ήτις είχεν εγκατασταθή εις την
+πόλιν των Κορινθίων· ήτο ολιγαρχία και οι καλούμενοι Βακχιάδαι
+είχον την αρχήν· έδιδον δε αυτοί και ελάμβανον γυναίκας πάντοτε
+μεταξύ των. Είς των ανδρών τούτων, ο Αμφίων, εγέννησε θυγατέρα
+χωλήν, ήτις ωνομάσθη Λάβδα. Ο Ηετίων, υιός του Εχεκράτους, εκ
+του δήμου της Πέτρας, μολονότι κατήγετο εκ των Λαπιθών και του
+Καινέως, ενυμφεύθη αυτήν, διότι κανείς των Βακχιάδων δεν την
+ήθελε διά γυναίκα. Επειδή όμως μήτε εξ αυτής μήτε εξ άλλης
+ετεκνοποίει, ήλθεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση περί τέκνου·
+ενώ δε εισήρχετο ευθύς η Πυθία τον προσηγόρευσε διά των εξής
+λόγων.
+
+_Ηετίων ουδείς σε τιμά και είσαι άξιος πολλών τιμών· η γυνή σου
+είναι έγκυος και θα γεννήση τροχοειδή πέτραν ήτις θα πέση επί
+των μοναρχών και θα εκδικήση την Κόρινθον._
+
+ταύτα τα εις τον Ηετίωνα χρησμοδοτηθέντα δεν ηξεύρω πώς
+εκοινοποιήθησαν εις τους Βακχιάδας, οι οποίοι και αυτοί είχον
+λάβει πρότερον χρησμόν περί της Κορίνθου, όστις όμως ήτο
+ανεξήγητος και είχε την αυτήν έννοιαν την οποίαν είχε και ο
+χρησμός του Ηετίωνος. Έλεγε δε ούτω·
+
+_Ο αετός συλλαμβάνει εις τας πέτρας· θα γεννήση δε λέοντα
+ισχυρόν, ωμοφάγον, όστις πολλών θα κόψη τα γόνατα. Προσέξατε
+λοιπόν, ω Κορίνθιοι, οίτινες κατοικείτε περί την ωραίαν
+Πειρήνην και την υψηλήν ακρόπολιν της Κορίνθου._
+
+ 3. «Αυτός λοιπόν ο χρησμός ο δοθείς προηγουμένως εις τους
+Βακχιάδας ήτο ακατανόητος· τότε όμως, άμα ήκουσαν τον του
+Ηετίωνος ενόησαν και τον προλαβόντα· διότι ήτο σύμφωνος με τον
+του Ηετίωνος. Καίτοι όμως εννοήσαντες αυτόν, εσιώπων, διότι
+είχον απόφασιν να θανατώσωσι το εκ του Ηετίωνος, γεννηθησόμενον
+τέκνον. Άμα λοιπόν εγέννησεν η γυνή, έπεμψαν εις τον δήμον όπου
+κατώκει ο Ηετίων δέκα από τους ιδικούς των διά να φονεύσωσι το
+παιδίον. Φθάσαντες ούτοι εις την Πέτραν και εισελθόντες εις την
+αυλήν του Ηετίωνος, εζήτουν το παιδίον. Η Λάβδα, μη γνωρίζουσα
+ποσώς τον σκοπόν διά τον οποίον ήλθον και νομίζουσα ότι εκ
+φιλίας προς τον πατέρα επεθύμουν να το ίδωσι, το έφερε και το
+ενεχείρισεν εις ένα εξ αυτών. Είχον δε ούτοι συμφωνήσει καθ'
+οδόν, όστις πρώτος λάβη το παιδίον να το κτυπήση καταγής. Αλλ'
+όταν η Λάβδα φέρουσα το παρέδωκε, κατά θείαν τύχην το παιδίον
+εμειδίασε προς τον άνθρωπον όστις το έλαβεν· ούτος δε
+παρατηρήσας τούτο κατελήφθη υπό οίκτου όστις τον εμπόδισε να το
+θανατώση, και όλος συγκεκινημένος παρέδωκεν αυτό εις τον
+δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον και τοιουτοτρόπως
+παραδιδόμενον διεξήλθε διά πάντων των δέκα, μηδενός θέλοντος να
+το θανατώση. Αφού δε απέδωκαν το παιδίον εις την μητέρα, και
+εξήλθον έξω, εστάθησαν προ της θύρας και επέπληττον αλλήλους
+αιτιώμενοι προ πάντων εκείνου όστις πρώτος έλαβεν αυτό, διότι
+δεν έπραξε συμφώνως προς τα αποφασισθέντα. Τέλος, αφού παρήλθε
+χρόνος τις, απεφάσισαν να εισέλθωσι και να μεθέξωσι του φόνου
+όλοι.
+
+ 4. «Ήτο όμως πεπρωμένον να αναβλαστήσωσι συμφοραί εις την
+Κόρινθον εκ του υιού του Ηετίωνος. Η Λάβδα, ισταμένη πλησίον
+της θύρας, ήκουσε πάντα ταύτα και φοβηθείσα μήπως μετανοήσαντες
+διά την πρώτην των συμπάθειαν ζητήσωσιν εκ δευτέρου το παιδίον
+διά να το φονεύσωσι, το έλαβε και το έκρυψεν εις μέρος το
+οποίον ενόμιζε δυσκολώτατον να φαντασθώσιν, εις κυψέλην, βεβαία
+ούσα ότι εάν επέστρεφον διά να το ζητήσωσι θα ηρεύνων πανταχού,
+όπερ και εγένετο. Εισήλθον, ηρεύνησαν αλλά δεν εύρον το
+παιδίον· τέλος απεφάσισαν να αναχωρήσωσι και να είπωσιν εις
+εκείνους οίτινες τους έπεμψαν ότι έπραξαν όλα όσα τους
+παρήγγειλαν. Και ούτοι μεν απελθόντες ταύτα είπον.
+
+ 5. «Ο δε υιός του Ηετίωνος μετά ταύτα ηύξανε, και επειδή
+κρυφθείς εις την Κυψέλην διέφυγε τον κίνδυνον τούτον,
+επωνομάσθη Κύψελος. Ότε δε ο Κύψελος εγένετο ανήρ, ηρώτησε το
+μαντείον των Δελφών και έλαβεν απόκρισιν διφορουμένην, εις την
+οποίαν πεισθείς επεχείρησε την καθυπόταξιν της Κορίνθου. Ήτο δε
+ο χρησμός ο εξής.
+
+_Ευδαίμων ο ανήρ ούτος όστις εισέρχεται εις την κατοικίαν μου,
+ο Κύψελος Ηετίδης, βασιλεύς της ενδόξου Κορίνθου, αυτός και οι
+παίδες αυτού, ουχί όμως και οι παίδες των παίδων αυτού._
+
+Τοιούτος ήτο ο χρησμός. Τυραννεύσας δε ο Κύψελος, τοιούτος ανήρ
+εγένετο· πολλούς μεν των Κορινθίων εξώρισε, πολλούς απεστέρησε
+των χρημάτων των, πολλοτάτους δε απέκτεινεν.
+
+ 6. «Αφού εβασίλευσεν επί τριάκοντα έτη και ετελείωσε τον βίον
+καλώς, διάδοχος της τυραννίδος εγένετο ο υιός αυτού Περίανδρος·
+Ούτος ο Περίανδρος κατ' αρχάς μεν ήτο ηπιώτερος του πατρός·
+αφού όμως διά πρέσβεων εσχετίσθη με τον τύραννον της Μιλήτου
+Θρασύβουλον, εγένετο πολύ μιαιφονώτερος του Κυψέλου· καθότι
+πέμψας κήρυκα προς τον Θρασύβουλον, ηρώτα ποίον τρόπον
+πολιτεύματος ασφαλέστατον να μεταχειρισθή διά να διοική την
+πόλιν ασφαλώς. Ο δε Θρασύβουλος λαβών τον παρά του Περιάνδρου
+αποσταλέντα, εξήγαγεν αυτόν έξω της πόλεως και εισελθών εις γην
+εσπαρμένην διήρχετο διά των αγρών ερωτών εκ νέου και εξετάζων
+τον κήρυκα το αίτιον της εκ Κορίνθου αφίξεώς του· εν τούτοις
+έκοπτε και έρριπτε κατά γης όπου έβλεπε στάχυν τινά υπερέχοντα
+των άλλων, και τοιουτοτρόπως εξηκολούθησε μέχρις ου κατέστρεψε
+τους αξιολογωτάτους και υψηλοτάτους των σταχύων του αγρού. Αφού
+δε διέτρεξεν όλον τον εσπαρμένον τόπον, απέπεμψε τον κήρυκα
+χωρίς να δώση εις αυτόν ουδεμίαν απόκρισιν. Επιστρέψαντος δε
+του κήρυκος εις την Κόρινθον, ο Περίανδρος πολλήν προθυμίαν
+είχε να μάθη την συμβουλήν την οποίαν τω έφερεν· αλλ' ο κήρυξ
+είπεν ότι ο Θρασύβουλος ουδεμίαν συμβουλήν τω έδωκε και ότι
+απορεί πώς τον έστειλε προς τοιούτον άνθρωπον παράφρονα όστις
+καταστρέφει τα ίδια κτήματά του.
+
+ 7. «Εννοήσας ο Περίανδρος τα πραχθέντα και αποφασίσας, ως
+συνεβούλευσεν αυτόν ο Θρασύβουλος, να φονεύση τους
+επισημοτέρους των πολιτών, έδειξε τότε πάσαν σκληρότητα προς
+αυτούς, διότι όσους εφείσθη ο Κύψελος, τούτους απετελείωσεν ο
+Περίανδρος θανατώσας ή εξορίσας. Ημέραν τινά, ένεκα της
+γυναικός του Μελίσσης (5), εγύμνωσεν όλας τας γυναίκας της
+Κορίνθου· είχεν αποστείλει εις τους παρά τον Αχέροντα ποταμόν
+Θεσπρωτούς απεσταλμένους διά να ερωτήσωσι το νεκρομαντείον περί
+τινος παρακαταθήκης γενομένης υπό τινος ξένου· φανείσα η
+Μέλισσα είπεν εις αυτούς ότι ούτε διά σημείων ούτε διά λόγου
+δεν θα φανερώση εις ποίον μέρος είναι ο θησαυρός· «διότι, είπε,
+ριγώ, είμαι γυμνή· τα φορέματα τα οποία συγκατέθαψαν μετ' εμού
+δεν με ωφελούσιν εις τίποτε, καθότι δεν εκάησαν.» Προς
+απόδειξιν ότι έλεγεν αλήθειαν, προσέθηκεν ότι ο Περίανδρος
+έθεσε τον άρτον της εις κάμινον ψυχράν. Όταν οι λόγοι ούτοι
+ανεκοινώθησαν εις τον Περίανδρον (και δι' αυτόν υπεστηρίζοντο
+υπό μαρτυρίας την οποίαν δεν ηδύνατο να αμφισβητήση, καθότι
+εμίγη με την Μέλισσαν νεκράν ούσαν), αμέσως μετά την αγγελίαν
+εξέδωκε κήρυγμα να μεταβώσιν όλαι αι γυναίκες των Κορινθίων εις
+τον ναόν της Ήρας. Αύται λοιπόν, ως εις εορτήν, μετέβησαν
+εστολισμέναι με όλα τα καλλίτερα ενδύματά των· ο δε Περίανδρος
+θέσας τους δορυφόρους τας εγύμνωσεν όλας, και τας ελευθέρας και
+τας δούλας, και συναθροίσας όλα τα φορέματα εις λάκκον
+κατέκαυσεν αυτά επικαλούμενος την Μέλισσαν. Αφού έπραξε τούτο,
+έπεμψεν εκ δευτέρου τους απεσταλμένους του, και η σκιά της
+Μελίσσης τοις είπεν εις ποίον μέρος έκρυψε τον θησαυρόν του
+ξένου. Τοιαύτη λοιπόν, ω Λακεδαιμόνιοι, είναι η τυραννίς, και
+τοιαύτα τα έργα αυτής. Ημείς οι Κορίνθιοι κατ' αρχάς μεγάλως
+εθαυμάσαμεν ότε σας είδομεν να προσκαλέσητε τον Ιππίαν, τώρα δε
+θαυμάζομεν πολύ περισσότερον ακούοντες τους λόγους σας. Όθεν
+επικαλούμενοι τους θεούς των Ελλήνων, σας ικετεύομεν να μη
+καταστήσητε τυραννίδας εις τας πόλεις. Εάν όμως δεν παύσητε,
+αλλ' εξακολουθήσετε παρά το δίκαιον προσπαθούντες να
+καταβιβάσητε τον Ιππίαν εις τας Αθήνας, μάθετε ότι οι Κορίνθιοι
+δεν είναι σύμφωνοι με την γνώμην σας.»
+
+93. Ο μεν πρέσβυς της Κορίνθου Σωσικλής ταύτα είπεν· ο δε
+Ιππίας τους αυτούς θεούς επικαλεσθείς απεκρίθη ότι περισσότερον
+από όλους τους άλλους Έλληνας οι Κορίνθιοι θα ποθήσωσι κατόπιν
+τους Πεισιστρατίδας, όταν φθάσωσι δι' αυτούς αι αναπόφευκτοι
+ημέραι καθ' ας θέλουσιν αδικηθή από τους Αθηναίους. Έλεγε δε
+ταύτα ο Ιππίας ως άνθρωπος γνωρίζων καλλίτερον παντός άλλου
+τους χρησμούς. Οι δε λοιποί σύμμαχοι έως τότε μεν εσιώπων· αφού
+όμως ήκουσαν τον Σωσικλέα εκφράζοντα ελευθέρως την γνώμην του,
+τότε όλοι μεγαλοφώνως είπον ότι συνεμερίζοντο την γνώμην του
+Κορινθίου, και παρεκάλεσαν τους Λακεδαιμονίους να μη
+επιχειρίσωσι νεωτερισμόν τινα εις πόλιν Ελληνίδα.
+
+94. Τοιούτον το τέλος της υποθέσεως ταύτης· εις δε τον Ιππίαν
+διωχθέντα εκείθεν έδωκεν ο Μακεδών Αμύντας την Ανθεμούντα, και
+συγχρόνως οι Θεσσαλοί τω προσέφερον την Ιωλκόν· αλλ' αυτός δεν
+ηθέλησε μήτε την μίαν μήτε την άλλην, και επέστρεψεν εις το
+Σίγειον το οποίον ο Πεισίστρατος ήρπασε διά των όπλων από τους
+Μιτυληναίους και αφού το εκυρίευσε κατέστησεν εις αυτό τύραννον
+τον νόθον αυτού υιόν Ηγησίστρατον, τον έκ τινος Αργείας
+γυναικός γεννηθέντα, όστις διετήρησεν ουχί αμαχητί όσα παρέλαβε
+παρά του Πεισιστράτου, διότι επί πολύν χρόνον επολέμουν οι
+Μιτυληναίοι ορμώμενοι εκ της πόλεως Αχιλλείου και οι Αθηναίοι
+ορμώμενοι εκ του Σιγείου, οι μεν πρώτοι ζητούντες οπίσω την
+χώραν των, οι δε Αθηναίοι μη συγκατατιθέμενοι να αποδώσωσιν
+αυτήν αλλ' αποδεικνύοντες διά λόγων ότι οι Αιολείς δεν έχουσιν
+επί της Τρωικής γης πλειότερα δικαιώματα παρ' όσα έχουσιν αυτοί
+οι Αθηναίοι και οι άλλοι Έλληνες όσοι εβοήθησαν τον Μενέλαον
+εις την εκστρατείαν την γενομένην διά την αρπαγήν της Ελένης.
+
+95. Διαρκούντος τον πολέμου τούτου συνέβησαν διάφορα άλλα εις
+τα πεδία της μάχης, και προς τούτοις ο ποιητής Αλκαίος είς τινα
+συμπλοκήν κατά την οποίαν ενίκησαν οι Αθηναίοι, αυτός μεν
+ελυτρώθη διά της φυγής, τα όπλα του όμως έλαβον οι Αθηναίοι και
+τα εκρέμασαν εις τον εν τω Σιγείω ναόν της Αθηνάς. Περί της
+μάχης ταύτης ο Αλκαίος συνέθεσεν άσμα λυρικόν το οποίον έπεμψεν
+εις Μιτυλήνην διά να καταστήση γνωστόν εις τον φίλον Μελάνιππον
+το πάθημά του. Τους δε Μιτυληναίους και τους Αθηναίους
+συνεβίβασεν ο Περίανδρος του Κυψέλου, διότι αυτόν εξελέξαντο ως
+διαιτητήν. Τους συνεβίβασε δε ως εξής· να νέμεται εκάτερον
+μέρος την χώραν την οποίαν κατέχει. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το
+Σίγειον έμεινεν εις τους Αθηναίους.
+
+96. Επανελθών δε ο Ιππίας εκ της Λακεδαίμονος εις την Ασίαν,
+πάντα λίθον εκίνησε διαβάλλων τους Αθηναίους εις τον Αρταφέρνη
+και παν μέσον μεταχειριζόμενος διά να υποπέσωσιν αι Αθήναι εις
+την ιδικήν του και την του Δαρείου εξουσίαν. Και ο μεν Ιππίας
+ταύτα έπραττεν· οι δε Αθηναίοι άμα μαθόντες τα γινόμενα έπεμψαν
+εις τας Σάρδεις απεσταλμένους διά να εμποδίσωσι τους Πέρσας από
+του να δίδωσι πίστιν εις τους λόγους των φυγάδων. Αλλ' ο
+Αρταφέρνης διέταξε τους πρέσβεις, εάν ήθελον να σώσωσι τον
+τόπον των, να δεχθώσι τον Ιππίαν επιστρέφοντα. Οι δε Αθηναίοι,
+ότε τοις ανεκοινώθη η απόκρισις αύτη, δεν την παρεδέχθησαν και
+απεφάσισαν να γίνωσι φανεροί πολέμιοι των Περσών.
+
+97. Ενώ είχον αποφασίσει ταύτα και ηρέθιζον τους Πέρσας
+εναντίον των, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, διωχθείς εκ της Σπάρτης
+υπό του Λακεδαιμονίου Κλεομένους, ήλθεν εις τας Αθήνας· καθότι
+η πόλις αύτη ήτο τότε η δυνατωτάτη όλων των άλλων.
+Παρουσιασθείς ο Αρισταγόρας ενώπιον του δήμου είπεν όσα είχεν
+ειπεί εις την Σπάρτην περί των αγαθών της Ασίας και περί της
+πολεμικής ικανότητος των Περσών, ότι ούτε ασπίδα ούτε δόρυ
+μεταχειρίζονται και ότι ευκόλως ηδύναντο να νικηθώσι. Ταύτα
+έλεγε και προς τούτοις ότι οι Μιλήσιοι ήσαν άποικοι των Αθηνών
+και ότι ήτο χρέος της πόλεως ταύτης, ήτις έχει τόσην δύναμιν,
+να τους προστατεύση. Διά την ανάγκην δε την οποίαν είχεν,
+υπέσχετο τα πάντα, μέχρις ου επί τέλους τους έπεισεν. Εκ τούτου
+καθίσταται δήλον ότι ευκολώτερον δύναταί τις να απατήση πολλούς
+ή ένα μόνον άνθρωπον, καθότι ο Αρισταγόρας τον μεν
+Λακεδαιμόνιον Κλεομένη δεν ηδυνήθη να απατήση, ηπάτησεν όμως
+τρεις μυριάδας Αθηναίων. Οι Αθηναίοι λοιπόν παρασυρθέντες
+εψήφισαν να στείλωσιν είκοσι πλοία διά να βοηθήσωσι τους Ίωνας,
+διορίσαντες στρατηγόν του στόλου τούτου τον Μελάνθιον, πολίτην
+σημαντικόν υπό όλας τας επόψεις. Ταύτα δε τα πλοία εγένοντο
+αρχή κακών εις τους Έλληνας και τους βαρβάρους.
+
+98. Ο δε Αρισταγόρας προπλεύσας και φθάσας εις την Μίλητον
+διενοήθη να πράξη πράγμα το οποίον ουδαμώς ήθελεν ωφελήσει τους
+Ίωνας, και ούτε αυτός το έκαμε με τοιούτον σκοπόν, αλλά μάλλον
+διά να λυπήση τον βασιλέα Δαρείον. Έπεμψεν άνθρωπον εις την
+Φρυγίαν προς τους Παίονας, οίτινες αιχμαλωτευθέντες υπό του
+Φαρναβάζου επέμφθησαν από τον Στρυμόνα ποταμόν και κατώκουν εις
+ιδιαιτέραν κώμην της Φρυγίας. Ελθών ο απεσταλμένος εις τους
+Παίονας τοις είπε τα εξής· Ώ Παίονες, ο τύραννος της Μιλήτου
+Αρισταγόρας με έδωσεν εντολήν να σας σώσω, εάν θέλετε να με
+ακούσετε· διότι τώρα όλη η Ιωνία απέσεισε τον ζυγόν του Δαρείου
+και παρ' υμών εξαρτάται να επιστρέψετε σώοι και αβλαβείς εις
+την πατρίδα σας. Πώς να καταβήτε εις την θάλασσαν, φροντίσατε
+οι ίδιοι· τα λοιπά αφορώσιν ημάς.» Ακούσαντες ταύτα οι Παίονες
+ευχαριστήθησαν πολύ και λαβόντες τας γυναίκας των και τα παιδία
+των έδραμον προς την θάλασσαν· τινές όμως έμειναν εκεί, διότι
+εφοβήθησαν. Φθάσαντες οι άλλοι εις την παραλίαν, διέβησαν εις
+την Χίον. Ήσαν δε πλέον εις την Χίον, ότε εκίνησε κατόπιν των
+πολύ ιππικόν. Μη δυνηθέντες όμως οι Πέρσαι να τους φθάσωσι,
+τοις εμήνυσαν εις την Χίον να επιστρέψωσιν. Αλλ' οι Παίονες δεν
+εδέχθησαν τους λόγους, και εκ μεν της Χίου μετεκόμισαν αυτούς
+οι Χίοι εις την Λέσβον, εκ δε της Λέσβου οι Λεσβίοι εις τον
+Δορίσκον, και εκείθεν διά ξηράς έφθασαν εις την Παιονίαν.
+
+99. Εν τούτοις τα πλοία των Αθηναίων έφθασαν ακολουθούμενα υπό
+πέντε τριήρεων των Ερετριέων οίτινες έλαβον μέρος εις αυτήν την
+εκστρατείαν ουχί χάριν των Αθηναίων άλλα χάριν αυτών τούτων των
+Μιλησίων, αποδίδοντες προηγουμένην υποχρέωσιν, καθότι πρότερον
+οι Μιλήσιοι εβοήθησαν αυτούς εις πόλεμόν τινα τον οποίον είχον
+κατά των Χαλκιδέων ότε οι Σάμιοι εβοήθησαν τους Χαλκιδείς
+εναντίον των Ερετρέων και Μιλησίων. Τότε ο Αρισταγόρας
+συναθροίσας τους Αθηναίους και τους άλλους συμμάχους, διεύθυνε
+την εκστρατείαν κατά των Σάρδεων, αυτός μεν μη λαβών μέρος,
+διορίσας όμως στρατηγούς των Μιλησίων πρώτον μεν τον αδελφόν
+του Χαροπίνον, έπειτα δε τον Ερμόφαντον ένα των αστών.
+
+100. Φθάσαντες δε οι Ίωνες με τον στόλον τούτον εις την Έφεσον,
+τα μεν πλοία άφησαν εις τον λιμένα της Κορησσού πλησίον
+της Εφέσου, αυτοί δε ανέβαινον με πολλάς δυνάμεις έχοντες
+οδηγούς Εφεσίους. Ακολουθούντες την όχθην του ποταμού
+Καϋστρίου, και έπειτα υπερβάντες τον Τμώλον, εκυρίευσαν τας
+Σάρδεις χωρίς να τοις αντισταθή κανείς. Κατέλαβον δε όλην την
+πόλιν πλην της ακροπόλεως την οποίαν έσωσεν αυτός ο Αρταφέρνης
+έχων δύναμιν ανδρών όχι ολίγην.
+
+101. Σύριοι γενόμενοι της πόλεως δεν έλαβον καιρόν να
+λεηλατήσωσιν αυτήν, εμποδισθέντες υπό της εξής αιτίας. Αι
+περισσότεραι οικίαι εις τας Σάρδεις ήσαν καλάμινοι, όσαι δε
+ήσαν πλίνθιναι, είχον και αυταί οροφάς καλαμίνους. Θέσαντος πυρ
+εις μίαν εξ αυτών στρατιώτου τινός, η πυρκαϊά αμέσως
+μεταδοθείσα από οικίας εις οικίαν, κατέκαυσεν όλην την πόλιν.
+Ενώ δε αύτη εκαίετο, οι Λυδοί και όσοι των Περσών ευρέθησαν
+εκεί, περικυκλωθέντες πανταχόθεν (καθότι το πυρ είχε μεταδοθή
+μέχρι των άκρων της πόλεως) και μη έχοντες ουδεμίαν έξοδον,
+συνέρρευσαν εις την αγοράν και εις τας όχθας του Πακτωλού
+ποταμού, όστις καταβιβάζων από τον Τμώλον ψήγματα χρυσού ρέει
+διά της αγοράς, έπειτα δε ενούται με τον Έρμον όστις εκβάλλει
+εις την θάλασσαν. Εις τας όχθας λοιπόν του Πακτωλού και εις την
+αγοράν συναθροιζόμενοι οι Λυδοί και οι Πέρσαι ηναγκάζοντο να
+αμύνωνται. Βλέποντες δε οι Ίωνες άλλους μεν εκ των πολεμίων να
+ανθίστανται, άλλους δε με πολύ πλήθος να επέρχωνται, εφοβήθησαν
+και ανεχώρησαν πάλιν εις το όρος το καλούμενον Τμώλον, εκείθεν
+δε, άμα ενύκτωσεν, επέστρεψαν εις τα πλοία.
+
+102. Και αι μεν Σάρδεις εκάησαν, μετ' αυτών δε εκάη και ο ναός
+επιχωρίας τινός θεάς της Κυβήβης· τούτον δε τον εμπρησμόν
+προφασιζόμενοι οι Πέρσαι, έκαιον και αυτοί τους ναούς της
+Ελλάδος. Άμα οι προς δυσμάς του Άλυος ποταμού κατοικούντες
+Πέρσαι έμαθον τα συμβαίνοντα, συνηθροίσθησαν και έσπευσαν προς
+βοήθειαν των Λυδών· αλλ' επειδή ένεκα του συμβάντος το οποίον
+διηγήθην δεν εύρον πλέον τους Ίωνας εις τας Σάρδεις, τους
+κατεδίωξαν και τους έφθασαν εις την Έφεσον. Και αντετάχθησαν
+μεν οι Ίωνες, πολεμήσαντες όμως ενικήθησαν ολοσχερώς και οι
+Πέρσαι εφόνευσαν πλείστους εξ αυτών· μεταξύ δε άλλων ονομαστών
+και τον Ευαλκίδην, στρατηγόν των Ερετριέων όστις πολλούς αγώνας
+στεφανηφόρους είχε κερδίσει και όστις πολλάκις είχεν υμνηθή υπό
+του Κείου Σιμωνίδου. Όσοι δε εξ αυτών διέφυγον τον όλεθρον,
+ούτοι εσκορπίσθησαν εις διαφόρους πόλεις.
+
+103. Τότε μεν ούτως ηγωνίσθησαν· μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι
+εγκαταλιπόντες ολοτελώς τους Ίωνας ηρνήθησαν, με όλας τας
+επιμόνους παρακλήσεις και τας επανειλημμένας πρεσβεύσεις του
+Αρισταγόρου, να τω πέμψωσι βοηθείας τινάς. Οι Ίωνες όμως,
+μολονότι εστερήθησαν της συμμαχίας των Αθηναίων, επειδή όσα
+είχον πράξει κατά του Δαρείου δεν τοις επέτρεπον να φερθώσιν
+άλλως, εξηκολούθησαν ουδέν ήττον τας πολεμικάς παρασκευάς των
+κατά του βασιλέως, όθεν πλεύσαντες εις τον Ελλήσποντον υπέταξαν
+το Βυζάντιον και τας άλλας πόλεις τας περί εκείνα τα μέρη·
+έπειτα δε εξελθόντες του Ελλησπόντου, προσέλαβον εις την
+συμμαχίαν των τα πλειότερα μέρη της Καρίας. Και αυτή η Καύνος,
+ήτις πρότερον δεν ήθελε να συμμαχήση, άμα ενέπρησαν τας
+Σάρδεις, ηνώθη με αυτούς.
+
+104. Οι δε Κύπριοι όλοι, πλην των Αμαθουσίων, προσετέθησαν εις
+αυτούς ως εθελονταί, διότι και αυτοί απεστάτησαν από τους
+Μήδους κατά τον εξής τρόπον. Ο Ονήσιλος ήτο νεώτερος αδελφός
+του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και υιός του Χέρσιος, υιού
+του Σιρώμου, υιού του Ευέλθοντος. Ούτος ο άνθρωπος πολλάκις μεν
+και πρότερον επρότεινεν εις τον Γόργον να αποστατήση από τον
+βασιλέα, τότε δε άμα έμαθεν ότι απεστάτησαν και οι Ίωνες, τον
+παρεκίνησε μετά πλειοτέρας ζέσεως· επειδή όμως δεν έπειθε τον
+Γόργον, καιροφυλακτήσας ότε αυτός εξήλθε της πόλεως των
+Σαλαμινίων, ο Ονήσιλος ομού με τους οπαδούς του, τον έκλεισεν
+έξω των πυλών. Και ο μεν Γόργος μη δυνηθείς πλέον να εισέλθη
+κατέφυγεν εις τους Μήδους, ο δε Ονήσιλος μείνας κύριος της
+Σαλαμίνος έπεισε τους Κυπρίους να αποστατήσωσιν· έπεισε δε
+όλους πλην των Αμαθουσίων, τους οποίους μη θέλοντας να
+υπακούσωσιν, ήλθε και τους επολιόρκησεν.
+
+105. Επολιόρκει λοιπόν την Αμαθούντα ο Ονήσιλος όταν ανήγγειλον
+εις τον βασιλέα ότι αι Σάρδεις εκυριεύθησαν και εκάησαν υπό των
+Αθηναίων και των Ιώνων, και ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, αρχηγός
+της συστάσεως ταύτης ήτο ο Μιλήσιος Αρισταγόρας. Μαθών τας
+ειδήσεις ταύτας, χωρίς να φροντίση ποσώς διά τους Ίωνας οίτινες
+ήτο βέβαιος ότι δεν ήθελον διαφύγει την τιμωρίαν ης ήτο αξία η
+αποστασία των, ηρώτησε πρώτον τίνες ήσαν οι Αθηναίοι. Αφού δε
+έλαβε τας πληροφορίας τας οποίας ήθελεν, εζήτησε το τόξον του,
+το έλαβεν, έθεσεν επ' αυτού βέλος, το ηκόντισε προς τον
+ουρανόν, και ενώ εκείνο διέσχιζε τον αέρα, είπεν· «Ω Ζευ, είθε
+να δυνηθώ να τιμωρήσω τους Αθηναίους.» Αφού δε είπε ταύτα,
+διέταξεν ένα των υπηρετών να ίσταται πλησίον του οσάκις
+γευματίζη και να τω επαναλαμβάνη τρις· «Δέσποτα, ενθυμού τους
+Αθηναίους.»
+
+106. Αφού διέταξε ταύτα ο Δαρείος, καλέσας ενώπιόν του τον
+Ιστιαίον τον Μιλήσιον, τον οποίον εκράτει εκεί προ πολλού, τω
+είπεν: «Ακούω, Ιστιαίε, ότι ο επίτροπός σου εις τον οποίον
+ενεπιστεύθης την πόλιν, απεστάτησεν απ' εμού. Με έφερεν άνδρας
+εκ της άλλης ηπείρου, και πείσας τους Ίωνας (οίτινες θα
+τιμωρηθώσι δι όσα έπραξαν) να ακολουθήσωσιν εκείνους, με
+απεστέρησε των Σάρδεων. Τώρα σοι φαίνεται η πράξις καλή; Πώς
+ετολμήθη άνευ της συμβουλής σου; Πρόσεξον μήπως ύστερον
+κατηγορήσης συ σεαυτόν. Εις ταύτα ο Ιστιαίος απεκρίθη· «Ποίον
+λόγον είπες, ω βασιλεύ; Εγώ να συμβουλεύσω πράγμα από το οποίον
+ηδύνατο να προκύψη εις σε μεγάλη ή μικρά δυσαρέσκεια! Και τι
+επιθυμών περισσότερον ήθελον πράξει τούτο; τι με λείπει;
+Απολαμβάνω όλα τα αγαθά όσα απολαμβάνεις συ και είμαι ο
+εμπεπιστευμένος όλων σου των βουλευμάτων. Εάν ήναι αληθές ότι ο
+επίτροπός μου έπραξεν αυτό το οποίον είπες, ήξευρε ότι το
+έπραξεν αφ' εαυτού. Εν πρώτοις όμως εγώ δεν παραδέχομαι ότι οι
+Μιλήσιοι και ο επίτροπός μου επιβουλεύονται την βασιλείαν σου·
+εάν εν τούτοις έπραξαν τοιούτο τι, εάν σοι ανέφερον πραγματικόν
+τι γεγονός, ω βασιλεύ, ενόησον τι κακόν έπραξες καλέσας με
+πλησίον σου εκ των παραθαλασσίων μερών· διότι οι Ίωνες,
+απαλλαγέντες της επαγρυπνήσεώς μου, θα απεπειράθησαν ως
+φαίνεται εκείνο το οποίον επεθύμουν προ πολλού. Εάν εγώ ήμην
+εις την Ιωνίαν, ουδεμία πόλις θα εκινείτο. Τώρα λοιπόν άφησόν
+με να επιστρέψω εκεί ταχέως διά να αποκαταστήσω πάλιν την τάξιν
+εις όλα τα πράγματα, διά να συλλάβω τον επίτροπον τούτον της
+Μιλήτου, όστις ως λέγεται εμηχανεύθη όλα ταύτα, και τον
+παραδώσω εις σε. Αφού δε εκπληρώσω ταύτα κατά την επιθυμίαν
+σου, ομνύω εις τους βασιλικούς θεούς να μη εκβάλω τον χιτώνα με
+τον οποίον θα καταβώ εις την Ιωνίαν πριν σοι καταστήσω φόρου
+υποτελή την μεγίστην νήσον Σαρδώ.»
+
+107. Διά των λόγων τούτων ο Ιστιαίος ηπάτησε τον Δαρείον όστις
+επείσθη και τον απέστειλε, παραγγέλλων αυτώ, άμα εκπληρώση τας
+υποσχέσεις του, να επιστρέψη πάλιν εις τα Σούσα.
+
+108. Ενώ η περί των Σάρδεων αγγελία έφθασεν εις τον βασιλέα,
+και ο Ιστιαίος λαβών την άδειαν παρά του Δαρείου επορεύετο εις
+την θάλασσαν, καθ όλον τούτο το διάστημα συνέβαινον τα εξής:
+Ανηγγέλθη εις τον Σαλαμίνιον Ονήσιλον, πολιορκούντα τους
+Αμαθουσίους, ότι ο Πέρσης Αρτύβιος, έχων μεθ' εαυτού στρατόν
+πολύν περιμένεται μετά πλοίων εις την Κύπρον. Μαθών τούτο ο
+Ονήσιλος έσπευσε να πέμψη κήρυκα προς τους Ίωνας διά να
+επικαλεσθή την βοήθειάν των· ούτοι δε χωρίς να σκεφθώσι πολύ
+έφθασαν μετά μεγάλου στόλου. Ότε δε έφθασαν οι Ίωνες εις την
+Κύπρον, τότε και οι Πέρσαι διαβάντες με πλοία εκ της Κιλικίας
+εχώρουν πεζοί προς την Σαλαμίνα, οι δε Φοίνικες μετά του στόλου
+των περιέπλεον την άκραν ήτις καλείται Κλείδες της Κύπρου.
+
+109. Εν τούτω τω αναμεταξύ οι τύραννοι της Κύπρου,
+συγκαλέσαντες τους στρατηγούς των Ιώνων, τοις είπον· «Άνδρες
+της Ιωνίας, σας αφίνομεν να εκλέξετε ό,τι θέλετε εκ των δύο· ή
+τους Πέρσας να κτυπήσετε ή τους Φοίνικας. Εάν μεν θέλετε να
+παραταχθήτε πεζοί και να πολεμήσετε τους Πέρσας, είναι καιρός
+να εξέλθετε από τα πλοία και να ταχθήτε εις μάχην, ενώ ημείς θα
+εισέλθωμεν εις τα πλοία σας και θα ανταγωνισθώμεν προς τους
+Φοίνικας· εάν δε προτιμάτε να πολεμήσετε κατά των Φοινίκων,
+πράξατε τούτο. Ό,τι όμως από τα δύο εκλέξετε, προσέξατε να
+φερθήτε ούτως ώστε δι' υμών να γίνωσιν ελεύθεραι η Κύπρος και η
+Ιωνία.» Εις ταύτα οι Ίωνες απεκρίθησαν· «Το κοινόν των Ιώνων
+μας έπεμψε διά να φυλάττωμεν την θάλασσαν και όχι διά να
+παραδώσωμεν τα πλοία μας εις τους Κυπρίους και να πολεμήσωμεν
+πεζοί τους Πέρσας. Θα προσπαθήσωμεν λοιπόν να φανώμεν χρήσιμοι
+εκεί όπου διετάχθημεν να μείνωμεν· υμείς δε οφείλετε,
+ενθυμηθέντες όσα επάθετε ότε ήσθε υπό την κυριαρχίαν των Μήδων,
+να φανήτε άνδρες γενναίοι.» Ταύτα απεκρίθησαν οι Ίωνες.
+
+110. Ύστερον δε, ότε ήλθον εις την πεδιάδα των Σαλαμινίων οι
+Πέρσαι, οι βασιλείς των Κυπρίων παρετάχθησαν εις μάχην,
+αντιτάξαντες τους μεν άλλους Κυπρίους κατά των συμμαχικών
+στρατευμάτων των Περσών, εκ δε των Σαλαμινίων και των Σολίων
+εκλέξαντες τους ανδρειοτέρους παρέταξαν αυτούς εναντίον των
+Περσών. Εναντίον δε του στρατηγού των Περσών Αρτυβίου ετάχθη
+εθελοντής ο Ονήσιλος.
+
+111. Ο Αρτύβιος είχεν ίππον όστις ήτο δεδιδαγμένος να ίσταται
+ορθός εναντίον του οπλίτου. Μαθών τούτο ο Ονήσιλος είπε προς
+τον υπασπιστήν του, Κάρα μεν το γένος, δοκιμώτατον δε περί τα
+πολεμικά και τολμηρότατον· «Έμαθον ότι ο ίππος του Αρτυβίου
+ορθούται επί των οπισθίων ποδών, διά δε του στόματος και των
+εμπροσθίων ποδών προσβάλλει εκείνον κατά του οποίου ήθελεν
+επιπέσει. Σκέφθητι λοιπόν και ειπέ μοι αμέσως ποίον
+επιφορτίζεσαι να προσέξης και να κτυπήσης, τον ίππον ή αυτόν
+τον Αρτύβιον.» Απεκρίθη εις ταύτα ο ακόλουθός του· «Βασιλεύ,
+είμαι έτοιμος να πράξω αμφότερα ή μόνον το έν εκ των δύο,
+αφεύκτως όμως εκείνο το οποίον με διατάξης· εν τούτοις θα σοι
+είπω εκείνο το οποίον νομίζω διά σε συμφερώτερον. Η γνώμη μου
+είναι ότι είς βασιλεύς, είς στρατηγός, οφείλει να επιτεθή κατά
+βασιλέως, κατά στρατηγού· διότι εάν καταστρέψης στρατηγόν, ποία
+δόξα διά σε! Εάν πάλιν σε καταστρέψη εκείνος (ό μη γένοιτο)
+είναι ημίσεια συμφορά να φονευθή τις υπό ευγενούς χειρός. Ημείς
+οι υπηρέται οφείλομεν να πολεμώμεν τους υπηρέτας· όσον δ' αφορά
+τον ίππον, μη φοβηθής παντάπασι τα τεχνάσματά του, διότι σε
+υπόσχομαι ότι δεν θα ορθωθή πλέον κατ' ουδενός ανθρώπου.»
+
+112. Ταύτα είπε και μετά ταύτα εγένετο η συμπλοκή κατά ξηράν
+και κατά θάλασσαν. Και εις μεν το ναυτικόν οι Ίωνες εφάνησαν
+κατ' εκείνην την ημέραν αξιώτατοι και ενίκησαν τους Φοίνικας,
+μεταξύ δε αυτών οι Σάμιοι ηρίστευσαν· εις δε πεζικόν, άμα
+επλησίασαν τα στρατεύματα, συνεπλάκησαν και εμάχοντο. Όσον
+αφορά τους δύο στρατηγούς, συνέβησαν εις αυτούς τα εξής· ενώ ο
+Αρτύβιος έφιππος ώρμα εναντίον του Ονησίλου, ο Ονήσιλος τον
+εκτύπησε κατά την συμβουλήν του υπασπιστού του· εν τούτοις ο
+ίππος ητοιμάζετο να κτυπήση διά των εμπροσθίων ποδών την ασπίδα
+του Ονησίλου, ότε ο ακόλουθος πλήξας με δρέπανον απέκοψε τους
+πόδας του ίππου και ο στρατηγός των Περσών Αρτύβιος έπεσεν εκεί
+εις τον τόπον συγχρόνως με τον ίππον.
+
+113. Ενώ δε εμάχοντο και οι άλλοι, ο τύραννος του Κουρίου
+Στησήνωρ, έχων περί εαυτόν δύναμιν ανδρών ου σμικράν,
+ηυτομόλησεν εις τους Πέρσας· λέγονται δε οι Κουριείς ούτοι
+άποικοι των Αργείων. Ότε λοιπόν επρόδωσαν, αμέσως και τα
+πολεμιστήρια άρματα των Σαλαμινίων έπραξαν το αυτό με τους
+Κουριείς. Γενομένων δε τούτων υπερίσχυσαν οι Πέρσαι και
+τραπέντος εις φυγήν του στρατού των Κυπρίων, έπεσον πολλοί εξ
+αυτών και μεταξύ άλλων ο Ονήσιλος του Χέρσιος, όστις ενήργησε
+την επανάστασιν των Κυπρίων, και ο βασιλεύς των Σολίων
+Αριστόκυπρος ο υιός του Φιλοκύπρου, του Φιλοκύπρου εκείνου τον
+οποίον ο Σόλων ο Αθηναίος ελθών εις την Κύπρον επήνεσε διά
+στίχων πλειότερον από πάντα άλλον τύραννον.
+
+114. Οι δε Αμαθούσιοι τους οποίους επολιόρκησεν ο Ονήσιλος
+κόψαντες την κεφαλήν αυτού την έφερον εις την Αμαθούντα και την
+εκρέμασαν υπεράνω των πυλών. Κρεμαμένης δε της κεφαλής και
+γενομένης κοίλης, σμήνος μελισσών εισήλθεν εις αυτήν και την
+επλήρωσε μέλιτος. Τούτου γενομένου ηρώτησαν οι Αμαθούσιοι το
+μαντείον και τοις εδόθη χρησμός την μεν κεφαλήν να καταβιβάσωσι
+και να θάψωσιν, εις δε τον Ονήσιλον να κάμνωσι κατ' έτος θυσίας
+ως εις ήρωα, και ότι, εάν πράξωσι ταύτα, θα τοις αποβή εις
+καλόν. Και οι μεν Αμαθούσιοι έπραττον ταύτα μέχρι των ημερών
+μου.
+
+115 Οι δε Ίωνες οι ναυμαχήσαντες εις την Κύπρον, μαθόντες ότι
+τα πράγματα του Ονησίλου είχον καταστραφή και ότι αι άλλαι
+πόλεις των Κυπρίων επολιορκούντο, πλην της Σαλαμίνος όπου, μετά
+την αποστασίαν των κατοίκων, εισήλθε πάλιν ο αρχαίος βασιλεύς
+Γόργος, άμα μαθόντες ταύτα οι Ίωνες απέπλευσαν εις την Ιωνίαν.
+Εκ δε των εν Κύπρω πόλεων μόνη η πόλις Σόλοι αντέστη πλειότερον
+χρόνον, αλλ' οι Πέρσαι υποσκάψαντες πέριξ το τείχος την
+εκυρίευσαν κατά τον πέμπτον μήνα.
+
+116. Τοιουτοτρόπως οι Κύπριοι, μείναντες επί έν έτος ελεύθεροι,
+κατεδαυλώθησαν αύθις εκ νέου· ο δε Λαυρίσης όστις είχε μίαν των
+θυγατέρων του Δαρείου, ο Υμέης, ο Οτάνης και άλλοι Πέρσαι
+στρατηγοί, έχοντες και αυτοί θυγατέρας του Δαρείου,
+καταδιώξαντες τους εις τας Σάρδεις εκστρατεύσαντας Ίωνας και
+αναγκάσαντες αυτούς να εισέλθωσιν εις τα πλοία, εμοίρασαν ως
+νικηταί τας πόλεις μεταξύ των και τας ελεηλάτουν.
+
+117. Και ο μεν Δαυρίσης τραπείς προς τας πόλεις του Ελλησπόντου
+εκυρίευσε το Δάρδανον, την Άβυδον, την Περκώπην, την Λάμψακον
+και την Παισόν· ταύτας εκυρίευε μίαν καθ' ημέραν. Ενώ όμως
+εξήρχετο από την Παισόν διά να μεταβή εις την πόλιν Πάριον, τω
+ήλθεν αγγελία ότι οι Κάρες ομοφρονήσαντες με τους Ίωνας
+απεστάτησαν από τους Πέρσας. Αναχωρήσας λοιπόν εκ του
+Ελλησπόντου, ωδήγησε τον στρατόν κατά της Καρίας.
+
+118. Πριν όμως φθάση εκεί, οι Κάρες έμαθαν φαίνεται τούτο και
+συνηθροίσθησαν εις τας Λευκάς καλουμένας Στήλας και εις τον
+ποταμόν Μαρσύαν όστις ρέων εκ της Ιδριάδος χώρας εκβάλλει εις
+τον Μαίανδρον. Εκεί συναθροισθέντες συνεκρότησαν συμβούλιον εις
+το οποίον πολλαί και διάφοροι γνώμαι εδόθησαν εξ ων η αρίστη
+κατ' εμέ ήτο η του Πιξωδάρου, υιού του Μαυσώλου, πολίτου
+Κινδυέως και γαμβρού του βασιλέως των Κιλίκων Συεννέσεως.
+Τούτου του ανδρός η γνώμη ήτο να διαβώσιν οι Κάρες τον
+Μαίανδρον. και έχοντες εις τα νώτα τον ποταμόν, να πολεμήσωσι,
+διά να μη δύνανται να φύγωσιν οπίσω, και αναγκαζόμενοι να
+μείνωσιν εκεί, να γίνωσιν ανδρειότεροι παρ' όσον ήσαν εκ
+φύσεως. Η γνώμη όμως αύτη δεν υπερίσχυσεν, αλλ' ήθελον μάλλον
+οι Πέρσαι να έχωσιν όπισθέν των τον ποταμόν ή οι Κάρες, με την
+ελπίδα βεβαίως ότι εάν νικηθώσιν εις την μάχην οι Πέρσαι και
+θελήσωσι να φύγωσι, να μη δυνηθώσι να επιστρέψωσιν οπίσω
+πίπτοντες εις τον ποταμόν.
+
+119. Μετά ταύτα δε, ότε ήλθον οι Πέρσαι και διέβησαν τον
+ποταμόν, οι Κάρες συνεπλάκησαν με αυτούς εις τας όχθας του
+ποταμού Μαρσύου και επολέμησαν επί πολλήν ώραν και επιμόνως·
+τέλος όμως ενικήθησαν υπό του πλήθους των πολεμίων. Και εκ μεν
+των Περσών έπεσον περί τους δισχιλίους, εκ δε των Καρών περί
+τους μυρίους. Όσοι των Καρών διέφυγαν, εκλείσθησαν εις το εν
+Λαβράνδοις ιερόν του Πολεμιστού Διός, όπερ είναι άλσος μέγα και
+άγιον εκ πλατάνων. Από όσους δε ημείς γνωρίζομεν, μόνοι οι
+Κάρες προσφέρουσι θυσίας εις τον Πολεμιστήν Δία.
+Κατακλεισθέντες λοιπόν εκεί, συνεσκέπτοντο ποίον ήτο
+συμφερώτερον διά την σωτηρίαν των, να παραδοθώσιν εις τους
+Πέρσας, ή να εγκαταλείψωσι διά παντός την Ασίαν και να φύγωσιν,
+
+120. Ενώ εσκέπτοντο ταύτα, ήλθον εις βοήθειαν αυτών οι Μιλήσιοι
+και οι σύμμαχοι αυτών. Τότε οι Κάρες παρήτησαν πάσαν περαιτέρω
+διάσκεψιν και ητοιμάσθησαν να επαναλάβωσι τον πόλεμον.
+Συνεπλάκησαν λοιπόν με τους Πέρσας ελθόντας εναντίον των, και
+πολεμήσαντες ενικήθησαν πλειότερον ή πρότερον. Πλήθος εξ αυτών
+έπεσον· μεγαλειτέραν όμως φθοράν υπέστησαν οι Μιλήσιοι.
+
+121. Μετά την καταστροφήν δε ταύτην ανέλαβον πάλιν οι Κάρες και
+επολέμησαν· διότι μαθόντες ότι οι Πέρσαι εστράτευσαν κατά των
+πόλεών των, έστησαν ενέδραν εις την οδόν της Πηδάσου και
+εμπεσόντες εις αυτήν οι Πέρσαι κατά την νύκτα διεφθάρησαν αυτοί
+και οι στρατηγοί των Δαυρίσης, Αμόργης και Σισιμάκης. Μετ'
+αυτών απώλετο και ο Μύριος του Γύγου. Αρχηγός της ενέδρας ήτο ο
+υιός του Ιβανώλιος Ηρακλείδης, πολίτης Μυλασσεύς. Και ούτοι μεν
+οι Πέρσαι τοιουτοτρόπως απώλοντο.
+
+122. Ο δε Υμέης, είς εξ εκείνων οίτινες είχον καταδιώξει τους
+εις τας Σάρδεις στρατεύσαντας Ίωνας, τραπείς προς την
+Προποντίδα, εκυρίευσε την Κίον της Μυσίας. Ότε δε έμαθεν ότι ο
+Δαυρίσης ανεχώρησεν από τον Ελλήσποντον και εξεστράτευσε κατά
+της Καρίας, αφήσας την Προποντίδα, έφερε τον στρατόν εις τον
+Ελλήσποντον και εκυρίευσεν όλους τους Αιολείς όσοι νέμονται την
+Τρωικήν χώραν· εκυρίευσεν ομοίως τους Γέργιθας οίτινες είχον
+μείνει από την εποχήν των αρχαίων Τευκρών. Αυτός δε ο Υμέης,
+αφού υπέταξε τα έθνη ταύτα, απέθανεν εξ ασθενείας εις την
+Τρωάδα.
+
+123. Και ούτος μεν ούτως ετελεύτησεν· ο δε Αρταφέρνης, ο
+ύπαρχος των Σάρδεων, και ο Οττάνης ο τρίτος στρατηγός,
+διετάχθησαν να εκστρατεύσωσι κατά της Ιωνίας και της
+πλησιοχώρου αυτής Αιολίδος. Και της μεν Ιωνίας εκυρίευσαν τας
+Κλαζομενάς, της δε Αιολίδος την Κύμην.
+
+124. Ενώ δε εκυριεύοντο αι πόλεις αύται, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας
+(όστις ως απεδείχθη δεν είχε μεγαλοψυχίαν, διότι αφού
+ανεστάτωσε την Ιωνίαν και υπεκίνησε μεγάλας ταραχάς, εσκέπτετο
+πώς να φύγη) ακούσας ταύτα και σκεπτόμενος ότι ήτο αδύνατον να
+υπερτερήση τον βασιλέα Δαρείον, συνήθροισε τους συστασιώτας και
+συνεσκέπτετο μετ' αυτών λέγων ότι είναι συμφέρον εις αυτούς να
+έχωσιν έτοιμον καταφύγιον εις περίστασιν καθ' ην ήθελον εξωσθή
+εκ της Μιλήτου, και προτείνων να τους φέρη ως αποίκους είτε εις
+την Σαρδώ είτε εις την Μύρκινον των Ηδωνών, την οποίαν ο
+Ιστιαίος έλαβεν από τον Δαρείον και την ετείχισε. Ταύτα
+συνεβούλευεν ο Αρισταγόρας.
+
+125. Του δε ιστορικού Εκαταίου του Ηγησάνδρου η γνώμη ήτο να μη
+εκλέξη ο Αρισταγόρας μήτε την μίαν μήτε την άλλην πόλιν, αλλά
+να κτίση τείχος εις την νήσον Λέρον και να μείνη εκεί ησυχάζων,
+εάν διωχθή εκ της Μιλήτου· έπειτα δε, μετά παρέλευσιν χρόνου
+τινός, να αναχωρήση εκείθεν και να επιστρέψη πάλιν εις την
+Μίλητον. Ταύτα συνεβούλευσε και ο Εκαταίος.
+
+126. Του Αρισταγόρου όμως η γνώμη έκλινε περισσότερον να απέλθη
+εις την Μύρκινον. Όθεν την μεν Μίλητον επέτρεψεν εις τον
+Πυθαγόραν, πολίτην ευπόληπτον, αυτός δε παραλαβών πάντα τον
+βουλόμενον έπλευσεν εις την Θράκην και εκυρίευσε την χώραν κατά
+της οποίας ήλθε. Κατά τινα όμως έξοδον εκ της χώρας ταύτης, ο
+Αρισταγόρας και όλος ο στρατός του εξωλοθρεύθησαν υπό των
+Θρακών ενώπιον πόλεώς τινος την οποίαν επολιόρκουν και εκ της
+οποίας οι Θράκες είχον συγκατατεθή να εξέλθωσιν υπόσπονδοι.
+
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΚΤΟΝ
+
+
+
+
+Ε Ρ Α Τ Ω.
+
+
+
+1. Ο Αρισταγόρας λοιπόν αποστατήσας την Ιωνίαν τοιουτοτρόπως
+ετελεύτησεν· ο δε τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος, αφεθείς υπό
+του Δαρείου, ήλθεν εις τας Σάρδεις. Άμα δε έφθασεν εκ των
+Σούσων, τον ηρώτησεν ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης διά ποίαν
+αιτίαν νομίζει ότι απεστάτησαν οι Ίωνες. Ο Ιστιαίος απεκρίθη
+ότι όχι μόνον δεν ήξευρε τίποτε, αλλά και ότι εθαύμαζε διά το
+γεγονός. Έλεγε δε ταύτα με ύφος ανθρώπου αγνοούντος εντελώς τα
+διατρέχοντα. Τότε ο Αρταφέρνης, γνωρίζων την αληθή αιτίαν της
+αποστασίας και βλέπων αυτόν υποκρινόμενον, είπεν· «Ιδού, ω
+Ιστιαίε, πώς έχουσιν αυτά τα πράγματα· συ μεν έρραψας το
+υπόδημα, ο δε Αρισταγόρας το εφόρεσε.»
+
+2. Ταύτα είπεν ο Αρταφέρνης σχετικά προς την αποστασίαν, ο δε
+Ιστιαίος φοβηθείς την διορατικότητα του Αρταφέρνους, αμέσως
+εκείνην την νύκτα έφυγεν εις την θάλασσαν, ευχαριστούμενος
+διότι ηπάτησε τον βασιλέα Δαρείον. Αυτός όστις είχεν υποσχεθή
+να υποτάξη την μεγίστην νήσον Σαρδώ, δεν εδίστασε να αναλάβη
+την αρχηγίαν του πολέμου των Ιώνων κατά του Δαρείου. Διαβάς εις
+την Χίον, εδεσμεύθη υπό των Χίων, οίτινες τον υπώπτευσαν ότι
+οργανίζει εναντίον των νέα τινά σχέδια προς το συμφέρον του
+Δαρείου. Όταν έπειτα έμαθον οι Χίοι όλην την ιστορίαν, ότι ήτο
+πολέμιος του βασιλέως, τον απέλυσαν.
+
+3. Ερωτώμενος τότε ο Ιστιαίος υπό των Ιώνων της Χίου διατί
+τόσον προθύμως έγραψε προς τον Αρισταγόραν να αποστατήση από
+τον βασιλέα και επέφερε τόσον κακόν εις τους Ίωνας, την μεν
+αληθή αιτίαν δεν εφανέρωσεν, είπε δε ότι ο βασιλεύς Δαρείος
+είχεν απόφασιν να μεταφέρη τους Φοίνικας εις την Ιωνίαν και
+τους Ίωνας εις την Φοινίκην, και τούτου ένεκα έγραψεν εις τον
+Αρισταγόραν. Βεβαίως ο βασιλεύς ουδεμίαν τοιαύτην ιδέαν
+συνέλαβεν, αλλ' ο Ιστιαίος ήθελε να φοβίζη τους Ίωνας.
+
+4. Μετά ταύτα ο Ιστιαίος, μεταχειριζόμενος ως γραμματοκομιστήν
+τον Αταρνείτην Έρμιππον, έπεμψεν επιστολάς προς τους εις τας
+Σάρδεις διαμένοντας Πέρσας οίτινες προηγουμένως είχον
+συνομιλήσει μετ' αυτού περί της αποστασίας. Αλλ' ο Έρμιππος,
+εις μεν τους Πέρσας προς τους οποίους επέμφθη δεν δίδει τα
+γράμματα, τα φέρει δε και τα εγχειρίζει εις τον Αρταφέρνην.
+Μαθών δε ούτος τα διατρέχοντα, διέταξε τον Έρμιππον τας μεν
+επιστολάς να δώση εις εκείνους προς τους οποίους εστάλη, τας δε
+άλλας τας παρά των Περσών αντιπεμπομένας εις τον Ιστιαίον,
+ταύτας να τω παραδώση. Τούτων λοιπόν φανερωθέντων, εφόνευσε
+τότε ο Αρταφέρνης πολλούς Πέρσας.
+
+5. Εις μεν τας Σάρδεις λοιπόν επεκράτει ταραχή. Τον δε
+Ιστιαίον, απατηθέντα εις τας ελπίδας του, έφερον οι Χίοι εις
+την Μίλητον κατ' αίτησίν του. Οι δε Μιλήσιοι, οίτινες ασμένως
+απηλλάγησαν του Αρισταγόρου, ουδόλως ήσαν πρόθυμοι να δεχθώσιν
+άλλον τύραννον εις την χώραν, καθότι εγεύθησαν την ελευθερίαν.
+Και επειδή ο Ιστιαίος έφθασε κατά την νύκτα και επειράθη βιαίως
+να εισέλθη εις την Μίλητον, επληγώθη εις τον μηρόν υπό τινος
+των Μιλησίων. Διωχθείς λοιπόν εκ της πατρίδος του, επιστρέφει
+οπίσω εις την Χίον· εντεύθεν δε, επειδή δεν έπειθε τους Χίους
+να τω δώσωσι πλοία, διέβη εις την Μιτυλήνην και έπεισε τους
+Λεσβίους να τω δώσωσι. Πληρώσαντες λοιπόν οι Λέσβιοι οκτώ
+τριήρεις, έπλευσαν μετά του Ιστιαίου εις το Βυζάντιον, και
+μένοντες εκεί συνελάμβανον τα εκ του Ευξείνου Πόντου εκπλέοντα
+πλοία, πλην εκείνων τα οποία έλεγον ότι ήσαν πρόθυμα να
+υπακούωσιν εις τον Ιστιαίον.
+
+6. Ο μεν Ιστιαίος λοιπόν και οι Μιτυληναίοι ταύτα έπραττον· εις
+δε την Μίλητον περιεμένετο πολύς στρατός ναυτικός και πεζός·
+διότι συνενωθέντες οι στρατηγοί των Περσών και σχηματήσαντες έν
+μόνον στρατόπεδον, ήλαυνον κατά της Μιλήτου, ήκιστα
+φροντίζοντας διά τας άλλας πόλεις. Εκ των του ναυτικού στρατού
+οι Φοίνικες ήσαν οι προθυμότατοι· ομού δε με αυτούς είχον ενωθή
+οι Κύπριοι, προσφάτως υποταγέντες, οι Κίλικες και οι Αιγύπτιοι.
+
+7. Και αυτοί μεν ήρχοντο κατά της Μιλήτου και της λοιπής
+Ιωνίας, οι δε Ίωνες μαθόντες ταύτα έπεμψαν πρέσβεις εις το
+Πανιώνιον. Γενομένης δε συνελεύσεως εν τω τόπω τούτω,
+απεφασίσθη να μη αντιτάξωσι πεζόν στρατόν εναντίον των Περσών,
+να αναθέσωσι την φύλαξιν της πόλεως εις αυτούς τους Μιλησίους,
+να πληρώσωσιν όλα τα πλοία χωρίς να αφήσωσιν ουδέν κενόν, να τα
+φέρωσι τάχιστα εις την Δάδην και να ναυμαχήσωσιν υπέρ της
+Μιλήτου. Η δε Δάδη είναι νήσος μικρά κειμένη προ της πόλεως των
+Μιλησίων.
+
+8. Μετά ταύτα, συμπληρωθέντων των πληρωμάτων, ήλθον οι Ίωνες
+και μετ' αυτών οι Αιολείς οι κατοικούντες την Λέσβον. Ετάχθησαν
+δε ως εξής· το μεν προς ανατολάς κέρας είχον αυτοί οι Μιλήσιοι
+οίτινες παρέσχον ογδοήκοντα πλοία· μετ' αυτούς ήσαν οι Πριηνείς
+με δώδεκα πλοία και οι Μυούσιοι με τρία· πλησίον αυτών ήσαν οι
+Τήιοι με πλοία δεκαεπτά· μετά τους Τηίους ήσαν οι Χίοι με πλοία
+εκατόν πλησίον δε αυτών ετάχθησαν οι Ερυθραίοι και οι Φωκαείς,
+οι μεν Ερυθραίοι έχοντες οκτώ πλοία, οι δε Φωκαείς τρία· μετά
+τους Φωκαείς ήσαν οι Λέσβιοι με πλοία εβδομήκοντα· τελευταίοι
+δε παρετάχθησαν οι Σάμιοι με εξήκοντα πλοία, έχοντες το προς
+δυσμάς κέρας. Όλων τούτων των τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις
+τριακοσίας πεντήκοντα τρεις. Και ταύτα μεν ήσαν τα πλοία των
+Ιώνων.
+
+9. Των δε βαρβάρων τα πλοία ήσαν εξακόσια. Όταν δε έφθασαν και
+αυτά απέναντι της Μιλήτου, ήλθε δε και όλος ο πεζός στρατός
+των, τότε οι στρατηγοί των Περσών, μαθόντες τον αριθμόν των
+ιωνικών πλοίων εφοβήθησαν μήπως δεν δυνηθώσι να νικήσωσι, και
+τοιουτοτρόπως ου μόνον την Μίλητον δεν θα λάβωσιν, ως μη όντες
+κύριοι της θαλάσσης, αλλά και την οργήν του Δαρείου θα
+επισύρωσι. Ταύτα σκεπτόμενοι, συνεκάλεσαν τους τυράννους των
+ιωνικών πόλεων όσοι, στερηθέντες των ηγεμονιών των υπό του
+Αρισταγόρου του Μιλησίου, κατέφυγον εις τους Μήδους, και
+ευρίσκοντο τότε εις το προ της Μιλήτου στρατόπεδον. Τους
+παρόντας λοιπόν των ανδρών τούτων συγκαλέσαντες, έλεγον προς
+αυτούς τα εξής· «Ω Ίωνες, τώρα έκαστος υμών ας φανή ότι
+υπηρετεί τον οίκον του βασιλέως· ας προσπαθήση έκαστος υμών να
+αποσπάση τους συμπολίτας του από τους λοιπούς συμμάχους. Είπατε
+εις αυτούς δι' απεσταλμένων ότι δεν θα πάθωσι τίποτε διά την
+αποστασίαν των· ότι δεν θα καύσωμεν ούτε τα ιερά των ούτε τας
+οικίας των, και ότι δεν θα τους μεταχειρισθώμεν αυστηρότερον ή
+πρότερον. Εάν όμως δεν πράξωσι ταύτα, εάν επιμείνωσιν
+αμετατρέπτως να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, απειλήσατε αυτούς
+τι θα πάθωσιν εάν νικηθώσιν· αυτούς μεν θα εξανδραποδίσωμεν,
+τους δε παίδας των θα ευνουχίσωμεν, τας δε θυγατέρας των θα
+μεταφέρωμεν εις τα Βάκτρα, και θα δώσωμεν εις άλλους την χώραν
+των.»
+
+10. Οι μεν στρατηγοί των Περσών ταύτα έλεγον· οι δε τύραννοι
+των Ιώνων έπεμπον διά νυκτός απεσταλμένους, έκαστος προς τους
+συμπολίτας του, και έδιδον τας αγγελίας ταύτας. Οι Ίωνες όμως,
+εις όσους έφθασαν αι αγγελίαι, τας ήκουον με περιφρόνησιν και
+δεν εδέχοντο την προδοσίαν· έκαστη δε πόλις ενόμιζεν ότι εις
+αυτήν μόνην οι Πέρσαι εμήνυον ταύτα. Συνέβησαν λοιπόν ταύτα
+ευθύς ως έφθασαν οι Πέρσαι εις την Μίλητον.
+
+11. Μετά την συνάθροισίν των δε εις την Λάδην οι Ίωνες
+συνεσκέφθησαν. Εκεί πολλοί άλλοι ωμίλησαν, και προς
+τούτοις ο στρατηγός των Φωκαέων Διονύσιος, λέγων τα εξής· «Τα
+πράγματά μας, ω άνδρες της Ιωνίας, ίστανται επί ξυρού ακμής, ή
+να ελευθερωθώμεν, ή να μείνωμεν δούλοι, και δούλοι δραπέται.
+Τώρα λοιπόν εάν θελήσετε να υποφέρετε ταλαιπωρίας, θα
+κουρασθήτε μεν προς καιρόν, θα γίνετε όμως ικανοί να νικήσετε
+τους εχθρούς σας και να ελευθερωθήτε· εάν δε εξ εναντίας
+δείξετε μαλθακότητα και αταξίαν, ουδεμίαν ελπίδα έχω να σας ίδω
+διαφεύγοντας την τιμωρίαν του βασιλέως διά την αποστασίαν σας.
+Υπακούσατε λοιπόν εις εμέ και αναθέσατέ μοι την σωτηρίαν σας·
+εάν οι θεοί μείνωσιν ουδέτεροι, σας υπόσχομαι ότι οι πολέμιοι
+θα αποφύγωσι την μάχην, εάν δε συμπλακώσι, να νικηθώσιν
+ολοσχερώς.»
+
+12. Ακούσαντες ταύτα οι Ίωνες αφιέρωσαν εαυτούς εις τον
+Διονύσιον. Αυτός δε εξάγων καθ' ημέραν τον στόλον εις το
+πέλαγος εν είδει ημικυκλίου, διά να συνειθίζωσιν οι κωπηλάται
+να κάμνωσι διέκπλους μεταξύ των και να ασκώνται οι πολεμισταί,
+εκράτει κατά το επίλοιπον της ημέρας τα πλοία ηγκυροβολημένα
+και εκούραζε τοιουτοτρόπως τους Ίωνας δι' όλης της ημέρας. Και
+επί επτά μεν ημέρας υπήκουον οι Ίωνες και εξετέλουν όσα τους
+επρόσταζε· την ογδόην όμως ημέραν, ασυνείθιστοι όντες εις
+τοιούτους κόπους και βασανιζόμενοι από τας ταλαιπωρίας και τον
+ήλιον, είπον μεταξύ των· «Εις ποίον θεόν ημαρτήσαμεν και
+υποφέρομεν αυτά τα δεινά; βεβαίως παρεφρονήσαμεν και εχάσαμεν
+το λογικόν μας αφιερωθέντες και υπακούοντες εις ένα αλαζόνα
+Φωκαέα όστις έφερε τρία πλοία και όστις παραλαβών ημάς εις την
+εξουσίαν του, καταταλαιπωρεί όλους με αφορήτους κόπους. Πολλοί
+εξ ημών έπεσαν ασθενείς, πολλοί άλλοι είναι έτοιμοι να πάθωσι
+το ίδιον. Αντί τούτων των κακών, δεν είναι προτιμότερον να
+πάθωμεν παν άλλο, και αυτήν την δουλείαν ήτις μας περιμένει;
+διότι οιαδήποτε και αν ήναι αύτη, πάντοτε θα ήναι ολιγώτερον
+βαρεία της παρούσης. Θάρρος λοιπόν και μη υπακούωμεν πλέον εις
+αυτόν.» Ταύτα είπον και εις το εξής ουδείς πλέον ήθελε να
+υπακούη, αλλ' ως οι πεζοί στρατοί έστησαν σκηνάς εις την νήσον,
+έμενον υπό σκιάν και δεν ήθελαν ούτε εις τα πλοία, να
+εισέλθωσιν ούτε να επαναλάβωσι τα γυμνάσια.
+
+13. Οι δε στρατηγοί της Σάμου μαθόντες τι έπραττον οι Ίωνες,
+συνεννοήθησαν μετά του υιού του Συλοσώντος Αιάκους όστις
+προηγουμένως τοις είχε πέμψει προτάσεις υπαγορευθείσας υπό των
+Περσών, παροτρύνων αυτούς να εγκαταλίπωσι την ιωνικήν
+συμμαχίαν. Βλέποντες λοιπόν την επικρατούσαν αταξίαν και
+σκεπτόμενοι ενταυτώ ότι ήτο αδύνατον να υπερνικήσωσι την
+δύναμιν του βασιλέως, εδέχθησαν τας προσφοράς του Αιάκους,
+πεπεισμένοι άλλως τε ότι και αν ο παρών στόλος των νικήση τον
+του Δαρείου, δεν θα εβράδυνε να έλθη εναντίον των άλλος
+πενταπλάσιος. Επομένως, άμα είδον τους Ίωνας αποποιουμένους να
+φανώσιν ανδρείοι, επροφασίσθησαν την ανάγκην ότι έπρεπε να
+σώσωσιν εκ του κινδύνου τα ιερά και τας κατοικίας των. Ο Αιάκης
+δε εκείνος του οποίου εδέχθησαν τας προτάσεις ήτο υιός του
+Συλοσώντος, υιού του Αιάκους· τύραννος δε ων της Σάμου, είχε
+καθαιρεθή υπό του Μιλησίου Αρισταγόρου, ως και οι άλλοι
+τύραννοι της Ιωνίας.
+
+14. Τότε λοιπόν, επειδή έπλευσαν εναντίον των οι Φοίνικες,
+αντεπεξήλθον και οι Ίωνες και παρέταξαν τα πλοία των εν σχήματι
+ημισελήνου. Ότε όμως επλησίασαν αλλήλους και συνεπλάκησαν, δεν
+δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος ποίοι εκ των Ιώνων εφάνησαν
+γενναίοι και ποίοι άνανδροι εις αυτήν την ναυμαχίαν, διότι
+αιτιώνται αλλήλους. Λέγεται όμως ότι τότε οι Σάμιοι κατά τα
+συμπεφωνημένα προς τον Αιάκη, αναπετάσαντες τα ιστία και
+εγκαταλιπόντες την τάξιν των, έπλευσαν εις την Σάμον, πλην
+ένδεκα πλοίων των οποίων οι τριήραρχοι έμειναν εις την τάξιν
+των και εναυμάχησαν μη υπακούσαντες εις τους στρατηγούς. Τούτου
+ένεκα το κοινόν των Σαμίων διέταξε να χαραχθώσι τα ονόματα
+αυτών και των πατέρων των εις στήλην προς ένδειξιν ότι
+εφέρθησαν ως άνδρες γενναίοι· σώζεται δε η στήλη αύτη εις την
+αγοράν. Ιδόντες δε οι Λέσβιοι τους πλησίον των ότι έφευγον,
+έπραξαν το αυτό και οι πλείστοι των Ιώνων τους εμιμήθησαν.
+
+15. Εκ των παραμεινάντων εις την ναυμαχίαν οι μάλλον βλαβέντες
+ήσαν οι Χίοι, οίτινες όμως ηνδραγάθησαν και ουδεμίαν έδειξαν
+αδυναμίαν. Αυτοί, ως ερρέθη ανωτέρω, παρέσχον εκατόν πλοία εις
+έκαστον των οποίων ήσαν τεσσαράκοντα άνδρες εκλεκτοί μεταξύ των
+πολιτών. Όταν είδον ότι οι πλειότεροι των συμμάχων επρόδιδον,
+απεφάσισαν να μη φανώσιν όμοιοι με τους ανάνδρους εκείνους·
+μείναντες μόνοι μετ' ολίγων συμμάχων διέσχισαν την εχθρικήν
+γραμμήν και εναυμάχησαν καταστρέψαντες πολλά πλοία, μέχρις ου
+απώλεσαν όλα σχεδόν τα ιδικά των. Οι επιζήσαντες, με όσα πλοία
+τοις έμειναν, έφυγον εις την Χίον.
+
+16. Τινές όμως, των οποίων τα πλοία είχον υποστή πολλά
+τραύματα, αυτοί διωκόμενοι κατέφυγον εις την Μυκάλην· και τα
+μεν πλοία ρίψαντες εις την ξηράν τα άφησαν εκεί, αυτοί δε
+επορεύθησαν πεζοί δια της ηπείρου. Όταν δε εισήλθον εις την γην
+της Εφέσου και έφθασαν προ της πόλεως, είχε νυχτώσει και αι
+γυναίκες του τόπου εώρταζον τα θεσμοφόρια. Οι Εφέσιοι οίτινες
+προηγουμένως δεν είχον ακούσει περί της καταστροφής των Χίων,
+ιδόντες να εισέρχεται στρατός εις την χώραν των, τους εξέλαβον
+ότι ήσαν κλέπται και ότι ήρχοντο να αρπάσωσι τας γυναίκας των.
+Τότε ο λαός όλος έδραμεν επί τα όπλα και κατέσφαξε τους Χίους.
+Οι Χίοι λοιπόν ταύτα τα δυστυχήματα έπαθον.
+
+17. Ο δε φωκαεύς Διονύσιος, αφού είδεν ότι τα πράγματα των
+Ιώνων κατεστράφησαν, κυριεύσας τρία πλοία των πολεμίων δεν
+επέστρεψε πλέον εις την Φώκαιαν, καθότι ήτο βέβαιος ότι και η
+πόλις αύτη ήθελεν εξανδραποδισθή ομού με την άλλην Ιωνίαν, αλλ'
+άνευ αναβολής έπλευσε κατ' ευθείαν προς την Φοινίκην. Έπειτα,
+καταβυθίσας γαυλούς τινας και λαβών πλούτη πολλά, έπλευσεν εις
+την Σικελίαν. Εκείθεν δε ορμώμενος ελήστευεν, ουχί τους
+Έλληνας, αλλά τους Καρχηδονίους και τους Τυρρηνούς.
+
+18. Οι δε Πέρσαι, αφού ενίκησαν τους Ίωνας εις την ναυμαχίαν,
+επολιόρκησαν την Μίλητον διά ξηράς και διά θαλάσσης.
+Υποσκάπτοντες τα τείχη και μεταχειριζόμενοι διαφόρους μηχανάς,
+εκυρίευσαν την πόλιν κατά το έκτον έτος μετά την αποστασίαν του
+Αρισταγόρου, και εξηνδραπόδισαν αυτήν· ώστε επηλήθευσε ο
+χρησμός ο δοθείς περί της Μιλήτου.
+
+19. Ότε οι Αργείοι μετέβησαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι
+το μαντείον περί της σωτηρίας της πόλεώς των, έλαβον από κοινού
+απόκρισιν της οποίας μέρος μεν ήρμοζεν εις αυτούς, μέρος δε
+κατά παρένθεσιν εις τους Μιλησίους. Και το μεν μέρος το αφορών
+τους Αργείους θα μνημονεύσω όταν φθάσω εις εκείνο το σημείον
+της ιστορίας μου· όσα δε εχρησμοδοτήθησαν εις τους Μιλησίους,
+οίτινες δεν ήσαν παρόντες, είναι τα εξής· _Τότε βεβαίως,
+Μίλητε, εφευρέτρια κακών έργων, θα χρησιμεύσης ως δείπνον εις
+πολλούς και πηγή πλουσίων δώρων. Αι γυναίκες σου θα νίψωσι τους
+πόδας πολλών ανδρών με μακράς κόμας και άλλοι θα επιμεληθώσι
+τον εις τα Δίδυμα ναόν μου._ Τότε λοιπόν αυτά τα δεινά εύρον
+τους Μιλησίους, ότε οι πλείστοι των ανδρών εφονεύθησαν υπό των
+Περσών οίτινες είχον μακράν κόμην, αι δε γυναίκες και τα παιδία
+εγένοντο ανδράποδα, και οι εν Διδύμοις Βραγχίδαι, ναός και
+χρηστήριον, εσυλήθησαν και επυρπολήθησαν. Περί δε των πραγμάτων
+όσα υπήρχον εις το ιερόν, πολλάκις εις άλλα μέρη της ιστορίας
+ανέφερα.
+
+20. Εκείθεν δε, όσοι των Μιλησίων εζωγρήθησαν, εφέρθησαν εις τα
+Σούσα. Ο βασιλεύς Δαρείος, χωρίς να τους κακοποιήση, τους
+αποκατέστησεν εις τα παράλια της Ερυθράς θαλάσσης, εις την
+πόλιν Άμπην, παρά την οποίαν παραρρέων ο Τίγρης ποταμός χύνεται
+εις την θάλασσαν. Της δε Μιλησίας χώρας την μεν πόλιν και την
+πεδιάδα εκράτησαν οι Πέρσαι δι' εαυτούς, τα δε ορεινά μέρη
+έδωσαν εις τους Κάρας Πηδασείς.
+
+21. Ότε έπαθον ταύτα οι Μιλήσιοι από τους Πέρσας, οι Συβαρίται,
+οίτινες είχον στερηθή της πόλεως των και κατώκουν την Λάον και
+την Σκίδρον, δεν απέδωκαν τα όμοια εις τους Μιλησίους· διότι,
+κατά την άλωσιν της Συβάριος υπό των Κροτωνιατών όλοι οι έφηβοι
+Μιλήσιοι έκοψαν τας κόμας των και έφερον μέγα πένθος. Αι πόλεις
+αύται, πλειότερον των άλλων τας οποίας γνωρίζομεν, είχον μεταξύ
+των φιλίαν μεγάλην. Οι Αθηναίοι όμως δεν εφέρθησαν ως οι
+Συβαρίται, διότι μεταξύ των άλλων τεκμηρίων της λύπης των, ότε
+ο ποιητής Φρύνιχος συνέθεσε δράμα «την άλωσιν της Μιλήτου» και
+εδίδαξεν αυτό από σκηνής, το θέατρον ανελύθη εις δάκρυα και οι
+Αθηναίοι τον κατεδίκασαν εις πρόστιμον χιλίων δραχμών ως
+αναμνήσαντα οικιακά δυστυχήματα, και διά ψηφίσματος απηγόρευσαν
+την αναπαράστασιν του δράματος.
+
+22. Η Μίλητος λοιπόν ηρημώθη Μιλησίων. Εκ των Σαμίων δε οι
+έχοντες περιουσίαν τινά ουδόλως ευχαριστήθησαν δι' εκείνο το
+οποίον οι στρατηγοί των έπραξαν υπέρ των Μήδων. Όθεν
+συγκροτήσαντες συμβούλιον αμέσως μετά την ναυμαχίαν,
+απεφάσισαν, πριν έλθη εις τον τόπον των ο τύραννος Αιάκης, να
+μεταναστεύσωσι και να μη γίνωσι δούλοι του Αιάκους και των
+Μήδων μένοντες εις την Σάμον. Κατ' εκείνον τον χρόνον οι
+Ζαγκλαίοι της Σικελίας είχον προσκαλέσει δι' απεσταλμένων τους
+Ίωνας να έλθωσιν εις την Καλήν ακτήν, επιθυμούντες να υπάρχη
+εκεί αποικία Ιώνων. Αύτη δε η Καλή ακτή, ως την ονομάζουσιν,
+αποτελεί μέρος της Σικελίας και κείται προς το μέρος της νήσου
+το τετραμμένον προς την Τυρρηνίαν. Μόνοι λοιπόν εκ των Ιώνων οι
+Σάμιοι εδέχθησαν την πρόσκλησιν, και μετ' αυτών όσοι των
+Μιλησίων διέφυγον. Συνέβη όμως, τότε το εξής.
+
+23. Οι Σάμιοι, πλέοντες προς την Σικελίαν, έφθασαν εις τους
+Λοκρούς τους Επιζεφυρίους, ενώ αυτοί οι Ζαγκλαίοι και ο
+βασιλεύς των όστις ωνομάζετο Σκύθης επολιόρκουν πόλιν τινά των
+Σικελών, θέλοντες να κυριεύσωσιν αυτήν. Ο τύραννος του Ρηγίου
+Αναξίλαος, όστις διεφέρετο με τους Ζαγκλαίους, μαθών την άφιξιν
+των Σαμίων, ήλθεν εις ομιλίαν με αυτούς και τους έπεισε να
+παραιτήσωσι την Καλήν ακτήν διά την οποίαν ήλθον και να
+κυριεύσωσι την Ζάγκλην, έρημον ούσαν ανδρών. Τότε οι Ζαγκλαίοι,
+μαθόντες ότι εκυριεύθη η πόλις των, έδραμον αμέσως
+επικαλούμενοι εις βοήθειάν των τον τύραννον της Γέλης
+Ιπποκράτην, όστις ήτο σύμμαχός τους. Ότε όμως ήλθεν ο
+Ιπποκράτης μετά στρατού προς βοήθειάν των, συνέλαβε τον
+μονάρχην των Ζαγκλαίων Σκύθην όστις είχε χάσει την πόλιν του,
+και δέσας με πέδας αυτόν και τον αδελφόν του Πυθογένη, τους
+έπεμψεν εις την πόλιν Ίνυκον· τους δε λοιπούς Ζαγκλαίους,
+συνεννοηθείς με τους Σαμίους και συνδεθείς μετ' αυτών δι'
+όρκων, τους παρέδωκεν εις αυτούς. Ως μισθόν δε της προδοσίας
+του οι Σάμιοι τω παρεχώρησαν το ήμισυ των επίπλων και των
+αδραπόδων όσα ήσαν εις την πόλιν και όλα όσα ήσαν εις τους
+αγρούς. Όθεν έδεσε τους περισσοτέρους των Ζαγκλαίων και τους
+είχεν ως ανδράποδα, τριακοσίους δε τους επιφανεστέρους, έδωσεν
+εις τους Σαμίους διά να τους σφάξωσιν. Αλλ' οι Σάμιοι δεν
+έπραξαν τούτο.
+
+24. Ο δε μονάρχης των Ζαγκλαίων Σκύθης έφυγεν εκ της Ινύκου και
+ήλθεν εις την Ιμέραν· εκείθεν δε μετέβη εις την Ασίαν και ανέβη
+προς τον βασιλέα Δαρείον, όστις τον εκήρυξεν ότι ήτο ο
+δικαιότερος άνθρωπος από όλους όσοι εκ της Ελλάδος ήλθον
+πλησίον του, καθότι λαβών άδειαν από τον βασιλέα επέστρεψεν εις
+την Σικελίαν και εκ της Σικελίας ήλθε πάλιν οπίσω εις τον
+βασιλέα. Έμεινε δε εκεί μέχρις ου απέθανεν υπό γήρατος,
+ευτυχέστατος ων.
+
+25. Τοιουτοτρόπως οι Σάμιοι, διαφυγόντες τους Μήδους, εκτήσαντο
+ακόπως καλλίστην πόλιν την Ζάγκλην. Αφ' ετέρου οι Φοίνικες,
+μετά την ναυμαχίαν της Μιλήτου, διαταχθέντες από τους Πέρσας,
+κατεβίβασαν εις την Σάμον τον Αιάκη του Συλοσώντος, καθότι πολύ
+τους ωφέλησε και κατώρθωσε μεγάλα πράγματα· εξ όλων δε των
+αποστατησάντων από τον Δαρείον, μόνον των Σαμίων ούτε η πόλις
+ούτε τα ιερά ενεπρήσθησαν διά την λιποταξίαν των πλοίων ήτις
+εγένετο κατά την στιγμήν της ναυμαχίας. Κυριευθείσης δε της
+Μιλήτου, αμέσως οι Πέρσαι κατέλαβον την Καρίαν, της οποίας αι
+πόλεις, άλλαι μεν υπετάγησαν εκουσίως, άλλαι δε διά της βίας.
+Ταύτα λοιπόν συνέβησαν εις αυτάς τας χώρας.
+
+26. Εις δε τον Ιστιαίον τον Μιλήσιον, ευρισκόμενον περί το
+Βυζάντιον και συλλαμβάνοντα τας εκ του Πόντου εκπλεούσας
+ολκάδας των Ιώνων, ηγγέλθησαν τα διατρέξαντα εις την Μίλητον.
+Τότε ούτος ανέθεσε την φροντίδα των εν τω Ελλησπόντω πραγμάτων
+εις την Βισάλτην, υιόν του Απολλοφάνους, πολίτην της Αβίδου,
+και λαβών μεθ' εαυτού τους Λεσβίους έπλευσεν εις την Χίον, όπου
+επολέμησεν εις τόπον τινά της νήσου, καλούμενον Κοίλα, του
+οποίου η φρουρά δεν τον άφινε να πλησιάση. Εξ αυτών εφόνευσε
+πολλούς, και έπειτα ορμώμενος εκ της Πολίχνης με τους Λεσβίους,
+ενίκησε και τους λοιπούς Χίους, οίτινες είχον κακοπάθει εκ της
+ναυμαχίας.
+
+27. Όταν πρόκηται μεγάλαι συμφοραί να επισκήψωσιν εις πόλιν
+τινά ή έθνος, συμβαίνουσι συνήθως σημεία τινα προαναγγέλλοντα
+τούτο. Τωόντι, προ των καταστροφών τούτων, μεγάλα σημεία
+εφάνησαν εις την Χίον. Πρώτον, εκ του χορού των εκατόν νέων,
+τους οποίους έπεμψαν εις τους Δελφούς, δύο μόνον επέστρεψαν,
+τους δε άλλους εννενήκοντα οκτώ ήρπασεν ο λοιμός· δεύτερον,
+κατά τον αυτόν χρόνον, ολίγον προ της ναυμαχίας, έπεσεν η στέγη
+οικίας επί παιδίων διδασκομένων γράμματα, και εξ εκατόν είκοσι
+τα οποία ήσαν, έν μόνον εσώθη. Ταύτα τα σημεία τοις προέδειξεν
+ο θεός, και ολίγον μετά ταύτα συνέβη η ναυμαχία και κατέβαλε
+την πόλιν. Προς επίμετρον της δυστυχίας ήλθεν ο Ιστιαίος με
+τους Λεσβίους, και ευρών τους Χίους ήδη δεδαμασμένους,
+κατέστρεψεν αυτούς, ευκόλως.
+
+28. Εντεύθεν ο Ιστιαίος εστράτευσε κατά της Βάσου, έχων πολλούς
+Ίωνας και Αιολείς. Ενώ δε επολιόρκει την Θάσον, τω ήλθεν
+είδησις ότι οι Φοίνικες απέπλευσαν εκ της Μιλήτου διά να
+επιτεθώσι κατά της άλλης Ιωνίας. Μαθών τούτο, την μεν Θάσον
+αφήκεν απόρθητον, αυτός δε έσπευσε μεθ' όλου του στρατού εις
+την Λέσβον. Εκ της Λέσβου δε, επειδή ο στρατός υπέφερεν ένεκεν
+ελλείψεως τροφών, διέβη αντικρύ διά να θερίση τον σίτον του
+Αταρνέως και της πεδιάδος του Καΐκου ανηκούσης εις τους Μυσούς.
+Εις ταύτα τα μέρη έτυχε να ευρίσκεται ο Άρπαγος, ανήρ Πέρσης,
+στρατηγός όχι ολίγου στρατού, όστις άμα ο Ιστιαίος απέβη εις
+την ξηράν, επιτεθείς κατ' αυτού τον εζώγρησε και κατέστρεψεν
+όλον σχεδόν τον στρατόν του.
+
+29. Εζωγρήθη δε ο Ιστιαίος τοιουτοτρόπως· όταν επολέμουν οι
+Έλληνες με τους Πέρσας εις την Μαλήνην της Αταρνίτιδος χώρας,
+κατ' αρχάς μεν εμάχοντο ισορρόπως, ύστερον όμως επήλθε κατ'
+αυτών το ιππικόν και έκλινε την νίκην προς το μέρος των Περσών.
+Αφού δε ετράπησαν οι Έλληνες εις φυγήν, τότε ο Ιστιαίος ελπίζων
+ότι ο βασιλεύς δεν ήθελε τον θανατώσει διά το αμάρτημά του
+εκείνο, έδειξε μεγάλην φιλοζωίαν· επειδή φεύγοντα επρόφθασεν
+αυτόν στρατιώτης Πέρσης και ήθελε να τον πληγώση, ομιλήσας
+περσιστί εφανέρωσεν εαυτόν ότι ήτο Ιστιαίος ο Μιλήσιος.
+
+30. Εάν άμα εζωγρήθη, εφέρετο εις τον βασιλέα, φρονώ ότι
+πιθανόν να μη υπέφερε κανέν κακόν και να τον συνεχώρει ο
+Δαρείος. Ακριβώς όμως διά τούτο και διά να μη ισχύση πάλιν παρά
+τω βασιλεί, ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης και ο ζωγρήσας
+αυτόν Άρπαγος, άμα τον έφερον εις τας Σάρδεις τον εσταύρωσαν
+και έστειλαν την κεφαλήν του τεταριχευμένην προς τον βασιλέα
+Δαρείον εις τα Σούσα. Ο δε Δαρείος μαθών τα γενόμενα και
+μεμφθείς τους πράξαντας, διότι δεν τον αναβίβασαν να τον
+παρουσιάσωσι ζώντα προς αυτόν, διέταξε να πλύνωσι την κεφαλήν
+του Ιστιαίου, να την περιτυλίξωσι με πανιά και να την θάψωσιν
+ευπρεπώς, ως ανδρός μεγάλας εκδουλεύσεις παρασχόντος εις αυτόν
+και εις τους Πέρσας. Ταύτα τα συμβάντα του Ιστιαίου.
+
+31. Ο δε ναυτικός στρατός των Περσών διαχειμάσας περί την
+Μίλητον, εκυρίευσεν ευκόλως κατά το δεύτερον έτος του πλοός του
+τας προς την ήπειρον κειμένας νήσους, Χίον, Λέσβον, Τένεδον.
+Άμα οι βάρβαροι εγίνοντο κύριοι τινός εκ τούτων των νήσων,
+εσαγήνευον τους κατοίκους· σαγηνεύουσι δε κατά τον εξής τρόπον·
+κρατούμενοι εκ των χειρών και αποτελούντες γραμμήν απ' άρκτου
+προς μεσημβρίαν, αρχίζουσιν από το παράριον και διέρχονται όλην
+την νήσον θηρεύοντες τους ανθρώπους. Εκυρίευσαν επίσης και τας
+εις την ήπειρον ιωνικάς πόλεις, αλλά δεν εσαγήνευσαν τους
+ανθρώπους, καθότι δεν ήτο δυνατόν.
+
+32. Τότε οι στρατηγοί των Περσών εφάνησαν πιστοί εις τας
+απειλάς τας οποίας έκαμον προς τους απέναντι αυτών
+εστρατοπεδευμένους Ίωνας· καθότι, άμα υπέταξαν τας πόλεις,
+εκλέξαντες τους ευειδεστάτους παίδας απέκοψαν τα αιδοία των και
+κατέστησαν αυτούς ευνούχους· έπειτα δε έπεμψαν εις τον βασιλέα
+τας μάλλον ωραίας παρθένους. Αυτά έπραττον εις τους ανθρώπους,
+και συγχρόνως έκαιαν τας πόλεις και τα ιερά. Τοιουτοτρόπως δε
+το τρίτον εδουλώθησαν οι Ίωνες· πρώτον μεν υπό των Λυδών, δις
+δε κατά συνέχειαν υπό των Περσών.
+
+33. Αναχωρήσας από την Ιωνίαν ο ναυτικός στρατός υπέταξε την
+αριστεράν όχθην του Ελλησπόντου, διότι όλη η δεξιά όχθη είχεν
+υποταγή προλαβόντως εις τους Πέρσας ως και η άλλη ήπειρος.
+Επαρχίαι δε του Ελλησπόντου εις την Ευρώπην, τας οποίας
+εκυρίευσαν, είναι αι εξής· η Χερσόνησος, εις την οποίαν είναι
+πολλαί πόλεις, η Πέρινθος, τα φρούρια της Θράκης, η Σηλυβρία
+και το Βυζάντιον. Οι Βυζάντιοι όμως και οι αντιπέραν
+Χαλκηδόνιοι δεν περιέμεινον τους επερχομένους Φοίνικας, αλλ'
+εγκατέλιπον τας χώρας των και έφυγον εις τα ενδότερα του
+Ευξείνου πόντου όπου έκτισαν την πόλιν Μεσαμβρίαν. Οι δε
+Φοίνικες, αφού κατέκαυσαν ταύτας τας ρηθείσας χώρας, ετράπησαν
+κατά της Βροκοννήσου και της Αρτάκης, και αφού παρέδωκαν εις το
+πυρ και ταύτας επανήλθον εις την Χερσόνησον διά να καταστρέψωσι
+τας επιλοίπους πόλεις όσας δεν είχον διαρπάσει κατά την πρώτην
+εισβολήν των. Εις την Κύζικον δεν έπλευσαν παντελώς, καθότι οι
+Κυζικηνοί, προ της αφίξεως των Φοινίκων, υπετάγησαν εις τον
+βασιλέα συνθηκολογήσαντες με τον Οίβαριν του Μεγαβάζου, ύπαρχον
+του Δασκυλείου. Πλην δε της Καρδίας, υπέταξαν οι Φοίνικες όλας
+τας άλλας πόλεις της Χερσονήσου.
+
+34. Ετυράννευε δε των πόλεων τούτων μέχρι τότε ο Μιλτιάδης,
+υιός του Κίμωνος, υιού του Στησαγόρου· την ηγεμονίαν δε ταύτην
+εκτήσατο πρότερον ο Μιλτιάδης του Κυψέλου κατά τον εξής τρόπον.
+Οι Δόλογκοι της Θράκης είχον την Χερσόνησον ταύτην. Ούτοι
+λοιπόν οι Δόλογκοι, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς
+Αψινθίων, έπεμψαν τους βασιλείς των εις τους Δελφούς διά να
+ερωτήσωσι το μαντείον περί του πολέμου. Η δε Πυθία τοις είπε να
+φέρωσιν εις τον τόπον των οικιστήν εκείνον όστις, απερχομένους
+από το ιερόν, πρώτος καλέση αυτούς διά να τους φιλοξενήση.
+Επειδή όμως οι Δόλογκοι πορευόμενοι την ιεράν οδόν διά της
+Φωκίδος και της Βοιωτίας ουδένα εύρον διά να τους προσκαλέση,
+ήλλαξαν πορείαν και ετράπησαν προς τας Αθήνας.
+
+35. Τότε εις τας Αθήνας ήτο πανίσχυρος ο Πεισίστρατος, είχεν
+όμως καί τινα ισχύν ο Μιλτιάδης του Κυψέλου, καθό ανήκων εις
+οικογένειαν τεθριπποφόρον και καταγόμενος ανέκαθεν από του
+Αιακού και της Αιγίνης, μετά δε ταύτα γενόμενος Αθηναίος αφότου
+ο του Αίαντος υιός Φιλαίος, πρώτος εκ της οικογενείας ταύτης,
+επολιτογραφήθη εις τας Αθήνας. Ο Μιλτιάδης ούτος, καθήμενος εις
+τα πρόθυρα της οικίας του και ιδών διαβαίνοντας τους Δολόγκους
+με ενδύματα και ακόντια ξενικά, τους εκάλεσε πλησίον του, και
+προσελθόντας τους παρεκάλεσε να εισέλθωσι και δεχθώσι την
+φιλοξενίαν. Οι Δόλογκοι, δεχθέντες και ξενισθέντες υπ' αυτού,
+τω ανεκοίνωσαν όλον τον χρησμόν, και αφού διηγήθηκαν το πράγμα,
+παρεκάλεσαν τον Μιλτιάδην να υπακούση εις τον θεόν. Ακούσας
+ταύτα ο Μιλτιάδης επείσθη αμέσως, καθότι ήτο δυσηρεστημένος
+κατά της αρχής του Πεισιστράτου και εζήτει να φύγη από τας
+Αθήνας. Αμέσως λοιπόν έπεμψεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση
+το μαντείον αν έπρεπε να πράξη όσα εζήτουν παρ' αυτού οι
+Δόλογκοι.
+
+36. Επειδή δε τον παρακίνει και η Πυθία εις τούτο, τότε ο
+Μιλτιάδης του Κυψέλου, όστις προ του συμβεβικότος τούτου είχε
+νικήσει εις τους Ολυμπιακούς αγώνας με τέθριππον, έλαβε μεθ'
+εαυτού όλους τους Αθηναίους όσοι ήθελον να μεθέξωσι της
+αποδημίας ταύτης, και αποπλεύσας μετά των Δολόγκων κατέλαβε την
+χώραν των εις την οποίαν τον κατέστησαν τύραννον οι
+προσκαλέσαντες αυτόν Δόλογκοι. Η πρώτη αυτού φροντίς υπήρξε να
+κλείση διά τείχους τον ισθμόν της Χερσονήσου, από της Καρδίας
+μέχρι της Πακτύης, διά να μη δύνανται οι Αψίνθιοι να τους
+βλάπτωσι διά των εισβολών των. Ο ισθμός ούτος έχει πλάτος
+τριακονταέξ σταδίων· από δε του ισθμού όλη η έσω Χερσόνησος
+έχει μήκος τετρακοσίων είκοσι σταδίων.
+
+37. Τοιχίσας λοιπόν ο Μιλτιάδης τον αυχένα της Χερσονήσου και
+εμποδίσας τοιουτοτρόπως τους Αψινθίους, επολέμησε πρώτους των
+άλλων τους Λαμψακηνούς. Οι Λαμψακηνοί ενεδρεύσαντες τον
+εζώγρησαν· επειδή όμως ο Μιλτιάδης ήτο αγαπητός εις τον Κροίσον
+τον Λυδόν, μαθών ούτος το πάθημά του, έπεμψε και εκήρυξεν εις
+τους Λαμψακηνούς να αφήσωσι τον Μιλτιάδην, άλλως ήθελε τους
+εξολοθρεύσει ως πίτυν. Συσκεπτομένων δε των Λαμψακηνών τι άρα
+γε εσήμαινεν η απειλή εκείνη ότι ο Κροίσος ήθελε τους
+εξολοθρεύσει ως πίτυν, μόλις ύστερον είς των γεροντοτέρων
+ενόησε και τοις εξήγησε το πράγμα ειπών ότι εξ όλων των δένδρων
+μόνη η πίτυς αφού κοπή δεν αναδίδει πλέον ουδένα βλαστόν αλλά
+καταστρέφεται ριζηδόν. Φοβηθέντες λοιπόν οι Λαμψακηνοί τον
+Κροίσον, ηλευθέρωσαν τον Μιλτιάδην και τον απέπεμψαν.
+
+38. Χάριν λοιπόν του Κροίσου ο Μιλτιάδης εσώθη, βραδύτερον όμως
+απέθανεν άπαις, μεταβιβάσας την αρχήν και τους θησαυρούς του
+εις τον Στησαγόραν υιόν του ομομητρίου αδελφού του Κίμωνος.
+Αφού δε απέθανε, θύουσιν εις αυτόν οι Χερσονησίται κατά το έθος
+ως εις οικιστήν και συγκροτούσιν αγώνα ιππικόν και γυμνικόν,
+εις τον οποίον ουδείς Λαμψακηνός γίνεται δεκτός να αγωνισθή.
+Εξακολουθούντος δε του πολέμου προς τους Λαμψακηνούς, συνέβη να
+αποθάνη και ο Στησαγόρας άπαις πληγείς εις την κεφαλήν διά
+πελέκεως εν τω πρυτανείω υπό τινος ανθρώπου λόγω μεν αυτομόλου,
+πράγματι δε πολεμίου και παρατόλμου.
+
+39. Ούτως ετελεύτησε και ο Στησαγόρας· τότε δε οι
+Πεισιστρατίδαι έπεμψαν μετά τριήρους εις την Χερσόνησον τον
+Μιλτιάδην του Κίμωνος, αδελφόν του αποθανόντος Στησαγόρου, διά
+να προφθάσει και καταλάβη την αρχήν. Οι Πεισιστρατίδαι ούτοι
+και εις τας Αθήνας όντα επεριποιούντο, ως να μη ήσαν ένοχοι διά
+τον θάνατον του πατρός του Κίμωνος όστις συνέβη ως θα διηγηθώ
+εις άλλο μέρος της ιστορίας. Ελθών ο Μιλτιάδης εις την
+Χερσόνησον έμενεν εις την οικίαν του, επί προφάσει ότι επένθει
+διά τον θάνατον του αδελφού του Στησαγόρου· μαθόντες δε τούτο
+οι Χερσονησίται, συνηθροίσθησαν οι έγκριτοι όλων των πόλεων και
+μετέβησαν όλοι ομού διά να τον συλλυπηθώσιν, αλλ' ο Μιλτιάδης
+τους συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Ακολούθως ο
+Μιλτιάδης εγένετο κύριος της Χερσονήσου, συνετήρει πεντακοσίους
+επικούρους και έλαβε γυναίκα την Αγησιπύλην, θυγατέρα του
+βασιλέως των Θρακών Ολόρου.
+
+40. Ούτος ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ο νεωστί καταλαβών την
+Χερσόνησον, περιήλθεν αλληλοδιαδόχως εις πολλάς δυσχερείας, τας
+μεν δεινοτέρας των δε· κατά το τρίτον έτος μετά την έλευσίν του
+ηναγκάσθη να φύγη από την Χερσόνησον διά τους Σκύθας, οίτινες
+ερεθισθέντες υπό του βασιλέως Δαρείου είχον συνενωθή και
+επροχώρησαν μέχρι της Χερσονήσου ταύτης. Ο Μιλτιάδης μη
+περιμείνας αυτούς επερχομένους, έφυγεν από την Χερσόνησον
+μέχρις ου ανεχώρησαν οι Σκύθαι και τον επανέφερον οι Δόλογκοι.
+Ταύτα δε συνέβησαν τρία έτη προ τον σημείου εις ό ευρίσκεται η
+ιστορία ημών.
+
+41. Μαθών ο Μιλτιάδης ότι οι Φοίνικες ήσαν εις την Τένεδον,
+έθεσεν εις πέντε τριήρεις όλα τα πράγματα όσα είχε και
+απέπλευσε διά τας Αθήνας. Εξελθών της Καρδίας, έπλεε διά του
+Μέλανος κόλπου· ότε όμως έκαμψε την Χερσόνησον, οι Φοίνικες
+επέπεσον κατ' αυτού με τα πλοία των. Και αυτός μεν με τέσσαρα
+εκ των πλοίων του προφθάνει και καταφεύγει εις την Ίμβρον, οι
+δε Φοίνικες καταδιώκουσι το πέμπτον και το συλλαμβάνουσι.
+Συνέπεσε δε να ήναι αρχηγός του πλοίου τούτου ο πρεσβύτερος των
+υιών του Μιλτιάδου Μητίοχος, γεννηθείς ουχί εκ της θυγατρός του
+Θρακός Ολόρου, αλλ' εξ άλλης. Αυτόν δε μετά του πλοίου
+συνέλαβον οι Φοίνικες, και μαθόντες ότι ήτο υιός του Μιλτιάδου,
+τον ανεβίβασαν εις τον βασιλέα, ελπίζοντες ότι θα τύχωσι
+μεγάλης αμοιβής, καθότι μόνος ο πατήρ του είχε συμβουλεύσει
+τους Ίωνας να λύσωσι την γέφυραν και να επιστρέψωσιν εις τας
+κατοικίας των, πειθόμενοι εις τους Σκύθας ζητούντας τούτο. Αλλ'
+όταν οι Φοίνικες παρέδωκαν εις τον Δαρείον τον υιόν του
+Μιλτιάδου Μητίοχον, ο βασιλεύς ου μόνον δεν τον εκακοποίησεν
+αλλ' εξ εναντίας τω έκαμε πολλά καλά, καθότι τω έδωκεν οίκον,
+κτήματα και γυναίκα Περσίδα εκ της οποίας εγέννησε τέκνα
+καταταχθέντα εις τους Πέρσας. Ο δε Μιλτιάδης εκ της Ίμβρου
+ήλθεν εις τας Αθήνας.
+
+42. Και κατά το έτος τούτο τίποτε περισσοτέρον δεν έγινεν εκ
+μέρους των Περσών εχθρικόν προς τους Ίωνας, εξ εναντίας μάλιστα
+συνέβησαν τα εξής άτινα πολύ ωφέλησαν τους Ίωνας. Ο ύπαρχος των
+Σάρδεων Αρταφέρνης, μηνύσας να έλθωσιν απεσταλμένοι εκ των
+πόλεων, ηνάγκασε τους Ίωνας να κάμωσι μεταξύ των συνθήκας όπως
+λύωσιν εις το εξής τας διαφοράς των διά της κρίσεως και όχι να
+άγωσι και να φέρωσιν αλλήλους. Ταύτα τους ηνάγκασε να κάμωσι,
+και προς τούτοις μετρήσας τας χείρας αυτών κατά παρασάγκας
+(ούτως ονομάζουσιν οι Πέρσαι τα τριάκοντα στάδια) επέβαλε
+συμφώνως με την καταμέτρησιν ταύτην φόρους τους οποίους έκτοτε
+μέχρι της εποχής μου πληρόνουσιν οι ιδιοκτήται της χώρας, όπως
+διωρίσθησαν υπό του Αρταφέρνους· διωρίσθησαν δε σχεδόν ως ήσαν
+και πρότερον. Όλα ταύτα τα μέτρα ήσαν ειρηνικά.
+
+43. Άμα δε τω έαρι, παυθέντων των άλλων στρατηγών υπό του
+βασιλέως, κατέβη ο Μαρδόνιος του Γωβρύου εις το παραθαλάσσιον
+έχων πολυάριθμον πεζικόν και πολύ ναυτικόν· ήτο νέος και νεωστί
+είχε νυμφευθή την θυγατέρα του Δαρείου Αρταζώστρην. Άγων δε τον
+στρατόν τούτον ο Μαρδόνιος και φθάσας εις την Κιλικίαν εισήλθεν
+εις πλοίον και εκομίζετο μετά των άλλων πλοίων, τον δε πεζόν
+στρατόν άλλοι ηγεμόνες ωδήγουν προς τον Ελλήσποντον. Αφού δε
+παραπλεύσας την ασιατικήν παραλίαν έφθασεν ο Μαρδόνιος εις την
+Ιωνίαν, εκεί (πράγμα παράδοξον το οποίον θα διηγηθώ δι'
+εκείνους τους Έλληνας οίτινες δεν παραδέχονται ότι ο Οτάνης,
+είς των επτά, εγνωμοδότησε να καταστήσωσι δημοκρατίαν εις την
+Περσίαν) καταλύσας όλους τους τυράννους των Ιώνων ανίδρυσε
+δημοκρατίας εις τας πόλεις. Ταύτα πράξας, έσπευσε προς τον
+Ελλήσποντον. Αφού δε συνήχθη πολύς αριθμός πλοίων και πολύς
+πεζός στρατός, διαβάντες με πλοία τον Ελλήσποντον, επορεύοντο
+διά της Ευρώπης· επορεύοντο δε κατά της Ερετρίας και των
+Αθηνών.
+
+44. Και αύται μεν αι πόλεις ήσαν πρόσχημα της εκστρατείας· οι
+Πέρσαι όμως είχον κατά νουν να υποτάξωσιν όσας δυνηθώσι
+περισσοτέρας πόλεις της Ελλάδος. Και πρώτον μεν διά του στόλου
+υπέταξαν τους Θασίους οίτινες ουδέ χείρας ύψωσαν εναντίον των·
+αφ' ετέρου διά του στρατού της ξηράς υπεδούλωσαν τους Μακεδόνας
+και τους προσέθεσαν εις τους υπάρχοντας υπηκόους των, καθότι
+όλαι αι παραθαλάσσιαι επαρχίαι της Μακεδονίας ήσαν ήδη εις
+αυτούς υποτεταγμέναι. Οι δε μετά του στόλου εξελθόντες της
+Θάσου, παρέπλευσαν την ήπειρον, έφθασαν εις την Άκανθον και εκ
+της Ακάνθου ηθέλησαν να κάμψωσι τον Άθωνα· αλλ' ενώ παρέπλεον,
+σφοδρός και ενάντιος βορράς άνεμος επέπεσε κατ' αυτών και τους
+έβλαψε μεγάλως ρίψας έξω εις τον Άθωνα πολλά πλοία, καθότι
+λέγεται ότι πλοία μεν κατεστράφησαν τριακόσια, άνθρωποι δε υπέρ
+τους εικοσακισχιλίους. Επειδή δε η περί τον Άθωνα θάλασσα αύτη
+είναι πλήρης τεράτων, άλλοι μεν κατεβροχθίζοντο αρπαζόμενοι υπ'
+αυτών, άλλοι συνετρίβοντο κατά των πετρών, και άλλοι επνίγοντο
+μη ηξεύροντες να κολυμβώσιν· άλλοι τέλος απέθανον ένεκα του
+ψύχους. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός ταύτα έπαθε.
+
+45. Τον δε Μαρδόνιον και τον πεζόν στρατόν, εστρατοπεδευμένους
+εις την Μακεδονίαν εκτύπησαν νύκτα τινά οι Βρύγοι Θράκες, και
+εφόνευσαν εξ αυτών πολλούς, επλήγωσαν δε αυτόν τον Μαρδόνιον.
+Πλην ούτε αυτοί απέφυγον την υποδούλωσιν των Περσών, καθότι ο
+Μαρδόνιος δεν ανεχώρησεν εκ των χωρών τούτων πριν ή τους
+υποτάξη. Αφού δε τους υπέταξεν, απήγαγε τον στρατόν οπίσω,
+καθότι και το πεζόν εβλάφθη πολύ από τους Βρύγους και το
+ναυτικόν περί τον Άθωνα. Ούτος λοιπόν ο στρατός, αδεξίως
+αγωνισθείς, επανέκαμψεν εις την Ασίαν.
+
+46. Κατά το επόμενον δε έτος μετά τα συμβάντα ταύτα ο Δαρείος,
+επειδή οι Θάσιοι διεβλήθησαν υπό των αστυγειτόνων των ότι
+εμελέτων αποστασίαν, τους διέταξε διά κήρυκος να καθαιρέσωσι το
+τείχος των και να μεταφέρωσι τα πλοία των εις τα Άβδηρα. Είναι
+αληθές ότι οι Θάσιοι, πολιορκηθέντες άλλοτε υπό του Μιλησίου
+Ιστιαίου, επειδή είχον μεγάλας προσόδους, μετεχειρίζοντο τα
+χρήματά των εις το να ναυπηγώσι πλοία μακρά και να κτίζουσι
+περί την πόλιν ισχυρότατον τείχος. Προήρχοντο δε αι πρόσοδοι εκ
+της ηπείρου και εκ των μεταλλείων. Εκ των εν τη Σαπτή Ύλη
+μεταλλείων του χρυσού τοις ήρχοντο συνήθως ογδοήκοντα τάλαντα,
+εξ εκείνων δε τα οποία ήσαν εν αυτή τη Θάσω μικρότεραι μεν
+ποσότητες, αλλά τόσον συχναί ώστε, επειδή ήσαν απηλλαγμένοι
+παντός φόρου, εισέπραττον κατ' έτος εκ της ηπείρου και των
+μεταλλείων διακόσια τάλαντα, έτυχε δε έτος να εισπράξωσι και
+τριακόσια.
+
+47. Εγώ αυτός είδον τα μεταλλεία ταύτα· εκ τούτων τα μάλλον
+θαυμάσια είναι εκείνα τα οποία ανεκάλυψαν οι Φοίνικες όταν μετά
+του Θάσου αποίκισαν την νήσον ταύτην ήτις σήμερον έχει το όνομα
+από του Θάσου τούτου. Τα Φοινικικά ταύτα μεταλλεία είναι εν τη
+Θάσω μεταξύ δύο τόπων καλουμένων Αινύρων και Κοινύρων, απέναντι
+της Σαμοθράκης· είναι δε όρος υψηλόν, ανεστραμμένον υπό των
+ανασκαφών. Ταύτα τα μεταλλεία.
+
+48. Οι δε Θάσιοι, υπακούοντες εις την διαταγήν του βασιλέως,
+και το τείχος των εκρήμνισαν και τα πλοία των έφερον εις τα
+Άβδηρα. Έπειτα ο Δαρείος ηθέλησε να δοκιμάση τι είχον κατά νουν
+οι Έλληνες, να τον πολεμήσωσιν ή να παραδοθώσιν. Έπεμψε λοιπόν
+κήρυκας ανά την Ελλάδα όλην διατάξας αυτούς να ζητήσωσι διά τον
+βασιλέα γην και ύδωρ. Και τούτους μεν έπεμψεν εις την Ελλάδα,
+άλλους δε έπεμψεν εις τας διαφόρους υποτελείς παραθαλασσίους
+πόλεις, προστάξας να κατασκευάσωσι πλοία μακρά και πλοία
+ιππαγωγά.
+
+49. Και ούτοι μεν ητοίμαζον ταύτα· εις δε τους ελθόντας εις την
+Ελλάδα κήρυκας, και ηπειρώται πολλοί έδοσαν εκείνα τα οποία
+επροσποιείτο ότι εζήτει ο Πέρσης, και όλοι οι νησιώται εις τους
+οποίους ήλθον οι κήρυκες να ζητήσωσι. Δίδουσι λοιπόν γην και
+ύδωρ εις τον Δαρείον όλοι οι νησιώται και μεταξύ των άλλων οι
+Αιγινήται. Άμα έμαθον τούτο οι Αθηναίοι εχολώθησαν καθότι
+ενόμιζον ότι οι Αιγινήται έδοσαν γην και ύδωρ διά να τους
+βλάψωσι και να στρατεύσωσιν εναντίον των μετά του Πέρσου. Όθεν
+προθύμως ευρόντες πρόφασιν, μετέβησαν εις την Σπάρτην και
+κατηγόρησαν τους Αιγινήτας ως προδίδοντας την Ελλάδα.
+
+50. Ακούσας την κατηγορίαν ταύτην ο Κλεομένης του Αναξανδρίδου,
+βασιλεύς των Σπαρτιατών, διέβη εις την Αίγιναν διά να συλλάβη
+τους πρωταιτίους των Αιγινητών. Αλλ' ενώ επειράθη να τους
+συλλάβη, αντέστησαν όλοι οι πολίται και μάλιστα ο Κρίος του
+Πολυκρίτου όστις τω είπεν ότι θα μετανοήση εάν λάβη έστω και
+ένα μόνον Αιγινήτην, διότι πράττει ταύτα άνευ της συναινέσεως
+του κοινού των Σπαρτιατών, αλλά αγορασθείς διά χρημάτων υπό των
+Αθηναίων· εάν είχεν άλλως το πράγμα, θα συνώδευεν αυτόν και
+έτερος βασιλεύς. Έλεγε δε ταύτα ο Κρίος κατά παραγγελίαν του
+Δημαράτου. Διωκόμενος δε ο Κλεομένης εκ της Αιγίνης ηρώτησε τον
+Κρίον πώς ωνομάζετο, αυτός δε το είπε. Τότε ο Κλεομένης είπε
+προς αυτόν· «Καιρός είναι, ω κριέ, να χαλκώσης τα κέρατά σου,
+διότι έχεις να παλαίσης προς μέγα κακόν.»
+
+51. Κατά το διάστημα τούτο ο μείνας εις την Σπάρτην Δημάρατος
+του Αρίστωνος, εκατηγόρησε τον Κλεομένη, ων και ούτος βασιλεύς
+των Σπαρτιατών αλλ' εξ οικογενείας ολίγον κατωτέρας, κατωτέρας
+δε ουχί κατά άλλο τι (διότι αμφότεροι έχουσι την αυτήν
+καταγωγήν) αλλά, διά την πρωτοτοκίαν η οικογένεια του
+Εύρυσθένους ετιμάτο περισσότερον.
+
+52. Οι Λακεδαιμόνιοι, μη συμφωνούντες με κανένα ποιητήν,
+λέγουσιν ότι ουχί οι παίδες του Αριστοδήμου, αλλ' αυτός ο
+Αριστόδημος ο υιός του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου,
+βασιλεύς ων έφερεν αυτούς εις την χωράν την οποίαν έχουσι
+σήμερον, και ότι ολίγον μετά ταύτα έτεκεν η γυνή του
+Αριστοδήμου, ήτις εκαλείτο Αργεία και ήτο θυγάτηρ του
+Αυτεσίωνος, υιού του Τισαμενού, υιού του Θερσάνδρου, υιού του
+Πολυνείκους. Έτεκεν αύτη δύο δίδυμα, και αφού ο Αριστόδημος
+είδε τέκνα απέθανε νοσήσας. Τότε οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν
+κατά τον νόμον να κάμωσι βασιλέα τον πρεσβύτερον· αλλά
+διετέλουν εις αμηχανίαν ποίον να εκλέξωσι, καθότι αμφότεροι
+ήταν οι αυτοί και κατά την μορφήν και κατά το μέγεθος· επειδή
+δε δεν ηδύναντο να τους διακρίνωσιν ή να τους δοκιμάσωσι
+προηγουμένως, ηρώτησαν την μητέρα. Η δε μήτηρ είπεν ότι και
+αυτή δεν ηδύνατο να τους διακρίνη, ουχί διότι τωόντι δεν ήξευρε
+τούτο, αλλά διότι ήθελε να γίνωσιν αμφότεροι βασιλείς.
+Απορούντες λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι, έπεμψαν εις τους Δελφούς
+διά να ερωτήσωσι περί του πρακτέου· η δε Πυθία τοις είπε να
+λάβωσιν ως βασιλείς και τα δύο παιδία, να τιμώσι δε
+περισσότερον τον πρεσβύτερον. Και η μεν Πυθία ταύτα τοις είπεν,
+οι δε Λακεδαιμόνιοι ηπόρουν όχι ολιγώτερον περί του πώς να
+εξεύρωσι τον πρεσβύτερον αυτών. Τότε Μεσσήνιός τις ονόματι
+Πανίτης τοις έδωκε την εξής συμβουλήν· να παρατηρήσωσι ποίον εκ
+των δύο η μήτηρ λούει και γαλουχεί πρώτον, και εάν ίδωσιν ότι
+πράττει πάντοτε το ίδιον, έστωσαν βέβαιοι ότι έχουσι παν ό,τι
+ζητούσι και θέλουσι να εύρωσιν, εάν δε πλανάται και εκείνη
+γαλουχούσα εναλλάξ, τότε έστωσαν βέβαιοι ότι ούτε εκείνη
+ηξεύρει περισσότερόν τι, και τότε πρέπει να καταφύγωσιν εις
+άλλο μέσον εξευρέσεως. Οι Σπαρτιάται λοιπόν, κατά την συμβουλήν
+του Μεσσηνίου, παραμονεύσαντες την μητέρα εν αγνοία της είδον
+ότι απαρεγκλίτως πάντοτε ετίμα τον πρεσβύτερον, λούουσα και
+γαλουχούσα πρώτον αυτόν. Κρίνοντες λοιπόν ως πρεσβύτερον
+εκείνον τον οποίον ετίμα η μήτηρ, έτρεφον αυτόν δημοσίαις
+δαπάναις και το ωνόμασαν Ευρυσθένη, τον δε νεώτερον Προκλέα.
+Αφού δε ηνδρώθησαν, μολονότι ήσαν αδελφοί, πάντοτε καθ' όλον το
+διάστημα της ζωής των διαφέροντο προς αλλήλους, και οι απόγονοι
+των διετέλουν ωσαύτως.
+
+53. Ταύτα λέγουσι μόνοι εκ των Ελλήνων οι Λακεδαιμόνιοι, τα δε
+εξής γράφω εγώ κατά τα λεγόμενα των άλλων Ελλήνων. Ούτοι οι
+βασιλείς των Δωριέων μέχρι του Περσέως υιού της Δανάης,
+τιθεμένου κατά μέρος του θεού, αριθμούνται ακριβώς υπό των
+Ελλήνων και αποδεικνύονται ότι είναι Έλληνες, καθότι τότε πλέον
+ήσαν ούτοι Έλληνες. Είπα δε μέχρι του Περσέως και δεν έλαβον εξ
+αρχής την καταγωγήν των διά τον εξής λόγον, διότι εις τον
+Περσέα ουδεμία υπάρχει επωνυμία πατρός θνητού (6), όπως εις τον
+Ηρακλέα ο Αμφιτρύων (7)· όθεν διά τούτον τον λόγον ορθώς είπον
+μέχρι του Περσέως. Εάν δε από της Δανάης της θυγατρός του
+Ακρισίου καταριθμήση τις τους προγόνους αυτών των βασιλέων,
+θέλει φανή ότι οι των Δωριέων ηγεμόνες ήσαν Αιγύπτιοι
+ιθαγενείς.
+
+54. Τοιαύτη είναι η γενεαλογία των κατά τους Έλληνας· ως
+λέγουσι δε οι Πέρσαι, αυτός ο Περσεύς Ασσύριος ων εγένετο
+Έλλην, ουχί όμως και οι πρόγονοι αυτού. Οι δε πρόγονοι του
+Ακρισίου ουδεμίαν ως λέγουσιν έχουσι συγγένειαν με τον Περσέα,
+και συνομολογούσι μετά των Ελλήνων ότι ήσαν Αιγύπτιοι.
+
+55. Και περί τούτων μεν αρκούσι τα λεχθέντα· αλλά διατί και διά
+ποίων πράξεων, όντες Αιγύπτιοι, έλαβον την βασιλείαν των
+Δωριέων, άλλοι το είπον (8) και εγώ δεν θα προσθέσω τίποτε· θα
+αναφέρω μόνον εκείνα όσα αυτοί παρέλειψαν.
+
+56. Έδωκαν δε οι Σπαρτιάται εις τους βασιλείς των τα εξής
+προνόμια· δύο ιερωσύνας, την του Λακεδαιμονίου Διός και την του
+Ουρανίου Διός, το δικαίωμα να κηρύττωσι πόλεμον καθ' οιασδήποτε
+χώρας ήθελον, χωρίς ουδείς Σπαρτιάτης να δύναται να τους
+εμποδίση, εκείνος δε όστις ήθελε τους εμποδίση να ενάγεται ως
+ασεβής. Όταν εκστρατεύωσιν οι βασιλείς, αυτοί προπορεύονται και
+απέρχονται τελευταίοι, εκατόν δε άνδρες λογάδες του στρατού
+τους φυλάττουσιν. Εις τας εκστρατείας των θύουσιν όσα πρόβατα
+θέλουσιν, όλων δε των θυμάτων τα δέρματα και τα νώτα είναι
+ιδικά των. Και ταύτα μεν είναι τα εμπολέμια δικαιώματα.
+
+57. Τα δε ειρηναία δικαιώματα είναι τα εξής. Εάν γίνεται
+δημοσία θυσία, πρώτοι οι βασιλείς κάθηνται εις το δείπνον και
+από αυτούς αρχίζει η διανομή, τα δε μερίδιά των είναι διπλάσια
+των άλλων δαιτυμόνων. Αυτοί πρώτοι σπένδουσι και λαμβάνουσι τα
+δέρματα των θυομένων ζώων. Ανά πάσαν νεομηνίαν και εβδόμην
+ημέραν ισταμένου μηνός δίδεται διά δημοσίας δαπάνης εις
+εκάτερον των βασιλέων έν ιερείον τέλειον όπως θυσιασθή εις τον
+Απόλλωνα και έν μέδιμνον αλεύρου και το τέταρτον μιας λακωνικής
+οίνου. Εις όλους τους αγώνας αυτοί έχουσι την πρωτοκαθεδρίαν.
+Αυτοί προσέτι έχουσι το δικαίωμα να υποδεικνύωσιν ως προξένους
+(9) εκείνους τους οποίους θέλουσιν εκ των αστών και να εκλέγη
+εκάτερος δύο Πυθίους. Πύθιοι δε είναι οι πεμπόμενοι εις τους
+Δελφούς διά χρησμούς και τρεφόμενοι ως οι βασιλείς από το
+δημόσιον. Όταν οι βασιλείς δεν έλθωσιν εις το δείπνον,
+στέλλουσιν εις τον οίκον των δύο χοίνικας αλεύρου και μίαν
+κοτύλην οίνου· διπλάσια δε τοις δίδονται όταν παρευρίσκονται.
+Τας αυτάς δε τιμάς έχουσι και όταν προσκαλεσθώσιν εις ιδιωτικόν
+δείπνον. Όταν δίδωνται χρησμοί, τους φυλάττουσιν αυτοί, τους
+γνωρίζουσι δε και οι Πύθιοι. Οι βασιλείς μόνοι κρίνουσι τας
+εξής δύο κρίσεις· να υποδεικνύωσι τον σύζυγον παρθένου
+κληρονόμου, εάν ο πατήρ της δεν επρόφθασε να την μνηστεύση και
+να κανονίζωσι τα αφορώντα εις τας δημοσίας οδούς. Ο θέλων να
+υιθετήση παιδίον, οφείλει να πράξη τούτο ενώπιον των βασιλέων.
+Παρευρίσκονται προσέτι εις τα συμβούλια των γερόντων οίτινες
+εισίν εικοσιοκτώ· εάν δεν έλθωσι, τότε οι πλησιέστεροι
+συγγενείς των εκ των γερόντων έχουσι τα προνόμια των βασιλέων,
+δίδοντες δύο ψήφους και τρίτην την ιδικήν των.
+
+58. Εις τους βασιλείς λοιπόν, ενόσω ζώσι, ταύτα δίδονται εκ του
+κοινού των Σπαρτιατών όταν δε αποθάνωσι, πέμπονται ιππείς εις
+όλην την Λακωνικήν και αγγάλλουσι το γεγονός, περιερχόμεναι δε
+εντός των πόλεων αι γυναίκες κτυπώσι λέβητας. Εις το σημείον
+τούτο οφείλουσι δύο ελεύθεροι, είς ανήρ και μία γυνή, από πάσαν
+οικίαν, να μαυροφορήσωσιν· όσοι δε δεν πράξωσι τούτο,
+υπόκεινται εις μεγάλας ζημίας. Τα έθιμα των Λακεδαιμονίων εις
+τους θανάτους των βασιλέων είναι τα αυτά ως τα των βαρβάρων της
+Ασίας, διότι και οι περισσότεροι των βαρβάρων τους αυτούς
+νόμους μεταχειρίζονται κατά τους θανάτους των βασιλέων. Όταν
+αποθάνη βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, πρέπει εξ όλης της
+Λακεδαίμονος, πλην των Σπαρτιατών, να στείλωσιν οι περίοικοι
+κατά την κηδείαν του αριθμόν τινα ανθρώπων. Αφού δε εκ τούτων
+και εκ των Ειλώτων και εκ των Σπαρτιατών συναχθώσι πολλαί
+χιλιάδες, αναμεμιγμένοι άνδρες και γυναίκες, κτυπώνται με μέγαν
+αγώνα και θρηνούσιν απλέτως λέγοντες πάντοτε ότι ο τελευταίος
+ούτος αποθανών βασιλεύς υπήρξεν ο άριστος. Όταν δε βασιλεύς τις
+αποθάνη εις τον πόλεμον, στολίσαντες το είδωλόν του εκθέτουτιν
+αυτό επί κλίνης καλώς εστρωμένης· και αφού το θάψωσι,
+διακόπτουσιν επί δέκα ημέρας τας συνεδριάσεις της αγοράς και
+των δικαστηρίων, και καθ' όλας ταύτας τας ημέρας πενθούσι.
+
+59. Συμφωνούσι δε με τους Πέρσας και κατά το εξής· όταν εις την
+θέσιν του αποθανόντος βασιλέως αναγορεύεται άλλος, αυτός ο
+αναγορευόμενος απαλλάσσει πάντα Σπαρτιάτην όστις ώφειλέ τι εις
+τον βασιλέα ή εις το κοινόν. Ομοίως και παρά τοις Πέρσαις, ο
+νέος βασιλεύς χαρίζει εις όλας τας πόλεις όσον φόρον
+χρεωστούσιν.
+
+60. Συμφωνούσι δε και με τους Αιγυπτίους οι Λακεδαιμόνιοι κατά
+τα εξής. Οι κήρυκες αυτών, οι αυληταί και οι μάγειροι
+διαδέχονται εις τας τέχνας τους πατέρας των· ο αυλητής γεννάται
+εκ πατρός αυλητού, ο μάγειρος εκ μαγείρου και ο κήρυξ εκ
+κήρυκος. Ως διάδοχος του κήρυκος δεν εκλέγεται ο έχων λαμπράν
+φωνή αλλ' ο υιός εξακολουθεί το πατρικόν επάγγελμα. Και ταύτα
+μεν ούτω γίνονται.
+
+61. Τότε δε τον Κλεομένη όντα εις την Αίγιναν και εργαζόμενον
+διά το κοινόν καλόν της Ελλάδος, κατηγόρησεν ο Δημάρατος, ουχί
+τόσον χάριν των Αιγινητών αλλ' υπό μίσους και φθόνου. Ο δε
+Κλεομένης, επιστρέψας εξ Αιγίνης, απεφάσισε να παύση τον
+Δημάρατον από την βασιλείαν, και εύρε κατ' αυτού την ακόλουθον
+αιτίαν. Ο βασιλεύς της Σπάρτης Αρίστων, δύο γυναίκας λαβών, δεν
+ετεκνοποίησε· και επειδή δεν ενόμιζεν ότι αυτός ήτο ο αίτιος
+τούτου, έλαβε και τρίτην γυναίκα· την έλαβε δε κατά τον
+ακόλουθον τρόπον. Είχεν ο Αρίστων φίλον τινά Σπαρτιάτην με τον
+οποίον είχεν οικειότητα πλειοτέραν ή με πάντα άλλον πολίτην. Ο
+άνθρωπος ούτος έτυχε να έχη γυναίκα ήτις ου μόνον ήτο η
+ωραιοτάτη όλων των γυναικών της Σπάρτης, αλλ' ήτις ενώ ήτο
+ασχημότατη εγένετο ωραιοτάτη. Επειδή ήτο καχεκτικού εξωτερικού,
+η τροφός αυτής βλέπουσα θυγατέρα ανθρώπων ευτυχούντων να ήναι
+δυσειδής και τους γονείς της να θλίβωνται μεγάλως διά την
+δυσμορφίαν αυτής, ταύτα βλέπουσα εστοχάσθη να την λαμβάνη και
+να την φέρη καθ' ημέραν εις το ιερόν της Ελένης· είναι δε τούτο
+εις την καλουμένην Θεράπνην, υπεράνω του ιερού του Φοίβου.
+Φέρουσα δε η τροφός τα παιδίον, το έθετε προ του αγάλματος και
+ικέτευε την θεάν να απαλλάξη αυτό της δυσμορφίας. Μίαν δέ τινα
+των ημερών, ενώ ανεχώρει η τροφός από το ιερόν, επεφάνη ως
+λέγεται ενώπιόν της γυνή τις· επιφανείσα δε την ηρώτησε τι
+εκράτει εις τας αγκάλας της, και η τροφός απεκρίθη ότι εκράτει
+παιδίον. Η γυνή πάλιν την παρεκάλεσε να το δείξη εις αυτήν, και
+η τροφός απεκρίθη ότι δεν ειμπορεί καθότι οι γονείς του την
+είχον ρητώς απαγορεύσει να μη το δεικνύει εις κανένα. Η γυνή
+όμως επέμεινε να τη δείξη το παιδίον, η δε τροφός βλέπουσα ότι
+η γυνή πολύ επεθύμει να το ίδη, έδειξε το παιδίον. Τότε η γυνή
+ψηλαφήσασα την κεφαλήν του παιδίου είπεν ότι έμελλε να γίνη η
+ωραιοτάτη όλων των εν Σπάρτη γυναικών, και απ' εκείνης της
+ημέρας μετεβλήθη η μορφή του. Ελθούσαν εις ώραν γάμου,
+ενυμφεύθη αυτήν ο Άγητος του Αλκείδου, ο φίλος ούτος του
+Αρίστωνος.
+
+62. Επειδή δε ο Αρίστων ηράτο της γυναικός ταύτης, επενόησε το
+εξής στρατήγημα· υπόσχεται εις τον φίλον του όστις είχε την
+ωραίαν γυναίκα, να τω δώση δώρον εξ όλων του των πραγμάτων ό,τι
+ήθελεν εκλέξει, ζητεί δε να πράξη προς αυτόν ο φίλος του το
+αυτό. Εκείνος δε, μη φοβηθείς ποσώς διά την γυναίκα του, καθότι
+έβλεπεν ότι ο Αρίστων είχε γυναίκα, εδέχθη την πρότασιν.
+Υπεχρεώθησαν λοιπόν αμοιβαίως δι' όρκων, και μετά ταύτα ο
+Αρίστων έδωκεν εις τον Άγητον εκείνο το οποίον εξελέξατο ούτος
+εκ των κειμηλίων του· ζητών δε τα ίσα παρά του φίλου του,
+εζήτει να λάβη την γυναίκα του, αλλ' εκείνος τω παρετήρησεν ότι
+παν άλλο υπεχρεώθη να παραχωρήση πλην τούτου. Αναγκαζόμενος
+όμως υπό του όρκου και της απάτης, τον αφήκε να λάβη την
+γυναίκα του.
+
+63. Ούτω λοιπόν ο Αρίστων, αποπέμψας την δευτέραν γυναίκα,
+εισήγαγεν εις την οικίαν την τρίτην. Εις διάστημα δε
+ολιγώτερον, χωρίς να συμπληρώση τους δέκα μήνας, η γυνή
+εγέννησε τον Δημάρατον τούτον. Ενώ δε ο Αρίστων συνεδρίαζε μετά
+των εφόρων, προσδραμών είς των υπηρετών τω ανήγγειλεν ότι τω
+εγεννήθη υιός. Αλλ' ούτος ηξεύρων καλώς πότε έλαβε την γυναίκα
+και αριθμών επί των δακτύλων τους μήνας είπε μεθ' όρκον
+«Αδύνατον να ήναι ιδικός μου.» Τούτο ήκουσαν μεν οι έφοροι,
+αλλά δεν ηθέλησαν να το συζητήσωσι προς το παρόν. Εν τούτοις το
+παιδίον ηύξησε και ο Αρίστων μετενόησε διά τον λόγον τον οποίον
+είπε, καθότι ήτο πεπεισμένος τότε ότι ο Δημάρατος ήτο τωόντι
+υιός του. Τον ωνόμασε δε Δημάρατον διά την εξής αιτίαν. Προ
+τούτου, επειδή ο Αρίστων ήτο ο κάλλιστος των βασιλέων όσοι
+υπήρξαν εις την Σπάρτην, τούτου ένεκα όλοι οι Σπαρτιάται
+ευχήθησαν να γεννήση υιόν. Και διά τούτο ωνομάσθη Δημάρατος.
+
+64. Μετά καιρόν ο Αρίστων απέθανεν, ο δε Δημάρατος έλαβε την
+βασιλείαν. Ήτο όμως ως φαίνεται πεπρωμένον να κοινολογηθώσιν αι
+περιστάσεις αύται και να εκθρονίσωσι τον Δημάρατον, καθότι
+εγένετο εχθρός του Κλεομένους πρώτον μεν ότε έλαβε τον στρατόν
+και ανεχώρησεν εκ της Ελευσίνος, έπειτα δε ότε ο Κλεομένης
+διέβη εις την Αίγιναν διά να τιμωρήση τους μηδίσαντας
+Αιγινήτας.
+
+65. Ερεθισθείς προς εκδίκησιν ο Κλεομένης συνεννοήθη μετά του
+Λεωτυχίδου, υιού του Μενάρεως του Άγιδος, όντος εκ της αυτής
+οικογενείας εξ ης ήτο ο Δημάρατος· συνεφώνησαν δε εάν τον
+καταστήση βασιλέα αντί του Δημάρατου, να τον ακολουθήση κατά
+των Αιγινητών. Εμίσει δε μεγάλως τον Δημάρατον ο Λεωτυχίδης διά
+την εξής αιτίαν. Ο Λεωτυχίδης είχε μνηστευθή την Πέρκαλον,
+θυγατέρα του Χίλωνος του Δημαρμένου, και ο Δημάρατος
+επιβουλεύσας τον Λεωτυχίδην εστέρησεν αυτόν του γάμου, διότι
+προλαβών ήρπασε και έλαβεν εις γυναίκα την Πέρκαλον. Και εκ
+ταύτης μεν της αιτίας προήρχετο η κατά του Δημαράτου έχθρα του
+Λεωτυχίδου, τότε δε κατά παρακίνησιν του Κλεομένους ο
+Λεωτυχίδης ώμοσε κατά του Δημαράτου και είπεν ότι παρανόμως
+βασιλεύει εις την Σπάρτην, διότι δεν είναι υιός του Αρίστωνος.
+Αφού δε ώμοσε τούτο, εξηκολούθησε τας καταδιώξεις του και
+υπενθύμισε τον λόγον εκείνον τον οποίον είπεν άλλοτε ο Αρίστων
+ότε ο οικέτης τω ανήγγειλεν ότι τω εγεννήθη υιός, και ότι
+αριθμών τους μήνας επί των δακτύλων είπε μεθ' όρκου «αδύνατον
+να ήναι ιδικός μου.» Επιμένων ο Λεωτυχίδης εις τον λόγον
+τούτον, απεδείκνυεν ότι ο Δημάρατος ούτε υιός ήτο του Αρίστωνος
+ούτε νομίμως εβασίλευεν εις την Σπάρτην· έφερε δε ως μάρτυρας
+τους εφόρους εκείνους οίτινες έτυχον τότε να συγκάθηνται μετά
+του Αρίστωνος και να ακούσωσι τον λόγον τούτον εκ του στόματός
+του.
+
+66. Διά να δοθή λοιπόν τέλος εις αυτάς τας φιλονεικίας,
+απεφάσισαν οι Σπαρτιάται να ερωτήσωσι το μαντείον των Δελφών
+εάν ο Δημάρατος ήτο υιός του Αρίστωνος. Ο Κλεομένης είχε
+προΐδει ότι έμελλον να αναφερθώσιν εις την Πυθίαν και είχεν
+οικειοποιηθή τον Κόβωνα, υιόν του Αριστοφάντου, όστις ήτο πολύ
+ισχυρός εις τους Δελφούς και όστις ανέπεισε την μάντιδα
+Περίαλλαν να είπη ό,τι ήθελεν ο Κλεομένης. Ότε λοιπόν την
+ηρώτησαν οι απεσταλμένοι, απεκρίθη ότι ο Δημάρατος δεν ήτο υιός
+του Αρίστωνος. Βραδύτερον αι ραδιουργίαι αύται ανεκαλύφθησαν,
+και ο μεν Κόβων έφυγεν εκ των Δελφών, η δε μάντις Περίαλλα
+επαύθη του αξιώματος τούτου.
+
+67. Τοιουτοτρόπως επαύθη της βασιλείας ο Δημάρατος, έφυγε δε εκ
+της Σπάρτης εις τους Μήδους διά την εξής ύβριν ήτις τω εγένετο.
+Αφού επαύθη, εξήσκει αρχήν τινα εις την οποίαν εξελέγη, την του
+άρχοντος των γυμνοπαιδιών. Ενώ δε ημέραν τινά ο Δημάρατος
+εθεώρει τας γυμνοπαιδίας, ο Λεωτυχίδης όστις είχε τότε γίνει
+βασιλεύς αντ' αυτού, πέμψας υπηρέτην τω ηρώτησε μετά γέλωτος
+και περιφρονήσεως πώς τω εφαίνετο το άρχειν μετά το βασιλεύειν.
+Ο δε Δημάρατος αλγήσας επί τη ερωτήσει· «Εγώ μεν, απεκρίθη,
+αμφοτέρων ήδη επειράθην, εκείνος όμως όχι· η ερώτησίς του δε
+αύτη θέλει είσθαι διά τους Λακεδαιμονίους αρχή ή μεγάλης
+δυστυχίας ή μεγάλης ευδαιμονίας.» Ταύτα ειπών εκάλυψε το
+πρόσωπον, εξήλθε του θεάτρου και μετέβη εις την οικίαν του όπου
+πάραυτα εθυσίασε βουν εις τον Δία· αφού δε εθυσίασεν, εκάλεσε
+την μητέρα του.
+
+68. Ελθούσης δε της μητρός, έθεσεν εις τας χείρας της μέρος των
+σπλάγχνων του βοός και την ικέτευσε θερμώς λέγων τα εξής· «Ω
+μήτερ, σε εξορκίζω, εις το όνομα και των άλλων θεών και τούτου
+του ερκείου Διός (10) να με ειπής την αλήθειαν. Ποίος είναι
+τωόντι ο πατήρ μου; Ο μεν Λεωτυχίδης ενώ εκρινόμεθα είπεν ότι
+ούσα έγκυος εκ του προτέρου ανδρός ήλθες εις τον Αρίστωνα,
+άλλοι δε λέγοντες τολμηρότερα ισχυρίζονται ότι είχες σχέσεις με
+ένα των οικετών, τον ονοβοσκόν, και ότι εγώ είμαι υιός εκείνου.
+Όθεν σε ορκίζω εις όλους τους θεούς να με ειπής την αλήθειαν,
+καθότι εάν έπραξές τι εκ τούτων τα οποία λέγουσι, δεν το
+έπραξες, μόνη, αλλά και πολλαί άλλαι. Έπειτα ηξεύρεις ότι πολύς
+λόγος γίνεται εν Σπάρτη ότι ο Αρίστων δεν είχε σπέρμα
+παιδοποιόν, καθότι αλλέως θα εγέννων και αι πρότεροι γυναίκες
+του.»
+
+69. Και ο μεν Δημάρατος ταύτα είπεν· η δε μήτηρ του απεκρίθη ως
+εξής· «Επειδή, υιέ μου, με παρακαλείς θερμώς να σε είπω την
+αλήθειαν, θα σοι την είπω χωρίς να κρύψω τίποτε. Όταν ο Αρίστων
+με έφερεν εις την κατοικίαν του, την τρίτην νύκτα από της
+πρώτης, ήλθεν εις την κλίνην μου φάσμα ομοιάζον τον Αρίστωνα
+και αφού συγκατεκλίθη μετ' εμού με περιέβαλε με τους στεφάνους
+τους οποίους εκράτει. Και το μεν φάσμα ανεχώρησεν· ελθών δε
+μετά ταύτα ο Αρίστων και ιδών ότι εφόρουν στεφάνους, με ηρώτησε
+ποίος μοι έδωκεν αυτούς· εγώ τω απεκρίθην ότι εκείνος. Δεν το
+παρεδέχετο όμως, εγώ δε το εβεβαίουν μεθ' όρκου και τον
+επέπληττον διά την άρνησίν του, καθότι ολίγον πρότερον ελθών
+και συνευνηθής μοι έδωκε τους στεφάνους. Βλέπων με δε ο Αρίστων
+ότι ωρκιζόμην, ενόησεν ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν· και
+τωόντι πρώτον μεν οι στέφανοι εφάνησαν ότι ήσαν από το ηρώον το
+οποίον ήτο ιδρυμένον πλησίον της αυλείου θύρας και το οποίον
+καλείται του Αστραβάκου, έπειτα δε και οι μάντεις έλεγον ότι ο
+επιφανείς εις εμέ ήτο αυτός ούτος ο ήρως Αστράβακος. Ούτω
+λοιπόν, ω παι, ηξεύρεις όσα επεθύμεις να μάθης· ή εγεννήθης εκ
+του ήρωος τούτου και ο πατήρ σου είναι ο Αστράβακος, ή ήσαι
+υιός του Αρίστωνος, καθότι εκείνην την νύκτα σε συνέλαβον εν τη
+γαστρί. Όσον αφορά δε εκείνο διά το οποίον σε δυσφημίζουσιν οι
+εχθροί σου λέγοντες ότι αυτός ο Αρίστων, ότε τω ανηγγέλθη η
+γέννησίς σου, είπεν ενώπιον πολλών ακροατών ότι δεν είσαι
+ιδικός του διότι τάχα δεν είχον συμπληρωθή ακόμη οι δέκα μήνες,
+απόδος τον λόγον τούτον εις την άγνοιαν των τοιούτων, διότι αι
+γυναίκες γεννώσι και εις τους εννέα μήνας και εις τους επτά,
+δεν συμπληρούσι δε όλαι τους δέκα (11)· εγώ δε, τέκνον μου, σε
+εγέννησα εις μήνας επτά. Περί τούτου επείσθη και αυτός ο
+Αρίστων μετ' ολίγον, ότι εξ αγνοίας διέφυγεν εκ του στόματός
+του ο λόγος ούτος. Όθεν μη πιστεύης όσα λέγουσι περί της
+γεννήσεώς σου, διότι ήκουσες όλην την αλήθειαν. Από ονοβοσκούς
+δε είθε να γεννώσι παιδία αι γυναίκες του Λεωτυχίδου και των
+λεγόντων ταύτα.»
+
+70. Και η μεν μήτηρ ταύτα έλεγεν, ο δε Δημάρατος μαθών όσα
+επεθύμει και λαβών εφόδια ανεχώρησεν εις την Ήλιδα,
+προφασισθείς ότι μετέβαινεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το
+μαντείον. Οι δε Λακεδαιμόνιοι υποπτεύσαντες ότι ο Δημάρατος
+εσκόπευε να φύγη, απεφάσισαν να τον καταδιώξωσι και να τον
+συλλάβωσι. Κατώρθωσεν όμως ο Δημάρατος και επρόφθασε να διαβή
+εκ της Ήλιδος εις την Ζάκυνθον. Κατόπιν ήλθον και αυτοί, τον
+εύρον εκεί και ήρπασαν τους υπηρέτας του, αλλ' οι κάτοικοι
+απεποιήθησαν να τοις τον παραδώσωσι· τότε εκείθεν διέβη εις την
+Ασίαν προς τον βασιλέαν Δαρείον. Ο δε Δαρείος υποδεξάμενος
+αυτόν μεγαλοπρεπώς τω έδωκε και γην και πόλεις. Ούτω και μετά
+τοιαύτα περιστατικά κατέφυγεν εις την Ασίαν ο Δημάρατος όστις
+και δι' άλλας πράξεις είχε λαμπρυνθή μεταξύ των Λακεδαιμονίων
+και ιδίως διότι ενίκησεν εις τα Ολύμπια με τέθριππον, πράγμα το
+οποίον αυτός μόνος εξ όλων των βασιλέων της Σπάρτης κατώρθωσεν.
+
+71. Παυθέντος δε του Δημαράτου διεδέχθη την βασιλείαν ο
+Λεωτυχίδης του Μενάρεως, όστις εγέννησεν υιόν ονόματι
+Ζευξίδαμον τον οποίον τινές των Σπαρτιατών εκάλουν Κυνίσκον. Ο
+Ζευξίδημος ούτος δεν εβασίλευσεν εις την Σπάρτης διότι απέθανε
+προ του Λεωτυχίδου καταλιπών υιόν τον Αρχίδαμον. Ο δε
+Λεωτυχίδης, στερηθείς του Ζευξιδάμου, έλαβε δευτέραν γυναίκα,
+την Ευρυδάμην, αδελφήν μεν του Μενίου, θυγατέρα δε του
+Διακτορίδου, εξ ης ουδέν άρρεν τέκνον έσχεν αλλά μίαν θυγατέρα
+την Λαμπιτώ την οποίαν συνέζευξε με τον εγγονόν του Αρχίδαμον.
+
+72. Αλλ' ουδέ ο Λεωτυχίδης εγήρασεν εις την Σπάρτην, αλλ'
+επλήρωσε την προς τον Δημάρατον γενομένην αδικίαν κατά τον εξής
+τρόπον. Ήτο εις την Θεσσαλίαν μετά του στρατού, και ενώ τω ήτο
+δυνατόν να καθυποτάξη όλην την χώραν, εδωροδοκήθη λαβών χρήματα
+πολλά. Επειδή δε συνελήφθη επ' αυτοφώρω εκεί εις το στρατόπεδον
+καθήμενος επί χειρίδος πλήρους αργυρίου, ενήχθη εις δίκην και
+εξωρίσθη εκ της Σπάρτης, η δε οικία του κατεσκάφη. Έφυγε δε εις
+την Τεγέαν και ετελεύτησεν εν αυτή.
+
+73. Ταύτα εγένοντο μετά καιρόν· τότε δε, επειδή ο Κλεομένης
+επέτυχεν εις την κατά του Δημαράτου επιβουλήν, παραλαβών αμέσως
+τον Λεωτυχίδην, εκίνησε κατά των Αιγινητών μνησικακών διά την
+ύβριν. Επειδή δε μετέβησαν αμφότεροι οι βασιλείς, οι Αιγινήται
+δεν έκρινον πρέπον να αντισταθώσιν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι,
+εκλέξαντες εκ των Αιγινητών δέκα άνδρας τους επισημοτάτους διά
+τον πλούτον και το γένος, τους έλαβον· μεταξύ των άλλων ήτο και
+ο Κρίος του Πολυκρίτου και ο Κάσαμβος του Αριστοκράτους, τα
+μάλιστα ισχύοντες. Μεταγαγόντες δε αυτούς εις την Αττικήν, τους
+παρέδωκαν ως ομήρους εις τους εχθίστους των Αιγινητών
+Αθηναίους.
+
+74. Μετά ταύτα ο Κλεομένης, επειδή εγένετο γνωστή η προς τον
+Δημάρατον πανουργία, φοβηθείς τους Σπαρτιάτας έφυγε κρυφίως εις
+την Θεσσαλίαν· εκείθεν δε μετέβη εις την Αρκαδίαν και ωργάνιζε
+νεώτερα πράγματα διεγείρων κατά της Σπάρτης τους Αρκάδας, τους
+οποίους υπεχρέωσε διά πολλών όρκων να τον ακολουθήσωσιν όπου
+ήθελε τους οδηγήσει· προ πάντων όμως επεθύμει να φέρη τους
+προεστώτας των Αρκάδων εις την Νώνακριν και να τους εξορκίση
+εις το ύδωρ της Στυγός· διότι εις ταύτην την πόλιν λέγουσιν οι
+Αρκάδες ότι φαίνεται το ύδωρ της Στυγός, και ιδού πώς. Ολίγον
+ύδωρ εξερχόμενον εκ βράχου στάζει εντός κοιλώματος, το δε
+κοίλωμα είναι περιπεφραγμένον. Η δε Νώνακρις, εν τη οποία
+ευρίσκεται η πηγή αύτη, είναι πόλις της Αρκαδίας πλησίον του
+Φενιού.
+
+75. Μαθόντες οι Λακεδαιμόνιοι ότι ο Κλεομένης ωργάνιζε ταύτα,
+και φοβηθέντες, τον επανέφεραν εις την Σπάρτην και τω απέδωκαν
+την προτέραν αρχήν. Άμα όμως επέστρεψε, τον κατέλαβε νόσος
+μανίας ήτις και πρότερον τον κατείχεν ολίγον. Άμα συνήντα
+Σπαρτιάτην τινά, τον εκτύπα εις το πρόσωπον με το σκήπτρον.
+Βλέποντες δε οι συγγενείς του αυτόν πράττοντα ταύτα και
+παραφρονήσαντα, τον έδεσαν εις ξυλίνας πέδας. Μόλις όμως εδέθη,
+ιδών ότι είς μόνον φύλαξ τον επετήρει αποχωρισθείς των άλλων,
+τω εζήτησε την μάχαιράν του. Ο φύλαξ κατ' αρχάς δεν ήθελε να
+την δώση, αλλά τόσον τον ηπείλησεν ώστε ο άνθρωπος (όστις ήτο
+Είλως) φοβηθείς τω έδωκε την μάχαιραν. Ο Κλεομένης λαβών τον
+σίδηρον ήρχισε να κόπτηται πρώτον από τας κνήμας, και σχίζων
+τας σάρκας του κατά μήκος, προέβαινεν εκ των κνημών εις τους
+μηρούς, και εκ των μηρών εις τα ισχία και τας λαγόνας, μέχρις
+ου έφθασεν εις την κοιλίαν, την οποίαν κόψας εις λωρία απέθανε
+τοιουτοτρόπως, ως μεν λέγουσιν οι περισσότεροι Έλληνες διότι
+ανέπεισε την Πυθίαν να είπη τα εις τον Δημάρατον γινόμενα, ως
+δε λέγουσι μόνοι οι Αθηναίοι διότι κατά την εν Ελευσίνι
+εισβολήν έκοψε το ιερόν δάσος των θεών, ως δε οι Αργείοι διότι
+προσκαλέσας έξω του ιερού του Άργους τους εις αυτό μετά τινα
+μάχην καταφυγόντας Αργείους κατέκοψεν αυτούς, και διότι
+ενέπρησε προς περιφρόνησιν και αυτό το άλσος.
+
+76. Ότε ο Κλεομένης ηρώτησε το μαντείον των Δελφών, τω εδόθη
+χρησμός ότι θα κυριεύση το Άργος· όθεν άγων τους Σπαρτιάτας
+έφθασε μέχρι του ποταμού Ερασίνου όστις ως λέγεται ρέει εκ της
+Στυμφαλίδος λίμνης· καθότι η λίμνη αύτη εις χάσμα αφανές
+βυθιζομένη, αναφαίνεται εις το Άργος, και εκείθεν πλέον το ύδωρ
+τούτο καλείται υπό των Αργείων Ερασίνος. Φθάσας λοιπόν ο
+Κλεομένης εις τον ποταμόν τούτον, τω προσέφερε θύματα, και
+επειδή οι οιωνοί δεν ήσαν αίσιοι διά την διάβασιν είπεν ότι
+επαινεί μεν τον Ερασίνον μη προδίδοντα τους πολίτας, αλλ' ας μη
+χαίρωσι διά τούτο οι Αργείοι. Μετά ταύτα αναχωρήσας έφερε τον
+στρατόν εις την Θυρέαν, εξ ης, αφού εθυσίασεν εις την θάλασσαν
+ταύρον, διέβη διά πλοίων εις την Τιρυνθίαν χώραν και την
+Ναυπλίαν.
+
+77. Μαθόντες τούτο οι Αργείοι έδραμον εις την παραλίαν·
+πλησιάσαντες δε εις την Τίρυνθον εστρατοπέδευσαν εις το μέρος
+όπου είναι η λεγομένη Σήπεια, αφήσαντες μεταξύ των δύο στρατών
+μικρόν διάστημα. Οι Αργείοι μάχην μεν εκ του φανερού δεν
+εφοβούντο, εφοβούντο όμως μήπως νικηθώσι με δόλον, διότι
+τοιαύτην είχεν έννοιαν ο χρησμός τον οποίον η Πυθία έδωκεν
+επίκοινον δι' αυτούς και τους Μιλησίους, λέγοντα ούτω: «_Όταν η
+θήλεια νικήσασα τον άρρενα διώξη αυτόν και δοξασθή μεταξύ των
+Αργείων, τότε θα γίνη αιτία πολλοί Αργείοι να σχίσωσι τα ιμάτιά
+των· ώστε μεταγενέστερός τις να ειπή ότι τριέλικτος όφις
+απώλετο δαμασθείς υπό του δόρατος._» Όλαι αύται αι περιστάσεις
+συντρέχουσαι ενέπλησαν τους Αργείους φόβου και απεφάσισαν να
+ακολουθώσι τον κήρυκα των πολεμίων. Τούτο απαφίσαντες, έπραττον
+ως εξής· ότε ο Σπαρτιάτης κήρυξ ανήγγελλε κίνημά τι των
+Λακεδαιμονίων, οι Αργείοι έπραττον το αυτό.
+
+78. Μαθών ο Κλεομένης ότι οι Αργείοι έπραττον ό,τι εσήμαινεν ο
+ιδικός του κήρυξ, παρήγγειλε τους Λακεδαιμονίους, όταν ο κήρυξ
+τους σημάνη να αριστήσωσι, τότε να αναλάβωσι τα όπλα και να
+βαδίσωσι κατά του εχθρού, όπερ και έπραξαν. Ώστε όταν οι
+Αργείοι εκάθησαν να φάγωσι κατά το κήρυγμα, επέπεσαν κατ' αυτών
+και εφόνευσαν πολλούς, πολύ δε περισσοτέρους περικύκλωσαν
+καταφυγόντας εις το άλσος του Άργου.
+
+79. Μετά ταύτα ο Κλεομένης έπραξε το εξής. Έχων αυτομόλους και
+μανθάνων παρ' αυτών τα ονόματα των περικεκλεισμένων εις το
+ιερόν δάσος, έπεμπε κήρυκα και εκάλει αυτούς έξω ονομαστί λέγων
+ότι εκόμιζε τα λύτρα των· είναι δε τα λύτρα προσδιωρισμένα παρά
+τοις Πελοποννησίοις δύο μναι κατ' άτομον. Καλών λοιπόν έξω ο
+Κλεομένης τους Αργείους κατά πεντήκοντα, εφόνευεν αυτούς· οι
+λοιποί όσοι ήσαν εντός του τεμένους δεν ήξευρον τι συνέβαινεν
+έξω, διότι το άλσος ήτο πυκνόν, και οι εντός δεν έβλεπον τους
+εκτός τι έκαμνον, μέχρις ου είς των Αργείων αναβάς εις δένδρον
+είδε τα πραττόμενα, και απ' εκείνης της στιγμής όσοι
+προσεκαλούντο δεν εξήρχοντο πλέον.
+
+80. Τότε ο Κλεομένης διέταξε τους Είλωτας να συσσωρεύσωσι ξύλα
+περί το άλσος· αφού δε ούτοι υπήκουσαν εις την διαταγήν του,
+ενέπρησε το άλσος. Καιομένου δε αυτού, ηρώτησεν ένα των
+αυτομόλων εις τίνα θεόν ήτο αφιερωμένον. Ο δε είπεν ότι είναι
+του Άργου. Άμα δε άκουσε τούτο ο Κλεομένης, στενάξας βαθέως
+είπεν· «Ω Άπολλον χρησμοδότα, πολύ με ηπάτησες ειπών με ότι θα
+κυριεύσω το Άργος. Εννοώ ότι ο χρησμός σου εξεπληρώθη.»
+
+81. Μετά ταύτα ο Κλεομένης τον μεν περισσότερον στρατόν αφήκε
+να επιστρέψη εις την Σπάρτην, αυτός δε λαβών χιλίους εκλεκτούς
+μετέβη εις τον ναόν της Ήρας διά να θυσιάση. Θέλοντα δε να
+θυσιάση επί του βωμού, ο ιερεύς απηγόρευε λέγων ότι ήτο ανόσιον
+να θυσιάση ξένος εκεί. Αλλ' ο Κλεομένης διέταξε τους Είλωτας να
+σύρωσι τον ιερέα έξω του βωμού και να τον μαστιγώσωσιν· έπειτα
+δε εθυσίασεν. Αφού δε έπραξε ταύτα, επέστρεψεν εις την Σπάρτην.
+
+82. Ότε δε επέστρεψε, τον ενεκάλεσαν οι εχθροί του εις τους
+εφόρους λέγοντες ότι έλαβε δώρα και δεν εκυρίευσε το Άργος, ενώ
+ηδύνατο να το κυριεύση ευκόλως. Εκείνος δε απεκρίθη, είτε
+ψευδόμενος είτε λέγων αληθή, δεν δύναμαι να το βεβαιώσω, ότι
+αφού εκυρίευσε το ιερόν δάσος του Άργους ενόμισεν ότι
+εξεπληρώθη ο χρησμός του θεού, και ότι τούτο φρονών δεν έκρινε
+πλέον δίκαιον να επιχειρήση τι κατά της πόλεως πριν συμβουλευθή
+τα θύματα και μάθη εάν ο θεός επιτρέπη ή εμποδίζη τούτο. Ενώ δε
+εθυσίαζεν εις τον ναόν της Ήρας, εξήλθεν εκ των στηθών του
+αγάλματος φλοξ πυρός, και εκ τούτου εβεβαιώθη ότι δεν θα
+εκυρίευε το Άργος· διότι εάν μεν η φλοξ εξήρχετο εκ της κεφαλής
+του αγάλματος θα εκυρίευε την πόλιν και την ακρόπολιν· αλλ'
+επειδή εξήλθεν εκ των στηθών, ετελείωσαν όλα όσα ο θεός ήθελε
+να γίνωσι. Ταύτα λέγων, εφάνη εις τους Σπαρτιάτας ότι έλεγε
+πιστά και ορθά και απελύθη διά μεγάλης πλειοψηφίας.
+
+83. Τοσούτον δε ηρημώθη ανδρών το Άργος, ώστε οι δούλοι έλαβον
+όλην την εξουσίαν, άρχοντες και διοικούντες, μέχρις ου
+ηλικιώθησαν οι παίδες των φονευθέντων, οίτινες αναλαβόντες την
+κατοχήν του Άργους εδίωξαν τους δούλους. Διωχθέντες δε ούτοι,
+εκυρίευσαν με μάχην την Τίρυνθον. Και επί τινα μεν χρόνον τα
+δύο μέρη έζησαν ειρηνικώς· αλλά μάντις τις ονόματι Κλέανδρος,
+εκ της εν Αρκαδία Φιγαλείας καταγόμενος, υπήγεν εις τους
+δούλους και τους έπεισε να επιτεθώσι κατά των δεσποτών των. Από
+της στιγμής δε εκείνης μακρός πόλεμος ηκολούθησε, και μόλις επί
+τέλους επεκράτησαν οι Αργείοι.
+
+84. Εις τα συμβάντα ταύτα αποδίδουσιν οι Αργείοι την μανίαν υπό
+της οποίας καταληφθείς ο Κλεομένης απώλετο κακώς. Οι δε
+Σπαρτιάται λέγουσιν ότι ουδείς θεός ετάραξε τας φρένας του,
+αλλ' ότι συναναστραφείς με Σκύθας εγένετο οινοπότης και εκ
+τούτου εξεμάνη. Τωόντι οι νομάδες Σκύθαι, μετά την εισβολήν του
+Δαρείου, εζήτουν πρόφασιν να τον εκδικηθώσιν. Όθεν πέμψαντες
+εις την Σπάρτην εζήτουν να κάμωσι συμμαχίαν και να συμφωνήσωσιν
+ώστε αυτοί μεν οι Σκύθαι να αποπειραθώσι την διάβασιν του
+Φάσιδος και να εισέλθωσιν εις την Μηδικήν, οι δε Σπαρτιάται να
+κινήσωσιν από την Έφεσον και να αναβώσι προς συνάντησίν των.
+Λέγουσι λοιπόν οι Σπαρτιάται ότι ότε ήλθον οι Σκύθαι εις την
+Σπάρτην δι' αυτήν την υπόθεσιν, ο Κλεομένης συνανεστράφη πολύ
+με τους Σκύθας και έμαθε παρ' αυτών να πίνη άκρατον οίνον. Αύτη
+ήτο η αιτία της μανίας του Κλεομένους ως νομίζουσιν οι
+Σπαρτιάται. Εκ τούτου όταν θέλωσι να πίωσιν οίνον καθαρόν,
+λέγουσιν ότι πίνουσιν ως οι Σκύθαι. Ταύτα τα περί του
+Κλεομένους παρά των Σπαρτιατών λεγόμενα· εγώ όμως φρονώ ότι
+τούτο ήτο θεία εκδίκησις γενομένη εις τον Κλεομένην διά τον
+Δημάρατον.
+
+85. Άμα οι Αιγινήται έμαθον ότι απέθανεν ο Κλεομένης, έπεμψαν
+εις την Σπάρτην πρέσβεις να κατηγορήσωσι τον Λεωτυχίδην διά
+τους συμπολίτας των όσοι εφυλάσσοντο ως όμηροι εις τας Αθήνας.
+Οι δε Λακεδαιμόνιοι συγκαλέσαντες δικαστήριον έκρινον ότι
+μεγάλη ατιμία εγένετο εκ μέρους του Λεωτυχίδου προς τους
+Αιγινήτας και απεφάσισαν να παραδοθή ούτος εις τους εγκαλούντας
+προς αντάλλαγμα εκείνων οίτινες εκρατούντο εις τας Αθήνας. Ενώ
+δε οι Αιγινήται ήσαν έτοιμοι να λάβωσι τον Λεωτυχίδην, ο
+Θεασίδης του Λεωπρέπους, ανήρ έγκριτος της Σπάρτης, είπεν εις
+αυτούς· «Τι θέλετε να πράξετε ω Αιγινήται; να λάβετε τον
+βασιλέα των Σπαρτιατών τον οποίον σας παραδίδουσιν οι πολίται;
+Αλλ' εάν τώρα υπό θυμού οι Σπαρτιάται απεφάσισαν ούτω,
+προσέξατε μήπως ύστερον, εάν πράξετε ταύτα, έλθωσι και
+εξολοθρεύσωσι την χώραν σας.» Ταύτα ακούσαντες οι Αιγινήται
+παρητήθησαν του σκοπού των και συνεβιβάσθησαν ως εξής· να τους
+συνοδεύση ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας και να τοις αποδώση τους
+ομήρους.
+
+86. Ελθών ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας απήτει την παρακαταθήκην,
+αλλ' οι Αθηναίοι απέφευγον το πράγμα υπό διαφόρους προφάσεις,
+λέγοντες μεταξύ άλλων ότι ότε παρεκατέθεσαν τους ανθρώπους
+εκείνους ήσαν δύο βασιλείς και ότι δεν ήτο εύλογον να τους
+αποδώσωσιν εις τον ένα άνευ της παρουσίας και του άλλου. 1.
+Επειδή λοιπόν οι Αθηναίοι είπον ότι δεν τους δίδουσιν, ο
+Λεωτυχίδης τους ωμίλησεν ως εξής. «Πράξατε, ω Αθηναίοι, ό,τι
+θέλετε εκ των δύο· εάν μεν τους αποδώσετε, θα πράξετε όσια, εάν
+δε δεν τους αποδώσετε, τα εναντία τούτων. Εγώ εν τούτοις θα σας
+διηγηθώ τι συνέβη εις την Σπάρτην σχετικόν ως πρός τινα
+παρακαταθήκην. Λέγομεν ημείς οι Σπαρτιάται ότι τρεις γενεάς προ
+εμού έζη εις την Λακεδαίμονα Γλαύκος ο Επικύδους. Ο άνθρωπος
+ούτος, ως λέγομεν ημείς, επρώτευε δι' όλα του τα προτερήματα,
+αλλά προ πάντων διά τον σεβασμόν του προς τους κανόνας της
+δικαιοσύνης προς τους οποίους υπήκουεν όσον ουδείς άλλος εκ των
+κατοικούντων τότε την Λακεδαίμονα. Εις τούτον λέγομεν ότι
+συνέβη τότε το εξής. Μιλήσιός τις ελθών εις την Σπάρτην εζήτησε
+να τω ομιλήση και τω προέτεινε τα εξής· «Είμαι Μιλήσιος και
+ήλθον, ω Γλαύκε, θέλων να απολαύσω την δικαιοσύνην σου· καθότι
+εις όλην την Ελλάδα και την Ιωνίαν ήκουσα να γίνεται λόγος
+πολύς διά την δικαιοσύνην σου. Εσκέφθην ότι η Ιωνία είναι
+πάντοτε εκτεθειμένη εις ταραχάς, ενώ η Πελοπόννησος ένεκα της
+θέσεώς της είναι ασφαλεστάτη· παρ' ημίν τα πλούτη δεν μένουσι
+πάντοτε εις τους αυτούς ανθρώπους. Ταύτα βλέπων και σκεφθείς
+έκρινα καλόν να μετατρέψω εις μετρητά το ήμισυ της περιουσίας
+μου και να το παρακαταθέσω εις σε, βέβαιος ων ότι θα το
+διαφυλάξης αβλαβές. Όθεν δέχθητι σε παρακαλώ τα χρήματα, και
+λαβών φύλαξον το σημείον τούτο· θέλεις δε τα αποδώσει εις
+εκείνον όστις σε τα ζητήσει δεικνύων όμοιον σημείον.» 2. Ούτως
+ωμίλησεν ο Μιλήσιος ξένος, ο δε Γλαύκος επ' αυτή τη συμφωνία
+εδέχθη την παρακαταθήκην. Μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου ήλθον
+εις την Σπάρτην οι παίδες αυτού του παρακαταθέσαντος τα
+χρήματα· ευρόντες δε τον Γλαύκον και δεικνύοντες το σημείον,
+απήτουν παρ' αυτού τα χρήματα. Αλλ' ο Γλαύκος τους απέβαλεν
+αποκρινόμενος τα εξής· «Ούτε ενθυμούμαι την υπόθεσιν ταύτην,
+ούτε ελαχίστην έχω ιδέαν περί του πράγματος περί του οποίου με
+ομιλείτε. Εάν το ενθυμηθώ, θα πράξω ό,τι είναι δίκαιον· εάν
+έλαβον, θα αποδώσω αμέσως, και εάν δεν έλαβον τίποτε, θα
+μεταχειρισθώ καθ' υμών τους Ελληνικούς νόμους. Περί τούτου δε
+θέλω σας δώσει απόκρισιν μετά τέσσαρας μήνας από της σήμερον.»
+3. Και οι μεν Μιλήσιοι ανεχώρησαν τεθλιμμένοι, ως στερηθέντες
+τα χρήματά των· ο δε Γλαύκος μετέβη εις τους Δελφούς διά να
+συμβουλευθή το χρηστήριον. Όταν δε ηρώτησεν εάν δύναταί τις να
+οικειοποιηθή τα χρήματα με όρκον, η Πυθία τον ετιμώρησε διά των
+εξής λόγων· «_Γλαύκε, υιέ του Επικύδους, προς το παρόν τούτο
+είναι επικερδέστερον, να κερδήση τις την υπόθεσίν του δι' όρκου
+και να οικειοποιηθή τα ξένα χρήματα. Ας ομόση καθότι και ο
+φυλάττων και ο μη φυλάττων τον όρκον του οφείλει να αποθάνη.
+Αλλ' ο όρκος έχει υιόν ανώνυμον (12),όστις δεν έχει μεν μήτε
+χείρας μήτε πόδας, καταδιώκει όμως ταχέως τον άνθρωπον μέχρις
+ου καταστρέψη όλην την οικίαν και την γενεάν του. Η γενεά όμως
+του ανθρώπου όστις φυλάττει τον όρκον του ευδαιμονεί επί μάλλον
+και μάλλον._» Ταύτα ακούσας ο Γλαύκος παρεκάλεσε τον θεόν να
+συγχωρήση την ερώτησίν του· η δε Πυθία απεκρίθη ότι το να
+ερωτήση τις τον θεόν περί τοιούτου πράγματος είναι ως και να το
+έπραξε. 4. Ο Γλαύκος λοιπόν προσκαλέσας τους Μιλησίους ξένους,
+απέδωκεν αυτοίς τα χρήματα. Διά ποίαν δε αιτίαν, ω Αθηναίοι,
+παρεκινήθην να είπω τον λόγον τούτον, ακούσατε. Του Γλαύκου
+τούτου σήμερον ούτε απόγονός τις περιεσώθη ούτε εστία την
+οποίαν να δύναταί τις να είπη ότι είναι του Γλαύκου· όλα ταύτα
+πρόρριζα κατεστράφησαν εις την Σπάρτην. Είναι λοιπόν καλόν,
+προκειμένου περί παρακαταθήκης, να μη σκέπτεταί τις άλλο ειμή
+πώς να την αποδώση εις εκείνους οίτινες την ζητήσωσιν» Και ο
+μεν Λεωτυχίδης ταύτα είτε, και επειδή οι Αθηναίοι πάλιν δεν τον
+εισήκουον ανεχώρησεν.
+
+87. Οι δε Αιγινήται πριν ακόμη τιμωρηθώσι διά τα προλαβόντα
+αδικήματα τα οποία έκαμαν εις τους Αθηναίους χαριζόμενοι εις
+τους Θηβαίους, προσέθεσαν και τα εξής. Μεμφόμενοι τους
+Αθηναίους και λέγοντες ότι ηδικούντο παρ' αυτών, ητοιμάζοντο να
+τους εκδικηθώσιν. Οι Αθηναίοι ετέλουν κατά παν πέμπτον έτος
+θυσίας εις το Σούνιον· λοχήσαντες δε οι Αιγινήται την θεωρίδα
+ναυν, συνέλαβον αυτήν πλήρη ανδρών εκ των πρώτων Αθηναίων και
+εδέσμευσαν τους άνδρας.
+
+88. Παθόντες ταύτα οι Αθηναίοι παρά των Αιγινητών δεν ανέβαλον
+πλέον να επιχειρήσωσιν ό,τι ηδύναντο κατ' αυτών. Ευρίσκετο τότε
+εις την Αίγιναν Νικόδρομός τις ονομαζόμενος, υιός του Κνοίθου,
+ανήρ έγκριτος, όστις εμέμφετο τους Αιγινήτας διότι τον εξώρισαν
+προλαβόντως από την νήσον, και μαθών τότε ότι οι Αθηναίοι
+ητοιμάζοντο να βλάψωσι τους Αιγινήτας, συνεφώνησε με τους
+Αθηναίονς να τοις παραδώση την Αίγιναν, προσδιορίσας την ημέραν
+καθ' ην ήθελεν επιχειρήσει αυτός και καθ' ην οι άλλοι έμελλον
+να έλθωσι προς βοήθειάν του. Μετά ταύτα ο Νικόδρομος, αφού
+συνεφώνησε με τους Αθηναίους, κατέλαβε την παλαιάν καλουμένην
+πόλιν.
+
+89. Οι Αθηναίαι όμως δεν έφθασαν εγκαίρως, καθ' ότι έτυχον να
+μη έχωσιν ικανά πλοία διά να αντιταχθώσιν εις τα των Αιγινητών.
+Ενώ λοιπόν διεπραγματεύοντο με τους Κορινθίους να τοις
+δανείσωσι πλοία, κατεστράφη η υπόθεσις. Οι δε Κορίνθιοι, επειδή
+κατ' εκείνην την εποχήν ήσαν στενοί φίλοι των Αθηναίων έδοσαν
+κατά την αίτησίν των εις τους Αθηναίους είκοσι πλοία,
+πωλήσαντες αυτά προς πέντε δραχμάς έκαστον, καθότι οι νόμοι της
+Κορίνθου δεν επέτρεπον να κάμνωσι δωρεάς. Ταύτα λοιπόν λαβόντες
+οι Αθηναίοι, και τα ιδικά των, άτινα εγένοντο εν όλοις
+εβδομήκοντα, συνεπλήρωσαν τα πληρώματά των και έπλευσαν κατά
+της Αιγίνης· έφθασαν όμως μίαν ημέραν βραδύτερον της
+συμφωνηθείσης.
+
+90. Ο δε Νικόδρομος, μη βλέπων τους Αθηναίους φθάνοντας
+εγκαίρως, εμβάς εις πλοίον έφυγεν εκ της Αιγίνης μετά των
+οπαδών του, εις τους οποίους οι Αθηναίοι έδοσαν το Σούνιον διά
+να κατοικήσωσιν. Εντεύθεν δε ούτοι ορμώμενοι ήγον και έφερον
+τους εν τη νήσω Αιγινήτας. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον.
+
+91. Οι δε πλούσιοι των Αιγινητών επεκράτησαν του μετά του
+Νικοδρόμου επαναστατήσαντος δήμου, και έπειτα συλλαμβάνοντες
+εξήγον αυτούς έξω της πόλεως και τους εθανάτονον. Τότε
+διέπραξαν και ασέβειάν τινα την οποίαν δεν ηδυνήθησαν να
+αποτίσωσι με όλους τους εξιλασμούς τους οποίους έκαμον, αλλ'
+εδιώχθησαν εκ της νήσου πριν εξιλεώσωσι την Δήμητραν.
+Συλλαβόντες ούτοι επτακοσίους εκ του δήμου, εξήγον διά να τους
+θανατώσωσιν· είς εξ αυτών, διαφυγών τα δεσμά, κατέφυγεν εις τα
+πρόθυρα της θεάς και λαβών το δακτύλιον της θύρας εκρατείτο
+εκεί. Οι δε Αιγινήται, επειδή έλκοντες δεν ηδυνήθησαν να τον
+αποσπάσωσιν, απέκοψαν τας χείρας αυτού και τοιουτοτρόπως τον
+έσυρον· αι χείρες δε εκείναι έμειναν προσκεκολλημέναι εις τον
+κρίκον.
+
+92. Ταύτα έπραξαν οι Αιγινήται εις τους επαναστατήσαντας· προς
+δε τους Αθηναίους, ότε έφθασαν, εναυμάχησαν με εβδομήκοντα
+πλοία. Ηττηθέντες όμως εις την ναυμαχίαν, επεκαλέσθησαν και
+πάλιν τους Αργείους. Αλλ' ούτοι δεν τους εβοήθησαν ωργισμένοι
+διότι πλοία τινα Αιγινητικά αναγκασθέντα υπό του Κλεομένους
+προσέγγισαν εις την Αργολίδα και οι ναύται αυτών απέβησαν εις
+την ξηράν ομού με τους Λακεδαιμονίους. Κατά την αυτήν
+εκστρατείαν έκαμον απόβασιν καί τινες άνδρες από Σικυωνικά
+πλοία. Οι Αργείοι έπειτα επέβαλον εις τας δύο πόλεις να
+πληρώσωσι χίλια τάλαντα, πεντακόσια εκάστη. Και οι μεν
+Σικυώνιοι, αναγνωρίσαντες ότι ηδίκησαν, συνεφώνησαν να
+πληρώσωσιν εκατόν τάλαντα και να μείνωσιν ακαταδίωκτοι· οι δε
+Αιγινήται ου μόνον δεν ωμολόγησαν το άδικον, αλλ' εδείκνυον και
+αυθάδειαν τινά. Διά τούτο λοιπόν ότε έλαβον ανάγκην, ουδείς
+Αργείος εβοήθησεν αυτούς, ειμή μόνον χίλιοι περίπου εθελονταί.
+Ωδήγει δε αυτούς ο Ευρυβάτης, ανήρ όστις είχεν ασκηθή εις το
+πένταθλον. Οι πλείστοι όμως εξ αυτών δεν επέστρεψαν οπίσω, αλλ'
+εφονεύθησαν υπό των Αθηναίων εις την Αίγιναν. Αυτός δε ο
+στρατηγός Ευρυβάτης, ων επιτήδειος εις την μονομαχίαν, εφόνευσε
+τρεις Αθηναίους, αλλ' εφονεύθη υπό του τετάρτου, Σωφάνους του
+Δεκελέως.
+
+93. Οι Αιγινήται, ενώ ήσαν οι Αθηναίοι εις αταξίαν επιτεθέντες
+τους ενίκησαν και συνέλαβον τέσσαρα πλοία μετά των πληρωμάτων.
+Είχε λοιπόν ανάψει ο πόλεμος μεταξύ των Αθηναίων και των
+Αιγινητών.
+
+94. Ο δε Δαρείος εν τοσούτω επέμενεν εις το σχέδιόν του· και
+επειδή αφ' ενός μεν ο υπηρέτης του τω ενθύμιζε τους Αθηναίους,
+αφ' ετέρου δε οι Πεισιστρατίδαι τον επίεζον και δεν έπαυον να
+κατηγορώσι τους Αθηναίους, ενταυτώ δε ήθελε και αυτός με αυτήν
+την πρόφασιν να υποτάξη τους Έλληνας όσοι δεν τω έδωσαν γην και
+ύδωρ· διά ταύτα τον μεν Μαρδόνιον, μη ευδοκιμήσαντα εις την
+πρώτην εκστρατείαν έπαυσε της στρατηγίας, διορίσας άλλους
+στρατηγούς, τον Δάτιν, Μήδον το γένος, και τον ανεψιόν του
+Αρταφέρνην, υιόν του Αρταφέρνους, απέστειλεν αυτούς κατά της
+Ερετρίας και των Αθηνών, παραγγείλας να τας εξανδραποδίσωσι και
+να τω φέρωσι τα ανδράποδα.
+
+95. Οι παρά του βασιλέως διορισθέντες και εκπεμφθέντες ούτοι
+στρατηγοί έφθασαν εις το Αληίον πεδίον της Κιλικίας, έχοντες
+μεθ' εαυτών στρατόν πολύν και καλώς συγκεκροτημένον. Ενώ δε
+ήσαν εστρατοπεδευμένοι, έφθασε και ο ναυτικός στρατός όστις
+επίσης ήτο υπό τας διαταγάς των, και προσέτι τα ιππαγωγά πλοία
+τα οποία κατά το προλαβόν έτος ο Δαρείος είχε παραγγείλει εις
+τας φορολογουμένας πόλεις να ναυπηγήσωσιν. Αφού δε εισεβίβασαν
+τους ίππους και εισήλθεν ο στρατός εις τα πλοία, διευθύνθησαν
+με εξακοσίας τριήρεις προς την Ιωνίαν. Εκείθεν ο στόλος δεν
+ηκολούθησε την ακροθαλασσίαν ώστε να πλεύση κατ' ευθείαν προς
+τον Ελλήσποντον και την Θράκην, αλλ' αναχωρήσας εκ της Σάμου
+έπλεε το Ικάριον πέλαγος και διά των νήσων, φοβούμενοι τα
+μάλιστα, ως νομίζω, τον περίπλουν του Άθωνος, καθότι το
+προλαβόν έτος, θέλοντες να διέλθωσιν εκείθεν, υπέστησαν πολλάς
+ζημίας. Εκτός τούτου, τους ηνάγκαζεν εις τούτο και η Νάξος,
+ήτις εισέτι δεν είχε κυριευθή.
+
+96. Ερχόμενοι από το Ικάριον πέλαγος οι Πέρσαι ήραξαν εις την
+Νάξον, κατά της οποίας ώφειλον κατά πρώτον να εκστρατεύσωσιν.
+Οι Νάξιοι ενθυμούμενοι τα προλαβόντα γεγονότα, άφησαν τας
+κατοικίας των και έφυγον εις τα όρη. Οι δε Πέρσαι
+ανδραποδίσαντες όσους επρόφθασαν να συλλάβωσιν, ενέπρησαν την
+πόλιν και τα ιερά. Ταύτα πράξαντες, εστράφησαν κατά των άλλων
+νήσων.
+
+97. Ενώ δε ούτοι έπραττον ταύτα, οι Δήλιοι αφήσαντες και ούτοι
+την Δήλον, κατέφυγον εις την Τήνον. Όταν όμως τα πλοία
+επλησίασαν εις την Δήλον, ο Δάτις όστις προέπλεε δεν τα άφησε
+να εισέλθωσιν εις τον λιμένα της νήσου, άλλα τα διέταξε να
+αράξωσιν αντικρύ εις την Ρηνέαν. Μαθών δε πού ήσαν οι Δήλιοι,
+έπεμψε κήρυκα και τοις είπε τα εξής· «Άνδρες ιεροί, διατί
+φεύγετε μη κρίνοντές με ορθώς; διότι εγώ και ο ίδιος τοιαύτα
+φρονώ και τοιαύτας μοι έδωκεν ο βασιλεύς προσταγάς, να μη βλάψω
+τον τόπον όπου εγεννήθησαν οι δύο θεοί (13), μήτε αυτήν την γην
+μήτε τους κατοίκους αυτής. Επιστρέψατε λοιπόν εις τας οικίας
+σας και έχετε την κατοχήν της νήσου σας.» Ταύτα εμήνυσε διά
+κήρυκος εις τους Δηλίους· μετά δε ταύτα συσσωρεύσας τριακόσια
+τάλαντα λιβανωτού τα έκαυσεν επί του βωμού.
+
+98. Αφού έπραξε ταύτα ο Δάτις, ακολουθούμενος υπό των Ιώνων και
+των Αιολέων, διευθύνθη πρώτον κατά των Ερετριέων. Αμέσως μετά
+την αναχώρησίν του εσείσθη η Δήλος, διά πρώτην και τελευταίαν
+φοράν μέχρι της εποχής μου, ως έλεγον οι Δήλιοι. Και τούτο
+βεβαίως ήτο σημείον διά του οποίου ο θεός ηθέλησε να δείξη εις
+τους ανθρώπους τα κακά όσα έμελλον να συμβώσι· διότι επί της
+εποχής του Δαρείου του Υστάσπους, και του Ξέρξου του Δαρείου,
+και του Αρταξέρξου του Ξέρξου, των τριών τούτων γενεών κατά
+συνέχειαν, συνέβησαν εις την Ελλάδα πλειότερα κακά ή όσα κατά
+τας άλλας είκοσι γενεάς τας προ του Δαρείου, τα μεν υπό των
+Περσών γενόμενα, τα δε υπ' αυτών των κορυφαίων Ελλήνων
+εριζόντων περί της αρχής. Ώστε ουδόλως παράδοξον εάν εσείσθη η
+Δήλος, ούσα πρότερον ακίνητος. Προσέτι και εις χρησμόν τινα ήτο
+γεγραμμένον περί αυτής το εξής «Θ α - κ ι ν ή σ ω - κ α ι - τ η ν
+- Δ ή λ ο ν - ή τ ι ς - δ ε ν - ε κ ι ν ή θ η - π ρ ό τ ε ρ ον.»
+Σημαίνουσι δε τα ονόματα ταύτα εις την Ελληνικήν γλώσσαν, το
+μεν Δαρείος ισχυρός, το δε Ξέρξης πολεμικός, το δε Αρταξέρξης
+πολεμικώτατος. Τοιουτοτρόπως θα ηδύναντο οι Έλληνες να
+ονομάσωσιν ορθώς κατά την γλώσσαν των τους βασιλείς τούτους.
+
+99. Οι δε βάρβαροι αναχθέντες εκ της Δήλου προσήγγιζον εις τας
+νήσους, και εντεύθεν παρελάμβανον στρατόν και ελάμβανον ομήρους
+τους παίδας των νησιωτών. Ότε δε περιπλεύσαντες τας νήσους
+έφθασαν εις την Κάρυστον, επειδή οι Καρύστιοι δεν έδιδον
+ομήρους και είπον ότι δεν στέλλουσι στρατόν εναντίον πόλεων
+γειτονικών, ως ωνόμαζον την Ερέτριαν και τας Αθήνας τότε
+επολιόρκησαν αυτούς και κατέστρεφον την χώραν των, μέχρις ου
+υπέκυψαν εις την θέλησιν των Περσών.
+
+100. Οι δε Ερετριείς ακούσαντες ότι ο Περσικός στόλος έπλεε
+κατ' αυτών, εζήτησαν συνδρομήν παρά των Αθηναίων· οι δε
+Αθηναίοι δεν ηρνήθησαν την επικουρίαν, αλλά τοις έπεμψαν
+βοηθούς τους τετρακισχιλίους άνδρας οίτινες είχον λάβει διά
+κλήρου την χώραν των ιπποβοτών Χαλκιδέων. Τα βουλεύματα όμως
+των Ερετριέων δεν ήσαν συνετά· αφ' ενός εμήνυον τους Αθηναίους
+να έλθωσιν εις βοήθειάν των, αφ' ετέρου είχον άλλα διάφορα
+σχέδια. Οι μεν ήθελον να αφήσωσι την πόλιν και να φύγωσιν εις
+τα όρη της Ευβοίας, οι δε, ελπίζοντες να ανταμειφθώσιν από τους
+Πέρσας, ητοιμάζοντο εις προδοσίαν. Ιδών δε τι συνέβαινεν εις
+αυτούς ο Αισχίνης του Νόθωνος, είς των πρώτων της πόλεως,
+εφανέρωσεν εις τους Αθηναίους όλην την παρούσαν των κατάστασιν
+και τους παρεκάλεσε να αναχωρήσωσι διά να μη απολεσθώσι και
+αυτοί. Οι Αθηναίοι επείσθησαν εις τον Αισχίνην ταύτα
+συμβουλεύσαντα, και αυτοί μεν περάσαντες εις τον Ωρωπόν,
+εξησφάλισαν την σωτηρίαν των.
+
+101. Οι δε Πέρσαι, ελθόντες διά θαλάσσης, ηγκυροβόλησαν εις τας
+Ταμύνας, Χοιρέας και Αιγίλια της Ερετρικής χώρας·
+προσεγγίσαντες δε εις ταύτα τα μέρη, εξέβαλον αμέσως τους
+ίππους και ητοιμάζοντο να επιτεθώσι κατά των εχθρών. Οι
+Ερετριείς μήτε να αντεπεξέλθωσι μήτε να πολεμήσωσιν εσκέφθησαν,
+αλλά μόνον πώς να διαφυλάξωσιν ει δυνατόν τα τείχη των, καθότι
+η γνώμη των περισσοτέρων ήτο να μη αφήσωσι την πόλιν. Κρατεράς
+δε προσβολής γενομένης κατά του τείχους, πολλοί έπιπτον
+εκατέρωθεν επί έξ ημέρας, τη δε εβδόμην ο Εύφορβος του
+Αλκιμάχου και ο Φίλαγρος του Κυνέου, άνδρες έγκριτοι μεταξύ των
+πολιτών, προδίδουσι την πόλιν εις τους Πέρσας, οίτινες
+εισελθόντες τα μεν ιερά εσύλησαν και έκαυσαν, εκδικούμενοι διά
+τα καυθέντα εις τας Σάρδεις ιερά, τους δε ανθρώπους
+εξηνδραπόδισαν κατά τας εντολάς του Δαρείου.
+
+102. Αφού δε εγένοντο κύριοι της Ερετρίας και έμειναν εκεί
+ολίγας ημέρας, έπλευσαν έπειτα προς την Αττικήν σπεύδοντες και
+ελπίζοντες να μεταχειρισθώσι τους Αθηναίους ως μετεχειρίσθησαν
+τοις Ερετριείς. Επειδή δε ο Μαραθών ήτο μέρος της Αττικής
+επιτηδειότατον διά το ιππικόν και έκειτο πλησιέστατα της
+Ερετρίας, ωδήγησεν αυτούς εκεί ο Ιππίας του Πεισιστράτου.
+
+103. Άμα δε έμαθον τούτο οι Αθηναίοι, έδραμον και αυτοί εις τον
+Μαραθώνα. Ωδήγουν δε αυτούς στρατηγοί δέκα, και ο δέκατος ήτο ο
+Μιλτιάδης του οποίου, ο πατήρ, Κίμων του Στησαγόρου, είχεν
+εξορισθή εκ των Αθηνών υπό του Πεισιστράτου του Ιπποκράτους.
+Ούτος, ενώ ήτο φυγάς, συνέβη να νικήση εις τα Ολύμπια με
+τέθριππον, την δε νίκην ταύτην μολονότι εκέρδησεν αυτός, έδωκεν
+εις τον ομομήτριον αδελφόν του Μιλτιάδην. Κατά την ακόλουθον
+Ολυμπιάδα, νικήσας πάλιν με τας ιδίας ίππους, παρεχώρησεν εις
+τον Πεισίστρατον να ανακηρυχθή νικητής, και τοιουτοτρόπως
+αφήσας εις αυτόν την νίκην, εφιλιώθη και κατέβη εις την πατρίδα
+του. Κερδίσας δε και άλλην Ολυμπιάδα με τας αυτάς ίππους
+εφονεύθη υπό των υιών του Πεισιστράτου, ότε δεν έζη πλέον αυτός
+ο Πεισίστρατος. Τον εφόνευσαν δε διά νυκτός προς το μέρος του
+πρυτανείου, κρύψαντες εκεί ανθρώπους. Και ετάφη ο Κίμων προ του
+άστεως, πέραν της οδού της καλουμένης _διά Κοίλης_ αντικρύ δε
+αυτού ετάφησαν αι ίπποι εκείναι, αίτινες ενίκησαν τρεις
+Ολυμπιάδας. Τοσάκις είχον νικήσει άλλοτε και αι ίπποι του
+Ευαγόρου υιού του Λάκωνος, αλλ' ήσαν αι μόναι. Και ο μεν
+πρεσβύτερος των υιών του Κίμωνος Στησαγόρας ευρίσκετο τότε παρά
+τω πατρικώ θείω του Μιλτιάδη εις την Χερσόνησον, ο δε νεώτερος
+παρ' αυτώ τω Κίμωνι εις τας Αθήνας, έχων το όνομα Μιλτιάδης από
+του οικιστού της Χερσονήσου Μιλτιάδου.
+
+104. Ούτος λοιπόν ο Μιλτιάδης, ελθών εκ της Χερσονήσου, ήτο
+τότε στρατηγός των Αθηναίων αφού διέφυγε δις τον θάνατον·
+πρώτον ότε οι Φοίνικες, έχοντες μεγάλην επιθυμίαν να τον
+συλλάβωσι και τον φέρωσιν εις τον βασιλέα, τον κατεδίωξαν μέχρι
+της Ίμβρου· δεύτερον ότε αποφυγών αυτούς έφθασεν εις την
+πατρίδα του όπου ενόμισεν ότι εσώθη, οι δε εχθροί του τον
+υπεδέχθησαν ενάξαντες εις το δικαστήριον και κατηγορήσαντες
+αυτόν ότι ετυράννευσε της Χερσονήσου. Διαφυγών όμως και
+τούτους, εγένετο στρατηγός των Αθηναίων εκλεχθείς υπό του
+δήμου.
+
+105. Και πρώτον μεν, ενώ οι στρατηγοί ήσαν ακόμη εις την πόλιν,
+έπεμψαν εις Σπάρτην τον κήρυκα Φειδιππίδην, Αθηναίον, όστις ήτο
+και ταχυδρόμος επιτηδειότατος. Εις τούτον — ως ο ίδιος
+Φειδιππίδης διηγείτο και ανήγγειλεν εις τους Αθηναίους —
+ενεφανίσθη ο Παν περί το Παρθένιον όρος το υπεράνω της Τεγέας,
+και προσαγορεύσας αυτόν ονομαστί, τον διέταξε να ερωτήση τους
+Αθηναίους διατί δεν φροντίζουσι περί αυτού ποσώς, ενώ είναι
+εύνους προς αυτούς και εις πολλάς περιστάσεις τοις εφάνη
+χρήσιμος και θα τους ωφελήση και εις αυτήν την περίστασιν. Οι
+Αθηναίοι επίστευσαν εις τα λεχθέντα, και όταν ησύχασαν τα
+πράγματα έκτισαν κάτωθεν της ακροπόλεως ναόν του Πανός,
+τιμώντες αυτόν δι' επετείων θυσιών και αγώνων λαμπαδικών.
+
+106. Ούτος δε ο Φειδιππίδης πεμφθείς τότε υπό των στρατηγών
+όπως εκτελέση την υπηρεσίαν εκείνην εις την οποίαν, ως διηγήθη,
+τω επεφάνη ο Παν, έφθασεν εις δύο ημέρας από την πόλιν των
+Αθηναίων εις την Σπάρτην. Παρουσιασθείς δε εις τους άρχοντας
+είπεν· «Ω Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι σας παρακαλούσι να τους
+βοηθήσετε και να μη αφήσετε αρχαιοτάτην πόλιν της Ελλάδος να
+δουλωθή υπό βαρβάρων. Η Ερέτρια ηνδραποδίσθη και η Ελλάς
+εγένετο ασθενεστέρα ένεκα της απωλείας αξιολόγου πόλεως.» Είπε
+λοιπόν τα εντεταλμένα, και εκείνοι ενέκρινον μεν να βοηθήσωσι
+τους Αθηναίους, πλην ήτο αδύνατον να πράξωσι τούτο αμέσως,
+καθότι δεν ήθελον να παραβιάσωσι τον νόμον. Ήτο τωόντι εννάτη
+του μηνός, και είπον ότι δεν ηδύναντο να εκστρατεύσωσι πριν
+γίνη πλήρης ο κύκλος της σελήνης. Και ούτοι μεν περιέμενον την
+πανσέληνον.
+
+107. Ο δε Ιππίας του Πεισιστράτου ωδήγησε τους βαρβάρους εις
+τον Μαραθώνα, ιδών την προλαβούσαν νύκτα το εξής όνειρον. Τω
+εφάνη ότι συνεκοιμήθη μετά της μητρός του και εκ του ονείρου
+τούτου εσυμπέρανεν ότι θα επανέλθη εις τας Αθήνας, ότι θα
+αναλάβη πάλιν την αρχήν, και ότι θα αποθάνη εις την κατοικίαν
+του γηραιός. Ταύτα εσυμπέρανεν εκ του δράματος. Τότε δε οδηγών
+τον στρατόν αφ' ενός μεν εξήγαγε τους αιχμαλώτους της Ερετρίας
+εις την νήσον των Στυρέων την καλουμένην Αιγίλιαν, αφ' ετέρου
+δε προσώρμιζε τα πλοία εις τον Μαραθώνα και παρέτασσε τους
+βαρβάρους εις μάχην καθ' όσον απέβαινον. Ενώ επεστάτει ταύτα τω
+επήλθε πταρμός και βηξ ισχυρότερος του συνήθους, και επειδή ήτο
+πλέον γέρων οι περισσότεροι οδόντες του εσείσθησαν· υπό της
+βίας δε του βηχός ετινάχθη είς εξ αυτών και έπεσεν εις την
+άμμον. Ο Πεισίστρατος πολλήν φροντίδα κατέβαλε διά να τον εύρη,
+αλλ' επειδή δεν ευρίσκετο ουδαμού, αναστενάξας είπε προς τους
+παρισταμένους. «Η γη αύτη δεν είναι ημετέρα ούτε θα δυνηθώμεν
+να την υποτάξωμεν· όσον δε μέρος μοι ήτο επιτετραμμένον να
+ελπίζω, το κατέχει ο οδούς.»
+
+108. Ο μεν Ιππίας λοιπόν ούτως ενόμισεν ότι ηλήθευσε το όνειρόν
+του· εις δε τους Αθηναίους, παρατεταγμένους εις το τέμενος του
+Ηρακλέους, ήλθον πανδημεί οι Πλαταιείς ως επίκουροι, καθότι οι
+Πλαταιείς είχον αφιερωθή εις τους Αθηναίους οίτινες πολλούς
+αγώνας είχον αναλάβει δι' αυτούς. Αφιερώθησαν δε κατά τον
+ακόλουθον τρόπον· πιεζόμενοι υπό των Θηβαίων, κατ' αρχάς μεν
+προσεφέρθησαν εις τον Κλεομένη του Αναξανδρίδου και τους
+Λακεδαιμονίους οίτινες έτυχον να ευρίσκωνται εις τα περίχωρα.
+Αλλ' ούτοι δεν τους εδέχθησαν και τοις είπον τα εξής· «Ημείς
+κατοικούμεν μακράν και η βοήθειά μας πιθανόν να σας βλάψη,
+καθότι πολλάκις ειμπορείτε να υποδουλωθήτε πριν το μάθωμεν
+ημείς. Σας συμβουλεύομεν λοιπόν να αφιερωθήτε εις τους
+Αθηναίους οίτινες είναι πλησιόχωροι και ισχυροί διά να σας
+βοηθήσωσι.» Συνεβούλευον δε ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι ουχί τόσον
+υπό ευνοίας προς τους Πλαταιείς, αλλ' επί τω σκοπώ να
+προξενήσωσι κόπους εις τους Αθηναίους φέροντες αυτούς εις θέσιν
+να συμπλακώσι με τους Βοιωτούς. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι λοιπόν
+ταύτα συνεβούλευον τους Πλαταιείς, ούτοι δε δεν εδυσπίστησαν,
+και περιμείναντες την στιγμήν καθ' ην οι Αθηναίοι ετέλουν
+θυσίας εις τους δώδεκα θεούς εκάθισαν ως ικέται εις τον βωμόν
+και αφιέρωσαν εαυτούς. Μαθόντες ταύτα οι Θηβαίοι εξεστράτευσαν
+κατά των Πλαταιέων· αλλ' οι Αθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειάν των.
+Ενώ δε έμελλον να συμπλακώσι, τους εμπόδισαν οι Κορίνθιοι,
+διότι παρατυχόντες εκεί και γενόμενοι δεκτοί υπ' αμφοτέρων των
+μερών ως διαιτηταί τους συνεβίβασαν και έθεσαν τα όρια της
+χώρας υπό τας εξής συμφωνίας· οι Θηβαίοι να αφίνωσιν ελευθέρους
+τους Βοιωτούς, όσοι δεν ήθελον να ανήκωσιν εις την Βοιωτίαν.
+Και οι μεν Κορίνθιοι ταύτα αποφασίσαντες ανεχώρησαν· τους δε
+Αθηναίους επιστρέφοντας εκτύπησαν οι Βοιωτοί, αλλ' ενικήθησαν
+εις την μάχην, και τότε οι νικηταί ηύξησαν μέχρι του Ασωπού
+ποταμού και των Υσιών τα όρια τα οποία οι Κορίνθιοι είχον
+προσδιορίσει διά την χώραν των Πλαταιέων. Είχον λοιπόν παραδοθή
+οι Πλαταιείς εις τους Αθηναίους κατά τον τρόπον τον οποίον
+ανέφερα, και τότε ήλθαν εις τον Μαραθώνα ως βοηθοί των.
+
+109. Δύο γνώμαι υπήρχον μεταξύ των Αθηναίων στρατηγών· οι μεν
+δεν ήθελον να πολεμήσωσι λέγοντες ότι ήσαν ολίγοι διά να
+συμπλακώσι με τον στρατόν των Μήδων, οι άλλοι ήθελον τούτο, και
+μεταξύ αυτών ήτο και ο Μιλτιάδης. Ήσαν λοιπόν διηρημένοι και
+τούτου ένεκα μάλιστα, ενίκα η χείρων των γνωμών· ευτυχώς έμενεν
+ενδέκατος ψηφοφόρος, εκείνος όστις διά της ψήφου του δήμου
+ανελάμβανε το αξίωμα του πολεμάρχου, και ήτο τότε πολέμαρχος ο
+Καλλίμαχος ο Αφιδναίος. Προς αυτόν παρευθείς ο Μιλτιάδης είπε
+τα εξής· «Παρά σού εξαρτάται, ω Καλλίμαχε, ή να καταδουλώσης
+τας Αθήνας ή να καταστήσης αυτάς ελευθέρας και να αφήσης μνήμην
+αιωνίαν οποίαν δεν άφησαν ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, διότι
+αφότου υπάρχουσιν οι Αθηναίοι ουδέποτε διέτρεξαν τοιούτον
+μέγιστον κίνδυνον. Εάν μεν υποκύψωσιν εις τους Μήδους, είναι
+γνωστόν τι θα πάθωσι παραδεδομένοι εις τον Ιππίαν, αλλ' εάν
+περισωθή η πόλις είναι αρκετά ισχυρά ώστε να γίνη πρώτη των
+Ελληνίδων πόλεων. Πώς θα συμβώσι ταύτα και πώς παρά σου
+εξαρτάται η εκτέλεσις αυτών, θα σε είπω αμέσως. Δύο γνώμαι
+υπάρχουσι μεταξύ των στρατηγών· οι μεν θέλουσι να πολεμήσωμεν,
+οι δε να μη πολεμήσωμεν. Εάν μεν δεν πολεμήσωμεν, φοβούμαι
+μήπως αναφυή διχόνοιά τις και κλονίση τας πεποιθήσεις των
+Αθηναίων ώστε να μηδίσωσιν· εάν όμως πολεμήσωμεν πριν διαφθαρή
+η καρδία πολιτών τίνων, δυνάμεθα, εάν οι θεοί μείνωσιν
+ουδέτεροι, να νικήσωμεν εις την μάχην. Εις σε λοιπόν
+στηρίζονται όλα ταύτα και από σου εξαρτώνται. Εάν προστεθής τη
+εμή γνώμη, έχεις πατρίδα ελευθέραν και πόλιν πρώτην των
+Ελληνίδων· εάν όμως προτιμήσης την γνώμην των μη σπευδόντων την
+μάχην, θέλεις έχει τα εναντία εκείνων τα οποία ανέφερα.»
+
+110. Ταύτα λέγων ο Μιλτιάδης προσλαμβάνει με το μέρος του τον
+Καλλίμαχον· προστεθείσης δε της γνώμης του πολεμάρχου,
+απεφασίσθη να πολεμήσωσι. Μετά ταύτα οι στρατηγοί, οι
+ψηφίσαντες υπέρ της μάχης, καθ' όσον ήρχετο η σειρά εκάστου να
+έχη την αρχηγίαν της ημέρας, παρέδιδον αυτήν εις τον Μιλτιάδην
+όστις καίπερ δεχόμενος δεν έδιδε μάχην μέχρις ου έφθασεν η
+ημέρα της ιδικής του αρχηγίας.
+
+111. Ότε δε περιήλθεν η αρχηγία εις αυτόν, τότε παρέταξε τους
+Αθηναίους εις μάχην κατά τον ακόλουθον τρόπον· του μεν δεξιού
+κέρατος ηγεμών ήτο ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, διότι ούτως είχε
+τότε παρά τοις Αθηναίοις ο νόμος, να έχη ο πολέμαρχος το δεξιόν
+κέρας· κατόπιν δ' αυτού ήσαν αι φυλαί, η μία πλησίον της άλλης·
+τελευταίοι δε ετάχθησαν οι Πλαταιείς, έχοντες το αριστερόν
+κέρας. Από ταύτης της μάχης, όταν οι Αθηναίοι τελώσι τας θυσίας
+και τας πανηγύρεις αίτινες επαναλαμβάνονται κατά πενταετίαν, ο
+Αθηναίος κήρυξ εύχεται λέγων· «Είθε να δίδωσιν οι θεοί τα αγαθά
+εις τους Αθηναίους και εις τους Πλαταιείς ομού.» Όταν ο στρατός
+των Αθηναίων παρετάχθη εις μάχην, αι τάξεις αυτού εξηπλώθησαν
+όσον και αι τάξεις των Μήδων· τοιουτοτρόπως το κέντρον
+εσχηματίζετο υπό ολίγων μόνον τάξεων κατά βάθος και ήτο το
+ασθενέστερον μέρος του στρατού, αμφότερα όμως τα κέρατα είχον
+αρκετόν πλήθος και ήσαν ισχυρά.
+
+112. Αφού έλαβον τας θέσεις των και οι οιωνοί εφάνησαν αίσιοι,
+οι Αθηναίοι αφέθησαν και επροχώρησαν κατά των βαρβάρων με βήμα
+ταχύ· το δε μεταξύ των δύο στρατών διάστημα δεν ήτο ολιγώτερον
+των οκτώ σταδίων. Οι Πέρσαι βλέποντες τους εναντίους ερχομένους
+με βήμα ταχύ, ητοιμάζοντο να δεχθώσι την επίθεσιν και ενόμιζον
+ότι τους κατέλαβε παραφροσύνη, και παραφροσύνη ολεθρία, διότι
+έβλεπον ότι ήσαν ολίγοι, και τόσοι όντες ήρχοντο με σπουδήν,
+χωρίς να έχωσιν ούτε ιππικόν ούτε τοξότας. Ταύτα εσυμπέραινον
+οι βάρβαροι. Οι δε Αθηναίοι, άμα επλησίασαν αθρόοι τους
+βαρβάρους, ήρχισαν την μάχην και επολέμησαν με ανδρίαν αξίαν
+μνήμης, διότι πρώτοι πάντων των Ελλήνων όσους ημείς γνωρίζομεν
+επέπεσαν με βήμα ταχύ κατά των πολεμίων, και πρώτοι επίσης
+είδον αταράχως την Μηδικήν ενδυμασίαν και τους φορούντας αυτήν
+άνδρας. Μέχρι τότε, και το όνομα μόνον των Μήδων ακουόμενον
+επροξένει φόβον εις τους Έλληνας.
+
+113. Η μάχη αύτη του Μαραθώνος διήρκεσε πολύ· και εις μεν το
+μέσον του στρατοπέδου, όπου ήσαν τεταγμένοι οι Πέρσαι και οι
+Σάκαι, ενίκων οι βάρβαροι, και ρήξαντες τους αντιπάλους εδίωκον
+αυτούς προς τα μεσόγεια· εις τα δύο όμως κέρατα ενίκων οι
+Αθηναίοι και οι Πλαταιείς. Νικώντες δε, τους μεν τραπέντας
+βαρβάρους άφινον να φεύγωσιν, αυτοί δε ενώσαντες τα δύο κέρατα
+εστράφησαν κατ' εκείνων οίτινες είχον ρήξει το μέσον. Η νίκη
+των Αθηναίων υπήρξε τελεία. Ακολουθούντες τούς Πέρσας φεύγοντας
+έκοπτον αυτούς, και όταν έφθασαν εις την θάλασσαν, εζήτησαν πυρ
+και ώρμησαν κατά των πλοίων.
+
+114. Εις την μάχην ταύτην πρώτος εφονεύθη ο πολέμαρχος
+Καλλίμαχος, αγωνισθείς ανδρείως, και εκ τον στρατηγών εφονεύθη
+ο Στησίλαος του Θρασύλου. Αφ' ετέρου ο Κυνέγειρος του
+Ευφορίωνος, καθ' ην στιγμήν έδραξε την πρύμνην ενός πλοίου,
+πίπτει αποκοπείς την χείρα διά πελέκεως· έπεσαν δε και άλλοι
+Αθηναίοι πολλοί και ονομαστοί.
+
+115. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι εκυρίευσαν επτά πλοία, οι δε
+βάρβαροι αναχωρήσαντες με τα υπολειπόμενα και αναλαβόντες τα εκ
+της Ερετρίας ανδράποδα εκ της νήσου οπού τα είχον αφήσει
+περιέπλεον το Σούνιον, θέλοντες να προλάβωσι τους Αθηναίους και
+να φθάσωσιν εις την πόλιν. Ελέχθη έπειτα εις τας Αθήνας ότι εκ
+ραδιουργίας των Αλκμαιωνιδών έπραξαν τούτο οι Πέρσαι, και ότι
+αυτοί συνεννοηθέντες με τους βαρβάρους όντας ήδη εντός των
+πλοίων, ύψωσαν ασπίδα.
+
+116. Και ούτοι μεν περιέπλεον το Σούνιον· οι δε Αθηναίοι όσον
+το δυνατόν ταχύτερον έτρεχον εις την πόλιν και έφθασαν πριν
+έλθωσιν οι βάρβαροι. Αναχωρήσαντες εκ του Ηρακλείου του εν
+Μαραθώνι, εστρατοπεδεύσαντες εις άλλο Ηράκλειον το εν
+Κυνοσάργει. Οι δε βάρβαροι ελθόντες με τα πλοία ανωτέρω του
+Φαλήρου (διότι τούτο ήτο τότε το επίνειον των Αθηναίων) και
+ανακωχεύσαντες εκεί επί τινα χρόνον, απέπλευσαν οπίσω εις την
+Ασίαν.
+
+117. Εις την μάχην ταύτην του Μαραθώνος απώλεσαν οι βάρβαροι έξ
+χιλιάδας και τετρακοσίους, οι δε Αθηναίοι εκατόν εννενήκοντα
+δύο· τοιούτος ήτο ο αριθμός των πεσόντων εκατέρωθεν. Συνέβη δε
+κατά την μάχην το εξής θαύμα. Αθηναίος τις ο Επίζηλος του
+Κουφαγόρου, εμάχετο ανδρειότατα εις την θέσιν του, όταν χωρίς
+να κτυπηθή μήτε μακρόθεν μήτε εγγύθεν, έχασεν αίφνης την όρασίν
+του και απ' εκείνης της στιγμής μέχρι τέλους της ζωής του
+έμεινε τυφλός. Ήκουσα δε ότι ο ίδιος εξήγει το πάθημά του ως
+εξής. «Μοι εφάνη, έλεγεν, ότι υψηλόσωμος οπλίτης ήτο πλησίον
+μου· το μακρόν γένειόν του εσκίαζεν όλην την ασπίδα του. Το
+φάσμα τούτο εμέ μεν παρέτρεξεν, εφόνευσε δε τον παραστάτην
+μου.» Ταύτα με είπον ότι διηγείτο ο Επίζηλος.
+
+118. Ο Δάτις επιστρέφων εις την Ασίαν μετά του στρατού, ότε
+έφθασεν εις την Μύκονον είδεν όνειρον εις τον ύπνον του. Και τι
+μεν ήτο το όνειρον δεν λέγουσιν· άμα όμως εγένετο ημέρα, έκαμεν
+έρευναν εις τα πλοία και ευρών εις πλοίον Φοινικικόν έν άγαλμα
+του Απόλλωνος κεχρυσωμένον ηρώτησε πόθεν εσυλήθη· μαθών δε εκ
+ποίου ιερού, έπλευσε με το πλοίον του εις την Δήλον· και επειδή
+τότε οι Δήλιοι είχον επιστρέψει εις την νήσον, κατέθεσε το
+άγαλμα εις το ιερόν και παρήγγειλε τους Δηλίους να το
+μεταφέρωσιν εις το Δήλιον των Θηβαίων· κείται δε ο ναός ούτος
+εις την παραθαλασσίαν καταντικρύ της Χαλκίδος. Και ο μεν Δάτις
+ταύτα εντειλάμενος απέπλευσεν· οι Δήλιοι όμως δεν μετέφερον τον
+ανδριάντα αλλά μετά είκοσιν έτη αυτοί οι Θηβαίοι, κατά τινα
+χρησμόν, τον εκόμισαν εις το Δήλιον.
+
+119. Ο δε Δάτις και ο Αρταφέρνης, άμα απέβησαν εις την Ασίαν,
+ανεβίβασαν εις τα Σούσα τους αιχμαλώτους της Ερετρίας. Ο
+Δαρείος, πριν αιχμαλωτευθώσιν οι Ερετριείς, ήτο κατ' αυτών
+σφόδρα ωργισμένος, καθότι αυτοί είχον αρχίσει να αδικώσιν· αλλ'
+ότε τους είδε φερθέντας ενώπιόν του και όντας υποχειρίους του,
+δεν τους εκακοποίησε και τους αποκατέστησεν εις κτήμα τι ιδικόν
+του κείμενον εις την Κισσίαν χώραν και καλούμενον Αρδέρικκα. Το
+χωρίον τούτο από μεν των Σούσων απέχει διακόσια δέκα στάδια,
+τεσσαράκοντα δε από του φρέατος τα οποίον παρέχει τρεις ιδίας
+ουσίας, καθότι αντλούσιν εξ αυτού άσφαλτον, άλας και έλαιον
+κατά τον ακόλουθον τρόπον. Καταβιβάζουσιν εις αυτό κηλώνιον εις
+το οποίον είναι δεδεμένον αντί υδρίας το ήμισυ ασκού· αφού δε
+το βυθίσωσιν εις το φρέαρ, το ανασύρουσιν έπειτα και το
+κενούσιν εις δεξαμενήν, εκ της οποίας χύνεται εις άλλο μέρος
+και εκεί λαμβάνει τρεις μορφάς. Και η μεν άσφαλτος και το άλας
+πήγνυνται αμέσως, το δε έλαιον συνάγουσιν εις αγγεία και οι
+Πέρσαι καλούσιν αυτό ραδινάκην· είναι δε μέλαν και εκβάλλει
+οσμήν βαρείαν. Εκεί εγκατέστησεν ο βασιλεύς τους Ερετριείς,
+οίτινες και μέχρι της εποχής μου είχον το χωρίον τούτο
+φυλάσσοντες την αρχαίαν γλώσσαν. Ταύτα τα αφορώντα τους
+Ερετριείς.
+
+120. Εις δε τας Αθήνας ήλθον μετά την πανσέληνον δισχίλιοι
+Λακεδαιμόνιοι, τόσην σπουδήν έχοντες να προφθάσωσιν ώστε την
+τρίτην ημέραν από της αναχωρήσεώς των ήσαν εις την Αττικήν.
+Φθάσαντες όμως μετά την μάχην, επεθύμησαν να ίδωσι τουλάχιστον
+τους Μήδους· όθεν μετέβησαν εις τον Μαραθώνα και τους είδον.
+Μετά ταύτα επαινέσαντες τους Αθηναίους και το κατόρθωμα αυτών,
+επέστρεψαν εις την Σπάρτην.
+
+121. Θαύμα φαίνεται εις εμέ και δεν πιστεύω εις τα λεγόμενα ότι
+οι Αλκμαιωνίδαι ήτο δυνατόν εκ συνεννοήσεως με τους Πέρσας να
+υψώσωσιν ασπίδα, θέλοντες να υποτάξωσι τας Αθήνας εις τους
+βαρβάρους και τον Ιππίαν, αυτοί οίτινες ήσαν μισοτύραννοι, αν
+όχι περισσότερον, τουλάχιστον όσον και ο Καλλίας ο υιός του
+Φαινίππου και πατήρ του Ιππονίκου, ο μόνος εξ όλων των Αθηναίων
+όστις, όταν ο Πεισίστρατος εξωρίσθη από τας Αθήνας και ο κήρυξ
+του δημοσίου επώλει τα πράγματά του, ετόλμησε να αγοράση εξ
+αυτών και ουδεμίαν παρέλειψε περίστασιν διά να δείξη την προς
+αυτόν έχθραν του.
+
+122. Τον Καλλίαν τούτον πρέπει πολλάκις να αναφέρη τις τόσον
+διά τα προλελεγμένα και διά τον ζήλον του υπέρ της
+απελευθερώσεως της πατρίδος του, όσον και δι εκείνα τα οποία
+έκαμεν εις την Ολυμπίαν, νικήσας εις την ιππηλασίαν και λαβών
+τα δευτερεία εις τον διά τεθρίππου αγώνα· προ τούτων δε νικήσας
+εις τα Πύθια εγένετο γνωστός εις όλους τους Έλληνας διά τας
+μεγάλας δαπάνας του. Έτι δε πώς εφέρθη εις τας τρεις θυγατέρας
+του. Όταν αύται έφθασαν εις ώραν γάμου, ου μόνον τας επροίκισε
+μεγαλοπρεπέστατα, αλλά διά να τας ευχαριστήση ταις επέτρεψε να
+εκλέξωσιν εξ όλων των Αθηναίων τους συζύγους τους οποίους
+ήθελον.
+
+123. Και οι Αλκμαιωνίδαι ομοίως και ουχί ολιγώτερον ήσαν
+μισοτύραννοι. Θαυμάζω λοιπόν και δεν δέχομαι την διαβολήν ότι
+υψώσαντες ασπίδα έκαμον σημείον εις τους βαρβάρους, αυτοί
+οίτινες ένεκα των τυράννων ήσαν φυγάδες από την πατρίδα των και
+διά των ενεργειών των έχασαν την τυραννίδα οι Πεισιστρατίδαι.
+Ώστε, κατά την εμήν κρίσιν, πολύ περισσότερον αυτοί ηλευθέρωσαν
+τας Αθήνας ή ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων καθότι ο Αρμόδιος
+και ο Αριστογείτων, φονεύσαντες τον Ίππαρχον, εξηγρίωσαν τους
+υπολοίπους Πεισιστρατίδας και ουδόλως έπαυσαν αυτούς της
+τυραννίας, ενώ οι Αλκμαιωνίδαι ηλευθέρωσαν αναντιρρήτως την
+πόλιν των, εάν ήναι αληθές ότι αυτοί ανέπεισαν την Πυθίαν να
+παραγγείλη τους Λακεδαιμονίους να ελευθερώσωσι τας Αθήνας, ως
+πρότερον διηγήθην.
+
+124. Αλλ' ίσως είπη τις ότι παρεκινήθησαν να προδώσωσι την
+πατρίδα έχοντες παράπονά τινα κατά του δήμου των Αθηναίων· αλλ'
+είναι γνωστόν ότι εις τας Αθήνας ούτε άλλοι σημαντικώτεροι
+ήσαν, ούτε ετιμώντο άλλοι περισσότερον. Ώστε ο ορθός λόγος δεν
+επιτρέπει να πιστεύσωμεν ότι ύψωσαν ασπίδα με τοιούτον σκοπόν.
+Και ασπίς μεν ότι εφάνη υψωμένη, ουδείς δύναται να αρνηθή,
+καθότι εγένετο· τις όμως την ύψωσε, δεν έχω τι να προσθέσω.
+
+125. Οι δε Αλκμαιωνίδαι ήσαν μεν ανέκαθεν επιφανείς εις τας
+Αθήνας, από του Αλκμαίωνος όμως και του Μεγακλέους εγένοντο
+επιφανέστατοι. Ο Αλκμαίων, υιός του Μεγακλέους, απεδέχθη ποτέ
+και υπηρέτησε προθύμως τους Λυδούς των Σάρδεων τους οποίους ο
+Κροίσος είχε στείλει διά να συμβουλευθώσι το μαντείον των
+Δελφών. Μαθών δε ο Κροίσος από τους επιστρέψαντας Λυδούς τας
+εκδουλεύσεις αυτού, τον εκάλεσεν εις τας Σάρδεις και τω εχάρισε
+τόσον χρυσίον όσον ηδύνατο να φέρη επάνω του άπαξ. Ο δε
+Αλκμαίων προς τοιαύτην δωρεάν τοιούτον τι εμηχανεύθη· φορέσας
+χιτώνα μέγαν και αφήσας πολλήν ευρυχωρίαν περί το στήθος, και
+υποδησάμενος τους μάλλον ευρείς κοθόρνους τους οποίους ηδυνήθη
+να εύρη, εισήλθεν εις το θησαυροφυλάκιον όπου τον ωδήγησαν.
+Εισπεσών δε εις σωρόν ψήγματος, πρώτον μεν εγέμισε τους
+κοθόρνους περί τας κνήμας, όσον ηδύναντο να χωρήσωσιν· έπειτα
+δε γεμίσας όλον τον κόλπον και σκορπίσας και εις τας τρίχας της
+κεφαλής και άλλο λαβών εις το στόμα εξήλθε του θησαυροφυλακίου,
+μόλις σύρων τούς κοθόρνους και ομοιάζων παν άλλο ή άνθρωπον,
+καθότι και το στόμα ήτο πεφραγμένον και το σώμα όλον
+εξωγκωμένον. Ιδών αυτόν ο Κροίσος κατελήφθη υπό γέλωτος, και ου
+μόνον εκείνα τω εχάρισεν, αλλά και άλλα ουχί ολιγώτερα εκείνων.
+Τοιουτοτρόπως επλούτησεν η οικία αύτη μεγάλως, και ο Αλκμαίων
+ούτος ηδυνήθη να συντηρή ίππους και να κερδίζη νίκας εις τα
+Ολύμπια αγωνιζόμενος με τέθριππον.
+
+126. Έπειτα, κατά την επομένην γενεάν, ο τύραννος της Σικυώνος
+Κλεισθένης τοσούτον ύψωσε την οικίαν ταύτην ώστε εγένετο μεταξύ
+των Ελλήνων πολύ ονομαστοτέρα ή πρότερον. Ο Κλεισθένης του
+Αριστωνύμου, του Μύρωνος, του Ανδρέου, είχε θυγατέρα της οποίας
+το όνομα ήτο Αγαρίστη και ήθελε να εύρει τον άριστον πάντων των
+Ελλήνων και με τούτον να συζεύξη αυτήν. Ήλθεν η εορτή των
+Ολυμπίων· νικήσας ο Κλεισθένης με τέθριππον, εδημοσίευσε διά
+κήρυκος, όστις των Ελλήνων νoμίζει εαυτόν άξιον να γίνη γαμβρός
+του Κλεισθένους ας μεταβή εις την Σικυώνα κατά την εξηκοστήν
+ημέραν ή και πρότερον, καθότι μετά έν έτος αρχόμενον από της
+εξηκοστής ημέρας ήθελεν ο Κλεισθένης να τελεσθή ο γάμος. Τότε
+όσοι των Ελλήνων εμεγαλοφρόνουν ή διά τα ίδια προτερήματά των ή
+διά την πατρίδα των, έσπευσαν ως μνηστήρες, και ο Κλεισθένης
+διατάξας να ετοιμάσωσι στάδιον και παλαίστραν είχεν αυτά επί τω
+σκοπώ να αγωνισθώσι.
+
+127. Και από μεν της Ιταλίας ήλθεν ο Συβαρίτης Σμινδυρίδης υιός
+του Ιπποκράτους όστις είχε φθάσει εις ύψιστον βαθμόν τρυφής
+(ήτο δε η Σύβαρις κατ' εκείνην την εποχήν ακμαιοτάτη) και ο
+Σιρίτης Δάμασος, υιός του Αμύριος του επιλεγομένου σοφού. Ούτοι
+ήλθον εκ της Ιταλίας. Από δε του Ιονίου κόλπου ο Αμφίμνηστος
+του Επιστρόφου Επιδάμνιος. Από της Αιτωλίας ήλθεν ο Μάλης
+αδελφός του Τιτόρμου εκείνου όστις υπερέβη πάντας τους Έλληνας
+εις την δύναμιν και διά να φύγη την μετά των ανθρώπων κοινωνίαν
+ανεχώρησεν εις τας εσχατίας της Αιτωλίδος χώρας. Από της
+Πελοποννήσου ήλθεν ο Λεωκήδης, απόγονος του τυράννου των
+Αργείων Φείδωνος· του Φείδωνος όστις εκανόνισε τα μέτρα των
+Πελοποννησίων και υπήρξεν ο μάλλον θρασύς από όλους τους
+Έλληνας, καθότι διώξας τους αγωνοθέτας των Ηλείων, ερρύθμιζεν
+αυτός τα των αγώνων των Ολυμπίων. Τούτου ο απόγονος ήλθε, και
+προσέτι ο Αμίαντος του Λυκούργου Αρκάς εκ της Τραπεζούντος και
+ο Αζήνιος Λαφάνης εκ της πόλεως Παίου, υιός του Ευφορίωνος
+όστις, ως λέγεται εις την Αρκαδίαν, εδέχθη εις την οικίαν του
+τους Διοσκούρους και έκτοτε εφιλοξένει όλους τους ανθρώπους,
+και ο Ηλείος Ονομαστός, υιός του Αγαίου. Ούτοι ήλθον εκ της
+Πελοποννήσου. Εκ δε των Αθηνών ήλθον ο Μεγακλής, υιός του
+Αλκμαίωνος εκείνου όστις είχε μεταβή προς τον Κροίσον, και είς
+άλλος, ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου, όστις υπερέβαινε τους
+Αθηναίους κατά τα πλούτη και το κάλλος. Από δε της Ερετρίας,
+ανθούσης τότε, ήλθεν ο Λυσανίας. Ούτος μόνος ήτο εκ της
+Ευβοίας. Εκ δε της Θεσσαλίας ήλθεν από μεν τους Σκοπάδας ο
+Κραννώνιος Διακτορίδης, από δε τους Μολοσσούς ο Άλκων. Ούτοι
+ήσαν οι μνηστήρες.
+
+128. Ελθόντων δε τούτων κατά την ωρισμένην ημέραν, ο Κλεισθένης
+πρώτον μεν ηρώτησεν έκαστον περί της πατρίδος και της
+οικογενείας του, μετά ταύτα δε κρατήσας αυτούς επί ένα χρόνον
+πλησίον του εδοκίμαζε την ανδρίαν των, τον χαρακτήρα των, την
+ανατροφήν των, τα ήθη των, συνδιαλεγόμενος μεθ' εκάστου
+ιδιαιτέρως ή μεθ' όλων ομού και φέρων εις τα γυμνάσια τους
+νεωτέρους αυτών· προ πάντων όμως τους εδοκίμαζεν εις την
+τράπεζαν, διότι εφ' όσον χρόνον τους είχε πλησίον του τοις
+έδιδε τα πάντα και τους εξένιζε μεγαλοπρεπώς. Εξ όλων δε των
+μνηστήρων προ πάντων ήρεσκον εις αυτόν οι εξ Αθηνών ελθόντες,
+και εκ τούτων περισσότερον ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου τον
+οποίον επροτίμα διά την ανδρίαν του και διότι κατήγετο από τους
+Κυψελίδας της Κορίνθου.
+
+129. Ότε δε έφθασεν η προσδιορισθείσα διά την τελετήν του γάμου
+ημέρα και να είπη ο Κλεισθένης ποίον εξέλεγεν ως γαμβρόν του,
+εθυσίασεν ο Κλεισθένης εκατόν βόας και ευώχησεν ου μόνον τους
+μνηστήρας αλλά και όλους τους Σκυωνίους. Περαιωθέντος του
+δείπνου, οι μνηστήρες συνεζήτησαν περί μουσικής και περί άλλων
+αντικειμένων τα οποία έφερεν η συνομιλία. Προβαίνοντος δε του
+πότου, ο Ιπποκλείδης όστις υπερείχε των άλλων διέταξε τον
+αυλητήν να παίξη χορόν. Ο αυλητής υπήκουσεν, ο δε Ιπποκλείδης
+εξετέλεσε χορόν τινα της αρεσκείας του. Αλλ' ο Κλεισθένης, ων
+θεατής, έβλεπε δυσαρέστως όλον το πράγμα. Μετά ταύτα, σταθείς
+ολίγον ο Κλεισθένης, διέταξε να τω φέρωσι τράπεζαν· ελθούσης δε
+της τραπέζης, πρώτον μεν εχόρευσεν επ' αυτής κατά τρόπους
+Λακωνικούς, έπειτα δε κατά τρόπους Αττικούς και επί τέλους
+στηρίξας την κεφαλήν επί της τραπέζης ανετίναξε τα σκέλη. Ο δε
+Κλεισθένης, ενόσω μεν ο Ιπποκλείδης εχόρευε τα πρώτα και τα
+δεύτερα είδη, μολονότι τα εύρισκεν απρεπή και απεφάσισε να μη
+τον κάμνη γαμβρόν του, συνείχεν όμως εαυτόν και δεν ήθελε να
+εκραγή κατ' αυτού. Αλλ' ότε τον είδεν ανατινάσσοντα τα σκέλη
+εις τον αέρα, μη δυνάμενος πλέον να υποφέρη είπεν· «Ω υιέ του
+Τισάνδρου διά του χορού απελάκτισας τον γάμον» ο δε Ιπποκλείδης
+υπολαβών είπεν: «Ου φροντίς Ιπποκλείδη.» Και έκτοτε ο λόγος
+ούτος έμεινε παροιμιώδης.
+
+130. Τότε ο Κλεισθένης ζητήσας να σιωπήσωσιν είπεν εις το μέσον
+τα εξής· «Ω μνηστήρες της θυγατρός μου, εγώ όλους σας επαινώ,
+και εάν ήτο δυνατόν ήθελον σας ευχαριστήσει όλους χωρίς να
+προτιμήσω ένα μόνον εξ υμών και να απορρίψω τους άλλους. Επειδή
+όμως τούτο είναι αδύνατον να ευχαριστήσω όλους προκειμένου να
+αποφασίσω περί μιας κόρης, δίδω εις έκαστον εξ υμών των
+αποπεμπομένων έν τάλαντον αργυρίου διά την τιμήν την οποίαν με
+εκάματε θελήσαντες να λάβητε γυναίκα την θυγατέρα μου και διά
+τα έξοδα της αποδημίας σας, μνηστεύω δε την θυγατέρα μου
+Αγαρίστην με τον υιόν του Αλκμαίωνος Μεγακλέα κατά τους νόμους
+των Αθηναίων.» Ειπόντος τότε του Μεγακλέους ότι την λαμβάνει ως
+γυναίκα, επεκυρώθη ο γάμος υπό του Κλεισθένους.
+
+131. Τοιαύτη ήτο η εκλογή του Κλεισθένους και ούτως οι
+Αλκμαιωνίδαι εφημίσθησαν ανά την Ελλάδα, Εκ του γάμου δε τούτου
+εγεννήθη ο Κλεισθένης όστις έχων το όνομα του Σικυωνίου
+μητροπάτορός του κατέστησε τας φυλάς και την δημοκρατίαν εις
+τας Αθήνας. Ούτος ο υιός εγεννήθη εις τον Μεγακλέα και ο
+Ιπποκράτης, εκ δε του Ιπποκράτους εγεννήθη άλλος Μεγακλής και
+άλλη Αγαρίστη λαβούσα το όνομα από τις Αγαρίστης του
+Κλεισθένους· αύτη δε συζευχθείσα τον Ξάνθιππον του Αρίφρονος
+και εγκυμονήσασα είδεν όνειρον εν τω ύπνω· τη εφάνη ότι έτεκε
+λέοντα· και μετ' ολίγας ημέρας τίκτει τω Ξανθίππω τον Περικλέα,
+
+132. Μετά την εν Μαραθώνι δε καταστροφήν των Περσών, ο
+Μιλτιάδης ήδη έγκριτος μεταξύ των Αθηναίων, εγένετο τότε
+σημαντικώτερος. Εζήτησε λοιπόν παρά του δήμου εβδομήκοντα
+πλοία, στρατόν και χρήματα, χωρίς να είπη κατά τίνων ήθελε να
+εκστρατεύση, αλλά μόνον ότι θα καταπλουτίση αυτούς εάν έστεργον
+να τον ακολουθήσωσι, διότι θα τους φέρη εις τοιούτον τόπον από
+τον οποίον ευκόλως θα λάβωσιν άφθονον χρυσόν. Ταύτα λέγων
+εζήτει τα πλοία, οι δε Αθηναίοι παρασυρθέντες υπό των λόγων τον
+τα έδοσαν.
+
+133. Παραλαβών ο Μιλτιάδης τον στρατόν έπλευσε κατά της Πάρου
+επί προφάσει μεν ότι οι Πάριοι είχον αρχίσει πρώτοι τον πόλεμον
+πέμψαντες μετά του περσικού στόλου μίαν τριήρη εις τον
+Μαραθώνα, πράγματι δε διότι είχεν έχθραν κατά των Παρίων ένεκα
+του Λυσαγόρου, υιού του Τισίου, όστις Πάριος ων το γένος τον
+διέβαλεν εις τον Πέρσην Υδάρνη. Φθάσας ο Μιλτιάδης εις την
+οποίαν έπλεε νήσον, επολιόρκησε διά του στρατού τους Παρίους
+κεκλεισμένους εις τα τείχη των, και πέμψας εντός της πόλεως
+κήρυκα εζήτει εκατόν τάλαντα λέγων ότι εάν δεν τα δώσωσι δεν θα
+λύση την παλιορκίαν πριν τους καταστρέψη. Αλλ' οι Πάριοι ούτε
+καν εσκέφθησαν να δώσωσι χρήματα εις τον Μιλτιάδην, το μόνον δε
+όπερ απεφάσισαν ήτο πώς να φυλάξωσι την πόλιν· όθεν και άλλα
+μέτρα ελάμβανον, και συγχρόνως όπου έβλεπον ότι το τείχος ήτο
+ευπρόσβλητον αμέσως την ιδίαν νύκτα ύψωνον τα μέρος διπλάσιον
+του παλαιού.
+
+134. Και όσα μεν είπα μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως,
+λέγουσιν αυτά και όλοι οι Έλληνες· τα λοιπά δε, ως λέγουσιν οι
+Πάριοι συνέβησαν ως εξής. Ενώ ο Μιλτιάδης ηπόρει περί του
+πρακτέου, παρουσιάσθη εις αυτόν γυνή τις αιχμάλωτος, Παρία το
+γένος, καλουμένη Τιμώ, υποδιάκονος των χθονίων θεών, ήτις τον
+συνεβούλευσεν, εάν επεθύμει να κυριεύση την Πάρον, να πράξη όσα
+τον υπαγορεύση αυτή. Μετά ταύτα λέγουσιν ότι αυτή μεν έδωκε τας
+αναγκαίας συμβουλάς, ο δε Μιλτιάδης αναβάς εις τον λόφον όστις
+είναι προ της πόλεως, υπερεπήδησε το περίφραγμα και εισήλθεν
+εις τον ναόν της θεσμοφόρου Δήμητρος, καθότι δεν ήτο δυνατόν να
+ανοίξη τας θύρας. Υπερπηδήσας λοιπόν τον τοίχον, εβάδισε κατ'
+ευθείαν προς τον ναόν αγνοώ τίνα σκοπόν έχων, είτε διά να
+μετακινήση τι εξ εκείνων τα οποία πρέπει να μένωσιν ακίνητα,
+είτε διά να πράξη οτιδήποτε άλλο. Ότε όμως έφθασε προ της
+θύρας, αίφνης τον κατέλαβεν ιερός τρόμος και επέστρεψε διά της
+αυτής οδού· πηδήσας δε εκ δευτέρου τον φράκτην έθλασε τον
+μηρόν, κατ' άλλους δε εξήρθρωσε το γόνυ.
+
+135. Ο Μιλτιάδης λοιπόν κακώς έχων απέπλευσεν οπίσω, ούτε
+χρήματα φέρων εις τους Αθηναίους ούτε την Πάρον κυριεύσας. Είχε
+πολιορκήσει αυτήν είκοσι και έξ ημέρας και κατερημώσει τα
+πέριξ. Μαθόντες δε Πάριοι ότι η υποδιάκονος των θεών Τιμώ είχε
+δώσει οδηγίας εις τον Μιλτιάδην και θέλοντες διά τούτο να την
+τιμωρήσωσιν, άμα ησύχασαν μετά την πολιορκίαν έπεμψαν εις τους
+Δελφούς διά να ερωτήσωσιν εάν έπρεπε να επιβάλωσι τιμωρίαν τινά
+εις την υποδιάκονον των θεών, καθότι υπέδειξεν εις τους εχθρούς
+το μέσον να κυριεύσωσι την πόλιν και εφανέρωσεν εις τον
+Μιλτιάδην πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να φανερωθώσιν εις
+άνδρα. Αλλ' η Πυθία δεν επέτρεψε τούτο, ειπούσα ότι η Τιμώ δεν
+ήτο ένοχος, ότι ήτο πεπρωμένον ο Μιλτιάδης να έχη κακόν τέλος
+και ότι εκείνη υπήρξε το όργανον των κακών του. Και εις μεν
+τους Παρίους ταύτα απεκρίθη η Πυθία.
+
+136. Αφού δε επέστρεψεν ο Μιλτιάδης εκ της Πάρου, μία ομόθυμος
+κραυγή ηγέρθη κατ' αυτού, τινές δε και μάλιστα ο Ξάνθιππος του
+Αρίφρονος ενήγαγον αυτόν ενώπιον του δήμου ως ένοχον θανάτου
+και τον κατεδίωκον ως απατήσαντα τους Αθηναίους. Ο δε
+Μιλτιάδης, μη δυνάμενος να εμφανισθή αυτοπροσώπως, δεν
+απελογήθη, καθότι ο μηρός του ήρχισεν ήδη να σήπεται· αλλ' ενώ
+έκειτο εις την κλίνην, οι φίλοι του απελογούντο αντ' αυτού
+αναφέροντες μετ' εμφάσεως την εν Μαραθώνι μάχην, την άλωσιν της
+Λήμνου και λέγοντες ότι κυριεύσας αυτήν και εκδικηθείς τους
+Πελασγούς την παρέδωκεν εις τους Αθηναίους. Ο δε δήμος τον
+απέλυσε μεν της θανατικής καταδίκης, τον εζημίωσεν όμως ως
+αδικήσαντα εις πρόστιμον πεντήκοντα ταλάντων. Ολίγον μετά ταύτα
+προχωρησάσης της γαγγραίνης απέθανεν ο Μιλτιάδης, τα δε
+πεντήκοντα τάλαντα επλήρωσεν ο υιός του Κίμων.
+
+137. Εκυρίευσε δε την Λήμνον ο Μιλτιάδης ο υιός του Κίμωνος ως
+ακολούθως. Οι Πελασγοί είχον διωχθή εκ της Αττικής υπό των
+Αθηναίων, είτε δικαίως είτε αδίκως· περί τούτου δεν θα είπω
+άλλο τι παρ' ό,τι λέγουσιν άλλοι. Αφ' ενός μεν ο Εκαταίος του
+Ηγησάνδρου εν τη ιστορία του λέγει ότι εδιώχθησαν αδίκως· κατ'
+αυτόν, όταν οι Αθηναίοι είδον την εις τους πρόποδες του Υμηττού
+χώραν την οποίαν είχον δώσει εις τους Πελασγούς εις αντάλλαγμα
+του υπό των Πελασγών κτισθέντος τείχους της ακροπόλεως, όταν
+είδον την χώραν ταύτην καλώς δεδουλευμένην, πρότερον ούσαν
+άγονον και μηδαμινήν, εφθόνησαν και επεθύμησαν να την λάβωσι,
+και εδίωξαν τους Πελασγούς χωρίς να προβάλωσι την ελαχίστην
+πρόφασιν. Αφ' ετέρου δε οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι δικαίως τους
+εδίωξαν, διότι κατοικούντες οι Πελασγοί εις τους πρόποδας του
+Υμηττού και ορμώμενοι εκείθεν επροξένουν τας εξής αδικίας.
+Επειδή αι θυγατέρες των Αθηναίων εσύχναζον εις την Εννεάκρουνον
+διά να λάβωσιν ύδωρ (καθότι κατ' εκείνην την εποχήν μήτε οι
+Αθηναίοι μήτε οι άλλοι Έλληνες είχον δούλους) οι Πελασγοί, όταν
+ήρχοντο αύται εις την πηγήν, τας εβίαζον αυθαδώς και
+περιφρονητικώς. Δεν ήρκει δε τούτο, αλλά τελευταίον τους
+συνέλαβον επ' αυτοφώρω επιβουλεύοντας να κυριεύσωσι τας Αθήνας.
+Τότε δε εφάνησαν τόσον καλλίτεροι εκείνων ώστε ενώ ηδύναντο να
+τους φονεύσωσιν ως επιβούλους, δεν έπραξαν τούτο, αλλ'
+ηρκέσθησαν να τους διατάξωσι να εξέλθωσι της χώρας. Ανεχώρησαν
+λοιπόν οι Πελασγοί και εκυρίευσαν άλλους τόπους, ιδίως δε την
+Λήμνον. Και εκείνα μεν είπεν ο Εκαταίος, ταύτα δε λέγουσιν οι
+Αθηναίοι.
+
+138. Ούτοι δε οι Πελασγοί νεμόμενοι τότε την Λήμνον και
+θέλοντες να εκδικηθώσι τους Αθηναίους, επειδή εγνώριζον καλώς
+τας εορτάς των Αθηναίων, αποστείλαντες πεντηκοντόρους
+ενήδρευσαν τας γυναίκας αυτών ότε ετέλουν εις την Βραυρώνα την
+εορτήν της Αρτέμιδος. Αρπάσαντες δε εκείθεν πολλάς εξ αυτών
+απέπλευσαν και ελθόντες εις την Λήμνον είχον αυτάς ως παλλακάς.
+Αφού δε αι γυναίκες αύται ετεκνοποίησαν, εδίδασκον εις τους
+παίδας των την Αττικήν γλώσσαν και τα ήθη των Αθηναίων. Οι δε
+παίδες ούτε να συναναστρέφονται ήθελον με τους παίδας τους
+γεννηθέντας εκ των Πελασγίδων γυναικών, και εάν τις εξ αυτών
+ετύπτετο υπό τινος παιδός Πελασγίδος, έτρεχον όλοι και εβοήθουν
+αλλήλους. Προσέτι και να άρχωσιν ήθελον των άλλων παιδίων και
+ήσαν ισχυρότεροι. Ιδόντες ταύτα οι Πελασγοί συνηθροίσθησαν όπως
+συσκεφθώσι· συσκεπτόμενοι δε εύρον ότι το πράγμα ήτο
+επικίνδυνον καθότι αφού εις τοιαύτην μικράν ηλικίαν οι παίδες
+εκείνοι ήξευραν να βοηθώνται μεταξύ των εναντίον των παίδων των
+νομίμων των γυναικών, και ήθελον από τούδε να τους διοικώσι, τι
+άρα γε θα ήσαν ικανοί να πράξωσιν αφού ανδρωθώσιν; Όθεν
+απεφάσισαν να φονεύσωσι τους παίδας τους εκ των Αττικών
+γυναικών, και εκτελέσαντες τούτο εφόνευσαν προσέτι και τας
+μητέρας. Από τούτου δε του έργου και του προτέρου το οποίον
+διέπραξαν αι Λήμνιαι γυναίκες, φονεύσασαι συγχρόνως τον βασιλέα
+Θόαντα και όλους τους συζύγους των, έμεινε συνήθεια εις την
+Ελλάδα να καλώνται Λήμνια όλα τα εγκληματικά έργα.
+
+139. Αφού δε οι Πελασγοί εφόνευσαν τους παίδας και τας γυναίκας
+των ούτε η γη των εβλάστησε πλέον καρπόν, ούτε αι γυναίκες των
+και αι ποιμναί των εγέννησαν. Πιεζόμενοι υπό του λιμού και της
+ατεκνίας, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ζητήσωσι λύσιν των
+παρόντων κακών. Η δε Πυθία τους διέταξε να δώσωσιν εις τους
+Αθηναίους ικανοποίησιν οποίαν αυτοί οι Αθηναίοι ήθελον ζητήσει.
+Μετέβησαν λοιπόν οι Πελασγοί εις τας Αθήνας και είπον ότι
+προθύμως έδιδον ικανοποίησιν διά τα αδικήματά των. Οι δε
+Αθηναίοι στήσαντες κλίνην εις το πρυτανείον όσον ηδυνήθησαν
+μεγαλοπρεπέστερον και παραθέσαντες τράπεζαν κεκαλυμμένην υπό
+εξαιρέτων φαγητών, είπον εις τους Πελασγούς να παραδώσωσι την
+χώραν των εις τοιαύτην κατάστασιν. Οι δε Πελασγοί αποκριθέντες
+εις ταύτα είπον· «Όταν εις μίαν ημέραν ο βορράς άνεμος φέρη έν
+πλοίον εκ της χώρας σας εις την ιδικήν μας, τότε σας την
+παραδίδομεν.» Είπον τούτο βέβαιοι όντες ότι ήτο αδύνατον να
+γίνη, καθότι η Αττική κείται πολύ μακράν της Λήμνου προς νότον.
+
+140 Ταύτα συνέβησαν τότε. Μετά πολλά δε έτη, ότε η Χερσόνησος
+υπετάγη εις τους Αθηναίους, ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ενώ έπνεον
+οι ετησίαι άνεμοι, πλεύσας εκ του Ελαιούντος του εν τη
+Χερσονήσω εις την Λήμνον, είπεν εις τους Πελασγούς να
+εκκενώσωσι την νήσον, αναμιμνήσκων αυτοίς τον χρησμόν τον
+οποίον ούτοι ουδέποτε ήλπιζον ότι ήθελεν εκπληρωθή. Και οι μεν
+Ηφαιστιείς υπήκουσαν, οι δε Μυριναίοι μη πειθόμενοι και
+λέγοντες ότι η Χερσόνησος δεν ήτο Αττική, επολιορκήθησαν μέχρις
+ου παρεδόθησαν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Αθηναίοι και ο
+Μιλτιάδης κατέλαβον την Λήμνον.
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ
+
+
+
+
+ΠΟΛΥΜΝΙΑ.
+
+
+
+1. Ότε ήλθεν η αγγελία περί της μάχης του Μαραθώνος εις τον
+βασιλέα Δαρείον του Υστάσπους, ούτος ων και πρότερον ωργισμένος
+κατά των Αθηναίων διά την εις τας Σάρδεις εισβολήν, τότε έτι
+μάλλον ωργίσθη και έτι μάλλον έσπευσε να στρατεύση κατά της
+Ελλάδος. Αμέσως λοιπόν πέμψας απεσταλμένους εις τας πόλεις
+παρήγγειλε να ετοιμάσωσι στρατόν περισσότερο του προτέρου, και
+εζήτησε πλοία, ίππους, τροφάς, λέμβους. Επί τρία έτη η Ασία ήτο
+εις κίνησιν ένεκα των διαταγών τούτων· πανταχού εστρατολογούντο
+οι μάλλον ανδρείοι και ητοιμάζοντο να στρατεύσωσι κατά της
+Ελλάδος. Κατά το τέταρτον δε έτος οι Αιγύπτιοι, τους οποίους
+είχεν υποδουλώσει ο Καμβύσης, απεστάτησαν από τους Πέρσας. Τότε
+έτι μάλλον παρωξύνθη ο Δαρείος και απεφάσισε να εκστρατεύση
+κατ' αμφοτέρων των εθνών.
+
+2. Ενώ δε ο βασιλεύς ητοιμάζετο να εκστρατεύση κατά της
+Αιγύπτου και των Αθηνών, μεγάλη έρις ανεφύη μεταξύ των υιών του
+περί της ηγεμονίας, διότι όταν ο βασιλεύς απέρχεται εις
+εκστρατείαν οφείλει κατά τον νόμον των Περσών να υποδεικνύη τον
+διάδοχόν του. Είχε δε ο Δαρείος τρεις υιούς εκ της πρώτης του
+γυναικός, της θυγατρός του Γωβρύου, και αφότου εγένετο
+βασιλεύς, άλλους τέσσαρας εκ της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου.
+Εκ των πρώτων πρεσβύτερος ήτο ο Αρταβαρζάνης, εκ των δευτέρων ο
+Ξέρξης. Επειδή λοιπόν δεν ήσαν εκ της ιδίας μητρός όλοι,
+διεφώνουν. Ο μεν Αρτοβαρζάνης ηξίου να βασιλεύση επειδή ήτο ο
+πρεσβύτατος όλων των τέκνων και επειδή κατά τους νόμους όλων
+των εθνών ο πρεσβύτατος διαδέχεται την αρχήν· ο δε Ξέρξης
+επειδή ήτο υιός της θυγατρός του Κύρου και εις τον Κύρον οι
+Πέρσαι ώφειλον την ελευθερίαν των.
+
+3. Ο Δαρείος δεν είχε φανερώσει ακόμη την γνώμην του, ότε έτυχε
+να έλθη εις τα Σούσα ο Δημάρατος του Αρίστωνος, στερηθείς την
+βασιλείαν της Σπάρτης και καταδικάσας εαυτόν εις φυγήν
+εκουσίαν. Ο Δημάρατος ούτος, μαθών την διαφοράν των υιών του
+Δαρείου, επορεύθη ως λέγουσι να εύρη τον Ξέρξην και τον
+συνεβούλευσε, πλην των δικαιωμάτων όσα είχεν ήδη προβάλει, να
+λέγη και τούτο, ότι εγεννήθη ότε εβασίλευεν ο πατήρ του και
+είχεν επί των Περσών την υπερτάτην κυριαρχίαν, ενώ ο
+Αρτοβαρζάνης εγεννήθη ότε ο Δαρείος ήτο ακόμη ιδιώτης. Όθεν
+ούτε πρέπον είναι ούτε δίκαιον να προτιμηθή άλλος· καθότι και
+εις την Σπάρτην, προσέθεσε καταλήγων ο Δημάρατος, τοιούτος ήτο
+ο νόμος· εάν υπάρχωσιν υιοί γεννηθέντες πριν γίνη βασιλεύς ο
+πατήρ των, και γεννηθή άλλος αφού βασιλεύση ο πατήρ, διαδέχεται
+ο νεώτερος ούτος την βασιλείαν. Και ο μεν Ξέρξης μετεχειρίσθη
+την συμβουλήν ταύτην του Δημαράτου, ο δε Δαρείος αναγνωρίσας
+ότι ωμίλει δικαίως, τον υπέδειξεν ως μέλλοντα βασιλέα. Εγώ όμως
+φρονώ ότι και άνευ της συμβουλής ταύτης ο Ξέρξης ήθελε
+βασιλεύσει, καθότι η Άτοσσα ήτο παντοδύναμος.
+
+4. Υποδείξας δε ο Δαρείος τον Ξέρξην ως βασιλέα των Περσών,
+έσπευσε να εκστρατεύση. Αλλά μετά τα συμβάντα ταύτα,
+διαρκούντος του δευτέρου έτους μετά την αποστασίαν της
+Αιγύπτου, συνέπεσε να αποθάνη ο Δαρείος ενώ παρεσκευάζετο διά
+την εκστρατείαν (14), βασιλεύσας τριάκοντα και έξ έτη και μη
+προφτάσας να τιμωρήση μήτε τους αποστατήσαντας Αιγυπτίους μήτε
+τους Αθηναίους.
+
+5. Αποθανόντος δε του Δαρείου μετέβη η βασιλεία εις τον υιόν
+αυτού Ξέρξην. Ο δε Ξέρξης κατ' αρχάς ποσώς δεν ήτο πρόθυμος να
+στρατεύση κατά της Ελλάδος. Αλλ' άνθρωπός τις έχων επιρροήν
+μεγαλειτέραν των άλλων εν τη αυλή των Περσών, ο υιός του
+Γωβρύου Μαρδόνιος, εξάδελφος του Ξέρξου και υιός αδελφής του
+Δαρείου, τω είπε τα εξής· «Δέσποτα, δεν είναι πρέπον οι
+Αθηναίοι, αφού επροξένησαν τόσα κακά εις τους Πέρσας, να μη
+τιμωρηθώσι δι' όσα έπραξαν. Προς το παρόν τελείωσον ό,τι έχεις
+ανά χείρας· αφού δε ταπεινώσης την αυθάδη Αίγυπτον, στρέψον τα
+όπλα κατά των Αθηνών, διά να φημισθή το όνομά σου μεταξύ των
+ανθρώπων και διά να μάθη καθείς να μη στρατεύη κατά της χώρας
+σου.» Ταύτα δε έλεγεν εμπνεόμενος υπό της εκδικήσεως, εκτός δε
+τούτου συνείθισε να επαναλαμβάνη ότι η Ευρώπη ήτο ωραία χώρα,
+είχε διάφορα δένδρα ήμερα, η γη αυτής ήτο ευφορωτάτη και ότι εξ
+όλων των θνητών μόνος ο βασιλεύς ήτο άξιος να κατέχη αυτήν.
+
+6. Ταύτα έλεγεν επιθυμών νέας επιχειρήσεις και θέλων να γίνη
+ύπαρχος της Ελλάδος. Επί τέλους το κατώρθωσε και έπεισε τον
+Ξέρξην να πράξη ταύτα· και άλλαι όμως περιστάσεις συνετέλεσαν
+εις το να πεισθή ο βασιλεύς. Αφ' ενός ελθόντες απεσταλμένοι από
+της Θεσσαλίας, σταλέντες παρά των Αλευαδών, παρώτρυνον τον
+βασιλέα κατά της Ελλάδος υποσχόμενοι να συμπράξωσι μετά πάσης
+προθυμίας· ήσαν δε οι Αλευάδαι ούτοι βασιλείς της Θεσσαλίας.
+Αφ' ετέρου όσοι Πεισιστρατίδαι είχον αναβή εις τα Σούσα, ου
+μόνον έλεγον όσα και οι Αλευάδαι, αλλά προς τούτοις τω έδιδον
+και ελπίδας ότι θα επιτύχη, έχοντες μεθ' εαυτών τον Αθηναίον
+μάντιν Ονομάκριτον όστις είχε συλλέξει τους χρησμούς του
+Μουσαίου. Είχον έλθει εις τα Σούσα αφού πρώτον συνεφιλιώθησαν
+μετ' αυτού· καθότι ο Ονομάκριτος είχεν εξορισθή εκ των Αθηνών
+υπό του Ιππάρχου του Πεισιστράτου, συλληφθείς επ' αυτοφώρω υπό
+του Ερμιονέως Λάσου παρεισάγων εις τους χρησμούς του Μουσαίου
+ένα ιδικόν του προλέγοντα ότι αι περί την Λήμνον νήσοι έμελλον
+να καταβυθισθώσιν εις την θάλασσαν. Τούτου ένεκα εξώρισεν αυτόν
+ο Ίππαρχος ενώ πρότερον ήτο φίλος του. Τότε δε αναβάς μετ'
+αυτών εις τα Σούσα, οσάκις παρουσιάζετο εις τον βασιλέα, προς
+τον οποίον οι Πεισιστρατίδαι πολλά εγκώμια έλεγον περί αυτού,
+απήγγελλε χρησμούς τινας· και εάν μεν ήτο τι το οποίον
+προεμήνυε κακόν εις τον βάρβαρον, απεσιώπα αυτό, και εκλέγων τα
+μάλλον ευνοϊκά έλεγεν ότι ήτο πεπρωμένον να ζευχθή ο
+Ελλήσποντος υπό ανδρός Πέρσου και περιέγραφε την πορείαν του
+στρατού. Τοιουτοτρόπως αφ' ενός μεν ο Ονομάκριτος διά των
+χρησμών, αφ' ετέρου δε οι Αλευάδαι διά των συμβουλών των
+παρεκίνουν τον βασιλέα.
+
+7. Αφού λοιπόν ο Ξέρξης επείσθη να στρατεύση κατά της Ελλάδος,
+το δεύτερον έτος μετά τον θάνατον του πατρός του εξεστράτευσε
+πρώτον κατά των αποστατών. Τούτους δε καταστρέψας και υποβαλών
+την Αίγυπτον εις δουλείαν βαρυτέραν ή πρότερον αφήκεν αυτήν εις
+τον αδελφόν του Αχαιμένη. Μετά τινα χρόνον ο Λίβυς Ινάρως του
+Ψαμμιτίχου εφόνευσε τον Αχαιμένη τούτον, διοικητήν όντα της
+Αιγύπτου.
+
+8. Ο δε Ξέρξης μετά την άλωσιν της Αιγύπτου, επειδή εσκόπευε να
+διευθύνη αυτοπροσώπως την κατά των Αθηνών εκστρατείαν,
+συνεκάλεσε συνέλευσιν εκ των πρώτων Περσών διά να ακούση τας
+γνώμας των και να είπη εις όλους εκείνα τα οποία ήθελεν. 1.
+Αφού δε συνήχθησαν, είπεν ο Ξέρξης τα εξής· «Ω Πέρσαι, δεν
+επιχειρώ να σας επιβάλω νόμον νέον, αλλ' ευρών αυτόν εν ισχύι
+θα τον μεταχειρισθώ. Ως ακούω από τους πρεσβυτέρους, ουδέποτε
+εμείναμεν ήσυχοι αφότου ο Κύρος κατέστρεψε τον Αστυάγη και
+αφηρέσαμεν την ηγεμονίαν από τους Μήδους, αλλά θεός τις μας
+οδηγεί προς νέας πράξεις και ημείς ακολουθούντες αυτόν
+ευδοκιμούμεν. Και όσα μεν έθνη κατετρόπωσαν και προσεκτήσαντο ο
+Κύρος, ο Καμβύσης και ο πατήρ μου Δαρείος, είναι περιττόν να τα
+λέγη τις προς ειδότας. Το κατ' εμέ δε, αφότου παρέλαβον τον
+θρόνον, αδιακόπως σκέπτομαι πώς να μη φανώ κατώτερος από τους
+προ εμού έχοντας την τιμήν ταύτην και να προσθέσω εις τους
+Πέρσας δύναμιν όχι ολιγωτέραν. Σκεπτόμενος δε ευρίσκω ότι και
+δόξαν δυνάμεθα να λάβωμεν και χώραν να κατακτήσωμεν ουχί
+μικροτέραν ουδέ χειροτέραν αυτής την οποίαν έχομεν, ίσως
+μάλιστα ευφορωτέραν, συγχρόνως δε να τιμωρήσωμεν και να
+εκδικηθώμεν τους εχθρούς μας. Τούτου ένεκα εκάλεσα υμάς ενταύθα
+διά να ανακοινώσω τι σκοπεύω να πράξω. 2. Ζεύξας τον
+Ελλήσποντον θα φέρω τον στρατόν μου κατά της Ελλάδος
+διερχόμενος την Ευρώπην, όπως τιμωρήσω τους Αθηναίους δι' όσα
+έπραξαν εις τους Πέρσας και εις τον πατέρα μου. Είδετε τον
+Δαρείον επιθυμούντα διακαώς να κινήση στρατόν κατά των ανθρώπων
+τούτων αλλ' εκείνος μεν απέθανε και δεν επρόφθασε να τους
+τιμωρήση, εγώ δε υπέρ εκείνου και των άλλων Περσών δεν θα παύσω
+μέχρις ου κυριεύσω και κατακαύσω τας Αθήνας, καθότι πρώτοι οι
+Αθηναίοι ηδίκησαν εμέ και τον πατέρα μου. Πρώτον μεν ελθόντες
+εις τας Σάρδεις μετά του ημετέρου δούλου Αρισταγόρου του
+Μιλησίου ενέπρησαν τα άλση και τους ναούς, έπειτα δε ηξεύρετε
+όλοι βεβαίως πώς μας μετεχειρίσθησαν όταν απέβημεν εις την γην
+αυτών υπό την στρατηγίαν του Δάτιδος και του Αρταφέρνους. 3.
+Ταύτα είναι τα αίτια τα οποία με παρακινούσι να τους πολεμήσω.
+Τα δε αγαθά τα οποία σκεπτόμενος ευρίσκω εις αυτήν την
+εκστρατείαν είναι τα εξής. Εάν υποτάξωμεν αυτούς και τους
+γείτονάς των οίτινες κατέχουσι την χώραν του Φρυγός Πέλοπος, θα
+καταστήσωμεν την Περσικήν γην όμορον του ουρανού του Διός,
+διότι ο ήλιος δεν θα βλέπη πλέον άλλην χώραν συνορεύουσαν με
+αυτήν, αφού θα ήναι η μόνη με την οποίαν θα ενώσω όλας τας
+άλλας διερχόμενος διά πάσης της Ευρώπης. Επληροφορήθην δε ότι
+ούτε πόλις μένει πλέον ούτε έθνος το οποίον να δυνηθή να έλθη
+εις πόλεμον με ημάς, αφού υποδουλώσω τους ανθρώπους τους
+οποίους ανέφερα. Τοιουτοτρόπως και εκείνοι οίτινες μας έπταισαν
+και εκείνοι οίτινες δεν μας έπταισαν, θα κύψωσιν υπό τον ζυγόν
+της δουλείας. 4. Υμείς δε θέλετε με ευχαριστήσει εάν πράξετε τα
+εξής. Όταν σας αναγγείλω την στιγμήν κατά την οποίαν πρέπει να
+έλθετε, ας δράμη έκαστος υμών μετά προθυμίας· εκείνος δε όστις
+έλθη με κάλλιστα παρεσκευασμένον στρατόν θα λάβη παρ' εμού δώρα
+όσα νομίζονται τιμιώτατα εις την αυλήν μου. Και ταύτα μεν ούτω
+πρέπει να γίνωσι· διά να μη νομίσετε δε ότι ιδιοβουλεύω, εκθέτω
+το πράγμα ενώπιόν σας και ζητώ όστις θέλει να εκφράση την
+γνώμην του.» Ταύτα ειπών εσιώπησεν.
+
+9. Μετ' αυτόν δε ο Μαρδόνιος είπε· «Δέσποτα, συ είσαι ο άριστος
+ου μόνον των γεννηθέντων Περσών αλλά και των μελλόντων να
+γεννηθώσι, διότι και αι ιδέαι τας οποίας εξέθεσες είναι άρισται
+και αληθέσταται, και τους εις την Ευρώπην κατοικούντες Ίωνας,
+ανθρώπους μηδαμινούς, δεν θα αφήσης να μας εμπαίξωσιν. Εάν προς
+μόνον τον σκοπόν να αυξήσωμεν την δύναμίν μας υπεδουλώσαμεν
+τους Σάκας, τους Ινδούς, τους Αιθίοπας, τους Ασσυρίους και τόσα
+άλλα έθνη πολλά και μεγάλα άτινα ουδόλως ηδίκησαν τους Πέρσας,
+δεν θα ήναι αίσχος δι ημάς εάν δεν τιμωρήσωμεν τους Έλληνας
+οίτινες πρώτοι μας ηδίκησαν; Τι φοβούμεθα; ποίον στρατόν μέγαν;
+ποίαν χρημάτων δύναμιν; 1. Ηξεύρομεν τον τρόπον με τον οποίον
+πολεμούσιν, ηξεύρομεν ότι τα μέσα των είναι ασθενή, είμεθα
+κύριοι των παίδων των τους οποίους υπετάξαμεν και οίτινες
+κατοικούσιν εις την χώραν μας καλούμενοι Ίωνες, Αιολείς,
+Δωριείς. Τους εδοκίμασα εγώ ο ίδιος όταν εστράτευσα κατ' αυτών
+κατά προσταγήν του πατρός σου. Εισήλασα μέχρι της Μακεδονίας
+και ολίγον έλειψε να φθάσω και εις αυτάς τας Αθήνας χωρίς να
+εξέλθη κανείς διά να με πολεμήση. 2. Και εν τούτοις, ως
+μανθάνω, οι Έλληνες συνειθίζουσι να συγκροτώσι πολέμους
+απερισκέπτως, αφρόνως, αναιτίως. Άμα κηρύξωσι πόλεμον μεταξύ
+των, εκλέγουσι την ωραιοτέραν και ομαλωτέραν πεδιάδα και
+καταβαίνοντες πολεμούσιν ούτως ώστε οι νικώντες αναχωρούσιν
+έπειτα με μεγάλην ζημίαν· περί των ηττωμένων δεν λέγω τίποτε,
+καθότι αφανίζονται κατά κράτος, ενώ έπρεπεν, επειδή είναι
+ομόγλωσσοι, να μεταχειρίζωνται κήρυκας και πρέσβεις και να
+καταπαύωσι τας διαφοράς των διά παντός άλλου τρόπου ή διά της
+μάχης. Εάν δε ήτο άφευκτον να πολεμήσωσι προς αλλήλους, έπρεπε
+να εκλέγωσι θέσεις όπου εκάτερον μέρος δυσκόλως ήθελε νικάται
+και εκεί να δοκιμάζωσι την τύχην των όπλων. Οι Έλληνες λοιπόν
+οι μετά τοσαύτης προθυμίας συγκροτούντες ανωφελείς μάχας, όταν
+εγώ εισήλασα μέχρι της Μακεδονίας, ούτε καν εσκέφθησαν να
+πολεμήσωσι. 3. Εις σε δε, ω βασιλεύ, ποίος θα εναντιωθή και θα
+σε πολεμήση άγοντα αναρίθμητον στρατόν και όλα τα πλοία της
+Ασίας; Ως φρονώ δεν έφθασαν οι Έλληνες εις τοιαύτην αυθάδειαν.
+Εάν όμως απατώμαι, εάν παρασυρθέντες υπό της επάρσεως θελήσωσι
+να μας πολεμήσωσι, θα μάθωσιν ότι είμεθα οι άριστοι των
+ανθρώπων εις τα πολεμικά. Ας μεταχειρισθώμεν κατ' αυτών όλα τα
+μέσα, διότι ουδέν γίνεται αυτόματον, αλλ' όλα τα ανθρώπινα
+πράγματα απαιτούσι δοκιμήν.»
+
+10. Ο μεν Μαρδόνιος ούτως εξομαλίσας την γνώμην του Ξέρξου
+έπαυσε. Σιωπώντων δε των άλλων Περσών και μη τολμώντων να
+εκφράσωσι γνώμην εναντίαν της προκειμένης, ο Αρτάβανος του
+Υστάσπους, θείος ων του Ξέρξου και τούτου ένεκα τολμηρότερος,
+είπε τα εξής. 1. «Βασιλεύ, εάν δεν λεχθώσι γνώμαι εναντίαι προς
+αλλήλας, δεν είναι δυνατόν να αποφανθή τις υπέρ της καλλιτέρας,
+αλλ' είναι ηναγκασμένος να παραδεχθή την μόνην ήτις επροτάθη,
+ενώ, όταν εκτεθώσι διάφοροι γνώμαι, δύναται τότε να εκλέξη. Το
+αυτό συμβαίνει με τον καθαρόν χρυσόν όστις αφ' εαυτού μεν δεν
+διακρίνεται, εάν όμως τρίψωμεν αυτόν εις την λίθον πλησίον
+άλλου χρυσού διακρίνομεν τον καλλίτερον. Άλλοτε συνεβούλευσα
+τον πατέρα σου, τον αδελφόν μου Δαρείον, να μη στρατεύση κατά
+των Σκυθών, ανθρώπων οίτινες δεν έχουσι πόλιν εις κανέν μέρος
+της γης· εκείνος όμως ελπίσας ότι θα καταστρέψη τους νομάδας
+Σκύθας δεν με ήκουσε και έκαμε την εκστρατείαν εκείνην από την
+οποίαν επέστρεψεν αφού απώλεσε πολλούς και ανδρείους άνδρας του
+στρατού του. Συ δε, ω βασιλεύ, προτίθεσαι να εκστρατεύσης
+εναντίον ανθρώπων πολύ γενναιοτέρων από τους Σκύθας και οίτινες
+λέγονται ότι είναι εμπειρότατοι και εις την θάλασσαν και εις
+την ξηράν. Όθεν είναι πρέπον να σε είπω εκείνο το οποίον βλέπω
+εις αυτούς φοβερόν. 2. Λέγεις να ζεύξης τον Ελλήσποντον και να
+οδηγήσης τον στρατόν σου διά της Ευρώπης, Υπόθεσον όμως ότι
+συμβαίνει να νικηθώμεν ή κατά γην ή κατά θάλασσαν, ή και κατ'
+αμφότερα, διότι οι άνθρωποι ούτοι φημίζονται ότι είναι
+ανδρειότατοι και είναι επιτετραμμένον να το συμπεράνη τις εκ
+τούτου ότι μόνοι οι Αθηναίοι κατέστρεψαν τον μέγαν στρατόν τον
+οποίον ωδήγησεν εις την Αττικήν ο Δάτις και ο Αρταφέρνης· Και
+τούτο, ενώ μόνον κατά ξηράν ευδοκίμησαν. Αλλ' εάν ναυμαχήσωσιν,
+εάν πλεύσωσι νικηφόροι προς τον Ελλήσποντον, εάν λύσωσι την
+γέφυραν, ω βασιλεύ, πόσον τρομεράς συνεπείας θα είχε τούτο. 3.
+Αι ανησυχίαι αύται δεν προέρχονται εξ ιδίων μου σκέψεων.
+Ενθυμούμαι ποίαν καταστροφήν ολίγον έλειψε να πάθωμεν ότε ο
+πατήρ σου ζεύξας τον Θρακικόν Βόσπορον και γεφυρώσας τον
+ποταμόν Ίστρον διέβη εις τους Σκύθας. Τότε οι Σκύθαι τα πάντα
+έκαμον παρακαλούντες τους Ίωνας, εις τους οποίους ήτο
+εμπεπιστευμένη η φύλαξις των γεφυρών του Ίστρου, να λύσωσιν
+αυτάς. Εάν κατ' εκείνην την στιγμήν ο τύραννος της Μιλήτου
+Ιστιαίος ηκολούθει την γνώμην των άλλων τυράννων και δεν
+ηναντιούτο, οι Πέρσαι θα εχάνοντο· μολονότι είναι τρομερόν και
+τον λόγον να ακούση τις τούτον, ότι η σωτηρία του βασιλέως
+εξηρτάτο παρ' ενός ανθρώπου. 4. Μη λοιπόν αποφασίσης να εκτεθής
+εις τοιούτον κίνδυνον, μηδεμιάς ανάγκης υπαρχούσης, αλλά
+πείσθητι εις τας συμβουλάς μου. Τώρα μεν διάλυσον τον σύλλογον
+τούτον· έπειτα δε, όταν σε φανή εύλογον, αφού σκεφθής καλώς,
+πράξον ό,τι νομίσης ωφελιμώτατον. Να σκέπτεταί τις καλώς, εγώ
+νομίζω ότι είναι μέγιστον κέρδος, διότι και αν συμβή εναντίον
+τι, πάλιν ο άνθρωπος εβουλεύθη μεν καλώς, τα βουλεύματά του
+όμως ενικήθησαν υπό της τύχης. Όταν όμως βουλευθή τις κακώς,
+έστω και αν η τύχη τον βοηθήση, η επιτυχία του είναι τυχαία και
+ουχ ήττον εσκέφθη κακώς. 5. Ιδέ πώς ο θεός κεραυνολογεί τα
+υπερέχοντα όντα και δεν τα αφίνει να φαντάζωνται, ενώ τα μικρά
+ούτε καν εγγίζει. Ιδέ πώς ρίπτει πάντοτε τα βέλη του επί των
+υψηλών οικημάτων και των μεγάλων δένδρων, διότι το θείον
+αρέσκεται να ταπεινόνη πάντα τα υπερέχοντα. Διά τον αυτόν λόγον
+πολλάκις και πολυάριθμος στρατός καταστρέφεται υπό ολίγου, εάν
+ο θεός φθονήσας εμβάλη εις αυτόν φόβον ή μωρίαν· τότε οι
+πολεμισταί καταστρέφονται διά τρόπου αναξίου εαυτών, καθότι ο
+θεός δεν επιτρέπει να μεγαλοφρονή άλλος ή αυτός μόνος. 6. Εις
+οιονδήποτε πράγμα η πολλή σπουδή γεννά σφάλματα εκ των οποίων
+συνήθως προέχονται μεγάλαι ζημίαι· η υπομονή όμως παρέχει πολλά
+αγαθά τα οποία, εάν δεν φανώσιν αμέσως, με τον καιρόν όμως τα
+ευρίσκει ο άνθρωπος. 7. Εις σε μεν ω βασιλεύ, ταύτα συμβουλεύω·
+συ δε, ω υιέ του Γωβρύου Μαρδόνιε, παύσον φλυαρών περί των
+Ελλήνων, διότι δεν είναι άνθρωποι διά να ομιλή τις περί αυτών
+με καταφρόνησιν. Κατηγορών τους Έλληνας, ερεθίζεις τον βασιλέα
+να κάμη την εκστρατείαν ταύτη, προς τούτον δε τον σκοπόν με
+φαίνεται ότι τείνει όλη σου η προθυμία. Είθε να μη επιτύχης,
+διότι η διαβολή είναι κάκιστον πράγμα· εις αυτήν δύο μεν είναι
+οι αδικούντες, είς δε ο αδικούμενος· ο διαβάλλων αδικεί, διότι
+κατηγορεί άνθρωπον απόντα· ο ακούων αδικεί, διότι πείθεται πριν
+μάθη την αλήθειαν· ο δε τρίτος, όστις δεν είναι παρών εις την
+συνομιλίαν, αδικείται τοιουτοτρόπως υπ' αμφοτέρων· υπό μεν του
+ενός διαβάλλεται, υπό δε του ετέρου κρίνεται ότι είναι κακός.
+8. Αλλ' εάν πρέπη αφεύκτως να γίνη εκστρατεία κατά των ανθρώπων
+τούτων, ας μείνη τουλάχιστον ο βασιλεύς εις την Περσίαν· συ δε,
+ω Μαρδόνιε, αφού και οι δύο δώσωμεν τα τέκνα μας ως ομήρους,
+στράτευσον εκλέξας όσους θέλεις άνδρας και λαβών όσον θέλεις
+στρατόν. Και εάν μεν τα πράγματα αποβώσιν εις τον βασιλέα ως
+λέγεις συ, ας φονευθώσι τα ιδικά μου τέκνα· εάν δε αποβώσιν ως
+προλέγω εγώ, ας πάθωσι τούτο τα ιδικά σου τέκνα, μετ' αυτών δε
+και συ, εάν επιστρέψης. Αλλ' εάν δεν δέχεσαι την συμφωνίαν
+ταύτην και επιμένης να οδηγήσης τον στρατόν κατά της Ελλάδος,
+λέγω μετά βεβαιότατος ότι όστις μείνη εις τα Σούσα θα ακούση
+ότι ο Μαρδόνιος, αφού επροξένησε μέγα κακόν εις τους Πέρσας,
+εσπαράχθη υπό κυνών και ορνέων εις μέρος τι ή των Αθηνών ή της
+Λακεδαίμονος, εκτός εάν συμβή τούτο καθ' οδόν πριν φθάσης εκεί,
+διά να γνωρίση πας τις εναντίον τίνων ανθρώπων συμβουλεύεις τον
+βασιλέα να στρατεύση.»
+
+11. Ο μεν Αρτάβανος ταύτα είπεν, ο δε Ξέρξης θυμωθείς απεκρίθη
+τα εξής· «Άρτάβανε, είσαι αδελφός του πατρός μου και τούτο σε
+απαλλάττει του να λάβης την αξίαν αμοιβήν των ασυνέτων λόγων
+σου. Επειδή δε είσαι άνανδρος και μικρόψυχος, σοι επιβάλλω την
+εξής ατιμίαν· να μη συστρατεύσης μετ' εμού κατά της Ελλάδος,
+αλλά να μείνης εδώ με τας γυναίκας, εγώ δε και άνευ σου θα
+εκτελέσω όσα είπα. Δεν θα ήμην απόγονος του Δαρείου, του
+Ιστάσπους, του Αρσάμους, του Αριαράμνου, του Τεΐσπους, του
+Κύρου, του Καμβύσου, του Τεΐσπους, του Αχαιμένους, εάν
+παρητούμην να τιμωρήσω τους Αθηναίους, ων μάλιστα βέβαιος ότι
+και ημείς εάν μείνωμεν ήσυχοι, εκείνοι δεν θα ησυχάσωσιν, αλλά
+θα στρατεύσωσι καθ' ημών, εάν κρίνωμεν από τας προλαβούσας των
+πράξεις· καθότι αυτοί ενέπρησαν τας Σάρδεις και εισέβαλον εις
+την Ασίαν. Ουδεμία είναι δυνατή εκατέρωθεν υποχώρησις·
+πρόκειται αγών να κάμωμεν ή να πάθωμεν· πρέπει ή όλον τούτο το
+μέγα βασίλειον να υποταχθή εις τους Έλληνας ή η Ελλάς εις τους
+Πέρσας· μέσος όρος της έχθρας δεν υπάρχει κανείς. Καλόν λοιπόν
+είναι να τους τιμωρήσωμεν ημείς οίτινες πρώτοι επάθομεν υπ'
+αυτών, διά να γνωρίσω και εγώ το δεινόν το οποίον έχω να πάθω
+στρατεύων κατά τοιούτων ανθρώπων τους οποίους και ο Φρυξ Πέλοψ,
+ο δούλος των προπατόρων μου, κατέστρεψε τόσον, ώστε μέχρι της
+σήμερον και οι άνθρωποι ούτοι και η χώρα των έχουσι το όνομά
+των από του καταστρέψαντος αυτούς.»
+
+12. Τοιούτοι ήσαν οι λόγοι οι απαγγελθέντες εν τω συλλόγω
+τούτω· ακολούθως ενύκτωσε και η γνώμη του Αρταβάνου ετάραττε
+τον Ξέρξην· σκεπτόμενος ούτος εύρισκεν ότι τωόντι δεν ήτο
+συμφέρον να στρατεύση κατά της Ελλάδος και αφού μετήλλαξε
+γνώμην απεκοιμήθη. Είδε δε εις τον ύπνον του, ως λέγουσιν οι
+Πέρσαι, το εξής όνειρον· τω εφάνη ότι παρουσιασθείς μέγας και
+ευειδής ανήρ, είπεν εις αυτόν τα ακόλουθα· «Αλλάσσεις γνώμην, ω
+Πέρσα, και δεν θέλεις να στρατεύσης κατά της Ελλάδος, αφού
+ανήγγειλες εις τους Πέρσας να συναθροίσωσι στρατόν; έχεις
+άδικον μεταμελόμενος, και κανείς δεν θα συμφωνήση μετά σου.
+Εκτέλεσον λοιπόν ό,τι απεφάσισες την ημέραν και ακολούθησον
+ταύτην την οδόν.» Εφάνη δε ει τον Ξέρξην ότι ο άνθρωπος
+εκείνος, αφού είπε ταύτα, απέπτη.
+
+13. Επιλαμψάσης δε της ημέρας, περί μεν του ονείρου τούτου
+ουδένα λόγον έκαμε, συγκαλέσας δε τους ιδίους Πέρσας της
+προτεραίας, είπε προς αυτούς τα ακόλουθα· «Ω Πέρσαι,
+συγχωρήσατε την παλιμβουλίαν μου, πρώτον μεν διότι δεν έχω
+ακόμη την απαιτουμένην σύνεσιν, και δεύτερον διότι εκείνοι
+οίτινες με παρακινούσι να πράξω όσα είπα χθες, δεν με αφίνουν
+ούτε στιγμήν. Ότε ήκουσα την γνώμην του Αρταβάνου, τότε μεν
+ησθάνθην αναβράζον το αίμα μου και με διέφυγον λόγοι τους
+οποίους απρεπές ήτο να είπω προς άνδρα προβεβηκότα· τώρα όμως
+συνελθών εις εμαυτόν θα ακολουθήσω την γνώμην εκείνου. Επειδή
+λοιπόν μετέβαλον απόφασιν και δεν θέλω να στρατεύσω κατά της
+Ελλάδος, μένετε ήσυχοι.» Οι μεν Πέρσαι, ως ήκουσαν ταύτα,
+χαίροντες προσεκύνησαν.
+
+14. Νυκτός δε γενομένης, αύθις το αυτό όνειρον παρουσιασθέν εις
+τον υπνώττοντα Ξέρξην είπε τα εξής· «Ω υιέ του Δαρείου, είπες
+λοιπόν εις τους Πέρσας ότι παραιτείσαι της εκστρατείας, και εις
+ουδέν ελογίσθης τους λόγους μου, ως να μη τους ήκουσες. Μάθε
+όμως ότι εάν δεν επιχειρήσης αμέσως την εκστρατείαν ταύτην, θα
+σε συμβή το εξής· ως εν ολίγω χρόνω εγένεσο μέγας και πολύς,
+ούτω πάλιν θα γίνης ταχέως ταπεινός.»
+
+15. Γενόμενος ο Ξέρξης περιδεής εκ του ονείρου τούτου
+ανεπήδησεν από της κλίνης και έπεμψε να καλέση τον Αρτάβανον.
+Προσελθότος δε τούτου είπε τα εξής· «Αρτάβανε, εκείνην την ώραν
+δεν ήμην εις τας φρένας μου ειπών σε λόγους προσβλητικούς διά
+την καλήν σου συμβουλήν, μετ' ολίγον όμως μετενόησα και
+επείσθην ότι έπρεπε να πράξω όσα με συνεβούλευσες. Αλλά
+μολονότι θέλω, δεν είμαι κύριος να τα εκτελέσω, διότι αφού
+παρεδέχθην την γνώμην σου και απέρριψα την ιδικήν μου, έν
+όνειρον μοι εμφανίζεται και με μέμφεται πράττοντα ούτω· ταύτην
+μάλιστα την στιγμήν ανεχώρησε με απειλάς. Εάν λοιπόν ο πέμπων
+αυτό ήναι θεός και χαίρη εάν γίνη εκστρατεία κατά της Ελλάδος,
+το όνειρον τούτο θα καταβή και εις σε και θα σε δώση τας αυτάς
+διαταγάς τας οποίας έδωκεν εις εμέ. Δεν αμφιβάλλω δε ότι θα
+γίνη ούτω εάν λάβης τα ενδύματά μου και ενδυθείς αυτά καθίσης
+εις τον θρόνον μου και έπειτα κοιμηθής εις την κλίνην μου.»
+
+16. Ο μεν Ξέρξης ταύτα είπεν. Ο δε Αρτάβανος κατ' αρχάς μεν δεν
+ηθέλησε να υπακούση, μη κρίνων εαυτόν άξιον να καθίση εις τον
+βασιλικόν θρόνον· επί τέλους όμως, επειδή ηναγκάσθη, έπραξε το
+προσταζόμενον αφού πρώτον είπε τα εξής. 1. «Επίσης είναι
+προτέρημα, ω βασιλεύ, να φρονή τις ορθώς και να πείθεται εις
+τας διδομένας καλάς συμβουλάς. Συ έχεις αμφότερα ταύτα, πλην η
+μετ' ανθρώπων κακών συναναστροφή σε αποπλανά, ως λέγουσι διά
+την θάλασσαν ότι ενώ είναι χρησιμωτάτη εις τους ανθρώπους, οι
+πνέοντες άνεμοι την εμποδίζουσι να φέρεται κατά την φύσιν της.
+Εγώ ελυπήθην ουχί τόσον διά τους υβριστικούς λόγους σου, όσον
+διότι εκ των δύο προτεθεισών εις τους Πέρσας γνωμών, ενώ η μία
+έτεινε να αυξήση την κενοδοξίαν των, η δε άλλη να την καταπαύση
+και να δείξη ότι είναι κακόν να συνειθίζη τις τον άνθρωπον να
+επιθυμή πάντοτε περισσότερα από όσα έχει, εκ των δύο τούτων
+γνωμών, συ επροτίμησες την μάλλον σφαλεράν εις σε και εις τους
+Πέρσας. 2. Τώρα λοιπόν, επειδή εστράφης προς την καλλιτέραν και
+παρήτησες την ιδέαν να στρατεύσης κατά της Ελλάδος, λέγεις ότι
+σοι εμφανίζεται όνειρον εκ θεού τινος πεμπόμενον το οποίον δεν
+σε αφίνει να καταπαύσης τας πολεμικάς ετοιμασίας. Αλλ' ουδέ
+ταύτα, υιέ μου, είναι θεία· διότι τα ενύπνια τα οποία πλανώνται
+περί τους ανθρώπους είναι οποία θα σε είπω εγώ όστις ήμαι
+πρεσβύτερός σου κατά πολλά έτη. Τα ενύπνια ταύτα είναι συνήθως
+πεπλανημένα όταν σχετίζωνται προς τα πράγματα περί των οποίων
+ενησχολήθημεν κατά την ημέραν· ημείς δε κατά τας προλαβούσας
+ημέρας δεν είχομεν άλλην ομιλίαν ή περί της εκστρατείας ταύτης.
+3. Αλλ' εάν το όνειρον δεν ήναι ως το εξηγώ, εάν μετέχη
+θειότητός τινος, θα συμβή ως είπες συ, θα φανή δηλαδή και εις
+εμέ και θα με διατάξη ως σε. Εν τούτοις, εάν θέλη να φανή, θα
+φανή είτε έχω το ιδικόν σου φόρεμα είτε το ιδικόν μου, είτε
+αναπαύομαι εις την ιδικήν σου κλίνην είτε εις την ιδικήν μου·
+διότι ό,τι και αν ήναι εκείνο το οποίον σε επισκέπτεται εις τον
+ύπνον σου, δεν είναι τόσον ανόητον ώστε βλέπον το φόρεμά μου να
+νομίση ότι είσαι συ. Εάν δεν με λάβη ουδόλως υπ' όψιν, εάν δεν
+με αξιώση εμφανίσεως, αδιάφορον υπό ποίαν ενδυμασίαν, είναι
+καλόν εν τοιαύτη περιστάσει να μάθωμεν εάν θα έλθη να σε εύρη.
+Διότι εάν εξακολουθήση να έρχεται εις σε, θα είπω και εγώ ότι
+είναι ον θείον. Επειδή λοιπόν απεφάσισες να γίνη η δοκιμή αύτη
+και δεν είναι δυνατόν να μεταπεισθής, αλλά πρέπει εγώ να
+κοιμηθώ εις την κλίνην σου, ας υπακούσω και ας εμφανισθή και
+εις εμέ, το όνειρον. Μέχρις όμως εκείνης της ώρας θα διατηρήσω
+την γνώμην την οποίαν έχω.»
+
+17. Ταύτα είπεν ο Αρτάβανος ελπίζων να δείξη εις τον βασιλέα
+ότι οι λόγοι του ουδεμίαν είχον σημασίαν. Μετά ταύτα εσιώπησε
+και έπραξε το προσταχθέν. Ενδυθείς την εσθήτα του Ξέρξου,
+εκάθισεν εις τον βασιλικόν θρόνον. Έπειτα, άμα κατεκλίθη και
+απεκοιμήθη, ήλθε το αυτό όνειρον το οποίον επεσκέπτετο τον
+Ξέρξην και σταθέν υπεράνω της κεφαλής του τω είπε ταύτα· «Συ
+λοιπόν εμποδίζεις τον Ξέρξην από του να στρατεύση κατά της
+Ελλάδος, φροντίζων τάχα διά την ασφάλειάν του; Αλλ' ούτε εις το
+μέλλον ούτε κατά την παρούσαν στιγμήν θα κατορθώσης να
+αποτρέψης το πεπρωμένον. Τι δε μέλλει να πάθη ο Ξέρξης εάν
+παρακούση το είπα εις αυτόν τον ίδιον.»
+
+18. Τοιαύται ήσαν αι απειλαί τας οποίας ο Αρτάβανος ενόμισεν
+εις τον ύπνον του ότι έλεγε το όνειρον, το οποίον ενώ ωμίλει
+εφαίνετο ως να ήθελε να καύση τους οφθαλμούς του διά
+πεπυρακτωμένου σιδήρου. Ανακράξας λοιπόν επήδησεν από της
+κλίνης, μετέβη να εύρη τον Ξέρξην και τω διηγήθη το όραμα·
+έπειτα προσέθηκε τα εξής· «Ω βασιλεύ, ως άνθρωπος ιδών πολλάς
+και μεγάλας δυνάμεις καταστραφείσας υπό μικροτέρων, δεν σε
+άφινον να ενδίδης καθ' όλα εις τας ορμάς της νεότητος, γνωρίζων
+πόσον είναι επικίνδυνον να επιθυμή τις πολλά, διότι ουδόλως
+ελησμόνησα την κακήν έκβασιν της εκστρατείας του Κύρου κατά των
+Μασσαγετών, της του Καμβύσου κατά των Αιθιόπων και της του
+Δαρείου κατά των Σκυθών. Ταύτας ενθυμούμενος είχον γνώμην ότι
+μένων ήσυχος ήθελες είσθαι ο μάλλον μακάριος των ανθρώπων. Αλλ'
+επειδή υποδεικνύεται θεία τις ώθησις και ως φαίνεται οργή
+θεήλατος περιμένει τους Έλληνας, ενδίδω και εγώ, και μεταβάλλω
+γνώμην. Συ δε ανάγγειλον μεν εις τους Πέρσας το εκ του θεού
+πεμπόμενον όνειρον, διάταξον δε αυτούς να συμμορφωθώσι με τας
+πρώτας σου παραγγελίας περί ετοιμασίας. Κάμε δε τρόπον ώστε,
+αφού θεός τις σε τους παραδίδει, να μη σε λείψη τίποτε.» Αφού
+ελέχθησαν ταύτα, παρακινηθέντες αμφότεροι υπό του ονείρου, άμα
+εγένετο ημέρα, ο μεν Ξέρξης εξέθηκε την υπόθεσιν εις τους
+Πέρσας, ο δε Αρτάβανος, όστις πρότερον μόνος εφαίνετο
+εναντιούμενος εις την εκστρατείαν, τότε αναφανδόν τους
+παρεκίνει και αυτός.
+
+19. Αφού λοιπόν ο Ξέρξης απεφάσισε να εκστρατεύση, τρίτον
+όνειρον ήλθεν εις τον ύπνον του το οποίον οι μάγοι εξήγησαν ότι
+ανεφέρετο προς όλην την γην και εσήμαινεν ότι όλοι οι άνθρωποι
+έμελλαν να γίνωσι δούλοι του βασιλέως. Το δε όνειρον ήτο το
+εξής· εφάνη εις τον Ξέρξην ότι ήτο εστεφανωμένος με θαλλόν
+ελαίας και ότι οι κλάδοι αυτής εκάλυπτον όλην την γην, και ότι
+αίφνης ο περί την κεφαλήν του στέφανος εγένετο άφαντος. Επειδή
+δε ούτως εξήγησαν το όνειρον οι μάγοι, αμέσως οι απαρτίζοντες
+τον σύλλογον Πέρσαι μετέβησαν εις τας ηγεμονίας των και ήρχισαν
+μετά προθυμίας να εκτελώσι τας διαταγάς τας οποίας είχον λάβει,
+επιθυμών έκαστος να λάβη αυτός τα υποσχεθέντα δώρα. Και
+τοιουτοτρόπως ο Ξέρξης εσύναξε στρατόν από όλα τα μέρη της
+ηπείρου.
+
+20. Τέσσαρα ολόκληρα έτη παρήλθον από της αλώσεως της Αιγύπτου
+μέχρι ου ετοιμασθή ο στρατός και συναχθώσι τροφαί δι' αυτόν,
+κατά δε το πέμπτον έτος εστράτευσε μετ' απείρου πλήθους. Εξ
+όλων των στρατειών τας οποίας γνωρίζομεν, αύτη υπήρξεν η
+μεγαλειτέρα, τόσον ώστε ούτε η στρατεία του Δαρείου κατά των
+Σκυθών, φαίνεται μηδέν ως προς αυτήν· ούτε η των Σκυθών, όταν
+καταδιώκοντες τους Κιμμερίους εισέβαλον εις την Μηδικήν χώραν,
+υπέταξαν σχεδόν όλην την άνω Ασίαν και αποκατεστάθησαν εκεί,
+αιτία διά την οποίαν ύστερον ο Δαρείος ηθέλησε να τους
+τιμωρήση· ούτε η κατά τα λεγόμενα στρατεία των Ατρειδών κατά
+του Ιλίου· ούτε προ των Τρωικών ή των Μυσών και των Τευκρών,
+οίτινες διαβάντες διά του Βοσπόρου εις την Ευρώπην, υπέταξαν
+όλους τους Θράκας και κατέβησαν μέχρι της μεσημβρίας, αφ' ενός
+μεν μέχρι του Ιονίου πελάγους, αφ' ετέρου δε μέχρι του Πηνειού
+ποταμού.
+
+21. Όλαι αύται αι στρατηλασίαι και όσαι προηγουμένως εγένοντο
+δεν εξισούνται προς την μίαν ταύτην· καθότι ποιον έθνος δεν
+ωδήγησε κατά της Ελλάδος ο Ξέρξης ποίον ύδωρ, πλην των μεγάλων
+ποταμών, δεν εξέλιπε πινόμενον; Οι μεν παρέσχον πλοία, άλλοι
+πεζικόν, άλλοι ιππικόν, άλλοι ιππαγωγά πλοιάρια και συγχρόνως
+στρατιώτας, άλλοι μακρά πλοία διά τας γεφύρας, άλλοι δε τροφάς
+και πλοία.
+
+22. Προς τούτοις, επειδή οι πρώτοι περί τον Άθων περιπλεύσαντες
+είχον υποστή μεγάλας ζημίας, διά τούτο από τριών ετών εγίνοντο
+πολλαί ετοιμασίαι εις τον Άθων. Εις την Ελαιούντα της
+Χερσονήσου ίσταντο τριήρεις και εκείθεν μετεφέροντο άνθρωποι
+διαφόρων εθνών λαμβανόμενοι εκ του στρατού και ηναγκάζοντο διά
+της μάστιγος να σκάπτωσιν· έσκαπτον δε και οι περί τον Άθων
+κατοικούντες. Επεστάτουν δε του έργου δύο Πέρσαι, ο Βουβάρης
+του Μεγαβάζου και ο Αρταχαίης του Αρταίου. Είναι δε ο Άθως όρος
+μέγα και ονομαστόν, καταβαίνον εις την θάλασσαν και
+κατοικούμενον υπό ανθρώπων. Εις το μέρος δε της ηπείρου όπου
+απολήγει σχηματίζει είδος τι χερσονήσου και ισθμόν τινα δώδεκα
+περίπου σταδίων. Τούτο το διάστημα εκ της θαλάσσης των Ακανθίων
+μέχρι της άλλης θαλάσσης της αντικρύ της Τορώνης, είναι πεδιάς
+και λοφίδια. Επί του ισθμού δε τούτου, εις τον οποίον τελευτά ο
+Άθως, είναι η ελληνική πόλις Σάνη. Αι δε έσωθεν της Σάνης εις
+τον Άθων πόλεις τας οποίας ο Πέρσης επεχείρησε να κάμη
+νησιώτιδας αντί ηπειρωτικών, είναι το Δίον, η Ολόφυξος, το
+Ακρόθωον, η Θύσσος και αι Κλεωναί. Αύται εισίν αι πόλεις αι
+κείμεναι εις τον Άθων.
+
+23. Έσκαπτον δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· οι βάρβαροι,
+ελκύσαντες γραμμήν ευθείαν προς την πόλιν Σάνην, εμοίρασαν το
+έδαφος κατά έθνη. Αφού δε έγινε βαθεία η διώρυξ, οι μεν ίσταντο
+εις το βάθος και έσκαπτον, άλλοι δε παρέδιδον το πάντοτε
+εξορυσσόμενον χώμα εις άλλους ανωτέρω ισταμένους επί βάθρων,
+ούτοι πάλιν το παρελάμβανον και το έδιδον εις άλλους μέχρις ου
+έφθανεν εις τους ανωτάτω οίτινες το εξέφερον και το
+διεσκόρπιζον. Πλην των Φοινίκων όλοι οι λοιποί διπλάσιον
+κατέβαλον κόπον ένεκα των καταπιπτουσών κλιτύων του ορύγματος·
+και δεν ήτο δυνατόν να μη συμβή τούτο, καθότι είχον δώσει το
+αυτό πλάτος εις το στόμα και εις το βάθος. Οι Φοίνικες όμως
+οίτινες και εις τα άλλα πράγματα φαίνονται σοφοί, έδειξαν την
+σοφίαν των και εις τούτο. Λαβόντες τα λαχόν εις αυτούς μέρος,
+έδωκαν εις το στόμα της διώρυγος πλάτος διπλάσιον εκείνου το
+οποίον ώφειλε να έχη το βάθος, έπειτα προχωρούντες το εστένευον
+ολίγον κατ' ολίγον, ώστε όταν έφθασαν κάτω το μέρος αυτών είχε
+το αυτό πλάτος με τα μέρη των άλλων. Εκεί υπάρχει λειμών όπου
+εγίνοντο αι αγοραί και πωλήσεις πολλού αλεύρου ερχομένου εκ της
+Ασίας.
+
+24. Ως εγώ συμπεραίνων ευρίσκω, ο Ξέρξης διέταξε να ορύξωσι το
+μέρος τούτο ένεκα οιήσεως, θέλων να δείξη την δύναμίν του και
+να αφήση μνημείον αυτής· διότι ενώ ήτο δυνατόν άνευ ουδενός
+κόπου να σύρωσι τα πλοία άνωθεν του ισθμού, διέταξε να ορύξωσι
+διώρυγα εις την οποίαν να εισέρχεται η θάλασσα, αρκετά πλατείαν
+ώστε να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Οι ίδιοι δε
+οίτινες έσκαψαν την διώρυγα, διετάχθησαν επίσης να γεφυρώσωσι
+τον ποταμόν Στρυμόνα.
+
+25. Ταύτα έκαμνεν αφ' ενός· αφ' ετέρου δε εσύναζε διά τας
+γεφύρας σχοινία εκ βύβλου και εκ λίνου λευκού. Διέταξε προσέτι
+τους Φοίνικας και τους Αιγυπτίους να προμηθεύσωσιν εις τον
+στρατόν τροφάς, ώστε μήτε αυτός να πεινάση μήτε τα υποζύγια τα
+ελαυνόμενα κατά της Ελλάδος. Γνωρίσας τους τόπους επρόσταξε να
+συστήσωσιν αποθήκας εκεί όπου ήθελεν είσθαι ευκολώτερον να
+έρχωνται εκ των διαφόρων λιμένων της Ασίας ολκάδες και
+πορθμεία. Αι σημαντικώτεραι αποθήκαι εγένοντο εις την Λευκήν
+καλουμένην ακτήν της Θράκης, εις την Τυρόδιζαν των Περινθίων,
+εις τον Δορίσκον, εις την επί του Στρυμόνος Ηιόνα και εις την
+Μακεδονίαν.
+
+26. Ενώ ούτοι κατεγίνοντο εις τα διορισθέντα έργα, όλος ο πεζός
+στρατός όστις είχε συναχθή, αναχωρήσας εκ των Κριτάλλων της
+Καππαδοκίας επορεύετο μετά του Ξέρξου εις τας Σάρδεις, διότι
+εκεί εδόθη διαταγή να ενωθή όλος ο στρατός όστις έμελλε ν'
+ακολουθήση τον Ξέρξην διά ξηράς. Δεν δύναμαι να είπω ποίος των
+διοικητών έφερε τον εντελέστερον στρατόν και έλαβε τα παρά του
+βασιλέως υποσχεθέντα δώρα, ούτε ηξεύρω αν εγένετο περί τούτου
+κρίσις. Ούτοι λοιπόν, αφού διαβάντες τον Άλυν ποταμόν εισήλθον
+εις την Φρυγίαν, πορευόμενοι δι' αυτής· έφθασαν εις τας
+Κελαινάς, όπου αναδίδουσιν αι πηγαί του Μαιάνδρου ποταμού και
+ενός άλλου ουχί μικροτέρου όστις ονομάζεται Καταρράκτης και
+όστις αναβρύων εκ του μέσου της αγοράς των Κελαινών χύνεται εις
+τον Μαίανδρον. Εν τη πόλει ταύτη είναι ανηρτημένον και το δέρμα
+του σιληνού Μαρσύου, το οποίον εκδαρέν, ως λέγουσιν οι Φρύγες,
+υπό του Απόλλωνος, ανεκρεμάσθη εκεί.
+
+27. Εις ταύτην την πόλιν περιμένων ο Λυδός Πύθιος, υιός του
+Άτυος, εφιλοξένησε μεγαλοπρεπέστατα όλον τον στρατόν του
+βασιλέως, και αυτόν τον Ξέρξην, και είπεν ότι ήτο πρόθυμος να
+προσφέρη και χρήματα διά τον πόλεμον. Ο Ξέρξης ηρώτησε τους
+περί αυτόν Πέρσας τις ήτο αυτός ο Πύθιος και πόσα πλούτη είχεν
+ώστε να κάμνη τοιαύτας υποσχέσεις· οι δε απεκρίθησαν «Βασιλεύ,
+είναι εκείνος όστις προσέφερεν εις τον πατέρα σου Δαρείου την
+χρυσήν πλάτανον και την χρυσήν άμπελον, και σήμερον είναι μετά
+σε εις τα πλούτη ο πρώτος από τους ανθρώπους όσους ημείς
+γνωρίζομεν.»
+
+28. Θαυμάσας διά τους τελευταίους τούτους λόγους ο Ξέρξης,
+ηρώτησεν ο ίδιος έπειτα τον Πύθιον πόσα χρήματα έχει. Αυτός δε
+απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, δεν σε κρύπτω την αλήθειαν, ούτε πρέπει
+να προφασισθώ ότι δεν ηξεύρω την περιουσίαν μου· την ηξεύρω και
+θα σοι την είπω ακριβώς. Άμα έμαθον ότι καταβαίνεις εις την
+Ελληνικήν θάλασσαν, θέλων να σοι προσφέρω χρήματα διά τον
+πόλεμον, ηρεύνησα και αριθμήσας εύρον ότι έχω δύο χιλιάδας
+τάλαντα αργυρίου, χρυσίου δε μοι ελλείπουσιν επτά χιλιάδες διά
+να έχω τετρακοσίας μυριάδας στατέρων Δαρεικών· ταύτα σοι
+προσφέρω. Δι' εμέ αρκούσι τα ανδράποδά μου και αι γαίαι μου.» Ο
+μεν Πύθιος ταύτα έλεγεν.
+
+29. Ο δε Ξέρξης ευφρανθείς διά τους λόγους τούτους είπε· «Ξένε
+Λυδέ, αφότου εξήλθον της Περσικής χώρας ουδαμού συνήντησα μέχρι
+τούδε άνθρωπον όστις ηθέλησε να φιλοξενήση τον στρατόν μου και
+όστις παρουσιασθείς εις εμέ αυτοπροαιρέτως ηθέλησε να με
+προσφέρη χρήματα διά τον πόλεμον τον οποίον επιχειρώ. Συ δε και
+τον στρατόν μου εφιλοξένησες μεγαλοπρεπώς και χρήματα πολλά μοι
+προσφέρεις. Αντ' αυτών λοιπόν ιδού εγώ σε δίδω τα εξής δώρα· σε
+κάμνω ξένον μου και συμπληρώ τα τέσσαρα εκατομμύρια των
+στατήρων σου δίδων σοι εκ των ιδίων μου χρημάτων επτά χιλιάδας
+στατήρων, διά να μη ήναι ελλιπείς αι τετρακόσιαι μυριάδες σου
+κατά επτά χιλιάδας αλλά να γίνη άρτιος ο αριθμός συμπληρωθείς
+παρ' εμού. Έχε λοιπόν όσα εκτήσω και ήξευρε να μένης πάντοτε
+οίος είσαι· διότι εάν φέρεσαι ούτω, δεν θα μεταμεληθής
+ουδέποτε, ούτε εις το παρόν ούτε εις το μέλλον.»
+
+30. Ταύτα ειπών και εκτελέσας την υπόσχεσίν του επορεύετο
+πάντοτε εις τα πρόσω. Αφού δε διήλθε πλησίον της πόλεως των
+Φρυγών ήτις καλείται Άναυα, και πλησίον λίμνης τινός εκ της
+οποίας εξάγεται άλας, έφθασεν εις τας Κολοσσάς, πόλιν μεγάλην
+της Φρυγίας, όπου ο ποταμός Λύκος χυνόμενος εις χάσμα γης
+αφανίζεται και έπειτα αναφαινόμενος εις πέντε σταδίων απόστασιν
+πίπτει και αυτός εις τον Μαίανδρον. Εκ δε των Κολοσσών
+αναχωρήσας ο στρατός προς τα όρια των Φρυγών και των Λυδών
+έφθασεν εις την πόλιν Κύδραρα όπου υπάρχει στήλη εμπεπηγμένη
+την οποίαν έστησεν ο Κροίσος και ήτις δεικνύει διά γραμμάτων τα
+όρια.
+
+31. Αφού διέλθη τις εκ της Φρυγίας εις την Λυδίαν η οδός
+σχίζεται εις δύο· και η μεν αριστερά φέρει εις την Καρίαν, η δε
+δεξιά εις τας Σάρδεις. Ταύτην την τελευταίαν εάν ακολουθήση
+τις, είναι ηναγκασμένος να διαβή τον Μαίανδρον ποταμόν πλησίον
+της πόλεως Καλλατήβου όπου άνθρωποι τεχνίται κατασκευάζουσι
+μέλι εκ μυρίκης και σίτου. Ταύτην την οδόν πορευόμενος ο Ξέρξης
+εύρη πλάτανον εις την οποίαν διά το κάλλος της δωρήσας
+κοσμήματα χρυσά και καταστήσας επιμελητήν αυτής ένα των
+αθανάτων, έφθασε την δευτέραν ημέραν εις την πόλιν των Λυδών.
+
+32. Φθάσας εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν έπεμψε κήρυκας εις την
+Ελλάδα διά να ζητήσωσι γην και ύδωρ και παραγγείλωσι να
+προετοιμάζωσι δείπνα διά τον βασιλέα· πλην ούτε εις την
+Λακεδαίμονα ούτε εις τας Αθήνας έπεμψε να ζητήση γην, αλλά
+μόνον εις τα άλλα μέρη· έπραττε δε τούτο εκ δευτέρου, καθότι
+εσκέπτετο ότι όσοι προηγουμένως ηρνήθησαν τούτο εις τον
+Δαρείαν, βεβαίως τότε θα έδιδον υπό φόβου. Θέλων δε να
+πληροφορηθή περί τούτου ακριβώς, έπεμψε τους κήρυκας.
+
+33. Μετά δε ταύτα παρεσκευάζετο να μεταβή εις την Άβυδον. Οι
+εργάται εν τούτοις έζευξαν τον Ελλήσποντον εκ της Ασίας εις την
+Ευρώπην. Μεταξύ δε της πόλεως Σηστού και Μαδύτου, απέναντι της
+Αβύδου, υψούται απόκρημνον ακρωτήριον όπερ εκτείνετο επί του
+Ελλησπόντου, εις το αυτό μέρος όπου ολίγα έτη ύστερον Αθηναίοι
+τίνες υπό τον στρατηγόν Ξάνθιππον του Αρίφρονος, συλλαβόντες
+τον Πέρσην Αρταΰκτην, ύπαρχον της Σηστού, τον εκάρφωσαν ζώντα
+εις πάσσαλον· διότι σύρων γυναίκας εις το εν Ελαιούντι ιερόν
+του Πρωτεσίλαου, έπραττεν έργα αθέμιτα.
+
+34. Εις τούτο λοιπόν το ακρωτήριον αρχίσαντες από την Άβυδον,
+οι μεν Φοίνικες με λευκόν λίνον, οι δε Αιγύπτιοι με βύβλον,
+προσέδενον τα πλοία ως διετάχθησαν και κατεσκεύαζον ούτω τας
+γεφύρας. Είναι δε επτά στάδια από της Αβύδου μέχρι της αντικρύ
+ξηράς. Μόλις όμως ετελείωσε το ζεύγμα, και μεγάλη τρικυμία
+επιπεσούσα, διέλυσεν όλα εκείνα.
+
+35. Άμα έμαθε τούτο ο Ξέρξης ωργίσθη και διέταξε να δώσωσιν εις
+τον Ελλήσποντον τριακοσίας πληγάς διά της μάστιγος και να
+ρίψωσιν εις το πέλαγος δύο πέδας. Ήκουσα προς τούτοις ότι
+έστειλε και στιγματιστάς διά να στίξωσι τον Ελλήσποντον, και
+διέταξεν εις τους ραπίζοντας να λέγωσι τους ακολούθους
+βαρβάρους και ατασθάλους λόγους «Ω πικρόν ύδωρ, ο δεσπότης ημών
+σοι επιβάλλει την τιμωρίαν ταύτην διότι τον έβλαψες χωρίς
+εκείνος να σε αδικήση. Και ο μεν βασιλεύς Ξέρξης θα σε διαβή,
+είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, εις σε δε δικαίως ουδείς άνθρωπος
+θυσιάζει καθότι είσαι ποταμός απατηλός και αλμυρός.»
+Τοιουτοτρόπως ετιμώρησε την θάλασσαν ταύτην, και προσέτι
+διέταξε ν' αποκεφαλίσωσι τους ανθρώπους οίτινες επεστάτησαν εις
+την ζεύξιν του Ελλησπόντου.
+
+36. Και οι μεν έχοντες την αθλίαν ταύτην τιμήν εξετέλεσαν τα
+προσταχθέντα, τας δε γεφύρας έζευξαν άλλοι αρχιτέκτονες, και
+τας έζευξαν ως ακολούθως. Πρώτον ήνωσαν πεντηκοντόρους και
+τριήρεις, τριακοσίας εξήκοντα μεν προς το μέρος του Ευξείνου
+πόντου, τριακοσίας δεκατέσσαρας δε προς το άλλο μέρος, εις
+τρόπον ώστε να ήναι επικάρσιαι μεν εις τον Πόντον, ευθείαι δε
+εις το ρεύμα του Ελλησπόντου, ίνα τοιουτοτρόπως μετριάζεται η
+έντασις των σχοινίων· έπειτα δε, αφού συνέδεσαν τα πλοία προς
+άλληλα, κατεβίβασαν εις την θάλασσαν μακράς αγκύρας τας μεν
+προς το μέρος του Πόντου διά να ασφαλισθώσιν από τους ανέμους
+τους πνέοντας εκείθεν, τας δε προς δυσμάς και προς το Αιγαίον
+πέλαγος διά να ασφαλισθώσιν από τον εύρον και τον νότον. Εις
+τρία δε μέρη άφησαν περάσματα διά μέσου των πεντηκοντόρων και
+των τριήρεων ως θυρίδας διά να δύναται όστις ήθελε και να
+εισπλέη με πλοία μικρά εις τον Πόντον και να εκπλέη. Τούτου
+γενομένου ετάνυσαν από της μιας όχθης εις την άλλην διά μηχανής
+σχοινία ουχί πλέον χωριστά, ένθεν τα βύβλινα και ένθεν τα εκ
+λευκολίνου, αλλ' εκατέρωθεν εντείναντες δύο εκ λευκολίνου και
+τέσσαρα βύβλινα. Τα σχοινία ταύτα ήσαν όλα του αυτού πάχους και
+επίσης ωραία, κατά φυσικόν λόγον όμως τα λινά ήσαν βαρύτερα,
+καθότι ο πήχυς εζύγιζεν έν τάλαντον. Αφού δε τα πλοία
+εστερεώθησαν, πριονίσαντες κορμούς ξύλων και ποιήσαντες αυτούς
+ίσους προς το πλάτος των γεφυρών, τους έθεσαν κατά σειράν επί
+των τεταμένων σχοινίων· αφού δε τους έθεσαν κατά τάξιν, τότε
+τους συνέσφιγξαν μεταξύ των. Έπειτα έφερον και έρριψαν επ'
+αυτών σανίδας· αφού δε εφήρμοσαν αυτάς, διεσκόρπισαν επ' αυτών
+χώμα. Τέλος δε πατήσαντες και το χώμα ήγειρον φραγμούς
+εκατέρωθεν διά να μη βλέπωσιν οι ίπποι και τα υποζύγια την
+θάλασσαν και φοβώνται.
+
+37. Αφού δε ετελείωσεν η εργασία των γεφυρών, και η του Άθω,
+και αι κρηπίδες περί τα στόματα της διώρυγος, αίτινες υψώθησαν
+διά να εμποδίζωσι την συσσώρευσιν της άμμου ως εκ της
+πλημμύρας, και ηγγέλθη εις τον Δαρείον ότι η διώρυξ καθ' όλα
+ετελείωσε, τότε ο στρατός όστις είχε διαχειμάσει εις τας
+Σάρδεις, ευθύς ητοιμάσθη την πρώτην άνοιξιν και εκίνησε
+διευθυνόμενος εις την Άβυδον. Ότε δε εκίνησεν, ο ήλιος αφήσας
+την θέσιν του από τον ουρανόν εγένετο άφαντος χωρίς να υπάρχωσι
+νέφη αλλ' εξ εναντίας ήτο άκρα αίθρια, και αντί ημέρας εγένετο
+νυξ (15). Ιδών το φαινόμενον τούτο ο Ξέρξης κατελήφθη υπό
+ανησυχίας και ηρώτησε τους μάγους τι εσήμαινεν. Οι δε μάγοι
+απεκρίθησαν ότι ο θεός προδεικνύει εις τους Έλληνας την
+καταστροφήν των πόλεών των, προστιθέντες ότι ο μεν ήλιος
+αναγγέλλει τα μέλλοντα εις τους Έλληνας, η δε σελήνη εις τους
+Πέρσας. Περιχαρής γενόμενος ο Ξέρξης διά την απόκρισιν ταύτην,
+εξηκολούθησε την πορείαν του.
+
+38. Καθ' ην στιγμήν ο Ξέρξης εξεκίνησε το στράτευμα, φοβηθείς ο
+Λυδός Πύθιος διά το σημείον του ουρανού και ενθαρρυνόμενος εκ
+των δώρων τα οποία τω προσέφερεν ο βασιλεύς, ήλθε προς αυτόν
+και τω είπεν: «Ω δέσποτα, θέλεις να με χορηγήσης εκείνο το
+οποίον επιθυμώ να απολαύσω από σε, και το οποίον εις σε με
+είναι μικρόν εάν κάμης, εις εμέ δε μέγα εάν γίνη;» Ο μεν Ξέρξης
+υποθέτων ότι παν άλλο ηδύνατο να ζητήση ή εκείνο το οποίον
+εζήτησεν, είπεν ότι θα τον ευχαριστήση και τον διέταξε να
+φανερώση τι επεθύμει. Ακούσας ταύτα ο Πύθιος, ενεθαρρύνθη έτι
+μάλλον και επανέλαβε· «Δέσποτα, έχω πέντε υιούς και ούτοι
+αναχωρούσι μετά σου κατά της Ελλάδος. Λυπήθητί με, ω βασιλεύ,
+διά την μεγάλην μου ηλικίαν και απάλλαξον της στρατείας ένα εξ
+αυτών, τον πρεσβύτατον, διά να φροντίζη περί εμού και των
+πραγμάτων μου. Λάβε τους άλλους τέσσαρας και είθε να επιστρέψης
+αφού εκτελέσης όσα κατά νουν έχεις.»
+
+39. Πολύ εθύμωσεν ο Ξέρξης και τω απεκρίθη ως εξής· «Ω κακέ
+άνθρωπε, ενώ εγώ στρατεύω κατά της Ελλάδος έχων μετ' εμού τους
+υιούς μου, τους αδελφούς μου, τους συγγενείς μου, τους φίλους
+μου, ετόλμησας συ ο δούλος μου να αναφέρης τον ιδικόν σου υιόν
+όστις έπρεπε να με ακολουθήση πανοικεί και με αυτήν την γυναίκα
+του; Τώρα μάθε καλώς ότι το πνεύμα του ανθρώπου οικεί εις τα
+ώτα του, και εάν μεν ακούση καλά πράγματα πληροί χαράς όλον το
+σώμα, εάν δε ακούση τα εναντία πληροί αυτό οργής. Ότε έπραξες
+πράξεις χρηστάς και επρότεινες να πράξης άλλας χρηστοτέρας,
+είδες κάλλιστα ότι δεν ηδυνήθης να καυχηθής ότι υπερέβης τον
+βασιλέα εις τας γενναιοδωρίας. Επειδή δε ακολούθως ετράπης προς
+την αναίδειαν, ναι μεν δεν θα λάβης την τιμωρίαν ης είσαι
+άξιος, θα λάβης όμως μικροτέραν. Σε μεν και τους παίδας σου
+σώζει η φιλοξενία σου, θα τιμωρηθής δε διά του θανάτου του
+ενός, τον οποίον αγαπάς πολύ.» Ταύτα ειπών, αμέσως διέταξεν εις
+εκείνους οίτινες είχαν τα καθήκοντα ταύτα, να συλλάβωσι τον
+πρεσβύτατον υιόν του Πυθίου και να τον σχίσωσιν εις δύο· αφού
+δε τον σχίσωσι, να θέσωσι το εν ημίτομον εις τα δεξιά και το
+άλλο εις τα αριστερά της οδού, και να διέλθη διά μέσου αυτών ο
+στρατός.
+
+40. Αφού δε εκείνοι έπραξαν το προσταχθέν, διήλθε μετά ταύτα ο
+στρατός. Προηγούντο οι σκευοφόροι και τα υποζύγια, ακολούθως δε
+ήρχοντο τα στρατεύματα διαφόρων εθνών, αναμίξ και ουχί
+διακεκριμένως. Τα στρατεύματα ταύτα απετέλουν υπέρ το ήμισυ
+σχεδόν του όλου στρατού· μετά τούτο αφίνετο διάστημα αρκετόν
+ώστε να μη αναμιγνύωνται με τας τάξεις όπου ήτο ο βασιλεύς.
+Έμπροσθεν δε του βασιλέως επροχώρουν χίλιοι ιππείς εκλελεγμένοι
+μεταξύ όλων των Περσών, κατόπιν έτεροι χίλιοι αιχμοφόροι,
+εκλεκτοί και ούτοι, έχοντες την λόγχην εστραμμένην προς την
+γην· μετά ταύτα δέκα ίπποι ιεροί, καλούμενοι Νισαίοι,
+κεκοσμημένοι δε πολυτελώς. Ονομάζονται δε οι ίπποι ούτοι
+Νισαίοι διότι υπάρχει πεδίον μέγα εις την Μηδικήν καλούμενον
+Νίσαιον και εις αυτό το πεδίον τρέφονται μεγάλοι ίπποι. Όπισθεν
+τούτων των δέκα ίππων έσυρε το υπό οκτώ λευκών ίππων άρμα ιερόν
+του Διός, και όπισθεν αυτών ηνίοχος πεζός εκράτει τους
+χαλινούς, καθότι εις το θρανίον ουδείς άνθρωπος αναβαίνει.
+Έπειτα ήρχετο αυτός ο Ξέρξης επί άρματος συρομένου υπό ίππων
+Νισαίων (16), πλησίον του δε εβάδιζεν ηνίοχος όστις ωνομάζετο
+Πατιράμφης και ήτο υιός του Πέρσου Οτάνου.
+
+41. Με ταύτην πομπήν εξήλθεν ο Ξέρξης εκ των Σάρδεων και
+μετέβαινεν, οσάκις ήθελεν, από του άρματος εις αρμάμαξαν.
+Όπισθεν αυτού ήσαν χίλιοι λογχοφόροι, οι ανδρειότατοι και
+εκλεκτότατοι των Περσών, έχοντες τας λόγχας προς τα άνω, έπειτα
+άλλοι χίλιοι ιππείς εκλεκτοί, και μετά τούτους δεκακισχίλιοι
+άνδρες εκλελεγμένοι μεταξύ των επιλοίπων Περσών. Ούτοι ήσαν
+πεζοί, και εκ τούτων χίλιοι μεν αντί σιδήρου εις το κάτω μέρος
+της λόγχης είχον ροιάν χρυσήν και περιεκύκλουν τους άλλους, οι
+δε εντός τούτων εννεάκις χίλιοι είχον ροιάς αργυράς. Επίσης
+και οι έχοντες εστραμμένας τας λόγχας προς την γην είχον ροιάς
+χρυσάς, οι δε πλησιέστατα ακολουθούντες τον Ξέρξην είχον μήλα
+χρυσά. Μετά τους δεκακιςχιλίους τούτους ήρχοντο δεκακιςχίλιοι
+ιππείς Πέρσαι αφίνοντες όπισθεν των κενόν διάστημα δύο σταδίων·
+τέλος ο επίλοιπος όμιλος επροχώρει αναμίξ.
+
+42. Εξελθών δε της Λυδίας ο στρατός επορεύετο την οδόν την
+άγουσαν προς τον ποταμόν Κάικον και την Μυσίαν· κινήσας δε από
+του Καΐκου και έχων το όρος της Κάνης αριστερά, διήλθε τον
+Αταρνέα και έφθασεν εις την Καρίνην. Αναχωρήσας και από αυτήν
+επορεύετο διά της πεδιάδος της Θήβης, διερχόμενος τας πόλεις
+Ατραμύττειον και Άντανδρον την Πελασγικήν. Έπειτα στραφείς
+δεξιά της Ίδης εισήλθεν εις την Τρωικήν γην. Την πρώτην δε
+νύκτα την οποίαν διήλθεν εις τους πρόποδας της Ίδης,
+ηκολούθησαν βρονταί και έπεσαν εις το στρατόπεδον κεραυνοί
+οίτινες εφόνευσαν πολλούς ανθρώπους.
+
+43. Ο στρατός έφθασεν εις τον Σκάμανδρον ο ποταμός ούτος,
+αφότου εκίνησαν από τας Σάρδεις, ήτο ο πρώτος όστις ετελείωσε
+και δεν ήρκεσε το ύδωρ αυτού πινόμενον υπό του στρατού και των
+κτηνών. Εις τον ποταμόν τούτον ότε έφθασεν ο Ξέρξης, ανέβη εις
+το Πέργαμον του Πριάμου επιθυμίαν έχων να το θεωρήση. Θεωρήσας
+δε και ερωτήσας περί πάντων έθυσε χιλίας βους εις την Αθηνάν
+του Ιλίου και οι μάγοι έκαμον σπονδάς εις τους ήρωας. Με όλα
+όμως ταύτα, την νύκτα ενέπεσε φόβος εις το στρατόπεδον. Όθεν
+άμα εγένετο ημέρα αναχωρήσας εκείθεν ο στρατός επορεύετο έχων
+αριστερά μεν τας πόλεις Ροίτειον, Οφρύνειον και Δάρδανον ήτις
+συνορεύει με την Άβυδον, δεξιά δε τους Γέργιθας Τευκρούς.
+
+44. Ότε δε έφθασαν εις την Άβυδον, ο Ξέρξης ηθέλησε να ίδη όλον
+τον στρατόν. Είχον προετοιμάσει επίτηδες εκεί προεξέδραν εκ
+λευκού λίθου (την είχον δε κατασκευάσει οι Αβυδηνοί κατά
+προλαβούσαν προσταγήν του βασιλέως). Ενώ δε εκάθησεν εκεί
+βλέψας κάτω εις το παράλιον, εθεώρησε μετά θαυμασμού το πεζικόν
+και τα πλοία. Θεωρών δε επιθύμησε να ίδη άμιλλαν των πλοίων.
+Γενομένου λοιπόν τούτου, ενίκησαν οι της Σιδόνος Φοίνικες· ο δε
+Ξέρξης ευχαριστήθη πολύ διά την άμιλλαν και τον στρατόν.
+
+45. Ενώ δε έβλεπε τον Ελλήσποντον κεκαλυμμένον υπό πλοίων, και
+όλα τα παράλια και τας πεδιάδας της Αβύδου πλήρεις ανθρώπων,
+εμακάρισεν εαυτόν ο Ξέρξης, μετά ταύτα δε εδάκρυσε.
+
+46. Ο πατρικός θείος του τον έβλεπεν· αυτός ήτο όστις εις την
+πρώτην συνεδρίασιν των Περσών είχεν εκφράσει ελευθέρως την
+γνώμην του και είχε συμβουλεύσει τον Ξέρξην να μη στρατεύση
+κατά της Ελλάδος· ούτος λοιπόν ιδών τον Ξέρξην δακρύσαντα, είπε
+τα εξής· «Ω βασιλεύ, πόσον διαφορετικά έπραξες τώρα και ολίγον
+προ τούτου· αφού εμακάρισες σεαυτόν, δακρύεις.» Ο δε Ξέρξης
+απεκρίθη· «Εσυλλογίσθην πόσον βραχύς είναι όλος ο ανθρώπινος
+βίος και ησθάνθην οίκτον εις την καρδίαν, διότι εξ αυτών των
+τόσων ανθρώπων δεν θα υπάρχη μήτε είς μετά εκατόν έτη.» Τότε ο
+Αρτάβανος επανέλαβε λέγων· «Υπάρχουσιν άλλα οικτρότερα εν τω
+βίω· καθότι, με όλην αυτού την βραχύτητα, δεν υπάρχει άνθρωπος
+τόσον ευτυχής όστις είτε διά τούτον τον λόγον είτε διά τον
+άλλον, να μη επεθύμησεν ουχί άπαξ αλλά πολλάκις να αποθάνη
+μάλλον ή να ζη. Αι αλλεπάλληλοι συμφοραί και αι νόσοι,
+συνταράττουσαι τον άνθρωπον, κάμνουσι τον βραχύν τούτον βίον να
+φαίνεται μακρός. Τοιουτοτρόπως ο θάνατος, όταν η ζωή ήναι
+τεθλιμμένη, γίνεται διά τον άνθρωπον το μάλλον επιθυμητόν
+καταφύγιον· ο δε θεός, αφού μας κάμη να γευθώμεν γλυκύτητάς
+τινας του κόσμου, δεικνύεται αμέσως φθονερός.»
+
+47. Ο δε Ξέρξης απεκρίθη· «Αρτάβανε, ας παύσωμεν τώρα περί του
+ανθρωπίνου βίου όστις είναι τοιούτος ως τον περιγράφεις, και ας
+μη ενθυμώμεθα κακά ενώ κατά το παρόν έχομεν καλά. Ειπέ μοι δε
+το εξής· εάν το νυκτερινόν εκείνο όραμα δεν σοι εφαίνετο τόσον
+ζωηρόν, θα εξηκολούθεις να έχης την πρώτην γνώμην και να με
+εμποδίζης από την κατά της Ελλάδος στρατείαν, ή ήθελες
+μεταβληθή; Ομίλει, αποκρίθητι ειλικρινώς.» Ο δε Αρτάβανος
+απεκρίθη λέγων· «Ω βασιλεύ, τον μεν όραμα το οποίον είδομεν εις
+τον ύπνον μας είθε να αποβή ως επιθυμούμεν αμφότεροι, εγώ όμως
+είμαι εισέτι πλήρης φόβου και εκτός εμαυτού στοχαζόμενος και
+άλλα πολλά, και προς τούτοις βλέπων ότι δύο πράγματα σε είναι
+πολεμιώτατα.»
+
+48. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης, απεκρίθη τα εξής· «Σκληρέ άνθρωπε,
+ποία είναι λοιπόν αυτά τα δύο πολεμιώτατα πράγματα τα οποία με
+λέγεις; Μήπως ο στρατός ούτος σε φαίνεται ότι δεν είναι
+αρκετός, και ότι ο Ελληνικός είναι περισσότερος του ιδικού μας;
+ή μήπως ο στόλος μας ήναι υποδεέστερος του ιδικού των; ή τέλος
+και τα δύο; Εάν αι δυνάμεις μας σοι φαίνονται ανεπαρκείς,
+αμέσως δυνάμεθα να συνάξωμεν και άλλον στρατόν.»
+
+49. Ο δε Αρτάβανος απεκρίθη λέγων· «Βασιλεύ, ούτε τον στρατόν
+τούτον, ούτε το πλήθος των πλοίων δύναται να μεμφθή άνθρωπος
+έχων σύνεσιν. 1. Εάν συνάξης περισσότερα, τότε τα δύο τα οποία
+λέγω θα γίνωσι πολύ μάλλον πολεμιώτερα. Τα δύο ταύτα πολέμια
+είναι η γη και η θάλασσα, διότι ως νομίζω εις κανέν μέρος της
+θαλάσσης δεν ευρίσκεται λιμήν τόσον μέγας ώστε εν περιπτώσει
+τρικυμίας να δεχθή το ναυτικόν σου και να ήναι ικανός να
+διασώση αυτό· μολονότι δεν αρκεί να υπάρχη είς μόνον τοιούτος
+λιμήν, αλλά πρέπει να υπάρχωσι πολλοί τοιούτοι λιμένες εις όλα
+τα παράλια της ηπείρου πλησίον της οποίας θα πλεύσης. Επειδή
+λοιπόν δεν έχεις ασφαλείς λιμένας, μάθε ότι αι περιστάσεις
+εξουσιάζουσι τους ανθρώπους και ουχί οι άνθρωποι τας
+περιστάσεις. 2. Αφού ωνόμασα το έν των πραγμάτων τούτων,
+έρχομαι να ομιλήσω και περί του ετέρου. Η γη είναι εχθρά σου
+κατά τον εξής τρόπον· και επί τη υποθέσει ότι ευθύς εξ αρχής
+δεν εύρης καμμίαν αντίστασιν, πάλιν, ενόσω προχωρείς
+δελεαζόμενος από την επιθυμίαν του προχωρείν, αυτή θα γίνεται
+πολεμιωτέρα, επειδή ο άνθρωπος είναι άπληστος εις τας ευτυχίας.
+Και επί τη υποθέσει λοιπόν ότι κανείς δεν θα εναντιωθή εις την
+πορείαν σου, το μήκος όμως της οδού και η μακρά διαμονή σου θα
+γεννήσωσι πείναν. Η φρόνησις του ανθρώπου συνίσταται εις το να
+φοβήται μεν όταν σκέπτεται, αναλογιζόμενος όσα ήναι δυνατόν να
+πάθη, να ήναι δε τολμηρός όταν ενεργή.»
+
+50. Απεκρίθη δε ο Ξέρξης ως εξής· «Αρτάβανε, καλώς εξέθηκες τας
+ιδέας σου επί εκάστου πράγματος, αλλά μήτε όλα να φοβήσαι μήτε
+όλα να συλλογίζεσαι τόσον πολύ. 1. Εάν θέλης εις πάσαν υπόθεσιν
+να ακριβολογής παν ό,τι δύναται να ακολουθήση, ποτέ δεν θα
+κάμης τίποτε. Όθεν είναι προτιμότερον τολμών τις τα πάντα να
+πάθη το ήμισυ των δεινών μάλλον ή να μη πάθη τίποτε επειδή
+φοβείται τα πάντα. Εάν αντιτείνων εις πάντα λόγον δεν ειμπορείς
+να αποδείξης το βέβαιον, σφάλλεις και συ ομοίως ως εκείνος
+όστις ήθελεν ειπεί τα εναντία· ούτως έχει και διά τους δύο.
+Αλλά πώς είναι δυνατόν, ων τις άνθρωπος, να γνωρίση μετά
+βεβαιότητος τι πρέπει να πράξη; εγώ φρονώ ότι τούτο είναι
+αδύνατον. Όσοι όμως ενεργούσι μετ' αποφάσεως, αυτοί συνήθως
+επιτυγχάνουσιν, ενώ οι υπολογίζοντες τα πάντα και οκνούντες,
+αυτοί αποτυγχάνουσι. 2. Βλέπεις εις πόσην δύναμιν έφθασε το
+βασίλειον των Περσών· εάν οι προ εμού βασιλεύσαντες είχον
+ομοίας γνώμας με σε, ή εάν χωρίς να έχωσιν αυτάς ήκουον όμως
+άλλους συμβούλους ως σε, ουδέποτε ήθελες ιδεί το βασίλειον
+ταύτο να φθάση εις τόσην ακμήν. Αλλ' οι βασιλείς εκείνοι,
+αψηφούντες τους κινδύνους, προήγαγον αυτό εις το σημείον τούτο,
+καθότι τα μεγάλα πράγματα με μεγάλους κινδύνους καταρθούνται.
+Ημείς λοιπόν μιμούμενοι τους προγενεστέρους στρατεύομεν εις την
+καλλιτέραν εποχήν του έτους, και αφού υποτάξωμεν όλην την
+Ευρώπην θα επανέλθωμεν οπίσω χωρίς ούτε λιμόν να απαντήσωμεν
+ουδαμού ούτε δυσάρεστόν τι να πάθωμεν· καθότι πρώτον μεν
+πορευόμεθα φέροντες μεθ' ημών πολλάς τροφάς και δεύτερον διότι
+εις οιανδήποτε γην και έθνος αν πατήσωμεν, θα έχωμεν εις την
+εξουσίαν μας τον σίτον αυτών· εκστρατεύομεν δε κατ' ανθρώπων
+γεωργών και ουχί κατά νομάδων.»
+
+51. Είπε δε ο Άρτάβανος μετά ταύτα· «Ω βασιλεύ, επειδή δεν
+φοβείσαι τίποτε, δέχθητι τουλάχιστον μίαν συμβουλήν, καθότι εις
+πολλά πράγματα είναι ανάγκη να λέγη τις πολλά. Ο Κύρος του
+Καμβύσου υπέταξεν όλους τους Ίωνας πλην των Αθηναίων και
+κατέστησεν αυτούς υποτελείς εις τους Πέρσας. Αυτούς τους
+ανθρώπους σε συμβουλεύω να μη συμπαραλάβης κατ' ουδένα τρόπον
+εις τον κατά των προγόνων των πόλεμον, καθότι και άνευ τούτων
+είμεθα ικανοί να υπερνικήσωμεν τους εχθρούς· Βεβαίως, εάν σε
+ακολουθήσωσι, πρέπει ή αδικώτατοι να γίνωσιν υποδουλούντες την
+μητρόπολίν των, ή δικαιότατοι συμπράττοντες εις την ελευθέρωσίν
+της. Και εάν μεν γίνωσιν αδικώτατοι, ουδέν μέγα κέρδος
+προσθέτουσιν εις ημάς· εάν όμως γίνωσι δικαιότατοι, δύνανται να
+βλάψωσι μεγάλως τον στρατόν σου. Ενθυμήθητι λοιπόν, ω βασιλεύ,
+το παλαιόν λόγιον πόσον ορθώς λέγει ότι άμα τη αρχή δεν
+καταφαίνεται όλον το τέλος.»
+
+52. Προς ταύτα ο Ξέρξης απεκρίθη· «Αρτάβανε, από όσας γνώμας
+έδωκες, εις αυτήν σφάλλης περισσότερον, φοβούμενος τους Ίωνας
+μήπως μας προδώσωσι. Της προαιρέσεως των Ιώνων έχομεν απόδειξιν
+μεγίστην· υπέρ αυτών και συ μαρτυρείς και όσοι άλλοι
+συνεξεστράτευσαν μετά του Δαρείου κατά των Σκυθών· ότι εις τας
+χείρας αυτών ήτο να αφανίσωσι ή να σώσωσι τον Περσικόν στρατόν
+και ότι έδειξαν την πίστιν των και όχι απιστίαν. Πλην δε
+τούτου, επειδή άφησαν εις την χώραν ημών τέκνα, γυναίκας και
+πλούτη, δεν πρέπει ούτε να το στοχασθή τις ότι δυνατόν να
+νεωτερίσωσι. Μη φοβήσαι λοιπόν τίποτε από αυτούς, αλλ' έχων
+θάρρος φρόντιζε περί της διατηρήσεως της οικίας και την
+βασιλείας μου, καθότι εις σε μόνον μεταξύ όλων εμπιστεύομαι το
+σκήπτρον μου.»
+
+53. Ταύτα ειπών και αποστείλας τον Αρτάβανον εις τα Σούσα,
+εκάλεσε μετά ταύτα τους σημαντικωτέρους των Περσών· αφού δε
+ήλθον, είπεν εις αυτούς τα εξής· «Ω Πέρσαι, σας συνήθροισα διά
+να σας παρακινήσω να φανήτε γενναίοι και να μη καταισχύνετε τα
+αρχαία κατορθώματα των Περσών, κατορθώματα μεγάλα και πολλού
+λόγου άξια. Έκαστος ιδιαιτέρως και όλοι ομού ας έχωμεν
+προθυμίαν, καθότι υπ' όψιν έχομεν το κοινόν καλόν. Τούτου ένεκα
+σας παροτρύνω να καταβάλετε πάντα ζήλον εις τον πόλεμον τούτον,
+διότι ως ακούω εκστρατεύομεν εναντίον ανθρώπων γενναίων τους
+οποίους εάν νικήσωμεν δεν θα ευρεθή πλέον άλλος στρατός
+ανθρώπων διά να μας εναντιωθή. Τώρα, ας διαβαίνωμεν την
+θάλασσαν αφού προσευχηθώμεν εις τους θεούς όσοι έχουσιν υπό την
+προστασίαν των την Περσίδα γην.»
+
+54. Όλη εκείνη η ημέρα εδαπανήθη εις την ετοιμασίαν της
+διαβάσεως, την δε ακόλουθον περιέμενον ανυπομόνως την ανατολήν
+του ηλίου καίοντες επί των γεφυρών θυμιάματα διάφορα και
+στρώνοντες την οδόν με μυρσίνας. Ενώ δε ανέτελλεν ο ήλιος, ο
+Ξέρξης κάμνων σπονδάς εις την θάλασσαν με χρυσούν ποτήριον,
+ηύχετο εις αυτόν να μη τω συμβή περιστατικόν τι το οποίον να
+τον εμποδίση από του να καθυποτάξη την Ευρώπην, αλλά να τον
+βοηθήση να φθάση έως εις τα άκρα αυτής. Αφού δε ευχήθη έρριψε
+το ποτήριον εις τον Ελλήσποντον μεθ' ενός κρατήρος χρυσού και
+του Περσικού ξίφους το οποίον καλούσιν ακινάκην. Δεν δύναμαι να
+αποφανθώ ακριβώς εάν αφιερών αυτά εις τον ήλιον τα έρριψεν εις
+το πέλαγος, ή εάν μετανοήσας διότι εμαστίγωσε τον Ελλήσποντον
+προσέφερε τα δώρα ταύτα εις την θάλασσαν.
+
+55. Αφού εγένοντο ταύτα, ήρχισεν η διάβασις· και διά μεν της
+γεφύρας της προς το μέρος του Ευξείνου διέβη όλον το πεζόν και
+το ιππικόν, διά δε της προς το Αιγαίον τα υποζύγια και η
+θεραπεία. Επορεύοντο δε πρώτοι οι δεκακισχίλιοι Πέρσαι, όλοι
+εστεφανωμένοι, και μετ' αυτού ο σύμμικτος στρατός των διαφόρων
+εθνών. Και ταύτην μεν την ημέραν ούτοι διέβησαν, την δε
+ακόλουθον, πρώτον μεν οι ιππείς και οι κρατούντες τας προς τα
+κάτω εστραμμένας λόγχας· ήσαν δε και ούτοι εστεφανωμένοι· μετ'
+αυτούς δε οι ιεροί ίπποι και το ιερόν άρμα· έπειτα αυτός ο
+Ξέρξης και οι αιχμοφόροι και οι χίλιοι ιππείς, και μετ' αυτούς
+ο επίλοιπος στρατός. Συγχρόνως και τα πλοία ανήγοντο αντικρύ·
+ήκουσα επίσης ότι ο Ξέρξης διέβη τελευταίος όλων.
+
+56. Διαβάς ο Ξέρξης εις την Ευρώπην εθεάτο τον στρατόν
+διαβαίνοντα με μαστιγώσεις· διέβη δε ο στρατός εις επτά ημέρας
+και επτά νύκτας άνευ διακοπής. Τότε λέγουσιν ότι αφού ο Ξέρξης
+διέβη τον Ελλήσποντον, Ελλησπόντιός τις είπεν· «ω Ζευ, διατί
+υπό μορφήν ανδρός Πέρσου και λαβών το όνομα Ξέρξης θέλεις να
+αναστατώσης την Ελλάδα άγων κατ' αυτής όλους τους ανθρώπους;
+ηδύνασο και άνευ τούτων να πράξης ταύτα.»
+
+57. Αφού διέβησαν όλοι και ήρχισαν να οδεύωσιν, εφάνη εις
+αυτούς μέγα θαύμα περί του οποίου ο Ξέρξης δεν εφρόντισε ποσώς,
+μολονότι ήτο ευεξήγητον. Ίππος εγέννησε λαγόν, εξ ου ευκόλως
+ηδύνατό τις να εννοήση ότι ο Ξέρξης έμελλε να ελάση στρατόν
+κατά της Ελλάδος υπερηφανώτατα και μεγαλοπρεπέστατα και ότι θα
+επέστρεφεν οπίσω, αναγκαζόμενος χάριν της σωτηρίας του να
+τρέχη. Και άλλο θαύμα είχε φανή εις τας Σάρδεις· ημίονος
+εγέννησεν ημίονον διπλά έχουσαν αιδοία, τα μεν άρρενος τα δε
+θηλείας· τα του άρρενος δε ήσαν υπεράνω των της θηλείας.
+
+58. Μη φροντίσας λοιπόν μήτε περί του ενός μήτε περί του άλλου,
+επορεύετο επί τα πρόσω, συν αυτώ δε ο πεζός στρατός. Ο δε
+ναυτικός στρατός, έξω του Ελλησπόντου, έπλεε παρακολουθών την
+ακτήν και έχων εστραμμένην την πρύμνην προς τον πεζόν, καθότι
+έπλεε προς δυσμάς διευθυνόμενος εις το Σαρπηδόνιον ακρωτήριον
+όπου ήτο διατεταγμένος να φθάση και να περιμένη, ενώ ο στρατός
+της ξηράς εξηκολούθει τον δρόμον του διά της χερσονήσου
+διευθυνόμενος προς ανατολάς του ηλίου και έχων εις τα δεξιά μεν
+τον τάφον της Έλλης, θυγατρός του Αδάμαντος, αριστερά δε την
+πόλιν Καρδίαν. Διελθών διά μέσου πόλεώς τινος ης το όνομα ήτο
+Αγορά και κάμψας τον καλούμενον Μέλανα κόλπον και τον Μέλανα
+ποταμόν του οποίου το ύδωρ δεν εξήρκεσεν εις τον στρατόν αλλ'
+εξηντλήθη, τούτον τον ποταμόν διαβάς, εξ ου και ο κόλπος έχει
+την επωνυμίαν, επορεύετο προς δυσμάς μέχρις ου έφθασεν εις τον
+Δορίσκον, πέραν της Αιολίδος πόλεως Αίνου και της Στεντορίδος
+λίμνης.
+
+59. Ο δε Δορίσκος είναι αιγιαλός της Θρακικής και πεδιάς
+μεγάλη, διά μέσου της οποίας ρέει ποταμός μέγας ο Έβρος. Εκεί
+ήτο εκτισμένον τείχος βασιλικόν, όπερ εκαλείτο Δορίσκος και
+φρουρά Περσική κατασταθείσα υπό του Δαρείου το κατείχεν από της
+εποχής της εναντίον των Σκυθών εκστρατείας. Εφάνη δε εις τον
+Ξέρξην επιτήδειος ο χώρος εκείνος όπως θέση εις τάξιν και
+αριθμήση τον στρατόν· όπερ και έπραξεν. Αφού δε ήλθον όλα τα
+πλοία εις τον Δορίσκον, οι ναύαρχοι, διατάξαντος του Ξέρξου, τα
+έφερον εις τον πλησιέστερον αιγιαλόν του Δορίσκου όπου είναι αι
+Σαμοθρακικαί πόλεις Σάλη και Ζώνη, εις το τέλος δε αυτού του
+αιγιαλού είναι το ονομαστόν ακρωτήριον Σέρρειον. Ο χώρος ούτος
+ήτο άλλοτε των Κικόνων. Εις τούτον λοιπόν τον αιγιαλόν
+καταπλεύσαντες οι Πέρσαι, έσυρον έξω τα πλοία και τα εξήραινον.
+Κατ' αυτό δε το διάστημα ο Ξέρξης έκαμνε την απαρίθμησιν του
+στρατού εις τον Δορίσκον.
+
+60. Πόσον πλήθος ευρέθη εις την απαρίθμησιν ταύτην ότι έδωκεν
+έκαστον έθνος δεν δύναμαι να είπω ακριβώς, διότι ουδείς το
+είπεν. Όλος δε ο πεζός στρατός ανέβη εις έν εκατομμύριον και
+επτακοσίας χιλιάδας, και ηριθμήθη κατά τον ακόλουθον τρόπον.
+Συναγαγόντες εις ένα χώρον δεκακισχίλιους ανθρώπους και
+συσφίγξαντες αυτούς όσον το δυνατόν περισσότερον, περιεχάραξαν
+έξωθεν κύκλον· περιχαράξαντες δε τον κύκλον και εξαγαγόντες
+τους μυρίους έκαμον περίτραγμα του οποίου το ύψος έφθανεν έως
+τον ομφαλόν ανθρώπου. Τούτα ποιήσαντες, εισεβίβασαν άλλους εις
+την περιοχήν ταύτην, μέχρις ου ηρίθμησαν όλους κατ' αυτόν τον
+τρόπον. Αφού δε τους ηρίθμησαν, κατέταξαν αυτούς κατά έθνη.
+
+61. Τα δε έθνη όσα έλαβον μέρος εις την εκστρατείαν ήσαν τα
+εξής. Οι Πέρσαι οίτινες είχον την ακόλουθον σκευήν· περί τας
+κεφαλάς έφερον πίλους όχι στερεούς, καλουμένους τιάρας, περί δε
+το σώμα θώρακας χειριδωτούς εκ ποικίλων τεμαχίων και ομοίων την
+όψιν με λέπια ιχθύων, και περί τα σκέλη αναξυρίδας· αντί δε
+ασπίδων είχον γέρρα, υποκάτω των οποίων εκρέμαντο φαρέτραι. Τα
+ακόντιά των ήσαν μικρά, τα τόξα μεγάλα και τα βέλη καλάμινα·
+εκρέματο δε προς τον δεξιόν μηρόν εγχειρίδιον δεδεμένον εις την
+ζώνην. Αρχηγός αυτών ήτο ο Οτάνης, πατήρ της Αμήστριος γυναικός
+του Ξέρξου. Οι Έλληνες ωνόμαζον αυτούς άλλοτε Κηφήνας, αυτοί δε
+οι ίδιοι εκαλούντο Αρταίοι και οι περίοικοί των τους εκάλουν
+ούτω. Ότε δε ο Περσεύς της Δανάης και του Διός ήλθεν εις τον
+Κηφέα του Βήλου και έλαβε την θυγατέρα του Ανδρομέδαν,
+εγέννησεν εξ αυτής υιόν τον οποίον ωνόμασε Πέρσην και τον
+οποίον άφησεν εκεί, διότι ο Κηφεύς ετύγχανε μη έχων άρρενα
+τέκνα. Από τούτου δε του Πέρσου έλαβον την επωνυμίαν.
+
+62. Οι δε Μήδοι εστρατεύοντο έχοντες την αυτήν στολήν με τους
+Πέρσας, διότι κυρίως ειπείν η στολή αύτη ήναι Μηδική και ουχί
+Περσική. Αρχηγός αυτών ήτο ο Τιγράνης εκ της οικογενείας των
+Αχαιμενιδών. Άλλοτε ούτοι εκαλούντο παρ' όλων Άριοι· αλλ'
+ελθούσης της Κολχίδος Μηδείας εξ Αθηνών εις την χώραν των,
+μετέβαλαν και αυτοί το όνομά των. Τούτο τουλάχιστον λέγουσι
+περί εαυτών οι Μήδοι. Οι δε Κίσσιοι κατά μεν τα άλλα ήσαν
+εσκευασμένοι ως οι Πέρσαι, μόνον δε εις την κεφαλήν αντί πίλων
+είχον μίτρας. Αρχηγός αυτών ήτο ο Ανάφης του Οτάνου. Οι δε
+Υρκάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι Πέρσαι και είχον ηγεμόνα τον
+Μεγάπανον όστις μετά τα συμβάντα ταύτα εγένετο διοικητής της
+Βαβυλώνος.
+
+63. Οι δε Ασσύριοι εις μεν τας κεφαλάς εφόρουν περικεφαλαίας
+χαλκίνας και πεπλεγμένας κατά τρόπον τινά βάρβαρον ουχί εύκολον
+να περιγραφή· ασπίδας δε και ακόντια και εγχειρίδια είχον όμοια
+με τους Αιγυπτίους· προς τούτοις είχον ρόπαλα ξύλινα με τύλους
+σιδηρούς και θώρακας λινούς. Ούτοι υπό μεν των Ελλήνων
+εκαλούντο Σύριοι, υπό δε των βαρβάρων Ασσύριοι, Μεταξύ αυτών
+ήσαν οι Χαλδαίοι, και είχον αρχηγόν τον Οτάσπην, υιόν του
+Αρταχαίου.
+
+64. Οι Βάκτριοι δε εστρατεύοντο έχοντες εις τας κεφαλάς ό,τι
+σχεδόν και οι Μήδοι· τόξα δε καλάμινα εντόπια και ακόντια
+βραχέα. Οι δε Σάκαι, φυλή Σκυθική, περί μεν τας κεφαλάς είχον
+κυρβασίας ορθάς και ληγούσας εις οξύ, εφόρουν δε αναξυρίδας,
+τόξα δε είχον επιχώρια και εγχειρίδια, προς τούτοις και αξίνας
+καλουμένας σαγάρεις. Τούτους δε όντας Σκύθας, Αμυργίους,
+εκάλουν Σάκας, διότι οι Πέρσαι όλους τους Σκύθας καλούσι Σάκας.
+Τούτων δε των Σακών και των Βακτρίων αρχηγός ήτο ο Υστάσπης,
+υιός του Δαρείου και της Ατόσης, θυγατρός του Κύρου.
+
+65. Οι δε Ινδοί εφόρουν ενδύματα κατεσκευασμένα εκ βάμβακος·
+είχον τόξα καλάμινα και βέλη καλάμινα με αιχμάς σιδηράς.
+Εστρατεύοντο δε υπό την αρχηγίαν του Φαρναζάθρου, υιού του
+Αρταβάτου.
+
+66. Οι δε Άριοι τόξα μεν είχον Μηδικά, κατά δε τα λοιπά ήσαν ως
+οι Βάκτριοι. Αρχηγός αυτών ήτο ο Σισάμνης, υιός του Υδάρνους.
+Οι δε Πάρθιοι και οι Χοράσμιοι και οι Σογδοί και οι Γανδάριοι
+και οι Δαδίκαι εστρατεύοντο έχοντες τον αυτόν οπλισμόν ως οι
+Βάκτριοι. Τούτων αρχηγοί ήσαν οι εξής· των μεν Πάρθων και
+Χορασμίων ο Αρτάβαζος του Φαρνάκους, των δε Σογδών ο Αζάνης του
+Αρταίου, των δε Γανδαρίων και Δαδικών ο Αρτύφιος του Αρταβάνου.
+
+67. Οι δε Κάσπιοι εστρατεύοντο ενδεδυμένοι επανωφόρια εκ
+δέρματος αιγός και έχοντες επιχώρια τόξα καλάμινα και ακινάκας.
+Και ούτοι μεν ούτως ήσαν ωπλισμένοι, και είχον ηγεμόνα τον
+Αριόμαρδον, αδελφόν του Αρτυφίου· οι δε Σαράγγαι διέπρεπον διά
+την βαφήν των ενδυμάτων των, και είχον πέδιλα αναβαίνοντα εις
+το γόνυ, τα δε τόξα και τα ακόντιά των ήσαν Μηδικά. Αρχηγός των
+αρχηγών ήτο ο Φαρενδάτης του Μεγαβάζου. Οι Πάκτυες δε είχαν τα
+αυτά ενδύματα και είχον τόξα επιχώρια και εγχειρίδια· αρχηγός
+δε αυτών ήτο ο Αρτύντης του Ιθαμάτρου.
+
+68. Οι δε Ούτιοι, οι Μύκοι και οι Παρικάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως
+οι Πάκτυες. Τούτων αρχηγοί ήσαν οι εξής· των μεν Ουτίων και των
+Μύκων ο Αρσαμένης του Δαρείου, των δε Παρικανίων ο Σιρομίτρης
+του Οιοβάζου.
+
+69. Οι δε Αράβιοι εφόρουν μακρά επανωφόρια και εις τα δεξιά των
+είχον παλίντονα τόξα μακρά. Οι δε Αιθίοπες εφόρουν παρδαλάς και
+λεοντάς, τόξα δε είχαν μακρά μέχρι τεσσάρων πήχεων
+κατεσκευασμένα από κλάδους φοινίκων προς τούτοις βέλη καλάμινα
+μικρά, εις την άκραν των οποίων αντί σιδήρου ήτα λίθος οξύς εξ
+εκείνου με τον οποίον σκαλίζουσι τας σφραγίδας των· Είχον δε
+ακόντια εις την άκραν των οποίων ήτο κέρας δορκάδος οξύ
+κατεσκευασμένον εις τρόπον λόγχης· είχον δε και ρόπαλα τυλωτά·
+και το μεν ήμισυ του σώματος όταν εξέρχωνται εις πόλεμον
+αλείφουσι με γύψον, το δε άλλο ήμισυ με μίλτον. Των Αραβίων δε
+και των υπεράνω της Αιγύπτου κατοικούντων Αιθιόπων αρχηγός ήτο
+ο Αρσάμης, υιός του Δαρείου και της Αρτυστώνης, θυγατρός του
+Κύρου, την οποίαν ο Δαρείος ηγάπησε πλειότερον όλων των άλλων
+γυναικών του και διέταξε να κατασκευάσωσι την εικόνα της εκ
+χρυσού σφυρηλατημένου. Των μεν λοιπόν Αραβίων και των υπέρ την
+Αίγυπτον κατοικούντων Αιθιόπων αρχηγός ήτο ο Αρσάμης.
+
+70. Οι δε ανατολικοί Αιθίοπες (διότι και οι μεν και οι δε
+εστρατεύοντο) ήσαν κατατεταγμένοι μεταξύ των Ινδών. Ούτοι δεν
+διαφέρουσιν ουδόλως από τους άλλους κατά την μορφήν, αλλά μόνον
+κατά το ιδίωμα της γλώσσης και τα τρίχωμα, διότι των μεν
+ανατολικών Αιθιόπων αι τρίχες ήναι ευθείαι, των δε Αιθιόπων της
+Λιβύας η κόμη είναι η μάλλον ουλόθριξ όλων των ανθρώπων. Ούτοι
+δε οι εκ της Ασίας Αιθίοπες ήσαν κατά το πλείστον ωπλισμένοι ως
+οι Ινδοί, και εις τας κεφαλάς είχον προμετωπίδια ίππων
+εκδεδαρμένα ομού με τα ώτα και τας χαίτας. Αι χαίται αύται
+επείχον τόπον λόφου, τα δε ώτα των ίππων ήσαν εστημένα ορθά. Τα
+αμυντήρια δε όπλα των ήσαν δοραί γερανών εν είδει ασπίδων.
+
+71. Οι Λίβυες ηκολούθουν έχοντες στολήν δερματίνην και
+ωπλισμένοι με ακόντια σκληρυνθέντα εις το πυρ. Αρχηγός δε αυτών
+ήτο ο Μασσάγης του Οαρίζου.
+
+72. Οι δε Παφλαγόνες εστράτευον έχοντες επί της κεφαλής κράνη
+πλεκτά, ασπίδας μικράς, λόγχας όχι μεγάλας, και προς τούτοις
+ακόντια και εγχειρίδια· είχον δε περί τους πόδας πέδιλα
+επιχώρια, αναβαίνοντα εις το μέσον της κνήμης. Οι Λίγυες δε, οι
+Ματιανοί, οι Μαριανδυνοί και οι Σύριοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι
+Παφλαγόνες. Οι Σύριοι ούτοι υπό των Περσών καλούνται
+Καππαδόκαι. Και των μεν Παφλαγόνων και των Ματιανών αρχηγός ήτο
+ο Δώτος του Μεγασίδρου, των δε Μαριανδυνών, των Λιγύων και των
+Συρίων ο Γωβρύας του Δαρείου και της Αρτυστώνης υιός.
+
+73. Οι δε Φρύγες είχον σχεδόν τον αυτόν οπλισμόν με τους
+Παφλαγόνας. Οι Φρύγες ούτοι, ως λέγουσιν οι Μακεδόνες,
+εκαλούντο Βρίγες εφ' όσον χρόνον Ευρωπαίοι όντες ήσαν σύνοικοι
+των Μακεδόνων μετοικήσαντες δε εις την Ασίαν, ομού με την χώραν
+μετέβαλον και το όνομα εις Φρύγας. Οι δε Αρμένιοι ήσαν
+οπλισμένοι ως οι Φρύγες διότι είναι άποικοι των Φρυγών.
+Αμφοτέρων τούτων αρχηγός ήτο ο Αρτόχμης, γαμβρός του Δαρείου.
+
+74. Οι Λυδοί δε είχον όπλα ομοιότατα με τα Ελληνικά. Άλλοτε οι
+Λυδοί εκαλούντο Μήονες, μεταβαλόντες δε το όνομα έλαβον την
+επωνυμίαν ταύτην από του Λυδού, υιού του Άτυος. Οι δε Μυσοί εις
+μεν τας κεφαλάς είχον κράνη επιχώρια, ασπίδας δε μικράς,
+μετεχειρίζοντο δε ακόντια σκληρυνθέντα εις το πυρ. Ούτοι οι
+Μυσοί είναι άποικοι των Λυδών και από του όρους Ολύμπου
+καλούνται Ολυμπιανοί. Αρχηγός δε των Λυδών και των Μυσών ήτο ο
+Αρταφέρνης του Αρταφέρνους εκείνου όστις μετά του Δάτιδος
+εισέβαλεν εις τον Μαραθώνα.
+
+75. Οι δε Θράκες εστράτευον έχοντες εις μεν τας κεφαλάς των
+αλωπεκάς, περί δε το σώμα χιτώνας και άνωθεν αυτών επανωφόρια
+ποικιλόστικτα· περί τους πόδας και τας κνήμας είχον πέδιλα εκ
+δέρματος ελάφου, και προς τούτοις ακόντια, μικράς ασπίδας και
+εγχειρίδια μικρά. Οι Θράκες ούτοι ότε διέβησαν εις την Ασίαν
+εκλήθησαν Βιθυνοί. Άλλοτε, ως αυτοί λέγουσιν εκαλούντο
+Στρυμόνιοι, καθότι κατώκουν περί τον Στρυμόνα· λέγουσι δε ότι
+τους εδίωξαν εκ της χώρας των οι Τευκροί και οι Μυσοί. Τούτων
+δε των εν τη Ασία Θρακών αρχηγός ήτο ο Βασσάκης του Αρταβάνου.
+
+76. Οι δε Χάλυβες (17) είχον ασπίδας μικράς εκ δέρματος βοός
+ακατεργάστου, και έκαστος δύο ακόντια ως εκείνα τα οποία
+κατασκευάζουσιν εις την Λυκίαν. Εις τας κεφαλάς των είχον κράνη
+χάλκινα προ των οποίων υψούντο κέρατα και ώτα βοός χάλκινα και
+επ' αυτών λόφοι. Περί τας κνίμας είχον τεμάχια υφάσματος
+πορφυροβαφή. Εις την χώραν δε αυτών υπάρχει χρηστήριον του
+Άρεως.
+
+77. Οι δε Καβηλείς, άποικοι των Μηόνων, καλούμενοι Λασόνιοι,
+είχον οπλισμόν όμοιον με τους Κίλικας, τον οποίον θα εκθέσω
+όταν φθάσει η σειρά να ομιλήσω διά τους Κίλικας (18). Οι δε
+Μιλύαι είχον αιχμάς κοντάς και ενδύματα εμπεπορπημένα. Τινές εξ
+αυτών είχον τόξα Λύκια, εις δε τας κεφαλάς περικεφαλαίας
+δερματίνας. Τούτων όλων αρχηγός ήτο ο Βάδρης του Υστάνους.
+
+78. Οι Μόσχοι δε είχον περικεφαλαίας μεν ξυλίνας, ασπίδας δε
+μικράς και ακόντια βραχέα των οποίων όμως αι λόγχαι ήσαν
+μακραί. Οι δε Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες και οι Μοσύνοικοι
+εστράτευον εσκευασμένοι ως οι Μόσχοι. Τούτους δε ωδήγουν οι
+εξής αρχηγοί· τους μεν Μόσχους και τους Τιβαρηνούς ο
+Αριόμαρδος, υιός του Δαρείου και της Πάρμυος, θυγατρός του
+Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τους δε Μάκρωνας και τους Μοσυνοίκους
+ο Αρταΰκτης του Χοράσμιος, όστις ήτο διοικητής της εν
+Ελλησπόντω Σηστού.
+
+79. Οι δε Μάρες είχον κράνη μεν επιχώρια πλεκτά, ασπίδας δε
+δερματίνας μικράς και ακόντια. Οι δε Κόλχοι είχον κράνη ξύλινα,
+ασπίδας εκ δέρματος βοός ακατεργάστου, αιχμάς βραχείας και
+προσέτι μαχαίρας. Τούτων των Μαρών και των Κόλχων αρχηγός ήτο ο
+Φαρανδάτης του Τεάσπιδος. Οι δε Αλαρόδιοι και οι Σάσπειρες
+εστρατεύοντο ωπλισμένοι ως οι Κόλχοι. Τούτων αρχηγός ήτο ο
+Μασίστιος του Σιρομίτρου.
+
+80. Τα δε νησιωτικά έθνη τα ακολουθούντα εκ της Ερυθράς
+Θαλάσσης και των νήσων όπου ο βασιλεύς πέμπει τους
+εκπατριζομένους, είχον ενδύματα και όπλα ομοιότατα με τα
+Μηδικά. Τούτων των νησιωτών αρχηγός ήτο ο Μαρδόντης του Βαγαίου
+όστις κατά το δεύτερον έτος έπεσεν εις την εν Μυκάλη μάχην, είς
+ων των στρατηγών.
+
+81. Ταύτα ήταν τα έθνη άτινα εστρατεύοντο διά ξηράς και
+απετέλουν το πεζόν, αρχηγοί δε αυτών ήσαν οι ανωτέρω ρηθέντες
+οίτινες και τα ωργάνωσαν και τα ηρίθμησαν δίδοντες αυτοίς
+χιλιάρχας και μυριάρχας· οι δε μυριάρχαι διώρισαν εκατοντάρχας
+και δεκάρχας· Άλλοι αξιωματικοί ιθαγενείς επεστάτουν τα τάγματα
+εκάστου έθνους, αλλά και ούτοι υπήκουον εις τους ανωτέρω
+ρηθέντας αρχηγούς.
+
+82. Τούτων δε και σύμπαντος του πεζού στρατού εστρατήγουν ο
+Μαρδόνιος του Γωβρύου, ο Τριτανταίχμης του Αρταβάνου του
+συμβουλεύσαντος να μη στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος, ο
+Σμερδομένης του Οτάνου (αμφότεροι ούτοι ήταν παίδες αδελφών του
+Δαρείου και επομένως εξάδελφοι του Ξέρξου), ο Μασίστης, υιός
+του Δαρείου και της Ατόσσης, ο Γέργις του Αρίζου και ο
+Μεγάβυζος του Ζωπύρου.
+
+83. Ούτοι ήσαν οι στρατηγοί όλου του πεζού χωρίς των μυρίων·
+των δε μυρίων λογάδων τούτων Περσών εστρατήγει μεν ο Υδάρνης
+του Υδάρνους, εκαλούντο δε αθάνατοι διά την εξής αιτίαν. Εάν
+τις εξ αυτών ήθελε λείψει είτε, ένεκα θανάτου είτε ένεκα
+ασθενείας, εξελέγετο άλλος και ουδέποτε ήσαν ούτε πλείονες των
+μυρίων ούτε ελάσσονες. Μεταξύ όλου του στρατού διεκρίνοντο οι
+Πέρσαι διά τον οπλισμόν των, ούτοι δε οι μύριοι ήσαν υπέρτεροι
+των άλλων Περσών. Ωπλισμένοι ως είπα, διεκρίνοντο διά την
+αφθονίαν των χρυσών κοσμημάτων των· έφερον μεθ' εαυτών
+αρμαμάξας εντός των οποίων είχον τας παλλακάς των και την
+πολλήν και πλουσίως κεκοσμημένην θεραπείαν των. Ιδιαίτεραι δε
+κάμηλοι και άλλα υποζύγια ζώα έφερον τας τροφάς των.
+
+84. Τα έθνη ταύτα έχουσι και ιππικόν, εν τούτοις δεν έδωκαν
+ιππείς όλα, αλλά μόνον τα εξής. Οι Πέρσαι, των οποίων οι ιππείς
+ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί· μόνον εις τας κεφαλάς είχον τινες
+ελάσματα σιδηρά ή χαλκά.
+
+85. Υπάρχουσι νομάδες τινές καλούμενοι Σαγάρτιοι φυλή Περσική
+καθ' όλα και κατά την γλώσσαν, η ενδυμασία των δε είναι μεταξύ
+της Περσικής και της Πακτυικής. Ούτοι είχον δώσει
+οκτακισχιλίους ιππείς. Οι άνθρωποι ούτοι απαξιούσι να έχωσιν
+άλλα όπλα χάλκικα ή σιδηρά και μεταχειρίζονται μόνον σχοινία
+δερμάτινα πεπλεγμένα, εις τα οποία έχουσιν όλον το θάρρος των
+όταν εξέρχωνται εις πόλεμον. Ο τρόπος δε της μάχης των ανθρώπων
+τούτων είναι ο εξής: Όταν συμπλακώσι με τους πολεμίους,
+ρίπτουσι τα σχοινία τα οποία εις την άκραν έχουσι βρόχον,
+όντινα δε τύχωσιν, ίππον ή άνθρωπον, τον έλκουσι προς εαυτούς·
+ούτοι δε εμπλεκόμενοι ως εις δίκτυα διαφθείρονται. Τούτων
+λοιπόν τοιούτος είναι ο τρόπος του πολεμείν, και ήσαν
+τεταγμένοι εις τους Πέρσας.
+
+86. Οι δε Μήδοι ιππείς είχον την ιδίαν σκευήν με τους πεζούς,
+και οι Κίσσιοι ομοίως· έτι δε και το ιππικόν των Ινδών είχε την
+ιδίαν σκευήν με το πεζόν· οι Ινδοί όμως ήλαυνον και κέλητας και
+άρματα· εις δε τα άρματα ήταν εζευγμένοι ίπποι και όνοι άγριοι.
+Οι δε Βάκτριοι ιππείς ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί· ομοίως και
+οι Κάσπιοι, ομοίως και οι Λίβυες. Όλοι δε ούτοι ήλαυνον άρματα.
+Προσέτι δε και οι Κάσπειροι και οι Παρικάνιοι ήσαν ωπλισμένοι
+ως οι πεζοί. Οι δε Αράβιοι ιππείς σκευήν μεν είχον ως οι πεζοί,
+ήλαυνον δε όλοι καμήλους αίτινες δεν είναι υποδεέστεραι των
+ίππων κατά την ταχύτητα.
+
+87. Ταύτα μόνα τα έθνη είχον ιππικόν, ο αριθμός δε των ίππων
+εγένετο ογδοήκοντα χιλιάδες, πάρεξ των καμήλων και των αρμάτων.
+Είχον οργανωθή κατά τάγματα και οι Αράβιοι ετάχθησαν
+τελευταίοι· επειδή οι ίπποι δεν ανέχονται τας καμήλους, διά
+τούτο ετάχθησαν ύστεροι ίνα μη φοβήται το ιππικόν.
+
+88. Ίππαρχοι ήσαν ο Αρμαμίθρης και ο Τίθαιος, υιοί του Δάτιδος·
+ο τρίτος συνίππαρχος Φαρνούχης είχε μείνει ασθενής εις τας
+Σάρδεις, καθότι ότε ανεχώρουν εκ της πόλεως ταύτης τω συνέβη
+συμφορά δυσάρεστος. Ενώ ίππευε, κύων διήλθεν υπό τους πόδας του
+ίππου, και ο ίππος μη προϊδών εφοβήθη και στας ορθός έρριψε
+κάτω τον Φαρνούχην, όστις πεσών ήμεσεν αίμα και η ασθένεια του
+μετετράπη εις φθίσιν. Οι υπηρέται του έκαμον τον ίππον ως
+επρόσταξεν· απαγαγόντες αυτόν εις τον τόπον όπου έρριψε τον
+δεσπότην του, τω έκοψαν τους πόδας μέχρι γονάτων. Τοιουτοτρόπως
+ο Φαρνάκης εστερήθη της αρχηγίας.
+
+89. Των δε τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις χιλίας διακοσίας,
+και παρέσχον αυτάς οι εξής. Οι μεν Φοίνικες και οι της
+Παλαιστίνης Σύριοι τριακοσίας, ωπλισμένοι όντες οι άνδρες κατά
+τον ακόλουθον τρόπον· εις μεν τας κεφαλάς είχον περικεφαλαίας
+κατεσκευασμένας σχεδόν ως τας των Ελλήνων· ενδεδυμένοι δε
+θώρακας λινούς, είχον ασπίδας μη πέρικεκοσμημένας και ακόντια.
+Ούτοι δε οι Φοίνικες άλλοτε κατώκουν, ως αυτοί λέγουσιν, εις τα
+παράλια της Ερυθράς θαλάσσης· εκείθεν δε αναχωρήσαντες ήλθον
+εις την Συρίαν και εγκατεστάθησαν εις τα παραθαλάσσια. Όλον
+τούτο το μέρος της Συρίας μέχρι της Αιγύπτου καλείται
+Παλαιστίνη. Οι δε Αιγύπτιοι παρέσχον πλοία διακόσια. Ούτοι
+είχον περί τας κεφαλάς κράνη πλεκτά, ασπίδας κοίλας με πλατέα
+περικοσμήματα και δόρατα ναυμαχίας, και πελέκεις μεγάλους. Οι
+πλείστοι δε εξ αυτών ήσαν θωρακοφόροι και είχον μαχαίρας
+μεγάλας. Και ούτοι μεν ούτως ήσαν ωπλισμένοι.
+
+90. Οι δε Κύπριοι παρέσχον εκατόν πεντήκοντα πλοία και ήσαν
+ωπλισμέναι ως εξής. Οι μεν βασιλείς αυτών είχον εις τας κεφαλάς
+μίτρας περιτετυλιγμένας (19), οι δε άλλοι εφόρουν χιτώνας, κατά
+τα λοιπά δε ήταν ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Τα δε έθνη των
+Κυπρίων, ως αυτοί οι Κύπριοι λέγουσιν, είναι τα εξής. Οι από
+της Σαλαμίνος των Αθηνών καταγόμενοι, οι από της Αρκαδίας, οι
+από της Κύθνου, οι από της Φοινίκης και οι από της Αιθιοπίας.
+
+91. Οι δε Κίλικες παρέσχον εκατόν πλοία. Ούτοι δε πάλιν περί
+τας κεφαλάς μεν είχον κράνη επιχώρια, μικράς ασπίδας εκ
+δέρματος βοείου ακατεργάστου και χιτώνας μαλλίνους· έκαστος δε
+είχε δύο ακόντια και ξίφος ομοιότατον με τας Αιγυπτιακάς
+μαχαίρας. Ούτοι πάλαι μεν εκαλούντο Υπαχαιοί, έλαβον δε έπειτα
+την επωνυμίαν Κίλικες εκ του Κίλικος, υιού του Φοίνικος
+Αγήνορος. Οι Πάμφυλοι δε παρέσχον τριάκοντα πλοία και ήσαν
+ωπλισμένοι με Ελληνικά όπλα. Οι Πάμφυλοι ούτοι κατάγονται εκ
+των Ελλήνων εκείνων οίτινες επιστρέφοντες εκ της Τροίας
+αποπλανήθησαν μετά του Αμφιλόχου και του Κάλχαντος.
+
+92. Οι δε Λύκιοι έδοσαν πλοία πεντήκοντα και εφόρουν θώρακας
+και κνημίδας· τόξα είχον εκ ξύλου κρανέας, βέλη καλάμινα, άνευ
+πτερών, και ακόντια. Προς τούτοις είχον δέρματα αιγών ερριμμένα
+εις τους ώμους, εις δε τας κεφαλάς πίλους περιεστεφανωμένους με
+πτερά· είχον δε και εγχειρίδια και δρέπανα. Οι Λύκιοι ούτοι,
+καταγόμενοι εκ της Κρήτης, εκαλούντο Τερμίλαι, έλαβον δε την
+επωνυμίαν Λύκιοι εκ του Λύκου, υιού του Αθηναίου Πανδίονος.
+
+93. Οι δε Δωριείς της Ασίας έδοσαν τριάκοντα πλοία έχοντες όπλα
+Ελληνικά και καταγόμενοι εκ της Πελοποννήσου. Οι Κάρες δε
+παρέσχον εβδομήκοντα πλοία· και ήσαν ωπλισμένοι κατά τα άλλα ως
+οι Έλληνες, είχον δε δρέπανα και εγχειρίδια. Πώς εκαλούντο δε
+ούτοι πρότερον, το είπον εις τα προλαβόντα βιβλία (20).
+
+94. Οι δε Ίωνες ωπλισμένοι ως οι Έλληνες έδοσαν εκατόν πλοία.
+Ούτοι ενόσω κατώκουν εν τη Πελοποννήσω την χώραν ήτις καλείται
+σήμερον Αχαΐα, και πριν έλθωσιν εις την Πελοπόννησον ο Δαναός
+και ο Ξούθος, εκαλούντο, ως λέγουσιν οι Έλληνες, Πελασγοί
+Αιγιαλείς· μετωνομάσθησαν δε Ίωνες από του Ίωνος, υιού του
+Ξούθου.
+
+95. Οι δε νησιώται έδοσαν δεκαεπτά πλοία και ήσαν ωπλισμένοι ως
+οι Έλληνες. Και ούτοι είναι έθνος Πελασγικόν, ύστερον δε εκλήθη
+Ιωνικόν, διά τον αυτόν λόγον δι' ον οι κατέχοντες τας δώδεκα
+πόλεις εκλήθησαν Ίωνες, άποικοι όντες των Αθηνών. Οι δε
+Ελλησπόντιοι πλην των Αβυδηνών (διότι οι Αβυδηνοί διετάχθησαν
+παρά του βασιλέως να μείνωσιν εις τον τόπον των και να
+φυλάττωσι τας γεφύρας) οι λοιποί οι εκ του πόντου στρατευόμενοι
+έδοσαν μεν πλοία εκατόν, ήσαν δε ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Ήσαν
+δε ούτοι άποικοι, των Ιώνων και των Δωριέων.
+
+96. Εις όλα δε τα πλοία είχον επιβιβασθή Πέρσαι, Μήδοι και
+Σάκαι. Τα πλοία των Φοινίκων ήσαν τα άριστα του στόλου, και τα
+των Σιδωνίων τα άριστα μεταξύ των Φοινίκων. Όλοι δε ούτοι ως
+και οι τεταγμένοι εις το πεζόν είχον αρχηγούς επιχωρίους τους
+οποίους εγώ δεν αναφέρω επειδή ούτε είναι άξιοι μνημονεύσεως.
+Όσαι πόλεις ήσαν εις έκαστον έθνος, τόσοι αρχηγοί ήσαν, αλλ'
+ούτοι ακολούθησαν ουχί τόσον ως στρατηγοί, αλλά μάλλον ως
+δούλοι στρατιώται. Και τους μεν στρατηγούς του πεζού όσοι είχον
+πάσαν της εξουσίαν και τους Πέρσας όσοι ώριζον έκαστον έθνος,
+ανέφερα ανωτέρω.
+
+97. Του δε ναυτικού στρατηγοί ήσαν οι εξής· ο Αριαβίγνης του
+Δαρείου, ο Πρηξάσπης του Ασπαθίνου, ο Μεγάβαζος του Μεγαβάτου
+και ο Αχαιμένης του Δαρείου. Της μεν Ιωνικής και Καρικής μοίρας
+αρχηγός ήτο ο Αριαβίγνης, υιός του Δαρείου και της θυγατρός του
+Γωβρύου· της δε Αιγυπτιακής ο Αχαιμένης, αδελφός του Ξέρξου εκ
+πατρός και μητρός· του δε λοιπού στόλου ήσαν οι άλλοι δύο.
+Τριακόντοροι δε και πεντηκόντοροι και κέρκουροι και πλοία
+ιππαγωγά μικρά περιληφθέντα εις την απαρίθμησιν, ευρέθησαν
+τρεις χιλιάδες.
+
+98. Μετά τους στρατηγούς, οι μάλλον ονομαστοί εκ των
+ευρισκομένων εις τον στόλον ήσαν οι εξής· ο Σιδώνιος
+Τετράμνηστος του Ανύσου, ο Τύριος Μάπην του Σιρώμου, ο Αράδιος
+Μέρβαλος του Αγβάλου, ο Κίλιξ Συέννεσις του Ωρομέδοντος, ο
+Λύκιος Κυβερνίσκος του Σίκα, οι Κύπριοι Γόργος του Χέρσιος και
+Τιμώναξ του Τιμαγόρου, οι Κάρες Ιστιαίος του Τύμνου, Τίγρης του
+Σελδώμου και Δαμασίθυμος του Κανδαύλου.
+
+99. Τους μεν άλλους ταξιάρχους δεν είναι ανάγκη να αναφέρω,
+αλλά μόνον την Αρτεμισίαν, ήτις εστράτευσε κατά της Ελλάδος και
+την οποίαν μεγάλως θαυμάζω. Η γυνή αύτη, αφού απέθανεν ο
+σύζυγός της, ανέλαβε την βασιλείαν και την κηδεμονίαν του
+ανήλικος υιού της και ενώ δεν ήτο ουδεμία ανάγκη, ηκολούθησεν
+εις την εκστρατείαν μετά θάρρους ανδρικού. Εκαλείτο Αρτεμισία,
+και ήτο θυγάτηρ του Λυγδάμιδος· κατά δε το γένος πατρόθεν μεν
+ήτο εκ της Αλικαρνασού, μητρόθεν δε Κρήσσα. Ηγεμόνευε δε των
+Αλικαρνασέων, των Κώων, των Νισυρίων και των Καλυδνίων, δώσασα
+πέντε πλοία, άτινα ήσαν τα μάλλον αξιοπαρατήρητα όλου του
+στόλου, μετά τα πλοία των Σιδωνίων, εξ όλων δε των συμμάχων
+αυτή έδιδε τας αρίστας συμβουλάς εις τον βασιλέα. Αι πόλεις τας
+οποίας είπα ότι εκυβέρνα, είναι όλαι Δωρικαί· καθότι οι μεν
+Αλικαρνασείς είναι Τροιζήνιοι, οι δε άλλοι Επιδαύριοι. Και όσα
+μεν είπα διά τον ναυτικόν στρατόν αρκούσιν.
+
+100. Ο δε Ξέρξης αφού ηριθμήθη και διετάχθη ο στρατός,
+επεθύμησε να περιέλθη ο ίδιος τας τάξεις του και να τον
+επιθεωρήση. Όθεν αναβάς επί άρματος διήρχετο έμπροσθεν εκάστου
+έθνους αποτείνων διαφόρους ερωτήσεις, οι δε γραματείς
+εσημείωνον τας αποκρίσεις, μέχρις ου μετέβη από την μίαν εις
+την άλλην άκραν του ιππικού και του πεζού. Τούτου γενομένου,
+και των πλοίων καθελκυσθέντων εις την θάλασσαν, ο Ξέρξης κατέβη
+από του άρματος, εισήλθεν εις πλοίον Σιδώνιον το οποίον εσκίαζε
+χρυσή σκηνή, και παρέπλευσεν έμπροσθεν των πρωρών των πλοίων,
+ερωτών αυτά ως είχε πράξει διά τον πεζόν στρατόν και καταγράφων
+τας αποκρίσεις. Οι ναύαρχοι είχον μακρυνθή τέσσαρα πλέθρα από
+του αιγιαλού, έπειτα έστρεψαν όλοι τας πρώρας προς την γην
+μετωπηδόν και εξώπλισαν τους επιβάτας ως εις πόλεμον. Ο δε
+Ξέρξης πλέων μεταξύ των πρωρών και του αιγιαλού, τα επεθεώρει.
+
+101. Αφού δε επεθεώρησε και τον στόλον και εξήλθεν εις την
+ξηράν, προσεκάλεσε τον Δημάρατον του Αρίστωνος, όστις ηκολούθει
+αυτόν εις την κατά της Ελλάδος εκστρατείαν. Καλέσας δε αυτόν
+τον ηρώτησε τα εξής· «Δημάρατε, ευχαριστούμαι να σε ερωτήσω
+κατ' αυτήν την στιγμήν περί τινος πράγματος· είσαι Έλλην, και
+ως ήκουσα από σε και από τους άλλους Έλληνας μεθ' ων
+συνωμίλησα, είσαι εκ πόλεως ουχί μικράς ούτε ασθενούς. Τώρα
+λοιπόν ειπέ μοι εάν οι Έλληνες θα τολμήσωσι να άρωσι χείρας
+εναντίον μου· διότι, ως μεν φρονώ εγώ, όλοι οι Έλληνες και όλοι
+οι λοιποί άνθρωποι όσοι κατοικούσι προς δυσμάς εάν ενωθώσι, δεν
+είναι ικανοί να με αντισταθώσι, διότι δεν είναι σύμφωνοι μεταξύ
+των. Θέλω όμως ν' ακούσω και παρά σου τι φρονείς περί αυτών.» Ο
+μεν Ξέρξης ταύτα ηρώτα, ο δε Δημάρατος αποκριθείς είπεν· «ω
+βασιλεύ, τι προτιμάς; την αλήθειαν να σε ειπώ ή εκείνο το
+οποίον σε είναι αρεστόν;» Εκείνος δε τον διέταξε να είπη την
+αλήθειαν, λέγων ότι δεν ήθελε τον αγαπήσει διά τούτο ολιγώτερον
+ή πρότερον.
+
+102. Αφού ήκουσε ταύτα ο Δημάρατος, είπε τα εξής· «Βασιλεύ,
+αφού με διατάττεις να σε είπω όλην την αλήθειαν, ώστε να μη
+φωραθώ ύστερον παρά σου ψευδόμενος, μάθε ότι η πενία είναι
+πάντοτε η πιστή φίλη των Ελλήνων, εις αυτήν δε προστίθεται η
+αρετή ήτις κτάται διά της φρονήσεως και των σταθερών νόμων.
+Ταύτην την αρετήν μεταχειριζομένη η Ελλάς, υπερασπίζεται κατά
+της πενίας και της τυραννίας. Και επαινώ μεν όλους τους Έλληνας
+τους κατοικούντας περί εκείνους τους Δωρικούς τόπους, ο σκοπός
+μου όμως είναι να μη σε ομιλήσω περί όλων αλλά μόνον περί των
+Λακαδαιμονίων. Πρώτον μεν ότι δεν είναι δυνατόν να δεχθώσι τους
+λόγους σου προτείνοντας την δούλωσιν της Ελλάδος, έπειτα δε ότι
+θα εξέλθωσιν εναντίον σου εις μάχην, έστω και αν όλοι οι άλλοι
+Έλληνες ταχθώσι με το μέρος σου. Όσον αφορά διά τον αριθμόν
+αυτών, μη ερωτάς πόσοι όντες δύνανται να πράξωσι ταύτα, διότι
+και χίλιοι εάν εκστρατεύσωσι θα σε πολεμήσωσι· και ολιγώτερρι
+τούτων ή και περισσότεροι.»
+
+103. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης εγέλασε και είπε· «Δημάρατε, τι
+λέγεις; χίλιοι άνθρωποι να πολεμήσωσιν εναντίον τοσούτου
+στρατού! Έλα, ειπέ μοι· συ λέγεις ότι υπήρξες βασιλεύς τούτων
+των ανθρώπων· δέχεσαι λοιπόν τώρα αμέσως να πολεμήσης με δέκα;
+καθότι αν οι πολίται σας ήναι τοιούτοι οίους τους περιγράφεις,
+συ ο βασιλεύς εκείνων πρέπει να αντιτάσσεται κατά διπλασίου
+αριθμού αντιπάλων, συμφώνως με τους νόμους σας· ώστε, εάν
+έκαστος αυτών ήναι αντάξιος να πολεμήση με δέκα εκ των ιδικών
+μου στρατιωτών, κρίνω ότι συ πρέπει να ήσαι αντάξιος να
+πολεμήσης με είκοσι, και τότε ειμπορεί να ήναι ορθός ο λόγος ο
+παρά σου ειρημένος. Αλλ' εάν ήσθε όλοι του αυτού αναστήματος ως
+συ και οι άλλοι Έλληνες μεθ' ων συνωμίλησα, καυχάσαι. Πρόσεξε
+λοιπόν μήπως όσα λέγεις είναι κομπορρημοσύνη. Φέρε να
+εξετάσωμεν το πιθανόν· χίλιοι ή και μύριοι ή και
+πεντακισμύριοι, όλοι ελεύθεροι και ίσοι, μη υποτασσόμενοι εις
+ένα μόνον αρχηγόν, πώς είναι δυνατόν να αντισταθώσιν εις
+τοσούτον στρατόν; θα ήμεθα τουλάχιστον χίλιοι προς ένα, εάν
+εκείνοι αντιτάξωσι πέντε χιλιάδας. Προσέτι οι ιδικοί μας
+στρατιώται, κατά τους ημετέρους νόμους, διοικούμενοι παρ' ενός
+μόνου, θα εδεικνύοντο εκ φόβου γενναιότεροι παρ' όσον είναι εκ
+φύσεως· μαστιγούμενοι, δε θα ηδύναντο να ορμήσωσι και κατά
+περισσοτέρων. Οι ιδικοί σας όμως, αφειμένοι ελεύθεροι, δεν
+είναι δυνατόν να πράξωσιν ουδέν τούτων. Νομίζω λοιπόν ότι και
+ισάριθμοι αν ήσαν οι Έλληνες, δυσκόλως θα ηδύναντο να
+πολεμήσωσι με τους Πέρσας μόνους. Αυτό το οποίον λέγεις,
+ευρίσκεται παρ' ημίν, ουχί μεταξύ του πλήθους, αλλά μεταξύ των
+λογάδων ανδρών· διότι έχω περί εμέ φύλακας Πέρσας οίτινες δεν
+θα εδίσταζον να πολεμήσωσι με τρεις Έλληνας συγχρόνως. Επειδή
+όμως δεν τους εδοκίμασες, λεγεις πολλάς φλυαρίας.»
+
+104. Προς ταύτα ο Δημάρατος είπεν· «Ω βασιλεύ, εξ αρχής ήξευρα
+ότι η αλήθεια δεν θα σε ήτο αρεστή, επειδή όμως με ηνάγκασες να
+είπω αληθεστάτους λόγους, σε είπον τα προσήκοντα περί των
+Σπαρτιατών. Εν τούτοις πόσον τους αγαπώ το ηξεύρεις πολύ καλά,
+διότι αυτοί αφαιρέσαντές με την τιμήν και τα πατρικά μου
+δικαιώματα με κατέστησαν φυγάδα και άπολιν, ο δε πατήρ σου με
+εδέχθη και με έδωκε κατοικίαν και πλούτη. Δεν είναι δε πρέπον ο
+φρόνιμος άνθρωπος να λησμονή εκείνους οίτινες έδειξαν προς
+αυτόν εύνοιαν, αλλά να τους αγαπά ευγνωμόνως. Δεν καυχώμαι ότι
+είμαι ικανός να πολεμήσω με δέκα ανθρώπους ούτε με δύο,
+εκουσίως δε δεν ήθελον πολεμήσει ούτε με ένα. Εάν όμως ήτο
+ανάγκη ή εάν επρόκειτο να κερδίσω μέγα βραβείον, ευχαρίστως θα
+ηγωνιζόμην με ένα εκ των ανδρών τούτων, έκαστος των οποίων ως
+λέγεται είναι αντάξιος τριών Ελλήνων. Οι Λακεδαιμόνιοι είς προς
+ένα πολεμούντες, δεν ήναι κατώτεροι ουδενός· πολεμούντες όμως
+πολλοί ομού, είναι οι ανδρειότατοι των ανθρώπων, καθότι εάν
+ήναι ελεύθεροι, δεν έχουσιν ελευθερίαν απεριόριστον, αλλ'
+υπακούουσιν εις ένα δεσπότην, τον νόμον, τον οποίον φοβούνται
+πολύ περισσότερον παρ' όσον φοβούνται σε οι σοι. Εκτελούσι παν
+ό,τι εκείνος τους προστάζει τους προστάζει δε πάντοτε το αυτό,
+και δεν τους συγχωρεί να φεύγωσιν από την μάχην, όσον και αν
+ήναι το πλήθος των εναντίων, αλλά μένοντες εις τας τάξεις των ή
+να νικώσιν ή να αποθνήσκωσιν. Εάν ταύτα λέγων σοι φαίνομαι ότι
+φλυαρώ, εις το εξής θα σιωπώ· τώρα όμως αναγκασθείς ωμίλησα.
+Είθε δε, ω βασιλεύ, να γίνωσι τα πράγματα, ως επιθυμείς.»
+
+105. Ο μεν Δημάρατος ταύτα είπεν, ο δε Ξέρξης ετράπη εις γέλωτα
+και δεν ωργίσθη παντάπασιν, αλλά τον απέπεμψεν ηπίως. Μετά την
+συνομιλίαν ταύτην ο βασιλεύς διώρισεν υπάρχον του Δορίσκου τον
+Μασκάμην του Μεγαδόστου προς αντικατάστασιν εκείνου, τον οποίον
+είχε διορίσει ο Δαρείος, και έπειτα εκίνησε τον στρατόν κατά
+της Ελλάδος διά μέσου της Θράκης.
+
+106. Ο δε Μασκάμης τον οποίον άφησεν εκεί τοιούτος εγένετο,
+ώστε ο Ξέρξης εις αυτόν μόνον έπεμπε δώρα ως τον αξιώτερον όλων
+όσους ή αυτός ο Ξέρξης ή ο Δαρείος διώρισαν υπάρχους. Τα έπεμπε
+δε ανά παν έτος, ως έπεμπε και ο υιός του Αρταξέρξης εις τους
+υιούς του Μεσκάμη. Ήδη, προ της εκστρατείας ταύτης, ήσαν
+διωρισμένοι ύπαρχοι εις όλα τα μέρη της Θράκης και του
+Ελλησπόντου· όλου όμως και από την Θράκην και από τον
+Ελλήσποντον, πλην εκείνου όστις ήτο εις τον Δορίσκον, εδίωξαν
+οι Έλληνες μετά την εκστρατείαν ταύτην· τον δε εν τω Δορίσκω
+Μασκάμην, μολονότι επανειλημμένως απεπειράθησαν, ουδείς ηδυνήθη
+να τον διώξη. Τούτου ένεκα οι βασιλείς της Περσίας πέμπουσι
+πάντοτε δώρα εις την οικογένειάν του.
+
+107. Εξ όλων δε των υπάρχων των οποίων τας τοπαρχίας εκυρίευσαν
+οι Έλληνες, ουδένα ο βασιλεύς έκρινεν ανδρείον ειμή τον Βόγην
+μόνον, ύπαρχον της Ηιόνος. Τούτον ουδέποτε έπαυσε να επαινή,
+και ετίμησε μεγάλως τους παίδας αυτού όσοι επέζησαν εις την
+Περσίαν. Και τωόντι άξιος μεγάλου επαίνου εφάνη ο Βόγης· Αυτός
+ότε επολεμήθη από τους Αθηναίους και τον Κίμωνα του Μιλτιάδου,
+μολονότι ηδύνατο να εξέλθη υπόσπονδος και να επιστρέψη εις την
+Ασίαν, δεν ηθέλησε, μήπως φανή εις τον βασιλέα ότι υπό δειλίας
+εφρόντισε να σώση την ζωήν του, και διεκαρτέρησε μέχρις
+εσχάτων. Αφού δε εξηντλήθησαν όλαι αι ζωοτροφίαι, σωρεύσας
+πυράν μεγάλην, έσφαξε τα τέκνα, την γυναίκα, τας παλάκας, τους
+οικέτας, και τους έρριψεν εις το πυρ· έπειτα έλαβεν όλον τον
+χρυσόν και τον άργυρον της πόλεως και τον έρριψεν από τα τείχη
+εις τον Στρυμόνα. Αφού δε έπραξεν όλα ταύτα, ερρίφθη και αυτός
+εις το πυρ. Τούτου ένεκα δικαίως επαινείται μέχρι της σήμερον
+υπό των Περσών.
+
+108. Ο δε Ξέρξης εκ του Δορίσκου επορεύετο κατά της Ελλάδος,
+όσα δε έθνη ευρίσκοντο εις την πορείαν του τα ηνάγκαζε ν'
+ακολουθώσι τον στρατόν· καθότι, ως είπον ήδη προηγουμένως, όλη
+η μέχρι της Θεσσαλίας χώρα ήτο υποδεδουλωμένη και φόρου
+υποτελής, πρώτον μεν υπό του Μεγαβάζου, έπειτα δε υπό του
+Μαρδονίου. Πορευόμενος δε εκ του Δορίσκου, πρώτον διήλθε
+πλησίον των Σαμοθρακικών τειχών, των οποίων το τελευταίον προς
+δυσμάς είναι η Μεσαμβρία· κατόπιν αυτής είναι η πόλις των
+Θασίων Στρύμη, και μεταξύ των δύο τούτων πόλεων ρέει ο Λίσσος
+ποταμός, του οποίου το ύδωρ δεν ήρκεσε τότε εις τον στρατόν του
+Ξέρξου, αλλ' εξέλιπεν. Η χώρα αύτη πάλαι μεν εκαλείτο Γαλλαϊκή,
+νυν δε Βριαντική· αληθώς όμως ειπείν είναι και αύτη των
+Κικόνων.
+
+109. Διαβάς δε το αποξηρανθέν ρείθρον του Λίσσου ποταμού,
+διήλθε πλησίον των Ελληνίδων πόλεων Μαρωνείας, Δικαίας και
+Αβδήρων· εκ τούτων διήλθε και προσέτι διά των ονομαστών λιμνών
+Ισμαρίδος, ήτις είναι μεταξύ Μαρωνείας και Στρύμης, και
+Βριστονίδος, ήτις είναι πλησίον της πόλεως Δικαίας, και εις την
+οποίαν χύνονται δύο ποταμοί, ο Τραύος και ο Κόμψατος. Πλησίον
+δε των Αβδήρων δεν υπάρχει λίμνη αξία μνήμης· διέβη δε μόνον
+τον ποταμόν Νέστον όστις ρέει εις την θάλασσαν. Μετά τας χώρας
+ταύτας εξακολουθών την οδοιπορίαν του διήλθε πλησίον των
+ηπειρωτίδων πόλεων, εις μίαν των οποίων ευρίσκεται λίμνη, της
+οποίας η περιφέρεια είναι ακριβώς τριάκοντα σταδίων, ιχθυώδης
+και λίαν αλμυρά. Ταύτην εξήρανον μόνον τα υποζύγια ποτιζόμενα.
+Η πόλις αύτη ονομάζεται Πίστυρος. Ταύτας τας παραθαλασσίας και
+Ελληνίδας πόλεις αφίνων εις τα αριστερά του επροχώρει.
+
+110. Έθνη δε Θρακών, διά της χώρας των οποίων επορεύετο, εισί
+τα εξής, Παίτοι Κίκονες, Βίστονες, Σαπαίοι, Δερσαίοι, Ηδωνοί,
+Σάτραι. Εξ αυτών οι μεν κατοικούντες παρά την θάλασσαν
+ηκολούθουν με τα πλοία, οι δε κατοικούντες την μεσόγειον, οι
+υπ' εμού απαριθμηθέντες, πλην των Σατρών, όλοι οι άλλοι
+ηναγκάσθησαν ν' ακολουθώσι διά ξηράς.
+
+111. Οι Σάτραι ούτοι, καθ' όσον ηξεύρομεν, ουδενός υπήκοοι
+εγένοντο, αλλά μέχρι της εποχής μου μόνοι από τους Θράκας
+εξηκολούθησαν να μένωσιν ελεύθεροι, καθότι κατοικούσιν όρη
+υψηλά κεκαλυμμένα υπό διαφόρων δασών και χιόνων, και είναι περί
+τα πολεμικά επιτηδηότατοι. Αυτοί είναι οι έχοντες το μαντείον
+του Διονύσου· το δε μαντείον τούτο υπάρχει επί του υψηλοτάτου
+των ορέων. Εκ των Σατρών οι Βησσοί είναι οι επιμελούμενοι τον
+ναόν, χρησμοδοτεί δε μία πρόμαντις, ως και εις τους Δελφούς,
+και οι χρησμοί αυτής είναι επίσης διφορούμενοι.
+
+112. Αφού δε διήλθεν ο Ξέρξης τας χώρας τας οποίας ηρίθμησα,
+διήλθεν έπειτα πλησίον των τειχών των Πιέρων εξ ων το μεν
+καλείται Φάγρης το δε Πέργαμος. Πλησίον τούτων των τειχών
+διήλθεν, αφήσας προς τα δεξιά το Πάγγαιον, όρος μέγα και
+υψηλόν, έχον μεταλλεία χρυσού και αργύρου άτινα νέμονται οι
+Πίερες, οι Οδόμαντοι, και προ πάντων οι Σάτρα.
+
+113. Διελθών δε πλησίον των Παιόνων, των Δοβήρων και των
+Παιοπλών, οίτινες κατοικούσι προς τα βόρεια του Παγγαίου,
+επορεύετο προς δυσμάς μέχρις ου έφθασεν εις τον ποταμόν
+Στρυμόνα και την πόλιν Ηιόνα την οποίαν, τότε ζων, εκυβέρνα ο
+Βόγης περί του οποίου συντόμως ωμίλησα προ ολίγου. Η δε γη αύτη
+η περί το Πάγγαιον όρος καλείται Φυλλίς, και εκτείνεται προς
+δυσμάς μεν μέχρι του ποταμού Αγγίτου εκδίδοντος εις τον
+Στρυμόνα, προς μεσημβρίαν δε μέχρις αυτού του Στρυμόνος, εις
+τον οποίον οι μάγοι σφάζοντες ίππους λευκούς εζήτουν αισίους
+οιωνούς.
+
+114. Αφού δε εγένοντο οι εξορκισμοί ούτοι εις τον ποταμόν και
+πολλά άλλα πλην τούτων, ο στρατοί εξηκολούθησε την οδοιπορίαν
+του προς τας γεφύρας διά των Εννέα οδών, ήτις γη είναι των
+Ηδωνών, και εύρε τον Στρυμόνα εζευγμένον. Μαθόντες δε οι Πέρσαι
+ότι ο τόπος εκείνος εκαλείτο Εννέα οδοί, έθαψαν εν αυτώ εννέα
+νέους ζώντας και εννέα παρθένους των εντοπίων. Είναι δε έθιμον
+Περσικόν να θάπτωνται άνθρωποι ζωντανοί· καθότι ήκουσα ότι και
+η Άμηστρις, η γυνή του Ξέρξου, γηράσασα, κατώρυξε δεκατέσσαρας
+παίδας Περσών επιφανών θέλουσα να ευχαριστήση τον θεόν όστις ως
+λέγουσιν είναι υπό την γην.
+
+115. Κινήσας δε ο στρατός από του Στρυμόνος διήλθε πλησίον
+πόλεως τίνος Ελληνικής της Αργίλου ήτις είναι εις τον προς
+δυσμάς αιγιαλόν. Η γη αύτη ως και η ανωτέρω ταύτης καλείται
+Βισαλτία. Εκείθεν αφήσας προς τα αριστερά τον κόλπον όστις
+εκτείνεται προς τον ναόν του Ποσειδώνος, επορεύθη διά του
+Συλέος καλουμένου πεδίου, έπειτα διά της Ελληνικής πόλεως
+Σταγείρου, και έφθασεν εις την Άκανθον, παρασύρων όλα τα έθνη
+όσα κατώκουν περί το Πάγγαιον όρος, καθώς και εκείνα τα οποία
+απαρίθμησα προηγουμένως. Και οι μεν παρά την θάλασσαν οικούντες
+εισεβιβάζοντο εις τα πλοία, οι δε ορεινοί ηκολούθουν διά ξηράς.
+Την οδόν δε ταύτην, διά της οποίας ο βασιλεύς Ξέρξης ήλασε τον
+στρατόν, οι Θράκες ούτε σκάπτουσιν ούτε σπείρουσιν, αλλά μέχρι
+της εποχής μου την σέβονται μεγάλως.
+
+116. Ότε έφθασεν ο Ξέρξης εις την Άκανθον εκήριξε τους
+Ακανθίους ξένους του, τοις έδωκε δώρον ενδυμασίαν Μηδικήν και
+τους επήνεσε βλέπων την προθυμίαν των εις τον πόλεμον και
+ακούων πόσον ειργάσθησαν διά την διώρυχα.
+
+117. Ενώ δε ο Ξέρξης ήτο εις την Άκανθον συνέβη να αποθάνη υπό
+νόσου ο επιστατών εις τας εργασίας της διώρυχας Αρταχαίης.
+Απελάμβανε δε ούτος μεγάλην υπόληψιν παρά τω Ξέρξη και ήτο εκ
+του γένους των Αχαιμενιδών. Κατά το ανάστημα υπερέβαινεν όλους
+τους Πέρσας (καθότι τέσσαρες δάκτυλοι έλιπον διά να ήναι πέντε
+πήχεων βασιλικών) και ήτο μεγαλοφωνότερος όλων των ανθρώπων,
+ώστε ο Ξέρξης, θεωρήσας την απώλειάν του ως συμφοράν μεγίστην,
+τον εξέθεσε και τον έθαψε μεγαλοπρεπώς· όλος δε ο στρατός
+ειργάσθη εις την κατασκευήν του τάφου, οι δε Ακάνθιοι κατά
+χρησμόν τινα θυσιάζουσιν εις αυτόν ως εις ήρωα επικαλούμενοι το
+όνομά του. Και ο μεν βασιλεύς Ξέρξης ελυπήθη υπερβαλόντως διά
+τον θάνατον τού Αρταχαίου.
+
+118. Όσοι δε των Ελλήνων υπεδέχοντο τον στρατόν και προσέφερον
+δείπνον εις τον Ξέρξην εις τοσαύτην δυστυχίαν περιέπιπτον ώστε
+άφινον τας οικίας των και έφευγον. Εις τους Θασίους οίτινες
+εδέχθησαν τον στρατόν εκ μέρους των πόλεων όσας έχουσιν εις την
+ξηράν, ο Αντίπατρος του Οργέως, είς των μάλα εγκρίτων πολιτών,
+εκλεχθείς να επιστατή εις τα δείπνα, έδειξε λογαριασμόν ότι
+εδαπανήθησαν εις ταύτα τετρακόσια τάλαντα αργυρά.
+
+119.Ομοίους λογαριασμούς εδείκνυον και εις άλλας πόλεις οι
+επιστάται, διότι το δείπνον το οποίον εκ των προτέρων
+παρηγγέλλετο και εθεωρείτο ως σπουδαίον πράγμα, ήτο τοιούτο
+οίον θέλω περιγράψει. Πρώτον μεν, άμα ήκουον τους κήρυκας
+οίτινες πεμπόμενοι εις όλα τα μέρη έδιδον τας περί τούτου
+διαταγάς, οι κάτοικοι των πόλεων κατεγίνοντο επί πολλούς μήνας
+να αλέθωσι τον σίτον και την κριθήν τα οποία εσύναζον από όλας
+τας πόλεις· έπειτα ευρίσκοντες αντί μεγάλης τιμής τα κάλλιστα
+ζώα, τα επάχυνον, και εις οικήματα ή λάκκους έτρεφον πτηνά
+χερσαία ή λιμναία διά να υποδεχθώσι τον στρατόν. Κατεσκεύαζον
+προς τούτοις αργυρά και χρυσά ποτήρια και κρατήρας, και όλα τα
+άλλα όσα τίθενται επί της τραπέζης. Και ταύτα μεν εγίνοντο διά
+τον βασιλέα και τους ομοσίτους αυτού, διά δε τον άλλον στρατόν
+τροφαί μόνον εζητούντο. Ότε λοιπόν έφθανεν ο στρατός, ήτο
+εστημένη σκηνή εις την οποίαν έκαμνε σταθμόν ο Ξέρξης, ο δε
+άλλος στρατός έμενεν εις το ύπαιθρον. Ηρχομένης της ώρας του
+δείπνου όλοι οι κόποι έμενον διά τους υποδεχομένους, οι δε
+Πέρσαι αφού εχόρταινον και διενυκτέρευον αυτού, την επομένην
+ημέραν ανασπώντες την σκηνήν και λαμβάνοντες όλα τα έπιπλα
+ανεχώρουν μη αφίνοντες ουδέν.
+
+120. Τότε ο Μεγακρέων, ανήρ Αβδηρίτης, είπε λόγον τινά πολύ
+καλόν· συνεβούλευσε τους Αβδηρίτας να υπάγωσι πανδημεί, αυτοί
+και αι γυναίκες των εις τους ναούς, να καθίσωσιν ως ικέται των
+θεών να τους παρακαλέσωσι να αποτρέπωσιν εις το εξής από αυτούς
+τα ημίσεα εκ των μελλόντων κακών και τέλος να τους
+ευχαριστήσωσιν ότι ο Ξέρξης δεν είχε συνήθειαν να τρώγη δις της
+ημέρας· διότι αν τοις παρήγγελλε να ετοιμάζωσι και πρόγευμα
+όμοιον με το δείπνον, έπρεπε να μη περιμείνωσι τον Ξέρξην
+ερχόμενον εις την χώραν των, ή εάν τον περιέμενον να
+αφανισθώσιν εξ ολοκλήρου.
+
+121. Ούτοι λοιπόν πιεζόμενοι, εξετέλουν όμως τα διαταπόμενα. Ο
+δε Ξέρξης εκ της Ακάνθου παρήγγειλεν εις τους στρατηγούς του
+ναυτικού στρατού να αναχωρήσωσι με τα πλοία των και να τον
+περιμένωσιν εις την Θέρμην, πόλιν κειμένην εις τον Θερμαίον
+κόλπον, εκ της οποίας και ο κόλπος ούτος έχει την επωνυμίαν,
+διότι αυτή η οδός έμαθεν ότι ήτο η συντομωτάτη. Εκ του Δορίσκου
+δε μέχρι της Ακάνθου ο στρατός επορεύετο κατά την ακόλουθον
+τάξιν. Μερίσας ο Ξέρξης όλον τον πεζόν στρατόν εις τρεις
+μοίρας, μίαν αυτού παρήγγειλε να ακολουθή το παραθαλάσσιον ομού
+με το ναυτικόν· ταύτης της μοίρας στρατηγοί ήσαν ο Μαρδόνιος
+και ο Μασίστης. Το έτερον τριτημόριον του στρατού παρηγγέλθη να
+τραπή προς τα μεσόγεια· στρατηγοί της μοίρας ταύτης ήσαν ο
+Τριτανταίχμης και ο Γέργις. Η δε τρίτη των μοιρών, μεθ' ης ήτο
+και αυτός ο Ξέρξης, επορεύετο μεν μεταξύ των δύο, είχε δε
+στρατηγούς τον Σμερδομένη και τον Μεγάβυζον.
+
+122. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός αφεθείς υπό του Ξέρξου,
+διεξέπλευσε την διώρυχα του Άθωνος ήτις εξετείνετο μέχρι του
+κόλπου όπου κείνται αι πόλεις Άσσα, Πίλωρος, Σίγγος και Σάρτη·
+εκείθεν δε, αφού έλαβε τα στρατεύματα των πόλεων τούτων,
+έπλευσε ταχέως προς τον Θερμαίον κόλπον. Κάμψας δε το
+ακρωτήριον της Τορώνης Άμπελον, διήλθε πλησίον των εξής
+Ελληνίδων πόλεων εκ των οποίων παρέλαβε πλοία και στρατόν· της
+Τορώνης, της Γαλυψού, της Σερμύλης, της Μηκυβέρνης και της
+Ολύνθου. Καλείται δε η χώρα αυτή Σιθωνία.
+
+123. Μετά ταύτα ο ναυτικός στρατός συντέμνων τον πλουν του
+διευθύνθη από την άκραν Άμπελον εις την άκραν Καναστραίον, το
+οποίον εισέρχεται εις την θάλασσαν πλειότερον από όλα τα άλλα
+μέρη της Παλλήνης, παραλαβών πλοία και στρατόν εκ της
+Ποτιδαίας, της Αφύτιος, της Νέας πόλεως, της Αιγής, της
+Θεράμβου, της Σκιώνης, της Μένδης και της Σάνης, διότι αυταί
+είναι αι πόλεις της σήμερον καλουμένης Παλλήνης πρότερον δε
+Φλέγρης. Παραπλέων δε και ταύτην την χώραν, έπλεεν εις την
+Θέρμην, όπου ήτο προσδιωρισμένος να υπάγη, παραλαμβάνων στρατόν
+και εκ των γειτονικών της Παλλήνης πόλεων και συνορευουσών με
+τον Θερμαίον κόλπον, ων τα ονόματα είναι τα εξής· Λίπαξος,
+Κάμβρεια, Αίσαι, Γίγωνος, Κάμψα, Σμέλα, Αίνεια. Η δε χώρα
+τούτων μέχρι της σήμερον καλείται Κροσσαία. Από δε τις Αινείας,
+της τελευταίας των πόλεων τας οποίας απηρίθμησα, από ταύτης ο
+ναυτικός στρατός εισήλθεν εις τον Θερμαίον κόλπον και την
+Μυγδονίαν γην, και εξακολουθών τον πλουν του έφθασεν εις την
+προειρημένην Θέρμην, και την Σίνδον, και την χαλέστραν την επί
+του Αξιού ποταμού, όστις χωρίζει την Μυγδονίαν από της
+Βοττιαιΐδος· ταύτης το παραθαλάσσιον, όπερ είναι στενόν,
+έχουσιν αι πόλεις Ίχναι και Πέλλα.
+
+124. Ο μεν ναυτικός στρατός, περιμένων τον βασιλέα,
+εστρατοπεδεύσατο αυτού περί τoν Αξιόν ποταμόν, περί την πόλιν
+Θέρμην και περί τας πόλεις αίτινες ευρίσκονται μεταξύ αυτής και
+του Αξιού· ο δε Ξέρξης μετά του πεζού στρατού εκίνησεν από την
+Άκανθον και ήρχετο διά της μεσογείου, θέλων να φθάση εις την
+Θέρμην. Επορεύτο δε διά της Παιονικής και της Κρηστωνικής χώρας
+προς τον ποταμόν Εχείδωρον, όστις αρχίζων εκ των Κρηστωναίαν
+ρέει διά τις Μαγδονίας χώρας και χύνεται πλησίον του έλους του
+εις τας όχθας του Αξιού ποταμού.
+
+125. Ενώ δε επορεύετο διά της οδού ταύτης, επετέθησαν κατά των
+σιτοφόρων καμήλων λέοντες, οίτινες εγκαταλείποντες τα συνήθη
+διαμονητήριά των, περιφέροντο όλην την νύχτα και δεν ήγγιζον
+ουδέν άλλο, ούτε υποζύγιον, ούτε άνθρωπον, ειμή μόνον
+κατέτρεχον τας καμήλους, θαυμάζω δε διά ποίαν αιτίαν οι λέοντες
+απείχον των άλλων και επετίθεντο κατά των καμήλων, ζώων τα
+οποία μήτε είχον ιδεί μήτε δοκιμάσει πρότερον.
+
+126. Είναι δε εις ταύτα τα μέρη και λέοντες πολλοί και βόες
+άγριοι των οποίων τα κέρατα είναι υπερμεγέθη και κομίζονται εις
+την Ελλάδα. Όρια δε τα οποία οι λέοντες δεν υπερβαίνουσιν είναι
+ο ποταμός Νέστος όστις τρέχει διά των Αβδήρων, ο Αχελώος όστις
+τρέχει διά Ακαρνανίας. Τωόντι ούτε προς ανατολάς του Νέστου εις
+κανέν μέρος όλης της έμπροσθεν Ευρώπης θέλει ιδεί τις λέοντα,
+ούτε προς δυσμάς του Αχελώου εις την λοιπήν ήπειρον· αλλά μόνον
+εν τω μεταξύ των δύο τούτων ποταμών ευρίσκονται τοιούτοι.
+
+127. Φθάσας ο Ξέρξης εις την θέρμην εσταμάτησεν αυτού τον
+στρατόν, όστις κατέλαβε το εξής διάστημα του παραθαλασσίου·
+αρχίζων από της Θέρμης και της Μυγδονίας, έφθανε μέχρι των
+ποταμών Λυδίου και Αλιάκμονος οίτινες χωρίζουσι την Βοττιαιΐδα
+από της Μακεδονίας και ενούνται εις έν μόνον ρεύμα.
+Εστρατοπεδεύσαντο λοιπόν οι βάρβαροι εις ταύτα τα μέρη. Εκ των
+ρηθέντων δε ποταμών μόνος ο Εχείδωρος, όστις ρέει εκ της
+Κρηστωναίης, δεν επήρκεσεν εις τον στρατόν πινόμενος, αλλ'
+εστείρευσεν.
+
+128. Ο δε Ξέρξης βλέπων εκ της Θέρμης τα Θεσσαλικά όρη, τον
+Όλυμπον και την Όσσαν, υπερύψηλα όντα, και προς τούτοις μαθών
+ότι μεταξύ αυτών υπάρχει λαιμός στενός διά του οποίου ρέει ο
+Πηνειός, και ακούσας ότι δι' αυτού τού λαιμού είναι η οδός η
+φέρουσα εις την Θεσσαλίαν, επεθύμησε να υπάγη με πλοίον και να ίδη
+την εκβολήν του Πηνειού, καθότι εσκόπευε να λάβη την άνω οδόν
+διά της Μακεδονίας και να καταβή εις τους Περραιβούς
+διερχόμενος πλησίον της πόλεως Γόννου· εκείθεν ήξευρεν ότι η
+οδός ήτο ασφαλεστάτη. Ταύτην την επιθυμίαν έχων εισήλθεν εις
+πλοίον Σιδώνιον εις το οποίον συνήθως εισήρχετο οσάκις ήθελε να
+κάμη τοιούτο τι, και έδωκε σημείον και εις τα άλλα πλοία να
+προχωρήσωσι, καταλιπών αυτού τον πεζόν στρατόν. Ότε δε έφθασεν
+ο Ξέρξης και εθεώρησε την εκβολή του Πηνειού, εθαύμασε μεγάλως
+και προσκαλέσας τους οδηγούς ηρώτησεν αυτούς εάν ήτο δυνατόν να
+τρέψη τις τον ποταμόν και να τον εκβάλη δι' άλλου μέρους εις
+την θάλασσαν.
+
+129. Η δε Θεσσαλία λέγουσιν ότι το πάλαι ήτο λίμνη συγκλειομένη
+πάντοθεν υπό υψηλοτάτων ορέων· διότι προς ανατολάς αποκλείουσιν
+αυτήν το Πήλιον όρος και η Όσσα, των οποίων αι υπώρειαι
+ενούνται· προς βορράν την αποκλείει ο Όλυμπος· προς δυσμάς ο
+Πίνδος και προς μεσημβρίαν η Όθρυς. Εις το μέσον δε των ορίων
+τούτων είναι η Θεσσαλία, κοιλάς βαθεία. Ώστε εκ των πολλών εις
+αυτήν εμπιπτόντων ποταμών, πέντε, οι σημαντικώτατοι, ο Πηνειός,
+ο Απιδανός, ο Ονόχωνος, ο Ενιπεύς, ο Πάμισος οίτινες
+καταβαίνουσιν εις την πεδιάδα εκ των περικυκλούντων την
+Θεσσαλίαν ορέων, χωρίς να χάσωσιν έως εκεί τα ονόματά των,
+ενούσι τέλος τα ύδατά των και χύνονται εις την θάλασσαν δι'
+ενός αυλώνος όστις και αυτός είναι στενός. Όταν δε ενωθώσι,
+τότε υπερισχύει το όνομα του Πηνειού και οι άλλοι χάνουσι τα
+ονόματά των. Τον παλαιόν καιρόν δε, λέγουσιν, ότε δεν υπήρχεν
+ακόμη ο αυλών και η διέκρευσις αύτη, οι ποταμοί ούτοι, και προς
+τούτοις η Βοιβηίς λίμνη, δεν είχον μεν τα σημερινά ονόματα,
+έρεον όμως ως σήμερον, ρέοντες δε έκαμνον όλην την Θεσσαλίας
+πέλαγος. Οι Θεσσαλοί λέγουσιν ότι ο Ποσειδών έκαμε τον αυλώνα
+δι' ου ρέει ο Πηνειός, και ο λόγος ούτος φαίνεται ορθός· διότι
+όστις πιστεύει ότι ο Ποσειδών σείει την γην και ότι όσα
+σχίσματα γης προέρχονται από σεισμόν είναι έργα του θεού
+τούτου, εάν ιδή και εκείνο, θέλει ειπεί ότι το έκαμεν ο
+Ποσειδών. Τωόντι, η διαχώρισις αύτη των ορέων, ως μοι εφάνη
+είναι έργον σεισμού.
+
+130. Οι δε οδηγοί τους οποίους ο Ξέρξης ηρώτησεν εάν υπάρχει
+άλλη έξοδος διά να φέρωσι τον Πηνειόν εις την θάλασσαν,
+απεκρίθησαν μετά βεβαιότητος τα εξής· «Βασιλεύ, άλλη έξοδος εις
+τον Πηνειόν λήγουσα εις την θάλασσαν δεν υπάρχει, αλλ' αυτή
+μόνον· διότι όλη η Θεσσαλία είναι περικυκλωμένη υπό ορέων.»
+Προς ταύτα ο Ξέρξης λέγεται ότι απεκρίθη· «Φρόνιμοι άνθρωποι
+είναι οι Θεσσαλοί, διότι προ πολλού προείδον ότι πλην των άλλων
+η χώρα των ευκόλως δύναται να κυριευθή. Τωόντι διά να
+καταποντίση τις όλην την Θεσσαλίαν, πλην των ορέων, αρκεί να
+εμποδίση με έμφραγμα τον ρουν του ποταμού τον οποίον ακολουθεί
+τώρα, και να κάμει τον αυλώνα να εκχειλίση και να χυθή εις την
+χώραν αυτών.» Ταύτα δε λέγων ενόει τους παίδας του Αλεύου,
+διότι αυτοί πρώτοι εκ των Ελλήνων της Θεσσαλίας παρεδόθησαν εις
+τον βασιλέα, και ενόμιζεν ότι η φιλία την οποίαν τω υπεσχέθησαν
+ήτο εκ μέρους όλου του έθνους. Ταύτα δε ειπών και θεωρήσας την
+εκβολήν του ποταμού, επέστρεψεν εις την Θέρμην.
+
+131. Και ούτος μεν διέτριψε περί την Πιερίαν ημέρας αρκετάς
+(διότι μία των τριών μοιρών του στρατού εδενδροτόμησε το
+Μακεδονικόν όρος διά να διέλθη εκείθεν όλος ο στρατός εις τους
+Περραιβούς), οι δε κήρυκες οι πεμφθέντες εις την Ελλάδα προς
+ζήτησιν γης, έφθασαν άλλοι μεν με κενάς χείρας άλλοι δε
+φέροντες γην και ύδωρ.
+
+132. Μεταξύ δε των δόντων ταύτα ήσαν οι εξής· Θεσσαλοί,
+Δόλοπες, Αινιάνες, Περραιβοί, Λοκροί, Μαγνήτες, Μαλιείς, Αχαιοί
+οι Φθιώται, Θηβαίοι και οι άλλοι Βοιωτοί πλην των Θεσπιέων και
+Πλαταιέων. Εναντίον δε τούτων των λαών οι Έλληνες, όσοι
+ανέλαβαν τον πόλεμον κατά των βαρβάρων, έκαμαν τον εξής όρκον·
+«Όλοι εκείνοι οίτινες όντες Έλληνες παρεδόθησαν εις τον Πέρσην
+χωρίς να αναγκασθώσιν, όταν ησυχάσωσι τα πράγματα, θα πληρώσωσι
+το δέκατον εις τον εν Δελφοίς θεόν.» Και ο μεν όρκος των
+Ελλήνων τοιούτος ήτο.
+
+133. Εις δε τας Αθήνας και την Σπάρτην ο Πέρσης δεν έπεμψε
+κήρυκας προς ζήτησιν γης διά την εξής αιτίαν· ότε προηγουμένως
+ο Δαρείος τοις εζήτησεν, οι μεν Αθηναίοι έρριψαν τους
+απεσταλμένους εις το βάραθρον, οι δε Λακεδαιμόνιοι εις φρέαρ
+και τοις είπον να λάβωσιν εκείθεν γην και ύδωρ και να το
+φέρωσιν εις τον βασιλέα. Τούτου ένεκα λοιπόν ο Ξέρξης δεν
+έπεμψεν εις τας δύο ταύτας πόλεις κήρυκας. Δεν ηξεύρω να είπω
+πώς ετιμωρήθησαν οι Αθηναίοι δι' αυτό το οποίον έκαμαν εις τους
+κήρυκας, πλην μόνον ότι εδηώθη η χώρα και η πόλις των αλλά
+τούτο δεν νομίζω ότι συνέβη διά την αιτίαν ταύτην.
+
+134. Εν τούτοις εις τους Λακεδαιμονίους έπεσεν η οργή του
+Ταλθυβίου, κήρυκος του Αγαμέμνονος· διότι εις την Σπάρτην
+υπάρχει ιερόν του Ταλθυβίου, οι δε απόγονοι αυτού, Ταλθυβιάδαι
+καλούμενοι, είναι οι μόνοι οίτινες έχουσι το προνόμιον να ήναι
+κήρυκες της Σπάρτης. Μετά το συμβάν το οποίον διηγήθην, οσάκις
+οι Σπαρτιάται έκαμνον θυσίας, αδύνατον ήτο να επιτύχωσιν
+αισίους οιωνούς, και η κατάστασις αύτη διήρκεσεν επί πολύ.
+Εθεώρησαν λοιπόν τούτο ως δημοσίαν συμφοράν και ελυπήθησαν
+μεγάλως. Πολλαί συνελεύσεις εγένοντο και προεκηρύχθη εάν
+Λακεδαιμόνιός τις έστεργε ν' αποθάνη διά την Σπάρτην. Τότε ο
+Σπερθίας του Αναρίστου και ο Βούλις του Νικολάου, άνδρες
+Σπαρτιάται, τα πρωτεία έχοντες διά το γένος και τα πλούτη των,
+ανεδέχθησαν να υποφέρωσι τιμωρίαν από τον Ξέρξην διά τους
+κήρυκας του Αχρείου τους θανατωθέντας εις την Σπάρτην.
+Τοιουτοτρόπως οι Σπαρτιάται έπεμψαν αυτούς εις τους Μήδους διά
+να θανατωθώσιν.
+
+135. Αξιοθαύμαστος είναι η τόλμη των ανδρών τούτων και οι εξής
+λόγοι των. Πορευόμενοι εις τα Σούσα έφθασαν εις τον οίκον του
+Υδάρνου. Ήτο δε ο Υδάρνης ούτος Πέρσης το γένος και στρατηγός
+των παραθαλασσίων επαρχιών της Ασίας. Δεικνύων δε φιλοφροσύνην
+εις τους δύο Σπαρτιάτας, τους εκάλεσεν εις δείπνον, και ενώ
+τους εξένιζε, τους ηρώτησε λέγων τα εξής· «Άνδρες
+Λακεδαιμόνιοι, διατί αποφεύγετε να γίνετε φίλοι του βασιλέως;
+Αποβλέψατε εις εμέ και εις την ευτυχίαν μου διά να
+πληροφορηθήτε πόσον ο βασιλεύς ηξεύρει να τιμά τους γενναίους
+άνδρας. Εάν λοιπόν και υμείς αφιερωθήτε εις τον βασιλέα επειδή
+σας εκτιμά ως γενναίους άνδρας, δύνασθε να γίνετε ηγεμόνες γης
+ελληνικής την οποίαν ήθελε δώσει εις έκαστον υμών ο βασιλεύς.»
+Προς ταύτα εκείνοι απεκρίθησαν· «Ύδαρνες, συμβουλεύεις ημάς
+χωρίς να γνωρίζης επίσης και τα δύο πράγματα περί των οποίων
+ομιλείς· διότι περί του ενός μεν συμβουλεύεις εκ πείρας, του
+άλλου όμως ουδεμίαν πείραν έχεις. Ηξεύρεις τι εστί δουλεία,
+ελευθερίας όμως δεν επειράθης εισέτι και αγνοείς εάν ήναι
+γλυκεία ή όχι· διότι εάν επειράσο αυτής θα μας συνεβούλευες να
+πολεμώμεν δι' αυτήν ουχί μόνον με δόρατα, αλλά και με
+πελέκεις.» Ταύτα απεκρίθησαν προς τον Υδάρνη.
+
+136. Όταν δε εκείθεν έφθασαν εις τα Σούσα και ενεφανίσθησαν εις
+τον βασιλέα, πρώτον μεν, επειδή οι δορυφόροι τους επρόσταζον
+και τους ηνάγκαζον να προσκυνήσωσι τον βασιλέα προσπίπτοντες,
+είπον ότι δεν πράττουσι τούτο έστω και αν πρόκηται να πέση η
+κεφαλή των. «Δεν υπάρχει συνήθεια, είπον, παρ' ημίν να
+προσπίπτωμεν ενώπιον ανθρώπου, ούτε ήλθομεν διά τούτο.» Αφού δε
+απεποιήθησαν να πράξωσι τούτο, είπον έπειτα προς τον βασιλέα τα
+εξής· «Ω βασιλεύ των Μήδων, οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν ημάς αντί
+των εν Σπάρτη θανατωθέντων κηρύκων, όπως αποτίσωμεν την ποινήν
+του εγκλήματος τούτου.» Ταύτα είπον, ο δε Ξέρξης υπό
+μεγαλοφροσύνης είπεν ότι δεν ήθελε να γίνη όμοιος με τους
+Λακεδαιμονίους· ότι εκείνοι μεν, φονεύσαντες κήρυκας,
+παρεβίασαν νόμους τους οποίους όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουσιν·
+αυτός όμως δεν θα πράξη εκείνο διά το οποίον ελέγχει τους
+άλλους ούτε θα εξαγνίση τους Λακεδαιμονίους φονεύων τους
+απεσταλμένους των.
+
+137. Τοιουτοτρόπως και επειδή έπραξαν τούτο οι Σπαρτιάται,
+έπαυσε τότε παραυτίκα η οργή του Ταλθυβίου, μολονότι ο Σπερθίας
+και ο Βούλις δεν εφονεύθησαν αλλ' επέστρεψαν εις την Σπάρτην
+αβλαβείς. Μετά πολύν όμως χρόνον ύστερον, η μήνις αύτη
+ανενεώθη, ως λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, κατά τον πόλεμον μεταξύ
+Πελοποννησίων και Αθηναίων. Και αληθώς, εις αυτό το οποίον
+μέλλω να διηγηθώ με φαίνεται ότι υπάρχει τι όλως υπερφυσικόν·
+ότι η οργή του Ταλθυβίου έπεσεν εις πρέσβεις· ότι δεν έπαυσε
+πριν ή φέρη αποτέλεσμα, το δίκαιον ούτως ήτο. Να πέση όμως εις
+τους υιούς των ανδρών εκείνων οίτινες διά να κάμψωσι την οργήν
+ταύτην ανέβησαν προς τον βασιλέα, εις τον Ανήριστον τον υιόν
+του Σπερθίου (όστις λαβών ολκάδα πλήρη ανδρών ελήστευσε τους
+αλιείς της Τίρυνθος), τούτο καθιστά εις εμέ προφανές ότι το
+πράγμα εγένετο θεόθεν ένεκα της οργής. Πεμφθέντες οι δύο ούτοι
+υπό των Λακεδαιμονίων ως πρέσβεις εις την Ασίαν και προδοθέντες
+υπό του Σιτάλκου του Τήρου, βασιλέως των Θρακών, και υπό του
+Νυμφοδώρου του Πύθου, ανδρός Αβδηρίτου, συνελήφθησαν πλησίον
+της εν Ελλησπόντω Βισάνθης και απαχθέντες ες την Αττικήν
+εθανατώθησαν υπό των Αθηναίων, μετ' αυτών δε και ο Κορίνθιος
+Αριστέας ο Αδειμάντου. Και ταύτα μεν συνέβησαν πολλά έτη μετά
+την εκστρατείαν του βασιλέως (21), εγώ δε επανέρχομαι εις την
+σειράν της ιστορίας μου.
+
+138. Η εκστρατεία του βασιλέως είχε μεν το όνομα ότι εγένετο
+εναντίον των Αθηνών, πράγματι όμως ο βασιλεύς κατέβαινεν
+εναντίον όλης της Ελλάδος· και μολονότι οι Έλληνες είχον μάθει
+προ πολλού τας προπαρασκευάς αυτού, δεν ενήργησαν όμως όλοι
+ομοίως. Οι μεν, όσοι έδωκαν εις τον Πέρσην γην και ύδωρ,
+ήλπιζον ότι δεν ήθελον πάθει τι δυσάρεστον από τον βάρβαρον. Οι
+δε άλλοι όσοι δεν έδωκαν ήσαν εις μέγαν φόβον, καθότι η Ελλάς
+δεν είχεν αρκετά πλοία όπως αντιταχθή εις την εισβολήν του
+εχθρού. Οι πλείστοι δε εδίσταζον να αναμιχθώσιν εις τον πόλεμον
+και εμήδιζον προθύμως.
+
+139. Εδώ βιάζομαι εξ ανάγκης να είπω γνώμην ήτις ίσως δεν θα
+αρέση εις τους περισσοτέρους ανθρώπους, αλλ' επειδή με φαίνεται
+αληθής δεν θέλω την παρασιωπήσει. Εάν οι Αθηναίοι, φοβηθέντες
+τον απειλούντα κίνδυνον άφινον την χώραν των, ή, μη αφίνοντες
+αυτήν αλλά μένοντες παρεδίδοντο εις τον Ξέρξην, ουδείς ήθελε
+πειραθή να αντισταθή εις τον βασιλέα κατά θάλασσαν. Και εάν
+ουδείς ήθελεν αντισταθή εις τον Ξέρξην κατά θάλασσαν, ιδού τι
+ήθελε συμβή κατά ξηράν· μολονότι πολλά τείχη θα ανηγείροντο υπό
+των Πελοποννησίων εις τον Ισθμόν, οι Λακεδαιμόνιοι,
+εγκαταλειπόμενοι υπό των συμμάχων των (οίτινες δεν ήθελον τους
+παραδώσει εκουσίως, αλλ' εξ ανάγκης, διότι ο στόλος των
+βαρβάρων ήθελε τους κυριεύσει κατά πόλεις), θα απέθνησκον
+γενναίως δεικνύοντες μεγάλας ανδραγαθίας. Και ή τούτο ήθελον
+πάθει, ή προ τούτον, βλέποντες τους άλλους Έλληνας μηδίζοντας,
+ήθελον έλθει εις συμβιβασμούς μετά του Ξέρξου· ώστε εις
+αμφοτέρας τας περιπτώσεις η Ελλάς ήθελεν υποταγή εις τους
+Πέρσας· καθότι εγώ δεν δύναμαι να εννοήσω ποίαν ωφέλειαν
+ηδύναντο να παρέξωσι τα τείχη τα οποία ήθελαν εγερθή εις τον
+Ισθμόν εάν ο βασιλεύς ήτο κύριος της θαλάσσης. Τώρα λοιπόν
+όστις είπει ότι οι Αθηναίοι εγένοντο σωτήρες της Ελλάδος, λέγει
+την αλήθειαν, διότι προς οιονδήποτε μέρος ήθελον στραφή, εκεί
+θα έκλινεν η πλάστιγξ. Προτιμήσαντες δε την ελευθερίαν της
+Ελλάδος, ενεθάρρυναν και όλους τους άλλους Έλληνας όσοι δεν
+είχαν μηδίσει, και με την βοήθειαν των θεών έδιωξαν τον
+βασιλέα. Ούτε χρησμοί τρομεροί ελθόντες εκ των Δελφών και
+ενσπείροντες εις αυτούς φόβον τους έπεισαν να αφήσωσι την
+Ελλάδα, αλλά μένοντες εκεί ανεδέχθησαν να πολεμήσωσι τον
+επερχόμενον κατά της χώρας των εχθρόν.
+
+140. Οι Αθηναίοι πέμψαντες εις τους Δελφούς εζήτουν χρησμόν.
+Όταν δε οι απεσταλμένοι εξεπλήρωσαν εις τον ναόν τα
+νενομισμένα, εισήλθον εις τον βωμόν και εκάθισαν· τότε η Πυθία,
+το όνομα της οποίας ήτο Αριστονίνη, εχρησμοδότησε τα εξής.
+
+«Ω δυστυχείς, διατί κάθησθε; Φύγετε εις τα άκρα της γης,
+εγκαταλείψατε τα δώματα και τας υψηλάς κορυφάς της στρογγύλης
+πόλεώς σας, διότι μήτε η κεφαλή μένει πλέον στερεά, μήτε το
+σώμα, μήτε τα άκρα των ποδών ή των χειρών, μήτε κανέν μέρος του
+μέσου σώζεται, αλλά φθείρονται όλα διότι κατεδαφίζει αυτά το
+πυρ και ο ορμητικός Άρης συνοδεύων Αριανόν άρμα. Ο θεός ούτος
+θα καταστρέψη πολλά άλλα πυργώματα, και όχι το ιδικόν σας
+μόνον, θα παραδώση δε εις την οργήν του πυρός πολλούς ναούς των
+αθανάτων, οίτινες τώρα ίστανται όρθιοι, περιρρεόμενοι υπό
+ιδρώτος και κλονιζόμενοι υπό φόβου. Άνωθεν δε της οροφής αυτών
+ρέει αίμα μέλαν, προμηνύον αφεύκτους δυστυχίας. Αλλ'
+αναχωρήσατε εκ του αδύτου, και υπομείνατε γενναίως τα δεινά.»
+
+141. Ταύτα ακούσαντες οι απεσταλμένοι των Αθηναίων, μεγάλην
+ησθάνθησαν θλίψιν. Ενώ δε ήσαν απελπισμένοι διά τα δεινά τα
+οποία τοις προείπε το μαντείον, ο Τίμων του Ανδροβούλου, ανήρ
+εκ των σημαντικωτάτων εις τους Δελφούς, τους συνεβούλευσε να
+λάβωσι κλάδους ελαίας, να επιστρέψωσιν εις τον ναόν ως ικέται
+και ερωτήσωσιν εκ δευτέρου τα μαντείον. Εις δε τους Αθηναίους
+πεισθέντας και λέγοντας· «Ω βασιλεύ, δος ημίν χρησμόν
+καλλίτερον περί της πατρίδος. Σεβάσθητι τας ικετρίας ταύτας τας
+οποίας φέροντες ήλθομεν· άλλως δεν θα εξέλθωμεν από το άδυτον,
+αλλά θα μείνωμεν εδώ μέχρις ου αποθάνωμεν.» Εις τους Αθηναίους
+λοιπόν ταύτα λέγοντας, η Πυθία χρησμοδοτεί πάλιν τα εξής·
+
+«Η Παλλάς δεν ειμπορεί να εξιλεώση τον Ολύμπιον Δια, τον οποίον
+ικετεύει διά πολλών λόγων και φρονίμων συμβουλών. Εις σε δε
+λέγω αύθις τον λόγον τούτον όστις θα ήναι στερεός ως ο αδάμας.
+Όταν θα κυριεύωνται τα άλλα μέρη όσα είναι εντός των ορίων του
+Κέκροπος και του σπηλαίου του ιερού Κιθαιρώνος, ο παντεπόπτης
+Ζεύς επιτρέπει εις την Τριτογενή να μείνη απόρθητον μόνον το
+ξύλινον τείχος, το οποίον θα ωφελήσει σε και τα τέκνα σου. Μη
+περιμείνης ήσυχος το ιππικόν και τον πολύν πεζόν στρατόν όστις
+έρχεται εκ της ηπείρου, αλλ' υποχώρησον στρέψας τα νώτα, διότι
+θα έλθη ποτέ καιρός να αντισταθής. Ω θεία Σαλαμίς, συ θ'
+απολέσης τέκνα γραικών, είτε όταν σκορπίζονται οι δημητριακοί
+καρποί είτε όταν συνάζονται.»
+
+142. Η απόκρισις αύτη και ήτο και τοις εφάνη ηπιωτέρα της
+προτέρας· γράψαντες λοιπόν αυτήν επέστρεψαν εις τας Αθήνας. Ότε
+δε την ανέφερον εις τον δήμον, πολλαί γνώμαι εδόθησαν προς
+εξήγησιν του χρησμού, και προσέτι αι εξής αίτινες ήσαν
+εναντιώταται προς αλλήλας. Τινές των πρεσβυτέρων εφρόνουν, ως
+είπον, ότι ο θεός υπεσχέθη μόνον την σωτηρίαν της ακροπόλεως,
+διότι η ακρόπολις των Αθηνών το πάλαι ήτο πεφραγμένη διά ξύλων,
+και ο φραγμός ούτος ήτο κατ' αυτούς το ξύλινον τείχος της
+Πυθίας. Άλλοι πάλιν έλεγον εξ εναντίας ότι ο θεός εσήμαινε τα
+πλοία, και διά τούτο επέμενον να εξοπλίσωσιν αυτά και να
+αφήσωσιν όλα τα λοιπά. Την γνώμην όμως των λεγόντων ότι τα
+πλοία ήσαν το ξύλινον τείχος, ανέτρεπον οι δύο τελευταίοι
+στίχοι της Πυθίας. _Ω θεία Σαλαμίς, συ θ' απολέσης τέκνα
+γυναικών, είτε όταν σπείρωνται οι δημητριακοί καρποί, είτε όταν
+συγκομίζωνται.»_ Εις τους στίχους λοιπόν τούτους συνεχέοντο αι
+γνώμαι των λεγόντων ότι το ξύλινον τείχος ήσαν τα πλοία, διότι
+οι χρησμολόγοι εξήγουν αυτούς τοιουτοτρόπως, ότι εάν οι
+Αθηναίοι αποφασίσωσι να ναυμαχήσωσι, θα νικηθώσι περί την
+Σαλαμίνα.
+
+143. Ήτο δε μεταξύ των Αθηναίων ανήρ τις τότε νεωστί υψωθείς
+εις τας πρώτας τάξεις· το όνομα αυτού ήτο Θεμιστοκλής, αλλά τον
+εκάλουν υιόν του Νεοκλέους. Ο ανήρ ούτος είπεν ότι οι
+χρησμολόγοι δεν ενόουν ορθώς όλον τον χρησμόν, και έδιδε τούτον
+τον λόγον· «Νομίζω, είπεν, ότι αν οι δύο ούτοι στίχοι
+ανεφέροντο τωόντι εις τους Αθηναίους, δεν θα είχον αυτόν τον
+γλυκύν τύπον της εκφράσεως, αλλά θα ήρχιζον ούτω· _ω αθλία
+Σαλαμίς_, αντί του, _ω θεία Σαλαμίς_, εάν περί αυτήν έμελλον να
+απολεσθώσιν οι κάτοικοι της χώρας. Ώστε, προσέθηκεν, ο θεός
+εχρησμοδότησε ταύτα αναφερόμενος εις τους πολεμίους και όχι εις
+τους Αθηναίους, αν θέλη τις να εξηγήση ορθώς τον χρησμόν.» Όθεν
+τους συνεβούλευσε να ετοιμασθώσι προς ναυμαχίαν, επιμένων ότι
+τα πλοία ήσαν το ξύλινον τείχος. Αφού δε ο Θεμιστοκλής τοιαύτην
+έδωκεν εξήγησιν εις τον χρησμόν, οι Αθηναίοι είδον ότι
+προτιμοτέρα είναι η γνώμη αύτη παρά η των χρησμολόγων οίτινες
+δεν τους άφινον να παρασκευασθώσι προς ναυμαχίαν, όπερ ουδέν
+άλλο εσήμαινεν ειμή να μη εγείρωσι τας χείρας εναντίον του
+εχθρού, αλλά να εγκαταλίπωσι την Αττικήν και να κατοικήσωσιν
+άλλην τινά χώραν.
+
+144. Προ ταύτης, και άλλη γνώμη του Θεμιστοκλέους υπερίσχυσεν
+ευτυχώς. Ότε εισήλθον εις το κοινόν των Αθηναίων πολλά χρήματα
+προερχόμενα εκ των μεταλλείων του Λαυρίου και έμελλον να
+μοιρασθώσιν αυτά και να λάβη έκαστος με την σειράν του δέκα
+δραχμάς, τότε ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να
+παραιτηθώσι της διανομής ταύτης και να κατασκευάσωσι διά των
+χρημάτων τούτων διακόσια πλοία διά τον πόλεμον, εννοών τον
+πόλεμον τον οποίον είχον προς τους Αιγινήτας. Ο πόλεμος λοιπόν
+εκείνος ακολουθήσας έσωσε τότε την Ελλάδα, διότι ηνάγκασε τους
+Αθηναίους να γίνωσι θαλασσινοί, και τα πλοία εκείνα εις μεν τον
+σκοπόν διά τον οποίον κατεσκευάσθησαν δεν μετεχειρίσθησαν,
+εχρησίμευσαν όμως εις την Ελλάδα εις αρμόδιον καιρόν. Είχαν
+λοιπόν οι Αθηναίοι τα πλοία ταύτα, αλλ' εδέησε να ναυπηγήσωσι
+και άλλα. Τέλος σκεφθέντες περί του χρησμού, απεφάσισαν να
+υπακούσωσιν εις τον θεόν, να εισέλθωσιν εις τα πλοία πανδημεί,
+και, μετά των άλλων Ελλήνων όσοι ήσαν πρόθυμοι να ενωθώσι με
+αυτούς, να υπομείνωσι μετά του στόλου την επίθεσιν του
+επερχομένου βαρβάρου. Τοιούτοι ήσαν οι χρησμοί οι ελθόντες εις
+τους Αθηναίους.
+
+145. Εν τούτοις οι Έλληνες όσοι είχον καλά αισθήματα υπέρ της
+πατρίδος συνελθόντες και δόντες εχέγγυα πίστεως μεταξύ των,
+συνεφώνησαν προ παντός άλλου να παύσωσι τας έχθρας των και τους
+προς αλλήλους πολέμους. Όλοι ήσαν περιπεπλεγμένοι εις πολέμους,
+ο μέγιστος όμως πάντων ήτο ο των Αθηναίων και Αιγινητών. Μετά
+ταύτα μαθόντες ότι ο Ξέρξης ήτο με τον στρατόν του εις τας
+Σάρδεις, ενέκρινον να πέμψωσιν εις της Ασίαν κατασκόπους διά να
+ίδωσι τας δυνάμεις του βασιλέως, και πρέσβεις εις το Άργος διά
+να συνάψωσι συμμαχίαν κατά του Πέρσου· άλλους εις την Σικελίαν
+προς τον Γέλωνα του Δεινομένους, και άλλους εις την Κέρκυραν
+και την Κρήτην διά να ζητήσωσι βοήθειαν υπέρ της Ελλάδος, επί
+τη ελπίδι ίσως ενωθώσι οι Έλληνες και συμφωνήσαντες να
+ενεργώσιν από κοινού, διότι ο κίνδυνος ήτο ο αυτός δι' όλους. Η
+δε δύναμις του Γέλωνος έλεγον ότι ήτο μεγάλη, και ουδενός
+σχεδόν Ελληνικού λαού η δύναμις ήτο μεγαλειτέρα.
+
+146. Ταύτα αποφασίσαντες, έπαυσαν τας έχθρας και πρώτον μεν
+έπεμψαν τρεις κατασκόπους εις την Ασίαν, οίτινες αφού έφθασαν
+εις τας Σάρδεις και παρετήρησαν τον στρατόν του βασιλέως,
+ανεγνωρίσθησαν και βασανισθέντες υπό των στρατηγών του πεζού
+στρατού απήχθησαν διά να θανατωθώσι. Και ούτοι μεν
+κατεδικάσθησαν εις θάνατον, ο δε Ξέρξης μαθών τούτο και μη
+εγκρίνων την απόφασιν των στρατηγών, έπεμψε δορυφόρους τινάς με
+διαταγήν εάν προφθάσωσι τους κατασκόπους ακόμη ζώντας να τους
+φέρωσιν εις αυτόν. Προφθάσαντες δε αυτούς οι δορυφόροι πριν
+τους θανατώσωσι, τους έφερον ενώπιον του βασιλέως, όστις μαθών
+διά ποίον σκοπόν ήλθον διέταξε τους δορυφόρους να τους
+περιφέρωσι και να τοις δείξωσιν όλον τον πεζόν και ναυτικόν
+στρατόν. Αφού δε ευχαριστήσωσι την περιέργειάν των, να τους
+αποπέμψωσιν αβλαβείς όπου ήθελον επιθυμήσει.
+
+147. Διά να εξηγήση δε την διαταγήν ταύτην έλεγεν· «Εάν οι
+κατάσκοποι θανατωθώσιν, ούτε περί της δυνάμεώς μου ήθελον μάθει
+τι οι Έλληνες ότι είναι ανωτέρα παρ' ό,τι η φήμη δύναται να
+διαδώση, ούτε θανατόνων τρεις ανθρώπους ήθελον βλάψει πολύ τους
+πολεμίους. Εάν όμως επιστρέψωσιν ούτοι εις την Ελλάδα, ελπίζω
+ότι μανθάνοντες οι Έλληνες την δύναμίν μου, πριν γίνη η
+εκστρατεία, θα παραδώσωσι την ιδίαν των ελευθερίαν, και
+τοιουτοτρόπως δεν θα λάβωμεν ανάγκη να εκστρατεύσωμεν κατ'
+αυτών.» Αύτη η γνώμη του Ξέρξου ομοιάζει με μίαν του άλλην.
+Ευρισκόμενος εις την Άβυδον είδεν ημέραν τινά πλοία σιταγωγά τα
+οποία ερχόμενα από τον Πόντον διεξέπλεον τον Ελλήσποντον διά να
+υπάγωσιν εις την Αίγιναν και την Πελοπόννησον. Οι περί αυτόν
+ιστάμενοι, άμα ήκουσαν ότι τα πλοία ήσαν εχθρικά, ήσαν έτοιμοι
+να τα συλλάβωσι και έβλεπον τον βασιλέα, περιμένοντες να τους
+διατάξη. Αλλ' ο Ξέρξης τους ηρώτησεν εις ποίον μέρος έπλεαν.
+«Εις τους εχθρούς σου, ω δέσποτα, φέροντα σίτον,» απεκρίθησαν
+εκείνοι. Τότε ο Ξέρξης είπε· «Λοιπόν και ημείς εκεί πλέομεν
+όπου και αυτά, έχοντες πλην των άλλων και σίτον κατά τι λοιπόν
+μας αδικούσι κομίζοντα εις ημάς τροφάς;» Ούτως οι μεν
+κατάσκοποι θεωρήσαντες και αποπεμφθέντες, επέστρεψαν εις την
+Ευρώπην.
+
+148. Οι δε Έλληνες οι συνωμόσαντες κατά του Πέρσου, μετά την
+αναχώρησιν των κατασκόπων έπεμψαν δεύτερον πρέσβεις εις το
+Άργος. Οι δε Αργείοι λέγουσιν ότι τα κατ' αυτούς συνέβησαν ως
+εξής· άμα ήκουσαν ότι ο βάρβαρος ετοιμάζεται να εκστρατεύση
+κατά της Ελλάδος, μαθόντες ότι οι Έλληνες θα προσπαθήσωσι να
+τους παραλάβωσι κατά του Πέρσου, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά
+να ερωτήσωσι τον θεόν τι ήτο συμφερώτερον εις αυτούς να
+πράξωσι· καθότι αρτίως είχον φονευθή εξ αυτών εξακισχίλιοι από
+τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη του Αναξανδρίδου. Τούτου
+ένεκα λοιπόν έπεμψαν να ερωτήσωσιν· η δε Πυθία εις αυτούς
+ερωτώντας απεκρίθη τα εξής· «Εχθρέ των γειτόνων σου, φίλε των
+αθανάτων θεών, μένε εις τα ίδια φρουρών με την λόγχην εις την
+χείρα. Φύλαττε την κεφαλήν σου, και η κεφαλή θα σώση το σώμα.»
+Ταύτα λέγουσιν Αργείοι ότι εχρησμοδότησεν εις αυτούς η Πυθία
+κατ' εκείνην την εποχήν. Μετά ταύτα δε ελθόντες οι πρέσβεις εις
+το Άργος παρουσιάσθηκαν εις το βουλευτήριον και έλεγον τα
+εντεταλμένα. Οι δε βουλευταί απεκρίθησαν ότι ήσαν έτοιμοι οι
+Αργείοι να πράξωσι τα ζητούμενα εάν εδέχοντο οι Λακεδαιμόνιοι
+να κλείσωσι με αυτούς ειρήνην τριακονταετή και εάν τοις εδιδον
+το ήμισυ της ηγεμονίας όλων των συμμάχων. «Κατά δίκαιον λόγον,
+προσέθετον, έπρεπε να έχωμεν την απόλυτον ηγεμονίαν· αλλ'
+ευχαριστούμεθα και εις το ήμισυ.»
+
+149. Ταύτα λέγουσιν ότι απεκρίθη η βουλή, μολονότι το μαντείον
+τους απαγόρευσε να συμμαχήσωσι μετά των Ελλήνων. Επεθύμουν δε,
+με όλον τον φόβον του χρησμού, να γίνωσι τριακονταετείς σπονδαί
+διά να ανδρωθώσιν εις το διάστημα τούτο οι παίδες των· καθότι
+εάν δεν εγίνοντο αι σπονδαί αύται και εάν προς τα γενόμενα τοις
+συνέβαινε και ζημία τις εις τον κατά του Ξέρξου πόλεμον,
+εφοβούντο ότι ήθελον γίνει καθ' όλα υπήκοοι των Λακεδαιμονίων.
+Ακούσαντες τους λόγους τούτους οι εις το Άργος ευρισκόμενοι
+πρέσβεις της Σπάρτης, απεκρίθησαν τα εξής· «Όσον μεν διά τας
+σπονδάς, θα αναφέρωμεν περί τούτου εις το πλήθος, όσον δ' αφορά
+την ηγεμονίαν έχομεν την άδειαν να είπωμεν ότι εις μεν την
+Σπάρτην είναι δύο βασιλείς, εις δε το Άργος είς· δεν είναι
+λοιπόν δυνατόν να στερηθή της ηγεμονίας μήτε ο είς μήτε ο άλλος
+των βασιλέων της Σπάρτης· ουδέν όμως κωλύει τον βασιλέα των
+Αργείων να ήναι ομόψηφος με τους ημετέρους δύο.» Ούτω, λέγουσιν
+οι Αργείοι, δεν ηδυνήθησαν να νικήσωσι την πλεονεξίαν των
+Λακεδαιμονίων, και επροτίμησαν να διοικηθώσι μάλλον υπό των
+βαρβάρων ή να υποκύψωσιν εις τας απαιτήσεις των Λακεδαιμονίων.
+Εδήλωσαν λοιπόν εις τους πρέσβεις ότι πρέπει να αναχωρήσωσιν εκ
+της χώρας των Αργείων προ της δύσεως του ηλίου, άλλως θα τους
+θεωρήσωσιν ως εχθρούς.
+
+150. Αυτοί μεν τόσα λέγουσι περί τούτων, λέγεται όμως και άλλος
+τις λόγος ανά την Ελλάδα· ότι ο Ξέρξης, πριν εκστρατεύση κατά
+της Ελλάδος έπεμψε κήρυκα εις το Άργος, όστις ελθών είπε τα
+εξής, ως λέγεται· «Άνδρες Αργείοι, ταύτα λέγει προς υμάς ο
+βασιλεύς Ξέρξης. Ημείς νομίζομεν ότι ο Πέρσης εξ ου καταγόμεθα,
+ήτο υιός του Περσέως υιού της Δανάης, γεννηθείς εκ της
+Ανδρομέδης θυγατρός τον Κηφέως. Ούτω λοιπόν είμεθα απόγονοί σας
+και δεν είναι πρέπον μήτε ημείς να εκστρατεύσωμεν κατά των
+προγόνων μας, μήτε σεις βοηθούντες άλλους να γίνετε εχθροί μας.
+Μείνατε λοιπόν ήσυχοι εις τας οικίας σας, διότι εάν τα πράγματα
+αποβώσι κατά την επιθυμίαν μου, ουδέν άλλο έθνος θα αναδείξω
+μεγαλείτερον υμών.» Ταύτα ακούσαντες οι Αργείοι, λέγεται ότι
+εύρον το πράγμα πολύ ωφέλιμον. Και τότε μεν αμέσως δεν εζήτησαν
+τίποτε και δεν έδωκαν ουδεμίαν υπόσχεσιν· ότε δε οι Έλληνες
+ηθέλησαν να τους προσλάβωσιν εις την συμμαχίαν των, τότε, όντες
+βέβαιοι ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήθελον τους καταστήσει
+κοινωνούς της αρχής, εζήτησαν αυτήν διά να εύρωσι πρόφασιν και
+να μένωσιν ήσυχοι.
+
+151. Τινές των Ελλήνων διηγούνται ότι μετά πολλά έτη ο λόγος
+ούτος ευρέθη επιβεβαιούμενος υπό των κατωτέρω· έτυχον να ώσιν
+εις τα Σούσα τα Μεμνόνεια, δι' άλλην υπόθεσιν, πρέσβεις των
+Αθηναίων, ο Καλλίας του Ιππονίκου και οι μετ' αυτού
+συναναβάντες· συγχρόνως οι Αργείοι πέμψαντες πρέσβεις ηρώτων
+τον Αρταξέρξην του Ξέρξου εάν σώζεται η φιλία ην είχον συνδέσει
+μετά του Ξέρξου, ή εάν τους νομίζη ότι είναι πολέμιοι. Ο δε
+βασιλεύς Αρταξέρξης απεκρίθη ότι η φιλία σώζεται και ότι
+ουδεμίαν άλλην πόλιν νομίζει φιλιωτέραν του Άργους.
+
+152. Εάν ο Ξέρξης έπεμψεν εις το Άργος τον ειρημένον κήρυκα,
+και εάν πρέσβεις των Αργείων αναβάντες εις τα Σούσα ηρώτησαν
+τον Αρταξέρξην περί φιλίας, δεν δύναμαι να βεβαιώσω ακριβώς,
+και επί του αντικειμένου τούτου ουδεμίαν δίδω γνώμην εναντίαν
+προς την διήγησιν των Αργείων. Ηξεύρω μόνον τούτο, ότι εάν όλοι
+οι άνθρωποι απέθετον εις τον αυτόν τόπον τα ίδιά των σφάλματα
+θέλοντες να τα ανταλλάξωσι με εκείνα των γειτόνων των, άμα
+έκυπτον την κεφαλήν διά να παρατηρήσωσι τα ξένα σφάλματα,
+προθύμως έκαστος θα ανελάμβανεν οπίσω τα ιδικά του. Ούτω λοιπόν
+δεν είναι οι Αργείοι οίτινες έπραξαν τα αίσχιστα. Εγώ δε οφείλω
+μεν να λέγω τα λεγόμενα, δεν οφείλω όμως ποσώς να τα πιστεύω·
+και τούτο λέγω δι' όλην την ιστορίαν μου. Λέγουσι μάλιστα ότι
+οι Αργείοι ήσαν οι προσκαλέσαντες τον Πέρσην κατά της Ελλάδος,
+διότι ο προς τους Λακεδαιμονίους πόλεμος δεν απέβαινεν υπέρ
+αυτών και επροτίμων παν άλλο κακόν ή την παρούσαν δυστυχίαν.
+Αλλ' αρκούσι ταύτα διά τους Αργείους.
+
+153. Εις δε την Σικελίαν ήλθον άλλοι πρέσβεις εκ μέρους των
+συμμάχων διά να συνομιλήσωσι με τον Γέλωτα, και μεταξύ αυτών
+ευρίσκετο ο Σύαγρος, πεμφθείς υπό των Λακεδαιμονίων. Τούτου του
+Γέλωνος πρόγονός τις, όστις εγένετο οικήτωρ της Γέλης, ήτο εκ
+της νήσου Τήλου της πλησίον της Τριοπίου κειμένης· ότε δε
+εκτίζετο η Γέλα υπό του Αντιφήμου και των εκ της Ρόδου Λινδίων,
+αυτός τους ηκολούθησεν εις την αποικίαν. Μετά καιρόν οι
+απόγονοι αυτού γενόμενοι ιεροφάνται των χθονίων θεών,
+διετήρησαν το προνόμιον τούτο το οποίον είς των προγόνων των ο
+Τηλίνης εκτήσατο κατά τον εξής τρόπον. Γελωοί τινες νικηθέντες
+έν τινι στάσει κατέφυγον εις την υπεράνω της Γέλης
+κατοικουμένην πόλιν Μακτώριον· τούτους δε επανέφερεν ο Τηλίνης
+εις την πατρίδα των χωρίς να μεταχειρισθή ουδεμίαν ανθρωπίνην
+δύναμιν, αλλά μόνον διότι εγνώριζε τα μυστήρια αυτών των θεών·
+πού και πώς εδιδάχθη την επιστήμην ταύτην, δεν ηξεύρω. Εις
+ταύτην όμως έχων πεποίθησιν, επανέφερεν αυτούς επί τη συμφωνία
+να ήναι πάντοτε οι απόγονοί του ιεροφάνται των θεών. Θαυμάζω δε
+τη αληθεία, εξ όσων με διηγήθησαν, πως ο Τηλίνης κατώρθωσε
+τόσον μέγα έργον, διότι νομίζω ότι τα τοιαύτα έργα δεν είναι
+ίδια παντός ανθρώπου, αλλ' απαιτούσι ψυχήν γενναίαν και σώμα
+εύρωστον, οι δε Σικελοί λέγουσιν εξ εναντίας ότι ο Τηλίνης ήτο
+φύσει θηλυδρίας και άνθρωπος χαύνος. Τοιουτοτρόπως εκτήσατο το
+προνόμιον τούτο.
+
+154. Μετά τον θάνατον δε του Κλεάνδρου του Παντάρεως, όστις
+εβασίλευσεν επτά έτη εις την Γέλαν και εφονεύθη υπό του Γελώου
+Σαβύλλου, ανέλαβε την μοναρχίαν ο αδελφός του Κλεάνδρου
+Ιπποκράτης. Έχοντος δε την τυραννίδα του Ιπποκράτους, ο Γέλων,
+απόγονος του ιεροφάντου Τηλίνου, ήτο δορυφόρος του Ιπποκράτους
+μετ' άλλων πολλών και μετά του Αινησιδήμου του Παταίου. Μετ' ου
+πολύν δε χρόνον διά την ανδρίαν του εγένετο ίππαρχος όλου του
+ιππικού, καθότι όταν ο Ιπποκράτης επολιόρκησε τους
+Καλλιπολίτας, και τους Ναξίους, και τους Ζαγκλαίους, και τους
+Λεοντίνους, και τους Συρακουσίους και πολλούς βαρβάρους, ο
+Γέλων εις όλους τούτους τους πολέμους έδειξεν ανδρίαν
+λαμπροτάτην. Εξ όλων δε τούτων των πόλεων ουδεμία, πλην των
+Συρακουσών, έμεινε χωρίς να αλωθή υπό του Ιπποκράτους, τους δε
+Συρακουσίους ηττηθέντας εις μάχην πλησίον του Ελώρου ποταμού,
+έσωσαν οι Κορίνθιοι και οι Κερκυραίοι· τους έσωσαν δε και τους
+συνεβίβασαν μετά του Ιπποκράτους με την συμφωνίαν να τω
+παραδώσωσι την Καμάριναν, πόλιν ήτις ανέκαθεν ανήκεν εις
+αυτούς.
+
+155. Ο Ιπποκράτης, αφού εβασίλευσε τόσα έτη όσα ο αδελφός του
+Κλέανδρος, συνέβη να αποθάνη πλησίον της πόλεως Ύβλης ενώ
+επολέμει τους Σικελούς. Τότε ο Γέλων επί τω λόγω ότι βοηθεί
+τους παίδας του Ιπποκράτους Ευκλείδην και Κλέανδρον, εις των
+οποίων τον ζυγόν ηρνούντο οι πολίται να υποκύψωσιν, ενίκησε
+τους επαναστάτας και εκράτησε την αρχήν δι' εαυτόν, αποστερήσας
+αυτήν από τους παίδας του Ιπποκράτους. Μετά την ανέλπιστον
+ταύτην ευτυχίαν συνέβη να διωχθώσιν από τον δήμον και τους
+ιδίους των δούλους τους καλουμένους Κυλλυρίους, οι λεγόμενοι
+γεωμόροι (22) των Συρακουσίων. Λαβών τους διωχθέντας τούτους ο
+Γέλων τους έφερεν εκ της Κασμένης πόλεως εις τας Συρακούσας
+τας οποίας εκυρίευσε· διότι ο δήμος των Συρακουσίων, ενώ ήρχετο
+κατ' αυτού ο Γέλων, τω παρέδωκε την πόλιν και εαυτόν.
+
+156. Παραλαβών ο Γέλων τας Συρακούσας, ολιγώτερον πλέον
+εφρόντιζε διά την Γέλαν, και επέτρεψεν αυτήν εις τον αδελφόν
+του Ιέρωνα· αυτός δε ενδυναμώσας τας Συρακούσας, περί αυτών
+μόνον εφρόντιζεν. Αι δε Συράκουσαι πάραυτα ηύξησαν και
+επληθύνθησαν, καθότι ο Γέλων αφ' ενός μεν κατέσκαψε την πόλιν
+Καμάριναν και έφερεν όλους τους Καμαριναίους εις τας Συρακούσας
+και τους έκαμε πολίτας· αφ' ετέρου δε έπραξε το αυτό και προς
+τους υπερημίσεις των Γελώων. Πλην τούτου, ενώ επολιόρκει τους
+Μεγαρείς της Σικελίας παρεδόθησαν ούτοι διά συνθήκης. Οι
+πλούσιοι ήσαν οι αίτιοι του πολέμου· περιέμενον λοιπόν να
+θανατωθώσιν· αλλ' ο Γέλων τους έφερεν εις τας Συρακούσας και
+τους έκαμε πολίτας· όσον δ' αφορά τον δήμον, όστις δεν ήτο
+αίτιος του πολέμου τούτου ουδέ υπέθετεν ότι ήθελε πάθει τι
+κακόν, έφερεν αυτούς ομοίως εις τας Συρακούσας και τους επώλησε
+διά να τους απαγάγωσιν εκ της Σικελίας. Το αυτό έπραξε και προς
+τους Ευβοείς της Σικελίας, χωρίσας τους πλουσίους από τους
+άλλους. Εφέρθη δε τοιουτοτρόπως προς αυτάς τας δύο πόλεις διότι
+ενόμισεν ότι ο δήμος είναι συνοίκημα οχληρότατον. Διά των μέσων
+τούτων ο Γέλων εγένετο τύραννος μέγας.
+
+157. Τότε δε ελθόντες εις τας Συρακούσας οι πρέσβεις των
+Ελλήνων, ήλθον εις ομιλίαν μετ' αυτού και είπον τα εξής· «Οι
+Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι αυτών έπεμψαν ημάς
+όπως σε συμπαραλάβωμεν εις τον κατά του βαρβάρου πόλεμον·
+καθότι βεβαίως ήκουσες ότι στρατεύει κατά της Ελλάδος, ότι ο
+Πέρσης ενώσας διά πλοίων τας δύο παραλίας του Ελλησπόντου και
+επάγων όλον τον ανατολικόν στρατόν εκ της Ασίας μέλλει να
+επιτεθή κατά της Ελλάδος επί προφάσει μεν ότι κινείται κατά των
+Αθηνών, πράγματι όμως σκοπεύων να υποτάξη όλην την Ελλάδα.
+Επειδή δε συ έχεις μεγάλην δύναμιν, και ορίζων την Σικελίαν
+μετέχεις ουκ ολίγον της Ελλάδος, βοήθησον τους πολεμούντας υπέρ
+της ελευθερίας αυτής και υπεράσπισον σύναμα την ιδικήν σου
+ελευθερίαν· διότι εάν ενωθώμεν όλοι οι Έλληνες σχηματίζομεν
+μέγαν στρατόν και γινόμεθα ικανοί ν' αντιταχθώμεν κατά του
+επερχομένου πολεμίου, ενώ εάν τινές μεταξύ ημών προδίδωσιν, εάν
+άλλοι δεν θέλωσι να βοηθήσωσι και εάν ολίγον μόνον μέρος της
+Ελλάδος έχη αισθήματα υγιή, τότε είναι φόβος μήπως υποκύψη όλη
+η Ελλάς. Μη ελπίσης δε ότι αν ο Πέρσης μας νικήση εις τον
+πόλεμον και μας υποτάξη, δεν θα έλθη και κατά σου. Πριν λοιπόν
+συμβή τούτο φυλάχθητι· ημάς βοηθών, σαυτόν βοηθείς. Εις καλώς
+μελετηθείσαν υπόθεσιν, ως επί το πλείστον ακολουθεί τέλος
+αγαθόν.»
+
+158. Οι μεν πρέσβεις ταύτα είπον, ο δε Γέλων τοις απεκρίθη
+ζωηρώς· «Άνδρες Έλληνες, ενώ ο λόγος σας δεν αποβλέπει ειμή εις
+ιδίαν σας πλεονεξίαν, ετολμήσατε να έλθετε διά να με
+παρακινήσετε να γίνω σύμμαχός σας εναντίον του βαρβάρου. Σεις
+δε, ότε εγώ πρότερον ων εις πόλεμον με τους Καρχηδονίους σας
+εζήτησα να με βοηθήσετε κατά βαρβαρικού στρατού και σας
+προέτρεπον να εκδικήσωμεν τον φόνον του Δωριέως του
+Αναξανδρίδου θανατωθέντος εις την Έγεσταν, και προσέτι
+προέτεινον να σας ανοίξω τους λιμένας μου εις τους οποίους θα
+ευρίσκετε μεγάλας ωφελείας και αναπαύσεις, ούτε χάριν μού
+ηθελήσατε να με βοηθήσετε ούτε διά να εκδικήσετε τον φόνον του
+Δωριέως· ώστε παρ' υμών εξηρτάτο να μη διατελώσιν οι τόποι
+ούτοι υπό την εξουσίαν των βαρβάρων. Αλλ' ευδόκησεν η τύχη να
+τακτοποιηθώσιν αι υποθέσεις μου· επειδή δε ήλθεν η σειρά σας να
+έχετε πόλεμον, ενθυμείσθε τώρα τον Γέλωνα. Εν τούτοις, μολονότι
+περιεφρονήθην από υμάς, δεν θα σας μιμηθώ, αλλ' είμαι έτοιμος
+να σας βοηθήσω και να σας δώσω διακοσίας τριήρεις,
+εικοσακισχιλίους οπλίτας, δισχιλίους ίππους, δισχιλίους
+τοξότας, δισχιλίους οφενδονήτας και δισχιλίους ιππείς ελαφρώς
+ωπλισμένους· αναδέχομαι προς τούτοις να παρέξω τροφάς εις όλον
+τον Ελληνικόν στρατόν εφ' όσον ήθελε διαρκέσει ο πόλεμος.
+Ταύτα πάντα όμως υπόσχομαι με μίαν συμφωνίαν, να γίνω
+αρχιστράτηγος των Ελλήνων κατά του βαρβάρου· με άλλην δε
+συμφωνίαν, ούτε εγώ δύναμαι να έλθω, ούτε άλλους να πέμψω.»
+
+159. Ταύτα ακούσας ο Σύαγρος δεν ειμπόρεσε να κρατηθή αλλ'
+είπε· «Βεβαίως θα στενάξη ο Πελοπίδης Αγαμέμνων εάν μάθη ότι οι
+Σπαρτιάται εστερήθησαν της ηγεμονίας υπό του Γέλωνος και των
+Συρακουσίων. Τούτον τον λόγον, να σοι παραδώσωμεν ημείς την
+ηγεμονίαν, μη αναφέρης πλέον· αλλ' αν έχης διάθεσιν να βοηθήσης
+την Ελλάδα, ήξευρε ότι θα ήσαι υπό τας διαταγάς των
+Λακεδαιμονίων· εάν δε δεν εγκρίνης να άρχεσαι, μη μας
+βοηθήσης.»
+
+160. Ιδών ο Γέλων ότι ο Σύαγρος ανθίστατο τόσον σταθερώς, είπε
+τον εξής τελευταίον λόγον· «Ω ξένε Σπαρτιάτα, αι ύβρεις
+διεγείρουσι τον θυμόν του ανθρώπου· συ όμως με όλα τα υβρίσματα
+τα οποία μετεχειρίσθης εις τον λόγον σου, δεν θα με πείσης να
+σοι αποκριθώ και εγώ απρεπώς. Αλλ' αφού σεις τόσον πολύ
+επιμένετε εις την ηγεμονίαν, δεν είναι δίκαιον να επιμένω και
+εγώ περισσότερον, εγώ όστις είμαι ηγεμών πολλαπλασίας στρατιάς
+και πλοίων πολύ περισσοτέρων; Επειδή όμως ο λόγος μου σας εφάνη
+βαρύς, μετριάζομεν την πρώτην πρότασιν. Εάν μεν θέλετε να έχετε
+την αρχηγίαν του κατά γην στρατού, ας έχω εγώ την αρχηγίαν του
+ναυτικού· εάν πάλιν ευχαριστήσθε να ηγεμονεύετε κατά θάλασσαν,
+ας ηγεμονεύω εγώ κατά ξηράν. Ή εις ταύτα λοιπόν πρέπει να
+αρκεσθήτε, ή να αναχωρήσετε εστερημένοι τοσούτων συμμάχων.»
+Ταύτα προέτεινεν ο Γέλων.
+
+161. Προλαβών δε τον πρέσβυν των Λακεδαιμονίων ο πρέσβυς των
+Αθηναίων, απεκρίθη ως εξής· «Ω βασιλεύ των Συρακούσιων, ουχί
+ηγεμόνος αλλά στρατιάς έχουσα ανάγκην η Ελλάς μας έπεμψε προς
+σε· συ δε δεικνύεις ότι εάν δεν γείνης ηγεμών της Ελλάδος δεν
+θέλεις στείλει στρατεύματα και φροντίζεις πώς να ανακηρυχθής
+στρατηγός αυτής. Και ενόσω μεν εζήτεις να γίνης ηγεμών όλου του
+στρατού των Ελλήνων, ημείς οι Αθηναίοι ηρκούμεθα να σιωπώμεν,
+όντες βέβαιοι ότι ο Λάκων ήτο ικανός να απολογηθή υπέρ
+αμφοτέρων· επειδή όμως αποτυχών της όλης αρχής ζητείς να λάβης
+την της ναυτικής δυνάμεως, μάθε ότι και ο Λάκων αν σε δώση
+αυτήν ημείς όμως δεν την δίδομεν, διότι ανήκει εις ημάς εάν δεν
+θελήσωσιν οι Λακεδαιμόνιοι. Και αν μεν αυτοί θέλωσι να ήναι
+ηγεμόνες, δεν αντιτείνομεν· εις ουδένα όμως άλλον παραχωρούμεν
+την ναυαρχίαν, διότι εις μάτην θέλομεν έχει τόσον ναυτικόν
+στρατόν εάν παραχωρήσωμεν την ηγεμονίαν εις τους Συρακουσίους,
+ημείς όντες Αθηναίοι, συγκροτούντες έθνος αρχαιότατον και οι
+μόνοι εκ των Ελλήνων οίτινες δεν εγίνομεν μετανάσται. Δεν λέγει
+ο εποποιός Όμηρος ότι είς εκ των ημετέρων (23) μετέβη εις το
+Ίλιον και ελαμπρύνθη τακτοποιήσας και διακοσμήσας τον στρατόν;
+Δεν αισχυνόμεθα λοιπόν ποσώς λέγοντες ταύτα.»
+
+162. Απεκρίθη δε ο Γέλων τα εξής· «Ξένε Αθηναίε, άρχοντας μεν
+φαίνεσθε ότι έχετε, αρχομένους όμως δεν έχετε παντάπασιν.
+Επειδή λοιπόν μη παραχωρούντες τίποτε, θέλετε να έχετε το παν,
+σπεύσατε να φύγετε τάχιστα και να αναγγείλετε εις την Ελλάδα
+ότι από τον ενιαυτόν της λείπει το έαρ.» Η έννοια του λόγου
+τούτου ήτο ότι καθώς το έαρ είναι το καλλίτερον μέρος του
+ενιαυτού, ούτω και ο καλλίτερος στρατός των Ελλήνων ήτο ο
+ιδικός του. Κατ' αυτόν λοιπόν η Ελλάς, στερουμένη της συμμαχίας
+του, ωμοίαζε με ενιαυτόν εκ του οποίου είναι αφηρημένον το έαρ.
+
+163. Οι μεν πρέσβεις των Ελλήνων τόσα ειπόντες μετά του Γέλωνος
+απέπλευσαν. Ο δε Γέλων, φοβούμενος μεν περί των Ελλήνων ότι δεν
+θα δυνηθώσι να αποκρούσωσι τους βαρβάρους, αφ' ετέρου δε θεωρών
+σκληρόν και ανυπόφορον να υπάγη εις την Πελοπόννησον και ακούση
+εις τους Λακεδαιμονίους, ων τύραννος της Σικελίας, παρήτησεν
+εντελώς τα σχέδιον τούτο και εσκέφθη να λάβη άλλο. Τωόντι, άμα
+έμαθεν ότι ο Πέρσης διέβη τον Ελλήσποντον, έπεμψεν εις τους
+Δελφούς μετά τριών πεντηκοντόρων τον Κάδμον του Σκύθου, άνδρα
+Κώον, εις τον οποίον ενεπιστεύθη χρήματα πολλά και λόγους
+φιλικούς και τον παρήγγειλε να παρατηρή την μάχην προς ποίον
+μέρος ήθελε κλίνει· και εάν μεν νικά ο βάρβαρος, και τα χρήματα
+να δώση εις αυτόν, και γην και ύδωρ δι' όσα μέρη εξουσίαζεν ο
+Γέλων· εάν δε νικώσιν οι Έλληνες, να τα φέρη οπίσω.
+
+164. Ο δε Κάδμος ούτος προ των γεγονότων τούτων παραλαβών παρά
+του πατρός του την βασιλείαν των Κώων καλώς εδραιωμένην,
+εκουσίως και χωρίς να απειλήται υπό κινδύνου τινός, αλλά εκ
+δικαιοσύνης του, κατέθεσε την αρχήν εις τους Κώους και
+ανεχώρησεν εις την Σικελίαν. Εκεί ηνώθη με τους Σαμίους και
+κατώκησε την πόλιν Ζάγκλην ήτις μετά ταύτα μετέβαλε το όνομα
+εις Μεσσήνην. Τούτον λοιπόν τον Κάδμον ελθόντα τοιουτοτρόπως
+εις την Σικελίαν, έπεμψεν ο Γέλων εις τους Δελφούς γνωρίζων την
+δικαιοσύνην του την οποίαν έδειξε και εις άλλας περιστάσεις.
+Και τωόντι, εκτός άλλων έργων δικαίων, έπραξε και τούτο όπερ
+δεν είναι μικρόν· καθότι ενώ είχεν εις χείρας του μεγάλην
+ποσότητα χρημάτων τα οποία τω ενεπιστεύθη ο Γέλων, και ενώ
+ηδύνατο να τα κρατήση, δεν ηθέλησεν, αλλ' αφού οι Έλληνες
+ενίκησαν εις την ναυμαχίαν και ο Ξέρξης έφυγε διωχθείς, τότε
+και ο Κάδμος επέστρεψεν εις την Σικελίαν φέρων όλα τα χρήματα.
+
+165. Λέγεται δε και το εξής υπό των κατοικούντων εις την
+Σικελίαν, ότι έστω και επί τω όρω να διατελή υπό τας διαταγάς
+των Λακεδαιμονίων ο Γέλων θα εβοήθει τους Έλληνας, εάν κατά την
+αυτήν εποχήν ο Τήριλλος του Κρινίππου, τον οποίον τύραννον όντα
+της Ιμέρας εδίωξεν ο τύραννος των Ακραγαντίνων Θήρων του
+Αινησιδήμου, δεν εκίνει κατά της Σικελίας στρατόν εκ τριακοσίων
+χιλιάδων Φοινίκων, Λιβύων, Ιβήρων, Λιγύων, Ελισύκων, Σαρδονίων,
+Κυρνίων υπό των στρατηγόν Αμίλκαν του Άννωνος, βασιλέα των
+Καρχηδονίων, πεισθέντα εις τούτο από τον Τήριλλον διά την
+ιδιαιτέραν αυτού ξενίαν και την προθυμίαν του Αναξιλάου του
+Κρητίνου, όστις τύραννος ων του Ρηγίου έδωκεν αυτώ τα τέκνα του
+ως ομήρους και τον παρεκίνησε να έλθη κατά της Σικελίας και να
+εκδικήση τον πενθερόν του· καθότι ο Αναξίλαος του Κρητίνου είχε
+γυναίκα την θυγατέρα του Τηρίλλου, της οποίας το όνομα ήτο
+Κυδίππη. Ούτω λοιπόν, λέγουσιν οι Σικελοί, μη δυνάμενος ο Γέλων
+να βοηθήση τους Έλληνας, έπεμψε τα χρήματα εις τους Δελφούς.
+
+166. Προς τούτοις λέγουσι και τα εξής, ότι συνέπεσε κατά την
+αυτήν ημέραν ο μεν Γέλων και ο Θήρων να νικώσι τον Αμίλκαν και
+τους Καρχηδονίους εις την Σικελίαν, οι δε Έλληνες τον Πέρσην
+εις την Σαλαμίνα. Ούτος δε ο Αμίλκας, όστις προς πατρός μεν ήτο
+Καρχηδόνιος, μητρόθεν δε Συρακούσιος και διά της ανδρίας του
+εγένετο βασιλεύς των Καρχηδονίων, άμα εγένετο η συμπλοκή και
+ενικήθη, εγένετο, ως ήκουσα να λέγωσιν, άφαντος, καθότι ούτε
+ζων ούτε φονευμένος, ευρέθη ουδαμού γης, μολονότι ο Γέλων τον
+εζήτησε πανταχού.
+
+167. Λέγεται δε και το εξής υπό των Καρχηδονίων όπερ δεν
+φαίνεται απίθανον· ότι οι βάρβαροι εις την Σικελίαν, αρχίσαντες
+από πρωίας, επολέμουν με τους Έλληνας μέχρι δείλης οψίας,
+καθότι έως τότε λέγουσιν ότι διήρκεσεν η συμπλοκή. Ο δε Αμίλκας
+κατά τούτο το διάστημα μένων εις το στρατόπεδον εθυσίαζε και
+εζήτει αίσια σημεία, καίων επί μεγάλης πυράς σώματα ακέραια.
+Ιδών δε την τροπήν των στρατευμάτων του, ως ευρέθη σπεύδων επί
+των ιερείων, ερρίφθη εις το πυρ και ούτω κατακαυθείς εγένετο
+άφαντος. Εις τούτον δε τον Αμίλκαν γενόμενον άφαντον είτε κατά
+τον τρόπον τούτον, ως λέγουσιν οι Φοίνικες, είτε κατά τον άλλον
+τον οποίον λέγουσιν οι Συρακούσιοι, προσφέρουσι θυσίας οι
+Καρχηδόνιοι και τω ήγειρον μνημεία εις όλας τας πόλεις των
+αποικιών έν δε μέγιστον εν αυτή τη Καρχηδόνα. Και ταύτα μεν
+αρκούσι περί της Σικελίας.
+
+168. Οι δε Κερκυραίοι άλλα μεν απεκρίθησαν εις τους πρέσβεις
+άλλα δε έπραξαν καθότι οι αυτοί πρέσβεις οίτινες είχον μεταβή
+εις την Σικελίαν, ήλθον και εις την Κέρκυραν και επανέλαβον
+τους αυτούς λόγους τους οποίους είχον ειπή εις τον Γέλωνα. Οι δε
+Κερκυραίοι τότε μεν αμέσως υπεσχέθησαν ότι θα πέμψωσι βοηθείας
+λέγοντες ότι δεν πρέπει να αφήσωσι την Ελλάδα να απολεσθή,
+διότι εάν πέση η Ελλάς δεν μένει άλλο ειμή τας πρώτας ημέρας να
+γίνωσι και ούτοι δούλοι των βαρβάρων, και επομένως οφείλουσι να
+βοηθήσωσι δι' όλων των δυνάμεών των. Ταύτα απεκρίθησαν μετά
+παρρησίας. Ότε όμως επέστη η στιγμή να εκπέμψωσι βοηθείας,
+σκεπτόμενοι άλλα, εξώπλισαν εξήκοντα πλοία· μόλις δε
+αναχθέντες, εστάθησαν εις τας ακτάς της Πελοποννήσου και
+ηγκυροβόλησαν περί την Πύλον και το Ταίναρον της λακωνικής,
+περιμένοντες και ούτοι να ίδωσι προς ποίον μέρος ήθελε κλίνει ο
+πόλεμος, καθότι δεν ήλπιζον ότι ήθελον υπερισχύσει οι Έλληνες,
+αλλ' ότι ήθελε νικήσει ο Πέρσης και κυριεύσει όλην την Ελλάδα.
+Ενήργουν λοιπόν επίτηδες, διά να δύνανται να είπωσι προς τον
+Ξέρξην· «Ω βασιλεύ, οι Έλληνες εζήτουν να μας συμπεραλάβωσιν
+εις τον πόλεμον τούτον, αλλ' ημείς οίτινες έχομεν ουκ ολίγην
+δύναμιν και δυνάμεθα να παρέξωμεν πλοία όχι ολίγα αλλά τα
+πλείστα μετά τας Αθήνας, δεν ηθελήσαμεν να αντισταθώμεν, ούτε
+να σε δυσαρεστήσωμεν.» Ταύτα λέγοντες ήλπιζον ότι η θέσις των
+ήθελεν αποβή καλλιτέρα της των άλλων, και τούτο θα εγίνετο, ως
+εγώ φρονώ. Προς δε τους Έλληνας είχον προητοιμασμένην πρόφασιν,
+την οποίαν και μετεχειρίσθησαν διότι ότε οι Έλληνες τους
+εμέμφθησαν ότι δεν τους εβοήθησαν, είπον ότι εξώπλισαν μεν
+εξήκοντα τριήρεις, αλλ' ότι οι ετησίαι άνεμοι τους εμπόδισαν να
+κάμψωσι τον Μαλέαν. Αύτη ήτο η αιτία δι' ην δεν έφθασαν εις την
+Σαλαμίνα και έλειψαν από την ναυμαχίαν χωρίς να έχωσι κανένα
+κακόν σκοπόν. Ούτοι μεν τοιουτοτρόπως ηπάτησαν τους Έλληνας.
+
+169. Οι δε Κρήτες, όταν οι επί τούτω διορισθέντες Έλληνες
+μετέβησαν να ζητήσωσι την συμμαχίαν των, έπραξαν το εξής.
+Πέμψαντες εξ ονόματος του κοινού εις τους Δελφούς θεοπρόπους,
+ηρώτων τον θεόν εάν τοις ήτο συμφερώτερον να βοηθήσωσι τους
+Έλληνας· η δε Πυθία τοις απεκρίθη «Μωροί άνθρωποι, σεις
+παραπονείσθε ακόμη διά τα δάκρυα τα οποία ο Μίνως σας έκαμε να
+χύσετε μνησικακών διά την βοήθειαν την οποίαν εδώσατε εις τον
+Μενέλαον· καθότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι σας ηρνήθησαν την
+βοήθειάν των διά να εκδικήσετε τον εν Καμικώ γενόμενον θάνατόν
+του, σεις δε εβοηθήσατε εκείνους χάριν γυναικός την οποίαν ανήρ
+βάρβαρος ήρπασεν εκ της Σπάρτης.» Ελθούσης της αποκρίσεως
+τούτης εις την Κρήτην, απεποιήθησαν οι Κρήτες να βοηθήσωσι τους
+Έλληνας.
+
+170. Λέγουσι δε ότι ο Μίνως, κατά ζήτησιν του Δαιδάλου, ήλθεν
+εις την Σικανίαν, την νυν Σικελίαν καλουμένην και εκεί απέθανε
+βιαίω θανάτω. Μετά καιρόν δε οι Κρήτες, κατά παρακίνησιν θεού
+τινος, όλοι πλην των Πολιχνιτών και των Πραισίων, πλεύσαντες
+μετά μεγάλου στόλου κατά της Σικελίας, επολιόρκουν επί πέντε
+έτη την πόλιν Καμικόν, την οποίαν εις τας ημέρας μου ενέμοντο
+οι Ακραγαντίνοι. Τέλος μη δυνάμενοι μήτε να την κυριεύσωσι μήτε
+να εξακολουθήσωσι την πολιορκίαν, ένεκα του επισυμβάντος λιμού,
+την άφησαν και ανεχώρησαν. Ενώ δε πλέοντες έφθασαν εις την
+Ιαπυγίαν, σφοδρά τρικυμία κατέλαβεν αυτούς και τους έρριψεν εις
+την ξηράν. Επειδή δε τα πλοία των συνετρίβησαν και είδον ότι
+δεν υπήρχε μέσον να επιστρέψωσιν εις την Κρήτην, έκτισαν την
+πόλιν Υρίαν, εγκατεστάθησαν εκεί και αντί μεν Κρητών
+μετωνομάσθησαν Ιάπυγες Μεσσάπιοι, αντί δε νησιωτών εγένοντο
+ηπειρώται. Εκ της πόλεως ταύτης Υρίας πολλαί αποικίαι εξήλθον,
+και πολύ μετά ταύτα οι Ταραντίνοι γενόμενοι εχθροί των,
+επετέθησαν κατ' αυτών εις τοιούτον τρόπον ώστε ο φόνος ούτος
+των Ελλήνων υπήρξεν ο μέγιστος εξ όσων ημείς γνωρίζομεν. Μόνοι
+οι Ρηγίνοι οίτινες αναγκασθέντες υπό του Μικύθου του Χοίρου
+ήλθον εις βοήθειαν των Ταραντίνων, απώλεσαν τρισχιλίους εις τον
+πόλεμον τούτον· όσον δ' αφορά αυτούς τους Ταραντίνους, ο
+αριθμός αυτών ήτο άπειρος. Ο δε Μίκυθος ούτος, υπηρέτης ων του
+Αναξιλάου, είχε μείνει επίτροπος εις το Ρήγιον. Ούτος δε είναι
+όστις διωχθείς εκ του Ρηγίου και κατοικήσας εις την Τεγέαν της
+Αρκαδίας, αφιέρωσεν εις την Ολυμπίαν πολλούς ανδριάντας.
+
+171. Αλλά τα μεν κατά Ρηγίνους και Ταραντίνους ετέθησαν εν
+παρενθέσει εις την διήγησίν μου· εις δε την Κρήτην ερημωθείσαν,
+ως λέγουσιν οι Πραίσιοι, ήλθον και κατώκησαν άλλοι άνθρωποι,
+και προ πάντων Έλληνες. Τρεις γενεάς μετά τον θάνατον του
+Μίνωος συνέβησαν τα Τρωικά, εις τα οποία οι Κρήτες εφάνησαν
+ουχί ευκαταφρόνητοι βοηθοί του Μενελάου. Αλλ' ένεκα της
+βοηθείας ταύτης, κατά την επιστροφήν των εκ της Τρωάδος,
+ενέσκηψεν εις αυτούς και εις τα ποίμνιά των λιμός και λοιμός,
+ώστε ερημωθείσης της Κρήτης το δεύτερον, οι σήμερον νεμόμενοι
+αυτήν Κρήτες είναι ο τρίτος λαός όστις κατώκησεν εις αυτήν μετά
+των επιζησάντων. Ταύτα λοιπόν υπομνήσασα η Πυθία, εμπόδισε τους
+βουλομένους να βοηθήσωσι τους Έλληνας.
+
+172. Οι δε Θεσσαλοί κατ' αρχάς εμήδισαν εξ ανάγκης, αλλ' ως
+έδειξαν σαφώς, δεν τοις ήρεσκον αι μηχανορραφίαι των Αλευαδών·
+καθότι άμα έμαθον ότι ο Πέρσης έμελλε να διαβή εις την Ευρώπην,
+έπεμψαν εις τον Ισθμόν κήρυκας. Ήσαν δε συνηθροισμένοι εις τον
+Ισθμόν άνθρωποι εκλελεγμένοι από των πόλεων όσαι επεθύμουν την
+σωτηρίαν της Ελλάδος. Φθάσαντες δε οι πρέσβεις των Θεσσαλών και
+παρουσιασθέντες εις αυτούς έλεγον τα εξής· «Άνδρες Έλληνες,
+πρέπει να φυλάξωμεν το στενόν του Ολύμπου διά να ήναι εν σκέπη
+του πολέμου η Θεσσαλία και όλη η Ελλάς. ημείς είμεθα πρόθυμοι
+να συνεργήσωμεν εις τούτο, αλλά πρέπει και ημείς να πέμψητε
+στρατόν πολύν. Εάν δεν πέμψητε, μάθετε ότι θα συμβιβασθώμεν
+μετά του Πέρσου, καθότι ευρισκόμενοι τοσούτον έμπροσθεν της
+άλλης Ελλάδος, δεν πρέπει να απολεσθώμεν μόνοι διά σας. Εάν δεν
+μας βοηθήσητε, ουδεμίαν υποχρέωσιν δύνασθε να μας επιβάλητε,
+διότι ουδεμία υποχρέωσις υπερισχύει της αδυναμίας, και επομένως
+ημείς αυτοί θα φροντίσωμεν να εύρωμεν σωτηρίαν τινά.» Ταύτα
+είπον οι Θεσσαλοί.
+
+173. Οι δε Έλληνες ακούσαντες ταύτα απεφάσισαν να πέμψωσι διά
+θαλάσσης εις την Θεσσαλίαν πεζόν στρατόν διά να φυλάξη το
+στενόν. Αφού δε συνελέγη ο στρατός, έπλευσε διά του Ευρίπου και
+φθάσας εις την Άλον της Αχαΐας απέβη εκ των πλοίων και
+επορεύετο προς την Θεσσαλίαν, αφήσας αυτού τα πλοία. Έφθασε δε
+εις τα Τέμπη, όπου ευρίσκεται το στενόν το οποίον από την κάτω
+Μακεδονίαν φέρει εις Θεσσαλίαν, κατά μήκος του Πηνειού, μεταξύ
+Ολύμπου και Όσσης. Ενταύθα εστρατοπεδεύσαντο μυρίοι οπλίται
+Έλληνες και οι ιππείς των Θεσσαλών. Εστρατήγει δε των μεν
+Λακεδαιμονίων ο Ευαίνετος του Καρήνου εκλεχθείς υπό των
+πολεμάρχων, μη ων όμως εκ γένους βασιλικού, των δε Αθηναίων ο
+Θεμιστοκλής του Νεοκλέους. Ολίγας ημέρας έμειναν εκεί, καθότι
+ελθόντες απεσταλμένοι εκ μέρους του Μακεδόνος Αλεξάνδρου του
+Αμύντου, τους συνεβούλευσαν να αναχωρήσωσι διά να μη
+καταπατηθώσιν υπό του επερχομένου στρατού εάν μείνωσιν εις το
+στενόν· τοις έλεγον δε το πλήθος του στρατού και των πλοίων.
+Αφού οι απεσταλμένοι συνεβούλευσαν ταύτα, κρίνοντες οι Έλληνες
+ότι η συμβουλή αύτη ήτο προς καλόν των και ότι ο Μακεδών
+εφαίνετο εύνους προς αυτούς επείσθησαν· ως εγώ νομίζω, έπεισεν
+αυτούς ο φόβος, διότι έμαθον ότι κατά την άνω Μακεδονίαν, διά
+των Περραιβών και κατά την πόλιν Γόννον, υπήρχε και άλλο στενόν
+εις την Θεσσαλίαν, εκείνο διά του οποίου τωόντι εισήλθεν η
+στρατιά του Ξέρξου. Όθεν καταβάντες οι Έλληνες εις τα πλοία
+επέστρεψαν εις τον Ισθμόν.
+
+174. Τοιαύτη υπήρξεν η εις την Θεσσαλίαν στρατεία, ότε ο
+βασιλεύς, έμελλε να διαβή εκ της Ασίας εις την Ευρώπην και ήτο
+ήδη εις την Άβυδον. Οι δε Θεσσαλοί μείναντες άνευ συμμάχων,
+εμήδισαν τότε προθύμως χωρίς πλέον να διστάσωσι και εφάνησαν
+πράγματι χρησιμώτατοι εις τον βασιλέα.
+
+175. Οι δε Έλληνες επιστρέψαντες εις τον Ισθμόν συνεσκέφθησαν
+περί εκείνων τα οποία τοις εμήνυσεν ο Αλέξανδρος και περί του
+μέρους όπου έπρεπε να συγκροτήσωσι τον πόλεμον. Η υπερισχύσασα
+γνώμη ήτο να φυλάξωσι το στενόν των Θερμοπυλών, διότι εφαίνετο
+ότι ήτο στενώτερον του εν Θεσσαλία και πλησιέστερον εις την
+χώραν των. Την δε ατραπόν διά της οποίας απώλοντο οι εν
+Θερμοπύλαις απολεσθέντες Έλληνες ούτε ήξευρον ότι υπήρχε μέχρις
+ου ελθόντες εις τας Θερμοπύλας το έμαθον από τους Τραχινίους.
+Απεφάσισαν λοιπόν εις τον Ισθμόν να φυλάξωσι το στενόν τούτο
+και να μη αφήσωσι τον βάρβαρον να εισέλθη εις την Ελλάδα, ο δε
+ναυτικός στρατός να πλεύση εις το Αρτεμίσιον της Ιστιαιήτιδος
+χώρας· διότι αι Θερμοπύλαι και το Αρτεμίσιον τόσον είναι
+πλησίον αλλήλων, ώστε ευκόλως ο είς στρατός ηδύνατο να έχη
+ειδήσεις περί του άλλου. Ο δε χώροι ούτοι έχουσιν ως εξής.
+
+176. Πρώτον μεν το Αρτεμίσιον από το μέρος του Θρακικού
+πελάγους, ον πλατύ κατ' ολίγον στενεύει και σχηματίζει τον
+μεταξύ της νήσου Σκιάθου και της ηπείρου της Μαγνησίας πόρον·
+εκ δε του στενού τούτου, διαδέχεται το Αρτεμίσιον αιγιαλός της
+Ευβοίας όπου είναι ιερόν της Αρτέμιδος. Δεύτερον, η είσοδος εις
+την Ελλάδα, διά της Τραχίνος, κατά το στενώτατον αυτής μέρος
+είναι ήμισυ πλέθρον· πλην τούτο δεν είναι το στενώτατον μέρος,
+καθότι υπάρχουσιν άλλα πολύ στενώτερα, ως το έμπροσθεν και το
+όπισθεν των Θερμοπυλών. Όπισθεν μεν, προς τους Αλπηνούς, δεν
+υπάρχει θέσις ειμή δι' έν μόνον άρμα· έμπροσθεν δε, προς τον
+Φοίνικα ποταμόν και πλησίον της πόλεως Ανθηλής, όπου πάλιν ο
+δρόμος είναι διά μίαν μόνην άμαξαν. Των δε Θερμοπυλών, το μεν
+προς δυσμάς μέρος είναι όρος υψηλόν, απρόσιτον και κρημνώδες,
+οψούμενον μέχρι τις Οίτης· το δε προς ανατολάς είναι θάλασσα
+και τενάγη· εις δε την είσοδον ταύτην υπάρχουσι θερμά λουτρά τα
+οποία οι επιχώριοι καλούσι Χύτιους και όπου είναι ιδρυμένος
+βωμός του Ηρακλέους. Η δίοδος αύτη κλείεται διά τείχους και εις
+την αρχαιότητα ήσαν και πύλαι. Το τείχος τούτο έκτισαν οι
+Φωκείς φοβηθέντες, όταν οι Θεσσαλοί ήλθον εκ της χώρας των
+Θεσπρωτών διά να κατοικήσωσι την Αιολίδα γην την οποίαν
+κατέχουσι σήμερον. Επειδή δε οι Θεσσαλοί προσεπάθουν να τους
+υποτάξωσιν, οι Φωκείς έκτισαν τούτο χάριν προφυλάξεως. Τότε
+άφησαν το θερμόν ύδωρ εις την είσοδον διά να πλημμυρίση το
+μέρος εκείνο, τα πάντα μηχανώμεναι διά να μη εισβάλωσιν οι
+Θεσσαλοί εις την χώραν των. Το μεν τείχος λοιπόν το αρχαίον ήτο
+εκ παλαιού εκτισμένον, και το πλέον αυτού ήδη υπό του χρόνου
+είχε καταρρεύσει· τότε δε απεφάσισαν οι Έλληνες να το
+ανοικοδομήσωσι και εκεί να υπερασπίσωσι την Ελλάδα κατά του
+βαρβάρου. Πλησιέστατα δε της οδού ταύτης υπάρχει κώμη τις
+καλουμένη Αλπηνοί· εκ ταύτης της κώμης εσκέπτοντο οι Έλληνες να
+λαμβάνωσι τας αναγκαίας τροφάς.
+
+177. Ούτοι λοιπόν οι χώροι εφαίνοντο εις τους Έλληνας ότι ήσαν
+επιτήδειοι, καθότι προϊδόντες όλα και υπολογίσαντες ότι οι
+βάρβαροι δεν θα δυνηθώσι να μεταχειρισθώσιν εις το στενόν ούτε
+πλήθος ούτε ιππικόν, απεφάσισαν να δεχθώσιν εκεί τον
+επερχόμενον κατά της Ελλάδος στρατόν. Όθεν, άμα έμαθον ότι ο
+Πέρσης ήτο εις την Πιερίαν, διαλυθέντες εκ του Ισθμού μετέβησαν
+άλλοι μεν διά ξηράς εις τας Θερμοπύλας, άλλοι δε διά θαλάσσης
+εις το Αρτεμίσιον.
+
+178. Ενώ οι Έλληνες έσπευδον προς άμυναν εις τα δύο ταύτα μέρη,
+οι Δελφοί κατά το διάστημα τούτο εζήτουν χρησμόν παρά του θεού,
+φοβηθέντες δι' εαυτούς και διά την Ελλάδα· τοις εδόθη δε
+χρησμός να προσευχηθώσιν εις τους ανέμους, καθότι αυτοί έμελλον
+να γίνωσι μεγάλοι σύμμαχοι της Ελλάδος. Όθεν οι Δελφοί αφού
+ήκουσαν τον χρησμόν πρώτον μεν ανήγγειλον τα χρησθέντα εις τους
+Έλληνας τους θέλοντας να ώσιν ελεύθεροι, και αναγγείλαντες
+ταύτα καθ' ην στιγμήν οι Έλληνες ήσαν έμπλεοι φόβου διά τον
+βάρβαρον, εγένοντο άξιοι αιωνίας ευγνωμοσύνης. Μετά ταύτα δε οι
+Δελφοί στήσαντες βωμόν εις τους ανέμους, ου μακράν του τεμένους
+της Θυίας, θυγατρός του Κηφισσού, εξ ης έλαβε το όνομα η χώρα,
+εξιλέωναν αυτούς διά θυσιών. Και οι μεν Δελφοί ένεκα του
+χρησμού τούτου προσεύχονται μέχρι σήμερον ες τους ανέμους.
+
+179. Ο δε ναυτικός στρατός του Ξέρξου κινήσας εκ της Θέρμης
+προεξέπεμψε δέκα ταχυπλοώτατα πλοία εις την Σκίαθον όπου ως
+προφύλακες εστάθμευον τρία Ελληνικά· έν Τροιζήνιον, έν
+Αιγινητικόν, και έν Αττικόν. Οι δε επί των τριών τούτων πλοίων,
+άμα είδον τα πλοία των βαρβάρων, ώρμησαν εις φυγήν.
+
+180. Και το μεν Τροιζήνιον, του οποίου πλοίαρχος ήτο ο
+Πρηξίνος, διώξαντες εκυρίευσαν οι βάρβαροι αμέσως· άμα δε
+εγένοντο κύριοι αυτού, αγαγόντες εις την πρώραν τον ωραιότατον
+των επιβατών έσφαξαν αυτόν, θεωρούντες ως αίσιον οιωνόν να
+θυσιάσωσι τον πρώτον και ωραιότατον των Ελλήνων τους οποίους
+συνέλαβον. Το όνομα δε του θυσιασθέντος ήτο Λέων· ώστε ίσως και
+το όνομα συνέτρεξε κατά τι εις την δυστυχίαν του.
+
+181. Η δε Αιγιναία ναυς της οποίας τριήραρχος ήτο ο Ασωνίδης,
+αύτη επροξένησεν εις τους βαρβάρους κόπον τινά, καθότι εντός
+αύτης ήτο ο Πύθης του Ισχενόου, ανήρ όστις την ημέραν εκείνην
+εφάνη ανδρειότατος. Ο Πύθης ούτος ενώ εκυριεύθη πλέον η ναυς,
+αντείχε μαχόμενος μέχρις ου κατεκρεουργήθη. Επειδή δε πεσών δεν
+απέθανεν αλλ' ανέπνεεν εισέτι, οι Πέρσαι οίτινες ήσαν εις τα
+πλοία, θαυμάσαντες την ανδρίαν του, εφιλοτιμήθησαν να τον
+περιποιηθώσιν ιατρεύοντες τας πληγάς του με σμύρναν και
+τυλίσσοντες αυτάς με λωρία εκ βύσσου. Και ότε επέστρεψαν εις το
+στρατόπεδον, επεδείκνυον αυτόν ως ον έκτακτον εις όλον τον
+στρατόν και τω εδείκνυον μέγα σέβας, ενώ τους άλλους όσους
+συνέλαβον εις το πλοίον εκείνο, τους μετεχειρίζοντο ως
+ανδράποδα.
+
+182. Τα μεν δύο των πλοίων τοιουτοτρόπως εκυριεύθησαν· το δε
+τρίτον το οποίον εκυβέρνα ο Αθηναίος Φόρμιος, φεύγον εξώκειλεν
+εις τας εκβολάς του Πηνειού· και το μεν σκάφος εκυρίευσαν οι
+βάρβαροι, τους δε ανθρώπους όχι· καθότι άμα έρριψαν έξω το
+πλοίον οι Αθηναίοι, πηδήσαντες εις την ξηράν επορεύθησαν διά
+της Θεσσαλίας εις τας Αθήνας. Οι δε εις το Αρτεμίσιον
+εστρατοπεδευμένοι Έλληνες μαθόντες ταύτα εκ των πυρών των
+αναφθέντων εις την Σκίαθον και καταφοβηθέντες, άφησαν
+ημεροσκόπους εις τα υψηλά της Ευβοίας και έπλευσαν εις την
+Χαλκίδα διά να φυλάξωσι τον Εύριπον.
+
+183. Εκ δε των δέκα πλοίων των βαρβάρων τρία επλησίασαν τον
+σκόπελον όστις υπάρχει μεταξύ Σκιάθου και Μαγνησίας και όστις
+καλείται Μύρμηξ. Ενταύθα οι βάρβαροι έστησαν στήλην λιθίνην την
+οποίαν είχον κομίσει. Τούτου δε γενομένου, ο εκ της Θέρμης
+κινήσας στόλος, μη έχων άλλο εμπόδιον να φοβηθή, έπλευσεν αφού
+αφήκε να παρέλθωσιν ένδεκα ημέραι από της αναχωρήσεως του
+Ξέρξου εκ της Θέρμης. Τον δε σκόπελον όστις ήτο εις το μέσον
+του στενού έδειξεν εις αυτούς ο Πάμμων ο Σκύριος. Πλεύσαντες δε
+όλην την ημέραν οι βάρβαροι έφθασαν εις το ακρωτήριον της
+Μαγνησίας Σηπιάδα και εις τον αιγιαλόν όστις είναι μεταξύ της
+Σηπιάδος και της πόλεως Κασθαναίας.
+
+184. Μέχρι του μέρους τούτου και μέχρι των Θερμοπυλών ο στρατός
+των βαρβάρων ουδέν κακόν έπαθε, και την στιγμήν ταύτην ακόμη,
+κατά τον υπολογισμόν μου, ο αριθμός των πολεμιστών ήτο ο εξής.
+Επί των χιλίων διακοσίων επτά πλοίων της Ασίας, υπήρχον
+αρχήθεν, εξ όλων των εθνών, εικοσιτέσσαρες μυριάδες και χίλιοι
+τετρακόσιοι άνδρες, εάν υπολογίσωμεν διακόσιους εις έκαστον
+πλοίον. Εκτός δε του επιχωρίου πληρώματος, υπήρχον εις έκαστον
+των πλοίων τούτων τριάκοντα Πέρσαι, Μήδοι ή Σάκαι. Ούτος δε ο
+άλλος όμιλος αποτελεί τριάκοντα έξ χιλιάδας και διακοσίους δέκα
+άνδρας. Εις τούτους και εις τους πρώτους προσθέτω ακόμη και
+εκείνους οίτινες ήσαν εις τας πεντηκοντόρους, ογδοήκοντα άνδρας
+κατά μέσον όρον εις εκάστην πεντηκόντορον. Τοιαύτα δε πλοία, ως
+είπα προηγουμένως, συνελέχθησαν τρισχίλια και εν αυτοίς θα ήσαν
+περίπου διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες άνδρες. Ώστε το όλον
+των εκ της Ασίας ναυτικών δυνάμεων ανέβαινεν εις πεντακοσίας
+δεκαεπτά χιλιάδας και εξακοσίους δέκα άνδρας· του δε πεζού ο
+αριθμός ανέβαινεν εις έν εκατομμύριον και επτακοσίας χιλιάδας·
+των δε ιππέων εις ογδοήκοντα χιλιάδας. Εις τούτους τους
+αριθμούς πρέπει να ενώσωμεν τους Αραβίους με τας καμήλους και
+τους Λίβυας με τα άρματα, το πλήθος των οποίων ήτο είκοσι
+χιλιάδες. Ώστε εάν προσθέσωμεν τας δυνάμεις της ξηράς και της
+θαλάσσης, έχομεν εν όλοις δύο εκατομμύρια τριακοσίας δεκαεπτά
+χιλιάδας και εξακοσίους δέκα άνδρας. Ούτος ήτο ο στρατός όστις
+εκίνησεν εξ αυτής της Ασίας, χωρίς να συμπεριλάβωμεν τους
+ακολουθούντας υπηρέτας και τα σιταγωγά πλοία και τους ναύτας
+αυτών.
+
+185. Εις όλον τούτον τον απαριθμηθέντα στρατόν πρέπει να
+προσθέσωμεν ακόμη και όσον έλαβον εκ της Ευρώπης, περί του
+οποίου όμως μόνον κατ' εικασίαν δύναμαι να ομιλήσω. Πλοία μεν
+οι Έλληνες της Θράκης και των πλησίον αυτής νήσων έδοσαν εκατόν
+είκοσιν· εκ τούτων λοιπόν των πλοίων εκ μεν άνδρας
+εικοσιτέσσαρας χιλιάδας. Πεζόν δε, όσον έδοσαν οι Θράκες, οι
+Παίονες, οι Εορδοί, οι Βοττινίοι, το Χαλκιδικόν γένος, οι
+Βρύγοι, οι Πίερες, οι Μακεδόνες, οι Περραιβοί, οι Αινιάνες, οι
+Δόλοπες, οι Μάγνητες, οι Αχαιοί και όσοι νέμονται τα Θρακικά
+παράλια, όλων των εθνών τούτων το πεζόν νομίζω ότι ήτο
+τριακόσιοι χιλιάδες. Ο αριθμός ούτος προστιθέμενος εις τον της
+Ασίας, δίδει ολικόν ποσόν δύο εκατομμύρια εξακοσίας
+τεσσαράκοντα μίαν χιλιάδας και εξακοσίους δέκα πολεμιστάς.
+
+186. Τοσούτου όντος του αριθμού των μαχίμων ανδρών, νομίζω ότι
+οι ακολουθούντες τον στρατόν υπηρέται και όσοι ήσαν εις τα
+σιταγωγά ακάτια, και μάλιστα οι εις τα άλλα πλοία, ούτοι δεν
+νομίζω να ήσαν ολιγώτεροι των μαχίμων, αλλά περισσότεροι·
+μολοντούτο υποθέτω ότι ήσαν ίσοι μ' εκείνους, και ούτε
+ολιγώτεροι ούτε περισσότεροι. Εξισούμενοι λοιπόν με τους
+μαχίμους, απαρτίζουσιν ίσας μυριάδας με εκείνους και
+τοιουτοτρόπως όλος ο στρατός τον οποίον ο Ξέρξης του Δαρείου
+έφερεν εις την Σηπιάδα και τας Θερμοπύλας είναι πέντε
+εκατομμύρια διακόσιαι ογδοήκοντα τρεις χιλιάδες και διακόσιοι
+είκοσι άνδρες.
+
+187. Ούτος μεν είναι ο αριθμός σύμπαντος του στρατού του
+Ξέρξου· των δε αρτοποιών γυναικών, των παλλακών και των
+ευνούχων ουδείς δύναται να προσδιορίση τον αριθμόν ακριβώς.
+Ούτε των υποζυγίων και άλλων κτηνών αχθοφόρων και των Ινδικών
+κυνών των ακολουθούντων τον στρατόν, ούτε τούτων δύναταί τις να
+προσδιορίση τον αριθμόν, διότι ήσαν άπειροι. Ουδόλως λοιπόν
+θαυμάζω εάν δεν εξήρκεσαν εις αυτούς τα ύδατα ποταμών τινων,
+αλλά μάλλον θαυμάζω πώς ήρκεσαν αι τροφαί εις τοσαύτας
+μυριάδας· διότι υπολογίζων ευρίσκω ότι, εάν έκαστος ελάμβανεν
+ένα χοίνικα σίτου την ημέραν και ουχί πλειότερον, η καθημερνή
+κατανάλωσις θα ήτο εκατόν δέκα χιλιάδες και τριακόσιοι
+τεσσαράκοντα μέδιμνοι, και δεν υπολογίζω την τροφήν των
+γυναικών, των ευνούχων, των κυνών και των υποζυγίων. Μεταξύ δε
+τόσων μυριάδων ανθρώπων ουδείς διά το κάλλος και το μέγα
+ανάστημα ήτο αξιώτερος του Ξέρξου να έχη το απόλυτον κράτος.
+
+188. Αφού δε ο ναυτικός στρατός κινήσας έπλευσε και προσήγγισεν
+εις τον αιγιαλόν της Μαγνησίας χώρας όστις είναι μεταξύ της
+πόλεως Κασθαναίας και της ακτής Σηπιάδος, τα μεν πρώτα των
+πλοίων εδέθησαν πλησίον της ξηράς, τα δε άλλα έμειναν επί των
+αγκυρών των. Επειδή δε ο αιγιαλός δεν είχεν έκτασιν, τα πλοία
+εστάθμευσαν κλιμακηδόν, ανά οκτώ εις εκάστην σειράν. Και
+εκείνην μεν την νύκτα έμειναν εκεί· άμα δε τω όρθρω, ενώ ήτο
+αιθρία και νηνεμία, αίφνης εγένετο αναβρασμός της θαλάσσης και
+επέπεσε κατά των Περσών τρικυμία βιαία και πολύς άνεμος
+απηλιώτης, τον οποίον οι περί ταύτα τα μέρη κατοικούντες
+καλούσιν Ελλησποντίαν. Όσοι λοιπόν εξ αυτών προείδον την
+αύξησιν του ανέμου και η θέσις εις ην ήσαν αγκυροβολημένοι το
+συνεχώρει, προέλαβον τα αποτελέσματα της τρικυμίας και είλκυσαν
+τα πλοία εις την ξηράν, ώστε και αυτοί εσώθησαν και τα πλοία
+των. Όσα δε πλοία κατέλαβεν η τρικυμία εις το πέλαγος, άλλα μεν
+ήρπασε και έρριψεν εις τους καλουμένους Ιπνούς του Πηλίου
+όρους, άλλα δε εκεί εις τον αιγιαλόν. Τινά συνετρίβησαν περί
+αυτήν την Σηπιάδα, άλλα δε εξέβρασεν η θάλασσα εις την πόλιν
+Μελίβοιαν και άλλα εις την Κασθαναίαν. Ήτο δε η ορμή του ανέμου
+αφόρητος.
+
+189. Διηγούνται ότι οι Αθηναίοι κατά χρησμόν τινα επεκαλέσαντο
+τον Βορέαν· καθότι, πλην των προηγουμένων χρησμών, τοις είχεν
+έλθει και χρησμός να επικαλεσθώσι τον γαμβρόν των. Ο δε Βορέας,
+ως λέγουσιν οι Έλληνες, έχει γυναίκα Αττικήν, την Ωρείθυιαν,
+θυγατέρα του Ερεχθέως. Ένεκα λοιπόν της επιγαμίας ταύτης οι
+Αθηναίοι, άμα ήκουσαν τον χρησμόν, ενθυμήθησαν ότι γαμβρός των
+ήτο ο Βορέας. Εναυλόχουν δε τότε εις την Χαλκίδα της Ευβοίας·
+όθεν άμα είδον αυξάνουσαν την τρικυμίαν, ή και προ αυτής,
+έκαμον θυσίαν και επεκαλούντο τον Βορέαν και την Ωρείθυιαν να
+τους βοηθήσωσι και να καταστρέψωσι τα πλοία των βαρβάρων, ως τα
+είχον καταστρέψει προηγουμένως περί τον Άθωνα. Εάν μεν διά την
+αιτίαν ταύτην επέπεσεν ο Βορέας εις τους σταθμεύοντας
+βαρβάρους, δεν δύναμαι να βεβαιώσω· λέγουσιν όμως οι Αθηναίοι
+ότι γενόμενος πρότερον βοηθός των τους εβοήθησε και εις εκείνην
+την περίστασιν. Διά τούτο, αφού ανεχώρησαν εκείθεν, ήγειραν
+ιερόν εις τον Βορέαν παρά τας όχθας του ποταμού Ιλισσού.
+
+190. Εις ταύτην την συμφοράν, κατ' εκείνους οίτινες λέγουσι το
+ολιγώτατον, κατεστράφησαν πλοία ουχί ολιγώτερα των τετρακοσίων
+και άνθρωποι αναρίθμητοι. Τόση δε αφθονία πραγμάτων εχάθη ώστε
+εκ του ναυαγίου εκείνου ωφελήθη μεγάλως Μάγνης τις, ο
+Αμεινοκλής του Κρητίνου, έχων κτήματα περί την Σηπιάδα. Ούτος
+συνήθροισε πολλά ποτήρια χρυσά και αργυρά τα οποία ύστερον
+ερρίφθησαν εις το παράλιον, και εύρε θησαυρούς των Περσών και
+άλλα χρυσά αντικείμενα άπειρα. Και ούτος μεν εκ των ευρημάτων
+τούτων εγένετο πλουσιώτατος, μολονότι κατά τα άλλα δεν ήτο
+ευτυχής, καθότι συμφορά απαραμύθητος τον έθλιβεν ο φόνος του
+υιού του.
+
+191. Τας δε σιταγωγούς ολκάδας και τα άλλα πλοιάρια ούτε να
+αριθμήση τις δύναται. Ώστε φοβηθέντες οι στρατηγοί του ναυτικού
+στρατού μήπως επιτεθώσι κατ' αυτών οι Θεσσαλοί εις τοιαύτην
+κατάστασιν, περιεκυκλώθησαν με υψηλόν πρόφραγμα κατασκευασθέν
+εκ των ναυαγίων. Η τρικυμία διήρκεσεν ημέρας τρεις· τέλος οι
+μάγοι προσέφεραν θυσίας εις τον άνεμον και έκραξαν προς αυτόν
+γοερώς· προσέτι δε θυσιάσαντες εις την Θέτιδα και εις τας
+Νηρηίδας, τον έπαυσαν την τετάρτην ημέραν, ή και απλώς αφ'
+εαυτού εκόπασεν. Εθυσίασαν δε εις την Θέτιδα, καθότι έμαθον από
+τους Ίωνας ότι εκ του μέρους εκείνου ήρπασεν αυτήν ο Πηλεύς και
+ότι όλη η ακτή της Σηπιάδος ήτο εκείνης και των άλλων Νηρηίδων.
+Ο μεν άνεμος λοιπόν έπαυσε την τετάρτην ημέραν.
+
+192. Την δε δευτέραν ημέραν της τρικυμίας οι ημεροσκόποι της
+Ευβοίας έδραμον να αναγγείλωσιν εις τους Έλληνας τα συμβάντα
+και τας καταστροφάς της τρικυμίας αφότου ήρχισεν αύτη. Ούτοι δε
+άμα ήκουσαν τούτο ευχηθέντες εις τον Ποσειδώνα σωτήρα και
+χύσαντες σπονδάς, έσπευσαν τάχιστα να επιστρέψωσιν εις το
+Αρτεμίσιον, ελπίζοντες ότι ολίγιστα μόνον εχθρικά πλοία θα
+εύρισκον εκεί. Οι μεν Έλληνες λοιπόν ελθόντες το δεύτερον περί
+το Αρτεμίσιον εναυλόχουν, έκτοτε λαβόντες την μέχρι σήμερον
+διατηρουμένην συνήθειαν να καλώσι σωτήρα τον Ποσειδώνα.
+
+193. Οι δε βάρβαροι αφού έπαυσεν ο άνεμος και τα κύματα
+έστρωσαν, καταβιβάσαντες τα πλοία έπλεον παρά την ήπειρον·
+κάμψαντες δε το ακρωτήριον της Μαγνησίας, έπλεον κατ' ευθείαν
+προς τον κόλπον όστις φέρει εις τας Παγασάς. Είναι δε εις τον
+κόλπον τούτον της Μαγνησίας μέρος τι όπου λέγουσιν ότι
+εγκατέλιπον τον Ηρακλέα ο Ιάσων και οι άλλοι αργοναύται,
+πέμψαντες αυτόν να φέρη ύδωρ, ότε έπλεον διά το χρυσούν δέρας
+εις την Αίαν της Κολχίδος· καθότι εντεύθεν έμελλον να
+προμηθευθώσιν ύδωρ και να εξέλθωσιν εις το πέλαγος. Ένεκα του
+γεγονότος τούτου το μέρος εκείνο καλείται Αφεταί, και εκεί
+ωρμίσθησαν τα πλοία του Ξέρξου.
+
+194. Δεκαπέντε εκ των πλοίων τούτων, τα οποία έτυχον να
+αναχθώσιν ύστερον των άλλων, παρετήρησαν τα πλοία των Ελλήνων
+εις το Αρτεμίσιον. Νομίσαντες δε οι βάρβαροι ότι ήσαν ιδικά
+των, διευθύνθησαν προς το μέρος εκείνο και έπεσαν εις το μέσον
+του εχθρικού στόλου. Των δεκαπέντε εκείνων πλοίων εστρατήγει ο
+εκ της Αιολικής Κύμης ύπαρχος Σανδώκης του Θαμασίου, τον οποίον
+όντα εκ των βασιλικών δικαστών, ο βασιλεύς Δαρείος συνέλαβε και
+ανεσταύρωσε διά την εξής αιτίαν· ο Σανδώκης, δωροδοκηθείς,
+εδίκασε δίκην άδικον. Ήτο δε ήδη ο Σανδώκης επί του σταυρού,
+ότε ο Δαρείος σκεπτόμενος εύρεν ότι αι προς τον βασιλικόν οίκον
+εκδουλεύσεις του ήσαν πλειότεραι των σφαλμάτων του· ευρών δε
+τούτο και ενοήσας ότι η απόφασίς του ήτο εσπευσμένη μάλλον ή
+σοφή, διέταξε να τον απολύσωσι. Τοιουτοτρόπως ο Σανδώκης,
+διαφυγών την οργήν του βασιλέως Δαρείου έζησεν· αλλ' ότε
+επλησίασε με τα πλοία εις τους Έλληνας, δεν ήτο πεπρωμένον να
+διαφύγη εκ δευτέρου· διότι οι Έλληνες, άμα τους είδον
+πλησιάζοντας, εννοήσαντες το λάθος των, έπλευσαν εναντίον των
+και τους συνέλαβον ευκόλως.
+
+195. Εις έν των πλοίων τούτων συνελήφθη ο Αρίδωλις, τύραννος
+των εν Καρία Αλαβάνδων· εις έτερον δε ο Πάριος στρατηγός
+Πενθύλος, υιός του Δημονόου, όστις είχε μεν δώδεκα πλοία ότε
+εκίνησαν εκ της Πάφου, τα ένδεκα όμως απώλεσε κατά την
+τρικυμίαν την συμβάσαν περί την Σηπιάδα, και με έν μόνον, το
+περισωθέν, πλέων εις το Αρτεμίσιον συνελήφθη. Τούτους οι
+Έλληνες, ερωτήσαντες και μαθόντες όσα ήθελον περί του στρατού
+του Ξέρξου, έπεμψαν δεδεμένους εις τον ισθμόν της Κορίνθου.
+
+196. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός των βαρβάρων, πλην των δεκαπέντε
+πλοίων των οποίων στρατηγός είπον ότι ήτο ο Σανδώκης, έφθασεν
+εις τας Αφετάς. Ο δε Ξέρξης μετά του πεζού πορευθείς διά της
+Θεσσαλίας και της Αχαΐας, έφθασε την τρίτην ημέραν εις τους
+Μαλιείς. Εις την Θεσσαλίαν διέταξε να γίνη άμιλλα μεταξύ των
+ίππων του και των της Θεσσαλίας, καθότι ήκουεν ότι οι
+Θεσσαλικοί ίπποι εθεωρούντο ως οι άριστοι εις την Ελλάδα, και
+εις ταύτην την δοκιμασίαν οι Ελληνικοί ίπποι εφάνησαν πολύ
+κατώτεροι. Και εκ μεν των ποταμών της Θεσσαλίας μόνος ο
+Ονόχωνος δεν εξήρκεσε διά να πίη ο στρατός· εκ δε των ποταμών
+όσοι ρέουσιν εις την Αχαΐαν, ουδέ ο μέγιστος αυτών ο Απιδανός,
+ουδέ ούτος εξήρκεσεν, ειμή μόλις και μετά βίας.
+
+197. Ότε δε έφθασεν ο Ξέρξης εις την Άλον της Αχαΐας, οι οδηγοί
+θέλοντες να τον πληροφορήσωσι περί πάντων, τω διηγήθησαν
+επιχωρίαν τινά παράδοσιν περί του ιερού του Λαφυστίου Διός· ότι
+ο Αθάμας του Αιόλου συμφωνήσας με την Ινώ εμηχανεύθη τον
+θάνατον του Φρίξου, και ότι μετά ταύτα κατά τινα χρησμόν οι
+Αχαιοί επέβαλον εις τους απογόνους του Αθάμαντος τας εξής
+δοκιμασίας· απηγόρευσαν εις τον πρωτότοκον της οικογενείας
+ταύτης να εισέρχεται εις το πρυτανείον φυλάσσοντες επιμελώς την
+είσοδον αυτού (καλούσι δε το πρυτανείον οι Αχαιοί λήιτον). Εάν
+δε τολμήση και εισέλθη, να μη εξέρχεται ειμή διά να θανατωθή.
+Οι οδηγοί προσέθετον ότι πολλοί από τους κινδυνεύοντας τούτους
+να θανατωθώσι, φοβηθέντες έφυγον εις άλλην χώραν· επειδή δε με
+τον καιρόν επέστρεψαν, πάλιν ο νόμος φυλάττεται, και όστις
+συλληφθή ότι εισήλθεν εις το πρυτανείον, τον στολίζουσιν όλον
+με ταινίας και τον θυσιάζουσιν, εξάγοντες αυτόν μετά πομπής.
+Εις την αυτήν δε ποινήν κατεδικάσθησαν και οι απόγονοι του
+Κυτισσώρου, υιού του Φρίξου· καθότι ετοιμαζομένων κατά χρησμόν
+τινα των Αχαιών να κάμωσιν εξιλαστήριον θυσίαν προς καθαρισμόν
+της χώρας και μελλόντων να θυσιάσωσι τον Αθάμαντα του Αιόλου,
+φθάσας ο Κυτίσσωρος ούτος εκ της Αίας της Κολχίδος, τον έσωσε.
+Διά ταύτης δε της πράξεως επέσυρεν εις τους απογόνους του την
+οργήν των θεών. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης, όταν ήλθε πλησίον του
+άλσους, και αυτός απέφυγε να εισέλθη εις αυτό, και εις τον
+στρατόν όλον παρήγγειλε τα ίδια· εσεβάσθη δε ομοίως την οικίαν
+και το τέμενος των απογόνων του Αθάμαντος.
+
+198. Ταύτα μεν τα εν Θεσσαλία και τα εν Αχαΐα· εκ τούτων δε των
+επαρχιών ο βασιλεύς μετέβη εις την Μαλίδα, ακολουθών τα άκρα
+κόλπου τινός όπου καθ' ημέραν γίνεται παλίρροια. Περί τον
+κόλπον τούτον εκτείνεται πεδιάς οτέ μεν πλατεία, οτέ δε
+στενωτάτη, περικυκλουμένη υπό ορέων υψηλών και αβάτων, τα οποία
+περικλείουσιν όλην την Μαλίδα γην και καλούνται Τραχίνιαι
+πέτραι. Όταν έρχεται τις εκ της Αχαΐας εις τον κόλπον, η πρώτη
+πόλις είναι η Αντικύρα, πλησίον της οποίας ο ποταμός Σπερχειός,
+ρέων εκ των Αινιάνων, χύνεται εις την θάλασσαν. Είκοσι περίπου
+στάδια μακράν αυτού είναι άλλος ποταμός, ο Δύρας, όστις ως
+λέγουσιν ανεφάνη διά να βοηθήση τον Ηρακλέα καιόμενον. Μετά
+άλλα δε είκοσι στάδια απ' αυτού είναι άλλος ποταμός όστις
+καλείται Μέλας.
+
+199. Η δε πόλις Τραχίς απέχει από του Μέλανος τούτου ποταμού
+πέντε στάδια· είναι δε εκτισμένη επί του πλατυτάτου μέρους όλης
+της χώρας, μεταξύ των ορέων και της θαλάσσης· καθότι η πεδιάς
+είναι είκοσι δύο χιλιάδων πλέθρων. Τα δε όρη τα οποία
+περικλείουσι την Τραχινίαν γην έχουσι προς μεσημβρίαν της
+Τραχίνος διασφάγα, διά δε της διασφάγος ρέει ο ποταμός Ασωπός
+παρά τους πρόποδας του όρους.
+
+200. Προς μεσημβρίαν του Ασωπού υπάρχει και άλλος ποταμός όχι
+μέγας, ο Φοίνιξ, όστις καταβαίνων εκ των ορέων τούτων χύνεται
+εις τον Ασωπόν. Κατά το μέρος τούτου του Φοίνικος ποταμού η
+δίοδος είναι στενωτάτη, και μόνον μία άμαξα δύναται να διέλθη
+δι' αυτής. Από δε του Φοίνικος ποταμού εις τας Θερμοπύλας είναι
+στάδια δεκαπέντε· και εις μεταξύ του Φοίνικος ποταμού και των
+Θερμοπυλών είναι κώμη καλουμένη Ανθήλη, πλησίον της οποίας ρέων
+ο Ασωπός χύνεται εις την θάλασσαν. Περί αυτήν ο χώρος
+ευρύνεται, και εκεί υπάρχει ναός της Αμφκτυονίδος Δήμητρος και
+έδραι διά τους Αμφικτύονας, και ιερόν αυτού του Αμφικτύονος.
+
+201. Ο μεν βασιλεύς Ξέρξης είχε το στρατόπεδόν του εις την
+Μαλίδα της Τραχινίας, οι δε Έλληνες εις το στενόν. Καλείται δε
+ο χώρος ούτος υπό μεν των περισσοτέρων Ελλήνων Θερμοπύλαι, υπό
+δε των επιχωρίων και των περιοίκων Πύλαι. Εις ταύτα τα μέρη
+ήσαν εστρατοπεδευμένοι οι δύο στρατοί. Είχον δε ο μεν βασιλεύς
+τα προς βοράν μέρη όλα μέχρι της Τραχίνος, οι δε Έλληνες τα
+προς νότον και μεσημβρίαν της ηπείρου ταύτης.
+
+202. Οι Έλληνες δε οίτινες περιέμενον τον Ξέρξην εις τούτο το
+μέρος, ήσαν οι εξής· εκ των Σπαρτιατών τριακόσιοι οπλίται· εκ
+των Τεγεατών και Μαντινέων χίλιοι, ήτοι πεντακόσιοι εξ εκατέρου
+έθνους· εκ του Ορχομενού της Αρκαδίας εκατόν είκοσι, και εκ της
+λοιπής Αρκαδίας χίλιοι. Τοσούτοι ήσαν εκ των Αρκάδων. Εκ δε της
+Κορίνθου τετρακόσιοι, εκ του Φλιούντος διακόσιοι και εκ των
+Μυκηναίων ογδοήκοντα. Ούτοι ήλθον εκ της Πελοποννήσου· εκ δε
+της Βοιωτίας ήλθον επτακόσιοι Θεσπιείς και τετρακόσιοι Θηβαίοι.
+
+203. Προς τούτοις προσεβλήθησαν και ήλθον οι Οπούντιοι Λοκροί
+πανστρατιά, και χίλιοι Φωκείς. Τους εκάλεσαν δε εις βοήθειαν οι
+Έλληνες, λέγοντες διά πρέσβεων ότι αυτοί μεν ήλθον προς το
+παρόν, οι δε λοιποί σύμμαχοι περιμένονται ημέρα τη ημέρα και
+ότι η θάλασσα ήτο ησφαλισμένη και εφυλάσσετο υπό των Αθηναίων,
+των Αιγινητών και των άλλων των τεθέντων εις τον ναυτικόν
+στρατόν· προσέτι δε ότι δεν είχον τίποτε να φοβηθώσι, καθότι ο
+κατά της Ελλάδος επερχόμενος δεν ήτο θεός, αλλ' άνθρωπος· δεν
+υπάρχει δε ουδέ θα υπάρξη ποτέ θνητός εις τας τύχας του οποίου
+από της γεννήσεώς του να μη ανεμίχθησαν και δυστυχίαι· μάλιστα
+δε εις τας τύχας των μεγάλων ανεμίχθησαν μέγισται. Είναι λοιπόν
+άφευκτον, έλεγον, και ο καθ' ημών επερχόμενος, καθό θνητός, να
+εκπέση ποτέ της δόξης του. Ταύτα ακούσαντες εκείνοι έσπευσαν να
+πέμψωσιν επικουρίας εις την Τραχίνα.
+
+204. Είχον μεν και άλλους στρατηγούς οι Έλληνες, εκάστη πόλις
+τον ίδιον εαυτής, ο υπέρ πάντας όμως θαυμαζόμενος και έχων την
+αρχηγίαν όλου του στρατεύματος ήτο ο Λακεδαιμόνιος Λεωνίδας,
+υιός του Αναξανδρίδου, υιού του Λέοντος, του Ευρυκρατίδου, του
+Αλεξάνδρου, του Ευρυκράτους, του Πολυδώρου, του Αλκαμένους, του
+Τηλέκλου, του Αρχελάου, του Αγησιλάου, του Δορύσσου, του
+Λεωβότου, του Εχεστράτου, του Άγιδος, του Ευρυσθένους, του
+Αριστοδήμου, του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, του
+Ηρακλέους. Έλαβε δε την βασιλείαν της Σπάρτης απροσδοκήτως.
+
+205. Ο Λεωνίδας είχε δύο αδελφούς πρεσβυτέρους, τον Κλεομένη
+και τον Δωριέα· μακράν ήτο λοιπόν να φαντασθή ότι ήτο δυνατόν
+να γίνη βασιλεύς. Αλλ' επειδή ο μεν Κλεομένης απέθανεν άνευ
+τέκνου άρρενος, ο δε Δωριεύς δεν υπήρχε πλέον αλλ' είχεν
+αποθάνει εις την Σικελίαν, τοιουτοτρόπως έλαχεν η βασιλεία εις
+τον Λεωνίδαν· διότι είχε γεννηθή προ του Κλεομβρότου, όστις ήτο
+ο μικρότατος υιός του Αναξανδρίδου, και προσέτι είχε νυμφευθή
+την θυγατέρα του Κλεομένους. Ούτος λοιπόν ο Λεωνίδας μετέβη
+τότε εις τας Θερμοπύλας εκλέξας και λαβών μεθ' εαυτού
+τριακοσίους άνδρας εις την ακμήν της ηλικίας και έχοντας τέκνα.
+Διερχόμενος δε παρέλαβε τους Θηβαίους τους οποίους ανέφερα εις
+την απαρίθμησιν και των οποίων στρατηγός ήτο ο Λεοντιάδης του
+Ευρυμάχου. Εφρόντισε δε ο Λεωνίδας να παραλάβη εκ των Ελλήνων
+μόνον τους Θηβαίους, καθότι εκατηγορούντο πολύ ότι εμήδιζον.
+Όθεν προσεκάλεσεν αυτούς εις τον πόλεμον διά να ίδη εάν θα
+πέμψωσι μετ' αυτού στρατόν, ή θα αρνηθώσιν αναφανδόν την
+συμμαχίαν των Ελλήνων. Οι δε Θηβαίοι, μολονότι είχον άλλα
+φρονήματα, έδοσαν όμως στρατόν.
+
+206. Οι Σπαρτιάται έπεμψαν πρώτους τούτους τους τριακοσίους και
+τον Λεωνίδαν, διά να λάβωσι τα όπλα και οι άλλοι σύμμαχοι, και
+να μη μηδίσωσιν, εάν μάθωσι τον δισταγμόν αυτών. Μετά ταύτα δε,
+επειδή τους εμπόδιζεν η εορτή των Καρνείων, εσκόπευον, αφού
+εορτάσωσι και αφήσωσι φύλακας εις την Σπάρτην, να σπεύσωσι
+τάχιστα προς βοήθειαν πανδημεί. Τούτο εσκόπευον να πράξωσι και
+οι άλλοι σύμμαχοι, καθότι συγχρόνως με ταύτας τας περιστάσεις
+συνέπεσε να ήναι Ολυμπιάς. Φρονούντες δε ότι ο πόλεμος των
+Θερμοπυλών δεν ήθελε διεξαχθή τόσον ταχέως, έπεμψαν τους
+προδρόμους. Αυτοί μεν ταύτα εσκέφθησαν να πράξωσι.
+
+207. Οι δε εν Θερμοπύλαις Έλληνες, όταν ο Πέρσης επλησίασεν εις
+το στενόν, εφοβήθησαν και εσκέπτοντο να αναχωρήσωσι. Και οι μεν
+άλλοι Πελοποννήσιοι γνωμάτευον να επιστρέψωσιν εις την
+Πελοπόννησον και να φυλάξωσι τον Ισθμόν· ο δε Λεωνίδας, ιδών
+ότι οι Φωκείς και οι Λοκροί δυσαρεστήθησαν δι' αυτήν την
+γνώμην, εψήφισε να μείνωσιν εκεί, και πέμψαντες κήρυκας εις τας
+πόλεις να τας παρακινήσουν να πέμψουν βοηθείας, λέγοντες ότι
+αυτοί είναι ολίγοι διά να αποδιώξωσι τον στρατόν των Μήδων.
+
+208. Ενώ δε ούτοι εβουλεύοντο ταύτα, ο Ξέρξης έπεμψε κατάσκοπον
+ιππέα διά να ίδη πόσοι ήσαν και τι έπραττον· καθότι ων ακόμη
+εις την Θεσσαλίαν είχεν ακούσει ότι ολίγιστοι ήσαν
+συνηθροισμένοι εις εκείνο το μέρος, και ότι αρχηγοί αυτών ήσαν
+οι Λακεδαιμόνιοι και ο Λεωνίδας όστις κατήγετο από τον Ηρακλέα.
+Όταν δε επλησίασεν ο ιππεύς προς το στρατόπεδον, εθεώρησεν αλλά
+δεν είδεν ακριβώς όλον το στρατόπεδον· καθότι εκείνους μεν
+οίτινες ήσαν τεταγμένοι έσωθεν και εφύλαττον το τείχος το
+οποίον είχον ανεγείρει δεν ηδύνατο να ίδη, είδε δε μόνον τους
+έξω, των οποίων τα όπλα εστηρίζοντο επί του τείχους. Έτυχον δε
+κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι τεταγμένοι έξω οι
+Λακεδαιμόνιοι. Είδε λοιπόν άλλους μεν εξ αυτών γυμναζομένους,
+άλλους δε κτενιζομένους τας κόμας. Ταύτα ιδών εθαύμασε και
+εμέτρησεν αυτούς. Αφού δε παρετήρησε τα πάντα ακριβώς,
+επέστρεψεν οπίσω ησύχως· καθότι κανείς δεν τον κατεδίωξε· μόλις
+μάλιστα επρόσεξαν εις αυτόν. Επιστρέψας δε είπεν είς τον Ξέρξην
+όλα όσα είδε.
+
+209. Ακούσας ταύτα ο Ξέρξης δεν ηδύνατο να εννοήση εκείνο το
+οποίον ήτο τωόντι· ότι αυτοί ητοιμάζοντο να θανατωθώσιν αφού
+θανατώσωσιν όσους δυνηθώσιν. Αλλ' επειδή τω εφαίνοντο ότι
+έπραττον γελοία πράγματα, εκάλεσε τον Δημάρατον του Αρίστωνος,
+ευρισκόμενον εις το στρατόπεδον. Ελθόντα δε ηρώτα ο Ξέρξης περί
+όλων τούτων, θέλων να μάθη τι ήτο εκείνο το οποίον έκαμνον οι
+Λακεδαιμόνιοι. Εκείνος δε τω απεκρίθη· «Με ήκουσες και
+πρότερον, ότε εκινούμεν διά την Ελλάδα, να σε ομιλώ περί των
+ανθρώπων τούτων· ακούσας δε εγέλασες με εμέ, διότι σε προείπον
+πώς έμελλον να γίνωσι τα πράγματα ταύτα. Εν τούτοις εγώ
+φιλοτιμούμαι πάντοτε, ω βασιλεύ, να λέγω ενώπιόν σου την
+αλήθειαν. Άκουσόν με λοιπόν και τώρα. Οι άνθρωποι ούτοι ήλθον
+να μας εμποδίσωσι την δίοδον του στενού, και τούτο ετοιμάζονται
+να πράξωσιν. Είναι δε εις αυτούς ο εξής νόμος· όταν μέλλωσι να
+κινδυνεύσωσι την ζωήν των, τότε κοσμούσι τας κεφαλάς. Μάθε δε,
+ότι εάν νικήσης αυτούς και εκείνους όσοι έμειναν εις την
+Σπάρτην, δεν υπάρχει άλλο έθνος, ω βασιλεύ, το οποίον να
+τολμήση να εγείρη χείρα κατά σου· διότι τώρα βαδίζεις κατά των
+πολιτών του λαμπροτέρου βασιλείου της Ελλάδος και κατ' ανδρών
+γενναιοτάτων.» Όλοι όμως οι λόγοι ούτοι εφάνησαν εις τον Ξέρξην
+ελαχίστης πίστεως άξιοι, και ηρώτησε τον Δημάρατον εκ δευτέρου
+πώς, τοσούτοι όντες, θα πολεμήσωσι με τον στρατόν του. Ο δε
+Δημάρατος απεκρίθη· «Ο βασιλεύ, έχε με ως ψεύστην εάν τα
+πράγματα δεν εκβώσιν ούτως ως εγώ λέγω.»
+
+210. Ταύτα λέγων δεν έπειθε τον Ξέρξην, όστις άφησε να
+παρέλθωσι τέσσαρες ημέραι, ελπίζων πάντοτε ότι αυτοί θα φύγωσι·
+την δε πέμπτην ημέραν, επειδή δεν ανεχώρουν, αλλ' εφαίνοντο εις
+αυτόν ότι έμενον από αναίδειαν και ανοησίαν, θυμωθείς εξέπεμψε
+κατ' αυτών τους Μήδους και τους Κισσίους, με την διαταγήν να
+τους συλλάβωσι και να τους φέρωσιν ενώπιόν του. Επέπεσαν λοιπόν
+οι Μήδοι κατά των Ελλήνων μανιωδώς, αλλ' έπεσαν πολλοί· τότε
+επέπεσαν και οι Κίσσιοι, αλλά δεν ηδυνήθησαν να κλονίοωσι τους
+εχθρούς των, με όλην την ορμήν της επιθέσεως. Τότε εγένετο
+καταφανές εις όλους και ιδίως εις τους οφθαλμούς του Ξέρξου,
+ότι ο βασιλεύς είχε μεν πολλούς ανθρώπους, άνδρας όμως ολίγους.
+Διήρκεσε δε η συμπλοκή όλην την ημέραν.
+
+211. Επειδή δε οι Μήδοι έπαθον πολύ, τότε αυτοί μεν υπεχώρησαν,
+διεδέχθησαν δε αυτούς οι Πέρσαι εκείνοι τους οποίους ο βασιλεύς
+εκάλει αθανάτους· αρχηγός αυτών ήτο ο Υδάρνης, και ο βασιλεύς
+ενόμισεν ότι τους έπεμπεν εις εύκολον νίκην. Αλλά και ούτοι
+συμπλακέντες με τους Έλληνας, ουδέν περισσότερον κατώρθωσαν του
+Μηδικού στρατού· καθότι και εις στενώτατον μέρος εμάχοντο, και
+δόρατα μετεχειρίζοντο βραχύτερα των Ελληνικών, και πλήθος δεν
+ηδύναντο να μεταχειρισθώσι πολύ. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εμάχοντο
+θαυμασίως και έδειξαν τι δύνανται άνδρες εξησκημένοι εις τον
+πόλεμον εναντίον μη εξησκημένων. Όταν έστρεφον τα νώτα όλοι
+ομού διά να φύγωσι δήθεν, τότε οι βάρβαροι βλέποντες αυτούς
+φεύγοντας επήρχοντο μετά βοής και πατάγου· αλλ' οι
+Λακεδαιμόνιοι, άμα εκείνοι επλησίαζον να τους φθάσωσι,
+μεταστρεφόμενοι κατέβαλλον πλήθος αναρίθμητον Περσών· έπιπτον
+δε και εξ αυτών των Σπαρτιατών ολίγοι. Επειδή δε οι Πέρσαι με
+όλας τας προσπαθείας των, είτε κατά τάγματα ορμώντες, είτε διά
+διαφόρων άλλων τρόπων, δεν ηδυνήθησαν να καταλάβωσιν ουδέν
+μέρος του στενού, έφυγον οπίσω.
+
+212. Κατά τας φάσεις ταύτας της μάχης λέγεται ότι ο βασιλεύς
+θεωρών ανετινάχθη τρις εκ του θρόνου, φοβηθείς διά τον στρατόν.
+Και τότε μεν όντως ηγωνίσθησαν· την δε δευτέραν ημέραν οι
+βάρβαροι δεν έπραξαν άλλο τι καλλίτερον. Η αριθμητική αδυναμία
+των Ελλήνων, η ελπίς ότι αι πληγαί των θα τους καθίστων
+ανικάνους να εγείρωσι χείρας εναντίον των, ενεθάρρυνον τους
+Πέρσας να αρχίσωσι πάλιν την μάχην. Αλλ' οι Έλληνες διηρημένοι
+κατά τάγματα και έθνη, επολέμησαν αλλήλοδιαδόχως, πλην των
+Φωκέων, καθότι ούτοι είχον διαταχθή να αναβώσιν εις την κορυφήν
+του όρους διά να φυλάττωσι την ατραπόν. Μη βλέποντες λοιπόν οι
+Πέρσαι καμμίαν διαφοράν μεταξύ της ημέρας εκείνης και της
+προλαβούσης, έφυγον εκ δευτέρου.
+
+213. Ενώ δε ο βασιλεύς ήτο εις αμηχανίαν και δεν ήξευρε τι να
+πράξη εις την προκειμένην περίστασιν, ο Εφιάλτης του Ευρυδήμου,
+ανήρ Μαλιεύς, ελπίζων να λάβη μεγάλην αμοιβήν παρά του
+βασιλέως, παρουσιάσθη εις αυτόν και τω υπέδειξε την ατραπόν
+ήτις διά του όρους έφερεν εις Θερμοπύλας, και ούτω διέφθειρε
+τους Έλληνας οίτινες εφύλαττον εκείνο το μέρος. Ύστερον δε
+φοβηθείς τους Λακεδαιμονίους έφυγεν εις την Θεσσαλίαν. Και αφού
+έφυγεν, οι πυλαγόραι, ενώ οι Αμφικτύονες ήσαν συνηθροισμένοι
+εις τας Πύλας, προεκήρυξαν χρηματικήν αμοιβήν δι' εκείνον όστις
+ήθελε τον φονεύσει· και μετά καιρόν, όταν κατέβη εις την
+Αντικύραν, εφονεύθη υπό του Τραχινίου Αθηνάδου. Ο δε Αθηνάδης
+ούτος, απέκτεινε μεν τον Εφιάλτην δι' άλλην αιτίαν την οποίαν
+θα φανερώσω ακολούθως (24), ετιμήθη όμως ουδέν ήττον υπό των
+Λακεδαιμονίων. Ο μεν Εφιάλτης τοιουτοτρόπως ύστερον ετελεύτησε.
+
+214. Λέγεται δε και άλλος λόγος, ότι ο Καρύστιος Ονήτης του
+Φαναγόρου και ο Αντικυρεύς Κορυδαλός ήσαν οι ειπόντες εις τον
+βασιλέα τούτους τους λόγους και οδηγήσαντες τους Πέρσας περί το
+όρος. Τούτο όμως εις εμέ δεν φαίνεται πιστευτόν. Και πρώτον μεν
+δύναταί τις να κρίνη εκ τούτου, ότι οι πυλαγόραι των Ελλήνων
+προεκήρυξαν αμοιβήν ουχί διά τον θάνατον του Ονήτου και του
+Κορυδαλού, αλλά διά τον θάνατον του Τραχινίου Εφιάλτου, καλώς
+πληροφορημένοι περί της αληθείας· έπειτα δε ηξεύρομεν ότι ο
+Εφιάλτης ήτο φυγάς δι' αυτήν την αιτίαν. Ναι μεν χωρίς να ήναι
+Μαλιεύς ο Ονήτης ηδύνατο να γνωρίζη την ατραπόν ταύτην, εάν
+ήξευρε καλώς τας τοποθεσίας, αλλ' ο Εφιάλτης είναι όστις
+ωδήγησε τους Πέρσας διά της ατραπού περί το όρος. Τούτον εγώ
+κηρύττω ένοχον.
+
+215. Ο δε Ξέρξης, επειδή τω ήρεσαν όσα υπέσχετο ο Εφιάλτης να
+κατορθώση, πλήρης χαράς εξέπεμψεν αμέσως τον Υδάρνη και
+εκείνους επί των οποίων εστρατήγει ο Υδάρνης. Εξήλθον δε ούτοι
+εκ του στρατοπέδου περί λύχνων αφάς. Την ατραπόν ταύτην πρώτοι
+άλλοτε είχον ανακαλύψει οι Μαλιείς και την έδειξαν εις τους
+Θεσσαλούς διά να προσβάλωσιν εκείθεν τους Φωκείς, τότε, ότε οι
+Φωκείς φράξαντες διά τείχους το στενόν ήσαν εν σκέπη του
+πολέμου. Έκτοτε όμως φαίνεται ότι δεν την μεταχειρίζονται οι
+Μαλιείς.
+
+216. Είναι δε τοιαύτη αυτή η ατραπός· άρχεται μεν από του
+Ασωπού ποταμού του ρέοντος διά της διασφάγος του όρους, όπερ
+καλείται Ανόπαια, ως και η ατραπός, διευθύνεται δε η ατραπός
+αύτη Ανόπαια προς ράχιν τινά του όρους και λήγει εις την πόλιν
+Αλπηνόν, την πρώτην πόλιν των Λοκρών προς το μέρος των Μαλιέων,
+και εις τον Μιλάμπυγον καλούμενον βράχον και τας έδρας των
+Κερκώπων, όπου είναι το στενώτατον μέρος αυτής.
+
+217. Διά ταύτης λοιπόν της ατραπού, τοιαύτης ούσης, οι Πέρσαι
+διαβάντες τον Ασωπόν επορεύοντο δι' όλης της νυκτός έχοντες εν
+δεξιά μεν τα όρη των Οιταίων, εν αριστερά δε τα των Τραχινίων.
+Υπέφωσκε δε η ηώς όταν έφθασαν εις άκραν τινά του όρους, όπου,
+ως εδήλωσα προηγουμένως, εφύλασσον χίλιοι οπλίται Φωκείς,
+αμυνόμενοι υπέρ της χώρας των και φρουρούντες την ατραπόν
+καθότι το μεν κάτω στενόν εφυλάσσετο υπ' εκείνων τους οποίους
+εδήλωσα, την δε διά του όρους ατραπόν προσεφέρθησαν εκουσίως
+εις τον Λεωνίδαν να φυλάξωσιν οι Φωκείς.
+
+218. Ιδού δε πώς ενόησαν οι Φωκείς τους Πέρσας αναβάντας. Ούτοι
+ανέβαινον κρυπτόμενοι υπό των δρυών υπό των οποίων είναι
+κεκαλυμμένον το όρος· ήτο νηνεμία· ψόφου δε πολλού γενομένου,
+ως ήτο επόμενον, καθότι υπό τους πόδας των ήσαν φύλλα
+περικεχυμένα, ανεπήδησαν οι Φωκείς και ενεδύοντο τα όπλα·
+αμέσως δε ενεφανίσθησαν οι βάρβαροι. Οι Πέρσαι ιδόντες
+ανθρώπους ωπλισμένους ηπόρησαν, καθότι ελπίζοντες ότι δεν ήθελε
+φανή κανείς εναντίον των, αίφνης απήντησαν στρατόν. Τότε ο
+Υδάρνης, φοβηθείς μήπως οι Φωκείς είναι Λακεδαιμόνιοι, ηρώτησε
+τον Εφιάλτην τίνων ήτο ο στρατός· πληροφηρηθείς δε ακριβώς περί
+του πράγματος, παρέταξε τους Πέρσας εις μάχην. Οι δε Φωκείς
+επειδή εκτυπώντο από πολλά και πυκνά τοξεύματα, έφυγον και
+ανέβησαν εις την κορυφήν του όρους, θεωρούντες ως βέβαιον ότι
+αυτοί ήσαν ο κύριος σκοπός της εφόδου των βαρβάρων και απόφασιν
+έχοντες να αποθάνωσι. Και ούτοι μεν ταύτα εφρόνουν. Οι δε μετά
+του Εφιάλτου και του Υδάρνου Πέρσαι ουδόλως εφρόντισαν περί των
+Φωκέων, αλλά κατέβησαν το όρος ταχέως.
+
+219. Εις δε τους εν Θερμοπύλαις μένοντας Έλληνας πρώτον μεν ο
+μάντις Μεγιστίας επιθεωρήσας τα θύματα προείπε τον μέλλοντα εις
+αυτούς θάνατον περί την αυγήν· έπειτα δε ήλθον και αυτόμολοι
+και τοις ανήγγειλον την περικύκλωσιν των Περσών. Ότε ούτοι
+έφερον την είδησιν ήτο ακόμη νυξ· τρίτοι δε τους ειδοποίησαν οι
+ημεροσκόποι, καταβάντες δρομαίως από των άκρων ήδη υποφωσκούσης
+της ημέρας. Τότε οι Έλληνες συνεσκέφθησαν και αι γνώμαι αυτών
+εσχίζοντο, διότι άλλοι μεν δεν ήθελον να αφήσωσι την θέσιν των,
+άλλοι δε εζήτουν να αναχωρήσωσι. Μετά δε τούτο χωρισθέντες,
+τινές μεν απήλθον και διασκεδασθέντες ετράπησαν έκαστοι εις τας
+πόλεις των, τινές δε μετά του Λεωνίδου ητοιμάσθησαν να μείνωσιν
+αυτού.
+
+220. Λέγεται δε και ότι αυτός τους απέπεμψε, κηδόμενος περί της
+μη απωλείας των· εις εαυτόν δε και εις τους Σπαρτιάτας δεν
+ενόμισεν ευπρεπές να αφήσωσι την θέσιν την οποίαν ήλθον εξ
+αρχής να φυλάξωσι. Με ταύτην την γνώμην συμφωνώ και εγώ πολύ,
+ότι ο Λεωνίδας, εννοήσας ότι εψυχράνθη ο ζήλος των συμμάχων και
+δεν ήθελον να συνδιακινδυνεύσωσι, τους διέταξε να αναχωρήσωσι,
+πεπεισμένος ότι αυτός δεν ηδύνατο να αναχωρήση χωρίς να
+ατιμασθή. Μένων αυτού, και κλέος μέγα ήθελεν αφήσει και η
+ευδαιμονία της Σπάρτης δεν ήθελεν εξαλειφθή· διότι εξαρχής του
+πολέμου οι Σπαρτιάται είχον ερωτήσει την Πυθίαν, και αύτη τοις
+απεκρίθη ότι ή η Λακεδαίμων ήθελε καταστραφή υπό των βαρβάρων,
+ή ο βασιλεύς αυτών ήθελεν απολεσθή. Ταύτα δε εχρησμοδότησεν η
+Πυθία εις στίχους εξαμέτρους, έχοντας ως εξής·
+
+«Εις υμάς, ω οικήτορες της ευρυχώρου Σπάρτης, ή μεγάλη και
+ένδοξος πόλις θέλει ερημωθή υπό ανδρών απογόνων του Πέρσου, ή
+τούτο μεν όχι, η δε Λακεδαίμων θα κλαύση τον θάνατον βασιλέως
+καταγομένου από τον Ηρακλέα. Τούτον ούτε ταύροι ούτε λέοντες,
+εάν έλθωσιν εναντίον του, θα δυνηθώσι να εμποδίσωσι, διότι έχει
+δύναμιν Διός. Σας λέγω όμως ότι ο Ζευς δεν θα παύση πριν
+απολαύση εντελώς έν εκ των δύο.»
+
+Τούτον τον χρησμόν ενθυμούμενος ο Λεωνίδας και θέλων να δοξάση
+μόνους τους Σπαρτιάτας, φρονώ ότι απέπεμψε μάλλον τους
+συμμάχους ή ότι αυτοί μη συμφωνούντες περί του πρακτέου
+ανεχώρησαν τόσον ακαίρως.
+
+221. Μαρτύριον δε τούτου μέγα είναι και το εξής· ου μόνον τους
+άλλους, αλλά και τον μάντιν όστις ηκολούθει τον στρατόν, τον
+Ακαρνάνα Μεγιστίαν, όστις ως ελέγετο κατήγετο από του
+Μελάμποδος και όστις εκ της επιθεωρήσεως των σφαγίων είχε
+προειπεί τα μέλλοντα συμβήναι, είναι γνωστόν ότι ο Λεωνίδας
+απέπεμψε και τούτον διά να μη συναπολεσθή. Αλλ' ο Μεγιστίας
+αποπεμπόμενος δεν ηθέλησε να αναχωρήση, αλλ' απέπεμψε τον
+μονογενή τον υιόν όστις ηκολούθει τον στρατόν.
+
+222. Οι μεν λοιπόν σύμμαχοι οι αποπεμφθέντες, υπήκουσαν εις τον
+Λεωνίδαν και ανεχώρησαν· μόνοι δε οι Θεσπιείς και οι Θηβαίοι
+έμειναν πλησίον των Λακεδαιμονίων. Εκ τούτων δε οι μεν Θηβαίοι
+έμειναν ουχί εξ οικείας προαιρέσεως, αλλά διότι ο Λεωνίδας τους
+εκράτησεν ως ομήρους· οι δε Θεσπιείς έμειναν μετά πάσης
+προθυμίας, ειπόντες ότι ποτέ δεν θα αναχωρήσωσιν αφίνοντες τον
+Λεωνίδαν και τους μετ' αυτού. Και ούτω μείναντες συναπέθανον.
+Εστρατήγει δε αυτών ο Δημόφιλος του Διαδρόμου.
+
+223. Ο δε Ξέρξης, αφού έκαμε σπονδάς ανατέλλοντος του ηλίου,
+περιμείνας μέχρι της ώρας καθ' ην πληρούται η αγορά, ώρμησεν.
+Ούτω παρήγγειλεν ο Εφιάλτης, υπολογίσας τον αναγκαίον χρόνον
+διά την κατάβασιν, ήτις γίνεται ταχύτερον ή η ανάβασις. Αφ'
+ενός λοιπόν μέρους ήρχοντο οι μετά του Ξέρξου βάρβαροι, αφ'
+ετέρου δε οι μετά του Λεωνίδου Έλληνες, ηξεύροντες ότι η έξοδός
+των ήτο θάνατος, τότε πολύ περισσότερον ή κατά τας προλαβούσας
+μάχας επροχώρησαν εις το ευρύτερον μέρος του αυχένος. Κατά τας
+προτέρας ημέρας, στηριζόμενοι επί του τείχους εμάχοντο εις το
+στενώτατον μέρος· τότε δε, επειδή η συμπλοκή εγένετο επί
+ευρυτέρου χώρου, έπιπτον βάρβαροι πολλοί· καθότι όπισθεν αυτών
+οι ταγματάρχαι, κρατούντες μάστιγας, τους ερράπιζον και τους
+ώθουν εις τα εμπρός. Και πολλοί μεν εξ αυτών έπιπτον εις την
+θάλασσαν και επνίγοντο, πολύ δε περισσότεροι κατεπατούντο υπό
+των όπισθεν ερχομένων. Ουδείς δε εφρόντιζεν όσοι και αν
+εφονεύοντο. Οι δε Έλληνες, βέβαιοι όντες περί του θανάτου τον
+οποίον έμελλον να υποστώσιν από τους ελθόντας εκ του όπισθεν
+μέρους του όρους, έδειξαν όλην την ανδρίαν των κατά των
+βαρβάρων, περιφρονούντες τον κίνδυνον και αψηφούντες την ζωήν
+των.
+
+224. Τότε τα μεν δόρατα των περισσοτέρων είχον θραυσθή πλέον
+και εφόνευον τους Πέρσας με τα ξίφη. Εις ταύτην δε την
+συμπλοκήν πίπτει ο Λεωνίδας αφού επολέμησεν ανδρείως, και άλλοι
+μετ' αυτού ονομαστοί Σπαρτιάται των οποίων έμαθον τα ονόματα,
+ως ανδρών αξίων αιωνίας μνήμης· έμαθον δε όλων και των
+τριακοσίων τα ονόματα. Εκ δε των Περσών έπεσαν ενταύθα και
+άλλοι πολλοί και ονομαστοί, μεταξύ δε άλλων δύο υιοί του
+Δαρείου, ο Αβροκόμης και ο Υπεράνθης, τους οποίους εγέννησεν ο
+Δαρείος εκ της Φραταγούνης θυγατρός του Αρτάνου. Ήτο δε ο
+Αρτάνης αδελφός μεν του βασιλέως Δαρείου, υιός δε του Υστάσπους
+του Αρσάμους. Δους την θυγατέρα του ο Αρτάνης έδωκεν ομού εις
+τον βασιλέα όλην του την περιουσίαν, καθότι το μόνον του τέκνον
+ήτο η θυγάτηρ αύτη.
+
+225. Τοιουτοτρόπως δυο αδελφοί του Ξέρξου εφονεύθησαν μαχόμενοι
+περί του σώματος του Λεωνίδου, διά το οποίον τρομερός
+συνωθισμός εγένετο μεταξύ Περσών και Λακεδαιμονίων, μέχρις ου
+οι Έλληνες διά της ανδρίας των τον ανήγειρον και έτρεψαν τους
+εναντίους τετράκις· η πάλη δε αύτη διήρκεσε μέχρι της αφίξεως
+του στρατού τον οποίον ωδήγει ο Εφιάλτης. Άμα είδον τούτους οι
+Έλληνες ελθόντας, τότε ο πόλεμος άλλαξε φάσιν· καθότι
+υπεχώρησαν εις το στενώτερον μέρος της οδού, εισήλθον πάλιν εις
+το τείχος και ετοποθετήθησαν επί του λόφου όλοι ομού πλην των
+Θηβαίων. Ο δε λόφος ούτος είναι εις την είσοδον του στενού,
+όπου τώρα ίσταται λίθινος λέων προς τιμήν του Λεωνίδου. Εκεί
+υπερασπιζομένους με περισωθείσας τινάς μαχαίρας, με χείρας και
+με στόματα, κατέχωσαν οι βαρβάρους διά βελών, άλλοι μεν
+κρημνίσαντες το οχύρωμα και επιτεθέντες κατ' αυτών κατά μέτωπον,
+άλλοι δε περικυκλώσαντες αυτούς πάντοθεν.
+
+226. Μολονότι τοιούτοι εγένοντο όλοι οι Λακεδαιμόνιοι και οι
+Θεσπιείς, ανδρειότατος όμως εφάνη ως λέγουσιν ο Σπαρτιάτης
+Διηνέκης. Εις τούτον αναφέρεται λόγος τις τον οποίον είπε πριν
+συμπλακώσι με τους Μήδους. Ακούσας παρ' ενός Τραχινίου ότι όταν
+οι βάρβαροι ρίπτωσι τα βέλη των σκεπάζουσι τον ήλιον διά του
+πλήθους αυτών, δεν εταράχθη εις τους λόγους τούτους· αλλ'
+αδιαφορών διά το πλήθος των Μήδων, είπεν· «Ο Τραχίνιος ξένος
+μας, φέρει αγαθάς ειδήσεις· εάν οι Μύδοι κρύπτωσι τον ήλιον, θα
+τους πολεμήσωμεν υπό σκιάν και όχι εις τον ήλιον.» Αυτούς και
+άλλους ομοίους λόγους λέγουσιν ότι άφησεν εις ανάμνησιν ο
+Λακεδαιμόνιος Διηνέκης.
+
+227. Μετά τούτον λέγονται αριστεύσαντες δύο αδελφοί
+Λακεδαιμόνιοι, ο Αλφειός και ο Μάρων, υιοί του Ορσιφάντου. Εκ
+δε των Θεσπιέων ηρίστευσεν ο Διθύραμβος του Αρματίδου.
+
+228. Εις δε τους ταφέντας εκεί όπου έπεσον και εις τους
+αποθανόντας πριν αναχωρήσωσιν οι υπό του Λεωνίδου
+αποπεμφθέντες, εχαράχθη επίγραμμα, λέγον ούτω:
+
+«_Ενταύθα, εναντίον τριακοσίων μυριάδων, επολέμησαν τέσσαρες
+χιλιάδες άνδρες εκ Πελοποννήσου._» Τούτο το επίγραμμα εγένετο
+δι' όλους· ιδίως όμως διά τους Σπαρτιάτας εγράφη το εξής:
+
+«_Ω ξένε, ειπέ εις τοις Λακεδαιμονίους ότι ενταύθα κείμεθα
+πειθόμενοι εις τους νόμους των._»
+
+Ταύτα μεν επεγράφησαν εις όλους τους Λακεδαιμονίους, εις δε τον
+μάντιν τα εξής:
+
+«_Τόδε εστί το μνήμα του κλεινού Μεγιστίου, τον οποίον οι Μήδοι
+διαβάντες τον Σπερχειόν ποταμόν εφόνευσαν, του μάντεως, όστις
+γινώσκων σαφώς το πεπρωμένον των Σπαρτιατών, δεν ηθέλησε να
+εγκαταλίπη τους ηγεμόνας της Σπάρτης._»
+
+Οι τιμήσαντες αυτούς με επιγράμματα και με στήλας πλην του
+επιγράμματος του Μεγιστίου, είναι οι Αμφικτύονες· το δε
+επίγραμμα του μάντεως Μεγιστίου επέγραψεν ο ξένος του Σιμωνίδης
+του Λεωπρέπους.
+
+229. Λέγεται ότι δύο εκ τούτων των τριακοσίων, ο Εύρυτος και ο
+Αριστόδημος, ενώ τοις ήτο δυνατόν, εάν συνεφώνουν, να
+επιστρέψωσιν ομού ζώντες εις την Σπάρτην (καθότι ο Λεωνίδας
+τους είχεν αποπέμψει εκ του στρατοπέδου και έμενον εις τους
+Αλπηνούς πάσχοντας εξ οφθαλμίας,) ή, εάν δεν ήθελον να
+επιστρέψωσι, να αποθάνωσι μετά των άλλων, ενώ εδύναντο να
+πράξωσιν ομού ή το έν ή το άλλο, δεν ηθέλησαν να συμφωνήσωσιν,
+αλλ' έχοντες διάφορον γνώμην, ο μεν Εύρυτος, άμα ήκουσε την
+περικύκλωσιν των Περσών, εζήτησε τα όπλα του, και αφού τα
+εφόρεσε, διέταξε τον είλωτά του να τον φέρη εις τους
+μαχομένους· αφού δε εφέρθη, εκείνος μεν όστις τον έφερε
+στραφείς έφυγεν, ο δε Εύρυτος ερρίφθη εις την συμπλοκήν και
+εφονεύθη. Αλλ' ο Αριστόδημος λειποψυχήσας έμεινεν όπου ήτο. Εάν
+μόνος ο Αριστόδημος συνέβαινε να πάσχη και επέστρεφεν εις την
+Σπάρτην, ή εάν επέστρεφον και οι δύο ομού, φρονώ ότι οι
+Σπαρτιάται δεν ήθελον οργισθή κατ' αυτών· αλλ' επειδή ο μεν είς
+εξ αυτών εφονεύθη, ο δε άλλος την αυτήν έχων πρόφασιν δεν
+ηθέλησε να αποθάνη, αναγκαίως ωργίσθησαν πολύ κατά του
+Αριστοδήμου οι συμπολίται του.
+
+230. Άλλοι μεν ούτω και με τοιαύτην πρόφασιν λέγουσιν ότι εσώθη
+ο Αριστόδημος εις την Σπάρτην· άλλοι δε ότι πεμφθείς ως
+αγγελιαφόρος εκ του στρατοπέδου, ενώ ηδύνατο να προφθάση και
+λάβη μέρος εις την μάχην, δεν ηθέλησεν αλλ' εβράδυνε καθ' οδόν
+και εσώθη. Ο συνάγγελος όμως αυτού επιστρέψας εγκαίρως
+εφονεύθη.
+
+231. Επιστρέψας εις την Σπάρτην ο Αριστόδημος είχεν όνειδος και
+ατιμίαν. Και η μεν ατιμία την οποίαν έπασχεν ήτο τοιαύτη· ούτε
+πυρ τω έδιδεν ουδείς των Σπαρτιατών διά να ανάψη, ούτε τω
+ωμίλει· όνειδος δε είχε καλούμενος ο δειλός Αριστόδημος. Αλλ'
+ούτος μεν εις την μάχην των Πλαταιών εξήλειψεν όλην την κατ'
+αυτού εκφερομένην κατηγορίαν.
+
+232. Λέγουσι δε προσέτι ότι και άλλος τις εξ αυτών των
+τριακοσίων σταλείς ως αγγελιαφόρος εις την Θεσσαλίαν εσώθη· το
+όνομα αυτού ήτο Παντίτης. Ότε δε επέστρεψεν εις την Σπάρτην,
+επειδή περιφρονείτο, απηγχονίσθη.
+
+233. Οι δε Θηβαίοι, των οποίων εστρατήγει ο Λεοντιάδης, ενόσω
+μεν ήσαν με τους Έλληνας επολέμουν εξ ανάγκης κατά του στρατού
+του βασιλέως· ότε δε είδον ότι υπερίσχυσαν οι Πέρσαι, τότε ενώ
+οι μετά του Λεωνίδου Έλληνες έτρεχον επί τον λόφον, αυτοί
+χωρισθέντες προέτεινον τας χείρας, επλησίασαν τους βαρβάρους
+και είπον εις αυτούς ό,τι ήτο αληθέστατον· ότι και εμήδιζον και
+ήσαν εκ των πρώτων οίτινες έδοσαν εις τον βασιλέα γην και ύδωρ,
+αλλ' ότι αναγκασθέντες ήλθον εις τας Θερμοπύλας και ουδόλως
+πταίουσιν εις την καταστροφήν την οποίαν έπαθεν ο βασιλεύς.
+Ταύτα ειπόντες εσώθησαν, διότι είχον μάρτυρας των λόγων τούτων
+και τους Θεσσαλούς. Πλην δεν επέτυχον καθ' ολοκληρίαν, διότι
+άμα τους έλαβον εις τας χείρας των οι βάρβαροι, τινάς μεν
+εφόνευσαν ενώ ακόμη επλησίαζον, τους δε περισσοτέρους, κατά
+διαταγήν του Ξέρξου, έστιξαν με στίγματα βασιλικά, αρχίσαντες
+από τον στρατηγόν Λεοντιάδην, του οποίου ο υιός Αντίμαχος
+εφονεύθη βραδύτερον υπό των Πλαταιέων, ότε κατέλαβε την
+ακρόπολίν των μετά τετρακοσίων Θηβαίων.
+
+234. Οι μεν περί τας Θερμοπύλας Έλληνες ούτως ηγωνίσθησαν, ο δε
+Ξέρξης καλέσας τον Δημάρατον ηρώτα αρχίσας ως εξής· «Δημάρατε,
+είσαι καλός άνθρωπος, τεκμαίρομαι δε τούτο εκ της φιλαληθείας
+σου, διότι όσα με είπες, όλα απέβησαν ούτω. Τώρα δε ειπέ μοι
+πόσοι είναι οι λοιποί Λακεδαιμόνιοι και πόσοι εξ αυτών είναι
+τοιούτοι εις τα πολεμικά, ή εάν ήναι όλοι.» Ο δε Δημάρατος
+απεκρίθη· «Βασιλεύ, ο αριθμός των Λακεδαιμονίων είναι μέγας και
+πόλεις έχουσι πολλάς· άκουσον δε εκείνο το οποίον θέλεις να
+μάθης ακριβώς. Εις την Λακεδαίμονα είναι η Σπάρτη, πόλις ήτις
+έχει τουλάχιστον οκτακισχιλίους άνδρας, τοιούτους οίοι ήσαν οι
+ενταύθα πολεμήσαντες· οι άλλοι δε Λακεδαιμόνιοι, αν δεν ήναι
+όμοιοι με αυτούς, είναι όμως και αυτοί ανδρείοι.» Τότε ο Ξέρξης
+επανέλαβε· «Δημάρατε, τίνι τρόπω θα δυνηθώμεν ευκολώτερον να
+επικρατήσωμεν των ανδρών τούτων; Μη διστάζης, λέγε, καθότι
+υπάρξας βασιλεύς αυτών, γνωρίζεις τους διαλογισμούς των.»
+
+235. Ο δε Δημάρατος απεκρίθη· «Βασιλεύ, επειδή με συμβουλεύεσαι
+προθύμως, είναι δίκαιον να σε είπω το ασφαλέστερον μέσον.
+Πέμψον κατά της Λακωνικής τριακόσια πλοία του ναυτικού στρατού.
+Πλησίον αυτής υπάρχει νήσος καλουμένη Κύθηρα, περί της οποίας ο
+Χίλων, ο σοφώτατος των παρ' ημίν ανδρών, είπεν ότι μεγαλείτερον
+κέρδος θα ήτο εις τους Σπαρτιάτας εάν κατεβυθίζετο εις την
+θάλασσαν ή να υπερέχη, διότι υπώπτευε πάντοτε ότι εξ αυτής
+δυνατόν να συμβή τοιούτο τι, οποίον εγώ σε λέγω να πράξης· ουχί
+διότι προείδε την εκστρατείαν σου, αλλά διότι εφοβείτο
+οιουδήποτε έθνους εκστατείαν, Εκ ταύτης λοιπόν της νήσου
+ορμώμενοι ας φοβίζωσι τους Λακεδαιμονίους και όταν αυτοί έχωσι
+πόλεμον εντός της χώρας των, μη φοβηθείς πλέον ότι θα πέμψωσι
+βοηθείας εις την Ελλάδα κυριευομένην υπό του πεζού στρατού σου·
+υποδουλουμένης δε της άλλης Ελλάδος, η Λακωνική, μεμονωμένη,
+δεν θα έχη πλέον δύναμιν. Εάν πράξης άλλως, έχε ως βέβαιον ότι
+θα γίνη το εξής. Ο ισθμός της Πελοποννήσου είναι στενός· εις
+τούτο το μέρος συνελθόντες όλοι οι Πελοποννήσιοι θα συνομόσωσι
+κατά σου, ώστε περίμενε να έχης άλλας μάχας αιματηροτέρας των
+προλαβουσών· εάν όμως πράξης ως λέγω, τότε αμαχητί και ο ισθμός
+ούτος και αι πόλεις θα παραδοθώσι.»
+
+236. Μετ' αυτόν ωμίλησεν ο αδελφός του Ξέρξου Αχαιμένης,
+στρατηγός του ναυτικού στρατού· παρατυχών εις την συνδιάλεξιν
+και φοβηθείς μήπως πεισθή και πράξη ταύτα ο Ξέρξης, είπε·
+«Βασιλεύ, βλέπω ότι παραδέχεσαι τους λόγους ανθρώπου φθονούντος
+την ευτυχίαν σου και προδίδοντος τα συμφέροντά σου· διότι οι
+Έλληνες συνειθίζουσι να ήναι τοιούτοι· φθονούσι τους
+ευτυχούντας και μισούσι τους ανωτέρους των. Εάν εις τας
+παρούσας περιστάσεις καθ' ας εναυάγησαν τετρακόσια πλοία,
+αποχωρίσης και άλλα τριακόσια από τον στόλον, και τα πέμψης να
+περιπλέωσι την Πελοπόννησον, οι αντίπαλοι γίνονται αξιόμαχοι
+σου· ων όμως ο ναυτικός στρατός ηνωμένος, τότε γίνεται
+δυσκαταγώνιστος και ποτέ δεν θα τολμήσωσι να τον προσβάλωσι·
+προσέτι όλος ο ναυτικός στρατός θα βοηθή τον πεζόν, και ο πεζός
+τον ναυτικόν ομού πορευόμενος. Εάν δε τους διασπάσης, ούτε συ
+θα ήσαι χρήσιμος εις εκείνους, ούτε εκείνοι εις σε. Όθεν
+κανονίζων καλώς τας υποθέσεις σου, μη φροντίζης διά τας των
+πολεμίων, πού θα στήσωσι τον πόλεμον, τι θα πράξωσι και πόσοι
+είναι. Εκείνοι είναι ικανοί να φροντίζωσι περί εαυτών, ωσαύτως
+και ημείς περί ημών. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, και αν εξέλθωσιν εις
+μάχην εναντίον των Περσών· ποσώς δεν θα θεραπεύσωσι το παρόν
+τραύμα των.»
+
+237. Απεκρίθη δε ο Ξέρξης τα ακόλουθα· «Αχαίμενες, με φαίνεται
+ότι ομιλείς ορθώς και θα πράξω κατά την συμβουλήν σου. Ο
+Δημάρατος λέγει μεν όσα νομίζει ωφελιμώτερα εις εμέ, η γνώμη
+σου όμως είναι ορθοτέρα της ιδικής του. Δεν δύναμαι να
+παραδεχθώ ότι δεν ενδιαφέρεται υπέρ της ευτυχίας μου· εικάζω δε
+τούτο και εξ όσων με είπε προηγουμένως και εκ του αξιώματος ότι
+ο πολίτης φθονεί και μισεί εν σιγή τον ευτυχούντα συμπολίτην
+του· εάν ο τελευταίος αυτός τω ζητήση συμβουλήν, απέχει να τον
+συμβουλεύση ό,τι νομίζει ορθόν, εκτός μόνον εάν ήναι εις άκρον
+βαθμόν ενάρετος· σπάνιοι δε είναι οι τοιούτοι άνθρωποι. Ο ξένος
+όμως προς τον ευτυχούντα ξένον του είναι ο μάλλον εύνους των
+φίλων, και αν τω ζητηθή συμβουλή, συμβουλεύει τα άριστα.
+Απαγορεύω λοιπόν να ομιλώσιν εις το εξής υβριστικώς περί του
+Δημάρατου, όστις είναι ξένος μου.»
+
+238. Ταύτα ειπών ο Ξέρξης διήλθε διά μέσου των νεκρών· μαθών δε
+ότι ο Λεωνίδας ήτο βασιλεύς και στρατηγός των Λακεδαιμονίων,
+διέταξε να κόψωσι την κεφαλήν του και να την κρεμάσωσιν εις
+πάσσαλον. Το συμβάν τούτο και πολλά άλλα καθιστώσι προφανές ότι
+ο βασιλεύς Ξέρξης ήτο ωργισμένος εναντίον του Λεωνίδου ζώντος,
+πλειότερον ή καταπαντός άλλου ανθρώπου· άλλως δεν ήθελε πράξει
+τοιαύτην παρανομίαν εις τον νεκρόν, αφού, ως εγώ ηξεύρω, οι
+Πέρσαι τιμώσιν ιδιαζόντως τους αξίους άνδρας εις τα πολεμικά.
+Οι μεν λοιπόν διαταχθέντες να πράξωσι τούτο, το έπραξαν.
+
+239. Εγώ δε επανέρχομαι εις το μέρος όπου διέκοψα την διήγησίν
+μου. Πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι έμαθον ότι ο βασιλεύς ητοιμάζετο
+να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, και έπεμψαν εις τους Δελφούς
+διά να ερωτήσωσι· το δε μαντείον έδωκεν εις αυτούς την
+απόκρισιν την οποίαν ανέφερα ολίγον ανωτέρω. Έμαθον δε την
+προετοιμαζόμενην εκστρατείαν κατά τρόπον παράδοξον. Ο Δημάρατος
+του Αρίστωνος, φυγών εις τους Μήδους, δεν είχεν ως νομίζω (και
+τα φαινόμενα συμφωνούσι με την γνώμην μου) ουδεμίαν συμπάθειαν
+προς τους Λακεδαιμονίους· δύναταί τις λοιπόν να εικάση εάν
+έπραξε τούτο εξ ευνοίας προς τους Έλληνας ή διά να δείξη εις
+αυτούς ότι έχαιρε διά τας δυστυχίας των καθότι, ότε ο Ξέρξης
+απεφάσισε να στρατεύση κατά της Ελλάδος, ο Δημάρατος,
+ευρισκόμενος εις τα Σούσα και μαθών το σχέδιον τούτο, ηθέλησε
+να το αναγγείλη εις τους Λακεδαιμονίους. Επειδή δε ήτο κίνδυνος
+μήπως φωραθή και δεν υπήρχεν άλλος τρόπος να φανερώση το
+πράγμα, μηχανάται τα εξής. Λαβών διπλήν πινακίδα έξυσε τον
+κηρόν και επί του ξύλου της πινακίδος έγραψε το σχέδιον τού
+βασιλέως· τούτου γενομένου, ήλειψε πάλιν με κηρόν τα γράμματα,
+διά να φαίνεται ότι μεταφέρεται άγραφος η πινακίς και να μη
+συλλάβωσιν υπονοίας οι οδοφύλακες. Ότε δε ήλθεν η πινακίς εις
+την Λακεδαίμονα, οι Λακεδαιμόνιοι δεν ενόουν τίποτε μέχρις ου,
+ως ήκουσα, η θυγάτηρ του Κλεομένους και γυνή του Λεωνίδου Γοργώ
+ενόησε και διέταξε να ξύσωσι τον κηρόν, λέγουσα ότι εις το
+ξύλον θα εύρωσι γράμματα. Υπακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι εύρον
+και ανέγνωσαν τας γράμματτα· έπειτα δε τα έστειλαν και εις τους
+άλλους Έλληνας. Ταύτα μεν ούτω λέγουσιν ότι εγένοντο.
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ ΟΓΔΟΟΝ
+
+
+
+ΟΥΡΑΝΙΑ
+
+
+
+1. Οι δε ταχθέντες εις τον ναυτικόν στρατόν Έλληνες ήσαν οι
+εξής. Οι Αθηναίοι, με εκατόν εικοσεπτά πλοία, οι Πλαταιείς,
+οίτινες με όλην την απειρίαν των περί τα ναυτικά, πλήρεις όμως
+προθυμίας και θάρρους, εισήλθον εις τα πλοία των Αθηναίων· οι
+Κορίνθιοι με τεσσαράκοντα πλοία· οι Μεγαρείς με είκοσιν· οι
+Χαλκιδείς με είκοσι πλοία τα οποία τοις εδάνεισαν οι Αθηναίοι
+και εξώπλισαν αυτοί· οι Αιγινήται με δεκαοκτώ· οι Σικυώνιοι με
+δώδεκα, οι Λακεδαιμόνιοι με δέκα, οι Επιδαύριοι με οκτώ· οι
+Ερετριείς με επτά· οι Τριζήνιοι με πέντε· οι Στυρείς με δύο και
+οι Κείοι με δύο πλοία και δύο πεντηκοντόρους. Οι δε Λοκροί οι
+Οπούντιοι επεβοηθούν τους Έλληνας έχοντες επτά πεντηκοντόρους.
+
+2. Αυτοί ήσαν οι ηγκυροβολημένοι εις το Αρτεμίσιον· είπα δε
+πόσα πλοία παρέσχεν έκαστον έθνος. Όλων δε των συλλεχθέντων
+πλοίων ο αριθμός, πάρεξ των πεντηκοντόρων, ήτο διακόσια
+εβδομήκοντα έν. Ο στρατηγός, όστις είχε την υπερτάτην εξουσίαν,
+ήτο ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης του Ευρυκλείδου, διορισθείς υπό των
+Σπαρτιατών καθότι οι σύμμαχοι είχον ειπεί ότι εάν δεν έχη την
+ηγεμονίαν ο Λάκων δεν θα ακολουθήσωσι τους Αθηναίους
+ηγεμονεύοντας αλλά θα διαλύσωσι τον ετοιμαζόμενον στόλον.
+
+3. Εγένετο δε κατ' αρχάς λόγος, πριν ακόμη πέμψωσι διά να
+ζητήσωσι την συμμαχίαν της Σικελίας, ότι έπρεπε να επιτραπή το
+ναυτικόν εις τους Αθηναίους· αλλ' επειδή αντέστησαν οι
+σύμμαχοι, υπεχώρησαν οι Αθηναίοι περί πολλού ποιούμενοι την
+σωτηρίαν της Ελλάδος. Βλέποντες λοιπόν ότι εάν ανεφύοντο έριδες
+περί της ηγεμονίας θα ηφανίζετο η Ελλάς, δεν επέμειναν και
+έπραξαν ορθώς, καθότι εμφυλία στάσις, αναφυομένη καθ' ον καιρόν
+γίνεται πόλεμος από κοινού, είναι χειροτέρα του πολέμου του
+ταράττοντος την ειρήνην. Ηξεύροντες δε τούτο καλώς, δεν
+αντέτεινον αλλ' ενέδωσαν εφ' όσον είχον την ανάγκην των
+Σπαρτιατών ως το απέδειξαν, καθότι αφού οι Πέρσαι απεκρούσθησαν
+διήγειρον περί του αυτού πράγματος αγώνα, και λαβόντες πρόφασιν
+την αυθάδειαν του Παυσανίου, αφήρεσαν από τους Λακεδαιμονίους
+την ηγεμονίαν. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον.
+
+4. Τότε δε ούτοι οι εις το Αρτεμίσιον ελθόντες Έλληνες ιδόντες
+ότι πολλά πλοία είχον καταβή εις τας Αφετάς, ότι όλη η χώρα
+έβριθε στρατευμάτων, ότι αι υποθέσεις των βαρβάρων επετύγχανον
+πλειότερον παρ' όσον υπέθετον, εφοβήθησαν και εσκέπτοντο να
+φύγωσιν από του Αρτεμισίου εις τα ενδότερα της Ελλάδος.
+Εννοήσαντες δε οι Ευβοείς ότι συνεσκέπτοντο ταύτα, παρακάλεσαν
+τον Ευρυβιάδην να προσμείνη ολίγον χρόνον μέχρις ου θέσωσιν εν
+ασφαλεί τόπω τα τέκνα και τους οικέτας των. Επειδή όμως δεν τον
+έπειθον, μεταβάντες εις τον στρατηγόν των Αθηναίων Θεμιστοκλέα
+έπεισαν αυτόν διά τριάκοντα ταλάντων να μείνη ο στόλος προ της
+Ευβοίας και να ναυμαχήση.
+
+5. Ο δε Θεμιστοκλής διά να κρατήση εκεί τους Έλληνας, ιδού τι
+έπραξεν· εκ των τριάκοντα ταλάντων δίδει πέντε εις τον
+Ευρυβιάδην, ως να τα έδιδε δήθεν αφ' εαυτού. Τούτου πεισθέντος,
+δεν έμενε πλέον ειμή ο Αδείμαντος του Ωκύτου, στρατηγός των
+Κορινθίων, όστις εθορύβει λέγων ότι θα αποπλεύση του Αρτεμισίου
+και δεν θα προσμείνη πλειότερον. Εις τούτον λοιπόν ο
+Θεμιστοκλής είπε μεθ' όρκου· «Όχι, δεν θα μας αφήσης, διότι εγώ
+θα σε δώσω δώρα μεγαλείτερα παρ' όσα θα σοι έστελλεν ο βασιλεύς
+των Μήδων εάν άφινες τους συμμάχους.» Ενώ δε έλεγε ταύτα,
+έπεμπε συγχρόνως εις το πλοίον του Αδειμάντου τρία τάλαντα
+αργυρίου. Ούτοι λοιπόν θαμβωθέντες υπό των δώρων ανεπείσθησαν,
+ώστε και η επιθυμία των Ευβοέων εξεπληρώθη και ο Θεμιστοκλής
+εκέρδησε χωρίς να ηξεύρη κανείς ότι αυτός εκράτησε τα λοιπά·
+καθότι οι λαβόντες μέρος εκ των χρημάτων τούτων επίστευον ότι
+εστάλησαν εξ Αθηνών επί τούτω.
+
+6. Ούτω λοιπόν έμειναν εις την Εύβοιαν και εναυμάχησαν· εγένετο
+δε η ναυμαχία κατά τον ακόλουθον τρόπον. Ελθόντες οι βάρβαροι
+περί το εσπέρας της προτεραίας εις τας Αφετάς, έμαθον ότι ολίγα
+πλοία Ελληνικά εναυλόχουν προ πολλών ημερών περί το Αρτεμίσιον.
+Βεβαιωθέντες δε περί τούτου, απεφάσισαν να αποπειραθώσι την
+σύλληψίν των. Να πλεύσωσιν όμως αμέσως και κατ' ευθείαν
+εναντίον των δεν ενέκρινον, φοβηθέντες μήπως ιδόντες αυτούς οι
+Έλληνες επερχομένους τραπώσιν εις φυγήν έπειτα δε προφθάση και
+η νυξ, και τοιουτοτρόπως δυνηθώσι να διαφύγωσιν. Έπρεπε δε,
+κατ' αυτούς, μήτε πυρφόρος να μη μείνη ζων.
+
+7. Ταύτα σκοπεύοντες εμηχανώντο τα εξής. Αποσπάσαντες εκ του
+στόλου διακόσια πλοία, τα έπεμψαν έξωθεν της Σκιάθου, εις
+τρόπον ώστε χωρίς να τα ίδωσιν οι εχθροί, να δυνηθώσι να
+περιπλεύσωσι την Εύβοιαν και να εισέλθωσιν εις τον Εύριπον δια
+του Καφηρέως και της Γεραιστού. Το σχέδιόν των ήτο να
+περικυκλώσωσι τους Έλληνας, τα μεν πλοία ερχόμενα εκ του μέρους
+τούτου και φράττοντα εις αυτούς την εις τα οπίσω φέρουσαν οδόν,
+οι δε λοιποί επιτιθέμενοι εκ των έμπροσθεν. Ταύτα αποφασίσαντες
+απέπεμψαν τα εκλεγέντα πλοία, αλλά δεν είχον κατά νουν να
+επιτεθώσι κατά των Ελλήνων εκείνην την ημέραν, ουδέ πριν γίνη
+το σημείον ότι οι περιπλέοντες έφθασαν όπου διετάχθησαν. Αφού
+δε έπεμψαν τα πλοία ταύτα, ηρίθμησαν τα λοιπά εις τας Αφετάς.
+
+8. Καθ' ον χρόνον έκαμνον ούτοι την απαρίθμησιν των πλοίων (ήτο
+δε εις το στρατόπεδον Σκιωναίος τις ονόματι Σκύλλας, άριστος
+δύτης της εποχής εκείνης, όστις εις το ναυάγιον το γενόμενον
+κατά το Πήλιον πολλά μεν πράγματα έσωσεν εις τους Πέρσας, πολλά
+δε και αυτός εκέρδησεν), ούτος ο Σκυλλίας προ πολλού είχε κατά
+νουν να αυτομολήση εις τους Έλληνας, ουδεμία όμως μέχρι τότε
+παρουσιάσθη ευκαιρία. Κατά ποίον τρόπον έφθασεν εις τους
+Έλληνας, δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος, εκπλήττομαι
+μάλιστα εάν τα λεγόμενα ήναι αληθή· καθότι λέγουσιν ότι
+βυθισθείς εις την θάλασσαν από τας Αφετάς δεν ανέβη εις την
+επιφάνειαν πριν φθάση εις το Αρτεμίσιον, διελθών διά του ύδατος
+ογδοήκοντα περίπου στάδια. Διηγούνται δε και άλλα πολλά περί
+του ανθρώπου τούτου τα οποία φαίνονται ψευδή· τινά όμως είναι
+αληθή. Περί του γεγονότος δε τούτου ας γίνη αποδεκτή η γνώμη
+μου ότι ήλθεν εις το Αρτεμίσιον μετά πλοιαρίου. Άμα δε έφθασε,
+διηγήθη εις τους στρατηγούς το ναυάγιον πώς εγένετο και έδωκε
+πληροφορίας περί των πλοίων τα οποία επέμφθησαν περί την
+Εύβοιαν.
+
+9. Τούτο ακούσαντες οι Έλληνες συνήλθον διά να ομιλήσωσιν· αφού
+δε είπον πολλά, υπερίσχυσεν η γνώμη να μείνωσι και να διέλθωσιν
+εκεί την ημέραν εκείνην· έπειτα δε αφού αφήσωσι να παρέλθη το
+μεσονύκτιον, να πλεύσωσι προς απάντησιν των περιπλεόντων
+πλοίων. Μετά ταύτα, επειδή ουδείς ήρχετο εναντίον των,
+φυλάξαντες μέχρι της δύσεως του ηλίου έπλευσαν κατά των
+βαρβάρων, θέλοντες να κάμωσι δοκιμήν της μάχης και να
+διασχίσωσι την εχθρικήν γραμμήν.
+
+10. Οι στρατιώται του Ξέρξου και οι στρατηγοί, βλέποντες αυτούς
+προχωρούντας ες ολίγα πλοία, τους ενόμισαν παράφρονας και
+απήγαγον και αυτοί τα πλοία, ελπίσαντες ότι ευκόλως ήθελον τους
+αιχμαλωτεύσει· είχον δε δίκαιον ελπίζοντες τούτο, διότι έβλεπον
+ότι τα πλοία των Ελλήνων ήσαν ολίγα και ότι τα ιδικά των και
+πολλαπλάσια ήσαν κατά τον αριθμόν και έπλεον καλλίτερον. Ταύτα
+φρονούντες, προσεπάθουν να περικυκλώσωσι τους Έλληνας. Τότε
+όσοι μεν Ίωνες ήσαν εύνοοι προς τους Έλληνας και ηκολούθουν
+ακουσίως την εκστρατείαν, ελυπούντο πολύ βλέποντες τους Έλληνας
+περικυκλωμένους και όντες βέβαιοι ότι ουδείς αυτών θα επιστρέψη
+οπίσω· τόσον ασθενής τοις εφαίνετο ο Ελληνικός στόλος. Όσοι δε
+ηρέσκοντο εις τα γινόμενα, εφιλοτιμούντο τις πρώτος να κυριεύση
+πλοίον Αττικόν διά να λάβη δώρα παρά του βασιλέως· διότι εις
+τον στόλον των βαρβάρων πλείστος λόγος εγίνετο διά τους
+Αθηναίους.
+
+11. Άμα εδόθη εις τους Έλληνας σημείον, πρώτον μεν στρέψαντες
+τας πρώρας προς τους βαρβάρους, συνήγαγον τας πρύμνας εις το
+μέσον· εις δε το δεύτερον σημείον άρχισαν την μάχην,
+περιορισθέντες όλοι εις ολίγον διάστημα και παραταχθέντες κατά
+πρόσωπον. Εις ταύτην την ναυμαχίαν εκυρίευσαν τριάκοντα πλοία
+των βαρβάρων, και συνέλαβον τον Φιλάονα του Χέρσιος, αδελφόν
+του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και άνδρα σημαντικόν εν τω
+στρατοπέδω. Πρώτος δε Έλλην εκυρίευσε πλοίον των πολεμίων ο
+Αθηναίος Λυκομήδης του Αισχραίου, και ούτος έλαβε το αριστείον.
+Αλλ' επελθούσα η νυξ διεχώρισεν αυτούς, και η νίκη έμεινεν
+αμφίβολος εις ταύτην την ναυμαχίαν. Τότε οι μεν Έλληνες
+επέστρεψαν εις το Αρτεμίσιον· οι δε βάρβαροι εις τας Αφετάς,
+αποβάντος του πολέμου πολύ διαφόρως παρ' ό,τι ήλπισαν. Εις
+ταύτην την ναυμαχίαν από τους όντας μετά του βασιλέως Έλληνας,
+μόνος ο Λήμνιος Αντίδωρος ηυτομόλησεν εις τους Έλληνας, και
+τούτου ένεκα οι Αθηναίοι τω εχάρισαν γην εις την Σαλαμίνα.
+
+12. Ότε ενύκτωσε (ήτο δε κατά τα μέσα του θέρους) βροχή ραγδαία
+έπεσε διαρκέσασα δι' όλης της νυκτός και βρονταί ισχυραί
+ήρχοντο από του Πηλίου· νεκρά σώματα και ναυάγια ερρίπτοντο έξω
+εις τας Αφετάς, και κυλιόμενα εις τας πρώρας των πλοίων,
+ετάραττον τας άκρας των κωπών. Οι στρατιώται οίτινες εκ του
+στόλου ήκουον ταύτα, ενεπλήσθησαν φόβου νομίζοντες ότι αφεύκτως
+ήθελον απολεσθή από τόσων κακών· καθότι πριν αναπνεύσωσιν εκ
+του ναυαγίου και της τρικυμίας ήτις τους ηκολούθησε περί το
+Πήλιον, ιδού κατελήφθησαν υπό κρατεράς ναυμαχίας, και αμέσως
+μετ' αυτήν βροχή ραγδαία και χείμαρροι ορμητικοί πίπτοντες εις
+την θάλασσαν και βρονταί φοβεραί. Τοιαύτη ήτο δι' αυτούς η νυξ
+αύτη.
+
+13. Εις δε τους διαταχθέντας να περιπλεύσωσι την Εύβοιαν, αυτή
+εκείνη η νυξ υπήρξεν αγριωτέρα, καθόσον τους κατέλαβεν εν τω
+πελάγει και κατέστη επί τέλους ολεθρία. Έπλεον περί τα Κοίλα
+της Ευβοίας, όταν η βροχή και η τρικυμία κατέλαβον αυτούς.
+Φερόμενοι δε από τον άνεμον, και μη ηξεύροντες πού εφέροντο,
+εξέπιπτον προς τας πέτρας, Ταύτα πάντα εγένοντο κατά θείαν
+οικονομίαν, διά να εξισωθή το Περσικόν ναυτικόν με το Ελληνικόν
+και να μη ήναι πολύ περισσότερον. Και ούτοι μεν κατεστράφησαν
+περί τα Κοίλα της Ευβοίας.
+
+14. Οι δε εν ταις Αφεταίς βάρβαροι, άμα είδον μετά χαράς το φως
+της ημέρας, εκράτουν ήσυχα τα πλοία, και μεθ' όσα είχον
+υποφέρει, ηρκούντο εις την παρούσαν κατάστασιν να μένωσιν
+ακίνητοι. Εις δε τους Έλληνας ήλθεν επικουρία εκ
+πεντηκοντατριών πλοίων Αττικών. Ταύτα φθάσαντα τους
+ενεθάρρυναν, και προς τούτοις η ελθούσα αγγελία ότι οι
+περιπλέοντες την Εύβοιαν απώλοντο υπό της συμβάσης τρικυμίας.
+Φυλάξαντες λοιπόν την αυτήν ώραν επέπεσον κατά των πλοίων των
+Κιλίκων· αφού δε τα κατέστρεψαν, επελθούσης της νυκτός,
+απέπλευσαν οπίσω εις το Αρτεμίσιον.
+
+15. Την τρίτην ημέραν οργισθέντες οι στρατηγοί των βαρβάρων ότι
+τόσον ολίγα πλοία τους έβλαπτον και φοβούμενοι την οργήν του
+Ξέρξου, δεν ανέμειναν πλέον τους Έλληνας να αρχίσωσι την μάχην,
+αλλά παροτρύναντες αλλήλους ανήγαγον τα πλοία, περί την
+μεσημβρίαν. Συνέπεσε δε ώστε κατά τας ιδίας ημέρας να γίνωνται
+αι ναυμαχίαι αύται και αι πεζομαχίαι εις τας Θερμοπύλας· κατά
+θάλασσαν επρόκειτο να υπερασπίσωσι τον Εύριπον, κατά ξηράν οι
+περί τον Λεωνίδαν ηγωνίζοντο να φυλάξωσι το στενόν. Οι μεν
+λοιπόν Έλληνες ενεθάρρυνον αλλήλους διά να μη αφήσωσι τους
+βαρβάρους να εισέλθωσιν εις την Ελλάδα, οι δε βάρβαροι
+επειρώντο, καταστρέφοντες τας δυνάμεις των Ελλήνων, να γίνωσι
+κύριοι αμφοτέρων των εισόδων.
+
+16. Ενώ ο στόλος του Ξέρξου επροχώρει με τάξιν κατά των
+Ελλήνων, ούτοι έμενον ήσυχοι πλησίον του Αρτεμισίου. Οι
+βάρβαροι, διά να τους περικυκλώσωσι και τους συλλάβωσιν,
+εσχημάτισαν με τα πλοία ημισέληνον· τότε οι Έλληνες επέπεσαν
+κατ' αυτών και ήρχισεν η συμπλοκή. Εις ταύτην δε την ναυμαχίαν
+αι δυνάμεις αμφοτέρων εφάνησαν ισόρροποι. Ο στρατός του Ξέρξου
+διά το μέγεθος και το πλήθος των πλοίων του εβλάπτετο αυτός αφ'
+εαυτού, διότι ταρασσόμενα τα πλοία συνεκρούοντο προς άλληλα·
+αντείχεν όμως και δεν υπενέδιδε, καθότι οι Πέρσαι ησχύνοντο να
+τραπώσιν εις φυγήν υπό ολίγων πλοίων. Όθεν πολλά μεν πλοία και
+άνδρας απώλεσαν οι Έλληνες, πολύ δε περισσότερα οι βάρβαροι.
+Τέλος, μετά την αναποφάσιστον ταύτην μάχην, τα δύο μέρη
+εχωρίσθησαν.
+
+17. Είς την ναυμαχίαν ταύτην, εκ μεν των στρατιωτών του Ξέρξου
+ηρίστευσαν οι Αιγύπτιοι, οίτινες και άλλα μεγάλα έπραξαν και
+πλοία Ελληνικά αύτανδρα συνέλαβον πέντε. Εκ δε των Ελλήνων κατά
+ταύτην την ημέραν ηρίστευσαν οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων ο
+Κλεινίας του Αλκιβιάδου, όστις είχεν οπλίσει δι' εξόδων του
+διακοσίους άνδρας και τους έφερε μεθ' ενός πλοίου ανήκοντος εις
+αυτόν.
+
+18. Αφού λοιπόν ευχαρίστως εχωρίσθησαν και τα δύο μέρη έσπευσαν
+να επανέλθωσιν εις τους οικείους όρμους. Οι δε Έλληνες, αφού
+χωρισθέντες έπαυσαν την ναυμαχίαν, τους μεν νεκρούς και τα
+ναυάγια εσύναξαν· επειδή όμως υπέστησαν μεγάλας ζημίας, και
+μάλιστα οι Αθηναίοι των οποίων τα ημίσεα των πλοίων ήσαν
+βεβλαμμένα, εσκέπτοντο να φύγωσιν εις τα ενδότερα της Ελλάδος.
+
+19. Σκεφθείς δε ο Θεμιστοκλής ότι εάν αποσπασθώσιν από του
+βαρβάρου οι Ίωνες και οι Κάρες, θα δυνηθώσιν οι Έλληνες να
+νικήσωσι τους λοιπούς, συναθροίσας τους στρατηγούς εις το
+παραθαλάσσιον όπου οι Ευβοείς έβοσκον τα ποίμνιά των, τοις
+είπε· «Νομίζω ότι εύρον μέσον διά του οποίου να αποσπάσω τους
+αρίστους συμμάχους του βασιλέως.» Δεν τοις είπε περισσότερα,
+ηρκέσθη δε να τοις αποδείξη ότι εις τας παρούσας περιστάσεις
+ώφειλον να πράξωσι τα εξής. Να σφάξωσιν όσα δυνηθώσι ζώα
+Ευβοϊκά, διότι είναι προτιμότερον να λάβη ταύτα ο στρατός ή οι
+πολέμιοι· και τους συνεβούλευε να διατάξη έκαστος στρατηγός
+τους στρατιώτας του να καίωσι πυρά. Όσον δε διά την επιστροφήν,
+έλεγεν ότι αυτός, θα φροντίση περί της αρμοδίας ώρας ώστε να
+φθάσωσιν εις την Ελλάδα σώοι και αβλαβείς. Αρεστή εφάνη εις
+αυτούς η εκτέλεσις των συμβουλών τούτων, και αμέσως ανάψαντες
+πυρ έδραμον προς τα ποίμνια.
+
+20. Οι δε Ευβοείς περιφρονήσαντες τον χρησμόν του Βάκιδος ως
+ασήμαντον, ούτε εξεκομίσαντο τίποτε εκ της χώρας των ούτε
+εισήγαγον προβλέποντες τον προσεχή πόλεμον, αλλ' άφησαν τα
+πράγματά των εις την τύχην. Ο δε περί τούτων χρησμός του
+Βάκιδος είναι ο εξής.
+
+_Πρόσεξον, όταν ο βαρβαρόφωνος ρίψη εις την θάλασσαν γέφυραν
+βυβλίνην, ν' απομακρύνης εκ της Ευβοίας τας μηκωμένας αίγας_.
+
+Αμελήσαντες οι Ευβοείς να ωφεληθώσιν εκ των λόγων τούτων,
+έπρεπε να υποστώσι μεγάλας συμφοράς.
+
+21. Ταύτα έπραττον οι Έλληνες όταν έφθασεν εκ της Τραχίνος ο
+πρόσκοπος· διότι εις τα ύψη του Αρτεμισίου είχον θέσει
+πρόσκοπον τον Αντικυρέα Πολύαν εις τον οποίον παρήγγειλαν να
+έχη πλοιάριον έτοιμο· και εάν ίδη ναυμαχούντα τον ναυτικόν
+στρατόν να φέρη την είδησιν εις τας Θερμοπύλας· ομοίως πλησίον
+του Λεωνίδου ίστατο έτοιμος με τριακόντορον ο Αθηναίος
+Αβρώνιχος του Λυσικλέους, διά να ειδοποιήση τους εις το
+Αρτεμίσιον εάν συμβή τι εις τον πεζόν στρατόν. Ούτος λοιπόν ο
+Αβρώνιχος φθάσας τους εφανέρωσεν όσα συνέβησαν εις τον Λεωνίδαν
+και τον στρατόν αυτού. Οι δε άμα ήκουσαν ταύτα δεν ανέβαλον
+πλέον την αναχώρησιν, αλλ' έφυγον ως ήσαν τεταγμένοι, πρώτοι οι
+Κορίνθιοι και τελευταίοι οι Αθηναίοι.
+
+22. Ο δε Θεμιστοκλής εκλέξας τα άριστα πλέοντα πλοία των
+Αθηναίων, κατέβαινεν όπου υπήρχον πόσιμα ύδατα και εχάραττεν
+επί των βράχων γράμματα τα οποία ελθόντες την ακόλουθον ημέραν
+οι Ίωνες εις το Αρτεμίσιον είδον και ανέγνωσαν. Τα γράμματα δε
+έλεγον τα εξής· «Κακώς ποιείτε, ω Ίωνες, πολεμούντες τους
+πατέρας σας και υποδουλούντες την Ελλάδα. Έλθετε εις ημάς· εάν
+όμως τούτο σας ήναι αδύνατον, τουλάχιστον μένετε μακράν των
+πλοίων μας και παρακινήσατε τους Κάρας να μιμηθώσι το
+παράδειγμά σας. Εάν δεν ήναι δυνατόν να γίνη μήτε το έν μήτε το
+άλλο, εάν υπό μείζονος ανάγκης εμποδίζεσθε να αποστατήσετε,
+όταν ημείς πολεμώμεν, φανήτε εκουσίως νωθροί, ενθυμούμενοι ότι
+κατάγεσθε από ημάς και ότι εξ αρχής η προς τον βάρβαρον έχθρα
+προήλθεν από υμάς.» Ο Θεμιστοκλής έγραφε ταύτα, ως νομίζω, με
+τον διπλούν σκοπόν, ή, εάν μείνωσιν άγνωστα εις τον βασιλέα, να
+πείσωσι τους Ίωνας, να μεταβληθώσι και να έλθωσι με το μέρος
+των Ελλήνων, ή, εάν αναφερθώσιν εις τον Ξέρξην εν είδει
+κατηγορίας, να καταστήσωσι τους Ίωνας υπόπτους και να μη τους
+μεταχειρισθή ο Βασιλεύς εις τας ναυμαχίας.
+
+23. Ο μεν Θεμιστοκλής ταύτα έγραψεν εις τους βράχους, εις δε
+τους βαρβάρους αμέσως μετά ταύτα Ιστιεύς τις ανεχώρησε μετά
+πλοιαρίου και ανήγγειλε την από του Αρτεμισίου αναχώρησιν των
+Ελλήνων· Ούτοι όμως μη πιστεύσαντες εις τα λεχθέντα, τον μεν
+αγγελιαφόρον εφυλάκισαν, έπεμψαν δε ταχέα τινά πλοία διά να
+παρατηρήσωσιν. Αφού δε επανελθόντα ταύτα επεβεβαίωσαν την
+είδησιν, αμέσως ότε ο ήλιος εσκόρπισε τας ακτίνας του, όλος ο
+στόλος ομού έπλευσεν εις το Αρτεμίσιον. Μείνας δε εκεί μέχρι
+της μεσημβρίας, έπλευσε μετά ταύτα εις την Ιστιαίαν. Ελθόντες
+οι βάρβαροι κατέλαβον την πόλιν των Ιστιαίων και διήρπασαν όλας
+τας παραθαλασσίας κώμας της Ελλοπίας μοίρας, ήτις είναι γη
+Ιστιαιώτις.
+
+24. Τούτων δε όντων εκεί, ο Ξέρξης, ετοιμάσας τα περί τους
+νεκρούς, έπεμψε κήρυκα εις τον ναυτικόν στρατόν· αι δε
+ετοιμασίαι τας οποίας έκαμεν ήταν αι εξής. Εξ όλων όσοι είχον
+φονευθή εκ του ιδίου του στρατού (είχον δε φονευθή είκοσι
+χιλιάδες) χιλίους μόνον άφησε, τους δε λοιπούς διέταξε να
+ορύξωσι τάφρους και να τους θάψωσιν· έπειτα να τους καλύψωσι με
+χώμα και να ρίψωσιν επάνω φύλλα, διά να μη τους ίδη ο στρατός.
+Ότε δε ήλθεν ο κήρυξ εις την Ιστιαίαν, συνεκάλεσεν όλον τον
+στρατόν του στόλου και είπε τα εξής· «Άνδρες σύμμαχοι, ο
+βασιλεύς Ξέρξης επιτρέπει εις όντινα θέλει εξ υμών να αφήση τας
+τάξεις του και να έλθη να ιδή πώς πολεμεί τους ανοήτους
+ανθρώπους, οίτινες ήλπιζον ότι ήθελον υπερνικήσει τας δυνάμεις
+του βασιλέως.»
+
+25. Άμα εγένετο η προκήρυξις αύτη, τότε ουδέν δυσκολώτερον, ή η
+εύρεσις λέμβων, τόσον πολυπληθείς ήσαν εκείνοι οίτινες
+επεθύμουν να υπάγουν και να παρατηρήσωσιν. Διεκπεραιωθέντες
+αντικρύ, περιήρχοντο και εθεώρουν τους νεκρούς· όλοι δε
+επίστευον, βλέποντες και τους είλωτας, ότι όλοι οι φονευμένοι
+ήσαν Λακεδαιμόνιοι και Θεσπιείς. Αλλά το τέχνασμα του Ξέρξου
+περί τους νεκρούς τους ιδικούς του δεν έμεινε κρυπτόν εις τους
+ελθόντας. Και τωόντι ήτο γελοίον εκ μεν των βαρβάρων να
+φαίνονται μόνον χίλιοι νεκροί διασκορπισμένοι, οι δε Έλληνες να
+κήνται όλοι ομού σωρευμένοι εις έν μέρος τέσσαρες χιλιάδες. Και
+ταύτην μεν την ημέραν διήλθον θεωρούντες· την δε ακόλουθον, οι
+μεν έστρεψαν εις την Ιστιαίαν όπου ήσαν τα πλοία των, οι δε
+περί τον Ξέρξην εξηκολούθησαν την πορείαν των.
+
+26. Ήλθον δε εις αυτούς ολίγοι τινές αυτόμολοι εκ της Αρκαδίας,
+ενδεείς και ζητούντες εργασίαν. Τούτους φέροντες έμπροσθεν του
+βασιλέως, ηρώτων οι Πέρσαι τι έπραττον οι Έλληνες· είς δε προ
+πάντων ήτο ο ερωτών αυτούς ταύτα. Εκείνοι δε τοις έλεγον ότι
+εώρταζον τα Ολύμπια · και ότι εθεώρουν τους γυμνικούς και
+ιππικούς αγώνας. Ο δε ερωτών επανέλαβε τι ήτο το βραβείον περί
+του οποίου αγωνίζονται. Οι δε είπον ότι εδίδετο στέφανος
+ελαίας. Τότε ο Τριτανταίχμης του Αρταβάνου είπε λόγον γενναίον
+διά τον οποίον ο βασιλεύς τον εμέμφθη επί δειλία. Διότι όταν
+ήκουσεν ότι το άθλον ήτο στέφανος ελαίας και όχι χρήματα, δεν
+ηδυνήθη να σιωπήση αλλ' ενώπιον όλων είπε· «Φευ! Μαρδόνιε, κατά
+τίνων ανδρών μας έφερες να πολεμήσωμεν, οίτινες αγωνίζονται
+ουχί χάριν χρημάτων αλλά χάριν τιμής· Αυτός μεν ταύτα είπεν.
+
+27. Εν τω μεταξύ δε τούτω, αμέσως μετά την εν Θερμοπύλαις
+καταστροφήν, οι Θεσσαλοί έπεμψαν κήρυκα εις τους Φωκείς, κατά
+των οποίων είχον αντιπάθειαν, και μάλιστα μετά την τελευταίαν
+θραύσιν των· καθότι ολίγα έτη προ της εκστρατείας ταύτης του
+βασιλέως, οι Θεσσαλοί και οι σύμμαχοι αυτών εισβαλόντες
+πανστρατιά εις την Φωκίδα ηττήθησαν και υπέφερον πολλά. Ότε οι
+Φωκείς περιεκυκλώθησαν εις τον Παρνασσόν, είχον μεθ' εαυτών τον
+Ηλείον μάντιν Τελλίαν όστις εσοφίσθη το εξής στρατήγημα.
+Γυψώσας εξακοσίους άνδρας των Φωκέων τους αρίστους, αυτούς
+τούτους και τα όπλα αυτών, μετέβη διά νυκτός και επετέθη κατά
+των Θεσσαλών, προειπών εις αυτούς να φονεύωσι πάντα όστις δεν
+εφαίνετο λευκός. Πρώτοι οι φύλακες των Θεσσαλών είδον αυτούς
+και εφοβήθησαν νομίσαντες ότι ήσαν τέρατα, και μετά τούς
+φύλακας όλος ο στρατός, ούτως ώστε οι Φωκείς έλαβον εκ
+τετρακισχιλίων νεκρών τας ασπίδας των, εκ των οποίων τας μεν
+ημισείας αφιέρωσαν εις τους Άβας, τας δε άλλας εις τους
+Δελφούς. Από δε του δεκάτου των λαφύρων της μάχης ταύτης
+εγένοντο οι μεγάλοι ανδριάντες οι στηθέντες περί τον τρίποδα,
+προ του ναού των Δελφών, και άλλοι όμοιοι αφιερωθέντες εις τους
+Άβας.
+
+28. Ταύτα έπραξαν οι Φωκείς εις το πεζόν των Θεσσαλών το οποίον
+επολιόρκει αυτούς· προσέτι δε έβλαψαν ανιάτως και το ιππικόν το
+οποίον εισέβαλεν εις την χώραν των· καθότι εις το στενόν το
+οποίον είναι κατά την Υάμπολιν, ορύξαντες τάφρον μεγάλην έθεσαν
+εις αυτήν αμφορείς κενούς, την εκάλυψαν με χώμα διά να ομοιωθεί
+το μέρος με το άλλο έδαφος και περιέμειναν την επίθεσιν των
+Θεσσαλών. Ούτοι δε, επιτεθέντες διά να αρπάσωσι τους Φωκείς,
+έπεσαν εις τους αμφορείς, και τα σκέλη των ίππων εθραύσθησαν.
+
+29. Δι' αυτάς λοιπόν τας δύο αιτίας μνησικακούντες οι Θεσσαλοί,
+έπεμψαν κήρυκα και τοις είπον· «Ώ Φωκείς, τώρα ίσως
+αναγνωρίζετε ότι δεν είσθε ίσοι με ημάς· καθότι και πρότερον,
+ενόσω ηθέλομεν να μένωμεν μετά των Ελλήνων, ήμεθα ανώτεροί σας,
+και τώρα παρά τω βαρβάρω τοσούτον δυνάμεθα ώστε εις την
+εξουσίαν μας είναι και την γην σας να στερηθήτε και να
+ανδραποδισθήτε. Ημείς όμως το παν έχοντες δεν μνησικακούμεν·
+αντί της ευεργεσίας δε ταύτης σας ζητούμεν να μας δώσετε
+πεντήκοντα τάλαντα αργυρίου, και σας υποσχόμεθα να εμποδίσωμεν
+όσα κακά απειλούσι την χώραν σας.»
+
+30. Ταύτα υπέσχοντο οι Θεσσαλοί, διότι μόνοι οι Φωκείς από τους
+εις εκείνα τα μέρη κατοικούντας δεν εμήδιζον, ουχί δι' άλλην
+τινά αιτίαν, ως εγώ ευρίσκω βασανίζων τα γεγονότα, αλλά διά την
+έχθραν την οποίαν είχον κατά των Θεσσαλών· εάν όμως οι Θεσσαλοί
+ήσαν με το μέρος των Ελλήνων, νομίζω ότι οι Φωκείς θα εμήδιζον.
+Εις τας υποσχέσεις δε ταύτας των Θεσσαλών απεκρίθησαν ότι
+χρήματα δεν δίδουσι, και ότι εάν ήθελον ηδύναντο να μηδίσωσι
+μετά της αυτής ευκολίας ως οι Θεσσαλοί· αλλ' ουδέποτε εκόντες
+θα γίνωσι προδόται της Ελλάδος.
+
+31. Όταν ήλθεν η απόκρισις αύτη τοσούτον εχολώθησαν οι Θεσσαλοί
+κατά των Φωκέων, ώστε εγένοντο οδηγοί της οδού εις τον
+βάρβαρον. Εκ της Τραχινίας λοιπόν εισέβαλον εις την Δωρίδα,
+διότι στενή τις γλώσσα της Δωρίδος χώρας, πλάτος έχουσα περί τα
+τριάκοντα στάδια και ούσα μεταξύ της Μαλίδος και της Φωκίδος,
+εκτείνεται μέχρι της Τραχινίας. Η δε Δωρίς ήτο το πάλαι Δρυοπίς
+και είναι η μητρόπολις των Δωριέων της Πελοποννήσου. Ταύτην την
+Δωρίδα γην οι εισβαλόντες βάρβαροι ουδόλως έβλαψαν, καθότι
+εμήδιζε και οι Θεσσαλοί έκρινον καλόν να φεισθώσιν αυτής.
+
+32. Ότε δε εισέβαλον εκ της Δωρίδος εις την Φωκίδα, αυτούς μεν
+τους Φωκείς δεν εύρον, διότι τινές μεν αυτών ανέβησαν εις τα
+άκρα του Παρνασσού (η δε κορυφή του Παρνασσού προς το μέρος της
+πόλεως Νέωνος, ούσα μεμονωμένη, είναι επιτηδεία να δεχθή πλήθος
+πολύ, και καλείται Τιθορέα· εκεί λοιπόν ανεβίβασαν τα πράγματά
+των και ανέβησαν και οι ίδιοι·) οι δε περισσότεροι έφυγον εις
+τους Οζόλας Λοκρούς και εις την πόλιν Άμφισσαν, κειμένην υπό το
+Κρισσαίον πεδίον. Οι δε βάρβαροι διέβησαν δι' όλης της Φωκίδος,
+καθότι οι Θεσσαλοί ωδήγουν τον στρατόν· όσα δε εύρισκον, όλα τα
+έκαιον και τα έκοπτον, θέτοντες πυρ και εις τας πόλεις και εις
+τους ναούς.
+
+33. Ταύτην την οδόν πορευόμενοι παρά τας όχθας του Κηφισσού
+ποταμού κατέστρεφον τα πάντα και κατέκαυσαν τας πόλεις Δρυμόν,
+Χαράδραν, Έρωχον, Τεθρώνιον, Αμφίκαιαν, Νέωνα, Πεδιέαν,
+Τριταίαν, Ελάτειαν, Υάμπολιν, Παραποταμίους και Άβας όπου ήτο
+πλούσιος ναός του Απόλλωνος, έχων θησαυρούς και πολλά
+αναθήματα· ήτο δε και τότε, και τώρα είναι εκεί χρηστήριον. Και
+τούτον μεν τον ναόν συλήσαντες ενέπρησαν· καταδιώκοντες δε τους
+Φωκείς, συνέλαβον τινάς εξ αυτών πλησίον των ορέων. Τινές δε
+γυναίκες απέθανον ως εκ του πλήθους των επ' αυτών ασελγησάντων.
+
+34. Διελθόντες πλησίον των Παραποταμίων οι βάρβαροι έφθασαν εις
+τους Πανοπείς· εκείθεν δε εχωρίσθη ο στρατός εις δύο, και το
+πλείστον και δυνατώτατον μέρος, πορευόμενον μετά του Ξέρξου
+κατά των Αθηνών εισέβαλεν εις την Βοιωτίαν διά της γης των
+Ορχομενίων. Εμήδιζον δε όλοι οι Βοιωτοί, και τας πόλεις αυτών
+εφύλαττον Μακεδόνες πεμφθέντες υπό του Αλεξάνδρου· τας
+εφύλαττον δε θέλοντες διά τούτου να καταστήσωσι δήλον εις τον
+Ξέρξην ότι οι Βοιωτοί εφρόνουν τα των Μήδων. Ηρκέσθησαν λοιπόν
+οι βάρβαροι να διέλθωσι μόνον διά της χώρας ταύτης.
+
+35. Το δε άλλο σώμα του στρατού μετά των οδηγών εκίνησε διά το
+ιερόν των Δελφών, έχον τον Παρνασσόν εις τα δεξιά και
+καταστρέφον όσα μέρη της Φωκίδος εύρισκε και αυτό. Αποσπασθέν
+εκ του άλλου στρατού διά να αρπάση τους θησαυρούς του ναού των
+Δελφών, και να τους φέρη εις τον βασιλέα, ενέπρησε κατά την
+διάβασίν του τας πόλεις των Πανοπέων, των Δαυλίων και των
+Αιολιδών. Ήκουσα δε ότι ο Ξέρξης, επειδή συνεχώς τω ωμίλουν
+περί αυτών, εγνώριζεν όλα τα εν τω ναώ άξια λόγου πράγματα και
+μάλιστα τα αναθήματα του Κροίσου του Αλυάττου, καλλίτερον ή όσα
+άφησεν εις την οικίαν του.
+
+36. Οι δε Δελφοί ακούσαντες ότι επλησίαζον οι βάρβαροι
+εκυριεύθησαν υπό πανικού φόβου και ηρώτησαν το μαντείον εάν
+έπρεπε να κατορύξωσιν εις την γην τους ιερούς θησαυρούς ή να
+εκκομίσωσιν αυτούς εις άλλην χώραν. Ο δε θεός δεν τους άφησε να
+τους μετακινήσωσιν, ειπών ότι αυτός είναι ικανός να φυλάξη τα
+ιδικά του. Ακούσαντες λοιπόν ταύτα οι Δελφοί εφρόντιζον μόνον
+περί εαυτών. Και τα μεν τέκνα και τας γυναίκας έπεμψαν εις την
+Αχαΐαν, εξ αυτών δε οι μεν περισσότεροι ανέβησαν εις τας
+κορυφάς του Παρνασσού και έκρυψαν τα πράγματά των εις το
+Κωρύκιον άντρον, άλλοι δε έφυγον εις την Άμφισσαν της Λοκρίδος.
+
+Ώστε όλοι οι Δελφοί εγκατέλειπον την πόλιν, πλην εξήκοντα
+ανδρών και του προφήτου (25).
+
+37. Ότε επλησίασαν τόσον οι βάρβαροι ώστε να διακρίνωσι τον
+ναόν, τότε ο προφήτης όστις ωνομάζετο Ακήρατος είδε προ του
+ναού τα ιερά όπλα τα οποία εις ουδένα των ανθρώπων ήτο
+επιτετραμμένον να εγγίση και τα οποία είχον μεταφερθεί εκεί εκ
+των ένδον του μεγάρου. Και ούτος μεν έσπευσε να ανακοινώση το
+θαύμα τούτο εις τους εκεί παρόντας Δελφούς· οι δε βάρβαροι, άμα
+έφθασαν κατεπειγόντως εις τον ναόν της Προναίας Αθηνάς,
+συνέβησαν θαύματα πολύ μείζονα του πριν γενομένου θαύματος.
+Διότι ήναι μεν και τούτο θαύμα μέγα, όπλα πολεμικά να έλθωσιν
+έξω αυτόματα και να σταθώσι προ του ναού, τα μετά ταύτα όμως
+γενόμενα είναι άξια να θαυμάση τις πλειότερον από όλα τα
+τεράστια. Ότε οι βάρβαροι επερχόμενοι επλησίασαν εις τον ναόν
+της Προναίας Αθηνάς, τότε εκ μεν του ουρανού έπεσαν επ' αυτών
+κεραυνοί, από δε του Παρνασσού απορραγείσαι δύο κορυφαί
+εφέροντο μετά πολλού πατάγου κατ' αυτών και κατέλαβον πολλούς.
+Προσέτι δε εκ του ιερού της Προναίας βοή ηκούσθη και
+αλλαλαγμός.
+
+38. Όλα ταύτα ομού επελθόντα ενέβαλον εις τους βαρβάρους φόβον.
+Μαθόντες δε οι Δελφοί ότι έφευγον, κατέβησαν κατ' αυτών και
+εφόνευσαν πλείστους· και όσοι εσώθησαν έφυγον κατ' ευθείαν εις
+τους Βοιωτούς. Έλεγον δε οι επιστρέψαντες ούτοι βάρβαροι, ως
+μανθάνω, ότι πλην τούτων είδον και άλλα πράγματα υπερφυσικά,
+και ότι δύο οπλίται υψηλότεροι παρ' όσον είναι οι άνθρωποι,
+τους ηκολούθουν φονεύοντες και καταδιώκοντες.
+
+39. Ούτοι οι δύο, ως λέγουσιν οι Δελφοί, είναι ήρωες επιχώριοι,
+ο Φύλακος και ο Αυτόνους, των οποίων τα τεμένη είναι πλησίον
+του ναού. Του μεν Φυλάκου παρ' αυτήν την οδόν ανωτέρω του ναού
+της Προναίας, του δε Αυτονόου προς την πηγήν της Κασταλίας,
+κάτωθεν της Υαμπείας κορυφής. Οι δε πεσόντες από του Παρνασσού
+λίθοι έτι και εις τας ημέρας μου ήσαν σώοι, κείμενοι εις το
+τέμενος της Προναίας Αθηνάς, όπου έπεσαν κυλιόμενοι διά των
+βαρβάρων. Και τούτων μεν των ανδρών τοιαύτη υπήρξεν η από του
+ναού απομάκρυνσις.
+
+40. Ο δε ναυτικός στρατός των Ελλήνων, κατά παράκλησιν των
+Αθηναίων, κατέβη από του Αρτεμισίου, εις την Σαλαμίνα.
+Παρεκάλεσαν δε οι Αθηναίοι να αγκυροβολήσωσιν εις την Σαλαμίνα,
+διά να μετακομίσωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των εκ της
+Αττικής, και προς τούτοις να σκεφθώσι περί του πρακτέου· καθότι
+ήτο επάναγκες να διασκεφθώσιν επί της παρούσης καταστάσεως,
+αφού όλαι των αι ελπίδες εψεύσθησαν. Τωόντι ενώ ήλπιζον να
+εύρωσιν όλους τους Πελοποννησίους εστρατοπεδευμένος εις την
+Βοιωτίαν κατά του βαρβάρου, έμαθον ότι ετείχιζον τον Ισθμόν,
+περί πλείστου ποιούμενοι την Πελοπόννησον και ότι ταύτην
+εφύλαττον αφίνοντες τα άλλα μέρη. Ταύτα μαθόντες παρεκάλεσαν
+τους Έλληνας να προσορμισθώσιν εις την Σαλαμίνα.
+
+41. Οι μεν άλλοι λοιπόν κατέσχον εις την Σαλαμίνα, οι δε
+Αθηναίοι εις την χώραν των. Μετά την άφιξίν των εκήρυξαν όπως
+δύναται έκαστος Αθηναίος να σώζη τα τέκνα και τους οικίας του.
+Τότε οι μεν πλείστοι απέστειλαν αυτά εις την Τροιζήνα, άλλοι δε
+εις την Αίγιναν και άλλοι εις την Σαλαμίνα. Έσπευσαν δε να τα
+ασφαλίσωσι θέλοντες να υπακούσωσιν εις τον χρησμόν, όχι δε
+ολιγώτερον και διά την εξής αιτίαν. Λέγουσιν οι Αθηναίοι ότι
+μέγας τις όφις, φύλαξ της ακροπόλεως, ενδιαιτάται εις τον ναόν.
+Ταύτα λέγοντες και πιστεύοντες ότι υπάρχει τωόντι, τω φέρουσι
+κατά μήνα προσφοράν· η μηνιαία δε αύτη προσφορά είναι
+πλακούντιον μελιτόεν. Τούτο λοιπόν το πλακούντιον, ενώ πρότερον
+ετρώγετο πάντοτε, τότε είχε μείνει ανέπαφον. Δηλωσάσης δε ταύτα
+της ιερείας, οι Αθηναίοι έτι μάλλον προθύμως εγκατέλιπον την
+πόλιν των, πιστεύοντες ότι και η θεά άφησε την ακρόπολιν. Αφού
+δε απεκόμισαν τα πάντα, επέστρεψαν εις το στρατόπεδον.
+
+42. Ενώ δε τα από του Αρτεμισίου επανελθόντα πλοία ήσαν
+ηγκυροβολημένα εξ την Σαλαμίνα, μαθών τούτο και ο λοιπός
+ναυτικός στρατός των Ελλήνων συνέρρευσεν εκεί εκ της Τροιζήνος,
+καθότι τοις είχον ειπεί πρότερον να συναθροίζωνται εις τον
+Πώγωνα λιμένα των Τροιζηνίων. Συνελέχθησαν δε πολύ περισσότερα
+πλοία παρ' όσα εναυμάχησαν εις το Αρτεμίσιον, και από πόλεων
+περισσοτέρων. Και ναύαρχος μεν ήτο ο αυτός όστις ήτο εις το
+Αρτεμίσιον, ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης του Ευρυκλείδου, μολονότι
+δεν κατήγετο από βασιλικόν γένος, πλοία δε πολύ περισσότερα και
+άριστα πλέοντα παρέσχον οι Αθηναίοι.
+
+43. Τον στόλον απετέλουν οι εξής· εκ της Πελοποννήσου οι
+Λακεδαιμόνιοι, δόντες πλοία δεκαέξ· οι Κορίνθιοι δόντες το αυτό
+πλήρωμα όσον έδοσαν και εις το Αρτεμίσιον· οι Σικυώνιοι έδοσαν
+πλοία δεκαπέντε· οι Επιδαύριοι δέκα· οι Τροιζήνιοι πέντε· οι
+Ερμιονείς τρία· όλοι δε ούτοι, πλην των Ερμιονέων, είναι έθνος
+Δωρικόν και Μακεδνόν, ελθόντες πρώτον εκ του Ερινεού και του
+Πίνδου, και τελευταίον εκ της Δρυοπίδος. Οι δε Ερμιονείς είναι
+Δρύοπες, διωχθέντες υπό του Ηρακλέους και των Μαλιέων εκ της
+σήμερον Δωρίδος καλουμένης χώρας. Ούτοι ήσαν όσοι ήλθον εις τον
+στόλον Πελοποννήσιοι.
+
+44. Εκ της έξω του ισθμού ηπείρου ήσαν οι Αθηναίοι μόνοι υπέρ
+πάντας τους άλλους δόντες πλοία εκατόν ογδοήκοντα, καθότι εις
+την Σαλαμίνα οι Πλαταιείς δεν συνεναυμάχησαν με τους Αθηναίους
+διά την εξής αιτίαν. Όταν αναχωρήσαντες οι Έλληνες από του
+Αρτεμισίου έφθασαν προ της Χαλκίδος, οι Πλαταιείς απέβησαν εις
+τα αντιπέραν της Βοιωτίας μέρη διά να μεταφέρωσι τας
+οικογενείας των έξω της χώρας ταύτης. Ενώ δε τας εξησφάλιζον,
+καθυστέρησαν. Οι Αθηναίοι δε επί μεν των Πελασγών εχόντων την
+σήμερον καλουμένην Ελλάδα ήσαν Πελασγοί και ωνομάζοντο Κραναοί·
+επί δε του Κέκροπος βασιλέως, επεκλήθησαν Κεκροπίδαι.
+Παραλαβόντος δε την βασιλείαν του Ερεχθέως, μετωνομάσθησαν
+Αθηναίοι. Τέλος ότε ο Ίων, υιός του Ξούθου, εγένετο στρατάρχης
+των Αθηναίων, εκλήθησαν από τούτου Ίωνες.
+
+45. Οι δε Μεγαρείς παρέσχον τον αυτόν αριθμόν των πλοίων τον
+οποίον και εις το Αρτεμίσιον· οι Αμπρακιώται επεβοήθησαν
+έχοντες επτά πλοία, και οι Λευκάδιοι τρία, όντες ούτοι έθνος
+Δωρικόν εκ της Κορίνθου.
+
+46. Εκ των νησιωτών οι μεν Αιγινήται έδοσαν τριάκοντα πλοία·
+είχον πεπληρωμένα και άλλα ακόμη, αλλά δι' αυτών εφύλαττον την
+χώραν των, και μόνον με τριάκοντα άριστα πλέοντα εναυμάχησαν εν
+Σαλαμίνι. Οι δε Αιγινήται είναι έθνος Δωρικόν εκ της Επιδαύρου
+και της νήσου ταύτης πρότερον το όνομα ήτο Οινώνη. Μετά δε τους
+Αιγινήτας οι Χαλκιδείς με τα είκοσι πλοία τα οποία είχον δώσει
+εις το Αρτεμίσιον, και οι Ερετριείς με τα επτά. Ούτοι είναι
+Ίωνες. Μετ' αυτούς οι Κείοι τα αυτά έχοντες· είναι δε ούτοι
+Ίωνες εξ Αθηνών. Οι δε Νάξιοι έδοσαν τέσσαρα. Ούτοι είχον σταλή
+από τους συμπολίτας των, ως και οι άλλοι νησιώται των Κυκλάδων,
+εις τους Μήδους, αλλά καταφρονήσαντες τους εντολείς ήλθον εις
+τους Έλληνας κατά παρακίνησιν του Δημοκρίτου, ανδρός εγκρίτου
+μεταξύ των αστών, και τότε όντος τριηράρχου. Οι Νάξιοι δε είναι
+Ίωνες και κατάγονται εξ Αθηνών. Οι Στυρείς έδοσαν τα αυτά πλοία
+τα οποία είχον δώσει πρότερον, οι δε Κύθνιοι έν πλοίον και μίαν
+πεντηκόντορον. Οι δύο ούτοι λαοί είναι Δρύοπες. Απετέλουν
+επίσης μέρος του στόλου οι Σερίφιοι, οι Σίφνιοι και οι Μήλιοι.
+Ούτοι μόνοι εκ των νησιωτών δεν έδοσαν εις τον βάρβαρον γην και
+ύδωρ.
+
+47. Όλοι ούτοι, κατοικούντες έσωθεν των Θεσπρωτών και του
+Αχέροντος, έλαβον μέρος εις τον πόλεμον, καθότι οι Θεσπρωτοί
+συνορεύουσι με τους Αμπρακιώτας και τους Λευκαδίους, οίτινες
+προσήλθον εκ των απωτάτων μερών. Εκ των έξω των ορίων τούτων
+κατοικούντων, μόνοι οι Κροτωνιάται εβοήθησαν την Ελλάδα
+κινδυνεύουσαν μεθ' ενός πλοίου του οποίου αρχηγός ήτο ο
+Φαύλλος, ανήρ τρις νικήσας εις τα Πύθια. Είναι δε οι
+Κροτωνιάται κατά το γένος Αχαιοί.
+
+48. Τοιουτοτρόπως οι μεν άλλοι σύμμαχοι έδοσαν τριήρεις οι δε
+Μήλιοι, οι Σίφνιοι και οι Σερίφιοι, πεντηκοντόρους. Οι Μήλιοι,
+καταγόμενοι εκ της Λακεδαίμονος, έφερον δύο· οι Σίφνιοι και οι
+Σερίφιοι, όντες Ίωνες εξ Αθηνών, έφερον από μίαν. Ο δε αριθμός
+των πλοίων όλων, πλην των πεντηκοντόρων, ήτο τριακόσια
+εβδομήκοντα και οκτώ.
+
+49. Ότε δε συνήλθον από των ειρημένων πόλεων οι στρατηγοί εις
+την Σαλαμίνα, διεσκέφθησαν· και ο Ευρυβιάδης προέτεινε να ειπή
+ο θέλων την γνώμην του εις ποίον μέρος εξ όσων ήσαν ακόμη
+κύριοι ενόμιζεν ότι ήτο επιτηδειότατον να γίνη ναυμαχία, καθότι
+είχον αφήσει πλέον την Αττικήν και επρόκειτο λόγος περί των
+λοιπών μερών. Αι πλείσται δε των λεγόντων γνώμαι συνεφώνουν να
+πλεύσωσιν εις τον Ισθμόν και να ναυμαχήσωσι προ της
+Πελοποννήσου· εστηρίζοντο δε εις τούτον τον λόγον, ότι αν
+νικηθώσιν εις την ναυμαχίαν, όντες μεν εις την Σαλαμίνα, θα
+πολιορκηθώσιν εις νήσον όπου δεν θα έχωσι να ελπίσωσιν ουδεμίαν
+βοήθειαν, όντες δε πλησίον του Ισθμού δύνανται να καταφύγωσιν
+εις τους ιδικούς των.
+
+50. Ταύτα σκεπτομένων των εκ Πελοποννήσου στρατηγών, ήλθεν
+άνθρωπός τις από τας Αθήνας αγγέλλων ότι ο βάρβαρος έφθασεν εις
+την Αττικήν και έκαιεν αυτήν όλην· διότι ο μετά του Ξέρξου
+ερχόμενος διά των Βοιωτών στρατός, εμπρήσας τας πόλεις των
+Θεσπιέων και των Πλαταιέων των οποίων οι κάτοικοι είχον
+καταφύγει εις την Πελοπόννησον, έφθασεν εις τας Αθήνας και
+κατέστρεφε τα πάντα. Ενέπρησε δε ο βάρβαρος την Θέσπειαν και
+την Πλάταιαν, μαθών παρά των Θηβαίων ότι δεν εμήδιζον.
+
+51. Από της διαβάσεως του Ελλησπόντου, όθεν οι βάρβαροι ήρχισαν
+να έρχωνται πεζοί, αφού διέτριψαν εκεί ένα μήνα έως ου διαβώσιν
+εις την Ευρώπην, εχρειάσθησαν άλλους τρεις μήνας διά να έλθωσιν
+εις την Αττικήν, επί άρχοντος των Αθηναίων Καλλιάδου. Φθάσαντες
+εκυρίευσαν το άστυ έρημον ευρόντες μόνον ολίγους τινάς
+Αθηναίους διαχειριστάς του ιερού και πτωχούς ανθρώπους, οίτινες
+φράξαντες διά σανίδων και ξύλων την ακρόπολιν, επερίμενον να
+πολεμήσωσι τους επερχομένους, αφ' ενός μεν διότι ένεκα της
+πενίας των δεν ηδυνήθησαν να υπάγωσιν εις την Σαλαμίνα, αφ'
+ετέρου δε διότι ενόμισαν ότι αυτοί ενόησαν τον χρησμόν τον
+οποίον είπεν η Πυθία, ότι το ξύλινον τείχος θα ήναι ανάλωτον,
+και ότι κατά τον χρησμόν αυτό είναι το άσυλον και όχι τα πλοία.
+
+52. Οι Πέρσαι εστρατοπεδεύσαντο εις τον απέναντι της ακροπόλεως
+όχθον, τον οποίον οι Αθηναίοι καλούσιν Άρειον πάγον, και
+επολιόρκησαν τον ναόν κατά τον εξής τρόπον. Τυλίσσοντες με
+στυπείον τα βέλη και ανάπτοντες αυτό, ετόξευον εις το φράγμα.
+Οι δε πολιορκούμενοι Αθηναίοι, μολονότι έφθασαν εις τα έσχατα
+δεινά και κατεστράφη το φράγμα, αντείχον όμως και δεν εδέχοντο
+τους λόγους των Πεισιστρατιδών οίτινες τους προέτρεψαν να
+συνθηκολογήσουν. Αμυνόμενοι δε και άλλα πολλά αντεμηχανώντο και
+προσέτι ότε οι βάρβαροι επλησίαζον εις τας πύλας έρριπτον κατ'
+αυτών μεγάλας πέτρας στρογγύλας· ώστε ο Ξέρξης επί πολύν χρόνον
+ήτο εις απορίαν μη δυνάμενος να τους κυριεύση.
+
+53. Τέλος οι βάρβαροι ανεκάλυψαν είσοδόν τινα ανελπίστως,
+καθότι ήτο πεπρωμένον, κατά τον χρησμόν, όλη η εις την ήπειρον
+Αττική να πέση υπό τους Πέρσας. Έμπροσθεν της ακροπόλεως
+όπισθεν δε των πυλών και της ανόδου, πλησίον του ιερού της
+Αγλαύρου, θυγατρός του Κέκροπος, εις το μέρος όπου ούτε
+εφύλαττέ τις ούτε ηδύνατο να φαντασθή ότι εκείθεν δύναται ν'
+αναβή άνθρωπος, καθότι ήτο πολύ απόκρημνον, βάρβαροί τινες
+ανέβησαν. Οι Αθηναίοι ιδόντες αυτούς αναβάντας εις την
+ακρόπολιν, άλλοι μεν εκρημνίσθησαν από του τείχους και
+εφονεύθησαν, άλλοι δε κατέφυγον εντός του ναού της Αθήνας. Οι
+δε αναβάντες Πέρσαι, πρώτον μεν έδραμον εις τας πύλας, και αφού
+ήνοιξαν αυτάς εφόνευσαν τους ικέτας· και αφού τους έστρωσαν
+όλους νεκρούς υπό τους πόδας των, εσύλησαν το ιερόν και
+ενέπρησαν πάσαν την ακρόπολιν.
+
+54. Κυριεύσας λοιπόν ο Ξέρξης κατά κράτος τας Αθήνας, έπεμψεν
+εις τα Σούσα ιππέα αγγελιαφόρον διά να αναγγείλη εις τον
+Αρτάβανον την μεγάλην ταύτην επιτυχίαν. Δύο δε ημέρας μετά την
+αναχώρησιν του κήρυκος συγκαλέσας τους Αθηναίους όσοι
+εξορισθέντες άλλοτε από την πόλιν ηκολούθουν τότε αυτόν, τοις
+είπε να αναβώσιν εις την ακρόπολιν και να θυσιάσωσι κατά τον
+ιδικόν των τρόπον. Παρήγγειλε δε ταύτα είτε διότι είδε φάσμα τι
+εις τον ύπνον του, είτε διότι μετενόησε διά τον εμπρησμόν του
+ιερού. Οι δι φυγάδες των Αθηναίων διετέλεσαν τα προσταχθέντα.
+
+55. Τώρα θα είπω διά ποίον λόγον ανέφερον τούτο. Υπάρχει εις
+την ακρόπολιν ταύτην ναός του Ερεχθέως, του λεγομένου γηγενούς,
+εντός του οποίον ευρίσκονται ελαία και θάλασσα, τα οποία ως
+λέγουσιν οι Αθηναίοι έθεσαν εκεί ο Ποσειδών και η Αθηνά εις
+μαρτύριον της έριδός των περί της κατοχής της χώρας. Αύτη
+λοιπόν η ελαία, ομού με το άλλο ιερόν, εκάη υπό των βαρβάρων.
+Δύο δε ημέρας μετά τον εμπρησμόν, ότε ανέβησαν εις το ιερόν οι
+υπό του βασιλέως προσταχθέντες Αθηναίοι να θυσιάσωσιν, είδον
+βλαστόν περίπου πηχυαίον αναδεδραμηκότα εκ του στελέχους. Ούτοι
+μεν ταύτα είπον.
+
+56. Οι δε εν Σαλαμίνι Έλληνες, άμα ανηγγέλθησαν εις αυτούς τα
+περί την ακρόπολιν των Αθηναίων διατρέξαντα, τοσούτον
+εταράχθησαν ώστε τινές των στρατηγών ουδέ να κυρωθή περιέμεινον
+το ζήτημα το οποίον είχον υπό συζήτησιν, αλλ' έδραμον εις τα
+πλοία των και ανεπέτασαν τα ιστία διά να αποπλεύσωσιν· όσοι δε
+έμειναν απεφάσισαν να ναυμαχήσωσι προ του Ισθμού. Εν τούτοις
+εγένετο νυξ, και διαλυθέντες εκ του συνεδρίου εισήλθον εις τα
+πλοία.
+
+57. Τότε τον Θεμιστοκλέα ελθόντα εις το πλοίον ηρώτησεν ο
+Αθηναίος Μνησίφιλος τι απεφασίσθη εις το συνέδριον· μαθών δε
+παρ' αυτού ότι απεφασίσθη να φέρωσι τα πλοία εις τον Ισθμόν και
+να ναυμαχήσωσι προ της Πελοποννήσου, είπεν· «Εάν απομακρύνωσι
+τα πλοία από την Σαλαμίνα, δεν θα ναυμαχήσης πλέον περί μιας
+πατρίδος, καθότι όλοι θα τραπώσιν εις τας πόλεις των και ούτε ο
+Ευρυβιάδης ούτε άλλος τις άνθρωπος δεν θα δυνηθή να τους
+κρατήση ώστε να μη διασκορπισθή ο στρατός· και τοιουτοτρόπως η
+Ελλάς θα χαθή εκ της ανοησίας των αρχηγών της. Εάν υπάρχη ακόμη
+μέσον τι, δράμε και προσπάθησον να ματαιώσης τα αποφασισθέντα,
+πράξον ό,τι δυνηθής διά να πείσης τον Ευρυβιάδη ότι πρέπει να
+μεταβάλη γνώμην και να μείνωσι αυτού.»
+
+58. Η συμβουλή αύτη ήρεσε πολύ εις τον Θεμιστοκλέα και χωρίς να
+αποκριθή τίποτε υπήγεν εις το πλοίον του Ευρυβιάδου· φθάσας
+είπεν ότι ήθελε να τω ομιλήση περί κοινής τίνος υποθέσεως, ο δε
+Ευρυβιάδης τω εμήνυσε να αναβή εις το πλοίον εάν ήθελε να τω
+ομιλήση. Τότε ο Θεμιστοκλής καθεσθείς πλησίον του επανέλαβεν
+όλα όσα ήκουσεν από τον Μνησίφιλον οικειοποιούμενος αυτά και
+προστεθείς και άλλα πολλά μέχρις ου τον έπεισε να εξέλθη του
+πλοίου και να συγκαλέση τους στρατηγούς εις το συνέδριον.
+
+59. Συναχθέντων δε αυτών, πριν εκθέση ο Ευρυβιάδης τον λόγον
+διά τον οποίον τους συνεκάλεσεν, ο Θεμιστοκλής είχεν ήδη
+αρχίσει να λέγη πολλά όπως κατορθώση τον σκοπόν του. Ενώ δε
+ωμίλει, ο Κορίνθιος στρατηγός Αδείμαντος του Ωκύτου είπεν· «Ω
+Θεμιστόκλεις, οι παρεξανιστάμενοι εις τους αγώνας ραπίζονται.»
+Ο δε Θεμιστοκλής απολογούμενος είπε· «Και οι εγκαταλειπόμενοι
+δεν στεφανούνται.»
+
+60. Και τότε μεν απήντησεν ηπίως προς τον Κορίνθιον, προς δε
+τον Ευρυβιάδη δεν είπε πλέον τίποτε εξ εκείνων τα οποία τω είπε
+προηγουμένως, ότι δηλαδή εάν αναχωρήσωσιν εκ της Σαλαμίνος θα
+διασκορπισθώσιν εδώ και εκεί, καθότι ενόμισεν απρεπές να
+κατηγορήση τους συμμάχους παρόντας. Μετεχειρίσθη λοιπόν άλλα
+επιχειρήματα και είπεν. 1. «Εις σε τώρα απόκειται να σώσης την
+Ελλάδα εάν πεισθής εις εμέ και ναυμαχήσης μένων εδώ, χωρίς να
+ακούσης εκείνους οίτινες προτείνουσι να φέρωμεν τα πλοία εις
+τον Ισθμόν. Άκουσον και παράβαλε τας δύο γνώμας. Ναυμαχών εις
+τον Ισθμόν, θα ναυμαχήσης εν πελάγει αναπεπταμένω, όπερ ουδόλως
+συμφέρει εις ημάς, διότι έχομεν πλοία βαρύτερα και ελάσσονα τον
+αριθμόν. Διά τούτον δε, εάν κατά τα άλλα ευτυχήσωμεν, θα
+χάσωμεν όμως την Σαλαμίνα, τα Μέγαρα και την Αίγιναν, καθότι ο
+πεζός στρατός θέλει ακολουθήσει τον εχθρικόν στόλον.
+Τοιουτοτρόπως θα τους σύρης εις την Πελοπόννησον και θα θέσης
+εις κίνδυνον όλην την Ελλάδα. 2. Εάν εκτελέσης όσα λέγω, ιδού
+ποίας ωφελείας θα εύρης εις αυτά· πρώτον μεν ναυμαχούντες εις
+στενόν μέρος με ολίγα πλοία εναντίον πολλών, εάν ο πόλεμος λάβη
+την εις τοιαύτας περιστάσεις συνήθη έκβασιν, ημείς θα
+υπερισχύσωμεν πολύ· διότι να ναυμαχήσωμεν εις στενόν συμφέρει
+εις ημάς, να ναυμαχήσωμεν όμως εις ευρυχωρίαν συμφέρει εις
+εκείνους. Προς τούτοις αφ' ενός μεν σώζεται η Σαλαμίς, όπου
+έχομεν τα τέκνα και τας γυναίκας ημών, αφ' ετέρου δε
+επιτυγχάνεται εκείνο το οποίον τόσον επιθυμείτε· μένων εδώ θα
+ναυμαχήσης υπέρ της Πελοποννήσου επίσης, ως και πλησίον του
+Ισθμού, και δεν θα φέρης, αν φρονής ορθώς, τους βαρβάρους εις
+την Πελοπόννησον. 3. Εάν δε γίνωσι και όσα εγώ ελπίζω, εάν
+νικήσωμεν με τα πλοία, ούτε θα έλθωσιν εις τον Ισθμόν οι
+βάρβαροι ούτε θα προχωρήσωσι μακρύτερον της Αττικής, αλλά θα
+φύγωσιν εν αταξία και θα έχωμεν το κέρδος ότι θα σωθώσι τα
+Μέγαρα, η Αίγινα και η Σαλαμίς, εις την οποίαν έχομεν και
+χρησμόν ότι θα νικήσωμεν τους εχθρούς. Όταν οι άνθρωποι
+βουλεύωνται καλώς, ως επί το πλείστον και η επιτυχία είναι
+βεβαία, ενώ όταν δεν βουλεύωνται καλώς, ούτε ο θεός δεν θέλει
+να τους βοηθή.»
+
+61. Ταύτα λέγοντος του Θεμιστοκλέους, πάλιν ο Κορίνθιος
+Αδείμαντος ανθίστατο λέγων να σιωπήση άνθρωπος μη έχων πατρίδα,
+και δεν άφινε τον Ευρυβιάδην να θέση εις ψηφοφορίαν την
+πρότασιν ανδρός απόλιδος. Προς δε τον Θεμιστοκλέα έλεγε να
+δείξη πρώτον ποία ήτο η πόλις του και έπειτα να δίδη γνώμας εις
+το κοινόν. Έλεγε δε ταύτα καθότι αι Αθήναι είχον αλωθή και
+κατείχοντο υπό των βαρβάρων. Τότε ο Θεμιστοκλής δεν ηδυνήθη
+πλέον να κρατηθή, αλλ' αφού ύβρισε πικρώς τους Κορινθίους και
+τον Αδείμαντον, υπέδειξεν ότι ενόσω οι Αθηναίοι, είναι κύριοι
+διακοσίων πλοίων με πληρώματα τέλεια, και πόλιν έχουσι και γην
+μείζονα της ιδικής των, καθότι ουδείς των Ελλήνων θα δυνηθή να
+αποκρούση την έφοδόν των.
+
+62. Μετά τας εξηγήσεις ταύτας, έστρεψε πάλιν τον λόγον προς τον
+Ευρυβιάδην και τω είπε με τόνον περισσότερον· «Εάν μείνης εδώ,
+θα φανής ανήρ δίκαιος· ει δε μη, θα απολέσης την Ελλάδα, καθότι
+η τύχη του πολέμου εξαρτάται από τα πλοία ταύτα. Αλλά πρόσεξον,
+εάν δεν εκτελέσης ταύτα, ημείς μεν, ως έχομεν, λαμβάνοντες τα
+τέκνα και τας γυναίκας μας, αναχωρούμεν εις την Σίριν της
+Ιταλίας, ήτις είναι ημετέρα εκ παλαιού και οι χρησμοί λέγουσιν
+ότι πρέπει να οικισθή από ημάς· υμείς δε μονωθέντες τοιούτων
+συμμάχων, θα ενθυμηθήτε τους εμούς λόγους.»
+
+63. Ταύτα ειπόντος του Θεμιστοκλέους, ο Ευρυβιάδης μετέβαλε
+γνώμην, φοβηθείς, ως νομίζω, προ πάντων μήπως εάν φέρωσι τα
+πλοία εις τον Ισθμόν τους αφήσωσιν οι Αθηναίοι και φύγωσι·
+καθότι αν άφινον αυτούς οι Αθηναίοι, οι λοιποί δεν ήσαν πλέον
+ικανοί ν' αντιταχθώσι κατά των πολεμίων. Όθεν επροτίμησε την
+γνώμην να μείνωσιν αυτού και να ναυμαχήσωσιν.
+
+64. Ούτω λοιπόν οι περί την Σαλαμίνα αφού ηκροβολίσθησαν διά
+λόγων, ητοιμάζοντο να ναυμαχήσωσιν αυτού, επειδή το ενέκρινεν ο
+Ευρυβιάδης. Εφάνη εν τούτοις η ημέρα, και άμα ανέτειλεν ο
+ήλιος, εγένετο σεισμός εις την γην και εις την θάλασσαν.
+Έκρινον λοιπόν εύλογον να προσευχηθώσιν εις τους θεούς και να
+επικαλεσθώσι την βοήθειαν των Αιακιδών. Άμ' έπος, άμ' έργον.
+Αφού δε προσευχήθησαν εις όλους τους θεούς, τον μεν Αίαντα και
+τον Τελαμώνα επεκαλέσθησαν εκεί εις την Σαλαμίνα, τον δε Αιακόν
+και τους άλλους Αιακίδας έπεμψαν πλοίον εις την Αίγιναν διά να
+τους μεταφέρη.
+
+65. Ο Αθηναίος Δίκαιος του Θεοκύδους, φυγάς και πολλήν υπόληψιν
+απολαμβάνων παρά τοις Μήδοις, κατ' εκείνην την εποχήν, είπεν ότι
+όταν η Αττική έρημος ούσα Αθηναίων κατεστρέφετο υπό του πεζού
+στρατού του Ξέρξου, έτυχε τότε να ήναι αυτός ομού με τον
+Λακεδαιμόνιον Δημάρατον εις το Θριάσιον πεδίον, και είδε
+κονιορτόν ερχόμενον εκ της Ελευσίνος ως να ηγείρετο υπό
+τριάκοντα τουλάχιστον χιλιάδων ανθρώπων. Ενώ δε εθαύμαζον αυτός
+και ο Δημάρατος και ηρώτων καθ' εαυτούς ποίων αρά γε ανθρώπων
+να ήτο ο κονιορτός· «Αίφνης, είπεν, ηκούσαμεν φωνήν και
+ανεγνώρισα ότι η φωνή αύτη ήτο ο μυστικός ίακχος. Ο Δημάρατος
+αδαής ων των Ελευσινίων μυστηρίων, ηθέλησε να μάθη τι ήτο τούτο
+το φθεγγόμενον. Εγώ δε είπον· «Δημάρατε, αδύνατον είναι να μη
+συμβή μεγάλη τις βλάβη εις τον στρατόν του βασιλέως· διότι,
+αφού η Αττική είναι έρημος, δεν μένει αμφιβολία ότι το
+φθεγγόμενον είναι θείον τι, και έρχεται εκ της Ελευσίνος προς
+βοήθειαν των Αθηναίων και των συμμάχων. Εάν ο κονιορτός ούτος
+επισκήψη εις την Πελοπόννησον, θα ήναι ο κίνδυνος εις αυτόν τον
+βασιλέα και εις τον στρατόν της ξηράς· εάν δε εις τα πλοία τα
+εν Σαλαμίνι, ο βασιλεύς θα κινδυνεύση να χάση τον ναυτικόν
+στρατόν. Οι Αθηναίοι κατά παν έτος τελούσιν εορτήν προς τιμήν
+της μητρός και της κόρης και μυείται εις αυτήν όστις θέλει εξ
+αυτών και εκ των άλλων Ελλήνων· η δε φωνή την οποίαν ακούεις
+είναι μυστική φωνή την οποίαν εκπέμπουσιν εις αυτήν την εορτήν
+και ήτις καλείται ίακχος.» Προς ταύτα ο Δημάρατος επανέλαβε·
+«Σιώπα, και μη είπης τούτο εις κανένα άλλον, διότι εάν οι
+λόγοι ούτοι φθάσωσιν εις τα ώτα του βασιλέως, θα χάσης την
+κεφαλήν σου· ούτε εγώ θα δυνηθώ να σε σώσω, ούτε άλλος κανείς
+άνθρωπος. Μένε λοιπόν ήσυχος· όσον δ' αφορά τον στρατόν, ας
+φροντίσωσι περί τούτου οι θεοί. Τοιαύτη ήτο η συμβουλή του
+Δημαράτου· εν τούτοις η φωνή και το νέφος του κονιορτού εξ ου
+αύτη εξήρχετο εφέροντο προς την Σαλαμίνα όπου ήτο ο ελληνικός
+στόλος και τοιουτοτρόπως ενοήσαμεν ότι το ναυτικόν του Ξέρξου
+έμελλε να καταστραφή.» Ταύτα μεν διηγήθη ο Δίκαιος του
+Θεοκύδους, επικαλούμενος την μαρτυρίαν του Δημαράτου καί τινων
+άλλων.
+
+66. Ο δε ναυτικός στρατός του Ξέρξου, αφού εθεώρησε την θραύσιν
+των Λακεδαιμονίων διέβη εκ της Τραχίνος εις την Ιστίαιαν·
+μείνας εκεί τρεις ημέρας, έπλευσεν έπειτα διά του Ευρίπου και
+εις τρεις άλλας ημέρας έφθασεν εις το Φάληρον. Ως εγώ νομίζω ο
+αριθμός των διά ξηράς εισβαλόντων εις τας Αθήνας και των διά
+θαλάσσης ελθόντων δεν ήτο ελάσσων εκείνων οίτινες ήλθον εις την
+Σκηπιάδα και εις τας Θερμοπύλας. Διότι αντί εκείνων οίτινες
+απώλοντο είτε εις τας Θερμοπύλας είτε εις τας ναυμαχίας του
+Αρτεμισίου, καθιστώ τους εξής, οίτινες τότε ακόμη δεν
+ηκολούθουν τον βασιλέα· τους Μαλιής, τους Δωριείς, τους Λοκρούς
+και όλους τους Βοιωτούς πλην των Θεσπιέων και των Πλαταιέων·
+προς τούτοις δε τους Καρυστίους τους Ανδρίους, τους Γοννίους
+και τους λοιπούς νησιώτας όλους, πλην των πέντε πόλεων των
+οποίων τα ονόματα εμνήσθην ανωτέρω διότι όσον περισσότερον
+επροχώρει ο Πέρσης εις τα ενδότερα της Ελλάδος, τόσον
+περισσότερα έθνη τον ηκολούθουν.
+
+67. Όταν λοιπόν όλοι ούτοι πλην των Παρίων (οίτινες είχον
+μείνει εις την Κύθνον και εκαραδόκουν πώς ήθελεν αποβή ο
+πόλεμος) έφθασαν οι μεν εις τας Αθήνας οι δε εις το Φάληρον, ο
+Ξέρξης κατέβη αυτοπροσώπως εις τα πλοία επιθυμών να ομιλήση με
+τους ναυτικούς και να μάθη τας γνώμας αυτών. Αφού δε ελθών
+εκάθισε, παρέστησαν προσκληθέντες οι των υπ' αυτόν εθνών
+τύραννοι και ταξίαρχοι και εκάθισαν κατά τον βαθμόν με τον
+οποίον είχε τιμήσει έκαστον ο βασιλεύς· πρώτος μεν ο Σιδώνιος
+βασιλεύς, μετά τούτον ο Τύριος, και κατόπιν οι άλλοι. Αφού δε
+εκάθησαν όλοι με τάξιν, έπεμψεν ο Ξέρξης τον Μαρδόνιον διά να
+ερωτά και να εξετάζη την γνώμην εκάστου, εάν ενέκρινον να δοθή
+ναυμαχία.
+
+68. Επειδή δε ο Μαρδόνιος περιερχόμενος ήρχισεν από τον
+Σιδώνιον και ηρώτα, οι μεν άλλοι έδιδον όλοι την αυτήν γνώμην,
+παρακινούντες να γίνη ναυμαχία· η δε Αρτεμισία είπε τα εξής· 1.
+«Ειπέ εκ μέρους μου εις τον βασιλέα, Μαρδόνιε, ότι εγώ ταύτα
+λέγω· Δέσποτα, επειδή εις τας ναυμαχίας τας περί την Εύβοιαν
+δεν εφάνην άνανδρος ούτε έπραξα ολιγώτερα των άλλων, είναι
+δίκαιον να είπω την γνώμην την οποίαν έχω και ό,τι φρονώ
+ωφελιμώτατον εις τα συμφέροντά σου. Όθεν ταύτα λέγω· Φείδου των
+πλοίων και μη κάμνης ναυμαχίαν· καθότι οι άνθρωποι ούτοι εις
+την θάλασσαν είναι τόσον κρείττονες των σων ανδρών, όσον άνδρες
+γυναικών. Ποία η απόλυτος ανάγκη να κινδυνεύσης πάλιν ναυμαχών;
+Δεν έχεις τας Αθήνας διά τας οποίας απεφάσισες να εκστρατεύσης;
+δεν έχεις και την άλλην Ελλάδα; Ιδού, κανείς πλέον δεν ίσταται
+ενώπιόν σου εμπόδιον, διότι όσοι αντέστησαν, ετιμωρήθησαν ως
+τους έπρεπε. 2. Πώς δε θα αποβώσι τα πράγματα ταύτα εις τους
+εχθρούς σου, θα σοι είπω αμέσως· εάν μεν δεν βιασθής να δώσης
+ναυμαχίαν, αλλ' έχης εδώ τα πλοία μένων πλησίον της γης ή και
+προβαίνων εις την Πελοπόννησον, ευκόλως, ω δέσποτα, θα επιτύχης
+όσα κατά νουν έχων ήλθες, καθότι δεν δύνανται να αντέχωσιν επί
+πολύ οι Έλληνες και θα τους αναγκάσης τοιουτοτρόπως να
+διασκεδασθώσι και να φύγωσιν έκαστος εις την πόλιν του. Η νήσος
+αύτη, ως έμαθον, δεν έχει αρκούσας τροφάς δι' αυτούς, και
+ουδεμία πιθανότης υπάρχει, εάν φέρης τον πεζόν στρατόν εις την
+Πελοπόννησον, ότι θα μείνωσιν εδώ ήσυχοι όσοι εξ αυτών ήλθον
+εκείθεν, ούτε θα τους μέλη να ναυμαχήσωσιν υπέρ των Αθηνών. 3.
+Εάν όμως βιασθής να ναυμαχήσης αμέσως, φοβούμαι μήπως βλαφθείς
+ο ναυτικός στρατός βλάψη και τον πεζόν. Προς τούτοις, ω
+βασιλεύ, σκέφθητι και τούτο ότι συνήθως οι καλοί άνθρωποι
+έχουσι δούλους κακούς και οι κακοί καλούς· συ λοιπόν όστις
+είσαι ο κάλλιστος των ανθρώπων, έχεις δούλους κακούς οίτινες
+λέγονται σύμμαχοί σου, οι Αιγύπτιοι, οι Κύπριοι, οι Κίλικες, οι
+Πάμφυλοι, παρά των οποίων μη περιμένης όφελος.»
+
+69. Ότε η Αρτεμισία είπε ταύτα προς τον Μαρδόνιον, όσον μεν
+ήσαν εύνοοι προς αυτήν εθεώρησαν τους λόγους τούτους ως
+δυστύχημα και εφοβήθησαν μήπως πάθη κακόν από τον βασιλέα
+εμποδίζουσα αυτόν να ναυμαχήση· όσοι δε την εμίσουν και την
+εφθόνουν, καθότι μεταξύ των συμμάχων απελάμβανε τας πρώτας
+τιμάς, έχαιρον δια την αντίστασίν της, ελπίζοντες ότι αύτη
+ήθελε την απολέσει. Ότε όμως ανεφέρθησαν αι γνώμαι εις τον
+Ξέρξην, πολύ ήρεσεν η γνώμη της Αρτεμισίας, και κρίνων ούτος
+ότι η βασίλισσα αύτη ήτο έτι μάλλον αξία της υπολήψεώς του, την
+επήνεσε τότε πολύ περισσότερον. Συγχρόνως όμως διέταξε ν'
+ακολουθήσωσι την γνώμην των περισσοτέρων, και υποθέτων ότι εις
+την Εύβοιαν εφέρθησαν χαλαρώς, διότι δεν ήτο
+αυτός εκεί, ητοιμάσθη ο ίδιος να γίνη θεατής της ναυμαχίας.
+
+70. Ότε εδόθη η διαταγή να κινήσωσιν, ανήγαγον τα πλοία και
+ελθόντες εις την Σαλαμίνα παρετάχθησαν εκεί ησύχως. Τότε όμως
+δεν τους έφθασεν η ημέρα διά να ναυμαχήσωσι, καθότι επήλθεν η
+νυξ· όθεν ητοιμάσθησαν διά την ακόλουθον ημέραν. Εν τούτοις
+φόβος και τρόμος κατέλαβε τους Έλληνας, προ πάντων τους εκ
+Πελοποννήσου. Εφοβούντο δε, διότι μένοντες εις την Σαλαμίνα
+έμελλον να ναυμαχήσωσιν υπέρ της χώρας των Αθηναίων, και ότι
+εάν νικηθώσι θα πολιορκηθώσι περιωρισμένοι εις νήσον αφίνοντες
+την ιδίαν εαυτών χώραν αφύλακτον.
+
+71. Κατ' αυτήν την ιδίαν νύκτα ο πεζός στρατός των βαρβάρων
+επορεύετο και ήρχετο εις την Πελοπόννησον, μολονότι όλα τα
+μέτρα ελήφθησαν διά να μη εισέλθωσιν οι βάρβαροι εις αυτήν διά
+ξηράς. Τωόντι, άμα έμαθον οι Πελοποννήσιοι τον θάνατον των μετά
+του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, συνδραμόντες εκ των πόλεων,
+εστρατοπεδεύσαντο εις τον Ισθμόν. Στρατηγός δε αυτών ήτο ο
+Κλεόμβροτος του Αναξανδρίδου, αδελφός του Λεωνίδου.
+Στρατοτεδευσάμενοι λοιπόν εις τον Ισθμόν, πρώτον μεν
+περιχαράκωσαν την Σκιρωνίδα οδόν μετά ταύτα δε σκεφθέντες
+απεφάσισαν και ήρχισαν να κτίζωσι τείχος εκ του ενός μέχρι του
+άλλου άκρου του Ισθμού. Επειδή δε ήσαν πολλαί μυριάδες και όλοι
+εν γένει ειργάζοντο, το έργον προώδευε ταχέως καθότι όλοι
+έφερον άλλος λίθους, άλλος πλίνθους, άλλος ξύλα, άλλος κοφίνους
+πλήρεις άμμου και δεν έπαυον εργαζόμενοι ούτε ημέραν ούτε
+νύκτα.
+
+72. Οι δε Έλληνες οι ελθόντες πανδημεί εις τον Ισθμόν ήσαν οι
+εξής· όλοι οι Λακεδαιμόνιοι, οι Αρκάδες, οι Ηλείοι, οι
+Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Επιδαύριοι, οι Φλιάσιοι, οι
+Τροιζήνιοι και οι Ερμιονείς. Ούτοι ήσαν οι ελθόντες και
+απόφασιν έχοντες να σώσωσι την Ελλάδα κινδυνεύουσαν, οι δε
+άλλοι Πελοποννήσιοι ουδεμίαν φροντίδα έλαβον, μολονότι τα
+Ολύμπια και τα Κάρνεια είχον ήδη παρέλθει.
+
+73. Κατοικούσι δε την Πελοπόννησον έθνη επτά. Εκ τούτων τα μεν
+δύο, οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι, είναι αυτόχθονα και κατέχουσι
+την αυτήν γην έκπαλαι· έν δε έθνος, το Αχαϊκόν, εκ μεν της
+Πελοποννήσου δεν εξήλθεν, αφήκεν όμως την πάλαιάν χώραν του και
+τώρα κατοικεί άλλην. Τα δε λοιπά τέσσαρα ήλθον έξωθεν, και
+είναι Δωριείς, Αιτωλοί, Δρύοπες και Λήμνιοι. Και οι μεν Δωριείς
+έχουσι πολλάς και αξιολόγους πόλεις· οι Αιτωλοί μίαν μόνην, την
+Ήλιδα· οι Δρύοπες την Ερμιόνην και την Ασίνην ήτις είναι
+πλησίον της Καρδαμύλης της Λακωνικής· οι δε Λήμνιοι όλοι την
+γην των Παρωρεατών. Οι δε Κυνούριοι, αυτόχθονες όντες, μόνοι
+φαίνοντες Ίωνες και ότι με τον καιρόν εγένοντο Δωριείς, καθό
+κυβερνηθέντες υπό των Αργείων ότε εκαλούντο Ορνεάται και ήσαν
+περίοικοι αυτών. Τούτων λοιπών των επτά εθνών αι λοιπαί πόλεις,
+πλην εκείνων τας οποίας απηρίθμησα, έμενον ουδέτεραι, και εάν
+μοι ήναι επιτετραμμένον να ομιλήσω ελευθέρως, μένουσαι
+ουδέτεραι εμήδιζον.
+
+74. Όσοι λοιπόν ήσαν εις τον Ισθμόν, τοιαύτας εργασίας είχον,
+καθότι διέτρεχον κίνδυνον περί του παντός και δεν ήλπιζον να
+κατορθώσωσι διά των πλοίων λαμπρόν τι έργον. Οι δε εν Σαλαμίνι
+όντες μολονότι εμάνθανον αυτάς τας ετοιμασίας, πάλιν ανησύχουν,
+φοβούμενοι ουχί τόσον περί εαυτών όσον περί της Πελοποννήσου.
+Και επί τινα μεν χρόνον περιωρίζοντο αθορύβως να ανακοινώσι τας
+σκέψεις των, συνομιλούντες ανήρ προς άνδρα και εκπληττόμενοι
+διά την αφροσύνην του Ευρυβιάδου. Τέλος οι ψιθυρισμοί
+εξερράγησαν και συνεκροτήθη συνέλευσις εις την οποίαν ελέχθησαν
+πολλά περί των αυτών. Οι μεν έλεγον ότι έπρεπεν, αποπλεύσαντες
+εις την Πελοπόννησον, να πολεμήσωσιν υπέρ αυτής, και όχι
+μένοντες εις την Σαλαμίνα να πολεμήσωσιν υπέρ χώρας
+κατακτηθείσης· οι δε Αθηναίοι, οι Αιγινήται και οι Μεγαρείς
+έλεγον ότι έπρεπεν αυτού μένοντες να πολεμήσωσιν.
+
+75. Τότε ο Θεμιστοκλής, επειδή υπερίσχυεν η γνώμη των
+Πελοποννησίων, εξέρχεται κρυφίως εκ του συνεδρίου, και εξελθών
+πέμπει άνθρωπον με πλοίον εις το στρατόπεδον των Μήδων εντείλας
+αυτώ τι έπρεπε να είπη· ωνομάζετο δε ο άνθρωπος ούτος Σίκιννος
+και ήτο οικέτης και παιδαγωγός των παίδων του Θεμιστοκλέους,
+τον οποίον μετά τα γεγονότα ταύτα τον έκαμε Θεσπιέα (επειδή οι
+Θεσπιείς εδέχοντο πολίτας) και τον υπερεπλούτισε. Τότε φθάσας
+ούτος με πλοίον έλεγεν εις τους στρατηγούς των βαρβάρων τα
+εξής· «Ο στρατηγός των Αθηναίων με έπεμψε λάθρα των άλλων
+στρατηγών (καθότι ενδιαφέρεται υπέρ του βασιλέως και επιθυμεί
+να υπερισχύσετε υμείς μάλλον ή οι Έλληνες) διά να σας είπω ότι
+οι Έλληνες φοβηθέντες απεφάσισαν να φύγωσι. Τώρα είναι καιρός
+να κατορθώσετε έργον λαμπρότατον πάντων, εάν δεν τους αφήσετε
+να φύγωσι, καθότι ούτε ομοφρονούσι προς αλλήλους ούτε θα σας
+αντισταθώσι πλέον, αλλά θα ιδήτε να ναυμαχώσι προς εαυτούς, οι
+τα υμέτερα φρονούντες με τους εναντίους σας.» Ο μεν Σίκιννος
+ταύτα αναγγείλας ανεχώρησεν.
+
+76. Οι δε Πέρσαι, επειδή επίστευσαν εις τα αγγελθέντα, πρώτον
+μεν απεβίβασαν πολλούς εις την νησίδα Ψυττάλειαν, ήτις είναι
+μεταξύ της Σαλαμίνος και της ξηράς· έπειτα δε, ότε εγένετο
+μεσονύκτιον, εξέτεινον το αριστερόν κέρας του στόλου και
+εσχημάτισαν ημικύκλιον προς την Σαλαμίνα· συγχρόνως δε ανήγαγον
+τα πλοία οι περί την Κέον και την Κυνόσουραν τεταγμένοι και
+κατέλαβον όλον τον πορθμόν μέχρι της Μουνυχίας. Ο σκοπός δε διά
+τον οποίαν παρέταξαν τοιουτοτρόπως τα πλοία ήτο ο εξής, να μη
+αφήσωσιν έξοδον εις τους Έλληνας, αλλά να τους αποκλείσωσιν εις
+την Σαλαμίνα και να τους τιμωρήσωσι δι' όσα έπαθον παρ' αυτών
+εις το Αρτεμίσιον. Εις δε την νησίδα την καλουμένην Ψυττάλειαν
+απεβίβασαν Πέρσας διά την εξής αιτίαν, ότι όταν γίνη ναυμαχία,
+εκεί ήθελον παρασυρθή και οι άνδρες και τα ναυάγια, καθότι η
+νήσος αύτη κείται εις το στενόν όπου έμελλε να γίνη η ναυμαχία·
+ώστε τους μεν ιδικούς των να περιποιώνται, τους δε εχθρούς να
+φονεύωσιν. Έκαμνον δε ταύτα εν σιγή διά να μη τους εννοήσωσιν
+οι εναντίοι. Και ούτοι μεν, χωρίς να κοιμηθώσι δι' όλης της
+νυκτός, ητοίμαζον ταύτα.
+
+77. Όταν δε αποβλέπω εις αυτά τα γεγονότα, δεν δύναμαι να
+κατηγορήσω τους χρησμούς ως ψευδείς, ούτε θέλω να πολεμήσω
+αυτούς εκφραζομένους τοσούτον σαφώς, ως εξής·
+
+_Αλλ' όταν με πλοία γεφυρώσωσι την ιεράν ακτήν της χρυσά όπλα
+εχούσης Αρτέμιδος και την παραθαλασσίαν Κυνόσουραν,
+πυρπολήσαντες μετά μαινομένης ελπίδος τας πλουσίας Αθήνας, τότε
+η θεία Δίκη θα σβέση τον κρατερόν Κόρον, τον υιόν της Ύβρεως,
+τον δεινώς μανιώδη και θέλοντα να υπακούωσιν εις αυτόν τα
+πάντα. Ο χαλκός θα συγκρουσθή με τον χαλκόν, και ο Άρης θα
+κοκκινίση με αίμα την θάλασσαν. Τότε ο παντεπόπτης Ζευς και η
+σεβασμία Νίκη θα φέρωσιν ημέραν ελευθερίας εις την Ελλάδα._
+
+Εις τοιούτους λόγους τοσούτον σαφώς λεγομένους υπό του Βάκιδος
+ούτε ο ίδιος τολμώ να αντιλέγω, ούτε παρ' άλλων ανέχομαι τούτο.
+
+78. Οι δε εν Σαλαμίνι στρατηγοί εξηκολούθουν λογομαχούντες και
+δεν ήξευρον ακόμη ότι τους είχον περικυκλώσει οι βάρβαροι με τα
+πλοία, αλλ' όπως τους είδον τεταγμένους την ημέραν, ούτως
+ενόμιζον ότι ίσταντο εις τας θέσεις των.
+
+79. Ενώ δε οι στρατηγοί εφιλονείκουν ήλθεν εξ Αιγίνης ο
+Αριστείδης του Λυσιμάχου, ανήρ Αθηναίος, εξωστρακισμένος υπό
+του δήμου. Έμαθον ποία ήσαν τα ήθη αυτού και έκρινα ότι
+εξωστρακίσθη διότι ήτο ο εναρετώτατος και δικαιότατος των
+Αθηναίων. Ελθών ούτος εις το συνέδριον, εκάλεσεν έξω τον
+Θεμιστοκλέα, μη όντα φίλον του, αλλά μάλιστα εχθρόν του· διά το
+μέγεθος όμως των παρόντων δεινών, ελησμόνησεν όλας τας μεταξύ
+των έριδας, και τον εκάλεσε διά να συνομιλήση μετ' αυτού,
+καθότι είχεν ακούσει προλαβόντως ότι οι Πελοποννήσιοι έσπευδον
+να μεταφέρωσι τα πλοία εις τον Ισθμόν. Εξελθόντος του
+Θεμιστοκλέους, ο Αριστείδης τω είπε τα εξής· «Ας αναβάλωμεν τας
+έριδάς μας δι' άλλον αρμοδιώτερον καιρόν· τώρα δε ας
+αγωνισθώμεν τις των δύο να πράξη περισσότερα καλά εις την
+πατρίδα. Σε λέγω λοιπόν ότι είτε ολίγον ομιλήσωσιν οι
+Πελοποννήσιοι περί του εντεύθεν απόπλου των είτε πολύ, είναι έν
+και το αυτό, διότι εγώ είδον ιδίοις όμμασι, και σε βεβαιώ ότι
+οι Κορίνθιοι και ο Ευρυβιάδης είτε θέλωσιν είτε δεν θέλωσι, δεν
+θα δυνηθώσι να εκπλεύσωσι. Περιεκυκλώθημεν υπό των εχθρών.
+Είσελθον λοιπόν και ανάγγελον αυτοίς ταύτα.»
+
+80. Ο δε Θεμιστοκλής απεκρίθη· «Αι συμβουλαί σου είναι ωφέλιμοι
+και αι ειδήσεις σου κάλλισται, καθότι με βεβαιοίς ότι είδες
+εκείνο το οποίον επιθύμουν να γίνη. Ήξευρε ότι εγώ συνήργησα να
+πράξωσι τούτο οι Μήδοι, καθότι αφού δεν ήθελον εκόντες οι
+Έλληνες να πολεμήσωσιν, έπρεπεν άκοντας να τους αναγκάση τις
+εις τούτο. Συ δε, επειδή ήλθες με καλάς ειδήσεις, είσελθον και
+ειπέ τας εις αυτούς ο ίδιος· καθότι αν τας είπω εγώ θα
+υπολάβωσιν ότι τας έπλασα και δεν θα τους πείσω, νομίζοντας ότι
+οι βάρβαροι δεν έκαμον τίποτε. Είσελθον λοιπόν και είπε εις
+αυτούς το πράγμα πώς έχει. Αφού δε τους ειδοποιήσης, εάν μεν
+πεισθώσιν, έχει καλώς· εάν δε δεν το πιστεύσωσιν, εις ημάς
+είναι το αυτό, καθότι δεν θα δυνηθώσι πλέον να φύγωσιν αφού ως
+λέγεις είμεθα περικυκλωμένοι πανταχόθεν.»
+
+81. Εισελθών ο Αριστείδης διηγήθη ότι ήλθεν εξ Αιγίνης και ότι
+διήλθε χωρίς να τον ίδωσι τα εχθρικά πλοία, καθότι όλος ο
+Ελληνικός στόλος ήτο περικυκλωμένος υπό των πλοίων του Ξέρξου·
+τους συνεβούλευσε δε να ετοιμασθώσι προς υπεράσπισιν. Και ο μεν
+Αριστείδης ταύτα ειπών ανεχώρησεν· εκείνοι δε πάλιν ήσαν εις
+αμφισβητήσεις, καθότι οι περισσότεροι των στρατηγών δεν
+επίστευον εις την είδησιν.
+
+82. Ενώ δε ούτοι ηπίστουν εις τα αγγελθέντα, ήλθον Τήνιοι τινες
+αυτόμολοι μετά τριήρεως, αρχηγός των οποίων ήτο ο Παναίτιος του
+Σωσιμένους, και αυτοί έφερον όλην την αλήθειαν. Χάριν της
+εκδουλεύσεως ταύτης το όνομα των Τηνίων ενεγράφη εις τον εν
+Δελφοίς αφιερωθέντα τρίποδα, μεταξύ των καταστρεψάντων τον
+βάρβαρον. Με το πλοίον τούτο το αυτομολήσαν εις την Σαλαμίνα,
+και το Λήμνιον το αυτομολήσαν προλαβόντως εις το Αρτεμίσιον,
+συνεπληρώθη ο αριθμός του Ελληνικού στόλου εις τριακόσια
+ογδοήκοντα πλοία, καθότι προ τούτων δύο μόνον έλειπον όπως
+συμπληρωθή ο αριθμός ούτος.
+
+83. Επειδή λοιπόν οι λόγοι των Τηνίων εγένοντο πιστευτοί εις
+τους Έλληνας, ητοιμάσθησαν ούτοι να ναυμαχήσωσιν. Η ηώς εν
+τούτοις ήρχισε να διαφαίνη και όταν συνηθροίσθησαν οι
+στρατιώται, ο Θεμιστοκλής κάλλιον παντός άλλου ωμίλησε προς
+αυτούς ενθουσιωδώς. Ο λόγος του ήτο σύγκρισις των καλών με τα
+κακά. Αφού δε τους συνεβούλευσε να εκλέγωσι τα καλλίτερα εξ
+εκείνων άτινα εξήρτηνται εκ της φύσεως και της καταστάσεως του
+ανθρώπου, κατέληξε τον λόγον συμβουλεύσας αυτούς να εισέλθωσιν
+εις τα πλοία. Και ούτοι μεν εισήλθον· επέστρεψε δε κατ' εκείνην
+την στιγμήν εκ της Αιγίνης η τριήρης ήτις είχε σταλή διά τους
+Αιακίδας. Τότε οι Έλληνες ανήγαγον όλα τα πλοία.
+
+84. Άμα δε εξήλθον εις το πέλαγος, επέπεσον κατ' αυτών οι
+βάρβαροι. Και οι μεν άλλοι Έλληνες, πρύμνην ανακρούοντες,
+επλησίαζον τα πλοία των προς την γην· ο δε Αμεινίας ο
+Παλληνεύς, ανήρ Αθηναίος, πλέων εκτός της γραμμής, προσέκρουσεν
+εις πλοίον εχθρικόν. Επειδή δε τα δύο πλοία περιεπλέχθησαν και
+δεν ηδύναντο να χωρισθώσι, τότε δραμόντες και οι άλλοι εις
+βοήθειαν του Αμεινίου, συνεπλάκησαν. Οι μεν Αθηναίοι ούτω
+λέγουσιν ότι εγένετο η αρχή της ναυμαχίας, οι δε Αιγινήται
+λέγουσιν ότι το πλοίον το οποίον εστάλη εις την Αίγιναν διά
+τους Αιακίδας, τούτο ήρχισε την ναυμαχίαν. Λέγονται προσέτι και
+τα εξής, ότι εφάνη εις τους Έλληνας φάσμα γυναικός και ότι η
+γυνή αύτη τους παρώτρυνε διά φωνής τοσούτον βροντώδους ώστε
+ηκούσθη παρ' όλου του στρατού των Ελλήνων, ονειδίζουσα αυτούς
+διά των εξής λέξεων: «Ω ανδρείοι μου, έως πότε θα
+οπισθοδρομείτε με την πρύμνην;»
+
+85. Απέναντι μεν των Αθηναίων ετάχθησαν οι Φοίνικες (καθότι
+είχον το προς την Ελευσίνα και προς δυσμάς κέρας), απέναντι δε
+των Λακεδαιμονίων οι Ίωνες, οίτινες είχον το προς ανατολάς και
+προς τον Πειραιά κέρας. Τινές όμως τούτων εφέροντο νωθρώς κατά
+την παραγγελίαν του Θεμιστοκλέους, οι δε περισσότεροι έπραττον
+το εναντίον. Και δύναμαι μεν να απαριθμήσω τα ονόματα πολλών
+τριηράρχων οίτινες εκυρίευσαν Ελληνικά πλοία, δεν αναφέρω όμως
+ειμή δύο Σαμίων, του Θεομήστορος, υιού του Ανδροδάμαντος και
+του Φυλάκου υιού του Ιστιαίου. Αναφέρω δε τούτους μόνον, καθότι
+ο μεν Θεομήστωρ διά τούτο το έργον ετυράννευσε της Σάμου
+διορισθείς υπό των Περσών ο δε Φύλακος, αναγραφείς ευεργέτης
+του βασιλέως, έλαβε πολλήν χώραν. Οι δε ευεργέται του βασιλέως
+καλούνται Περσιστί οροσάγγαι. Ταύτα όσον αφορά τους δύο
+Σαμίους.
+
+86. Τα δε πλειότερα πλοία των βαρβάρων κατεστράφησαν εις την
+Σαλαμίνα, άλλα μεν υπό των Αθηναίων, άλλα δε υπό των Αιγινητών·
+καθότι, επειδή οι μεν Έλληνες επολέμουν με τάξιν, οι δε
+βάρβαροι μη έχοντες ακόμη τότε ουδεμίαν τακτικήν δεν έκαμνον
+τίποτε με σκέψιν, έπρεπεν αναγκαίως να συμβή ό,τι συνέβη,
+μολονότι κατ' εκείνην την ημέραν εφάνησαν πολύ ανδρειότεροι
+παρ' όσον εφάνησαν εις την Εύβοιαν, προθυμούμενοι και
+φοβούμενοι τον Ξέρξην· καθότι έκαστος ενόμιζεν ότι τον έβλεπεν
+ο βασιλεύς.
+
+87. Δεν δύναμαι να είπω ακριβώς ποίαι υπήρξαν κατά την
+ναυμαχίαν ταύτην αι πράξεις ενός εκάστου των βαρβάρων ή των
+Ελλήνων, ιδού όμως το γνωρίζω περί της Αρτεμισίας και τι
+κατέστησεν αυτήν αξίαν μεγαλειτέρας υπολήψεως παρά τω βασιλεί.
+Καθ' ην στιγμήν περιήλθον εις αταξίαν πολλήν αι δυνάμεις του
+βασιλέως, το πλοίον της Αρτεμισίας κατεδιώχθη υπό πλοίου
+Αττικού· μη δυναμένη δε η Αρτεμισία να διαφύγη, καθότι
+έμπροσθέν της ήσαν άλλα φίλια πλοία και το ιδικόν της ήτο από
+το μέρος όθεν ήρχοντο οι εχθροί, κατέφυγεν εις το εξής
+στρατήγημα όπερ και επέτυχεν. Ενώ η Αττική τριήρης την
+κατεδίωκεν, αυτή ορμά και επιπίπτει καθ' ενός πλοίου των
+Καλυνδών, εντός του οποίου ήτο και αυτός ο βασιλεύς των
+Καλυνδών Δαμασίθυμος. Αγνοώ εάν είχε προηγουμένην τινά έριδα
+μετ' αυτού ότε ήσαν ακόμη εις τον Ελλήσποντον, ή εάν έπραξε
+τούτο εσκεμμένος, ή εάν κατά τύχην ευρέθη ενώπιόν της το πλοίον
+των Καλυνδών. Όπως και αν έχη το πράγμα, κτυπήσασα και βυθίσασα
+το πλοίον κατ' ευτυχίαν, ωφελήθη διττώς. Πρώτον μεν ο του
+Αττικού πλοίου τριήραρχος, ιδών αυτήν βυθίζουσαν βαρβαρικόν
+πλοίον, ενόμισεν ότι το πλοίον της Αρτεμισίας ήτο Ελληνικόν ή
+ότι ηυτομόλησεν εκ του Περσικού στόλου και ήλθε προς βοήθειαν
+των Ελλήνων, και στραφείς ήρχισε να καταδιώκη άλλα πλοία.
+
+88. Τούτο ήτο το πρώτον καλόν το οποίον εγένετο εις αυτήν, να
+διαφύγη και να μη απολεσθή· δεύτερον δε συνέβη ώστε πράξασα
+κακόν να συστηθή τούτου ένεκα μεγάλως παρά τω Ξέρξη. Καθότι
+λέγουσιν ότι ο Ξέρξης ακολουθών αυτήν διά του βλέμματος την
+είδε βυθίζουσαν πλοίον, και είς των παρόντων είπε· «Βλέπεις, ω
+δέσποτα, πώς η Αρτεμισία αγωνίζεται ανδρείως και εβύθισε πλοίον
+των πολεμίων;» Ο δε βασιλεύς ηρώτησεν εάν αληθώς το έργον είναι
+της Αρτεμισίας. Τότε εκείνοι τον εβεβαίωσαν περί τούτου
+λέγοντες ότι εγνώριζον καλώς τα σημεία του πλοίου της και ότι
+το βυθισθέν πλοίον ήτο εχθρικόν. Άλλως τε, επαναλαμβάνω, η τύχη
+την ηυνόησε και ουδείς των Καλυνδών του πλοίου εσώθη διά να την
+κατηγορήση. Ο δε Ξέρξης ακούσας ταύτα λέγεται ότι είπεν· «Οι
+άνδρες μου εγένοντο γυναίκες, και αι γυναίκες μου άνδρες.»
+Ταύτα λέγουσιν ότι είπεν ο Ξέρξης.
+
+89. Εις την μάχην ταύτην εφονεύθη ο στρατηγός Αριαβίγνης, υιός
+του Δαρείου και αδελφός του Ξέρξου, απέθανον δε και πολλοί
+άλλοι ονομαστοί από τους Πέρσας, τους Μήδους και τους άλλους
+συμμάχους· απέθανον δε και ολίγοι τινές από τους Έλληνας. Εκ
+τούτων εκείνοι των οποίων τα μεν πλοία εβυθίζοντο αλλ' οι ίδιοι
+δεν εφονεύοντο υπό χειρός εχθρικής, εξήρχοντο κολυμβώντες εις
+την Σαλαμίνα. Εκ των βαρβάρων όμως πάμπολλα εχάθησαν εις την
+θάλασσαν, μη ηξεύροντες να κολυμβώσιν. Ότε τα πρώτα πλοία
+ετράπησαν εις φυγήν, τότε αι απώλειαι υπήρξαν μέγισται· καθότι
+οι όπισθεν τεταγμένοι, θέλοντες να περάσωσιν εμπρός διά να
+δείξωσιν εις τον βασιλέα ότι κατώρθωσάν τι, έπιπτον επί των
+ιδικών των πλοίων τα οποία εζήτουν να φύγωσιν.
+
+90. Εγένετο δε και τούτο μεταξύ του θορύβου. Τινές των
+Φοινίκων, των οποίων τα πλοία είχον διαφθαρή, ελθόντες εις τον
+βασιλέα, κατηγόρουν τους Ίωνας ότι προδοτικώς τους κατέστρεψαν.
+Έτυχεν όμως το ακόλουθον συμβεβηκός, ώστε και οι στρατηγοί των
+Ιώνων να μη καταδικασθώσι, και οι κατηγορήσαντες αυτούς
+Φοίνικες να λάβωσι την εξής τιμωρίαν. Ενώ ούτοι ωμίλουν ακόμη,
+πλοίον Σαμοθρακικόν εκτύπησε πλοίον Αττικόν· το Αττικόν
+εβυθίσθη, και άλλο πλοίον Αιγινητικόν ορμήσαν εβύθισε το
+Σαμοθρακικόν. Αλλ' οι Σαμοθράκες ήταν ακοντισταί και κτυπώντες
+από του βυθιζομένου πλοίου των τους επιβάτας του εχθρικού
+πλοίου, τους εφόνευσαν και εκυρίευσαν το πλοίον των. Τούτο το
+κατόρθωμα έσωσε τους Ίωνας· καθότι άμα είδεν ο Ξέρξης ότι
+έκαμον τόσον μέγα έργον, εστράφη προς τους Φοίνικας, όλος
+αγανακτών, και αιτιώμενος πάντας διέταξε να κόψωσι τας κεφαλάς
+των Φοινίκων διά να μη διαβάλλωσι τους καλλιτέρους των ενώ
+αυτοί εφάνησαν άνανδροι. Ο Ξέρξης διά να βλέπη τους ιδικούς του
+και τα κατορθώματά των, εκάθητο εις τους πρόποδας του αντικρύ
+της Σαλαμίνος όρους, όπερ καλείται Αιγάλεως· εζήτει πληροφορίας
+περί αυτών και οι γραμματείς εσημείουν τους τριηράρχους διά του
+ονόματος του πατρός και της πόλεώς των. Προσέτι και ο Πέρσης
+Αριαράμνης, φίλος των Ιώνων, ευρεθείς εκεί, συνήργησεν εις την
+καταδίκην των Φοινίκων.
+
+91. Τοιουτοτρόπως η οργή του βασιλέως έπεσεν επί των Φοινίκων·
+εν τούτοις οι βάρβαροι έφευγον και εζήτουν καταφύγιον εις το
+Φάληρον, οι δε Αιγινήται στάντες εις τον πορθμόν έπραξαν έργα
+αξιοσημείωτα. Καθότι οι μεν Αθηναίοι εν τω μέσω του θορύβου
+κατέστρεφον όσα πλοία ή ανθίσταντο ή έφευγον, οι δε Αιγινήται
+εκτύπων τα πλοία όσα εμακρύνοντο από το μέρος της μάχης.
+Τοιουτοτρόπως όσα πλοία διέφευγον τους Αθηναίους, ήρχοντο και
+έπιπτον εις τους Αιγινήτας.
+
+92. Τότε συνέπεσε να συναντηθώσι δύο πλοία. Το μεν, επί του
+οποίου ήτο ο Θεμιστοκλής, διώκον άλλο εχθρικόν· το δε, επί του
+οποίου ήτο ο Αιγινήτης Κρίος του Πολυκρίτου, όπερ προ ολίγου
+είχε καταβυθίσει το Σιδώνιον πλοίον, εκείνο το οποίον είχε
+συλλάβει το Αιγινητικόν το φυλάττον προ της Σκιάθου τον Πυθέα
+του Ισχενόου τον οποίον οι Πέρσαι θαυμάζοντες την ανδρείαν του
+έλαβον πλήρη πληγών. Τούτον έχον το Σιδώνιον πλοίον ομού με
+τους Πέρσας συνελήφθη· ώστε τοιουτοτρόπως ο Πυθέας σωθείς ήλθεν
+εις την Αίγιναν. Άμα ο Πολύκριτος είδε το Αττικόν πλοίον,
+ανεγνώρισεν αυτό εκ των σημείων της ναυαρχίδος, και φωνάξας
+προς τον Θεμιστοκλέα, είπε προς αυτόν χλευαστικώς να ιδή τον
+μηδισμόν των Αιγινητών. Τούτον τον σαρκασμόν επέρριψε κατά του
+Θεμιστοκλέους ο Πολύκριτος καθ' ην στιγμήν επέπιπτε κατά του
+εχθρικού πλοίου. Όσα δε πλοία των βαρβάρων εσώθησαν, κατέφυγον
+εις το Φάληρον υπό την προστασίαν του πεζού στρατού.
+
+93. Εις ταύτην την ναυμαχίαν εδοξάσθησαν υπέρ πάντας τους
+Έλληνας οι Αιγινήται· και μετ' αυτούς οι Αθηναίοι. Ατομικώς δε
+εκ των ανδρών επηνέθησαν ο Αιγινήτης Πολύκριτος, οι Αθηναίοι
+Ευμένης και Αναγυράσιος, και ο Παλληνεύς Αμεινίας, όστις και
+κατεδίωξε την Αρτεμισίαν. Και εάν ήξευρεν ότι εις εκείνο το
+πλοίον έπλεεν η Αρτεμισία, δεν ήθελε παύσει πριν ή εκείνην
+συλλάβη ή αυτός συλληφθή· καθότι είχε δοθή διαταγή εις τους
+τριηράρχους των Αθηναίων, επί υποσχέσει αμοιβής δέκα χιλιάδων
+δραχμών, να συλλάβωσιν αυτήν ζώσαν. Ζωηροτάτην αγανάκτησιν
+ησθάνοντο να βλέπωσι γυναίκα πολεμούσαν τους Αθηναίους. Αλλ' η
+μεν Αρτεμισία, ως είπον προηγουμένως, διέφυγε και ήτο εις το
+Φάληρον μετά των άλλων όσων τα πλοία εσώθησαν.
+
+94. Οι δε Αθηναίοι λέγουσιν ότι ο στρατηγός των Κορινθίων
+Αδείμαντος, φοβηθείς άμα τη ενάρξει της συμπλοκής, ανεπέτασε τα
+ιστία και έφυγεν. Ιδόντες δε οι Κορίνθιοι την στρατηγίδα
+φεύγουσαν, έφυγον και αυτοί. Ότε δε φεύγοντες έφθασαν πλησίον
+του εν Σαλαμίνι ιερού της Σκιράδος Αθηνάς, συνήντησαν πλοιάριον
+σταλέν θεόθεν. Τούτο χωρίς να φανή τις ότι το έστειλεν,
+επλησίασε τους Κορινθίους οίτινες δεν εγνώριζον τίποτε εκ των
+συμβαινόντων εις τον στόλον. Εκ τούτου λοιπόν ενόησαν ότι το
+πράγμα ήτο θείον. Ότε δε επλησίασεν εις τα πλοία, οι από του
+πλοιαρίου είπον τα εξής· «Αδείμαντε, συ μεν έστρεψες τα πλοία
+και ετράπης εις φυγήν καταπροδίδων τους Έλληνας· ούτοι όμως
+πάλιν νικώσι και κατά την επιθυμίαν των υπερίσχυσαν των
+εχθρών.» Τούτα είπον και επειδή ο Αδείμαντος δεν τους
+επίστευεν, είπον προσέτι ότι προσεφέροντο ως όμηροι· και ότι αν
+ίδωσιν ότι οι Έλληνες δεν νικώσι, να τους θανατώσωσιν. Ούτω
+λοιπόν στρέψαντες τα πλοία ο Αδείμαντος και οι άλλοι, ήλθον εις
+τον στόλον ότε πλέον το πράγμα είχε τελειώσει. Τοιαύτη φήμη
+επικρατεί περί αυτών μεταξύ των Αθηναίων. Οι Κορίνθιοι όμως δεν
+το δέχονται, αλλά βεβαιούσιν ότι έλαβον μέρος εις την ναυμαχίαν
+εν τοις πρώτοις. Μαρτυρεί δε τούτο υπέρ αυτών και η άλλη Ελλάς.
+
+95. Ο δε Αθηναίος Αριστείδης ο Λυσιμάχου τον οποίον ολίγον
+ανωτέρω ανέφερα ως άνδρα άριστον, ούτος εν τω περί την Σαλαμίνα
+γενομένω τούτω θορύβω έπραξε τα εξής. Παραλαβών πολλούς των
+οπλιτών τους οποίους είχον παρατάξει εις την ακτήν της
+Σαλαμινίας χώρας, και οίτινες ήσαν όλοι Αθηναίοι, τους
+απεβίβασεν εις την νήσον Ψυττάλειαν, και κατεφόνευσαν όλους
+τους εν τη νησίδι ταύτη Πέρσας.
+
+96. Αφού δε διελύθη η ναυμαχία, σύραντες οι Έλληνες εις την
+Σαλαμίνα όσα ναυάγια επέπλεον ακόμη, ήσαν έτοιμοι να
+συγκροτήσωσι και άλλην ναυμαχίαν, νομίζοντες ότι ο βασιλεύς θα
+κάμη ακόμη κανέν τόλμημα με τα περισωθέντα πλοία. Εν τούτοις
+φυσήσας ο ζέφυρος έφερε πολλά των ναυαγίων εις την
+παραθαλασσίαν της Αττικής την καλουμένην Κωλιάδα. Ώστε
+εξεπληρώθηοαν και όλοι οι άλλοι χρησμοί όσους είπον ο Βάκις και
+ο Μουσαίος περί της ναυμαχίας ταύτης και προσέτι ο εξής όστις
+προ πολλών ετών περί των ναυαγίων και του μέρους όπου έμελλον
+να ριφθώσιν εδόθη υπό του Αθηναίου Λυσιστράτου, ερμηνευτού των
+χρησμών. Αλλ' η έννοια του χρησμού τούτου ελάνθανεν όλους τους
+Έλληνας.
+
+_Αι Κωλιάδες γυναίκες θα ψήσωσι με ξύλα κωπίων·_ Όπερ και
+συνέβη μετά την αναχώρησιν του βασιλέως.
+
+97. Ο δε Ξέρξης, άμα είδε την γενομένην καταστροφήν, φοβηθείς
+μη τις των Ιώνων συμβουλεύση τους Έλληνας, ή αυτοί αφ' εαυτών
+νοήσωσι να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον και λύσωσι τας
+γεφύρας, και ούτω περικλεισθείς εις την Ευρώπην κινδυνεύση και
+απολεσθή, απεφάσισε να φύγη. Θέλων όμως να μη εννοήσωσι τούτο
+μήτε οι Έλληνες μήτε οι ιδικοί του, επειράθη να ρίψη γέφυραν
+μέχρι της Σαλαμίνος και προς τούτο συνέδεσε φορτηγά πλοιάρια
+Φοινικικά, διά να χρησιμεύσωσιν ως γέφυρα και τείχος· συγχρόνως
+δε έκαμνον ετοιμασίας πολεμικάς, ως να ήθελον να συγκροτήσωσι
+και άλλην ναυμαχίαν. Βλέποντες αυτόν πράττοντα ταύτα, πάντες
+μεν οι άλλοι ήσαν πεπεισμένοι ότι τωόντι είχε κατά νουν να
+μείνη εις την Αττικήν και να εξακολουθήση τον πόλεμον· τον
+Μαρδόνιον όμως ουδέν τούτων ελάνθανε, καθότι ήτο λίαν έμπειρος
+των διανοημάτων αυτού. Ταύτα πράττων ο Ξέρξης έπεμπε συγχρόνως
+εις την Περσίαν ταχυδρόμον διά να αναγγείλη την παρούσαν
+συμφοράν.
+
+98. Ουδέν ταχύτερον των ταχυδρόμων τούτων. Ιδού δε πώς η
+υπηρεσία των είναι ωργανωμένη· όσαι ημέραι πορείας είναι, εις
+τόσα μέρη ίστανται ίπποι και άνθρωποι απέχοντες αλλήλων κατά
+ημερήσια διαστήματα. Τούτους ούτε χιών, ούτε βροχή, ούτε καύμα,
+ούτε νυξ εμποδίζει να διατρέξωσι τάχιστα το ωρισμένον διάστημα.
+Αφού διανύσας ο πρώτος τον δρόμον του, δίδει την εντολήν εις
+τον δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον, και ούτως ακολούθως
+παραδιδομένη η εντολή διέρχεται από του ενός εις τον άλλον, ως
+η λαμπαδηφορία παρά τοις Έλλησι κατά την εορτήν του Ηφαίστου.
+Καλούσι δε οι Πέρσαι το δράμημα τούτο των ίππων αγγαρείαν.
+
+99. Η μεν πρώτη είδησις, ότι ο Ξέρξης εκυρίευσε τας Αθήνας,
+φθάσασα εις τα Σούσα τόσην χαράν επροξένησεν εις τους μείναντας
+εκεί Πέρσας, ώστε έστρωσαν όλας τας οδούς με μυρσίνας, έκαιον
+θυμιάματα, έκαμνον θυσίας και εώρταζον· η δε δευτέρα είδησις,
+φθάσασα κατόπιν, τοσούτον συνετάραξεν αυτούς, ώστε έσχισαν όλοι
+τα φορέματά των και παρεδόθησαν εις απλέτους θρήνους και
+οδυρμούς, κατακρίνοντες τον Μαρδόνιον. Έπραττον δε ούτω οι
+Πέρσαι ουχί τόσον διότι ελυπούντο διά τα πλοία, όσον διότι
+εφοβούντο διά την ζωήν αυτού του Ξέρξου.
+
+100. Το πένθος τούτο των Περσών εξηκολούθησε καθ' όλον τον
+μεταξύ χρόνον, μέχρις ου φθάσας ο Ξέρξης ησύχασεν αυτούς. Ο δε
+Μαρδόνιος, βλέπων τον Ξέρξην λυπούμενον πολύ διά την
+καταστροφήν του στόλου του και υποπτεύων ότι είχε σκοπόν να
+φύγη εκ των Αθηνών, εσκέφθη καθ' εαυτόν ότι θα τιμωρηθή διότι
+έπεισε τον βασιλέα να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, και
+επομένως ότι ήτο προτιμότερον αναδεχόμενος δεύτερον κίνδυνον ή
+να καθυποτάξη την Ελλάδα, ή να τελευτήση καλώς τον βίον
+επιχειρών μεγάλα έργα· περισσότερον όμως ήλπιζεν ότι θα υποτάξη
+την Ελλάδα. Ταύτα, λοιπόν σκεφθείς, είπε προς τον βασιλέα· «Μη
+λυπείσαι, δέσποτα, μήτε νόμιζε αυτό το οποίον συνέβη ως μεγάλην
+συμφοράν, καθότι ο αγών εις τον οποίον περιεπλέχθημεν δεν
+εξαρτάται ολόκληρος εκ των ξύλων των πλοίων, αλλ' εκ των ανδρών
+και των ίππων. Ουδείς θα τολμήση να σε εναντιωθή, ούτε εξ
+εκείνων οίτινες νομίζουσιν ότι κατώρθωσαν τα παν και οίτινες
+δεν θα εξέλθωσιν από τα πλοία των, ούτε κανείς κάτοικος της
+ηπείρου ταύτης. Όσοι ηντιώθησαν εις ημάς, ετιμωρήθησαν. Εάν
+λοιπόν εγκρίνης, ας επιχειρήσωμεν κατά της Πελοποννήσου αμέσως·
+εάν δε κρίνης να αναβάλωμεν, και τούτο δυνάμεθα να πράξωμεν. Μη
+δυσθύμει όμως, διότι δεν είναι δυνατόν να μη δώσωσιν οι Έλληνες
+λόγον δι' όσα έπραξαν τώρα και πρότερον, και να μη γίνωσι
+δούλοι σου. Λέγω λοιπόν τούτο να πράξωμεν προ παντός άλλου· εάν
+όμως θέλης να λάβης τον στρατόν και να αναχωρήσης, τότε έχω
+άλλην γνώμην να προβάλλω. Ω βασιλεύ, μη κάμης τους Πέρσας να
+γίνωσι καταγέλαστοι εις τους Έλληνας, καθότι δεν εβλάφθησαν εξ
+αιτίας των τα πράγματα, ούτε δύνασαι να είπης πού εφάνησαν
+άνανδροι. Εάν δε οι Φοίνικες ή οι Αιγύπτιοι, ή οι Κύπριοι, ή οι
+Κίλικες εφάνησαν δειλοί, οι Πέρσαι όμως δεν είναι υπεύθυνοι διά
+το δυστύχημα τούτο. Όθεν, επειδή οι Πέρσαι ουδόλως έπταισαν,
+άκουσον τούτο το οποίον θα σε είπω. Εάν απεφάσισες να μη
+παραμείνης εδώ, επίστρεψον εις τα βασίλειά σου λαβών το
+περισσότερον μέρος του στρατού· εγώ δε εκλέξας εξ όλου του
+στρατού τριακοσίας χιλιάδας ανδρών, θα σοι προσφέρω την Ελλάδα
+δεδουλωμένην.»
+
+101. Ο Ξέρξης ακούσας τούτο εχάρη και κατεθέλχθη, ως ήτο
+επόμενον ύστερον από τόσην καταστροφήν την οποίαν έπαθεν· είπε
+λοιπόν εις τον Μαρδόνιον ότι θα σκεφθή και θα τω ανακοινώση
+ποίαν εκ των δύο τούτων προτάσεων θα παραδεχθή. Ενώ δε
+συνεσκέπτετο μετά των Περσών τους οποίους συνεκάλεσεν, ενόμισεν
+εύλογον να προσκαλέση επίσης εις το συνέδριον τούτο την
+Αρτεμισίαν, ήτις τω εφαίνετο ότι εις τα προλαβόντα είχε δώσει
+φρονίμους συμβουλάς τι έπρεπε να πράξωσιν. Άμα λοιπόν ήλθεν η
+Αρτεμισία, διατάξας τους συμβούλους Πέρσας και τους δορυφόρους
+να αποχωρήσωσιν, είπε προς αυτήν τα εξής· «Ο Μαρδόνιος με
+παρακινεί να μείνω εδώ και να επιχειρήσω κατά της Πελοποννήσου,
+λέγων ότι οι Πέρσαι και ο πεζός στρατός δεν είναι αίτιοι της
+συμφοράς και ότι είναι πρόθυμοι να αποδείξωσι τούτο. Με
+παρακινεί λοιπόν ή τούτο να πράξω, ή να τον αφήσω να εκλέξη
+τριακοσίας χιλιάδας άνδρας και υπόσχεται να μοι παραδώση την
+Ελλάδα δεδουλωμένην, εγώ δε μετά του επιλοίπου στρατού να
+επιστρέψω εις τα βασίλειά μου. Συ λοιπόν ήτις σοφώς είχες
+προΐδει την έκβασιν της ναυμαχίας και με είχες συμβουλεύσει να
+μη την κάμω, συμβούλευσόν με και τώρα ποίον εκ των δύο είναι
+ωφελιμώτερον να πράξω.» Ο μεν Ξέρξης ταύτα συνεβουλεύετο.
+
+102. Η δε Αρτεμισία απεκρίθη τα εξής· «Δύσκολον είναι, ω
+βασιλεύ, να επιτύχω την καλλιτέραν γνώμην εις ταύτα τα οποία με
+ερωτάς· εν τούτοις, ως ήλθον τα πράγματα, νομίζω συμφέρον συ
+μεν να επιστρέψης οπίσω, τον δε Μαρδόνιον, εάν θέλη και
+υπόσχεται να πράξη ταύτα, να αφήσης εδώ με αυτούς τους οποίους
+ζητεί. Καθότι εάν μεν υποτάξη αυτοίς τους οποίους θέλει να
+υποτάξη και ευδοκιμήσωσιν οι σκοποί του, το έργον τούτο θα
+αποδοθή εις σε, ω βασιλεύ, διότι οι δούλοι σου θα κατορθώσωσιν
+αυτό· εάν δε τα πράγματα αποβώσιν άλλως ή όπως ελπίζει ο
+Μαρδόνιος, ουδεμία μεγάλη συμφορά γίνεται σού σωζομένου και του
+οίκου σου μη καταστρεφομένου, διότι ενόσω υπάρχεις συ και ο
+οίκος σου, πολλάκις πολλούς αγώνας θα διατρέξωσιν οι Έλληνες
+περί της σωτηρίας των. Όσον δ' αφορά τον Μαρδόνιον, εάν ούτος
+πάθη τι, ουδείς λόγος θα γίνη, καθότι οι Έλληνες δεν θα
+δοξασθώσι πολύ καταστρέφοντες ένα δούλον σου. Συ δε, αφού
+εξεπλήρωσες τον σκοπόν της εκστρατείες σου καύσας τας Αθήνας,
+δύνασαι να επιστρέψης.»
+
+103. Η συμβουλή αύτη ήρεσεν εις τον Ξέρξην, καθότι η Αρτεμισία
+επέτυχε να τω είπη ακριβώς όσα διενοήτο. Τωόντι, αν όλοι οι
+άνδρες και όλαι αι γυναίκες συνεβούλευον αυτόν να μείνη, νομίζω
+ότι δεν θα έμενε· τόσος φόβος τον είχε κυριεύσει. Όθεν
+επαινέσας την Αρτεμισίαν, την απέπεμψε και την επεφόρτισε να
+φέρη τους παίδας του εις την Έφεσον, καθότι τον ηκολούθουν
+νόθοι τινές παίδες του.
+
+104. Μετά των παίδων δε τούτων συνέπεμψε φύλακα τον Πηδασέα
+Ερμότιμον, όστις παρά τω βασιλεί κατείχε την πρώτην τάξιν
+μεταξύ των ευνούχων. Κατοικούσι δε οι Πηδασείς υπέρ την
+Αλικαρνασόν. Ιδού τι συμβαίνει εις τούτους τους Πηδασείς· όταν
+εις αυτούς η εις τους περί την πόλιν ταύτην κατοικούντας μέλλη
+εντός ολίγου να συμβή τι κακόν, τότε η αυτόθι ιέρεια της Αθηνάς
+καταβιβάζει μεγάλην γενειάδα. Τούτο δε συνέβη εις αυτούς δις
+ήδη.
+
+105. Εκ τούτων λοιπόν των Πηδασέων ήτο ο Ερμότιμος, όστις
+αδικηθείς υπό τινος εξεδικήθη σκληρότατα. Τούτον
+αιχμαλωτισθέντα υπό πολεμίων και πωληθέντα ηγόρασεν ο Χίος
+Πανιώνιος, όστις έζη πράττων ανοσιώτατα έργα. Οσάκις ηγόραζε
+παίδας ευειδείς, ευνούχιζεν αυτούς και τους επώλει αντί πολλών
+χρημάτων εις τας Σάρδεις και εις την Έφεσον, καθότι παρά τοις
+βαρβάροις οι ευνούχοι διά την πίστιν των είναι πολυτιμότεροι
+των μη ευνούχων. Όθεν και άλλους πολλούς ευνούχισεν ο Πανιώνιος
+διότι εκ τούτου έζη, και προσέτι τον Ερμότιμον. Αλλ' ο
+Ερμότιμος δεν υπήρξε καθ' όλα ατυχής· οι Σάρδιοι τον έπεμψαν
+μετ' άλλων δώρων εις τον βασιλέα και προϊόντος του χρόνου
+ετιμήθη υπό του Ξέρξου πλειότερον όλων των ευνούχων.
+
+106. Ότε δε ο βασιλεύς ων εις τας Σάρδεις εκίνει το Περσικόν
+στράτευμα κατά των Αθηνών, τότε ο Ερμότιμος, καταβάς δι'
+υπόθεσίν τινα εις την πόλιν της Μυσίας την οποίαν νέμονται οι
+Χίοι και ήτις καλείται Αταρνεύς, ευρίσκει εκεί τον Πανιώνιον.
+Γνωρίσας αυτόν, τω είπε πολλούς και φιλικούς λόγους· και πρώτον
+τω απηρίθμησε τα αγαθά τα οποία χάρις εις αυτόν απελάμβανεν,
+έπειτα δε τω υπεσχέθη αντί τούτων να τον τιμήση με άπειρα
+αγαθά, εάν έστεργε να έλθει μεθ' όλης της οικογενείας του εις
+τας Σάρδεις. Αφού δε ο Ερμότιμος τον έβαλεν εις χείρας πανοικί,
+τω είπεν· «Ω κάκιστε άνθρωπε, όστις ζης δι' έργων ανοσιωτάτων,
+τι κακόν σοι έκαμα εγώ ή των εμών τις, εις σε ή είς τινα των
+σων, ώστε αντί ανδρός με έκαμες να ήμαι μηδέν; Ενόμιζες ότι το
+έγκλημά σου ήθελε λανθάσει τους θεούς, οίτινες διά τας ανοσίας
+πράξεις σου δικαίως σ' έφεραν εις τας χείρας μου, ώστε δεν θα
+παραπονεθής λαμβάνων παρ' εμού την πρέπουσαν τιμωρίαν.» Αφού δε
+τον ωνείδισε τοιουτοτρόπως, έφερε τους παίδας του ενώπιόν του
+και ηνάγκασε τον Πανιώνιον να αποκόψη τα αιδοία των τεσσάρων
+παίδων του· ακολούθως οι παίδες ηναγκάσθησαν να αποκόψωσι τα
+αιδοία του πατρός των. Τοιουτοτρόπως ετιμώρησε τον Πανιώνιον ο
+Ερμότιμος.
+
+107. Ο δε Ξέρξης αφού ενεπιστεύθη τους παίδας του εις την
+Αρτεμισίαν να τους φέρη εις την Έφεσον, καλέσας τον Μαρδόνιον
+διέταξεν αυτόν να εκλέξη εκ του στρατού όσους ήθελε και να
+προσπαθήση να πραγματοποιήση τας υποσχέσεις του. Ταύτην μεν την
+ημέραν τόσον μόνον έγινε· την δε νύκτα, κατά διαταγήν του
+βασιλέως, οι στρατηγοί απήγαγον οπίσω τα πλοία εκ του Φαλήρου
+εις τον Ελλήσποντον όσον ηδύνατο ταχύτερον έκαστος διά να
+φυλάξωσι την διά πλοίων γέφυραν όθεν έμελλε να διέλθη ο
+βασιλεύς. Όταν οι βάρβαροι πλέοντες έφθασαν πλησίον του
+Ζωστήρος όπου μικραί τινες άκραι συνεχόμεναι με την ξηράν
+εξέχουσιν από την θαλασσαν, εξέλαβον αυτάς ως πλοία και έφυγον
+μακράν· μαθόντες δε τέλος ότι δεν ήσαν πλοία, αλλά βράχοι,
+ηνώθησαν πάλιν και εξακολούθησαν τον πλουν των.
+
+108. Άμα εγένετο ημέρα, βλέποντες οι Έλληνες τον πεζόν στρατόν
+ότι ίστατο εις τας θέσεις του, ήλπιζον ότι και τα πλοία ήσαν
+εις το Φάληρον, και νομίζοντες ότι θα ναυμαχήσωσιν, ητοιμάζοντο
+προς άμυναν. Μαθόντες όμως ότι ανεχώρησαν, αμέσως απεφάσισαν να
+τα καταδιώξωσιν· αλλά δεν απήντησαν αυτά, μολονότι έπλευσαν
+μέχρι της Άνδρου. Εκεί δε φθάσαντες συνεκρότησαν συμβούλιον.
+Και ο μεν Θεμιστοκλής έδιδε γνώμην να πλεύσωσι διά των νήσων,
+και διώκοντες τα πλοία να έλθωσι κατ' ευθείαν εις τον
+Ελλήσποντον διά να λύσωσι τας γεφύρας· ο δε Ευρυβιάδης υπέβαλε
+γνώμην εναντίαν ταύτης, λέγων ότι εάν λύσωσι τας γεφύρας, τούτο
+ήθελεν είσθαι το μέγιστον αδίκημα το οποίον οι ίδιοι ηδύναντο
+να πράξωσιν εις την Ελλάδα. Διότι εάν ο Πέρσης αποκλεισθείς
+αναγκασθή να μένη εις την Ευρώπην, βεβαίως δεν θα κάθηται
+ήσυχος, καθότι η απραξία ήθελε καταστρέψει τας υποθέσεις του,
+ήθελε τω αφαιρέσει την ελπίδα της επιστροφής και ήθελε
+διαφθείρει τον στρατόν του εκ της πείνης. Θα κινήται λοιπόν,
+και είναι ακόμη αρκετά ισχυρός, ώστε να υποτάξη την Ευρώπην
+όλην, πόλιν προς πόλιν, έθνος προς έθνος, είτε κυριεύων αυτάς,
+είτε συμβιβαζόμενος μετ' αυτών. Τότε δε θα έχη και τροφήν τον
+ετήσιον καρπόν των Ελλήνων. Τώρα όμως επειδή ενικήθη εις την
+ναυμαχίαν, βεβαίως δεν θα μείνη εις την Ευρώπην, και πρέπει να
+τον αφήσωσι να φύγη, μέχρις ου φεύγων φθάση εις το βασίλειόν
+του. Διά να επιτύχωσι δε το αποτέλεσμα τούτο τους συνεβούλευε
+ν' αφιερώσωσιν όλους των τους αγώνας. Ταύτην την γνώμην του
+Ευρυβιάδου ενέκρινον και οι στρατηγοί των άλλων Πελοποννησίων.
+
+109. Όταν ο Θεμιστοκλής είδεν ότι δεν θα πείση τουλάχιστον τους
+περισσοτέρους να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, μετέβαλε
+σχέδιον και απέτεινε τον ακόλουθον λόγον προς τους Αθηναίους
+οίτινες ηγανάκτουν επί τη ιδέα να αφήσωσι τον εχθρόν να
+διαφύγη, και οίτινες ήσαν έτοιμοι να πλεύσωσιν εις τον
+Ελλήσποντον, χωριζόμενοι από τους άλλους, αν δεν ήθελον να τους
+ακολουθήσωσι. «Και εκ πείρας γνωρίζω και πολλάκις ήκουσα να
+λέγωσιν ότι άνθρωποι περιελθόντες εις απελπισίαν, αφού
+ενικήθησαν, επολέμησαν εκ δευτέρου και ηνώρθωσαν την
+προλαβούσαν ζημίαν. Όθεν και ημείς, αφού κατ' ευτυχίαν
+ανέλπιστον εσώσαμεν ημάς αυτούς και την Ελλάδα, απωθήσαντες
+τόσον νέφος ανθρώπων, ας μη καταδιώξωμεν ανθρώπους φεύγοντας.
+Δεν κατωρθώσαμεν ημείς ταύτα, αλλ' οι θεοί και οι ήρωες,
+οίτινες εφθόνησαν διότι είς άνθρωπος ηθέλησε να βασιλεύση επί
+της Ασίας και της Ευρώπης, άνθρωπος ανόσιος και σκληρός, όστις
+δεν κάμνει διάκρισιν μεταξύ των ιερών πραγμάτων και των
+ιδιωτικών, καίων και κρημνίζων τα αγάλματα των θεών, μαστιγών
+την θάλασσαν και ρίπτων εις αυτήν πέδας. Τώρα λοιπόν ότε τα
+πράγματά μας εβελτιώθησαν, ας μείνωμεν εις την Ελλάδα, ας
+φροντίσωμεν περί ημών και των οικογενειών μας, ας κτίσωμεν
+πάλιν τας οικίας μας, ας σπείρωμεν τους αγρούς μας, αφού
+απεδιώξαμεν ολοτελώς τον βάρβαρον. Άμα δε τω έαρι ας πλεύσωμεν
+εις τον Ελλήσποντον και εις την Ιωνίαν.» Έλεγε δε ταύτα θέλων
+να αποταμιεύση υποχρέωσιν εις τον Πέρσην, ώστε εάν ποτέ τω
+συμβή τι εκ μέρους των Αθηναίων, να εύρη καταφύγιον· όπερ και
+εγένετο.
+
+110. Και ο μεν Θεμιστοκλής ταύτα λέγων ηπάτα τους Αθηναίους·
+εκείνοι όμως επείσθησαν· καθότι, επειδή και πρότερον
+νομιζόμενος σοφός άνθρωπος, εφάνη τωόντι με νουν και εύβουλος,
+ανυπόπτως ήσαν πρόθυμοι να πείθωνται εις όσα έλεγεν. Άμα δε
+εβεβαιώθη ότι επείσθησαν, εξέπεμψε με πλοιάριον ανθρώπους προς
+ους είχε πάσαν πίστιν, έστω και αν υποβληθώσιν εις τας
+σκληροτέρας βασάνους, ότι θα φυλάξωσι μυστικά όσα τοις
+παρήγγειλε να είπωσιν εις τον βασιλέα· μετ' αυτών δε ήτο πάλιν
+και ο δούλος του Σίκινος. Φθάσαντες ούτοι εις την Αττικήν
+έμειναν εις το πλοιάριον, πλην του Σικίννου, όστις αναβάς προς
+τον Ξέρξην είπε τα εξής· «Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους,
+στρατηγός των Αθηναίων, και εκ των συμμάχων όλων ο ανδρειότατος
+και σοφώτατος, με πέμπει να σε είπω ότι, επιθυμών να σοι φανή
+χρήσιμος, εμπόδισε τους Έλληνας, οίτινες ήθελον να καταδιώξωσι
+τα πλοία σου και να λύσωσι τας γεφύρας του Ελλησπόντου. Τώρα
+λοιπόν αναχώρησον με την ησυχίαν σου.» Οι μεν απεσταλμένοι
+ταύτα ειπόντες, απέπλευσαν οπίσω.
+
+111. Οι δε Έλληνες αφού απεφάσισαν μήτε να καταδιώξωσι
+περισσότερον τα πλοία μήτε να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον διά
+να λύσωσι τας γεφύρας, επολιόρκησαν την Άνδρον θέλοντες να την
+κυριεύσωσι καθότι πρώτοι εκ των νησιωτών οι Άνδριοι, ζητήσαντος
+χρήματα του Θεμιστοκλέους, δεν έδοσαν. «Οι Αθηναίοι, είπεν ο
+Θεμιστοκλής, ήλθον έχοντες μεθ' εαυτών δύο μεγάλας θεάς, την
+Πειθώ και την Ανάγκην· πρέπει λοιπόν αφεύκτως να τοις δώσετε
+χρήματα.» Οι Άνδριοι απεκρίθησαν εις ταύτα λέγοντες· «Μετά
+λόγου αι Αθήναι είναι μεγάλαι και ευδαίμονες αφού τοιαύται
+καλαί θεαί κατοικούσιν εις αυτάς. Εξ εναντίας οι Άνδριοι έχουσι
+γην πτωχοτάτην, και δύο άχρηστοι θεαί δεν αφίνουσι την νήσον
+των ποτέ, αλλά θέλουν να κατοικώσι πάντοτε εκεί, η Πενία και η
+Αμηχανία. Τοιαύτας έχοντες θεάς δεν δίδομεν τίποτε, διότι
+ουδέποτε η δύναμις των Αθηναίων θα γίνη ανωτέρα της ημετέρας
+αδυναμίας.» Ούτοι λοιπόν ταύτα αποκριθέντες και μη δόντες
+χρήματα επολιορκούντο.
+
+112. Ο δε Θεμιστοκλής (όστις δεν έπαυε πλεονεκτών) πέμπων εις
+τας άλλας νήσους λόγους απειλητικούς εζήτει χρήματα,
+επαναλαμβάνων διά των μηνυτών τους αυτούς λόγους τους οποίους
+μετεχειρίσθη προς τους Ανδρίους και λέγων ότι αν δεν δώσωσιν
+ό,τι ζητεί, θα κινήση κατ' αυτών τον Ελληνικόν στρατόν και θα
+τους κυριεύση διά πολιορκίας. Ταύτα λοιπόν λέγων συνέλεγε
+χρήματα πολλά παρά των Καρυστίων και των Παρίων, οίτινες
+ακούοντες ότι η Άνδρος επολιορκείτο διότι εμήδισε και ο
+Θεμιστοκλής απελάμβανεν υπόληψιν μεγαλειτέραν από όλους τους
+στρατηγούς, ταύτα φοβηθέντες έπεμπον χρήματα. Εάν έδοσαν
+χρήματα και άλλοι νησιώται, δεν δύναμαι να το βεβαιώσω· αλλά
+νομίζω ότι και άλλοι έδοσαν, και όχι μόνον αυτοί. Και όμως οι
+Καρύστιοι δεν απέφυγον τας συμφοράς· οι δε Πάριοι, εξιλεώσαντες
+τον Θεμιστοκλέα διά χρημάτων, απέφυγον να έλθη ο Ελληνικός
+στόλος εις την νήσον των. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν διαμένων εις την
+Άνδρον συνέλεγε χρήματα παρά των νησιωτών, εν αγνοία των άλλων
+στρατηγών.
+
+113. Ο δε Ξέρξης μετά του στρατού, περιμείνας ολίγας ημέρας
+μετά την ναυμαχίαν, επέστρεψεν εις την Βοιωτίαν διά της αυτού
+οδού. Τον ηκολούθησε δε και ο Μαρδόνιος, κρίνας άμα μεν ότι
+ώφειλε να προπέμψη τον βασιλέα, άμα δε ότι η ώρα του έτους δεν
+ήτο πλέον αρμοδία διά να πολεμήση. Απεφάσισε λοιπόν να
+διαχειμάση εις την Θεσσαλίαν και έπειτα άμα τω έαρι να
+στρατεύση κατά της Πελοποννήσου. Όταν έφθασαν εις την
+Θεσσαλίαν, εκεί εξελέξατο ο Μαρδόνιος εκ των Περσών πρώτον μεν
+όλους τους καλουμένους αθανάτους, πλην του στρατηγού αυτών
+Υδάρνους, καθότι ούτος είπεν ότι δεν ήθελε να αφήση τον
+βασιλέα· έπειτα τους θωρακοφόρους και τους χιλίους ιππείς·
+προσέτι δε τους Μήδους, τους Σάκας, τους Βακτηρίους, τους
+Ινδούς, πεζόν και ιππικόν. Ταύτα μεν τα έθνη έλαβεν ολόκληρα·
+εκ δε των άλλων συμμάχων έλαβεν ολίγους, εκλέξας τους έχοντας
+ανάστημα καλόν και όσους ήξευρεν ότι διεκρίθησαν διά τινος
+κατορθώματος. Την πρώτην τάξιν κατείχον οι πλείστοι των Περσών,
+όσοι εφόρουν περιδέραια και ψέλια· μετά τούτους ήσαν οι Μήδοι.
+Ούτοι κατά μεν το πλήθος, δεν ήσαν ολιγώτεροι των Περσών, κατά
+δε την ανδρίαν ήσαν κατώτεροι· ώστε σύμπαντες, μετά των ιππέων,
+εγένοντο τριάκοντα μυριάδες.
+
+114. Καθ' ον χρόνον ο Μαρδόνιος εχώριζε τον στρατόν και ο
+Ξέρξης ήτο ακόμη εις την Θεσσαλίαν, ήλθεν εις τους
+Λακεδαιμονίους χρησμός εκ Δελφών, να ζητήσωσιν ικανοποίησιν από
+τον Ξέρξην διά τον φόνον του Λεωνίδου και να δεχθώσιν ό,τι
+ήθελε τοις δώσει. Πέμπουσι λοιπόν άνευ αναβολής κήρυκα οι
+Σπαρτιάται, όστις προφθάσας όλον τον στρατόν όντα ακόμη εις την
+Θεσσαλίαν, παρουσιάσθη εις τον Ξέρξην και είπε τα εξής·
+«Βασιλεύ των Μήδων, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Ηρακλείδαι της
+Σπάρτης ζητούσι παρά σου ικανοποίησιν ενός φόνου, διότι
+απέκτεινας τον βασιλέα των πολεμούντα υπέρ της Ελλάδος.» Ο δε
+Ξέρξης γελάσας και μετά τινα χρόνον δείξας τον Μαρδόνιον (όστις
+έτυχε να ίσταται πλησίον του) είπεν· «Ο Μαρδόνιος λοιπόν ούτος
+θα δώση ικανοποίησιν τοιαύτην οία πρέπει εις τους
+Λακεδαιμονίους.» Ο μεν κήρυξ δεχθείς το ρηθέν ανεχώρησεν.
+
+115. Ο δε Ξέρξης, αφήσας τον Μαρδόνιον εις την Θεσσαλίαν,
+διευθύνθη ταχέως εις τον Ελλήσποντον, και έφθασεν εις το στενόν
+της διαβάσεως εις τεσσαράκοντα πέντε ημέρας, μη φέρων οπίσω,
+ούτως ειπείν, ουδέν μέρος του στρατού· καθότι πανταχού όθεν
+διέβαινον και εις οιονδήποτε έθνος έφθανον οδοιπορούντες οι
+Πέρσαι, έζων αρπάζοντες τους καρπούς. Εάν δεν εύρισκον καρπούς,
+έτρωγον την χλόην της γης, τον φλοιόν και τα φύλλα των ημέρων
+και των αγρίων δένδρων, και δεν άφινον τίποτε. Ταύτα δε
+έπραττον ένεκα του λιμού· συγχρόνως ενέσκηψεν εις τον στρατόν
+λοιμός και δυσεντερία και διέφθειρον αυτόν καθ' οδόν. Ο
+βασιλεύς άφινεν οπίσω τους νοσούντας, διατάσσων τας πόλεις διά
+των οποίων διήρχετο να επιμελώνται και να τρέφωσιν αυτούς.
+Άφησε δε τινάς μεν εις την Θεσσαλίαν, άλλους δε εις την Σίριν
+της Παιονίας και άλλους εις την Μακεδονίαν, όπου δεν εύρε πλέον
+το ιερόν άρμα του Διός το οποίον είχεν αφήσει εκεί καθ' ην
+στιγμήν έμελλε να εισβάλη εις την Ελλάδα, καθότι οι Παίονες το
+είχον δώσει εις τους Θράκας· ότε δε το εζήτησεν ο Ξέρξης,
+απεκρίθησαν ότι οι άνω Θράκες, οι κατοικούντες περί τας πηγάς
+του Στρυμόνος, ήρπασαν τας ίππους ενώ έβοσκον.
+
+116. Τότε και ο βασιλεύς των Βισαλτών και της Κρηστωνικής γης,
+Θραξ τα γένος, έπραξεν έργον υπέρ φύσιν. Ούτος ου μόνον είχε
+δηλώσει ότι εκουσίως ποτέ δεν θα γίνη δούλος του Ξέρξου και
+έφυγεν επάνω εις το όρος Ροδόπην, αλλά και τους υιούς του
+διέταξε να μη στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος. Ούτοι όμως είτε
+αψηφήσαντες τους λόγους του, είτε απλώς επιθυμούντες να γίνωσι
+θεαταί του πολέμου, συνεξεστράτευσαν μετά του Πέρσου. Ότε δε
+επέστρεψαν όλοι αβλαβείς, έξ όντες, ο πατήρ εξώρυξε τους
+οφθαλμούς των διά την αιτίαν ταύτην. Και ούτοι μεν τούτον τον
+μισθόν έλαβον.
+
+117. Οι δε Πέρσαι, ότε κινήσαντες από την Θράκην έφθασαν εις
+τον Ελλήσποντον, διέβησαν ταχέως μετά των πλοίων εις την
+Άβυδον· καθότι αι γέφυραι δεν υπήρχον πλέον, διαλυθείσαι υπό
+της τρικυμίας. Εκεί κρατούμενοι εύρισκον τροφάς περισσοτέρας ή
+καθ' οδόν· τρώγοντες δε αμέτρως και πίνοντες άλλα ύδατα,
+απέθνησκον πολλοί εκ του εναπομείναντος στρατού. Οι λοιποί,
+μετά του Ξέρξου, έφθασαν εις τας Σάρδεις.
+
+118. Λέγεται προς τούτοις, και το εξής. Ότε ο Ξέρξης αναχωρήσας
+εξ Αθηνών έφθασεν εις την Ηιόνα την παρά τας όχθας του
+Στρυμόνος, εκείθεν πλέον δεν επορεύετο διά ξηράς, αλλά τον μεν
+στρατόν παρέδωκεν εις τον Υδάρνη διά να τον φέρη εις τον
+Ελλήσποντον, αυτός δε επιβάς επί πλοίου Φοινικικού εκομίζετο
+εις την Ασίαν. Ενώ δε έπλεε, κατέλαβεν αυτόν άνεμος Στρυμωνίας
+σφοδρός και κυματίας· επειδή δε το πλοίον ήτο υπερβεβαρημένον
+και επί του καταστρώματος ήσαν πολλοί Πέρσαι μετά του Ξέρξου
+κομιζόμενοι, η δε τρικυμία εγίνετο βιαιοτέρα, τότε ο βασιλεύς
+φοβηθείς εβόησε και ηρώτησε τον κυβερνήτην εάν υπάρχη μέσον τι
+σωτηρίας. Εκείνος δε απεκρίθη· «Δέσποτα, δεν υπάρχει κανέν,
+εκτός εάν γίνη ελάφρωσις εκ των πολλών τούτων επιβατών.» Ο
+Ξέρξης άκουσας ταύτα λέγεται ότι είπεν· «Ω Πέρσαι, ας δείξη
+τώρα έκαστος υμών ότι αγαπά τον βασιλέα· καθότι φαίνεται ότι η
+σωτηρία μου εξαρτάται από υμάς.» Και ούτος μεν ταύτα είπεν, οι
+δε Πέρσαι προσκυνούντες έπιπτον εις την θάλασσαν και
+τοιουτοτρόπως ανακουφισθέν το πλοίον, εσώθη και έφθασεν εις την
+Ασίαν. Άμα δε απέβη ο Ξέρξης εις την ξηράν, έπραξε το εξής·
+επειδή ο κυβερνήτης έσωσε την ζωήν του βασιλέως, τον εβράβευσε
+με χρυσούν στέφανον· επειδή δε απώλεσε πολλούς των Περσών,
+διέταξε να κόψωσι την κεφαλήν του.
+
+119. Ο λόγος ούτος περί της επιστροφής του Ξέρξου ουδόλως
+φαίνεται εις εμέ πιστευτός, ούτε ως προς τα άλλα ούτε ως προς
+το πάθημα των Περσών. Τωόντι, αν ο κυβερνήτης είπε ταύτα προς
+τον Ξέρξην, πάλιν δύναταί τις να στοιχηματίση μύρια προς έν ότι
+ο βασιλεύς δεν ήθελε πράξει αυτό το οποίον λέγουσιν ότι
+έπραξεν, αλλά θα διέταττε τους όντας επί του καταστρώματος να
+καταβώσιν εις το κοίλωμα του πλοίου. Οι άνδρες ούτοι ήσαν
+Πέρσαι και εκ των πρώτων μάλιστα. Ηδύνατο λοιπόν να λάβη εκ των
+κωπηλατών, οίτινες ήσαν όλοι Φοίνικες, και να ρίψη εις την
+θάλασσαν τόσους όσοι ήσαν οι ριφθέντες Πέρσαι. Αλλ' ο βασιλεύς,
+ως είπον ανωτέρω, ηκολούθησε την αυτήν οδόν μετά του λοιπού
+στρατού και επέστρεψεν εις την Ασίαν.
+
+120. Μαρτύριον δε τούτου μέγα είναι και το εξής. Γνωστόν ότι
+κατά την επιστροφήν του ο Ξέρξης ήλθεν εις τα Άβδηρα και
+συνέδεσε μετά των Αβδηριτών ξενίαν, χαρίσας εις αυτούς ακινάκην
+χρυσούν και τιάραν χρυσόπαστον. Ως λέγουσι δε αυτοί οι
+Αβδηρίται, όπερ όμως εγώ ουδόλως πιστεύω, εκεί πρώτον από της
+εξ Αθηνών αναχωρήσεώς του έλυσε την ζώνην του, ως ων πλέον
+εκτός κινδύνου. Τα δε Άβδηρα κείνται μάλλον προς τον
+Ελλήσποντον ή προς τον Στρυμόνα και την Ηιόνα, όθεν οι άλλοι
+αξιούσιν ότι εισήλθεν εις το πλοίον.
+
+121. Οι δε Έλληνες, επειδή δεν ηδυνήθησαν να κυριεύσωσι την
+Άνδρον, τραπέντες προς την Κάρυστον και δηώσαντες την χώραν
+αυτή, επέστρεψαν εις την Σαλαμίνα. Εκεί πρώτον μεν έθεσαν κατά
+μέρος διά τους θεούς, πλην των άλλων ακροθινίων, τρεις τριήρεις
+Φοινίσσας· την μεν διά να αφιερωθή εις τον Ισθμόν, ήτις και
+μέχρι των ημερών μου υπάρχει, την άλλην εις το Σούνιον, και την
+άλλην εκεί εις την Σαλαμίνα προς τιμήν του Αίαντος. Μετά ταύτα
+εμοίρασαν τα λάφυρα και έπεμψαν εις τους Δελφούς τα ακροθίνια,
+εξ ων κατεσκευάσθη δωδεκάπηχυς ανδριάς κρατών εις την χείρα το
+έμπροσθεν μέρος πρώρας πλοίου. Είναι δε εστημένος ο ανδριάς
+ούτος πλησίον του χρυσού ανδριάντος του Μακεδόνος Αλεξάνδρου.
+
+122. Πέμψαντες δε οι Έλληνες ακροθίνια εις τους Δελφούς, ηρώτων
+κοινώς όλοι τον θεόν εάν έλαβε πλήρη και αρεστά ακροθίνια. Ο δε
+θεός απεκρίθη ότι από μεν τους άλλους Έλληνας έλαβεν, από δε
+τους Αιγινήτας όχι, και εζήτη παρ' αυτών ιδιαίτερα ακροθίνια
+διά τα αριστεία της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας. Οι Αιγινήται
+ακούσαντες τούτο αφιέρωσαν τρεις αστέρας χρυσούς οίτινες εισίν
+εστημένοι επί χαλκίνου ιστού, εις την γωνίαν όπου πολύ πλησίον
+είναι ο κρατήρ του Κροίσου.
+
+123. Μετά την διανομήν των λαφύρων οι Έλληνες έπλευσαν εις τον
+Ισθμόν διά να δώσωσιν αριστεία εις εκείνον όστις εκ των Ελλήνων
+εφάνη αξιώτατος εις τον πόλεμον εκείνον. Άμα έφθασαν εκεί
+εμοιράσθησαν οι στρατηγοί τας ψήφους επί του βωμού του
+Ποσειδώνος, διά να υποδείξωσι ποίον εξ όλων κρίνουσι πρώτον και
+ποίον δεύτερον. Τότε έκαστος αυτών έδωκε την πρώτην ψήφον εις
+εαυτόν, κρίνων ότι αυτός εφάνη άριστος· διά δε τα δευτερεία οι
+περισσότεροι συνεφώνησαν κρίναντες ότι ανήκουσιν εις τον
+Θεμιστοκλέα. Ώστε οι μεν άλλοι είχον μίαν ψήφον έκαστος υπέρ
+εαυτού, ο δε Θεμιστοκλής εις τα δευτερεία υπερέβαινε πολύ.
+
+124. Μολονότι δε οι Έλληνες εκ φθόνου δεν ηθέλησαν να λύσωσι το
+περί πρωτείων ζήτημα, αλλ' επέστρεψαν εις τας πατρίδας των
+χωρίς να το κρίνωσιν, ο Θεμιστοκλής όμως εφημίσθη ανά πάσαν την
+Ελλάδα και εδοξάσθη ως άνθρωπος σοφώτατος πάντων των Ελλήνων.
+Επειδή δε εκείνοι οίτινες εναυμάχησαν μετ' αυτού εις την
+Σαλαμίνα ηρνήθησαν να τον τιμήσωσι μετά την νίκην, μετέβη
+αμέσως εις την Λακεδαίμονα θέλων να τιμηθή. Οι δε Λακεδαιμόνιοι
+τον υπεδέχθησαν καλώς και τον ετίμησαν πολύ. Προσέτι έδοσαν εις
+μεν τον Ευρυβιάδην το βραβείον της ανδρίας, στέφανον ελαίας·
+εις δε τον Θεμιστοκλέα το βραβείον της σοφίας και της
+δεξιότητος, ομοίως στέφανον ελαίας. Τω εδώρησαν δε και άρμα, το
+κάλλιστον των εν Σπάρτη υπαρχόντων. Επαινέσαντες δε αυτόν πολύ,
+τον προέπεμψαν αναχωρούντα, τριακόσιοι λογάδες Σπαρτιάται,
+οίτινες καλούνται ιππείς, μέχρι των Τενεατικών ορίων. Εις αυτόν
+μόνον, από όσους άνθρωπους ημείς ηξεύρομεν, οι Σπαρτιάται έκαμον
+τοιαύτην πομπήν.
+
+125. Όταν εκ της Λακεδαίμονος επέστρεψεν εις τας Αθήνας, ο
+Αφιδναίος Τιμόδημος, είς μεν των εχθρών του Θεμιστοκλέους, ουχί
+όμως εκ των επιφανών ανδρών, έξω φρενών υπό φθόνου, κατηγόρησε
+τον Θεμιστοκλέα μεμφόμενος αυτόν διά την εις Λακεδαίμονα
+μετάβασίν του και λέγων ότι αι τιμαί τας οποίας έλαβεν εδόθησαν
+διά τας Αθήνας και όχι διά την ατομικήν του αξίαν. Ο δε
+Θεμιστοκλής, επειδή δεν έπαυε να λέγη ταύτα ο Τιμόδημος, είπεν·
+«Ούτως έχει το πράγμα· ούτε εγώ αν ήμην Βελβινίτης ήθελον
+τιμηθή τόσον υπό των Σπαρτιατών, ούτε συ, ω άνθρωπε, αν ήσο
+Αθηναίος.» Και αύτη μεν η έρις μέχρι τούτου του σημείου
+εσταμάτησεν.
+
+126. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και πρότερον ήτο
+επιφανής μεταξύ των Περσών, από δε της εν Πλαταιαίς μάχης
+εγένετο έτι μάλλον διάσημος, προέπεμψε τον βασιλέα μέχρι του
+Ελλησπόντου, έχων εξήκοντα χιλιάδας εκ του στρατού τον οποίον
+είχεν εκλέξει ο Μαρδόνιος. Αφού ο βασιλεύς διέβη εις την Ασίαν,
+ο Αρτάβαζος επέστρεψεν οπίσω· διερχόμενος δε πλησίον της
+Παλλήνης εσκέφθη ότι επειδή ο Μαρδόνιος διεχείμαζεν εις την
+Θεσσαλίαν και την Μακεδονίαν, δεν ήτο καμμία βία να φθάση αυτός
+ταχέως εις το άλλο στρατόπεδον και εθεώρησεν ανάξιον εαυτού να
+μη ωφεληθή εκ της γειτνιάσεως διά να εξανδραποδίση τους
+αποστατήσαντας Ποτιδαιάτας· καθότι οι Ποτιδαιάται, άμα ο
+βασιλεύς διέβη εκείθεν και ο ναυτικός στρατός των Περσών
+ενικήθη και έφυγεν εκ της Σαλαμίνος, απεστάτησαν αναφανδόν από
+τους βαρβάρους· μετ' αυτούς δε απεστάτησαν και οι άλλοι
+κάτοικοι της Παλλήνης.
+
+127. Ο Αρτάβαζος λοιπόν επολιόρκησε την Ποτίδαιαν. Υποπτεύσας
+δε και τους Ολυνθίους ότι ήθελον ν' αποστατήσωσιν από τον
+βασιλέα, επολιόρκησε και τούτους. Είχον δε την Όλυνθον οι εκ
+του Θερμαίου κόλπου εκδιωχθέντες υπό των Μακεδόνων Βοττιαίοι.
+Αφού δε τους εκυρίευσε πολιορκών, τους μεν κατοίκους εξαγαγών
+κατέσφαξεν εις λίμνην τινα, την δε πόλιν παρέδωκεν εις τους
+Χαλκιδείς, ονομάσας επίτροπον αυτής τον Τορωναίον Κριτόβουλον.
+Τοιουτοτρόπως την Όλυνθον κατέλαβον Χαλκιδείς.
+
+128. Μετά την άλωσιν της πόλεως ταύτης ο Αρτάβαζος έστρεψε τας
+δυνάμεις του προς την Ποτίδαιαν· ενώ δε επολιόρκει αυτήν
+στενώς, ο στρατηγός των Σκιωναίων Τιμόξενος συνεφώνησε μετ'
+αυτού να τω την παραδώση. Πώς ήρχισεν η συνεννόησις αύτη, δεν
+ηξεύρω να είπω, διότι δεν αναφέρεται τίποτε, το τέλος όμως της
+συνεννοήσεως ήτο τοιούτο. Ότε ο Τιμόξενος ήθελε να ειδοποιήση
+περί τινος τον Αρτάβαζον, ή ο Αρτάβαζος τον Τιμόξενον,
+γράφοντες ετύλισσον την επιστολήν περί τας γλυφίδας βέλους, και
+έπειτα θέτοντες πτερόν, ετόξευον εις ωρισμένον μέρος.
+Ανεκαλύφθη δε ο Τιμόξενος ότι επρόδιδε την Ποτίδαιαν ούτω.
+Τοξεύσας ο Αράβαζος ημέραν τινά εις το συμπεφωνημένο μέρος,
+απέτυχε του σκοπού και το βέλος εκτύπησεν εις τον ώμον
+Ποτιδαιάτην τινά· τούτον κτυπηθέντα περιεκύκλωσαν πολλοί, ως
+γίνεται τούτο συνήθως εις τον πόλεμον, οίτινες εξαγαγόντες το
+βέλος και ευρόντες το γράμμα, έφερον αυτό εις τους στρατηγούς,
+μετά των οποίων ευρίσκετο κατ' εκείνην την στιγμήν επικουρία εξ
+άλλων Παλληναίων. Οι δε στρατηγοί αναγνώσαντες το γράμμα έμαθον
+τον αίτιον της προδοσίας, πλην δεν έκρινον καλόν να ενάξωσι
+τον Τιμόξενον ως προδότην, χαριζόμενοι εις την πόλιν Σκιώνην,
+μήπως εις τον μετέπειτα χρόνον νομίζονται οι κάτοικοι αυτής
+πάντοτε προδόται. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως εφανερώθη.
+
+129. Τρεις μήνες δε είχον παρέλθει αφότου ο Αρτάβαζος
+επολιόρκει την Ποτίδαιαν, και μεγάλη άμπωτις εγένετο της
+θαλάσσης ήτις διήρκεσε πολύν χρόνον. Ιδόντες δε οι βάρβαροι ότι
+το πέραμα ήτο διαβατόν, εκίνησαν διά την Παλλήνην. Είχον δε
+διανύσει τα δύο πέμπτα της οδοιπορίας και έμενον ακόμη τρία διά
+να εισέλθωσιν εις την πόλιν, όταν επλημμύρησε πάλιν η θάλασσα
+τόσον, όσον ουδέποτε κατά το λέγειν των επιχωρίων, μολονότι
+πολλάκις εγένοντο τοιαύται πλημμύραι. Όσοι λοιπόν εκ των
+βαρβάρων δεν ήξευρον να κολυμβώσιν, επνίγησαν· εκείνοι δε
+οίτινες ήξευραν εφονεύθησαν υπό των Ποτιδαιατών, οίτινες
+ήρχοντο με πλοιάρια και τους εφόνευον. Λέγουσι δε οι
+Ποτιδαιάται ότι αιτία της αμπώτιδος, της πλημμυρίδος και της
+φθοράς των Περσών ήτο η εξής· ότι αυτοί οίτινες επνίγησαν είχον
+βεβηλώσει εις το προάστειον της πόλεως ταύτης τον ναόν και το
+άγαλμα του Ποσειδώνος. Αποδίδοντες εις το γεγονός τούτο
+τοιαύτην αιτίαν, με φαίνεται ότι λέγουσιν ορθώς. Τους δε
+περισωθέντας έλαβεν ο Αρτάβαζος και τους έφερεν εις την
+Θεσσαλίαν προς τον Μαρδόνιον. Τοιαύτη υπήρξεν η τύχη των
+προπεμψάντων τον βασιλέα.
+
+130. Ο δε περισωθείς στόλος του Ξέρξου, αφού έφθασεν εις την
+Ασίαν φυγών εκ της Σαλαμίνος, και διεπόρθμευσε τον Βασιλέα και
+τον στρατόν εκ της Χερσονήσου εις την Άβυδον, διεχείμασεν εις
+την Κύμην. Άμα δε τη επανόδω του έαρος, συνηθροίσθη εις την
+Σάμον, όπου μάλιστα πλοία τινά, είχον διαχειμάσει. Εις ταύτα οι
+πλειότεροι πολεμισταί ήσαν Πέρσαι και Μήδοι· και στρατηγοί
+διωρίσθησαν ο Μαρδόνιος του Βαγαίου και ο Αρταΰντης του
+Αρταχαίου, έχοντες συνάρχοντα και τον Ιθαμίτρην ανεψιόν του
+Αρταΰντου, τον οποίον αυτός ο ίδιος προσέλαβεν. Επειδή δε είχον
+πάθει καιρίως, δεν επροχώρησαν περισσότερον προς δυσμάς, αλλά
+μένοντας εις την Σάμον με τριακόσια πλοία, συμπεριλαμβανομένων
+και των Ιωνικών, εφύλαττον την Ιωνίαν μήπως αποστατήσει. Ποτέ
+δεν ήλπιζον ότι οι Έλληνες θα έλθωσιν εις την Ιωνίαν, αλλ' ότι
+θα αρκεσθώσι να φυλάττωσι τα μέρη των, εικάζοντες τούτο ότι
+φεύγοντας εκ της Σαλαμίνος δεν κατεδίωξαν αυτούς, αλλ' άσμενοι
+ανεχώρησαν και αυτοί. Κατά θάλασσαν λοιπόν οι βάρβαροι
+εθεώρουν εαυτούς ηττημένους· κατά ξηρά όμως δεν είχον
+αμφιβολίαν ότι ο Μαρδόνιος ήθελεν υπερισχύσει κατά πολύ.
+Μένοντες δε εις την Σάμον, αφ' ενός μεν εβουλεύοντο, ίσως
+δυνηθώσι να βλάψωσι τους πολεμίους, αφ' ετέρου δε επρόσεχον να
+μάθωσι ποίαν έκβασιν θα λάβη η εκστρατεία του Μαρδονίου.
+
+131. Η επάνοδος του έαρος και η εις την Θεσσαλίαν παρουσία του
+Μαρδονίου ήγειρον πάλιν τους Έλληνας. Και ο μεν πεζός στρατός
+δεν είχεν εισέτι συναθροισθή, ο δε στόλος ήλθεν εις την
+Αίγιναν, πλοία εκατόν δέκα τον αριθμόν. Στρατηγός και ναύαρχος
+ήτο ο Λεωτυχίδης του Μενάρεως, του Αγησιλάου, του Ιπποκρατίδου,
+του Λεωτυχίδου, του Αναξιλάου, του Αρχιδάμου, του Αναξανδρίδου,
+του Θεοπόμπου, του Νικάνδρου, του Χαρίλλου, του Ευνόμου, του
+Πολυδέκτους, του Πρυτάνεως, του Ευρυφώντος, του Προκλέους, του
+Αριστοδήμου, του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, του
+Ηρακλέους ων εκ της άλλης βασιλικής οικογενείας. Όλοι ούτοι
+τους οποίους απηρίθμησα υπήρξαν βασιλείς της Σπάρτης, πλην των
+δύο πρώτων μετά τον Λεωτυχίδην. Των δε Αθηναίων εστρατήγει ο
+Ξάνθιππος του Αρίφρονος.
+
+132. Αφού έφθασαν όλα τα πλοία εις την Αίγιναν, ήλθον πρέσβεις
+των Ιώνων εις το στρατόπεδον των Ελλήνων. Ούτοι, μεταξύ των
+οποίων ήτο και ο Ηρόδοτος του Βασιλείδου, ολίγον πρότερον
+μεταβάντες εις την Σπάρτην παρεκάλουν τους Λακεδαιμονίους να
+ελευθερώσωσι την Ιωνίαν. Κατ' αρχάς ήσαν επτά και είχον
+συνομόσει να φονεύσωσι τον Στράττιν, τύραννον της Χίου· επειδή
+όμως είς των συνωμοτών απεκάλυψε την συνωμοσίαν, οι άλλοι έξ
+έφυγον εκ της Χίου και ήλθον πρώτον εις την Σπάρτην και έπειτα
+εις την Αίγιναν, παρακαλούντες τους Έλληνας να πλεύσωσιν εις
+την Ιωνίαν. Μόλις όμως τους έπεισαν να έλθωσι μέχρι της Δήλου·
+καθότι εφοβούντο να προχωρήσωσι περισσότερον οι Έλληνες, μη
+γνωρίζοντες καλώς τα μέρη και νομίζοντες ότι όλα ήσαν πλήρη
+στρατευμάτων· η δε Σάμος ενομίζετο ότι απείχεν όσον αι
+Ηράκλειαι στήλαι. Συνέπιπτε δε ώστε οι μεν βάρβαροι
+καταφοβημένοι να μη τολμώσι να πλεύσωσι προς δυσμάς ανωτέρω της
+Σάμου, οι δε Έλληνες προς ανατολάς κατωτέρω της Δήλου, με όλας
+τας παρακλήσεις των Χίων. Τοιουτοτρόπως ο φόβος εφύλαττε το
+μεταξύ αυτών διάστημα.
+
+133. Οι μεν Έλληνες λοιπόν έπλεον εις την Δήλον, ο δε Μαρδόνιος
+διεχείμαζεν ακόμη εις την Θεσσαλίαν. Πριν δε κινήση εκείθεν
+έπεμψεν εις τα χρηστήρια άνδρα τινά, Ευρωπέα το γένος, ου το
+όνομα ήτο Μυς, παραγγείλας αυτώ να μεταβή και ζητήση χρησμούς
+από όλα τα μαντεία όσα ηδύνατο να συμβουλευθή. Τι θέλων να μάθη
+από τα χρηστήρια έδιδε τας διαταγάς ταύτας, αγνοώ, καθότι δεν
+αναφέρεται· νομίζω όμως ότι έπεμψε να ερωτήση περί των παρόντων
+πραγμάτων και ουχί περί άλλου τινός.
+
+134. Ούτος ο Μυς είναι γνωστόν ότι ήλθε και εις Λεβάδειαν και
+έπεισε διά χρημάτων άνδρα τινά επιχώριον να καταβή εις το
+άντρον του Τροφωνίου· ήλθε και εις το χρηστήριον το εις τας
+Άβας των Φωκέων, και προσέτι εις τας Θήβας όπου άμα έφθασε
+πρώτον μεν εζήτησε χρησμόν παρά του Ισμηνίου Απόλλωνος
+(λαμβάνουσι δε εκεί χρησμούς, ως και εις την Ολυμπίαν, διά του
+καπνού των θυμάτων·) έπειτα δε έπεισε διά χρημάτων ξένον τινά
+και όχι Θηβαίον και τον εκοίμισεν εις τον ναόν του Αμφιαράου·
+καθότι εις ουδένα Θηβαίον είναι επιτετραμμένον να ζητήση εκεί
+χρησμόν, διά την εξής αιτίαν. Ο Αμφιάραος χρησμοδοτών ηρώτησεν
+αυτούς τι εκ των δύο ήθελον να εκλέξωσιν, ως μάντιν να τον
+έχωσιν ή ως σύμμαχον, παραιτούμενοι των μαντειών· εκείνοι δε
+επροτίμησαν να τον έχωσι σύμμαχον. Και τούτου ένεκα δεν είναι
+επιτετραμμένον εις κανένα Θηβαίον να κοιμηθή εις τον ναόν του.
+
+135. Οι Θηβαίοι αναφέρουσι γεγονός το οποίον εις εμέ φαίνεται
+καταπληκτικώτατον. Ο Ευρωπεύς ούτος Μυς, περιερχόμενος όλα τα
+χρηστήρια, έφθασεν εις το τέμενος του Πτώου Απόλλωνος. Τούτο δε
+το ιερόν, καλούμενον Πτώον, είναι των Θηβαίων και κείται υπέρ
+την Κωπαΐδα λίμνην, παρά τους πρόποδας όρους και πλησίον της
+πόλεως Ακραιφίας. Εις τούτο το ιερόν ότε εισήλθεν ο καλούμενος
+Μυς, τον ηκολούθουν τρεις άνδρες εκλεχθέντες από του κοινού διά
+να γράψωσιν ό,τι έμελλε να χρησμοδοτήση ο θεός. Αίφνης όμως ο
+πρόμαντις απήγγειλε χρησμούς εις γλώσσαν βαρβαρικήν. Και οι μεν
+ακολουθούντες Θηβαίοι ήσαν εις απορίαν ακούοντες γλώσσαν
+βάρβαρον αντί Ελληνικής, και δεν ήξευρον τι να πράξωσιν· ο δε
+Ευρωπεύς Μυς, αρπάσας από τας χείρας αυτών την πινακίδα την
+οποίαν εκράτουν, έγραψεν εις αυτήν τα λεγόμενα υπό του
+προφήτου, ειπών ότι η γλώσσα εκείνη ήτο Καρική. Γράψας δε όλα
+ανεχώρησε και επέστρεψεν εις την Θεσσαλίαν.
+
+136. Ο δε Μαρδόνιος, αφού ανέγνωσε τους διαφόρους χρησμούς,
+έπεμψε μετά ταύτα εις τας Αθήνας κήρυκα, τον Μακεδόνα
+Αλέξανδρον του Αμύντου. Έπεμψε δε τον Αμύνταν άμα μεν διά τους
+συγγενικούς δεσμούς τους οποίους είχεν ούτος μετά των Περσών
+(καθότι την αδελφήν του Αλεξάνδρου Γυγαίαν, θυγατέρα δε του
+Αμύντου, είχε λάβει γυναίκα ο Πέρσης Βουβάρης, και εκ ταύτης
+εγεννήθη ο εν τη Ασία Αμύντας, όστις είχε το όνομα του προς
+μητρός πάππου του και όστις έλαβε παρά του βασιλέως την μεγάλην
+πόλιν της Φρυγίας Αλάβανδα διά να την νέμεται), άμα δε διότι
+ήξευρεν ότι ούτος ήτο πρόξενος και ευεργέτης των Αθηναίων.
+Ήλπιζε δε πολύ να προσελκύση δι' αυτού τους Αθηναίους, περί των
+οποίων ήκουεν ότι ήτο λαός πολυάριθμος και ισχυρός προσέτι δε
+ήξευρεν ότι όσα κακά τοις συνέβησαν κατά θάλασσαν, οι Αθηναίοι
+υπέρ πάντας τους άλλους τα επροξένησαν. Όθεν εάν ούτοι ηνούντο
+μετ' αυτού, μεγάλας είχεν ελπίδας ότι ευκόλως ήθελε
+θαλασσοκρατήσει, όπερ και ήτο δυνατόν. Εις την ξηράν δε
+ενόμιζεν ότι αι δυνάμεις του ήταν πολύ ανώτεραι των ελληνικών.
+Ίσως δε και οι χρησμοί τούτο τω προείπον, συμβουλεύοντες να
+κάμη τους Αθηναίους συμμάχους, και ες τούτο πειθόμενος έπεμψε
+κήρυκα.
+
+137. Του δε Αλεξάνδρου τούτου ο έβδομος πρόγονος ήτο ο
+Περδίκκας όστις έλαβε την τυραννίδα των Μακεδόνων κατά τον
+ακόλουθον τρόπον. Τρεις αδελφοί εκ των απογόνων του Τημένου,
+Γαυάνης, Αέροπος και Περδίκκας, έφυγον εξ Άργους και ήλθον εις
+τους Ιλλυριούς. Εκ δε των Ιλλυριών, διελθόντες διά των ορέων
+εις την άνω Μακεδονίαν έφθασαν εις την πόλιν Λεβαίαν, και εκεί
+ειργάζοντο επί μισθώ παρά τω βασιλεί, ο μεν νέμων ίππους, ο δε
+βόας, ο δε νεώτατος αυτών Περδίκκας μικρά ζώα. Κατά τους
+αρχαίους τούτους χρόνους, ου μόνον ο λαός, αλλά και οι βασιλείς
+ήσαν πτωχοί, η δε γυνή του βασιλέως αυτή κατεσκεύαζε τους
+άρτους. Οσάκις δε εψήνετο ο άρτος του μισθωτού παιδός, πάντοτε
+εγίνετο διπλάσιος παρ' ό,τι ήτο· και επειδή πάντοτε συνέβαινε
+το αυτό, η γυνή διηγήθη το πράγμα εις τον άνδρα της. Ούτος δε
+ακούσας ενόησεν αμέσως ότι ήτο θαύμα και ότι προεμήνυε μέγα τι
+συμβησόμενον· όθεν προσκαλέσας τους μισθωτούς είπεν εις αυτούς
+να αναχωρήσωσιν εκ της χώρας του. Εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι
+τοις ωφείλετο μισθός και ότι άμα ελάμβανον αυτόν θα ανεχώρουν.
+Τότε ο βασιλεύς ακούσας περί του μισθού, ως να τον εμώρανε θεός
+τις, είπε προς αυτούς· «Μισθόν πρέποντα εις υμάς τούτον σας
+δίδω», και έδειξε τον ήλιον όστις έτυχε να εισέρχεται εις την
+οικίαν εκ της καπνοδόχης. Και οι μεν πρεσβύτεροι αδελφοί
+Γαυάνης και Αέροπος, ακούσαντες ταύτα, ίσταντο απορούντες· ο δε
+νεώτατος, όστις έτυχε να έχη μάχαιραν, είπε ταύτα· «Δεχόμεθα, ω
+βασιλεύ, αυτά τα οποία δίδεις·» και περιέγραψε διά της μαχαίρας
+επί του εδάφους της οικίας το υπό του ηλίου φωτιζόμενον
+διάστημα. Αφού δε περιέγραψεν αυτό, έλαβε τρεις φοράς από τον
+ήλιον και έθεσεν εις τον κόλπον του· έπειτα εξήλθε της οικίας
+μετά των αδελφών του. Τοιουτοτρόπως αυτοί μεν ανεχώρησαν.
+
+138. Είς δε των παρόντων εξήγησεν εις τον βασιλέα τι εσήμαινεν
+εκείνο το οποίον έκαμεν ο παις, ειπών ότι ο νεώτατος των
+αδελφών δεν εδέχθη ασκόπως ό,τι τοις εδόθη. Ακούσας ταύτα ο
+βασιλεύς και ταραχθείς, έπεμψε κατόπιν των ιππείς διά να τους
+θανατώσωσιν. Υπάρχει δε εις την χώραν ταύτην ποταμός εις τον
+οποίον ως εις σωτήρα θυσιάζουσιν οι απόγονοι των Αργείων
+τούτων· καθότι ο ποταμός ούτος, αφού διέβησαν οι Τημενίδαι,
+κατέβη τόσον ορμητικός, ώστε οι ιππείς δεν ηδυνήθησαν να τον
+διαβώσι και αυτοί. Οι Τημενίδαι λοιπόν, φθάσαντες εις άλλην γην
+της Μακεδονίας, κατώκησαν πλησίον των κήπων οίτινες λέγονται
+ότι είναι του Μίδου, υιού του Γορδίου. Εις τούτους τους κήπους
+φύονται ρόδα αυτόματα, ων έκαστον έχει εξήκοντα φύλλα, και
+υπερβαίνουσι κατά την ευωδίαν όλα τα άλλα ρόδα. Εις τούτους
+επίσης τους κήπους συνέλαβαν τον Σιληνόν, ως λέγουσιν οι
+Μακεδόνες. Ανωτέρω τούτων των κήπων υπάρχει όρος, Βέρμιον
+καλούμενον, άβατον ένεκα του εκεί επικρατούντος αδιακόπου
+χειμώνος. Οι τρεις αδελφοί γενόμενοι κύριοι του μέρους τούτον,
+ωρμώντο εκείθεν και καθυπέτασσον την άλλην Μακεδονίαν.
+
+139. Εκ τούτου του Περδίκκου κατήγετο ο Αλέξανδρος. Ο
+Αλέξανδρος ήτο υιός του Αμύντου, ο Αμύντας υιός του Αλκέτα, ο
+Αλκέτας είχε πατέρα τον Αέροπον, ο Αέροπος τον Φίλιππον, ο
+Φίλιππος τον Αργαίον και ο Αργαίος τον Περδίκκαν όστις πρώτος
+εκτήσατο την αρχήν. Τοιαύτη ήτο η γενεαλογία του Αλεξάνδρου,
+υιού του Αμύντου.
+
+140. Ότε δε έφθασεν εις τας Αθήνας, πεμφθείς υπό του Μαρδονίου,
+είπε τα εξής· 1. «Άνδρες Αθηναίοι, ο Μαρδόνιος τάδε λέγει· Με
+ήλθεν αγγελία από τον βασιλέα λέγουσα ούτω. Συγχωρώ τους
+Αθηναίους δι' όσα μοι έπταισαν, και πράξον, Μαρδόνιε, τα εξής.
+Πρώτον απόδος την γην των, δεύτερον όντες αυτόνομοι ας εκλέξωσιν
+εκτός αυτής και άλλην γην, οίαν θέλουσι· προσέτι ανοικοδόμησον
+τα ιερά των όσα εγώ έκαυσα, αν θέλωσι να συνθηκολογήσωσι με
+εμέ. Επειδή τοιαύται με ήλθον διαταγαί, λέγει ο Μαρδόνιος,
+είναι ανάγκη να τας εκτελέσω, εάν εκ μέρους σας δεν εύρω
+αντίστασιν. Σας λέγω δε οίκοθεν τούτο· διατί μαίνεσθε
+πολεμούντες εναντίον του βασιλέως, αφού ούτε να υπερισχύσετε θα
+δυνηθήτε ούτε να ανθέξετε είσθε ικανοί; Είδατε το πλήθος των
+στρατευμάτων του Ξέρξου και τι έπραξεν· ηξεύρετε πόσας δυνάμεις
+έχω ακόμη περί εμέ. Εάν υπερισχύσετε και μας νικήσετε, το
+οποίον δεν πρέπει να ελπίζετε εάν σκέπτεσθε ορθώς, πάλιν θα
+έλθη άλλος στρατός πολλαπλάσιος. Μη θέλετε λοιπόν, ζητούντες να
+εξισωθήτε με τον βασιλέα, να στερηθήτε της χώρας σας και να
+διακινδυνεύετε πάντοτε την ύπαρξίν σας, αλλά παύσατε τον
+πόλεμον· Τώρα είναι καιρός να παύσετε αυτόν εντίμως, καθότι
+πρώτος ο βασιλεύς προτείνει τούτο. Έστε ελεύθεροι, ποιούντες
+συμμαχίαν μεθ' ημών άνευ δόλου και απάτης.» 2. Ταύτα με
+διέταξεν ο Μαρδόνιος, ω Αθηναίοι, να είπω προς υμάς. Εγώ δε
+περί μεν της προς υμάς ευνοίας μου ουδέν λέγω, διότι δεν θα την
+μάθετε τώρα κατά πρώτον. Σας παρακαλώ δε εκ μέρους μου να
+ενδώσετε εις τον Μαρδόνιον, καθότι προβλέπω ότι δεν θα δυνηθήτε
+να πολεμήτε πάντοτε τον Ξέρξην. Εάν έβλεπα ότι έχετε τοιαύτην
+δύναμιν, δεν θα ηρχόμην ποτέ θα σας είπω τούτους τους λόγους.
+Σκεφθήτε ότι η δύναμις του βασιλέως είναι υπέρ άνθρωπον και ότι
+η χειρ του εκτείνεται μακράν. Εάν δεν δεχθήτε τον συμβιβασμόν
+αμέσως τώρα, ότε αι Πέρσαι σας υπόσχονται μεγάλα και είναι
+πρόθυμοι να συμβιβασθώσι με τοιούτους όρους, φοβούμαι δι υμάς
+οίτινες είσθε εις τον δρόμον πλειότερον των άλλων συμμάχων και
+πάντοτε καταστρέφεσθε μόνοι, καθότι η γη σας είναι κατ' εξοχήν
+το μεταίχμιον του πολέμου. Όθεν πεισθήτε· δεν είναι αρκούσα
+δόξα δι' υμάς ότι ο βασιλεύς εις υμάς μόνους εξ όλων των
+Ελλήνων συγχωρεί τα αμαρτήματά σας και θέλει να γίνη φίλος
+σας;» Ο μεν Αλέξανδρος ταύτα είπεν.
+
+141. Οι δε Λακεδαιμόνιοι μαθόντες ότι ο Αλέξανδρος μετέβη εις
+τας Αθήνας διά να συμβιβάση τους Αθηναίους με τους βαρβάρους,
+ανεμνήσθησαν του χρησμού κατά τον οποίον αυτοί και οι άλλοι
+Δωριείς έμελλον να διωχθώσιν εκ της Πελοποννήσου υπό των Μήδων
+και των Αθηναίων· φοβούμενοι λοιπόν μήπως οι Αθηναίοι
+συμφωνήσωσι με τον Πέρσην, απεφάσισαν να πέμψωσιν αμέσως
+πρέσβεις εις τας Αθήνας. Συνέπεσε δε να παρουσιασθώσιν οι
+πρέσβεις ούτοι εις τον δήμον συγχρόνως με τον Αλέξανδρον,
+καθότι οι Αθηναίοι ηργοπόρουν και επερίμενον, όντες βέβαιοι ότι
+οι Λακεδαιμόνιοι θα μάθωσιν, ότι απεσταλμένος επέμφθη παρά των
+βαρβάρων εις τας Αθήνας προς συμβιβασμόν, και ότι μανθάνοντες
+τούτο θα σπεύσωσι να πέμψωσι και αυτοί πρέσβεις. Επίτηδες
+λοιπόν έκαμνον τούτο, θέλοντες να δείξωσι την γνώμην των εις
+τους Λακεδαιμονίους.
+
+142. Αφού δε έπαυσε λέγων ο Αλέξανδρος, διεδέχθησαν αυτόν οι εκ
+της Σπάρτης ελθόντες πρέσβεις και είπον τα εξής· «Εμάς δε
+έπεμψαν οι Λακεδαιμόνιοι διά να σας παρακαλέσωμεν, μήτε
+νεωτερισμόν τινα να κάμετε εις την Ελλάδα, μήτε να δεχθήτε τους
+λόγους του βαρβάρου, διότι τούτο δεν είναι δίκαιον κατ' ουδένα
+τρόπον· ουδείς Έλλην θα το έπραττεν άνευ ατιμίας, και πολύ
+ολιγώτερον υμείς διά πολλάς αιτίας. Υμείς υπεκινήσητε τον
+πόλεμον τούτον χωρίς να θέλωμεν ημείς, και ο αγών ήτο πρώτον
+διά την χώραν σας· τώρα δε εγένετο κοινός δι' όλην την Ελλάδα.
+Έπειτα, ότε τα πράγματα ήλθον εις αυτήν την κατάστασιν, σεις οι
+Αθηναίοι να γίνετε αίτιοι της δουλείας των Ελλήνων, τούτο θα
+ήτο ανυπόφορον· σεις οίτινες πάντοτε και εκ παλαιών χρόνων
+εφάνητε ελευθερωταί πολλών λαών. Λυπούμεθα δι' όσα δεινά σας
+πιέζουσι· καθότι επί δύο έτη εστερήθητε των καρπών σας και αι
+οικίαι σας είναι κατεστραμμέναι. Διά να σας αποζημιώσωσιν όμως
+οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι σας υπόσχονται, εφ' όσον
+διαρκέση ο πόλεμος ούτος, να τρέφωσι τας γυναίκας σας και όσους
+άλλους οικέτας έχετε μη δυναμένους να σας ήναι χρήσιμοι εις τον
+πόλεμον. Ας μη σας μεταπείση ο Μακεδών Αλέξανδρος λεαίνων τους
+λόγους του Μαρδονίου. Ούτος πράττει ό,τι οφείλει να πράξη,
+καθότι τύραννος ων συμπράττει με τύραννον. Υμείς όμως δεν
+πρέπει να μιμηθήτε το παράδειγμά του, εάν φρονήτε ορθώς,
+ηξεύροντες ότι παρά τοις βαρβάροις ούτε πίστις υπάρχει, ούτε
+αλήθεια.» Ταύτα είπον οι πρέσβεις.
+
+143. Οι δε Αθηναίοι προς μεν τον Αλέξανδρον απεκρίθησαν τα
+εξής· «Και ημείς ηξεύρομεν ότι η δύναμις του Μήδου είναι
+ανωτέρα της ιδικής μας, ώστε είναι περιττόν να μας ονειδίζης
+διά την έλλειψίν μας ταύτην Αλλ' όμως αγαπώντες πολύ την
+ελευθερίαν θα υπερασπίσωμεν αυτήν όπως αν δυνηθώμεν. Μη
+πειράσαι λοιπόν να μας συμβιβάσης με τον βάρβαρον, διότι δεν θα
+πεισθώμεν. Ύπαγε τώρα και ειπέ εις τον Μαρδόνιον ότι οι
+Αθηναίοι λέγουσιν, ενόσω ο ήλιος ακολουθεί την αυτήν οδόν την
+οποίαν πορεύεται σήμερον, ποτέ δεν θα συμβιβασθώμεν με τον
+Ξέρξην, αλλ' έχοντες τας ελπίδας μας εις την συμμαχίαν των θεών
+και των ηρώων, των οποίων εκείνος ασεβώς ενέπρησε τους ναούς
+και τα αγάλματα, θα τον πολεμήσωμεν εκδικούμενοι. Συ δε
+πρόσεξον μη εμφανισθής άλλοτε ενώπιον ημών με τοιαύτας
+προτάσεις, και υπό το φαινόμενον ότι μας προσφέρεις
+εκδούλευσιν, μη μας συμβουλεύσης να πράξωμεν έργα παράνομα·
+καθότι δεν θέλομεν να πάθης τι δυσάρεστον υπό των Αθηναίων,
+πρόξενος ων και φίλος αυτών.»
+
+144. Προς μεν τον Αλέξανδρον ταύτα απεκρίθησαν, προς δε τους εκ
+Σπάρτης πρέσβεις είπον τα εξής· «Το να φοβώνται οι
+Λακεδαιμόνιοι μήπως συμβιβασθώμεν με τον βάρβαρον, τούτο
+έγκειται εις την ανθρωπίνην φύσιν· εφάνητε όμως πολύ
+μικροπρεπείς φοβηθέντες τόσον, καθότι ηξεύρετε καλώς το φρόνημα
+των Αθηναίων, ότι ούτε χρυσός τοσούτος υπάρχει ουδαμού της γης,
+ούτε χώρα τόσον ωραία και τόσον εύφορος, των οποίων η προσφορά
+να μας πείση να μηδίσωμεν και να συνεργασθώμεν εις την
+υποδούλωσιν της Ελλάδος. Είναι πολλά και μεγάλα τα αίτια τα
+οποία, και αν θελήσωμεν, πάλιν μας εμποδίζουσι να πράξωμεν
+τούτο. Πρώτον μεν και μέγιστον τα αγάλματα και τα οικήματα των
+θεών εμπεπρησμένα και συγκεχωσμένα, τα οποία καθήκον έχομεν να
+εκδικήσωμεν μάλλον ή να συμμαχήσωμεν με τον πράξαντα τας
+καταστροφάς ταύτας· δεύτερον δε οι Έλληνες όλοι έχουσι το αυτό
+αίμα, την αυτήν γλώσσαν τα ιδρύματα των θεών είναι κοινά εις
+αυτούς, ομοίως και αι θυσίαι, και τα ήθη ομοιότροπα· τούτων
+προδόται να γίνωσιν οι Αθηναίοι, δεν είναι ορθόν. Μάθετε λοιπόν
+τούτο, εάν πρότερον δεν το ηξεύρατε, ότι ενόσω και είς των
+Αθηναίων μένη ζων, ουδεμία συνθηκολογία θα υπάρξη μεταξύ Αθηνών
+και Ξέρξου. Επαινούμεν πολύ την φροντίδα σας διά την
+καταστροφήν των υπαρχόντων μας και την απόφασιν ην σας
+ενέπνευσεν αύτη να θέλετε να θρέψετε τας οικογενείας μας. Εκ
+μέρους σας η χάρις είναι τελεία· ημείς όμως απεφασίσαμεν να
+μείνωμεν ως έχομεν και να μη γίνωμεν βάρος εις υμάς. Τώρα δε,
+ούτως εχόντων των πραγμάτων, εκπέμψατε όσον τάχιστα στρατόν,
+καθότι ως εικάζομεν, όχι μετά πολύ, αλλ' άμα λάβη την είδησιν
+ότι απορρίπτομεν τας προτάσεις του, ο βάρβαρος θα εισβάλη εις
+την χώραν μας. Πριν λοιπόν εκείνος εισέλθη εις την Αττικήν,
+πρέπει ημείς να εκστρατεύσωμεν εις την Βοιωτίαν.» Μετά την
+απόκρισιν ταύτην των Αθηναίων, οι πρέσβεις επέστρεψαν εις την
+Σπάρτην.
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΝΝΑΤΟΝ
+
+
+
+
+ΚΑΛΛΙΟΠΗ
+
+
+
+1. Ο δε Μαρδόνιος, αφού ο Αλεξάνδρος επιστρέψας τω ανεκοίνωσε
+τας αποκρίσεις των Αθηναίων, κινήσας εκ της Θεσσαλίας έφερε
+μετά σπουδής τον στρατόν κατά των Αθηνών, παραλαμβάνων εξ όλων
+των μερών δι' ων διήρχετο πάντας τους δυναμένους να φέρωσιν
+όπλα. Οι δε στρατηγοί των Θεσσαλών ου μόνον δεν μετενόησαν διά
+τας προλαβούσας πράξεις των, αλλά πολύ περισσότερον εξώτρυνον
+τον Πέρσην· και ο Θώραξ ο Λαρισσαίος ου μόνον συμπροέπεμψε τον
+Ξέρξην φεύγοντα, αλλά και τότε αναφανδόν ευκόλυνε την είσοδον
+του Μαρδονίου εις την Ελλάδα.
+
+2. Αφού δε πορευόμενος ο στρατός έφθασεν εις την Βοιωτίαν, οι
+Θηβαίοι προσεπάθησαν να κρατήσωσι τον Μαρδόνιον εκεί και τον
+συνεβούλευσαν να στήση το στρατόπεδόν του εις την χώραν των,
+αρμοδιωτάτην προς τούτο κατ' αυτούς. «Μη προχωρής περισσότερον,
+τω είπον, και πράξον ούτως ώστε εντεύθεν, χωρίς να πολεμήσης,
+υποτάξης όλην την Ελλάδα. Σκέφθητι ότι εάν οι Έλληνες ήναι
+ηνωμένοι ως ήσαν και πρότερον, θα ήναι δύσκολον να τους
+νικήσωσιν, έστω και αν όλοι οι άνθρωποι έλθωσιν εναντίον των.
+Εάν δε παραδεχθής το σχέδιον το οποίον θα σε συμβουλεύσωμεν,
+απόνως θα γίνης κύριος όλων των αποφάσεών των. Πέμψον χρήματα
+εις τους μάλλον ισχυρούς των πόλεων, και διά των δώρων τούτων
+θα διαιρέσης την Ελλάδα. Έπειτα δε με τους ομοφρονούντας σου,
+ευκόλως θα καταστρέψης τους αντιφρονούντας.»
+
+3. Οι μεν Θηβαίοι ταύτα συνεβουλεύον· αλλ' ο Μαρδόνιος δεν
+επείθετο και είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση τας Αθήνας εκ
+δευτέρου, άμα μεν υπό αφροσύνης, άμα δε ίνα διά πυρσών από
+νήσου εις νήσον αναπτομένων αναγγείλη εις τον βασιλέα όντα έτι
+εις τας Σάρδεις ότι έχει τας Αθήνας. Ελθών όμως εις την
+Αττικήν, ούτε τότε δεν εύρε τους Αθηναίους· αλλ έμαθεν ότι οι
+πλειότεροι ήσαν εις την Σαλαμίνα και εις τα πλοία, και
+εκυρίευσε την πόλιν έρημον. Από της πρώτης δε υπό του βασιλέως
+αλώσεως μέχρι της δευτέρας της υπό του Μαρδονίου γενομένης
+παρήλθον μήνες δέκα.
+
+4. Αφού δε έφθασεν εις τας Αθήνας ο Μαρδόνιος, έπεμψεν εις την
+Σαλαμίνα τον Ελλησπόντιον Μουρυχίδην, φέροντα τους αυτούς
+λόγους τους οποίους και ο Μακεδών Αλέξανδρος διεπόρθμευσεν εις
+τους Αθηναίους. Τους εμήνυσε δε ταύτα εκ δευτέρου ο Μαρδόνιος
+ουχί διότι έλαβε φιλικάς αποκρίσεις την πρώτην φοράν, αλλά
+διότι ήλπιζεν ότι ήθελε μετριασθή το πείσμα των, αφού έβλεπον
+ότι όλη η Αττική ήτο πλέον δορυάλωτος και υπό την εξουσίαν του.
+Τούτων ένεκα έπεμψε τον Μουρυχίδην εις την Σαλαμίνα.
+
+5. Ούτος δε παρουσιασθείς εις το συμβούλιον είπε τα παρά του
+Μαρδονίου εντεταλμένα, και ο Λυκίδης, των του συμβουλίου, έδωσε
+γνώμην ότι ενόμιζε συμφέρον να δεχθώσι τας προτάσεις τας οποίας
+έφερεν ο Ελλησπόντιος και να τας αναφέρωσιν εις τον δήμον. Ο
+μεν Λυκίδης ταύτην την γνώμην απεφάνθη, είτε δεχθείς χρήματα
+από τον Μαρδόνιον, είτε ευρίσκων τωόντι τούτο καλόν. Οι δε
+Αθηναίοι, και οι εν τω συμβουλίω και οι έξωθεν ελθόντες, άμα το
+ήκουσαν τοσούτον ωργίσθησαν ώστε περικυκλώσαντες τον Λυκίδην
+τον εφόνευσαν με λίθους· τον δε Ελλησπόντιον Μουρυχίδην
+απέπεμψαν αβλαβή. Θορύβου δε γενομένου εις την Σαλαμίνα περί
+του Λυκίδου, έμαθον το πράγμα αι γυναίκες των Αθηναίων και
+παροτρύνουσαι η μία την άλλην όρμησαν αυθορμήτως εις την οικίαν
+του Λυκίδου και κατελιθοβόλησαν την γυναίκα του και τα τέκνα
+του.
+
+6. Εις δε την Σαλαμίνα διέβησαν οι Αθηναίοι διά την εξής
+αιτίαν. Ενόσω μεν επρόσμενον να έλθη στρατός εκ της
+Πελοποννήσου προς βοήθειάν των, έμενον εις την Αττικήν· επειδή
+δε οι μεν Πελοποννήσιοι εβράδυνον πολύ, ο δε Μαρδόνιος
+εισερχόμενος ηκούετο ότι ήτο εις την Βοιωτίαν, τότε έλαβον τα
+πράγματά των και διέβησαν εις την Σαλαμίνα. Εις δε την
+Λακεδαίμονα έπεμψαν απεσταλμένους, άμα μεν διά να μεμφθώσι τους
+Λακεδαιμονίους ότι άφησαν τον βάρβαρον να εισβάλη εις την
+Αττικήν και δεν εξήλθον μετ' αυτών να τον απαντήσωσιν εις την
+Βοιωτίαν, άμα δε διά να τοις υπομνήσωσιν όσα ο Πέρσης υπεσχέθη
+να τοις δώση εάν εγίνοντο με το μέρος του· προς τούτοις διά να
+τοις είπωσιν ότι εάν δεν βοηθήσωσι τους Αθηναίους οι Αθηναίοι
+μόνοι των θα φροντίσωσι περί της σωτηρίας των.
+
+7. Κατ' εκείνας τας ημέρας οι Λακεδαιμόνιοι εώρταζον τα
+Υακίνθια και πολύ περισσότερον εφρόντιζον να τιμήσωσι τον θεόν
+τούτον. Συγχρόνως όμως έκτιζον και το τείχος εις τον Ισθμόν το
+οποίον είχεν ήδη υψωθή μέχρι των επάλξεων. Ότε δε οι
+απεσταλμένοι των Αθηναίων και συν αυτοίς οι των Μεγάρων και των
+Πλαταιών έφθασαν εις την Λακεδαίμονα, παρουσιάσθησαν εις τους
+εφόρους και είπον τα εξής· 1. «Έπεμψαν ημάς οι Αθηναίοι
+λέγοντες ότι ο βασιλεύς των Μήδων πρώτον μεν αποδίδει εις ημάς
+την χώραν μας και δεύτερον θέλει να μας κάμη συμμάχους του επί
+ίσοις και ομοίοις δικαιώμασιν άνευ δόλου και απάτης· πλην δε
+της Αττικής, προσφέρει να μας δώση και άλλην χώραν την οποίαν
+να εκλέξωμεν ημείς. Αλλ' ημείς αιδούμενοι τον Ελλήνιον Δία και
+μη ανεχόμενοι να παραδώσωμεν την Ελλάδα, δεν εδέχθημεν, και
+απερρίψαμεν τας προτάσεις του, καίπερ αδικούμενοι υπό των
+Ελλήνων και καταπροδιδόμενοι και ηξεύροντες καλώς ότι θα ήτο
+συμφερώτερον δι' ημάς να συμφωνήσωμεν με τον Πέρσην μάλλον ή να
+πολεμώμεν αυτόν. Εκουσίως όμως ουδέποτε θα ειρηνεύσωμεν μετ'
+αυτού. Και ημείς μεν ειλικρινώς υπηρετούμεν την Ελλάδα. 2. Σεις
+δε, ενώ τότε κατεφοβήθητε μήπως συμβιβασθώμεν με τον Πέρσην,
+τώρα επειδή εμάθετε σαφώς τα φρονήματα ημών ότι ουδαμώς θα
+προδώσωμεν την Ελλάδα, και επειδή το τείχος το οποίον κτίζετε
+εις τον Ισθμόν είναι περί το τέλος του, αδιαφορείτε εντελώς
+περί των Αθηναίων, και ενώ εσυμφωνήσατε με ημάς να απαντήσωμεν
+τον Πέρσην εις την Βοιωτίαν, μας επροδώσατε και αφήσατε τον
+βάρβαρον να εισβάλη εις την Αττικήν. Σήμερον λοιπόν οι Αθηναίοι
+είναι ωργισμένοι καθ' υμών, διότι δεν εφέρθητε ως έπρεπε, και
+σας λέγουσι τώρα να πέμψητε τον στρατόν σας συγχρόνως με ημάς
+διά να αντισταθώμεν τουλάχιστον κατά του βαρβάρου εις την
+Αττικήν αφού δεν τον επροφθάσαμεν εις την Βοιωτίαν. Εν τη
+ημετέρα χώρα το Θριάσιον πεδίον είναι επιτηδειότατον προς
+μάχην.»
+
+8. Ακούσαντες ταύτα οι έφοροι, ανέβαλον την απόκρισιν διά την
+ακόλουθον ημέραν, και την ακόλουθον διά την ακόλουθον, και
+τούτο έπραττον επί δέκα ημέρας, αναβάλλοντες από ημέρας εις
+ημέραν. Εν τούτω δε τω χρόνω όλος οι Πελοποννήσιοι ετείχιζον
+τον Ισθμόν μετά πολλής σπουδής, και ήτο πλέον το τείχος περί το
+τέλος. Διατί οι Πελοποννήσιοι, ότε μεν ήλθεν ο Μακεδών
+Αλέξανδρος εις τας Αθήνας, εφοβήθησαν τόσον μη μηδίσωσιν οι
+Αθηναίοι, τότε δε ουδόλως εφρόντιζον περί αυτών, αιτίαν τούτου
+δεν ημπορώ να είπω άλλην ειμή ότι όντος του Ισθμού
+τετειχισμένου, ενόμιζον ότι δεν είχον πλέον την ανάγκην των.
+Ότε όμως ο Αλέξανδρος μετέβη εις την Αττικήν, το τείχος δεν
+είχε τελειώσει, και ειργάζοντο μετά σπουδής διά τον φόβον των
+Περσών.
+
+9. Επί τέλους η απόκρισις και η εκστρατεία των Σπαρτιατών
+εγένοντο τοιουτοτρόπως. Την προτεραίαν της ημέρας καθ ην έμελλε
+να γίνη η τελευταία παρουσίασις των απεσταλμένων, ο Τεγεάτης
+Χίλεος όστις εις την Λακεδαίμονα είχε μεγαλειτέραν επιρροήν από
+όλους τους ξένους, έμαθεν από τους εφόρους όσα είπον οι
+Αθηναίοι. Μαθών δε ταύτα τοις είπε τα εξής· «Ω έφοροι, τοιαύτη
+είναι η κατάστασις των πραγμάτων μας, ώστε εάν οι Αθηναίοι δεν
+ήναι ηνωμένοι με ημάς και συμμαχήσωσι με τον βάρβαρον, όσον
+δυνατόν και αν ήναι το τείχος το οποίον εκτίσατε εις τον
+Ισθμόν, μεγάλαι θύραι είναι αναπεπταμέναι εις την Πελοπόννησον
+διά τον Πέρσην. Ακούσατε λοιπόν τους Αθηναίους πριν
+αποφασίσωσιν άλλο τι, το οποίον ήθελεν επιφέρει την πτώσιν της
+Ελλάδος.»
+
+10. Ο μεν Χίλεος ταύτα συνεβούλευσεν, οι δε έφοροι σκεφθέντες
+καλώς τους λόγους του, αμέσως, χωρίς να είπωσι τίποτε εις τους
+απεσταλμένους των πόλεων, προ του τέλους της νυκτός, εξέπεμψαν
+υπό την στρατηγίαν του Παυσανίου, υιού του Κλεομβρότου,
+πεντακισχιλίους Σπαρτιάτας, δόντες εις έκαστον επτά είλωτας. Η
+στρατηγία αύτη ανήκε μεν δικαιωματικώς εις τον Πλείσταρχον του
+Λεωνίδου, αλλ' ούτος ήτο εισέτι παιδίον, και ο Παυσανίας ήτο
+επίτροπος του και εξάδελφος. Καθότι ο Κλεόμβροτος, ο πατήρ του
+Λεωνίδου και υιός του Αναξανδρίδου, δεν έζη πλέον· αλλ' αφού
+επανέφερεν εκ του Ισθμού τον στρατόν όστις έκτισε το τείχος,
+μετ' ολίγον απέθανεν. Επανέφερε δε ο Κλεόμβροτος τον στρατόν εκ
+του Ισθμού διά την εξής αιτίαν. Ενώ εθυσίαζε κατά του Πέρσου, ο
+ήλιος εσκοτίσθη εν τω ουρανώ. Ο Παυσανίας προσέλαβε συνάρχοντα
+τον Ευρυάνακτα του Δωριέως, όντα εκ της αυτής οικογενείας. Και
+ο μεν στρατός, μετά του Παυσανίου, εξήλθε της Σπάρτης.
+
+11. Οι δε πρέσβεις, άμα εγένετο ημέρα, μη ηξεύροντες τίποτε
+περί της εξόδου, παρουσιάσθησαν εις τους εφόρους, έχοντες κατά
+νουν να αναχωρήσωσι και αυτοί, έκαστος εις τα ίδια.
+Παρουσιασθέντες δε είπον τα εξής· «Υμείς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι,
+μένοντες εδώ πανηγυρίζετε Υακίνθια και παίζετε, καταπροδίδοντες
+τους συμμάχους· οι δε Αθηναίοι, ως αδικούμενοι παρ' υμών, θα
+ειρηνεύσωσι με τον Πέρσην όπως δυνηθώσι δι' έλλειψιν συμμάχων.
+Ειρηνεύοντες δε είναι φανερόν ότι γινόμεθα σύμμαχοι του
+βασιλέως και θα εκστρατεύωμεν μετά των Περσών όπου ήθελον μας
+οδηγεί. Τότε θα εννοήσετε τι δύναται να σας συμβή εκ τούτου.»
+Ταύτα ειπόντων των απεσταλμένων, οι έφοροι εβεβαίωσαν μεθ'
+όρκου ότι οι κατά των ξένων εκπεμφθέντες θα ήσαν πλέον εις το
+Ορέστιον· ξένους δε εκάλουν τους βαρβάρους. Οι δε απεσταλμένοι
+μη ηξεύροντες τίποτε ηρώτησαν εκ δευτέρου τι εσήμαινον τα
+λεγόμενα, και ερωτήσαντες έμαθον ακριβώς όλην την αλήθειαν·
+ώστε θαυμάσαντες ανεχώρησαν τάχιστα διά να τους φθάσωσι. Συν
+αυτοίς δε ανεχώρησαν και πεντακισχίλιοι λογάδες οπλίται εκ των
+περιοίκων Λακεδαιμονίων.
+
+12. Ούτοι μεν έσπευδον να φθάσωσι εις τον Ισθμόν οι δε Αργείοι,
+οίτινες είχον υποσχεθή πρότερον εις τον Μαρδόνιον να εμποδίσωσι
+τους Σπαρτιάτας από του να εκστρατεύσωσιν, άμα έμαθον ότι ο
+στρατός του Παυσανίου εξήλθε της Σπάρτης, έπεμψαν εις την
+Αττικήν κήρυκα, τον καλλίτερον ημεροδρόμον τον οποίον
+ηδυνήθησαν να εύρωσι. Φθάσας ούτος εις τας Αθήνας, είπε τα
+εξής· «Μαρδόνιε, με έπεμψαν οι Αργείοι διά να σε είπω ότι η
+νεολαία εξήλθε της Λακεδαίμονος και ότι δεν ηδυνήθησαν να την
+εμποδίσωσιν. Ήξευρε λοιπόν τούτο και πράξον ό,τι νομίσης
+καλόν.» Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών ανεχώρησε.
+
+13. Ο δε Μαρδόνιος, ως ήκουσε ταύτα, δεν ηθέλησε πλέον να
+μείνη, εις την Αττικήν· και πρότερον μάλιστα, δεν έμενεν εκεί
+ειμή διότι ήθελε να μάθη τι ήθελαν αποφασίσει οι Αθηναίοι· και
+ούτε έβλαπτε τίποτε ούτε έφθειρε την Αττικήν, ελπίζων πάντοτε
+ότι οι Αθηναίοι ήθελον συνθηκολογήσει μετ' αυτού. Ότε όμως
+είδεν ότι δεν τους έπειθε και έμαθε τα συμβαίνοντα, πριν
+φθάσωσιν οι μετά του Παυσανίου εις τον Ισθμόν, εξήλθε της
+Αττικής αφού προηγουμένως ενέπρησε τας Αθήνας και κατεκρήμνισε
+παν ό,τι ίστατο ακόμη ορθόν εκ των τειχών ή των οικημάτων ή των
+ναών. Έφυγε δε εκείθεν διά την εξής αιτίαν. Η Αττική δεν ήτο
+χώρα κατάλληλος εις ιππικούς ελιγμούς, και εάν ενικάτο εις
+μάχην δεν είχεν άλλην έξοδον ειμή από στενόν τι μέρος, όπου και
+ολίγοι άνθρωποι ηδύναντο να εμποδίσωσι τον στρατόν του.
+Εσκόπευε λοιπόν να επιστρέψη εις τας Θήβας, διά να πολεμήση
+πλησίον πόλεως φιλικής και χώρας επιτηδείας εις το ιππικόν.
+
+14. Ενώ ο Μαρδόνιος ανεχώρει εκ της Αττικής, συνήντησε καθ'
+οδόν ταχυδρόμον όστις τον ειδοποίησεν ότι άλλος στρατός εκ
+χιλίων Λακεδαιμονίων ήτο εις τα Μέγαρα. Ακούσας τούτο εσκέφθη
+να κυριεύση πρώτον τούτους· όθεν στρέψας προς αριστερά, έλαβε
+την προς τα Μέγαρα οδόν, το δε ιππικόν προπορευόμενον κατεπάτει
+την χώραν της Μεγαρίδος. Τούτο είναι το δυτικώτατον της Ευρώπης
+μέρος εις το οποίον έφθασεν ο Περσικός ούτος στρατός.
+
+15. Μετά ταύτα ήλθεν εις τον Μαρδόνιον αγγελία ότι οι Έλληνες
+όλοι ήσαν συνηθροισμένοι εις τον Ισθμόν· και ούτω πάλιν
+επέστρεφεν οπίσω διά της Δεκελείας, καθότι οι βοιωτάρχαι είχον
+πέμψει ως οδηγούς τους πλησιοχώρους των Ασωπίων, και ούτοι τον
+έφερον εις τους Σφενδαλείς και εκείθεν εις την Τάναγραν.
+Διατρίψας δε εις την Τάναγραν μίαν νύκτα, την ακόλουθον ημέραν
+ετράπη προς την Σκώλον και εισήλθεν εις την γην των Θηβαίων.
+Εκεί, μολονότι οι Θηβαίοι εμήδιζον, εδενδροτόμησε την χώραν,
+ουχί ένεκα έχθρας προς αυτούς, αλλ' ευρεθείς εις μεγάλην
+ανάγκην· καθότι ήθελε να οχυρώση το στρατόπεδον και ητοίμαζε
+καταφύγιον εν περιπτώσει καθ' ην η έκβασις του πολέμου
+απέβαινεν εναντία προς τας επιθυμίας τους. Το στρατόπεδον
+τούτο, τεταγμένον εις τας όχθας του Ασωπού ποταμού, ήρχιζεν από
+τας πλησίον των Υσιών Ερυθράς και εξετείνετο μέχρι της
+Πλαταιίδος γης. Δεν ήγειρον όμως οι βάρβαροι τόσον εκτεταμένον
+τείχος, αλλ' έν τετράγωνον του οποίου έκαστον μέτωπον είχε δέκα
+σταδίους. Ενώ δε οι βάρβαροι ειργάζοντο εις τούτο, ο Θηβαίος
+Ατταγίνος του Φρύνωνος έκαμε μεγάλας ετοιμασίας και
+προσεκάλεσεν εις φιλοξενίαν τον Μαρδόνιον και πεντήκοντα εκ των
+μάλλον εγκρίτων Περσών. Κληθέντες δε ούτοι εδέχθησαν, και το
+δείπνον εγένετο εις τας Θήβας.
+
+16. Τα δε επίλοιπα, όσα θα είπω τώρα, ήκουσα από τον Ορχομένιον
+Θέρσανδρον, άνδρα επιφανή και εκ των πρώτων του Ορχομενού. Με
+είπε δε ο Θέρσανδρος ότι και αυτός προσεκλήθη υπό του Ατταγίνου
+εις το δείπνον τούτο ομού με πεντήκοντα άλλους Θηβαίους· προς
+τούτοις ότι ο Ατταγίνας δεν κατέκλινε περί την τράπεζαν χωριστά
+τους Πέρσας από τους Έλληνας, αλλ' εις εκάστην κλίνην έθεσεν
+ένα Πέρσην και ένα Θηβαίον. Μετά το δείπνον ήρχισαν να πίνωσι
+και ο ομόκλινός του Πέρσης, ομιλών Ελληνιστί, τον ηρώτησε πόθεν
+ήτο· ο Θέρσανδρος απεκρίθη ότι ήτο Ορχομένιος. Τότε ο Πέρσης
+είπεν· «Επειδή τώρα έγινες ομοτράπεζος και ομόσπονδός μου, θέλω
+να σε αφήσω ανάμνησιν της σκέψεως την οποίαν έχω, διά να
+προηξεύρης και συ, και να δύνασαι να φροντίσης περί των
+συμφερόντων σου. Βλέπεις τους Πέρσας τους συμποσιάζοντας εδώ
+και τον στρατόν τον οποίον αφήσαμεν εστρατοπεδευμένον παρά τον
+ποταμόν; Δεν θα παρέλθη πολύς χρόνος και εξ όλων τούτων ολίγους
+μόνον θα ίδης να σωθώσι.» Ταύτα είπεν ο Πέρσης και αίφνης έχυσε
+πολλά δάκρυα. Ο δε Θέρσανδρος εκπλαγείς διά τους λόγους τούτους
+είπε· «Λοιπόν πρέπει να είπης ταύτα εις τον Μαρδόνιον και τους
+μετ' εκείνον εγκρίτους Πέρσας.» Ο δε Πέρσης είπε μετά ταύτα·
+«Φίλε, ό,τι είναι πεπρωμένον να συμβή εκ θείας βουλήσεως, οι
+άνθρωποι δεν δύνανται να το εμποδίσωσι, διότι κανείς δεν θέλει
+να πιστεύση εκείνους οίτινες ομιλούσι φρονίμως. Μολονότι πολλοί
+εξ ημών ηξεύρομεν ταύτα, ακολουθούμεν όμως δεδεμένοι υπό της
+ανάγκης. Η πικροτέρα οδύνη την οποίαν δύναται να υποστή
+άνθρωπος, είναι να εννοή πολλά πράγματα και να μη δύναται να
+πράξη τίποτε.» Ταύτα ήκουσα να λέγη ο Ορχομένιος Θέρσανδρος και
+προς τούτοις ότι τα είπεν αμέσως εις πολλούς ανθρώπους πριν
+γίνη η εν Πλαταιαίς μάχη.
+
+17. Ότε δε ο Μαρδόνιος ήτο εστρατοπεδευμένος εις την Βοιωτίαν,
+οι μεν άλλοι (όσοι εκ των εις εκείνα τα μέρη κατοικούντων
+Ελλήνων εμήδιζον) όλοι έδοσαν στρατόν και συνεισέβαλον εις τας
+Αθήνας· μόνοι δε οι Φωκείς δεν συνεισέβαλον, καθότι εμήδιζον
+μεν και ούτοι σφόδρα, αλλ' ακουσίως και εξ ανάγκης. Ολίγας δε
+ημέρας μετά την άφιξιν του Μαρδονίου εις τας Θήβας, ήλθον και
+εκ των Φωκέων χίλιοι οπλίται, των οποίων αρχηγός ήτο ο
+Αρμοκύδης, ο μάλλον επιφανής των πολιτών. Μόλις δε έφθασαν εις
+τας Θήβας, έπεμψεν ο Μαρδόνιος προς αυτούς ιππείς και τους
+διέταξε να στρατοπεδεύσωσι χωριστά εις την πεδιάδα. Αφού
+έπραξαν τούτο, αμέσως έδραμεν εκεί όλον το ιππικόν. Μετά ταύτα
+δε διεδόθη φήμη μεταξύ των Ελλήνων των όντων με τους Μήδους ότι
+ο Μαρδόνιος είχε σκοπόν να κατακοντίση τους Φωκείς. Τότε ο
+στρατηγός αυτών Αρμοκύδης τους ενεθάρρυνε διά των λόγων τούτων·
+«Ω Φωκείς, είναι πρόδηλον ότι οι άνθρωποι ούτοι θέλουσιν εκ
+προμελέτης να μας θανατώσωσι, διότι ως εικάζω μας διέβαλον οι
+Θεσσαλοί. Τώρα λοιπόν πρέπει έκαστος υμών να φανή γενναίος·
+διότι προτιμότερον να τελευτήσωμεν τον βίον πράττοντές τι και
+αμυνόμενοι, ή αφεθέντες ν' απολεσθώμεν με ατιμότατον θάνατον.
+Ας μάθωσιν οι άνθρωποι ούτοι ότι ατιμωρητί δεν δύνανται
+βάρβαροι να σκευωρήσωσι τον θάνατον ανδρών Ελλήνων.»
+
+18. Ο μεν Αρμοκύδης τοιαύτα συνεβούλευσεν. Οι δε ιππείς, αφού
+περικύκλωσαν τους Φωκείς, ώρμησαν εναντίον των δεικνύοντες ότι
+είχον σκοπόν να τους θανατώσωσι, και έτεινον και τα τόξα διά να
+ρίψωσι, τινές δε μάλιστα έρριψαν· οι δε Φωκείς, στρεφόμενοι
+προς όλα τα μέρη και πεπυκνωμένοι, ανθίσταντο. Τότε οι ιππείς
+υπέστρεψαν και ανεχώρησαν οπίσω. Δεν δύναμαι να είπω μετά
+βεβαιότητος ούτε εάν τωόντι, κατ' αίτησιν των Θεσσαλών, ήλθον
+να θανατώσωσι τους Φωκείς, και έπειτα, επειδή τους είδον
+λαβόντας αμυντικήν θέσιν και εφοβήθησαν μήπως φονευθώσι και εκ
+των ιδίων των στρατιωτών, τους άφησαν και ανεχώρησαν (καθότι
+τοιαύτη ήτο η διαταγή του Μαρδονίου), ούτε εάν ηθέλησεν ο
+Μαρδόνιος να τους δοκιμάση εάν ήναι γενναίοι. Αφού δε
+επέστρεψαν οι ιππείς, πέμψας κήρυκα ο Μαρδόνιος είπε τα εξής·
+«Θαρρείτε, ω Φωκείς· διότι εφάνητε ότι είσθε άνδρες γενναίοι
+και όχι ως ήκουον εγώ. Τώρα λοιπόν δείξατε την προθυμίαν σας
+εις τον πόλεμον τούτον, και δεν θα υπερβηθήτε εις τας
+ευεργεσίας. ούτε εμέ ούτε τον βασιλέα». Ταύτα συνέβησαν εις
+τους Φωκείς.
+
+19. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ελθόντας εις τον Ισθμόν
+εστρατοπεδεύσαντο εκεί. Μαθόντες δε τούτο οι λοιποί
+Πελοποννήσιοι, οίτινες είχον ασπασθή την πατριωτικήν μερίδα,
+και βλέποντες ότι εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι, δεν ενέκρινον
+να αφήσωσιν αυτούς μόνους. Εκ του Ισθμού λοιπόν, αφού
+συνεβουλεύθησαν τα θύματα και είδον ότι ήσαν καλά, εκίνησαν
+όλοι και έφθασαν εις την Ελευσίνα. Αφού δε έκαμον και εκεί
+θυσίας αίτινες απέβησαν επίσης καλαί, επορεύθησαν επί τα πρόσω·
+συν αυτοίς δε και οι Αθηναίοι οίτινες ήλθον εκ της Σαλαμίνος
+και ηνώθησαν μετ' αυτών εις την Ελευσίνα. Ότε δε έφθασαν εις
+τας Ερυθράς της Βοιωτίας και έμαθον ότι οι βάρβαροι ήσαν
+εστρατοπεδευμένοι εις τον Ασωπόν, απεφάσισαν και αυτοί να
+αντιστρατοπεδευθώσιν εις τας υπωρείας του Κιθαιρώνος.
+
+20. Ο δε Μαρδόνιος, επειδή οι Έλληνες δεν κατέβαινον εις την
+πεδιάδα, έπεμψε κατ' αυτών όλον το ιππικόν, του οποίου ίππαρχος
+ήτο ο Μασίστιος, ανήρ μεγάλην φήμην χαίρων παρά τοις Πέρσαις,
+τον οποίον οι Έλληνες καλούσι Μακίστιον. Ούτος είχεν ίππον
+Νισαίον χρυσοχάλινον και καθ' όλα τα άλλα κεκοσμημένον καλώς.
+Εκεί πλησιάσαντες οι ιππείς και εις τάγματα διαιρεθέντες,
+προσέβαλον τους Έλληνας, επροξένησαν εις αυτούς μεγάλην βλάβην
+και τους απεκάλεσαν γυναίκας.
+
+21. Κατά συντυχίαν δε οι Μεγαρείς έτυχον να ώσι παρατεταγμένοι
+εις την μάλλον ευπρόσβλητον όλων των θέσεων, και εκεί ώρμα το
+ιππικόν περισσότερον. Πιεζόμενοι λοιπόν οι Μεγαρείς υπό των
+ιππέων, έπεμψαν προς τους στρατηγούς των Ελλήνων κήρυκα. Ελθών
+δε ο κήρυξ είπε προς αυτούς τα εξής· «Οι Μεγαρείς λέγουσιν: Ω
+σύμμαχοι, ημείς δεν είμεθα ικανοί να αντιστώμεν μόνοι κατά του
+ιππικού των Περσών, έχοντες την θέσιν εις ην ετάχθημεν εξ
+αρχής· αλλά και έως τώρα αντέχομεν καρτερικώς και ανδρείως,
+καίπερ πιεζόμενοι. Τώρα δε εάν δεν στείλετε άλλους να μας
+αντικαταστήσωσι, μάθετε ότι θα αφήσωμεν την θέσιν.» Ο μεν κήρυξ
+ταύτα απήγγειλεν, ο δε Παυσανίας προσεκάλεσε τους Έλληνας και
+εζήτησεν εθελοντάς διά να υπάγωσιν εις εκείνο το μέρος και
+διαδεχθώσι τους Μεγαρείς. Μη θελόντων δε των άλλων, εδέχθησαν
+οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων οι τριακόσιοι επίλεκτοι των
+οποίων λοχαγός ήτο ο Ολυμπιόδωρος του Λάμπωνος.
+
+22. Ούτοι ήσαν οι δεχθέντες και οι προ των άλλων Ελλήνων, όσοι
+ήσαν εις τας Ερυθράς, ταχθέντες μετά των τοξοτών. Εμάχοντο δε
+επί αρκετήν ώραν και το τέλος της μάχης εγένετο τοιούτο. Ότε
+ώρμησε το ιππικόν κατά τάγματα, ο ίππος του Μασιστίου προέχων
+των άλλων, εβλήθη υπό βέλους εις τα πλευρά· αλγήσας δε, έστη
+ορθός και ετίναξε τον Μασίστιον. Τούτου πεσόντος, πρόσδραμον οι
+Αθηναίοι. Τότε και τον ίππον αυτού έλαβον και αυτόν αμυνόμενον
+εφόνευσαν, ουχί άνευ δυσκολίας καθότι ήτο ωπλισμένος ως εξής.
+Έσωθεν είχε χρυσόν θώρακα, λεπιδωτόν και άνωθεν του θώρακος
+εφόρει χιτώνα φοινικούν. Όθεν τύπτοντες εις τον θώρακα δεν
+έκαμνον τίποτε, μέχρις ου νοήσας τις το πράγμα εκτύπησεν αυτόν
+εις τον οφθαλμόν και τοιουτοτρόπως έπεσε και απέθανε. Ταύτα
+πάντα πραττόμενα διέλαθον τους άλλους ιππείς, καθότι ούτε
+πεσόντα από του ίππου τον είδον, ούτε αποθνήσκοντα. Δεν είδον
+δε τα γενόμενα καθότι κατ' εκείνην την ώραν είχον στρέψει τους
+χαλινούς και ανεχώρουν. Ότε όμως εστάθησαν, αμέσως τον
+εζήτησαν, μη έχοντες πλέον κανένα διά να τους οδηγήση· μαθόντες
+δε το γεγονός και εξοτρύναντες αλλήλους, επανέλαβον την
+επίθεσιν διά να λάβωσι τον νεκρόν.
+
+23. Ιδόντες δε οι Αθηναίοι ότι οι ιππείς επήρχοντο ουχί κατά
+τάγματα αλλ' όλοι ομού, εζήτησαν την συνδρομήν του άλλου
+στρατού. Ενώ δε ο πεζός στρατός ήρχετο εις βοήθειαν, μάχη βιαία
+εγένετο περί τον νεκρόν. Και ενόσω μεν ήσαν οι τριακόσιοι
+μόνοι, υπενέδιδον και εμακρύνοντο από τον νεκρόν· ότε δε
+έφθασεν εις βοήθειάν των το πλήθος, τότε πλέον οι ιππείς δεν
+ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν ούτε κατώρθωσαν να λάβωσι τον νεκρόν,
+αλλά πλην εκείνου προσαπώλεσαν και άλλους εκ των ιππέων.
+Μακρυθέντες δε δύο περίπου στάδια συνεσκέφθησαν τι έπρεπε να
+πράξωσι· δι' έλλειψιν δε αρχηγού απεφάσισαν να επιστρέψωσι προς
+τον Μαρδόνιον.
+
+24. Ότε το ιππικόν έφθασεν εις το στρατόπεδον, όλος ο στρατός
+και προ πάντων ο Μαρδόνιος επένθησαν τον Μασίστιον, κείραντες
+εαυτούς και τους ίππους και τα υποζύγια και αφέντες θρήνον
+μέγαν. Εις όλην δε την Βοιωτίαν αντήχησεν ότι απώλετο ανήρ τα
+μέγιστα τιμώμενος μετά τον Μαρδόνιον υπό των Περσών και του
+βασιλέως. Και οι μεν βάρβαροι κατά τα έθιμα των ετίμησαν τον
+Μαστίστιον αποθανόντα.
+
+25. Οι δε Έλληνες επειδή εδέχθησαν την επίθεσιν του ιππικού και
+απώθησαν αυτά, έλαβον θάρρος πολύ περισσότερον, και πρώτον
+θέσαντες τον νεκρόν εις άμαξαν περιέφερον αυτόν εις τας τάξεις.
+Ο δε νεκρός ήτο άξιος θαυμασμού διά το μέγα του ανάστημα και το
+κάλλος· εκείνο δε το οποίον τους ηνάγκασε να τον περιφέρωσιν
+εις τας τάξεις ήτο διά να μη εγκαταλείπωσιν αυτάς οι στρατιώται
+και έρχωνται να τον βλέπωσι. Μετά ταύτα απεφάσισαν να καταβώσιν
+εις τας Πλαταιάς, διότι ο Πλαταιικός χώρος τοις εφαίνετο
+επιτηδειότερος του Ερυθραίου προς στρατοπέδευσιν, και διότι το
+ύδωρ εκεί ήτο καλλίτερον. Εις τούτον λοιπόν τον χώρον και
+πλησίον της εν τω χώρω τούτω ούσης Γαργαφίας κρήνης έκρινον ότι
+έπρεπε να έλθωσι και να στρατοπεδευθώσι. Αναλαβόντες λοιπόν τα
+όπλα διήλθον πλησίον των Υσιών διά της υπωρείας του Κιθαιρώνος
+και έφθασαν εις την Πλαταιίδα γην. Φθάσαντες εκεί ετάχθησαν
+κατά έθνη πλησίον της Γαργαφίας κρήνης και του τεμένους του
+ήρωος Ανδροκράτους, οι μεν εις όχθους όχι υψηλούς οι δε εις
+μέρος επίπεδον.
+
+26. Τότε κατά την διάταξιν εγένετο πολλή λογομαχία μεταξύ
+Τεγεατών και Αθηναίων. Αμφότερα τα έθνη ηξίουν να έχωσι το έν
+κέρας, προβάλλοντες εις υποστήριξιν των δικαιωμάτων των παλαιά
+και νέα κατορθώματα. Αφ' ενός μεν οι Τεγεάται έλεγον· «Ημείς
+πάντοτε εις όσας εκστρατείας κοινάς έκαμον οι Πελοποννήσιοι
+παλαιάς και νέας, εκρίθημεν άξιοι της τιμής ταύτης παρ' όλων
+των συμμάχων. Από της εποχής δε καθ' ην οι Ηρακλείδαι μετά τον
+θάνατον του Ευρυσθέως επειράθησαν να καταβώσιν εις την
+Πελοπόννησον, ελάβομεν το δικαίωμα τούτο διά την εξής αιτίαν.
+Ότε μετά των Αχαιών και των Ιώνων, των κατοικούντων τότε εις
+την Πελοπόννησον, εξεστρατεύσαμεν εις τον Ισθμόν διά να
+αντιταχθώμεν κατά των θελόντων να καταβώσιν εις την
+Πελοπόννησον Ηρακλειδών· τότε λέγουσιν ότι επειδή ο Ύλλος είπεν
+ότι δεν έπρεπε να συμπλακώσιν οι δύο στρατοί, αλλ' όστις ήθελε
+κριθή μάλλον άξιος εκ του Πελοποννησιακού στρατού, αυτός να
+μονομαχήση μετά του Ύλλου επί συμπεφωνημένοις όροις, ενέκριναν
+οι Πελοποννήσιοι να πράξωσι τούτο και θυσιάσαντες ωρκίσθησαν τα
+εξής· εάν μεν ο Ύλλος νικήση τον ηγεμόνα των Πελοποννησίων, να
+καταβώσιν οι Ηρακλείδαι εις τα πατρώα· εάν δε εξ εναντίας
+νικηθή, να αναχωρήσωσιν εκείθεν οι Ηρακλείδαι και να απαγάγωσι
+τον στρατόν, επί εκατόν δε έτη να μη ζητήσωσι κάθοδον εις την
+Πελοπόννησον. Ο βασιλεύς ημών και στρατηγός Έχεμος, υιός του
+Φηγέως Αερόπου, προσεφέρθη εκουσίως και όλοι οι σύμμαχοι
+εδέχθησαν· μονομαχήσας δε εφόνευσε τον Ύλλον. Εκ του έργου
+τούτου, ημείς ελάβομεν τότε μεταξύ των Πελοποννησίων και άλλα
+μεγάλα προνόμια τα οποία διετηρήσαμεν μέχρι σήμερον, και
+προσέτι να διοικώμεν πάντοτε έν κέρας οσάκις γίνεται κοινή
+εκστρατεία. Εις υμάς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, δεν εναντιούμεθα·
+σας αφίνομεν να εκλέξετε το κέρας το οποίον θέλετε, και εκ των
+προτέρων δίδομεν την συγκατάθεσίν μας· το άλλο όμως λέγομεν ότι
+εις ημάς ανήκει να έχωμεν ως πάντοτε. Πλην δε του έργου τούτου
+το οποίον ανεφέραμεν, ημείς είμεθα μάλλον άξιοι των Αθηναίων να
+έχωμεν αυτήν την τάξιν, καθότι πολλάκις επολεμήσαμεν ανδρείως
+και καθ' υμών, ω Σπαρτιάται, και κατ' άλλων Ελλήνων. Ούτω
+λοιπόν είναι δίκαιον ημείς να έχωμεν το έν κέρας και όχι οι
+Αθηναίοι, καθότι ουδέποτε έπραξαν τόσα κατορθώματα όσα ημείς,
+ούτε παλαιά ούτε νέα.» Οι μεν Τεγεάται ταύτα είπον.
+
+27. Οι δε Αθηναίοι ακούσαντες ταύτα απεκρίθησαν ως εξής·
+«Ενομίζομεν ότι συνήχθημεν εδώ ουχί διά να λογομαχήσωμεν, αλλά
+διά να πολεμήσωμεν τον βάρβαρον· επειδή όμως ο Τεγεάτης έδωκε
+το παράδειγμα να διηγηθή παλαιά και νέα κατορθώματα όσα έπραξεν
+έκαστος εν παντί χρόνω, ευρισκόμεθα εις την ανάγκην να
+δηλώσωμεν εις υμάς ότι παρ' ημίν, πλειότερον ή παρά τοις
+Αρκάσιν, είναι πατροπαράδοτον να αφοσιούμεθα υπέρ της σωτηρίας
+όλων και να πολεμώμεν εις την πρώτην τάξιν. Τους Ηρακλείδας,
+των οποίων τον ηγεμόνα λέγουσιν ούτοι ότι εφόνευσαν, τούτους
+προ της περιστάσεως ταύτης διωκομένους υπό πάντων των Ελλήνων
+προς ους ήρχοντο φεύγοντες την δουλείαν των Μυκηναίων, μόνοι
+ημείς εδέχθημεν, και εταπεινώσαμεν την θρασύτητα του Ευρυσθέως,
+μετ' εκείνων πολεμήσαντες και νικήσαντες τους έχοντες τότε την
+Πελοπόννησον. Έπειτα, ότε οι Αργείοι ήλασαν μετά του
+Πολυνείκους κατά των Θηβών και φονευθέντες έκειντο άταφοι,
+ημείς εκστρατεύσαντες κατά των Καδμείων, ελάβομεν τους νεκρούς
+και εθάψαμεν αυτούς εις την Ελευσίνα της ημετέρας χώρας. Επίσης
+ένδοξον είναι το κατόρθωμά μας εναντίον των Αμαζόνων, αίτινες,
+ελθούσαι ποτε από του Θερμώδοντος ποταμού, εισέβαλον εις την
+Αττικήν· προσέτι και εις τον Τρωικόν πόλεμον δεν εφάνημεν
+κατώτεροι ουδενός άλλου έθνους. Πλην η ανάμνησις αυτών,
+ουδεμίαν δίδει υπεροχήν· καθόσον οι αυτοί άνθρωποι οίτινες τότε
+ήσαν γενναίοι, τώρα δυνατόν να ήναι ασθενέστεροι, και οι όντες
+τότε ασθενείς, να ήναι τώρα γενναίοι· όθεν ας αφήσωμεν τα
+παλαιά έργα. Ημείς, και τίποτε άλλο αν δεν επράξαμεν, μολονότι
+επράξαμεν πολλά και λαμπρά και ουχί κατώτερα των άλλων Ελλήνων,
+πάλιν μόνον διά το έργον του Μαραθώνος είμεθα άξιοι να λάβωμεν
+τούτο το γέρας και άλλα πλην τούτου. Κατ' εκείνην την ημέραν
+μόνοι των Ελλήνων επολεμήσαμεν κατά του Πέρσου, και
+επιχειρήσαντες τοιούτο έργον υπερισχύσαμεν και ενικήσαμεν
+τεσσαράκοντα έξ έθνη. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον, δι' αυτό και
+μόνον το κατόρθωμα να έχωμεν την τάξιν ταύτην; Αλλ' εις την
+παρούσαν περίστασιν δεν αρμόζει να ερίζωμεν περί τάξεως· είμεθα
+έτοιμοι να σας υπακούσωμεν, ω Λακεδαιμόνιοι· θα λάβωμεν την
+θέσιν την οποίαν θέλετε κρίνει κατάλληλον να μας υποδείξετε και
+εναντίον οιωνδήποτε αντιπάλων. Όπου όμως και αν ταχθώμεν, θα
+προσπαθήσωμεν να πολεμήσωμεν ανδρείως. Διατάξατε και
+υπακούομεν.»
+
+28. Οι μεν Αθηναίοι ταύτα απεκρίθησαν, όλος δε ο στρατός των
+Λακεδαιμονίων ανεβόησεν ότι οι Αθηναίοι μάλλον άξιοι να έχωσι
+το έν κέρας ή οι Αρκάδες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το έλαβον οι
+Αθηναίοι και επροτιμήθησαν των Τεγεατών. Μετά ταύτα δε
+ετάχθησαν ως ακολούθως όσοι Έλληνες ήλθον ύστερον και όσοι
+είχον έλθει εξ αρχής. Το μεν δεξιόν κέρας έχον δεκακισχίλιοι
+Λακεδαιμόνιοι, εξ ων οι πεντακισχίλιοι ήσαν Σπαρτιάται και
+είχον ως βοηθούς τριάκοντα πέντε χιλιάδας ψιλούς είλωτας, επτά
+έκαστος. Πλησίον των οι Σπαρτιάται έταζαν τους Τεγεάτας τιμής
+ένεκεν και αρετής· ούτοι δε ήσαν χίλιοι και πεντακόσιοι
+οπλίται. Μετ' αυτούς ίσταντο πεντακισχίλιοι Κορίνθιοι και
+πλησίον αυτών έλαβον την άδειαν να σταθώσι τριακόσιοι
+Ποτιδαιάται ελθόντες εκ της Παλλήνης. Αμέσως μετ' αυτούς
+ίσταντο Αρκάδες Ορχομένιοι εξακόσιοι, έπειτα τρισχίλιοι
+Σικυώνιοι, έπειτα οκτακόσιοι Επιδαύριοι. Πλησίον αυτών ήσαν
+τεταγμένοι χίλιοι Τροιζήνιοι, έπειτα διακόσιοι Λεπρεάται,
+έπειτα τετρακόσιοι Μυκηναίοι και Κορίνθιοι. Μετ' αυτούς χίλιοι
+Φλιάσιοι και πλησίον αυτών τριακόσιοι Ερμιονείς. Μετά τους
+Ερμιονείς ίσταντο εξακόσιοι Ερετριείς και Στυρείς, έπειτα
+τετρακόσιοι Χαλκιδείς, έπειτα πεντακόσιοι Αμπρακιώται. Μετά
+τους Αμπρακιώτας ετάχθησαν οκτακόσιοι Λευκάδιοι και Ανακτόριοι
+μετ' αυτούς διακόσιοι Παλείς εκ της Κεφαλληνίας, μετ' αυτούς
+πεντακόσιοι Αιγινήται, έπειτα τρισχίλιοι Μεγαρείς, κατόπιν
+εξακόσιοι Πλαταιείς. Τελευταίοι δε και πρώτοι ετάχθησαν
+οκτακισχίλιοι Αθηναίοι έχοντες το ευώνυμον κέρας· εστρατήγει δε
+αυτών Αριστείδης ο Λυσιμάχου.
+
+29. Ούτοι δε, πλην των επτά ειλώτων των τεταγμένων περί έκαστον
+Σπαρτιάτην, ήσαν οπλίται και όλοι ομού τριάκοντα οκτώ χιλιάδες
+τον αριθμόν. Όλοι λοιπόν οι οπλίται οι συλλεγέντες κατά του
+βαρβάρου ήσαν τοσούτοι· των ψιλών δε το πλήθος ήτο το εξής.
+Τριάκοντα πέντε μεν χιλιάδες εκ του Σπαρτιατικού τάγματος·
+καθότι επτά ήσαν περί έκαστον Σπαρτιάτην, όλοι παρεσκευασμένοι
+ως εις πόλεμον. Οι δε ψιλοί των λοιπών Λακεδαιμονίων και
+Ελλήνων ήσαν τριάκοντα τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσιοι, ως να
+ήτο είς ψιλός πλησίον ενός οπλίτου. Ώστε όλοι οι μάχιμοι ψιλοί
+ήσαν εξήκοντα εννέα χιλιάδες και πεντακόσιοι.
+
+30. Όλος δε ομού ο Ελληνικός στρατός ο συνελθών εις τας
+Πλαταιάς, οπλίται και ψιλοί μάχιμοι, ήτο ένδεκα μυριάδες μείον
+χιλίων οκτακοσίων (26)· μετά των ελθόντων δε έπειτα Θεσπιέων
+συνεπληρώθησαν αι ένδεκα μυριάδες· καθότι ήλθον εις το
+στρατόπεδον όσοι διεσώθησαν Θεσπιείς, χίλιοι οκτακόσιοι τον
+αριθμόν, αλλ' ούτε αυτοί δεν είχον όπλα. Ούτω διατεταγμένοι οι
+Έλληνες εστρατοπεδεύοντο εις τας όχθας του Ασωπού.
+
+31. Οι δε βάρβαροι και ο Μαρδόνιος, αφού απεκήδευσαν τον
+Μασίστιον μαθόντες ότι οι Έλληνες ήσαν εις τας Πλαταιάς, ήλθον
+και αυτοί προς εκείνο το μέρος του Ασωπού· ελθόντες δε
+αντετάχθησαν υπό του Μαρδονίου ως ακολούθως. Απέναντι μεν των
+Λακεδαιμονίων έστησε τους Πέρσας· και επειδή οι Πέρσαι ήσαν
+περισσότεροι κατά το πλήθος τους εσχημάτισεν εις πολλάς τάξεις
+τας οποίας εξέτεινε μέχρι του μετώπου των Τεγεατών· και τους
+μεν δυνατωτάτους των Περσών εκλέξας έστησεν εναντίον των
+Λακεδαιμονίων, τους δε ασθενεστέρους παρέταξεν εναντίον των
+Τεγεατών. Ταύτα έπραξε κατά συμβουλήν των Θηβαίων. Αμέσως δε
+μετά τους Πέρσας έταξε τους Μήδους απέναντι των Κορινθίων, των
+Ποτιδαιατών, των Ορχομενίων και των Σικυωνίων. Μετά τους Μήδους
+έταξε τους Βακτρίους απέναντι των Επιδαυρίων, των Τροιζηνίων,
+των Λεπρεατών, των Τιρυνθίων, των Μυκηναίων και των Φλιασίων.
+Μετά τους Βακτρίους έστησε τους Ινδούς απέναντι των Ερμιονέων,
+των Ερεριέων, των Στυρών και των Χαλκιδέων. Μετά τους Ινδούς
+έταξε τους Σάκας εναντίον των Αμπρακιωτών, των Ανακτορίων, των
+Λευκαδίων, των Παλέων και των Αιγινητών. Τελευταίον δε κατά των
+Αθηναίων και των συμμάχων των Πλαταιέων και Μεγαρέων έταξε τους
+Βοιωτούς, τους Λοκρούς, τους Μαλιείς, τους Θεσσαλούς και τους
+χιλίους Φωκείς, διότι όλοι οι Φωκείς δεν εμήδισαν, αλλά τινές
+εξ αυτών καταφυγόντες εις τον Παρνασσόν εβοήθουν τους Έλληνας
+και εκείθεν ορμώμενοι έβλαπτον τον στρατόν του Μαρδονίου και
+τους μεταυτού όντας Έλληνας. Έταξε προσέτι εναντίον των
+Αθηναίων και τους περί την Θεσσαλίαν κατοικούντας.
+
+32. Ταύτα μεν είναι τα ονόματα των μεγίστων εθνών όσα παρέταξεν
+ο Μαρδόνιος, και ήσαν τα επιφανέστατα και πλείστου λόγου άξια.
+Ευρίσκοντο δε μεταξύ αυτών και άλλων εθνών άνδρες
+αναμεμιγμένοι, Φρυγών, Θρακών, Μυσών, Παιόνων και άλλων·
+προσέτι και εκ των Αιθιόπων και Αιγυπτίων οι καλούμενοι
+Ερμοτύβιες και Καλασίριες, μαχαιροφόροι, οίτινες είναι οι μόνοι
+μάχιμοι εκ των Αιγυπτίων. Τούτους έτι ων εν Φαλήρω ο Μαρδόνιος
+είχεν αποβιβάσει εκ των πλοίων, διότι ήσαν μεταξύ των
+πληρωμάτων και διότι εις τον πεζόν στρατόν τον οποίον έφερεν ο
+Ξέρξης εις τας Αθήνας δεν υπήρχον Αιγύπτιοι. Οι μεν βάρβαροι
+λοιπόν ήσαν τριακόσιαι χιλιάδες, ως και πρότερον εκδήλωσα· των
+δε Ελλήνων των συμμάχων του Μαρδονίου ουδείς γνωρίζει τον
+αριθμόν· καθότι δεν ηριθμήθησαν· εικάζω όμως ότι προσήλθον έως
+πεντήκοντα χιλιάδες. Ούτοι ήσαν οι παραταχθέντες πεζοί· το δε
+ιππικόν ήτο τεταγμένον κατά μέρος.
+
+33. Αφού όλοι ούτοι διετάχθησαν κατά έθνη και κατά τάγματα, την
+δευτέραν ημέραν εγένοντο θυσίαι εις αμφότερα τα μέρη. Και εις
+μεν τους Έλληνας ο θύων ήτο ο Τισαμενός του Αντιόχου, διότι
+ούτος ηκολούθει το στράτευμα τούτο ως μάντις· όντα δε εκ της
+Ήλιδος και κατά το γένος Κλυτιάδην εξ Ιμιδών, οι Λακεδαιμόνιοι
+έκαμον πολίτην των. Ότε ο Τισαμενός ήλθεν εις τους Δελφούς διά
+να ζητήση χρησμόν περί τέκνων, η Πυθία τω είπεν ότι θα νικήση
+πέντε μεγίστους αγώνας. Ούτος δε παρεξηγήσας τον χρησμόν,
+επεδίδετο εις γυμνικάς ασκήσεις, νομίζων ότι έμελλε να νικήση
+γυμνικούς αγώνας. Όθεν ασκηθείς εις το πένταθλον, ολίγον έλειψε
+να νικήση εις μίαν ολυμπιάδα· αλλ' ο εξ Άνδρου Ιερώνυμος τον
+ενίκησεν εις την πάλην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εννοήσαντες ότι ο
+περί του Τισαμενού χρησμός δεν απέβλεπεν εις γενικούς αγώνας
+αλλ' εις πολεμικούς, επειρώντο να πείσωσιν αυτόν επί μισθώ να
+γίνη αρχηγός των πολέμων ομού με τους βασιλείς των Ηρακλείδας.
+Βλέπων δε ο Τισαμενός ότι οι Σπαρτιάται περί πολλοί εποιούτο να
+κάμωσιν αυτόν φίλον, ηύξησε τας αξιώσεις του, προβάλλων ότι,
+εάν τον δεχθώσιν ως πολίτην των και παρέξωσιν εις αυτόν όλα τα
+προνόμια, θα πράξη ό,τι επεθύμουν· επ' ουδενί όμως άλλω μισθώ.
+Οι Σπαρτιάται κατ' αρχάς μεν ακούσαντες τούτο δυσηρεστήθησαν
+και αδιαφόρησαν περί του χρησμού· επί τέλους όμως,
+επικρεμασθέντος του μεγάλου φόβου της Περσικής ταύτης
+εκστρατείας, εδέχθησαν τας αιτήσεις του και τον προσεκάλεσαν.
+Τότε ο Τισαμενός, ιδών αυτούς μεταβαλόντας γνώμην, είπεν ότι
+πλέον ούτε με ταύτα μόνα ηρκείτο, αλλ' ότι έπρεπε προσέτι να
+γίνη Σπαρτιάτης και ο αδελφός του Ηγίας, με τα αυτά δικαιώματα
+με τα οποία γίνεται και αυτός.
+
+34. Ταύτα λέγων ο Τισαμενός εμιμείτο τον Μελάμποδα, εάν δύναταί
+τις να παραβάλη την βασιλείαν με την πολιτογράφησιν. Διότι και
+ο Μελάμπους, ότε εμάνησαν αι γυναίκες του Άργους, επειδή τον
+εζήτησαν οι Αργείοι να έλθη από την Πύλον επί μισθώ διά να
+θεραπεύση τας γυναίκας των, εζήτησεν ως μισθόν το ήμισυ της
+βασιλείας· και επειδή οι Αργείοι δεν ηδυνήθησαν να ανεχθώσι
+τοιαύτην αξίωσιν και ανεχώρησαν, αι δε γυναίκες των εμαίνοντο
+πολύ περισσότεραι, τότε αποφασίσαντες να δεχθώσι τας προτάσεις
+του Μελάμποδος, επέστρεψαν προς αυτόν και τω παρεχώρησαν ό,τι
+εζήτει. Ο Μελάμπους όμως, ιδών τους Αργείους μεταβληθέντας,
+εζήτησε περισσότερα λέγων ότι δεν θα κάμη όσα θέλουσιν, εάν
+δεν μεταδώσωσι και εις τον αδελφόν του Βίαντα τα τριτημόριον
+της βασιλείας. Οι δε Αχρείοι, ευρισκόμενοι εις τα στενά,
+εδέχθησαν και τούτο.
+
+35. Ούτω και οι Σπαρτιάται, επειδή είχον μεγάλην ανάγκην του
+Τισαμενού, έδοσαν ό,τι εζήτησεν. Αφού δε τω παρεχώρησαν ταύτα,
+τότε ο πλείος Τισαμενός, εγένετο μάντις των εις πέντε μεγάλας
+μάχας και εθριάμβευσαν ομού. Μόνοι δε ούτοι εξ όλων των
+ανθρώπων εγένοντο πολίται Σπαρτιάται. Αι δε πέντε μάχαι εισίν
+αι εξής· πρώτη αύτη η εν Πλαταιαίς έπειτα η εν Τεγέα προς τους
+Τεγεάτας και τους Αργείους, έπειτα η εν Διπαία προς όλους τους
+Αρκάδας πλην των Μαντινέων, έπειτα η εν Ιθώμη προς τους
+Μεσσηνίους, και τελευταίον η εν Τανάγρα προς τους Αθηναίους και
+τους Αργείους. Αύτη είναι η τελευταία των πέντε μαχών.
+
+36. Ούτος λοιπόν ο Τισαμενός τον οποίον είχον μεθ' εαυτών οι
+Σπαρτιάται, ήτο ο μάντις των Ελλήνων εις τας Πλαταιάς. Εις δε
+τους Έλληνας προεμήνυον μεν νίκην τα θύματα εάν μείνωσιν εις
+αμυντικήν θέσιν, ουχί όμως και εάν διαβάντες τον Ασωπόν
+αρχίσωσι πρώτοι την μάχην.
+
+37. Ομοίως και εις τον Μαρδόνιον προθυμούμενον να αρχίση την
+μάχην τα θύματα δεν εφαίνοντο καλά, εκτός εάν πολεμήση αφού τον
+προσβάλωσι πρώτοι οι εναντίοι· καθότι και ούτος μετεχειρίζετο
+ελληνικάς μαντείας, έχων μάντιν τον Ηλείον Ηγησίστρατον, τον
+επιφανέστατον των Τελλιαδών τον οποίον προ του πολέμου τούτου
+συλλαβόντες οι Σπαρτιάται έρριψαν εις τα δεσμά διά να τον
+θανατώσωσιν, ως παθόντες υπ' αυτού πολλά και απρεπή. Εις
+τοιαύτην κατάστασιν ευρισκόμενος ο Ηγησίστρατος και τρέχων
+κίνδυνον περί της ζωής του, και προσέτι μέλλων προ του θάνατον
+να υποστή πολλά και δεινά, έπραξεν έργον μείζον παντός λόγου.
+Ενώ ήτο δεδεμένος εις ξύλον σιδηρόδετον, έλαβε μάχαιραν την
+οποίαν βεβαίως τω έφερέ τις εντός της φυλακής και αμέσως
+εμηχανήθη έργον ανδρειότατον από όσα ημείς ηξεύρομεν. Αφού
+εμέτρησεν ακριβώς πόσον μέρος του ποδός ηδύνατο να εξέλθη της
+ποδοκάκης, έκοψε τον ταρσόν. Τούτου γενομένου, όπως λάθη τους
+φύλακας, διετρύπησε τον τοίχον και απέδρα εις την Τεγέαν, τας
+μεν νύκτας πορευόμενος, τας δε ημέρας κρυπτόμενος εις δάση και
+διημερεύων εκεί· ώστε με όλας τας αναζητήσεις τας οποίας
+έκαμνον όλοι οι Λακεδαιμόνιοι, αυτός την τρίτην νύκτα ήτο εις
+την Τεγέαν. Οι δε Σπαρτιάται εθαύμαζον μεγάλως διά την τόλμην
+του, και βλέποντες κείμενον χαμαί το ήμισυ του ποδός, εκείνον
+δεν ηδύναντο να εύρωσι. Και τότε μεν ούτω διαφυγών τους
+Λακεδαιμονίους εύρεν άσυλον εις τους Τεγεάτας, οίτινες κατ'
+εκείνην την εποχήν δεν ήσαν φίλοι των Λακεδαιμονίων. Ιαθείς δε
+και κατασκευάσας ξύλινον πόδα, εγένετο φανερός εχθρός των
+Λακεδαιμονίων· πλην η έχθρα αύτη την οποίαν συνέλαβε κατά των
+Λακεδαιμονίων δεν τον ωφέλησε μέχρι τέλους, καθότι μετεσχόμενος
+την μαντικήν εις την Ζάκυνθον, συνελήφθη παρ' αυτών και
+εφονεύθη.
+
+38. Αλλ' ο μεν θάνατος του Ηγησιστράτου συνέβη μετά τα
+Πλαταιικά· τότε δε εις τον Ασωπόν, μεμισθωμένος υπό του
+Μαρδονίου αντί μεγάλης ποσότητος, εθυσίαζε και ήτο πρόθυμος
+υπέρ αυτού τόσον διά την προς τους Λακεδαιμονίους έχθραν του,
+όσον και χάριν κέρδους. Επειδή δε τα θύματα δεν επέτρεπον την
+έναρξιν του πολέμου ούτε εις τους Πέρσας ούτε εις τους μετ'
+αυτών όντας Έλληνας (καθότι και ούτοι είχαν ωσαύτως ιδικόν των
+μάντιν, τον Λευκάδιον Ιππόμαχον) και επειδή συνέτρεχον
+πανταχόθεν οι Έλληνες και ηύξανεν ο αριθμός αυτών, ο Θηβαίος
+Τιμηγενίδης του Έρπυος συνεβούλευσε τον Μαρδόνιον να φυλάξη τας
+διόδους του Κιθαιρώνος, λέγων ότι ανά πάσαν ημέραν συρρέουσιν
+εκείθεν οι Έλληνες και ήτο ελπίς να συλλάβη πολλούς.
+
+39. Ότε ο Μαρδόνιος έλαβε την συμβουλήν ταύτην είχον παρέλθει
+οκτώ ημέραι αφότου οι δύο στρατοί ήσαν εστρατοπεδευμένοι
+απέναντι αλλήλων. Ευρών δε ο Μαρδόνιος την συμβουλήν ταύτην
+καλήν άμα ενύκτωσεν, έπεμψε το ιππικόν εις τας διόδους του
+Κιθαιρώνος αίτινες απολήγουσιν εις τας Πλαταιάς. Ταύτας οι μεν
+Βοιωτοί καλούσι Τρεις κεφαλάς, αι δε Αθηναίοι Δρυός κεφαλάς.
+Πεμφθέντες οι ιππείς εκεί, δεν ήλθον ματαίως· καθότι συνέλαβον
+πεντακόσια υποζύγια, τα οποία εισήρχοντο εις την πεδιάδα
+φέροντα τροφάς εκ Πελοποννήσου εις το στρατόπεδον, και
+ανθρώπους οίτινες ηκολούθουν τα ζεύγη ταύτα. Οι Πέρσαι,
+γενόμενοι κύριοι τούτων, εφόνευον αφειδώς, μη φειδόμενοι ούτε
+υποζυγίου ουδενός ούτε ανθρώπου. Αφού δε εκορέσθησαν
+φονεύοντες, έβαλον εμπρός τα λοιπά και τα ήλαυνον προς τον
+Μαρδόνιον και εις το στρατόπεδον.
+
+40. Μετά το έργον τούτο ετέρας δύο ημέρας δέτριψαν μη θέλοντες
+μήτε οι μεν μήτε οι δε ν' αρχίσωσι πρώτοι τον πόλεμον. Οι
+βάρβαροι επροχώρουν μόνον μέχρι του Ασωπού διά να προκαλέσωσι
+τους Έλληνας· δεν διέβαινον όμως τον ποταμόν ούτε αυτοί ούτε οι
+Έλληνες. Εν τούτοις το ιππικόν του Μαρδονίου δεν έπαυεν
+επιτιθέμενον και βλάπτον τους Έλληνας· καθότι οι Θηβαίοι
+μηδίζοντες μεγάλως, προθύμως διήγειρον τον πόλεμον και έδιδον
+αίτιον να αρχίση, έπειτα δε διεδέχοντο την μάχην οι Πέρσαι και
+οι Μήδοι και ούτοι ήσαν οι πράττοντες ανδραγαθίας.
+
+41. Μέχρι μεν των δέκα ημερών ουδέν περισσότερον τούτων
+εγένετο· ήτο δε η ενδεκάτη ημέρα αφ' ης ήσαν
+αντιστρατοπεδευμένοι εις τας Πλαταιάς, και οι μεν Έλληνες είχον
+λάβει πολλάς επικουρίας, ο δε Μαρδόνιος ηγανάκτει απρακτών.
+Τότε συνωμίλησαν ο Μαρδόνιος του Γωβρύου και ο Αρτάβαζος του
+Φαρνάκους όστις έχαιρε παρά τω Ξέρξη υπόληψιν όσην ολίγοι
+Πέρσαι. Κατά την διάσκεψιν ταύτην, αι γνώμαι των υπήρξαν
+διάφοροι· ο μεν Αρτάβαζος εγνωμοδότησεν ότι έπρεπε να σηκώσωσι
+τάχιστα όλον τον στρατόν και να εισέλθωσιν εις τα τείχη των
+Θηβαίων όπου είχον αποθηκεύσει πολλάς τροφάς και χόρτον διά τα
+υποζύγια· εκεί δε καθήμενοι ήσυχοι να τελειώσωσι τον πόλεμον
+διά του ακολούθου τρόπου. Επειδή είχον πολύν χρυσόν εις
+νομίσματα, πολύν άργυρον και ποτήρια, μη φειδόμενοι ουδενός
+τούτων να πέμπωσιν, εις τους Έλληνας, και μάλιστα εις τους
+προεστώτας των πόλεων, οίτινες δεν θα βραδύνωσι να παραδώσωσι
+την ελευθερίαν των διά να αποφύγωσι τους κινδύνους νέας μάχης.
+Η γνώμη αύτη συνεφώνει με την των Θηβαίων, και ο Αρτάβαζος ήτο
+προνοητικώτερος του Μαρδονίου, του οποίου η γνώμη ήτο
+βιαιοτέρα, αποφασιστικωτέρα και ουδεμιάς διαπραγματεύσεως
+επιδεκτική. Ο Μαρδόνιος έλεγεν, ότι ο στρατός των ήτο
+πολυαριθμότερος του Ελληνικού και ότι έπρεπε να πολεμήσωσιν
+όσον τάχιον και όχι να παρορώσι τους Έλληνας εισχυομένους
+ολοέν· προσέτι να αδιαφορήσωσι διά τα σφάγια του Ηγησιστράτου,
+και μη παραβαίνοντες τα Περσικά έθιμα να επιτεθώσι φυλάττοντες
+αυτά.
+
+42. Τούτου ταύτην την γνώμην εξενεγκόντος, ουδείς ετόλμησε να
+αντείπη, και τοιουτοτρόπως υπερίσχυσε, καθότι εις αυτόν και
+ουχί εις τον Αρτάβαζον είχεν αναθέσει ο βασιλεύς την αρχηγίαν
+του στρατεύματος. Όθεν καλέσας τους ταξιάρχους των ταγμάτων και
+τους στρατηγούς των ακολουθούντων αυτόν Ελλήνων, ηρώτα εάν
+εγνώριζον χρησμόν τινα προλέγοντα ότι οι Πέρσαι έμελλον να
+απολεσθώσιν εις την Ελλάδα. Επειδή δε οι προσκληθέντες εσιώπων
+άλλοι μεν διότι δεν ήξευρον τους χρησμούς, άλλοι δε διότι τους
+ήξευρον μεν, δεν είχον όμως την τόλμην να τους είπωσι, τότε ο
+Μαρδόνιος είπεν· «Αφού λοιπόν ή δεν ηξεύρεις τίποτε ή δεν
+τολμάτε να ειπήτε τίποτε, εγώ θα σας είπω εκείνο περί του
+οποίου είμαι βέβαιος. Υπάρχει χρησμός ότι είναι πεπρωμένον οι
+Πέρσαι ελθόντες εις την Ελλάδα να διαρπάσωσι τον ναόν των
+Δελφών, και μετά την διαρπαγήν να απολεσθώσιν όλοι. Ημείς
+λοιπόν γνωρίζοντες τούτο ούτε εις τον ναόν τούτον θα υπάγωμεν,
+ούτε θα επιχειρήσωμεν να τον διαρπάσωμεν· επομένως διά την
+αιτίαν ταύτην δεν θα απολεσθώμεν. Ώστε όσοι εξ υμών τυγχάνετε
+ευνοϊκώς διατεθειμένοι υπέρ των Περσών, χαρήτε διά τούτο, καθότι
+είμεθα προωρισμένοι να νικήσωμεν τους Έλληνας.» Αφού είπε
+ταύτα, διέταξεν έπειτα να ετοιμασθώσι και να θέσωσι τα πάντα
+εις τάξιν, λέγων ότι άμα τη πρωία της επομένης ημέρας έμελλε να
+γίνη η συμπλοκή.
+
+43. Εκείνος δε ο χρησμός τον οποίον ο Μαρδόνιος είπεν ότι εδόθη
+εις τους Πέρσας, ενώ ηξεύρω ότι ανεφέρετο εις τους Ιλλυριούς
+και τον στρατόν των Εγχελέων και όχι εις τους Πέρσας.
+Υπάρχουσιν όμως οι εξής στίχοι του Βάκιδος αναφερόμενοι εις
+ταύτην την μάχην.
+
+_Επί του Θερμώδοντος και των χλοηφόρων οχθών του Ασωπού
+γενήσεται συνάθροισις Ελλήνων και βοή βαρβαρόφωνος. Εκεί, όταν
+φθάση η διωρισμένη ημέρα, πολλοί τοξοφόροι Μήδοι θα φονευθώσι
+παρακαίρως και πριν αποφασίσωσι, τούτο αι Μοίραι._
+
+Ταύτα και άλλα παραπλήσια τούτων γνωρίζω αναφερόμενα εις τους
+Πέρσας. Ο δε Θερμώδων ποταμός ρέει μεταξύ Τανάγρας και
+Γλίσαντος.
+
+44. Μετά τας περί των χρησμών ερωτήσεις ταύτας και την
+παρακίνησιν του Μαρδονίου, επήλθεν η νυξ και ετοποθετήθησαν αι
+φυλακαί. Ότε δε επροχώρησεν η νυξ και εφαίνετο ότι ήτο ησυχία
+εις τα στρατόπεδα και οι άνθρωποι εκοιμώντο, τότε πλησιάσας
+έφιππος εις τας φυλακάς των Αθηναίων ο Αλέξανδρος του Αμύντου,
+όστις ήτο στρατηγός και βασιλεύς των Μακεδόνων, εζήτει να
+ομιλήση εις τους στρατηγούς. Οι μεν πλειότεροι φύλακες έμειναν
+εις τας θέσεις των τινές δε έδραμον προς τους στρατηγούς·
+ελθόντες δε είπον ότι έφθασεν άνθρωπος έφιππος εκ του
+στρατοπέδου των Μήδων, όστις τίποτε άλλο δεν εδήλου, ειμή μόνον
+αναφέρων τα ονόματα των στρατηγών έλεγεν ότι επεθύμει να
+ομιλήση εις αυτούς.
+
+45. Οι δε στρατηγοί, άμα ήκουσαν ταύτα, αμέσως μετέβησαν εις
+τας φύλακας· ότε δε έφθασαν, τοις είπεν ο Αλέξανδρος τα εξής·
+«Άνδρες Αθηναίοι, σας εμπιστεύομαι τους λόγους τούτους και σας
+παρακαλώ να τους φυλάξετε μυστικούς, χωρίς να τους ειπήτε εις
+άλλον τινά ειμή εις τον Παυσανίαν, εκτός εάν θέλετε να με
+θανατώσετε. Δεν θα τους έλεγον δε εάν δεν εκηδόμην μεγάλως περί
+απάσης της Ελλάδος· καθότι είμαι Έλλην την καταγωγήν και δεν
+θέλω να βλέπω την Ελλάδα δεδουλωμένην αντί ελευθέρας. Σας λέγω
+λοιπόν ότι τα θύματα δεν ηδυνήθησαν να αποβώσιν αίσια προς τον
+Μαρδόνιον και τον στρατόν· άλλως προ πολλού ηθέλετε πολεμήσει.
+Τώρα όμως απεφάσισε να μη δώση προσοχήν εις τα θύματα και να
+προσβάλη άμα τη ημέρα υποφωσκούση, καθότι ως εικάζω φοβείται
+μήπως συναχθήτε περισσότεροι. Ηξεύρετε λοιπόν τούτο και
+ετοιμάζεσθε. Εάν δε τυχόν ο Μαρδόνιος αναβάλη την επίθεσιν και
+δεν επιχειρήση· αυτήν, εγκαρτερείτε προσμένοντες, καθότι μόνον
+δι' ολίγας ημέρας έχει τροφάς. Και εάν ο πόλεμος ούτος τελειώση
+κατ' ευχήν, ας ενθυμηθή έκαστος υμών και περί της ελευθερώσεως
+εμού όστις χάριν των Ελλήνων έπραξα υπό ζήλου τόσον επικίνδυνον
+έργον, θέλων να σας φανερώσω τους σκοπούς του Μαρδονίου διά να
+μη επιπέσωσιν οι βάρβαροι εξαίφνης καθ' υμών χωρίς ακόμη να
+τους περιμένετε. Ειμί δε Αλέξανδρος ο Μακεδών.»
+
+Ούτος μεν ταύτα ειπών, έστρεψε τον ίππον και επανήλθεν εις το
+στρατόπεδον και εις την τάξιν του.
+
+46. Οι δε στρατηγοί των Αθηναίων ελθόντες εις το δεξιόν κέρας
+είπον εις τον Παυσανίαν όσα ήκουσαν παρά του Αλεξάνδρου. Ο
+Παυσανίας ακούσας τούτο και φοβηθείς τους Πέρσας είπε τα εξής·
+«Επειδή λοιπόν η μάχη θα αρχίση από πρωίας, πρέπει υμείς μεν οι
+Αθηναίοι να σταθήτε απέναντι των Περσών, ημείς δε απέναντι των
+Βοιωτών και των λοιπών Ελλήνων οίτινες είναι παρατεταγμένοι
+απέναντί σας, διά την εξής αιτίαν. Υμείς πολεμήσαντες εις τον
+Μαραθώνα, γνωρίζετε τους Μήδους και την μάχην αυτών, ημείς δε
+είμεθα άπειροι και αδαείς των ανδρών τούτων, καθότι ουδείς
+Σπαρτιάτης εδοκίμασε τους Μήδους· εξ εναντίας δε είμεθα
+έμπειροι των Βοιωτών και των Θεσσαλών. Όθεν πρέπει αναλαβόντες
+τι όπλα υμείς μεν να έλθετε εις τούτο το κέρας, ημείς δε εις το
+ευώνυμον.» Προς ταύτα οι Αθηναίοι απεκρίθησαν τα εξής· «Εξ
+αρχής, ότε είδομεν τους Πέρσας παραταχθέντας απέναντί σας,
+διενοήθημεν να είπωμεν τούτο το οποίον επρολάβετε και
+επροτείνετε· αλλ' εφοβούμεθα μήπως δεν σας αρέση η πρότασις.
+Αφού λοιπόν υμείς αυτοί το εσκέφθητε και ημείς το ακούομεν με
+πολλήν ευχαρίστησιν, είμεθα έτοιμοι να το πράξωμεν.»
+
+47. Αφού δε εδέχθησαν τούτο προθύμως αμφότεροι, ήρχισε να
+διαφαίνη η ηώς και αυτοί ήλλαξαν τας τάξεις μεταξύ των.
+Εννοήσαντες δε το πράγμα οι Βοιωτοί, ανέφερον τούτο εις τον
+Μαρδόνιον. Ούτος δε ακούσας, διέταξεν αμέσως ομοίαν μεταβολήν
+και έφερε τους Πέρσας απέναντι των Λακεδαιμονίων. Τότε ο
+Παυσανίας ιδών ότι ανεκαλύφθη το σχέδιόν του, επανήλθε μετά των
+Σπαρτιατών εις το δεξιόν κέρας και ο Μαρδόνιος επανέφερε τους
+Πέρσας εις το αριστερόν.
+
+48. Αφού δε επανέλαβον τας πρώτας θέσεις των, πέμψας ο
+Μαρδόνιος κήρυκα εις τους Σπαρτιάτας έλεγε τα εξής· «Ω
+Λακεδαιμόνιοι, οι άνθρωποι των μερών τούτων λέγουσιν ότι είσθε
+ανδρειότατοι, και σας θαυμάζουσιν ότι ούτε φεύγετε από τον
+πόλεμον ούτε αφίνετε τας τάξεις σας, αλλά μένοντες ή φονεύετε
+τους εναντίους ή φονεύεσθε· αλλ ουδέν τούτων είνε αληθές,
+καθότι πριν ακόμη πλησιάσωμεν και έλθωμεν εις χείρας, σας
+είπομεν εγκαταλείποντας τας τάξεις σας, αφίνοντας εις τους
+Αθηναίους να κάμωσι την πρώτην απόπειραν, και τασσομένους
+απέναντι των ημετέρων δούλων. Ταύτα ουδόλως είναι έργα ανδρών
+γενναίων και βλέπομεν ότι πολύ εψεύσθημεν εις την ιδέαν την
+οποίαν είχομεν δι' υμάς. Τωόντι, ένεκα της φήμης σας,
+περιεμένομεν να πέμψετε κήρυκα εις ημάς προκαλούντες και
+θέλοντες να πολεμήσετε με μόνους τους Πέρσας· ενώ δε
+περιεμένομεν να δεχθώμεν τούτο, υμείς ουδέν τοιούτο είπετε,
+αλλ' εξ εναντίας σας εύρομεν τρέμοντας. Όθεν, επειδή δεν
+επροτείνατε πρώτοι τον λόγον τούτον, τον προτείνομεν ημείς.
+Διατί αφού φημίζεσθε ως ανδρειότατοι μεταξύ των Ελλήνων, ως και
+ημείς μεταξύ των βαρβάρων, διατί να μη πολεμήσωμεν ίσοι προς
+ίσους τον αριθμόν; Έπειτα δε, εάν μεν φανή εύλογον να
+πολεμήσωσι και οι άλλοι ας πολεμήσωσιν ύστερον εάν δε δεν φανή
+εύλογον, και μόνη η ιδική μας μάχη αρκή, ας πολεμήσωμεν ημείς,
+και εκείνοι εξ ημών οίτινες νικήσωσιν, αυτοί να θεωρούνται ότι
+ενίκησαν δι' όλον τον στρατόν.»
+
+49. Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών, περιέμεινεν ολίγας στιγμάς, αλλ'
+ουδείς τω απεκρίθη και επέστρεψεν οπίσω· επιστρέψας δε ανέφερεν
+εις τον Μαρδόνιον τα διατρέξαντα. Ούτος δε περιχαρής γενόμενος
+και επαρθείς διά την ασήμαντον ταύτην νίκην, έπεμψε το ιππικόν
+κατά των Ελλήνων. Ορμήσαντες λοιπόν οι ιππείς έβλαπτον όλον τον
+Ελληνικόν στρατόν ακοντίζοντες και τοξεύοντες εις αυτόν, καθότι
+ήσαν ιπποτοξόται και δεν ηδύναντο οι Έλληνες να τους πλησιάσωσι
+και να τους κτυπήσωσι. Συνετάραξαν επίσης και συνέχωσαν την
+Γαργαφίαν κρήνην εξ ης υδρεύετο όλον το Ελληνικόν στράτευμα.
+Πλησίον της κρήνης ταύτης ήσαν παρατεταγμένοι μόνοι οι
+Λακεδαιμόνιοι· εις δε τους άλλους Έλληνας, αναλόγως εκάστης
+τάξεως, η μεν κρήνη ήτο απωτέρω, ο δε Ασωπός πλησιέστερον
+οσάκις όμως εμποδίζοντο να υδρεύσωσιν εκ του ποταμού τούτου,
+ήρχοντο εις την κρήνην. Κατ' εκείνην δε την στιγμήν οι ιππείς
+και τα τοξεύματα δεν τους άφινον να λάβωσιν τον Ασωπόν.
+
+50. Τούτων ούτως εχόντων, οι στρατηγοί των Ελλήνων βλέποντες
+ότι ο στρατός εστερήτο ύδατος και εταράσσετο υπό του ιππικού,
+συνηθροίσθησαν περί τον Παυσανίαν εις το δεξιόν κέρας όπως
+συσκεφθώσι περί τούτου και περί άλλων πραγμάτων. Τωόντι είχον
+ακόμη και άλλας σπουδαιοτέρας φροντίδας· τα τρόφιμα είχον
+εκλείψει, οι δε υπηρέται τους οποίους είχον πέμψει εις την
+Πελοπόννησον διά να φέρωσι τροφάς, απεκλείσθησαν υπό του
+ιππικού και δεν ηδύναντο να έλθωσιν εις το στρατόπεδον.
+
+51. Συσκεφθέντες λοιπόν οι στρατηγοί απεφάσισαν, εάν διέλθωσιν
+εκείνην την ημέραν οι Πέρσαι χωρίς να πολεμήσωσι, να υπάγωσιν
+αυτοί εις την νήσον την κειμένην απέναντι των Πλαταιών, δέκα
+στάδια μακράν του Ασωπού και της κρήνης Γαργαφίας, όπου κατ'
+εκείνην την στιγμήν ήσαν εστρατοπεδευμένοι. Ιδού δε πώς
+ευρίσκεται νήσος εν μέσω της ηπείρου· σχιζόμενος ο ποταμός
+άνωθεν εκ του Κιθαιρώνος, ρέει κάτω εις την πεδιάδα, τα δε
+ρεύματα απέχουσιν αλλήλων περίπου τρία στάδια, και έπειτα
+ενούνται πάλιν επί το αυτό. Όνομα δε της νήσου είναι Ωερόη, και
+λέγουσιν οι επιχώριοι ότι αύτη είναι θυγάτηρ του Ασωπού. Εις
+τούτο λοιπόν το μέρος ήθελον οι Έλληνες να μεταβώσι, διά να
+έχωσιν ύδωρ άφθονον και να μη ενοχλώνται υπό του ιππικού, ως
+συνέβαινε τότε ότε είχον αυτό απέναντί των. Συνεφώνησαν δε να
+μετακινηθώσι περί την δευτέραν φυλακήν της νυκτός, διά να μη
+τους ίδωσιν οι Πέρσαι αναχωρούντας και τους ταράττωσιν οι
+ιππείς ερχόμενοι κατόπιν των. Το σχέδιόν των επίσης ήτο, άμα
+φθάσωσιν εις το μέρος εκείνο όπου σχίζεται ο ποταμός ρέων εκ
+του Κιθαιρώνος και σχηματίζει την Ασωπίδα Ωερόην, να στείλωσι
+τους ημίσεις του στρατού προς τον Κιθαιρώνα διά να απαλλάξωσι
+τους υπηρέτας οίτινες είχον αναχωρήσει διά τροφάς και οίτινες
+ήσαν εκεί αποκεκλεισμένοι.
+
+52. Αφού απεφάσισαν ταύτα, όλην μεν εκείνην την ημέραν ένεκα
+των αδιακόπων επιθέσεων του ιππικού υπέφερον πολύ. Ότε δε
+έληξεν η ημέρα, οι ιππείς έπαυσαν· γενομένης δε νυκτός και
+ελθούσης της ώρας καθ' ην είχον συμφωνήσει να αναχωρήσωσι, τότε
+εγερθέντες οι περισσότεροι έφυγον χωρίς να έχωσι παντάπασι κατά
+νουν να υπάγωσιν εις το συμπεφωνημένον μέρος· καθότι άμα
+εκινήθησαν, έφευγον ευχαρίστως από το ιππικόν, διευθυνόμενοι
+προς την πόλιν των Πλαταιέων. Φεύγοντες δε έφθασαν εις το
+Ηραίον. Είναι δε το Ηραίον απέναντι των Πλαταιών και απέχει
+είκοσι στάδια από της κρήνης Γαργαφίας. Εκεί φθάσαντες
+κατέθεσαν τα όπλα προ του ιερού.
+
+53. Και ούτοι μεν εστρατοπεδεύσαντο περί το Ηραίον· ο δε
+Παυσανίας, βλέπων αυτούς αναχωρούντας εκ του στρατοπέδου,
+παρήγγειλεν εις τους Λακεδαιμονίους να αναλάβωσι τα όπλα και να
+ακολουθήσωσι τους προπορευομένους, νομίσας ότι μεταβαίνουσιν
+εις το συμφωνηθέν μέρος. Αμέσως οι μεν άλλοι ταξίαρχοι
+ητοιμάσθησαν να υπακούσωσιν εις τον Παυσανίαν, αλλ' ο
+Αμομφάρετος του Πολιάδου, διοικών τον λόχον των Πιτανατών,
+είπεν ότι ποτέ δεν θα φύγη τους ξένους, ούτε εκών θα καταισχύνη
+την Σπάρτην· μη παρευρεθείς εις την προλαβούσαν συνομιλίαν,
+εξεπλήττετο διά τα πραττόμενα. Ο δε Παυσανίας και ο Ευρυάναξ
+εστοχάζοντο μεν άτοπον την απείθειάν του, εστοχάζοντο όμως έτι
+μάλλον άτοπον, αφού εκείνος έκαμε τοιαύτην απόφασιν και δεν
+ήθελε να τους ακολουθήση, να αφήσωσι τον λόχον των Πιτανατών,
+φοβούμενοι μήπως, εάν τον αφήσωσι πράττοντες όσα είχον
+συμφωνήσει με τους άλλους Έλληνας, απολεσθώσι και ο Αμομφάρετος
+και οι μετ' αυτού, μείναντες μόνοι. Ταύτα αναλογιζόμενοι,
+εσταμάτησαν την αναχώρησι του Λακωνικού στρατοπέδου και
+επειρώντο να πείσωσιν αυτόν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό το οποίον
+έπραττε.
+
+54. Και ούτοι μεν συνεβούλευον τον Αμομφάρετον, όστις μόνος εκ
+των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών είχε μείνει. Οι δε Αθηναίοι
+έπραξαν τα εξής. Έμενον ήσυχοι εις τας τάξεις των, γνωρίζοντες
+τα φρονήματα των Λακεδαιμονίων ως άλλα φρονούντων και άλλα
+λεγόντων. Ότε δε εκινήθη ο στρατός, έπεμψαν ένα ιππέα των διά
+να ίδη εάν οι Σπαρτιάται ήρχισαν να κινώνται ή εάν εσκόπευον να
+μη μεταβάλωσι θέσιν, και εν πάση περιπτώσει να ζητήσωσι
+διαταγάς παρά του Παυσανίου.
+
+55. Ότε δε έφθασεν ο κήρυξ εις τους Λακεδαιμονίους, τους εύρε
+τεταγμένους εις τας θέσεις των, τους δε πρώτους αυτών
+φιλονεικούντας καθότι ο Ευρυάναξ και ο Παυσανίας συνεβούλευον
+τον Αμομφάρετον να μη εκθέση τον λόχον του εις κίνδυνον
+αναπόφευκτον μένων εκεί μόνος εκ των Λακεδαιμονίων, και δεν
+ηδύναντο να τον πείσωσιν. Εξηκολούθει λοιπόν η φιλονεικία, ότε
+ήλθεν ο κήρυξ των Αθηναίων. Τότε ο Αμομφάρετος, φιλονεικών,
+λαμβάνει λίθον δι' αμφοτέρων των χειρών και ρίψας αυτόν προ των
+ποδών του Παυσανίου· «Διά ταύτης της ψήφου, είπε, ψηφίζω να μη
+φεύγωμεν τους ξένους.» Ξένους δε ενόει τους βαρβάρους. Ο δε
+Παυσανίας αποκαλών αυτόν μαινόμενον και παράφρονα, εστράφη προς
+τον κήρυκα και απεκρίνετο εις εκείνα τα οποία τον είχον
+επιφορτίσει οι Αθηναίοι να ερωτήση. Ο Παυσανίας τω παρήγγειλε
+να αναφέρη εις τους Αθηναίους τα διατρέχοντα και να τους
+παρακαλέση να πλησιάσωσι τους Λακεδαιμονίους διά να συμφωνώσι
+τα κινήματά των.
+
+56. Και ο μεν κήρυξ επέστρεψεν εις τους Αθηναίους, τους
+Λακεδαιμονίους κατέλαβεν η ηώς εισέτι λογομαχούντας. Ο
+Παυσανίας μείνας αναποφάσιστος μέχρις εκείνης της ώρας εσκέφθη
+τέλος ότι εάν κινήσωσιν οι άλλοι Λακεδαιμόνιοι δε δυνηθή να
+μείνη μόνος ο Αμομφάρετος· είπε και εγένετο. Δους λοιπόν το
+σημείον της αναχωρήσεως, απήγαγεν όλους τους λοιπούς διά των
+λόφων. Οι Τεγεάται τον ηκολούθησαν, και οι Αθηναίοι εν τάξει
+έλαβον εναντίον διεύθυνσιν της των Λακεδαιμονίων· καθότι οι μεν
+Λακεδαιμόνιοι, φοβούμενοι το ιππικόν, δεν εμακρύνοντο από τους
+λόφους και τας υπωρείας του Κιθαιρώνος, οι δε Αθηναίοι
+ετράπησαν προς την πεδιάδα.
+
+57. Ο δε Αμομφάρατος, νομίσας κατ' αρχάς ότι ο Παυσανίας δεν
+ήθελε τολμήση και να τους εγκαταλείψη επέμενε να μείνωσιν αυτού
+και να μη αφήσωσι τας τάξεις των· όταν όμως είδε τον Παυσανίαν
+και τους μετ' αυτού μακρυνομένους, πεισθείς πλέον ότι τον
+άφινον άνευ προσποιήσεως διέταξε τον λόχον του να αναλάβη τα
+όπλα και τον ωδήγησε βραδέως επί τα βήματα των άλλων
+Σπαρτιατών. Ούτοι είχον διανύσει ήδη δέκα στάδια, και σταθέντες
+περί τον ποταμόν Μολόεντα εις τόπον τινα καλούμενον Αρμόπιον,
+όπου ευρίσκεται και ιερόν της Ελευσινίας Δήμητρος, περιέμενον
+τον λόχον του Αμομφαράτου. Τον περιέμενον δε δια την εξής
+αιτίαν· εάν ο Αμομφάρετος και ο λόχος του δεν αφήσωσι την θέσιν
+εις ην είχον εξ αρχής ταχθή, αλλά μείνωσιν αυτό, να επιτρέψωσιν
+οπίσω εις βοήθειάν των. Μόλις δε ο Αμομφάρετος και οι μετ'
+αυτού έφθασαν, αμέσως εφάνη όλον το ιππικόν των βαρβάρων·
+καθότι οι ιππείς ήρχισαν πάλιν να κάμνωσιν εκείνην την ημέραν
+ό,τι συνείθιζον να πράττωσι κατά τας προλαβούσας. Ιδόντες δε
+κενόν τον χώρον όπου κατά τας προηγουμένας ημέρας ήσαν
+τεταγμένοι οι Έλληνες, ήλασαν τους ίππους επί τα πρόσω, και
+φθάσαντες τον Άμομφάρετον κατεδίωκον αυτόν.
+
+58. Άμα ο Μαρδόνιος έμαθεν ότι οι Έλληνες απεχώρησαν κατά την
+νύκτα και είδε τον χώρον έρημον, καλέσας τον Λαρισσαίον Θώρακα
+και τους αδελφούς αυτού Ευρύπυλον και Θρασυδαίον, τοις είπε τα
+εξής· «Ω παίδες του Αλεύου, τι θα ειπήτε ακόμη βλέποντες το
+μέρος τούτο έρημον; Υμείς οι πλησιόχωροι ελέγετε ότι οι
+Λακεδαιμόνιοι δεν φεύγουσιν εις τας μάχας, αλλ' είναι πρώτοι
+άνδρες εις τα πολεμικά. Είδετε αυτούς πρότερον μετακινηθέντας
+από τας θέσεις των, και τώρα βλέπομεν όλοι ότι κατά την
+παρελθούσαν νύκτα έφυγον. Καθ' ην στιγμήν έπρεπε ν' αντιταχθώσι
+προς ανθρώπους αληθώς ανδρειοτάτους, έδειξαν φανερά ότι είναι
+μηδέν και ότι επεδεικνύοντο εις τους Έλληνας, ανθρώπους όντας
+ομοίως μηδέν. Και υμάς μεν, επειδή δεν εδοκιμάσατε τους Πέρσας,
+συγχωρώ εάν επαινήτε τους ανθρώπους τούτους των οποίων είδετε
+ποτέ πράξεις τινάς· εκπλήττομαι όμως πως ο Αρτάβαζος εφοβείτο
+τους Λακεδαιμονίους, και φοβούμενος αυτούς έδιδε συμβουλήν
+δειλοτάτην, να εγείρωμεν το στρατόπεδον και να υπάγωμεν εις την
+πόλιν των Θηβαίων να πολιορκηθώμεν. Αυτήν την συμβουλήν του θα
+αναφέρω και εις τον βασιλέα. Αλλά περί μεν τούτων και άλλοτε θα
+συνομιλήσωμεν. Τώρα δε δεν πρέπει να αφήσωμεν τους Έλληνας
+φεύγοντας, αλλ' ας τους καταδιώξωμεν μέχρις ού τους φθάσωμεν
+και τους τιμωρήσωμεν δι' όσα κακά έκαμον εις τους Πέρσας.»
+
+59. Ταύτα ειπών διέβη τον Ασωπόν (27) με τους Πέρσας τους
+οποίους ήγεν επί τα ίχνη των Ελλήνων, καθότι ενόμιζεν ότι
+έφευγον· διευθύνθη δε μόνον εναντίον των Λακεδαιμονίων και των
+Τεγεατών, καθότι ένεκα των όχθων δεν έβλεπε τους Αθηναίους
+καταβάντας εις την πεδιάδα. Οι λοιποί αρχηγοί των βαρβάρων,
+βλέποντες τους Πέρσας διώκοντας ζωηρώς τους Έλληνας, ύψωσαν
+όλοι τα σημεία και ήρχισαν να καταδιώκωσιν όσον ταχύτερον
+ηδύνατο έκαστος, άνευ τάξεως, άνευ κοσμιότητος. Και ούτοι μεν
+ώρμησαν μετά βοής και θορύβου, νομίζοντες ότι θα αναρπάσωσι
+τους Έλληνας.
+
+60. Ο δε Παυσανίας, επειδή επιέζετο υπό του ιππικού, έπεμψε
+προς τους Αθηναίους ιππέα και τοις είπεν «Άνδρες Αθηναίοι,
+αγώνος μεγίστου προκειμένου, ή να μείνη ελευθέρα ή να δουλωθή η
+Ελλάς, ημείς οι Λακεδαιμόνιοι και υμείς οι Αθηναίοι επροδόθημεν
+υπό των συμμάχων φυγόντων κατά την προλαβούσαν νύκτα. Νομίζομεν
+λοιπόν ότι εις το εξής τούτο πρέπει να κάμωμεν αμυνόμενοι όσον
+δυνάμεθα καλλίτερον, ας υποστηρίζωμεν αλλήλους. Και επειδή, εάν
+το ιππικόν ώρμα πρώτον εναντίον σας, έπρεπε να σας βοηθήσωμεν
+ημείς και οι μεθ' ημών μη προδώσαντες την Ελλάδα Τεγεάται·
+τώρα, επειδή όλον το ιππικόν επέπεσεν εναντίον ημών, είναι
+δίκαιον υμείς να έλθετε προς υπεράσπισιν της βαρέως πιεζομένης
+μοίρας. Εάν δε ευρίσκεσθε εις ανάγκην και σας είναι αδύνατον να
+έλθετε εις βοήθειάν μας, κάμετέ μας την χάριν να μας πέμψετε
+τους τοξότας σας. Εκ των διαφόρων συμβάντων του παρόντος
+πολέμου εγνωρίσαμεν ότι είσθε προθυμότατοι, ώστε να εισακούσετε
+και την παράκλησιν ταύτην.»
+
+61. Άμα ήκουσαν ταύτα οι Αθηναίοι απεφάσισαν αμέσως να υπάγωσι
+και να βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους πάση δυνάμει. Ενώ όμως
+επορεύοντο, επετέθησαν κατ' αυτών οι μηδίζοντες Έλληνες όσοι
+ήσαν αντιτεταγμένοι εναντίον των και τους ημπόδισαν να
+βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους· καθότι οι ενάντιοι ακολουθούντες
+έβλαπτον αυτούς. Τοιουτοτρόπως μονωθέντες οι Λακεδαιμόνιοι και
+οι Τεγεάται, όντες οι μεν πρώτοι ομού με τους ψιλούς πεντήκοντα
+χιλιάδες, οι δε δεύτεροι, οίτινες δεν απεχωρίζοντο από τους
+Λακεδαιμονίους, τρισχίλιοι, έκαμνον θυσίας δια να συμπλακώσι με
+τον Μαρδόνιον και τον στρατόν αυτού. Αλλά τα θύματα δεν
+απέβαινον αίσια δι' αυτούς, και εφονεύοντο πολλοί και
+ετραυματίζοντο πολύ περισσότεροι· καθότι Πέρσαι σχηματίζοντες
+ως φράκτην έμπροσθέν των τας ασπίδας, έρριπτον τόσον άφθονα
+τοξεύματα ώστε ο Παυσανίας, βλέπων τας απωλείας των Σπαρτιατών
+και τους κακούς οιωνούς των θυμάτων, έστρεψε τα βλέμματα προς
+το Ηραίον των Πλαταιών κα επεκαλέσατο την θεάν, ικετεύων αυτήν
+να μη ψευσθώσιν οι Έλληνες εις τας ελπίδας των.
+
+62. Ενώ ακόμη ο Παυσανίας επικαλείτο την θεάν, πρώτοι, οι
+Τεγεάται αναστάντες εχώρησαν κατά των βαρβάρων· αμέσως δε μετά
+την ευχήν του Παυσανίου εφάνησαν και τα θύματα αίσια εις τους
+Λακεδαιμονίους. Αφού δε τέλος εγένοντο αίσια, εχώρησαν και
+ούτοι κατά των Περσών, οίτινες διά να αντισταθώσιν απέθεσαν τα
+τόξα. Εγένετο δε κατά πρώτον η μάχη περί το πρόφραγμα των
+ασπίδων· αφού δε τούτο ανετράπη, εξηκολούθησεν ισχυρά και επί
+πολλήν ώραν περί τον ναόν της Δήμητρος, μέχρις ου συνεπλάκησαν
+τέλος σώμα προς σώμα· καθότι οι βάρβαροι δράττοντες τα δόρατα
+τα έθραυον, και δεν ήσαν οι Πέρσαι κατώτεροι των Ελλήνων κατά
+το θάρρος και την δύναμιν· δεν είχον όμως αμυντικά όπλα, δεν
+εγνώριζον τον τρόπον του πολεμείν των Ελλήνων, και ήσαν
+ολιγώτερον επιτήδειοι των αντιπάλων των. Χωριζόμενοι ανά είς ή
+ανά δέκα, και γινόμενοι σώματα μάλλον ή ήττον πολυάριθμα,
+έπιπτον ατάκτως εις τας τάξεις των Σπαρτιατών και εφονεύοντο.
+
+63. Εις το μέρος δε όπου ευρίσκετο αυτός ο Μαρδόνιος και
+εμάχετο επί ίππου λευκού έχων περί εαυτόν χιλίους λογάδας
+Πέρσας τους αρίστους, εκεί προ πάντων επίεσαν τα μάλιστα τους
+εναντίους. Ενόσω έζη ο Μαρδόνιος, αντείχον και αμυνόμενοι
+κατέβαλλον πολλούς των Λακεδαιμονίων. Άμα όμως εφονεύθη ο
+Μαρδόνιος και έπεσαν οι περί αυτόν τεταγμένοι οίτινες ήσαν
+ισχυρότατοι πάντων, τότε και οι άλλοι έστρεψαν τα νώτα
+παραχωρήσαντες την νίκην εις τους Λακεδαιμονίους. Πάμπολυ δε
+τους έβλαπτεν η ενδυμασία των, καθότι δεν είχον ισχυρούς
+θώρακας, αλλ' όντες γυμνήται ηγωνίζοντο εναντίον οπλιτών.
+
+64. Τότε εδόθη ικανοποίησις διά τον φόνον του Λεωνίδου, την
+οποίαν κατά τον χρησμόν ώφειλε να δώση ο Μαρδόνιος εις τους
+Σπαρτιάτας, και ο Παυσανίας του Κλεομβρότου του Αναξανδρίδου
+εκέρδισε την αρίστην των νικών από όσας ημείς ηξεύρομεν.
+Είπομεν ανωτέρω τα ονόματα των προγόνων του Λεωνίδου· είναι τα
+αυτά εις αμφοτέρους. Ο δε Μαρδόνιος εφονεύθη υπό του
+Αειμνήστου, πολίτου επιφανούς της Σπάρτης, όστις ύστερον, μετά
+τον Μηδικόν πόλεμον, έχων τριακοσίους άνδρας, επολέμησε με
+όλους τους Μεσσηνίους εις το Στενύκληρον, όπου απέθανε και
+αυτός και οι τριακόσιοι.
+
+65. Οι δε Πέρσαι, άμα ενικήθησαν υπό των Λακεδαιμονίων εις τας
+Πλαταιάς, έφυγον ατάκτως εις το στρατόπεδόν των και εκλείσθησαν
+εις το ξύλινον τείχος το οποίον είχον κατασκευάσει εις μέρος τι
+της Θηβαΐδος. Θαυμάζω δε πώς, ενώ εγίνετο ο πόλεμος πλησίον του
+άλσους της Δήμητρος, δεν εφάνη κανείς Πέρσης, ούτε να εισέλθη
+εις το τέμενος, ούτε να φονευθή εντός αυτού· αλλ' οι
+περισσότεροι έπεσον περί το ιερόν, επί εδάφους βεβήλου. Εικάζω
+λοιπόν (εάν ήναι επιτετραμμένον να εκφράζη τις εικασίας επί
+πραγμάτων θείων) ότι αύτη ης θεά δεν τους εδέχθη, ως
+εμπρήσαντας τον εν Ελευσίνι σεβαστόν ναόν της. Τοιαύτη υπήρξεν
+η μεγάλη αύτη μάχη.
+
+66. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και εξ αρχής είχεν
+αποδοκιμάσει την απόφασιν την οποίαν έλαβεν ο βασιλεύς να αφήση
+τον Μαρδόνιον εις την Ελλάδα, και βραδύτερον πολλάκις ζητήσας
+να μεταπείση τον Μαρδόνιον από το να δώση μάχην δεν κατώρθωσε
+τίποτε, ούτος λοιπόν μη αρεσκόμενος εις τας πράξεις του
+Μαρδονίου, έπραξε τα εξής· άμα ήρχισεν η μάχη, ο Αρτάβαζος
+ηξεύρων το αποβησόμενον, έθεσεν εις τάξιν τους υπό την
+στρατηγίαν του (είχε δε όχι ολίγην δύναμιν, αλλά
+τετρακισμυρίους περίπου άνδρας περί εαυτόν) εβάδιζε παραγγείλας
+να τον ακολουθήσωσιν όλοι όπου ήθελον τον ίδει διευθυνόμενον
+ταχέως. Ταύτα παραγγείλας εκίνησεν, ως να τους ωδήγει τάχα εις
+την μάχην προπορευόμενος δε είδε τους Πέρσας φεύγοντας. Τότε
+πλέον δεν εβάδισε με την αυτήν ευταξίαν, αλλ' ήρχισε να τροχάζη
+τάχιστα φεύγων ουχί εις το ξύλινον τείχος ούτε εις το τείχος
+των Θηβαίων, αλλ' εις τους Φωκείς, θέλων εκείθεν να φθάση
+τάχιστα εις τον Ελλήσποντον. Και ούτοι μεν ταύτην την οδόν
+ετράπησαν.
+
+67. Εκ δε των Ελλήνων όσοι ήσαν με τον βασιλέα, οι μεν άλλοι
+εδεικνύοντο εκουσίως νωθροί, μόνοι δε οι Βοιωτοί επολέμησαν
+αρκετήν ώραν με τους Αθηναίους· καθότι οι μηδίζοντες εκ των
+Θηβαίων εδείκνυον υπερβάλλοντα ζήλον και δεν εφαίνοντο
+άνανδροι, τόσον ώστε τριακόσιοι εξ αυτών οι πρώτοι και
+ανδρειότατοι εφονεύθησαν εκεί υπό των Αθηναίων. Ότε δε
+ηττήθησαν και ούτοι, έφυγον εις τας Θήβας, και ουχί εις το αυτό
+μέρος όπου κατέφυγον οι Πέρσαι και όλον το πλήθος των άλλων
+συμμάχων, οίτινες ούτε επολέμησαν μετ' ουδενός ούτε έπραξαν
+λαμπρόν τι έργον.
+
+68. Ότι δε η επιτυχία ή η αποτυχία των βαρβάρων εξηρτάτο από
+τους Πέρσας, το βλέπω και εκ τούτου, ότι τότε ούτοι, χωρίς να
+έλθωσιν εις χείρας με τους πολεμίους, ετράπησαν εις φυγήν
+βλέποντες τους Πέρσας φεύγοντας. Τοιουτοτρόπως δε έφυγον όλοι
+πλην του ιππικού, τόσον του άλλου όσον και του Βοιωτικού. Τούτο
+μάλιστα μεγάλην ωφέλειαν παρέσχε, καθότι ακολουθούν τους
+πολεμίους εκ του σύνεγγυς εβοήθει τους φίλους του φεύγοντας από
+τους Έλληνας. Οι Έλληνες λοιπόν νικώντες δεν έπαυον διώκοντες
+και φονεύοντες τους ηττηθέντας.
+
+69. Διαρκούντος δε του διωγμού τούτου, αγγέλλεται εις τους
+Έλληνας τους τεταγμένους περί το Ηραίον και αποχωρήσαντας της
+μάχης, ότι οι μείναντες μετά του Παυσανίου εμάχοντο και ενίκων.
+Ταύτα ακούσαντες χωρίς να τεθώσιν εις καμμίαν τάξιν, οι μεν
+Κορίνθιοι ετράπησαν διά της υπωρείας και των λόφων κατ' ευθείαν
+προς το ιερόν της Δήμητρος· οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι έλαβον
+διά της πεδιάδος την λειοτάτην των οδών· αλλ' όταν ούτοι
+επλησίαζον τους μαχομένους, οι ιππείς των Θηβαίων· των οποίων
+ίππαρχος ήτο ο Ασωπόδωρος του Τιμάνδρου, ιδόντες αυτούς ότι
+ήρχοντο με βίαν και χωρίς τάξιν, απέλυσαν εναντίον των τους
+ίππους, και επιπεσόντες κατ' αυτών εξακόσιους μεν εφόνευσαν,
+τους δε λοιπούς διώκοντες απέκλεισαν εις τον Κιθαιρώνα. Και
+ούτοι μεν απώλοντο αδόξως.
+
+70. Οι δε Πέρσαι και το άλλο πλήθος των βαρβάρων, άμα κατέφυγον
+εις το ξύλινον τείχος, επρόφθασαν και ανέβησαν εις τους πύργους
+πριν έλθωσιν οι Λακεδαιμόνιοι· αναβάντες δε ησφάλισαν το τείχος
+όσον ηδύναντο καλλίτερον. Ότε επλησίασαν οι Λακεδαιμόνιοι,
+συνεκροτήθη τειχομαχία με πολλήν επιμονήν. Ενόσω οι Αθηναίοι
+έλειπον, οι βάρβαροι ημύνοντο και υπερίσχυον των Λακεδαιμονίων,
+οίτινες δεν ήξευρον να τειχομαχώσιν· ότε όμως προσήλθον οι
+Αθηναίοι, τότε ήρχισε τειχομαχία ισχυρά ήτις διήρκεσε πολλήν
+ώραν. Τέλος οι Αθηναίοι, ανδρείως και επιμόνως, πολεμήσαντες,
+ανέβησαν εις το τείχος και το εκρήμνισαν. Πρώτοι εισήλθον οι
+Τεγεάται, και ούτοι ήσαν οι διαρπάσαντες την σκηνήν του
+Μαρδονίου, όπου μεταξύ άλλων ήτο και η φάτνη των ίππων, όλη
+χαλκίνη και θαυμασμού αξία. Ταύτην την φάτνην του Μαρδονίου
+αφιέρωσαν οι Τεγεάται εις τον ναόν της Αλέας Αθηνάς, τα δε άλλα
+έφερον αμέσως εις το μέρος όπου οι άλλοι Έλληνες απέθετον τα
+λάφυρα. Πεσόντος του τείχους, οι βάρβαροι δεν συνεκρότησαν
+πλέον σώμα διά να αντισταθή, ούτε τις αυτών εφρόντιζε να φανή,
+ανδρείος, αλλά περιέπεσαν εις φόβον πολύν, ως συμβαίνει όταν
+περιορισθώσιν εις τόπον ολίγον πολλαί μυριάδες ανθρώπων. Ο
+Έλληνες λοιπόν δεν είχον ή να φονεύωσιν, εις τρόπον ώστε εκ
+τριάκοντα μυριάδων στρατού, πλην των τεσσάρων τας οποίας έλαβεν
+ο Αρτάβαζος και έφυγεν, εκ των λοιπών δεν εσώθησαν μήτε τρεις
+χιλιάδες. Εκ των εκ Σπάρτης Λακεδαιμονίων απέθανον εις την
+μάχην ταύτην όλοι εννενήκοντα και είς, εκ των Τεγεατών δεκαέξ
+και εκ των Αθηναίων πεντήκοντα δύο.
+
+71. Ηρίστευσε εκ των βαρβάρων το πεζόν των Περσών και το
+ιππικόν των Σακών, εκ των ανδρών δε ιδιαιτέρως ο Μαρδόνιος. Εκ
+των Ελλήνων μολονότι οι Τεγεάται και οι Αθηναίοι εφάνησαν
+ανδρείοι, υπερέβησαν όμως όλους οι Λακεδαιμόνιοι κατά την
+ανδρίαν. Λέγω δε τούτο ουχί δι' άλλο τι, καθότι όλοι ενίκων
+εκείνους εναντίον των οποίων ετάχθησαν αλλά διότι οι
+Λακεδαιμόνιοι εκτυπήθησαν με το ισχυρότατον μέρος του εχθρικού
+στρατού και το ενίκησαν. Κατά την γνώμην μου, ο Αριστόδημος, ο
+μόνος εκ των τριακοσίων όστις εσώθη εις τας Θερμοπύλας και
+ένεκα τούτου είχεν όνειδος και ατιμίαν, εφάνη ανδρειότατος.
+Μετά τούτον ηρίστευσαν ο Ποσειδώνιος, ο Φιλοκύων και ο
+Σπαρτιάτης Αμομφάρετος. Εν τούτοις εις την συνδιάλεξιν ήτις
+εγένετο διά να γνωσθή τις εφάνη όλων ανδρειότατος, οι
+παρευρεθέντες Σπαρτιάται έκρινον ότι ο μεν Αριστόδημος θέλων
+αναμφιβόλως να αποθάνη διά να εκπλύνη το αρχαίον στίγμα, διά
+τούτο ως λυσσών αφήσας την τάξιν του έπραξεν έργα μεγάλα· ο δε
+Ποσειδώνιος, χωρίς να θέλη να αποθάνη, εφάνη ανδρείος, και διά
+τούτο αυτός έπρεπε να προτιμηθή. Ίσως όμως είπον ταύτα εκ
+φθόνου. Εκ των αποθανόντων λοιπόν εις την μάχην ταύτην,
+ετιμήθησαν ούτοι τους οποίους απηρίθμησα, πλην του Αριστοδήμου.
+Δεν ετιμήθη δε ο Αριστόδημος, καθότι ήθελε να αποθάνη διά την
+προειρημένην αιτίαν.
+
+72. Ούτοι ήσαν οι ονομαστότατοι των εν Πλαταιαίς πεσόντων·
+καθότι ο Καλλικράτης εφονεύθη έξω της μάχης. Ήτο ούτος ο
+ωραιότατος άνθρωπος του στρατού, ου μόνον μεταξύ των
+Λακεδαιμονίων, αλλά και μεταξύ όλων των Ελλήνων. Ούτος ότε
+έσφαζε τα θύματα ο Παυσανίας, καθήμενος εις την τάξιν του,
+ετραυματίσθη υπό βέλους εις τα πλευρά. Και οι μεν άλλοι
+εμάχοντο, αυτός δε εκκομισθείς απέθνησκε λυπημένος, και έλεγε
+προς Πλαταιέα Αρίμνηστον ότι δεν τον έμελε διότι απέθνησκεν
+υπέρ της Ελλάδος, αλλά διότι δεν μεταχειρίσθη τον βραχίονά του,
+ούτε έπραξέ τι άξιον εαυτού και της προθυμίας ην είχε να πράξη.
+
+73. Εκ δε των Αθηναίων λέγουσιν ότι ευδοκίμησεν ο Σωφάνης του
+Ευτυχίδου εκ του δήμου της Δεκελείας. Οι δε Δεκελείς, ως
+λέγουσιν αυτοί οι Αθηναίοι, έπραξαν έργον διά παντός ωφέλιμον
+εις εαυτούς. Ότε το πάλαι οι Τυνδαρίδαι ζητούντες την Ελένην
+εισέβαλον εις την Αττικήν μετά στρατού πολυαρίθμου και
+ανεστάτονον τους δήμους μη ηξεύροντες πού ήτο κεκρυμμένη, τότε
+λέγεται ότι ο δήμος της Δεκελείας, ή κατ' άλλους αυτός ο
+Δέκελος, αγανακτών διά την θρασύτητα του Θησέως και φοβούμενος
+δι' όλην την χώραν των Αθηναίων, απεκάλυψεν όλην την υπόθεσιν
+εις τους Τυνδαρίδας και τους ωδήγησεν εξ τας Αφίδνας τας οποίας
+τοις παρέδωκεν είς των αυτοχθόνων ο Τιτακός. Από της εποχής
+ταύτης οι Δεκελείς εν Σπάρτη εισίν απηλλαγμένοι φόρου και
+έχουσι θέσιν τιμής· το δε προνόμιον τούτο διατηρείται μέχρι
+σήμερον, ούτως ώστε κατά τον πόλεμον όστις εγένετο πολλά έτη
+ύστερον μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων, οι Λακεδαιμόνιοι,
+δηώσαντες όλην την Αττικήν, εφείσθησαν της Δεκελείας.
+
+74. Εκ τούτου του δήμου ήτο ο Σωφάνης όστις ηρίστευσε τότε
+μεταξύ των Αθηναίων. Διηγούνται δε την αρίστευσιν του κατά δύο
+τρόπους· οι μεν είπον ότι εκ του ζωστήρος του θώρακος είχε
+δεδεμένην άγκυραν σιδηράν με άλυσιν χαλκίνην· ταύτην δε, ότε
+ερχόμενος επλησίαζε τους πολεμίους, έρριπτε και εστήριζεν εις
+την γην, διά να μη δύνανται οι εναντίοι εις τας εφόδους των να
+τον μετακινώσιν εκ της τάξεως· ότε δε εγίνετο φυγή των πολεμίων
+και ήθελεν ο ίδιος, εσήκονε την άγκυραν και ούτω τους
+κατεδίωκεν. Ούτος λέγουσιν ότι ήτο ο είς τρόπος· ο δε άλλος
+διέφερεν από τον πρότερον λεχθέντα. Λέγουσιν ότι δεν είχεν
+άγκυραν σιδηράν δεδεμένην εκ του θώρακος, αλλ' έμβλημα αγκύρας
+επί της ασπίδος του την οποίαν περιέστρεφε πανταχού και δεν
+άφινεν ουδ' επί στιγμήν ακίνητον.
+
+75. Ο Σωφάνης ούτος έχει πράξει και έτερον έργον. Ότε οι
+Αθηναίοι επολιόρκουν την Αίγιναν, εφόνευσεν εις μονομαχίαν τον
+Αργείον Ευρυβάτην, νικητήν πεντάθλου. Αυτός ούτος ο Σωφάνης
+όστις εφάνη τόσον γενναίος, εφονεύθη βραδύτερον υπό των Ηδωνών
+εις την Δάτον, ότε διοικών τους Αθηναίους μετά του Λεάγρου του
+Γλαύκωνος, εμάχετο περί των χρυσών μεταλλείων.
+
+76. Ότε οι βάρβαροι κατετροπώθησαν εις τας Πλαταιάς υπό των
+Ελλήνων, ήλθεν εκεί αυτόμολος εις τους τελευταίους τούτους γυνή
+τις, ήτις ούσα παλλακή του Πέρσου Φαρανδάτου του Τεάσπιος, άμα
+έμαθεν ότι κατεστράφησαν οι Πέρσαι και ενίκησαν οι Έλληνες,
+κοσμηθείσα διά πολλών χρυσών κοσμημάτων και φορέσασα τα
+κάλλιστα ενδύματά της, αύτη και αι θεράπαιναί της, κατέβη εκ
+της αρμαμάξης και ήλθεν εις τους Λακεδαιμονίους, εισέτι
+ασχολουμένους να φονεύωσιν. Είδεν ότι ο Παυσανίας διεύθυνεν
+εκεί τα πάντα και εκ τούτου, τον ανεγνώρισεν, ηξεύρουσα
+προηγουμένως το όνομά του και την πατρίδα του, καθό ακούσασα
+πολλάκις να γίνεται λόγος περί αυτών εναγκαλισθείσα λοιπόν τα
+γόνατά του, τω είπε· «Βασιλεύ της Σπάρτης, λύτρωσον την ικέτιδά
+σου εκ της δουλείας της αιχμαλωσίας· με ωφέλησας ήδη μεγάλως
+καταστρέψας τους ανθρώπους τούτους οίτινες δεν εσέβοντο ούτε
+δαίμονας ούτε θεούς. Εγεννήθην εις την Κω και είμαι θυγάτηρ του
+Ηγητορίδου υιού του Ανταγόρου· με ήρπασε δε βιαίως ο Πέρσης εκ
+της πατρίδος μου και με είχεν.» Ο δε Παυσανίας απεκρίθη ούτω·
+«Γύναι, μη φοβού, πρώτον μεν ως ικέτις, και προς τούτοις, εάν
+ήναι, αληθή όσα λέγεις, ως θυγάτηρ του Κώου Ηγητορίδου, όστις
+εξ όλων των εις την νήσον ταύτην κατοικούντων είναι ο
+προσφιλέστατος ξένος μου.» Ταύτα ειπών, τότε μεν την παρέδωκεν
+εις τους ευρισκομένους εις το στρατόπεδον εφόρους, ύστερον δε
+την απέπεμψεν εις την Αίγιναν όπου αυτή ήθελε να μεταβή.
+
+77. Αμέσως μετά την άφιξιν της γυναικός έφθασαν οι Μαντινείς,
+αφού τα πάντα είχον τελειώσει. Μαθόντες δε ότι ήλθον μετά την
+μάχην, ελυπήθησαν πολύ και είπον ότι είναι άξιοι τιμωρίας·
+έπειτα δε ακούσαντες ότι έφυγεν ο Αρτάβαζος με τους Μήδους,
+κατεδίωξαν αυτούς μέχρι Θεσσαλίας, μολονότι οι Λακεδαιμόνιοι
+απαγόρευσαν την καταδίωξιν των φευγόντων. Επιστρέψαντες εις την
+χώραν των, κατεδίκασαν τους στρατηγούς των εις εξορίαν. Μετά
+τους Μαντινείς δε ήλθον οι Ηλείοι, οίτινες ωσαύτως ανεχώρησαν
+λυπηθέντες, και επιστρέψαντες εις την πατρίδα των εξώρισαν τους
+στρατηγούς των. Ταύτα τα κατά τους Μαντινείς και τους Ηλείους.
+
+78. Εις δε το εν Πλαταιαίς στρατόπεδον των Αιγινητών ήτο ο
+Λάμπων του Πύθου, εις των προκρίτων της Αιγίνης, όστις συλλαβών
+σκέψεων ανοσιωτάτην, ηθέλησε να ομιλήση προς τον Παυσανίαν
+πλησιάσας λοιπόν εύρον μετά σπουδής τω είπεν· «Ω παι του
+Κλεομβρότου, κατωρθώσας έργον υπερφυές διά το μέγεθος και το
+κάλλος· θεός τις βεβαίως ηθέλησε να λυτρώσης την Ελλάδα και να
+αφήσης την λαμπροτέραν φήμην από όσας ημείς ηξεύρομεν. Αλλ' εις
+τα γενόμενα πρόσθες και τούτο όπερ μένει να πράξης, διά να
+προσκτήσης φήμην μεγαλειτέραν και να μη τολμά εις το εξής
+κανείς βάρβαρος να πράττη κατά των Ελλήνων έργα ανόσια.
+Αποθανόντος του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, ο Μαρδόνιος και ο
+Ξέρξης αποκόψαντες την κεφαλήν του ανήρτησαν αυτήν εις
+πάσσαλον. Αποδίδων λοιπόν συ τα ίσα εις τον Μαρδόνιον, θα
+επαινεθής πρώτον μεν υπό πάντων των Σπαρτιατών, έπειτα δε και
+υπό των άλλων Ελλήνων· καθότι εάν ανασκολοπίσης τον Μαρδόνιον,
+εκδικείσαι τον θείον σου Λεωνίδαν.» Ο μεν Λάμπων ταύτα έλεγε,
+νομίζων ότι ευαρεστεί τον Παυσανίαν.
+
+79. Αλλ' ο Παυσανίας απεκρίθη ως εξής· «Ω ξένε μου Αιγινήτα,
+επαινώ μεν την ένδοιαν και την πρόβλεψίν σου, η συμβουλή σου
+όμως δε είναι αγαθή τωόντι, αφού ανύψωσας και εμέ και την
+πατρίδα και το έργον, με ρίπτεις έπειτα εις το μηδέν, παραινών
+με να ατιμάσω νεκρόν, και λέγων ότι εάν πράξω τούτο θα επαινεθώ
+περισσότερον. Τοιαύται όμως πράξεις αρμόζουσι μάλλον εις τους
+βαρβάρους ή εις τους Έλληνας, και πάλιν τους μεμφόμεθα όταν τας
+πράττωσι. Ποτέ να μη αξιωθώ να φανώ ευάρεστος διά τοιούτων
+ανοσιοτήτων εις τους Αιγινήτας και εις τους αρεσκομένους εις
+ταύτας· με αρκεί να ευαρεστώ εις τους Σπαρτιάτας, όσια πράττων
+και όσια λέγων. Ο δε Λεωνίδας τον οποίον με παραινείς να
+εκδικήσω, ούτος εξεδικήθη λαμπρώς· αυτός και οι μετ' αυτού εν
+Θερμοπύλαις τελευτήσαντες εξεδικήθησαν διά του θανάτου απείρου
+πλήθους βαρβάρων. Συ δε εάν έχης τοιαύτας συμβουλάς, μη
+πλησιάσης άλλοτε εις εμέ, και γνώριζε χάριν ότι δεν
+ετιμωρήθης.»
+
+80. Και ούτος μεν ταύτα ακούσας ανεχώρησεν· ο δε Παυσανίας
+εκήρυξε να μη εγγίσωσι τα λάφυρα, και διέταξε τους είλωτας να
+συγκομίσωσιν όλα τα πράγματα εις έν μέρος. Ούτοι δε
+περιερχόμενοι εις το στρατόπεδον εύρισκον σκηνάς χρυσάς και
+αργυράς, κλίνας επιχρύσους και επαργύρους, κρατήρας χρυσούς,
+φιάλας, και άλλα ποτήρια· προσέτι εύρισκον επί αμαξών σάκκους
+εντός των οποίων εφαίνοντο ότι ήσαν λέβητες χρυσοί και αργυροί,
+και εκ των φονευμένων ανθρώπων ελάμβανον ψέλια, περιδέραια και
+ακινάκας χρυσούς, καθότι διά τα πεποικιλμένα ενδύματα ουδείς
+εφρόντιζε. Τότε οι είλωτες κλέπτοντες πολλά επώλουν ταύτα εις
+τους Αιγινήτας, όσα δε δεν ηδύναντο να κρύψωσι τα εφανέρονον.
+Ώστε τα μεγάλα πλούτη των Αιγινητών ταύτην την αρχήν έχουσιν,
+επειδή ηγόραζον από τους είλωτας τον χρυσόν ως αν ήτο χαλκός.
+
+81. Αφού λοιπόν εσύναξαν όλα τα πολύτιμα πράγματα και εχώρισαν
+την δεκάτης διά τον εν Δελφοίς θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο
+χρυσούς τρίπους όστις εστήθη πλησίον του βωμού, επί του
+τρικεφάλου χαλκίνου όφεως· αφού εχώρισαν την δεκάτην διά τον εν
+Ολυμπία θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο δεκάπηχυς χάλκινος Ζευς·
+αφού εχώρισαν και άλλην δεκάτην διά τον εν τω Ισθμώ θεόν, εξ ης
+κατεσκευάσθη χάλκινος Ποσειδών επτάπηχυς· αφού εχώρισαν ταύτας
+τας δεκάτας, εμοιράσθησαν όλα τα λοιπά, τας παλλακάς των
+Περσών, τον χρυσόν, τον άργυρον, τούς άλλους θησαυρούς και τα
+υποζύγια και έκαστος έλαβε το μερίδιον του οποίου εκρίθη άξιος.
+Ουδείς αναφέρει πόσα κατ' εξαίρεσιν εδόθησαν εις ους
+αριστεύσαντας εν τη μάχη ταύτη των Πλαταιών· εικάζω όμως ότι
+εδόθησαν. Εις δε τον Παυσανίαν εδόθησαν δέκα εξ όλων γυναίκες,
+ίπποι, κάμηλοι, τάλαντα και άλλα πράγματα.
+
+82. Λέγουσι δε ότι εγένετο και το εξής· ότι ο Ξέρξης, φεύγων εκ
+της Ελλάδος, άφησεν εις τον Μαρδόνιον, όλην την αποσκευήν του,
+συγκειμένην εκ χρυσού, αργύρου και παραπετασμάτων ποικίλων.
+Ιδών τα πλούτη ταύτα ο Παυσανίας διέταξε τους αρτοκόπους και
+τους οψοποιούς να τω ετοιμάσωσι δείπνον απαραλλάκτως ως το
+ητοίμαζον διά τον Μαρδόνιον. Αφού ούτοι υπήκουσαν, ο Παυσανίας
+ιδών κλίνας χρυσάς και αργυράς καλώς εστρωμένας, και τραπέζας
+χρυσάς και αργυράς, και την ετοιμασίαν δείπνου μεγαλοπρεπούς,
+κατεπλάγη δι' όσα έβλεπε προ των οφθαλμών του, και γελάσας
+διέταξε τους υπηρέτας του να τω ετοιμάσωσι δείπνον Λακωνικόν.
+Αφού ητοιμάσθη το δείπνον, επειδή η μεταξύ των δύο διαφορά ήτο
+μεγάλη, ο Παυσανίας γελών πάντοτε προσεκάλεσε τους στρατηγούς
+των Ελλήνων. Συνελθόντων δε τούτων, είπε δεικνύων αυτοίς τα δύο
+ετοιμασθέντα δείπνα· «Άνδρες, Έλληνες, σας συνήγαγον θέλων να
+σας δείξω την αφροσύνην του Μήδου, όστις τοιαύτην δίαιταν έχων,
+ήλθε να μας αφαιρέση ταύτην την ευτελή τροφήν. Ταύτα λέγουσιν
+ότι είπεν ο Παυσανίας εις τους στρατηγούς των Ελλήνων.
+
+83. Πολύν χρόνον μετά ταύτα διάφοροι Πλαταιείς εύρον θήκας
+πλήρεις χρυσού, αργύρου και άλλων πολυτίμων πραγμάτων.
+Παρετηρήθη δε και τούτο ύστερον από τας ανακαλύψεις ταύτα, αφού
+διελύθησαν αι σάρκες των νεκρών και έμειναν τα οστέα γυμνά, οι
+Πλαταιείς εσύναξαν αυτά εις έν μέρος· μεταξύ τούτων, λοιπόν
+ευρέθη κεφαλή ουδεμίαν έχουσα ραφήν, αλλ' ούσα εξ ενός μόνου
+οστού· ευρέθη προσέτι γνάθος, και το άνω μέρος της γνάθου,
+έχουσα οδόντας μονοφυείς, ήτοι όλους εξ ενός οστού, και τους
+εμπροσθίους και τους γομφίους. Εφάνησαν και τα οστά ανδρός
+πενταπήχεως.
+
+84. Την δευτέραν ημέραν το σώμα του Μαρδονίου εγένετο άφαντον.
+Ποίος το ήρπασε, δεν ηξεύρω να είπω ακριβώς· ήκουσα όμως παρά
+πολλών και διαφόρων εθνών ανθρώπων ότι έθαψαν τον Μαρδόνιον,
+και ηξεύρω ότι πολλοί έλαβον μεγάλα δώρα παρά του Αρτόντου,
+υιού του Μαρδονίου, διά τούτο το έργον. Δεν ηδυνήθην όμως να
+εξακριβώσω τις εξ αυτών έκλεψε τωόντι και έθαψε τον νεκρόν του
+Μαρδονίου. Επικρατεί εν τούτοις φήμη τις ότι ήτο ο Εφέσιος
+Διονυσοφάνης. Οπωσδήποτε ο μεν Μαρδόνιος τοιουτοτρόπως ετάφη.
+
+85. Οι δε Έλληνες αφού εμοιράσθησαν τα λάφυρα εις τας Πλαταιάς
+έθαψαν τους αυτών νεκρούς, ιδιαιτέρως έκαστον έθνος. Και οι μεν
+Λακεδαιμόνιοι έκαμον τρεις τάφους· εις τον ένα έθαψαν τους
+ιρένας (28), εκ των οποίων ήσαν ο Ποσειδώνιος, ο Αμομφάρετος, ο
+Φιλοκύων και ο Καλλικράτης. Εις τον ένα λοιπόν ετέθησαν οι
+ιρένες· εις τον δεύτερον οι λοιποί Σπαρτιάται, και εις τον
+τρίτον οι είλωτες. Ούτοι μεν ούτως ετάφησαν· οι δε Τεγεάται
+έθαψαν τους δικούς των όλους ομού, ομοίως οι Αθηναίοι, και
+ομοίως οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι τους φονευθέντας υπό του
+ιππικού. Και τούτων δεν όλων οι τάφοι ήσαν πλήρεις· όσοι δε
+τάφοι των άλλων Ελλήνων φαίνονται εις τας Πλαταιάς, ούτοι ως
+μανθάνω είναι κενοτάφια τα οποία αισχυνόμενοί τινες διά την εκ
+της μάχης απουσίαν των έκαμον διά να απατώσι τους
+μεταγενεστέρους, μεταξύ άλλων υπάρχει και τάφος καλούμενος των
+Αιγινητών, περί του οποίου ήκουσα ότι δέκα έτη μετά την μάχην
+ταύτην, κατά παράκλησιν των Αιγινητών, έκαμεν ο Πλαταιεύς
+Κλεάδης του Αυτοδίκου, ων πρόξενος αυτών.
+
+86. Αφού λοιπόν έθαψαν οι Έλληνες τους νεκρούς εις τας
+Πλαταιάς, αμέσως έκαμον συμβούλιον εις το οποίον απεφάσισαν να
+στρατεύσωσι κατά των Θηβαίων και να απαιτήσωσι τους μηδίσαντας
+εξ αυτών, ιδίως τον Τιμαγενίδην και τον Ατταγίνον, οίτινες ήσαν
+οι αρχηγοί του κόμματος· εάν δε δεν τους δώσωσι, να μη λύσωσι
+την πολιορκίαν πριν κυριεύσωσι την πόλιν. Αφού απεφάσισαν
+ταύτα, την ενδεκάτην ημέραν μετά την μάχην έφθασαν και
+επολιόρκησαν τους Θηβαίους, ζητούντες να τοις παραδώσωσι τους
+ανθρώπους τούτους· επειδή δε οι Θηβαίοι δεν ήθελον να τους
+παραδώσωσιν, εδήουν την χώραν των και επετίθεντο κατά του
+τείχους.
+
+87. Την δε εικοστήν ημέραν, επειδή οι Έλληνες δεν έπαυον
+βλάπτοντες τους πολιορκουμένους, ο Τιμαγενίδης είπεν εις τους
+Θηβαίους τα εξής· «Άνδρες Θηβαίοι, επειδή οι Έλληνες έκαμον
+τοιαύτην απόφασιν, να μη λύσωσι την πολιορκίαν πριν ή τας Θήβας
+κυριεύσωσιν ή ημάς παραδώσετε εις αυτούς, ας μη πάθη πλειότερα
+ένεκα ημών η Βοιωτία γη. Εάν χρησιμεύωμεν πρόφασις, εάν κυρίως
+θέλωσι χρήματα, ας τοις δώσωμεν χρήματα εκ του κοινού, καθότι
+μετά του κοινού εμηδίσαμεν και ουχί μόνοι· εάν δε τωόντι
+ζητούσιν ημάς τότε ημείς υπάγομεν προς αυτούς διά να
+απολογηθώμεν.» Ορθότατοι και έγκαιροι εφάνησαν οι λόγοι των.
+Όθεν αμέσως οι Θηβαίοι έπεμψαν κήρυκα εις τον Παυσανίαν διά να
+τω είπωσιν ότι ήσαν έτοιμοι να τω παραδώσωσι τους ανθρώπους.
+
+88. Αφού έκαμαν συνθήκας επί τούτω τω όρω, ο μεν Ατταγίνος
+απέδρα εκ της πόλεως· αντ' αυτού δε συνέλαβον τα τέκνα του και
+τα έφερον εις τον Παυσανίαν, όστις τα απέλυσεν ειπών ότι τα
+τέκνα δεν είναι ένοχα μηδισμού. Οι δε άλλοι όσους παρέδοσαν οι
+Θηβαίοι, ούτοι μεν ενόμιζον ότι θα λάβωσι την άδειαν να
+απολογηθώσι και ήλπιζαν να σωθώσι διά χρημάτων· ο Παυσανίας
+όμως, άμα τους παρέλαβεν, υποπτεύσας ταύτα, διέλυσεν όλον τον
+στρατόν των συμμάχων, τους δε αιχμαλώτους έφερεν εις την
+Κόρινθον και τους εθανάτωσε. Ταύτα τα εν Πλαταιαίς και εν
+Θήβαις γενόμενα.
+
+89. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, φυγών εκ των Πλαταιών, είχεν
+ήδη προχωρήσει πολύ· ότε δε έφθασεν εις την Θεσσαλίαν,
+προσεκάλεσαν αυτόν εις φιλοξενίαν οι Θεσσαλοί και τον ηρώτησαν
+περί του άλλου στρατού, μη ηξεύροντες τι συνέβη εις τας
+Πλαταιάς. Ο Αρταβάζος ενόησεν ότι εάν τοις έλεγεν όλην την
+αλήθειαν περί της μάχης, και αυτός θα κινδυνεύση να απολεσθή
+και το μετ' αυτού στράτευμα, καθότι ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν
+ότι έκαστος ήθελε σπεύσει να κινηθή εναντίον των. Ταύτα
+σκεπτόμενος ούτε προς τους Φωκείς εμαρτύρησέ τι, και προς τους
+Θεσσαλούς είπε τα εξής· «Εγώ μεν, ω άνδρες Θεσσαλοί, τρέχω ως
+βλέπετε να φθάσω όσον τάχιστα εις την Θράκην, και σπεύδω
+σταλείς εκ του στρατοπέδου μετά των στρατιωτών τούτων δι'
+υπόθεσιν σπουδαίαν. Αυτός δε ο Μαρδόνιος και ο στρατός αυτού
+ερχόμενος κατόπιν μου θέλουν φθάσει εντός ολίγου. Τούτον
+ξενίσατε· και εις αυτόν φανήτε πρόθυμοι, καθότι τούτο
+πράττοντες δεν θα μεταμεληθήτε εις το μέλλον.» Ταύτα ειπών
+έλαβε τον στρατόν και ανεχώρησε ταχέως διά της Θεσσαλίας και
+της Μακεδονίας κατ' ευθείαν εις την Θράκην· σπεύδων δε άφινε
+τας μεγάλας οδούς και διήρχετο διά των αγρών. Έφθασε δε
+τοιουτοτρόπως εις το Βυζάντιον, αφού υπέστη πολλάς απωλείας·
+καθότι άλλοι μεν εκ των στρατιωτών του κατεκόπησαν υπό των
+Θρακών, άλλοι δε απέθανον υπό του λιμού και του καμάτου. Εκ του
+Βυζαντίου δε διέβη με πλοιάρια. Ούτος μεν τοιουτοτρόπως
+επέστρεψεν εις την Ασίαν.
+
+90. Την αυτήν δε ημέραν καθ' ην εγένετο η μάχη των Πλαταιών
+συνέπεσε να γίνη και εν τη Μυκάλη της Ιωνίας. Ενώ οι Έλληνες
+ήταν εις την Δήλον με τα πλοία τα υπό την αρχηγίαν του
+Λακεδαιμονίου Λεωτυχίδου, ήλθον προς αυτούς πρέσβεις εκ της
+Σάμου, ο Λάμπων του Θρασυκλέους, ο Αθηναγόρας του Αρχεστρατίδου
+και ο Ηγησίστρατος του Αρισταγόρου πεμφθέντες υπό των Σαμίων εν
+αγνοία των Περσών και του Θεομήστορος, υιού του Ανδρομάδαντος,
+τον οποίον οι Πέρσαι είχον καταστήσει τύραννον της Σάμου. Αφού
+παρουσιάσθησαν ούτοι εις τους στρατηγούς, είπεν ο Ηγησίστρατος
+πολλά και διάφορα ότι αν τους ίδωσι μόνοι οι Ίωνες, θα
+αποστατήσωσιν από τους Πέρσας, ότι οι βάρβαροι δεν θα ηδύναντο
+να αντισταθώσι, και ότι εάν επιμείνωσι, καλλιτέραν άλλην άγραν
+δεν είναι δυνατόν να εύρωσιν οι Έλληνες. Αναφέρων δε τα ονόματα
+των κοινών θεών, προέτρεπεν αυτούς να λυτρώσωσιν εκ της
+δουλείας άνδρας Έλληνας και να διώξωσι τον βάρβαρον. Είπε δε
+ότι το εύκολον να γίνωσι ταύτα, καθότι τα πλοία των βαρβάρων
+και κακώς πλέουσι και δεν είναι αξιόμαχα με τα των Ελλήνων, και
+ότι αυτοί είναι έτοιμοι να μείνωσιν εις τα πλοία των ως όμηροι
+εάν υποπτεύωσιν οι Έλληνες ότι ζητούσι διά δόλου να τους
+ελκύσωσιν εις εκείνα μέρη.
+
+91. Επειδή δε ο ξένος Σάμιος επέμενε παρακαλών, ο Λεωτυχίδης,
+είτε θέλων ν' ακούση, μάντευμά τι εκ των λέξεων του Σαμίου,
+είτε κατά θείαν έμπνευσιν, τον ηρώτησεν· «Ω ξένε Σάμιε, ποίον
+είναι το όνομά σου;» Εκείνος, δε απεκρίθη· «Ηγησίστρατος.» Τότε
+ο Λεωτυχίδης, φοβηθείς μήπως προσθέση περισσότερα, τον διέκοψε
+και είπεν «Ηγησίστρατος (29)! δέχομαι τον οιωνόν, ω ξένε Σάμιε.
+Πριν όμως συ και οι μετά σου αναχωρήσετε, δώσατέ μας τα πιστά
+ότι οι Σάμιοι θα γίνωσι πρόθυμοι σύμμαχοί μας.»
+
+92. Η πράξις παρακολούθησε τον λόγον· καθότι αμέσως οι Σάμιοι
+έδωκαν τα πιστά και ωρκίσθησαν συμμαχίαν με τους Έλληνας.
+Τούτων γενομένων οι μεν άλλοι απέπλευσαν, ο δε Λεωτυχίδης
+εκράτησε τον Ηγησίστρατον διά να πλεύση μετ' αυτού, έχων το
+όνομά του ως καλόν οιωνόν. Οι δε Έλληνες μείναντες ήσυχοι την
+ημέραν εκείνην, συνεβουλεύθησαν την ακόλουθον ημέραν τα θύματα
+τα οποία ήσαν καλά· μάντις δε αυτών ήτο ο Απολλωνιάτης Δηίφονος
+του Ευηνίου, εκ της εν τω Ιονίω κόλπω Απολλωνίας, εις του
+οποίου τον πατέρα Ευήνιον ηκολούθησε το εξής.
+
+93. Εις την Απολλωνίαν ταύτην υπάρχουσι πρόβατα ιερά του ηλίου,
+τα οποία την μεν ημέραν βόσκουσι παρά τον ποταμόν όστις εκ του
+όρους Λάκμωνος ρέει διά της Απολλωνίας χώρας εις την θάλασσαν
+πλούσιον του λιμένος Ωρίκου, την δε νύκτα άνδρες εκλελεγμένοι
+μεταξύ των πολιτών, οι σημαντικώτατοι κατά τον πλούτον και το
+γένος, ούτοι τα φυλάττουσιν επί ένα εν αυτόν έκαστος· καθότι
+ένεκα χρησμού τινος, οι Απολλωνιάται πολύ επιμελούνται τα
+πρόβατα ταύτα, τα οποία κλείουσι την νύκτα εις άντρον τι μακράν
+της πόλεως, όπου ο Ευήνιος ούτος εκλεχθείς τότε τα εφύλαττεν.
+Αποκοιμηθείς όμως νύκτα τινά ημέλησε την φυλακήν και
+εισελθόντες λύκοι εις το άντρον διέφθειρον περί τα εξήκοντα
+πρόβατα. Όταν ο Ευήνιος είδε τούτο, εσιώπησε και δεν είπε
+τίποτε εις κανένα, έχων κατά νουν να τα αντικαταστήση δι' άλλων
+τα οποία ήθελεν αγοράσει. Αλλά το γενόμενον δεν διέλαθε τους
+Απολλωνιάτας, οίτινες άμα το έμαθον ενήγαγον τον άνθρωπον εις
+δίκην και τον κατεδίκασαν, διότι εκοιμήθη και ημέλησε την
+φυλακήν, να στερηθή της δράσεως. Μόλις όμως εξετύφλωσαν τον
+Ευήνιον, αμέσως μετά ταύτα ούτε τα ποίμνιά των εγέννων, ούτε η
+γη των έδιδε καρπόν ως πρότερον. Τότε οι πολίται έπεμψαν εις
+την Δωδώνην και εις τους Δελφούς διά να μάθωσι την αιτίαν της
+παρούσης συμφοράς· τα δε μαντεία είπον εις αυτούς ότι αδίκως
+εστέρησαν της οράσεως τον φύλακα των ιερών προβάτων Ευήνιον,
+ότι αυτοί οι θεοί είχον πέμψει τους λύκους, και ότι δεν θα
+παύσωσιν εκδικούντες αυτόν ενόσω οι Απολλωνιάται δεν δώσωσι διά
+την πράξιν των ταύτην ικανοποίησιν, οίαν ο Ευήνιος ήθελε κρίνει
+δικαίαν· εάν γίνη τούτο, τότε και οι θεοί θα δώσωσιν εις τον
+Ευήνιον δώρον διά το οποίον θα τον μακαρίζωσι πολλοί άνθρωποι.
+
+94. Τοιούτοι χρησμοί εδόθησαν εις τους Απολλωνιάτας. Ούτοι δε
+φυλάξαντες αυτούς μυστικούς, επεφόρτισαν πολίτας τινάς να
+τελειώσωσι την υπόθεσιν, οίτινες και ετελείωσαν αυτήν ως εξής.
+Καθημένου του Ευηνίου επί έδρας μακράς, ήλθον ούτοι και
+καθήσαντες πλησίον του ωμίλουν περί διαφόρων άλλων
+αντικειμένων, μέχρις ου κατέληξαν συλλυπούμενοι αυτόν διά το
+πάθημά του. Αφού λοιπόν η συνομιλία ήλθεν εις τούτο το
+αντικείμενον, τον ηρώτησαν ποίαν ικανοποίησιν ήθελε ζητήσει εν
+περιπτώσει καθ' ην οι Απολλωνιάται ήθελον τω προτείνει δι' όσα
+τον έκαμον. Ο Ευήνιος, μη γνωρίζων τας αποκρίσεις των θεών,
+εξελέξατο και είπεν ότι εάν τω εδίδοντο αγροί (και είπε τα
+ονόματα των πολιτών τους οποίους ήξευρεν ότι είχον δύο κλήρους
+γης τους καλλίστους εις την Απολλωνίαν) και οίκος τις τον
+οποίον εγνώριζεν ότι ήτο ο κάλλιστος εν τη πόλει, ταύτα είπεν
+εάν τω εδίδοντο δεν θα εμνησικάκει του λοιπού και αύτη η
+ικανοποίησις τω ήρκει, αν εγίνετο. Και ούτος μεν ταύτα είπεν,
+οι δε παρακαθήμενοι απεκρίθησαν· «Ευήνιε, οι Απολλωνιάται, κατά
+τον δοθέντα αυτοίς χρησμόν, σοι δίδουσι ταύτα προς ικανοποίησιν
+της εκτυφλώσεως.» Τότε ο μεν Ευήνιος, εννοήσας εκ των ολίγων
+τούτων λέξεων όλην την υπόθεσιν, ανεγνώρισεν ότι ηπατήθη και
+ελυπήθη πολύ· οι δε Απολλωνιάται αγοράσαντες από τους
+ιδιοκτήτας τω έδοσαν τα κτήματα τα οποία εξελέξατο. Αμέσως δε
+μετά ταύτα τω εχάρισαν οι θεοί μαντικήν δύναμιν τοιαύτην ώστε
+εγένετο ονομαστές.
+
+95. Τούτου λοιπόν του Ευηνίου ο υιός Δηίφονος προσελήφθη υπό
+των Κορινθίων και ήτο μάντις εις τον στρατόν. Ήκουσα όμως και
+τούτο, ότι οικειοποιούμενος τον τίτλον υιού του Ευηνίου χωρίς
+να ήναι τοιούτος, περιήρχετο την Ελλάδα και παρείχε τας
+υπηρεσίας του επί μισθώ.
+
+96. Επειδή λοιπόν τα σημεία εκηρύχθησαν ευνοϊκά εις τους
+Έλληνας, οι στρατηγοί ανήγαγον τα πλοία εκ της Δήλου εις την
+Σάμον. Ότε δε έφθασαν εις τους Καλάμους της Σάμου, ούτοι μεν
+προσωρμίσθησαν πλησίον του Ηραίου το οποίον είναι εις εκείνα τα
+μέρη και παρεσκευάζοντο εις ναυμαχίαν· οι δε Πέρσαι μαθόντες
+ότι επλησίαζον οι Έλληνες, έπλευσαν προς την ξηράν μεθ' όλων
+των πλοίων, πλην των Φοινικικών εις τα οποία επέτρεψαν να
+αποπλεύσωσι. Νομίζοντες ότι αι δυνάμεις των δεν ήσαν αξιόμαχοι,
+απεφάσισαν να μη δώσωσι ναυμαχίαν, αλλά να πλησιάσωσιν εις την
+ήπειρον διά να ώσιν υπό την σκέπην του πεζού στρατού όστις
+κατείχε την Μυκάλην και όστις τη διαταγή του Ξέρξου είχεν
+αποσπασθή από τον άλλον στρατόν διά να φυλάττη την Ιωνίαν. Το
+απόσπασμα τούτο ανέβαινεν εις εξήκοντα χιλιάδας άνδρα, και
+αρχηγός ήτο ο Τιγράνης όστις υπερέβαινε τους Πέρσας κατά το
+κάλλος και το μέγεθος. Υπό την σκέπην λοιπόν του στρατού τούτου
+απεφάσισαν οι στρατηγοί του ναυτικού να καταφύγωσι και
+ανελκύσαντες εις την γην τα πλοία, να τα περικλείσωσι διά
+περιφράγματος το οποίον να χρησιμεύση ως οχύρωμα εις τα πλοία
+και καταφύγιον εις αυτούς.
+
+97. Ταύτα αποφασίσαντες εν συμβουλίω, ανήχθησαν εις το πέλαγος
+και διήλθον προ του ναού των Σεβαστών (30) όστις είναι επί της
+παραλίας της Μυκάλης. Έφθασαν δε ούτω εις τας εκβολάς του
+Γαίσωνος και του Σκολοπόεντος όπου υπάρχει ναός της Ελευσινίας
+Δήμητρος, τον οποίον ίδρυσεν ο Φίλιστος του Πασικλέους όταν
+μετά του Νηλέως του Κόδρου μετέβαινε να κτίση την Μίλητον. Εκεί
+είλκυσαν τα πλοία εις την ξηράν και περιεκύκλωσαν αυτά με
+περίφραγμα εκ λίθων και ξύλων, κόψαντες προς τούτο δένδρα
+ήμερα· έμπροσθεν δε του περιφράγματος ενέπηξαν πασσάλους και
+ήσαν έτοιμοι να πολιορκηθώσι και να νικήσωσι, καθότι είχον
+προΐδει αμφότερα ταύτα, και κατά συνέπειαν ητοιμάσθηοαν.
+
+98. Οι δε Έλληνες, ως έμαθον ότι οι βάρβαροι απεχώρησαν εις την
+ήπειρον, ελυπήθησαν διότι διέφυγον και εδίσταζον τι να πράξωσι
+να επιστρέψωσιν, ή να πλεύσωσι μέχρι του Ελλησπόντου; Τέλος
+απεφάσισαν να μη πράξωσι μήτε το έν μήτε το άλλο, αλλά να
+πλεύσωσι κατ' ευθείαν εις την ήπειρον. Ετοιμάσαντες λοιπόν όσα
+ήσαν αναγκαία προς ναυμαχίαν, και αποβάθρας και τα άλλα
+απαιτούμενα, έπλευσαν εις την Μυκάλην. Ότε δε επλησίασαν εις το
+εχθρικόν στρατόπεδον και είδον ότι κανείς δεν εξήρχετο προς
+απάντησιν των αλλά μόνον πλοία ανειλκυσμένα εις την ξηράν,
+προασπιζόμενα υπό προφράγματος, και πολύ πεζικόν παρατεταγένον
+εις το παραθαλάσσιον, τότε πρώτον μεν ο Λεωτυχίδης πλησιάσας με
+το πλοίον του όσον ηδυνήθη περισσότερον, παρήγγειλε διά κήρυκος
+εις τους Ίωνας τα εξής· «Άνδρες της Ιωνίας, όσοι δύνασθε να με
+ακούσετε, προσέξατε εις όσα λέγω, καθότι οι Πέρσαι δεν θα
+εννοήσωσι βεβαίως τίποτε εξ όσων σας παραγγέλλω. Όταν
+συμπλακώμεν, πρέπει προ πάντων έκαστος υμών να ενθυμηθή περί
+της ελευθερίας όλων και ακολούθως το σύνθημα Ήβη (31). Όστις δε
+εξ υμών δεν είναι παρών διά να με ακούση, ας μάθη ταύτα παρά
+του ακούσαντος.» Εις την περίστασιν ταύτην ο σκοπός του
+Λεωτυχίδου ήτο ο αυτός ον έσχεν ο Θεμιστοκλής εις το
+Αρτεμίσιον, ή να προσελκύσωσι τους Ίωνας διά των ακαταλήπτων
+τούτων εις τον βάρβαρον λέξεων, ή να καταστήσωσιν αυτούς
+υπόπτους εν περιπτώσει καθ' ην ήθελον ανακοινωθή εις τους
+βαρβάρους.
+
+99. Αφού ο Λεωτυχίδης εκήρυξε ταύτα, οι Έλληνες έπραξαν έπειτα
+τα εξής. Πλησιάσαντες τα πλοία εις την ξηράν απέβησαν εις τον
+αιγιαλόν. Και ούτοι μεν παρετάσσοντο εις μάχην, οι δε Πέρσαι,
+άμα είδον τους Έλληνας παρασκευαζομένους εις μάχην και
+ομιλήσαντας προς τους Ίωνας, πρώτον μεν υποπτεύσαντες τους
+Σαμίους ότι ευνοούσι τους Έλληνας, τους αφώπλισαν· καθότι όλους
+τους Αθηναίους τους οποίους μείναντας εις την Αττικήν έλαβον
+αιχμαλώτους τα στρατεύματα του Ξέρξου και έφερον εις τα πλοία,
+τούτους λυτρώσαντες οι Σάμιοι και εφοδιάσαντες απέπεμψαν εις
+τας Αθήνας· ώστε ελευθερώσαντες πεντακοσίας κεφαλάς εκ των
+εχθρών του Ξέρξου, ήσαν διά τούτο έτι μάλλον ύποπτοι. Δεύτερον
+δε, επί προφάσει ότι οι Μιλήσιοι εγνώριζον την χώραν, διέταξαν
+αυτούς να φυλάττωσι τας διόδους τας φερούσας εις τα όρη της
+Μυκάλης. Έλαβον δε το μέτρον τούτο διά να απομακρύνωσι τους
+Μιλησίους εκ του πεδίου της μάχης. Με τοιούτους λοιπόν τρόπους
+προεφυλάσσοντο οι Πέρσαι από τους Ίωνας όσους υπώπτευον ότι
+παρουσιαζομένης ευκαιρίας ηδύναντο να κάμωσι νεωτερισμόν τινα.
+Αυτοί δε συνεσώρευσσαν τας ασπίδας των διά να τας έχωσιν ως
+περίφραγμα.
+
+100. Ότε δε ητοιμάσθησαν οι Έλληνες καθ' όλα, εβάδισαν κατά των
+βαρβάρων· ενώ δε επλησίαζον, φήμη διεδόθη εις όλον το
+στρατόπεδον και εφάνη κείμενον επί της παραλίας κηρύκειον. Η
+απροσδοκήτως ελθούσα αύτη φήμη ήτο η εξής· ότι οι Έλληνες,
+μαχόμενοι εις την Βοιωτίαν, ενίκησαν τον Μαρδόνιον. Είναι
+φανερόν, και πολλαί υπάρχουσιν αποδείξεις, ότι εν τω συμβάντι
+τούτω ενεφιλοχώρησε θεία ενέργεια, αφού η είδησις της
+καταστροφής των Περσών εν Πλαταιαίς έφθασε την ιδίαν ημέραν εις
+Μυκάλην, όπου έμελλον να υποστώσι και άλλην ήτταν, διά να
+εγκαρδιώση περισσότερον τον ελληνικόν στρατόν και να καταστήση
+αυτόν προθυμότερον εις τον πόλεμον.
+
+101. Παρετηρήθη προσέτι και η εξής σύμπτωσις· αμφότεραι αι
+μάχαι εγένοντο εις μέρη όπου έτυχον να ευρίσκωνται τεμένη της
+Ελευσινίας Δήμητρος. Τωόντι εις τας Πλαταιάς, ως είπον ανωτέρω,
+συνεπλάκησαν πλησίον του ναού της Δήμητρος, το αυτό δε έμελλε
+να συμβή και εις την Μυκάλην. Η δε διαδοθείσα φήμη περί της
+νίκης των μετά του Παυσανίου Ελλήνων συνεβιβάζετο με τον χρόνον
+καθ' ον εγένοντο τα πράγματα· καθότι εις τας Πλαταιάς
+επολέμησαν περί την πρωίαν, και εις την Μυκάλην προς το
+εσπέρας. Ότι δε συνέπεσε να γίνωσι ταύτα την αυτήν ημέραν και
+τον αυτόν μήνα, το έμαθον μετ' ολίγον εξετάζοντες τα πράγματα.
+Πριν έλθη η φήμη αύτη, ο στρατός ήτο εις μέγαν φόβον ουχί τόσον
+περί εαυτού όσον περί της Ελλάδος, μήπως πάθη τι αύτη υπό του
+Μαρδονίου. Άμα όμως διεδόθη εις τας τάξεις η φήμη αύτη, ώρμησαν
+κατά των εχθρών μετά περισσοτέρας ταχύτητος. Οι Έλληνες λοιπόν
+και οι βάρβαροι συνεπλάκησαν μετά της αυτής προθυμίας, καθότι
+άθλα της μάχης ήσαν ο Ελλήσποντος και αι νήσοι.
+
+102. Οι μεν Αθηναίοι και οι πλησίον αυτών τεταγμένοι, το ήμισυ
+περίπου του στρατού, επροχώρουν διά του αιγιαλού και εδάφους
+ομαλού· οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι μετ' αυτούς τεταγμένοι
+επροχώρουν διά χαράδρας τινός και των ορέων, ούτως ώστε μέχρις
+ου οι Λακεδαιμόνιοι κάμνωσι τον κύκλον, οι εις στο έτερον κέρας
+ήρχισαν ήδη τον πόλεμον. Και ενόσω μεν αι ασπίδες των Περσών
+ήσαν όρθιαι, οι βάρβαροι ημύνοντο και δεν ήσαν κατώτεροι εις
+την μάχην· ότε όμως οι Αθηναίοι και οι μετ' αυτών, επιθυμούντες
+να ανήκη το κατόρθωμα εις αυτούς και όχι εις τους
+Λακεδαιμονίους, παρακέλευσαν αλλήλους και ώρμησαν προθυμότερον,
+τότε το πράγμα ήλλαξε φάσιν· καθότι ανατρέψαντες τας ασπίδας
+επέπεσαν συμπεπυκνωμένοι κατά των Περσών οίτινες εδέχθησαν μεν
+την επίθεσιν και υπέμειναν επί αρκετήν ώραν αμυνόμενοι, τέλος
+όμως διεσπάσθησαν και έφυγον εις το τείχος. Οι Αθηναίοι και οι
+κατόπιν αυτών τεταγμένοι Κορίνθιοι, Σικυώνιοι και Τροιζήνιοι,
+ηκολούθησαν τους φεύγοντας και προσέβαλον το τείχος. Αφού δε
+εκυριεύθη και το τείχος, οι βάρβαροι ουδεμίαν πλέον έδειξαν
+αντίστασιν, αλλ' όλοι οι άλλοι, πλην των Περσών· ετράπησαν εις
+φυγήν· ούτοι δε μόνοι, μολονότι έμειναν ολίγοι, δεν έπαυσαν
+πολεμούντες προς τους αδιακόπως εισπίπτοντας εις το τείχος
+Έλληνας. Εκ των στρατηγών των δύο μεν εσώθησαν, δύο δε
+εφονεύθησαν· ο Αρταΰντης και ο Ιθαμίτρης, στρατηγοί του
+ναυτικού, εσώθησαν· ο Μαρδόνιος και ο του πεζού στρατηγός
+Τιγράνης μαχόμενοι ετελεύτησαν.
+
+103. Εμάχοντο δε εισέτι οι Πέρσας ότε οι Λακεδαιμόνιοι και οι
+μετ' αυτών επρόφθασαν και απετελείωσαν τα λοιπά. Πολλοί των
+Ελλήνων έπεσον κατ' αυτήν την ημέραν, ιδίως όλοι οι Σικυώνιοι
+και ο στρατηγός αυτών Περίλαος. Όσοι δε εκ των Σαμίων, ήσαν εις
+το Μηδικόν στρατόπεδον και από τους οποίους είχον αφαιρέσει τα
+όπλα, άμα είδον ότι η μάχη εξ αρχής έκλινε προς το μέρος των
+Ελλήνων, έπραξαν ό,τι ηδυνήθησαν θέλοντες να ωφελήσωσι και
+αυτοί τους Έλληνας. Ιδόντες δε οι άλλοι Ίωνες ότι πρώτος οι
+Σάμιοι έκαμον αρχήν, τότε αποστατήσαντες και αυτοί από τους
+Πέρσας επετέθησαν κατά των βαρβάρων.
+
+104. Οι δε Μιλήσιοι διετάχθησαν μεν υπό των Περσών να φυλάττωσι
+τας διόδους χάριν της ιδίας εαυτών σωτηρίας, ίνα εν περιπτώσει
+καθ' ην ήθελε συμβή ό,τι και συνέβη έχοντες οδηγούς σωθώσι
+φεύγοντες εις τα όρη της Μυκάλης· επί τω σκοπώ λοιπόν τούτω
+ετάχθησαν οι Μιλήσιοι εις την θέσιν ταύτην, και προσέτι διά να
+μη ευρίσκωνται εις το στρατόπεδον και επιχειρήσωσι νεωτερισμόν
+τινα. Ούτοι όμως έπραξαν παν το εναντίον του προστεταγμένου,
+καθότι εδείκνυον εις τους βαρβάρους άλλας οδούς αίτινες έφερον
+αυτούς εις τους πολεμίους, και τέλος πάντων εγένοντο
+σκληρότατοι εχθροί των φονεύοντες αυτούς. Τοιουτοτρόπως εκ
+δευτέρου απεστάτησεν η Ιωνία από τους Πέρσας.
+
+105. Εις ταύτην την μάχην μεταξύ των Ελλήνων ηρίστευσαν οι
+Αθηναίοι, και πάλιν μεταξύ των Αθηναίων ο Ερμόλυκος του
+Ευθύνου, ανήρ εξασκηθείς εις την πυγμήν και την πάλην. Ούτος ο
+Ερμόλυκος μετά ταύτα, ότε οι Αθηναίοι είχον πόλεμον με τους
+Καρυστίους, συνέβη να αποθάνη μαχόμενος εις την Κύρνον της
+Καρυστίας χώρας και να ταφή εις την Γεραισσόν. Μετά δε τους
+Αθηναίους ηρίστευσαν οι Κορίνθιοι, οι Τροιζήνιοι και οι
+Σικυώνιοι.
+
+106. Αφού οι Έλληνες εφόνευσαν τους περισσοτέρους βαρβάρους,
+άλλους μεν μαχομένους, άλλους δε φεύγοντας, ενέπρησαν τα πλοία
+και όλον το περίφραγμα, αφού πρώτον εσώρευσαν τα λάφυρα εις τον
+αιγιαλόν, Επιβιβάσαντες δε τους θησαυρούς και καύσαντες τα
+πλοία και το στρατόπεδον των εχθρών ανεχώρησαν. Επιστρέψαντες
+δε εις την Σάμον συνεσκέφθησαν περί της επαναστάσεως των Ιώνων
+και εάν ήτο κατεπείγον να μετοικίσωσιν αυτούς εις μέρος τι της
+Ελλάδος, του οποίου κύριοι να ήσαν αυτοί και να αφήσωσι την
+Ιωνίαν εις τους βαρβάρους· καθότι τους εφαίνετο αδύνατον να
+κάθηνται πάντοτε και να φρουρώσι τους Ίωνας, άνευ του οποίου
+καμμίαν ελπίδα δεν είχον οι Ίωνες να απαλλαγώσιν από τον ζυγόν
+των Περσών. Τεθέντος του ζητήματος τούτου, οι μεν Πελοποννήσιοι
+αρχηγοί εγνωμάτευσαν ότι έπρεπε να εκδιώξωσιν από τους
+ελληνικούς λιμένας τους Έλληνας όσοι εμήδισαν και να δώσωσι τα
+κτήματά των εις τους Ίωνας· οι Αθηναίοι όμως ουδόλως ενέκρινον
+να μετοικισθώσιν οι Ίωνες, ούτε συνεχώρουν εις τους
+Πελοποννησίους να δίδωσι γνώμην περί ιδικών των αποικιών.
+Αντιτειθάντων λοιπόν των Αθηναίων, προθύμως υπεχώρησαν οι
+Πελοποννήσιοι. Τοιουτοτρόπως οι Σάμιοι, οι Χίοι, οι Λέσβιοι και
+οι άλλοι νησιώται έκαμον μετ' αυτών συνθήκην συμμαχίας δόντες
+πίστεις και όρκους ότι δεν ήθελον μεταναστεύσει. Αφού δε έγιναν
+οι όρκοι ούτοι, ο στόλος απέπλευσε διά να καταστρέψη τας
+γεφύρας τας οποίας ενόμιζεν εισέτι σώας. Και ούτοι μεν έπλεον
+εις τον Ελλήσποντον.
+
+107. Όσοι δε εκ των βαρβάρων είχον καταφύγει εις τα όρη της
+Μυκάλης, οίτινες δεν ήσαν πολλοί, ούτοι εκομίσθησαν εις τας
+Σάρδεις. Ενώ δε επορεύοντο, ο Μασίστης του Δαρείου, όστις
+παρευρέθη εις την καταστροφήν του στρατού, έλεγε καθ' οδόν εις
+τον Αρταΰντην πολλά και κακά, και προς τοις άλλοις ότι κατά την
+στρατηγίαν εκείνην εφάνη και γυναικός ανανδρότερος και ότι ήτο
+άξιος παύσης τιμωρίας ως βλάψας τον οίκον του βασιλέως. Παρά
+τοις Πέρσαις να είπης τινά ανανδρότερον γυναικός, ήναι ύβρις
+μεγίστη. Όθεν ο Αρταΰντης, ακούσας τούτο και αγανακτήσας, έσυρε
+τον ακινάκην και ηθέλησε να φονεύση τον Μασίστην· αλλ' ο
+Αλικαρνασσεύς Ξεναγόρας του Πραξίλου, όστις ίστατο όπισθεν του
+Αρταΰντου, ιδών αυτόν ορμήσαντα, τον αρπάζει από την μέσην και
+υψώσας τον ρίπτει κατά γης· συγχρόνως δε έφθασαν οι δορυφόροι
+του Μασίστου και ετέθησαν έμπροσθέν του. Έπραξε δε ταύτα ο
+Ξενοκράτης θέλων να κάμη χάριν και εις αυτόν τον Μασίστην και
+εις τον Ξέρξην, σώζων τον αδελφόν του, και διά τούτο το έργον ο
+Ξενοκράτης εγένετο άρχων όλης της Κιλικίας, την οποίαν έδοσεν
+εις αυτόν ο βασιλεύς. Πλην δε τούτου ουδέν άλλο συνέβη καθ'
+οδόν, αλλ' έφθασαν εις τας Σάρδεις όπου ήτο ο βασιλεύς αφότου
+νικηθείς εις την ναυμαχίαν έφυγεν από τας Αθήνας και έφθασεν
+εκεί.
+
+108. Διαμένων δε εις τας Σάρδεις ηράσθη της γυναικός του
+Μασίστου ήτις και αυτή ήτο εκεί. Με όλα όμως τα μέσα τα οποία
+μετεχειρίσθη, δεν κατώρθωσε τίποτε, δεν ήθελε δε αφ' ετέρου να
+μεταχειρισθή βίαν σεβόμενος τον αδελφόν του Μασίστην. Η αυτή
+ιδέα εκράτει και την γυναίκα. Καθότι ήτο βεβαία ότι βίαν δεν
+ήθελε μεταχειρισθή κατ' αυτής. Αλλ' ο Ξέρξης παραιτήσας όλα τα
+άλλα, ενύμφευσε τον υιόν του Δαρείον μετά της θυγατρός της
+γυναικός ταύτης και του Μασίστου, νομίσας ότι διά του μέσου
+τούτου ευκολώτερον θα δυνηθή να κατορθώση τον σκοπόν του.
+Συνάψας λοιπόν τον γάμον τούτον και τελέσας τα νόμιμα,
+ανεχώρησεν εις τα Σούσα. Ότε δε έφθασεν εκεί και εισήγαγεν εις
+την οικίαν την γυναίκα του Μασίστου έπαυσεν, έτρεψε δε τον
+έρωτά του προς την γυναίκα του Δαρείου και θυγατέρα του
+Μασίστου ήτις και ευχαρίστει τας επιθυμίας του· το όνομα δε της
+γυναικός ταύτης ήτο Αρταΰντη.
+
+109. Επί τέλους το πράγμα εγένετο γνωστόν κατά τον ακόλουθον
+τρόπον. Η γυνή του Ξέρξου Άμηστρις, υφάνασα επανωφόριον ευρύ,
+πολυποίκιλον και αξιοθαύμαστον, προσέφερεν αυτό εις τον Ξέρξην.
+Ούτος δε, επειδή το ήρεσε πολύ, το εφόρεσε και ήλθεν εις την
+Αρταΰντην. Ευχαριστηθείς και από αυτήν, τη είπε να τω ζητήση
+ό,τι θέλει να τη δώση προς αμοιβήν της ευχαριστήσεως την οποίαν
+τω παρείχε, και την εβεβαίωσεν ότι ήθελεν επιτύχει ό,τι ήθελε
+ζητήσει. Η δε Αρταΰντη, (επειδή ήτο πεπρωμένον να βλαφθή όλη η
+οικογένεια αυτής) απεκρίθη προς τον Ξέρξην «Θα με δώσης αρά γε
+ό,τι ζητήσω;» Εκείνος δε περιμένων να ακούση παν άλλο ή εκείνο
+το οποίον εζήτησε, τη υπεσχέθη και ώμοσεν. Η δε Αταΰντη, αφού
+ώμοσεν ο Ξέρξης αφόβως πλέον εζήτησε το επανωφόριον. Ο Ξέρξης
+πάντα τρόπον μετεχειρίσθη, μη θέλων να το δώση, ουχί δι' άλλο
+τι, ειμή φοβούμενος την Άμηστριν μήπως τον ανακαλύψη, καθότι
+και πρότερον αύτη είχε συλλάβει υπονοίας περί των διατρεχόντων.
+Προσέφερε λοιπόν πόλεις και χρυσόν άφθονον και στρατόν τον
+οποίον αυτή μόνον να άρχη· συνηθίζεται δε εις την Περσίαν να
+δίδεται δώρον στρατός. Αλλ' επειδή δεν την έπειθε, τη έδωκε το
+επανωφόριον. Περιχαρής γενομένη, η Αρταΰντη διά το δώρον, το
+εφόρεσε και ηγάλλετο.
+
+110. Η Άμηστρις έμαθεν ότι το είχεν αυτή, και μολονότι ενόησε
+τα συμβαίνοντα, κατ' αυτής μεν της γυναικός καμμίαν οργήν δεν
+ησθάνθη, νομίζουσα όμως ότι η μήτηρ της ήτο αιτία, και ότι
+εκείνη ενήργει ταύτα, εμελέτα πώς να την εξολοθρεύση. Φυλάξασα
+λοιπόν την ημέραν καθ' ην ο Ξέρξης έδιδε δείπνον βασιλικόν
+(τούτο δε το δείπνον παρασκευάζεται άπαξ του ενιαυτού, καθ' ην
+ημέραν εγεννήθη ο βασιλεύς, και ονομάζεται Περσιστί μεν Τυκτά,
+Ελληνιστί δε Τέλειον· τότε μόνον ο βασιλεύς έχει μυρωμένην την
+κεφαλήν και δίδει δώρα εις τους Πέρσας), ταύτην λοιπόν την
+ημέραν φυλάξασα η Άμηστρις, εζήτησε παρά του Ξέρξου να τη δοθή
+η γυνή του Μασίστου. Ο Ξέρξης ζωηράν ησθάνθη θλίψιν να την
+παραδώση, αφ' ενός μεν διότι ήτο γυνή του αδελφού του, αφ'
+ετέρου δε διότι ήξευρεν ότι δεν ήτο ένοχος εις το πράγμα τούτο·
+καθότι ενόησε διατί εζήτησεν αυτήν.
+
+111. Τέλος όμως, επειδή εκείνη μεν επέμενεν ο δε Ξέρξης
+εβιάζετο από τον νόμον (καθότι δεν είναι δυνατόν, όταν δίδεται
+δείπνον βασιλικόν, να αποτύχη όστις ήθελε ζητήσει τι),
+κατένευσεν όλως παρά την θέλησίν του και αφού παρέδωκε την
+γυναίκα του Μασίστου εις την Άμηστριν, έπραξε τα εξής. Εις
+εκείνην μεν έδωκε την άδειαν να πράξη ό,τι ήθελεν, αυτός δε
+προσκαλέσας τον αδελφόν του είπε τα εξής· «Μασίστα, συ είσαι
+υιός του Δαρείου και εμός αδελφός, προς τούτοις ανήρ αγαθός.
+Απόπεμψον την γυναίκα μεθ' ης συνοικείς και αντ' αυτής σοι δίδω
+την εμήν θυγατέρα μεθ' ης να συνοικής· μη έχης δε πλέον γυναίκα
+αυτήν την οποίαν έχεις τώρα, επειδή ούτω θέλω εγώ. Ο Μασίστης
+δ' εκπλαγείς επί τοις λόγοις τούτοις, απεκρίθη· «Ω δέσποτα,
+πόθεν προέρχεται ο άχρηστος ούτος λόγος; διατί με διατάττεις να
+αποπέμψω γυναίκα κατά την καρδίαν μου, μητέρα τριών υιών
+νεανιών και θυγατέρων, εξ ων την μίαν κατά την θέλησίν σου
+έλαβεν ο υιός σου; διατί θέλεις να αποπέμψω αυτήν και να
+νυμφευθώ την θυγατέρα σου; Εγώ, ω βασιλεύ, μεγάλην τιμήν θεωρώ
+να γίνω σύζυγός της θυγατρός σου, πλην δεν ειμπορώ να πράξω
+ούτε το έν ούτε το άλλο, ώστε μη με βιάζης ζητών με τοιούτο
+πράγμα. Αλλά και διά την θυγατέρα σου θα ευρεθή άλλος ουχί
+κατώτερός μου και εμέ άφες να έχω την γυναίκα μου.» Ο μεν
+Μασίστης ταύτα απεκρίθη, ο δε Ξέρξης θυμωθείς επανέλαβεν· «Ούτω
+φέρεσαι, Μασίστα! Λοιπόν, ούτε την θυγατέρα μου θα σε δώσω εις
+γυναίκα, ούτε θα συνοικήσης πλειότερον χρόνον μετ' εκείνης την
+οποίαν έχεις, διά να μάθης να δέχεσαι τα δώρα μου.» Ο δε
+Μασίστης ταύτα ακούσας εξήλθε τούτο μόνον ειπών· «Δέσποτα,
+ακόμη δεν με εθανάτωσες.»
+
+112. Εν τούτω δε τω διά μέσου χρόνω, εν τω οποίω ο Ξέρξης
+συνδιελέγετο μετά του αδελφού του, η Άμηστρις καλέσασα τους
+δορυφόρους του Ξέρξου ηκρωτηρίαζε την γυναίκα του Μασίστου·
+κόψασα τους μαστούς της, έρριψεν αυτούς εις τους κύνας ομοίως
+κόψασα την ρίνα, τα ώτα, τα χείλη και την γλώσσαν, την
+απέπεμψεν ούτως ηκρωτηριασμένην.
+
+113. Ο δε Μασίστης τίποτε εκ τούτων δεν είχεν ακούσει ακόμη·
+υποπτεύων όμως ότι ήθελε τω συμβή κακόν τι, έσπευσεν εις την
+οικίαν του· ιδών δε την γυναίκα του εις τοιαύτην οικτράν
+κατάστασιν, αμέσως συνεβουλεύθη τους υιούς του και εκίνησε διά
+τα Βάκτρα μετ' αυτών και μετά τινων άλλων επί τω σκοπώ να
+επαναστατήση τον Βάκτριον νομόν και να βλάψη τον βασιλέα όσον
+το δυνατόν περισσότερον· όπερ και ηδύνατο να γίνη, ως νομίζω,
+εάν επρόφθανε να αναβή εις τους Βακτρίους και τους Σάκας,
+καθότι ήτο ύπαρχος των Βακτρίων και τον ηγάπων. Ο Ξέρξης όμως
+μαθών τα διενεργούμενα, έπεμψε κατ' αυτού στρατόν και εφόνευσεν
+αυτόν, τους υιούς του και την συνοδίαν του. Τοιούτος ο έρως του
+Ξέρξου και ο θάνατος του Μασίστου.
+
+114. Οι δε Έλληνες, ελθόντες εκ της Μυκάλης εις τον
+Ελλήσποντον, πρώτον μεν καταληφθέντες υπό τρικυμίας
+ηγκυροβόλησαν εις το Λεκτόν· εκείθεν δε ήλθον εις την Άβυδον,
+όπου εύρον τας γεφύρας διαλελυμίας, τας οποίας ενόμιζον ότι θα
+εύρωσιν ακόμη σώας και διά τούτο ήλθον εις τον Ελλήσποντον.
+Τότε ο μεν Λεωτυχίδης και οι Πελοποννήσιοι απεφάσισαν να
+αποπλεύσωσιν εις την Ελλάδα· ο δε Ξάνθιππος και οι Αθηναίοι,
+μείναντες αυτού, να κάμωσιν απόπειραν κατά της Χερσονήσου. Και
+ούτως οι μεν απέπλευσαν· οι δε διαβάντες εκ της Αβύδου εις την
+Χερσόνησον, επολιόρκησαν την Σηστόν.
+
+115. Εις ταύτην δε την Σηστόν, ήτις ήτο η ισχυροτάτη πόλις της
+χώρας ταύτης, άμα ήκουσαν ότι οι Έλληνες έφθασαν εις τον
+Ελλήσποντον, συνήλθον πολλοί εκ των πέριξ πόλεων, και ιδίως ο
+Πέρσης Οιόβαζος εκ της Καρδίας, όπου είχε μεταφέρει το υλικόν
+των γεφυρών, εφύλαττον δε την Σηστόν επιχώριοι Αιολέες, μεθ' ων
+ήσαν αναμεμιγμένοι και Πέρσαι και πολλοί εκ των άλλων συμμάχων.
+
+116. Ετυράννευε δε του νομού τούτου ο ύπαρχος του Ξέρξου
+Αρταΰκτης, ανήρ μεν Πέρσης, σκληρός δε και ασεβής, όστις και
+αυτόν τον βασιλέα εξηπάτησε στρατεύοντα κατά των Αθηνών, και
+υπεξήρεσεν εκ της Ελαιούντος τους θησαυρούς του Πρωτεσιλάου
+υιού του Υφίκλου· καθότι εις την Ελαιούντα της Χερσονήσου
+υπάρχει τάφος του Πρωτεσιλάου, και περί τον τάφον τέμενος, όπου
+ήσαν πολλά αντικείμενα πολύτιμα, φιάλαι χρυσαί και αργυραί, και
+χαλκός, και εσθήτες και άλλα διάφορα αναθήματα τα οποία
+εσύλησεν ο Αρταΰκτης με την άδειαν του βασιλέως. Ηπάτησε δε τον
+βασιλέα λέγων τοιαύτα· «Δέσποτα, είναι εδώ οίκος Έλληνός τινος,
+όστις στρατεύσας κατά της χώρας ήτις σοι ανήκει, ετιμωρήθη
+δικαίως και απέθανε. Τούτου τον οίκον δος μοι, διά να μάθη και
+πας τις άλλος να μη στρατεύη κατά της ιδικής σου γης.» Ταύτα
+λέγων ευκόλως έμελλε να πείση τον Ξέρξην να τω δώση τον οίκον
+ενός ανθρώπου, καθότι ο βασιλεύς ποτέ δεν ηδύνατο να υποπτεύση
+τον υποκεκρυμμένον σκοπόν. Έλεγε δε ο Αρταΰκτης ότι ο
+Πρωτεσίλαος εστράτευσε κατά της γης του βασιλέως, εννοών, κατά
+την δόξαν των Περσών, ότι όλη η Ασία ανήκει εις αυτούς και εις
+τον κατά καιρόν βασιλεύοντα. Αφού λοιπόν τω εδόθησαν οι
+θησαυροί, μετέφερεν αυτούς εκ της Ελαιούντος εις τον Σηστόν,
+έσπειρε δε και ενέμετο το τέμενος, και οσάκις ήρχετο εις την
+Ελαιούντα, ηνούτο με γυναίκας εντός του αδύτου. Ο άνθρωπος
+ούτος επολιορκήθη τότε από τους Αθηναίους χωρίς να ήναι
+προητοιμασμένος εις πολιορκίαν, ούτε προσμένων τους Έλληνας,
+οίτινες επέπεσον κατ' αυτού απροσδοκήτως.
+
+117. Επειδή δε έφθασε το φθινόπωρον και αυτοί ακόμη
+επολιορκούντο, αγανακτούντες οι Αθηναίοι διά την τοσούτον
+μακροχρόνιον εκ της πατρίδος των αποδημίαν και μη δυνάμενοι να
+κυριεύσωσι το τείχος, εζήτησαν από τους στρατηγούς να τους
+επαναφέρωσιν οπίσω. Αλλ' οι στρατηγοί είπον ότι δεν
+επιστρέφουσι πριν ή την Σηστόν κυριεύσωσιν ή το κοινόν των
+Αθηναίων τους ανακαλέση. Ούτω λοιπόν υπέμενον τους παρόντας
+κόπους.
+
+118. Οι δε πολιορκούμενοι εις το τείχος είχον περιέλθει εις
+τοιαύτας στερήσεις ώστε έβραζον τα λωρία των κλινών και τα
+έτρωγον. Ότε όμως εξήντλησαν και την τελευταίαν ταύτην τροφήν,
+τότε ωφεληθέντες εκ του σκότους της νυκτός οι Πέρσαι, ο
+Αρταΰκης και ο Οιόβαζος, κατέβησαν εκ του όπισθεν μέρους του
+τείχους και έφυγον. Άμα δε εφάνη η ημέρα, οι Χερσονησίται
+ανήγγειλαν από τους πύργους εις τους Αθηναίους το γεγονός και
+ήνοιξαν τας πύλας. Τότε οι μεν περισσότεροι των Αθηναίων
+ώρμησαν προς καταδίωξιν των βαρβάρων, οι δε άλλοι έλαβον την
+πόλιν υπό την κατοχήν των.
+
+119. Τον δε Οιόβαζον, όστις φυγών ήλθεν εις την Θράκην,
+συλλαβόντες οι Αψίνθιοι Θράκες, εθυσίασαν κατά τον ιδικόν των
+τρόπον εις τον επιχώριον θεόν Πλείστωρον· τους δε μετ' αυτού
+εφόνευσαν κατ' άλλον τρόπον. Ο δε Αρταΰκτης και οι μετ' αυτού
+εξελθόντες τελευταίοι διά να φύγωσι, καταληφθέντες υπό των
+Αθηναίων ολίγον υπεράνω των Αιγός Ποταμών και αντισταθέντες επί
+αρκετήν ώραν άλλοι μεν εφονεύθησαν, άλλοι δε συνελήφθησαν
+ζώντες. Δέσαντες αυτούς οι Έλληνες έφερον εις την Σηστόν, μετ'
+αυτών δε και τον Αρταΰκτην δεδεμένον, αυτόν και τον υιόν του.
+
+120. Λέγουσι δε οι Χερσονησίται ότι ενώ είς των φυλάκων έψηνεν
+ιχθύας ταριχευτούς, εγένετο το εξής θαύμα. Οι επί του πυρός
+ιχθύες επήδων και ήσπαιρον ως ιχθύες νεωστί αλιευθέντες. Και οι
+μεν φύλακες συναθροισθέντες εθαύμαζον, ο δε Αρταΰκτης ως είδε
+το θαύμα εκάλεσε τον φύλακα και τω είπεν· «Ω ξένε Αθηναίε μη
+φοβείσαι ποσώς το θαύμα τούτο, καθότι δεν εφάνη διά σε αλλά
+δείκνυε εις εμέ ότι ο εις την Ελαιούντα Πρωτεσίλαος, και νεκρός
+και τεταριχευμένος ων, έχει την δύναμιν από τους θεούς να
+τιμωρή εκείνον όστις τον ηδίκησε. Τώρα λοιπόν θέλω να εξαγοράσω
+την αδικίαν την οποίαν έπραξα και δίδω εκατόν μεν τάλαντα εις
+τον θεόν δι' όσα έλαβον εκ του τεμένους του, διακόσια δε
+τάλαντα εις τους Αθηναίους προς εξαγόρασιν της ζωή, εμού και
+του υιού μου, εάν θελήσωσι να μοι χαρίσωσι την ζωήν». Ταύτα
+υποσχόμενος δεν έπειθε τον στρατηγόν Ξάνθιππον· καθότι οι
+Ελαιούντιοι, εκδικούντες τον Πρωτεσίλαον εζήτουν να φονευθή ο
+Αρταΰκτης· προσέτι δε και αυτού του στρατηγού η γνώμη έκλινεν
+εις τούτο: Όθεν απαγαγόντες αυτόν εις την ακτήν όπου ο Ξέρξης
+έζευξε τον πόρον, κατ' άλλους δε εις τον λόφον τον υπέρ την
+πόλιν Μάδυτον, τον εκάρφωσαν εις σανίδα και τον ανεκρέμασαν,
+τον δε υιόν ελιθοβόλησαν προ των οφθαλμών του Αρταΰκτου.
+
+121. Ταύτα πράξαντες απέπλευσαν εις την Ελλάδα φέροντες μετά
+των άλλων θησαυρών και τα υλικά των γεφυρών, διά να αφιερώσωσιν
+αυτά εις διαφόρους ναούς. Και κατά το έτος τούτο ουδέν πλέον
+τούτων εγένετο.
+
+122. Τούτου δε του ανακρεμασθέντος Αρταΰκτου ο προπάτωρ
+Αρτεμβάρης είπεν εις τους Πέρσας λόγον τον οποίον ούτοι
+δεχθέντες ανέφερον εις τον Κύρον· ήτο δε ο λόγος τοιούτος·
+«Επειδή ο Ζευς δίδει την ηγεμονίαν εις τους Πέρσας, και εκ των
+Περσών εις σε, ω Κύρε, ήτις κατέστρεψες τον Αστυάγη, και
+επειδή, ημείς έχομεν γην ολίγην και τραχείαν, ας αφήσωμεν αυτήν
+και ας αποκατασταθώμεν εις άλλην καλλιτέραν. Υπάρχουσι πολλαί
+και καλαί γαίαι πλησίον μας, πολλαί δε και απωτέρω· μίαν εκ
+τούτων εάν λάβωμεν, θα μας θαυμάζωσι περισσότερον, ως αρμόζει
+εις εκείνους οίτινες είναι άξιοι να άρχωσι. Πότε άλλοτε θα
+εύρωμεν καλλιτέραν ευκαιρίαν ή τώρα ότε άρχομεν πολλών ανθρώπων
+και όλης της Ασίας;» Ο δε Κύρος ακούσας, μολονότι δεν ενέκρινε
+τον λόγον, τοις επέτρεψεν όμως να πράξωσιν ό,τι ήθελον και τοις
+προείπεν ενταυτώ να ετοιμασθώσιν όχι να άρχωσι πλέον, αλλά να
+άρχωνται· καθότι εκ των μαλακών χωρών συνήθεις γίνονται άνδρες
+μαλακοί, και δεν είναι ίδιον μιας και της αυτής γης να δίδη
+καρπούς θαυμαστούς και άνδρας φιλοπολέμους. Εννοήσαντες τούτο
+οι Πέρσαι εμακρύνθησαν πεισθέντες υπό του Κύρου· επροτίμησαν δε
+μάλλον έχοντες άγονον γην να άρχωσιν, ή σπείροντες πεδιάδα να
+δουλεύωσιν άλλους.
+
+
+
+Τ Ε Λ Ο Σ
+
+1) Τω 1132 π. Χ.
+
+2) Η ισότης εν τη αγορά ή η ελευθερία της συζητήσεως.
+
+3) Τα αγάλματα των επί του Αιακού καταγομένων ηρώων.
+
+4) Της Δήμητρος και της Περσεφόνης.
+
+5) Βιβλίον Ι' § 50.
+
+6) Κατά τον μύθον ήτο υιός του Διός και της αγάμου Δανάης.
+
+7) Ο Ηρακλής ήτο μεν υιός του Διός και της Αλκμήνης, αλλ' η
+Αλκμήνη είχεν άνδρα τον Αφιτρύωνα.
+
+8) Οι Αιγύπτιοι ιερείς οι μνημονευόμενοι παρά του Ηροδότου εις
+Βιβλ Β' § 91.
+
+9) Σπαρτιάται επιφορτισμένοι να φιλοξενώσι τους πρέσβεις των
+πόλεων.
+
+10) Του εφεστίου Διός του οποίου βωμός ήτο εστημένος εις την
+αυλήν πάσης μεγάλης οικίας.
+
+11) Εννοείται ότι ενταύθα επρόκειτο περί σεληνιακών μηνών, δέκα
+δε σεληνιακοί μήνες αντιστοιχούσι με εννέα τριακονθημέρους και
+τινας ημέρας.
+
+12) Τον ψευδή όρκον
+
+13) Ο Απόλλων και η Άρτεμις.
+
+14) Τω 485 π. Χ.
+
+15) Δεν είναι αληθές τούτο, καθότι τω 480 δεν εγένετο έκλειψις
+ηλίου κατά το έαρ αλλά κατά τον οκτώβριον.
+
+16) Ίδε βιβλίον Γ. § 106.
+
+17) Το όνομα τούτο δεν υπάρχει εν τω κειμένω, αλλά προκύπτει εκ
+της § 23 του βιβλίου Α.
+
+18) Ίδε § 91.
+
+19) Σαρίκια.
+
+20) Βιβλ. Α § 171.
+
+21) Κατά το δεύτερον έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, 430 π.
+Χ.
+
+22) Οι έχοντες δηλαδή μοίραν γης. Κατήγοντο ούτοι από τους εκ
+Κορίνθου Δωριείς κατακτητάς και είχον ως δούλους τους αρχαίους
+κυρίους τους οποίους εκάλουν ειρωνικώς Κυλλυρίους ή Καλικυρίους
+(καλούς κυρίους).
+
+23) Ο Μινεσθεύς.
+
+24) Ή δεν ετήρησε την υπόσχεσίν του ο Ηρόδοτος, ή το μέρος
+τούτο του έργου του απώλετο.
+
+25) Ερμηνευτού των αυτοσχεδίων στίχων της Πυθίας.
+
+26) Ήτοι 108,200 άνδρες.
+
+27) Η μάχη των Πλαταιών εγένετο τον ιούλιον ή τον αύγουστον του
+479 έτους π. Χ. έν έτος περίπου μετά την εν Θερμοπύλαις μάχην.
+
+28) Νέοι εικοσαετείς οίτινες παρετάσσοντο προ των άλλων
+συστρατιωτών των.
+
+29) Οδηγός στρατού.
+
+30) Δήμητρος και Περσεφόνης.
+
+31) Σύνθημα φανταστικόν λεγόμενον διά να κάμη τους Πέρσας να
+πιστεύσωσιν ότι υπήρχον τωόντι συνεννοήσεις μεταξύ Ελλήνων και
+Ιώνων.
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Stories of Herodotus Vol. 2 (of 2), by Herodotus
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK STORIES OF HERODOTUS VOL. 2 (OF 2) ***
+
+***** This file should be named 38213-0.txt or 38213-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/8/2/1/38213/
+
+Produced by Sophia Canoni; thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/old/20120124-38213-0.zip b/old/20120124-38213-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..6f06327
--- /dev/null
+++ b/old/20120124-38213-0.zip
Binary files differ