summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to 'old')
-rw-r--r--old/20111119-38055-0.txt12789
-rw-r--r--old/20111119-38055-0.zipbin0 -> 357822 bytes
2 files changed, 12789 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20111119-38055-0.txt b/old/20111119-38055-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..9e4ac23
--- /dev/null
+++ b/old/20111119-38055-0.txt
@@ -0,0 +1,12789 @@
+Project Gutenberg's The history of Herodotus--Volume 1, by Herodotus
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.net
+
+
+Title: The history of Herodotus--Volume 1
+
+Author: Herodotus
+
+Translator: A. Skalides
+
+Release Date: November 19, 2011 [EBook #38055]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE HISTORY OF HERODOTUS--VOLUME 1 ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The
+spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
+italics are included in _. Footnotes have been transferred at the
+end of the book. Some letters in the notes section that are not legible
+have been included in []. Also in [] I have included one correction
+in the main text.
+
+Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά
+τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με με
+πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _. Οι υποσημειώσεις των
+σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Μερικά γράμματα
+που δεν αναγνωρίζονται καλά στις υποσημειώσεις, έχουν περιληθεί σε [].
+Επίσης έχει περιληφθεί σε [] μια διόρθωσή μου στο κυρίως κείμενο.
+
+
+
+ Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I
+
+ ΗΡΟΔΟΤΟΥ
+
+
+
+ ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ
+ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΞΗΓΗΘΕΙΣΑ
+
+ ΥΠΟ
+ Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ.
+
+
+
+ ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
+
+ Δαπάνη
+ ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ.
+
+ ΕΝ AΘHNAIΣ,
+
+ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ Ο «ΚΟΡΑΗΣ»
+ ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ.
+
+ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ
+ οδός Ρόμβης αριθ. 40 οδός Πραξιτέλους αριθ. 37
+
+ 1874
+
+
+
+ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΩ Α. ΖΑΪΜΗ
+
+ ΧΡΗΣΤΩ ΠΟΛΙΤΗ
+ ΚAI
+ ΔΙΑΠΡΕΠΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩ
+ ΕΥΛΑΒΩΣ ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ.
+
+
+
+Έξοχε Άνερ,
+
+Η προς Σε αφοσίωσίς μου, ο άκρος θαυμασμός μου προς τας κοινωνικάς
+και πολιτικάς αρετάς Σου, με παρακινούσι να Σοι δώσω τεκμήριόν τι
+ασθενές των αναλλοιώτων τούτων αισθημάτων μου αφιερών Σοι την
+βίβλον ταύτην, προϊόν μακρού κόπου και πολλής μελέτης.
+
+Τίμησόν με διά της παραδοχής της παρακλήσεώς μου και επίτρεψον να
+κοσμή την βίβλον μου το σεβαστόν όνομά Σου. Απόβλεψον ουχί εις το
+μικρόν του αναθήματος, αλλ' εις την προαίρεσιν του αφιερούντος
+
+ Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ.
+
+
+
+
+ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΜΟΥΣΑΙ
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
+
+
+
+Κ Λ Ε Ι Ω
+
+
+
+Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς συνέγραψε και εκοινοποίησε την παρούσαν
+ιστορίαν διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου αι πράξεις των
+ανθρώπων και διά να μη περιπέσωσι τα είτε υπό των Ελλήνων είτε υπό
+των βαρβάρων εκτελεσθέντα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα εις
+τοιαύτην λήθην ώστε να αγνοήται και αυτή η αιτία δι' ην επολέμησαν
+προς αλλήλους οι λαοί ούτοι.
+
+1. Οι λόγιοι των Περσών λέγουσιν ότι οι Φοίνικες εγένοντο αίτιοι
+της διαφοράς, καθότι αυτοί ελθόντες από τα παράλια της Ερυθράς
+λεγομένης θαλάσσης εις τα της Μεσογείου και εγκατασταθέντες εις
+τας χώρας τας οποίας κατοικούσιν έτι και σήμερον, επεδόθησαν ευθύς
+εις μακράς θαλασσοπλοΐας. Τα πλοία των, πληρούμενα εξ εμπορευμάτων
+της Ασσυρίας και της Αιγύπτου, προσωρμίζοντο εις διάφορα μέρη της
+Ελλάδος, μεταξύ άλλων δε και εις το Άργος. Κατ' εκείνους δε τους
+χρόνους το Άργος κατείχε την πρώτην θέσιν μεταξύ όλων των πόλεων
+της χώρας ήτις σήμερον καλείται Ελλάς. Εισελθόντες λοιπόν οι
+Φοίνικες εις τον λιμένα του Άργους, επώλουν το φορτίον των. Κατά
+την πέμπτην δε ή την έκτην ημέραν, ότε εξεποίησαν σχεδόν όλα όσα
+είχον φέρει, είδον ερχομένας εις το παραθαλάσσιον πολλάς γυναίκας,
+και μεταξύ αυτών την θυγατέρα του βασιλέως, ήτις εκαλείτο, ως
+λέγουσιν επίσης όλοι οι Έλληνες, Ιώ του Ινάχου. Αι γυναίκες·
+εστάθησαν πλησίον της πρύμνης του πλοίου εκλέγουσαι και
+αγοράζουσαι ό,τι ταις ήρεσκε· τότε οι Φοίνικες, ως εκ συνθήματος,
+ώρμησαν επ' αυτών. Και αι μεν πλείσται διέφυγον, αλλ' η Ιώ καί
+τινες άλλαι ηρπάγησαν. Αναβιβάσαντες δε αυτάς οι Φοίνικες εις το
+πλοίον, απέπλευσαν προς την Αίγυπτον.
+
+2. Ούτω, ως λέγουσιν οι Πέρσαι, και ουχί ως λέγουσιν οι Έλληνες, η
+Ιώ ήλθεν εις την Αίγυπτον, και τούτο υπήρξεν η πρώτη αιτία των
+ακολούθων αδικημάτων. Μετά τούτο, Έλληνες τινές, των οποίων
+αγνοείται και αυτό το όνομα, προσεγγίσαντες εις την Τύρον της
+Φοινίκης, ήρπασαν την θυγατέρα του βασιλέως Ευρώπην. Υποτίθεται
+ότι ήσαν Κρήτες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν η προσβολή επληρώθη διά
+προσβολής. Αλλ' έπειτα οι Έλληνες εγένοντο αίτιοι και δευτέρας
+αδικίας. Αφού έπλευσαν διά μακρού πλοίου εις την Αίαν της Κολχίδος
+και τον Φάσιν ποταμόν, και αφού εξετέλεσαν την υπόθεσιν διά την
+οποίαν ήλθον, ήρπασαν την θυγατέρα του βασιλέως Μήδειαν. Ο
+βασιλεύς ούτος έπεμψε κήρυκα εις την Ελλάδα ζητών ικανοποίησιν διά
+την αρπαγήν και απαιτών να τω επιστραφή η θυγάτηρ του. Αλλ' οι
+Έλληνες απεκρίθησαν ότι επειδή εκείνοι ουδεμίαν ικανοποίησιν
+έδωκαν εις αυτούς διά την αρπαγήν της Αργείας Ιούς, κατά συνέπειαν
+ούτε αυτοί θα δώσωσιν εις εκείνους.
+
+3. Μετά δύο γενεάς ο υιός του Πριάμου Αλέξανδρος, ακούσας τα
+συμβάντα ταύτα, απεφάσισε να αρπάση γυναίκα εκ της Ελλάδος,
+πεπεισμένος ότι ουδεμίαν ήθελε δώσει ικανοποίησιν, αφού και οι
+Έλληνες δεν έδωκαν. Αλλ' όταν ήρπασε την Ελένην, οι Έλληνες
+ενέκριναν να πέμψωσι πρώτον πρέσβεις διά να απαιτήσωσι την
+απόδοσιν της Ελένης και να ζητήσωσιν ικανοποίησιν. Οι δε Τρώες,
+ακούσαντες τους πρέσβεις, απεκρίθησαν ότι οι Έλληνες, μη δόντες
+ικανοποίησιν διά την αρπαγήν της Μηδείας μήτε αποδώσαντες αυτήν
+ζητουμένην, δεν έπρεπε να απαιτώσιν ικανοποίησιν παρ' άλλων.
+
+4. Μέχρι τούτου δεν επρόκειτο ειμή περί αρπαγών του ενός μέρους ή
+του άλλου· αλλ' από της στιγμής ταύτης οι Έλληνες εγένοντο αίτιοι
+σπουδαιοτέρων αδικημάτων, διότι αυτοί πρώτοι έφερον τον πόλεμον
+εις την Ασίαν και όχι οι Πέρσαι εις την Ελλάδα. Κατά την γνώμην
+των Περσών, η αρπαγή γυναικών είναι άδικον πράγμα, η σπουδή προς
+εκδίκησιν της αρπαγής, ανόητον, η δε παντελής αδιαφορία προς τας
+τοιαύτας αρπαγάς, φρονιμώτατον, διότι ήτο φανερόν ότι εάν αι
+γυναίκες εκείναι δεν ήθελον, ποτέ δεν ηρπάζοντο. Οι λαοί της
+Ασίας, προσθέτουσιν οι Πέρσαι, ποσώς δεν εφρόντισαν δι' όσας
+γυναίκας ήρπασαν από αυτούς, ενώ οι Έλληνες, διά μίαν
+Λακεδαιμονίαν, συνήθροισαν μέγαν στόλον, κατέκλυσαν την Ασίαν και
+κατέστρεψαν το βασίλειον του Πριάμου· ιδού η αιτία διά την οποίαν
+οι Πέρσαι εθεώρησαν πάντοτε τους Έλληνας ως εχθρούς, διότι την μεν
+Ασίαν και τα ενοικούντα βάρβαρα έθνη οικειοποιούνται, την δε
+Ελλάδα και το Ελληνικόν έθνος θεωρούσιν ως κεχωρισμένα από αυτούς.
+
+5. Ούτως αναφέρουσιν οι Πέρσαι τα συμβάντα και αποδίδουσιν εις την
+άλωσιν της Τρωάδος την αρχήν της εναντίον των Ελλήνων έχθρας των.
+Περί δε της Ιούς οι Φοίνικες δεν συμφωνούσι μετ' αυτών. «Διά να την
+φέρωμεν εις την Αίγυπτον, λέγουσι, δεν ελάβομεν ανάγκην να
+μεταχειρισθώμεν την βίαν, διότι και εις αυτό το Άργος εμιγνύετο
+κρυφίως μετά του πλοιάρχου, όταν δε ενόησεν ότι ήτο έγκυος,
+εφοβήθη τους γονείς της, και διά να μη ανακαλυφθή, έφυγεν εκουσίως
+μετά των Φοινίκων.» Αύται είναι αι αντιφατικαί διηγήσεις των
+Φοινίκων και των Περσών· το κατ' εμέ, δεν θα συζητήσω εάν τα
+πράγματα συνέβησαν ούτως ή άλλως. Με αρκεί να ηξεύρω ποίος είναι ο
+πρώτος όστις ηδίκησε τους Έλληνας. Αφού δε γνωστοποιήσω αυτόν, θα
+εξακολουθήσω την διήγησίν μου επεξερχόμενος τας μικράς και τας
+μεγάλας πόλεις· διότι εξ εκείνων μεν αίτινες ήσαν άλλοτε μεγάλαι,
+σήμερον αι περισσότεραι είναι μικραί, εκείναι δε αίτινες επί των
+ημερών μου είναι μεγάλαι, άλλοτε ήσαν μικραί. Θα αναφέρω λοιπόν
+και τας μεν και τας δε, καθότι γνωρίζω ότι παρά τοις ανθρώποις η
+ευδαιμονία δεν είναι σταθερά.
+
+6. Ο Κροίσος ήτο Λυδός το γένος, υιός του Αλυάττου και βασιλεύς
+των εθνών όσα περικλείει ο Άλυς ποταμός, όστις ρέων από μεσημβρίας
+μεταξύ Σύρων και Παφλαγόνων εισβάλλει προς βοράν εις τον
+καλούμενον Εύξεινον πόντον. Ο Κροίσος ούτος, ο πρώτος των βαρβάρων
+τους οποίους ηξεύρομεν ημείς, εις άλλους μεν των Ελλήνων επέβαλε
+φόρον, μετ' άλλων δε συνεμάχησεν. Υπέταξε τους Ίωνας, τους Αιολείς
+και τους Δωριείς της Ασίας, έκαμε δε συμμάχους του τους
+Λακεδαιμονίους. Πριν βασιλεύση αυτός, όλοι οι Έλληνες ήσαν
+ελεύθεροι, διότι η προ του Κροίσου εκστρατεία των Κιμμερίων κατά
+της Ιωνίας δεν επέφερε την κατάκτησιν των πόλεων, αλλ' ήτο
+επιδρομή ληστρική.
+
+7. Η ηγεμονία ήτις ανήκεν εις τους Ηρακλείδας μετέβη διά του
+ακολούθου τρόπου εις την οικογένειαν του Κροίσου ήτις εκαλείτο
+Μερμνάδαι. Ο Κανδαύλης, τον οποίον οι Έλληνες ονομάζουσι Μυρσίλον,
+ήτο βασιλεύς των Σάρδεων και κατήγετο εκ του Αλκαίου, υιού του
+Ηρακλέους· διότι ο Άγρων, υιός του Νίνου, έγγονος του Βήλου,
+δισέγγονος του Αλκαίου, υπήρξεν ο πρώτος των Ηρακλειδών όστις
+εβασίλευσεν εις τας Σάρδεις, και ο υιός του Μύρσου Κανδαύλης
+υπήρξεν ο τελευταίος. Προ του Άγρωνος, η χώρα αύτη εκυβερνάτο υπό
+των απογόνων του Λυδού, υιού του Άτυος, εξ ου όλος ο λαός όστις
+πρότερον εκαλείτο Μαίων μετωνομάσθη Λύδιος. Οι Ηρακλείδαι, εις ους
+η οικογένεια αύτη είχεν αναθέσει την αρχήν, την διεδέχθησαν
+συνεπεία χρησμού τινος. Καταγόμενοι εκ του Ηρακλέους καί τινος
+δούλης του Ιαρδάνου, εβασίλευσαν επί εικοσιδύο γενεάς ανθρώπων,
+ήτοι επί έτη πεντακόσια πέντε (1), του στέμματος μεταβαίνοντος
+διαδοχικώς από πατρός εις υιόν, μέχρι του Κανδαύλου, υιού του
+Μύρσου.
+
+8. Ούτος λοιπόν ο Κανδαύλης ηράσθη της ιδίας εαυτού γυναικός,
+ερασθείς δε ενόμιζεν ότι η γυνή του ήτο πολύ ωραιοτέρα όλων των
+άλλων γυναικών. Τούτο νομίζων δεν έπαυεν εκθειάζων τα θέλγητρα της
+γυναικός του εις ένα των υπασπιστών του, τον Γύγην, υιόν του
+Δασκύλου, τον οποίον υπερηγάπα και εις ον ενεπιστεύετο και τα
+σπουδαιότερα των πραγμάτων. Μετ' ολίγον (επειδή ήτο πεπρωμένον να
+εκλείψη ο Κανδαύλης) είπε προς τον Γύγην τα εξής· «Γύγη, επειδή
+νομίζω ότι δεν με πιστεύεις εις όσα σοι λέγω περί της καλλονής της
+γυναικός μου, διότι τα ώτα δυσκολώτερον πείθονται ή οι οφθαλμοί,
+προσπάθησον να την ίδης γυμνήν.» Ο δε Γύγης φωνήσας είπε·
+«Δέσποτα, ποίον λόγον είπες απρεπή διατάττων με να ίδω γυμνήν την
+εμήν δέσποιναν; Η γυνή εκδυομένη τον χιτώνα, συνεκδύεται και την
+αιδώ· μεταξύ δε των σοφών παραγγελμάτων τα οποία διετύπωσαν άλλοτε
+άνθρωποι ικανοί να διδάσκωσι τους άλλους, ευρίσκεται και τούτο·
+_Να βλέπη ο καθείς τα εις αυτόν ανήκοντα_. Εγώ πείθομαι ότι εξ
+όλων των γυναικών συ έχεις την ωραιοτάτην, και σε ικετεύω να μη με
+ζητής πράγματα απρεπή.»
+
+9. Και ο μεν Γύγης, ταύτα λέγων, προσεπάθει να τον αποτρέψη διότι
+εφοβείτο μήπως τω συμβή δυστύχημά τι, αλλ' ο Κανδαύλης επανέλαβε·
+«Θάρρει, ω Γύγη, και μη φοβού μήτε εμέ ότι τάχα σοι λέγω ταύτα
+διά να σε δοκιμάσω, μήτε την γυναίκα μου ήτις ουδόλως δύναται να
+σε βλάψη, διότι θα διαθέσω τα πράγματα ούτως ώστε να μη υποπτεύση
+ουδέποτε ότι την είδες. Θα σε τοποθετήσω όπισθεν της ανοιγομένης
+θύρας του δωματίου όπου κοιμώμεθα. Αφού εισέλθω εγώ, θα έλθη και η
+γυνή μου να κατακλιθή. Πλησίον δε της εισόδου υπάρχει θρονίον επί
+του οποίου αποθέτει τα ενδύματά της, καθ' όσον εκδύεται· θα
+δυνηθής λοιπόν να την παρατηρήσης εν ανέσει. Έπειτα, καθ' ην
+στιγμήν εκείνη θα διευθύνεται από του θρονίου προς την κλίνην, συ,
+επειδή θα ήσαι όπισθέν της, φρόντισον να μη σε ιδή εξερχόμενον του
+δωματίου.»
+
+10. Και ο μεν Γύγης, μη δυνάμενος να αποφύγη, ήτο έτοιμος· ο δε
+Κανδαύλης, ελθούσης της ώρας της αναπαύσεως, έφερε τον Γύγην εις
+το οίκημα, μετά ταύτα δε ήλθε σχεδόν αμέσως και η γυνή. Ο Γύγης
+την εθεώρει καθ' όσον εξεδύετο· έπειτα, ενώ εκείνη έστρεψε τα νώτα
+και διευθύνετο προς την κλίνην, αυτός εξήλθεν ολισθήσας κρυφίως·
+αλλ' η γυνή τον είδεν ότε εξήρχετο. Και ενόησε μεν ότι ήτο έργον
+του ανδρός της, κατέπνιξεν όμως την ύβριν εν σιωπή και προσεποιήθη
+ότι δεν ενόησε τίποτε, απόφασιν έχουσα εν τη ψυχή της να εκδικηθή
+τον Κανδαύλην· διότι παρά τοις Λυδοίς και σχεδόν παρ' όλοις τοις
+βαρβάροις, θεωρείται μεγάλη αισχύνη και εις αυτόν τον άνδρα να
+φανή γυμνός.
+
+11. Ούτω λοιπόν χωρίς να αποδείξη τίποτε κατ' εκείνην την στιγμήν,
+έμεινεν απαθής· άμα όμως εξημέρωσεν, ετοιμάσασα τους υπηρέτας
+όσους ήξευρεν ότι ήσαν πολύ πιστοί εις αυτήν, εκάλεσε τον Γύγην.
+Ούτος δε φρονών ότι αυτή δεν ήξευρε τίποτε από τα γενόμενα
+υπήκουσεν εις την πρόσκλησίν της· καθότι συνείθιζε πάντοτε να
+έρχεται προθύμως οσάκις τον εκάλει η βασίλισσα. Άμα έφθασεν ο
+Γύγης, τω είπεν η γυνή· «Τώρα, Γύγη, δύο οδοί είναι ανοικταί εις
+σε, και έκλεξον εκείνην την οποίαν θέλεις να ακολουθήσης· ή
+φόνευσον τον Κανδαύλην και λάβε την βασιλείαν των Λυδών και εμέ, ή
+υπόμεινον να θανατωθής τώρα αμέσως διά να μη βλέπης πλέον,
+χαριζόμενος εις τον Κανδαύλην, εκείνα τα οποία δεν πρέπει να
+βλέπης. Ώστε ή εκείνος όστις συνέλαβε τοιούτον σκοπόν πρέπει να
+απολεσθεί, ή συ όστις με είδες γυμνήν περιφρονήσας τα έθιμα.» Ο δε
+Γύγης πρώτον μεν έμεινεν εκστατικός ακούων τους λόγους εκείνους,
+έπειτα δε ικέτευσε την βασίλισσαν να μη τον αναγκάση να κάμη διά
+της βίας ταύτην εκλογήν. Πλην δεν ηδυνήθη να την πείση, και είδεν
+ότι ήτο τωόντι ανάγκη ή να θανατώση τον κύριόν του ή αυτός να
+θανατωθή υπό άλλης χειρός· επροτίμησε λοιπόν να ζήση και απέτεινε
+την εξής ερώτησιν· «Επειδή με αναγκάζεις να φονεύσω παρά την
+θέλησίν μου τον εμόν δεσπότην, ας ακούσω με ποίον τρόπον δύναμαι
+να εκτελέσω το πράγμα.» Η γυνή αποκριθείσα είπε· «Θα ορμήσης εκ
+του ιδίου μέρους εκ του οποίου και εκείνος με έδειξεν εις σε
+γυμνήν και θα τον κτυπήσης κοιμώμενον.»
+
+12. Τακτοποιηθέντος του σχεδίου τούτου και ελθούσης της νυκτός, ο
+Γύγης (επειδή η γυνή δεν τον άφησε να μακρυνθή, ούτε ήτο δυνατόν
+να διαφύγη, αλλ' έπρεπεν ή αυτός ν' απολεσθή ή ο Κανδαύλης)
+ηκολούθησε την βασίλισσαν εις τον θάλαμον. Εκείνη δε, δούσα εις
+αυτόν εγχειρίδιον, τον έκρυψεν όπισθεν της αυτής θύρας. Και μετά
+ταύτα, αποκοιμηθέντος του Κανδαύλου, ορμήσας ο Γύγης τον εφόνευσε
+και έλαβε την γυναίκα και την βασιλείαν. Τούτου του συμβάντος
+εποιήσατο μνείαν εις ιάμβους τριμέτρους και ο Αρχίλοχος ο Πάριος
+όστις έζη κατ' εκείνην την εποχήν.
+
+13. Έλαβε λοιπόν την βασιλείαν ο Γύγης και εκραταίωσε την
+δυναστείαν του διά του μαντείου των Δελφών. Καθότι, επειδή πολλοί
+Λυδοί αγανακτήσαντες διά τον φόνον του Κανδαύλου έλαβον τα όπλα,
+οι οπαδοί του Γύγου συνεβιβάσθησαν μετά των λοιπών Λυδών ώστε, εάν
+μεν το χρηστήριον ανεγνώριζεν αυτόν ως βασιλέα της Λυδίας, να
+βασιλεύση, εν εναντία δε περιπτώσει να αποδώση οπίσω την αρχήν εις
+τους Ηρακλείδας. Το μαντείον απεφάνθη υπέρ αυτού, και
+τοιουτοτρόπως ο Γύγης εβασίλευσε. Τούτο μόνον προσέθηκεν η Πυθία
+ότι οι Ηρακλείδαι θα λάβωσιν εκδίκησιν εις τον πέμπτον απόγονον
+του Γύγου. Αλλ' ούτε οι Λυδοί, ούτε οι βασιλείς αυτών εφρόντισαν
+περί αυτής της προφητείας μέχρις ου εξεπληρώθη.
+
+14. Ούτω κατέλαβον την αρχήν οι Μερμνάδαι αφαιρέσαντες αυτήν από
+τους Ηρακλείδας. Ο δε Γύγης, στερεωθείς επί του θρόνου, έπεμψεν
+εις τους Δελφούς πλούσια δώρα· διότι μεταξύ όλων των ευρισκομένων
+εκεί αργυρών αναθημάτων, τα πλειότερα επέμφθησαν παρ' αυτού.
+Αφιέρωσεν επίσης και άπειρα χρυσά, μεταξύ των οποίων έξ κρατήρας
+οίτινες προ πάντων είναι άξιοι μνείας. Σήμερον αποτελούσιν ούτοι
+μέρος του θησαυρού των Κορινθίων και έχουσι βάρος τριάκοντα
+ταλάντων. Αληθώς όμως ειπείν ο θησαυρός ούτος είναι ουχί της
+κοινότητος των Κορινθίων, αλλά του Κυψέλου υιού του Ηετίωνος.
+Ούτος δε ο Γύγης είναι, καθόσον ηξεύρομεν, ο πρώτος των βαρβάρων
+όστις ανέθηκεν αναθήματα εις τους Δελφούς, μετά τον Μίδαν, υιόν
+του Γορδίου, βασιλέα της Φρυγίας. Τωόντι ο Μίδας αφιέρωσε τον
+βασιλικόν θρόνον εφ' ου εκάθητο διά να δικάζη, όντα αξιοθέατον.
+Ίσταται δε ο θρόνος ούτος όπου και οι κρατήρες του Γύγου· ο δε
+χρυσός και ο άργυρος τον οποίον αφιέρωσεν ο Γύγης καλείται υπό των
+Δελφών Γυγάδας, λαβών την επωνυμίαν από τον δωρητήν. Άμα δε έλαβε
+την βασιλείαν ο Γύγης, έπεμψε στρατόν κατά της Μιλήτου και της
+Σμύρνης, και εκυρίευσε την πόλιν Κολοφώνα. Αλλ' επειδή επί της
+βασιλείας του, ήτις διήρκεσεν έτη τριάκοντα και οκτώ, ουδέν άλλο
+έργον εξετελέσθη άξιον μνείας, ας παρέλθωμεν αρκούμενοι εις όσα
+είπομεν.
+
+15. Θα αναφέρω τον Άρδυν, υιόν και διάδοχον του Γύγου. Ο Άρδυς
+ούτος εκυρίευσε την Πριήνην και εισέβαλεν εις την Μίλητον. Έτι δε
+αυτού βασιλεύοντος, οι Κιμμέριοι, διωχθέντες από τας κατοικίας των
+υπό των νομάδων Σκυθών, μετανάστευσαν εις την Ασίαν και εκυρίευσαν
+τας Σάρδεις πλην της ακροπόλεως.
+
+16. Ο Άρδυς εβασίλευσε τεσσαράκοντα και εννέα έτη, και ο υιός του
+Σαρδυάττης δώδεκα· τούτον δε διεδέχθη ο Αλυάττης, όστις επολέμησε
+τους Μήδους και τον Κυαξάρην, έγγονον του Δηιόκου, εδίωξε τους
+Κιμμερίους εκ της Ασίας, εκυρίευσε την Σμύρνην την οποίαν είχον
+κατοικίσει οι Κολοφώνιοι και εισέβαλεν εις τας Κλαζομενάς.
+Εντεύθεν όμως ανεχώρησεν ουχί όπως επεθύμει, αλλ' αφού υπέστη
+μεγάλην ζημίαν. Αξιομνημόνευτος δε είναι η βασιλεία του και δι'
+άλλα έργα ων τα επισημότερα είναι τα εξής.
+
+17. Εξηκολούθησε κατά των Μιλησίων τον πόλεμον τον οποίον είχεν
+αρχίσει ο πατήρ του, και ιδού πώς διεύθυνε τας εχθροπραξίας του
+εναντίον της πόλεως ταύτης. Όταν ωρίμαζον εις τους αγρούς οι
+καρποί, τότε εξεστράτευε, τα δε στρατεύματά του εβάδιζον με τον
+ήχον των συρίγγων, των κιθαρών, των βαρυαύλων και των οξυαύλων.
+Ερχόμενος εις την χώραν των Μιλησίων, δεν κατέστρεφεν ούτε έκαιε
+τας οικίας των αγρών δεν απέσπα τας θύρας· έκαστον πράγμα το
+άφινεν εις την θέσιν του. Κατέστρεφεν όμως τας συγκομιδάς και τους
+καρπούς, και μετά τούτο ανεχώρει, διότι θαλασσοκρατούντων των
+Μιλησίων, θα ήτο ανωφελές δι' αυτόν να τους πολιορκήση μετά
+στρατού. Δεν εκρήμνιζε δε τας οικίας ο Λυδός ίνα οι Μιλήσιοι,
+έχοντες τοιαύτας, δύνανται να σπείρωσι και να καλλιεργώσι την γην,
+αυτός δε να έρχεται κατόπιν και να καταστρέφη τας εργασίας των.
+
+18. Τοιουτοτρόπως εξηκολούθησεν ο πόλεμος επί ένδεκα έτη κατά τα
+οποία οι Μιλήσιοι υπέστησαν δύο μεγάλα τραύματα, το μεν εις το
+Λιμενείον, πολεμήσαντες εις την ιδίαν εαυτών χώραν, το δε εις την
+πεδιάδα του Μαιάνδρου. Και τα μεν έξ έτη εκ των ένδεκα τούτων
+εβασίλευεν ακόμη ο Σαρδυάττης του Άρδυος, και αυτός ήτο ο αρχίσας
+τον πόλεμον και οδηγών τα στρατεύματά του κατά των Μιλησίων, τα δε
+άλλα πέντε έτη ο εξακολουθήσας τον υπό του πατρός του αρχίσαντα
+πόλεμον, ως είπον ανωτέρω, και διευθύνας τας εχθροπραξίας ήτο ο
+Αλυάττης του Σαρδυάττου, όστις και εξηκολούθησεν αυτόν μετ'
+επιμονής. Ουδείς δε των Ιώνων εβοήθησε τους Μιλησίους, εκτός των
+Χίων, οίτινες απέδωκαν χάριν αντί χάριτος, καθότι προηγουμένως οι
+Μιλήσιοι τους εβοήθησαν κατά των Ερυθραίων.
+
+19. Κατά το δωδέκατον έτος, ενώ ο στρατός επυρπόλει αγρόν τινα, το
+πυρ, ερεθισθέν υπό του ισχυρού ανέμου, κατέκαυσε ταχέως τον αγρόν
+και έφθασε μέχρι του ναού της Ασσησίης Αθηνάς όστις και εκάη. Και
+τότε μεν αμέσως ουδείς λόγος εγένετο περί του συμβάντος τούτου·
+αλλ' επανελθόντος του στρατού εις τας Σάρδεις, ησθένησεν ο
+Αλυάττης. Επειδή δε η ασθένειά του παρετείνετο, έπεμψεν εις τους
+Δελφούς, είτε κατά συμβουλήν τίνος, είτε οίκοθεν σκεφθείς να
+ερωτήση τον θεόν διά την ασθένειάν του. Η Πυθία όμως δεν ηθέλησε
+να χρησμoδoμήση εις τους αποσταλέντας εις τους Δελφούς παν
+ανοικοδομήσωσι τον ναόν της Αθηνάς τον οποίον έκαυσαν εις την
+Ασσησόν της Μιλησίας χώρας.
+
+20. Ότι ούτως εγένετο το πράγμα, το ηξεύρω ακούσας αυτό εις τους
+Δελφούς. Αλλ' ιδού τι προσθέτουσιν οι Μιλήσιοι· ο υιός του Κυψέλου
+Περίανδρος, στενός φίλος του τότε τυράννου της Μιλήτου
+Θρασυβούλου, μαθών την απόκρισιν την δοθείσαν εις τους Λυδούς,
+έπεμψεν απεσταλμένην διά να κομίση την είδησιν ταύτην, ίνα εκείνος
+σκεφθή καλώς και πράξη ό,τι απήτουν αι περιστάσεις. Και οι μεν
+Μιλήσιοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα.
+
+21. Ο δε Αλυάττης, άμα ήκουσε την απόκρισιν των Δελφών, απέστειλεν
+εις την Μίλητον κήρυκα εντεταλμένον να προτείνη εις τον
+Θρασύβουλον και τους Μιλησίους ανακωχήν ήτις ήθελε διαρκέσει καθ'
+όλον τον χρόνον τον αναγκαιούντα προς ανοικοδόμησιν του ναού. Ήλθε
+λοιπόν εις την Μίλητον ο απεσταλμένος ούτος· ο δε Θρασύβουλος,
+όστις ήτο προειδοποιημένος περί πάντων και ήξευρε τι έμελλε να
+πράξη ο Αλυάττης, εσκέφθη το ακόλουθον. Αφού έφερεν εις την αγοράν
+όλον τον σίτον όστις ευρίσκετο εις την πόλιν, είτε εις τας ιδίας
+του αποθήκας είτε εις τας των ιδιωτών, παρήγγειλεν εις τους
+Μιλησίους, όταν τους ειδοποιήση, να αρχίσωσι να πίνωσι και να
+διασκεδάζωσιν.
+
+22. Παρήγγειλε δε ταύτα ο Θρασύβουλος διά να ίδη ο Σαρδιανός κήρυξ
+μεγάλους σωρούς σίτου εις την αγοράν και τους κατοίκους
+πανηγυρίζοντας, και αναγγείλη ταύτα εις τον Αλυάττην, όπερ και
+εγένετο· διότι ο κήρυξ είδεν όλα ταύτα, ανεκοίνωσεν εις τον
+Θρασύβουλον τας παραγγελίας του Λυδού και επέστρεψεν εις τας
+Σάρδεις. Μετ' ολίγον εγένετο ειρήνη, και δεν νομίζω να υπήρχεν
+άλλη αιτία. Τωόντι, ενώ ο Αλυάττης ήλπιζεν ότι ήτο μεγάλη σιτοδεία
+εις την Μίλητον και ο λαός εις άκραν στενοχωρίαν, αίφνης ήκουσε
+παρά του κήρυκος τα εναντία εκείνων τα οποία εφρόνει. Εγένετο
+λοιπόν η ειρήνη και συνεφώνησαν να ήναι εις το εξής φίλοι και
+σύμμαχοι· αντί δε ενός ναού, ο Αλυάττης έκτισε δύο εις την Ασσήσην
+και εθεραπεύθη εκ της νόσου.
+
+23. Ο Περίανδρος, εκείνος όστις είχε μηνύσει εις τον Θρασύβουλον
+την απόκρισιν της Πυθίας, ήτο υιός του Κυψέλου και εβασίλευεν εις
+την Κόρινθον. Οι Κορίνθιοι (και οι Λέσβιοι συμφωνούσι μετ' αυτών)
+λέγουσιν ότι επί της εποχής του εφάνη θαύμα μέγιστον· ο Μηθυμναίος
+Αρίων εφέρθη υπό δελφίνος μέχρι του Ταινάρου. Ο Αρίων ούτος ήτο
+κιθαρωδός και ουδενός δεύτερος μεταξύ των συγχρόνων του· καθ' όσον
+δε ημείς ηξεύρομεν, αυτός πρώτος εποίησεν, ωνόμασε και εδίδαξε
+διθύραμβον εις την Κόρινθον.
+
+24. Διηγούνται ότι ο Αρίων, αφού επί πολύν χρόνον διέμεινε πλησίον
+του Περιάνδρου, επεθύμησε να πλεύση εις την Ιταλίαν και την
+Σικελίαν και ότι αφού συνήθροισε πολλά πλούτη απεφάσισε να
+επιστρέψη εις την Κόρινθον. Ανεχώρησε λοιπόν από τον Τάραντα επί
+πλοίου Κορινθιακού το οποίον εναύλωσεν εξ ιδίων του, διότι μόνον
+εις τους Κορινθίους είχε περισσοτέραν εμπιστοσύνην. Αφού εξήλθον
+εις το πέλαγος, οι ναύται συνέλαβαν το επίβουλον σχέδιον να τον
+ρίψωσιν εις τα κύματα και να αρπάσωσι τους θησαυρούς του.
+Μαντεύσας όμως ο Αρίων τους σκοπούς των, τους ικέτευσε και τοις
+υπεσχέθη όλα όσα είχε ζητών να τω χαρίσωσι την ζωήν. Αλλ' εκείνοι
+έμενον άκαμπτοι και τον διέταξαν ή να φονευθή ιδιοχείρως, εάν
+ήθελε να τον θάψωσιν άμα έφθανον εις την ξηράν, ή να πέση αμέσως
+εις την θάλασσαν. Εις τοιαύτην αμηχανίαν ευρισκόμενος ο Αρίων τους
+εζήτησεν, επειδή η απόφασίς των ήτο αμετάκλητος, να τον αφήσωσι να
+σταθή εις τα εδώλια του πλοίου φορών τα καλλίτερά του ενδύματα,
+και να ψάλη, προσθέτων ότι θα εφονεύετο μόνος του άμα ετελείωνε το
+άσμα. Ευχαρίστως εδέχθησαν την πρότασίν του οι ναύται, καθότι
+έμελλον να ακούσωσι τον κάλλιστον αοιδόν και αφήσαντες την πρύμνην
+κενήν συνεσωρεύθησαν εις το μέσον του πλοίου. Τότε ο Αρίων ενεδύθη
+τα καλλίτερά του ενδύματα, έλαβεν εις χείρας την κιθάραν, εστάθη
+όρθιος επί των εδωλίων και έψαλε τον όρθιον σκοπόν (2) αφού δε
+ετελείωσεν ερρίφθη εις την θάλασσαν όπως ήτο, με όλα τα ενδύματά
+του. Και το μεν πλοίον εξηκολούθησε τον πλουν του, εκείνον δε, ως
+λέγεται, δελφίν τις τον έλαβεν επί της ράχεώς του και τον έφερεν
+εις το Ταίναρον. Πατήσας εις την ξηράν, επορεύθη εις την Κόρινθον
+με τα ίδια ενδύματα, και φθάσας εκεί διηγήθη όσα τω συνέβησαν.
+Αλλ' ο Περίανδρος δεν επίστευσε τίποτε, έθεσε τον Αρίωνα εις την
+φυλακήν, διέταξε να τον φυλάττωσι στενώς και περιέμενε την έλευσιν
+των ναυτών. Άμα έφθασαν ούτοι εις τον λιμένα, τους προσεκάλεσε διά
+να μάθη παρ' αυτών τι θα έλεγον περί του Αρίωνος· εκείνοι δε
+απεκρίθησαν ότι ήτο σώος και υγιής εις την Ιταλίαν και ότι τον
+άφησαν εις τον Τάραντα πλουτούντα. Αίφνης όμως ενεφανίσθη ενώπιόν
+των ο Αρίων με τα αυτά ενδύματα τα οποία εφόρει ότε έπεσεν εις την
+θάλασσαν· τότε οι ναύται μείναντες εκστατικοί δεν ηδυνήθησαν να
+αρνηθώσι το αποδιδόμενον εις αυτούς έγκλημα. Τοιαύτη είναι η
+διήγησις των Κορινθίων και των Λεσβίων, και σώζεται ακόμη εις το
+Ταίναρον μικρόν άγαλμα χάλκινον παριστών τον Αρίωνα· άνθρωπον
+καθήμενον επί δελφίνος.
+
+25. Ο δε Αλυάττης ο Λυδός όστις ετελείωσε τον κατά τον Μιλησίων
+πόλεμον απέθανεν (3) αφού εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και επτά.
+Δεύτερος δε αυτός από την οικογένειαν ταύτην, θεραπευθείς από την
+νόσον, ανέθηκεν εις τους Δελφούς μέγαν κρατήρα αργυρούν και
+υποκρατηρίδιον εκ σιδήρου κολλητού, πράγμα πολύ πλέον άξιον θέας
+από όλα τα εις τους Δελφούς αφιερώματα, έργον Γλαύκου του Χίου
+όστις πρώτος όλων των ανθρώπων εφεύρε την κόλλησιν του σιδήρου.
+
+26. Αποθανόντος του Αλυάττου, έλαβε την βασιλείαν ο υιός αυτού
+Κροίσος εις ηλικίαν τριάκοντα και πέντε ετών. Ούτος πρώτους εκ των
+Ελλήνων προσέβαλε τους Εφεσίους οίτινες πολιορκηθέντες υπ' αυτού
+αφιέρωσαν την πόλιν των εις την Άρτεμιν δέσαντες εις τον ναόν
+σχοινίον το οποίον εξέτεινον μέχρι των τειχών των. Η απόστασις δε
+μεταξύ της αρχαίας πόλεως ήτις επολιορκείτο και του ναού είναι
+επτά σταδίων. Κατά τούτων πρώτων επετέθη ο Κροίσος· μετά ταύτα δε
+επολέμησεν αλληλοδιαδόχως μίαν προς μίαν τας Ιωνικάς και τας
+Αιολικάς πόλεις προφασιζόμενος διάφορα πταίσματα· εις άλλας μεν
+μεγαλείτερα, οσάκις εύρισκε μεγαλείτερα, εις άλλας δε όλως
+μηδαμινά.
+
+27. Αφού λοιπόν κατέστησε φόρου υποτελείς όλους τους Έλληνας της
+Ασίας, απεφάσισε να εξοπλίση στόλον και να επιτεθή κατά των νήσων.
+Όλα δ' ήσαν έτοιμα διά την ναυπήγησιν των πλοίων όταν ο Βίας ο
+Πριηνεύς κατά τους μεν, κατ' άλλους δε ο Πιττακός ο Μιτυληναίος
+ήλθεν εις τας Σάρδεις. Ο Κροίσος τον ηρώτησε νεώτερόν τι περί της
+Ελλάδος, ούτος δε έδωκε την εξής απόκρισιν ήτις ανέστειλεν όλας
+τας ετοιμασίας. «Ω βασιλεύ, οι νησιώται συναθροίζουσι πολυάριθμον
+ιππικόν σκοπεύοντες να επιτεθώσι κατ' αυτών των Σάρδεων.» Νομίσας
+δε ο Κροίσος ότι εκείνος έλεγε την αλήθειαν, επανέλαβεν· «Είθε οι
+θεοί να εμπνεύσωσιν εις τους νησιώτας το σχέδιον να έλθωσι με
+ιππικόν εναντίον των Λυδών. — Ω βασιλεύ, απεκρίθη ο Πιττακός,
+βεβαίως πολύ επιθυμείς να συναντηθής εις την ήπειρον με τους
+νησιώτας εφίππους, εις την περίπτωσιν δε ταύτην ορθώς ελπίζεις ότι
+θέλεις τους νικήσει· αλλά τι νομίζεις; οι νησιώται οίτινες έμαθον
+ότι προτίθεσαι να εξοπλίσης στόλον κατ' αυτών, τι άλλο εύχονται ή
+να συναντήσωσι κατά θάλασσαν τους Λυδούς διά να εκδικήσωσιν επί
+σου τους Έλληνας της ηπείρου;» Ο συλλογισμός ούτος ήρεσεν, ως
+λέγεται, υπερβαλόντως εις τον Κροίσον όστις επείσθη (διότι όλοι
+εκείνοι οι λόγοι τω εφάνησαν ορθοί) και παρήτησε τας ναυτικάς
+ετοιμασίας. Τοιουτοτρόπως δε συνήψε δεσμούς φιλίας μετά των Ιώνων
+των κατοικούντων τας νήσους.
+
+28. Μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, τα έθνη όσα περικλείει ο Άλυς
+υπεδουλώθησαν όλα, ή σχεδόν όλα. Διότι, εκτός των Κιλίκων και των
+Λυκίων, ο Κροίσος είχεν υπό την εξουσίαν του όλους τους άλλους·
+ήτοι τους Λυδούς, τους Φρύγας, τους Μυσούς, τους Μαριανδυνούς,
+τους Χάλυβας, τους Παφλαγόνας, τους Δωριείς, τους Αιολείς και τους
+Παμφύλους.
+
+29. Είχον δε υποταχθή τα έθνη ταύτα και ο Κροίσος τα είχεν ενώσει
+με την Λυδίαν όταν εις τας ακμαζούσας εν πλούτω Σάρδεις ήλθον
+αλληλοδιαδόχως οι φημιζόμενοι κατ' εκείνον τον χρόνον επί σοφία
+Έλληνες, μεταξύ δε άλλων ο Σόλων ο Αθηναίος όστις γενόμενος
+νομοθέτης των συμπολιτών του κατ' αίτησιν των ιδίων, απεδήμησε διά
+δέκα έτη αναχωρήσας επί προφάσει να επισκεφθή διαφόρους τόπους διά
+να μη αναγκασθή να καταργήση τινά εκ των νόμων τους οποίους
+έθεσεν, όπερ οι Αθηναίοι δεν ηδύναντο να πράξωσιν αφ' εαυτών,
+διότι ήσαν υποχρεωμένοι διά μεγάλων όρκων να πολιτεύωνται επί δέκα
+έτη με τους νόμους τους οποίους ήθελεν επιβάλει αυτοίς ο Σόλων.
+
+30. Τούτου ένεκα και διά να περιηγηθή διαφόρους τόπους ο Σόλων
+αποδημήσας ήλθεν εις την Αίγυπτον προς τον Άμασιν, και κατόπιν εις
+τας Σάρδεις προς τον Κροίσον. Φθάσας ενταύθα εξενίσθη υπό του
+Κροίσου εις τα ανάκτορα· την τρίτην δε ή την τετάρτην ημέραν,
+υπηρέται τινές, κατά διαταγήν του Κροίσου, περιέφερον τον Σόλωνα
+μεταξύ των θησαυρών και τω έδειξαν όλα όσα ήσαν μεγάλα και
+πολυτελή. Αφού δε εθεάσατο και ηρεύνησε τα πάντα ανέτως, ηρώτησεν
+αυτόν ο Κροίσος ως ακολούθως· «Ω ξένε Αθηναίε, η μεγάλη φήμη της
+σοφίας σου και των περιηγήσεών σου έφθασε μέχρις ημών· ηξεύρομεν
+ότι φιλοσοφών περιήλθες μέγα μέρος της γης διά να γνωρίσης τον
+κόσμον. Επιθυμώ λοιπόν να σε ερωτήσω ποίος εξ όλων των ανθρώπων
+τους οποίους είδες είναι ο μάλλον ευδαίμων.» Ταύτα δε ηρώτα ο
+Κροίσoς διότι επίστευεν ότι ήτο ευδαιμονέστατος πάντων. Αλλ' ο
+Σόλων, χωρίς να τον κολακεύση παντάπασιν, αλλά λέγων την αλήθειαν,
+απεκρίθη· «Ο Τέλλος ο Αθηναίος, βασιλεύ.» Εκπλαγείς ο Κροίσος διά
+την τοιαύτην απόκρισιν, τω είπε με περιέργειαν· «Πόθεν εικάζεις
+ότι ο Τέλλος είναι ο ευδαιμονέστατος των ανθρώπων;» Ο δε Σόλων
+απεκρίθη· «Πρώτον διότι ο Τέλλος, ζων εις ευτυχούσαν πατρίδα,
+εγέννησε παίδας ωραίους και εναρέτους, και εξ όλων τούτων είδε να
+γεννηθώσι τέκνα τα οποία έζησαν όλα· δεύτερον διότι και κατάστασιν
+αρκετήν είχε δι' Έλληνα ενόσω έζη και η τελευτή του βίου του
+εγένετο λαμπροτάτη. Διότι εις μάχην τινά των Αθηναίων προς τους
+αστυγείτονάς των της Ελευσίνος, πολεμήσας και αυτός και τρέψας
+τους εχθρούς εις φυγήν, απέθανεν ενδόξως· οι δε Αθηναίοι τον
+έθαψαν δημοσίαις δαπάναις εκεί όπου έπεσε και τον ετίμησαν πολύ.»
+
+31. Αφού ο Σόλων ωμίλησε προς τον βασιλέα περί του Τέλλου και τω
+απηρίθμησε τους λόγους διά τους οποίους τον εθεώρει ευδαίμονα, ο
+Κροίσος τον ηρώτησε πάλιν ποίον είδεν ευδαιμονέστατον μετ'
+εκείνον, υποθέτων αδιστάκτως ότι θα ελάμβανε τουλάχιστον τα
+δευτερεία. Αλλ' ο Σόλων απεκρίθη· «Τον Κλέοβιν και τον Βίτωνα,
+Αργείους το γένος· αυτοί είχον κατάστασιν αρκετήν και προς τούτοις
+τοιαύτην σωματικήν δύναμιν ώστε αμφότεροι είχον νικήσει εις τους
+αγώνας· ιδού δε τι λέγουσι περί αυτών. Οι Αργείοι ετέλουν την
+εορτήν της Ήρας και έπρεπεν αφεύκτως να φέρωσι την μητέρα των εις
+το ιερόν· οι βόες όμως δεν έρχοντο εγκαίρως από τους αγρούς. Τότε
+οι νέοι βλέποντες ότι παρήρχετο η ώρα, εδέθησαν εις τον ζυγόν και
+έσυρον την άμαξαν εντός της οποίας εκάθητο η μήτηρ των· διήνυσαν
+ούτω τεσσαράκοντα και πέντε στάδια και έφθασαν εις το ιερόν. Αφού
+εξετελέσθη η πράξις αύτη υπό τα όμματα όλης τις πανηγύρεως, έσχον
+θάνατον άριστον. Εις αυτούς έδειξεν η θεά ότι προτιμότερον ο
+άνθρωπος να αποθνήσκη ή να ζη διότι οι μεν Αργείοι,
+περιστοιχίζοντες αυτούς, εμακάριζον τους νέους διά την δύναμίν
+των, αι δε Αργείαι εμακάριζον την μητέρα έχουσαν τοιούτους υιούς·
+τότε αύτη, πλήρης χαράς διά την πράξιν και τους λόγους εκείνους,
+έστη προ του αγάλματος ικετεύουσα την θεάν να δώση εις τους υιούς
+της Κλέοβιν και Βίτωνα, οίτινες τόσον την είχον τιμήσει, ό,τι
+δύναται να συμβή ευτυχέστερον εις τον άνθρωπον. Μετά την προσευχήν
+ταύτην, αφού εθυσίασαν και ευωχήθησαν, κοιμηθέντες οι νέοι εντός
+αυτού του ιερού, δεν αφυπνίσθησαν πλέον, αλλά τούτο ήτο το τέλος
+της ζωής των. Οι δε Αργείοι διέταξαν να κατασκευασθώσι τα αγάλματα
+των τα οποία ανέβηκαν εις τους Δελφούς, προς ένδειξιν ότι υπήρξαν
+άριστοι άνδρες.»
+
+32. Έδωκε λοιπόν εις αυτούς ο Σόλων τα δευτερεία της ευδαιμονίας,
+ο δε Κροίσος οργισθείς τω είπεν· «Ω ξένε Αθηναίε, σοι φαίνεται
+λοιπόν τόσον μικρόν πράγμα η ευδαιμονία μου ώστε δεν την
+αντισταθμίζεις ούτε με των ιδιωτών ανθρώπων;» Τότε ο Σόλων
+επανέλαβεν· «Ω Κροίσε, ερωτάς περί των ανθρωπίνων πραγμάτων
+άνθρωπον όστις ηξεύρει ότι η θεότης είναι φθονερά και αρέσκεται να
+συνταράσσει τα πάντα. Με τον καιρόν βλέπει τις και υποφέρει
+πράγματα τα οποία δεν ήθελε μήτε να υποφέρη μήτε να ιδή.
+Προσδιορίζω εις εβδομήκοντα έτη το τέρμα της ανθρωπίνης ζωής· τα
+εβδομήκοντα ταύτα έτη κάμνουσιν εικοσιπέντε χιλιάδας και διακοσίας
+ημέρας, χωρίς να υπολογίσωμεν τον εμβόλιμον μήνα. Εάν εις δύο έτη
+αυξάνης το έν κατά ένα μήνα διά να διατηρώσιν αι τέσσαρες ώραι του
+έτους την απαιτουμένην τάξιν, γίνονται, εις εβδομήκοντα έτη,
+τριάκοντα πέντε μήνες εμβόλιμοι ή χίλιαι πεντήκοντα ημέραι
+περισσότεραι, και εν όλω είκοσι έξ χιλιάδες διακόσιαι πεντήκοντα
+ημέραι, έξ ων ούτε μία δεν φέρει ακριβώς το αυτό πράγμα το οποίον
+έφερεν η προηγουμένη. Ο άνθρωπος λοιπόν, ω Κροίσε, δεν είναι άλλο
+ειμή μεταβολή περιστάσεων. Σε βλέπω υπερβαλόντως πλούσιον και
+βασιλέα πολλών ανθρώπων· εκείνο όμως το οποίον με ηρώτησας δεν
+δύναμαι να σοι το είπω πριν μάθω ότι ετελείωσες καλώς το στάδιον
+της ζωής σου, διότι ο έχων πολλά πλούτη δεν είναι ευτυχέστερος
+εκείνου όστις έχει τα καθημέραν αναγκαιούντα, εκτός εάν η τύχη τω
+μείνη πιστή και τελειώση τον βίον εν αφθονία και ευτυχία. Πολλοί
+άνθρωποι πλουσιώτατοι δεν είναι ευτυχείς, ενώ άλλοι, έχοντες
+μετριωτέραν κατάστασιν, είναι ευτυχείς. Όστις είναι πλούσιος, αλλ'
+ατυχής, υπερτερεί τον ευτυχή εις δύο μόνον πράγματα· ο ευτυχής
+όμως υπερτερεί τον πλούσιον ατυχή εις πολλά. Ο πρώτος έχει πολλά
+μέσα διά να ευχαριστήση τας επιθυμίας του και διά να ανθέξη εις
+μέγα τι δυστύχημα το οποίον ήθελε τω συμβή· αλλ' ιδού ο δεύτερος
+πώς τον υπερτερεί· εάν εξ ενός μέρους δεν δύναται να ευχαριστήση
+τας επιθυμίας του μήτε να ανθέξη εις τα δυστυχήματα, δεν υφίσταται
+όμως τοιαύτα, και τούτο είναι η ευτυχία του. Μήτε πάσχει, μήτε
+ασθενεί, μήτε θλίβεται· τα τέκνα του πληρούσι τον βίον του χαράς,
+η καλλονή του διατηρείται. Εάν δε μεθ' όλα ταύτα τελειώση τον βίον
+καλώς, ο άνθρωπος ούτος είναι εκείνος περί του οποίου ερωτάς και
+είναι άξιος να καλήται ευδαίμων· πριν όμως αποθάνη, πρέπει να
+ήμεθα προσεκτικοί και να μη τον καλώμεν ευδαίμονα αλλ' ευνοούμενον
+της τύχης. Ου δέδοται τη ανθρωπίνη φύσει να συνενοί όλους τους
+όρους της ευδαιμονίας· καθώς ουδεμία χώρα εξαρκεί να παράγη όλα
+όσα τη αναγκαιούσιν, αλλ' η μεν έχει εκείνο όπερ λείπει από την
+άλλην, η καλλιτέρα δε είναι εκείνη ήτις έχει τα περισσότερα· ούτω
+και ουδείς άνθρωπος εξαρκεί καθ' εαυτόν εις όλα, αλλ' ο μεν έχει
+εκείνο το οποίον λείπει από τον άλλον, όστις δε έχει τα
+περισσότερα και τα διατηρεί και περαίνει τον βίον του εν ειρήνη,
+εκείνος, κατ' εμέ, ω Κροίσε, δικαιούται να φέρη το όνομα τούτο.
+Πρέπει λοιπόν εις παν πράγμα να βλέπωμεν το τέλος· διότι η θεότης,
+αφού πρώτον υπέδειξεν εις πολλούς ανθρώπους την ευδαιμονίαν,
+έπειτα κατέστρεψεν αυτούς ριζηδόν.»
+
+33. Οι λόγοι ούτοι ουδόλως ήρεσαν εις τον Κροίσον όστις απέπεμψε
+τον Σόλωνα χωρίς να απονείμη προς αυτόν ενδείξεις σεβασμού, κρίνων
+ως άφρονα τον άνθρωπον εκείνον όστις περιφρονών τα παρόντα αγαθά
+συνίστα να βλέπωμεν το τέλος παντός πράγματος.
+
+34. Μετά την αναχώρησιν του Σόλωνος θεία οργή ενέσκηψεν επί του
+Κροίσου, βεβαίως διότι ενόμιζεν εαυτόν ως τον ευδαιμονέστατον
+πάντων των ανθρώπων. Και πρώτον μεν είδεν όνειρον όπερ εφανέρωνεν
+εις αυτόν τα μέλλοντα αληθώς να συμβώσιν εις τον υιόν του
+δυστυχήματα. Είχε δε ο Κροίσος δύο υιούς· αλλ' ο μεν ούτε καν
+ανεφέρετο, διότι ήτο κωφάλαλος· ο δε επρώτευεν εις όλα μεταξύ των
+ομηλίκων του και εκαλείτο Άτυς. Εφανέρωσε λοιπόν το όνειρον εις
+τον Κροίσον ότι αυτός ο Άτυς έμελλε να φονευθή κτυπηθείς οπό
+σιδηράς αιχμής. Άμα εξύπνησεν έμεινε σύννους επί αρκετήν ώραν·
+έπειτα φοβηθείς διά το όνειρον έσπευσε να νυμφεύση τον υιόν του,
+και επειδή ούτος εστέλλετο συνήθως εις τους πολέμους ως στρατηγός
+των Λυδών, έπαυσε πλέον να τον στέλλη· εξέβαλε συγχρόνως από τα
+δωμάτια των ανδρών τα βέλη, τα ακόντια, όλα τέλος τα όπλα όσα
+μεταχειρίζονται οι άνθρωποι εις τον πόλεμον, και τα συνεσώρευσεν
+εις θαλάμους κεκλεισμένους, φοβούμενος μήπως, εάν τα άφινον
+κρεμάμενα, ήθελε πέσει κανέν επί της κεφαλής του υιού του.
+
+35. Ενώ ενησχολείτο εις τους γάμους του υιού του, άνθρωπός τις,
+Φρυξ το γένος, εκ βασιλικής οικογενείας, ήλθεν εις τας Σάρδεις,
+περιπεσών εις συμφοράν και τας χείρας έχων μεμολυσμένας υπό φόνου.
+Εισελθών ο άνθρωπος εκείνος εις την οικίαν του Κροίσου, τον
+παρεκάλει να τον καθαρίση κατά τα έθιμα της χώρας· και ο βασιλεύς
+τον εκαθάρισε. Γίνεται δε η κάθαρσις παρά τοις Λυδοίς σχεδόν όπως
+και παρά τοις Έλλησιν. Αφού ο Κροίσος εξετέλεσε τα απαιτούμενα της
+καθάρσεως, τω απέτεινε τας εξής ερωτήσεις· «Ω άνθρωπε, ποίος είσαι
+και εκ ποίον μέρους της Φρυγίας ήλθες εις την οικίαν μου; ποίον
+άνδρα ή ποίαν γυναίκα εφόνευσας;» εκείνος δε απεκρίθη· «Ω βασιλεύ,
+εγώ είμαι υιός του Γορδίου, υιού του Μίδου, και ονομάζομαι
+Άδραστος· φονεύσας δε ακουσίως τον αδελφόν μου, ήλθον εδώ διωχθείς
+υπό του πατρός μου και εστερημένος των πάντων.» Ο Κροίσος
+επανέλαβε· «Κατάγεσαι από άνδρας φίλους και ήλθες εις φίλους·
+μένων λοιπόν εις την οικίαν μου δεν θα στερηθής ουδενός πράγματος
+και καλόν ήθελεν είσθαι διά σε να υπομείνης την συμφοράν ταύτην
+όσον δύναται γενναιότερον.» Εγένετο λοιπόν ο Άδραστος ομοδίαιτος
+του Κροίσου.
+
+36. Κατά τον αυτόν εκείνον χρόνον τερατώδης αγριόχοιρος εφάνη εις
+την Μυσίαν καταβαίνων εκ του Ολύμπου και καταστρέφων τους αγρούς·
+πολλάκις οι Μυσοί εξήλθον κατ' αυτού, αλλά δεν ηδύναντο να τον
+βλάψωσι, και μάλιστα αυτοί υπέφερον από τας επιθέσεις του. Τέλος
+έστειλαν απεσταλμένους προς τον Κροίσον και τω είπον· «Ω βασιλεύ,
+μέγιστος αγριόχοιρος εφάνη εις την χώραν μας και καταστρέφει τους
+αγρούς μας· προσεπαθήσαμεν με πάντα τρόπον να τον φονεύσωμεν, αλλά
+δεν ηδυνήθημεν. Τώρα, διά να απαλλάξωμεν την χώραν, σε
+παρακαλούμεν να πέμψης τον υιόν σου και εκλεκτούς τινας νεανίας με
+τους κύνας των.» Και οι μεν Λυδοί ταύτα είπον· ο δε Κροίσος,
+ενθυμούμενος το όνειρον, τοις απεκρίθη· «Μη αναφέρετε τον υιόν
+μου, διότι δεν θα τον πέμψω· ενυμφεύθη προ ολίγου και έχει τας
+ασχολίας του. Θα σας πέμψω όμως εκλεκτούς τινας Λυδούς με τους
+θηρευτικούς κύνας των και θα τους παραγγείλω να σας βοηθήσωσιν
+όλαις δυνάμεσι διά να απαλλάξετε την χώραν σας από το άγριον τούτο
+θηρίον.»
+
+37. Ταύτα απεκρίθη και οι Μυσοί ευχαριστήθησαν· κατ' εκείνην όμως
+την στιγμήν εισήλθεν ο υιός του όστις είχε μάθει τι εζήτουν· και
+επειδή ο Κροίσος δεν ήθελε να τον πέμψη μετ' αυτών, ο νεανίας τω
+είπεν. «Ω πάτερ, αι κάλλισται και ευγενέσταται πράξεις ήσαν
+πρότερον δι εμέ να συχνάζω εις τους πολέμους και εις τα κυνήγια·
+τώρα με απομακρύνεις και από τα δύο· εν τούτοις ούτε αδυναμίαν
+έδειξα, ούτε έλλειψιν θάρρους. Με ποίον όμμα θα με βλέπωσιν εις το
+εξής μεταβαίνοντα εις την αγοράν ή επιστρέφοντα εξ αυτής; Ποίαν
+γνώμην θα έχωσιν οι πολίται και η νεαρά γυνή μου περί εμού; Ποίον
+σύζυγον θα νομίζη αύτη ότι έχει; Άφες με να υπάγω εις αυτό το
+κυνήγειον, ή πείσον με ότι αυτό το οποίον πράττεις είναι
+συμφερότερον δι εμέ.»
+
+38. «Ω, υιέ μου, απεκρίθη ο Κροίσος, πράττω ταύτα ουχί διότι
+παρετήρησα εις σε δειλίαν ή άλλο τι δυσάρεστον, αλλά διότι είδον
+όνειρον εν τω ύπνω μου το οποίον με είπεν ότι θα ζήσης ολίγον και
+ότι θα φονευθής πληττόμενος υπό σιδηράς αιχμής. Ένεκα του ονείρου
+τούτου έσπευσα τον γάμου σου και δεν σε πέμπω εις αυτό το
+κυνήγιον, προσέχων, όσον δύναμαι ενόσω ζω, να σε φυλάξω από τον
+θάνατον, διότι συ είσαι ο μόνος υιός μου· τον άλλον, όστις είναι
+βεβλαμμένος κατά την ακοήν, ούτε τον αναφέρω εάν υπάρχη.»
+
+39. Τότε ο νέος απεκρίθη· «Έχεις δίκαιον, ω πάτερ, αφού είδες
+τοιούτο όνειρον, να με φυλάττης· εκείνο όμως το οποίον δεν
+ενόησες, εκείνο το οποίον έμεινε σκοτεινόν διά σε, οφείλω να σοι
+το εξηγήσω. Είπες ότι το όνειρον σοι εφανέρωσεν ότι μέλλω να
+αποθάνω υπό σιδηράς αιχμής. Ποίαν χείρα όμως έχει ο αγριόχοιρος, ή
+ποίαν σιδηράν αιχμήν την οποίαν να φοβηθής; Εάν σοι ανήγγελλεν ότι
+θα εφονευόμην υπό των οδόντων του ή άλλου τινός ομοίου πράγματος,
+ευλόγως θα έκαμνες ό,τι κάμνεις· αλλά σε είπεν υπό αιχμής, και
+ημείς δεν θα πολεμήσωμεν με ανθρώπους· άφες με λοιπόν να υπάγω.»
+
+40. Εις ταύτα ο Κροίσος απεκρίθη· «Με ενίκησας, υιέ μου, δίδων εις
+το ενύπνιον εξήγησιν καλλιτέραν εμού· διά τούτο μεταβάλλω γνώμην
+και σε αφίνω να υπάγης εις το κυνήγιον.»
+
+41. Ειπών ταύτα ο Κροίσος προσεκάλεσε τον Φρύγα Άδραστον· ούτος
+ήλθεν, ο δε βασιλεύς τω είπεν· «Άδραστε, σε εκαθάρισα από φρικτήν
+συμφοράν διά την οποίαν δεν σε ονειδίζω. Σε υπεδέχθην εις την
+οικίαν μου και σοι παρέχω πάσαν δαπάνην. Τώρα (καθότι οφείλεις δι'
+αφοσιώσεως να ανταποκριθής εις τας ευεργεσίας μου) σε ζητώ να
+προσέχης τον υιόν μου όστις θα υπάγη εις το κυνήγιον· προστάτευσον
+αυτόν καθ' οδόν από τους κακοποιούς οίτινες τυχόν ήθελον ζητήσει
+να τον βλάψωσιν. Είναι πρέπον προς τούτοις να ζητής και συ την
+ευκαιρίαν να αναδειχθής εις τοιαύτα έργα, διότι και οι πατέρες σου
+πρέπει να σοι χρησιμεύωσιν ως παράδειγμα και προσέτι έχεις
+σωματικήν δύναμιν.»
+
+42. Ο Άδραστος απεκρίθη· «Εάν δεν με διέταττες, ω βασιλεύ, δεν θα
+μετέβαινον εις τοιούτον αγώνα, διότι δεν αρμόζει εις άνθρωπον
+δυστυχή να αναμιγνύεται μεταξύ φαιδρών ομηλίκων· δεν επιθυμώ τούτο
+ποσώς, και πολλάκις ήδη το απέφυγα. Αλλά τώρα, αφού με αναγκάζεις,
+πρέπει να υπακούσω, πρέπει να ανταμείψω τας προς εμέ ευεργεσίας
+σου. Είμαι έτοιμος να πράξω ό,τι ζητείς, να προσέχω τον υιόν σου
+καθώς με διατάττεις· περίμενε λοιπόν να τον ίδης επιστρέφοντα σώον
+και αβλαβή, εφ' όσον τούτο εξαρτάται από τας δυνάμεις του φύλακός
+του.»
+
+43. Αφού είπε ταύτα ο Άδραστος προς τον Κροίσον ανεχώρησεν αυτός
+και ο Άτυς συνοδευόμενοι υπό εκλεκτών νέων και κυνών. Φθάσαντες
+εις το όρος Όλυμπον ήρχισαν να ζητώσι το θηρίον· και αφού το
+εύρον, περικυκλώσαντες αυτά εις το μέσον το κατηκόντιζον. Τότε ο
+ξένος, εκείνος τον οποίον εκαθάρισεν ο Κροίσος από τον φόνον και
+τον ωνόμαζον Άδραστον, διευθύνας το ακόντιόν του κατά του
+αγριοχοίρου, απέτυχεν αυτόν και επλήγωσε τον υιόν του Κροίσου.
+Πληγωθείς ο Άτυς υπό της σιδηράς αιχμής, εξεπλήρωσε την πρόρρησιν
+του ονείρατος. Είς δε εκ των κυνηγών έδραμεν αμέσως να αναγγείλη
+εις τον πατέρα το γεγονός, και φθάσας εις τας Σάρδεις διηγήθη τα
+της θήρας και το απαίσιον τέλος του υιού του.
+
+44. Ο Κροίσος, ταραχθείς διά τον θάνατον του Άτυος, παρεπονείτο
+τοσούτω μάλλον όσω εκείνος τον οποίον εκαθάρισεν από τον φόνον ήτο
+ο φονεύς του. Στενάζων διά την συμφοράν του, επεκαλείτο τον
+καθαριστήριον Δία μαρτυρόμενος όσα έπαθεν υπό του ξένου·
+επεκαλέσθη επίσης τον ίδιον θεόν ονομάζων αυτόν Φιλόξενον και
+Προστάτην της φιλίας· τον εκάλει Φιλόξενον, διότι, δεχθείς εις την
+οικίαν του ένα ξένον, έθρεψεν εν αγνοία του τον φονέα του υιού
+του· τον εκάλει Προστάτην της φιλίας, διότι αναθέσας εις τον ξένον
+την φύλαξιν του υιού του, τον εύρε μέγιστον εχθρόν.
+
+45. Έφθασαν μετά ταύτα οι Λυδοί φέροντες το πτώμα· όπισθεν δε
+αυτών ήρχετο ο φονεύς. Σταθείς ούτος πλησίον του σώματος παρέδωκεν
+εαυτόν εις τον Κροίσον· προτείνων δε τας χείρας τον παρεκάλει να
+τον σφάξη επί του νεκρού, αναφέρων την πρώτην του συμφοράν και
+λέγων μεγαλοφώνως ότι ήτο ανάξιος πλέον να ζη αφού επέφερε την
+δυστυχίαν και εκείνου όστις τον εκαθάρισεν. Ακούσας αυτόν ο
+Κροίσος, τον ευσπλαγχνίσθη, και με όλην την θλίψιν ην ησθάνετο διά
+το οικείον δυστύχημα τω είπεν· «Έλαβον παρά σου, ω ξένε, πάσαν
+εκδίκησιν, αφού συ ο ίδιος καταδικάζεις σεαυτόν εις θάνατον αλλά
+δεν είσαι προς εμέ ένοχος διά το δυστύχημα τούτο· απλώς εγένεσο
+ακούσιον όργανον· αιτιώμαι εκείνον εκ των θεών όστις άλλοτε μοι
+εφανέρωσεν αυτά το οποίον έμελλε να συμβή.» Ο Κροίσος λοιπόν έθαψε
+τον υιόν του ως έπρεπεν· ο δε Άδραστος, ο υιός του Γορδίου του
+Μίδου, ο φονεύς του ιδίου του αδελφού, ο φονεύς εκείνου όστις τον
+είχε καθαρίσει, όταν περί το μνήμα εγένετο ησυχία, αναγνωρίζων ότι
+εξ όλων των ανθρώπων τους οποίους εγνώριζεν αυτός ήτο ο μάλλον
+δυστυχής, εσφάγη διά της ιδίας του χειρός επί του τάφου.
+
+46. Στερηθείς ο Κροίσος του υιού του, διήλθε δύο έτη εις πένθος
+μέγα. Μετά την παρέλευσιν του χρόνου τούτου η μοναρχία του
+Αστυάγους, υιού του Κυαξάρου, κατεστράφη υπό του Κύρου, υιού του
+Καμβύσου, και η δύναμις των Περσών έλαβε μεγάλην ανάπτυξιν. Τότε ο
+Κροίσος κατέστειλε το πένθος του και ήρχισε να εξετάζη εάν ήτο
+δυνατόν να εμποδίση την υπερβολικήν ανάπτυξιν των Περσών. Το
+εξαγόμενον των σκέψεών του ήτο να ερωτήση άνευ αναβολής τα μαντεία
+της Ελλάδος και της Λιβύας πέμπων απεσταλμένους εις διάφορα μέρη,
+άλλους μεν εις τους Δελφούς, άλλους δε εις την Άβην της Φωκίδος,
+και άλλους εις την Δωδώνην. Τινές δε επέμφθησαν και εις τον
+Αμφιάραον και εις τον Τροφώνιον, και άλλοι εις τους Βραγχίδας της
+Μιλησίας χώρας. Αυτά ήσαν τα ελληνικά μαντεία εις τα οποία ο
+Κροίσος έπεμψε διά να ζητήση χρησμούς. Έπεμψε δε και εις τον
+Άμμωνα της Λιβύας. Απέστειλε δε πανταχού τους ανθρώπους τούτους
+θέλων να δοκιμάση τα μαντεία και να παραβάλη τας αποκρίσεις, ίνα,
+εάν εύρη τινάς εξ αυτών ακριβείς, απευθύνη νέας ερωτήσεις και μάθη
+εάν πρέπη να επιχειρήση πόλεμον κατά των Περσών.
+
+47. Διά να δοκιμάση δε τα μαντεία έδωκεν εις τους απεσταλμένους
+του Λυδούς τας εξής διαταγάς· να υπολογίσωσι τον χρόνον από της
+ημέρας καθ' ην ήθελον αναχωρήσει από τας Σάρδεις, να ζητήσωσι
+χρησμόν κατά την εκατοστήν ημέραν, και να ερωτήσωσιν εις τι
+ενησχολείτο κατ' εκείνην την στιγμήν ο βασιλεύς των Λυδών Κροίσος,
+υιός του Αλυάττου. Ώφειλον δε να γράψωσι τας αποκρίσεις και τας
+αναφέρωσιν εις αυτόν. Κανείς δεν γνωρίζει τώρα τι απεκρίθησαν τα
+άλλα χρηστήρια· αλλ' εις τους Δελφούς, άμα εισήλθον οι Λυδοί εις
+τον ναόν, απέτεινον προς τον θεόν την προστεταγμένην ερώτησιν, και
+η Πυθία τοις είπεν εις στίχους εξαμέτρους·
+
+«Ηξεύρω τον αριθμόν της ψάμμου και τα μέτρα της θαλάσσης· ο κωφός
+με εννοεί και ακούω τον άλαλον. Εισέρχεται εις τας αισθήσεις μου η
+οσμή της σκληροδέρμου χελώνης ήτις βράζει εις χάλκινον αγγείον με
+κρέατα αρνίου. Κάτωθεν αυτής είναι εστρωμένος χαλκός, άνωθεν δε
+την καλύπτει χαλκός.»
+
+48. Γράψαντες οι Λυδοί την απόκρισιν ταύτην της χρησμοδοτούσης
+Πυθίας, ανεχώρησαν και επανήλθον εις τας Σάρδεις. Καθ όσον δε και
+οι άλλοι απεσταλμένοι οι φέροντες τους χρησμούς ενεφανίζοντο
+ενώπιόν του, ο Κροίσος ήνοιγε και ανεγίνωσκεν όσα είχον γράψει.
+Και εκ μεν των άλλων αποκρίσεων ουδεμία είλκυσε την προσοχήν του·
+άμα όμως ήκουσε την των Δελφών, προσηυχήθη και επίστευσε, κρίνων
+ότι το μόνον μαντείον ήτο το των Δελφών, αφού εμάντευσε τι αυτός
+έκαμε. Διότι μετά την αναχώρησιν των απεσταλμένων του, προσέχων
+εις την προθεσμίαν των εκατόν ημερών, επενόησε πράγμα το οποίον
+κανείς δεν ηδύνατο να υποπτεύση· Κατέκοψεν εις τεμάχια χελώνην και
+αρνίον, και τα έρριψεν εις λέβητα χάλκινον με σκέπασμα χάλκινον
+διά να βράσουν ομού.
+
+49. Τοιούτος ήτο ο χρησμός τον οποίον ο Κροίσος έλαβεν από τους
+Δελφούς· δεν δύναμαι δε να είπω τι περί της αποκρίσεως την οποίαν
+έλαβον οι Λυδοί εις το μαντείον του Αμφιαράου, αφού εξετέλεσαν
+εκεί τα της θρησκείας νόμιμα· η απόκρισις αύτη δεν διετηρήθη,
+είναι δε γνωστόν μόνον ότι ο Κροίσος εύρε και αυτήν αληθή.
+
+50. Μετά ταύτα κατέγινε να ελκύση την ευμένειαν του θεού των
+Δελφών διά θυσιών μεγάλων· εθυσίασε δε προς τούτο τρισχίλια ζώα
+παντός είδους, άξια των θεοτήτων· έπειτα εσώρευσεν επί μεγάλης
+πυράς κλίνας επιχρύσους και επαργύρους, φιάλας χρυσάς, ενδύματα
+πορφυρά, χιτώνας, και τα κατέκαυσεν, ελπίζων τοιουτοτρόπως να
+προσελκύση έτι μάλλον την φιλίαν του θεού. Τέλος διέταζε τους
+Λυδούς να θυσιάσωσιν εις τον θεόν ό,τι ηδύναντο να προσφέρωσι.
+Τελειωθείσης της θυσίας, εχύθη κατά διαταγήν του άπειρος ποσότης
+χρυσού εξ ου κατεσκευάσθησαν εκατόν δεκαεπτά ημιπλίνθια μιας
+παλάμης πάχους, τα μεν μεγαλείτερα έχοντα έξ παλαμών μήκος, τα δε
+βραχύτερα τριών. Εξ αυτών τέσσαρα ήσαν εκ χρυσού καθαρού και είχον
+βάρος δύο ταλάντων και ημίσεως έκαστον, τα δε άλλα ήσαν από χρυσόν
+λευκόν και είλκον βάρος δύο ταλάντων έκαστον. Διέταξεν επίσης να
+κατασκευασθή εκ χρυσού καθαρού λέων δέκα ταλάντων βάρους. Ο λέων
+ούτος, ότε εκάη το ιερόν των Δελφών, έπεσεν από τα ημιπλίνθια επί
+των οποίων ήτο εστημένος, και τώρα ευρίσκεται εις τον θησαυρόν των
+Κορινθίων έχων βάρος μόνον έξ ταλάντων και ημίσεως, καθότι τα άλλα
+τρία τάλαντα και ήμισυ ανέλυσαν.
+
+51. Κατασκευασθέντων των αντικειμένων τούτων, ο Κροίσος τα έπεμψεν
+εις τους Δελφούς, και εκτός αυτών τα ακόλουθα· δύο κρατήρας πρώτου
+μεγέθους, εξ αργύρου και χρυσού· και ο μεν χρυσούς εστήθη δεξιά
+εις την είσοδον του ναού, ο δε αργυρούς αριστερά. Αμφότεροι
+μετεκινήθησαν ότε εκάη ο ναός· και ο μεν πρώτος ευρίσκεται εις τον
+θησαυρόν των Κλαζομενίων έχων βάρος οκτώ ταλάντων και ημίσεως και
+δώδεκα μνων, ο δε άλλος, έχων χωρητικότητα εξακοσίων αμφορέων,
+ευρίσκεται είς τινα γωνίαν του προνάου, και οι Δελφοί
+μεταχειρίζονται αυτόν διά να αναμίξωσι τον οίνον κατά την εορτήν
+των Θεοφανίων. Λέγουσι δε ότι είναι έργον Θεοδώρου του Σαμίου· και
+νομίζω ότι έχουσι δίκαιον, διότι δεν φαίνεται να ήναι έργον
+ανεπιτηδείας χειρός. Ο Κροίσος απέστειλεν επίσης τέσσαρας πίθους
+αργυρούς οίτινες ευρίσκονται εις τον θησαυρόν των Κορινθίων, και
+δύο περιρραντήρια, χρυσούν και αργυρούν· εκ τούτων το χρυσούν έχει
+επιγραφήν ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ, διά να αποδείξη ότι η προσφορά εγένετο εκ
+μέρους αυτών. Αλλ' η επιγραφή δεν είναι ακριβής, διότι το δώρον
+είναι του Κροίσου, και κατεσκευάσθη υπό τινος Δελφού όστις ήθελε
+να υποχρεώση τους Λακεδαιμονίους· γνωρίζω το όνομα αυτού, πλην δεν
+το κοινολογώ. Αληθώς, το παιδίον διά των δακτύλων του οποίου
+τρέχει το ύδωρ αφιερώθη παρ' αυτών, αλλ' ουδέν περιρραντήριον. Ο
+Κροίσος έδωκεν επίσης πολλά άλλα πράγματα μικροτέρου λόγου άξια·
+αργυρά αγγεία κυκλοτερή διά σπονδάς, χρυσούν άγαλμα γυναικός
+τρίπηχυ, το οποίον οι Δελφοί λέγουσιν ότι είναι το άγαλμα της
+αρτοποιού του, και τέλος τα περιδέραια και τας ζώνας της γυναικός
+του.
+
+52. Αύται ήσαν αι προσφοραί του Κροίσου εις τους Δελφούς. Εις δε
+τον Αμφιάραον, μαθών ο Κροίσος την αρετήν και το οικτρόν αυτού
+τέλος, αφιέρωσεν ασπίδα ολόχρυσον της οποίας και το ακόντιον και η
+λόγχη ήσαν ομοίως χρυσά. Τα δύο ταύτα πράγματα εσώζοντο ακόμη
+μέχρι των ημερών μου εις τας Θήβας, και έκειντο εις τον ναόν του
+Ισμηνίου Απόλλωνος.
+
+53. Καθ' ην στιγμήν οι Λυδοί έμελλον να αναχωρήσωσι διά να φέρωσι
+τα δώρα ταύτα εις τους δύο ναούς, ο Κροίσος τους διέταξε να
+ερωτήσωσι τα μαντεία εάν έπρεπε να στρατεύση κατά των Περσών και
+εάν έπρεπε να ενώση με τα στρατεύματά του άλλον σύμμαχον στρατόν.
+Οι δε Λυδοί, αφιχθέντες εις τους ιερούς τόπους όπου εστάλησαν,
+απέθεσαν τα αφιερώματα και ηρώτησαν τα χρηστήρια λέγοντες· «Ο
+βασιλεύς των Λυδών και άλλων εθνών Κροίσος, αναγνωρίσας ότι τα
+μαντεία σας είναι τα μόνα αληθή επί της γης, σας ανταμείβει με τα
+δώρα ταύτα διότι εμαντεύσατε τι έπραττε· τώρα δε σας ερωτά εάν
+πρέπη να στρατεύση κατά των Περσών και εάν πρέπη να προσλάβη
+σύμμαχον άλλου έθνους στρατόν.» Και ούτοι μεν ταύτα ηρώτησαν·
+αμφότερα δε τα μαντεία την αυτήν γνώμην εξέφερον, προειπόντα εις
+τον Κροίσον ότι εάν εξεστράτευε κατά των Περσών ήθελε καταστρέψει
+μέγα βασίλειον. Τον συνεβούλευσαν δε να λάβη συμμάχους τους
+δυνατωτάτους των Ελλήνων.
+
+54. Όταν ο Κροίσος ήκουσε τας αποκρίσεις τας οποίας τω έφερον,
+ησθάνθη χαράν άμετρον. Ελπίζων ότι αναμφιβόλως θα κατέστρεφε το
+βασίλειον του Κύρου, έπεμψεν εκ νέου εις τους Δελφούς, μαθών
+προηγουμένως τον αριθμόν των κατοίκων, και διένειμεν εις έκαστον
+δύο στατήρας χρυσού. Οι δε Δελφοί, ευγνωμονούντες, έδωκαν εις τον
+Κροίσον και εις τους Λυδούς προτίμησιν να ερωτώσι προ των άλλων
+την Πυθίαν, ασυδοσίαν, προεδρίαν εις τους αγώνας, και δικαίωμα
+πολιτογραφήσεως εις εκείνους οίτινες εις το μέλλον ήθελον ζητήσει
+τούτο.
+
+55. Αφού προσέφερε τα δώρα ταύτα εις τους Δελφούς ο Κροίσος
+ηρώτησε το μαντείον εκ τρίτου· διότι αφότου επείσθη περί του
+αλανθάστου του μαντείου, ηρέσκετο να τω προτείνη ερωτήσεις.
+Ηρώτησε λοιπόν εάν η βασιλεία του ήθελε διαρκέσει πολύ· η δε Πυθία
+τω απεκρίθη ως εξής·
+
+«Όταν γίνη βασιλεύς των Μήδων ημίονος, τότε, ω Λυδέ αβρέ τους
+πόδας, φύγε εις την χαλικώδη Έρμον· μη μένε, και μη εντρέπου να
+φανής άνανδρος.»
+
+56. Όταν ήλθεν η απόκρισις αύτη, ο Κροίσος εχάρη πολύ περισσότερον
+παρ' όσον κατά τας προηγουμένας αποκρίσεις, κρίνων ότι κατ' ουδένα
+τρόπον δεν ηδύνατο να βασιλεύση εις τους Μήδους ημίονος αντί
+ανθρώπου, και επομένως ότι ούτε αυτός ούτε οι απόγονοί του θα
+παύσωσι βασιλεύοντες. Μετά ταύτα ησχολήθη να μάθη ποίοι ήσαν οι
+δυνατώτατοι Έλληνες διά να τους κάμη συμμάχους του. Εξετάζων δε
+έμαθεν ότι την πρώτην τάξιν κατείχον οι Λακεδαιμόνιοι και οι
+Αθηναίοι, οι μεν πρώτοι καταγωγής δωρικής, οι δε δεύτεροι Ιωνικής.
+Τα δύο ταύτα έθνη ήσαν προ πολλού τα μάλλον ένδοξα και κατήγοντο
+το μεν των Αθηναίων εκ των αρχαίων Πελασγών, το δε των
+Λακεδαιμονίων εκ των Ελλήνων. Και οι μεν Αθηναίοι δεν
+μετηνάστευσαν ποτέ· οι δε Λακεδαιμόνιοι πολλάκις μετέβαλον
+πατρίδα. Επί της βασιλείας του Δευκαλίωνος κατώκουν την Φθιώτιδα,
+και επί του Δώρου, υιού του Έλληνος, την εις τους πρόποδας της
+Όσσης και του Ολύμπου χώραν ήτις καλείται Ιστιαιώτις. Διωχθέντες
+δε εντεύθεν υπό των Καδμείων, εγκατεστάθησαν εις τους πρόποδας του
+Πίνδου, εις τον τόπον τον καλούμενον Μακεδνόν, έπειτα εις την
+Δρυοπίδα, και τέλος εις την Πελοπόννησον όπου ωνομάσθησαν Δωριείς.
+
+57. Ποίαν γλώσσαν ωμίλουν το πάλαι οι Πελασγοί; Δεν δύναμαι να το
+είπω μετά θετικότητος· αλλ' εάν δύναται τις να εικάση εκ των
+σωζομένων εισέτι Πελασγών, των κατοικούντων άνωθεν της πόλεως των
+Τυρρηνών Κρηστώνος, οίτινες ήσαν ποτε όμοροι των σήμερον
+καλουμένων Δωριέων και κατώκουν τότε την καλουμένην Θεσσαλιώτιδα·
+έτι δε εκ των Πελασγών οίτινες έκτισαν εις τον Ελλήσποντον την
+Πλακίαν και την Σκυλάκην, και οίτινες άλλοτε συγκατώκησαν με τους
+Αθηναίους· τέλος έκ τινων άλλων μικρών πόλεων αίτινες Πελασγικαί
+ούσαι μετέβαλον όνομα· αν, λέγω, εξ όλων τούτων δύναταί τις να
+εξαγάγη συμπέρασμά τι, οι Πελασγοί θα ωμίλουν βάρβαρον γλώσσαν.
+Εάν λοιπόν όλοι οι Πελασγοί είχον την γλώσσαν ταύτην, η Αττική
+όμως φυλή, ήτις ήτο Πελασγική, μεταβληθείσα εις Ελληνικήν, θα
+έμαθε την ελληνικήν γλώσσαν. Τωόντι, ούτε οι Κρηστωνιάται ούτε οι
+Πλακιανοί ομιλούσιν ως τα περικυκλούντα αυτούς έθνη, και οι δύο
+ούτοι λαοί έχουσι την αυτήν γλώσσαν όπερ αποδεικνύει ότι
+μεταβαλόντες χώραν επρόσεξαν να μη μεταβάλωσι τον χαρακτήρα της
+γλώσσης των.
+
+58. Η Ελληνική φυλή, ως νομίζω, είχεν ανέκαθεν την γλώσσαν την
+οποίαν μεταχειρίζεται. Αφού απεχωρίσθη των Πελασγών, αδύνατος
+ακόμη καθό πολύ μικρά κατ' αρχάς, ηύξησεν εις τρόπον ώστε να
+σχηματίση πολλά έθνη, προ πάντων αφού ηνώθησαν μετ' αυτής και
+άλλοι βάρβαροι. Εκτός τούτου εγώ νομίζω ότι η Πελασγική φυλή καθό
+βάρβαρος δεν έλαβεν ουδεμίαν μεγάλην αύξησιν.
+
+59. Ο Κροίσος έμαθεν ότι εκ τούτων των εθνών η Αττική κατείχετο
+και ήτο διεσπασμένη υπό του Πεισιστράτου, υιού του Ιπποκράτους,
+τυραννεύοντος τότε εις τας Αθήνας. Εις τον Ιπποκράτην τούτον,
+ιδιώτην όντα και μεταβάντα να ιδή τους Ολυμπιακούς αγώνας, εγένετο
+μέγα θαύμα. Είχε σφάξει τα θύματα· οι δε λέβητες αυτού ήσαν
+πλήρεις ύδατος και κρεάτων όταν ήρχισαν να βράζωσιν άνευ πυρός,
+τόσον πολύ ώστε να εκχειλίζωσιν. Ο Λακεδαιμόνιος Χίλων, όστις
+ευρέθη εκεί, εγένετο μάρτυς του υπερφυούς γεγονότος· και πρώτον
+μεν συνεβούλευσε τον Ιπποκράτην να μη νυμφευθή γυναίκα τεκνοποιόν,
+εάν δε είχε τοιαύτην, να την αποπέμψη, και εάν τέλος είχεν υιόν,
+να τον αποκηρύξη. Αλλ' ο Ιπποκράτης δεν ηθέλησε να ακούση τας
+συμβουλάς ταύτας, και βραδύτερον έσχεν υιόν τον Πεισίστρατον,
+όστις ότε εστασίαζον προς αλλήλους οι Παραθαλάσσιοι υπό τον
+Μεγακλέα, υιόν του Αλκμαίωνος, και οι Πεδινοί υπό τον Λυκούργον,
+υιόν του Αριστολαΐδου, ο Πεισίστρατος συλλαβών το σχέδιον να γίνη
+τύραννος εσχημάτισε τρίτον κόμμα. Συναθροίσας τους οπαδούς του,
+παρέσυρε διά των λόγων του τους ορεινούς· έπειτα επινόησε το
+ακόλουθον. Πληγώσας εαυτόν και τας ημιόνους του, ώθησε το άρμα του
+εις το μέσον της αγοράς, ως να διέφυγεν εχθρούς θέλοντας να τον
+φονεύσωσι καθ ην στιγμήν εξήρχετο της πεδιάδος. Τότε εζήτησεν από
+τον λαόν να τω δώσωσι φύλακας, εις αυτόν όστις είχε δοξασθή είς
+τινα εκστρατείαν κατά των Μεγάρων, όστις είχε κυριεύσει την
+Νίσαιαν, και όστις είχε πράξει πλείστα άλλα κατορθώματα. Ο δήμος
+των Αθηναίων απατηθείς τω έδωκεν άνδρας τινάς εκ των πολιτών
+οίτινες εγένοντο ουχί δορυφόροι αλλά ροπαλοφόροι του Πεισιστράτου,
+διότι συνώδευον αυτόν ωπλισμένοι διά ξυλίνων ροπάλων. Ούτοι λοιπόν
+επαναστατήσαντες μετά του Πεισιστράτου εκυρίευσαν την ακρόπολιν.
+Έκτοτε δε ο Πεισίστρατος εκυβέρνησε τους Αθηναίους χωρίς να
+συνταράξη τας καθεστηκυίας αρχάς και χωρίς να μεταβάλη παντάπασι
+τους νόμους, αλλά διοικών συμφώνως με τα καθεστώτα και κανονίζων
+τα της πόλεως καλώς και συνετώς.
+
+60. Αι μερίδες του Μεγακλέους και του Λυκούργου δεν εβράδυνον να
+συνεννοηθώσιν όπως τον διώξωσι. Τοιουτοτρόπως δε ο Πεισίστρατος
+κατέλαβε διά πρώτην φοράν την κυριαρχίαν των Αθηνών και πριν ή
+αύτη ριζωθή, την απώλεσεν. Αλλ' εκείνοι οίτινες τον εδίωξαν,
+ήρχισαν εκ νέου να στασιάζωσι μεταξύ των. Τέλος ο Μεγακλής,
+βαρυνθείς τας στάσεις, έπεμψε κήρυκα εις τον Πεισίστρατον και τω
+προέτεινε την θυγατέρα του ως γυναίκα και την τυραννίαν. Αι
+προτάσεις αύται εγένοντο δεκταί· συμφωνήσαντες δε, εμηχανεύθησαν
+προς εκτέλεσιν των σχεδίων των στρατήγημα το οποίον εγώ ευρίσκω
+χυδαιότατον, αφού καθ' όλην την αρχαιότητα το ελληνικόν έθνος
+διεκρίθη από τους βαρβάρους διά την ευφυίαν του και διετέλεσεν
+απηλλαγμένον αγρίας ευηθείας, αυτοί δε μετεχειρίσθησαν την
+πανουργίαν ταύτην εις τους Αθηναίους οίτινες μεταξύ των Ελλήνων
+νομίζονται πρώτοι κατά την σοφίαν. Εις τον δήμον Παιανιέα έζη γυνή
+τις ονόματι Φύη τεσσάρων πήχεων ανάστημα έχουσα μείον τριών
+δακτύλων, και προς τούτοις ωραία. Αυτήν την γυναίκα ενδύσαντες με
+πανοπλίαν, την έθεσαν επί άρματος, αφού προηγουμένως την εδίδαξαν
+τι έπρεπε να κάμη διά να φαίνεται μεγαλοπρεπεστέρα, έπειτα την
+έφερον εις την πόλιν προηγουμένων κηρύκων οίτινες εισερχόμενοι εις
+τας Αθήνας έλεγον συμφώνως με τας δοθείσας εις αυτούς διαταγάς την
+ακόλουθον προκήρυξιν «Ω Αθηναίοι, δεχθήτε ευμενώς τον
+Πεισίστρατον, τον οποίον αυτή η ιδία Αθηνά ήτις τον τιμά
+περισσότερον από όλους τους ανθρώπους οδηγεί εις την ακρόπολίν
+της.» Ταύτα έλεγον οι κήρυκες περιφερόμενοι, η δε φήμη διεσπάρη
+μεταξύ του λαού ότι η Αθηνά έφερε τον Πεισίστρατον· όλη η πόλις
+επίστευσεν ότι η γυνή εκείνη ήτο θεά, οι δε κάτοικοι ελάτρευσαν ον
+θνητόν και εδέχθησαν τον Πεισίστρατον.
+
+61. Αφού επανέκτησεν ο Πεισίστρατος με τον ειρημένον τρόπον την
+εξουσίαν, ενυμφεύθη την θυγατέρα του Μεγακλέους, κατά την
+συμφωνίαν την οποίαν είχον κάμει μεταξύ των. Επειδή δε είχεν υιούς
+ήδη νεανίας και οι Αλκμαιωνίδαι ελέγοντο κατηραμένοι, δεν ήθελε να
+τεκνοποιήση με την νέαν του σύζυγον· συνευρίσκετο λοιπόν μετ'
+αυτής παρανόμως. Και κατ' αρχάς μεν η γυνή δεν είπε τίποτε, τέλος
+όμως, είτε αφ' εαυτής, είτε ερωτηθείσα, διηγήθη τα πάντα εις την
+μητέρα της, αύτη δε εις τον σύζυγόν της. Ο Μεγακλής ησθάνθη
+μεγάλην αγανάκτησιν διά την ύβριν την οποίαν τω έκαμνεν ο
+Πεισίστρατος, και εν τη οργή του εφιλιώθη με τας αντιπάλους
+μερίδας. Πληροφορηθείς δε ο Πεισίστρατος περί των εναντίον του
+τεκταινομένων, έφυγεν από την Αττικήν και μετέβη εις την Ερέτριαν,
+όπου συνεβουλεύετο περί του πρακτέου με τους υιούς του. Επειδή δε
+υπερίσχυσεν η γνώμη του Ιππίου, να ανακτήσωσι την τυραννίδα,
+εσύναζον χρηματικάς συνδρομάς εκ των πόλεων τας οποίας
+προηγουμένως είχον ευεργετήσει. Πολλαί εξ αυτών έπεμψαν μεγάλας
+ποσότητας, αλλ' αι Θήβαι τας υπερέβησαν όλας εις την μεγαλοδωρίαν.
+Έπειτα, διά να μη εκτείνωμαι εις τόσον μακράν διήγησιν, τα έτη
+διεδέχθησαν άλληλα και τα πάντα ητοιμάσθησαν διά την κάθοδον.
+Αργείοι μισθωτοί ήλθον εκ της Πελοποννήσου, και εθελοντής τις
+Νάξιος, ονόματι Λύγδαμις, ήλθε με στρατιώτας και με χρήματα,
+δεικνύων μεγίστην προθυμίαν.
+
+62. Κατά το ενδέκατον έτος ανεχώρησαν εκ της Ερετρίας και
+κατέλαβον πρώτον τον Μαραθώνα της Αττικής, Ενώ δε ήσαν
+εστρατοπεδευμένοι εκεί, έφθασαν και οι οπαδοί των εκ της πόλεως,
+και άλλοι εκ διαφόρων δήμων προτιμώντες την τυραννίαν από την
+ελευθερίαν. Και ούτοι μεν συνηθροίζοντο εκεί· οι δε Αθηναίοι της
+πόλεως, ενόσω μεν ο Πεισίστρατος εισέπραττε χρήματα, και μετά
+ταύτα ότε κατέλαβε τον Μαραθώνα, δεν εφρόντιζον παράπασιν· όταν
+όμως έμαθον ότι από τον δήμον τούτον εκινήθη διά να επιτεθή κατ'
+αυτών, έλαβον τα όπλα και εξήλθον προς συνάντησίν του μεθ' όλων
+των δυνάμεών των. Αφ' ετέρου δε το στράτευμα του Πεισιστράτου,
+αναχωρήσαν εκ του Μαραθώνος, επλησίαζεν εις τας Αθήνας· και έφθασε
+συγχρόνως με αυτούς πλησίον του ναού της Παλληνίδος Αθηνάς όπου
+παρετάχθη εις μάχην. Τότε ο Ακαρνάν Αμφίλυτος, ανήρ όστις
+προεφήτευε κατά θείαν έμπνευσιν, επλησίασε τον Πεισίστρατον και
+απήγγειλε προς αυτόν τον εξής χρησμόν εις στίχους εξαμέτρους·
+
+«Ερρίφθη η βολή, το δίκτυον ανεπετάσθη, οι θύννοι θα ορμήσωσι την
+νύκτα με την σελήνην.»
+
+63. Και ούτος μεν, θεόθεν εμπνεόμενος, ταύτα εχρησμοδότησεν· ο δε
+Πεισίστρατος, εννοήσας τον χρησμόν, εκίνησε τα στρατεύματά του.
+Κατ' εκείνην την στιγμήν οι υπερασπισταί της πόλεως κατεγίνοντο
+εις το πρόγευμα· αφού δε έφαγον, οι μεν ήρχισαν να παίζωσι τας
+κύβους, οι δε ετράπησαν εις ύπνον. Κατέλαβε λοιπόν αυτούς ο
+Πεισίστρατος εξ απροόπτου και τους έτρεψεν εις φυγήν. Όταν τους
+είδε φεύγοντας, διά να τους εμποδίση από του να ενωθώσιν εκ νέου
+και να τους διασκορπίση εντελώς, εσκέφθη το εξής σοφόν στρατήγημα·
+ανεβίβασε τους υιούς του εις ίππους και τους έπεμψεν εμπρός.
+Φθάσαντες δε ούτοι τους φεύγοντας, τοις είπον όσα επρόσταξεν εις
+αυτούς ο Πεισίστρατος, δηλαδή να μη φοβώνται και να μεταβή έκαστος
+εις την οικίαν του.
+
+64. Οι Αθηναίοι υπήκουσαν, και τοιουτοτρόπως διά τρίτην φοράν ο
+Πεισίστρατος εγένετο κύριος της πόλεως. Εστερέωσε δε την αρχήν του
+διά πολλών ξένων στρατευμάτων, και συγχρόνως διά πλουσίων
+εισοδημάτων λαμβανομένων των μεν εξ αυτής ταύτης της χώρας, των δε
+εκ των μεταλλείων του Στρυμόνος προερχομένων. Έλαβε προς τούτους
+ως ομήρους τους παίδας των Αθηναίων όσοι διέμεινον εις την πόλιν
+και δεν έφυγον αμέσως. Προσδιώρισε δε ως τόπον διαμονής την Νάξον,
+την οποίαν υπέταξε και έδωκε την διοίκησιν αυτής εις τον Λύγδαμιν.
+Τέλος, ένεκα χρησμών τινων, εκαθάρισε την Δήλον διά του ακολούθου
+τρόπου· εφ' όσον εκτείνεται η όρασις από το ιερόν, εκθάψας τους
+νεκρούς, μετέφερεν αυτούς εις άλλο μέρος της Δήλου. Εκυβέρνα
+λοιπόν τας Αθήνας ο Πεισίστρατος· αλλ' εκ των Αθηναίων οι μεν
+είχον φονευθή εις την μάχην, οι δε είχον φύγει από την πατρίδα των
+με τους υιούς του Αλκμαίωνος.
+
+65. Εις τοιαύτην στιγμήν ο Κροίσος επληροφορήθη την κατάστασιν εις
+ην ήσαν αι υποθέσεις των Αθηναίων όσον δ' αφορά τους
+Λακεδαιμονίους, ούτοι είχον απαλλαγή προ ολίγου από μεγάλα δεινά,
+και μετά μακρόν πόλεμον, είχον νικήσει επί τέλους τους Τεγεάτας.
+Τωόντι, επί της βασιλείας του Λέοντος και του Ηγησικλέους εν
+Σπάρτη, όλοι μεν οι άλλοι πόλεμοι απέβαινον υπέρ των
+Λακεδαιμονίων, μόνον δε οι Τεγεάται τους ενίκων. Προ της εποχής
+ταύτης, και οι εσωτερικοί νόμοι των ήσαν σχεδόν οι χείριστοι όλης
+της Ελλάδος και με τους ξένους ήσαν ακοινώνητοι· μετεβλήθησαν δε
+εις ευνομίαν τοιουτοτρόπως. Ο Λυκούργος, ανήρ σημαντικός μεταξύ
+των Σπαρτιατών, μεταβάς να ερωτήση το μαντείον των Δελφών,
+εισήλθεν εις τον ναόν και αμέσως η Πυθία τω είπε τα ακόλουθα·
+
+«Ήλθες, ω Λυκούργε, εις τον πλούσιον ναόν μου, συ τον οποίον
+αγαπώσιν ο Ζευς και όλοι οι κατοικούντες τα ανάκτορα του Ολύμπου.
+Διστάζω να σε αποκαλέσω θεόν ή άνθρωπον· αλλά νομίζω μάλλον ότι
+είσαι θεός, ω Λυκούργε.»
+
+Τινές διηγούνται προς τούτοις ότι η Πυθία τω υπηγόρευσε το υπάρχον
+σήμερον εις την Σπάρτην πολίτευμα· αλλά, καθώς λέγουσιν αυτοί οι
+Λακεδαιμόνιοι, ο Λυκούργος, γενόμενος επίτροπος του ανεψιού του
+Λαβώτα, βασιλέως της Σπάρτης, έφερε τους νόμους του από την
+Κρήτην. Τωόντι, άμα ανέλαβε την επιτροπείαν, μετέβαλεν όλους τους
+νόμους και έλαβεν όλα τα αναγκαία μέτρα διά να μη τους παραβώσιν.
+Εκανόνισεν ακολούθως τα εις τον πόλεμον αναφερόμενα και εσύστησε
+τας ενωμοτίας, τας τριεκάδας, τα συσσίτια, και τέλος τους εφόρους
+και την γερουσίαν. Τοιουτρόπως δε μεταβαλόντες πολίτευμα οι
+Λακεδαιμόνιοι ευνομήθησαν.
+
+66. Αφού δε απέθανεν ο Λυκούργος, έκτισαν προς τιμήν αυτού ναόν
+και τον σέβονται μεγάλως. Και επειδή η χώρα ήτο εύφορος και ο
+πληθυσμός πολύς, ηύξησαν ταχέως και ευτύχησαν. Εν τούτοις δεν
+περιωρίσθησαν να ζώσιν εν ειρήνη, αλλά νομίσαντες ότι ήσαν
+ισχυρότεροι των Αρκάδων, ηρώτησαν το μαντείον των Δελφών πώς να
+κατακτήσωσιν όλην την Αρκαδίαν· η δε Πυθία τοις είπε ταύτα·
+
+«Την Αρκαδίαν με ζητείς; μέγα πράγμα ζητείς· δεν θα σε την δώσω.
+Εις την Αρκαδίαν υπάρχουσι πολλοί άνθρωποι τρεφόμενοι με βαλάνους,
+οίτινες θα σε εμποδίσωσιν. Εγώ όμως δεν σε φθονώ. Θα σοι δώσω την
+Τεγέαν διά να χορεύης εκεί με μέγαν κτύπον των ποδών, και πεδιάδα
+καλήν διά να την μοιρασθής με σχοίνον.»
+
+Ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι την απόκρισιν ταύτην ήτις ανηγγέλθη
+εις αυτούς, δεν εμερίμνησαν πλέον περί των άλλων Αρκάδων, αλλ'
+εστράτευσαν κατά των Τεγεατών φέροντες μεθ' εαυτών πέδας· πλήρεις
+δε πεποιθήσεως εις τον απατηλόν εκείνον χρησμόν, επίστευον ότι δεν
+τοις έμενεν άλλο ειμή να δέσωσι τους Τεγεάτας. Ηττήθησαν όμως εις
+την μάχην, και όσοι συνελήφθησαν ζώντες εδέθησαν με τας πέδας τας
+οποίας οι ίδιοι είχαν φέρει μεθ' εαυτών και εκαλλιέργουν την
+πεδιάδα της Τεγέας την οποίαν διενεμήθησαν μετρήσαντες με σχοίνον.
+Αι πέδαι με τας οποίας εδέθησαν εσώζοντο ακόμη εις τας ημέρας μου
+εις την Τεγέαν, κρεμάμεναι εις τον ναόν της Αλέας Αθηνάς.
+
+67. Κατά τας προηγουμένας λοιπόν μάχας, πάντοτε επολέμουν κατά των
+Τεγεατών ανεπιτυχώς· αλλά κατά την εποχήν του Κροίσου, επί της
+βασιλείας του Αναξανδρίδου και του Αρίστωνος εις την Σπάρτην,
+ενίκησαν τέλος πάντων οι Σπαρτιάται, και ιδού πώς. Ιδόντες ότι
+πάντοτε ενικώντο, έπεμψαν να ερωτήσωσι το μαντείον των Δελφών
+ποίαν θεότητα έπρεπε να εξιλεώσωσι διά να φανώσι νικηταί. Η δε
+Πυθία τοις είπεν ότι θα νικήσωσιν όταν φέρωσιν εις τον τόπον των
+τα οστά του Ορέστου, υιού του Αγαμέμνονος. Επειδή δε δεν ήξευρον
+πού να εύρωσι τον τάφον του Ορέστου, έπεμψαν πάλιν να ερωτήσωσι
+τον θεόν εις ποίον μέρος έκειτο ο ήρως. Εις την ερώτησιν ταύτην η
+Πυρία απεκρίθη τα εξής·
+
+«Υπάρχει εις την Αρκαδίαν Τεγέα τις, έν τινι πεδιάδι. Εκεί πνέουσι
+δύο άνεμοι προερχόμενοι υπό ισχυράς ανάγκης. Εκεί υπάρχει κτύπος
+και αντίκτυπος, το κακόν κείται επί του κακού. Εκεί η παρέχουσα τα
+προς το ζην γη κρύπτει τον υιόν του Αγαμέμνονος. Λάβε αυτόν και θα
+νικήσης τους Τεγεάτας.»
+
+Ήκουσαν και ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι· αλλά καίτοι αναζητήσαντες
+πανταχού, ουχ ήττον δεν ευκολύνθησαν το παράπαν εις την
+ανακάλυψιν, μέχρις ου ανεύρεν αυτά ο Λίχας, Σπαρτιάτης εκ των
+καλουμένων Αγαθοεργών, ήτοι εκ των πολιτών εκείνων οίτινες, πέντε
+κατ' έτος, εξερχόμενοι από τους ιππείς ως γεροντότεροι, οφείλουσι
+καθ' όλον το έτος το μετά την απαλλαγήν των εκ της υπηρεσίας να
+μεταβαίνωσιν όπου τους καλεί η ανάγκη της κοινότητος των
+Σπαρτιατών και να μη μένωσιν αργοί.
+
+68. Ο Λίχας λοιπόν, είς των ανδρών τούτων, έκαμε την ανακάλυψιν
+ταύτην εις την Τεγέαν κατά σύμπτωσιν και εξ ιδίας αγχινοίας.
+Επειδή κατ' εκείνην την εποχήν συνεπεία ανακωχής είχον επαναληφθή
+αι σχέσεις μεταξύ των δύο πόλεων, ο Λίχας, εισελθών εις το
+εργαστήριον σιδηρουργού, τον παρετήρει ενώ εσφυρηλάτει τον σίδηρον
+και εξεπλήττετο δι' εκείνο το οποίον έβλεπεν. Ιδών αυτόν ο
+σιδηρουργός ότι εθαύμαζε, διέκοψε την εργασίαν του και τω είπε·
+«Πόσον θα εξεπλήττεσο, ω ξένε Λάκων, εάν έβλεπες εκείνο το οποίον
+είδον εγώ, αφού τώρα η τέχνη του σφυρηλατείν τον σίδηρον σοι
+προξενεί τόσον θαυμασμόν; Ήθελα να κατασκευάσω φρέαρ εις την αυλήν
+ταύτην· κατεγινόμην δε να σκάπτω, ότε το εργαλείον μου εκτύπησεν
+εις φέρετρον μακρόν επτά πήχεων. Το ήνοιξα, μη δυνάμενος να
+πιστεύσω ότι υπήρχαν ποτέ άνθρωποι μεγαλείτεροι παρ' όσον είναι
+σήμερον, και είδον ότι το πτώμα ήτο ίσον κατά το μήκος· αφού δε τα
+εμέτρησα, τα εκάλυψα πάλιν με τα χώμα.» Τοιουτοτρόπως ο
+σιδηρουργός διηγήθη ό,τι είδεν· ο δε Λίχας, σκεφθείς καλώς τα
+ρηθέντα, εσυμπέρανεν ότι κατά τον χρησμόν εκείνον έπρεπε να ήτο ο
+Ορέστης· παρατηρών τα δυο φυσητήρια, εύρεν ότι εκείνα ήσαν οι δύο
+άνεμοι· εν τη σφύρα και τω άκμονι ανεγνώρισε τον κτύπον και τον
+αντίκτυπον, και εν τω σφυρηλατουμένω σιδήρω το κακόν όπερ κείται
+επί του κακού, κρίνων ότι ο σίδηρος ανεκαλύφθη διά την δυστυχίαν
+των ανθρώπων. Αφού έκαμε τους στοχασμούς τούτους, επιστρέψας εις
+την Σπάρτην, ανεκοίνωσεν όλην την υπόθεσιν εις τους
+Λακεδαιμονίους. Ούτοι δε, υπό πεπλασμένην κατηγορίαν, τον εδίκασαν
+και τον κατεδίκασαν εις εξορίαν. Μεταβάς εις την Τεγέαν, είπεν εις
+τον χαλκέα την συμφοράν του και εζήτει να ενοικιάση την αυλήν του,
+την οποίαν ούτος ελυπείτο να την δώση· νικήσας τέλος την
+αντίστασίν του, εγκατεστάθη εις αυτήν. Τότε ήνοιξε τον τάφον,
+εσύναξε τα οστά και τα έφερεν εις την Σπάρτην. Απ' εκείνης δε της
+στιγμής, οσάκις οι δύο λαοί εδοκίμαζον τας δυνάμεις των, πάντοτε
+οι Λακεδαιμόνιοι ενίκων εις τας μάχας, και ήδη είχον καθυποτάξει
+το πλείστον μέρος της Πελοποννήσου.
+
+69. Μαθών πάντα ταύτα ο Κροίσος έπεμψεν εις την Σπάρτην πρέσβεις
+με δώρα διά να ζητήση την συμμαχίαν της, παραγγείλας συγχρόνως
+αυτούς τι να είπωσι. Φθάσαντες δε ούτοι είπον τα εξής· «Ο βασιλεύς
+των Λυδών και άλλων εθνών Κροίσος μας πέμπει προς υμάς· ιδού τι
+λέγει· «Ω Λακεδαιμόνιοι, το μαντείον του θεού μοι εσύστησε να
+συμμαχήσω με τους Έλληνας. Επειδή δε υμείς εις την Ελλάδα κατέχετε
+την πρώτην θέσιν, διά τούτο σας προσκαλώ, εν ονόματι του μαντείου,
+να γενήτε σύμμαχοι και βοηθοί μου, άνευ δόλου και άνευ απάτης.»
+Και ο μεν Κροίσος ταύτα επρότεινε διά των πρέσβεών του· οι δε
+Λακεδαιμόνιοι, οίτινες και αυτοί είχον μάθει τον δοθέντα εις τον
+Κροίσον χρησμόν, ευχαριστήθησαν διά την έλευσιν των Λυδών και
+έδωκαν όρκους ξενίας και συμμαχίας· είχον δε και προηγουμένως
+λάβει ευεργετήματά τινα παρά του Κροίσου. Ότε οι Λακεδαιμόνιοι
+έπεμψαν εις τας Σάρδεις διά να αγοράσωσι τον χρυσόν τον οποίον
+εσκόπευον να μεταχειρισθώσι διά το άγαλμα του Απόλλωνος όπερ τώρα
+ευρίσκεται εις τον Θόρνακα της Λακωνικής, ο Κροίσος το έδωκεν εις
+αυτούς δωρεάν, μολονότι ούτοι ήθελον να το αγοράσωσιν.
+
+70. Τούτων ένεκα λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι εδέχθησαν την συμμαχίαν,
+και επίσης διότι τους εξέλεξε κατά προτίμησιν από όλους τους
+άλλους Έλληνας διά να ζητήση την φιλίαν των. Και αφ' ενός μεν ήσαν
+έτοιμοι να τον βοηθήσωσιν εάν ήθελε τους προσκαλέσει, αφ' ετέρου
+δε κατασκευάσαντες χαλκούν κρατήρα, πεποικιλμένον εξωτερικώς μέχρι
+των χειλέων με σχήματα ζώων και χωρούντα τριακοσίους αμφορείς, τον
+εκόμιζον εις τας Σάρδεις θέλοντες να τον δώσωσιν ως δώρον εις τον
+Κροίσον αντί των όσων είχον λάβει παρ' αυτού. Αλλ' ο κρατήρ ούτος
+δεν έφθασεν εις τας Σάρδεις, και το πράγμα εξηγείται διττώς. Οι
+μεν Λακεδαιμόνιοι λέγουσιν ότι ο κρατήρ ενώ εκομίζετο εις τας
+Σάρδεις, έφθασεν εις τα ύδατα της Σάμου, και ότι οι Σάμιοι,
+μαθόντες τούτο, εισήλθον εις μακρά πλοία και τον ήρπασαν· οι δε
+Σάμιοι λέγουσιν ότι οι μεταφέροντες αυτόν Λακεδαιμόνιοι,
+βραδύναντες πολύ, έμαθον την πτώσιν των Σάρδεων και του Κροίσου
+και ότι τότε επώλησαν τον κρατήρα εις την νήσον Σάμον εις
+ανθρώπους ιδιώτας, οίτινες τον ηγόρασαν διά να τον αφιερώσωσιν εις
+τον ναόν της Ήρας. Ίσως εκείνοι οίτινες τον επώλησαν είπον κατά
+την εις Σπάρτην επιστροφήν των ότι τον ήρπασαν οι Σάμιοι. Ταύτα
+είναι τα του κρατήρος.
+
+71. Ο Κροίσος λοιπόν, εξηγών λελανθασμένως τον χρησμόν, ητοίμαζεν
+εκστρατείαν κατά της Καππαδοκίας, ελπίζων ότι ήθελε καταλύσει τον
+Κροίσον και την δύναμιν των Περσών. Ενώ δε διήρκουν αι ετοιμασίαι
+αύται, Λυδός τις, ονόματι Σάνδανις, προ πολλού φημιζόμενος ως
+φρόνιμος άνθρωπος και του οποίου η ομιλία κατά την περίστασιν
+ταύτην ηύξησεν έτι μάλλον την φήμην του μεταξύ των συμπολιτών του,
+έδωκεν εις τον Κροίσον την εξής συμβουλήν· Ω βασιλεύ, προτίθεσαι
+να εκστρατεύσης εναντίον ανθρώπων οίτινες φορούσι δερματίνας
+αναξυρίδας και ενδύματα δερμάτινα, οίτινες τρώγουσιν όχι ό,τι
+θέλουσιν αλλ' ό,τι έχουσι, διότι η χώρα των είναι άφορος. Εκτός
+τούτου δεν γνωρίζουσι την χρήσιν του οίνου, αλλά πίνουσιν ύδωρ·
+δεν έχουσι σύκα να φάγωσιν ούτε άλλο τι καλόν. Εάν λοιπόν τους
+νικήσης, τι θα λάβης παρ' ανθρώπων μη εχόντων τίποτε; Εάν δε εξ
+εναντίας νικηθής, σκέφθητι πόσα αγαθά θα χάσης. Μόλις γευθώσι τα
+ιδικά μας αγαθά, θα προσκολληθώσιν εις αυτά και θα μας ήναι
+αδύνατον να ελευθερωθώμεν από αυτούς. Εγώ ευχαριστώ τους θεούς ότι
+δεν ενέπνευσαν εις τους Πέρσας την σκέψιν να στρατεύσωσι κατά των
+Λυδών.» Οι λόγοι όμως ούτοι δεν έπεισαν τον Κροίσον και αληθώς οι
+Πέρσαι, πριν υποτάξωσι τους Λυδούς, ούτε αβρόν τι είχον ούτε άλλο
+τι αγαθόν.
+
+72. Οι Καππαδόκαι ονομάζονται από τους Έλληνας Σύριοι· υποτελείς
+όντες των Μήδων, πριν λάβωσι την αρχήν οι Πέρσαι, υπήκουον τότε
+εις τον Κύρον· διότι το μεταξύ του μηδικού και του λυδικού
+βασιλείου όριον ήτο ο ποταμός Άλυς, όστις εκ των ορέων της
+Αρμενίας καταβαίνει διά της Κιλικίας και ρέει ακολούθως έχων
+δεξιόθεν τους Ματιανούς και αριστερόθεν τους Φρύγας· αφού δε
+παρέλθη αυτούς, στρέφεται προς άρκτον, χωρίζων τους Συρίους
+Καππαδόκας από τους Παφλαγόνας, οίτινες κατοικούσι την αριστεράν
+όχθην. Τοιουτοτρόπως ο Άλυς χωρίζει σχεδόν όλας τας επαρχίας της
+Μικράς Ασίας, από της θαλάσσης της Κύπρου μέχρι του Ευξείνου
+πόντου· είναι δε το μέρος τούτο αυχήν όλης της χώρας του οποίου το
+μήκος, δι' ένα καλόν πεζοδρόμον, είναι πέντε ημερών οδός.
+
+73. Ο Κροίσος εισήλθεν εις την Καππαδοκίαν, επιθυμών αφ' ενός μεν
+να την κατακτήση και να προσθέση την επαρχίαν ταύτην εις το
+βασίλειόν του, αφ' ετέρου δε πειθόμενος εις το μαντείον και
+ελπίζων να εκδικηθή τον Κύρον διά τον Αστυάγη· διότι ο Αστυάγης,
+υιός του Κυαξάρου, βασιλεύς των Μήδων, τον οποίον ο Κύρος, υιός
+του Καμβύσου, είχε καταστρέψει, ήτο γαμβρός του Κροίσου. Έγινε δε
+γαμβρός του τοιουτοτρόπως. Σώμα Σκυθών νομάδων αποστατήσαν έφυγε
+και ήλθεν εις την Μηδίαν. Κατ' εκείνον τον χρόνον εβασίλευεν εις
+τους Μήδους ο Κυαξάρης, υιός του Φραόρτου, εγγονός του Δηιόκου,
+όστις κατ' αρχάς μεν υπεδέχθη καλώς τους Σκύθας τούτους, ελθόντας
+ικέτας. Εις τοιαύτην δε εύνοιαν τους έλαβεν ώστε τοις παρέδωκε
+παίδας τινας διά να μάθωσι την γλώσσαν των και την τέχνην των
+τόξων. Οι άνθρωποι ούτοι, των οποίων η μόνη ενασχόλησις ήτο το
+κυνήγιον και οίτινες πάντοτε επέστρεφον με θήρευμά τι, συνέβη
+ημέραν τινά να επανέλθωσι με χείρας κενάς. Ο Κυαξάρης όστις, ως
+έδειξε, παρεφέρετο εις το έπακρον, εφέρθη προς αυτούς σκληρότατα
+και απρεπέστατα. Οι Σκύθαι συνησθάνθησαν την ύβριν ως άνθρωποι
+αδίκως παθόντες, και απεφάσισαν να φονεύσωσι τον ένα εκ των παίδων
+τους οποίους είχον πλησίον των και εδίδασκον, να μαγειρεύσωσι τας
+σάρκας του όπως εσυνείθιζον να μαγειρεύωσι το κρέας των θηρίων, να
+τας προσφέρωσιν εις τον Κυαξάρη λέγοντες εις αυτόν ότι ήτο εκ του
+κυνηγίου των, και αμέσως να φύγωσιν εις τας Σάρδεις, προς τον
+Αλυάττην, υιόν του Σαρδυάττου. Τούτο και έπραξαν· ώστε ο Κυαξάρης
+και οι συνδαιτυμόνες του έφαγον από εκείνα τα κρέατα, και οι
+Σκύθαι, μετά το έγκλημα τούτο, εγένοντο ικέται του Αλυάττου.
+
+74. Ο Κυαξάρης τους απήτησεν, ο βασιλεύς των Σάρδεων ηρνήθη να
+τους παραδώση· πόλεμος λοιπόν εγένετο μεταξύ των Λυδών και των
+Μήδων, όστις διήρκεσε πέντε έτη κατά τα οποία οι δύο λαοί εναλλάξ
+ενίκων και ηττώντο. Συνέβη μάλιστα και είδος τι νυκτερινής μάχης
+κατά το έκτον έτος. Μέχρι τότε ο πόλεμος διεξήγετο ισορρόπως.
+Συνεπλάκησαν λοιπόν, αλλ' αίφνης, ενώ η συμπλοκή ήτο εις την ακμήν
+της, η ημέρα εγένετο νυξ. Ο Θαλής ο Μιλήσιος είχεν αναγγείλει την
+μεταβολήν ταύτην εις τους Ίωνας, και είχε μάλιστα προσδιορίσει εκ
+των προτέρων το έτος καθ' ο συνέβη (4). Οι Λυδοί και οι Μήδοι
+ιδόντες την νύχτα λαμβάνουσαν την θέσιν της ημέρας, διέκοψαν την
+μάχην, και μετά ταύτα αμφότεροι εφάνησαν προθυμότεροι να κάμωσιν
+ειρήνην. Οι συμφιλιώσαντες αυτούς ήσαν ο Συέννεσις ο Κίλιξ και ο
+Λαβύνητος ο Βαβυλώνιος. Αμφότεροι δε επέσπευσαν την συνθήκην, εξ
+ης επήλθε και επιγαμία, καθότι απεφάσισαν να δώση ο Αλυάττης την
+θυγατέρα του Αρύηνιν εις τον Αστυάγη, υιόν του Κυαξάρου. Και
+τωόντι, άνευ ισχυρού δεσμού, οι συμβιβασμοί ουδεμίαν έχουσιν
+ισχύν. Οι όρκοι παρά τοις έθνεσι τούτοις γίνονται διά του αυτού
+τρόπου ως και παρά τοις Έλλησι· χαράττουσιν ελαφρώς τους βραχίονας
+και λείχουσι το αίμα αλλήλων.
+
+75. Τούτον λοιπόν τον Αστυάγη όστις ήτο προς μητρός πάππος του,
+κατέστρεψεν ο Κύρος· βραδύτερον θα είπω διά ποίαν αιτίαν. Ο
+Κροίσος, μεμφόμενος διά την αιτίαν ταύτην τον Κύρον, ηρώτησε το
+μαντείον διά να μάθη εάν τω ήτο συγχωρημένον να επιχειρήση πόλεμον
+κατ' αυτού. Αφού δε έλαβε την διφορουμένην απόκρισιν, επίστευσεν
+ότι αύτη ήτο υπέρ αυτού και εκίνησε διά να εισβάλη εις την
+επικράτειαν των Περσών. Φθάσας εις τον Άλυν, διεβίβασε το
+στράτευμά του, ως μεν εγώ νομίζω διά των υπαρχουσών γεφυρών, ως
+διηγούνται δε οι Έλληνες διεύθυνε την διάβασιν ο Θαλής ο Μιλήσιος·
+διότι, λέγουσιν, αι γέφυραι δεν ήσαν ακόμη κατεσκευασμέναι και ο
+Κροίσος εδυσκολεύετο να επιχειρήση ταύτην, όταν ο Θαλής, όστις
+ευρίσκετο εις το στρατόπεδον, αποτρέψας τον ποταμόν, τον έκαμε να
+τρέχη ουχί προς τα αριστερά αλλά προς τα δεξιά του στρατού. Έπραξε
+δε τούτο διά του ακολούθου τρόπου· άνωθεν του στρατοπέδου ήρχισε
+να σκάπτη διώρυγα βαθείαν και την έφερε μηνοειδή όπως κυκλώση
+όπισθεν το στρατόπεδον. Εις αυτήν την διώρυγα πίπτων ο ποταμός
+άφινε το πρώτον ρεύμα, και αφού περιήρχετο το στρατόπεδον,
+επανήρχετο εις τον πρώτον δρόμον του. Ούτω δε, επειδή εσχίσθη ο
+ποταμός, εγένετο διαβατός και κατά τα δύο μέρη. Τινές λέγουσιν ότι
+η αρχαία κοίτη ευρέθη όλως ξηρά· αλλ' εγώ δεν δύναμαι να παραδεχθώ
+την διήγησιν ταύτην, διότι πώς εις την επιστροφήν των διέβησαν
+αυτόν οι Λυδοί;
+
+76. Διαβάς ο Κροίσος τον ποταμόν μετά του στρατεύματος έφθασεν εις
+την Πτερίαν της Καππαδοκίας· η πόλις αύτη, κειμένη απέναντι της
+Σινώπης επί του Ευξείνου Πόντου, είναι το ισχυρότατον μέρος της
+χώρας. Εκεί δε στρατοπεδευσάμενος έφθειρε τους αγρούς των Συρίων·
+εκυρίευσε δε την πόλιν των Πτερίων και εξηνδραπόδισε τους
+κατοίκους· εκυρίευσε προς τούτοις όλας τας πλησιοχώρους πόλεις και
+κατέστρεψεν ολοσχερώς τους κατοίκους των χωρίς να τω πταίσωσιν εις
+τίποτε. Ο δε Κύρος, συναθροίσας όλας τας δυνάμεις του και
+παραλαβών πάντας τους μεταξύ οικούντας επροχώρει εις απάντησιν του
+Κροίσου. Πριν κινήση το στράτευμα, είχε πέμψει κήρυκας προς τους
+Ίωνας προσπαθών να τους αποσπάση από τον Κροίσον, αλλά δεν το
+κατώρθωσεν. Ανεχώρησεν όμως και ήλθε να στρατοπεδεύση απέναντι των
+Λυδών· οι δύο στρατοί εδοκίμασαν τας δυνάμεις των εις την πεδιάδα
+της Πτερίας. Η συμπλοκή εγένετο τρομερά· εκατέρωθεν έπεσαν πολλοί,
+η δε νίκη ήτο αμφίρροπος, ότε επήλθεν η νυξ και διεχώρισε τους
+μαχομένους. Τοιαύτη υπήρξεν η πρώτη μάχη αυτών (5).
+
+77. Ο Κροίσος απέδωκε το αποτέλεσμα τούτο εις τον υποδεέστερον
+αριθμόν του στρατού του· και ήτο τωόντι ο στρατός του ολιγώτερος
+του στρατού του Κύρου· επομένως, την ακόλουθον ημέραν, επειδή ο
+Κύρος δεν εξήλθε κατ' αυτού, επέστρεψεν εις τας Σάρδεις
+διανοούμενος να προσκαλέση τους Αιγυπτίους κατά τας συνθήκας
+(καθότι είχε κάμει συμμαχίαν με τον βασιλέα της Αιγύπτου Άμασιν
+πριν κάμη με τους Λακεδαιμονίους), να μηνύση να έλθωσι και οι
+Βαβυλώνιοι (οίτινες ήσαν επίσης σύμμαχοί του και εβασίλευεν επ'
+αυτών ο Λαβύνητος), και να ειδοποιήση τους Λακεδαιμονίους να
+παρευρεθώσιν εις προσδιορισθησομένην ώραν. Κατ' αυτόν, διά να
+συναθροισθώσιν όλοι ούτοι οι σύμμαχοι και συγκεντρωθώσιν αι ίδιαί
+του δυνάμεις, απητείτο όλος ο χειμών, και εσκόπευεν, άμα τη
+επανόδω του έαρος, να επαναλάβη τας επιχειρήσεις του εναντίον των
+Περσών. Και αυτός μεν, τοιούτους σκοπούς έχων, άμα επέστρεψεν εις
+τας Σάρδεις, έπεμψε κήρυκας προς τους συμμάχους διά να είπωσιν εις
+αυτούς να συναχθώσι μετά πέντε μήνας εις την πόλιν ταύτην. Εις το
+παρόν δε στράτευμα, όπερ επολέμησε κατά των Περσών και ήτο
+ξενικόν, έδωκεν άδειαν να διαλυθή, μηδόλως υποπτεύων ότι μετά
+μάχην ης η έκβασις ήτο τόσον αμφίρροπος, ο Κύρος θα εβάδιζε κατά
+των Σάρδεων.
+
+78. Ενώ ο Κροίσος ελάμβανε τα μέτρα ταύτα, όλον το έδαφος των
+Σάρδεων επληρώθη υπό όφεων. Εις την εμφάνισιν αυτών οι ίπποι,
+αφίνοντες τας βοσκάς των, έτρεχον να τους καταφάγωσιν. Ιδών το
+γινόμενον ο Κροίσος εστοχάσθη, όπως και ήτο πράγματι, ότι ήτο
+θαύμα. Αμέσως λοιπόν έπεμψε να ερωτήση τους μάντεις της Τελμησσού.
+Ελθόντες οι απεσταλμένοι του και μαθόντες από τους Τελμησσείς τι
+εσήμαινε το σημείον εκείνο, δεν επρόφθασαν να φέρωσιν εις τον
+κύριόν των την εξήγησιν, διότι πριν τους επαναφέρη το πλοίον των
+εις τας Σάρδεις, ο Κροίσος ήτο αιχμάλωτος. Οι Τελμησσείς εξήγησαν
+ότι ο Κροίσος έπρεπε να προσμένη στράτευμα αλλοεθνές εισβάλλον εις
+την χώραν του και καταστρέφον τους κατοίκους, διότι ο όφις
+σημαίνει τέκνον της γης και ο ίππος πολέμιον και ξένον. Βεβαίως οι
+Τελμησσείς έδωκαν την απόκρισιν ταύτην αφού ο βασιλεύς εγένετο ήδη
+αιχμάλωτος, αλλά δεν εγνώριζον τίποτε μήτε περί αυτού μήτε περί
+των Σάρδεων.
+
+79. Ο δε Κύρος μαθών ότι ο Κροίσος όστις, μετά την εν Πτερία
+μάχην, είχεν αρχίσει την υποχώρησιν, έμελλε να διαλύση τα
+στρατεύματά του, απεφάσισε να βαδίση κατά των Σάρδεων όσον το
+δυνατόν ταχύτερον· εθεώρει δε την επιτυχίαν του βεβαίαν εάν
+κατώρθονε να φθάση εκεί πριν οι Λυδοί δυνηθώσι να ενώσωσι τας
+δυνάμεις των εκ δευτέρου. Συγχρόνως με την απόφασιν εγένετο και η
+εκτέλεσις· ο περσικός στρατός διέσχισε την Λυδίαν, και ο Κύρος
+εγένετο απεσταλμένος εαυτού προς τον Κροίσον. Τότε ο Κροίσος
+περιελθών εις μεγάλην αμηχανίαν, διότι τα πράγματα έλαβον αλλοίαν
+τροπήν παρ' ό,τι αυτός προέβλεπεν, έφερεν ουχ ήττον τους Λυδούς
+εις μάχην. Κατ' εκείνον τον χρόνον δεν υπήρχεν εις την Ασίαν έθνος
+ανδρειότερον και πολεμικώτερον από το Λυδικόν· εμάχετο δε με
+ίππους, εκράτει μεγάλα δόρατα και είχεν επιτηδειοτάτους ιππείς.
+
+80. Οι δε στρατοί συνηντήθησαν προ των Σάρδεων εις πεδιάδα μεγάλην
+και άδενδρον την οποίαν διασχίζουσι μεγάλοι ποταμοί οίτινες όλοι,
+μετά του Ύλου, πίπτουσιν εις το ευρύτατον ρεύμα του Έρμου, όστις
+τρέχων εκ του ιερού όρους του αφιερωμένου εις την μητέρα Κυβέλην,
+χύνεται εις την θάλασσαν πλησίον της Φωκαίας. Επί τοιούτου εδάφους
+ο Κύρος, όταν είδε τους Λυδούς παρατεταγμένους εις μάχην, εφοβήθη
+το ιππικόν των, και κατά συμβουλήν του Μήδου Αρπάγου, έκαμε τα
+εξής· απεφόρτωσε τας καμήλους όσαι μετεκόμιζον διά τον στρατόν
+τρόφιμα και σκεύη, τας συνήθροισε και ανεβίβασεν επ' αυτών άνδρας
+ωπλισμένους ως ιππείς. Οι άνδρες ούτοι εσχημάτισαν την πρώτην
+γραμμήν του Κύρου και τους αντέταξε προς το λυδικόν ιππικόν,
+διέταξε δε τον πεζόν στρατόν να ακολουθή τας καμήλους, και όπισθεν
+των πεζών έθεσεν όλον το ιππικόν. Σχηματίσας τοιουτοτρόπως τας
+τάξεις του, διέταξε να μη φεισθώσιν ουδενός και να φονεύσωσιν
+όλους τους Λυδούς όσοι ήθελον αντισταθή, εκτός μόνου του Κροίσου,
+έστω και αν ήθελεν αντισταθή· τοιαύται ήσαν αι παραγγελίαι του,
+και ιδού διατί αντέταξε τας καμήλους του εναντίον του εχθρικού
+ιππικού. Ο ίππος φοβείται την κάμηλον· δεν δύναται να υποφέρη μήτε
+την θέαν της όταν την ιδή, μήτε την οσμήν της εάν την οσφρανθή.
+Διά του στρατηγήματος τούτου ο Κύρος ήθελε να καταστήση άχρηστον
+το ιππικόν επί του οποίου εβασίζετο ο Κροίσος ότι ήθελε καταγάγει
+νίκην λαμπράν. Τωόντι, άμα εγένετο η συμπλοκή, οι ίπποι
+ωσφράνθησαν τας καμήλους, τας είδον, ανέστρεψαν εις τα οπίσω και η
+τελευταία ελπίς του Κροίσου απέτυχεν. Αλλ' οι Λυδοί δεν εφάνησαν
+δειλοί· όταν ενόησαν το γενόμενον, επήδησαν από τους ίππους και
+συνεπλάκησαν με τους Πέρσας πεζοί. Ύστερον δε, αφού έπεσαν πολλοί
+εκατέρωθεν, οι Λυδοί ετράπησαν εις φυγήν, και περικλεισθέντες εις
+τα τείχη των επολιορκούντο υπό των Περσών.
+
+81. Ενώ ο εχθρός επολιόρκει την πόλιν, ο Κροίσος, νομίζων ότι η
+πολιορκία ήθελε παραταθή, έπεμψεν εκ του τείχους νέους
+απεσταλμένους προς τους συμμάχους. Πρότερον τους είχε προσκαλέσει
+να έλθωσι κατά τον πέμπτον μήνα εις τας Σάρδεις, τώρα δε τοις
+εζήτει ταχίστην βοήθειαν, αναγγέλλων αυτοίς ότι οι εχθροί τον
+επολιόρκουν.
+
+82. Έπεμψε λοιπόν προς όλους τους συμμάχους του και ιδίως εις την
+Λακεδαίμονα. Αλλά κατ' εκείνον τον χρόνον έρις τις είχεν αναφυή
+μεταξύ των Σπαρτιατών και των Αργείων περί της χώρας της
+καλουμένης Θυρέας. Την Θυρέαν ταύτην, αποτελούσαν μέρος της
+Αργολίδος, είχον αρπάσει οι Λακεδαιμόνιοι· καθότι όλον εκείνο το
+μέρος προς δυσμάς μέχρι της Μαλέας άκρας, τόσον η ήπειρος, όσον
+και τα Κύθηρα και αι λοιπαί νήσοι ανήκον εις τους Αργείους. Οι
+Αργείοι έλαβον τα όπλα διά να επανακτήσωσι την αφαιρεθείσαν από
+αυτούς γην· και ελθόντες εις ομιλίαν συνεφώνησαν να πολεμήσωσι
+τριακόσιοι εξ εκατέρου μέρους και οι νικηταί να λάβωσι την
+διαφιλονεικουμένην γην. Οι δύο στρατοί ώφειλον να επανέλθωσιν εις
+τας πατρίδας των και να μη παρασταθώσιν εις την μάχην, μήπως,
+βλέποντες τους ιδικούς των νικωμένους, αποπειραθώσι να τους
+βοηθήσωσι· Συμφωνηθέντων τούτων, οι μεν στρατοί ανεχώρησαν, οι δε
+εκλεχθέντες εκατέρωθεν άνδρες έμειναν και ήλθον εις χείρας.
+Επολέμησαν δε μετά τοσαύτης ισότητος δυνάμεων, ώστε, εκ των
+εξακοσίων συμπλακέντων ανδρών, τρεις μόνον επέζησαν· ο Αλκήνωρ και
+ο Χρόμιος από τους Αργείους, και ο Οθρυάδης από τους
+Λακεδαιμονίους. Έμεινον δε ούτοι ζώντες διότι επήλθεν η νυξ. Οι δε
+Αργείοι, νομίζοντες εαυτούς νικητάς, έδραμον εις το Άργος· αλλ' ο
+Λακεδαιμόνιος Οθρυάδης, σκυλεύσας τα εχθρικά πτώματα και κομίσας
+τα όπλα εις το στρατόπεδον των Λακεδαιμονίων, έμεινεν εις την
+θέσιν του. Την επιούσαν οι δύο στρατοί, μαθόντες το αποτέλεσμα,
+έδραμον, και επί τινα χρόνον αμφότεροι οικειοποιούντο την νίκην·
+οι μεν Αργείοι λέγοντες ότι εξ αυτών επέζησαν οι περισσότεροι, οι
+δε Λακεδαιμόνιοι ότι ο Σπαρτιάτης έμεινεν εις το πεδίον της μάχης
+και εσκύλευσε τους νεκρούς. Η έρις επερατώθη διά μάχης εις ην
+πολλοί εφονεύθησαν εκατέρωθεν και επί τέλους ενίκησαν οι
+Λακεδαιμόνιοι. Από της εποχής εκείνης οι Αργείοι κόπτουσι τας
+κόμας των τας οποίας άλλοτε κατ' ανάγκην άφινον κυματιζούσας·
+έκαμαν δε νόμον και εψήφισαν κατάραν κατά παντός Αργείου όστις
+ήθελεν αφήσει κόμην μακράν και κατά πάσης Αργείας ήτις ήθελε
+φορέσει χρυσά κοσμήματα πριν ανακτηθή η Θυρέα. Οι δε Λακεδαιμόνιοι
+έθεσαν νόμον όλως εναντίον· ενώ πρότερον έκειρον την κόμην, απ'
+εκείνης της εποχής άφινον αυτήν να αυξάνη. Διηγούνται δε ότι ο
+Οθρυάδης, ο επιζήσας εκ των τριακοσίων, αισχυνόμενος να επιστρέψη
+εις την Σπάρτην ενώ οι σύντροφοι του είχον φονευθή, ηυτοκτόνησεν
+εκεί εις την Θυρέαν.
+
+83. Εις τοιαύτην κατάστασιν ήσαν τα πράγματα της Σπάρτης όταν
+έφθασεν ο κήρυξ εκ των Σάρδεων, παρακαλών αυτούς να βοηθήσωσι τον
+Κροίσον πολιορκούμενον. Μόλις όμως τον ήκουσαν, έσπευσαν να
+υπάγωσιν εις βοήθειάν του. Τα πλοία των ήσαν έτοιμα και αυτοί
+παρεσκευασμένοι να αναχωρήσωσιν, ότε δεύτερος απεσταλμένος τοις
+ανήγγειλε την πτώσιν της ακροπόλεως και την αιχμαλωσίαν του
+Κροίσου· εθεώρησαν λοιπόν το συμβάν ως μέγα δυστύχημα και έμειναν.
+
+84. Ιδού δε πώς εκυριεύθησαν αι Σάρδεις· κατά την δεκάτην τετάρτην
+ημέραν της πολιορκίας ο Κύρος διεκήρυξε δι' ανδρών εφίππων εις
+όλας τας τάξεις του στρατού ότι θα ανταμείψη εκείνον όστις πρώτος
+ήθελεν αναβή επί των επάλξεων. Κατά συνέπειαν της υποσχέσεως
+ταύτης ο στρατός έκαμε πολλάς αποπείρας αλλ' άνευ αποτελέσματος
+και έμενεν ησυχάζων, ότε ανήρ τις εκ του έθνους των Μάρδων,
+καλούμενος Υροιάδης, απεπειράθη να αναβή εις μέρος τι της
+ακροπόλεως όπου δεν έθετον φύλακας, διότι ποτέ δεν επίστευον να
+κυριευθή απ' εκείνο το μέρος όπερ ήτο απότομον και απροσπέλαστον.
+Τούτου ένεκα ούτε ο Μήλης, ο πρώτος βασιλεύς των Σάρδεων, δεν είχε
+περιφέρει κατ' εκείνο το μέρος τον λέοντα τον οποίον εγέννησεν η
+παλλακίς του όταν οι Τελμησσείς είπον ότι εάν ο λέων περιεφέρετο
+εις τας επάλξεις, αι Σάρδεις θα ήσαν ανάλωτοι. Ο Μήλης λοιπόν τον
+περιέφερεν εις όλα τα μέρη εκ των οποίων ηδύνατο να προσβληθή η
+ακρόπολις, και παρημέλησε το μέρος εκείνο ως απρόσιτον. Είναι δε
+τούτο αντικρύ του όρους Τμώλου. Αυτός λοιπόν ο Μάρδος Υροιάδης,
+ιδών την προλαβούσαν ημέραν Λυδόν τινα καταβαίνοντα εκείθεν διά να
+λάβη περικεφαλαίαν κυλίσασαν άνωθεν, εσκέφθη και απεφάσισεν· ανέβη
+κατόπιν του Λυδού και άλλοι Πέρσαι τον εμιμήθησαν. Τοιουτοτρόπως
+δε, επειδή ανέβησαν πολλοί, εκυριεύθη η πόλις και ελεηλατήθη.
+
+85. Ιδού τότε τι συνέβη και εις αυτόν τον Κροίσον. Είχεν υιόν περί
+του οποίου ωμίλησα προ ολίγου, καλόν μεν κατά τα άλλα, πλην
+άλαλον. Κατά τον καιρόν της ευτυχίας του ο Κροίσος ουδέν
+παρημέλησε διά να τον θεραπεύση· ιδίως δε ένεκα τούτου ηρώτησε το
+μαντείον των Δελφών, και η Πυθία απεκρίθη τα εξής·
+
+«Ω Λυδέ, βασιλεύ πολλών, ω Κροίσε ανοητότατε. Μη εύχεσαι ν'
+ακούσης εις την κατοικίαν σου την ποθητήν φωνήν του ομιλούντος
+υιού σου· συμφερότερον σε είναι να μένη άλαλος, διότι θα ομιλήση
+πρώτην φοράν εις ημέραν δυστυχή.»
+
+Τωόντι, κυριευθέντος του τείχους, είς των Περσών ολίγον έλειψε να
+φονεύση τον Κροίσον, μη γνωρίζων αυτόν· ο βασιλεύς εν τούτοις τον
+είδεν ορμώντα εναντίον του και έμεινεν αδιαφορών ένεκα της
+παρούσης δυστυχίας του και ουδόλως μεριμνών εάν έπιπτεν υπό τα
+κτυπήματά του. Αλλ' ο υιός του, ο άλαλος εκείνος, εις την
+απειλητικήν θέαν του Πέρσου, καταληφθείς υπό φόβου και θλίψεως,
+εξέβαλε φωνήν και είπεν· «Ω άνθρωπε, μη φονεύσης τον Κροίσον.»
+Αύται ήσαν αι πρώται λέξεις τας οποίας επρόφερε· και απ' εκείνης
+της ώρας ωμίλει μέχρι τέλους του βίου του.
+
+86. Εκυρίευσαν λοιπόν οι Πέρσαι τας Σάρδεις και εζώγρησαν τον
+Κροίσον, όστις, μετά δεκατεσσάρων ετών βασιλείαν και δεκατεσσάρων
+ημερών πολιορκίαν, κατέστρεψεν, ως προείπεν ο χρησμός, μεγάλην
+αρχήν, την ιδίαν εαυτού. Λαβόντες δε αυτόν οι Πέρσαι, τον έφερον
+εις τον Κύρον, όστις διέταξε να σωρεύσωσι μεγάλην πυράν όπου
+ανεβίβασε τον Κροίσον δεδεμένον με πέδας και μετ' αυτού
+δεκατέσσαρας νέους Λυδούς, είτε σκοπεύων να προσφέρη τα ακροθίνια
+ταύτα εις θεότητά τινα (6), είτε διά να εκπληρώση ευχήν τινα,
+είτε, επειδή είχεν ακούσει ότι ο Κροίσος ήτο θεοσεβής, διά να ιδή
+εάν επί της πυράς θεός τις ήθελε τον προφυλάξει από του να καή
+ζων. Όπως και αν έχη το πράγμα, έπραξεν όσα ανέφερα· ο δε Κροίσος,
+τεθείς επί της πυράς, ενθυμήθη με όλα του τα δεινά τον Σόλωνα και
+τους λόγους τους οποίους ούτος, κατ' έμπνευσιν θείαν, τω είχεν
+ειπεί· ότι δηλαδή κανείς άνθρωπος δεν είναι ευδαίμων. Ενθυμηθείς
+ταύτα εστέναξεν, έρρηξε την σιωπήν και επανέλαβε τρις το όνομα του
+Σόλωνος. Ο Κύρος τον ήκουσε και διέταξε τους διερμηνείς του να τον
+ερωτήσωσι ποίον επεκαλείτο· πλησιάσαντες ούτοι τον ηρώτησαν, αλλά
+παρήλθεν αρκετή ώρα πριν αποκριθή. Τέλος, επειδή τον εβίαζον,
+είπεν· «Είναι άνθρωπος του οποίου αι συμβουλαί είναι προτιμότεραι
+εις τους βασιλείς παρά όλα τα πλούτη.» Και επειδή ουδείς ενόησε
+την απόκρισιν ταύτην, εζήτησαν να εξηγηθή· βαρυνθείς δε τας
+επιμόνους ερωτήσεις των, τοις είπεν ότι Αθηναίος τις, ο Σόλων,
+ήλθεν άλλοτε εις τας Σάρδεις, ότι είδεν όλα τα πράγματα, ότι
+περιεφρόνησε τα πλούτη του και ότι προσέθηκε λόγους οίτινες διά
+τον Κροίσον έμελλον να πραγματοποιηθώσιν όπως τους είχεν ειπεί, αν
+και οι λόγος του Αθηναίου δεν απευθύνοντο προς αυτόν ατομικώς αλλά
+προς όλον το ανθρώπινον γένος και ιδίως εις εκείνους οίτινες
+νομίζουσιν εαυτούς ευτυχείς. Διαρκούσης της διηγήσεως ταύτης, η
+πυρά, αναφθείσα ήδη, έκαιεν όλα τα πέριξ, όταν ο Κύρος, εις ον οι
+διερμηνείς ανεκοίνωσαν όσα είπεν ο Κροίσος, μετεμελήθη· εσκέφθη
+ότι άνθρωπος ων έμελλε να παραδώση εις τας φλόγας άνθρωπον ζώντα
+όστις δεν υπήρξε κατώτερος αυτού κατά την ευδαιμονίαν· εφοβήθη
+μήπως η πράξις του αύτη τιμωρηθή· εσκέφθη ότι ουδέν ανθρώπινον
+διαρκές και διέταξε να σβύσωσι τάχιστα την πυράν και να
+καταβιβάσωσι τον Κροίσον και τους μετ' αυτού· αλλ' οι άνθρωποί
+του, με όλας τας προσπαθείας των, δεν ηδυνήθησαν να σταματήσωσι το
+πυρ.
+
+87. Τότε, ως λέγουσιν οι Λυδοί, ο Κροίσος, ιδών ότι ο Κύρος
+μετενόησεν, ότι όλοι κατεγίνοντο να σβέσωσι το πυρ και ότι δεν
+ηδύναντο να το κατορθώσωσιν, επεκαλέσθη την βοήθειαν του
+Απόλλωνος, ικετεύων αυτόν, εάν ποτε τω προσέφερε δώρον ευχάριστον,
+να τον σώση από τον έσχατον εκείνον κύνδυνον. Ταύτα προσευχόμενος
+έκλαιεν. Αίφνης δε, ενώ ο ουρανός ήτο αίθριος και ήρεμος,
+συνεσωρεύθησαν νέφη, θύελλα εξερράγη και έπεσε βροχή ορμητικωτάτη
+ήτις έσβεσε την πυράν. Τότε ο Κύρος ανεγνώρισεν ότι ο Κροίσος ήτο
+άνθρωπος καλός και αγαπητός εις τους θεούς, τον κατεβίβασεν από
+την πυράν και τω είπε· «Κροίσε, ποίος θνητός σε συνεβούλευσε να
+εισβάλης ένοπλος εις την χώραν μου, και να προτιμήσης την έχθραν
+μου; — Ω βασιλεύ, απεκρίθη ο Κροίσος, ταύτα έπραξα διά την ιδικήν
+σου ευτυχίαν και την ιδικήν μου απώλειαν. Ο θεός των Ελλήνων είναι
+αιτία τούτου· αυτός με παρώτρυνε να λάβω τα όπλα, διότι ουδείς
+είναι τόσον άφρων ώστε να προτιμήση τον πόλεμον αντί της ειρήνης.
+Εν ειρήνη, τα τέκνα θάπτουσι τους πατέρας των· εν πολέμω, οι
+πατέρες θάπτουσι τα τέκνα των. Αλλ' ούτως ηθέλησαν οι θεοί, να
+συμβώσιν όσα συνέβησαν.»
+
+88. Ο μεν Κροίσος ταύτα είπεν· ο δε Κύρος, λύσας τα δεσμά του, τον
+εκάθισε πλησίον του και εφέρθη προς αυτόν μετά μεγάλου σεβασμού·
+αυτός ο ίδιος και οι περί αυτόν τον παρετήρουν μετά θαυμασμού. Εν
+τούτοις ο Κροίσος, παραδεδομένος εις τας σκέψεις του, εσιώπα.
+Έπειτα στραφείς είδε τους Πέρσας καταγινομένους να λεηλατώσι την
+πόλιν και ανέκραξεν· «Ω βασιλεύ, πρέπει να σοι είπω ό,τι φρονώ ή
+είναι προτιμότερον να σιωπήσω εις την παρούσαν περίστασιν;»
+Επιτρέψαντος δε του Κύρου να είπη θαρρούντως ό,τι ήθελεν, εκείνος
+ηρώτησε λέγων· «Τι πράττει μετά τόσης σπουδής το πολύ εκείνο
+πλήθος; — Λεηλατεί την πόλιν και αρπάζει τους θησαυρούς σου,
+απεκρίθη ο Κύρος. — Ούτε την πόλιν μου λεηλατεί, ούτε τους
+θησαυρούς μου αρπάζει, διότι ουδέν τούτων μοι ανήκει πλέον·
+λεηλατεί και αρπάζει τα ιδικά σου.»
+
+89. Εκπλαγείς ο Κύρος διά την απόκρισιν ταύτην, απεμάκρυνεν όλους
+και ηθέλησε να μάθη παρά του Κροίσου τι προέβλεπε δι' αυτόν εις
+εκείνα τα οποία συνέβαινον. Ο Κροίσος απεκρίθη· «Αφού οι θεοί με
+παρέδωκαν αιχμάλωτόν σου, νομίζω δίκαιον, εάν βλέπω τι το οποίον
+συ δεν βλέπεις, να σοι το λέγω. Οι Πέρσαι είναι φύσει θρασείς και
+στερούνται χρημάτων. Εάν λοιπόν τους αφήσης να διαρπάζωσι και να
+κρατώσι δι' εαυτούς πλούσια πράγματα, ιδού τι θα ακολουθήση εις
+σε· εκείνον όστις λάβη τα περισσότερα, θα αναγκασθής μετ' ολίγον
+να τον πολεμήσης ως επαναστάτην. Τώρα λοιπόν, εάν σοι αρέσκωσιν αι
+συμβουλαί μου, πράξον ό,τι θα σε είπω· θέσον εις όλας τας πύλας
+φύλακας εκ των δορυφόρων σου οίτινες να λέγωσιν εις όσους
+εξέρχονται βαστάζοντες λάφυρα να αφιερώσι το δέκατον τούτων εις
+τον Δία. Τοιουτοτρόπως και συ δεν θα γίνης μισητός εις αυτούς
+λαμβάνων τα πράγματα διά της βίας, και εκείνοι, αναγνωρίζοντες ότι
+απαιτείς πράγμα δίκαιον, θα υπακούσωσι προθύμως.»
+
+90. Πολύ ευχαριστήθη ο Κύρος ακούων αυτόν, διότι όλαι αι συμβουλαί
+του τω εφάνησαν ορθαί. Παρήγγειλε λοιπόν εις τους φύλακας του να
+εκτελέσωσιν όσα τω είχεν υπαγορεύσει εκείνος και ακολούθως τω
+είπε· «Κροίσε, επειδή εξακολουθείς να ομιλής και να φέρεσαι ως
+βασιλεύς, ζήτησον παρ' εμού ό,τι θέλεις και θα το λάβης αμέσως. —
+Ω δέσποτα, απεκρίθη ο Κροίσος, η μεγαλειτέρα ευεργεσία την οποίαν
+δύνασαι να πράξης προς εμέ είναι να μοι επιτρέψης να στείλω τας
+πέδας ταύτας εις τον θεόν των Ελλήνων, εις εκείνον εκ των θεών τον
+οποίον ετίμησα υπερβαλόντως, και να τον ερωτήσω εάν νομίζη δίκαιον
+να απατά εκείνους οίτινες πράττουσι προς αυτόν καλόν.» Ο Κύρος
+εζήτησε να μάθη διά ποίαν αιτίαν παρεπονείτο και ο Κροίσος τω
+διηγήθη τα σχέδια του και τας αποκρίσεις του μαντείου· τω
+περιέγραψε τα αφιερώματά του και τω είπε πώς, παρακινούμενος υπό
+των προρρήσεων της Πυθίας, απεφάσισε να επιχειρήση πόλεμον κατά
+των Περσών· ετελείωσε δε την διήγησίν του επιμείνας εις την
+επιθυμίαν του να πέμψη εις τον θεόν διά να τον ονειδίση. Τότε ο
+Κύρος, γελάσας είπε· «Και τούτο σοι επιτρέπω, ω Κροίσε, και ει τι
+άλλο ήθελες ζητήσει εις το μέλλον παρ' εμού.» Ταύτα είπεν, ο δε
+Κροίσος άνευ αναβολής έπεμψε Λυδούς εις τους Δελφούς, διατάξας
+αυτούς να κρεμάσωσι τα δεσμά του εις την είσοδον του ναού και να
+ερωτήσωσι τον θεόν εάν δεν ησχύνετο διά τους χρησμούς με τους
+οποίους παρώτρυνε τον Κροίσον να επιχειρήση τον πόλεμον κατά των
+Περσών, επί τη ελπίδι ότι ήθελε καταστρέψει την αρχήν του Κύρου·
+δεικνύοντες δε τας πέδας να τω είπωσιν ότι τοιαύτα ακροθίνια τω
+προσφέρουσι· και τέλος να τον ερωτήσωσιν εάν οι ελληνικοί θεοί
+συνειθίζωσι να ήναι αχάριστοι.
+
+91. Οι Λυδοί έφθασαν εις τους Δελφούς και είπον τα παραγγελθέντα·
+λέγεται δε ότι η Πυθία απεκρίθη εις αυτούς τα ακόλουθα· «Εκείνο το
+οποίον έγραψεν η μοίρα, ούτε θεός δεν δύναται να το αποφύγη. Ο
+Κροίσος απέτισε το έγκλημα του πέμπτου πάππου του όστις, δορυφόρος
+ων των Ηρακλειδών, ηκολούθησε τας συμβουλάς δολίας γυναικός,
+εφόνευσε τον κύριόν του και κατέλαβε θρόνον εις τον οποίον ουδέν
+δικαίωμα είχε. Με όλην δε την επιθυμίαν ην είχεν ο Απόλλων να
+συμβώσιν αι καταστροφαί των Σάρδεων επί του υιού του Κροίσου και
+ουχί επ' αυτού του Κροίσου, δεν ήτο εις την εξουσίαν αυτού του
+θεού να μεταβάλη το πεπρωμένον· παν ό,τι ηδυνήθη να επιτύχη, το
+έπραξε χάριν του Κροίσου. Επί τρία έτη ανεβλήθη η άλωσις των
+Σάρδεων. Ας μάθη όμως ο Κροίσος ότι εγένετο αιχμάλωτος τρία έτη
+μετά τον προσδιωρισμένον υπό της μοίρας χρόνον. Εκτός τούτου, όταν
+η πυρά έμελλε να τον κατακαύση, ο Απόλλων τον εβοήθησεν. Όσον δ'
+αφορά τον δοθέντα χρησμόν, ο Κροίσος έχει άδικον να παραπονήται
+κατ' αυτού, καθότι ο Απόλλων τω προείπεν ότι, εάν επεχείρει
+πόλεμον κατά των Περσών, θα κατέστρεφε μεγάλην αρχήν. Εάν ο
+Κροίσος ήτο φρόνιμος, έπρεπε να πέμψη και εκ δευτέρου διά να
+πληροφορηθή περί ποίας αρχής επρόκειτο, περί της του Κύρου ή της
+ιδικής του. Αλλ' ούτε τον χρησμόν ενόησεν, ούτε εζήτησεν
+εξηγήσεις· ποίον λοιπόν έπρεπε να αιτιάται ειμή εαυτόν; Αλλ' ουδέ
+την απόκρισιν ενόησε του θεού όταν ούτος τω ωμίλησε περί του
+ημιόνου. Ο ημίονος δεν ήτο άλλος ή αυτός ο Κύρος όστις εγεννήθη εκ
+δύο διαφόρων φυλών, εκ μητρός ευγενεστέρας και πατρός κατωτέρου. Η
+μήτηρ ήτο Μηδίς, θυγάτηρ του Αστυάγους, βασιλέως των Μήδων· ο
+πατήρ ήτο Πέρσης και υποτελής των Μήδων· κατώτερος δε ων αυτής υπό
+όλας τας επόψεις, έλαβε γυναίκα την δέσποινάν του.» Τοιαύτη ήτο η
+απόκρισις της Πυθίας, οι δε Λυδοί επιστρέψαντες εις τας Σάρδεις
+ανεκοίνωσαν αυτήν εις τον Κροίσον όστις ακούσας αυτούς επείσθη ότι
+έπταιεν αυτός και ουχί ο θεός.
+
+92. Ταύτα είναι τα αφορώντα την βασιλείαν του Κροίσου και την
+πρώτην υποδούλωσιν των Ιώνων. Υπάρχουσι δε εις την Ελλάδα και άλλα
+πολλά αφιερώματα του βασιλέως τούτου, εκτός εκείνων τα οποία
+εμνημόνευσα. Εις τας Θήβας της Βοιωτίας υπάρχει τρίπους χρυσούς,
+τον οποίον αφιέρωσεν εις τον Ισμήνιον Απόλλωνα· εις την Έφεσον αι
+χρυσαί δαμάλεις και αι πλείσται των στηλών εις τους Δελφούς,
+μεγάλη χρυσή ασπίς εις τον ναόν της Αθηνάς. Όλα ταύτα τα
+αντικείμενα εσώζοντο ακόμη επί των ημερών μου, τα δε άλλα
+κατεστράφησαν. Τα αναθήματα του Κροίσου εις τους Βραγχίδας των
+Μιλησίων, ως ακούω, ήσαν όμοια και ισοβαρή με τα εις τους Δελφούς
+σταλέντα. Ταύτα και εκείνα τα οποία έδωκεν εις τον Αμφιάραον
+προήρχοντο εκ της κληρονομίας του και της ιδίας του περιουσίας, τα
+δε άλλα ήσαν από την περιουσίαν εχθρού τινος όστις, πριν βασιλεύση
+ο Κροίσος, ωργάνωσε στάσιν διά να αναβή εις τον θρόνον των Λυδών ο
+Πανταλέων. Ήτο δε ο Πανταλέων ούτος υιός επίσης του Αλυάττου και
+αδελφός του Κροίσου, αλλ' ουχί ομομήτριος· διότι η μεν μήτηρ του
+Κροίσου ήτο εκ της Καρίας, η δε του Πανταλέοντος εκ της Ιωνίας.
+Αφού δε ο Κροίσος έλαβε την βασιλείαν την οποίαν τω έδωκεν ο πατήρ
+του, κατεδίκασε τον άνθρωπον όστις είχε συνωμόσει εναντίον του να
+αποθάνη δερόμενος υπό γνάθους (7), και επειδή προηγουμένως είχε
+τάξει εις τους θεούς την περιουσίαν αυτού του άνθρωπου, αφιέρωσεν
+αυτήν τοιουτοτρόπως εις τους ναούς τους οποίους ανέφερα. Αλλά περί
+μεν των αναθημάτων αρκούσιν όσα είπομεν.
+
+93. Περίεργα δε πράγματα δεν έχει η Λυδία, ως άλλαι χώραι, διά να
+τα περιγράψη τις ειμή τα ψήγματα του χρυσού τα οποία καταβαίνουσιν
+από τον Τμώλον. Υπάρχει όμως εκεί το μέγιστον των ανθρωπίνων
+έργων, πλην των της Αιγύπτου και της Βαβυλώνος· το μνήμα του
+Αλυάττου, πατρός του Κροίσου. Και η μεν βάσις αυτού είναι
+ωκοδομημένη εκ πετρών μεγάλων, το δε επίλοιπον είναι σωρός
+χώματος. Κατεσκεύασαν αυτό οι έμποροι, οι χειρώνακτες και αι
+πόρναι· εσώζοντο δε ακόμη επί των ημερών μου, εις την κορυφήν του
+μνήματος, πέντε σημεία δεικνύοντα διά σκαλιστών γραμμάτων ποίον
+μέρος εκάστη τάξις είχε κατασκευάσει. Μετρών τις δε ηδύνατο να
+εύρη ότι αι γυναίκες είχον κατασκευάσει το περισσότερον· διότι αι
+κόραι του δήμου των Λυδών πορνεύονται όλαι διά να συνάζωσι προίκας
+μέχρις ου υπανδρευθώσι, και υπανδρεύονται όταν και όπως θέλουσιν.
+Η δε περίμετρος του μνήματος είναι έξ στάδια και δύο πλέθρα, το δε
+πλάτος δεκατρία πλέθρα. Πλησίον του μνημείου υπάρχει μεγάλη λίμνη
+ήτις, ως λέγουσιν οι Λυδοί, δεν ξηραίνεται ποτέ, και ήτις καλείται
+Γυγαία λίμνη. Αλλ' αρκούσιν όσα είπομεν περί του αντικειμένου
+τούτου.
+
+94. Τα δε έθιμα των Λυδών πολύ ομοιάζουσι με τα των Ελλήνων, εκτός
+μόνον ότι οι Λυδοί επιτρέπουσι την πορνείαν εις τα θήλεα τέκνα
+των· είναι δε οι πρώτοι των ανθρώπων, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν,
+οίτινες μετεχειρίσθησαν κεκομμένα χρυσά και αργυρά νομίσματα· οι
+πρώτοι επίσης οίτινες εγένοντο μεταπράται. Αξιούσιν επίσης οι
+Λυδοί ότι αυτοί είναι οι εφευρέται των παιγνιδιών τα οποία σήμερον
+είναι κοινά και εις αυτούς και εις τους Έλληνας, και ότι τα
+εφεύρον κατά την εποχήν καθ' ην έστειλον αποικίαν εις τους
+Τυρρηνούς. Ιδού δε πώς διηγούνται το πράγμα. Επί του βασιλέως
+Άτυος, υιού του Μάνου, μεγάλη σιτοδεία εγένετο εις όλην την
+Λυδίαν· ο λαός, επί τινα μεν χρόνον, υπέμεινε καρτερικώς· κατόπιν
+όμως, επειδή αύτη δεν έπαυεν, εζήτησε θεραπείαν του κακού, και
+έκαστος εμηχανεύθη τι. Τότε εφεύρον τους κύβους, τους αστραγάλους,
+την σφαίραν και όλα τα τοιούτου είδους παιγνίδια, εκτός μόνον των
+πεσσών των οποίων δεν οικειοποιούνται την εφεύρεσιν. Ταύτα
+εφευρόντες, διεσκέδαζον ως ακολούθως κατά της πείνης· την μεν μίαν
+ημέραν όλην έπαιζον, διά να μη σκέπτωνται περί τροφής, την δε
+άλλην διέκοπτον τα παιγνίδια και έτρωγον. Χάρις δε εις το μέσον
+τούτο, δεκαοκτώ έτη παρήλθον· εν τούτοις το κακόν, αντί να παύση,
+ηύξησε. Τότε ο βασιλεύς διήρεσε τον λαόν εις δύο μοίρας, έπειτα
+έρριψε κλήρον ποία να μείνει και ποία να εγκαταλείψη την χώραν,
+κηρύξας εαυτόν αρχηγόν εκείνων οίτινες ήθελον μείνει και καθιστών
+αρχηγόν εκείνων οίτινες ήθελον μεταναστεύσει τον υιόν του
+Τυρρηνόν. Οι τελευταίοι, ούτοι μετέβησαν εις την Σμύρνην,
+εναυπήγησαν πλοία, έθεσαν εντός αυτών πάντα τα αναγκαιούντα διά
+μακρόν ταξείδιον, και έπλευσαν προς αναζήτησιν γης, ήτις να
+ηδύνατο να τους θρέψη. Πολλούς λαούς παρέπλευσαν, επί τέλους δε
+έφθασαν εις τους Ομβρικούς, όπου έκτισαν πόλεις και όπου
+κατοικούσιν ακόμη. Αφήκαν δε το όνομα των Λυδών και έλαβον το του
+υιού του βασιλέως των, όστις τους έφερεν εκεί, και έκτοτε
+καλούνται Τυρρηνοί. Εν τούτοις οι Λυδοί υπεδουλώθησαν από τους
+Πέρσας.
+
+95. Τώρα πρέπει να εξετάσωμεν τι ήτο ο Κύρος όστις κατέστρεψε την
+αρχήν του Κροίσου και πώς οι Πέρσαι εγένοντο κύριοι της Ασίας. Θα
+ακολουθήσω την μέθοδον τινών Περσών οίτινες έγραψαν ουχί με την
+θέλησιν να μεγαλοποιήσωσι τας πράξεις του Κύρου, αλλά να είπωσι
+την αλήθειαν, μολονότι ηξεύρω να εξιστορήσω τα περί του μονάρχου
+τούτου και κατά τρεις άλλους τρόπους. Οι Ασσύριοι εκυβέρνων την
+άνω Ασίαν πεντακόσια είκοσιν έτη (8) ότε πρώτοι οι Μήδοι
+επανεστάτησαν κατ' αυτών· πολεμήσαντες δε τους Ασσυρίους διά να
+ανακτήσωσι την ελευθερίαν των, εφάνησαν ανδρείοι, απετίναξαν τον
+ζυγόν και ηλευθερώθησαν. Μετ' αυτούς ηκολούθησαν το παράδειγμά των
+και τα άλλα έθνη.
+
+96. Αφού δε όλοι οι ηπειρώται εγένοντο αυτόνομοι, περιέπεσαν πάλιν
+εις τυραννίδας ως ακολούθως. Μεταξύ των Μήδων έζη άνθρωπός τις
+σοφός καλούμενος Δηιόκης και ήτο υιός του Φραόρτου· αυτός ο
+Δηιόκης, επιθυμήσας τυραννίδα, έπραξε τα εξής. Ο Μηδικός πληθυσμός
+ήτο τότε διανενεμημένος κατά κώμας· αυτός δε, ήδη αρκετά σεβαστός
+εις την ιδικήν του, τότε με περισσοτέραν προθυμίαν εζήτει να
+φαίνεται δίκαιος. Όταν εφήρμοσε το σχέδιον τούτο, πολλαί ανομίαι
+επράττοντο εις όλην την Μηδίαν, και δεν ηγνόει ότι το άδικον είναι
+πολέμιον του δικαίου. Οι Μήδοι της κώμης του, βλέποντες τους
+τρόπους του, τον εξέλεξαν ως δικαστήν, αυτός δε, μη λησμονών την
+ηγεμονίαν, εδεικνύοτε δίκαιος και ευθύς. Διά της διαγωγής δε
+ταύτης τόσον είλκυσε τον σεβασμόν των συμπολιτών του, ώστε και των
+άλλων κωμών οι κάτοικοι, βλέποντες ότι ο Δηιόκης ήτο ο μόνος
+άνθρωπος όστις εδίκαζε δικαίως και ενθυμούμενοι πόσα υπέφερον έως
+τότε εκ των αδίκων αποφάσεων, συνέρρεον προθύμως εις τον Δηιόκην
+διά να κριθώσι παρ' αυτού, και επί τέλους εις ουδενός άλλου
+αποφάσεις υπετάσσοντο.
+
+97. Το πλήθος των συντρεχόντων εις αυτόν δεν έπαυεν αυξάνον, διότι
+ενόουν ότι εκείνος μόνον ηδύνατο να δώση έν τέλος εις τας
+υποθέσεις των· τότε ο Δηιόκης ανεγνώρισεν ότι παρ' αυτού εξηρτάτο
+το παν, και δεν ήθελε πλέον να καθίζη εις το μέρος όπου μέχρι τότε
+καθίζων εδίκαζεν, αλλ' είπεν ότι δεν θα δικάση εις το εξής,
+προφασιζόμενος ότι δικάζων δι' όλης της ημέρας τας ξένας υποθέσεις
+παρημέλει τας ιδίας εαυτού. Όθεν απ' εκείνης της στιγμής αι
+αρπαγαί και αι ανομίαι ηύξησαν εις τας κώμας πολύ περισσότερον ή
+πρότερον· τότε οι Μήδοι συνηθροίσθησαν και συνεσκέφθησαν περί της
+παρούσης καταστάσεως των πραγμάτων, ως υποθέτω δε εγώ,
+περισσότερον ωμίλησαν οι φίλοι του Δηιόκου. «Μας είναι αδύνατον,
+έλεγον, με το παρόν πολίτευμα το οποίον έχομεν, να κατοικήσωμεν
+περισσότερον την χώραν· ας εκλέξωμεν λοιπόν βασιλέα· τοιουτοτρόπως
+δε και η χώρα θα ευνομηθή και ημείς θα δυνάμεθα να ασχολώμεθα εις
+τα έργα μας και δεν θα γίνωμεν ανάστατοι υπό της ανομίας.» Διά
+τοιούτων δε λόγων τους έπεισαν να εκλέξωσι βασιλέα.
+
+98. Αμέσως ετέθη τα ζήτημα ποίον να ονομάσωσι βασιλέα, και παρ'
+όλων επροτάθη και επηνέθη ο Δηιόκης· συνεφώνησαν λοιπόν να τον
+λάβωσιν ως βασιλέα. Τότε ο Δηιόκης εζήτησε να τω κτίσωσιν οίκημα
+άξιον της βασιλείας και να κρατύνωσι την εξουσίαν του με
+δορυφόρους. Οι δε Μήδοι έπραξαν όσα εζήτησε· τω έκτισαν ανάκτορον
+μέγα και ισχυρόν εις το μέρος της χώρας όπερ εφαίνετο εις αυτόν
+κατάλληλον, και τω επέτρεψαν να εκλέξη από όλους τους Μήδους και
+να συγκροτήση σώμα δορυφόρων. Αφού δε εκείνος περιεβλήθη με
+απόλυτον εξουσίαν, ηνάγκασε τους Μήδους να κτίσωσι μίαν πόλιν, και
+εις ταύτην προσκολλώμενοι να φροντίζωσιν ολιγώτερον διά τας άλλας.
+Αι διαταγαί του εξετελέσθησαν ακριβώς· ο λαός έκτισε τα μεγάλα και
+ισχυρά τείχη τα οποία σήμερον καλούνται Εκβάτανα και τα οποία
+είναι πολλοί κύκλοι, ο είς εντός του άλλου. Η διάταξις αύτη των
+τειχών επετεύχθη ως εκ της κλίσεως του εδάφους· ο είς κύκλος δεν
+είναι υψηλότερος του άλλου ειμή κατά τους προμαχώνας. Εκείνο δε
+εις το οποίον ο Δηιόκης επετηδεύθη περισσότερον είναι ότι, όντων
+των κύκλων επτά, εφρόντισε να περικλείση εις τον τελευταίον το
+ανάκτορον και τους θησαυρούς του. Ο δε μέγιστος τούτων κύκλος έχει
+την αυτήν περιφέρειαν όσην και ο των Αθηνών. Οι προμαχώνες του
+πρώτου κύκλου είναι εκ λίθων λευκών, οι του δευτέρου εκ λίθων
+μαύρων, οι του τρίτου έχουσι χρώμα πορφυρούν, οι του τετάρτου
+κυανούν και οι του πέμπτου ερυθρόν ανοικτόν. Τοιουτοτρόπως όλων
+των κύκλων οι προμαχώνες είναι βεβαμμένοι με έν χρώμα, εκτός των
+δύο τελευταίων οίτινες έχουσι τους προμαχώνας των ο μεν επάργυρους
+ο δε επίχρυσους.
+
+99. Ταύτα λοιπόν τα τείχη έκτισεν ο Δηιόκης διά την ιδίαν εαυτού
+ασφάλειαν και διά να περικλείση το ανάκτορόν του, έπειτα δε
+διέταξε τον λαόν να εγκατασταθή πέριξ του τείχους. Αφού εκτίσθησαν
+όλα, πρώτος ο Δηιόκης επέβαλε την εθιμοταξίαν να μη εισέρχεται
+κανείς εις τον βασιλέα, αλλά να τον ερωτώσι διά διαγγελέων. Ουδείς
+ηδύνατο να ίδη τον βασιλέα· το γελάν ή το πτύειν έμπροσθεν αυτού ή
+έμπροσθεν παντός άλλου εθεωρήθη ως αισχρόν. Εσύστησε δε την
+σοβαράν ταύτην τάξιν περί εαυτόν ίνα μη, συναναστρεφόμενοι αυτόν,
+συνωμόσωσιν εναντίον του εκ ζηλοτυπίας οι άλλοτε μετ' αυτού
+συζήσαντες συνηλικιώται του και ουδόλως υποδεέστεροι κατά την
+καταγωγήν ή τα λοιπά προτερήματα, αλλ' εξεναντίας, μη βλέποντες
+αυτόν, να τον θεωρώσιν ως άλλης φύσεως άνθρωπον.
+
+100. Τεθείσης της τάξεως ταύτης και ισχυροποιηθείσης της εξουσίας
+του, εγένετο αυστηρός τηρητής της δικαιοσύνης. Τω απέτεινον
+αναφοράς εγγράφους, αυτός δε απέστελλεν εγγράφως τας αποφάσεις
+του. Και ταύτα μεν έπραττεν όσον αφορά τας δίκας· περί όλων δε των
+λοιπών είχε λάβει συνετά μέτρα. Άμα εμάνθανεν ότι επράττετο
+αδίκημα παρά τινος, προσήγεν αυτόν αμέσως και τον ετιμώρει
+αναλόγως του αδικήματος όπερ είχε πράξει. Είχε δε προς τούτοις εις
+όλην την χώραν, εφ' ης ήρχε κατασκόπους και ωτακουστάς.
+
+101. Εν τούτοις ο Δηιόκης περιωρίσθη να ενώση εις έν όλον το
+Μηδικόν έθνος και να διοική αυτό· ιδού δε ποία είναι τα ονόματα
+των φυλών· Βουσαί, Παραιτακηνοί, Στρούχατες, Αριζαντοί, Βούδιοι,
+Μάγοι. Και τα μεν γένη των Μήδων τόσα είναι.
+
+102. Ο δε Δηιόκης εγέννησεν υιόν τον Φραόρτην όστις, αφού ο πατήρ
+του εβασίλευσε πεντήκοντα τρία έτη και απέθανε, παρέλαβε την
+βασιλείαν. Αναβάς δε εις τον θρόνον, δεν ηρκέσθη να βασιλεύη μόνον
+επί των Μήδων, αλλ' επολέμησε πρώτους τους Πέρσας και τους
+υπέταξεν εις τους Μήδους. Έπειτα, έχων τας δυνάμεις των δύο τούτων
+ισχυρών εθνών, κατέστρεψε την Ασίαν, μεταβαίνων από μιας χώρας εις
+άλλην μέχρις ου εισήλθεν εις τους Ασσυρίους εκείνους οίτινες
+άλλοτε, κύριοι όντες της Νίνου, είχον εξουσιάσει όλην την άνω
+Ασίαν. Κατ' εκείνον όμως τον καιρόν ευρίσκοντο ούτοι μεμονωμένοι,
+οι δε υποτελείς των, αποστατήσαντες, εχωρίσθησαν από αυτούς· πλην
+κατά τα άλλα ήσαν εις καλήν κατάστασιν, και ο Φραόρτης, πολεμών
+αυτούς, και αυτός απώλετο αφού εβασίλευσεν είκοσι δύο έτη, και το
+πλείστον μέρος του στρατεύματός του.
+
+103. Τον Φραόρτην διεδέχθη ο Κυαξάρης, υιός του Φραόρτου και
+εγγονός του Δηιόκου, όστις, ως λέγουσιν, εφάνη πολεμικώτερος των
+προγόνων του. Αυτός πρώτος διήρεσε τα ασιατικά στρατεύματα εις
+διάφορα σώματα, χωρίσας τους λογχοφόρους από τους τοξότας και τους
+ιππείς, οίτινες πρότερον ήσαν όλοι αναμεμιγμένοι. Αυτός επολέμησε
+τους Λυδούς ότε, ενώ επολέμουν, η ημέρα εγένετο νυξ, και
+καθυπέταξεν όλην την άνω Ασίαν μέχρι του Άλυος ποταμού.
+Συναθροίσας δε στρατεύματα εξ όλων των υπ' αυτόν χωρών, εστράτευσι
+κατά της Νίνου, απόφασιν έχων να εκδικηθή τον πατέρα του
+καταστρέφων την πόλιν εκείνην. Ενώ δε ενίκησε τους Ασσυρίους και
+περιεκύκλωσε την πόλιν, ήλθεν εις την Ασίαν πολύ στράτευμα Σκυθών
+οδηγούμενον υπό του βασιλέως αυτών Μαδύου, υιού του Πρωτοθύου·
+εισήλθον δε οι Σκύθαι ούτοι εις την Μηδικήν χώραν καταδιώκοντες
+τους Κιμμερίους τους οποίους είχον διώξει από την Ευρώπην.
+
+104. Από δε την Μαιώτιδα λίμνην μέχρι του Φάσιδος ποταμού της
+Κολχίδος είναι τριάκοντα ημερών οδός δι' ένα καλόν πεζοδρόμον· εκ
+δε της Κολχίδος εις την Μηδίαν η απόστασις είναι ολίγη, διότι
+μεταξύ των δύο τούτων χωρών έν μόνον έθνος ευρίσκεται, οι
+Σάσπειρες. Από αυτούς άμα εξέλθη τις εισέρχεται εις τους Μήδους.
+Οι Σκύθαι εν τούτοις δεν εισήλθον εκ τούτου του μέρους, αλλά δι'
+άλλης οδού πολύ μακροτέρας, έχοντες εις τα δεξιά τον Καύκασον. Εις
+τους πρόποδας των ορέων συνεπλάκησαν οι Σκύθαι και οι Μήδοι, ούτοι
+δε ηττήθησαν και απώλεσαν την ηγεμονίαν της Ασίας, την οποίαν
+κατέλαβον οι Σκύθαι.
+
+105. Ακολούθως επορεύθησαν προς την Αίγυπτον, και είχον ήδη
+εισέλθει εις την Συριακήν Παλαιστίνην, ότε ο βασιλεύς της Αιγύπτου
+Ψαμμίτιχος, ελθών εις απάντησίν των, τους έπεισε διά παρακλήσεων
+και δώρων να μη προχωρήσωσι περισσοτέρων αλλά να αναχωρήσωσιν.
+Εμακρύνθησαν λοιπόν και έφθασαν εις την πόλιν της Συρίας Ασκάλωνα.
+Ενώ δε οι περισσότεροι Σκύθαι διήλθον χωρίς να προξενήσωσιν ουδέ
+την παραμικράν βλάβην, ολίγοι τινές αυτών, μείναντες οπίσω,
+εσύλησαν διαβαίνοντες τον ναόν της ουρανίας Αφροδίτης. Είναι δε ο
+ναός ούτος, όπως εξετάσας έμαθον, ο αρχαιότατος από όλους τους
+ναούς όσους έχει η θεά αύτη· διότι ο μεν της Κύπρου εκτίσθη κατά
+το σχέδιον αυτού, ως λέγουσιν οι ίδιοι Κύπριοι· ο δε των Κυθήρων
+εκτίσθη από τους εκ του μέρους τούτου της Συρίας ελθόντας
+Φοίνικας. Εις εκείνους δε τους Σκύθας οίτινες εσύλησαν τον εν τη
+Ασκάλωνι ναόν, έρριψεν η θεά και εις αυτούς και εις τους απογόνους
+των γυναικείαν ασθένειαν. Οι Σκύθαι δεν κρύπτουσι την καταγωγήν
+της ασθενείας ταύτης, όσοι δε επισκέπτονται την χώραν των βλέπουσι
+τι πάσχουσιν οι εκεί καλούμενοι Εναρείς.
+
+106. Επί εικοσιοκτώ έτη οι Σκύθαι ήσαν κύριοι της Ασίας, διά δε
+της θρασύτητός των και της αμαθείας των είχον αναστατώσει τα
+πάντα· διότι, εκτός των φόρων, απήτουν παρ' έκαστου ό,τι τοις
+εφαίνετο εύλογον να απαιτώσι, και προς τούτοις, περιτρέχοντες
+ακαταπαύστως εδώ και εκεί, ήρπαζον ό,τι εύρισκον. Τέλος ο Κυαξάρης
+και οι Μήδοι προσκαλέσαντες τους περισσοτέρους, τους εμέθυσαν και
+τους εθανάτωσαν. Τοιουτοτρόπως δε ανέλαβον πάλιν την ηγεμονίαν οι
+Μήδοι, ανέκτησαν τας αυτάς επαρχίας όσας είχον πρότερον και
+εκυρίευσαν την Νίνον (πώς δε την εκυρίευσαν, θα διηγηθώ εις άλλο
+βιβλίον)· τέλος υπέταξαν όλους τους Ασσυρίους, πλην του μέρους της
+Βαβυλώνος. Μετά τα συμβάντα δε ταύτα απέθανεν ο Κυαξάρης
+βασιλεύσας έτη τεσσαράκοντα, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου
+της Σκυθικής δυναστείας.
+
+107. Διεδέχθη δε την βασιλείαν ο υιός του Αστυάγης, όστις εγέννησε
+θυγατέρα την οποίαν ωνόμασε Μανδάνην. Κοιμώμενος δέ ποτε ο
+Αστυάγης είδεν εις τον ύπνον του ότι η Μανδάνη αύτη ούρησε τόσον
+αφθόνως ώστε ου μόνον εγέμισε την πόλιν, αλλά κατέκλυσε και την
+Ασίαν ολόκληρον. Διηγήθη δε το όνειρον τούτο εις τους μάγους
+οίτινες εξηγούσι τα όνειρα και εφοβήθη διά την εξήγησιν την οποίαν
+τω έδωκαν. Επομένως, όταν η Μανδάνη έφθασεν εις γάμου ηλικίαν, δεν
+ηθέλησε να την υπανδρεύση με Μήδον τινα άξιον να συγγενεύση μετ'
+αυτού, αλλ' ενθυμούμενος το όνειρον, την υπάνδρευσε μέ τινα Πέρσην
+ονόματι Καμβύσην τον οποίον εύρισκεν ότι ήτο από καλήν
+οικογένειαν, χαρακτήρος ηπίου και πολύ κατώτερος από Μήδον μεσαίας
+τάξεως.
+
+108. Κατά το πρώτον έτος του γάμου του Καμβύσου και της Μανδάνης,
+ο Αστυάγης είδεν άλλο όνειρον· τω εφάνη ότι εκ του αιδοίου της
+θυγατρός του εφύτρωσεν άμπελος και ότι η άμπελος αύτη εξετάθη εφ'
+όλης της Ασίας. Αφού δε ηρώτησε και περί του ονείρου τούτου τους
+εξηγητάς, έπεμψεν εις την Περσίαν και έφερε την θυγατέρα του ήτις
+επλησίαζε να γεννήση. Ελθούσαν δε την εφύλαττε θέλων να διαφθείρη
+το γεννηθησόμενον εξ αυτής, διότι εκ του ονείρου εκείνου εξήγαγον
+οι μάγοι ότι το παιδίον της θυγατρός του έμελλε να βασιλεύση αντ'
+αυτού. Ο δε Αστυάγης, διά να αποφύγη το δυστύχημα τούτο, άμα
+εγεννήθη ο Κύρος εκάλεσε τον Άρπαγον, άνθρωπον συγγενή του και
+μάλλον πιστόν από όλους τους άλλους Μήδους, έτι δε και επίτροπον
+πάντων των κτημάτων του, και τω είπε τα ακόλουθα· «Άρπαγε, μη
+αμελήσης την υπόθεσιν την οποίαν θα σοι αναθέσω· μη με προδώσης
+και φοβού μήπως καταστρέψης τον εαυτόν σου εάν προτιμήσης άλλον·
+λάβε το παιδίον το οποίον εγέννησεν η Μανδάνη, φέρε το εις την
+οικίαν σου και φόνευσον αυτό. Έπειτα θάψε το όπως θέλεις.» Ο δε
+Άρπαγος απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, ου μόνον μέχρι τούδε δεν είδες εις
+εμέ αχαριστίαν τινά, αλλά και εις το μέλλον θα προσέχω να μη
+πταίσω προς σε. Εάν λοιπόν σοι ήναι ευάρεστον να γίνη ούτω το
+πράγμα, το καθήκον μου είναι να υπακούσω προθύμως.»
+
+109. Ταύτα ειπών έλαβε το παιδίον κεκοσμημένον διά τον θάνατον,
+και κλαίων επορεύετο εις την οικίαν του. Εισελθών δε διηγήθη εις
+την γυναίκα του όλα όσα τω είχεν ειπεί ο Αστυάγης. «Τώρα, ηρώτησεν
+εκείνη, ποίος είναι ο στοχασμός σου; τι σκοπεύεις να πράξης;» Ο δε
+απεκρίθη· «Όχι εκείνο το οποίον με διέταξεν ο Αστυάγης· έστω και
+αν παραφρονήση ή εκμανή περισσότερον, εγώ δεν θα συμμερισθώ την
+γνώμην του ούτε θα τον υπηρετήσω εις τοιούτον φόνον. Διά πολλάς
+αιτίας, δεν θα φονεύσω εγώ το παιδίον, πρώτον μεν διότι είναι εκ
+του αίματός μου και δεύτερον διότι ο Αστυάγης είναι γέρων και δεν
+έχει άρρενας απογόνους. Εάν αποθάνη, και η θυγάτηρ του διαδεχθή
+την βασιλείαν, η θυγάτηρ αύτη της οποίας θέλει σήμερον να φονεύσω
+τον υιόν, εις ποίους κινδύνους θα ευρεθώ εκτεθειμένος; Εν τούτοις,
+διά την ασφάλειάν μου, είναι μεν ανάγκη να φονευθή το παιδίον,
+αλλ' ο φονεύς ας ήναι εκ των ανθρώπων του Αστυάγους και ουχί εκ
+των ιδικών μου.»
+
+110. Αφού ωμίλησεν ούτω έπεμψεν άνθρωπον προς ένα των βουκόλων του
+Αστυάγους, καλούμενον Μιτραδάτην, τον οποίον ήξευρεν ότι είχε
+νομάς αρμοδιωτάτας προς εκτέλεσιν του σχεδίου τούτου και όρη
+γέμοντα αγρίων θηρίων. Ο άνθρωπος εκείνος είχε νυμφευθή μίαν
+συνδούλην του ήτις ωνομάζετο ελληνιστί μεν Κυνώ μηδιστί δε Σπακώ,
+διότι την κύνα οι Μηδοί καλούσι σπάκα. Οι δε πρόποδες των ορέων,
+όπου τότε ο βουκόλος εκείνος έβοσκε τους βόας του, εκτείνονται
+προς βορράν των Εκβατάνων και προς τον Εύξεινον πόντον. Εκεί, από
+το μέρος των Σασπείρων, η Μηδική χώρα είναι υψηλή, ορεινή και
+δασώδης, το δε λοιπόν μέρος είναι πεδινόν. Ότε λοιπόν ο υπό του
+απεσταλμένου προσκληθείς βουκόλος έφθασε κατεσπευσμένως, ο Άρπαγος
+τω είπεν· «Ο Αστυάγης σε διατάττει να λάβης το παιδίον τούτο και
+να το εκθέσης εις το μάλλον έρημον μέρος των ορέων διά να απολεσθή
+ταχέως. Με παρήγγειλε δε να σου είπω και τα εξής· εάν δεν το
+φονεύσης, αλλά προσπαθήσης να το σώσης, σε περιμένει σκληροτάτη
+τιμωρία. Εγώ διετάχθην να ίδω εάν θα το ρίψης.»
+
+111. Ο βουκόλος, αφού ήκουσε τους λόγους τούτους, έλαβε το
+παιδίον, επέστρεψεν οίκαδε και έφθασεν εις την έπαυλιν. Η γυνή
+του, ήτις περιέμενεν από ημέρας εις ημέραν να γεννήση, εγέννησε
+κατά τύχην τότε ότε ο βουκόλος ήτο εις την πόλιν. Ήσαν λοιπόν και
+οι δύο εις μεγάλην φροντίδα περί αλλήλων, ο μεν ανησυχών διά τον
+τοκετόν της γυναικός του, η δε ανησυχούσα διότι ο Άρπαγος έστειλε
+και εζήτησε τον άνδρα της, πράγμα ασύνηθες. Άμα δε ούτος
+επέστρεψεν, η γυνή, ιδούσα αυτόν σχεδόν ανελπίστως, τον ηρώτησε
+πρώτη διά ποίαν αιτίαν ο Άρπαγος τον εζήτησε με τόσην βίαν.
+Εκείνος δε απεκρίθη· «Ω γύναι, εκείνο το οποίον είδα και ήκουσα
+εις την πόλιν, είθε να μη συνέβαινεν εις τους δεσπότας μας ! Όλος
+ο οίκος του Αρπάγου ήτο πλήρης κλαυθμών, εγώ δε εισήλθον
+εκπεπληγμένος. Άμα εισήλθον, είδον παιδίον κειτόμενον χαμαί,
+ασπαίρον και φωνάζον· ήτο εστολισμένον με χρυσά και εφόρει ένδυμα
+ποικιλοχρώματον. Ο Άρπαγος με είδε, με διέταξε να λάβω αμέσως το
+παιδίον, να αναχωρήσω κρατών αυτό και να το εκθέσω εις το μάλλον
+συχναζόμενον υπό των θηρίων μέρος των ορέων μας, λέγων ότι ο
+Αστυάγης διέταττε τούτο και προσθέτων τρομεράς απειλάς εάν δεν
+υπακούσω. Έλαβον λοιπόν το παιδίον και το έφερον, υποθέτων ότι θα
+ήτο υπηρέτου τινός, διότι ποτέ δεν θα ηδυνάμην να εικάσω τίνος
+ήτο. Ηπόρουν όμως διά τα τόσα χρυσά του κοσμήματα, διά την ωραίαν
+εσθήτα του και διά το μέγα πένθος εις το οποίον έβλεπον την οικίαν
+του Αρπάγου. Καθ' οδόν έμαθον τα πάντα· ο άνθρωπος όστις με έφερεν
+έξω της πόλεως και όστις μοι παρέδωκε το παιδίον, με είπεν ότι ήτο
+υιός της Μανδάνης, θυγατρός του Αστυάγους, και του Καμβύσου, υιού
+του Κύρου. Ο Αστυάγης διατάττει να το φονεύσωμεν, και ιδού αυτό.»
+
+112. Τελειόνων τας λέξεις ταύτας ο βουκόλος απεκάλυψε και έδειξε
+το παιδίον εις την γυναίκα· αύτη δε, επειδή είδεν ότι ήτο ευτραφές
+και ωραίον, ήρχισε να κλαίη, και περιπτυχθείσα τα γόνατα του
+ανδρός της, τον παρεκάλεσε να μη το εκθέση κατ' ουδένα τρόπον.
+Αλλ' εκείνος είπεν ότι δεν ηδύνατο να πράξη άλλως, ότι κατάσκοποι
+του Αρπάγου θα έλθωσι να παρατηρήσωσι, και ότι ελεεινός θάνατος
+τον περιέμενεν εάν παρέβαινε την υπόσχεσίν του. Η δε γυνή, επειδή
+δεν ηδύνατο να τον πείση, επέμεινε και επανέλαβεν· «Αφού δεν
+ειμπορώ να σε πείσω να μη το ρίψης, και είναι απόλυτος ανάγκη να
+το ίδωσιν ερριμμένον, πράξε το εξής. Ως βλέπεις εγέννησα και εγώ,
+αλλ' εγέννησα παιδίον νεκρόν· λάβε λοιπόν αυτό, ρίψε το, και
+έπειτα ας αναθρέψωμεν τον υιόν της θυγατρός του Αστυάγους ως να
+ήτο ιδικός μας. Τοιουτοτρόπως δε και συ δεν θα φανής ότι αδικείς
+τους κυρίους μας ούτε τα συμφέροντά μας θα βλαφθώσι διά της
+αποφάσεως ταύτης, διότι και το νεκρόν παιδίον μας θα τύχη
+βασιλικής ταφής και εκείνο το οποίον μένει δεν θα αποθάνη.»
+
+113. Ο βουκόλος εσκέφθη ότι η γυνή του ωμίλει φρονίμως προς την
+παρούσαν περίστασιν, και συνεμορφώθη αμέσως με τας συμβουλάς της.
+Παραδώσας εις την γυναίκα του το παιδίον το οποίον είχε φέρει διά
+να το θανατώση και λαβών το ιδικόν του το οποίον ήτο νεκρόν, το
+έθεσεν εις το κάνιστρον όπου ήτο το πρώτον, το εκόσμησε με όλα τα
+κοσμήματα του άλλου παιδίου και φέρων το απέθεσεν εις το
+ερημότατον μέρος των ορέων. Μετά τρεις δε ημέρας, ο βουκόλος
+ανεχώρησε διά την πόλιν, αφήσας να το φυλάττη είς των συντρόφων
+του, ήλθεν εις τον οίκον του Αρπάγου και τω είπεν ότι ήτο έτοιμος
+να δείξη το πτώμα του παιδίου. Έπεμψε τότε ο Αρπαγος τους
+πιστοτάτους των δορυφόρων του, εβεβαιώθη δι' αυτών περί του
+πράγματος, και έθαψε τον υιόν του βουκόλου. Και ούτος μεν
+ενταφιάσθη, ο δε άλλος, όστις βραδύτερον ωνομάσθη Κύρος, ανετράφη
+υπό της γυναικός του βουκόλου ήτις τον ωνόμαζεν άλλως και όχι
+Κύρον.
+
+114. Όταν το παιδίον έφθασε το δέκατον έτος της ηλικίας του,
+συνέβη εις αυτό το ακόλουθον γεγονός το οποίον απεκάλυψεν εκ ποίων
+γονέων ήτο. Εις το χωρίον όπου ήσαν οι σταύλοι των βοών, έπαιζεν
+εν μέσω της οδού με άλλους παίδας συνηλικιώτας του. Τα παιδία,
+παίζοντα, εξελέξαντο βασιλέα τον καλούμενον υιόν του βουκόλου·
+τότε αυτός διέταξε τους μεν να τω κτίσωσιν ανάκτορον, τους δε να
+γίνωσι δορυφόροι του· τον μεν διώρισεν οφθαλμόν του βασιλέως, εις
+τον δε απένειμε το αξίωμα να φέρη τας αγγελίας, και εν συντόμω ο
+καθείς έλαβεν έν υπούργημα. Μεταξύ όμως των παιδίων τα οποία
+συνείθιζον να παίζωσιν ομού ευρίσκετο και ο υιός του Αρτεμβάρους,
+ανδρός επισήμου μεταξύ των Περσών, όστις δεν εξετέλεσεν εκείνο το
+οποίον είχε διατάξει ο Κύρος. Τότε ο Κύρος διέταξε τα άλλα παιδία
+να τον συλλάβωσι· τα παιδία υπήκουσαν και ο υιός του Αρτεμβάρους
+εμαστιγώθη απηνώς. Αλλ' άμα απηλλάγη από τας χείρας των, αγανακτών
+δι' όσα είχε πάθει και οργής έμπλεως, έδραμεν εις την πόλιν προς
+τον πατέρα του και παρεπονέθη δι' όσα επαθεν ουχί υπό του Κύρου
+(διότι το όνομα τούτο δεν υπήρχεν ακόμη) αλλ' υπό του υιού του
+βουκόλου του Αστυάγους. Μανιώδης ο Αρτεμβάρης μετέβη μετά του υιού
+του προς τον Αστυάγη, τω διηγήθη την ύβριν ην υπέστη, και δεικνύων
+εις αυτόν τους ώμους του παιδίου, έκραξεν·
+
+«Ω βασιλεύ, ο δούλος σου, ο υιός του βουκόλου σου, μας ύβρισε κατ'
+αυτόν τον τρόπον.»
+
+115. Ο Αστυάγης, ακούσας και ιδών, απεφάσισε να εκδικήση το
+παιδίον χάριν της υπολήψεως του Αρτεμβάρους· προσεκάλεσε λοιπόν
+τον βουκόλον και τον υιόν του. Άμα δε παρουσιάσθησαν και οι δύο, ο
+Αστυάγης, ατενίσας προς τον Κύρον, τω είπε· «Συ λοιπόν, υιός
+τοιούτου άνθρωπου, ετόλμησες να φερθής τόσον αυθαδώς προς τον υιόν
+τούτου όστις είναι μεταξύ των πρώτων οίτινες με πλησιάζουσιν;» Ο
+δε Κύρος απεκρίθη· «Δέσποτα, έπραξα συμφώνως με το δίκαιον· τα
+παιδία του χωρίου, μεταξύ των οποίων ήτο και αυτός, παίζοντα, με
+εξέλεξαν βασιλέα, διότι τοις εφάνην ο μάλλον επιτήδειος διά να
+τους διοικήσω. Και τα άλλα μεν παιδία εξετέλουν τα διαταττόμενα,
+ούτος δε εξ εναντίας δεν υπήκουε και περιεφρόνει τας διαταγάς μου,
+τούτου δε ένεκα ετιμωρήθη. Εάν λοιπόν διά τούτο είμαι άξιος
+τιμωρίας, ιδού εγώ.»
+
+116. Ενώ το παιδίον έλεγε ταύτα, ο Αστυάγης το ανεγνώρισεν· εύρεν
+εις τους χαρακτήρας του προσώπου του την ιδίαν εαυτού ομοιότητα,
+εις την απόκρισίν του ετοιμότητα ανδρός ελευθέρου, εις την ηλικίαν
+του εντελή συμφωνίαν με τον χρόνον της εκθέσεως. Εκπλαγείς δι όλα
+αυτά, έμεινεν επί τινας στιγμάς άφωνος· έπειτα, συνελθών εις
+εαυτόν μετά τινος δυσκολίας, και θέλων να απομακρύνη τον Αρτεμβάρη
+διά να εξετάση τον βουκόλον μόνος προ μόνον· «Αρτεμβάρη, είπε, θα
+πράξω ώστε και συ και ο υιός σου να μείνετε ευχαριστημένοι.»
+Απέπεμψε λοιπόν τον Αρτεμβάρη, και αφ' ενός μεν οι υπηρέται, κατά
+τας διαταγάς του, έλαβον τον Κύρον εις τα ένδον του ανακτόρου.
+Όταν δε έμεινε μόνος μετά του βουκόλου, ο Αστυάγης τον ηρώτησε
+πόθεν έλαβε το παιδίον εκείνο και ποίος το παρέδωκεν εις αυτόν. Ο
+βουκόλος εβεβαίωσεν ότι ήτο ιδικόν του, και ότι η μήτηρ ήτις το
+εγέννησεν έζη ακόμη εις την οικίαν του. Ο δε Αστυάγης επανέλαβεν
+ότι δεν ήθελε το συμφέρον του, αλλ' ότι επεθύμει να βασανισθή.
+Συγχρόνως δε με τας λέξεις ταύτας ένευσεν εις τους δορυφόρους να
+τον συλλάβωσι. Φερόμενος εις τας βασάνους ο βουκόλος ωμολόγησε την
+αλήθειαν, και αρχίσας την διήγησιν απ' αρχής, είπε τα πάντα, χωρίς
+να κρύψη τίποτε. Τέλος δε ικέτευσε και εζήτησε να τω δοθή χάρις.
+
+117. Μετά τας αποκαλύψεις του βουκόλου ο Αστυάγης δεν εφρόντισε
+πλέον περί αυτού, αλλ' η οργή του εστράφη κατά του Αρπάγου και
+διέταξε τους δορυφόρους του να τον φέρωσιν. Όταν δε ο Άρπαγος
+ενεφανίσθη ενώπιον του, τω είπεν· «Άρπαγε, τίνι τρόπω εθανάτωσες
+το παιδίον το οποίον σοι παρέδωκα, τον υιόν τον οποίον εγέννησεν η
+θυγάτηρ μου;» Ο δε Άρπαγος, ιδών εις το ανάκτορον τον βουκόλον,
+δεν ετράπη την οδόν του ψεύδους, διά να μη εξελεγχθή
+ανακρινόμενος, αλλ' απεκρίθη ως εξής·» ω βασιλεύ, όταν έλαβον το
+παιδίον, εσκέφθην πώς να εκτελέσω το σχέδιόν σου και πώς, χωρίς να
+προσκρούσω εις σε, να απαλλαγώ της ευθύνης από του να καταστώ
+ένοχος φόνου προς την θυγατέρα σου και προς σε. Έπραξα λοιπόν το
+εξής, προσεκάλεσα τον βουκόλον, τω παρέδωκα το παιδίον και τω
+είπον ότι συ διέταξες να το φονεύση. Δεν εψευδόμην λέγων ταύτα,
+διότι αυτό τωόντι με είχες διατάξει. Παρέδωκα λοιπόν το παιδίον
+εις αυτόν και τον διέταξα να το εκθέση εις έρημον όρος και να
+προσέχη μέχρις ου εκπνεύση· τέλος δε τον ηπείλησα με τρομεράς
+τιμωρίας εάν ήθελε παρακούσει εις τας εντολάς μου. Αφού δε τας
+εξετέλεσεν ακριβώς και το παιδίον απέθανεν, έπεμψα τους
+πιστοτάτους των ευνούχων μου, εβεβαιώθην δι' αυτών περί του
+πράγματος, και έθαψα το σώμα. Ταύτα είναι, ω βασιλεύ, τα της
+υποθέσεως ταύτης και τοιούτον θάνατον έλαβε το παιδίον.»
+
+118. Και ο μεν Άρπαγος ουδέν είπε μη αληθές, ο δε Αστυάγης,
+κρύπτων τον θυμόν του, διηγήθη εις τον Άρπαγον όσα ήκουσεν από τον
+βουκόλον, έπειτα δε ετελείωσε λέγων· «Αφού το παιδίον υπάρχει, όλα
+έχουσι καλώς, διότι πολύ είχον λυπηθή δι' εκείνο το οποίον ενόμισα
+καθήκον μου να πράξω προς το παιδίον εκείνο, και μεγάλην ησθανόμην
+αμηχανίαν εκτεθείς εις τας υποψίας της θυγατρός μου. Επειδή όμως η
+τύχη καλώς ωκονόμησε το πράγμα, πρώτον μεν πέμψον τον υιόν σου
+προς τον νεοελθόντα παίδα, έπειτα δε, επειδή θέλω χάριν της
+διασώσεώς του να προσφέρω θυσίαν εις τους θεούς εις ους ανήκει η
+τιμή αύτη, ελθέ να δειπνήσης μετ' εμού.»
+
+119. O Άρπαγος λοιπόν, ως ήκουσε ταύτα, προσεκύνησε και επέστρεψεν
+εις την οικίαν του μακαρίζων εαυτόν εν τω βάθει της καρδίας του
+ότι το σφάλμα του εστράφη εις καλόν και ότι επί χρησταίς ελπίδες
+τον προσεκάλουν να δειπνήση. Εισήλθε λοιπόν εσπευσμένως εις την
+οικίαν και καλέσας τον υιόν του (είχε δε ένα μόνον υιόν σχεδόν
+τρισκαιδεκαετή) τον διέταξε να μεταβή εις το ανάκτορον του
+Αστυάγους και να συμμορφωθεί καθ' όλα με τας διαταγάς του κυρίου
+του. Συγχρόνως δε διηγήθη όλος περιχαρής τα συμβάντα της ημέρας
+εις την γυναίκα του. Ο Αστυάγης όμως, άμα έφθασεν ο υιός του
+Αρπάγου, τον έσφαξε, τον κατέκοψεν εις τεμάχια, έψησε τα μεν,
+έβρασε τα άλλα και περιέμενεν έχων τα πάντα έτοιμα. Κατά την ώραν
+του δείπνου ήλθον και οι άλλοι διαιτυμόνες και ο Άρπαγος· και
+ενώπιον μεν των πρώτων και του Αστυάγους παρετέθησαν τράπεζαι
+εστρωμέναι με κρέατα προβάτου, επί δε της του Αρπάγου είχον θέσει
+το σώμα ολόκληρον του παιδίου του, εκτός της κεφαλής και των
+δακτύλων των ποδών και των χειρών, τα οποία είχον κατά μέρος εντός
+κανίστρου σκεπασμένου. Άμα ο Αστυάγης έκρινεν ότι ο Άρπαγος
+εχόρτασε· «Δεν ευρίσκεις εις το φαγητόν τούτο, τον ηρώτησε,
+γλυκύτητά τινα ιδιαιτέραν;» Ο Άρπαγος εβεβαίωσεν ότι το εύρεν
+εξαίρετον. Τότε οι υπηρέται, κατά τας διαταγάς τας οποίας είχον,
+τω παρουσίασαν την κεφαλήν και τα δάκτυλα του υιού του τα οποία
+ήσαν σκεπασμένα, και τον προσεκάλεσαν να τα αποκαλύψη και να λάβη
+εξ αυτών ό,τι ήθελε τω αρέσει. Πεισθείς δε ο Άρπαγος και
+αποκαλύψας το κάνιστρον, είδε τα μέλη του παιδίου του. Αλλ' εις το
+θέαμα τούτο δεν εταράχθησαν αι φρένες του και συνέσχεν εαυτόν· ότε
+δε ο Αστυάγης τον ηρώτησεν εάν εγνώριζε τίνος ζώου τα κρέατα είχε
+φάγει, απεκρίθη ότι το γνωρίζει και ότι τω είναι ευάρεστον παν
+ό,τι πράττει ο βασιλεύς. Μετά την απόκρισιν ταύτην εσύναζε τα
+λοιπά κρέατα και επέστρεψεν εις την οικίαν του όπου, ως υποθέτω,
+εσκόπευε να τα ενώση και να τα θάψη.
+
+120. Ούτως ο Αστυάγης ετιμώρησε τον Άρπαγον. Έπειτα δε,
+σκεπτόμενος περί του Κύρου, προσεκάλεσε τους ιδίους μάγους οίτινες
+άλλοτε είχον εξηγήσει το ενύπνιόν του. Ελθόντας δε τους ηρώτησε
+πώς ενόησαν το όνειρόν του, και εκείνοι επανέλαβον όσα είχον ειπεί
+άλλοτε, ήτοι ότι το παιδίον θα εβασίλευεν, εάν έζη και εάν δεν
+απέθνησκεν άμα γεννηθέν. «Αλλά, επανέλαβεν ο βασιλεύς, το παιδίον
+ζη, το παιδίον εσώθη· ενώ δε διητάτο εις τους αγρούς, τα άλλα
+παιδία του χωρίου το εξέλεξαν βασιλέα, και αυτό έπραξεν ό,τι
+πράττουσιν εκείνοι οίτινες τωόντι είναι βασιλείς. Διώρισε φύλακας,
+θυρωρούς, αγγελιαφόρους και όλα τα λοιπά. Τώρα λοιπόν, πώς σας
+φαίνονται αυτά;» Οι δε μάγοι είπον «Εάν το παιδίον ζη, εάν
+εβασίλευσεν άνευ ουδεμίας προμελέτης, θάρρει και μη φοβείσαι
+τίποτε, διότι δεν θα βασιλεύση πλέον· τινές των προρρήσεων ημών
+συνέβη να εκτελεσθώσιν ουχί απαραλλάκτως, πόσον μάλλον τα ονείρατα
+τα οποία διαλύονται ως καπνός; — Και εγώ, ω μάγοι, επανέλαβεν ο
+Αστυάγης, συμμερίζομαι καθ' ολοκληρίαν την γνώμην ταύτην· το
+όνειρον εγένετο αλήθεια, αφού το παιδίον εξελέχθη βασιλεύς, και
+δεν πρέπει πλέον να φοβούμαι. Εν τούτοις σκεφθήτε, εξετάσατε τι
+είναι ασφαλέστερον διά τον οίκον μου και δι' υμάς.» Οι μάγοι
+απεκρίθησαν· «Ω βασιλεύ, και ημείς επίσης φροντίζομεν μεγάλως να
+διατηρήται η βασιλεία σου, διότι εάν περιέλθη εις το παιδίον τούτο
+το οποίον είναι Πέρσης, τότε αποξενούται, και ημείς οι Μήδοι
+γινόμεθα δούλοι και ευκαταφρόνητοι ως ξένοι. Ενόσω όμως βασιλεύεις
+συ ο συμπολίτης ημών, μετέχομεν και ημείς της αρχής και μεγάλας
+τιμάς λαμβάνομεν παρά σου. Οφείλομεν λοιπόν κατά καθήκον να
+αγρυπνώμεν υπέρ της ασφαλείας σου και της αρχής σου· εάν εβλέπομεν
+κίνδυνόν τινα, βεβαίως ηθέλομεν σοι προειπεί τούτο. Αλλά σήμερον,
+αφού το όνειρόν σου έληξεν εις μηδαμινόν γεγονός, διά τούτο και
+ημείς είμεθα ήσυχοι και συμβουλεύομεν και σε να μιμηθής το
+παράδειγμά μας. Απομάκρυνον όμως το παιδίον τούτο από τα βλέμμαάα
+σου και πέμψον αυτό εις την Περσίαν προς τους γονείς του.»
+
+121. Ταύτα ακούσας ο Αστυάγης εχάρη, και καλέσας τον Κύρον τω
+είπεν· «Ω παι, ένεκα ονείρου τινός το οποίον είδον, έπραξα προς σε
+αδικίαν ήτις δεν έσχεν αποτέλεσμα, διότι η καλή σου τύχη σε έσωσε.
+Τώρα, αναχώρησον χαίρων εις την Περσίαν όπου θα σε στείλω μετά
+συνοδίας· εκεί θα εύρης πατέρα και μητέρα οίτινες δεν ομοιάζουσι
+μήτε με τον Μιτραδάτην μήτε με την γυναίκα του.
+
+122. Ταύτα ειπών ο Αστυάγης απέπεμψε τον Κύρον. Επιστρέψαντα δε
+εις την οικίαν του Καμβύσου, εδέχθησαν αυτόν οι γονείς του, και
+άμα τοις είπε ποίος ήτο, τον ενηγκαλίσθησαν μετά χαράς, ως τέκνον
+το οποίον ενόμιζον ως αποθανόν άμα τεχθέν. Τον ηρώτησαν ακολούθως
+πώς διεσώθη, και εκείνος τοις είπεν ότι κατ' αρχάς μεν δεν ήξευρε
+τίποτε, ότι παρεγνώριζεν εαυτόν και ότι καθ' οδόν τω εφανέρωσαν τα
+παθήματά του· διότι ανεχώρησε πιστεύων ακόμη ότι ήτο υιός του
+βουκόλου του Αστυάγους, αλλ' οι φύλακες του, ενώ συνεβάδιζον, τω
+διηγήθησαν την ιστορίαν του. Είπε λοιπόν ότι ανετράφη υπό της
+γυναικός του βουκόλου, και δεν έπαυεν εις πάσαν λέξιν να την
+επαινή, και το όνομα Κυνώ επανήρχετο κατά πάσαν στιγμήν εις την
+ομιλίαν του. Οι γονείς του ήρπασαν το όνομά τούτο, και διά να φανή
+εις τους Πέρσας ότι ο υιός των εσώθη κατά θείαν πρόνοιαν,
+εκοινολόγησαν ότι μία κύων έθρεψε τον Κύρον εκτεθειμένον όντα. Και
+έκτοτε επικρατεί η παράδοσις αύτη.
+
+123. Ο Κύρος, φθάσας εις ανδρικήν ηλικίαν ήτο ο ανδρειότατος και
+αγαπητότατος των συνηλικιωτών του, ο δε Άρπαγος δεν έπαυε να τω
+πέμπη δώρα και να τον περιποιήται, διότι επεθύμει να εκδικηθή τον
+Αστυάγη και έβλεπεν ότι αυτός, ως ιδιώτης, ουδεμίαν τιμωρίαν
+ηδύνατο να επιβάλη εις τον βασιλέα. Παρετήρει λοιπόν τον Κύρον
+αυξάνοντα και επροσπάθει να τον κάμη σύμμαχόν του εξομοιών τα ίδιά
+του δυστυχήματα με τα του Κύρου. Προ τούτου όμως ήρχισε να διαθέτη
+τα πράγματα κατά τον εξής τρόπον· επειδή ο Αστυάγης εφέρετο
+σκληρώς προς τους Μήδους, επλησίαζεν ο Άρπαγος τον ένα μετά τον
+άλλον όλους τους πρώτους των Μήδων και τους έπειθεν ότι έπρεπε να
+καταβιβάσωσι τον Αστυάγη από τον θρόνον και να αναβιβάσωσιν εις
+αυτόν τον Κύρον. Αφού δε προδιέθεσε τα πνεύματα και ητοίμασε τα
+πάντα, ο Άρπαγος, επιθυμών να ανακοινώση τα σχέδιά του εις τον
+Κύρον όστις διέτριβεν εις την Περσίαν και μη έχων κανέν άλλο μέσον
+καθότι όλαι αι οδοί εφυλάσσοντο, επενόησε το ακόλουθον· σχίσας
+επιδεξίως την κοιλίαν λαγωού χωρίς να τον βλάψη μήτε να τον
+εκμαδίση, εισήγαγεν επιστολήν εν τη οποία έγραψεν ό,τι ήθελεν·
+έπειτα έρραψε πάλιν το δέρμα, έδωκε δίκτυα εις τον πιστότατον των
+υπηρετών του, ως να τον έπεμπεν εις το κυνήγιον, και τον
+απέστειλεν εις την Περσίαν παραγγείλας αυτόν διά ζώσης να
+εγχειρίση τον λαγωόν εις τον Κύρον και να τω είπη να τον ανοίξη
+διά της ιδίας του χειρός, χωρίς να ήναι άλλος κανείς παρών.
+
+124. Όλα ταύτα εξετελέσθησαν ακριβώς· ο Κύρος, λαβών τον λαγωόν,
+τον έσχισεν, εύρε την περιεχομένην επιστολήν και την ανέγνωσεν,
+ιδού δε τι διελάμβανεν αύτη· «Ω υιέ του Καμβύσου, βεβαίως οι θεοί
+σε προστατεύουσι, διότι άλλως δεν ήθελες φθάσει εις την παρούσαν
+ευτυχίαν. Εκδικήθητι λοιπόν τον φονέα σου Αστυάγην, διότι κατά την
+θέλησιν μεν αυτού συ απέθανες, χάρις δε εις τους θεούς και εις εμέ
+έζησας. Υποθέτω ότι προ πολλού έμαθες τα αφορώντά σε και τι έπαθα
+εγώ εκ μέρους του Αστυάγους, διότι αντί να σε φονεύσω, σε παρέδωκα
+εις τον βουκόλον. Συ λοιπόν, εάν θέλης να με πιστεύσης, θα
+βασιλεύσης επί όλων των χωρών όσαι υπακούουσιν εις τον Αστυάγη.
+Πείσον τους Πέρσας να αποστατήσωσι και οδήγησον αυτούς εναντίον
+των Μήδων. Εάν ο Αστυάγης εκλέξη ως αρχηγόν εμέ ή άλλον τινά εκ
+των πρώτων του λαού, τότε κατορθούται ό,τι επιθυμείς. Όλοι
+συνωμόσαμεν κατά του Αστυάγους· θα τον εγκαταλείψωμεν διά να
+έλθωμεν με το μέρος σου και θα προσπαθήσωμεν να καθαιρέσωμεν
+αυτόν. Τα πάντα είναι έτοιμα εδώ, ενέργησον λοιπόν και πράξον
+ταχέως.»
+
+125. Ειδοποιηθείς τοιουτοτρόπως ο Κύρος, εσκέπτετο με ποίον τρόπον
+επιτηδειότερον να παρασύρη τους Πέρσας εις αποστασίαν· ιδού δε τι
+ενόμισεν αρμοδιώτερον το οποίον και εξετέλεσε. Γράψας εις πάπυρον
+ό,τι ήθελε, συνεκάλεσε τους Πέρσας εις συμβούλιον, ήνοιξε το
+γράμμα και το ανέγνωσεν· ανήγγελλε δε το γράμμα ότι ο Αστυάγης τον
+διώρισεν αρχηγόν των Περσών. «Τώρα, είπε, σας διατάττω να
+συναθροισθήτε και να φέρετε έκαστος έν δρέπανον.» Τοιαύτη ήτο η
+διαταγή την οποίαν έδωκεν εις τους Πέρσας. Υπάρχουσι δε εις το
+έθνος τούτο πολλαί φυλαί, αλλ' ο Κύρος συνήθροισε μέρος μόνον
+αυτών και τας έπεισε να αποστατήσωσιν. Αι φυλαί δε εκείναι, παρ'
+ων αι άλλαι εξηρτώντο, ήσαν οι Πασαργάδαι, οι Μαράφιοι, οι
+Μάσπιοι. Εκ τούτων δε πάλιν, οι Πασαργάδαι είναι οι άριστοι, και
+μεταξύ αυτών είναι η οικογένεια των Αχαιμινιδών εξ ης κατάγονται
+οι βασιλείς της Περσίας. Αι άλλαι φυλαί είναι οι Πανθιαλαίοι, οι
+Δηρουσιαίοι, οι Γερμάνιοι, φυλαί γεωργικαί, έπειτα οι Δάοι, οι
+Μάρδοι, οι Δροπικοί, οι Σαγάρτιοι, φυλαί νομάδες.
+
+126. Όταν συνηθροίσθησαν όλοι με τα δρέπανά των, καθώς
+διετάχθησαν, ο Κύρος τοις είπε να εκχερσώσωσι την ημέραν εκείνην
+ένα τόπον της χώρας ακανθώδη δεκαοκτώ ή είκοσι σταδίων
+τετραγωνικών. Αφού ετελείωσαν το έργον εκείνο, τους διέταξε να
+επιστρέψωσι την επιούσαν αφού λουσθώσιν. Εν τούτοις ο Κύρος έφερεν
+εις το μέρος εκείνο όλα τα ποίμνια του πατρός του, αίγας, πρόβατα
+και βόας, τα έσφαξε και τα ητοίμασε διά να εστιάση τον στρατόν των
+Περσών· εκτός δε τούτου επρομηθεύθη αρκετήν ποσότητα άρτου και
+οίνου. Την επιούσαν λοιπόν έφθασαν οι Πέρσαι και εκάθισαν επί
+λειμώνος όπου τοις προσέφερε φαγητόν. Αφού δε ευωχήθησαν, τους
+ηρώτησε ποία διασκέδασις τοις εφαίνετο προτιμοτέρα, η χθεσινή ή η
+παρούσα. Εκείνοι δε είπον ότι μεταξύ των δύο η διαφορά ήτο
+μεγίστη, ότι η προηγουμένη ημέρα ήτο κοπιαστική ενώ η σημερινή
+τοις εφαίνετο λίαν ευχάριστος. Ο Κύρος ωφελήθη εκ της αποκρίσεώς
+των και είπεν· «Ω Πέρσαι, ιδού η τύχη σας· εάν με υπακούσετε, θα
+απολαύσετε τα αγαθά ταύτα και άπειρα άλλα χωρίς να εργάζεσθε
+δουλικώς· εάν όμως δεν θελήσετε να με ακούσετε, θα επιφορτίζεσθε
+αδιακόπως με εργασίας ομοίας της χθεσινής. Ακολουθήσατέ με από
+σήμερον και γενήτε ελεύθεροι. Φαίνεται ότι εγεννήθην διά να
+καταστήσω υμάς με την προστασίαν των θεών ευδαίμονας και
+ελευθέρους. Δεν σας νομίζω κατωτέρους των Μήδων ούτε εις τα
+πολεμικά ούτε εις τα άλλα. Επαναστατήσατε λοιπόν αμέσως κατά του
+Αστυάγους.»
+
+127. Οι Πέρσαι, επιτυχόντες αρχηγόν, μετά χαράς εδέχθησαν να
+ελευθερωθώσι, διότι προ πολλού εδυσφόρουν δουλεύοντες υπό τους
+Μήδους. Εν τούτοις ο Αστυάγης έμαθε τι έπραττεν ο Κύρος, και
+πέμψας απεσταλμένον εκάλεσεν αυτόν πλησίον του· ο δε Κύρος είπεν
+εις τον απεσταλμένον να επιστρέψη και να αναγγείλη εις τον Αστυάγη
+ότι θα φθάση ταχύτερον παρ' όσον επεθύμει ο Αστυάγης. Ακούσας την
+απόκρισιν ταύτην ο Αστυάγης ώπλισεν όλους τους Μήδους, και ως να
+τον ετύφλωσαν οι θεοί διώρισε στρατηγόν αυτών τον Άρπαγον,
+λησμονήσας όσα είχε πράξει προς αυτόν. Εις την πρώτην συμπλοκήν με
+τους Πέρσας, Μήδοι τινες, οίτινες δεν ήσαν μεμυημένοι εις την
+συνωμοσίαν, επολέμησαν, άλλοι δε ηυτομόλησαν προς τους Πέρσας, οι
+περισσότεροι όμως εδειλίασαν και ετράπησαν εις φυγήν.
+
+128. Εις την αγγελίαν της αισχράς εκείνης διασκορπίσεως του
+στρατεύματός του, ο Αστυάγης, απειλών τον Κύρον, έκραξε· «Μ' όλα
+ταύτα ο Κύρος δεν θα χαρή.» Ταύτα ειπών, πρώτον μεν ανεσκολόπισεν
+όλους τους ονειροκρίτας μάγους οίτινες τον είχον συμβουλεύσει να
+αποπέμψη τον Κύρον, έπειτα δε ώπλισεν όλους τους Μήδους, νέους και
+γέροντας, όσοι είχον μείνει εις την πόλιν, τους εξήγαγεν,
+επολέμησε και ηττήθη. Απολέσας δε όλους τους Μήδους όσους είχεν
+εξαγάγει, συνελήφθη αιχμάλωτος (9).
+
+129. Πλησιάσας ο Άρπαγος τον αιχμαλωτισθέντα Αστυάγην έχαιρε και
+τον ύβριζε· μεταξύ δε άλλων δηκτικών λόγων τω ανέμνησε το δείπνον
+το οποίον ο βασιλεύς προσέφερεν εις αυτόν με τα κρέατα του παιδίου
+του· τέλος τον ηρώτησε τι εστοχάζετο διά την μεταβολήν εκείνην της
+βασιλείας εις δουλείαν. Ατενίσας προς αυτόν ο Αστυάγης, τω
+απεκρίθη διά της ερωτήσεως ταύτης· «Νομίζεις ότι είναι έργον σου η
+επιτυχία του Κύρου; — Βεβαίως, απεκρίθη ο άλλος, εγώ έγραψα
+ιδιοχείρως, και δύναμαι δικαίως να καυχηθώ δι' όλην αυτήν την
+υπόθεσιν. — Λοιπόν, επανέλαβεν ο αιχμάλωτος, συ είσαι ο μάλλον
+μωρός και ο μάλλον άδικος από όλους τους ανθρώπους· ο μάλλον
+μωρός, διότι, ενώ ηδύνασο να λάβης την βασιλείαν, εάν τωόντι τα
+παρόντα επράχθησαν υπό σου, έδωκες αυτήν εις άλλον· ο μάλλον
+άδικος, διότι, ένεκα ενός δείπνου, κατέστησες τους Μήδους δούλους.
+Διότι εάν ενόμιζες αναγκαίον να μεταβή το στέμμα εις άλλον, να μη
+το λάβης συ, έπρεπε τουλάχιστον να το παραχωρήσης εις ένα Μήδον
+και όχι εις Πέρσην. Τώρα οι μεν Μήδοι χωρίς να πταίωσιν εγένοντο
+δούλοι ενώ ήσαν δεσπόται, οι δε Πέρσαι, ενώ πρότερον ήσαν δούλοι
+των Μήδων, τώρα εγένοντο δεσπόται.»
+
+130. Ο Αστυάγης λοιπόν, βασιλεύσας τριάκοντα και πέντε έτη,
+καθηρέθη τοιουτοτρόπως, ένεκα δε της σκληρότητος αυτού οι Μήδοι,
+οίτινες επί εκατόν εικοσιοκτώ έτη, μη συμπεριλαμβανομένου του
+χρόνου της ηγεμονίας των Σκυθών, εκυβέρνησαν την άνω Ασίαν την
+πέραν του Άλυος, υπετάγησαν εις τους Πέρσας. Βραδύτερον όμως
+μετενόησαν διά την πράξιν ταύτην, και απεστάτησαν από τον Δαρείον,
+αλλ' ενικήθησαν και υπεδουλώθησαν. Εις ην δε εποχήν ευρισκόμεθα,
+ήτοι επί της βασιλείας του Αστυάγους, ο Κύρος και οι Πέρσαι, αφού
+επανεστάτησαν κατά των Μήδων, εγένοντο έκτοτε κύριοι της Ασίας. Ο
+δε Κύρος ουδόλως εκακομετεχειρίσθη τον Αστυάγη, αλλά τον είχεν εις
+την οικίαν του μέχρις ου απέθανεν. Ο Κύρος λοιπόν γεννηθείς και
+ανατραφείς τοιουτοτρόπως, εβασίλευσεν· έπειτα δε, ως διηγήθην
+προλαβόντως, ανέτρεψε τον Κροίσον όστις ήρξατο χειρών αδίκων, και
+εκθρονίσας αυτόν, εκυβέρνησεν όλην την Ασίαν.
+
+131. Οι δε Πέρσαι ηξεύρω ότι έχουσι τα εξής έθιμα· δεν
+κατασκευάζουσιν αγάλματα, δεν κτίζουσι ναούς μήτε βωμούς, θεωρούσι
+δε ως μωρούς τους πράττοντας τα τοιαύτα· διότι, ως νομίζω, δεν
+πιστεύουσιν ως οι Έλληνες ότι οι θεοί μετέχουσιν ανθρωπίνης
+φύσεως. Συνειθίζουσι να θυσιάζωσιν εις τον Δία επί των κορυφών των
+ορέων, και καλούσι Δία όλον τον κύκλον του ουρανού. Θυσιάζουσιν
+επίσης εις τον ήλιον, εις την σελήνην, εις την γην, εις το πυρ,
+εις το ύδωρ και εις τους ανέμους. Και κατ' αρχάς μεν εις ταύτα
+μόνον εθυσίαζον· κατόπιν δε έμαθον από τους Ασσυρίους και τους
+Άραβας να θυσιάζωσιν εις την ουρανίαν Αφροδίτην, την οποίαν οι μεν
+Ασσύριοι καλούσι Μύλιττα, οι δε Άραβες Άλιττα, και οι Πέρσαι
+Μίτραν.
+
+132. Ιδού δε πώς θυσιάζουσιν οι Πέρσαι εις τας θεότητας ταύτας·
+δεν έχουσι βωμούς, δεν ανάπτουσι πυρ, δεν μεταχειρίζονται σπονδάς,
+μήτε αυλούς, μήτε στεφάνους, μήτε κριθήν ιεράν. Ο θέλων να
+προσφέρη θυσίαν φέρη το θύμα εις μέρος καθαρόν, όπου επικαλείται
+την θεότητα εστεμμένος σχεδόν πάντοτε με τιάραν εκ μύρτου. Δεν τω
+είναι όμως επιτετραμμένον να ευχηθή ευτυχίας δι' αυτόν μόνον, αλλ'
+εύχεται υπέρ της ευημερίας όλων των Περσών και του βασιλέως, διότι
+και αυτός αποτελεί μέρος της ολότητος των Περσών. Αφού δε
+διαχωρίση εις τεμάχια το θύμα, και βράση τα κρέατα, καταθέτει αυτά
+επί χόρτων τρυφερών, προ πάντων όμως επί τρυφυλλίων. Τότε μάγος
+τις (διότι άνευ μάγου δεν γίνεται θυσία) πλησιάζει και ψάλλει την
+θεογονίαν (10), θεωρουμένην παρ' αυτών ως γοήτευμα
+συντελεστικώτατον· εκείνος δε όστις προσέφερε την ουσίαν, μένει
+ακόμη εκεί ολίγην ώραν, και έπειτα συνάζει τα κρέατα και κάμνει
+οιανδήποτε θέλει χρήσιν αυτών.
+
+133. Οι Πέρσαι τιμώσι πλειότερον πάσης άλλης την ημέραν καθ' ην
+έκαστος εγεννήθη, την εορτάζουσι δε δι' αφθονωτάτου συμποσίου, εις
+το οποίον οι μεν πλούσιοι κατ' εκείνην την ημέραν παραθέτουσιν ένα
+βόα, ένα ίππον, μίαν κάμηλον και ένα όνον εψημένους ολοκλήρους εις
+καμίνους, οι δε πτωχοί παραθέτουσι μικρά ζώα. Δεν έχουσι πολλά
+φαγητά, αλλ' έχουσιν επιδόρπια πολλά τα οποία τοις φέρουσι το έν
+κατόπιν του άλλου. Και διά τούτο οι Πέρσαι λέγουσιν ότι οι Έλληνες
+εγείρονται από την τράπεζαν πεινώντες· δεν τοις δίδεται καλόν τι
+μετά το δείπνον, προσθέτουσιν, εάν όμως τοις εδίδετο, δεν θα
+έπαυον τρώγοντες. Είναι πολύ έκδοτοι εις τον οίνον, και δεν τοις
+είναι επιτετραμμένον μήτε να εμώσι μήτε να ουρώσιν ενώπιον άλλου.
+Τηρούσι προς τούτοις και τας εξής συνηθείας· μεθυσκόμενοι
+συσκέπτονται περί σπουδαίων υποθέσεων, την δε επομένην ημέραν ο
+οικοδεσπότης, εις την οικίαν του οποίου εγένετο η συνεδρίασις,
+υποβάλλει πάλιν εις αυτούς νήφοντας την απόφασιν της προτεραίας.
+Τότε, εάν την επιδοκιμάσωσι, την εκτελούσιν· άλλως, παραιτούνται
+αυτής. Και πάλιν τουναντίον, ό,τι αποφασίσωσι νήφοντες, το
+αναθεωρούσι μεθύοντες.
+
+134. Όταν δύο άνθρωποι συναντώνται εις τας οδούς, δύναταί τις να
+ίδη εάν ήναι του αυτού βαθμού· διότι, εις την περίπτωσιν ταύτην,
+αντί να χαιρετίσωσιν αλλήλους, φιλούνται εις το στόμα. Εάν ο είς
+των δύο ήναι ολίγον κατώτερος του άλλου, φιλούνται εις τας
+παρειάς· αλλ' εάν ο είς ήναι πολύ κατώτερος του άλλου, ο κατώτερος
+κλίνει και προσκυνεί τον ανώτερον. Μετά τον εαυτόν των τιμώσι προ
+πάντων τους πλησίον αυτών οικούντας, έπειτα τους γείτονας των
+πλησίον οικούντων, και ούτω καθεξής, αναλόγως της αποστάσεως. Εις
+ουδεμίαν δε υπόληψιν έχουσι τους πολύ μακράν κατοικούντας, διότι
+νομίζουσιν εαυτούς καθ' όλα εξαιρέτους ανθρώπους και ότι οι άλλοι
+μετέχουσιν από την αρετήν κατά την ρηθείσαν αναλογίαν της
+αποστάσεως, και επομένως οι πολύ μακράν κατοικούντες είναι
+ουτιδανώτατοι. Επί της κυριαρχίας των Μήδων, τα έθνη είχαν
+αλληλοδιοίκησιν· οι Μήδοι είχον την υπερτάτην αρχήν, αλλ' εξήσκουν
+αυτήν κυρίως επί των γειτόνων των· ούτοι πάλιν εκυβέρνων τους
+ομόρους των, και ούτω καθεξής, από του πλησίον εις τον πλησίον.
+Κατά την βαθμολογίαν δε ταύτην οι Πέρσαι διανέμουσι τας τιμάς τας
+οποίας αποδίδουσι και εξασκούσι την επί των άλλων εθνών αρχήν
+πρώτον μεν απ' ευθείας, έπειτα δε διά μεσαζόντων.
+
+135. Οι Πέρσαι παραδέχονται ευκόλως ξενικά έθιμα· ευρόντες την
+Μηδικήν ενδυμασίαν ωραιοτέραν της ιδικής των, φορούσιν αυτήν, ως
+επίσης παρεδέχθησαν εις τους πολέμους τον Αιγυπτιακόν θώρακα.
+Παραδίδονται εις παν είδος ηδυπαθείας περί της οποίας ακούουσι να
+γίνεται λόγος· τοιουτοτρόπως δε έμαθον από τους Έλληνας να
+συνευρίσκωνται με παιδία· έκαστος αυτών νυμφεύεται πολλάς νομίμους
+γυναίκας, δύναται δε να έχη πολύ περισσοτέρας παλλακίδας.
+
+136. Μετά την εις τας μάχας ανδρείαν θεωρείται ανδραγαθία να
+γεννήση τις πολλά τέκνα. Κατ' έτος ο βασιλεύς πέμπει δώρα προς
+εκείνον όστις έχει τα περισσότερα. Η ισχύς παρ' αυτοίς έγκειται
+εις τον αριθμόν. Η ανατροφή των παίδων άρχεται από του πέμπτου
+έτους και λήγει εις το εικοστόν· εις τρία δε μόνον πράγματα
+συνίσταται αύτη, εις το ιππεύειν, εις το τοξεύειν και εις το
+λέγειν την αλήθειαν. Πριν του πέμπτου έτους το παιδίον ουδέποτε
+εμφανίζεται ενώπιον του πατρός του, ούτε εξέρχεται από τους
+γυναικείους θαλάμους. Συνειθίζεται δε τούτο, διά να μη προξενήση
+το παιδίον λύπην εις τον πατέρα του εάν συμβή να αποθάνη εις
+μικράν ηλικίαν.
+
+137. Επαινώ την συνήθειαν ταύτην, επαινώ δε ομοίως και την εξής·
+δι' έν μόνον πταίσμα, ουδ' αυτός ο βασιλεύς δύναται να καταδικάση
+τινά εις θάνατον· δι' έν μόνον πταίσμα ουδείς των Περσών δύναται να
+επιβάλη αυστηράν τιμωρίαν είς τινα των δούλων του. Εν τούτοις, εάν
+μετά γενομένην εξέτασιν ευρεθή ότι τα εγκλήματα είναι περισσότερα
+και μεγαλείτερα από τας υπηρεσίας, τότε ο δεσπότης μεταχειρίζεται
+τον θυμόν του. Οι Πέρσαι λέγουσιν ότι κανείς εξ αυτών δεν εφόνευσε
+τον πατέρα του ή την μητέρα του, και ότι οσάκις διεπράχθη τοιούτο
+έγκλημα, γενομένης ακριβούς εξετάσεως, ευρέθη ότι ο ένοχος ήτο
+παιδίον μοιχίδιον ή υποβολιμαίον. Διότι, λέγουσι, δεν είναι
+φυσικόν να φονεύεται ο αληθής πατήρ παρά του παιδός του.
+
+138. Τοις είναι απηγορευμένον να ομιλώσι περί των πραγμάτων
+εκείνων τα οποία δεν τοις επιτρέπεται να πράττωσι. Το ψεύδος
+θεωρείται παρ' αυτών ως αισχρότατον ελάττωμα· έπειτα έρχονται τα
+χρέη, και τούτο διά πολλάς αιτίας, αλλά προ πάντων, ως λέγουσιν,
+ένεκα της ανάγκης εις ην ευρίσκεται ο οφειλέτης να είπη ψεύματα.
+Εάν τις των αστών έχη λέπραν ή λεύκην (11), ούτε εις την πόλιν
+εισέρχεται, ούτε αναμιγνύεται με τους άλλους Πέρσας. Λέγουσι δε
+ότι έπαθε το κακόν εκείνο διότι ήμαρτεν εις τον ήλιον. Σχεδόν
+πανταχού διώκουσι τον ξένον όστις έχει το πάθος αυτό, καθώς και
+τας λευκάς περιστεράς, αποδίδοντες και εις αυτάς τον αυτόν λόγον.
+Ούτε ουρούσιν, ούτε πτύουσιν, ούτε νίπτονται τας χείρας εις
+ποταμόν, ούτε άλλον αφίνουσι να πράξη ταύτα, αλλά σέβονται μεγάλως
+τους ποταμούς.
+
+139. Και άλλο τι ιδιάζον παρατηρείται εις αυτούς, όπερ διέλαθε μεν
+τους Πέρσας, ουχί δε και ημάς· τα ονόματά των, τα οποία
+λαμβάνονται όλα από τα σωματικά ιδιώματα ή από τα αξιώματα,
+λήγουσιν εις το γράμμα το οποίον οι μεν Δωριείς καλούσι σ α ν οι
+δε Ίωνες σ ί γ μ α. Εάν εξετάσετε, θα ιδήτε ότι όλα τα ονόματα
+των Περσών, άνευ εξαιρέσεως, λήγουσιν, εις το γράμμα τούτο.
+
+140. Παν ό,τι είπον μέχρι τούδε περί των ηθών των Περσών, το είδον
+και το ήκουσα μετά βεβαιότητος, όσα δε μέλλω να είπω περί των
+νεκρών, δεν κοινολογούνται, αλλά λέγονται κρυφίως. Πτώμα Πέρσου
+δεν ενταφιάζεται πριν κατασπαραχθή υπό κυνών ή ορνέων. Ηξεύρω μετά
+θετικότητος ότι πράττουσι τούτο οι μάγοι, διότι το πράττουσι
+φανερώς. Οι Πέρσαι περικαλύπτουσι το νεκρόν σώμα με κηρόν, και το
+θάπτουσιν. Οι δε μάγοι διαφέρουσι πολύ από τους άλλους ανθρώπους
+και από τους ιερείς της Αιγύπτου· διότι αυτοί μεν ουδέν έμψυχον
+φονεύουσιν ειμή όσα θυσιάζουσιν, οι δε μάγοι φονεύουσιν ιδιοχείρως
+όλα, πλην κυνός και ανθρώπου. Παρ' αυτοίς μεγάλη άμιλλα υπάρχει να
+καταστρέφωσι τους μύρμηκας, τους όφεις, τα πτηνά και τα ερπετά.
+Και η μεν συνήθεια αύτη ας εξακολουθή να υπάρχη όπως εξ αρχής
+επεκράτησεν, εγώ δε επανέρχομαι εις την σειράν της διηγήσεώς μου.
+
+141. Οι Ίωνες και οι Αιολείς, άμα η Λυδία κατεκτήθη υπό των
+Περσών, έπεμψαν πρέσβεις εις τας Σάρδεις προς τον Κύρον
+προτείνοντες να υποταχθώσιν εις αυτόν υπό τους αυτούς όρους τους
+οποίους τοις είχε προτείνει ο Κροίσος. Ο Κύρος ήκουσε τας
+προτάσεις ταύτας και διηγήθη εις αυτούς τον εξής μύθον· «Αυλητής
+τις, ιδών εις την θάλασσαν ιχθύας, ηύλει νομίζων ότι ήθελε τους
+ελκύσει εις την ξηράν· επειδή δε διεψεύσθη η ελπίς του, έλαβε
+δίκτυον, το έρριψε και έσυρεν έξω πολλήν ποσότητα ιχθύων. Όταν
+τους είδε πηδώντας· «Παύσατε, τοις είπε, παύσατε να χορεύετε,
+καθότι ότε ηύλουν, δεν ηθελήσατε να έλθετε προς εμέ χορεύοντες.»
+Είπε δε ο Κύρος τον μύθον τούτον εις τους Ίωνας και τους Αιολείς
+διότι πρότερον οι Ίωνες, όταν τοις εζήτησε δι' απεσταλμένων να
+επαναστατήσωσι κατά του Κροίσου, δεν επείσθησαν, τώρα δε ότε πλέον
+τα γεγονότα ήσαν τετελεσμένα, εφαίνοντο πρόθυμοι να υπακούσωσιν.
+Ήτο λοιπόν ωργισμένος όταν τοις έλεγε ταύτα. Οι δε Ίωνες, άμα
+ήκουσαν την απόκρισιν ταύτην διαβιβασθείσαν εις τας πόλεις,
+ήρχισαν να εγείρωσι τείχη και συνηθροίζοντο εις το Πανιώνιον όλοι
+οι άλλοι πλην των Μιλησίων· διότι μετ' αυτών ο Κύρος είχε
+συνθηκολογήσει όπως και με τους Λυδούς. Οι άλλοι λοιπόν Ίωνες
+συνεφώνησαν να πέμψωσι πρέσβεις εις την Σπάρτην και να ζητήσωσι
+βοήθειαν.
+
+142. Ούτοι δε οι Ίωνες, εις τους οποίους ανήκει το Πανιώνιον,
+είχον κτίσει τας πόλεις των υπό τον λαμπρότερον ουρανόν και το
+ωραιότερον κλίμα από όσα γνωρίζομεν να κατοικώσιν οι άνθρωποι. Αι
+χώραι αι περικυκλούσαι την Ιωνίαν, άνωθεν και κάτωθεν, προς
+ανατολάς και προς δυσμάς, ουδόλως συγκρίνονται με αυτήν· αι μεν
+πάσχουσιν υπό του ψύχους και της υγρασίας, αι δε υπό του καύσωνος
+και της ξηρασίας. Οι Ίωνες δεν ομιλούσιν όλοι την αυτήν γλώσσαν,
+αλλά μεταχειρίζονται τέσσαρας διαφόρους διαλέκτους. Εκ των πόλεών
+των η Μίλητος είναι η πρώτη προς μεσημβρίαν, μετ' αυτήν δε η Μυούς
+και η Πριήνη· αι τρεις αύται είναι εις την Καρίαν και ομιλούσι την
+αυτήν διάλεκτον. Αι δε της Λυδίας είναι η Έφεσος, η Κολοφών, η
+Λέβεδος, η Τέως, αι Κλαζομεναί, η Φώκαια, αίτινες δεν ομιλούσι την
+αυτήν διάλεκτον ως αι προηγούμεναι, αλλ' έχουσιν ιδίαν. Υπάρχουσιν
+εισέτι τρεις άλλαι πόλεις Ιωνικαί, εξ ων αι μεν δύο, η Σάμος και η
+Χίος είναι νήσοι, η δε τρίτη, αι Ερυθραί, κείται επί της ηπείρου.
+Και οι μεν Χίοι και οι Ερυθραίοι ομιλούσι την αυτήν διάλεκτον, οι
+δε Σάμιοι έχουσιν όλως ιδιαιτέραν. Τοιουτοτρόπως δε γίνονται
+τέσσαρες χαρακτήρες γλώσσης.
+
+143. Η Μίλητος λοιπόν, ένεκα της συνθήκης, ήτο εκτός παντός φόβου,
+οι δε νησιώται δεν είχον και αυτοί να φοβηθώσι τίποτε· διότι οι
+Φοίνικες δεν είχον γίνει ακόμη υπήκοοι των Περσών, οι δε Πέρσαι
+δεν είχον πλοία. Οι δε Μιλήσιοι δι' ουδεμίαν άλλην αιτίαν
+απεχωρίσθησαν από τους Ίωνας ειμή διά την ακόλουθον· η Ελληνική
+φυλή ήτο τότε πολύ ασθενής, και εξ όλων των εθνών των
+συγκροτούντων αυτήν αυτή ήτο η ασθενεστάτη και μηδενός λόγου αξία.
+Τωόντι, εκτός των Αθηνών, δεν υπήρχε πόλις Ιωνική αξία προσοχής.
+Οι μεν λοιπόν άλλοι Ίωνες και οι Αθηναίοι απέφευγον να λάβωσι το
+όνομα τούτο και δεν ήθελον να καλώνται Ίωνες· ακόμη δε και σήμερον
+μοι φαίνεται ότι οι πλειότεροι αυτών αισχύνονται διά το όνομα
+τούτο. Αι δε δώδεκα πόλεις τας οποίας ανέφερα σεμνύνονται διά την
+επίκλησιν ταύτην, και έκτισαν μάλιστα ιδιαίτερον ναόν τον οποίον
+εκάλουν Πανιώνιον και εις τον οποίον απεφάσισαν να μη δέχωνται
+κανένα άλλον εκ των Ιώνων· το αληθές όμως είναι ότι, εκτός των
+Σμυρναίων, ουδείς άλλος εζήτησε να γίνη δεκτός εις αυτόν.
+
+144. Ούτω και οι Δωριείς της σήμερον καλουμένης Πενταπόλεως, ήτις
+προηγουμένως εκαλείτο Εξάπολις, επρόσεχον να μη δέχωνται εις τον
+Τριοπικόν ναόν άλλους πλησιοχώρους Δωριείς. Απέκλεισαν μάλιστα απ'
+αυτού και εκείνους εκ των ιδικών των όσοι παρέβησαν τους παρ'
+αυτών τεθέντας νόμους· διότι άλλοτε, εις τους αγώνας του Τροπίου
+Απόλλωνος, έδιδον βραβεία εις τους νικητάς χαλκίνους τρίποδας·
+έπρεπεν όμως ούτοι, αντί να τους κρατώσι, να τους προσφέρωσιν εις
+τον θεόν. Αλικαρνασσεύς τις όμως, ονόματι Αγασικλής, νικήσας,
+περιεφρόνησε τον νόμον τούτον, έλαβε τον τρίποδα και τον εκρέμασεν
+εις την οικίαν του. Διά ταύτην δε την αιτίαν αι πέντε πόλεις,
+Λίνδος, Ιαλυσσός, Κάμειρος, Κως και Κνίδος απέκλεισαν από τον ναόν
+την έκτην πόλιν της εξαπόλεως Αλικαρνασσόν. Και εις ταύτην μεν
+τοιαύτην τιμωρίαν επέβαλον.
+
+145. Εγώ δε νομίζω ότι οι Ίωνες έκαμον την ομοσπονδίαν των δώδεκα
+πόλεων και δεν ηθέλησαν να δεχθώσι περισσοτέρας διά την ακόλουθον
+αιτίαν· όταν κατώκουν την Πελοπόννησον, ήσαν διηρημένοι εις δώδεκα
+μέρη, καθώς είναι σήμερον οι Αχαιοί οίτινες εδίωξαν αυτούς· πρώτη
+είναι η Πελλήνη, προς το μέρος της Σικυώνος, έπειτα η Αίγειρα και
+αι Αιγαί, όπου ρέει αενάως ο ποταμός Κράθις του οποίου το όνομα
+έλαβε ποταμός τις της Ιταλίας, έπειτα η Βούρα και η Ελίκη, όπου
+κατέφυγον οι Ίωνες όταν τους ενίκησαν οι Αχαιοί, έπειτα το Αίγιον,
+αι Ρύπες, αι Πάτραι, αι Φαραί και η Ώλενος, την οποίαν διασχίζει ο
+μέγας ποταμός Πείρος, και τέλος η Δύμη και η Τρίταια, αι μόναι
+πόλεις αίτινες κείνται εις τα μεσόγεια.
+
+146. Τα δώδεκα ταύτα μέρη είναι σήμερον των Αχαιών, άλλοτε δε ήσαν
+των Ιώνων· τούτου ένεκα οι Ίωνες περιωρίσθησαν εις δώδεκα πόλεις.
+Θα ήτο αληθώς πολλή μωρία να ισχυρισθή τις ότι ούτοι είναι Ίωνες
+περισσότερον των άλλων Ιώνων, ή ότι έχουσι καταγωγήν λαμπροτέραν,
+τοσούτω μάλλον όσω οι εκ της Ευβοίας μεταναστεύσαντες Άβαντες
+αποτελούσι μέρος ου σμικρόν των αποίκων τούτων, και εν τούτοις
+ουδόλως καλούνται Ίωνες. Προσέτι ανεμίχθησαν με αυτούς Μινύαι
+Ορχομένιοι, Καδμείοι, Δρύοπες, Φωκείς αποσπασθέντες από την
+μητρόπολίν των, Μολοσσοί, Πελασγοί της Αρκαδίας, Δωριείς της
+Επιδαύρου και πολλά άλλα έθνη. Όσοι δε ανεχώρησαν από το
+Πρυτανείον των Αθηνών και οίτινες αυτοκαλούνται ευγενέστατοι των
+Ιώνων, δεν έλαβον μεθ' εαυτών γυναίκας, αλλ' ενυμφεύθησαν Καείρας
+των οποίων εφόνευσαν τους γονείς. Ένεκα όμως της σφαγής ταύτης αι
+γυναίκες έθεσαν νόμον μεταξύ των καθιερωθέντα δι' όρκου και
+κληροδοτηθέντα εις τας θυγατέρας των· να μη συντρώγωσι με τους
+άνδρας των μήτε να καλώσι ποτέ αυτούς διά του ονόματος τούτου,
+καθότι εφόνευσαν τους πατέρας, τους άνδρας, τα τέκνα των και
+έπειτα τας ενυμφεύθησαν. Ταύτα δε συνέβησαν εις την Μίλητον.
+
+147. Κατ' αρχάς οι άποικοι ούτοι έβαλον βασιλείς· οι μεν από τους
+απογόνους του Γλαύκου, υιού του Ιππολόχου· οι δε, Καύκωνας
+Πυλίους, από τους απογόνους του Κόδρου, υιού του Μελάνθου· άλλοι
+και από τας δύο ταύτας γενεάς. Αλλά δύναται τις να είπη ότι αυτοί
+περισσότερον των άλλων Ιώνων φυλάττουσι το όνομα τούτο. Έστωσαν
+λοιπόν αυτοί καθαροί Ίωνες, διότι όσοι εξήλθον από τας Αθήνας και
+πανηγυρίζουσι την εορτήν των Απατουρίων όλοι είναι Ίωνες, και
+εορτάζουσιν όλοι πλην των Εφεσίων και των Κολοφωνίων οίτινες μόνοι
+εκ των Ιώνων δεν εορτάζουσι τα Απατούρια δι' αιτίαν φόνου.
+
+148. Το δε Πανιώνιον είναι χώρος της Μυκάλης ιερός, εστραμμένος
+προς άρκτον και αφιερωμένος από κοινού υπό των Ιώνων εις τον
+Ελικώνιον Ποσειδώνα. Είναι δε η Μυκάλη άκρα ξηράς, ήτις εκ δυσμών
+βλέπει προς την Σάμον. Εκεί, οι Ίωνες των διαφόρων πόλεων
+συναθροίζονται διά να πανηγυρίζωσι την εορτήν εις την οποίαν
+έδωκαν το όνομα Πανιώνια (ου μόνον δε αι εορταί των Ιώνων, αλλά
+και όλων των Ελλήνων όλαι ομοίως λήγουσιν εις το αυτό γράμμα εις
+το οποίον λήγουσι τα κύρια ονόματα των Περσών).
+
+149. Και αύται μεν είναι αι Ιωνικαί πόλεις. Αι δε Αιολικαί είναι
+αι ακόλουθοι· Κύμη, ήτις λέγεται και Φρικωνίς, Λάρισσα, Νέον
+τείχος, Τήμνος, Κίλλα, Νότιον, Αιγιρόεσσα, Πιτάνη, Αιγαίαι,
+Μύρινα, Γρύνεια· αύται είναι αι ένδεκα αρχαίαι πόλεις των Αιολέων,
+διότι μίαν εξ αυτών, την Σμύρνην, εκυρίευσαν οι Ίωνες· ήσαν δε και
+αύται δώδεκα επί της ηπείρου. Οι Αιολείς ούτοι επέτυχον να
+κατοικήσωσι χώραν μάλλον μεν καρποφόρον ή την Ιωνίαν, έχουσαν όμως
+κλίμα ήττον ευάρεστον.
+
+150. Την δε Σμύρνην απώλεσαν οι Αιολείς κατά τον ακόλουθον τρόπον.
+Είχον δεχθή εις τον τόπον των οι Σμυρναίοι Κολοφωνίους τινάς
+οίτινες νικηθέντες είς τινα εμφυλίαν στάσιν εδιώχθησαν από την
+πατρίδα των. Οι εξόριστοι ούτοι περιέμεινον την ημέραν καθ' ην οι
+Σμυρναίοι εώρταζον έξω του τείχους την εορτήν του Βάκαου, έκλεισαν
+τας πύλας και εγένοντο κύριοι της πόλεως. Έδραμον τότε οι Αιολείς
+διά να την επανακτήσωσιν, αλλ' εσυμβιβάσθησαν να αποδώσωσιν εις
+τους Σμυρναίους οι μετανάσται τα έπιπλά των, αυτοί δε να
+εγκαταλείπωσι την πόλιν. Μετά τον συμβιβασμόν τούτον, οι αρχαίοι
+κάτοικοι της Σμύρνης διενεμήθησαν μεταξύ των ένδεκα Αιολικών
+πόλεων και επολιτογραφήθησαν εις αυτάς.
+
+151. Υπάρχουσι λοιπόν επί της ηπείρου ένδεκα Αιολικαί πόλεις,
+εκτός των της Ίδης, διότι αύται είναι χωρισταί. Εκ δε των εις τας
+νήσους υπαρχουσών πέντε μεν πόλεις νέμονται την Λέσβον (διότι την
+έκτην ήτις καλείται Αρίσβα ηνδραπόδισαν οι Μηθυμναίοι, καίπερ
+συγγενείς όντες των Αρισβίων·) μία δε υπάρχει εις την Τένεδον, και
+άλλη μία εις το σύμπλεγμα το καλούμενον Εκατόν νήσοι. Οι Λέσβιοι
+λοιπόν και οι Τενέδιοι, ως και οι Ίωνες οι κατοικούντες τας
+νήσους, ουδένα φόβον είχον. Αι δε λοιπαί Αιολικαί πόλεις ενέκρινον
+από κοινού να έπωνται όπου ήθελον τας οδηγήσει οι Ίωνες.
+
+152. Άμα έφθασαν οι πρέσβεις των Ιώνων και των Αιολέων εις την
+Σπάρτην όπου μετά πολλής ταχύτητος είχον μεταβή, εξέλεξαν Φωκέα
+τινά ονόματι Πύθερμον διά να ομιλήση. Αυτός δε, φορέσας ένδυμα
+πορφυρούν διά να προσελκύση όσον το δυνατόν περισσοτέρους
+Σπαρτιάτας ακροατάς, ηγέρθη και ωμίλησεν επί μακρόν, εξαιτούμενος
+την συνδρομήν των· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι ουδεμίαν ακρόασιν έδωκαν
+εις τους λόγους του και ηρνήθησαν να βοηθήσωσι την Ιωνίαν. Και οι
+μεν πρέσβεις ανεχώρησαν οι δε Λακεδαιμόνιοι, αφού τους απέπεμψαν,
+έστειλαν πεντηκόντορον με ανθρώπους διά να κατασκοπεύσωσιν ως
+νομίζω τας πράξεις του Κύρου και των Ιώνων. Φθάσαν το πλήρωμα εις
+την Φώκαιαν, έπεμψεν εις τας Σάρδεις τον εγκριτώτερον άνδρα όστις
+εκαλείτο Λακρίνης διά να είπη εκ μέρους των Λακεδαιμονίων εις τον
+Κύρον να μη βλάψη καμμίαν Ελληνικήν πόλιν, διότι τότε αυτοί δεν θα
+αδιαφορήσωσιν.
+
+153. Αφού είπε ταύτα ο κήρυξ, λέγουσιν ότι ο Κύρος ηρώτησε τους
+περί αυτόν Έλληνας ποίοι ήσαν αυτοί οι Λακεδαιμόνιοι οίτινες
+ωμίλουν ούτω και πόσος ήτο ο αριθμός αυτών. Λαβών πληροφορίας περί
+τούτων, εστράφη προς τον Λακρίνη και τω απεκρίθη· «Δεν φοβούμαι
+παντάπασι τους ανθρώπους τούτους οίτινες έχουσιν εν τω μέσω της
+πόλεως των πλατείαν εν τη οποία συνερχόμενοι απατώσιν αλλήλους διά
+ψευδών όρκων. Εάν έχω υγείαν, αυτοί θα φροντίσωσιν όχι διά τα πάθη
+των Ιώνων αλλά διά τα ιδικά των.» Τούτους τους λόγους ετόξευσεν ο
+Κύρος προς όλους τους Έλληνας διότι έχουσι κοινάς αγοράς όπου
+συναθροίζονται διά να αγοράζωσι και να πωλώσιν, ενώ οι Πέρσαι δεν
+συνειθίζουσι να μεταχειρίζωνται αγοράς, ούτε έχουσι παντελώς
+αγοράν. Μετά τούτο, ο Κύρος ανέθεσε την μεν διοίκησιν των Σάρδεων
+εις τον Πέρσην Τάβαλον, την δε μετακόμισιν του χρυσίου του Κροίσου
+και των άλλων Λυδών εις τον Λυδόν Πακτύην· έπειτα ανεχώρησεν εις
+τα Εκβάτανα, έχων μεθ' εαυτού τον Kροίσον και αφήσας προς το παρόν
+ησύχους τους Ίωνας, διότι ήτο ανάγκη να κτυπήση πρώτον την
+Βαβυλώνα, την Βακτριανήν, τους Σάκας και τους Αιγυπτίους κατά των
+οποίων εσκόπευε να οδηγήση αυτοπροσώπως το στράτευμα, κατά δε των
+Ιώνων να στείλη άλλον στρατηγόν.
+
+154. Ενώ ο Κύρος εμακρύνετο των Σάρδεων, ο Πακτύης ήγειρε τους
+Λυδούς κατά του Ταβάλου και του Κύρου, κατέβη εις το παραθαλάσσιον
+με όλον το χρυσίον το οποίον έλαβεν από τας Σάρδεις, εμίσθωσεν
+επικούρους και έπεισε τους παραθαλασσίους ανθρώπους να λάβωσι τα
+όπλα. Έπειτα ήλθε κατ' ευθείαν εις την πόλιν και επολιόρκησε τον
+Τάβαλον εις την ακρόπολιν όπου ούτος είχε κλεισθή.
+
+155. Ο Κύρος έμαθε τας ειδήσεις ταύτας καθ' οδόν, και
+αποτεινόμενος προς τον αιχμάλωτον βασιλέα· «Κροίσε, είπε, ποία
+έσεται η έκβασις της υποθέσεως ταύτης; Οι Λυδοί, ως νομίζω, δεν θα
+παύσωσι να βασανίζωνται μεταξύ των και να με ανησυχώσι. Σκέπτομαι
+μήπως είναι καλλίτερον να τους πωλήσω ως δούλους. Νομίζω ότι
+έπραξα ως άνθρωπος όστις φονεύει τον πατέρα και αφίνει τα παιδία
+να ζήσωσι· διότι σε μεν, όστις ήσο δι' αυτούς πλέον ή πατήρ, σε
+φέρω μαζή μου ως αιχμάλωτον, εις αυτούς δε παρέδωκα την πόλιν·
+πρέπει λοιπόν να θαυμάζω διότι αποστατούσι;» Και ο μεν Κύρος
+εξέφρασεν ούτω την ιδέαν του· ο δε Κροίσος, φοβηθείς μήπως
+αναστατώση τας Σάρδεις, απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, έχεις δίκαιον δι'
+όσα είπες· μη σε παραφέρη όμως ο θυμός και μη καταστρέψης πόλιν
+αρχαίαν ήτις δεν πταίει μήτε διά τα προλαβόντα συμβάντα μήτε διά
+τα παρόντα. Διά μεν τα προλαβόντα, εγώ είμαι ο αίτιος και επέσυρα
+επί της κεφαλής μου την τιμωρίαν, διά δε τα παρόντα ένοχος είναι ο
+Πακτύης εις τον οποίον συ ενεπιστεύθης τας Σάρδεις. Αυτόν λοιπόν
+πρέπει να τιμωρήσης. Συγχώρησον τους Λυδούς και επίβαλον εις
+αυτούς τοιούτους όρους ώστε εις το εξής να μη δύνανται μήτε να
+αποστατώσι μήτε να σοι προξενώσι την παραμικράν ανησυχίαν. Πέμψον
+εις αυτούς απεσταλμένους· εμπόδισον αυτούς να έχωσιν όπλα
+πολεμικά· παράγγειλον να φορώσι χιτώνας υπό τους μανδύας των, να
+υποδύωνται καθόρνους, να παίζωσι κιθάραν, να ψάλλωσι και να
+κάμνωσι τα παιδία των μεταπράτας. Τότε ταχέως θα τους ίδης, ω
+βασιλεύ, να γίνωνται γυναίκες αντί ανδρών, ώστε εις το μέλλον να
+μη φοβήσαι μήπως αποστατήσωσιν.»
+
+156. Έδιδε δε ο Κροίσος τας συμβουλάς ταύτας διότι εύρισκε το
+σύστημα τούτο συμφερώτερον από την δουλείαν διά της οποίας
+ηπειλούντο οι Λυδοί· δεν ηγνόει δε άλλως τε ότι μόνον εάν
+προέτεινε πράγματα των οποίων η επιτυχία εφαίνετο πιθανή θα
+έπειθεν αυτόν να μεταβάλη γνώμην. Εφοβείτο δε προς τούτοις μήπως
+οι Λυδοί, εάν διαφύγωσι τον παρόντα κίνδυνον, αποστατήσωσι διά
+δευτέραν φοράν και εξολοθρευθώσιν από τους Πέρσας. Ο δε Κύρος,
+χαρείς διά την συμβουλήν, εμετρίασε τον θυμόν του και απεκρίθη ότι
+πείθεται. Όθεν καλέσας τον Μήδον Μαζάρην, τον διέταξε να είπη εις
+τους Λυδούς όσα τον εσυμβούλευσεν ο Κροίσος, και προσέτι να πωλήση
+ως δούλους τους ξένους οίτινες, μετά των Λυδών, εστράτευσαν κατά
+των Σάρδεων· προ πάντων όμως να συλλάβη τον Πακτύην και να τον
+φέρη ζώντα.
+
+157. Διατάξας ταύτα ο Κύρος χωρίς να σταματήση, εξακολούθησε την
+πορείαν του προς την Περσίαν. Εν τούτοις ο Πακτύης, μαθών ότι
+ήρχετο στρατός εναντίον του, και ότι ήτο πλησίον, κατελήφθη υπό
+φόβου και έφυγεν εις την Κύμην. Ο Μαζάρης έφερε τωόντι εις Σάρδεις
+ισχυρόν απόσπασμα εκ των στρατευμάτων του Κύρου· επειδή δε δεν
+εύρε πλέον περί την πόλιν εκείνους τους οποίους είχε συναθροίσει ο
+Πακτύης, ηνάγκασε τους Λυδούς να συμμορφωθώσι με τας διαταγάς του
+βασιλέως· κατά συνέπειαν τούτου οι Λυδοί μετέβαλον εντελώς την
+δίαιταν του βίου. Ακολούθως ο Μαζάρης έπεμψεν απεσταλμένους εις
+την Κύμην ζητών να τω παραδοθή ο Πακτύης. Αλλ' οι Κυμαίοι
+συνεφώνησαν μεταξύ των να αναφέρωσι την υπόθεσιν εις την θεότητα
+των Βραγχιδών· διότι υπήρχεν εκεί μαντείον προ πολλού
+εγκατεστημένον, το οποίον οι Ίωνες και οι Αιολείς είχον συνήθειαν
+να ερωτώσι· κείται δε το μαντείον τούτο επί της Μιλησίας γης,
+άνωθεν του λιμένος του Πανόρμου.
+
+158. Έπεμψαν λοιπόν οι Κυμαίοι εις τους Βραγχίδας διά να ερωτήσωσι
+τι έπρεπε να πράξωσι περί του Πακτύου όπως ευαρεστήσωσι τους
+θεούς. Το δε μαντείον απεκρίθη ότι έπρεπε να τον παραδώσωσιν εις
+τους Πέρσας. Οι Κυμαίοι, ακούσαντες την απόκρισιν ταύτην,
+ωρμήθησαν να υπακούσωσι, τουλάχιστον τοιαύτη ήτο η γνώμη των
+περισσοτέρων· αλλ' ο Αριστόδικος του Ηρακλείδου, πολίτης έγκριτος,
+αντέστη, δυσπιστών προς τον χρησμόν, ή νομίζων ότι εκείνοι οίτινες
+ηρώτησαν το μαντείον δεν είπον την αλήθειαν. Έπεμψαν λοιπόν άλλους
+απεσταλμένους διά να ερωτήσωσι τον θεόν, μεταξύ δε αυτών ήτο και ο
+Αριστόδικος.
+
+159. Αφού δε έφθασαν εις τους Βραγχίδας, ο Αριστόδικος ωμίλησε δι'
+όλους και ηρώτησεν ως εξής, «Ω βασιλεύ, ο Λυδός Πακτύης ήλθεν εις
+ημάς ως ικέτης, φεύγων θάνατον βίαιον τον οποίον θα τω επέβαλλον
+οι Πέρσαι· ούτοι δε τον ζητούσι και διατάττουσι τους Κυμαίους να
+τον παραδώσωσιν. Ημείς, και περιφοβούμενοι την δύναμιν των Περσών,
+δεν ετολμήσαμεν να παραδώσωμεν τον ικέτην πριν μάθωμεν σαφώς παρά
+σου τι πρέπει να πράξωμεν.» Τοιαύτη ήτο η ερώτησις· τότε, ως και
+την πρώτην φοράν, το μαντείον τοις είπεν ότι έπρεπε να παραδώσωσι
+τον Πακτύην εις τους Πέρσας. Αμέσως δε ο Αριστόδικος, μετά
+προηγουμένην σκέψιν, περιερχόμενος κύκλω τον ναόν, εδίωκεν από τας
+φωλεάς των τα μικρά στρουθία και τα άλλα πτηνά τα οποία ευρίσκοντο
+εκεί. Ενώ έπραττε ταύτα, λέγουσιν ότι εξήλθε φωνή εκ του αδύτου
+αποτεινομένη προς τον Αριστόδικον και κράζουσα· «Ω ασεβέστατε όλων
+των ανθρώπων, τι τολμάς να πράττης; Διώκεις τους ικέτας εκ του
+ναού μου.»
+
+Τότε ο Αριστόδικος χωρίς να διστάση απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, αφού
+τόσον ενδιαφέρεσαι διά τους ικέτας σου, πώς διατάττεις τους
+Κυμαίους να παραδώσωσι τον ιδικόν των;» Αλλ' η φωνή επανέλαβε·
+«Ναι, διατάττω, ίνα ένεκα της ασεβείας σας απολεσθήτε ταχέως και
+εις το εξής να μην έρχεσθε πλέον να ερωτάτε το μαντείον διά τους
+ικέτας τους οποίους σας ζητούσιν.»
+
+160. Όταν οι Κυμαίοι ήκουσαν παρά των απεσταλμένων την απόκρισιν
+ταύτην, δεν ηθέλησαν μήτε να καταστρέψωσι τον Πακτύην παραδίδοντες
+αυτόν, μήτε να εκτεθώσιν εις κίνδυνον πολιορκίας φυλάττοντες αυτόν
+εις την πόλιν των. Τον έστειλαν λοιπόν εις την Μιτυλήνην. Οι δε
+Μιτυληναίοι, επειδή κατόπιν έστειλεν ο Μαζάρης και εζήτει να τον
+παραδώσωσιν, εφάνησαν πρόθυμοι να πράξωσι τούτο ήρκει μόνον να
+τοις εδίδετο χρηματική τις αμοιβή την οποίαν δεν δύναμαι να
+προσδιορίσω διότι η συμφωνία δεν έλαβε τέλος. Οι Κυμαίοι έμαθον
+ότι οι Μυτιληναίοι ήσαν εις διαπραγματεύσεις, και έπεμψαν εις την
+Λέσβον πλοίον όπερ μετέφερε τον φυγάδα εις την Χίον. Εκεί όμως οι
+Χίοι τον απέσπασαν βιαίως από το ιερόν της πολιούχου Αθηνάς και
+τον έδωκαν εις αντάλλαγμα του Αταρνέως· είναι δε ο Αταρνεύς ούτος
+πόλις της Μυσίας, απέναντι της Λέσβου. Τοιουτοτρόπως ο Πακτύης
+έπεσεν εις τας χείρας των Περσών οίτινες τον εφύλατον καλώς διά να
+τον φέρωσι ζώντα εις τον Κύρον. Πολύς δε παρήλθε χρόνος, και
+ουδείς των Χίων ούτε διεσκόρπιζεν εις τας θυσίας των θεών κριθήν
+εκ του Αταρνέως, ούτε επρόσφερε πλακούντια εκ των δημητριακών
+καρπών της πόλεως ταύτης· παν δε ό,τι παρήγεν αύτη απεκλείετο από
+όλους τους ναούς.
+
+161. Και οι μεν Χίοι παρέδωκαν τον Πακτύην· μετά ταύτα δε ο
+Μαζάρης έστρεψε τα όπλα του κατά των συμπολιορκησάντων τον
+Τάβαλον· επώλησεν ως δούλους τους πολίτας της Πριήνης· ελεηλάτησεν
+όλην την πεδιάδα του Μαιάνδρου διά των στρατευμάτων του· το αυτό
+έπραξε και προς την Μαγνησίαν, έπειτα δε ησθένησε και απέθανεν.
+
+162. Διάδοχος της στρατηγίας κατέβη ο Άρπαγος όστις ήτο και αυτός
+Μήδος το γένος. Εις αυτόν άλλοτε ο Αστυάγης είχε προσφέρει το
+τρομερόν εκείνο συμπόσιον ένεκα του οποίου συνώμοσε διά να
+αναβιβάση τον Κύρον επί του θρόνου. O άνθρωπος ούτος, γενόμενος
+τέλος πάντων στρατηγός του Κύρου, εισέβαλεν εις την Ιωνίαν και
+εκυρίευσε τας πόλεις δι' επιχωμάτων· διότι, κλείων τους κατοίκους
+εις τα τείχη των, τους υπέτασσε περιτριγυρίζων αυτούς με
+επιχώματα. Η Φώκαια υπήρξεν η πρώτη Ελληνική πόλις της οποίας
+εγένετο κύριος.
+
+163. Πρώτοι μεταξύ των Ελλήνων οι Φωκαιείς επεδόθησαν εις μακρούς
+πλόας, και ανεκάλυψαν τον Αδρίαν, την Τυρρηνίαν, την Ιβηρίαν και
+τον Ταρτησόν, πλέοντες, ουχί διά στρογγύλων πλοίων, αλλά διά
+πεντηκοντόρων. Όταν ήλθον εις τον Ταρτησόν, τους υπεδέχθη φιλικώς
+ο βασιλεύς της χώρας ταύτης Αργανθώνιος όστις έζησεν εκατόν
+είκοσιν έτη και εβασίλευσεν ογδοήκοντα. Τόσον δε ηγάπησεν ο
+άνθρωπος ούτος τους Φωκαιείς ώστε κατ' αρχάς μεν τους παρεκίνησε
+ν' αφήσωσι την Ιωνίαν και να εγκατασταθώσιν εις την ιδίαν του
+χώραν, εις οιονδήποτε μέρος αυτής ήθελον. Έπειτα, βλέπων ότι δεν
+ηδύνατο να τους πείση, και μαθών παρ' αυτών τας προόδους της
+δυνάμεως των Μήδων, τοις έδωκε χρήματα διά να κτίσωσι τείχη περί
+την πόλιν των, και τοις έδωκεν αφθόνως· διότι η περίμετρος του
+τείχους δεν είναι ολίγων σταδίων, και είναι όλον ωκοδομημένον με
+μεγάλας και καλώς συνηρμοσμένας πέτρας.
+
+164. Το τείχος λοιπόν των Φωκαιέων ούτως εκτίσθη. Ο δε Άρπαγος
+έφερε τα στρατεύματά του κατ' αυτών, τους επολιόρκησε και τοις
+επρότεινεν ότι ηρκείτο να κρημνίσωσιν ένα μόνον προμαχώνα και να
+καθιερώσωσιν έν οίκημα διά βασιλικήν κατοικίαν. Αλλ οι Φωκαιείς,
+βδελυσσόμενοι την δουλείαν, εζήτησαν να σκεφθώσι μίαν ημέραν
+ολόκληρον πριν αποκριθώσι και τον παρεκάλεσαν, καθ' ον καιρόν θα
+συνεσκέπτοντο, να μένη ολίγον τι μακράν της πόλεως. Ο Άρπαγος τοις
+είπεν ότι ήξευρε μεν καλώς τι εσκόπευον να πράξωσι, τους άφινεν
+όμως ελευθέρους να σκεφθώσι, και κατά συνέπειαν τούτου απέσυρε τα
+στρατεύματά του. Εν τούτοις οι Φωκαιείς έρριψαν εις την θάλασσαν
+τας πεντηκοντόρους των, έθεσαν εντός αυτών τας γυναίκας και τα
+παιδία των, τα έπιπλά των, τα αγάλματα και τα άλλα αφιερώματα των
+ναών, και εμβάντες έπειτα και αυτοί έπλευσαν προς την Χίον. Έλαβον
+λοιπόν οι Πέρσαι την Φώκαιαν, αλλά κενήν κατοίκων.
+
+165. Επειδή δε οι Χίοι δεν ήθελον να πωλήσωσιν εις τους Φωκαιείς
+τας Οινούσας λεγομένας νήσους φοβούμενοι μήπως αι νήσοι αύται
+γίνωσιν αποβάθρα εμπορίου και αποκλεισθή η ιδική των νήσος, οι
+Φωκαιείς απέπλευσαν εκείθεν και διευθύνθησαν προς την Κύρνον·
+καθότι, είκοσιν έτη πρότερον, κατ' επιταγήν χρησμού τινος, είχον
+ιδρύσει εκεί πόλιν τινά ονομαζομένην Αλαλίαν, δεν έζη δε πλέον
+τότε ο Αργανθώνιος. Πριν φθάσωσιν όμως εις την Κύρνον διέβησαν διά
+της Φωκαίας και έσφαξαν τους Πέρσας φρουρούς τους οποίους ο
+Άρπαγος είχεν αφήσει διά να φυλάττωσι την πόλιν. Αφού δε εκόρεσαν
+την εκδίκησίν των, απήγγειλον φοβεράς κατάρας δι' εκείνους οίτινες
+ήθελον αφήσει τον στόλον· εκτός τούτου, έρριψαν εις την θάλασσαν
+σιδηράν ράβδον και ώμοσαν να μη επιστρέψωσιν εις την Φώκαιαν ενόσω
+η ράβδος δεν αναβή εις την επιφάνειαν. Και όμως, καθ' ην στιγμήν
+έμελλον να πλεύσωσι προς την Κύρνον, ο πόθος της πατρίδος και των
+γνωστών μερών της χώρας κατέλαβεν υπέρ τους ημίσεις των αστών,
+οίτινες παραβιάσαντες τον όρκον των έπλευσαν οπίσω εις την
+Φώκαιαν· εκείνοι δε οίτινες έμειναν πιστοί εις την υπόσχεσίν των,
+άραντες την άγκυραν από τας Οινούσας, εξήλθον εις το πέλαγος.
+
+166. Φθάσαντες εις την Κύρνον, έζησαν επί πέντε έτη ομού με τους
+προλαβόντας αποίκους και έκτισαν ναούς. Επειδή όμως εισέβαλλον και
+ελεηλάτουν τας γειτονικάς γαίας, οι Τυρρηνοί και οι Καρχηδόνιοι
+συμφωνήσαντες εστράτευσαν εναντίον των έχοντες ανά εξήκοντα πλοία.
+Αλλά και οι Φωκαιείς πληρώσαντες τα ιδικά των πλοία όντα εξήκοντα,
+εξήλθον προς απάντησίν των εις το Σαρδόνιον καλούμενον πέλαγος.
+Γενομένης ναυμαχίας ενίκησαν οι Φωκαιείς νίκην Καδμείαν· καθότι
+τεσσαράκοντα μεν εκ των πλοίων των κατεστράφησαν, τα δε άλλα
+είκοσιν εγένοντο άχρηστα, στρεβλωθέντων των εμβόλων. Τούτου ένεκα
+πλεύσαντες εις την Αλαλίαν, έλαβον τα τέκνα των, τας γυναίκας των,
+παν ό,τι άλλο ηδύνατο να χωρέση εις τα πλοία, και έπειτα αφέντες
+την Κύρνον έπλευσαν εις το Ρήγιον.
+
+167. Εκ των ανθρώπων των διαφυγόντων από τα καταστραφέντα πλοία οι
+περισσότεροι συνελήφθησαν υπό των Τυρρηνών και των Καρχηδονίων,
+οίτινες τους εξέβαλον εις την ξηράν και τους ελιθοβόλησαν. Μετά το
+γεγονός τούτο παν ό,τι των Αγυλλαίων διέβαινεν από το μέρος όπου
+ελιθοβολήθησαν οι Φωκαιείς, είτε πρόβατον, είτε υποζύγιον, είτε
+άνθρωπος, εγίνετο άμορφον και παραλυτικόν. Όθεν οι Αγυλλαίοι
+έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να θεραπεύσωσι το πραχθέν αμάρτημα, η
+δε Πυθία τοις επέβαλε την τιμωρίαν την οποίαν εκπληρούσι μέχρι
+σήμερον· να τιμώσι δηλαδή τους λιθοβοληθέντας διά μεγάλων
+επιταφίων θυσιών και να συστήσωσιν αγώνας γυμνικούς και ιππικούς.
+Τοιούτο το τέλος των Φωκαιέων τούτων· όσοι δε κατέφυγον εις το
+Ρήγιον, δεν έμειναν εκεί, αλλ' εθεμελίωσαν την πόλιν της
+Οινωτρίας, ήτις σήμερον καλείται Υέλη, ειπόντος εις αυτούς
+Ποσειδωνιάτου τινός ότι η Πυθία τους διέταξεν ουχί να ιδρύσωσιν
+αποικίαν εν τη νήσω Κύρνω, αλλά να συστήσωσιν εορτήν προς τιμήν
+του ήρωος Κύρνου. Και ταύτα μεν είναι τα περί της εν τη Ιωνία
+Φωκαίας.
+
+168. Τα αυτά δε περίπου έπραξαν οι Τήιοι. Όταν ο Άρπαγος
+περιεκύκλωσε τα τείχη των δι' επιχωμάτων, εισήλθον εις τα πλοία
+και μετέβησαν διά θαλάσσης εις την Θράκην, όπου έκτισαν την πόλιν
+Άβδηρα. Ο πρώτος ιδρυτής της αποικίας Τιμήσιος ο Κλαζομένιος δεν
+ωφελήθη, αλλά διωχθείς από τους Θράκας, τιμάται σήμερον ως ήρως
+υπό των εν τοις Αβδήροις Τηίων.
+
+169. Ούτοι λοιπόν ήσαν οι μόνοι των Ιώνων οίτινες μη υποφέροντες
+την δουλείαν εγκατέλιπον την πατρίδα των. Οι δε άλλοι Ίωνες, πλην
+των Μιλησίων, αντέστησαν εις τον Άρπαγον ως είχον αντιστή και οι
+φυγόντες. Εκάστη πόλις, αμυνομένη υπέρ της σωτηρίας της, εφάνη μεν
+γενναία, όλαι όμως ηττήθησαν και υπετάγησαν. Οι Μιλήσιοι δε, ως
+είπον προλαβόντως, συνθηκολογήσαντες μετά του Κύρου, έμειναν
+ήσυχοι. Τοιουτοτρόπως εδουλώθη η Ιωνία και εκ δευτέρου. Αφού δε ο
+Άρπαγος υπέταξε τους εν τι ηπείρω Ίωνας, φοβηθέντες οι εν ταις
+νήσοις μη πάθωσι τα αυτά, παρεδόθησαν εις τον Κύρον.
+
+170. Οι Ίωνες, και περιδουλωθέντες, δεν έπαυσαν όμως συνερχόμενοι
+εις το Πανιώνιον· εις μίαν δε των συναθροίσεων εκείνων, ως ήκουσα,
+ο Βίας ο Πριηνεύς τοις έδωκεν αρίστην συμβουλήν, την οποίαν εάν
+ήκουον θα εγίνοντο ευδαιμονέστατοι πάντων των Ελλήνων. «Εισέλθετε
+όλοι εις τα πλοία, τοις είπεν, άρατε την άγκυραν, πλεύσατε εις την
+Σαρδώ, κτίσατε εκεί μίαν πόλιν κοινήν δι' όλους και γενήτε
+ευτυχείς απελευθερούμενοι τοιουτοτρόπως, Διότι νεμόμενοι την
+μεγίστην των νήσων, θα διοικήτε όλας τας άλλας, ενώ, εάν μείνετε
+εις την Ιωνίαν, δεν βλέπω πώς θα δυνηθήτε να ανακτήσετε ποτε την
+έλευθερίαν σας.» Τοιαύτη ήτο η συμβουλή την οποίαν ο Βίας ο
+Πριηνεύς έδωκεν εις τους Ίωνας αφού υπεδουλώθησαν. Εκείνη δε την
+οποίαν έδωκεν ο Θαλής ο Μιλήσιος πριν δουλωθώσιν, ήτο όχι
+ολιγώτερον καλή. Ο Θαλής ούτος του οποίου η καταγωγή ανέκαθεν ήτο
+εκ Φοινίκων συνεβούλευσε τους Ίωνας να συστήσωσιν έν μόνον
+βουλευτήριον, να θέσωσιν αυτό εις την Τέω (διότι η Τέως κείται εις
+το κέντρον της χώρας) και να αφήσωσι τας άλλας πόλεις να
+διοικώνται ως εάν ήσαν δήμοι. Τοιαύται ήσαν αι συμβουλαί αίτινες
+εδόθησαν εις τους Ίωνας.
+
+171. Ο δε Άρπαγος, αφού υπέταξε την Ιωνίαν, εστράτευσε κατά των
+Καρών, των Καυνίων και των Λυκίων έχων ομού τους Ίωνας και τους
+Αιολείς. Εκ τούτων οι μεν Κάρες αφήκαν τας νήσους και εκατοίκησαν
+εις την ήπειρον· διότι άλλοτε, ότε ήσαν υπήκοοι του Μίνωος και
+εκαλούντο Λέλεγες, κατώκουν τας νήσους και δεν επλήρωνον κανένα
+φόρον, καθ' όσον ηδυνήθην να πληροφορηθώ από παραδόσεις
+παλαιοτάτας, αλλ' όταν ο Μίνως ελάμβανεν ανάγκην, συνήθροιζον
+πληρώματα διά τα πλοία του. Επειδή δε ο Μίνως είχεν υποτάξει
+πολλάς χώρας και ήτο ευτυχής εις τον πόλεμον, το Καρικόν έθνος ήτο
+κατ' εκείνον τον χρόνον το διασημότατον όλων των εθνών. Αυτό
+εφεύρε τρία τινά τα οποία μεταχειρίζονται οι Έλληνες· διότι οι
+Κάρες εδίδαξαν να δένωσι λόφους άνω της περικεφαλαίας και να
+θέτωσιν εμβλήματα εις τας ασπίδας· αυτοί επίσης πρώτοι
+μετεχειρίσθησαν λαβάς διά τας ασπίδας τας οποίας πρότερον
+εβάσταζον άνευ λαβών και τας εκυβέρνων διά τελαμώνων κρεμαμένων
+περί τον τράχηλον ή εις τον αριστερόν ώμον. Πολύ δε μετά ταύτα οι
+Δωριείς και οι Ίωνες έδιωξαν από τας νήσους τους Κάρας οίτινες
+εγκατεστάθησαν εις την ήπειρον. Και οι μεν Κρήτες ταύτα λέγουσι
+περί των Καρών, αυτοί όμως δεν συμφωνούσιν, αλλά αξιούσιν ότι
+είναι αυτόχθονες ηπειρώται και λέγουσιν ότι πάντοτε είχον το αυτό
+όνομα όπερ και σήμερον. Εις μαρτυρίαν δε δεικνύουσιν εις τα
+Μύλασσα αρχαίον ναόν του Καρίου Διός τον οποίον έχουσιν από κοινού
+μετά των Μυσών και των Λυδών ένεκα της αρχαίας συγγενείας των,
+διότι κατ' αυτούς ο Μυσός και ο Λυδός ήσαν αδελφοί του Καρός.
+Τούτου ένεκα λοιπόν οι απόγονοί των μετέχουσι του ιερού, εξαιρέσει
+των γειτόνων εκείνων οίτινες ομιλούσι μεν την αυτήν γλώσσαν με
+τους Κάρας δεν κατάγονται όμως από την αυτήν γενεάν.
+
+172. Οι δε Καύνιοι, ως εγώ φρονώ, είναι αυτόχθονες, λέγουσιν όμως
+οι ίδιοι ότι κατάγονται από την Κρήτην. Και αν μεν η γλώσσα των
+Καυνίων πλησιάζει την των Καρών ή η των Καρών με την των Καυνίων
+δεν ηξεύρω ακριβώς, τα ήθη όμως αυτών διαφέρουσι πολύ από των
+άλλων ανθρώπων και των Καρών· διότι νομίζουσιν ως λίαν έντιμον να
+συνέρχωνται διά να πίνωσιν, άνδρες, γυναίκες και παιδία, αναλόγως
+της ηλικίας και της φιλίας των. Αφού έκτισαν ναούς ξένων θεών,
+έπειτα μετέβαλον γνώμην και εσκέφθησαν ότι έπρεπε να λατρεύωσι
+μόνον τους πατρίους θεούς. Ενδυθέντες λοιπόν τα όπλα των, και
+πλήττοντες τον αέρα διά των δοράτων, ήλθον εις τα Καλυνδικά όρη
+λέγοντες ότι εδίωκον τους ξένους θεούς.
+
+173. Και ούτοι μεν ταύτα τα έθιμα τηρούσιν, οι δε Λύκιοι
+κατάγονται από την Κρήτην, η καταγωγή των δε αύτη είναι
+παλαιοτάτη, διότι άλλοτε οι βάρβαροι κατείχον όλην αυτήν την
+νήσον. Ότε οι υιοί της Ευρώπης, Μίνως και Σαρπηδών, εφιλονείκησαν
+περί της βασιλείας, επειδή υπερίσχυσεν ο Μίνως, έδιωξε τον
+Σαρπηδόνα και τους οπαδούς του οίτινες διωχθέντες κατέφυγον εις
+την Μιλυάδα γην της Ασίας· διότι η γη την οποίαν κατοικούσι
+σήμερον οι Λύκιοι, εκαλείτο άλλοτε Μιλυάς, αι δε Μιλύαι εκαλούντο
+Σόλυμοι. Εφ' όσον δε εβασίλευεν εις αυτούς ο Σαρπηδών, ετήρησαν το
+όνομα Τερμίλαι το οποίον είχον παλαιόθεν και με το οποίον ακόμη
+μέχρι σήμερον τους ονομάζουσιν οι περίοικοι. Αφ' ότου όμως ο
+Αθηναίος Λύκος, υιός του Πανδίονος, διωχθείς και αυτός παρά του
+αδελφού του Αιγέως, ήλθε προς τον Σαρπηδόνα, μετωνομάσθησαν επί
+τέλους Λύκιοι από του Λύκου. Τα έθιμα αυτών εν μέρει μεν είναι
+Κρητικά, εν μέρει δε Καρικά· αλλ' έχουσιν έν όλως ιδιαίτερον, όπερ
+εις ουδέν άλλο έθνος απαντάται· το έθιμον τούτο είναι ότι
+λαμβάνουσι το όνομα της μητρός και ουχί το του πατρός. Εάν τις
+ερωτήση άλλον ποίος είναι, ούτος αρχίζει από την μητέρα του και
+απαριθμεί όλην την μητρικήν γραμμήν. Εάν γυνή πολίτις υπανδρευθή
+δούλον, τα τέκνα της θεωρούνται ευγενή· εάν όμως πολίτης, έστω και
+ο πρώτος εξ αυτών, νυμφευθή ξένην ή παλλακίδα, τα τέκνα του
+θεωρούνται αγενή.
+
+174. Οι Κάρες λοιπόν υπεδουλώθησαν υπό του Αρπάγου χωρίς να
+πράξωσί τι λαμπρόν. Ου μόνον δε οι Κάρες, αλλά και οι κατοικούντες
+την χώραν εκείνην Έλληνες υπετάγησαν άνευ αντιστάσεως. Μεταξύ του
+των ήσαν οι Κνίδιοι, άποικοι της Λακεδαίμονος, των οποίων η χώρα
+είναι εστραμμένη προς την θάλασσαν και σχηματίζει ακρωτήριον
+καλούμενον Τριόπιον εξ ου άρχεται η Βυβασσία. Είναι λοιπόν όλη η
+Κνιδία, εκτός ελαχίστου μέρους, περίρρυτος, καθότι αρκτικώς μεν
+περιορίζεται από τον Κεραμικόν κόλπον, μεσημβρινώς δε από την
+θάλασσαν της Σμύρνης και της Ρόδου· το ολίγον δε εκείνο μέρος όπερ
+συνέχεται με την ξηράν και το οποίον δεν είναι πλειότερον των
+πέντε σταδίων, έσκαπτον οι Κνίδιοι καθ' ον καιρόν ο Άρπαγος
+υπέτασσε την Ιωνίαν, θέλοντες να μεταβάλωσι την χώραν των εις
+νήσον. Και τωόντι, τούτου κατορθουμένου, τα πάντα ήθελον μένει
+έσωθεν του ορύγματος, διότι εκεί όπου τελειόνει η Κνιδία, εκεί
+είναι και ο ισθμός τον οποίον έσκαπτον. Αλλ' ενώ ειργάζοντο εις
+τούτο πολλοί Κνίδιοι, εθραύοντο οι λίθοι εις μικρά τεμάχια και οι
+εργάται επληγώνοντο πλειότερον του συνήθους εις διάφορα μέρη του
+σώματος και προ πάντων εις τους οφθαλμούς, όπερ εθεωρήθη ότι
+προήρχετο από θείαν οργήν. Πέμψαντες λοιπόν εις τους Δελφούς
+ηρώτων περί της θεραπείας· η δε Πυθία, ως λέγουσιν αυτοί οι
+Κνίδιοι, απεκρίθη διά των εξής τριμέτρων στίχων.
+
+«Μη οχυρώσετε τον ισθμόν, μη σκάψετε αυτόν, διότι ο Ζευς ηδύνατο
+να τον κάμη νήσον εάν ήθελε.»
+
+Και οι μεν Κνίδιοι, επειδή η Πυθία έδωκε τοιούτον χρησμόν, έπαυσαν
+να ορύττωσι, και όταν ο Άρπαγος ήλθε με τα στρατεύματά του,
+παρεδόθησαν αμαχητί.
+
+175. Υπεράνω δε της Αλικαρνασσού, εις τα μεσόγεια, κατώκουν οι
+Πηδασείς. Εις τούτους ή εις τους περιοίκους των οσάκις έμελλε να
+συμβή τι δυσάρεστον, μεγάλη γενειάς εφύετο εις το πρόσωπον της
+ιερείας της Αθηνάς. Τούτο συνέβη τρις. Μόνοι δε αυτοί εκ των Κάρων
+αντέστησαν επί τινα χρόνον εις τον Άρπαγον και τω παρέσχον πολλά
+εμπόδια τειχίσαντες το όρος όπερ καλείται Λίδη.
+
+176. Επί τέλους υπετάγησαν και αυτοί. Οι δε Λύκιοι, όταν ο Άρπαγος
+έφερε τον στρατόν του εις το Ξάνθιον πεδίον, εξερχόμενοι της
+πόλεως και πολεμούντες ολίγοι προς πολλούς, εδείκνυον θαυμασίαν
+γενναιότητα, αλλ' ενικήθησαν και εκλείσθησαν εις την πόλιν. Τότε
+συνήθροισαν εις την ακρόπολιν, γυναίκας, τέκνα, πλούτη, δούλους·
+έθεσαν πυρ εις το φρούριον εκείνο διά να το καύσωσιν ολόκληρον,
+και αφού ώμοσαν μεταξύ των φοβερούς όρκους, εξώρμησαν με τα όπλα
+εις χείρας και εφονεύθησαν μαχόμενοι. Από τους Λυκίους δε οίτινες
+την σήμερον καλούνται Ξάνθιοι, πλην ογδοήκοντα οικογενειών, οι
+πλειότεροι είναι επήλυδες. Αυταί αι ογδοήκοντα οικογένειαι έτυχε
+να αποδημώσι κατά την ημέραν της καταστροφής, και ούτω
+περιεσώθησαν. Εκυρίευσε λοιπόν την Ξάνθον ο Άρπαγος και ομοίως
+όλην σχεδόν την Καύνον, διότι οι πλείστοι των Καυνίων εμιμήθησαν
+τους Λυκίους.
+
+177. Ενώ ο Άρπαγος εποίει ανάστατον την μικράν Ασίαν, ο Κύρος
+υπέτασσεν όλα τα έθνη της άνω Ασίας χωρίς να φεισθή ουδενός. Και
+τας μεν περισσοτέρας των κατακτήσεών του θα παρέλθω εν σιωπή, θα
+αναφέρω δε εκείνας μόνον όσαι τον ηνάγκασαν εις μεγάλας εργασίας
+και αίτινες είναι αι μάλλον άξιαι διηγήσεως.
+
+178. Ο Κύρος, αφού υπέταξεν όλα τα ηπειρωτικά έθνη της μικράς
+Ασίας, επετέθη κατά των Ασσυρίων. Υπήρχον δε εις την Ασσυρίαν
+πολλαί μεγάλαι πόλεις, αλλ' η διασημοτέρα, η ισχυροτέρα, εκείνη
+εις την οποίαν μετά την καταστροφήν της Νίνου μετεφέρθησαν τα
+βασίλεια, ήτο η Βαβυλών της οποίας η περιγραφή είναι η εξής.
+Κειμένη επί ευρείας πεδιάδος, σχηματίζει τετράγωνον του οποίου
+εκάστη πλευρά έχει εκατόν είκοσι στάδια· όλη λοιπόν η περίμετρος
+αυτής είναι τετρακόσια ογδοήκοντα στάδια. Τοιαύτη η έκτασις της
+Βαβυλώνος, ουδεμία δε πόλις εκ των γνωστών εις ημάς είναι τοσούτον
+κεκοσμημένη. Πρώτον μεν, τάφρος βαθεία, πλατεία και πλήρης ύδατος
+ρέοντος περικυκλοί αυτήν· έπειτα υψούται τείχος του οποίου το μεν
+πλάτος είναι πεντήκοντα πήχεων βασιλικών το δε ύψος διακοσίων·
+είναι δε ο βασιλικός πήχυς μεγαλύτερος του συνήθους κατά τρεις
+δακτύλους.
+
+179. Πρέπει δε προς τούτοις να είπω πού εχρησίμευσε το χώμα της
+τάφρου και πώς εκτίσθη το τείχος. Ενώ έσκαπτον την τάφρον,
+συγχρόνως κατεσκεύαζον πλίνθους εκ των χωμάτων τα οποία εξήγον,
+και άμα εσωρεύετο αρκετή ποσότης τοιούτων πλίνθων έψηνον αυτούς
+εις καμίνους, και έπειτα, μεταχειριζόμενοι αντί πηλού θερμήν
+άσφαλτον, εστοίβαζον τριάκοντα σειράς πλίνθων και μίαν σειράν
+καλάμων πλεκτών. Και τοιουτοτρόπως πρώτον μεν έκτισαν τα χείλη της
+τάφρου, έπειτα δε το τείχος με τον αυτόν τρόπον. Επί του τείχους
+δε έκτισαν μονόπατα οικήματα αντικρύζοντα προς άλληλα, και μεταξύ
+των οικημάτων άφησαν διάστημά τι διά να δύναται να στρέφεται
+τέθριππον άρμα. Εκατόν πύλαι κατεσκευάσθησαν πέριξ του τοίχους,
+όλαι χάλκιναι, με παραστάτας και υπέρθυρα ομοίως εκ χαλκού.
+Υπάρχει δε άλλη τις πόλις απέχουσα από την Βαβυλώνα οκτώ ημερών
+οδόν, ήτις καλείται Ις και όπου ρέει μικρός ποταμός, Ις και αυτός
+καλούμενος και χυνόμενος εις το μέγα ρεύμα του Ευφράτου. Αυτός
+λοιπόν ο Ις ποταμός ομού με το ύδωρ αναδίδει πολλούς θρόμβους
+ασφάλτου, και εκείθεν μετεκομίσθη η άσφαλτος εις το τείχος της
+Βαβυλώνος.
+
+180. Τοιουτοτρόπως λοιπόν περιετειχίσθη η Βαβυλών· η πόλις είναι
+εις δύο μέρη διηρημένη, και διά μέσου αυτών ρέει ο Ευφράτης. Ο
+ποταμός ούτος καταβαίνει από την Αρμενίαν, είναι μέγας, βαθύς και
+ορμητικός, και χύνεται εις την Ερυθράν θάλασσαν. Ο εξωτερικός
+λοιπόν τοίχος τέμνεται τοιουτοτρόπως εις δύο βραχίονας οίτινες
+εκτείνονται μέχρι του ποταμού· εκεί δε γίνονται επικαμπαί και
+έπειτα εκ πλίνθων οπτών εκτείνεται εις εκατέραν όχθην του ποταμού
+από της μιας άκρας εις την άλλην. Αυτή η πόλις, πλήρης οικιών
+τριωρόφων και τετρωρόφων, κατατέμνεται υπό οδών ευθειών, των μεν
+εγκαρσίων, των δε ληγουσών εις τον ποταμόν. Όλαι αι οδοί συναντώσι
+το εσωτερικόν τείχος, και εις την άκραν εκάστης υπάρχει μικρά
+πύλη· ώστε όσαι πύλαι είναι, τόσαι και αι οδοί. Ήσαν δε και αυταί
+χάλκιναι και ηνοίγοντο επί του ποταμού.
+
+181. Το εξωτερικόν τείχος είναι ο θώραξ της πόλεως· ο εσωτερικός
+τοίχος, μόλις αδυνατώτερος, είναι στενώτερος. Εις το μέσον δε
+εκατέρου μέρους της πόλεως ήσαν εκτισμένα, εις το έν το ανάκτορον
+του βασιλέως, ευρύχωρον και στερεόν, και εις το άλλο ο χαλκόπυλος
+ναός του Βήλου Διός, όστις εσώζετο μέχρι των ημερών μου έχων σχήμα
+τετράγωνον και εκάστην πλευράν δυο σταδίων. Εις το μέσον υψούται
+πύργος στερεός, έχων μήκος και πλάτος ενός σταδίου· άνωθεν αυτού
+υπάρχει άλλος, και άλλος πάλιν υπεράνω αυτού, και ούτω μέχρις
+οκτώ. Οφιοειδής κλίμαξ φέρει εξωτερικώς από πύργου εις πύργον.
+Κατά το μέσον της αναβάσεως υπάρχουσι σταθμός και καθίσματα όπου
+αναπαύονται οι αναβαίνοντες· άνωθεν δε του τελευταίου πύργου είναι
+μέγας ναός, και εντός του ναού μεγάλη κλίνη καλώς εστρωμένη, και
+πλησίον αυτής χρυσή τράπεζα. Δεν βλέπει τις εκεί κανέν άγαλμα ούτε
+διανυκτερεύει άνθρωπος, εκτός μιας γυναικός ιθαγενούς την οποίαν
+μεταξύ όλων εκλέγει ο θεός, ως λέγουσιν οι ιερείς αυτού του θεού
+οι Χαλδαίοι.
+
+182. Οι αυτοί ιερείς λέγουσιν ωσαύτως, δεν μοι φαίνονται όμως
+άξιοι πίστεως, ότι ο θεός συχνάζει εις τον ναόν και αναπαύεται επί
+της κλίνης, κατά τον αυτόν τρόπον καθ' ον και εις τας Θήβας της
+Αιγύπτου, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι. Διότι και εκεί επίσης κοιμάται
+γυνή εις τον ναόν του Θηβαιέως Διός, και βεβαιούσιν ότι μήτε η μία
+μήτε η άλλη των γυναικών τούτων έχουσι σχέσιν με άνδρας. Ομοίως
+και εις τα Πάταρα της Λυκίας, η ιέρεια του θεού, όταν ούτος ήναι
+παρών (διότι το χρηστήριον δεν είναι παντοτεινόν) διανυκτερεύει
+εντός του ναού.
+
+183. Κάτωθεν του ναού τούτου της Βαβυλώνος ευρίσκεται άλλος ναός
+περιέχων μέγα χρυσούν άγαλμα του Διός καθήμενον, και πλησίον
+μεγάλην τράπεζαν χρυσήν· του αγάλματος δε τούτου ο θρόνος και αι
+βαθμίδες είναι εκ χρυσσού, λέγουσι δε οι Χαλδαίοι ότι όλα αυτά
+έχουσι βάρος οκτακοσίων ταλάντων. Έξωθεν του ναού, ο βωμός είναι
+χρυσούς, και επί άλλου βωμού πλατυτέρου θυσιάζουσι θύματα τέλεια,
+διότι επί του πρώτου δεν είναι επιτετραμμένον να θυσιάζωσιν ειμή
+μόνον γαλαθηνά. Επί του μεγάλου βωμού οι Χαλδαίοι καίουσι κατ'
+έτος χιλίων ταλάντων θυμίαμα καθαρόν, όταν τελώσι την εορτήν του
+θεού. Κατά την εποχήν του Κύρου ήτο ακόμη εις το τέμενος τούτο
+άγαλμα δώδεκα πήχεων, χρυσούν, στερεόν· εγώ δεν το είδα, αλλ'
+επαναλαμβάνω ό,τι άκουσα από τους Χαλδαίους. Αυτό το άγαλμα
+εσκέφθη να αρπάση ο υιός του Υστάσπους Δαρείος, και δεν ετόλμησεν·
+αλλ' ο υιός του Ξέρξης το έλαβε και εφόνευσε τον ιερέα όστις τω
+απηγόρευε να το μετακινήση. Ταύτα ήσαν τα κοσμήματα του ναού
+τούτου, όστις εκτός αυτών είχε πάμπολλα άλλα ιδιωτικά αφιερώματα.
+
+184. Η Βαβυλών έσχε πολλούς βασιλείς, θέλω δε αναφέρει εις την
+Ιστορίαν των Ασσυρίων (12) εκείνους οίτινες εκαλλώπισαν τα τείχη
+και τους ναούς μεταξύ δε άλλων και δύο γυναίκας. Η πρώτη ήτις
+εβασίλευσε προηγήθη της δευτέρας κατά πέντε γενεάς και ωνομάζετο
+Σεμίραμις· αυτή ύψωσεν αναχώματα εις την πεδιάδα, άτινα είναι
+αξιοθέατα, διότι πρότερον ο ποταμός έρρεεν ανά το πεδίον ως
+θάλασσα.
+
+185. Η δευτέρα ήτις έπειτα εγένετο βασίλισσα ωνομάζετο Νίτωκρις.
+Πεπροικισμένη με φρόνησιν ανωτέραν της προκατόχου της, αφ' ενός
+μεν αφήκε μνημεία τα οποία θα περιγράψω αμέσως, αφ' ετέρου δε
+βλέπουσα τους Μήδους μεγαλυνομένους και μη ησυχάζοντας, αλλά
+κυριεύοντας πόλεις, μεταξύ των οποίων ήτο και η Νίνος, έλαβε κατ'
+αυτών όλα τα δυνατά αμυντικά μέτρα. Πρώτον μεν τον Ευφράτην, όστις
+πρότερον έρρεε κατ' ευθείαν και διήρχετο διά μέσης της πόλεως,
+ορύξασα διώρυγας άνωθεν, τοσούτον σκολιόν κατέστησεν ώστε ρέων
+φθάνει τρις εις κώμην τινά της Ασσυρίας. Το όνομα δε της κώμης,
+εις την οποίαν έρχεται ο Ευφράτης, είναι Αρδέρικκα. Και σήμερον
+όσοι έρχονται εις την Βαβυλώνα διά του Ευφράτου, προσεγγίζουσι
+τρις εις την κώμην ταύτην και επί τρεις αλλεπαλλήλους ημέρας. Και
+τούτο μεν ούτως εποίησεν έπειτα δε κατεσκεύασεν εις αμφοτέρας τας
+όχθας του ποταμού αναχώματα αξιοθαύμαστα διά το ύψος και το
+μέγεθός των. Πολύ δε ανωτέρω της πόλεως και εις μικράν απόστασιν
+από του ποταμού, σκάψασα το έδαφος μέχρι των υπογείων υδάτων,
+εσχημάτισε δεξαμενήν διά τα στάσιμα ύδατα δούσα εις αυτήν
+περιφέρειαν τετρακοσίων είκοσι σταδίων. Τα εξαγόμενα χώματα
+ερρίπτοντο εις τας όχθας του ποταμού, και όταν ετελείωσε το έργον,
+έφερε πέτρας και έκτισε πέριξ κρηπίδα. Έκαμε δε τα δύο ταύτα η
+Νίτωκρις, τον ποταμόν σκολιόν και το όρυγμα ελώδες, ίνα το ρεύμα
+του Ευκράτου καθίσταται βραδύτερον διά των πολλών περιστροφών και
+διά να μη φθάνωσι κατ' ευθείαν γραμμήν εις την Βαβυλώνα οι
+ταξειδεύοντες· επί τέλους δε να αναγκάζωνται ούτοι να ακολουθώσι
+την μεγάλην καμπήν της λίμνης. Η θέσις δε την οποίαν εξελέξατο,
+είναι εκείνη διά της οποίας οι Μήδοι ηδύναντο ευκόλως, λαμβάνοντες
+πλαγίαν οδόν, να έρχωνται και μανθάνωσι τας υποθέσεις της
+συγκοινωνούντες με τους Ασσυρίους.
+
+186. Με τοιαύτα οχυρώματα σκαφέντα εν τω εδάφει περιέβαλεν εαυτήν,
+εκτός δε τούτων έπραξε και το εξής· επειδή η πόλις είχε δύο μέρη
+κεχωρισμένα υπό του ποταμού, επί των πρώτων βασιλέων, εάν τις
+ήθελε να διαβή από του ενός εις το άλλο, έπρεπε να λάβη λέμβον,
+και καθ' όσον δύναμαι να κρίνω, τούτο θα ήτο λίαν οχληρόν. Η
+Νίτωκρις λοιπόν προέβλεψε και τούτο, διότι, ενώ διά τα ύδατα του
+έλους ώρυττε δεξαμενήν, εσκέπτετο να ωφεληθή και εκ ταύτης της
+εργασίας διά να αφήση έτερον μνημείον. Όθεν διέταξε και έκοψαν
+μεγάλας πέτρας· άμα αι πέτραι ητοιμάσθησαν και η δεξαμενή εσκάφθη,
+έστρεψεν εις την δεξαμενήν ταύτην τα ύδατα του ποταμού, και
+τοιουτοτρόπως αυτή μεν εγέμισε το δε αρχαίον ρεύμα εξηράνθη. Τότε,
+αφ' ενός μεν έκτισε διά πλίνθων οπτών, όπως ήτο και το εξωτερικόν
+τείχος, τα χείλη του ποταμού εφ' όσον διάστημα εκτείνεται η πόλις,
+και ήσαν αι καταβάσεις αι φέρουσαι διά των πυλίδων εις τον
+ποταμόν· αφ' ετέρου δε, προς το κέντρον των δύο μερών, με πέτρας
+τας οποίας διέταξε να κόψωσιν, έκτισε γέφυραν, δένουσα τας πέτρας
+με σίδηρον και μόλυβδον. Και κατά μεν την ημέραν ήπλωνον επί της
+γεφύρας ξύλα τετράγωνα και διέβαινον οι Βαβυλώνιοι· κατά δε την
+νύκτα τα αφήρουν διά να μη περιφέρωνται οι κάτοικοι εις το σκότος
+και κλέπτωσιν αλλήλους. Αφού δε η ορυχθείσα δεξαμενή εγέντο λίμνη
+εκ των υδάτων του ποταμού, και αφού ετελείωσαν τα διάφορα μέρη της
+γεφύρας, η Νίτωκρις εξέβαλε τον Ευφράτην από την λίμνην και τον
+έφερε πάλιν εις το πρώτον ρεύμα. Τοιουτοτρόπως η λεκάνη, γενομένη
+λίμνη, εφάνη κατάλληλος προς τον σκοπόν δι' ον ήτο προωρισμένη,
+και η γέφυρα κατεσκευάσθη προς χρήσιν των πολιτών.
+
+187. Αυτή η ιδία βασίλισσα επενόησε την εξής απάτην· άνωθεν της
+μάλλον συχναζομένης πύλης του τείχους κατεσκεύασε τον ίδιον εαυτής
+τάφον, υψηλόν και ελκύοντα τα βλέμματα πλειότερον ή η πύλη.
+Ενεκόλαψε δε εις τον τάφον τούτον γράμματα λέγοντα· «Εάν τις εξ
+εκείνων οίτινες βασιλεύσωσι μετ' εμέ εις την Βαβυλώνα λάβη ανάγκην
+χρημάτων, ας ανοίξη τον τάφον τούτον και ας λάβη όσα θέλει. Αλλ'
+εκτός ανάγκης καταπειγούσης, ας μη τον ανοίξη, διότι δεν θα
+ωφεληθή.» Έμεινε δε ο τάφος άθικτος μέχρις ου ανέβη εις τον θρόνον
+ο Δαρείος όστις ενόμισεν οδυνηρόν να αφίνη μίαν πύλην άχρηστον,
+ενώ μάλιστα υπήρχον εκεί χρήματα τα οποία τω εφώναζον να τα λάβη
+και να μη τα λάβη. Τωόντι δεν μετεχειρίζοντο πλέον την πύλην
+εκείνην διότι άνωθεν των διαβαινόντων έκειτο νεκρόν σώμα. Ήνοιξε
+λοιπόν τον τάφον, αλλ' αντί θησαυρών είδε μόνον το πτώμα και
+γράμματα λέγοντα τα εξής·. «Εάν δεν ήσο άπληστος και αισχροκερδής,
+δεν θα ήνοιγες τας θήκας των νεκρών.» Και αύτη μεν η βασίλισσα
+τοιαύτη τις λέγουσιν ότι εγένετο.
+
+188. Ο δε Κύρος εξεστράτευσε κατά του υιού της γυναικός ταύτης,
+όστις είχε το όνομα του πατρός του Λαβυνήτου και την βασιλείαν των
+Ασσυρίων. Εξεστράτευσε λοιπόν ο μέγας βασιλεύς έχων μεθ' εαυτού
+αρκετήν προμήθειαν τροφίμων και ποιμνίων του τόπου του, εκτός δε
+τούτων είχε και ύδωρ του Χοάσπου ποταμού όστις ρέει παρά τα Σούσα,
+διότι μόνον το ύδωρ τούτου του ποταμού, και ουχί άλλου, πίνει ο
+βασιλεύς· το βράζουσι, και όπου μεταβαίνει ο βασιλεύς, το
+μεταφέρουσιν εντός αγγείων αργυρών τα οποία θέτουσιν επί αμαξών
+τετρατρόχων συρομένων υπό ημιόνων.
+
+189. Πορευόμενος ο Κύρος εναντίον της Βαβυλώνος έφθασεν εις τας
+όχθας του Γύνδου, του οποίου αι μεν πηγαί είναι εις τα Ματιανά
+όρη, αυτός δε ρέει διά των Δαρδανών και χύνεται εις τον Τίγριν
+όστις και αυτός ρέει παρά την πόλιν Ώπιν και χύνεται εις την
+Ερυθράν θάλασσαν. Ενώ δε ο Κύρος επειράτο να διαπεράση τον Γύνδον
+όστις είναι ναυσίπορος, είς των ιερών λευκών ίππων, παρασυρθείς
+υπό της αγερωχίας του, εισήλθεν εις τον ποταμόν και ήρχισε να
+κολυμβά, αλλά το ρεύμα, περιδινήσαν αυτόν, τον εβύθισε και τον
+παρέσυρε. Τότε ο Κύρος οργισθείς διά την αυθάδειαν του ποταμού,
+τον ηπείλησεν ότι τόσον ασθενή ήθελε τον καταστήσει, ώστε εις το
+εξής και αυταί αι γυναίκες να τον διαβαίνωσιν ευκόλως χωρίς να
+βρέχωσι τα γόνατα. Μετά την απειλήν ταύτην, παραιτηθείς να βαδίση
+κατά της Βαβυλώνος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο· αφού δε τον
+διήρεσεν, εχάραξεν επί εκατέρας των όχθων του Γύνδου εκατόν
+ογδοήκοντα διώρυγας προς όλας τας διευθύνσεις, έπειτα ετοποθέτησε
+τα στρατεύματα και τα διέταξε να σκάψωσι. Χάρις εις την
+πολυχειρίαν, ετελείωσε μεν το έργον, αλλά κατηναλώθη προς τούτο
+όλον το θέρος.
+
+190. Αφού δε ο Κύρος ετιμώρησε τον Γάνδυν διαιρέσας αυτόν εις
+τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας, ανεχώρησε πάλιν διά την Βαβυλώνα
+κατά τας πρώτας ημέρας του δευτέρου έαρος. Οι Ασσύριοι εξήλθον
+ένοπλοι και περιέμενον αυτόν· πλησίον δε της πόλεως ήλθον εις
+χείρας, απώλεσαν την μάχην και εκλείσθησαν εις τα τείχη των.
+Επειδή δε προ πολλού έβλεπον ότι ο Κύρος δεν ησύχαζεν, αλλ'
+επετίθετο αδιακρίτως καθ' όλων των εθνών, είχον προμηθευθή τροφάς
+διά πολλά έτη και σχεδόν δεν τους έμελλεν εάν επολιορκούτο. Εν
+τούτοις ο Κύρος ευρίσκετο εις αμηχανίαν, διότι ο χρόνος παρήρχετο
+και αι υποθέσεις του δεν προώδευον.
+
+191. Είτε λοιπόν άλλος τις τον εσυμβούλευσεν αμηχανούντα, είτε αφ'
+εαυτού εσκέφθη περί του πρακτέου, ιδού τι απεφάσισε. Τοποθετήσας
+τας περισσοτέρας δυνάμεις του εις το μέρος όπου τα ύδατα
+εισήρχοντο εις την πόλιν, και άλλας δυνάμεις εις το αντίθετον
+μέρος εκ του οποίου εξήρχοντο, παρήγγειλεν εις τα δύο ταύτα
+στρατιωτικά σώματα να εισορμήσωσιν εις την πόλιν καθ' ην στιγμήν
+ίδωσι τον ποταμόν διαβατόν. Αφού έλαβε τα μέτρα ταύτα και έδωκεν
+αυτάς τας διαταγάς, εμακρύνθη με το άχρηστον μέρος του
+στρατεύματός του (13), και οπισθοχωρήσας μέχρι της λίμνης έπραξεν
+ό,τι είχε πράξει η Νίτωκρις, αλλά προς εναντίον σκοπόν. Εισαγαγών
+διά διώρυχος τον ποταμόν εις την λίμνην, ήτις ήτο έλος, κατέστησε
+την αρχαίαν κοίτην αυτού διαβατήν καθό μεταστραφέντος του ποταμού.
+Ιδόντες δε οι παρά του Κύρου τεταγμένοι επί τούτω παρά τας όχθας
+του Ευφράτου ότι ο ποταμός εκατέβη τοσούτον ώστε το ύδωρ να φθάνη
+μόνον μέχρι του μηρού του ανθρώπου, ωφελήθησαν εκ τούτου και
+εισήλθον εις την Βαβυλώνα. Και εάν μεν οι κάτοικοι υπώπτευον ή
+εμάνθανον τι έπραττεν ο Κύρος, δεν ήθελον αφήσει τους εχθρούς να
+εισέλθωσιν εις την πόλιν αλλά θα τους διέφθειρον κάκιστα· διότι,
+κλείοντες τας πύλας τας αγούσας εις τον ποταμόν, και αναβαίνοντες
+εις τα παρά τα χείλη του ποταμού τείχη, θα περιέκλειον αυτούς ως
+εντός κλωβού· τώρα όμως κατέλαβον οι Πέρσαι τους Βαβυλωνίους
+απροσδοκήτως. Η δε πόλις είναι τόσον μεγάλη ώστε, κατά την
+διήγησιν αυτών τούτων των Βαβυλωνίων, οι μεν εις τα άκρα είχον ήδη
+περικυκλωθή, οι δε εις το κέντρον κατοικούντες δεν ήξευρον ακόμη
+τίποτε. Ήτο ημέρα εορτής· οι μεν εχόρευον, οι δε διεσκέδαζον, και
+δεν διέκοψαν τας διασκεδάσεις των ειμή όταν έμαθον την αλήθειαν.
+Και η μεν Βαβυλών ούτω τότε πρώτον εκυριεύθη.
+
+192. Την δύναμιν δε των Βαβυλωνίων και διά πολλών μεν άλλων
+δύναμαι να καταδείξω, προς τούτοις δε και διά του ακολούθου. Διά
+την τροφοδότησιν ην οι υπήκοοι, εκτός του φόρου, παρέχουσιν εις
+τον μέγαν βασιλέα και εις την στρατόν του, όλη η χώρα την οποίαν
+κυβερνά είναι διηρημένη εις αριθμόν τινα διαμερισμάτων. Επειδή το
+έτος έχει δώδεκα μήνας, η Βαβυλωνία παρέχει τροφάς τέσσαρων μηνών
+και η λοιπή Ασία τας των οκτώ άλλων μηνών. Τοιουτοτρόπως η Ασσυρία
+παράγει το τρίτον εκείνου το οποίον παράγει όλη η Ασία, και η
+διοίκησις της επαρχίας ταύτης, την οποίαν οι Πέρσαι καλούσι
+σατραπείαν, είναι η αξιολογωτέρα όλων. Εις τοιούτον βαθμόν ώστε ο
+υιός του Αρταβάζου, Τριτανταίχμης όστις είχε διορισθή υπό του
+βασιλέως εις την σατραπείαν ταύτην, ελάμβανε καθ' ημέραν αράβην
+πλήρη αργυρίου. Είναι δε η αράβη μέτρον περσικόν χωρούν τρεις
+χοίνικας πλειότερον του αττικού μεδίμνου. Είχε προς τούτοις ίππους
+ιδίους, εκτός των πολεμικών· εις τα ιπποφόρβιά του ήσαν οκτακόσιοι
+ίπποι αναβαίνοντες τας θηλείας, αι δε αναβαινόμεναι ήσαν δεκαέξ
+χιλιάδες, είς άρρην προς είκοσι θηλείαι. Τέλος έτρεφε τόσους κύνας
+ινδικούς, ώστε τέσσαρες μεγάλαι κώμαι τις πεδιάδος ήσαν
+απηλλαγμέναι παντός άλλου φόρου, διαταχθείσαι να δίδωσι την τροφήν
+των κυνών τούτων. Ταύτα ήσαν τα ωφελήματα εκείνου όστις είχε την
+διοίκησιν της Βαβυλώνος.
+
+193. Εις την Ασσυρίαν ολιγίστη πίπτει βροχή και αύτη, αρκεί διά να
+θρέψη την ρίζαν του σίτου· έπειτα όμως ποτίζουσι το φυτόν με ύδωρ
+του ποταμού και ο στάχυς δυναμούται και σχηματίζεται. Το πότισμα
+γίνεται διά χειρών ή διά μηχανών, και ουχί ως εις την Αίγυπτον,
+όπου ο Νείλος εκχειλίζει και ποτίζει τους αγρούς. Όλη η γη της
+Βαβυλώνος, ως και η Αίγυπτος, κατατέμνεται από διώρυχας των οποίων
+η μεγαλειτέρα, εστραμμένη προς το νοτιοδυτικόν, από του Ευφράτου
+εις τον Τίγριν, παρά τας όχθας του οποίου εκτίσθη η Νίνος, είναι
+πλωτή. Εξ όλων δε των χωρών τας οποίας γνωρίζομεν, αυτή είναι η
+μάλλον εύφορος εις δημητριακούς καρπούς. Ουδείς επειράθη να
+φυτεύση εις αυτήν άλλα δένδρα· ούτε συκήν, ούτε άμπελον, ούτε
+ελαίαν. Αλλά τόσον εύφορος είναι εις δημητριακούς καρπούς, ώστε
+συνήθως το έν δίδει έως διακόσια, εάν δε τύχη η συγκομιδή πλουσία,
+εκφέρει έως τριακόσια. Τα φύλλα του σίτου και της κριθής έχουσι
+τέσσαρων δακτύλων πλάτος, εκ δε της κέγχρου και του σησάμου τόσον
+μέγα δένδρον γίνεται, ώστε, μολονότι το ηξεύρω, όμως δεν θα το
+αναφέρω, πεπεισμένος ότι όσοι δεν είδον την Βαβυλωνίαν χώραν θα
+νομίσωσιν απίστευτα και όσα είπα περί των δημητριακών καρπών. Οι
+κάτοικοι δεν μεταχειρίζονται ελαιόλαδον, αλλά σησαμόλαδον. Εις
+όλην την πεδιάδα είναι φυτρωμένοι φοίνικες, οι περισσότεροι
+καρποφόροι, από τους οποίους κάμνουσι τροφάς, οίνον και μέλι.
+Καλλιεργούσι δε τους φοίνικας τούτους απαραλλάκτως ως οι Έλληνες
+καλλιεργούσι τας συκέας· εις τους βαλανηφόρους δε περιδένουσι τον
+καρπόν εκείνων τους οποίους οι Έλληνες καλούσιν άρρενας φοίνικας,
+διά να εισχωρήση ο σκνιψ εις την βάλανον, να την ωριμάση και να μη
+την αφήση να πέση, διότι οι άρρενες φοίνικες έχουσιν εντός του
+καρπού των σκνίπας ως τα άγρια σύκα.
+
+194. Αλλά, μετά την πόλιν, το μάλλον κατ' εμέ θαυμαστόν της χώρας
+είναι το εξής. Οι Βαβυλώνιοι δεν έχουσιν άλλα πλοιάρια ειμή εκείνα
+τα οποία καταβαίνουσι τον ποταμόν μέχρι της πόλεως· είναι δε
+στρογγύλα και όλα δερμάτινα, διότι, αφού κόψωσιν ιτέας εις τα
+Αρμένια όρη, τα οποία είναι άνω της Ασσυρίας, και κατασκευάσωσι τα
+πλευρά του πλοιαρίου, τα περιτυλίσσουσιν εξωτερικώς με δέρματα
+ητοιμασμένα, ως το έδαφος της οικίας, χωρίς να διακρίνεται η
+πρύμνα και χωρίς να στενεύεται η πρώρα. Τα πλοιάρια ταύτα είναι
+κυκλοτερή ως ασπίδες· πληρούντες δε αυτά έσωθεν με καλάμια τα
+αφίνουσι να φέρωνται κατά τον ποταμόν. Το φορτίον των συνίσταται
+εις διάφορα εμπορεύματα, προ πάντων δε εις οίνον φοίνικος. Δύο
+άνθρωποι ιστάμενοι όρθιοι, διευθύνουσι το πλοιάριον με δύο μεγάλας
+κώπας, και όταν ο είς βυθίζη την μίαν, ο άλλος ανασύρει την άλλην.
+Κατά τον αυτόν τρόπον κατασκευάζουσι και τα μεγάλα πλοία και τα
+μικρότερα. Τα μέγιστα χωρούσι φορτίον πέντε χιλιάδων ταλάντων. Εις
+έκαστον πλοίον υπάρχει είς όνος ζων, εις δε τα μεγαλείτερα
+υπάρχουσι περισσότεροι. Αφού φθάσωσιν εις την Βαβυλώνα πλέοντες
+και διαθέσωσι το φορτίον, τα μεν καλάμια και τον σκελετόν πωλούσι
+διά κήρυκος, φορτόνοντες δε τα δέρματα επί των όνων αναχωρούσι διά
+ξηράς εις την Αρμενίαν, καθότι είναι αδύνατον να αναπλεύσωσι τον
+ποταμόν ένεκα της ορμητικότητος αυτού. Αυτός είναι ο λόγος διά τον
+οποίον κατασκευάζουσι τα πλοία των δερμάτινα και όχι ξύλινα. Όταν
+δε ελαύνοντες τους όνους φθάσωσιν οπίσω εις την Αρμενίαν,
+κατασκευάζουσιν άλλα πλοία κατά τον αυτόν τρόπον. Τοιαύτη είναι η
+ναυστολία του Ευφράτου.
+
+195. Ιδού δε και η ενδυμασία των Βαβυλωνίων. Πρώτον μεν φορούσι
+χιτώνα λινούν φθάνοντα έως τους πόδας· άνωθεν δε αυτού φορούσιν
+άλλον χιτώνα, λινούν επίσης, και περιτυλίσσονται με μανδύαν
+λευκόν. Εις τους πόδας των έχουσιν υποδήματα επιχώρια, τα οποία
+ομοιάζουσι με τας εμβάδας των Βοιωτών. Τας μακροκόμους κεφαλάς των
+δένουσι με σαρίκια και αλείφουσι με μύρα όλον το σώμα. Έκαστος
+έχει εις τον δάκτυλόν του σφραγίδα και κρατεί χειροποίητον ράβδον.
+Επί της ράβδου δε ταύτης ήναι γεγλυμμένον ή μήλον, ή ρόδον, ή
+κρίνον, ή αετός, ή άλλο τι, διότι ποτέ δεν συνειθίζουσι να κρατώσι
+βακτηρίαν άνευ διακριτικού τινος σημείου. Ούτος είναι ο στολισμός
+του σώματός των.
+
+196. Τα δε έθιμά των είναι τοιαύτα. Έν τούτων (το σοφώτατον κατ'
+εμέ, όπερ ως ήκουσα επικρατεί και εις τους Ενετούς της Ιλλυρίας)
+είναι το εξής. Άπαξ του έτους, εις έκαστον χωρίον, συνηθροίζοντο
+αι εν ώρα γάμου παρθένοι, ώστε να τας βλέπη τις όλας ομού· πέριξ
+αυτών ίστατο το πλήθος των ανδρών, κήρυξ δε προσεκάλει κατά σειράν
+τας νεάνιδας και τας επώλει· πρώτον μεν την ωραιοτέραν, έπειτα δε,
+αφού αυτή εύρισκε πολύ χρυσίον και κατεκυρούτο, ο κήρυξ
+ανεκήρυττεν άλλην, την αμέσως μετά την πρώτην ευειδεστάτην·
+επωλούντο δε όλαι επί τω όρω να τας νυμφευθώσιν οι αγοράζοντες.
+Όσοι λοιπόν πλούσιοι Βαβυλώνιοι ήθελον να λάβωσι γυναίκα, δίδοντες
+περισσότερα από τους άλλους ηγόραζον τας ωραιοτάτας, ενώ οι
+άνθρωποι του λαού, οίτινες επεθύμουν και αυτοί να νυμφευθώσι, μη
+θεωρούντες την καλλονήν ως αγαθόν απαραίτητον, ελάμβανον τας
+μάλλον ασχήμους και χρήματα. Διότι, αφού ο κήρυξ ετελείονε την
+δημοπρασίαν των ευειδεστάτων, εσήκονε την ασχημοτάτην, ή ανάπηρόν
+τινα εάν ευρίσκετο τοιαύτη, και εκήρυττε ποίος ήθελε να την
+νυμφευθή αρκούμενος εις ολίγην προίκα· τέλος δε την κατεκύρονεν
+εις εκείνον όστις εζήτει τα ολιγώτερα. Τα τοιουτοτρόπως διδόμενα
+χρήματα προήρχοντο εκ της πωλήσεως των ευειδών παρθένων· ώστε αι
+εύμορφοι επροίκιζον τας δυσμόρφους και τας αναπήρους. Ουδείς δε
+είχε το δικαίωμα να υπανδρεύη την κόpην του με όντινα ήθελεν
+αυτός, μήτε να λάβη την αγοραζομένην παρθένον χωρίς να δώση
+εγγυητάς· αλλά δίδων εγγύησιν ασφαλή ότι ήθελε την νυμφευθή, την
+ελάμβανε μεθ' εαυτού. Εάν οι μνηστευόμενοι δεν συνεφώνουν, ο νόμος
+διέταττε να επιστρέφεται το αργύριον. Ήτο δε επιτετραμμένον και
+από άλλην κώμην να έλθη όστις ήθελε και ν' αγοράση. Το έθιμον
+τούτο ήτο βεβαίως κάλλιστον, αλλά περιέπεσεν εις αχρηστίαν,
+εφεύρον δε εσχάτως άλλο τι μέσον διά να μη αδικώσι τας γυναίκας
+και διά να μη τας λαμβάνωσιν εις τας πόλεις· επειδή μετά την
+άλωσιν της Βαβυλώνος εδυστύχησαν, όλοι άνθρωποι του λαού οι μη
+έχοντες πώς να ζήσωσιν, επόρνευσαν τας θυγατέρας των.
+
+197. Δεύτερον δε έθιμον σοφόν έχουσι το ακόλουθον· μεταφέρουσι
+τους ασθενείς εις την πλατείαν της αγοράς, διότι ιατρούς δεν
+μεταχειρίζονται. Όστις λοιπόν εκ των διαβατών έπαθεν ο ίδιος ή
+είδεν άλλον να πάσχη από την αυτήν ασθένειαν την οποίαν έχει ο
+ασθενής, τον συμβουλεύει τι έκαμεν αυτός, ή εκείνος τον οποίον
+είδε, και απηλλάγη από νόσον ομοίαν. Εις κανένα δεν είναι
+συγχωρημένον να διέλθη εν σιωπή προ του πάσχοντος, χωρίς να τον
+ερωτήση ποίαν ασθένειαν έχει.
+
+198. Θάπτουσι τους νεκρούς των με μέλι, οι δε θρήνοι των είναι
+περίπου όμοιοι με τους των Αιγυπτίων· Οσάκις Βαβυλώνιος συνευρεθή
+με την γυναίκα του, κάθηται πλησίον καιομένου θυμιάματος· ετέρωθεν
+δε το ίδιον πράττει και η γυνή του. Άμα εξημερώση λούονται
+αμφότεροι, και δεν εγγίζουσι κανέν έπιπλον πριν λουσθώσι. Το αυτό
+πράττουσι και οι Αράβιοι.
+
+199. Το μάλλον αισχρόν έθιμον των Βαβυλωνίων είναι το ακόλουθον·
+πάσα γυνή ιθαγενής είναι υποχρεωμένη άπαξ επί ζωής της να καθίση
+εις τον ναόν της Αφροδίτης και να μιχθή με ξένον άνδρα. Πολλαί,
+μεγαλοφρονούσαι διά τα πλούτη των, δεν καταδέχονται να αναμιχθώσι
+με τας άλλας, αλλά μεταβαίνουσιν εις τον ναόν εντός οχήματος
+κλειστού και συνοδευόμενοι από τας δούλας των. Αι περισσότεραι
+όμως πράττουσιν ως ακολούθως. Εις το τέμενος της Αφροδίτης
+κάθηνται πολλαί γυναίκες, έχουσαι την κεφαλήν δεδεμένην με
+ταινίαν· και άλλαι μεν εισέρχονται, άλλαι δε εξέρχονται. Μεταξύ
+αυτών, εξ όλων των μερών, αφίνουσιν ευθείς δρόμους διά των οποίων
+διέρχονται οι ξένοι και εκλέγουσιν. Άμα γυνή τις καθίση εκεί, δεν
+επιστρέφει πλέον εις την οικίαν της πριν ξένος τις ρίψη εις τα
+γόνατά της νόμισμα και μιγή μετ' αυτής έξω του ναού. Ρίπτων ο
+ξένος το νόμισμα οφείλει να λέγη· «Επικαλούμαι υπέρ σου την θεάν
+Μύλιττα.» Μύλιττα δε καλούσιν οι Ασσύριοι την Αφροδίτην. Όσον
+μικρόν και αν ήναι το δώρον, η γυνή δεν πρέπει να το απορρίπτη,
+δεν τη επιτρέπεται, διότι το αργύριον τούτο θεωρείται ιερόν.
+Ακολουθεί δε τον πρώτον όστις τη το ρίψει, και δεν αποποιείται
+κανένα. Αφού δε μιχθή και ευχαριστήση την θεάν διά της εκπληρώσεως
+του νόμου, επιστρέφει εις την οικίαν της, και εις το εξής, όσον
+μεγάλην ποσότητα και αν τη προσφέρης, δεν την πείθεις να παραδοθή
+εις σε. Όσαι λοιπόν είναι ωραίαι και υψηλαί, ταχέως αναχωρούσιν
+εκείθεν, όσαι δε είναι δυσειδείς προσμένουσι πολύν χρόνον, μη
+δυνάμεναι να εκπληρώσωσι τον νόμον. Τινές δε εξ αυτών έμειναν εκεί
+τρία και τέσσαρα έτη. Παραπλήσιος τις νόμος υπάρχει και εις μέρη
+τινά της Κύπρου.
+
+200. Και τα μεν έθιμα των Βαβυλωνίων τοιαύτα είναι· υπάρχουσι δε
+παρ' αυτοίς τρεις φυλαί αίτινες τρέφονται μόνον με ιχθύας. Αφού
+τους αλιεύσωσι, τους ξηραίνουσιν εις τον ήλιον, τους ρίπτουσιν εις
+όλμον και αφού τους κοπανίσωσι, τους περώσι διά σινδόνης. Έπειτα,
+όστις θέλει να φάγη, τους κάμνει μάζαν και τους ψήνει ως το
+ψωμίον.
+
+201. Αφού ο Κύρος υπέταξε το έθνος τούτο, επεθύμησε να υποτάξη και
+τους Μασσαγέτας. Λέγουσι δε ότι το έθνος τούτο είναι μέγα και
+φιλοπόλεμον και ότι κατοικεί προς ανατολάς, πέραν του Αράξου
+ποταμού, αντικρύ των Ισσηδόνων· τινές διατείνονται ότι είναι φυλή
+Σκυθική.
+
+202. Ο Αράξης κατ' άλλοις μεν είναι μεγαλείτερος κατ' άλλους δε
+μικρότερος του Ίστρου· και ότι είναι εις αυτόν πολλαί νήσοι ίσαι
+σχεδόν κατά το μέγεθος με την Λέσβον, κατοικούμεναι από ανθρώπους
+τρώγοντας κατά μεν το έαρ διαφόρους ρίζας τας οποίας ανασπώσιν από
+την γην, κατά δε τον χειμώνα καρπούς δένδρων τους οποίους είχον
+δρέψει ωρίμους και εναποταμιεύσει. Προσθέτουσιν ότι γνωρίζουσιν
+άλλα δένδρα των οποίων ρίπτουσι τους καρπούς εις το πυρ όταν,
+συναθροιζόμενοι πολλοί, ανάπτωσι πυράν διά να καθίσωσιν
+ολοτρόγυρα· τότε η οσμή των καιομένων τούτων καρπών την οποίαν
+οσφραίνονται τους μεθύσκει ως μεθύσκει τους Έλληνας ο οίνος· όσον
+δε περισσοτέρους καρπούς ρίπτουσιν εις το πυρ, τόσον περισσότερον
+μεθύσκονται, μέχρις ου εγείρονται και αρχίζουσι να χορεύωσι και να
+άδωσι.
+
+Και η μεν δίαιτα αυτών τοιαύτη είναι ως λέγεται. Ο δε Αράξης
+ποταμός καταβαίνει από τα Ματιανά όρη, ως ο Γύνδος εκείνος τον
+οποίον ο Κύρος διήρεσεν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας.
+Εξέρχεται δε διά τεσσαράκοντα στομίων, και όλα, πλην ενός,
+χάνονται εις έλη και τενάγη όπου ζώσιν άνθρωποι οίτινες, ως
+λέγεται, τρώγουσιν ιχθύας ωμούς και φορούσι δέρματα φωκών. Είς
+μόνον βραχίων του Αράξου ρέει ακωλύτως μέχρι της Κασπίας θαλάσσης.
+Είναι δε η Κασπία αύτη θάλασσα όλως μεμονωμένη και δεν συνέχεται
+μετ' ουδεμιάς άλλης· διότι εκείνη εις την οποίαν πλέουσιν οι
+Έλληνες, και η έξω των Ηρακλείων στηλών, η Ατλαντική λεγομένη, και
+η Ερυθρά, είναι μία και η αυτή.
+
+203. Εξ εναντίας η Κασπία θάλασσα είναι εντελώς κεχωρισμένη, διά
+να διέλθη δε τις αυτήν κατά μήκος διά κωπίων, χρειάζεται δεκαπέντε
+ημέρας, και κατά πλάτος οκτώ. Επί της δυτικής παραλίας της υψούται
+ο Καύκασος, το μέγιστον και υψηλότατον όλων των ορέων. Εις την
+κοιλάδα ζώσι πολλαί και διάφοροι φυλαί ανθρώπων, αι πλείσται των
+οποίων τρώγουσι καρπούς αγρίων δένδρων. Λέγεται δε ότι εις τα δάση
+των μερών τούτων ευρίσκονται δένδρα των οποίων τα φύλλα
+κοπανιζόμενα και μιγνυόμενα με ύδωρ χρησιμεύουσιν εις το να
+ζωγραφίζωνται επί των ενδυμάτων διάφοροι εικόνες αίτινες, αντί να
+εξαλείφονται διά του πλυσίματος, συγγηράσκουσι μετά του μαλλίου ως
+εάν ήσαν υφασμέναι εντός του υφάσματος. Οι άνδρες και αι γυναίκες
+εν τη χώρα ταύτη συνουσιάζονται αναφανδόν ως τα πρόβατα.
+
+204. Προς δυσμάς λοιπόν περιορίζει την Κασπίαν θάλασσαν ο
+Καύκασος· προς ανατολάς δε περιορίζεται αύτη υπό πεδιάδος ήτις
+φαίνεται απέραντος. Της απεράντου δε ταύτης πεδιάδος το
+μεγαλείτερον μέρος κατέχεται υπό των Μασσαγετών, κατά των οποίων ο
+Κύρος έσπευδε να εκστρατεύση, διότι πολλά και ισχυρά αίτια τον
+ηνάγκαζον εις τούτο. Πρώτον μεν η γέννησίς του την οποίαν ενόμιζε
+πλειότερον ή ανθρωπίνην, δεύτερον δε η επιτυχής έκβασις όλων των
+πολέμων του, διότι ουδείς των λαών, καθ' όσων μέχρι τότε είχεν
+επιτεθή, ηδυνήθη να αποφύγη την υποδούλωσιν.
+
+205. Εβασίλευε τότε εις τους Μασσαγέτας γυνή της οποίας είχεν
+αποθάνει ο ανήρ και ήτις ωνομάζετο Τόμυρις. Προς αυτήν έπεμψεν ο
+Κύρος ανθρώπους επί τω προσχήματι να την ζητήση εις γάμον· αλλ'
+εκείνη, εννοήσασα ότι ο Κύρος δεν ήθελεν αυτήν αλλά το βασίλειον
+των Μασσαγετών, απέρριψε την πρότασιν. Ιδών δε ο Κύρος ότι δεν τον
+ωφέλησεν ο δόλος, επροχώρησε μέχρι του Αράξου, παρεσκευάζετο
+αναφανδόν να πολεμήση τους Μασσαγέτας, έρριψε γεφύρας επί του
+ποταμού διά να διέλθη το στράτευμα και κατεσκεύασε πύργους εντός
+των πλοίων τα οποία έμελλον επίσης να χρησιμεύσωσι προς μεταφοράν.
+
+206. Ενώ δε ενησχολείτο εις τας εργασίας ταύτας, η Τόμυρις τω
+εμήνυσε διά κήρυκος τα ακόλουθα· «Ω βασιλεύ των Μήδων, παύσον τας
+μεγάλας ετοιμασίας σου, διότι αγνοείς αν η έκβασις θα ήναι υπέρ
+σου· παραίτησον τα σχέδιά σου· βασίλευε επί του λαού σου και
+υπόφερε να με βλέπης να κυβερνώ όσους κυβερνώ. Δεν θέλεις να
+ακούσης τας συμβουλάς μου; Νομίζεις προτιμότερον παν άλλο ή να
+ησυχάζης; Αισθάνεσαι ακαταμάχητον επιθυμίαν να δοκιμάσης τους
+Μασσαγέτας; Λοιπόν, άφες αυτούς τους κόπους τους οποίους
+καταβάλλεις ρίπτων γεφύρας εις τον ποταμόν, και ημείς μεν
+απομακρυνόμεθα τριών ημερών οδόν από του ποταμού, συ δε διάβηθι
+εις την ημετέραν γην. Εάν όμως προτιμάς να μας περιμείνης εις την
+ιδικήν σου, πράξον και συ το αυτό.» Ακούσας ο Κύρος τους λόγους
+τούτους συνεκάλεσε τους πρώτους των Περσών· αφού δε ούτοι
+συνηθροίσθησαν, τοις ανεκοίνωσε το πράγμα και εζήτει συμβουλήν τι
+να πράξη εκ των δύο. Όλων δε αι γνώμαι συνεφώνησαν να περιμείνη
+επί της Μηδικής γης την Τόμυριν και τον εχθρικόν στρατόν.
+
+207. Ο Λυδός Κροίσος, όστις ήτο παρών, τους εμέμφθη και
+συνεβούλευσε τα εναντία. «Ω βασιλεύ, είπεν, από της πρώτης ημέρας
+σοι είπον ότι επειδή ο Ζευς με παρέδωκεν εις την εξουσίαν σου, θα
+προσπαθώ όσον το δυνατόν να αποτρέπω τα δυστυχήματα όσα ήθελον
+ίδει απειλούντα την οικίαν σου. Τα ίδιά μου παθήματα, των οποίων
+μεγάλη είναι η πικρία, εγένοντο δι' εμέ μαθήματα. Εάν νομίζης
+σεαυτόν αθάνατον, εάν νομίζης ότι άρχεις στρατού αθανάτου,
+περιττόν να σοι είπω τον στοχασμόν μου· αλλ' εάν αναγνωρίζης ότι
+είσαι άνθρωπος και ότι άρχεις επί ομοίων σου, μάθε προ παντός
+άλλου ότι τα ανθρώπινα πράγματα ομοιάζουσι τροχόν όστις στρέφεται
+ακαταπαύστως και δεν αφίνει πάντοτε τους αυτούς ανθρώπους να
+ευτυχώσιν. Επί του προκειμένου πράγματος έχω γνώμην εναντίαν των
+άλλων, διότι εάν δεχθώμεν την μάχην εις την χώραν ταύτην, ιδού ο
+κίνδυνος· εάν μεν νικηθής, θα χάσης όλον το βασίλειόν σου, διότι
+είναι προφανές ότι νικώντες οι Μασσαγέται δεν θα φύγωσιν οπίσω,
+αλλά θα προχωρήσωσιν εις τας επαρχίας σου· εάν δε νικήσης, δεν θα
+καταγάγης τόσον τελείαν νίκην όσον εάν, αφού εισέλθης εις την
+χώραν αυτών, τους πολεμής φεύγοντας. Εις την γνώμην την οποίαν
+αποκρούω, προβάλλω την υπόθεσιν ότι επιτυγχάνεις μεγάλην νίκην
+πέραν του Αράξου. Εν τη περιπτώσει ταύτη εισχωρείς ανεμποδίστως
+εις το βασίλειον της Τομύριος. Θα προσθέσω μάλιστα ότι είναι
+αισχρόν και ανυπόφορον να υποχωρήση ο υιός του Καμβύσου Κύρος εις
+μίαν γυναίκα. Τώρα λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να διαβώμεν τον
+ποταμόν, να προχωρώμεν εφ' όσον οι εχθροί υποχωρούσι, και έπειτα
+να προσπαθήσωμεν να τους νικήσωμεν διά του μέσου το οποίον θα
+προτείνω. Οι Μασσαγέται, ως ήκουσα, είναι άπειροι των Περσικών
+αγαθών και όλως ασυνείθιστοι εις τας αναπαύσεις του βίου. Ας
+σφάξωμεν άφθονα πρόβατα, και αφού τα μαγειρεύσωμεν, ας ετοιμάσωμεν
+δι' αυτούς τους ανθρώπους πλουσιοπάροχον γεύμα εις το στρατόπεδόν
+μας· ας εύρωσιν επίσης πολλούς κρατήρας με άκρατον οίνον και
+πολλήν ποικιλίαν φαγητών. Αφού ετοιμασθώσιν όλα, άφησον ως
+οπισθοφυλακήν ασθενές μέρος του στρατού και οι λοιποί ας
+επιστρέψωσι πάλιν προς τον ποταμόν. Εάν δεν απατώμαι, οι
+Μασσαγέται, βλέποντες τόσα εξαίρετα πράγματα· θα ορμήσωσιν επ'
+αυτών, και τότε πλέον δεν μας μένει ειμή να εκτελέσωμεν μεγάλα
+κατορθώματα.»
+
+208. Αύται ήσαν αι δύο αντίθετοι γνώμαι, ο δε Κύρος, απορρίψας την
+πρώτην, παρεδέχθη την του Κροίσου και παρήγγειλεν εις την Τόμυριν
+να υποχωρήση διότι εσκόπευε να έλθη αυτός εναντίον εκείνης. Και η
+μεν βασίλισσα υπεχώρησεν, ως είχεν υποσχεθή· ο δε Κύρος
+ενεπιστεύθη τον Κροίσον εις τον υιόν του Καμβύσην, τον οποίον
+ανεκήρυξε διάδοχον του θρόνου, και τω παρήγγειλε θερμώς να τον
+τιμά και να τον περιποιέται, εάν η κατά των Μασσαγετών επιχείρησις
+δεν ήθελεν ευδοκιμήσει. Αφού δε έδωκε τας διαταγάς ταύτας και
+απέστειλεν αυτούς εις την Περσίαν, διέβη τον ποταμόν αυτός και ο
+στρατός αυτού.
+
+209. Πέραν του Αράξου, επελθούσης της νυκτός, ο Κύρος εκοιμήθη επί
+της γης των Μασσαγετών και είδε το εξής όνειρον. Τω εφάνη εις τον
+ύπνον του ότι έβλεπε τον πρεσβύτερον υιόν του Υστάσπους έχοντα εις
+τους ώμους πτέρυγας, η μία των οποίων επεσκίαζε την Ασίαν, η δε
+άλλη την Ευρώπην. Ο δε πρεσβύτερος υιός του Υστάσπους, υιού του
+Αρσάμους, ενός των Αχαιμενιδών, ήτο ο Δαρείος όστις τότε ων
+περίπου εικοσαετής είχε μείνει εις την Περσίαν διότι δεν είχεν
+ακόμη ηλικίαν να φέρη όπλα. Εξυπνήσας ο Κύρος, εσκέπτετο καθ'
+εαυτόν το όνειρον, και επειδή τω εφάνη σπουδαιότατον εκάλεσε τον
+Υστάσπη, και λαβών αυτόν κατ' ιδίαν τω είπεν· «Υστάσπη, ο υιός σου
+ανεκαλύφθη συνομνύων κατ' εμού και κατά της βασιλείας μου· πώς δε
+είμαι θετικώς πληροφορημένος περί τούτου, θα σοι το είπω αμέσως.
+Οι θεοί με αγαπώσι και με προειδοποιούσι περί των μελλόντων να
+συμβώσιν εις εμέ. Εσχάτως λοιπόν, την παρελθούσαν νύκτα, είδον ενώ
+εκοιμώμην τον πρεσβύτερον υιόν σου έχοντα εις τους ώμους πτέρυγας
+των οποίων η μία επεσκίαζε την Ασίαν και η άλλη την Ευρώπην. Εκ
+τούτου λοιπόν του ενυπνίου ουδέν άλλο δύναμαι να συμπεράνω ειμή
+ότι ο υιός σου συνομνύει κατ' εμού. Τούτου ένεκα επίστρεψον ταχέως
+εις την Περσίαν και κάμε ώστε όταν επιστρέψω νικητής να μοι
+παρουσιάσης τον νέον διά να τον εξετάσω.»
+
+210. Ο μεν Κύρος έλεγε ταύτα διότι ενόμιζεν ότι τον επεβουλεύετο ο
+Δαρείος· ο θεός όμως τον είχε προειδοποιήσει ότι έμελλε να αποθάνη
+εις αυτήν την εκστρατείαν και ότι το στέμμα του θα μετέβαινεν εις
+τον Δαρείον. Τω απεκρίθη λοιπόν ο Υστάσπης ούτω· «Ω βασιλεύ, να μη
+δώσωσιν οι θεοί να ευρεθή άνθρωπος εις την Περσίαν συνομνύων κατά
+σου, και εάν υπάρχη τοιούτος άνθρωπος, είθε να απολεσθή τάχιστα.
+Διότι συ από δούλους έκαμες τους Πέρσας ελευθέρους· ενώ ήσαν
+υποτελείς, χάρις εις σε διοικούσι τώρα όλα τα έθνη. Εάν λοιπόν
+όνειρόν τι σοι προμηνύει ότι ο υιός μου σκέπτεται να συνομώση
+εναντίον σου, θα σοι τον παραδώσω διά να τον μεταχειρισθής όπως
+θέλεις.» Ο μεν Υστάσπης ταύτα ειπών και διαβάς πάλιν τον Αράξην,
+επορεύετο προς την Περσίαν διά να συλλάβη τον υιόν του Δαρείον και
+τον παραδώση εις τον Κύρον.
+
+211. Ο δε Κύρος προχωρήσας μιας ημέρας οδόν πέραν του Αράξου,
+εξετέλεσεν όσα τον συνεβούλευσεν ο Κροίσος· αφήσας έπειτα εις το
+στρατόπεδον τους αχρήστους εκ των ανθρώπων του, επέστρεψεν οπίσω
+εις τον Αράξην με τον εκλεκτόν στρατόν. Εν τούτοις το τρίτον του
+στρατεύματος των Μασσαγετών επελθόν κατέσφαξεν εκείνους τους
+οποίους είχεν εγκαταλίπει ο Κύρος, με όλην την αντίστασιν ην
+κατέβαλον ούτοι όπως υπερασπίσωσιν εαυτούς. Έπειτα ιδόντες οι
+Μασσαγέται τα έτοιμα φαγητά, αφού ενίκησαν τους εναντίους εκάθησαν
+χαμαί και έτρωγον· αφού δε εκορέσθησαν τρώγοντες και πίνοντες,
+εκοιμήθησαν. Τότε οι Πέρσαι επελθόντες πολλούς μεν εφόνευσαν, πολύ
+δε περισσοτέρους εζώγρησαν, μεταξύ των οποίων ήτο ο υιός της
+Τομύριος Σπαργαπίσης διοικών το απόσπασμα εκείνο.
+
+212. Μαθούσα η Τόμυρις τι συνέβη εις το στράτευμα και εις τον υιόν
+της, έπεμψε κήρυκα όστις είπεν εις τον βασιλέα τα εξής· «Άπληστε
+αίματος Κύρε, μη επαρθής ποσώς διά το γενόμενον τούτο· μη
+υπερηφανευθής εάν ηπάτησας και ενίκησας τον υιόν μου με τον καρπόν
+της αμπέλου, με το δηλητήριον τούτο όπερ όταν το πίνετε διαπερά το
+λογικόν σας εις τοιούτον βαθμόν ώστε ενώ εισέρχεται ο οίνος εις το
+σώμα σας, οι απρεπείς λόγοι επιπλέουσιν εις τα χείλη σας· δεν τον
+ενίκησας ανδρείως πολεμών αυτόν. Άκουσον τώρα τους λόγους μου, σοι
+δίδω καλήν συμβουλήν. Απόδος μοι τον υιόν μου και άπελθε εκ της
+χώρας ταύτης ατιμώρητος, μολονότι ηφάνισας ατίμως το τριτημόριον
+των στρατιωτών μου· εάν δεν πράξης ό,τι σε διατάττω, ομνύω εις τον
+ήλιον, τον θεόν των Μασσαγετών, ότι όσον και αν ήσαι άπληστος, θα
+σε χορτάσω αίμα.»
+
+213. Ο Κύρος ουδεμίαν έδωκε προσοχήν εις τους λόγους τούτους. Εν
+τούτοις ο υιός της βασιλίσσης Τομύριος Σπαργαπίσης, ανανήψας από
+την μέθην και ιδών εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκετο, παρεκάλεσε τον
+βασιλέα να τον λύση από τα δεσμά. Ο Κύρος συγκατένευσεν· άμα όμως
+ελύθη και εγένετο κύριος των χειρών του εφονεύθη ιδιοχείρως. Και
+αυτός μεν τοιούτω τρόπω ετελεύτησε.
+
+214. Η δε Τόμυρις, ακούσασα ότι ο Κύρος απέρριψε τας προτάσεις
+της, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις των Μασσαγετών και τον
+επολέμησεν. Υποθέτω ότι η μάχη αύτη ήτο η μάλλον ισχυρά από όσας
+εγένοντο μεταξύ βαρβάρων, και ήκουσα ότι εγένετο ως εξής. Πρώτον,
+λέγουσιν, οι δύο στρατοί σταθέντες αντικρύ έρριπταν μακρόθεν βέλη·
+έπειτα, αφού ετελείωσαν τα βέλη, συνεπλάκησαν σώμα προς σώμα, με
+τας λόγχας και τα εγχειρίδιά των· επί πολύ δε αμφότερα τα μαχόμενα
+μέρη επέμενον καρτερικώς και κανέν δεν ήθελε να φύγη. Τέλος
+ενίκησαν οι Μασσαγέται, το δε μεγαλείτερον μέρος του περσικού
+στρατού κατεγράφη εκεί επί τόπου, και ο Κύρος εφονεύθη αφού
+εβασίλευσεν εικοσιεννέα έτη. Η δε Τόμυρις, πληρώσασα ασκόν από
+ανθρώπινον αίμα, εζήτει το πτώμα του Κύρου μεταξύ των φονευμένων
+Περσών· και αφού το εύρεν, εβύθισε την κεφαλήν του εις τον ασκόν,
+και υβρίζουσα τον νεκρόν, είπε τα εξής· «Συ μεν αιχμαλωτίσας τον
+υιόν μου με δόλον, με ηφάνισες ζώσαν και νικώσαν σε· εγώ δε, ως σε
+ηπείλησα, θα σε κορέσω αίματος.» Ο τρόπος λοιπόν δι' ου
+ετελεύτησεν ο Κύρος αυτός είναι κατ' εμέ ο πιθανώτατος, μολονότι
+άλλοι άλλως διηγούνται αυτόν.
+
+215. Οι δε Μασσαγέται φορούσιν ενδυμασίαν και έχουσι δίαιταν
+ομοίαν με τους Σκύθας. Είναι ιππείς και πεζοί, διότι πολεμούσι και
+κατά τους δύο τρόπους· είναι τοξόται και αιχμοφόροι, και κρατούσι
+πελέκεις. Δεν μεταχειρίζονται ειμή χρυσόν και χαλκόν. Αι αιχμαί
+των ακοντίων και των βελών των, και οι πελέκεις των είναι εκ
+χαλκού· τα κοσμήματα των περικεφαλαίων, των τιαρών, των ζωστήρων
+και των μασχαλιστήρων είναι εκ χρυσού. Ομοίως, περί τα στήθη των
+ίππων των, θέτουσι θώρακας χαλκίνους, ενώ οι χαλινοί και τα φάλαρα
+είναι χρυσά. Δεν μεταχειρίζονται δε μήτε άργυρον μήτε σίδηρον,
+καθότι δεν ευρίσκονται εις την χώραν των αυτά τα μέταλλα· χρυσού
+όμως και χαλκού υπάρχει αφθονία.
+
+216. Ιδού δε και τα έθιμα αυτών. Έκαστος νυμφεύεται μεν μίαν
+γυναίκα, τας έχουσιν όμως όλας μεταξύ των κοινάς. Οι Έλληνες
+λέγουσιν ότι πράττουσι τούτο οι Σκύθαι· και όμως δεν το πράτουσιν
+οι Σκύθαι, αλλ' οι Μασσαγέται. Όταν τις εξ αυτών επιθυμήση γυναίκα
+τινα, κρεμά την φαρέτραν του προ της αμάξης και μίγνυται μετ'
+αυτής αφόβως. Όρος ζωής εις αυτούς δεν υπάρχει, αλλ' όταν τις
+γηράση, όλοι οι συγγενείς του συνελθόντες θυσιάζουσιν αυτόν· μετ'
+αυτού δε θυσιάζουσι διάφορα ζώα, βράζουσιν όλα τα κρέατα ομού και
+ευωχούνται. Ο θάνατος ούτος εφαίνετο εις αυτούς ευτυχέστατος· αλλά
+δεν τρώγουσιν εκείνους οίτινες αποθνήσκουσιν από ασθένειαν· τους
+θάπτουσι και φρονούσιν ότι ήτο δυστυχία δι' αυτούς να μη φθάσωσι
+την ηλικίαν καθ' ην θυσιάζονται. Δεν σπείρουσι την γην, αλλά ζώσιν
+από κτήνη και ιχθύας τους οποίους παρέχει αφθόνως ο Αράξης
+ποταμός. Είναι δε και γαλακτοπόται. Ο Ήλιος είναι ο μόνος θεός τον
+οποίον σέβονται και εις τον οποίον θυσιάζουσιν ίππους· ο λόγος δε
+της τοιαύτης θυσίας είναι, ότι εις τον ταχύτατον από τους θεούς
+πρέπει να προσφέρωσι το ταχύτατον πάντων των θνητών όντων.
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
+
+
+
+
+Ε Υ Τ Ε Ρ Π Η
+
+
+
+1. Τελευτήσαντος δε του Κύρου, παρέλαβε την βασιλείαν ο Καμβύσης,
+υιός ων του Κύρου, και της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου,
+την οποίαν προαποθανούσαν επένθησε μεγάλως ο Κύρος και διέταξεν
+όλους τους λαούς επί των οποίων εβασίλευε να πενθήσωσιν ομοίως.
+Ταύτης λοιπόν της γυναικός και του Κύρου υιός ων ο Καμβύσης,
+εθεώρησε τους Ίωνας και τους Αιολείς ως κληρονομικούς υπηκόους,
+και όταν εξεστράτευσε κατά της Αιγύπτου, έλαβε μεθ' εαυτού πολλούς
+και από τους βαρβάρους επί των οποίων εβασίλευε, και από τους
+Έλληνας οίτινες ήσαν υποτεταγμένοι εις αυτόν.
+
+2. Οι δε Αιγύπτιοι, πριν βασιλεύση εις αυτούς ο Ψαμμίτιχος,
+εθεώρουν εαυτούς ότι αυτοί ήσαν οι πρώτοι άνθρωποι οίτινες
+επλάσθησαν εις τον κόσμον. Αφότου όμως ο Ψαμμίτιχος ηθέλησε να
+μάθη ποίοι επλάσθησαν πρώτοι, έκτοτε νομίζουσιν ότι οι Φρύγες
+προηγήθησαν αυτών, προ των άλλων όλων δε αυτοί. Επειδή δε ο
+Ψαμμίτιχος εξετάζων δεν ηδύνατο κατ' ουδένα τρόπον να εύρη ποίοι
+άνθρωποι κατώκησαν πρώτοι την γην, επενόησε το ακόλουθον. Έλαβε
+δύο νεογνά τυχόντων ανθρώπων και τα έδωκεν εις ένα ποιμένα διά να
+τα αναθρέψη μεταξύ των ποιμνίων του συμμορφούμενος με τας
+ακολούθους οδηγίας· κανείς να μη προφέρη ποτέ ενώπιόν των την
+παραμικράν λέξιν· να τα κατακλίνη ιδιαιτέρως εις καλύβην
+μεμονωμένην· εις ωρισμένην ώραν να εισάγη εις το δωμάτιόν των
+αίγας· αφού δε χορτάσωσι βυζάνοντα να μη ασχολήται πλέον περί
+αυτών. Έλαβε δε τα μέτρα ταύτα ο βασιλεύς και έδωκε τας διαταγάς
+ταύτας διότι ήθελε ν' αντιληφθή τας μικράς συγκεχυμένας κραυγάς
+των παιδίων τούτων και ν' ακούση ποίαν λέξιν κατ' αρχάς ήθελον
+εναρθρώσει. Όλα ταύτα εξετελέσθησαν· δύο δε έτη είχον παρέλθει
+αφότου ο ποιμήν εξεπλήρου το έργον του, όταν, καθ' ην στιγμήν
+ήνοιγε την θύραν και εισήρχετο εις την καλύβην, τα δύο παιδία
+προσεκολλήθησαν εις αυτόν τείνοντα τας χείρας και φωνάζοντα
+β ε κ ό ς. Την πρώτην φοράν ήκουσε την λέξιν ταύτην ο ποιμήν και
+δεν είπε τίποτε· επειδή όμως, συχνάζων εις την καλύβην και
+επιμελούμενος τα παιδία, ήκουσε πολλάκις αυτήν την λέξιν,
+εφανέρωσε το πράγμα εις τον κύριόν του όστις τον διέταξε να φέρη
+τα παιδία ενώπιόν του. Ο Ψαμμίτιχος, αφού τα ήκουσε και αυτός,
+ηρώτησε ποίοι άνθρωποι μεταχειρίζονται την λέξιν β ε κ ό ς και
+τι σημαίνει αύτη. Εξετάζων δε έμαθεν ότι οι Φρύγες καλούσιν ούτω
+τον άρτον. Εκ της δοκιμής ταύτης κρίναντες οι Αιγύπτιοι
+παρεδέχθησαν ότι οι Φρύγες ήσαν αρχαιότεροι αυτών.
+
+3. Ούτως εγώ ήκουσα από τους ιερείς του Ηφαίστου εις την Μέμφιν
+ότι εγένετο το πράγμα. Οι δε Έλληνες λέγουσι πολλά παράλογα·
+μεταξύ δε άλλων ότι ο Ψαμμίτιχος διέταξε να αναθρέψωσι τα παιδία
+ταύτα γυναίκες των οποίων έκοψε την γλώσσαν. Ταύτα ήκουσα περί του
+τρόπου δι' ου ανετράφησαν τα παιδία. Έμαθον προσέτι και άλλα
+συνομιλών εις την Μέμφιν μετά των ιερέων του Ηφαίστου, και έπειτα
+εις τας Θήβας, και ακολούθως εις την Ηλιούπολιν όπου μετέβην
+επίτηδες θέλων να μάθω εάν αι παραδόσεις εν τη πόλει ταύτη
+συμφωνούσι με τας της Μέμφιδος, διότι οι Ηλιοπολίται φημίζονται
+ότι είναι μάλλον λόγιοι όλων των Αιγυπτίων. Όσα με είπον αφορώντα
+τα θεία, δεν θα τα κοινολογήσω, εκτός μόνον τα ονόματα των θεών,
+υποθέτων ότι όλοι οι άνθρωποι τα γνωρίζουσιν. Εάν δε αναφέρω τι
+περί αυτών, θα το πράξω αναγκαζόμενος από την σειράν του λόγου.
+
+4. Όσον δ' αφορά τα ανθρώπινα πράγματα συμφωνούσιν όλοι επί των
+εξής αντικειμένων· εξ όλων των ανθρώπων πρώτοι οι Αιγύπτιοι
+εκανόνισαν τον ενιαυτόν, διαιρέσαντες τας τέσσαρας ώρας αυτού εις
+δώδεκα μήνας· έλεγον δε ότι έκαμον την ανακάλυψιν ταύτην
+παρατηρούντες τα άστρα. Κατ' εμέ είναι σοφώτεροι των Ελλήνων
+οίτινες, διά να συμβιβάσωσι την τάξιν των ωρών του έτους,
+προσθέτουσιν ανά παν τρίτον έτος ένα μήνα εμβόλιμον, ενώ οι
+Αιγύπτιοι, έχοντες δώδεκα μήνας τριακονθημέρους, προσθέτουσι κατ'
+έτος πέντε ημέρας συμπληρωματικάς, και τοιουτοτρόπως ο κύκλος των
+ωρών περιφερόμενος επανέρχεται εις το αυτό σημείον. Λέγουσι
+προσέτι ότι πρώτοι οι Αιγύπτιοι έδωκαν ονόματα εις τους δώδεκα
+θεούς και ότι οι Έλληνες τα παρέλαβαν από αυτούς· αυτοί πρώτοι
+αφιέρωσαν βωμούς, αγάλματα, ναούς εις τους θεούς και εχάραζαν επί
+των λίθων μορφάς διαφόρους· προς υποστήριξιν δε των αξιώσεων
+τούτων οι ιερείς παρέχουσιν υλικάς αποδείξεις. Κατ' αυτούς, πρώτος
+άνθρωπος όστις εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον ήτο ο Μην. Επί της
+εποχής δε αυτού, πλην του Θηβαϊκού νομού, όλη η Αίγυπτος ήτο έλος
+και ουδέν μέρος της χώρας ήτις υπάρχει σήμερον κάτωθι της λίμνης
+Μοίριος εφαίνετο τότε εκτός της επιφανείας του ύδατος. Αναβαίνων
+τις τον ποταμόν από της θαλάσσης, φθάνει εις την λίμνην ταύτης
+μετά πλουν επτά ημερών.
+
+5. Όσα λέγουσι περί του μέρους τούτου της χώρας μοι φαίνονται
+αληθή· διότι είναι προφανές εις τον νοήμονα άνθρωπον όστις την
+βλέπει χωρίς να ήκουσε τίποτε περί αυτής, ότι η Αίγυπτος, εις την
+όποιαν οι Έλληνες μεταβαίνουσι διά πλοίων, είναι γη επίκτητος των
+Αιγυπτίων και δώρον του ποταμού. Παρόμοιόν τι είναι ακόμη και τα
+άνω της λίμνης Μοίριος μέχρι τριών ημερών πλουν, μολονότι οι
+ιερείς δεν το λέγουσιν. Η φύσις δε της γης της Αιγύπτου είναι
+τοιαύτη. Όταν πλέης προς την Αίγυπτον διά πρώτην φοράν, και απέχης
+ακόμη μίαν ημέραν από της παραλίας, ρίψον την βολίδα και θα
+ανασύρης πηλόν, μολονότι το ύδωρ θα ήναι ένδεκα οργυιών· τούτο δε
+δεικνύει ότι ο ποταμός τέμνει την γην μέχρι της αποστάσεως ταύτης.
+
+6. Αυτής δε της Αιγύπτου το παρά την θάλασσαν μήκος είναι εξήκοντα
+σχοίνοι, κατά τον τρόπον με τον οποίον ημείς την οροθετούμεν, από
+τον Πλινθινήτην κόλπον μέχρι της Σερβωνίδος λίμνης, πλησίον της
+οποίας υψούται το όρος Κάσιον. Από της λίμνης λοιπόν ταύτης πρέπει
+να μετρήσωμεν τους εξήκοντα σχοίνους· Όλοι οι άνθρωποι όσοι
+έχουσιν ολίγην γην εις την Αίγυπτον, μετρούσιν αυτήν με οργυιάς,
+όσοι έχουσι περισσοτέραν την μετρούσι με στάδια, όσοι έχουσι
+πολλήν, την μετρούσι με παρασάγγες, και όσοι έχουσι πολλοτάτην με
+σχοίνους. Ισοδυναμεί δε ο μεν παρασάγγης με τριακόσια στάδια, ο δε
+σχοίνος, όστις είναι μέτρον Αιγυπτιακόν, με εξήκοντα στάδια, ώστε
+η παραλία της Αιγύπτου είναι στάδιοι εξακόσιοι και τρισχίλιοι.
+
+7. Εντεύθεν μέχρι της Ηλιουπόλεως προς τα μεσόγεια η Αίγυπτος
+είναι ευρεία, ούσα όλη επίπεδος, ένυδρος και βαλτώδης. Από την
+θάλασσαν μέχρι της πόλεως ταύτης η απόστασις είναι περίπου όση η
+απ' Αθηνών εις Πίσαν οδός, από του ναού των δώδεκα θεών μέχρι του
+Ολυμπίου Διός. Όστις μετρήσει τας δύο ταύτας οδούς, αίτινες δεν
+είναι εντελώς ίσαι, θα εύρη ότι η διαφορά των δεν είναι
+μεγαλειτέρα των δεκαπέντε σταδίων· διότι απ' Αθηνών εις Πίσαν
+χρειάζονται δεκαπέντε στάδια διά να γίνωσι χίλια πεντακόσια, και ο
+τελευταίος ούτος αριθμός είναι από της Ηλιουπόλεως εις την
+θάλασσαν.
+
+8. Από την Ηλιούπολιν προς τα άνω, η Αίγυπτος είναι στενή· διότι
+αφ' ενός μεν παρατείνεται η σειρά των ορέων της Αραβίας,
+διευθυνομένη απ' άρκτου προς μεσημβρίαν και προχωρούσα
+νοτιοδυτικώς μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης. Εις τα όρn ταύτα είναι τα
+λατομεία εξ ων εκόπησαν αι πυραμίδες της Μέμφιδος. Εκεί η σειρά
+παύει και ανακάμπτει πάλιν εις τα ρηθέντα μέρη. Ήκουσα δε ότι κατά
+την μακροτέραν αυτής έκτασιν, απαιτείται δύο μηνών πορεία όπως
+διατρέξη τις αυτήν απ' ανατολών προς δυσμάς και ότι αι ανατολικαί
+αυτής άκραι παράγουσι λιβανωτόν. Τοιαύτη είναι η σειρά των ορέων.
+Προς το μέρος δε της Λιβύας ευρίσκεται άλλη σειρά ορίων, ή μάλλον
+όρος πέτρινον κεκαλυμμένον υπό άμμου, όπου ίστανται αι πυραμίδες·
+ακολουθεί δε και τούτο την αυτήν διεύθυνσιν την οποίαν και η σειρά
+του Αραβίου όρους, ενόσω εκτείνεται προς μεσημβρίαν. Τοιουτοτρόπως
+από την Ηλιούπολιν και επάνω, το μέρος είναι τόσον μόνον πλατύ
+όσον να καλήται Αίγυπτος· η στενή δε αύτη Αίγυπτος παρατείνεται
+επί τέσσαρας ημέρας εις τον αναπλέοντα τον ποταμόν. Μεταξύ των
+ορέων τα οποία περιέγραψα η κοιλάς είναι επίπεδος, και κατά το
+στενώτατον αυτής μέρος δεν μοι εφαίνετο έχουσα πλειότερα των
+διακοσίων σταδίων από του Λιβυκού μέχρι του Αραβίου όρους. Εκείθεν
+δε ευρύνεται πάλιν η Αίγυπτος.
+
+9. Και η μεν φύσις της χώρας τοιαύτη είναι· από δε της Ηλιουπόλεως
+εις τας Θήβας ο πλους είναι εννέα ημερών, και η απόστασις τέσσαρες
+χιλιάδες οκτακόσια εξήκοντα στάδια, ή σχοίνοι ογδοήκοντα και είς.
+Μη λησμονήσωμεν δε ότι η παραλία, ως υπέδειξα ανωτέρω, έχει μήκος
+τρισχιλίων και εξακοσίων σταδίων· ώστε από της θαλάσσης εις τας
+Θήβας προς τα μεσόγεια είναι έξ χιλιάδες εκατόν είκοσι στάδια, και
+από τας Θήβας εις την Ελεφαντίνην λεγομένην πόλιν είναι στάδια
+χίλια οκτακόσια.
+
+10. Το μεγαλείτερον μέρος λοιπόν της χώρας είναι, ως λέγουσιν οι
+ιερείς και ως φαίνεται και εις εμέ, επίκτητον εις τους Αιγυπτίους.
+Τωόντι, άνωθεν της Μέμφιδος, το μεταξύ των δύο σειρών περί ων
+ωμίλησα διάστημα είναι προφανώς εις τα όμματά μου αρχαίος κόλπος
+θαλάσσης, ως ήσαν αι περί την Τρωάδα, την Τευθρανίαν και την
+Έφεσον γαίαι, ή ως η πεδιάς του Μαιάνδρου, εφ' όσον δύναταί τις να
+συγκρίνη τα μικρά προς τα μεγάλα, διότι ουδείς των ποταμών των
+προσχωσάντων τα μέρη ταύτα είναι άξιος να παραβληθή με έν μόνον εκ
+των πέντε στομίων του Νείλου. Υπάρχουσι δε και άλλοι ποταμοί
+οίτινες, καίπερ μη όντες μεγάλοι ως ο Νείλος, έκαμον όμως εργασίαν
+μεγάλην. Δύναμαι δε να ονομάσω πολλούς, μάλιστα δε τον Αχελώον
+όστις ρέων διά της Ακαρνανίας και χυνόμενος εις την θάλασσαν
+συνήνωσεν ήδη με την ήπειρον τας ημισείας των Εχινάδων νήσων.
+
+11. Ου μακράν της Αιγύπτου, εις την Αραβίαν, επί της Ερυθράς
+θαλάσσης, υπάρχει κόλπος εισερχόμενος εις την ξηράν και έχων τας
+εξής διαστάσεις. Από τον μυχόν του κόλπου μέχρι του πελάγους
+πρέπει να δαπανήση τις κωπηλατών τεσσαράκοντα ημερών πλουν, διά να
+διέλθη δε τον κόλπον κατά το μέγιστον πλάτος χρειάζεται ημίσειαν
+ημέραν· καθημερινώς γίνεται παλίρροια εις αυτόν. Φρονώ λοιπόν ότι
+το πάλαι τοιούτος τις κόλπος πρέπει να ήτο και η Αίγυπτος, φέρων
+μέχρι της Αιθιοπίας τα ύδατα της βορείου θαλάσσης (14), ενώ ο της
+Αραβίας, περί ου ωμίλησα, έφερε μέχρι της Συρίας τα ύδατα της
+νοτίου θαλάσσης (15)· αμφότεροι γείτονες, ανοίγοντες μυχούς
+αντιθέτους και μόλις χωριζόμενοι απ' αλλήλων. Ας υποθέσωμεν τώρα
+ότι το ρεύμα του Νείλου εστρέφετο προς τον Αράβιον κόλπον· δεν
+ήρκουν είκοσι χιλιάδες έτη διά να προσχώσωσιν αυτόν; Εγώ νομίζω
+ότι διά την πρόσχωσιν ταύτην ήρκουν δέκα χιλιάδες έτη· Πώς λοιπόν
+εις τόσον καιρόν όστις παρήλθε προ της γεννήσεώς μου να μη χωσθή
+κόλπος, έστω και μεγαλείτερος του υπάρχοντος σήμερον, πληρούμενος
+από της ύλης τοσούτον μεγάλου και ορμητικού ποταμού;
+
+12. Περί της Αιγύπτου λοιπόν και τους λέγοντας αυτά πιστεύω και
+εγώ αυτός εσχημάτισα την γνώμην ταύτην, πρώτον μεν διότι είδον ότι
+η Αίγυπτος εκτείνεται εν τη θαλάσση περισσότερον ή αι μετ' αυτής
+συνεχόμεναι χώραι, δεύτερον διότι ευρίσκονται κογχύλια εις τα όρη,
+και εις την επιφάνειαν αυτών τόσον άλας επανθεί ώστε βλάπτει τας
+πυραμίδας, τρίτον διότι το υπεράνω της Μέμφιδος όρος είναι το
+μόνον όπερ έχει άμμον. Επί πάσι δε η γη της Αιγύπτου δεν ομοιάζει
+μήτε με την της συνορευούσης Αραβίας, μήτε με την της Λιβύας, μήτε
+με την της Συρίας (διότι οι Σύριοι κατοικούσι τα παραθαλάσσια της
+Αραβίας), αλλ' είναι μέλαινα και αυχμηρά, ως πηλός, ως πρόχυσις
+παρασυρθείσα εκ της Αιθοπίας υπό του ποταμού, ενώ, καθώς
+ηξεύρομεν, η γη της Λιβύας είναι μάλλον ερυθρά και μάλλον αμμώδης,
+η δε της Αραβίας και της Συρίας μάλλον αργιλώδης και μάλλον
+πετρώδης.
+
+13. Μοι είπον προς τούτοις οι ιερείς πολύτιμόν τινα μαρτυρίαν περί
+της χώρας ταύτης· ότι επί της βασιλείας του Μοίριος, όταν ο
+ποταμός ανέβαινε τουλάχιστον οκτώ πήχεις, επότιζε την κάτωθεν της
+Μέμφιδος Αίγυπτον, και όταν μοι έλεγον ταύτα, δεν είχον παρέλθει
+ακόμη εννεακόσια έτη αφότου απέθανεν ο Μοίρις. Τώρα δε, εάν ο
+ποταμός δεν αναβαίνη τουλάχιστον δεκαπέντε ή δεκαέξ πήχεις, δεν
+εκχειλίζει επί των αγρών. Εάν λοιπόν κατά τον υπολογισμόν τούτον
+το έδαφος εξακολουθήση να υψούται και να αυξάνη κατά την αυτήν
+αναλογίαν, νομίζω ότι οι Αιγύπτιοι οι κατοικούντες παρά τας όχθας
+της λίμνης Μοίριος, οι της κάτωθεν κοιλάδος και οι του Δέλτα, μη
+δυναμένου του Νείλου να κατακλύζη τας γαίας των, θα πάθωσιν επί
+τέλους ό,τι είπον ότι μέλλουσι να πάθωσί ποτε οι Έλληνες· διότι
+ακούσαντες ότι βρέχει εις όλην την Ελλάδα και ότι ο τόπος ούτος
+δεν αρδεύεται υπό ποταμών ως ο ιδικός των, είπον ότι οι Έλληνες θα
+απατηθώσιν ημέραν τινά εις τας ελπίδας των και θα υποφέρωσι
+σκληράν πείναν. Ο λόγος ούτος σημαίνει ότι εάν ο θεός δεν θελήση
+να βρέξη εις αυτούς και διατηρήση την ξηρασίαν επί πολύ, οι
+Έλληνες θα καταστραφώσιν υπό του λιμού, αφού δεν έχουσιν άλλο
+καταφύγιον ειμή μόνον το καταπεμπόμενον υπό του Διός ύδωρ.
+
+14. Και οι μεν Αιγύπτιοι δεν απατώνται τοιαύτα προλέγοντες διά
+τους Έλληνας· αλλ' ας μοι επιτραπή να είπω εις ποίαν κατάστασιν
+είναι και αυτοί. Εάν, ως και προηγουμένως είπον, η κάτω της
+Μεμφιδος χώρα (αυτή ήτις υψώθη) υψωθή κατά την αναλογίαν του
+παρελθόντος καιρού, τι άλλο θα συμβή εις τους κατοικούντας αυτήν
+ειμή να λιμοκτονήσωσιν, εάν μήτε βροχή θα πίπτη εις τους αγρούς
+των μήτε ο ποταμός θα δύναται να εχειλίζη; Βεβαίως όπως έχει το
+πράγμα, αυτοί πολύ απονώτερον από όλους τους άλλους ανθρώπους και
+τους άλλους Αιγυπτίους απολαμβάνουσι τους καρπούς της γης· διότι,
+ούτε κοπιάζουσιν ανοίγοντες αύλακας με το άροτρον, ούτε
+σκάπτουσιν, ούτε εργάζονται ως εργάζονται οι άλλοι άνθρωποι διά
+την καλλιέργειαν του σίτου. Αλλ' όταν ο ποταμός ποτίση αφ' εαυτού
+την γην και έπειτα αναχωρήση οπίσω, έκαστος ρίπτει τον σπόρον εις
+τον αγρόν του και εισάγει εις αυτόν χοίρους· αφού δε οι χοίροι
+καταπατήσωσι τον σπόρον, περιμένει έπειτα τον θερισμόν και έπειτα
+αλωνίσας διά των ιδίων χοίρων τον σίτον, τον κομίζει εις τας
+αποθήκας του.
+
+15. Εάν θελήσωμεν να παραδεχθώμεν διά την Αίγυπτον την γνώμην των
+Ιώνων οίτινες υποστηρίζουσιν ότι μόνον το Δέλτα είναι Αίγυπτος,
+λέγοντες διά την παραθαλασσίαν αυτής πλευράν ότι εκτείνεται από
+της σκοπιάς του Περσέως μέχρι της Πηλουσιακής Ταριχείας (ήτοι
+τεσσαράκοντα σχοίνοι), από δε την θάλασσαν προς τα μεσόγεια ότι
+εκτείνεται μέχρι της Κερκασώρου, πλησίον της οποίας ο Νείλος
+χωρίζεται εις δύο βραχίονας διά να χυθή προς το Πηλούσιον και προς
+τον Κάνωβον, και ότι τα άλλα μέρη ανήκουσιν άλλα μεν εις την
+Λιβύαν, άλλα δε εις την Αραβίαν, αν παραδεχθώμεν την γνώμην
+ταύτην, θα αποδείξωμεν ότι οι Αιγύπτιοι εξ αρχής ουδεμίαν χώραν
+είχον, καθότι το Δέλτα, ως λέγουσιν αυτοί και ως φρονώ και εγώ,
+είναι πρόσχωσις, και πρόσχωσις πρόσφατος. Αλλ' εάν δεν τοις ανήκεν
+εκ του προτέρου κανέν μέρος της χώρας, πόθεν η αξίωσίς των ότι
+είναι πρώτοι των ανθρώπων; Περιττή λοιπόν καθίστατο η δοκιμή
+εκείνη την οποίαν έκαμον εις τα δύο παιδία διά να ίδωσι ποίαν
+γλώσσαν ήθελον ομιλήσει ταύτα κατά πρώτον. Όθεν εγώ ου μόνον δεν
+φρονώ ότι η καταγωγή των Αιγυπτίων είναι σύγχρονος με τον
+σχηματισμόν του Δέλτα, αλλ' εξ εναντίας ότι είναι επίσης αρχαίοι
+ως το ανθρώπινον γένος, και ότι, προχωρούντος του τόπου των, οι
+μεν έμειναν όπου ήσαν, πολλοί δε κατέβησαν βαθμηδόν. Τωόντι αι
+Θήβαι το πάλαι εκαλούντο Αίγυπτος, και η περιφέρεια του νομού
+τούτου είναι έξ χιλιάδων εκατόν είκοσι σταδίων.
+
+16. Εάν αι γνώσεις τας οποίας έχομεν περί της Αιγύπτου ήναι
+ακριβείς, οι Ίωνες έχουσιν εσφαλμένην γνώμην· εάν δε η γνώμη των
+Ιώνων ήναι ακριβής, δύναμαι να αποδείξω ότι και οι Έλληνες και
+αυτοί οι Ίωνες εσφαλμένως συλλογίζονται λέγοντες ότι η γη είναι
+εις τρία διηρημένη, Ευρώπην, Ασίαν και Λιβύαν. Τωόντι, κατ'
+αυτούς, θα υπήρχε και τέταρτον μέρος, το Δέλτα της Αιγύπτου, όπερ
+δεν ανήκει μήτε εις την Ασίαν μήτε εις την Λιβύαν· διότι κατά
+τούτον τον λόγον δεν είναι ο Νείλος όστις χωρίζει τας δύο ταύτας
+ηπείρους, αλλά σχίζεται εις την κορυφήν της γωνίας του Δέλτα και
+το περιλαμβανόμενον τούτο διάστημα είναι το χωρίζον την Ασίαν από
+της Λιβύας.
+
+17. Ας αφήσωμεν λοιπόν την ιδέαν των Ιώνων και ας ομιλήσωμεν ημείς
+περί των πραγμάτων τούτων. Κατ' εμέ, όλη η υπό Αιγυπτίων
+κατοικουμένη χώρα είναι Αίγυπτος, όπως η Κιλικία των Κιλίκων και η
+Ασσυρία των Ασσυρίων. Κυρίως ειπείν δεν γνωρίζομεν μεταξύ Ασίας
+και Λιβύας άλλα όρια ειμή τα όρια της Αιγύπτου. Αλλ' εάν
+παραδεχθώμεν το νομιζόμενον υπό των Ελλήνων, πρέπει να είπωμεν ότι
+όλη η Αίγυπτος η αρχίζουσα από τα Κατάδουπα και την Ελεφαντίνην
+πόλιν διαιρείται εις δύο μέρη και ότι εκάτερον έχει όνομα
+διάφορον· δηλαδή ότι το έν μέρος είναι Λιβύα το δε άλλο Ασία.
+Διότι ο Νείλος, αρχίζων από τα Κατάδουπα, χύνεται εις την θάλασσαν
+και ρέει διά μέσου της Αιγύπτου. Και μέχρι μεν της Κερκασώρου, τα
+ύδατα αυτού είναι ηνωμένα· κάτωθεν δε της πόλεως ταύτης σχηματίζει
+τρεις βραχίονας, εξ ων ο μεν στρέφεται προς ανατολάς και καλείται
+Πηλούσιον στόμα, ο δε διευθύνεται προς δυσμάς και καλείται στόμα
+Κανωβικόν, ο δε τρίτος καταβαίνει κατ' ευθείαν γραμμήν, αναχωρεί
+από την γωνίαν του Δέλτα το οποίον σχίζει εις το μέσον, και
+χύνεται εις την θάλασσαν φέρων ούτε ελαχίστην μοίραν ύδατος ούτε
+ήκιστα ονομαστήν. Ο βραχίων ούτος καλείται Σεβεννυτικόν στόμα. Δύο
+άλλα στόματα αποσχισθέντα από του Σεβεννυτικού φέρουσι τα ύδατά
+των εις την θάλασσαν και καλούνται το μεν Σαϊτικόν, το δε
+Μενδήσιον. Το Βολβίτινον στόμα και το Βουκουλικόν δεν είναι
+φυσικά, αλλ' είναι διώρυχες χειροποίητοι.
+
+18. Μαρτυρεί δε την γνώμην μου, ότι η Αίγυπτος είναι τόση όσην την
+περιέγραψα, και ο δοθείς χρησμός του Άμμωνος διά την Αίγυπτον, τον
+οποίον εγώ ήκουσα αφού εσχημάτισα αυτήν την ιδέαν. Οι κάτοικοι της
+Μαρέης και της Άπιδος, πόλεων κειμένων εις την Αίγυπτον επί των
+συνόρων της Λιβύας, νομίζοντες εαυτούς Λίβυας και όχι Αιγυπτίους,
+δυσαρεστούμενοι διά τας θρησκευτικάς λατρείας και θέλοντες να μη
+τους απαγορεύωσι να θυσιάζωσι δαμάλεις, έπεμψαν εις τον Άμμωνα διά
+να είπωσιν ότι ουδέν κοινόν είχον μετά των Αιγυπτίων, ότι
+κατοικούσιν έξω του Δέλτα, ότι δεν συμφωνούσι μετ' αυτών εις τας
+περί λατρείας δοξασίας και ότι επιθυμούσι να τοις δοθή η άδεια να
+τρώγωσιν από όλα. Αλλ' ο θεός δεν τοις επέτρεψε τούτο, ειπών ότι
+Αίγυπτος είναι παν ό,τι ο Νείλος εκχειλίζων ποτίζει, και
+Αιγύπτιοι, όσοι, οικούντες κάτω της Ελεφαντίνης πόλεως, πίνουσιν
+από του ποταμού τούτου. Ταύτα απεκρίθη το μαντείον.
+
+19. Ο δε Νείλος όταν ήναι εις αύξησιν δεν καλύπτει μόνον το Δέλτα,
+αλλά καταπλημμυρίζει επίσης το μέρος της χώρας το λεγόμενον
+Λιβυκόν, ενίοτε μάλιστα το Αράβιον, μέχρι δύο ημερών οδόν κατά το
+μάλλον και ήττον. Περί της φύσεως του ποταμού τούτου ούτε από τους
+ιερείς ούτε από άλλους ηδυνήθην να μάθω τι. Πολύ επεθύμουν εν
+τούτοις να μάθω παρ' αυτών πρώτον μεν διατί ο Νείλος, αρχίζων να
+αυξάνη κατά τας θερινάς τροπάς, καταβαίνει αυξάνων ολονέν επί
+εκατόν ημέρας· δεύτερον δε διατί, πληρωθεισών των ημερών τούτων,
+αποσύρεται και αφίνει τους τόπους όπου έρρευσε, μένων επί όλον τον
+χειμώνα μικρός μέχρι της επανόδου των θερινών τροπών. Περί τούτων
+λοιπόν ουδέν ηδυνήθην να μάθω εξετάζων τους Αιγυπτίους ποίαν
+δύναμίν έχει ο Νείλος παράγων αποτελέσματα τόσον διάφορα των άλλων
+ποταμών. Περίεργος να μάθω τα πράγματα ταύτα, ηρεύνων και ηρώτων
+συγχρόνως διατί ο Νείλος είναι ο μόνος εξ όλων των ποταμών όστις
+ποσώς δεν εκβάλλει αύραν.
+
+20. Έλληνές τινες, θέλοντες να διακριθώσιν επί σοφία, εξήγησαν την
+κίνησιν ταύτην των υδάτων κατά τρεις τρόπους εξ ων οι δύο ούτε
+μνείας θα ήσαν άξιοι εάν έπραττον πλειότερον ή να τους σημειώσω
+μόνον. Κατά την μίαν των λύσεων τούτων (16), οι ετησίαι άνεμοι
+είναι αίτιοι της εξογκώσεων του ποταμού εμποδίζοντες τα ύδατα
+αυτού να χυθώσιν εις την θάλασσαν. Πλην πολλάκις δεν πνέουσιν
+ετησίαι άνεμοι και μολαταύτα εκχειλίζει ο Νείλος· εκτός τούτου,
+εάν οι ετησίαι είχον την δύναμιν ταύτην, οι άλλοι ποταμοί εναντίον
+των οποίων πνέουσιν έπρεπε να πάσχωσι τα αυτά με τον Νείλον, και
+τοσούτω μάλλον όσω είναι μικρότεροι και τα ρεύματα αυτών
+ασθενέστερα. Εν τούτοις υπάρχουσι πολλοί ποταμοί εις την Συρίαν
+και πολλοί εις την Λιβύαν οίτινες ουδέν τοιούτο πάσχουσιν οίον
+πάσχει ο Νείλος.
+
+21. Η δευτέρα λύσις (17) δεικνύει πλειοτέραν αμάθειαν της πρώτης,
+και δύναταί τις να είπη ότι είναι παραδοξωτάτη. Αύτη αποδίδει εις
+τον Ωκεανόν την αρχήν και τας εκχειλίσεις του ποταμού· κατ' αυτήν,
+ο Νείλος πηγάζει από τον Ωκεανόν και ο Ωκεανός στρέφεται περί την
+γην.
+
+22. Η τρίτη (18) είναι μεν πολύ πιθανωτέρα, είναι όμως συγχρόνως
+ολιγώτερον αληθής· διότι τίποτε δεν λέγει και αυτή όταν
+αποφαίνεται ότι ο Νείλος προέρχεται από την ανάλυσιν των χιόνων·
+ποταμός όστις εκ της Λιβύας ρέει διά μέσου, της Αιθοπίας όπως
+ριφθή εις την Αίγυπτον ! Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να εξέρχεται από
+τας χιόνας, αφού από τόπους θερμοτάτους μεταβαίνει εις
+ψυχροτέρους; Δι' εκείνον όστις είναι ικανός να σκεφθή περί των
+τοιούτων, πολλοί λόγοι δεικνύουσιν ότι είναι όλως απίθανον να
+εξέρχεται ο Νείλος από χιόνας. Πρώτος και ισχυρότατος λόγος είναι
+ότι εκ των κλιμάτων εκείνων πνέουσιν άνεμοι θερμοί· δεύτερος λόγος
+είναι ότι εκεί μήτε βροχή πίπτει μήτε κρύσταλλα σχηματίζονται.
+Πανταχού όπου πίπτει χιών, αναγκαίως βρέχει εντός των πέντε
+ακολούθων ημερών· εάν λοιπόν έπιπτε χιών εις τα μέρη εκείνα, θα
+έπιπτεν επίσης και βροχή. Τρίτος λόγος είναι ότι εκεί οι άνθρωποι
+ένεκα του καύσωνος είναι μέλανες· ότι οι περδικοϊέρακες και αι
+χελιδόνες δεν απολείπουσι καθ' όλον το έτος, και ότι οι γερανοί,
+φεύγοντες τα ψύχη της Σκυθίας, έρχονται να διαχειμάσωσιν εις τους
+τόπους τούτους. Εάν λοιπόν, έστω και ολιγίστη χιών έπιπτεν εις τα
+μέρη διά των οποίων ρέει ο Νείλος και εις εκείνα εκ των οποίων
+άρχεται το ρεύμα του, ουδέν τούτων θα συνέβαινε, και το πράγμα
+είναι προφανέστατον.
+
+23. Εκείνος όστις ωμίλησε περί του Ωκεανού διά να βασίση την
+εξήγησίν του επί υποθέσεως σκοτεινής, ούτε εξελέγξεως είναι άξιος.
+Εγώ τουλάχιστον δεν ηξεύρω να υπάρχη ποταμός Ωκεανός, και νομίζω
+ότι ο Όμηρος ή αρχαιότερός τις ποιητής επενόησεν αυτό το όνομα και
+το εισήγαγεν εις τους στίχους του.
+
+24. Εάν δε, αφού εμέμφθην τας προεκτεθείσας γνώμας, ήναι ανάγκη να
+εκθέσω και εγώ την ιδικήν μου επί των σκοτεινών τούτων ζητημάτων,
+θα είπω τι φρονώ περί της αυξήσεως του Νείλου κατά το θέρος. Ο
+ήλιος διωκόμενος κατά τον χειμώνα υπό της κακοκαιρίας από τον
+πρώτον δρόμον του, έρχεται εις τα άνω της Λιβύας. Και εν συντόμω
+μεν ταύτα είναι όσα είχα να ειπώ επί του αντικειμένου τούτου·
+διότι η χώρα πλησιέστατα της οποίας ή άνωθεν της οποίας διέρχεται
+ο θεός ούτος, φυσικόν είναι να διψά και να στειρεύωσιν οι ποταμοί
+αυτής.
+
+25. Διά να δηλώσω δε το πράγμα μάλλον εκτεταμένως προσθέτω τα
+ακόλουθα. Ο ήλιος διαβαίνων άνωθεν της Λιβύας κάμνει τα εξής.
+Επειδή καθ' όλον τον χρόνον η ατμοσφαίρα εκείνων των μερών είναι
+ανέφελος και το έδαφος θερμόν, ο ήλιος διαβαίνων κάμνει και εκεί
+ότι συνειθίζεί να κάμνη εδώ κατά το θέρος όταν ευρίσκεται εις το
+μέσον του ουρανού· ελκύει προς εαυτόν όλα τα ύδατα, και αφού τα
+ελκύση, τα μεταφέρει εις χώρας υψηλοτέρας· τότε οι άνεμοι τα
+παραλαμβάνουσι, τα διασκορπίζουσι και τα διαλύουσιν εις ατμούς.
+Φυσικώς, εξ όλων των άνεμων εκείνοι οίτινες πνέουσιν εκ των χωρών
+τούτων, ο νότος και ο λιψ, είναι οι φέροντες περισσοτέραν βροχήν.
+Εν τούτοις ο ήλιος, κατ' εμέ, δεν αποβάλλει πάντοτε όλον το ύδωρ
+το οποίον ανέλκει κατ' έτος από τον Νείλον, αλλά διατηρεί επάνω
+και έν μέρος. Όταν δε ο χειμών μετριάση, επιστρέφει ο ήλιος προς
+το μέσον του ουρανού, ελκύων ομοίως προς εαυτόν ύδωρ από όλους
+τους ποταμούς. Και κατά μεν τον χειμώνα ούτοι ρέουσιν υπερχειλείς,
+διότι πολύ ύδωρ βροχής είναι αναμεμιγμένον εις αυτούς, κατά δε το
+θέρος, επειδή ελλείπουσιν αι βροχαί και ο ήλιος εξατμίζει αυτούς,
+είναι αδύνατοι. Ο Νείλος όμως, τον οποίον εξατμίζει ο ήλιος, μόνος
+εξ όλων των ποταμών ρέει κατά τον χειμώνα πολύ μικρότερος ή κατά
+το θέρος, διότι κατά την τελευταίαν ταύτην εποχήν δεν χάνει ούτε
+περισσότερον ούτε ολιγώτερον των άλλων ποταμών, ενώ κατά τον
+χειμώνα μόνος αυτός πάσχει. Ούτω λοιπόν κρίνω ότι ο ήλιος είναι
+αιτία των αποτελεσμάτων τούτων.
+
+26. Εις την αυτήν αιτίαν πρέπει κατά την εμήν γνώμην να αποδώσωμεν
+και την ξηρότητα του αέρος εις τας χώρας ταύτας, διότι ο ήλιος
+καίει τα πάντα κατά την πορείαν του. Τοιουτοτρόπως δε εις τα άνω
+της Λιβύας επικρατεί θέρος παντοτεινόν. Εάν η τοποθέτησις των
+ζωνών μετεβάλλετο, εάν εις μεν την θέσιν του ουρανού όπου σήμερον
+είναι ο βοράς και ο χειμών μετέβαινεν ο νότος και η μεσημβρία, εις
+δε την του νότου ο βοράς, ο ήλιος, διωκόμενος εκ του μέσου του
+ουρανού υπό του βορά και του χειμώνος, θα ήρχετο εις την άνω
+Αίγυπτον, καθώς έρχεται σήμερον εις την Λιβύαν, και διερχόμενος
+όλην την Ευρώπην, υποθέτω ότι θα επενήργει επί του Ίστρου ως
+επενεργεί επί του Νείλου.
+
+27. Όσον αφορά την αιτίαν διά την οποίαν ο Νείλος δεν αποπνέει
+ουδέ την ελαχίστην αύραν, ιδού τι φρονώ και περί τούτου· ότι δεν
+είναι φυσικόν να πνέη η αύρα από τας θερμάς χώρας, διότι αρέσκεται
+να πνέη από τας δροσεράς.
+
+28. Και ταύτα μεν ας εξακολουθήσωσιν ως είναι και ως ήσαν εξ
+αρχής· περί δε των πηγών του Νείλου, κανείς, μήτε από τους
+Αιγυπτίους μήτε από τους Λίβυας μήτε από τους Έλληνας μεθ' ων
+συνωμίλησα, δεν ηδυνήθη να με είπη ότι τας ηξεύρει, εκτός μόνον
+εις την Σάιν της Αιγύπτου ο θησαυροφύλαξ του ναού της Αθηνάς. Και
+αυτός μοι εφάνη αστειευόμενος όταν ισχυρίσθη ότι είχε πολύ
+ακριβείς πληροφορίας. Επαναλαμβάνω όσα με είπε· κατ' αυτόν,
+υπάρχουσι δύο όρη των οποίων αι κορυφαί λήγουσιν εις οξύ, κείμενα
+μεταξύ της εν Θηβαΐδι Συήνης και της Ελεφαντίνης και καλούμενα το
+μεν Κρώφι το δε Μώφι. Μεταξύ αυτών αι πηγαί του Νείλου
+αναθρώσκουσιν εκ βαράθρου αβαθούς. Και το μεν ήμισυ των υδάτων
+καταβαίνει εις την Αίγυπτον, προς το μέρος του βορά, το δε άλλο
+ήμισυ εις την Αιθιοπίαν, προς το μέρος του νότου. Ότι δε αι πηγαί
+εξέρχονται εκ βαράθρου αβαθούς, το εύρεν εκ πείρας ο Ψαμμίτιχος·
+διότι, αφού διέταξε να πλέξωσι χονδρόν σχοινίον πολλών χιλιάδων
+οργυιών, το έρριψε και δεν ηδυνήθη να εύρη τον βυθόν. Ταύτα
+εβεβαίου ο θησαυροφύλαξ· εγώ όμως αγνοώ εάν έλεγεν αλήθειαν. Εκ
+της δοκιμής δε ταύτης συμπεραίνω ότι θα υπάρχωσιν εκεί ισχυραί
+δίναι αίτινες αναβαίνουσι και εξωθούσι το ύδωρ μεταξύ των ορέων
+μετά τοσαύτης ορμής ώστε η βολίς να μη δύναται να φθάση μέχρι του
+βυθού.
+
+29. Παρ' ουδενός άλλου ηδυνήθην να μάθω τι· διά να μάθω δε
+περισσότερα, εξέτεινα τας αναζητήσεις μου· και μέχρι μεν της
+Ελεφαντίνης πόλεως μετέβην και τα είδον ιδίοις όμμασιν, απ' εκεί
+δε και πέραν τα παρέλαβον εξ ακοής. Άνωθεν της Ελεφαντίνης πόλεως
+το έδαφος είναι ανωφερές, και ο θέλων να αναπλεύση τον ποταμόν
+είναι ηναγκασμένος να δέση το πλοιάριον εξ αμφοτέρων των πλευρών
+και να το σύρη ως βουν. Εάν το σχοινίον κοπή, το πλοιάριον
+καταβαίνει παρασυρόμενον υπό της δυνάμεως του ρεύματος. Πλέουσι
+τοιουτοτρόπως επί τέσσαρας ημέρας, και εις το μέρος τούτο ο Νείλος
+είναι σκολιός ως ο Μαίανδρος· δώδεκα δε σχοίνους πρέπει κατ' αυτόν
+τον τρόπον να διαπλεύσης, και έπειτα θα φθάσης εις πεδιάδα ομαλήν
+εις την οποίαν ο Νείλος ρέει περί τινα νήσον ήτις καλείται
+Ταχομψώ. Αμέσως άνωθεν της Ελεφαντίνης η χώρα κατοικείται υπό των
+Αιθιόπων· εν τούτοις το ήμισυ της νήσου κατοικείται υπό Αιγυπτίων.
+Συνέχεται δε αύτη μετά μεγάλης λίμνης πέριξ της οποίας κατοικούσιν
+Αιθίοπες νομάδες. Ταύτην αφού διαπλεύσης, εισέρχεσαι εις το ρεύμα
+του ποταμού όπερ χύνεται εις την λίμνην. Εκεί πρέπει να αποβής από
+το πλοιάριον και να εξακολουθήσης την πορείαν σου εις την όχθην
+επί τεσσαράκοντα ημέρας, διότι εντός του Νείλου είναι διεσπαρμένοι
+σκόπελοι οίτινες εξέχουσι και ύφαλοι υπό το ύδωρ διά των οποίων
+είναι αδύνατον να πλεύσης. Μετά την τεσσαρακονθήμερον ταύτην
+πορείαν, εισέρχεσαι πάλιν εις άλλο πλοιάριον και μετά δώδεκα
+ημερών πλουν φθάνεις εις μεγάλην πόλιν της οποίας το όνομα είναι
+Μερόη και ήτις ως λέγουσιν είναι η μητρόπολις των άλλων Αιθιόπων.
+Εις την πόλιν ταύτην λατρεύουσι μόνους εξ όλων των θεών τον Δία
+και τον Διόνυσον, τους τιμώσιν υπερβαλλόντως και ο Ζευς έχει εκεί
+μαντείον. Εκστρατεύουσι δε όταν τους διατάττη ο θεός και
+πολεμούσιν όπου τους είπη.
+
+30. Μακρυνόμενος από την πόλιν ταύτην πλέων φθάνεις εις τους
+Αυτομόλους εις τόσον καιρόν όσον εδαπάνησας διά να έλθης από την
+Ελεφαντίνην. Το όνομα του λαού τούτου είναι Ασμάχ, σημαίνει δε εις
+την γλώσσαν των Ελλήνων εκείνους οίτινες ίστανται πλησίον του
+βασιλέως προς τα αριστερά. Ιδού δε η καταγωγή των Αυτομόλων·
+διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες πολεμισταί Αιγύπτιοι επανεστάτησαν
+και ήλθον εις τους Αιθίοπας δια την ακόλουθον αιτίαν. Επί της
+βασιλείας του Ψαμμιτίχου υπήρχον φρουραί εις την Ελεφαντίνην κατά
+των Αιθιόπων, εις τας Πηλουσιακάς Δάφνας κατά των Αραβίων και των
+Σύρων, τέλος εις την Μαρέαν κατά των Λιβύων. Έτι δε και εις την
+εποχήν μου οι Πέρσαι διατηρούσι τας αυτάς φρουράς όπως ήσαν επί
+Ψαμμιτίχου, και φυλάττουσι την Ελεφαντίνην και τας Δάφνας. Επειδή
+δε οι Αιγύπτιοι ούτοι εφρούρουν επί τρία έτη και δεν ήρχοντο άλλοι
+να τους αντικαταστήσωσι, συνεκρότησαν συμβούλιον και συμφωνήσαντες
+εγκατέλιπον τον Ψαμμίτιχον και μετέβησαν εις την Αιθιοπίαν. Μαθών
+τούτο ο Ψαμμίτιχος τους κατεδίωξε, και όταν τους έφθασε, τους
+παρεκάλει επί πολύ να μη αφήσωσι τους πατρίους θεούς, τα τέκνα και
+τας γυναίκας. Τότε είς εξ αυτών, ως λέγεται, δεικνύων το αιδοίον
+του, είπεν ότι όπου ήτο αυτό, εκεί θα εύρισκε και γυναίκα και
+τέκνα. Φθάσαντες εις την Αιθιοπίαν παρέδωσαν εαυτούς εις τον
+βασιλέα της χώρας ταύτης όστις εις αντάλλαγμα τοις έδωκε το
+ακόλουθον δώρον. Αιθίοπές τινες είχον σχηματίσει κόμμα εναντίον
+του· αυτούς τους Αιθίοπας είπεν ο βασιλεύς εις τους Αιγυπτίους να
+εξώσωσι και να κατοικήσωσι την γην των. Αφότου δε οι Αιγύπτιοι
+ούτοι κατώκησαν εκεί, εγένοντο οι Αιθίοπες ημερώτεροι παραλαβόντες
+ήθη Αιγυπτιακά.
+
+31. Εκτός λοιπόν του μέρους το οποίον διατρέχει ο Νείλος αφού
+εισέλθη εις τον Αίγυπτον, είναι γνωστός μέχρι πλοός και οδοιπορίας
+τεσσάρων μηνών, διότι αυτόν τον αριθμόν ευρίσκομεν εάν προσθέσωμεν
+τους μήνας τους οποίους αναλίσκομεν διά να μεταβώμεν εκ της
+Ελεφαντίνης εις τους Αυτομόλους τούτους. Ρέει δε ο Νείλος από
+δυσμών. Από του μέρους τούτου και άνω ουδείς ηδυνήθη να με είπη τι
+θετικόν, ένεκα του καύματος όπερ καθιστά τον τόπον τούτον έρημον.
+
+32. Έμαθον όμως τας ακολούθους λεπτομερείας παρά Κυρηναίων τινών
+οίτινες με είπον ότι μεταβάντες διά να ερωτήσωσι το μαντείον του
+Άμμωνος και συνομιλήσαντες μετά του Ετεάρχου βασιλέως των Αμμωνίων
+ανέφερον προς τοις άλλοις και περί του Νείλου και είπον ότι κανείς
+δεν εγνώριζε τας πηγάς του. Τότε ο Ετέαρχος τοις διηγήθη ότι
+Νασαμώνες τινες (έθνος Λιβυκόν κατοικούν την Σύρτιν και ολίγον
+μέρος της προς ανατολάς της Σύρτιος χώρας) ελθόντες προς αυτόν και
+ερωτώμενοι εάν ήξευρον να είπωσί τι περισσότερον περί των ερήμων
+της Λιβύας απεκρίθησαν ότι τολμητίαι τινές παίδες προυχόντων
+συνέλαβον την ιδέαν άμα έφθασαν εις ανδρικήν ηλικίαν να
+λαμπρυνθώσι δι' εκτάκτου τινός κατορθώματος. Ρίψαντες κλήρον
+διέταξαν πέντε εξ αυτών να υπάγωσι και να ερευνήσωσι τας ερήμους
+της Λίβυας μήπως ανακαλύψωσί τι περισσότερον από εκείνους οίτινες
+είδον τα μακρότατα μέρη· διότι τα μεν κατά την βόρειον θάλασσαν
+μέρη της Λιβύας, από της Αιγύπτου μέχρι του ακρωτηρίου Σολόεντος,
+όπου τελειόνει η Λιβύα, κατοικούσιν όλην αυτήν την παραλίαν Λίβυες
+και πολλά έθνη Λιβυκά, πλην των μερών τα οποία κατοικούσι Φοίνικες
+και Έλληνες. Από της παραλίας όμως ταύτης και των κατοικουμένων
+μερών η Λιβύα είναι κατοικητήριον θηρίων· πέραν δε υπάρχει έρημος
+άνευ ύδατος και κεκαλυμμένη υπό άμμου. Οι νεανίαι λοιπόν ούτοι
+οίτινες επέμφθησαν υπό των συνηλικιωτών των, λαβόντες μεθ' εαυτών
+πολλά τρόφιμα και ύδωρ, μετέβησαν πρώτον εις το κατοικούμενον
+μέρος. Αφού δε διήλθον αυτό, εισεχώρησαν εις το διαμονητήριον των
+θηρίων και εκείθεν ήλθον εις την έρημον διευθυνόμενοι προς δυσμάς.
+Διέβησαν τοιουτοτρόπως μέγα διάστημα αμμώδες, και μετά πολλών
+ημερών πορείαν, είδον εις την πεδιάδα δένδρα αυτοφυή, έδραμον προς
+αυτά και έδρεψαν καρπούς. Ενώ δε έδρεπον, μικροί τινες άνθρωποι,
+μικρότεροι του μετρίου αναστήματος, ήλθον, τους συνέλαβον και τους
+απήγαγον. Ουδείς των Νασαμώνων ενόει την γλώσσαν των και ουδείς
+εκείνων την των Νασαμώνων. Τους απήγον δε διά μέσου απεράντου
+έλους και επί τέλους έφθασαν εις πόλιν τινά όπου όλοι οι άνθρωποι
+είχον το αυτό ανάστημα με εκείνους οίτινες τους είχον συλλάβει·
+όλοι ήσαν μέλανες· πλησίον δε της πόλεως έρρεε μέγας ποταμός
+τρέχων από δυσμών προς ανατολάς, εντός του οποίου είδον
+κροκοδείλους.
+
+33. Και περί μεν της διηγήσεως του Ετεάρχου αρκούσιν όσα είπα· θα
+προσθέσω δε μόνον ότι έλεγε, κατά την διήγησιν των Κυρηναίων, ότι
+οι Νασαμώνες επέστρεψαν και ότι όλοι οι άνθρωποι οι κατοικούντες
+εκεί ήσαν γόητες. Ο Ετέαρχος επίστευεν ότι ο ποταμός τον οποίον
+είχον ιδεί ήτο ο Νείλος, ο δε ορθός λόγος απαιτεί να παραδεχθώμεν
+την εικασίαν ταύτην· διότι ο Νείλος, ως εγώ φρονώ εικάζων εκ των
+γνωστών τα άγνωστα, έρχεται από την Λιβύαν διασχίζων αυτήν εις το
+μέσον και το διάστημα αυτού είναι ίσον με το του Ίστρου· και
+τωόντι ο Ίστρος αρχίζων από το Κελτούς και την πόλιν Πυρίνην,
+τρέχει σχίζων τη Ευρώπην εις το μέσον. Κατοικούσι δε οι Κελτοί
+πέραν των Ηρακλείων στηλών και συνορεύουσι με τους Κυνησίους
+οίτινες είναι οι τελευταίοι κάτοικοι προς δυσμάς, και ο Ίστρος,
+αφού διασχίση όλην την Ευρώπην, χύνεται εις τον Εύξεινον πόντον,
+εις το μέρος όπου οι άποικοι των Μιλησίων ίδρυσαν την Ιστρίαν.
+
+34. Διέρχεται λοιπόν ο Ίστρος διά κατοικουμένων μερών· πολλοί
+άνθρωποι τον γνωρίζουσιν, ενώ περί των πηγών του Νείλου κανείς δεν
+ηξεύρει τίποτε, καθότι η Λιβύα, διά μέσου της οποίας ρέει, είναι
+έρημος και ακατοίκητος. Και περί μεν του ρεύματος αυτού είπον ό,τι
+ηδυνήθην να εξιχνιάσω κατά τας μακροτάτας ερεύνας μου· το δε
+στόμιον αυτού είναι εις την Αίγυπτον, και η Αίγυπτος κείται σχεδόν
+αντικρύ των ορέων της Κιλικίας. Από των ορέων τούτων μέχρι της
+Σινώπης του Ευξείνου πόντου είναι διά ταχύν οδοιπόρον πέντε ημερών
+οδός ευθεία. Η δε Σινώπη κείται αντικρύ των στομίων του Ίστρου.
+Διά τούτο νομίζω ότι δύναμαι να παραβάλω το εν τη Λιβύα ρεύμα του
+Νείλου με το εν τη Ευρώπη ρεύμα του Ίστρου. Αλλ' αρκούσιν όσα
+είπον περί του Νείλου.
+
+35. Έρχομαι δε τώρα να ομιλήσω εκτενέστερον περί της Αιγύπτου,
+καθότι αύτη πλειότερον πάσης άλλης χώρας περικλείει θαυμάσια
+πράγματα και έργα άξια περιγραφής· διά τούτο λοιπόν θα ομιλήσω
+μάλλον εκτενώς περί αυτής. Οι Αιγύπτιοι ζώσιν υπό ουρανόν όλως
+ίδιον εις αυτούς· η χώρα των βρέχεται υπό ποταμού του οποίου η
+φύσις διαφέρει όλων των άλλων ποταμών· τέλος δε έχουσιν έθιμα και
+νόμους εναντία κατά το πλείστον από τους άλλους ανθρώπους. Εκεί αι
+γυναίκες υπάγουσιν εις την αγοράν και γίνονταν μεταπράτιδες, οι δε
+άνδρες μένουσιν εις τας οικίας και υφαίνουσι. Πανταχού αλλού
+ωθούσι την κρόκην προς τα άνω, οι Αιγύπτιοι προς τα κάτω. Οι
+άνδρες βαστάζουσι τα φορτία εις την κεφαλήν, αι γυναίκες επί των
+ώμων· αι γυναίκες ουρούσιν όρθιαι, οι άνδρες καθήμενοι.
+Αφοδεύουσιν εντός των οικιών και τρώγουσιν έξω εις τας οδούς,
+λέγοντες ότι τα μεν αισχρά πλην αναγκαία πρέπει να τα εκπληροί τις
+κρυφίως, τα δε μη αισχρά αναφανδόν. Ουδεμία γυνή γίνεται ιέρεια
+θεού ή θεάς, αλλ' οι άνδρες είναι ιερείς πάντων και πασών. Οι υιοί
+δεν είναι ηναγκασμένοι να θρέφωσι τους γονείς των εάν δεν θέλωσιν·
+αι θυγατέρες όμως είναι ηναγκασμέναι εις τούτο, έστω και εάν δεν
+θέλωσι.
+
+36. Αλλαχού οι ιερείς των θεών έχουσι μακράν κόμην· εις την
+Αίγυπτον ξυρίζονται· οι άνθρωποι συνοιθίζουσι να κόπτωσι τα μαλλία
+όταν πενθώσιν αποθανόντας συγγενείς· οι Αιγύπτιοι, προς τιμήν των
+αποθανόντων, αφίνουσι να αυξήσωσιν αι τρίχες της κεφαλής και του
+πώγωνος τας οποίας προηγουμένως εξύριζον. Οι άλλοι άνθρωποι ζώσι
+κεχωρισμένοι από τα ζώα, οι Αιγύπτιοι ζώσι φύρδην μίγδην μετ'
+αυτών. Αλλαχού τρέφονται με σίτον και κριθήν· αλλ' οι Αιγύπτιοι
+θεωρούσιν αισχρότατον και υποβάλλωνται εις τοιαύτην δίαιταν, και
+μεταχειρίζονται όλυραν, την οποίαν τινές ονομάζουσι ζειάν.
+Ζυμόνουσι με τους πόδας, με τας χείρας δε ανακατόνουσι τον πηλόν
+και καθαρίζουσι την κόπρον. Οι άλλοι άνθρωποι, εκτός εκείνων
+οίτινες παρέλαβον το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους, αφίνουσι το
+αιδοίον των όπως επλάσθη εκ φύσεως· οι Αιγύπτιοι περιτέμνονται.
+Έκαστος ανήρ φορεί δύο ενδύματα, η γυνή φορεί έν. Οι άλλοι
+δένουσιν έξωθεν τους κρίκους των ιστίων και τους κάλους, οι
+Αιγύπτιοι τους δένουσιν έσωθεν. Οι Έλληνες γράφουσι τα γράμματα
+και αριθμούσι με χαλίκια αρχίζοντες από τα αριστερά και φέροντες
+την χείρα των προς τα δεξιά· οι Αιγύπτιοι αρχίζουσιν από τα δεξιά
+και προχωρούσι προς τα δεξιά λέγοντες ότι αυτοί γράφουσι προς τα
+δεξιά και οι Έλληνες προς τα αριστερά. Έχουσι δε δύο είδη
+χαρακτήρων· τους ιερούς χαρακτήρας και τους δημώδεις.
+
+37. Επειδή δε είναι θεοσεβείς πολύ περισσότερον από όλους τους
+ανθρώπους, έχουσι τα εξής έθιμα. Πίνουσιν από ποτήρια χάλκινα τα
+οποία πλύνουσι καθ' ημέραν· τούτο δε πράττουσιν όλοι, και όχι
+τινές μόνον. Φορούσιν ενδύματα λινά πάντοτε νεόπλυτα, και
+προσέχουσιν εις τούτο πολύ. Περιτέμνονται χάριν καθαριότητος, και
+θεωρούσι προτιμότερον να φαίνωνται καθαροί ή ωραίοι. Ανά πάσαν
+τρίτην ημέραν οι ιερείς ξυρίζουσιν όλον το σώμα διά να μη τύχη και
+ευρεθή επ' αυτών μήτε φθείρα μήτε άλλο τι έντομον μυσαρόν όταν
+υπηρετώσι τους θεούς. Λινά μόνον ενδύματα φορούσιν οι ιερείς και
+υποδήματα κατεσκευασμένα από φλοιόν παπύρου· δεν τοις είναι δε
+επιτετραμμένον να φορώσιν άλλου είδους. Νίπτονται με ύδωρ
+δροσερόν, δις της ημέρας και δις της νυκτός. Και άλλα ούτως ειπείν
+άπειρα θρησκευτικά έθιμα εκπληρούσιν· απολαμβάνουσιν όμως και όχι
+ολίγα αγαθά. Μήτε φθείρουσι μήτε δαπανώσιν όσα ανήκουσιν εις
+αυτούς· τροφαί ιεραί ετοιμάζονται δι' αυτούς, και άπειρα κρέατα
+βοών και χηνών προσφέρονται εις αυτούς καθημερινώς· προς τούτοις
+τοις δίδεται οίνος σταφυλής. Δεν τοις επιτρέπεται όμως να τρώγωσιν
+ιχθύας. Εις όλην την Αίγυπτον δεν σπείρουσι κυάμους, εάν δε τύχη
+να φυτρώσωσι, δεν τους τρώγουσι μήτε ωμούς μήτε μαγειρευμένους. Οι
+ιερείς ούτε να τους ίδωσιν ανέχονται θεωρούντες το όσπριον τούτο
+ως ακάθαρτον. Έκαστος θεός δεν υπηρετείται μόνον παρ' ενός ιερέως,
+αλλά παρά πολλών, και είς εξ αυτών είναι μέγας ιερεύς· όταν
+αποθάνη τον διαδέχεται ο υιός του.
+
+38. Φρονούσιν ότι οι άρρενες βόες είναι του Επάφου, και τούτου
+ένεκα τους δοκιμάζουσι διά του ακολούθου τρόπου. Εάν επί του βοός
+ανακαλύψωσι μίαν μόνην τρίχα λευκήν, υποθέτουσιν αυτόν ακάθαρτον.
+Είς των ιερέων, επιτετραμμένος τούτο, εξετάζει το πράγμα,
+κρατουμένου του ζώου ορθίου ή ριπτομένου υπτίου. Έλκει δε
+συγχρόνως την γλώσσαν του διά να ίδη έκ τινων προσδιωρισμένων
+σημείων περί των οποίων θα ομιλήσω αλλαχού εάν ήναι καθαρά· τέλος
+παρατηρεί τας τρίχας της θύρας και βεβαιούται εάν φύωνται φυσικώς.
+Αφού δε το ζώον αποδειχθή υπό όλας τας επόψεις καθαρόν, το σημειοί
+τυλίσσων περί τα κέρατα αυτού φλοιόν παπύρου, έπειτα ο ιερεύς το
+αλείφει με σημαντρίδα γην, επιθέτει την σφραγίδα του και
+τοιουτοτρόπως το απάγουσιν. Όστις θυσιάζει βουν μη σημειωμένον
+τιμωρείται με θάνατον. Κατά τούτον λοιπόν τον τρόπον δοκιμάζεται
+το ζώον.
+
+39. Ιδού δε πώς γίνεται η θυσία· όταν φέρωσι το σημειωμένον ζώον
+προ του βωμού όπου θέλουσι να το θυσιάσωσιν, ανάπτουσι πυρ, έπειτα
+πλησίον αυτού κάμνουσι σπονδάς με οίνον και επικαλούνται τον θεόν·
+ακολούθως σφάζουσι το θύμα, και αφού το σφάξωσιν, αποκόπτουσι την
+κεφαλήν αυτού. Εκδαίρουσι το σώμα, και αφού είπωσι κατά της
+κεφαλής εκείνης πολλάς αράς, την φέρουσιν εις την αγοράν, εάν
+υπάρχη τοιαύτη, και την πωλούσιν εις Έλληνά τινα έμπορον, εάν
+ευρίσκεται τοιούτος εις την πόλιν· ει δε και δεν ευρίσκεται Έλλην
+έμπορος, την ρίπτουσιν εις τον ποταμόν. Αι βλασφημίαι τας οποίας
+προφέρουσι κατά της κεφαλής εκείνης είναι αι ακόλουθοι· «Εάν
+μέλλωσι να συμβώσι δυστυχίαι εις εκείνους οίτινες προσφέρουσι την
+θυσίαν ταύτην, είθε αι δυστυχίαι αύται να στραφώσι και πέσωσι κατά
+της κεφαλής ταύτης.» Όλοι οι Αιγύπτιοι τηρούσι τας αυτάς συνήθειας
+προκειμένου περί των κεφαλών των θυμάτων και των σπονδών του
+οίνου· εις όλας δε τας θυσίας μεταχειρίζονται τους αυτούς νόμους,
+και συμφώνως με τους νόμους τούτους ουδέποτε Αιγύπτιος τρώγει την
+κεφαλήν ουδενός ζώου.
+
+40. Η εξαγωγή των εντοσθίων και ο τρόπος του καίειν τα θύματα
+διαφέρουσι κατά τας θυσίας. Εγώ θα αναφέρω ποία είναι κατ' αυτούς
+η μεγίστη θεότης προς τιμήν της οποίας τελούσι την μεγίστην
+εορτήν. Αφού εκδείρωσι τον βουν, αποσπώσι την κοιλίαν κενήν,
+αφίνοντες εντός του σώματος τα σπλάγχνα και το πάχος. Κόπτουσι
+τους πόδας, την άκραν της ουράς, τους ώμους και τον τράχηλον.
+Τούτων γενομένων, γεμίζουσι το εναπομείναν σώμα με άρτους
+καθαρούς, με μέλι, με σταφίδας, με σύκα, με λιβανωτόν, με σμύρναν
+και με άλλα μύρα. Αφού δε το γεμίσωσι τοιουτοτρόπως, το καίουσιν
+επί του βωμού χύνοντες επ' αυτού άφθονον έλαιον. Θυσιάζουσι δε
+νήστεις έτι, και ενώ το θύμα καίεται, τύπτουσιν εαυτούς όλοι·
+τέλος, αφού κτυπηθώσι καλώς, κάθηνται και τρώγουσι τα μέλη του
+ζώου τα οποία εχώρισαν πρότερον.
+
+41. Όλοι λοιπόν οι Αιγύπτιοι θυσιάζουσιν άρρενας βόας καθαρούς και
+μόσχους, δεν τοις είναι όμως επιτετραμμένον να θυσιάζωσι θηλείας
+διότι αύται θεωρούνται ιεραί της Ίσιδος. Το δε άγαλμα της Ίσιδος,
+ον γυναικείον, έχει κέρατα αγελάδος, όπως οι Έλληνες παριστώσι την
+Ιώ, και όλοι οι Αιγύπτιοι σέβονται ομοίως τας αγελάδας πολύ
+περισσότερον από όλα τα λοιπά ζώα. Τούτου ένεκα, ούτε ανήρ
+Αιγύπτιος ούτε γυνή Αιγυπτία στέργει να φιλήση Έλληνα εις το
+στόμα, ή να μεταχειρισθή την μάχαιραν, ή τους οβελούς, ή την
+χύτραν αυτού, ή να φάγη κρέας βοός καθαρού κοπέν υπό μαχαίρας
+Έλληνος. Θάπτουσι τους νεκρούς βόας διά του ακολούθου τρόπου·
+ρίπτουσα εις τον ποταμόν τας θηλείας, τους δε άρρενας τους
+ρίπτουσιν εντός εσκαμμένων βόθρων εις τα προάστειά των, αφίνοντες
+έξω του τάφου το έν κέρατον ή τα δύο ως σημείον. Όταν γίνη εντελής
+η σήψις και παρέλθη ο προσδιωρισμένος χρόνος, έρχεται εις εκάστην
+πόλιν έν πλοιάριον εκ της Προσωπίτιδος καλουμένης νήσου· είναι δε
+η νήσος αύτη εις το Δέλτα και έχει περιφέρειαν εννέα σχοίνων. Εν
+ταύτη τη Προσωπίτιδι νήσω υπάρχουσι και άλλαι πολλαί πόλεις.
+Εκείνη δε εκ της οποίας έρχονται τα πλοιάρια τα οποία συνάζουσι τα
+οστά των βοών, ονομάζεται Ατάρβηχις, και υπάρχει εν αυτή ναός
+αφιερωμένος εις την Αφροδίτην. Από την πόλιν ταύτην εξερχόμενοι οι
+άνθρωποι με πολλά πλοιάρια περιφέρονται εις όλας τας άλλας πόλεις
+διά να λάβωσι τα οστά, να τα φέρωσιν εις έν μέρος και τα θάψωσιν·
+εκεί όλα. Όπως θάπτουσι δε τους βόας ούτω θάπτουσι και τα άλλα
+αποθνήσκοντα κτήνη. Τοιούτον έθιμον λοιπόν επικρατεί εις αυτούς
+περί των κτηνών, διότι κανέν εκ τούτων των ζώων δεν φονεύουσιν οι
+Αιγύπτιοι.
+
+42. Όσοι ίδρυσαν ναούς εις τον Θηβαιέα Δία, ή όσοι είναι από τον
+Θηβαίον νομόν, απέχονται προβάτων και θυσιάζουσιν αίγας. Διότι
+όλοι οι Αιγύπτιοι δεν τιμώσι τους αυτούς διά του αυτού τρόπου,
+πλην της Ίσιδος και του Οσίριδος (όστις λέγουσιν ότι είναι ο
+Διόνυσος), τους οποίους τιμώσι πανταχού ομοίως. Όσοι δε έχουσι
+ναόν του Μένδητος, απέχονται αιγών και θυσιάζουσι πρόβατα. Οι δε
+Θηβαίοι και όσοι ως αυτούς απέχονται προβάτων, λέγουσιν ότι το
+έθιμον τούτο επεκράτησε παρ' αυτοίς διά την ακόλουθον αιτίαν. Ο
+Ηρακλής ηθέλησεν αφεύκτως να ίδη τον Δία, όστις δεν ήθελε να τον
+ίδη ο Ηρακλής· τέλος, επειδή επέμενεν ο Ηρακλής, εμηχανεύθη ο Ζευς
+το εξής. Εκδείρας κριόν και αποταμών την κεφαλήν αυτού, την
+εκράτει προ του προσώπου του, αφού εφόρεσε πρότερον την δοράν του
+κριού. Εν τοιαύτη δε καταστάσει ευρισκόμενος, έδειξεν εαυτόν εις
+τον Ηρακλέα. Διά την αιτίαν ταύτην οι Αιγύπτιοι κάμνουσι το άγαλμα
+του Διός κριοπρόσωπον· εμιμήθησαν δε αυτούς οι Αμμώνιοι, οίτινες
+είναι άποικοι των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων και η γλώσσα των
+είναι κράμα της Αιγυπτιακής και της Αιθιοπικής. Κατ' εμέ τούτου
+ένεκα έλαβον και την επωνυμίαν Αμμώνιοι, διότι Αμμούν ονομάζουσιν
+οι Αιγύπτιοι τον Δία. Δεν θυσιάζουσι λοιπόν οι Αιγύπτιοι κριούς,
+και ένεκα της παραδόσεως ταύτης θεωρούσιν αυτούς ως ιερούς· άπαξ
+μόνον του έτους, κατά την εορτήν του Διός, σφάξαντες και
+εκδείραντες κριόν περιβάλλουσι με το δέρμα του το άγαλμα του Διός,
+σύροντες ενώπιον αυτού το άγαλμα του Ηρακλέους. Γενομένης της
+τελετής ταύτης, όλοι οι ιερείς του ναού τύπτουσιν εαυτούς εις
+ένδειξιν πένθους διά τον θάνατον του κριού, και έπειτα θάπτουσιν
+αυτόν εις θήκην ιεράν.
+
+48. Προκειμένου περί του Ηρακλέους, ήκουσα ότι ήτο είς των δώδεκα
+θεών· όσον δ' αφορά τον Ηρακλέα τον οποίον γνωρίζουσιν οι Έλληνες,
+ουδαμού της Αιγύπτου ηδυνήθην να μάθω τι. Ότι δε οι Αιγύπτιοι δεν
+έλαβον το όνομα Ηρακλής από τους Έλληνας, αλλά μάλλον οι Έλληνες
+από τους Αιγυπτίους, και ιδίως εκείνοι οίτινες τον ωνόμασαν υιόν
+του Αμφιτρύωνος, έχω πολλά τεκμήρια περί τούτου, και προσέτι το
+ακόλουθον, ότι αμφότεροι οι γονείς του Ηρακλέους τούτου Αμφιτρύων
+και Αλκμήνη κατήγοντο ανέκαθεν από την Αίγυπτον, και διότι οι
+Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ούτε του Ποσειδώνος, ούτε των Διοσκούρων
+γνωρίζουσι τα ονόματα, ούτε εγένοντό ποτε δεκτοί οι θεοί ούτοι
+μεταξύ των θεοτήτων των. Ώστε, εάν ελάμβανον από τους Έλληνας το
+όνομα θεού τίνος, θα ενθυμούντο προ παντός άλλου το του Ποσειδώνος
+και το των Διοσκούρων· διότι και τότε εγίνοντο ταξίδια, και ήσαν
+Έλληνές τινες ναυτίλοι. Τούτο φρονώ εγώ και πρέπει να ήναι ορθή η
+γνώμη μου· ώστε αυτών των θεών τα ονόματα θα εμάνθανον μάλλον ή το
+του Ηρακλέους. «Ο Ηρακλής των Αιγυπτίων είναι αρχαιότατος θεός,
+και οι ίδιοι λέγουσα ότι δεκαεπτά χιλιάδες έτη πριν βασιλεύση ο
+Άμασις, ο αριθμός των θεών των ανεβιβάσθη από οκτώ εις δώδεκα,
+μεταξύ των οποίων ήτο και ο Ηρακλής.
+
+44. Θέλων δε να μάθω περί αυτών σαφές τι παρ' ούτινος δήποτε
+ήθελον δυνηθή, έπλευσα εις την Τύρον της Φοινίκης, ακούσας ότι
+υπήρχεν εκεί ναός αφιερωμένος εις τον Ηρακλέα, και είδον τον ναόν
+τούτον πλουσίως κεκοσμημένον από πολλά αναθήματα. Περιείχε δύο
+στήλας· την μεν εκ χρυσού απέφθου, την δε εκ σμαράγδου λίθου,
+λάμπουσαν κατά την νύκτα ζωηρώς. Συνομιλήσας με τους ιερείς τους
+ηρώτησα πόσος χρόνος είχε παρέλθει αφότου εκτίσθη ο ναός των·
+εύρον δε ότι μήτε αυτοί συνεφώνουν με τους Έλληνας· διότι, κατ'
+αυτούς, ο ναός εκτίσθη συγχρόνως με την κατοίκισιν της Τύρου, η δε
+Τύρος κατοικείται προ δισχιλίων και τριακοσίων ετών. Είδον προσέτι
+εις την πόλιν ταύτην έτερον ναόν του Ηρακλέους, του οποίου η
+επωνυμία εδείκνυεν ότι ήτο Θάσιος. Έπλευσα λοιπόν και εις την
+Θάσον, όπου εύρον ναόν του Ηρακλέους κτισθέντα υπό των Φοινίκων
+οίτινες ενώ έπλεον προς αναζήτησιν της Ευρώπης, αφήκαν εκεί την
+αποικίαν ταύτην. Τούτο δε συνέβη πέντε γενεάς πριν γεννηθή ο
+Ηρακλής του Αμφιτρύωνος εις την Ελλάδα. Το συμπέρασμα των
+αναζητήσεων τούτων αποδεικνύει σαφώς ότι ο Ηρακλής είναι αρχαίος
+θεός, και νομίζω ότι πράττουσιν ορθότατα εκείνοι εκ των Ελλήνων
+όσοι έχουσι δύο ναούς του Ηρακλέους· και εις μεν τον ένα
+προσφέρουσι θυσίας ως εις αθάνατον, καλούντες αυτόν Ολύμπιον, εις
+δε τον άλλον τον τιμώσιν ως ήρωα.
+
+45. Αλλ' οι Έλληνες λέγουσι περί αυτού πολλά και απερίσκεπτα. Ούτω
+δε και ο εξής μύθος τον οποίον αναφέρουσι περί του Ηρακλέους είναι
+ολίγον ευήθης. Κατά την άφιξιν αυτού εις την Αίγυπτον, λέγουσι,
+στέψαντες αυτόν με φύλλα οι Αιγύπτιοι, τον έφερον μετά πομπής διά
+να τον θυσιάσωσιν εις τον Δία. Και μέχρι μέν τινος ο Ηρακλής
+έμενεν ήσυχος, ότε δε έφθασαν πλησίον του βωμού και ητοιμάζοντο να
+τον θυσιάσωσιν, έδειξε την δύναμίν του και τους εφόνευσεν όλους.
+Οι διηγούμενοι ταύτα με φαίνεται ότι αγνοούσιν ολοτελώς την φύσιν
+και τα έθιμα των Αιγυπτίων. Τωόντι, αφού δεν επιτρέπεται εις
+αυτούς να θυσιάζωσι κτήνη άλλα ειμή πρόβατα, βόας άρρενας και
+μόσχους, όταν ήναι καθαροί, και χήνας, πώς είναι δυνατόν να
+θυσιάζωσιν ανθρώπους; Εκτός τούτου, ο Ηρακλής ήτο μόνος, και ως
+λέγουσιν άνθρωπος θνητός· πώς εξηγείται λοιπόν να εφόνευσε πολλάς
+μυριάδας ανθρώπων; Και περί τούτων μεν τοσαύτα ειπόντας, ας μας
+συγχωρήσωσιν οι θεοί και οι ήρωες.
+
+46. Οι δε Αιγύπτιοι περί ων ωμίλησα προ ολίγου δεν θυσιάζουσι μήτε
+αίγας μήτε τράγους διά την εξής αιτίαν. Οι Μενδήσιοι
+συγκαταριθμούσι τον Πάνα μεταξύ των οκτώ θεών οίτινες εγένοντο
+πρότεροι των δώδεκα. Επειδή δε οι ζωγράφοι και οι γλύπται
+ζωγραφίζουσι και γλύφουσι το άγαλμα του Πανός όπως οι Έλληνες,
+αιγοπρόσωπον και τραγοσκελές, όχι διότι τον φαντάζονται τοιούτον,
+αλλά τον νομίζουσιν όμοιον με τους άλλους θεούς (θα ήτο δε
+δυσάρεστον εις εμέ να είπω διατί τον παριστώσι τοιούτον), διά
+τούτο οι Μενδήσιοι σέβονται όλον το γένος των αιγών, και
+πλειότερον τους άρρενας ή τας θηλείας· τούτων δε των αρρένων οι
+βοσκοί απολαμβάνουσι μεγαλειτέρας τιμάς.
+
+Ένα τράγον σέβονται περισσότερον από όλους, και όταν ούτος αποθάνη
+μέγα πένθος επιβάλλεται εις όλον τον νομόν. Αιγυπτιστί και ο
+τράγος και ο Παν λέγεται Μένδης. Επί της εποχής μου, εγένετο εις
+τον νομόν τούτον το ακόλουθον τεράστιον· τράγος συνευρίσκετο μετά
+γυναικός αναφανδόν. Εις όλους τους ανθρώπους εγένετο γνωστόν
+τούτο.
+
+47. Οι Αιγύπτιοι θεωρούσι τον χοίρον ως ζώον ακάθαρτον· επομένως,
+εάν τις αυτών διαβαίνων πλησίον χοίρου εγγίση αυτόν, καταβαίνει με
+όλα τα ενδύματά του εις τον ποταμόν και λούεται· αφ' ετέρου οι
+Αιγύπτιοι χοιροβοσκοί, μολονότι ιθαγενείς, δεν εμβαίνουσιν εις
+κανένα ναόν της χώρας, ούτε δίδει τις την θυγατέρα του εις αυτούς,
+ούτε λαμβάνει από αυτούς γυναίκα, αλλά δίδουσι και λαμβάνουσι
+γυναίκας οι χοιροβοσκοί μεταξύ των. Οι Αιγύπτιοι δεν νομίζουσι
+πρέπον να θυσιάζωσι χοίρον εις άλλους θεούς ή την Σελήνην και τον
+Διόνυσον (19)· εις αυτούς μόνους θυσιάζουσι και τρώγουσι το κρέας
+των θυμάτων. Δεν κρύπτουσι την αιτίαν διά την οποίαν, ενώ
+αποστρέφονται τους χοίρους εις τας άλλας εορτάς, τους θυσιάζουσιν
+εις αυτήν· εγώ όμως, καίτοι γνωρίζων την αιτίαν ταύτην, δεν νομίζω
+ευπρεπές να την είπω. Ιδού δε πώς γίνεται η θυσία των χοίρων εις
+την Σελήνην· άμα το ζώον σφαγή, λαμβάνουσι την άκραν της ουράς,
+τον σπλήνα, την σκέπην των εντέρων, και αφού τα περιτυλίξωσιν όλα
+ομού με όλον το πάχος το οποίον εύρον εις την κοιλίαν, τα καίουσιν
+επί του βωμού. Τα λοιπά κρέατα τρώγονται κατ' αυτήν εκείνην την
+ημέραν της πανσελήνου καθ' ην εγένετο η θυσία. Άλλην δε ημέραν δεν
+δύνανται να γευθώσι χοιρείου κρέατος. Όσοι μεταξύ αυτών είναι
+πτωχοί, δι' απορίαν μέσων πλάττουσι χοίρους εκ ζύμης τους οποίους
+ψήσαντες θυσιάζουσι.
+
+48. Εις το εσπερινόν δείπνον, κατά την παραμονήν της εορτής του
+Διονύσου, σφάξας έκαστος προ της θύρας του χοίρον, τον δίδει οπίσω
+και τον λαμβάνει ο ίδιος χοιροβοσκός όστις τω τον επώλησε. Πλην
+των χορών, οι Αιγύπτιοι εκτελούσι τα λοιπά της εορτής ως οι
+Έλληνες. Αντί δε του φαλλού επενόησαν αγάλματα νευρόσπαστα,
+πηχυαία το μέγεθος, και περιφέρουσίν αυτά αι γυναίκες εις τας
+κώμας, έχοντα το αιδοίον κινούμενον και μόλις μικρότερον του όλου
+σώματος. Προηγείται αυλητής, ακολουθούσι δε αι γυναίκες άδουσαι
+τον Διόνυσον. Διατί το αιδοίον είναι τόσον υπερμέτρως μέγα, και
+διατί αυτό μόνον το μέλος του σώματος κινείται; Περί τούτου
+υπάρχει ιερά τις παράδοσις.
+
+49. Νομίζω ότι ο Μελάμπους, ο υιός του Αμυθέωνος, εγνώρισε και
+μάλιστα είδε τας τελετάς ταύτας, διότι αυτός εδίδαξεν εις τους
+Έλληνας το όνομα του Διονύσου, την εορτήν αυτού και την πομπήν του
+φαλλού. Τους εδίδαξεν όμως πράγμα το οποίον και αυτός δεν είχεν
+εννοήσει καλώς, οι δε μεταγενέστεροι αυτού σοφοί εσαφήνισαν αυτό
+εντελέστερον. Εδίδαξε λοιπόν ο Μελάμπους να περιφέρωσι τον φαλλόν
+προς τιμήν του Διονύσου, και οι Έλληνες μαθόντες τούτο παρ' αυτού
+πράττουσίν όσα πράττουσιν. Εγώ νομίζω ότι ο Μελάμπους υπήρξεν
+άνθρωπος σοφός, αφ' εαυτού σύστησας την μαντικήν τέχνην, αλλ' ότι
+εισήγαγεν εις τους Έλληνας διάφορα τα οποία έμαθεν εις την
+Αίγυπτον, και μεταξύ άλλων την λατρείαν του Διονύσου αφού επέφερεν
+εις αυτήν ολίγας παραλλαγάς. Και τωόντι, πώς είναι δυνατόν να
+πιστεύσωμεν ότι τα προς τιμήν του θεού τούτου γινόμενα εις την
+Αίγυπτον και εις τους Έλληνας κατά σύμπτωσιν ομοιάζουσιν; Εάν δεν
+ήσαν νεωστί εισηγμένα, θα ήσαν όμοια προς παν ό,τι συμφωνεί με τα
+ήθη των Ελλήνων. Επίσης δεν πιστεύω ότι οι Αιγύπτιοι παρέλαβον από
+τους Έλληνας τούτο το έθιμον ή άλλο οιονδήποτε. Ως φρονώ δε εγώ, ο
+Μελάμπους θα έμαθε τα περί της τελετής του Διονύσου από τον Κάδμον
+τον Τύριον και από τους μετ' αυτού ελθόντας εκ της Φοινίκης εις
+την χώραν ήτις καλείται σήμερον Βοιωτία.
+
+50. Σχεδόν όλα τα ονόματα των θεών ήλθον εκ της Αιγύπτου εις την
+Ελλάδα· αι έρευναί μου με πείθουσιν ότι τα παρελάβομεν από χώρας
+βαρβάρους, και νομίζω ότι προ πάντων ήλθον εκ της Αιγύπτου. Εκτός
+του Ποσειδώνος και των Διοσκούρων, περί ων ωμίλησα, εκτός της
+Ήρας, της Εστίας, της Θέμιδος, των Χαρίτων και των Νηρηίδων, τα
+ονόματα όλων των άλλων θεών υπήρξαν πάντοτε παρά τοις Αιγυπτίοις.
+Επαναλαμβάνω ενταύθα ό,τι αυτοί οι ίδιοι με είπον. Οι Θεοί, ων τα
+ονόματα λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ότι αγνοούσιν, ωνομάσθησαν νομίζω
+από τους Πελασγούς, πλην του Ποσειδώνος· αυτόν δε τον θεόν έμαθον
+οι Έλληνες από τους Λίβυας. Ουδείς προ αυτών είχε προφέρει το
+όνομά του, και αυτοί τον ετίμων πάντοτε ως θεόν. Οι Αιγύπτιοι
+ουδεμίαν λατρείαν αποδίδουσιν εις τους ήρωας.
+
+51. Έλαβον λοιπόν οι Έλληνες παρά των Αιγυπτίων τα έθιμα τα οποία
+είπα, και άλλα τα οποία θα είπω κατόπιν· δεν εδίδαξαν όμως οι
+Αιγύπτιοι τους Έλληνας να κατασκευάζωσι τα αγάλματα του Ερμού με
+το αιδοίον ορθόν. Πρώτοι όλων των Ελλήνων οι Αθηναίοι παρέλαβον το
+έθιμον τούτο από τους Πελασγούς και το μετέδωκαν εις όλους τους
+άλλους. Διότι οι Πελασγοί κατώκουν την αυτήν χώραν με τους
+Αθηναίους όταν ούτοι ηριθμούντο ήδη μεταξύ των Ελλήνων, και τούτου
+ένεκα ήρχισαν και οι Πελασγοί να νομίζωνται Έλληνες. Όστις δε
+εμυήθη τα μυστήρια των Καβείρων τα οποία τελούσιν οι Σαμοθράκες
+παραλαβόντες αυτά από τους Πελασγούς, εκείνος γνωρίζει τι λέγω. Οι
+δε Πελασγοί, πριν μεταβώσιν εις την Αττικήν, κατώκουν την
+Σαμοθράκην, και από τούτους παρέλαβον τα μυστήρια οι Σαμοθράκες.
+Πρώτοι λοιπόν των Ελλήνων οι Αθηναίοι διδαχθέντες παρ' αυτών,
+έκαμον τα αγάλματα του Ερμού με το αιδοίον ορθόν. Οι Πελασγοί
+αποδίδουσιν εις τούτο αιτίαν ιεράν, την οποίαν εξηγούσι τα
+μυστήρια της Σαμοθράκης.
+
+52. Πρότερον οι Πελασγοί ευχόμενοι προσέφεραν εις τους θεούς
+παντός είδους προσφοράς, ως με εβεβαίωσαν εις την Δωδώνην, χωρίς
+να δίδωσιν εις αυτούς ούτε όνομα ιδιαίτερον ούτε επώνυμον, διότι
+δεν είχον ακούσει έως τότε τοιούτο τι. Tους εκάλουν θεούς διά
+μόνον τον λόγον ότι τακτοποιήσαντες το σύμπαν, εκυβέρνων αυτό.
+Έπειτα, μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου, έμαθον εκ της Αιγύπτου τα
+ονόματα των άλλων θεών· το δε του Διονύσου έμαθον πολύ βραδύτερον.
+Περί των ονομάτων τούτων ηρώτησαν το μαντείον της Δωδώνης, εκείνο
+το οποίον οι Έλληνες θεωρούσιν ως αρχαιότατον και το μόνον τότε.
+Όταν λοιπόν οι Πελασγοί ηρώτησαν εάν έπρεπε να λάβωσιν ονόματα
+ερχόμενα από τους βαρβάρους, το μαντείον απεκρίθη : «Λάβε.» Έκτοτε
+δε έθυον μεταχειριζόμενοι τα ονόματα ταύτα των θεών, τα οποία επί
+τέλους παρέλαβον οι Έλληνες από αυτούς.
+
+53. Πόθεν ήλθεν έκαστος των θεών; Υπήρξαν πάντοτε όλοι; Ποίον το
+όχημα αυτών; Ουδείς εγίνωσκέ τι, κυρίως ειπείν, μέχρις εσχάτων.
+Διότι νομίζω ότι ο Ησίοδος και ο Όμηρος δεν ήσαν αρχαιότεροι εμού
+ειμή κατά τετρακόσια έτη και ουχί πλειότερον. Αυτοί είναι οι
+γράψαντες την θεογονίαν των Ελλήνων, οι δόντες εις τους θεούς
+ονόματα, οι διανείμαντες εις αυτούς τιμάς και τέχνας, οι
+περιγράψαντες τας μορφάς αυτών και καθώς νομίζω εγώ, οι ποιηταί
+τους οποίους λέγουσι προγενεστέρους των δύο τούτων ανθρώπων
+υπήρξαν μεταγενέστεροι. Εξ όσων είπα, τα μεν πρώτα, τα λέγουσιν αι
+ιέρειαι της Δωδώνης, τα δε περί Ησιόδου και Ομήρου τα λέγω εγώ.
+
+54. Ιδού δε τι διηγούνται οι Αιγύπτιοι περί των εν τη Ελλάδι και
+εν τη Λιβύα δύο χρηστηρίων. Κατά τους ιερείς του Θηβαιέως Διός,
+δύο ιέρειαι ηρπάγησαν από τας Θήβας υπό Φοινίκων· κατόπιν έμαθον
+ότι η μία μεν αυτών επωλήθη εις την Λιβύαν, η δε άλλη εις την
+Ελλάδα, και ότι αι δύο αύται γυναίκες εσύστησαν τα πρώτα μαντεία
+εις τα δύο ταύτα έθνη. Επειδή δε εγώ τους ηρώτησα πόθεν ήξευρον
+αυτό το οποίον μετά τοσαύτης βεβαιότητος μοι έλεγον, απεκρίθησαν
+ότι μετά πολλού ζήλου εζήτησαν αυτάς τας γυναίκας, ότι δεν
+ηδυνήθησαν να τας ανεύρωσι και ότι ύστερον έμαθον αυτά τα οποία
+έλεγον.
+
+55. Και ταύτα μεν ήκουσα από τους ιερείς των Θηβών· αι δε ιέρειαι
+της Δωδώνης λέγουσιν ότι δύο μαύραι περιστεραί είχον πετάξει από
+τας Θήβας της Αιγύπτου, και η μεν ήλθεν εις την Λιβύαν, η δε εις
+την Δωδώνην· η τελευταία αύτη εκάθησεν επί φηγού και λαβούσα φωνήν
+ανθρωπίνην τοις είπεν ότι εις αυτόν τον τόπον έπρεπε να συστήσωσι
+μαντείον του Διός· ο λαός ενόησεν ότι το άγγελμα εκείνο ήτο θείον
+και εξετέλεσεν αμέσως τα παραγγελθέντα. Προσθέτουσιν ότι η άλλη
+περιστερά διέταξε τους Λίβυας να συστήσωσι το χρηστήριον του
+Άμμωνος· είναι δε και τούτο χρηστήριον του Διός. Ταύτα με είπον αι
+ιέρειαι της Δωδώνης, εξ ων η μεν πρεσβυτάτη ωνομάζετο Προμένεια, η
+δευτέρα Τιμαρέτη, η δε νεωτάτη Νικάνδρη. Οι δε άλλοι Δωδωναίοι,
+όσοι ήσαν εις τον ναόν, συνεφώνουν με αυτάς.
+
+56. Περί τούτων εγώ έχω την εξής γνώμην. Εάν αληθώς οι Φοίνικες
+ήρπασαν τας ιερείας εκείνας και τας επώλησαν, την μεν εις την
+Λιβύαν, την δε εις την Ελλάδα, νομίζω ότι η γυνή αύτη η
+μεταφερθείσα εις την σημερινήν Ελλάδα, ήτις άλλοτε εκαλείτο
+Πελασγία, θα επωλήθη εις την Θεσπρωτίαν, και ότι γενομένη δούλη θα
+ίδρυσε ναόν του Διός υπό την ευρισκομένην εκεί φηγόν, νομίζουσα
+πρέπον, αφού υπηρέτησεν εις τον εν Θήβαις ναόν του Διός εξ ου
+ήλθε, να διαιωνίση την ανάμνησιν αυτού εν τω τόπω όπου είχε
+μεταφερθή. Μετά ταύτα, αφού έμαθε την Ελληνικήν γλώσσαν, θα
+εσύστησε το χρηστήριον και θα είπεν ότι η αδελφή της επωλήθη υπό
+των Φοινίκων οίτινες επώλησαν και αυτήν.
+
+57. Νομίζω δε ότι αι γυναίκες αύται εκλήθησαν υπό των Δωδωναίων
+περιστεραί, επειδή ήσαν βάρβαροι και εφαίνοντο ότι εφθέγγοντο ως
+πτηνά. Βραδύτερον, όταν η γυνή αύτη ωμίλησε με τρόπον μάλλον
+καταληπτόν εις αυτούς, είπον ότι μία περιστερά ελάλησε με
+ανθρωπίνην φωνήν· ενόσω όμως μετεχειρίζετο την βάρβαρον γλώσσαν,
+τοις εφαίνετο ότι ωμίλει ως πτηνόν, διότι πώς είναι δυνατόν
+περιστερά να ομιλήση ανθρωπίνως; Το μέλαν χρώμα το οποίον δίδουσιν
+εις την περιστεράν σημαίνει ότι η γυνή ήτο Αιγυπτία.
+
+58. Το εν ταις Θήβαις της Αιγύπτου μαντείον και το εν Δωδώνη
+δίδουσι τας αποκρίσεις των σχεδόν ομοίως, καθότι η τέχνη του διά
+της εξετάσεως των θυμάτων μαντεύεσθαι ήλθεν επίσης εκ της
+Αιγύπτου. Πρώτοι όλων των ανθρώπων οι Αιγύπτιοι έκαμον τας
+πανηγύρεις, τας πομπάς, τα αφιερώματα, από αυτούς δε τας έμαθον οι
+Έλληνες. Τεκμήριον τούτου, κατ' εμέ, είναι το εξής· εν Αιγύπτω
+φαίνονται ότι είναι αρχαιόταται· εν Ελλάδι φαίνονται ότι νεωστί
+εγένοντο.
+
+59. Οι Αιγύπτιοι δεν αρκούνται κατ' έτος εις μίαν μόνην πανήγυριν,
+αλλά τελούσι πολλάς τοιαύτας εξ ων η μεν πρώτη, εκείνη χάριν της
+οποίας μεταβαίνουσι προθυμότατα, γίνεται εις την Βούβαστιν προς
+τιμήν της Αρτέμιδος· η δευτέρα γίνεται εις την Βούσιριν προς τιμήν
+της Ίσιδος· διότι εις την πόλιν ταύτην υπάρχει ο μέγιστος ναός της
+Ίσιδος. Η πόλις είναι εχτισμένη εις το μέσον του Δέλτα, Ίσις δε
+κατά την γλώσσαν των Ελλήνων είναι η Δημήτηρ. Η τρίτη πανήγυρις
+τελείται εις Σάιν, προς τιμήν της Αθηνάς· η τετάρτη εις
+Ηλιούπολιν, προς τιμήν του Ηλίου· η πέμπτη εις την Βουτώ, προς
+τιμήν της Λητούς και η έκτη εις την Πάπρημιν προς τιμήν του Άρεως.
+
+60. Ιδού δε πώς μεταβαίνουσιν εις την πόλιν Βούβαστιν, διότι
+άπειροι άνδρες και γυναίκες μεταβαίνουσιν εκεί πανταχόθεν διά
+πλοιαρίων. Τινές των γυναικών κρατούσαι κρόταλα κροταλίζουσιν,
+άνδρες δέ τινες αυλούσι καθ' όλον τον πλουν· οι λοιποί, άνδρες και
+γυναίκες, άδουσι και κροτούσι τας χείρας. Όταν δε πλέοντες
+προσεγγίσωσιν είς τινα πόλιν εκ των μεταξύ ευρισκομένων, δένουσι
+το πλοιάριον εις την ξηράν και πράττουσι τα ακόλουθα. Τινές μεν
+των γυναικών εξακολουθούσι τα άσματά των ή τον κροταλισμόν των
+κροτάλων, άλλαι περιγελώσι με μεγάλας φωνάς τας γυναίκας της
+πόλεως εκείνης, άλλαι χορεύουσι, και άλλαι ιστάμεναι όρθιαι
+ανασύρουσι τα ενδύματά των. Εις εκάστην δε πόλιν παραποταμίαν
+πράττουσι τα αυτά. Όταν δε φθάσωσιν εις την Βούβαστιν, εορτάζουσι
+προσφέροντες μεγάλας θυσίας, και εις ταύτην την εορτήν αναλίσκουσι
+περισσότερον οίνον σταφυλής ή καθ' όλον τον λοιπόν χρόνον. Πλην
+των παιδίων, συμφοιτώσιν εκεί επτακόσιοι χιλιάδες ανδρών και
+γυναικών, ως λέγουσιν οι εντόπιοι. Και ταύτα μεν γίνονται εις την
+Βούβαστιν.
+
+61. Εις δε την Βούσιριν, πώς τελούσι την εορτήν της Ίσιδος είπα
+ανωτέρω. Μετά τας θυσίας, άνδρες και γυναίκες, πάμπολλαι μυριάδες,
+τύπτονται· διά ποίον όμως θεόν τύπτονται θα ήτο ανόσιον εις εμέ να
+είπω. Οι εις την Αίγυπτον κατοικούντες Κάρες πράττουσι τούτο
+περισσότερον από τους άλλους, τόσον ώστε κόπτουσι και τα μέτωπά
+των με μαχαίρας· εκ τούτου δε γνωρίζονται ότι είναι ξένοι και ουχί
+Αιγύπτιοι.
+
+62. Όταν συναθροισθώσι διά να κάμωσι θυσίας εις την πόλιν Σάιν,
+ανάπτουσιν επί μίαν νύκτα όλοι πολλά λυχνάρια έξω και πέριξ των
+οικιών. Τα λυχνάρια δε ταύτα είναι μικρά αγγεία πλήρη άλατος και
+ελαίου, και εις την επιφάνειαν επιπλέει το ελλύχνιον. Τα λυχνάρια
+καίουσι δι όλης της νυκτός, και η εορτή αύτη καλείται λυχνοκαΐα.
+Όσοι Αιγύπτιοι δεν έλθωσιν εις την πανήγυριν ταύτην, περιμένοντες
+την νύκτα της θυσίας, ανάπτουσιν όλοι λυχνάρια, εις τρόπον ώστε ου
+μόνον η Σάις είναι φωταγωγημένη, αλλ' όλη η Αίγυπτος. Διά ποίον δε
+λόγον γίνεται η φωτοχυσία και τιμώσι την νύκτα ταύτην, υπάρχει
+περί τούτου ιερά τις παράδοσις.
+
+63. Εις δε την Ηλιούπολιν και την Βουτώ οι μεταβαίνοντες θυσίας
+μόνον επιτελούσιν. Εις την Πάπρημιν τηρούσι μεν τας αυτάς θυσίας
+και ιεροπραξίας ως εις τας άλλας πόλεις, όταν όμως ο ήλιος αρχίση
+να κλίνη προς την δύσιν, τινές μεν ιερείς ενασχολούνται περί το
+άγαλμα, άλλοι δε, οι περισσότεροι, κρατούντες ράβδους, ίστανται
+εις την είσοδον του ναού· ο λαός, ήτοι πολλαί χιλιάδες ανδρών,
+προσευχόμενοι, ίστανται συμπαγείς εις το αντίθετον μέρος. Από της
+προτεραίας μεταφέρουσιν εκ του ναού εις άλλο οίκημα ιερόν το
+άγαλμα το οποίον είναι εντός ναΐσκου εκ ξύλου κεχρυσωμένου. Οι
+ιερείς, οι οποίοι είχον μείνει περί το άγαλμα, αρχίζουσι να σύρωσι
+προς τον μέγαν ναόν άρμα τετράτροχον έχον επ' αυτού τον ναΐσκον
+και το άγαλμα, αλλ' οι εις τα προπύλαια ιστάμενοι δεν επιτρέπουσιν
+εις αυτούς την είσοδον. Τότε οι ευλαβείς, ερχόμενοι προς βοήθειαν
+του θεού, τους κτυπώσιν· εκείνοι υπερασπίζονται, σφοδρά ραβδομαχία
+επακολουθεί, και πολλαί κεφαλαί συντρίβονται. Και υποθέτω μεν ότι
+πολλοί και αποθνήσκουσιν εκ των τραυμάτων, πλην οι Αιγύπτιοι
+βεβαιούσιν ότι ουδείς ουδέποτε απέθανεν.
+
+64. Διηγούνται δε ως εξής την σύστασιν της πανηγύρεως ταύτης. Η
+μήτηρ του Άρεως διέμενεν εις τον ναόν τούτον· ο θεός,
+ανατρεφόμενος αλλαχού, εγένετο έφηβος και ηθέλησε να εισέλθη διά
+να συνομιλήση με την μητέρα του· αλλ' οι υπηρέται, οίτινες ποτέ
+δεν τον είχον ιδεί, δεν τον άφησαν και τον απώθησαν· τότε αυτός
+έλαβεν ανθρώπους από άλλην πόλιν, έδειρε τους υπηρέτας και
+εισήλθεν εις της μητρός του. Ιδού, λέγουσι, το έθιμον των
+ξυλοκοπημάτων κατά την εορτήν του Άρεως. Οι δε Αιγύπτιοι είναι οι
+πρώτοι οίτινες εσύστησαν ως κανόνα θρησκευτικόν να μη
+συνευρίσκωνται μετά γυναικών εντός των ναών και να μη εμβαίνωσιν
+εις αυτούς εάν δεν λουσθώσι μετά την συνουσίασιν. Τωόντι, όλοι
+σχεδόν οι άνθρωποι (πλην των Αιγυπτίων και των Ελλήνων) μιγνύονται
+μετά γυναικών εντός των ναών ή εισέρχονται εις αυτούς άλουτοι άμα
+εγερθώσιν από τας γυναίκας, νομίζοντες ότι οι άνθρωποι κατ' ουδέν
+διαφέρουσι των λοιπών ζώων. Διότι βλέποντες τα άλλα κτήνη και τα
+πτηνά οχευόμενα εντός των ναών και των ιερών δασών, λέγουσιν ότι
+δεν θα εγίνετο τούτο εάν δεν ήτο αρεστόν εις τους θεούς. Και αυτοί
+μεν ούτω δικαιολογούμενοι πράττουσι τούτο, εγώ όμως φρονώ
+ανάρμοστον την δικαιολογίαν ταύτην.
+
+65. Οι Αιγύπτιοι μετά μεγίστης προσοχής τηρούσιν όλας τας
+θρησκευτικάς εντολάς, και ιδίως αυτάς τας οποίας θα είπω. Η
+Αίγυπτος μολονότι όμορος της Λιβύας, δεν έχει όμως άγρια θηρία,
+όλα δε τα ζώα όσα υπάρχουσιν εκεί θεωρούνται ιερά, και εκείνα τα
+οποία ζώσι μετά των ανθρώπων, και εκείνα τα οποία δεν ζώσι μετ'
+αυτών. Εάν είπω διατί θεωρούνται ιερά, θα εισήγοντο εις την
+διήγησίν μου πράγματα θεία, τα οποία προ πάντων αποφεύγω να
+αναφέρω. Όσα δε τοιαύτα ανέφερα επιτροχάδην, τα είπον βιασθείς υπό
+της ανάγκης. Υπάρχει περί των ζώων το εξής έθιμον· φύλακες εξ
+αμφοτέρων των φύλων είναι διωρισμένοι να τρέφωσιν έκαστον είδος
+κεχωρισμένως, ο δε υιός διαδέχεται τον πατέρα εις το τιμητικόν
+τούτο καθήκον. Οι κάτοικοι των πόλεων εκπληρούσι τας ευχάς των διά
+των φυλάκων τούτων όταν θέλωσι να αποτείνωσι παράκλησίν τινα προς
+τον θεόν εις ον ανήκει το ζώον, ξυρίζουσιν είτε όλην την κεφαλήν,
+είτε το ήμισυ, είτε το τρίτον της κεφαλής των υιών των· θέτουσιν
+εις τα σταθμά πλάστιγγος, εξ ενός μεν μέρους τα μαλλία, εξ άλλου
+δε το βάρος αυτών εις άργυρον· οιονδήποτε δε και αν ήναι το βάρος
+τούτο, το δίδουσιν εις την φύλακα του ζώου· αύτη δε, προς
+αντάλλαγμα, κόπτει εις τεμάχια ιχθύας και τους δίδει εις τα ζώα να
+τους φάγωσι. Τοιαύτη είναι η διδομένη εις αυτά τροφή. Εάν τις
+φονεύση εκουσίως κανέν εκ των ζώων τούτων τιμωρείται με θάνατον·
+εάν δε το φονεύση ακουσίως, πληρόνει πρόστιμον το οποίον ορίζουσιν
+οι ιερείς. Όστις φονεύση εκουσίως ή ακουσίως ίβιν ή ιέρακα, ανάγκη
+να θανατωθή.
+
+66. Όσον μέγας και αν ήναι ο αριθμός των ζώων τα οποία
+συνδιαιτώνται με τους ανθρώπους, θα ήτο πολύ μεγαλείτερος εάν δεν
+συνέβαινεν εις τους αιλούρους αυτό το οποίον θα ειπώ. Όταν
+γεννήσωσιν αι θήλειαι, δεν πλησιάζουσι τους άρρενας· ούτοι δε
+ζητούντες να μιγώσι με αυτάς και μη δυνάμενοι να το κατορθώσωσι,
+μηχανώνται το εξής. Αρπάζοντες από των θηλέων και απάγοντες τα
+τέκνα, φονεύουσιν αυτά· αφού τα φονεύσωσιν όμως, δεν τα τρώγουσι.
+Τότε αι θήλειαι, στερούμεναι των τέκνων των και επιθυμούσαι άλλα,
+δεν αποφεύγουσι πλέον τους άρρενας· διότι το ζώον τούτο πολύ αγαπά
+την διαιώνισιν του είδους του. Εάν συμβή πυρκαϊά, ακολουθούσιν εις
+τους αιλούρους πράγματα υπερφυσικά· τωόντι, ενώ οι Αιγύπτιοι,
+ιστάμενοι κατά διαστήματα, προσέχουσι πλειότερον πώς να σώσωσι
+τους αιλούρους των ή να σβέσωσι το πυρ, τα ζώα ταύτα ολισθαίνουσι
+διά των κενών διαστημάτων, πηδώσιν υπεράνω των ανθρώπων και
+ρίπτονται εις τας φλόγας. Εις τα τοιαύτα συμβεβηκότα βαθεία λύπη
+καταλαμβάνει τους Αιγυπτίους. Όταν είς τινα οικίαν αποθάνη
+αίλουρος εκ φυσικού θανάτου, οι κάτοικοι αυτής ξυρίζουσι μόνον τας
+οφρύς των· αλλ' εάν αποθάνη κύων, ξυρίζουσιν όλον το σώμα και την
+κεφαλήν.
+
+67. Τους νεκρούς αιλούρους μεταφέρουσιν εις οικήματα ιερά· έπειτα,
+αφού τους ταριχεύσωσι, τους θάπτουσιν εις την Βούβαστιν. Οι κύνες
+θάπτονται, έκαστος εις την πόλιν του, εντός θηκών ιερών, και οι
+ιχνεύμονες ομοίως. Αι μυγαλαί και οι ιέρακες φέρονται εις την
+Βουτώ, αι ίβεις (20) εις την Ερμούπολιν. Αι άρκτοι, αίτινες εισί
+σπανιώταται, και οι λύκοι οίτινες δεν υπερβαίνουσι τας αλώπεκας
+κατά το ανάστημα, θάπτονται εις το μέρος όπου ευρέθησαν νεκροί.
+
+68. Του κροκοδείλου η φύσις είναι τοιαύτη. Κατά τους τέσσαρας
+ψυχροτέρους μήνας του έτους δεν τρώγει τίποτε· μολονότι δε είναι
+ζώον τετράπουν, ζη συγχρόνως και εις την ξηράν και εις το ύδωρ·
+διότι γεννά μεν τα ωά του και τα εκλεπίζει εις ξηράν, και
+διέρχεται το πλείστον της ημέρας εις την όχθην, όλην όμως την
+νύκτα είναι εντός του ποταμού, καθότι το ύδωρ είναι θερμότερον της
+αιθρίας και της δρόσου· εξ όλων των θνητών όντων τα οποία
+γνωρίζομεν, αυτό από το μικρότατον μέγεθος καταντά εις το μέγιστον
+τα ωά αυτού δεν είναι μεγαλείτερα των της χηνός, και ο νεοσσός
+γίνεται ισομεγέθης με το ωόν· αυξάνει όμως μέχρι δεκαεπτά πήχεων,
+και ενίοτε περισσότερον. Έχει οφθαλμούς χοίρου, οδόντας μεγάλους
+και χαυλιόδοντας εξέχοντας και αναλόγους με το μήκος του σώματος.
+Είναι το μόνον ζώον το οποίον δεν έχει γλώσσαν. Η κάτω σιαγών
+αυτού είναι ακίνητος και προσεγγίζει την άνω, όπερ δεικνύει ότι
+και κατά τούτο διαφέρει από τα άλλα ζώα. Έχει όνυχας ισχυρούς, και
+επί της ράχεως δέρμα λεπιδωτόν αδιάρρηκτον. Τυφλόν εντός του
+ύδατος, είναι οξυδερκέστατον εις την ξηράν· επειδή δε διέρχεται το
+πλείστον του χρόνου εντός του ποταμού, όλον το στόμα του είναι
+πλήρες βδελλών αίτινες εκμυζώσι το αίμα του. Ζώα και πτηνά το
+αποφεύγουσιν, αλλά μετά του τροχίλου ζη εν ειρήνη, καθότι το
+πτηνόν τούτο τω παρέχει ωφέλειαν. Τωόντι, όταν ο κροκόδειλος
+εξέρχεται του ύδατος και αναβαίνη εις την ξηράν, η πρώτη αυτού
+ανάγκη είναι να εισπνεύση την πνοήν του ζεφύρου· μένει λοιπόν με
+στόμα χαίνον, τότε δε ο τροχίλος εισδύει εντός αυτού και τον
+απαλλάσσει από τας βδέλλας καταπίνων αυτάς. Δέχεται λοιπόν ο
+κροκόδειλος μετ' ευχαριστήσεως την εκδούλευσιν ταύτην και δεν
+βλάπτει παντελώς τον τροχίλον.
+
+69. Είς τινας Αιγυπτίους ο κροκόδειλος είναι ιερός, είς τινας δε
+ου, και οι τελευταίοι ούτοι τον μεταχειρίζονται ως εχθρόν. Οι
+κατοικούντες περί τας Θήβας και την λίμνην Μοίριν θεωρούσιν αυτόν
+ιερόν. Έκαστος αυτών τρέφει ένα κροκόδειλον όστις διά της αγωγής
+καθίσταται χειροήθης· κρεμώσιν εις τα ώτα του ενώτια κρυστάλλινα
+και χρυσά· περιβάλλουσι με ψέλλια τους εμπροσθίους του πόδας και
+τω δίδουσι τροφάς εκλεκτάς προερχομένας από τας θυσίας. Τέλος,
+ζώντα μεν τον περιποιούνται πολύ, αποθανόντα δε τον ταριχεύουσι
+και τον θάπτουσιν εις ιεράς θήκας. Εξ εναντίας, οι κατοικούντες
+την Ελεφαντίνην πόλιν τρώγουσι τους κροκοδείλους, ουδόλως
+νομίζοντες αυτούς ιερούς. Καλούνται δε ουχί κροκόδειλοι, αλλά
+χάμψαι· τους ωνόμασαν δε κροκοδείλους οι Ίωνες, ευρίσκοντες ότι
+ομοιάζουσι κατά το σχήμα με τους κροκοδείλους (21) οίτινες
+γεννώνται εις τα μέρη των εντός των φρακτών.
+
+70. Οι Αιγύπτιοι τους συλλαμβάνουσι διά πολλών και διαφόρων
+τρόπων, αλλ' εγώ θα περιγράψω εκείνον όστις μοι φαίνεται μάλλον
+άξιος διηγήσεως. Ο αλιεύς, αφού δελεάση το άγκιστρον με ράχιν
+χοίρου, το αφίνει να κυματίζη εις το μέσον του ποταμού· αυτός δε
+κρατών δέλφακα (22) ζωντανόν εις το χείλος του ποταμού, τον κτυπά.
+Ακούων την φωνήν ο κροκόδειλος, τρέχει προς αυτήν, και συναντών το
+άγκιστρον, το καταπίνει· τότε οι άνθρωποι τον έλκουσιν από το
+ύδωρ. Αφού δε εξελκυσθή εις την γην, προ παντός άλλου ο αλιεύς
+χρίει, τους οφθαλμούς αυτού με πηλόν. Τούτου γενομένου, το ζώον
+ευκολώτατα δαμάζεται· άλλως, μετά πολλού κόπου το κατορθόνει.
+
+71. Οι δε ιπποπόταμοι εις μεν τον Παπρημίτην νομόν είναι ιεροί,
+εις δε τους άλλους Αιγυπτίους δεν είναι ιεροί. Ιδού δε ποία είναι
+η φυσική αυτών μορφή. Είναι ζώον τετράπουν, δίχηλον, έχει οπλάς
+βοός, ρίνα σιμήν, χαυλιόδοντας εξέχοντας· έχει χαίτην, ουράν και
+χρεμετισμόν ίππου· το μέγεθος αυτού είναι όσον και του μεγίστου
+βοός. Το δέρμα δε αυτού τόσον είναι παχύ, ώστε αφού ξηρανθή
+κατασκευάζουσιν εξ αυτού ακόντια.
+
+72. Γεννώνται επίσης και ενυδρίδες εντός του ποταμού, τας οποίας
+θεωρούσιν ιεράς· εξ όλων των ιχθύων νομίζονται ως ιερά το
+λεπιδωτόν και η έγχελυς· αυτά τα δύο λέγουσιν ότι είναι αφιερωμένα
+εις τον Νείλον, εκ δε των πτηνών οι χηναλώπεκες.
+
+73. Υπάρχει και έτερον πτηνόν ιερόν το οποίον καλείται φοίνιξ· εγώ
+ουδέποτε το είδον ειμή εν ζωγραφία, καθότι σπανίως έρχεται εις την
+Αίγυπτον, ανά πεντακόσια έτη, ως λέγουσιν οι κάτοικοι της
+Ηλιουπόλεως· προσθέτουσι δε ότι έρχεται όταν αποθάνη ο πατήρ του.
+Εάν υπάρχη αληθώς όπως το εικονίζουσι, τα πτερά αυτού είναι άλλα
+χρυσοειδή άλλα δε ερυθρά, κατά τι μέγεθος δε ομοιάζει πολύ με
+αετόν. Λέγουσιν ότι ο φοίνιξ πράττει τα ακόλουθα τα οποία με
+φαίνονται απίστευτα· ορμώμενος από την Αραβίαν, φέρει εις τον εν
+Ηλιουπόλει ναόν του Ηλίου τον πατέρα του περικεκαλυμμένον με
+σμύρναν και τον θάπτει εκεί διά του εξής τρόπου· πρώτον μεν
+πλάττει εκ σμύρνης ωόν τόσον μέγα όσον δύναται να βαστάση· έπειτα
+δοκιμάζει τας δυνάμεις του. Αφού δε δοκιμάση, ορύττει το ωόν και
+θέτει τον πατέρα του εντός αυτού· έπειτα, με άλλην σμύρναν πληροί
+το σχηματισθέν κενόν, εις τρόπον ώστε το ωόν να επανεύρη τα
+αρχικόν βάρος του, και τέλος φέρει αυτό ως έχει εις τον εν Αιγύπτω
+ναόν του Ηλίου. Ταύτα λέγουσιν ότι πράττει αυτό το όρνεον.
+
+74. Περί τας Θήβας δε υπάρχουσιν όφεις ιεροί οίτινες ουδόλως
+βλάπτουσι τους ανθρώπους· είναι ούτοι πολύ μικροί και έχουσι
+κέρατα εις την κορυφήν της κεφαλής· όταν δε αποθάνωσι, τους
+θάπτουσιν εις τον ναόν του Διός, καθότι λέγουσιν ότι είναι
+καθιερωμένοι εις τον θεόν τούτον.
+
+75. Υπάρχει εις την Αραβίαν χώρα κειμένη σχεδόν απέναντι της
+πόλεως Βουτούς· εκεί μετέβην όπως εξετάσω περί των πτερωτών όφεων.
+Φθάσας είδον οστά και ακάνθας όφεων τόσον πλήθος ώστε είναι
+αδύνατον να τα διηγηθώ. Ήσαν άπειροι σωροί ακανθών, άλλοι μεν
+μεγάλοι, άλλοι μέτριοι, και άλλοι μικροί. Το δε μέρος εις το
+οποίον ευρίσκονται διεσπαρμέναι αι άκανθαι αύται είναι η δίοδος εκ
+στενής κοιλάδος εις ευρείαν πεδιάδα, ήτις συνέχεται με την πεδιάδα
+της Αιγύπτου. Λέγεται δε ότι άμα τω έαρι οι πτερωτοί όφεις πετώσι
+και έρχονται από την Αραβίαν εις την Αίγυπτον· αλλ' αι ίβεις
+εξέρχονται προς συνάντησίν των εις την δίοδον ταύτην, τους
+εμποδίζουσι να προχωρήσωσι και τους φονεύουσι. Τούτου ένεκα οι
+Αράβιοι λέγουσιν ότι τιμάται μεγάλως η ίβις υπό των Αιγυπτίων·
+ομολογούσι δε και οι Αιγύπτιοι ότι διά την αιτίαν ταύτην τιμώσιν
+αυτά τα πτηνά.
+
+76. Είναι δε το σχήμα της ίβιος τοιούτο· είναι μέλαινα και έχει
+σκέλη γεράνου· το ρύγχος αυτής είναι κατά το πλείστον κυρτόν και
+το ανάστημά της όσον της κρεκός. Τοιαύτη η μορφή των μαύρων τούτων
+αντιπάλων των όφεων· αλλ' αι ίβεις (υπάρχουσι δε δύο είδη αυτών)
+αι συχνότερον απαντώμεναι εις τα βήματα των ανθρώπων, έχουσι την
+κεφαλήν άτριχον καθώς και τον λαιμόν, τα πτερά των είναι λευκά,
+πλην της κεφαλής, του αυχένος, της άκρας των πτερύγων και της
+άκρας της ουράς άτινα είναι κατάμαυρα· τα σκέλη δε αυτών και το
+ρύγχος είναι όμοια με τα του άλλου είδους. Οι δε όφεις ομοιάζουσι
+με τους ύδρους (23), αι απτίλωτοι δε αυτών πτέρυγες ομοιάζουσι με
+τας των νυκτερίδων. Αλλά αρκούσιν όσα είπομεν περί των ιερών ζώων.
+
+77. Όσοι δε εκ των Αιγυπτίων κατοικούσι το καλλιεργημένον μέρος
+της Αιγύπτου, ασκούντες το μνημονικόν των, είναι οι μάλλον λόγιοι
+από όλους τους ανθρώπους όσους επλησίασα και εδοκίμασα. Ιδού η
+δίαιτα την οποίαν ακολουθούσι προσέχοντες να διατηρώσι την υγείαν
+των, επί τρεις ημέρας συνεχείς εκάστου μηνός προκαλούσι κενώσεις
+δι' εμετικών και κλυσμάτων, διότι φρονούσιν ότι όλαι αι ασθένειαι
+του ανθρώπου προέρχονται από τας τροφάς. Και αν όμως έλειπον αι
+προφυλάξεις αύται, πάλιν οι Αιγύπτιοι θα ήσαν οι μάλλον υγιείς από
+όλους τους ανθρώπους μετά τους Λίβυας· αιτία δε τούτου είναι, ως
+νομίζω, η σταθερότης των ωρών του έτους. Τωόντι αι ασθένειαι
+προέρχονται και από τας μεταβολάς των άλλων πραγμάτων, προ πάντων
+όμως από την μεταβολήν των εποχών. Τρέφονται με άρτους εκ ζειάς
+τους οποίους ονομάζουσι κυλλήστεις· πίνουσι δε οίνον τον οποίον
+κατασκεάζουσιν από κριθήν, διότι δεν υπάρχουσιν άμπελοι εις την
+χώραν. Τρώγουσιν ιχθύας ωμούς, άλλους μεν ξηρανθέντας εις τον
+ήλιον, άλλους δε παστωθέντας εις την άλμην. Εκ των πτηνών
+ταριχεύουσι τους όρτυγας, τας νήσσας και τα μικρά πτηνά, και τα
+τρώγουσιν ωμά. Όλα δε τα άλλα όσα έχουσιν είτε πτηνά είτε ιχθύας,
+πλην των θεωρουμένων ως ιερών, τα τρώγουσιν οπτά ή βραστά.
+
+78. Εις τα συμπόσια των πλουσίων, αφού τελειώση το φαγητόν,
+άνθρωπός τις φέρει εντός θήκης την ξυλίνην εικόνα σώματος νεκρού
+κάλλιστα μιμημένην υπό του γλύπτου και του ζωγράφου, και μήκος
+έχουσαν μιας ή δύο πήχεων. Δεικνύων δε αυτήν εις έκαστον των
+συμποτών, λέγει· «Τούτον βλέπων πίνε και τέρπου, διότι τοιούτος θα
+γίνης αφού αποθάνης.» Ταύτα πράττουσιν εις τα συμπόσια.
+
+79. Διατηρούσι δε τα πάτρια έθιμα και δεν παραδέχονται νέα. Μεταξύ
+άλλων πολλών λίαν αξιολόγων είναι και ο Αίνος, άσμα εν χρήσει εις
+την Φοινίκην, εις την Κύπρον και αλλαχού, όπερ μεταβάλλει όνομα
+κατά τα διάφορα έθνη· συμπίπτει δε να ήναι όμοιον με εκείνο το
+οποίον άδουσιν οι Έλληνες ονομάζοντες αυτό Λίνον· ώστε μεταξύ των
+άλλων πολλών εθαύμαζον προσέτι και διά τον Λίνον, πόθεν τον
+έλαβον. Φαίνεται ότι πάντοτε τον έψαλλον· αιγυπτιστί δε ο Λίνος
+ονομάζεται Μανέρως, και οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι τούτο ήναι το
+όνομα του μονογενούς υιού του πρώτου βασιλέως των, ότι αφού ο
+Μανέρως ούτος απέθανε προώρως, ο λαός τον ετίμησε διά των θρήνων
+του, και ότι εκ τούτου επήγασε το πρώτον και μόνον τούτο άσμα.
+
+80. Με τους Λακεδαιμονίους μόνους συμφωνούσιν οι Αιγύπτιοι και
+κατά τι άλλο· οι νέοι, όταν συναντώσι τους πρεσβυτέρους,
+υποχωρούσι και εκτρέπονται της οδού, και όταν πλησιάζωσιν οι
+πρεσβύτεροι, εγείρονται οι νεώτεροι από τας έδρας των. Κατά το
+ακόλουθον όμως δεν συμφωνούσι με κανέν ελληνικόν έθνος· αντί να
+χαιρετίζωσιν αλλήλους καθ' οδόν διά της φωνής, προσκυνούσι
+καταβιβάζοντες την χείρα μέχρι γόνατος.
+
+81. Φορούσι δε χιτώνας λινούς με θυσάνους περί τα σκέλη·
+ονομάζουσι δε τους θυσάνους τούτους καλασίρεις, και άνωθεν του
+χιτώνος φορούσι μανδύας εκ μαλλίου λευκού. Δεν εισέρχονται όμως με
+μάλλινα ενδύματα εις τους ναούς, διότι θεωρείται ως ανόσιον, αλλά
+τα συνθάπτουσι με τους αποθνήσκοντες. Κατά τούτο συμφωνούσι με τας
+ορφικάς παραδόσεις τας οποίας καλούσιν επίσης βακχικάς, αίτινες
+τηρούνται υπό των Αιγυπτίων και των Πυθαγορείων, καθότι οι
+τελευταίοι ούτοι θεωρούσιν ανόσιον να θάπτωσι με μάλλινα ενδύματα
+εκείνον όστις είναι μεμυημέος εις τα μυστήρια. Εις το έθιμον δε
+τούτο αποδίδουσιν αιτίαν θρησκευτικήν.
+
+82. Εφεύρον επίσης οι Αιγύπτιοι το ακόλουθον· έκαστος μην, εκάστη
+ημέρα ανήκει είς τινα των θεών, και πας άνθρωπος δύναται να
+προΐδη, από την ημέραν της γεννήσεώς του, τι μέλλει να τω συμβή,
+πώς θα αποθάνη και οποίος τις θα γίνη. Οι Έλληνες ποιηταί
+ωκειοποιήθησαν την εφεύρεσιν ταύτην. Προς τούτοις οι Αιγύπτιοι
+παρετήρησαν πλειότερα θαύματα από όλους τους άλλους ανθρώπους,
+διότι τίποτε δεν αφίνουσι να παρέλθη χωρίς να το εξετάσωσι και
+σημειώσωσι τι θα συμβή, ώστε εάν παρόμοιόν τι παρουσιασθή πάλιν,
+κρίνουσιν εκ του πρώτου περί των συνεπειών αυτού.
+
+83. Παρ' αυτοίς η μαντική τέχνη δεν αποδίδεται εις κανένα άνθρωπον,
+αλλ' είς τινας θεούς· τα μαντεία της χώρας είναι του Ηρακλέους,
+του Απόλλωνος, της Αθηνάς, της Αρτέμιδος, του Άρεως, του Διός και
+της Λητούς· το τελευταίον τούτο, το οποίον τιμώσι πλειότερον όλων,
+είναι εις την πόλιν Βουτώ. Οι δε χρησμοί των μαντείων τούτων δεν
+δίδονται ομοίως, αλλά διαφοροτρόπως.
+
+84. Η δε ιατρική είναι διανενεμημένη κατά τον ακόλουθον τρόπον·
+έκαστος ιατρός ασχολείται εις έν μόνον είδος ασθενείας και ουχί
+εις πολλά· και άλλοι μεν είναι ιατροί των οφθαλμών, άλλοι της
+κεφαλής, άλλοι των οδόντων, άλλοι της κοιλίας και άλλοι των αφανών
+ασθενειών.
+
+85. Ιδού δε ποία είναι τα μοιρολογήματα και οι ενταφιασμοί αυτών.
+Όταν απολέσωσι συγγενή τινα τον όποιον εσέβοντο, όλαι αι γυναίκες
+της οικογενείας, αφού αλείψωσι την κεφαλήν και το πρόσωπόν των με
+πηλόν, αφίνουσι το σώμα εις την οικίαν, περιέρχονται είς την
+πόλιν, και έχουσαι τα φορέματα καταβιβασμένα μέχρι της ζώνης και
+τους μαστούς γυμνούς, κτυπώσι το στήθος των· το αυτό δε πράττουσι
+και όλαι αι φίλαι των. Αφ' έτερου δε οι άνδρες, έχοντες επίσης
+γυμνόν το στήθος, κτυπώνται ομοίως· τούτου γενομένου, λαμβάνουσι
+το σώμα και το κομίζουσιν εις το ταριχευτήριον.
+
+86. Την τέχνην της ταριχεύσεως εξασκούσιν άνθρωποι επί τούτω
+διωρισμένοι. Άμα κομισθή εις αυτούς ο νεκρός, οι ταριχευταί
+δεικνύουσιν εις τους φέροντας αυτόν διάφορα ξύλινα υποδείγματα
+πτωμάτων, απομεμιμημένα διά της ζωγραφικής. Και το μεν πρώτον, το
+οποίον λέγουσιν ότι είναι καλλίτερον, είναι εκείνου του οποίου δεν
+μοι φαίνεται πρέπον να αναφέρω το όνομα επί τοιούτου πράγματος
+(24)· το δεύτερον δε το οποίον δεικνύουσιν, είναι κατώτερον και
+ευθηνότερον το δε τρίτον ευθηνότατον. Αφού δε εξηγήσωσι ταύτα,
+ερωτώσι τους κομίζοντας πώς θέλουσι να σκευασθή ο νεκρός· και αφού
+συμφωνήσωσι περί της τιμής, φεύγουσιν οι κομίσαντες. Τότε οι
+ταριχευταί, μένοντες εις δωμάτιον, εκτελούσι το πρώτον είδος της
+ταριχεύσεως. ως εξής· πρώτον, διά σιδήρου κυρτού, εξάγουσι τον
+εγκέφαλον διά των ρωθώνων, τουλάχιστον το περισσότερον μέρος
+αυτού, το δε επίλοιπον διά τινων διαλυτικών ουσιών. Έπειτα, δι'
+αιθιοπικού λίθου ηκονισμένου, σχίζουσι τα πλευρά, εκβάλλουσιν όλα
+τα εντόσθια της κοιλίας, την πλύνουσι με οίνον εκ Φοίνικος, την
+επιπάσσουσι με τετριμμένα αρωματικά, και τέλος την ράπτουσι πάλιν
+αφού γεμίσωσιν αυτήν με σμύρναν καθαράν, με κασίαν και με άλλα
+αρωματικά πλην λιβανωτού. Τούτων πάντων γενομένων, ξηραίνουσι το
+σώμα εντός νάτρου, και το αφίνουσιν εκεί επί εβδομήκοντα ημέρας,
+και όχι περισσότερον διότι δεν είναι συγχωρημένον. Μετά την
+παρέλευσιν των εβδομήκοντα τούτων ημερών, πλύνουσι το σώμα και το
+περικαλύπτουσιν ολόκληρον με λωρία εκ λεπτοτάτου λινού, βεβρεγμένα
+εις κόμμι, του οποίου μεγάλην χρήσιν κάμνουσιν οι Αιγύπτιοι αντί
+κόλλης. Τότε οι συγγενείς λαμβάνουσι πάλιν το πτώμα, το κλείουσιν
+εντός ξυλίνης θήκης σχήμα εχούσης ανθρώπινον, και το αποθέτουσιν
+ορθόν επί του τοίχου εις το επιτάφιον δωμάτιον. Και αύτη μεν είναι
+η μάλλον δαπανηρά ταρίχευσις.
+
+87. Δι' εκείνους δε οίτινες προτιμώσι την μεσαίαν ταρίχευσιν και
+θέλουσι να αποφύγωσι τα πολλά έξοδα, οι ταριχευταί σκευάζουσι τους
+νεκρούς ως εξής. Αφού γεμίσωσι τα κλυστήριά των με έλαιον εκ
+κέδρου, χύνουσι το έλαιον τούτο εις την κοιλίαν του νεκρού, χωρίς
+μήτε να την σχίσωσι μήτε να εξαγάγωσι τα εντόσθια, και προσέχουσιν
+ώστε να μένη το έλαιον εντός και μη διαφεύγη. Έπειτα βυθίζουσι το
+σώμα εις νάτρον και το αφίνουσιν εκεί όλον τον προσδιωρισμένον
+χρόνον, την δε τελευταίαν ημέραν εκβάλλουν από την κοιλίαν το
+έλαιον της κέδρου το οποίον είχον εισαγάγει προηγουμένως. Αυτό δε
+έχει τόσην δύναμιν ώστε εξάγει ομού έντερα και σπλάγχνα, όλα
+διαλελυμένα. Εξωτερικώς το νάτρον ξηραίνει τας σάρκας, και δεν
+μένει άλλο από τον νεκρόν ειμή δέρμα και οστά· τούτων πάντων
+γενομένων, τον αποδίδουσιν εν τοιαύτη καταστάσει χωρίς να
+φροντίσωσι πλέον περί ουδενός άλλου.
+
+88. Ιδού δε και το τρίτον είδος της ταριχεύσεως όπερ είναι εν
+χρήσει παρά τοις πτωχοτέροις· οι ταριχευταί κάμνουσιν εις την
+κοιλίαν εγχύσεις εκ ζωμού ραφανιδών και ξηραίνουσι τον νεκρόν εν
+τω νάτρω επί εβδομήκοντα ημέρας· έπειτα τον αποδίδουσιν εις τους
+συγγενείς διά να τον λάβωσιν (25).
+
+89. Όταν αποθάνωσιν αι γυναίκες επισήμων ανδρών, δεν τας δίδουσιν
+αμέσως προς ταρίχευσιν, καθώς ούτε εκείνας αίτινες ήσαν ωραίαι και
+πολλού λόγου, αλλά μετά την τρίτην ή την τετάρτην ημέραν τας
+παραδίδουσιν εις τους ταριχευτάς. Πράττουσι δε τούτο διότι
+φοβούνται μήπως συνουσιασθώσιν οι ταριχευταί μετά των γυναικών
+τούτων, καθότι ως λέγεται είς εξ αυτών συνελήφθη επ' αυτοφώρω
+μιαίνων το σώμα προσφάτως αποθανούσης γυναικός· τον κατήγγειλε δε
+ο σύντροφός του.
+
+90. Όστις είτε μεταξύ των Αιγυπτίων είτε μεταξύ των ξένων
+αδιακρίτως ευρέθη φονευμένος υπό κροκοδείλου ή πνιγείς υπό του
+ποταμού, εις οιανδήποτε πόλιν εξενεχθή το πτώμα του, ανάγκη πάσα
+να ταριχευθή τη φροντίδι των κατοίκων της πόλεως ταύτης· Αυτοί τον
+κηδεύουσι διά του μάλλον δαπανηρού τρόπου και τον θέτουσιν εις τας
+ιεράς των θήκας. Δεν είναι δε επιτετραμμένον μήτε εις τους φίλους
+του, μήτε εις τους συγγενείς του, να τον εγγίσωσιν, αλλ' οι ιερείς
+του Νείλου τον λαμβάνουσι και τον θάπτουσιν ως πτώμα πλέον ή
+ανθρώπινον.
+
+91. Αποφεύγουσι να μεταχειρίζωνται Ελληνικά έθιμα, και εν συντόμω
+ουδενός έθνους. Όλοι δε οι Αιγύπτιοι προσέχουσιν εις τούτο πολύ.
+Ουχ ήττον ευρίσκεται πλησίον της Νέας πόλεως, εν τω νομώ των
+Θηβών, μεγάλη τις πόλις ης το όνομα είναι Χέμμις. Εν τη πόλει
+ταύτη υπάρχει ναός τετράγωνος καθιερωμένος εις τον Περσέα, υιόν
+της Δανάης, πέριξ του οποίου είναι φυτρωμένοι φοίνικες. Τα
+προπύλαια αυτού είναι λίθινα, πολύ υψηλά και επ' αυτών είναι δύο
+μεγάλοι λίθινοι ανδριάντες. Εις τον περίβολον τούτον είναι ναός,
+και εντός του ναού το άγαλμα του Περσέως. Οι Χεμμίται λέγουσιν ότι
+ο Περσεύς πολλάκις επεφάνη εις αυτούς, είτε εις διάφορα μέρη της
+πόλεώς των είτε εντός του ναού, και ότι εύρον εν των σανδαλίων
+του, δύο πήχεων το μήκος· προσθέτουσι δε ότι οσάκις φανή, όλη η
+Αίγυπτος ευδαιμονεί. Ιδού δε τι λέγουσι και ιδού τι πράττουσι,
+κατά μίμησιν των Ελλήνων, προς τιμήν του Περσέως· τελούσιν αγώνα
+γυμνικόν, υπερβαίνοντα όλους τους άλλους αγώνας, εις ον οι νικηταί
+λαμβάνουσι κτήνη, χλαίνας και δέρματα. Όταν τους ηρώτησα διατί
+μόνον εις αυτούς ο Περσεύς συνειθίζει να εμφανίζεται, και διατί
+διέφερον από τους άλλους Αιγυπτίους συστήσαντες αγώνα γυμνικόν,
+μοι απεκρίθησαν ότι ο Περσεύς κατήγετο από την πόλιν των, και ότι
+ο Δαναός και ο Λυγκεύς, Χεμμίται αμφότεροι, μετέβησαν διά θαλάσσης
+εις την Ελλάδα. Καταβαίνοντες δε από τους ήρωας τούτους,
+απηρίθμησαν τους απογόνους των μέχρι του Περσέως, έπειτα
+προσέθηκαν. «Φθάσας ούτος εις την Αίγυπτον διά την αιτίαν την
+οποίαν αναφέρουσι και οι Έλληνες, διά να φέρη δηλαδή την κεφαλήν
+της Γοργούς εκ της Λιβύας, ήλθεν εις την πόλιν μας και μας
+ανεγνώρισεν όλους ως συγγενείς του· διότι πριν μεταβή εις την
+Αίγυπτον είχε μάθει παρά της μητρός του το όνομα του Χέμμιος, και
+κατά παραγγελίαν αυτού συνεστήσαμεν τον γυμνικόν αγώνα.»
+
+92. Και ταύτα μεν τα έθιμα τηρούσιν οι κατοικούντες πέραν των
+ελών· οι δε κατοικούντες τα έλη, έθιμα μεν έχουσι τα αυτά με τους
+άλλους Αιγυπτίους, και προσέτι μίαν μόνον γυναίκα λαμβάνει ο
+καθείς, ως οι Έλληνες· διά να εξοικονομώσι δε την τροφήν των
+εφεύρον τα ακόλουθα. Όταν ο ποταμός εξογκωθή και καταστήση την
+πεδιάδα πέλαγος, πλήθος κρίνων, τα οποία οι Αιγύπτιοι καλούσι
+λωτόν, φύονται εν τω ύδατι. Ταύτα συνάζοντες τα ξηραίνουσιν εις
+τον ήλιον, κοπανίζουσι το μέσον του λωτού, όπερ ομοιάζει με
+μήκωνα, και κατασκευάζουσιν εξ αυτού άρτον τον οποίον ψήνουσιν εις
+το πυρ. Τρώγεται δε και η ρίζα του λωτού τούτου και είναι αρκετά
+γλυκεία, στρογγύλη και μεγάλη ως μήλον. Υπάρχουσι δε και άλλα
+κρίνα όμοια με ρόδα, τα οποία παράγει ο ποταμός. Τούτων οι καρποί
+εξέρχονται από την ρίζαν εις κάλυκας ιδιαιτέρους οίτινες έχουσιν
+εντός κελλεία απαραλλάκτως ως αι φωλεαί των σφηκών· είναι εδώδιμοι
+και χονδροί ως οι πυρήνες της ελαίας· τους τρώγουσι δε και ωμούς
+και ξηρούς. Η βύβλος είναι φυτόν χρονικόν, το οποίον οι Αιγύπτιοι
+συνάζουσιν επίσης από τα έλη και κόπτουσί το άνω μέρος αυτού προς
+διαφόρους χρήσεις· το δε κάτω μέρος, μακρόν κατά ένα πήχυν, το
+τρώγουσιν ή το πωλούσιν. Όσοι θέλουσι να έχωσι καλήν βύβλον, την
+κλείουσιν εντός κλιβάνου κοκκινίσαντος από το πυρ και την τρώγουσι
+τοιουτοτρόπως εψημένην. Τινές εξ αυτών ζώσι μόνον με ιχθύας, τους
+οποίους αφού συλλάβωσι και κενώσωσι την κοιλίαν των, τους
+ξηραίνουσιν εις τον ήλιον, και έπειτα τους τρώγουσι ξηρούς.
+
+93. Οι κατά αγέλας πορευόμενοι ιχθύες είναι σπάνιοι εις τον
+ποταμόν· ούτοι ζώσιν εις τα έλη και όταν καταλάβη αυτούς ο οίστρος
+της εγκυμοσύνης, εκπλέουσιν αγεληδόν εις την θάλασσαν.
+Προπορεύονται οι άρρενες ρίπτοντες τον σπόρον κατά την πορείαν
+των, αι δε θήλειαι, αίτινες τους ακολουθούσιν, απορροφώσιν αυτόν
+και τοιουτοτρόπως συλλαμβάνουσιν. Αφού δε συλλάβωσιν εις την
+θάλασσαν, επιστρέφουσι πάλιν εις τα συνήθη κατοικητήριά των· αλλά
+τότε δεν προπορεύονται πλέον οι άρρενες, αλλά πλέουσιν εμπρός αι
+θήλειαι. Ενώ δε προπορεύονται, πράττουσιν ως και οι άρρενες·
+ρίπτουσι τα ωά έχοντα μέγεθος μικρών κέγχρων· ερχόμενοι δε όπισθεν
+οι άρρενες, καταπίνουσι τους μικρούς τούτους κέγχρους. Είναι δε οι
+κέγχροι ούτοι ιχθύες· όσοι εκ των κέγχρων σωθώσι και δεν
+καταποθώσιν, ούτοι τρεφόμενοι γίνονται ιχθύες. Εκ των ιχθύων
+τούτων, όσοι μεν αλιευθώσιν όταν πλέωσι προς την θάλασσαν, έχουσι
+πεπιεσμένον το αριστερόν μέρος της κεφαλής, όσοι δε αλιευθώσιν ενώ
+επανακάμπτουσιν, έχουσι πεπιεσμένον το δεξιόν μέρος της κεφαλής. Η
+αιτία του φαινομένου τούτου είναι διότι όταν μεν πλέωσι προς την
+θάλασσαν, ακολουθούσι την αριστεράν όχθην του ποταμού, όταν δε
+επιστρέφωσιν οπίσω, ακολουθούσι την δεξιάν τόσον εγγύς ώστε
+προστρίβονται εις την ξηράν διά να μη πλανηθώσι της οδού των υπό
+του ρεύματος. Όταν άρχεται να πληρούται ο Νείλος, πρώτον μεν
+καλύπτονται τα κοίλα μέρη της γης και τα τέλματα όσα είναι πλησίον
+του ποταμού. Άμα δε καλυφθώσι ταύτα, αμέσως πληρούνται τα πάντα
+υπό μικρών ιχθύων. Πόθεν δε γεννώνται ούτοι πιθανώς νομίζω ότι το
+ενόησα. Το προηγούμενον έτος, όταν αποσύρεται ο ποταμός, τα θήλεα
+αποθέτοντα τα ωά των εις τον πηλόν αναχωρούσι με τα τελευταία
+ύδατα· αφού δε παρέλθη το έτος και επανέλθη το ύδωρ, εκ των ωών
+τούτων αμέσως γεννώνται ιχθύες. Και διά μεν τους ιχθύας ούτως
+έχει.
+
+94. Έλαιον δε οι κατοικούντες παρά τα έλη Αιγύπτιοι
+μεταχειρίζονται το παραγόμενον εκ του καρπού των σιλλικυπρίων, το
+οποίον οι Αιγύπτιοι καλούσι κίκι. Ιδού δε πώς το έχουσι·
+σπείρουσιν εις τα χείλη των ποταμών και των λιμνών τα σιλλικύπρια
+ταύτα, τα οποία εις την Ελλάδα αυτομάτως φύονται άγρια· αυτά
+σπειρόμενα εις την Αίγυπτον, φέρουσι πολύν πλην δυσώδη καρπόν.
+Μετά την συγκομιδήν, άλλοι μεν τα διατηρούσι και εξάγουσι το
+έλαιον, άλλοι δε, αφού αφαιρέσωσι πάσαν υγρασίαν αυτών, τα
+βράζουσι και συλλέγουσι το εξ αυτών χυνόμενον ρευστόν· είναι δε
+τούτο παχύ και επίσης καλόν διά τον λύχνον ως το εκ της ελαίας
+έλαιον, αλλ' έχει οσμήν ανυπόφορον.
+
+95. Κατά δε των κωνώπων, οι οποίοι είναι άφθονοι, μεταχειρίζονται
+οι Αιγύπτιοι διάφορα μέσα καταστροφής. Όσοι μεν κατοικούσιν
+υπεράνω των ελών, κτίζουσι πύργους εις τους οποίους αναβαίνουσι
+και κοιμώνται· διότι οι κώνωπες, ένεκα του ανέμου, δεν δύνανται να
+πετώσιν υψηλά. Όσοι δε κατοικούσι περί τα έλη, αντί των πύργων,
+επενόησαν άλλο· πας άνθρωπος κρατεί δίκτυον· με αυτό δε την μεν
+ημέραν αλιεύει, την δε νύκτα περικαλύπτει την κλίνην του, και
+έπειτα ολισθαίνων κάτωθεν κοιμάται. Οι δε κώνωπες, εάν μεν ο
+άνθρωπος κοιμάται τετυλιγμένος εις ιμάτιον ή σινδόνην, δάκνουσιν
+αυτόν, διά μέσου όμως του δικτύου ούτε δοκιμάζουσιν.
+
+96. Τα πλοιάρια των Αιγυπτίων, εκείνα τα οποίας χρησιμεύουσι προς
+μεταφοράν των εμπορευμάτων, είναι κατεσκευασμένα από ακακίαν,
+δένδρον του οποίου το σχήμα ομοιάζει με τον λωτόν της Κυρήνης, και
+του οποίου τα δάκρυα είναι κόμμι. Εκ της ακακίας λοιπόν ταύτης
+κόπτουσι σανίδας μακράς μέχρι δύο πήχεων και τας προσκολλώσιν ως
+πλίνθους· διά να στερεώσωσι δε τας σανίδας και δώσωσιν εις αυτάς
+σχήμα πλοίου, τας συνδέουσι με χονδρούς και μακρούς πασσάλους.
+Αφού τοιουτοτρόπως κατασκευάσωσι το σκάφος, θέτουσιν έπειτα το
+κατάστρωμα· και στραβόξυλα μεν δεν μεταχειρίζονται, έσωθεν δε
+πακτόνουσι τους αρμούς με βύβλον. Έν μόνον πηδάλιον προσαρμόζουσιν
+όπερ διαπερά την τρόπιν· ο ιστός είναι εκ ξύλου ακακίας, τα ιστία
+εκ βύβλου. Ταύτα δε τα πλοία άνω μεν του ποταμού δεν δύνανται να
+πλέωσιν εάν δεν πνέη άνεμος ορμητικός, τα έλκουσιν όμως εκ της
+όχθης και καταβαίνουσι το ρεύμα τοιουτοτρόπως· έχουσι θύραν
+κατεσκευασμένην εκ μυρίκης και εις αυτήν ερραμμένον πλέγμα εκ
+καλάμων, προσέτι δε τρυπημένην πέτραν έχουσαν βάρος τουλάχιστον
+δύο ταλάντων. Και την μεν θύραν δεδεμένην με σχοινίον αφίνουσι να
+φέρεται έμπροσθεν του πλοίου, την δε πέτραν με άλλο σχοινίον
+όπισθεν. Το πλέγμα ακολουθεί το ρεύμα του ύδατος, τρέχει ταχέως
+και σύρει την βάριν (ούτω καλούνται τα πλοιάρια ταύτα), ο δε λίθος
+συρόμενος όπισθεν και εγγίζων τον βυθόν του ποταμού, μετριάζει την
+κίνησιν. Τοιαύτα πλοία έχουσι πολλά, τινά δε φέρουσι βάρος πολλών
+χιλιάδων ταλάντων.
+
+97. Όταν ο Νείλος εκχειλίση και καλύψη την χώραν, μόνον αι πόλεις
+φαίνονται υπέρ το ύδωρ, απαραλλάκτως ως αι νήσοι του Αιγαίου
+πελάγους· διότι τα μεν άλλα μέρη της Αιγύπτου γίνονται πέλαγος,
+μόναι δε αι πόλεις υπερέχουσιν. Όταν συμβαίνη τούτο, αι
+διαπορθμεύσεις γίνονται ουχί διά του ρεύματος του ποταμού, αλλά
+διά της πεδιάδος· ώστε διά να μεταβή τις εκ της Ναυκράτιος εις την
+Μέμφιν, πρέπει να διέλθη πλησίον των πυραμίδων, ενώ ο συνήθης
+δρόμος δεν είναι αυτός, αλλ' εκ της γωνίας του Δέλτα και της
+πόλεως Κερκασώρου. Από της θαλάσσης δε και του Κανώβου εις την
+Ναύκρατιν, πλέων διά πεδιάδος, θα διέλθης διά της πόλεως Ανθύλλης
+και της λεγομένης Αρχανδρουπόλεως.
+
+98. Μεταξύ των πόλεων τούτων η Άνθυλλα, πόλις σημαντική, εξελέγη
+διά να παρέχη τα υποδήματα του κατά καιρόν βασιλέως της Αιγύπτου.
+Τούτο δε γίνεται αφότου η Αίγυπτος υπετάγη εις τους Πέρσας. Η άλλη
+με φαίνεται ότι έλαβε το όνομα από τον γαμβρόν του Δαναού
+Άρχανδρον, υιόν του Φθίου και έγγονόν του Αχαιού, δι' ο και
+λέγεται Αρχάνδρου πόλις. Και επί τη υποθέσει δε ότι υπήρξε και
+άλλος Άρχανδρος, το όνομα όμως τούτο δεν είναι Αιγυπτιακόν.
+
+99. Όσα μέχρι τούδε είπον περί Αιγύπτου τα είδον ιδίοις όμμασι, τα
+έκρινα ο ίδιος και τα εξέτασα· όσα δε θα είπω κατόπιν είναι λόγοι
+των Αιγυπτίων καθώς τους ήκουσα· ευρίσκονται όμως μεταξύ αυτών καί
+τινα των οποίων εγενόμην αυτόπτης. Οι ιερείς με είπον ότι ο πρώτος
+βασιλεύς της Αιγύπτου Μην απεγεφύρωσεν όλην την Μέμφιν, διότι
+πρότερον ο ποταμός εξετείνετο μέχρι του ψαμμώδους όρους του προς
+το μέρος της Λιβύας. Ο Μην εγέμισε με χώμα, εκατόν στάδια υπεράνω
+της Μέμφιος, τον προς μεσημβρίαν διευθυνόμενον βραχίονα του
+Νείλου, εξήρανε την αρχαίαν κοίτην την οποίαν είχον ορύξει τα
+ύδατα, και τα ηνάγκασε να ρέωσι διά μέσου της κοιλάδος. Και
+σήμερον ακόμη ο μετατετραμμένος ούτος βραχίων είναι αντικείμενον
+μεγάλης προσοχής εκ μέρους των Περσών οίτινες τον φράττουσιν ανά
+παν έτος· διότι, εάν συμβή ο ποταμός να διαρρήξη το πρόχωμα και να
+το υπερβή, η Μέμφις διατρέχει τον κίνδυνον να καταποντισθή
+ολόκληρος. Αφού λοιπόν ο Μην, ο πρώτος ούτος βασιλεύς, εχέρσωσε το
+αποκλεισθέν τούτο μέρος, αφ' ενός μεν έκτισε την πόλιν ταύτην ήτις
+σήμερον καλείται Μέμφις και ήτις κείται εις την κλεισώρειαν της
+Αιγύπτου, έπειτα την περιέβαλεν απ' άρκτου και δυσμών με λίμνην
+τεχνιτήν συγκοινωνούσαν με τον ποταμόν όστις αφ' εαυτού περιορίζει
+την πόλιν απ' ανατολών· αφ' ετέρου δε ωκοδόμησε τον ναόν του
+Ηφαίστου, μέγαν και άξιον θαυμασμού.
+
+100. Μετά δε τούτον μοι απηρίθμησαν οι ιερείς εκ βιβλίου τα
+ονόματα τριακοσίων τριάκοντα άλλων βασιλέων της Αιγύπτου. Εις την
+μακράν ταύτην σειράν των γενεών, δεκαοκτώ βασιλείς ήσαν Αιθίοπες
+και μία βασίλισσα Αιγυπτία καθώς και όλοι οι επίλοιποι βασιλείς.
+Το όνομα αυτής ήτο Νίτωκρις, όπως εκαλείτο και μία των βασιλισσών
+της Βαβυλώνος· ο δε αδελφός αυτής, ως με είπον, βασιλεύσας προ
+αυτής, εφονεύθη υπό των Αιγυπτίων οίτινες έδωκαν την βασιλείαν εις
+την Νίτωκριν· αύτη όμως, διά να εκδικήση τον φόνον του αδελφού της
+βασιλέως, εφόνευσε δολίως πολλούς Αιγυπτίους. Κατασκευάσασα μακρόν
+οίκημα υπόγαιον, προσεκάλεσεν εκείνους τους οποίους εγνώριζεν ότι
+είχον λάβει το μάλλον ενεργόν μέρος εις τον φόνον, επί προφάσει
+μεν να εγκαινιάσωσι το οίκημα, πράγματι όμως άλλα μηχανωμένη.
+Παρέθεσεν εις αυτούς συμπόσιον, και ενώ έτρωγον, έφερεν επ' αυτών
+τον ποταμόν διά μακρού οχετού μυστικού. Ιδού τι με διηγήθησαν περί
+αυτής, προστιθέντες ότι αφού εκόρεσε την εκδίκησίν της ερρίφθη εις
+δωμάτιον πλήρες σποδού όπως διαφύγη την τιμωρίαν.
+
+101. Ουδεμίαν πληροφορίαν μοι έδωκαν περί των έργων των άλλων
+βασιλέων, και δεν με είπον εάν πράξαν λαμπρόν τι κατόρθωμα. Είς
+μόνος, ο τελευταίος πάντων, ο Μοίρις, με είπον ότι κατεσκεύασε τα
+προς βοράν θαυμαστά προπύλαια του Ηφαίστου και ότι ώρυξε λίμνην
+της οποίας πόσων σταδίων είναι η περιφέρεια θα το είπω βραδύτερον·
+εν τη λίμνη δε ταύτη ήγειρε πυραμίδας, το μέγεθος των οποίων θα
+αναφέρω όταν ομιλήσω και περί της λίμνης. Και ούτος μεν ο βασιλεύς
+ταύτα τα μνημεία κατέλιπεν, οι άλλοι δε μηδέν.
+
+102. Παρατρέχων λοιπόν όλους τούτους, θα αναφέρω τον μετ' αυτούς
+ελθόντα όστις ωνομάζετο Σέσωστρις. Κατά τους ιερείς, αυτός πρώτος
+εξήλθε του Αραβίου κόλπου μετά πλοίων πολεμικών, και υπέταξε τα
+παρά την Ερυθράν θάλασσαν κατοικούντα έθνη· εξακολουθών δε να
+πλέη, έφθασεν εις αιγιαλούς όπου ο στόλος του δεν ηδυνήθη να
+προχωρήση ένεκα των υφάλων. Εκείθεν επέστρεψεν εις την Αίγυπτον,
+και λαβών ως λέγουσιν οι ιερείς πολύν στρατόν εκίνησε διά ξηράς
+και υπέταξεν όλους τους λαούς όσους εύρεν εν τη πορεία του. Και
+εις μεν τας πόλεις των οποίων οι κάτοικοι δεικνύοντο ανδρείοι και
+επόθουν να διατηρήσωσι την ελευθερίαν των, ο νικητής ενέπηγε
+στήλας εις ας ενέγραψε το ίδιόν του όνομα, το της πατρίδος του,
+και ότι υπέταξεν αυτάς διά της δυνάμεώς του· εις εκείνας δε τας
+οποίας εκυρίευεν άνευ αντιστάσεως, ίδρυε μεν επίσης στήλας ομοίας
+με εκείνας των ανδρείων πόλεων, αλλ' εκτός των επιγραφών
+ενεχάραττε και αιδοίον γυναικός, θέλων διά τούτου να καταστήση
+πασίδηλον ότι οι αντίπαλοι του ήσαν άνανδροι.
+
+103. Από κατακτήσεως εις κατάκτησιν, διέτρεξε τοιουτοτρόπως την
+ήπειρον και μετέβη εκ της Ασίας εις την Ευρώπην, όπου υπέταξε τους
+Σκύθας και τους Θράκας. Ταύτα νομίζω ότι είναι τα απώτατα έθνη εις
+τα οποία έφθασεν ο Αιγυπτιακός στρατός· διότι φαίνονται εκεί
+στήλαι στηθείσαι υπό του Σεσώστριος, ουδεμία δε φαίνεται πέραν. Εκ
+του σημείου τούτου ανέστρεψεν εις τα οπίσω, και όταν έφθασεν εις
+τον Φάσιν ποταμόν, δεν ειμπορώ να είπω ακριβώς διά το ακόλουθον,
+εάν δηλαδή ο βασιλεύς Σέσωστρις αποχωρίσας μέρος τι του στρατού το
+αφήκε να κατοικήση εκεί την χώραν, ή εάν στρατιώται τινες,
+βαρυνθέντες τας μακράς εκστρατείας, απεφάσισαν αφ' εαυτών και
+έμειναν περί τον Φάσιν ποταμόν.
+
+104. Οι δε Κόλχοι είναι προφανώς Αιγύπτιοι· εσχημάτισα την γνώμην
+ταύτην πριν ακούσω άλλους, και επειδή επεθύμουν να εξακριβώσω το
+πράγμα, ηρώτησα αμφότερα τα έθνη· οι Κόλχοι όμως ενθυμούντο
+περισσότερον τους Αιγυπτίους ή οι Αιγύπτιοι τους Κόλχους. Τόσον
+μόνον έλεγον οι Αιγύπτιοι ότι κατά την γνώμην των οι Κόλχοι
+απετέλουν μέρος του στρατού του Σεσώστριος. Και εγώ έκαμα τον
+συμπερασμόν τούτον ιδών ότι ήσαν μελάγχροες και ουλότριχες· αλλά
+το γνώρισμα τούτο δεν είναι βεβαία απόδειξις, καθότι και άλλοι
+λαοί είναι τοιούτοι. Εκ των ακολούθων όμως σημείων το ενόησα
+καλλίτερον· μόνοι εξ όλων των ανθρώπων οι Κόλχοι, οι Αιγύπτιοι και
+οι Αιθίοπες περιτέμνονται ανέκαθεν. Αυτοί οι Φοίνικες και οι
+Σύριοι της Παλαιστίνης (26) ομολογούσιν ότι έμαθον τούτο από τους
+Αιγυπτίους, ενώ οι Σύριοι οι περί τον Θερμώδοντα (27) και τον
+Παρθένιον ποταμόν, καθώς και οι γείτονες των Μάκρωνες λέγουσιν ότι
+το έμαθον προ ολίγου από τους Κόλχους. Οι λαοί τους οποίους
+απηρίθμησα είναι εξ όλων των ανθρώπων οι μόνοι οίτινες
+περιτέμνονται, και είναι προφανές ότι κατά τούτο μιμούνται τους
+Αιγυπτίους· εξ αυτών όμως των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων δεν
+δύναμαι να είπω ποίοι εδίδαξαν εις τους άλλους το έθιμον τούτο,
+προφανώς αρχαιότατον και εις τους δύο. Ότι δε οι άλλοι το έμαθον
+εκ της μετά των Αιγυπτίων επιμιξίας, μέγα τεκμήριον είναι το
+ακόλουθον, ότι όσοι Φοίνικες σχετίζονται με την Ελλάδα δεν
+μιμούνται πλέον τους Αιγυπτίους, αλλ' αφίνουσιν απερίτμητα τα
+παιδία των.
+
+105. Περί των Κόλχων τούτων θα είπω και άλλο τι το οποίον δεικνύει
+ότι ομοιάζουσι με τους Αιγυπτίους. Αυτοί οι δύο λαοί είναι οι
+μόνοι οίτινες εργάζονται τα λινά υφάσματα κατά τον αυτόν τρόπον,
+έχουσι την αυτήν δίαιταν του βίου και την αυτήν γλώσσαν· οι
+Έλληνες όμως καλούσι τα μεν λινά των Κόλχων Σαρδονικά, τα δε
+ερχόμενα από την Αίγυπτον Αιγυπτιακά.
+
+106. Αι πλείσται των στηλών τας οποίας ο βασιλεύς Σέσωστρις
+έστησεν εις διαφόρους πόλεις δεν σώζονται πλέον· αλλ' εν τη
+Συριακή Παλαιστίνη, είδον τοιαύτας, καθώς και τας επιγραφάς τας
+οποίας ανέφερα και γυναικός απόκρυφα μέρη. Υπάρχουσιν επίσης εις
+την Ιωνίαν δύο εικόνες του ανδρός τούτου γεγλυμμέναι εις πέτρας, η
+μεν επί της από Εφέσου εις Φώκαιαν αγούσης οδού, η δε επί της από
+Σάρδεων εις Σμύρνην. Και εις τα δύο ταύτα μέρη ο ανήρ παρίσταται
+κατά πέντε σπιθαμάς υψηλός και κρατών εις μεν την δεξιάν χείρα
+λόγχην, εις δε την αριστεράν τόξον· η λοιπή σκευή αυτού είναι
+ομοίως μικτή, διότι είναι Αιγυπτιακή ενταυτώ και Αιθιοπική. Από
+του ενός ώμου μέχρι του άλλου, καθ' όλον το πλάτος του στήθους
+του, είναι γεγλυμμένοι ιεροί χαρακτήρες Αιγυπτιακοί λέγοντες· «Εγώ
+διά των εμών ώμων εκτησάμην την χώραν ταύτην.» Τις ούτος και
+πόθεν, ενταύθα μεν δεν αναφέρεται, αλλαχού όμως δηλούται. Τινές
+των ιδόντων τας εικόνας ταύτας υπέλαβον ότι είναι του Μέμνονος·
+αλλά πόρρω απέχουσι της αληθείας.
+
+107. Κατά το λέγειν των ιερέων, επιστρέφων ο Σέσωστρις μετά πολλών
+ανθρώπων εκ των χωρών τας οποίας είχε κατακτήσει, έφθασεν εις τας
+Δάφνας της Πηλουσίας όπου ο αδελφός του, εις ον είχεν αναθέσει την
+διοίκησιν της Αιγύπτου, εφιλοξένησεν αυτόν και τους υιούς του.
+Περί την οικίαν όμως είχε συναθροίσει ξύλα και έθεσε πυρ. Ο
+Σέσωστρις συνωδεύετο υπό της γυναικός του και αύτη τον
+συνεβούλευσε να εξαπλώση επί της πυράς δύο εκ των εξ υιών του, να
+κατασκευάση δι' αυτών γέφυραν άνωθεν του καιομένου μέρους, να
+πατήση επί των σωμάτων των και ούτω να σωθή. Ο Σέσωστρις
+ηκολούθησε την συμβουλήν ταύτην, και δύο μεν παιδία του κατεκάησαν
+τοιουτοτρόπως, τα δε λοιπά εσώθησαν μετά του πατρός των.
+
+108. Επιστρέψας εις την Αίγυπτον, ετιμώρησε τον αδελφόν του και
+μετεχειρίσθη το πλήθος των ανθρώπων τους οποίους έφερεν από τας
+κατακτηθείσας χώρας διά να σύρωσι τους μεγίστους λίθους οίτινες
+επί της βασιλείας τούτου μετεφέρθησαν εις τον ναόν του Ηφαίστου.
+Διέταξεν ακολούθως τους αιχμαλώτους τούτους να ορύξωσι τας
+διώρυχας όλας όσαι υπάρχουσι σήμερον εις την Αίγυπτον· ακουσίως
+λοιπόν ούτοι κατέστησαν την χώραν ταύτην αδιάβατον εις τους ίππους
+και τας αμάξας άτινα προηγουμένως διέτρεχον αυτήν καθ' όλας τας
+διευθύνσεις διότι από της εποχής εκείνης η Αίγυπτος καί τοι ούσα
+ομαλή, δεν έχει πλέον ούτε ίππους ούτε αμάξας. Αι πολλαί διώρυχες
+και αι διάφοροι αυτών περιστροφαί είναι αιτία τούτου. Ιδού δε διά
+ποίον λόγον ο βασιλεύς απεφάσισε να κατακόψη την χώραν του· οι
+Αιγύπτιοι όσοι είχον τας πόλεις ουχί επί του ποταμού αλλ' εις τα
+μεσόγεια, μη δυνάμενοι να αντλήσωσιν εκ του Νείλου και στερούμενοι
+ύδατος, έπινον ύδατα αλμυρά αντλούντες αυτά εκ φρεάτων. Διά να
+θεραπεύση λοιπόν το κακόν τούτο κατέκοψε την Αίγυπτον με διώρυχας.
+
+109. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος διεμοίρασε
+την χώραν μεταξύ όλων των Αιγυπτίων, δίδων εις έκαστον ίσον
+τετράγωνον γης, και ότι εκ τούτου έκαμε τας προσόδους του,
+προσδιορίσας τον ετήσιον εκάστου φόρον. Εάν συνέβαινε να παρασύρη
+ο ποταμός το μερίδιον κατοίκου τινός, μετέβαινεν ούτος προς τον
+βασιλέα και εφανέρονε το γεγονός. Τότε ο Σέσωστρις έπεμπεν
+επιθεωρητάς διά να μετρήσωσι κατά πόσον ο αγρός εμειώθη, όπως
+ελαττωθή ο φόρος και πληρόνη εις το εξής αναλόγως του μείναντος
+μέρους. Εις την περίστασιν ταύτην νομίζω ότι εφευρέθη η γεωμετρία
+ήτις εκ της Αιγύπτου ήλθεν εις την Ελλάδα. Το δε ηλιακόν
+ωρολόγιον, τον γνώμονα και τα δώδεκα μέρη της ημέρας παρέλαβον οι
+Έλληνες από τους Βαβυλωνίους.
+
+110. Ο βασιλεύς ούτος υπήρξεν ο μόνος όστις εβασίλευσεν επί της
+Αιθιοπίας και όστις αφήκεν ως μνημεία τα λίθινα αγάλματα τα οποία
+βλέπομεν προ του ναού του Ηφαίστου, το ιδικόν του, τα της γυναικός
+του, αμφότερα τριάκοντα πήχεων, και τα των τεσσάρων υιών του,
+είκοσι πήχεων έκαστον. Μετά πολύν χρόνον ο ιερεύς του Ηφαίστου δεν
+επέτρεψε να στήση ο Δαρείος τα άγαλμα του έμπροσθεν αυτών, λέγων
+ότι ο Πέρσης δεν εξετέλεσε τόσα κατορθώματα όσα ο Αιγύπτιος.
+«Διότι, προσέθηκεν, ο Σέσωστρις κατέκτησε τόσα έθνη όσα και ο
+βασιλεύς, προς τούτοις δε τους Σκύθας τους οποίους ούτος δεν
+ηδυνήθη να νικήση. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον να στήση ο Δαρείος τον
+ανδριάντα του έμπροσθεν του ανδριάντος άνδρας όστις τον υπερέβη
+εις τα κατορθώματα.» Οι ιερείς λέγουσιν ότι ο Δαρείος εσυγχώρησε
+τον λόγον τούτον.
+
+111. Κατ' αυτούς, αποθανόντος του Σεσώστριος (28), διεδέχθη την
+βασιλείαν ο υιός του Φερών· ο βασιλεύς ούτος ουδεμίαν επεχείρησεν
+εκστρατείαν, και συνέβη να τυφλωθή εκ της ακολούθου περιστάσεως. Ο
+ποταμός είχεν αναβή εις ύψος πολύ μέγα, πλειότερον των δεκαοκτώ
+πήχεων, και κατέκλυσε τους αγρούς, ότε σφοδρός άνεμος ηγέρθη και ο
+ποταμός ήρχισε να κυματίζη. Τότε ο βασιλεύς παραφερθείς υπό
+ανοήτου θυμού, ήρπασεν ακόντιον και το έρριψεν εις τας δίνας του
+ποταμού. Αλλ' αίφνης οι οφθαλμοί του εσκοτίσθησαν και εγένετο μετ'
+ολίγον τυφλός. Επί δέκα έτη διετέλει εις τοιαύτην κατάστασιν, κατά
+το ενδέκατον δε έτος τω εκομίσθη χρησμός εκ της πόλεως Βουτούς
+αναγγέλλων αυτώ ότι ο χρόνος της τιμωρίας του παρήλθε και ότι θα
+ανέκτα την όρασιν εάν έπλυνε τους οφθαλμούς του με το ούρος
+γυναικός τον άνδρα της μόνον γινωσκούσης και μη λαβούσης πείραν
+ετέρου ανδρός. Και πρώτον μεν εδοκίμασε το ούρος της ιδίας του
+γυναικός, επειδή δε δεν εθεραπεύθη, εδοκίμασεν αλληλοδιαδόχως όλων
+των άλλων γυναικών μέχρις ου εθεραπεύθη. Τότε εσύναξεν εις μίαν
+πόλιν, την οποίαν σήμερον καλούσιν Ερυθράν βώλον, όλας τας
+γυναίκας όσας είχε δοκιμάσει, πλην εκείνης με το ούρος της οποίας
+νιφθείς ανέβλεψεν. Αφού δε εκλείσθησαν όλαι εκεί, τας έκαυσε μετά
+της πόλεως, και έλαβεν ως γυναίκα του εκείνην της οποίας το ούρος
+τω απέδωκε την όρασιν. Απαλλαγείς δε του νοσήματος των οφθαλμών,
+αφιέρωσε διάφορα δώρα εις όλους τους ονομαστούς ναούς· τα μάλλον
+δε άξια λόγου είναι τα θαυμαστά έργα τα οποία αφιέρωσεν εις τον
+ναόν του Ηλίου· δύο οβελίσκους λιθίνους, εκάτερος των οποίων ήτο
+εξ ενός λίθου εκατόν πήχεων ύψους και οκτώ πλάτους.
+
+112. Οι ιερείς με είπον ότι διεδέχθη την βασιλείαν άνθρωπός τις
+της Μέμφιδος, του οποίου το όνομα κατά την των Ελλήνων γλώσσαν
+είναι Πρωτεύς (29). Το αφιερωμένον εις αυτόν τέμενος σώζεται ακόμη
+εις την Μέμφιν, προς νότον του ναού του Ηφαίστου, και είναι
+περικαλλέστατον και καλώς κεκοσμημένον. Πέριξ αυτού κατοικούσι
+Φοίνικες της Τύρου, και όλος αυτός ο τόπος καλείται στρατόπεδον
+των Τυρίων. Εις το τέμενος του Πρωτέως υπάρχει ναός αφιερωμένος
+εις την ξένην Αφροδίτην, εκ της παραδόσεως δε την οποίαν μοι
+διηγήθησαν ότι η Ελένη διέτριψε παρά τω Πρωτεί καθώς και εκ της
+επωνυμίας ξένης Αφροδίτης, εικάζω ότι ο ναός ούτος είναι ο της
+Ελένης της θυγατρός του Τυνδάρεω· τωόντι, εις κανένα εκ των ναών
+της Αφροδίτης δεν επονομάζεται η θεά αύτη ξένη.
+
+113. Όταν ηρώτησα τους ιερείς περί της Ελένης, μοι διηγήθησαν τα
+ακόλουθα· αρπάσας ο Αλέξανδρος την Ελένην εκ Σπάρτης, απέπλεεν εις
+την πατρίδα του· αλλ' άμα εισήλθεν εις το Αιγαίον πέλαγος, σφοδροί
+άνεμοι τον εξώθησαν εις το Αιγύπτιον πέλαγος. Εκείθεν δε, επειδή η
+τρικυμία δεν έπαυεν, επλησίασεν εις την παραλίαν και εισήλθεν εις
+τας Ταριχείας του Νείλου αίτινες σήμερον καλούνται Κανωβικόν
+στόμα. Υπήρχε τότε εις το παραθαλάσσιον, και υπάρχει ακόμη
+σήμερον, ναός του Ηρακλέους, όπου δεν εσυγχωρείτο να συλλάβη τις
+δούλον φυγάδα αδιάφορον τίνος δεσπότου εάν ούτος ελάμβανε τα θεία
+στίγματα και αφιερούτο εις τον θεόν· ο νόμος ούτος ίσχυεν επί των
+ημερών μου απαραλλάκτως ως εξ αρχής. Δούλοι τινες λοιπόν του
+Αλεξάνδρου, ακούσαντες το προνόμιον το οποίον είχεν ο ναός ούτος,
+έφυγον και καθίσαντες ικέται του θεού, κατηγόρουν τον Αλέξανδρον
+θέλοντες να τον βλάψωσι και διηγούντο όλα όσα συνέβησαν με την
+Ελένην και την προς τον Μενέλαον αδικίαν αυτού. Έλεγον δε ταύτα
+εις τους ιερείς και εις τον φύλακα του στόματος τούτου του Νείλου
+όστις ωνομάζετο Θώνις.
+
+114. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, πέμπει τάχιστα εις την Μέμφιν προς τον
+Πρωτέα άνθρωπον λέγοντα τα ακόλουθα· «Ήλθε ξένος τις Τεύκρος το
+γένος, όστις διέπραξεν εις την Ελλάδα ανόσιον έργον, διότι ηπάτησε
+την γυναίκα του φιλοξενήσαντος αυτόν, την ήρπασε μετά πολλών άλλων
+θησαυρών και ήλθεν εις την χώραν σου αναγκασθείς υπό των ανέμων.
+Τι πρέπει να πράξωμεν; να τον αφήσωμεν να αναχωρήση ατιμώρητος, ή
+να λάβωμεν όσα έφερεν ελθών;» ο δε Πρωτεύς απεκρίθη· Συλλαβόντες
+τον άνθρωπον τούτον όστις έπραξε τοιαύτην ανοσίαν πράξιν προς τον
+ξένον του, πέμψατέ τον προς εμέ διά να ακούσω τι θα είπη.»
+
+115. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, συλλαμβάνει τον Αλέξανδρον, κρατεί τα
+πλοία του και πέμπει εις την Μέμφιν αυτόν, την Ελένην, τους
+θησαυρούς του και προσέτι τους ικέτας. Όταν έφθασαν εκεί όλοι
+ηρώτα ο Πρωτεύς τον Αλέξανδρον τις ήτο και πόθεν ήρχετο. Ο δε
+Αλέξανδρος και το γένος του ωμολόγησε, και το όνομα της πατρίδος
+του είπε, και προσέτι τω διηγήθη τον πλουν του από του μέρους εκ
+του οποίου εξέπλευσεν. Αλλ' ο Πρωτεύς επέμενε να μάθη πόθεν έλαβε
+την Ελένην· επειδή δε ο Αλέξανδρος περιέπλεκε τους λόγους του και
+δεν έλεγε την αλήθειαν, οι παρόντες εις την συνδιάλεξιν ικέται
+εμαρτύρουν κατ' αυτού διηγούμενοι καταλεπτώς το έγκλημά του. Τέλος
+ο βασιλεύς εξήνεγκε την ακόλουθον απόφασιν. «Εάν δεν εθεώρουν ως
+μέγα έγκλημα να φονεύσω τινά εκ των ξένων όσοι βιαζόμενοι υπό των
+ανέμων έρχονται εις τον τόπον μου θα σε ετιμώρουν υπέρ του Έλληνος
+εκείνου, σε τον κάκιστον των ανθρώπων, όστις φιλοξενηθείς παρ'
+αυτού, έπραξες έργον ανοσιώτατον· επλησίασες την γυναίκα του ξένου
+σου, και δεν ηρκέσθης εις τούτο, αλλ' αποπλανήσας αυτήν την
+έκλεψες και έφυγες· και ούτε εις αυτό ακόμη ηρκέσθης, αλλ' ήλθες
+γυμνώσας την οικίαν του φιλοξενήσαντός σε. Εν τούτοις, επειδή
+θεωρώ ως αμάρτημα να φονεύσω ξένον, θα ζήσης· δεν σοι επιτρέπω
+όμως μήτε την γυναίκα να λάβης μήτε τους θησαυρούς· θα τα φυλάξω
+διά τον ξένον Έλληνα, μέχρις ου θέληση εκείνος να έλθη και να τα
+λάβη. Όσον δ' αφορά σε και τους συμπλωτήράς σου, σας διατάττω να
+φύγετε εντός τριών ημερών από τον τόπον τούτον εις άλλην γην
+οιανδήποτε, ειδεμή, θα σας μεταχειρισθώ ως πολεμίους.»
+
+116. Τοιαύτη ήτο η διήγησις των ιερέων περί της αφίξεως της Ελένης
+εις του Πρωτέως· εγώ δε νομίζω ότι ο Όμηρος εγνώριζε μεν το
+γεγονός τούτο, δεν το έκρινεν όμως αρμόδιον διά την εποποιίαν όσον
+το άλλο, εκείνο το οποίον μετεχειρίσθη· το αφήκε λοιπόν κατά μέρος
+δείξας μόνον ότι το ήξευρεν. Είναι δε φανερόν εξ όσων εν τη Ιλιάδι
+(και ουδαμού αντιφάσκει) λέγει περί των πλανήσεων του Αλεξάνδρου·
+ότι δηλαδή αφού ήρπασε την Ελένην και ανεχώρησε, πλανηθείς μακράν
+έφθασεν εις την Σιδώνα της Φοινίκης. Αναφέρει δε ταύτα εις τα
+κατορθώματα του Διομήδους· και οι στίχοι λέγουσιν ούτω· «Εκεί ήσαν
+οι παμποίκιλοι πέπλοι, έργα Σιδωνίων γυναικών, τους οποίους ο
+θεόμορφος Αλέξανδρος έφερεν από την Σιδώνα όταν, διασχίζων την
+θάλασσαν, διήλθεν εκείθεν απάγων εις την Τρωάδα την ευγενή
+Ελένην.» Και άλλη μνεία τούτου γίνεται εν τη Οδυσσεία εις τους
+ακολούθους στίχους. «Η θυγάτηρ του Διός έχει πολλά φάρμακα ωφέλιμα
+και με πολλήν τέχνην κατεσκευασμένα, τα οποία τη έδωκεν η
+Πολυδάμνα, η σύζυγος του Θώνος, από την Αίγυπτον, όπου η
+ζωοπάροχος γη παράγει άφθονα φάρμακα, άλλα μεν επωφελή, άλλα δε
+επιβλαβή.» Ιδού δε και άλλοι στίχοι εις τους οποίους ο Μενέλαος
+λέγει προς τον Τηλέμαχον· «Με όλην την ανυπομονησίαν την οποίαν
+είχον να επανίδω την πατρίδα μου, οι θεοί με εκράτησαν ακόμη εις
+την Αίγυπτον, όπου είχον αμελήσει να θυσιάσω εις αυτούς εντελείς
+εκατόμβας.» Διά των στίχων τούτων καθίσταται δήλον ότι εγίνωσκε
+την άφιξιν του Αλεξάνδρου εις την Αίγυπτον, διότι η Συρία
+συνορεύει με την Αίγυπτον, και οι Φοίνικες, εις ους ανήκει η
+Σιδών, κατοικούσιν εις την Συρίαν.
+
+117. Εκ των στίχων τούτων, και προ πάντων εκ των πρώτων,
+καταφαίνεται ότι τα Κύπρια έπη δεν είναι του Ομήρου, αλλ' άλλου
+τινός· διότι εις ταύτα μεν λέγεται ότι ο Αλέξανδρος, αφού ήρπασε
+την Ελένην από την Σπάρτην, έφθασε μετά τρεις ημέρας εις το Ίλιον
+βοηθούμενος υπό ούριου άνεμου και θαλάσσης γαληνιαίας· εις δε την
+Ιλιάδα λέγεται εξ εναντίας ότι άγων αυτήν επλανάτο τήδε κακείσε.
+Αλλ' ας αφήσωμεν τον Όμηρον και τα Κύπρια έπη.
+
+118. Όταν ηρώτησα τους ιερείς εάν όσα λέγουσιν οι Έλληνες ότι
+συνέβησαν εις την Τρωάδα ήναι ψευδή ή αληθή, ιδού τι με
+απεκρίθησαν βεβαιούντες ότι τα είπεν εις αυτούς ο Μενέλαος. Μετά
+την αρπαγήν της Ελένης, πολυάριθμος στρατός Ελληνικός μετέβη εις
+την Τρωάδα διά να βοηθήση τον Μενέλαον· αποβάς εις την ξηράν ο
+στρατός ούτος, έστησε το στρατόπεδόν του και έπεμψεν εις το Ίλιον
+πρέσβεις μεταξύ των οποίων ήτο ο Μενέλαος· εισήλθον ούτοι εις την
+πόλιν, απήτησαν την απόδοσιν της Ελένης και τους θησαυρούς τους
+οποίους μετ' αυτής ήρπασεν ο Αλέξανδρος και εζήτησαν ικανοποίησιν
+διά τα αδικήματα ταύτα. Άλλοι Τρώες, και κατ' εκείνην την στιγμήν,
+και βραδύτερον, εβεβαίουν πάντοτε το αυτό πράγμα, είτε απλώς είτε
+μεθ' όρκου· ότι δεν είχον ούτε την Ελένην ούτε τους θησαυρούς, ότι
+όλα αυτά ήσαν εις την Αίγυπτον και ότι δεν τοις εφαίνετο εύλογον
+να δώσωσιν ικανοποίησιν διά πράγματα τα οποία είχεν ο βασιλεύς
+Πρωτεύς. Οι Έλληνες νομίσαντες ότι τους έσκωπτον οι Τρώες,
+επολιόρκησαν την πόλιν και την εκυρίευσαν. Αφού δε εκυρίευσαν την
+πόλιν, επειδή η Ελένη δεν εφαίνετο ουδαμού και οι Τρώες έλεγον τα
+αυτά όσα και πρότερον, τότε πιστεύσαντες εις τους πρώτους λόγους
+οι Έλληνες, απέστειλαν αυτόν τον Μενέλαον προς τον Πρωτέα.
+
+119. Ελθών ο Μενέλαος εις Αίγυπτον και αναπλεύσας μέχρι της
+Μέμφιδος, διηγήθη όλην την αλήθειαν, έλαβεν άπειρα δώρα, και
+επανέλαβε την Ελένην όλως αβλαβή καθώς και όλους τους αρπαγέντας
+θησαυρούς του. Καίτοι δε ο Μενέλαος έτυχε τόσων περιποιήσεων,
+εφάνη όμως άδικος προς τους Αιγυπτίους. Επειδή ήθελε να αναχωρήση
+εκείθεν και ο καιρός τον εμπόδιζε, τούτο δε διήρκει πολλάς ημέρας,
+κατέφυγεν εις πράγμα ανόσιον· διότι λαβών δύο παιδία ανθρώπων
+εγχωρίων, τα έσφαξεν. Έπειτα, γενομένου γνωστού του πράγματος,
+εμισήθη και διωκόμενος έφυγε και ήλθε με τα πλοία του εις την
+Λιβύαν. Οι Αιγύπτιοι δεν ηδύναντο μεν να είπωσι πού μετέβη εκείθεν
+ο Μενέλαος, με εβεβαίουν όμως ότι άλλα μεν των συμβάντων εκείνων
+εξετάσαντες έμαθον, άλλα δε ότι τα εγίνωσκον και τα έλεγον μετά
+βεβαιότητος ως γενόμενα εις τον τόπον των.
+
+120. Αυτά μεν έλεγον οι Αιγύπτιοι ιερείς· εγώ δε παραδέχομαι όσα
+διηγούνται περί της Ελένης προσθέτων την εξής σκέψιν. Εάν η Ελένη
+ήτο εις το Ίλιον βεβαίως θα απεδίδετο εις τους Έλληνας τη
+συγκαταθέσει ή άνευ της συγκαταθέσεως του Αλεξάνδρου, διότι ούτε ο
+Πρίαμος ούτε οι άλλοι συγγενείς του ήσαν τόσον ανόητοι ώστε να
+διακινδυνεύσωσι τα άτομά των, τα τέκνα των και την πόλιν των διά
+να έχη ο Αλέξανδρος γυναίκα την Ελένην. Και εάν υποθέσωμεν ότι η
+πρώτη απόφασίς των ήτο να μη ενδώσωσιν, όταν όμως είδον ότι
+πολεμούντες με τους Έλληνας έχανον πολλούς ανθρώπους, όταν είδον
+ότι δεν παρήρχετο μάχη (εάν βασισθώμεν εις τας μαρτυρίας των
+εποποιών) χωρίς να χάση ο Πρίαμος τουλάχιστον δύο ή τρεις των υιών
+του, επειδή ταύτα συνέβησαν ούτω, νομίζω ότι και αυτός ο Πρίαμος
+αν ήτο ο άρπαξ της Ελένης, θα έσπευδε να την αποδώση εις τους
+Ατρείδας διά να αποφύγη τόσα δυστυχήματα. Προς τούτοις ούτε
+διάδοχος της βασιλείας ήτο ο Αλέξανδρος, και με όλον το γήρας του
+Πριάμου η διοίκησις των κοινών δεν ήτο εις χείρας του Αλεξάνδρου·
+αλλ' ο Έκτωρ, όστις ήτο και πρεσβύτερος και γενναιότερος αυτού,
+έμελλε να παραλάβη την βασιλείαν μετά τον θάνατον του Πριάμου.
+Αυτός λοιπόν δεν θα επέτρεπεν εις τον αδελφόν του την αδικίαν, προ
+πάντων όταν ένεκα αυτού συνέβαιναν τόσα δυστυχήματα και εις αυτόν
+τον Έκτορα και εις άλλους Τρώας. Αλλά δεν ήτο εις την εξουσίαν των
+να αποδώσωσι την Ελένην, ούτε τους επίστευον οι Έλληνες λέγοντας
+την αλήθειαν. Κατά την εμήν γνώμην τούτο εγένετο συνεργεία των
+θεών, διά να απολεσθώσι κατά κράτος οι Τρώες και γίνη φανερόν εις
+όλους τους ανθρώπους ότι εις τα μεγάλα αδικήματα οι θεοί
+επιφυλάττουσι μεγάλας τιμωρίας. Και ταύτα μεν, ως είπον, φρονώ
+εγώ.
+
+121. 1. Οι δε ιερείς λέγουσιν ότι τον Πρωτέα διεδέχθη ο Ραψίνιτος
+(30), όστις αφήκεν ως μνημείον τα προς δυσμάς προπύλαια του ναού
+του Ηφαίστου. Απέναντι των προπυλαίων τούτων έστησε δύο ανδριάντας
+εικοσιπέντε πήχεις υψηλούς· οι Αιγύπτιοι καλούσι τον μεν προς
+άρκτον ιστάμενον Θέρος, τον δε προς μεσημβρίαν Χειμώνα· και
+εκείνον μεν τον οποίον καλούσι Θέρος προσκυνούσι και
+περιποιούνται, προς δε τον άλλον τον καλούμενον Χειμώνα πράττουσι
+τα εναντία. Ο βασιλεύς ούτος είχεν άπειρα χρήματα, τόσα ώστε εκ
+των μεταγενεστέρων βασιλέων κανείς δεν ηδυνήθη μήτε να τον υπερβή
+μήτε να τον φθάση καν. Θέλων ούτος να θησαυρίζη εις ασφαλές μέρος,
+έκτισε δωμάτιον λίθινον, του οποίου είς των τοίχων ήτο εις το έξω
+μέρος της οικίας· αλλ' ο οικοδόμος, επιβουλευόμενος τα πλούτη
+εκείνα, εμηχανεύθη το εξής· προδιέθεσε μίαν πέτραν του τοίχου
+ούτως ώστε δύο άνθρωποι, ή και είς μόνος, να δύνανται ευκόλως να
+την εκβάλλωσιν. Αφού ετελείωσε το οίκημα, ο βασιλεύς απέθεσεν εν
+αυτώ τους θησαυρούς του. Μετά παρέλευσιν χρόνου, ο οικοδόμος
+αισθανθείς το τέλος της ζωής του εκάλεσε τους υιούς του (είχε δε
+δύο) και τοις είπε πως, μεριμνών δι' αυτούς διά να έχωσιν άφθονα
+αγαθά, έκαμε τέχνασμα τι ότε έκτιζε το θησαυροφυλάκιον του
+βασιλέως. Αφού δε τοις εξήγησε σαφώς πώς ηδύναντο να αφαιρέσωσι
+τον λίθον, τους έδωκε τα μέτρα αυτού και τους είπεν ότι εάν δεν τα
+λησμονήσωσι θα ήσαν διαχειρισταί των βασιλικών χρημάτων. Και
+εκείνος μεν απέθανεν, οι δε υιοί του δεν εβράδυνον να θέσωσιν εις
+ενέργειαν το πράγμα· πορευθέντες διά νυκτός εις τα βασίλεια και
+ανευρόντες τον λίθον εις το οικοδόμημα, ευκόλως τον μετεκίνησαν
+και εξήγαγον πολλά χρήματα. 2. Όταν δε έτυχεν ο βασιλεύς να ανοίξη
+το οίκημα, ηπόρησεν ιδών ότι έλειπον χρήματα από τα αγγεία, και
+δεν ήξευρεν εις ποίον να αποδώση το πράγμα, καθότι αι σφραγίδες
+ήσαν ανέπαφοι και η θύρα κεκλεισμένη. Επειδή δε ανοίξας δις και
+τρις έβλεπεν ότι τα χρήματα ηλαττούντο πάντοτε (επειδή οι κλέπται
+δεν έπαυον εξάγοντες), εμηχανεύθη το εξής· διέταξε να
+κατασκευάσωσι παγίδας και να τας στήσωσι πέριξ των αγγείων εντός
+των οποίων ήσαν τα χρήματα. Οι κλέπται ήλθον ως και πρότερον· ο
+είς εξ αυτών εισήλθεν, επλησίασεν αγγείον τι, και αίφνης συνελήφθη
+εις την παγίδα. Εννοήσας δε αμέσως το δυστύχημα εις το οποίον
+είχεν εμπέσει, εκάλεσε τον αδελφόν του, είπε προς αυτόν το γεγονός
+και τον προέτρεψε να εισέλθη τάχιστα. Άμα δε εκείνος επλησίασε
+«Κόψε την κεφαλήν μου, προσέθηκε, διότι εάν με ίδωσι και με
+αναγνωρίσωσιν, εχάθημεν και εγώ και συ.» Ο αδελφός επείσθη ότι
+είχε δίκαιον και ηκολούθησε την συμβουλήν του· έπειτα, εφαρμόσας
+τον λίθον εις την θέσιν του ήλθεν εις την οικίαν του με την
+κεφαλήν του αδελφού του. 3. Άμα εξημέρωσεν, εισήλθεν ο βασιλεύς
+εις το οίκημα και εξεπλάγη ευρών εις την παγίδα το σώμα του
+κλέπτου άνευ κεφαλής, το οίκημα αβλαβές και ουδεμίαν άλλην είσοδον
+ή έξοδον. Ευρισκόμενος δε εις απορίαν, επενόησεν άλλο στρατήγημα·
+εκρέμασεν εις τον τοίχον το σώμα του κλέπτου, και θέσας περί αυτό
+φύλακας, τους διέταξε να συλλάβωσι και φέρωσιν ενώπιόν του
+οποιονδήποτε ήθελον ιδεί να κλαύση ή να στενάξη επί τω θεάματι
+εκείνω. Ενόσω δε εκρέματο το πτώμα, η μήτηρ, δεινώς λυπουμένη,
+συνωμίλει μετά του επιζώντος υιού της· επί τέλους τον επρόσταξε να
+εφεύρη πάντα τρόπον να λύση το πτώμα όπως ηδύνατο και να το φέρη
+εις την οικίαν, απειλούσα αυτόν ότι εν περιπτώσει αμελείας θα
+μεταβή η ιδία προς τον βασιλέα και θα τον καταγγείλη ότι αυτός
+έχει τα χρήματα. 4. Επειδή λοιπόν η μήτηρ τον επίεζε πολύ, και
+αυτός δεν ηδύνατο να την μεταπείση με όλας τας παρατηρήσεις του,
+εσοφίσθη τα ακόλουθα· έλαβεν όνους, έπειτα πληρώσας οίνου ασκούς,
+τους εφόρτωσεν επί των όνων και ήλαυνεν αυτούς. Όταν δε έφθασεν
+απέναντι των φυλάκων και πλησίον του κρεμαμένου σώματος, έσυρε
+προς εαυτόν δύο τρεις άκρας των ασκών και τους έλυσεν ενώ
+εκλονίζοντο· τότε ο οίνος ήρχισε να χύνεται, και αυτός εκτύπα την
+κεφαλήν του εκβάλλων μεγάλας φωνάς, ως να μη ήξευρε προς ποίον
+όνον να τρέξη πρώτον. Οι φύλακες βλέποντες να χύνεται τόσος οίνος,
+ώρμησαν εις την οδόν με αγγεία διά να τον συνάξωσιν, ως να εχύνετο
+χάριν αυτών. Ο άνθρωπος προσεποιήθη ότι εθύμωνε, τους ύβριζεν
+όλους, και επειδή είδεν ότι οι φύλακες τον επαρηγόρουν,
+προσεποιήθη ότι κατεπραΰνετο και εμετρίαζε τον θυμόν του. Τέλος
+πάντων έφερε τους όνους έξω της οδού και διευθέτησε το φόρτωμα
+συνομιλών συγχρόνως με τους φύλακας· είς μάλιστα εξ αυτών τον
+επείραξε και προσεπάθησε να τον κάμη να γελάση· ο δε ονηλάτης προς
+αμοιβήν τοις εχάρισεν ένα ασκόν. Αυτοί δε, ως ήσαν, εκάθισαν εκεί
+και απεφάσισαν να πίωσι λέγοντες και εις εκείνον να μείνη μετ'
+αυτών και να συμπίη. Τότε εκείνος προσεποιήθη ότι επείσθη, και
+έμεινεν εκεί. Επειδή δε τω εφέροντο μετά πολλής φιλοφροσύνης, τοις
+προσέφερε και δεύτερον ασκόν. Πίνοντες λοιπόν αφθόνως οι φύλακες
+εμεθύσθησαν εντελώς και απεκοιμήθησαν εκεί όπου έπινον. Ο ονηλάτης
+ωφελήθη της ευκαιρίας, και, ελθούσης της νυκτός, έλυσε το σώμα του
+αδελφού του, και εξύρισε τας δεξιάς παρειάς των φυλάκων προς
+καταισχύνην· έπειτα φορτώσας το πτώμα επί των όνων επέστρεψεν εις
+την οικίαν του, εκτελέσας την διαταγήν της μητρός του. 5. Ο δε
+βασιλεύς, όταν τω ανήγγειλον ότι το σώμα του κλέπτου ηρπάγη,
+ωργίσθη καθ' υπερβολήν, και θέλων με πάντα τρόπον να ανακαλυφθή
+ποιος ήτο εκείνος όστις εμηχανεύθη όλα ταύτα, έθεσεν, ως λέγουσιν,
+εις ενέργειαν μέτρον όλως απίστευτον εις εμέ. Έπεμψε την θυγατέρα
+του εις πορνείον και την παρήγγειλε να δέχεται πάντας ομοίως· πριν
+παραδοθή όμως, να τους αναγκάζη να τη είπωσι τι έπραξαν εν τω βίω
+των πανουργότατον και ανοσιώτατον· εκείνον δε όστις ήθελε τη είπει
+τα περί της πραχθείσης κλοπής, να τον κρατήση και να μη τον αφήση
+να φύγη. Ενώ η κόρη εξετέλει τας προσταγάς του πατρός της, ο
+κλέπτης έμαθε προς ποίον σκοπόν εγίνοντο ταύτα, και θέλων να
+νικήση τον βασιλέα εις τας πανουργίας, έκοψεν από τον ώμον τον
+βραχίονα προσφάτως αποθανόντος ανθρώπου, τον έθεσεν υπό το ένδυμά
+του, εισήλθεν όπου ήτο η κόρη του βασιλέως, και όταν εκείνη τω
+απέτεινε την αυτήν ερώτησιν την οποίαν έκαμνε και προς τους
+άλλους, αυτός τη διηγήθη την μάλλον ανοσίαν πράξιν του βίου του·
+ότι συλληφθέντος του αδελφού του εις την παγίδα εντός του
+θησαυροφυλακίου του βασιλέως, έκοψε την κεφαλήν του· ότι
+επιτηδειότερος από τους φύλακας, τους εμέθυσε και έλυσε το
+κρεμάμενον σώμα του αδελφού του. Η κόρη, άμα ήκουσε ταύτα, ηθέλησε
+να τον συλλάβη, αλλ' ο κλέπτης εν τω σκότει τη έδωκε την χείρα του
+νεκρού. Και εκείνη μεν εκράτησε ταύτην, νομίζουσα ότι κρατεί την
+χείρα αυτού του ιδίου· ο δε κλέπτης, αφήσας αυτήν, εξήλθε της
+θύρας και έφυγεν. 6. Όταν έφερον εις τον βασιλέα την είδησιν όλων
+τούτων των γεγονότων κατεπλάγη διά την επιδεξιότητα και την τόλμην
+του ανθρώπου τούτου· τέλος πάντων δε έπεμψεν εις όλας τας πόλεις
+και διεκήρυξεν ότι τον συγχωρεί και τω υπόσχεται μεγάλα πράγματα
+εάν παρουσιασθή ενώπιόν του. Πεισθείς ο κλέπτης προσήλθεν· ο δε
+Ραμψίνιτος τον εθαύμασε καθ' υπερβολήν και τω έδωκε την θυγατέρα
+του ως άνθρωπον όστις ήξευρε περισσότερα από όλους, λέγων ότι οι
+μεν Αιγύπτιοι υπερέχουσιν από όλους τους ανθρώπους, αυτός δε από
+όλους τους Αιγυπτίους.
+
+122. Μετά τούτο μοι είπον οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος κατέβη
+ζων όπου οι Έλληνες υποθέτουσιν ότι είναι ο άδης, ότι εκεί έπαιζε
+τους κύβους με την Δήμητρα, ότι άλλοτε μεν την ενίκα, άλλοτε δε
+ηττάτο υπ' αυτής, και ότι λαβών παρ' αυτής δώρον χειρόμακρον
+χρυσούν, ανέβη πάλιν εις την γην. Ένεκα της καταβάσεως ταύτης και
+μετά την επιστροφήν του Ραμψινίτου, οι Αιγύπτιοι εσύστησαν εορτήν
+ως με είπον, και ο ίδιος ηξεύρω ότι και εις τας ημέρας μου ακόμη
+την διετήρουν· δεν δύναμαι όμως να είπω εάν δι' άλλην τινά αιτίαν
+την εώρταζον ή δι' αυτήν. Κατά την ημέραν της εορτής, οι ιερείς,
+υφαίνοντες μανδύαν, δένουσι με ταινίαν τους οφθαλμούς ενός εκ των
+ιδικών των, και περιβάλλοντες αυτόν με τον μανδύαν εκείνον, τον
+φέρουσιν εις την οδόν ήτις άγει εις τον ναόν της Δήμητρος· έπειτα
+δε επιστρέφουσιν. Εν τούτοις ο ιερεύς, δεδεμένους έχων τους
+οφθαλμούς, οδηγείται υπό δύο λύκων εις τον ναόν τούτον όστις
+απέχει από την πόλιν είκοσι στάδια και φέρεται πάλιν οπίσω παρ'
+αυτών εις το ίδιον μέρος.
+
+123. Τας διηγήσεις ταύτας των Αιγυπτίων ας δεχθή όστις νομίζει
+αυτάς πιθανάς. Το κατ' εμέ, εις όλην την διήγησίν μου ομολογώ ότι
+γράφω όσα ήκουσα. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι η Δημήτηρ και ο
+Διόνυσος βασιλεύουσιν επί των νεκρών. Είναι λοιπόν οι πρώτοι
+οίτινες ωμίλησαν περί της δοξασίας ταύτης ότι η ψυχή του ανθρώπου
+είναι αθάνατος, και ότι, μετά την φθοράν του σώματος, εισέρχεται
+αύτη εις άλλο ον γεννώμενον· αφού δε διατρέξη όλα τα ζώα της γης
+και της θαλάσσης και όλα τα πτηνά, εισέρχεται πάλιν εις ανθρώπινον
+σώμα· η περιπλάνησις δ' αύτη της ψυχής γίνεται εις τρισχίλια έτη.
+Την δοξασίαν ταύτην τινές των Βλλήνων μετεχειρίσθησαν ως ιδικήν
+των, άλλοι μεν πρότερον, άλλοι δε εσχάτως (31) ηξεύρω τα ονόματα
+αυτών, πλην δεν τα γράφω.
+
+124. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι μέχρι του Ραμψινίτου η ευνομία
+διετηρείτο εις την Αίγυπτον και ότι μεγάλως ηυδαιμόνει ο τόπος·
+αλλά μετ' αυτόν εβασίλευσεν ο Χέοψ (32) και τότε υπέφερον παν
+είδος δυστυχίας. Πρώτον έκλεισεν όλους τους ναούς και απηγόρευσε
+να θυσιάζωσιν· έπειτα ηνάγκασε τους Αιγυπτίους να εργάζωνται δι'
+αυτόν. Και είς τινας μεν επέβαλε να σύρωσι μέχρι του Νείλου λίθους
+τους οποίους εξήγον από τα λατομεία του Αραβίου όρους· εις άλλους
+δε ώρισε να μεταβιβάζωσιν εις πλοιάρια τους λίθους τούτους και να
+τους φέρωσιν εις το Λιβυκόν όρος. Ειργάζοντο δε αδιακόπως εκατόν
+χιλιάδες ανθρώπων αντικαθισταμένων κατά τριμηνίαν. Ταλαιπωρούμενος
+ο λαός εδαπάνησε δέκα μεν έτη διά την κατασκευήν της οδού διά της
+οποίας μετέφερον τους λίθους, έργον όπερ, κατ' εμέ, μόλις είναι
+μικρότερον της πυραμίδος, διότι το μήκος της οδού είναι πέντε
+στάδια, το πλάτος δέκα οργυιαί, και το μεγαλείτερον ύψος οκτώ
+οργυιαί· και κατεσκευάσθη εκ λίθων ξεστών, κεκοσμημένων δι'
+εγγεγλυμμένων εικόνων. Κατανάλωσαν λοιπόν δέκα έτη διά την οδόν
+ταύτην, διά την εξομάλισιν του λόφου όπου ίστανται αι πυραμίδες,
+και διά τα υπό την γην οικήματα τα οποία ο Χέοψ προώρισε διά τάφον
+του αποκαταστήσας το μέρος εκείνο νήσον με διώρυχα την οποίαν
+έφερεν από τον ποταμόν. Είκοσι δε έτη εχρειάσθησαν διά την
+κατασκευήν της κυρίας πυραμίδος της οποίας, τετραγώνου ούσης,
+εκάστη πρόσοψις είναι οκτώ πλέθρα εις την βάσιν και άλλα τόσα κατά
+το ύψος· σύγκειται δε όλη εκ λίθων ξεστών και καλώς
+συνηρμολογημένων και ουδείς λίθος αυτής είναι μικρότερος των
+τριάκοντα ποδών.
+
+125. Κατεσκευάσθη δε η πυραμίς αύτη κατά το σχήμα βαθμίδων, τας
+οποίας άλλοι μεν καλούσι κρόσσας, άλλοι δε βωμίδας. Αφού δε
+έκτισαν την βάσιν, ύψωσαν τας λοιπάς πέτρας διά μηχανών
+κατεσκευασμένων εκ μικρών ξύλων· η δύναμις της μηχανής ενήργει
+πρώτον από του εδάφους μέχρι του πρώτου στοίχου των βαθμίδων· εκεί
+ήτο εστημένη άλλη μηχανή εφ' ης ετίθετο ο λίθος και μετεφέρετο εις
+τον δεύτερον στοίχον των βαθμίδων όπου ήτο εστημένη τρίτη μηχανή,
+διότι όσοι στοίχοι ήσαν τόσαι και μηχαναί. Πιθανόν όμως να υπήρχε
+μια μόνη μηχανή, την οποίαν, καθό ευκίνητον, μετέφερον από στοίχου
+εις στοίχον, αφού προηγουμένως αφήρουν απ' αυτής τον λίθον, διότι
+πρέπει να αναφέρω και τους δύο τρόπους καθώς με τους είπον. Και
+προ των άλλων μεν ετελείωσεν η κορυφή της πυραμίδος, κατόπιν ο
+ακόλουθος στοίχος και ούτω καθεξής μέχρι του τελευταίου όστις
+ήγγιζε το έδαφος. Είναι δε σημειωμένα με χαρακτήρας Αιγυπτιακούς
+πόσα εξωδεύθησαν διά τους εργάτας εις ράπανα, κρόμμυα και σκόροδα·
+και καθ' όσον δύναμαι να ενθυμηθώ, η επιγραφή, την οποίαν μοι
+εξήγησεν ο διερμηνεύς, εδείκνυεν ότι το ποσόν ανέβη μέχρι χιλίων
+εξακοσίων αργυρών ταλάντων. Εάν τωόντι τόσα εδαπανήθησαν εις
+τοιαύτα πράγματα, πόσα άρα γε να εδαπανήθησαν εις σιδηρά σύνεργα,
+εις τρόφιμα και εις ενδύματα καθ' όλον τον προς οικοδομήν
+δαπανηθέντα χρόνον όστις ήτο όσος είπον, εκτός εκείνων τα οποία
+εξωδεύθησαν, ως νομίζω, κατά τον χρόνον όστις εχρειάσθη προς τομήν
+των λίθων, μεταφοράν αυτών και κατασκευήν του υπογείου ορύγματος;
+
+126. Εις τοιούτον βαθμόν κακοηθείας έφθασεν ο Χέοψ ώστε έχων
+ανάγκην χρημάτων εισήγαγεν, ως λέγουσι, την θυγατέρα του εις
+πορνείον και την διέταξε να συνάξη ποσότητα τινα, αγνοώ πόσην
+διότι δεν με την είπον οι ιερείς. Υπήκουσεν αύτη και εσύναξε την
+παρά του πατρός της ορισθείσαν ποσότητα· θέλουσα δε να αφήση και
+ίδιον εαυτής μνημείον, εζήτει παρά παντός εισερχομένου προς αυτήν
+να τη χαρίζη μίαν πέτραν δι' αυτό το έργον. Από αυτάς δε τας
+πέτρας λέγουσιν ότι εκτίσθη εκείνη των πυραμίδων ήτις είναι εν τω
+μέσω των τριών, ολίγον προ της μεγαλειτέρας, και της οποίας εκάστη
+πλευρά είναι έν και ήμισυ πλέθρον εις την βάσιν.
+
+127. Ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ο Χέοψ ούτος εβασίλευσε πεντήκοντα
+έτη· μετά τον θάνατόν του δε εκληρονόμησε την βασιλείαν ο αδελφός
+του Χεφρήν (33) όστις τον εμιμήθη καθ' όλα· έκτισε και αυτός
+πυραμίδα ως εκείνος, μικροτέραν όμως· την εμέτρησα εγώ ο ίδιος·
+μήτε υπόγεια οικήματα έχει, μήτε διώρυχα φέρουσαν μέχρι της βάσεώς
+της το ύδωρ του ποταμού, ως έχει η άλλη την οποίαν η παροχέτευσις
+του Νείλου καθίστα νήσον εν τη οποία ως λέγεται κείται το σώμα του
+Χέοπος. Αφού έκτισε την πρώτην βαθμίδα εκ λίθου Αιθιοπικού
+ποικίλου, ύψωσε την πυραμίδα κατά τεσσαράκοντα πόδας ολιγώτερον
+της πρώτης ήτις είναι πλησίον· αμφότεραι δε ίστανται επί του αυτού
+λόφου όστις έχει ύψος περίπου εκατόν πόδας. Έλεγον προσέτι οι
+ιερείς ότι ο Χιφρήν εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και έξ.
+
+128. Αριθμούσι λοιπόν εκατόν εξ έτη κατά τα οποία οι Αιγύπτιοι
+υπέστησαν πάσαν ταλαιπωρίαν· οι ναοί, εις το διάστημα τούτο,
+εκλείσθησαν και δεν τους ήνοιξαν ουδέ προς στιγμήν. Τούτων δε των
+βασιλέων τα ονόματα ο λαός μήτε τα αναφέρει υπό μίσους, αλλ'
+ονομάζει τας πυραμίδας ταύτας πυραμίδας Φιλιτίωνός τινος ποιμένος
+όστις έβοσκε τότε τα ποίμνιά του εις τούτο το μέρος.
+
+129. Μετά τον Χεφρήνα οι ιερείς με είπον ότι ανέβη επί του θρόνου
+ο υιός του Χέοπος Μυκερίνος (34). Αι πράξεις του πατρός του δεν
+ήρεσκον εις αυτόν· όθεν και τους ναούς ήνοιξε, και τον λαόν, όστις
+εις άκρον εταλαιπωρείτο, απέλυσε διά να καταγίνεται εις τας θυσίας
+του και τα ίδιά του έργα, και τέλος εδίκαζε δικαιότερον όλων των
+βασιλέων. Τον επαινούσι λοιπόν διά τούτο πλειότερον από όλους όσοι
+εβασίλευσαν επί της Αιγύπτου, διότι ου μόνον έκρινε καλώς, αλλά
+και εις εκείνον όστις παρεπονείτο διά την απόφασιν έδιδε δώρον τι
+κατευνάζον την δυσαρέσκειάν του. Εν τούτοις εις τον Μυκερίνον
+τούτον, τον τόσον ήπιον, τον τόσον μεριμνώντα διά την ευτυχίαν των
+Αιγυπτίων, συνέβησαν πολλά δυστυχήματα, και πρώτον πάντων ο
+θάνατος της θυγατρός του, ήτις ήτο το μόνον τέκνον το οποίον είχεν
+εις την οικίαν του. Αισθανθείς λύπην άφατον διά το δυστύχημα τούτο
+και θέλων να θάψη την θυγατέρα του μεγαλοπρεπέστερον παρ' ό,τι
+θάπτουσι τους άλλους, διέταξε να κατασκευάσωσι βουν ξυλίνην
+κοίλην, την οποίαν κατεχρύσωσε και έθεσεν εντός αυτής την
+αποθανούσαν θυγατέρα του.
+
+130. Η βους αύτη δεν ετάφη· εσώζετο ακόμη εις τας ημέρας μου εις
+την Σάιν κειμένη εις δωμάτιον πλουσίως κεκοσμημένον εντός της
+βασιλικής κατοικίας· πλησίον αυτής εκαίοντο καθ' ημέραν παντός
+είδους αρώματα, καθ' όλην δε την νύκτα ήτο αναμμένος λύχνος
+διαρκώς. Ου μακράν της βοός ταύτης, εις άλλο δωμάτιον, είναι
+εκτεθειμέναι αι εικόνες των παλλακίδων του Μυκερίνου, ως με είπον
+οι ιερείς της Σάιος. Αληθώς υπάρχουσιν εκεί είκοσι μεγάλα ξύλινα
+αγάλματα παριστώντα γυναίκας γυμνάς· ποίαι είναι; δεν ειμπορώ να
+είπω ειμή ό,τι ήκουσα.
+
+131. Τινές διά την βουν και τα κολοσσιαία αγάλματα λέγουσι τα
+εξής· ότι ο Μυκερίνος ηράσθη της εαυτού θυγατρός και εμίγη μετ'
+αυτής ακούσης· μετά ταύτα δε ότι η κόρη από την λύπην της επνίγη
+και εκείνος την έθαψεν εντός της βοός ταύτης, ότι η μήτηρ έκοψε
+τας χείρας των υπηρετριών αίτινες παρέδωκαν την νέαν κόρην εις τον
+πατέρα της, και ότι διά τούτο αι εικόνες αυτών είναι άχειρες
+θέλουσαι να παραστήσωσιν ό,τι έπαθον εις τον βίον των. Κατ' εμέ οι
+λέγοντες ταύτα φλυαρούσι, και προ πάντων εις τα περί των χειρών
+των αγαλμάτων, διότι το είδομεν και ημείς ιδίοις όμμασιν ότι υπό
+του χρόνου απώλεσαν τας χείρας των, αίτινες κείνται ακόμη προ των
+ποδών των.
+
+132. Η βους έχει το σώμα κεκαλυμμένον υπό επιστρώματος πορφυρού,
+πλην του αυχένος και της κεφαλής εις τα οποία είναι επιτεθειμένος
+παχύτατος χρυσός· μεταξύ των κεράτων αυτής είναι απομεμιμημένος εκ
+χρυσού ο κύκλος του ηλίου. Ίσταται δε αυτή ουχί επί των ποδών της,
+αλλά γονατισμένη, και το μέγεθος αυτής είναι όσον μεγάλης βοός
+ζωντανής. Κατ' έτος την εκβάλλουσιν από το οίκημα, όταν οι
+Αιγύπτιοι κτυπώνται χάριν του θεού τον οποίον εγώ δεν ειμπορώ να
+ονομάσω εις τοιαύτην διήγησιν· τότε λοιπόν εκφέρουσι και την βουν
+εις το φως, διότι, ως λέγουσιν, η θυγάτηρ του Μυκερίνου
+αποθνήσκουσα εζήτησεν από τον πατέρα της να βλέπη τον ήλιον άπαξ
+του ενιαυτού.
+
+133. Μετά τον θάνατον της θυγατρός του δευτέρα συμφορά ηκολούθησεν
+εις τον βασιλέα, η εξής· χρησμός τις ήλθεν εκ της πόλεως Βουτούς
+λέγων ότι έξ μόνον έτη έμελλεν ακόμη να ζήση και το έβδομον να
+αποθάνη. Οδυνηράν θλίψιν αισθανθείς έπεμψε να επιπλήξη το
+μαντείον, παραπονούμενος ότι ο μεν πατήρ του και ο θείος του
+κλείσαντες τους ναούς, αποβαλόντες της μνήμης των τους θεούς,
+πιέζοντες τους ανθρώπους, έζησαν πολύν χρόνον, αυτός δε, ευσεβής
+ων, μέλλει να αποθάνη ταχέως. Τότε ήλθε προς αυτόν δεύτερος
+χρησμός εκ του μαντείου λέγων ότι τούτου ένεκα συντετμήθη ο βίος
+του· ότι δεν έπραξεν ό,τι ώφειλε να πράξη· ότι η Αίγυπτος ήτο
+προωρισμένη να υποφέρη επί εκατόν πεντήκοντα έτη· ότι οι δύο
+προκάτοχοι αυτού βασιλείς ενόησαν τούτο, εκείνος δε όχι. Ταύτα
+ακούσας ο Μυκερίνος, επειδή είδεν ότι ήτο καταδεδικασμένος,
+διέταξε να κατασκευάσωσι πολλούς λύχνους τους οποίους ήναπτε την
+νύκτα, πίνων και εντρυφών, χωρίς να παύη μήτε ημέραν μήτε νύκτα·
+περιήρχετο δε τας λίμνας και τα άλση και όπου ήθελε μάθει ότι
+υπήρχον ευάρεστοι διασκεδάσεις. Εμηχανάτο δε ταύτα διά να αποδείξη
+ψευδόμενον το μαντείον κάμνων τας νύκτας ημέρας, ώστε τα έξ έτη να
+γίνωσι δώδεκα δι' αυτόν.
+
+134. Αφήκε δε και ούτος πυραμίδα πολύ μικροτέραν του πατρός του,
+ήτις ούσα επίσης τετράγωνος έχει εκάστην πλευράν τριών πλέθρων
+μείον είκοσι ποδών και είναι εκτισμένη κατά το ήμισυ εκ λίθου
+Αιθιοπικού. Έλληνες τινες ισχυρίζονται ότι η πυραμίς αύτη είναι
+εταίρας τινός, της Ροδώπιδος· πλην δεν λέγουσιν ορθώς, και βλέπω
+μάλιστα ότι ομιλούσι περί αυτής χωρίς ούτε να ηξεύρωσι ποία ήτο η
+Ροδώπις, διότι δεν θα απέδιδον εις αυτήν την κατασκευήν τοιαύτης
+πυραμίδος εις την οποίαν δύναταί τις να είπη ότι εδαπανήθησαν
+αναρίθμητοι χιλιάδες ταλάντων. Εκτός τούτου πρέπει να
+παρατηρήσωμεν ότι η Ροδώπις ήκμασεν ουχί επί των χρόνων του
+Μυκερίνου, αλλ' επί του βασιλέως Αμάσιος· ώστε είναι πολλά έτη
+μεταγενεστέρα των βασιλέων οίτινες έκτισαν τας πυραμίδας ταύτας.
+Γεννηθείσα εις Θράκην, δούλη του Ιάδμονος, υιού του
+Ηφαιστοπόλιδος, υπήρξε σύνδουλος του μυθοποιού Αισώπου· διότι
+τωόντι ούτος ανήκεν εις τον Ιάδμονα, ως εφάνη ακριβώς εκ του
+ακολούθου γεγονότος. Όταν οι Δελφοί, υπακούοντες εις τον χρησμόν,
+εκήρυττον τις ήθελε να λάβη το οφειλόμενον πρόστιμον διά τον φόνον
+του Αισώπου, ουδείς άλλος επαρουσιάσθη ειμή Ιάδμων τις εγγονός του
+προηγουμένου Ιάδμονος. Ανήκε λοιπόν ο Αίσωπος εις τον Ιάδμονα.
+
+135. Η δε Ροδώπις ήλθεν εις την Αίγυπτον κομισθείσα υπό του Ξάνθου
+του Σαμίου. Ελθούσα δε διά το έργον της, εξηγοράσθη διά πολλών
+χρημάτων υπό τινος Μυτιληναίου Χαράξου, υιού του Σκαμανδρωνύμου
+και αδελφού της ποιήτριας Σαπφούς. Ούτω λοιπόν η Ροδώπις
+ηλευθερώθη από την δουλείαν και έμεινεν εις την Αίγυπτον, και
+επειδή είχε πολλά θέλγητρα, εκτήσατο μεγάλην περιουσίαν, όσον διά
+μίαν Ροδώπιν, αλλ' όχι τόσην ώστε να δυνηθή να κτίση τοιαύτην
+πυραμίδα. Το δέκατον της περιουσίας της και σήμερον ακόμη είναι
+εύκολον να ίδη όστις θέλει· και δεν ειμπορεί να αποδώση εις αυτήν
+πολλά πλούτη. Επιθυμήσασα η Ροδώπις να εγκαταλίπη εις την Ελλάδα
+ανάμνησιν εαυτής, έκαμε πράγμα το οποίον μήτε εφαντάσθη κανείς
+μήτε αφιέρωσεν άλλο όμοιον εις ναόν, και το αφιέρωσεν εις τους
+Δελφούς εις μνημόσυνόν της. Παρήγγειλε και επλήρωσε διά του
+δεκάτου της περιουσίας της πολλούς οβελούς σιδηρούς διά τους
+οπτομένους βόας, τόσους όσους τη επέτρεπεν η τιμή του δεκάτου, και
+τους έστειλεν εις τους Δελφούς. Υπάρχουσιν ακόμη συνεσωρευμένοι
+όπισθεν του βωμού τον οποίον αφιέρωσαν οι Χίοι, απέναντι του ναού.
+Συνήθως αι εταίραι της Ναυκράτιος είναι επαφρόδιτοι· μία δε των
+πρώτων, αυτή περί ης ο λόγος, τοσούτον ονομαστή εγένετο, ώστε όλοι
+οι Έλληνες γινώσκουσι το όνομα της Ροδώπιδος. Βραδύτερον, το όνομα
+της Αρχιδίκης εγένετο μεν επίσης διάσημον ανά την Ελλάδα, αλλ'
+ουχί τόσον διάσημον ως το της πρώτης και αντικείμενον
+συνδιαλέξεων. Ότε δε ο Χάραξος, ελευθερώσας την Ροδώπιν,
+επέστρεψεν εις την Μυτιλήνην, η Σαπφώ πολλάκις τον έσκωψεν εις τα
+ποιήματά της. Αλλά είναι καιρός να αφήσωμεν την Ροδώπιν.
+
+136. Οι ιερείς με είπον ότι μετά τον Μυκερίνον εγένετο βασιλεύς
+της Αιγύπτου ο Άσυχις (35), όστις ήγειρε τα προς ανατολάς του
+ηλίου προπύλαια του ναού του Ηφαίστου τα οποία είναι τα κάλλιστα
+και τα μέγιστα πάντων· διότι όλα μεν τα προπύλαια είναι
+κεκοσμημένα δι' ανθέων γεγλυμμένων και έχουσι ποικιλωτάτην
+οικοδομικήν θέαν, εκείνα όμως είναι ποικιλώτερα και ωραιότερα. Επί
+της βασιλείας αυτού, είπον, εγένετο μεγάλη σπάνις χρημάτων·
+επομένως οι Αιγύπτιοι εξέδωκαν νόμον επιτρέποντα να δανείζεταί τις
+ενεχυριάζων το πτώμα του πατρός του. Εις τούτον τον νόμον λέγεται
+ότι προσετέθη και η ακόλουθος διάταξις· ο δανείζων ήτο κύριος του
+επιταφίου θαλάμου του λαμβάνοντος το δάνειον, εις εκείνον δε όστις
+ηρνείτο να πληρώση το χρέος επεβάλλετο η εξής τιμωρία· όταν
+απέθνησκε, δεν εσυγχωρείτο να ταφή μήτε εις τον πατρικόν τάφον
+μήτε εις κανένα άλλον· προς τούτοις δεν εσυγχωρείτο μήτε συγγενή
+του να θάψη. Θέλων δε ο Άσυχις να υπερβή τους προγενεστέρους
+βασιλείς της Αιγύπτου, έκτισεν εκ πλίνθων πυραμίδα με την
+ακόλουθον επί πέτρας γεγραμμένην επιγραφήν· «Μη με καταφρονής
+ένεκα των λιθίνων πυραμίδων· τας υπερτερώ τόσον όσον ο Ζευς
+υπερτερεί τους άλλους θεούς, διότι βυθίζοντες ακόντιον εις την
+λίμνην και συνάζοντες τον πηλόν όστις προσεκολλάτο εις αυτό,
+κατασκεύασαν τους πλίνθους με τους οποίους με έκτισαν.» Τοιαύτα
+είναι όσα έπραξεν ο βασιλεύς ούτος.
+
+137. Μετ' αυτόν εβασίλευσε τυφλός τις εκ της πόλεως Ανύσιος,
+ονομαζόμενος Άνυσις (36)· επί τούτου βασιλεύοντος οι Αιθίοπες και
+ο βασιλεύς αυτών Σαβακώς εισέβαλον εις την Αίγυπτον μετά στρατού
+πολλού. Και ο μεν τυφλός έφυγε και διεσώθη εις τα έλη, ο δε Αιθίοψ
+εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα έτη, κατά το διάστημα των
+οποίων έπραξε τα ακόλουθα έργα. Όταν Αιγύπτιός τις διέπραττεν
+έγκλημα, επειδή δεν ήθελε να θανατόνη κανένα, εδίκαζεν έκαστον
+κατά το μέγεθος του εγκλήματός του και τον κατεδίκαζε να φέρη χώμα
+και να το ρίπτη εις την γενέθλιον πόλιν του. Τοιουτοτρόπως δε αι
+πόλεις εγένοντο υψηλότεραι παρ' όσον ήσαν· διότι πρώτον μεν
+υψώθησαν υπό των ορυξάντων τας διώρυχας επί του βασιλέως
+Σεσώστριος, δεύτερον δε επί του Αιθίοπος έφθασαν εις το σήμερινόν
+ύψος. Ως νομίζω η υψηλοτέρα πόλις είναι η Βούβαστις όπου
+ευρίσκεται και ναός της Βουβάστιος (37), άξιος μνείας, διότι όσον
+μεγάλοι, όσον πολυδάπανοι και αν ήναι οι άλλοι, κανείς όμως δεν
+ηδύνει τα βλέμματα όσον ούτος. Βούβαστις δε ελληνιστί είναι η
+Άρτεμις.
+
+138. Ο δε ναός αυτής είναι τοιούτος. Πλην της εισόδου, το άλλο
+μέρος είναι νήσος, διότι δύο διώρυχες του Νείλου χωρίς να ενωθώσι
+προχωρούσι μέχρι της εισόδου ταύτης, και έπειτα περικυκλούσι τον
+ναόν, η μεν δεξιόθεν η δε αριστερόθεν· το πλάτος εκάστης είναι
+εκατόν ποδών, και δένδρα καλύπτουσιν αυτάς διά της σκιάς των. Τα
+προπύλαια έχουσι δέκα οργυιών ύψος, κεκοσμημένα με έκτυπα έξ
+πήχεων αξιόλογα· ο ναός, ευρισκόμενος εις το κέντρον της πόλεως,
+είναι πανταχόθεν καταφανής παρ' εκείνων οίτινες περιέρχονται
+αυτόν, καθότι, επειδή η πόλις υψώθη, το δε έδαφος του ναού έμεινε
+το ίδιον, φαίνεται τοιούτος οίος εκτίσθη απ' αρχής. Περιτρέχει
+αυτόν τοίχος έχων εγγεγλυμμένας εικόνας, έσωθεν δε είναι άλσος εκ
+δένδρων μεγίστων πεφυτευμένων πέριξ ναού μεγάλου εντός του οποίου
+είναι το άγαλμα της θεάς. Το όλον οικοδόμημα είναι τετράγωνον και
+εκάστη πλευρά είναι ενός σταδίου. Προς την είσοδον υπάρχει
+λιθόστρωτος οδός τριών σταδίων, διερχομένη την αγοράν προς
+ανατολάς και πλάτος έχουσα τεσσάρων πλέθρων· εκατέρωθεν της οδού
+ταύτης είναι πεφυτευμένα δένδρα ουρανομήκη· φέρει δε αύτη εις τον
+ναόν του Ερμού. Και ο μεν ναός της Αρτέμιδος τοιούτος είναι.
+
+139. Έλεγον δε οι ιερείς ότι ο Αιθίοψ ανεχώρησε τοιουτοτρόπως από
+την Αίγυπτον· ενώ εκοιμάτο είδε το εξής όνειρον το οποίον τον
+ηνάγκασε να αναχωρήση· τω εφάνη ότι άνθρωπός τις, ιστάμενος
+πλησίον του, τον παρεκίνει να συναθροίση όλους τους ιερείς της
+Αιγύπτου και να τους κόψη εις το μέσον του σώματος. Αφού δε είδε
+το όνειρον τούτο, εσκέφθη, ως λέγεται, ότι οι θεοί έπλασαν την
+διαταγήν ταύτην διά να ασεβήση εις τα ιερά και να ελκύση εφ'
+εαυτού δυστυχίαν τινά εκ μέρους των θεών ή των ανθρώπων. Απεφάσισε
+λοιπόν να μη πράξη τούτο, αλλ' εξ εναντίας να αναχωρήση, αφού
+μάλιστα παρήλθεν ο χρόνος τον οποίον προείπον τα μαντεία ότι θα
+εβασίλευεν επί της Αιγύπτου. Τωόντι, όταν ήτο ακόμη εις την
+Αιθιοπίαν, τα μαντεία τα οποία ερωτώσιν οι Αιθίοπες τω είπον ότι
+έμελλε να βασιλεύση πεντήκοντα έτη εις την Αίγυπτον· επειδή δε τα
+έτη ταύτα συνεπληρώθησαν και τον ετάραζε το όνειρον, ο Σαβακώς
+ανεχώρησεν εκουσίως.
+
+140. Αφού ανεχώρησεν εκ της Αιγύπτου ο Αιθίοψ, εβασίλευσε πάλιν ο
+τυφλός αφήσας τα έλη όπου διέμεινε πεντήκοντα έτη κατά το διάστημα
+των οποίων εσχημάτισε μίαν νήσον με χώματα και στάκτην διότι
+οσάκις οι Αιγύπτιοι, εν αγνοία του Αιθίοπος, τω εκόμιζον τροφάς
+όπως είχαν διαταχθή, αυτός τοις εζήτει ομού με τα άλλα δώρα να τω
+φέρωσι και ολίγην σποδόν. Την νήσον ταύτην ουδείς ηδυνήθη να την
+εύρη προ του Αμυρταίου· αλλ' επί επτακόσια έτη, οι προ του
+Αμυρταίου βασιλεύσαντες δεν ήσαν ικανοί να την ανακαλύψωσι. Το
+όνομα της νήσου ταύτης είναι Ελβώ, η δε έκτασις αυτής είναι δέκα
+σταδίων πανταχόθεν.
+
+141. Μετά τον Άνυσιν εβασίλευσεν ο ιερεύς του Ηφαίστου Σεθών (38).
+Ούτος περιφρονών παρημέλησε τους πολεμιστάς των Αιγυπτίων, διότι
+δεν είχεν ουδεμίαν ανάγκην αυτών. Επέβαλε λοιπόν εις αυτούς πολλάς
+ατιμίας και μεταξύ άλλων τοις αφήρεσε τους εξαιρέτους αγρούς,
+οίτινες είχον δοθή επί των πρώτων βασιλέων ανά δώδεκα στρέμματα
+εις έκαστον οικογενειάρχην. Μετά ταύτα ο βασιλεύς των Αραβίων και
+των Ασσυρίων Σαναχάριβος ωδήγησε πολύν στρατόν κατά της Αιγύπτου,
+και οι Αιγύπτιοι πολεμισταί δεν ηθέλησαν να πολεμήσωσιν. Όθεν ο
+ιερεύς, ευρισκόμενος εις αμηχανίαν, εισήλθεν εις τον ναόν, και
+ενώπιον του αγάλματος ωδύρετο διά τους κινδύνους τους οποίους
+διέτρεχεν. Ενώ δε εθρήνει, τω ήλθεν ύπνος και τω εφάνη εις το
+όνειρόν του ότι θεός τις, ιστάμενος πλησίον του, τον ενεθάρρυνε
+και τω υπέσχετο ότι δεν έμελλε να πάθη τίποτε ανθιστάμενος εις τον
+στρατόν των Αραβίων, καθότι αυτός θα τω έπεμπε βοηθούς. Πεποιθώς
+εις το όνειρον τούτο, παρέλαβεν εκ των Αιγυπτίων εκείνους όσοι
+ήθελον να τον ακολουθήσωσι και τους ωδήγησεν ενόπλους εις το
+Πηλούσιον όπου είναι η εκ της Αραβίας εις την Αίγυπτον είσοδος.
+Και εκ μεν των πολεμιστών ουδείς τον ηκολούθει, αλλ' οι κάπηλοι,
+οι χειρώνακτες και οι αγοραίοι άνθρωποι. Αφού έφθασαν εκεί,
+άπειροι ποντικοί των αγρών εχύθησαν την νύκτα εις το εχθρικόν
+στρατόπεδον και κατέφαγον τας φαρέτρας των εναντίων, τα τόξα και
+τας λαβάς των ασπίδων, ώστε την ακόλουθον ημέραν φεύγοντες ούτοι
+γυμνοί όπλων, έπεσαν πολλοί. Και σήμερον είναι εστημένος εν τω ναώ
+του Ηφαίστου ο λίθινος ανδριάς του βασιλέως τούτου, κρατών εις την
+χείρα μυν και λέγων διά γραμμάτων τα εξής· «Εις εμέ βλέπων τις
+έστω ευσεβής.»
+
+142. Εις τω σημείον τούτο της διηγήσεως οι ιερείς μοι παρετήρησαν
+ότι από του πρώτου βασιλέως μέχρι του Σεθώνος, του τελευταίου
+πάντων, παρήλθον τριακόσιαι τεσσαράκοντα μία γενεαί ανθρώπων και
+ισάριθμοι βασιλείς και αρχιερείς. Τριακόσιαι δε γενεαί ανθρώπων
+ισοδυναμούσι με δέκα χιλιάδες έτη, λογιζομένων τριών γενεών διά
+πάσαν εκατονταετηρίδα· αι δε περιπλέον τεσσαράκοντα και μία γενεαί
+δίδουσι χίλια τριακόσια τεσσαράκοντα έτη. Ούτω λοιπόν με είπον ότι
+ένδεκα χιλιάδες τριακόσια τεσσαράκοντα έτη παρήλθον κατά τα οποία
+ουδείς θεός έλαβε μορφήν ανθρώπου και ουδέν παρόμοιον συνέβη από
+του πρώτου μέχρι του τελευταίου των βασιλέων της Αιγύπτου. Καθ'
+όλον τούτο το διάστημα, προσέθηκαν, ο ήλιος εφάνη τετράκις έξω της
+συνήθους θέσεώς του, δις μεν ανατείλας εκ του μέρους όπου τώρα
+δύει, δις δε δύσας εις το μέρος εκ του οποίου τώρα ανατέλλει· εκ
+τούτου όμως ουδεμία μεταβολή επήλθεν εις την Αίγυπτον ούτε ως προς
+τα προϊόντα της γης, ούτε ως προς τα αποτελέσματα του ποταμού,
+ούτε ως προς τας ασθενείας, ούτε ως προς τους θανάτους.
+
+143. Προ εμού, ότε ο ιστορικός Εκαταίος εγενεαλόγει εαυτόν εις τας
+Θήβας και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν τινα, δέκατον έκτον
+προπάτορά του, οι ιερείς του Διός έπραξαν προς αυτόν ό,τι και προς
+εμέ χωρίς να γενεαλογήσω εμαυτόν. Αφού με ωδήγησαν εις ευρύχωρον
+εσωτερικόν οίκημα, μοι εμέτρων και μοι εδείκνυον μεγάλα ξύλινα
+αγάλματα των οποίων ο αριθμός ήτο ως είπον ανωτέρω, καθότι έκαστος
+αρχιερεύς επί ζωής του θέτει εκεί την εικόνα του. Αριθμούντες
+λοιπόν οι ιερείς και δεικνύοντές μοι τας εικόνας από του εσχάτως
+αποθανόντος, με εβεβαίουν ότι έκαστος των αρχιερέων εκείνων ήτο
+υιός του προκατόχου του, και τους διήρχοντο ένα προς ένα διά να
+τους ίδω όλους. Και εις τον Εκαταίον δε, ότε εγενεαλόγει εαυτόν
+και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν, δέκατον έκτον προπάτορά του, τω
+αντέταξαν την απαρίθμησιν, μη παραδεχόμενοι ότι είναι δυνατόν να
+γεννηθή άνθρωπος από θεόν και ιδού εις τι εστήριζον την αντίρρησιν
+ταύτην· εκάστη εικών, έλεγον, παριστά πίρωμιν γεννηθέντα από
+πίρωμιν· έδειξαν λοιπόν τριακόσιους τεσσαράκοντα πέντε, και
+πάντοτε πίρωμις εγεννάτο από πίρωμιν, χωρίς να αναμιχθή εις την
+γέννησίν των μήτε θεός μήτε ήρως· ελληνιστί δε πίρωμις σημαίνει
+καλός και αγαθός.
+
+144. Τοιούτοι ήσαν τωόντι ως με είπον εκείνοι των οποίων μοι
+εδείκνυον τας εικόνας και όλως διαφορετικοί από τους θεούς. Προ
+των ανδρών τούτων, οι θεοί εβασίλευον εις την Αίγυπτον
+συνοικούντες μετά των ανθρώπων, και εξ αυτών είς πάντοτε είχε την
+ηγεμονίαν. Τελευταίος εβασίλευσεν ο Ώρος, υιός του Οσίριδος, τον
+οποίον οι Έλληνες ονομάζουσιν Απόλλωνα· ούτος, αφού εξεθρόνισε τον
+Τυφώνα, εβασίλευσε τελευταίος εις την Αίγυπτον. Όσιρις δε
+ελληνιστί είναι ο Διόνυσος.
+
+145. Οι μεν Έλληνες νομίζουσιν ότι νεώτατοι των θεών είναι ο
+Ηρακλής, ο Διόνυσος και ο Παν, παρά τοις Αιγυπτίοις δε ο μεν Παν
+είναι αρχαιότατος και είς εξ εκείνων τους οποίους καλούσιν οκτώ
+πρώτους θεούς, ο δε Ηρακλής είναι εκ των δευτέρων τους οποίους
+καλούσι δώδεκα, και ο Διόνυσος εκ των τρίτων οίτινες εγεννήθησαν
+εκ των δώδεκα θεών. Ανέφερα ήδη πόσα έτη κατά τους Αιγυπτίους
+παρήλθον από του Ηρακλέους μέχρι του βασιλέως Αμάσιος· πολύ δε
+περισσότερα αριθμούσιν από του Πανός, και ολιγώτερα (δεκαπέντε
+χιλιάδες μόνον) από του Διονύσου. Λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι
+ηξεύρουσι τους αριθμούς τούτους μετά βεβαιότητος, διότι πάντοτε
+αριθμούσι και σημειούσι τα έτη. Από δε του Διονύσου, όστις λέγεται
+ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός του Κάδμου Σεμέλης, μέχρις εμού,
+παρήλθον χίλια εξακόσια περίπου έτη, και ουχί περισσότερα των
+εννεακοσίων από του υιού της Αλκμήνης Ηρακλέους. Από του Πανός δε
+του υιού της Πηνελόπης (διότι οι Έλληνες λέγουσιν ότι εγεννήθη εκ
+ταύτης και του Ερμού) μέχρι της εποχής μου, παρήλθον έτη ολιγώτερα
+παρ' όσα παρήλθον από των Τρωικών, ήτοι οκτακόσια περίπου.
+
+146. Εκ των δύο τούτων γνωμών είναι ελεύθερος ο καθείς να
+παραδεχθή εκείνην την οποίαν ήθελε πιστεύσει ως πιθανωτέραν· εγώ
+εφανέρωσα ήδη την εμήν. Τωόντι εάν οι θεοί ούτοι, εάν ο Διόνυσος ο
+υιός της Σεμέλης, εάν ο Παν ο υιός της Πηνελόπης εδοξάζοντο και
+εγήρασκον εις την Ελλάδα, ως και ο Ηρακλής ο υιός του Αμφιτρύωνος,
+ηδύνατό τις να είπη ότι γεννηθέντες άνθρωποι, έλαβον τα ονόματα
+θεών, οίτινες υπήρξαν προγενέστεροι αυτών κατά πολλά έτη. Αλλ' οι
+Έλληνες διηγούνται διά μεν τον Διόνυσον ότι άμα εγεννήθη τον
+έρραψεν ο Ζευς εις τον μηρόν του και τον έφερεν εις την Νύσαν ήτις
+είναι υπεράνω της Αιγύπτου εις την Αιθιοπίαν, διά δε τον Πάνα δεν
+ηξεύρουσι να είπωσι τι τω συνέβη. Είναι λοιπόν προφανές εις εμέ
+ότι οι Έλληνες μαθόντες τα ονόματα των θεών τούτων ύστερον από τα
+των άλλων θεών, γενεαλογούσι την γένεσιν αυτών αφότου έμαθον τα
+ονόματά των.
+
+147. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, όσα δε και οι άλλοι
+άνθρωποι και οι Αιγύπτιοι συμφώνως με τους άλλους λέγουσιν ότι
+συνέβησαν εις την χώραν των, αυτά θα διηγηθώ τώρα, θα προσθέσω
+μάλιστα μεταξύ αυτών καί τινα τα οποία είδον εγώ αυτός. Οι
+Αιγύπτιοι, ελευθερωθέντες μετά την βασιλείαν του ιερέως του
+Ηφαίστου, διήρεσαν το βασίλειον εις δώδεκα μέρη και κατέστησαν
+δώδεκα βασιλείς (39), διότι ουδέποτε ηδυνήθησαν να ζήσωσιν άνευ
+βασιλέως. Εκείνοι τους οποίους εξέλεξαν συνεδέθησαν μεταξύ των δι'
+επιγαμιών και εβασίλευσαν τηρούντες τας εξής συμφωνίας· να μη
+αρπάζη τίποτε ο είς από τον άλλον μήτε να ζητή να έχη περισσότερα
+του άλλου, αλλά να ήναι όσον το δυνατόν ηνωμένοι. Κατέστησαν δε
+και ετήρησαν τους νόμους τούτους διότι κατ' αρχάς, άμα έλαβον την
+εξουσίαν, τοις εδόθη χρησμός ότι όστις εκ των δώδεκα ήθελε κάμει
+σπονδάς εν τω ναώ του Ηφαίστου με ποτήριον χαλκούν, αυτός ήθελε
+βασιλεύσει επί όλης της Αιγύπτου· τούτου ένεκα εισήρχοντο εις τους
+ναούς όλοι ομού.
+
+148. Τοις εφάνη προς τούτοις εύλογον να αφήσωσι μνημείον τι από
+κοινού· άμα δε αποφασίσαντες έκτισαν λαβύρινθον, ολίγον τι υπεράνω
+της λίμνης του Μοίριος, πλησίον της πόλεως των κροκοδείλων. Είδον
+τον λαβύρινθον τούτον και είναι ανώτερος πάσης περιγραφής· διότι
+εάν τις ήνωνεν όλα ομού τα τείχη και τα λαμπρά κτίρια της Ελλάδος,
+το σύνολον ήθελε φανή κατώτερον του λαβυρίνθου και ως προς την
+εργασίαν και ως προς την δαπάνην. Όσον θαυμαστοί και αν ήσαν οι
+ναοί της Εφέσου και της Σάμου, θαυμαστότεραι όμως ήσαν αι
+πυραμίδες, εκάστη των οποίων ήτο ανταξία πολλών και μεγάλων
+ελληνικών έργων. Ο δε λαβύρινθος υπερβαίνει πολύ τας πυραμίδας,
+διότι σύγκειται υπό δώδεκα αυλών καταστέγων των οποίων αι θύραι
+αντικρύζουσιν, έξ μεν βλέπουσαι προς νότον έξ δε προς βοράν·
+περικλείει δε όλας αυτάς έξωθεν ο αυτός τοίχος. Τα οικήματα είναι
+δίπλα, τα μεν υπόγαια, τα δε ισόγαια, τρισχίλια τον αριθμόν, ήτοι
+χίλια πεντακόσια εις έκαστον όροφον. Είδομεν και περιήλθομεν τα
+άνω οικήματα, ώστε εξ ιδίας αντιλήψεως ομιλούμεν περί αυτών· δια
+δε τα υπόγαια δεν ηξεύρομεν ειμή όσα μας είπον, διότι οι Αιγύπτιοι
+επιστάται ηρνήθησαν να μας δείξωσιν αυτά, λέγοντες ότι περιέκλειον
+τους σαρκοφάγους των βασιλέων των οικοδομησάντων τον λαβύρινθον,
+και των ιερών κροκοδείλων. Ούτω λοιπόν περί μεν των κάτω οικημάτων
+λέγομεν όσα παρελάβομεν εξ ακοής, τα δε άνω, τα οποία είδομεν,
+είναι ανώτερα παντός ανθρωπίνου έργου. Αι διά των οιδημάτων
+δίοδοι, αι δια των αυλών περιστροφαί, μας εξέπληττον διά το
+πολυποίκιλον αυτών ότε μετεβαίνομεν εκ μιας αυλής εις τα οικήματα,
+εκ των οικημάτων εις στοάς, εκ των στοών εις άλλα μέρη εστεγασμένα
+και εκ των οικημάτων εις άλλας αυλάς. Η οροφή όλων των οικημάτων
+είναι λιθίνη ως και οι τοίχοι· οι δε τοίχοι είναι πεποικιλμένοι με
+απείρους εικόνας γεγλυμμένας. Εκάστη αυλή έχει εσωτερικόν
+περιστήλιον εκ λίθων λευκών, θαυμασίως συνηρμοσμένων· εις εκάστην
+δε των γωνιών του λαβυρίνθου, υπάρχει πυραμίς τεσσαράκοντα
+οργυιών, εφ' ης είναι γεγλυμμέναι μορφαί διάφοροι· εισέρχονται δε
+εις αυτήν δι' οδού υπογείου.
+
+149. Τοιούτου δε όντος του λαβυρίνθου τούτου, μείζονα θαυμασμών
+προξενεί η καλουμένη λίμνη του Μοίριος πλησίον της οποίας
+ωκοδομήθη ο λαβύρινθος. Η λίμνη αύτη έχει περίμετρον τρισχιλίων
+εξακοσίων σταδίων ή εξήκοντα σχοίνων, όση δηλαδή είναι και η
+πλευρά της Αιγύπτου από το μέρος της θαλάσσης. Εκτείνεται δε από
+βορά προς νότον και το βαθύτατον μέρος αύτης είναι πεντήκοντα
+οργυιών· δεικνύει δε αφ' εαυτού ότι ωρύχθη και εγένετο υπό χειρός
+ανθρωπίνης· διότι, προς το κέντρον αυτού, ωκοδομήθησαν δύο
+πυραμίδες εκατόν οργυιών, εξ ων αι μεν πεντήκοντα είναι υπέρ το
+ύδωρ, αι δε άλλαι πεντήκοντα υπό το ύδωρ· επί της κορυφής δε
+εκάστης αυτών υπάρχει μέγα άγαλμα λίθινον καθήμενον επί θρόνου.
+Ούτω αι πυραμίδες αύται είναι εκατόν οργυιών, αι δε εκατόν οργυιαί
+ισοδυναμούσι με έν στάδιον εξάπλεθρον, της οργυιάς εχούσης έξ
+πόδας ή τέσσαρας πήχεις, του ποδός έχοντος τέσσαρας παλάμας, και
+του πήχεως έξ παλάμας. Το ύδωρ της λίμνης δεν αναβλύζει εκ του
+εδάφους το οποίον εις το μέρος τούτο είναι ξηρότατον, αλλά φέρεται
+με διώρυχας εκ του Νείλου· και επί έξ μεν μήνας τρέχει εις την
+λίμνην, επί έξ δε εξέρχεται από αυτήν και επιστρέφει εις τον
+Νείλον. Και όταν μεν εκρέη έξω, η λίμνη παρέχει εις τον βασιλέα έν
+τάλαντον εισόδημα καθ' εκάστην ημέραν εκ των ιχθύων, όταν δε
+εισρέη εις αυτήν, δίδει μόνον είκοσι μνας.
+
+150. Με είπον επίσης οι κάτοικοι πως η λίμνη αύτη, τρέχουσα προς
+δυσμάς εις τα μεσόγεια, κατά μήκος των υπέρ την Μέμφιν ορέων,
+χύνεται εις την Σύρτιν και την Λιβύαν. Επειδή δε με όλας μου τας
+αναζητήσεις δεν έβλεπα ουδαμού σωρόν χώματος μαρτυρούντα την
+ανασκαφήν του εδάφους, ηρώτησα τους πλησιέστατα εις την λίμνην
+κατοικούντας πού ήτο το εξορυχθέν χώμα, εκείνοι δε με είπον πού
+μετεφέρθη, και τους επίστευσα ευκόλως, διότι ήξευρα εξ ακοής ότι
+παρόμοιόν τι είχε συμβή και εις την πόλιν των Ασσυρίων Νίνον.
+Τωόντι κλέπται τινές είχον επινοήσει να αρπάσωσι τα αναρίθμητα
+πλούτη τα οποία ο βασιλεύς Σαρδανάπαλος εφύλαττεν εις υπόγειον
+θησαυροφυλάκιον. Αρχίσαντες λοιπόν από την οικίαν των, έσκαπτον
+μέχρι της βασιλικής κατοικίας, άμα δε ενύκτονε, μετέφερον το
+εξαγόμενον χώμα και το έρριπτον εις τον ποταμόν Τίγριν όστις
+τρέχει πλησίον της Νίνου, μέχρις ου εξετέλεσαν τον σκοπόν των.
+Τοιούτο τι λοιπόν ήκουσα ότι εγένετο και διά το όρυγμα της εν τη
+Αιγύπτω λίμνης, με την διαφοράν ότι η μεταφορά των χωμάτων εδώ δεν
+εγίνετο διά νυκτός αλλ' εν πλήρει ημέρα· σκάπτοντες οι Αιγύπτιοι
+έφερον το χώμα εις τον Νείλον, ο δε ποταμός ελάμβανεν αυτό και το
+διεσκόρπιζεν. Η λίμνη λοιπόν αύτη κατ' αυτόν τον τρόπον λέγουσιν
+ότι εσκάφη.
+
+151. Οι δε δώδεκα βασιλείς ετήρουν μεταξύ των δικαιοσύνην· μετά
+παρέλευσιν χρόνου τινός έτυχε να θυσιάζωσιν εις το ιερόν του
+Ηφαίστου· ενώ δε έμελλον να κάμωσι σπονδάς κατά την τελευταίαν
+ημέραν της εορτής, ο αρχιερεύς τοις έφερε ποτήρια χρυσά με τα
+οποία εσυνείθιζον να σπένδωσι· λανθασθείς όμως εις τον αριθμόν
+έφερεν ένδεκα, ενώ αυτοί ήσαν δώδεκα. Τότε ο Ψαμμίτιχος όστις
+ίστατο έσχατος, μη έχων ποτήριον, αφήρεσε την περικεφαλαίαν του
+ήτις ήτο χαλκή και δεχθείς με αυτήν τον οίνον έκαμε σπονδάς. Όλοι
+οι βασιλείς είχον περικεφαλαίας και τας εφόρουν κατ' εκείνην την
+στιγμήν. Και ο μεν Ψαμμίτιχος ουδένα είχε δόλιον σκοπόν
+μεταχειρισθείς την περικεφαλαίαν του· οι άλλοι όμως βασιλείς,
+ιδόντες την πράξιν του Ψαμμιτίχου, ενθυμήθησαν τον χρησμόν όστις
+τους είχεν ειπεί ότι όστις ήθελε κάμει σπονδάς με ποτήριον χαλκούν
+εκείνος ήθελε γίνει μόνος βασιλεύς της Αιγύπτου. Ενθυμηθέντες
+λοιπόν την προφητείαν ταύτην, να φονεύσωσι μεν τον Ψαμμίτιχον δεν
+έκρινον εύλογον, διότι εξετάσαντες εύρον ότι δεν το έπραξεν εκ
+προμελέτης· τον εξώρισαν όμως εις τα έλη αφαιρέσαντες όλην σχεδόν
+την εξουσίαν του και απαγορεύσαντες αυτώ να εξέρχεται από τα έλη
+και αναμιγνύεται με τους άλλους Αιγυπτίους.
+
+152. Αυτός ο Ψαμμίτιχος είχεν άλλοτε φύγει τον Αιθίοπα Σαβακών,
+όστις εφόνευσε τον πατέρα του Νεκών. Ήτο δε πρόσφυξ εις την Συρίαν
+ότε ο Αιθίοψ ανεχώρησεν ένεκα του ονείρου το οποίον είδε και οι
+Αιγύπτιοι οι κατοικούντες τον Σαΐτην νομόν τον μετεκάλεσαν.
+Βραδύτερον, βασιλεύς ων, κατεδικάσθη υπό των ένδεκα, ένεκα της
+περικεφαλαίας του, να φύγη εκ δευτέρου εις τα έλη. Οργισθείς διά
+τον υβριστικόν τρόπον με τον οποίον τον μετεχειρίσθησαν, συνέλαβε
+το σχέδιον να εκδικηθή κατ' εκείνων οίτινες τον είχον εξορίσει,
+και έπεμψε πρώτον εις την πόλιν Βουτώ διά να ερωτήση το μαντείον
+της Λητούς, το μάλλον αψευδές όλων των της Αιγύπτου. Έλαβε δε την
+ακόλουθον απόκρισιν· «Η εκδίκησις θα έλθη διά θαλάσσης, όταν
+εμφανισθώσιν οι χάλκινοι άνθρωποι.» Αυτός όμως δεν ηδύνατο να
+πιστεύση ότι ήτο δυνατόν να έλθωσιν εις βοήθειάν του χάλκινοι
+άνθρωποι. Αλλ' ολίγου χρόνου παρελθόντος τρικυμία εξώθησεν εις την
+Αίγυπτον Ίωνας τινάς και Κάρας οίτινες είχον εκπλεύσει προς
+πειρατίαν. Απέβησαν ούτοι εις την ξηράν και ωπλίσθησαν με χάλκινα
+όπλα, Αιγύπτιος δε τις όστις ποτέ δεν είχεν ιδεί ανθρώπους
+ωπλισμένους κατ' αυτόν τον τρόπον, έτρεξεν εις τα έλη διά να
+αναγγείλη εις τον Ψαμμίτιχον ότι χάλκινοι άνθρωποι, ελθόντες από
+την θάλασσαν, ελεηλάτουν τους αγρούς. Εννοήσας δε ο Ψαμμίτιχος ότι
+ο χρησμός εξεπληρούτο, υπεδέχθη τους ξένους και τους έπεισε διά
+μεγαλοπρεπών υποσχέσεων να ενωθώσι μετ' αυτού. Αφού δε τους
+έπεισε, τότε με τους ιθαγενείς οπαδούς του και με τους ελθόντας
+επικούρους έρριψε τους ένδεκα βασιλείς.
+
+153. Γενόμενος ο Ψαμμίτιχος κύριος όλης της Αιγύπτου έκτισε τα
+προς νότον προπύλαια του εις την Μέμφιν ναού του Ηφαίστου και
+ωκοδόμησεν αυλήν διά τον Άπιν, αντικρύ των προπυλαίων, εις την
+οποίαν τρέφεται ο Άπις άμα ήθελε φανερωθή· είναι δε όλη
+περικυκλωμένη με περιστύλιον και πλήρης αναγλύφων, αντί δε στύλων
+υποστηρίζουσι το οικοδόμημα αγάλματα δωδεκάπηχα. Άπις δε είναι ο
+Έπαφος των Ελλήνων.
+
+154. Ο Ψαμμίτιχος έδωκεν εις τους Ίωνας και τους Κάρας οίτινες τον
+εβοήθησαν γαίας όπου κατώκησαν απέναντι αλλήλων, χωριζομένας υπό
+του Νείλου. Ωνομάσθησαν δε οι τόποι εκείνοι Στρατόπεδα. Αυτούς
+λοιπόν τους τόπους τοις έδωκε και εξεπλήρωσεν όλας τας άλλας
+υποσχέσεις του. Προς τούτοις τοις ενεπιστεύθη παίδας Αιγυπτίους
+διά να διδαχθώσι την Ελληνικήν γλώσσαν, και από αυτούς εκμαθόντας
+την γλώσσαν κατάγονται οι σημερινοί εν Αιγύπτω διερμηνείς.
+Κατώκησαν δε οι Ίωνες και οι Κάρες πολύν καιρόν τους τόπους
+τούτους οίτινες κείνται προς την θάλασσαν, ολίγον προς τα άνω της
+πόλεως Βουβάστιος, επί του Πηλουσίου στόματος του Νείλου.
+Βραδύτερον ο βασιλεύς Άμασις τους μετέστησεν εκείθεν και τους
+αποκατέστησεν εις την Μέμφιν διά να τους έχη φύλακάς του εναντίον
+των Αιγυπτίων. Αφότου δε εγκατεστάθησαν ούτοι εις την Αίγυπτον,
+συνδεσάντων των Ελλήνων σχέσεις με τον τόπον τούτον, εμάθομεν
+ακριβώς όσα συνέβησαν εκεί, και τα επί Ψαμμιτίχου και τα
+μετέπειτα. Αυτοί πρώτοι αλλόγλωσσοι όντες κατώκησαν την Αίγυπτον.
+Τα νεώρια δε και τα ερείπια των οικιών των εσώζοντο ακόμη επί των
+ημερών μου εις τους τόπους τους οποίους αφήκαν. Τοιουτοτρόπως
+Ψαμμίτιχος έσχε την Αίγυπτον.
+
+155. Περί δε του εν Αιγύπτω χρηστηρίου πολλάκις ωμίλησα ήδη, και
+θα ομιλήσω ακόμη διότι είναι άξιον λόγου. Το χρηστήριον τούτο
+είναι εις το τέμενος της Λητούς, εις την μεγάλην πόλιν ήτις κείται
+εις το στόμα του Νείλου το καλούμενον Σεβεννυτικόν, διά του οποίου
+εισέρχεται τις από θαλάσσης εις την Αίγυπτον. Η πόλις δε εις την
+οποίαν ευρίσκεται το χρηστήριον καλείται, ως είπον προηγουμένως,
+Βουτώ, εκτός τούτου υπάρχει εις την Βουτώ ιερόν του Απόλλωνος και
+της Αρτέμιδος. Το μέρος δε το αφιερωμένον εις την Λητώ, όπου
+ευρίσκεται το χρηστήριον, είναι ευρύχωρον και τα προπύλαια αυτού
+έχουσιν ύψος έξ οργυιών. Εξ όσων είδον εκεί, θα αναφέρω εκείνο το
+οποίον μοι εφάνη θαυμαστότερον. Εντός της ιδίας περιοχής είναι
+ναός της Λητούς, εξ ενός μόνου λίθου κατεσκευασμένος και έχων τους
+τοίχους ίσους και κατά το ύψος και κατά το μήκος· εκάστη διάστασις
+του τοίχου είναι τεσσαράκοντα πήχεων, άλλος δε λίθος σχηματίζει το
+επιστέγασμα αυτού και η παρωροφίς είναι τετράπηχυς.
+
+156. Ούτω λοιπόν ο ναός είναι το θαυμαστότατον εξ όσων είδα περί
+το ιερόν τούτο, δεύτερον δε θαυμάσιον είναι η νήσος η καλουμένη
+Χέμμις ήτις κείται πλησίον του εν τη Βουτοί ιερού και εντός λίμνης
+ευρείας και βαθείας· λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι είναι πλωτή, εγώ
+όμως δεν την είδον ούτε πλέουσαν ούτε κινουμένην και εθαύμασα
+ακούων ότι είναι δυνατόν να κινήται νήσος. Εις την νήσον ταύτην,
+όπου είναι φυτρωμένοι πολλοί φοίνικες και άλλα δένδρα καρποφόρα
+και άκαρπα, υπάρχει ναός μέγας του Απόλλωνος με τρεις βωμούς. Αφού
+οι Αιγύπτιοι είπον ότι η νήσος είναι πλωτή, προσέθηκαν την εξής
+διήγησιν· η Λητώ, μία εκ των οκτώ πρώτων θεών, διέμενεν εις την
+νήσον Βουτώ, εις ταύτην δε την Λητώ ενεπιστεύθη η Ίσις τον
+Απόλλωνα, τον οποίον διέσωσεν εκείνη κρύψασα εις την νήσον ήτις
+καλείται σήμερον πλωτή, ότε έφθασεν ο Τυφών, αναζητών πανταχού και
+θέλων να εύρη τον υιόν του Οσίριδος. Κατά τους Αιγυπτίους ο
+Απόλλων και η Άρτεμις είναι τέκνα του Διονύσου και της Ίσιδος, και
+η Λητώ ήτο η σώσασα και θρέψασα αυτά. Εις την Αιγυπτιακήν γλώσσαν
+ο Απόλλων καλείται Ώρος, η Δημήτηρ Ίσις και η Άρτεμις Βούβαστις.
+Εκ της διηγήσεως ταύτης και ουχί αλλαχόθεν ο Αισχύλος, υιός του
+Ευφορίωνος, μόνος από τους προγενεστέρους ποιητάς ήρπασε την ιδέαν
+να είπη εις έν ποίημά του ότι η Άρτεμις είναι θυγάτηρ της
+Δήμητρος. Ένεκα δε του γεγονότος τούτου η νήσος εγένετο πλωτή,
+τουλάχιστον ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι.
+
+157. Ο δε Ψαμμίτιχος εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα και
+τέσσαρα έτη (40), και επί εικοσιεννέα έτη είχε πολιορκημένην την
+Άζωτον, μεγάλην πόλιν της Συρίας, την οποίαν επί τέλους
+εκυρίευσεν. Είναι δε η Άζωτος, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, η μόνη
+πόλις ήτις πολιορκουμένη αντέσχε πλειότερον χρόνον.
+
+158. Εκ του Ψαμμιτίχου εγεννήθη ο Νεκώς και εβασίλευσεν εις την
+Αίγυπτον. Αυτός πρώτος επεχείρησε την διώρυχα την φέρουσαν εις την
+Ερυθράν θάλασσαν και την οποίαν απετελείωσεν ο Πέρσης Δαρείος. Το
+μήκος αυτής είναι τεσσάρων ημερών πλους, το δε πλάτος τόσον ώστε
+να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Έρχεται δε εις αυτήν
+το ύδωρ από του Νείλου ολίγον ανωτέρω της πόλεως Βουβάστιος,
+διέρχεται παρά την Αραβίαν πόλιν Πάτουμον και έπειτα ρίπτεται εις
+την Ερυθράν θάλασσαν. Ωρύχθη δε πρώτον το προς την Αραβίαν μέρος
+της Αιγυπτιακής πεδιάδος με την οποίαν συνέχεται άνωθεν το προς
+την Μέμφιν εκτεινόμενον όρος όπου είναι τα λατομεία. Διέρχεται
+λοιπόν η διώρυξ τας υπωρείας από δυσμών προς ανατολάς, έπειτα
+φθάνει εις τα στενά και διευθύνεται προς μεσημβρίαν και νότον
+άνεμον μέχρι του Αραβίου κόλπου. Διά να μεταβή δέ τις διά ξηράς
+από την βορείαν θάλασσαν εις την νοτίαν, ήτις καλείται και Ερυθρά,
+ακολουθών τον ελάχιστον και συντομώτατον δρόμον, δηλαδή από του
+Κασίου όρους, όπερ χωρίζει την Αίγυπτον από την Συρίαν, μέχρι του
+Αραβίου κόλπου, είναι στάδια χίλια. Και αυτή μεν είναι η
+συντομωτάτη οδός· η δε διώρυξ είναι πολύ μακροτέρα διότι έχει
+πολλάς περιστροφάς. Ταύτην ορύττοντες επί του βασιλέως Νεκώ
+απέθανον εκατόν είκοσι χιλιάδες Αιγύπτιοι. Αφήκε δε ο Νεκώς τας
+εργασίας ημιτελείς εμποδισθείς υπό τινος χρησμού ειπόντος αυτώ ότι
+ειργάζετο δι' ένα βάρβαρον· καλούσι δε οι Αιγύπτιοι βαρβάρους
+εκείνους οίτινες δεν ομιλούσι την γλώσσαν των.
+
+159. Αφού ο Νεκώς διέκοψε την διώρυχα, έστρεψε την προσοχήν του
+προς τας πολεμικάς επιχειρήσεις και κατεσκεύασε τριήρεις, άλλας
+μεν εις την βόρειον θάλασσαν άλλας δε εις τον Αράβιον κόλπον εις
+την Ερυθράν θάλασσαν, των οποίων τα νεώρια φαίνονται ακόμη.
+Μετεχειρίζετο δε τας τριήρεις ταύτας κατά την περίστασιν· εισήλθεν
+όμως διά ξηράς εις την Συρίαν, συνεπλάκη με τους αντιπάλους του
+εις την Μάγδολον, τους ενίκησε και εκυρίευσε μετά την μάχην την
+Κάδυτιν μεγάλην πόλιν της Συρίας. Τα δε ενδύματα τα οποία εφόρει
+κατ' αυτόν τον πόλεμον τα αφιέρωσεν είς τον Απόλλωνα και τα
+έπεμψεν εις τους Βραγχίδας των Μιλησίων. Μετά την εκστρατείαν
+ταύτην απέθανε βασιλεύσας εκκαίδεκα έτη και παρέδωκε την αρχήν εις
+τον υιόν του Ψάμμιν.
+
+160. Του Ψάμμιος βασιλεύοντος ήλθον εις την Αίγυπτον απεσταλμένοι
+των Ηλείων, καυχώμενοι ότι αυτοί διευθύνουσι τους ολυμπιακούς
+αγώνας μετά πλειοτέρας δικαιοσύνης και τιμιότητος από όλους τους
+άλλους ανθρώπους, και φρονούντες ότι ούτε οι σοφώτατοι πάντων των
+ανθρώπων Αιγύπτιοι δεν ήθελον δυνηθή να εύρωσί τι υπέρτερον των
+διατάξεων εκείνων. Αφού λοιπόν οι Ηλείοι έφθασαν εις την Αίγυπτον
+και είπον εκείνα διά τα οποία ήλθον, ο βασιλεύς συνεκάλεσεν εκ των
+Αιγυπτίων εκείνους οίτινες εφημίζοντο ως σοφώτατοι. Συνελθόντων δε
+τούτων οι Ηλείοι εξέθηκαν τα τους ολυμπιακούς αγώνας αφορώντα, και
+ετελείωσαν φανερόνοντες ότι ο σκοπός της ελεύσεώς των ήτο να
+μάθωσιν εάν οι Αιγύπτιοι ηδύναντο να εύρωσί τι δικαιότερον.
+Συσκεφθέντες οι Αιγύπτιοι ηρώτησαν τους Ηλείους εάν ηγωνίζοντο και
+οι συμπολίται των. Και οι Ηλείοι απεκρίθησαν ότι ήτο
+επιτετραμμένον να αγωνίζεται όστις ήθελεν, είτε εκ των Ηλείων,
+είτε εκ των άλλων Ελλήνων. Τότε οι Αιγύπτιοι είπον ότι ούτω
+διατάττοντες τον αγώνα εμακρύνοντο όλως διόλου από το δίκαιον,
+διότι αδύνατον ήτο να μη κλίνωσι προς το μέρος του αγωνιζομένου
+συμπολίτου των αδικούντες τον ξένον. Όθεν εάν ήθελον να διεξάγεται
+ο αγών δικαίως, και εάν τωόντι προς τον σκοπόν τούτον ήλθον εις
+την Αίγυπτον, τους συνεβούλευσαν να ψηφίσωσιν ότι οι αγώνες θα
+γίνωνται μόνος διά τους ξένους, και ότι ουδενί των Ηλείων
+επετρέπετο να συναγωνισθή. Αυτά συνεβούλευσαν οι Αιγύπτιοι τους
+Ηλείους.
+
+161. Ο δε Ψάμμις, αφού εβασίλευσεν έξ μόνον έτη και εστράτευσε
+κατά της Αιθιοπίας, απέθανεν αφήσας την βασιλείαν εις τον υιόν
+αυτού Απρίην, όστις μετά τον προπάτορά του Ψαμμίτιχον υπήρξεν ο
+ευδαιμονέστατος των προγενεστέρων βασιλέων, βασιλεύσας εικοσιπέντε
+έτη κατά το διάστημα των οποίων εξεστράτευσε κατά της Σιδώνος και
+εναυμάχησε με τους Τυρίους. Έπειτα, όταν η μοίρα ηθέλησε να τω
+συμβή δυστυχία, η δυστυχία προήλθεν εξ αιτίας την οποίαν θα
+αναφέρω όταν θα ομιλήσω διά τους Λίβυας (41), εδώ δε την μνημονεύω
+συντόμως. Πέμψας ο Απρίης στρατεύματα κατά των Κυρηναίων υπέστη
+φθοράν μεγάλην οι δε Αιγύπτιοι μεμφόμενοι αυτόν διά τούτο
+απεστάτησαν νομίζοντες ότι ο βασιλεύς των εκ προμελέτης τους
+έπεμψεν εις φανεράν φθοράν διά να φονευθώσι πολλοί και δυνηθή να
+βασιλεύση μετά πλειοτέρας ασφαλείας επί των λοιπών Αιγυπτίων. Η
+ιδέα αύτη τοσούτον τους παρώργισεν ώστε οι διαφυγόντες τον όλεθρον
+ενωθέντες με τους συγγενείς των φονευθέντων απεστάτησαν αναφανδόν.
+
+162. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον Άμασιν διά να τους καθησυχάση
+με λόγους. Όταν δε ούτος τους έφθασε και προσεπάθει να τους
+αποτρέψη από το σχέδιόν των, είς εξ αυτών, ιστάμενος όπισθεν
+αυτού, τω έθηκεν επί της κεφαλής περικεφαλαίαν, κράζων ότι έθηκεν
+ούτω την περικεφαλαίαν διά να γίνη ο Άμασις βασιλεύς. Το γενόμενον
+δεν δυσηρέστησε τον Άμασιν, ως το απέδειξε μετ' ολίγον, διότι άμα
+οι αποστατήσαντες Αιγύπτιοι τον ανεκήρυξαν βασιλέα, ητοιμάσθη να
+βαδίση κατά του Απρίου. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον
+Πατάρβημιν, άνδρα σημαντικόν μεταξύ των Αιγυπτίων οίτινες τω ήσαν
+πιστοί, διατάξας αυτόν να τω φέρη τον Άμασιν ζώντα. Ελθών δε ο
+Πατάρβημις και ευρών τον Άμασιν τον διέταξε να τον ακολουθήση. Ο
+Άμασις έτυχε κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι έφιππος· ανεγερθείς
+δε επί των αναβολέων του αφήκε πορδήν και είπε· «Λάβε και φέρε το
+εις τον Απρίην.» Ο Πατάρβημις όμως δεν έπαυεν επιμένων και
+συμβουλεύων αυτόν να μεταβή προς τον βασιλέα όστις τον εμήνυε.
+Τότε ο Άμασις απεκρίθη ότι τούτο εσκόπευεν εκ των προτέρων, ότι ο
+Απρίης δεν θα ελάμβανεν αφορμήν να παραπονεθή, ότι θα μεταβή να
+τον εύρη αυτοπροσώπως και ότι θα συνεπαγάγη μεθ' εαυτού
+πολυάριθμον ακολουθίαν. Εκ των λόγων τούτων ο Πατάρβημις ενόησε
+τους σκοπούς του, είδε τα προετοιμαζόμενα και έσπευσε να αναχωρήση
+θέλων όσον τάχιστα να δηλώση εις τον βασιλέα τα διατρέχοντα. Όταν
+όμως ενεφανίσθη ενώπιον του Απρίου άνευ του Αμάσιος, ο βασιλεύς,
+παραφερθείς υπό του θυμού, χωρίς να σκεφθή παντάπασι, διέταξε να
+κόψωσι την ρίνα και τα ώτα του. Οι δε λοιποί Αιγύπτιοι, όσοι ήσαν
+ακόμη με το μέρος του, ιδόντες τον σημαντικώτατον άνδρα μεταξύ
+αυτών εις τοιαύτην ατιμωτάτην κατάστασιν, δεν εδίστασαν πλέον,
+αλλά πορευθέντες προς τους αποστατήσαντας παρέδωκαν εαυτούς εις
+τον Άμασιν.
+
+163. Μαθών και ταύτα ο Απρίης, ώπλισε τους επικούρους και εβάδισε
+κατά των Αιγυπτίων. Είχε δε περί εαυτόν τρισχιλίους Ίωνας και
+Κάρας επικούρους, και τα βασίλεια αυτού ήσαν ακόμη εις την πόλιν
+Σάιν, μεγάλα και αξιοθέατα. Και οι μεν περί τον Απρίην εκίνησαν
+κατά των Αιγυπτίων, οι δε περί τον Άμασιν ήρχοντο κατά των ξένων.
+Φθάσαντες δε αμφότεροι εις την πόλιν Μώμεμφιν προητοιμάζοντο να
+συνάψωσι μάχην.
+
+164. Υπάρχουσι δε επτά τάξεις Αιγυπτίων οι ιερείς, οι πολεμισταί,
+οι βουκόλοι, οι χοιροβοσκοί, οι κάπηλοι, οι διερμηνείς και οι
+κυβερνήται. Και των Αιγυπτίων μεν τόσαι τάξεις είναι, έλαβον δε
+αύται τα ονόματά των εκ του επαγγέλματος το οποίον εξασκούσιν. Οι
+πολεμισταί καλούνται επίσης υπό του λαού Καλασίριες και
+Ερμοτύβιες, κατοικούσι δε εις τους ακολούθους νομούς διότι όλη η
+Αίγυπτος είναι διηρημένη εις νομούς.
+
+165. Και των μεν Ερμοτυβίων οι νομοί είναι οι εξής· ο Βουσιρίτης,
+ο Σαΐτης, ο Χεμμίτης, ο Παπρημίτης, η Προσωπίτις καλουμένη νήσος
+και της Ναθώ το ήμισυ. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι
+Ερμοτύβιες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των
+ανέρχονται εις εκατόν εξήκοντα χιλιάδας άνδρας, και εξ αυτών
+ουδείς μανθάνει βάναυσόν τινα τέχνην, αλλ' όλοι εξασκούνται περί
+τα πολεμικά έργα.
+
+166. Οι δε νομοί των Καλασιρίων είναι οι εξής· ο Θηβαίος, ο
+Βουβαστίτης, ο Αφθίτης, ο Τανίτης, ο Μενδήσιος, ο Σεβεννύτης, ο
+Αθριβίτης, ο Φαρβαιθίτης, ο Θμουίτης, ο Ονουφίτης, ο Ανύσιος και ο
+Μυεκφορίτης· ο τελευταίος δε ούτος νομός είναι εις νήσον αντικρύ
+της πόλεως Βουβάστιος. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι
+Καλασίριες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των
+ανέρχονται εις διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας ανδρών. Δεν τοις
+είναι δε επιτετραμμένον να μετέρχωνται ουδεμίαν βάναυσον τέχνην,
+αλλ' επιδίδονται εις τα πολεμικά εκδεχόμενοι αυτά παις εκ πατρός.
+
+167. Δεν δύναμαι δε να κρίνω μετά βεβαιότητος εάν οι Έλληνες
+παρέλαβον και το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους· βλέπω όμως ότι
+οι Θράκες, οι Σκύθαι, οι Πέρσαι, οι Λυδοί, και σχεδόν όλοι οι
+βάρβαροι, θεωρούσι τους τας τέχνας μανθάνοντας και τους απογόνους
+αυτών ως αξίους ολιγωτέρας τιμής από τους άλλους πολίτας και
+νομίζουσιν ως ευγενείς εκείνους οίτινες είναι απηλλαγμένοι από
+χειρωνακτικά έργα και προ πάντων τους επιδεδομένους εις τον
+πόλεμον. Τα αυτά φρονούσιν όλοι οι Έλληνες, και ιδίως οι
+Λακεδαιμόνιοι· οι Κορίνθιοι όμως ποσώς δεν περιφρονούσι τους
+χειροτέχνας.
+
+168. Από όλους δε τους Αιγυπτίους πλην των ιερέων, εις τους
+πολεμιστάς μόνους εδίδοντο κατ' εξαίρεσιν τα ακόλουθα προνόμια·
+έκαστος αυτών κατέχει, χωρίς να δίδη φόρον, δώδεκα πλέθρα
+εξαιρέτων γαιών· το δε Αιγυπτιακόν πλέθρον ισοδυναμεί με
+τετράγωνον εξ εκατόν πήχεων την πλευράν, του Αιγυπτιακού πήχεως
+όντος ίσου με του Σαμιακού. Ταύτα είναι τα προνόμια αυτών. Τα δε
+ακόλουθα προνόμια απήλαυον αλληλοδιαδόχως και όχι οι ίδιοι
+πάντοτε· χίλιοι Καλασίριες και ισάριθμοι Ερμοτύβιες απαρτίζουσι
+κατ' έτος την σωματοφυλακήν του βασιλέως· εις τούτους δε, πλην των
+γαιών, δίδουσι καθ' ημέραν πέντε μνας άρτου οπτού, δύο μνας βοείου
+κρέατος και τέσσαρα αγγεία οίνου. Ταύτα εδίδοντο πάντοτε εις τους
+δορυφόρους.
+
+169. Ότε λοιπόν ερχόμενοι οι μεν κατά των δε, ο Απρίης μετά των
+επικούρων του και ο Άμασις μεθ' όλων των Αιγυπτίων, έφθασαν εις
+την πόλιν Μώμεμφιν, συνήψαν την μάχην. Οι ξένοι επολέμησαν
+γενναίως, όντες όμως ολιγώτεροι από τους εναντίους ενικήθησαν διά
+τούτο. Λέγουσι δε ότι ο Απρίης είχε την εξής ιδέαν· ότι μήτε θεός
+τις δεν θα ηδύνατο να τω αφαιρέση την βασιλείαν, τόσον ασφαλώς
+ενόμιζεν εαυτόν καθήμενον επί του θρόνου. Κατά την συμπλοκήν όμως
+εκείνην ενικήθη και εφέρθη αιχμάλωτος εις την πόλιν Σάιν, εις την
+πρότερον μεν ιδικήν του κατοικίαν, τότε δε του Αμάσιος. Και επί
+τινα μεν χρόνον ετρέφετο εκεί και ο νικητής τον επεριποιείτο
+κάλλιστα· αλλ' επί τέλους οι Αιγύπτιοι τον εμέμφθησαν ότι
+αντέβαινεν εις την δικαιοσύνην τρέφων τον ασπονδότατον εχθρόν και
+εαυτού και εκείνων. Τοις τον παρέδωκε λοιπόν, αυτοί δε τον έπνιξαν
+και τον έθαψαν εις τα μνημεία των προπατόρων του. Είναι δε οι
+τάφοι ούτοι εις το ιερόν της Αθηνάς, πλησιέστατα εις τον ναόν,
+προς τα αριστερά του εισερχομένου εκεί. Εις τούτο τo ιερόν έθαψαν
+οι Σαΐται όλους τους βασιλείς τους καταγομένους από τον νομόν
+τούτον. Ναι μεν ο τάφος του Αμάσιος είναι περισσότερον
+απομεμακρυσμένος από τον ναόν ή ο του Απρίου και των προπατόρων
+του, ευρίσκεται όμως εις την αυτήν αυλήν του ιερού· είναι δε
+λιθίνη στοά μεγάλη και κεκοσμημένη διά στηλών εις σχήμα φοινίκων
+και δι' άλλων πολυτελών εργασιών. Υπό την στοάν δε ταύτην υπάρχει
+θύρα με δύο φύλλα, όπισθεν της οποίας είναι ο τάφος.
+
+170. Σώζονται ακόμη εις την Σάιν τάφοι των οποίων εις την
+περίστασιν ταύτην δεν με φαίνεται όσιον να αναφέρω το όνομα. Οι
+τάφοι ούτοι είναι εις το ιερόν της Αθηνάς, όπισθεν του ναού, και
+στηρίζονται επί του εξωτερικού τοίχου. Το ιερόν περικλείει προσέτι
+μεγάλους λιθίνους οβελίσκους, πλησιέστατα δε αυτών υπάρχει λίμνη
+στρογγύλη περικυκλουμένη υπό κρηπίδος λιθίνης και το μέγεθος
+αύτης, ως νομίζω, είναι όσον και εκείνης ήτις ευρίσκεται εις την
+Δήλον και καλείται κυκλοτερής.
+
+171. Εις την λίμνην ταύτην κατά την νύκτα οι Αιγύπτιοι κάμνουσι
+τας μιμικάς εκείνας παραστάσεις πραγματικών συμβάντων καλούντες
+αυτάς μυστήρια. Μολονότι δε γνωρίζω και αυτά και παν ό,τι
+συνδέεται με αυτά, ας μένωσιν όμως εν θρησκευτική σιωπή. Επίσης
+και διά την τελετήν της Δήμητρος την οποίαν οι Έλληνες καλούσι
+θεσμοφόρια, μονολότι γνωρίζω και αυτήν, ας αναπαύεται όμως εν
+θρησκευτική σιωπή, πλην των μερών εκείνων τα οποία με είναι
+συγχωρημένον να είπω. Αι θυγατέρες του Δαναού έφερον την εορτήν
+ταύτην από την Αίγυπτον και την εδίδαξαν εις τας γυναίκας των
+Πελασγών· εχάθη όμως όταν η Πελοπόννησος εγένετο ανάστατος υπό των
+Δωριέων, μόνοι δε οι διασωθέντες και μη μεταναστεύσαντες εκ των
+Πελοποννησίων, οι Αρκάδες, διετήρησαν αυτήν.
+
+172. Καταστραφέντος δε τοιουτοτρόπως του Απρίου, εβασίλευσεν ο
+Άμασις (42) όστις ήτο εκ του νομού Σαΐτου και εγεννήθη εις την
+πόλιν ήτις καλείται Σιούφ. Και κατά πρώτον μεν οι Αιγύπτιοι
+περιεφρόνουν τον Άμασιν θεωρούντες αυτόν ως μικράς αξίας άνθρωπον,
+διότι πρότερον ήτο ιδιώτης και εξ οικογενείας αφανούς, αλλά
+κατόπιν ο Άμασις προσείλκυσεν αυτούς διά της ικανότητος και της
+συνέσεώς του. Είχε δε μεταξύ των απείρων θησαυρών του ποδονιπτήρα
+χρυσούν εις τον οποίον αυτός ο Άμασις και οι ομοτράπεζοι αυτού
+έπλυνον πάντοτε τους πόδας των. Τούτον τον ποδονιπτήρα συντρίψας
+τον μετεποίησεν εις άγαλμα θεού το οποίον έθεσεν εις το μάλλον
+κατάλληλον μέρος της πόλεως, οι δε Αιγύπτιοι, διερχόμενοι προ
+αυτού, τω προσέφερον μεγάλας τιμάς. Όταν ο Άμασις έμαθε τα
+συμβαίνοντα, συνεκάλεσε τους Αιγυπτίους και τοις εφανέρωσεν ότι το
+άγαλμα είχε κατασκευασθή εκ της λεκάνης εκείνης εντός της οποίας
+πρότερον ήμουν, ούρουν και έπλυνον τους πόδας εκείνοι οίτινες τώρα
+απέδιδον προς αυτήν τοιούτον άκρον σεβασμόν. Έπειτα, χωρίς να
+διακόψη τον λόγον του, προσέθηκεν ότι το ίδιον συνέβη και εις
+αυτόν, ότι εάν κατ' αρχάς έζησεν ως ιδιώτης, εγένετο όμως βασιλεύς
+των και καθήκον των ήτο να τον τιμώσι και να τον σέβωνται.
+Τοιουτοτρόπως λοιπόν προσείλκυσε τους Αιγυπτίους τόσον ώστε
+έκρινον ότι έπρεπε να υποτάσσωνται.
+
+173. Ιδού δε και με ποίαν τάξιν εκυβέρνα τα πράγματα· άμα
+εξημέρονε, μέχρι της ώρας καθ' ην η αγορά πληρούται ανθρώπων,
+διεξεπεραίου προθύμως τας υποθέσεις τας οποίας τω υπέβαλλον·
+έπειτα έπινεν, έσκωπτε τους συμπότας και εφαίνετο φιλοπαίγμων και
+μάταιος. Οι φίλοι δυσηρεστούντο διά ταύτα και τον συνεβούλευον
+λέγοντες τα εξής· «Ω βασιλεύ, δεν αρμόζει να ζης τοιουτοτρόπως
+εξευτελιζόμενος τόσον πολύ· έπρεπεν, ως άνθρωπος σεμνός και επί
+θρόνου σεμνού καθήμενος, να ενασχολήσαι δι' όλης της ημέρας εις
+υποθέσεις. Τοιουτοτρόπως δε και οι Αιγύπτιοι θα ανεγνώριζον ότι
+κυβερνώνται υπό μεγάλου ανδρός, και συ θα τους ήκουες να σε
+επαινώσι περισσότερον. Τώρα όμως ουδόλως φέρεσαι ως βασιλεύς.»
+Εκείνος δε τοις απεκρίθη ως εξής· «Όσοι έχουσι τόξον, τείνουσιν
+αυτό όταν θέλωσι να το μεταχειρισθώσι, και χαλαρούσιν αυτό αφού το
+μεταχειρισθώσι, διότι εάν έμενε πάντοτε τεταμένον θα εθραύετο και
+δεν θα ηδύναντο να το μεταχειρισθώσιν εν ανάγκη. Ούτω και ο
+άνθρωπος πρέπει να φείδεται της κράσεώς του, διότι εάν ασχολήται
+αδιακόπως εις τας υποθέσεις και δεν δίδη ολίγον χρόνον και εις τας
+διασκεδάσεις, δύναται να καταστή αίφνης ή μανιακός ή βλαξ. Τούτο
+και εγώ γινώσκων διαμοιράζω τον καιρόν μου μεταξύ των υποθέσεων
+και των ηδονών.» Ταύτα απεκρίθη προς τους φίλους.
+
+174. Λέγουσι δε ότι ο Άμασις, και ότε ακόμη ήτο απλούς ιδιώτης,
+ηγάπα πολύ να πίνη, να αστειεύεται, και ουδεμίαν κλίσιν είχε προς
+τα σπουδαία πράγματα. Όταν δε πίνων και τρυφών εξήντλει όσα είχε,
+τότε περιερχόμενος έκλεπτε. Πολλάκις εκείνοι οίτινες τον
+κατηγόρουν ότι έκλεψε τα πράγματά των, όταν ούτος ηρνείτο, τον
+έφερον εις το μαντείον του τόπου· και πολλάκις μεν εξηλέγχθη υπό
+των μαντείων, πολλάκις δε διέφυγεν. Άμα δε εγένετο βασιλεύς,
+έπραξε τα ακόλουθα· όσοι θεοί τον εκήρυξαν αθώον, τούτους ούτε
+ετίμα, ούτε τοις αφιέρωνε κανέν κόσμημα, ούτε εισήρχετο ποτέ εις
+τους ναούς των διά να θυσιάση εις θεούς τους οποίους εγνώρισεν ότι
+ήσαν ανάξιοι και ψευδείς εις τας μαντείας των· εξ εναντίας δε
+ετίμα μεγάλως εκείνους οίτινες τον κατεδίκασαν ως κλέπτην, θεωρών
+αυτούς ως θεούς δίδοντας χρησμούς αψευδείς.
+
+175. Και πρώτον μεν ήγειρεν εις τον ναόν της Αθηνάς, εις την Σάιν,
+θαυμαστά προπύλαια, υπερβαίνοντα κατά πολύ τα των προκατόχων του
+βασιλέων κατά τε την έκτασιν και το ύψος, και προσέτι κατά το
+μέγεθος και την ποιότητα των λίθων· έπειτα δε αφιέρωσεν αγάλματα
+μεγάλα και υπερμεγέθεις ανδρόσφιγγας, και τέλος μετέφερε διά τας
+επισκευάς του οικοδομήματος λίθους εκτάκτου μεγέθους. Εξ αυτών,
+άλλους μεν έφερον από τα πλησίον της Μέμφιδος λατομεία, άλλους δε,
+τους μεγαλειτέρους, από την πόλιν Ελεφαντίνην, απέχουσαν από την
+Σάιν πλέον των είκοσιν ημερών πλουν. Εκείνο όμως το όποιον θαυμάζω
+περισσότερον από όλα είναι το εξής· μετεκόμισεν από την
+Ελεφαντίνην έν οίκημα μονόλιθον, το οποίον τρισχίλιοι άνθρωποι
+διαταχθέντες επί τούτω και όντες όλοι κυβερνήται εδαπάνησαν τρία
+έτη διά να μεταφέρωσι. Του οικήματος τούτου το μεν εξωτερικόν
+μήκος είναι πήχεις είκοσι και είς, το δε πλάτος δεκατέσσαρες, και
+το ύψος οκτώ. Και αυτά μεν είναι τα εξωτερικά μέτρα του μονολίθου
+οικήματος· έσωθεν δε το μεν μήκος είναι δεκαοκτώ πήχεις και είκοσι
+δάκτυλοι, το δε πλάτος δώδεκα πήχεις, και το ύψος πέντε. Το οίκημα
+ευρίσκεται εις την είσοδον του ιερού, λέγουσι δε ότι δεν το έσυρον
+εντός διά την ακόλουθον αιτίαν ότε το έσυρον, ο αρχιτέκτων,
+αγανακτών και διά το επίπονον της εργασίας και διά τον πολύν
+χρόνον όστις κατηναλίσκετο, ήρχισε να στενάζη· ο δε Άμασις εκλαβών
+τούτο ως κακόν σημείον, δεν άφησε να σύρωσι το οίκημα
+περισσότερον· άλλοι λέγουσιν ότι είς των περί τους μοχλούς
+εργαζομένων κατεπλακώθη υπό τα οίκημα, και ότι από της στιγμής
+εκείνης έπαυσαν να το κινώσιν.
+
+176. Αφιέρωσε προσέτι ο Άμασις εις όλους τους άλλους διασήμους
+ναούς έργα αξιοθαύμαστα διά το μέγεθος αυτών, και μεταξύ άλλων εις
+την Μέμφιν το κολοσσιαίον άγαλμα το κεκλιμένον προ του ναού του
+Ηφαίστου το οποίον έχει μήκος εβδομήκοντα πέντε ποδών. Εις το
+ίδιον δε βάθρον είναι εστημένοι δύο κολοσσοί εκ λίθου Αιθιοπικού,
+είκοσι ποδών το ύψος έκαστος, ο είς εις το έν μέρος και ο έτερος
+εις το άλλο. Υπάρχει επίσης και εις την Σάιν μέγα άγαλμα λίθινον
+κεκλιμένον κατά τον αυτόν τρόπον ως το εν τη Μέμφιδι. Τέλος ο
+Άμασις έκτισε και τον εις την Μέμφιν μέγιστον και
+μεγαλοπρεπέστατον ναόν της Ίσιδος.
+
+177. Λέγουσι δε ότι επί του βασιλέως Αμάσιος η Αίγυπτος ευτύχησε
+πολύ και καθ' όσον απαιτείται από τον ποταμόν διά την ευφορίαν της
+γης και καθόσον απαιτείται από την γην διά την ευτυχίαν των
+ανθρώπων· και ηριθμούντο τότε εις την Αίγυπτον είκοσι χιλιάδες
+πόλεις. Ο Άμασις είναι ο καταστήσας τον νόμον όστις υποχρεοί πάντα
+Αιγύπτιον να δεικνύη κατ' έτος εις τον νομάρχην του πόθεν
+πορίζεται τα προς το ζην, και εάν δεν κάμη τούτο, εάν δεν αποδείξη
+ότι οι πόροι του είναι νόμιμοι, να τιμωρήται με θάνατον. Λαβών τον
+νόμον τούτον από την Αίγυπτον ο Σόλων ο Αθηναίος, τον επέβαλεν εις
+τους συμπολίτας του, οίτινες τον διατηρούσιν ακόμη και τον
+θεωρούσιν άμεμπτον.
+
+178. Ο Άμασις ήτο φιλέλλην· τουλάχιστον υπεδέχθη ευνοϊκώς τινάς εξ
+αυτών και έδωκε προς κατοικίαν εκείνων μεν οίτινες ήρχοντο εις την
+Αίγυπτον την πόλιν Ναύκρατιν· εις εκείνους δε οίτινες δεν είχον
+σκοπόν να διαμείνωσιν εκεί οριστικώς, αλλ' ήρχοντο χάριν εμπορίου,
+έδωκε τόπους διά να ιδρύσωσι βωμούς και ναούς εις τους θεούς. Το
+μέγιστον λοιπόν τέμενος αυτών, το ονομαστότατον, το μάλλον
+συχναζόμενον, ήτο το καλούμενον Ελλήνιον, το οποίον εκτίσθη από
+κοινού υπό των Ιώνων της Χίου, της Τέω, της Κνίδου, της Φωκαίας
+και των Κλαζομενών, υπό των Δωριέων της Ρόδου, της Κνίδου, της
+Αλικαρνασσού και της Φασήλιδος, και υπό των Αιτωλών μόνης της
+Μυτιλήνης. Ο ναός ούτος ανήκει εις όλας τας πόλεις ταύτας και
+αύται δίδουσι τους προστάτας των εμπορικών υποθέσεων. Όσαι δε
+άλλαι πόλεις αντιποιούνται την συμμετοχήν, ουδέν δικαίωμα έχουσιν
+εις τούτο. Πλην τούτου οι Αιγινήται έκτισαν αυτοί μόνοι τον ναόν
+του Διός, οι Σάμιοι τον της Ήρας, και οι Μιλήσιοι τον του
+Απόλλωνος.
+
+179. Ήτο δε άλλοτε η Ναύκρατις το μόνον εμπόριον της Αιγύπτου, και
+δεν υπήρχεν άλλο ουδαμού. Εάν τις ήθελεν υπάγει εις κανέν άλλο
+στόμα του Νείλου, έπρεπε να ορκισθή ότι δεν υπήγεν εκουσίως. Μετά
+τον όρκον δε τούτον έπρεπε να πλεύση, με το ίδιον πλοίον εις το
+Κανωβικόν στόμα. Εάν οι εναντίοι άνεμοι τον εμπόδιζον, τότε τον
+ηνάγκαζον να μεταφέρη το φορτίον του διά λέμβων περί το Δέλτα
+μέχρι της Ναυκράτιος. Τόσην τιμήν λοιπόν είχεν η Ναύκρατις.
+
+180. Όταν δε οι Αμφικτύονες εμίσθωσαν τον ναόν όστις σήμερον είναι
+εις τους Δελφούς όπως ανακτίσωσιν αυτόν διά τριακοσίων ταλάντων,
+επειδή ο παλαιός είχε κατακαή αυτομάτως, εις τους Δελφούς επεβλήθη
+να δώσωσι το τεταρτημόριον του μισθώματος τούτου. Περιφερόμενοι
+λοιπόν οι Δελφοί από πόλεως εις πόλιν εσύναζον συνδρομάς· τούτο δε
+ποιούντες έλαβον ουκ ολίγας και από την Αίγυπτον, διότι ο μεν
+Άμασις τοις έδωκε χιλίων ταλάντων στυπτηρίαν, οι δε κατοικούντες
+εις την Αίγυπτον είκοσι μνας αργυράς.
+
+181. Με τους Κυρηναίους δε ο Άμασις συνήψε συνθήκην φιλίας και
+συμμαχίας και απεφάσισε να λάβη γυναίκα από αυτούς, είτε διότι
+επεθύμει να νυμφευθή Ελληνίδα είτε διά φιλίαν προς τους
+Κυρηναίους. Έλαβε λοιπόν γυναίκα κατ' άλλους μεν του Βάττου, κατ'
+άλλους δε του Αρκεσιλάου την θυγατέρα και κατ' άλλους του
+Κριτοβούλου, ανδρός σημαντικού μεταξύ των πολιτών, ης το όνομα ήτο
+Λαδίκη. Μετ' αυτής όμως συγκατακλινόμενος ο Άμασις δεν ηδύνατο να
+μιγή, μολονότι μετεχειρίζετο τας άλλας γυναίκας. Επειδή δε τούτο
+συνέβη πολλάκις, ο Άμασις είπε προς την Λαδίκην· «Ω γύναι, βεβαίως
+θα με έδωκες φάρμακον και δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγης τον
+φρικωδέστερον θάνατον τον οποίον υπέστη ποτέ γυνή.» Η δε Λαδίκη,
+επειδή με όλας τας αρνήσεις της ο Άμασις δεν κατεπραΰνετο, έταξεν
+εις την Αφροδίτην, εάν ο Άμασις κατορθώση να μιγή μετ' αυτής
+εκείνην την νύκτα, (διότι μόνον δι' αυτού του μέσου ηδύνατο να
+σωθή) να πέμψη εις την Κυρήνην άγαλμα χρυσούν. Μετά την ευχήν
+αμέσως εμίγη μετ' αυτής ο Άμασις και από της στιγμής εκείνης
+επετύγχανεν οσάκις την επλησίαζε, και την ηγάπησε πολύ. Η δε
+Λαδίκη εξεπλήρωσε την ευχήν της προς την θεάν, διέταξε να
+κατασκευάσωσι το άγαλμα και το έπεμψεν εις την Κυρήνην όπου και
+εσώζετο μέχρι των ημερών μου και ήτο εστημένον έξω της πόλεως.
+Ταύτην την Λαδίκην, όταν ο Καμβύσης εγένετο κύριος της Αιγύπτου
+και έμαθε παρά τη ιδίας ποία ήτο, την έπεμψεν αβλαβή εις την
+Κυρήνην.
+
+182. Ο Άμασις αφιέρωσε και εις την Ελλάδα αφιερώματα· εις μεν την
+Κυρήνην άγαλμα της Αθηνάς επίχρυσον και την εικόνα του
+εζωγραφημένην, εις δε την Αθηνάν της Λίνδου δύο αγάλματα λίθινα
+και ένα θώρακα λινούν αξιοθέατον· προσέτι δε εις την εν Σάμω Ήραν
+δύο εικόνας του ξυλίνας, αίτινες επί των ημερών μου ήσαν εις τον
+μεγάλον ναόν, όπισθεν της θύρας. Και εις μεν την Σάμον έπεμψε τα
+αφιερώματα ταύτα εκ φιλίας προς τον υιόν του Αιάκους Πολυκράτη,
+εις δε την Λίνδον ουχί διά φιλίαν προς την πόλιν ταύτην, αλλά
+διότι, ως λέγεται, ο ναός της Αθηνάς εκτίσθη εκεί υπό των
+θυγατέρων του Δαναού, αίτινες εσταμάτησαν εκεί φεύγουσαι τους
+υιούς του Αιγύπτου. Ταύτα είναι τα αναθήματα του Αμάσιος. Πρώτος
+δε αυτός εκυρίευσε την Κύπρον και την καθυπέβαλεν εις φόρον.
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ
+
+
+
+
+Θ Α Λ Ε Ι Α
+
+
+
+1. Κατά του Αμάσιος τούτου εστράτευσεν ο υιός του Κύρου Καμβύσης,
+έχων μεθ' εαυτού εκ των Ελλήνων τους Ίωνας και τους Αιολείς, εκτός
+εκείνων των λαών επί των οποίων εβασίλευεν. Αιτία δε της στρατείας
+ταύτης ήτο η ακόλουθος· πέμψας ο Καμβύσης κήρυκα εις την Αίγυπτον
+εζήτει την θυγατέρα του Αμάσιος· την εζήτει δε κατά συμβουλήν
+Αιγυπτίου τινός ωργισμένου κατά του Αμάσιος, διότι από όλους τους
+ιατρούς τους ευρισκομένους εις την Αίγυπτον αυτόν απέσπασεν από
+την γυναίκα του και τα παιδία του διά να τον παραδώση εις τους
+Πέρσας, όταν ήλθον απεσταλμένοι του Κύρου διά να ζητήσωσιν ιατρόν
+οφθαλμών τον άριστον των της Αιγύπτου. Μνησικακών διά την αιτίαν
+ταύτην παρεκίνησε διά των συμβουλών του τον Καμβύσην να ζητήση την
+θυγατέρα του Αμάσιος, με τον σκοπόν, εάν μεν την δώση, να τον
+λυπήση, εάν δε δεν την δώση να τον καταστήση εχθρόν του Καμβύσου.
+Ο δε Άμασις, στενοχωρούμενος ήδη διά την δύναμιν των Περσών και
+φοβούμενος ενταυτώ, δεν ετόλμα μήτε να την δώση μήτε να την
+αρνηθή· άλλως τε δε δεν ηγνόει ότι ο Καμβύσης ήθελε να την έχη
+ουχί γυναίκα αλλά παλλακίδα του. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος έπραξε
+το εξής· υπήρχε θυγάτηρ τις του προτέρου βασιλέως Απρίου, υψηλού
+αναστήματος και ωραία, η μόνη ήτις είχε μείνει από την οικογένειαν
+ταύτην και ήτις εκαλείτο Νίτητις. Αυτήν την κόρην κοσμήσας ο
+Άμασις με ενδύματα και χρυσόν, την έπεμψεν εις τους Πέρσας ως
+ιδίαν του θυγατέρα. Μετά τινα χρόνον χαιρετίζων αυτήν ο Καμβύσης
+την προσηγόρευσε θυγατέρα του Αμάσιος· τότε η Νίτητις τω είπεν· «Ω
+βασιλεύ, δεν βλέπεις ότι ηπατήθης από τον Άμασιν όστις κοσμήσας
+πολυτελώς με έπεμψε και με έδωκεν εις σε ως θυγατέρα του, εμέ ήτις
+αληθώς είμαι θυγάτηρ του Απρίου, άλλοτε αυθέντου του, τον οποίον
+αυτός και οι επαναστατήσαντες Αιγύπτιοι εφόνευσαν.» Οι λόγοι
+ούτοι, καθώς και αυτό τούτο το γεγονός, έπεισαν τον Καμβύσην υιόν
+του Κύρου, μεγάλως οργισθέντα, να στρατεύση κατά της Αιγύπτου. Και
+ταύτα μεν λέγουσιν οι Πέρσαι.
+
+2. Οι δε Αιγύπτιοι εξ εναντίας οικειοποιούνται τον Καμβύσην,
+αξιούντες ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός ταύτης του Απρίου. Κατ'
+αυτούς, ουχί ο Καμβύσης, αλλ' ο Κύρος εζήτησε την θυγατέρα του
+Αμάσιος. Λέγοντες όμως ταύτα, πολύ απομακρύνονται της αληθείας·
+ούτε λανθάνει αυτούς (καθότι ουδείς γνωρίζει καλλίτερον από τους
+Αιγυπτίους τα έθιμα των Περσών) πρώτον μεν ότι ο νόμος δεν
+επιτρέπει να βασιλεύση νόθος, υπάρχοντος νομίμου υιού· δεύτερον
+ότι ο Καμβύσης ήτο υιός της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου,
+ενός των Αχαιμενιδών, και όχι γυναικός Αιγυπτίας. Επίτηδες όμως
+αλλοιούσι τα γεγονότα διά να φανώσιν ότι συγγενεύουσι με την
+οικογένειαν του Κύρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσι.
+
+3. Λέγουσιν ακόμη και την ακόλουθον ιστορίαν, κατ' εμέ απίστευτον.
+Γυνή τις Περσίς, εισελθούσα εις τας γυναίκας του Κύρου είδε περί
+την Κασσανδάνην τα παιδία της τα οποία ήσαν ευειδή και μεγάλα·
+καταληφθείσα δε υπό θαυμασμού, επήνει αυτά. Τότε η Κασσανδάνη,
+ήτις ήτο σύζυγος του Κύρου, τη είπε· «Μολονότι είμαι μήτηρ
+τοιούτων παιδιών, ο Κύρος με περιφρονεί και τιμά εκείνην την
+οποίαν έλαβεν από την Αίγυπτον.» Ταύτα είπεν η Κασσανδάνη
+ζηλοτυπούσα την Νίτητιν· αλλ' ο Καμβύσης ο πρεσβύτερος των υιών
+της, απεκρίθη· «Μήτερ, όταν γίνω ανήρ, όλην την Αίγυπτον θα φέρω
+άνω κάτω.» Τους λόγους τούτους είπεν ο Καμβύσης μόλις δεκαετής ων
+και αι γυναίκες εθαύμασαν· τούτο δε ενθυμούμενος, άμα ηνδρώθη και
+έλαβε την βασιλείαν, εστράτευσε κατά της Αιγύπτου.
+
+4. Περίστασις δε την οποίαν θέλω αναφέρει συνετέλεσε κάπως εις την
+επιτυχίαν της εισβολής. Μεταξύ των επικούρων του Αμάσιος υπήρχεν
+άνθρωπός τις γεννηθείς εις Αλικαρνασσόν, ονόματι Φάνης, ικανός
+σύμβουλος και ανδρείος πολεμιστής. Ο Φάνης ούτος, πειραχθείς διά
+τινα αιτίαν κατά του Αμάσιος, έφυγεν εκ της Αιγύπτου διά θαλάσσης
+με σκοπόν να συνδιαλεχθή με τον Καμβύσην. Επειδή δε ήτο άνθρωπος
+με μεγάλην βαρύτητα μεταξύ των επικούρων και είχεν ακριβεστάτας
+πληροφορίας περί των πραγμάτων της Αιγύπτου, έπεμψε κατόπιν του ο
+Άμασις προθυμοποιούμενος να τον συλλάβη· προς τούτο δε επεφόρτισε
+τον πιστότατον των ευνούχων του δους αυτώ τριήρη. Ο ευνούχος τον
+έφθασεν εις την Λυκίαν· αλλ' αφού τον συνέλαβε δεν τον έφερεν εις
+την Αίγυπτον, διότι ο Φάνης τον ηπάτησε με τας πανουργίας του,
+εμέθυσε τους φύλακάς του και έφυγεν εις τους Πέρσας· Φθάσας εις
+τον Καμβύσην τον εύρεν ενασχολούμενον εις τας ετοιμασίας του
+πολέμου και απορούντα ποίαν οδόν να λάβη διά να διέλθη την έρημον.
+Τότε ο Φάνης τον επληροφόρησε περί της καταστάσεως του Αμάσιος, τω
+υπέδειξε την καλλιτέραν οδόν και τον συνεβούλευσε να ζητήση από
+τον βασιλέα των Αραβίων δίοδον και ασφάλειαν.
+
+5. Γνωστόν ότι μόνον εκ τούτου του μέρους δύναταί τις να εισβάλη
+εις την Αίγυπτον, διότι από της Φοινίκης μέχρι των συνόρων της
+Καδύτιος, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους της Παλαιστίνης, και από
+της Καδύτιος (πόλεως ήτις ως νομίζω δεν είναι μικροτέρα των
+Σάρδεων) μέχρι της Ιηνύσου τα παραθαλάσσια εμπόρια ανήκουσιν εις
+την Αραβίαν· πάλιν δε από της Ιηνύσου μέχρι της λίμνης Σερβωνίδος,
+κατά μήκος της οποίας το Κάσιον όρος καταβαίνει έως εις την
+θάλασσαν, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους· η δε Αίγυπτος αρχίζει από
+την λίμνην ταύτην Σερβωνίδα όπου λέγουσιν ότι εκρύφθη ο Τυφών. Το
+μεταξύ της πόλεως Ιηνύσου, του όρους Κασίου και της λίμνης
+Σερβωνίδος, όπερ δεν είναι ολίγον, αλλ' έως τριών ημερών οδός,
+είναι καθ' υπερβολήν ξηρόν.
+
+6. Θα αναφέρω ενταύθα εκείνο το οποίον ολίγοι εκ των ελθόντων διά
+θαλάσσης εις την Αίγυπτον παρετήρησαν. Εξ όλης της Ελλάδος και
+προς τούτοις εκ της Φοινίκης δις του έτους κομίζονται εις την
+Αίγυπτον πήλινα αγγεία πλήρη οίνου· και εν τούτοις αφού κενωθώσι
+τα αγγεία ταύτα, μολονότι τόσα πολλά, δεν βλέπει τις πλέον μήτε
+έν. Πού λοιπόν δαπανώνται; δύναταί τις να ερωτήση. Εγώ θα το είπω.
+Ο δήμαρχος εκάστης πόλεως είναι υποχρεωμένος να συνάζη όλα τα
+πήλινα αγγεία και να τα στέλλη εις την Μέμφιν, εκείθεν δε,
+πληρούμενα ύδατος, στέλλονται εις την έρημον της Συρίας.
+Τοιουτοτρόπως όλα τα εις την Αίγυπτον ερχόμενα και αποβιβαζόμενα
+αγγεία κομίζονται εις την Συρίαν όπως και τα προ αυτών.
+
+7. Πρώτοι οι Πέρσαι, αφότου εγένοντο κύριοι της Αιγύπτου,
+ευκόλυναν διά του τρόπου τούτου την εις την Αίγυπτον είσοδον
+πληρούντες με ύδωρ τα αγγεία και πέμποντες αυτά εις την έρημον.
+Τότε όμως, επειδή δεν υπήρχεν ακόμη η προμήθεια αύτη του ύδατος, ο
+Καμβύσης, αφού ήκουσε τον ξένον Αλικαρνασσέα, έπεμψεν
+απεσταλμένους προς τον Αράβιον, και ζητήσας έλαβεν υπόσχεσιν
+ασφαλείας, δους και δεχθείς παρ' αυτού εχέγγυα πίστεως.
+
+8. Οι δε Αράβιοι πλειότερον παντός άλλου λαού σέβονται τας
+συνθήκας των· κάμνουσι δε αυτάς ως εξής. Όταν τινές θέλουσι να
+δώσωσιν αμοιβαίον όρκον, τρίτος τις άλλος άνθρωπος ιστάμενος εν τω
+μέσω αυτών χαράττει με λίθον οξύν πλησίον των μεγάλων δακτύλων το
+μήλον της χειρός των ορκιζομένων, λαμβάνων δε έπειτα ολίγον χνουν
+εκ του ιματίου αυτών τον βρέχει με αίμα και αλείφει επτά λίθους
+τεθειμένους εκεί. Ταύτα πράττων επικαλείται τον Διόνυσον και την
+Ουρανίαν Αφροδίτην. Μετά το πέρας δε των διατυπώσεων τούτων,
+εκείνος όστις ωρκίσθη παρουσιάζει εις τους φίλους του τον ξένον ή
+τον πολίτην, εάν μετά πολίτου ωρκίσθη, και οι φίλοι κρίνουσι
+δίκαιον να σέβωνται και αυτοί τας πίστεις ταύτας. Νομίζουσι δε ότι
+μόνοι θεοί είναι ο Διόνυσος και η Αφροδίτη, και λέγουσιν ότι
+κείρουσι τας τρίχας της κεφαλής των ως και ο Διόνυσος· τας
+κόπτουσι δε κυκλοτερώς και ξυρίζουσι το άνω μέρος των κροτάφων.
+Ονομάζουσι δε τον μεν Απόλλωνα Οροτάλ, την δε Αφροδίτην Αλιλάτ.
+
+9. Αφού ο Αράβιος έκαμε συνθήκας με τους απεσταλμένους του
+Καμβύσου, ιδού τι εμηχανεύθη· εγέμισε με ύδωρ ασκούς
+κατεσκευασμένους από δέρματα καμήλων και τους εφόρτωσεν επί
+ζωντανών καμήλων τας οποίας έφερεν εις την έρημον όπου περιέμεινε
+τον στρατόν του Καμβύσου. Και τούτο μεν είναι το μάλλον πιθανόν εξ
+όσων διηγούνται· πρέπει όμως να αναφέρω και το ολιγώτερον πιθανόν,
+καθότι λέγουσι και τούτο. Υπάρχει εις την Αραβίαν μέγας ποταμός
+όστις καλείται Κόρυς και χύνεται εις την Ερυθράν λεγομένην
+θάλασσαν. Εκ του ποταμού τούτου λοιπόν λέγουσιν ότι ο βασιλεύς των
+Αραβίων έφερε το ύδωρ εις την έρημον διά μακροτάτου οχετού εκ
+βοείων δερμάτων ακατεργάστων και άλλων δερμάτων ερραμμένων ομού,
+όστις έληγεν εις μεγάλας δεξαμενάς, ορυχθείσας όπως δέχωνται και
+διαφυλάττωσι το ύδωρ. Από του ποταμού δε μέχρι της ερήμου είναι
+δώδεκα ημερών πορεία, και τρεις οχετοί δευτερεύοντες έφερον ως
+λέγεται το ύδωρ εις τρία διάφορα μέρη.
+
+10. Ο δε υιός του Αμάσιος Ψαμμήνιτος, εστρατοπεδευμένος εις το
+Πηλούσιον στόμα του Νείλου, περιέμενε τον Καμβύσην· καθότι ούτος,
+όταν εστράτευσε κατά της Αιγύπτου, δεν εύρε ζώντα τον αντίπαλόν
+του όστις απέθανεν αφού εβασίλευσε τεσσαράκοντα και τέσσαρα έτη
+κατά τα οποία δεν υπέστη μεγάλην τινά συμφοράν. Ταριχευθέίς δε
+ετάφη εις τον εντός του ιερού τάφου τον οποίον αυτός έκτισεν. Επί
+της βασιλείας του υιού του Ψαμμηνίτου μέγιστον θαύμα εγένετο εις
+την Αίγυπτον· βροχή έπεσεν εις τας Αιγυπτίας Θήβας, όπου ουδέποτε
+έβρεξεν ούτε πρότερον ούτε έπειτα μέχρι της εποχής μου, ως
+λέγουσιν αυτοί οι Θηβαίοι. Τωόντι ποσώς δεν βρέχει εις την άνω
+Αίγυπτον, και τότε ολίγαι μόνον ψεκάδες έπεσον.
+
+11. Όταν οι Πέρσαι διαπεράσαντες την έρημον εστρατοπεδεύσαντο
+απέναντι των Αιγυπτίων και ητοιμάζοντο να συμπλακώσι, τότε οι
+επίκουροι του Ψαμμηνίτου, όντες Έλληνες και Κάρες, ωργισμένοι κατά
+του Φάνητος διότι ωδήγει κατά της Αιγύπτου στρατόν ξενικόν, τον
+ετιμώρησαν σκληρώς. Ο Φάνης είχεν αφήσει εις την Αίγυπτον τα
+παιδία του· αυτά τα παιδία αγαγόντες εις το στρατόπεδον και εις
+θέσιν ώστε να δύναται να τα βλέπη ο πατήρ, έστησαν κρατήρα μεταξύ
+των δύο στρατευμάτων έπειτα, λαμβάνοντες το έν μετά το άλλο, τα
+έσφαζον άνωθεν του κρατήρος και αφού εσφάγησαν όλα έχυσαν εις το
+αίμα των ύδωρ και οίνον. Πιόντες εκ του κράματος τούτου όλοι οι
+επίκουροι, συνεπλάκησαν. Μάχης δε γενομένης κρατεράς και πεσόντων
+πολλών εξ αμφοτέρων των στρατοπέδων, ετράπησαν εις φυγήν οι
+Αιγύπτιοι (43).
+
+12. Είδον εκεί θαύμα μέγα το οποίον μοι εξήγησαν οι κάτοικοι. Τα
+οστά εκείνων οίτινες εκατέρωθεν εφονεύθησαν εν τη μάχη εκείνη,
+κείνται κεχωρισμένα (τα των Περσών αφ' ενός, τα των Αιγυπτίων αφ'
+ετέρου, εις την αυτήν απόστασιν ην είχον πριν έλθωσιν εις χείρας),
+και τα κρανία των Περσών είναι τόσον αδύνατα ώστε εάν θέλης να τα
+κτυπήσης με έν μόνον μικρόν χαλίκιον, τα διατρυπάς· εξ εναντίας τα
+των Αιγυπτίων είναι τόσον σκληρά ώστε δυσκόλως θα τα συνέτριβες
+εάν τα εκτύπας με μεγάλην πέτραν. Μοι είπον την αιτίαν τούτου, και
+δεν εδυσκολεύθην να τους πιστεύσω· οι Αιγύπτιοι εκ παιδικής
+ηλικίας αρχίζουσι να ξυρίζωσι την κεφαλήν, και το κρανίον των
+σκληρύνεται υπό της επιρροής του ηλίου· η αυτή αιτία προφυλάττει
+αυτούς από του να γίνωνται φαλακροί, και τωόντι ουδαμού αλλαχού
+υπάρχουσιν ολιγώτεροι φαλακροί ή εις την Αίγυπτον. Ιδού λοιπόν
+διατί το κρανίον των είναι τόσον σκληρόν. Τουναντίον δε το των
+Περσών είναι απαλόν διότι μένουσιν εις την σκιάν εκ νεαράς ηλικίας
+και φέρουσιν επί της κεφαλής τιάρας μαλλίνους. Είδον ταύτα ως
+είναι και έκαμον την αυτήν παρατήρησιν και εις την Πάπρημιν επί
+των οστών εκείνων οίτινες μετά του Αχαιμένους του υιού του Δαρείου
+εφονεύθησαν υπό του Λίβυος Ινάρου.
+
+13. Διασπασθέντες οι Αιγύπτιοι, έφυγον εν αταξία. Όταν δε
+εκλείσθησαν εις την Μέμφιν, έπεμψεν εις αυτούς ο Καμβύσης διά του
+ποταμού πλοίον Μυτιληναίον με κήρυκα Πέρσην διά να τοις προτείνη
+να παραδοθώσι διά συνθήκης. Αυτοί όμως άμα είδον το πλοίον
+εισελθόν εις την Μέμφιν, ώρμησαν όλοι έξω του τείχους, κατέστρεψαν
+το πλοίον, εκρεούργησαν τους άνδρας και τους έφερον εις το τείχος.
+Και οι μεν Αιγύπτιοι μετά ταύτα πολιορκηθέντες παρεδόθησαν επί
+τέλους, οι δε γείτονες των Λίβυες, φοβηθέντες μη πάθωσι τα αυτά,
+παρεδόθησαν αμαχητί, υπεσχέθησαν να τελώσι φόρον και έπεμψαν δώρα.
+Επίσης και οι Κυρηναίοι και οι Βαρκαίοι, φοβηθέντες ως οι Λίβυες,
+έπραξαν το αυτό. Ο δε Καμβύσης εδέχθη μεν φιλοφρόνως τα δώρα των
+Λιβύων, κατεφρόνησεν όμως τα των Κυρηναίων καθότι ήσαν κατώτερα,
+ως εγώ φρονώ. Και τωόντι οι Κυρηναίοι δεν έπεμψαν ειμή πεντακοσίας
+μνας αργυράς. Ο Καμβύσης λοιπόν λαβών με τας χείρας του τα
+νομίσματά των τα διέσπειρεν εις τον στρατόν.
+
+14. Την δεκάτην ημέραν αφ' ης εκυρίευσε την Μέμφιν ο Καμβύσης,
+εκάθισε προς περιφρόνησιν είς τι προάστειον μετ' άλλων Αιγυπτίων
+τον βασιλέα Ψαμμήνιτον βασιλεύσαντα έξ μήνας μόνον και εδοκίμαζε
+την γενναιότητα της ψυχής αυτού διά του ακολούθου τρόπου. Ενδύσας
+την θυγατέρα του με ενδύματα δούλης την έπεμψε με στάμνον εις την
+χείρα διά να φέρη ύδωρ· μετ' αυτής δε συναπέστειλε και άλλας
+παρθένους τας οποίας εξελέξατο μεταξύ των Θυγατέρων των πρώτων
+ανδρών του τόπου, όλας ενδεδυμένας ως η θυγάτηρ του βασιλέως. Ενώ
+δε διήρχοντο προ των πατέρων των κλαίουσαι και βοώσαι, οι μεν
+εβόων και έκλαιον βλέποντες την ταπείνωσιν των τέκνων των, ο δε
+Ψαμμήνιτος, μολονότι είδε και εγνώρισε την θυγατέρα του, ουδέν
+άλλο έπραξεν ή να ταπεινώση τα βλέμματα του προς την γην. Αφού
+διήλθαν αι υδροφόροι, έπεμψεν έπειτα ο Καμβύσης τον υιόν του
+Ψαμμηνίτου με άλλους δισχιλίους Αιγυπτίους, έχοντας την αυτήν
+ηλικίαν, δεδεμένους με σχοινιά από τον λαιμόν και χαλινωμένους από
+το στόμα· τους απήγον δε διά να τους θανατώσωσι προς εκδίκησιν των
+Μιτυληναίων οίτινες απώλοντο εις την Μέμφιν αυτοί και το πλοίον
+των. Τοιαύτη ήτο η απόφασις των βασιλικών δικαστών δι' ένα έκαστον
+Έλληνα να θανατωθώσι δέκα Αιγύπτιοι εκ των πρώτων. Ο Ψαμμήνιτος
+είδε και τούτους διαβαίνοντας και έμαθεν ότι απήγον και τον υιόν
+του διά να τον θανατώσωσιν· ενώ δε οι περικαθήμενοι Αιγύπτιοι
+έκλαιον και ελυπούντο, αυτός έπραξεν ό,τι είχε πράξει ότε διέβη η
+θυγάτηρ του. Μόλις διέβησαν οι νέοι, και άνθρωπός τις, ομοτράπεζός
+του τρόπον τινά, πρεσβύτερος αυτού κατά την ηλικίαν, όστις αφού
+έχασε την περιουσίαν του και δεν είχε πλέον ειμή ό,τι έχουσιν οι
+πτωχοί περιήρχετο επαιτών εις τον στρατόν, συνέβη να διέλθη προ
+του Ψαμμηνίτου και των εις το προάστειον συγκαθημένων Αιγυπτίων.
+Άμα τον είδεν ο Ψαμμήνιτος, έκλαυσε πολύ, εκάλεσε τον φίλον του
+ονομαστί και εκτύπησε την κεφαλήν. Ήσαν δε εκεί φύλακες οίτινες
+ειδοποίουν τον Καμβύσην ό,τι έπραττεν ο Ψαμμήνιτος εις εκάστην
+έξοδον. Εκπλαγείς ο Καμβύσης δι' όσα ήκουσεν, έπεμψεν άγγελον και
+τον ηρώτησεν ως ακολούθως· «Ο δεσπότης Καμβύσης, ω Ψαμμήνιτε, σε
+ερωτά διατί, βλέπων την θυγατέρα σου ταλαιπωρουμένην και τον υιόν
+σου φερόμενον εις θάνατον, ούτε ανεβόησας, ούτε έκλαυσας, ενώ
+εξεναντίας ετίμησας άνθρωπον πτωχόν, όστις, ως μανθάνει παρ'
+άλλων, ουδεμίαν συγγένειαν έχει μετά σου;» Ταύτα είπεν ο
+απεσταλμένος, ιδού δε τι απεκρίθη ο Ψαμμήνιτος· «ω υιέ του Κύρου,
+αι ίδιαί μου δυστυχίαι είναι μεγαλείτεραι ή ώστε να κλαύση τις, η
+δυστυχία όμως του φίλου μου ήτο αξία δακρύων, διότι από τον
+πλούτον και την ευδαιμονίαν περιέπεσεν εις την ένδειαν φθάσας εις
+τον ουδόν του γήρατος.» Οι λόγοι ούτοι διαβιβασθέντες εις τον
+Καμβύσην εφάνησαν ορθότατοι. Προσθέτουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι ο
+Κροίσος, όστις έτυχε να ακολουθή τον Καμβύσην εις την Αίγυπτον,
+εδάκρυσε και αυτός, εδάκρυσαν δε και όλοι οι παρευρεθέντες Πέρσαι.
+Αυτός δε ο Καμβύσης εκινήθη εις οίκτον και αμέσως διέταξε και τον
+υιόν του να σώσωσιν εξαιρούντες αυτόν από τους άλλους καταδίκους
+και τον Ψαμμήνιτον να λάβωσιν από το προάστειον και να τον φέρωσιν
+εις την οικίαν του.
+
+15. Αλλά τον μεν υιόν δεν εύρον ζώντα οι απεσταλμένοι, διότι είχε
+κατακοπή πρώτος, τον δε Ψαμμήνιτον λαβόντες έφερον προς τον
+Καμβύσην ένθα του λοιπού διητάτο εν πλήρει ανέσει. Εάν μάλιστα δεν
+τον υπώπτευον ότι ερραδιούργει, θα ελάμβανε πάλιν την διοίκησιν
+των υποθέσεων της Αιγύπτου ως επίτροπος, καθότι οι Πέρσαι
+συνειθίζουσι να τιμώσι τους υιούς των βασιλέων, τόσον ώστε και αν
+αποστατήσωσιν οι γονείς, αποδίδουσιν εις τους παίδας την αρχήν.
+Ότι έχουσι την συνήθειαν ταύτην δύναται τις να κρίνη εκ πολλών
+παραδειγμάτων και προσέτι εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν
+του Λίβυος Ινάρου Θαννύραν όστις έλαβε πάλιν την αρχήν την οποίαν
+είχεν ο πατήρ του, και εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν
+του Αμυρταίου Παύσιριν όστις και αυτός έλαβε πάλιν την αρχήν του
+πατρός του. Εν τούτοις ουδείς έβλαψε τόσον τους Πέρσας όσον ο
+Ίναρος και ο Αμυρταίος. Αλλ' ο Ψαμμήνιτος, κακά μηχανώμενος, έλαβε
+τον μισθόν· διότι φωραθείς ενώ εζήτει να επαναστατήση τους
+Αιγυπτίους και βλέπων ότι ανεκαλύφθη υπό του Καμβύσου, έπιεν αίμα
+ταύρου και απέθανεν αμέσως. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ετελεύτησεν
+ούτος.
+
+16. Ο δε Καμβύσης εκ της Μέμφιος ήλθεν εις την πόλιν Σάιν σκοπεύων
+να πράξη όσα και έπραξε· διότι άμα εισήλθεν εις τα βασίλεια του
+Αμάσιος, αμέσως διέταξε να εκβάλωσιν από τον τάφον το σώμα του
+Αμάσιος· τούτου γενομένου, διέταξε να το μαστιγώσωσι, να μαδήσωσι
+τας τρίχας του, να το διαπεράσωσι με κέντρα και να το υβρίσωσι με
+πάσαν τιμωρίαν. Αφού δε οι μαστιγωταί απέκαμον ταύτα πράττοντες,
+(επειδή το τεταριχευμένον εκείνο σώμα αντείχε και δεν
+απεσυντίθετο), επρόσταξεν ο Καμβύσης να το κατακαύσωσι, διατάξας
+πράγμα ανόσιον, καθότι οι Πέρσαι νομίζουσιν ότι το πυρ είναι
+θεότης και διά τούτο ούτε οι Πέρσαι ούτε οι Αιγύπτιοι κατ' ουδένα
+τρόπον δεν συνειθίζουσι να καίωσι τους νεκρούς, οι μεν Πέρσαι διά
+τον ανωτέρω λόγον λέγοντες ότι δεν είναι δίκαιον να χορταίνωσι
+θεόν με το πτώμα ανθρώπου, οι δε Αιγύπτιοι νομίζοντες ότι το πυρ
+είναι θηρίον ζων το οποίον καταβιβρώσει όσα τω δίδουσι και το
+οποίον αφού χορτασθή αποθνήσκει μετ' εκείνου το οποίον κατέφαγε.
+Δεν συγχωρείται δε παρ' αυτοίς κατ' ουδένα τρόπον να δίδωσι το
+πτώμα εις τα ζώα, και διά τούτο το ταριχεύουσιν ίνα μη το φάγωσιν
+οι σκώληκες εάν ταφή. Βεβαιούσιν όμως οι Αιγύπτιοι ότι ο ταύτα
+παθών δεν ήτο ο Άμασις, αλλά άλλος τις Αιγύπτιος, έχων το αυτό
+ανάστημα με τον Άμασιν, τον οποίον κακοποιούντες οι Πέρσαι
+ενόμιζον ότι εκακοποίουν τον Άμασιν. Κατ' αυτούς ο Άμασις μαθών έκ
+τινος χρησμού τι έμελλε να τω συμβή μετά θάνατον και θέλων να
+αποφύγη τα απειλούμενα, διέταξε να θάψωσι πλησίον της θύρας, εντός
+του ιδίου τάφου, τον μαστιγωθέντα εκείνον άνθρωπον, το δε ιδικόν
+του σώμα παρήγγειλεν εις τον υιόν του να αποθέση εις το μάλλον
+σκοτεινόν μέρος του τάφου. Αι παραγγελίαι όμως αύται του Αμάσιος
+περί της ταφής και του ανθρώπου εκείνου δεν μοι φαίνονται αληθείς,
+αλλ' απλώς οι Αιγύπτιοι έπλασαν αυτάς διά να καλύψωσι την
+γενομένην ατιμίαν.
+
+17. Κατόπιν ο Καμβύσης εσχεδίασε τρεις εκστρατείας, κατά των
+Καρχηδονίων, κατά των Αμμωνίων και κατά των μακροβίων Αιθιόπων
+οίτινες οικούσι τα νότια παραθαλάσσια της Λιβύας. Τούτο σκοπεύων,
+απεφάσισε να ετοιμάση στόλον κατά των πρώτων, να προσβάλη τους
+δευτέρους διά ξηράς με στρατόν εκλεκτόν, και να πέμψη πρώτον εις
+τους Αιθίοπας κατασκόπους διά να ίδωσι την λεγομένην ηλίου
+τράπεζαν, εάν υπήρχεν αληθώς, και να κατασκοπεύσωσι τα άλλα
+πράγματα, προφασιζόμενοι ότι μετέβησαν εκεί διά να προσφέρωσι δώρα
+εις τον βασιλέα.
+
+18. Η δε τράπεζα του ηλίου τοιαύτη τις λέγεται ότι είναι. Υπάρχει
+λειμών εις προάστειόν τι έμπλεως κρεάτων οπτών πάντων των
+τετραπόδων. Εις τούτον τον λειμώνα την μεν νύκτα μεταφέρουσι τα
+κρέατα εκείνοι εις ους είναι ανατεθειμένη η φροντίς αύτη,
+λαμβάνοντες παρά των πολιτών το αναλογούν εις έκαστον μερίδιον,
+την δε ημέραν έρχεται όστις θέλει και τρώγει· οι εγχώριοι όμως
+λέγουσιν ότι αναδίδει ταύτα εκάστοτε η γη. Και η μεν καλουμένη
+τράπεζα του ηλίου τοιαύτη λέγονται ότι είναι.
+
+19. Ο δε Καμβύσης, άμα απεφάσισε να πέμψη τους κατασκόπους, έφερεν
+εκ της Ελεφαντίνης Ιχθυοφάγους γινώσκοντας την Αιθιοπικήν γλώσσαν.
+Ενώ δε οι απεσταλμένοι μετέβησαν να μεταφέρωσιν αυτούς, διέταξε
+τον ναυτικόν στρατόν να πλεύση κατά της Καρχηδόνος. Οι Φοίνικες
+όμως ηρνήθησαν να πράξωσι τούτο, λέγοντες ότι ήσαν συνδεδεμένοι
+διά μεγάλων όρκων και ότι ήθελεν είσθαι ανόσιον να εκστρατεύσωσι
+κατά των ιδίων των απογόνων. Αποχωρησάντων των Φοινίκων, οι λοιποί
+δεν ήρκουν διά να πολεμήσωσι, και τοιουτοτρόπως οι Καρχηδόνιοι
+διέφυγον τον ζυγόν των Περσών. Ο Καμβύσης δεν έκρινε πρέπον να
+εξαναγκάση τους Φοίνικας, καθότι ούτοι εκουσίως εδόθησαν εις τους
+Πέρσας και όλος ο ναυτικός στρατός εξηρτάτο από αυτούς. Και οι
+Κύπριοι ομοίως εδόθησαν εις τους Πέρσας και εστράτευσαν κατά της
+Αιγύπτου.
+
+20. Αφού έφθασαν οι Ιχθυοφάγοι εκ της Ελεφαντίνης εις τον
+Καμβύσην, τους έπεμψεν ούτος εις την Αιθιοπίαν παραγγείλας τι
+ώφειλον να είπωσι, και φέροντας δώρα, ένδυμα πορφυρούν,
+περιδέραιον στρεπτόν εκ χρυσού, ψέλια, αλαβάστρινον αγγείον με
+μύρραν και κάδον με οίνον φοινίκων. Οι Αιθίοπες δε ούτοι προς τους
+οποίους έπεμπε τα δώρα ο Καμβύσης, λέγονται ότι είναι μέγιστοι και
+ωραιότατοι πάντων των ανθρώπων. Έχουσι δε, ως λέγεται, έθιμα
+διάφορα των άλλων χωρών, και ιδίως το ακόλουθον ως προς την
+εκλογήν του βασιλέως. Εκείνον εκ των αστών τον οποίον κρίνωσιν ότι
+υπερβαίνει τους άλλους κατά το ύψος και η δύναμίς του είναι
+ανάλογος με το ύψος του, αυτόν εκλέγουσιν ως βασιλέα των.
+
+21. Εις τούτους λοιπόν τους ανθρώπους όταν ήλθον οι Ιχθυοφάγοι,
+έδοσαν τα δώρα εις τον βασιλέα λέγοντες ταύτα· «Ο βασιλεύς των
+Περσών Καμβύσης, θέλων να ήναι φίλος και ξένος σου, έπεμψεν ημάς
+να ομιλήσωμεν μετά σου και σοι προσφέρει τα δώρα ταύτα τα οποία
+ευχαριστείτο πολύ ο ίδιος μεταχειριζόμενος.» Αλλ' ο Αιθίοψ,
+εννοήσας ότι ήλθον ως κατάσκοποι, τοις απεκρίθη· «Ο βασιλεύς των
+Περσών δεν σας έπεμψε να μοι φέρετε δώρα επιθυμών την φιλίαν μου,
+και δεν λέγετε την αλήθειαν. Ο σκοπός σας είναι να κατασκοπεύσετε
+το βασίλειόν μου, και ο άνθρωπος αυτός δεν είναι δίκαιος. Τωόντι,
+εάν ήτο τοιούτος, δεν θα επεθύμει άλλας χώρας πλην της ιδικής του
+και δεν θα υπεδούλωνεν ανθρώπους οίτινες ποτέ δεν τον αδίκησαν.
+Τώρα φέρετε προς αυτόν το τόξον τούτο και επαναλάβετε αυτώ τους
+λόγους τούτους· «Ο βασιλεύς των Αιθιόπων συμβουλεύει τον βασιλέα
+των Περσών, όταν οι πέρσαι δυνηθώσι να έλκωσιν ευκόλως τόξα
+τοιούτου μεγέθους, τότε να στρατεύση κατά των μακροβίων Αιθιόπων
+με στρατόν περισσότερον· μέχρι τότε όμως ας γνωρίζη χάριν εις τους
+θεούς ότι δεν ενέπνευσαν εις τους υιούς των Αιθιόπων την ιδέαν να
+ενώσωσι και άλλην γην πλησίον της ιδικής των.»
+
+22. Ταύτα ειπών και χαλαρώσας το τόξον, το έδωκεν εις τους
+απεσταλμένους· έπειτα λαβών το πορφυρούν ένδυμα, ηρώτησε τι ήτο
+και πώς κατεσκευάσθη. Ειπόντων των Ιχθυοφάγων την αλήθειαν περί
+της πορφύρας και της βαφής, απεκρίθη· «Και τα ενδύματά σας είναι
+δολερά ως είσθε και υμείς δολεροί.» Κατόπιν τους ηρώτησε περί του
+περιδεραίου και των ψελίων. Εξηγούντων δε των Ιχθυοφάγων τους
+κόσμους εκείνους, ο βασιλεύς γελάσας και νομίσας ότι ήσαν πέδαι
+τοις είπεν ότι οι Αιθίοπες είχον πέδας δυνατωτέρας. Η τρίτη
+ερώτησις αυτού ήτο περί της μύρρας, και όταν τω εξήγησαν την
+κατασκευήν και την χρήσιν αυτής, τοις επανέλαβε τα αυτά όσα είπε
+περί των ενδυμάτων. Τέλος έφθασεν εις τον οίνον, έμαθε τον τρόπον
+πώς εγίνετο, και ευχαριστηθείς από το ποτόν τούτο, ηρώτησε τι
+έτρωγεν ο βασιλεύς και πόσον χρόνον μακρότατον ζη είς Πέρσης.
+Εκείνοι τω είπον ότι ο βασιλεύς έτρωγεν άρτον, τω εξήγησαν την
+φύσιν του σίτου και προσέθηκαν ότι εις την Περσίαν το μακρότατον
+πλήρωμα της ζωής του ανθρώπου είναι έτη ογδοήκοντα. «Δεν
+εκπλήττομαι λοιπόν, είπεν ο Αιθίοψ, εάν τοιαύτην τρώγοντες κόπρον
+ζώσι τόσον ολίγα έτη· αλλ' ούτε τόσα δεν θα έζων, εάν δεν τους
+εκράτει το ποτόν εκείνο.» Ταύτα λέγων ενόει τον οίνον, και ως προς
+τα αντικείμενον τούτο συνεφώνει ότι οι Πέρσαι ήσαν ανώτεροι.
+
+23. Οι δε Ιχθυοφάγοι ηρώτησαν και αυτοί τον βασιλέα περί της ζωής
+και της διαίτης των Αιθιόπων· τοις είπε δε ούτος ότι οι πλειότεροι
+φθάνουσι τα εκατόν είκοσι έτη καί τινες υπερβαίνουσιν αυτά, και
+ότι η μεν τροφή των ήτο κρέατα βραστά το δε ποτόν των γάλα. Και
+επειδή οι κατάσκοποι εφαίνοντο θαυμάζοντες περί των ετών, τους
+ωδήγησεν εις κρήνην εκ της οποίας, αφού ελούσθησαν, εξήλθον
+λιπαροί ως αν ήτο από έλαιον· ανεδίδετο δε εξ αυτής ευωδία τις
+ίων. Το ύδωρ της κρήνης ταύτης είναι τόσον ελαφρόν ώστε κατά το
+λέγειν των κατασκόπων ουδέν δύναται να επιπλεύση επ' αυτού, μήτε
+ξύλον μήτε όσα είναι ελαφρότερα των ξύλων, αλλ' όλα χωρούσιν εις
+τον βυθόν. Εάν το ύδωρ τούτο ήναι αληθώς ως το λέγουσιν οι
+Αιθίοπες, ίσως είναι μακρόβιοι διότι μεταχειρίζονται αυτό πάντοτε.
+Από της κρήνης έφερον τους απεσταλμένους εις δεσμωτήριον ανδρών
+όπου πάντες ήσαν δεδεμένοι με πέδας χρυσάς. Είναι δε εις τους
+Αιθίοπας τούτους σπανιώτατον και πολυτιμότατον πάντων των μετάλλων
+ο χαλκός. Θεωρήσαντες δε και το δεσμωτήριον, εθεάσαντο έπειτα και
+την του ηλίου λεγομένην τράπεζαν.
+
+24. Μετά ταύτην τελευταίον εθεώρησαν τους τάφους οίτινες ως
+λέγεται κατασκευάζονται εκ κρυστάλλου ως ακολούθως. Αφού ξηράνωσι
+το πτώμα, είτε κατά τον τρόπον των Αιγυπτίων, είτε άλλως πως, το
+περικαλύπτουσι με γύψον και το ζωγραφίζουσιν, αποτυπούντες, όσον
+το δυνατόν, τους χαρακτήρας του αποθανόντος. Το περικλείουσιν
+έπειτα εντός στήλης κρυσταλλίνης την οποίαν κοιλαίνουσιν· η
+τοιαύτη δε ύλη είναι άφθονος εις αυτούς και ευκόλως ορύσσεται·
+υπάρχων δε εν μέση τη στήλη ο νεκρός διαφαίνεται χωρίς να αποφέρη
+ουδεμίαν κακήν οσμήν ούτε άλλο αηδές, και φαίνονται όλα τα μέλη
+αυτού απαράλλακτα ως ήσαν. Οι πλησιέστατοι συγγενείς φυλάττουσι
+την στήλην επί έν έτος εις την οικίαν των, προσφέροντες εις αυτήν
+απαρχάς όλων των πραγμάτων και κάμνοντες θυσίας· μετά δε ταύτα
+μεταφέρουσιν αυτήν εις τους τάφους της πόλεως.
+
+25. Θεωρήσαντες όλα ταύτα οι κατάσκοποι, ανεχώρησαν οπίσω. Όταν δε
+τα ανέφερον, οργισθείς ο Καμβύσης, εξεστράτευσεν αμέσως επί τους
+Αιθίοπας, ούτε προμήθειαν τροφίμων παραγγείλας, ούτε σκεφθείς ότι
+έμελλε να μεταβή εις την μάλλον μεμακρυσμένην χώραν της γης, αλλ'
+ανεχώρησεν άμα ήκουσε τους ιχθυοφάγους ως τρελός, ως άφρων,
+διατάξας τους εις την Αίγυπτον Έλληνας να μείνωσιν εκεί και λαβών
+μεθ' εαυτού όλον τον πεζόν στρατόν. Ότε δε έφθασεν εις τας Θήβας,
+απέσπασεν από τον στρατόν πεντήκοντα περίπου χιλιάδας άνδρας και
+τους επρόσταξε να εξανδραποδίσωσι τους Αμμωνίους, και έπειτα να
+καύσωσι το μαντείον του Διός. Αυτός δε, μετά του υπολοίπου
+στρατού, εξηκολούθησε να προχωρή προς την Αιθιοπίαν. Αλλά πριν ή ο
+στρατός διανύση το πέμπτον της οδού, εξηντλήθησαν όσα τρόφιμα
+είχον φέρει μεθ' εαυτών· μετά τα τρόφιμα δε έλειψαν τα υποζύγια,
+διότι τα έφαγον. Εάν ο Καμβύσης, ιδών αυτά, ήλλασσε γνώμην και
+επανέφερεν οπίσω τα στρατεύματα, ήθελεν είσθαι φρόνιμος άνθρωπος,
+με όλον το πρώτον σφάλμα του· καταφρονών όμως πάντα ταύτα, εχώρει
+πάντοτε εις τα πρόσω. Οι δε στρατιώται, εφόσον μεν εύρισκόν τι να
+ανασπώσιν εκ της γης, έζων τρεφόμενοι με χόρτα· φθάσαντες όμως εις
+τα αμμώδη μέρη, εστερήθησαν και του καταφυγίου τούτου· τότε τινές
+εξ αυτών έπραξαν έργον αποτρόπαιον. Ρίπτοντες κλήρον μεταξύ των
+έτρωγον ένα εις τους δέκα. Ο βασιλεύς το έμαθε και εφοβήθη μήπως
+τους ίδη να καταφαγωθώσι μεταξύ των όλοι· παραιτηθείς λοιπόν της
+εναντίον των Αιθιόπων εκστρατείας, επέστρεψεν οπίσω και έφθασεν
+εις τας Θήβαις αφού απώλεσε πολλούς του στρατού. Εκ των Θηβών
+κατέβη εις την Μέμφιν και επέτρεψεν εις τους Έλληνας να
+αποπλεύσωσι. Τοιαύτην έκβασιν έτυχεν η κατά των Αιθιόπων
+εκστρατεία.
+
+26. Εκείνοι δε οίτινες εστάλησαν κατά των Αμμωνίων, αφού εξήλθον
+από τας Θήβας έλαβον οδηγούς και έφθασαν, ως είναι θετικώς
+γνωστόν, δι' αμμώδους ερήμου εις την πόλιν Όασιν την οποίαν
+κατοικούσι Σάμιοι εκ της φυλής της λεγομένης Αισχρωνίας. Ο τόπος
+ούτος απέχει επτά ημερών οδόν από τας Θήβας, καλείται δε ελληνιστί
+Μακάρων νήσος. Μέχρις αυτού του τόπου λέγουσιν ότι έφθασεν ο
+στρατός· πέραν δε, εκτός των Αμμωνίων και εκείνων όσοι ήκουσαν
+τους Αμμωνίους, κανείς άλλος δεν δύναται να είπη τι περί αυτών,
+διότι ούτε επέστρεψαν οπίσω. Λέγουσι δε οι Αμμώνιοι τα ακόλουθα·
+αφού ανεχώρησαν εκ της Οάσεως πορευόμενοι εναντίον των διά γης
+αμμώδους, έφθασαν εις τον ήμισυν περίπου δρόμον μεταξύ αυτών και
+της Οάσεως· εκεί δε, ενώ εστάθησαν διά να γευματίσωσιν, ισχυρός
+και παράδοξος νότος πνεύσας επ' αυτών, ανήγειρε τοσούτους σωρούς
+άμμου ώστε τους εκάλυψε και διά του τρόπου τούτου εγένοντο
+άφαντοι. Και οι μεν Αμμώνιοι ταύτα λέγουσιν ότι ηκολούθησαν εις
+τον στρατόν εκείνον.
+
+27. Ότε δε έφθασεν ο Καμβύσης εις την Μέμφιν, εφάνη εις τους
+Αιγυπτίους ο Άπις, τον οποίον οι Έλληνες καλούσιν Έπαφον. Εις την
+περίστασιν λοιπόν ταύτην όλοι εφόρεσαν τα κάλλιστα αυτών ενδύματα
+και επανηγύριζον. Ο βασιλεύς τους είδε και νομίσας ότι έχαιρον διά
+τας δυστυχίας του, προσεκάλεσε τους άρχοντας της πόλεως. Όταν δε
+επαρουσιάσθησαν ενώπιόν του τους ηρώτησε διατί ότε προηγουμένως
+ήτο εις την Μέμφιν οι Αιγύπτιοι δεν έπραξαν τοιούτο τι, αλλ'
+εξελέξαντο την στιγμήν καθ' ην επέστρεψεν αφού απώλεσε το πλείστον
+μέρος του στρατού του. Εκείνοι δε τω είπον ότι εφάνη εις αυτούς ο
+θεός εκείνος όστις σπανίως συνειθίζει να εμφανίζεται, και ότι,
+όταν εμφανίζεται, όλοι οι Αιγύπτιοι χαίροντες τελούσιν εορτήν.
+Ακούσας ταύτα ο Καμβύσης είπεν ότι ψεύδονται, και ως ψεύστας τους
+ετιμώρησε με θάνατον.
+
+28. Αποκτείνας δε τούτους εκάλεσεν έπειτα τους ιερείς. Λεγόντων δε
+των ιερέων τα αυτά· «Θέλω, είπε, να βεβαιωθώ εάν θεός χειροήθης
+ήλθεν εις τους Αιγυπτίους·» ταύτα ειπών διέταξε να τω φέρωσι τον
+Άπιν εκείνον, και οι ιερείς εξήλθον διά να τον φέρωσιν. Ο δε Άπις
+ή Έπαφος είναι μόσχος γεννώμενος εκ βοός ήτις μετά ταύτα δεν
+ειμπορεί πλέον να συλλάβη. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι καταβαίνει
+επ' αυτής σέλας εκ του ουρανού και εκ του σέλαος τούτου
+συλλαμβάνει τον Άπιν. Έχει δε ο μόσχος ούτος, ο Άπις καλούμενος,
+τα ακόλουθα σημεία· μέλας ων επί μεν του μετώπου έχει λευκόν
+τετράγωνον, επί δε των νώτων το ομοίωμα αυτού, εν δε τη ουρά
+τρίχας διπλάς, υπό την γλώσσαν δε κάνθαρον.
+
+29. Άμα έφερον οι ιερείς τον Άπιν, ο Καμβύσης, ως εάν κατελήφθη
+υπό τρέλλας, έσυρε το εγχειρίδιον, και θέλων να πληγώση τον Άπιν
+εις την κοιλίαν επλήγωσεν αυτόν εις τον μηρόν. Γελάσας δε είπε
+προς τους ιερείς· «Ω ανόητοι κεφαλαί, γίνονται τοιούτοι θεοί
+έχοντες σώμα και σάρκα, αισθανόμενοι τα κτυπήματα του σιδήρου; Ο
+θεός ούτος είναι τωόντι άξιος των Αιγυπτίων. Δεν θα χαρήτε όμως
+ότι με επεριπαίξατε» Ταύτα ειπών διέταξεν εκείνους εις ους ήσαν
+ανατεθειμένα τα τοιαύτα έργα να μαστιγώσωσι τους ιερείς και να
+φονεύσωσι τους άλλους Αιγυπτίους όσους ήθελεν εύρει
+πανηγυρίζοντας. Ούτω λοιπόν διελύθη η εορτή των Αιγυπτίων και οι
+ιερείς εμαστιγώθησαν, ο δε Άπις, πληγωμένος εις τον μηρόν,
+απέθανεν εις τον ναόν όπου έκειτο. Και αυτόν μεν αποθανόντα εκ του
+τραύματος έθαψαν οι ιερείς κρυφίως από τον Καμβύσην.
+
+30. Ο δε Καμβύσης, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, ένεκα του αδικήματος
+τούτου, παρεφρόνησεν αμέσως, μολονότι και πρότερον δεν είχε τας
+φρένας του. Και πρώτον μεν κακόν έπραξε θανατώσας τον Σμέρδιν,
+αδελφόν του εκ του αυτού πατρός και της αυτής μητρός. Τον Σμέρδιν
+τούτον είχεν αποπέμψει εκ της Αιγύπτου εις την Περσίαν υπό φθόνου,
+καθότι αυτός μόνος από όλους τους Πέρσας ετάνυσε με δύο δακτύλους
+τα τόξον των Αιθιόπων το κομισθέν υπό των Ιχθυοφάγων· εκ των άλλων
+δε Περσών κανείς δεν ηδυνήθη να πράξη τούτο. Μετά την αναχώρησιν
+του Σμέρδιος είδεν ο Καμβύσης εις τον ύπνον του το εξής όνειρον·
+τω εφάνη ότι ήρχετο απεσταλμένος εκ της Περσίας διά να τω
+αναγγείλη ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου,
+ήγγιζε με την κεφαλήν του τον ουρανόν. Ένεκα του ονείρου τούτου
+φοβηθείς μήπως ο αδελφός του τον φονεύση και λάβη το βασίλειόν
+του, πέμπει εις την Περσίαν τον Πρηξάσπη, όστις ήτο εξ όλων των
+Περσών ο μάλλον πιστός εις αυτόν, με την διαταγήν να τον φονεύση.
+Φθάσας δε ο Πρηξάσπης εις τα Σούσα, εφόνευσε τον Σμέρδιν, ως μεν
+λέγουσι τινές εξαγαγών αυτόν εις κυνήγιον, ως λέγουσι δε άλλοι
+πνίξας αυτόν εις την Ερυθράν θάλασσαν.
+
+31. Αυτό λέγουσιν ότι υπήρξε το πρώτον κακόν το οποίον έπραξεν ο
+Καμβύσης, δεύτερον δε εφόνευσε την αδελφήν του ήτις τον ηκολούθει
+εις την Αίγυπτον και την οποίαν είχε γυναίκα, μολονότι ήτο αδελφή
+του εκ πατρός και μητρός. Ιδού δε πώς την ενυμφεύθη· πρότερον δεν
+υπήρχεν αυτή η συνήθεια, να λαμβάνωσιν οι Πέρσαι γυναίκας τας
+αδελφάς των. Αλλ' ο Καμβύσης ερασθείς μιας των αδελφών του ηθέλησε
+να την νυμφευθή, και επειδή δεν το επέτρεπεν η συνήθεια,
+συνεκάλεσε τους βασιλικούς δικαστάς και τους ηρώτησεν εάν υπήρχε
+νόμος επιτρέπων εις εκείνον όστις το ήθελε να νυμφεύεται την
+αδελφήν του. Οι βασιλικοί δικασταί είναι άνδρες εκλεκτοί μεταξύ
+των Περσών, εξασκούσι δε τα καθήκοντά των διά βίου, εκτός εάν
+υποπέσωσιν εις αδικίαν τινά· δικάζουσι τας υποθέσεις των πολιτών
+και είναι οι διερμηνείς των πατρίων νόμων, και όλα τα ζητήματα εις
+αυτούς υποβάλλονται. Εις εκείνο δε το οποίον τοις προέτεινεν ο
+Καμβύσης απεκρίθησαν δικαίως και συνετώς· είπον ότι δεν εύρισκον
+μεν νόμον επιτρέποντα εις τον αδελφόν να λαμβάνη γυναίκα την
+αδελφήν, αλλ' ότι εγνώριζον ένα άλλον συγχωρούντα εις τον βασιλέα
+των Περσών να πράττη ό,τι θέλει. Τοιουτοτρόπως, ο φόβος του
+Καμβύσου δεν τους παρέσυρε να καταλύσωσι νόμον τον οποίον δεν
+ηδύναντο να υπερασπίσωσι χωρίς να εκθέσωσι την ζωήν των, αλλ'
+εύρον άλλον, σύμφωνον με την θέλησιν του βασιλέως· Ενυμφεύθη
+λοιπόν ο Καμβύσης εκείνην την οποίαν ηγάπα· μετ ολίγον δε
+ενυμφεύθη άλλην αδελφήν του και εκ τούτων εφόνευσε την νεωτέραν
+ήτις ηκολούθει αυτόν εις την Αίγυπτον.
+
+32. Διηγούνται δε κατά δύο τρόπους τον θάνατον αυτής, καθώς και
+τον του Σμέρδιος. Οι Έλληνες λέγουσιν ότι ο Καμβύσης και η γυνή
+του εθεώρουν ποτέ σκύμνον λέοντος πολεμούντα με ένα μικρόν σκύλον·
+επειδή δε ενικήθη ο σκύλαξ, άλλος σκύλαξ, ο αδελφός αυτού, θραύσας
+την άλυσόν του έδραμεν εις βοήθειαν, ώστε ενωθέντες οι δύο
+σκύλακες ενίκησαν τον λεοντιδέα. Και ο μεν Καμβύσης ετέρπετο εις
+το θέαμα τούτο, αλλ' η γυνή του, καθημένη πλησίον του, εδάκρυε.
+Παρετήρησε τούτο ο Καμβύσης και την ηρώτησε διατί εδάκρυε.
+«Δακρύω, είπεν εκείνη, ιδούσα τον σκύλακα τούτον ότι εβοήθησε τον
+αδελφόν του και ενθυμηθείσα τον Σμέρδιν όστις δεν είχε κανένα να
+τον βοηθήση.» Οι Έλληνες προσθέτουσιν ότι ένεκα των λόγων τούτων η
+γυνή εθανατώθη από τον Καμβύσην. Οι δε Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ενώ
+εκάθηντο εις την τράπεζαν, η γυνή έλαβε θρίδακα, την απεφύλλισε
+και είπεν εις τον σύζυγόν της· «Ποία είναι ωραιοτέρα θρίδαξ, η
+έχουσα φύλλα ή η μη έχουσα; — Η έχουσα φύλλα, απεκρίθη εκείνος. —
+Ω! επανέλαβεν εκείνη, η γεγυμνωμένη αύτη θρίδαξ είναι η εικών της
+οικίας του Κύρου την οποίαν συ απεγύμνωσας.» Θυμώσας δε ο Καμβύσης
+την ελάκτισεν εις την κοιλίαν ενώ ήτο έγκυος, ώστε αποβαλούσα
+απέθανε.
+
+33. Ταύτα έπραξεν ο Καμβύσης προς τους συγγενείς του υπό μανίας
+ήτις τον ηκολούθησεν είτε ένεκα του Άπιος, είτε ένεκα άλλης τινός
+αιτίας, τόσον πολλαί είναι αι συμφοραί αι καταλαμβάνουσαι τους
+ανθρώπους. Λέγουσιν άλλως τε ότι ο Καμβύσης εκ γενετής είχε
+μεγάλην νόσον, την οποίαν τινές ονομάζουσιν ιεράν νόσον (44)· ώστε
+επειδή το σώμα έπασχεν υπό τοιαύτης μεγάλης νόσου, δεν είναι
+απίθανον να ήσαν βεβλαμμέναι και αι φρένες.
+
+34. Μεταβαίνω εις εκείνα τα οποία η μανία του τον ώθησε να πράξη
+εναντίον των άλλων Περσών. Λέγουσιν ότι είπεν εις τον Πρηξάσπη τον
+οποίον ετίμα πολύ (αυτός ήτο ο φέρων τας αγγελίας του, ο δε υιός
+του ήτο οινοχόος του Καμβύσου, τιμή και αύτη ου μικρά), «ω
+Πρήξασπες, ποίον τινά με νομίζουσιν οι Πέρσαι και τι λέγουσι περί
+εμού; — Βασιλεύ, απεκρίθη ο Πρηξάσπης, κατά μεν τα άλλα πάντα
+μεγάλως επαινείσαι, λέγουσιν όμως ότι είσαι καθ' υπερβολήν έκδοτος
+εις τον οίνον.» Και ο μεν Πρηξάσπης ταύτα έλεγε περί των Περσών, ο
+δε Καμβύσης οργισθείς απεκρίθη τα εξής· «Τώρα οι Πέρσαι θα λέγωσι
+βεβαίως ότι έκδοτος ων εις τον οίνον παραφρονώ και δεν έχω πλέον
+τον νουν μου. Άρα οι πρότεροι λόγοι των δεν ήσαν αληθείς.» Τωόντι
+πρότερον ενώ εκάθηντό ποτε περί αυτόν οι Πέρσαι και ο Κροίσος,
+τους ηρώτησεν ο Καμβύσης τι άνθρωπος τοις εφαίνετο παραβαλλόμενος
+με τον πατέρα του Κύρον, εκείνοι δε τω απεκρίθησαν ότι ήτο
+καλλίτερος του πατρός, αφού ήτο κύριος ου μόνον όσων ήτο εκείνος
+κάτοχος, αλλά προσεκτήσατο και την Αίγυπτον και την θάλασσαν. Και
+οι μεν Πέρσαι ταύτα είπον, ο δε Κροίσος, εις ον απήρεσκεν η κρίσις
+αύτη, είπε προς τον Καμβύσην ταύτα, «Εις εμέ όμως, υιέ του Κύρου,
+δεν φαίνεσαι όμοιος με τον πατέρα σου, διότι δεν έχεις ακόμη υιόν
+τοιούτον οίον εκείνος μας άφησε.» Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης
+ευχαριστήθη και επήνεσε την κρίσιν του Κροίσου.
+
+35. Ταύτα λοιπόν ενθυμούμενος ο Καμβύσης είπε μετ' οργής προς τον
+Πρηξάσπη· «Πληροφορήθητι αμέσως ο ίδιος εάν οι Πέρσαι είπον την
+αλήθειαν, ή εάν αυτοί παραφρονώσι λέγοντες ταύτα. Ιδέ, σκοπεύω τον
+υιόν σου όστις ίσταται όρθιος εις τα πρόθυρα της οικίας· εάν τον
+επιτύχω εις το μέσον της καρδίας, οι Πέρσαι θα φανώσιν ότι
+μωρολογούσιν· εάν δε αποτύχω, θα ήναι φανερόν ότι οι Πέρσαι
+λέγουσιν αληθή και ότι εγώ είμαι παράφρων.» Ταύτα ειπών, ετάνυσε
+το τόξον και εκτύπησε το παιδίον, αφού δε τούτο έπεσε, διέταξε να
+το σχίσωσι και να εξετάσωσι την πληγήν. Και επειδή το βέλος ευρέθη
+εμπεπηγμένον εις την καρδίαν, είπε προς τον πατέρα γελών και
+περιχαρής γενόμενος· «Πρήξασπες, βλέπεις καλώς ότι δεν είμαι
+τρελλός και ότι οι Πέρσαι είναι παράφρονες· τώρα αποκρίθητι, είδες
+ποτέ σου άνθρωπον να τοξεύη τόσον ευστόχως;» O Πρηξάσπης είδεν ότι
+ο άνθρωπος εκείνος ήτο έξω φρενών, και φοβούμενος δι' εαυτόν·
+«Δέσποτα, είπε, νομίζω ότι ούτε θεός δεν θα ηδύνατο να σκοπεύση με
+τόσην ευστοχίαν.» Ταύτα έπραξε τότε· άλλοτε δε συλλαβών άνευ
+ευλόγου αιτίας δώδεκα Πέρσας, πρώτου επίσης βαθμού, τους έθαψε
+ζώντας με την κεφαλήν προς τα κάτω.
+
+36. Ταύτα πράττοντα ενόμισε καθήκον του ο Κροίσος ο Λυδός να τον
+νουθετήση διά των ακολούθων λόγων. «Ω βασιλεύ, μη αφίνεσαι
+ολοτελώς εις την ορμήν της νεότητος και του θυμού, αλλά κράτει και
+μετρίαζε σεαυτόν· είναι ωφέλιμον πράγμα να έχη τις σύνεσιν, και
+σοφόν να ήναι προβλεπτικός. Συ θανατόνεις ανθρώπους συμπολίτας σου
+τους οποίους συλλαμβάνεις άνευ ευλογοφανούς αιτίας, φονεύεις δε
+και τα τέκνα αυτών. Εάν εξακολουθήσης ούτω, πρόσεξον μήπως οι
+Πέρσαι επαναστατήσωσιν εναντίον σου. Ο πατήρ σου Κύρος μοι
+παρήγγειλε πολλά, να σε νουθετώ και να σοι λέγω ό,τι νομίζω
+ωφέλιμον διά σε.» Και ο μεν Κροίσος υπό ευμενείας κινούμενος
+συμβούλευε ταύτα, ο δε τω απεκρίνετο ως ακολούθως· «Πώς, τολμάς να
+με συμβουλεύης συ όστις τόσον καλώς εκυβέρνησας το βασίλειόν σου
+και τόσον καλώς παρεκίνησας τον πατέρα μου να διαβή τον Αράξην
+ποταμόν και να βαδίση κατά των Μασσαγετών, ενώ εκείνοι ήθελον να
+έλθωσιν επί της χώρας μας ! Και αφ' ενός μεν απώλεσας σεαυτόν,
+διευθύνας κακώς τας υποθέσεις της πατρίδος σου, αφ' ετέρου δε
+απώλεσας τον Κύρον, επειδή σε ήκουσεν. Αλλά δεν θα χαρής δι' αυτό,
+διότι προ πολλού εζήτουν πρόφασιν διά να σε αφανίσω.» Ταύτα ειπών
+έλαβε το τόξον του διά να τοξεύση αυτόν, αλλ' ο Κροίσος αναπηδήσας
+έφυγε ταχέως. Ιδών ο Καμβύσης ότι δεν ηδύνατο πλέον να τον
+τοξεύση, διέταξε τους υπηρέτας του να τον συλλάβωσι και να τον
+φονεύσωσιν. Οι δε θεράποντες γνωρίζοντες τας έξεις αυτού έκρυψαν
+τον Κροίσον επί τω εξής συλλογισμώ· εάν μεν ο Καμβύσης μεταμεληθή
+και ζητήση τον Κροίσον, να παρουσιάσωσιν αυτόν και να λάβωσι δώρα
+ως φεισθέντες της ζωής αυτού· εάν δε μήτε μεταμεληθή μήτε τον
+ποθήση, τότε να τον φονεύσωσι. Τωόντι ο Καμβύσης δεν εβράδυνε να
+ποθήση τον Κροίσον, και οι θεράποντες ιδόντες τούτο τω είπον ότι
+έζη. O δε Καμβύσης είπεν ότι έχαιρε μεν διά την σωτηρίαν του, αλλ'
+ότι εκείνοι οίτινες ανέλαβον να τον σώσωσι δεν έπρεπε να μείνωσιν
+ατιμώρητοι και ότι θα θανατωθώσι. Τούτο και έπραξε.
+
+37. Πολλά λοιπόν τοιαύτα έπραττε κατά των Περσών και των συμμάχων
+ο μαινόμενος Καμβύσης. Ενόσω διέμενεν εις την Μέμφιν, ήνοιγεν
+αρχαίους τάφους και παρετήρει τους νεκρούς. Προς τούτοις εισήλθεν
+εις τον ναόν του Ηφαίστου και εκάγχασεν ιδών το άγαλμα, διότι ήτο
+ομοιότατον με τους Παταικούς τους οποίους οι Φοίνικες θέτουσιν εις
+τας πρώρας των τριήρεων. Εις εκείνον όστις δεν τους είδεν εγώ θα
+τω είπω οποίοι είναι· οι Πάταικοι είναι ομοιώματα ανδρών πυγμαίων.
+Εισήλθεν επίσης εις τον ναόν των Καβείρων, όπου κανείς, πλην του
+ιερέως, δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται, και έκαυσε τα αγάλματα
+αυτών αφού τα εχλεύασεν. Είναι δε και αυτά όμοια με τα του
+Ηφαίστου, και λέγεται ότι οι Κάβειροι είναι υιοί του θεού τούτου.
+
+38. Εξ όλων λοιπόν βλέπω ότι ο Καμβύσης είχε περιπέσει εις μεγάλην
+μανίαν· άλλως πώς ήθελε τολμήσει να σκώπτη τα έθιμα και τα ιερά
+πράγματα; διότι εάν τις επρότεινεν εις όλους τους λαούς να
+εκλέξωσι τους καλλίστους εκ πάντων των νόμων, έκαστος λαός καλώς
+σκεφθείς ήθελεν εκλέξει τους ιδικούς του· τόσον ο καθείς νομίζει
+ότι οι νόμοι του είναι ανώτεροι των άλλων νόμων. Τούτου ένεκα
+λοιπόν λέγω ότι ουδείς άλλος δύναται να σκώπτη τα τοιαύτα ή
+μαινόμενός τις. Είναι δε εύκολον να κρίνη τις εκ πολλών τεκμηρίων
+ότι τοιαύτη είναι η γνώμη των ανθρώπων διά τα έθιμα των· εις έν
+μόνον θα αρκεσθώ. Ο Δαρείος, επί της βασιλείας του, καλέσας τους
+εις την Περσίαν ευρισκομένους Έλληνας, τους ηρώτησε ποίαν πληρωμήν
+ήθελον διά να τρώγωσι τους πατέρας των αποθνήσκοντας· οι δε
+Έλληνες απεκρίθησαν ότι κατ' ουδένα τρόπον δεν συγκατετίθεντο να
+πράξωσι τούτο. Έπειτα ο Δαρείος εκάλεσε τους Ινδούς τους
+καλουμένους Καλατίας οίτινες τρώγουσι τους γονείς των, και τους
+ηρώτησεν ομοίως παρόντων των Ελλήνων και μανθανόντων τα λεγόμενα
+διά διερμηνέως τι εζήτουν διά να καίωσι τους αποθνήσκοντας γονείς
+των· εκείνοι δε αναβοήσαντες τον παρεκάλεσαν να μη βλασφημή.
+Τοιαύτα είναι τα νόμιμα των ανθρώπων, και ορθώς νομίζω είπεν ο
+Πίνδαρος ότι το έθιμον είναι βασιλεύς όλων.
+
+39. Ότε ο Καμβύσης εξεστράτευε κατά της Αιγύπτου οι Λακεδαιμόνιοι
+συγχρόνως εξεστράτευον κατά της Σάμου και του Πολυκράτους, υιού
+του Αιάκους, όστις είχε γίνει κύριος της νήσου ταύτης
+επαναστατήσας αυτήν. Και πρώτον μεν την διήρεσεν εις τρία μέρη και
+την εμοιράσθη με τους αδελφούς του Παντάγνωτον και Συλοσώντα·
+ύστερον δε φονεύσας τον πρώτον και διώξας τον νεώτερον Συλοσώντα
+κατέλαβεν όλην την Σάμον. Αφού δε κατέλαβεν αυτήν συνέδεσε
+συμμαχίαν με τον βασιλέα της Αιγύπτου Άμασιν, πέμψας δώρα και
+δεχθείς παρ' αυτού άλλα. Εντός ολίγου χρόνου η δύναμις του
+Πολυκράτους ηύξησε και διεφημίζετο εις όλην την Ιωνίαν και την
+άλλην Ελλάδα, διότι όπου διεύθυνε τα στρατεύματά του τα πάντα
+εχώρουν κατ' ευχήν. Είχεν εκατόν πεντηκοντόρους και χιλίους
+τοξότας, ελεηλάτει δε όλους άνευ εξαιρέσεως «διότι, έλεγε,
+περισσότερον θα φανώ ευάρεστος εις ένα φίλον εάν του αποδώσω όσα
+τω ήρπασα, ή να μη λάβω παρ' αυτού τίποτε εξ αρχής.» Εκυρίευσε
+λοιπόν, πολλάς νήσους και πολλάς πόλεις της ηπείρου. Προς τούτοις
+δε και τους Λεσβίους, βοηθήσαντας τους Μιλησίους πανστρατιά, τους
+ενίκησεν εις ναυμαχίαν και τους ηχμαλώτευσεν. Αυτοί είναι οι κατά
+την αιχμαλωσίαν των σκάψαντες την τάφρον περί το τείχος της Σάμου.
+
+40. Ο Άμασις δεν ηγνόει την μεγάλην ευτυχίαν του Πολυκράτους και
+ανησύχως έβλεπεν αυτήν· και επειδή αύτη έβαινεν αδιακόπως
+αυξάνουσα, έγραψεν επιστολήν και διεβίβασε τα ακόλουθα εις την
+Σάμον. «Ο Άμασις προς τον Πολυκράτη λέγει τα εξής. Είναι
+ευχάριστον να μανθάνη τις ότι ο φίλος και σύμμαχός του ευτυχεί· η
+μεγάλη όμως ευτυχία σου δεν μοι αρέσκει, διότι ηξεύρω ότι το θείον
+είναι φθονερόν. Δι' εμέ και δι' εκείνους τους οποίους αγαπώ,
+εύχομαι είς τινα μεν πράγματα ευτυχίαν, είς τινα δε αποτυχίαν, και
+προτιμώ βίον παρερχόμενον με τας εναλλαγάς ταύτας ή διαρκή
+ευτυχίαν. Τωόντι ποτέ δεν ήκουσα κανένα άνθρωπον, όστις ευτυχών
+κατά πάντα, να μη ετελείωσε τον βίον κακώς. Συ λοιπόν σήμερον,
+άκουσον και ακολούθησον την συμβουλήν ταύτην διά την παρούσαν
+ευτυχίαν σου. Ζήτησον τι έχεις πολυτιμότατον, του οποίου η
+στέρησις ήθελε λυπήσει την ψυχήν σου καθ' υπερβολήν· ρίψον το
+αντικείμενον τούτο ώστε να μη αναφανή πλέον μεταξύ των ανθρώπων,
+και εάν μετά ταύτα αι ευτυχίαι σου εξακολουθήσωσι σταθερώς χωρίς
+να διακόπτωνται εναλλάξ υπό δυστυχιών, επανάλαβε την δοκιμήν και
+κάμνε χρήσιν του θεραπευτικού μέσου το οποίον σοι υπαγορεύω.»
+
+41. Αναγνώσας ο Πολυκράτης την επιστολήν ενόησεν ότι ο Άμασις
+καλώς τον συνεβούλευεν· εζήτησε λοιπόν να εύρη ποίον από τα
+τιμαλφή του πράγματα εάν έχανε θα ελυπείτο η ψυχή του καθ'
+υπερβολήν. Αφού δε εσκέφθη καλώς, εύρε το ακόλουθον· είχε
+χρυσοδεδεμένην σφραγίδα εκ λίθου σμαράγδου, έργον του Σαμίου
+Θεοδώρου, υιού του Τηλεκλέους. Κρίνας δε ότι αυτήν την σφραγίδα
+έπρεπε να χάση, έπραξε τα εξής. Ητοίμασε πεντηκόντορον και
+εισελθών εις αυτήν μετ' άλλων ανδρών διέταξε να αναχθώσιν εις το
+πέλαγος· αφού δε εμακρύνθη της νήσου, εξέβαλε το δακτυλίδιον και
+επί παρουσία όλων των συμπλωτήρων το έρριψεν εις την θάλασσαν,
+τούτο ποιήσας και επιστρέψας εις την οικίαν του ησθάνθη λύπην διά
+την συμφοράν.
+
+42. Μετά πέντε όμως ή έξ ημέρας συνέβη εις τον Πολυκράτη το εξής·
+αλιεύς τις, συλλαβών ιχθύν μέγαν και ωραίον, έκρινε καλόν να τον
+προσφέρη εις τον Πολυκράτη. Κρατών λοιπόν αυτόν ήλθεν εις την
+θύραν του Πολυκράτους και εζήτει να εισαχθή εις την οικίαν·
+εισχωρήσας δε έδωκε τον ιχθύν εις τον Πολυκράτη και τω είπεν· «ω
+βασιλεύ, συλλαβών τοιούτον ιχθύν, δεν ενέκρινα να τον φέρω εις την
+αγοράν, μολονότι ζω εκ της εργασίας των χειρών μου, αλλά μοι εφάνη
+άξιος σου και του βαθμού σου· σοι τον έφερα λοιπόν και σε παρακαλώ
+να τον δεχθής.» Ευχαριστηθείς ο Πολυκράτης απεκρίθη τα εξής·
+«Βεβαίως έπραξας καλώς, και διπλή σοι οφείλεται χάρις διά τους
+λόγους και συγχρόνως διά το δώρον· καλούμεν δε και σε εις το
+δείπνον.» Και ο μεν αλιεύς μέγα φρονών διά την τιμήν ταύτην
+εισήλθεν εις τα δωμάτια, οι δε θεράποντες ανοίξαντες τον ιχθύν
+εύρον εις την κοιλίαν αυτού το δακτυλίδιον του Πολυκράτους, και
+αναγνωρίσαντες αυτό, το έλαβον αμέσως και το έφερον χαίροντες εις
+τον Πολυκράτη. Δίδοντες δε αυτό έλεγον με ποίον τρόπον το εύρον.
+Τότε ο Πολυκράτης εννοήσας ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν, έγραψεν
+όλα όσα έπραξε, ποίαν έκβασιν έσχον, και τελειώσας την επιστολήν
+έπεμψεν αυτήν εις την Αίγυπτον.
+
+43. Αναγνώσας δε ο Άμασις την εκ μέρους του Πολυκράτους ελθούσαν
+επιστολήν, έκρινεν ότι αδύνατον είναι εις άνθρωπον να αποτρέψη από
+άλλον άνθρωπον τας μελλούσας να επισκήψωσιν επ' αυτού δυστυχίας
+και ότι ο φίλος του δεν έμελλε να έχη ευτυχές τέλος αφού τοσούτον
+τον ευνόει η τύχη ώστε να επανευρίσκη εκείνο το οποίον είχε
+θυσιάσει. Έπεμψε λοιπόν εις την Σάμον κήρυκα διά να τω είπη ότι
+διαλύει την μεταξύ των συμμαχίαν. Έπραξε δε τούτο διότι εφοβήθη
+μήπως συμβή μεγάλη τις δυστυχία εις τον Πολυκράτη και λυπηθή ως
+λυπείται τις προκειμένου περί συμμάχου.
+
+44. Κατά του Πολυκράτους τούτου ευτυχούντος κατά πάντα
+εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι παρακληθέντες υπό των Σαμίων
+οίτινες έκτισαν βραδύτερον την εν Κρήτη Κυδωνίαν. Προηγουμένως ο
+Πολυκράτης είχε πέμψει προς τον υιόν του Κύρου Καμβύσην,
+ενασχολούμενον τότε εις το να συναθροίζη στρατόν κατά της
+Αιγύπτου, και τον παρεκάλει να στείλη εις Σάμον και ζητήση παρ'
+αυτού στρατόν. Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης προθύμως έπεμψεν εις την
+Σάμον και παρεκάλει τον Πολυκράτη να τω πέμψη ναυτικόν στρατόν διά
+την κατά της Αιγύπτου εκστρατείαν. Ο δε Πολυκράτης εκλέξας μεταξύ
+των πολιτών εκείνους τους οποίους υπώπτευε κλίνοντας προς
+επανάστασιν, τους απέπεμψε με τεσσαράκοντα τριήρεις. συνιστών εις
+τον Καμβύσην να μη τους αποστείλη οπίσω ποτέ.
+
+45. Τινές λέγουσιν ότι οι αποπεμφθέντες Σάμιοι υπό του Πολυκράτους
+δεν έφθασαν εις την Αίγυπτον, αλλ' ότι διασκεφθέντες εν τη νήσω
+Καρπάθω απεφάσισαν όλοι εκ συμφώνου να μη προχωρήσωσι περαιτέρω.
+Κατ' άλλους, άμα έφθασαν εις την Αίγυπτον, καί τοι επιτηρούμενοι
+έφυγον· ενώ δε επλησίαζον εις την Σάμον, ο Πολυκράτης τους
+απήντησε με πλοία και τους επολέμησε· νικήσαντες όμως οι
+καταβαίνοντες απέβησαν εις την νήσον και πεζομαχήσαντες
+ενικήθησαν, και τοιουτοτρόπως έπλευσαν προς την Λακεδαίμονα.
+Υπάρχουσι δε καί τινες λέγοντες ότι ο Πολυκράτης ενικήθη υπ' αυτών
+των επιστρεφόντων εκ της Αιγύπτου· αλλ' η αξίωσις αυτών δεν μοι
+φαίνεται ορθή, διότι τότε δεν είχον ανάγκην να επικαλεσθώσι τοις
+Λακεδαιμονίους εάν αυτοί ήσαν αρκετά ισχυροί ώστε να νικήσωσι τον
+Πολυκράτη. Πώς άλλως τε να πιστεύσωμεν ότι εκείνος όστις είχεν
+επικούρους και μισθωτούς και τοξότας ιδικούς του, ήτο δυνατόν να
+νικηθή υπό των επιστρεφόντων Σαμίων οίτινες ήσαν ολίγοι; Εκτός
+τούτου ο Πολυκράτης συναθροίσας εις τους νεωσοίκους τας γυναίκας
+και τα τέκνα των πολιτών τους οποίους είχεν υπό την εξουσίαν του
+ήτο έτοιμος να τα καύση ομού με τους νεωσοίκους εάν τυχόν οι
+πολίται ούτοι εφαίνοντο διατεθειμένοι να τον προδώσωσι χάριν των
+εκ τις Αιγύπτου επιστρεφόντων.
+
+46. Ότε δε οι διωχθέντες υπό του Πολυκράτους Σάμιοι έφθασαν εις
+την Σπάρτην, παρουσιασθέντες εις τους άρχοντας έλεγον πολλά, και
+ότι ήσαν εις μεγάλην ανάγκην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εις την πρώτην
+ακρόασιν απεκρίθησαν ότι ελησμόνησαν την αρχήν του λόγου και δεν
+ενόησαν το τέλος. Όθεν οι Σάμιοι παρουσιάσθησαν και εκ δευτέρου,
+την φοράν δε ταύτην ήσαν συντομώτεροι· ηρκέσθησαν να δείξωσι
+σάκκον κενόν και να είπωσιν ότι ο σάκκος έχει ανάγκην αλεύρου. Οι
+δε Λακεδαιμόνιοι τοις επεκρίθησαν πάλιν ότι η λέξις σάκκος ήτο
+περιττή· ενέκριναν όμως να τους βοηθήσωσι.
+
+47. Μετά ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι παρασκευασθέντες εξεστράτευσαν
+κατά της Σάμου· ως μεν οι Σάμιοι λέγουσιν, ένεκα ευγνωμοσύνης προς
+αυτούς οίτινες πρότερον τους είχον βοηθήσει με πλοία εναντίον των
+Μεσσηνίων· ως δε λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, ουχί τόσον διά να
+βοηθήσωσι τους εν ανάγκη Σαμίους, όσον διά να τιμωρήσωσι την
+κλοπήν του πεμφθέντος προς τον Κροίσον κρατήρος και του θώρακος
+τον οποίον τοις είχε πέμψει δώρον ο βασιλεύς της Αιγύπτου Άμασις·
+διότι έν έτος προ του κρατήρος οι Σάμιοι ελήστευσαν θώρακα λινούν,
+όστις είχε διαφόρους μορφάς ενυφασμένας καί ήτο πεποικιλμένος με
+χρυσόν και μαλλίον εκ δένδρου (45), ούτως ώστε έκαστον των νημάτων
+του καθίστα αυτόν αξιοθαύμαστον· έκαστον δε νήμα μολονότι λεπτόν,
+περιείχεν άλλα τριακόσια εξήκοντα νήματα διακρινόμενα κάλλιστα.
+Απαράλλακτος είναι ο άλλος τον οποίον ο Άμασις αφιέρωσεν εις την
+Αθηνάν της Λίνδου.
+
+48. Συνέπραξαν δε και οι Κορίνθιοι μετά προθυμίας εις την
+επιχείρησιν της εκστρατείας ταύτης κατά της Σάμου· διότι κατά την
+προγενεστέραν γενεάν, συγχρόνως με την αρπαγήν του κρατήρος, είχον
+υποστή ύβριν τινά εκ μέρους των Σαμίων. Ο υιός του Κυψέλου
+Περίανδρος έπεμψεν εις Σάρδεις προς τον Αλυάττην τριακοσίους
+νεανίας, υιούς των πρώτων της Κερκύρας, διά να τους ευνουχίσωσιν.
+Επειδή δε οι μεταφέροντες αυτούς Κορίνθιοι προσήγγισαν εις την
+Σάμον, μαθόντες οι Σάμιοι πρός τινα σκοπόν ήγοντο οι παίδες εκεί
+οι εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν τους εσυμβούλευσαν να καταφύγωσιν
+εις τον ναόν της Αρτέμιδος, έπειτα δε ανέλαβον την υπεράσπισίν των
+και δεν άφινον ν' αποσπάσωσι τους ικέτας από το ιερόν· τέλος,
+επειδή οι Κορίνθιοι εμπόδιζον να δώση τις τροφήν εις τους παίδας,
+οι Σάμιοι εσύστησαν εορτήν την οποίαν και σήμερον ακόμη τελούσιν
+απαραλλάκτως. Άμα επήρχετο η νυξ, εφ' όσον χρόνον οι παίδες ήσαν
+ικέται, συνεκρότουν χορούς εκ παρθένων και νέων, και διαρκούντων
+των χορών οι πολίται παρηγγέλλοντο να φέρωσιν εις τον ναόν
+πλακούντια εκ μέλιτος και σησάμου, από τα οποία αρπάζοντες οι
+παίδες των Κερκυραίων ετρέφοντο. Και τούτο εξακολούθησε μέχρις ου
+οι Κορίνθιοι φύλακες ανεχώρησαν αφήσαντες τους παίδας, τους
+οποίους έπειτα οι Σάμιοι επανέφεραν εις την Κέρκυραν.
+
+49. Εάν μετά τον θάνατον του Περιάνδρου οι Κερκυραίοι εφιλιόνοντο
+με τοις Κορινθίους, ηδύναντο οι Κορίνθιοι να μη συμπράξωσιν εις
+την κατά της Σάμου εκστρατείαν ταύτην. Τότε όμως, ως πάντοτε
+αφότου αποίκισαν την Κέρκυραν, είχον μεταξύ των διαφοράς. Οι
+Κορίνθιοι λοιπόν εμνησικάκουν κατά των Σαμίων, θεωρούντες άλλως τε
+ότι, εάν ο Περίανδρος έπεμψεν εις τας Σάρδεις διά να ευνουχίση
+τους παίδας των πρώτων Κερκυραίων, έπραξε τούτο προς εκδίκησιν,
+διότι πρώτοι οι Κερκυραίοι τον ύβρισαν πράξαντες πράξιν κακοήθη.
+
+50. Ότε ο Περίανδρος εφόνευσε την γυναίκα του Μέλισσαν (46), εις
+την συμβάσαν δυστυχίαν προσετέθη και άλλη δυστυχία η εξής. Είχεν
+εκ της Μελίσσης δύο υιούς, τον μεν δεκαεξαετή, τον δε δεκαοκταετή.
+Τούτους ο προς μητρός πάππος των Προκλής, βασιλεύς της Επιδαύρου,
+προσεκάλεσε πλησίον του και τους επεριποιείτο όπως έπρεπε, καθότι
+ήσαν υιοί της θυγατρός του. Όταν δε τους απέπεμψε, τοις είπεν· «Ω
+παίδες, ηξεύρετε άρα γε ποίος εφόνευσε την μητέρα σας;» Ο λόγος
+ούτος εις μεν τον πρεσβύτερον ουδεμίαν επροξένησεν εντύπωσιν· αλλ'
+ο νεώτερος, όστις εκαλείτο Λυκόφρων, τόσον ελυπήθη ακούσας, ώστε
+επιστρέψας εις Κόρινθον ούτε εχαιρέτισε τον φονέα της μητρός του
+Περίανδρον, ούτε απεκρίνετο προς αυτόν ομιλούντα, ούτε τω ωμίλει
+εξετάζοντι. Τέλος ο Περίανδρος, πλήρης οργής, τον εδίωξεν από την
+οικίαν.
+
+51. Αφού δε τον εδίωξεν ηθέλησε να μάθη από τον πρεσβύτερον τι
+είχεν ειπεί εις αυτούς ο Προκλής· ο νεανίας τω διηγήθη την
+φιλόφρονα υποδοχήν του πάππου του, αλλ' ουδεμίαν μνείαν έκαμε των
+λόγων τους οποίους είπε προπέμπων αυτούς, διότι ούτε τους
+ενθυμείτο. Αλλ' ο Περίανδρος επέμεινε, λέγων ότι ήτο αδύνατον να
+μη τους συνεβούλευσε τίποτε ο Προκλής. Τόσον δε τον εστενοχώρησε
+με τας ερωτήσεις του ώστε επί τέλους ο νέος ενθυμήθη τους λόγους
+και τους επανέλαβεν. Ο δε Περίανδρος δεν αφήκεν αυτούς τους λόγους
+να παρέλθουν απαρατήρητοι· εξ εναντίας απεφάσισε να μη δείξη
+ουδεμίαν ηπιότητα, και όπου ο εκδιωχθείς υιός του προσήρχετο να
+ζητήση καταφύγιον, έπεμπεν απεσταλμένους και επρόσταζε να μη τον
+δέχωνται εις τας οικίας των. Όταν δε ο Λυκόφρων διωκόμενος από
+μίαν οικίαν μετέβαινεν εις άλλην, απεδιώκετο πάλιν και εξ αυτής,
+διότι ο πατήρ ηπείλει εκείνους οίτινες τον εδέχοντο και τους
+διέτασσε να τον διώκωσιν. Ούτω δε διωκόμενος μετέβαινεν από οικίας
+εις οικίαν· οι δε φίλοι του, καί τοι φοβούμενοι, τον εδέχοντο ως
+υιόν του Περιάνδρου.
+
+52. Τέλος ο βασιλεύς εκήρυξεν ότι όστις ήθελε τον δεχθή ή
+συνομιλήση μετ' αυτού να πληρόνη εις τον Απόλλωνα ιερόν πρόστιμον,
+του οποίου το ποσόν προσδιώριζε το κήρυγμα. Από της στιγμής δε
+ταύτης κανείς πλέον δεν ηθέλησε μήτε να συνομιλήση μετ' αυτού μήτε
+να τω δώση άσυλον. Ούτε αυτός δε ο ίδιος δεν έκρινε πλέον δίκαιον
+να πειράται την παραβίασιν των αυστηρών εκείνων διαταγών, και
+εσύρετο από στοάς εις στοάν. Την τετάρτην δε ημέραν, ιδών ο
+Περίανδρος αυτόν εξηντλημένον υπό της πείνης και ειδεχθή υπό της
+αλουσίας, τον ελυπήθη και μετριάσας την οργήν του επλησίασε προς
+αυτόν και τω είπε· «Τέκνον, τι εκ των δύο είναι προτιμότερον, η
+παρούσα κατάστασις εις ην ευρίσκεσαι, ή η εξουσία και τα πλούτη τα
+οποία έχω και τα οποία θα διαδεχθής εάν φερθής καλώς προς τον
+πατέρα σου; Συ, υιέ μου, βασιλεύς της ευδαίμονος Κορίνθου,
+καταδικάζεις σεαυτόν εις βίον πλάνητα διά της αντιστάσεώς σου και
+της οργής σου εναντίον εκείνου τον οποίον ώφειλες να σέβεσαι. Εάν
+εις τον οίκον μας συνέβη συμφορά διά την οποίαν με βλέπεις
+υπόπτως, η συμφορά αύτη ήλθεν εις εμέ· εγώ προ πάντων την
+αισθάνομαι, διότι εγώ την έπραξα. Αλλ' έμαθες πλέον ότι καλλίτερον
+είναι να φθονώσι τινα ή να τον οικτείρωσι, και ταυτοχρόνως τι
+κερδίζει τις οργιζόμενος εναντίον πατρός, εναντίον ισχυροτέρου.
+Επίστρεψον λοιπόν εις την οικίαν.» Και ο μεν Περίανδρος με
+τοιούτους λόγους προσεπάθει να τον καταπραΰνη· εκείνος δε ουδέν
+άλλο απεκρίθη ή ότι ώφειλε να πληρώση τι πρόστιμον εις τον θεόν
+διότι τω ωμίλησεν. Ιδών δε ο Περίανδρος ότι το μίσος του υιού του
+ήτο αμείλικτον και ακατανίκητον, τον εδίωξεν από τους οφθαλμούς
+του και τον έστειλε με πλοίον εις την Κέρκυραν, της οποίας τότε
+ήτο κύριος. Αφού δε τον έστειλεν εκεί, εξεστράτευσε κατά του
+πενθερού του Προκλέους, ως κυριωτάτου αιτίου της παρούσης αυτού
+καταστάσεως· και εκυρίευσε μεν την Επίδαυρον, συνέλαβε δε τον
+Προκλέα και τον έφερε μεθ' εαυτού ως αιχμάλωτον.
+
+53. Επειδή δε προβαίνοντας του χρόνου εγήρασεν ο Περίανδρος και
+συνησθάνετο ότι δεν ήτο πλέον ικανός να επιτηρή όλας τας υποθέσεις
+και να διέπη αυτάς, έπεμψεν εις την Κέρκυραν και προσεκάλει εις
+την εξουσίαν τον Λυκόφρονα, καθότι ουδεμίαν έβλεπεν ικανότητα εις
+τον πρεσβύτερον υιόν του, όστις τω εφαίνετο νωθρός. Αλλ' ο
+Λυκόφρων ουδέ απαντήσεως έκρινεν άξιον τον κομιστήν της αγγελίας·
+ο δε Περίανδρος όστις επέμενεν εις την ανάκλησιν του νέου, έπεμψεν
+εκ νέου προς αυτόν· την φοράν όμως ταύτην έστειλε την ιδίαν του
+θυγατέρα και αδελφήν του Λυκόφρονος, καθότι ήλπιζεν ότι δι' αυτής
+ο υιός του ήθελε πεισθή ευκολώτερον. Ελθούσα λοιπόν αύτη τω είπε·
+«Παιδίον, προτιμάς να ιδής την εξουσίαν μεταβαίνουσαν εις άλλας
+χείρας και την οικίαν μας διασκορπιζομένην, ή να έλθης και την
+παραλάβης συ; Επίστρεψε εις την οικίαν και παύσον τιμωρών σεαυτόν·
+η επιμονή είναι δυσάρεστον πράγμα· μη ζητής να θεραπεύσης το έν
+κακόν διά του άλλου. Πολλοί προτιμώσι την ισότητα αντί του
+δικαίου, και πολλοί πολλάκις ζητούντες τα μητρικά έχασαν τα
+πατρικά. Η βασιλεία είναι κτήμα επισφαλές, πολλούς έχουσα εραστάς,
+ο δε πατήρ μας είναι γέρων και προβεβηκώς· μη δίδης λοιπόν τα
+αγαθά σου εις άλλους.» Και η μεν κόρη, διδαχθείσα από τον πατέρα
+της, τοιούτους έλεγε λόγους πειστικωτάτους· ο δε Λυκόφρων απεκρίθη
+ότι ποτέ δεν θα υπάγη εις την Κόρινθον ζώντος του πατρός του. Ότε
+δε αύτη έφερε την απόκρισιν του Λυκόφρονος, ο Περίανδρος έπεμψε
+και εκ τρίτου κήρυκα λέγων ότι θα μεταβή να κατοικήση εις την
+Κέρκυραν εάν ο υιός του συγκατετίθετο να επανέλθη εις την Κόρινθον
+διά να τον αντικαταστήση. Παραδεχθέντος τέλος του νέου την
+συμφωνίαν ταύτην, ητοιμάζοντο ο μεν Περίανδρος να μεταβή εις την
+Κέρκυραν, ο δε υιός του εις την Κόρινθον. Μαθόντες όμως ταύτα οι
+Κερκυραίοι και μη θέλοντες να έλθη ο Περίανδρος εις τον τόπον των,
+εφόνευσαν τον νέον. Και ο μεν Περίανδρος διά το έγκλημα τούτο
+εξεδικείτο τους Κερκυραίους.
+
+54. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, φθάσαντες με μέγαν στόλον, επολιόρκησαν
+την Σάμον. Προσέβαλον το τείχος, και είχον υπερβή τον πύργον όστις
+υψούται πλησίον της θαλάσσης, εις την είσοδον του προαστείου, όταν
+ο Πολυκράτης, ελθών μετά πολλής δυνάμεως, απεδίωξεν αυτούς. Τότε
+οι επίκουρος και πολλοί Σάμιοι εξελθόντες εκ του επάνω πύργου,
+όστις είναι επί της ράχεως του όρους, αντέστησαν κατά των
+Λακεδαιμονίων και σχεδόν αμέσως έφυγον οπίσω· καταδιώκοντες δε οι
+Λακεδαιμόνιοι τους εφόνευον.
+
+55. Εάν κατ' εκείνην την ημέραν οι πολιορκούντες ηκολούθουν το
+παράδειγμα του Αρχίου και του Λυκώπου, θα εκυρίευον την Σάμον,
+διότι μόνον ο Αρχίας και ο Λυκώπης διώκοντες εισήλθον εις το
+τείχος μετά των φευγόντων· κλεισθείσης όμως εις αυτούς της εξόδου
+εφονεύθησαν εντός της πόλεως των Σαμίων. Σηνηντήθην εις την
+Πιτάνην (διότι ήτο από τον δήμον τούτον) μεθ' ενός άλλου Αρχίου,
+υιού του Σαμίου και εγγόνου του αρχαίου Αρχίου· ετίμα δε ούτος
+τους Σαμίους περισσότερον από όλους τους άλλους Σαμίους, και με
+είπεν ότι ο πατήρ του είχεν ονομασθή Σάμιος διότι ο πατήρ του
+Αρχίας εφονεύθη εις την Σάμον ανδρείως πολεμήσας. Προσέθηκε δε ότι
+ετίμα τους Σαμίους διότι ενταφίασαν τον πάππον του δημοσία δαπάνη.
+
+56. Μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή δεν
+έκαμναν καμμίαν πρόοδον, επέστρεψαν εις την Πελοπόννησον.
+Λέγουσιν, αλλ' οι λόγοι των είναι αβάσιμοι, ότι ο Πολυκράτης κόψας
+από μόλυβδον πολύ επιχώριον νόμισμα και καταχρυσώσας το έδωκεν εις
+τους Λακεδαιμονίους οίτινες το εδέχθησαν και ανεχώρησαν. Αυτή
+είναι η πρώτη εκστρατεία την οποίαν οι Δωριείς της Λακεδαίμονος
+έκαμον κατά της Ασίας.
+
+57. Οι δε επαναστατήσαντες κατά του Πολυκράτους Σάμιοι, επειδή οι
+Λακεδαιμόνιοι έμελλον να τους εγκαταλείψωσιν, απέπλευσαν και αυτοί
+εις την Σίφνον· είχον ανάγκην χρημάτων, τα δε πράγματα των Σιφνίων
+ήκμαζον κατ' εκείνον τον χρόνον και ήσαν οι πλουσιώτατοι των
+νησιωτών, επειδή εις την νήσον των ευρίσκοντο μεταλλεία χρυσού και
+αργύρου τόσον άφθονα ώστε εκ του δεκάτου των εισοδημάτων αυτών
+αφιέρωσαν εις τους Δελφούς θησαυρόν τον οποίον ουδείς υπερβαίνει
+κατά την πλουσιότητα. Κατ' έτος εμοιράζοντο τα εισοδήματα ταύτα
+μεταξύ των και ότε ενησχολούντο να απαρτίσωσι τον θησαυρόν εκείνον
+ηρώτησαν το μαντείον εάν η ευδαιμονία των έμελλε να διαρκέση πολύν
+χρόνον· η δε Πυθία απεκρίθη τα εξής· Ό τ α ν-τ ο-π ρ υ τ α ν ε ί ο ν-
+τ η ς-Σ ί φ ν ο υ-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-ό τ α ν-τ ο-μ έ τ ω π ο ν-
+τ η ς-α γ ο ρ ά ς-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-π α ς-φ ρ ό ν ι μ ο ς-
+ά ν θ ρ ω π ο ς-ο φ ε ί λ ε ι-ν α-π ρ ο φ υ λ α χ θ ή-α π ό-τ η ν-
+ξ υ λ ί ν η ν-ε ν έ δ ρ α ν-κ α ι-α π ό-τ ο ν-ε ρ υ θ ρ ό ν-
+κ ή ρ υ κ α. Ήσαν δε ήδη και η αγορά και το πρυτανείον κεκοσμημένα
+διά μαρμάρου της Πάρου.
+
+58. Τούτον τον χρησμόν δεν ηδυνήθησαν να εννοήσωσι μήτε τότε ευθύς
+μήτε όταν ήλθον οι Σάμιοι. Τωόντι μόλις ούτοι επλησίασαν εις τον
+Σίφνον, έπεμψαν εις την πόλιν πλοίον με πρέσβεις. Ήσαν δε το πάλαι
+τα πλοία αλειμμένα με μίλτον, και τούτο ενόει η Πυθία όταν τοις
+είπε να προφυλάσσωνται από την ξυλίνην ενέδραν και τον ερυθρόν
+κήρυκα. Παρουσιάσθησαν λοιπόν οι πρέσβεις και εζήτησαν από τους
+Σίφνιους να τοις δανείσωσι δέκα τάλαντα· αλλ' ούτοι ηρνήθησαν, και
+οι Σάμιοι ήρχισαν να λεηλατώσι την χώραν των. Μαθόντες τούτο οι
+Σίφνιοι έδραμον προς βοήθειαν και πολεμήσαντες ενικήθησαν, οι δε
+Σάμιοι απέκλεισαν εις πολλούς την εις την πόλιν υποχώρησιν. Από
+αυτούς μετά ταύτα οι νικηταί έλαβον εκατόν τάλαντα.
+
+59. Έπειτα οι Σάμιοι ηγόρασαν από τους Ερμιονείς την πλησίον της
+Πελοποννήσου νήσον Ύδραν και ενεπιστεύθησαν αυτήν εις τους
+Τροιζηνίους. Αυτοί δε ήλθον εις την Κρήτην και αποίκισαν την
+Κυδωνίαν, μολονότι δεν έπλευσαν εκεί επί τω σκοπώ τούτω αλλά να
+διώξωσιν εκ της νήσου τους Ζακυνθίους. Έμειναν λοιπόν εις αυτήν
+και επί πέντε έτη ευτύχησαν τόσον ώστε αυτοί έκτισαν τα ιερά τα
+οποία σώζονται σήμερον εις την Κυδωνίαν καθώς και τον ναόν της
+Δικτύνης Αρτέμιδος. Κατά δε το έκτον έτος οι Αιγινήται, ενωθέντες
+με τους Κρήτας, τους ενίκησαν κατά θάλασσαν, τους εξηνδραπόδισαν,
+έκοψαν τας πρώρας των πλοίων των, αίτινες παρίστων κάπρους, και
+αφιέρωσαν τας εικόνας ταύτας εις τον εν Αιγίνη ναόν της Αθηνάς.
+Έπραξαν δε ταύτα οι Αιγινήται διά το πάθος το οποίον είχον κατά
+των Σαμίων, διότι οι Σάμιοι επί της βασιλείας του Αμφικράτους εν
+Σάμω, είχον εκστρατεύσει κατά της Αιγίνης, μεγάλα κακά ποιήσαντες
+εις τους Αιγινήτας και παθόντες παρ' αυτών. Η μεν αιτία λοιπόν
+αύτη ήτο.
+
+60. Εμήκυνα δε τον λόγον περί των Σαμίων διότι αυτοί έκαμον τρία
+έργα μεγαλείτερα από όλα όσα εξετέλεσαν οι Έλληνες. Είς τι όρος,
+εκατόν πεντήκοντα οργυιάς υψηλόν, ήνοιξαν όρυγμα επτά σταδίων
+μήκους και οκτώ ύψους και πλάτους, αρχίζοντες από την βάσιν. Καθ'
+όλον το μήκος του ορύγματος τούτου έσκαψαν άλλο όρυγμα είκοσι
+πηχών το βάθος και τριών ποδών το πλάτος, διά του οποίου το ύδωρ
+μεγάλης πηγής φέρεται διά σωλήνων μέχρι της πόλεως. Ο αρχιτέκτων
+του ορύγματος τούτου ήτο ο Μεγαρεύς Ευπαλίνος του Ναυστρόφου.
+Τοιούτον είναι το πρώτον των τριών τούτων έργον· το δεύτερον είναι
+το περί την θάλασσαν πρόχωμα, είκοσι οργυιών το ύψος και δύο
+σταδίων το μήκος· το τρίτον είναι ο μέγιστος εξ όσων είδομεν ναών,
+του οποίου αρχιτέκτων πρώτος εγένετο ο Σάμιος Ροίκος του Φιλαίου.
+Τούτων ένεκα εμήκυνα ολίγον περισσότερον τον λόγον περί των
+Σαμίων.
+
+61. Ενώ ο Καμβύσης, ο υιός του Κύρου, κατέτριβε τον χρόνον εις την
+Αίγυπτον και παρεφρόνει, δύο αδελφοί, αμφότεροι μάγοι,
+επανεστάτησαν κατ' αυτού· τον ένα εξ αυτών είχεν αφήσει επιστάτην
+της οικίας του. Αυτός λοιπόν επανέστη κατά του Καμβύσου μαθών ότι
+εφονεύθη ο Σμέρδις, ότι ο θάνατος αυτού ετηρείτο κρυπτός, και ότι
+ολίγοι Πέρσαι ήξευρον αυτόν, οι δε περισσότεροι ενόμιζον τον
+Σμέρδιν ζώντα. Αυτά ηξεύρων εσκέφθη τα ακόλουθα διά να αρπάση την
+βασιλείαν. Είχεν αδελφόν μεθ' ου, ως είπα, επανεστάτησε, και όστις
+ωμοίαζε με τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν τον φονευθέντα κατά διαταγήν
+του Καμβύσου. Η ομοιότης ήτο τελεία και εκαλείτο επίσης Σμέρδις.
+Αυτόν τον άνθρωπον πείσας ο μάγος Πατιζείθης τον εκάθισεν επί του
+βασιλικού θρόνου· μετά τούτο έπεμψε κήρυκας εις όλα τα μέρη και
+εις την Αίγυπτον διά να παραγγείλωσιν εις τον στρατόν ότι εις το
+εξής ώφειλον να υπακούωσιν εις τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου,
+και ουχί εις τον Καμβύσην.
+
+62. Και οι άλλοι λοιπόν κήρυκες παρήγγελλον ταύτα, και ο εις την
+Αίγυπτον πεμφθείς, ευρών τον Καμβύσην και τον στρατόν εις τα
+Εκβάτανα της Συρίας, και σταθείς εις το μέσον έλεγε τα εντεταλμένα
+υπό του μάγου. Ο δε Καμβύσης ακούσας ταύτα παρά του κήρυκος και
+νομίσας ότι έλεγεν αληθή και ότι τον είχε προδόσει ο Πρηξάσπης
+(διότι υπέθεσεν ότι ο Πρηξάσπης τον οποίον έπεμψε διά να φονεύση
+τον Σμέρδιν δεν έπραξε τούτο) ητένισε προς τον Πρηξάσπη και τω
+είπε· «Πρήξασπες, ούτως εξετέλεσας την εντολήν ην σοι ανέθηκα;»
+Εκείνος δε απεκρίθη· «Δέσποτα, ουδόλως είναι αληθές ότι ο αδελφός
+σου Σμέρδις επανέστη κατά σου, ούτε είναι δυνατόν να προκύψη πλέον
+μεταξύ σας μικρά ή μεγάλη διχόνοια· εγώ ο ίδιος, αφού έπραξα ό,τι
+με διέταξες, τον έθαψα με τας χείρας αυτάς τας οποίας βλέπεις. Εάν
+τώρα επανέρχονται εις την ζωήν οι αποθανόντες, περίμενε να ιδής
+επανερχόμενον και τον Μήδον Αστυάγη· εάν όμως τα πράγματα βαίνωσι
+την συνήθη αυτών τάξιν, ουδέν δυσάρεστον θα σοι συμβή εκ μέρους
+του αδελφού σου. Όθεν η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να συλλάβωμεν
+τον κήρυκα, να τον ανακρίνωμεν και να μάθωμεν παρά τίνος εστάλη να
+μας παραγγείλη ότι πρέπει να υπακούωμεν εις τον βασιλέα Σμέρδιν».
+
+63. Ταύτα ήπεν ο Πρηξάσπης· επειδή δε ήρεσαν εις τον βασιλέα,
+αμέσως συνέλαβον τον κήρυκα και τον προσήγαγον, ο δε Πρηξάσπης τον
+ηρώτησεν ως εξής· «Άνθρωπε, λέγεις ότι ήλθες εξ ονόματος του
+Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τώρα ειπέ μας την αλήθειαν και ύπαγε
+χαίρων. Ο ίδιος Σμέρδις εφάνη εις σε και σοι έδωκε τας διαταγάς
+ταύτας, ή κανείς των υπηρετών του;» Ο δε κήρυξ απεκρίθη· «Εγώ δεν
+είδον τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου, αφότου ο βασιλεύς Καμβύσης
+ανεχώρησε διά την Αίγυπτον· αλλ' ο μάγος τον οποίον ο Καμβύσης
+εξελέξατο ως επίτροπον της οικίας του, αυτός με παρήγγειλε ταύτα,
+λέγων ότι ο Σμέρδις, ο υιός του Κύρου, με διατάττει να τα είπω
+προς υμάς.» Και ο μεν κήρυξ ταύτα είπεν, ουδόλως ψευδόμενος· ο δε
+Καμβύσης είπε· «Πρήξασπες, συ μεν, ως άνθρωπος τίμιος, έπραξες
+ό,τι σε διέταξα· πλην ποίος να ήναι άρα γε εκείνος εκ των Περσών
+ότι επανίσταται κατ' εμού οικειοποιούμενος το όνομα του Σμέρδιος;
+— Νομίζω, απήντησεν ο Πρηξάσπης, ότι ενόησα το πράγμα, ω βασιλεύ·
+οι αποστατήσαντες κατά σου είναι οι μάγοι, ο Πατιζείθης τον οποίον
+αφήκες επιμελητήν της οικίας σου, και ο αδελφός αυτού Σμέρδις».
+
+64. Ο Καμβύσης ακούσας το όνομα του Σμέρδιος εξεπλάγη εκ των λόγων
+και του ενυπνίου το οποίον είχεν ιδεί· καθότι τω εφάνη εις τον
+ύπνον του ότι τω ανήγγελλε τις ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του
+βασιλικού θρόνου, έψαυε διά της κεφαλής του τον ουρανόν.
+
+Εννόησας λοιπόν ότι εις μάτην εφόνευσε τον αδελφόν του, ήρχισε να
+κλαίη· αφού δε έκλαυσε και εθρήνησε διά την συμφοράν την οποίαν τω
+επήνεγκεν ο θάνατος ούτος, επήδησεν επί του ίππου του σκοπεύων να
+τρέξη αμέσως εις τα Σούσα και να εκστρατεύση κατά του μάγου. Αλλ'
+ενώ επήδα επί του ίππου, έπεσε το κομβίον το κρατούν την θήκην της
+σπάθης του, γυμνωθείς δε τοιουτοτρόπως ο σίδηρος εκτύπα τον μηρόν
+του και τον επλήγωσεν εις το αυτό μέρος όπου και αυτός πρότερον
+είχε πληγώσει τον θεόν των Αιγυπτίων Άπιν. Επειδή δε η πληγή του
+εφαίνετο καιρία, ηρώτησε ποιον ήτο το όνομα της πόλεως· οι δε τω
+είπον ότι εκαλείτο Εκβάτανα. Εις δε τον Καμβύσην προηγουμένως είχε
+δοθή χρησμός από την πόλιν Βουτώ ότι έμελλε να τελευτήση τον βίον
+εις τα Εκβάτανα, και είχε νομίσει ότι ήθελεν αποθάνει εις τα
+Εκβάταν της Μυδίας όπου είχεν όλους τους θησαυρούς του, ενώ το
+χρηστήριον ενόει βεβαίως τα Εκβάτανα της Συρίας. Όθεν επειδή
+ερωτών έμαθε το όνομα της πόλεως, τεταραγμένος από την συμφοράν
+του μάγου και του τραύματος, εσωφρόνησε, και εννοήσας τον χρησμόν
+είπεν· «Εδώ είνε πεπρωμένον να τελευτήση ο Καμβύσης του Κύρου.»
+
+65. Και τότε μεν δεν είπε περισσότερα· βραδύτερον όμως, μετά
+είκοσι περίπου ημέρας, καλέσας τους λογιμωτάτους των εις τα
+Εκβάτανα ευρισκομένων Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι,
+αναγκάζομαι να σας φανερώσω πράγμα το οποίον υπέρ παν άλλο ετήρουν
+μυστικόν. Κοιμώμενός ποτε εις την Αίγυπτον είδον όνειρον το οποίον
+είθε να μη έβλεπον· μοι εφάνη ότι απεσταλμένος τις ήλθεν εκ της
+οικίας μου διά να μοι αναγγείλη ότι ο Σμέρδις καθήμενος επί του
+βασιλικού θρόνου ήγγιζε με την καφαλήν του τον ουρανόν. Εφοβήθην
+μήπως με αφαιρέση την βασιλείαν ο αδελφός μου και ενήργησα
+ταχύτερον ή φρονιμώτερον, διότι είναι αδύνατον εις τον άνθρωπον να
+αποφύγη το πεπρωμένον να γίνη. Έπεμψα λοιπόν ασυλλογίστως τον
+Πρηξάσπη εις τα Σούσα διά να φονεύση τον Σμέρδιν. Γενομένου δε του
+κακού τούτου, έζων ησύχως, μη σκεπτόμενος πλέον ότι, αφού εφονεύθη
+ο Σμέρδις, άλλος άνθρωπος ήθελεν ευρεθή να επαναστατήση κατ' εμού.
+Αλλ' ηπατήθην· εγενόμην αδελφοκτόνος άνευ ανάγκης, και ουχ ήττον
+εστερήθην την βασιλείαν· διότι τον Σμέρδιν τον μάγον μοι
+προεδείκνυεν ο θεός εν τω ονείρω εκείνω ως προωρισμένον να
+επαναστατήση κατ' εμού. Ιδέτε λοιπόν τι έπραξα και σκεφθήτε ότι
+όχι ο Σμέρδις του Κύρου, αλλά δύο μάγοι αρπάζουσι την βασιλείαν,
+εκείνος τον οποίον αφήκα επίτροπον εις τα βασίλεια και ο αδελφός
+του Σμέρδις. Ο αδελφός εις τον οποίον ανήκε να με υπερασπίση
+ατιμαζόμενον από τους ανθρώπους τούτους εφονεύθη από τον
+πλησιέστατον συγγενή του γενόμενος θύμα σκληρού πεπρωμένου· τούτου
+δε μη υπάρχοντος, εις υμάς οφείλω να αποτείνω τις θελήσεις μου
+τελευτών τον βίον. Επικαλούμενος τους θεούς του βασιλείου τούτου
+σας προστάζω όλους και μάλιστα τους παρόντας των Αχαιμενιδών να μη
+ανεχθήτε να περιέλθη η βασιλεία αύθις εις τους Μήδους· αλλ' εάν
+μεν καταγίνωνται να την καταλάβωσι με δόλον, αφαιρέσατέ την από
+αυτούς με δόλον, εάν δε θελήσωσι να το κατορθώσωσι μετά δυνάμεων,
+προσπαθήσατε και υμείς να την ανασώσετε μετά πλειοτέρων δυνάμεων.
+Εάν πράξετε ό,τι σας ζητώ, είθε η γη να παράγη τους καρπούς της
+δι' υμάς, είθε να τίκτωσιν οι γυναίκες και αι ποίμναι υμών, είθε
+να ήσθε διά παντός ελεύθεροι! Εάν όμως δεν ανασώσετε την αρχήν,
+μήτε επιχειρήσετε να ανασώσητε αυτήν, σας καταρώμαι να συμβώσιν
+εις υμάς τα εναντία τούτων, και προσέτι το τέλος εκάστου Πέρσου
+να ήναι τοιούτο οίον το ιδικόν μου!» Ταύτα είπεν ο Καμβύσης και
+έκλαιε τας δυστυχίας του.
+
+66. Ιδόντες οι Πέρσαι τον βασιλέα των να κλαίη έσχισαν τα ιμάτιά
+των και εθρήνουν μεγαλοφώνως. Μετά ταύτα το οστούν του πληγωμένου
+εσάπισεν, αι σάρκες του μηρού του εγαγγραινώθησαν και απέθανεν
+αφού εβασίλευσεν εν όλοις επτά έτη και πέντε μήνας χωρίς να
+απολαύση τέκνον, μήτε άρρεν μήτε θήλυ. Αίσθημά τι αμφιβολίας
+περιεχύθη μεταξύ των παρόντων Περσών· δεν ηδύναντο να πιστεύσωσιν
+ότι οι μάγοι κατέλαβον τα πράγματα, αλλ' υπώπτευσαν ότι ο Καμβύσης
+έπλασε την διήγησιν του θανάτου του Σμέρδιος διά να τους απατήση
+και επαναστατήσωσι κατά του αδελφού του.
+
+67. Υπέθεσαν λοιπόν ότι ο αναβάς εις τον θρόνον ήτο ο Σμέρδις, ο
+υιός του Κύρου· έτι δε και ο Πρηξάσπης ηρνείτο επιμόνως ότι
+εφόνευσε τον Σμέρδιν, διότι δεν ενόμιζεν ασφαλές να φανερώση μετά
+τον θάνατον του Καμβύσου ότι εφόνευσεν ιδιοχείρως τον υιόν του
+Κύρου. Ο μάγος λοιπόν, αφού ετελεύτησεν ο Καμβύσης, ωφελούμενος εκ
+της ομοιότητος των ονομάτων, εβασίλευσε κατ' αρχάς ησύχως τους
+επτά μήνας οίτινες υπελείποντο διά να συμπληρώση ο Καμβύσης οκτώ
+έτη. Κατά τον ολίγον τούτον χρόνον έπραξε προς όλους τους υπηκόους
+του μεγάλας ευεργεσίας, ώστε ότε απέθανεν όλοι οι εν τι Ασία τον
+επόθησαν, πλην των Περσών· διότι ο μάγος πέμψας κήρυκας εις όλα τα
+υπό την εξουσίαν του έθνη εκήρυξεν ότι ούτε άνδρας ήθελε
+στρατολογήσει ούτε φόρους ήθελεν εισπράξει, επί τρία έτη· ταύτα δε
+εκήρυξεν άμα επανεστάτησε διά να καταλάβη την αρχήν.
+
+68. Τον όγδοον δε μήνα ανεκαλύφθη κατά τον ακόλουθον τρόπον τις
+ήτο· ο Οτάνης, ο υιός του Φαρνάσπους, ήτο κατά το γένος και τα
+πλούτη είς των πρώτων Περσών. Ο Οτάνης ούτος πρώτος των άλλων
+υπώπτευσεν ότι ο μάγος ήτο όχι ο Σμέρδος ο υιός του Κύρου, αλλ'
+εκείνος όστις ήτο πράγματι. Η εικασία του δε εβασίζετο εις τούτο,
+ότι ο βασιλεύς δεν εξήρχετο της ακροπόλεως και δεν εκάλει ενώπιον
+του κανένα από τους λογίμους Πέρσας. Υποπτεύσας λοιπόν έπραξε τα
+ακόλουθα· ο Καμβύσης είχε λάβει γυναίκα την θυγατέρα του
+καλουμένην Φαιδύμην· την ιδίαν είχε τότε ο μάγος και συνέζη μετ'
+αυτής ως και μετά των άλλων γυναικών του Καμβύσου. Εις ταύτην την
+θυγατέρα πέμψας ο Οτάνης, την ηρώτα περί του ανθρώπου μεθ' ου
+συνεκοιμάτο, εάν ήτο ο Σμέρδις του Κύρου ή άλλος τις. Εκείνη δε τω
+διεβίβασε την απόκρισιν ότι ποτέ δεν είδε τον Σμέρδιν του Κύρου
+και ούτε εγνώριζε ποίος ο μετ' αυτής συνευναζόμενος. Έπεμψεν εκ
+δευτέρου ο Οτάνης λέγων· «Εάν δεν γνωρίζης τον Σμέρδιν τον υιόν
+του Κύρου, ερώτησον την Άτοσσαν μετά τίνος ανθρώπου συγκοιμάται,
+ως συ, διότι δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζη τον αδελφόν της.» Εις
+την ερώτησιν ταύτην αποκρίνεται η θυγάτηρ λέγουσα· «Ούτε με την
+Άτοσσαν ειμπορώ να συνομιλήσω, ούτε να ίδω άλλην τινα των
+γυναικών, διότι ο άνθρωπος ούτος, οιοσδήποτε και αν ήναι, άμα
+παρέλαβε την βασιλείαν, μας διεσκόρπισε θέσας εκάστην εις
+ιδιαίτερον οίκημα.»
+
+69. Ταύτα ακούσας ο Οτάνης ήρχισε να εννοή καλλίτερον το πράγμα·
+έπεμψε λοιπόν προς την θυγατέρα τρίτην αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ω
+θύγατερ· διά την λαμπράν σου γέννησιν πρέπει να αναδεχθής τον
+κίνδυνον εις τον οποίον ο πατήρ σου σε διατάττει να εκτεθής. Εάν ο
+άνθρωπος ούτος δεν είναι ο υιός του Κύρου, εάν ήναι εκείνος τον
+οποίον υποθέτω, δεν πρέπει να ζήση χαίρων ότι συνεκοιμήθη μετά σου
+και ήρπασε την βασιλείαν των Περσών, αλλά να τιμωρηθή αυστηρώς.
+Κάμε λοιπόν αυτό το οποίον σοι παραγγέλλω. Όταν συγκατακλιθή μετά
+σου και κρίνης ότι εβυθίσθη εις τον ύπνον, ψηλάφησον τα ωτία του,
+και εάν μεν εύρης ότι έχει τοιαύτα, πείσθητι ότι συγκοιμάσαι με
+τον Σμέρδιν τον υιόν του Κύρου, εάν δε δεν έχη, είναι ο μάγος
+Σμέρδις.» Προς ταύτα απεκρίθη η Φαιδύμη λέγουσα ότι θα κινδυνεύση
+μεγάλως εάν υπακούση· διότι εάν δεν έχη ώτα, εάν την εννοήση ότι
+τον ψηλαφεί, βεβαίως θα την φονεύση, όμως θα υπακούση. Η Φαιδύμη
+λοιπόν υπεσχέθη εις τον πατέρα της να εκτελέση τας διαταγάς του.
+Τούτου δε του μάγου Σμέρδιος τα ώτα είχε κόψει ο υιός του Καμβύσου
+Κύρος ότε εβασίλευε δι' αιτίαν ου μικράν. Ούτως η Φαιδύμη αύτη, η
+του Οτάνου θυγάτηρ, υποσχεθείσα εις τον πατέρα της να εκτελέση τας
+διαταγάς του όταν έλθη η σειρά της να εισαχθή προς τον μάγον
+(διότι αι γυναίκες των Περσών εκ περιτροπής συνευρίσκονται με τους
+άνδρας των), εισήλθε και κατεκλίθη μετ' αυτού· αφού δε ο μάγος
+απεκοιμήθη βαθέως εψηλάφησε τα ώτα του και ευκόλως ενόησεν ότι ο
+άνθρωπος δεν είχεν ώτα. Άμα δε εφάνη η ημέρα, πέμψασα εφανέρωσεν
+εις τον πατέρα της τα γενόμενα.
+
+70. Ο δε Οτάνης λαβών κατ' ιδίαν τον Ασπαθίνην και τον Γωβρύαν,
+πρώτους των Περσών και πιστοτάτους φίλους του, τοις διηγήθη όλην
+την υπόθεσιν. Επειδή δε και αυτοί οι ίδιοι υπώπτευον ότι το πράγμα
+είχεν ούτως, εδέχθησαν τους λόγους του Οτάνου και συνεφώνηοαν να
+προσεταιρισθή έκαστος τον μάλλον πιστόν φίλον του. Ο μεν Οτάνης
+λοιπόν εισάγει τον Ινταφέρνην, ο Γωβρύας τον Μεγάβυζον, ο δε
+Ασπαθίνης τον Υδάρνη. Ήσαν δε έξ όταν ο υιός του Υστάσπους Δαρείος
+έφθασεν εις τα Σούσα ερχόμενος εκ τις Περσίας όπου ο πατήρ του ήτο
+διοικητής· μαθόντες την άφιξίν του οι έξ ούτοι Πέρσαι, ενέκριναν
+να προσεταιρισθώσι τον Δαρείον.
+
+71. Συνελθόντες λοιπόν οι επτά, ωρκίσθησαν μεταξύ των και ήρχισαν
+να συσκέπτωνται. Ότε δε ήλθεν η σειρά του Δαρείου να εκφέρη την
+γνώμην του, είπε τα ακόλουθα· «Εγώ ενόμιζον ότι ήμην ο μόνος όστις
+ήξευρα ότι ο μάγος μας κυβερνά και ότι ο υιός του Κύρου Σμέρδις
+ετελεύτησε, και τούτου ένεκα έδραμον όπως διοργανόσω τον θάνατον
+του μάγου. Επειδή δε συμβαίνει να το ηξεύρετε και υμείς ως εγώ,
+νομίζω ότι πρέπει να ενεργήσωμεν αμέσως και να μη βραδύνωμεν,
+διότι δεν συμφέρει η αναβολή.» Ο Οτάνης απεκρίθη εις ταύτα· «Ω υιέ
+του Υστάσπους, είσαι υιός πατρός γενναίου και δεν φαίνεσαι
+κατώτερος του πατρός σου· μη σπεύδης όμως απερισκέπτως τοιαύτην
+επιχείρησιν, αλλά διεύθυνον αυτήν μετά πλειοτέρας φρονήσεως· είναι
+ανάγκη να γίνωμεν περισσότεροι, και τότε ενεργούμεν.» Απεκρίθη ο
+Δαρείος εις ταύτα· «Ω άνδρες όσοι είσθε παρόντες, εάν ακολουθήσετε
+την γνώμην του Οτάνου, μάθετε ότι θα απολεσθήτε κάκιστα, διότι θα
+ευρεθή τις όστις παρασυρόμενος υπό του ιδίου συμφέροντος θα
+φανερώση ταύτα εις τον μάγον. Έπρεπε, μετά τας πρώτας σας ομιλίας,
+να εκτελέσετε υμείς μόνοι το σχέδιόν σας· επειδή όμως ηθελήσατε
+συνεταίρους, επειδή το ενεπιστεύθητε και εις εμέ, ή θα το θέσωμεν
+εις ενέργειαν σήμερον, ή, εάν αφήσωμεν να παρέλθη η σήμερον, δεν
+σας κρύπτω ότι δεν θα δώσω καιρόν εις άλλον να με καταγγείλη προς
+τον μάγον, αλλ' εγώ θα φανερώσω τα πάντα εις αυτόν.»
+
+72. Τότε ο Οτάνης βλέπων τον Δαρείον τόσον σπεύδοντα είπεν· «Αφού
+μας αναγκάζεις να επιταχύνωμεν και δεν μας επιτρέπεις να
+αναβάλωμεν, ειπέ μας συ πώς να εισέλθωμεν εις τον βασιλικόν οίκον
+και με ποίον τρόπον να επιτεθώμεν κατ' αυτών· διότι ηξεύρεις, ή,
+εάν δεν είδες, θα ήκουσες ότι φύλακες είναι τοποθετημένοι
+πανταχού· πώς λοιπόν να διέλθωμεν δι' αυτών;» Απεκρίθη ο Δαρείος
+τα ακόλουθα· «Πολλά πράγματα, Οτάνη, δεν δύνανται να σαφηνισθώσι
+διά λόγων αλλά δι' έργου· υπάρχουσιν επίσης άλλα τα οποία με τον
+λόγον μεν είναι ευκατόρθωτα, άμα όμως τα επιχειρήση τις ουδέν
+λαμπρόν αποτέλεσμα έχουσιν. Ηξεύρετε ότι δεν είναι αδύνατον να
+διέλθωμεν διά των φυλάκων· αφ' ενός μεν, είτε εκ φόβου, είτε εκ
+σεβασμού, κανείς δεν θα τολμήση να εμποδίση ανθρώπους του βαθμού
+μας· αφ' ετέρου δε έχω εγώ πρόφασίν τινα λίαν εύλογον διά να
+εισέλθωμεν εις το ανάκτορον· θα είπω ότι ταύτην την στιγμήν έφθασα
+εκ της Περσίας και ότι επιθυμώ να αναφέρω τι εις τον βασιλέα εκ
+μέρους του πατρός μου. Όπου είναι ανάγκη να είπη τις ψεύδος, ας το
+είπη· διότι ημείς οι άνθρωποι την αυτήν πάντοτε έχομεν επιθυμίαν,
+είτε ψευδόμενοι είτε λέγοντες την αλήθειαν. Οι μεν ψεύδονται τότε,
+όταν θέλωσι διά του ψεύδους να πείσωσι και κατορθώσωσί τι· οι
+άλλοι δε εξ εναντίας λέγουσι την αλήθειαν διά να ωφεληθώσι τι εκ
+της αληθείας και διά να τους εμπιστεύονται περισσότερον. Ώστε διά
+διαφόρων οδών τείνομεν πάντες προς τον αυτόν σκοπόν. Εάν δεν είχον
+τι να ωφεληθώσιν, αδιαφόρως και ο φιλαλήθης θα εψεύδετο, και ο
+ψεύστης θα έλεγεν αληθή. Ο φύλαξ όστις προθύμως ήθελε μας αφήσει
+να διέλθωμεν, αυτός μετά ταύτα θα ωφεληθή· εκείνον δε όστις θελήση
+να μας εναντιωθή, ας τον μεταχειρισθώμεν αμέσως ως εχθρόν, και
+εισερχόμενοι έπειτα διά της βίας ας πράξωμεν το έργον μας.»
+
+73. Λέγει ο Γωβρύας μετά ταύτα· «Φίλοι, πότε άλλοτε θα εύρωμεν
+καλλιτέραν ευκαιρίαν να ανακτήσωμεν την βασιλείαν μας, ή, εάν δεν
+το κατορθώσωμεν, να αποθάνωμεν, ημείς οίτινες όντες Πέρσαι,
+κυβερνώμεθα από ένα μάγον, και μάλιστα μάγον όστις δεν έχει ώτα;
+Όσοι εξ υμών παρευρέθητε πλησίον του ασθενούς Καμβύσου, δεν
+ελησμονήσατε τι κατηράσθη αποθνήσκων να πάθωσιν οι Πέρσαι εάν δεν
+προσπαθήσωσι να ανακτήσωσι την βασιλείαν. Τότε δεν εδέχθημεν τους
+λόγους του, νομίζοντες ότι ο Καμβύσης εσκόπευε να μας απατήση·
+τώρα όμως ψηφίζω να υπακούσωμεν εις τον Δαρείον και να μη
+χωρισθώμεν εξερχόμενοι του συνεδρίου τούτου, αλλά να υπάγωμεν κατ'
+ευθείαν προς τον μάγον.». Ταύτα είπεν ο Γωβρύας, και όλοι ταύτα
+ενέκρινον.
+
+74. Ενώ δε ούτοι ταύτα εβουλεύοντο, εγένοντο κατά συντυχίαν τα
+ακόλουθα. Οι μάγοι, αφού συνεσκέφθησαν, έκριναν εύλογον να
+ελκύσωσι την φιλίαν του Πρηξάσπους διότι αυτός έπαθεν υπό του
+Καμβύσου σκληρώς, όταν ο βασιλεύς τοξεύσας εφόνευσε τον υιόν του·
+διότι αυτός μόνος ήξευρε τον θάνατον του Σμέρδιος υιού του Κύρου,
+ως φονεύσας αυτόν με τας ιδίας του χείρας, και τέλος διότι
+απελάμβανε παρά τοις Πέρσαις μεγάλην υπόληψιν. Διά ταύτα λοιπόν
+τον προσκάλεσαν, εζήτησαν την φιλίαν του, τον υπεχρέωσαν με πιστά
+και με όρκους να τηρήση μυστικήν και να μη φανερώση εις κανένα την
+προς τους Πέρσας απάτην των, και τω υπεσχέθησαν άπειρα δώρα.
+Επειδή δε ο Πρηξάσπης υπεσχέθη ό,τι επεθύμουν, και οι μάγοι
+ενόμισαν ότι τον έπεισαν, τω είπον κατόπιν ότι αυτοί μεν θα
+συγκαλέσωσιν όλους τους Πέρσας προ του ανακτόρου, εκείνον δε
+διώρισαν να αναβή επί ενός πύργου και να κηρύξη ότι βασιλεύς των
+είναι ο Σμέρδις, και ουχί άλλος τις. Εζήτησαν δε παρ' αυτού να
+πράξη τούτο ένεκα της μεγάλης εμπιστοσύνης την οποίαν ενέπνεεν εις
+τον λαόν, και διότι πολλάκις είπε παρρησία ότι ο Σμέρδος του Κύρου
+έζη και ηρνήθη επιμόνως τον φόνον αυτού.
+
+75. Υποσχεθέντος λοιπόν του Πρηξάσπους να πράξη τούτο, οι μάγοι
+συνεκάλεσαν τους Πέρσας και ανεβίβασαν αυτόν εις τον πύργον
+κελεύσαντες αυτόν να αγορεύση. Αλλά λησμονήσας εκουσίως τι
+περιέμενον παρ' αυτού, ήρχισεν από του Αχαιμένους την πατρικήν
+γενεαλογίαν του Κύρου, φθάσας δε εις τούτον, απηρίθμησε πόσα καλά
+έπραξεν ο Κύρος εις τους Πέρσας. Αφού δε διηγήθη ταύτα, εφανέρωσε
+την αλήθειαν ειπών ότι πρότερον μεν έκρυπτεν αυτήν διότι δεν θα
+είχεν ασφάλειαν εάν απεκάλυπτε το πράγμα· τώρα όμως καθήκον του
+είναι να το φανερώση, και είπεν ότι τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν
+αυτός ο ίδιος εφόνευσεν αναγκασθείς υπό του Καμβύσου και ότι
+βασιλεύουσιν οι μάγοι. Αφού δε επρόφερε πολλάς κατάρας κατά των
+Περσών εάν δεν προσπαθήσουν ν' ανακτήσωσι την ελευθερίαν και εάν
+δεν τιμωρήσωσι τους μάγους, ερρίφθη εκ του ύψους του πύργου επί
+κεφαλήν. Και ο μεν Πρηξάσπης, όστις πάντοτε διετέλεσεν άνθρωπος
+ευϋπόληπτος, ούτως ετελεύτησεν.
+
+76. Οι δε επτά Πέρσαι, αποφασίσαντες να κτυπήσωσι τους μάγους άνευ
+αναβολής, ευχήθησαν εις τους θεούς και εκίνησαν, μη γνωρίζοντες
+τίποτε εκ των περί τον Πρηξάσπη πραχθέντων. Πορευόμενοι δε και
+φθάσαντες εις το μέσον της οδού έμαθον τα γεγονότα και
+παραμερίσαντες της οδού ήρχισαν πάλιν να συσκέπτωνται· και οι μεν
+περί τον Οτάνην επέμενον να αναβάλωσι την υπόθεσιν και να μη
+επιχειρήσωσι τίποτε, ευρισκομένων των πραγμάτων εις τοιούτον
+αναβρασμόν, οι δε περί τον Δαρείον επέμενον εξ εναντίας να
+προχωρήσωσιν εμπρός, να πράξωσιν, ό,τι είχον αποφασίσει και να μη
+φέρωσι καμμίαν αναβολήν. Ενώ δε εφιλονήκουν, εφάνησαν επτά ζεύγη
+ιεράκων καταδιώκοντα δύο ζεύγη γυπών τα οποία έτιλλον και
+εσπάραττον. Εις την θέαν ταύτην οι επτά συνετάχθησαν όλοι με την
+γνώμην του Δαρείου και εχώρησαν προς τα βασίλεια ενθαρρυνθέντες
+από τον οιωνόν.
+
+77 Όταν έφθασαν εις τας πύλας συνέβη ό,τι είχε προΐδει ο Δαρείος·
+οι φρουροί εφάνησαν πλήρης σεβασμού προς τους πρώτους των Περσών,
+και μη υποπτεύοντες κανένα κίνδυνον εκ μέρους των, τους άφησαν να
+εισέλθωσιν ως εάν τους συνώδευε θεία δύναμις και κανείς ούτε τους
+ηρώτησεν. Εις την αυλήν όμως συνήντησαν τους αγγελιαφόρους
+ευνούχους και ούτοι τους ηρώτησαν τι ήθελον, συγχρόνως δε ηπείλουν
+τους πυλωρούς διατί να τους αφήσωσιν ελευθέρους και εμπόδιζον τους
+επτά θέλοντας να προχωρήσωσι περισσότερον. Τότε οι συνωμόται
+ενθαρρύναντες αλλήλους και σύραντες τα εγχειρίδια επέπεσαν κατά
+των εμποδιζόντων αυτούς και ώρμησαν εις τον ανδρώνα.
+
+78. Συνέπεσε δε κατ' εκείνην την στιγμήν να ευρίσκωνται αμφότεροι
+οι μάγοι εντός και να συσκέπτωνται περί εκείνου το οποίον έπραξεν
+ο Πρηξάσπης. Εις τον θόρυβον και τας φωνάς των τεταραγμένων
+ευνούχων, προσέδραμον αμφότεροι, και εννοήσαντες τα γινόμενα,
+επεκαλέσθησαν την ιδίαν των ανδρείαν. Και ο μεν εξ αυτών προφθάνει
+και δράττει το τόξον, ο δε άλλος το ακόντιον· τότε σενεπλάκησαν.
+Εκείνος όστις εκράτει το τόξον, στενοχωρούμενος εκ του σύνεγγυς
+υπό των αντιπάλων του, δεν ηδυνήθη να το μεταχειρισθή· ο δε
+δεύτερος υπερασπίζετο διά του ακοντίου· εκτύπησεν εις τον μηρόν
+τον Ασπαθίνην και εις τον οφθαλμόν τον Ινταφέρνην, όστις έχασε μεν
+τον οφθαλμόν ένεκα του κτυπήματος τούτου, αλλά δεν απέθανεν. Ο είς
+λοιπόν από τους δύο μάγους επλήγωσε τους Πέρσας τούτους, ο δε
+αδελφός του βλέπων ότι το τόξον είναι όπλον ανωφελές, καταφεύγει
+εις θάλαμον συγκοινωνούντα με τον ανδρώνα με την πρόθεσιν να
+κλείση τας θύρας αυτού. Δύο όμως εκ των επτά, ο Δαρείος και ο
+Γωβρύας, εισπίπτουσιν ομού. Και ο μεν Γωβρύας συνεπλάκη μετ' αυτού
+σώμα προς σώμα, ο δε Δαρείος φοβούμενος μήπως διατρυπήση τον
+Γωβρύαν εν τω σκότει, ίσταται διστάζων. Ιδών δε ο Γωβρύας αυτόν
+ιστάμενον αργόν, τον ερωτά διατί δεν μεταχειρίζεται τας χείρας
+του. Ο δε Δαρείος αποκρίνεται· «Διότι φοβούμαι μήπως κτυπήσω σε.»
+Τότε πάλιν ο Γωβρύας είπεν, «Έμπηξον το ξίφος σου δι' αμφοτέρων.»
+Ο δε Δαρείος πειθόμενος ώθησε το εγχειρίδιον και κατά τύχην
+εφόνευσε τον μάγον.
+
+79. Αποκτείναντες δε τους μάγους και κόψαντες αυτών τας κεφαλάς,
+τους μεν δύο τραυματίας των αφήκαν εκεί και διά την αδυναμίαν των
+και διά να φυλάττωσι την ακρόπολιν· έπειτα οι πέντε με μεγάλας
+κραυγάς και θόρυβον, κρατούντες τας κεφαλάς των μάγων, ώρμησαν
+εκτός, εκάλουν τους Πέρσας, τοις διηγούντο τα γενόμενα και τοις
+εδείκνυον τας κεφαλάς, συγχρόνως δε εφόνευον πάντα μάγον τον
+οποίον εύρισκον εμπρός των. Οι δε Πέρσαι, μαθόντες το έργον των
+επτά και την απάτην των μάγων, έκριναν δίκαιον να μιμηθώσι τους
+πρώτους. Όθεν ανασπάσαντες τα εγχειρίδια εφόνευον οιονδήποτε μάγον
+απήντων. Και εάν δεν επήρχετο η νυξ, δεν θα άφινον ζώντα ούτε ένα.
+Οι Πέρσαι τιμώσι δημοσίως την ημέραν ταύτην πλειότερον πάσης άλλης
+ημέρας, και κατ' αυτήν τελούσι εορτήν την οποίαν καλούσι
+μαγοφόνια. Ενώ τελούσιν αυτήν εις κανένα μάγον δεν επιτρέπεται να
+φανή εις το φως, αλλ' όλοι μένουσι δι' όλης της ημέρας
+κεκλεισμένοι εις τους οίκους των.
+
+80. Αφού δε κατέπαυσεν ο θόρυβος και ήλθεν η έκτη ημέρα, οι
+επαναστατήσαντες εναντίον των μάγων συνεσκέφθησαν περί των
+δημοσίων πραγμάτων και είπον λόγους οίτινες εφάνησαν απίστευτοι
+είς τινας Έλληνας, μολονότι ελέχθησαν πράγματι. Ο μεν Οτάνης
+προέτεινε να αναθέσωσι την κυβέρνησιν εις την κοινότητα των
+Περσών. «Η γνώμη μου, είπεν, είναι να μη γίνη πλέον είς μόνος εξ
+ημών βασιλεύς· ούτε ευάρεστον ούτε καλόν είναι το τοιούτο, διότι
+ηξεύρετε μέχρι ποίου βαθμού σας ύβρισεν ο Καμβύσης και πόσα
+επάθετε εκ της αυθαδείας του μάγου. Και τωόντι πώς η μοναρχία
+δύναται να ήναι διοίκησις καλώς ωργανισμένη όταν επιτρέπη εις ένα
+άνθρωπον να πράττη ό,τι θέλει χωρίς να δίδη λόγον εις κανένα; Και
+ο μάλλον ενάρετος άνθρωπος εάν περιβληθή με τοιαύτην εξουσίαν,
+ήθελε παρεκτραπή των συνήθων του ορθών φρονημάτων. Παρά τω
+ανθρώπων η υπερηφάνεια γεννάται εκ των αγαθών τα οποία έχει, ο δε
+φθόνος αρχήθεν συγγεννάται με τον άνθρωπον. Ταύτα τα δύο έχων,
+έχει πάσαν κακίαν και πράττει πλήθος εγκλημάτων, άλλα μεν εν τη
+υπερβολή της υπερηφανείας του, άλλα δε υπό φθόνου. Ο τύραννος εν
+τούτοις δεν έπρεπε να ήναι φθονερός αφού έχει εις την εξουσίαν του
+όλα τα αγαθά, αλλ' εκ φύσεως εμφορείται υπό όλως εναντίων
+αισθημάτων προς τους πολίτας. Φθονεί την ζωήν και την ύπαρξιν των
+καλών και αγαπά τους κακούς πολίτας· είναι πολύ ταχύς εις το να
+πιστεύη τας διαβολάς και ο μάλλον διεφθαρμένος. Εάν τον θαυμάζης
+μετρίως, δυσαρεστείται λέγων ότι δεν τον τιμάς πολύ· εάν δε τον
+τιμάς πολύ, δυσαρεστείται υποπτεύων ότι τον κολακεύεις. Το
+χειρότερον όμως, το οποίον και θα σας είπω, είναι ότι μεταβάλλει
+νόμους πατροπαραδότους, βιάζει γυναίκας, φονεύει ανθρώπους χωρίς
+να τους δικάζη. Όταν άρχη ο λαός, πρώτον μεν η αρχή αυτού φέρει το
+κάλλιστον των ονομάτων, καλείται ισονομία· δεύτερον δεν πράττονται
+εκείνα τα εγκλήματα τα οποία ανέφερα ότι πράττει ο μονάρχης· διότι
+τα μεν αξιώματα δίδονται διά ψήφου εις υπευθύνους άρχοντας, τα δε
+βουλεύματα ανακοινούνται εις το κοινόν. Προτείνω λοιπόν να
+καταλύσωμεν την μοναρχίαν και να δώσωχεν δύναμιν εις τον λαόν,
+διότι εις τους πολλούς περιλαμβάνονται όλοι.» Ο μεν Οτάνης ταύτην
+την γνώμην έδωκεν.
+
+81. Ο δε Μεγάβυζος συνεβούλευσε να εγκαταστήσωσιν ολιγαρχίαν λέγων
+τα εξής· «Όσα μεν είπεν ο Οτάνης διά να καταλύσωμεν την τυραννίαν,
+θεωρήσατε ως να τα είπον εγώ, όσα όμως είπε συμβουλεύων να
+μεταφέρωμεν την εξουσίαν εις τον λαόν, κατά ταύτα έσφαλε της ορθής
+γνώμης, διότι ουδέν ανοητότερον και αυθαδέστερον του ασημάντου
+όχλου, και ουδέν μάλλον ανυπόφορον ή να υποκύψωσιν εις την
+αυθάδειαν ακρατήτου πλήθους άνδρες θέλοντες να αποφύγωσι την
+αυθάδειαν μονάρχου. Ο τύραννος, εάν πράξη τι, ηξεύρει τι πράττει,
+ο λαός όμως δεν δύναται να το ηξεύρη. Και πώς είναι δυνατόν να το
+ηξεύρη, αφού μήτε εδιδάχθη μήτε έμαθε ποτε τι εστι καλόν και
+αρμόζον; Ορμά ασυλλογίστως επί των δημοσίων υποθέσεων και τας
+ωθεί, όμοιος με χείμαρρον χειμερινόν. Δημοκρατίαν λοιπόν ας
+μεταχειρισθώσιν όσοι βουλεύονται κακά διά τους Πέρσας· ημείς δε
+εκλέξαντες συνέλευσιν εκ των αρίστων ανδρών, ας αναθέσωμεν εις
+αυτούς την κυριαρχίαν, καθότι εις αυτούς θα περιεχώμεθα και ημείς.
+Είναι δε επόμενον ότι των αρίστων τούτων ανδρών και τα βουλεύματα
+θα ώσιν άριστα.» Τοιαύτη ήτο η γνώμη του Μεγαβύζου.
+
+82. Τρίτος ο Δαρείος εγνωμοδότησε λέγων «Κατ' εμέ, ο Μεγάβυζος
+ωμίλησεν ορθώς μεν περί του πλήθους, ουχί όμως και περί της
+ολιγαρχίας· καθότι εκ των τριών τούτων ειδών των υποτιθεμένων ως
+αρίστων, ήτοι αρίστης δημοκρατίας, ή ολιγαρχίας, ή μοναρχίας, λέγω
+ότι η τελευταία αύτη υπερτερεί τας άλλας δύο κατά πολύ. Ουδέν
+καλλίτερον ή η εξουσία ήτις είναι εις χείρας ενός ανδρός, του
+αρίστου, διότι η φρόνησις αυτού ήθελε τον οδηγή να κυβερνά το
+πλήθος αμέμπτως και προ πάντων να φυλάττη μυστικάς τας εναντίον
+των εξωτερικών εχθρών αποφάσεις. Εν δε τη ολιγαρχία, όταν πολλοί
+ασκώσι την αρετήν προς το κοινόν συμφέρον, γεννώνται μίση
+ιδιαίτερα, συνήθως βίαια· έκαστος θέλει να εκφέρη την γνώμην του
+και να βλέπη αυτήν υπερισχύουσαν· εκ τούτου προκύπτουσιν εμφύλιαι
+διχόνοιαι, και εκ των διχονοιών γεννώνται αιματοχυσίαι. Εκ των
+αιματοχυσιών δε καταντώσιν εις την μοναρχίαν, όπερ αποδεικνύει ότι
+η μοναρχία είναι η αρίστη διοίκησις. Εάν πάλιν άρχη ο δήμος, είναι
+αδύνατον να μη εισχωρήση η διαφθορά· εισαγομένης δε της διαφθοράς
+εις τα κοινά, μίση μεν δεν γεννώνται μεταξύ των κακών, αλλά φιλίαι
+σταθεραί· διότι οι βλάπτοντες τα κοινά, πράττουσι τούτο εκ
+συμφώνου. Παρατείνεται δε η κατάστασις αύτη μέχρις ου ευρεθή τις
+να αναλάβη την υπεράσπισιν του λαού και χαλιναγωγήση τους
+τοιούτους· τότε ο λαός θαυμάζει τον άνθρωπον τούτον, όστις
+θαυμαζόμενος δεν βραδύνει να γίνη βασιλεύς. Ώστε φαίνεται και εκ
+τούτου ότι η μοναρχία είναι η καλλιτέρα διοίκησις. Συλλήβδην δε
+ειπείν, πόθεν επήγασεν η ελευθερία ημών και τις μας έδωκεν αυτήν;
+Ο δήμος, η ολιγαρχία, ή η μοναρχία; Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι,
+αφού είς μόνος άνθρωπος κατέστησεν ημάς ελευθέρους, το καθήκον
+ημών είναι να διατηρήσωμεν την τοιαύτην διοίκησιν. Μη καταργούμεν
+πατρίους νόμους καλώς έχοντας, διότι τούτο δεν συμφέρει.»
+
+83. Τοιαύται υπήρξαν αι τρείς γνώμαι, και οι τέσσαρες άλλοι
+συνωμόται συνετάχθησαν με την τελευταίαν. Ο δε Οτάνης όστις ήθελε
+να εγκαταστήση την ισονομίαν παρά τοις Πέρσαις, ιδών ότι η γνώμη
+αυτού ηττήθη, είπεν εν τω μέσω αυτών· «Ω άνδρες συστασιώται, είναι
+φανερόν ότι είς εξ ημών πρέπει να γίνη βασιλεύς, είτε διά κλήρου
+επιτυχών τούτο, είτε δι' εκλογής του πλήθους των Περσών, εάν
+αναθέσωμεν εις αυτόν την φροντίδα ταύτην, είτε δι' άλλου τινός
+τρόπου. Εγώ όμως δεν θα συναγωνισθώ μεθ' υμών, διότι ούτε να άρχω
+θέλω, ούτε να άρχωμαι. Παραιτούμαι λοιπόν της αρχής επί τω όρω να
+μη εξουσιασθώ ποτέ παρ' ουδενός, ούτε εγώ, ούτε οι απόγονοι εμού.»
+Αφού είπε ταύτα ο Οτάνης, επειδή οι άλλοι έξ εδέχθησαν την
+πρότασίν του, δεν ανεμίχθη πλέον εις τίποτε, αλλ' απεχώρησε. Και
+μέχρι σήμερον αυτή η οικία μόνη εκ των Περσών είναι ελευθέρα
+υπακούουσα μόνον εις όσα θέλει, μη παραβαίνουσα όμως τους νόμους
+του τόπου.
+
+84. Οι έξ οίτινες έμειναν εσκέφθησαν με ποίον δικαιότατον τρόπον
+να ονομάσωσι βασιλέα· εκ προοιμίων δε έκρινον εύλογον να
+αποφασίσωσιν, εάν καταλάβη την βασιλείαν είς των επτά, να δίδη
+κατ' έτος εις τον Οτάνην και εις τους απογόνους του μίαν εσθήτα
+μηδικήν, ως τιμήν όλω ιδιαιτέραν, και συγχρόνως όλα τα αλλά δώρα
+όσα παρά τοις Πέρσαις θεωρούνται τιμιώτατα. Ενέκρινον δε να
+δίδωνται ιδιαιτέρως τα δώρα ταύτα εις τον Οτάνην, διότι πρώτος
+ούτος διενοήθη την επιχείρησιν και διότι τους προσεκάλεσε να
+λάβωσι μέρος εις αυτήν. Μόνος λοιπόν ο Οτάνης ηξιώθη των τιμών
+τούτων, και μεταξύ των συνεφώνησαν να έχη έκαστος το δικαίωμα να
+εισέρχεται εις το ανάκτορον όταν θέλη χωρίς να τον αναγγείλωσιν,
+εκτός εάν ο βασιλεύς τύχη να καθεύδη μετά γυναικός. Συνεφώνησαν
+επίσης να μη επιτρέπεται εις τον βασιλέα να λαμβάνη γυναίκα από
+άλλην οικογένειαν ειμή από τας των συνωμοτών. Όσον δ' αφορά την
+βασιλείαν απεφάσισαν τα εξής· εκείνος του οποίου ο ίππος, κατά την
+ανατολήν του ηλίου και καθ' ην στιγμήν αυτοί αναβάσαντες τους
+ίππους των εξέλθωσιν εις το προάστειον, ήθελε χρεμετίσει πρώτος,
+εκείνος να λάβη την βασιλείαν.
+
+85. Είχε δε ο Δαρείος ένα ιπποκόμον, άνθρωπον πολύ νοήμονα, του
+οποίου το όνομα ήτο Οιβάρης· εις αυτόν τον άνθρωπον, αφού
+εχωρίσθησαν οι επτά· είπεν ο Δαρείος τα εξής· «Οίβαρες, ημείς
+απεφασίσαμεν να πράξωμεν περί της βασιλείας το εξής· εκείνος του
+οποίου ο ίππος ήθελε χρεμετίσει πρώτος, καθ' ην στιγμήν ανατείλη ο
+ήλιος και ημείς αναβώμεν τους ίππους μας, εκείνος να λάβη την
+βασιλείαν. Τώρα λοιπόν, εάν ηξεύρης καμμίαν τέχνην, προσπάθησον να
+λάβωμεν αυτό το γέρας και να μη μας νικήσει άλλος.» Προς ταύτα ο
+Οιβάρης απεκρίθη· «Δέσποτα, εάν τούτο μόνον απαιτείται διά να
+γίνης ή να μη γίνης βασιλεύς, μη φοβείσαι και έχε θάρρος, διότι
+κανείς άλλος πλην σου δεν θα γίνη βασιλεύς· τόσον βέβαια είναι τα
+ιατρικά τα οποία έχω.» Ο δε Δαρείος επανέλαβεν· «Εάν γνωρίζης
+τωόντι σόφισμά τι, ήλθεν η ώρα να το μεταχειρισθής άνευ αναβολής,
+διότι ο αγών θα γίνη αύριον.» Ακούσας ταύτα ο Οιβάρης, έπραξε τα
+ακόλουθα. Άμα ενύκτωσεν, έφερε και έδεσεν εις τα προάστειον μίαν
+φοράδα την οποίαν ο ίππος του Δαρείου ηγάπα πολύ· έπειτα έφερε και
+τον ίππον εκείνον, και αφού πρώτον τον περιήγαγε πολλάκις περί την
+φοράδα, πλησιάζων αυτόν μέχρι προστριβής, τον αφήκε τέλος να την
+οχεύση.
+
+86. Εις τας πρώτας φαύσεις της ημέρας, οι έξ, όπως είχον
+συμφωνήσει, ευρέθησαν έφιπποι εις το μέρος της συνεντεύξεως· ενώ
+δε διεξελαύνοντες κατά το προάστειον έφθασαν εις το μέρος όπου
+κατά την παρελθούσαν νύκτα ήτο δεδεμένη η θήλεια ίππος, ενταύθα ο
+ίππος του Δαρείου προσδραμών εχρεμέτισε. Συγχρόνως δε ενώ έκαμνεν
+ο ίππος τούτο, αστραπή έσχισε τον αίθριον ουρανόν και ηκούσθη
+βροντή. Όλαι αύται αι περιστάσεις, ωσεί συνδυασθείσαι υπό συνθέτου
+τινός, επεκύρωσαν την βασιλείαν εις τον Δαρείον· οι δε άλλοι
+συνωμόται πηδήσαντες από τους ίππους, προσεκύνησαν αυτόν ως
+βασιλέα.
+
+87. Άλλοι μεν λέγουσιν ότι ταύτα εμηχανεύθη ο Οιβάρης, άλλοι δε
+(διότι οι Πέρσαι λέγουσιν ότι κατ' αμφοτέρους τους τρόπους
+συνέβησαν) ότι επιψαύσας διά τις χειρός τα μόρια της ίππου ταύτης,
+εκράτει την χείρα κεκρυμμένην υπό την αναξυρίδα του· ότε δε
+ανέτειλεν ο ήλιος και έμελλον να κινήσωσιν έφιπποι, ο Οιβάρης
+εξέβαλε την χείρα και την έφερεν εις τους μυκτήρας του ίππου του
+Δαρείου· οσφρανθείς δε αυτήν ο ίππος άρχισε να φρυάττη και να
+χρεμετίζη.
+
+88. Ανεδείχθη λοιπόν βασιλεύς ο Δαρείος του Υστάσπους (47), και
+πλην των Αραβίων, όλοι οι λαοί της Ασίας ήσαν υπήκοοί του, καθότι
+τους είχεν υποτάξει ο Κύρος και έπειτα ο Καμβύσης. Οι Αράβιοι όμως
+ουδέποτε εδουλώθησαν υπό των Περσών, αλλ' έμεναν σύμμαχοί των και
+εβοήθησαν τον Καμβύσην όταν εισέβαλεν εις την Αίγυπτον, διότι ποτέ
+οι Πέρσαι δεν θα εισήρχοντο εις της χώραν ταύτην εάν δεν ήθελον οι
+Αράβιοι. Τας πρώτας επιγαμίας έκαμεν ο Δαρείος με τους Πέρσας,
+λαβών γυναίκας δύο θυγατέρας του Κύρου, την Άτοσσαν και την
+Αρτυστώνην, εκ των οποίων η μεν Άτοσσα υπήρξε γυνή πρώτον μεν του
+αδελφού της Καμβύσου έπειτα δε του μάγου, η δε Αρτυστώνη ήτο
+παρθένος. Έλαβε προσέτι γυναίκα την θυγατέρα του Σμέρδιος, υιού
+του Κύρου, ης το όνομα ήτο Πάρμυς· έλαβε δε και την θυγατέρα του
+Οτάνου, εκείνην ήτις εφανέρωσε τον μάγον. Ήτο δε καθ' όλα δυνατός
+ο Δαρείος. Μετά ταύτα πρώτον μεν ήγειρε μνημείον λίθινον, το
+οποίον παρίστα άνθρωπον έφιππον, και εχάραξεν επ' αυτού χαρακτήρας
+λέγοτας τα εξής· «Δαρείος, ο υιός του Υστάσπους, διά της αρετής
+του ίππου του (και ανέφερε το όνομα αυτού) και του ιπποκόμου του
+Οιβάρους, εκτήσατο την βασιλείαν των Περσών.»
+
+89. Έπειτα δε κατέστησεν εις την Περσίαν είκοσι ηγεμονίας, τις
+οποίας οι Πέρσαι καλούσι σατραπείας. Καταστήσας δε τας ηγεμονίας
+και διορίσας τους άρχοντας, εκανόνισε τους φόρους τους οποίους
+ώφειλον να πέμπωσι τα έθνη· ήνονε δε εις τα έθνη τους
+πλησιοχώρους· ενίοτε όμως αφίνων τα πλησίον ήνονεν έθνη
+μεμακρυσμένα απ' αλλήλων. Διενεμήθησαν δε αι ηγεμονίαι και οι
+ετήσιοι φόροι ως εξής. Όσοι μεν επλήρωνον εις αργύριον, τους
+διέταξε να πληρώνωσι κατά το βάρος του Βαβυλωνίου ταλάντου, όσοι
+δε εις χρυσίον, κατά το βάρος του Ευβοϊκού. Ισοδυναμεί δε το
+Βαβυλώνιον τάλαντον με εβδομήκοντα Ευβοϊκάς μνας. Επί της
+βασιλείας του Κύρου και της του Καμβύσου, δεν υπήρχε τίποτε
+ωρισμένον ως προς τους φόρους, αλλ' ο λαός προσέφερε δώρα. Ένεκα
+δε της επιτάξεως ταύτης του φόρου και διαφόρων άλλων αναλόγων
+μέτρων, οι Πέρσαι λέγουσιν ότι ο Δαρείος ήτο έμπορος, ο Καμβύσης
+δεσπότης και ο Κύρος πατήρ· ο πρώτος διότι εκαπήλευεν όλα τα
+πράγματα, ο δεύτερος διότι ήτο αυστηρός και υπεροπτικός, ο τρίτος
+διότι ήτο ήπιος και εσκέπτετο πάντοτε πώς να τους ωφελήση.
+
+90. Από μεν τους Ίωνας, τους εν τη Ασία Μάγνητας, τους Αιολείς,
+τους Κάρας, του Λυκίους, τους Μιλυείς και τους Παμφίλους (διότι
+όλοι αυτοί ομού έδιδον ένα φόρον) εισέπραττεν ο Δαρείος τετρακόσια
+αργυρά τάλαντα. Αυτοί συνεκρότουν τον πρώτον νομόν. Οι δε Μυσοί,
+οι Λυδοί, οι Λασόνιοι, οι Καβάλιοι και οι Υγεννείς, δεύτερος
+νομός, επλήρωνον πεντακόσια τάλαντα. Οι δε τις δεξιάς όχθης
+Ελλησπόντιοι, οι Φρύγες, οι εν τη Ασία Θράκες, οι Παφλαγόνες, οι
+Μαριανδυνοί και οι Σύριοι, τρίτος νομός, επλήρωνον τριακόσια
+εξήκοντα τάλαντα. Οι δε Κίλικες, τέταρτος νομός, παρείχον
+τριακόσιους εξήκοντα ίππους λευκούς, ένα καθ' ημέραν, και
+πεντακόσια τάλαντα αργυρίου, εκ των οποίων τα μεν εκατόν
+τεσσαράκοντα κατηναλίσκοντο εις την συντήρησιν του ιππικού όπερ
+εφύλαττε την χώραν της Κιλικίας, τα δε άλλα τριακόσια εξήκοντα
+ήρχοντο εις τον Δαρείον.
+
+91. Από την πόλιν Ποσείδειον, την οποίαν ίδρυσεν επί των ορέων της
+Κιλικίας και τις Συρίας ο υιός του Αμφιαράου Αμφίλοχος, μέχρι της
+Αιγύπτου, πλην των Αραβίων (διότι αυτοί ήσαν απαλλαγμένοι φόρου) ο
+φόρος ανέβαινεν εις τριακόσια πεντήκοντα τάλαντα· ο νομός ούτος,
+όστις είναι πέμπτος, περιλαμβάνει όλην την Φοινίκην, την Συρίαν
+την καλουμένην Παλαιστίνην, και την Κύπρον. Η Αίγυπτος, οι
+συνορεύοντες με αυτήν Λίβυες, η Κυρήνη και η Βάρκη (διότι εις τον
+έκτον νομόν τον της Αιγύπτου συμπεριελαμβάνοντο και αι πόλεις
+αύται), έπεμπον επτακόσια τάλαντα πλην του αργυρίου το οποίον
+έδιδεν η Μοίριος λίμνη εκ των ιχθύων. Ανεξαρτήτως του αργυρίου
+τούτου και του χορηγουμένου σίτου, ο νομός ούτος επλήρωνον
+επτακόσια τάλαντα· η προμήθεια δε εκείνη του σίτου συνίστατο εις
+εκατόν είκοσι χιλιάδας μέτρα διά τους Πέρσας και τους επικούρους
+οίτινες εφύλαττον την Λευκήν ακρόπολιν της Μέμφιδος. Οι δε
+Σατταγύδαι, οι Γανδάριοι, ο Δαδίκαι και οι Απαρίται, έβδομος
+νομός, ηνωμένοι όλοι, επλήρωνον εκατόν εβδομήκοντα τάλαντα· τα δε
+Σούσα και η άλλη χώρα των Κισσίων, όγδοος νομός, επλήρωνον
+τριακόσια.
+
+92. Η Βαβυλών και όλη η Ασσυρία, έννατος νομός, έπεμπον χίλια
+τάλαντα αργυρίου και πεντακοσίους ευνούχους παίδας. Τα Εκβάτανα
+και όλη η Μηδία, οι Παρικάνιοι και οι Ορθοκορυβάντιοι, δέκατος
+νομός, τετρακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Κάσπιοι (48), οι Παυσοί,
+οι Παντίμαθοι και οι Δαρείται, ενδέκατος νομός, διακόσια τάλαντα.
+Οι δε Βακτριανοί μέχρι των Αιγλών, δωδέκατος νομός, ετέλουν φόρον
+τριακοσίων ταλάντων.
+
+93. Οι Πάκτυες, οι Αρμένιοι και τα πλησίον μέρη μέχρι του Ευξείνου
+πόντου, νομός δέκατος τρίτος, επλήρωνον τετρακόσια τάλαντα. Οι
+Σαγάρτιοι, οι Σαράγγαι, οι Θαμαναίοι, οι Ούτιοι, οι Μύκοι και οι
+κατοικούντες τας νήσους της Ερυθράς θαλάσσης, όπου ο βασιλεύς
+πέμπει τους εξοριζομένους, νομός δέκατος τέταρτος, όλοι ούτοι
+επλήρωνον εξακόσια τάλαντα. Οι Σάκαι και οι Κάσπιοι (49), δέκατος
+πέμπτος νομός, διακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Πάρθοι, οι
+Χοράσμιοι, οι Σόγδιοι και οι Άριοι νομός δέκατος έκτος, τριακόσια
+τάλαντα.
+
+94. Οι Παρικάνιοι και οι εκ της Ασίας Αιθίοπες, δέκατος έβδομος
+νομός, έπεμπον τετρακόσια τάλαντα. Οι Ματιανοί, οι Σάσπειρες και
+οι Αλαρόδιοι, νομός δέκατος όγδοος, ετάχθησαν να πληρώνωσι
+διακόσια τάλαντα. Οι Μόσχοι, οι Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες, οι
+Μοσύνοικοι και οι Μάρε, δέκατος έννατος νομός, τριακόσια τάλαντα.
+Οι Ινδοί, νομός εικοστός, οίτινες είναι το πολυανθρωπότερον έθνος
+από όσα γνωρίζομεν ετάχθησαν να δίδωσι φόρον περισσότερον από
+όλους τους άλλους· έφερον τριακοσίων εξήκοντα ταλάντων ψήγματα
+χρυσού.
+
+95. Ο Βαβυλώνιος άργυρος μετατρεπόμενος εις Ευβοϊκά τάλαντα φέρει
+εννέα χιλιάδας πεντακόσια τεσσαράκοντα τάλαντα αργύρου·
+εκτιμωμένου δε του χρυσού τρισκεδεκάκις πλειότερον του αργύρου, τα
+ψήγματα μας δίδουσι τετρακισχίλια και εξακόσια ογδοήκοντα τάλαντα
+Ευβοϊκά. Προσθέτοντες τας δύο ταύτας ποσότητας ευρίσκομεν ότι το
+όλον του εις τον Δαρείον ετησίως πληρωνομένου φόρου, εις ευβοϊκόν
+μέτρον, ήτο δεκατέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσια εξήκοντα τάλαντα,
+χωρίς να υπολογίσωμεν άλλας μικροτέρας ποσότητας τας οποίας
+παραλείπω.
+
+96. Ούτος ήτο ο φόρος ο πληρωνόμενος εις τον Δαρείον υπό της Ασίας
+και μικρού μέρους της Λιβύας· βραδύτερον όμως άλλοι φόροι ήρχοντο
+εκ των νήσων και των λαών των κατοικούντων την Ευρώπην προς βορράν
+της Θεσσαλίας. Τούτους δε τους φόρους θησαυρίζει ο βασιλεύς κατά
+τον ακόλουθον τρόπον· τήκων τα μέταλλα, τα χύνει εις πηλίνους
+πίθους, αφού δε πληρωθή το αγγείον, θραύει το περικάλυμμα, και
+όταν λάβη ανάγκην χρημάτων κόπτει τόσον νόμισμα όσον χρειάζεται
+εκάστοτε.
+
+97. Αύται λοιπόν ήσαν αι ηγεμονίαι και αι επιτάξεις των φόρων·
+μόνον διά την Περσικήν χώραν δεν ανέφερα ότι επλήρωνε φόρον,
+καθότι οι Πέρσαι νέμονται χώραν αφορολόγητον. Επίσης απηλλαγμένοι
+φόρου είναι οι συνορεύοντες με την Αίγυπτον Αιθίοπες τους οποίους
+ο Καμβύσης, εκστρατεύσας κατά των μακροβίων Αιθιόπων, είχεν
+υποτάξει· δίδουσιν όμως δώρα. Οι λαοί ούτοι κατοικούσι περί την
+ιεράν Νύσαν και τελούσι τας εορτάς του Διονύσου· σπείρουσι δε, ως
+και οι γείτονές των, τους αυτούς καρπούς ους σπείρουσιν οι
+Καλατίαι Ινδοί, και έχουσι κατοικίας υπογείους. Αυτά τα δύο έθνη
+ομού φέρουσι κατά παν τρίτον έτος το αυτό δώρον· δίδουσιν ακόμη
+και εις τας ημέρας μου δύο φοίνικας χρυσού καθαρού, διακοσίους
+κορμούς εβένου, πέντε παίδας Αιθίοπας και είκοσι μεγάλους οδόντας
+ελέφαντος. Οι δε Κόλχοι διετάχθησαν να δίδωσι δώρα, καθώς και οι
+μέχρι του Καυκάσου όρους γείτονές των, διότι μέχρι του όρους
+τούτου εξουσιάζουσιν οι Πέρσαι, προς βορράν όμως του Καυκάσου
+κανείς δεν φροντίζει δι' αυτούς. Ακόμη και επί των ημερών μου οι
+υποτελείς ούτοι έφερον κατά παν πέμπτον έτος εκατόν παίδας και
+εκατόν παρθένους. Οι δε Αράβιοι έπεμπον κατ' έτος χίλια τάλαντα
+λιβανωτού. Ταύτα ήσαν τα δώρα τα οποία ελάμβανεν ο βασιλεύς, πλην
+του φόρου.
+
+98. Προμηθεύονται δε οι Ινδοί τον πολύν τούτον χρυσόν, εξ ου
+πέμπουσιν εις τον βασιλέα τα ειρημένα ψήγματα, κατά τον ακόλουθον
+τρόπον. Προς ανατολάς της Ινδικής χώρας υπάρχει αμμώδης έρημος·
+διότι από όλους τους λαούς της Ασίας τους οποίους εμείς γνωρίζομεν
+και περί των οποίων δυνάμεθα να είπωμέν τι ακριβές, οι Ινδοί είναι
+οι πρώτοι προς ανατολάς του ηλίου κατοικούντες, τα δε
+ανατολικώτερα μέρη των Ινδών είναι έρημα ένεκα της άμμου. Πολλά
+έθνη υπάρχουσιν εν αυτή τη χώρα, δεν ομιλούσι δε όλα την αυτήν
+γλώσσαν· άλλα μεν είναι νομαδικά, άλλα δε όχι· τινά κατοικούσι τα
+έλη του ποταμού και τρέφονται δι' ιχθύων ωμών τους οποίους
+αλιεύουσι με πλοιάρια καλάμινα, εκάστου πλοιαρίου κατασκευαζομένου
+εξ ενός γόνατος καλάμου. Αυτοί δε οι Ινδοί φορούσιν εσθήτα εκ
+φλοιού τον οποίον αφαιρούσιν από τους καλάμους, όταν τους κόψωσιν
+εις τον ποταμόν και τους κοπανίσωσι· πλέκουσι δε τον φλοιόν τούτον
+ως την ψάθαν και τον φορούσιν εν είδει θώρακος.
+
+99. Άλλοι Ινδοί, προς ανατολάς τούτων οικούντες, είναι νομάδες και
+τρώγουσι κρέατα ωμά, καλούνται δε Παδαίοι. Ούτοι έχουσιν, ως
+λέγεται, τας ακολούθους συνηθείας· όταν πολίτης τις ασθενήση, εάν
+μεν ήναι ανήρ, οι πλησιέστατοι φίλοι του τον φονεύουσι, λέγοντες
+ότι εάν τον άφινον να τακή υπό της νόσου θα διεφθείροντο αι σάρκες
+του· και αν ακόμη θελήση να αρνηθή ότι είναι ασθενής, οι φίλοι του
+δεν τον πιστεύουσιν, αλλά τον φονεύουσι, και ευωχούνται· εάν δε
+ασθενήση γυνή, ομοίως αι γυναίκες όσαι την συναναστρέφονται
+πράττουσι τα αυτά ως οι άνδρες. Επίσης θυσιάζουσι και τρώγουσιν εν
+συμποσίω εκείνον όστις φθάση εις γήρας. Ολίγιστοι όμως αυτών
+γηράσκουσι, διότι πριν τούτου φονεύονται όσοι ήθελον ασθενήσει.
+
+100. Άλλοι πάλιν Ινδοί ζώσι κατ' άλλον τρόπον ούτε φονεύουσιν
+έμψυχον ον, ούτε σπείρουσί τι, ούτε έχουσι την συνήθειαν να
+κτίζωσιν οικίας, αλλά τρώγουσι φυτά τινα, και έχουσι καρπόν τινα
+εντός κάλυκος, έχοντα μέγεθος κέγχρου, τον οποίον η γη παράγει
+αυτομάτως· τούτον τον καρπόν συλλέγουσι, τον βράζουσι μετά του
+κάλυκος και τον τρώγουσιν. Όστις δε ασθενήση, έρχεται και πίπτει
+εις την έρημον· κανείς δε δεν φροντίζει περί αυτού μήτε εάν
+απέθανε μήτε εάν πάσχη.
+
+101. Όλοι αυτοί οι Ινδοί τους οποίους ανέφερα συνουσιάζονται
+αναφανδόν ως τα κτήνη, το δε χρώμα των ομοιάζει με το των
+Αιθιόπων. Το δε σπέρμα το οποίον εκβάλλουσι με τας γυναίκας δεν
+είναι λευκόν ως το των άλλων ανθρώπων, αλλά μέλαν ως το δέρμα των·
+τοιούτον ωσαύτως είναι και το σπέρμα των Αιθιόπων. Οι Ινδοί ούτοι
+κατοικούσι μακράν των Περσών προς νότον άνεμον και ουδαμώς
+υπετάγησαν εις τον βασιλέα Δαρείον.
+
+102. Άλλοι δε εκ των Ινδών συνορεύουσι με την πόλιν Κασπάτυρο και
+την Πακτυικήν χώραν, κατοικούντες προς άρκτον των άλλων Ινδών και
+έχοντες σχεδόν την αυτήν δίαιταν με τους Βακτρίους. Αυτοί και
+πολεμικώτεροι είναι των άλλων Ινδών, και προς ζήτησιν χρυσού αυτοί
+απέρχονται, διότι πλησίον των υπάρχει το έδαφος το οποίον είναι
+έρημον ένεκα της άμμου. Εις την έρημον και εις την άμμον ζώσι
+μύρμηκες των οποίων το μέγεθος είναι έλασσον μεν των κυνών, μείζον
+δε των αλωπεκών Ο βασιλεύς των Περσών έχει τινάς των μυρμήκων
+τούτων, ενταύθα θηρευθέντας. Οι μύρμηκες ούτοι λοιπόν,
+κατασκευάζοντες τας κατοικίας των υπό την γην, σωρεύουσι την
+άμμον, απαραλλάκτως ως κάμνουσιν οι μύρμηκες εις την Ελλάδα, με
+τους οποίους άλλως τε ομοιάζουσι πολύ. Αλλ' η άμμος η εκείθεν
+εξερχομένη είναι χρυσίτις, προς ζήτησιν δε της άμμου ταύτης
+μεταβαίνουσα εις την έρημον οι Ινδοί, ζευγνύων ο καθείς τρεις
+καμήλους, εκατέρωθεν μεν ανά μίαν άρρενα φέρουσαν άλυσον διά να
+σύρη, εν τω μέσω δε μίαν θήλειαν επί της οποίας αναβαίνει αυτός,
+την οποίαν εξέλεξεν επιμελώς μεταξύ εκείνων αίτινες προ ολίγου
+εγέννησαν και την οποίαν ζευγνύει αφού την αποχωρίση από τα τέκνα
+της· διότι αι κάμηλοι δεν είναι κατώτεραι των ίππων κατά την
+ταχύτητα και είναι δυνατώτεραι να φέρωσι πολύ βάρος.
+
+103. Ποίον σχήμα έχει η κάμηλος δεν το περιγράφω, διότι είναι
+γνωστόν εις τους Έλληνας· θα αναφέρω δε μόνον εκείνην την ιδιότητα
+αυτής την οποίαν δεν γνωρίζουσιν. Η κάμηλος εις τα οπίσθια σκέλη
+έχει τέσσαρας μηρούς και τέσσαρα γόνατα, τα δε αιδοία διά των
+οπισθίων σκελών προς την ουράν τετραμμένα.
+
+104. Μεταχειρίζονται λοιπόν οι Ινδοί αυτόν τον τρόπον και αυτήν
+την ζεύξιν όταν απέρχωνται προς αναζήτησιν χρυσού,
+καιροφυλακτούντες να αρπάσωσιν αυτόν εν ώρα θερμοτάτων καυμάτων,
+διότι τότε οι μύρμηκες κρύπτονται υπό την γην. Εις τας χώρας
+ταύτας ο ήλιος είναι καυστικώτατος μετά την ανατολήν, και όχι ως
+αλλαχού κατά την μεσημβρίαν· η θερμοτάτη δύναμίς του διαρκεί μέχρι
+της στιγμής καθ' ην παρ' ημίν διαλύεται η αγορά. Καθ' όλον τούτο
+το διάστημα καίει πολύ περισσότερον παρ' όσον καίει εις την Ελλάδα
+εν μέση ημέρα, τόσον ώστε λέγουσιν ότι οι άνθρωποι αναγκάζονται να
+δροσίζωνται με ύδωρ. Μεσούσα η ημέρα καίει τους Ινδούς σχεδόν όσον
+και τους άλλους· Όταν δε αρχίση να κλίνη, γίνεται ο ήλιος εις
+αυτούς όπως είναι εις τους άλλους ανθρώπους κατά την πρωίαν· και
+όσον προχωρεί, τόσον ψυχρούται, μέχρι της στιγμής καθ' ην
+πλησιάζων να δύση γίνεται ψυχρότατος.
+
+105. Φθάνοντες εις τον τόπον οι Ινδοί με σάκκους πληρούσιν αυτούς
+άμμου και επιστρέφουσιν οπίσω όσον τάχιστα, διότι, ως λέγουσιν οι
+Πέρσαι, ευρίσκουσιν οι μύρμηκες τα ίχνη των εκ της οσμής και τους
+διώκουσι. Τόσον δε ταχύτατα είναι τα ζώα ταύτα, ώστε εάν οι Ινδοί
+δεν επρόφθανον να μακρύνωνται πολύ όταν συνάζωνται οι μύρμηκες,
+κανείς εξ αυτών δεν θα εσώζετο. Και οι μεν άρρενες των καμήλων,
+κατώτεροι εις το τρέξιμον από τας θηλείας και ταχύτερον
+κουραζόμενοι, δεν θα εβάδιζον με ίσον βήμα· αλλ' αι θήλειαι,
+ενθυμούμεναι τα τέκνα τα οποία αφήκαν, δεν βραδύνουσι την πορείαν
+των ουδ' επί μίαν στιγμήν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Ινδοί
+προμηθεύονται τον πλειότερον χρυσόν, ως λέγουσιν οι Πέρσαι·
+υπάρχει δε και άλλος χρυσός τον οποίον ευρίσκουσιν εις την χώραν
+σκάπτοντες.
+
+106. Αι εσχατιαί της οικουμένης έχουσι την ιδιότητα να παράγωσι τα
+κάλλιστα πράγματα, καθώς η Ελλάς έλαχε να έχη το μάλλον ευκραές
+κλίμα. Τωόντι η Ινδική είναι προς ανατολάς ο τελευταίος
+κατοικούμενος τόπος, ως είπον ανωτέρω, τα δε τετράποδα αυτής και
+τα πτηνά είναι πολύ μεγαλείτερα ή εις τα άλλα μέρη, πλην των ίππων
+οίτινες είναι μικρότεροι των Μηδικών ίππων των καλουμένων Νισαίων.
+Προς τούτοις έχει χρυσόν άφθονον, είτε ορυσσόμενον, είτε
+καταβιβαζόμενον υπό ποταμών, είτε αρπαζόμενον ως περιέγραψα. Τα δε
+άγρια δένδρα εκεί παράγουσιν ως καρπόν μαλλίον ωραιότερον και
+καλλιτέρας ποιότητος της των προβάτων· εκ του καρπού των δένδρων
+τούτων κατασκευάζουσιν οι Ινδοί φορέματα.
+
+107. Προς μεσημβρίαν δε η Αραβία είναι το έσχατον κατοικούμενον
+μέρος, εις αυτήν δε μόνην παράγεται λιβανωτός, σμύρνα, κασία,
+κιννάμωμον και λήδανον· όλα ταύτα όμως, πλην της σμύρνης, δυσκόλως
+προμηθεύονται οι Άραβες. Και τον μεν λιβανωτόν συνάζουσιν εκ του
+καπνού της στύρακος την οποίαν κομίζουσιν εις αυτούς οι Έλληνες
+και οι Φοίνικες. Καίουσι την στύρακα και λαμβάνουσι το θυμίαμα,
+διότι τα λιβανωτοφόρα ταύτα δένδρα φυλάττουσι πτερωτοί όφεις
+μικροί και πολυποίκιλοι· φυλάττουσι δε πολλοί εις έκαστον δένδρον.
+Ούτοι είναι οι όφεις οι εισβάλλοντες εις την Αίγυπτον. με κανέν δε
+άλλο μέσον δεν αποδιώκονται από τα δένδρα ειμή με τον καπνόν της
+στύρακος.
+
+108. Οι Άραβες λέγουσιν ότι όλη η γη θα επληρούτο τοιούτων όφεων
+εάν δεν συνέβαινε και εις αυτούς εκείνο το οποίον ως ηξεύρομεν
+συμβαίνει εις τας εχίδνας. Ούτως η θεία πρόνοια, ως είναι
+επόμενον, ούσα σοφή, όσα μεν ζώα είναι δειλά και εδώδιμα, ταύτα
+πάντα εποίησε πολύγονα διά να μη εκλείψωσι τρωγόμενα, όσα δε είναι
+άγρια και βλαβερά, ταύτα εποίησεν ολιγόγονα. Ο μεν λαγωός, επειδή
+κυνηγείται από όλους, από τα θηρία, από τα όρνεα και από τους
+ανθρώπους, είναι ζώον γονιμώτατον και το μόνον το οκροποίον ενώ
+είναι έγκυον συλλαμβάνει πάλιν· έχει συγχρόνως εις την μήτραν του
+έν έμβρυον τριχωτόν, έν άτριχον, έν μόλις σχηματισθέν και άλλο
+συλλαμβάνει. Τοιούτος ήναι ο λαγωός. Η δε λέαινα, επειδή είναι
+ζώον ισχυρότατον και τολμηρότατον, έν μόνον τέκνον γεννά καθ' όλην
+της την ζωήν διότι όταν γεννά εξέρχεται μετά του τέκνου και η
+μήτρα το αίτιον δε τούτου είναι το εξής. Όταν ο σκύμνος αρχίζη να
+κινήται εντός της μήτρας, έχων όνυχας πολύ οξυτάτους από όλα τα
+άλλα θηρία, αμύσσει αυτήν, και όσον αυξάνουν αι δυνάμεις του,
+τόσον περισσότερον πληγόνει και σχίζει αυτόν και όταν έλθη ο
+καιρός του τοκετού ουδέν μέρος της μήτρας μένει υγιές.
+
+109. Ομοίως και έχιδναι και οι πτερωτοί όφεις της Αραβίας, εάν
+επολλαπλασιάζοντο, όπως η φύσις των είναι θηριώδης, το ανθρώπινον
+γένος δεν θα ηδύνατο να ζήση· αλλ' όταν συνέρχωνται τα ζώα ταύτα
+κατά ζεύγη, ενώ το άρρεν καταγίνεται να εκπέμψη την γονήν τον, το
+θήλυ προσκολλάται εις τον λαιμόν του και δεν το αφίνει πριν το
+καταφάγη. Αποθνήσκει λοιπόν το άρρεν κατ' αυτόν τον τρόπον και το
+θήλυ τιμωρείται διά τον φόνον τούτον ως εξής. Τα τέκνα, προς
+εκδίκησιν του πατρός των, όντα έτι εις την κοιλίαν τρώγουσι την
+μήτραν, αφού δε φάγωσι και την γαστέρα εξέρχονται τοιουτοτρόπως.
+Οι άλλοι δε όφεις οι αβλαβείς εις τους ανθρώπους τίκτουσιν ωά και
+εκλεπίζουσι πολλά τέκνα. Και αι μεν έχιδναι ευρίσκονται πανταχού·
+οι δε πτερωτοί όφεις είναι όλοι συνηγμένοι εις την Αραβίαν και
+ουδαμού αλλαχού· τούτου δε ένεκα φαίνονται ότι είναι πολλοί.
+
+110. Τον μεν λιβανωτόν τούτον ούτω κτώνται οι Αράβιοι, την δε
+κασίαν ως εξής. Αφού περιτυλίξωσι καλώς το σώμα των και το
+πρόσωπον, πλην των οφθαλμών με δέρματα βοών και άλλα, υπάγουν να
+συνάξωσι την κασίαν. Φύεται δε αύτη εις λίμνην όχι βαθείαν περί
+την οποίαν και εν τη οποία διατρίβουσι ζώα πτερωτά. Τα ζώα ταύτα
+ομοιάζουσι πολύ με τας νυχτερίδας, έχουσι κραυγήν απαισίαν και
+είναι πολύ δυνατά· προφυλάττοντες λοιπόν οι άνθρωποι τους
+οφθαλμούς των τοιουτοτρόπως, δρέπουσι την κασίαν.
+
+111. Το δε κυννάμωμον συνάγουσι με τρόπον θαυμαστότερον των
+προρρηθέντων. Πώς γίνεται και ποία γη παράγει αυτό, δεν ηξεύρουσι
+να είπωσιν, εκτός μόνον εξ εικασίας λέγουσί τινες ότι παράγεται
+εις τα μέρη όπου ετράφη ο Διόνυσος· λέγουσι δε ότι μεγάλα όρνεα
+φέρουσι τα κάρφη, τα οποία ημείς μαθόντες από τους Φοίνικας
+καλούμεν κιννάμωμον· τα φέρουσι δε τα όρνεα ταύτα διά να
+κατασκευάσωσι τας φωλεάς των, αίτινες είναι εκ πηλού
+προσκεκολλημέναι εις όρη απόκρημνα όπου ουδεμία υπάρχει ανάβασης
+διά τον άνθρωπον. Εν τούτοις οι Αράβιοι μεταχειρίζονται το εξής
+μέσον διά να αναβώσι· κόπτοντες εις μέγιστα τεμάχια τα μέλη βοών,
+αποθνησκόντων όνων και άλλων υποζυγίων, τα φέρουσιν εις εκείνα τα
+μέρη, τα αποθέτουσι πλησίον των φωλεών και απομακρύνονται. Τα
+πτηνά καταβαίνουσι και αρπάζουσι τα μέλη ταύτα των υποζυγίων·
+επειδή όμως αι φωλεαί δεν δύνανται να βαστάσωσι τοσούτον βάρος,
+συντρίβονται και κρημνίζονται εις την γην· τότε προστρέχοντες οι
+άνθρωποι συνάζουσι το κιννάμωμον, το οποίον συλλεγόμενον υπ'
+αυτών, κομίζετε εις άλλας χώρας.
+
+112. Το δε ήδανον, το οποίον οι Αράβιοι καλούσι λάδανον, τούτο
+είναι θαυμασιώτερον πάντων· διότι, παραγόμενον εις μέρος
+δυσωδέστατον, είναι ευωδέστατον· ευρίσκεται δε ως γλοιός εις τους
+πώγωνας των αιγών και των τράγων, όπου προσκολλάται όταν βόσκωσιν
+εις τους θάμνους. Είναι χρήσιμον εις την κατασκευήν πολλών μύρων,
+και αυτό προ πάντων μεταχειρίζονται οι Αράβιοι όταν θυμιώσιν.
+
+113. Και ταύτα μεν αρκούσι περί των θυμιαμάτων, όλη δε η Αραβία
+επιχέει οσμήν θαυμασίαν και ηδυτάτην. Οι Αράβιοι έχουσι δύο είδη
+προβάτων θαυμασμού άξια, τα οποία ουδαμού αλλαχού ευρίσκονται. Το
+μεν έχει τας ουράς μακράς μόλις ολιγώτερον των τριών πήχεων, αι
+οποίαι εάν τας άφινον να σύρωνται, θα επληγώνοντο προστριβόμεναι
+εις την γην. Αλλ' όλοι οι ποιμένες, διά την αιτίαν ταύτην,
+ηξεύρουσιν ολίγον να ξυλουργώσι· κατασκευάζοντες λοιπόν αμαξίδια,
+τα δένουσιν υπό τας ουράς, και τοιουτοτρόπως έκαστον ζώον έχει την
+ουράν του επί ενός αμαξιδίου. Το άλλο είδος των προβάτων έχει τας
+ουράς πλατείας και μέχρι πήχεως το πλάτος.
+
+114. Προς το μέρος δε όπου η μεσημβρινή ζώνη του ουρανού κλίνει
+προς τον δύοντα ήλιον, η Αιθιοπία είναι η τελευταία των
+κατοικουμένων χωρών. Αύτη και χρυσόν έχει πολύ και ελέφαντας
+μεγάλους, και άγρια δένδρα παντοειδή, και έβενον, και ανθρώπους
+μεγίστους, ωραιοτάτους και μακροβιωτάτους.
+
+115. Αυτοί μεν είναι αι εσχατιαί της Ασίας και της Λιβύας, περί δε
+των εσχατιών της δυτικής Ευρώπης δεν δύναμαι να ομιλήσω μετά
+βεβαιότητος, διότι δεν παραδέχομαι ότι υπάρχει ποταμός καλούμενος
+υπό των βαρβάρων Ηριδανός, όστις εκβάλλει εις την βόρειον θάλασσαν
+και από τον οποίον ως λέγουσι μας έρχεται το ήλεκτρον, ούτε νήσοι
+Κασσιτερίδες γνωρίζω να υπάρχωσιν από τας οποίας μας έρχεται ο
+κασσίτερος. Πρώτον μεν διότι το όνομα Ηριδανός μαρτυρεί αφ' εαυτού
+ότι είναι ελληνικόν και ουχί βάρβαρον, υπό ποιητού τίνος πλασθέν·
+δεύτερον δε, διότι με όλας τας αναζητήσεις μου, δεν ηδυνήθην να
+εύρω άνθρωπον ιδίοις οφθαλμοίς βεβαιωθέντα ότι εκείθεν της Ευρώπης
+υπάρχει θάλασσα. Τούτο μόνον είναι βέβαιον ότι ο κασσίτερος και το
+ήλεκτρον μας έρχονται εκ μεμακρυσμένων χωρών.
+
+116. Εις δε τα αρκτικά της Ευρώπης φαίνεται ότι ο χρυσός είναι
+άφθονος· πώς όμως τον λαμβάνουσι, δεν δύναμαι να είπω μετά
+θετικότητος. Λέγουσιν ότι άνθρωποι μονόφθαλμοι, καλούμενοι
+Αριμασποί, αρπάζουσιν αυτόν από γούπα. Πλην δεν πιστεύω ούτε
+τούτο, ότι γεννώνται μονόφθαλμοι άνθρωποι, την άλλη φύσιν έχοντες
+ομοίαν με τους λοιπούς ανθρώπους. Όπως και αν έχη το πράγμα, αι
+εσχατιαί του κόσμου, αι περικλείουσαι την άλλην γην και
+περιορίζουσαι αυτήν, έχουσιν όσα εις ημάς φαίνονται κάλλιστα και
+σπανιώτατα.
+
+117. Υπάρχει δε εις την Ασίαν πεδιάς περικεκλεισμένη πανταχόθεν
+υπό ορέων τα οποία έχουσι πέντε στενωπούς. Η πεδιάς αύτη ανήκε
+ποτε εις τους Χορασμίους και κείται εις τα σύνορα αυτών των
+Χορασμίων, των Υρκανίων, των Πάρθων, των Σαραγγών και των
+Θαμαναίων· αφότου δε οι Πέρσαι έχουσι το κράτος, ανήκει εις τον
+βασιλέα. Εκ τούτων λοιπόν των ορέων των περικλειόντων αυτήν ρέει
+μέγας ποταμός του οποίου το όνομα είναι Άκης· ο ποταμό ούτος
+διαμοιραζόμενος πρότερον εις πέντε διώρυχας έφερε το ύδωρ του διά
+των πέντε διασφάγων των ορέων εις έκαστον των εθνών τα οποία
+ανέφερα και επότιζεν αυτά· αφότου όμως τα έθνη ταύτα υπετάγησαν
+εις τους Πέρσας, πάσχουσι το εξής. Κλείσας ο βασιλεύς τους τοίχους
+των διασφάγων, έθεσεν εις εκάστην μίαν πόλην, ώστε αποκλειομένου
+του ύδατος εντός και μη υπαρχούσης διεξόδου, η εντός των ορέων
+πεδιάς γίνεται πέλαγος, καθότι ο ποταμός χύνεται μεν εντός αυτής,
+δεν έχει όμως καμμίαν έξοδον. Εκείνοι λοιπόν οίτινες πρότερον ήσαν
+συνετισμένοι να μεταχειρίζωνται το ύδωρ τούτο, μη δυνάμενοι πλέον
+να το χρησιμοποιώσι πάσχουσι μεγάλην συμφοράν· διότι βρέχει μεν
+εις αυτούς ο θεός κατά τον χειμώνα καθώς και εις τους άλλους
+ανθρώπους, αλλά κατά το θέρος, όταν σπείρωσι τον κέγχρον και το
+σήσαμον, λαμβάνουσιν ανάγκην αυτού του ύδατος· επειδή δε δεν τοις
+παραχωρείται, πορευόμενοι εις την Περσίαν, αυτοί και αι γυναίκες
+των, ίστανται προ των πυλών του βασιλέως βοώντες και ωρυόμενοι.
+Τότε ο βασιλεύς διατάττει να ανοιγώσιν αι πύλαι αι προς το μέρος
+των εχόντων μεγάλην ανάγκην. Αφού δε η γη των χορτασθή πίνουσα
+ύδωρ, αύται μεν αι πύλαι κλείονται, διατάττει δε να ανοίξωσιν
+άλλας εις άλλους οίτινες ήθελον είπει ότι έχουσι μεγίστην ανάγκην.
+Καθώς δε ηξεύρω εξ ακοής, τας ανοίγει αφού λάβη μεγάλας ποσότητας
+χρημάτων, πλην του φόρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσιν.
+
+118. Εκ των επτά δε ανδρών των κατά του μάγου επαναστάντων, είς ο
+Ινταφέρνης εθανατώθη αμέσως μετά την επανάστασιν δι' την εξής
+αυθάδειάν του. Ηθέλησε να εισέλθη εις την βασιλικήν οικίαν και να
+συνομιλήση μετά του βασιλέως, καθότι ήτο συμπεφωνημένον μεταξύ των
+κατά του μάγου συνωμοσάντων να έχωσιν ελευθέραν την είσοδον παρά
+τω βασιλεί άνευ προηγουμένης ειδοποιήσεως, εκτός εάν ο βασιλεύς
+τύχη να κοιμάται μετά τινος των γυναικών του. Ο Ινταφέρνης λοιπόν
+ενόμισεν ότι ηδύνατο να εισέλθη χωρίς να τον αναγγείλη κανείς, και
+ηθέλησε να εισχωρήση, καθότι ήτο είς των επτά· αλλ' ο πυλωρός και
+ο αγγελιαφόρος δεν επέτρεπον τούτο, λέγοντες ότι ο βασιλεύς ήτο
+μετά γυναικός. Νομίσας δε ο Ινταφέρνης ότι έλεγον ψεύματα έπραξε
+τα εξής· έσυρε τον ακινάκην και έκοψε τα ώτα αυτών και τας ρίνας·
+έπειτα δέσας τας χείρας των και περάσας περί τον λαιμόν των τον
+χαλινόν του ίππου του τους άφησε συνδεδεμένους.
+
+119. Εκείνοι δε δεικνύοντες εαυτούς εις τον βασιλέα, είπον την
+αιτίαν δι' ην έπαθον τα παθήματα εκείνα. Φοβηθείς δε ο Δαρείος
+μήπως η πράξις εγένετο εκ συνεννοήσεως των έξ, έστειλε και έφερε
+τον ένα μετά τον άλλον, και εδοκίμασε την γνώμην των εάν
+επεδοκίμαζον τα γενόμενα. Αφού όμως εβεβαιώθη ότι εγένοντο άνευ
+της συνδρομής των, συνέλαβε τον Ινταφέρνη, τους παίδας αυτού και
+όλους τους οικείους του, επειδή πολλάς είχεν υποψίας ότι με τους
+συγγενείς του εσκόπευε να επαναστατήση εναντίον του. Συλλαβών
+λοιπόν αυτούς, διέταξε να τους δέσωσι και να τους θανατώσωσιν. Η
+γυνή όμως του Ινταφέρνους, ελθούσα εις την θύραν του βασιλέως,
+έκλαιε και ωδύρετο· επειδή δε δεν έπαυε, συνεκίνησεν επί τέλους
+τον Δαρείον, όστις, ευσπλαγχνισθείς αυτήν, έπεμψεν απεσταλμένον
+όστις τη είπεν· «Ω γύναι, ο βασιλεύς Δαρείος σε συγχωρεί να σώσης
+από όλους τους συγγενείς εκείνον τον οποίον θέλεις.» Η γυνή,
+σκεφθείσα επ' ολίγον, απεκρίθη· «Αφού ο βασιλεύς μοι χαρίζει την
+ζωήν ενός εξ αυτών, εκλέγω μεταξύ όλων τον αδελφόν μου.» Μαθών δε
+ο Δαρείος ταύτα και εκπλαγείς έπεμψε πάλιν και τη είπεν· «Ω γύναι,
+ο βασιλεύς σε ερωτά ποίαν σκέψιν έχουσα αφίνεις τον άνδρα και τα
+τέκνα σου και προτιμάς να σωθή ο αδελφός σου, όστις σε είναι
+μάλλον αλλότριος ή τα τέκνα σου, και ολιγώτερον αγαπητός του
+ανδρός σου.» — Ω βασιλεύ, απεκρίθη κείνη, άνδρα μεν ειμπορώ να
+εύρω άλλον, εάν θέλη ο θεός, καθώς και τέκνα άλλα, εάν χάσω αυτά·
+αλλ' επειδή ο πατήρ και η μήτηρ μου δεν ζώσι πλέον, αδελφόν άλλον
+με είναι αδύνατον να εύρω κατ' ουδένα τρόπον. Αυτή ήτο η σκέψις
+μου όταν έδωκα την απόκρισίν μου.» Εις δε τον Δαρείον εφάνη ορθός
+ο συλλογισμός της γυναικός, και επειδή ευχαριστήθη εκ της
+αποκρίσεώς της τη παρήτησε τον ζητούμενον και τον πρεσβύτατον υιόν
+της, τους δε άλλους όλους εφόνευσε. Τοιουτοτρόπως λοιπόν είς εκ
+των επτά εφονεύθη αμέσως μετά την συνωμοσίαν.
+
+120. Περί την εποχήν καθ' ην ήτο ασθενής ο Καμβύσης ιδού τι
+συνέβη. Πέρσης τις, ονόματι Οροίτης, διωρισμένος υπό του Κύρου
+διοικητής τον Σαρδίων, επεθύμησε πράγμα ανόσιον. Χωρίς να πάθη
+τίποτε από τον Σάμιον Πολυκράτη, χωρίς να ακούση παρ' αυτού
+προσβλητικόν τινα λόγον, χωρίς να τον ίδη πρότερον, διενοήθη να
+τον συλλάβη και να τον θανατώση. Πολλοί εν τούτοις διατείνονται
+ότι ωρμήθη εις τούτο εκ της εξής αιτίας· ο Οροίτης και έτερος τις
+Πέρσης, ο Μιτροβάτης, διοικητής του νομού Δασκυλείου, έτυχεν
+ημέραν τινά να κάθηνται προ της θύρας του βασιλέως· από τας
+ομιλίας ήλθον εις φιλονεικίας, και επειδή ήριζον περί ανδρίας, ο
+Μιτροβάτης ονειδίζων τον Οροίτην τω είπε· «Δύνασαι να
+συγκαταριθμείσαι μεταξύ των ανδρών συ όστις δεν κατέκτησες ακόμη
+διά τον βασιλέα την πλησιεστάτην του νομού σου νήσον Σάμον, ήτις
+εν τούτοις είναι ευάλωτος, αφού είς των κατοίκων της άνευ άλλης
+δυνάμεως ή δεκαπέντε στρατιωτών βαρέως ωπλισμένων την εκυρίευσεν
+επαναστατήσας και τώρα την εξουσιάζει;» Κατά την διήγησιν ταύτην ο
+Οροίτης, λυπηθείς καιρίως διά τους λόγους τούτους, απεφάσισεν όχι
+να εκδικηθή τον Μιτροβάτη αλλά να καταστρέψη τον Πολυκράτη χάριν
+του οποίου ήκουσε τας προσβολάς εκείνας.
+
+121. Οι δε ολιγώτεροι λέγουσιν ότι ο Οροίτης έπεμψεν εις την Σάμον
+κήρυκα διά να ζητήση πράγμα τι (δεν αναφέρουσιν όμως τι πράγμα)
+και ότι ο Πολυκράτης τυχών κατ' εκείνην την στιγμήν εξηπλωμένος
+εις τον ανδρώνα όπου ευρίσκετο και ο Ανακρέων ο Τήιος, είτε εκ
+τύχης, είτε επίτηδες διά να καταφρονίση την αίτησιν του Οροίτου
+ηκροάσθη τον κήρυκα με πρόσωπον εστριμμένον προς τον τοίχον, και
+ούτε εστράφη όταν ωμίλει ούτε απεκρίθη.
+
+122. Αύται είναι αι δύο αιτίαι εις τας οποίας αποδίδουσι τον
+θάνατον του Πολυκράτους, δύναται δε έκαστος να προτιμήση οποίαν
+θέλει εκ των δύο. Διαμένων λοιπόν ο Οροίτης ούτος εις την
+Μαγνησίαν, πόλιν κειμένην υπεράνω του Μαιάνδρου, και μαθών την
+φιλοδοξίαν του Πολυκράτους, έστειλεν εις την Σάμον κομιστήν
+αγγελίας τον Μύρσον του Γύγου, άνδρα Λυδόν. Ο δε Πολυκράτης είναι
+ο πρώτος από όσους γνωρίζομεν Έλληνας όστις έβαλε κατά νουν, μετά
+τον Κνώσσιον Μίνωα, να θαλασσοκρατήση. Ίσως προ του Μίνωος επέτυχε
+τις τούτο· αλλ' από της εποχής την οποίαν καλούσι γενεάν
+ανθρωπίνην, πρώτος ο Πολυκράτης ήλπισε να κυριεύση την Ιωνίαν και
+τας νήσους. Γνωρίζων λοιπόν ο Οροίτης τα διανοήματά του ταύτα,
+έπεμψεν αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ο Οροίτης προς τον Πολυκράτη
+λέγει ούτω· έμαθον ότι διανοείσαι μεγάλα πράγματα και ηξεύρω ότι
+τα χρήματά σου δεν εξαρκούσι προς εκπλήρωσιν των σκοπών σου. Εάν
+όμως πράξης ό,τι θα σοι είπω, και συ θα υψωθής και εμέ θα σώσης,
+διότι ο βασιλεύς Καμβύσης απεφάσισε να με θανατώση και το σχέδιόν
+του με ανηγγέλθη σαφέστατα. Συ λοιπόν ελθών εδώ φυγάδευσόν με, και
+εκ των χρημάτων άλλα μεν λάβε συ, άλλα δε άφες να έχω εγώ· διά των
+χρημάτων δε τούτων δύνασαι να άρξης απάσης της Ελλάδος. Εάν δεν με
+πιστεύης διά τα χρήματα, πέμψον τινά εκ των πιστοτάτων σου, εις
+τον οποίον να τα δείξω.»
+
+123. Ακούσας ταύτα ο Πολυκράτης εχάρη και εδέχθη την προσφοράν
+επειδή δε μεγάλως επεθύμει τα χρήματα, έπεμψε πρώτον διά να
+παρατηρήση τον πολίτην Μαιάνδριον τον υιόν του Μαιανδρίου όστις
+ήτο γραμματεύς του, και όστις ολίγον μετά τα συμβεβηκότα ταύτα
+αφιέρωσεν εις τον ναόν της Ήρας όλα τα αξιοθαύμαστα κοσμήματα του
+ανδρώνος του Πολυκράτους. Ο δε Οροίτης, μαθών ότι επρόκειτο να
+έλθη ο παρατηρητής, έπραξε τα ακόλουθα. Γεμίσας οκτώ κιβώτια με
+λίθους, εκτός ολίγου διαστήματος περί τα χείλη, έθεσεν επί των
+λίθων χρυσόν, έδεσε καλώς τα κιβώτια και τα είχεν έτοιμα. Ελθών δε
+ο Μαιάνδριος και ιδών ανέφερεν εις τον Πολυκράτη.
+
+124. Ούτος δε μολονότι πολλοί μάντεις και πολλοί φίλοι τον
+εμπόδιζον, ητοιμάζετο να αναχωρήση· προσέτι και η θυγάτηρ του είδε
+το εξής όνειρον. Τη εφάνη ότι ο πατήρ της, μετεωριζόμενος εις τον
+αέρα, ελούετο μεν υπό του Διός, ηλείφετο δε με έλαιον υπό του
+Hλίου. Τούτο το όνειρον ιδούσα, πάντα τρόπον μετεχειρίσθη διά να
+μη αποδημήση ο Πολυκράτης προς τον Οροίτην, τόσον ώστε και όταν
+ακόμη μετέβαινεν εις την πεντηκόντορον του, εκείνη τον ηκολούθει
+και εφώναζεν. Ο δε Πολυκράτης την ηπείλησεν ότι εάν επανέλθη σώος
+και αβλαβής, θα την αφήση παρθένον επί πολύν χρόνον· τότε εκείνη
+ηυχήθη να εκτελεσθή η απειλή του, λέγουσα ότι προτιμά να μείνη διά
+παντός παρθένος ή να στερηθή τον πατέρα της.
+
+125. Περιφρονήσας λοιπόν ο Πολυκράτης πάσαν συμβουλήν έπλευσε προς
+τον Οροίτην συνοδευόμενος υπό πολλών φίλων του εν οις ήτο και ο
+υιός του Καλλιφώντος Δημοκήδης ο Κροτωνιάτης, όστις ήτο ιατρός και
+άριστος εις την τέχνην του μεταξύ των συγχρόνων του. Φθάσας όμως
+εις την Μαγνησίαν ο Πολυκράτης υπέστη σκληρόν θάνατον, ανάξιον
+εαυτού και των μεγάλων φρονημάτων του· διότι, πλην των Συρακοσίων
+τυράννων ουδέ είς των Ελληνικών τυράννων είναι άξιος να παραβληθή
+με τον Πολυκράτη κατά την μεγαλοπρέπειαν. Αφού λοιπόν ο Οροίτης
+τον εφόνευσε με τρόπον τον οποίον και να διηγηθή τις είναι
+ανάρμοστον (50), τον ανεσταύρωσεν. Εξ εκείνων δε οίτινες τον
+συνώδευον, όσοι μεν ήσαν Σάμιοι, τους απέλυσε λέγων να τω
+γνωρίζωσι χάριν διότι τους άφηνεν ελευθέρους· όσοι δε των
+ακολουθούντων ήσαν ξένοι και δούλοι, τους εκράτησεν ως ανδράποδα.
+Κρεμάμενος ο Πολυκράτης εξεπλήρωσεν όλον το όνειρον της θυγατρός
+του, διότι ελούετο μεν υπό του Διός οσάκις έβρεχε εχρίετο δε υπό
+του ηλίου αναδίδων ικμάδα εκ του σώματός του. Ούτως ετελείωσαν αι
+ευτυχίαι του Πολυκράτους, ως είχε προμαντεύσει ο βασιλεύς της
+Αιγύπτου Άμασις.
+
+126. Μετ' ου πολύ όμως απέτισεν ο Οροίτης τον θάνατον του
+Πολυκράτους, διότι αφού απέθανεν ο Καμβύσης και διαρκούσης τις
+βασιλείας των μάγων, ο Οροίτης εις τας Σάρδεις ουδόλως ωφέλησε
+τους Πέρσας από τους οποίους οι Μήδοι είχον αφαιρέσει την αρχήν·
+εύρε μάλιστα καιρόν κατά τας ταραχάς εκείνας να φονεύση τον
+ύπαρχον του Δασκυλείου Μιτροβάτην όστις τον είχεν ονειδίσει διά
+τον Πολυκράτη, έπειτα δε εφόνευσε τον υιόν του Μιτροβάτου
+Κρανάσπην, αμφοτέρους πρωτεύοντας μεταξύ των Περσών. Ου μόνον δε
+ταύτα αλλά και άλλα πολλά υβριστικά έπραξε· προσέτι δε και
+ταχυδρόμον τινά του Δαρείου όστις ήλθε προς αυτόν, επειδή τα
+αγγελλόμενα δεν τω ήρεσαν, ετοποθέτησεν ανθρώπους να τον
+ενεδρεύσωσι καθ' οδόν και τον εφόνευσεν επιστρέφοντα. Αφού δε τον
+εφόνευσεν, εξηφάνισε και αυτόν και τον ίππον του.
+
+127. Λαβών την βασιλείαν ο Δαρείος επεθύμησε να τιμωρήση τον
+Οροίτην και διά τα άλλα του αδικήματα, ιδίως όμως διά τον θάνατον
+του Μιτροβάτου και του υιού του. Και ευθύς μεν εξ αρχής δεν
+ενέκρινε να στείλη στρατόν εναντίον του, διότι και αι ίδιαί του
+υποθέσεις ήσαν ατακτοποίητοι, και η βασιλεία του όλως πρόσφατος,
+και αφ' ετέρου εμάνθανεν ότι ο Οροίτης ύπαρχος ων του νομού της
+Φρυγίας, της Λυδίας και της Ιωνίας, είχε μεγάλην ισχύν, και μεταξύ
+άλλων χίλιους Πέρσας δορυφόρους. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος ο
+Δαρείος επενόησε το εξής τέχνασμα. Συγκαλέσας τους σημαντικωτάτους
+των Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι, τις εξ υμών θα αναλάβη
+επιχείρησιν ήτις απαιτεί φρόνησιν μάλλον ή αριθμόν και βίαν; διότι
+όπου είναι αναγκαία η φρόνησις, περιττή αποβαίνει η βία. Τις εξ
+υμών θα μου φέρη ζώντα τον Οροίτην ή θα φονεύση αυτόν; Ο άνθρωπος
+ούτος κατ' ουδέν εβοήθησε τους Πέρσας και έπραξε μεγάλα εγκλήματα·
+αφ' ενός μεν εφόνευσε δύο ιδικούς μας, τον Μιτροβάτην και τον υιόν
+του, αφ' ετέρου δε εφόνευσεν εκείνους τους οποίους έπεμψα διά να
+τον καλέσωσιν ενώπιόν μου, και δεικνύει αυθάδειαν ανυπόφορον. Όθεν
+πριν κάμη μεγαλείτερον κακόν εις τους Πέρσας, πρέπει να προλάβωμεν
+και να τον θανατώσωμεν.»
+
+128. Και ο μεν Δαρείος ταύτα ηρώτησε· τριάκοντα δε άνδρες
+επρότεινον εαυτούς, θέλων έκαστος να εκτελέση την διαταγήν του.
+Επειδή δε εφιλονείκουν, ο Δαρείος τους καθησύχασε λέγων να ρίψωσι
+κλήρον. Έρριψαν λοιπόν τους κλήρους και έλαχεν ο Βαγαίος του
+Αρτόντου. Κληρωθείς δε ο Βαγαίος, έπραξε τα εξής. Γράψας πολλάς
+επιστολάς περί πολλών υποθέσεων διαλαμβανούσας, έθεσεν επ' αυτών
+την σφραγίδα του Δαρείου· έπειτα έχων ταύτας μετέβη εις τας
+Σάρδεις. Φθάσας και παρουσιασθείς εις τον Οροίτην, εξήγεν ανά μίαν
+των επιστολών και έδιδεν αυτάς εις τον βασιλικόν γραμματέα προς
+ανάγνωσιν, διότι όλοι οι ύπαρχοι έχουσι μεθ' εαυτών βασιλικούς
+γραμματείς. Δίδων δε τας επιστολάς ο Βαγαίος παρετήρει τους
+δορυφόρους θέλων να εννοήση εάν θα εδέχοντο να αποστατήσωσι κατά
+του Οροίτου. Όταν δε είδεν ότι εδείκνυον μέγαν σεβασμόν προς τα
+γράμματα και έτι μεγαλείτερον προς το περιεχόμενον αυτών, τότε
+έδωκεν έν άλλο εις το οποίον ο γραμματεύς ανέγνωσε τους ακολούθους
+λόγους· «Πέρσαι, ο βασιλεύς Δαρείος σας προστάζει να μη δορυφορήτε
+τον Οροίτην.» Ακούσαντες ταύτα οι δορυφόροι, αφήκαν τας λόγχας των
+να πέσωσι χαμαί. Ο δε Βαγαίος ευχαριστηθείς διά την ταχείαν
+εκείνην υπακοήν, έλαβε θάρρος και έδωκεν εις τον γραμματέα το
+τελευταίον γράμμα εις το οποίον ήτο γεγραμμένον· «Ο βασιλεύς
+Δαρείος προστάζει τους εις τας Σάρδεις Πέρσας να φονεύσωσι τον
+Οροίτην.» Άμα δε ήκουσαν ταύτα οι δορυφόροι, ελκύσαντες τους
+ακινάκας, εφόνευσαν αυτόν· και ιδού πώς ο Πέρσης Οροίτης απέτισε
+τον θάνατον του Πολυκράτους.
+
+129. Μετ' ου πολύν χρόνον, αφού μετέφερον τους θησαυρούς του
+Οροίτου εις τα Σούσα, συνέβη εις το κυνήγιον θηρίων, ενώ
+κατέβαινεν από του ίππου, να στραγγαλίση ο Δαρείος τον πόδα του
+δεινώς, διότι ο αστράγαλος εξήλθεν από την άρθρωσιν. Πεπεισμένος
+δε προ πολλού ότι είχε πλησίον του τους πρώτους των Αιγυπτίων περί
+την ιατρικήν, προσέφυγεν εις αυτούς. Ούτοι όμως, μεταχειρισμένοι
+την βίαν διά να επαναφέρωσι τον πόδα εις την θέσιν του, τον
+εστρέβλωσαν χειρότερον, ο δε Δαρείος τοσούτους πόνους υπέφερεν
+ώστε επί επτά ημέρας και επτά νύκτας, δεν εκοιμήδη διόλου. Την
+ογδόην ημέραν ήτο εις πολύ χειροτέραν κατάστασιν όταν τις, όστις
+είχεν ακούσει εις τας Σάρδεις επαινουμένην την τέχνην του
+Δημοδόκους, τω ωμίλησε περί αυτού. Ο Δαρείος αμέσως διέταξε να τον
+φέρωσιν ενώπιόν του. Ευρόντες δε αυτόν παρερριμμένον και
+λησμονημένον μεταξύ των ανδραπόδων του Οροίτου, τον έφερον εις τον
+βασιλέα, σύροντα τας πέδας και ρακενδύτην.
+
+130. Άμα τον έφερον ενώπιόν του, ο Δαρείος τον ηρώτησεν εάν ήξευρε
+να θεραπεύη. Εκείνος όμως ηρνείτο φοβούμενος μήπως, εάν φανερώση
+εαυτόν, τον εμποδίσωσι να επιστρέψη εις την Ελλάδα. Ο Δαρείος
+ενόησε και την επιστήμην του και τον δισταγμόν του· διέταξε λοιπόν
+τους αγαγόντας αυτόν να φέρωσιν εις το δωμάτιον μάστιγας και
+κέντρα. Τότε εφανέρωσεν εαυτόν και είπεν ότι καλώς μεν δεν
+εγνώριζεν αλλ' ότι διαμείνας πλησίον ιατρού είχεν ασκηθή ολίγον
+εις την τέχνην. Μετά ταύτα όμως, όταν ο Δαρείος ενεπιστεύθη εαυτόν
+εις τας φροντίδας του, αντικατέστησε την δραστικήν θεραπείαν δι'
+άλλης ηπίας, κατά την ελληνικήν μέθοδον. Τοιουτοτρόπως ο βασιλεύς
+ευθύς μεν επανεύρε τον ύπνον, μετ' ολίγας δε ημέρας ιάθη εντελώς
+ενώ δεν ήλπιζε πλέον ότι θα τω έμενον σώοι αμφότεροι οι πόδες. Τω
+εδώρησε λοιπόν ο Δαρείος δύο ζεύγη χρυσών πεδών, και ο Δημοκήδης
+τον ηρώτησεν εάν έπραξε τούτο σκοπεύων να διπλασιάση την δουλείαν
+του, διότι τον ιάτρευσεν. Ευχαριστηθείς ο βασιλεύς διά τους λόγους
+εκείνους έπεμψεν αυτόν εις τας γυναίκας του. Περιάγοντες δε αυτόν
+οι ευνούχοι, έλεγον ότι αυτός ήτο ο αποδώσας την ζωήν εις τον
+Δαρείον. Εκάστη τότε αυτών, βυθίζουσα ποτήριον εντός κιβωτίου
+πλήρους χρυσίου, το έδιδε δώρον εις τον Δημοκήδη ομού με το
+αγγείον· τόσον δε πλουσιοπάροχος ήτο η δωρεά, ώστε ο ακολουθών
+αυτόν υπηρέτης, ονόματι Σκίτων, συνάζων τους εκ των αγγείων
+πίπτοντας χαμαί στατήρας, απεθησαύρισε μεγάλην ποσότητα.
+
+131. Ιδού δε πώς ήλθεν ο Δημοκήδης ούτος εκ Κρότωνος και εγνωρίσθη
+με τον Πολυκράτη· κρατούμενος εις την Κρότωνα υπό πατρός δυσκόλου
+εις τον θυμόν, και μη δυνάμενος να υποφέρη το είδος τούτο της
+ζωής, τον εγκατέλιπεν επί τέλους και μετέβη εις την Αίγιναν.
+Εγκατασταθείς δε εκεί υπερέβη αμέσως από του πρώτου έτους τους
+άλλους ιατρούς, μολονότι δεν είχε μήτε εργαλεία μήτε άλλο τι εκ
+των προς εξάσκησιν της τέχνης απαιτουμένων. Κατά το δεύτερον έτος
+το κοινόν των Αιγινητών τον εμίσθωσεν αντί ενός ταλάντου, κατά το
+τρίτον έτος οι Αθηναίοι τω έδωκαν εκατόν μνας, και κατά το
+τέταρτον, ο Πολυκράτης, δύο τάλαντα. Ιδού πώς ήλθεν εις την Σάμον,
+και μετ' αυτόν οι Κροτωνιάται ιατροί ευδοκίμησαν ουχί ολιγώτερον,
+διότι υπήρξεν εποχή καθ' ην οι Κροτωνιάται ιατροί εθεωρούντο ότι
+ήσαν οι πρώτοι ιατροί της Ελλάδος, δεύτεροι δε οι Κυρηναίοι. Κατά
+την αυτήν εποχήν οι Αργείοι εφημίζοντο ότι ήσαν οι πρώτοι μουσικοί
+της Ελλάδος.
+
+132. Θεραπεύσας λοιπόν εις τα Σούσα ο Δημοκήδης τον Δαρείον,
+έλαβεν οίκον μέγιστον και εγένετο ομοτράπεζος του βασιλέως. Πλην
+ενός αγαθού, να επιστρέψη εις την Ελλάδα, είχεν όλα τα άλλα αγαθά.
+Αφ' ενός μεν εζήτησε παρά του βασιλέως και επέτυχε την χάριν των
+Αιγυπτίων ιατρών οίτινες πρότερον εθεράπευον τον βασιλέα και τους
+οποίους έμελλον να ανασκολοπίσωσι διότι εφάνησαν κατώτεροι ενός
+Έλληνος ιατρού· αφ' ετέρου δε έσωσεν ένα μάντιν Ηλείον όστις είχεν
+ακολουθήσει τον Πολυκράτη και όστις είχε λησμονηθή μεταξύ των
+ανδραπόδων. Ήτο λοιπόν ο Δημοκήδης σημαντικόν πρόσωπον πλησίον του
+βασιλέως.
+
+133. Ολίγον έπειτα συνέβησαν τα ακόλουθα άλλα γεγονότα. Εις τον
+μαστόν της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου και γυναικός του Δαρείου,
+εγένετο εξοίδημα το οποίον μετά ταύτα ήνοιξε και εξηπλώθη. Και
+ενόσω μεν ήτο μικρόν, η Άτοσσα αισχυνομένη το έκρυπτε και δεν
+έλεγε τίποτε περί αυτού εις κανένα· αλλ' επί τέλους, βλέπουσα τον
+κίνδυνον, προσεκάλεσε τον Δημοκήδη και το έδειξεν. Αυτός δε
+υποσχεθείς να την θεραπεύση την ώρκισε να τω παραχωρήση προς
+αμοιβήν ό,τι ήθελε τη ζητήσει, λέγων ότι δεν θα ζητήση τίποτε
+προσβάλλον την τιμήν της.
+
+134. Αφού λοιπόν περιποιηθείς την εθεράπευσε, τότε η Άτοσσα
+διδαχθείσα από τον Δημοκήδη είπεν εσπέραν τινά εις τον Δαρείον
+ευρισκομένη εις την κλίνην μετ' αυτού· «Ω βασιλεύ, ενώ έχεις τόσην
+δύναμιν αναπαύεσαι και δεν προσπαθείς να προσθέσης άλλο Έθνος εις
+την κυριαρχίαν των Περσών. Εις νεαρόν βασιλέα, κάτοχο απείρου
+πλούτου, αρμόζουν αι μεγάλαι πράξεις διά να βεβαιωθώσι και οι
+Πέρσαι ότι άρχονται υπό ανδρός. Δύο αίτια σε αναγκάζουσι να πράξης
+ούτω· πρώτον διά να γνωρίζωσιν οι Πέρσαι ότι ο ηγεμών των είναι
+γενναίος και δεύτερον διά να τρίβωνται εις τον πόλεμον και να μη
+σ' επιβουλεύωνται σχολάζοντες. Τώρα, ενόσω ακόμη είσαι νέος,
+δύνασαι να κατορθώσης έργα λαμπρά· διότι αυξανομένου του σώματος,
+συναυξάνει και ο νους, γηράσκοντος δε του σώματος συγγηράσκει και
+ο νους και αμβλύνεται εις όλα τα πράγματα.» Η Άτοσσα λοιπόν ταύτα
+έλεγε διδαχθείσα, ο δε Δαρείος απεκρίθη ως εξής· «Ω γύναι, με
+είπες όσα και εγώ εσκεπτόμην να πράξω· εσκόπευα να κατασκευάσω
+γέφυραν από την ήπειρον ταύτην μέχρι της απέναντι ηπείρου και να
+στρατεύσω κατά των Σκυθών· τούτο δε θα γίνη εντός ολίγου.» Είπε δε
+η Άτοσσα· «Σκέφθητι, ω βασιλεύ· παραίτησον προς το παρόν το
+σχέδιον να εκστρατεύσης πρώτον κατά των Σκυθών, διότι οι λαοί
+ούτοι γίνονται υπήκοοί σου άμα θελήσης, και στράτευσον πρώτον κατά
+της Ελλάδος· καθότι επιθυμώ να έχω θεραπαίνας Λακαίνας και Αργείας
+και Αττικάς και Κορινθίας διά τας οποίας ακούω να γίνεται λόγος.
+Έχεις δε και άνθρωπον επιτηδειότατον να σοι εκθέση την κατάστασιν
+της Ελλάδος και να σε καθοδηγήση. Ο άνθρωπος ούτος είναι ο
+θεραπεύσας τον πόδα σου.» Ο δε Δαρείος απεκρίθη·
+
+«Ω γύναι, επειδή νομίζεις ότι πρέπει πρώτον να εκστρατεύσω κατά
+της Ελλάδος νομίζω καλόν να πέμψω προηγουμένως Πέρσας κατασκόπους
+ομού με εκείνον τον οποίον λέγεις, οίτινες μαθόντες και ιδόντες
+όλα, θα μας αναφέρωσι περί αυτών· έπειτα δε, αφού πληροφορηθώ
+καλώς, θα στραφώ κατά των Ελλήνων.»
+
+135. Ταύτα είπε, και άμα έπος άμα έργον. Όταν εξημέρωσε,
+προσκαλέσας δεκαπέντε επισήμους Πέρσας, τους διέταξε να
+συνοδεύσωσι τον Δημοκήδη και να περιέλθωσι μετ' αυτού τα
+παραθαλάσσια της Ελλάδος, προσέχοντες να μη τους φύγη ο Δημοκήδης·
+αλλ' αφεύκτως να τον φέρωσιν οπίσω. Αφού δε τοις έδωκε τας
+διαταγάς ταύτας, προσεκάλεσεν έπειτα τον Δημοκήδη και τον
+παρεκάλεσεν, αφού οδηγήση και δείξη όλην την Ελλάδα εις τους
+Πέρσας, να επιστρέψη οπίσω. «Λάβε, τω είπεν, όλα τα έπιπλά σοι διά
+να τα δώσης δώρα εις τον πατέρα και εις τους αδελφούς σου, εγώ δε
+σοι υπόσχομαι άλλα πλουσιώτερα. Διά την μεταβίβασιν δε αυτών σοι
+χαρίζω ολκάδα πλήρη παντοίων πολυτίμων πραγμάτων ήτις θα σε
+παρακολουθή.» Και ο μεν Δαρείος, ως εγώ νομίζω, τω ωμίλει άνευ
+δολιότητος· ο Δημοκήδης όμως, φοβηθείς μήπως ήθελε να τον δοκιμάση
+ο Δαρείος, δεν εδέχθη με προθυμίαν όλα όσα τω προσέφερεν· είπε
+μάλιστα ότι θα αφήση τα έπιπλά του εις την θέσιν των διά να τα έχη
+όταν επιστρέψη οπίσω, και ότι δέχεται μόνον την ολκάδα με τα δώρα
+τα προωρισμένα διά τον πατέρα και τους αδελφούς του. Ο δε Δαρείος,
+αφού παρήγγειλε και εις αυτόν όσα παρήγγειλεν εις τους Πέρσας,
+τους απέστειλεν εις τον λιμένα.
+
+136. Καταβάντες δε ούτοι εις την Σιδώνα της Φοινίκης, αμέσως
+επλήρωσαν δύο τριήρεις, και ομού με αυτάς μίαν ολκάδα από διάφορα
+πολύτιμα αντικείμενα. Ετοιμάσαντες δε τα πάντα, έπλεον εις την
+Ελλάδα, και πλησιάζοντες εις τα παραθαλάσσια παρετήρουν και
+εσημείωνον αυτά, μέχρις ου ιδόντες τα περισσότερα και
+ονομαστότερα, έφθασαν εις τον Τάραντα της Ιταλίας. Εκεί, διά
+πονηρίας του Δημοκήδους, ο βασιλεύς των Ταραντίνων Αριστοφιλίδης
+αφήρεσε τα πηδάλια των Μηδικών πλοίων και εφυλάκισε τους Πέρσας ως
+κατασκόπους δήθεν. Ενώ δε ούτοι έπασχον ταύτα, ο Δημοκήδης έφθασεν
+εις την Κρότωνα. Φθάσαντος δε αυτού εις τη πατρίδα του, ο
+Αριστοφιλίδης απέλυσε του Πέρσας και τοις απέδωκεν ό,τι έλαβεν εκ
+των πλοίων των.
+
+137. Εκπλεύσαντες εκείθεν οι Πέρσαι και διώκοντες τον Δημοκήδην
+έφθασαν εις την Κρότωνα· ευρόντες δε αυτόν περιφερόμενον εις την
+αγοράν, τον συνέλαβον. Εκ των Κροτωνιατών δε όσοι μεν εφοβούντο
+την δύναμιν των Περσών, ήσαν έτοιμοι να τον παραδώσωσιν· οι άλλοι
+όμως αντέταξαν βίαν εις την βίαν και εκτύπησαν τους Πέρσας με
+ράβδους. Διά να τους εκφοβίσωσι δε οι Πέρσαι έλεγον τα εξής·
+«Άνδρες Κροτωνιάται, συλλογισθήτε τι πράττετε· μας αρπάζετε
+άνθρωπον όστις εδραπέτευσεν από τον βασιλέα. Πώς ο βασιλεύς θα
+υποφέρη την τοιαύτην ύβριν; περιμένετε καλήν έκβασιν διά την βίαν
+σας εάν μας διώξετε; κατά ποίας άλλης πόλεως πρότερον θα
+εκστρατεύσωμεν ή κατ' αυτής; Ποίαν άλλην πρώτην θα πειραθώμεν να
+ανδραποδίσωμεν;» Αλλ' αι απειλαί αύται δεν έπειθον τους
+Κροτωνιάτας, οίτινες επέμειναν, ηλευθέρωσαν τον Δημοκήδη και
+έλαβον την ολκάδα την οποίαν οι Πέρσαι είχον φέρει μεθ' εαυτών.
+Τότε ούτοι επέστρεψαν εις την Ασίαν χωρίς να συλλέξωσιν άλλας
+πληροφορίας περί Ελλάδος, επειδή εστερήθησαν τον οδηγόν των. Ενώ
+δε απεχώρουν, ο Δημοκήδης τους παρεκάλεσε να είπωσιν εις τον
+Δαρείον ότι εμνηστεύθη την θυγατέρα του Μίλωνος και έμελλε να την
+λάβη γυναίκα. Είχε δε το όνομα του παλαιστού Μίλωνος μεγάλην
+βαρύτητα εις τα Σούσα, και τούτου ένεκα νομίζω επέσπευσε τον γάμον
+τούτον ο Δημοκήδης δους πολλά χρήματα, διά να φανή ότι και εις την
+πατρίδα του ήτο σημαντικός.
+
+138. Εκπλεύσαντες από την Κρότωνα οι Πέρσαι έπεσαν με τα πλοία των
+εις την Ιαπυγίαν. Εκεί δε όντας δούλους τους ελύτρωσεν ο
+Ταραντίνος φυγάς Γίλλος και τους έφερεν εις τον βασιλέα Δαρείον,
+όστις προς αμοιβήν της χάριτος ταύτης τω υπεσχέθη να εκτελέση ό,τι
+ήθελε ζητήσει. Ο δε Γίλλος, διηγηθείς τας συμφοράς του, εζήτησε να
+τον επαναφέρη εις την πατρίδα του. Φοβούμενος όμως μήπως ταραχθή η
+Ελλάς εάν χάριν αυτού εκπλεύση διά την Ιταλίαν μέγας στόλος,
+εβεβαίωσεν ότι μόνοι οι Κνίδιοι ήρκουν διά να τον καταβιβάσωσιν
+εις τον Τάραντα, νομίζων ότι οι Κνίδιοι, όντες φίλοι των
+Ταραντίνων, ευκόλως ήθελον τους πείσει να τον δεχθώσιν. Ο Δαρείος
+λοιπόν, δεχθείς την αίτησίν του, έπεμψεν απεσταλμένον εις τους
+Κνιδίους παραγγέλλων να επαναφέρωσι τον Γίλλον εις τον Τάραντα. Οι
+δε Κνίδιοι υπήκουσαν μεν εις τον Δαρείον, δεν εδυνήθησαν όμως να
+πείσωσι τους Ταραντίνους, και δεν ήσαν τόσον δυνατοί ώστε να τους
+βιάσωσιν εις τούτο. Και ταύτα μεν ούτως εγένοντο, ούτοι δε οι
+Πέρσαι ήσαν οι πρώτοι οίτινες ήλθον εκ της Ασίας εις την Ελλάδα,
+και διά την αιτίαν ταύτην εστάλησαν ως κατάσκοποι.
+
+139. Μετά ταύτα ο Δαρείος εκυρίευσε την Σάμον· ήτο δε η πρώτη όλων
+των Ελληνίδων και βαρβάρων πόλεων την οποίαν υπέταξε διά την εξής
+αιτίαν. Όταν ο υιός του Κύρου Καμβύσης κατέκτησε την Αίγυπτον,
+πολλοί Έλληνες τον συνώδευον· οι μεν, ως είναι πιθανόν, χάριν
+εμπορίου, οι δε διά να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, τινές δε
+απλώς διά να ίδωσι τον τόπον, μεταξύ των οποίων ήτο και ο υιός του
+Αιάκους Συλοσών, αδελφός του Πολυκράτους και εξόριστος της Σάμου.
+Εις τούτον τον Συλοσώντα συνέβη το εξής ευτύχημα· περιεφέρετο ες
+την αγοράν της Μέμφιδος περιτετυλιγμένος εις μανδύαν ερυθρόν, όταν
+τον είδεν ο Δαρείος όστις τότε ήτο απλούς δορυφόρος του Καμβύσου
+και ελαχίστης σημασίας. Ο Δαρείος επεθύμησε τον μανδύαν και
+πλησιάσας εζήτησε να τον αγοράση· ο δε Συλοσών, βλέπων την ζωηράν
+εκείνην επιθυμίαν και ωσεί παρακινούμενος υπό θείας εμπνεύσεως, τω
+λέγει «Εγώ μεν δεν πωλώ αυτόν αντί ουδεμιάς αξίας· εάν δε επιθυμής
+να τον έχης, σε τον δίδω άνευ αποζημιώσεως.» Ο Δαρείος τον
+ευχαρίστησε και έλαβε το φόρεμα.
+
+140. Ο Συλοσών ήτο βέβαιος ότι απώλεσε τον μανδύαν εξ ευηθείας·
+αλλά παρήλθον έτη, ο Καμβύσης απέθανεν, οι επτά επανέστησαν κατά
+του μάγου και εκ των επτά ο Δαρείος έλαβε την βασιλείαν. Τότε ο
+Συλοσών μαθών ότι εκείνος εις τον οποίον άλλοτε έδωκεν εν Αιγύπτω
+το ένδυμα εγένετο βασιλεύς, ανέβη εις τα Σούσα, εκάθισεν εις τα
+πρόθυρα του βασιλικού οίκου, και είπεν ότι ήτο ευεργέτης του
+Δαρείου. Ακούσας τούτο ο πυλωρός, εισήλθεν εις τον βασιλέα διά να
+δώση είδησιν· ο δε βασιλεύς εκπλαγείς, είπε· «Και τις λοιπόν είναι
+αυτός ο Έλλην ευεργέτης μου εις τον οποίον οφείλω ευγνωμοσύνην,
+εγώ όστις νεωστί έλαβον την αρχήν; Εδώ εις ημάς δεν ηξεύρω αν
+κανείς ακόμη ανέβη από αυτούς και δεν ενθυμούμαι να οφείλω τι εις
+Έλληνα. Μολοντούτο είσαξέ τον διά να μάθω τι θέλει να είπη με τους
+λόγους τούτους.» Εισήγαγεν ο πυλωρός τον Συλοσώντα· άμα δε ούτος
+εισήλθεν εις τον βασιλικόν θάλαμον, οι διερμηνείς τον ηρώτησαν τις
+ήτο και τι έπραξε διά να λέγη εαυτόν ευεργέτην του βασιλέως. Ο δε
+Συλοσών διηγήθη όλην την υπόθεσιν του μανδύου, προσθείς ότι αυτός
+ήτο όστις τον έδωκε. Τότε ο Δαρείος απεκρίθη· «Ω γενναιότατε
+ανδρών, συ ήσο όστις με εδώρησας τον μανδύαν ότε δεν είχον ακόμη
+καμμίαν δύναμιν; Το δώρον ήτο μικρόν, αλλ' η ευγνωμοσύνη μου είναι
+η αυτή ως εάν σήμερον ελάμβανόν τι μέγα. Προς αμοιβήν θα σοι δώσω
+χρυσόν και άργυρον άπειρον διά να μη μετανοήσης ποτέ ότι
+ευηργέτησας τον Δαρείον, τον υιόν του Υστάσπους.» Απεκρίθη δε εις
+ταύτα ο Συλοσών· «Μη με δίδης, ω βασιλεύ, μήτε χρυσόν μήτε
+άργυρον, αλλά σώσας της πατρίδα μου Σάμον την οποίαν αφότου ο
+αδελφός μου Πολυκράτης εφονεύθη υπό του Οροίτου κατέχει είς των
+δούλων μας, δος μοι αυτήν άνευ σφαγών και δουλείας.»
+
+141. Ταύτα ακούσας ο Δαρείος έπεμψε στρατόν και στρατηγόν τον
+Οτάνην όστις ήτο είς εκ των επτά, διατάξας αυτόν να εκπληρώση όσα
+εζήτησεν ο Συλοσών. Καταβάς δε εις το παράλιον ο Οτάνης, ητοίμαζε
+την εκστρατείαν.
+
+142. Κατείχε δε την εξουσίαν εις την Σάμον ο Μαιάνδριος, υιός του
+Μαιανδρίου, κρατήσας αυτήν αφότου ο Πολυκράτης τον αφήκεν
+επίτροπόν του. Ούτος μολονότι επεθύμει να φανή δικαιότατος
+άνθρωπος, δεν το κατώρθωσεν. Άμα μαθών τον θάνατον του
+Πολυκράτους, έπραξε ταύτα· πρώτον μεν ίδρυσε βωμόν του Ελευθερίου
+Διός, πέριξ του οποίου έστησε το τέμενος τα οποίον υπάρχει ακόμη
+εις το προάστειον. Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας ταύτας,
+συνήθροισεν εκκλησίαν όλων των πολιτών και είπε τα εξής· «Ως
+γνωρίζετε, το σκήπτρον και πάσα η δύναμις του Πολυκράτους
+περιήλθον εις εμέ, και δύναμαι τώρα, εάν θέλω να άρχω υμών· εγώ
+όμως δεν θα πράξω, εφ' όσον το δυνατόν, ό,τι μέμφομαι εις τους
+άλλους, διότι ούτε ο Πολυκράτης δεν με ήρεσκε δεσπόζων ανδρών
+ομοίων του, ούτε άλλος όστις πράττει τα αυτά. Ο Πολυκράτης λοιπόν
+τώρα εξεπλήρωσε το πεπρωμένον του, εγώ δε καταθέτων ενταύθα την
+αρχήν κηρύττω ισονομίαν. Κρίνω όμως δίκαιον να με δοθή η εξής
+αμοιβή· πρώτον να λάβω τάλαντα εκ της περιουσίας του Πολυκράτους·
+δεύτερον να παραχωρηθή εις εμέ και εις τους απογόνους μου ισοβίως
+η ιερωσύνη του Ελευθερίου Διός, εις τον οποίον έκτισα ιερόν και
+χάριν του οποίου σας αποδίδω την ελευθερίαν.» Αυτός μεν ταύτα είπε
+προς τους Σαμίους· είς δ' εξ αυτών εγερθείς είπεν· «Αλλ' ούτε
+είσαι άξιος να άρχης ημών· συ όστις είσαι ταπεινής καταγωγής και
+υπήρξες όλεθρος ημών· σκέφθητι δε μάλλον πώς θα δώσης λόγον των
+χρηστών τα οποία διεχειρίσθης.»
+
+143. Εκείνος όστις ωμίλησε τοιουτοτρόπως ήτο σημαντικός μεταξύ των
+Σαμίων και ωνομάζετο Τελέσαρχος. Τότε ο Μαίανδρος ενόησεν ότι εάν
+απέθετε την αρχήν, άλλος τύραννος θα ελάμβανε την θέσιν του· δεν
+εσκέφθη λοιπόν πλέον να την αφήση. Όθεν, άμα απήλθεν εις την
+ακρόπολιν, προσκαλέσας τους πρώτους του λαού ένα έκαστον, επί τη
+προφάσει να τοις δώση λόγον της διαχειρίσεως των χρημάτων, τους
+συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Και ούτοι μεν ήσαν
+δεσμώται· εν τω μεταξύ δε ο Μαιάνδριος ησθένησεν, ο δε αδελφός του
+Λυκάρητος, νομίζων ότι έμελλε να αποθάνη, απέκτεινεν όλους τους
+δεσμώτας διά να καταλάβη ευκολώτερον την εξουσίαν της Σάμου, διότι
+οι πολίται εφαίνοντο ότι δεν ήθελον να ήναι ελεύθεροι.
+
+144. Όταν οι Πέρσαι έφθασαν εις την Σάμον φέροντες τον Συλοσώντα,
+κανείς δεν επέφερε την παραμικράν αντίστασιν· αλλά και αυτοί οι
+οπαδοί του Μαιανδρίου και αυτός ο Μαιάνδριος είπον ότι ήσαν
+έτοιμοι να αναχωρήσωσιν από την νήσον με συνθήκην. Δεχθέντος δε
+του Οτάνους τας συμφωνίας ταύτας, και ποιήσαντος σπονδάς, οι
+σημαντικώτατοι των Περσών έστησαν θρόνους και εκάθισαν αντικρύ της
+ακροπόλεως.
+
+145. Είχε δε ο τύραννος Μαιάνδριος αδελφόν ολίγον παράφορον, όστις
+εκαλείτο Χαρίλαος· ο αδελφός ούτος ήτο δέσμιος εις την ειρκτήν διά
+σφάλμα τι. Ακούσας κατ' εκείνην την στιγμήν τα γινόμενα και κύψας
+διά της οπής της ειρκτής, είδε τους Πέρσας ησύχως καθημένους και
+εφώναξε ζητών να ομιλήση με τον Μαιάνδριον. Ακούσας τούτο ο
+Μαιάνδριος, διέταξε να τον λύσωσι και να τον φέρωσιν ενώπιόν του.
+Άμα δε τον έφεραν, επέπληξε τον αδελφόν του, τον ύβρισε και τον
+παρεκίνησε να φονεύση τους Πέρσας, λέγων· «Εμέ μεν, ω κάκιστε
+άνθρωπε, όντα αδελφόν σου και μη πράξαντα τίποτε άξιον δεσμών, με
+έδεσες και με έρριψες εις την ειρκτήν, βλέπων δε τους Πέρσας
+οίτινες σε διώκουσι και σε καθιστώσιν άνοικον, δεν τολμάς να τους
+τιμωρήσης, ενώ είναι τόσον εύκολον να τους νικήσης. Αλλ' εάν συ
+τους φοβήσαι, δος εις εμέ τους επικούρους και εγώ τους τιμωρώ
+διότι ήλθον εδώ. Σε δε είμαι έτοιμος να εκπέμψω εκ της νήσου.»
+
+146. Ταύτα είπεν ο Χαρίλαος· ο δε Μαιάνδριος εδέχθη την αίτησίν
+του, ουχί ως φρονώ διότι έφθασεν εις τόσην ανοησίαν ώστε να νομίζη
+ότι διά των δυνάμεών του ήθελε νικήσει τον βασιλέα, αλλά μάλλον εκ
+φθόνου προς τον Συλοσώντα, ότι έμελλε χωρίς κόπον να επαναλάβη την
+πόλιν ακέραιον. Ο σκοπός του λοιπόν ήτο να ερεθίση τους Πέρσας, να
+εξασθενίση την Σάμον και να την παραδώση εις αυτήν την κατάστασιν,
+ηξεύρων ότι αν εβλάπτοντο οι Πέρσαι ήθελον φερθή σκληρώς προς τους
+Σαμίους, και βέβαιος ων επίσης ότι ηδύνατο να εξέλθη της πόλεως
+ασφαλέστατα όταν ήθελε· διότι είχε κατασκευάσει μυστικήν διώρυχα
+φέρουσαν από της ακροπόλεως εις την θάλασσαν. Απέπλευσε λοιπόν ο
+Μαιάνδριος εκ της νήσου ακριβώς κατά την στιγμήν καθ' ην ο
+Χαρίλαος οπλίσας πάντας τους επικούρους και ανοίξας τας πύλας
+εξήλθε διά να κτυπήση τους Πέρσας οίτινες δεν περιέμενον τοιούτο
+τι και ενόμιζον ότι τα πάντα είχον συμβιβασθή. Επιπεσόντες λοιπόν
+οι επίκουροι κατ' αυτών εφόνευσαν τους μάλλον σημαντικούς,
+εκείνους οίτινες εδιφροφορούτο. Αλλ' ενώ εφόνευον αυτούς, ήλθε
+προς βοήθειαν ο άλλος Περσικός στρατός και επιπεσών κατά των
+επικούρων ηνάγκασεν αυτούς να κλεισθώσιν εις την ακρόπολιν.
+
+147. Ο Οτάνης, μάρτυς της καταστροφής ταύτης, ενθυμήθη τας
+διαταγάς τας οποίας τω έδωκεν ο Δαρείος αποστέλλων αυτόν, να μη
+φονεύση κανένα, να μη δουλώση κανένα και να αποδώση την νήσον εις
+τον Συλοσώντα αβλαβή· τας ενθυμήθη και συγχρόνως τας ελησμόνησε·
+διέταξε λοιπόν τον στρατόν να φονεύση πάντα ον ήθελε συλλάβει,
+άνδρα ή παιδίον. Τότε οι μεν εκ του στρατού επολιόρκησαν την
+ακρόπολιν, οι δε εφόνευον πάντα ον εύρισκον ενώπιόν των, είτε εις
+τας οδούς, είτε εις τους ναούς.
+
+148. Ο δε Μαιάνδριος, φυγών από την Σάμον, έπλευσε προς την
+Λακεδαίμονα. Φθάσας εκεί με όλα τα πράγματα όσα έλαβε μεθ' εαυτού
+αναχωρών, έπραξε τα εξής. Εξέβαλε ποτήρια χρυσά και αργυρά, και οι
+μεν υπηρέται τα εκαθάριζον, αυτός δε κατ' εκείνην την στιγμήν
+εξήλθε διά να συνομιλήση μετά του Κλεομένους του Αναξανδρίδου,
+βασιλέως της Σπάρτης, τον οποίον έπειτα έφερεν εις την κατοικίαν
+του. Όταν ο Κλεομένης είδε τα ποτήρια, εθαύμασε και εξεπλάγη.
+Αμέσως ο Μαιάνδριος τον προσκαλεί να λάβη όσα θέλη, αλλ' εις μάτην
+επαναλαμβάνει την παράκλησίν του δις και τρις, ο Κλεομένης
+δεικνύεται δικαιότατος άνθρωπος και δεν κρίνει πρέπον να δεχθή τα
+προσφερόμενα. Εννοών δε ότι άλλοι πολίται ηδύναντο να δελεασθώσιν
+από τα δώρα και να εύρη ίσως ο Μαίανδρος υπεράσπισιν, μετέβη προς
+τους εφόρους και τοις είπεν ότι συμφέρει εις την Σπάρτην να
+αναχωρήση ο Σάμιος ξένος εκ της Πελοποννήσου διά να μη αναπείση ή
+αυτόν ή άλλον τινά Σπαρτιάτην να γίνη κακός. Υπακούσαντες δε οι
+έφοροι διέταξαν διά του κήρυκος τον Μαιάνδριον να αναχωρήση.
+
+149. Οι δε Πέρσαι, περικυκλώσαντες την Σάμον ως εντός δικτύου, την
+παρέδοσαν εις τον Συλοσώντα έρημον κατοίκων. Μετά τινα χρόνον όμως
+ο Οτάνης ανενέωσε τον πληθυσμόν της συνεπεία ονείρου τινός το
+οποίον είδε και ασθενείας τινός ήτις τον ηκολούθησεν εις τα
+αιδοία.
+
+150. Καθ' ην στιγμήν ο στόλος ανεχώρει διά την Σάμον απεστάτησαν
+οι Βαβυλώνιοι καλώς προητοιμασμένοι καθ' όλα· διότι από της εποχής
+του μάγου, της συνωμοσίας των επτά και των ταραχών αίτινες
+επηκολούθησαν, παρεσκευάζοντο διά την πολιορκίαν χωρίς να τους
+εννοήση κανείς. Αφού δε επανέστησαν αναφανδόν, έλαβον και τα εξής
+μέτρα· έκαστος εξελέξατο την γυναίκα την οποίαν επροτίμα
+περισσότερον από τας άλλας της οικίας, πλην των μητέρων τας οποίας
+έθεσαν κατά μέρος, έπειτα συνήθροισαν τας λοιπάς και τας έπνιξαν.
+Είχε λοιπόν έκαστος μίαν γυναίκα διά να κατασκευάζη τα φαγητά του,
+τας δε λοιπάς έπνιξαν διά να οικονομώσι τας τροφάς.
+
+151. Μαθών τούτο ο Δαρείος, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις του,
+εστράτευσε κατ' αυτών, έφθασεν εις την Βαβυλώνα και επολιόρκησε
+τους κατοίκους μηδόλως μεριμνώντας περί τούτου. Τωόντι οι
+Βαβυλώνιοι, αναβαίνοντες εις τους προμαχώνας, εχόρευον και
+έσκωπτον τον Δαρείον και τον στρατόν του· είς δ' εξ αυτών είπε
+τους λόγους τούτους· «Διατί μένετε εδώ, ω Πέρσαι, και δεν
+αναχωρείτε. Θα μας κυριεύσετε τότε όταν ημίονοι γεννήσωσι.» Ταύτα
+είπεν είς των Βαβυλωνίων νομίζων ότι ποτέ ημίονος δεν ειμπορεί να
+γεννήση.
+
+152. Έν έτος και επτά μήνες είχον ήδη παρέλθει, ο δε Δαρείος και
+όλος ο στρατός ηγανάκτουν διότι δεν ηδύναντο να κυριεύσωσι την
+πόλιν, μολονότι ετέθησαν εις ενέργειαν όλα τα στρατηγήματα και
+όλαι αι μηχαναί. Μεταξύ δε των άλλων στρατηγημάτων, απεπειράθησαν
+και εκείνο με το οποίον επέτυχεν άλλοτε ο Κύρος. Αλλ' οι
+Βαβυλώνιοι είχον λάβει μεγάλας προφυλάξεις και δεν ηδύνατο να τους
+κυριεύση.
+
+153. Ενώ εγίνοντο ταύτα, κατά τον εικοστόν μήνα, συνέβη το εξής
+θαύμα εις τον Ζώπυρον τον υιόν του Μεγαβύζου, εκείνου όστις
+υπήρξεν είς των επτά κατά του μάγου συνωμοσάντων. Μία από τας
+σιτοφόρους ημιόνους του εγέννησεν. Όταν δε τω ανήγγειλον τούτο δεν
+επίστευσε και μετέβη ο ίδιος διά να ίδη τον πώλον. Παραγγείλας δε
+εις τους υπηρέτας του να μη φανερώσωσιν εις κανένα το γεγονός,
+εσκέπτετο πολλά καθ' εαυτόν. Τότε ενθυμήθη τους λόγους του
+Βαβυλωνίου όστις κατά την έναρξιν της πολιορκίας είχεν ειπεί ότι
+θα κυριευθή το τείχος όταν γεννήσωσιν ημίονοι, και έκρινεν ότι
+ηδύνατο τέλος να κυριευθή η Βαβυλών, καθότι επίστευεν ότι κατά
+θείαν βούλησιν ο Βαβυλώνιος είπε τον λόγον εκείνον και εγέννησεν η
+ημίονός του.
+
+154. Επειδή λοιπόν τω εφαίνετο ότι απεφασίσθη υπό της μοίρας να
+κυριευθή η Βαβυλών, μετέβη προς τον Δαρείον και τον ηρώτησεν εάν
+είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση την πόλιν ταύτην, Ότε δε έμαθεν
+ότι επεθύμει πολύ, ήρχισε να σκέπτεται πώς να την κυριεύση ο ίδιος
+και πώς το έργον να αποδοθή εις αυτόν, διότι εις τους Πέρσας τα
+κατορθώματα ανταμείβονται διά μεγίστων τιμών. Δι' άλλου τρόπου
+λοιπόν δεν έβλεπεν ότι ηδύνατο να κυριεύση την Βαβυλώνα ειμή
+πρώτον να πληγώση εαυτόν και έπειτα να αυτομολήση εις τους
+Βαβυλωνίους. Ούτω δε αψηφήσας τους πόνους επλήγωσεν εαυτόν με
+πληγάς ανιάτους· καθότι κόψας την ρίνα και τα ώτα και περικείρας
+ακανονίστως την κόμην και μαστιγώσας εαυτόν παρουσιάσθη ενώπιον
+του Δαρείου.
+
+155. Ο δε Δαρείος ελυπήθη πολύ ιδών λελωβημένον ένα των
+σημαντικωτάτων του στρατού· όθεν αναπηδήσας από τον θρόνον
+ανεβόησε και τον ηρώτησε ποίος ο πληγώσας αυτόν και διά ποίαν
+αιτίαν. Ο δε Ζώπυρος απεκρίθη· «Δεν υπάρχει άνθρωπος, εκτός σου,
+όστις να έχη τόσην δύναμιν ώστε να με φέρη εις αυτήν την
+κατάστασιν· ούτε άλλος τις ξένος, ω βασιλεύ, έπραξε τούτο, αλλ'
+εγώ ο ίδιος, μη ανεχόμενος να σκώπτωσι τους Πέρσας οι Ασσύριοι.»
+Απεκρίθη ο Δαρείος· «Ω σκληρότατε άνθρωπε, εις αισχίστην πράξιν
+έδωσες κάλλιστον όνομα, λέγων ότι ένεκα των πολιορκουμένων
+επληγώθης ανιάτως. Νομίζεις λοιπόν, ω ανόητε άνθρωπε, ότι σού
+καταπληγωθέντος οι εχθροί θα παραδοθώσι ταχύτερον; τόσον λοιπόν
+έχασες τας φρένας σου ώστε να έλθης εις αυτήν την κατάστασιν;» Ο
+δε Ζώπυρος απήντησεν· «Εάν σοι εκοινοποίουν τι έμελλον να πράξω,
+βεβαίως θα με εμπόδιζες· τώρα όμως το έπραξα χωρίς να ερωτήσω
+κανένα και ήλθεν η στιγμή καθ' ην, εκτός εάν δείξης καμμίαν
+έλλειψιν, θα κυριεύσωμεν την Βαβυλώνα, διότι όπως είμαι θα
+αυτομολήσω εις την πόλιν, θα είπω εις τους πολιορκουμένους ότι από
+σε έπαθον ταύτα και νομίζω, αφού τους πείσω περί τούτου, να μοι
+αναθέσωσι την στρατηγίαν. Συ εν τούτοις, την δεκάτην ημέραν μετά
+την είσοδόν μου εις τα τείχη των, παράταξον προς την πύλην της
+Σεμιράμιδος χιλίους στρατιώτες εξ εκείνων τους οποίους δεν
+φροντίζεις πολύ εάν χαθώσι· μετά τούτο, περίμενον ακόμη επτά
+ημέρας, έπειτα παράταξον άλλους δισχιλίους προς την πύλην των
+Νινίων· μετά την εβδόμην δε ταύτην ημέραν, άφες ακόμη να
+παρέλθωσιν είκοσιν ημέραι, και παράταξον τρισχιλίους στρατιώτας
+προς την πύλην των Χαλδαίων. Τόσον ούτοι όσον και οι προηγούμενοι
+να μη έχωσιν άλλο αμυντήριον όπλον πλην εγχειριδίων· αυτά μόνον
+άφες τους να έχωσι. Μετά την εικοστήν ημέραν διάταξον αμέσως το
+άλλο στράτευμα να κάμη έφοδον περί την πόλιν, θέσον δε δι' εμέ
+τους Πέρσας παρά τας Βηλίδας και Κισσίας λεγομένας πύλας, διότι
+δεν αμφιβάλλω ότι οι Βαβυλώνιοι, αφού με ίδωσι να εκτελέσω τόσα
+κατορθώματα, θα εμπιστευθώσιν εις εμέ και τα άλλα πράγματα και
+προς τούτοις τας κλείδας των πυλών. Περί των λοιπών δε θα
+φροντίσωμεν εγώ και οι Πέρσαι.»
+
+156. Ταύτα παραγγείλας επορεύετο προς τας πύλας επιστρεφόμενος
+πολλάκις ως αν ήτο αληθώς αυτόμολος. Ιδόντες αυτόν οι επί των
+επάλξεων τοποθετημένοι σκοποί, κατέβησαν μετά σπουδής, ήνοιξον
+ολίγον μίαν πύλην και τον ηρώτησαν τις ήτο και τι ήθελε. Τοις
+είπεν ότι ήτο ο Ζώπυρος και ότι κατέφευγεν εις αυτούς. Ακούσαντες
+ταύτα οι πυλωροί τον έφεραν εις το κοινόν των Βαβυλωνίων, όπου
+παρουσιασθείς ελεεινολόγει εαυτόν λέγων ότι έπαθεν υπό του Δαρείου
+όσα έπαθεν αφ' εαυτού· προσέθηκε δε ότι τα έπαθεν επειδή
+συνεβούλευσε τον Δαρείον να λύση την πολιορκίαν, αφού δεν εφαίνετο
+ότι υπήρχε μέσον να κυριευθή η πόλις. «Τώρα, εξηκολούθησεν, ω
+Βαβυλώνιοι, έρχομαι προς σας διά μεγίστην ωφέλειαν υμών και
+μεγίστην βλάβην του Δαρείου και του στρατού και των Περσών· διότι
+αφού με έφερεν εις τοιαύτην κατάστασιν δεν θα απέλθη ατιμώρητος
+και ηξεύρω λεπτομερώς όλα του τα σχέδια.» Ταύτα είπεν ο Ζώπυρος.
+
+157. Οι δε Βαβυλώνιοι, βλέποντες άνδρα εκ των πρώτων Περσών
+στερηθέντα ρινός και ώτων, πλήρη αίματος και μαστιγώσεων,
+επίστευσαν άνευ της παραμικράς αμφιβολίας ότι έλεγε την αλήθειαν
+και ότι ήλθε να πολεμήση δι αυτούς· προθύμως λοιπόν τω έδοσαν ό,τι
+εζήτει· τοις εζήτησε δε στρατόν. Αφού δε επέτυχεν ό,τι επεθύμει,
+εξετέλεσεν όσα συνεφώνησε μετά του Δαρείου. Την δεκάτην ημέραν
+εξέβαλε τον στρατόν των πολιορκουμένων, και περικυκλώσας τους
+χιλίους τους οποίους παρήγγειλεν εις τον Δαρείον να πέμψη πρώτους,
+κατέκοψεν αυτούς. Πεισθέντες δε οι Βαβυλώνιοι ότι τα έργα του ήσαν
+σύμφωνα με τους λόγους του, πάνυ περιχαρείς ήσαν έτοιμοι να τον
+υπηρετώσιν εις ό,τι διέταττεν. Ο δε αφήσας να παρέλθωσιν αι
+συμπεφωνημέναι ημέραι, εκλέξας πάλιν τινάς Βαβυλωνίους εξήλθε και
+κατέκαψε τους δισχιλίους του Δαρείου. Ιδόντες δε και τούτο το
+έργον οι Βαβυλώνιοι, όλοι είχον εις το στόμα το όνομα του Ζωπύρου
+και υπερεπήνουν αυτόν. Ούτος δε πάλιν αφήσας να παρέλθωσι και αι
+άλλαι συμπεφωνημένα ημέραι, έκαμε τρίτην έξοδον εις το
+προειρημένον μέρος, περιεκύκλωσε τους τετρακισχιλίους και
+εφόνευσεν αυτούς. Μετά το τελευταίον δε τούτο κατόρθωμα ο Ζώπυρος
+ήτο το παν εις τους πολιορκουμένους, οίτινες τον κατέστησαν
+στρατάρχην και τειχοφύλακα.
+
+158. Όταν όμως ο Δαρείος έκαμε κατά τα συμπεφωνημένα γενικήν
+έφοδον κατά του τείχους εξ όλων των μερών, όλος ο δόλος του
+Ζωπύρου απεκαλύφθη· διότι, ενώ οι Βαβυλώνιοι από των τειχών
+ημύνοντο και απέκρουον τον στρατόν, ο Ζώπυρος, ανοίξας τας Κισσίας
+και τας Βηλίδας καλουμένας πύλας, εισήγαγε τους Πέρσας εις το
+κέντρον της πόλεως. Εκ δε των Βαβυλωνίων όσοι μεν είδον τα
+πραττόμενα κατέφυγον εις τον ναόν του Διός του Βήλου, όσοι δε δεν
+τα είδον έμειναν εις την θέσιν των μέχρις ου έμαθον και αυτοί ότι
+επροδώθησαν. Τοιουτοτρόπως η Βαβυλών εκυριεύθη εκ δευτέρου.
+
+159. Ο δε Δαρείος, αφού υπέταξε τους Βαβυλωνίους, εκρήμνισε τα
+τείχη και απέσπασεν όλας τας πύλας· ο Κύρος, ο πρώτος κατακτητής
+της Βαβυλώνος, δεν έπραξεν ούτε το έν ούτε το άλλο. Επί πάσιν ο
+βασιλεύς ανεσκολόπισε τρισχιλίους εκ των κορυφαίων πολιτών,
+επιτρέψας εις τους λοιπούς να κατοικώσι την πόλιν. Διά να έχωσι δε
+γυναίκας οι Βαβυλώνιοι (διότι είχον πνίξει τας ιδικάς των, ως
+εφανέρωσα εις τας αρχάς, διά να οικονομήσωσι τας τροφάς) διέταξε
+τα γείτονα έθνη να στείλωσι γυναίκας εις την Βαβυλώνα, κανονίσας
+εκάστου την αναλογίαν, ώστε το όλον των συναθροισθεισών γυναικών
+ήτο πεντήκοντα χιλιάδες. Εκ τούτων δε των γυναικών κατάγονται οι
+σήμερον Βαβυλώνιοι.
+
+160. Κατά την κρίσιν του Δαρείου, ουδείς υπερέβη τον Ζώπυρον κατά
+την ανδραγαθίαν, ούτε εκ των προγενεστέρων ούτε εκ των συγχρόνων,
+πλην του Κύρου, διότι ποτέ Πέρσης δεν ενόμισεν ότι δύναται να
+παραβληθή με τον τελευταίον τούτον. Λέγουσι δε ότι πολλάκις ο
+Δαρείος επανέλαβε τους λόγους τούτους· ότι επροτίμα μάλλον να μη
+υποστή την βλάβην εκείνην ο Ζώπυρος, παρά να κατακτήση αυτός άλλας
+είκοσι Βαβυλώνας εκτός εκείνης την οποίαν κατέκτησε. Τον ετίμησε
+δε υπερβαλλόντως, καθότι κατ' έτος τω έδιδε δώρα όσα οι Πέρσαι
+νομίζουσι πολυτιμότατα· τω έδωκε προς τούτοις να κυβερνά ισοβίως
+την Βαβυλώνα αφορολόγητον, και άλλα πολλά προνόμια τω εχάρισεν. Εκ
+του Ζωπύρου δε τούτου εγεννήθη ο Μεγάβυζος όστις εις την Αίγυπτον
+επολέμησε κατά των Αθηναίων και των συμμάχων· και εκ του Μεγαβύζου
+τούτου εγεννήθη ο Ζώπυρος όστις μετηνάστευσεν εκ της Περσίας διά
+να κατοικήση εις τας Αθήνας.
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ TΕTAPTOΝ
+
+
+
+
+Μ Ε Λ Π Ο Μ Ε Ν Η.
+
+
+
+1. Μετά δε την άλωσιν της Βαβυλώνος, εγένετο η κατά των Σκυθών
+εκστρατεία του Δαρείου· διότι ανθούσης της Ασίας και εισρεόντων
+πολλών χρημάτων, ηθέλησεν ο Δαρείος να τιμωρήση τους Σκύθας επειδή
+ούτοι πρώτοι εισβαλόντες εις την Μηδικήν χώραν και νικήσαντες τους
+εναντιουμένους, ήρχισαν αδικούντες. Τωόντι, ως είπον προηγουμένως,
+οι Σκύθαι ήρξαν της άνω Ασίας έτη εικοσιοκτώ· εισήλθον δε εις την
+Ασίαν διώκοντες τους Κιμμερίους και κατέλυσαν την ηγεμονίαν των
+Μήδων, οίτινες ήρχον της Ασίας πριν ή έλθωσιν οι Σκύθαι. Οι ίδιοι
+λοιπόν ούτοι Σκύθαι, μετά απουσίαν εικοσιοκτώ ετών, επιστρέφοντες
+εις τον τόπον των, έμελλον να υποστώσι πόλεμον όχι μικρότερον του
+Μηδικού. Εύρον εναντιούμενον εις αυτούς ουκ ολίγον στρατόν· διότι
+αι γυναίκες των Σκυθών, ένεκα της πολυχρονίου απουσίας των ανδρών
+των, είχον σχέσεις με τους δούλους.
+
+2. Έχουσι δε οι Σκύθαι δούλους τυφλούς ένεκα του γάλακτος το
+οποίον πίνουσι και το οποίον συνάζουσι κατά τον εξής τρόπον.
+Λαμβάνοντες φυσητήρας οστεΐνους, παρεμφερεστάτους με αυλούς,
+εμβάλλουσιν αυτούς εις τα γεννητικά μόρια των φοράδων και φυσώσι
+διά του στόματος· ενώ δε αυτοί φυσώσιν, άλλοι αμέλγουσι. Λέγουσι
+δε ότι πράττουσι τούτο διά την εξής αιτίαν· αι φλέβες της ίππου
+πληρούμεναι ανέμου εξογκούνται και καταβαίνουσιν οι μαστοί. Αφού
+δε αμέλξωσι το γάλα, το χύνουσιν εντός ξυλίνων αγγείων κοίλων και
+στήσαντες πέριξ τους τυφλούς το κινούσι. Και όσον μεν μένει εις
+την επιφάνειαν το αποσύρουσι νομίζοντες αυτό ως καλλίτερον. Διά
+την αιτίαν ταύτην οι Σκύθαι τυφλούσιν εκείνους τους οποίους
+αιχμαλωτεύουσιν. Είναι δε οι Σκύθαι ούτοι ουχί γεωργοί, αλλά
+νομάδες.
+
+3. Εκ των δούλων τούτων και των γυναικών εγεννήθησαν παίδες
+οίτινες μαθόντες την γέννησίν των εξήλθον εναντίον των Σκυθών οι
+οποίοι επέστρεφον εκ της Μηδίας. Και πρώτον μεν περιεχαράκωσαν την
+χώραν ορύξαντες ευρείαν τάφρον την οποίαν εξέτεινον από των
+Ταυρικών ορέων μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης, ήτις εστί μεγίστη.
+Έπειτα, επειδή οι Σκύθαι προσεπάθουν να εισβάλωσι, παρετάχθησαν
+εις το απέναντι μέρος της τάφρου και επολέμουν. Γενομένης δε μάχης
+πολλάκις και μη κατορθούντων των Σκυθών να υπερτερήσωσιν, είς
+αυτών είπε τα εξής· «Τι πράττομεν, ω Σκύθαι, πολεμούντες τους
+δούλους μας; Εάν μεν φονευώμεθα ολιγοστεύομεν, εάν δε τους
+φονεύωμεν, ελαττούμεν τον αριθμόν εκείνων επί των οποίων ήμεθα
+κύριοι. Ακούσατέ με λοιπόν· ας αφήσωμεν τα τόξα και τα ακόντια,
+και λαβόντες τας μάστιγας των ίππων ας πλησιάσωμεν αυτούς· διότι
+ενόσω βλέπουσιν ημάς με όπλα, νομίζουσιν ότι είναι όμοιοι μας και
+από ομοίους γονείς γεννηθέντες· αλλ' εάν μας ίδωσι κρατούντας
+μάστιγας αντί όπλων, θα εννοήσωσιν ότι είναι δούλοι ημών, και άμα
+το εννοήσωσι, δεν θα αντισταθώσι πλέον.»
+
+4. Ακούσαντες ταύτα οι Σκύθαι τα έθεσαν εις ενέργειαν· οι δε
+δούλοι εκπλαγέντες ελησμόνησαν την μάχην και έφυγον. Τοιουτοτρόπως
+οι Σκύθαι, αφού εκυρίευσαν την Ασίαν, διωχθέντες από τους Μήδους,
+μετεχειρίσθησαν το μέσον τούτο διά να εισέλθωσιν εις την πατρίδα
+των. Ο δε Δαρείος, θέλων να τους εκδικηθή διά την εισβολήν των,
+συνήθροισε στράτευμα εναντίον των.
+
+5. Ως λέγουσιν οι Σκύθες, το νεώτατον όλων των εθνών είναι το
+ιδικόν των και εγένετο ούτω πως· ο πρώτος άνθρωπος της χώρας
+ταύτης, ερήμου έως τότε, ωνομάζετο Γαργίταος· γονείς δε του
+Γαργιτάου τούτου λέγουσιν ότι είναι ο Ζευς και μία θυγάτηρ του
+ποταμού Βορυσθένους, όπερ εις εμέ μεν δεν φαίνεται πιστευτόν, το
+λέγουσιν όμως. Και η μεν καταγωγή του Γαργιτάου τοιαύτη ήτο· εξ
+αυτού δε εγεννήθησαν τρεις παίδες, ο Λιπόξαϊς, ο Αρπόξαϊς και ο
+νεώτατος Κολάξαϊς. Επί της βασιλείας αυτών, εκ του ουρανού
+φερόμενα χρυσά έργα, άροτρον, ζυγός, πέλεκυς, ποτήριον, έπεσαν εις
+την Σκυθικήν. Πρώτος ο πρεσβύτατος τα είδε και επλησίασε διά να τα
+λάβη· αλλ' εις την προσέγγισιν του ο χρυσός εξέβαλε φλόγας.
+Μακρυνθέντος αυτού, επλησίασεν ο δεύτερος αλλά συνέβησαν τα αυτά.
+Ο δε καίων χρυσός, αφού απώθησε τους δύο τούτους, εσβέσθη όταν
+επλησίασεν ο τρίτος ο νεώτατος όστις τον έλαβε και τον έφερε εις
+την κατοικίαν του. Οι πρεσβύτεροι λοιπόν αδελφοί, εννοήσαντες τι
+εσήμαινε το θαύμα εκείνο, παρέδωκαν όλην την βασιλείαν εις τον
+νεώτατον.
+
+6. Από μεν του Λιποξάιος κατάγονται οι Σκύθαι των οποίων το γένος
+καλείται Αυχάται· από δε του δευτέρου Αρποξάιος οι λεγόμενοι
+Κατίαροι και Κράσπιες, από δε του νεωτάτου αυτών οι βασιλικοί
+Σκύθαι οι καλούμενοι Παραλάται. Όλοι δε κοινώς καλούνται Σκόλοτοι,
+από του ονόματος του βασιλέως των· Σκύθας δε τους ωνόμασαν οι
+Έλληνες.
+
+7. Τοιαύτη, ως λέγουσιν οι Σκύθαι, είναι η καταγωγή των,
+προσθέτουσι δε ότι παρήλθον χίλια έτη, όχι περισσότερα, αλλ'
+ακριβώς τόσα, από του βασιλέως Γαργιτάου μέχρι της επιδρομής του
+Δαρείου. Τον ιερόν δε τούτον χρυσόν φυλάττουσιν οι βασιλικοί
+Σκύθαι επιμελώς και κατ' έτος τω αποτείνουσι δεήσεις και ζητούσι
+να τον καταστήσωσιν ευμενή διά μεγάλων θυσιών. Όστις δε κρατών τον
+χρυσόν διαρκούσης της εορτής αποκοιμηθή εν υπαίθρω, αυτός,
+λέγουσιν οι Σκύθαι, δεν ζη εκείνον τον χρόνον, και διά τούτο
+δίδεται εις αυτόν τόση γη όσην δύναται να διατρέξη έφιππος εις
+μίαν ημέραν. Επειδή δε η χώρα είναι μεγάλη, ο Κολάξαϊς την
+διένειμε διά τους υιούς του εις τρία βασίλεια, και εξ αυτών έν
+έκαμε μέγιστον, εκείνο όπου φυλάττεται ο χρυσός. Τα απώτερα μέρη
+τα προς άρκτον των κατοικουμένων χωρών, λέγουσιν οι Σκύθαι ότι
+ούτε να τα ίδη τις δύναται ούτε να τα πλησιάση ένεκα των πτερών τα
+οποία είναι κεχυμένα εις τον αέρα και εις το έδαφος· είναι δε τόσα
+πολλά, ώστε εμποδίζουσι την όρασιν.
+
+8. Ταύτα λέγουσιν οι Σκύθαι περί εαυτών και περί της χώρας των·
+αλλ' οι Έλληνες οι κατοικούντες τας όχθας του Ευξείνου πόντου
+άλλως διηγούνται τα πράγματα. Ο Ηρακλής, λέγουσιν, ελαύνων τας
+βους του Γηρυόνου, έφθασεν εις την έρημον γην την οποίαν νέμονται
+σήμερον οι Σκύθαι. O Γηρυόνης κατώκει μακράν του Πόντου, εις την
+νήσον την οποίαν οι Έλληνες καλούσιν Ερύθειαν, κειμένην πλησίον
+των Γαδείρων, εν τω Ωκεανώ, πέραν των Ηρακλείων στηλών. Ο δε
+Ωκεανός ούτος λέγουσι μεν ότι αρχίζει από το μέρος όπου ανατέλλει
+ο ήλιος και τρέχει περί όλην την γην, αλλά δεν φέρουσιν ουδεμίαν
+απόδειξιν τούτου. Εντεύθεν ο Ηρακλής έφθασεν εις την σήμερον
+καλουμένην Σκυθικήν χώραν, όπου ο χειμών και το ψύχος τον
+κατέλαβον· εκαλύφθη λοιπόν με την λεοντήν και εκοιμήθη. Αλλ' οι
+ίπποι του οχήματος, βόσκουσαι εις αυτό το διάστημα, εγένοντο
+άφαντοι κατά υπερφυσικήν τινα αιτίαν.
+
+9. Ότε ηγέρθη ο Ηρακλής τας εζήτει, και διατρέξας όλην την χώραν
+έφθασε τέλος εις την καλουμένην Υλαίαν. Εκεί εύρεν εντός άντρου
+μιξοπάρθενόν τινα έχιδναν, της οποίας τα μεν άνω των γλουτών ήσαν
+γυναικός, τα δε κάτω όφεως. Ιδών αυτήν και θαυμάσας ο Ηρακλής, την
+ηρώτησεν εάν είδε που ίππους πλανωμένας· εκείνη δε είπεν ότι τας
+έχει, αλλά δεν τας αποδίδει εις αυτόν πριν ή μιχθή μετ' αυτής. Επί
+τω όρω τούτω εμίγη μετ' αυτής ο Ηρακλής, αλλ' η έχιδνα ανέβαλλε
+την απόδοσιν των ίππων, επιθυμούσα να ζη μετ' αυτού οίον το
+δυνατόν πλειότερον χρόνον. Εκείνος όμως ήθελε να τας λάβη και να
+αναχωρήση. Τέλος πάντων τας απέδωκε λέγουσα προς αυτόν. ««Τας μεν
+ίππους ταύτας εδώ σοι έσωσα εγώ, συ δε μοι επλήρωσες τα σώστρα,
+διότι συνέλαβον εκ σου τρεις παίδας· τούτους αφού γίνωσιν άνδρες,
+τι πρέπει να τους κάμω; να τους αποκαταστήσω εις την χώραν ταύτην
+της οποίας είμαι κυρία, ή να τους πέμψω προς σε;» Εκείνη μεν ταύτα
+ηρώτησεν· ο δε Ηρακλής, ως λέγουσιν οι Έλληνες, απεκρίθη· «Όταν
+ίδης τους παίδας να γίνωσιν άνδρες, δεν θα σφάλης πράττουσα αυτό
+το οποίον θα σοι είπω. Αποκατάστησον εις την χώραν εκείνον εκ των
+τριών τον οποίον θα ίδης τείνοντα τοιουτοτρόπως το τόξον τούτο και
+ζωννύμενον κατ' αυτόν τον τρόπον τον ζωστήρα τούτον· εκείνους δε
+τους οποίους ιδής ότι δεν είναι ικανοί να πράξωσιν αυτά τα οποία
+σοι παραγγέλλω, δίωξον από την χώραν. Εάν πράξης ούτω, και συ θα
+ευχαριστηθής καί τας διαταγάς μου θα εκπληρώσης.»
+
+10. Ταύτα ειπών ο Ηρακλής έλαβεν έν των τόξων του (διότι έως τότε
+είχε δύο) και λύσας τον ζωστήρα όστις εις το άκρον της συμβολής
+είχε φιάλην χρυσήν, παρέδοσε το τόξον και τον ζωστήρα, και
+ανεχώρησεν. Όταν δε τα εξ αυτής γεννηθέντα παιδία ηνδρώθησαν, η
+Έχιδνα κατ' αρχάς τοις έδωκεν ονόματα, και τον μεν ωνόμασεν
+Αγάθυρσον, τον δε δεύτερον Γελωνόν και τον νεώτατον Σκύθην. Έπειτα
+ενθυμήθη όσα τη παρήγγειλεν ο Ηρακλής. Δύο των υιών της, ο
+Αγάθυρσος και ο Γελωνός, δεν ηδυνήθησαν να εκτελέσωσι τον
+προσβληθέντα αγώνα και έφυγον εκ της χώρας διωχθέντες υπό της
+μητρός των, ο δε νεώτατος αυτών Σκύθης εκτελέσας τα απαιτούμενα
+έμεινεν εν τη χώρα. Εκ του Σκύθου τούτου, υιού του Ηρακλέους
+κατάγονται όλοι οι βασιλείς των Σκυθών, ένεκα δε της φιάλης, οι
+Σκύθαι φέρουσιν ακόμη φιάλας εις την ζώνην των. Τούτο μόνον
+εμηχανεύθη η μήτηρ προς χάριν του Σκύθου. Ταύτα διηγούνται οι
+Έλληνες οι κατοικούντες τον Εύξεινον Πόντον.
+
+11. Περί του αυτού πράγματος υπάρχει και άλλη παράδοσις την οποίαν
+αφότου ήκουσα προτιμώ. Οι νομάδες Σκύθαι οι κατοικούντες εν τη
+Ασία, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς Μασσαγετών έφυγον και
+διαβάντες τον ποταμόν Αράξην ήλθον εις την Κιμμερίαν γην· διότι η
+γη την οποίαν κατοικούσι τώρα οι Σκύθαι ανήκεν άλλοτε, ως
+λέγουσιν, εις τους Κιμμερίους. Οι δε Κιμμέριοι, επειδή ήρχοντο
+εναντίον των οι Σκύθαι, ιδόντες την έφοδον τόσου στρατού,
+συνεσκέφθηααν· ήσαν δε αι γνώμαι διηρημέναι, έντονοι μεν
+αμφότεραι, καλλιτέρα όμως η των βασιλέων. Ο μεν δήμος έλεγεν ότι
+ήτο ανάγκη να κινδυνεύσωσι πολεμούντες προς πολλούς, η δε γνώμη
+των βασιλέων ήτο ότι εξ εναντίας έπρεπε να μείνωσι και να
+υπερασπίσωσι την χώραν των κατά των επερχουμένων εχθρών. Και οι
+μεν βασιλείς ηρνήθησαν να ενδώσωσιν εις τον δήμον, ο δε δήμος
+ηρνήθη να υπακούση εις τους βασιλείς· βλέποντες δε ούτοι ότι η
+μερίς του δήμου επέμενε να αναχωρήση και παραδώση την χώραν
+αμαχητί εις τους επιόντας, απεφάσισαν αποθανόντες να ταφώσιν εκεί
+και να μη φύγωσι μετά του δήμου, αναλογιζόμενοι όσα καλά απήλαυσαν
+και όσα κακά ήτο ενδεχόμενον να τοις συμβώσιν εάν έφευγον εκ της
+πατρίδος των. Ταύτα αποφασίσαντες, διηρέθησαν εις δύο ισάριθμα
+σώματα και επέπεσαν κατ' αλλήλων. Και αυτούς μεν αποθανόντας
+εκουσίως έθαψεν ο δήμος των Κιμμερίων εις τας όχθας του ποταμού
+Τύρου, όπου φαίνεται εισέτι ο τάφος των· ο δε δήμος αφού τους
+έθαψεν ανεχώρησε και ελθόντες οι Σκύθαι εύρον την χώραν έρημον.
+
+12. Έτι και σήμερον υπάρχουσιν εις την Σκυθίαν Κιμμέρια πόλις, τα
+Κιμμέρια Πορθμεία, χώρα τις καλουμένη Κιμμερία και ο λεγόμενος
+Κιμμέριος Βόσπορος. Φαίνεται δε ότι οι Κιμμέριοι φυγόντες εις την
+Ασίαν ένεκα των Σκυθών αποκατεστάθησαν εις την χερσόνησον όπου
+σήμερον είναι η ελληνική πόλις Σινώπη· είναι βέβαιον επίσης ότι οι
+Σκύθαι καταδιώκοντες αυτούς επλανήθησαν της οδού και εισέβαλον εις
+την Μηδικήν γην, διότι οι μεν Κιμμέριοι φεύγοντες ηκολούθουν
+πάντοτε το παραθαλάσσιον, οι δε Σκύθαι τους εδίωκον έχοντες τον
+Καύκασον προς τα δεξιά, και τραπέντες προς τα μεσόγαια έφθασαν εις
+την Μηδίαν. Είπα λοιπόν και τον λόγον τούτον τον οποίον κοινώς και
+οι Έλληνες και οι βάρβαροι λέγουσι.
+
+13. Αλλ' ο Αριστέας του Καϋστροβίου, Προκοννήσιος εποποιός, λέγει
+ότι εμπνευσθείς υπό του Φοίβου μετέβη εις τους Ισσηδόνας· πέραν
+του λαού τούτου, προσθέτει, κατοικούσιν οι Αριμασποί, άνθρωποι
+μονόφθαλμοι· πέραν των Αριμασπών οι χρυσοφύλακες γρύπες, και πέραν
+αυτών οι Υπερβόρειοι, εκτεινόμενοι μέχρι της θαλάσσης. Όλοι οι
+λαοί ούτοι, κατά τον ποιητήν, εκτός των Υπερβορείων, αδιακόπως
+κάμνουσιν επιδρομάς εναντίον των γειτόνων των, και ότι πρώτοι
+ήρχισαν τούτο οι Αριμασποί· ώστε υπό μεν των Αριμασπών διώκονται
+εκ της χώρας οι Ισσηδόνες, υπό δε των Ισσηδόνων οι Σκύθαι. Τέλος
+δε οι Κιμμέριοι, οι κατοικούντες τα παράλια του Ευξείνου Πόντου,
+πιεσθέντες υπό των Σκυθών, εγκατέλιπον τας γαίας των. Ούτω δε μήτε
+ο Αριστέας δεν συμφωνεί μετά των Σκυθών περί της χώρας των.
+
+14. Ανέφερα την πόλιν εξ ης κατήγετο ο ποιητής ούτος· θα είπω δε
+τώρα εκείνο το οποίον ήκουσα περί αυτού εις την Προκόννησον και
+την Κύζικον. Λέγουσιν ότι ο Αριστέας, όστις ουδενός των πολιτών
+ήτο κατώτερος κατά το γένος, εισελθών εις τι πλυντήριον εν
+Πρoκοννήσω, απέθανεν αιφνιδίως· ο κναφεύς κλείσας το εργαστήριόν
+του έδραμε να ειδοποιήση τους συγγενείς του αποθανόντος. Αφού δε
+διεδόθη εις την πόλιν η είδησις ότι απέθανεν ο Αριστέας, Κυζηκινός
+τις ελθών της πόλεως Αρτάκης εφιλονείκει με τους λέγοντας τούτο,
+βεβαιών ότι συνήντησε τον Αριστέαν μεταβαίνοντα εκ της Αρτάκης εις
+την Κύζικον και ότι συνωμίλησε μετ' αυτού. Ενώ δε υπεστήριζε τα
+λεγόμενά του επιμόνως, οι συγγενείς μετέβησαν εις την κατοικίαν
+του κναφέως έχοντες μεθ' εαυτών και εκείνα τα οποία απητούντο διά
+να άρωσι το σώμα. Ανοιχθείσης της οικίας δεν ευρέθη ο Αριστέας
+ούτε νεκρός ούτε ζων. Επτά έτη μετά ταύτα εφάνη εις την
+Προκόννησον και έκαμε τους στίχους τούτους τους οποίους σήμερον οι
+Έλληνες καλούσιν Αριμασπείους· αφού δε τους έκαμνεν, έγινεν
+άφαντος και εκ δευτέρου. Ταύτα διηγούνται αι δύο αύται πόλεις.
+
+15. Τα δε ακόλουθα έμαθον ότι συνέβησαν εις τους Μεταποντίνους
+τους εις την Ιταλίαν, τριακόσια τεσσαράκοντα έτη μετά την
+εξαφάνισιν του Αριστέου, ως εύρισκον εγώ αριθμήσας τα έτη ότε ήμην
+εις την Προκόννησον και το Μεταπόντιον. Οι Μεταποντίνοι διηγούνται
+ότι ο Αριστέας φανείς εις την χώραν των τους διέταξε να ιδρύσωσι
+ναόν εις τον Απόλλωνα και να στήσωσι πλησίον αυτού ανδριάντα
+έχοντα επωνυμίαν Αριστέου του Προκοννησίου. Εξ όλων των Ιταλιωτών
+λαών, έλεγεν, είσθε οι μόνοι τους οποίους επεσκέφθη ο Απόλλων· εγώ
+αυτός, όστις σήμερον είμαι Αριστέας, τον συνώδευον, και τότε ήμην
+κόραξ.» Και ο μεν Αριστέας ταύτα ειπών εγένετο άφαντος, οι δε
+Μεταποντίνοι λέγουσιν ότι πέμψαντες εις τους Δελφούς ηρώτωυ τον
+θεόν τι εσήμαινον οι λόγοι εκείνοι του φάσματος, η δε Πυθία τους
+διέταξε να υπακούσωσιν εις αυτά, υποσχομένη ότι ήθελε προκύψει
+καλόν. Τότε οι Μεταποντίνοι πεισθέντες εξετέλεσαν τα διατασσόμενα,
+και σήμερον ίσταται ανδριάς επωνυμίαν έχων Αριστέου πλησίον αυτού
+του αγάλματος του Απόλλωνος και περί αυτόν υπάρχουσι δάφναι
+πεφυτευμέναι. Ίσταται δε το άγαλμα εν τη αγορά. Και περί μεν του
+Αριστέου αρκούσιν όσα είπον.
+
+16. Ουδείς δε γνωρίζει μετά βεβαιότητος τι υπάρχει άνω της χώρας,
+περί ης η ρύμη της διηγήσεως με φέρει να ομιλήσω, ούτε ηδυνήθην ν'
+ακούσω τινά λέγοντα ότι εγνώριζέ τι ιδίοις όμμασιν, ούτε αυτός δε
+ο Αριστέας, περί του οποίου ωμίλησα προ ολίγου ανέφερε ποτέ εις
+τους στίχους του ότι επροχώρησε πέραν των Ισσηδόνων, αλλά τα
+ανώτερα εκείνων μέρη τα διηγείται εξ ακοής, ομολογών ότι οι
+Ισσηδόνες τα είπον εις αυτόν. Ημείς όμως θα διηγηθώμεν όλα όσα
+ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν περί των μεμακρυσμένων τούτων μερών.
+
+17. Από του εμπορικού λιμένος του Βορυσθένους (καθότι τούτο είναι
+το κεντρικώτατον σημείον εξ όλων των μερών της Σκυθίας), οι πρώτοι
+κάτοικοι είναι οι Καλλιπίδαι, όντες Ελληνοσκύθαι· άνωθεν αυτών
+είναι άλλο έθνος, οι καλούμενοι Αλαζώνες, οίτινες τας αυτάς
+συνηθείας έχουσι μετά των Σκυθών· σπείρουσι και τρώγουσι σίτον,
+κρόμμυα, σκόροδα, φακήν, κέγχρους. Υπεράνω των Αλαζώνων
+κατοικούσιν οι γεωργοί Σκύθαι, οίτινες σπείρουσι τον σίτον ουχί
+διά να τρώγωσιν, αλλά διά να τον πωλώσι. Τούτων υπεράνω
+κατοικούσιν οι Nευροί, προς βοράν δε των Νευρών, καθ' όσον ημείς
+γνωρίζομεν, δεν κατοικούσι πλέον άνθρωποι. Ταύτα είναι τα έθνη τα
+παρά τον Ύπανιν ποταμόν και προς δυσμάς του Βορυσθένους.
+
+18. Πέραν δε του Βορυσθένους, αρχίζοντες από την θάλασσαν, πρώτον
+μεν είναι η Υλαία, μετ' αυτήν δε κατοικούσι Σκύθαι γεωργοί τους
+οποίους οι παρά τον Ύπανιν ποταμόν οικούντες Έλληνες καλούσι
+Βορυσθενείτας, εαυτούς ονομάζοντες Ολβιοπολίτας. Ούτοι λοιπόν οι
+γεωργοί Σκύθαι νέμονται προς ανατολάς μεν τριών ημερών οδόν μέχρι
+του ποταμού τον οποίον καλούσι Παντικάπην, προς βοράν δε μέχρις
+ένδεκα ημερών πλουν άνω του Βορυσθένους· υπεράνω δε τούτων είναι
+έρημος μεγάλης εκτάσεως. Πέραν της ερήμου ευρίσκονται οι
+Ανδροφάγοι, έθνος αυτόχθον και ουδόλως Σκυθικόν. Τούτων άνωθεν η
+χώρα είναι εντελώς ακατοίκητος, ουδέ υπάρχει έθνος τι ανθρώπων,
+καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν.
+
+19. Προς ανατολάς των γεωργών τούτων Σκυθών, διαβαίνων τις τον
+Παντικάπην ποταμόν εισέρχεται αμέσως εις τους νομάδας Σκύθας
+οίτινες ούτε σπείρουσιν ούτε καλλιεργούσιν, είναι δε η χώρα αυτών,
+πλην της Υλαίας, γυμνή δένδρων. Οι νομάδες ούτοι νέμονται γην
+δεκατεσσάρων ημερών οδού, ήτις εκτείνεται μέχρι του ποταμού
+Γέρρου.
+
+20. Πέραν του ποταμού τούτου είναι οι καλούμενοι βασιλικοί Σκύθαι,
+οι άριστοι, οι πολυαριθμότατοι, οι νομίζοντες τους άλλους Σκύθας
+δούλους των. Εκτείνονται δε ούτοι προς μεσημβρίαν μεν μέχρι της
+Ταυρικής, προς ανατολάς δε μέχρι της τάφρου την οποίαν ώρυξαν οι
+εκ των τυφλών γεννηθέντες, και μέχρι του εμπορικού λιμένος της
+Μαιώτιδος λίμνης όστις καλείται Κρημνοί· τινές δ' εξ αυτών
+εκτείνονται μέχρι του ποταμού Τανάιδος. Άνωθεν των βασιλικών
+Σκυθών, προς βοράν, κατοικούσιν οι Μελάγχλαινοι, άλλο έθνος και
+ουχί Σκυθικόν· άνωθεν δε των Μελαγχλαίνων είναι λίμναι και γη
+ακατοίκητος, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν.
+
+21. Αφού διαβή τις τον Τάναϊν, παύει πλέον η Σκυθία, και ο μεν
+πρώτος κλήρος είναι των Σαυροματών οίτινες αρχόμενοι εκ του μυχού
+της Μαιώτιδος λίμνης κατοικούσι προς βοράν διάστημα δεκαπέντε
+ημερών οδόν, όπου ούτε καρποφόρα δένδρα υπάρχουσιν ούτε άγρια.
+Ανωτέρω τούτων, έχουσι τον δεύτερον κλήρον οι Βουδίνοι νεμόμενοι
+γην κεκαλυμμένην υπό παντός είδους δένδρων.
+
+22. Υπεράνω των Βουδίνων, προς βοράν, πρώτον μεν είναι έρημος επτά
+ημερών οδού· μετά την έρημον, κλίνοντες περισσότερον προς
+ανατολάς, κατοικούσιν οι Θυσαγέται, έθνος πολυάριθμον και ίδιον,
+όπερ ζη εκ της θήρας. Γείτονες τούτων εις τους αυτούς τόπους
+κατοικούσιν οι Ιύρκαι οίτινες ωσαύτως ζώσιν εκ της θήρας. Ο
+θηρευτής αναβάς εις δένδρον (διότι τα δένδρα είναι πολλά ανά πάσαν
+την χώραν) παραμονεύει, εις την ρίζαν δε του δένδρου αφίνει τον
+ίππον του όστις είναι δεδιδαγμένος να κήται επί της κοιλίας, να
+φαίνεται μικρότατος και να ήναι έτοιμος καθώς και είς κύων. Όταν
+δε ιδή το θήρευμα από του δένδρου, τοξεύει αυτό, αναβαίνει επί τον
+ίππον, το διώκει, και ο κύων το συλλαμβάνει. Υπεράνω τούτων,
+πάντοτε αποκλίνοντες προς ανατολάς, κατοικούσιν άλλοι Σκύθαι,
+αποστατήσαντες από των άλλων βασιλικών Σκυθών και ελθόντες εις τον
+τόπον τούτον.
+
+23. Μέχρι της χώρας των Σκυθών τούτων, όλα τα μέρη τα οποία
+περιέγραψα είναι πεδινά και βαθύγαια, πέραν δε τούτων είναι
+πετρώδη και τραχέα. Διερχόμενος τις πολύ μέρος της τραχείας ταύτης
+χώρας, φθάνει εις τους πρόποδας υψηλών ορέων όπου κατοικούσιν
+άνθρωποι οίτινες ως λέγεται γεννώνται φαλακροί, και οι άνδρες και
+αι γυναίκες, έχουσι την ρίνα σιμήν, τα γένεια μεγάλα, γλώσσαν
+ιδιαιτέραν, ενδυμασίαν μεταχειρίζονται Σκυθικήν και ζώσιν εκ των
+δένδρων. Το δένδρον εξ ου τρέφονται καλείται ποντικός, το μέγεθος
+αυτού είναι περίπου το της συκής, παράγει καρπόν ίσον τω κυάμω και
+έχει πυρήνα. Αφού ωριμάση, κόπτουσι τον καρπόν, θλίβουσιν αυτόν
+εντός ιματίου και εξάγουσι ρευστόν παχύ και μέλαν το οποίον
+καλούσιν άσχυ. Το άσχυ τούτο ή λείχουσιν ή μιγνύοντες μετά
+γάλακτος πίνουσι, και από της παχύτητος της υποστάθμης
+κατασκευάζουσι πλακούντια και τρώγουσιν αυτά. Κτήνη δεν έχουσι
+πολλά, διότι δεν υπάρχουσιν εκεί νομαί καλαί. Έκαστος έχει την
+κατοικίαν του κάτωθεν δένδρου, τον μεν χειμώνα περικαλυπτόμενος με
+λευκόν κάλυμμα εκ μαλλίου δυνατού, το δε θέρος άνευ καλύμματος.
+Ουδείς αδικεί αυτούς, καθότι λέγονται ότι είναι ιεροί· ούτε έχουσι
+κανέν πολεμικόν όπλον. Αφ' ενός μεν, μεσολαβούσιν όπως περαιώσωσι
+τας διαφοράς των γειτόνων των, αφ' ετέρου δε ο φυγάς όστις ζητεί
+παρ' αυτοίς άσυλον, δεν αδικείται υπ' ουδενός. Ονομάζονται δε
+Οργιεμπαίοι.
+
+24. Μέχρι των φαλακρών τούτων πολύ γνωστός είναι ο τόπος καθώς και
+τα έθνη όσα είναι πριν φθάσωμεν εις αυτούς, καθότι και Σκύθαι
+τινές φθάνουσιν εις αυτούς, και δεν είναι δύσκολον να λάβη τις
+πληροφορίας είτε παρ' αυτών είτε παρά των Ελλήνων του λιμένος του
+Βορυσθένους και των άλλων λιμένων του Ευξείνου πόντου. Εκ δε των
+Σκυθών όσοι έρχονται εις αυτούς, διαπραγματεύονται δι' επτά
+διερμηνέων και επτά γλωσσών.
+
+25. Μέχρι των Αργιππαίων λοιπόν είναι γνωστός ο τόπος· μακρύτερον
+όμως, ουδέν δύναται τις να είπη ακριβώς, διότι τέμνουσι την χώραν
+όρη υψηλά τα οποία ουδείς υπερβαίνει. Αλλ' οι φαλακροί ούτοι
+λέγουσι, και κατ' εμέ δεν είναι πιστευτοί, ότι κατοικούσι τα όρη
+ταύτα άνθρωποι με πόδας αιγός, και ότι υπερβαίνων τις αυτούς
+φθάνει εις άλλους ανθρώπους, οίτηνες κοιμώνται έξ μήνας. Ουδόλως
+παραδέχομαι τούτο, αλλά λέγω ότι τα μεν προς ανατολάς των φαλακρών
+μέρη είναι γνωστά ότι κατοικούνται υπό Ισσηδόνων, περί δε των προς
+βοράν των φαλακρών και των Ισσηδόνων ουδέν άλλο είναι γνωστόν ειμή
+ό,τι λέγουσιν αυτοί οι ίδιοι.
+
+26. Οι Ισσηδόνες, ως λέγεται, έχουσι τα ακόλουθα έθιμα. Όταν
+αποθάνη τινός ο πατήρ, όλοι οι συγγενείς φέρουσι ζώα· έπειτα, αφού
+τα θυσιάσωσι και τα διαμελίσωσι, διαμελίζουσιν επίσης τον πατέρα
+του φιλοξενούντος· αναμίξαντες δε όλα τα κρέατα τα παραθέτουσι
+προς δείπνον. Την δε κεφαλήν αυτού ψιλώσαντες και καθαρίσαντες
+καταχρυσούσι, και έπειτα μεταχειρίζονται αυτήν ως είδωλον
+προσφέροντες κατ' έτος μεγάλας θυσίας. Το έθιμον τούτο ομοιάζει
+προς το των Ελλήνων οίτινες εορτάζουσι την επέτειον ημέραν του
+θανάτου των πατέρων των. Άλλως οι Ισσηδόνες φημίζονται ως άνθρωποι
+δίκαιοι, και αι γυναίκες έχουσι την αυτήν εξουσίαν με τους άνδρας·
+είναι δε και ούτοι γνωστοί.
+
+27. Ανωτέρω αυτών λέγουσιν οι Ισσηδόνες ότι υπάρχουσιν άνθρωποι
+μονόφθαλμοι και γρύπες φύλακες του χρυσού. Από τους Ισσηδόνας το
+παρέλαβον και το επαναλαμβάνουσιν οι Σκύθαι, παρά δε των Σκυθών το
+παρεδέχθημεν ημείς οι άλλοι και ονομάζομεν αυτούς Σκυθιστί
+Αριμασπούς, διότι άριμα οι Σκύθαι λέγουσι το έν, σπου δε τον
+οφθαλμόν.
+
+28. Τόσον δυσχείμερος είναι όλη η χώρα, την οποίαν περιέγραψα,
+ώστε επί οκτώ μήνας το ψύχος είναι αφόρητον. Κατ' αυτούς τους
+μήνας εάν χύσης ύδωρ δεν κάμνεις πηλόν, αλλ' εάν ανάψης πυρ
+κάμνεις πηλόν. Πήγνυται δε και η θάλασσα επίσης ως ο Κιμμέριος
+Βόσπορος, και επί του κρυστάλλου περιπατούσι τα στρατεύματα των
+Σκυθών οίτινες κατοικούσιν εντός της τάφρου και ελαύνουσι τας
+αμάξας πέραν εις τους Σινδούς. Τοιούτος χειμών διατελεί επί οκτώ
+μήνας, τους δ' επίλοιπους τέσσαρας είναι ακόμη ψύχος. Ο χειμών των
+κλιμάτων τούτων διαφέρει εκείνου όστις υπάρχει εις όλας τας άλλας
+χώρας· καθ' όλην ταύτην την ώραν του έτους δεν γίνονται μεγάλαι
+βροχαί, κατά δε το θέρος δεν παύει η βροχή. Όταν γίνωνται βρονταί
+εις τα άλλα μέρη, τότε εκεί δεν γίνονται, το δε θέρος είναι
+συνεχείς. Εάν συμβή κατά τον χειμώνα βροντή, νομίζεται ως θαύμα·
+εάν δε συμβή σεισμός είτε κατά το θέρος είτε κατά τον χειμώνα,
+τούτο νομίζεται θαύμα δι' όλην την Σκυθίαν. Οι ίπποι συνειθίζουσιν
+εις τον χειμώνα τούτον και τον υποφέρουσιν, οι ημίονοι όμως και οι
+όνοι δεν ανέχονται αυτόν. Εξ εναντίας εις κλίματα ηπιώτερα οι μεν
+ίπποι οι μένοντες εκτεθειμένοι εις το ψύχος αποθνήσκουσιν, οι δε
+όνοι και οι ημίονοι αντέχουσιν,
+
+29. Νομίζω δε ότι το γένος των βοών της χώρας ταύτης δεν έχει
+κέρατα ένεκα του ψύχους· βεβαιοί δε την γνώμην μου ο εξής στίχος
+του Ομήρου εν τη Οδυσσεία·
+
+ Η Λυβία όπου τ' αρνία άμα γεννηθώσιν έχουσιν κέρατα.
+
+Και τω όντι τα κέρατα φύονται ταχέως εις τα θερμά κλίματα· αλλ'
+εις εκείνα όπου το ψύχος είναι δριμύ, δεν φύονται ουδόλως ή μόλις
+φύονται.
+
+30. Ενταύθα λοιπόν ταύτα γίνονται ένεκα του ψύχους, θαυμάζω δε
+(καθότι εξ αρχής η διήγησίς μου ηρέσκετο εις τας προσθήκας) διατί
+εις όλην την Ηλείαν δεν δύνανται να γεννηθώσιν ημίονοι· το κλίμα
+δεν είναι ψυχρόν, ουδέ υπάρχει άλλο φανερόν αίτιον του γεγονότος
+τούτου· λέγουσι δε οι Ηλείοι ότι τούτο προέρχεται έκ τινος
+κατάρας. Διά τούτο όταν έλθη ο καιρός να συλλάβωσιν οι ίπποι,
+φέρουσιν αυτάς εις τους πλησιοχώρους· εκεί δε τας αφίνουσι να τας
+αναβώσιν οι όνοι, και αφού συλλάβωσι, τας φέρουσι πάλιν οπίσω.
+
+31. Περί δε των πτερών με τα οποία λέγουσιν οι Σκύθαι ότι είναι
+πλήρης ο αήρ, τόσον ώστε μήτε να ίδη τις δύναται μήτε να προχωρήση
+προς το μέρος της ηπείρου, ιδού ποία είναι η γνώμη μου. Εις τα
+υψηλότερα μέρη της χώρας ταύτης πάντοτε πίπτει χιών, ολιγωτέρα
+κατά φυσικόν λόγον το θέρος ή τον χειμώνα. Όστις δε είδε χιόνα
+πίπτουσαν αφθόνως, εκείνος εννοεί τι λέγω· και τωόντι η χιών
+ομοιάζει με πτερά. Ένεκα λοιπόν αυτού του δριμέος χειμώνος τα
+βόρεια μέρη της ηπείρου ταύτης είναι ακατοίκητα. Νομίζω δε ότι οι
+Σκύθαι και οι περίοικοι αυτών, μεταχειριζόμενοι γλώσσαν
+συμβολικήν, καλούσι την χιόνα πτερά. Ταύτα λοιπόν είναι όσα
+λέγονται περί των απωτάτων τούτων χωρών.
+
+32. Περί δε των υπερβορείων ανθρώπων μήτε οι Σκύθαι μήτε οι άλλοι
+οι περί τα μέρη εκείνα οικούντες λέγουσι τι, πλην ίσως των
+Ισσηδόνων· ως νομίζω δ' εγώ, ούτε αυτοί δεν λέγουσι τίποτε, διότι
+εάν έλεγον τι θα το επανελάμβανον οι Σκύθαι, όπως πράττουσι τούτο
+και διά τους μονοφθάλμους. Ο Ησίοδος μόνον ανέφερε περί των
+Υπερβορείων, έτι δε και ο Όμηρος εις τους Επιγόνους, εάν τωόντι ο
+Όμηρος εποίησε τα έπη ταύτα.
+
+33. Οι Δήλιοι όμως λέγουσι πολύ περισσότερα περί αυτών,
+διηγούμενοι ότι ιερά τινα αντικείμενα, περιτετυλιγμένα εις άχυρα
+σίτου εκομίζοντο εκ των Υπερβορείων εις τους Σκύθας· ότι εκ των
+Σκυθών μετεφέροντο εις τους γείτονάς των, έπειτα, από έθνους εις
+έθνος, έφθανον μέχρι των εσχάτων προς δυσμάς ορίων, εις τον
+Αδρίαν· εκείθεν δε πεμπόμενα προς μεσημβρίαν, τα εδέχοντο πρώτοι
+εκ των Ελλήνων οι Δωδωναίοι· έπειτα εκ της Δωδώνης κατέβαινον εις
+τον Μαλέαν κόλπον διά να διαβώσιν εις την Εύβοιαν· ότι αι πόλεις
+της νήσου ταύτης διαδοχικώς τα έπεμπον μέχρι της Καρύστου· ότι από
+την Κάρυστον, αφίνοντες την Άνδρον προς τα αριστερά, τα μετέφερον
+οι Καρύστιοι εις την Τήνον και οι Τήνιοι εις την Δήλον.
+Τοιουτοτρόπως λοιπόν λέγουσιν ότι ήρχοντο εις αυτούς τα ιερά ταύτα
+αντικείμενα. Ιδού δε πώς συμπληρούσι την διήγησίν των· κατά πρώτην
+φοράν οι Υπερβόρειοι έπεμψαν διά να φέρωσι τα αναθήματα ταύτα δύο
+κόρας τας οποίας οι Δήλιοι ονομάζουσιν Υπερόχην και Λαοδίκην, μετ'
+αυτών δε, ως ασφαλή συνοδείαν, έπεμψαν πέντε εκ των αστών οίτινες
+σήμερον καλούνται Περφερείς και οίτινες εις την Δήλον τιμώνται
+πολύ. Αλλ' ούτε αι κόραι ούτε οι συνοδοί επέστρεψαν πλέον εις τους
+Υπερβορείους· κρίνοντες δε τότε ούτοι ότι θα ήτο άτοπον εάν
+εξηκολούθει πάντοτε να μη επιστρέφωσιν οι αποστελλόμενοι άνθρωποι,
+απεφάσισαν να φέρωσι τα αναθήματα μέχρι των συνόρων και να τα
+παραδίδωσι περιτετυλιγμένα με άχυρα εις τους πλησιεστέρους
+γείτονας παραγγέλλοντες εις αυτούς να τα προσέχωσι και να τα
+διαβιβάζωσιν εις άλλο έθνος. Και ταύτα μεν τοιουτοτρόπως πεμπόμενα
+από έθνους εις έθνος έφθανον, ως λέγεται, εις την Δήλον· ηξεύρω δε
+εγώ το ακόλουθον όπερ έχει σχέσιν προς τα αναθήματα ταύτα. Αι
+γυναίκες της Θράκης και της Παιονίας, όταν θυσιάζωσιν εις την
+βασίλισσαν Αρτέμιδα, ποτέ δεν προσφέρουσι τας θυσίας χωρίς άχυρα
+σίτου. Και ταύτα μεν ηξεύρω ότι πράττουσιν αυταί.
+
+34. Προς τιμήν δε των παρθένων εκείνων αίτινες ελθούσαι εκ των
+Υπερβορείων ετελεύτησαν εις την Δήλον, αφιερούσιν οι νέοι και αι
+νέαι της νήσου ταύτης την κόμην των. Αι μεν νέαι, προ του γάμου
+των, αποτέμνουσαι ένα πλόκαμον ελίττουσιν αυτόν περί άτρακτον και
+τον αποθέτουσιν επί του τάφου όστις είναι έσω του ναού της
+Αρτέμιδος, προς αριστεράν του εισερχομένου και σκιάζεται υπό
+ελαίας. Οι δε νέοι ελίττουσιν ολίγας τρίχας περί τινα χλόην και
+αποθέτουσιν αυτάς επίσης επί του τάφου. Και αύται μεν αι παρθένοι
+τοιαύτην τιμήν λαμβάνουσιν από τους κατοίκους της Δήλου.
+
+35. Λέγουσι δε οι αυτοί Δήλιοι ότι η Άργη και η Ώπις, παρθένοι εκ
+των Υπερβορείων, διελθούσαι διά των αυτών χωρών, έφθασαν εις την
+Δήλον προ της Υπερόχης και της Λαοδίκης και ότι έφερον εις την
+Ειλείθυιαν, χάριν του ευκόλου τοκετού των γυναικών, τον φόρον τον
+οποίον έταξαν. Προσθέτουσι δε ότι η Άργη και η Ώπις ήλθον ομού με
+αυτούς τους θεούς και ότι εδόθησαν εις αυτάς άλλαι τιμαί παρά των
+Δηλίων. Αι γυναίκες επαιτούσιν επικαλούμεναι τα ονόματά των έν
+τινι ύμνω τον οποίον εποίησεν εις αυτάς ο Λύκιος Ωλήν· παρ' αυτών
+δε μαθόντες οι νησιώται και οι Ίωνες να υμνώσι την Ώπιν και την
+Άργην, επικαλούνται επίσης αυτάς επαιτούντες (ο Ωλήν δε ούτος,
+ελθών εκ της Λυκίας, εποίησεν όλους τους παλαιούς ύμνους τους
+ψαλλομένους εις την Δήλον.) Όταν δε οι μηροί καίωνται επί του
+βωμού, λαμβάνουσι την τέφραν και την σκορπίζουσιν επί του τάφου
+της Ώπιος και της Άργης. Είναι δε ο τάφος ούτος όπισθεν του ναού
+της Αρτέμιδος, προς ανατολάς, πλησιέστατα του εστιατορίου των
+Κείων.
+
+36. Και ταύτα μεν αρκούσι διά τους Υπερβορείους, διότι δεν θα
+αναφέρω την ιστορίαν του Αβάριος όστις, ως λέγεται, ήτο
+Υπερβόρειος και βέλος τον περιέφερεν ανά πάσαν την γην χωρίς να
+φάγη τίποτε. Εάν ήναι αληθές ότι υπάρχουσιν υπερβόρειοι άνθρωποι,
+αναγκαίως θα υπάρχωσι και άλλοι υπερνότιοι. Γελώ δε βλέπων πολλούς
+περιγράφοντας την γην χωρίς να εξηγώσι τίποτε σαφώς. Τινές τούτων
+παριστώσι τον Ωκεανόν ρέοντα περί την γην, ως εάν η γη εγένετο
+στρογγύλη διά τόρνου· υποθέτουσιν επίσης ότι η Ευρώπη είναι μεγάλη
+όσον η Ασία. Με ολίγας όμως λέξεις θα φανερώσω το μέγεθος εκάστης
+αυτών και το σχήμα.
+
+37. Οι Πέρσαι οικούσιν εκτεινόμενοι μέχρι της νοτίας θαλάσσης της
+καλουμένης Ερυθράς. Ανωτέρω αυτών, προς βοράν, οικούσιν οι Μήδοι·
+ανωτέρω των Μήδων οι Σάσπειρες· ανωτέρω δε των Σασπείρων οι Κόλχοι
+εκτεινόμενοι μέχρι της βορείας θαλάσσης όπου εισβάλλει ο Φάσις
+ποταμός. Ταύτα τα τέσσαρα έθνη κατοικούσιν από της μιας θαλάσσης
+μέχρι της άλλης.
+
+38. Εκείθεν, προς δυσμάς, δύο μεγάλαι ξηραί χωρίζονται και
+καταβαίνουσι μέχρι της θαλάσσης· ταύτας θέλω περιγράψει. Η μία εξ
+αυτών προς βοράν μεν αρχίζουσα από τον Φάσιν ποταμόν, ακολουθεί
+την παραλίαν του Ευξείνου Πόντου και του Ελλησπόντου και φθάνει
+μέχρι του Τρωικού ακρωτηρίου Σιγείου, προς νότον δε η αυτή αύτη
+ξηρά αρχομένη από του Μυριανδρικού κόλπου του κειμένου πλησίον της
+Φοινίκης εκτείνεται παρά την θάλασσαν μέχρι του ακρωτηρίου
+Τριοπίου. Κατοικούσι δε εις την ξηράν ταύτην έθνη τριάκοντα. Αύτη
+είναι η μία ξηρά.
+
+39. Η ετέρα, αρχομένη από των Περσών, εκτείνεται μέχρι της Ερυθράς
+θαλάσσης και περιέχει πρώτον την Περσικήν γην, μετά ταύτα την
+Ασσυρίαν και τέλος την Αραβίαν· λήγει δε, ουχί φυσικώς αλλά
+τεχνητώς, εις τον Αράβιον κόλπον, εις το σημείον όπου ο Δαρείος
+ήνωσε διά διώρυχος τα ύδατα του Νείλου. Από της Περσίας μέχρι της
+Φοινίκης, η χώρα είναι πλατεία και μεγάλη· από δε της Φοινίκης η
+ξηρά αύτη παρακολουθεί τα παραθαλάσσια της Συρίας, της Παλαιστίνης
+και της Αιγύπτου όπου και τελευτά. Εις ταύτην τρία μόνα έθνη
+κατοικούσι. Τοιούτον είναι το σχήμα της Ασίας, εάν αρχίσωμεν από
+την Περσίαν και προχωρήσωμεν προς δυσμάς.
+
+40. Τα δε ανωτέρω των Περσών, των Μήδων, των Σασπείρων και των
+Κόλχων προς ανατολάς, αφ ενός μεν περιορίζει η Ερυθρά θάλασσα, αφ'
+έτερου δε η Κασπία θάλασσα και ο Αράξης ποταμός όστις ρέει
+ακολουθών την πορείαν του ηλίου. Η Ασία κατοικείται μέχρι της
+Ινδικής· μετά ταύτα δε προς ανατολάς είναι έρημος και ουδείς
+δύναται να είπη τι περί αυτής. Τοιαύτη και τοσαύτη είναι η Ασία.
+
+41. Η δε Λιβύα είναι εις την ετέραν ξηράν, διότι συνέχεται με την
+Αίγυπτον προς το μέρος της οποίας η ξηρά αύτη είναι στενή· τωόντι
+από της ημετέρας θαλάσσης μέχρι της Ερυθράς είναι δέκα χιλιάδες
+οργυιαί όπερ εστί χίλιοι στάδιοι. Από του ισθμού όμως τούτου η
+χώρα πλατύνεται και λαμβάνει το όνομα Λιβύα.
+
+42. Θαυμάζω λοιπόν εκείνους οίτινες ώρισαν και διήρεσαν την γην
+εις Λιβύαν, Ασίαν και Ευρώπην, καθότι η μεταξύ των χωρών τούτων
+διαφορά δεν είναι μικρά. Τωόντι η Ευρώπη κατά μήκος μεν είναι ίση
+με τας άλλας δύο, κατά πλάτος όμως δεν με φαίνεται αξία να
+παραβληθή με αυτάς. Η Λιβύα προφανώς περικυκλούται υπό υδάτων,
+πλην του διαστήματος του αποτελούντος τα προς την Ασίαν σύνορα·
+πρώτος δε από όσους ημείς ηξεύρομεν έδειξε τούτο ο Νεκώ, ο
+βασιλεύς της Αιγύπτου. Όταν έπαυσε να σκάπτη την μεταξύ του Νείλου
+και του Αραβίου κόλπου διώρυχα, εξέπεμψε Φοίνικάς τινας με πλοία
+διατάξας αυτούς να επιστρέψωσιν εις την βορείαν θάλασσαν διά των
+Ηρακλείων στηλών και ούτω να επανέλθωσιν εις την Αίγυπτον. Οι
+Φοίνικες αναχωρήσαντες εκ της Ερυθράς θαλάσοης έπλεον προς νότον·
+όταν δε έφθανε το φθηνόπωρον προσαρμοζόμενοι έσπειρον την γην εις
+το μέρος της Λιβύας όπου ήθελον ευρεθή και περιέμενον το θέρος·
+αφού δε εθέριζον τον σίτον, εξηκολούθουν πάλιν τον πλουν των.
+Τοιουτοτρόπως δύο έτη παρήλθον, κατά δε το τρίτον κάμψαντες τας
+Ηρακλείους στήλας επέστρεψαν εις την Αίγυπτον και έλεγον ότι
+περιπλέοντες την Λιβύαν είχον τον ήλιον εις τα δεξιά, όπερ εγώ μεν
+δεν πιστεύω, άλλος τις όμως ενδέχεται να πιστεύη. Τοιουτοτρόπως
+λοιπόν η Λιβύα εγένετο γνωστή κατά πρώτον.
+
+43. Μετά δε ταύτα λέγουσιν οι Καρχηδόνιοι ότι την εγνώρισαν,
+καθότι ο Αχαιμενίδης Σατάσπης ο υιός του Τεάσπιος, σταλείς επί
+τούτω δεν περιέπλευσε την Λιβύαν· αλλά φοβηθείς το μήκος του πλου
+και την ερημίαν, επέστρεψεν οπίσω χωρίς να εκτελέση την ποινήν την
+οποίαν τω επέβαλεν η μήτηρ του. Ο Σατάσπης ούτος είχε βιάσει την
+θυγατέρα του Ζωπύρου υιού του Μεγαβύζου, και καθ' ην στιγμήν προς
+τιμωρίαν του εγκλήματος τούτου έμελλε να ανασκολοπισθή κατά
+διαταγήν του βασιλέως Ξέρξου, η μήτηρ του, αδελφή ούσα του
+Δαρείου, εμεσίτευσε και τω εχαρίσθη η ζωή υποσχεθείσα ότι αυτή θα
+τω επιβάλη τιμωρίαν αυστηροτέραν, να περιπλεύση την Λιβύαν, μέχρις
+ου φθάση, εις τον Αράβιον κόλπον. Συγκατατεθέντος του Ξέρξου, ο
+Σατάσπης μετέβη εις την Αίγυπτον, και λαβών εκείθεν πλοίον και
+ναύτας, έπλευσε μετ' αυτών προς τας Ηρακλείους στήλας· διαβάς δε
+ταύτας και κάμψας το ακρωτήριον της Λιβύας όπερ καλείται Σολόεις,
+έπλευσε προς μεσημβρίαν. Αφού όμως διήνυσε θάλασσαν πολλήν εις
+πολλούς μήνας και είδεν ότι υπελείπετο το περισσότερον μέρος του
+πλου, επέστρεψεν οπίσω και έπλευσεν εις την Αίγυπτον. Εκ της
+Αιγύπτου πορευθείς εις τον βασιλέα Ξέρξην διηγείτο ότι εις τας
+απωτάτας χώρας είχεν ιδή ανθρώπους μικρούς φέροντας ενδύματα εκ
+φύλλων φοίνικος, οι οποίοι, άμα προσωρμίζετο το πλοίον, έφευγον
+εις τα όρη εγκαταλείποντες τας πόλεις των, εις τας οποίας
+εισερχόμενοι οι άνθρωποι του ουδεμίαν βλάβην επροξένουν, αλλά
+μόνον ελάμβανον ζώα τινα από αυτάς. Αίτιον δε του μη εντελούς
+περίπλου της Λιβύας έλεγεν ότι ήτο το ακόλουθον· ότι το πλοίον
+εκάθητο και δεν ήτo δυνατόν να προχωρήση περαιτέρω. Ο δε Ξέρξης μη
+πιστεύων εις τα λεγόμενα και επειδή δεν εξετέλεσε τον επιβληθέντα
+αγώνα, διέταξε να τον ανασκολοπίσωσι, κρίνας αυτόν άξιον της
+πρώτης τιμωρίας. Τούτου του Σατάσπους ευνούχος τις, άμα έμαθε τον
+θάνατον του δεσπότου του, έφυγεν εις την Σάμον με χρήματα πολλά τα
+οποία Σάμιός τις κατεχράσθη· γνωρίζω το όνομα αυτού, αλλά δεν θέλω
+να το είπω.
+
+44. Της δε Ασίας τα περισσότερα μέρη ανεκάλυψεν ο Δαρείος. Θέλων
+να μάθη εις ποίαν θάλασσαν χύνεται ο Ινδός, ο δεύτερος ποταμός εις
+τον οποίον ευρίσκονται κροκόδειλοι, έπεμψε μετά πλοίων τον Σκύλακα
+τον Καρυανδέα και άλλους παρά των οποίων επίστευεν ότι ήθελε μάθει
+την αλήθειαν. Ούτοι δε αναχωρήσαντες εκ της πόλεως Κασπατύρου και
+της Πακτυϊκής γης έπλεον προς ανατολάς ακολουθούντες το ρεύμα του
+ποταμού μέχρι της θαλάσσης. Πλεύσαντες δε ακολούθως εις το πέλαγος
+προς δυσμάς, έφθασαν κατά τον τριακοστόν μήνα εις τον αυτόν τόπον
+εκ του οποίου ο βασιλεύς της Αιγύπτου είχε πέμψει τους ανωτέρω
+μνημονευθέντας Φοίνικας διά να περιπλεύσωσι την Λιβύαν. Μετά τον
+τελευταίον τούτον περίπλουν ο Δαρείος υπέταξε τους Ινδούς και
+μετεχειρίζετο την θάλασσαν ταύτην. Τοιουτοτρόπως δε, πλην των προς
+ανατολάς μερών, τα άλλα ευρέθησαν ότι είναι όμοια με τα της
+Λιβύας.
+
+45. Ουδείς ηδυνήθη να γνωρίση θετικώς εάν η Ευρώπη, είτε προς
+ανατολάς, είτε προς το βόρειον μέρος, περιβρέχεται υπό υδάτων,
+γνωστόν δε είναι μόνον ότι το μήκος αυτής είναι σχεδόν ίσον με το
+των άλλων δύο. Ούτε δύναμαι να εικάσω πώς, ενώ η γη είναι μία,
+εδόθησαν εις αυτήν τρία ονόματα, μήτε διατί τα ονόματα ταύτα είναι
+ονόματα γυναικών, μήτε διατί ο Νείλος εις την Αίγυπτον, και ο
+Φάσις εις την Κολχίδα ετέθησαν ως όρια (τινές δε λέγουσι τον
+Τάναϊν ποταμόν της Μαιώτιδος και τα Κιμμέρια Πορθμεία.) Ούτε
+δύναμαι να μάθω τα ονόματα εκείνων οίτινες έθεσαν αυτά τα όρια,
+ούτε πόθεν έλαβον αυτάς τας επωνυμίας. Οι πλείστοι των Ελλήνων
+λέγουσιν ότι η μεν Λιβύα έλαβε το όνομα γυναικός τινος αυτόχθονος,
+η δε Ασία ωνομάσθη ούτω από της γυναικός του Προμηθέως. Οι Λυδοί
+όμως οικειοποιούνται αυτό το όνομα και λέγουσιν ότι ωνομάσθη ούτω
+η Ασία από τον Ασίαν υιόν του Κότυος του Μάνου και όχι από την
+Ασίαν την γυναίκα του Προμηθέως· τούτου ένεκα φυλή τις των Σάρδεων
+καλείται Ασίας. Κανείς λοιπόν μεταξύ των ανθρώπων δεν ηξεύρει εάν
+η Ευρώπη περιβρέχεται υπό υδάτων, μήτε πόθεν έλαβε το όνομά της·
+εκτός εάν παραδεχθώμεν ότι έλαβε το όνομα της Τυρίας Ευρώπης και
+ότι πρότερον δεν είχε κανέν όνομα, όπως και αι δύο άλλαι. Αλλ'
+είναι φανερόν ότι η γυνή αύτη ήτο εκ της Ασίας και ότι ποτέ δεν
+ήλθεν εις την χώραν την οποίαν σήμερον οι Έλληνες καλούσιν
+Ευρώπην, αλλά μόνον από την Φοινίκην ήλθεν εις την Κρήτην και εκ
+της Κρήτης εις την Λυκίαν. Και ταύτα μεν αρκούσι περί του
+αντικειμένου τούτου· ημείς δε θα εξακολουθήσωμεν μεταχειριζόμενοι
+τα ονόματα τα οποία εγένοντο δεκτά.
+
+46. Τα δε παράλια του Ευξείνου πόντου όπου ο Δαρείος έφερε τα
+στρατεύματά του περιέχουσιν έθνη αμαθέστατα, πλην του Σκυθικού.
+Ούτε έν έθνος υπάρχει εκ των κατοικούντων εντός του Πόντου το
+οποίον να δυνάμεθα να μνημονεύσωμεν διά την σοφίαν του, μήτε
+γνωρίζομεν κανένα λόγιον άνδρα, πλην του Σκυθικού έθνους και του
+Αναχάρτιδος. Το δε Σκυθικόν έθνος εκανόνισε σοφώτερον πάντων των
+άλλων εθνών τα οποία γνωρίζομεν το σπουδαιότερον από όλα τα
+ανθρώπινα πράγματα, καθότι τας άλλας αυτού συνηθείας δεν θαυμάζω.
+Το σπουδαιότερον λοιπόν των ανθρωπίνων πραγμάτων ούτως ερρυθμίσθη
+παρ' αυτών· ουδείς εξ εκείνων οίτινες εκστρατεύουσι κατ' αυτών
+είναι βέβαιος ότι θα τους αποφύγη, και εάν θέλωσι να μη τους
+εύρωσι, κανείς δεν ειμπορεί να τους εύρη· διότι μήτε πόλεις έχουσι
+μήτε τείχη, αλλ' είναι φερέοικοι. Είναι δε όλοι ιπποτοξόται καί
+ζώσιν ουχί εκ της γεωργίας, αλλ' εκ της κτηνοτροφίας· έχουσι δε
+τας κατοικίας των επί αμαξίων. Πώς λοιπόν να μην ήναι απρόσβλητοι
+και πώς να δυνηθή τις να τους εύρη και να τους πολεμήση;
+
+47. Επενόησαν δε το μέσον τούτο της υπερασπίσεως, διότι και η γη
+των είναι αρμοδία και οι ποταμοί βοηθούσιν εις τούτο. Τωόντι η γη
+των είναι πεδιάς χλοώδης και καλώς διαβρεχομένη, μεγάλοι δε
+ποταμοί ρέουσι δι' αυτής μόλις ολιγώτεροι των εν Αιγύπτω διωρύχων.
+θα αναφέρω τους μάλλον ονομαστούς και προσπλωτούς από το μέρος της
+θαλάσσης. Πρώτος είναι ο πεντάστομος Ίστρος· μετ' αυτόν είναι ο
+Τύρης, ο Ύπανις, ο Βορυσθένης, ο Παντικάπης, ο Γέρρος και ο
+Τάναϊς· ρέουσι δε ούτοι κατά την εξής διεύθυνσιν.
+
+48. Ο Ίστρος, ο μέγιστος των ποταμών τους οποίους γνωρίζομεν,
+τρέχει πάντοτε ο ίδιος και το θέρος και τον χειμώνα· ων δε ο
+πρώτος τον οποίον συναντά τις εις την Σκυθίαν προς τα εσπέρια
+μέρη, εγένετο μέγιστος καθότι πίπτουσιν εις αυτόν και άλλοι
+ποταμοί. Εκείνοι δε οίτινες καθιστώσιν αυτόν μέγαν είναι οι
+ακόλουθοι. Πέντε μεν οι ρέοντες διά της Σκυθικής χώρας, εκείνος
+τον οποίον οι Σκύθαι καλούσι Πόρατα, οι δε Έλληνες Πυρετόν, ο
+Τιαραντός, ο Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός. Ο μεν πρώτος των
+ποταμών τούτων, μέγας και τρέχων προς ανατολάς, ενόνει τα ύδατά
+του, μετά του Ίστρου, ο δε δεύτερος, ο Τιαραντός, είναι μικρότερος
+και ρέει μάλλον δυτικώς, ο δε Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός,
+τρέχοντες διά μέσου τούτων, εισβάλλουσιν εις τον Ίστρον. Και ούτοι
+μεν οι ποταμοί, όντες Σκυθικοί, συντελούσιν εις την αύξησιν αυτού·
+ο δε Μάρις, ων εκ της χώρας των Αγαθύρσων, ενούται και αυτός με
+τον Ίστρον.
+
+49. Από δε τας κορυφάς του Αίμου τρεις άλλοι μεγάλοι ποταμοί
+ρέοντες προς βοράν εισβάλλουσιν εις αυτόν, ο Άτλας, ο Αύρας και ο
+Τίβισις· διά δε της Θράκης και των Κροβύζων Θρακών ρέοντες ο
+Άθρυς, ο Νόης και ο Αρτάνης πίπτουσιν εις τον Ίστρον. Εκ των
+Παιόνων και του όρους της Ροδόπης ο Σκίος ποταμός σχίζων εις το
+μέσον τον Αίμον εισβάλλει εις αυτόν. Εκ των Ιλλυριών ρέων προς
+βοράν ο Άγγρος ποταμός εισβάλλει εις την Τριβαλλικήν πεδιάδα και
+εις τον Βρόγγον ποταμόν, ο δε Βρόγγος εις τον Ίστρον τοιουτοτρόπως
+δε ο Ίστρος δέχεται αμφοτέρους, όντας μεγάλους. Εκ δε της χώρας
+της κειμένης υπεράνω των Ομβρίκων ο Κάρπις και ο Άλπις, ρέοντες
+και ούτοι προς βοράν, εισβάλλουσιν εις αυτόν, διότι ο Ίστρος ρέει
+δι' όλης της Ευρώπης αρχόμενος εκ των Κελτών οίτινες μετά τους
+Κύνητας είναι οι τελευταίοι κάτοικοι της Ευρώπης προς δυσμάς· ρέων
+δε δι' όλης της Ευρώπης εισβάλλει εις την θάλασσαν πλαγίως της
+Σκυθικής.
+
+50. Αυξάνων εκ των υδάτων των καταλεχθέντων ποταμών και άλλων
+πολλών, γίνεται ο Ίστρος μέγιστος των ποταμών. Εάν δε παραβάλωμεν
+μόνον τα ύδατα του Νείλου προς τα του Ίστρου, ευρίσκομεν ότι ο
+πρώτος είναι πολύ μεγαλείτερος, καθότι ο Νείλος μήτε ποταμόν τινα
+μήτε κρήνην δέχεται όπως αυξηθή. Ρέει δε ο Ίστρος ίσος και κατά το
+θέρος και κατά τον χειμώνα διά την εξής, ως νομίζω, αιτίαν· τον
+χειμώνα έχει το φυσικόν αυτού μέγεθος, ίσως ολίγον περισσότερον,
+διότι εις την χώραν ταύτην μόλις βρέχει κατά τον χειμώνα, χιών
+όμως πίπτει πάντοτε· κατά το θέρος η άφθονος χιών η πεσούσα κατά
+τον χειμώνα αναλυομένη εις όλα τα μέρη έρχεται εις τον Ίστρον.
+Όθεν και η χιών αύτη η πίπτουσα εις αυτόν συντρέχει εις την
+αύξησίν του, εν ταυτώ δε αι πολλαί και ορμητικαί βροχαί, διότι
+κατά το θέρος βρέχει. Όσον δε περισσότερον ύδωρ ανέλκει ο ήλιος το
+θέρος παρά τον χειμώνα, τόσον τα συνενούμενα με τον Ίστρον ύδατα
+είναι περισσότερα το θέρος παρά τον χειμώνα, και τοιουτοτρόπως
+γενομένης της αναπληρώσεως των εξατμιζομένων επέρχεται
+αντισήκωσις, ώστε ο Ίστρος να φαίνεται πάντοτε ίσος.
+
+51. Είναι λοιπόν ο Ίστρος είς των ποταμών της Σκυθίας, μετά τούτον
+δε έρχεται ο Τύρος, όστις ορμάται μεν από τα βόρεια μέρη, άρχεται
+δε ρέων εκ λίμνης μεγάλης ήτις χωρίζει την Σκυθίαν από την Νευρίδα
+γην. Προ του στόματος αυτού κατοικούσιν Έλληνες οίτινες καλούνται
+Τυρίται.
+
+52. Τρίτος ποταμός είναι ο Ύπανις όστις ορμάται μεν εκ της
+Σκυθικής, ρέει δε εκ λίμνης μεγάλης πέριξ της οποίας βόσκουσιν
+άγριοι ίπποι λευκοί. Ορθώς δε καλείται η λίμνη αυτή μήτηρ του
+Υπάνεως. Εκ ταύτης λοιπόν εκβαίνων ο Ύπανις ποταμός ρέει μικρός
+και γλυκύς μέχρι πέντε ημερών πλουν, έπειτα δε εις τεσσάρων ημερών
+πλουν από της θαλάσσης είναι πολύ πικρός, διότι ρίπτεται εις αυτόν
+κρήνη τόσον πικρά, ώστε καίτοι μικρά μεταδίδει την πικρότητά της
+εις όλον τον Ύπανιν όστις μεταξύ των μικρών ποταμών είναι μέγας.
+Είναι δε η κρήνη αύτη εις τα σύνορα των γεωργών Σκυθών και των
+Αλαζώνων. Όνομα της κρήνης ταύτης και του μέρους εκ του οποίου
+ρέει είναι Σκυθιστί μεν Εξαμπαίος, κατά δε την γλώσσαν των Ελλήνων
+Ιεραί οδοί. Ο Τύρης και ο Ύπανις πλησιάζουσι κατά το μέρος των
+Αλαζώνων, έπειτα όμως τρεπόμενοι αμφότεροι διάφορον διεύθυνσιν,
+αφίνουσι μεταξύ των μέγα διάστημα.
+
+53. Τέταρτος είναι ο Βορυσθένης ποταμός όστις, κατά την εμήν
+γνώμην, είναι μετά τον Ίστρον ο μέγιστος και διά τους ανθρώπους
+ωφελιμώτατος ου μόνον των Σκυθικών ποταμών, αλλ' όλων των ποταμών,
+πλην του Νείλου, προς τον οποίον ουδείς άλλος δύναται να συγκριθή.
+Εκ των λοιπών όμως ο Βορυσθένης προσφέρει μεγίστας ωφελείας εις
+τους ανθρώπους, διότι και εις τα κτήνη παρέχει νομάς καλλίστας και
+αφθονωτάτας, και ιχθύς δίδει αρίστους και πολλούς, και το ύδωρ
+αυτού είναι γλυκύτατον. Ρέει δε καθαρός πλησίον άλλων ποταμών
+θολερών, τα σιτηρά εις τας όχθας αυτού γίνονται αξιολογώτατα, και
+η χλόη, εις τα μέρη όπου δεν σπείρεται η χώρα, φθάνει εις ύψος
+πολύ. Εις το στόμιον αυτού άπειρον άλας πήγνυται αυτόματον,
+παρέχον προς ταρίχευσιν μεγάλα κήτη άνευ ακάνθης, τα οποία
+καλούσιν αντακαίους, και πολλά άλλα θαυμασμού άξια. Μέχρι του
+Γέρρου, εις τον οποίον φθάνει τις μετά τεσσαράκοντα ημερών πλουν,
+ο Βορυσθένης είναι γνωστόν ότε ρέει καταβαίνων από βορά, πέραν
+όμως ουδείς γινώσκει διά τίνων ανθρώπων ρέει· είναι δε φανερόν ότι
+διέρχεται έρημον πριν φθάση εις την χώραν των γεωργών Σκυθών
+οίτινες εισι παρόχθιοι αυτού κάτοικοι επί δέκα ημερών πλουν. Μόνου
+τούτου του ποταμού και του Νείλου δεν δύναμαι να σημειώσω τας
+πηγάς, νομίζω δε ότι ούτε άλλος τις των Ελλήνων. Ρέων δε ο
+Βορυσθένης φθάνει πλησίον της θαλάσσης και εκεί ενούται μετ' αυτού
+ο Ύπανις χυνόμενος εις το αυτό έλος. Το μεταξύ των ποταμών τούτων
+διάστημα, σχηματίζον προεξοχήν της χώρας, καλείται ακρωτήριον του
+Ιππολάου. Εν αυτώ δε είναι εκτισμένος ναός της Δήμητρας, και
+απέναντι αυτού του ναού, επί του Υπάνεως, κατοικούσιν οι
+Βορυσθενείται. Και ταύτα μεν περί των ποταμών τούτων.
+
+54. Πέμπτος δε ποταμός μετ' αυτούς είναι ο Παντικάπης. Ρέει και
+ούτος από το βόρειον μέρος και από λίμνην, τα δε μεταξύ τούτου και
+του Βορυσθένους νέμονται οι γεωργοί Σκύθαι. Αφού διασχίση την
+Υλαίαν, ενούται κατόπιν με τον Βορυσθένη.
+
+55. Έκτος είναι ο Υπάκυρις, όστις πηγάζει μεν εκ λίμνης, ρέων δε
+διά μέσου των νομάδων Σκυθών, χύνεται πλησίον της πόλεως
+Καρκινίτιδος, χωρίζων προς τα δεξιά την Υλαίαν και τον Αχίλλειον
+καλούμενον δεσμόν.
+
+56. Έβδομος ποταμός είναι ο Γέρρος όστις μακρύνεται του
+Βορυσθένους εις το μέρος όπου είναι γνωστός ο Βορυσθένης·
+χωρίζεται δε επίσης και εκ του τόπου εις ον δίδει το όνομά του·
+ρέων δε μέχρι θαλάσσης χωρίζει τους νομάδας Σκύθας από τους
+βασιλικούς Σκύθας και ενούται με τον Υπάκυριν.
+
+57. Όγδοος ποταμός είναι ο Τάναϊς όστις πηγάζει μακρόθεν έκ τινος
+μεγάλης λίμνης και χύνεται εις άλλην έτι μεγαλειτέραν, καλουμένην
+Μαιώτιδα, ήτις χωρίζει τους βασιλικούς Σκύθας από τους Σαυρομάτας.
+Εις τούτον δε τον Τάναϊν εισβάλλει άλλος ποταμός όστις καλείται
+Ύργις.
+
+58. Με τούτους λοιπόν τους ονομαστούς ποταμούς εστολίσθησαν οι
+Σκύθαι. Η δε χλόη η φυομένη εις την Σκυθικήν χώραν προς τροφήν των
+κτηνών είναι, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, χολωδεστάτη πασών.
+Δύναται δέ τις να βεβαιωθή τούτο ανοίγων τα θυσιαζόμενα κτήνη.
+
+59. Τοιουτοτρόπως λοιπόν τα μεν αξιολογώτερα πράγματα ευκολώτατα
+δύναταί τις να προμηθευθή εις τους Σκύθας, τα δε έθιμα αυτών είναι
+τα εξής. Εκ των θεών τους μόνους τους οποίους λατρεύουσιν είναι
+πρώτον η Εστία, έπειτα δε ο Ζευς και η Γη την οποίαν νομίζουσι
+γυναίκα του Διός· μετ' αυτούς λατρεύουσι τον Απόλλωνα, την
+Ουρανίαν Αφροδίτην, τον Ηρακλέα και τον Άρην. Και αυτούς μεν τους
+θεούς λατρεύουσιν όλοι οι Σκύθαι, οι δε βασιλικοί Σκύθαι
+θυσιάζουσι και εις τον Ποσειδώνα. Ονομάζονται δε Σκυθιστί η μεν
+Εστία Ταβιτί, ο δε Ζευς, ορθότατα κατ' εμέ, Παπαίος (51), η Γη
+Απία, ο Απόλλων Οιτόσουρος, η ουρανία Αφροδίτη Αρτίμπασα, και ο
+Ποσειδών Θαμιμασάδας. Δεν κατασκευάζουσι μήτε αγάλματα, μήτε
+βωμούς, μήτε ναούς, ειμή εις τον Άρην, εις ον και μόνον
+εγείρουσιν.
+
+60. Εις όλους τους ιερούς τόπους αι θυσίαι γίνονται κατά τον αυτόν
+τρόπον. Ιδού δε πώς γίνονται· το θύμα ίσταται όρθιον με δεδεμένους
+τους εμπροσθίους πόδας· ο δε θύων, ιστάμενος όπισθεν του κτήνους,
+σύρει το σχοινίον και το ρίπτει χαμαί. Ενώ δε πίπτει το ιερείον,
+αυτός επικαλείται τον θεόν προς τον οποίον θυσιάζει. Έπειτα θέτει
+βρόχον περί τον τράχηλον του ζώου και εμβαλών ράβδον στρέφει
+αυτήν, μέχρις ου το αποπνίξη, ούτε πυρ ανάπτων, ούτε απαρχάς
+προσφέρων ούτε σπονδάς. Αφού δε το πνίξη και το εκδάρη, τρέπεται
+προς έψησιν.
+
+61. Επειδή δε η γη των Σκυθών στερείται ξύλων εντελώς, ιδού τι
+επενόησαν προς έψησιν των κρεάτων· γυμνούντες τα οστά των
+εκδειρομένων θυμάτων, ρίπτουσι τα κρέατα εις λέβητας επιχωρίους,
+εάν τύχωσι να έχωσιν, οίτινες πολύ ομοιάζουσι με τους κρατήρας της
+Λέσβου, εκτός μόνον ότι είναι πολύ μεγαλείτεροι· συγχρόνως θέτουσι
+τα οστά υπό τους λέβητας, και καίοντες αυτά ψήνουσι τα κρέατα. Εάν
+δεν έχωσι λέβητας, περικλείουσιν όλα τα κρέατα εις τας γαστέρας
+των ιερείων ομού με ύδωρ και ανάπτουσι κάτωθεν τα οστά, τα οποία
+καίουσι θαυμάσια. Χωρούσι δε αι γαστέρες ευκολώτατα τα κρέατα τα
+γυμνωθέντα των οστών. Τοιουτοτρόπως και ο βους ψήνεται αφ' εαυτού
+και τα άλλα ιερεία ομοίως. Αφού δε εψηθώσι τα κρέατα, ο θύσας
+ρίπτει μακράν, ως απαρχάς, μέρος των κρεάτων και των σπλάγχνων,
+θύουσι δε παντός είδους ζώα, και προ πάντων ίππους.
+
+62. Εις μεν τους άλλους θεούς τοιουτοτρόπως θυσιάζουσι και ταύτα
+τα κτήνη προσφέρουσιν, εις δε τον Άρην ως εξής. Εις την κωμόπολιν
+εκάστου νομού ιδρύουσι ναόν κατά τον ακόλουθον τρόπον· φάκελοι
+φρυγάνων εισί συσσωρευμένοι εις τριών σταδίων μήκος και πλάτος, το
+ύψος δε αυτών είναι μικρότερον· επί του σωρού τούτου γίνεται
+τετράγωνον επίπεδον, και αι μεν τρεις πλευραί αυτού εισίν
+απότομοι, εκ δε της μιας δύναται τις ν' αναβή. Κατ' έτος
+επιθέτουσιν εκατόν πεντήκοντα αμαξών φρύγανα, καθότι ο σωρός
+ελαττούται αδιακόπως υπό των ανέμων. Επί εκάστου των ναών τούτων
+είναι ιδρυμένος αρχαίος ακινάκης σιδηρούς, όστις είναι το άγαλμα
+του Άρεως. Εις αυτόν δε τον ακινάκην προσφέρουσι θυσίας κτηνών και
+ίππων, και θυσιάζουσι πλειότερον ή εις τους άλλους θεούς· προς
+τούτοις από όσους ζωγρήσωσιν εις τον πόλεμον, θυσιάζουσιν ένα εις
+τους εκατόν, ουχί όμως καθώς θυσιάζουσι τα κτήνη αλλά κατά
+διάφορον τρόπον. Αφού χύσωσιν οίνον επί της κεφαλής των, σφάζουσι
+τους ανθρώπους εις αγγείον, το οποίον αναβιβάζοντες έτι του σωρού
+των φρυγάνων καταβρέχουσι τον ακινάκην με το αίμα· ενώ δε οι μεν
+αναβιβάζουσιν αυτό, οι άλλοι μένοντες εις τους πρόποδας του σωρού,
+κόπτουσιν ολοκλήρους τους δεξιούς ώμους των σφαγέντων ανδρών ομού
+με τας χείρας, και ρίπτουσιν αυτούς εις τον αέρα· έπειτα δε, αφού
+τελειώσωσι την θυσίαν και των άλλων θυμάτων, αναχωρούσι. Μένουσι
+δε αι μεν χείρες όπου πέσωσι, τα δε σώματα κεχωρισμένα.
+
+63. Τοιαύται λοιπόν είναι αι θυσίαι των Σκυθών· χοίρους όμως δεν
+συνειθίζουσι να θυσιάζωσιν, ούτε δέχονται να τρέφωσι τοιούτους εις
+την χώραν των.
+
+64. Οι δε πολεμικοί των νόμοι είναι οι ακόλουθοι. Τον πρώτον
+εχθρόν τον οποίον καταβάλη ο Σκύθης, πίνει εκ του αίματός του,
+φέρει δε εις τον βασιλέα τας κεφαλάς όλων εκείνων τους οποίους
+φονεύση εν τη μάχη· διότι, εάν μεν φέρη κεφαλήν, μετέχει των
+λαφύρων, εάν δε δεν φέρη, όχι. Διά να εκδάρη κεφαλήν, την
+περιτέμνει κύκλω περί τα ώτα, την λαμβάνει εκ των τριχών, την
+σείει, και αφού το δέρμα αποσπασθή από το κρανίον, αποξέει το
+κρέας με πλευράν βοός, μαλάσσει έπειτα αυτό μεταξύ των χειρών του·
+αφού δε το καταστήση τοιουτοτρόπως μαλακόν ως χειρόμακτρον, το
+κρεμά του χαλινού του ίππου επί του οποίου ιππεύει, και γαυριά.
+Εκείνος όστις έχει πολλά τοιαύτα δέρματα φημίζεται ως
+ανδρειότατος. Πολλοί κατασκευάζουσιν εκ των δερμάτων φορέματα και
+τα ράπτουσιν ως τα ποιμενικά ενδύματα. Πολλοί δε άλλοι, αφού
+εκδείρωσι τας δεξιάς χείρας των φονευθέντων εχθρών ομού με τους
+όνυχας, περικαλύπτουσι δι' αυτών τας φαρέτρας των. Είναι δε το
+δέρμα του ανθρώπου και παχύ και λαμπρόν, και σχεδόν εξ όλων των
+δερμάτων το μάλλον λευκόν. Άλλοι πάλιν, αφού εκδείρωσιν ολοκλήρους
+τους ανθρώπους και προσκολλήσωσι το δέρμα των επί ξύλων,
+περιφέρουσιν αυτό οσάκις ιππεύουσιν. Ταύτα λοιπόν είναι τα
+πολεμικά των έθιμα.
+
+65. Ιδού δε πώς μεταχειρίζονται τας κεφαλάς, όχι όλων, αλλά των
+εχθίστων. Πριονίζουσι το κρανίον κάτωθεν των οφρύων και το
+καθαρίζουσι. Και ο μεν πτωχός το μεταχειρίζεται, αφού το
+περικαλύψη με δέρμα βοός ακατέργαστον, ο δε πλούσιος το καλύπτει
+ομοίως με δέρμα βοός κεχρυσωμένον έξωθεν και το μεταχειρίζεται ως
+ποτήριον. Κατασκευάζουσι δε τοιαύτα ποτήρια και από τας κεφαλάς
+των συγγενών των, εάν τύχη να έχωσι διαφοράν τινα μεταξύ των και
+νικήση ο είς τον άλλον, παρόντος του βασιλέως· όταν δε τον
+επισκέπτονται ξένοι τους οποίους υπολήπτεται, δεικνύει αυτάς τας
+κεφαλάς και λέγει ότι όντες συγγενείς εγένοντο εχθροί και τους
+ενίκησεν αυτός. Διηγούνται δε τούτο ως ανδραγάθημα.
+
+66. Άπαξ του έτους έκαστος νομάρχης εις τον νομόν του γεμίζει ένα
+κρατήρα με οίνον και πίνουσιν εξ αυτού εκείνοι των Σκυθών όσοι
+εφόνευσαν εχθρούς· όσοι δεν κατώρθωσαν τοιούτο τι, δεν πίνουσιν εξ
+αυτού του οίνου, αλλ' ως άτιμοι κάθηνται μακράν· και τούτο είναι
+παρ' αυτοίς μέγιστον όνειδος. Όσοι εφόνευσαν παμπόλλους ανθρώπους,
+αυτοί έχουσι δύο ποτήρια και πίνουσι με τα δύο.
+
+67. Οι Σκύθαι έχουσι πολλούς μάντεις οίτινες μαντεύονται με πολλάς
+ράβδους εξ ιτέας κατά τον εξής τρόπον· φέροντες μεγάλα δέματα εκ
+τοιούτων ράβδων, τα λύουσι, τακτοποιούσι τας ράβδους μίαν προς
+μίαν και προφητεύουσιν· ενώ δε λέγουσι τας προφητείας των,
+τινάζουσι πάλιν τας ράβδους και τας σχηματίζουσι δέματα. Τοιούτος
+είναι ο τρόπος της μαντικής τον οποίον παρέλαβον από τους πατέρας
+των. Οι δε Εναρείς οι ανδρόγυνοι (52) λέγουσιν ότι η Αφροδίτη τους
+έδωκε την μαντικήν επιστήμην· προλέγουσι δε με φλοιόν φιλύρας.
+Αφού σχίση ο μάντις την φιλύραν εις τρία, περιτυλίσσει τον φλοιόν
+εις τους δακτύλους του, έπειτα τον εκτυλίσσει και χρησμοδοτεί.
+
+68. Όταν ο βασιλεύς των Σκυθών ασθενήση, προσκαλεί τρεις μάντεις,
+τους ονομαστοτάτους, οίτινες μαντεύονται κατά τα ανωτέρω ρηθέντα
+τρόπον, και σχεδόν πάντοτε λέγουσιν ότι το κακόν προήλθε, διότι ο
+δείνα ή ο δείνα ώμοσε ψευδώς εις την βασιλικήν εστίαν· είναι δε
+συνήθεια εις τους Σκύθας, όταν θέλωσι να δώσωσιν επίσημον όρκον,
+να ομνύωσιν εις την βασιλικήν εστίαν. Άμα είπωσι τούτο, προσάγεται
+εκείνος τον οποίον κατήγγειλαν ως ένοχον ψευδορκίας· αφού δε έλθη,
+οι μάντεις τον κατηγορούσι λέγοντες ότι διά της μαντικής απεδείχθη
+καταφανώς ότι επιώρκησεν ορκισθείς εις την βασιλικήν εστίαν και
+ότι η ασθένεια του βασιλέως δεν έχει άλλην αιτίαν. Τότε ο
+κατηγορούμενος αρνείται, λέγει ότι δεν επιώρκησε και θρηνολογεί.
+Επειδή λοιπόν αρνείται τούτο, ο βασιλεύς προσκαλεί άλλους
+διπλασίους μάντεις, και εάν διά της μαντικής αποδείξωσιν ούτοι ότι
+τωόντι επιώρκησεν ο άνθρωπος, τότε αμέσως τον αποκεφαλίζουσι, και
+οι πρώτοι μάντεις μοιράζονται την περιουσίαν του. Εάν δε οι
+δεύτεροι μάντεις τον αθωώσωσι, προσκαλούνται άλλοι, και έπειτα
+άλλοι. Επί τέλους, όταν οι πλειότεροι αθωώσωσι τον άνθρωπον,
+αποφασίζεται να θανατωθώσιν οι πρώτοι μάντεις.
+
+69. Διά να τους θανατώσωσι δε πληρούσιν άμαξαν με φρύγανα,
+ζευγνύουσιν εις αυτήν ίππους, αναγκάζουσι τους καταδικασθέντας να
+αναβώσιν εις το μέσον των φρυγάνων με τας χείρας δεδεμένας
+όπισθεν, τους πόδας περικεκλεισμένους εις πέδας και το στόμα
+πεφραγμένον· τιθεμένου δε πυρός εις τα φρύγανα, οι βόες
+εξαγριούνται και παρασύρουσι την άμαξαν. Και πολλοί μεν βόες
+συγκατακαίονται με τους μάντεις, πολλοί δε σώζονται περικεκαυμένοι
+αφού κατακαυθή ο ρυμός αυτών. Κατακαίουσι δε τους μάντεις ουχί
+μόνον διά την αιτίαν την οποίαν ανέφερα, αλλά και δι' άλλας
+αιτίας, ονομάζοντες αυτούς ψευδομάντεις. Όσους δε φονεύση ο
+βασιλεύς, τούτων ουδέ τα τέκνα αφίνει, αλλά φονεύει τα άρρενα και
+παραιτεί τα θήλεα.
+
+70. Με όσους δε ορκίζονται οι Σκύθαι, ορκίζονται ως εξής· Χύνουσιν
+οίνον εις μέγα ποτήριον πήλινον, και μιγνύουσιν εν αυτώ αίμα
+εκείνων οίτινες θα ορκισθώσι κάμνοντες μικράν αμυχήν είτε δι'
+οπητίου είτε διά της αιχμής μαχαιρίου. Έπειτα βυθίζουσιν εις το
+αγγείον ακινάκην, βέλη, πέλεκυν και ακόντιον· τούτου γενομένου,
+λέγουσι κατάρας πολλάς, και έπειτα οι ορκιζομένοι και οι
+σημαντικότεροι των ακολουθούντων αυτούς πίνουσιν εκ τούτου του
+κράματος.
+
+71. Ενταφιάζονται δε οι βασιλείς εις τα Γέρρα μέχρι των οποίων ο
+Βορυσθένης είναι προσπλωτός. Ενταύθα, όταν αποθάνη ο βασιλεύς των,
+ορύσσουσιν εις την γην μέγα όρυγμα τετράγωνον· άμα δε τούτο
+ετοιμασθή, λαμβάνουσι τον νεκρόν, του οποίου το μεν σώμα είναι
+κατακηρωμένον, η δε κοιλία ανοιγείσα και καθαρισθείσα είναι
+γεμισμένη με κύπερον τετριμμένον, με θυμίαμα, με σπόρον σελίνου
+και με άνηθον, έπειτα δε πάλιν ερραμμένη· τοιουτοτρόπως δε
+κομίζουσα αυτόν εν αμάξη εις άλλο έθνος. Εκείνοι οίτινες δεχθώσι
+το σώμα πράττουσιν όσα και οι βασιλικοί Σκύθαι οίτινες έφεραν
+αυτό· κόπουσιν ολίγον το ωτίον των, περικείρουσι τας τρίχας της
+κεφαλής, περιτέμνουσι τους βραχίονας, κάμνουσιν αμυχάς εις το
+μέτωπον και την ρίνα, και διαπερώσι με βέλη την αριστεράν χείρα.
+Εκείθεν φέρουσιν εν αμάξη τον νεκρόν του βασιλέως εις άλλο έθνος
+εξ εκείνων εφ' ων άρχουσιν, οι δε προηγούμενοι εις τους οποίους
+τον έφεραν ακολουθούσιν. Αφού δε τοιουτοτρόπως περιέλθωσιν όλα τα
+έθνη κομίζοντες τον νεκρόν, φθάνουσιν επί τέλους εις το έσχατον
+των εθνών, τα Γέρρα, και εις τους τάφους. Τότε αποθέτουσι τον
+νεκρόν εις τον τάφον επί στιβάδος, πηγνύοντες ένθεν και ένθεν του
+νεκρού αιχμάς και επάνω αυτών απλούντες ξύλα τα οποία στεγάζουσι
+με ψιάθους. Εις το κενόν δε διάστημα του τάφου θάπτουσι μίαν των
+παλλακίδων την οποίαν πνίγουσιν, ένα οινοχόον, ένα μάγειρον, ένα
+ιπποκόμον, ένα ιδιαίτερον θεράποντα, ένα αγγελιαφόρον, ίππους,
+απαρχάς όλων των πραγμάτων του και φιάλας χρυσάς, καθότι δεν
+μεταχειρίζονται μήτε άργυρον μήτε χαλκόν. Ταύτα ποιήσαντες,
+ρίπτουσι χώμα και ανυψούσι τον τάφον, αμιλλώμενοι και
+προθυμούμενοι να τον υψώσωσιν όσον το δυνατόν περισσότερον.
+
+72. Αφού παρέλθη έν έτος, πράττουσι πάλιν τα ακόλουθα· λαμβάνουσι
+τους προθυμοτάτους εκ των υπολειπομένων θεραπόντων (είναι δε ούτοι
+Σκύθαι εγχώριοι, διότι τοιούτοι Σκύθαι υπηρετούσι τον βασιλέα εις
+ό,τι διατάξη, και δεν έχει αργυρωνήτους υπηρέτας)· εξ αυτών λοιπόν
+των θεραπόντων αφού πνίξωσι πεντήκοντα, και ίππους καλλίστους
+πεντήκοντα, εκβάλλουσι την κοιλίαν των, την καθαρίζουσι, την
+γεμίζουσι με άχυρα και την ράπτουσι πάλιν. Έπειτα διά δύο ξύλων
+στηρίζουσι το ήμισυ τροχού του οποίου η περιφέρεια εγγίζει την
+γην· διά του αυτού δε τρόπου στηρίζουσι και το άλλο ήμισυ.
+Στηρίζουσι δε πολλά τοιαύτα. Ακολούθως περώσι διά ξύλων μακρών και
+χονδρών τα σώματα όλων των ίππων μέχρι των τραχήλων και θέτουσιν
+αυτά επί των ημιτροχίων, άτινα βαστάζουσιν εμπρός τους ώμους,
+οπίσω την κοιλίαν, και αφίνουσι κρεμάμενα τα σκέλη εκατέρωθεν εις
+τους ίππους τούτους, τοιουτοτρόπως κρατουμένους ευθείς, θέτουσι
+χαλινούς και στόμια, τείνουσα αυτά έμπροσθεν και τα δένουσιν εις
+πασσάλους. Τέλος, επί εκάστου ίππου, ανεβιβάζουσιν ένα νέον
+πεπνιγμένον, αφού προηγουμένως περάσωσι κατά μήκος του οστού της
+ράχεως ξύλον όρθιον το οποίον επάνω μεν φθάνει μέχρι του τραχήλου,
+κάτω δε είναι μακρόν τόσον ώστε να εισέρχεται εις οπήν
+κατεσκευασμένην εις το άλλο ξύλον το διά του ίππου διερχόμενον.
+Αφού λοιπόν στήσωσι τοιούτους ιππείς περί τον τάφον, αναχωρούσιν.
+
+73. Ούτω θάπτουσι τους βασιλείς, όταν δε αποθάνωσιν οι άλλοι
+Σκύθαι, οι πλησιέστατοι συγγενείς των τους θέτουσιν εις αμάξας και
+τους περιφέρουσιιν εις τους φίλους των· έκαστος δε αυτών
+υποδεχόμενος φιλοξενεί τους συνοδεύοντας δίδων και εις τον νεκρόν
+από όλα όσα δίδει εις τους άλλους. Περιφέρονται κατ' αυτόν τον
+τρόπον επί ημέρας τεσσαράκοντα, μετά ταύτα δε τον θάπτουσι και
+καθαρίζονται κατά τον ακόλουθον τρόπον. Πλύναντες προηγουμένως τας
+κεφαλάς των και σπογγίσαντες αυτάς, εμπήγουσιν εις την γην ξύλα τα
+οποία κλίνουσιν όπως τα προσεγγίσωσι προς άλληλα εκ των άνω, επί
+των ξύλων δε τούτων εκτείνουσιν υφάσματα μάλλινα. Μεταξύ των ξύλων
+τούτων τα οποία φέρουσι τα υφάσματα θέτουσι σκάφην εντός της
+οποίας υπάρχουσι λίθοι πεπυρακτωμένοι μέχρι διαφανείας.
+
+74. Παράγεται δε εις την χώραν ταύτην είδος τι κανννάβεως πολύ
+ομοίας με το λίνον πλην της παχύτητος και του μεγέθους, διότι κατά
+τα δύο ταύτα η κάναβις είναι πολύ υπερτέρα του λίνου. Φύεται δε
+και αυτομάτως και σπειρομένη, οι δε Βράκες κατασκευάζουσιν εξ
+αυτής ενδύματα πολύ ομοιάζοντα με τα λινά, τοσούτον ώστε όστις δεν
+τα μετεχειρίσθη, δεν δύναται να διακρίνη το έν πανίον από το άλλο,
+εκείνος δε όστις δεν είδε ποτέ κάνναβιν δύναται να εκλάβη το
+ύφασμα ως λινούν.
+
+75. Λαμβάνοντες λοιπόν οι Σκύθαι εκ του σπόρου τούτου εισέρχονται
+υπό τα ξύλα τα οποία καλύπτονται από τα υφάσματα και ρίπτουσιν
+αυτόν επί των διαφανών υπό του πυρός λίθων· καιόμενος δε ούτος
+καπνίζει και επιχέει καπνόν περισσότερον παρά παν άλλο ελληνικόν
+λουτρόν. Οι Σκύθαι παραφερόμενοι εκ του καπνού τούτου ωρύονται
+τούτο δε μεταχειρίζονται αντί λουτρού, επειδή, ποτέ δεν βυθίζουν
+το σώμα των ολόκληρον εις το ύδωρ. Αι γυναίκες των βρέχουσι λίθον
+τραχύν και επ' αυτού τρίβουσι ξύλον κυπαρίσσου, κέδρου και
+λιβάνου· με το μίγμα· δε τούτο αλείφουσι το σώμα και το πρόσωπον
+και αφ' ενός μεν ευωδιάζουσιν, αφ' ετέρου δε, όταν τα εκβάλωσι την
+ακόλουθον ημέραν, είναι καθαραί και δροσεραί.
+
+76. Αποφεύγουσι δε με πάντα τρόπον από του να παραλαμβάνωσι τα
+έθιμα των άλλων εθνών και μάλιστα των Ελλήνων, ως το απέδειξαν εις
+τον Ανάχαρσιν και μετ' αυτόν εις τον Σκύλην. Ο Ανάχαρσις, αφού
+περιηγήθη, πολύ μέρος της γης και εκτήσατο κατά την περιήγησιν
+ταύτην πολλήν σοφίαν, επέστρεφεν εις την Σκυθίαν· πλέων δε διά του
+Ελλησπόντου προσωρμίσθη, εις την Κύζικον και ιδών τους Κυζικηνούς
+ασχολουμένους να εορτάζωσι μεγαλοπρεπώς την εορτήν της μητρός των
+θεών, ευχήθη εις την θεάν εάν φθάση αισίως εις την πατρίδα του να
+προσφέρη εις αυτήν ομοίως θυσίας και να συστήση πανυχίδα. Όταν
+λοιπόν έφθασεν εις την Σκυθικήν και εισέδυσεν εις την λεγομένην
+Υλαίαν, ήτις κείται πλησίον του Αχιλλείου δρόμου και καλύπτεται
+όλη υπό δένδρων παντοίων, ήρχισεν ο Ανάχαρσις να τελή την εορτήν
+της Κυβέλης με όλα τα καθέκαστα, κρατών τύμπανον και έχων εις το
+στήθος αγάλματα κρεμάμενα. Είς όμως των Σκυθών ιδών αυτόν
+εφανέρωσεν εις τον βασιλέα τι έπραττεν. Ούτος δε ελθών και ιδών
+τον Ανάχαρσιν ταύτα πράττοντα, τον ετόξευσε και τον εφόνευσε (53).
+Και σήμερον, εάν τις ερωτήση περί του Αναχάρσιδος, οι Σκύθαι
+προσποιούνται ότι δεν τον γνωρίζουσιν, επειδή απεδήμησεν εις την
+Ελλάδα και παρεδέχθη έθιμα ξενικά· ως δε ήκουσα εγώ από τον Τίμνον
+τον επίτροπον του Αριπείθους, ο Ανάχαρσις ήτο προς πατρός θείος
+του Ιδανθύρσου βασιλέως των Σκυθών και υιός του Γνούρου του υιού
+του Λύκου και εγγονού του Σπαργαπείθους. Εάν λοιπόν ο Ανάχαρσις
+ήτο εκ της οικίας ταύτης, ας μάθη ότι εφονεύθη υπό του αδελφού
+του, διότι ο Ιδάνθυρσος ήτο υιός του Σαυλίου, ο Σαύλιος δε ήτο ο
+φονεύσας τον Ανάχαρσιν.
+
+77. Ήκουσα επίσης τους Πελοποννησίους διηγουμένους άλλην ιστορίαν
+την ακόλουθον· ότι ο Ανάχαρσις απεδήμησε κατά διαταγήν του
+βασιλέως των Σκυθών και εγένετο μαθητής της Ελλάδος και ότι
+επιστρέψας είπεν εις τον πέμψαντα ότι όλοι οι Έλληνες ασχολούνται
+εις παν είδος μαθήσεως πλην των Λακεδαιμονίων, και όμως μόνον εις
+αυτούς δύναται τις να δώση και να λάβη καλήν συμβουλήν. Αλλ' η
+διήγησις αύτη επλάσθη υπ' αυτών των Ελλήνων, το δε βέβαιον είναι
+ότι ο άνθρωπος εθανατώθη ως είπον ανωτέρω. Ο Ανάχαρσις λοιπόν
+ταύτα έπαθε χάριν των ξενικών εθίμων και των στενών σχέσεων τας
+οποίας είχε με τους Έλληνας.
+
+78. Μετά πολλά δε έτη ύστερον ο Σκύλης του Αριαπείθους έπαθε
+σχεδόν τα ίδια. Ο Σκύλης ούτος ήτο υιός του Αριαπείθους βασιλέως
+των Σκυθών και γυναικός τινος ουχί εγχωρίας αλλ' εκ της πόλεως
+Ιστρίας, η δε μήτηρ του τω εδίδαξε την γλώσσαν και τα ελληνικά
+γράμματα. Βραδύτερον ο μεν Αριαπείθης εδολοφονήθη υπό του
+Σπαργαπείθους, βασιλέως των Αγαθύρεων, ο δε Σκύλης παρέλαβε την
+βασιλείαν και την γυναίκα του πατρός του ήτις ωνομάζετο Οποίη. Ήτο
+δε η Οποίη αύτη εγχωρία και είχεν υιόν εκ του Αριαπείθους
+καλούμενον Όρικον. Ο Σκύλης, μολονότι ήτο βασιλεύς των Σκυθών,
+ποσώς δεν ηρέσκετο εις την Σκυθικήν δίαιταν, καθότι η ανατροφή την
+οποίαν είχε λάβει τον έκαμνε να κλίνη μάλλον προς τα ελληνικά
+έθιμα. Επομένως, οσάκις μετέβαινε με τον στρατόν εις την πόλιν των
+Βορυσθενειτών (οι Βορυσθενείται δε ούτοι λέγονται ότι είναι
+Μιλήσιοι), τον μεν στρατόν άφινεν εις το προάστειον, αυτός δε
+εισήρχετο εις την πόλιν και κλείων τας θύρας εξεδύετο την Σκυθικήν
+και εφόρει την ελληνικήν ενδυμασίαν· ταύτην δε φορών περιεφέρετο
+εις την αγοράν, ούτε υπό φύλακός τινος συνοδευόμενος ούτε υπό
+άλλου τινός, καθότι οι άνθρωποι του εφύλαττον τας θύρας μήπως
+εισέλθη τις των Σκυθών και τον ίδη με τα ενδύματα ταύτα. Προσέτι
+δε και καθ' όλα τα άλλα ηκολούθει την ελληνικήν δίαιταν και
+εθυσίαζεν εις τους θεούς κατά τα έθιμα των Ελλήνων. Αφού δε
+διέτριβεν εκεί ένα μήνα ή και περισσότερον, ανεχώρει επαναλαμβάνων
+την Σκυθικήν ενδυμασίαν. Έπραττε δε τούτο πολλάκις, και έκτισεν
+οικίαν εις την πόλιν των Βορυσθενειτών όπου είχε νυμφευθή γυναίκα
+εγχωρίαν.
+
+79. Επειδή όμως ήτο πεπρωμένον να πάθη κακόν, ιδού εκ ποίας αιτίας
+προήλθε το κακόν. Επεθύμησε να μυηθή τα μυστήρια του Διονύσου, και
+ενώ έμελλε να αρχίση την τελετήν εγένετο μέγα θαύμα. Είχεν, ως
+είπον ανωτέρω, εις την πόλιν των Βορυσθενειτών μεγάλην οικίαν και
+πολυτελή, περί την οποίαν είχον στηθή σφίγγες και γρύπες εκ λευκού
+λίθου. Εις ταύτην ο θεός έρριψε κεραυνόν. Και η μεν οικία κατεκάη
+όλη, ο δε Σκύθης ουχ ήττον εξηκολούθησε και ετελείωσε την τελετήν.
+Ονειδίζουσι δε τους Έλληνας οι Σκύθαι διά την εορτήν ταύτην του
+Βάκχου, διότι λέγουσιν ότι δεν ήρμοζε να εφεύρωσι τοιούτον θεόν
+όστις ωθεί τους ανθρώπους εις μανίαν. Ότε λοιπόν ο Σκύλης εμυείτο
+τα μυστήρια του Βάκχου, Βορυσθενείτης τις, μεταβάς εις τους
+Σκύθας, τοις είπε· «Μας ονειδίζετε, ω Σκύθαι, ότι βακχεύομεν και
+ότι καταλαμβάνει ημάς ο θεός· την στιγμήν ταύτην όμως ο θεός
+κατέλαβε και τον υμέτερον βασιλέα και βακχεύει και μαίνεται υπό
+του θεού. Εάν δεν με πιστεύετε, ακολουθήσατέ με, και θέλω σας
+δείξει αυτόν.» Τον ηκολούθησαν οι προεστώτες των Σκυθών, και ο
+Βορυσθενείτης αναβιβάσας κρυφίως τους ετοποθέτησεν εις ένα πύργον·
+μετ' ολίγον διέβη ο Σκύλης με τον θίασον των μαινομένων, και οι
+Σκύθαι τον είδον ότι εβάκχευε. Τότε εθεώρησαν εαυτούς πληγέντας
+υπό μεγάλης συμφοράς, και εξελθόντες ανεκοίνωσαν εις όλον τον
+στρατόν όσα είδον.
+
+80. Μετά ταύτα δε, ότε ο Σκύλης επέστρεφεν εις την Σκυθίαν, οι
+Σκύθαι, ονομάσαντες βασιλέα τον αδελφόν αυτού Οκταμασάδην,
+γεννηθέντα εκ της θυγατρός του Tήρου, επανεστάτησαν κατά του
+Σκύλη. Ούτος δε, μαθών τα γινόμενα εναντίον του και την αιτίαν δι'
+ην εγίνοντο, έφυγεν εις την Θράκην. Ακούσας τούτο ο Οκταμασάδης,
+εξεστράτευσε κατά των Θρακών και τους απήντησεν εις τον Ίστρον.
+Ενώ δε έμελλον να πολεμήσωσιν, έπεμψεν ο Σιτάλκης προς τον
+Οκταμασάδην και τω είπε· «Τι ανάγκη να μετρηθώμεν προς αλλήλους;
+Είσαι υιός της αδελφής μου και έχεις μετά σου τον αδελφόν μου· δος
+μοι αυτόν και σοι παραδίδω τον Σκύλην, και τοιουτοτρόπως μήτε ο
+στρατός σου να κινδυνεύση μήτε ο στρατός μου.» Αυτά έλεγεν ο
+Σιτάλκης πέμψας κήρυκα, διότι ευρίσκετο παρά τω Οκταμασάδη αδελφός
+τις του Σιτάλκου φυγάς. Ο δε Οκταμασάδης, δεχθείς την πρότασιν,
+παρέδωκεν εις τον Σιτάλκην τον εκ μητρός θείον του και έλαβε τον
+αδελφόν Σκύλην. Και ο μεν Σιτάλκης άμα λαβών τον αδελφόν του
+ανεχώρησεν, ο δε Οκταμασάδης απεκεφάλισεν εκεί τον Σκύλην.
+Τοιουτοτρόπως οι Σκύθαι φυλάττουσι τα έθιμά των, και ούτω
+τιμωρούσιν εκείνους οίτινες παραδέχονται ξένα ήθη.
+
+81. Ποτέ δεν ηδυνήθην να μάθω ακριβώς τον αριθμόν των Σκυθών, αλλά
+διαφόρους λόγους ήκουον περί αυτών· άλλοι μεν έλεγον ότι είναι
+πάμπολλοι, άλλοι δε ότι καθαυτό Σκύθαι είναι ολίγοι. Τόσον μόνον
+μοι εδείκνυον, και το είδον οφθαλμοφανώς. Μεταξύ του Βορυσθένους
+ποταμού και του Υπάνεως υπάρχει χώρος καλούμενος Εξαμπαίος, τον
+οποίον εμνημόνευσα ανωτέρω ειπών ότι εν αυτώ υπάρχει κρήνη πικρά
+της οποίας το ύδωρ χυνόμενον εις τον Ύπανιν καθιστά αυτόν άποτον.
+Εις αυτόν τον χώρον ευρίσκεται χαλκείον εξάκις μεγαλείτερον του εν
+τω στομίω του Ευξείνου Πόντου κρατήρος τον οποίον ανέβηκεν ο
+Παυσανίας του Κλεομβρύτου. Δι' εκείνον όμως όστις δεν το είδεν
+εισέτι, το περιγράφω με ολίγας λέξεις. Το εις την Σκυθίαν χαλκείον
+χωρεί ευκόλως εξακοσίους αμφορείς και έχει έξ δακτύλων πάχος. Οι
+εγχώριοι λέγουσιν ότι κατεσκευάσθη από αιχμάς βελών, και ιδού πώς·
+βασιλεύς τις των Σκυθών, ονομαζόμενος Αριαντάν, θέλων να μάθη τον
+αριθμόν των Σκυθών, τους διέταξε να φέρη έκαστος μιαν αιχμήν
+βέλους, απειλών διά θανάτου εκείνον όστις δεν ήθελεν υπακούσει.
+Λέγουσι λοιπόν ότι εκομίσθησαν άπειροι τοιαύται αιχμαί και ότι ο
+βασιλεύς έκρινε καλόν να αφήση εξ αυτών ενθύμιον. Κατεσκεύασε δε
+το χαλκείον τούτο και το ανέθηκεν εις τον Εξαμπαίον τούτον. Αυτά
+ήκουσα περί του αριθμού των Σκυθών.
+
+82. Η χώρα αύτη ουδέν έχει θαυμάσιον πλην των πολλών και μεγίστων
+ποταμών της. Το μόνον δε όπερ, πλην των ποταμών και της απείρου
+εκτάσεως της πεδιάδος, είναι άξιον θαυμασμού, τούτο θα είπω·
+δεικνύουσιν επί βράχου πλησίον του Τύρου ποταμού ίχνος του
+Ηρακλέους, το οποίον φαίνεται μεν ως βήμα ανδρός, έχει όμως
+μέγεθος δύο πήχεων. Και το μεν ίχνος τοιούτον είναι, εγώ δε
+επανέρχομαι εις την ιστορίαν την οποίαν εξ αρχής ηθέλησα να
+διηγηθώ.
+
+83. Ενώ ο Δαρείος παρεσκευάζετο να εκστρατεύση κατά των Σκυθών και
+έστελλεν ανθρώπους να παραγγείλωσιν εις άλλους μεν να δώσωσι πεζόν
+στρατόν, εις άλλους δε πλοία, και εις άλλους να ζεύξωσι τον
+Θρακικόν Βόσπορον, ο αδελφός του Δαρείου Αρτάβανος ο του Υστάσπους
+παρεκάλεσεν αυτόν να μη επιχειρήση την εκστρατείαν ταύτην,
+προβάλων την πτωχείαν των Σκυθών· δεν ηδυνήθη όμως να τον πείση,
+μολονότι αι συμβουλαί του ήσαν καλαί. Τούτου ένεκα αυτός μεν
+έπαυσεν επιμένων, ο δε Δαρείος, αφού τα πάντα παρεσκευάσθησαν,
+εξέβαλε τον στρατόν από τα Σούσα.
+
+84. Τότε ο Οιόβαζος, είς των Περσών, όστις είχεν εις τον στρατόν
+τους τρεις υιούς του, παρεκάλεσε τον Δαρείον να τω αφήση τον ένα.
+Ο Δαρείος τω απεκρίθη ότι επειδή ήτο φίλος και εζήτει πράγμα
+μέτριον, θα τω αφήση όλους τους υιούς του. Ο Οιόβαζος ήτο λοιπόν
+περιχαρής νομίζων ότι οι υιοί του απηλλάγησαν της στρατείας· αλλ'
+ο Δαρείος διέταξε τους περί αυτόν να θανατώσωσιν όλους τους παίδας
+του Οιοβάζου. Και ούτοι μεν σφαγέντες έμειναν εκεί.
+
+85. Ο δε Δαρείος αναχωρήσας εκ των Σούσων έφθασεν εις τον Βόσπορον
+της Καλχηδονίας όπου ήτο εζευγμένη η γέφυρα, και εκείθεν εμβάς εις
+πλοίον έπλεε προς τας νήσους τας λεγομένας Κυανάς, αι οποίαι, ως
+λέγουσιν οι Έλληνες, ήσαν άλλοτε πλαγκταί. Καθήμενος δε εις τον
+ναόν, εθεώρει τον Εύξεινον Πόντον όστις είναι άξιος θαυμασμού,
+διότι από όλα τα πελάγη αυτός είναι ο θαυμασιώτατος· το μεν μήκος
+αυτού είναι ένδεκα χιλιάδων και εκατόν σταδίων, το δε μέγιστον
+πλάτος τριών χιλιάδων και τριακοσίων σταδίων. Το στόμιον του
+πελάγους τούτου έχει τεσσάρων σταδίων πλάτος, το μήκος δε αυτού, ο
+αυχήν, όστις καλείται Βόσπορος, και όπου εζεύχθη η γέφυρα, είναι
+περίπου εκατόν είκοσι σταδίων. Εκτείνεται δε ο Βόσπορος μέχρι της
+Προποντίδος ήτις έχει πεντακοσίων σταδίων πλάτος και χιλίων
+τετρακοσίων μήκος και ήτις καταβαίνει μέχρι του Ελλησπόντου όστις
+έχει πλάτος επτά μεν σταδίων κατά το στενώτερον αυτού μέρος,
+τετρακοσίων δε σταδίων μήκος. Εκχύνεται δε ο Ελλήσποντος εις χάσμα
+πελάγους, το οποίον καλείται Αιγαίον πέλαγος.
+
+86. Εμετρήθησαν δε τα στάδια ταύτα ως εξής. Εν γένει το πλοίον
+διανύει κατά τας μακροτέρας ημέρας εβδομήκοντα χιλιάδας οργυιάς,
+κατά δε την νύκτα εξήκοντα χιλιάδας. Όθεν από του στομίου του
+Ευξείνου Πόντου μέχρι του Φάσιδος (διότι τούτο είναι το μακρότατον
+διάστημα του Πόντου) ο πλους είναι εννέα ημερών και οκτώ νυκτών,
+όπερ εστί έν εκατομμύριον εκατόν δέκα χιλιάδες οργυιαί, ή ένδεκα
+χιλιάδες εκατόν στάδια. Από δε την Σινδικήν μέχρι της Θεμισκύρας
+ήτις είναι επί του Θερμώδοντος ποταμού (διότι τούτο είναι το
+πλατύτατον μέρος του Πόντου) ο πλους είναι τριών ημερών και δύο
+νυκτών, αίτινες αποτελούσι τριακοσίας τριάκοντα χιλιάδας οργυιάς ή
+τρισχίλια τριακόσια στάδια. Τοιούτοι είναι εκ φύσεως ο Πόντος, ο
+Βόσπορος και ο Ελλήσποντος και τοιουτοτρόπως κατεμετρήθησαν παρ'
+εμού. Ωφελείται δε ο Πόντος ούτος και έκ τινος λίμνης ήτις χύνεται
+εις αυτόν και είναι μόλις μικροτέρα αυτού. Καλείται δε η λίμνη
+αύτη Μαιώτις και μήτηρ του Πόντου.
+
+87. Ο δε Δαρείος, αφού εθεώρητε τον Εύξεινον, έπλευσε πάλιν οπίσω
+εις την γέφυραν, της οποίας αρχιτέκτων ήτο ο Σάμιος Μανδροκλής.
+Αφού δε εθεώρησε και τον Βόσπορον, διέταξε να στήσωσιν εκεί δύο
+στήλας εκ λίθου λευκού και να χαράξωσιν εις μεν την μίαν με
+γράμματα Ασσυριακά εις δε την άλλην με Ελληνικά τα ονόματα όλων
+των εθνών όσα είχεν εις την εκστρατείαν του· είχε δε στρατεύματα
+εξ όλων των εθνών εφ' ων ήρχεν. Αριθμηθείς ο στρατός του ευρέθη
+ότι συνέκειτο, πλην του ναυτικού, εξ επτακοσίων χιλιάδων ανδρών
+συμπεριλαμβανομένων και των ιππέων· πλοία δε ηριθμήθησαν εξακόσια.
+Αυτάς τας στήλας, μετακομίσαντες ύστερον οι Βυζάντιοι εις την
+πόλιν των, μετεχειρίσθησαν διά να κτίσωσι τον βωμόν της Οθρωσίας
+Αρτέμιδος, πλην ενός λίθου όστις αφέθη πλησίον του ναού του
+Διονύσου εις το Βυζάντιον πλήρης γραμμάτων Ασσυριακών. Το μέρος δε
+του Βοσπόρου το οποίον εγεφύρωσεν ο Δαρείος είναι, ως ηδυνήθην να
+κρίνω ερευνήσας, μεταξύ του Βυζαντίου και του πλησίον του στομίου
+υπάρχοντος ναού.
+
+88. Ο Δαρείος δε μετά ταύτα, ευχαριστηθείς διά την γέφυραν
+εκείνην, εβράβευσε τον αρχιτέκτονα αυτής Μανδροκλή τον Σάμιον με
+δέκα από όλα εκείνα όσα ο Ανδροκλής ζωγραφήσας την γέφυραν του
+Βοσπόρου και τον βασιλέα Δαρείον καθήμενον επί θρόνου και τον
+στρατόν του διαβαίνοντα προσέφερεν ως απαρχήν εις τον ναόν της
+Ήρας με την ακόλουθον επιγραφήν.
+
+«_Γεφυρώσας ο Μανδροκλής τον ιχθυόεντα Βόσπορον, αφιέρωσεν εις την
+Ήραν το μνημόσυνον τούτο της σχεδίας. Εκτελέσας δε το έργον κατά
+την επιθυμίαν του βασιλέως, εις εαυτόν μεν περιέθετο στέφανον, εις
+τους Σαμίους δε δόξαν._»
+
+Τοιούτο μνημείον αφήκεν ο ζεύξας την γέφυραν.
+
+89. Αφού δε εβράβευσε τον Μανδροκλή ο Δαρείος διέβη εις την
+Ευρώπην (54) και παρήγγειλεν εις τους Ίωνας να πλεύσωσιν εις τον
+Εύξεινον μέχρι του Ίστρου ποταμού, να τον περιμείνωσιν όταν
+φθάσωσιν εκεί και να γεφυρώσωσι τον ποταμόν, διότι το ναυτικόν
+εκυβερνάτο από τους Ίωνας, τους Αιολείς και τους Ελλησποντίους.
+Όθεν το μεν ναυτικόν στράτευμα έκαμψε τας Κυανάς νήσους και
+έπλευσε κατ' ευθείαν προς τον Ίστρον· εισελθόν δε εις τον ποταμόν
+και προχωρήσαν δύο ημέρας εις τα άνω προς την θάλασσαν εγεφύρωσε
+τον αυχένα του ποταμού εις το μέρος εκ του οποίου σχίζονται τα
+στόματα του Ίστρου. Ο δε Δαρείος αφού διέβη τον Βόσπορον διά της
+γεφύρας εξηκολούθησε την πορείαν του διά της Θράκης, έφθασεν εις
+τας πηγάς του Τεάρου ποταμού και εστρατοπέδευσεν ημέρας τρεις.
+
+90. Λέγουσι δε οι περί τον Τέαρον κατοικούντες ότι ο ποταμός είναι
+άριστος εις το να θεραπεύη όλας τας ασθενείας και ιδίως την ψώραν
+των ανθρώπων και των ίππων. Έχει τριάκοντα οκτώ πηγάς αίτινες
+ρέουσιν εξ' ενός και του αυτού βράχου, και αι μεν αυτών είναι
+ψυχραί, αι δε θερμαί. Διά να υπάγη τις εις αυτάς είτε αναχωρών εκ
+της παρά την Πέρινθον Ηραιουπόλεως είτε εκ της Απολλωνίας του
+Ευξείνου Πόντου χρειάζεται να δαπανήση δύο ημέρας διά των δύο
+τούτων οδών. Χύνεται δε ο Τέαρος ούτος εις τον Κοντάδεστον
+ποταμόν, ο δε Κοντάδεστος εις τον Αγριάνην, ο δε Αγριάνης, εις τον
+Έβρον, ο δε Έβρος εις την θάλασσαν, πλησίον της πόλεως Αίνου.
+
+91. Φθάσας λοιπόν εις τον ποταμόν τούτον ο Δαρείος και
+στρατοπεδεύσας, ευχαριστήθη πολύ και έστησε και ενταύθα στήλην
+έχουσαν κεχαραγμένα τα εξής γράμματα· «Αι πηγαί του Τεάρου
+δίδουσιν ύδωρ άριστον και κάλλιστον από όλους τους ποταμούς και
+εις αυτάς ήλθεν, οδηγών στρατόν κατά των Σκυθών, ο άριστος και ο
+κάλλιστος πάντων των ανδρών, ο υιός του Υστάσπους Δαρείος,
+βασιλεύς των Περσών και όλης της ηπείρου.» Ταύτα τα γράμματα
+εχάραξεν εκεί.
+
+92. Αναχωρήσας δε εκείθεν έφθασεν εις άλλον ποταμόν του οποίου το
+όνομα είναι Αρτισκός και όστις ρέει διά των Οδρυσών. Εις τούτον
+τον ποταμόν φθάσας, έπραξε το εξής· εσημείωσε θέσιν τινά και
+διέταξε πάντα άνδρα διερχόμενον να θέτη ένα λίθον εις το
+υποδειχθέν τούτο μέρος. Αφού δε όλοι εξεπλήρωσαν την διαταγήν
+ταύτην, αφήσας εκεί μεγάλους σωρούς λίθων, ήγειρε τον στρατόν και
+ανεχώρησεν.
+
+93. Πριν φθάση δε εις τον Ίστρον υπέταξε πρώτους τους Γέτας
+οίτινες νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους· καθότι οι μεν Θράκες οι
+έχοντες τον Σαλμυδησόν και κατοικούντες προς τα άνω των πόλεων
+Απολλωνίας και Μεσημβρίας, ονομαζόμενοι δε Σκυρμιάδαι και Νιψαίοι,
+παρεδόθησαν αμαχητί εις τον Δαρείον· αλλ' οι Γέται εν τη ανοία των
+θελήσαντες να αντισταθώσιν εδουλώθησαν αμέσως, μολονότι είναι οι
+ανδρειότατοι και οι δικαιότατοι των Θρακών.
+
+94. Ιδού δε πώς νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους οι Γέται. Αυτοί
+νομίζουσιν ότι δεν αποθνήσκουσιν αλλ' ότι ο τελευτών τον βίον
+μεταβαίνει εις τον θεόν Ζάμολξιν, τον οποίον τινές φρονούσιν ότι
+είναι αυτός ούτος ο υπό το όνομα Γεβελέιζις τιμώμενος. Κατά
+πενταετίαν δε πέμπουσι διά κλήρου ένα εκ των ιδικών των προς τον
+Ζάμολξιν διά να παραστήση εις αυτόν τας ανάγκας των. Τον πέμπουσι
+δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· οι μεν ίστανται κρατούντες τρία
+ακόντια, οι δε κρατούσι τας χείρας και τους πόδας του μέλλοντος να
+σταλή προς τον Ζάμολξιν, και έπειτα τον ρίπτουσιν εις τον αέρα εις
+τρόπον ώστε να πέση επί των ακοντίων· και εάν μεν πίπτων εις αυτά
+διαπερασθή και εκπνεύση, κρίνουσιν εκ τούτου ότι είναι ευάρεστος
+εις τον θεόν, εάν δε δεν αποθάνη, τότε αιτιώνται αυτόν τον
+άγγελον, λέγοντες ότι είναι κακός άνθρωπος. Αφού δε αιτιαθώσιν
+αυτόν, πέμπουσιν άλλον προς τον οποίον δίδουσι τας παραγγελίας των
+ενόσω ακόμη ζη. Αυτοί οι ίδιοι Θράκες, όταν βροντά και αστράπτη,
+τοξεύουσι προς τον ουρανόν και απειλούσιν ούτω τον θεόν· διότι
+νομίζουσιν ότι δεν υπάρχει άλλος θεός ειμή ο ιδικός των.
+
+95. Ως δε εγώ μανθάνω παρά των κατοικούντων τον Ελλήσποντον και
+τον Εύξεινον πόντον Ελλήνων, αυτός ο Ζάμολξις, ων άνθρωπος,
+εγένετο δούλος εις την Σάμον πλησίον του Πυθαγόρου του Μνησάρχου.
+Μετά ταύτα γενόμενος ελεύθερος εκτήσατο πολλά χρήματα και
+επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Επειδή δε οι Θράκες έζων τότε
+αθλίως ως κτήνη, ο Ζάμολξις, γνωρίζων την Ιωνικήν δίαιταν και ήθη
+μάλλον εξευγενισμένα ή τα των Θρακών, καθότι συνέζησε με Έλληνας
+και με τον Πυθαγόραν, άνδρα εκ των σοφωτάτων της Ελλάδος,
+κατεσκεύασεν ανδρώνα όπου εδέχετο και ευώχει τους πρώτους των
+αστών, διδάσκων ότι ούτε αυτός, ούτε οι συμπόται του, ούτε οι
+απόγονοί των δεν θα αποθάνωσιν, αλλά θα μεταβώσιν εις τόπον όπου
+ζώντες αιωνίως θα έχωσιν όλα τα αγαθά. Ενώ δε έπραττε και έλεγε τα
+ανωτέρω, συγχρόνως κατεσκεύαζεν οίκημα υπόγειον· όταν δε τούτο
+ετελείωσεν, εγένετο άφαντος εκ του μέσου των Θρακών, και καταβάς
+κάτω εις το υπόγειον οίκημα έμεινεν εκεί τρία έτη. Εν τούτοις οι
+Θράκες τον επόθουν και τον επένθουν ως θανόντα· αλλά κατά τα
+τέταρτον έτος εφάνη πάλιν εις αυτούς και κατέστησεν ούτω πιστευτά
+όσα είχεν ειπεί. Ούτοι μεν ταύτα λέγουσι διά τον Ζάμολξιν.
+
+96. Εγώ δε περί τούτου μεν και περί του υπογείου οικήματος ούτε
+απιστώ ούτε πιστεύω πολύ, αλλά φρονώ ότι ο Ζάμολξις υπήρξε κατά
+πολλά έτη προγενέστερος του Πυθαγόρου. Είτε όμως ο Ζάμολξις ήτο
+άνθρωπος, είτε είναι θεός τις των Γετών επιχώριος, ας χαίρη. Ούτοι
+λοιπόν οι Γέται οι τοιαύτα πράττοντες, επειδή εχειρώθησαν υπό των
+Περσών, ηκολούθησαν το άλλο στράτευμα.
+
+97. Ότε δε ο Δαρείος και ο μετ' αυτού πεζός στρατός έφθασαν εις
+τον Ίστρον και διέβησαν αυτόν, τότε ο βασιλεύς διέταξε τους Ίωνας
+να κόψωσι την γέφυραν και να τον ακολουθήσωσι διά ξηράς καθώς και
+ο ναυτικός στρατός. Ενώ δε έμελλον και οι Ίωνες να κόψωσι την
+γέφυραν και να εκτελέσωσι τα διαταχθέντα, ο Κώης ο Ερξάνδρου
+στρατηγός των Μιτυληναίων είπεν εις τον Δαρείον τα εξής, αφού
+πρώτον τον ηρώτησεν εάν δέχεται να ακούση γνώμην παρά τινος
+επιθυμούντος να δώση τοιαύτην· «Ω βασιλεύ, μέλλεις να στρατεύσης
+κατά χώρας εις την οποίαν μήτε αγρούς καλλιεργημένους θέλεις ιδεί
+μήτε πόλεις κατοικουμένας υπό ανθρώπων· άφες λοιπόν την γέφυραν
+ταύτην να ίσταται εις την θέσιν της και διάταξον να την φυλάττωσιν
+εκείνοι οίτινες την κατεσκεύασαν· και είτε κατά την επιθυμίαν μας
+επιτύχωμεν να εύρωμεν τους Σκύθας, η γέφυρα θα χρησιμεύση διά την
+επιστροφήν μας, είτε δεν δυνηθώμεν να τους φθάσωμεν, πάλιν θα
+έχωμεν την επιστροφήν ασφαλή. Δεν φοβούμαι ποσώς ότι είναι δυνατόν
+να νικηθώμεν από τους Σκύθας, αλλά πολύ μάλλον φοβούμαι μήπως μη
+δυνηθέντες να τους εύρωμεν πάθωμεν τι πλανώμενοι. Ίσως τις νομίση
+ότι λέγω ταύτα χάριν εμού και διά να μείνω εδώ· αλλά, ω βασιλεύ,
+σοι εκθέτω μεν την γνώμην ταύτην την οποίαν προς το συμφέρον σου
+ευρίσκω αρίστην, θα σε ακολουθήσω όμως μετά ταύτα και κατ' ουδένα
+τρόπον δεν θέλω μείνει.» Η γνώμη αύτη ήρεσε πολύ εις τον Δαρείον
+και απεκρίθη ως εξής· «Ξένε Λεσβίε, όταν επιστρέψω εις τον οίκον
+μου σώος και αβλαβής, παρουσιάσθητι αφεύκτως ενώπιόν μου και θα
+ανταμείψω γενναίως την καλήν συμβουλήν σου.»
+
+98. Ταύτα είπεν ο Δαρείος· έπειτα δέσας εξήκοντα κόμβους εις
+λωρίον, προσεκάλεσε τους βασιλείς των Ιώνων όπως συνδιασκεφθώσι
+μετ' αυτού και τοις είπε τα εξής· «Άνδρες Ίωνες, μάθετε πρώτον ότι
+μετέβαλον γνώμην ως προς την γέφυραν· λάβετε λοιπόν αυτό το
+λωρίον, και μη λησμονήσετε όσα θα σας ειπώ. Άμα με ιδήτε
+πορευόμενον κατά των Σκυθών, λύετε απ' εκείνης της στιγμής ένα
+κόμβον καθ' ημέραν. Εάν παρέλθωσι τόσαι ημέραι όσον είναι οι
+κόμβοι και δεν επανέλθω, αποπλεύσατε εις τας πατρίδας σας. Μέχρις
+όμως εκείνης της ημέρας, επειδή ήλλαξα γνώμην, φυλάττετε την
+γέφυραν πάσαν προθυμίαν καταβάλλοντες προς υπεράσπισιν και
+διατήρησιν αυτής. Ταύτα πράξαντες θα μ' ευχαριστήσετε πολύ·» Αφού
+δε είπεν ο Δαρείος τους λόγους τούτους, έσπευσε να προχωρήση.
+
+99. Πριν εισέλθη τις εις την Σκυθικήν είναι η Θράκη, ήτις προς το
+μέρος της θαλάσσης σχηματίζει κόλπον· έπειτα διαδέχεται αυτήν η
+Σκυθική, και εκεί χύνεται ο Ίστρος εις την θάλασσαν έχων το
+στόμιόν του εστραμμένον προς ανατολάς. Από τον Ίστρον δε τούτον
+αρχίζων θα περιγράψω την έκτασιν της προς το μέρoς της θαλάσσης
+Σκυθίας. Αύτη είναι η αρχαία Σκυθία, κειμένη προς μεσημβρίαν και
+νότον άνεμον, και εκτεινομένη από του Ίστρου μέχρι πόλεως τινός
+ονομαζομένης Καρκινίτιδος· πέραν της πόλεως ταύτης το Ταυρικόν
+έθνος κατοικεί την ορεινήν χώραν ήτις εκτείνεται μέχρι της
+θαλάσσης και προέχει εις τον Εύξεινον πόντον μέχρι της καλουμένης
+τραχείας Χερσονήσου· καταβαίνει δε και αύτη προς την θάλασσαν την
+προς ανατολάς· διότι αι άκραι των δύο πλευρών της Σκυθίας
+απολήγουσιν εις θάλασσαν, η μεν προς μεσημβρίαν, η δε προς
+ανατολάς, καθώς αι άκραι των δύο πλευρών της Αττικής, και
+κατοικούσιν εις αυτάς οι Ταύροι. Είναι το αυτό ως εάν ξένον έθνος
+και όχι Αθηναίοι κατώκουν εις την Αττικήν την μάλλον προέχουσαν
+προς την θάλασσαν άκραν του Σουνίου ακρωτηρίου, από του Θερικού
+μέχρι του Αναφλύστου δήμου, καθ' όσον δύναταί τις να παραβάλη τα
+μικρά προς τα μεγάλα. Τοιαύτη είναι η Ταυρική. Αλλ' επειδή πιθανόν
+να μη περιέπλευσέ τις τα παράλια ταύτα της Αττικής, εγώ θα δείξω
+άλλην τοποθεσίαν. Υποθέσατε ότι άλλο έθνος, και όχι Ιάπυγες,
+κατοικεί εις την Ιαπυγίαν την άκραν από του λιμένος Βρεντεσίου
+μέχρι του Τάραντος. Υποδεικνύων τας δύο ταύτας χώρας είναι ως να
+υποδεικνύω συγχρόνως πολλάς άλλας προς τας οποίας ομοιάζει επίσης
+η Ταυρική.
+
+100. Από δε της Ταυρικής, ήτοι τα ανωτέρω των Ταύρων και της
+ανατολικής θαλάσσης, όντα δυτικώς του Κιμμερίου Βοσπόρου, και της
+Μαιώτιδος λίμνης, και του Τανάιδος ποταμού όστις χύνεται εις τον
+μυχόν της λίμνης ταύτης, κατοικούσιν οι Σκύθαι. Άνωθεν δε του
+Ίστρου εισερχόμενον εις το εσωτερικόν της χώρας, η Σκυθία
+περιορίζεται πρώτον μεν υπό των Αγαθύρσων, μετά ταύτα υπό των
+Νευρών, έπειτα υπό των Ανδροφάγων και τελευταίον υπό των
+Μελαγχλαίνων.
+
+101. Της Σκυθικής λοιπόν, θεωρουμένης ως τετραγώνου, αι δύο
+πλευραί αίτινες εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης, δηλαδή η πλευρά
+ήτις άρχεται από του Ίστρου και προβαίνει προς την μεσόγειον και η
+πλευρά ήτις άρχεται από του αυτού ποταμού και παρακολουθεί την
+ακτήν, αυταί αι δύο πλευραί είναι ίσαι· διότι από του Ίστρου μέχρι
+του Βυρυσθένους είναι οδός δέκα ημερών, και από του Βορυσθένους
+μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης άλλων δέκα· από της θαλάσσης πάλιν προς
+την μεσόγειον μέχρι των Μελαγχλαίνων, κατοικούντων υπεράνω των
+Σκυθών, είναι είκοσιν ημερών οδός· υπολογίζω δε την ημερησίαν οδόν
+εις διακόσια στάδια. Ούτω λοιπόν διά να διέλθη τις την χώραν των
+Σκυθών εξ αριστερών προς τα δεξιά πρέπει να διανύση τέσσαρας
+χιλιάδας σταδίων, διά να προχωρήση δε κατ' ευθείαν μέχρι των
+μεσογείων τις χώρας, άλλα τόσα στάδια. Τοιαύτη είναι η έκτασις
+αυτής.
+
+102. Οι δε Σκύθαι, επειδή συσκεφθέντες είδον ότι μόνοι δεν ήσαν
+ικανοί να αντιπαραταχθώσι προς τον στρατόν του Δαρείου, έπεμψαν
+πρέσβεις εις τους πλησίον χώρους. Οι βασιλείς των χωρών τούτων
+συνελθόντες εβουλεύοντο, ενώ επροχώρει το μέγα στράτευμα του
+εχθρού. Ήσαν δε οι συνελθόντες ούτοι βασιλείς, των Ταύρων, των
+Αγαθύρσων, των Νευρών, των Ανδροφάγων, των Μελαγχλαίνων, των
+Γελωνών, των Βουδίνων και των Σαυροματών.
+
+103. Εκ τούτων οι μεν Ταύροι έχουσι τας εξής συνηθείας· θυσιάζουσι
+κατά τον ακόλουθον τρόπον εις την παρθένον τους ναυαγήσαντες και
+όσους των Ελλήνων συλλάβωσι ριφθέντας εις τα παράλιά των. Μετά τας
+προτελεστικάς ιεροπραξίας κτυπώσι με ρόπαλον την κεφαλήν του
+θύματος· και άλλοι μεν λέγουσιν ότι ωθούσι το σώμα από του κρημνού
+κάτω (διότι ο ναός είναι ιδρυμένος επί της κορυφής του κρημνού),
+την δε κεφαλήν στήνουσιν επί πασσάλου, άλλοι δε λέγουσιν ότι δεν
+ρίπτουσι το σώμα από του κρημνού αλλά το θάπτουσιν. Η θεά δε αύτη
+εις την οποίαν θυσιάζουσιν είναι, κατά τους Ταύρους, η θυγάτηρ του
+Αγαμέμνονος Ιφιγένεια. Όσους δε εχθρούς συλλάβωσιν αιχμαλώτους,
+τους μεταχειρίζονται ως ακολούθως· κόψας έκαστος μίαν κεφαλήν την
+φέρει εις την οικίαν των, και την διαπερά εις ξύλον μέγα όπερ
+εμπήγει άνωθεν της οικίας του πολύ υψηλά, μάλιστα δε άνωθεν της
+καπνοδόχης. Λέγουσι δε ότι την ανυψούσιν ούτω διά να ήναι φύλαξ
+όλης της οικίας. Ζώσι δε από της λεηλασίας και του πολέμου.
+
+104. Οι δε Αγάθυρσοι είναι άνθρωποι αβρότατοι και τα μάλιστα
+χρυσοφόροι. Έχουσι τας γυναίκας κοινάς διά να ήναι όλοι αδελφοί
+μεταξύ των, και όντες συγγενείς να μη αισθάνωνται οι μεν κατά των
+δε μήτε μίσος μήτε φθόνον. Κατά τα άλλα όμως έθιμα εμιμήθησαν τους
+Θράκας.
+
+105. Οι Νευροί έχουσι τα έθιμα των Σκυθών. Η προ της εισβολής του
+Δαρείου γενεά ηναγκάσθη να αφήση την χώραν ένεκα των όφεων, διότι
+εις την χώραν των εφάνησαν άπειροι όφεις ερχόμενοι οι πλείστοι από
+τας άνωθεν αυτών ερήμους· υπό των όφεων δε τούτων πιεσθέντες
+άφησαν την χώραν των και κατώκησαν μετά των Βουδίνων. Κατηγορούσι
+τους ανθρώπους τούτους ότι είναι μάγοι· οι Σκύθαι και οι εις την
+Σκυθίαν κατοικούντες Έλληνες βεβαιούσιν ότι κατ' έτος έκαστος
+Νεύρος γίνεται λύκος δι' ολίγας ημέρας και έπειτα επανέρχεται εις
+την προτέραν του κατάστασιν. Και εμέ μεν δεν πείθουσι ταύτα
+λέγοντες, ουχ ήττον όμως τα λέγουσι και τα υποστηρίζουσι δι'
+όρκων.
+
+106. Οι δε Ανδροφάγοι έχουσιν ήθη αγριώτατα πάντων των ανθρώπων,
+μήτε δικαιοσύνην γνωρίζοντες μήτε μεταχειριζόμενοι κανένα νόμον.
+Είναι νομάδες και φορούσιν ενδυμασίαν ομοίαν με την Σκυθικήν· η
+γλώσσα των είναι ιδιαιτέρα και μόνοι από όλα αυτά τα έθνη είναι
+ανθρωποφάγοι.
+
+107. Οι δε Μελάγχλαινοι φορούσι όλοι ενδύματα μέλανα, από τα οποία
+έχουσι και την επωνυμίαν, και έχουσιν έθιμα Σκυθικά.
+
+108. Οι δε Βουδίνοι, έθνος μέγα και πολυάριθμον, είναι όλοι
+γλαυκώπιδες και πυρρότριχες. Υπάρχει δε εις αυτούς πόλις εκτισμένη
+με ξύλα της οποίας το όνομα είναι Γελωνός· τα τείχη αυτής
+σχηματίζουσι τετράγωνον του οποίου εκάστη πλευρά είναι τριάκοντα
+σταδίων. Τα τείχη ταύτα είναι υψηλά και ξύλινα, αι οικίαι ξύλιναι
+και οι ναοί ξύλινοι, καθότι εις την πόλιν ταύτην υπάρχουσιν ιερά
+Ελληνικών θεών εστολισμένα κατά τον ελληνικόν τρόπον με αγάλματα,
+με βωμούς και ναούς ξυλίνους. Οι Γελωνοί τελούσιν ανά πάσαν
+τριετίαν την εορτήν του Διονύσου και βακχεύουσιν· είναι δε
+καταγωγής Ελληνικής. Διωχθέντες από τους λιμένας εις τους οποίας
+κατώκουν, εγκατεστάθησαν μεταξύ των Βουδίνων και η γλώσσα των
+είναι μεμιγμένη Σκυθική και Ελληνική.
+
+109. Οι δε Βουδίνοι δεν μεταχειρίζονται την αυτήν γλώσσαν με τους
+Γελωνούς, αλλ' ουδέ την αυτήν δίαιταν έχουσιν οι Βουδίνοι και οι
+Γελωνοί, διότι οι Βουδίνοι, καθό αυτόχθονες, είναι νομάδες και
+μόνοι από τους εις εκείνα τα μέρη ανθρώπους τρώγουσι βλαστούς
+δένδρων. Εξ εναντίας οι Γελωνοί καλλιεργούσι την γην, τρέφονται με
+σίτον και έχουσι κήπους· διαφέρουσιν επίσης από τους Βουδίνους και
+κατά το χρώμα και κατά την φυσιογνωμίαν. Εν τούτοις οι Έλληνες
+καλούσι τους Βουδίνους Γελωνούς, πλην κακώς τους ονομάζουσιν ούτω.
+Η χώρα των όλη είναι κατάφυτος από διάφορα δάση· εις το πυκνότερον
+δε αυτών είναι μεγάλη και ευρεία λίμνη περικυκλουμένη υπό ελών και
+καλάμων. Εις αυτήν αγρεύονται ενύδριες, κάστορες και άλλα ζώα
+τετραγωνοπρόσωπα των οποίων τα δέρματα χρησιμεύουσιν ως
+περιφράματα των σισυρών, οι δε όρχεις αυτών είναι χρήσιμοι προς
+θεραπείαν της υστέρας.
+
+110. Διά τους Σαυρομάσας λέγουσι τα εξής. Ότε οι Έλληνες
+επολέμησαν τας Αμαζόνας (καλούσι δε οι Σκύθαι τας Αμαζόνας
+Οιόρπατα, όπερ σημαίνει Ελληνιστί ανδροκτόνοι· διότι _οιόρ_
+σημαίνει ανήρ και _πάτα_ κτείνειν), τότε λέγεται ότι οι Έλληνες
+νικήσαντες εις την μάχην του Θερμώδοντος απέπλευσαν με τρία πλοία
+συμπαραλαβόντες όσας Αμαζόνας ηδυνήθησαν να ζωγρήσωσι, και ότι
+αυταί εις το πέλαγος, επιπεσούσαι κατά των ανδρών εφόνευσαν
+αυτοίς. Πλην ούτε πλοίον ήξευρον, ούτε εγνώριζον την χρήσιν του
+πηδαλίου, ούτε των ιστίων, ούτε των κωπών, και αφού εφόνευσαν τους
+άνδρας εφέροντο όπου τας ώθουν τα κύματα και ο άνεμος και έφθασαν
+ούτω εις τους Κρημνούς της Μαιώτιδος λίμνης. Είναι δε οι Κρημνοί
+μέρος της χώρας των ελευθέρων Σκυθών. Εκεί αι Αμαζόνες ωδοιπόρουν
+προς τους κατωκημένους τόπους· την πρώτην όμως αγέλην ίππων την
+οποίαν απήντησαν την διήρπασαν και αναβάσαι επί των ίππων τούτων
+ελεηλάτουν την χώραν των Σκυθών.
+
+111. Οι δε Σκύθαι δεν ηδύναντο να εννοήσωσι το πράγμα, διότι ούτε
+την ενδυμασίαν, ούτε το έθνος, ούτε την γλώσσαν των εγνώριζον,
+αλλ' εθαύμαζον πόθεν ήλθον και τας ενόμιζον ότι ήσαν άνδρες
+έχοντες όλοι την αυτήν ηλικίαν· τέλος τας επολέμησαν. Μετά την
+μάχην όμως οι Σκύθαι έλαβόν τινα πτώματα και ανεγνώρισαν ότι ήσαν
+γυναίκες. Συνεσκέφθησαν λοιπόν και απεφάσισαν να μη τας φονεύωσι
+πλέον, αλλά να πέμψωσιν εις αυτάς αριθμόν τινα νέων ανάλογον με το
+πλήθος των Αμαζόνων, παραγγέλλοντες εις τους νέους τούτους να
+στρατοπεδεύσωσι πλησίον των και να τας μιμώνται καθ' όλα· εάν τους
+καταδιώκωσι, να μη τας πολεμώσιν, αλλά να φεύγωσι· και όταν αύται
+παύωσι την καταδίωξιν, να επιστρέφωσι και να στρατοπεδεύσωσι
+πλησίον των. Τούτο το σχέδιον παρεδέχθησαν οι Σκύθαι, θέλοντες να
+τεκνοποιήσωσιν εξ αυτών.
+
+112. Πεμφθέντες λοιπόν οι νεανίσκοι εξετέλουν τα προσταχθέντα.
+Ιδούσαι δε αι Αμαζόνες ότι ούτοι δεν ήλθον διά να τας
+κακοποιήσωσι, τους άφινον ησύχους, και τοιουτοτρόπως ημέρα τη
+ημέρα επλησίαζον τα στρατόπεδα περισσότερον. Δεν είχον δε οι
+νεανίσκοι, καθώς ούτε αι Αμαζόνες, άλλο ειμή τα όπλα και τους
+ίππους των, ώστε έζων και αυτοί της ιδίαν ζωήν με τας Αμαζόνας,
+θηρεύοντες και λεηλατούντες.
+
+113. Κατά την μεσημβρίαν συνείθιζον αι Αμαζόνες να αποχωρίζονται
+αλλήλων και να διασκορπίζωνται ανά μία ή ανά δύο όπως αναπαυθώσιν.
+Οι Σκύθαι παρετήρησαν τούτο και έπραττον το αυτό· είς δ' εξ αυτών
+πλησιάσας μίαν των μονωθεισών εχαριεντίζετο πλησίον της· και η
+Αμαζών δεν τον απώθησεν αλλά τον άφησε να πράξη ό,τι ήθελε. Και να
+τω ομιλήση μεν δεν ηδύνατο, διότι δεν ενόουν αλλήλους· με
+χειρονομίας όμως τω είπε να έλθη την ακόλουθον ημέραν εις το ίδιον
+μέρος φέρων και ένα άλλον ομού ώστε να γίνωσι δύο, και ότι θα φέρη
+και αυτή μίαν άλλην. Αναχωρήσας εκείθεν ο νεανίας διηγήθη το
+συμβάν εις τους άλλους, και την επομένην ημέραν επέστρεψεν εις την
+αυτήν θέσιν συνοδευόμενος παρ' ενός άλλου Σκύθου και εύρε την
+Αμαζόνα περιμένουσαν μετά μιας άλλης. Οι λοιποί νεανίσκοι,
+μαθόντες τα γενόμενα, ημέρωσαν και αυτοί τας λοιπάς Αμαζόνας.
+
+114. Έπειτα τα δύο στρατόπεδα _ηνώθησαν_· όλοι έμενον ομού και
+έκαστος είχεν ως γυναίκα εκείνην με την οποίαν είχε μιχθή εξ
+αρχής. Και οι μεν άνδρες δεν ηδύναντο να μάθωσι την γλώσσαν των
+γυναικών, αι γυναίκες όμως έμαθον την των ανδρών. Αφού δε ήρχισαν
+να εννοώσιν αλλήλους, οι άνδρες είπον προς τας Αμαζόνας τα
+ακόλουθα. «Έχομεν γονείς, έχομεν κτήματα· λοιπόν ας παύσωμεν πλέον
+διάγοντες τοιαύτην ζωήν· ας αναχωρήσωμεν, ας ζήσωμεν με τους
+άλλους σεις μόναι θα ήσθε γυναίκες ημών και ουχί άλλαι.» Εκείναι
+δε απεκρίθησαν· «Ημείς ποτέ δεν θα δυνηθώμεν να κατοικήσωμεν μετά
+των υμετέρων γυναικών, διότι δεν έχομεν τα ίδια με αυτάς έθιμα·
+ημείς τοξεύομεν, ιππεύομεν, γυναικεία δε έργα δεν εμάθομεν. Αι
+υμέτεραι γυναίκες δεν κάμνουσι τίποτε από όσα ανεφέραμεν, αλλ'
+ενασχολούνται εις έργα γυναικεία με τας αμάξας των, μήτε προς
+θήραν εξερχόμεναι μήτε πράττουσαι άλλο τι παρόμοιον. Τούτου ένεκα
+ποτέ δεν θα συμφωνήσωμεν. Αλλ' εάν επιθυμήτε να μας έχετε γυναίκας
+και να φανήτε ότι είσθε άνθρωποι δίκαιοι, υπάγετε εις τους γονείς
+σας, λάβετε το ανάλογόν σας εκ των κτημάτων σας, και όταν
+επιστρέψετε συγκατοικούμεν εις ιδικόν μας τόπον.»
+
+115. Οι νεανίσκοι επείσθησαν και έπραξαν ταύτα. Αφού δε λαβόντες
+το ανάλογον των κτημάτων επέστρεψαν προς τας Αμαζόνας, αύται τοις
+είπον· «Ημείς φοβούμεθα και δεν τολμώμεν να κατοικώμεν εις ταύτην
+την χώραν, όπου αφ' ενός μεν σας εστερήσαμεν των πατέρων σας, αφ'
+ετέρου δε επροξενήσαμεν πολλάς ζημίας. Επειδή όμως μας κρίνετε
+αξίας να μας έχετε γυναίκας σας, πράξατε τα ακόλουθα ομού με ημάς.
+Ας αναχωρήσωμεν, ας αφήσωμεν την γην ταύτην και ας υπάγωμεν να
+κατοικήσωμεν εις το απέναντι μέρος του ποταμού Τανάιδος.
+
+116. Οι νεανίσκοι επείσθησαν και εις τούτο, και διαβάντες τον
+Τάναϊ ωδοιπόρησαν τριών μεν ημερών οδόν προς ανατολάς από του
+Τανάιδος, τριών δε προς βοράν από της Μαιώτιδος λίμνης. Φθάσαντες
+εις τούτο το μέρος, εις το οποίον κατοικούσι σήμερον,
+εγκατεστάθησαν εις αυτό. Έκτοτε δε αι γυναίκες των Σαυροματών
+διετήρησαν τα παλαιά έθιμα, θηρεύουσαι έφιπποι μετά των ανδρών των
+και άνευ αυτών, συχνάζουσαι εις τον πόλεμον και ενδυόμεναι ως οι
+άνδρες των.
+
+117. Οι Σαυρομάται ομιλούσι την Σκυθικήν γλώσσαν αναμιγνύοντες
+ανέκαθεν εις αυτήν σολοικισμούς, επειδή αι Αμαζόνες ποτέ δεν την
+έμαθον καλώς. Ο δε νόμος των γάμων είναι τοιούτος· ουδεμία
+παρθένος νυμφεύεται πριν φονεύση άνδρα πολέμιον. Τινές δε
+γηράσκουσι χωρίς να νυμφευθώσι, μη δυνηθείσαι να εκπληρώσωσι τον
+νόμον.
+
+118. Έφθασαν λοιπόν οι απεσταλμένοι των Σκυθών καθ' ην στιγμήν οι
+βασιλείς των εθνών τούτων ήσαν συναθροισμένοι και τοις είπον ότι
+οι Πέρσαι, αφού υπέταξαν όλην την άλλην ήπειρον, εγεφύρωσαν τον
+Βόσπορον, ότι διέβησαν εις την ήπειρον ταύτην, ότι υπέταξαν τους
+Θράκας και εγεφύρωσαν τον Ίστρον ποταμόν, και ότι ο βασιλεύς των
+θέλει να καθυποτάξη και όλα αυτά τα μέρη. «Εμείς λοιπόν,
+προσέθηκαν, μη θελήσετε κατ' ουδένα τρόπον να μείνετε αδιάφοροι
+και να μας αφήσετε να καταστραφώμεν, αλλ' ενούμενοι ας
+αντιταχθώμεν από κοινού κατά του επερχομένου πολεμίου. Δεν θα
+πράξετε τούτο; τότε ημείς πιεζόμενοι ή θα εγκαταλείψωμεν την
+χώραν, ή μένοντες θα παραδοθώμεν διά συνθήκης, διότι τι δυνάμεθα
+να πράξωμεν εάν δεν θελήσετε να μας βοηθήσετε; Αλλά τότε δεν θα
+πάθετε και υμείς ολιγώτερα, επειδή ο Πέρσης ήλθεν ου μόνον δι'
+ημάς αλλά και διά σας, ουδέ αφού καταστρέψη ημάς θα σας αφήση
+ησύχους. Μέγα δε μαρτύριον των λόγων τούτων είναι το εξής· εάν ο
+Πέρσης εξεστράτευε καθ' ημών μόνων θέλων να μας εκδικηθή διά την
+προλαβούσαν δούλωσιν, έπρεπε να στρατεύση μόνον καθ' ημών και να
+αφήση όλους τους άλλους· τότε τωόντι ήθελε δείξει σαφώς ότι μόνον
+κατά των Σκυθών ελαύνει και ουχί κατά των άλλων· αλλ' άμα διέβη
+εις την ήπειρον ταύτην, υπέταξεν όλους τους λαούς όσους εύρεν
+εμπρός του. Υπέταξε δε και τους άλλους Θράκας, και τους
+πλησιεστάτους γείτονας μας Γέτας»
+
+119. Ταύτα ειπόντων των Σκυθών, συνεσκέπτοντο οι εκ διαφόρων εθνών
+ελθόντες βασιλείς και αι γνώμαι αυτών διηρέθησαν. Ο μεν Γελωνός, ο
+Βουδίνος και ο Σαυρομάτης, ενωθέντες υπεσχέθησαν να βοηθήσωσι τους
+Σκύθας· ο δε Αγάθυρσος, ο Νευρός, ο Ανδροφάγος και οι βασιλείς των
+Μελαγχλαίνων και των Ταύρων απεκρίθησαν εις τους απεσταλμένους τα
+εξής «Εάν δεν ηδικείτε πρότερον τους Πέρσας και δεν ηρχίζατε
+πρώτοι τον πόλεμον, θα εφαίνεσθε ότι ομιλείτε ορθώς ζητούντες αυτά
+τα οποία ζητείτε, και ημείς ακούοντες όσα είπατε ηθέλομεν σας
+βοηθήσει· αλλ' υμείς εισεβάλετε εις την γην των άνευ ημών και
+εβασιλεύσατε επί των Περσών εφ' όσον χρόνον σας επέτρεψε τούτο ο
+θεός, σήμερον δε εκείνοι, παρακινούμενοι υπό του αυτού θεού, σας
+αποδίδουσι τα ίσα. Ημείς δε και τότε δεν τους ηδικήσαμεν, και τώρα
+θα προσπαθήσωμεν να μη τους αδικήσωμεν πρώτοι. Εάν όμως ο βασιλεύς
+των έλθη και κατά της ιδικής μας γης και αρχίση να μας αδική, τότε
+και ημείς δεν θα μείνωμεν αργοί, καθότι φρονούμεν ότι οι Πέρσαι
+δεν ήλθον καθ' ημών αλλά κατά των αιτίων της εις αυτούς γενομένης
+αδικίας.»
+
+120. Μαθόντες την απόκρισιν ταύτην οι Σκύθαι, παρητήθησαν μεν
+πάσης μάχης φανεράς, επειδή δεν συνεμάχησαν μετ' αυτών όλοι,
+απεφάσισαν δε να αναχωρήσωσι λαμβάνοντες τα ποίμνιά των, να
+συγχώνωσι κατά την πορείαν των τα φρέατα και τας κρήνας, να
+καταπατώσι την χλόην της γης και να διαιρεθώσιν εις δύο σώματα.
+Και το μεν έν, του οποίου αρχηγός ήτο ο Σκώπασις, διετάχθη να
+πλησιάση τους Σαυρομάτας, να προσκαλέση αυτούς εν περιπτώσει καθ'
+ην ο Πέρσης ήθελε λάβει αυτήν την διεύθυνσιν, και να φύγη κατ'
+ευθείαν προς τον Τάναϊν παραπορευόμενος την Μαιώτιδα λίμνην· να
+επιπίπτη δε εξ εναντίας κατ' αυτού οσάκις υποχωρή και να τον
+καταδιώκη. Αύτη ήτο η πρώτη μοίρα των βασιλικών Σκυθών ήτις
+διετάχθη να ακολουθήση την οδόν την οποίαν περιέγραψα. Το δεύτερον
+σώμα (ήτοι αι δύο άλλαι μοίραι των βασιλικών Σκυθών, η μεγάλη της
+οποίας άρχων ήτο ο Ιδάνθυρσος και η τρίτη της οποίας άρχων ήτο ο
+Τάξακις, ηνωμέναι μετά των Γελωνών και των Βουδίνων) διετάχθη να
+μένη πάντοτε μακράν από τους Πέρσας μιας ημέρας οδόν και να τους
+αποπλανά υποχωρόν και πράττον τα συμφωνηθέντα. Και πρώτον μεν να
+τους φέρη κατ' ευθείαν εις τας χώρας εκείνων οίτινες απεποιήθησαν
+την συμμαχίαν των διά να περιπλέξη και τούτους εις τον πόλεμον·
+και εάν εκουσίως δεν εδέχθησαν να πολεμήσωσι τους Πέρσας, να
+αναγκασθώσι τουλάχιστον διά του μέσου τούτου να επιχειρήσωσι τον
+πόλεμον. Κατόπιν διετάχθη το σώμα τούτο να εισέλθη πάλιν εις την
+χώραν και να πολεμήση τους Πέρσας εάν κρίνη την περίστασιν
+αρμοδίαν.
+
+121. Ταύτα αποφασίσαντες οι Πέρσαι [-»Σκύθες] εξήλθον εις απάντησιν
+των στρατευμάτων του Δαρείου, αποστείλαντες ως προδρόμους τους
+αρίστους των ιππέων. Τας δε αμάξας, εις τας οποίας διαιτώντο τα
+τέκνα και αι γυναίκες όλαι, όλα τα ζώα πλην εκείνων τα οποία ήσαν
+αναγκαία διά τροφήν, τόσα αφήσαντες, έπεμψαν τα άλλα ομού με τας
+αμάξας παραγγείλαντες να διευθυνθώσι προς βοράν.
+
+122. Ταύτα λοιπόν επέμφθησαν εμπρός, οι πρόδρομοι δε των Σκυθών
+συνήντησαν τους Πέρσας απέχοντας τριών ημερών οδόν από του Ίστρου.
+Και ούτοι μεν ευρόντες τούτους εστρατοπεδεύσαντο εις απόστασιν
+οδού μιας ημέρας και κατέστρεψαν τα φυτά της γης, οι δε Πέρσαι άμα
+είδον ότι ενεφανίσθη το ιππικόν των Σκυθών, εκίνησαν εναντίον των
+και ηκολούθουν τα ίχνη αυτών υποχωρούντων· έπειτα δε (επειδή οι
+Σκύθαι διευθύνθησαν προς την πρώτην μοίραν) τους εδίωκον φεύγοντας
+προς ανατολάς και προς τον Τάναϊν. Οι Σκύθαι έφθασαν τον ποταμόν
+τούτον και τον διέβησαν· οι Πέρσαι τον διέβησαν και αυτοί και τους
+κατεδίωκον εις την άλλην όχθην. Αμφότεροι δε, διεξελθόντες την
+χώραν των Σαυροματών, έφθασαν εις την των Βουδίνων.
+
+123. Ενόσω οι Πέρσαι επορεύοντο διά μέσου της Σκυθικής και της
+Σαυρομάτιδος χώρας δεν είχον τίποτε να καταστρέψωσι, της χώρας
+ούσης χέρσου, εισελθόντες όμως εις την των Βουδίνων, εύρον την
+ξυλίνην πόλιν την οποίαν κενώσαντες οι κάτοικοι από όλα τα
+πράγματα είχον εγκαταλίπει, ενέπρησαν αύτην. Τούτο δε πράξαντες,
+επανέλαβον την καταδίωξιν μέχρις ου διήλθον την χωράν των Βουδίνων
+και έφθασαν εις την έρημον όπου ουδεμία φυλή ανθρωπίνη κατοικεί
+και ήτις εκτείνεται επί επτά ημερών οδόν. Ανωτέρω της ερήμου
+ταύτης οικούσιν οι Θυσσαγέται, και εκ του τύπου τούτου ρέουσι
+τέσσαρες μεγάλοι ποταμοί οίτινες, διερχόμενοι διά των Μαιωτών,
+χύνονται εις την λίμνην την καλουμένων Μαιώτιδα, και των οποίων τα
+ονόματα είναι Λύκος, Όαρος, Τάναϊς και Σύργις.
+
+124. Όταν ο Δαρείος ήλθεν εις την έρημον διέκοψε την πορείαν του
+και παρέταξε τον στρατόν του εις τας όχθας του ποταμού Οάρου.
+Τούτο πράξας έκτισεν οκτώ τείχη μεγάλα απέχοντα απ' αλλήλων
+εξίσου, ήτοι εξήκοντα ακριβώς στάδια, των οποίων τα ερείπια
+εσώζοντο έτι εις την εποχήν μου. Ενώ δε ησχολείτο εις τας εργασίας
+ταύτας, οι Σκύθαι τους οποίους είχε καταδιώξει καταβάντες εκ των
+άνω εισήλθον διά περιστροφής εις την χώραν των. Εγένοντο λοιπόν
+εντελώς άφαντοι, και επειδή δεν παρουσιάζοντο πλέον ενώπιόν του, ο
+Δαρείος τα μεν τείχη εκείνα αφήκεν ημιτελή, αυτός δε υποστρέψας
+διευθύνθη προς δυσμάς, νομίζων ότι όλοι αυτοί ήσαν Σκύθαι και ότι
+έφευγον προς το μέρος εκείνο.
+
+125. Ταχύνων την πορείαν επανεύρε τας δύο μοίρας των Σκυθών εις
+την Σκυθικήν. Ήρχισε λοιπόν πάλιν να τους καταδιώκη, αλλ' αυτοί,
+απέχοντες πάντοτε απ' αυτού μιας ημέρας οδόν, υπεχώρουν. Και
+επειδή ο Δαρείος δεν παρητείτο της καταδιώξεως, οι Σκύθαι κατά το
+σχέδιόν των έφευγον προς την γην των αρνηθέντων την συνδρομήν των
+και πρώτον ήλθον εις την γην των Μελαγχλαίνων. Αφού δε εισελθόντες
+εις αυτήν, τους ετάραξαν και οι Σκύθαι και οι Πέρσαι, οι Σκύθαι
+έφερον τους Πέρσας εις τους τόπους των Ανδροφάγων. Ταραχθέντων δε
+και τούτων, εισήλθον εις τους Νευρούς. Ταρασσομένων δε και τούτων,
+υποχωρούντες οι Σκύθαι έφθασαν εις τους Αγαθύρσους. Οι δε
+Αγάθυρσοι βλέποντες τους ομόρους των φεύγοντας ένεκα των Σκυθών
+και ταραττομένους, έπεμψαν κήρυκα προς τους Σκύθας και τοις
+απηγόρευσαν να διέλθωσι τα σύνορα, απειλούντες ότι εάν
+αποπειραθώσι τούτο, θα έχωσι πρώτον να πολεμήσωσι με αυτούς. Ταύτα
+μηνύσαντες οι Αγάθυρσοι έδραμον ένοπλοι εις τα μεθόρια, απόφασιν
+έχοντες να αποκρούσωσι την εισβολήν, ενώ οι Μελάγχλαινοι, οι
+Ανδροφάγοι και οι Νευροί, άμα οι Πέρσαι καταδιώκοντες τους Σκύθας
+εισήλθον εις τα μέρη των, λησμονήσαντες τας προηγουμένας απειλάς,
+έφυγον τεταραγμένοι εις την έρημον προς βοράν. Οι δε Σκύθαι εις
+μεν τους Αγαθύρσους απαγορεύσαντας δεν εισήλθον, αλλ' εξελθόντες
+εκ της χώρας των Νευρών έσυραν τους Πέρσας εις την ιδικήν των
+χώραν.
+
+126. Επειδή δε τούτο εξηκολούθει επί πολύν χρόνον, ο Δαρείος
+έπεμψεν ιππέα προς τον βασιλέα των Σκυθών Ιδάνθυρσον και είπε τα
+εξής· «Ω κάκιστε άνθρωπε, διατί φεύγεις πάντοτε, ενώ από σου
+εξαρτάται να πράξης έν εκ των δύο; Νομίζεις ότι είσαι ικανός να
+εναντιωθής εις την δύναμίν μου; στήθι, παύσον να πλανάσαι και
+πολέμησον. Αναγνωρίζεις ότι είσαι ασθενέστερος; παύσον πάλιν αυτήν
+την περιπλάνησιν και φέρε εις τον δεσπότην σου χώμα και ύδωρ·
+έπειτα διαπραγματευόμεθα;»
+
+127. Εις ταύτα ο βασιλεύς των Σκυθών Ιδάνθυρσυς απεκρίθη· «Ούτως
+έχουσι τα κατ' εμέ, ω Πέρσα· εγώ ακόμη δεν έφυγα φοβηθείς κανένα
+άνθρωπον, ούτε πρότερον ούτε τώρα φεύγω σε· ούτε πράττω σήμερον
+άλλο παρ' ό,τι πράττω συνήθως και εν ειρήνη. Διατί δε δεν σε
+πολεμώ αμέσως, θα σοι το είπω. Ημείς ούτε πόλεις έχομεν ούτε γαίας
+καλλιεργημένας ώστε φοβηθέντες μήπως τας κυριεύσης ή τας διαρπάσης
+να σπεύσωμεν να σε πολεμήσωμεν. Εάν εν τούτοις θέλης αφεύκτως
+πόλεμον, έχομεν τους τάφους των πατέρων μας· υπάγετε, εύρετε
+αυτούς, δοκιμάσατε να τους πειράξετε, και τότε θα ιδήτε εάν θα
+πολεμήσωμεν διά τους τάφους τούτους ή εάν δεν θα πολεμήσωμεν. Προ
+τούτου, άνευ αιτίας δεν θα συμπλακώμεν μετά σου. Και περί μεν της
+μάχης αρκούσι ταύτα, δεσπότας μου δε εγώ νομίζω μόνον τον Δια τον
+προπάτορά μου και την Εστίαν την βασίλισσαν των Σκυθών. Αντί δε να
+σοι δώσω χώμα και ύδωρ, θα σοι πέμψω δώρα αρμόδια να σοι
+προσφερθώσι, και αντί του λόγου τον οποίον με είπες ότι είσαι
+δεσπότης μου, σοι λέγω να κλαύσης.» Με ταύτα αναλογούσιν όσα είπον
+οι Σκύθαι.
+
+128. Ο μεν κήρυξ λοιπόν ανεχώρησε διά να αναγγείλη ταύτα εις τον
+Δαρείον, οι δε βασιλείς των Σκυθών αφού ήκουσαν το όνομα της
+δουλείας επλήσθησαν οργής. Και την μεν υπό τον Σκώπασιν μοίραν
+μετά των Σαυροματών πέμπουσι προς τους Ίωνας τους φυλάσσοντας την
+γέφυραν του Ίστρου διά να έλθη εις ομιλίαν με αυτούς, οι δε
+υπολειπόμενοι του στρατού απεφάσισαν να μη πλανώσι πλέον τους
+Πέρσας, αλλά να επιπίπτωσι κατ' αυτών οσάκις εκάθηντο διά να
+φάγωσιν. Όταν λοιπόν έβλεπον τους στρατιώτας του Δαρείου
+καθημένους διά να φάγωσιν, έπραττον τα αποφασισθέντα. Και το μεν
+ιππικόν των Σκυθών πάντοτε έτρεπεν εις φυγήν το ιππικόν των
+Περσών, οι δε ιππείς των Περσών φεύγοντες κατέφευγαν εις το πεζόν·
+οι δε Σκύθαι αφού έτρεπον το ιππικόν υπέστρεφον φοβούμενοι τον
+πεζόν στρατόν. Τοιαύτας προσβολάς έκαμνον οι Σκύθαι και κατά τας
+νύκτας.
+
+129. Θα αναφέρω ενταύθα παράδοξόν τι το οποίον εβοήθει τους Πέρσας
+και έβλαπτε τους Σκύθας ότε επέπιπτον κατά του στρατοπέδου του
+Δαρείου· τούτο ήτο η φωνή των όνων και η θέα των ημιόνων, διότι
+εις την Σκυθίαν δεν γεννώνται μήτε ημίονοι μήτε όνοι, ως εφανέρωσα
+προηγουμένως, ουδέ ευρίσκεται παντελώς εις την χώραν όλην ή όνος ή
+ημίονος ένεκα του ψύχους. Οι όνοι λοιπόν αγχωμένοι ετάραττον το
+ιππικόν των Σκυθών, και πολλάκις, ότε οι Σκύθαι ώρμων κατά των
+Περσών, οι ίπποι ακούοντες την φωνήν των όνων, εταράσσοντο και
+έστρεφον οπίσω εκπληττόμενοι και ορθούντες τα ώτα των, ως ίπποι μη
+ακούσαντες άλλοτε τοιαύτην φωνήν μήτε ιδόντες τοιαύτας μορφάς.
+Αλλά τούτο ήκιστα εμπόδιζε τον πόλεμον.
+
+130. Εν τούτοις οι Σκύθαι βλέποντες τους Πέρσας θορυβουμένους
+εμηχανεύθησαν τα εξής διά να τους κρατήσωσι περισσότερον εις την
+Σκυθίαν, όπως βλάπτωνται παραμένοντες και στερούμενοι των πάντων.
+Αφίνοντες ζώα τινα μετά των βοσκών, έφευγον εις άλλο μέρος· οι δε
+Πέρσαι επερχόμενοι ελάμβανον τα ζώα και εμεγαλοφρόνουν διά το
+κατόρθωμα τούτο.
+
+131. Επειδή δε πολλάκις εγένετο το στρατήγημα τούτο, τέλος ο
+Δαρείος περιήλθεν εις μεγάλην απορίαν. Οι βασιλείς των Σκυθών
+μαθόντες τούτο έπεμψαν κήρυκα φέροντα δώρα εις τον Δαρείον έν
+πτηνόν, ένα μυν, ένα βάτραχον και πέντε βέλη. Οι Πέρσαι ηρώτησαν
+τον φέροντα τα δώρα ποίαν έννοιαν είχον τα διδόμενα, εκείνος δε
+απεκρίνετο ότι ουδέν άλλο εγίνωσκεν ή να τα δώση και να αναχωρήση
+τάχιστα· προσέθετε δε ότι εάν ήσαν σοφοί άνθρωποι οι Πέρσαι, αυτοί
+έπρεπε να εννοήσωσι τι εσήμαινον τα δώρα. Ταύτα ακούσαντες οι
+Πέρσαι συνεσκέπτοντο.
+
+132. Και η μεν γνώμη του Δαρείου ήτο ότι οι Σκύθαι παραδίδονται
+εις αυτόν και τω προσφέρουσι χώμα και ύδωρ, εικάζων τούτο εκ του
+ότι ο μεν μυς γεννάται εντός της γης και τρώγει τους αυτούς
+καρπούς με τον άνθρωπον, ο δε βάτραχος γεννάται εις το ύδωρ, το δε
+πτηνόν ομοιάζει τα μάλιστα με τον ίππον, τα δε βέλη ότι
+παραδίδουσι την δύναμίν των. Αύτη ήτο η γνώμη του Δαρείου, εναντία
+όμως ήτο η του Γωβρύου ενός των επτά ανδρών των φονευσάντων τον
+μάγον, όστις έλεγεν ότι τα δώρα εσήμαινον· «Ω Πέρσαι, εάν δεν
+γίνετε πτηνά και να πετάξετε εις τον ουρανόν, ή μύες διά να
+κρυβήτε υπό την γην, ή βάτραχοι διά να πηδήσετε εις τας λίμνας,
+δεν θα επιστρέψετε οπίσω αλλά θα πέσετε υπό τα βέλη ταύτα.»
+
+133. Οι μεν Πέρσαι ούτως εξήγουν τα δώρα, η δε μοίρα των Σκυθών
+εκείνη ήτις εξ αρχής είχε την εντολήν να φυλάττη την Μαιώτιδα
+λίμνην και ήτις κατ' εκείνην την στιγμήν είχεν αναχωρήσει διά να
+έλθη εις λόγους με τους επί του Ίστρου Ίωνας, έφθασεν εις την
+γέφυραν. Άμα δε έφθασεν, είπε ταύτα· «Άνδρες Ίωνες, ερχόμεθα να
+σας φέρωμεν την ελευθερίαν, εάν θέλετε να μας ακούσετε. Ηξεύρομεν
+ότι ο Δαρείος σας διέταξε να φυλάττετε την γέφυραν ταύτην εξήκοντα
+μόνον ημέρας, επιτρέπων υμίν να αναχωρήσετε εις την χώραν σας εάν
+εν τούτω τω μεταξύ δεν επιστρέψη. Τώρα λοιπόν εάν πράξετε ως σας
+λέγομεν, ούτε εκείνος θα δυνηθή να σας μεμφθή ούτε ημείς· επειδή
+παρεμείνατε τας διωρισμένας ημέρας, αναχωρήσατε πλέον.» Και οι μεν
+Σκύθαι, επειδή οι Ίωνες υπεσχέθησαν να πράξωσι τούτο, έσπευσαν να
+αναχωρήσωσιν όσον τάχιστα.
+
+134. Μετά δε τα δώρα τα σταλέντα εις τον Δαρείον οι μείναντες
+Σκύθαι, πεζόν και ιππικόν, αντετάχθησαν διά να πολεμήσωσι τους
+Πέρσας. Ενώ δε ήσαν παρατεταγμένοι οι Σκύθαι, διέσχισε τας τάξεις
+αυτών λαγός. Τούτου φανέντος όλοι έσπευσαν προς καταδίωξιν του.
+Επειδή δε εγίνετο ταραχή και βοή μεγάλη, ηρώτησεν ο Δαρείος την
+αιτίαν δι' ην εθορύβουν οι αντιπαρατεταγμένοι πολέμιοι. Μαθών δε
+ότι εδίωκον τον λαγόν, είπε προς εκείνους με τους οποίους
+συνείθιζε να ομιλή· «Οι άνθρωποι ούτοι πολύ μας καταφρονούσι και
+νομίζω ότι ο Γωβρύας πολύ καλώς εξήγησε τα δώρα των. Επειδή λοιπόν
+και εγώ κρίνω ότι ούτως έχουσι τα πράγματα, είναι ανάγκη να
+σκεφθώμεν καλώς περί της ασφαλούς επιστροφής μας.» Προς ταύτα ο
+Γωβρύας είπεν· «Ω βασιλεύ, εγώ και εξ ακοής μεν ήξευρον την
+πτωχείαν των ανθρώπων τούτων, αφότου όμως ήλθον έμαθον
+περισσότερα, βλέπων αυτούς να μας εμπαίζωσι. Φρονώ λοιπόν, άμα
+επέλθη η νυξ, να ανάψωμεν τα πυρά μας όπως εσυνειθίζαμεν να
+πράττωμεν, να απατήσωμεν τους στρατιώτας όσοι είναι ασθενέστατοι
+εις τας ταλαιπωρίας, να δέσωμεν όλους τους όνους και να
+αναχωρήσωμεν πριν οι Σκύθαι προχωρήσωσιν εις τον Ίστρον και κόψωσι
+την γέφυραν, ή οι Ίωνες πράξωσί τι το οποίον ειμπορεί να μας
+αφανίση.» Ο μεν Γωβρύας ταύτα συνεβούλευσεν.
+
+135. Αφού δε εγένετο νυξ, ο Δαρείος ηκολούθησε την συμβουλήν
+ταύτην· αφήκεν εις το στρατόπεδον τους ασθενείς στρατιώτας και
+εκείνους των οποίων η απώλεια δεν θα ήτο επαισθητή· αφήκεν επίσης
+και τους όνους δεδεμένους. Αφήκε δε τους όνους και τους ασθενείς
+διά την εξής αιτίαν· τους όνους διά να κάμνωσι βοήν, τους δε
+ανθρώπους διά την ασθένειάν των, μεταχειρισθείς όμως την πρόφασιν
+ότι αυτός μεν μετά του υγιούς στρατού έμελλον να επιτεθώσι κατά
+των Σκυθών, αυτοί δε να φυλάττωσι το στρατόπεδον κατ' αυτό το
+διάστημα. Ταύτα παραγγείλας ο Δαρείος εις τους υπολειπομένους και
+ανάψας πυρά, διευθύνθη ταχέως προς τον Ίστρον. Μείναντες δε μόνοι
+οι όνοι, τόσον μάλλον εφώναζον ένεκα τούτου, και οι Σκύθαι
+ακούοντες τας φωνάς αυτών πληρούσας, όλην την χώραν, ενόμιζον ότι
+οι Πέρσαι ήσαν εκεί ακόμη.
+
+136. Ημέρας γενομένης, εννοήσαντες οι υπολειφθέντες ότι τους
+επρόδοσεν ο Δαρείος, έτεινον τας χείρας εις τους Σκύθας και τοις
+διηγήθηκαν τα συμβαίνοντα. Άμα ήκουσαν ταύτα οι Σκύθαι ήνωσαν
+αμέσως τας δύο μοίρας, παρέλαβον μεθ' εαυτών τους Σαυρομάτας, τους
+Βουδίνους και τους Γελωνούς και κατεδίωκον τους Πέρσας κατ'
+ευθείαν προς τον Ίστρον. Επειδή όμως το Περσικόν στράτευμα
+συνέκειτο κατά το πλείστον εκ πεζικού και δεν εγνώριζε τας οδούς
+καθότι αύται δεν ήσαν τετμημέναι, οι δε Σκύθαι ήσαν όλοι ιππείς
+και εγνώριζον τας συντομωτέρας οδούς, δεν απηντήθησαν, αλλ' οι
+Σκύθαι επρόλαβον και έφθασαν εις την γέφυραν πολύ προ των Περσών.
+Ιδόντες δε ότι οι Πέρσαι δεν είχον φθάσει ακόμη, είπον προς τους
+Ίωνας όντας εις τα πλοία των· «Άνδρες Ίωνες, και ο αριθμός των
+ημερών σας παρήλθε και άδικον κάμνετε μένοντες εδώ ακόμη. Επειδή
+όμως μέχρι τούδε εμείνατε υπό φόβου, τώρα λύσατε την γέφυραν,
+αναχωρήσατε τάχιστα χαρήτε διά την ελευθερίαν σας και
+ευχαριστήσατε τους θεούς και τους Σκύθας. Όσον αφορά εκείνον όστις
+πρότερον ήτο δεσπότης σας, ημείς θα τον διορθώσωμεν ούτως ώστε να
+μη δύναται πλέον να εκστρατεύση κατ' ουδενός έθνους.»
+
+137. Ταύτα ακούσαντες οι Ίωνες συνεσκέπτοντο. Και του μεν
+Μιλτιάδου του Αθηναίου, στρατηγού και τυράννου των εν τω
+Ελλησπόντω χερσονησιτών, η γνώμη ήτο να πεισθώσιν εις τους λόγους
+των Σκυθών και να ελευθερώσωσι την Ιωνίαν, του δε Ιστιαίου του
+Μιλησίου η γνώμη ήτο εναντία· ούτος έλεγεν ότι τώρα μεν ένεκα του
+Δαρείου έκαστος αυτών ήτο τύραννος μιας πόλεως· καταστρεφομένης
+όμως της δυνάμεως του Δαρείου, ούτε αυτός θα ηδύνατο πλέον να
+κυβερνά τους Μιλησίους ούτε άλλος τις άλλην τινά πόλιν, καθότι
+εκάστη πόλις θα ζητήση να δημοκρατήται μάλλον ή να τυραννεύεται.
+Αίφνης όλοι εκείνοι όσοι πρότερον είχον παραδεχδή την γνώμην του
+Μιλτιάδου, συνετάχθησαν με την γνώμην του Ιστιαίου.
+
+138. Οι δε δόντες την ψήφον των, οίτινες και μεγάλην υπόληψιν
+έχαιρον παρά τω βασιλεί, ήσαν οι τύραννοι των Ελλησποντίων Δάφνις
+ο Αβυδηνός, Ίπποκλος ο Λαμψακηνός, Ηρόφαντος ο Παριηνός,
+Μητρόδωρος ο Προκοννήσιος, Αρισταγόρας ο Κυζικηνός και Αρίστων ο
+Βυζάντιος. Και ούτοι μεν ήσαν εκ του Ελλησπόντου, εκ δε της Ιωνίας
+ήσαν Στράττις ο Χίος, Αιάκης ο Σάμιος, Λαοδάμας ο Φωκαιεύς και
+Ιστιαίος ο Μιλήσιος ούτινος η ψηφοφορηθείσα γνώμη ήτο εναντία της
+του Μιλτιάδου. Εκ δε των Αιολέων ο μόνος σημαίνων ήτο ο Κυμαίος
+Αρισταγόρας.
+
+139. Ούτοι λοιπόν, αφού παρεδέχθησαν την γνώμην του Ιστιαίου,
+απεφάσισαν να πράξωσι και να είπωσι τα εξής· να λύσωσι το μέρος
+της γεφύρας το προς τους Σκύθας, να το λύσωσι δε εις όσον διάστημα
+δύναται να φθάση βέλος, ίνα, φαινόμενοι ότι πράττουσί τι χωρίς να
+πράττωσι τίποτε, εμποδίσωσι τους Σκύθας να μεταχειρισθώσι βίαν και
+διαβώσι τον Ίστρον διά της γεφύρας. Λύοντες δε το με την Σκυθικήν
+συνεχόμενον μέρος της γεφύρας να είπωσιν ότι θα πράξωσι παν ό,τι
+δύνανται διά να ευχαριστήσωσι τους Σκύθας. Ταύτα μεν προσέθησαν
+εις την γνώμην του Ιστιαίου, έπειτα δε ο Ιστιαίος απεκρίθη εξ
+ονόματος όλων τα εξής· «Ω Σκύθαι, ήλθετε φέροντες εις ημάς αγαθάς
+συμβουλάς, και εσπεύσατε εγκαίρως. Καθώς δε ό,τι επράξατε
+αποβλέπει εις όφελος ημών, ούτω και ημείς σας υπηρετούμεν κατά την
+επιθυμίαν σας· διότι, ως βλέπετε, και την γέφυραν αποσπώμεν, και
+πάσαν προθυμίαν θέλομεν καταβάλει, θέλοντες να ήμεθα ελεύθεροι.
+Ενώ όμως ημείς λύομεν την γέφυραν, καιρός είναι να ζητήσετε τους
+Πέρσας και να τους τιμωρήσετε καθώς πρέπει δι' όσας ύβρεις έκαμον
+εις ημάς και εις υμάς.»
+
+140. Οι δε Σκύθαι πιστεύσαντες και δευτέραν φορά τους Ίωνας ότι
+ωμίλουν ειλικρινώς υπέστρεψαν προς αναζήτησιν των Περσών, αλλ'
+επλανήθησαν όλως διόλου από την οδόν την οποίαν εκείνοι είχον
+λάβει. Αίτιοι δε τούτου εγένοντο αυτοί οι ίδιοι καταστρέψαντες τας
+βοσκάς των ίππων και συγχώσαντες τας πηγάς των υδάτων. Τωόντι εάν
+δεν έκαμναν τας ζημίας ταύτας, θα τοις ήτο εύκολον να εύρωσι τους
+Πέρσας όταν ήθελον· τώρα όμως το μέτρον εκείνο το οποίον
+προηγουμένως ενόμισαν ως συμφερώτατον, απέβη εις αυτούς βλαβερόν.
+Και αφ' ενός μεν οι Σκύθαι εζήτουν τους πολεμίους εις τα μέρη της
+χώρας όπου υπήρχον ακόμη βοσκαί και ύδωρ, εικάζοντες ότι ο Δαρείος
+διά τούτων των μερών θα έφευγεν· αφ' ετέρου δε οι Πέρσαι,
+παρατηρούντες τα ίχνη της προτέρας των οδοιπορίας, επέστρεφον διά
+της αυτής οδού ην είχον χαράξει προηγουμένως, και πάλιν μόλις
+κατώρθωσαν να φθάσωσιν εις την γέφυραν. Επειδή δε ότε έφθασαν ήτο
+νυξ και εύρον την γέφυραν λελυμένην, εφοβήθησαν υπερβολικά μήπως
+τους εγκατέλιπον οι Ίωνες.
+
+141. Πλησίον του Δαρείου ήτο Αιγύπτιος τις έχων φωνήν δυνατωτάτην
+από όλους τους ανθρώπους. Αυτόν τον άνθρωπον διέταξεν ο Δαρείος να
+σταθή εις την όχθην του Ίστρου και να καλέση τον Μιλήσιον
+Ιστιαίον. Και ούτος μεν έπραξε ταύτα, ο δε Ιστιαίος ακούσας εις το
+πρώτον κέλευμα έφερεν όλα τα πλοία διά να διαπορθμεύσωσι τον
+στρατόν, και έζευξε την γέφυραν.
+
+142. Τοιουτοτρόπως οι Πέρσαι διέφυγον, οι δε Σκύθαι ζητούντες
+αυτούς απέτυχον και εκ δευτέρου και είπον περί των Ιώνων ότι εάν
+μεν τους θεωρήση τις ως ελευθέρους, είναι οι μάλλον άνανδροι και
+οι μάλλον ουτιδανοί από όλους τους ανθρώπους, εάν δε τους θεωρήση
+ως δούλους, είναι ανδράποδα φιλοδέσποτα ουδεμίαν διάθεσιν έχοντα
+να ελευθερωθώσι. Τοιαύτας μομφάς επιρρίπτουσιν οι Σκύθαι κατά των
+Ιώνων.
+
+143. Ο δε Δαρείος, πορευόμενος διά της Θράκης, έφθασεν εις την
+Σηστόν της Χερσονήσου· εντεύθεν αυτός μεν διέβη μετά των πλοίων
+εις την Ασίαν, εν τη Ευρώπη δε κατέλιπε στρατηγόν τον Πέρσην
+Μεγάβαζον τον οποίον ποτε ετίμησε μεγάλως ειπών ενώπιον των Περσών
+τον εξής λόγον. Ενώ ο Δαρείος ελάμβανε ρόδια και ήνοιγεν έν διά να
+το φάγη, ο αδελφός του Αρτάβανος τον ηρώτησε τι επεθύμει να είχε
+τόσον πλήθος όσοι ήσαν οι κόκκοι του ροδίου· τότε ο βασιλεύς
+απεκρίθη· «Προτιμώ να έχω τόσους Μεγαβάζους παρά την Ελλάδα
+υπήκοον.» Και ενώπιον μεν των Περσών με τοιούτους λόγους τον
+ετίμα· τότε δε τον άφησε στρατηγόν με ογδοήκοντα χιλιάδας άνδρας
+εκ του στρατού.
+
+144. Ο Μεγάβαζος ούτος ένεκα των εξής λόγων τους οποίους είπε
+κατέλιπεν αθάνατον μνήμην εις τους Ελλησποντίους. Ευρίσκετο εις το
+Βυζάντιον όταν είπον ενώπιόν του ότι οι Καλχηδόνιοι ίδρυσαν
+αποικίαν εν τη χώρα δεκαεπτά έτη προ των Βυζαντίων. «Ήσαν λοιπόν
+τυφλοί, ανέκραξε· διότι αν δεν ήσαν τυφλοί, πώς εξέλεξαν τον
+ασχημότερον τόπον, ενώ ηδύναντο να κατοικίσωσι τον ωραιότερον;» Ο
+Μεγάβαζος λοιπόν αφεθείς στρατηγός εις την χώραν των Ελλησποντίων,
+υπέταξεν όλους τους μη μηδίζοντας.
+
+145. Και ούτος μεν ταύτα έπραττε· κατά τον αυτόν δε χρόνον εγένετο
+μεγάλη αποστολή άλλου στρατού κατά της Λιβύας υπό την πρόφασιν την
+οποίαν θα είπω αφού διηγηθώ προηγουμένως τα εξής. Οι απόγονοι των
+Αργοναυτών, διωχθέντες εκ της Λήμνου υπό των Πελασγών, οίτινες
+είχον αρπάσει τας γυναίκας των Αθηναίων (55), έφθασαν διά θαλάσσης
+εις την Λακεδαίμονα, εστρατοπέδευσαν επί του όρους Ταϋγέτου και
+ήναψαν εκεί πυρά. Οι Λακεδαιμόνιοι τους είδον και έπεμψαν διά να
+τους ερωτήσωσι τινες και πόθεν ήσαν· εκείνοι δε απεκρίθησαν εις
+τον άγγελον όστις τους ηρώτα ότι ήσαν μεν Μινύαι, απόγονοι δε των
+μετά της Αργούς πλευσάντων ηρώων· καθότι οι ήρωες εκείνοι,
+προσορμισθέντες εις την Λήμνον, εγένννησαν αυτούς. Μαθόντες οι
+Λακεδαιμόνιοι ότι ήσαν εκ του γένους των Μινυών, έπεμψαν πάλιν διά
+να τους ερωτήσωσι την αιτίαν δι' ην ήλθον εις τον τόπον και ήναψαν
+πυρά. Εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι διωχθέντες υπό των Πελασγών ήλθον
+εις τους προγόνους των, ως είναι δίκαιον, και ότι ζητούσι να
+συγκατοικήσωσι μετ' αυτών, μετέχοντες των τιμών και λαμβάνοντες
+μερίδιά τινα γης. Οι Λακεδαιμόνιοι συγκατένευσαν να δεχθώσι τους
+Μινύας υπό τους όρους τούτους· εκείνο δε το οποίον τους παρεκίνησε
+να πράξωσιν ούτω, ήτο κυρίως ότι μετά των άλλων είχον συνεκπλεύσει
+διά της Αργούς και οι Τυνδαρίδαι. Τους εδέχθησαν λοιπόν, διένειμον
+εις αυτούς γαίας και τους διεμοίρασαν μεταξύ των φυλών. Αμέσως δε
+οι Μινύαι έλαβον γυναίκας Λακεδαιμονίας, δώσαντες εις άλλους
+εκείνας τας οποίας είχον φέρει εκ της Λήμνου.
+
+146. Δεν παρήλθεν όμως πολύς χρόνος και εφάνησαν αυθάδεις
+αξιούντες να μετάσχωσι της βασιλείας και πράττοντες και άλλα
+ανόσια. Τούτου ένεκα οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να τους
+φονεύσωσιν· όθεν τους συνέλαβαν και τους εφυλάκισαν. Οι δε
+Λακεδαιμόνιοι όσους έχουσι να φονεύσωσι τους φονεύουσι την νύκτα
+και ουδέποτε την ημέραν. Επειδή λοιπόν είχεν αποφασισθή να τους
+θανατώσωσιν, οι γυναίκες των Μινυών, ούσαι ασταί και θυγατέρες των
+πρώτων Σπαρτιατών, εζήτησαν την άδειαν να εισέλθωσιν εις την
+φυλακήν και να ομιλήση εκάστη μετά του ανδρός της. Οι δε
+Λακεδαιμόνιοι τας άφησαν να εισέλθωσι, μη υποπτεύσαντες παρ' αυτών
+δόλον τινά. Αύται όμως, άμα εισήλθον, έπραξαν τα εξής· δώσασαι εις
+τους άνδρας των όλα τα ενδύματα όσα εφόρουν, έλαβον τα των ανδρών.
+Οι Μινύαι, ενδεδυμένοι ως γυναίκες, εξήλθον και διαφυγόντες
+τοιουτοτρόπως εστρατοπέδευσαν πάλιν επί του Ταϋγέτου.
+
+147. Κατά τον αυτόν χρόνον ο Θήρας του Αυτεσίωνος, του Τισαεμνού,
+του Θερσάνδρου, του Πολυνείκους, ανεχώρησεν εκ Λακεδαίμονος με
+αποικίαν. Ήτο δε ο Θήρας ούτος Καδμείος την καταγωγήν και μητρικός
+θείος του Ευρυσθένους και του Προκλέους, υιών του Αριστοδήμου.
+Όντων δε των παίδων τούτων εισέτι ανηλίκων, ο Θήρας επετρόπευε την
+βασιλείαν της Σπάρτης. Ότε δε ηύξησαν οι ανεψιοί του και παρέλαβον
+την εξουσίαν, ο Θήρας δεινόν νομίζων να άρχεται υπό άλλων αφού
+εγεύσατο άπαξ της αρχής, είπεν ότι δεν μένει πλέον εις την
+Λακεδαίμονα, αλλά θ' αποπλεύση προς τους συγγενείς του. Ήσαν δε
+εις την νήσον την σήμερον καλουμένην Θήραν, ήτις άλλοτε εκαλείτο
+Καλλίστη, απόγονοι του Φοίνικος Μεμβλιάρου υιού του Ποικίλου·
+διότι ο Κάδμος του Αγήνορος, ζητών την Ευρώπην, είχε προσορμισθή
+εις την νήσον ταύτην την σήμερον καλουμένην Θήραν. Προσορμισθείς
+δε εκεί, είτε διότι τω ήρεσεν ο τόπος, είτε δι άλλην τινά αιτίαν,
+άφησεν εις την νήσον ταύτην Φοίνικάς τινας μεταξύ των οποίων και
+τον Μεμβλίαρον, ένα των συγγενών του. Ούτοι οι άνθρωποι, πριν έλθη
+ο Θήρας εκ της Λακεδαίμονος, κατώκουν εις την Καλλίστην επί οκτώ
+γενεάς ανθρώπων.
+
+148. Προς αυτούς λοιπόν ητοιμάζετο ν' απέλθη ο Θήρας παραλαβών
+λαόν εξ όλων των φυλών ουχί διά να τους εκπατρίση αλλά διά να
+συγκατοικήση και να σχετισθή μετ' αυτών. Επειδή δε και οι Μινύαι
+τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι ήθελον να φονεύσωσιν, αποδράντες εκ
+της φυλακής εκάθηντο εις τον Ταΰγετον, ο Θήρας παρεκάλεσε να τους
+συγχωρήσωσι διά να μη γίνη φόνος και ανεδέχετο να τους εξαγάγη της
+χώρας. Συγκατατεθέντων δε των Λακεδαιμονίων, έπλευσε μετά τριών
+τριακοντόρων προς τους απογόνους του Μεμβλιάρου, έχων μεθ' εαυτού
+ουχί όλους τους Μινύας, αλλ' ολίγους τινάς, καθότι οι περισσότεροι
+ετράπησαν προς τους Παρωρεάτας και τους Καύκωνας. Διώξαντες δε
+αυτούς από τας χώρας των, διήρεσαν εαυτούς εις έξ μοίρας και
+έπειτα έκτισαν τας πόλεις Λέπρεον, Μάκιστον, Φριξάς, Πύργον,
+Έπιον, Νούδιον. Τούτων τας περισσοτέρας κατέστρεψαν οι Ηλείοι επί
+της εποχής μου. Η δε νήσος επωνομάσθη Θήρα από τον οικιστήν.
+
+149. Ο υιός του δεν ηθέλησε να αναχωρήση μετ' αυτού, και ο πατήρ
+του είπεν ότι άφινε πρόβατον μεταξύ λύκων· εκ τούτου του λόγου ο
+νεανίσκος ωνομάσθη Οιόλυκος, και του χρόνου προϊόντος το όνομα
+τούτο επεκράτησεν. Εκ του Οιολύκου τούτου εγεννήθη ο Αιγεύς, από
+του οποίου έλαβον το όνομα οι Αιγείδαι, φυλή μεγάλη εν Σπάρτη.
+Επειδή δε δεν έζων τα τέκνα της φυλής ταύτης, κατά χρησμόν τινα
+έκτισαν ναόν εις τας Ερινύας του Λαΐου και του Οιδίποδος, και
+έκτοτε έζων τα τέκνα. Το αυτό συνέβαινε και εις την Θήραν εις τους
+από των ανδρών τούτων γενομένους παίδας.
+
+150. Μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως οι Λακεδαιμόνιοι και
+οι Θηραίοι συμφωνούσι· τα ακόλουθα όμως μόνον οι Θηραίαι λέγουσιν
+ότι συνέβησαν. Ο Γρίνος, υιός του Αισανίου, απόγονος ων του Θήρα
+τούτου και βασιλεύων εις την νήσον Θήραν, μετέβη εις τους Δελφούς
+διά να προσφέρη εξ ονόματος της πόλεως εκατόμβην. Πολλοί πολίται
+τον ηκολούθουν, μεταξύ δε άλλων και ο Βάττος ο υιός του
+Πολυμνήστου καταγόμενος από τον Εύφημον, ένα των Μινυών. Ενώ δε ο
+Γρίνος ο βασιλεύς των Θηραίων ηρώτα το μαντείον περί διαφόρων
+πραγμάτων, η Πυθία τω είπε να κτίση πόλιν εις την Λιβύαν. Τότε
+εκείνος απεκρίθη· «Εγώ μεν, ω άναξ, είμαι γέρων και ήδη βαρύς διά
+τοιαύτην επιχείρησιν, συ δε πρόσταξον τινά από τους νέους τούτους
+να πράξη τούτο.» Ταύτα λέγων εδείκνυε τον Βάττον. Και τότε μεν
+τούτο εγένετο· μετά την αναχώρησίν των δε δεν εσκέφθησαν πλέον
+περί του χρησμού, διότι ούτε την Λιβύαν εγνώριζον εις ποίον μέρος
+της γης ήτο, ούτε ετόλμων να πέμψωσιν αποικίαν εις μέρος άγνωστον.
+
+151. Επί επτά δε έτη μετά ταύτα δεν έβρεξεν εις την Θήραν, και
+κατ' αυτό το διάστημα όλα τα δένδρα εξηράνθησαν, πλην ενός. Τότε
+οι Θηβαίοι προσέδραμον εις το μαντείον, και η Πυθία τοις ενθύμισε
+την αποικίαν εις την Λιβύαν. Επειδή λοιπόν δεν υπήρχεν άλλο μέσον
+όπως αποφύγωσι το κακόν, πέμπουσιν εις Κρήτην αγγέλους διά να
+ερωτήσωσιν εάν τις των Κρητών ή των μετοίκων υπήγε ποτε εις την
+Λιβύαν. Περιερχόμενοι δε την Κρήτην οι άνθρωποι ούτοι έφθασαν εις
+την πόλιν Ίτανον όπου εγνωρίσθησαν με ένα πορφυροβαφέα ονόματι
+Κορώβιον, όστις τοις είπεν ότι παρασυρθείς υπό των ανέμων υπήγεν
+εις την Λιβύαν και εις την νήσον της Λιβύας Πλατέαν. Πείσαντες
+λοιπόν αυτόν με μισθόν τον έφερον εις την Θήραν· εκείθεν δε
+εξέπλευσαν κατά πρώτον ολίγοι πρόσκοποι, οίτινες αφού ωδηγήθησαν
+εις την νήσον ταύτην την Πλατέαν τον μεν Κορώβιον κατέλιπον εκεί
+με τροφάς πολλών μηνών, αυτοί δε επέστρεψαν τάχιστα διά να
+αναγγείλωσιν εις τους Θηραίους περί της νήσου.
+
+152. Επειδή δε αυτοί έμειναν εις την Θήραν πλειότερον του
+συμφωνηθέντος χρόνου, εις τον Κορώβιον ετελείωσαν τα πάντα. Μετά
+ταύτα πλοίον της Σάμου, του οποίου ναύκληρος ήτο ο Κωλαίος (56),
+πλέον προς την Αίγυπτον, ερρίφθη εις την νήσον ταύτην Πλατέαν·
+μαθόντες δε οι Σάμιοι παρά του Κορωβίου διατί ευρίσκετο εκεί, τω
+άφησαν ενός έτους τροφάς, έπειτα δε εξήλθον εις το πέλαγος και
+προσεπάθουν να υπάγωσιν εις την Αίγυπτον έχοντες άνεμον
+ανατολικόν· και επειδή δεν έπαυεν ο άνεμος, διαπεράσαντες τας
+Ηρακλείους στήλας φθάνουσιν εις την Ταρτησσόν, οδηγούμενοι από
+θείαν τινά δύναμιν. Ο λιμήν ούτος ήτο τότε άγνωστος· ώστε
+επιστρέψαντες οπίσω εκέρδισαν από τα φορτία των πολύ περισσότερα
+από όλους τους Έλληνας όσους ημείς γνωρίζομεν ακριβώς, μετά τον
+Αιγινήτην Σώστρατον τον Λαοδάμαντος, διότι μετ' αυτού ουδείς
+δύναται να παραβληθή. Οι Σάμιοι λοιπόν λαβόντες το δέκατον εκ των
+κερδών των, συμποσούμενον εις έξ τάλαντα, κατεσκεύασαν χάλκινον
+αγγείον, όμοιον με κρατήρα αργολικόν, πέριξ του οποίου οι
+πρόκροσσοι ήσαν κεφαλαί γρυπών, και το αφιέρωσαν εις τον ναόν της
+Ήρας στήσαντες αυτό επί τριών χαλκίνων κολοσσών επταπήχων,
+εστηριγμένων εις τα γόνατα. Οι δε Κυρηναίοι και οι Θηραίοι
+ηνώθησαν διά στενής φιλίας μετά των Σαμίων, ευγνωμονούντες δι' όσα
+ούτοι είχον πράξει υπέρ του Κορωβίου.
+
+153. Οι δε Θηραίοι, καταλιπόντες εις την νήσον τον Κορώβιον, άμα
+έφθασαν εις την Θήραν ανήγγειλον ότι εύρον νήσον εις την Λιβύαν.
+Τότε οι πολίται ενέκρινον να λάβωσι διά κλήρου από τας επτά κώμας
+των ένα μεταξύ των αδελφών και να τους πέμψωσιν εκεί με βασιλέα
+και αρχηγόν της αποικίας τον Βάττον. Εξέπεμψαν λοιπόν εις την
+Πλατέαν δύο πεντηκοντόρους.
+
+154. Ταύτα μεν λέγουσι μόνοι οι Θηραίοι· εις δε τα επίλοιπα του
+λόγου συμφωνούσι μετά των Κυρηναίων, πλην των περί του Βάττου εις
+τα οποία ουδόλως συμφωνούσιν οι Κυρηναίοι, αλλά τα διηγούνται ως
+εξής. Υπάρχει εις την Κρήτην η πόλις Αξός όπου εβασίλευσεν ο
+Ετέαρχος όστις έχων θυγατέρα άνευ μητρός καλουμένην Φρονίμην,
+έλαβεν άλλην γυναίκα. Η γυνή αύτη, άμα εισελθούσα εις την οικίαν,
+ηθέλησε να δείξη εις την Φρονίμην και δι' έργων ότι ήτο μητρυιά,
+φερομένη κακώς προς αυτήν και τα πάντα τεχναζομένη, εναντίον της.
+Τέλος την διέβαλεν ως ασελγή και έπεισε τον άνδρα της ότι ταύτα
+ούτως έχουσιν. Αυτός δε πιστεύσας την γυναίκα, εμηχανεύθη κατά της
+θυγατρός του ανόσιον έργον. Ευρίσκετο εις την Αξόν Θηραίος τις
+έμπορος ονόματι Θεμίσων· τούτον προσκαλέσας ο Ετέαρχος διά να τον
+φιλοξενήση τον ώρκισε να εκτελέση ό,τι ήθελε ζητήσει παρ' αυτού.
+Αφού δε τον ώρκισε, τω παρέδωκε την Φρονίμην και τον επρόσταξε να
+την λάβη και να την ρίψη εις την θάλασσαν. Αλλ' ο Θεμίσων,
+αγανακτήσας διά την απάτην του όρκου και διαλύσας την ξενίαν
+έπραξε τα εξής· παραλαβών την κόρην απέπλευσε και όταν έφθασεν εις
+το πέλαγος, διά να εκπληρώση τον όρκον του προς τον Ετέαρχον, την
+έδεσε με σχοινία, την έρριψεν εις την θάλασσαν, την ανέσυρεν
+έπειτα και ήλθεν εις την Θήραν.
+
+155. Μετά ταύτα, παραλαβών την Φρονίμην σημαντικός τις Θηραίος ο
+Πολύμνηστος, είχεν αυτήν ως παλλακήν· μετά καιρόν δε εγέννησεν
+αυτή υιόν ισχνόφωνον και τραυλόν, όστις ωνομάσθη Βάττος, ως
+λέγουσιν οι Θηραίοι και οι Κυρηναίοι, ως νομίζω όμως εγώ θα
+ωνομάσθη άλλως. Βάττος είναι όνομα το οποίον έλαβε βεβαίως όταν το
+μαντείον τον έστειλεν εις την Λιβύαν και εκ της αξίας εις ην
+εφηρμόζετο το όνομα τούτο· διότι οι Λίβυες ονομάζουσι βάττον τον
+βασιλέα, και διά τούτο φρονώ ότι η Πυθία χρησμοδοτούσα τω απέτεινε
+τον λόγον Λυβιστί, ηξεύρουσα ότι έμελλε να γίνη βασιλεύς εις την
+Λιβύαν. Αφού λοιπόν ηνδρώθη ούτος ήλθεν εις τους Δελφούς διά να
+ερωτήση περί της φωνής του. Εις τας ερωτήσεις του δε απεκρίθη η
+Πυθία τα εξής· «Ω Βάττε, ήλθες διά την φωνήν σου, αλλ' ο άναξ
+Φοίβος Απόλλων σε πέμπει οικιστήν εις την πολλά πρόβατα τρέφουσαν
+Λιβύαν·» ως να έλεγεν Ελληνιστί· «Ω βασιλεύ, ήλθες διά την φωνήν
+σου.» Εκείνος δε είπε τα εξής· «Ω άναξ, εγώ μεν ήλθον διά να σε
+ερωτήσω περί της φωνής μου, συ δε με διατάττεις πράγματα αδύνατα·
+με λέγεις να αποικίσω την Λιβύαν, αλλά με ποίαν δύναμιν, με ποία
+μέσα;» Με όλους όμως τούτους τους λόγους δεν έπειθε τον θεόν να
+δώση εις αυτόν άλλην απόκρισιν· και επειδή εξηκολούθει να ακούη
+τον αυτόν χρησμόν ως πρότερον, αφήσας όλα ο Βάττος επέστρεψεν εις
+την Θήραν.
+
+156. Μετά ταύτα συνέβησαν και εις αυτόν και εις τους άλλους
+Θηραίους πολλαί συμφοραί κατά θείαν εκδίκησιν. Αγνοούντες δε οι
+Θηραίοι πόθεν προήρχοντο αύται, έπεμψαν να ερωτήσωσι το μαντείον
+των Δελφών περί των παρόντων κακών· η δε Πυθία εχρησμοδότησεν εις
+αυτούς ότι θα βελτιωθή η κατάστασίς των εάν αποικίσωσι μετά του
+Βάττου την Κυρήνην της Λιβύας. Απέστειλαν λοιπόν οι Θηραίοι τον
+Βάττον με δύο πεντηκοντόρους. Πλεύσαντες δε ούτοι εις την Λιβύαν,
+διότι δεν ηδύναντο να πράξωσιν άλλως, επέστρεψαν πάλιν εις την
+Θήραν· αλλ' ενώ προσωρμίζοντο τους ελιθοβόλουν οι Θηραίοι και δεν
+τους άφινον να αποβιβασθώσιν εις την ξηράν, αλλά τοις έλεγον να
+πλεύσωσιν οπίσω εις την Λιβύαν. Ενδίδοντες λοιπόν ούτοι εις την
+ανάγκην απέπλευσαν και αποικίσθησαν εις την νήσον της Λίβυας ήτις
+καλείται, ως είπον ανωτέρω, Πλατέα. Λέγεται δε ότι η νήσος αύτη
+έχει την αυτήν έκτασιν με την σημερινήν πόλιν των Κυρηναίων.
+
+157. Δύο έτη διέμεινον εν αυτή, αλλ' ουδέν όφελος είδον· αφήσαντες
+λοιπόν εκεί ένα, μετέβησαν όλοι οι λοιποί εις τους Δελφούς·
+ελθόντες δε εις το μαντείον εζήτουν χρησμόν λέγοντες ότι επί δύο
+έτη κατώκουν εις την Λιβύαν και ουδεμίαν βελτίωσιν είδον. Η Πυθία
+απεκρίθη εις ταύτα· «Εάν συ, όστις δεν μετέβης εις την πολλά πρόβατα
+τρέφουσαν Λιβύαν, γνωρίζης αυτήν καλλίτερον από εμέ όστις μετέβην,
+πολύ θαυμάζω την σοφίαν σου. Ταύτα δε ακούσαντες οι περί τον Βάττον
+απέπλευσαν οπίσω, επειδή ο θεός δεν τους απήλλασσεν από την
+υποχρέωσιν της αποικίας πριν φθάσωσιν εις αυτήν ταύτην την Λιβύαν.
+Όθεν ελθόντες εις την νήσον και λαβόντες εκείνον τον οποίον είχον
+αφήσει εκεί, κατώκησαν απέναντι της Πλατέας μέρος τι της Λιβύας το
+οποίον ωνομάζετο Άζιρις και το οποίον εκατέρωθεν περιορίζουσι
+κάλλιστοι λόφοι, εις τους πρόποδας των οποίων ρέει ποταμός διά της
+κοιλάδος.
+
+158. Τούτον τον τόπον κατώκουν έξ έτη, το δε έβδομον οι Λίβυες
+τους έπεισαν να τον αφήσωσιν, υποσχεθέντες να τους φέρωσιν εις
+τόπον καλλίτερον. Όθεν αναστήσαντες αυτούς εκείθεν οι Λίβυες, τους
+ωδήγησαν προς δυσμάς, και διά να μη ίδωσιν οι Έλληνες τον
+καλλίτερον τόπον τον οποίον διήρχοντο, εμέτρησαν τας ώρας της
+ημέρας και τους ωδήγουν διά νυκτός· καλείται δε ο τόπος ούτος
+Ίσαρα. Τέλος, αφού τους έφερον εις κρήνην τινά λεγομένην ότι είναι
+του Απόλλωνος, τοις είπον· «Ω Έλληνες, εδώ σας συμφέρει να
+κατοικήσετε, διότι εδώ ο ουρανός είναι τρυπημένος (57).»
+
+159. Επί των ημερών του οικιστού Βάττου (58), βασιλεύσαντος
+τεσσαράκοντα έτη, και επί των ημερών του υιού αυτού Αρκεσιλάου,
+βασιλεύσαντος δεκαέξ έτη, οι Κυρηναίοι ήσαν τόσοι όσοι ήσαν εξ
+αρχής ότε εστάλησαν εις την αποικίαν. Επί της εποχής δε του τρίτου
+βασιλέως Βάττου, του επονομαζομένου Ευδαίμονος, η Πυθία
+παρεκίνησεν όλους τους Έλληνας διά χρησμού να αποπλεύσωσι και να
+συγκατοικήσωσι με τους Κυρηναίους την Λιβύαν, καθότι οι Κυρηναίοι
+τους προσεκάλουν όπως μοιρασθώσι την χώραν. Ήτο δε ο χρησμός της
+Πυθίας τοιούτος· «Όστις μεταβή εις την πολυπόθητον Λιβύαν αφού
+γίνη η διανομή της γης, αυτός λέγω ότι θα μεταμεληθή μετά ταύτα.»
+Επειδή λοιπόν συνεσωρεύθησαν πολλοί εις την Κυρήνην, οι περίοικοι
+Λίβυες και ο βασιλεύς αυτών όστις ωνομάζετο Αδικράν, στερούμενοι
+της χώρας των και περιυβριζόμενοι υπό των Κυρηναίων, έπεμψαν εις
+την Αίγυπτον και παρέδοσαν εαυτούς εις τον βασιλέα της Αιγύπτου
+Απρίην. Ούτος δε συλλέξας πολύν στρατόν Αιγυπτίων, τον έστειλε
+κατά της Κυρήνης. Οι Κυρηναίοι παραταχθέντες εις τον τόπον Ίσαρα
+παρά την κρήνην Θέστιν συνεπλάκησαν με τους Αιγυπτίους και τους
+ενίκησαν. Οι Αιγύπτιοι οίτινες δεν τους είχον δοκιμάσει πρότερον,
+τους περιεφρόνουν· αλλά εις τοιούτον βαθμόν ηττήθησαν, ώστε
+ολίγιστοι μόνον εξ αυτών επέστρεψαν εις την Αίγυπτον. Τούτου ένεκα
+οι Αιγύπτιοι μεμφόμενοι τον Απρίην απεστάτησαν απ' αυτού.
+
+160. Εκ τούτου δε του Βάττου εγεννήθη υιός ο Αρκεσίλαος όστις
+βασιλεύσας πρώτος, τοσούτον ήρισε μετά των αδελφών του ώστε ούτοι
+τον εγκατέλιπον και απήλθον εις άλλο μέρος της Λιβύας· φυγόντες δε
+εκ της πόλεώς των, έκτισαν άλλην ήτις τότε και σήμερον καλείται
+Βάρκη (59)· ενώ δε την έκτιζον, συγχρόνως ηρέθιζον τους Λίβυας
+εναντίον των Κυρηναίων. Μετά ταύτα δε ο Αρκεσίλαος εξεστράτευσε
+κατά των αποστατησάντων και των δεχθέντων αυτούς Λιβύων. Ούτοι δε
+οι Λίβυες φοβηθέντες ανεχώρησαν φεύγοντες προς τους ανατολικούς
+Λίβυας, και ο Αρκεσίλαος τους κατεδίωξε μέχρι της Λεύκωνος της
+Λιβύας όπου οι Λίβυες απεφάσισαν να μεταστραφώσι και να επιτεθώσι.
+Συμπλακέντες δε ενίκησαν τους Κυρηναίους τόσον ώστε έπεσαν εκεί
+επτακισχίλιοι οπλίται Κυρηναίοι. Μετά την καταστροφήν ταύτην ο
+Αρκεσίλαος ησθένησε και έπιεν ιατρικόν, ο δε αδελφός του Λέαρχος
+τον έπνιξεν· αλλ' η γυνή του Αρκεσιλάου, της οποίας το όνομα ήτο
+Ερυξώ, εφόνευσε δολίως τον Λέαρχον.
+
+161. Διεδέχθη δε την βασιλείαν ο υιός του Αρκεσιλάαυ Βάττος, όστις
+ήτο χωλός και όχι αρτίπους. Οι Κυρηναίοι, κατόπιν της συμβάσης
+συμφοράς, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι ποίαν
+διοίκησιν παραδεχόμενοι ήθελον ευτυχήσει. Η Πυθία τους διέταξε να
+φέρωσιν από την Μαντίνειαν της Αρκαδίας ένα συμβιβαστήν. Έπεμψαν
+λοιπόν και εζήτησαν οι Κυρηναίοι· οι δε Μαντινείς τοις έδωκαν
+σημαντικώτατόν τινα άνθρωπον της πόλεώς των, όστις εκαλείτο
+Δημώναξ. Ελθών ούτος εις την Κυρήνην και εξετάσας τα πάντα, πρώτον
+μεν διήρεσε τους κατοίκους εις τρεις φυλάς κατά την ακόλουθον
+διάταξιν· τους μεν Θηραίους και τους περιοίκους κατέταξεν εις την
+πρώτην φυλήv, τους Πελοποννησίους και τους Κρήτας εις την
+δευτέραν, όλους δε τους νησιώτας εις την τρίτην. Έπειτα απεχώρισε
+διά τον βασιλέα Βάττον μέρος γης και την ιερωσύνην, δώσας εις τον
+λαόν όλην την εξουσίαν την οποίαν πρότερον είχον οι βασιλείς.
+
+162. Και ενόσω μεν έζη ο Βάττος τοιαύτη τάξις επεκράτησεν· επί του
+υιού του όμως Αρκεσιλάου πολλαί ταραχαί συνέβησαν διά τα αξιώματα,
+διότι ο Αρκεσίλαος ο υιός του Βάττου του χωλού και της Φερετίμης,
+δεν ηθέλησε να δεχθή την τάξιν την οποίαν είχε καταστήσει ο
+Δημώναξ, αλλ' εζήτησε να λάβη πάλιν τας τιμάς τας οποίας είχον οι
+πρόγονοί του. Τούτου ένεκα ηγέρθη εμφύλια στάσις καθ' ην νικηθείς
+έφυγεν εις την Σάμον, η δε μήτηρ του κατέφυγεν εις την Σαλαμίνα
+της Κύπρου. Εις την Σαλαμίνα κατ' εκείνον τον χρόνον εβασίλευεν ο
+Ευέλθων, όστις αφιέρωσεν εις τους Δελφούς το αξιοθέατον εκείνο
+θυμιατήριον το οποίον σήμερον κείται εις τον θησαυρόν των
+Κορινθίων. Ελθούσα λοιπόν εις αυτόν η Φερετίμη εζήτει στρατόν διά
+να επαναφέρη τον υιόν της εις την Κυρήνην, ο δε Ευέλθων παν άλλο
+τη έδιδε πλην στρατού· εκείνη δε, εις έκαστον δώρον το οποίον
+ελάμβανε· «Καλόν είναι και τούτο, έλεγε, καλλίτερον όμως θα ήτο
+εάν μοι έδιδες το ζητούμενον στράτευμα.» Τέλος ο Ευέλθων τη
+έπεμψεν άτρακτον χρυσούν και ηλακάτην, εις την ηλακάτην δε υπήρχε
+μαλλίον. Επειδή δε η Φερετίμη επανέλαβε τας ιδίας λέξεις, ο
+Ευέλθων απήντησεν ότι τοιαύτα δώρα προσφέρει εις τας γυναίκας και
+όχι στρατόν.
+
+163. Ο δε Αρκεσίλαος, ευρισκόμενος τότε εις την Σάμον,
+εστρατολόγει τον τυχόντα υποσχόμενος διανομήν γης. Συναθροίσας δε
+τοιουτοτρόπως πολύν στρατόν ήλθε πρώτον εις τους Δελφούς διά να
+ερωτήση το μαντείον περί της καθόδου του. Και η Πυθία
+εχρησμοδότησε τα εξής· «Ο Απόλλων σας συγχωρεί να βασιλεύσετε εις
+την Κυρήνην επί οκτώ γενεάς ανθρώπων, ήτοι επί τέσσαρας Βάττους
+και τέσσαρας Αρκεσιλάους, περισσότερον όμως τούτου σας συμβουλεύει
+μήτε να πειραθήτε. Επίστρεψον λοιπόν και μένε ήσυχος εις την
+κατοικίαν σου. Εάν εύρης κάμινον πλήρη αμφορέων, μη ψήσης τα
+αγγεία ταύτα, αλλ' έκβαλον αυτά εις τον αέρα· εάν δε ανάψης την
+κάμινον, μη εισέλθης εις μέρος περίρρυτον, διότι θα αποθάνης και
+συ και ο ωραιότατος ταύρος.»
+
+164. Ταύτα εχρησμοδότησεν η Πυθία εις τον Αρκεσίλαον. Ούτος δε
+παραλαβών τους εκ της Σάμου κατήλθεν εις την Κυρήνην και γενόμενος
+κύριος των πραγμάτων ελησμόνησε τον χρησμόν και εζήτησε να
+εκδικηθή κατά των αντιπάλων διά την φυγήν του. Εξ αυτών δε άλλοι
+μεν έφυγον όλως διόλου από την χώραν, άλλοι δε συλληφθέντες παρ'
+αυτού εστάλησαν εις την Κύπρον διά να θανατωθώσι· και τούτους μεν
+ελθόντας εις την νήσον των ελύτρωσαν οι Κνίδιοι και τους
+απέστειλαν εις την Θήραν, άλλους δε τινας εκ των Κυρηναίων
+καταφυγόντας εις μέγαν ιδιωτικόν πύργον του Αγλωμάχου,
+περισωρεύσας φρύγανα ο Αρκεσίλαος τους έκαυσε. Γενομένου όμως
+τούτου, ενόησεν ο Αρκεσίλαος ότι αυτή ήτο η έννοια του χρησμού
+όταν η Πυθία τω είπε να μη ψήση τους αμφορείς τους οποίους ήθελεν
+εύρει εις την κάμινον. Απεμακρύνθη λοιπόν αυτοθελήτως, φοβούμενος
+τον θάνατον τον οποίον είχε προείπει ο χρησμός και νομίζων ότι
+περύρρυτον τόπον ενόει την Κυρήνην. Είχε δε ο Αρκεσίλαος γυναίκα
+μίαν συγγενή του, θυγατέρα του βασιλέως των Βαρκαίων του οποίου το
+όνομα ήτο Αλαζίρ· εις τούτον καταφεύγει. Αλλά Βαρκαίοι τινες και
+φυγάδες της Κυρήνης ιδόντες αυτόν περιφερόμενον εις την αγοράν,
+τον φονεύουσι, προς δε και τον πενθερόν αυτού Αλαζίρα (60). Ο
+Αρκεσίλαος λοιπόν είτε εκών είτε άκων πταίσας εις τον χρησμόν
+εξεπλήρωσε το πεπρωμένον του.
+
+165. Η δε μήτηρ του Φερετίμη, ενόσω ο Αρκεσίλαος, αίτιος της ιδίας
+του φθοράς, διέτριβεν εις την Βάρκην, αυτή είχεν εις την Κυρήνην
+τα προνόμια του υιού της, απολαύουσα τας άλλας τιμάς και
+προεδρεύουσα του συμβουλίου. Μαθούσα όμως ότι ο υιός της εφονεύθη
+εις την Βάρκην, έφυγε και μετέβη εις την Αίγυπτον, ελπίζουσα εις
+εκδουλεύσεις τινάς τας οποίας είχε προσφέρει ο Αρκεσίλαος εις τον
+Καμβύσην του Κύρου· καθότι αυτός ήτο ο Αρκεσίλαος όστις παρέδωκε
+την Κυρήνην εις τους Πέρσας και εγένετο εκουσίως φόρου υποτελής.
+Ελθούσα λοιπόν η Φερετίμη εις την Αίγυπτον, εκάθισεν ικέτις εις
+την οικίαν του Αρυάδνου, παρακαλούσα αυτόν να την βοηθήση και
+προφασιζομένη ότι ο υιός της εφονεύθη διά την προς τους Μήδους
+αφοσίωσίν του.
+
+166. Ο δε Αρυάνδης ούτος ήτο διοικητής της Αιγύπτου, διορισθείς
+υπό του Καμβύσου· μετά ταύτα όμως ο Δαρείος τον εθανάτωσε διότι
+ηθέλησε να εξισωθή με αυτόν. Τωόντι μαθών και ιδών ότι ο Δαρείος
+επεθύμει να αφήση μνημόσυνον τοιούτον οίον ουδείς άλλος των
+προκατόχων του κατέλιπε, τον εμιμήθη μέχρις ου έλαβε τον μισθόν
+των πράξεών του. Ιδού δε με ποίον τρόπον. Ο Δαρείος έκοψε νόμισμα
+με τον καθαρότερον χρυσόν τον οποίον ηδυνήθη να εύρη· αμέσως ο
+Αρυάνδης τον εμιμήθη κόψας νόμισμα εξ αργύρου, και σήμερον το
+καθαρώτατον αργύριον είναι το Αρυανδικόν. Αλλ' ο Δαρείος μαθών ότι
+έπραττε ταύτα, εύρε πρόφασιν ότι ενήργει επανάστασιν και τον
+εθανάτωσε.
+
+167. Τότε δε ο Αρυάνδης οικτείρας την Φερετίμην έδωκεν εις αυτήν
+όλον τον στρατόν της Αιγύπτου, και τον πεζόν και τον ναυτικόν·
+στρατηγόν δε του μεν πεζού διώρισε τον Άμασιν, Μαράφιον την φυλήν,
+του δε ναυτικού τον Βάρδην όστις ήτο εκ του γένους των Πασαργαδών.
+Πριν όμως αποστείλη τον στρατόν ο Αρυάνδης, πέμψας κήρυκα εις την
+Βάρκην ηρώτα τις ήτο ο φονεύσας τον Αρκεσίλαον. Επειδή δε οι
+Βαρκαίοι όλοι ανεδέχοντο τον φόνον προσθέτοντες ότι πολλά και κακά
+έπασχον υπ' αυτού, ο Αρυάνδης ακούσας ταύτα εξέπεμψε τον στρατόν
+μετά τις Φερετίμης. Και αυτή μεν η αιτία ελέγετο ως πρόσχημα·
+επέμπετο δε κυρίως ο στρατός, ως εγώ νομίζω, διά να καθυποτάξη
+τους Λίβυας. Είναι δε οι Λίβυες πολλά και διάφορα έθνη, εκ των
+οποίων ολίγα ήσαν υπήκοα του βασιλέως, τα δε περισσότερα ουδόλως
+εφρόντιζον περί του Δαρείου.
+
+168. Είναι δε κατοικημένοι οι Λίβυες ως εξής, αρχίζοντες από την
+Αίγυπτον· πρώτοι κατοικούσιν οι Αδυρμαχίδαι οίτινες τηρούσιν όλα
+σχεδόν τα Αιγυπτιακά έθιμα και ενδύονται ως και οι άλλοι Λίβυες.
+Αι γυναίκες των έχουσιν εις εκατέραν κνήμην ψέλλιον χάλκινον·
+αφίνουσι την κόμην μακράν, και όταν συλλάβωσι φθείραν εις την
+κεφαλήν, την φονεύουσι διά των οδόντων των και έπειτα την
+ρίπτουσιν. Οι Λίβυες είναι οι μόνοι οίτινες πράττουσι τούτο· οι
+μόνοι είναι επίσης οίτινες παρουσιάζουσιν εις τον βασιλέα τας
+μελλούσας να υπανδρευθώσι παρθένους, και εάν τις εκ τούτων τω
+αρέση, διαπαρθενεύεται υπ' αυτού. Εκτείνονται δε οι Αδυρμαχίδαι
+ούτοι από τις Αιγύπτου μέχρι του λιμένος όστις καλείται Πλυνός.
+
+169. Έπειτα έρχονται οι Γιλιγάμμαι οίτινες εκτείνονται από δυσμών
+μέχρι τις νήσου Αφροδισιάδος· εις το μεταξύ της χώρας αυτών
+αντικρύζει η νήσος Πλατέα την οποίαν αποίκισαν οι Κυρηναίοι, και
+εις την ήπειρον είναι ο λιμήν του Μενελάου και η Άζιρις την οποίαν
+επί τινα καιρόν κατώκησαν οι Έλληνες. Από τούτου του μέρους
+αρχίζει το σίλφιον το οποίον φύεται από της νήσου Πλατέας μέχρι
+τις εισόδου της Σύρτιος. Μεταχειρίζεται δε το έθνος τούτο έθιμα
+σχεδόν όμοια με τα γείτονα έθνη.
+
+170. Μετά τους Γιλιγάμμας προς δυσμάς είναι οι Ασβύσται·
+κατοικούσι δε ούτοι το μέρος το ανωτέρω της Κυρήνης και δεν
+εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης, διότι τα παραθαλάσσια νέμονται οι
+Κυρηναίοι. Είναι πλειόσερον των άλλων Λιβύων επιτήδειοι εις το να
+οδηγώσι τέθριππα, και τα πλείστα αυτών έθιμα είναι απομίμησις των
+Κυρηναϊκών.
+
+171. Προς δυσμάς των Ασβυστών είναι οι Αυσχίσαι, οίτινες
+κατοικούσιν υπεράνω της Βάρκης και φθάνουσι μέχρι της θαλάσσης
+προς το μέρος των Ευεσπεριδών. Εις το μέσον δε της χώρας των
+Αυσχισών κατοικούσιν οι Βάκαλες, έθνος μικρόν, εκτεινόμενοι μέχρι
+της θαλάσσης προς την Τεύχειραν, πόλιν των Βαρκαίων. Έθιμα δε
+έχουσι τα αυτά οία και οι κατοικούντες ανωτέρω της Κυρήνης.
+
+172. Προς δυσμάς των Αυσχισών τούτων είναι οι Νασαμώνες, έθνος
+πολυάριθμον, οίτινες αφίνοντες κατά το θέρος τα ποίμνιά των εις τα
+παραθαλάσσια, αναβαίνουσιν εις τόπον τινά καλούμενον Αύγιλα διά να
+συλλέξωσι τους καρπούς των φοινίκων. Τα δένδρα ταύτα είναι πολλά
+και πυκνόφυλλα και όλα καρποφόρα. Συνάζουσιν επίσης ακρίδας, τας
+οποίας αφού ξηράνωσιν εις τον ήλιον, τας αλέθουσι και επιπάσσοντες
+αυτάς εις γάλα, το πίνουσιν. Έκαστος αυτών έχει συνήθως πολλάς
+γυναίκας, αλλά μεταχειρίζονται όλας κοινώς, σχεδόν κατά τον τρόπον
+των Μασσαγετών· στήνοντες ενώπιόν των ράβδον, μιγνύονται μετ'
+αυτών. Κατά πρώτον, όταν νυμφεύεται Νασαμών τις, ο νόμος απαιτεί
+κατά την πρώτην νύκτα η νύμφη να μεταβή από του ενός εις τον άλλον
+δαιτυμόνα και να μιγή με όλους· έκαστος δε αφού μιγή μετ' αυτής τη
+δίδει δώρον ό,τι έφερεν εκ της οικίας του. Ορκίζονται δε και
+μαντεύονται ως ακολούθως· θέτοντες την χείρα επί των τάφων των
+ανδρών όσοι ως λέγεται υπήρξαν δικαιότατοι και ανδρειότατοι εις το
+έθνος των, ομνύουσιν εις αυτούς· μαντεύονται δε πορευόμενοι εις τα
+μνήματα των προγόνων των, επί των οποίων αφού προσευχηθώσιν
+αποκοιμώνται, και παν ό,τι όνειρον ίδωσιν εις τον ύπνον των, αυτό
+δέχονται. Προς ασφάλειαν των ανταλλασσομένων όρκων πράττουσι τα
+εξής· δίδει να πίη εκ της χειρός του, και αυτός πίνει εκ της
+χειρός του άλλου· εάν όμως δεν έχωσι κανέν υγρόν, λαμβάνοντες
+κόνιν εκ της γης, λείχουσιν αυτήν.
+
+173. Όμοροι δε των Νασαμώνων είναι οι Ψύλλοι, οίτινες
+εξωλοθρεύθησαν κατά τον ακόλουθον τρόπον· πνεύσας ο νότος εξήρανε
+παν ό,τι περιείχεν ύδωρ, και όλη η χώρα την οποίαν περικλείει η
+Σύρτις εγένετο αυχμηρά. Συσκεφθέντες οι Ψύλλοι απεφάσισαν από
+κοινού να εκστρατεύσωσι κατά του νότου (ενταύθα διηγούμαι όσα
+λέγουσιν οι Λίβυες·) ότε δε έφθασαν εις τα αμμώδη μέρη, έπνευσεν ο
+νότος και κατέχωσεν αυτούς. Εξολοθρευθέντων δε αυτών, κατέλαβαν
+την χώραν οι Νασαμώνες.
+
+174. Ανωτέρω δε αυτών, νοτιοανατολικώς, εις την χώραν των αγρίων
+θηρίων, κατοικούσιν οι Γαράμαντες, οίτινες αποφεύγουσιν όλους τους
+ανθρώπους και πάσαν συγκοινωνίαν· δεν έχουσιν ούτοι κανέν όπλον
+πολεμικόν, και ούτε να υπερασπισθώσιν ηξεύρουσιν.
+
+175. Και ούτοι μεν κατοικούσιν ανωτέρω των Νασαμώνων, προς δυσμάς
+δε παρά την θάλασσαν είναι οι Μάκαι οίτινες κείρονται μέχρι
+δέρματος και δεν αφίνουσιν ειμή μικρόν λόφον εις το μέσον της
+κεφαλής. Εις τον πόλεμον έχουσιν ως ασπίδας δέρματα
+στρουθοκαμήλων. Διά δε της χώρας αυτών ρέων εκ λόφου καλουμένου
+των Χαρίτων ο ποταμός Κίνυψ εκβαίνει εις την θάλασσαν. Είναι δε ο
+λόφος ούτος των Χαρίτων δασώδης, ενώ όλη η άλλη προλεχθείσα Λιβύα
+είναι γυμνή δένδρων, και από την θάλασσαν μέχρις αυτού είναι
+διακόσια στάδια.
+
+176. Μετά τους Μάκας έρχονται οι Γίνδανες. Τούτων αι γυναίκες
+φορούσι περί τους αστραγάλους χάλκινα δακτύλια· εκάστη δε αυτών
+φορεί πολλά τοιαύτα περισφύρια διά την εξής αιτίαν, ως λέγουσιν·
+οσάκις ανήρ τις μιχθή μετ' αυτής, δένει αύτη εις τον πόδα έν
+περισφύριον, και εκείνη ήτις έχει τα περισσότερα νομίζεται αρίστη,
+ως αγαπηθείσα υπό πλείστων ανδρών.
+
+177. Μίαν δε άκραν της γης τούτων των Γινδάνων, προέχουσαν εις την
+θάλασσαν, νέμονται οι Λωτοφάγοι, οίτινες ζώσι τρώγοντες μόνον τον
+καρπόν του λωτού. Είναι δε ο καρπός του λωτού κατά μεν το μέγεθος
+όσος είναι ο της σχίνου, κατά δε την γλυκύτητα όμοιος με τον του
+φοίνικος. Εκ του καρπού τούτου κατασκευάζουσιν οι Λωτοφάγοι και
+οίνον.
+
+178. Μετά τους Λωτοφάγους, ακολουθούντες το παραθαλάσσιον,
+ευρίσκομεν τους Μάχλυας, οίτινες μεταχειρίζονται και αυτοί τον
+λωτόν, ολιγώτερον όμως από τους προλεχθέντας. Εκτείνονται μέχρι
+μεγάλου τινός ποταμού καλουμένου Τρίτωνος, όστις πίπτει εις την
+μεγάλην λίμνην Τριτωνίδα. Εντός της λίμνης ταύτης υπάρχει νήσος
+καλουμένη Φλα, και λέγουσιν ότι εδόθη χρησμός εις τους
+Λακεδαιμονίους να την αποικίσωσιν.
+
+179. Λέγουσι προσέτι και τα εξής. Αφού ο Ιάσων ετελείωσε την
+κατασκευήν της Αργούς εις τους πρόποδας του Πηλίου όρους, έθεσεν
+εντός αυτής την προσδιωρισμένην εκατόμβην και ένα τρίποδα
+χάλκινον· ακολούθως περιέπλεε την Πελοπόννησον, θέλων να έλθη εις
+τους Δελφούς· ότε δε περιπλέων έφθασεν εις τον Μαλέαν, ο βορέας
+άνεμος τον παρέσυρε προς την Λιβύαν, και πριν γνωρίση την γην
+ταύτην, έπεσεν εις τας υφάλους της Τριτωνίδος λίμνης. Και ενώ
+ηπόρει πώς να εκβή εκείθεν, λέγουσιν ότι εφάνη ο Τρίτων και
+εζήτησε παρ' αυτού τον τρίποδα, υποσχόμενος να δείξη την έξοδον
+και να τους αποστείλη ασφαλείς. Πεισθέντος δε του Ιάσονος, έδειξεν
+ο Τρίτων εις τους Αργοναύτας τον τρόπον πώς να εξέλθωσι διά των
+υφάλων και έθεσε τον τρίποδα εις τον ναόν του. Κατόπιν αναβάς επ'
+αυτού εχρησμοδότησεν εις τους μετά του Ιάσονος παν ό,τι έμελλε να
+τοις συμβή· προσέθηκε δε ότι εάν τις των απογόνων των έλθη και
+λάβη τον τρίποδα, τότε ανάγκη πάσα να κτισθώσι περί την Τριτωνίδα
+λίμνην εκατόν πόλεις Ελληνίδες. Ακούσαντες ταύτα οι εγχώριοι
+Λίβυες, έκρυψαν τον τρίποδα.
+
+180. Κατόπιν των Μαχλύων τούτων είναι οι Αυσείς. Ούτοι ως και οι
+Μάχλυες κατοικούσι περί την Τριτωνίδα λίμνην και χωρίζει αυτούς ο
+ποταμός Τρίτων. Και οι μεν Μάχλυες αφίνουσι τα μαλλιά των μόνον
+όπισθεν της κεφαλής, οι δε Αυσείς μόνον εις τα έμπροσθεν. Κατά την
+ημέραν της επετείου εορτής της Αθηνάς, αι παρθένοι των Αυσών
+διαιρούμεναι εις δύο μέρη μάχονται προς αλλήλας με λίθους και
+ξύλα, λέγουσαι ότι πράττουσι τούτο κατά νόμον πατροπαράδοτον προς
+τιμήν της ιθαγενούς θεάς την οποίαν ημείς καλούμεν Αθηνάν. Όσαι εξ
+αυτών αποθάνωσιν από τα τραύματα, τας λέγουσι ψευδοπαρθένους. Πριν
+όμως επιτρέψωσιν εις αυτάς να πολεμήσωσι, πράττουσι τα εξής·
+στολίσαντες παρθένον, την οποίαν κοινώς ήθελον αναγνωρίσει ως
+ωραιοτάτην, με περικεφαλαίαν Κορινθιακήν και πανοπλίαν Ελληνικήν,
+και αναβιβάσαντες εις άρμα, περιφέρουσιν αυτήν κύκλω της λίμνης.
+Τι εφόρουν όμως άλλοτε αι παρθένοι αύται πριν κατοικήσωσι πλησίον
+των οι Έλληνες δεν ηξεύρω να είπω, υποθέτω όμως ότι τας εστόλιζον
+με όπλα Αιγυπτιακά, διότι εγώ νομίζω ότι και η ασπίς και το κράνος
+ήλθον εις τους Έλληνας εκ της Αιγύπτου. Κατ' αυτούς, η Αθηνά είναι
+θυγάτηρ του Ποσειδώνος και της λίμνης Τριχωνίδας, και ότι
+συγχισθείσα με τον πατέρα της εδόθη αυτοθελήτως εις τον Δία, αυτός
+δε ο Ζευς την εδέχθη ως θυγατέρα του. Ταύτα λέγουσιν. Έχουσι δε
+τας γυναίκας κοινάς, και δεν κατοικούσι μετ' αυτών αλλά
+συνουσιάζονται ως τα κτήνη. Όταν γυνή τις γεννήση παιδίον καλόν,
+όλοι οι άνδρες έρχονται να το ίδωσι κατά τον τρίτον μήνα, και
+εκείνος μεθ' ου ομοιάζει αναγνωρίζεται ως πατήρ του.
+
+181. Αύται λοιπόν τους οποίους περιέγραψα είναι οι παραθαλάσσιοι
+εκ των νομάδων Λιβύων· ανωτέρω δε τούτων, εις τα μεσόγαια, η Λιβύα
+είναι κατοικητήριον των αγρίων θηρίων. Υπεράνω του θηριώδους
+τούτου μέρους είναι η αμμώδης έρημoς ήτις εκτείνεται από των
+Αιγυπτιακών Θηβών μέχρι των Ηρακλείων στηλών. Προχωρούντες δέκα
+ημερών οδόν εις την υψηλήν ταύτην χώραν, ευρίσκομεν τρίμματα
+άλατος, ως χόνδρους μεγάλους, τα οποία σχηματίζουσι λόφους και εις
+την κορυφήν εκάστου λόφου αναπηδά εκ του μέσου του άλατος ύδωρ
+ψυχρόν και γλυκύ· πέριξ κατοικούσιν άνθρωποι οίτινες είναι οι
+τελευταίοι πέραν της ερήμου και του κατοικητηρίου των θηρίων. Και
+πρώτοι μεν εις διάστημα δέκα ημερών από τας Θήβας είναι οι
+Αμμώνιοι, εις τους οποίους υπάρχει ναός οικοδομηθείς κατά το
+σχέδιον του ναού του Θηβαιέως Διός· καθότι, ως και πρότερον είπον,
+το εις τας Θήβας άγαλμα του Διός είναι κριοπρόσωπον. Υπάρχει δε
+εκεί και άλλο ύδωρ κρηναίον, χλιαρόν κατά την αυγήν, ψυχρότερον
+καθ' ην ώραν πληρούται η αγορά, κατάψυχρον όταν γίνη μεσημβρία,
+και τότε ποτίζουσι τους κήπους των· καθ' όσον δε κλίνει η ημέρα,
+ελαττούται η ψυχρότης του, μέχρις ου δύση ο ήλιος, και τότε
+γίνεται πάλιν χλιαρόν· ακολούθως η θερμότης του αυξάνει βαθμηδόν
+μέχρι του μεσονυκτίου ότε κοχλάζει· παρερχομένου του μεσονυκτίου,
+η θερμότης ελαττούται και το ύδωρ γίνεται χλιαρόν κατά την πρωίαν.
+Καλείται δε η κρήνη αύτη κρήνη του Ηλίου.
+
+182. Μετά τους Αμμωνίους, προχωρούντες ακόμη δέκα ημερών οδόν διά
+της αμμώδους ερήμου, ευρίσκομεν άλλον λόφον άλατος, όμοιον με τον
+Αμμώνιον, και ύδωρ· περί αυτόν κατοικούσιν άνθρωποι. Το άνομα του
+τόπου τούτου είναι Αύγιλα, και εκεί μεταβαίνουσιν οι Νασαμώνες διά
+να συλλέξωσι τον καρπόν των φοινίκων.
+
+183. Εις διάστημα πάλιν άλλων δέκα ημερών από τα Αύγιλα είναι
+άλλος λόφος άλατος, και ύδωρ, και φοίνικες καρποφόροι πολλοί, ως
+εις τους άλλους· άνθρωποι επίσης κατοικούσιν εις αυτόν οίτινες
+καλούνται Γαράμαντες, έθνος μέγα και ισχυρόν. Ούτοι ρίπτουσι χώμα
+επί του άλατος και τοιουτοτρόπως σπείρουσιν. Η συντομωτάτη οδός
+μεταξύ αυτών και των Λωτοφάγων είναι τριάκοντα ημερών. Εκεί οι
+βόες βόσκουσιν οπισθοβατούντες, καθότι τα κέρατά των είναι
+κεκλιμένα εις τα εμπρός και θα ήτο αδύνατον να προχωρώσιν εμπρός
+χωρίς να εμπηχθώσιν εις την γην. Κατά τα άλλα ουδόλως διαφέρουσι
+των άλλων βοών, εκτός ότι το δέρμα των είναι παχύτερον και
+τραχύτερον. Κυνηγούσι δε οι Γαράμαντες ούτοι τους Τρωγλοδύτας
+Αιθίοπας με τέθριππα οχήματα, καθότι οι Τρωγλοδύται είναι εξ όλων
+των ανθρώπων οι μάλλον ταχύποδες από όλους όσους ηκούσαμεν. Οι
+Τρωγλοδύται τρώγουσιν όφεις και σαύρας και άλλα τοιαύτα ερπετά,
+έχουσι δε γλώσσαν ήτις δεν ομοιάζει με καμμίαν άλλην, μικράς μόνον
+κραυγάς εκφέρουσιν ως αι νυκτερίδες.
+
+184. Εις διάστημα πάλιν άλλων δέκα ημερών από τους Γαράμαντας
+είναι άλλος λόφος άλατος, και ύδωρ, και άνθρωποι κατοικούσι περί
+αυτόν καλούμενοι Ατάραντες, οι μόνοι εκ των ανθρώπων από όσους
+γνωρίζομεν οίτινες δεν έχουσιν ονόματα κύρια, διότι το όνομα
+Ατάραντες είναι κοινόν, κανείς δ' εξ αυτών δεν έχει ιδιαίτερον
+όνομα. Καταρώνται τον ήλιον όστις διέρχεται άνωθεν αυτών και
+απευθύνουσι κατ' αυτού παντός είδους λοιδορίας, διότι η θερμότης
+του βλάπτει και αυτούς και την χώραν των. Μετά δέκα άλλων ημερών
+πορείαν, υπάρχει άλλος λόφος άλατος με ύδωρ και με ανθρώπους περί
+αυτόν. Πλησίον του άλατος τούτου υψούται όρος ου το όνομα είναι
+Άτλας, στενόν, πάντοθεν κυκλοτερές, και τοσούτον υψηλόν, ως
+λέγουσιν, ώστε είναι αδύνατον να ίδη τις τας κορυφάς αυτού, καθότι
+ποτέ δεν λείπουσιν από αυτάς τα νέφη, ούτε κατά το θέρος ούτε κατά
+τον χειμώνα. Λέγουσι δε οι εγχώριοι ότι είναι στύλος του ουρανού.
+Εκ του όρους τούτου οι άνθρωποι ούτοι έλαβον την επωνυμίαν και
+ονομάζονται Άτλαντες. Λέγουσι δε ότι ούτε έμψυχον κανέν τρώγουσιν,
+ούτε ενύπνια βλέπουσιν.
+
+185. Μέχρι των Ατλάντων τούτων ηδυνήθην να αριθμήσω τα ονόματα των
+κατοικούντων την οφρύν της ερήμου· πέραν δεν δύναμαι να το πράξω,
+μολονότι εκτείνεται μέχρι των Ηρακλείων στηλών και πέραν αυτών. Η
+οφρύς αύτη περιέχει εις έκαστον διάστημα δεκαημέρου πορείας, έν
+μεταλλείον άλατος πέριξ του οποίου άνθρωποι κατοικούσιν εις οικίας
+ωκοδομημένας εκ χόνδρων άλατος. Εις τα μέρη ταύτα της Λίβυας
+ουδέποτε βρέχει, διότι εάν έβρεχε θα ήτο αδύνατον να διατηρηθώσιν
+οι αλάτινοι ούτοι τοίχοι. Το ορυσσόμενον εκεί άλας είναι δύο
+ειδών, λευκόν και πορφυρούν. Άνωθεν της οφρύος ταύτης,
+νοτιοανατολικώς και εις τα μεσόγαια της Λιβύας, ο τόπος είναι
+έρημος, χωρίς ύδωρ, χωρίς άγρια θηρία, χωρίς βροχάς, χωρίς δένδρα,
+και ουδεμία υγρασία υπάρχει εις αυτόν.
+
+186. Ούτω λοιπόν από της Αιγύπτου μέχρι της Τριτωνίδος λίμνης οι
+Λίβυες είναι νομάδες, κρεοφάγοι και γαλακτοπόται, αλλ' ούτε
+θηλείας βους τρώγουσι, διά την αυτήν αιτίαν ως οι Αιγύπτιοι, ούτε
+χοίρους τρέφουσι. Θηλείας βους επίσης δεν τρώγουσιν ούτε αι
+γυναίκες των Κυρηναίων, ένεκα της Αιγυπτίας Ίσιδος, χάριν της
+οποίας και νηστείας τελούσι και εορτάς. Αι δε γυναίκες των
+Βαρκαίων ούτε βοός ούτε χοίρου γεύονται. Και ταύτα μεν ούτως
+έχουσιν.
+
+187. Προς δυσμάς δε της Τριτωνίδος λίμνης οι Λίβυες δεν είναι
+πλέον νομάδες, ούτε έχουσι τα αυτά έθιμα, ούτε κάμνουσιν εις τα
+παιδία ό,τι συνειθίζουν να κάμνωσιν οι νομάδες· καθότι οι νομάδες
+Λίβυες, αν όχι όλοι, δεν δύναμαι να βεβαιώσω τούτο, οι
+περισσότεροι όμως πράττουσι το εξής. Όταν τα παιδία των γίνωσι
+τεσσάρων ετών, καίουσι τας φλέβας της κορυφής των με άπλυτον
+μαλλίον προβάτων, τινές δε καίουσι τας φλέβας των κροτάφων διά να
+μη καταβαίνη ποτέ το φλέγμα εκ της κεφαλής και τα ενοχλή. Διά
+τούτο λέγουσιν ότι είναι υγιέστατοι άνθρωποι, και αληθώς οι Λίβυες
+είναι οι μάλλον υγιείς άνθρωποι από όσους γνωρίζομεν. Και εάν ήναι
+διά την αιτίαν ταύτην, δεν ειμπορώ να το βεβαιώσω, είναι όμως
+υγιέστατοι. Όταν τα παιδία τα οποία καίουσι καταληφθώσιν υπό
+σπασμών, εφεύρον και περί τούτου το εξής ιατρικόν· χύνοντες επί
+της κεφαλής των ούρος τράγου τα σώζουσιν. Επαναλαμβάνω όσα με
+είπον οι Λίβυες.
+
+188. Αι δε θυσίαι των νομάδων είναι αι εξής· αφού κόψωσι το ωτίον
+του κτήνους ως απαρχήν, ρίπτουσιν αυτό υπέρ τον δόμον τις οικίας,
+και μετά ταύτα στρέφουσι τον αυχένα του και το σφάζουσι.
+Θυσιάζουσι δε μόνον εις τον ήλιον και την σελήνην, διότι εις
+αυτούς θυσιάζουσιν όλοι οι Λίβυες· οι δε κατοικούντες περί την
+Τριτωνίδα λίμνην κατ' εξοχήν μεν θυσιάζουσιν εις την Αθηνάν, κατά
+δεύτερον δε λόγον εις τον Τρίτωνα και εις τον Ποσειδώνα.
+
+189. Οι Έλληνες παρέλαβον από τας γυναίκας των Λιβύων την
+ενδυμασίαν και τας αιγίδας των αγαλμάτων της Αθηνάς, εκτός ότι η
+ενδυμασία των Λιβυσσών είναι δερματίνη, και οι θύσανοι οι
+κρεμάμενοι εκ των αιγίδων δεν είναι όφεις αλλ' από λωρία· κατά τα
+λοιπά όμως η στολή είναι ομοία. Προς τούτοις και το όνομα
+αποδεικνύει ότι η στολή των αγαλμάτων της Αθηνάς ήλθεν εκ της
+Λιβύας· διότι αι Λίβυσσαι, αφού ενδυθώσι, φορούσιν επάνωθεν άτριχα
+δέρματα αιγών με ερυθροβαφείς θυσάνους, και εκ τούτων των δερμάτων
+των αιγών οι Έλληνες ωνόμασαν τας αιγίδας. Προς τούτοις εγώ φρονώ
+ότι αι εντός των ιερών ολολυγμοί εκ της Λιβύας έχουσι την
+καταγωγήν, διότι αι Λίβυσσαι τους μεταχειρίζονται, και τους
+μεταχειρίζονται με τρόπον καλόν. Προσέτι παρά των Λιβύων έμαθον οι
+Έλληνες πώς να ζευγνύωσι τέσσαρας ίππους εις τα οχήματα.
+
+190. Θάπτουσι δε τους αποθνήσκοντας οι νομάδες ως και οι Έλληνες,
+πλην των Νασαμώνων· ούτοι τους θάπτουσι καθημένους, προσέχοντες,
+όταν φεύγη η ψυχή, να τους καθίζωσι διά να μη αποθνήσκωσιν ύπτιοι.
+Τα οικήματά των είναι κατεσκευασμένα από κλάδους ασφοδέλου
+πεπλεγμένους με σχοίνους, και είναι κινητά. Ταύτα τα έθιμα
+μεταχειρίζονται ούτοι.
+
+191. Προς δυσμάς δε του Τρίτωνος ποταμού, μετά τους Αυσείς, η
+Λιβύα ανήκει εις γεωργούς οίτινες κατοικούσιν εις οικίας·
+ονομάζονται ούτοι Μάξυες, και εκ του δεξιού μέρους της κεφαλής
+αφίνουσι τα μαλλία, κόπτοντες το αριστερόν· χρίουσι δε το σώμα με
+μίλτον και λέγουσιν ότι κατάγονται από τους Τρώας. Η χώρα αυτών
+και το λοιπόν μέρος της Λιβύας προς δυσμάς είναι πολύ
+θηριωδέστερον και έχει δάση περισσότερα ή η χώρα των νομάδων.
+Καθότι το ανατολικόν μέρος της Λιβύας, όπου κατοικούσιν οι
+νομάδες, είναι πεδινόν και αμμώδες μέχρι του Τρίτωνος ποταμού·
+πέραν του ποταμού τούτου, προς δυσμάς, η γη των γεωργών είναι
+ορεινή, έχουσα δάση και θηρία. Εκεί ευρίσκονται οι υπερμεγέθεις
+όφεις, και οι λέοντες, και οι ελέφαντες, και αι άρκτοι, και αι
+ασπίδες, και οι κέρατα έχοντες όνοι, και τα κυνοκέφαλα τέρατα, και
+άλλα ακέφαλα και έχοντα τους οφθαλμούς εις το στήθος, ως λέγουσιν
+οι Λίβυες, και οι άγριοι άνδρες, και αι άγριαι γυναίκες, και
+άπειρα άλλα θηρία βεβαίως μυθώδη.
+
+192. Εις την γην όμως των νομάδων ουδέν εκ τούτων των θηρίων
+υπάρχει, είναι δε άλλα· πύγαργοι, δορκάδες, βούβαλοι, όνοι, ουχί
+οι έχοντες κέρατα, αλλά άλλοι μη πίνοντες ποτέ, όρυες, εκ των
+κεράτων των οποίων οι Φοίνικες κατασκευάζουσι πήχεις κιθαρών
+(καθότι τα ζώα ταύτα είναι μεγάλα ως οι βόες), αλώπεκες, ύαιναι,
+ύστριχες, κριοί άγριοι, δίκτυες, θώες, πάνθηρες, βόρυες, χερσαίοι
+κροκόδειλοι μέχρι τριών πήχεων ομοιότατοι με σαύρας,
+στρουθοκάμηλοι και μικροί όφεις έχοντες έν κέρατον. Ταύτα τα θηρία
+ευρίσκονται εκεί και όσα άλλα αλλαχού, πλην της ελάφου και του
+αγριοχοίρου, διότι έλαφος και αγριόχοιρος ουδόλως ευρίσκονται εις
+την Λιβύαν. Υπάρχουσιν επίσης τρία είδη μυών, οι καλούμενοι
+δίποδες, οι ζεγέρεις (το όνομα είναι Λιβυκόν και σημαίνει
+Ελληνιστί λόφοι) και οι εχινείς, Υπάρχουσι δε και γαλαί γεννώμεναι
+εντός του σιλφίου και ομοιάζουσαι με τας γαλάς της Ταρτησσού. Η γη
+λοιπόν των νομάδων Λιβύων παράγει αυτά τα θηρία, καθ' όσον
+ηδυνήθην να εύρω εξετάζων.
+
+193. Αμέσως μετά τους Μάξυας είναι οι Ζαύηκες, των οποίων αι
+γυναίκες ηνιοχούσι τα άρματα εις τον πόλεμον.
+
+194. Μετ' αυτούς είναι οι Γύζαντες, εις την χώραν των οποίων και
+αι μέλισσαι κάμνουσι μέλι πολύ, λέγουσιν όμως ότι πολύ
+περισσότερον κατασκευάζουσι διά της τέχνης των άνθρωποι
+βιομήχανοι. Βάφονται όλοι με μίλτον, και τρώγουσι πιθήκους, οι
+όποιοι είναι άφθονοι εις τα όρη των.
+
+195. Πλησίον αυτών λέγουσιν οι Καρχηδόνιοι· ότι υπάρχει νήσος της
+οποίας το όνομα είναι Κύραυνις, διακοσίων σταδίων το μήκος και
+στενή το πλάτος, διαβατή εκ της ηπείρου, και πλήρης ελαιών και
+αμπέλων. Εν αυτή προσθέτουσιν ότι υπάρχει λίμνη εκ του τέλματος
+της οποίας αι εγχώριαι παρθένοι, διά πτερών αλειμμένων με πίσσαν,
+ανασύρουσι ψήγματα χρυσού. Δεν γνωρίζω εάν ταύτα ήναι αληθή, γράφω
+όμως όσα λέγονται. Τα πάντα πιθανά, καθότι και εις την Ζάκυνθον
+είδον εγώ αυτός να εκβάλλωσι πίσσαν εκ λίμνης και ύδατος. Η νήσος
+αύτη περιέχει πολλάς λίμνας των οποίων η μεγίστη έχει πανταχόθεν
+εβδομήκοντα ποδών μήκος και δύο οργυιών βάθος. Δένοντες λοιπόν εις
+την άκραν κοντού κλάδον μυρσίνης, βυθίζουσιν αυτό εις την λίμνην,
+και δι' αυτής της μυρσίνης ανασύρουσι πίσσαν, ήτις έχει μεν οσμήν
+ασφάλτου, κατά τα άλλα όμως είναι καλλιτέρα της Πιερικής πίσσης.
+Την χύνουσιν εις λάκκον ανοιγμένον πλησίον της λίμνης, και αφού
+συναθροίσωσι πολλήν, τότε εκ του λάκκου την θέτουσιν εις αμφορείς.
+Παν ό,τι πέση εις την λίμνην, διερχόμενον υπογείως αναφαίνεται εις
+την θάλασσαν, ήτις απέχει τέσσαρα περίπου στάδια από της λίμνης.
+Τοιουτοτρόπως λοιπόν και τα περί τις νήσου της κειμένης πλησίον
+της Λιβύας λεγόμενα, είναι πιθανά.
+
+196. Λέγουσι δε οι Καρχηδόνιοι και τα εξής, ότι εις μέρος τι της
+Λιβύας, πέραν των Ηρακλείων στηλών, υπάρχουσιν άνθρωποι μετά των
+οποίων εμπορεύονται· αποβιβάζοντες τα φορτία των, παρατάσσουσιν
+αυτά επί της παραλίας, εισέρχονται πάλιν εις το πλοίον των και
+κάμνουσι μέγαν καπνόν. Οι κάτοικοι βλέποντες τον καπνόν
+καταβαίνουσι πλησίον της θαλάσσης, και λαμβάνοντες τα φορτία
+θέτουσιν αντ' αυτών χρυσόν και αναχωρούσι μακράν. Οι Καρχηδόνιοι
+εκβαίνουσι πάλιν, παρατηρούσι, και εάν μεν ο χρυσός τοις φαίνεται
+αντάξιος των φορτίων, τον λαμβάνουσι και απέρχονται, εάν δε δεν
+ήναι αντάξιος, επιστρέφουσιν εις το πλοίον των και μένουσιν. Οι
+εγχώριοι πλησιάζουσι και προσθέτουσι χρυσόν, μέχρις ου τους
+ευχαριστήσωσι. Ποτέ όμως μήτε το έν μήτε το άλλο μέρος αδικεί· οι
+μεν δεν εγγίζουσι τον χρυσόν πριν ή εξισωθή με την τιμήν των
+φορτίων, οι δε δεν εγγίζουσι τα φορτία πριν ή οι άλλοι λάβωσι το
+χρυσίον.
+
+197. Αυτοί λοιπόν είναι οι Λίβυες τους οποίους δυνάμεθα να
+ονομάσωμεν, και εξ αυτών οι περισσότεροι, ούτε τώρα ούτε τότε
+εφρόντιζον το παράπαν διά τον βασιλέα των Μήδων. Τόσον δε ακόμη
+έχω να είπω περί της χώρας ταύτης, ότι τεσσαρες φυλαί την νέμονται
+και όχι περισσότεραι, καθ' όσον ηδυνήθην να μάθω· και αι μεν δύο
+των φυλών τούτων εισίν αυτόχθονες, αι δύο δε άλλαι όχι. Οι
+Αιθίοπες και οι Λίβυες είναι αυτόχθονες και κατοικούσιν οι μεν
+προς βοράν οι δε προς νότον της Λιβύας· οι δε Φοίνικες και οι
+Έλληνες είναι επήλυδες.
+
+198. Νομίζω δε ότι η Λιβύα ούτε είναι τόσον εξαίρετος ώστε να
+παραβληθή με την Ασίαν ή την Ευρώπην, πλην της Κίνυπος μόνης. Η γη
+αύτη έχει το αυτό όνομα με τον εκεί ποταμόν· είναι ομοία με τας
+αρίστας γαίας ως προς την παραγωγήν των Δημητριακών καρπών και δεν
+έχει ουδεμίαν ομοιότητα προς την άλλην Λιβύαν. Το έδαφος αυτής
+είναι μέλαν, ποτίζεται υπό υδάτων, ουδέποτε φοβείται ξηρασίας και
+ούτε βλάπτεται εάν πίη πολλήν βροχήν, καθότι εις αυτά τα μέρη της
+Λιβύας βρέχει. Ενταύθα η συγκομιδή γίνεται όση και εις την γην των
+Βαβυλωνίων. Καρποφόρος μεν είναι και η γη την οποίαν νέμονται οι
+Ευεσπερίται, διότι κατά την ευφορίαν της αποδίδει το
+εκατονταπλούν, αλλ' η γη της Κίνυπος αποδίδει τρις πλειότερον του
+εκατονταπλού.
+
+199. Και η χώρα της Κυρήνης, η υψηλοτέρα της Λιβύας την οποίαν
+κατοικούσιν οι νομάδες, έχει τρία θέρη θαυμαστά· πρώτον είναι
+έτοιμοι να θερισθώσι και να τρυγηθώσιν οι καρποί των παραθαλασσίων
+μερών· αφού δε αυτοί συγκομισθώσιν αμέσως ωριμάζουσιν οι καρποί
+των παραθαλασσίων μεσαίων μερών τα οποία καλούσι λόφους.
+Συγκομισθέντων και τούτων, αμέσως ωριμάζουσι και οι καρποί των
+υψηλοτάτων μερών, εις τρόπον ώστε μέχρις ου πίωσι και φάγωσι τον
+πρώτον καρπόν, έρχεται ο τελευταίος. Τοιουτοτρόπως επί οκτώ μήνας
+διαρκεί ο θερισμός εις την Κυρήνην. Και περί τούτων μεν είναι
+ικανά διά είπομεν.
+
+200. Οι δε εκδικηταί της Φερετίμης Πέρσαι, αφού εστάλησαν εκ της
+Αιγύπτου υπό του Αρυάνδου και έφθασαν εις την Βάρκην, επολιόρκησαν
+την πόλιν και εζήτουν να τοις παραδοθώσιν οι φονείς του
+Αρκεσιλάου· επειδή όμως όλος ο λαός ήτο ένοχος, οι λόγοι των δεν
+εγένοντο δεκτοί. Τότε οι Πέρσαι έμειναν πολιορκούντες την Βάρκην
+επί εννέα μήνας, σκάπτοντες υπόγεια ορύγματα απολήγοντα εις τα
+τείχη και εκτελούντες βιαίας εφόδους. Είς όμως των πολιορκουμένων
+ανεκάλυψε τα ορύγματα ταύτα δι' ασπίδος χαλκίνης, τεχνασθείς το
+εξής στρατήγημα. Περιφέρων την ασπίδα εις το τείχος την εφήρμοζεν
+επί του εδάφους. Και τα μεν άλλα μέρη εις τα οποία την επλησίαζεν,
+ήσαν κωφά· εκεί όμως όπου έσκαπταν, αντήχει ο χαλκός της ασπίδος,
+και εκεί αντισκάπτοντες οι Βαρκαίοι εφόνευον τους Πέρσας εργάτας.
+Τούτο μεν ούτως ανεκαλύφθη, αφ' έτερου δε απέκρουον τας προσβολάς.
+
+201. Επειδή δε κατετρίβετο πολύς χρόνος και έπιπτον πολλοί
+εκατέρωθεν, προ πάντων Πέρσαι, ο στρατηγός του πεζικού Άμασις
+επενόησε το εξής στρατήγημα· πεισθείς ότι δεν ηδύναντο να
+κυριεύσωσι την Βάρκην διά της βίας, αλλ' ότι ηδύναντο να
+κατορθώσωσι τούτο διά του δόλου, έπραξε τα ακόλουθα. Σκάψας διά
+νυκτός τάφρον πλατείαν ήπλωσεν επ' αυτής ξύλα λεπτά, επάνω δε των
+ξύλων έφερε και έρριψε χώμα, ώστε την ισοπέδωσε με το άλλο έδαφος.
+Άμα τη ημέρα προσεκάλεσεν τους Βαρκαίους να ομιλήσωσι περί
+συμβιβασμού, ούτοι δε προθύμως υπήκουσαν και εδέχθησαν να
+συνθηκολογήσωσιν. Αι συνθήκαι τας οποίας έκαμνον ορκιζόμενοι επί
+της κρυπτής τάφρου ήσαν τοιαύται· έως ου η γη αύτη μένει ως έχει,
+να μένωσι και οι όρκοι των αμετάτρεπτοι. Και οι μεν Βαρκαίοι
+υπεσχέθησαν να πληρώνωσιν εις τον βασιλέα τον πρέποντα φόρον, οι
+δε Πέρσαι να μη επιχειρήσωσι πλέον τίποτε κατά της Βάρκης. Μετά
+τον όρκον αυτόν, πεποιθότες οι Βαρκαίοι εξήλθον της πόλεως των και
+επέτρεψαν εις ον τινα ήθελεν εκ των Περσών να εισέλθη εις αυτήν,
+ανοίξαντες όλας τας πύλας. Εντούτοις οι Πέρσαι, κρημνίσαντες την
+κρυπτήν γέφυραν ώρμησαν εις τα τείχη· κρημνίζοντες δε την γέφυραν
+την οποίαν είχον κατασκευάσει, εφρόνουν ότι δεν παρεβίαζον τον
+προς τους Βαρκαίους δοθέντα όρκον· δηλαδή να μένωσιν αι συνθήκαι
+απαράβατοι εφ' όσον χρόνον η γη έμενεν ως ήτο τότε. Αφού λοιπόν
+εκρήμνισαν την γέφυραν, δεν έπρεπε πλέον να μένωσιν αι συνθήκαι.
+
+202. Τους μεν αιτιωτάτους των Βαρκαίων η Φερετίμη ανεσκολόπισε
+περί την πόλιν, διότι οι Πέρσαι τους παρέδοσαν εις αυτήν· των δε
+γυναικών τους μαστούς αποκόψασα, εκάρφωσεν αυτούς επίσης εις τα
+τείχη. Τους λοιπούς Βαρκαίους εγκατέλιπεν ως λάφυρον εις τους
+Πέρσας, πλην εκείνων οίτινες ήσαν εκ της οικογενείας ή εκ της
+μερίδος του Βάττου και δεν είχον λάβει μέρος εις τον φόνον. Εις
+τούτους δε η Φερετίμη επέτρεψε την πόλιν.
+
+203. Οι Πέρσαι αναχώρησαν, αφού εξηνδραπόδισαν τους άλλους
+Βαρκαίους. Όταν δε έφθασαν πλησίον της Κυρήνης, οι κάτοικοι της
+πόλεως ταύτης, εκπληρούντες τας διαταγάς χρησμού τινος, τοις
+επέτρεψαν να διέλθωσι δι' αυτών. Μόλις όμως εξήλθον, ο αρχηγός του
+ναυτικού στρατού Βάδρης, συνεβούλευσε να κυριεύσωσι την πόλιν,
+αλλ' ο στρατηγός του πεζού Άμασις αντέτεινε λέγων ότι επέμφθη κατά
+της Βάρκης και δεν είχεν εντολήν να προσβάλη άλλην Ελληνίδα πόλιν.
+Τέλος, αφού διήλθον την Κυρήνην, ενώ ήσαν εστρατοπεδευμένοι επί
+του λόφου του Λυκαίου Διός, μετεμελήθησαν διότι δεν κατέλαβον την
+Κυρήνην, και απεπειράθησαν να εισέλθωσιν εις αυτήν εκ δευτέρου· οι
+Κυρηναίοι όμως δεν τους επέτρεψαν τούτο. Οι δε Πέρσαι, μολονότι
+κανείς δεν τους επολέμει, κατελήφθησαν υπό φόβου, και φυγόντες
+εσταμάτησαν μόνον εξήκοντα στάδια μακράν. Ενώ δε κατεγίνοντο να
+στρατοπεδεύσωσιν εις εκείνο το μέρος, ήλθεν άνθρωπος εκ μέρους του
+Αρυάνδου προσκαλών αυτούς. Τότε οι Πέρσαι παρεκάλεσαν τους
+Κυρηναίους να τοις δώσωσι τρόφιμα διά την οδοιπορίαν των, άτινα
+τοις εδόθησαν και ανεχώρησαν εις την Αίγυπτον. Αλλ' οι Λίβυες
+συλλαμβάνοντες τους μένοντας οπίσω και μη δυναμένους να
+συμπαρακολουθώσι τον άλλον στρατόν, τους εφόνευον διά να αρπάσωσι
+τα φορέματά των και τα όπλα των. Τούτο συνέβαινε μέχρις ου έφθασαν
+εις την Αίγυπτον.
+
+204. Η εκστρατεία αύτη των Περσών δεν επροχώρησεν εις την Λιβύαν
+πέραν των Ευεσπερίδων. Όσους δε Βαρκαίους εξηνδραπόδισαν τους
+έστειλαν εις τον βασιλέα, ο δε Δαρείος τοις παρεχώρησε κώμην τινά
+της Βακτριανής διά να κατοικήσωσι. Και ούτοι ωνόμασαν την κώμην
+ταύτην Βάρκην, ήτις και μέχρι της εποχής μου κατωκείτο εις την
+Βακτριανήν.
+
+205. Αλλ' ούτε η Φερετίμη ετελεύτησε τον βίον καλώς, διότι άμα
+εξεδικήθη τους Βαρκαίους, επέστρεψεν εκ της Λιβύας εις την
+Αίγυπτον όπου απέθανε κακώς, αφού ζώσα εξέβραζε σκώληκας. Τόσον
+μισούσιν οι θεοί τους ανθρώπους όσοι μνησικακούσι και εκδικούνται
+σκληρώς. Τοιαύτη ήτο η εκδίκησις της θυγατρός του Βάττου Φερετίμης
+κατά των Βαρκαίων.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α'. ΤΟΜΟΥ
+
+1) Από του έτους 1221 π. Χ. μέχρι του έτους 716 [ή 746].
+
+2) Ο όρθιος ήτο μελωδία ανδρική και παροξυντική την οποίαν έψαλλον
+παίζοντες την κιθάραν ή τον αυλόν.
+
+3) Τω 560 π. χ.
+
+4) Τη 18 σεπτεμβρίου 610 π. Χ.
+
+5) Γενομένη τω 546 έτει π. Χ.
+
+6) Το πυρ παρά τοις Πέρσαις ήτο θεότης.
+
+7) Βασανιστικού εργαλείου ομοίου κατά το σχήμα με ακανθόκτενον.
+
+8) Από του 1231 π. Χ. μέχρι του 711.
+
+9) Τω 539 π. Χ.
+
+10) Προσευχήν εις όλους τους θεούς απευθυνομένην.
+
+11) Είδος λειχηνώδους εξανθήματος, αρχή λέπρας.
+
+12) Βιβλίον απολεσθέν, όπου περιγράφετο η άλωσις της Νίνου η εν τω
+κεφ. 106 σημειωθείσα.
+
+13) Δούλους, ευνούχους, καπήλους, κλπ.
+
+14) Της Mεσογείου.
+
+15) Του Iνδικού ωκεανού.
+
+16) Την του Θάλητος.
+
+17) Η του Εκαταίου.
+
+18) Η του Αναξαγόρου.
+
+19) Την Ίσιν και τον Όσιριν.
+
+20) Είδος πελαργών.
+
+21) Τας σαύρας.
+
+22) Μικρόν χοίρον.
+
+23) Τα νερόφιδα.
+
+24) Του Οσίριδος.
+
+25) Ο πρώτος τρόπος της ταριχεύσεως εκόστιζεν 6000 δραχμάς, ο
+δεύτερος 200, και ο τρίτος ολίγον τι.
+
+26) Οι Ιουδαίοι.
+
+27) Οι Καππαδόκαι.
+
+28) Tω 1357 π. Χ.
+
+29) Τω 1291 π. Χ.
+
+30) Τω 1237 π. Χ.
+
+31) Ο Πυθαγόρας και ο Φερεκύδης.
+
+32) Τω 1182 π. Χ.
+
+33) Τω 1132 π. Χ.
+
+34) Τω 1076 π. Χ.
+
+35) Τω 1056 π. Χ.
+
+36) 1005 π. Χ.
+
+37) Θεάς των Αιγυπτίων, θυγατρός της Ίσιδος και του Οσίριδος.
+
+38) Τω 715 π. Χ. Ο Σεθών δεν διεδέχθη λοιπόν αμέσως τον Άνυσιν, ως
+δεικνύει η χρονολογία· υπήρξαν άρα γε πολλοί Αιθίοπες ή μάλλον
+πολλοί έχοντες το όνομα Άνυσις; Οπωσδήποτε υπάρχει χάσμα 250 ετών.
+
+39) Τω 671 π. Χ.
+
+40) Από του 671 μέχρι του 617 π. Χ.
+
+41) Βιβλ. Δ'. § 159.
+
+42) Τω 509 π. Χ.
+
+43) Τω 525 π. Χ.
+
+44) Η επιληψία.
+
+45) Βάμβακος.
+
+46) Tην εφόνευσε πεισθείς εις τας διαβολάς των παλλακίδων του και
+κτυπήσας αυτήν εις την κοιλίαν, εγκυμονούσαν. Μετανοήσας έπειτα
+τας έκαυσε ζώσας. Ο Περίανδρος ήτο είς των επτά σοφών της Ελλάδος.
+
+47) Τω 523 π. Χ.
+
+48) Οι προς δυσμάς.
+
+49) Οι προς ανατολάς.
+
+50) Λέγεται ότι τον εξέδαρε ζώντα.
+
+51) Ο Ηρόδοτος επίστευεν ότι ο Ζευς πατήρ όλων τον Σκυθών, Παπαίος
+ενταύθα είναι αντί του πάππος.
+
+52) Η δευτέρα λέξις είναι μετάφρασις της πρώτης ήτις είναι
+σκυθική.
+
+53) Tω 518 π. Χ.
+
+54) Τω 508 π. Χ.
+
+55) Τω 508 π. Χ.
+
+56) Τω 640 π. Χ.
+
+57) Δηλαδή πίπτει βροχή.
+
+58) Η ίδρυσις της Κυρήνης εγένετο κατά το έτος 631 π. Χ.
+
+59) Τω έτει 531?[ 55 ή 33 ή 551 ή 331] π. Χ.
+
+60) Τον ταύρον βεβαίως του χρησμού.
+
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's The history of Herodotus--Volume 1, by Herodotus
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE HISTORY OF HERODOTUS--VOLUME 1 ***
+
+***** This file should be named 38055-0.txt or 38055-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/8/0/5/38055/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.net/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.net
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.net),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.net
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/old/20111119-38055-0.zip b/old/20111119-38055-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..60b54a4
--- /dev/null
+++ b/old/20111119-38055-0.zip
Binary files differ