diff options
Diffstat (limited to 'old')
| -rw-r--r-- | old/20111119-38055-0.txt | 12789 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20111119-38055-0.zip | bin | 0 -> 357822 bytes |
2 files changed, 12789 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20111119-38055-0.txt b/old/20111119-38055-0.txt new file mode 100644 index 0000000..9e4ac23 --- /dev/null +++ b/old/20111119-38055-0.txt @@ -0,0 +1,12789 @@ +Project Gutenberg's The history of Herodotus--Volume 1, by Herodotus + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.net + + +Title: The history of Herodotus--Volume 1 + +Author: Herodotus + +Translator: A. Skalides + +Release Date: November 19, 2011 [EBook #38055] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE HISTORY OF HERODOTUS--VOLUME 1 *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The +spelling of the book has not been changed otherwise. Words in +italics are included in _. Footnotes have been transferred at the +end of the book. Some letters in the notes section that are not legible +have been included in []. Also in [] I have included one correction +in the main text. + +Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά +τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με με +πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _. Οι υποσημειώσεις των +σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Μερικά γράμματα +που δεν αναγνωρίζονται καλά στις υποσημειώσεις, έχουν περιληθεί σε []. +Επίσης έχει περιληφθεί σε [] μια διόρθωσή μου στο κυρίως κείμενο. + + + + Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I + + ΗΡΟΔΟΤΟΥ + + + + ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ + ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΞΗΓΗΘΕΙΣΑ + + ΥΠΟ + Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ. + + + + ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ + + Δαπάνη + ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ. + + ΕΝ AΘHNAIΣ, + + ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ Ο «ΚΟΡΑΗΣ» + ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ. + + ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ + οδός Ρόμβης αριθ. 40 οδός Πραξιτέλους αριθ. 37 + + 1874 + + + + ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΩ Α. ΖΑΪΜΗ + + ΧΡΗΣΤΩ ΠΟΛΙΤΗ + ΚAI + ΔΙΑΠΡΕΠΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩ + ΕΥΛΑΒΩΣ ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ. + + + +Έξοχε Άνερ, + +Η προς Σε αφοσίωσίς μου, ο άκρος θαυμασμός μου προς τας κοινωνικάς +και πολιτικάς αρετάς Σου, με παρακινούσι να Σοι δώσω τεκμήριόν τι +ασθενές των αναλλοιώτων τούτων αισθημάτων μου αφιερών Σοι την +βίβλον ταύτην, προϊόν μακρού κόπου και πολλής μελέτης. + +Τίμησόν με διά της παραδοχής της παρακλήσεώς μου και επίτρεψον να +κοσμή την βίβλον μου το σεβαστόν όνομά Σου. Απόβλεψον ουχί εις το +μικρόν του αναθήματος, αλλ' εις την προαίρεσιν του αφιερούντος + + Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ. + + + + +ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΜΟΥΣΑΙ + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ + + + +Κ Λ Ε Ι Ω + + + +Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς συνέγραψε και εκοινοποίησε την παρούσαν +ιστορίαν διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου αι πράξεις των +ανθρώπων και διά να μη περιπέσωσι τα είτε υπό των Ελλήνων είτε υπό +των βαρβάρων εκτελεσθέντα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα εις +τοιαύτην λήθην ώστε να αγνοήται και αυτή η αιτία δι' ην επολέμησαν +προς αλλήλους οι λαοί ούτοι. + +1. Οι λόγιοι των Περσών λέγουσιν ότι οι Φοίνικες εγένοντο αίτιοι +της διαφοράς, καθότι αυτοί ελθόντες από τα παράλια της Ερυθράς +λεγομένης θαλάσσης εις τα της Μεσογείου και εγκατασταθέντες εις +τας χώρας τας οποίας κατοικούσιν έτι και σήμερον, επεδόθησαν ευθύς +εις μακράς θαλασσοπλοΐας. Τα πλοία των, πληρούμενα εξ εμπορευμάτων +της Ασσυρίας και της Αιγύπτου, προσωρμίζοντο εις διάφορα μέρη της +Ελλάδος, μεταξύ άλλων δε και εις το Άργος. Κατ' εκείνους δε τους +χρόνους το Άργος κατείχε την πρώτην θέσιν μεταξύ όλων των πόλεων +της χώρας ήτις σήμερον καλείται Ελλάς. Εισελθόντες λοιπόν οι +Φοίνικες εις τον λιμένα του Άργους, επώλουν το φορτίον των. Κατά +την πέμπτην δε ή την έκτην ημέραν, ότε εξεποίησαν σχεδόν όλα όσα +είχον φέρει, είδον ερχομένας εις το παραθαλάσσιον πολλάς γυναίκας, +και μεταξύ αυτών την θυγατέρα του βασιλέως, ήτις εκαλείτο, ως +λέγουσιν επίσης όλοι οι Έλληνες, Ιώ του Ινάχου. Αι γυναίκες· +εστάθησαν πλησίον της πρύμνης του πλοίου εκλέγουσαι και +αγοράζουσαι ό,τι ταις ήρεσκε· τότε οι Φοίνικες, ως εκ συνθήματος, +ώρμησαν επ' αυτών. Και αι μεν πλείσται διέφυγον, αλλ' η Ιώ καί +τινες άλλαι ηρπάγησαν. Αναβιβάσαντες δε αυτάς οι Φοίνικες εις το +πλοίον, απέπλευσαν προς την Αίγυπτον. + +2. Ούτω, ως λέγουσιν οι Πέρσαι, και ουχί ως λέγουσιν οι Έλληνες, η +Ιώ ήλθεν εις την Αίγυπτον, και τούτο υπήρξεν η πρώτη αιτία των +ακολούθων αδικημάτων. Μετά τούτο, Έλληνες τινές, των οποίων +αγνοείται και αυτό το όνομα, προσεγγίσαντες εις την Τύρον της +Φοινίκης, ήρπασαν την θυγατέρα του βασιλέως Ευρώπην. Υποτίθεται +ότι ήσαν Κρήτες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν η προσβολή επληρώθη διά +προσβολής. Αλλ' έπειτα οι Έλληνες εγένοντο αίτιοι και δευτέρας +αδικίας. Αφού έπλευσαν διά μακρού πλοίου εις την Αίαν της Κολχίδος +και τον Φάσιν ποταμόν, και αφού εξετέλεσαν την υπόθεσιν διά την +οποίαν ήλθον, ήρπασαν την θυγατέρα του βασιλέως Μήδειαν. Ο +βασιλεύς ούτος έπεμψε κήρυκα εις την Ελλάδα ζητών ικανοποίησιν διά +την αρπαγήν και απαιτών να τω επιστραφή η θυγάτηρ του. Αλλ' οι +Έλληνες απεκρίθησαν ότι επειδή εκείνοι ουδεμίαν ικανοποίησιν +έδωκαν εις αυτούς διά την αρπαγήν της Αργείας Ιούς, κατά συνέπειαν +ούτε αυτοί θα δώσωσιν εις εκείνους. + +3. Μετά δύο γενεάς ο υιός του Πριάμου Αλέξανδρος, ακούσας τα +συμβάντα ταύτα, απεφάσισε να αρπάση γυναίκα εκ της Ελλάδος, +πεπεισμένος ότι ουδεμίαν ήθελε δώσει ικανοποίησιν, αφού και οι +Έλληνες δεν έδωκαν. Αλλ' όταν ήρπασε την Ελένην, οι Έλληνες +ενέκριναν να πέμψωσι πρώτον πρέσβεις διά να απαιτήσωσι την +απόδοσιν της Ελένης και να ζητήσωσιν ικανοποίησιν. Οι δε Τρώες, +ακούσαντες τους πρέσβεις, απεκρίθησαν ότι οι Έλληνες, μη δόντες +ικανοποίησιν διά την αρπαγήν της Μηδείας μήτε αποδώσαντες αυτήν +ζητουμένην, δεν έπρεπε να απαιτώσιν ικανοποίησιν παρ' άλλων. + +4. Μέχρι τούτου δεν επρόκειτο ειμή περί αρπαγών του ενός μέρους ή +του άλλου· αλλ' από της στιγμής ταύτης οι Έλληνες εγένοντο αίτιοι +σπουδαιοτέρων αδικημάτων, διότι αυτοί πρώτοι έφερον τον πόλεμον +εις την Ασίαν και όχι οι Πέρσαι εις την Ελλάδα. Κατά την γνώμην +των Περσών, η αρπαγή γυναικών είναι άδικον πράγμα, η σπουδή προς +εκδίκησιν της αρπαγής, ανόητον, η δε παντελής αδιαφορία προς τας +τοιαύτας αρπαγάς, φρονιμώτατον, διότι ήτο φανερόν ότι εάν αι +γυναίκες εκείναι δεν ήθελον, ποτέ δεν ηρπάζοντο. Οι λαοί της +Ασίας, προσθέτουσιν οι Πέρσαι, ποσώς δεν εφρόντισαν δι' όσας +γυναίκας ήρπασαν από αυτούς, ενώ οι Έλληνες, διά μίαν +Λακεδαιμονίαν, συνήθροισαν μέγαν στόλον, κατέκλυσαν την Ασίαν και +κατέστρεψαν το βασίλειον του Πριάμου· ιδού η αιτία διά την οποίαν +οι Πέρσαι εθεώρησαν πάντοτε τους Έλληνας ως εχθρούς, διότι την μεν +Ασίαν και τα ενοικούντα βάρβαρα έθνη οικειοποιούνται, την δε +Ελλάδα και το Ελληνικόν έθνος θεωρούσιν ως κεχωρισμένα από αυτούς. + +5. Ούτως αναφέρουσιν οι Πέρσαι τα συμβάντα και αποδίδουσιν εις την +άλωσιν της Τρωάδος την αρχήν της εναντίον των Ελλήνων έχθρας των. +Περί δε της Ιούς οι Φοίνικες δεν συμφωνούσι μετ' αυτών. «Διά να την +φέρωμεν εις την Αίγυπτον, λέγουσι, δεν ελάβομεν ανάγκην να +μεταχειρισθώμεν την βίαν, διότι και εις αυτό το Άργος εμιγνύετο +κρυφίως μετά του πλοιάρχου, όταν δε ενόησεν ότι ήτο έγκυος, +εφοβήθη τους γονείς της, και διά να μη ανακαλυφθή, έφυγεν εκουσίως +μετά των Φοινίκων.» Αύται είναι αι αντιφατικαί διηγήσεις των +Φοινίκων και των Περσών· το κατ' εμέ, δεν θα συζητήσω εάν τα +πράγματα συνέβησαν ούτως ή άλλως. Με αρκεί να ηξεύρω ποίος είναι ο +πρώτος όστις ηδίκησε τους Έλληνας. Αφού δε γνωστοποιήσω αυτόν, θα +εξακολουθήσω την διήγησίν μου επεξερχόμενος τας μικράς και τας +μεγάλας πόλεις· διότι εξ εκείνων μεν αίτινες ήσαν άλλοτε μεγάλαι, +σήμερον αι περισσότεραι είναι μικραί, εκείναι δε αίτινες επί των +ημερών μου είναι μεγάλαι, άλλοτε ήσαν μικραί. Θα αναφέρω λοιπόν +και τας μεν και τας δε, καθότι γνωρίζω ότι παρά τοις ανθρώποις η +ευδαιμονία δεν είναι σταθερά. + +6. Ο Κροίσος ήτο Λυδός το γένος, υιός του Αλυάττου και βασιλεύς +των εθνών όσα περικλείει ο Άλυς ποταμός, όστις ρέων από μεσημβρίας +μεταξύ Σύρων και Παφλαγόνων εισβάλλει προς βοράν εις τον +καλούμενον Εύξεινον πόντον. Ο Κροίσος ούτος, ο πρώτος των βαρβάρων +τους οποίους ηξεύρομεν ημείς, εις άλλους μεν των Ελλήνων επέβαλε +φόρον, μετ' άλλων δε συνεμάχησεν. Υπέταξε τους Ίωνας, τους Αιολείς +και τους Δωριείς της Ασίας, έκαμε δε συμμάχους του τους +Λακεδαιμονίους. Πριν βασιλεύση αυτός, όλοι οι Έλληνες ήσαν +ελεύθεροι, διότι η προ του Κροίσου εκστρατεία των Κιμμερίων κατά +της Ιωνίας δεν επέφερε την κατάκτησιν των πόλεων, αλλ' ήτο +επιδρομή ληστρική. + +7. Η ηγεμονία ήτις ανήκεν εις τους Ηρακλείδας μετέβη διά του +ακολούθου τρόπου εις την οικογένειαν του Κροίσου ήτις εκαλείτο +Μερμνάδαι. Ο Κανδαύλης, τον οποίον οι Έλληνες ονομάζουσι Μυρσίλον, +ήτο βασιλεύς των Σάρδεων και κατήγετο εκ του Αλκαίου, υιού του +Ηρακλέους· διότι ο Άγρων, υιός του Νίνου, έγγονος του Βήλου, +δισέγγονος του Αλκαίου, υπήρξεν ο πρώτος των Ηρακλειδών όστις +εβασίλευσεν εις τας Σάρδεις, και ο υιός του Μύρσου Κανδαύλης +υπήρξεν ο τελευταίος. Προ του Άγρωνος, η χώρα αύτη εκυβερνάτο υπό +των απογόνων του Λυδού, υιού του Άτυος, εξ ου όλος ο λαός όστις +πρότερον εκαλείτο Μαίων μετωνομάσθη Λύδιος. Οι Ηρακλείδαι, εις ους +η οικογένεια αύτη είχεν αναθέσει την αρχήν, την διεδέχθησαν +συνεπεία χρησμού τινος. Καταγόμενοι εκ του Ηρακλέους καί τινος +δούλης του Ιαρδάνου, εβασίλευσαν επί εικοσιδύο γενεάς ανθρώπων, +ήτοι επί έτη πεντακόσια πέντε (1), του στέμματος μεταβαίνοντος +διαδοχικώς από πατρός εις υιόν, μέχρι του Κανδαύλου, υιού του +Μύρσου. + +8. Ούτος λοιπόν ο Κανδαύλης ηράσθη της ιδίας εαυτού γυναικός, +ερασθείς δε ενόμιζεν ότι η γυνή του ήτο πολύ ωραιοτέρα όλων των +άλλων γυναικών. Τούτο νομίζων δεν έπαυεν εκθειάζων τα θέλγητρα της +γυναικός του εις ένα των υπασπιστών του, τον Γύγην, υιόν του +Δασκύλου, τον οποίον υπερηγάπα και εις ον ενεπιστεύετο και τα +σπουδαιότερα των πραγμάτων. Μετ' ολίγον (επειδή ήτο πεπρωμένον να +εκλείψη ο Κανδαύλης) είπε προς τον Γύγην τα εξής· «Γύγη, επειδή +νομίζω ότι δεν με πιστεύεις εις όσα σοι λέγω περί της καλλονής της +γυναικός μου, διότι τα ώτα δυσκολώτερον πείθονται ή οι οφθαλμοί, +προσπάθησον να την ίδης γυμνήν.» Ο δε Γύγης φωνήσας είπε· +«Δέσποτα, ποίον λόγον είπες απρεπή διατάττων με να ίδω γυμνήν την +εμήν δέσποιναν; Η γυνή εκδυομένη τον χιτώνα, συνεκδύεται και την +αιδώ· μεταξύ δε των σοφών παραγγελμάτων τα οποία διετύπωσαν άλλοτε +άνθρωποι ικανοί να διδάσκωσι τους άλλους, ευρίσκεται και τούτο· +_Να βλέπη ο καθείς τα εις αυτόν ανήκοντα_. Εγώ πείθομαι ότι εξ +όλων των γυναικών συ έχεις την ωραιοτάτην, και σε ικετεύω να μη με +ζητής πράγματα απρεπή.» + +9. Και ο μεν Γύγης, ταύτα λέγων, προσεπάθει να τον αποτρέψη διότι +εφοβείτο μήπως τω συμβή δυστύχημά τι, αλλ' ο Κανδαύλης επανέλαβε· +«Θάρρει, ω Γύγη, και μη φοβού μήτε εμέ ότι τάχα σοι λέγω ταύτα +διά να σε δοκιμάσω, μήτε την γυναίκα μου ήτις ουδόλως δύναται να +σε βλάψη, διότι θα διαθέσω τα πράγματα ούτως ώστε να μη υποπτεύση +ουδέποτε ότι την είδες. Θα σε τοποθετήσω όπισθεν της ανοιγομένης +θύρας του δωματίου όπου κοιμώμεθα. Αφού εισέλθω εγώ, θα έλθη και η +γυνή μου να κατακλιθή. Πλησίον δε της εισόδου υπάρχει θρονίον επί +του οποίου αποθέτει τα ενδύματά της, καθ' όσον εκδύεται· θα +δυνηθής λοιπόν να την παρατηρήσης εν ανέσει. Έπειτα, καθ' ην +στιγμήν εκείνη θα διευθύνεται από του θρονίου προς την κλίνην, συ, +επειδή θα ήσαι όπισθέν της, φρόντισον να μη σε ιδή εξερχόμενον του +δωματίου.» + +10. Και ο μεν Γύγης, μη δυνάμενος να αποφύγη, ήτο έτοιμος· ο δε +Κανδαύλης, ελθούσης της ώρας της αναπαύσεως, έφερε τον Γύγην εις +το οίκημα, μετά ταύτα δε ήλθε σχεδόν αμέσως και η γυνή. Ο Γύγης +την εθεώρει καθ' όσον εξεδύετο· έπειτα, ενώ εκείνη έστρεψε τα νώτα +και διευθύνετο προς την κλίνην, αυτός εξήλθεν ολισθήσας κρυφίως· +αλλ' η γυνή τον είδεν ότε εξήρχετο. Και ενόησε μεν ότι ήτο έργον +του ανδρός της, κατέπνιξεν όμως την ύβριν εν σιωπή και προσεποιήθη +ότι δεν ενόησε τίποτε, απόφασιν έχουσα εν τη ψυχή της να εκδικηθή +τον Κανδαύλην· διότι παρά τοις Λυδοίς και σχεδόν παρ' όλοις τοις +βαρβάροις, θεωρείται μεγάλη αισχύνη και εις αυτόν τον άνδρα να +φανή γυμνός. + +11. Ούτω λοιπόν χωρίς να αποδείξη τίποτε κατ' εκείνην την στιγμήν, +έμεινεν απαθής· άμα όμως εξημέρωσεν, ετοιμάσασα τους υπηρέτας +όσους ήξευρεν ότι ήσαν πολύ πιστοί εις αυτήν, εκάλεσε τον Γύγην. +Ούτος δε φρονών ότι αυτή δεν ήξευρε τίποτε από τα γενόμενα +υπήκουσεν εις την πρόσκλησίν της· καθότι συνείθιζε πάντοτε να +έρχεται προθύμως οσάκις τον εκάλει η βασίλισσα. Άμα έφθασεν ο +Γύγης, τω είπεν η γυνή· «Τώρα, Γύγη, δύο οδοί είναι ανοικταί εις +σε, και έκλεξον εκείνην την οποίαν θέλεις να ακολουθήσης· ή +φόνευσον τον Κανδαύλην και λάβε την βασιλείαν των Λυδών και εμέ, ή +υπόμεινον να θανατωθής τώρα αμέσως διά να μη βλέπης πλέον, +χαριζόμενος εις τον Κανδαύλην, εκείνα τα οποία δεν πρέπει να +βλέπης. Ώστε ή εκείνος όστις συνέλαβε τοιούτον σκοπόν πρέπει να +απολεσθεί, ή συ όστις με είδες γυμνήν περιφρονήσας τα έθιμα.» Ο δε +Γύγης πρώτον μεν έμεινεν εκστατικός ακούων τους λόγους εκείνους, +έπειτα δε ικέτευσε την βασίλισσαν να μη τον αναγκάση να κάμη διά +της βίας ταύτην εκλογήν. Πλην δεν ηδυνήθη να την πείση, και είδεν +ότι ήτο τωόντι ανάγκη ή να θανατώση τον κύριόν του ή αυτός να +θανατωθή υπό άλλης χειρός· επροτίμησε λοιπόν να ζήση και απέτεινε +την εξής ερώτησιν· «Επειδή με αναγκάζεις να φονεύσω παρά την +θέλησίν μου τον εμόν δεσπότην, ας ακούσω με ποίον τρόπον δύναμαι +να εκτελέσω το πράγμα.» Η γυνή αποκριθείσα είπε· «Θα ορμήσης εκ +του ιδίου μέρους εκ του οποίου και εκείνος με έδειξεν εις σε +γυμνήν και θα τον κτυπήσης κοιμώμενον.» + +12. Τακτοποιηθέντος του σχεδίου τούτου και ελθούσης της νυκτός, ο +Γύγης (επειδή η γυνή δεν τον άφησε να μακρυνθή, ούτε ήτο δυνατόν +να διαφύγη, αλλ' έπρεπεν ή αυτός ν' απολεσθή ή ο Κανδαύλης) +ηκολούθησε την βασίλισσαν εις τον θάλαμον. Εκείνη δε, δούσα εις +αυτόν εγχειρίδιον, τον έκρυψεν όπισθεν της αυτής θύρας. Και μετά +ταύτα, αποκοιμηθέντος του Κανδαύλου, ορμήσας ο Γύγης τον εφόνευσε +και έλαβε την γυναίκα και την βασιλείαν. Τούτου του συμβάντος +εποιήσατο μνείαν εις ιάμβους τριμέτρους και ο Αρχίλοχος ο Πάριος +όστις έζη κατ' εκείνην την εποχήν. + +13. Έλαβε λοιπόν την βασιλείαν ο Γύγης και εκραταίωσε την +δυναστείαν του διά του μαντείου των Δελφών. Καθότι, επειδή πολλοί +Λυδοί αγανακτήσαντες διά τον φόνον του Κανδαύλου έλαβον τα όπλα, +οι οπαδοί του Γύγου συνεβιβάσθησαν μετά των λοιπών Λυδών ώστε, εάν +μεν το χρηστήριον ανεγνώριζεν αυτόν ως βασιλέα της Λυδίας, να +βασιλεύση, εν εναντία δε περιπτώσει να αποδώση οπίσω την αρχήν εις +τους Ηρακλείδας. Το μαντείον απεφάνθη υπέρ αυτού, και +τοιουτοτρόπως ο Γύγης εβασίλευσε. Τούτο μόνον προσέθηκεν η Πυθία +ότι οι Ηρακλείδαι θα λάβωσιν εκδίκησιν εις τον πέμπτον απόγονον +του Γύγου. Αλλ' ούτε οι Λυδοί, ούτε οι βασιλείς αυτών εφρόντισαν +περί αυτής της προφητείας μέχρις ου εξεπληρώθη. + +14. Ούτω κατέλαβον την αρχήν οι Μερμνάδαι αφαιρέσαντες αυτήν από +τους Ηρακλείδας. Ο δε Γύγης, στερεωθείς επί του θρόνου, έπεμψεν +εις τους Δελφούς πλούσια δώρα· διότι μεταξύ όλων των ευρισκομένων +εκεί αργυρών αναθημάτων, τα πλειότερα επέμφθησαν παρ' αυτού. +Αφιέρωσεν επίσης και άπειρα χρυσά, μεταξύ των οποίων έξ κρατήρας +οίτινες προ πάντων είναι άξιοι μνείας. Σήμερον αποτελούσιν ούτοι +μέρος του θησαυρού των Κορινθίων και έχουσι βάρος τριάκοντα +ταλάντων. Αληθώς όμως ειπείν ο θησαυρός ούτος είναι ουχί της +κοινότητος των Κορινθίων, αλλά του Κυψέλου υιού του Ηετίωνος. +Ούτος δε ο Γύγης είναι, καθόσον ηξεύρομεν, ο πρώτος των βαρβάρων +όστις ανέθηκεν αναθήματα εις τους Δελφούς, μετά τον Μίδαν, υιόν +του Γορδίου, βασιλέα της Φρυγίας. Τωόντι ο Μίδας αφιέρωσε τον +βασιλικόν θρόνον εφ' ου εκάθητο διά να δικάζη, όντα αξιοθέατον. +Ίσταται δε ο θρόνος ούτος όπου και οι κρατήρες του Γύγου· ο δε +χρυσός και ο άργυρος τον οποίον αφιέρωσεν ο Γύγης καλείται υπό των +Δελφών Γυγάδας, λαβών την επωνυμίαν από τον δωρητήν. Άμα δε έλαβε +την βασιλείαν ο Γύγης, έπεμψε στρατόν κατά της Μιλήτου και της +Σμύρνης, και εκυρίευσε την πόλιν Κολοφώνα. Αλλ' επειδή επί της +βασιλείας του, ήτις διήρκεσεν έτη τριάκοντα και οκτώ, ουδέν άλλο +έργον εξετελέσθη άξιον μνείας, ας παρέλθωμεν αρκούμενοι εις όσα +είπομεν. + +15. Θα αναφέρω τον Άρδυν, υιόν και διάδοχον του Γύγου. Ο Άρδυς +ούτος εκυρίευσε την Πριήνην και εισέβαλεν εις την Μίλητον. Έτι δε +αυτού βασιλεύοντος, οι Κιμμέριοι, διωχθέντες από τας κατοικίας των +υπό των νομάδων Σκυθών, μετανάστευσαν εις την Ασίαν και εκυρίευσαν +τας Σάρδεις πλην της ακροπόλεως. + +16. Ο Άρδυς εβασίλευσε τεσσαράκοντα και εννέα έτη, και ο υιός του +Σαρδυάττης δώδεκα· τούτον δε διεδέχθη ο Αλυάττης, όστις επολέμησε +τους Μήδους και τον Κυαξάρην, έγγονον του Δηιόκου, εδίωξε τους +Κιμμερίους εκ της Ασίας, εκυρίευσε την Σμύρνην την οποίαν είχον +κατοικίσει οι Κολοφώνιοι και εισέβαλεν εις τας Κλαζομενάς. +Εντεύθεν όμως ανεχώρησεν ουχί όπως επεθύμει, αλλ' αφού υπέστη +μεγάλην ζημίαν. Αξιομνημόνευτος δε είναι η βασιλεία του και δι' +άλλα έργα ων τα επισημότερα είναι τα εξής. + +17. Εξηκολούθησε κατά των Μιλησίων τον πόλεμον τον οποίον είχεν +αρχίσει ο πατήρ του, και ιδού πώς διεύθυνε τας εχθροπραξίας του +εναντίον της πόλεως ταύτης. Όταν ωρίμαζον εις τους αγρούς οι +καρποί, τότε εξεστράτευε, τα δε στρατεύματά του εβάδιζον με τον +ήχον των συρίγγων, των κιθαρών, των βαρυαύλων και των οξυαύλων. +Ερχόμενος εις την χώραν των Μιλησίων, δεν κατέστρεφεν ούτε έκαιε +τας οικίας των αγρών δεν απέσπα τας θύρας· έκαστον πράγμα το +άφινεν εις την θέσιν του. Κατέστρεφεν όμως τας συγκομιδάς και τους +καρπούς, και μετά τούτο ανεχώρει, διότι θαλασσοκρατούντων των +Μιλησίων, θα ήτο ανωφελές δι' αυτόν να τους πολιορκήση μετά +στρατού. Δεν εκρήμνιζε δε τας οικίας ο Λυδός ίνα οι Μιλήσιοι, +έχοντες τοιαύτας, δύνανται να σπείρωσι και να καλλιεργώσι την γην, +αυτός δε να έρχεται κατόπιν και να καταστρέφη τας εργασίας των. + +18. Τοιουτοτρόπως εξηκολούθησεν ο πόλεμος επί ένδεκα έτη κατά τα +οποία οι Μιλήσιοι υπέστησαν δύο μεγάλα τραύματα, το μεν εις το +Λιμενείον, πολεμήσαντες εις την ιδίαν εαυτών χώραν, το δε εις την +πεδιάδα του Μαιάνδρου. Και τα μεν έξ έτη εκ των ένδεκα τούτων +εβασίλευεν ακόμη ο Σαρδυάττης του Άρδυος, και αυτός ήτο ο αρχίσας +τον πόλεμον και οδηγών τα στρατεύματά του κατά των Μιλησίων, τα δε +άλλα πέντε έτη ο εξακολουθήσας τον υπό του πατρός του αρχίσαντα +πόλεμον, ως είπον ανωτέρω, και διευθύνας τας εχθροπραξίας ήτο ο +Αλυάττης του Σαρδυάττου, όστις και εξηκολούθησεν αυτόν μετ' +επιμονής. Ουδείς δε των Ιώνων εβοήθησε τους Μιλησίους, εκτός των +Χίων, οίτινες απέδωκαν χάριν αντί χάριτος, καθότι προηγουμένως οι +Μιλήσιοι τους εβοήθησαν κατά των Ερυθραίων. + +19. Κατά το δωδέκατον έτος, ενώ ο στρατός επυρπόλει αγρόν τινα, το +πυρ, ερεθισθέν υπό του ισχυρού ανέμου, κατέκαυσε ταχέως τον αγρόν +και έφθασε μέχρι του ναού της Ασσησίης Αθηνάς όστις και εκάη. Και +τότε μεν αμέσως ουδείς λόγος εγένετο περί του συμβάντος τούτου· +αλλ' επανελθόντος του στρατού εις τας Σάρδεις, ησθένησεν ο +Αλυάττης. Επειδή δε η ασθένειά του παρετείνετο, έπεμψεν εις τους +Δελφούς, είτε κατά συμβουλήν τίνος, είτε οίκοθεν σκεφθείς να +ερωτήση τον θεόν διά την ασθένειάν του. Η Πυθία όμως δεν ηθέλησε +να χρησμoδoμήση εις τους αποσταλέντας εις τους Δελφούς παν +ανοικοδομήσωσι τον ναόν της Αθηνάς τον οποίον έκαυσαν εις την +Ασσησόν της Μιλησίας χώρας. + +20. Ότι ούτως εγένετο το πράγμα, το ηξεύρω ακούσας αυτό εις τους +Δελφούς. Αλλ' ιδού τι προσθέτουσιν οι Μιλήσιοι· ο υιός του Κυψέλου +Περίανδρος, στενός φίλος του τότε τυράννου της Μιλήτου +Θρασυβούλου, μαθών την απόκρισιν την δοθείσαν εις τους Λυδούς, +έπεμψεν απεσταλμένην διά να κομίση την είδησιν ταύτην, ίνα εκείνος +σκεφθή καλώς και πράξη ό,τι απήτουν αι περιστάσεις. Και οι μεν +Μιλήσιοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα. + +21. Ο δε Αλυάττης, άμα ήκουσε την απόκρισιν των Δελφών, απέστειλεν +εις την Μίλητον κήρυκα εντεταλμένον να προτείνη εις τον +Θρασύβουλον και τους Μιλησίους ανακωχήν ήτις ήθελε διαρκέσει καθ' +όλον τον χρόνον τον αναγκαιούντα προς ανοικοδόμησιν του ναού. Ήλθε +λοιπόν εις την Μίλητον ο απεσταλμένος ούτος· ο δε Θρασύβουλος, +όστις ήτο προειδοποιημένος περί πάντων και ήξευρε τι έμελλε να +πράξη ο Αλυάττης, εσκέφθη το ακόλουθον. Αφού έφερεν εις την αγοράν +όλον τον σίτον όστις ευρίσκετο εις την πόλιν, είτε εις τας ιδίας +του αποθήκας είτε εις τας των ιδιωτών, παρήγγειλεν εις τους +Μιλησίους, όταν τους ειδοποιήση, να αρχίσωσι να πίνωσι και να +διασκεδάζωσιν. + +22. Παρήγγειλε δε ταύτα ο Θρασύβουλος διά να ίδη ο Σαρδιανός κήρυξ +μεγάλους σωρούς σίτου εις την αγοράν και τους κατοίκους +πανηγυρίζοντας, και αναγγείλη ταύτα εις τον Αλυάττην, όπερ και +εγένετο· διότι ο κήρυξ είδεν όλα ταύτα, ανεκοίνωσεν εις τον +Θρασύβουλον τας παραγγελίας του Λυδού και επέστρεψεν εις τας +Σάρδεις. Μετ' ολίγον εγένετο ειρήνη, και δεν νομίζω να υπήρχεν +άλλη αιτία. Τωόντι, ενώ ο Αλυάττης ήλπιζεν ότι ήτο μεγάλη σιτοδεία +εις την Μίλητον και ο λαός εις άκραν στενοχωρίαν, αίφνης ήκουσε +παρά του κήρυκος τα εναντία εκείνων τα οποία εφρόνει. Εγένετο +λοιπόν η ειρήνη και συνεφώνησαν να ήναι εις το εξής φίλοι και +σύμμαχοι· αντί δε ενός ναού, ο Αλυάττης έκτισε δύο εις την Ασσήσην +και εθεραπεύθη εκ της νόσου. + +23. Ο Περίανδρος, εκείνος όστις είχε μηνύσει εις τον Θρασύβουλον +την απόκρισιν της Πυθίας, ήτο υιός του Κυψέλου και εβασίλευεν εις +την Κόρινθον. Οι Κορίνθιοι (και οι Λέσβιοι συμφωνούσι μετ' αυτών) +λέγουσιν ότι επί της εποχής του εφάνη θαύμα μέγιστον· ο Μηθυμναίος +Αρίων εφέρθη υπό δελφίνος μέχρι του Ταινάρου. Ο Αρίων ούτος ήτο +κιθαρωδός και ουδενός δεύτερος μεταξύ των συγχρόνων του· καθ' όσον +δε ημείς ηξεύρομεν, αυτός πρώτος εποίησεν, ωνόμασε και εδίδαξε +διθύραμβον εις την Κόρινθον. + +24. Διηγούνται ότι ο Αρίων, αφού επί πολύν χρόνον διέμεινε πλησίον +του Περιάνδρου, επεθύμησε να πλεύση εις την Ιταλίαν και την +Σικελίαν και ότι αφού συνήθροισε πολλά πλούτη απεφάσισε να +επιστρέψη εις την Κόρινθον. Ανεχώρησε λοιπόν από τον Τάραντα επί +πλοίου Κορινθιακού το οποίον εναύλωσεν εξ ιδίων του, διότι μόνον +εις τους Κορινθίους είχε περισσοτέραν εμπιστοσύνην. Αφού εξήλθον +εις το πέλαγος, οι ναύται συνέλαβαν το επίβουλον σχέδιον να τον +ρίψωσιν εις τα κύματα και να αρπάσωσι τους θησαυρούς του. +Μαντεύσας όμως ο Αρίων τους σκοπούς των, τους ικέτευσε και τοις +υπεσχέθη όλα όσα είχε ζητών να τω χαρίσωσι την ζωήν. Αλλ' εκείνοι +έμενον άκαμπτοι και τον διέταξαν ή να φονευθή ιδιοχείρως, εάν +ήθελε να τον θάψωσιν άμα έφθανον εις την ξηράν, ή να πέση αμέσως +εις την θάλασσαν. Εις τοιαύτην αμηχανίαν ευρισκόμενος ο Αρίων τους +εζήτησεν, επειδή η απόφασίς των ήτο αμετάκλητος, να τον αφήσωσι να +σταθή εις τα εδώλια του πλοίου φορών τα καλλίτερά του ενδύματα, +και να ψάλη, προσθέτων ότι θα εφονεύετο μόνος του άμα ετελείωνε το +άσμα. Ευχαρίστως εδέχθησαν την πρότασίν του οι ναύται, καθότι +έμελλον να ακούσωσι τον κάλλιστον αοιδόν και αφήσαντες την πρύμνην +κενήν συνεσωρεύθησαν εις το μέσον του πλοίου. Τότε ο Αρίων ενεδύθη +τα καλλίτερά του ενδύματα, έλαβεν εις χείρας την κιθάραν, εστάθη +όρθιος επί των εδωλίων και έψαλε τον όρθιον σκοπόν (2) αφού δε +ετελείωσεν ερρίφθη εις την θάλασσαν όπως ήτο, με όλα τα ενδύματά +του. Και το μεν πλοίον εξηκολούθησε τον πλουν του, εκείνον δε, ως +λέγεται, δελφίν τις τον έλαβεν επί της ράχεώς του και τον έφερεν +εις το Ταίναρον. Πατήσας εις την ξηράν, επορεύθη εις την Κόρινθον +με τα ίδια ενδύματα, και φθάσας εκεί διηγήθη όσα τω συνέβησαν. +Αλλ' ο Περίανδρος δεν επίστευσε τίποτε, έθεσε τον Αρίωνα εις την +φυλακήν, διέταξε να τον φυλάττωσι στενώς και περιέμενε την έλευσιν +των ναυτών. Άμα έφθασαν ούτοι εις τον λιμένα, τους προσεκάλεσε διά +να μάθη παρ' αυτών τι θα έλεγον περί του Αρίωνος· εκείνοι δε +απεκρίθησαν ότι ήτο σώος και υγιής εις την Ιταλίαν και ότι τον +άφησαν εις τον Τάραντα πλουτούντα. Αίφνης όμως ενεφανίσθη ενώπιόν +των ο Αρίων με τα αυτά ενδύματα τα οποία εφόρει ότε έπεσεν εις την +θάλασσαν· τότε οι ναύται μείναντες εκστατικοί δεν ηδυνήθησαν να +αρνηθώσι το αποδιδόμενον εις αυτούς έγκλημα. Τοιαύτη είναι η +διήγησις των Κορινθίων και των Λεσβίων, και σώζεται ακόμη εις το +Ταίναρον μικρόν άγαλμα χάλκινον παριστών τον Αρίωνα· άνθρωπον +καθήμενον επί δελφίνος. + +25. Ο δε Αλυάττης ο Λυδός όστις ετελείωσε τον κατά τον Μιλησίων +πόλεμον απέθανεν (3) αφού εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και επτά. +Δεύτερος δε αυτός από την οικογένειαν ταύτην, θεραπευθείς από την +νόσον, ανέθηκεν εις τους Δελφούς μέγαν κρατήρα αργυρούν και +υποκρατηρίδιον εκ σιδήρου κολλητού, πράγμα πολύ πλέον άξιον θέας +από όλα τα εις τους Δελφούς αφιερώματα, έργον Γλαύκου του Χίου +όστις πρώτος όλων των ανθρώπων εφεύρε την κόλλησιν του σιδήρου. + +26. Αποθανόντος του Αλυάττου, έλαβε την βασιλείαν ο υιός αυτού +Κροίσος εις ηλικίαν τριάκοντα και πέντε ετών. Ούτος πρώτους εκ των +Ελλήνων προσέβαλε τους Εφεσίους οίτινες πολιορκηθέντες υπ' αυτού +αφιέρωσαν την πόλιν των εις την Άρτεμιν δέσαντες εις τον ναόν +σχοινίον το οποίον εξέτεινον μέχρι των τειχών των. Η απόστασις δε +μεταξύ της αρχαίας πόλεως ήτις επολιορκείτο και του ναού είναι +επτά σταδίων. Κατά τούτων πρώτων επετέθη ο Κροίσος· μετά ταύτα δε +επολέμησεν αλληλοδιαδόχως μίαν προς μίαν τας Ιωνικάς και τας +Αιολικάς πόλεις προφασιζόμενος διάφορα πταίσματα· εις άλλας μεν +μεγαλείτερα, οσάκις εύρισκε μεγαλείτερα, εις άλλας δε όλως +μηδαμινά. + +27. Αφού λοιπόν κατέστησε φόρου υποτελείς όλους τους Έλληνας της +Ασίας, απεφάσισε να εξοπλίση στόλον και να επιτεθή κατά των νήσων. +Όλα δ' ήσαν έτοιμα διά την ναυπήγησιν των πλοίων όταν ο Βίας ο +Πριηνεύς κατά τους μεν, κατ' άλλους δε ο Πιττακός ο Μιτυληναίος +ήλθεν εις τας Σάρδεις. Ο Κροίσος τον ηρώτησε νεώτερόν τι περί της +Ελλάδος, ούτος δε έδωκε την εξής απόκρισιν ήτις ανέστειλεν όλας +τας ετοιμασίας. «Ω βασιλεύ, οι νησιώται συναθροίζουσι πολυάριθμον +ιππικόν σκοπεύοντες να επιτεθώσι κατ' αυτών των Σάρδεων.» Νομίσας +δε ο Κροίσος ότι εκείνος έλεγε την αλήθειαν, επανέλαβεν· «Είθε οι +θεοί να εμπνεύσωσιν εις τους νησιώτας το σχέδιον να έλθωσι με +ιππικόν εναντίον των Λυδών. — Ω βασιλεύ, απεκρίθη ο Πιττακός, +βεβαίως πολύ επιθυμείς να συναντηθής εις την ήπειρον με τους +νησιώτας εφίππους, εις την περίπτωσιν δε ταύτην ορθώς ελπίζεις ότι +θέλεις τους νικήσει· αλλά τι νομίζεις; οι νησιώται οίτινες έμαθον +ότι προτίθεσαι να εξοπλίσης στόλον κατ' αυτών, τι άλλο εύχονται ή +να συναντήσωσι κατά θάλασσαν τους Λυδούς διά να εκδικήσωσιν επί +σου τους Έλληνας της ηπείρου;» Ο συλλογισμός ούτος ήρεσεν, ως +λέγεται, υπερβαλόντως εις τον Κροίσον όστις επείσθη (διότι όλοι +εκείνοι οι λόγοι τω εφάνησαν ορθοί) και παρήτησε τας ναυτικάς +ετοιμασίας. Τοιουτοτρόπως δε συνήψε δεσμούς φιλίας μετά των Ιώνων +των κατοικούντων τας νήσους. + +28. Μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, τα έθνη όσα περικλείει ο Άλυς +υπεδουλώθησαν όλα, ή σχεδόν όλα. Διότι, εκτός των Κιλίκων και των +Λυκίων, ο Κροίσος είχεν υπό την εξουσίαν του όλους τους άλλους· +ήτοι τους Λυδούς, τους Φρύγας, τους Μυσούς, τους Μαριανδυνούς, +τους Χάλυβας, τους Παφλαγόνας, τους Δωριείς, τους Αιολείς και τους +Παμφύλους. + +29. Είχον δε υποταχθή τα έθνη ταύτα και ο Κροίσος τα είχεν ενώσει +με την Λυδίαν όταν εις τας ακμαζούσας εν πλούτω Σάρδεις ήλθον +αλληλοδιαδόχως οι φημιζόμενοι κατ' εκείνον τον χρόνον επί σοφία +Έλληνες, μεταξύ δε άλλων ο Σόλων ο Αθηναίος όστις γενόμενος +νομοθέτης των συμπολιτών του κατ' αίτησιν των ιδίων, απεδήμησε διά +δέκα έτη αναχωρήσας επί προφάσει να επισκεφθή διαφόρους τόπους διά +να μη αναγκασθή να καταργήση τινά εκ των νόμων τους οποίους +έθεσεν, όπερ οι Αθηναίοι δεν ηδύναντο να πράξωσιν αφ' εαυτών, +διότι ήσαν υποχρεωμένοι διά μεγάλων όρκων να πολιτεύωνται επί δέκα +έτη με τους νόμους τους οποίους ήθελεν επιβάλει αυτοίς ο Σόλων. + +30. Τούτου ένεκα και διά να περιηγηθή διαφόρους τόπους ο Σόλων +αποδημήσας ήλθεν εις την Αίγυπτον προς τον Άμασιν, και κατόπιν εις +τας Σάρδεις προς τον Κροίσον. Φθάσας ενταύθα εξενίσθη υπό του +Κροίσου εις τα ανάκτορα· την τρίτην δε ή την τετάρτην ημέραν, +υπηρέται τινές, κατά διαταγήν του Κροίσου, περιέφερον τον Σόλωνα +μεταξύ των θησαυρών και τω έδειξαν όλα όσα ήσαν μεγάλα και +πολυτελή. Αφού δε εθεάσατο και ηρεύνησε τα πάντα ανέτως, ηρώτησεν +αυτόν ο Κροίσος ως ακολούθως· «Ω ξένε Αθηναίε, η μεγάλη φήμη της +σοφίας σου και των περιηγήσεών σου έφθασε μέχρις ημών· ηξεύρομεν +ότι φιλοσοφών περιήλθες μέγα μέρος της γης διά να γνωρίσης τον +κόσμον. Επιθυμώ λοιπόν να σε ερωτήσω ποίος εξ όλων των ανθρώπων +τους οποίους είδες είναι ο μάλλον ευδαίμων.» Ταύτα δε ηρώτα ο +Κροίσoς διότι επίστευεν ότι ήτο ευδαιμονέστατος πάντων. Αλλ' ο +Σόλων, χωρίς να τον κολακεύση παντάπασιν, αλλά λέγων την αλήθειαν, +απεκρίθη· «Ο Τέλλος ο Αθηναίος, βασιλεύ.» Εκπλαγείς ο Κροίσος διά +την τοιαύτην απόκρισιν, τω είπε με περιέργειαν· «Πόθεν εικάζεις +ότι ο Τέλλος είναι ο ευδαιμονέστατος των ανθρώπων;» Ο δε Σόλων +απεκρίθη· «Πρώτον διότι ο Τέλλος, ζων εις ευτυχούσαν πατρίδα, +εγέννησε παίδας ωραίους και εναρέτους, και εξ όλων τούτων είδε να +γεννηθώσι τέκνα τα οποία έζησαν όλα· δεύτερον διότι και κατάστασιν +αρκετήν είχε δι' Έλληνα ενόσω έζη και η τελευτή του βίου του +εγένετο λαμπροτάτη. Διότι εις μάχην τινά των Αθηναίων προς τους +αστυγείτονάς των της Ελευσίνος, πολεμήσας και αυτός και τρέψας +τους εχθρούς εις φυγήν, απέθανεν ενδόξως· οι δε Αθηναίοι τον +έθαψαν δημοσίαις δαπάναις εκεί όπου έπεσε και τον ετίμησαν πολύ.» + +31. Αφού ο Σόλων ωμίλησε προς τον βασιλέα περί του Τέλλου και τω +απηρίθμησε τους λόγους διά τους οποίους τον εθεώρει ευδαίμονα, ο +Κροίσος τον ηρώτησε πάλιν ποίον είδεν ευδαιμονέστατον μετ' +εκείνον, υποθέτων αδιστάκτως ότι θα ελάμβανε τουλάχιστον τα +δευτερεία. Αλλ' ο Σόλων απεκρίθη· «Τον Κλέοβιν και τον Βίτωνα, +Αργείους το γένος· αυτοί είχον κατάστασιν αρκετήν και προς τούτοις +τοιαύτην σωματικήν δύναμιν ώστε αμφότεροι είχον νικήσει εις τους +αγώνας· ιδού δε τι λέγουσι περί αυτών. Οι Αργείοι ετέλουν την +εορτήν της Ήρας και έπρεπεν αφεύκτως να φέρωσι την μητέρα των εις +το ιερόν· οι βόες όμως δεν έρχοντο εγκαίρως από τους αγρούς. Τότε +οι νέοι βλέποντες ότι παρήρχετο η ώρα, εδέθησαν εις τον ζυγόν και +έσυρον την άμαξαν εντός της οποίας εκάθητο η μήτηρ των· διήνυσαν +ούτω τεσσαράκοντα και πέντε στάδια και έφθασαν εις το ιερόν. Αφού +εξετελέσθη η πράξις αύτη υπό τα όμματα όλης τις πανηγύρεως, έσχον +θάνατον άριστον. Εις αυτούς έδειξεν η θεά ότι προτιμότερον ο +άνθρωπος να αποθνήσκη ή να ζη διότι οι μεν Αργείοι, +περιστοιχίζοντες αυτούς, εμακάριζον τους νέους διά την δύναμίν +των, αι δε Αργείαι εμακάριζον την μητέρα έχουσαν τοιούτους υιούς· +τότε αύτη, πλήρης χαράς διά την πράξιν και τους λόγους εκείνους, +έστη προ του αγάλματος ικετεύουσα την θεάν να δώση εις τους υιούς +της Κλέοβιν και Βίτωνα, οίτινες τόσον την είχον τιμήσει, ό,τι +δύναται να συμβή ευτυχέστερον εις τον άνθρωπον. Μετά την προσευχήν +ταύτην, αφού εθυσίασαν και ευωχήθησαν, κοιμηθέντες οι νέοι εντός +αυτού του ιερού, δεν αφυπνίσθησαν πλέον, αλλά τούτο ήτο το τέλος +της ζωής των. Οι δε Αργείοι διέταξαν να κατασκευασθώσι τα αγάλματα +των τα οποία ανέβηκαν εις τους Δελφούς, προς ένδειξιν ότι υπήρξαν +άριστοι άνδρες.» + +32. Έδωκε λοιπόν εις αυτούς ο Σόλων τα δευτερεία της ευδαιμονίας, +ο δε Κροίσος οργισθείς τω είπεν· «Ω ξένε Αθηναίε, σοι φαίνεται +λοιπόν τόσον μικρόν πράγμα η ευδαιμονία μου ώστε δεν την +αντισταθμίζεις ούτε με των ιδιωτών ανθρώπων;» Τότε ο Σόλων +επανέλαβεν· «Ω Κροίσε, ερωτάς περί των ανθρωπίνων πραγμάτων +άνθρωπον όστις ηξεύρει ότι η θεότης είναι φθονερά και αρέσκεται να +συνταράσσει τα πάντα. Με τον καιρόν βλέπει τις και υποφέρει +πράγματα τα οποία δεν ήθελε μήτε να υποφέρη μήτε να ιδή. +Προσδιορίζω εις εβδομήκοντα έτη το τέρμα της ανθρωπίνης ζωής· τα +εβδομήκοντα ταύτα έτη κάμνουσιν εικοσιπέντε χιλιάδας και διακοσίας +ημέρας, χωρίς να υπολογίσωμεν τον εμβόλιμον μήνα. Εάν εις δύο έτη +αυξάνης το έν κατά ένα μήνα διά να διατηρώσιν αι τέσσαρες ώραι του +έτους την απαιτουμένην τάξιν, γίνονται, εις εβδομήκοντα έτη, +τριάκοντα πέντε μήνες εμβόλιμοι ή χίλιαι πεντήκοντα ημέραι +περισσότεραι, και εν όλω είκοσι έξ χιλιάδες διακόσιαι πεντήκοντα +ημέραι, έξ ων ούτε μία δεν φέρει ακριβώς το αυτό πράγμα το οποίον +έφερεν η προηγουμένη. Ο άνθρωπος λοιπόν, ω Κροίσε, δεν είναι άλλο +ειμή μεταβολή περιστάσεων. Σε βλέπω υπερβαλόντως πλούσιον και +βασιλέα πολλών ανθρώπων· εκείνο όμως το οποίον με ηρώτησας δεν +δύναμαι να σοι το είπω πριν μάθω ότι ετελείωσες καλώς το στάδιον +της ζωής σου, διότι ο έχων πολλά πλούτη δεν είναι ευτυχέστερος +εκείνου όστις έχει τα καθημέραν αναγκαιούντα, εκτός εάν η τύχη τω +μείνη πιστή και τελειώση τον βίον εν αφθονία και ευτυχία. Πολλοί +άνθρωποι πλουσιώτατοι δεν είναι ευτυχείς, ενώ άλλοι, έχοντες +μετριωτέραν κατάστασιν, είναι ευτυχείς. Όστις είναι πλούσιος, αλλ' +ατυχής, υπερτερεί τον ευτυχή εις δύο μόνον πράγματα· ο ευτυχής +όμως υπερτερεί τον πλούσιον ατυχή εις πολλά. Ο πρώτος έχει πολλά +μέσα διά να ευχαριστήση τας επιθυμίας του και διά να ανθέξη εις +μέγα τι δυστύχημα το οποίον ήθελε τω συμβή· αλλ' ιδού ο δεύτερος +πώς τον υπερτερεί· εάν εξ ενός μέρους δεν δύναται να ευχαριστήση +τας επιθυμίας του μήτε να ανθέξη εις τα δυστυχήματα, δεν υφίσταται +όμως τοιαύτα, και τούτο είναι η ευτυχία του. Μήτε πάσχει, μήτε +ασθενεί, μήτε θλίβεται· τα τέκνα του πληρούσι τον βίον του χαράς, +η καλλονή του διατηρείται. Εάν δε μεθ' όλα ταύτα τελειώση τον βίον +καλώς, ο άνθρωπος ούτος είναι εκείνος περί του οποίου ερωτάς και +είναι άξιος να καλήται ευδαίμων· πριν όμως αποθάνη, πρέπει να +ήμεθα προσεκτικοί και να μη τον καλώμεν ευδαίμονα αλλ' ευνοούμενον +της τύχης. Ου δέδοται τη ανθρωπίνη φύσει να συνενοί όλους τους +όρους της ευδαιμονίας· καθώς ουδεμία χώρα εξαρκεί να παράγη όλα +όσα τη αναγκαιούσιν, αλλ' η μεν έχει εκείνο όπερ λείπει από την +άλλην, η καλλιτέρα δε είναι εκείνη ήτις έχει τα περισσότερα· ούτω +και ουδείς άνθρωπος εξαρκεί καθ' εαυτόν εις όλα, αλλ' ο μεν έχει +εκείνο το οποίον λείπει από τον άλλον, όστις δε έχει τα +περισσότερα και τα διατηρεί και περαίνει τον βίον του εν ειρήνη, +εκείνος, κατ' εμέ, ω Κροίσε, δικαιούται να φέρη το όνομα τούτο. +Πρέπει λοιπόν εις παν πράγμα να βλέπωμεν το τέλος· διότι η θεότης, +αφού πρώτον υπέδειξεν εις πολλούς ανθρώπους την ευδαιμονίαν, +έπειτα κατέστρεψεν αυτούς ριζηδόν.» + +33. Οι λόγοι ούτοι ουδόλως ήρεσαν εις τον Κροίσον όστις απέπεμψε +τον Σόλωνα χωρίς να απονείμη προς αυτόν ενδείξεις σεβασμού, κρίνων +ως άφρονα τον άνθρωπον εκείνον όστις περιφρονών τα παρόντα αγαθά +συνίστα να βλέπωμεν το τέλος παντός πράγματος. + +34. Μετά την αναχώρησιν του Σόλωνος θεία οργή ενέσκηψεν επί του +Κροίσου, βεβαίως διότι ενόμιζεν εαυτόν ως τον ευδαιμονέστατον +πάντων των ανθρώπων. Και πρώτον μεν είδεν όνειρον όπερ εφανέρωνεν +εις αυτόν τα μέλλοντα αληθώς να συμβώσιν εις τον υιόν του +δυστυχήματα. Είχε δε ο Κροίσος δύο υιούς· αλλ' ο μεν ούτε καν +ανεφέρετο, διότι ήτο κωφάλαλος· ο δε επρώτευεν εις όλα μεταξύ των +ομηλίκων του και εκαλείτο Άτυς. Εφανέρωσε λοιπόν το όνειρον εις +τον Κροίσον ότι αυτός ο Άτυς έμελλε να φονευθή κτυπηθείς οπό +σιδηράς αιχμής. Άμα εξύπνησεν έμεινε σύννους επί αρκετήν ώραν· +έπειτα φοβηθείς διά το όνειρον έσπευσε να νυμφεύση τον υιόν του, +και επειδή ούτος εστέλλετο συνήθως εις τους πολέμους ως στρατηγός +των Λυδών, έπαυσε πλέον να τον στέλλη· εξέβαλε συγχρόνως από τα +δωμάτια των ανδρών τα βέλη, τα ακόντια, όλα τέλος τα όπλα όσα +μεταχειρίζονται οι άνθρωποι εις τον πόλεμον, και τα συνεσώρευσεν +εις θαλάμους κεκλεισμένους, φοβούμενος μήπως, εάν τα άφινον +κρεμάμενα, ήθελε πέσει κανέν επί της κεφαλής του υιού του. + +35. Ενώ ενησχολείτο εις τους γάμους του υιού του, άνθρωπός τις, +Φρυξ το γένος, εκ βασιλικής οικογενείας, ήλθεν εις τας Σάρδεις, +περιπεσών εις συμφοράν και τας χείρας έχων μεμολυσμένας υπό φόνου. +Εισελθών ο άνθρωπος εκείνος εις την οικίαν του Κροίσου, τον +παρεκάλει να τον καθαρίση κατά τα έθιμα της χώρας· και ο βασιλεύς +τον εκαθάρισε. Γίνεται δε η κάθαρσις παρά τοις Λυδοίς σχεδόν όπως +και παρά τοις Έλλησιν. Αφού ο Κροίσος εξετέλεσε τα απαιτούμενα της +καθάρσεως, τω απέτεινε τας εξής ερωτήσεις· «Ω άνθρωπε, ποίος είσαι +και εκ ποίον μέρους της Φρυγίας ήλθες εις την οικίαν μου; ποίον +άνδρα ή ποίαν γυναίκα εφόνευσας;» εκείνος δε απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, +εγώ είμαι υιός του Γορδίου, υιού του Μίδου, και ονομάζομαι +Άδραστος· φονεύσας δε ακουσίως τον αδελφόν μου, ήλθον εδώ διωχθείς +υπό του πατρός μου και εστερημένος των πάντων.» Ο Κροίσος +επανέλαβε· «Κατάγεσαι από άνδρας φίλους και ήλθες εις φίλους· +μένων λοιπόν εις την οικίαν μου δεν θα στερηθής ουδενός πράγματος +και καλόν ήθελεν είσθαι διά σε να υπομείνης την συμφοράν ταύτην +όσον δύναται γενναιότερον.» Εγένετο λοιπόν ο Άδραστος ομοδίαιτος +του Κροίσου. + +36. Κατά τον αυτόν εκείνον χρόνον τερατώδης αγριόχοιρος εφάνη εις +την Μυσίαν καταβαίνων εκ του Ολύμπου και καταστρέφων τους αγρούς· +πολλάκις οι Μυσοί εξήλθον κατ' αυτού, αλλά δεν ηδύναντο να τον +βλάψωσι, και μάλιστα αυτοί υπέφερον από τας επιθέσεις του. Τέλος +έστειλαν απεσταλμένους προς τον Κροίσον και τω είπον· «Ω βασιλεύ, +μέγιστος αγριόχοιρος εφάνη εις την χώραν μας και καταστρέφει τους +αγρούς μας· προσεπαθήσαμεν με πάντα τρόπον να τον φονεύσωμεν, αλλά +δεν ηδυνήθημεν. Τώρα, διά να απαλλάξωμεν την χώραν, σε +παρακαλούμεν να πέμψης τον υιόν σου και εκλεκτούς τινας νεανίας με +τους κύνας των.» Και οι μεν Λυδοί ταύτα είπον· ο δε Κροίσος, +ενθυμούμενος το όνειρον, τοις απεκρίθη· «Μη αναφέρετε τον υιόν +μου, διότι δεν θα τον πέμψω· ενυμφεύθη προ ολίγου και έχει τας +ασχολίας του. Θα σας πέμψω όμως εκλεκτούς τινας Λυδούς με τους +θηρευτικούς κύνας των και θα τους παραγγείλω να σας βοηθήσωσιν +όλαις δυνάμεσι διά να απαλλάξετε την χώραν σας από το άγριον τούτο +θηρίον.» + +37. Ταύτα απεκρίθη και οι Μυσοί ευχαριστήθησαν· κατ' εκείνην όμως +την στιγμήν εισήλθεν ο υιός του όστις είχε μάθει τι εζήτουν· και +επειδή ο Κροίσος δεν ήθελε να τον πέμψη μετ' αυτών, ο νεανίας τω +είπεν. «Ω πάτερ, αι κάλλισται και ευγενέσταται πράξεις ήσαν +πρότερον δι εμέ να συχνάζω εις τους πολέμους και εις τα κυνήγια· +τώρα με απομακρύνεις και από τα δύο· εν τούτοις ούτε αδυναμίαν +έδειξα, ούτε έλλειψιν θάρρους. Με ποίον όμμα θα με βλέπωσιν εις το +εξής μεταβαίνοντα εις την αγοράν ή επιστρέφοντα εξ αυτής; Ποίαν +γνώμην θα έχωσιν οι πολίται και η νεαρά γυνή μου περί εμού; Ποίον +σύζυγον θα νομίζη αύτη ότι έχει; Άφες με να υπάγω εις αυτό το +κυνήγειον, ή πείσον με ότι αυτό το οποίον πράττεις είναι +συμφερότερον δι εμέ.» + +38. «Ω, υιέ μου, απεκρίθη ο Κροίσος, πράττω ταύτα ουχί διότι +παρετήρησα εις σε δειλίαν ή άλλο τι δυσάρεστον, αλλά διότι είδον +όνειρον εν τω ύπνω μου το οποίον με είπεν ότι θα ζήσης ολίγον και +ότι θα φονευθής πληττόμενος υπό σιδηράς αιχμής. Ένεκα του ονείρου +τούτου έσπευσα τον γάμου σου και δεν σε πέμπω εις αυτό το +κυνήγιον, προσέχων, όσον δύναμαι ενόσω ζω, να σε φυλάξω από τον +θάνατον, διότι συ είσαι ο μόνος υιός μου· τον άλλον, όστις είναι +βεβλαμμένος κατά την ακοήν, ούτε τον αναφέρω εάν υπάρχη.» + +39. Τότε ο νέος απεκρίθη· «Έχεις δίκαιον, ω πάτερ, αφού είδες +τοιούτο όνειρον, να με φυλάττης· εκείνο όμως το οποίον δεν +ενόησες, εκείνο το οποίον έμεινε σκοτεινόν διά σε, οφείλω να σοι +το εξηγήσω. Είπες ότι το όνειρον σοι εφανέρωσεν ότι μέλλω να +αποθάνω υπό σιδηράς αιχμής. Ποίαν χείρα όμως έχει ο αγριόχοιρος, ή +ποίαν σιδηράν αιχμήν την οποίαν να φοβηθής; Εάν σοι ανήγγελλεν ότι +θα εφονευόμην υπό των οδόντων του ή άλλου τινός ομοίου πράγματος, +ευλόγως θα έκαμνες ό,τι κάμνεις· αλλά σε είπεν υπό αιχμής, και +ημείς δεν θα πολεμήσωμεν με ανθρώπους· άφες με λοιπόν να υπάγω.» + +40. Εις ταύτα ο Κροίσος απεκρίθη· «Με ενίκησας, υιέ μου, δίδων εις +το ενύπνιον εξήγησιν καλλιτέραν εμού· διά τούτο μεταβάλλω γνώμην +και σε αφίνω να υπάγης εις το κυνήγιον.» + +41. Ειπών ταύτα ο Κροίσος προσεκάλεσε τον Φρύγα Άδραστον· ούτος +ήλθεν, ο δε βασιλεύς τω είπεν· «Άδραστε, σε εκαθάρισα από φρικτήν +συμφοράν διά την οποίαν δεν σε ονειδίζω. Σε υπεδέχθην εις την +οικίαν μου και σοι παρέχω πάσαν δαπάνην. Τώρα (καθότι οφείλεις δι' +αφοσιώσεως να ανταποκριθής εις τας ευεργεσίας μου) σε ζητώ να +προσέχης τον υιόν μου όστις θα υπάγη εις το κυνήγιον· προστάτευσον +αυτόν καθ' οδόν από τους κακοποιούς οίτινες τυχόν ήθελον ζητήσει +να τον βλάψωσιν. Είναι πρέπον προς τούτοις να ζητής και συ την +ευκαιρίαν να αναδειχθής εις τοιαύτα έργα, διότι και οι πατέρες σου +πρέπει να σοι χρησιμεύωσιν ως παράδειγμα και προσέτι έχεις +σωματικήν δύναμιν.» + +42. Ο Άδραστος απεκρίθη· «Εάν δεν με διέταττες, ω βασιλεύ, δεν θα +μετέβαινον εις τοιούτον αγώνα, διότι δεν αρμόζει εις άνθρωπον +δυστυχή να αναμιγνύεται μεταξύ φαιδρών ομηλίκων· δεν επιθυμώ τούτο +ποσώς, και πολλάκις ήδη το απέφυγα. Αλλά τώρα, αφού με αναγκάζεις, +πρέπει να υπακούσω, πρέπει να ανταμείψω τας προς εμέ ευεργεσίας +σου. Είμαι έτοιμος να πράξω ό,τι ζητείς, να προσέχω τον υιόν σου +καθώς με διατάττεις· περίμενε λοιπόν να τον ίδης επιστρέφοντα σώον +και αβλαβή, εφ' όσον τούτο εξαρτάται από τας δυνάμεις του φύλακός +του.» + +43. Αφού είπε ταύτα ο Άδραστος προς τον Κροίσον ανεχώρησεν αυτός +και ο Άτυς συνοδευόμενοι υπό εκλεκτών νέων και κυνών. Φθάσαντες +εις το όρος Όλυμπον ήρχισαν να ζητώσι το θηρίον· και αφού το +εύρον, περικυκλώσαντες αυτά εις το μέσον το κατηκόντιζον. Τότε ο +ξένος, εκείνος τον οποίον εκαθάρισεν ο Κροίσος από τον φόνον και +τον ωνόμαζον Άδραστον, διευθύνας το ακόντιόν του κατά του +αγριοχοίρου, απέτυχεν αυτόν και επλήγωσε τον υιόν του Κροίσου. +Πληγωθείς ο Άτυς υπό της σιδηράς αιχμής, εξεπλήρωσε την πρόρρησιν +του ονείρατος. Είς δε εκ των κυνηγών έδραμεν αμέσως να αναγγείλη +εις τον πατέρα το γεγονός, και φθάσας εις τας Σάρδεις διηγήθη τα +της θήρας και το απαίσιον τέλος του υιού του. + +44. Ο Κροίσος, ταραχθείς διά τον θάνατον του Άτυος, παρεπονείτο +τοσούτω μάλλον όσω εκείνος τον οποίον εκαθάρισεν από τον φόνον ήτο +ο φονεύς του. Στενάζων διά την συμφοράν του, επεκαλείτο τον +καθαριστήριον Δία μαρτυρόμενος όσα έπαθεν υπό του ξένου· +επεκαλέσθη επίσης τον ίδιον θεόν ονομάζων αυτόν Φιλόξενον και +Προστάτην της φιλίας· τον εκάλει Φιλόξενον, διότι, δεχθείς εις την +οικίαν του ένα ξένον, έθρεψεν εν αγνοία του τον φονέα του υιού +του· τον εκάλει Προστάτην της φιλίας, διότι αναθέσας εις τον ξένον +την φύλαξιν του υιού του, τον εύρε μέγιστον εχθρόν. + +45. Έφθασαν μετά ταύτα οι Λυδοί φέροντες το πτώμα· όπισθεν δε +αυτών ήρχετο ο φονεύς. Σταθείς ούτος πλησίον του σώματος παρέδωκεν +εαυτόν εις τον Κροίσον· προτείνων δε τας χείρας τον παρεκάλει να +τον σφάξη επί του νεκρού, αναφέρων την πρώτην του συμφοράν και +λέγων μεγαλοφώνως ότι ήτο ανάξιος πλέον να ζη αφού επέφερε την +δυστυχίαν και εκείνου όστις τον εκαθάρισεν. Ακούσας αυτόν ο +Κροίσος, τον ευσπλαγχνίσθη, και με όλην την θλίψιν ην ησθάνετο διά +το οικείον δυστύχημα τω είπεν· «Έλαβον παρά σου, ω ξένε, πάσαν +εκδίκησιν, αφού συ ο ίδιος καταδικάζεις σεαυτόν εις θάνατον αλλά +δεν είσαι προς εμέ ένοχος διά το δυστύχημα τούτο· απλώς εγένεσο +ακούσιον όργανον· αιτιώμαι εκείνον εκ των θεών όστις άλλοτε μοι +εφανέρωσεν αυτά το οποίον έμελλε να συμβή.» Ο Κροίσος λοιπόν έθαψε +τον υιόν του ως έπρεπεν· ο δε Άδραστος, ο υιός του Γορδίου του +Μίδου, ο φονεύς του ιδίου του αδελφού, ο φονεύς εκείνου όστις τον +είχε καθαρίσει, όταν περί το μνήμα εγένετο ησυχία, αναγνωρίζων ότι +εξ όλων των ανθρώπων τους οποίους εγνώριζεν αυτός ήτο ο μάλλον +δυστυχής, εσφάγη διά της ιδίας του χειρός επί του τάφου. + +46. Στερηθείς ο Κροίσος του υιού του, διήλθε δύο έτη εις πένθος +μέγα. Μετά την παρέλευσιν του χρόνου τούτου η μοναρχία του +Αστυάγους, υιού του Κυαξάρου, κατεστράφη υπό του Κύρου, υιού του +Καμβύσου, και η δύναμις των Περσών έλαβε μεγάλην ανάπτυξιν. Τότε ο +Κροίσος κατέστειλε το πένθος του και ήρχισε να εξετάζη εάν ήτο +δυνατόν να εμποδίση την υπερβολικήν ανάπτυξιν των Περσών. Το +εξαγόμενον των σκέψεών του ήτο να ερωτήση άνευ αναβολής τα μαντεία +της Ελλάδος και της Λιβύας πέμπων απεσταλμένους εις διάφορα μέρη, +άλλους μεν εις τους Δελφούς, άλλους δε εις την Άβην της Φωκίδος, +και άλλους εις την Δωδώνην. Τινές δε επέμφθησαν και εις τον +Αμφιάραον και εις τον Τροφώνιον, και άλλοι εις τους Βραγχίδας της +Μιλησίας χώρας. Αυτά ήσαν τα ελληνικά μαντεία εις τα οποία ο +Κροίσος έπεμψε διά να ζητήση χρησμούς. Έπεμψε δε και εις τον +Άμμωνα της Λιβύας. Απέστειλε δε πανταχού τους ανθρώπους τούτους +θέλων να δοκιμάση τα μαντεία και να παραβάλη τας αποκρίσεις, ίνα, +εάν εύρη τινάς εξ αυτών ακριβείς, απευθύνη νέας ερωτήσεις και μάθη +εάν πρέπη να επιχειρήση πόλεμον κατά των Περσών. + +47. Διά να δοκιμάση δε τα μαντεία έδωκεν εις τους απεσταλμένους +του Λυδούς τας εξής διαταγάς· να υπολογίσωσι τον χρόνον από της +ημέρας καθ' ην ήθελον αναχωρήσει από τας Σάρδεις, να ζητήσωσι +χρησμόν κατά την εκατοστήν ημέραν, και να ερωτήσωσιν εις τι +ενησχολείτο κατ' εκείνην την στιγμήν ο βασιλεύς των Λυδών Κροίσος, +υιός του Αλυάττου. Ώφειλον δε να γράψωσι τας αποκρίσεις και τας +αναφέρωσιν εις αυτόν. Κανείς δεν γνωρίζει τώρα τι απεκρίθησαν τα +άλλα χρηστήρια· αλλ' εις τους Δελφούς, άμα εισήλθον οι Λυδοί εις +τον ναόν, απέτεινον προς τον θεόν την προστεταγμένην ερώτησιν, και +η Πυθία τοις είπεν εις στίχους εξαμέτρους· + +«Ηξεύρω τον αριθμόν της ψάμμου και τα μέτρα της θαλάσσης· ο κωφός +με εννοεί και ακούω τον άλαλον. Εισέρχεται εις τας αισθήσεις μου η +οσμή της σκληροδέρμου χελώνης ήτις βράζει εις χάλκινον αγγείον με +κρέατα αρνίου. Κάτωθεν αυτής είναι εστρωμένος χαλκός, άνωθεν δε +την καλύπτει χαλκός.» + +48. Γράψαντες οι Λυδοί την απόκρισιν ταύτην της χρησμοδοτούσης +Πυθίας, ανεχώρησαν και επανήλθον εις τας Σάρδεις. Καθ όσον δε και +οι άλλοι απεσταλμένοι οι φέροντες τους χρησμούς ενεφανίζοντο +ενώπιόν του, ο Κροίσος ήνοιγε και ανεγίνωσκεν όσα είχον γράψει. +Και εκ μεν των άλλων αποκρίσεων ουδεμία είλκυσε την προσοχήν του· +άμα όμως ήκουσε την των Δελφών, προσηυχήθη και επίστευσε, κρίνων +ότι το μόνον μαντείον ήτο το των Δελφών, αφού εμάντευσε τι αυτός +έκαμε. Διότι μετά την αναχώρησιν των απεσταλμένων του, προσέχων +εις την προθεσμίαν των εκατόν ημερών, επενόησε πράγμα το οποίον +κανείς δεν ηδύνατο να υποπτεύση· Κατέκοψεν εις τεμάχια χελώνην και +αρνίον, και τα έρριψεν εις λέβητα χάλκινον με σκέπασμα χάλκινον +διά να βράσουν ομού. + +49. Τοιούτος ήτο ο χρησμός τον οποίον ο Κροίσος έλαβεν από τους +Δελφούς· δεν δύναμαι δε να είπω τι περί της αποκρίσεως την οποίαν +έλαβον οι Λυδοί εις το μαντείον του Αμφιαράου, αφού εξετέλεσαν +εκεί τα της θρησκείας νόμιμα· η απόκρισις αύτη δεν διετηρήθη, +είναι δε γνωστόν μόνον ότι ο Κροίσος εύρε και αυτήν αληθή. + +50. Μετά ταύτα κατέγινε να ελκύση την ευμένειαν του θεού των +Δελφών διά θυσιών μεγάλων· εθυσίασε δε προς τούτο τρισχίλια ζώα +παντός είδους, άξια των θεοτήτων· έπειτα εσώρευσεν επί μεγάλης +πυράς κλίνας επιχρύσους και επαργύρους, φιάλας χρυσάς, ενδύματα +πορφυρά, χιτώνας, και τα κατέκαυσεν, ελπίζων τοιουτοτρόπως να +προσελκύση έτι μάλλον την φιλίαν του θεού. Τέλος διέταζε τους +Λυδούς να θυσιάσωσιν εις τον θεόν ό,τι ηδύναντο να προσφέρωσι. +Τελειωθείσης της θυσίας, εχύθη κατά διαταγήν του άπειρος ποσότης +χρυσού εξ ου κατεσκευάσθησαν εκατόν δεκαεπτά ημιπλίνθια μιας +παλάμης πάχους, τα μεν μεγαλείτερα έχοντα έξ παλαμών μήκος, τα δε +βραχύτερα τριών. Εξ αυτών τέσσαρα ήσαν εκ χρυσού καθαρού και είχον +βάρος δύο ταλάντων και ημίσεως έκαστον, τα δε άλλα ήσαν από χρυσόν +λευκόν και είλκον βάρος δύο ταλάντων έκαστον. Διέταξεν επίσης να +κατασκευασθή εκ χρυσού καθαρού λέων δέκα ταλάντων βάρους. Ο λέων +ούτος, ότε εκάη το ιερόν των Δελφών, έπεσεν από τα ημιπλίνθια επί +των οποίων ήτο εστημένος, και τώρα ευρίσκεται εις τον θησαυρόν των +Κορινθίων έχων βάρος μόνον έξ ταλάντων και ημίσεως, καθότι τα άλλα +τρία τάλαντα και ήμισυ ανέλυσαν. + +51. Κατασκευασθέντων των αντικειμένων τούτων, ο Κροίσος τα έπεμψεν +εις τους Δελφούς, και εκτός αυτών τα ακόλουθα· δύο κρατήρας πρώτου +μεγέθους, εξ αργύρου και χρυσού· και ο μεν χρυσούς εστήθη δεξιά +εις την είσοδον του ναού, ο δε αργυρούς αριστερά. Αμφότεροι +μετεκινήθησαν ότε εκάη ο ναός· και ο μεν πρώτος ευρίσκεται εις τον +θησαυρόν των Κλαζομενίων έχων βάρος οκτώ ταλάντων και ημίσεως και +δώδεκα μνων, ο δε άλλος, έχων χωρητικότητα εξακοσίων αμφορέων, +ευρίσκεται είς τινα γωνίαν του προνάου, και οι Δελφοί +μεταχειρίζονται αυτόν διά να αναμίξωσι τον οίνον κατά την εορτήν +των Θεοφανίων. Λέγουσι δε ότι είναι έργον Θεοδώρου του Σαμίου· και +νομίζω ότι έχουσι δίκαιον, διότι δεν φαίνεται να ήναι έργον +ανεπιτηδείας χειρός. Ο Κροίσος απέστειλεν επίσης τέσσαρας πίθους +αργυρούς οίτινες ευρίσκονται εις τον θησαυρόν των Κορινθίων, και +δύο περιρραντήρια, χρυσούν και αργυρούν· εκ τούτων το χρυσούν έχει +επιγραφήν ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ, διά να αποδείξη ότι η προσφορά εγένετο εκ +μέρους αυτών. Αλλ' η επιγραφή δεν είναι ακριβής, διότι το δώρον +είναι του Κροίσου, και κατεσκευάσθη υπό τινος Δελφού όστις ήθελε +να υποχρεώση τους Λακεδαιμονίους· γνωρίζω το όνομα αυτού, πλην δεν +το κοινολογώ. Αληθώς, το παιδίον διά των δακτύλων του οποίου +τρέχει το ύδωρ αφιερώθη παρ' αυτών, αλλ' ουδέν περιρραντήριον. Ο +Κροίσος έδωκεν επίσης πολλά άλλα πράγματα μικροτέρου λόγου άξια· +αργυρά αγγεία κυκλοτερή διά σπονδάς, χρυσούν άγαλμα γυναικός +τρίπηχυ, το οποίον οι Δελφοί λέγουσιν ότι είναι το άγαλμα της +αρτοποιού του, και τέλος τα περιδέραια και τας ζώνας της γυναικός +του. + +52. Αύται ήσαν αι προσφοραί του Κροίσου εις τους Δελφούς. Εις δε +τον Αμφιάραον, μαθών ο Κροίσος την αρετήν και το οικτρόν αυτού +τέλος, αφιέρωσεν ασπίδα ολόχρυσον της οποίας και το ακόντιον και η +λόγχη ήσαν ομοίως χρυσά. Τα δύο ταύτα πράγματα εσώζοντο ακόμη +μέχρι των ημερών μου εις τας Θήβας, και έκειντο εις τον ναόν του +Ισμηνίου Απόλλωνος. + +53. Καθ' ην στιγμήν οι Λυδοί έμελλον να αναχωρήσωσι διά να φέρωσι +τα δώρα ταύτα εις τους δύο ναούς, ο Κροίσος τους διέταξε να +ερωτήσωσι τα μαντεία εάν έπρεπε να στρατεύση κατά των Περσών και +εάν έπρεπε να ενώση με τα στρατεύματά του άλλον σύμμαχον στρατόν. +Οι δε Λυδοί, αφιχθέντες εις τους ιερούς τόπους όπου εστάλησαν, +απέθεσαν τα αφιερώματα και ηρώτησαν τα χρηστήρια λέγοντες· «Ο +βασιλεύς των Λυδών και άλλων εθνών Κροίσος, αναγνωρίσας ότι τα +μαντεία σας είναι τα μόνα αληθή επί της γης, σας ανταμείβει με τα +δώρα ταύτα διότι εμαντεύσατε τι έπραττε· τώρα δε σας ερωτά εάν +πρέπη να στρατεύση κατά των Περσών και εάν πρέπη να προσλάβη +σύμμαχον άλλου έθνους στρατόν.» Και ούτοι μεν ταύτα ηρώτησαν· +αμφότερα δε τα μαντεία την αυτήν γνώμην εξέφερον, προειπόντα εις +τον Κροίσον ότι εάν εξεστράτευε κατά των Περσών ήθελε καταστρέψει +μέγα βασίλειον. Τον συνεβούλευσαν δε να λάβη συμμάχους τους +δυνατωτάτους των Ελλήνων. + +54. Όταν ο Κροίσος ήκουσε τας αποκρίσεις τας οποίας τω έφερον, +ησθάνθη χαράν άμετρον. Ελπίζων ότι αναμφιβόλως θα κατέστρεφε το +βασίλειον του Κύρου, έπεμψεν εκ νέου εις τους Δελφούς, μαθών +προηγουμένως τον αριθμόν των κατοίκων, και διένειμεν εις έκαστον +δύο στατήρας χρυσού. Οι δε Δελφοί, ευγνωμονούντες, έδωκαν εις τον +Κροίσον και εις τους Λυδούς προτίμησιν να ερωτώσι προ των άλλων +την Πυθίαν, ασυδοσίαν, προεδρίαν εις τους αγώνας, και δικαίωμα +πολιτογραφήσεως εις εκείνους οίτινες εις το μέλλον ήθελον ζητήσει +τούτο. + +55. Αφού προσέφερε τα δώρα ταύτα εις τους Δελφούς ο Κροίσος +ηρώτησε το μαντείον εκ τρίτου· διότι αφότου επείσθη περί του +αλανθάστου του μαντείου, ηρέσκετο να τω προτείνη ερωτήσεις. +Ηρώτησε λοιπόν εάν η βασιλεία του ήθελε διαρκέσει πολύ· η δε Πυθία +τω απεκρίθη ως εξής· + +«Όταν γίνη βασιλεύς των Μήδων ημίονος, τότε, ω Λυδέ αβρέ τους +πόδας, φύγε εις την χαλικώδη Έρμον· μη μένε, και μη εντρέπου να +φανής άνανδρος.» + +56. Όταν ήλθεν η απόκρισις αύτη, ο Κροίσος εχάρη πολύ περισσότερον +παρ' όσον κατά τας προηγουμένας αποκρίσεις, κρίνων ότι κατ' ουδένα +τρόπον δεν ηδύνατο να βασιλεύση εις τους Μήδους ημίονος αντί +ανθρώπου, και επομένως ότι ούτε αυτός ούτε οι απόγονοί του θα +παύσωσι βασιλεύοντες. Μετά ταύτα ησχολήθη να μάθη ποίοι ήσαν οι +δυνατώτατοι Έλληνες διά να τους κάμη συμμάχους του. Εξετάζων δε +έμαθεν ότι την πρώτην τάξιν κατείχον οι Λακεδαιμόνιοι και οι +Αθηναίοι, οι μεν πρώτοι καταγωγής δωρικής, οι δε δεύτεροι Ιωνικής. +Τα δύο ταύτα έθνη ήσαν προ πολλού τα μάλλον ένδοξα και κατήγοντο +το μεν των Αθηναίων εκ των αρχαίων Πελασγών, το δε των +Λακεδαιμονίων εκ των Ελλήνων. Και οι μεν Αθηναίοι δεν +μετηνάστευσαν ποτέ· οι δε Λακεδαιμόνιοι πολλάκις μετέβαλον +πατρίδα. Επί της βασιλείας του Δευκαλίωνος κατώκουν την Φθιώτιδα, +και επί του Δώρου, υιού του Έλληνος, την εις τους πρόποδας της +Όσσης και του Ολύμπου χώραν ήτις καλείται Ιστιαιώτις. Διωχθέντες +δε εντεύθεν υπό των Καδμείων, εγκατεστάθησαν εις τους πρόποδας του +Πίνδου, εις τον τόπον τον καλούμενον Μακεδνόν, έπειτα εις την +Δρυοπίδα, και τέλος εις την Πελοπόννησον όπου ωνομάσθησαν Δωριείς. + +57. Ποίαν γλώσσαν ωμίλουν το πάλαι οι Πελασγοί; Δεν δύναμαι να το +είπω μετά θετικότητος· αλλ' εάν δύναται τις να εικάση εκ των +σωζομένων εισέτι Πελασγών, των κατοικούντων άνωθεν της πόλεως των +Τυρρηνών Κρηστώνος, οίτινες ήσαν ποτε όμοροι των σήμερον +καλουμένων Δωριέων και κατώκουν τότε την καλουμένην Θεσσαλιώτιδα· +έτι δε εκ των Πελασγών οίτινες έκτισαν εις τον Ελλήσποντον την +Πλακίαν και την Σκυλάκην, και οίτινες άλλοτε συγκατώκησαν με τους +Αθηναίους· τέλος έκ τινων άλλων μικρών πόλεων αίτινες Πελασγικαί +ούσαι μετέβαλον όνομα· αν, λέγω, εξ όλων τούτων δύναταί τις να +εξαγάγη συμπέρασμά τι, οι Πελασγοί θα ωμίλουν βάρβαρον γλώσσαν. +Εάν λοιπόν όλοι οι Πελασγοί είχον την γλώσσαν ταύτην, η Αττική +όμως φυλή, ήτις ήτο Πελασγική, μεταβληθείσα εις Ελληνικήν, θα +έμαθε την ελληνικήν γλώσσαν. Τωόντι, ούτε οι Κρηστωνιάται ούτε οι +Πλακιανοί ομιλούσιν ως τα περικυκλούντα αυτούς έθνη, και οι δύο +ούτοι λαοί έχουσι την αυτήν γλώσσαν όπερ αποδεικνύει ότι +μεταβαλόντες χώραν επρόσεξαν να μη μεταβάλωσι τον χαρακτήρα της +γλώσσης των. + +58. Η Ελληνική φυλή, ως νομίζω, είχεν ανέκαθεν την γλώσσαν την +οποίαν μεταχειρίζεται. Αφού απεχωρίσθη των Πελασγών, αδύνατος +ακόμη καθό πολύ μικρά κατ' αρχάς, ηύξησεν εις τρόπον ώστε να +σχηματίση πολλά έθνη, προ πάντων αφού ηνώθησαν μετ' αυτής και +άλλοι βάρβαροι. Εκτός τούτου εγώ νομίζω ότι η Πελασγική φυλή καθό +βάρβαρος δεν έλαβεν ουδεμίαν μεγάλην αύξησιν. + +59. Ο Κροίσος έμαθεν ότι εκ τούτων των εθνών η Αττική κατείχετο +και ήτο διεσπασμένη υπό του Πεισιστράτου, υιού του Ιπποκράτους, +τυραννεύοντος τότε εις τας Αθήνας. Εις τον Ιπποκράτην τούτον, +ιδιώτην όντα και μεταβάντα να ιδή τους Ολυμπιακούς αγώνας, εγένετο +μέγα θαύμα. Είχε σφάξει τα θύματα· οι δε λέβητες αυτού ήσαν +πλήρεις ύδατος και κρεάτων όταν ήρχισαν να βράζωσιν άνευ πυρός, +τόσον πολύ ώστε να εκχειλίζωσιν. Ο Λακεδαιμόνιος Χίλων, όστις +ευρέθη εκεί, εγένετο μάρτυς του υπερφυούς γεγονότος· και πρώτον +μεν συνεβούλευσε τον Ιπποκράτην να μη νυμφευθή γυναίκα τεκνοποιόν, +εάν δε είχε τοιαύτην, να την αποπέμψη, και εάν τέλος είχεν υιόν, +να τον αποκηρύξη. Αλλ' ο Ιπποκράτης δεν ηθέλησε να ακούση τας +συμβουλάς ταύτας, και βραδύτερον έσχεν υιόν τον Πεισίστρατον, +όστις ότε εστασίαζον προς αλλήλους οι Παραθαλάσσιοι υπό τον +Μεγακλέα, υιόν του Αλκμαίωνος, και οι Πεδινοί υπό τον Λυκούργον, +υιόν του Αριστολαΐδου, ο Πεισίστρατος συλλαβών το σχέδιον να γίνη +τύραννος εσχημάτισε τρίτον κόμμα. Συναθροίσας τους οπαδούς του, +παρέσυρε διά των λόγων του τους ορεινούς· έπειτα επινόησε το +ακόλουθον. Πληγώσας εαυτόν και τας ημιόνους του, ώθησε το άρμα του +εις το μέσον της αγοράς, ως να διέφυγεν εχθρούς θέλοντας να τον +φονεύσωσι καθ ην στιγμήν εξήρχετο της πεδιάδος. Τότε εζήτησεν από +τον λαόν να τω δώσωσι φύλακας, εις αυτόν όστις είχε δοξασθή είς +τινα εκστρατείαν κατά των Μεγάρων, όστις είχε κυριεύσει την +Νίσαιαν, και όστις είχε πράξει πλείστα άλλα κατορθώματα. Ο δήμος +των Αθηναίων απατηθείς τω έδωκεν άνδρας τινάς εκ των πολιτών +οίτινες εγένοντο ουχί δορυφόροι αλλά ροπαλοφόροι του Πεισιστράτου, +διότι συνώδευον αυτόν ωπλισμένοι διά ξυλίνων ροπάλων. Ούτοι λοιπόν +επαναστατήσαντες μετά του Πεισιστράτου εκυρίευσαν την ακρόπολιν. +Έκτοτε δε ο Πεισίστρατος εκυβέρνησε τους Αθηναίους χωρίς να +συνταράξη τας καθεστηκυίας αρχάς και χωρίς να μεταβάλη παντάπασι +τους νόμους, αλλά διοικών συμφώνως με τα καθεστώτα και κανονίζων +τα της πόλεως καλώς και συνετώς. + +60. Αι μερίδες του Μεγακλέους και του Λυκούργου δεν εβράδυνον να +συνεννοηθώσιν όπως τον διώξωσι. Τοιουτοτρόπως δε ο Πεισίστρατος +κατέλαβε διά πρώτην φοράν την κυριαρχίαν των Αθηνών και πριν ή +αύτη ριζωθή, την απώλεσεν. Αλλ' εκείνοι οίτινες τον εδίωξαν, +ήρχισαν εκ νέου να στασιάζωσι μεταξύ των. Τέλος ο Μεγακλής, +βαρυνθείς τας στάσεις, έπεμψε κήρυκα εις τον Πεισίστρατον και τω +προέτεινε την θυγατέρα του ως γυναίκα και την τυραννίαν. Αι +προτάσεις αύται εγένοντο δεκταί· συμφωνήσαντες δε, εμηχανεύθησαν +προς εκτέλεσιν των σχεδίων των στρατήγημα το οποίον εγώ ευρίσκω +χυδαιότατον, αφού καθ' όλην την αρχαιότητα το ελληνικόν έθνος +διεκρίθη από τους βαρβάρους διά την ευφυίαν του και διετέλεσεν +απηλλαγμένον αγρίας ευηθείας, αυτοί δε μετεχειρίσθησαν την +πανουργίαν ταύτην εις τους Αθηναίους οίτινες μεταξύ των Ελλήνων +νομίζονται πρώτοι κατά την σοφίαν. Εις τον δήμον Παιανιέα έζη γυνή +τις ονόματι Φύη τεσσάρων πήχεων ανάστημα έχουσα μείον τριών +δακτύλων, και προς τούτοις ωραία. Αυτήν την γυναίκα ενδύσαντες με +πανοπλίαν, την έθεσαν επί άρματος, αφού προηγουμένως την εδίδαξαν +τι έπρεπε να κάμη διά να φαίνεται μεγαλοπρεπεστέρα, έπειτα την +έφερον εις την πόλιν προηγουμένων κηρύκων οίτινες εισερχόμενοι εις +τας Αθήνας έλεγον συμφώνως με τας δοθείσας εις αυτούς διαταγάς την +ακόλουθον προκήρυξιν «Ω Αθηναίοι, δεχθήτε ευμενώς τον +Πεισίστρατον, τον οποίον αυτή η ιδία Αθηνά ήτις τον τιμά +περισσότερον από όλους τους ανθρώπους οδηγεί εις την ακρόπολίν +της.» Ταύτα έλεγον οι κήρυκες περιφερόμενοι, η δε φήμη διεσπάρη +μεταξύ του λαού ότι η Αθηνά έφερε τον Πεισίστρατον· όλη η πόλις +επίστευσεν ότι η γυνή εκείνη ήτο θεά, οι δε κάτοικοι ελάτρευσαν ον +θνητόν και εδέχθησαν τον Πεισίστρατον. + +61. Αφού επανέκτησεν ο Πεισίστρατος με τον ειρημένον τρόπον την +εξουσίαν, ενυμφεύθη την θυγατέρα του Μεγακλέους, κατά την +συμφωνίαν την οποίαν είχον κάμει μεταξύ των. Επειδή δε είχεν υιούς +ήδη νεανίας και οι Αλκμαιωνίδαι ελέγοντο κατηραμένοι, δεν ήθελε να +τεκνοποιήση με την νέαν του σύζυγον· συνευρίσκετο λοιπόν μετ' +αυτής παρανόμως. Και κατ' αρχάς μεν η γυνή δεν είπε τίποτε, τέλος +όμως, είτε αφ' εαυτής, είτε ερωτηθείσα, διηγήθη τα πάντα εις την +μητέρα της, αύτη δε εις τον σύζυγόν της. Ο Μεγακλής ησθάνθη +μεγάλην αγανάκτησιν διά την ύβριν την οποίαν τω έκαμνεν ο +Πεισίστρατος, και εν τη οργή του εφιλιώθη με τας αντιπάλους +μερίδας. Πληροφορηθείς δε ο Πεισίστρατος περί των εναντίον του +τεκταινομένων, έφυγεν από την Αττικήν και μετέβη εις την Ερέτριαν, +όπου συνεβουλεύετο περί του πρακτέου με τους υιούς του. Επειδή δε +υπερίσχυσεν η γνώμη του Ιππίου, να ανακτήσωσι την τυραννίδα, +εσύναζον χρηματικάς συνδρομάς εκ των πόλεων τας οποίας +προηγουμένως είχον ευεργετήσει. Πολλαί εξ αυτών έπεμψαν μεγάλας +ποσότητας, αλλ' αι Θήβαι τας υπερέβησαν όλας εις την μεγαλοδωρίαν. +Έπειτα, διά να μη εκτείνωμαι εις τόσον μακράν διήγησιν, τα έτη +διεδέχθησαν άλληλα και τα πάντα ητοιμάσθησαν διά την κάθοδον. +Αργείοι μισθωτοί ήλθον εκ της Πελοποννήσου, και εθελοντής τις +Νάξιος, ονόματι Λύγδαμις, ήλθε με στρατιώτας και με χρήματα, +δεικνύων μεγίστην προθυμίαν. + +62. Κατά το ενδέκατον έτος ανεχώρησαν εκ της Ερετρίας και +κατέλαβον πρώτον τον Μαραθώνα της Αττικής, Ενώ δε ήσαν +εστρατοπεδευμένοι εκεί, έφθασαν και οι οπαδοί των εκ της πόλεως, +και άλλοι εκ διαφόρων δήμων προτιμώντες την τυραννίαν από την +ελευθερίαν. Και ούτοι μεν συνηθροίζοντο εκεί· οι δε Αθηναίοι της +πόλεως, ενόσω μεν ο Πεισίστρατος εισέπραττε χρήματα, και μετά +ταύτα ότε κατέλαβε τον Μαραθώνα, δεν εφρόντιζον παράπασιν· όταν +όμως έμαθον ότι από τον δήμον τούτον εκινήθη διά να επιτεθή κατ' +αυτών, έλαβον τα όπλα και εξήλθον προς συνάντησίν του μεθ' όλων +των δυνάμεών των. Αφ' ετέρου δε το στράτευμα του Πεισιστράτου, +αναχωρήσαν εκ του Μαραθώνος, επλησίαζεν εις τας Αθήνας· και έφθασε +συγχρόνως με αυτούς πλησίον του ναού της Παλληνίδος Αθηνάς όπου +παρετάχθη εις μάχην. Τότε ο Ακαρνάν Αμφίλυτος, ανήρ όστις +προεφήτευε κατά θείαν έμπνευσιν, επλησίασε τον Πεισίστρατον και +απήγγειλε προς αυτόν τον εξής χρησμόν εις στίχους εξαμέτρους· + +«Ερρίφθη η βολή, το δίκτυον ανεπετάσθη, οι θύννοι θα ορμήσωσι την +νύκτα με την σελήνην.» + +63. Και ούτος μεν, θεόθεν εμπνεόμενος, ταύτα εχρησμοδότησεν· ο δε +Πεισίστρατος, εννοήσας τον χρησμόν, εκίνησε τα στρατεύματά του. +Κατ' εκείνην την στιγμήν οι υπερασπισταί της πόλεως κατεγίνοντο +εις το πρόγευμα· αφού δε έφαγον, οι μεν ήρχισαν να παίζωσι τας +κύβους, οι δε ετράπησαν εις ύπνον. Κατέλαβε λοιπόν αυτούς ο +Πεισίστρατος εξ απροόπτου και τους έτρεψεν εις φυγήν. Όταν τους +είδε φεύγοντας, διά να τους εμποδίση από του να ενωθώσιν εκ νέου +και να τους διασκορπίση εντελώς, εσκέφθη το εξής σοφόν στρατήγημα· +ανεβίβασε τους υιούς του εις ίππους και τους έπεμψεν εμπρός. +Φθάσαντες δε ούτοι τους φεύγοντας, τοις είπον όσα επρόσταξεν εις +αυτούς ο Πεισίστρατος, δηλαδή να μη φοβώνται και να μεταβή έκαστος +εις την οικίαν του. + +64. Οι Αθηναίοι υπήκουσαν, και τοιουτοτρόπως διά τρίτην φοράν ο +Πεισίστρατος εγένετο κύριος της πόλεως. Εστερέωσε δε την αρχήν του +διά πολλών ξένων στρατευμάτων, και συγχρόνως διά πλουσίων +εισοδημάτων λαμβανομένων των μεν εξ αυτής ταύτης της χώρας, των δε +εκ των μεταλλείων του Στρυμόνος προερχομένων. Έλαβε προς τούτους +ως ομήρους τους παίδας των Αθηναίων όσοι διέμεινον εις την πόλιν +και δεν έφυγον αμέσως. Προσδιώρισε δε ως τόπον διαμονής την Νάξον, +την οποίαν υπέταξε και έδωκε την διοίκησιν αυτής εις τον Λύγδαμιν. +Τέλος, ένεκα χρησμών τινων, εκαθάρισε την Δήλον διά του ακολούθου +τρόπου· εφ' όσον εκτείνεται η όρασις από το ιερόν, εκθάψας τους +νεκρούς, μετέφερεν αυτούς εις άλλο μέρος της Δήλου. Εκυβέρνα +λοιπόν τας Αθήνας ο Πεισίστρατος· αλλ' εκ των Αθηναίων οι μεν +είχον φονευθή εις την μάχην, οι δε είχον φύγει από την πατρίδα των +με τους υιούς του Αλκμαίωνος. + +65. Εις τοιαύτην στιγμήν ο Κροίσος επληροφορήθη την κατάστασιν εις +ην ήσαν αι υποθέσεις των Αθηναίων όσον δ' αφορά τους +Λακεδαιμονίους, ούτοι είχον απαλλαγή προ ολίγου από μεγάλα δεινά, +και μετά μακρόν πόλεμον, είχον νικήσει επί τέλους τους Τεγεάτας. +Τωόντι, επί της βασιλείας του Λέοντος και του Ηγησικλέους εν +Σπάρτη, όλοι μεν οι άλλοι πόλεμοι απέβαινον υπέρ των +Λακεδαιμονίων, μόνον δε οι Τεγεάται τους ενίκων. Προ της εποχής +ταύτης, και οι εσωτερικοί νόμοι των ήσαν σχεδόν οι χείριστοι όλης +της Ελλάδος και με τους ξένους ήσαν ακοινώνητοι· μετεβλήθησαν δε +εις ευνομίαν τοιουτοτρόπως. Ο Λυκούργος, ανήρ σημαντικός μεταξύ +των Σπαρτιατών, μεταβάς να ερωτήση το μαντείον των Δελφών, +εισήλθεν εις τον ναόν και αμέσως η Πυθία τω είπε τα ακόλουθα· + +«Ήλθες, ω Λυκούργε, εις τον πλούσιον ναόν μου, συ τον οποίον +αγαπώσιν ο Ζευς και όλοι οι κατοικούντες τα ανάκτορα του Ολύμπου. +Διστάζω να σε αποκαλέσω θεόν ή άνθρωπον· αλλά νομίζω μάλλον ότι +είσαι θεός, ω Λυκούργε.» + +Τινές διηγούνται προς τούτοις ότι η Πυθία τω υπηγόρευσε το υπάρχον +σήμερον εις την Σπάρτην πολίτευμα· αλλά, καθώς λέγουσιν αυτοί οι +Λακεδαιμόνιοι, ο Λυκούργος, γενόμενος επίτροπος του ανεψιού του +Λαβώτα, βασιλέως της Σπάρτης, έφερε τους νόμους του από την +Κρήτην. Τωόντι, άμα ανέλαβε την επιτροπείαν, μετέβαλεν όλους τους +νόμους και έλαβεν όλα τα αναγκαία μέτρα διά να μη τους παραβώσιν. +Εκανόνισεν ακολούθως τα εις τον πόλεμον αναφερόμενα και εσύστησε +τας ενωμοτίας, τας τριεκάδας, τα συσσίτια, και τέλος τους εφόρους +και την γερουσίαν. Τοιουτρόπως δε μεταβαλόντες πολίτευμα οι +Λακεδαιμόνιοι ευνομήθησαν. + +66. Αφού δε απέθανεν ο Λυκούργος, έκτισαν προς τιμήν αυτού ναόν +και τον σέβονται μεγάλως. Και επειδή η χώρα ήτο εύφορος και ο +πληθυσμός πολύς, ηύξησαν ταχέως και ευτύχησαν. Εν τούτοις δεν +περιωρίσθησαν να ζώσιν εν ειρήνη, αλλά νομίσαντες ότι ήσαν +ισχυρότεροι των Αρκάδων, ηρώτησαν το μαντείον των Δελφών πώς να +κατακτήσωσιν όλην την Αρκαδίαν· η δε Πυθία τοις είπε ταύτα· + +«Την Αρκαδίαν με ζητείς; μέγα πράγμα ζητείς· δεν θα σε την δώσω. +Εις την Αρκαδίαν υπάρχουσι πολλοί άνθρωποι τρεφόμενοι με βαλάνους, +οίτινες θα σε εμποδίσωσιν. Εγώ όμως δεν σε φθονώ. Θα σοι δώσω την +Τεγέαν διά να χορεύης εκεί με μέγαν κτύπον των ποδών, και πεδιάδα +καλήν διά να την μοιρασθής με σχοίνον.» + +Ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι την απόκρισιν ταύτην ήτις ανηγγέλθη +εις αυτούς, δεν εμερίμνησαν πλέον περί των άλλων Αρκάδων, αλλ' +εστράτευσαν κατά των Τεγεατών φέροντες μεθ' εαυτών πέδας· πλήρεις +δε πεποιθήσεως εις τον απατηλόν εκείνον χρησμόν, επίστευον ότι δεν +τοις έμενεν άλλο ειμή να δέσωσι τους Τεγεάτας. Ηττήθησαν όμως εις +την μάχην, και όσοι συνελήφθησαν ζώντες εδέθησαν με τας πέδας τας +οποίας οι ίδιοι είχαν φέρει μεθ' εαυτών και εκαλλιέργουν την +πεδιάδα της Τεγέας την οποίαν διενεμήθησαν μετρήσαντες με σχοίνον. +Αι πέδαι με τας οποίας εδέθησαν εσώζοντο ακόμη εις τας ημέρας μου +εις την Τεγέαν, κρεμάμεναι εις τον ναόν της Αλέας Αθηνάς. + +67. Κατά τας προηγουμένας λοιπόν μάχας, πάντοτε επολέμουν κατά των +Τεγεατών ανεπιτυχώς· αλλά κατά την εποχήν του Κροίσου, επί της +βασιλείας του Αναξανδρίδου και του Αρίστωνος εις την Σπάρτην, +ενίκησαν τέλος πάντων οι Σπαρτιάται, και ιδού πώς. Ιδόντες ότι +πάντοτε ενικώντο, έπεμψαν να ερωτήσωσι το μαντείον των Δελφών +ποίαν θεότητα έπρεπε να εξιλεώσωσι διά να φανώσι νικηταί. Η δε +Πυθία τοις είπεν ότι θα νικήσωσιν όταν φέρωσιν εις τον τόπον των +τα οστά του Ορέστου, υιού του Αγαμέμνονος. Επειδή δε δεν ήξευρον +πού να εύρωσι τον τάφον του Ορέστου, έπεμψαν πάλιν να ερωτήσωσι +τον θεόν εις ποίον μέρος έκειτο ο ήρως. Εις την ερώτησιν ταύτην η +Πυρία απεκρίθη τα εξής· + +«Υπάρχει εις την Αρκαδίαν Τεγέα τις, έν τινι πεδιάδι. Εκεί πνέουσι +δύο άνεμοι προερχόμενοι υπό ισχυράς ανάγκης. Εκεί υπάρχει κτύπος +και αντίκτυπος, το κακόν κείται επί του κακού. Εκεί η παρέχουσα τα +προς το ζην γη κρύπτει τον υιόν του Αγαμέμνονος. Λάβε αυτόν και θα +νικήσης τους Τεγεάτας.» + +Ήκουσαν και ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι· αλλά καίτοι αναζητήσαντες +πανταχού, ουχ ήττον δεν ευκολύνθησαν το παράπαν εις την +ανακάλυψιν, μέχρις ου ανεύρεν αυτά ο Λίχας, Σπαρτιάτης εκ των +καλουμένων Αγαθοεργών, ήτοι εκ των πολιτών εκείνων οίτινες, πέντε +κατ' έτος, εξερχόμενοι από τους ιππείς ως γεροντότεροι, οφείλουσι +καθ' όλον το έτος το μετά την απαλλαγήν των εκ της υπηρεσίας να +μεταβαίνωσιν όπου τους καλεί η ανάγκη της κοινότητος των +Σπαρτιατών και να μη μένωσιν αργοί. + +68. Ο Λίχας λοιπόν, είς των ανδρών τούτων, έκαμε την ανακάλυψιν +ταύτην εις την Τεγέαν κατά σύμπτωσιν και εξ ιδίας αγχινοίας. +Επειδή κατ' εκείνην την εποχήν συνεπεία ανακωχής είχον επαναληφθή +αι σχέσεις μεταξύ των δύο πόλεων, ο Λίχας, εισελθών εις το +εργαστήριον σιδηρουργού, τον παρετήρει ενώ εσφυρηλάτει τον σίδηρον +και εξεπλήττετο δι' εκείνο το οποίον έβλεπεν. Ιδών αυτόν ο +σιδηρουργός ότι εθαύμαζε, διέκοψε την εργασίαν του και τω είπε· +«Πόσον θα εξεπλήττεσο, ω ξένε Λάκων, εάν έβλεπες εκείνο το οποίον +είδον εγώ, αφού τώρα η τέχνη του σφυρηλατείν τον σίδηρον σοι +προξενεί τόσον θαυμασμόν; Ήθελα να κατασκευάσω φρέαρ εις την αυλήν +ταύτην· κατεγινόμην δε να σκάπτω, ότε το εργαλείον μου εκτύπησεν +εις φέρετρον μακρόν επτά πήχεων. Το ήνοιξα, μη δυνάμενος να +πιστεύσω ότι υπήρχαν ποτέ άνθρωποι μεγαλείτεροι παρ' όσον είναι +σήμερον, και είδον ότι το πτώμα ήτο ίσον κατά το μήκος· αφού δε τα +εμέτρησα, τα εκάλυψα πάλιν με τα χώμα.» Τοιουτοτρόπως ο +σιδηρουργός διηγήθη ό,τι είδεν· ο δε Λίχας, σκεφθείς καλώς τα +ρηθέντα, εσυμπέρανεν ότι κατά τον χρησμόν εκείνον έπρεπε να ήτο ο +Ορέστης· παρατηρών τα δυο φυσητήρια, εύρεν ότι εκείνα ήσαν οι δύο +άνεμοι· εν τη σφύρα και τω άκμονι ανεγνώρισε τον κτύπον και τον +αντίκτυπον, και εν τω σφυρηλατουμένω σιδήρω το κακόν όπερ κείται +επί του κακού, κρίνων ότι ο σίδηρος ανεκαλύφθη διά την δυστυχίαν +των ανθρώπων. Αφού έκαμε τους στοχασμούς τούτους, επιστρέψας εις +την Σπάρτην, ανεκοίνωσεν όλην την υπόθεσιν εις τους +Λακεδαιμονίους. Ούτοι δε, υπό πεπλασμένην κατηγορίαν, τον εδίκασαν +και τον κατεδίκασαν εις εξορίαν. Μεταβάς εις την Τεγέαν, είπεν εις +τον χαλκέα την συμφοράν του και εζήτει να ενοικιάση την αυλήν του, +την οποίαν ούτος ελυπείτο να την δώση· νικήσας τέλος την +αντίστασίν του, εγκατεστάθη εις αυτήν. Τότε ήνοιξε τον τάφον, +εσύναξε τα οστά και τα έφερεν εις την Σπάρτην. Απ' εκείνης δε της +στιγμής, οσάκις οι δύο λαοί εδοκίμαζον τας δυνάμεις των, πάντοτε +οι Λακεδαιμόνιοι ενίκων εις τας μάχας, και ήδη είχον καθυποτάξει +το πλείστον μέρος της Πελοποννήσου. + +69. Μαθών πάντα ταύτα ο Κροίσος έπεμψεν εις την Σπάρτην πρέσβεις +με δώρα διά να ζητήση την συμμαχίαν της, παραγγείλας συγχρόνως +αυτούς τι να είπωσι. Φθάσαντες δε ούτοι είπον τα εξής· «Ο βασιλεύς +των Λυδών και άλλων εθνών Κροίσος μας πέμπει προς υμάς· ιδού τι +λέγει· «Ω Λακεδαιμόνιοι, το μαντείον του θεού μοι εσύστησε να +συμμαχήσω με τους Έλληνας. Επειδή δε υμείς εις την Ελλάδα κατέχετε +την πρώτην θέσιν, διά τούτο σας προσκαλώ, εν ονόματι του μαντείου, +να γενήτε σύμμαχοι και βοηθοί μου, άνευ δόλου και άνευ απάτης.» +Και ο μεν Κροίσος ταύτα επρότεινε διά των πρέσβεών του· οι δε +Λακεδαιμόνιοι, οίτινες και αυτοί είχον μάθει τον δοθέντα εις τον +Κροίσον χρησμόν, ευχαριστήθησαν διά την έλευσιν των Λυδών και +έδωκαν όρκους ξενίας και συμμαχίας· είχον δε και προηγουμένως +λάβει ευεργετήματά τινα παρά του Κροίσου. Ότε οι Λακεδαιμόνιοι +έπεμψαν εις τας Σάρδεις διά να αγοράσωσι τον χρυσόν τον οποίον +εσκόπευον να μεταχειρισθώσι διά το άγαλμα του Απόλλωνος όπερ τώρα +ευρίσκεται εις τον Θόρνακα της Λακωνικής, ο Κροίσος το έδωκεν εις +αυτούς δωρεάν, μολονότι ούτοι ήθελον να το αγοράσωσιν. + +70. Τούτων ένεκα λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι εδέχθησαν την συμμαχίαν, +και επίσης διότι τους εξέλεξε κατά προτίμησιν από όλους τους +άλλους Έλληνας διά να ζητήση την φιλίαν των. Και αφ' ενός μεν ήσαν +έτοιμοι να τον βοηθήσωσιν εάν ήθελε τους προσκαλέσει, αφ' ετέρου +δε κατασκευάσαντες χαλκούν κρατήρα, πεποικιλμένον εξωτερικώς μέχρι +των χειλέων με σχήματα ζώων και χωρούντα τριακοσίους αμφορείς, τον +εκόμιζον εις τας Σάρδεις θέλοντες να τον δώσωσιν ως δώρον εις τον +Κροίσον αντί των όσων είχον λάβει παρ' αυτού. Αλλ' ο κρατήρ ούτος +δεν έφθασεν εις τας Σάρδεις, και το πράγμα εξηγείται διττώς. Οι +μεν Λακεδαιμόνιοι λέγουσιν ότι ο κρατήρ ενώ εκομίζετο εις τας +Σάρδεις, έφθασεν εις τα ύδατα της Σάμου, και ότι οι Σάμιοι, +μαθόντες τούτο, εισήλθον εις μακρά πλοία και τον ήρπασαν· οι δε +Σάμιοι λέγουσιν ότι οι μεταφέροντες αυτόν Λακεδαιμόνιοι, +βραδύναντες πολύ, έμαθον την πτώσιν των Σάρδεων και του Κροίσου +και ότι τότε επώλησαν τον κρατήρα εις την νήσον Σάμον εις +ανθρώπους ιδιώτας, οίτινες τον ηγόρασαν διά να τον αφιερώσωσιν εις +τον ναόν της Ήρας. Ίσως εκείνοι οίτινες τον επώλησαν είπον κατά +την εις Σπάρτην επιστροφήν των ότι τον ήρπασαν οι Σάμιοι. Ταύτα +είναι τα του κρατήρος. + +71. Ο Κροίσος λοιπόν, εξηγών λελανθασμένως τον χρησμόν, ητοίμαζεν +εκστρατείαν κατά της Καππαδοκίας, ελπίζων ότι ήθελε καταλύσει τον +Κροίσον και την δύναμιν των Περσών. Ενώ δε διήρκουν αι ετοιμασίαι +αύται, Λυδός τις, ονόματι Σάνδανις, προ πολλού φημιζόμενος ως +φρόνιμος άνθρωπος και του οποίου η ομιλία κατά την περίστασιν +ταύτην ηύξησεν έτι μάλλον την φήμην του μεταξύ των συμπολιτών του, +έδωκεν εις τον Κροίσον την εξής συμβουλήν· Ω βασιλεύ, προτίθεσαι +να εκστρατεύσης εναντίον ανθρώπων οίτινες φορούσι δερματίνας +αναξυρίδας και ενδύματα δερμάτινα, οίτινες τρώγουσιν όχι ό,τι +θέλουσιν αλλ' ό,τι έχουσι, διότι η χώρα των είναι άφορος. Εκτός +τούτου δεν γνωρίζουσι την χρήσιν του οίνου, αλλά πίνουσιν ύδωρ· +δεν έχουσι σύκα να φάγωσιν ούτε άλλο τι καλόν. Εάν λοιπόν τους +νικήσης, τι θα λάβης παρ' ανθρώπων μη εχόντων τίποτε; Εάν δε εξ +εναντίας νικηθής, σκέφθητι πόσα αγαθά θα χάσης. Μόλις γευθώσι τα +ιδικά μας αγαθά, θα προσκολληθώσιν εις αυτά και θα μας ήναι +αδύνατον να ελευθερωθώμεν από αυτούς. Εγώ ευχαριστώ τους θεούς ότι +δεν ενέπνευσαν εις τους Πέρσας την σκέψιν να στρατεύσωσι κατά των +Λυδών.» Οι λόγοι όμως ούτοι δεν έπεισαν τον Κροίσον και αληθώς οι +Πέρσαι, πριν υποτάξωσι τους Λυδούς, ούτε αβρόν τι είχον ούτε άλλο +τι αγαθόν. + +72. Οι Καππαδόκαι ονομάζονται από τους Έλληνας Σύριοι· υποτελείς +όντες των Μήδων, πριν λάβωσι την αρχήν οι Πέρσαι, υπήκουον τότε +εις τον Κύρον· διότι το μεταξύ του μηδικού και του λυδικού +βασιλείου όριον ήτο ο ποταμός Άλυς, όστις εκ των ορέων της +Αρμενίας καταβαίνει διά της Κιλικίας και ρέει ακολούθως έχων +δεξιόθεν τους Ματιανούς και αριστερόθεν τους Φρύγας· αφού δε +παρέλθη αυτούς, στρέφεται προς άρκτον, χωρίζων τους Συρίους +Καππαδόκας από τους Παφλαγόνας, οίτινες κατοικούσι την αριστεράν +όχθην. Τοιουτοτρόπως ο Άλυς χωρίζει σχεδόν όλας τας επαρχίας της +Μικράς Ασίας, από της θαλάσσης της Κύπρου μέχρι του Ευξείνου +πόντου· είναι δε το μέρος τούτο αυχήν όλης της χώρας του οποίου το +μήκος, δι' ένα καλόν πεζοδρόμον, είναι πέντε ημερών οδός. + +73. Ο Κροίσος εισήλθεν εις την Καππαδοκίαν, επιθυμών αφ' ενός μεν +να την κατακτήση και να προσθέση την επαρχίαν ταύτην εις το +βασίλειόν του, αφ' ετέρου δε πειθόμενος εις το μαντείον και +ελπίζων να εκδικηθή τον Κύρον διά τον Αστυάγη· διότι ο Αστυάγης, +υιός του Κυαξάρου, βασιλεύς των Μήδων, τον οποίον ο Κύρος, υιός +του Καμβύσου, είχε καταστρέψει, ήτο γαμβρός του Κροίσου. Έγινε δε +γαμβρός του τοιουτοτρόπως. Σώμα Σκυθών νομάδων αποστατήσαν έφυγε +και ήλθεν εις την Μηδίαν. Κατ' εκείνον τον χρόνον εβασίλευεν εις +τους Μήδους ο Κυαξάρης, υιός του Φραόρτου, εγγονός του Δηιόκου, +όστις κατ' αρχάς μεν υπεδέχθη καλώς τους Σκύθας τούτους, ελθόντας +ικέτας. Εις τοιαύτην δε εύνοιαν τους έλαβεν ώστε τοις παρέδωκε +παίδας τινας διά να μάθωσι την γλώσσαν των και την τέχνην των +τόξων. Οι άνθρωποι ούτοι, των οποίων η μόνη ενασχόλησις ήτο το +κυνήγιον και οίτινες πάντοτε επέστρεφον με θήρευμά τι, συνέβη +ημέραν τινά να επανέλθωσι με χείρας κενάς. Ο Κυαξάρης όστις, ως +έδειξε, παρεφέρετο εις το έπακρον, εφέρθη προς αυτούς σκληρότατα +και απρεπέστατα. Οι Σκύθαι συνησθάνθησαν την ύβριν ως άνθρωποι +αδίκως παθόντες, και απεφάσισαν να φονεύσωσι τον ένα εκ των παίδων +τους οποίους είχον πλησίον των και εδίδασκον, να μαγειρεύσωσι τας +σάρκας του όπως εσυνείθιζον να μαγειρεύωσι το κρέας των θηρίων, να +τας προσφέρωσιν εις τον Κυαξάρη λέγοντες εις αυτόν ότι ήτο εκ του +κυνηγίου των, και αμέσως να φύγωσιν εις τας Σάρδεις, προς τον +Αλυάττην, υιόν του Σαρδυάττου. Τούτο και έπραξαν· ώστε ο Κυαξάρης +και οι συνδαιτυμόνες του έφαγον από εκείνα τα κρέατα, και οι +Σκύθαι, μετά το έγκλημα τούτο, εγένοντο ικέται του Αλυάττου. + +74. Ο Κυαξάρης τους απήτησεν, ο βασιλεύς των Σάρδεων ηρνήθη να +τους παραδώση· πόλεμος λοιπόν εγένετο μεταξύ των Λυδών και των +Μήδων, όστις διήρκεσε πέντε έτη κατά τα οποία οι δύο λαοί εναλλάξ +ενίκων και ηττώντο. Συνέβη μάλιστα και είδος τι νυκτερινής μάχης +κατά το έκτον έτος. Μέχρι τότε ο πόλεμος διεξήγετο ισορρόπως. +Συνεπλάκησαν λοιπόν, αλλ' αίφνης, ενώ η συμπλοκή ήτο εις την ακμήν +της, η ημέρα εγένετο νυξ. Ο Θαλής ο Μιλήσιος είχεν αναγγείλει την +μεταβολήν ταύτην εις τους Ίωνας, και είχε μάλιστα προσδιορίσει εκ +των προτέρων το έτος καθ' ο συνέβη (4). Οι Λυδοί και οι Μήδοι +ιδόντες την νύχτα λαμβάνουσαν την θέσιν της ημέρας, διέκοψαν την +μάχην, και μετά ταύτα αμφότεροι εφάνησαν προθυμότεροι να κάμωσιν +ειρήνην. Οι συμφιλιώσαντες αυτούς ήσαν ο Συέννεσις ο Κίλιξ και ο +Λαβύνητος ο Βαβυλώνιος. Αμφότεροι δε επέσπευσαν την συνθήκην, εξ +ης επήλθε και επιγαμία, καθότι απεφάσισαν να δώση ο Αλυάττης την +θυγατέρα του Αρύηνιν εις τον Αστυάγη, υιόν του Κυαξάρου. Και +τωόντι, άνευ ισχυρού δεσμού, οι συμβιβασμοί ουδεμίαν έχουσιν +ισχύν. Οι όρκοι παρά τοις έθνεσι τούτοις γίνονται διά του αυτού +τρόπου ως και παρά τοις Έλλησι· χαράττουσιν ελαφρώς τους βραχίονας +και λείχουσι το αίμα αλλήλων. + +75. Τούτον λοιπόν τον Αστυάγη όστις ήτο προς μητρός πάππος του, +κατέστρεψεν ο Κύρος· βραδύτερον θα είπω διά ποίαν αιτίαν. Ο +Κροίσος, μεμφόμενος διά την αιτίαν ταύτην τον Κύρον, ηρώτησε το +μαντείον διά να μάθη εάν τω ήτο συγχωρημένον να επιχειρήση πόλεμον +κατ' αυτού. Αφού δε έλαβε την διφορουμένην απόκρισιν, επίστευσεν +ότι αύτη ήτο υπέρ αυτού και εκίνησε διά να εισβάλη εις την +επικράτειαν των Περσών. Φθάσας εις τον Άλυν, διεβίβασε το +στράτευμά του, ως μεν εγώ νομίζω διά των υπαρχουσών γεφυρών, ως +διηγούνται δε οι Έλληνες διεύθυνε την διάβασιν ο Θαλής ο Μιλήσιος· +διότι, λέγουσιν, αι γέφυραι δεν ήσαν ακόμη κατεσκευασμέναι και ο +Κροίσος εδυσκολεύετο να επιχειρήση ταύτην, όταν ο Θαλής, όστις +ευρίσκετο εις το στρατόπεδον, αποτρέψας τον ποταμόν, τον έκαμε να +τρέχη ουχί προς τα αριστερά αλλά προς τα δεξιά του στρατού. Έπραξε +δε τούτο διά του ακολούθου τρόπου· άνωθεν του στρατοπέδου ήρχισε +να σκάπτη διώρυγα βαθείαν και την έφερε μηνοειδή όπως κυκλώση +όπισθεν το στρατόπεδον. Εις αυτήν την διώρυγα πίπτων ο ποταμός +άφινε το πρώτον ρεύμα, και αφού περιήρχετο το στρατόπεδον, +επανήρχετο εις τον πρώτον δρόμον του. Ούτω δε, επειδή εσχίσθη ο +ποταμός, εγένετο διαβατός και κατά τα δύο μέρη. Τινές λέγουσιν ότι +η αρχαία κοίτη ευρέθη όλως ξηρά· αλλ' εγώ δεν δύναμαι να παραδεχθώ +την διήγησιν ταύτην, διότι πώς εις την επιστροφήν των διέβησαν +αυτόν οι Λυδοί; + +76. Διαβάς ο Κροίσος τον ποταμόν μετά του στρατεύματος έφθασεν εις +την Πτερίαν της Καππαδοκίας· η πόλις αύτη, κειμένη απέναντι της +Σινώπης επί του Ευξείνου Πόντου, είναι το ισχυρότατον μέρος της +χώρας. Εκεί δε στρατοπεδευσάμενος έφθειρε τους αγρούς των Συρίων· +εκυρίευσε δε την πόλιν των Πτερίων και εξηνδραπόδισε τους +κατοίκους· εκυρίευσε προς τούτοις όλας τας πλησιοχώρους πόλεις και +κατέστρεψεν ολοσχερώς τους κατοίκους των χωρίς να τω πταίσωσιν εις +τίποτε. Ο δε Κύρος, συναθροίσας όλας τας δυνάμεις του και +παραλαβών πάντας τους μεταξύ οικούντας επροχώρει εις απάντησιν του +Κροίσου. Πριν κινήση το στράτευμα, είχε πέμψει κήρυκας προς τους +Ίωνας προσπαθών να τους αποσπάση από τον Κροίσον, αλλά δεν το +κατώρθωσεν. Ανεχώρησεν όμως και ήλθε να στρατοπεδεύση απέναντι των +Λυδών· οι δύο στρατοί εδοκίμασαν τας δυνάμεις των εις την πεδιάδα +της Πτερίας. Η συμπλοκή εγένετο τρομερά· εκατέρωθεν έπεσαν πολλοί, +η δε νίκη ήτο αμφίρροπος, ότε επήλθεν η νυξ και διεχώρισε τους +μαχομένους. Τοιαύτη υπήρξεν η πρώτη μάχη αυτών (5). + +77. Ο Κροίσος απέδωκε το αποτέλεσμα τούτο εις τον υποδεέστερον +αριθμόν του στρατού του· και ήτο τωόντι ο στρατός του ολιγώτερος +του στρατού του Κύρου· επομένως, την ακόλουθον ημέραν, επειδή ο +Κύρος δεν εξήλθε κατ' αυτού, επέστρεψεν εις τας Σάρδεις +διανοούμενος να προσκαλέση τους Αιγυπτίους κατά τας συνθήκας +(καθότι είχε κάμει συμμαχίαν με τον βασιλέα της Αιγύπτου Άμασιν +πριν κάμη με τους Λακεδαιμονίους), να μηνύση να έλθωσι και οι +Βαβυλώνιοι (οίτινες ήσαν επίσης σύμμαχοί του και εβασίλευεν επ' +αυτών ο Λαβύνητος), και να ειδοποιήση τους Λακεδαιμονίους να +παρευρεθώσιν εις προσδιορισθησομένην ώραν. Κατ' αυτόν, διά να +συναθροισθώσιν όλοι ούτοι οι σύμμαχοι και συγκεντρωθώσιν αι ίδιαί +του δυνάμεις, απητείτο όλος ο χειμών, και εσκόπευεν, άμα τη +επανόδω του έαρος, να επαναλάβη τας επιχειρήσεις του εναντίον των +Περσών. Και αυτός μεν, τοιούτους σκοπούς έχων, άμα επέστρεψεν εις +τας Σάρδεις, έπεμψε κήρυκας προς τους συμμάχους διά να είπωσιν εις +αυτούς να συναχθώσι μετά πέντε μήνας εις την πόλιν ταύτην. Εις το +παρόν δε στράτευμα, όπερ επολέμησε κατά των Περσών και ήτο +ξενικόν, έδωκεν άδειαν να διαλυθή, μηδόλως υποπτεύων ότι μετά +μάχην ης η έκβασις ήτο τόσον αμφίρροπος, ο Κύρος θα εβάδιζε κατά +των Σάρδεων. + +78. Ενώ ο Κροίσος ελάμβανε τα μέτρα ταύτα, όλον το έδαφος των +Σάρδεων επληρώθη υπό όφεων. Εις την εμφάνισιν αυτών οι ίπποι, +αφίνοντες τας βοσκάς των, έτρεχον να τους καταφάγωσιν. Ιδών το +γινόμενον ο Κροίσος εστοχάσθη, όπως και ήτο πράγματι, ότι ήτο +θαύμα. Αμέσως λοιπόν έπεμψε να ερωτήση τους μάντεις της Τελμησσού. +Ελθόντες οι απεσταλμένοι του και μαθόντες από τους Τελμησσείς τι +εσήμαινε το σημείον εκείνο, δεν επρόφθασαν να φέρωσιν εις τον +κύριόν των την εξήγησιν, διότι πριν τους επαναφέρη το πλοίον των +εις τας Σάρδεις, ο Κροίσος ήτο αιχμάλωτος. Οι Τελμησσείς εξήγησαν +ότι ο Κροίσος έπρεπε να προσμένη στράτευμα αλλοεθνές εισβάλλον εις +την χώραν του και καταστρέφον τους κατοίκους, διότι ο όφις +σημαίνει τέκνον της γης και ο ίππος πολέμιον και ξένον. Βεβαίως οι +Τελμησσείς έδωκαν την απόκρισιν ταύτην αφού ο βασιλεύς εγένετο ήδη +αιχμάλωτος, αλλά δεν εγνώριζον τίποτε μήτε περί αυτού μήτε περί +των Σάρδεων. + +79. Ο δε Κύρος μαθών ότι ο Κροίσος όστις, μετά την εν Πτερία +μάχην, είχεν αρχίσει την υποχώρησιν, έμελλε να διαλύση τα +στρατεύματά του, απεφάσισε να βαδίση κατά των Σάρδεων όσον το +δυνατόν ταχύτερον· εθεώρει δε την επιτυχίαν του βεβαίαν εάν +κατώρθονε να φθάση εκεί πριν οι Λυδοί δυνηθώσι να ενώσωσι τας +δυνάμεις των εκ δευτέρου. Συγχρόνως με την απόφασιν εγένετο και η +εκτέλεσις· ο περσικός στρατός διέσχισε την Λυδίαν, και ο Κύρος +εγένετο απεσταλμένος εαυτού προς τον Κροίσον. Τότε ο Κροίσος +περιελθών εις μεγάλην αμηχανίαν, διότι τα πράγματα έλαβον αλλοίαν +τροπήν παρ' ό,τι αυτός προέβλεπεν, έφερεν ουχ ήττον τους Λυδούς +εις μάχην. Κατ' εκείνον τον χρόνον δεν υπήρχεν εις την Ασίαν έθνος +ανδρειότερον και πολεμικώτερον από το Λυδικόν· εμάχετο δε με +ίππους, εκράτει μεγάλα δόρατα και είχεν επιτηδειοτάτους ιππείς. + +80. Οι δε στρατοί συνηντήθησαν προ των Σάρδεων εις πεδιάδα μεγάλην +και άδενδρον την οποίαν διασχίζουσι μεγάλοι ποταμοί οίτινες όλοι, +μετά του Ύλου, πίπτουσιν εις το ευρύτατον ρεύμα του Έρμου, όστις +τρέχων εκ του ιερού όρους του αφιερωμένου εις την μητέρα Κυβέλην, +χύνεται εις την θάλασσαν πλησίον της Φωκαίας. Επί τοιούτου εδάφους +ο Κύρος, όταν είδε τους Λυδούς παρατεταγμένους εις μάχην, εφοβήθη +το ιππικόν των, και κατά συμβουλήν του Μήδου Αρπάγου, έκαμε τα +εξής· απεφόρτωσε τας καμήλους όσαι μετεκόμιζον διά τον στρατόν +τρόφιμα και σκεύη, τας συνήθροισε και ανεβίβασεν επ' αυτών άνδρας +ωπλισμένους ως ιππείς. Οι άνδρες ούτοι εσχημάτισαν την πρώτην +γραμμήν του Κύρου και τους αντέταξε προς το λυδικόν ιππικόν, +διέταξε δε τον πεζόν στρατόν να ακολουθή τας καμήλους, και όπισθεν +των πεζών έθεσεν όλον το ιππικόν. Σχηματίσας τοιουτοτρόπως τας +τάξεις του, διέταξε να μη φεισθώσιν ουδενός και να φονεύσωσιν +όλους τους Λυδούς όσοι ήθελον αντισταθή, εκτός μόνου του Κροίσου, +έστω και αν ήθελεν αντισταθή· τοιαύται ήσαν αι παραγγελίαι του, +και ιδού διατί αντέταξε τας καμήλους του εναντίον του εχθρικού +ιππικού. Ο ίππος φοβείται την κάμηλον· δεν δύναται να υποφέρη μήτε +την θέαν της όταν την ιδή, μήτε την οσμήν της εάν την οσφρανθή. +Διά του στρατηγήματος τούτου ο Κύρος ήθελε να καταστήση άχρηστον +το ιππικόν επί του οποίου εβασίζετο ο Κροίσος ότι ήθελε καταγάγει +νίκην λαμπράν. Τωόντι, άμα εγένετο η συμπλοκή, οι ίπποι +ωσφράνθησαν τας καμήλους, τας είδον, ανέστρεψαν εις τα οπίσω και η +τελευταία ελπίς του Κροίσου απέτυχεν. Αλλ' οι Λυδοί δεν εφάνησαν +δειλοί· όταν ενόησαν το γενόμενον, επήδησαν από τους ίππους και +συνεπλάκησαν με τους Πέρσας πεζοί. Ύστερον δε, αφού έπεσαν πολλοί +εκατέρωθεν, οι Λυδοί ετράπησαν εις φυγήν, και περικλεισθέντες εις +τα τείχη των επολιορκούντο υπό των Περσών. + +81. Ενώ ο εχθρός επολιόρκει την πόλιν, ο Κροίσος, νομίζων ότι η +πολιορκία ήθελε παραταθή, έπεμψεν εκ του τείχους νέους +απεσταλμένους προς τους συμμάχους. Πρότερον τους είχε προσκαλέσει +να έλθωσι κατά τον πέμπτον μήνα εις τας Σάρδεις, τώρα δε τοις +εζήτει ταχίστην βοήθειαν, αναγγέλλων αυτοίς ότι οι εχθροί τον +επολιόρκουν. + +82. Έπεμψε λοιπόν προς όλους τους συμμάχους του και ιδίως εις την +Λακεδαίμονα. Αλλά κατ' εκείνον τον χρόνον έρις τις είχεν αναφυή +μεταξύ των Σπαρτιατών και των Αργείων περί της χώρας της +καλουμένης Θυρέας. Την Θυρέαν ταύτην, αποτελούσαν μέρος της +Αργολίδος, είχον αρπάσει οι Λακεδαιμόνιοι· καθότι όλον εκείνο το +μέρος προς δυσμάς μέχρι της Μαλέας άκρας, τόσον η ήπειρος, όσον +και τα Κύθηρα και αι λοιπαί νήσοι ανήκον εις τους Αργείους. Οι +Αργείοι έλαβον τα όπλα διά να επανακτήσωσι την αφαιρεθείσαν από +αυτούς γην· και ελθόντες εις ομιλίαν συνεφώνησαν να πολεμήσωσι +τριακόσιοι εξ εκατέρου μέρους και οι νικηταί να λάβωσι την +διαφιλονεικουμένην γην. Οι δύο στρατοί ώφειλον να επανέλθωσιν εις +τας πατρίδας των και να μη παρασταθώσιν εις την μάχην, μήπως, +βλέποντες τους ιδικούς των νικωμένους, αποπειραθώσι να τους +βοηθήσωσι· Συμφωνηθέντων τούτων, οι μεν στρατοί ανεχώρησαν, οι δε +εκλεχθέντες εκατέρωθεν άνδρες έμειναν και ήλθον εις χείρας. +Επολέμησαν δε μετά τοσαύτης ισότητος δυνάμεων, ώστε, εκ των +εξακοσίων συμπλακέντων ανδρών, τρεις μόνον επέζησαν· ο Αλκήνωρ και +ο Χρόμιος από τους Αργείους, και ο Οθρυάδης από τους +Λακεδαιμονίους. Έμεινον δε ούτοι ζώντες διότι επήλθεν η νυξ. Οι δε +Αργείοι, νομίζοντες εαυτούς νικητάς, έδραμον εις το Άργος· αλλ' ο +Λακεδαιμόνιος Οθρυάδης, σκυλεύσας τα εχθρικά πτώματα και κομίσας +τα όπλα εις το στρατόπεδον των Λακεδαιμονίων, έμεινεν εις την +θέσιν του. Την επιούσαν οι δύο στρατοί, μαθόντες το αποτέλεσμα, +έδραμον, και επί τινα χρόνον αμφότεροι οικειοποιούντο την νίκην· +οι μεν Αργείοι λέγοντες ότι εξ αυτών επέζησαν οι περισσότεροι, οι +δε Λακεδαιμόνιοι ότι ο Σπαρτιάτης έμεινεν εις το πεδίον της μάχης +και εσκύλευσε τους νεκρούς. Η έρις επερατώθη διά μάχης εις ην +πολλοί εφονεύθησαν εκατέρωθεν και επί τέλους ενίκησαν οι +Λακεδαιμόνιοι. Από της εποχής εκείνης οι Αργείοι κόπτουσι τας +κόμας των τας οποίας άλλοτε κατ' ανάγκην άφινον κυματιζούσας· +έκαμαν δε νόμον και εψήφισαν κατάραν κατά παντός Αργείου όστις +ήθελεν αφήσει κόμην μακράν και κατά πάσης Αργείας ήτις ήθελε +φορέσει χρυσά κοσμήματα πριν ανακτηθή η Θυρέα. Οι δε Λακεδαιμόνιοι +έθεσαν νόμον όλως εναντίον· ενώ πρότερον έκειρον την κόμην, απ' +εκείνης της εποχής άφινον αυτήν να αυξάνη. Διηγούνται δε ότι ο +Οθρυάδης, ο επιζήσας εκ των τριακοσίων, αισχυνόμενος να επιστρέψη +εις την Σπάρτην ενώ οι σύντροφοι του είχον φονευθή, ηυτοκτόνησεν +εκεί εις την Θυρέαν. + +83. Εις τοιαύτην κατάστασιν ήσαν τα πράγματα της Σπάρτης όταν +έφθασεν ο κήρυξ εκ των Σάρδεων, παρακαλών αυτούς να βοηθήσωσι τον +Κροίσον πολιορκούμενον. Μόλις όμως τον ήκουσαν, έσπευσαν να +υπάγωσιν εις βοήθειάν του. Τα πλοία των ήσαν έτοιμα και αυτοί +παρεσκευασμένοι να αναχωρήσωσιν, ότε δεύτερος απεσταλμένος τοις +ανήγγειλε την πτώσιν της ακροπόλεως και την αιχμαλωσίαν του +Κροίσου· εθεώρησαν λοιπόν το συμβάν ως μέγα δυστύχημα και έμειναν. + +84. Ιδού δε πώς εκυριεύθησαν αι Σάρδεις· κατά την δεκάτην τετάρτην +ημέραν της πολιορκίας ο Κύρος διεκήρυξε δι' ανδρών εφίππων εις +όλας τας τάξεις του στρατού ότι θα ανταμείψη εκείνον όστις πρώτος +ήθελεν αναβή επί των επάλξεων. Κατά συνέπειαν της υποσχέσεως +ταύτης ο στρατός έκαμε πολλάς αποπείρας αλλ' άνευ αποτελέσματος +και έμενεν ησυχάζων, ότε ανήρ τις εκ του έθνους των Μάρδων, +καλούμενος Υροιάδης, απεπειράθη να αναβή εις μέρος τι της +ακροπόλεως όπου δεν έθετον φύλακας, διότι ποτέ δεν επίστευον να +κυριευθή απ' εκείνο το μέρος όπερ ήτο απότομον και απροσπέλαστον. +Τούτου ένεκα ούτε ο Μήλης, ο πρώτος βασιλεύς των Σάρδεων, δεν είχε +περιφέρει κατ' εκείνο το μέρος τον λέοντα τον οποίον εγέννησεν η +παλλακίς του όταν οι Τελμησσείς είπον ότι εάν ο λέων περιεφέρετο +εις τας επάλξεις, αι Σάρδεις θα ήσαν ανάλωτοι. Ο Μήλης λοιπόν τον +περιέφερεν εις όλα τα μέρη εκ των οποίων ηδύνατο να προσβληθή η +ακρόπολις, και παρημέλησε το μέρος εκείνο ως απρόσιτον. Είναι δε +τούτο αντικρύ του όρους Τμώλου. Αυτός λοιπόν ο Μάρδος Υροιάδης, +ιδών την προλαβούσαν ημέραν Λυδόν τινα καταβαίνοντα εκείθεν διά να +λάβη περικεφαλαίαν κυλίσασαν άνωθεν, εσκέφθη και απεφάσισεν· ανέβη +κατόπιν του Λυδού και άλλοι Πέρσαι τον εμιμήθησαν. Τοιουτοτρόπως +δε, επειδή ανέβησαν πολλοί, εκυριεύθη η πόλις και ελεηλατήθη. + +85. Ιδού τότε τι συνέβη και εις αυτόν τον Κροίσον. Είχεν υιόν περί +του οποίου ωμίλησα προ ολίγου, καλόν μεν κατά τα άλλα, πλην +άλαλον. Κατά τον καιρόν της ευτυχίας του ο Κροίσος ουδέν +παρημέλησε διά να τον θεραπεύση· ιδίως δε ένεκα τούτου ηρώτησε το +μαντείον των Δελφών, και η Πυθία απεκρίθη τα εξής· + +«Ω Λυδέ, βασιλεύ πολλών, ω Κροίσε ανοητότατε. Μη εύχεσαι ν' +ακούσης εις την κατοικίαν σου την ποθητήν φωνήν του ομιλούντος +υιού σου· συμφερότερον σε είναι να μένη άλαλος, διότι θα ομιλήση +πρώτην φοράν εις ημέραν δυστυχή.» + +Τωόντι, κυριευθέντος του τείχους, είς των Περσών ολίγον έλειψε να +φονεύση τον Κροίσον, μη γνωρίζων αυτόν· ο βασιλεύς εν τούτοις τον +είδεν ορμώντα εναντίον του και έμεινεν αδιαφορών ένεκα της +παρούσης δυστυχίας του και ουδόλως μεριμνών εάν έπιπτεν υπό τα +κτυπήματά του. Αλλ' ο υιός του, ο άλαλος εκείνος, εις την +απειλητικήν θέαν του Πέρσου, καταληφθείς υπό φόβου και θλίψεως, +εξέβαλε φωνήν και είπεν· «Ω άνθρωπε, μη φονεύσης τον Κροίσον.» +Αύται ήσαν αι πρώται λέξεις τας οποίας επρόφερε· και απ' εκείνης +της ώρας ωμίλει μέχρι τέλους του βίου του. + +86. Εκυρίευσαν λοιπόν οι Πέρσαι τας Σάρδεις και εζώγρησαν τον +Κροίσον, όστις, μετά δεκατεσσάρων ετών βασιλείαν και δεκατεσσάρων +ημερών πολιορκίαν, κατέστρεψεν, ως προείπεν ο χρησμός, μεγάλην +αρχήν, την ιδίαν εαυτού. Λαβόντες δε αυτόν οι Πέρσαι, τον έφερον +εις τον Κύρον, όστις διέταξε να σωρεύσωσι μεγάλην πυράν όπου +ανεβίβασε τον Κροίσον δεδεμένον με πέδας και μετ' αυτού +δεκατέσσαρας νέους Λυδούς, είτε σκοπεύων να προσφέρη τα ακροθίνια +ταύτα εις θεότητά τινα (6), είτε διά να εκπληρώση ευχήν τινα, +είτε, επειδή είχεν ακούσει ότι ο Κροίσος ήτο θεοσεβής, διά να ιδή +εάν επί της πυράς θεός τις ήθελε τον προφυλάξει από του να καή +ζων. Όπως και αν έχη το πράγμα, έπραξεν όσα ανέφερα· ο δε Κροίσος, +τεθείς επί της πυράς, ενθυμήθη με όλα του τα δεινά τον Σόλωνα και +τους λόγους τους οποίους ούτος, κατ' έμπνευσιν θείαν, τω είχεν +ειπεί· ότι δηλαδή κανείς άνθρωπος δεν είναι ευδαίμων. Ενθυμηθείς +ταύτα εστέναξεν, έρρηξε την σιωπήν και επανέλαβε τρις το όνομα του +Σόλωνος. Ο Κύρος τον ήκουσε και διέταξε τους διερμηνείς του να τον +ερωτήσωσι ποίον επεκαλείτο· πλησιάσαντες ούτοι τον ηρώτησαν, αλλά +παρήλθεν αρκετή ώρα πριν αποκριθή. Τέλος, επειδή τον εβίαζον, +είπεν· «Είναι άνθρωπος του οποίου αι συμβουλαί είναι προτιμότεραι +εις τους βασιλείς παρά όλα τα πλούτη.» Και επειδή ουδείς ενόησε +την απόκρισιν ταύτην, εζήτησαν να εξηγηθή· βαρυνθείς δε τας +επιμόνους ερωτήσεις των, τοις είπεν ότι Αθηναίος τις, ο Σόλων, +ήλθεν άλλοτε εις τας Σάρδεις, ότι είδεν όλα τα πράγματα, ότι +περιεφρόνησε τα πλούτη του και ότι προσέθηκε λόγους οίτινες διά +τον Κροίσον έμελλον να πραγματοποιηθώσιν όπως τους είχεν ειπεί, αν +και οι λόγος του Αθηναίου δεν απευθύνοντο προς αυτόν ατομικώς αλλά +προς όλον το ανθρώπινον γένος και ιδίως εις εκείνους οίτινες +νομίζουσιν εαυτούς ευτυχείς. Διαρκούσης της διηγήσεως ταύτης, η +πυρά, αναφθείσα ήδη, έκαιεν όλα τα πέριξ, όταν ο Κύρος, εις ον οι +διερμηνείς ανεκοίνωσαν όσα είπεν ο Κροίσος, μετεμελήθη· εσκέφθη +ότι άνθρωπος ων έμελλε να παραδώση εις τας φλόγας άνθρωπον ζώντα +όστις δεν υπήρξε κατώτερος αυτού κατά την ευδαιμονίαν· εφοβήθη +μήπως η πράξις του αύτη τιμωρηθή· εσκέφθη ότι ουδέν ανθρώπινον +διαρκές και διέταξε να σβύσωσι τάχιστα την πυράν και να +καταβιβάσωσι τον Κροίσον και τους μετ' αυτού· αλλ' οι άνθρωποί +του, με όλας τας προσπαθείας των, δεν ηδυνήθησαν να σταματήσωσι το +πυρ. + +87. Τότε, ως λέγουσιν οι Λυδοί, ο Κροίσος, ιδών ότι ο Κύρος +μετενόησεν, ότι όλοι κατεγίνοντο να σβέσωσι το πυρ και ότι δεν +ηδύναντο να το κατορθώσωσιν, επεκαλέσθη την βοήθειαν του +Απόλλωνος, ικετεύων αυτόν, εάν ποτε τω προσέφερε δώρον ευχάριστον, +να τον σώση από τον έσχατον εκείνον κύνδυνον. Ταύτα προσευχόμενος +έκλαιεν. Αίφνης δε, ενώ ο ουρανός ήτο αίθριος και ήρεμος, +συνεσωρεύθησαν νέφη, θύελλα εξερράγη και έπεσε βροχή ορμητικωτάτη +ήτις έσβεσε την πυράν. Τότε ο Κύρος ανεγνώρισεν ότι ο Κροίσος ήτο +άνθρωπος καλός και αγαπητός εις τους θεούς, τον κατεβίβασεν από +την πυράν και τω είπε· «Κροίσε, ποίος θνητός σε συνεβούλευσε να +εισβάλης ένοπλος εις την χώραν μου, και να προτιμήσης την έχθραν +μου; — Ω βασιλεύ, απεκρίθη ο Κροίσος, ταύτα έπραξα διά την ιδικήν +σου ευτυχίαν και την ιδικήν μου απώλειαν. Ο θεός των Ελλήνων είναι +αιτία τούτου· αυτός με παρώτρυνε να λάβω τα όπλα, διότι ουδείς +είναι τόσον άφρων ώστε να προτιμήση τον πόλεμον αντί της ειρήνης. +Εν ειρήνη, τα τέκνα θάπτουσι τους πατέρας των· εν πολέμω, οι +πατέρες θάπτουσι τα τέκνα των. Αλλ' ούτως ηθέλησαν οι θεοί, να +συμβώσιν όσα συνέβησαν.» + +88. Ο μεν Κροίσος ταύτα είπεν· ο δε Κύρος, λύσας τα δεσμά του, τον +εκάθισε πλησίον του και εφέρθη προς αυτόν μετά μεγάλου σεβασμού· +αυτός ο ίδιος και οι περί αυτόν τον παρετήρουν μετά θαυμασμού. Εν +τούτοις ο Κροίσος, παραδεδομένος εις τας σκέψεις του, εσιώπα. +Έπειτα στραφείς είδε τους Πέρσας καταγινομένους να λεηλατώσι την +πόλιν και ανέκραξεν· «Ω βασιλεύ, πρέπει να σοι είπω ό,τι φρονώ ή +είναι προτιμότερον να σιωπήσω εις την παρούσαν περίστασιν;» +Επιτρέψαντος δε του Κύρου να είπη θαρρούντως ό,τι ήθελεν, εκείνος +ηρώτησε λέγων· «Τι πράττει μετά τόσης σπουδής το πολύ εκείνο +πλήθος; — Λεηλατεί την πόλιν και αρπάζει τους θησαυρούς σου, +απεκρίθη ο Κύρος. — Ούτε την πόλιν μου λεηλατεί, ούτε τους +θησαυρούς μου αρπάζει, διότι ουδέν τούτων μοι ανήκει πλέον· +λεηλατεί και αρπάζει τα ιδικά σου.» + +89. Εκπλαγείς ο Κύρος διά την απόκρισιν ταύτην, απεμάκρυνεν όλους +και ηθέλησε να μάθη παρά του Κροίσου τι προέβλεπε δι' αυτόν εις +εκείνα τα οποία συνέβαινον. Ο Κροίσος απεκρίθη· «Αφού οι θεοί με +παρέδωκαν αιχμάλωτόν σου, νομίζω δίκαιον, εάν βλέπω τι το οποίον +συ δεν βλέπεις, να σοι το λέγω. Οι Πέρσαι είναι φύσει θρασείς και +στερούνται χρημάτων. Εάν λοιπόν τους αφήσης να διαρπάζωσι και να +κρατώσι δι' εαυτούς πλούσια πράγματα, ιδού τι θα ακολουθήση εις +σε· εκείνον όστις λάβη τα περισσότερα, θα αναγκασθής μετ' ολίγον +να τον πολεμήσης ως επαναστάτην. Τώρα λοιπόν, εάν σοι αρέσκωσιν αι +συμβουλαί μου, πράξον ό,τι θα σε είπω· θέσον εις όλας τας πύλας +φύλακας εκ των δορυφόρων σου οίτινες να λέγωσιν εις όσους +εξέρχονται βαστάζοντες λάφυρα να αφιερώσι το δέκατον τούτων εις +τον Δία. Τοιουτοτρόπως και συ δεν θα γίνης μισητός εις αυτούς +λαμβάνων τα πράγματα διά της βίας, και εκείνοι, αναγνωρίζοντες ότι +απαιτείς πράγμα δίκαιον, θα υπακούσωσι προθύμως.» + +90. Πολύ ευχαριστήθη ο Κύρος ακούων αυτόν, διότι όλαι αι συμβουλαί +του τω εφάνησαν ορθαί. Παρήγγειλε λοιπόν εις τους φύλακας του να +εκτελέσωσιν όσα τω είχεν υπαγορεύσει εκείνος και ακολούθως τω +είπε· «Κροίσε, επειδή εξακολουθείς να ομιλής και να φέρεσαι ως +βασιλεύς, ζήτησον παρ' εμού ό,τι θέλεις και θα το λάβης αμέσως. — +Ω δέσποτα, απεκρίθη ο Κροίσος, η μεγαλειτέρα ευεργεσία την οποίαν +δύνασαι να πράξης προς εμέ είναι να μοι επιτρέψης να στείλω τας +πέδας ταύτας εις τον θεόν των Ελλήνων, εις εκείνον εκ των θεών τον +οποίον ετίμησα υπερβαλόντως, και να τον ερωτήσω εάν νομίζη δίκαιον +να απατά εκείνους οίτινες πράττουσι προς αυτόν καλόν.» Ο Κύρος +εζήτησε να μάθη διά ποίαν αιτίαν παρεπονείτο και ο Κροίσος τω +διηγήθη τα σχέδια του και τας αποκρίσεις του μαντείου· τω +περιέγραψε τα αφιερώματά του και τω είπε πώς, παρακινούμενος υπό +των προρρήσεων της Πυθίας, απεφάσισε να επιχειρήση πόλεμον κατά +των Περσών· ετελείωσε δε την διήγησίν του επιμείνας εις την +επιθυμίαν του να πέμψη εις τον θεόν διά να τον ονειδίση. Τότε ο +Κύρος, γελάσας είπε· «Και τούτο σοι επιτρέπω, ω Κροίσε, και ει τι +άλλο ήθελες ζητήσει εις το μέλλον παρ' εμού.» Ταύτα είπεν, ο δε +Κροίσος άνευ αναβολής έπεμψε Λυδούς εις τους Δελφούς, διατάξας +αυτούς να κρεμάσωσι τα δεσμά του εις την είσοδον του ναού και να +ερωτήσωσι τον θεόν εάν δεν ησχύνετο διά τους χρησμούς με τους +οποίους παρώτρυνε τον Κροίσον να επιχειρήση τον πόλεμον κατά των +Περσών, επί τη ελπίδι ότι ήθελε καταστρέψει την αρχήν του Κύρου· +δεικνύοντες δε τας πέδας να τω είπωσιν ότι τοιαύτα ακροθίνια τω +προσφέρουσι· και τέλος να τον ερωτήσωσιν εάν οι ελληνικοί θεοί +συνειθίζωσι να ήναι αχάριστοι. + +91. Οι Λυδοί έφθασαν εις τους Δελφούς και είπον τα παραγγελθέντα· +λέγεται δε ότι η Πυθία απεκρίθη εις αυτούς τα ακόλουθα· «Εκείνο το +οποίον έγραψεν η μοίρα, ούτε θεός δεν δύναται να το αποφύγη. Ο +Κροίσος απέτισε το έγκλημα του πέμπτου πάππου του όστις, δορυφόρος +ων των Ηρακλειδών, ηκολούθησε τας συμβουλάς δολίας γυναικός, +εφόνευσε τον κύριόν του και κατέλαβε θρόνον εις τον οποίον ουδέν +δικαίωμα είχε. Με όλην δε την επιθυμίαν ην είχεν ο Απόλλων να +συμβώσιν αι καταστροφαί των Σάρδεων επί του υιού του Κροίσου και +ουχί επ' αυτού του Κροίσου, δεν ήτο εις την εξουσίαν αυτού του +θεού να μεταβάλη το πεπρωμένον· παν ό,τι ηδυνήθη να επιτύχη, το +έπραξε χάριν του Κροίσου. Επί τρία έτη ανεβλήθη η άλωσις των +Σάρδεων. Ας μάθη όμως ο Κροίσος ότι εγένετο αιχμάλωτος τρία έτη +μετά τον προσδιωρισμένον υπό της μοίρας χρόνον. Εκτός τούτου, όταν +η πυρά έμελλε να τον κατακαύση, ο Απόλλων τον εβοήθησεν. Όσον δ' +αφορά τον δοθέντα χρησμόν, ο Κροίσος έχει άδικον να παραπονήται +κατ' αυτού, καθότι ο Απόλλων τω προείπεν ότι, εάν επεχείρει +πόλεμον κατά των Περσών, θα κατέστρεφε μεγάλην αρχήν. Εάν ο +Κροίσος ήτο φρόνιμος, έπρεπε να πέμψη και εκ δευτέρου διά να +πληροφορηθή περί ποίας αρχής επρόκειτο, περί της του Κύρου ή της +ιδικής του. Αλλ' ούτε τον χρησμόν ενόησεν, ούτε εζήτησεν +εξηγήσεις· ποίον λοιπόν έπρεπε να αιτιάται ειμή εαυτόν; Αλλ' ουδέ +την απόκρισιν ενόησε του θεού όταν ούτος τω ωμίλησε περί του +ημιόνου. Ο ημίονος δεν ήτο άλλος ή αυτός ο Κύρος όστις εγεννήθη εκ +δύο διαφόρων φυλών, εκ μητρός ευγενεστέρας και πατρός κατωτέρου. Η +μήτηρ ήτο Μηδίς, θυγάτηρ του Αστυάγους, βασιλέως των Μήδων· ο +πατήρ ήτο Πέρσης και υποτελής των Μήδων· κατώτερος δε ων αυτής υπό +όλας τας επόψεις, έλαβε γυναίκα την δέσποινάν του.» Τοιαύτη ήτο η +απόκρισις της Πυθίας, οι δε Λυδοί επιστρέψαντες εις τας Σάρδεις +ανεκοίνωσαν αυτήν εις τον Κροίσον όστις ακούσας αυτούς επείσθη ότι +έπταιεν αυτός και ουχί ο θεός. + +92. Ταύτα είναι τα αφορώντα την βασιλείαν του Κροίσου και την +πρώτην υποδούλωσιν των Ιώνων. Υπάρχουσι δε εις την Ελλάδα και άλλα +πολλά αφιερώματα του βασιλέως τούτου, εκτός εκείνων τα οποία +εμνημόνευσα. Εις τας Θήβας της Βοιωτίας υπάρχει τρίπους χρυσούς, +τον οποίον αφιέρωσεν εις τον Ισμήνιον Απόλλωνα· εις την Έφεσον αι +χρυσαί δαμάλεις και αι πλείσται των στηλών εις τους Δελφούς, +μεγάλη χρυσή ασπίς εις τον ναόν της Αθηνάς. Όλα ταύτα τα +αντικείμενα εσώζοντο ακόμη επί των ημερών μου, τα δε άλλα +κατεστράφησαν. Τα αναθήματα του Κροίσου εις τους Βραγχίδας των +Μιλησίων, ως ακούω, ήσαν όμοια και ισοβαρή με τα εις τους Δελφούς +σταλέντα. Ταύτα και εκείνα τα οποία έδωκεν εις τον Αμφιάραον +προήρχοντο εκ της κληρονομίας του και της ιδίας του περιουσίας, τα +δε άλλα ήσαν από την περιουσίαν εχθρού τινος όστις, πριν βασιλεύση +ο Κροίσος, ωργάνωσε στάσιν διά να αναβή εις τον θρόνον των Λυδών ο +Πανταλέων. Ήτο δε ο Πανταλέων ούτος υιός επίσης του Αλυάττου και +αδελφός του Κροίσου, αλλ' ουχί ομομήτριος· διότι η μεν μήτηρ του +Κροίσου ήτο εκ της Καρίας, η δε του Πανταλέοντος εκ της Ιωνίας. +Αφού δε ο Κροίσος έλαβε την βασιλείαν την οποίαν τω έδωκεν ο πατήρ +του, κατεδίκασε τον άνθρωπον όστις είχε συνωμόσει εναντίον του να +αποθάνη δερόμενος υπό γνάθους (7), και επειδή προηγουμένως είχε +τάξει εις τους θεούς την περιουσίαν αυτού του άνθρωπου, αφιέρωσεν +αυτήν τοιουτοτρόπως εις τους ναούς τους οποίους ανέφερα. Αλλά περί +μεν των αναθημάτων αρκούσιν όσα είπομεν. + +93. Περίεργα δε πράγματα δεν έχει η Λυδία, ως άλλαι χώραι, διά να +τα περιγράψη τις ειμή τα ψήγματα του χρυσού τα οποία καταβαίνουσιν +από τον Τμώλον. Υπάρχει όμως εκεί το μέγιστον των ανθρωπίνων +έργων, πλην των της Αιγύπτου και της Βαβυλώνος· το μνήμα του +Αλυάττου, πατρός του Κροίσου. Και η μεν βάσις αυτού είναι +ωκοδομημένη εκ πετρών μεγάλων, το δε επίλοιπον είναι σωρός +χώματος. Κατεσκεύασαν αυτό οι έμποροι, οι χειρώνακτες και αι +πόρναι· εσώζοντο δε ακόμη επί των ημερών μου, εις την κορυφήν του +μνήματος, πέντε σημεία δεικνύοντα διά σκαλιστών γραμμάτων ποίον +μέρος εκάστη τάξις είχε κατασκευάσει. Μετρών τις δε ηδύνατο να +εύρη ότι αι γυναίκες είχον κατασκευάσει το περισσότερον· διότι αι +κόραι του δήμου των Λυδών πορνεύονται όλαι διά να συνάζωσι προίκας +μέχρις ου υπανδρευθώσι, και υπανδρεύονται όταν και όπως θέλουσιν. +Η δε περίμετρος του μνήματος είναι έξ στάδια και δύο πλέθρα, το δε +πλάτος δεκατρία πλέθρα. Πλησίον του μνημείου υπάρχει μεγάλη λίμνη +ήτις, ως λέγουσιν οι Λυδοί, δεν ξηραίνεται ποτέ, και ήτις καλείται +Γυγαία λίμνη. Αλλ' αρκούσιν όσα είπομεν περί του αντικειμένου +τούτου. + +94. Τα δε έθιμα των Λυδών πολύ ομοιάζουσι με τα των Ελλήνων, εκτός +μόνον ότι οι Λυδοί επιτρέπουσι την πορνείαν εις τα θήλεα τέκνα +των· είναι δε οι πρώτοι των ανθρώπων, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν, +οίτινες μετεχειρίσθησαν κεκομμένα χρυσά και αργυρά νομίσματα· οι +πρώτοι επίσης οίτινες εγένοντο μεταπράται. Αξιούσιν επίσης οι +Λυδοί ότι αυτοί είναι οι εφευρέται των παιγνιδιών τα οποία σήμερον +είναι κοινά και εις αυτούς και εις τους Έλληνας, και ότι τα +εφεύρον κατά την εποχήν καθ' ην έστειλον αποικίαν εις τους +Τυρρηνούς. Ιδού δε πώς διηγούνται το πράγμα. Επί του βασιλέως +Άτυος, υιού του Μάνου, μεγάλη σιτοδεία εγένετο εις όλην την +Λυδίαν· ο λαός, επί τινα μεν χρόνον, υπέμεινε καρτερικώς· κατόπιν +όμως, επειδή αύτη δεν έπαυεν, εζήτησε θεραπείαν του κακού, και +έκαστος εμηχανεύθη τι. Τότε εφεύρον τους κύβους, τους αστραγάλους, +την σφαίραν και όλα τα τοιούτου είδους παιγνίδια, εκτός μόνον των +πεσσών των οποίων δεν οικειοποιούνται την εφεύρεσιν. Ταύτα +εφευρόντες, διεσκέδαζον ως ακολούθως κατά της πείνης· την μεν μίαν +ημέραν όλην έπαιζον, διά να μη σκέπτωνται περί τροφής, την δε +άλλην διέκοπτον τα παιγνίδια και έτρωγον. Χάρις δε εις το μέσον +τούτο, δεκαοκτώ έτη παρήλθον· εν τούτοις το κακόν, αντί να παύση, +ηύξησε. Τότε ο βασιλεύς διήρεσε τον λαόν εις δύο μοίρας, έπειτα +έρριψε κλήρον ποία να μείνει και ποία να εγκαταλείψη την χώραν, +κηρύξας εαυτόν αρχηγόν εκείνων οίτινες ήθελον μείνει και καθιστών +αρχηγόν εκείνων οίτινες ήθελον μεταναστεύσει τον υιόν του +Τυρρηνόν. Οι τελευταίοι, ούτοι μετέβησαν εις την Σμύρνην, +εναυπήγησαν πλοία, έθεσαν εντός αυτών πάντα τα αναγκαιούντα διά +μακρόν ταξείδιον, και έπλευσαν προς αναζήτησιν γης, ήτις να +ηδύνατο να τους θρέψη. Πολλούς λαούς παρέπλευσαν, επί τέλους δε +έφθασαν εις τους Ομβρικούς, όπου έκτισαν πόλεις και όπου +κατοικούσιν ακόμη. Αφήκαν δε το όνομα των Λυδών και έλαβον το του +υιού του βασιλέως των, όστις τους έφερεν εκεί, και έκτοτε +καλούνται Τυρρηνοί. Εν τούτοις οι Λυδοί υπεδουλώθησαν από τους +Πέρσας. + +95. Τώρα πρέπει να εξετάσωμεν τι ήτο ο Κύρος όστις κατέστρεψε την +αρχήν του Κροίσου και πώς οι Πέρσαι εγένοντο κύριοι της Ασίας. Θα +ακολουθήσω την μέθοδον τινών Περσών οίτινες έγραψαν ουχί με την +θέλησιν να μεγαλοποιήσωσι τας πράξεις του Κύρου, αλλά να είπωσι +την αλήθειαν, μολονότι ηξεύρω να εξιστορήσω τα περί του μονάρχου +τούτου και κατά τρεις άλλους τρόπους. Οι Ασσύριοι εκυβέρνων την +άνω Ασίαν πεντακόσια είκοσιν έτη (8) ότε πρώτοι οι Μήδοι +επανεστάτησαν κατ' αυτών· πολεμήσαντες δε τους Ασσυρίους διά να +ανακτήσωσι την ελευθερίαν των, εφάνησαν ανδρείοι, απετίναξαν τον +ζυγόν και ηλευθερώθησαν. Μετ' αυτούς ηκολούθησαν το παράδειγμά των +και τα άλλα έθνη. + +96. Αφού δε όλοι οι ηπειρώται εγένοντο αυτόνομοι, περιέπεσαν πάλιν +εις τυραννίδας ως ακολούθως. Μεταξύ των Μήδων έζη άνθρωπός τις +σοφός καλούμενος Δηιόκης και ήτο υιός του Φραόρτου· αυτός ο +Δηιόκης, επιθυμήσας τυραννίδα, έπραξε τα εξής. Ο Μηδικός πληθυσμός +ήτο τότε διανενεμημένος κατά κώμας· αυτός δε, ήδη αρκετά σεβαστός +εις την ιδικήν του, τότε με περισσοτέραν προθυμίαν εζήτει να +φαίνεται δίκαιος. Όταν εφήρμοσε το σχέδιον τούτο, πολλαί ανομίαι +επράττοντο εις όλην την Μηδίαν, και δεν ηγνόει ότι το άδικον είναι +πολέμιον του δικαίου. Οι Μήδοι της κώμης του, βλέποντες τους +τρόπους του, τον εξέλεξαν ως δικαστήν, αυτός δε, μη λησμονών την +ηγεμονίαν, εδεικνύοτε δίκαιος και ευθύς. Διά της διαγωγής δε +ταύτης τόσον είλκυσε τον σεβασμόν των συμπολιτών του, ώστε και των +άλλων κωμών οι κάτοικοι, βλέποντες ότι ο Δηιόκης ήτο ο μόνος +άνθρωπος όστις εδίκαζε δικαίως και ενθυμούμενοι πόσα υπέφερον έως +τότε εκ των αδίκων αποφάσεων, συνέρρεον προθύμως εις τον Δηιόκην +διά να κριθώσι παρ' αυτού, και επί τέλους εις ουδενός άλλου +αποφάσεις υπετάσσοντο. + +97. Το πλήθος των συντρεχόντων εις αυτόν δεν έπαυεν αυξάνον, διότι +ενόουν ότι εκείνος μόνον ηδύνατο να δώση έν τέλος εις τας +υποθέσεις των· τότε ο Δηιόκης ανεγνώρισεν ότι παρ' αυτού εξηρτάτο +το παν, και δεν ήθελε πλέον να καθίζη εις το μέρος όπου μέχρι τότε +καθίζων εδίκαζεν, αλλ' είπεν ότι δεν θα δικάση εις το εξής, +προφασιζόμενος ότι δικάζων δι' όλης της ημέρας τας ξένας υποθέσεις +παρημέλει τας ιδίας εαυτού. Όθεν απ' εκείνης της στιγμής αι +αρπαγαί και αι ανομίαι ηύξησαν εις τας κώμας πολύ περισσότερον ή +πρότερον· τότε οι Μήδοι συνηθροίσθησαν και συνεσκέφθησαν περί της +παρούσης καταστάσεως των πραγμάτων, ως υποθέτω δε εγώ, +περισσότερον ωμίλησαν οι φίλοι του Δηιόκου. «Μας είναι αδύνατον, +έλεγον, με το παρόν πολίτευμα το οποίον έχομεν, να κατοικήσωμεν +περισσότερον την χώραν· ας εκλέξωμεν λοιπόν βασιλέα· τοιουτοτρόπως +δε και η χώρα θα ευνομηθή και ημείς θα δυνάμεθα να ασχολώμεθα εις +τα έργα μας και δεν θα γίνωμεν ανάστατοι υπό της ανομίας.» Διά +τοιούτων δε λόγων τους έπεισαν να εκλέξωσι βασιλέα. + +98. Αμέσως ετέθη τα ζήτημα ποίον να ονομάσωσι βασιλέα, και παρ' +όλων επροτάθη και επηνέθη ο Δηιόκης· συνεφώνησαν λοιπόν να τον +λάβωσιν ως βασιλέα. Τότε ο Δηιόκης εζήτησε να τω κτίσωσιν οίκημα +άξιον της βασιλείας και να κρατύνωσι την εξουσίαν του με +δορυφόρους. Οι δε Μήδοι έπραξαν όσα εζήτησε· τω έκτισαν ανάκτορον +μέγα και ισχυρόν εις το μέρος της χώρας όπερ εφαίνετο εις αυτόν +κατάλληλον, και τω επέτρεψαν να εκλέξη από όλους τους Μήδους και +να συγκροτήση σώμα δορυφόρων. Αφού δε εκείνος περιεβλήθη με +απόλυτον εξουσίαν, ηνάγκασε τους Μήδους να κτίσωσι μίαν πόλιν, και +εις ταύτην προσκολλώμενοι να φροντίζωσιν ολιγώτερον διά τας άλλας. +Αι διαταγαί του εξετελέσθησαν ακριβώς· ο λαός έκτισε τα μεγάλα και +ισχυρά τείχη τα οποία σήμερον καλούνται Εκβάτανα και τα οποία +είναι πολλοί κύκλοι, ο είς εντός του άλλου. Η διάταξις αύτη των +τειχών επετεύχθη ως εκ της κλίσεως του εδάφους· ο είς κύκλος δεν +είναι υψηλότερος του άλλου ειμή κατά τους προμαχώνας. Εκείνο δε +εις το οποίον ο Δηιόκης επετηδεύθη περισσότερον είναι ότι, όντων +των κύκλων επτά, εφρόντισε να περικλείση εις τον τελευταίον το +ανάκτορον και τους θησαυρούς του. Ο δε μέγιστος τούτων κύκλος έχει +την αυτήν περιφέρειαν όσην και ο των Αθηνών. Οι προμαχώνες του +πρώτου κύκλου είναι εκ λίθων λευκών, οι του δευτέρου εκ λίθων +μαύρων, οι του τρίτου έχουσι χρώμα πορφυρούν, οι του τετάρτου +κυανούν και οι του πέμπτου ερυθρόν ανοικτόν. Τοιουτοτρόπως όλων +των κύκλων οι προμαχώνες είναι βεβαμμένοι με έν χρώμα, εκτός των +δύο τελευταίων οίτινες έχουσι τους προμαχώνας των ο μεν επάργυρους +ο δε επίχρυσους. + +99. Ταύτα λοιπόν τα τείχη έκτισεν ο Δηιόκης διά την ιδίαν εαυτού +ασφάλειαν και διά να περικλείση το ανάκτορόν του, έπειτα δε +διέταξε τον λαόν να εγκατασταθή πέριξ του τείχους. Αφού εκτίσθησαν +όλα, πρώτος ο Δηιόκης επέβαλε την εθιμοταξίαν να μη εισέρχεται +κανείς εις τον βασιλέα, αλλά να τον ερωτώσι διά διαγγελέων. Ουδείς +ηδύνατο να ίδη τον βασιλέα· το γελάν ή το πτύειν έμπροσθεν αυτού ή +έμπροσθεν παντός άλλου εθεωρήθη ως αισχρόν. Εσύστησε δε την +σοβαράν ταύτην τάξιν περί εαυτόν ίνα μη, συναναστρεφόμενοι αυτόν, +συνωμόσωσιν εναντίον του εκ ζηλοτυπίας οι άλλοτε μετ' αυτού +συζήσαντες συνηλικιώται του και ουδόλως υποδεέστεροι κατά την +καταγωγήν ή τα λοιπά προτερήματα, αλλ' εξεναντίας, μη βλέποντες +αυτόν, να τον θεωρώσιν ως άλλης φύσεως άνθρωπον. + +100. Τεθείσης της τάξεως ταύτης και ισχυροποιηθείσης της εξουσίας +του, εγένετο αυστηρός τηρητής της δικαιοσύνης. Τω απέτεινον +αναφοράς εγγράφους, αυτός δε απέστελλεν εγγράφως τας αποφάσεις +του. Και ταύτα μεν έπραττεν όσον αφορά τας δίκας· περί όλων δε των +λοιπών είχε λάβει συνετά μέτρα. Άμα εμάνθανεν ότι επράττετο +αδίκημα παρά τινος, προσήγεν αυτόν αμέσως και τον ετιμώρει +αναλόγως του αδικήματος όπερ είχε πράξει. Είχε δε προς τούτοις εις +όλην την χώραν, εφ' ης ήρχε κατασκόπους και ωτακουστάς. + +101. Εν τούτοις ο Δηιόκης περιωρίσθη να ενώση εις έν όλον το +Μηδικόν έθνος και να διοική αυτό· ιδού δε ποία είναι τα ονόματα +των φυλών· Βουσαί, Παραιτακηνοί, Στρούχατες, Αριζαντοί, Βούδιοι, +Μάγοι. Και τα μεν γένη των Μήδων τόσα είναι. + +102. Ο δε Δηιόκης εγέννησεν υιόν τον Φραόρτην όστις, αφού ο πατήρ +του εβασίλευσε πεντήκοντα τρία έτη και απέθανε, παρέλαβε την +βασιλείαν. Αναβάς δε εις τον θρόνον, δεν ηρκέσθη να βασιλεύη μόνον +επί των Μήδων, αλλ' επολέμησε πρώτους τους Πέρσας και τους +υπέταξεν εις τους Μήδους. Έπειτα, έχων τας δυνάμεις των δύο τούτων +ισχυρών εθνών, κατέστρεψε την Ασίαν, μεταβαίνων από μιας χώρας εις +άλλην μέχρις ου εισήλθεν εις τους Ασσυρίους εκείνους οίτινες +άλλοτε, κύριοι όντες της Νίνου, είχον εξουσιάσει όλην την άνω +Ασίαν. Κατ' εκείνον όμως τον καιρόν ευρίσκοντο ούτοι μεμονωμένοι, +οι δε υποτελείς των, αποστατήσαντες, εχωρίσθησαν από αυτούς· πλην +κατά τα άλλα ήσαν εις καλήν κατάστασιν, και ο Φραόρτης, πολεμών +αυτούς, και αυτός απώλετο αφού εβασίλευσεν είκοσι δύο έτη, και το +πλείστον μέρος του στρατεύματός του. + +103. Τον Φραόρτην διεδέχθη ο Κυαξάρης, υιός του Φραόρτου και +εγγονός του Δηιόκου, όστις, ως λέγουσιν, εφάνη πολεμικώτερος των +προγόνων του. Αυτός πρώτος διήρεσε τα ασιατικά στρατεύματα εις +διάφορα σώματα, χωρίσας τους λογχοφόρους από τους τοξότας και τους +ιππείς, οίτινες πρότερον ήσαν όλοι αναμεμιγμένοι. Αυτός επολέμησε +τους Λυδούς ότε, ενώ επολέμουν, η ημέρα εγένετο νυξ, και +καθυπέταξεν όλην την άνω Ασίαν μέχρι του Άλυος ποταμού. +Συναθροίσας δε στρατεύματα εξ όλων των υπ' αυτόν χωρών, εστράτευσι +κατά της Νίνου, απόφασιν έχων να εκδικηθή τον πατέρα του +καταστρέφων την πόλιν εκείνην. Ενώ δε ενίκησε τους Ασσυρίους και +περιεκύκλωσε την πόλιν, ήλθεν εις την Ασίαν πολύ στράτευμα Σκυθών +οδηγούμενον υπό του βασιλέως αυτών Μαδύου, υιού του Πρωτοθύου· +εισήλθον δε οι Σκύθαι ούτοι εις την Μηδικήν χώραν καταδιώκοντες +τους Κιμμερίους τους οποίους είχον διώξει από την Ευρώπην. + +104. Από δε την Μαιώτιδα λίμνην μέχρι του Φάσιδος ποταμού της +Κολχίδος είναι τριάκοντα ημερών οδός δι' ένα καλόν πεζοδρόμον· εκ +δε της Κολχίδος εις την Μηδίαν η απόστασις είναι ολίγη, διότι +μεταξύ των δύο τούτων χωρών έν μόνον έθνος ευρίσκεται, οι +Σάσπειρες. Από αυτούς άμα εξέλθη τις εισέρχεται εις τους Μήδους. +Οι Σκύθαι εν τούτοις δεν εισήλθον εκ τούτου του μέρους, αλλά δι' +άλλης οδού πολύ μακροτέρας, έχοντες εις τα δεξιά τον Καύκασον. Εις +τους πρόποδας των ορέων συνεπλάκησαν οι Σκύθαι και οι Μήδοι, ούτοι +δε ηττήθησαν και απώλεσαν την ηγεμονίαν της Ασίας, την οποίαν +κατέλαβον οι Σκύθαι. + +105. Ακολούθως επορεύθησαν προς την Αίγυπτον, και είχον ήδη +εισέλθει εις την Συριακήν Παλαιστίνην, ότε ο βασιλεύς της Αιγύπτου +Ψαμμίτιχος, ελθών εις απάντησίν των, τους έπεισε διά παρακλήσεων +και δώρων να μη προχωρήσωσι περισσοτέρων αλλά να αναχωρήσωσιν. +Εμακρύνθησαν λοιπόν και έφθασαν εις την πόλιν της Συρίας Ασκάλωνα. +Ενώ δε οι περισσότεροι Σκύθαι διήλθον χωρίς να προξενήσωσιν ουδέ +την παραμικράν βλάβην, ολίγοι τινές αυτών, μείναντες οπίσω, +εσύλησαν διαβαίνοντες τον ναόν της ουρανίας Αφροδίτης. Είναι δε ο +ναός ούτος, όπως εξετάσας έμαθον, ο αρχαιότατος από όλους τους +ναούς όσους έχει η θεά αύτη· διότι ο μεν της Κύπρου εκτίσθη κατά +το σχέδιον αυτού, ως λέγουσιν οι ίδιοι Κύπριοι· ο δε των Κυθήρων +εκτίσθη από τους εκ του μέρους τούτου της Συρίας ελθόντας +Φοίνικας. Εις εκείνους δε τους Σκύθας οίτινες εσύλησαν τον εν τη +Ασκάλωνι ναόν, έρριψεν η θεά και εις αυτούς και εις τους απογόνους +των γυναικείαν ασθένειαν. Οι Σκύθαι δεν κρύπτουσι την καταγωγήν +της ασθενείας ταύτης, όσοι δε επισκέπτονται την χώραν των βλέπουσι +τι πάσχουσιν οι εκεί καλούμενοι Εναρείς. + +106. Επί εικοσιοκτώ έτη οι Σκύθαι ήσαν κύριοι της Ασίας, διά δε +της θρασύτητός των και της αμαθείας των είχον αναστατώσει τα +πάντα· διότι, εκτός των φόρων, απήτουν παρ' έκαστου ό,τι τοις +εφαίνετο εύλογον να απαιτώσι, και προς τούτοις, περιτρέχοντες +ακαταπαύστως εδώ και εκεί, ήρπαζον ό,τι εύρισκον. Τέλος ο Κυαξάρης +και οι Μήδοι προσκαλέσαντες τους περισσοτέρους, τους εμέθυσαν και +τους εθανάτωσαν. Τοιουτοτρόπως δε ανέλαβον πάλιν την ηγεμονίαν οι +Μήδοι, ανέκτησαν τας αυτάς επαρχίας όσας είχον πρότερον και +εκυρίευσαν την Νίνον (πώς δε την εκυρίευσαν, θα διηγηθώ εις άλλο +βιβλίον)· τέλος υπέταξαν όλους τους Ασσυρίους, πλην του μέρους της +Βαβυλώνος. Μετά τα συμβάντα δε ταύτα απέθανεν ο Κυαξάρης +βασιλεύσας έτη τεσσαράκοντα, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου +της Σκυθικής δυναστείας. + +107. Διεδέχθη δε την βασιλείαν ο υιός του Αστυάγης, όστις εγέννησε +θυγατέρα την οποίαν ωνόμασε Μανδάνην. Κοιμώμενος δέ ποτε ο +Αστυάγης είδεν εις τον ύπνον του ότι η Μανδάνη αύτη ούρησε τόσον +αφθόνως ώστε ου μόνον εγέμισε την πόλιν, αλλά κατέκλυσε και την +Ασίαν ολόκληρον. Διηγήθη δε το όνειρον τούτο εις τους μάγους +οίτινες εξηγούσι τα όνειρα και εφοβήθη διά την εξήγησιν την οποίαν +τω έδωκαν. Επομένως, όταν η Μανδάνη έφθασεν εις γάμου ηλικίαν, δεν +ηθέλησε να την υπανδρεύση με Μήδον τινα άξιον να συγγενεύση μετ' +αυτού, αλλ' ενθυμούμενος το όνειρον, την υπάνδρευσε μέ τινα Πέρσην +ονόματι Καμβύσην τον οποίον εύρισκεν ότι ήτο από καλήν +οικογένειαν, χαρακτήρος ηπίου και πολύ κατώτερος από Μήδον μεσαίας +τάξεως. + +108. Κατά το πρώτον έτος του γάμου του Καμβύσου και της Μανδάνης, +ο Αστυάγης είδεν άλλο όνειρον· τω εφάνη ότι εκ του αιδοίου της +θυγατρός του εφύτρωσεν άμπελος και ότι η άμπελος αύτη εξετάθη εφ' +όλης της Ασίας. Αφού δε ηρώτησε και περί του ονείρου τούτου τους +εξηγητάς, έπεμψεν εις την Περσίαν και έφερε την θυγατέρα του ήτις +επλησίαζε να γεννήση. Ελθούσαν δε την εφύλαττε θέλων να διαφθείρη +το γεννηθησόμενον εξ αυτής, διότι εκ του ονείρου εκείνου εξήγαγον +οι μάγοι ότι το παιδίον της θυγατρός του έμελλε να βασιλεύση αντ' +αυτού. Ο δε Αστυάγης, διά να αποφύγη το δυστύχημα τούτο, άμα +εγεννήθη ο Κύρος εκάλεσε τον Άρπαγον, άνθρωπον συγγενή του και +μάλλον πιστόν από όλους τους άλλους Μήδους, έτι δε και επίτροπον +πάντων των κτημάτων του, και τω είπε τα ακόλουθα· «Άρπαγε, μη +αμελήσης την υπόθεσιν την οποίαν θα σοι αναθέσω· μη με προδώσης +και φοβού μήπως καταστρέψης τον εαυτόν σου εάν προτιμήσης άλλον· +λάβε το παιδίον το οποίον εγέννησεν η Μανδάνη, φέρε το εις την +οικίαν σου και φόνευσον αυτό. Έπειτα θάψε το όπως θέλεις.» Ο δε +Άρπαγος απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, ου μόνον μέχρι τούδε δεν είδες εις +εμέ αχαριστίαν τινά, αλλά και εις το μέλλον θα προσέχω να μη +πταίσω προς σε. Εάν λοιπόν σοι ήναι ευάρεστον να γίνη ούτω το +πράγμα, το καθήκον μου είναι να υπακούσω προθύμως.» + +109. Ταύτα ειπών έλαβε το παιδίον κεκοσμημένον διά τον θάνατον, +και κλαίων επορεύετο εις την οικίαν του. Εισελθών δε διηγήθη εις +την γυναίκα του όλα όσα τω είχεν ειπεί ο Αστυάγης. «Τώρα, ηρώτησεν +εκείνη, ποίος είναι ο στοχασμός σου; τι σκοπεύεις να πράξης;» Ο δε +απεκρίθη· «Όχι εκείνο το οποίον με διέταξεν ο Αστυάγης· έστω και +αν παραφρονήση ή εκμανή περισσότερον, εγώ δεν θα συμμερισθώ την +γνώμην του ούτε θα τον υπηρετήσω εις τοιούτον φόνον. Διά πολλάς +αιτίας, δεν θα φονεύσω εγώ το παιδίον, πρώτον μεν διότι είναι εκ +του αίματός μου και δεύτερον διότι ο Αστυάγης είναι γέρων και δεν +έχει άρρενας απογόνους. Εάν αποθάνη, και η θυγάτηρ του διαδεχθή +την βασιλείαν, η θυγάτηρ αύτη της οποίας θέλει σήμερον να φονεύσω +τον υιόν, εις ποίους κινδύνους θα ευρεθώ εκτεθειμένος; Εν τούτοις, +διά την ασφάλειάν μου, είναι μεν ανάγκη να φονευθή το παιδίον, +αλλ' ο φονεύς ας ήναι εκ των ανθρώπων του Αστυάγους και ουχί εκ +των ιδικών μου.» + +110. Αφού ωμίλησεν ούτω έπεμψεν άνθρωπον προς ένα των βουκόλων του +Αστυάγους, καλούμενον Μιτραδάτην, τον οποίον ήξευρεν ότι είχε +νομάς αρμοδιωτάτας προς εκτέλεσιν του σχεδίου τούτου και όρη +γέμοντα αγρίων θηρίων. Ο άνθρωπος εκείνος είχε νυμφευθή μίαν +συνδούλην του ήτις ωνομάζετο ελληνιστί μεν Κυνώ μηδιστί δε Σπακώ, +διότι την κύνα οι Μηδοί καλούσι σπάκα. Οι δε πρόποδες των ορέων, +όπου τότε ο βουκόλος εκείνος έβοσκε τους βόας του, εκτείνονται +προς βορράν των Εκβατάνων και προς τον Εύξεινον πόντον. Εκεί, από +το μέρος των Σασπείρων, η Μηδική χώρα είναι υψηλή, ορεινή και +δασώδης, το δε λοιπόν μέρος είναι πεδινόν. Ότε λοιπόν ο υπό του +απεσταλμένου προσκληθείς βουκόλος έφθασε κατεσπευσμένως, ο Άρπαγος +τω είπεν· «Ο Αστυάγης σε διατάττει να λάβης το παιδίον τούτο και +να το εκθέσης εις το μάλλον έρημον μέρος των ορέων διά να απολεσθή +ταχέως. Με παρήγγειλε δε να σου είπω και τα εξής· εάν δεν το +φονεύσης, αλλά προσπαθήσης να το σώσης, σε περιμένει σκληροτάτη +τιμωρία. Εγώ διετάχθην να ίδω εάν θα το ρίψης.» + +111. Ο βουκόλος, αφού ήκουσε τους λόγους τούτους, έλαβε το +παιδίον, επέστρεψεν οίκαδε και έφθασεν εις την έπαυλιν. Η γυνή +του, ήτις περιέμενεν από ημέρας εις ημέραν να γεννήση, εγέννησε +κατά τύχην τότε ότε ο βουκόλος ήτο εις την πόλιν. Ήσαν λοιπόν και +οι δύο εις μεγάλην φροντίδα περί αλλήλων, ο μεν ανησυχών διά τον +τοκετόν της γυναικός του, η δε ανησυχούσα διότι ο Άρπαγος έστειλε +και εζήτησε τον άνδρα της, πράγμα ασύνηθες. Άμα δε ούτος +επέστρεψεν, η γυνή, ιδούσα αυτόν σχεδόν ανελπίστως, τον ηρώτησε +πρώτη διά ποίαν αιτίαν ο Άρπαγος τον εζήτησε με τόσην βίαν. +Εκείνος δε απεκρίθη· «Ω γύναι, εκείνο το οποίον είδα και ήκουσα +εις την πόλιν, είθε να μη συνέβαινεν εις τους δεσπότας μας ! Όλος +ο οίκος του Αρπάγου ήτο πλήρης κλαυθμών, εγώ δε εισήλθον +εκπεπληγμένος. Άμα εισήλθον, είδον παιδίον κειτόμενον χαμαί, +ασπαίρον και φωνάζον· ήτο εστολισμένον με χρυσά και εφόρει ένδυμα +ποικιλοχρώματον. Ο Άρπαγος με είδε, με διέταξε να λάβω αμέσως το +παιδίον, να αναχωρήσω κρατών αυτό και να το εκθέσω εις το μάλλον +συχναζόμενον υπό των θηρίων μέρος των ορέων μας, λέγων ότι ο +Αστυάγης διέταττε τούτο και προσθέτων τρομεράς απειλάς εάν δεν +υπακούσω. Έλαβον λοιπόν το παιδίον και το έφερον, υποθέτων ότι θα +ήτο υπηρέτου τινός, διότι ποτέ δεν θα ηδυνάμην να εικάσω τίνος +ήτο. Ηπόρουν όμως διά τα τόσα χρυσά του κοσμήματα, διά την ωραίαν +εσθήτα του και διά το μέγα πένθος εις το οποίον έβλεπον την οικίαν +του Αρπάγου. Καθ' οδόν έμαθον τα πάντα· ο άνθρωπος όστις με έφερεν +έξω της πόλεως και όστις μοι παρέδωκε το παιδίον, με είπεν ότι ήτο +υιός της Μανδάνης, θυγατρός του Αστυάγους, και του Καμβύσου, υιού +του Κύρου. Ο Αστυάγης διατάττει να το φονεύσωμεν, και ιδού αυτό.» + +112. Τελειόνων τας λέξεις ταύτας ο βουκόλος απεκάλυψε και έδειξε +το παιδίον εις την γυναίκα· αύτη δε, επειδή είδεν ότι ήτο ευτραφές +και ωραίον, ήρχισε να κλαίη, και περιπτυχθείσα τα γόνατα του +ανδρός της, τον παρεκάλεσε να μη το εκθέση κατ' ουδένα τρόπον. +Αλλ' εκείνος είπεν ότι δεν ηδύνατο να πράξη άλλως, ότι κατάσκοποι +του Αρπάγου θα έλθωσι να παρατηρήσωσι, και ότι ελεεινός θάνατος +τον περιέμενεν εάν παρέβαινε την υπόσχεσίν του. Η δε γυνή, επειδή +δεν ηδύνατο να τον πείση, επέμεινε και επανέλαβεν· «Αφού δεν +ειμπορώ να σε πείσω να μη το ρίψης, και είναι απόλυτος ανάγκη να +το ίδωσιν ερριμμένον, πράξε το εξής. Ως βλέπεις εγέννησα και εγώ, +αλλ' εγέννησα παιδίον νεκρόν· λάβε λοιπόν αυτό, ρίψε το, και +έπειτα ας αναθρέψωμεν τον υιόν της θυγατρός του Αστυάγους ως να +ήτο ιδικός μας. Τοιουτοτρόπως δε και συ δεν θα φανής ότι αδικείς +τους κυρίους μας ούτε τα συμφέροντά μας θα βλαφθώσι διά της +αποφάσεως ταύτης, διότι και το νεκρόν παιδίον μας θα τύχη +βασιλικής ταφής και εκείνο το οποίον μένει δεν θα αποθάνη.» + +113. Ο βουκόλος εσκέφθη ότι η γυνή του ωμίλει φρονίμως προς την +παρούσαν περίστασιν, και συνεμορφώθη αμέσως με τας συμβουλάς της. +Παραδώσας εις την γυναίκα του το παιδίον το οποίον είχε φέρει διά +να το θανατώση και λαβών το ιδικόν του το οποίον ήτο νεκρόν, το +έθεσεν εις το κάνιστρον όπου ήτο το πρώτον, το εκόσμησε με όλα τα +κοσμήματα του άλλου παιδίου και φέρων το απέθεσεν εις το +ερημότατον μέρος των ορέων. Μετά τρεις δε ημέρας, ο βουκόλος +ανεχώρησε διά την πόλιν, αφήσας να το φυλάττη είς των συντρόφων +του, ήλθεν εις τον οίκον του Αρπάγου και τω είπεν ότι ήτο έτοιμος +να δείξη το πτώμα του παιδίου. Έπεμψε τότε ο Αρπαγος τους +πιστοτάτους των δορυφόρων του, εβεβαιώθη δι' αυτών περί του +πράγματος, και έθαψε τον υιόν του βουκόλου. Και ούτος μεν +ενταφιάσθη, ο δε άλλος, όστις βραδύτερον ωνομάσθη Κύρος, ανετράφη +υπό της γυναικός του βουκόλου ήτις τον ωνόμαζεν άλλως και όχι +Κύρον. + +114. Όταν το παιδίον έφθασε το δέκατον έτος της ηλικίας του, +συνέβη εις αυτό το ακόλουθον γεγονός το οποίον απεκάλυψεν εκ ποίων +γονέων ήτο. Εις το χωρίον όπου ήσαν οι σταύλοι των βοών, έπαιζεν +εν μέσω της οδού με άλλους παίδας συνηλικιώτας του. Τα παιδία, +παίζοντα, εξελέξαντο βασιλέα τον καλούμενον υιόν του βουκόλου· +τότε αυτός διέταξε τους μεν να τω κτίσωσιν ανάκτορον, τους δε να +γίνωσι δορυφόροι του· τον μεν διώρισεν οφθαλμόν του βασιλέως, εις +τον δε απένειμε το αξίωμα να φέρη τας αγγελίας, και εν συντόμω ο +καθείς έλαβεν έν υπούργημα. Μεταξύ όμως των παιδίων τα οποία +συνείθιζον να παίζωσιν ομού ευρίσκετο και ο υιός του Αρτεμβάρους, +ανδρός επισήμου μεταξύ των Περσών, όστις δεν εξετέλεσεν εκείνο το +οποίον είχε διατάξει ο Κύρος. Τότε ο Κύρος διέταξε τα άλλα παιδία +να τον συλλάβωσι· τα παιδία υπήκουσαν και ο υιός του Αρτεμβάρους +εμαστιγώθη απηνώς. Αλλ' άμα απηλλάγη από τας χείρας των, αγανακτών +δι' όσα είχε πάθει και οργής έμπλεως, έδραμεν εις την πόλιν προς +τον πατέρα του και παρεπονέθη δι' όσα επαθεν ουχί υπό του Κύρου +(διότι το όνομα τούτο δεν υπήρχεν ακόμη) αλλ' υπό του υιού του +βουκόλου του Αστυάγους. Μανιώδης ο Αρτεμβάρης μετέβη μετά του υιού +του προς τον Αστυάγη, τω διηγήθη την ύβριν ην υπέστη, και δεικνύων +εις αυτόν τους ώμους του παιδίου, έκραξεν· + +«Ω βασιλεύ, ο δούλος σου, ο υιός του βουκόλου σου, μας ύβρισε κατ' +αυτόν τον τρόπον.» + +115. Ο Αστυάγης, ακούσας και ιδών, απεφάσισε να εκδικήση το +παιδίον χάριν της υπολήψεως του Αρτεμβάρους· προσεκάλεσε λοιπόν +τον βουκόλον και τον υιόν του. Άμα δε παρουσιάσθησαν και οι δύο, ο +Αστυάγης, ατενίσας προς τον Κύρον, τω είπε· «Συ λοιπόν, υιός +τοιούτου άνθρωπου, ετόλμησες να φερθής τόσον αυθαδώς προς τον υιόν +τούτου όστις είναι μεταξύ των πρώτων οίτινες με πλησιάζουσιν;» Ο +δε Κύρος απεκρίθη· «Δέσποτα, έπραξα συμφώνως με το δίκαιον· τα +παιδία του χωρίου, μεταξύ των οποίων ήτο και αυτός, παίζοντα, με +εξέλεξαν βασιλέα, διότι τοις εφάνην ο μάλλον επιτήδειος διά να +τους διοικήσω. Και τα άλλα μεν παιδία εξετέλουν τα διαταττόμενα, +ούτος δε εξ εναντίας δεν υπήκουε και περιεφρόνει τας διαταγάς μου, +τούτου δε ένεκα ετιμωρήθη. Εάν λοιπόν διά τούτο είμαι άξιος +τιμωρίας, ιδού εγώ.» + +116. Ενώ το παιδίον έλεγε ταύτα, ο Αστυάγης το ανεγνώρισεν· εύρεν +εις τους χαρακτήρας του προσώπου του την ιδίαν εαυτού ομοιότητα, +εις την απόκρισίν του ετοιμότητα ανδρός ελευθέρου, εις την ηλικίαν +του εντελή συμφωνίαν με τον χρόνον της εκθέσεως. Εκπλαγείς δι όλα +αυτά, έμεινεν επί τινας στιγμάς άφωνος· έπειτα, συνελθών εις +εαυτόν μετά τινος δυσκολίας, και θέλων να απομακρύνη τον Αρτεμβάρη +διά να εξετάση τον βουκόλον μόνος προ μόνον· «Αρτεμβάρη, είπε, θα +πράξω ώστε και συ και ο υιός σου να μείνετε ευχαριστημένοι.» +Απέπεμψε λοιπόν τον Αρτεμβάρη, και αφ' ενός μεν οι υπηρέται, κατά +τας διαταγάς του, έλαβον τον Κύρον εις τα ένδον του ανακτόρου. +Όταν δε έμεινε μόνος μετά του βουκόλου, ο Αστυάγης τον ηρώτησε +πόθεν έλαβε το παιδίον εκείνο και ποίος το παρέδωκεν εις αυτόν. Ο +βουκόλος εβεβαίωσεν ότι ήτο ιδικόν του, και ότι η μήτηρ ήτις το +εγέννησεν έζη ακόμη εις την οικίαν του. Ο δε Αστυάγης επανέλαβεν +ότι δεν ήθελε το συμφέρον του, αλλ' ότι επεθύμει να βασανισθή. +Συγχρόνως δε με τας λέξεις ταύτας ένευσεν εις τους δορυφόρους να +τον συλλάβωσι. Φερόμενος εις τας βασάνους ο βουκόλος ωμολόγησε την +αλήθειαν, και αρχίσας την διήγησιν απ' αρχής, είπε τα πάντα, χωρίς +να κρύψη τίποτε. Τέλος δε ικέτευσε και εζήτησε να τω δοθή χάρις. + +117. Μετά τας αποκαλύψεις του βουκόλου ο Αστυάγης δεν εφρόντισε +πλέον περί αυτού, αλλ' η οργή του εστράφη κατά του Αρπάγου και +διέταξε τους δορυφόρους του να τον φέρωσιν. Όταν δε ο Άρπαγος +ενεφανίσθη ενώπιον του, τω είπεν· «Άρπαγε, τίνι τρόπω εθανάτωσες +το παιδίον το οποίον σοι παρέδωκα, τον υιόν τον οποίον εγέννησεν η +θυγάτηρ μου;» Ο δε Άρπαγος, ιδών εις το ανάκτορον τον βουκόλον, +δεν ετράπη την οδόν του ψεύδους, διά να μη εξελεγχθή +ανακρινόμενος, αλλ' απεκρίθη ως εξής·» ω βασιλεύ, όταν έλαβον το +παιδίον, εσκέφθην πώς να εκτελέσω το σχέδιόν σου και πώς, χωρίς να +προσκρούσω εις σε, να απαλλαγώ της ευθύνης από του να καταστώ +ένοχος φόνου προς την θυγατέρα σου και προς σε. Έπραξα λοιπόν το +εξής, προσεκάλεσα τον βουκόλον, τω παρέδωκα το παιδίον και τω +είπον ότι συ διέταξες να το φονεύση. Δεν εψευδόμην λέγων ταύτα, +διότι αυτό τωόντι με είχες διατάξει. Παρέδωκα λοιπόν το παιδίον +εις αυτόν και τον διέταξα να το εκθέση εις έρημον όρος και να +προσέχη μέχρις ου εκπνεύση· τέλος δε τον ηπείλησα με τρομεράς +τιμωρίας εάν ήθελε παρακούσει εις τας εντολάς μου. Αφού δε τας +εξετέλεσεν ακριβώς και το παιδίον απέθανεν, έπεμψα τους +πιστοτάτους των ευνούχων μου, εβεβαιώθην δι' αυτών περί του +πράγματος, και έθαψα το σώμα. Ταύτα είναι, ω βασιλεύ, τα της +υποθέσεως ταύτης και τοιούτον θάνατον έλαβε το παιδίον.» + +118. Και ο μεν Άρπαγος ουδέν είπε μη αληθές, ο δε Αστυάγης, +κρύπτων τον θυμόν του, διηγήθη εις τον Άρπαγον όσα ήκουσεν από τον +βουκόλον, έπειτα δε ετελείωσε λέγων· «Αφού το παιδίον υπάρχει, όλα +έχουσι καλώς, διότι πολύ είχον λυπηθή δι' εκείνο το οποίον ενόμισα +καθήκον μου να πράξω προς το παιδίον εκείνο, και μεγάλην ησθανόμην +αμηχανίαν εκτεθείς εις τας υποψίας της θυγατρός μου. Επειδή όμως η +τύχη καλώς ωκονόμησε το πράγμα, πρώτον μεν πέμψον τον υιόν σου +προς τον νεοελθόντα παίδα, έπειτα δε, επειδή θέλω χάριν της +διασώσεώς του να προσφέρω θυσίαν εις τους θεούς εις ους ανήκει η +τιμή αύτη, ελθέ να δειπνήσης μετ' εμού.» + +119. O Άρπαγος λοιπόν, ως ήκουσε ταύτα, προσεκύνησε και επέστρεψεν +εις την οικίαν του μακαρίζων εαυτόν εν τω βάθει της καρδίας του +ότι το σφάλμα του εστράφη εις καλόν και ότι επί χρησταίς ελπίδες +τον προσεκάλουν να δειπνήση. Εισήλθε λοιπόν εσπευσμένως εις την +οικίαν και καλέσας τον υιόν του (είχε δε ένα μόνον υιόν σχεδόν +τρισκαιδεκαετή) τον διέταξε να μεταβή εις το ανάκτορον του +Αστυάγους και να συμμορφωθεί καθ' όλα με τας διαταγάς του κυρίου +του. Συγχρόνως δε διηγήθη όλος περιχαρής τα συμβάντα της ημέρας +εις την γυναίκα του. Ο Αστυάγης όμως, άμα έφθασεν ο υιός του +Αρπάγου, τον έσφαξε, τον κατέκοψεν εις τεμάχια, έψησε τα μεν, +έβρασε τα άλλα και περιέμενεν έχων τα πάντα έτοιμα. Κατά την ώραν +του δείπνου ήλθον και οι άλλοι διαιτυμόνες και ο Άρπαγος· και +ενώπιον μεν των πρώτων και του Αστυάγους παρετέθησαν τράπεζαι +εστρωμέναι με κρέατα προβάτου, επί δε της του Αρπάγου είχον θέσει +το σώμα ολόκληρον του παιδίου του, εκτός της κεφαλής και των +δακτύλων των ποδών και των χειρών, τα οποία είχον κατά μέρος εντός +κανίστρου σκεπασμένου. Άμα ο Αστυάγης έκρινεν ότι ο Άρπαγος +εχόρτασε· «Δεν ευρίσκεις εις το φαγητόν τούτο, τον ηρώτησε, +γλυκύτητά τινα ιδιαιτέραν;» Ο Άρπαγος εβεβαίωσεν ότι το εύρεν +εξαίρετον. Τότε οι υπηρέται, κατά τας διαταγάς τας οποίας είχον, +τω παρουσίασαν την κεφαλήν και τα δάκτυλα του υιού του τα οποία +ήσαν σκεπασμένα, και τον προσεκάλεσαν να τα αποκαλύψη και να λάβη +εξ αυτών ό,τι ήθελε τω αρέσει. Πεισθείς δε ο Άρπαγος και +αποκαλύψας το κάνιστρον, είδε τα μέλη του παιδίου του. Αλλ' εις το +θέαμα τούτο δεν εταράχθησαν αι φρένες του και συνέσχεν εαυτόν· ότε +δε ο Αστυάγης τον ηρώτησεν εάν εγνώριζε τίνος ζώου τα κρέατα είχε +φάγει, απεκρίθη ότι το γνωρίζει και ότι τω είναι ευάρεστον παν +ό,τι πράττει ο βασιλεύς. Μετά την απόκρισιν ταύτην εσύναζε τα +λοιπά κρέατα και επέστρεψεν εις την οικίαν του όπου, ως υποθέτω, +εσκόπευε να τα ενώση και να τα θάψη. + +120. Ούτως ο Αστυάγης ετιμώρησε τον Άρπαγον. Έπειτα δε, +σκεπτόμενος περί του Κύρου, προσεκάλεσε τους ιδίους μάγους οίτινες +άλλοτε είχον εξηγήσει το ενύπνιόν του. Ελθόντας δε τους ηρώτησε +πώς ενόησαν το όνειρόν του, και εκείνοι επανέλαβον όσα είχον ειπεί +άλλοτε, ήτοι ότι το παιδίον θα εβασίλευεν, εάν έζη και εάν δεν +απέθνησκεν άμα γεννηθέν. «Αλλά, επανέλαβεν ο βασιλεύς, το παιδίον +ζη, το παιδίον εσώθη· ενώ δε διητάτο εις τους αγρούς, τα άλλα +παιδία του χωρίου το εξέλεξαν βασιλέα, και αυτό έπραξεν ό,τι +πράττουσιν εκείνοι οίτινες τωόντι είναι βασιλείς. Διώρισε φύλακας, +θυρωρούς, αγγελιαφόρους και όλα τα λοιπά. Τώρα λοιπόν, πώς σας +φαίνονται αυτά;» Οι δε μάγοι είπον «Εάν το παιδίον ζη, εάν +εβασίλευσεν άνευ ουδεμίας προμελέτης, θάρρει και μη φοβείσαι +τίποτε, διότι δεν θα βασιλεύση πλέον· τινές των προρρήσεων ημών +συνέβη να εκτελεσθώσιν ουχί απαραλλάκτως, πόσον μάλλον τα ονείρατα +τα οποία διαλύονται ως καπνός; — Και εγώ, ω μάγοι, επανέλαβεν ο +Αστυάγης, συμμερίζομαι καθ' ολοκληρίαν την γνώμην ταύτην· το +όνειρον εγένετο αλήθεια, αφού το παιδίον εξελέχθη βασιλεύς, και +δεν πρέπει πλέον να φοβούμαι. Εν τούτοις σκεφθήτε, εξετάσατε τι +είναι ασφαλέστερον διά τον οίκον μου και δι' υμάς.» Οι μάγοι +απεκρίθησαν· «Ω βασιλεύ, και ημείς επίσης φροντίζομεν μεγάλως να +διατηρήται η βασιλεία σου, διότι εάν περιέλθη εις το παιδίον τούτο +το οποίον είναι Πέρσης, τότε αποξενούται, και ημείς οι Μήδοι +γινόμεθα δούλοι και ευκαταφρόνητοι ως ξένοι. Ενόσω όμως βασιλεύεις +συ ο συμπολίτης ημών, μετέχομεν και ημείς της αρχής και μεγάλας +τιμάς λαμβάνομεν παρά σου. Οφείλομεν λοιπόν κατά καθήκον να +αγρυπνώμεν υπέρ της ασφαλείας σου και της αρχής σου· εάν εβλέπομεν +κίνδυνόν τινα, βεβαίως ηθέλομεν σοι προειπεί τούτο. Αλλά σήμερον, +αφού το όνειρόν σου έληξεν εις μηδαμινόν γεγονός, διά τούτο και +ημείς είμεθα ήσυχοι και συμβουλεύομεν και σε να μιμηθής το +παράδειγμά μας. Απομάκρυνον όμως το παιδίον τούτο από τα βλέμμαάα +σου και πέμψον αυτό εις την Περσίαν προς τους γονείς του.» + +121. Ταύτα ακούσας ο Αστυάγης εχάρη, και καλέσας τον Κύρον τω +είπεν· «Ω παι, ένεκα ονείρου τινός το οποίον είδον, έπραξα προς σε +αδικίαν ήτις δεν έσχεν αποτέλεσμα, διότι η καλή σου τύχη σε έσωσε. +Τώρα, αναχώρησον χαίρων εις την Περσίαν όπου θα σε στείλω μετά +συνοδίας· εκεί θα εύρης πατέρα και μητέρα οίτινες δεν ομοιάζουσι +μήτε με τον Μιτραδάτην μήτε με την γυναίκα του. + +122. Ταύτα ειπών ο Αστυάγης απέπεμψε τον Κύρον. Επιστρέψαντα δε +εις την οικίαν του Καμβύσου, εδέχθησαν αυτόν οι γονείς του, και +άμα τοις είπε ποίος ήτο, τον ενηγκαλίσθησαν μετά χαράς, ως τέκνον +το οποίον ενόμιζον ως αποθανόν άμα τεχθέν. Τον ηρώτησαν ακολούθως +πώς διεσώθη, και εκείνος τοις είπεν ότι κατ' αρχάς μεν δεν ήξευρε +τίποτε, ότι παρεγνώριζεν εαυτόν και ότι καθ' οδόν τω εφανέρωσαν τα +παθήματά του· διότι ανεχώρησε πιστεύων ακόμη ότι ήτο υιός του +βουκόλου του Αστυάγους, αλλ' οι φύλακες του, ενώ συνεβάδιζον, τω +διηγήθησαν την ιστορίαν του. Είπε λοιπόν ότι ανετράφη υπό της +γυναικός του βουκόλου, και δεν έπαυεν εις πάσαν λέξιν να την +επαινή, και το όνομα Κυνώ επανήρχετο κατά πάσαν στιγμήν εις την +ομιλίαν του. Οι γονείς του ήρπασαν το όνομά τούτο, και διά να φανή +εις τους Πέρσας ότι ο υιός των εσώθη κατά θείαν πρόνοιαν, +εκοινολόγησαν ότι μία κύων έθρεψε τον Κύρον εκτεθειμένον όντα. Και +έκτοτε επικρατεί η παράδοσις αύτη. + +123. Ο Κύρος, φθάσας εις ανδρικήν ηλικίαν ήτο ο ανδρειότατος και +αγαπητότατος των συνηλικιωτών του, ο δε Άρπαγος δεν έπαυε να τω +πέμπη δώρα και να τον περιποιήται, διότι επεθύμει να εκδικηθή τον +Αστυάγη και έβλεπεν ότι αυτός, ως ιδιώτης, ουδεμίαν τιμωρίαν +ηδύνατο να επιβάλη εις τον βασιλέα. Παρετήρει λοιπόν τον Κύρον +αυξάνοντα και επροσπάθει να τον κάμη σύμμαχόν του εξομοιών τα ίδιά +του δυστυχήματα με τα του Κύρου. Προ τούτου όμως ήρχισε να διαθέτη +τα πράγματα κατά τον εξής τρόπον· επειδή ο Αστυάγης εφέρετο +σκληρώς προς τους Μήδους, επλησίαζεν ο Άρπαγος τον ένα μετά τον +άλλον όλους τους πρώτους των Μήδων και τους έπειθεν ότι έπρεπε να +καταβιβάσωσι τον Αστυάγη από τον θρόνον και να αναβιβάσωσιν εις +αυτόν τον Κύρον. Αφού δε προδιέθεσε τα πνεύματα και ητοίμασε τα +πάντα, ο Άρπαγος, επιθυμών να ανακοινώση τα σχέδιά του εις τον +Κύρον όστις διέτριβεν εις την Περσίαν και μη έχων κανέν άλλο μέσον +καθότι όλαι αι οδοί εφυλάσσοντο, επενόησε το ακόλουθον· σχίσας +επιδεξίως την κοιλίαν λαγωού χωρίς να τον βλάψη μήτε να τον +εκμαδίση, εισήγαγεν επιστολήν εν τη οποία έγραψεν ό,τι ήθελεν· +έπειτα έρραψε πάλιν το δέρμα, έδωκε δίκτυα εις τον πιστότατον των +υπηρετών του, ως να τον έπεμπεν εις το κυνήγιον, και τον +απέστειλεν εις την Περσίαν παραγγείλας αυτόν διά ζώσης να +εγχειρίση τον λαγωόν εις τον Κύρον και να τω είπη να τον ανοίξη +διά της ιδίας του χειρός, χωρίς να ήναι άλλος κανείς παρών. + +124. Όλα ταύτα εξετελέσθησαν ακριβώς· ο Κύρος, λαβών τον λαγωόν, +τον έσχισεν, εύρε την περιεχομένην επιστολήν και την ανέγνωσεν, +ιδού δε τι διελάμβανεν αύτη· «Ω υιέ του Καμβύσου, βεβαίως οι θεοί +σε προστατεύουσι, διότι άλλως δεν ήθελες φθάσει εις την παρούσαν +ευτυχίαν. Εκδικήθητι λοιπόν τον φονέα σου Αστυάγην, διότι κατά την +θέλησιν μεν αυτού συ απέθανες, χάρις δε εις τους θεούς και εις εμέ +έζησας. Υποθέτω ότι προ πολλού έμαθες τα αφορώντά σε και τι έπαθα +εγώ εκ μέρους του Αστυάγους, διότι αντί να σε φονεύσω, σε παρέδωκα +εις τον βουκόλον. Συ λοιπόν, εάν θέλης να με πιστεύσης, θα +βασιλεύσης επί όλων των χωρών όσαι υπακούουσιν εις τον Αστυάγη. +Πείσον τους Πέρσας να αποστατήσωσι και οδήγησον αυτούς εναντίον +των Μήδων. Εάν ο Αστυάγης εκλέξη ως αρχηγόν εμέ ή άλλον τινά εκ +των πρώτων του λαού, τότε κατορθούται ό,τι επιθυμείς. Όλοι +συνωμόσαμεν κατά του Αστυάγους· θα τον εγκαταλείψωμεν διά να +έλθωμεν με το μέρος σου και θα προσπαθήσωμεν να καθαιρέσωμεν +αυτόν. Τα πάντα είναι έτοιμα εδώ, ενέργησον λοιπόν και πράξον +ταχέως.» + +125. Ειδοποιηθείς τοιουτοτρόπως ο Κύρος, εσκέπτετο με ποίον τρόπον +επιτηδειότερον να παρασύρη τους Πέρσας εις αποστασίαν· ιδού δε τι +ενόμισεν αρμοδιώτερον το οποίον και εξετέλεσε. Γράψας εις πάπυρον +ό,τι ήθελε, συνεκάλεσε τους Πέρσας εις συμβούλιον, ήνοιξε το +γράμμα και το ανέγνωσεν· ανήγγελλε δε το γράμμα ότι ο Αστυάγης τον +διώρισεν αρχηγόν των Περσών. «Τώρα, είπε, σας διατάττω να +συναθροισθήτε και να φέρετε έκαστος έν δρέπανον.» Τοιαύτη ήτο η +διαταγή την οποίαν έδωκεν εις τους Πέρσας. Υπάρχουσι δε εις το +έθνος τούτο πολλαί φυλαί, αλλ' ο Κύρος συνήθροισε μέρος μόνον +αυτών και τας έπεισε να αποστατήσωσιν. Αι φυλαί δε εκείναι, παρ' +ων αι άλλαι εξηρτώντο, ήσαν οι Πασαργάδαι, οι Μαράφιοι, οι +Μάσπιοι. Εκ τούτων δε πάλιν, οι Πασαργάδαι είναι οι άριστοι, και +μεταξύ αυτών είναι η οικογένεια των Αχαιμινιδών εξ ης κατάγονται +οι βασιλείς της Περσίας. Αι άλλαι φυλαί είναι οι Πανθιαλαίοι, οι +Δηρουσιαίοι, οι Γερμάνιοι, φυλαί γεωργικαί, έπειτα οι Δάοι, οι +Μάρδοι, οι Δροπικοί, οι Σαγάρτιοι, φυλαί νομάδες. + +126. Όταν συνηθροίσθησαν όλοι με τα δρέπανά των, καθώς +διετάχθησαν, ο Κύρος τοις είπε να εκχερσώσωσι την ημέραν εκείνην +ένα τόπον της χώρας ακανθώδη δεκαοκτώ ή είκοσι σταδίων +τετραγωνικών. Αφού ετελείωσαν το έργον εκείνο, τους διέταξε να +επιστρέψωσι την επιούσαν αφού λουσθώσιν. Εν τούτοις ο Κύρος έφερεν +εις το μέρος εκείνο όλα τα ποίμνια του πατρός του, αίγας, πρόβατα +και βόας, τα έσφαξε και τα ητοίμασε διά να εστιάση τον στρατόν των +Περσών· εκτός δε τούτου επρομηθεύθη αρκετήν ποσότητα άρτου και +οίνου. Την επιούσαν λοιπόν έφθασαν οι Πέρσαι και εκάθισαν επί +λειμώνος όπου τοις προσέφερε φαγητόν. Αφού δε ευωχήθησαν, τους +ηρώτησε ποία διασκέδασις τοις εφαίνετο προτιμοτέρα, η χθεσινή ή η +παρούσα. Εκείνοι δε είπον ότι μεταξύ των δύο η διαφορά ήτο +μεγίστη, ότι η προηγουμένη ημέρα ήτο κοπιαστική ενώ η σημερινή +τοις εφαίνετο λίαν ευχάριστος. Ο Κύρος ωφελήθη εκ της αποκρίσεώς +των και είπεν· «Ω Πέρσαι, ιδού η τύχη σας· εάν με υπακούσετε, θα +απολαύσετε τα αγαθά ταύτα και άπειρα άλλα χωρίς να εργάζεσθε +δουλικώς· εάν όμως δεν θελήσετε να με ακούσετε, θα επιφορτίζεσθε +αδιακόπως με εργασίας ομοίας της χθεσινής. Ακολουθήσατέ με από +σήμερον και γενήτε ελεύθεροι. Φαίνεται ότι εγεννήθην διά να +καταστήσω υμάς με την προστασίαν των θεών ευδαίμονας και +ελευθέρους. Δεν σας νομίζω κατωτέρους των Μήδων ούτε εις τα +πολεμικά ούτε εις τα άλλα. Επαναστατήσατε λοιπόν αμέσως κατά του +Αστυάγους.» + +127. Οι Πέρσαι, επιτυχόντες αρχηγόν, μετά χαράς εδέχθησαν να +ελευθερωθώσι, διότι προ πολλού εδυσφόρουν δουλεύοντες υπό τους +Μήδους. Εν τούτοις ο Αστυάγης έμαθε τι έπραττεν ο Κύρος, και +πέμψας απεσταλμένον εκάλεσεν αυτόν πλησίον του· ο δε Κύρος είπεν +εις τον απεσταλμένον να επιστρέψη και να αναγγείλη εις τον Αστυάγη +ότι θα φθάση ταχύτερον παρ' όσον επεθύμει ο Αστυάγης. Ακούσας την +απόκρισιν ταύτην ο Αστυάγης ώπλισεν όλους τους Μήδους, και ως να +τον ετύφλωσαν οι θεοί διώρισε στρατηγόν αυτών τον Άρπαγον, +λησμονήσας όσα είχε πράξει προς αυτόν. Εις την πρώτην συμπλοκήν με +τους Πέρσας, Μήδοι τινες, οίτινες δεν ήσαν μεμυημένοι εις την +συνωμοσίαν, επολέμησαν, άλλοι δε ηυτομόλησαν προς τους Πέρσας, οι +περισσότεροι όμως εδειλίασαν και ετράπησαν εις φυγήν. + +128. Εις την αγγελίαν της αισχράς εκείνης διασκορπίσεως του +στρατεύματός του, ο Αστυάγης, απειλών τον Κύρον, έκραξε· «Μ' όλα +ταύτα ο Κύρος δεν θα χαρή.» Ταύτα ειπών, πρώτον μεν ανεσκολόπισεν +όλους τους ονειροκρίτας μάγους οίτινες τον είχον συμβουλεύσει να +αποπέμψη τον Κύρον, έπειτα δε ώπλισεν όλους τους Μήδους, νέους και +γέροντας, όσοι είχον μείνει εις την πόλιν, τους εξήγαγεν, +επολέμησε και ηττήθη. Απολέσας δε όλους τους Μήδους όσους είχεν +εξαγάγει, συνελήφθη αιχμάλωτος (9). + +129. Πλησιάσας ο Άρπαγος τον αιχμαλωτισθέντα Αστυάγην έχαιρε και +τον ύβριζε· μεταξύ δε άλλων δηκτικών λόγων τω ανέμνησε το δείπνον +το οποίον ο βασιλεύς προσέφερεν εις αυτόν με τα κρέατα του παιδίου +του· τέλος τον ηρώτησε τι εστοχάζετο διά την μεταβολήν εκείνην της +βασιλείας εις δουλείαν. Ατενίσας προς αυτόν ο Αστυάγης, τω +απεκρίθη διά της ερωτήσεως ταύτης· «Νομίζεις ότι είναι έργον σου η +επιτυχία του Κύρου; — Βεβαίως, απεκρίθη ο άλλος, εγώ έγραψα +ιδιοχείρως, και δύναμαι δικαίως να καυχηθώ δι' όλην αυτήν την +υπόθεσιν. — Λοιπόν, επανέλαβεν ο αιχμάλωτος, συ είσαι ο μάλλον +μωρός και ο μάλλον άδικος από όλους τους ανθρώπους· ο μάλλον +μωρός, διότι, ενώ ηδύνασο να λάβης την βασιλείαν, εάν τωόντι τα +παρόντα επράχθησαν υπό σου, έδωκες αυτήν εις άλλον· ο μάλλον +άδικος, διότι, ένεκα ενός δείπνου, κατέστησες τους Μήδους δούλους. +Διότι εάν ενόμιζες αναγκαίον να μεταβή το στέμμα εις άλλον, να μη +το λάβης συ, έπρεπε τουλάχιστον να το παραχωρήσης εις ένα Μήδον +και όχι εις Πέρσην. Τώρα οι μεν Μήδοι χωρίς να πταίωσιν εγένοντο +δούλοι ενώ ήσαν δεσπόται, οι δε Πέρσαι, ενώ πρότερον ήσαν δούλοι +των Μήδων, τώρα εγένοντο δεσπόται.» + +130. Ο Αστυάγης λοιπόν, βασιλεύσας τριάκοντα και πέντε έτη, +καθηρέθη τοιουτοτρόπως, ένεκα δε της σκληρότητος αυτού οι Μήδοι, +οίτινες επί εκατόν εικοσιοκτώ έτη, μη συμπεριλαμβανομένου του +χρόνου της ηγεμονίας των Σκυθών, εκυβέρνησαν την άνω Ασίαν την +πέραν του Άλυος, υπετάγησαν εις τους Πέρσας. Βραδύτερον όμως +μετενόησαν διά την πράξιν ταύτην, και απεστάτησαν από τον Δαρείον, +αλλ' ενικήθησαν και υπεδουλώθησαν. Εις ην δε εποχήν ευρισκόμεθα, +ήτοι επί της βασιλείας του Αστυάγους, ο Κύρος και οι Πέρσαι, αφού +επανεστάτησαν κατά των Μήδων, εγένοντο έκτοτε κύριοι της Ασίας. Ο +δε Κύρος ουδόλως εκακομετεχειρίσθη τον Αστυάγη, αλλά τον είχεν εις +την οικίαν του μέχρις ου απέθανεν. Ο Κύρος λοιπόν γεννηθείς και +ανατραφείς τοιουτοτρόπως, εβασίλευσεν· έπειτα δε, ως διηγήθην +προλαβόντως, ανέτρεψε τον Κροίσον όστις ήρξατο χειρών αδίκων, και +εκθρονίσας αυτόν, εκυβέρνησεν όλην την Ασίαν. + +131. Οι δε Πέρσαι ηξεύρω ότι έχουσι τα εξής έθιμα· δεν +κατασκευάζουσιν αγάλματα, δεν κτίζουσι ναούς μήτε βωμούς, θεωρούσι +δε ως μωρούς τους πράττοντας τα τοιαύτα· διότι, ως νομίζω, δεν +πιστεύουσιν ως οι Έλληνες ότι οι θεοί μετέχουσιν ανθρωπίνης +φύσεως. Συνειθίζουσι να θυσιάζωσιν εις τον Δία επί των κορυφών των +ορέων, και καλούσι Δία όλον τον κύκλον του ουρανού. Θυσιάζουσιν +επίσης εις τον ήλιον, εις την σελήνην, εις την γην, εις το πυρ, +εις το ύδωρ και εις τους ανέμους. Και κατ' αρχάς μεν εις ταύτα +μόνον εθυσίαζον· κατόπιν δε έμαθον από τους Ασσυρίους και τους +Άραβας να θυσιάζωσιν εις την ουρανίαν Αφροδίτην, την οποίαν οι μεν +Ασσύριοι καλούσι Μύλιττα, οι δε Άραβες Άλιττα, και οι Πέρσαι +Μίτραν. + +132. Ιδού δε πώς θυσιάζουσιν οι Πέρσαι εις τας θεότητας ταύτας· +δεν έχουσι βωμούς, δεν ανάπτουσι πυρ, δεν μεταχειρίζονται σπονδάς, +μήτε αυλούς, μήτε στεφάνους, μήτε κριθήν ιεράν. Ο θέλων να +προσφέρη θυσίαν φέρη το θύμα εις μέρος καθαρόν, όπου επικαλείται +την θεότητα εστεμμένος σχεδόν πάντοτε με τιάραν εκ μύρτου. Δεν τω +είναι όμως επιτετραμμένον να ευχηθή ευτυχίας δι' αυτόν μόνον, αλλ' +εύχεται υπέρ της ευημερίας όλων των Περσών και του βασιλέως, διότι +και αυτός αποτελεί μέρος της ολότητος των Περσών. Αφού δε +διαχωρίση εις τεμάχια το θύμα, και βράση τα κρέατα, καταθέτει αυτά +επί χόρτων τρυφερών, προ πάντων όμως επί τρυφυλλίων. Τότε μάγος +τις (διότι άνευ μάγου δεν γίνεται θυσία) πλησιάζει και ψάλλει την +θεογονίαν (10), θεωρουμένην παρ' αυτών ως γοήτευμα +συντελεστικώτατον· εκείνος δε όστις προσέφερε την ουσίαν, μένει +ακόμη εκεί ολίγην ώραν, και έπειτα συνάζει τα κρέατα και κάμνει +οιανδήποτε θέλει χρήσιν αυτών. + +133. Οι Πέρσαι τιμώσι πλειότερον πάσης άλλης την ημέραν καθ' ην +έκαστος εγεννήθη, την εορτάζουσι δε δι' αφθονωτάτου συμποσίου, εις +το οποίον οι μεν πλούσιοι κατ' εκείνην την ημέραν παραθέτουσιν ένα +βόα, ένα ίππον, μίαν κάμηλον και ένα όνον εψημένους ολοκλήρους εις +καμίνους, οι δε πτωχοί παραθέτουσι μικρά ζώα. Δεν έχουσι πολλά +φαγητά, αλλ' έχουσιν επιδόρπια πολλά τα οποία τοις φέρουσι το έν +κατόπιν του άλλου. Και διά τούτο οι Πέρσαι λέγουσιν ότι οι Έλληνες +εγείρονται από την τράπεζαν πεινώντες· δεν τοις δίδεται καλόν τι +μετά το δείπνον, προσθέτουσιν, εάν όμως τοις εδίδετο, δεν θα +έπαυον τρώγοντες. Είναι πολύ έκδοτοι εις τον οίνον, και δεν τοις +είναι επιτετραμμένον μήτε να εμώσι μήτε να ουρώσιν ενώπιον άλλου. +Τηρούσι προς τούτοις και τας εξής συνηθείας· μεθυσκόμενοι +συσκέπτονται περί σπουδαίων υποθέσεων, την δε επομένην ημέραν ο +οικοδεσπότης, εις την οικίαν του οποίου εγένετο η συνεδρίασις, +υποβάλλει πάλιν εις αυτούς νήφοντας την απόφασιν της προτεραίας. +Τότε, εάν την επιδοκιμάσωσι, την εκτελούσιν· άλλως, παραιτούνται +αυτής. Και πάλιν τουναντίον, ό,τι αποφασίσωσι νήφοντες, το +αναθεωρούσι μεθύοντες. + +134. Όταν δύο άνθρωποι συναντώνται εις τας οδούς, δύναταί τις να +ίδη εάν ήναι του αυτού βαθμού· διότι, εις την περίπτωσιν ταύτην, +αντί να χαιρετίσωσιν αλλήλους, φιλούνται εις το στόμα. Εάν ο είς +των δύο ήναι ολίγον κατώτερος του άλλου, φιλούνται εις τας +παρειάς· αλλ' εάν ο είς ήναι πολύ κατώτερος του άλλου, ο κατώτερος +κλίνει και προσκυνεί τον ανώτερον. Μετά τον εαυτόν των τιμώσι προ +πάντων τους πλησίον αυτών οικούντας, έπειτα τους γείτονας των +πλησίον οικούντων, και ούτω καθεξής, αναλόγως της αποστάσεως. Εις +ουδεμίαν δε υπόληψιν έχουσι τους πολύ μακράν κατοικούντας, διότι +νομίζουσιν εαυτούς καθ' όλα εξαιρέτους ανθρώπους και ότι οι άλλοι +μετέχουσιν από την αρετήν κατά την ρηθείσαν αναλογίαν της +αποστάσεως, και επομένως οι πολύ μακράν κατοικούντες είναι +ουτιδανώτατοι. Επί της κυριαρχίας των Μήδων, τα έθνη είχαν +αλληλοδιοίκησιν· οι Μήδοι είχον την υπερτάτην αρχήν, αλλ' εξήσκουν +αυτήν κυρίως επί των γειτόνων των· ούτοι πάλιν εκυβέρνων τους +ομόρους των, και ούτω καθεξής, από του πλησίον εις τον πλησίον. +Κατά την βαθμολογίαν δε ταύτην οι Πέρσαι διανέμουσι τας τιμάς τας +οποίας αποδίδουσι και εξασκούσι την επί των άλλων εθνών αρχήν +πρώτον μεν απ' ευθείας, έπειτα δε διά μεσαζόντων. + +135. Οι Πέρσαι παραδέχονται ευκόλως ξενικά έθιμα· ευρόντες την +Μηδικήν ενδυμασίαν ωραιοτέραν της ιδικής των, φορούσιν αυτήν, ως +επίσης παρεδέχθησαν εις τους πολέμους τον Αιγυπτιακόν θώρακα. +Παραδίδονται εις παν είδος ηδυπαθείας περί της οποίας ακούουσι να +γίνεται λόγος· τοιουτοτρόπως δε έμαθον από τους Έλληνας να +συνευρίσκωνται με παιδία· έκαστος αυτών νυμφεύεται πολλάς νομίμους +γυναίκας, δύναται δε να έχη πολύ περισσοτέρας παλλακίδας. + +136. Μετά την εις τας μάχας ανδρείαν θεωρείται ανδραγαθία να +γεννήση τις πολλά τέκνα. Κατ' έτος ο βασιλεύς πέμπει δώρα προς +εκείνον όστις έχει τα περισσότερα. Η ισχύς παρ' αυτοίς έγκειται +εις τον αριθμόν. Η ανατροφή των παίδων άρχεται από του πέμπτου +έτους και λήγει εις το εικοστόν· εις τρία δε μόνον πράγματα +συνίσταται αύτη, εις το ιππεύειν, εις το τοξεύειν και εις το +λέγειν την αλήθειαν. Πριν του πέμπτου έτους το παιδίον ουδέποτε +εμφανίζεται ενώπιον του πατρός του, ούτε εξέρχεται από τους +γυναικείους θαλάμους. Συνειθίζεται δε τούτο, διά να μη προξενήση +το παιδίον λύπην εις τον πατέρα του εάν συμβή να αποθάνη εις +μικράν ηλικίαν. + +137. Επαινώ την συνήθειαν ταύτην, επαινώ δε ομοίως και την εξής· +δι' έν μόνον πταίσμα, ουδ' αυτός ο βασιλεύς δύναται να καταδικάση +τινά εις θάνατον· δι' έν μόνον πταίσμα ουδείς των Περσών δύναται να +επιβάλη αυστηράν τιμωρίαν είς τινα των δούλων του. Εν τούτοις, εάν +μετά γενομένην εξέτασιν ευρεθή ότι τα εγκλήματα είναι περισσότερα +και μεγαλείτερα από τας υπηρεσίας, τότε ο δεσπότης μεταχειρίζεται +τον θυμόν του. Οι Πέρσαι λέγουσιν ότι κανείς εξ αυτών δεν εφόνευσε +τον πατέρα του ή την μητέρα του, και ότι οσάκις διεπράχθη τοιούτο +έγκλημα, γενομένης ακριβούς εξετάσεως, ευρέθη ότι ο ένοχος ήτο +παιδίον μοιχίδιον ή υποβολιμαίον. Διότι, λέγουσι, δεν είναι +φυσικόν να φονεύεται ο αληθής πατήρ παρά του παιδός του. + +138. Τοις είναι απηγορευμένον να ομιλώσι περί των πραγμάτων +εκείνων τα οποία δεν τοις επιτρέπεται να πράττωσι. Το ψεύδος +θεωρείται παρ' αυτών ως αισχρότατον ελάττωμα· έπειτα έρχονται τα +χρέη, και τούτο διά πολλάς αιτίας, αλλά προ πάντων, ως λέγουσιν, +ένεκα της ανάγκης εις ην ευρίσκεται ο οφειλέτης να είπη ψεύματα. +Εάν τις των αστών έχη λέπραν ή λεύκην (11), ούτε εις την πόλιν +εισέρχεται, ούτε αναμιγνύεται με τους άλλους Πέρσας. Λέγουσι δε +ότι έπαθε το κακόν εκείνο διότι ήμαρτεν εις τον ήλιον. Σχεδόν +πανταχού διώκουσι τον ξένον όστις έχει το πάθος αυτό, καθώς και +τας λευκάς περιστεράς, αποδίδοντες και εις αυτάς τον αυτόν λόγον. +Ούτε ουρούσιν, ούτε πτύουσιν, ούτε νίπτονται τας χείρας εις +ποταμόν, ούτε άλλον αφίνουσι να πράξη ταύτα, αλλά σέβονται μεγάλως +τους ποταμούς. + +139. Και άλλο τι ιδιάζον παρατηρείται εις αυτούς, όπερ διέλαθε μεν +τους Πέρσας, ουχί δε και ημάς· τα ονόματά των, τα οποία +λαμβάνονται όλα από τα σωματικά ιδιώματα ή από τα αξιώματα, +λήγουσιν εις το γράμμα το οποίον οι μεν Δωριείς καλούσι σ α ν οι +δε Ίωνες σ ί γ μ α. Εάν εξετάσετε, θα ιδήτε ότι όλα τα ονόματα +των Περσών, άνευ εξαιρέσεως, λήγουσιν, εις το γράμμα τούτο. + +140. Παν ό,τι είπον μέχρι τούδε περί των ηθών των Περσών, το είδον +και το ήκουσα μετά βεβαιότητος, όσα δε μέλλω να είπω περί των +νεκρών, δεν κοινολογούνται, αλλά λέγονται κρυφίως. Πτώμα Πέρσου +δεν ενταφιάζεται πριν κατασπαραχθή υπό κυνών ή ορνέων. Ηξεύρω μετά +θετικότητος ότι πράττουσι τούτο οι μάγοι, διότι το πράττουσι +φανερώς. Οι Πέρσαι περικαλύπτουσι το νεκρόν σώμα με κηρόν, και το +θάπτουσιν. Οι δε μάγοι διαφέρουσι πολύ από τους άλλους ανθρώπους +και από τους ιερείς της Αιγύπτου· διότι αυτοί μεν ουδέν έμψυχον +φονεύουσιν ειμή όσα θυσιάζουσιν, οι δε μάγοι φονεύουσιν ιδιοχείρως +όλα, πλην κυνός και ανθρώπου. Παρ' αυτοίς μεγάλη άμιλλα υπάρχει να +καταστρέφωσι τους μύρμηκας, τους όφεις, τα πτηνά και τα ερπετά. +Και η μεν συνήθεια αύτη ας εξακολουθή να υπάρχη όπως εξ αρχής +επεκράτησεν, εγώ δε επανέρχομαι εις την σειράν της διηγήσεώς μου. + +141. Οι Ίωνες και οι Αιολείς, άμα η Λυδία κατεκτήθη υπό των +Περσών, έπεμψαν πρέσβεις εις τας Σάρδεις προς τον Κύρον +προτείνοντες να υποταχθώσιν εις αυτόν υπό τους αυτούς όρους τους +οποίους τοις είχε προτείνει ο Κροίσος. Ο Κύρος ήκουσε τας +προτάσεις ταύτας και διηγήθη εις αυτούς τον εξής μύθον· «Αυλητής +τις, ιδών εις την θάλασσαν ιχθύας, ηύλει νομίζων ότι ήθελε τους +ελκύσει εις την ξηράν· επειδή δε διεψεύσθη η ελπίς του, έλαβε +δίκτυον, το έρριψε και έσυρεν έξω πολλήν ποσότητα ιχθύων. Όταν +τους είδε πηδώντας· «Παύσατε, τοις είπε, παύσατε να χορεύετε, +καθότι ότε ηύλουν, δεν ηθελήσατε να έλθετε προς εμέ χορεύοντες.» +Είπε δε ο Κύρος τον μύθον τούτον εις τους Ίωνας και τους Αιολείς +διότι πρότερον οι Ίωνες, όταν τοις εζήτησε δι' απεσταλμένων να +επαναστατήσωσι κατά του Κροίσου, δεν επείσθησαν, τώρα δε ότε πλέον +τα γεγονότα ήσαν τετελεσμένα, εφαίνοντο πρόθυμοι να υπακούσωσιν. +Ήτο λοιπόν ωργισμένος όταν τοις έλεγε ταύτα. Οι δε Ίωνες, άμα +ήκουσαν την απόκρισιν ταύτην διαβιβασθείσαν εις τας πόλεις, +ήρχισαν να εγείρωσι τείχη και συνηθροίζοντο εις το Πανιώνιον όλοι +οι άλλοι πλην των Μιλησίων· διότι μετ' αυτών ο Κύρος είχε +συνθηκολογήσει όπως και με τους Λυδούς. Οι άλλοι λοιπόν Ίωνες +συνεφώνησαν να πέμψωσι πρέσβεις εις την Σπάρτην και να ζητήσωσι +βοήθειαν. + +142. Ούτοι δε οι Ίωνες, εις τους οποίους ανήκει το Πανιώνιον, +είχον κτίσει τας πόλεις των υπό τον λαμπρότερον ουρανόν και το +ωραιότερον κλίμα από όσα γνωρίζομεν να κατοικώσιν οι άνθρωποι. Αι +χώραι αι περικυκλούσαι την Ιωνίαν, άνωθεν και κάτωθεν, προς +ανατολάς και προς δυσμάς, ουδόλως συγκρίνονται με αυτήν· αι μεν +πάσχουσιν υπό του ψύχους και της υγρασίας, αι δε υπό του καύσωνος +και της ξηρασίας. Οι Ίωνες δεν ομιλούσιν όλοι την αυτήν γλώσσαν, +αλλά μεταχειρίζονται τέσσαρας διαφόρους διαλέκτους. Εκ των πόλεών +των η Μίλητος είναι η πρώτη προς μεσημβρίαν, μετ' αυτήν δε η Μυούς +και η Πριήνη· αι τρεις αύται είναι εις την Καρίαν και ομιλούσι την +αυτήν διάλεκτον. Αι δε της Λυδίας είναι η Έφεσος, η Κολοφών, η +Λέβεδος, η Τέως, αι Κλαζομεναί, η Φώκαια, αίτινες δεν ομιλούσι την +αυτήν διάλεκτον ως αι προηγούμεναι, αλλ' έχουσιν ιδίαν. Υπάρχουσιν +εισέτι τρεις άλλαι πόλεις Ιωνικαί, εξ ων αι μεν δύο, η Σάμος και η +Χίος είναι νήσοι, η δε τρίτη, αι Ερυθραί, κείται επί της ηπείρου. +Και οι μεν Χίοι και οι Ερυθραίοι ομιλούσι την αυτήν διάλεκτον, οι +δε Σάμιοι έχουσιν όλως ιδιαιτέραν. Τοιουτοτρόπως δε γίνονται +τέσσαρες χαρακτήρες γλώσσης. + +143. Η Μίλητος λοιπόν, ένεκα της συνθήκης, ήτο εκτός παντός φόβου, +οι δε νησιώται δεν είχον και αυτοί να φοβηθώσι τίποτε· διότι οι +Φοίνικες δεν είχον γίνει ακόμη υπήκοοι των Περσών, οι δε Πέρσαι +δεν είχον πλοία. Οι δε Μιλήσιοι δι' ουδεμίαν άλλην αιτίαν +απεχωρίσθησαν από τους Ίωνας ειμή διά την ακόλουθον· η Ελληνική +φυλή ήτο τότε πολύ ασθενής, και εξ όλων των εθνών των +συγκροτούντων αυτήν αυτή ήτο η ασθενεστάτη και μηδενός λόγου αξία. +Τωόντι, εκτός των Αθηνών, δεν υπήρχε πόλις Ιωνική αξία προσοχής. +Οι μεν λοιπόν άλλοι Ίωνες και οι Αθηναίοι απέφευγον να λάβωσι το +όνομα τούτο και δεν ήθελον να καλώνται Ίωνες· ακόμη δε και σήμερον +μοι φαίνεται ότι οι πλειότεροι αυτών αισχύνονται διά το όνομα +τούτο. Αι δε δώδεκα πόλεις τας οποίας ανέφερα σεμνύνονται διά την +επίκλησιν ταύτην, και έκτισαν μάλιστα ιδιαίτερον ναόν τον οποίον +εκάλουν Πανιώνιον και εις τον οποίον απεφάσισαν να μη δέχωνται +κανένα άλλον εκ των Ιώνων· το αληθές όμως είναι ότι, εκτός των +Σμυρναίων, ουδείς άλλος εζήτησε να γίνη δεκτός εις αυτόν. + +144. Ούτω και οι Δωριείς της σήμερον καλουμένης Πενταπόλεως, ήτις +προηγουμένως εκαλείτο Εξάπολις, επρόσεχον να μη δέχωνται εις τον +Τριοπικόν ναόν άλλους πλησιοχώρους Δωριείς. Απέκλεισαν μάλιστα απ' +αυτού και εκείνους εκ των ιδικών των όσοι παρέβησαν τους παρ' +αυτών τεθέντας νόμους· διότι άλλοτε, εις τους αγώνας του Τροπίου +Απόλλωνος, έδιδον βραβεία εις τους νικητάς χαλκίνους τρίποδας· +έπρεπεν όμως ούτοι, αντί να τους κρατώσι, να τους προσφέρωσιν εις +τον θεόν. Αλικαρνασσεύς τις όμως, ονόματι Αγασικλής, νικήσας, +περιεφρόνησε τον νόμον τούτον, έλαβε τον τρίποδα και τον εκρέμασεν +εις την οικίαν του. Διά ταύτην δε την αιτίαν αι πέντε πόλεις, +Λίνδος, Ιαλυσσός, Κάμειρος, Κως και Κνίδος απέκλεισαν από τον ναόν +την έκτην πόλιν της εξαπόλεως Αλικαρνασσόν. Και εις ταύτην μεν +τοιαύτην τιμωρίαν επέβαλον. + +145. Εγώ δε νομίζω ότι οι Ίωνες έκαμον την ομοσπονδίαν των δώδεκα +πόλεων και δεν ηθέλησαν να δεχθώσι περισσοτέρας διά την ακόλουθον +αιτίαν· όταν κατώκουν την Πελοπόννησον, ήσαν διηρημένοι εις δώδεκα +μέρη, καθώς είναι σήμερον οι Αχαιοί οίτινες εδίωξαν αυτούς· πρώτη +είναι η Πελλήνη, προς το μέρος της Σικυώνος, έπειτα η Αίγειρα και +αι Αιγαί, όπου ρέει αενάως ο ποταμός Κράθις του οποίου το όνομα +έλαβε ποταμός τις της Ιταλίας, έπειτα η Βούρα και η Ελίκη, όπου +κατέφυγον οι Ίωνες όταν τους ενίκησαν οι Αχαιοί, έπειτα το Αίγιον, +αι Ρύπες, αι Πάτραι, αι Φαραί και η Ώλενος, την οποίαν διασχίζει ο +μέγας ποταμός Πείρος, και τέλος η Δύμη και η Τρίταια, αι μόναι +πόλεις αίτινες κείνται εις τα μεσόγεια. + +146. Τα δώδεκα ταύτα μέρη είναι σήμερον των Αχαιών, άλλοτε δε ήσαν +των Ιώνων· τούτου ένεκα οι Ίωνες περιωρίσθησαν εις δώδεκα πόλεις. +Θα ήτο αληθώς πολλή μωρία να ισχυρισθή τις ότι ούτοι είναι Ίωνες +περισσότερον των άλλων Ιώνων, ή ότι έχουσι καταγωγήν λαμπροτέραν, +τοσούτω μάλλον όσω οι εκ της Ευβοίας μεταναστεύσαντες Άβαντες +αποτελούσι μέρος ου σμικρόν των αποίκων τούτων, και εν τούτοις +ουδόλως καλούνται Ίωνες. Προσέτι ανεμίχθησαν με αυτούς Μινύαι +Ορχομένιοι, Καδμείοι, Δρύοπες, Φωκείς αποσπασθέντες από την +μητρόπολίν των, Μολοσσοί, Πελασγοί της Αρκαδίας, Δωριείς της +Επιδαύρου και πολλά άλλα έθνη. Όσοι δε ανεχώρησαν από το +Πρυτανείον των Αθηνών και οίτινες αυτοκαλούνται ευγενέστατοι των +Ιώνων, δεν έλαβον μεθ' εαυτών γυναίκας, αλλ' ενυμφεύθησαν Καείρας +των οποίων εφόνευσαν τους γονείς. Ένεκα όμως της σφαγής ταύτης αι +γυναίκες έθεσαν νόμον μεταξύ των καθιερωθέντα δι' όρκου και +κληροδοτηθέντα εις τας θυγατέρας των· να μη συντρώγωσι με τους +άνδρας των μήτε να καλώσι ποτέ αυτούς διά του ονόματος τούτου, +καθότι εφόνευσαν τους πατέρας, τους άνδρας, τα τέκνα των και +έπειτα τας ενυμφεύθησαν. Ταύτα δε συνέβησαν εις την Μίλητον. + +147. Κατ' αρχάς οι άποικοι ούτοι έβαλον βασιλείς· οι μεν από τους +απογόνους του Γλαύκου, υιού του Ιππολόχου· οι δε, Καύκωνας +Πυλίους, από τους απογόνους του Κόδρου, υιού του Μελάνθου· άλλοι +και από τας δύο ταύτας γενεάς. Αλλά δύναται τις να είπη ότι αυτοί +περισσότερον των άλλων Ιώνων φυλάττουσι το όνομα τούτο. Έστωσαν +λοιπόν αυτοί καθαροί Ίωνες, διότι όσοι εξήλθον από τας Αθήνας και +πανηγυρίζουσι την εορτήν των Απατουρίων όλοι είναι Ίωνες, και +εορτάζουσιν όλοι πλην των Εφεσίων και των Κολοφωνίων οίτινες μόνοι +εκ των Ιώνων δεν εορτάζουσι τα Απατούρια δι' αιτίαν φόνου. + +148. Το δε Πανιώνιον είναι χώρος της Μυκάλης ιερός, εστραμμένος +προς άρκτον και αφιερωμένος από κοινού υπό των Ιώνων εις τον +Ελικώνιον Ποσειδώνα. Είναι δε η Μυκάλη άκρα ξηράς, ήτις εκ δυσμών +βλέπει προς την Σάμον. Εκεί, οι Ίωνες των διαφόρων πόλεων +συναθροίζονται διά να πανηγυρίζωσι την εορτήν εις την οποίαν +έδωκαν το όνομα Πανιώνια (ου μόνον δε αι εορταί των Ιώνων, αλλά +και όλων των Ελλήνων όλαι ομοίως λήγουσιν εις το αυτό γράμμα εις +το οποίον λήγουσι τα κύρια ονόματα των Περσών). + +149. Και αύται μεν είναι αι Ιωνικαί πόλεις. Αι δε Αιολικαί είναι +αι ακόλουθοι· Κύμη, ήτις λέγεται και Φρικωνίς, Λάρισσα, Νέον +τείχος, Τήμνος, Κίλλα, Νότιον, Αιγιρόεσσα, Πιτάνη, Αιγαίαι, +Μύρινα, Γρύνεια· αύται είναι αι ένδεκα αρχαίαι πόλεις των Αιολέων, +διότι μίαν εξ αυτών, την Σμύρνην, εκυρίευσαν οι Ίωνες· ήσαν δε και +αύται δώδεκα επί της ηπείρου. Οι Αιολείς ούτοι επέτυχον να +κατοικήσωσι χώραν μάλλον μεν καρποφόρον ή την Ιωνίαν, έχουσαν όμως +κλίμα ήττον ευάρεστον. + +150. Την δε Σμύρνην απώλεσαν οι Αιολείς κατά τον ακόλουθον τρόπον. +Είχον δεχθή εις τον τόπον των οι Σμυρναίοι Κολοφωνίους τινάς +οίτινες νικηθέντες είς τινα εμφυλίαν στάσιν εδιώχθησαν από την +πατρίδα των. Οι εξόριστοι ούτοι περιέμεινον την ημέραν καθ' ην οι +Σμυρναίοι εώρταζον έξω του τείχους την εορτήν του Βάκαου, έκλεισαν +τας πύλας και εγένοντο κύριοι της πόλεως. Έδραμον τότε οι Αιολείς +διά να την επανακτήσωσιν, αλλ' εσυμβιβάσθησαν να αποδώσωσιν εις +τους Σμυρναίους οι μετανάσται τα έπιπλά των, αυτοί δε να +εγκαταλείπωσι την πόλιν. Μετά τον συμβιβασμόν τούτον, οι αρχαίοι +κάτοικοι της Σμύρνης διενεμήθησαν μεταξύ των ένδεκα Αιολικών +πόλεων και επολιτογραφήθησαν εις αυτάς. + +151. Υπάρχουσι λοιπόν επί της ηπείρου ένδεκα Αιολικαί πόλεις, +εκτός των της Ίδης, διότι αύται είναι χωρισταί. Εκ δε των εις τας +νήσους υπαρχουσών πέντε μεν πόλεις νέμονται την Λέσβον (διότι την +έκτην ήτις καλείται Αρίσβα ηνδραπόδισαν οι Μηθυμναίοι, καίπερ +συγγενείς όντες των Αρισβίων·) μία δε υπάρχει εις την Τένεδον, και +άλλη μία εις το σύμπλεγμα το καλούμενον Εκατόν νήσοι. Οι Λέσβιοι +λοιπόν και οι Τενέδιοι, ως και οι Ίωνες οι κατοικούντες τας +νήσους, ουδένα φόβον είχον. Αι δε λοιπαί Αιολικαί πόλεις ενέκρινον +από κοινού να έπωνται όπου ήθελον τας οδηγήσει οι Ίωνες. + +152. Άμα έφθασαν οι πρέσβεις των Ιώνων και των Αιολέων εις την +Σπάρτην όπου μετά πολλής ταχύτητος είχον μεταβή, εξέλεξαν Φωκέα +τινά ονόματι Πύθερμον διά να ομιλήση. Αυτός δε, φορέσας ένδυμα +πορφυρούν διά να προσελκύση όσον το δυνατόν περισσοτέρους +Σπαρτιάτας ακροατάς, ηγέρθη και ωμίλησεν επί μακρόν, εξαιτούμενος +την συνδρομήν των· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι ουδεμίαν ακρόασιν έδωκαν +εις τους λόγους του και ηρνήθησαν να βοηθήσωσι την Ιωνίαν. Και οι +μεν πρέσβεις ανεχώρησαν οι δε Λακεδαιμόνιοι, αφού τους απέπεμψαν, +έστειλαν πεντηκόντορον με ανθρώπους διά να κατασκοπεύσωσιν ως +νομίζω τας πράξεις του Κύρου και των Ιώνων. Φθάσαν το πλήρωμα εις +την Φώκαιαν, έπεμψεν εις τας Σάρδεις τον εγκριτώτερον άνδρα όστις +εκαλείτο Λακρίνης διά να είπη εκ μέρους των Λακεδαιμονίων εις τον +Κύρον να μη βλάψη καμμίαν Ελληνικήν πόλιν, διότι τότε αυτοί δεν θα +αδιαφορήσωσιν. + +153. Αφού είπε ταύτα ο κήρυξ, λέγουσιν ότι ο Κύρος ηρώτησε τους +περί αυτόν Έλληνας ποίοι ήσαν αυτοί οι Λακεδαιμόνιοι οίτινες +ωμίλουν ούτω και πόσος ήτο ο αριθμός αυτών. Λαβών πληροφορίας περί +τούτων, εστράφη προς τον Λακρίνη και τω απεκρίθη· «Δεν φοβούμαι +παντάπασι τους ανθρώπους τούτους οίτινες έχουσιν εν τω μέσω της +πόλεως των πλατείαν εν τη οποία συνερχόμενοι απατώσιν αλλήλους διά +ψευδών όρκων. Εάν έχω υγείαν, αυτοί θα φροντίσωσιν όχι διά τα πάθη +των Ιώνων αλλά διά τα ιδικά των.» Τούτους τους λόγους ετόξευσεν ο +Κύρος προς όλους τους Έλληνας διότι έχουσι κοινάς αγοράς όπου +συναθροίζονται διά να αγοράζωσι και να πωλώσιν, ενώ οι Πέρσαι δεν +συνειθίζουσι να μεταχειρίζωνται αγοράς, ούτε έχουσι παντελώς +αγοράν. Μετά τούτο, ο Κύρος ανέθεσε την μεν διοίκησιν των Σάρδεων +εις τον Πέρσην Τάβαλον, την δε μετακόμισιν του χρυσίου του Κροίσου +και των άλλων Λυδών εις τον Λυδόν Πακτύην· έπειτα ανεχώρησεν εις +τα Εκβάτανα, έχων μεθ' εαυτού τον Kροίσον και αφήσας προς το παρόν +ησύχους τους Ίωνας, διότι ήτο ανάγκη να κτυπήση πρώτον την +Βαβυλώνα, την Βακτριανήν, τους Σάκας και τους Αιγυπτίους κατά των +οποίων εσκόπευε να οδηγήση αυτοπροσώπως το στράτευμα, κατά δε των +Ιώνων να στείλη άλλον στρατηγόν. + +154. Ενώ ο Κύρος εμακρύνετο των Σάρδεων, ο Πακτύης ήγειρε τους +Λυδούς κατά του Ταβάλου και του Κύρου, κατέβη εις το παραθαλάσσιον +με όλον το χρυσίον το οποίον έλαβεν από τας Σάρδεις, εμίσθωσεν +επικούρους και έπεισε τους παραθαλασσίους ανθρώπους να λάβωσι τα +όπλα. Έπειτα ήλθε κατ' ευθείαν εις την πόλιν και επολιόρκησε τον +Τάβαλον εις την ακρόπολιν όπου ούτος είχε κλεισθή. + +155. Ο Κύρος έμαθε τας ειδήσεις ταύτας καθ' οδόν, και +αποτεινόμενος προς τον αιχμάλωτον βασιλέα· «Κροίσε, είπε, ποία +έσεται η έκβασις της υποθέσεως ταύτης; Οι Λυδοί, ως νομίζω, δεν θα +παύσωσι να βασανίζωνται μεταξύ των και να με ανησυχώσι. Σκέπτομαι +μήπως είναι καλλίτερον να τους πωλήσω ως δούλους. Νομίζω ότι +έπραξα ως άνθρωπος όστις φονεύει τον πατέρα και αφίνει τα παιδία +να ζήσωσι· διότι σε μεν, όστις ήσο δι' αυτούς πλέον ή πατήρ, σε +φέρω μαζή μου ως αιχμάλωτον, εις αυτούς δε παρέδωκα την πόλιν· +πρέπει λοιπόν να θαυμάζω διότι αποστατούσι;» Και ο μεν Κύρος +εξέφρασεν ούτω την ιδέαν του· ο δε Κροίσος, φοβηθείς μήπως +αναστατώση τας Σάρδεις, απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, έχεις δίκαιον δι' +όσα είπες· μη σε παραφέρη όμως ο θυμός και μη καταστρέψης πόλιν +αρχαίαν ήτις δεν πταίει μήτε διά τα προλαβόντα συμβάντα μήτε διά +τα παρόντα. Διά μεν τα προλαβόντα, εγώ είμαι ο αίτιος και επέσυρα +επί της κεφαλής μου την τιμωρίαν, διά δε τα παρόντα ένοχος είναι ο +Πακτύης εις τον οποίον συ ενεπιστεύθης τας Σάρδεις. Αυτόν λοιπόν +πρέπει να τιμωρήσης. Συγχώρησον τους Λυδούς και επίβαλον εις +αυτούς τοιούτους όρους ώστε εις το εξής να μη δύνανται μήτε να +αποστατώσι μήτε να σοι προξενώσι την παραμικράν ανησυχίαν. Πέμψον +εις αυτούς απεσταλμένους· εμπόδισον αυτούς να έχωσιν όπλα +πολεμικά· παράγγειλον να φορώσι χιτώνας υπό τους μανδύας των, να +υποδύωνται καθόρνους, να παίζωσι κιθάραν, να ψάλλωσι και να +κάμνωσι τα παιδία των μεταπράτας. Τότε ταχέως θα τους ίδης, ω +βασιλεύ, να γίνωνται γυναίκες αντί ανδρών, ώστε εις το μέλλον να +μη φοβήσαι μήπως αποστατήσωσιν.» + +156. Έδιδε δε ο Κροίσος τας συμβουλάς ταύτας διότι εύρισκε το +σύστημα τούτο συμφερώτερον από την δουλείαν διά της οποίας +ηπειλούντο οι Λυδοί· δεν ηγνόει δε άλλως τε ότι μόνον εάν +προέτεινε πράγματα των οποίων η επιτυχία εφαίνετο πιθανή θα +έπειθεν αυτόν να μεταβάλη γνώμην. Εφοβείτο δε προς τούτοις μήπως +οι Λυδοί, εάν διαφύγωσι τον παρόντα κίνδυνον, αποστατήσωσι διά +δευτέραν φοράν και εξολοθρευθώσιν από τους Πέρσας. Ο δε Κύρος, +χαρείς διά την συμβουλήν, εμετρίασε τον θυμόν του και απεκρίθη ότι +πείθεται. Όθεν καλέσας τον Μήδον Μαζάρην, τον διέταξε να είπη εις +τους Λυδούς όσα τον εσυμβούλευσεν ο Κροίσος, και προσέτι να πωλήση +ως δούλους τους ξένους οίτινες, μετά των Λυδών, εστράτευσαν κατά +των Σάρδεων· προ πάντων όμως να συλλάβη τον Πακτύην και να τον +φέρη ζώντα. + +157. Διατάξας ταύτα ο Κύρος χωρίς να σταματήση, εξακολούθησε την +πορείαν του προς την Περσίαν. Εν τούτοις ο Πακτύης, μαθών ότι +ήρχετο στρατός εναντίον του, και ότι ήτο πλησίον, κατελήφθη υπό +φόβου και έφυγεν εις την Κύμην. Ο Μαζάρης έφερε τωόντι εις Σάρδεις +ισχυρόν απόσπασμα εκ των στρατευμάτων του Κύρου· επειδή δε δεν +εύρε πλέον περί την πόλιν εκείνους τους οποίους είχε συναθροίσει ο +Πακτύης, ηνάγκασε τους Λυδούς να συμμορφωθώσι με τας διαταγάς του +βασιλέως· κατά συνέπειαν τούτου οι Λυδοί μετέβαλον εντελώς την +δίαιταν του βίου. Ακολούθως ο Μαζάρης έπεμψεν απεσταλμένους εις +την Κύμην ζητών να τω παραδοθή ο Πακτύης. Αλλ' οι Κυμαίοι +συνεφώνησαν μεταξύ των να αναφέρωσι την υπόθεσιν εις την θεότητα +των Βραγχιδών· διότι υπήρχεν εκεί μαντείον προ πολλού +εγκατεστημένον, το οποίον οι Ίωνες και οι Αιολείς είχον συνήθειαν +να ερωτώσι· κείται δε το μαντείον τούτο επί της Μιλησίας γης, +άνωθεν του λιμένος του Πανόρμου. + +158. Έπεμψαν λοιπόν οι Κυμαίοι εις τους Βραγχίδας διά να ερωτήσωσι +τι έπρεπε να πράξωσι περί του Πακτύου όπως ευαρεστήσωσι τους +θεούς. Το δε μαντείον απεκρίθη ότι έπρεπε να τον παραδώσωσιν εις +τους Πέρσας. Οι Κυμαίοι, ακούσαντες την απόκρισιν ταύτην, +ωρμήθησαν να υπακούσωσι, τουλάχιστον τοιαύτη ήτο η γνώμη των +περισσοτέρων· αλλ' ο Αριστόδικος του Ηρακλείδου, πολίτης έγκριτος, +αντέστη, δυσπιστών προς τον χρησμόν, ή νομίζων ότι εκείνοι οίτινες +ηρώτησαν το μαντείον δεν είπον την αλήθειαν. Έπεμψαν λοιπόν άλλους +απεσταλμένους διά να ερωτήσωσι τον θεόν, μεταξύ δε αυτών ήτο και ο +Αριστόδικος. + +159. Αφού δε έφθασαν εις τους Βραγχίδας, ο Αριστόδικος ωμίλησε δι' +όλους και ηρώτησεν ως εξής, «Ω βασιλεύ, ο Λυδός Πακτύης ήλθεν εις +ημάς ως ικέτης, φεύγων θάνατον βίαιον τον οποίον θα τω επέβαλλον +οι Πέρσαι· ούτοι δε τον ζητούσι και διατάττουσι τους Κυμαίους να +τον παραδώσωσιν. Ημείς, και περιφοβούμενοι την δύναμιν των Περσών, +δεν ετολμήσαμεν να παραδώσωμεν τον ικέτην πριν μάθωμεν σαφώς παρά +σου τι πρέπει να πράξωμεν.» Τοιαύτη ήτο η ερώτησις· τότε, ως και +την πρώτην φοράν, το μαντείον τοις είπεν ότι έπρεπε να παραδώσωσι +τον Πακτύην εις τους Πέρσας. Αμέσως δε ο Αριστόδικος, μετά +προηγουμένην σκέψιν, περιερχόμενος κύκλω τον ναόν, εδίωκεν από τας +φωλεάς των τα μικρά στρουθία και τα άλλα πτηνά τα οποία ευρίσκοντο +εκεί. Ενώ έπραττε ταύτα, λέγουσιν ότι εξήλθε φωνή εκ του αδύτου +αποτεινομένη προς τον Αριστόδικον και κράζουσα· «Ω ασεβέστατε όλων +των ανθρώπων, τι τολμάς να πράττης; Διώκεις τους ικέτας εκ του +ναού μου.» + +Τότε ο Αριστόδικος χωρίς να διστάση απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, αφού +τόσον ενδιαφέρεσαι διά τους ικέτας σου, πώς διατάττεις τους +Κυμαίους να παραδώσωσι τον ιδικόν των;» Αλλ' η φωνή επανέλαβε· +«Ναι, διατάττω, ίνα ένεκα της ασεβείας σας απολεσθήτε ταχέως και +εις το εξής να μην έρχεσθε πλέον να ερωτάτε το μαντείον διά τους +ικέτας τους οποίους σας ζητούσιν.» + +160. Όταν οι Κυμαίοι ήκουσαν παρά των απεσταλμένων την απόκρισιν +ταύτην, δεν ηθέλησαν μήτε να καταστρέψωσι τον Πακτύην παραδίδοντες +αυτόν, μήτε να εκτεθώσιν εις κίνδυνον πολιορκίας φυλάττοντες αυτόν +εις την πόλιν των. Τον έστειλαν λοιπόν εις την Μιτυλήνην. Οι δε +Μιτυληναίοι, επειδή κατόπιν έστειλεν ο Μαζάρης και εζήτει να τον +παραδώσωσιν, εφάνησαν πρόθυμοι να πράξωσι τούτο ήρκει μόνον να +τοις εδίδετο χρηματική τις αμοιβή την οποίαν δεν δύναμαι να +προσδιορίσω διότι η συμφωνία δεν έλαβε τέλος. Οι Κυμαίοι έμαθον +ότι οι Μυτιληναίοι ήσαν εις διαπραγματεύσεις, και έπεμψαν εις την +Λέσβον πλοίον όπερ μετέφερε τον φυγάδα εις την Χίον. Εκεί όμως οι +Χίοι τον απέσπασαν βιαίως από το ιερόν της πολιούχου Αθηνάς και +τον έδωκαν εις αντάλλαγμα του Αταρνέως· είναι δε ο Αταρνεύς ούτος +πόλις της Μυσίας, απέναντι της Λέσβου. Τοιουτοτρόπως ο Πακτύης +έπεσεν εις τας χείρας των Περσών οίτινες τον εφύλατον καλώς διά να +τον φέρωσι ζώντα εις τον Κύρον. Πολύς δε παρήλθε χρόνος, και +ουδείς των Χίων ούτε διεσκόρπιζεν εις τας θυσίας των θεών κριθήν +εκ του Αταρνέως, ούτε επρόσφερε πλακούντια εκ των δημητριακών +καρπών της πόλεως ταύτης· παν δε ό,τι παρήγεν αύτη απεκλείετο από +όλους τους ναούς. + +161. Και οι μεν Χίοι παρέδωκαν τον Πακτύην· μετά ταύτα δε ο +Μαζάρης έστρεψε τα όπλα του κατά των συμπολιορκησάντων τον +Τάβαλον· επώλησεν ως δούλους τους πολίτας της Πριήνης· ελεηλάτησεν +όλην την πεδιάδα του Μαιάνδρου διά των στρατευμάτων του· το αυτό +έπραξε και προς την Μαγνησίαν, έπειτα δε ησθένησε και απέθανεν. + +162. Διάδοχος της στρατηγίας κατέβη ο Άρπαγος όστις ήτο και αυτός +Μήδος το γένος. Εις αυτόν άλλοτε ο Αστυάγης είχε προσφέρει το +τρομερόν εκείνο συμπόσιον ένεκα του οποίου συνώμοσε διά να +αναβιβάση τον Κύρον επί του θρόνου. O άνθρωπος ούτος, γενόμενος +τέλος πάντων στρατηγός του Κύρου, εισέβαλεν εις την Ιωνίαν και +εκυρίευσε τας πόλεις δι' επιχωμάτων· διότι, κλείων τους κατοίκους +εις τα τείχη των, τους υπέτασσε περιτριγυρίζων αυτούς με +επιχώματα. Η Φώκαια υπήρξεν η πρώτη Ελληνική πόλις της οποίας +εγένετο κύριος. + +163. Πρώτοι μεταξύ των Ελλήνων οι Φωκαιείς επεδόθησαν εις μακρούς +πλόας, και ανεκάλυψαν τον Αδρίαν, την Τυρρηνίαν, την Ιβηρίαν και +τον Ταρτησόν, πλέοντες, ουχί διά στρογγύλων πλοίων, αλλά διά +πεντηκοντόρων. Όταν ήλθον εις τον Ταρτησόν, τους υπεδέχθη φιλικώς +ο βασιλεύς της χώρας ταύτης Αργανθώνιος όστις έζησεν εκατόν +είκοσιν έτη και εβασίλευσεν ογδοήκοντα. Τόσον δε ηγάπησεν ο +άνθρωπος ούτος τους Φωκαιείς ώστε κατ' αρχάς μεν τους παρεκίνησε +ν' αφήσωσι την Ιωνίαν και να εγκατασταθώσιν εις την ιδίαν του +χώραν, εις οιονδήποτε μέρος αυτής ήθελον. Έπειτα, βλέπων ότι δεν +ηδύνατο να τους πείση, και μαθών παρ' αυτών τας προόδους της +δυνάμεως των Μήδων, τοις έδωκε χρήματα διά να κτίσωσι τείχη περί +την πόλιν των, και τοις έδωκεν αφθόνως· διότι η περίμετρος του +τείχους δεν είναι ολίγων σταδίων, και είναι όλον ωκοδομημένον με +μεγάλας και καλώς συνηρμοσμένας πέτρας. + +164. Το τείχος λοιπόν των Φωκαιέων ούτως εκτίσθη. Ο δε Άρπαγος +έφερε τα στρατεύματά του κατ' αυτών, τους επολιόρκησε και τοις +επρότεινεν ότι ηρκείτο να κρημνίσωσιν ένα μόνον προμαχώνα και να +καθιερώσωσιν έν οίκημα διά βασιλικήν κατοικίαν. Αλλ οι Φωκαιείς, +βδελυσσόμενοι την δουλείαν, εζήτησαν να σκεφθώσι μίαν ημέραν +ολόκληρον πριν αποκριθώσι και τον παρεκάλεσαν, καθ' ον καιρόν θα +συνεσκέπτοντο, να μένη ολίγον τι μακράν της πόλεως. Ο Άρπαγος τοις +είπεν ότι ήξευρε μεν καλώς τι εσκόπευον να πράξωσι, τους άφινεν +όμως ελευθέρους να σκεφθώσι, και κατά συνέπειαν τούτου απέσυρε τα +στρατεύματά του. Εν τούτοις οι Φωκαιείς έρριψαν εις την θάλασσαν +τας πεντηκοντόρους των, έθεσαν εντός αυτών τας γυναίκας και τα +παιδία των, τα έπιπλά των, τα αγάλματα και τα άλλα αφιερώματα των +ναών, και εμβάντες έπειτα και αυτοί έπλευσαν προς την Χίον. Έλαβον +λοιπόν οι Πέρσαι την Φώκαιαν, αλλά κενήν κατοίκων. + +165. Επειδή δε οι Χίοι δεν ήθελον να πωλήσωσιν εις τους Φωκαιείς +τας Οινούσας λεγομένας νήσους φοβούμενοι μήπως αι νήσοι αύται +γίνωσιν αποβάθρα εμπορίου και αποκλεισθή η ιδική των νήσος, οι +Φωκαιείς απέπλευσαν εκείθεν και διευθύνθησαν προς την Κύρνον· +καθότι, είκοσιν έτη πρότερον, κατ' επιταγήν χρησμού τινος, είχον +ιδρύσει εκεί πόλιν τινά ονομαζομένην Αλαλίαν, δεν έζη δε πλέον +τότε ο Αργανθώνιος. Πριν φθάσωσιν όμως εις την Κύρνον διέβησαν διά +της Φωκαίας και έσφαξαν τους Πέρσας φρουρούς τους οποίους ο +Άρπαγος είχεν αφήσει διά να φυλάττωσι την πόλιν. Αφού δε εκόρεσαν +την εκδίκησίν των, απήγγειλον φοβεράς κατάρας δι' εκείνους οίτινες +ήθελον αφήσει τον στόλον· εκτός τούτου, έρριψαν εις την θάλασσαν +σιδηράν ράβδον και ώμοσαν να μη επιστρέψωσιν εις την Φώκαιαν ενόσω +η ράβδος δεν αναβή εις την επιφάνειαν. Και όμως, καθ' ην στιγμήν +έμελλον να πλεύσωσι προς την Κύρνον, ο πόθος της πατρίδος και των +γνωστών μερών της χώρας κατέλαβεν υπέρ τους ημίσεις των αστών, +οίτινες παραβιάσαντες τον όρκον των έπλευσαν οπίσω εις την +Φώκαιαν· εκείνοι δε οίτινες έμειναν πιστοί εις την υπόσχεσίν των, +άραντες την άγκυραν από τας Οινούσας, εξήλθον εις το πέλαγος. + +166. Φθάσαντες εις την Κύρνον, έζησαν επί πέντε έτη ομού με τους +προλαβόντας αποίκους και έκτισαν ναούς. Επειδή όμως εισέβαλλον και +ελεηλάτουν τας γειτονικάς γαίας, οι Τυρρηνοί και οι Καρχηδόνιοι +συμφωνήσαντες εστράτευσαν εναντίον των έχοντες ανά εξήκοντα πλοία. +Αλλά και οι Φωκαιείς πληρώσαντες τα ιδικά των πλοία όντα εξήκοντα, +εξήλθον προς απάντησίν των εις το Σαρδόνιον καλούμενον πέλαγος. +Γενομένης ναυμαχίας ενίκησαν οι Φωκαιείς νίκην Καδμείαν· καθότι +τεσσαράκοντα μεν εκ των πλοίων των κατεστράφησαν, τα δε άλλα +είκοσιν εγένοντο άχρηστα, στρεβλωθέντων των εμβόλων. Τούτου ένεκα +πλεύσαντες εις την Αλαλίαν, έλαβον τα τέκνα των, τας γυναίκας των, +παν ό,τι άλλο ηδύνατο να χωρέση εις τα πλοία, και έπειτα αφέντες +την Κύρνον έπλευσαν εις το Ρήγιον. + +167. Εκ των ανθρώπων των διαφυγόντων από τα καταστραφέντα πλοία οι +περισσότεροι συνελήφθησαν υπό των Τυρρηνών και των Καρχηδονίων, +οίτινες τους εξέβαλον εις την ξηράν και τους ελιθοβόλησαν. Μετά το +γεγονός τούτο παν ό,τι των Αγυλλαίων διέβαινεν από το μέρος όπου +ελιθοβολήθησαν οι Φωκαιείς, είτε πρόβατον, είτε υποζύγιον, είτε +άνθρωπος, εγίνετο άμορφον και παραλυτικόν. Όθεν οι Αγυλλαίοι +έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να θεραπεύσωσι το πραχθέν αμάρτημα, η +δε Πυθία τοις επέβαλε την τιμωρίαν την οποίαν εκπληρούσι μέχρι +σήμερον· να τιμώσι δηλαδή τους λιθοβοληθέντας διά μεγάλων +επιταφίων θυσιών και να συστήσωσιν αγώνας γυμνικούς και ιππικούς. +Τοιούτο το τέλος των Φωκαιέων τούτων· όσοι δε κατέφυγον εις το +Ρήγιον, δεν έμειναν εκεί, αλλ' εθεμελίωσαν την πόλιν της +Οινωτρίας, ήτις σήμερον καλείται Υέλη, ειπόντος εις αυτούς +Ποσειδωνιάτου τινός ότι η Πυθία τους διέταξεν ουχί να ιδρύσωσιν +αποικίαν εν τη νήσω Κύρνω, αλλά να συστήσωσιν εορτήν προς τιμήν +του ήρωος Κύρνου. Και ταύτα μεν είναι τα περί της εν τη Ιωνία +Φωκαίας. + +168. Τα αυτά δε περίπου έπραξαν οι Τήιοι. Όταν ο Άρπαγος +περιεκύκλωσε τα τείχη των δι' επιχωμάτων, εισήλθον εις τα πλοία +και μετέβησαν διά θαλάσσης εις την Θράκην, όπου έκτισαν την πόλιν +Άβδηρα. Ο πρώτος ιδρυτής της αποικίας Τιμήσιος ο Κλαζομένιος δεν +ωφελήθη, αλλά διωχθείς από τους Θράκας, τιμάται σήμερον ως ήρως +υπό των εν τοις Αβδήροις Τηίων. + +169. Ούτοι λοιπόν ήσαν οι μόνοι των Ιώνων οίτινες μη υποφέροντες +την δουλείαν εγκατέλιπον την πατρίδα των. Οι δε άλλοι Ίωνες, πλην +των Μιλησίων, αντέστησαν εις τον Άρπαγον ως είχον αντιστή και οι +φυγόντες. Εκάστη πόλις, αμυνομένη υπέρ της σωτηρίας της, εφάνη μεν +γενναία, όλαι όμως ηττήθησαν και υπετάγησαν. Οι Μιλήσιοι δε, ως +είπον προλαβόντως, συνθηκολογήσαντες μετά του Κύρου, έμειναν +ήσυχοι. Τοιουτοτρόπως εδουλώθη η Ιωνία και εκ δευτέρου. Αφού δε ο +Άρπαγος υπέταξε τους εν τι ηπείρω Ίωνας, φοβηθέντες οι εν ταις +νήσοις μη πάθωσι τα αυτά, παρεδόθησαν εις τον Κύρον. + +170. Οι Ίωνες, και περιδουλωθέντες, δεν έπαυσαν όμως συνερχόμενοι +εις το Πανιώνιον· εις μίαν δε των συναθροίσεων εκείνων, ως ήκουσα, +ο Βίας ο Πριηνεύς τοις έδωκεν αρίστην συμβουλήν, την οποίαν εάν +ήκουον θα εγίνοντο ευδαιμονέστατοι πάντων των Ελλήνων. «Εισέλθετε +όλοι εις τα πλοία, τοις είπεν, άρατε την άγκυραν, πλεύσατε εις την +Σαρδώ, κτίσατε εκεί μίαν πόλιν κοινήν δι' όλους και γενήτε +ευτυχείς απελευθερούμενοι τοιουτοτρόπως, Διότι νεμόμενοι την +μεγίστην των νήσων, θα διοικήτε όλας τας άλλας, ενώ, εάν μείνετε +εις την Ιωνίαν, δεν βλέπω πώς θα δυνηθήτε να ανακτήσετε ποτε την +έλευθερίαν σας.» Τοιαύτη ήτο η συμβουλή την οποίαν ο Βίας ο +Πριηνεύς έδωκεν εις τους Ίωνας αφού υπεδουλώθησαν. Εκείνη δε την +οποίαν έδωκεν ο Θαλής ο Μιλήσιος πριν δουλωθώσιν, ήτο όχι +ολιγώτερον καλή. Ο Θαλής ούτος του οποίου η καταγωγή ανέκαθεν ήτο +εκ Φοινίκων συνεβούλευσε τους Ίωνας να συστήσωσιν έν μόνον +βουλευτήριον, να θέσωσιν αυτό εις την Τέω (διότι η Τέως κείται εις +το κέντρον της χώρας) και να αφήσωσι τας άλλας πόλεις να +διοικώνται ως εάν ήσαν δήμοι. Τοιαύται ήσαν αι συμβουλαί αίτινες +εδόθησαν εις τους Ίωνας. + +171. Ο δε Άρπαγος, αφού υπέταξε την Ιωνίαν, εστράτευσε κατά των +Καρών, των Καυνίων και των Λυκίων έχων ομού τους Ίωνας και τους +Αιολείς. Εκ τούτων οι μεν Κάρες αφήκαν τας νήσους και εκατοίκησαν +εις την ήπειρον· διότι άλλοτε, ότε ήσαν υπήκοοι του Μίνωος και +εκαλούντο Λέλεγες, κατώκουν τας νήσους και δεν επλήρωνον κανένα +φόρον, καθ' όσον ηδυνήθην να πληροφορηθώ από παραδόσεις +παλαιοτάτας, αλλ' όταν ο Μίνως ελάμβανεν ανάγκην, συνήθροιζον +πληρώματα διά τα πλοία του. Επειδή δε ο Μίνως είχεν υποτάξει +πολλάς χώρας και ήτο ευτυχής εις τον πόλεμον, το Καρικόν έθνος ήτο +κατ' εκείνον τον χρόνον το διασημότατον όλων των εθνών. Αυτό +εφεύρε τρία τινά τα οποία μεταχειρίζονται οι Έλληνες· διότι οι +Κάρες εδίδαξαν να δένωσι λόφους άνω της περικεφαλαίας και να +θέτωσιν εμβλήματα εις τας ασπίδας· αυτοί επίσης πρώτοι +μετεχειρίσθησαν λαβάς διά τας ασπίδας τας οποίας πρότερον +εβάσταζον άνευ λαβών και τας εκυβέρνων διά τελαμώνων κρεμαμένων +περί τον τράχηλον ή εις τον αριστερόν ώμον. Πολύ δε μετά ταύτα οι +Δωριείς και οι Ίωνες έδιωξαν από τας νήσους τους Κάρας οίτινες +εγκατεστάθησαν εις την ήπειρον. Και οι μεν Κρήτες ταύτα λέγουσι +περί των Καρών, αυτοί όμως δεν συμφωνούσιν, αλλά αξιούσιν ότι +είναι αυτόχθονες ηπειρώται και λέγουσιν ότι πάντοτε είχον το αυτό +όνομα όπερ και σήμερον. Εις μαρτυρίαν δε δεικνύουσιν εις τα +Μύλασσα αρχαίον ναόν του Καρίου Διός τον οποίον έχουσιν από κοινού +μετά των Μυσών και των Λυδών ένεκα της αρχαίας συγγενείας των, +διότι κατ' αυτούς ο Μυσός και ο Λυδός ήσαν αδελφοί του Καρός. +Τούτου ένεκα λοιπόν οι απόγονοί των μετέχουσι του ιερού, εξαιρέσει +των γειτόνων εκείνων οίτινες ομιλούσι μεν την αυτήν γλώσσαν με +τους Κάρας δεν κατάγονται όμως από την αυτήν γενεάν. + +172. Οι δε Καύνιοι, ως εγώ φρονώ, είναι αυτόχθονες, λέγουσιν όμως +οι ίδιοι ότι κατάγονται από την Κρήτην. Και αν μεν η γλώσσα των +Καυνίων πλησιάζει την των Καρών ή η των Καρών με την των Καυνίων +δεν ηξεύρω ακριβώς, τα ήθη όμως αυτών διαφέρουσι πολύ από των +άλλων ανθρώπων και των Καρών· διότι νομίζουσιν ως λίαν έντιμον να +συνέρχωνται διά να πίνωσιν, άνδρες, γυναίκες και παιδία, αναλόγως +της ηλικίας και της φιλίας των. Αφού έκτισαν ναούς ξένων θεών, +έπειτα μετέβαλον γνώμην και εσκέφθησαν ότι έπρεπε να λατρεύωσι +μόνον τους πατρίους θεούς. Ενδυθέντες λοιπόν τα όπλα των, και +πλήττοντες τον αέρα διά των δοράτων, ήλθον εις τα Καλυνδικά όρη +λέγοντες ότι εδίωκον τους ξένους θεούς. + +173. Και ούτοι μεν ταύτα τα έθιμα τηρούσιν, οι δε Λύκιοι +κατάγονται από την Κρήτην, η καταγωγή των δε αύτη είναι +παλαιοτάτη, διότι άλλοτε οι βάρβαροι κατείχον όλην αυτήν την +νήσον. Ότε οι υιοί της Ευρώπης, Μίνως και Σαρπηδών, εφιλονείκησαν +περί της βασιλείας, επειδή υπερίσχυσεν ο Μίνως, έδιωξε τον +Σαρπηδόνα και τους οπαδούς του οίτινες διωχθέντες κατέφυγον εις +την Μιλυάδα γην της Ασίας· διότι η γη την οποίαν κατοικούσι +σήμερον οι Λύκιοι, εκαλείτο άλλοτε Μιλυάς, αι δε Μιλύαι εκαλούντο +Σόλυμοι. Εφ' όσον δε εβασίλευεν εις αυτούς ο Σαρπηδών, ετήρησαν το +όνομα Τερμίλαι το οποίον είχον παλαιόθεν και με το οποίον ακόμη +μέχρι σήμερον τους ονομάζουσιν οι περίοικοι. Αφ' ότου όμως ο +Αθηναίος Λύκος, υιός του Πανδίονος, διωχθείς και αυτός παρά του +αδελφού του Αιγέως, ήλθε προς τον Σαρπηδόνα, μετωνομάσθησαν επί +τέλους Λύκιοι από του Λύκου. Τα έθιμα αυτών εν μέρει μεν είναι +Κρητικά, εν μέρει δε Καρικά· αλλ' έχουσιν έν όλως ιδιαίτερον, όπερ +εις ουδέν άλλο έθνος απαντάται· το έθιμον τούτο είναι ότι +λαμβάνουσι το όνομα της μητρός και ουχί το του πατρός. Εάν τις +ερωτήση άλλον ποίος είναι, ούτος αρχίζει από την μητέρα του και +απαριθμεί όλην την μητρικήν γραμμήν. Εάν γυνή πολίτις υπανδρευθή +δούλον, τα τέκνα της θεωρούνται ευγενή· εάν όμως πολίτης, έστω και +ο πρώτος εξ αυτών, νυμφευθή ξένην ή παλλακίδα, τα τέκνα του +θεωρούνται αγενή. + +174. Οι Κάρες λοιπόν υπεδουλώθησαν υπό του Αρπάγου χωρίς να +πράξωσί τι λαμπρόν. Ου μόνον δε οι Κάρες, αλλά και οι κατοικούντες +την χώραν εκείνην Έλληνες υπετάγησαν άνευ αντιστάσεως. Μεταξύ του +των ήσαν οι Κνίδιοι, άποικοι της Λακεδαίμονος, των οποίων η χώρα +είναι εστραμμένη προς την θάλασσαν και σχηματίζει ακρωτήριον +καλούμενον Τριόπιον εξ ου άρχεται η Βυβασσία. Είναι λοιπόν όλη η +Κνιδία, εκτός ελαχίστου μέρους, περίρρυτος, καθότι αρκτικώς μεν +περιορίζεται από τον Κεραμικόν κόλπον, μεσημβρινώς δε από την +θάλασσαν της Σμύρνης και της Ρόδου· το ολίγον δε εκείνο μέρος όπερ +συνέχεται με την ξηράν και το οποίον δεν είναι πλειότερον των +πέντε σταδίων, έσκαπτον οι Κνίδιοι καθ' ον καιρόν ο Άρπαγος +υπέτασσε την Ιωνίαν, θέλοντες να μεταβάλωσι την χώραν των εις +νήσον. Και τωόντι, τούτου κατορθουμένου, τα πάντα ήθελον μένει +έσωθεν του ορύγματος, διότι εκεί όπου τελειόνει η Κνιδία, εκεί +είναι και ο ισθμός τον οποίον έσκαπτον. Αλλ' ενώ ειργάζοντο εις +τούτο πολλοί Κνίδιοι, εθραύοντο οι λίθοι εις μικρά τεμάχια και οι +εργάται επληγώνοντο πλειότερον του συνήθους εις διάφορα μέρη του +σώματος και προ πάντων εις τους οφθαλμούς, όπερ εθεωρήθη ότι +προήρχετο από θείαν οργήν. Πέμψαντες λοιπόν εις τους Δελφούς +ηρώτων περί της θεραπείας· η δε Πυθία, ως λέγουσιν αυτοί οι +Κνίδιοι, απεκρίθη διά των εξής τριμέτρων στίχων. + +«Μη οχυρώσετε τον ισθμόν, μη σκάψετε αυτόν, διότι ο Ζευς ηδύνατο +να τον κάμη νήσον εάν ήθελε.» + +Και οι μεν Κνίδιοι, επειδή η Πυθία έδωκε τοιούτον χρησμόν, έπαυσαν +να ορύττωσι, και όταν ο Άρπαγος ήλθε με τα στρατεύματά του, +παρεδόθησαν αμαχητί. + +175. Υπεράνω δε της Αλικαρνασσού, εις τα μεσόγεια, κατώκουν οι +Πηδασείς. Εις τούτους ή εις τους περιοίκους των οσάκις έμελλε να +συμβή τι δυσάρεστον, μεγάλη γενειάς εφύετο εις το πρόσωπον της +ιερείας της Αθηνάς. Τούτο συνέβη τρις. Μόνοι δε αυτοί εκ των Κάρων +αντέστησαν επί τινα χρόνον εις τον Άρπαγον και τω παρέσχον πολλά +εμπόδια τειχίσαντες το όρος όπερ καλείται Λίδη. + +176. Επί τέλους υπετάγησαν και αυτοί. Οι δε Λύκιοι, όταν ο Άρπαγος +έφερε τον στρατόν του εις το Ξάνθιον πεδίον, εξερχόμενοι της +πόλεως και πολεμούντες ολίγοι προς πολλούς, εδείκνυον θαυμασίαν +γενναιότητα, αλλ' ενικήθησαν και εκλείσθησαν εις την πόλιν. Τότε +συνήθροισαν εις την ακρόπολιν, γυναίκας, τέκνα, πλούτη, δούλους· +έθεσαν πυρ εις το φρούριον εκείνο διά να το καύσωσιν ολόκληρον, +και αφού ώμοσαν μεταξύ των φοβερούς όρκους, εξώρμησαν με τα όπλα +εις χείρας και εφονεύθησαν μαχόμενοι. Από τους Λυκίους δε οίτινες +την σήμερον καλούνται Ξάνθιοι, πλην ογδοήκοντα οικογενειών, οι +πλειότεροι είναι επήλυδες. Αυταί αι ογδοήκοντα οικογένειαι έτυχε +να αποδημώσι κατά την ημέραν της καταστροφής, και ούτω +περιεσώθησαν. Εκυρίευσε λοιπόν την Ξάνθον ο Άρπαγος και ομοίως +όλην σχεδόν την Καύνον, διότι οι πλείστοι των Καυνίων εμιμήθησαν +τους Λυκίους. + +177. Ενώ ο Άρπαγος εποίει ανάστατον την μικράν Ασίαν, ο Κύρος +υπέτασσεν όλα τα έθνη της άνω Ασίας χωρίς να φεισθή ουδενός. Και +τας μεν περισσοτέρας των κατακτήσεών του θα παρέλθω εν σιωπή, θα +αναφέρω δε εκείνας μόνον όσαι τον ηνάγκασαν εις μεγάλας εργασίας +και αίτινες είναι αι μάλλον άξιαι διηγήσεως. + +178. Ο Κύρος, αφού υπέταξεν όλα τα ηπειρωτικά έθνη της μικράς +Ασίας, επετέθη κατά των Ασσυρίων. Υπήρχον δε εις την Ασσυρίαν +πολλαί μεγάλαι πόλεις, αλλ' η διασημοτέρα, η ισχυροτέρα, εκείνη +εις την οποίαν μετά την καταστροφήν της Νίνου μετεφέρθησαν τα +βασίλεια, ήτο η Βαβυλών της οποίας η περιγραφή είναι η εξής. +Κειμένη επί ευρείας πεδιάδος, σχηματίζει τετράγωνον του οποίου +εκάστη πλευρά έχει εκατόν είκοσι στάδια· όλη λοιπόν η περίμετρος +αυτής είναι τετρακόσια ογδοήκοντα στάδια. Τοιαύτη η έκτασις της +Βαβυλώνος, ουδεμία δε πόλις εκ των γνωστών εις ημάς είναι τοσούτον +κεκοσμημένη. Πρώτον μεν, τάφρος βαθεία, πλατεία και πλήρης ύδατος +ρέοντος περικυκλοί αυτήν· έπειτα υψούται τείχος του οποίου το μεν +πλάτος είναι πεντήκοντα πήχεων βασιλικών το δε ύψος διακοσίων· +είναι δε ο βασιλικός πήχυς μεγαλύτερος του συνήθους κατά τρεις +δακτύλους. + +179. Πρέπει δε προς τούτοις να είπω πού εχρησίμευσε το χώμα της +τάφρου και πώς εκτίσθη το τείχος. Ενώ έσκαπτον την τάφρον, +συγχρόνως κατεσκεύαζον πλίνθους εκ των χωμάτων τα οποία εξήγον, +και άμα εσωρεύετο αρκετή ποσότης τοιούτων πλίνθων έψηνον αυτούς +εις καμίνους, και έπειτα, μεταχειριζόμενοι αντί πηλού θερμήν +άσφαλτον, εστοίβαζον τριάκοντα σειράς πλίνθων και μίαν σειράν +καλάμων πλεκτών. Και τοιουτοτρόπως πρώτον μεν έκτισαν τα χείλη της +τάφρου, έπειτα δε το τείχος με τον αυτόν τρόπον. Επί του τείχους +δε έκτισαν μονόπατα οικήματα αντικρύζοντα προς άλληλα, και μεταξύ +των οικημάτων άφησαν διάστημά τι διά να δύναται να στρέφεται +τέθριππον άρμα. Εκατόν πύλαι κατεσκευάσθησαν πέριξ του τοίχους, +όλαι χάλκιναι, με παραστάτας και υπέρθυρα ομοίως εκ χαλκού. +Υπάρχει δε άλλη τις πόλις απέχουσα από την Βαβυλώνα οκτώ ημερών +οδόν, ήτις καλείται Ις και όπου ρέει μικρός ποταμός, Ις και αυτός +καλούμενος και χυνόμενος εις το μέγα ρεύμα του Ευφράτου. Αυτός +λοιπόν ο Ις ποταμός ομού με το ύδωρ αναδίδει πολλούς θρόμβους +ασφάλτου, και εκείθεν μετεκομίσθη η άσφαλτος εις το τείχος της +Βαβυλώνος. + +180. Τοιουτοτρόπως λοιπόν περιετειχίσθη η Βαβυλών· η πόλις είναι +εις δύο μέρη διηρημένη, και διά μέσου αυτών ρέει ο Ευφράτης. Ο +ποταμός ούτος καταβαίνει από την Αρμενίαν, είναι μέγας, βαθύς και +ορμητικός, και χύνεται εις την Ερυθράν θάλασσαν. Ο εξωτερικός +λοιπόν τοίχος τέμνεται τοιουτοτρόπως εις δύο βραχίονας οίτινες +εκτείνονται μέχρι του ποταμού· εκεί δε γίνονται επικαμπαί και +έπειτα εκ πλίνθων οπτών εκτείνεται εις εκατέραν όχθην του ποταμού +από της μιας άκρας εις την άλλην. Αυτή η πόλις, πλήρης οικιών +τριωρόφων και τετρωρόφων, κατατέμνεται υπό οδών ευθειών, των μεν +εγκαρσίων, των δε ληγουσών εις τον ποταμόν. Όλαι αι οδοί συναντώσι +το εσωτερικόν τείχος, και εις την άκραν εκάστης υπάρχει μικρά +πύλη· ώστε όσαι πύλαι είναι, τόσαι και αι οδοί. Ήσαν δε και αυταί +χάλκιναι και ηνοίγοντο επί του ποταμού. + +181. Το εξωτερικόν τείχος είναι ο θώραξ της πόλεως· ο εσωτερικός +τοίχος, μόλις αδυνατώτερος, είναι στενώτερος. Εις το μέσον δε +εκατέρου μέρους της πόλεως ήσαν εκτισμένα, εις το έν το ανάκτορον +του βασιλέως, ευρύχωρον και στερεόν, και εις το άλλο ο χαλκόπυλος +ναός του Βήλου Διός, όστις εσώζετο μέχρι των ημερών μου έχων σχήμα +τετράγωνον και εκάστην πλευράν δυο σταδίων. Εις το μέσον υψούται +πύργος στερεός, έχων μήκος και πλάτος ενός σταδίου· άνωθεν αυτού +υπάρχει άλλος, και άλλος πάλιν υπεράνω αυτού, και ούτω μέχρις +οκτώ. Οφιοειδής κλίμαξ φέρει εξωτερικώς από πύργου εις πύργον. +Κατά το μέσον της αναβάσεως υπάρχουσι σταθμός και καθίσματα όπου +αναπαύονται οι αναβαίνοντες· άνωθεν δε του τελευταίου πύργου είναι +μέγας ναός, και εντός του ναού μεγάλη κλίνη καλώς εστρωμένη, και +πλησίον αυτής χρυσή τράπεζα. Δεν βλέπει τις εκεί κανέν άγαλμα ούτε +διανυκτερεύει άνθρωπος, εκτός μιας γυναικός ιθαγενούς την οποίαν +μεταξύ όλων εκλέγει ο θεός, ως λέγουσιν οι ιερείς αυτού του θεού +οι Χαλδαίοι. + +182. Οι αυτοί ιερείς λέγουσιν ωσαύτως, δεν μοι φαίνονται όμως +άξιοι πίστεως, ότι ο θεός συχνάζει εις τον ναόν και αναπαύεται επί +της κλίνης, κατά τον αυτόν τρόπον καθ' ον και εις τας Θήβας της +Αιγύπτου, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι. Διότι και εκεί επίσης κοιμάται +γυνή εις τον ναόν του Θηβαιέως Διός, και βεβαιούσιν ότι μήτε η μία +μήτε η άλλη των γυναικών τούτων έχουσι σχέσιν με άνδρας. Ομοίως +και εις τα Πάταρα της Λυκίας, η ιέρεια του θεού, όταν ούτος ήναι +παρών (διότι το χρηστήριον δεν είναι παντοτεινόν) διανυκτερεύει +εντός του ναού. + +183. Κάτωθεν του ναού τούτου της Βαβυλώνος ευρίσκεται άλλος ναός +περιέχων μέγα χρυσούν άγαλμα του Διός καθήμενον, και πλησίον +μεγάλην τράπεζαν χρυσήν· του αγάλματος δε τούτου ο θρόνος και αι +βαθμίδες είναι εκ χρυσσού, λέγουσι δε οι Χαλδαίοι ότι όλα αυτά +έχουσι βάρος οκτακοσίων ταλάντων. Έξωθεν του ναού, ο βωμός είναι +χρυσούς, και επί άλλου βωμού πλατυτέρου θυσιάζουσι θύματα τέλεια, +διότι επί του πρώτου δεν είναι επιτετραμμένον να θυσιάζωσιν ειμή +μόνον γαλαθηνά. Επί του μεγάλου βωμού οι Χαλδαίοι καίουσι κατ' +έτος χιλίων ταλάντων θυμίαμα καθαρόν, όταν τελώσι την εορτήν του +θεού. Κατά την εποχήν του Κύρου ήτο ακόμη εις το τέμενος τούτο +άγαλμα δώδεκα πήχεων, χρυσούν, στερεόν· εγώ δεν το είδα, αλλ' +επαναλαμβάνω ό,τι άκουσα από τους Χαλδαίους. Αυτό το άγαλμα +εσκέφθη να αρπάση ο υιός του Υστάσπους Δαρείος, και δεν ετόλμησεν· +αλλ' ο υιός του Ξέρξης το έλαβε και εφόνευσε τον ιερέα όστις τω +απηγόρευε να το μετακινήση. Ταύτα ήσαν τα κοσμήματα του ναού +τούτου, όστις εκτός αυτών είχε πάμπολλα άλλα ιδιωτικά αφιερώματα. + +184. Η Βαβυλών έσχε πολλούς βασιλείς, θέλω δε αναφέρει εις την +Ιστορίαν των Ασσυρίων (12) εκείνους οίτινες εκαλλώπισαν τα τείχη +και τους ναούς μεταξύ δε άλλων και δύο γυναίκας. Η πρώτη ήτις +εβασίλευσε προηγήθη της δευτέρας κατά πέντε γενεάς και ωνομάζετο +Σεμίραμις· αυτή ύψωσεν αναχώματα εις την πεδιάδα, άτινα είναι +αξιοθέατα, διότι πρότερον ο ποταμός έρρεεν ανά το πεδίον ως +θάλασσα. + +185. Η δευτέρα ήτις έπειτα εγένετο βασίλισσα ωνομάζετο Νίτωκρις. +Πεπροικισμένη με φρόνησιν ανωτέραν της προκατόχου της, αφ' ενός +μεν αφήκε μνημεία τα οποία θα περιγράψω αμέσως, αφ' ετέρου δε +βλέπουσα τους Μήδους μεγαλυνομένους και μη ησυχάζοντας, αλλά +κυριεύοντας πόλεις, μεταξύ των οποίων ήτο και η Νίνος, έλαβε κατ' +αυτών όλα τα δυνατά αμυντικά μέτρα. Πρώτον μεν τον Ευφράτην, όστις +πρότερον έρρεε κατ' ευθείαν και διήρχετο διά μέσης της πόλεως, +ορύξασα διώρυγας άνωθεν, τοσούτον σκολιόν κατέστησεν ώστε ρέων +φθάνει τρις εις κώμην τινά της Ασσυρίας. Το όνομα δε της κώμης, +εις την οποίαν έρχεται ο Ευφράτης, είναι Αρδέρικκα. Και σήμερον +όσοι έρχονται εις την Βαβυλώνα διά του Ευφράτου, προσεγγίζουσι +τρις εις την κώμην ταύτην και επί τρεις αλλεπαλλήλους ημέρας. Και +τούτο μεν ούτως εποίησεν έπειτα δε κατεσκεύασεν εις αμφοτέρας τας +όχθας του ποταμού αναχώματα αξιοθαύμαστα διά το ύψος και το +μέγεθός των. Πολύ δε ανωτέρω της πόλεως και εις μικράν απόστασιν +από του ποταμού, σκάψασα το έδαφος μέχρι των υπογείων υδάτων, +εσχημάτισε δεξαμενήν διά τα στάσιμα ύδατα δούσα εις αυτήν +περιφέρειαν τετρακοσίων είκοσι σταδίων. Τα εξαγόμενα χώματα +ερρίπτοντο εις τας όχθας του ποταμού, και όταν ετελείωσε το έργον, +έφερε πέτρας και έκτισε πέριξ κρηπίδα. Έκαμε δε τα δύο ταύτα η +Νίτωκρις, τον ποταμόν σκολιόν και το όρυγμα ελώδες, ίνα το ρεύμα +του Ευκράτου καθίσταται βραδύτερον διά των πολλών περιστροφών και +διά να μη φθάνωσι κατ' ευθείαν γραμμήν εις την Βαβυλώνα οι +ταξειδεύοντες· επί τέλους δε να αναγκάζωνται ούτοι να ακολουθώσι +την μεγάλην καμπήν της λίμνης. Η θέσις δε την οποίαν εξελέξατο, +είναι εκείνη διά της οποίας οι Μήδοι ηδύναντο ευκόλως, λαμβάνοντες +πλαγίαν οδόν, να έρχωνται και μανθάνωσι τας υποθέσεις της +συγκοινωνούντες με τους Ασσυρίους. + +186. Με τοιαύτα οχυρώματα σκαφέντα εν τω εδάφει περιέβαλεν εαυτήν, +εκτός δε τούτων έπραξε και το εξής· επειδή η πόλις είχε δύο μέρη +κεχωρισμένα υπό του ποταμού, επί των πρώτων βασιλέων, εάν τις +ήθελε να διαβή από του ενός εις το άλλο, έπρεπε να λάβη λέμβον, +και καθ' όσον δύναμαι να κρίνω, τούτο θα ήτο λίαν οχληρόν. Η +Νίτωκρις λοιπόν προέβλεψε και τούτο, διότι, ενώ διά τα ύδατα του +έλους ώρυττε δεξαμενήν, εσκέπτετο να ωφεληθή και εκ ταύτης της +εργασίας διά να αφήση έτερον μνημείον. Όθεν διέταξε και έκοψαν +μεγάλας πέτρας· άμα αι πέτραι ητοιμάσθησαν και η δεξαμενή εσκάφθη, +έστρεψεν εις την δεξαμενήν ταύτην τα ύδατα του ποταμού, και +τοιουτοτρόπως αυτή μεν εγέμισε το δε αρχαίον ρεύμα εξηράνθη. Τότε, +αφ' ενός μεν έκτισε διά πλίνθων οπτών, όπως ήτο και το εξωτερικόν +τείχος, τα χείλη του ποταμού εφ' όσον διάστημα εκτείνεται η πόλις, +και ήσαν αι καταβάσεις αι φέρουσαι διά των πυλίδων εις τον +ποταμόν· αφ' ετέρου δε, προς το κέντρον των δύο μερών, με πέτρας +τας οποίας διέταξε να κόψωσιν, έκτισε γέφυραν, δένουσα τας πέτρας +με σίδηρον και μόλυβδον. Και κατά μεν την ημέραν ήπλωνον επί της +γεφύρας ξύλα τετράγωνα και διέβαινον οι Βαβυλώνιοι· κατά δε την +νύκτα τα αφήρουν διά να μη περιφέρωνται οι κάτοικοι εις το σκότος +και κλέπτωσιν αλλήλους. Αφού δε η ορυχθείσα δεξαμενή εγέντο λίμνη +εκ των υδάτων του ποταμού, και αφού ετελείωσαν τα διάφορα μέρη της +γεφύρας, η Νίτωκρις εξέβαλε τον Ευφράτην από την λίμνην και τον +έφερε πάλιν εις το πρώτον ρεύμα. Τοιουτοτρόπως η λεκάνη, γενομένη +λίμνη, εφάνη κατάλληλος προς τον σκοπόν δι' ον ήτο προωρισμένη, +και η γέφυρα κατεσκευάσθη προς χρήσιν των πολιτών. + +187. Αυτή η ιδία βασίλισσα επενόησε την εξής απάτην· άνωθεν της +μάλλον συχναζομένης πύλης του τείχους κατεσκεύασε τον ίδιον εαυτής +τάφον, υψηλόν και ελκύοντα τα βλέμματα πλειότερον ή η πύλη. +Ενεκόλαψε δε εις τον τάφον τούτον γράμματα λέγοντα· «Εάν τις εξ +εκείνων οίτινες βασιλεύσωσι μετ' εμέ εις την Βαβυλώνα λάβη ανάγκην +χρημάτων, ας ανοίξη τον τάφον τούτον και ας λάβη όσα θέλει. Αλλ' +εκτός ανάγκης καταπειγούσης, ας μη τον ανοίξη, διότι δεν θα +ωφεληθή.» Έμεινε δε ο τάφος άθικτος μέχρις ου ανέβη εις τον θρόνον +ο Δαρείος όστις ενόμισεν οδυνηρόν να αφίνη μίαν πύλην άχρηστον, +ενώ μάλιστα υπήρχον εκεί χρήματα τα οποία τω εφώναζον να τα λάβη +και να μη τα λάβη. Τωόντι δεν μετεχειρίζοντο πλέον την πύλην +εκείνην διότι άνωθεν των διαβαινόντων έκειτο νεκρόν σώμα. Ήνοιξε +λοιπόν τον τάφον, αλλ' αντί θησαυρών είδε μόνον το πτώμα και +γράμματα λέγοντα τα εξής·. «Εάν δεν ήσο άπληστος και αισχροκερδής, +δεν θα ήνοιγες τας θήκας των νεκρών.» Και αύτη μεν η βασίλισσα +τοιαύτη τις λέγουσιν ότι εγένετο. + +188. Ο δε Κύρος εξεστράτευσε κατά του υιού της γυναικός ταύτης, +όστις είχε το όνομα του πατρός του Λαβυνήτου και την βασιλείαν των +Ασσυρίων. Εξεστράτευσε λοιπόν ο μέγας βασιλεύς έχων μεθ' εαυτού +αρκετήν προμήθειαν τροφίμων και ποιμνίων του τόπου του, εκτός δε +τούτων είχε και ύδωρ του Χοάσπου ποταμού όστις ρέει παρά τα Σούσα, +διότι μόνον το ύδωρ τούτου του ποταμού, και ουχί άλλου, πίνει ο +βασιλεύς· το βράζουσι, και όπου μεταβαίνει ο βασιλεύς, το +μεταφέρουσιν εντός αγγείων αργυρών τα οποία θέτουσιν επί αμαξών +τετρατρόχων συρομένων υπό ημιόνων. + +189. Πορευόμενος ο Κύρος εναντίον της Βαβυλώνος έφθασεν εις τας +όχθας του Γύνδου, του οποίου αι μεν πηγαί είναι εις τα Ματιανά +όρη, αυτός δε ρέει διά των Δαρδανών και χύνεται εις τον Τίγριν +όστις και αυτός ρέει παρά την πόλιν Ώπιν και χύνεται εις την +Ερυθράν θάλασσαν. Ενώ δε ο Κύρος επειράτο να διαπεράση τον Γύνδον +όστις είναι ναυσίπορος, είς των ιερών λευκών ίππων, παρασυρθείς +υπό της αγερωχίας του, εισήλθεν εις τον ποταμόν και ήρχισε να +κολυμβά, αλλά το ρεύμα, περιδινήσαν αυτόν, τον εβύθισε και τον +παρέσυρε. Τότε ο Κύρος οργισθείς διά την αυθάδειαν του ποταμού, +τον ηπείλησεν ότι τόσον ασθενή ήθελε τον καταστήσει, ώστε εις το +εξής και αυταί αι γυναίκες να τον διαβαίνωσιν ευκόλως χωρίς να +βρέχωσι τα γόνατα. Μετά την απειλήν ταύτην, παραιτηθείς να βαδίση +κατά της Βαβυλώνος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο· αφού δε τον +διήρεσεν, εχάραξεν επί εκατέρας των όχθων του Γύνδου εκατόν +ογδοήκοντα διώρυγας προς όλας τας διευθύνσεις, έπειτα ετοποθέτησε +τα στρατεύματα και τα διέταξε να σκάψωσι. Χάρις εις την +πολυχειρίαν, ετελείωσε μεν το έργον, αλλά κατηναλώθη προς τούτο +όλον το θέρος. + +190. Αφού δε ο Κύρος ετιμώρησε τον Γάνδυν διαιρέσας αυτόν εις +τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας, ανεχώρησε πάλιν διά την Βαβυλώνα +κατά τας πρώτας ημέρας του δευτέρου έαρος. Οι Ασσύριοι εξήλθον +ένοπλοι και περιέμενον αυτόν· πλησίον δε της πόλεως ήλθον εις +χείρας, απώλεσαν την μάχην και εκλείσθησαν εις τα τείχη των. +Επειδή δε προ πολλού έβλεπον ότι ο Κύρος δεν ησύχαζεν, αλλ' +επετίθετο αδιακρίτως καθ' όλων των εθνών, είχον προμηθευθή τροφάς +διά πολλά έτη και σχεδόν δεν τους έμελλεν εάν επολιορκούτο. Εν +τούτοις ο Κύρος ευρίσκετο εις αμηχανίαν, διότι ο χρόνος παρήρχετο +και αι υποθέσεις του δεν προώδευον. + +191. Είτε λοιπόν άλλος τις τον εσυμβούλευσεν αμηχανούντα, είτε αφ' +εαυτού εσκέφθη περί του πρακτέου, ιδού τι απεφάσισε. Τοποθετήσας +τας περισσοτέρας δυνάμεις του εις το μέρος όπου τα ύδατα +εισήρχοντο εις την πόλιν, και άλλας δυνάμεις εις το αντίθετον +μέρος εκ του οποίου εξήρχοντο, παρήγγειλεν εις τα δύο ταύτα +στρατιωτικά σώματα να εισορμήσωσιν εις την πόλιν καθ' ην στιγμήν +ίδωσι τον ποταμόν διαβατόν. Αφού έλαβε τα μέτρα ταύτα και έδωκεν +αυτάς τας διαταγάς, εμακρύνθη με το άχρηστον μέρος του +στρατεύματός του (13), και οπισθοχωρήσας μέχρι της λίμνης έπραξεν +ό,τι είχε πράξει η Νίτωκρις, αλλά προς εναντίον σκοπόν. Εισαγαγών +διά διώρυχος τον ποταμόν εις την λίμνην, ήτις ήτο έλος, κατέστησε +την αρχαίαν κοίτην αυτού διαβατήν καθό μεταστραφέντος του ποταμού. +Ιδόντες δε οι παρά του Κύρου τεταγμένοι επί τούτω παρά τας όχθας +του Ευφράτου ότι ο ποταμός εκατέβη τοσούτον ώστε το ύδωρ να φθάνη +μόνον μέχρι του μηρού του ανθρώπου, ωφελήθησαν εκ τούτου και +εισήλθον εις την Βαβυλώνα. Και εάν μεν οι κάτοικοι υπώπτευον ή +εμάνθανον τι έπραττεν ο Κύρος, δεν ήθελον αφήσει τους εχθρούς να +εισέλθωσιν εις την πόλιν αλλά θα τους διέφθειρον κάκιστα· διότι, +κλείοντες τας πύλας τας αγούσας εις τον ποταμόν, και αναβαίνοντες +εις τα παρά τα χείλη του ποταμού τείχη, θα περιέκλειον αυτούς ως +εντός κλωβού· τώρα όμως κατέλαβον οι Πέρσαι τους Βαβυλωνίους +απροσδοκήτως. Η δε πόλις είναι τόσον μεγάλη ώστε, κατά την +διήγησιν αυτών τούτων των Βαβυλωνίων, οι μεν εις τα άκρα είχον ήδη +περικυκλωθή, οι δε εις το κέντρον κατοικούντες δεν ήξευρον ακόμη +τίποτε. Ήτο ημέρα εορτής· οι μεν εχόρευον, οι δε διεσκέδαζον, και +δεν διέκοψαν τας διασκεδάσεις των ειμή όταν έμαθον την αλήθειαν. +Και η μεν Βαβυλών ούτω τότε πρώτον εκυριεύθη. + +192. Την δύναμιν δε των Βαβυλωνίων και διά πολλών μεν άλλων +δύναμαι να καταδείξω, προς τούτοις δε και διά του ακολούθου. Διά +την τροφοδότησιν ην οι υπήκοοι, εκτός του φόρου, παρέχουσιν εις +τον μέγαν βασιλέα και εις την στρατόν του, όλη η χώρα την οποίαν +κυβερνά είναι διηρημένη εις αριθμόν τινα διαμερισμάτων. Επειδή το +έτος έχει δώδεκα μήνας, η Βαβυλωνία παρέχει τροφάς τέσσαρων μηνών +και η λοιπή Ασία τας των οκτώ άλλων μηνών. Τοιουτοτρόπως η Ασσυρία +παράγει το τρίτον εκείνου το οποίον παράγει όλη η Ασία, και η +διοίκησις της επαρχίας ταύτης, την οποίαν οι Πέρσαι καλούσι +σατραπείαν, είναι η αξιολογωτέρα όλων. Εις τοιούτον βαθμόν ώστε ο +υιός του Αρταβάζου, Τριτανταίχμης όστις είχε διορισθή υπό του +βασιλέως εις την σατραπείαν ταύτην, ελάμβανε καθ' ημέραν αράβην +πλήρη αργυρίου. Είναι δε η αράβη μέτρον περσικόν χωρούν τρεις +χοίνικας πλειότερον του αττικού μεδίμνου. Είχε προς τούτοις ίππους +ιδίους, εκτός των πολεμικών· εις τα ιπποφόρβιά του ήσαν οκτακόσιοι +ίπποι αναβαίνοντες τας θηλείας, αι δε αναβαινόμεναι ήσαν δεκαέξ +χιλιάδες, είς άρρην προς είκοσι θηλείαι. Τέλος έτρεφε τόσους κύνας +ινδικούς, ώστε τέσσαρες μεγάλαι κώμαι τις πεδιάδος ήσαν +απηλλαγμέναι παντός άλλου φόρου, διαταχθείσαι να δίδωσι την τροφήν +των κυνών τούτων. Ταύτα ήσαν τα ωφελήματα εκείνου όστις είχε την +διοίκησιν της Βαβυλώνος. + +193. Εις την Ασσυρίαν ολιγίστη πίπτει βροχή και αύτη, αρκεί διά να +θρέψη την ρίζαν του σίτου· έπειτα όμως ποτίζουσι το φυτόν με ύδωρ +του ποταμού και ο στάχυς δυναμούται και σχηματίζεται. Το πότισμα +γίνεται διά χειρών ή διά μηχανών, και ουχί ως εις την Αίγυπτον, +όπου ο Νείλος εκχειλίζει και ποτίζει τους αγρούς. Όλη η γη της +Βαβυλώνος, ως και η Αίγυπτος, κατατέμνεται από διώρυχας των οποίων +η μεγαλειτέρα, εστραμμένη προς το νοτιοδυτικόν, από του Ευφράτου +εις τον Τίγριν, παρά τας όχθας του οποίου εκτίσθη η Νίνος, είναι +πλωτή. Εξ όλων δε των χωρών τας οποίας γνωρίζομεν, αυτή είναι η +μάλλον εύφορος εις δημητριακούς καρπούς. Ουδείς επειράθη να +φυτεύση εις αυτήν άλλα δένδρα· ούτε συκήν, ούτε άμπελον, ούτε +ελαίαν. Αλλά τόσον εύφορος είναι εις δημητριακούς καρπούς, ώστε +συνήθως το έν δίδει έως διακόσια, εάν δε τύχη η συγκομιδή πλουσία, +εκφέρει έως τριακόσια. Τα φύλλα του σίτου και της κριθής έχουσι +τέσσαρων δακτύλων πλάτος, εκ δε της κέγχρου και του σησάμου τόσον +μέγα δένδρον γίνεται, ώστε, μολονότι το ηξεύρω, όμως δεν θα το +αναφέρω, πεπεισμένος ότι όσοι δεν είδον την Βαβυλωνίαν χώραν θα +νομίσωσιν απίστευτα και όσα είπα περί των δημητριακών καρπών. Οι +κάτοικοι δεν μεταχειρίζονται ελαιόλαδον, αλλά σησαμόλαδον. Εις +όλην την πεδιάδα είναι φυτρωμένοι φοίνικες, οι περισσότεροι +καρποφόροι, από τους οποίους κάμνουσι τροφάς, οίνον και μέλι. +Καλλιεργούσι δε τους φοίνικας τούτους απαραλλάκτως ως οι Έλληνες +καλλιεργούσι τας συκέας· εις τους βαλανηφόρους δε περιδένουσι τον +καρπόν εκείνων τους οποίους οι Έλληνες καλούσιν άρρενας φοίνικας, +διά να εισχωρήση ο σκνιψ εις την βάλανον, να την ωριμάση και να μη +την αφήση να πέση, διότι οι άρρενες φοίνικες έχουσιν εντός του +καρπού των σκνίπας ως τα άγρια σύκα. + +194. Αλλά, μετά την πόλιν, το μάλλον κατ' εμέ θαυμαστόν της χώρας +είναι το εξής. Οι Βαβυλώνιοι δεν έχουσιν άλλα πλοιάρια ειμή εκείνα +τα οποία καταβαίνουσι τον ποταμόν μέχρι της πόλεως· είναι δε +στρογγύλα και όλα δερμάτινα, διότι, αφού κόψωσιν ιτέας εις τα +Αρμένια όρη, τα οποία είναι άνω της Ασσυρίας, και κατασκευάσωσι τα +πλευρά του πλοιαρίου, τα περιτυλίσσουσιν εξωτερικώς με δέρματα +ητοιμασμένα, ως το έδαφος της οικίας, χωρίς να διακρίνεται η +πρύμνα και χωρίς να στενεύεται η πρώρα. Τα πλοιάρια ταύτα είναι +κυκλοτερή ως ασπίδες· πληρούντες δε αυτά έσωθεν με καλάμια τα +αφίνουσι να φέρωνται κατά τον ποταμόν. Το φορτίον των συνίσταται +εις διάφορα εμπορεύματα, προ πάντων δε εις οίνον φοίνικος. Δύο +άνθρωποι ιστάμενοι όρθιοι, διευθύνουσι το πλοιάριον με δύο μεγάλας +κώπας, και όταν ο είς βυθίζη την μίαν, ο άλλος ανασύρει την άλλην. +Κατά τον αυτόν τρόπον κατασκευάζουσι και τα μεγάλα πλοία και τα +μικρότερα. Τα μέγιστα χωρούσι φορτίον πέντε χιλιάδων ταλάντων. Εις +έκαστον πλοίον υπάρχει είς όνος ζων, εις δε τα μεγαλείτερα +υπάρχουσι περισσότεροι. Αφού φθάσωσιν εις την Βαβυλώνα πλέοντες +και διαθέσωσι το φορτίον, τα μεν καλάμια και τον σκελετόν πωλούσι +διά κήρυκος, φορτόνοντες δε τα δέρματα επί των όνων αναχωρούσι διά +ξηράς εις την Αρμενίαν, καθότι είναι αδύνατον να αναπλεύσωσι τον +ποταμόν ένεκα της ορμητικότητος αυτού. Αυτός είναι ο λόγος διά τον +οποίον κατασκευάζουσι τα πλοία των δερμάτινα και όχι ξύλινα. Όταν +δε ελαύνοντες τους όνους φθάσωσιν οπίσω εις την Αρμενίαν, +κατασκευάζουσιν άλλα πλοία κατά τον αυτόν τρόπον. Τοιαύτη είναι η +ναυστολία του Ευφράτου. + +195. Ιδού δε και η ενδυμασία των Βαβυλωνίων. Πρώτον μεν φορούσι +χιτώνα λινούν φθάνοντα έως τους πόδας· άνωθεν δε αυτού φορούσιν +άλλον χιτώνα, λινούν επίσης, και περιτυλίσσονται με μανδύαν +λευκόν. Εις τους πόδας των έχουσιν υποδήματα επιχώρια, τα οποία +ομοιάζουσι με τας εμβάδας των Βοιωτών. Τας μακροκόμους κεφαλάς των +δένουσι με σαρίκια και αλείφουσι με μύρα όλον το σώμα. Έκαστος +έχει εις τον δάκτυλόν του σφραγίδα και κρατεί χειροποίητον ράβδον. +Επί της ράβδου δε ταύτης ήναι γεγλυμμένον ή μήλον, ή ρόδον, ή +κρίνον, ή αετός, ή άλλο τι, διότι ποτέ δεν συνειθίζουσι να κρατώσι +βακτηρίαν άνευ διακριτικού τινος σημείου. Ούτος είναι ο στολισμός +του σώματός των. + +196. Τα δε έθιμά των είναι τοιαύτα. Έν τούτων (το σοφώτατον κατ' +εμέ, όπερ ως ήκουσα επικρατεί και εις τους Ενετούς της Ιλλυρίας) +είναι το εξής. Άπαξ του έτους, εις έκαστον χωρίον, συνηθροίζοντο +αι εν ώρα γάμου παρθένοι, ώστε να τας βλέπη τις όλας ομού· πέριξ +αυτών ίστατο το πλήθος των ανδρών, κήρυξ δε προσεκάλει κατά σειράν +τας νεάνιδας και τας επώλει· πρώτον μεν την ωραιοτέραν, έπειτα δε, +αφού αυτή εύρισκε πολύ χρυσίον και κατεκυρούτο, ο κήρυξ +ανεκήρυττεν άλλην, την αμέσως μετά την πρώτην ευειδεστάτην· +επωλούντο δε όλαι επί τω όρω να τας νυμφευθώσιν οι αγοράζοντες. +Όσοι λοιπόν πλούσιοι Βαβυλώνιοι ήθελον να λάβωσι γυναίκα, δίδοντες +περισσότερα από τους άλλους ηγόραζον τας ωραιοτάτας, ενώ οι +άνθρωποι του λαού, οίτινες επεθύμουν και αυτοί να νυμφευθώσι, μη +θεωρούντες την καλλονήν ως αγαθόν απαραίτητον, ελάμβανον τας +μάλλον ασχήμους και χρήματα. Διότι, αφού ο κήρυξ ετελείονε την +δημοπρασίαν των ευειδεστάτων, εσήκονε την ασχημοτάτην, ή ανάπηρόν +τινα εάν ευρίσκετο τοιαύτη, και εκήρυττε ποίος ήθελε να την +νυμφευθή αρκούμενος εις ολίγην προίκα· τέλος δε την κατεκύρονεν +εις εκείνον όστις εζήτει τα ολιγώτερα. Τα τοιουτοτρόπως διδόμενα +χρήματα προήρχοντο εκ της πωλήσεως των ευειδών παρθένων· ώστε αι +εύμορφοι επροίκιζον τας δυσμόρφους και τας αναπήρους. Ουδείς δε +είχε το δικαίωμα να υπανδρεύη την κόpην του με όντινα ήθελεν +αυτός, μήτε να λάβη την αγοραζομένην παρθένον χωρίς να δώση +εγγυητάς· αλλά δίδων εγγύησιν ασφαλή ότι ήθελε την νυμφευθή, την +ελάμβανε μεθ' εαυτού. Εάν οι μνηστευόμενοι δεν συνεφώνουν, ο νόμος +διέταττε να επιστρέφεται το αργύριον. Ήτο δε επιτετραμμένον και +από άλλην κώμην να έλθη όστις ήθελε και ν' αγοράση. Το έθιμον +τούτο ήτο βεβαίως κάλλιστον, αλλά περιέπεσεν εις αχρηστίαν, +εφεύρον δε εσχάτως άλλο τι μέσον διά να μη αδικώσι τας γυναίκας +και διά να μη τας λαμβάνωσιν εις τας πόλεις· επειδή μετά την +άλωσιν της Βαβυλώνος εδυστύχησαν, όλοι άνθρωποι του λαού οι μη +έχοντες πώς να ζήσωσιν, επόρνευσαν τας θυγατέρας των. + +197. Δεύτερον δε έθιμον σοφόν έχουσι το ακόλουθον· μεταφέρουσι +τους ασθενείς εις την πλατείαν της αγοράς, διότι ιατρούς δεν +μεταχειρίζονται. Όστις λοιπόν εκ των διαβατών έπαθεν ο ίδιος ή +είδεν άλλον να πάσχη από την αυτήν ασθένειαν την οποίαν έχει ο +ασθενής, τον συμβουλεύει τι έκαμεν αυτός, ή εκείνος τον οποίον +είδε, και απηλλάγη από νόσον ομοίαν. Εις κανένα δεν είναι +συγχωρημένον να διέλθη εν σιωπή προ του πάσχοντος, χωρίς να τον +ερωτήση ποίαν ασθένειαν έχει. + +198. Θάπτουσι τους νεκρούς των με μέλι, οι δε θρήνοι των είναι +περίπου όμοιοι με τους των Αιγυπτίων· Οσάκις Βαβυλώνιος συνευρεθή +με την γυναίκα του, κάθηται πλησίον καιομένου θυμιάματος· ετέρωθεν +δε το ίδιον πράττει και η γυνή του. Άμα εξημερώση λούονται +αμφότεροι, και δεν εγγίζουσι κανέν έπιπλον πριν λουσθώσι. Το αυτό +πράττουσι και οι Αράβιοι. + +199. Το μάλλον αισχρόν έθιμον των Βαβυλωνίων είναι το ακόλουθον· +πάσα γυνή ιθαγενής είναι υποχρεωμένη άπαξ επί ζωής της να καθίση +εις τον ναόν της Αφροδίτης και να μιχθή με ξένον άνδρα. Πολλαί, +μεγαλοφρονούσαι διά τα πλούτη των, δεν καταδέχονται να αναμιχθώσι +με τας άλλας, αλλά μεταβαίνουσιν εις τον ναόν εντός οχήματος +κλειστού και συνοδευόμενοι από τας δούλας των. Αι περισσότεραι +όμως πράττουσιν ως ακολούθως. Εις το τέμενος της Αφροδίτης +κάθηνται πολλαί γυναίκες, έχουσαι την κεφαλήν δεδεμένην με +ταινίαν· και άλλαι μεν εισέρχονται, άλλαι δε εξέρχονται. Μεταξύ +αυτών, εξ όλων των μερών, αφίνουσιν ευθείς δρόμους διά των οποίων +διέρχονται οι ξένοι και εκλέγουσιν. Άμα γυνή τις καθίση εκεί, δεν +επιστρέφει πλέον εις την οικίαν της πριν ξένος τις ρίψη εις τα +γόνατά της νόμισμα και μιγή μετ' αυτής έξω του ναού. Ρίπτων ο +ξένος το νόμισμα οφείλει να λέγη· «Επικαλούμαι υπέρ σου την θεάν +Μύλιττα.» Μύλιττα δε καλούσιν οι Ασσύριοι την Αφροδίτην. Όσον +μικρόν και αν ήναι το δώρον, η γυνή δεν πρέπει να το απορρίπτη, +δεν τη επιτρέπεται, διότι το αργύριον τούτο θεωρείται ιερόν. +Ακολουθεί δε τον πρώτον όστις τη το ρίψει, και δεν αποποιείται +κανένα. Αφού δε μιχθή και ευχαριστήση την θεάν διά της εκπληρώσεως +του νόμου, επιστρέφει εις την οικίαν της, και εις το εξής, όσον +μεγάλην ποσότητα και αν τη προσφέρης, δεν την πείθεις να παραδοθή +εις σε. Όσαι λοιπόν είναι ωραίαι και υψηλαί, ταχέως αναχωρούσιν +εκείθεν, όσαι δε είναι δυσειδείς προσμένουσι πολύν χρόνον, μη +δυνάμεναι να εκπληρώσωσι τον νόμον. Τινές δε εξ αυτών έμειναν εκεί +τρία και τέσσαρα έτη. Παραπλήσιος τις νόμος υπάρχει και εις μέρη +τινά της Κύπρου. + +200. Και τα μεν έθιμα των Βαβυλωνίων τοιαύτα είναι· υπάρχουσι δε +παρ' αυτοίς τρεις φυλαί αίτινες τρέφονται μόνον με ιχθύας. Αφού +τους αλιεύσωσι, τους ξηραίνουσιν εις τον ήλιον, τους ρίπτουσιν εις +όλμον και αφού τους κοπανίσωσι, τους περώσι διά σινδόνης. Έπειτα, +όστις θέλει να φάγη, τους κάμνει μάζαν και τους ψήνει ως το +ψωμίον. + +201. Αφού ο Κύρος υπέταξε το έθνος τούτο, επεθύμησε να υποτάξη και +τους Μασσαγέτας. Λέγουσι δε ότι το έθνος τούτο είναι μέγα και +φιλοπόλεμον και ότι κατοικεί προς ανατολάς, πέραν του Αράξου +ποταμού, αντικρύ των Ισσηδόνων· τινές διατείνονται ότι είναι φυλή +Σκυθική. + +202. Ο Αράξης κατ' άλλοις μεν είναι μεγαλείτερος κατ' άλλους δε +μικρότερος του Ίστρου· και ότι είναι εις αυτόν πολλαί νήσοι ίσαι +σχεδόν κατά το μέγεθος με την Λέσβον, κατοικούμεναι από ανθρώπους +τρώγοντας κατά μεν το έαρ διαφόρους ρίζας τας οποίας ανασπώσιν από +την γην, κατά δε τον χειμώνα καρπούς δένδρων τους οποίους είχον +δρέψει ωρίμους και εναποταμιεύσει. Προσθέτουσιν ότι γνωρίζουσιν +άλλα δένδρα των οποίων ρίπτουσι τους καρπούς εις το πυρ όταν, +συναθροιζόμενοι πολλοί, ανάπτωσι πυράν διά να καθίσωσιν +ολοτρόγυρα· τότε η οσμή των καιομένων τούτων καρπών την οποίαν +οσφραίνονται τους μεθύσκει ως μεθύσκει τους Έλληνας ο οίνος· όσον +δε περισσοτέρους καρπούς ρίπτουσιν εις το πυρ, τόσον περισσότερον +μεθύσκονται, μέχρις ου εγείρονται και αρχίζουσι να χορεύωσι και να +άδωσι. + +Και η μεν δίαιτα αυτών τοιαύτη είναι ως λέγεται. Ο δε Αράξης +ποταμός καταβαίνει από τα Ματιανά όρη, ως ο Γύνδος εκείνος τον +οποίον ο Κύρος διήρεσεν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας. +Εξέρχεται δε διά τεσσαράκοντα στομίων, και όλα, πλην ενός, +χάνονται εις έλη και τενάγη όπου ζώσιν άνθρωποι οίτινες, ως +λέγεται, τρώγουσιν ιχθύας ωμούς και φορούσι δέρματα φωκών. Είς +μόνον βραχίων του Αράξου ρέει ακωλύτως μέχρι της Κασπίας θαλάσσης. +Είναι δε η Κασπία αύτη θάλασσα όλως μεμονωμένη και δεν συνέχεται +μετ' ουδεμιάς άλλης· διότι εκείνη εις την οποίαν πλέουσιν οι +Έλληνες, και η έξω των Ηρακλείων στηλών, η Ατλαντική λεγομένη, και +η Ερυθρά, είναι μία και η αυτή. + +203. Εξ εναντίας η Κασπία θάλασσα είναι εντελώς κεχωρισμένη, διά +να διέλθη δε τις αυτήν κατά μήκος διά κωπίων, χρειάζεται δεκαπέντε +ημέρας, και κατά πλάτος οκτώ. Επί της δυτικής παραλίας της υψούται +ο Καύκασος, το μέγιστον και υψηλότατον όλων των ορέων. Εις την +κοιλάδα ζώσι πολλαί και διάφοροι φυλαί ανθρώπων, αι πλείσται των +οποίων τρώγουσι καρπούς αγρίων δένδρων. Λέγεται δε ότι εις τα δάση +των μερών τούτων ευρίσκονται δένδρα των οποίων τα φύλλα +κοπανιζόμενα και μιγνυόμενα με ύδωρ χρησιμεύουσιν εις το να +ζωγραφίζωνται επί των ενδυμάτων διάφοροι εικόνες αίτινες, αντί να +εξαλείφονται διά του πλυσίματος, συγγηράσκουσι μετά του μαλλίου ως +εάν ήσαν υφασμέναι εντός του υφάσματος. Οι άνδρες και αι γυναίκες +εν τη χώρα ταύτη συνουσιάζονται αναφανδόν ως τα πρόβατα. + +204. Προς δυσμάς λοιπόν περιορίζει την Κασπίαν θάλασσαν ο +Καύκασος· προς ανατολάς δε περιορίζεται αύτη υπό πεδιάδος ήτις +φαίνεται απέραντος. Της απεράντου δε ταύτης πεδιάδος το +μεγαλείτερον μέρος κατέχεται υπό των Μασσαγετών, κατά των οποίων ο +Κύρος έσπευδε να εκστρατεύση, διότι πολλά και ισχυρά αίτια τον +ηνάγκαζον εις τούτο. Πρώτον μεν η γέννησίς του την οποίαν ενόμιζε +πλειότερον ή ανθρωπίνην, δεύτερον δε η επιτυχής έκβασις όλων των +πολέμων του, διότι ουδείς των λαών, καθ' όσων μέχρι τότε είχεν +επιτεθή, ηδυνήθη να αποφύγη την υποδούλωσιν. + +205. Εβασίλευε τότε εις τους Μασσαγέτας γυνή της οποίας είχεν +αποθάνει ο ανήρ και ήτις ωνομάζετο Τόμυρις. Προς αυτήν έπεμψεν ο +Κύρος ανθρώπους επί τω προσχήματι να την ζητήση εις γάμον· αλλ' +εκείνη, εννοήσασα ότι ο Κύρος δεν ήθελεν αυτήν αλλά το βασίλειον +των Μασσαγετών, απέρριψε την πρότασιν. Ιδών δε ο Κύρος ότι δεν τον +ωφέλησεν ο δόλος, επροχώρησε μέχρι του Αράξου, παρεσκευάζετο +αναφανδόν να πολεμήση τους Μασσαγέτας, έρριψε γεφύρας επί του +ποταμού διά να διέλθη το στράτευμα και κατεσκεύασε πύργους εντός +των πλοίων τα οποία έμελλον επίσης να χρησιμεύσωσι προς μεταφοράν. + +206. Ενώ δε ενησχολείτο εις τας εργασίας ταύτας, η Τόμυρις τω +εμήνυσε διά κήρυκος τα ακόλουθα· «Ω βασιλεύ των Μήδων, παύσον τας +μεγάλας ετοιμασίας σου, διότι αγνοείς αν η έκβασις θα ήναι υπέρ +σου· παραίτησον τα σχέδιά σου· βασίλευε επί του λαού σου και +υπόφερε να με βλέπης να κυβερνώ όσους κυβερνώ. Δεν θέλεις να +ακούσης τας συμβουλάς μου; Νομίζεις προτιμότερον παν άλλο ή να +ησυχάζης; Αισθάνεσαι ακαταμάχητον επιθυμίαν να δοκιμάσης τους +Μασσαγέτας; Λοιπόν, άφες αυτούς τους κόπους τους οποίους +καταβάλλεις ρίπτων γεφύρας εις τον ποταμόν, και ημείς μεν +απομακρυνόμεθα τριών ημερών οδόν από του ποταμού, συ δε διάβηθι +εις την ημετέραν γην. Εάν όμως προτιμάς να μας περιμείνης εις την +ιδικήν σου, πράξον και συ το αυτό.» Ακούσας ο Κύρος τους λόγους +τούτους συνεκάλεσε τους πρώτους των Περσών· αφού δε ούτοι +συνηθροίσθησαν, τοις ανεκοίνωσε το πράγμα και εζήτει συμβουλήν τι +να πράξη εκ των δύο. Όλων δε αι γνώμαι συνεφώνησαν να περιμείνη +επί της Μηδικής γης την Τόμυριν και τον εχθρικόν στρατόν. + +207. Ο Λυδός Κροίσος, όστις ήτο παρών, τους εμέμφθη και +συνεβούλευσε τα εναντία. «Ω βασιλεύ, είπεν, από της πρώτης ημέρας +σοι είπον ότι επειδή ο Ζευς με παρέδωκεν εις την εξουσίαν σου, θα +προσπαθώ όσον το δυνατόν να αποτρέπω τα δυστυχήματα όσα ήθελον +ίδει απειλούντα την οικίαν σου. Τα ίδιά μου παθήματα, των οποίων +μεγάλη είναι η πικρία, εγένοντο δι' εμέ μαθήματα. Εάν νομίζης +σεαυτόν αθάνατον, εάν νομίζης ότι άρχεις στρατού αθανάτου, +περιττόν να σοι είπω τον στοχασμόν μου· αλλ' εάν αναγνωρίζης ότι +είσαι άνθρωπος και ότι άρχεις επί ομοίων σου, μάθε προ παντός +άλλου ότι τα ανθρώπινα πράγματα ομοιάζουσι τροχόν όστις στρέφεται +ακαταπαύστως και δεν αφίνει πάντοτε τους αυτούς ανθρώπους να +ευτυχώσιν. Επί του προκειμένου πράγματος έχω γνώμην εναντίαν των +άλλων, διότι εάν δεχθώμεν την μάχην εις την χώραν ταύτην, ιδού ο +κίνδυνος· εάν μεν νικηθής, θα χάσης όλον το βασίλειόν σου, διότι +είναι προφανές ότι νικώντες οι Μασσαγέται δεν θα φύγωσιν οπίσω, +αλλά θα προχωρήσωσιν εις τας επαρχίας σου· εάν δε νικήσης, δεν θα +καταγάγης τόσον τελείαν νίκην όσον εάν, αφού εισέλθης εις την +χώραν αυτών, τους πολεμής φεύγοντας. Εις την γνώμην την οποίαν +αποκρούω, προβάλλω την υπόθεσιν ότι επιτυγχάνεις μεγάλην νίκην +πέραν του Αράξου. Εν τη περιπτώσει ταύτη εισχωρείς ανεμποδίστως +εις το βασίλειον της Τομύριος. Θα προσθέσω μάλιστα ότι είναι +αισχρόν και ανυπόφορον να υποχωρήση ο υιός του Καμβύσου Κύρος εις +μίαν γυναίκα. Τώρα λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να διαβώμεν τον +ποταμόν, να προχωρώμεν εφ' όσον οι εχθροί υποχωρούσι, και έπειτα +να προσπαθήσωμεν να τους νικήσωμεν διά του μέσου το οποίον θα +προτείνω. Οι Μασσαγέται, ως ήκουσα, είναι άπειροι των Περσικών +αγαθών και όλως ασυνείθιστοι εις τας αναπαύσεις του βίου. Ας +σφάξωμεν άφθονα πρόβατα, και αφού τα μαγειρεύσωμεν, ας ετοιμάσωμεν +δι' αυτούς τους ανθρώπους πλουσιοπάροχον γεύμα εις το στρατόπεδόν +μας· ας εύρωσιν επίσης πολλούς κρατήρας με άκρατον οίνον και +πολλήν ποικιλίαν φαγητών. Αφού ετοιμασθώσιν όλα, άφησον ως +οπισθοφυλακήν ασθενές μέρος του στρατού και οι λοιποί ας +επιστρέψωσι πάλιν προς τον ποταμόν. Εάν δεν απατώμαι, οι +Μασσαγέται, βλέποντες τόσα εξαίρετα πράγματα· θα ορμήσωσιν επ' +αυτών, και τότε πλέον δεν μας μένει ειμή να εκτελέσωμεν μεγάλα +κατορθώματα.» + +208. Αύται ήσαν αι δύο αντίθετοι γνώμαι, ο δε Κύρος, απορρίψας την +πρώτην, παρεδέχθη την του Κροίσου και παρήγγειλεν εις την Τόμυριν +να υποχωρήση διότι εσκόπευε να έλθη αυτός εναντίον εκείνης. Και η +μεν βασίλισσα υπεχώρησεν, ως είχεν υποσχεθή· ο δε Κύρος +ενεπιστεύθη τον Κροίσον εις τον υιόν του Καμβύσην, τον οποίον +ανεκήρυξε διάδοχον του θρόνου, και τω παρήγγειλε θερμώς να τον +τιμά και να τον περιποιέται, εάν η κατά των Μασσαγετών επιχείρησις +δεν ήθελεν ευδοκιμήσει. Αφού δε έδωκε τας διαταγάς ταύτας και +απέστειλεν αυτούς εις την Περσίαν, διέβη τον ποταμόν αυτός και ο +στρατός αυτού. + +209. Πέραν του Αράξου, επελθούσης της νυκτός, ο Κύρος εκοιμήθη επί +της γης των Μασσαγετών και είδε το εξής όνειρον. Τω εφάνη εις τον +ύπνον του ότι έβλεπε τον πρεσβύτερον υιόν του Υστάσπους έχοντα εις +τους ώμους πτέρυγας, η μία των οποίων επεσκίαζε την Ασίαν, η δε +άλλη την Ευρώπην. Ο δε πρεσβύτερος υιός του Υστάσπους, υιού του +Αρσάμους, ενός των Αχαιμενιδών, ήτο ο Δαρείος όστις τότε ων +περίπου εικοσαετής είχε μείνει εις την Περσίαν διότι δεν είχεν +ακόμη ηλικίαν να φέρη όπλα. Εξυπνήσας ο Κύρος, εσκέπτετο καθ' +εαυτόν το όνειρον, και επειδή τω εφάνη σπουδαιότατον εκάλεσε τον +Υστάσπη, και λαβών αυτόν κατ' ιδίαν τω είπεν· «Υστάσπη, ο υιός σου +ανεκαλύφθη συνομνύων κατ' εμού και κατά της βασιλείας μου· πώς δε +είμαι θετικώς πληροφορημένος περί τούτου, θα σοι το είπω αμέσως. +Οι θεοί με αγαπώσι και με προειδοποιούσι περί των μελλόντων να +συμβώσιν εις εμέ. Εσχάτως λοιπόν, την παρελθούσαν νύκτα, είδον ενώ +εκοιμώμην τον πρεσβύτερον υιόν σου έχοντα εις τους ώμους πτέρυγας +των οποίων η μία επεσκίαζε την Ασίαν και η άλλη την Ευρώπην. Εκ +τούτου λοιπόν του ενυπνίου ουδέν άλλο δύναμαι να συμπεράνω ειμή +ότι ο υιός σου συνομνύει κατ' εμού. Τούτου ένεκα επίστρεψον ταχέως +εις την Περσίαν και κάμε ώστε όταν επιστρέψω νικητής να μοι +παρουσιάσης τον νέον διά να τον εξετάσω.» + +210. Ο μεν Κύρος έλεγε ταύτα διότι ενόμιζεν ότι τον επεβουλεύετο ο +Δαρείος· ο θεός όμως τον είχε προειδοποιήσει ότι έμελλε να αποθάνη +εις αυτήν την εκστρατείαν και ότι το στέμμα του θα μετέβαινεν εις +τον Δαρείον. Τω απεκρίθη λοιπόν ο Υστάσπης ούτω· «Ω βασιλεύ, να μη +δώσωσιν οι θεοί να ευρεθή άνθρωπος εις την Περσίαν συνομνύων κατά +σου, και εάν υπάρχη τοιούτος άνθρωπος, είθε να απολεσθή τάχιστα. +Διότι συ από δούλους έκαμες τους Πέρσας ελευθέρους· ενώ ήσαν +υποτελείς, χάρις εις σε διοικούσι τώρα όλα τα έθνη. Εάν λοιπόν +όνειρόν τι σοι προμηνύει ότι ο υιός μου σκέπτεται να συνομώση +εναντίον σου, θα σοι τον παραδώσω διά να τον μεταχειρισθής όπως +θέλεις.» Ο μεν Υστάσπης ταύτα ειπών και διαβάς πάλιν τον Αράξην, +επορεύετο προς την Περσίαν διά να συλλάβη τον υιόν του Δαρείον και +τον παραδώση εις τον Κύρον. + +211. Ο δε Κύρος προχωρήσας μιας ημέρας οδόν πέραν του Αράξου, +εξετέλεσεν όσα τον συνεβούλευσεν ο Κροίσος· αφήσας έπειτα εις το +στρατόπεδον τους αχρήστους εκ των ανθρώπων του, επέστρεψεν οπίσω +εις τον Αράξην με τον εκλεκτόν στρατόν. Εν τούτοις το τρίτον του +στρατεύματος των Μασσαγετών επελθόν κατέσφαξεν εκείνους τους +οποίους είχεν εγκαταλίπει ο Κύρος, με όλην την αντίστασιν ην +κατέβαλον ούτοι όπως υπερασπίσωσιν εαυτούς. Έπειτα ιδόντες οι +Μασσαγέται τα έτοιμα φαγητά, αφού ενίκησαν τους εναντίους εκάθησαν +χαμαί και έτρωγον· αφού δε εκορέσθησαν τρώγοντες και πίνοντες, +εκοιμήθησαν. Τότε οι Πέρσαι επελθόντες πολλούς μεν εφόνευσαν, πολύ +δε περισσοτέρους εζώγρησαν, μεταξύ των οποίων ήτο ο υιός της +Τομύριος Σπαργαπίσης διοικών το απόσπασμα εκείνο. + +212. Μαθούσα η Τόμυρις τι συνέβη εις το στράτευμα και εις τον υιόν +της, έπεμψε κήρυκα όστις είπεν εις τον βασιλέα τα εξής· «Άπληστε +αίματος Κύρε, μη επαρθής ποσώς διά το γενόμενον τούτο· μη +υπερηφανευθής εάν ηπάτησας και ενίκησας τον υιόν μου με τον καρπόν +της αμπέλου, με το δηλητήριον τούτο όπερ όταν το πίνετε διαπερά το +λογικόν σας εις τοιούτον βαθμόν ώστε ενώ εισέρχεται ο οίνος εις το +σώμα σας, οι απρεπείς λόγοι επιπλέουσιν εις τα χείλη σας· δεν τον +ενίκησας ανδρείως πολεμών αυτόν. Άκουσον τώρα τους λόγους μου, σοι +δίδω καλήν συμβουλήν. Απόδος μοι τον υιόν μου και άπελθε εκ της +χώρας ταύτης ατιμώρητος, μολονότι ηφάνισας ατίμως το τριτημόριον +των στρατιωτών μου· εάν δεν πράξης ό,τι σε διατάττω, ομνύω εις τον +ήλιον, τον θεόν των Μασσαγετών, ότι όσον και αν ήσαι άπληστος, θα +σε χορτάσω αίμα.» + +213. Ο Κύρος ουδεμίαν έδωκε προσοχήν εις τους λόγους τούτους. Εν +τούτοις ο υιός της βασιλίσσης Τομύριος Σπαργαπίσης, ανανήψας από +την μέθην και ιδών εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκετο, παρεκάλεσε τον +βασιλέα να τον λύση από τα δεσμά. Ο Κύρος συγκατένευσεν· άμα όμως +ελύθη και εγένετο κύριος των χειρών του εφονεύθη ιδιοχείρως. Και +αυτός μεν τοιούτω τρόπω ετελεύτησε. + +214. Η δε Τόμυρις, ακούσασα ότι ο Κύρος απέρριψε τας προτάσεις +της, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις των Μασσαγετών και τον +επολέμησεν. Υποθέτω ότι η μάχη αύτη ήτο η μάλλον ισχυρά από όσας +εγένοντο μεταξύ βαρβάρων, και ήκουσα ότι εγένετο ως εξής. Πρώτον, +λέγουσιν, οι δύο στρατοί σταθέντες αντικρύ έρριπταν μακρόθεν βέλη· +έπειτα, αφού ετελείωσαν τα βέλη, συνεπλάκησαν σώμα προς σώμα, με +τας λόγχας και τα εγχειρίδιά των· επί πολύ δε αμφότερα τα μαχόμενα +μέρη επέμενον καρτερικώς και κανέν δεν ήθελε να φύγη. Τέλος +ενίκησαν οι Μασσαγέται, το δε μεγαλείτερον μέρος του περσικού +στρατού κατεγράφη εκεί επί τόπου, και ο Κύρος εφονεύθη αφού +εβασίλευσεν εικοσιεννέα έτη. Η δε Τόμυρις, πληρώσασα ασκόν από +ανθρώπινον αίμα, εζήτει το πτώμα του Κύρου μεταξύ των φονευμένων +Περσών· και αφού το εύρεν, εβύθισε την κεφαλήν του εις τον ασκόν, +και υβρίζουσα τον νεκρόν, είπε τα εξής· «Συ μεν αιχμαλωτίσας τον +υιόν μου με δόλον, με ηφάνισες ζώσαν και νικώσαν σε· εγώ δε, ως σε +ηπείλησα, θα σε κορέσω αίματος.» Ο τρόπος λοιπόν δι' ου +ετελεύτησεν ο Κύρος αυτός είναι κατ' εμέ ο πιθανώτατος, μολονότι +άλλοι άλλως διηγούνται αυτόν. + +215. Οι δε Μασσαγέται φορούσιν ενδυμασίαν και έχουσι δίαιταν +ομοίαν με τους Σκύθας. Είναι ιππείς και πεζοί, διότι πολεμούσι και +κατά τους δύο τρόπους· είναι τοξόται και αιχμοφόροι, και κρατούσι +πελέκεις. Δεν μεταχειρίζονται ειμή χρυσόν και χαλκόν. Αι αιχμαί +των ακοντίων και των βελών των, και οι πελέκεις των είναι εκ +χαλκού· τα κοσμήματα των περικεφαλαίων, των τιαρών, των ζωστήρων +και των μασχαλιστήρων είναι εκ χρυσού. Ομοίως, περί τα στήθη των +ίππων των, θέτουσι θώρακας χαλκίνους, ενώ οι χαλινοί και τα φάλαρα +είναι χρυσά. Δεν μεταχειρίζονται δε μήτε άργυρον μήτε σίδηρον, +καθότι δεν ευρίσκονται εις την χώραν των αυτά τα μέταλλα· χρυσού +όμως και χαλκού υπάρχει αφθονία. + +216. Ιδού δε και τα έθιμα αυτών. Έκαστος νυμφεύεται μεν μίαν +γυναίκα, τας έχουσιν όμως όλας μεταξύ των κοινάς. Οι Έλληνες +λέγουσιν ότι πράττουσι τούτο οι Σκύθαι· και όμως δεν το πράτουσιν +οι Σκύθαι, αλλ' οι Μασσαγέται. Όταν τις εξ αυτών επιθυμήση γυναίκα +τινα, κρεμά την φαρέτραν του προ της αμάξης και μίγνυται μετ' +αυτής αφόβως. Όρος ζωής εις αυτούς δεν υπάρχει, αλλ' όταν τις +γηράση, όλοι οι συγγενείς του συνελθόντες θυσιάζουσιν αυτόν· μετ' +αυτού δε θυσιάζουσι διάφορα ζώα, βράζουσιν όλα τα κρέατα ομού και +ευωχούνται. Ο θάνατος ούτος εφαίνετο εις αυτούς ευτυχέστατος· αλλά +δεν τρώγουσιν εκείνους οίτινες αποθνήσκουσιν από ασθένειαν· τους +θάπτουσι και φρονούσιν ότι ήτο δυστυχία δι' αυτούς να μη φθάσωσι +την ηλικίαν καθ' ην θυσιάζονται. Δεν σπείρουσι την γην, αλλά ζώσιν +από κτήνη και ιχθύας τους οποίους παρέχει αφθόνως ο Αράξης +ποταμός. Είναι δε και γαλακτοπόται. Ο Ήλιος είναι ο μόνος θεός τον +οποίον σέβονται και εις τον οποίον θυσιάζουσιν ίππους· ο λόγος δε +της τοιαύτης θυσίας είναι, ότι εις τον ταχύτατον από τους θεούς +πρέπει να προσφέρωσι το ταχύτατον πάντων των θνητών όντων. + + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ + + + + +Ε Υ Τ Ε Ρ Π Η + + + +1. Τελευτήσαντος δε του Κύρου, παρέλαβε την βασιλείαν ο Καμβύσης, +υιός ων του Κύρου, και της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου, +την οποίαν προαποθανούσαν επένθησε μεγάλως ο Κύρος και διέταξεν +όλους τους λαούς επί των οποίων εβασίλευε να πενθήσωσιν ομοίως. +Ταύτης λοιπόν της γυναικός και του Κύρου υιός ων ο Καμβύσης, +εθεώρησε τους Ίωνας και τους Αιολείς ως κληρονομικούς υπηκόους, +και όταν εξεστράτευσε κατά της Αιγύπτου, έλαβε μεθ' εαυτού πολλούς +και από τους βαρβάρους επί των οποίων εβασίλευε, και από τους +Έλληνας οίτινες ήσαν υποτεταγμένοι εις αυτόν. + +2. Οι δε Αιγύπτιοι, πριν βασιλεύση εις αυτούς ο Ψαμμίτιχος, +εθεώρουν εαυτούς ότι αυτοί ήσαν οι πρώτοι άνθρωποι οίτινες +επλάσθησαν εις τον κόσμον. Αφότου όμως ο Ψαμμίτιχος ηθέλησε να +μάθη ποίοι επλάσθησαν πρώτοι, έκτοτε νομίζουσιν ότι οι Φρύγες +προηγήθησαν αυτών, προ των άλλων όλων δε αυτοί. Επειδή δε ο +Ψαμμίτιχος εξετάζων δεν ηδύνατο κατ' ουδένα τρόπον να εύρη ποίοι +άνθρωποι κατώκησαν πρώτοι την γην, επενόησε το ακόλουθον. Έλαβε +δύο νεογνά τυχόντων ανθρώπων και τα έδωκεν εις ένα ποιμένα διά να +τα αναθρέψη μεταξύ των ποιμνίων του συμμορφούμενος με τας +ακολούθους οδηγίας· κανείς να μη προφέρη ποτέ ενώπιόν των την +παραμικράν λέξιν· να τα κατακλίνη ιδιαιτέρως εις καλύβην +μεμονωμένην· εις ωρισμένην ώραν να εισάγη εις το δωμάτιόν των +αίγας· αφού δε χορτάσωσι βυζάνοντα να μη ασχολήται πλέον περί +αυτών. Έλαβε δε τα μέτρα ταύτα ο βασιλεύς και έδωκε τας διαταγάς +ταύτας διότι ήθελε ν' αντιληφθή τας μικράς συγκεχυμένας κραυγάς +των παιδίων τούτων και ν' ακούση ποίαν λέξιν κατ' αρχάς ήθελον +εναρθρώσει. Όλα ταύτα εξετελέσθησαν· δύο δε έτη είχον παρέλθει +αφότου ο ποιμήν εξεπλήρου το έργον του, όταν, καθ' ην στιγμήν +ήνοιγε την θύραν και εισήρχετο εις την καλύβην, τα δύο παιδία +προσεκολλήθησαν εις αυτόν τείνοντα τας χείρας και φωνάζοντα +β ε κ ό ς. Την πρώτην φοράν ήκουσε την λέξιν ταύτην ο ποιμήν και +δεν είπε τίποτε· επειδή όμως, συχνάζων εις την καλύβην και +επιμελούμενος τα παιδία, ήκουσε πολλάκις αυτήν την λέξιν, +εφανέρωσε το πράγμα εις τον κύριόν του όστις τον διέταξε να φέρη +τα παιδία ενώπιόν του. Ο Ψαμμίτιχος, αφού τα ήκουσε και αυτός, +ηρώτησε ποίοι άνθρωποι μεταχειρίζονται την λέξιν β ε κ ό ς και +τι σημαίνει αύτη. Εξετάζων δε έμαθεν ότι οι Φρύγες καλούσιν ούτω +τον άρτον. Εκ της δοκιμής ταύτης κρίναντες οι Αιγύπτιοι +παρεδέχθησαν ότι οι Φρύγες ήσαν αρχαιότεροι αυτών. + +3. Ούτως εγώ ήκουσα από τους ιερείς του Ηφαίστου εις την Μέμφιν +ότι εγένετο το πράγμα. Οι δε Έλληνες λέγουσι πολλά παράλογα· +μεταξύ δε άλλων ότι ο Ψαμμίτιχος διέταξε να αναθρέψωσι τα παιδία +ταύτα γυναίκες των οποίων έκοψε την γλώσσαν. Ταύτα ήκουσα περί του +τρόπου δι' ου ανετράφησαν τα παιδία. Έμαθον προσέτι και άλλα +συνομιλών εις την Μέμφιν μετά των ιερέων του Ηφαίστου, και έπειτα +εις τας Θήβας, και ακολούθως εις την Ηλιούπολιν όπου μετέβην +επίτηδες θέλων να μάθω εάν αι παραδόσεις εν τη πόλει ταύτη +συμφωνούσι με τας της Μέμφιδος, διότι οι Ηλιοπολίται φημίζονται +ότι είναι μάλλον λόγιοι όλων των Αιγυπτίων. Όσα με είπον αφορώντα +τα θεία, δεν θα τα κοινολογήσω, εκτός μόνον τα ονόματα των θεών, +υποθέτων ότι όλοι οι άνθρωποι τα γνωρίζουσιν. Εάν δε αναφέρω τι +περί αυτών, θα το πράξω αναγκαζόμενος από την σειράν του λόγου. + +4. Όσον δ' αφορά τα ανθρώπινα πράγματα συμφωνούσιν όλοι επί των +εξής αντικειμένων· εξ όλων των ανθρώπων πρώτοι οι Αιγύπτιοι +εκανόνισαν τον ενιαυτόν, διαιρέσαντες τας τέσσαρας ώρας αυτού εις +δώδεκα μήνας· έλεγον δε ότι έκαμον την ανακάλυψιν ταύτην +παρατηρούντες τα άστρα. Κατ' εμέ είναι σοφώτεροι των Ελλήνων +οίτινες, διά να συμβιβάσωσι την τάξιν των ωρών του έτους, +προσθέτουσιν ανά παν τρίτον έτος ένα μήνα εμβόλιμον, ενώ οι +Αιγύπτιοι, έχοντες δώδεκα μήνας τριακονθημέρους, προσθέτουσι κατ' +έτος πέντε ημέρας συμπληρωματικάς, και τοιουτοτρόπως ο κύκλος των +ωρών περιφερόμενος επανέρχεται εις το αυτό σημείον. Λέγουσι +προσέτι ότι πρώτοι οι Αιγύπτιοι έδωκαν ονόματα εις τους δώδεκα +θεούς και ότι οι Έλληνες τα παρέλαβαν από αυτούς· αυτοί πρώτοι +αφιέρωσαν βωμούς, αγάλματα, ναούς εις τους θεούς και εχάραζαν επί +των λίθων μορφάς διαφόρους· προς υποστήριξιν δε των αξιώσεων +τούτων οι ιερείς παρέχουσιν υλικάς αποδείξεις. Κατ' αυτούς, πρώτος +άνθρωπος όστις εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον ήτο ο Μην. Επί της +εποχής δε αυτού, πλην του Θηβαϊκού νομού, όλη η Αίγυπτος ήτο έλος +και ουδέν μέρος της χώρας ήτις υπάρχει σήμερον κάτωθι της λίμνης +Μοίριος εφαίνετο τότε εκτός της επιφανείας του ύδατος. Αναβαίνων +τις τον ποταμόν από της θαλάσσης, φθάνει εις την λίμνην ταύτης +μετά πλουν επτά ημερών. + +5. Όσα λέγουσι περί του μέρους τούτου της χώρας μοι φαίνονται +αληθή· διότι είναι προφανές εις τον νοήμονα άνθρωπον όστις την +βλέπει χωρίς να ήκουσε τίποτε περί αυτής, ότι η Αίγυπτος, εις την +όποιαν οι Έλληνες μεταβαίνουσι διά πλοίων, είναι γη επίκτητος των +Αιγυπτίων και δώρον του ποταμού. Παρόμοιόν τι είναι ακόμη και τα +άνω της λίμνης Μοίριος μέχρι τριών ημερών πλουν, μολονότι οι +ιερείς δεν το λέγουσιν. Η φύσις δε της γης της Αιγύπτου είναι +τοιαύτη. Όταν πλέης προς την Αίγυπτον διά πρώτην φοράν, και απέχης +ακόμη μίαν ημέραν από της παραλίας, ρίψον την βολίδα και θα +ανασύρης πηλόν, μολονότι το ύδωρ θα ήναι ένδεκα οργυιών· τούτο δε +δεικνύει ότι ο ποταμός τέμνει την γην μέχρι της αποστάσεως ταύτης. + +6. Αυτής δε της Αιγύπτου το παρά την θάλασσαν μήκος είναι εξήκοντα +σχοίνοι, κατά τον τρόπον με τον οποίον ημείς την οροθετούμεν, από +τον Πλινθινήτην κόλπον μέχρι της Σερβωνίδος λίμνης, πλησίον της +οποίας υψούται το όρος Κάσιον. Από της λίμνης λοιπόν ταύτης πρέπει +να μετρήσωμεν τους εξήκοντα σχοίνους· Όλοι οι άνθρωποι όσοι +έχουσιν ολίγην γην εις την Αίγυπτον, μετρούσιν αυτήν με οργυιάς, +όσοι έχουσι περισσοτέραν την μετρούσι με στάδια, όσοι έχουσι +πολλήν, την μετρούσι με παρασάγγες, και όσοι έχουσι πολλοτάτην με +σχοίνους. Ισοδυναμεί δε ο μεν παρασάγγης με τριακόσια στάδια, ο δε +σχοίνος, όστις είναι μέτρον Αιγυπτιακόν, με εξήκοντα στάδια, ώστε +η παραλία της Αιγύπτου είναι στάδιοι εξακόσιοι και τρισχίλιοι. + +7. Εντεύθεν μέχρι της Ηλιουπόλεως προς τα μεσόγεια η Αίγυπτος +είναι ευρεία, ούσα όλη επίπεδος, ένυδρος και βαλτώδης. Από την +θάλασσαν μέχρι της πόλεως ταύτης η απόστασις είναι περίπου όση η +απ' Αθηνών εις Πίσαν οδός, από του ναού των δώδεκα θεών μέχρι του +Ολυμπίου Διός. Όστις μετρήσει τας δύο ταύτας οδούς, αίτινες δεν +είναι εντελώς ίσαι, θα εύρη ότι η διαφορά των δεν είναι +μεγαλειτέρα των δεκαπέντε σταδίων· διότι απ' Αθηνών εις Πίσαν +χρειάζονται δεκαπέντε στάδια διά να γίνωσι χίλια πεντακόσια, και ο +τελευταίος ούτος αριθμός είναι από της Ηλιουπόλεως εις την +θάλασσαν. + +8. Από την Ηλιούπολιν προς τα άνω, η Αίγυπτος είναι στενή· διότι +αφ' ενός μεν παρατείνεται η σειρά των ορέων της Αραβίας, +διευθυνομένη απ' άρκτου προς μεσημβρίαν και προχωρούσα +νοτιοδυτικώς μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης. Εις τα όρn ταύτα είναι τα +λατομεία εξ ων εκόπησαν αι πυραμίδες της Μέμφιδος. Εκεί η σειρά +παύει και ανακάμπτει πάλιν εις τα ρηθέντα μέρη. Ήκουσα δε ότι κατά +την μακροτέραν αυτής έκτασιν, απαιτείται δύο μηνών πορεία όπως +διατρέξη τις αυτήν απ' ανατολών προς δυσμάς και ότι αι ανατολικαί +αυτής άκραι παράγουσι λιβανωτόν. Τοιαύτη είναι η σειρά των ορέων. +Προς το μέρος δε της Λιβύας ευρίσκεται άλλη σειρά ορίων, ή μάλλον +όρος πέτρινον κεκαλυμμένον υπό άμμου, όπου ίστανται αι πυραμίδες· +ακολουθεί δε και τούτο την αυτήν διεύθυνσιν την οποίαν και η σειρά +του Αραβίου όρους, ενόσω εκτείνεται προς μεσημβρίαν. Τοιουτοτρόπως +από την Ηλιούπολιν και επάνω, το μέρος είναι τόσον μόνον πλατύ +όσον να καλήται Αίγυπτος· η στενή δε αύτη Αίγυπτος παρατείνεται +επί τέσσαρας ημέρας εις τον αναπλέοντα τον ποταμόν. Μεταξύ των +ορέων τα οποία περιέγραψα η κοιλάς είναι επίπεδος, και κατά το +στενώτατον αυτής μέρος δεν μοι εφαίνετο έχουσα πλειότερα των +διακοσίων σταδίων από του Λιβυκού μέχρι του Αραβίου όρους. Εκείθεν +δε ευρύνεται πάλιν η Αίγυπτος. + +9. Και η μεν φύσις της χώρας τοιαύτη είναι· από δε της Ηλιουπόλεως +εις τας Θήβας ο πλους είναι εννέα ημερών, και η απόστασις τέσσαρες +χιλιάδες οκτακόσια εξήκοντα στάδια, ή σχοίνοι ογδοήκοντα και είς. +Μη λησμονήσωμεν δε ότι η παραλία, ως υπέδειξα ανωτέρω, έχει μήκος +τρισχιλίων και εξακοσίων σταδίων· ώστε από της θαλάσσης εις τας +Θήβας προς τα μεσόγεια είναι έξ χιλιάδες εκατόν είκοσι στάδια, και +από τας Θήβας εις την Ελεφαντίνην λεγομένην πόλιν είναι στάδια +χίλια οκτακόσια. + +10. Το μεγαλείτερον μέρος λοιπόν της χώρας είναι, ως λέγουσιν οι +ιερείς και ως φαίνεται και εις εμέ, επίκτητον εις τους Αιγυπτίους. +Τωόντι, άνωθεν της Μέμφιδος, το μεταξύ των δύο σειρών περί ων +ωμίλησα διάστημα είναι προφανώς εις τα όμματά μου αρχαίος κόλπος +θαλάσσης, ως ήσαν αι περί την Τρωάδα, την Τευθρανίαν και την +Έφεσον γαίαι, ή ως η πεδιάς του Μαιάνδρου, εφ' όσον δύναταί τις να +συγκρίνη τα μικρά προς τα μεγάλα, διότι ουδείς των ποταμών των +προσχωσάντων τα μέρη ταύτα είναι άξιος να παραβληθή με έν μόνον εκ +των πέντε στομίων του Νείλου. Υπάρχουσι δε και άλλοι ποταμοί +οίτινες, καίπερ μη όντες μεγάλοι ως ο Νείλος, έκαμον όμως εργασίαν +μεγάλην. Δύναμαι δε να ονομάσω πολλούς, μάλιστα δε τον Αχελώον +όστις ρέων διά της Ακαρνανίας και χυνόμενος εις την θάλασσαν +συνήνωσεν ήδη με την ήπειρον τας ημισείας των Εχινάδων νήσων. + +11. Ου μακράν της Αιγύπτου, εις την Αραβίαν, επί της Ερυθράς +θαλάσσης, υπάρχει κόλπος εισερχόμενος εις την ξηράν και έχων τας +εξής διαστάσεις. Από τον μυχόν του κόλπου μέχρι του πελάγους +πρέπει να δαπανήση τις κωπηλατών τεσσαράκοντα ημερών πλουν, διά να +διέλθη δε τον κόλπον κατά το μέγιστον πλάτος χρειάζεται ημίσειαν +ημέραν· καθημερινώς γίνεται παλίρροια εις αυτόν. Φρονώ λοιπόν ότι +το πάλαι τοιούτος τις κόλπος πρέπει να ήτο και η Αίγυπτος, φέρων +μέχρι της Αιθιοπίας τα ύδατα της βορείου θαλάσσης (14), ενώ ο της +Αραβίας, περί ου ωμίλησα, έφερε μέχρι της Συρίας τα ύδατα της +νοτίου θαλάσσης (15)· αμφότεροι γείτονες, ανοίγοντες μυχούς +αντιθέτους και μόλις χωριζόμενοι απ' αλλήλων. Ας υποθέσωμεν τώρα +ότι το ρεύμα του Νείλου εστρέφετο προς τον Αράβιον κόλπον· δεν +ήρκουν είκοσι χιλιάδες έτη διά να προσχώσωσιν αυτόν; Εγώ νομίζω +ότι διά την πρόσχωσιν ταύτην ήρκουν δέκα χιλιάδες έτη· Πώς λοιπόν +εις τόσον καιρόν όστις παρήλθε προ της γεννήσεώς μου να μη χωσθή +κόλπος, έστω και μεγαλείτερος του υπάρχοντος σήμερον, πληρούμενος +από της ύλης τοσούτον μεγάλου και ορμητικού ποταμού; + +12. Περί της Αιγύπτου λοιπόν και τους λέγοντας αυτά πιστεύω και +εγώ αυτός εσχημάτισα την γνώμην ταύτην, πρώτον μεν διότι είδον ότι +η Αίγυπτος εκτείνεται εν τη θαλάσση περισσότερον ή αι μετ' αυτής +συνεχόμεναι χώραι, δεύτερον διότι ευρίσκονται κογχύλια εις τα όρη, +και εις την επιφάνειαν αυτών τόσον άλας επανθεί ώστε βλάπτει τας +πυραμίδας, τρίτον διότι το υπεράνω της Μέμφιδος όρος είναι το +μόνον όπερ έχει άμμον. Επί πάσι δε η γη της Αιγύπτου δεν ομοιάζει +μήτε με την της συνορευούσης Αραβίας, μήτε με την της Λιβύας, μήτε +με την της Συρίας (διότι οι Σύριοι κατοικούσι τα παραθαλάσσια της +Αραβίας), αλλ' είναι μέλαινα και αυχμηρά, ως πηλός, ως πρόχυσις +παρασυρθείσα εκ της Αιθοπίας υπό του ποταμού, ενώ, καθώς +ηξεύρομεν, η γη της Λιβύας είναι μάλλον ερυθρά και μάλλον αμμώδης, +η δε της Αραβίας και της Συρίας μάλλον αργιλώδης και μάλλον +πετρώδης. + +13. Μοι είπον προς τούτοις οι ιερείς πολύτιμόν τινα μαρτυρίαν περί +της χώρας ταύτης· ότι επί της βασιλείας του Μοίριος, όταν ο +ποταμός ανέβαινε τουλάχιστον οκτώ πήχεις, επότιζε την κάτωθεν της +Μέμφιδος Αίγυπτον, και όταν μοι έλεγον ταύτα, δεν είχον παρέλθει +ακόμη εννεακόσια έτη αφότου απέθανεν ο Μοίρις. Τώρα δε, εάν ο +ποταμός δεν αναβαίνη τουλάχιστον δεκαπέντε ή δεκαέξ πήχεις, δεν +εκχειλίζει επί των αγρών. Εάν λοιπόν κατά τον υπολογισμόν τούτον +το έδαφος εξακολουθήση να υψούται και να αυξάνη κατά την αυτήν +αναλογίαν, νομίζω ότι οι Αιγύπτιοι οι κατοικούντες παρά τας όχθας +της λίμνης Μοίριος, οι της κάτωθεν κοιλάδος και οι του Δέλτα, μη +δυναμένου του Νείλου να κατακλύζη τας γαίας των, θα πάθωσιν επί +τέλους ό,τι είπον ότι μέλλουσι να πάθωσί ποτε οι Έλληνες· διότι +ακούσαντες ότι βρέχει εις όλην την Ελλάδα και ότι ο τόπος ούτος +δεν αρδεύεται υπό ποταμών ως ο ιδικός των, είπον ότι οι Έλληνες θα +απατηθώσιν ημέραν τινά εις τας ελπίδας των και θα υποφέρωσι +σκληράν πείναν. Ο λόγος ούτος σημαίνει ότι εάν ο θεός δεν θελήση +να βρέξη εις αυτούς και διατηρήση την ξηρασίαν επί πολύ, οι +Έλληνες θα καταστραφώσιν υπό του λιμού, αφού δεν έχουσιν άλλο +καταφύγιον ειμή μόνον το καταπεμπόμενον υπό του Διός ύδωρ. + +14. Και οι μεν Αιγύπτιοι δεν απατώνται τοιαύτα προλέγοντες διά +τους Έλληνας· αλλ' ας μοι επιτραπή να είπω εις ποίαν κατάστασιν +είναι και αυτοί. Εάν, ως και προηγουμένως είπον, η κάτω της +Μεμφιδος χώρα (αυτή ήτις υψώθη) υψωθή κατά την αναλογίαν του +παρελθόντος καιρού, τι άλλο θα συμβή εις τους κατοικούντας αυτήν +ειμή να λιμοκτονήσωσιν, εάν μήτε βροχή θα πίπτη εις τους αγρούς +των μήτε ο ποταμός θα δύναται να εχειλίζη; Βεβαίως όπως έχει το +πράγμα, αυτοί πολύ απονώτερον από όλους τους άλλους ανθρώπους και +τους άλλους Αιγυπτίους απολαμβάνουσι τους καρπούς της γης· διότι, +ούτε κοπιάζουσιν ανοίγοντες αύλακας με το άροτρον, ούτε +σκάπτουσιν, ούτε εργάζονται ως εργάζονται οι άλλοι άνθρωποι διά +την καλλιέργειαν του σίτου. Αλλ' όταν ο ποταμός ποτίση αφ' εαυτού +την γην και έπειτα αναχωρήση οπίσω, έκαστος ρίπτει τον σπόρον εις +τον αγρόν του και εισάγει εις αυτόν χοίρους· αφού δε οι χοίροι +καταπατήσωσι τον σπόρον, περιμένει έπειτα τον θερισμόν και έπειτα +αλωνίσας διά των ιδίων χοίρων τον σίτον, τον κομίζει εις τας +αποθήκας του. + +15. Εάν θελήσωμεν να παραδεχθώμεν διά την Αίγυπτον την γνώμην των +Ιώνων οίτινες υποστηρίζουσιν ότι μόνον το Δέλτα είναι Αίγυπτος, +λέγοντες διά την παραθαλασσίαν αυτής πλευράν ότι εκτείνεται από +της σκοπιάς του Περσέως μέχρι της Πηλουσιακής Ταριχείας (ήτοι +τεσσαράκοντα σχοίνοι), από δε την θάλασσαν προς τα μεσόγεια ότι +εκτείνεται μέχρι της Κερκασώρου, πλησίον της οποίας ο Νείλος +χωρίζεται εις δύο βραχίονας διά να χυθή προς το Πηλούσιον και προς +τον Κάνωβον, και ότι τα άλλα μέρη ανήκουσιν άλλα μεν εις την +Λιβύαν, άλλα δε εις την Αραβίαν, αν παραδεχθώμεν την γνώμην +ταύτην, θα αποδείξωμεν ότι οι Αιγύπτιοι εξ αρχής ουδεμίαν χώραν +είχον, καθότι το Δέλτα, ως λέγουσιν αυτοί και ως φρονώ και εγώ, +είναι πρόσχωσις, και πρόσχωσις πρόσφατος. Αλλ' εάν δεν τοις ανήκεν +εκ του προτέρου κανέν μέρος της χώρας, πόθεν η αξίωσίς των ότι +είναι πρώτοι των ανθρώπων; Περιττή λοιπόν καθίστατο η δοκιμή +εκείνη την οποίαν έκαμον εις τα δύο παιδία διά να ίδωσι ποίαν +γλώσσαν ήθελον ομιλήσει ταύτα κατά πρώτον. Όθεν εγώ ου μόνον δεν +φρονώ ότι η καταγωγή των Αιγυπτίων είναι σύγχρονος με τον +σχηματισμόν του Δέλτα, αλλ' εξ εναντίας ότι είναι επίσης αρχαίοι +ως το ανθρώπινον γένος, και ότι, προχωρούντος του τόπου των, οι +μεν έμειναν όπου ήσαν, πολλοί δε κατέβησαν βαθμηδόν. Τωόντι αι +Θήβαι το πάλαι εκαλούντο Αίγυπτος, και η περιφέρεια του νομού +τούτου είναι έξ χιλιάδων εκατόν είκοσι σταδίων. + +16. Εάν αι γνώσεις τας οποίας έχομεν περί της Αιγύπτου ήναι +ακριβείς, οι Ίωνες έχουσιν εσφαλμένην γνώμην· εάν δε η γνώμη των +Ιώνων ήναι ακριβής, δύναμαι να αποδείξω ότι και οι Έλληνες και +αυτοί οι Ίωνες εσφαλμένως συλλογίζονται λέγοντες ότι η γη είναι +εις τρία διηρημένη, Ευρώπην, Ασίαν και Λιβύαν. Τωόντι, κατ' +αυτούς, θα υπήρχε και τέταρτον μέρος, το Δέλτα της Αιγύπτου, όπερ +δεν ανήκει μήτε εις την Ασίαν μήτε εις την Λιβύαν· διότι κατά +τούτον τον λόγον δεν είναι ο Νείλος όστις χωρίζει τας δύο ταύτας +ηπείρους, αλλά σχίζεται εις την κορυφήν της γωνίας του Δέλτα και +το περιλαμβανόμενον τούτο διάστημα είναι το χωρίζον την Ασίαν από +της Λιβύας. + +17. Ας αφήσωμεν λοιπόν την ιδέαν των Ιώνων και ας ομιλήσωμεν ημείς +περί των πραγμάτων τούτων. Κατ' εμέ, όλη η υπό Αιγυπτίων +κατοικουμένη χώρα είναι Αίγυπτος, όπως η Κιλικία των Κιλίκων και η +Ασσυρία των Ασσυρίων. Κυρίως ειπείν δεν γνωρίζομεν μεταξύ Ασίας +και Λιβύας άλλα όρια ειμή τα όρια της Αιγύπτου. Αλλ' εάν +παραδεχθώμεν το νομιζόμενον υπό των Ελλήνων, πρέπει να είπωμεν ότι +όλη η Αίγυπτος η αρχίζουσα από τα Κατάδουπα και την Ελεφαντίνην +πόλιν διαιρείται εις δύο μέρη και ότι εκάτερον έχει όνομα +διάφορον· δηλαδή ότι το έν μέρος είναι Λιβύα το δε άλλο Ασία. +Διότι ο Νείλος, αρχίζων από τα Κατάδουπα, χύνεται εις την θάλασσαν +και ρέει διά μέσου της Αιγύπτου. Και μέχρι μεν της Κερκασώρου, τα +ύδατα αυτού είναι ηνωμένα· κάτωθεν δε της πόλεως ταύτης σχηματίζει +τρεις βραχίονας, εξ ων ο μεν στρέφεται προς ανατολάς και καλείται +Πηλούσιον στόμα, ο δε διευθύνεται προς δυσμάς και καλείται στόμα +Κανωβικόν, ο δε τρίτος καταβαίνει κατ' ευθείαν γραμμήν, αναχωρεί +από την γωνίαν του Δέλτα το οποίον σχίζει εις το μέσον, και +χύνεται εις την θάλασσαν φέρων ούτε ελαχίστην μοίραν ύδατος ούτε +ήκιστα ονομαστήν. Ο βραχίων ούτος καλείται Σεβεννυτικόν στόμα. Δύο +άλλα στόματα αποσχισθέντα από του Σεβεννυτικού φέρουσι τα ύδατά +των εις την θάλασσαν και καλούνται το μεν Σαϊτικόν, το δε +Μενδήσιον. Το Βολβίτινον στόμα και το Βουκουλικόν δεν είναι +φυσικά, αλλ' είναι διώρυχες χειροποίητοι. + +18. Μαρτυρεί δε την γνώμην μου, ότι η Αίγυπτος είναι τόση όσην την +περιέγραψα, και ο δοθείς χρησμός του Άμμωνος διά την Αίγυπτον, τον +οποίον εγώ ήκουσα αφού εσχημάτισα αυτήν την ιδέαν. Οι κάτοικοι της +Μαρέης και της Άπιδος, πόλεων κειμένων εις την Αίγυπτον επί των +συνόρων της Λιβύας, νομίζοντες εαυτούς Λίβυας και όχι Αιγυπτίους, +δυσαρεστούμενοι διά τας θρησκευτικάς λατρείας και θέλοντες να μη +τους απαγορεύωσι να θυσιάζωσι δαμάλεις, έπεμψαν εις τον Άμμωνα διά +να είπωσιν ότι ουδέν κοινόν είχον μετά των Αιγυπτίων, ότι +κατοικούσιν έξω του Δέλτα, ότι δεν συμφωνούσι μετ' αυτών εις τας +περί λατρείας δοξασίας και ότι επιθυμούσι να τοις δοθή η άδεια να +τρώγωσιν από όλα. Αλλ' ο θεός δεν τοις επέτρεψε τούτο, ειπών ότι +Αίγυπτος είναι παν ό,τι ο Νείλος εκχειλίζων ποτίζει, και +Αιγύπτιοι, όσοι, οικούντες κάτω της Ελεφαντίνης πόλεως, πίνουσιν +από του ποταμού τούτου. Ταύτα απεκρίθη το μαντείον. + +19. Ο δε Νείλος όταν ήναι εις αύξησιν δεν καλύπτει μόνον το Δέλτα, +αλλά καταπλημμυρίζει επίσης το μέρος της χώρας το λεγόμενον +Λιβυκόν, ενίοτε μάλιστα το Αράβιον, μέχρι δύο ημερών οδόν κατά το +μάλλον και ήττον. Περί της φύσεως του ποταμού τούτου ούτε από τους +ιερείς ούτε από άλλους ηδυνήθην να μάθω τι. Πολύ επεθύμουν εν +τούτοις να μάθω παρ' αυτών πρώτον μεν διατί ο Νείλος, αρχίζων να +αυξάνη κατά τας θερινάς τροπάς, καταβαίνει αυξάνων ολονέν επί +εκατόν ημέρας· δεύτερον δε διατί, πληρωθεισών των ημερών τούτων, +αποσύρεται και αφίνει τους τόπους όπου έρρευσε, μένων επί όλον τον +χειμώνα μικρός μέχρι της επανόδου των θερινών τροπών. Περί τούτων +λοιπόν ουδέν ηδυνήθην να μάθω εξετάζων τους Αιγυπτίους ποίαν +δύναμίν έχει ο Νείλος παράγων αποτελέσματα τόσον διάφορα των άλλων +ποταμών. Περίεργος να μάθω τα πράγματα ταύτα, ηρεύνων και ηρώτων +συγχρόνως διατί ο Νείλος είναι ο μόνος εξ όλων των ποταμών όστις +ποσώς δεν εκβάλλει αύραν. + +20. Έλληνές τινες, θέλοντες να διακριθώσιν επί σοφία, εξήγησαν την +κίνησιν ταύτην των υδάτων κατά τρεις τρόπους εξ ων οι δύο ούτε +μνείας θα ήσαν άξιοι εάν έπραττον πλειότερον ή να τους σημειώσω +μόνον. Κατά την μίαν των λύσεων τούτων (16), οι ετησίαι άνεμοι +είναι αίτιοι της εξογκώσεων του ποταμού εμποδίζοντες τα ύδατα +αυτού να χυθώσιν εις την θάλασσαν. Πλην πολλάκις δεν πνέουσιν +ετησίαι άνεμοι και μολαταύτα εκχειλίζει ο Νείλος· εκτός τούτου, +εάν οι ετησίαι είχον την δύναμιν ταύτην, οι άλλοι ποταμοί εναντίον +των οποίων πνέουσιν έπρεπε να πάσχωσι τα αυτά με τον Νείλον, και +τοσούτω μάλλον όσω είναι μικρότεροι και τα ρεύματα αυτών +ασθενέστερα. Εν τούτοις υπάρχουσι πολλοί ποταμοί εις την Συρίαν +και πολλοί εις την Λιβύαν οίτινες ουδέν τοιούτο πάσχουσιν οίον +πάσχει ο Νείλος. + +21. Η δευτέρα λύσις (17) δεικνύει πλειοτέραν αμάθειαν της πρώτης, +και δύναταί τις να είπη ότι είναι παραδοξωτάτη. Αύτη αποδίδει εις +τον Ωκεανόν την αρχήν και τας εκχειλίσεις του ποταμού· κατ' αυτήν, +ο Νείλος πηγάζει από τον Ωκεανόν και ο Ωκεανός στρέφεται περί την +γην. + +22. Η τρίτη (18) είναι μεν πολύ πιθανωτέρα, είναι όμως συγχρόνως +ολιγώτερον αληθής· διότι τίποτε δεν λέγει και αυτή όταν +αποφαίνεται ότι ο Νείλος προέρχεται από την ανάλυσιν των χιόνων· +ποταμός όστις εκ της Λιβύας ρέει διά μέσου, της Αιθοπίας όπως +ριφθή εις την Αίγυπτον ! Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να εξέρχεται από +τας χιόνας, αφού από τόπους θερμοτάτους μεταβαίνει εις +ψυχροτέρους; Δι' εκείνον όστις είναι ικανός να σκεφθή περί των +τοιούτων, πολλοί λόγοι δεικνύουσιν ότι είναι όλως απίθανον να +εξέρχεται ο Νείλος από χιόνας. Πρώτος και ισχυρότατος λόγος είναι +ότι εκ των κλιμάτων εκείνων πνέουσιν άνεμοι θερμοί· δεύτερος λόγος +είναι ότι εκεί μήτε βροχή πίπτει μήτε κρύσταλλα σχηματίζονται. +Πανταχού όπου πίπτει χιών, αναγκαίως βρέχει εντός των πέντε +ακολούθων ημερών· εάν λοιπόν έπιπτε χιών εις τα μέρη εκείνα, θα +έπιπτεν επίσης και βροχή. Τρίτος λόγος είναι ότι εκεί οι άνθρωποι +ένεκα του καύσωνος είναι μέλανες· ότι οι περδικοϊέρακες και αι +χελιδόνες δεν απολείπουσι καθ' όλον το έτος, και ότι οι γερανοί, +φεύγοντες τα ψύχη της Σκυθίας, έρχονται να διαχειμάσωσιν εις τους +τόπους τούτους. Εάν λοιπόν, έστω και ολιγίστη χιών έπιπτεν εις τα +μέρη διά των οποίων ρέει ο Νείλος και εις εκείνα εκ των οποίων +άρχεται το ρεύμα του, ουδέν τούτων θα συνέβαινε, και το πράγμα +είναι προφανέστατον. + +23. Εκείνος όστις ωμίλησε περί του Ωκεανού διά να βασίση την +εξήγησίν του επί υποθέσεως σκοτεινής, ούτε εξελέγξεως είναι άξιος. +Εγώ τουλάχιστον δεν ηξεύρω να υπάρχη ποταμός Ωκεανός, και νομίζω +ότι ο Όμηρος ή αρχαιότερός τις ποιητής επενόησεν αυτό το όνομα και +το εισήγαγεν εις τους στίχους του. + +24. Εάν δε, αφού εμέμφθην τας προεκτεθείσας γνώμας, ήναι ανάγκη να +εκθέσω και εγώ την ιδικήν μου επί των σκοτεινών τούτων ζητημάτων, +θα είπω τι φρονώ περί της αυξήσεως του Νείλου κατά το θέρος. Ο +ήλιος διωκόμενος κατά τον χειμώνα υπό της κακοκαιρίας από τον +πρώτον δρόμον του, έρχεται εις τα άνω της Λιβύας. Και εν συντόμω +μεν ταύτα είναι όσα είχα να ειπώ επί του αντικειμένου τούτου· +διότι η χώρα πλησιέστατα της οποίας ή άνωθεν της οποίας διέρχεται +ο θεός ούτος, φυσικόν είναι να διψά και να στειρεύωσιν οι ποταμοί +αυτής. + +25. Διά να δηλώσω δε το πράγμα μάλλον εκτεταμένως προσθέτω τα +ακόλουθα. Ο ήλιος διαβαίνων άνωθεν της Λιβύας κάμνει τα εξής. +Επειδή καθ' όλον τον χρόνον η ατμοσφαίρα εκείνων των μερών είναι +ανέφελος και το έδαφος θερμόν, ο ήλιος διαβαίνων κάμνει και εκεί +ότι συνειθίζεί να κάμνη εδώ κατά το θέρος όταν ευρίσκεται εις το +μέσον του ουρανού· ελκύει προς εαυτόν όλα τα ύδατα, και αφού τα +ελκύση, τα μεταφέρει εις χώρας υψηλοτέρας· τότε οι άνεμοι τα +παραλαμβάνουσι, τα διασκορπίζουσι και τα διαλύουσιν εις ατμούς. +Φυσικώς, εξ όλων των άνεμων εκείνοι οίτινες πνέουσιν εκ των χωρών +τούτων, ο νότος και ο λιψ, είναι οι φέροντες περισσοτέραν βροχήν. +Εν τούτοις ο ήλιος, κατ' εμέ, δεν αποβάλλει πάντοτε όλον το ύδωρ +το οποίον ανέλκει κατ' έτος από τον Νείλον, αλλά διατηρεί επάνω +και έν μέρος. Όταν δε ο χειμών μετριάση, επιστρέφει ο ήλιος προς +το μέσον του ουρανού, ελκύων ομοίως προς εαυτόν ύδωρ από όλους +τους ποταμούς. Και κατά μεν τον χειμώνα ούτοι ρέουσιν υπερχειλείς, +διότι πολύ ύδωρ βροχής είναι αναμεμιγμένον εις αυτούς, κατά δε το +θέρος, επειδή ελλείπουσιν αι βροχαί και ο ήλιος εξατμίζει αυτούς, +είναι αδύνατοι. Ο Νείλος όμως, τον οποίον εξατμίζει ο ήλιος, μόνος +εξ όλων των ποταμών ρέει κατά τον χειμώνα πολύ μικρότερος ή κατά +το θέρος, διότι κατά την τελευταίαν ταύτην εποχήν δεν χάνει ούτε +περισσότερον ούτε ολιγώτερον των άλλων ποταμών, ενώ κατά τον +χειμώνα μόνος αυτός πάσχει. Ούτω λοιπόν κρίνω ότι ο ήλιος είναι +αιτία των αποτελεσμάτων τούτων. + +26. Εις την αυτήν αιτίαν πρέπει κατά την εμήν γνώμην να αποδώσωμεν +και την ξηρότητα του αέρος εις τας χώρας ταύτας, διότι ο ήλιος +καίει τα πάντα κατά την πορείαν του. Τοιουτοτρόπως δε εις τα άνω +της Λιβύας επικρατεί θέρος παντοτεινόν. Εάν η τοποθέτησις των +ζωνών μετεβάλλετο, εάν εις μεν την θέσιν του ουρανού όπου σήμερον +είναι ο βοράς και ο χειμών μετέβαινεν ο νότος και η μεσημβρία, εις +δε την του νότου ο βοράς, ο ήλιος, διωκόμενος εκ του μέσου του +ουρανού υπό του βορά και του χειμώνος, θα ήρχετο εις την άνω +Αίγυπτον, καθώς έρχεται σήμερον εις την Λιβύαν, και διερχόμενος +όλην την Ευρώπην, υποθέτω ότι θα επενήργει επί του Ίστρου ως +επενεργεί επί του Νείλου. + +27. Όσον αφορά την αιτίαν διά την οποίαν ο Νείλος δεν αποπνέει +ουδέ την ελαχίστην αύραν, ιδού τι φρονώ και περί τούτου· ότι δεν +είναι φυσικόν να πνέη η αύρα από τας θερμάς χώρας, διότι αρέσκεται +να πνέη από τας δροσεράς. + +28. Και ταύτα μεν ας εξακολουθήσωσιν ως είναι και ως ήσαν εξ +αρχής· περί δε των πηγών του Νείλου, κανείς, μήτε από τους +Αιγυπτίους μήτε από τους Λίβυας μήτε από τους Έλληνας μεθ' ων +συνωμίλησα, δεν ηδυνήθη να με είπη ότι τας ηξεύρει, εκτός μόνον +εις την Σάιν της Αιγύπτου ο θησαυροφύλαξ του ναού της Αθηνάς. Και +αυτός μοι εφάνη αστειευόμενος όταν ισχυρίσθη ότι είχε πολύ +ακριβείς πληροφορίας. Επαναλαμβάνω όσα με είπε· κατ' αυτόν, +υπάρχουσι δύο όρη των οποίων αι κορυφαί λήγουσιν εις οξύ, κείμενα +μεταξύ της εν Θηβαΐδι Συήνης και της Ελεφαντίνης και καλούμενα το +μεν Κρώφι το δε Μώφι. Μεταξύ αυτών αι πηγαί του Νείλου +αναθρώσκουσιν εκ βαράθρου αβαθούς. Και το μεν ήμισυ των υδάτων +καταβαίνει εις την Αίγυπτον, προς το μέρος του βορά, το δε άλλο +ήμισυ εις την Αιθιοπίαν, προς το μέρος του νότου. Ότι δε αι πηγαί +εξέρχονται εκ βαράθρου αβαθούς, το εύρεν εκ πείρας ο Ψαμμίτιχος· +διότι, αφού διέταξε να πλέξωσι χονδρόν σχοινίον πολλών χιλιάδων +οργυιών, το έρριψε και δεν ηδυνήθη να εύρη τον βυθόν. Ταύτα +εβεβαίου ο θησαυροφύλαξ· εγώ όμως αγνοώ εάν έλεγεν αλήθειαν. Εκ +της δοκιμής δε ταύτης συμπεραίνω ότι θα υπάρχωσιν εκεί ισχυραί +δίναι αίτινες αναβαίνουσι και εξωθούσι το ύδωρ μεταξύ των ορέων +μετά τοσαύτης ορμής ώστε η βολίς να μη δύναται να φθάση μέχρι του +βυθού. + +29. Παρ' ουδενός άλλου ηδυνήθην να μάθω τι· διά να μάθω δε +περισσότερα, εξέτεινα τας αναζητήσεις μου· και μέχρι μεν της +Ελεφαντίνης πόλεως μετέβην και τα είδον ιδίοις όμμασιν, απ' εκεί +δε και πέραν τα παρέλαβον εξ ακοής. Άνωθεν της Ελεφαντίνης πόλεως +το έδαφος είναι ανωφερές, και ο θέλων να αναπλεύση τον ποταμόν +είναι ηναγκασμένος να δέση το πλοιάριον εξ αμφοτέρων των πλευρών +και να το σύρη ως βουν. Εάν το σχοινίον κοπή, το πλοιάριον +καταβαίνει παρασυρόμενον υπό της δυνάμεως του ρεύματος. Πλέουσι +τοιουτοτρόπως επί τέσσαρας ημέρας, και εις το μέρος τούτο ο Νείλος +είναι σκολιός ως ο Μαίανδρος· δώδεκα δε σχοίνους πρέπει κατ' αυτόν +τον τρόπον να διαπλεύσης, και έπειτα θα φθάσης εις πεδιάδα ομαλήν +εις την οποίαν ο Νείλος ρέει περί τινα νήσον ήτις καλείται +Ταχομψώ. Αμέσως άνωθεν της Ελεφαντίνης η χώρα κατοικείται υπό των +Αιθιόπων· εν τούτοις το ήμισυ της νήσου κατοικείται υπό Αιγυπτίων. +Συνέχεται δε αύτη μετά μεγάλης λίμνης πέριξ της οποίας κατοικούσιν +Αιθίοπες νομάδες. Ταύτην αφού διαπλεύσης, εισέρχεσαι εις το ρεύμα +του ποταμού όπερ χύνεται εις την λίμνην. Εκεί πρέπει να αποβής από +το πλοιάριον και να εξακολουθήσης την πορείαν σου εις την όχθην +επί τεσσαράκοντα ημέρας, διότι εντός του Νείλου είναι διεσπαρμένοι +σκόπελοι οίτινες εξέχουσι και ύφαλοι υπό το ύδωρ διά των οποίων +είναι αδύνατον να πλεύσης. Μετά την τεσσαρακονθήμερον ταύτην +πορείαν, εισέρχεσαι πάλιν εις άλλο πλοιάριον και μετά δώδεκα +ημερών πλουν φθάνεις εις μεγάλην πόλιν της οποίας το όνομα είναι +Μερόη και ήτις ως λέγουσιν είναι η μητρόπολις των άλλων Αιθιόπων. +Εις την πόλιν ταύτην λατρεύουσι μόνους εξ όλων των θεών τον Δία +και τον Διόνυσον, τους τιμώσιν υπερβαλλόντως και ο Ζευς έχει εκεί +μαντείον. Εκστρατεύουσι δε όταν τους διατάττη ο θεός και +πολεμούσιν όπου τους είπη. + +30. Μακρυνόμενος από την πόλιν ταύτην πλέων φθάνεις εις τους +Αυτομόλους εις τόσον καιρόν όσον εδαπάνησας διά να έλθης από την +Ελεφαντίνην. Το όνομα του λαού τούτου είναι Ασμάχ, σημαίνει δε εις +την γλώσσαν των Ελλήνων εκείνους οίτινες ίστανται πλησίον του +βασιλέως προς τα αριστερά. Ιδού δε η καταγωγή των Αυτομόλων· +διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες πολεμισταί Αιγύπτιοι επανεστάτησαν +και ήλθον εις τους Αιθίοπας δια την ακόλουθον αιτίαν. Επί της +βασιλείας του Ψαμμιτίχου υπήρχον φρουραί εις την Ελεφαντίνην κατά +των Αιθιόπων, εις τας Πηλουσιακάς Δάφνας κατά των Αραβίων και των +Σύρων, τέλος εις την Μαρέαν κατά των Λιβύων. Έτι δε και εις την +εποχήν μου οι Πέρσαι διατηρούσι τας αυτάς φρουράς όπως ήσαν επί +Ψαμμιτίχου, και φυλάττουσι την Ελεφαντίνην και τας Δάφνας. Επειδή +δε οι Αιγύπτιοι ούτοι εφρούρουν επί τρία έτη και δεν ήρχοντο άλλοι +να τους αντικαταστήσωσι, συνεκρότησαν συμβούλιον και συμφωνήσαντες +εγκατέλιπον τον Ψαμμίτιχον και μετέβησαν εις την Αιθιοπίαν. Μαθών +τούτο ο Ψαμμίτιχος τους κατεδίωξε, και όταν τους έφθασε, τους +παρεκάλει επί πολύ να μη αφήσωσι τους πατρίους θεούς, τα τέκνα και +τας γυναίκας. Τότε είς εξ αυτών, ως λέγεται, δεικνύων το αιδοίον +του, είπεν ότι όπου ήτο αυτό, εκεί θα εύρισκε και γυναίκα και +τέκνα. Φθάσαντες εις την Αιθιοπίαν παρέδωσαν εαυτούς εις τον +βασιλέα της χώρας ταύτης όστις εις αντάλλαγμα τοις έδωκε το +ακόλουθον δώρον. Αιθίοπές τινες είχον σχηματίσει κόμμα εναντίον +του· αυτούς τους Αιθίοπας είπεν ο βασιλεύς εις τους Αιγυπτίους να +εξώσωσι και να κατοικήσωσι την γην των. Αφότου δε οι Αιγύπτιοι +ούτοι κατώκησαν εκεί, εγένοντο οι Αιθίοπες ημερώτεροι παραλαβόντες +ήθη Αιγυπτιακά. + +31. Εκτός λοιπόν του μέρους το οποίον διατρέχει ο Νείλος αφού +εισέλθη εις τον Αίγυπτον, είναι γνωστός μέχρι πλοός και οδοιπορίας +τεσσάρων μηνών, διότι αυτόν τον αριθμόν ευρίσκομεν εάν προσθέσωμεν +τους μήνας τους οποίους αναλίσκομεν διά να μεταβώμεν εκ της +Ελεφαντίνης εις τους Αυτομόλους τούτους. Ρέει δε ο Νείλος από +δυσμών. Από του μέρους τούτου και άνω ουδείς ηδυνήθη να με είπη τι +θετικόν, ένεκα του καύματος όπερ καθιστά τον τόπον τούτον έρημον. + +32. Έμαθον όμως τας ακολούθους λεπτομερείας παρά Κυρηναίων τινών +οίτινες με είπον ότι μεταβάντες διά να ερωτήσωσι το μαντείον του +Άμμωνος και συνομιλήσαντες μετά του Ετεάρχου βασιλέως των Αμμωνίων +ανέφερον προς τοις άλλοις και περί του Νείλου και είπον ότι κανείς +δεν εγνώριζε τας πηγάς του. Τότε ο Ετέαρχος τοις διηγήθη ότι +Νασαμώνες τινες (έθνος Λιβυκόν κατοικούν την Σύρτιν και ολίγον +μέρος της προς ανατολάς της Σύρτιος χώρας) ελθόντες προς αυτόν και +ερωτώμενοι εάν ήξευρον να είπωσί τι περισσότερον περί των ερήμων +της Λιβύας απεκρίθησαν ότι τολμητίαι τινές παίδες προυχόντων +συνέλαβον την ιδέαν άμα έφθασαν εις ανδρικήν ηλικίαν να +λαμπρυνθώσι δι' εκτάκτου τινός κατορθώματος. Ρίψαντες κλήρον +διέταξαν πέντε εξ αυτών να υπάγωσι και να ερευνήσωσι τας ερήμους +της Λίβυας μήπως ανακαλύψωσί τι περισσότερον από εκείνους οίτινες +είδον τα μακρότατα μέρη· διότι τα μεν κατά την βόρειον θάλασσαν +μέρη της Λιβύας, από της Αιγύπτου μέχρι του ακρωτηρίου Σολόεντος, +όπου τελειόνει η Λιβύα, κατοικούσιν όλην αυτήν την παραλίαν Λίβυες +και πολλά έθνη Λιβυκά, πλην των μερών τα οποία κατοικούσι Φοίνικες +και Έλληνες. Από της παραλίας όμως ταύτης και των κατοικουμένων +μερών η Λιβύα είναι κατοικητήριον θηρίων· πέραν δε υπάρχει έρημος +άνευ ύδατος και κεκαλυμμένη υπό άμμου. Οι νεανίαι λοιπόν ούτοι +οίτινες επέμφθησαν υπό των συνηλικιωτών των, λαβόντες μεθ' εαυτών +πολλά τρόφιμα και ύδωρ, μετέβησαν πρώτον εις το κατοικούμενον +μέρος. Αφού δε διήλθον αυτό, εισεχώρησαν εις το διαμονητήριον των +θηρίων και εκείθεν ήλθον εις την έρημον διευθυνόμενοι προς δυσμάς. +Διέβησαν τοιουτοτρόπως μέγα διάστημα αμμώδες, και μετά πολλών +ημερών πορείαν, είδον εις την πεδιάδα δένδρα αυτοφυή, έδραμον προς +αυτά και έδρεψαν καρπούς. Ενώ δε έδρεπον, μικροί τινες άνθρωποι, +μικρότεροι του μετρίου αναστήματος, ήλθον, τους συνέλαβον και τους +απήγαγον. Ουδείς των Νασαμώνων ενόει την γλώσσαν των και ουδείς +εκείνων την των Νασαμώνων. Τους απήγον δε διά μέσου απεράντου +έλους και επί τέλους έφθασαν εις πόλιν τινά όπου όλοι οι άνθρωποι +είχον το αυτό ανάστημα με εκείνους οίτινες τους είχον συλλάβει· +όλοι ήσαν μέλανες· πλησίον δε της πόλεως έρρεε μέγας ποταμός +τρέχων από δυσμών προς ανατολάς, εντός του οποίου είδον +κροκοδείλους. + +33. Και περί μεν της διηγήσεως του Ετεάρχου αρκούσιν όσα είπα· θα +προσθέσω δε μόνον ότι έλεγε, κατά την διήγησιν των Κυρηναίων, ότι +οι Νασαμώνες επέστρεψαν και ότι όλοι οι άνθρωποι οι κατοικούντες +εκεί ήσαν γόητες. Ο Ετέαρχος επίστευεν ότι ο ποταμός τον οποίον +είχον ιδεί ήτο ο Νείλος, ο δε ορθός λόγος απαιτεί να παραδεχθώμεν +την εικασίαν ταύτην· διότι ο Νείλος, ως εγώ φρονώ εικάζων εκ των +γνωστών τα άγνωστα, έρχεται από την Λιβύαν διασχίζων αυτήν εις το +μέσον και το διάστημα αυτού είναι ίσον με το του Ίστρου· και +τωόντι ο Ίστρος αρχίζων από το Κελτούς και την πόλιν Πυρίνην, +τρέχει σχίζων τη Ευρώπην εις το μέσον. Κατοικούσι δε οι Κελτοί +πέραν των Ηρακλείων στηλών και συνορεύουσι με τους Κυνησίους +οίτινες είναι οι τελευταίοι κάτοικοι προς δυσμάς, και ο Ίστρος, +αφού διασχίση όλην την Ευρώπην, χύνεται εις τον Εύξεινον πόντον, +εις το μέρος όπου οι άποικοι των Μιλησίων ίδρυσαν την Ιστρίαν. + +34. Διέρχεται λοιπόν ο Ίστρος διά κατοικουμένων μερών· πολλοί +άνθρωποι τον γνωρίζουσιν, ενώ περί των πηγών του Νείλου κανείς δεν +ηξεύρει τίποτε, καθότι η Λιβύα, διά μέσου της οποίας ρέει, είναι +έρημος και ακατοίκητος. Και περί μεν του ρεύματος αυτού είπον ό,τι +ηδυνήθην να εξιχνιάσω κατά τας μακροτάτας ερεύνας μου· το δε +στόμιον αυτού είναι εις την Αίγυπτον, και η Αίγυπτος κείται σχεδόν +αντικρύ των ορέων της Κιλικίας. Από των ορέων τούτων μέχρι της +Σινώπης του Ευξείνου πόντου είναι διά ταχύν οδοιπόρον πέντε ημερών +οδός ευθεία. Η δε Σινώπη κείται αντικρύ των στομίων του Ίστρου. +Διά τούτο νομίζω ότι δύναμαι να παραβάλω το εν τη Λιβύα ρεύμα του +Νείλου με το εν τη Ευρώπη ρεύμα του Ίστρου. Αλλ' αρκούσιν όσα +είπον περί του Νείλου. + +35. Έρχομαι δε τώρα να ομιλήσω εκτενέστερον περί της Αιγύπτου, +καθότι αύτη πλειότερον πάσης άλλης χώρας περικλείει θαυμάσια +πράγματα και έργα άξια περιγραφής· διά τούτο λοιπόν θα ομιλήσω +μάλλον εκτενώς περί αυτής. Οι Αιγύπτιοι ζώσιν υπό ουρανόν όλως +ίδιον εις αυτούς· η χώρα των βρέχεται υπό ποταμού του οποίου η +φύσις διαφέρει όλων των άλλων ποταμών· τέλος δε έχουσιν έθιμα και +νόμους εναντία κατά το πλείστον από τους άλλους ανθρώπους. Εκεί αι +γυναίκες υπάγουσιν εις την αγοράν και γίνονταν μεταπράτιδες, οι δε +άνδρες μένουσιν εις τας οικίας και υφαίνουσι. Πανταχού αλλού +ωθούσι την κρόκην προς τα άνω, οι Αιγύπτιοι προς τα κάτω. Οι +άνδρες βαστάζουσι τα φορτία εις την κεφαλήν, αι γυναίκες επί των +ώμων· αι γυναίκες ουρούσιν όρθιαι, οι άνδρες καθήμενοι. +Αφοδεύουσιν εντός των οικιών και τρώγουσιν έξω εις τας οδούς, +λέγοντες ότι τα μεν αισχρά πλην αναγκαία πρέπει να τα εκπληροί τις +κρυφίως, τα δε μη αισχρά αναφανδόν. Ουδεμία γυνή γίνεται ιέρεια +θεού ή θεάς, αλλ' οι άνδρες είναι ιερείς πάντων και πασών. Οι υιοί +δεν είναι ηναγκασμένοι να θρέφωσι τους γονείς των εάν δεν θέλωσιν· +αι θυγατέρες όμως είναι ηναγκασμέναι εις τούτο, έστω και εάν δεν +θέλωσι. + +36. Αλλαχού οι ιερείς των θεών έχουσι μακράν κόμην· εις την +Αίγυπτον ξυρίζονται· οι άνθρωποι συνοιθίζουσι να κόπτωσι τα μαλλία +όταν πενθώσιν αποθανόντας συγγενείς· οι Αιγύπτιοι, προς τιμήν των +αποθανόντων, αφίνουσι να αυξήσωσιν αι τρίχες της κεφαλής και του +πώγωνος τας οποίας προηγουμένως εξύριζον. Οι άλλοι άνθρωποι ζώσι +κεχωρισμένοι από τα ζώα, οι Αιγύπτιοι ζώσι φύρδην μίγδην μετ' +αυτών. Αλλαχού τρέφονται με σίτον και κριθήν· αλλ' οι Αιγύπτιοι +θεωρούσιν αισχρότατον και υποβάλλωνται εις τοιαύτην δίαιταν, και +μεταχειρίζονται όλυραν, την οποίαν τινές ονομάζουσι ζειάν. +Ζυμόνουσι με τους πόδας, με τας χείρας δε ανακατόνουσι τον πηλόν +και καθαρίζουσι την κόπρον. Οι άλλοι άνθρωποι, εκτός εκείνων +οίτινες παρέλαβον το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους, αφίνουσι το +αιδοίον των όπως επλάσθη εκ φύσεως· οι Αιγύπτιοι περιτέμνονται. +Έκαστος ανήρ φορεί δύο ενδύματα, η γυνή φορεί έν. Οι άλλοι +δένουσιν έξωθεν τους κρίκους των ιστίων και τους κάλους, οι +Αιγύπτιοι τους δένουσιν έσωθεν. Οι Έλληνες γράφουσι τα γράμματα +και αριθμούσι με χαλίκια αρχίζοντες από τα αριστερά και φέροντες +την χείρα των προς τα δεξιά· οι Αιγύπτιοι αρχίζουσιν από τα δεξιά +και προχωρούσι προς τα δεξιά λέγοντες ότι αυτοί γράφουσι προς τα +δεξιά και οι Έλληνες προς τα αριστερά. Έχουσι δε δύο είδη +χαρακτήρων· τους ιερούς χαρακτήρας και τους δημώδεις. + +37. Επειδή δε είναι θεοσεβείς πολύ περισσότερον από όλους τους +ανθρώπους, έχουσι τα εξής έθιμα. Πίνουσιν από ποτήρια χάλκινα τα +οποία πλύνουσι καθ' ημέραν· τούτο δε πράττουσιν όλοι, και όχι +τινές μόνον. Φορούσιν ενδύματα λινά πάντοτε νεόπλυτα, και +προσέχουσιν εις τούτο πολύ. Περιτέμνονται χάριν καθαριότητος, και +θεωρούσι προτιμότερον να φαίνωνται καθαροί ή ωραίοι. Ανά πάσαν +τρίτην ημέραν οι ιερείς ξυρίζουσιν όλον το σώμα διά να μη τύχη και +ευρεθή επ' αυτών μήτε φθείρα μήτε άλλο τι έντομον μυσαρόν όταν +υπηρετώσι τους θεούς. Λινά μόνον ενδύματα φορούσιν οι ιερείς και +υποδήματα κατεσκευασμένα από φλοιόν παπύρου· δεν τοις είναι δε +επιτετραμμένον να φορώσιν άλλου είδους. Νίπτονται με ύδωρ +δροσερόν, δις της ημέρας και δις της νυκτός. Και άλλα ούτως ειπείν +άπειρα θρησκευτικά έθιμα εκπληρούσιν· απολαμβάνουσιν όμως και όχι +ολίγα αγαθά. Μήτε φθείρουσι μήτε δαπανώσιν όσα ανήκουσιν εις +αυτούς· τροφαί ιεραί ετοιμάζονται δι' αυτούς, και άπειρα κρέατα +βοών και χηνών προσφέρονται εις αυτούς καθημερινώς· προς τούτοις +τοις δίδεται οίνος σταφυλής. Δεν τοις επιτρέπεται όμως να τρώγωσιν +ιχθύας. Εις όλην την Αίγυπτον δεν σπείρουσι κυάμους, εάν δε τύχη +να φυτρώσωσι, δεν τους τρώγουσι μήτε ωμούς μήτε μαγειρευμένους. Οι +ιερείς ούτε να τους ίδωσιν ανέχονται θεωρούντες το όσπριον τούτο +ως ακάθαρτον. Έκαστος θεός δεν υπηρετείται μόνον παρ' ενός ιερέως, +αλλά παρά πολλών, και είς εξ αυτών είναι μέγας ιερεύς· όταν +αποθάνη τον διαδέχεται ο υιός του. + +38. Φρονούσιν ότι οι άρρενες βόες είναι του Επάφου, και τούτου +ένεκα τους δοκιμάζουσι διά του ακολούθου τρόπου. Εάν επί του βοός +ανακαλύψωσι μίαν μόνην τρίχα λευκήν, υποθέτουσιν αυτόν ακάθαρτον. +Είς των ιερέων, επιτετραμμένος τούτο, εξετάζει το πράγμα, +κρατουμένου του ζώου ορθίου ή ριπτομένου υπτίου. Έλκει δε +συγχρόνως την γλώσσαν του διά να ίδη έκ τινων προσδιωρισμένων +σημείων περί των οποίων θα ομιλήσω αλλαχού εάν ήναι καθαρά· τέλος +παρατηρεί τας τρίχας της θύρας και βεβαιούται εάν φύωνται φυσικώς. +Αφού δε το ζώον αποδειχθή υπό όλας τας επόψεις καθαρόν, το σημειοί +τυλίσσων περί τα κέρατα αυτού φλοιόν παπύρου, έπειτα ο ιερεύς το +αλείφει με σημαντρίδα γην, επιθέτει την σφραγίδα του και +τοιουτοτρόπως το απάγουσιν. Όστις θυσιάζει βουν μη σημειωμένον +τιμωρείται με θάνατον. Κατά τούτον λοιπόν τον τρόπον δοκιμάζεται +το ζώον. + +39. Ιδού δε πώς γίνεται η θυσία· όταν φέρωσι το σημειωμένον ζώον +προ του βωμού όπου θέλουσι να το θυσιάσωσιν, ανάπτουσι πυρ, έπειτα +πλησίον αυτού κάμνουσι σπονδάς με οίνον και επικαλούνται τον θεόν· +ακολούθως σφάζουσι το θύμα, και αφού το σφάξωσιν, αποκόπτουσι την +κεφαλήν αυτού. Εκδαίρουσι το σώμα, και αφού είπωσι κατά της +κεφαλής εκείνης πολλάς αράς, την φέρουσιν εις την αγοράν, εάν +υπάρχη τοιαύτη, και την πωλούσιν εις Έλληνά τινα έμπορον, εάν +ευρίσκεται τοιούτος εις την πόλιν· ει δε και δεν ευρίσκεται Έλλην +έμπορος, την ρίπτουσιν εις τον ποταμόν. Αι βλασφημίαι τας οποίας +προφέρουσι κατά της κεφαλής εκείνης είναι αι ακόλουθοι· «Εάν +μέλλωσι να συμβώσι δυστυχίαι εις εκείνους οίτινες προσφέρουσι την +θυσίαν ταύτην, είθε αι δυστυχίαι αύται να στραφώσι και πέσωσι κατά +της κεφαλής ταύτης.» Όλοι οι Αιγύπτιοι τηρούσι τας αυτάς συνήθειας +προκειμένου περί των κεφαλών των θυμάτων και των σπονδών του +οίνου· εις όλας δε τας θυσίας μεταχειρίζονται τους αυτούς νόμους, +και συμφώνως με τους νόμους τούτους ουδέποτε Αιγύπτιος τρώγει την +κεφαλήν ουδενός ζώου. + +40. Η εξαγωγή των εντοσθίων και ο τρόπος του καίειν τα θύματα +διαφέρουσι κατά τας θυσίας. Εγώ θα αναφέρω ποία είναι κατ' αυτούς +η μεγίστη θεότης προς τιμήν της οποίας τελούσι την μεγίστην +εορτήν. Αφού εκδείρωσι τον βουν, αποσπώσι την κοιλίαν κενήν, +αφίνοντες εντός του σώματος τα σπλάγχνα και το πάχος. Κόπτουσι +τους πόδας, την άκραν της ουράς, τους ώμους και τον τράχηλον. +Τούτων γενομένων, γεμίζουσι το εναπομείναν σώμα με άρτους +καθαρούς, με μέλι, με σταφίδας, με σύκα, με λιβανωτόν, με σμύρναν +και με άλλα μύρα. Αφού δε το γεμίσωσι τοιουτοτρόπως, το καίουσιν +επί του βωμού χύνοντες επ' αυτού άφθονον έλαιον. Θυσιάζουσι δε +νήστεις έτι, και ενώ το θύμα καίεται, τύπτουσιν εαυτούς όλοι· +τέλος, αφού κτυπηθώσι καλώς, κάθηνται και τρώγουσι τα μέλη του +ζώου τα οποία εχώρισαν πρότερον. + +41. Όλοι λοιπόν οι Αιγύπτιοι θυσιάζουσιν άρρενας βόας καθαρούς και +μόσχους, δεν τοις είναι όμως επιτετραμμένον να θυσιάζωσι θηλείας +διότι αύται θεωρούνται ιεραί της Ίσιδος. Το δε άγαλμα της Ίσιδος, +ον γυναικείον, έχει κέρατα αγελάδος, όπως οι Έλληνες παριστώσι την +Ιώ, και όλοι οι Αιγύπτιοι σέβονται ομοίως τας αγελάδας πολύ +περισσότερον από όλα τα λοιπά ζώα. Τούτου ένεκα, ούτε ανήρ +Αιγύπτιος ούτε γυνή Αιγυπτία στέργει να φιλήση Έλληνα εις το +στόμα, ή να μεταχειρισθή την μάχαιραν, ή τους οβελούς, ή την +χύτραν αυτού, ή να φάγη κρέας βοός καθαρού κοπέν υπό μαχαίρας +Έλληνος. Θάπτουσι τους νεκρούς βόας διά του ακολούθου τρόπου· +ρίπτουσα εις τον ποταμόν τας θηλείας, τους δε άρρενας τους +ρίπτουσιν εντός εσκαμμένων βόθρων εις τα προάστειά των, αφίνοντες +έξω του τάφου το έν κέρατον ή τα δύο ως σημείον. Όταν γίνη εντελής +η σήψις και παρέλθη ο προσδιωρισμένος χρόνος, έρχεται εις εκάστην +πόλιν έν πλοιάριον εκ της Προσωπίτιδος καλουμένης νήσου· είναι δε +η νήσος αύτη εις το Δέλτα και έχει περιφέρειαν εννέα σχοίνων. Εν +ταύτη τη Προσωπίτιδι νήσω υπάρχουσι και άλλαι πολλαί πόλεις. +Εκείνη δε εκ της οποίας έρχονται τα πλοιάρια τα οποία συνάζουσι τα +οστά των βοών, ονομάζεται Ατάρβηχις, και υπάρχει εν αυτή ναός +αφιερωμένος εις την Αφροδίτην. Από την πόλιν ταύτην εξερχόμενοι οι +άνθρωποι με πολλά πλοιάρια περιφέρονται εις όλας τας άλλας πόλεις +διά να λάβωσι τα οστά, να τα φέρωσιν εις έν μέρος και τα θάψωσιν· +εκεί όλα. Όπως θάπτουσι δε τους βόας ούτω θάπτουσι και τα άλλα +αποθνήσκοντα κτήνη. Τοιούτον έθιμον λοιπόν επικρατεί εις αυτούς +περί των κτηνών, διότι κανέν εκ τούτων των ζώων δεν φονεύουσιν οι +Αιγύπτιοι. + +42. Όσοι ίδρυσαν ναούς εις τον Θηβαιέα Δία, ή όσοι είναι από τον +Θηβαίον νομόν, απέχονται προβάτων και θυσιάζουσιν αίγας. Διότι +όλοι οι Αιγύπτιοι δεν τιμώσι τους αυτούς διά του αυτού τρόπου, +πλην της Ίσιδος και του Οσίριδος (όστις λέγουσιν ότι είναι ο +Διόνυσος), τους οποίους τιμώσι πανταχού ομοίως. Όσοι δε έχουσι +ναόν του Μένδητος, απέχονται αιγών και θυσιάζουσι πρόβατα. Οι δε +Θηβαίοι και όσοι ως αυτούς απέχονται προβάτων, λέγουσιν ότι το +έθιμον τούτο επεκράτησε παρ' αυτοίς διά την ακόλουθον αιτίαν. Ο +Ηρακλής ηθέλησεν αφεύκτως να ίδη τον Δία, όστις δεν ήθελε να τον +ίδη ο Ηρακλής· τέλος, επειδή επέμενεν ο Ηρακλής, εμηχανεύθη ο Ζευς +το εξής. Εκδείρας κριόν και αποταμών την κεφαλήν αυτού, την +εκράτει προ του προσώπου του, αφού εφόρεσε πρότερον την δοράν του +κριού. Εν τοιαύτη δε καταστάσει ευρισκόμενος, έδειξεν εαυτόν εις +τον Ηρακλέα. Διά την αιτίαν ταύτην οι Αιγύπτιοι κάμνουσι το άγαλμα +του Διός κριοπρόσωπον· εμιμήθησαν δε αυτούς οι Αμμώνιοι, οίτινες +είναι άποικοι των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων και η γλώσσα των +είναι κράμα της Αιγυπτιακής και της Αιθιοπικής. Κατ' εμέ τούτου +ένεκα έλαβον και την επωνυμίαν Αμμώνιοι, διότι Αμμούν ονομάζουσιν +οι Αιγύπτιοι τον Δία. Δεν θυσιάζουσι λοιπόν οι Αιγύπτιοι κριούς, +και ένεκα της παραδόσεως ταύτης θεωρούσιν αυτούς ως ιερούς· άπαξ +μόνον του έτους, κατά την εορτήν του Διός, σφάξαντες και +εκδείραντες κριόν περιβάλλουσι με το δέρμα του το άγαλμα του Διός, +σύροντες ενώπιον αυτού το άγαλμα του Ηρακλέους. Γενομένης της +τελετής ταύτης, όλοι οι ιερείς του ναού τύπτουσιν εαυτούς εις +ένδειξιν πένθους διά τον θάνατον του κριού, και έπειτα θάπτουσιν +αυτόν εις θήκην ιεράν. + +48. Προκειμένου περί του Ηρακλέους, ήκουσα ότι ήτο είς των δώδεκα +θεών· όσον δ' αφορά τον Ηρακλέα τον οποίον γνωρίζουσιν οι Έλληνες, +ουδαμού της Αιγύπτου ηδυνήθην να μάθω τι. Ότι δε οι Αιγύπτιοι δεν +έλαβον το όνομα Ηρακλής από τους Έλληνας, αλλά μάλλον οι Έλληνες +από τους Αιγυπτίους, και ιδίως εκείνοι οίτινες τον ωνόμασαν υιόν +του Αμφιτρύωνος, έχω πολλά τεκμήρια περί τούτου, και προσέτι το +ακόλουθον, ότι αμφότεροι οι γονείς του Ηρακλέους τούτου Αμφιτρύων +και Αλκμήνη κατήγοντο ανέκαθεν από την Αίγυπτον, και διότι οι +Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ούτε του Ποσειδώνος, ούτε των Διοσκούρων +γνωρίζουσι τα ονόματα, ούτε εγένοντό ποτε δεκτοί οι θεοί ούτοι +μεταξύ των θεοτήτων των. Ώστε, εάν ελάμβανον από τους Έλληνας το +όνομα θεού τίνος, θα ενθυμούντο προ παντός άλλου το του Ποσειδώνος +και το των Διοσκούρων· διότι και τότε εγίνοντο ταξίδια, και ήσαν +Έλληνές τινες ναυτίλοι. Τούτο φρονώ εγώ και πρέπει να ήναι ορθή η +γνώμη μου· ώστε αυτών των θεών τα ονόματα θα εμάνθανον μάλλον ή το +του Ηρακλέους. «Ο Ηρακλής των Αιγυπτίων είναι αρχαιότατος θεός, +και οι ίδιοι λέγουσα ότι δεκαεπτά χιλιάδες έτη πριν βασιλεύση ο +Άμασις, ο αριθμός των θεών των ανεβιβάσθη από οκτώ εις δώδεκα, +μεταξύ των οποίων ήτο και ο Ηρακλής. + +44. Θέλων δε να μάθω περί αυτών σαφές τι παρ' ούτινος δήποτε +ήθελον δυνηθή, έπλευσα εις την Τύρον της Φοινίκης, ακούσας ότι +υπήρχεν εκεί ναός αφιερωμένος εις τον Ηρακλέα, και είδον τον ναόν +τούτον πλουσίως κεκοσμημένον από πολλά αναθήματα. Περιείχε δύο +στήλας· την μεν εκ χρυσού απέφθου, την δε εκ σμαράγδου λίθου, +λάμπουσαν κατά την νύκτα ζωηρώς. Συνομιλήσας με τους ιερείς τους +ηρώτησα πόσος χρόνος είχε παρέλθει αφότου εκτίσθη ο ναός των· +εύρον δε ότι μήτε αυτοί συνεφώνουν με τους Έλληνας· διότι, κατ' +αυτούς, ο ναός εκτίσθη συγχρόνως με την κατοίκισιν της Τύρου, η δε +Τύρος κατοικείται προ δισχιλίων και τριακοσίων ετών. Είδον προσέτι +εις την πόλιν ταύτην έτερον ναόν του Ηρακλέους, του οποίου η +επωνυμία εδείκνυεν ότι ήτο Θάσιος. Έπλευσα λοιπόν και εις την +Θάσον, όπου εύρον ναόν του Ηρακλέους κτισθέντα υπό των Φοινίκων +οίτινες ενώ έπλεον προς αναζήτησιν της Ευρώπης, αφήκαν εκεί την +αποικίαν ταύτην. Τούτο δε συνέβη πέντε γενεάς πριν γεννηθή ο +Ηρακλής του Αμφιτρύωνος εις την Ελλάδα. Το συμπέρασμα των +αναζητήσεων τούτων αποδεικνύει σαφώς ότι ο Ηρακλής είναι αρχαίος +θεός, και νομίζω ότι πράττουσιν ορθότατα εκείνοι εκ των Ελλήνων +όσοι έχουσι δύο ναούς του Ηρακλέους· και εις μεν τον ένα +προσφέρουσι θυσίας ως εις αθάνατον, καλούντες αυτόν Ολύμπιον, εις +δε τον άλλον τον τιμώσιν ως ήρωα. + +45. Αλλ' οι Έλληνες λέγουσι περί αυτού πολλά και απερίσκεπτα. Ούτω +δε και ο εξής μύθος τον οποίον αναφέρουσι περί του Ηρακλέους είναι +ολίγον ευήθης. Κατά την άφιξιν αυτού εις την Αίγυπτον, λέγουσι, +στέψαντες αυτόν με φύλλα οι Αιγύπτιοι, τον έφερον μετά πομπής διά +να τον θυσιάσωσιν εις τον Δία. Και μέχρι μέν τινος ο Ηρακλής +έμενεν ήσυχος, ότε δε έφθασαν πλησίον του βωμού και ητοιμάζοντο να +τον θυσιάσωσιν, έδειξε την δύναμίν του και τους εφόνευσεν όλους. +Οι διηγούμενοι ταύτα με φαίνεται ότι αγνοούσιν ολοτελώς την φύσιν +και τα έθιμα των Αιγυπτίων. Τωόντι, αφού δεν επιτρέπεται εις +αυτούς να θυσιάζωσι κτήνη άλλα ειμή πρόβατα, βόας άρρενας και +μόσχους, όταν ήναι καθαροί, και χήνας, πώς είναι δυνατόν να +θυσιάζωσιν ανθρώπους; Εκτός τούτου, ο Ηρακλής ήτο μόνος, και ως +λέγουσιν άνθρωπος θνητός· πώς εξηγείται λοιπόν να εφόνευσε πολλάς +μυριάδας ανθρώπων; Και περί τούτων μεν τοσαύτα ειπόντας, ας μας +συγχωρήσωσιν οι θεοί και οι ήρωες. + +46. Οι δε Αιγύπτιοι περί ων ωμίλησα προ ολίγου δεν θυσιάζουσι μήτε +αίγας μήτε τράγους διά την εξής αιτίαν. Οι Μενδήσιοι +συγκαταριθμούσι τον Πάνα μεταξύ των οκτώ θεών οίτινες εγένοντο +πρότεροι των δώδεκα. Επειδή δε οι ζωγράφοι και οι γλύπται +ζωγραφίζουσι και γλύφουσι το άγαλμα του Πανός όπως οι Έλληνες, +αιγοπρόσωπον και τραγοσκελές, όχι διότι τον φαντάζονται τοιούτον, +αλλά τον νομίζουσιν όμοιον με τους άλλους θεούς (θα ήτο δε +δυσάρεστον εις εμέ να είπω διατί τον παριστώσι τοιούτον), διά +τούτο οι Μενδήσιοι σέβονται όλον το γένος των αιγών, και +πλειότερον τους άρρενας ή τας θηλείας· τούτων δε των αρρένων οι +βοσκοί απολαμβάνουσι μεγαλειτέρας τιμάς. + +Ένα τράγον σέβονται περισσότερον από όλους, και όταν ούτος αποθάνη +μέγα πένθος επιβάλλεται εις όλον τον νομόν. Αιγυπτιστί και ο +τράγος και ο Παν λέγεται Μένδης. Επί της εποχής μου, εγένετο εις +τον νομόν τούτον το ακόλουθον τεράστιον· τράγος συνευρίσκετο μετά +γυναικός αναφανδόν. Εις όλους τους ανθρώπους εγένετο γνωστόν +τούτο. + +47. Οι Αιγύπτιοι θεωρούσι τον χοίρον ως ζώον ακάθαρτον· επομένως, +εάν τις αυτών διαβαίνων πλησίον χοίρου εγγίση αυτόν, καταβαίνει με +όλα τα ενδύματά του εις τον ποταμόν και λούεται· αφ' ετέρου οι +Αιγύπτιοι χοιροβοσκοί, μολονότι ιθαγενείς, δεν εμβαίνουσιν εις +κανένα ναόν της χώρας, ούτε δίδει τις την θυγατέρα του εις αυτούς, +ούτε λαμβάνει από αυτούς γυναίκα, αλλά δίδουσι και λαμβάνουσι +γυναίκας οι χοιροβοσκοί μεταξύ των. Οι Αιγύπτιοι δεν νομίζουσι +πρέπον να θυσιάζωσι χοίρον εις άλλους θεούς ή την Σελήνην και τον +Διόνυσον (19)· εις αυτούς μόνους θυσιάζουσι και τρώγουσι το κρέας +των θυμάτων. Δεν κρύπτουσι την αιτίαν διά την οποίαν, ενώ +αποστρέφονται τους χοίρους εις τας άλλας εορτάς, τους θυσιάζουσιν +εις αυτήν· εγώ όμως, καίτοι γνωρίζων την αιτίαν ταύτην, δεν νομίζω +ευπρεπές να την είπω. Ιδού δε πώς γίνεται η θυσία των χοίρων εις +την Σελήνην· άμα το ζώον σφαγή, λαμβάνουσι την άκραν της ουράς, +τον σπλήνα, την σκέπην των εντέρων, και αφού τα περιτυλίξωσιν όλα +ομού με όλον το πάχος το οποίον εύρον εις την κοιλίαν, τα καίουσιν +επί του βωμού. Τα λοιπά κρέατα τρώγονται κατ' αυτήν εκείνην την +ημέραν της πανσελήνου καθ' ην εγένετο η θυσία. Άλλην δε ημέραν δεν +δύνανται να γευθώσι χοιρείου κρέατος. Όσοι μεταξύ αυτών είναι +πτωχοί, δι' απορίαν μέσων πλάττουσι χοίρους εκ ζύμης τους οποίους +ψήσαντες θυσιάζουσι. + +48. Εις το εσπερινόν δείπνον, κατά την παραμονήν της εορτής του +Διονύσου, σφάξας έκαστος προ της θύρας του χοίρον, τον δίδει οπίσω +και τον λαμβάνει ο ίδιος χοιροβοσκός όστις τω τον επώλησε. Πλην +των χορών, οι Αιγύπτιοι εκτελούσι τα λοιπά της εορτής ως οι +Έλληνες. Αντί δε του φαλλού επενόησαν αγάλματα νευρόσπαστα, +πηχυαία το μέγεθος, και περιφέρουσίν αυτά αι γυναίκες εις τας +κώμας, έχοντα το αιδοίον κινούμενον και μόλις μικρότερον του όλου +σώματος. Προηγείται αυλητής, ακολουθούσι δε αι γυναίκες άδουσαι +τον Διόνυσον. Διατί το αιδοίον είναι τόσον υπερμέτρως μέγα, και +διατί αυτό μόνον το μέλος του σώματος κινείται; Περί τούτου +υπάρχει ιερά τις παράδοσις. + +49. Νομίζω ότι ο Μελάμπους, ο υιός του Αμυθέωνος, εγνώρισε και +μάλιστα είδε τας τελετάς ταύτας, διότι αυτός εδίδαξεν εις τους +Έλληνας το όνομα του Διονύσου, την εορτήν αυτού και την πομπήν του +φαλλού. Τους εδίδαξεν όμως πράγμα το οποίον και αυτός δεν είχεν +εννοήσει καλώς, οι δε μεταγενέστεροι αυτού σοφοί εσαφήνισαν αυτό +εντελέστερον. Εδίδαξε λοιπόν ο Μελάμπους να περιφέρωσι τον φαλλόν +προς τιμήν του Διονύσου, και οι Έλληνες μαθόντες τούτο παρ' αυτού +πράττουσίν όσα πράττουσιν. Εγώ νομίζω ότι ο Μελάμπους υπήρξεν +άνθρωπος σοφός, αφ' εαυτού σύστησας την μαντικήν τέχνην, αλλ' ότι +εισήγαγεν εις τους Έλληνας διάφορα τα οποία έμαθεν εις την +Αίγυπτον, και μεταξύ άλλων την λατρείαν του Διονύσου αφού επέφερεν +εις αυτήν ολίγας παραλλαγάς. Και τωόντι, πώς είναι δυνατόν να +πιστεύσωμεν ότι τα προς τιμήν του θεού τούτου γινόμενα εις την +Αίγυπτον και εις τους Έλληνας κατά σύμπτωσιν ομοιάζουσιν; Εάν δεν +ήσαν νεωστί εισηγμένα, θα ήσαν όμοια προς παν ό,τι συμφωνεί με τα +ήθη των Ελλήνων. Επίσης δεν πιστεύω ότι οι Αιγύπτιοι παρέλαβον από +τους Έλληνας τούτο το έθιμον ή άλλο οιονδήποτε. Ως φρονώ δε εγώ, ο +Μελάμπους θα έμαθε τα περί της τελετής του Διονύσου από τον Κάδμον +τον Τύριον και από τους μετ' αυτού ελθόντας εκ της Φοινίκης εις +την χώραν ήτις καλείται σήμερον Βοιωτία. + +50. Σχεδόν όλα τα ονόματα των θεών ήλθον εκ της Αιγύπτου εις την +Ελλάδα· αι έρευναί μου με πείθουσιν ότι τα παρελάβομεν από χώρας +βαρβάρους, και νομίζω ότι προ πάντων ήλθον εκ της Αιγύπτου. Εκτός +του Ποσειδώνος και των Διοσκούρων, περί ων ωμίλησα, εκτός της +Ήρας, της Εστίας, της Θέμιδος, των Χαρίτων και των Νηρηίδων, τα +ονόματα όλων των άλλων θεών υπήρξαν πάντοτε παρά τοις Αιγυπτίοις. +Επαναλαμβάνω ενταύθα ό,τι αυτοί οι ίδιοι με είπον. Οι Θεοί, ων τα +ονόματα λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ότι αγνοούσιν, ωνομάσθησαν νομίζω +από τους Πελασγούς, πλην του Ποσειδώνος· αυτόν δε τον θεόν έμαθον +οι Έλληνες από τους Λίβυας. Ουδείς προ αυτών είχε προφέρει το +όνομά του, και αυτοί τον ετίμων πάντοτε ως θεόν. Οι Αιγύπτιοι +ουδεμίαν λατρείαν αποδίδουσιν εις τους ήρωας. + +51. Έλαβον λοιπόν οι Έλληνες παρά των Αιγυπτίων τα έθιμα τα οποία +είπα, και άλλα τα οποία θα είπω κατόπιν· δεν εδίδαξαν όμως οι +Αιγύπτιοι τους Έλληνας να κατασκευάζωσι τα αγάλματα του Ερμού με +το αιδοίον ορθόν. Πρώτοι όλων των Ελλήνων οι Αθηναίοι παρέλαβον το +έθιμον τούτο από τους Πελασγούς και το μετέδωκαν εις όλους τους +άλλους. Διότι οι Πελασγοί κατώκουν την αυτήν χώραν με τους +Αθηναίους όταν ούτοι ηριθμούντο ήδη μεταξύ των Ελλήνων, και τούτου +ένεκα ήρχισαν και οι Πελασγοί να νομίζωνται Έλληνες. Όστις δε +εμυήθη τα μυστήρια των Καβείρων τα οποία τελούσιν οι Σαμοθράκες +παραλαβόντες αυτά από τους Πελασγούς, εκείνος γνωρίζει τι λέγω. Οι +δε Πελασγοί, πριν μεταβώσιν εις την Αττικήν, κατώκουν την +Σαμοθράκην, και από τούτους παρέλαβον τα μυστήρια οι Σαμοθράκες. +Πρώτοι λοιπόν των Ελλήνων οι Αθηναίοι διδαχθέντες παρ' αυτών, +έκαμον τα αγάλματα του Ερμού με το αιδοίον ορθόν. Οι Πελασγοί +αποδίδουσιν εις τούτο αιτίαν ιεράν, την οποίαν εξηγούσι τα +μυστήρια της Σαμοθράκης. + +52. Πρότερον οι Πελασγοί ευχόμενοι προσέφεραν εις τους θεούς +παντός είδους προσφοράς, ως με εβεβαίωσαν εις την Δωδώνην, χωρίς +να δίδωσιν εις αυτούς ούτε όνομα ιδιαίτερον ούτε επώνυμον, διότι +δεν είχον ακούσει έως τότε τοιούτο τι. Tους εκάλουν θεούς διά +μόνον τον λόγον ότι τακτοποιήσαντες το σύμπαν, εκυβέρνων αυτό. +Έπειτα, μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου, έμαθον εκ της Αιγύπτου τα +ονόματα των άλλων θεών· το δε του Διονύσου έμαθον πολύ βραδύτερον. +Περί των ονομάτων τούτων ηρώτησαν το μαντείον της Δωδώνης, εκείνο +το οποίον οι Έλληνες θεωρούσιν ως αρχαιότατον και το μόνον τότε. +Όταν λοιπόν οι Πελασγοί ηρώτησαν εάν έπρεπε να λάβωσιν ονόματα +ερχόμενα από τους βαρβάρους, το μαντείον απεκρίθη : «Λάβε.» Έκτοτε +δε έθυον μεταχειριζόμενοι τα ονόματα ταύτα των θεών, τα οποία επί +τέλους παρέλαβον οι Έλληνες από αυτούς. + +53. Πόθεν ήλθεν έκαστος των θεών; Υπήρξαν πάντοτε όλοι; Ποίον το +όχημα αυτών; Ουδείς εγίνωσκέ τι, κυρίως ειπείν, μέχρις εσχάτων. +Διότι νομίζω ότι ο Ησίοδος και ο Όμηρος δεν ήσαν αρχαιότεροι εμού +ειμή κατά τετρακόσια έτη και ουχί πλειότερον. Αυτοί είναι οι +γράψαντες την θεογονίαν των Ελλήνων, οι δόντες εις τους θεούς +ονόματα, οι διανείμαντες εις αυτούς τιμάς και τέχνας, οι +περιγράψαντες τας μορφάς αυτών και καθώς νομίζω εγώ, οι ποιηταί +τους οποίους λέγουσι προγενεστέρους των δύο τούτων ανθρώπων +υπήρξαν μεταγενέστεροι. Εξ όσων είπα, τα μεν πρώτα, τα λέγουσιν αι +ιέρειαι της Δωδώνης, τα δε περί Ησιόδου και Ομήρου τα λέγω εγώ. + +54. Ιδού δε τι διηγούνται οι Αιγύπτιοι περί των εν τη Ελλάδι και +εν τη Λιβύα δύο χρηστηρίων. Κατά τους ιερείς του Θηβαιέως Διός, +δύο ιέρειαι ηρπάγησαν από τας Θήβας υπό Φοινίκων· κατόπιν έμαθον +ότι η μία μεν αυτών επωλήθη εις την Λιβύαν, η δε άλλη εις την +Ελλάδα, και ότι αι δύο αύται γυναίκες εσύστησαν τα πρώτα μαντεία +εις τα δύο ταύτα έθνη. Επειδή δε εγώ τους ηρώτησα πόθεν ήξευρον +αυτό το οποίον μετά τοσαύτης βεβαιότητος μοι έλεγον, απεκρίθησαν +ότι μετά πολλού ζήλου εζήτησαν αυτάς τας γυναίκας, ότι δεν +ηδυνήθησαν να τας ανεύρωσι και ότι ύστερον έμαθον αυτά τα οποία +έλεγον. + +55. Και ταύτα μεν ήκουσα από τους ιερείς των Θηβών· αι δε ιέρειαι +της Δωδώνης λέγουσιν ότι δύο μαύραι περιστεραί είχον πετάξει από +τας Θήβας της Αιγύπτου, και η μεν ήλθεν εις την Λιβύαν, η δε εις +την Δωδώνην· η τελευταία αύτη εκάθησεν επί φηγού και λαβούσα φωνήν +ανθρωπίνην τοις είπεν ότι εις αυτόν τον τόπον έπρεπε να συστήσωσι +μαντείον του Διός· ο λαός ενόησεν ότι το άγγελμα εκείνο ήτο θείον +και εξετέλεσεν αμέσως τα παραγγελθέντα. Προσθέτουσιν ότι η άλλη +περιστερά διέταξε τους Λίβυας να συστήσωσι το χρηστήριον του +Άμμωνος· είναι δε και τούτο χρηστήριον του Διός. Ταύτα με είπον αι +ιέρειαι της Δωδώνης, εξ ων η μεν πρεσβυτάτη ωνομάζετο Προμένεια, η +δευτέρα Τιμαρέτη, η δε νεωτάτη Νικάνδρη. Οι δε άλλοι Δωδωναίοι, +όσοι ήσαν εις τον ναόν, συνεφώνουν με αυτάς. + +56. Περί τούτων εγώ έχω την εξής γνώμην. Εάν αληθώς οι Φοίνικες +ήρπασαν τας ιερείας εκείνας και τας επώλησαν, την μεν εις την +Λιβύαν, την δε εις την Ελλάδα, νομίζω ότι η γυνή αύτη η +μεταφερθείσα εις την σημερινήν Ελλάδα, ήτις άλλοτε εκαλείτο +Πελασγία, θα επωλήθη εις την Θεσπρωτίαν, και ότι γενομένη δούλη θα +ίδρυσε ναόν του Διός υπό την ευρισκομένην εκεί φηγόν, νομίζουσα +πρέπον, αφού υπηρέτησεν εις τον εν Θήβαις ναόν του Διός εξ ου +ήλθε, να διαιωνίση την ανάμνησιν αυτού εν τω τόπω όπου είχε +μεταφερθή. Μετά ταύτα, αφού έμαθε την Ελληνικήν γλώσσαν, θα +εσύστησε το χρηστήριον και θα είπεν ότι η αδελφή της επωλήθη υπό +των Φοινίκων οίτινες επώλησαν και αυτήν. + +57. Νομίζω δε ότι αι γυναίκες αύται εκλήθησαν υπό των Δωδωναίων +περιστεραί, επειδή ήσαν βάρβαροι και εφαίνοντο ότι εφθέγγοντο ως +πτηνά. Βραδύτερον, όταν η γυνή αύτη ωμίλησε με τρόπον μάλλον +καταληπτόν εις αυτούς, είπον ότι μία περιστερά ελάλησε με +ανθρωπίνην φωνήν· ενόσω όμως μετεχειρίζετο την βάρβαρον γλώσσαν, +τοις εφαίνετο ότι ωμίλει ως πτηνόν, διότι πώς είναι δυνατόν +περιστερά να ομιλήση ανθρωπίνως; Το μέλαν χρώμα το οποίον δίδουσιν +εις την περιστεράν σημαίνει ότι η γυνή ήτο Αιγυπτία. + +58. Το εν ταις Θήβαις της Αιγύπτου μαντείον και το εν Δωδώνη +δίδουσι τας αποκρίσεις των σχεδόν ομοίως, καθότι η τέχνη του διά +της εξετάσεως των θυμάτων μαντεύεσθαι ήλθεν επίσης εκ της +Αιγύπτου. Πρώτοι όλων των ανθρώπων οι Αιγύπτιοι έκαμον τας +πανηγύρεις, τας πομπάς, τα αφιερώματα, από αυτούς δε τας έμαθον οι +Έλληνες. Τεκμήριον τούτου, κατ' εμέ, είναι το εξής· εν Αιγύπτω +φαίνονται ότι είναι αρχαιόταται· εν Ελλάδι φαίνονται ότι νεωστί +εγένοντο. + +59. Οι Αιγύπτιοι δεν αρκούνται κατ' έτος εις μίαν μόνην πανήγυριν, +αλλά τελούσι πολλάς τοιαύτας εξ ων η μεν πρώτη, εκείνη χάριν της +οποίας μεταβαίνουσι προθυμότατα, γίνεται εις την Βούβαστιν προς +τιμήν της Αρτέμιδος· η δευτέρα γίνεται εις την Βούσιριν προς τιμήν +της Ίσιδος· διότι εις την πόλιν ταύτην υπάρχει ο μέγιστος ναός της +Ίσιδος. Η πόλις είναι εχτισμένη εις το μέσον του Δέλτα, Ίσις δε +κατά την γλώσσαν των Ελλήνων είναι η Δημήτηρ. Η τρίτη πανήγυρις +τελείται εις Σάιν, προς τιμήν της Αθηνάς· η τετάρτη εις +Ηλιούπολιν, προς τιμήν του Ηλίου· η πέμπτη εις την Βουτώ, προς +τιμήν της Λητούς και η έκτη εις την Πάπρημιν προς τιμήν του Άρεως. + +60. Ιδού δε πώς μεταβαίνουσιν εις την πόλιν Βούβαστιν, διότι +άπειροι άνδρες και γυναίκες μεταβαίνουσιν εκεί πανταχόθεν διά +πλοιαρίων. Τινές των γυναικών κρατούσαι κρόταλα κροταλίζουσιν, +άνδρες δέ τινες αυλούσι καθ' όλον τον πλουν· οι λοιποί, άνδρες και +γυναίκες, άδουσι και κροτούσι τας χείρας. Όταν δε πλέοντες +προσεγγίσωσιν είς τινα πόλιν εκ των μεταξύ ευρισκομένων, δένουσι +το πλοιάριον εις την ξηράν και πράττουσι τα ακόλουθα. Τινές μεν +των γυναικών εξακολουθούσι τα άσματά των ή τον κροταλισμόν των +κροτάλων, άλλαι περιγελώσι με μεγάλας φωνάς τας γυναίκας της +πόλεως εκείνης, άλλαι χορεύουσι, και άλλαι ιστάμεναι όρθιαι +ανασύρουσι τα ενδύματά των. Εις εκάστην δε πόλιν παραποταμίαν +πράττουσι τα αυτά. Όταν δε φθάσωσιν εις την Βούβαστιν, εορτάζουσι +προσφέροντες μεγάλας θυσίας, και εις ταύτην την εορτήν αναλίσκουσι +περισσότερον οίνον σταφυλής ή καθ' όλον τον λοιπόν χρόνον. Πλην +των παιδίων, συμφοιτώσιν εκεί επτακόσιοι χιλιάδες ανδρών και +γυναικών, ως λέγουσιν οι εντόπιοι. Και ταύτα μεν γίνονται εις την +Βούβαστιν. + +61. Εις δε την Βούσιριν, πώς τελούσι την εορτήν της Ίσιδος είπα +ανωτέρω. Μετά τας θυσίας, άνδρες και γυναίκες, πάμπολλαι μυριάδες, +τύπτονται· διά ποίον όμως θεόν τύπτονται θα ήτο ανόσιον εις εμέ να +είπω. Οι εις την Αίγυπτον κατοικούντες Κάρες πράττουσι τούτο +περισσότερον από τους άλλους, τόσον ώστε κόπτουσι και τα μέτωπά +των με μαχαίρας· εκ τούτου δε γνωρίζονται ότι είναι ξένοι και ουχί +Αιγύπτιοι. + +62. Όταν συναθροισθώσι διά να κάμωσι θυσίας εις την πόλιν Σάιν, +ανάπτουσιν επί μίαν νύκτα όλοι πολλά λυχνάρια έξω και πέριξ των +οικιών. Τα λυχνάρια δε ταύτα είναι μικρά αγγεία πλήρη άλατος και +ελαίου, και εις την επιφάνειαν επιπλέει το ελλύχνιον. Τα λυχνάρια +καίουσι δι όλης της νυκτός, και η εορτή αύτη καλείται λυχνοκαΐα. +Όσοι Αιγύπτιοι δεν έλθωσιν εις την πανήγυριν ταύτην, περιμένοντες +την νύκτα της θυσίας, ανάπτουσιν όλοι λυχνάρια, εις τρόπον ώστε ου +μόνον η Σάις είναι φωταγωγημένη, αλλ' όλη η Αίγυπτος. Διά ποίον δε +λόγον γίνεται η φωτοχυσία και τιμώσι την νύκτα ταύτην, υπάρχει +περί τούτου ιερά τις παράδοσις. + +63. Εις δε την Ηλιούπολιν και την Βουτώ οι μεταβαίνοντες θυσίας +μόνον επιτελούσιν. Εις την Πάπρημιν τηρούσι μεν τας αυτάς θυσίας +και ιεροπραξίας ως εις τας άλλας πόλεις, όταν όμως ο ήλιος αρχίση +να κλίνη προς την δύσιν, τινές μεν ιερείς ενασχολούνται περί το +άγαλμα, άλλοι δε, οι περισσότεροι, κρατούντες ράβδους, ίστανται +εις την είσοδον του ναού· ο λαός, ήτοι πολλαί χιλιάδες ανδρών, +προσευχόμενοι, ίστανται συμπαγείς εις το αντίθετον μέρος. Από της +προτεραίας μεταφέρουσιν εκ του ναού εις άλλο οίκημα ιερόν το +άγαλμα το οποίον είναι εντός ναΐσκου εκ ξύλου κεχρυσωμένου. Οι +ιερείς, οι οποίοι είχον μείνει περί το άγαλμα, αρχίζουσι να σύρωσι +προς τον μέγαν ναόν άρμα τετράτροχον έχον επ' αυτού τον ναΐσκον +και το άγαλμα, αλλ' οι εις τα προπύλαια ιστάμενοι δεν επιτρέπουσιν +εις αυτούς την είσοδον. Τότε οι ευλαβείς, ερχόμενοι προς βοήθειαν +του θεού, τους κτυπώσιν· εκείνοι υπερασπίζονται, σφοδρά ραβδομαχία +επακολουθεί, και πολλαί κεφαλαί συντρίβονται. Και υποθέτω μεν ότι +πολλοί και αποθνήσκουσιν εκ των τραυμάτων, πλην οι Αιγύπτιοι +βεβαιούσιν ότι ουδείς ουδέποτε απέθανεν. + +64. Διηγούνται δε ως εξής την σύστασιν της πανηγύρεως ταύτης. Η +μήτηρ του Άρεως διέμενεν εις τον ναόν τούτον· ο θεός, +ανατρεφόμενος αλλαχού, εγένετο έφηβος και ηθέλησε να εισέλθη διά +να συνομιλήση με την μητέρα του· αλλ' οι υπηρέται, οίτινες ποτέ +δεν τον είχον ιδεί, δεν τον άφησαν και τον απώθησαν· τότε αυτός +έλαβεν ανθρώπους από άλλην πόλιν, έδειρε τους υπηρέτας και +εισήλθεν εις της μητρός του. Ιδού, λέγουσι, το έθιμον των +ξυλοκοπημάτων κατά την εορτήν του Άρεως. Οι δε Αιγύπτιοι είναι οι +πρώτοι οίτινες εσύστησαν ως κανόνα θρησκευτικόν να μη +συνευρίσκωνται μετά γυναικών εντός των ναών και να μη εμβαίνωσιν +εις αυτούς εάν δεν λουσθώσι μετά την συνουσίασιν. Τωόντι, όλοι +σχεδόν οι άνθρωποι (πλην των Αιγυπτίων και των Ελλήνων) μιγνύονται +μετά γυναικών εντός των ναών ή εισέρχονται εις αυτούς άλουτοι άμα +εγερθώσιν από τας γυναίκας, νομίζοντες ότι οι άνθρωποι κατ' ουδέν +διαφέρουσι των λοιπών ζώων. Διότι βλέποντες τα άλλα κτήνη και τα +πτηνά οχευόμενα εντός των ναών και των ιερών δασών, λέγουσιν ότι +δεν θα εγίνετο τούτο εάν δεν ήτο αρεστόν εις τους θεούς. Και αυτοί +μεν ούτω δικαιολογούμενοι πράττουσι τούτο, εγώ όμως φρονώ +ανάρμοστον την δικαιολογίαν ταύτην. + +65. Οι Αιγύπτιοι μετά μεγίστης προσοχής τηρούσιν όλας τας +θρησκευτικάς εντολάς, και ιδίως αυτάς τας οποίας θα είπω. Η +Αίγυπτος μολονότι όμορος της Λιβύας, δεν έχει όμως άγρια θηρία, +όλα δε τα ζώα όσα υπάρχουσιν εκεί θεωρούνται ιερά, και εκείνα τα +οποία ζώσι μετά των ανθρώπων, και εκείνα τα οποία δεν ζώσι μετ' +αυτών. Εάν είπω διατί θεωρούνται ιερά, θα εισήγοντο εις την +διήγησίν μου πράγματα θεία, τα οποία προ πάντων αποφεύγω να +αναφέρω. Όσα δε τοιαύτα ανέφερα επιτροχάδην, τα είπον βιασθείς υπό +της ανάγκης. Υπάρχει περί των ζώων το εξής έθιμον· φύλακες εξ +αμφοτέρων των φύλων είναι διωρισμένοι να τρέφωσιν έκαστον είδος +κεχωρισμένως, ο δε υιός διαδέχεται τον πατέρα εις το τιμητικόν +τούτο καθήκον. Οι κάτοικοι των πόλεων εκπληρούσι τας ευχάς των διά +των φυλάκων τούτων όταν θέλωσι να αποτείνωσι παράκλησίν τινα προς +τον θεόν εις ον ανήκει το ζώον, ξυρίζουσιν είτε όλην την κεφαλήν, +είτε το ήμισυ, είτε το τρίτον της κεφαλής των υιών των· θέτουσιν +εις τα σταθμά πλάστιγγος, εξ ενός μεν μέρους τα μαλλία, εξ άλλου +δε το βάρος αυτών εις άργυρον· οιονδήποτε δε και αν ήναι το βάρος +τούτο, το δίδουσιν εις την φύλακα του ζώου· αύτη δε, προς +αντάλλαγμα, κόπτει εις τεμάχια ιχθύας και τους δίδει εις τα ζώα να +τους φάγωσι. Τοιαύτη είναι η διδομένη εις αυτά τροφή. Εάν τις +φονεύση εκουσίως κανέν εκ των ζώων τούτων τιμωρείται με θάνατον· +εάν δε το φονεύση ακουσίως, πληρόνει πρόστιμον το οποίον ορίζουσιν +οι ιερείς. Όστις φονεύση εκουσίως ή ακουσίως ίβιν ή ιέρακα, ανάγκη +να θανατωθή. + +66. Όσον μέγας και αν ήναι ο αριθμός των ζώων τα οποία +συνδιαιτώνται με τους ανθρώπους, θα ήτο πολύ μεγαλείτερος εάν δεν +συνέβαινεν εις τους αιλούρους αυτό το οποίον θα ειπώ. Όταν +γεννήσωσιν αι θήλειαι, δεν πλησιάζουσι τους άρρενας· ούτοι δε +ζητούντες να μιγώσι με αυτάς και μη δυνάμενοι να το κατορθώσωσι, +μηχανώνται το εξής. Αρπάζοντες από των θηλέων και απάγοντες τα +τέκνα, φονεύουσιν αυτά· αφού τα φονεύσωσιν όμως, δεν τα τρώγουσι. +Τότε αι θήλειαι, στερούμεναι των τέκνων των και επιθυμούσαι άλλα, +δεν αποφεύγουσι πλέον τους άρρενας· διότι το ζώον τούτο πολύ αγαπά +την διαιώνισιν του είδους του. Εάν συμβή πυρκαϊά, ακολουθούσιν εις +τους αιλούρους πράγματα υπερφυσικά· τωόντι, ενώ οι Αιγύπτιοι, +ιστάμενοι κατά διαστήματα, προσέχουσι πλειότερον πώς να σώσωσι +τους αιλούρους των ή να σβέσωσι το πυρ, τα ζώα ταύτα ολισθαίνουσι +διά των κενών διαστημάτων, πηδώσιν υπεράνω των ανθρώπων και +ρίπτονται εις τας φλόγας. Εις τα τοιαύτα συμβεβηκότα βαθεία λύπη +καταλαμβάνει τους Αιγυπτίους. Όταν είς τινα οικίαν αποθάνη +αίλουρος εκ φυσικού θανάτου, οι κάτοικοι αυτής ξυρίζουσι μόνον τας +οφρύς των· αλλ' εάν αποθάνη κύων, ξυρίζουσιν όλον το σώμα και την +κεφαλήν. + +67. Τους νεκρούς αιλούρους μεταφέρουσιν εις οικήματα ιερά· έπειτα, +αφού τους ταριχεύσωσι, τους θάπτουσιν εις την Βούβαστιν. Οι κύνες +θάπτονται, έκαστος εις την πόλιν του, εντός θηκών ιερών, και οι +ιχνεύμονες ομοίως. Αι μυγαλαί και οι ιέρακες φέρονται εις την +Βουτώ, αι ίβεις (20) εις την Ερμούπολιν. Αι άρκτοι, αίτινες εισί +σπανιώταται, και οι λύκοι οίτινες δεν υπερβαίνουσι τας αλώπεκας +κατά το ανάστημα, θάπτονται εις το μέρος όπου ευρέθησαν νεκροί. + +68. Του κροκοδείλου η φύσις είναι τοιαύτη. Κατά τους τέσσαρας +ψυχροτέρους μήνας του έτους δεν τρώγει τίποτε· μολονότι δε είναι +ζώον τετράπουν, ζη συγχρόνως και εις την ξηράν και εις το ύδωρ· +διότι γεννά μεν τα ωά του και τα εκλεπίζει εις ξηράν, και +διέρχεται το πλείστον της ημέρας εις την όχθην, όλην όμως την +νύκτα είναι εντός του ποταμού, καθότι το ύδωρ είναι θερμότερον της +αιθρίας και της δρόσου· εξ όλων των θνητών όντων τα οποία +γνωρίζομεν, αυτό από το μικρότατον μέγεθος καταντά εις το μέγιστον +τα ωά αυτού δεν είναι μεγαλείτερα των της χηνός, και ο νεοσσός +γίνεται ισομεγέθης με το ωόν· αυξάνει όμως μέχρι δεκαεπτά πήχεων, +και ενίοτε περισσότερον. Έχει οφθαλμούς χοίρου, οδόντας μεγάλους +και χαυλιόδοντας εξέχοντας και αναλόγους με το μήκος του σώματος. +Είναι το μόνον ζώον το οποίον δεν έχει γλώσσαν. Η κάτω σιαγών +αυτού είναι ακίνητος και προσεγγίζει την άνω, όπερ δεικνύει ότι +και κατά τούτο διαφέρει από τα άλλα ζώα. Έχει όνυχας ισχυρούς, και +επί της ράχεως δέρμα λεπιδωτόν αδιάρρηκτον. Τυφλόν εντός του +ύδατος, είναι οξυδερκέστατον εις την ξηράν· επειδή δε διέρχεται το +πλείστον του χρόνου εντός του ποταμού, όλον το στόμα του είναι +πλήρες βδελλών αίτινες εκμυζώσι το αίμα του. Ζώα και πτηνά το +αποφεύγουσιν, αλλά μετά του τροχίλου ζη εν ειρήνη, καθότι το +πτηνόν τούτο τω παρέχει ωφέλειαν. Τωόντι, όταν ο κροκόδειλος +εξέρχεται του ύδατος και αναβαίνη εις την ξηράν, η πρώτη αυτού +ανάγκη είναι να εισπνεύση την πνοήν του ζεφύρου· μένει λοιπόν με +στόμα χαίνον, τότε δε ο τροχίλος εισδύει εντός αυτού και τον +απαλλάσσει από τας βδέλλας καταπίνων αυτάς. Δέχεται λοιπόν ο +κροκόδειλος μετ' ευχαριστήσεως την εκδούλευσιν ταύτην και δεν +βλάπτει παντελώς τον τροχίλον. + +69. Είς τινας Αιγυπτίους ο κροκόδειλος είναι ιερός, είς τινας δε +ου, και οι τελευταίοι ούτοι τον μεταχειρίζονται ως εχθρόν. Οι +κατοικούντες περί τας Θήβας και την λίμνην Μοίριν θεωρούσιν αυτόν +ιερόν. Έκαστος αυτών τρέφει ένα κροκόδειλον όστις διά της αγωγής +καθίσταται χειροήθης· κρεμώσιν εις τα ώτα του ενώτια κρυστάλλινα +και χρυσά· περιβάλλουσι με ψέλλια τους εμπροσθίους του πόδας και +τω δίδουσι τροφάς εκλεκτάς προερχομένας από τας θυσίας. Τέλος, +ζώντα μεν τον περιποιούνται πολύ, αποθανόντα δε τον ταριχεύουσι +και τον θάπτουσιν εις ιεράς θήκας. Εξ εναντίας, οι κατοικούντες +την Ελεφαντίνην πόλιν τρώγουσι τους κροκοδείλους, ουδόλως +νομίζοντες αυτούς ιερούς. Καλούνται δε ουχί κροκόδειλοι, αλλά +χάμψαι· τους ωνόμασαν δε κροκοδείλους οι Ίωνες, ευρίσκοντες ότι +ομοιάζουσι κατά το σχήμα με τους κροκοδείλους (21) οίτινες +γεννώνται εις τα μέρη των εντός των φρακτών. + +70. Οι Αιγύπτιοι τους συλλαμβάνουσι διά πολλών και διαφόρων +τρόπων, αλλ' εγώ θα περιγράψω εκείνον όστις μοι φαίνεται μάλλον +άξιος διηγήσεως. Ο αλιεύς, αφού δελεάση το άγκιστρον με ράχιν +χοίρου, το αφίνει να κυματίζη εις το μέσον του ποταμού· αυτός δε +κρατών δέλφακα (22) ζωντανόν εις το χείλος του ποταμού, τον κτυπά. +Ακούων την φωνήν ο κροκόδειλος, τρέχει προς αυτήν, και συναντών το +άγκιστρον, το καταπίνει· τότε οι άνθρωποι τον έλκουσιν από το +ύδωρ. Αφού δε εξελκυσθή εις την γην, προ παντός άλλου ο αλιεύς +χρίει, τους οφθαλμούς αυτού με πηλόν. Τούτου γενομένου, το ζώον +ευκολώτατα δαμάζεται· άλλως, μετά πολλού κόπου το κατορθόνει. + +71. Οι δε ιπποπόταμοι εις μεν τον Παπρημίτην νομόν είναι ιεροί, +εις δε τους άλλους Αιγυπτίους δεν είναι ιεροί. Ιδού δε ποία είναι +η φυσική αυτών μορφή. Είναι ζώον τετράπουν, δίχηλον, έχει οπλάς +βοός, ρίνα σιμήν, χαυλιόδοντας εξέχοντας· έχει χαίτην, ουράν και +χρεμετισμόν ίππου· το μέγεθος αυτού είναι όσον και του μεγίστου +βοός. Το δέρμα δε αυτού τόσον είναι παχύ, ώστε αφού ξηρανθή +κατασκευάζουσιν εξ αυτού ακόντια. + +72. Γεννώνται επίσης και ενυδρίδες εντός του ποταμού, τας οποίας +θεωρούσιν ιεράς· εξ όλων των ιχθύων νομίζονται ως ιερά το +λεπιδωτόν και η έγχελυς· αυτά τα δύο λέγουσιν ότι είναι αφιερωμένα +εις τον Νείλον, εκ δε των πτηνών οι χηναλώπεκες. + +73. Υπάρχει και έτερον πτηνόν ιερόν το οποίον καλείται φοίνιξ· εγώ +ουδέποτε το είδον ειμή εν ζωγραφία, καθότι σπανίως έρχεται εις την +Αίγυπτον, ανά πεντακόσια έτη, ως λέγουσιν οι κάτοικοι της +Ηλιουπόλεως· προσθέτουσι δε ότι έρχεται όταν αποθάνη ο πατήρ του. +Εάν υπάρχη αληθώς όπως το εικονίζουσι, τα πτερά αυτού είναι άλλα +χρυσοειδή άλλα δε ερυθρά, κατά τι μέγεθος δε ομοιάζει πολύ με +αετόν. Λέγουσιν ότι ο φοίνιξ πράττει τα ακόλουθα τα οποία με +φαίνονται απίστευτα· ορμώμενος από την Αραβίαν, φέρει εις τον εν +Ηλιουπόλει ναόν του Ηλίου τον πατέρα του περικεκαλυμμένον με +σμύρναν και τον θάπτει εκεί διά του εξής τρόπου· πρώτον μεν +πλάττει εκ σμύρνης ωόν τόσον μέγα όσον δύναται να βαστάση· έπειτα +δοκιμάζει τας δυνάμεις του. Αφού δε δοκιμάση, ορύττει το ωόν και +θέτει τον πατέρα του εντός αυτού· έπειτα, με άλλην σμύρναν πληροί +το σχηματισθέν κενόν, εις τρόπον ώστε το ωόν να επανεύρη τα +αρχικόν βάρος του, και τέλος φέρει αυτό ως έχει εις τον εν Αιγύπτω +ναόν του Ηλίου. Ταύτα λέγουσιν ότι πράττει αυτό το όρνεον. + +74. Περί τας Θήβας δε υπάρχουσιν όφεις ιεροί οίτινες ουδόλως +βλάπτουσι τους ανθρώπους· είναι ούτοι πολύ μικροί και έχουσι +κέρατα εις την κορυφήν της κεφαλής· όταν δε αποθάνωσι, τους +θάπτουσιν εις τον ναόν του Διός, καθότι λέγουσιν ότι είναι +καθιερωμένοι εις τον θεόν τούτον. + +75. Υπάρχει εις την Αραβίαν χώρα κειμένη σχεδόν απέναντι της +πόλεως Βουτούς· εκεί μετέβην όπως εξετάσω περί των πτερωτών όφεων. +Φθάσας είδον οστά και ακάνθας όφεων τόσον πλήθος ώστε είναι +αδύνατον να τα διηγηθώ. Ήσαν άπειροι σωροί ακανθών, άλλοι μεν +μεγάλοι, άλλοι μέτριοι, και άλλοι μικροί. Το δε μέρος εις το +οποίον ευρίσκονται διεσπαρμέναι αι άκανθαι αύται είναι η δίοδος εκ +στενής κοιλάδος εις ευρείαν πεδιάδα, ήτις συνέχεται με την πεδιάδα +της Αιγύπτου. Λέγεται δε ότι άμα τω έαρι οι πτερωτοί όφεις πετώσι +και έρχονται από την Αραβίαν εις την Αίγυπτον· αλλ' αι ίβεις +εξέρχονται προς συνάντησίν των εις την δίοδον ταύτην, τους +εμποδίζουσι να προχωρήσωσι και τους φονεύουσι. Τούτου ένεκα οι +Αράβιοι λέγουσιν ότι τιμάται μεγάλως η ίβις υπό των Αιγυπτίων· +ομολογούσι δε και οι Αιγύπτιοι ότι διά την αιτίαν ταύτην τιμώσιν +αυτά τα πτηνά. + +76. Είναι δε το σχήμα της ίβιος τοιούτο· είναι μέλαινα και έχει +σκέλη γεράνου· το ρύγχος αυτής είναι κατά το πλείστον κυρτόν και +το ανάστημά της όσον της κρεκός. Τοιαύτη η μορφή των μαύρων τούτων +αντιπάλων των όφεων· αλλ' αι ίβεις (υπάρχουσι δε δύο είδη αυτών) +αι συχνότερον απαντώμεναι εις τα βήματα των ανθρώπων, έχουσι την +κεφαλήν άτριχον καθώς και τον λαιμόν, τα πτερά των είναι λευκά, +πλην της κεφαλής, του αυχένος, της άκρας των πτερύγων και της +άκρας της ουράς άτινα είναι κατάμαυρα· τα σκέλη δε αυτών και το +ρύγχος είναι όμοια με τα του άλλου είδους. Οι δε όφεις ομοιάζουσι +με τους ύδρους (23), αι απτίλωτοι δε αυτών πτέρυγες ομοιάζουσι με +τας των νυκτερίδων. Αλλά αρκούσιν όσα είπομεν περί των ιερών ζώων. + +77. Όσοι δε εκ των Αιγυπτίων κατοικούσι το καλλιεργημένον μέρος +της Αιγύπτου, ασκούντες το μνημονικόν των, είναι οι μάλλον λόγιοι +από όλους τους ανθρώπους όσους επλησίασα και εδοκίμασα. Ιδού η +δίαιτα την οποίαν ακολουθούσι προσέχοντες να διατηρώσι την υγείαν +των, επί τρεις ημέρας συνεχείς εκάστου μηνός προκαλούσι κενώσεις +δι' εμετικών και κλυσμάτων, διότι φρονούσιν ότι όλαι αι ασθένειαι +του ανθρώπου προέρχονται από τας τροφάς. Και αν όμως έλειπον αι +προφυλάξεις αύται, πάλιν οι Αιγύπτιοι θα ήσαν οι μάλλον υγιείς από +όλους τους ανθρώπους μετά τους Λίβυας· αιτία δε τούτου είναι, ως +νομίζω, η σταθερότης των ωρών του έτους. Τωόντι αι ασθένειαι +προέρχονται και από τας μεταβολάς των άλλων πραγμάτων, προ πάντων +όμως από την μεταβολήν των εποχών. Τρέφονται με άρτους εκ ζειάς +τους οποίους ονομάζουσι κυλλήστεις· πίνουσι δε οίνον τον οποίον +κατασκεάζουσιν από κριθήν, διότι δεν υπάρχουσιν άμπελοι εις την +χώραν. Τρώγουσιν ιχθύας ωμούς, άλλους μεν ξηρανθέντας εις τον +ήλιον, άλλους δε παστωθέντας εις την άλμην. Εκ των πτηνών +ταριχεύουσι τους όρτυγας, τας νήσσας και τα μικρά πτηνά, και τα +τρώγουσιν ωμά. Όλα δε τα άλλα όσα έχουσιν είτε πτηνά είτε ιχθύας, +πλην των θεωρουμένων ως ιερών, τα τρώγουσιν οπτά ή βραστά. + +78. Εις τα συμπόσια των πλουσίων, αφού τελειώση το φαγητόν, +άνθρωπός τις φέρει εντός θήκης την ξυλίνην εικόνα σώματος νεκρού +κάλλιστα μιμημένην υπό του γλύπτου και του ζωγράφου, και μήκος +έχουσαν μιας ή δύο πήχεων. Δεικνύων δε αυτήν εις έκαστον των +συμποτών, λέγει· «Τούτον βλέπων πίνε και τέρπου, διότι τοιούτος θα +γίνης αφού αποθάνης.» Ταύτα πράττουσιν εις τα συμπόσια. + +79. Διατηρούσι δε τα πάτρια έθιμα και δεν παραδέχονται νέα. Μεταξύ +άλλων πολλών λίαν αξιολόγων είναι και ο Αίνος, άσμα εν χρήσει εις +την Φοινίκην, εις την Κύπρον και αλλαχού, όπερ μεταβάλλει όνομα +κατά τα διάφορα έθνη· συμπίπτει δε να ήναι όμοιον με εκείνο το +οποίον άδουσιν οι Έλληνες ονομάζοντες αυτό Λίνον· ώστε μεταξύ των +άλλων πολλών εθαύμαζον προσέτι και διά τον Λίνον, πόθεν τον +έλαβον. Φαίνεται ότι πάντοτε τον έψαλλον· αιγυπτιστί δε ο Λίνος +ονομάζεται Μανέρως, και οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι τούτο ήναι το +όνομα του μονογενούς υιού του πρώτου βασιλέως των, ότι αφού ο +Μανέρως ούτος απέθανε προώρως, ο λαός τον ετίμησε διά των θρήνων +του, και ότι εκ τούτου επήγασε το πρώτον και μόνον τούτο άσμα. + +80. Με τους Λακεδαιμονίους μόνους συμφωνούσιν οι Αιγύπτιοι και +κατά τι άλλο· οι νέοι, όταν συναντώσι τους πρεσβυτέρους, +υποχωρούσι και εκτρέπονται της οδού, και όταν πλησιάζωσιν οι +πρεσβύτεροι, εγείρονται οι νεώτεροι από τας έδρας των. Κατά το +ακόλουθον όμως δεν συμφωνούσι με κανέν ελληνικόν έθνος· αντί να +χαιρετίζωσιν αλλήλους καθ' οδόν διά της φωνής, προσκυνούσι +καταβιβάζοντες την χείρα μέχρι γόνατος. + +81. Φορούσι δε χιτώνας λινούς με θυσάνους περί τα σκέλη· +ονομάζουσι δε τους θυσάνους τούτους καλασίρεις, και άνωθεν του +χιτώνος φορούσι μανδύας εκ μαλλίου λευκού. Δεν εισέρχονται όμως με +μάλλινα ενδύματα εις τους ναούς, διότι θεωρείται ως ανόσιον, αλλά +τα συνθάπτουσι με τους αποθνήσκοντες. Κατά τούτο συμφωνούσι με τας +ορφικάς παραδόσεις τας οποίας καλούσιν επίσης βακχικάς, αίτινες +τηρούνται υπό των Αιγυπτίων και των Πυθαγορείων, καθότι οι +τελευταίοι ούτοι θεωρούσιν ανόσιον να θάπτωσι με μάλλινα ενδύματα +εκείνον όστις είναι μεμυημέος εις τα μυστήρια. Εις το έθιμον δε +τούτο αποδίδουσιν αιτίαν θρησκευτικήν. + +82. Εφεύρον επίσης οι Αιγύπτιοι το ακόλουθον· έκαστος μην, εκάστη +ημέρα ανήκει είς τινα των θεών, και πας άνθρωπος δύναται να +προΐδη, από την ημέραν της γεννήσεώς του, τι μέλλει να τω συμβή, +πώς θα αποθάνη και οποίος τις θα γίνη. Οι Έλληνες ποιηταί +ωκειοποιήθησαν την εφεύρεσιν ταύτην. Προς τούτοις οι Αιγύπτιοι +παρετήρησαν πλειότερα θαύματα από όλους τους άλλους ανθρώπους, +διότι τίποτε δεν αφίνουσι να παρέλθη χωρίς να το εξετάσωσι και +σημειώσωσι τι θα συμβή, ώστε εάν παρόμοιόν τι παρουσιασθή πάλιν, +κρίνουσιν εκ του πρώτου περί των συνεπειών αυτού. + +83. Παρ' αυτοίς η μαντική τέχνη δεν αποδίδεται εις κανένα άνθρωπον, +αλλ' είς τινας θεούς· τα μαντεία της χώρας είναι του Ηρακλέους, +του Απόλλωνος, της Αθηνάς, της Αρτέμιδος, του Άρεως, του Διός και +της Λητούς· το τελευταίον τούτο, το οποίον τιμώσι πλειότερον όλων, +είναι εις την πόλιν Βουτώ. Οι δε χρησμοί των μαντείων τούτων δεν +δίδονται ομοίως, αλλά διαφοροτρόπως. + +84. Η δε ιατρική είναι διανενεμημένη κατά τον ακόλουθον τρόπον· +έκαστος ιατρός ασχολείται εις έν μόνον είδος ασθενείας και ουχί +εις πολλά· και άλλοι μεν είναι ιατροί των οφθαλμών, άλλοι της +κεφαλής, άλλοι των οδόντων, άλλοι της κοιλίας και άλλοι των αφανών +ασθενειών. + +85. Ιδού δε ποία είναι τα μοιρολογήματα και οι ενταφιασμοί αυτών. +Όταν απολέσωσι συγγενή τινα τον όποιον εσέβοντο, όλαι αι γυναίκες +της οικογενείας, αφού αλείψωσι την κεφαλήν και το πρόσωπόν των με +πηλόν, αφίνουσι το σώμα εις την οικίαν, περιέρχονται είς την +πόλιν, και έχουσαι τα φορέματα καταβιβασμένα μέχρι της ζώνης και +τους μαστούς γυμνούς, κτυπώσι το στήθος των· το αυτό δε πράττουσι +και όλαι αι φίλαι των. Αφ' έτερου δε οι άνδρες, έχοντες επίσης +γυμνόν το στήθος, κτυπώνται ομοίως· τούτου γενομένου, λαμβάνουσι +το σώμα και το κομίζουσιν εις το ταριχευτήριον. + +86. Την τέχνην της ταριχεύσεως εξασκούσιν άνθρωποι επί τούτω +διωρισμένοι. Άμα κομισθή εις αυτούς ο νεκρός, οι ταριχευταί +δεικνύουσιν εις τους φέροντας αυτόν διάφορα ξύλινα υποδείγματα +πτωμάτων, απομεμιμημένα διά της ζωγραφικής. Και το μεν πρώτον, το +οποίον λέγουσιν ότι είναι καλλίτερον, είναι εκείνου του οποίου δεν +μοι φαίνεται πρέπον να αναφέρω το όνομα επί τοιούτου πράγματος +(24)· το δεύτερον δε το οποίον δεικνύουσιν, είναι κατώτερον και +ευθηνότερον το δε τρίτον ευθηνότατον. Αφού δε εξηγήσωσι ταύτα, +ερωτώσι τους κομίζοντας πώς θέλουσι να σκευασθή ο νεκρός· και αφού +συμφωνήσωσι περί της τιμής, φεύγουσιν οι κομίσαντες. Τότε οι +ταριχευταί, μένοντες εις δωμάτιον, εκτελούσι το πρώτον είδος της +ταριχεύσεως. ως εξής· πρώτον, διά σιδήρου κυρτού, εξάγουσι τον +εγκέφαλον διά των ρωθώνων, τουλάχιστον το περισσότερον μέρος +αυτού, το δε επίλοιπον διά τινων διαλυτικών ουσιών. Έπειτα, δι' +αιθιοπικού λίθου ηκονισμένου, σχίζουσι τα πλευρά, εκβάλλουσιν όλα +τα εντόσθια της κοιλίας, την πλύνουσι με οίνον εκ Φοίνικος, την +επιπάσσουσι με τετριμμένα αρωματικά, και τέλος την ράπτουσι πάλιν +αφού γεμίσωσιν αυτήν με σμύρναν καθαράν, με κασίαν και με άλλα +αρωματικά πλην λιβανωτού. Τούτων πάντων γενομένων, ξηραίνουσι το +σώμα εντός νάτρου, και το αφίνουσιν εκεί επί εβδομήκοντα ημέρας, +και όχι περισσότερον διότι δεν είναι συγχωρημένον. Μετά την +παρέλευσιν των εβδομήκοντα τούτων ημερών, πλύνουσι το σώμα και το +περικαλύπτουσιν ολόκληρον με λωρία εκ λεπτοτάτου λινού, βεβρεγμένα +εις κόμμι, του οποίου μεγάλην χρήσιν κάμνουσιν οι Αιγύπτιοι αντί +κόλλης. Τότε οι συγγενείς λαμβάνουσι πάλιν το πτώμα, το κλείουσιν +εντός ξυλίνης θήκης σχήμα εχούσης ανθρώπινον, και το αποθέτουσιν +ορθόν επί του τοίχου εις το επιτάφιον δωμάτιον. Και αύτη μεν είναι +η μάλλον δαπανηρά ταρίχευσις. + +87. Δι' εκείνους δε οίτινες προτιμώσι την μεσαίαν ταρίχευσιν και +θέλουσι να αποφύγωσι τα πολλά έξοδα, οι ταριχευταί σκευάζουσι τους +νεκρούς ως εξής. Αφού γεμίσωσι τα κλυστήριά των με έλαιον εκ +κέδρου, χύνουσι το έλαιον τούτο εις την κοιλίαν του νεκρού, χωρίς +μήτε να την σχίσωσι μήτε να εξαγάγωσι τα εντόσθια, και προσέχουσιν +ώστε να μένη το έλαιον εντός και μη διαφεύγη. Έπειτα βυθίζουσι το +σώμα εις νάτρον και το αφίνουσιν εκεί όλον τον προσδιωρισμένον +χρόνον, την δε τελευταίαν ημέραν εκβάλλουν από την κοιλίαν το +έλαιον της κέδρου το οποίον είχον εισαγάγει προηγουμένως. Αυτό δε +έχει τόσην δύναμιν ώστε εξάγει ομού έντερα και σπλάγχνα, όλα +διαλελυμένα. Εξωτερικώς το νάτρον ξηραίνει τας σάρκας, και δεν +μένει άλλο από τον νεκρόν ειμή δέρμα και οστά· τούτων πάντων +γενομένων, τον αποδίδουσιν εν τοιαύτη καταστάσει χωρίς να +φροντίσωσι πλέον περί ουδενός άλλου. + +88. Ιδού δε και το τρίτον είδος της ταριχεύσεως όπερ είναι εν +χρήσει παρά τοις πτωχοτέροις· οι ταριχευταί κάμνουσιν εις την +κοιλίαν εγχύσεις εκ ζωμού ραφανιδών και ξηραίνουσι τον νεκρόν εν +τω νάτρω επί εβδομήκοντα ημέρας· έπειτα τον αποδίδουσιν εις τους +συγγενείς διά να τον λάβωσιν (25). + +89. Όταν αποθάνωσιν αι γυναίκες επισήμων ανδρών, δεν τας δίδουσιν +αμέσως προς ταρίχευσιν, καθώς ούτε εκείνας αίτινες ήσαν ωραίαι και +πολλού λόγου, αλλά μετά την τρίτην ή την τετάρτην ημέραν τας +παραδίδουσιν εις τους ταριχευτάς. Πράττουσι δε τούτο διότι +φοβούνται μήπως συνουσιασθώσιν οι ταριχευταί μετά των γυναικών +τούτων, καθότι ως λέγεται είς εξ αυτών συνελήφθη επ' αυτοφώρω +μιαίνων το σώμα προσφάτως αποθανούσης γυναικός· τον κατήγγειλε δε +ο σύντροφός του. + +90. Όστις είτε μεταξύ των Αιγυπτίων είτε μεταξύ των ξένων +αδιακρίτως ευρέθη φονευμένος υπό κροκοδείλου ή πνιγείς υπό του +ποταμού, εις οιανδήποτε πόλιν εξενεχθή το πτώμα του, ανάγκη πάσα +να ταριχευθή τη φροντίδι των κατοίκων της πόλεως ταύτης· Αυτοί τον +κηδεύουσι διά του μάλλον δαπανηρού τρόπου και τον θέτουσιν εις τας +ιεράς των θήκας. Δεν είναι δε επιτετραμμένον μήτε εις τους φίλους +του, μήτε εις τους συγγενείς του, να τον εγγίσωσιν, αλλ' οι ιερείς +του Νείλου τον λαμβάνουσι και τον θάπτουσιν ως πτώμα πλέον ή +ανθρώπινον. + +91. Αποφεύγουσι να μεταχειρίζωνται Ελληνικά έθιμα, και εν συντόμω +ουδενός έθνους. Όλοι δε οι Αιγύπτιοι προσέχουσιν εις τούτο πολύ. +Ουχ ήττον ευρίσκεται πλησίον της Νέας πόλεως, εν τω νομώ των +Θηβών, μεγάλη τις πόλις ης το όνομα είναι Χέμμις. Εν τη πόλει +ταύτη υπάρχει ναός τετράγωνος καθιερωμένος εις τον Περσέα, υιόν +της Δανάης, πέριξ του οποίου είναι φυτρωμένοι φοίνικες. Τα +προπύλαια αυτού είναι λίθινα, πολύ υψηλά και επ' αυτών είναι δύο +μεγάλοι λίθινοι ανδριάντες. Εις τον περίβολον τούτον είναι ναός, +και εντός του ναού το άγαλμα του Περσέως. Οι Χεμμίται λέγουσιν ότι +ο Περσεύς πολλάκις επεφάνη εις αυτούς, είτε εις διάφορα μέρη της +πόλεώς των είτε εντός του ναού, και ότι εύρον εν των σανδαλίων +του, δύο πήχεων το μήκος· προσθέτουσι δε ότι οσάκις φανή, όλη η +Αίγυπτος ευδαιμονεί. Ιδού δε τι λέγουσι και ιδού τι πράττουσι, +κατά μίμησιν των Ελλήνων, προς τιμήν του Περσέως· τελούσιν αγώνα +γυμνικόν, υπερβαίνοντα όλους τους άλλους αγώνας, εις ον οι νικηταί +λαμβάνουσι κτήνη, χλαίνας και δέρματα. Όταν τους ηρώτησα διατί +μόνον εις αυτούς ο Περσεύς συνειθίζει να εμφανίζεται, και διατί +διέφερον από τους άλλους Αιγυπτίους συστήσαντες αγώνα γυμνικόν, +μοι απεκρίθησαν ότι ο Περσεύς κατήγετο από την πόλιν των, και ότι +ο Δαναός και ο Λυγκεύς, Χεμμίται αμφότεροι, μετέβησαν διά θαλάσσης +εις την Ελλάδα. Καταβαίνοντες δε από τους ήρωας τούτους, +απηρίθμησαν τους απογόνους των μέχρι του Περσέως, έπειτα +προσέθηκαν. «Φθάσας ούτος εις την Αίγυπτον διά την αιτίαν την +οποίαν αναφέρουσι και οι Έλληνες, διά να φέρη δηλαδή την κεφαλήν +της Γοργούς εκ της Λιβύας, ήλθεν εις την πόλιν μας και μας +ανεγνώρισεν όλους ως συγγενείς του· διότι πριν μεταβή εις την +Αίγυπτον είχε μάθει παρά της μητρός του το όνομα του Χέμμιος, και +κατά παραγγελίαν αυτού συνεστήσαμεν τον γυμνικόν αγώνα.» + +92. Και ταύτα μεν τα έθιμα τηρούσιν οι κατοικούντες πέραν των +ελών· οι δε κατοικούντες τα έλη, έθιμα μεν έχουσι τα αυτά με τους +άλλους Αιγυπτίους, και προσέτι μίαν μόνον γυναίκα λαμβάνει ο +καθείς, ως οι Έλληνες· διά να εξοικονομώσι δε την τροφήν των +εφεύρον τα ακόλουθα. Όταν ο ποταμός εξογκωθή και καταστήση την +πεδιάδα πέλαγος, πλήθος κρίνων, τα οποία οι Αιγύπτιοι καλούσι +λωτόν, φύονται εν τω ύδατι. Ταύτα συνάζοντες τα ξηραίνουσιν εις +τον ήλιον, κοπανίζουσι το μέσον του λωτού, όπερ ομοιάζει με +μήκωνα, και κατασκευάζουσιν εξ αυτού άρτον τον οποίον ψήνουσιν εις +το πυρ. Τρώγεται δε και η ρίζα του λωτού τούτου και είναι αρκετά +γλυκεία, στρογγύλη και μεγάλη ως μήλον. Υπάρχουσι δε και άλλα +κρίνα όμοια με ρόδα, τα οποία παράγει ο ποταμός. Τούτων οι καρποί +εξέρχονται από την ρίζαν εις κάλυκας ιδιαιτέρους οίτινες έχουσιν +εντός κελλεία απαραλλάκτως ως αι φωλεαί των σφηκών· είναι εδώδιμοι +και χονδροί ως οι πυρήνες της ελαίας· τους τρώγουσι δε και ωμούς +και ξηρούς. Η βύβλος είναι φυτόν χρονικόν, το οποίον οι Αιγύπτιοι +συνάζουσιν επίσης από τα έλη και κόπτουσί το άνω μέρος αυτού προς +διαφόρους χρήσεις· το δε κάτω μέρος, μακρόν κατά ένα πήχυν, το +τρώγουσιν ή το πωλούσιν. Όσοι θέλουσι να έχωσι καλήν βύβλον, την +κλείουσιν εντός κλιβάνου κοκκινίσαντος από το πυρ και την τρώγουσι +τοιουτοτρόπως εψημένην. Τινές εξ αυτών ζώσι μόνον με ιχθύας, τους +οποίους αφού συλλάβωσι και κενώσωσι την κοιλίαν των, τους +ξηραίνουσιν εις τον ήλιον, και έπειτα τους τρώγουσι ξηρούς. + +93. Οι κατά αγέλας πορευόμενοι ιχθύες είναι σπάνιοι εις τον +ποταμόν· ούτοι ζώσιν εις τα έλη και όταν καταλάβη αυτούς ο οίστρος +της εγκυμοσύνης, εκπλέουσιν αγεληδόν εις την θάλασσαν. +Προπορεύονται οι άρρενες ρίπτοντες τον σπόρον κατά την πορείαν +των, αι δε θήλειαι, αίτινες τους ακολουθούσιν, απορροφώσιν αυτόν +και τοιουτοτρόπως συλλαμβάνουσιν. Αφού δε συλλάβωσιν εις την +θάλασσαν, επιστρέφουσι πάλιν εις τα συνήθη κατοικητήριά των· αλλά +τότε δεν προπορεύονται πλέον οι άρρενες, αλλά πλέουσιν εμπρός αι +θήλειαι. Ενώ δε προπορεύονται, πράττουσιν ως και οι άρρενες· +ρίπτουσι τα ωά έχοντα μέγεθος μικρών κέγχρων· ερχόμενοι δε όπισθεν +οι άρρενες, καταπίνουσι τους μικρούς τούτους κέγχρους. Είναι δε οι +κέγχροι ούτοι ιχθύες· όσοι εκ των κέγχρων σωθώσι και δεν +καταποθώσιν, ούτοι τρεφόμενοι γίνονται ιχθύες. Εκ των ιχθύων +τούτων, όσοι μεν αλιευθώσιν όταν πλέωσι προς την θάλασσαν, έχουσι +πεπιεσμένον το αριστερόν μέρος της κεφαλής, όσοι δε αλιευθώσιν ενώ +επανακάμπτουσιν, έχουσι πεπιεσμένον το δεξιόν μέρος της κεφαλής. Η +αιτία του φαινομένου τούτου είναι διότι όταν μεν πλέωσι προς την +θάλασσαν, ακολουθούσι την αριστεράν όχθην του ποταμού, όταν δε +επιστρέφωσιν οπίσω, ακολουθούσι την δεξιάν τόσον εγγύς ώστε +προστρίβονται εις την ξηράν διά να μη πλανηθώσι της οδού των υπό +του ρεύματος. Όταν άρχεται να πληρούται ο Νείλος, πρώτον μεν +καλύπτονται τα κοίλα μέρη της γης και τα τέλματα όσα είναι πλησίον +του ποταμού. Άμα δε καλυφθώσι ταύτα, αμέσως πληρούνται τα πάντα +υπό μικρών ιχθύων. Πόθεν δε γεννώνται ούτοι πιθανώς νομίζω ότι το +ενόησα. Το προηγούμενον έτος, όταν αποσύρεται ο ποταμός, τα θήλεα +αποθέτοντα τα ωά των εις τον πηλόν αναχωρούσι με τα τελευταία +ύδατα· αφού δε παρέλθη το έτος και επανέλθη το ύδωρ, εκ των ωών +τούτων αμέσως γεννώνται ιχθύες. Και διά μεν τους ιχθύας ούτως +έχει. + +94. Έλαιον δε οι κατοικούντες παρά τα έλη Αιγύπτιοι +μεταχειρίζονται το παραγόμενον εκ του καρπού των σιλλικυπρίων, το +οποίον οι Αιγύπτιοι καλούσι κίκι. Ιδού δε πώς το έχουσι· +σπείρουσιν εις τα χείλη των ποταμών και των λιμνών τα σιλλικύπρια +ταύτα, τα οποία εις την Ελλάδα αυτομάτως φύονται άγρια· αυτά +σπειρόμενα εις την Αίγυπτον, φέρουσι πολύν πλην δυσώδη καρπόν. +Μετά την συγκομιδήν, άλλοι μεν τα διατηρούσι και εξάγουσι το +έλαιον, άλλοι δε, αφού αφαιρέσωσι πάσαν υγρασίαν αυτών, τα +βράζουσι και συλλέγουσι το εξ αυτών χυνόμενον ρευστόν· είναι δε +τούτο παχύ και επίσης καλόν διά τον λύχνον ως το εκ της ελαίας +έλαιον, αλλ' έχει οσμήν ανυπόφορον. + +95. Κατά δε των κωνώπων, οι οποίοι είναι άφθονοι, μεταχειρίζονται +οι Αιγύπτιοι διάφορα μέσα καταστροφής. Όσοι μεν κατοικούσιν +υπεράνω των ελών, κτίζουσι πύργους εις τους οποίους αναβαίνουσι +και κοιμώνται· διότι οι κώνωπες, ένεκα του ανέμου, δεν δύνανται να +πετώσιν υψηλά. Όσοι δε κατοικούσι περί τα έλη, αντί των πύργων, +επενόησαν άλλο· πας άνθρωπος κρατεί δίκτυον· με αυτό δε την μεν +ημέραν αλιεύει, την δε νύκτα περικαλύπτει την κλίνην του, και +έπειτα ολισθαίνων κάτωθεν κοιμάται. Οι δε κώνωπες, εάν μεν ο +άνθρωπος κοιμάται τετυλιγμένος εις ιμάτιον ή σινδόνην, δάκνουσιν +αυτόν, διά μέσου όμως του δικτύου ούτε δοκιμάζουσιν. + +96. Τα πλοιάρια των Αιγυπτίων, εκείνα τα οποίας χρησιμεύουσι προς +μεταφοράν των εμπορευμάτων, είναι κατεσκευασμένα από ακακίαν, +δένδρον του οποίου το σχήμα ομοιάζει με τον λωτόν της Κυρήνης, και +του οποίου τα δάκρυα είναι κόμμι. Εκ της ακακίας λοιπόν ταύτης +κόπτουσι σανίδας μακράς μέχρι δύο πήχεων και τας προσκολλώσιν ως +πλίνθους· διά να στερεώσωσι δε τας σανίδας και δώσωσιν εις αυτάς +σχήμα πλοίου, τας συνδέουσι με χονδρούς και μακρούς πασσάλους. +Αφού τοιουτοτρόπως κατασκευάσωσι το σκάφος, θέτουσιν έπειτα το +κατάστρωμα· και στραβόξυλα μεν δεν μεταχειρίζονται, έσωθεν δε +πακτόνουσι τους αρμούς με βύβλον. Έν μόνον πηδάλιον προσαρμόζουσιν +όπερ διαπερά την τρόπιν· ο ιστός είναι εκ ξύλου ακακίας, τα ιστία +εκ βύβλου. Ταύτα δε τα πλοία άνω μεν του ποταμού δεν δύνανται να +πλέωσιν εάν δεν πνέη άνεμος ορμητικός, τα έλκουσιν όμως εκ της +όχθης και καταβαίνουσι το ρεύμα τοιουτοτρόπως· έχουσι θύραν +κατεσκευασμένην εκ μυρίκης και εις αυτήν ερραμμένον πλέγμα εκ +καλάμων, προσέτι δε τρυπημένην πέτραν έχουσαν βάρος τουλάχιστον +δύο ταλάντων. Και την μεν θύραν δεδεμένην με σχοινίον αφίνουσι να +φέρεται έμπροσθεν του πλοίου, την δε πέτραν με άλλο σχοινίον +όπισθεν. Το πλέγμα ακολουθεί το ρεύμα του ύδατος, τρέχει ταχέως +και σύρει την βάριν (ούτω καλούνται τα πλοιάρια ταύτα), ο δε λίθος +συρόμενος όπισθεν και εγγίζων τον βυθόν του ποταμού, μετριάζει την +κίνησιν. Τοιαύτα πλοία έχουσι πολλά, τινά δε φέρουσι βάρος πολλών +χιλιάδων ταλάντων. + +97. Όταν ο Νείλος εκχειλίση και καλύψη την χώραν, μόνον αι πόλεις +φαίνονται υπέρ το ύδωρ, απαραλλάκτως ως αι νήσοι του Αιγαίου +πελάγους· διότι τα μεν άλλα μέρη της Αιγύπτου γίνονται πέλαγος, +μόναι δε αι πόλεις υπερέχουσιν. Όταν συμβαίνη τούτο, αι +διαπορθμεύσεις γίνονται ουχί διά του ρεύματος του ποταμού, αλλά +διά της πεδιάδος· ώστε διά να μεταβή τις εκ της Ναυκράτιος εις την +Μέμφιν, πρέπει να διέλθη πλησίον των πυραμίδων, ενώ ο συνήθης +δρόμος δεν είναι αυτός, αλλ' εκ της γωνίας του Δέλτα και της +πόλεως Κερκασώρου. Από της θαλάσσης δε και του Κανώβου εις την +Ναύκρατιν, πλέων διά πεδιάδος, θα διέλθης διά της πόλεως Ανθύλλης +και της λεγομένης Αρχανδρουπόλεως. + +98. Μεταξύ των πόλεων τούτων η Άνθυλλα, πόλις σημαντική, εξελέγη +διά να παρέχη τα υποδήματα του κατά καιρόν βασιλέως της Αιγύπτου. +Τούτο δε γίνεται αφότου η Αίγυπτος υπετάγη εις τους Πέρσας. Η άλλη +με φαίνεται ότι έλαβε το όνομα από τον γαμβρόν του Δαναού +Άρχανδρον, υιόν του Φθίου και έγγονόν του Αχαιού, δι' ο και +λέγεται Αρχάνδρου πόλις. Και επί τη υποθέσει δε ότι υπήρξε και +άλλος Άρχανδρος, το όνομα όμως τούτο δεν είναι Αιγυπτιακόν. + +99. Όσα μέχρι τούδε είπον περί Αιγύπτου τα είδον ιδίοις όμμασι, τα +έκρινα ο ίδιος και τα εξέτασα· όσα δε θα είπω κατόπιν είναι λόγοι +των Αιγυπτίων καθώς τους ήκουσα· ευρίσκονται όμως μεταξύ αυτών καί +τινα των οποίων εγενόμην αυτόπτης. Οι ιερείς με είπον ότι ο πρώτος +βασιλεύς της Αιγύπτου Μην απεγεφύρωσεν όλην την Μέμφιν, διότι +πρότερον ο ποταμός εξετείνετο μέχρι του ψαμμώδους όρους του προς +το μέρος της Λιβύας. Ο Μην εγέμισε με χώμα, εκατόν στάδια υπεράνω +της Μέμφιος, τον προς μεσημβρίαν διευθυνόμενον βραχίονα του +Νείλου, εξήρανε την αρχαίαν κοίτην την οποίαν είχον ορύξει τα +ύδατα, και τα ηνάγκασε να ρέωσι διά μέσου της κοιλάδος. Και +σήμερον ακόμη ο μετατετραμμένος ούτος βραχίων είναι αντικείμενον +μεγάλης προσοχής εκ μέρους των Περσών οίτινες τον φράττουσιν ανά +παν έτος· διότι, εάν συμβή ο ποταμός να διαρρήξη το πρόχωμα και να +το υπερβή, η Μέμφις διατρέχει τον κίνδυνον να καταποντισθή +ολόκληρος. Αφού λοιπόν ο Μην, ο πρώτος ούτος βασιλεύς, εχέρσωσε το +αποκλεισθέν τούτο μέρος, αφ' ενός μεν έκτισε την πόλιν ταύτην ήτις +σήμερον καλείται Μέμφις και ήτις κείται εις την κλεισώρειαν της +Αιγύπτου, έπειτα την περιέβαλεν απ' άρκτου και δυσμών με λίμνην +τεχνιτήν συγκοινωνούσαν με τον ποταμόν όστις αφ' εαυτού περιορίζει +την πόλιν απ' ανατολών· αφ' ετέρου δε ωκοδόμησε τον ναόν του +Ηφαίστου, μέγαν και άξιον θαυμασμού. + +100. Μετά δε τούτον μοι απηρίθμησαν οι ιερείς εκ βιβλίου τα +ονόματα τριακοσίων τριάκοντα άλλων βασιλέων της Αιγύπτου. Εις την +μακράν ταύτην σειράν των γενεών, δεκαοκτώ βασιλείς ήσαν Αιθίοπες +και μία βασίλισσα Αιγυπτία καθώς και όλοι οι επίλοιποι βασιλείς. +Το όνομα αυτής ήτο Νίτωκρις, όπως εκαλείτο και μία των βασιλισσών +της Βαβυλώνος· ο δε αδελφός αυτής, ως με είπον, βασιλεύσας προ +αυτής, εφονεύθη υπό των Αιγυπτίων οίτινες έδωκαν την βασιλείαν εις +την Νίτωκριν· αύτη όμως, διά να εκδικήση τον φόνον του αδελφού της +βασιλέως, εφόνευσε δολίως πολλούς Αιγυπτίους. Κατασκευάσασα μακρόν +οίκημα υπόγαιον, προσεκάλεσεν εκείνους τους οποίους εγνώριζεν ότι +είχον λάβει το μάλλον ενεργόν μέρος εις τον φόνον, επί προφάσει +μεν να εγκαινιάσωσι το οίκημα, πράγματι όμως άλλα μηχανωμένη. +Παρέθεσεν εις αυτούς συμπόσιον, και ενώ έτρωγον, έφερεν επ' αυτών +τον ποταμόν διά μακρού οχετού μυστικού. Ιδού τι με διηγήθησαν περί +αυτής, προστιθέντες ότι αφού εκόρεσε την εκδίκησίν της ερρίφθη εις +δωμάτιον πλήρες σποδού όπως διαφύγη την τιμωρίαν. + +101. Ουδεμίαν πληροφορίαν μοι έδωκαν περί των έργων των άλλων +βασιλέων, και δεν με είπον εάν πράξαν λαμπρόν τι κατόρθωμα. Είς +μόνος, ο τελευταίος πάντων, ο Μοίρις, με είπον ότι κατεσκεύασε τα +προς βοράν θαυμαστά προπύλαια του Ηφαίστου και ότι ώρυξε λίμνην +της οποίας πόσων σταδίων είναι η περιφέρεια θα το είπω βραδύτερον· +εν τη λίμνη δε ταύτη ήγειρε πυραμίδας, το μέγεθος των οποίων θα +αναφέρω όταν ομιλήσω και περί της λίμνης. Και ούτος μεν ο βασιλεύς +ταύτα τα μνημεία κατέλιπεν, οι άλλοι δε μηδέν. + +102. Παρατρέχων λοιπόν όλους τούτους, θα αναφέρω τον μετ' αυτούς +ελθόντα όστις ωνομάζετο Σέσωστρις. Κατά τους ιερείς, αυτός πρώτος +εξήλθε του Αραβίου κόλπου μετά πλοίων πολεμικών, και υπέταξε τα +παρά την Ερυθράν θάλασσαν κατοικούντα έθνη· εξακολουθών δε να +πλέη, έφθασεν εις αιγιαλούς όπου ο στόλος του δεν ηδυνήθη να +προχωρήση ένεκα των υφάλων. Εκείθεν επέστρεψεν εις την Αίγυπτον, +και λαβών ως λέγουσιν οι ιερείς πολύν στρατόν εκίνησε διά ξηράς +και υπέταξεν όλους τους λαούς όσους εύρεν εν τη πορεία του. Και +εις μεν τας πόλεις των οποίων οι κάτοικοι δεικνύοντο ανδρείοι και +επόθουν να διατηρήσωσι την ελευθερίαν των, ο νικητής ενέπηγε +στήλας εις ας ενέγραψε το ίδιόν του όνομα, το της πατρίδος του, +και ότι υπέταξεν αυτάς διά της δυνάμεώς του· εις εκείνας δε τας +οποίας εκυρίευεν άνευ αντιστάσεως, ίδρυε μεν επίσης στήλας ομοίας +με εκείνας των ανδρείων πόλεων, αλλ' εκτός των επιγραφών +ενεχάραττε και αιδοίον γυναικός, θέλων διά τούτου να καταστήση +πασίδηλον ότι οι αντίπαλοι του ήσαν άνανδροι. + +103. Από κατακτήσεως εις κατάκτησιν, διέτρεξε τοιουτοτρόπως την +ήπειρον και μετέβη εκ της Ασίας εις την Ευρώπην, όπου υπέταξε τους +Σκύθας και τους Θράκας. Ταύτα νομίζω ότι είναι τα απώτατα έθνη εις +τα οποία έφθασεν ο Αιγυπτιακός στρατός· διότι φαίνονται εκεί +στήλαι στηθείσαι υπό του Σεσώστριος, ουδεμία δε φαίνεται πέραν. Εκ +του σημείου τούτου ανέστρεψεν εις τα οπίσω, και όταν έφθασεν εις +τον Φάσιν ποταμόν, δεν ειμπορώ να είπω ακριβώς διά το ακόλουθον, +εάν δηλαδή ο βασιλεύς Σέσωστρις αποχωρίσας μέρος τι του στρατού το +αφήκε να κατοικήση εκεί την χώραν, ή εάν στρατιώται τινες, +βαρυνθέντες τας μακράς εκστρατείας, απεφάσισαν αφ' εαυτών και +έμειναν περί τον Φάσιν ποταμόν. + +104. Οι δε Κόλχοι είναι προφανώς Αιγύπτιοι· εσχημάτισα την γνώμην +ταύτην πριν ακούσω άλλους, και επειδή επεθύμουν να εξακριβώσω το +πράγμα, ηρώτησα αμφότερα τα έθνη· οι Κόλχοι όμως ενθυμούντο +περισσότερον τους Αιγυπτίους ή οι Αιγύπτιοι τους Κόλχους. Τόσον +μόνον έλεγον οι Αιγύπτιοι ότι κατά την γνώμην των οι Κόλχοι +απετέλουν μέρος του στρατού του Σεσώστριος. Και εγώ έκαμα τον +συμπερασμόν τούτον ιδών ότι ήσαν μελάγχροες και ουλότριχες· αλλά +το γνώρισμα τούτο δεν είναι βεβαία απόδειξις, καθότι και άλλοι +λαοί είναι τοιούτοι. Εκ των ακολούθων όμως σημείων το ενόησα +καλλίτερον· μόνοι εξ όλων των ανθρώπων οι Κόλχοι, οι Αιγύπτιοι και +οι Αιθίοπες περιτέμνονται ανέκαθεν. Αυτοί οι Φοίνικες και οι +Σύριοι της Παλαιστίνης (26) ομολογούσιν ότι έμαθον τούτο από τους +Αιγυπτίους, ενώ οι Σύριοι οι περί τον Θερμώδοντα (27) και τον +Παρθένιον ποταμόν, καθώς και οι γείτονες των Μάκρωνες λέγουσιν ότι +το έμαθον προ ολίγου από τους Κόλχους. Οι λαοί τους οποίους +απηρίθμησα είναι εξ όλων των ανθρώπων οι μόνοι οίτινες +περιτέμνονται, και είναι προφανές ότι κατά τούτο μιμούνται τους +Αιγυπτίους· εξ αυτών όμως των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων δεν +δύναμαι να είπω ποίοι εδίδαξαν εις τους άλλους το έθιμον τούτο, +προφανώς αρχαιότατον και εις τους δύο. Ότι δε οι άλλοι το έμαθον +εκ της μετά των Αιγυπτίων επιμιξίας, μέγα τεκμήριον είναι το +ακόλουθον, ότι όσοι Φοίνικες σχετίζονται με την Ελλάδα δεν +μιμούνται πλέον τους Αιγυπτίους, αλλ' αφίνουσιν απερίτμητα τα +παιδία των. + +105. Περί των Κόλχων τούτων θα είπω και άλλο τι το οποίον δεικνύει +ότι ομοιάζουσι με τους Αιγυπτίους. Αυτοί οι δύο λαοί είναι οι +μόνοι οίτινες εργάζονται τα λινά υφάσματα κατά τον αυτόν τρόπον, +έχουσι την αυτήν δίαιταν του βίου και την αυτήν γλώσσαν· οι +Έλληνες όμως καλούσι τα μεν λινά των Κόλχων Σαρδονικά, τα δε +ερχόμενα από την Αίγυπτον Αιγυπτιακά. + +106. Αι πλείσται των στηλών τας οποίας ο βασιλεύς Σέσωστρις +έστησεν εις διαφόρους πόλεις δεν σώζονται πλέον· αλλ' εν τη +Συριακή Παλαιστίνη, είδον τοιαύτας, καθώς και τας επιγραφάς τας +οποίας ανέφερα και γυναικός απόκρυφα μέρη. Υπάρχουσιν επίσης εις +την Ιωνίαν δύο εικόνες του ανδρός τούτου γεγλυμμέναι εις πέτρας, η +μεν επί της από Εφέσου εις Φώκαιαν αγούσης οδού, η δε επί της από +Σάρδεων εις Σμύρνην. Και εις τα δύο ταύτα μέρη ο ανήρ παρίσταται +κατά πέντε σπιθαμάς υψηλός και κρατών εις μεν την δεξιάν χείρα +λόγχην, εις δε την αριστεράν τόξον· η λοιπή σκευή αυτού είναι +ομοίως μικτή, διότι είναι Αιγυπτιακή ενταυτώ και Αιθιοπική. Από +του ενός ώμου μέχρι του άλλου, καθ' όλον το πλάτος του στήθους +του, είναι γεγλυμμένοι ιεροί χαρακτήρες Αιγυπτιακοί λέγοντες· «Εγώ +διά των εμών ώμων εκτησάμην την χώραν ταύτην.» Τις ούτος και +πόθεν, ενταύθα μεν δεν αναφέρεται, αλλαχού όμως δηλούται. Τινές +των ιδόντων τας εικόνας ταύτας υπέλαβον ότι είναι του Μέμνονος· +αλλά πόρρω απέχουσι της αληθείας. + +107. Κατά το λέγειν των ιερέων, επιστρέφων ο Σέσωστρις μετά πολλών +ανθρώπων εκ των χωρών τας οποίας είχε κατακτήσει, έφθασεν εις τας +Δάφνας της Πηλουσίας όπου ο αδελφός του, εις ον είχεν αναθέσει την +διοίκησιν της Αιγύπτου, εφιλοξένησεν αυτόν και τους υιούς του. +Περί την οικίαν όμως είχε συναθροίσει ξύλα και έθεσε πυρ. Ο +Σέσωστρις συνωδεύετο υπό της γυναικός του και αύτη τον +συνεβούλευσε να εξαπλώση επί της πυράς δύο εκ των εξ υιών του, να +κατασκευάση δι' αυτών γέφυραν άνωθεν του καιομένου μέρους, να +πατήση επί των σωμάτων των και ούτω να σωθή. Ο Σέσωστρις +ηκολούθησε την συμβουλήν ταύτην, και δύο μεν παιδία του κατεκάησαν +τοιουτοτρόπως, τα δε λοιπά εσώθησαν μετά του πατρός των. + +108. Επιστρέψας εις την Αίγυπτον, ετιμώρησε τον αδελφόν του και +μετεχειρίσθη το πλήθος των ανθρώπων τους οποίους έφερεν από τας +κατακτηθείσας χώρας διά να σύρωσι τους μεγίστους λίθους οίτινες +επί της βασιλείας τούτου μετεφέρθησαν εις τον ναόν του Ηφαίστου. +Διέταξεν ακολούθως τους αιχμαλώτους τούτους να ορύξωσι τας +διώρυχας όλας όσαι υπάρχουσι σήμερον εις την Αίγυπτον· ακουσίως +λοιπόν ούτοι κατέστησαν την χώραν ταύτην αδιάβατον εις τους ίππους +και τας αμάξας άτινα προηγουμένως διέτρεχον αυτήν καθ' όλας τας +διευθύνσεις διότι από της εποχής εκείνης η Αίγυπτος καί τοι ούσα +ομαλή, δεν έχει πλέον ούτε ίππους ούτε αμάξας. Αι πολλαί διώρυχες +και αι διάφοροι αυτών περιστροφαί είναι αιτία τούτου. Ιδού δε διά +ποίον λόγον ο βασιλεύς απεφάσισε να κατακόψη την χώραν του· οι +Αιγύπτιοι όσοι είχον τας πόλεις ουχί επί του ποταμού αλλ' εις τα +μεσόγεια, μη δυνάμενοι να αντλήσωσιν εκ του Νείλου και στερούμενοι +ύδατος, έπινον ύδατα αλμυρά αντλούντες αυτά εκ φρεάτων. Διά να +θεραπεύση λοιπόν το κακόν τούτο κατέκοψε την Αίγυπτον με διώρυχας. + +109. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος διεμοίρασε +την χώραν μεταξύ όλων των Αιγυπτίων, δίδων εις έκαστον ίσον +τετράγωνον γης, και ότι εκ τούτου έκαμε τας προσόδους του, +προσδιορίσας τον ετήσιον εκάστου φόρον. Εάν συνέβαινε να παρασύρη +ο ποταμός το μερίδιον κατοίκου τινός, μετέβαινεν ούτος προς τον +βασιλέα και εφανέρονε το γεγονός. Τότε ο Σέσωστρις έπεμπεν +επιθεωρητάς διά να μετρήσωσι κατά πόσον ο αγρός εμειώθη, όπως +ελαττωθή ο φόρος και πληρόνη εις το εξής αναλόγως του μείναντος +μέρους. Εις την περίστασιν ταύτην νομίζω ότι εφευρέθη η γεωμετρία +ήτις εκ της Αιγύπτου ήλθεν εις την Ελλάδα. Το δε ηλιακόν +ωρολόγιον, τον γνώμονα και τα δώδεκα μέρη της ημέρας παρέλαβον οι +Έλληνες από τους Βαβυλωνίους. + +110. Ο βασιλεύς ούτος υπήρξεν ο μόνος όστις εβασίλευσεν επί της +Αιθιοπίας και όστις αφήκεν ως μνημεία τα λίθινα αγάλματα τα οποία +βλέπομεν προ του ναού του Ηφαίστου, το ιδικόν του, τα της γυναικός +του, αμφότερα τριάκοντα πήχεων, και τα των τεσσάρων υιών του, +είκοσι πήχεων έκαστον. Μετά πολύν χρόνον ο ιερεύς του Ηφαίστου δεν +επέτρεψε να στήση ο Δαρείος τα άγαλμα του έμπροσθεν αυτών, λέγων +ότι ο Πέρσης δεν εξετέλεσε τόσα κατορθώματα όσα ο Αιγύπτιος. +«Διότι, προσέθηκεν, ο Σέσωστρις κατέκτησε τόσα έθνη όσα και ο +βασιλεύς, προς τούτοις δε τους Σκύθας τους οποίους ούτος δεν +ηδυνήθη να νικήση. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον να στήση ο Δαρείος τον +ανδριάντα του έμπροσθεν του ανδριάντος άνδρας όστις τον υπερέβη +εις τα κατορθώματα.» Οι ιερείς λέγουσιν ότι ο Δαρείος εσυγχώρησε +τον λόγον τούτον. + +111. Κατ' αυτούς, αποθανόντος του Σεσώστριος (28), διεδέχθη την +βασιλείαν ο υιός του Φερών· ο βασιλεύς ούτος ουδεμίαν επεχείρησεν +εκστρατείαν, και συνέβη να τυφλωθή εκ της ακολούθου περιστάσεως. Ο +ποταμός είχεν αναβή εις ύψος πολύ μέγα, πλειότερον των δεκαοκτώ +πήχεων, και κατέκλυσε τους αγρούς, ότε σφοδρός άνεμος ηγέρθη και ο +ποταμός ήρχισε να κυματίζη. Τότε ο βασιλεύς παραφερθείς υπό +ανοήτου θυμού, ήρπασεν ακόντιον και το έρριψεν εις τας δίνας του +ποταμού. Αλλ' αίφνης οι οφθαλμοί του εσκοτίσθησαν και εγένετο μετ' +ολίγον τυφλός. Επί δέκα έτη διετέλει εις τοιαύτην κατάστασιν, κατά +το ενδέκατον δε έτος τω εκομίσθη χρησμός εκ της πόλεως Βουτούς +αναγγέλλων αυτώ ότι ο χρόνος της τιμωρίας του παρήλθε και ότι θα +ανέκτα την όρασιν εάν έπλυνε τους οφθαλμούς του με το ούρος +γυναικός τον άνδρα της μόνον γινωσκούσης και μη λαβούσης πείραν +ετέρου ανδρός. Και πρώτον μεν εδοκίμασε το ούρος της ιδίας του +γυναικός, επειδή δε δεν εθεραπεύθη, εδοκίμασεν αλληλοδιαδόχως όλων +των άλλων γυναικών μέχρις ου εθεραπεύθη. Τότε εσύναξεν εις μίαν +πόλιν, την οποίαν σήμερον καλούσιν Ερυθράν βώλον, όλας τας +γυναίκας όσας είχε δοκιμάσει, πλην εκείνης με το ούρος της οποίας +νιφθείς ανέβλεψεν. Αφού δε εκλείσθησαν όλαι εκεί, τας έκαυσε μετά +της πόλεως, και έλαβεν ως γυναίκα του εκείνην της οποίας το ούρος +τω απέδωκε την όρασιν. Απαλλαγείς δε του νοσήματος των οφθαλμών, +αφιέρωσε διάφορα δώρα εις όλους τους ονομαστούς ναούς· τα μάλλον +δε άξια λόγου είναι τα θαυμαστά έργα τα οποία αφιέρωσεν εις τον +ναόν του Ηλίου· δύο οβελίσκους λιθίνους, εκάτερος των οποίων ήτο +εξ ενός λίθου εκατόν πήχεων ύψους και οκτώ πλάτους. + +112. Οι ιερείς με είπον ότι διεδέχθη την βασιλείαν άνθρωπός τις +της Μέμφιδος, του οποίου το όνομα κατά την των Ελλήνων γλώσσαν +είναι Πρωτεύς (29). Το αφιερωμένον εις αυτόν τέμενος σώζεται ακόμη +εις την Μέμφιν, προς νότον του ναού του Ηφαίστου, και είναι +περικαλλέστατον και καλώς κεκοσμημένον. Πέριξ αυτού κατοικούσι +Φοίνικες της Τύρου, και όλος αυτός ο τόπος καλείται στρατόπεδον +των Τυρίων. Εις το τέμενος του Πρωτέως υπάρχει ναός αφιερωμένος +εις την ξένην Αφροδίτην, εκ της παραδόσεως δε την οποίαν μοι +διηγήθησαν ότι η Ελένη διέτριψε παρά τω Πρωτεί καθώς και εκ της +επωνυμίας ξένης Αφροδίτης, εικάζω ότι ο ναός ούτος είναι ο της +Ελένης της θυγατρός του Τυνδάρεω· τωόντι, εις κανένα εκ των ναών +της Αφροδίτης δεν επονομάζεται η θεά αύτη ξένη. + +113. Όταν ηρώτησα τους ιερείς περί της Ελένης, μοι διηγήθησαν τα +ακόλουθα· αρπάσας ο Αλέξανδρος την Ελένην εκ Σπάρτης, απέπλεεν εις +την πατρίδα του· αλλ' άμα εισήλθεν εις το Αιγαίον πέλαγος, σφοδροί +άνεμοι τον εξώθησαν εις το Αιγύπτιον πέλαγος. Εκείθεν δε, επειδή η +τρικυμία δεν έπαυεν, επλησίασεν εις την παραλίαν και εισήλθεν εις +τας Ταριχείας του Νείλου αίτινες σήμερον καλούνται Κανωβικόν +στόμα. Υπήρχε τότε εις το παραθαλάσσιον, και υπάρχει ακόμη +σήμερον, ναός του Ηρακλέους, όπου δεν εσυγχωρείτο να συλλάβη τις +δούλον φυγάδα αδιάφορον τίνος δεσπότου εάν ούτος ελάμβανε τα θεία +στίγματα και αφιερούτο εις τον θεόν· ο νόμος ούτος ίσχυεν επί των +ημερών μου απαραλλάκτως ως εξ αρχής. Δούλοι τινες λοιπόν του +Αλεξάνδρου, ακούσαντες το προνόμιον το οποίον είχεν ο ναός ούτος, +έφυγον και καθίσαντες ικέται του θεού, κατηγόρουν τον Αλέξανδρον +θέλοντες να τον βλάψωσι και διηγούντο όλα όσα συνέβησαν με την +Ελένην και την προς τον Μενέλαον αδικίαν αυτού. Έλεγον δε ταύτα +εις τους ιερείς και εις τον φύλακα του στόματος τούτου του Νείλου +όστις ωνομάζετο Θώνις. + +114. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, πέμπει τάχιστα εις την Μέμφιν προς τον +Πρωτέα άνθρωπον λέγοντα τα ακόλουθα· «Ήλθε ξένος τις Τεύκρος το +γένος, όστις διέπραξεν εις την Ελλάδα ανόσιον έργον, διότι ηπάτησε +την γυναίκα του φιλοξενήσαντος αυτόν, την ήρπασε μετά πολλών άλλων +θησαυρών και ήλθεν εις την χώραν σου αναγκασθείς υπό των ανέμων. +Τι πρέπει να πράξωμεν; να τον αφήσωμεν να αναχωρήση ατιμώρητος, ή +να λάβωμεν όσα έφερεν ελθών;» ο δε Πρωτεύς απεκρίθη· Συλλαβόντες +τον άνθρωπον τούτον όστις έπραξε τοιαύτην ανοσίαν πράξιν προς τον +ξένον του, πέμψατέ τον προς εμέ διά να ακούσω τι θα είπη.» + +115. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, συλλαμβάνει τον Αλέξανδρον, κρατεί τα +πλοία του και πέμπει εις την Μέμφιν αυτόν, την Ελένην, τους +θησαυρούς του και προσέτι τους ικέτας. Όταν έφθασαν εκεί όλοι +ηρώτα ο Πρωτεύς τον Αλέξανδρον τις ήτο και πόθεν ήρχετο. Ο δε +Αλέξανδρος και το γένος του ωμολόγησε, και το όνομα της πατρίδος +του είπε, και προσέτι τω διηγήθη τον πλουν του από του μέρους εκ +του οποίου εξέπλευσεν. Αλλ' ο Πρωτεύς επέμενε να μάθη πόθεν έλαβε +την Ελένην· επειδή δε ο Αλέξανδρος περιέπλεκε τους λόγους του και +δεν έλεγε την αλήθειαν, οι παρόντες εις την συνδιάλεξιν ικέται +εμαρτύρουν κατ' αυτού διηγούμενοι καταλεπτώς το έγκλημά του. Τέλος +ο βασιλεύς εξήνεγκε την ακόλουθον απόφασιν. «Εάν δεν εθεώρουν ως +μέγα έγκλημα να φονεύσω τινά εκ των ξένων όσοι βιαζόμενοι υπό των +ανέμων έρχονται εις τον τόπον μου θα σε ετιμώρουν υπέρ του Έλληνος +εκείνου, σε τον κάκιστον των ανθρώπων, όστις φιλοξενηθείς παρ' +αυτού, έπραξες έργον ανοσιώτατον· επλησίασες την γυναίκα του ξένου +σου, και δεν ηρκέσθης εις τούτο, αλλ' αποπλανήσας αυτήν την +έκλεψες και έφυγες· και ούτε εις αυτό ακόμη ηρκέσθης, αλλ' ήλθες +γυμνώσας την οικίαν του φιλοξενήσαντός σε. Εν τούτοις, επειδή +θεωρώ ως αμάρτημα να φονεύσω ξένον, θα ζήσης· δεν σοι επιτρέπω +όμως μήτε την γυναίκα να λάβης μήτε τους θησαυρούς· θα τα φυλάξω +διά τον ξένον Έλληνα, μέχρις ου θέληση εκείνος να έλθη και να τα +λάβη. Όσον δ' αφορά σε και τους συμπλωτήράς σου, σας διατάττω να +φύγετε εντός τριών ημερών από τον τόπον τούτον εις άλλην γην +οιανδήποτε, ειδεμή, θα σας μεταχειρισθώ ως πολεμίους.» + +116. Τοιαύτη ήτο η διήγησις των ιερέων περί της αφίξεως της Ελένης +εις του Πρωτέως· εγώ δε νομίζω ότι ο Όμηρος εγνώριζε μεν το +γεγονός τούτο, δεν το έκρινεν όμως αρμόδιον διά την εποποιίαν όσον +το άλλο, εκείνο το οποίον μετεχειρίσθη· το αφήκε λοιπόν κατά μέρος +δείξας μόνον ότι το ήξευρεν. Είναι δε φανερόν εξ όσων εν τη Ιλιάδι +(και ουδαμού αντιφάσκει) λέγει περί των πλανήσεων του Αλεξάνδρου· +ότι δηλαδή αφού ήρπασε την Ελένην και ανεχώρησε, πλανηθείς μακράν +έφθασεν εις την Σιδώνα της Φοινίκης. Αναφέρει δε ταύτα εις τα +κατορθώματα του Διομήδους· και οι στίχοι λέγουσιν ούτω· «Εκεί ήσαν +οι παμποίκιλοι πέπλοι, έργα Σιδωνίων γυναικών, τους οποίους ο +θεόμορφος Αλέξανδρος έφερεν από την Σιδώνα όταν, διασχίζων την +θάλασσαν, διήλθεν εκείθεν απάγων εις την Τρωάδα την ευγενή +Ελένην.» Και άλλη μνεία τούτου γίνεται εν τη Οδυσσεία εις τους +ακολούθους στίχους. «Η θυγάτηρ του Διός έχει πολλά φάρμακα ωφέλιμα +και με πολλήν τέχνην κατεσκευασμένα, τα οποία τη έδωκεν η +Πολυδάμνα, η σύζυγος του Θώνος, από την Αίγυπτον, όπου η +ζωοπάροχος γη παράγει άφθονα φάρμακα, άλλα μεν επωφελή, άλλα δε +επιβλαβή.» Ιδού δε και άλλοι στίχοι εις τους οποίους ο Μενέλαος +λέγει προς τον Τηλέμαχον· «Με όλην την ανυπομονησίαν την οποίαν +είχον να επανίδω την πατρίδα μου, οι θεοί με εκράτησαν ακόμη εις +την Αίγυπτον, όπου είχον αμελήσει να θυσιάσω εις αυτούς εντελείς +εκατόμβας.» Διά των στίχων τούτων καθίσταται δήλον ότι εγίνωσκε +την άφιξιν του Αλεξάνδρου εις την Αίγυπτον, διότι η Συρία +συνορεύει με την Αίγυπτον, και οι Φοίνικες, εις ους ανήκει η +Σιδών, κατοικούσιν εις την Συρίαν. + +117. Εκ των στίχων τούτων, και προ πάντων εκ των πρώτων, +καταφαίνεται ότι τα Κύπρια έπη δεν είναι του Ομήρου, αλλ' άλλου +τινός· διότι εις ταύτα μεν λέγεται ότι ο Αλέξανδρος, αφού ήρπασε +την Ελένην από την Σπάρτην, έφθασε μετά τρεις ημέρας εις το Ίλιον +βοηθούμενος υπό ούριου άνεμου και θαλάσσης γαληνιαίας· εις δε την +Ιλιάδα λέγεται εξ εναντίας ότι άγων αυτήν επλανάτο τήδε κακείσε. +Αλλ' ας αφήσωμεν τον Όμηρον και τα Κύπρια έπη. + +118. Όταν ηρώτησα τους ιερείς εάν όσα λέγουσιν οι Έλληνες ότι +συνέβησαν εις την Τρωάδα ήναι ψευδή ή αληθή, ιδού τι με +απεκρίθησαν βεβαιούντες ότι τα είπεν εις αυτούς ο Μενέλαος. Μετά +την αρπαγήν της Ελένης, πολυάριθμος στρατός Ελληνικός μετέβη εις +την Τρωάδα διά να βοηθήση τον Μενέλαον· αποβάς εις την ξηράν ο +στρατός ούτος, έστησε το στρατόπεδόν του και έπεμψεν εις το Ίλιον +πρέσβεις μεταξύ των οποίων ήτο ο Μενέλαος· εισήλθον ούτοι εις την +πόλιν, απήτησαν την απόδοσιν της Ελένης και τους θησαυρούς τους +οποίους μετ' αυτής ήρπασεν ο Αλέξανδρος και εζήτησαν ικανοποίησιν +διά τα αδικήματα ταύτα. Άλλοι Τρώες, και κατ' εκείνην την στιγμήν, +και βραδύτερον, εβεβαίουν πάντοτε το αυτό πράγμα, είτε απλώς είτε +μεθ' όρκου· ότι δεν είχον ούτε την Ελένην ούτε τους θησαυρούς, ότι +όλα αυτά ήσαν εις την Αίγυπτον και ότι δεν τοις εφαίνετο εύλογον +να δώσωσιν ικανοποίησιν διά πράγματα τα οποία είχεν ο βασιλεύς +Πρωτεύς. Οι Έλληνες νομίσαντες ότι τους έσκωπτον οι Τρώες, +επολιόρκησαν την πόλιν και την εκυρίευσαν. Αφού δε εκυρίευσαν την +πόλιν, επειδή η Ελένη δεν εφαίνετο ουδαμού και οι Τρώες έλεγον τα +αυτά όσα και πρότερον, τότε πιστεύσαντες εις τους πρώτους λόγους +οι Έλληνες, απέστειλαν αυτόν τον Μενέλαον προς τον Πρωτέα. + +119. Ελθών ο Μενέλαος εις Αίγυπτον και αναπλεύσας μέχρι της +Μέμφιδος, διηγήθη όλην την αλήθειαν, έλαβεν άπειρα δώρα, και +επανέλαβε την Ελένην όλως αβλαβή καθώς και όλους τους αρπαγέντας +θησαυρούς του. Καίτοι δε ο Μενέλαος έτυχε τόσων περιποιήσεων, +εφάνη όμως άδικος προς τους Αιγυπτίους. Επειδή ήθελε να αναχωρήση +εκείθεν και ο καιρός τον εμπόδιζε, τούτο δε διήρκει πολλάς ημέρας, +κατέφυγεν εις πράγμα ανόσιον· διότι λαβών δύο παιδία ανθρώπων +εγχωρίων, τα έσφαξεν. Έπειτα, γενομένου γνωστού του πράγματος, +εμισήθη και διωκόμενος έφυγε και ήλθε με τα πλοία του εις την +Λιβύαν. Οι Αιγύπτιοι δεν ηδύναντο μεν να είπωσι πού μετέβη εκείθεν +ο Μενέλαος, με εβεβαίουν όμως ότι άλλα μεν των συμβάντων εκείνων +εξετάσαντες έμαθον, άλλα δε ότι τα εγίνωσκον και τα έλεγον μετά +βεβαιότητος ως γενόμενα εις τον τόπον των. + +120. Αυτά μεν έλεγον οι Αιγύπτιοι ιερείς· εγώ δε παραδέχομαι όσα +διηγούνται περί της Ελένης προσθέτων την εξής σκέψιν. Εάν η Ελένη +ήτο εις το Ίλιον βεβαίως θα απεδίδετο εις τους Έλληνας τη +συγκαταθέσει ή άνευ της συγκαταθέσεως του Αλεξάνδρου, διότι ούτε ο +Πρίαμος ούτε οι άλλοι συγγενείς του ήσαν τόσον ανόητοι ώστε να +διακινδυνεύσωσι τα άτομά των, τα τέκνα των και την πόλιν των διά +να έχη ο Αλέξανδρος γυναίκα την Ελένην. Και εάν υποθέσωμεν ότι η +πρώτη απόφασίς των ήτο να μη ενδώσωσιν, όταν όμως είδον ότι +πολεμούντες με τους Έλληνας έχανον πολλούς ανθρώπους, όταν είδον +ότι δεν παρήρχετο μάχη (εάν βασισθώμεν εις τας μαρτυρίας των +εποποιών) χωρίς να χάση ο Πρίαμος τουλάχιστον δύο ή τρεις των υιών +του, επειδή ταύτα συνέβησαν ούτω, νομίζω ότι και αυτός ο Πρίαμος +αν ήτο ο άρπαξ της Ελένης, θα έσπευδε να την αποδώση εις τους +Ατρείδας διά να αποφύγη τόσα δυστυχήματα. Προς τούτοις ούτε +διάδοχος της βασιλείας ήτο ο Αλέξανδρος, και με όλον το γήρας του +Πριάμου η διοίκησις των κοινών δεν ήτο εις χείρας του Αλεξάνδρου· +αλλ' ο Έκτωρ, όστις ήτο και πρεσβύτερος και γενναιότερος αυτού, +έμελλε να παραλάβη την βασιλείαν μετά τον θάνατον του Πριάμου. +Αυτός λοιπόν δεν θα επέτρεπεν εις τον αδελφόν του την αδικίαν, προ +πάντων όταν ένεκα αυτού συνέβαιναν τόσα δυστυχήματα και εις αυτόν +τον Έκτορα και εις άλλους Τρώας. Αλλά δεν ήτο εις την εξουσίαν των +να αποδώσωσι την Ελένην, ούτε τους επίστευον οι Έλληνες λέγοντας +την αλήθειαν. Κατά την εμήν γνώμην τούτο εγένετο συνεργεία των +θεών, διά να απολεσθώσι κατά κράτος οι Τρώες και γίνη φανερόν εις +όλους τους ανθρώπους ότι εις τα μεγάλα αδικήματα οι θεοί +επιφυλάττουσι μεγάλας τιμωρίας. Και ταύτα μεν, ως είπον, φρονώ +εγώ. + +121. 1. Οι δε ιερείς λέγουσιν ότι τον Πρωτέα διεδέχθη ο Ραψίνιτος +(30), όστις αφήκεν ως μνημείον τα προς δυσμάς προπύλαια του ναού +του Ηφαίστου. Απέναντι των προπυλαίων τούτων έστησε δύο ανδριάντας +εικοσιπέντε πήχεις υψηλούς· οι Αιγύπτιοι καλούσι τον μεν προς +άρκτον ιστάμενον Θέρος, τον δε προς μεσημβρίαν Χειμώνα· και +εκείνον μεν τον οποίον καλούσι Θέρος προσκυνούσι και +περιποιούνται, προς δε τον άλλον τον καλούμενον Χειμώνα πράττουσι +τα εναντία. Ο βασιλεύς ούτος είχεν άπειρα χρήματα, τόσα ώστε εκ +των μεταγενεστέρων βασιλέων κανείς δεν ηδυνήθη μήτε να τον υπερβή +μήτε να τον φθάση καν. Θέλων ούτος να θησαυρίζη εις ασφαλές μέρος, +έκτισε δωμάτιον λίθινον, του οποίου είς των τοίχων ήτο εις το έξω +μέρος της οικίας· αλλ' ο οικοδόμος, επιβουλευόμενος τα πλούτη +εκείνα, εμηχανεύθη το εξής· προδιέθεσε μίαν πέτραν του τοίχου +ούτως ώστε δύο άνθρωποι, ή και είς μόνος, να δύνανται ευκόλως να +την εκβάλλωσιν. Αφού ετελείωσε το οίκημα, ο βασιλεύς απέθεσεν εν +αυτώ τους θησαυρούς του. Μετά παρέλευσιν χρόνου, ο οικοδόμος +αισθανθείς το τέλος της ζωής του εκάλεσε τους υιούς του (είχε δε +δύο) και τοις είπε πως, μεριμνών δι' αυτούς διά να έχωσιν άφθονα +αγαθά, έκαμε τέχνασμα τι ότε έκτιζε το θησαυροφυλάκιον του +βασιλέως. Αφού δε τοις εξήγησε σαφώς πώς ηδύναντο να αφαιρέσωσι +τον λίθον, τους έδωκε τα μέτρα αυτού και τους είπεν ότι εάν δεν τα +λησμονήσωσι θα ήσαν διαχειρισταί των βασιλικών χρημάτων. Και +εκείνος μεν απέθανεν, οι δε υιοί του δεν εβράδυνον να θέσωσιν εις +ενέργειαν το πράγμα· πορευθέντες διά νυκτός εις τα βασίλεια και +ανευρόντες τον λίθον εις το οικοδόμημα, ευκόλως τον μετεκίνησαν +και εξήγαγον πολλά χρήματα. 2. Όταν δε έτυχεν ο βασιλεύς να ανοίξη +το οίκημα, ηπόρησεν ιδών ότι έλειπον χρήματα από τα αγγεία, και +δεν ήξευρεν εις ποίον να αποδώση το πράγμα, καθότι αι σφραγίδες +ήσαν ανέπαφοι και η θύρα κεκλεισμένη. Επειδή δε ανοίξας δις και +τρις έβλεπεν ότι τα χρήματα ηλαττούντο πάντοτε (επειδή οι κλέπται +δεν έπαυον εξάγοντες), εμηχανεύθη το εξής· διέταξε να +κατασκευάσωσι παγίδας και να τας στήσωσι πέριξ των αγγείων εντός +των οποίων ήσαν τα χρήματα. Οι κλέπται ήλθον ως και πρότερον· ο +είς εξ αυτών εισήλθεν, επλησίασεν αγγείον τι, και αίφνης συνελήφθη +εις την παγίδα. Εννοήσας δε αμέσως το δυστύχημα εις το οποίον +είχεν εμπέσει, εκάλεσε τον αδελφόν του, είπε προς αυτόν το γεγονός +και τον προέτρεψε να εισέλθη τάχιστα. Άμα δε εκείνος επλησίασε +«Κόψε την κεφαλήν μου, προσέθηκε, διότι εάν με ίδωσι και με +αναγνωρίσωσιν, εχάθημεν και εγώ και συ.» Ο αδελφός επείσθη ότι +είχε δίκαιον και ηκολούθησε την συμβουλήν του· έπειτα, εφαρμόσας +τον λίθον εις την θέσιν του ήλθεν εις την οικίαν του με την +κεφαλήν του αδελφού του. 3. Άμα εξημέρωσεν, εισήλθεν ο βασιλεύς +εις το οίκημα και εξεπλάγη ευρών εις την παγίδα το σώμα του +κλέπτου άνευ κεφαλής, το οίκημα αβλαβές και ουδεμίαν άλλην είσοδον +ή έξοδον. Ευρισκόμενος δε εις απορίαν, επενόησεν άλλο στρατήγημα· +εκρέμασεν εις τον τοίχον το σώμα του κλέπτου, και θέσας περί αυτό +φύλακας, τους διέταξε να συλλάβωσι και φέρωσιν ενώπιόν του +οποιονδήποτε ήθελον ιδεί να κλαύση ή να στενάξη επί τω θεάματι +εκείνω. Ενόσω δε εκρέματο το πτώμα, η μήτηρ, δεινώς λυπουμένη, +συνωμίλει μετά του επιζώντος υιού της· επί τέλους τον επρόσταξε να +εφεύρη πάντα τρόπον να λύση το πτώμα όπως ηδύνατο και να το φέρη +εις την οικίαν, απειλούσα αυτόν ότι εν περιπτώσει αμελείας θα +μεταβή η ιδία προς τον βασιλέα και θα τον καταγγείλη ότι αυτός +έχει τα χρήματα. 4. Επειδή λοιπόν η μήτηρ τον επίεζε πολύ, και +αυτός δεν ηδύνατο να την μεταπείση με όλας τας παρατηρήσεις του, +εσοφίσθη τα ακόλουθα· έλαβεν όνους, έπειτα πληρώσας οίνου ασκούς, +τους εφόρτωσεν επί των όνων και ήλαυνεν αυτούς. Όταν δε έφθασεν +απέναντι των φυλάκων και πλησίον του κρεμαμένου σώματος, έσυρε +προς εαυτόν δύο τρεις άκρας των ασκών και τους έλυσεν ενώ +εκλονίζοντο· τότε ο οίνος ήρχισε να χύνεται, και αυτός εκτύπα την +κεφαλήν του εκβάλλων μεγάλας φωνάς, ως να μη ήξευρε προς ποίον +όνον να τρέξη πρώτον. Οι φύλακες βλέποντες να χύνεται τόσος οίνος, +ώρμησαν εις την οδόν με αγγεία διά να τον συνάξωσιν, ως να εχύνετο +χάριν αυτών. Ο άνθρωπος προσεποιήθη ότι εθύμωνε, τους ύβριζεν +όλους, και επειδή είδεν ότι οι φύλακες τον επαρηγόρουν, +προσεποιήθη ότι κατεπραΰνετο και εμετρίαζε τον θυμόν του. Τέλος +πάντων έφερε τους όνους έξω της οδού και διευθέτησε το φόρτωμα +συνομιλών συγχρόνως με τους φύλακας· είς μάλιστα εξ αυτών τον +επείραξε και προσεπάθησε να τον κάμη να γελάση· ο δε ονηλάτης προς +αμοιβήν τοις εχάρισεν ένα ασκόν. Αυτοί δε, ως ήσαν, εκάθισαν εκεί +και απεφάσισαν να πίωσι λέγοντες και εις εκείνον να μείνη μετ' +αυτών και να συμπίη. Τότε εκείνος προσεποιήθη ότι επείσθη, και +έμεινεν εκεί. Επειδή δε τω εφέροντο μετά πολλής φιλοφροσύνης, τοις +προσέφερε και δεύτερον ασκόν. Πίνοντες λοιπόν αφθόνως οι φύλακες +εμεθύσθησαν εντελώς και απεκοιμήθησαν εκεί όπου έπινον. Ο ονηλάτης +ωφελήθη της ευκαιρίας, και, ελθούσης της νυκτός, έλυσε το σώμα του +αδελφού του, και εξύρισε τας δεξιάς παρειάς των φυλάκων προς +καταισχύνην· έπειτα φορτώσας το πτώμα επί των όνων επέστρεψεν εις +την οικίαν του, εκτελέσας την διαταγήν της μητρός του. 5. Ο δε +βασιλεύς, όταν τω ανήγγειλον ότι το σώμα του κλέπτου ηρπάγη, +ωργίσθη καθ' υπερβολήν, και θέλων με πάντα τρόπον να ανακαλυφθή +ποιος ήτο εκείνος όστις εμηχανεύθη όλα ταύτα, έθεσεν, ως λέγουσιν, +εις ενέργειαν μέτρον όλως απίστευτον εις εμέ. Έπεμψε την θυγατέρα +του εις πορνείον και την παρήγγειλε να δέχεται πάντας ομοίως· πριν +παραδοθή όμως, να τους αναγκάζη να τη είπωσι τι έπραξαν εν τω βίω +των πανουργότατον και ανοσιώτατον· εκείνον δε όστις ήθελε τη είπει +τα περί της πραχθείσης κλοπής, να τον κρατήση και να μη τον αφήση +να φύγη. Ενώ η κόρη εξετέλει τας προσταγάς του πατρός της, ο +κλέπτης έμαθε προς ποίον σκοπόν εγίνοντο ταύτα, και θέλων να +νικήση τον βασιλέα εις τας πανουργίας, έκοψεν από τον ώμον τον +βραχίονα προσφάτως αποθανόντος ανθρώπου, τον έθεσεν υπό το ένδυμά +του, εισήλθεν όπου ήτο η κόρη του βασιλέως, και όταν εκείνη τω +απέτεινε την αυτήν ερώτησιν την οποίαν έκαμνε και προς τους +άλλους, αυτός τη διηγήθη την μάλλον ανοσίαν πράξιν του βίου του· +ότι συλληφθέντος του αδελφού του εις την παγίδα εντός του +θησαυροφυλακίου του βασιλέως, έκοψε την κεφαλήν του· ότι +επιτηδειότερος από τους φύλακας, τους εμέθυσε και έλυσε το +κρεμάμενον σώμα του αδελφού του. Η κόρη, άμα ήκουσε ταύτα, ηθέλησε +να τον συλλάβη, αλλ' ο κλέπτης εν τω σκότει τη έδωκε την χείρα του +νεκρού. Και εκείνη μεν εκράτησε ταύτην, νομίζουσα ότι κρατεί την +χείρα αυτού του ιδίου· ο δε κλέπτης, αφήσας αυτήν, εξήλθε της +θύρας και έφυγεν. 6. Όταν έφερον εις τον βασιλέα την είδησιν όλων +τούτων των γεγονότων κατεπλάγη διά την επιδεξιότητα και την τόλμην +του ανθρώπου τούτου· τέλος πάντων δε έπεμψεν εις όλας τας πόλεις +και διεκήρυξεν ότι τον συγχωρεί και τω υπόσχεται μεγάλα πράγματα +εάν παρουσιασθή ενώπιόν του. Πεισθείς ο κλέπτης προσήλθεν· ο δε +Ραμψίνιτος τον εθαύμασε καθ' υπερβολήν και τω έδωκε την θυγατέρα +του ως άνθρωπον όστις ήξευρε περισσότερα από όλους, λέγων ότι οι +μεν Αιγύπτιοι υπερέχουσιν από όλους τους ανθρώπους, αυτός δε από +όλους τους Αιγυπτίους. + +122. Μετά τούτο μοι είπον οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος κατέβη +ζων όπου οι Έλληνες υποθέτουσιν ότι είναι ο άδης, ότι εκεί έπαιζε +τους κύβους με την Δήμητρα, ότι άλλοτε μεν την ενίκα, άλλοτε δε +ηττάτο υπ' αυτής, και ότι λαβών παρ' αυτής δώρον χειρόμακρον +χρυσούν, ανέβη πάλιν εις την γην. Ένεκα της καταβάσεως ταύτης και +μετά την επιστροφήν του Ραμψινίτου, οι Αιγύπτιοι εσύστησαν εορτήν +ως με είπον, και ο ίδιος ηξεύρω ότι και εις τας ημέρας μου ακόμη +την διετήρουν· δεν δύναμαι όμως να είπω εάν δι' άλλην τινά αιτίαν +την εώρταζον ή δι' αυτήν. Κατά την ημέραν της εορτής, οι ιερείς, +υφαίνοντες μανδύαν, δένουσι με ταινίαν τους οφθαλμούς ενός εκ των +ιδικών των, και περιβάλλοντες αυτόν με τον μανδύαν εκείνον, τον +φέρουσιν εις την οδόν ήτις άγει εις τον ναόν της Δήμητρος· έπειτα +δε επιστρέφουσιν. Εν τούτοις ο ιερεύς, δεδεμένους έχων τους +οφθαλμούς, οδηγείται υπό δύο λύκων εις τον ναόν τούτον όστις +απέχει από την πόλιν είκοσι στάδια και φέρεται πάλιν οπίσω παρ' +αυτών εις το ίδιον μέρος. + +123. Τας διηγήσεις ταύτας των Αιγυπτίων ας δεχθή όστις νομίζει +αυτάς πιθανάς. Το κατ' εμέ, εις όλην την διήγησίν μου ομολογώ ότι +γράφω όσα ήκουσα. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι η Δημήτηρ και ο +Διόνυσος βασιλεύουσιν επί των νεκρών. Είναι λοιπόν οι πρώτοι +οίτινες ωμίλησαν περί της δοξασίας ταύτης ότι η ψυχή του ανθρώπου +είναι αθάνατος, και ότι, μετά την φθοράν του σώματος, εισέρχεται +αύτη εις άλλο ον γεννώμενον· αφού δε διατρέξη όλα τα ζώα της γης +και της θαλάσσης και όλα τα πτηνά, εισέρχεται πάλιν εις ανθρώπινον +σώμα· η περιπλάνησις δ' αύτη της ψυχής γίνεται εις τρισχίλια έτη. +Την δοξασίαν ταύτην τινές των Βλλήνων μετεχειρίσθησαν ως ιδικήν +των, άλλοι μεν πρότερον, άλλοι δε εσχάτως (31) ηξεύρω τα ονόματα +αυτών, πλην δεν τα γράφω. + +124. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι μέχρι του Ραμψινίτου η ευνομία +διετηρείτο εις την Αίγυπτον και ότι μεγάλως ηυδαιμόνει ο τόπος· +αλλά μετ' αυτόν εβασίλευσεν ο Χέοψ (32) και τότε υπέφερον παν +είδος δυστυχίας. Πρώτον έκλεισεν όλους τους ναούς και απηγόρευσε +να θυσιάζωσιν· έπειτα ηνάγκασε τους Αιγυπτίους να εργάζωνται δι' +αυτόν. Και είς τινας μεν επέβαλε να σύρωσι μέχρι του Νείλου λίθους +τους οποίους εξήγον από τα λατομεία του Αραβίου όρους· εις άλλους +δε ώρισε να μεταβιβάζωσιν εις πλοιάρια τους λίθους τούτους και να +τους φέρωσιν εις το Λιβυκόν όρος. Ειργάζοντο δε αδιακόπως εκατόν +χιλιάδες ανθρώπων αντικαθισταμένων κατά τριμηνίαν. Ταλαιπωρούμενος +ο λαός εδαπάνησε δέκα μεν έτη διά την κατασκευήν της οδού διά της +οποίας μετέφερον τους λίθους, έργον όπερ, κατ' εμέ, μόλις είναι +μικρότερον της πυραμίδος, διότι το μήκος της οδού είναι πέντε +στάδια, το πλάτος δέκα οργυιαί, και το μεγαλείτερον ύψος οκτώ +οργυιαί· και κατεσκευάσθη εκ λίθων ξεστών, κεκοσμημένων δι' +εγγεγλυμμένων εικόνων. Κατανάλωσαν λοιπόν δέκα έτη διά την οδόν +ταύτην, διά την εξομάλισιν του λόφου όπου ίστανται αι πυραμίδες, +και διά τα υπό την γην οικήματα τα οποία ο Χέοψ προώρισε διά τάφον +του αποκαταστήσας το μέρος εκείνο νήσον με διώρυχα την οποίαν +έφερεν από τον ποταμόν. Είκοσι δε έτη εχρειάσθησαν διά την +κατασκευήν της κυρίας πυραμίδος της οποίας, τετραγώνου ούσης, +εκάστη πρόσοψις είναι οκτώ πλέθρα εις την βάσιν και άλλα τόσα κατά +το ύψος· σύγκειται δε όλη εκ λίθων ξεστών και καλώς +συνηρμολογημένων και ουδείς λίθος αυτής είναι μικρότερος των +τριάκοντα ποδών. + +125. Κατεσκευάσθη δε η πυραμίς αύτη κατά το σχήμα βαθμίδων, τας +οποίας άλλοι μεν καλούσι κρόσσας, άλλοι δε βωμίδας. Αφού δε +έκτισαν την βάσιν, ύψωσαν τας λοιπάς πέτρας διά μηχανών +κατεσκευασμένων εκ μικρών ξύλων· η δύναμις της μηχανής ενήργει +πρώτον από του εδάφους μέχρι του πρώτου στοίχου των βαθμίδων· εκεί +ήτο εστημένη άλλη μηχανή εφ' ης ετίθετο ο λίθος και μετεφέρετο εις +τον δεύτερον στοίχον των βαθμίδων όπου ήτο εστημένη τρίτη μηχανή, +διότι όσοι στοίχοι ήσαν τόσαι και μηχαναί. Πιθανόν όμως να υπήρχε +μια μόνη μηχανή, την οποίαν, καθό ευκίνητον, μετέφερον από στοίχου +εις στοίχον, αφού προηγουμένως αφήρουν απ' αυτής τον λίθον, διότι +πρέπει να αναφέρω και τους δύο τρόπους καθώς με τους είπον. Και +προ των άλλων μεν ετελείωσεν η κορυφή της πυραμίδος, κατόπιν ο +ακόλουθος στοίχος και ούτω καθεξής μέχρι του τελευταίου όστις +ήγγιζε το έδαφος. Είναι δε σημειωμένα με χαρακτήρας Αιγυπτιακούς +πόσα εξωδεύθησαν διά τους εργάτας εις ράπανα, κρόμμυα και σκόροδα· +και καθ' όσον δύναμαι να ενθυμηθώ, η επιγραφή, την οποίαν μοι +εξήγησεν ο διερμηνεύς, εδείκνυεν ότι το ποσόν ανέβη μέχρι χιλίων +εξακοσίων αργυρών ταλάντων. Εάν τωόντι τόσα εδαπανήθησαν εις +τοιαύτα πράγματα, πόσα άρα γε να εδαπανήθησαν εις σιδηρά σύνεργα, +εις τρόφιμα και εις ενδύματα καθ' όλον τον προς οικοδομήν +δαπανηθέντα χρόνον όστις ήτο όσος είπον, εκτός εκείνων τα οποία +εξωδεύθησαν, ως νομίζω, κατά τον χρόνον όστις εχρειάσθη προς τομήν +των λίθων, μεταφοράν αυτών και κατασκευήν του υπογείου ορύγματος; + +126. Εις τοιούτον βαθμόν κακοηθείας έφθασεν ο Χέοψ ώστε έχων +ανάγκην χρημάτων εισήγαγεν, ως λέγουσι, την θυγατέρα του εις +πορνείον και την διέταξε να συνάξη ποσότητα τινα, αγνοώ πόσην +διότι δεν με την είπον οι ιερείς. Υπήκουσεν αύτη και εσύναξε την +παρά του πατρός της ορισθείσαν ποσότητα· θέλουσα δε να αφήση και +ίδιον εαυτής μνημείον, εζήτει παρά παντός εισερχομένου προς αυτήν +να τη χαρίζη μίαν πέτραν δι' αυτό το έργον. Από αυτάς δε τας +πέτρας λέγουσιν ότι εκτίσθη εκείνη των πυραμίδων ήτις είναι εν τω +μέσω των τριών, ολίγον προ της μεγαλειτέρας, και της οποίας εκάστη +πλευρά είναι έν και ήμισυ πλέθρον εις την βάσιν. + +127. Ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ο Χέοψ ούτος εβασίλευσε πεντήκοντα +έτη· μετά τον θάνατόν του δε εκληρονόμησε την βασιλείαν ο αδελφός +του Χεφρήν (33) όστις τον εμιμήθη καθ' όλα· έκτισε και αυτός +πυραμίδα ως εκείνος, μικροτέραν όμως· την εμέτρησα εγώ ο ίδιος· +μήτε υπόγεια οικήματα έχει, μήτε διώρυχα φέρουσαν μέχρι της βάσεώς +της το ύδωρ του ποταμού, ως έχει η άλλη την οποίαν η παροχέτευσις +του Νείλου καθίστα νήσον εν τη οποία ως λέγεται κείται το σώμα του +Χέοπος. Αφού έκτισε την πρώτην βαθμίδα εκ λίθου Αιθιοπικού +ποικίλου, ύψωσε την πυραμίδα κατά τεσσαράκοντα πόδας ολιγώτερον +της πρώτης ήτις είναι πλησίον· αμφότεραι δε ίστανται επί του αυτού +λόφου όστις έχει ύψος περίπου εκατόν πόδας. Έλεγον προσέτι οι +ιερείς ότι ο Χιφρήν εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και έξ. + +128. Αριθμούσι λοιπόν εκατόν εξ έτη κατά τα οποία οι Αιγύπτιοι +υπέστησαν πάσαν ταλαιπωρίαν· οι ναοί, εις το διάστημα τούτο, +εκλείσθησαν και δεν τους ήνοιξαν ουδέ προς στιγμήν. Τούτων δε των +βασιλέων τα ονόματα ο λαός μήτε τα αναφέρει υπό μίσους, αλλ' +ονομάζει τας πυραμίδας ταύτας πυραμίδας Φιλιτίωνός τινος ποιμένος +όστις έβοσκε τότε τα ποίμνιά του εις τούτο το μέρος. + +129. Μετά τον Χεφρήνα οι ιερείς με είπον ότι ανέβη επί του θρόνου +ο υιός του Χέοπος Μυκερίνος (34). Αι πράξεις του πατρός του δεν +ήρεσκον εις αυτόν· όθεν και τους ναούς ήνοιξε, και τον λαόν, όστις +εις άκρον εταλαιπωρείτο, απέλυσε διά να καταγίνεται εις τας θυσίας +του και τα ίδιά του έργα, και τέλος εδίκαζε δικαιότερον όλων των +βασιλέων. Τον επαινούσι λοιπόν διά τούτο πλειότερον από όλους όσοι +εβασίλευσαν επί της Αιγύπτου, διότι ου μόνον έκρινε καλώς, αλλά +και εις εκείνον όστις παρεπονείτο διά την απόφασιν έδιδε δώρον τι +κατευνάζον την δυσαρέσκειάν του. Εν τούτοις εις τον Μυκερίνον +τούτον, τον τόσον ήπιον, τον τόσον μεριμνώντα διά την ευτυχίαν των +Αιγυπτίων, συνέβησαν πολλά δυστυχήματα, και πρώτον πάντων ο +θάνατος της θυγατρός του, ήτις ήτο το μόνον τέκνον το οποίον είχεν +εις την οικίαν του. Αισθανθείς λύπην άφατον διά το δυστύχημα τούτο +και θέλων να θάψη την θυγατέρα του μεγαλοπρεπέστερον παρ' ό,τι +θάπτουσι τους άλλους, διέταξε να κατασκευάσωσι βουν ξυλίνην +κοίλην, την οποίαν κατεχρύσωσε και έθεσεν εντός αυτής την +αποθανούσαν θυγατέρα του. + +130. Η βους αύτη δεν ετάφη· εσώζετο ακόμη εις τας ημέρας μου εις +την Σάιν κειμένη εις δωμάτιον πλουσίως κεκοσμημένον εντός της +βασιλικής κατοικίας· πλησίον αυτής εκαίοντο καθ' ημέραν παντός +είδους αρώματα, καθ' όλην δε την νύκτα ήτο αναμμένος λύχνος +διαρκώς. Ου μακράν της βοός ταύτης, εις άλλο δωμάτιον, είναι +εκτεθειμέναι αι εικόνες των παλλακίδων του Μυκερίνου, ως με είπον +οι ιερείς της Σάιος. Αληθώς υπάρχουσιν εκεί είκοσι μεγάλα ξύλινα +αγάλματα παριστώντα γυναίκας γυμνάς· ποίαι είναι; δεν ειμπορώ να +είπω ειμή ό,τι ήκουσα. + +131. Τινές διά την βουν και τα κολοσσιαία αγάλματα λέγουσι τα +εξής· ότι ο Μυκερίνος ηράσθη της εαυτού θυγατρός και εμίγη μετ' +αυτής ακούσης· μετά ταύτα δε ότι η κόρη από την λύπην της επνίγη +και εκείνος την έθαψεν εντός της βοός ταύτης, ότι η μήτηρ έκοψε +τας χείρας των υπηρετριών αίτινες παρέδωκαν την νέαν κόρην εις τον +πατέρα της, και ότι διά τούτο αι εικόνες αυτών είναι άχειρες +θέλουσαι να παραστήσωσιν ό,τι έπαθον εις τον βίον των. Κατ' εμέ οι +λέγοντες ταύτα φλυαρούσι, και προ πάντων εις τα περί των χειρών +των αγαλμάτων, διότι το είδομεν και ημείς ιδίοις όμμασιν ότι υπό +του χρόνου απώλεσαν τας χείρας των, αίτινες κείνται ακόμη προ των +ποδών των. + +132. Η βους έχει το σώμα κεκαλυμμένον υπό επιστρώματος πορφυρού, +πλην του αυχένος και της κεφαλής εις τα οποία είναι επιτεθειμένος +παχύτατος χρυσός· μεταξύ των κεράτων αυτής είναι απομεμιμημένος εκ +χρυσού ο κύκλος του ηλίου. Ίσταται δε αυτή ουχί επί των ποδών της, +αλλά γονατισμένη, και το μέγεθος αυτής είναι όσον μεγάλης βοός +ζωντανής. Κατ' έτος την εκβάλλουσιν από το οίκημα, όταν οι +Αιγύπτιοι κτυπώνται χάριν του θεού τον οποίον εγώ δεν ειμπορώ να +ονομάσω εις τοιαύτην διήγησιν· τότε λοιπόν εκφέρουσι και την βουν +εις το φως, διότι, ως λέγουσιν, η θυγάτηρ του Μυκερίνου +αποθνήσκουσα εζήτησεν από τον πατέρα της να βλέπη τον ήλιον άπαξ +του ενιαυτού. + +133. Μετά τον θάνατον της θυγατρός του δευτέρα συμφορά ηκολούθησεν +εις τον βασιλέα, η εξής· χρησμός τις ήλθεν εκ της πόλεως Βουτούς +λέγων ότι έξ μόνον έτη έμελλεν ακόμη να ζήση και το έβδομον να +αποθάνη. Οδυνηράν θλίψιν αισθανθείς έπεμψε να επιπλήξη το +μαντείον, παραπονούμενος ότι ο μεν πατήρ του και ο θείος του +κλείσαντες τους ναούς, αποβαλόντες της μνήμης των τους θεούς, +πιέζοντες τους ανθρώπους, έζησαν πολύν χρόνον, αυτός δε, ευσεβής +ων, μέλλει να αποθάνη ταχέως. Τότε ήλθε προς αυτόν δεύτερος +χρησμός εκ του μαντείου λέγων ότι τούτου ένεκα συντετμήθη ο βίος +του· ότι δεν έπραξεν ό,τι ώφειλε να πράξη· ότι η Αίγυπτος ήτο +προωρισμένη να υποφέρη επί εκατόν πεντήκοντα έτη· ότι οι δύο +προκάτοχοι αυτού βασιλείς ενόησαν τούτο, εκείνος δε όχι. Ταύτα +ακούσας ο Μυκερίνος, επειδή είδεν ότι ήτο καταδεδικασμένος, +διέταξε να κατασκευάσωσι πολλούς λύχνους τους οποίους ήναπτε την +νύκτα, πίνων και εντρυφών, χωρίς να παύη μήτε ημέραν μήτε νύκτα· +περιήρχετο δε τας λίμνας και τα άλση και όπου ήθελε μάθει ότι +υπήρχον ευάρεστοι διασκεδάσεις. Εμηχανάτο δε ταύτα διά να αποδείξη +ψευδόμενον το μαντείον κάμνων τας νύκτας ημέρας, ώστε τα έξ έτη να +γίνωσι δώδεκα δι' αυτόν. + +134. Αφήκε δε και ούτος πυραμίδα πολύ μικροτέραν του πατρός του, +ήτις ούσα επίσης τετράγωνος έχει εκάστην πλευράν τριών πλέθρων +μείον είκοσι ποδών και είναι εκτισμένη κατά το ήμισυ εκ λίθου +Αιθιοπικού. Έλληνες τινες ισχυρίζονται ότι η πυραμίς αύτη είναι +εταίρας τινός, της Ροδώπιδος· πλην δεν λέγουσιν ορθώς, και βλέπω +μάλιστα ότι ομιλούσι περί αυτής χωρίς ούτε να ηξεύρωσι ποία ήτο η +Ροδώπις, διότι δεν θα απέδιδον εις αυτήν την κατασκευήν τοιαύτης +πυραμίδος εις την οποίαν δύναταί τις να είπη ότι εδαπανήθησαν +αναρίθμητοι χιλιάδες ταλάντων. Εκτός τούτου πρέπει να +παρατηρήσωμεν ότι η Ροδώπις ήκμασεν ουχί επί των χρόνων του +Μυκερίνου, αλλ' επί του βασιλέως Αμάσιος· ώστε είναι πολλά έτη +μεταγενεστέρα των βασιλέων οίτινες έκτισαν τας πυραμίδας ταύτας. +Γεννηθείσα εις Θράκην, δούλη του Ιάδμονος, υιού του +Ηφαιστοπόλιδος, υπήρξε σύνδουλος του μυθοποιού Αισώπου· διότι +τωόντι ούτος ανήκεν εις τον Ιάδμονα, ως εφάνη ακριβώς εκ του +ακολούθου γεγονότος. Όταν οι Δελφοί, υπακούοντες εις τον χρησμόν, +εκήρυττον τις ήθελε να λάβη το οφειλόμενον πρόστιμον διά τον φόνον +του Αισώπου, ουδείς άλλος επαρουσιάσθη ειμή Ιάδμων τις εγγονός του +προηγουμένου Ιάδμονος. Ανήκε λοιπόν ο Αίσωπος εις τον Ιάδμονα. + +135. Η δε Ροδώπις ήλθεν εις την Αίγυπτον κομισθείσα υπό του Ξάνθου +του Σαμίου. Ελθούσα δε διά το έργον της, εξηγοράσθη διά πολλών +χρημάτων υπό τινος Μυτιληναίου Χαράξου, υιού του Σκαμανδρωνύμου +και αδελφού της ποιήτριας Σαπφούς. Ούτω λοιπόν η Ροδώπις +ηλευθερώθη από την δουλείαν και έμεινεν εις την Αίγυπτον, και +επειδή είχε πολλά θέλγητρα, εκτήσατο μεγάλην περιουσίαν, όσον διά +μίαν Ροδώπιν, αλλ' όχι τόσην ώστε να δυνηθή να κτίση τοιαύτην +πυραμίδα. Το δέκατον της περιουσίας της και σήμερον ακόμη είναι +εύκολον να ίδη όστις θέλει· και δεν ειμπορεί να αποδώση εις αυτήν +πολλά πλούτη. Επιθυμήσασα η Ροδώπις να εγκαταλίπη εις την Ελλάδα +ανάμνησιν εαυτής, έκαμε πράγμα το οποίον μήτε εφαντάσθη κανείς +μήτε αφιέρωσεν άλλο όμοιον εις ναόν, και το αφιέρωσεν εις τους +Δελφούς εις μνημόσυνόν της. Παρήγγειλε και επλήρωσε διά του +δεκάτου της περιουσίας της πολλούς οβελούς σιδηρούς διά τους +οπτομένους βόας, τόσους όσους τη επέτρεπεν η τιμή του δεκάτου, και +τους έστειλεν εις τους Δελφούς. Υπάρχουσιν ακόμη συνεσωρευμένοι +όπισθεν του βωμού τον οποίον αφιέρωσαν οι Χίοι, απέναντι του ναού. +Συνήθως αι εταίραι της Ναυκράτιος είναι επαφρόδιτοι· μία δε των +πρώτων, αυτή περί ης ο λόγος, τοσούτον ονομαστή εγένετο, ώστε όλοι +οι Έλληνες γινώσκουσι το όνομα της Ροδώπιδος. Βραδύτερον, το όνομα +της Αρχιδίκης εγένετο μεν επίσης διάσημον ανά την Ελλάδα, αλλ' +ουχί τόσον διάσημον ως το της πρώτης και αντικείμενον +συνδιαλέξεων. Ότε δε ο Χάραξος, ελευθερώσας την Ροδώπιν, +επέστρεψεν εις την Μυτιλήνην, η Σαπφώ πολλάκις τον έσκωψεν εις τα +ποιήματά της. Αλλά είναι καιρός να αφήσωμεν την Ροδώπιν. + +136. Οι ιερείς με είπον ότι μετά τον Μυκερίνον εγένετο βασιλεύς +της Αιγύπτου ο Άσυχις (35), όστις ήγειρε τα προς ανατολάς του +ηλίου προπύλαια του ναού του Ηφαίστου τα οποία είναι τα κάλλιστα +και τα μέγιστα πάντων· διότι όλα μεν τα προπύλαια είναι +κεκοσμημένα δι' ανθέων γεγλυμμένων και έχουσι ποικιλωτάτην +οικοδομικήν θέαν, εκείνα όμως είναι ποικιλώτερα και ωραιότερα. Επί +της βασιλείας αυτού, είπον, εγένετο μεγάλη σπάνις χρημάτων· +επομένως οι Αιγύπτιοι εξέδωκαν νόμον επιτρέποντα να δανείζεταί τις +ενεχυριάζων το πτώμα του πατρός του. Εις τούτον τον νόμον λέγεται +ότι προσετέθη και η ακόλουθος διάταξις· ο δανείζων ήτο κύριος του +επιταφίου θαλάμου του λαμβάνοντος το δάνειον, εις εκείνον δε όστις +ηρνείτο να πληρώση το χρέος επεβάλλετο η εξής τιμωρία· όταν +απέθνησκε, δεν εσυγχωρείτο να ταφή μήτε εις τον πατρικόν τάφον +μήτε εις κανένα άλλον· προς τούτοις δεν εσυγχωρείτο μήτε συγγενή +του να θάψη. Θέλων δε ο Άσυχις να υπερβή τους προγενεστέρους +βασιλείς της Αιγύπτου, έκτισεν εκ πλίνθων πυραμίδα με την +ακόλουθον επί πέτρας γεγραμμένην επιγραφήν· «Μη με καταφρονής +ένεκα των λιθίνων πυραμίδων· τας υπερτερώ τόσον όσον ο Ζευς +υπερτερεί τους άλλους θεούς, διότι βυθίζοντες ακόντιον εις την +λίμνην και συνάζοντες τον πηλόν όστις προσεκολλάτο εις αυτό, +κατασκεύασαν τους πλίνθους με τους οποίους με έκτισαν.» Τοιαύτα +είναι όσα έπραξεν ο βασιλεύς ούτος. + +137. Μετ' αυτόν εβασίλευσε τυφλός τις εκ της πόλεως Ανύσιος, +ονομαζόμενος Άνυσις (36)· επί τούτου βασιλεύοντος οι Αιθίοπες και +ο βασιλεύς αυτών Σαβακώς εισέβαλον εις την Αίγυπτον μετά στρατού +πολλού. Και ο μεν τυφλός έφυγε και διεσώθη εις τα έλη, ο δε Αιθίοψ +εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα έτη, κατά το διάστημα των +οποίων έπραξε τα ακόλουθα έργα. Όταν Αιγύπτιός τις διέπραττεν +έγκλημα, επειδή δεν ήθελε να θανατόνη κανένα, εδίκαζεν έκαστον +κατά το μέγεθος του εγκλήματός του και τον κατεδίκαζε να φέρη χώμα +και να το ρίπτη εις την γενέθλιον πόλιν του. Τοιουτοτρόπως δε αι +πόλεις εγένοντο υψηλότεραι παρ' όσον ήσαν· διότι πρώτον μεν +υψώθησαν υπό των ορυξάντων τας διώρυχας επί του βασιλέως +Σεσώστριος, δεύτερον δε επί του Αιθίοπος έφθασαν εις το σήμερινόν +ύψος. Ως νομίζω η υψηλοτέρα πόλις είναι η Βούβαστις όπου +ευρίσκεται και ναός της Βουβάστιος (37), άξιος μνείας, διότι όσον +μεγάλοι, όσον πολυδάπανοι και αν ήναι οι άλλοι, κανείς όμως δεν +ηδύνει τα βλέμματα όσον ούτος. Βούβαστις δε ελληνιστί είναι η +Άρτεμις. + +138. Ο δε ναός αυτής είναι τοιούτος. Πλην της εισόδου, το άλλο +μέρος είναι νήσος, διότι δύο διώρυχες του Νείλου χωρίς να ενωθώσι +προχωρούσι μέχρι της εισόδου ταύτης, και έπειτα περικυκλούσι τον +ναόν, η μεν δεξιόθεν η δε αριστερόθεν· το πλάτος εκάστης είναι +εκατόν ποδών, και δένδρα καλύπτουσιν αυτάς διά της σκιάς των. Τα +προπύλαια έχουσι δέκα οργυιών ύψος, κεκοσμημένα με έκτυπα έξ +πήχεων αξιόλογα· ο ναός, ευρισκόμενος εις το κέντρον της πόλεως, +είναι πανταχόθεν καταφανής παρ' εκείνων οίτινες περιέρχονται +αυτόν, καθότι, επειδή η πόλις υψώθη, το δε έδαφος του ναού έμεινε +το ίδιον, φαίνεται τοιούτος οίος εκτίσθη απ' αρχής. Περιτρέχει +αυτόν τοίχος έχων εγγεγλυμμένας εικόνας, έσωθεν δε είναι άλσος εκ +δένδρων μεγίστων πεφυτευμένων πέριξ ναού μεγάλου εντός του οποίου +είναι το άγαλμα της θεάς. Το όλον οικοδόμημα είναι τετράγωνον και +εκάστη πλευρά είναι ενός σταδίου. Προς την είσοδον υπάρχει +λιθόστρωτος οδός τριών σταδίων, διερχομένη την αγοράν προς +ανατολάς και πλάτος έχουσα τεσσάρων πλέθρων· εκατέρωθεν της οδού +ταύτης είναι πεφυτευμένα δένδρα ουρανομήκη· φέρει δε αύτη εις τον +ναόν του Ερμού. Και ο μεν ναός της Αρτέμιδος τοιούτος είναι. + +139. Έλεγον δε οι ιερείς ότι ο Αιθίοψ ανεχώρησε τοιουτοτρόπως από +την Αίγυπτον· ενώ εκοιμάτο είδε το εξής όνειρον το οποίον τον +ηνάγκασε να αναχωρήση· τω εφάνη ότι άνθρωπός τις, ιστάμενος +πλησίον του, τον παρεκίνει να συναθροίση όλους τους ιερείς της +Αιγύπτου και να τους κόψη εις το μέσον του σώματος. Αφού δε είδε +το όνειρον τούτο, εσκέφθη, ως λέγεται, ότι οι θεοί έπλασαν την +διαταγήν ταύτην διά να ασεβήση εις τα ιερά και να ελκύση εφ' +εαυτού δυστυχίαν τινά εκ μέρους των θεών ή των ανθρώπων. Απεφάσισε +λοιπόν να μη πράξη τούτο, αλλ' εξ εναντίας να αναχωρήση, αφού +μάλιστα παρήλθεν ο χρόνος τον οποίον προείπον τα μαντεία ότι θα +εβασίλευεν επί της Αιγύπτου. Τωόντι, όταν ήτο ακόμη εις την +Αιθιοπίαν, τα μαντεία τα οποία ερωτώσιν οι Αιθίοπες τω είπον ότι +έμελλε να βασιλεύση πεντήκοντα έτη εις την Αίγυπτον· επειδή δε τα +έτη ταύτα συνεπληρώθησαν και τον ετάραζε το όνειρον, ο Σαβακώς +ανεχώρησεν εκουσίως. + +140. Αφού ανεχώρησεν εκ της Αιγύπτου ο Αιθίοψ, εβασίλευσε πάλιν ο +τυφλός αφήσας τα έλη όπου διέμεινε πεντήκοντα έτη κατά το διάστημα +των οποίων εσχημάτισε μίαν νήσον με χώματα και στάκτην διότι +οσάκις οι Αιγύπτιοι, εν αγνοία του Αιθίοπος, τω εκόμιζον τροφάς +όπως είχαν διαταχθή, αυτός τοις εζήτει ομού με τα άλλα δώρα να τω +φέρωσι και ολίγην σποδόν. Την νήσον ταύτην ουδείς ηδυνήθη να την +εύρη προ του Αμυρταίου· αλλ' επί επτακόσια έτη, οι προ του +Αμυρταίου βασιλεύσαντες δεν ήσαν ικανοί να την ανακαλύψωσι. Το +όνομα της νήσου ταύτης είναι Ελβώ, η δε έκτασις αυτής είναι δέκα +σταδίων πανταχόθεν. + +141. Μετά τον Άνυσιν εβασίλευσεν ο ιερεύς του Ηφαίστου Σεθών (38). +Ούτος περιφρονών παρημέλησε τους πολεμιστάς των Αιγυπτίων, διότι +δεν είχεν ουδεμίαν ανάγκην αυτών. Επέβαλε λοιπόν εις αυτούς πολλάς +ατιμίας και μεταξύ άλλων τοις αφήρεσε τους εξαιρέτους αγρούς, +οίτινες είχον δοθή επί των πρώτων βασιλέων ανά δώδεκα στρέμματα +εις έκαστον οικογενειάρχην. Μετά ταύτα ο βασιλεύς των Αραβίων και +των Ασσυρίων Σαναχάριβος ωδήγησε πολύν στρατόν κατά της Αιγύπτου, +και οι Αιγύπτιοι πολεμισταί δεν ηθέλησαν να πολεμήσωσιν. Όθεν ο +ιερεύς, ευρισκόμενος εις αμηχανίαν, εισήλθεν εις τον ναόν, και +ενώπιον του αγάλματος ωδύρετο διά τους κινδύνους τους οποίους +διέτρεχεν. Ενώ δε εθρήνει, τω ήλθεν ύπνος και τω εφάνη εις το +όνειρόν του ότι θεός τις, ιστάμενος πλησίον του, τον ενεθάρρυνε +και τω υπέσχετο ότι δεν έμελλε να πάθη τίποτε ανθιστάμενος εις τον +στρατόν των Αραβίων, καθότι αυτός θα τω έπεμπε βοηθούς. Πεποιθώς +εις το όνειρον τούτο, παρέλαβεν εκ των Αιγυπτίων εκείνους όσοι +ήθελον να τον ακολουθήσωσι και τους ωδήγησεν ενόπλους εις το +Πηλούσιον όπου είναι η εκ της Αραβίας εις την Αίγυπτον είσοδος. +Και εκ μεν των πολεμιστών ουδείς τον ηκολούθει, αλλ' οι κάπηλοι, +οι χειρώνακτες και οι αγοραίοι άνθρωποι. Αφού έφθασαν εκεί, +άπειροι ποντικοί των αγρών εχύθησαν την νύκτα εις το εχθρικόν +στρατόπεδον και κατέφαγον τας φαρέτρας των εναντίων, τα τόξα και +τας λαβάς των ασπίδων, ώστε την ακόλουθον ημέραν φεύγοντες ούτοι +γυμνοί όπλων, έπεσαν πολλοί. Και σήμερον είναι εστημένος εν τω ναώ +του Ηφαίστου ο λίθινος ανδριάς του βασιλέως τούτου, κρατών εις την +χείρα μυν και λέγων διά γραμμάτων τα εξής· «Εις εμέ βλέπων τις +έστω ευσεβής.» + +142. Εις τω σημείον τούτο της διηγήσεως οι ιερείς μοι παρετήρησαν +ότι από του πρώτου βασιλέως μέχρι του Σεθώνος, του τελευταίου +πάντων, παρήλθον τριακόσιαι τεσσαράκοντα μία γενεαί ανθρώπων και +ισάριθμοι βασιλείς και αρχιερείς. Τριακόσιαι δε γενεαί ανθρώπων +ισοδυναμούσι με δέκα χιλιάδες έτη, λογιζομένων τριών γενεών διά +πάσαν εκατονταετηρίδα· αι δε περιπλέον τεσσαράκοντα και μία γενεαί +δίδουσι χίλια τριακόσια τεσσαράκοντα έτη. Ούτω λοιπόν με είπον ότι +ένδεκα χιλιάδες τριακόσια τεσσαράκοντα έτη παρήλθον κατά τα οποία +ουδείς θεός έλαβε μορφήν ανθρώπου και ουδέν παρόμοιον συνέβη από +του πρώτου μέχρι του τελευταίου των βασιλέων της Αιγύπτου. Καθ' +όλον τούτο το διάστημα, προσέθηκαν, ο ήλιος εφάνη τετράκις έξω της +συνήθους θέσεώς του, δις μεν ανατείλας εκ του μέρους όπου τώρα +δύει, δις δε δύσας εις το μέρος εκ του οποίου τώρα ανατέλλει· εκ +τούτου όμως ουδεμία μεταβολή επήλθεν εις την Αίγυπτον ούτε ως προς +τα προϊόντα της γης, ούτε ως προς τα αποτελέσματα του ποταμού, +ούτε ως προς τας ασθενείας, ούτε ως προς τους θανάτους. + +143. Προ εμού, ότε ο ιστορικός Εκαταίος εγενεαλόγει εαυτόν εις τας +Θήβας και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν τινα, δέκατον έκτον +προπάτορά του, οι ιερείς του Διός έπραξαν προς αυτόν ό,τι και προς +εμέ χωρίς να γενεαλογήσω εμαυτόν. Αφού με ωδήγησαν εις ευρύχωρον +εσωτερικόν οίκημα, μοι εμέτρων και μοι εδείκνυον μεγάλα ξύλινα +αγάλματα των οποίων ο αριθμός ήτο ως είπον ανωτέρω, καθότι έκαστος +αρχιερεύς επί ζωής του θέτει εκεί την εικόνα του. Αριθμούντες +λοιπόν οι ιερείς και δεικνύοντές μοι τας εικόνας από του εσχάτως +αποθανόντος, με εβεβαίουν ότι έκαστος των αρχιερέων εκείνων ήτο +υιός του προκατόχου του, και τους διήρχοντο ένα προς ένα διά να +τους ίδω όλους. Και εις τον Εκαταίον δε, ότε εγενεαλόγει εαυτόν +και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν, δέκατον έκτον προπάτορά του, τω +αντέταξαν την απαρίθμησιν, μη παραδεχόμενοι ότι είναι δυνατόν να +γεννηθή άνθρωπος από θεόν και ιδού εις τι εστήριζον την αντίρρησιν +ταύτην· εκάστη εικών, έλεγον, παριστά πίρωμιν γεννηθέντα από +πίρωμιν· έδειξαν λοιπόν τριακόσιους τεσσαράκοντα πέντε, και +πάντοτε πίρωμις εγεννάτο από πίρωμιν, χωρίς να αναμιχθή εις την +γέννησίν των μήτε θεός μήτε ήρως· ελληνιστί δε πίρωμις σημαίνει +καλός και αγαθός. + +144. Τοιούτοι ήσαν τωόντι ως με είπον εκείνοι των οποίων μοι +εδείκνυον τας εικόνας και όλως διαφορετικοί από τους θεούς. Προ +των ανδρών τούτων, οι θεοί εβασίλευον εις την Αίγυπτον +συνοικούντες μετά των ανθρώπων, και εξ αυτών είς πάντοτε είχε την +ηγεμονίαν. Τελευταίος εβασίλευσεν ο Ώρος, υιός του Οσίριδος, τον +οποίον οι Έλληνες ονομάζουσιν Απόλλωνα· ούτος, αφού εξεθρόνισε τον +Τυφώνα, εβασίλευσε τελευταίος εις την Αίγυπτον. Όσιρις δε +ελληνιστί είναι ο Διόνυσος. + +145. Οι μεν Έλληνες νομίζουσιν ότι νεώτατοι των θεών είναι ο +Ηρακλής, ο Διόνυσος και ο Παν, παρά τοις Αιγυπτίοις δε ο μεν Παν +είναι αρχαιότατος και είς εξ εκείνων τους οποίους καλούσιν οκτώ +πρώτους θεούς, ο δε Ηρακλής είναι εκ των δευτέρων τους οποίους +καλούσι δώδεκα, και ο Διόνυσος εκ των τρίτων οίτινες εγεννήθησαν +εκ των δώδεκα θεών. Ανέφερα ήδη πόσα έτη κατά τους Αιγυπτίους +παρήλθον από του Ηρακλέους μέχρι του βασιλέως Αμάσιος· πολύ δε +περισσότερα αριθμούσιν από του Πανός, και ολιγώτερα (δεκαπέντε +χιλιάδες μόνον) από του Διονύσου. Λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι +ηξεύρουσι τους αριθμούς τούτους μετά βεβαιότητος, διότι πάντοτε +αριθμούσι και σημειούσι τα έτη. Από δε του Διονύσου, όστις λέγεται +ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός του Κάδμου Σεμέλης, μέχρις εμού, +παρήλθον χίλια εξακόσια περίπου έτη, και ουχί περισσότερα των +εννεακοσίων από του υιού της Αλκμήνης Ηρακλέους. Από του Πανός δε +του υιού της Πηνελόπης (διότι οι Έλληνες λέγουσιν ότι εγεννήθη εκ +ταύτης και του Ερμού) μέχρι της εποχής μου, παρήλθον έτη ολιγώτερα +παρ' όσα παρήλθον από των Τρωικών, ήτοι οκτακόσια περίπου. + +146. Εκ των δύο τούτων γνωμών είναι ελεύθερος ο καθείς να +παραδεχθή εκείνην την οποίαν ήθελε πιστεύσει ως πιθανωτέραν· εγώ +εφανέρωσα ήδη την εμήν. Τωόντι εάν οι θεοί ούτοι, εάν ο Διόνυσος ο +υιός της Σεμέλης, εάν ο Παν ο υιός της Πηνελόπης εδοξάζοντο και +εγήρασκον εις την Ελλάδα, ως και ο Ηρακλής ο υιός του Αμφιτρύωνος, +ηδύνατό τις να είπη ότι γεννηθέντες άνθρωποι, έλαβον τα ονόματα +θεών, οίτινες υπήρξαν προγενέστεροι αυτών κατά πολλά έτη. Αλλ' οι +Έλληνες διηγούνται διά μεν τον Διόνυσον ότι άμα εγεννήθη τον +έρραψεν ο Ζευς εις τον μηρόν του και τον έφερεν εις την Νύσαν ήτις +είναι υπεράνω της Αιγύπτου εις την Αιθιοπίαν, διά δε τον Πάνα δεν +ηξεύρουσι να είπωσι τι τω συνέβη. Είναι λοιπόν προφανές εις εμέ +ότι οι Έλληνες μαθόντες τα ονόματα των θεών τούτων ύστερον από τα +των άλλων θεών, γενεαλογούσι την γένεσιν αυτών αφότου έμαθον τα +ονόματά των. + +147. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, όσα δε και οι άλλοι +άνθρωποι και οι Αιγύπτιοι συμφώνως με τους άλλους λέγουσιν ότι +συνέβησαν εις την χώραν των, αυτά θα διηγηθώ τώρα, θα προσθέσω +μάλιστα μεταξύ αυτών καί τινα τα οποία είδον εγώ αυτός. Οι +Αιγύπτιοι, ελευθερωθέντες μετά την βασιλείαν του ιερέως του +Ηφαίστου, διήρεσαν το βασίλειον εις δώδεκα μέρη και κατέστησαν +δώδεκα βασιλείς (39), διότι ουδέποτε ηδυνήθησαν να ζήσωσιν άνευ +βασιλέως. Εκείνοι τους οποίους εξέλεξαν συνεδέθησαν μεταξύ των δι' +επιγαμιών και εβασίλευσαν τηρούντες τας εξής συμφωνίας· να μη +αρπάζη τίποτε ο είς από τον άλλον μήτε να ζητή να έχη περισσότερα +του άλλου, αλλά να ήναι όσον το δυνατόν ηνωμένοι. Κατέστησαν δε +και ετήρησαν τους νόμους τούτους διότι κατ' αρχάς, άμα έλαβον την +εξουσίαν, τοις εδόθη χρησμός ότι όστις εκ των δώδεκα ήθελε κάμει +σπονδάς εν τω ναώ του Ηφαίστου με ποτήριον χαλκούν, αυτός ήθελε +βασιλεύσει επί όλης της Αιγύπτου· τούτου ένεκα εισήρχοντο εις τους +ναούς όλοι ομού. + +148. Τοις εφάνη προς τούτοις εύλογον να αφήσωσι μνημείον τι από +κοινού· άμα δε αποφασίσαντες έκτισαν λαβύρινθον, ολίγον τι υπεράνω +της λίμνης του Μοίριος, πλησίον της πόλεως των κροκοδείλων. Είδον +τον λαβύρινθον τούτον και είναι ανώτερος πάσης περιγραφής· διότι +εάν τις ήνωνεν όλα ομού τα τείχη και τα λαμπρά κτίρια της Ελλάδος, +το σύνολον ήθελε φανή κατώτερον του λαβυρίνθου και ως προς την +εργασίαν και ως προς την δαπάνην. Όσον θαυμαστοί και αν ήσαν οι +ναοί της Εφέσου και της Σάμου, θαυμαστότεραι όμως ήσαν αι +πυραμίδες, εκάστη των οποίων ήτο ανταξία πολλών και μεγάλων +ελληνικών έργων. Ο δε λαβύρινθος υπερβαίνει πολύ τας πυραμίδας, +διότι σύγκειται υπό δώδεκα αυλών καταστέγων των οποίων αι θύραι +αντικρύζουσιν, έξ μεν βλέπουσαι προς νότον έξ δε προς βοράν· +περικλείει δε όλας αυτάς έξωθεν ο αυτός τοίχος. Τα οικήματα είναι +δίπλα, τα μεν υπόγαια, τα δε ισόγαια, τρισχίλια τον αριθμόν, ήτοι +χίλια πεντακόσια εις έκαστον όροφον. Είδομεν και περιήλθομεν τα +άνω οικήματα, ώστε εξ ιδίας αντιλήψεως ομιλούμεν περί αυτών· δια +δε τα υπόγαια δεν ηξεύρομεν ειμή όσα μας είπον, διότι οι Αιγύπτιοι +επιστάται ηρνήθησαν να μας δείξωσιν αυτά, λέγοντες ότι περιέκλειον +τους σαρκοφάγους των βασιλέων των οικοδομησάντων τον λαβύρινθον, +και των ιερών κροκοδείλων. Ούτω λοιπόν περί μεν των κάτω οικημάτων +λέγομεν όσα παρελάβομεν εξ ακοής, τα δε άνω, τα οποία είδομεν, +είναι ανώτερα παντός ανθρωπίνου έργου. Αι διά των οιδημάτων +δίοδοι, αι δια των αυλών περιστροφαί, μας εξέπληττον διά το +πολυποίκιλον αυτών ότε μετεβαίνομεν εκ μιας αυλής εις τα οικήματα, +εκ των οικημάτων εις στοάς, εκ των στοών εις άλλα μέρη εστεγασμένα +και εκ των οικημάτων εις άλλας αυλάς. Η οροφή όλων των οικημάτων +είναι λιθίνη ως και οι τοίχοι· οι δε τοίχοι είναι πεποικιλμένοι με +απείρους εικόνας γεγλυμμένας. Εκάστη αυλή έχει εσωτερικόν +περιστήλιον εκ λίθων λευκών, θαυμασίως συνηρμοσμένων· εις εκάστην +δε των γωνιών του λαβυρίνθου, υπάρχει πυραμίς τεσσαράκοντα +οργυιών, εφ' ης είναι γεγλυμμέναι μορφαί διάφοροι· εισέρχονται δε +εις αυτήν δι' οδού υπογείου. + +149. Τοιούτου δε όντος του λαβυρίνθου τούτου, μείζονα θαυμασμών +προξενεί η καλουμένη λίμνη του Μοίριος πλησίον της οποίας +ωκοδομήθη ο λαβύρινθος. Η λίμνη αύτη έχει περίμετρον τρισχιλίων +εξακοσίων σταδίων ή εξήκοντα σχοίνων, όση δηλαδή είναι και η +πλευρά της Αιγύπτου από το μέρος της θαλάσσης. Εκτείνεται δε από +βορά προς νότον και το βαθύτατον μέρος αύτης είναι πεντήκοντα +οργυιών· δεικνύει δε αφ' εαυτού ότι ωρύχθη και εγένετο υπό χειρός +ανθρωπίνης· διότι, προς το κέντρον αυτού, ωκοδομήθησαν δύο +πυραμίδες εκατόν οργυιών, εξ ων αι μεν πεντήκοντα είναι υπέρ το +ύδωρ, αι δε άλλαι πεντήκοντα υπό το ύδωρ· επί της κορυφής δε +εκάστης αυτών υπάρχει μέγα άγαλμα λίθινον καθήμενον επί θρόνου. +Ούτω αι πυραμίδες αύται είναι εκατόν οργυιών, αι δε εκατόν οργυιαί +ισοδυναμούσι με έν στάδιον εξάπλεθρον, της οργυιάς εχούσης έξ +πόδας ή τέσσαρας πήχεις, του ποδός έχοντος τέσσαρας παλάμας, και +του πήχεως έξ παλάμας. Το ύδωρ της λίμνης δεν αναβλύζει εκ του +εδάφους το οποίον εις το μέρος τούτο είναι ξηρότατον, αλλά φέρεται +με διώρυχας εκ του Νείλου· και επί έξ μεν μήνας τρέχει εις την +λίμνην, επί έξ δε εξέρχεται από αυτήν και επιστρέφει εις τον +Νείλον. Και όταν μεν εκρέη έξω, η λίμνη παρέχει εις τον βασιλέα έν +τάλαντον εισόδημα καθ' εκάστην ημέραν εκ των ιχθύων, όταν δε +εισρέη εις αυτήν, δίδει μόνον είκοσι μνας. + +150. Με είπον επίσης οι κάτοικοι πως η λίμνη αύτη, τρέχουσα προς +δυσμάς εις τα μεσόγεια, κατά μήκος των υπέρ την Μέμφιν ορέων, +χύνεται εις την Σύρτιν και την Λιβύαν. Επειδή δε με όλας μου τας +αναζητήσεις δεν έβλεπα ουδαμού σωρόν χώματος μαρτυρούντα την +ανασκαφήν του εδάφους, ηρώτησα τους πλησιέστατα εις την λίμνην +κατοικούντας πού ήτο το εξορυχθέν χώμα, εκείνοι δε με είπον πού +μετεφέρθη, και τους επίστευσα ευκόλως, διότι ήξευρα εξ ακοής ότι +παρόμοιόν τι είχε συμβή και εις την πόλιν των Ασσυρίων Νίνον. +Τωόντι κλέπται τινές είχον επινοήσει να αρπάσωσι τα αναρίθμητα +πλούτη τα οποία ο βασιλεύς Σαρδανάπαλος εφύλαττεν εις υπόγειον +θησαυροφυλάκιον. Αρχίσαντες λοιπόν από την οικίαν των, έσκαπτον +μέχρι της βασιλικής κατοικίας, άμα δε ενύκτονε, μετέφερον το +εξαγόμενον χώμα και το έρριπτον εις τον ποταμόν Τίγριν όστις +τρέχει πλησίον της Νίνου, μέχρις ου εξετέλεσαν τον σκοπόν των. +Τοιούτο τι λοιπόν ήκουσα ότι εγένετο και διά το όρυγμα της εν τη +Αιγύπτω λίμνης, με την διαφοράν ότι η μεταφορά των χωμάτων εδώ δεν +εγίνετο διά νυκτός αλλ' εν πλήρει ημέρα· σκάπτοντες οι Αιγύπτιοι +έφερον το χώμα εις τον Νείλον, ο δε ποταμός ελάμβανεν αυτό και το +διεσκόρπιζεν. Η λίμνη λοιπόν αύτη κατ' αυτόν τον τρόπον λέγουσιν +ότι εσκάφη. + +151. Οι δε δώδεκα βασιλείς ετήρουν μεταξύ των δικαιοσύνην· μετά +παρέλευσιν χρόνου τινός έτυχε να θυσιάζωσιν εις το ιερόν του +Ηφαίστου· ενώ δε έμελλον να κάμωσι σπονδάς κατά την τελευταίαν +ημέραν της εορτής, ο αρχιερεύς τοις έφερε ποτήρια χρυσά με τα +οποία εσυνείθιζον να σπένδωσι· λανθασθείς όμως εις τον αριθμόν +έφερεν ένδεκα, ενώ αυτοί ήσαν δώδεκα. Τότε ο Ψαμμίτιχος όστις +ίστατο έσχατος, μη έχων ποτήριον, αφήρεσε την περικεφαλαίαν του +ήτις ήτο χαλκή και δεχθείς με αυτήν τον οίνον έκαμε σπονδάς. Όλοι +οι βασιλείς είχον περικεφαλαίας και τας εφόρουν κατ' εκείνην την +στιγμήν. Και ο μεν Ψαμμίτιχος ουδένα είχε δόλιον σκοπόν +μεταχειρισθείς την περικεφαλαίαν του· οι άλλοι όμως βασιλείς, +ιδόντες την πράξιν του Ψαμμιτίχου, ενθυμήθησαν τον χρησμόν όστις +τους είχεν ειπεί ότι όστις ήθελε κάμει σπονδάς με ποτήριον χαλκούν +εκείνος ήθελε γίνει μόνος βασιλεύς της Αιγύπτου. Ενθυμηθέντες +λοιπόν την προφητείαν ταύτην, να φονεύσωσι μεν τον Ψαμμίτιχον δεν +έκρινον εύλογον, διότι εξετάσαντες εύρον ότι δεν το έπραξεν εκ +προμελέτης· τον εξώρισαν όμως εις τα έλη αφαιρέσαντες όλην σχεδόν +την εξουσίαν του και απαγορεύσαντες αυτώ να εξέρχεται από τα έλη +και αναμιγνύεται με τους άλλους Αιγυπτίους. + +152. Αυτός ο Ψαμμίτιχος είχεν άλλοτε φύγει τον Αιθίοπα Σαβακών, +όστις εφόνευσε τον πατέρα του Νεκών. Ήτο δε πρόσφυξ εις την Συρίαν +ότε ο Αιθίοψ ανεχώρησεν ένεκα του ονείρου το οποίον είδε και οι +Αιγύπτιοι οι κατοικούντες τον Σαΐτην νομόν τον μετεκάλεσαν. +Βραδύτερον, βασιλεύς ων, κατεδικάσθη υπό των ένδεκα, ένεκα της +περικεφαλαίας του, να φύγη εκ δευτέρου εις τα έλη. Οργισθείς διά +τον υβριστικόν τρόπον με τον οποίον τον μετεχειρίσθησαν, συνέλαβε +το σχέδιον να εκδικηθή κατ' εκείνων οίτινες τον είχον εξορίσει, +και έπεμψε πρώτον εις την πόλιν Βουτώ διά να ερωτήση το μαντείον +της Λητούς, το μάλλον αψευδές όλων των της Αιγύπτου. Έλαβε δε την +ακόλουθον απόκρισιν· «Η εκδίκησις θα έλθη διά θαλάσσης, όταν +εμφανισθώσιν οι χάλκινοι άνθρωποι.» Αυτός όμως δεν ηδύνατο να +πιστεύση ότι ήτο δυνατόν να έλθωσιν εις βοήθειάν του χάλκινοι +άνθρωποι. Αλλ' ολίγου χρόνου παρελθόντος τρικυμία εξώθησεν εις την +Αίγυπτον Ίωνας τινάς και Κάρας οίτινες είχον εκπλεύσει προς +πειρατίαν. Απέβησαν ούτοι εις την ξηράν και ωπλίσθησαν με χάλκινα +όπλα, Αιγύπτιος δε τις όστις ποτέ δεν είχεν ιδεί ανθρώπους +ωπλισμένους κατ' αυτόν τον τρόπον, έτρεξεν εις τα έλη διά να +αναγγείλη εις τον Ψαμμίτιχον ότι χάλκινοι άνθρωποι, ελθόντες από +την θάλασσαν, ελεηλάτουν τους αγρούς. Εννοήσας δε ο Ψαμμίτιχος ότι +ο χρησμός εξεπληρούτο, υπεδέχθη τους ξένους και τους έπεισε διά +μεγαλοπρεπών υποσχέσεων να ενωθώσι μετ' αυτού. Αφού δε τους +έπεισε, τότε με τους ιθαγενείς οπαδούς του και με τους ελθόντας +επικούρους έρριψε τους ένδεκα βασιλείς. + +153. Γενόμενος ο Ψαμμίτιχος κύριος όλης της Αιγύπτου έκτισε τα +προς νότον προπύλαια του εις την Μέμφιν ναού του Ηφαίστου και +ωκοδόμησεν αυλήν διά τον Άπιν, αντικρύ των προπυλαίων, εις την +οποίαν τρέφεται ο Άπις άμα ήθελε φανερωθή· είναι δε όλη +περικυκλωμένη με περιστύλιον και πλήρης αναγλύφων, αντί δε στύλων +υποστηρίζουσι το οικοδόμημα αγάλματα δωδεκάπηχα. Άπις δε είναι ο +Έπαφος των Ελλήνων. + +154. Ο Ψαμμίτιχος έδωκεν εις τους Ίωνας και τους Κάρας οίτινες τον +εβοήθησαν γαίας όπου κατώκησαν απέναντι αλλήλων, χωριζομένας υπό +του Νείλου. Ωνομάσθησαν δε οι τόποι εκείνοι Στρατόπεδα. Αυτούς +λοιπόν τους τόπους τοις έδωκε και εξεπλήρωσεν όλας τας άλλας +υποσχέσεις του. Προς τούτοις τοις ενεπιστεύθη παίδας Αιγυπτίους +διά να διδαχθώσι την Ελληνικήν γλώσσαν, και από αυτούς εκμαθόντας +την γλώσσαν κατάγονται οι σημερινοί εν Αιγύπτω διερμηνείς. +Κατώκησαν δε οι Ίωνες και οι Κάρες πολύν καιρόν τους τόπους +τούτους οίτινες κείνται προς την θάλασσαν, ολίγον προς τα άνω της +πόλεως Βουβάστιος, επί του Πηλουσίου στόματος του Νείλου. +Βραδύτερον ο βασιλεύς Άμασις τους μετέστησεν εκείθεν και τους +αποκατέστησεν εις την Μέμφιν διά να τους έχη φύλακάς του εναντίον +των Αιγυπτίων. Αφότου δε εγκατεστάθησαν ούτοι εις την Αίγυπτον, +συνδεσάντων των Ελλήνων σχέσεις με τον τόπον τούτον, εμάθομεν +ακριβώς όσα συνέβησαν εκεί, και τα επί Ψαμμιτίχου και τα +μετέπειτα. Αυτοί πρώτοι αλλόγλωσσοι όντες κατώκησαν την Αίγυπτον. +Τα νεώρια δε και τα ερείπια των οικιών των εσώζοντο ακόμη επί των +ημερών μου εις τους τόπους τους οποίους αφήκαν. Τοιουτοτρόπως +Ψαμμίτιχος έσχε την Αίγυπτον. + +155. Περί δε του εν Αιγύπτω χρηστηρίου πολλάκις ωμίλησα ήδη, και +θα ομιλήσω ακόμη διότι είναι άξιον λόγου. Το χρηστήριον τούτο +είναι εις το τέμενος της Λητούς, εις την μεγάλην πόλιν ήτις κείται +εις το στόμα του Νείλου το καλούμενον Σεβεννυτικόν, διά του οποίου +εισέρχεται τις από θαλάσσης εις την Αίγυπτον. Η πόλις δε εις την +οποίαν ευρίσκεται το χρηστήριον καλείται, ως είπον προηγουμένως, +Βουτώ, εκτός τούτου υπάρχει εις την Βουτώ ιερόν του Απόλλωνος και +της Αρτέμιδος. Το μέρος δε το αφιερωμένον εις την Λητώ, όπου +ευρίσκεται το χρηστήριον, είναι ευρύχωρον και τα προπύλαια αυτού +έχουσιν ύψος έξ οργυιών. Εξ όσων είδον εκεί, θα αναφέρω εκείνο το +οποίον μοι εφάνη θαυμαστότερον. Εντός της ιδίας περιοχής είναι +ναός της Λητούς, εξ ενός μόνου λίθου κατεσκευασμένος και έχων τους +τοίχους ίσους και κατά το ύψος και κατά το μήκος· εκάστη διάστασις +του τοίχου είναι τεσσαράκοντα πήχεων, άλλος δε λίθος σχηματίζει το +επιστέγασμα αυτού και η παρωροφίς είναι τετράπηχυς. + +156. Ούτω λοιπόν ο ναός είναι το θαυμαστότατον εξ όσων είδα περί +το ιερόν τούτο, δεύτερον δε θαυμάσιον είναι η νήσος η καλουμένη +Χέμμις ήτις κείται πλησίον του εν τη Βουτοί ιερού και εντός λίμνης +ευρείας και βαθείας· λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι είναι πλωτή, εγώ +όμως δεν την είδον ούτε πλέουσαν ούτε κινουμένην και εθαύμασα +ακούων ότι είναι δυνατόν να κινήται νήσος. Εις την νήσον ταύτην, +όπου είναι φυτρωμένοι πολλοί φοίνικες και άλλα δένδρα καρποφόρα +και άκαρπα, υπάρχει ναός μέγας του Απόλλωνος με τρεις βωμούς. Αφού +οι Αιγύπτιοι είπον ότι η νήσος είναι πλωτή, προσέθηκαν την εξής +διήγησιν· η Λητώ, μία εκ των οκτώ πρώτων θεών, διέμενεν εις την +νήσον Βουτώ, εις ταύτην δε την Λητώ ενεπιστεύθη η Ίσις τον +Απόλλωνα, τον οποίον διέσωσεν εκείνη κρύψασα εις την νήσον ήτις +καλείται σήμερον πλωτή, ότε έφθασεν ο Τυφών, αναζητών πανταχού και +θέλων να εύρη τον υιόν του Οσίριδος. Κατά τους Αιγυπτίους ο +Απόλλων και η Άρτεμις είναι τέκνα του Διονύσου και της Ίσιδος, και +η Λητώ ήτο η σώσασα και θρέψασα αυτά. Εις την Αιγυπτιακήν γλώσσαν +ο Απόλλων καλείται Ώρος, η Δημήτηρ Ίσις και η Άρτεμις Βούβαστις. +Εκ της διηγήσεως ταύτης και ουχί αλλαχόθεν ο Αισχύλος, υιός του +Ευφορίωνος, μόνος από τους προγενεστέρους ποιητάς ήρπασε την ιδέαν +να είπη εις έν ποίημά του ότι η Άρτεμις είναι θυγάτηρ της +Δήμητρος. Ένεκα δε του γεγονότος τούτου η νήσος εγένετο πλωτή, +τουλάχιστον ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι. + +157. Ο δε Ψαμμίτιχος εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα και +τέσσαρα έτη (40), και επί εικοσιεννέα έτη είχε πολιορκημένην την +Άζωτον, μεγάλην πόλιν της Συρίας, την οποίαν επί τέλους +εκυρίευσεν. Είναι δε η Άζωτος, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, η μόνη +πόλις ήτις πολιορκουμένη αντέσχε πλειότερον χρόνον. + +158. Εκ του Ψαμμιτίχου εγεννήθη ο Νεκώς και εβασίλευσεν εις την +Αίγυπτον. Αυτός πρώτος επεχείρησε την διώρυχα την φέρουσαν εις την +Ερυθράν θάλασσαν και την οποίαν απετελείωσεν ο Πέρσης Δαρείος. Το +μήκος αυτής είναι τεσσάρων ημερών πλους, το δε πλάτος τόσον ώστε +να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Έρχεται δε εις αυτήν +το ύδωρ από του Νείλου ολίγον ανωτέρω της πόλεως Βουβάστιος, +διέρχεται παρά την Αραβίαν πόλιν Πάτουμον και έπειτα ρίπτεται εις +την Ερυθράν θάλασσαν. Ωρύχθη δε πρώτον το προς την Αραβίαν μέρος +της Αιγυπτιακής πεδιάδος με την οποίαν συνέχεται άνωθεν το προς +την Μέμφιν εκτεινόμενον όρος όπου είναι τα λατομεία. Διέρχεται +λοιπόν η διώρυξ τας υπωρείας από δυσμών προς ανατολάς, έπειτα +φθάνει εις τα στενά και διευθύνεται προς μεσημβρίαν και νότον +άνεμον μέχρι του Αραβίου κόλπου. Διά να μεταβή δέ τις διά ξηράς +από την βορείαν θάλασσαν εις την νοτίαν, ήτις καλείται και Ερυθρά, +ακολουθών τον ελάχιστον και συντομώτατον δρόμον, δηλαδή από του +Κασίου όρους, όπερ χωρίζει την Αίγυπτον από την Συρίαν, μέχρι του +Αραβίου κόλπου, είναι στάδια χίλια. Και αυτή μεν είναι η +συντομωτάτη οδός· η δε διώρυξ είναι πολύ μακροτέρα διότι έχει +πολλάς περιστροφάς. Ταύτην ορύττοντες επί του βασιλέως Νεκώ +απέθανον εκατόν είκοσι χιλιάδες Αιγύπτιοι. Αφήκε δε ο Νεκώς τας +εργασίας ημιτελείς εμποδισθείς υπό τινος χρησμού ειπόντος αυτώ ότι +ειργάζετο δι' ένα βάρβαρον· καλούσι δε οι Αιγύπτιοι βαρβάρους +εκείνους οίτινες δεν ομιλούσι την γλώσσαν των. + +159. Αφού ο Νεκώς διέκοψε την διώρυχα, έστρεψε την προσοχήν του +προς τας πολεμικάς επιχειρήσεις και κατεσκεύασε τριήρεις, άλλας +μεν εις την βόρειον θάλασσαν άλλας δε εις τον Αράβιον κόλπον εις +την Ερυθράν θάλασσαν, των οποίων τα νεώρια φαίνονται ακόμη. +Μετεχειρίζετο δε τας τριήρεις ταύτας κατά την περίστασιν· εισήλθεν +όμως διά ξηράς εις την Συρίαν, συνεπλάκη με τους αντιπάλους του +εις την Μάγδολον, τους ενίκησε και εκυρίευσε μετά την μάχην την +Κάδυτιν μεγάλην πόλιν της Συρίας. Τα δε ενδύματα τα οποία εφόρει +κατ' αυτόν τον πόλεμον τα αφιέρωσεν είς τον Απόλλωνα και τα +έπεμψεν εις τους Βραγχίδας των Μιλησίων. Μετά την εκστρατείαν +ταύτην απέθανε βασιλεύσας εκκαίδεκα έτη και παρέδωκε την αρχήν εις +τον υιόν του Ψάμμιν. + +160. Του Ψάμμιος βασιλεύοντος ήλθον εις την Αίγυπτον απεσταλμένοι +των Ηλείων, καυχώμενοι ότι αυτοί διευθύνουσι τους ολυμπιακούς +αγώνας μετά πλειοτέρας δικαιοσύνης και τιμιότητος από όλους τους +άλλους ανθρώπους, και φρονούντες ότι ούτε οι σοφώτατοι πάντων των +ανθρώπων Αιγύπτιοι δεν ήθελον δυνηθή να εύρωσί τι υπέρτερον των +διατάξεων εκείνων. Αφού λοιπόν οι Ηλείοι έφθασαν εις την Αίγυπτον +και είπον εκείνα διά τα οποία ήλθον, ο βασιλεύς συνεκάλεσεν εκ των +Αιγυπτίων εκείνους οίτινες εφημίζοντο ως σοφώτατοι. Συνελθόντων δε +τούτων οι Ηλείοι εξέθηκαν τα τους ολυμπιακούς αγώνας αφορώντα, και +ετελείωσαν φανερόνοντες ότι ο σκοπός της ελεύσεώς των ήτο να +μάθωσιν εάν οι Αιγύπτιοι ηδύναντο να εύρωσί τι δικαιότερον. +Συσκεφθέντες οι Αιγύπτιοι ηρώτησαν τους Ηλείους εάν ηγωνίζοντο και +οι συμπολίται των. Και οι Ηλείοι απεκρίθησαν ότι ήτο +επιτετραμμένον να αγωνίζεται όστις ήθελεν, είτε εκ των Ηλείων, +είτε εκ των άλλων Ελλήνων. Τότε οι Αιγύπτιοι είπον ότι ούτω +διατάττοντες τον αγώνα εμακρύνοντο όλως διόλου από το δίκαιον, +διότι αδύνατον ήτο να μη κλίνωσι προς το μέρος του αγωνιζομένου +συμπολίτου των αδικούντες τον ξένον. Όθεν εάν ήθελον να διεξάγεται +ο αγών δικαίως, και εάν τωόντι προς τον σκοπόν τούτον ήλθον εις +την Αίγυπτον, τους συνεβούλευσαν να ψηφίσωσιν ότι οι αγώνες θα +γίνωνται μόνος διά τους ξένους, και ότι ουδενί των Ηλείων +επετρέπετο να συναγωνισθή. Αυτά συνεβούλευσαν οι Αιγύπτιοι τους +Ηλείους. + +161. Ο δε Ψάμμις, αφού εβασίλευσεν έξ μόνον έτη και εστράτευσε +κατά της Αιθιοπίας, απέθανεν αφήσας την βασιλείαν εις τον υιόν +αυτού Απρίην, όστις μετά τον προπάτορά του Ψαμμίτιχον υπήρξεν ο +ευδαιμονέστατος των προγενεστέρων βασιλέων, βασιλεύσας εικοσιπέντε +έτη κατά το διάστημα των οποίων εξεστράτευσε κατά της Σιδώνος και +εναυμάχησε με τους Τυρίους. Έπειτα, όταν η μοίρα ηθέλησε να τω +συμβή δυστυχία, η δυστυχία προήλθεν εξ αιτίας την οποίαν θα +αναφέρω όταν θα ομιλήσω διά τους Λίβυας (41), εδώ δε την μνημονεύω +συντόμως. Πέμψας ο Απρίης στρατεύματα κατά των Κυρηναίων υπέστη +φθοράν μεγάλην οι δε Αιγύπτιοι μεμφόμενοι αυτόν διά τούτο +απεστάτησαν νομίζοντες ότι ο βασιλεύς των εκ προμελέτης τους +έπεμψεν εις φανεράν φθοράν διά να φονευθώσι πολλοί και δυνηθή να +βασιλεύση μετά πλειοτέρας ασφαλείας επί των λοιπών Αιγυπτίων. Η +ιδέα αύτη τοσούτον τους παρώργισεν ώστε οι διαφυγόντες τον όλεθρον +ενωθέντες με τους συγγενείς των φονευθέντων απεστάτησαν αναφανδόν. + +162. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον Άμασιν διά να τους καθησυχάση +με λόγους. Όταν δε ούτος τους έφθασε και προσεπάθει να τους +αποτρέψη από το σχέδιόν των, είς εξ αυτών, ιστάμενος όπισθεν +αυτού, τω έθηκεν επί της κεφαλής περικεφαλαίαν, κράζων ότι έθηκεν +ούτω την περικεφαλαίαν διά να γίνη ο Άμασις βασιλεύς. Το γενόμενον +δεν δυσηρέστησε τον Άμασιν, ως το απέδειξε μετ' ολίγον, διότι άμα +οι αποστατήσαντες Αιγύπτιοι τον ανεκήρυξαν βασιλέα, ητοιμάσθη να +βαδίση κατά του Απρίου. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον +Πατάρβημιν, άνδρα σημαντικόν μεταξύ των Αιγυπτίων οίτινες τω ήσαν +πιστοί, διατάξας αυτόν να τω φέρη τον Άμασιν ζώντα. Ελθών δε ο +Πατάρβημις και ευρών τον Άμασιν τον διέταξε να τον ακολουθήση. Ο +Άμασις έτυχε κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι έφιππος· ανεγερθείς +δε επί των αναβολέων του αφήκε πορδήν και είπε· «Λάβε και φέρε το +εις τον Απρίην.» Ο Πατάρβημις όμως δεν έπαυεν επιμένων και +συμβουλεύων αυτόν να μεταβή προς τον βασιλέα όστις τον εμήνυε. +Τότε ο Άμασις απεκρίθη ότι τούτο εσκόπευεν εκ των προτέρων, ότι ο +Απρίης δεν θα ελάμβανεν αφορμήν να παραπονεθή, ότι θα μεταβή να +τον εύρη αυτοπροσώπως και ότι θα συνεπαγάγη μεθ' εαυτού +πολυάριθμον ακολουθίαν. Εκ των λόγων τούτων ο Πατάρβημις ενόησε +τους σκοπούς του, είδε τα προετοιμαζόμενα και έσπευσε να αναχωρήση +θέλων όσον τάχιστα να δηλώση εις τον βασιλέα τα διατρέχοντα. Όταν +όμως ενεφανίσθη ενώπιον του Απρίου άνευ του Αμάσιος, ο βασιλεύς, +παραφερθείς υπό του θυμού, χωρίς να σκεφθή παντάπασι, διέταξε να +κόψωσι την ρίνα και τα ώτα του. Οι δε λοιποί Αιγύπτιοι, όσοι ήσαν +ακόμη με το μέρος του, ιδόντες τον σημαντικώτατον άνδρα μεταξύ +αυτών εις τοιαύτην ατιμωτάτην κατάστασιν, δεν εδίστασαν πλέον, +αλλά πορευθέντες προς τους αποστατήσαντας παρέδωκαν εαυτούς εις +τον Άμασιν. + +163. Μαθών και ταύτα ο Απρίης, ώπλισε τους επικούρους και εβάδισε +κατά των Αιγυπτίων. Είχε δε περί εαυτόν τρισχιλίους Ίωνας και +Κάρας επικούρους, και τα βασίλεια αυτού ήσαν ακόμη εις την πόλιν +Σάιν, μεγάλα και αξιοθέατα. Και οι μεν περί τον Απρίην εκίνησαν +κατά των Αιγυπτίων, οι δε περί τον Άμασιν ήρχοντο κατά των ξένων. +Φθάσαντες δε αμφότεροι εις την πόλιν Μώμεμφιν προητοιμάζοντο να +συνάψωσι μάχην. + +164. Υπάρχουσι δε επτά τάξεις Αιγυπτίων οι ιερείς, οι πολεμισταί, +οι βουκόλοι, οι χοιροβοσκοί, οι κάπηλοι, οι διερμηνείς και οι +κυβερνήται. Και των Αιγυπτίων μεν τόσαι τάξεις είναι, έλαβον δε +αύται τα ονόματά των εκ του επαγγέλματος το οποίον εξασκούσιν. Οι +πολεμισταί καλούνται επίσης υπό του λαού Καλασίριες και +Ερμοτύβιες, κατοικούσι δε εις τους ακολούθους νομούς διότι όλη η +Αίγυπτος είναι διηρημένη εις νομούς. + +165. Και των μεν Ερμοτυβίων οι νομοί είναι οι εξής· ο Βουσιρίτης, +ο Σαΐτης, ο Χεμμίτης, ο Παπρημίτης, η Προσωπίτις καλουμένη νήσος +και της Ναθώ το ήμισυ. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι +Ερμοτύβιες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των +ανέρχονται εις εκατόν εξήκοντα χιλιάδας άνδρας, και εξ αυτών +ουδείς μανθάνει βάναυσόν τινα τέχνην, αλλ' όλοι εξασκούνται περί +τα πολεμικά έργα. + +166. Οι δε νομοί των Καλασιρίων είναι οι εξής· ο Θηβαίος, ο +Βουβαστίτης, ο Αφθίτης, ο Τανίτης, ο Μενδήσιος, ο Σεβεννύτης, ο +Αθριβίτης, ο Φαρβαιθίτης, ο Θμουίτης, ο Ονουφίτης, ο Ανύσιος και ο +Μυεκφορίτης· ο τελευταίος δε ούτος νομός είναι εις νήσον αντικρύ +της πόλεως Βουβάστιος. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι +Καλασίριες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των +ανέρχονται εις διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας ανδρών. Δεν τοις +είναι δε επιτετραμμένον να μετέρχωνται ουδεμίαν βάναυσον τέχνην, +αλλ' επιδίδονται εις τα πολεμικά εκδεχόμενοι αυτά παις εκ πατρός. + +167. Δεν δύναμαι δε να κρίνω μετά βεβαιότητος εάν οι Έλληνες +παρέλαβον και το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους· βλέπω όμως ότι +οι Θράκες, οι Σκύθαι, οι Πέρσαι, οι Λυδοί, και σχεδόν όλοι οι +βάρβαροι, θεωρούσι τους τας τέχνας μανθάνοντας και τους απογόνους +αυτών ως αξίους ολιγωτέρας τιμής από τους άλλους πολίτας και +νομίζουσιν ως ευγενείς εκείνους οίτινες είναι απηλλαγμένοι από +χειρωνακτικά έργα και προ πάντων τους επιδεδομένους εις τον +πόλεμον. Τα αυτά φρονούσιν όλοι οι Έλληνες, και ιδίως οι +Λακεδαιμόνιοι· οι Κορίνθιοι όμως ποσώς δεν περιφρονούσι τους +χειροτέχνας. + +168. Από όλους δε τους Αιγυπτίους πλην των ιερέων, εις τους +πολεμιστάς μόνους εδίδοντο κατ' εξαίρεσιν τα ακόλουθα προνόμια· +έκαστος αυτών κατέχει, χωρίς να δίδη φόρον, δώδεκα πλέθρα +εξαιρέτων γαιών· το δε Αιγυπτιακόν πλέθρον ισοδυναμεί με +τετράγωνον εξ εκατόν πήχεων την πλευράν, του Αιγυπτιακού πήχεως +όντος ίσου με του Σαμιακού. Ταύτα είναι τα προνόμια αυτών. Τα δε +ακόλουθα προνόμια απήλαυον αλληλοδιαδόχως και όχι οι ίδιοι +πάντοτε· χίλιοι Καλασίριες και ισάριθμοι Ερμοτύβιες απαρτίζουσι +κατ' έτος την σωματοφυλακήν του βασιλέως· εις τούτους δε, πλην των +γαιών, δίδουσι καθ' ημέραν πέντε μνας άρτου οπτού, δύο μνας βοείου +κρέατος και τέσσαρα αγγεία οίνου. Ταύτα εδίδοντο πάντοτε εις τους +δορυφόρους. + +169. Ότε λοιπόν ερχόμενοι οι μεν κατά των δε, ο Απρίης μετά των +επικούρων του και ο Άμασις μεθ' όλων των Αιγυπτίων, έφθασαν εις +την πόλιν Μώμεμφιν, συνήψαν την μάχην. Οι ξένοι επολέμησαν +γενναίως, όντες όμως ολιγώτεροι από τους εναντίους ενικήθησαν διά +τούτο. Λέγουσι δε ότι ο Απρίης είχε την εξής ιδέαν· ότι μήτε θεός +τις δεν θα ηδύνατο να τω αφαιρέση την βασιλείαν, τόσον ασφαλώς +ενόμιζεν εαυτόν καθήμενον επί του θρόνου. Κατά την συμπλοκήν όμως +εκείνην ενικήθη και εφέρθη αιχμάλωτος εις την πόλιν Σάιν, εις την +πρότερον μεν ιδικήν του κατοικίαν, τότε δε του Αμάσιος. Και επί +τινα μεν χρόνον ετρέφετο εκεί και ο νικητής τον επεριποιείτο +κάλλιστα· αλλ' επί τέλους οι Αιγύπτιοι τον εμέμφθησαν ότι +αντέβαινεν εις την δικαιοσύνην τρέφων τον ασπονδότατον εχθρόν και +εαυτού και εκείνων. Τοις τον παρέδωκε λοιπόν, αυτοί δε τον έπνιξαν +και τον έθαψαν εις τα μνημεία των προπατόρων του. Είναι δε οι +τάφοι ούτοι εις το ιερόν της Αθηνάς, πλησιέστατα εις τον ναόν, +προς τα αριστερά του εισερχομένου εκεί. Εις τούτο τo ιερόν έθαψαν +οι Σαΐται όλους τους βασιλείς τους καταγομένους από τον νομόν +τούτον. Ναι μεν ο τάφος του Αμάσιος είναι περισσότερον +απομεμακρυσμένος από τον ναόν ή ο του Απρίου και των προπατόρων +του, ευρίσκεται όμως εις την αυτήν αυλήν του ιερού· είναι δε +λιθίνη στοά μεγάλη και κεκοσμημένη διά στηλών εις σχήμα φοινίκων +και δι' άλλων πολυτελών εργασιών. Υπό την στοάν δε ταύτην υπάρχει +θύρα με δύο φύλλα, όπισθεν της οποίας είναι ο τάφος. + +170. Σώζονται ακόμη εις την Σάιν τάφοι των οποίων εις την +περίστασιν ταύτην δεν με φαίνεται όσιον να αναφέρω το όνομα. Οι +τάφοι ούτοι είναι εις το ιερόν της Αθηνάς, όπισθεν του ναού, και +στηρίζονται επί του εξωτερικού τοίχου. Το ιερόν περικλείει προσέτι +μεγάλους λιθίνους οβελίσκους, πλησιέστατα δε αυτών υπάρχει λίμνη +στρογγύλη περικυκλουμένη υπό κρηπίδος λιθίνης και το μέγεθος +αύτης, ως νομίζω, είναι όσον και εκείνης ήτις ευρίσκεται εις την +Δήλον και καλείται κυκλοτερής. + +171. Εις την λίμνην ταύτην κατά την νύκτα οι Αιγύπτιοι κάμνουσι +τας μιμικάς εκείνας παραστάσεις πραγματικών συμβάντων καλούντες +αυτάς μυστήρια. Μολονότι δε γνωρίζω και αυτά και παν ό,τι +συνδέεται με αυτά, ας μένωσιν όμως εν θρησκευτική σιωπή. Επίσης +και διά την τελετήν της Δήμητρος την οποίαν οι Έλληνες καλούσι +θεσμοφόρια, μονολότι γνωρίζω και αυτήν, ας αναπαύεται όμως εν +θρησκευτική σιωπή, πλην των μερών εκείνων τα οποία με είναι +συγχωρημένον να είπω. Αι θυγατέρες του Δαναού έφερον την εορτήν +ταύτην από την Αίγυπτον και την εδίδαξαν εις τας γυναίκας των +Πελασγών· εχάθη όμως όταν η Πελοπόννησος εγένετο ανάστατος υπό των +Δωριέων, μόνοι δε οι διασωθέντες και μη μεταναστεύσαντες εκ των +Πελοποννησίων, οι Αρκάδες, διετήρησαν αυτήν. + +172. Καταστραφέντος δε τοιουτοτρόπως του Απρίου, εβασίλευσεν ο +Άμασις (42) όστις ήτο εκ του νομού Σαΐτου και εγεννήθη εις την +πόλιν ήτις καλείται Σιούφ. Και κατά πρώτον μεν οι Αιγύπτιοι +περιεφρόνουν τον Άμασιν θεωρούντες αυτόν ως μικράς αξίας άνθρωπον, +διότι πρότερον ήτο ιδιώτης και εξ οικογενείας αφανούς, αλλά +κατόπιν ο Άμασις προσείλκυσεν αυτούς διά της ικανότητος και της +συνέσεώς του. Είχε δε μεταξύ των απείρων θησαυρών του ποδονιπτήρα +χρυσούν εις τον οποίον αυτός ο Άμασις και οι ομοτράπεζοι αυτού +έπλυνον πάντοτε τους πόδας των. Τούτον τον ποδονιπτήρα συντρίψας +τον μετεποίησεν εις άγαλμα θεού το οποίον έθεσεν εις το μάλλον +κατάλληλον μέρος της πόλεως, οι δε Αιγύπτιοι, διερχόμενοι προ +αυτού, τω προσέφερον μεγάλας τιμάς. Όταν ο Άμασις έμαθε τα +συμβαίνοντα, συνεκάλεσε τους Αιγυπτίους και τοις εφανέρωσεν ότι το +άγαλμα είχε κατασκευασθή εκ της λεκάνης εκείνης εντός της οποίας +πρότερον ήμουν, ούρουν και έπλυνον τους πόδας εκείνοι οίτινες τώρα +απέδιδον προς αυτήν τοιούτον άκρον σεβασμόν. Έπειτα, χωρίς να +διακόψη τον λόγον του, προσέθηκεν ότι το ίδιον συνέβη και εις +αυτόν, ότι εάν κατ' αρχάς έζησεν ως ιδιώτης, εγένετο όμως βασιλεύς +των και καθήκον των ήτο να τον τιμώσι και να τον σέβωνται. +Τοιουτοτρόπως λοιπόν προσείλκυσε τους Αιγυπτίους τόσον ώστε +έκρινον ότι έπρεπε να υποτάσσωνται. + +173. Ιδού δε και με ποίαν τάξιν εκυβέρνα τα πράγματα· άμα +εξημέρονε, μέχρι της ώρας καθ' ην η αγορά πληρούται ανθρώπων, +διεξεπεραίου προθύμως τας υποθέσεις τας οποίας τω υπέβαλλον· +έπειτα έπινεν, έσκωπτε τους συμπότας και εφαίνετο φιλοπαίγμων και +μάταιος. Οι φίλοι δυσηρεστούντο διά ταύτα και τον συνεβούλευον +λέγοντες τα εξής· «Ω βασιλεύ, δεν αρμόζει να ζης τοιουτοτρόπως +εξευτελιζόμενος τόσον πολύ· έπρεπεν, ως άνθρωπος σεμνός και επί +θρόνου σεμνού καθήμενος, να ενασχολήσαι δι' όλης της ημέρας εις +υποθέσεις. Τοιουτοτρόπως δε και οι Αιγύπτιοι θα ανεγνώριζον ότι +κυβερνώνται υπό μεγάλου ανδρός, και συ θα τους ήκουες να σε +επαινώσι περισσότερον. Τώρα όμως ουδόλως φέρεσαι ως βασιλεύς.» +Εκείνος δε τοις απεκρίθη ως εξής· «Όσοι έχουσι τόξον, τείνουσιν +αυτό όταν θέλωσι να το μεταχειρισθώσι, και χαλαρούσιν αυτό αφού το +μεταχειρισθώσι, διότι εάν έμενε πάντοτε τεταμένον θα εθραύετο και +δεν θα ηδύναντο να το μεταχειρισθώσιν εν ανάγκη. Ούτω και ο +άνθρωπος πρέπει να φείδεται της κράσεώς του, διότι εάν ασχολήται +αδιακόπως εις τας υποθέσεις και δεν δίδη ολίγον χρόνον και εις τας +διασκεδάσεις, δύναται να καταστή αίφνης ή μανιακός ή βλαξ. Τούτο +και εγώ γινώσκων διαμοιράζω τον καιρόν μου μεταξύ των υποθέσεων +και των ηδονών.» Ταύτα απεκρίθη προς τους φίλους. + +174. Λέγουσι δε ότι ο Άμασις, και ότε ακόμη ήτο απλούς ιδιώτης, +ηγάπα πολύ να πίνη, να αστειεύεται, και ουδεμίαν κλίσιν είχε προς +τα σπουδαία πράγματα. Όταν δε πίνων και τρυφών εξήντλει όσα είχε, +τότε περιερχόμενος έκλεπτε. Πολλάκις εκείνοι οίτινες τον +κατηγόρουν ότι έκλεψε τα πράγματά των, όταν ούτος ηρνείτο, τον +έφερον εις το μαντείον του τόπου· και πολλάκις μεν εξηλέγχθη υπό +των μαντείων, πολλάκις δε διέφυγεν. Άμα δε εγένετο βασιλεύς, +έπραξε τα ακόλουθα· όσοι θεοί τον εκήρυξαν αθώον, τούτους ούτε +ετίμα, ούτε τοις αφιέρωνε κανέν κόσμημα, ούτε εισήρχετο ποτέ εις +τους ναούς των διά να θυσιάση εις θεούς τους οποίους εγνώρισεν ότι +ήσαν ανάξιοι και ψευδείς εις τας μαντείας των· εξ εναντίας δε +ετίμα μεγάλως εκείνους οίτινες τον κατεδίκασαν ως κλέπτην, θεωρών +αυτούς ως θεούς δίδοντας χρησμούς αψευδείς. + +175. Και πρώτον μεν ήγειρεν εις τον ναόν της Αθηνάς, εις την Σάιν, +θαυμαστά προπύλαια, υπερβαίνοντα κατά πολύ τα των προκατόχων του +βασιλέων κατά τε την έκτασιν και το ύψος, και προσέτι κατά το +μέγεθος και την ποιότητα των λίθων· έπειτα δε αφιέρωσεν αγάλματα +μεγάλα και υπερμεγέθεις ανδρόσφιγγας, και τέλος μετέφερε διά τας +επισκευάς του οικοδομήματος λίθους εκτάκτου μεγέθους. Εξ αυτών, +άλλους μεν έφερον από τα πλησίον της Μέμφιδος λατομεία, άλλους δε, +τους μεγαλειτέρους, από την πόλιν Ελεφαντίνην, απέχουσαν από την +Σάιν πλέον των είκοσιν ημερών πλουν. Εκείνο όμως το όποιον θαυμάζω +περισσότερον από όλα είναι το εξής· μετεκόμισεν από την +Ελεφαντίνην έν οίκημα μονόλιθον, το οποίον τρισχίλιοι άνθρωποι +διαταχθέντες επί τούτω και όντες όλοι κυβερνήται εδαπάνησαν τρία +έτη διά να μεταφέρωσι. Του οικήματος τούτου το μεν εξωτερικόν +μήκος είναι πήχεις είκοσι και είς, το δε πλάτος δεκατέσσαρες, και +το ύψος οκτώ. Και αυτά μεν είναι τα εξωτερικά μέτρα του μονολίθου +οικήματος· έσωθεν δε το μεν μήκος είναι δεκαοκτώ πήχεις και είκοσι +δάκτυλοι, το δε πλάτος δώδεκα πήχεις, και το ύψος πέντε. Το οίκημα +ευρίσκεται εις την είσοδον του ιερού, λέγουσι δε ότι δεν το έσυρον +εντός διά την ακόλουθον αιτίαν ότε το έσυρον, ο αρχιτέκτων, +αγανακτών και διά το επίπονον της εργασίας και διά τον πολύν +χρόνον όστις κατηναλίσκετο, ήρχισε να στενάζη· ο δε Άμασις εκλαβών +τούτο ως κακόν σημείον, δεν άφησε να σύρωσι το οίκημα +περισσότερον· άλλοι λέγουσιν ότι είς των περί τους μοχλούς +εργαζομένων κατεπλακώθη υπό τα οίκημα, και ότι από της στιγμής +εκείνης έπαυσαν να το κινώσιν. + +176. Αφιέρωσε προσέτι ο Άμασις εις όλους τους άλλους διασήμους +ναούς έργα αξιοθαύμαστα διά το μέγεθος αυτών, και μεταξύ άλλων εις +την Μέμφιν το κολοσσιαίον άγαλμα το κεκλιμένον προ του ναού του +Ηφαίστου το οποίον έχει μήκος εβδομήκοντα πέντε ποδών. Εις το +ίδιον δε βάθρον είναι εστημένοι δύο κολοσσοί εκ λίθου Αιθιοπικού, +είκοσι ποδών το ύψος έκαστος, ο είς εις το έν μέρος και ο έτερος +εις το άλλο. Υπάρχει επίσης και εις την Σάιν μέγα άγαλμα λίθινον +κεκλιμένον κατά τον αυτόν τρόπον ως το εν τη Μέμφιδι. Τέλος ο +Άμασις έκτισε και τον εις την Μέμφιν μέγιστον και +μεγαλοπρεπέστατον ναόν της Ίσιδος. + +177. Λέγουσι δε ότι επί του βασιλέως Αμάσιος η Αίγυπτος ευτύχησε +πολύ και καθ' όσον απαιτείται από τον ποταμόν διά την ευφορίαν της +γης και καθόσον απαιτείται από την γην διά την ευτυχίαν των +ανθρώπων· και ηριθμούντο τότε εις την Αίγυπτον είκοσι χιλιάδες +πόλεις. Ο Άμασις είναι ο καταστήσας τον νόμον όστις υποχρεοί πάντα +Αιγύπτιον να δεικνύη κατ' έτος εις τον νομάρχην του πόθεν +πορίζεται τα προς το ζην, και εάν δεν κάμη τούτο, εάν δεν αποδείξη +ότι οι πόροι του είναι νόμιμοι, να τιμωρήται με θάνατον. Λαβών τον +νόμον τούτον από την Αίγυπτον ο Σόλων ο Αθηναίος, τον επέβαλεν εις +τους συμπολίτας του, οίτινες τον διατηρούσιν ακόμη και τον +θεωρούσιν άμεμπτον. + +178. Ο Άμασις ήτο φιλέλλην· τουλάχιστον υπεδέχθη ευνοϊκώς τινάς εξ +αυτών και έδωκε προς κατοικίαν εκείνων μεν οίτινες ήρχοντο εις την +Αίγυπτον την πόλιν Ναύκρατιν· εις εκείνους δε οίτινες δεν είχον +σκοπόν να διαμείνωσιν εκεί οριστικώς, αλλ' ήρχοντο χάριν εμπορίου, +έδωκε τόπους διά να ιδρύσωσι βωμούς και ναούς εις τους θεούς. Το +μέγιστον λοιπόν τέμενος αυτών, το ονομαστότατον, το μάλλον +συχναζόμενον, ήτο το καλούμενον Ελλήνιον, το οποίον εκτίσθη από +κοινού υπό των Ιώνων της Χίου, της Τέω, της Κνίδου, της Φωκαίας +και των Κλαζομενών, υπό των Δωριέων της Ρόδου, της Κνίδου, της +Αλικαρνασσού και της Φασήλιδος, και υπό των Αιτωλών μόνης της +Μυτιλήνης. Ο ναός ούτος ανήκει εις όλας τας πόλεις ταύτας και +αύται δίδουσι τους προστάτας των εμπορικών υποθέσεων. Όσαι δε +άλλαι πόλεις αντιποιούνται την συμμετοχήν, ουδέν δικαίωμα έχουσιν +εις τούτο. Πλην τούτου οι Αιγινήται έκτισαν αυτοί μόνοι τον ναόν +του Διός, οι Σάμιοι τον της Ήρας, και οι Μιλήσιοι τον του +Απόλλωνος. + +179. Ήτο δε άλλοτε η Ναύκρατις το μόνον εμπόριον της Αιγύπτου, και +δεν υπήρχεν άλλο ουδαμού. Εάν τις ήθελεν υπάγει εις κανέν άλλο +στόμα του Νείλου, έπρεπε να ορκισθή ότι δεν υπήγεν εκουσίως. Μετά +τον όρκον δε τούτον έπρεπε να πλεύση, με το ίδιον πλοίον εις το +Κανωβικόν στόμα. Εάν οι εναντίοι άνεμοι τον εμπόδιζον, τότε τον +ηνάγκαζον να μεταφέρη το φορτίον του διά λέμβων περί το Δέλτα +μέχρι της Ναυκράτιος. Τόσην τιμήν λοιπόν είχεν η Ναύκρατις. + +180. Όταν δε οι Αμφικτύονες εμίσθωσαν τον ναόν όστις σήμερον είναι +εις τους Δελφούς όπως ανακτίσωσιν αυτόν διά τριακοσίων ταλάντων, +επειδή ο παλαιός είχε κατακαή αυτομάτως, εις τους Δελφούς επεβλήθη +να δώσωσι το τεταρτημόριον του μισθώματος τούτου. Περιφερόμενοι +λοιπόν οι Δελφοί από πόλεως εις πόλιν εσύναζον συνδρομάς· τούτο δε +ποιούντες έλαβον ουκ ολίγας και από την Αίγυπτον, διότι ο μεν +Άμασις τοις έδωκε χιλίων ταλάντων στυπτηρίαν, οι δε κατοικούντες +εις την Αίγυπτον είκοσι μνας αργυράς. + +181. Με τους Κυρηναίους δε ο Άμασις συνήψε συνθήκην φιλίας και +συμμαχίας και απεφάσισε να λάβη γυναίκα από αυτούς, είτε διότι +επεθύμει να νυμφευθή Ελληνίδα είτε διά φιλίαν προς τους +Κυρηναίους. Έλαβε λοιπόν γυναίκα κατ' άλλους μεν του Βάττου, κατ' +άλλους δε του Αρκεσιλάου την θυγατέρα και κατ' άλλους του +Κριτοβούλου, ανδρός σημαντικού μεταξύ των πολιτών, ης το όνομα ήτο +Λαδίκη. Μετ' αυτής όμως συγκατακλινόμενος ο Άμασις δεν ηδύνατο να +μιγή, μολονότι μετεχειρίζετο τας άλλας γυναίκας. Επειδή δε τούτο +συνέβη πολλάκις, ο Άμασις είπε προς την Λαδίκην· «Ω γύναι, βεβαίως +θα με έδωκες φάρμακον και δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγης τον +φρικωδέστερον θάνατον τον οποίον υπέστη ποτέ γυνή.» Η δε Λαδίκη, +επειδή με όλας τας αρνήσεις της ο Άμασις δεν κατεπραΰνετο, έταξεν +εις την Αφροδίτην, εάν ο Άμασις κατορθώση να μιγή μετ' αυτής +εκείνην την νύκτα, (διότι μόνον δι' αυτού του μέσου ηδύνατο να +σωθή) να πέμψη εις την Κυρήνην άγαλμα χρυσούν. Μετά την ευχήν +αμέσως εμίγη μετ' αυτής ο Άμασις και από της στιγμής εκείνης +επετύγχανεν οσάκις την επλησίαζε, και την ηγάπησε πολύ. Η δε +Λαδίκη εξεπλήρωσε την ευχήν της προς την θεάν, διέταξε να +κατασκευάσωσι το άγαλμα και το έπεμψεν εις την Κυρήνην όπου και +εσώζετο μέχρι των ημερών μου και ήτο εστημένον έξω της πόλεως. +Ταύτην την Λαδίκην, όταν ο Καμβύσης εγένετο κύριος της Αιγύπτου +και έμαθε παρά τη ιδίας ποία ήτο, την έπεμψεν αβλαβή εις την +Κυρήνην. + +182. Ο Άμασις αφιέρωσε και εις την Ελλάδα αφιερώματα· εις μεν την +Κυρήνην άγαλμα της Αθηνάς επίχρυσον και την εικόνα του +εζωγραφημένην, εις δε την Αθηνάν της Λίνδου δύο αγάλματα λίθινα +και ένα θώρακα λινούν αξιοθέατον· προσέτι δε εις την εν Σάμω Ήραν +δύο εικόνας του ξυλίνας, αίτινες επί των ημερών μου ήσαν εις τον +μεγάλον ναόν, όπισθεν της θύρας. Και εις μεν την Σάμον έπεμψε τα +αφιερώματα ταύτα εκ φιλίας προς τον υιόν του Αιάκους Πολυκράτη, +εις δε την Λίνδον ουχί διά φιλίαν προς την πόλιν ταύτην, αλλά +διότι, ως λέγεται, ο ναός της Αθηνάς εκτίσθη εκεί υπό των +θυγατέρων του Δαναού, αίτινες εσταμάτησαν εκεί φεύγουσαι τους +υιούς του Αιγύπτου. Ταύτα είναι τα αναθήματα του Αμάσιος. Πρώτος +δε αυτός εκυρίευσε την Κύπρον και την καθυπέβαλεν εις φόρον. + + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ + + + + +Θ Α Λ Ε Ι Α + + + +1. Κατά του Αμάσιος τούτου εστράτευσεν ο υιός του Κύρου Καμβύσης, +έχων μεθ' εαυτού εκ των Ελλήνων τους Ίωνας και τους Αιολείς, εκτός +εκείνων των λαών επί των οποίων εβασίλευεν. Αιτία δε της στρατείας +ταύτης ήτο η ακόλουθος· πέμψας ο Καμβύσης κήρυκα εις την Αίγυπτον +εζήτει την θυγατέρα του Αμάσιος· την εζήτει δε κατά συμβουλήν +Αιγυπτίου τινός ωργισμένου κατά του Αμάσιος, διότι από όλους τους +ιατρούς τους ευρισκομένους εις την Αίγυπτον αυτόν απέσπασεν από +την γυναίκα του και τα παιδία του διά να τον παραδώση εις τους +Πέρσας, όταν ήλθον απεσταλμένοι του Κύρου διά να ζητήσωσιν ιατρόν +οφθαλμών τον άριστον των της Αιγύπτου. Μνησικακών διά την αιτίαν +ταύτην παρεκίνησε διά των συμβουλών του τον Καμβύσην να ζητήση την +θυγατέρα του Αμάσιος, με τον σκοπόν, εάν μεν την δώση, να τον +λυπήση, εάν δε δεν την δώση να τον καταστήση εχθρόν του Καμβύσου. +Ο δε Άμασις, στενοχωρούμενος ήδη διά την δύναμιν των Περσών και +φοβούμενος ενταυτώ, δεν ετόλμα μήτε να την δώση μήτε να την +αρνηθή· άλλως τε δε δεν ηγνόει ότι ο Καμβύσης ήθελε να την έχη +ουχί γυναίκα αλλά παλλακίδα του. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος έπραξε +το εξής· υπήρχε θυγάτηρ τις του προτέρου βασιλέως Απρίου, υψηλού +αναστήματος και ωραία, η μόνη ήτις είχε μείνει από την οικογένειαν +ταύτην και ήτις εκαλείτο Νίτητις. Αυτήν την κόρην κοσμήσας ο +Άμασις με ενδύματα και χρυσόν, την έπεμψεν εις τους Πέρσας ως +ιδίαν του θυγατέρα. Μετά τινα χρόνον χαιρετίζων αυτήν ο Καμβύσης +την προσηγόρευσε θυγατέρα του Αμάσιος· τότε η Νίτητις τω είπεν· «Ω +βασιλεύ, δεν βλέπεις ότι ηπατήθης από τον Άμασιν όστις κοσμήσας +πολυτελώς με έπεμψε και με έδωκεν εις σε ως θυγατέρα του, εμέ ήτις +αληθώς είμαι θυγάτηρ του Απρίου, άλλοτε αυθέντου του, τον οποίον +αυτός και οι επαναστατήσαντες Αιγύπτιοι εφόνευσαν.» Οι λόγοι +ούτοι, καθώς και αυτό τούτο το γεγονός, έπεισαν τον Καμβύσην υιόν +του Κύρου, μεγάλως οργισθέντα, να στρατεύση κατά της Αιγύπτου. Και +ταύτα μεν λέγουσιν οι Πέρσαι. + +2. Οι δε Αιγύπτιοι εξ εναντίας οικειοποιούνται τον Καμβύσην, +αξιούντες ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός ταύτης του Απρίου. Κατ' +αυτούς, ουχί ο Καμβύσης, αλλ' ο Κύρος εζήτησε την θυγατέρα του +Αμάσιος. Λέγοντες όμως ταύτα, πολύ απομακρύνονται της αληθείας· +ούτε λανθάνει αυτούς (καθότι ουδείς γνωρίζει καλλίτερον από τους +Αιγυπτίους τα έθιμα των Περσών) πρώτον μεν ότι ο νόμος δεν +επιτρέπει να βασιλεύση νόθος, υπάρχοντος νομίμου υιού· δεύτερον +ότι ο Καμβύσης ήτο υιός της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου, +ενός των Αχαιμενιδών, και όχι γυναικός Αιγυπτίας. Επίτηδες όμως +αλλοιούσι τα γεγονότα διά να φανώσιν ότι συγγενεύουσι με την +οικογένειαν του Κύρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσι. + +3. Λέγουσιν ακόμη και την ακόλουθον ιστορίαν, κατ' εμέ απίστευτον. +Γυνή τις Περσίς, εισελθούσα εις τας γυναίκας του Κύρου είδε περί +την Κασσανδάνην τα παιδία της τα οποία ήσαν ευειδή και μεγάλα· +καταληφθείσα δε υπό θαυμασμού, επήνει αυτά. Τότε η Κασσανδάνη, +ήτις ήτο σύζυγος του Κύρου, τη είπε· «Μολονότι είμαι μήτηρ +τοιούτων παιδιών, ο Κύρος με περιφρονεί και τιμά εκείνην την +οποίαν έλαβεν από την Αίγυπτον.» Ταύτα είπεν η Κασσανδάνη +ζηλοτυπούσα την Νίτητιν· αλλ' ο Καμβύσης ο πρεσβύτερος των υιών +της, απεκρίθη· «Μήτερ, όταν γίνω ανήρ, όλην την Αίγυπτον θα φέρω +άνω κάτω.» Τους λόγους τούτους είπεν ο Καμβύσης μόλις δεκαετής ων +και αι γυναίκες εθαύμασαν· τούτο δε ενθυμούμενος, άμα ηνδρώθη και +έλαβε την βασιλείαν, εστράτευσε κατά της Αιγύπτου. + +4. Περίστασις δε την οποίαν θέλω αναφέρει συνετέλεσε κάπως εις την +επιτυχίαν της εισβολής. Μεταξύ των επικούρων του Αμάσιος υπήρχεν +άνθρωπός τις γεννηθείς εις Αλικαρνασσόν, ονόματι Φάνης, ικανός +σύμβουλος και ανδρείος πολεμιστής. Ο Φάνης ούτος, πειραχθείς διά +τινα αιτίαν κατά του Αμάσιος, έφυγεν εκ της Αιγύπτου διά θαλάσσης +με σκοπόν να συνδιαλεχθή με τον Καμβύσην. Επειδή δε ήτο άνθρωπος +με μεγάλην βαρύτητα μεταξύ των επικούρων και είχεν ακριβεστάτας +πληροφορίας περί των πραγμάτων της Αιγύπτου, έπεμψε κατόπιν του ο +Άμασις προθυμοποιούμενος να τον συλλάβη· προς τούτο δε επεφόρτισε +τον πιστότατον των ευνούχων του δους αυτώ τριήρη. Ο ευνούχος τον +έφθασεν εις την Λυκίαν· αλλ' αφού τον συνέλαβε δεν τον έφερεν εις +την Αίγυπτον, διότι ο Φάνης τον ηπάτησε με τας πανουργίας του, +εμέθυσε τους φύλακάς του και έφυγεν εις τους Πέρσας· Φθάσας εις +τον Καμβύσην τον εύρεν ενασχολούμενον εις τας ετοιμασίας του +πολέμου και απορούντα ποίαν οδόν να λάβη διά να διέλθη την έρημον. +Τότε ο Φάνης τον επληροφόρησε περί της καταστάσεως του Αμάσιος, τω +υπέδειξε την καλλιτέραν οδόν και τον συνεβούλευσε να ζητήση από +τον βασιλέα των Αραβίων δίοδον και ασφάλειαν. + +5. Γνωστόν ότι μόνον εκ τούτου του μέρους δύναταί τις να εισβάλη +εις την Αίγυπτον, διότι από της Φοινίκης μέχρι των συνόρων της +Καδύτιος, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους της Παλαιστίνης, και από +της Καδύτιος (πόλεως ήτις ως νομίζω δεν είναι μικροτέρα των +Σάρδεων) μέχρι της Ιηνύσου τα παραθαλάσσια εμπόρια ανήκουσιν εις +την Αραβίαν· πάλιν δε από της Ιηνύσου μέχρι της λίμνης Σερβωνίδος, +κατά μήκος της οποίας το Κάσιον όρος καταβαίνει έως εις την +θάλασσαν, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους· η δε Αίγυπτος αρχίζει από +την λίμνην ταύτην Σερβωνίδα όπου λέγουσιν ότι εκρύφθη ο Τυφών. Το +μεταξύ της πόλεως Ιηνύσου, του όρους Κασίου και της λίμνης +Σερβωνίδος, όπερ δεν είναι ολίγον, αλλ' έως τριών ημερών οδός, +είναι καθ' υπερβολήν ξηρόν. + +6. Θα αναφέρω ενταύθα εκείνο το οποίον ολίγοι εκ των ελθόντων διά +θαλάσσης εις την Αίγυπτον παρετήρησαν. Εξ όλης της Ελλάδος και +προς τούτοις εκ της Φοινίκης δις του έτους κομίζονται εις την +Αίγυπτον πήλινα αγγεία πλήρη οίνου· και εν τούτοις αφού κενωθώσι +τα αγγεία ταύτα, μολονότι τόσα πολλά, δεν βλέπει τις πλέον μήτε +έν. Πού λοιπόν δαπανώνται; δύναταί τις να ερωτήση. Εγώ θα το είπω. +Ο δήμαρχος εκάστης πόλεως είναι υποχρεωμένος να συνάζη όλα τα +πήλινα αγγεία και να τα στέλλη εις την Μέμφιν, εκείθεν δε, +πληρούμενα ύδατος, στέλλονται εις την έρημον της Συρίας. +Τοιουτοτρόπως όλα τα εις την Αίγυπτον ερχόμενα και αποβιβαζόμενα +αγγεία κομίζονται εις την Συρίαν όπως και τα προ αυτών. + +7. Πρώτοι οι Πέρσαι, αφότου εγένοντο κύριοι της Αιγύπτου, +ευκόλυναν διά του τρόπου τούτου την εις την Αίγυπτον είσοδον +πληρούντες με ύδωρ τα αγγεία και πέμποντες αυτά εις την έρημον. +Τότε όμως, επειδή δεν υπήρχεν ακόμη η προμήθεια αύτη του ύδατος, ο +Καμβύσης, αφού ήκουσε τον ξένον Αλικαρνασσέα, έπεμψεν +απεσταλμένους προς τον Αράβιον, και ζητήσας έλαβεν υπόσχεσιν +ασφαλείας, δους και δεχθείς παρ' αυτού εχέγγυα πίστεως. + +8. Οι δε Αράβιοι πλειότερον παντός άλλου λαού σέβονται τας +συνθήκας των· κάμνουσι δε αυτάς ως εξής. Όταν τινές θέλουσι να +δώσωσιν αμοιβαίον όρκον, τρίτος τις άλλος άνθρωπος ιστάμενος εν τω +μέσω αυτών χαράττει με λίθον οξύν πλησίον των μεγάλων δακτύλων το +μήλον της χειρός των ορκιζομένων, λαμβάνων δε έπειτα ολίγον χνουν +εκ του ιματίου αυτών τον βρέχει με αίμα και αλείφει επτά λίθους +τεθειμένους εκεί. Ταύτα πράττων επικαλείται τον Διόνυσον και την +Ουρανίαν Αφροδίτην. Μετά το πέρας δε των διατυπώσεων τούτων, +εκείνος όστις ωρκίσθη παρουσιάζει εις τους φίλους του τον ξένον ή +τον πολίτην, εάν μετά πολίτου ωρκίσθη, και οι φίλοι κρίνουσι +δίκαιον να σέβωνται και αυτοί τας πίστεις ταύτας. Νομίζουσι δε ότι +μόνοι θεοί είναι ο Διόνυσος και η Αφροδίτη, και λέγουσιν ότι +κείρουσι τας τρίχας της κεφαλής των ως και ο Διόνυσος· τας +κόπτουσι δε κυκλοτερώς και ξυρίζουσι το άνω μέρος των κροτάφων. +Ονομάζουσι δε τον μεν Απόλλωνα Οροτάλ, την δε Αφροδίτην Αλιλάτ. + +9. Αφού ο Αράβιος έκαμε συνθήκας με τους απεσταλμένους του +Καμβύσου, ιδού τι εμηχανεύθη· εγέμισε με ύδωρ ασκούς +κατεσκευασμένους από δέρματα καμήλων και τους εφόρτωσεν επί +ζωντανών καμήλων τας οποίας έφερεν εις την έρημον όπου περιέμεινε +τον στρατόν του Καμβύσου. Και τούτο μεν είναι το μάλλον πιθανόν εξ +όσων διηγούνται· πρέπει όμως να αναφέρω και το ολιγώτερον πιθανόν, +καθότι λέγουσι και τούτο. Υπάρχει εις την Αραβίαν μέγας ποταμός +όστις καλείται Κόρυς και χύνεται εις την Ερυθράν λεγομένην +θάλασσαν. Εκ του ποταμού τούτου λοιπόν λέγουσιν ότι ο βασιλεύς των +Αραβίων έφερε το ύδωρ εις την έρημον διά μακροτάτου οχετού εκ +βοείων δερμάτων ακατεργάστων και άλλων δερμάτων ερραμμένων ομού, +όστις έληγεν εις μεγάλας δεξαμενάς, ορυχθείσας όπως δέχωνται και +διαφυλάττωσι το ύδωρ. Από του ποταμού δε μέχρι της ερήμου είναι +δώδεκα ημερών πορεία, και τρεις οχετοί δευτερεύοντες έφερον ως +λέγεται το ύδωρ εις τρία διάφορα μέρη. + +10. Ο δε υιός του Αμάσιος Ψαμμήνιτος, εστρατοπεδευμένος εις το +Πηλούσιον στόμα του Νείλου, περιέμενε τον Καμβύσην· καθότι ούτος, +όταν εστράτευσε κατά της Αιγύπτου, δεν εύρε ζώντα τον αντίπαλόν +του όστις απέθανεν αφού εβασίλευσε τεσσαράκοντα και τέσσαρα έτη +κατά τα οποία δεν υπέστη μεγάλην τινά συμφοράν. Ταριχευθέίς δε +ετάφη εις τον εντός του ιερού τάφου τον οποίον αυτός έκτισεν. Επί +της βασιλείας του υιού του Ψαμμηνίτου μέγιστον θαύμα εγένετο εις +την Αίγυπτον· βροχή έπεσεν εις τας Αιγυπτίας Θήβας, όπου ουδέποτε +έβρεξεν ούτε πρότερον ούτε έπειτα μέχρι της εποχής μου, ως +λέγουσιν αυτοί οι Θηβαίοι. Τωόντι ποσώς δεν βρέχει εις την άνω +Αίγυπτον, και τότε ολίγαι μόνον ψεκάδες έπεσον. + +11. Όταν οι Πέρσαι διαπεράσαντες την έρημον εστρατοπεδεύσαντο +απέναντι των Αιγυπτίων και ητοιμάζοντο να συμπλακώσι, τότε οι +επίκουροι του Ψαμμηνίτου, όντες Έλληνες και Κάρες, ωργισμένοι κατά +του Φάνητος διότι ωδήγει κατά της Αιγύπτου στρατόν ξενικόν, τον +ετιμώρησαν σκληρώς. Ο Φάνης είχεν αφήσει εις την Αίγυπτον τα +παιδία του· αυτά τα παιδία αγαγόντες εις το στρατόπεδον και εις +θέσιν ώστε να δύναται να τα βλέπη ο πατήρ, έστησαν κρατήρα μεταξύ +των δύο στρατευμάτων έπειτα, λαμβάνοντες το έν μετά το άλλο, τα +έσφαζον άνωθεν του κρατήρος και αφού εσφάγησαν όλα έχυσαν εις το +αίμα των ύδωρ και οίνον. Πιόντες εκ του κράματος τούτου όλοι οι +επίκουροι, συνεπλάκησαν. Μάχης δε γενομένης κρατεράς και πεσόντων +πολλών εξ αμφοτέρων των στρατοπέδων, ετράπησαν εις φυγήν οι +Αιγύπτιοι (43). + +12. Είδον εκεί θαύμα μέγα το οποίον μοι εξήγησαν οι κάτοικοι. Τα +οστά εκείνων οίτινες εκατέρωθεν εφονεύθησαν εν τη μάχη εκείνη, +κείνται κεχωρισμένα (τα των Περσών αφ' ενός, τα των Αιγυπτίων αφ' +ετέρου, εις την αυτήν απόστασιν ην είχον πριν έλθωσιν εις χείρας), +και τα κρανία των Περσών είναι τόσον αδύνατα ώστε εάν θέλης να τα +κτυπήσης με έν μόνον μικρόν χαλίκιον, τα διατρυπάς· εξ εναντίας τα +των Αιγυπτίων είναι τόσον σκληρά ώστε δυσκόλως θα τα συνέτριβες +εάν τα εκτύπας με μεγάλην πέτραν. Μοι είπον την αιτίαν τούτου, και +δεν εδυσκολεύθην να τους πιστεύσω· οι Αιγύπτιοι εκ παιδικής +ηλικίας αρχίζουσι να ξυρίζωσι την κεφαλήν, και το κρανίον των +σκληρύνεται υπό της επιρροής του ηλίου· η αυτή αιτία προφυλάττει +αυτούς από του να γίνωνται φαλακροί, και τωόντι ουδαμού αλλαχού +υπάρχουσιν ολιγώτεροι φαλακροί ή εις την Αίγυπτον. Ιδού λοιπόν +διατί το κρανίον των είναι τόσον σκληρόν. Τουναντίον δε το των +Περσών είναι απαλόν διότι μένουσιν εις την σκιάν εκ νεαράς ηλικίας +και φέρουσιν επί της κεφαλής τιάρας μαλλίνους. Είδον ταύτα ως +είναι και έκαμον την αυτήν παρατήρησιν και εις την Πάπρημιν επί +των οστών εκείνων οίτινες μετά του Αχαιμένους του υιού του Δαρείου +εφονεύθησαν υπό του Λίβυος Ινάρου. + +13. Διασπασθέντες οι Αιγύπτιοι, έφυγον εν αταξία. Όταν δε +εκλείσθησαν εις την Μέμφιν, έπεμψεν εις αυτούς ο Καμβύσης διά του +ποταμού πλοίον Μυτιληναίον με κήρυκα Πέρσην διά να τοις προτείνη +να παραδοθώσι διά συνθήκης. Αυτοί όμως άμα είδον το πλοίον +εισελθόν εις την Μέμφιν, ώρμησαν όλοι έξω του τείχους, κατέστρεψαν +το πλοίον, εκρεούργησαν τους άνδρας και τους έφερον εις το τείχος. +Και οι μεν Αιγύπτιοι μετά ταύτα πολιορκηθέντες παρεδόθησαν επί +τέλους, οι δε γείτονες των Λίβυες, φοβηθέντες μη πάθωσι τα αυτά, +παρεδόθησαν αμαχητί, υπεσχέθησαν να τελώσι φόρον και έπεμψαν δώρα. +Επίσης και οι Κυρηναίοι και οι Βαρκαίοι, φοβηθέντες ως οι Λίβυες, +έπραξαν το αυτό. Ο δε Καμβύσης εδέχθη μεν φιλοφρόνως τα δώρα των +Λιβύων, κατεφρόνησεν όμως τα των Κυρηναίων καθότι ήσαν κατώτερα, +ως εγώ φρονώ. Και τωόντι οι Κυρηναίοι δεν έπεμψαν ειμή πεντακοσίας +μνας αργυράς. Ο Καμβύσης λοιπόν λαβών με τας χείρας του τα +νομίσματά των τα διέσπειρεν εις τον στρατόν. + +14. Την δεκάτην ημέραν αφ' ης εκυρίευσε την Μέμφιν ο Καμβύσης, +εκάθισε προς περιφρόνησιν είς τι προάστειον μετ' άλλων Αιγυπτίων +τον βασιλέα Ψαμμήνιτον βασιλεύσαντα έξ μήνας μόνον και εδοκίμαζε +την γενναιότητα της ψυχής αυτού διά του ακολούθου τρόπου. Ενδύσας +την θυγατέρα του με ενδύματα δούλης την έπεμψε με στάμνον εις την +χείρα διά να φέρη ύδωρ· μετ' αυτής δε συναπέστειλε και άλλας +παρθένους τας οποίας εξελέξατο μεταξύ των Θυγατέρων των πρώτων +ανδρών του τόπου, όλας ενδεδυμένας ως η θυγάτηρ του βασιλέως. Ενώ +δε διήρχοντο προ των πατέρων των κλαίουσαι και βοώσαι, οι μεν +εβόων και έκλαιον βλέποντες την ταπείνωσιν των τέκνων των, ο δε +Ψαμμήνιτος, μολονότι είδε και εγνώρισε την θυγατέρα του, ουδέν +άλλο έπραξεν ή να ταπεινώση τα βλέμματα του προς την γην. Αφού +διήλθαν αι υδροφόροι, έπεμψεν έπειτα ο Καμβύσης τον υιόν του +Ψαμμηνίτου με άλλους δισχιλίους Αιγυπτίους, έχοντας την αυτήν +ηλικίαν, δεδεμένους με σχοινιά από τον λαιμόν και χαλινωμένους από +το στόμα· τους απήγον δε διά να τους θανατώσωσι προς εκδίκησιν των +Μιτυληναίων οίτινες απώλοντο εις την Μέμφιν αυτοί και το πλοίον +των. Τοιαύτη ήτο η απόφασις των βασιλικών δικαστών δι' ένα έκαστον +Έλληνα να θανατωθώσι δέκα Αιγύπτιοι εκ των πρώτων. Ο Ψαμμήνιτος +είδε και τούτους διαβαίνοντας και έμαθεν ότι απήγον και τον υιόν +του διά να τον θανατώσωσιν· ενώ δε οι περικαθήμενοι Αιγύπτιοι +έκλαιον και ελυπούντο, αυτός έπραξεν ό,τι είχε πράξει ότε διέβη η +θυγάτηρ του. Μόλις διέβησαν οι νέοι, και άνθρωπός τις, ομοτράπεζός +του τρόπον τινά, πρεσβύτερος αυτού κατά την ηλικίαν, όστις αφού +έχασε την περιουσίαν του και δεν είχε πλέον ειμή ό,τι έχουσιν οι +πτωχοί περιήρχετο επαιτών εις τον στρατόν, συνέβη να διέλθη προ +του Ψαμμηνίτου και των εις το προάστειον συγκαθημένων Αιγυπτίων. +Άμα τον είδεν ο Ψαμμήνιτος, έκλαυσε πολύ, εκάλεσε τον φίλον του +ονομαστί και εκτύπησε την κεφαλήν. Ήσαν δε εκεί φύλακες οίτινες +ειδοποίουν τον Καμβύσην ό,τι έπραττεν ο Ψαμμήνιτος εις εκάστην +έξοδον. Εκπλαγείς ο Καμβύσης δι' όσα ήκουσεν, έπεμψεν άγγελον και +τον ηρώτησεν ως ακολούθως· «Ο δεσπότης Καμβύσης, ω Ψαμμήνιτε, σε +ερωτά διατί, βλέπων την θυγατέρα σου ταλαιπωρουμένην και τον υιόν +σου φερόμενον εις θάνατον, ούτε ανεβόησας, ούτε έκλαυσας, ενώ +εξεναντίας ετίμησας άνθρωπον πτωχόν, όστις, ως μανθάνει παρ' +άλλων, ουδεμίαν συγγένειαν έχει μετά σου;» Ταύτα είπεν ο +απεσταλμένος, ιδού δε τι απεκρίθη ο Ψαμμήνιτος· «ω υιέ του Κύρου, +αι ίδιαί μου δυστυχίαι είναι μεγαλείτεραι ή ώστε να κλαύση τις, η +δυστυχία όμως του φίλου μου ήτο αξία δακρύων, διότι από τον +πλούτον και την ευδαιμονίαν περιέπεσεν εις την ένδειαν φθάσας εις +τον ουδόν του γήρατος.» Οι λόγοι ούτοι διαβιβασθέντες εις τον +Καμβύσην εφάνησαν ορθότατοι. Προσθέτουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι ο +Κροίσος, όστις έτυχε να ακολουθή τον Καμβύσην εις την Αίγυπτον, +εδάκρυσε και αυτός, εδάκρυσαν δε και όλοι οι παρευρεθέντες Πέρσαι. +Αυτός δε ο Καμβύσης εκινήθη εις οίκτον και αμέσως διέταξε και τον +υιόν του να σώσωσιν εξαιρούντες αυτόν από τους άλλους καταδίκους +και τον Ψαμμήνιτον να λάβωσιν από το προάστειον και να τον φέρωσιν +εις την οικίαν του. + +15. Αλλά τον μεν υιόν δεν εύρον ζώντα οι απεσταλμένοι, διότι είχε +κατακοπή πρώτος, τον δε Ψαμμήνιτον λαβόντες έφερον προς τον +Καμβύσην ένθα του λοιπού διητάτο εν πλήρει ανέσει. Εάν μάλιστα δεν +τον υπώπτευον ότι ερραδιούργει, θα ελάμβανε πάλιν την διοίκησιν +των υποθέσεων της Αιγύπτου ως επίτροπος, καθότι οι Πέρσαι +συνειθίζουσι να τιμώσι τους υιούς των βασιλέων, τόσον ώστε και αν +αποστατήσωσιν οι γονείς, αποδίδουσιν εις τους παίδας την αρχήν. +Ότι έχουσι την συνήθειαν ταύτην δύναται τις να κρίνη εκ πολλών +παραδειγμάτων και προσέτι εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν +του Λίβυος Ινάρου Θαννύραν όστις έλαβε πάλιν την αρχήν την οποίαν +είχεν ο πατήρ του, και εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν +του Αμυρταίου Παύσιριν όστις και αυτός έλαβε πάλιν την αρχήν του +πατρός του. Εν τούτοις ουδείς έβλαψε τόσον τους Πέρσας όσον ο +Ίναρος και ο Αμυρταίος. Αλλ' ο Ψαμμήνιτος, κακά μηχανώμενος, έλαβε +τον μισθόν· διότι φωραθείς ενώ εζήτει να επαναστατήση τους +Αιγυπτίους και βλέπων ότι ανεκαλύφθη υπό του Καμβύσου, έπιεν αίμα +ταύρου και απέθανεν αμέσως. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ετελεύτησεν +ούτος. + +16. Ο δε Καμβύσης εκ της Μέμφιος ήλθεν εις την πόλιν Σάιν σκοπεύων +να πράξη όσα και έπραξε· διότι άμα εισήλθεν εις τα βασίλεια του +Αμάσιος, αμέσως διέταξε να εκβάλωσιν από τον τάφον το σώμα του +Αμάσιος· τούτου γενομένου, διέταξε να το μαστιγώσωσι, να μαδήσωσι +τας τρίχας του, να το διαπεράσωσι με κέντρα και να το υβρίσωσι με +πάσαν τιμωρίαν. Αφού δε οι μαστιγωταί απέκαμον ταύτα πράττοντες, +(επειδή το τεταριχευμένον εκείνο σώμα αντείχε και δεν +απεσυντίθετο), επρόσταξεν ο Καμβύσης να το κατακαύσωσι, διατάξας +πράγμα ανόσιον, καθότι οι Πέρσαι νομίζουσιν ότι το πυρ είναι +θεότης και διά τούτο ούτε οι Πέρσαι ούτε οι Αιγύπτιοι κατ' ουδένα +τρόπον δεν συνειθίζουσι να καίωσι τους νεκρούς, οι μεν Πέρσαι διά +τον ανωτέρω λόγον λέγοντες ότι δεν είναι δίκαιον να χορταίνωσι +θεόν με το πτώμα ανθρώπου, οι δε Αιγύπτιοι νομίζοντες ότι το πυρ +είναι θηρίον ζων το οποίον καταβιβρώσει όσα τω δίδουσι και το +οποίον αφού χορτασθή αποθνήσκει μετ' εκείνου το οποίον κατέφαγε. +Δεν συγχωρείται δε παρ' αυτοίς κατ' ουδένα τρόπον να δίδωσι το +πτώμα εις τα ζώα, και διά τούτο το ταριχεύουσιν ίνα μη το φάγωσιν +οι σκώληκες εάν ταφή. Βεβαιούσιν όμως οι Αιγύπτιοι ότι ο ταύτα +παθών δεν ήτο ο Άμασις, αλλά άλλος τις Αιγύπτιος, έχων το αυτό +ανάστημα με τον Άμασιν, τον οποίον κακοποιούντες οι Πέρσαι +ενόμιζον ότι εκακοποίουν τον Άμασιν. Κατ' αυτούς ο Άμασις μαθών έκ +τινος χρησμού τι έμελλε να τω συμβή μετά θάνατον και θέλων να +αποφύγη τα απειλούμενα, διέταξε να θάψωσι πλησίον της θύρας, εντός +του ιδίου τάφου, τον μαστιγωθέντα εκείνον άνθρωπον, το δε ιδικόν +του σώμα παρήγγειλεν εις τον υιόν του να αποθέση εις το μάλλον +σκοτεινόν μέρος του τάφου. Αι παραγγελίαι όμως αύται του Αμάσιος +περί της ταφής και του ανθρώπου εκείνου δεν μοι φαίνονται αληθείς, +αλλ' απλώς οι Αιγύπτιοι έπλασαν αυτάς διά να καλύψωσι την +γενομένην ατιμίαν. + +17. Κατόπιν ο Καμβύσης εσχεδίασε τρεις εκστρατείας, κατά των +Καρχηδονίων, κατά των Αμμωνίων και κατά των μακροβίων Αιθιόπων +οίτινες οικούσι τα νότια παραθαλάσσια της Λιβύας. Τούτο σκοπεύων, +απεφάσισε να ετοιμάση στόλον κατά των πρώτων, να προσβάλη τους +δευτέρους διά ξηράς με στρατόν εκλεκτόν, και να πέμψη πρώτον εις +τους Αιθίοπας κατασκόπους διά να ίδωσι την λεγομένην ηλίου +τράπεζαν, εάν υπήρχεν αληθώς, και να κατασκοπεύσωσι τα άλλα +πράγματα, προφασιζόμενοι ότι μετέβησαν εκεί διά να προσφέρωσι δώρα +εις τον βασιλέα. + +18. Η δε τράπεζα του ηλίου τοιαύτη τις λέγεται ότι είναι. Υπάρχει +λειμών εις προάστειόν τι έμπλεως κρεάτων οπτών πάντων των +τετραπόδων. Εις τούτον τον λειμώνα την μεν νύκτα μεταφέρουσι τα +κρέατα εκείνοι εις ους είναι ανατεθειμένη η φροντίς αύτη, +λαμβάνοντες παρά των πολιτών το αναλογούν εις έκαστον μερίδιον, +την δε ημέραν έρχεται όστις θέλει και τρώγει· οι εγχώριοι όμως +λέγουσιν ότι αναδίδει ταύτα εκάστοτε η γη. Και η μεν καλουμένη +τράπεζα του ηλίου τοιαύτη λέγονται ότι είναι. + +19. Ο δε Καμβύσης, άμα απεφάσισε να πέμψη τους κατασκόπους, έφερεν +εκ της Ελεφαντίνης Ιχθυοφάγους γινώσκοντας την Αιθιοπικήν γλώσσαν. +Ενώ δε οι απεσταλμένοι μετέβησαν να μεταφέρωσιν αυτούς, διέταξε +τον ναυτικόν στρατόν να πλεύση κατά της Καρχηδόνος. Οι Φοίνικες +όμως ηρνήθησαν να πράξωσι τούτο, λέγοντες ότι ήσαν συνδεδεμένοι +διά μεγάλων όρκων και ότι ήθελεν είσθαι ανόσιον να εκστρατεύσωσι +κατά των ιδίων των απογόνων. Αποχωρησάντων των Φοινίκων, οι λοιποί +δεν ήρκουν διά να πολεμήσωσι, και τοιουτοτρόπως οι Καρχηδόνιοι +διέφυγον τον ζυγόν των Περσών. Ο Καμβύσης δεν έκρινε πρέπον να +εξαναγκάση τους Φοίνικας, καθότι ούτοι εκουσίως εδόθησαν εις τους +Πέρσας και όλος ο ναυτικός στρατός εξηρτάτο από αυτούς. Και οι +Κύπριοι ομοίως εδόθησαν εις τους Πέρσας και εστράτευσαν κατά της +Αιγύπτου. + +20. Αφού έφθασαν οι Ιχθυοφάγοι εκ της Ελεφαντίνης εις τον +Καμβύσην, τους έπεμψεν ούτος εις την Αιθιοπίαν παραγγείλας τι +ώφειλον να είπωσι, και φέροντας δώρα, ένδυμα πορφυρούν, +περιδέραιον στρεπτόν εκ χρυσού, ψέλια, αλαβάστρινον αγγείον με +μύρραν και κάδον με οίνον φοινίκων. Οι Αιθίοπες δε ούτοι προς τους +οποίους έπεμπε τα δώρα ο Καμβύσης, λέγονται ότι είναι μέγιστοι και +ωραιότατοι πάντων των ανθρώπων. Έχουσι δε, ως λέγεται, έθιμα +διάφορα των άλλων χωρών, και ιδίως το ακόλουθον ως προς την +εκλογήν του βασιλέως. Εκείνον εκ των αστών τον οποίον κρίνωσιν ότι +υπερβαίνει τους άλλους κατά το ύψος και η δύναμίς του είναι +ανάλογος με το ύψος του, αυτόν εκλέγουσιν ως βασιλέα των. + +21. Εις τούτους λοιπόν τους ανθρώπους όταν ήλθον οι Ιχθυοφάγοι, +έδοσαν τα δώρα εις τον βασιλέα λέγοντες ταύτα· «Ο βασιλεύς των +Περσών Καμβύσης, θέλων να ήναι φίλος και ξένος σου, έπεμψεν ημάς +να ομιλήσωμεν μετά σου και σοι προσφέρει τα δώρα ταύτα τα οποία +ευχαριστείτο πολύ ο ίδιος μεταχειριζόμενος.» Αλλ' ο Αιθίοψ, +εννοήσας ότι ήλθον ως κατάσκοποι, τοις απεκρίθη· «Ο βασιλεύς των +Περσών δεν σας έπεμψε να μοι φέρετε δώρα επιθυμών την φιλίαν μου, +και δεν λέγετε την αλήθειαν. Ο σκοπός σας είναι να κατασκοπεύσετε +το βασίλειόν μου, και ο άνθρωπος αυτός δεν είναι δίκαιος. Τωόντι, +εάν ήτο τοιούτος, δεν θα επεθύμει άλλας χώρας πλην της ιδικής του +και δεν θα υπεδούλωνεν ανθρώπους οίτινες ποτέ δεν τον αδίκησαν. +Τώρα φέρετε προς αυτόν το τόξον τούτο και επαναλάβετε αυτώ τους +λόγους τούτους· «Ο βασιλεύς των Αιθιόπων συμβουλεύει τον βασιλέα +των Περσών, όταν οι πέρσαι δυνηθώσι να έλκωσιν ευκόλως τόξα +τοιούτου μεγέθους, τότε να στρατεύση κατά των μακροβίων Αιθιόπων +με στρατόν περισσότερον· μέχρι τότε όμως ας γνωρίζη χάριν εις τους +θεούς ότι δεν ενέπνευσαν εις τους υιούς των Αιθιόπων την ιδέαν να +ενώσωσι και άλλην γην πλησίον της ιδικής των.» + +22. Ταύτα ειπών και χαλαρώσας το τόξον, το έδωκεν εις τους +απεσταλμένους· έπειτα λαβών το πορφυρούν ένδυμα, ηρώτησε τι ήτο +και πώς κατεσκευάσθη. Ειπόντων των Ιχθυοφάγων την αλήθειαν περί +της πορφύρας και της βαφής, απεκρίθη· «Και τα ενδύματά σας είναι +δολερά ως είσθε και υμείς δολεροί.» Κατόπιν τους ηρώτησε περί του +περιδεραίου και των ψελίων. Εξηγούντων δε των Ιχθυοφάγων τους +κόσμους εκείνους, ο βασιλεύς γελάσας και νομίσας ότι ήσαν πέδαι +τοις είπεν ότι οι Αιθίοπες είχον πέδας δυνατωτέρας. Η τρίτη +ερώτησις αυτού ήτο περί της μύρρας, και όταν τω εξήγησαν την +κατασκευήν και την χρήσιν αυτής, τοις επανέλαβε τα αυτά όσα είπε +περί των ενδυμάτων. Τέλος έφθασεν εις τον οίνον, έμαθε τον τρόπον +πώς εγίνετο, και ευχαριστηθείς από το ποτόν τούτο, ηρώτησε τι +έτρωγεν ο βασιλεύς και πόσον χρόνον μακρότατον ζη είς Πέρσης. +Εκείνοι τω είπον ότι ο βασιλεύς έτρωγεν άρτον, τω εξήγησαν την +φύσιν του σίτου και προσέθηκαν ότι εις την Περσίαν το μακρότατον +πλήρωμα της ζωής του ανθρώπου είναι έτη ογδοήκοντα. «Δεν +εκπλήττομαι λοιπόν, είπεν ο Αιθίοψ, εάν τοιαύτην τρώγοντες κόπρον +ζώσι τόσον ολίγα έτη· αλλ' ούτε τόσα δεν θα έζων, εάν δεν τους +εκράτει το ποτόν εκείνο.» Ταύτα λέγων ενόει τον οίνον, και ως προς +τα αντικείμενον τούτο συνεφώνει ότι οι Πέρσαι ήσαν ανώτεροι. + +23. Οι δε Ιχθυοφάγοι ηρώτησαν και αυτοί τον βασιλέα περί της ζωής +και της διαίτης των Αιθιόπων· τοις είπε δε ούτος ότι οι πλειότεροι +φθάνουσι τα εκατόν είκοσι έτη καί τινες υπερβαίνουσιν αυτά, και +ότι η μεν τροφή των ήτο κρέατα βραστά το δε ποτόν των γάλα. Και +επειδή οι κατάσκοποι εφαίνοντο θαυμάζοντες περί των ετών, τους +ωδήγησεν εις κρήνην εκ της οποίας, αφού ελούσθησαν, εξήλθον +λιπαροί ως αν ήτο από έλαιον· ανεδίδετο δε εξ αυτής ευωδία τις +ίων. Το ύδωρ της κρήνης ταύτης είναι τόσον ελαφρόν ώστε κατά το +λέγειν των κατασκόπων ουδέν δύναται να επιπλεύση επ' αυτού, μήτε +ξύλον μήτε όσα είναι ελαφρότερα των ξύλων, αλλ' όλα χωρούσιν εις +τον βυθόν. Εάν το ύδωρ τούτο ήναι αληθώς ως το λέγουσιν οι +Αιθίοπες, ίσως είναι μακρόβιοι διότι μεταχειρίζονται αυτό πάντοτε. +Από της κρήνης έφερον τους απεσταλμένους εις δεσμωτήριον ανδρών +όπου πάντες ήσαν δεδεμένοι με πέδας χρυσάς. Είναι δε εις τους +Αιθίοπας τούτους σπανιώτατον και πολυτιμότατον πάντων των μετάλλων +ο χαλκός. Θεωρήσαντες δε και το δεσμωτήριον, εθεάσαντο έπειτα και +την του ηλίου λεγομένην τράπεζαν. + +24. Μετά ταύτην τελευταίον εθεώρησαν τους τάφους οίτινες ως +λέγεται κατασκευάζονται εκ κρυστάλλου ως ακολούθως. Αφού ξηράνωσι +το πτώμα, είτε κατά τον τρόπον των Αιγυπτίων, είτε άλλως πως, το +περικαλύπτουσι με γύψον και το ζωγραφίζουσιν, αποτυπούντες, όσον +το δυνατόν, τους χαρακτήρας του αποθανόντος. Το περικλείουσιν +έπειτα εντός στήλης κρυσταλλίνης την οποίαν κοιλαίνουσιν· η +τοιαύτη δε ύλη είναι άφθονος εις αυτούς και ευκόλως ορύσσεται· +υπάρχων δε εν μέση τη στήλη ο νεκρός διαφαίνεται χωρίς να αποφέρη +ουδεμίαν κακήν οσμήν ούτε άλλο αηδές, και φαίνονται όλα τα μέλη +αυτού απαράλλακτα ως ήσαν. Οι πλησιέστατοι συγγενείς φυλάττουσι +την στήλην επί έν έτος εις την οικίαν των, προσφέροντες εις αυτήν +απαρχάς όλων των πραγμάτων και κάμνοντες θυσίας· μετά δε ταύτα +μεταφέρουσιν αυτήν εις τους τάφους της πόλεως. + +25. Θεωρήσαντες όλα ταύτα οι κατάσκοποι, ανεχώρησαν οπίσω. Όταν δε +τα ανέφερον, οργισθείς ο Καμβύσης, εξεστράτευσεν αμέσως επί τους +Αιθίοπας, ούτε προμήθειαν τροφίμων παραγγείλας, ούτε σκεφθείς ότι +έμελλε να μεταβή εις την μάλλον μεμακρυσμένην χώραν της γης, αλλ' +ανεχώρησεν άμα ήκουσε τους ιχθυοφάγους ως τρελός, ως άφρων, +διατάξας τους εις την Αίγυπτον Έλληνας να μείνωσιν εκεί και λαβών +μεθ' εαυτού όλον τον πεζόν στρατόν. Ότε δε έφθασεν εις τας Θήβας, +απέσπασεν από τον στρατόν πεντήκοντα περίπου χιλιάδας άνδρας και +τους επρόσταξε να εξανδραποδίσωσι τους Αμμωνίους, και έπειτα να +καύσωσι το μαντείον του Διός. Αυτός δε, μετά του υπολοίπου +στρατού, εξηκολούθησε να προχωρή προς την Αιθιοπίαν. Αλλά πριν ή ο +στρατός διανύση το πέμπτον της οδού, εξηντλήθησαν όσα τρόφιμα +είχον φέρει μεθ' εαυτών· μετά τα τρόφιμα δε έλειψαν τα υποζύγια, +διότι τα έφαγον. Εάν ο Καμβύσης, ιδών αυτά, ήλλασσε γνώμην και +επανέφερεν οπίσω τα στρατεύματα, ήθελεν είσθαι φρόνιμος άνθρωπος, +με όλον το πρώτον σφάλμα του· καταφρονών όμως πάντα ταύτα, εχώρει +πάντοτε εις τα πρόσω. Οι δε στρατιώται, εφόσον μεν εύρισκόν τι να +ανασπώσιν εκ της γης, έζων τρεφόμενοι με χόρτα· φθάσαντες όμως εις +τα αμμώδη μέρη, εστερήθησαν και του καταφυγίου τούτου· τότε τινές +εξ αυτών έπραξαν έργον αποτρόπαιον. Ρίπτοντες κλήρον μεταξύ των +έτρωγον ένα εις τους δέκα. Ο βασιλεύς το έμαθε και εφοβήθη μήπως +τους ίδη να καταφαγωθώσι μεταξύ των όλοι· παραιτηθείς λοιπόν της +εναντίον των Αιθιόπων εκστρατείας, επέστρεψεν οπίσω και έφθασεν +εις τας Θήβαις αφού απώλεσε πολλούς του στρατού. Εκ των Θηβών +κατέβη εις την Μέμφιν και επέτρεψεν εις τους Έλληνας να +αποπλεύσωσι. Τοιαύτην έκβασιν έτυχεν η κατά των Αιθιόπων +εκστρατεία. + +26. Εκείνοι δε οίτινες εστάλησαν κατά των Αμμωνίων, αφού εξήλθον +από τας Θήβας έλαβον οδηγούς και έφθασαν, ως είναι θετικώς +γνωστόν, δι' αμμώδους ερήμου εις την πόλιν Όασιν την οποίαν +κατοικούσι Σάμιοι εκ της φυλής της λεγομένης Αισχρωνίας. Ο τόπος +ούτος απέχει επτά ημερών οδόν από τας Θήβας, καλείται δε ελληνιστί +Μακάρων νήσος. Μέχρις αυτού του τόπου λέγουσιν ότι έφθασεν ο +στρατός· πέραν δε, εκτός των Αμμωνίων και εκείνων όσοι ήκουσαν +τους Αμμωνίους, κανείς άλλος δεν δύναται να είπη τι περί αυτών, +διότι ούτε επέστρεψαν οπίσω. Λέγουσι δε οι Αμμώνιοι τα ακόλουθα· +αφού ανεχώρησαν εκ της Οάσεως πορευόμενοι εναντίον των διά γης +αμμώδους, έφθασαν εις τον ήμισυν περίπου δρόμον μεταξύ αυτών και +της Οάσεως· εκεί δε, ενώ εστάθησαν διά να γευματίσωσιν, ισχυρός +και παράδοξος νότος πνεύσας επ' αυτών, ανήγειρε τοσούτους σωρούς +άμμου ώστε τους εκάλυψε και διά του τρόπου τούτου εγένοντο +άφαντοι. Και οι μεν Αμμώνιοι ταύτα λέγουσιν ότι ηκολούθησαν εις +τον στρατόν εκείνον. + +27. Ότε δε έφθασεν ο Καμβύσης εις την Μέμφιν, εφάνη εις τους +Αιγυπτίους ο Άπις, τον οποίον οι Έλληνες καλούσιν Έπαφον. Εις την +περίστασιν λοιπόν ταύτην όλοι εφόρεσαν τα κάλλιστα αυτών ενδύματα +και επανηγύριζον. Ο βασιλεύς τους είδε και νομίσας ότι έχαιρον διά +τας δυστυχίας του, προσεκάλεσε τους άρχοντας της πόλεως. Όταν δε +επαρουσιάσθησαν ενώπιόν του τους ηρώτησε διατί ότε προηγουμένως +ήτο εις την Μέμφιν οι Αιγύπτιοι δεν έπραξαν τοιούτο τι, αλλ' +εξελέξαντο την στιγμήν καθ' ην επέστρεψεν αφού απώλεσε το πλείστον +μέρος του στρατού του. Εκείνοι δε τω είπον ότι εφάνη εις αυτούς ο +θεός εκείνος όστις σπανίως συνειθίζει να εμφανίζεται, και ότι, +όταν εμφανίζεται, όλοι οι Αιγύπτιοι χαίροντες τελούσιν εορτήν. +Ακούσας ταύτα ο Καμβύσης είπεν ότι ψεύδονται, και ως ψεύστας τους +ετιμώρησε με θάνατον. + +28. Αποκτείνας δε τούτους εκάλεσεν έπειτα τους ιερείς. Λεγόντων δε +των ιερέων τα αυτά· «Θέλω, είπε, να βεβαιωθώ εάν θεός χειροήθης +ήλθεν εις τους Αιγυπτίους·» ταύτα ειπών διέταξε να τω φέρωσι τον +Άπιν εκείνον, και οι ιερείς εξήλθον διά να τον φέρωσιν. Ο δε Άπις +ή Έπαφος είναι μόσχος γεννώμενος εκ βοός ήτις μετά ταύτα δεν +ειμπορεί πλέον να συλλάβη. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι καταβαίνει +επ' αυτής σέλας εκ του ουρανού και εκ του σέλαος τούτου +συλλαμβάνει τον Άπιν. Έχει δε ο μόσχος ούτος, ο Άπις καλούμενος, +τα ακόλουθα σημεία· μέλας ων επί μεν του μετώπου έχει λευκόν +τετράγωνον, επί δε των νώτων το ομοίωμα αυτού, εν δε τη ουρά +τρίχας διπλάς, υπό την γλώσσαν δε κάνθαρον. + +29. Άμα έφερον οι ιερείς τον Άπιν, ο Καμβύσης, ως εάν κατελήφθη +υπό τρέλλας, έσυρε το εγχειρίδιον, και θέλων να πληγώση τον Άπιν +εις την κοιλίαν επλήγωσεν αυτόν εις τον μηρόν. Γελάσας δε είπε +προς τους ιερείς· «Ω ανόητοι κεφαλαί, γίνονται τοιούτοι θεοί +έχοντες σώμα και σάρκα, αισθανόμενοι τα κτυπήματα του σιδήρου; Ο +θεός ούτος είναι τωόντι άξιος των Αιγυπτίων. Δεν θα χαρήτε όμως +ότι με επεριπαίξατε» Ταύτα ειπών διέταξεν εκείνους εις ους ήσαν +ανατεθειμένα τα τοιαύτα έργα να μαστιγώσωσι τους ιερείς και να +φονεύσωσι τους άλλους Αιγυπτίους όσους ήθελεν εύρει +πανηγυρίζοντας. Ούτω λοιπόν διελύθη η εορτή των Αιγυπτίων και οι +ιερείς εμαστιγώθησαν, ο δε Άπις, πληγωμένος εις τον μηρόν, +απέθανεν εις τον ναόν όπου έκειτο. Και αυτόν μεν αποθανόντα εκ του +τραύματος έθαψαν οι ιερείς κρυφίως από τον Καμβύσην. + +30. Ο δε Καμβύσης, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, ένεκα του αδικήματος +τούτου, παρεφρόνησεν αμέσως, μολονότι και πρότερον δεν είχε τας +φρένας του. Και πρώτον μεν κακόν έπραξε θανατώσας τον Σμέρδιν, +αδελφόν του εκ του αυτού πατρός και της αυτής μητρός. Τον Σμέρδιν +τούτον είχεν αποπέμψει εκ της Αιγύπτου εις την Περσίαν υπό φθόνου, +καθότι αυτός μόνος από όλους τους Πέρσας ετάνυσε με δύο δακτύλους +τα τόξον των Αιθιόπων το κομισθέν υπό των Ιχθυοφάγων· εκ των άλλων +δε Περσών κανείς δεν ηδυνήθη να πράξη τούτο. Μετά την αναχώρησιν +του Σμέρδιος είδεν ο Καμβύσης εις τον ύπνον του το εξής όνειρον· +τω εφάνη ότι ήρχετο απεσταλμένος εκ της Περσίας διά να τω +αναγγείλη ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου, +ήγγιζε με την κεφαλήν του τον ουρανόν. Ένεκα του ονείρου τούτου +φοβηθείς μήπως ο αδελφός του τον φονεύση και λάβη το βασίλειόν +του, πέμπει εις την Περσίαν τον Πρηξάσπη, όστις ήτο εξ όλων των +Περσών ο μάλλον πιστός εις αυτόν, με την διαταγήν να τον φονεύση. +Φθάσας δε ο Πρηξάσπης εις τα Σούσα, εφόνευσε τον Σμέρδιν, ως μεν +λέγουσι τινές εξαγαγών αυτόν εις κυνήγιον, ως λέγουσι δε άλλοι +πνίξας αυτόν εις την Ερυθράν θάλασσαν. + +31. Αυτό λέγουσιν ότι υπήρξε το πρώτον κακόν το οποίον έπραξεν ο +Καμβύσης, δεύτερον δε εφόνευσε την αδελφήν του ήτις τον ηκολούθει +εις την Αίγυπτον και την οποίαν είχε γυναίκα, μολονότι ήτο αδελφή +του εκ πατρός και μητρός. Ιδού δε πώς την ενυμφεύθη· πρότερον δεν +υπήρχεν αυτή η συνήθεια, να λαμβάνωσιν οι Πέρσαι γυναίκας τας +αδελφάς των. Αλλ' ο Καμβύσης ερασθείς μιας των αδελφών του ηθέλησε +να την νυμφευθή, και επειδή δεν το επέτρεπεν η συνήθεια, +συνεκάλεσε τους βασιλικούς δικαστάς και τους ηρώτησεν εάν υπήρχε +νόμος επιτρέπων εις εκείνον όστις το ήθελε να νυμφεύεται την +αδελφήν του. Οι βασιλικοί δικασταί είναι άνδρες εκλεκτοί μεταξύ +των Περσών, εξασκούσι δε τα καθήκοντά των διά βίου, εκτός εάν +υποπέσωσιν εις αδικίαν τινά· δικάζουσι τας υποθέσεις των πολιτών +και είναι οι διερμηνείς των πατρίων νόμων, και όλα τα ζητήματα εις +αυτούς υποβάλλονται. Εις εκείνο δε το οποίον τοις προέτεινεν ο +Καμβύσης απεκρίθησαν δικαίως και συνετώς· είπον ότι δεν εύρισκον +μεν νόμον επιτρέποντα εις τον αδελφόν να λαμβάνη γυναίκα την +αδελφήν, αλλ' ότι εγνώριζον ένα άλλον συγχωρούντα εις τον βασιλέα +των Περσών να πράττη ό,τι θέλει. Τοιουτοτρόπως, ο φόβος του +Καμβύσου δεν τους παρέσυρε να καταλύσωσι νόμον τον οποίον δεν +ηδύναντο να υπερασπίσωσι χωρίς να εκθέσωσι την ζωήν των, αλλ' +εύρον άλλον, σύμφωνον με την θέλησιν του βασιλέως· Ενυμφεύθη +λοιπόν ο Καμβύσης εκείνην την οποίαν ηγάπα· μετ ολίγον δε +ενυμφεύθη άλλην αδελφήν του και εκ τούτων εφόνευσε την νεωτέραν +ήτις ηκολούθει αυτόν εις την Αίγυπτον. + +32. Διηγούνται δε κατά δύο τρόπους τον θάνατον αυτής, καθώς και +τον του Σμέρδιος. Οι Έλληνες λέγουσιν ότι ο Καμβύσης και η γυνή +του εθεώρουν ποτέ σκύμνον λέοντος πολεμούντα με ένα μικρόν σκύλον· +επειδή δε ενικήθη ο σκύλαξ, άλλος σκύλαξ, ο αδελφός αυτού, θραύσας +την άλυσόν του έδραμεν εις βοήθειαν, ώστε ενωθέντες οι δύο +σκύλακες ενίκησαν τον λεοντιδέα. Και ο μεν Καμβύσης ετέρπετο εις +το θέαμα τούτο, αλλ' η γυνή του, καθημένη πλησίον του, εδάκρυε. +Παρετήρησε τούτο ο Καμβύσης και την ηρώτησε διατί εδάκρυε. +«Δακρύω, είπεν εκείνη, ιδούσα τον σκύλακα τούτον ότι εβοήθησε τον +αδελφόν του και ενθυμηθείσα τον Σμέρδιν όστις δεν είχε κανένα να +τον βοηθήση.» Οι Έλληνες προσθέτουσιν ότι ένεκα των λόγων τούτων η +γυνή εθανατώθη από τον Καμβύσην. Οι δε Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ενώ +εκάθηντο εις την τράπεζαν, η γυνή έλαβε θρίδακα, την απεφύλλισε +και είπεν εις τον σύζυγόν της· «Ποία είναι ωραιοτέρα θρίδαξ, η +έχουσα φύλλα ή η μη έχουσα; — Η έχουσα φύλλα, απεκρίθη εκείνος. — +Ω! επανέλαβεν εκείνη, η γεγυμνωμένη αύτη θρίδαξ είναι η εικών της +οικίας του Κύρου την οποίαν συ απεγύμνωσας.» Θυμώσας δε ο Καμβύσης +την ελάκτισεν εις την κοιλίαν ενώ ήτο έγκυος, ώστε αποβαλούσα +απέθανε. + +33. Ταύτα έπραξεν ο Καμβύσης προς τους συγγενείς του υπό μανίας +ήτις τον ηκολούθησεν είτε ένεκα του Άπιος, είτε ένεκα άλλης τινός +αιτίας, τόσον πολλαί είναι αι συμφοραί αι καταλαμβάνουσαι τους +ανθρώπους. Λέγουσιν άλλως τε ότι ο Καμβύσης εκ γενετής είχε +μεγάλην νόσον, την οποίαν τινές ονομάζουσιν ιεράν νόσον (44)· ώστε +επειδή το σώμα έπασχεν υπό τοιαύτης μεγάλης νόσου, δεν είναι +απίθανον να ήσαν βεβλαμμέναι και αι φρένες. + +34. Μεταβαίνω εις εκείνα τα οποία η μανία του τον ώθησε να πράξη +εναντίον των άλλων Περσών. Λέγουσιν ότι είπεν εις τον Πρηξάσπη τον +οποίον ετίμα πολύ (αυτός ήτο ο φέρων τας αγγελίας του, ο δε υιός +του ήτο οινοχόος του Καμβύσου, τιμή και αύτη ου μικρά), «ω +Πρήξασπες, ποίον τινά με νομίζουσιν οι Πέρσαι και τι λέγουσι περί +εμού; — Βασιλεύ, απεκρίθη ο Πρηξάσπης, κατά μεν τα άλλα πάντα +μεγάλως επαινείσαι, λέγουσιν όμως ότι είσαι καθ' υπερβολήν έκδοτος +εις τον οίνον.» Και ο μεν Πρηξάσπης ταύτα έλεγε περί των Περσών, ο +δε Καμβύσης οργισθείς απεκρίθη τα εξής· «Τώρα οι Πέρσαι θα λέγωσι +βεβαίως ότι έκδοτος ων εις τον οίνον παραφρονώ και δεν έχω πλέον +τον νουν μου. Άρα οι πρότεροι λόγοι των δεν ήσαν αληθείς.» Τωόντι +πρότερον ενώ εκάθηντό ποτε περί αυτόν οι Πέρσαι και ο Κροίσος, +τους ηρώτησεν ο Καμβύσης τι άνθρωπος τοις εφαίνετο παραβαλλόμενος +με τον πατέρα του Κύρον, εκείνοι δε τω απεκρίθησαν ότι ήτο +καλλίτερος του πατρός, αφού ήτο κύριος ου μόνον όσων ήτο εκείνος +κάτοχος, αλλά προσεκτήσατο και την Αίγυπτον και την θάλασσαν. Και +οι μεν Πέρσαι ταύτα είπον, ο δε Κροίσος, εις ον απήρεσκεν η κρίσις +αύτη, είπε προς τον Καμβύσην ταύτα, «Εις εμέ όμως, υιέ του Κύρου, +δεν φαίνεσαι όμοιος με τον πατέρα σου, διότι δεν έχεις ακόμη υιόν +τοιούτον οίον εκείνος μας άφησε.» Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης +ευχαριστήθη και επήνεσε την κρίσιν του Κροίσου. + +35. Ταύτα λοιπόν ενθυμούμενος ο Καμβύσης είπε μετ' οργής προς τον +Πρηξάσπη· «Πληροφορήθητι αμέσως ο ίδιος εάν οι Πέρσαι είπον την +αλήθειαν, ή εάν αυτοί παραφρονώσι λέγοντες ταύτα. Ιδέ, σκοπεύω τον +υιόν σου όστις ίσταται όρθιος εις τα πρόθυρα της οικίας· εάν τον +επιτύχω εις το μέσον της καρδίας, οι Πέρσαι θα φανώσιν ότι +μωρολογούσιν· εάν δε αποτύχω, θα ήναι φανερόν ότι οι Πέρσαι +λέγουσιν αληθή και ότι εγώ είμαι παράφρων.» Ταύτα ειπών, ετάνυσε +το τόξον και εκτύπησε το παιδίον, αφού δε τούτο έπεσε, διέταξε να +το σχίσωσι και να εξετάσωσι την πληγήν. Και επειδή το βέλος ευρέθη +εμπεπηγμένον εις την καρδίαν, είπε προς τον πατέρα γελών και +περιχαρής γενόμενος· «Πρήξασπες, βλέπεις καλώς ότι δεν είμαι +τρελλός και ότι οι Πέρσαι είναι παράφρονες· τώρα αποκρίθητι, είδες +ποτέ σου άνθρωπον να τοξεύη τόσον ευστόχως;» O Πρηξάσπης είδεν ότι +ο άνθρωπος εκείνος ήτο έξω φρενών, και φοβούμενος δι' εαυτόν· +«Δέσποτα, είπε, νομίζω ότι ούτε θεός δεν θα ηδύνατο να σκοπεύση με +τόσην ευστοχίαν.» Ταύτα έπραξε τότε· άλλοτε δε συλλαβών άνευ +ευλόγου αιτίας δώδεκα Πέρσας, πρώτου επίσης βαθμού, τους έθαψε +ζώντας με την κεφαλήν προς τα κάτω. + +36. Ταύτα πράττοντα ενόμισε καθήκον του ο Κροίσος ο Λυδός να τον +νουθετήση διά των ακολούθων λόγων. «Ω βασιλεύ, μη αφίνεσαι +ολοτελώς εις την ορμήν της νεότητος και του θυμού, αλλά κράτει και +μετρίαζε σεαυτόν· είναι ωφέλιμον πράγμα να έχη τις σύνεσιν, και +σοφόν να ήναι προβλεπτικός. Συ θανατόνεις ανθρώπους συμπολίτας σου +τους οποίους συλλαμβάνεις άνευ ευλογοφανούς αιτίας, φονεύεις δε +και τα τέκνα αυτών. Εάν εξακολουθήσης ούτω, πρόσεξον μήπως οι +Πέρσαι επαναστατήσωσιν εναντίον σου. Ο πατήρ σου Κύρος μοι +παρήγγειλε πολλά, να σε νουθετώ και να σοι λέγω ό,τι νομίζω +ωφέλιμον διά σε.» Και ο μεν Κροίσος υπό ευμενείας κινούμενος +συμβούλευε ταύτα, ο δε τω απεκρίνετο ως ακολούθως· «Πώς, τολμάς να +με συμβουλεύης συ όστις τόσον καλώς εκυβέρνησας το βασίλειόν σου +και τόσον καλώς παρεκίνησας τον πατέρα μου να διαβή τον Αράξην +ποταμόν και να βαδίση κατά των Μασσαγετών, ενώ εκείνοι ήθελον να +έλθωσιν επί της χώρας μας ! Και αφ' ενός μεν απώλεσας σεαυτόν, +διευθύνας κακώς τας υποθέσεις της πατρίδος σου, αφ' ετέρου δε +απώλεσας τον Κύρον, επειδή σε ήκουσεν. Αλλά δεν θα χαρής δι' αυτό, +διότι προ πολλού εζήτουν πρόφασιν διά να σε αφανίσω.» Ταύτα ειπών +έλαβε το τόξον του διά να τοξεύση αυτόν, αλλ' ο Κροίσος αναπηδήσας +έφυγε ταχέως. Ιδών ο Καμβύσης ότι δεν ηδύνατο πλέον να τον +τοξεύση, διέταξε τους υπηρέτας του να τον συλλάβωσι και να τον +φονεύσωσιν. Οι δε θεράποντες γνωρίζοντες τας έξεις αυτού έκρυψαν +τον Κροίσον επί τω εξής συλλογισμώ· εάν μεν ο Καμβύσης μεταμεληθή +και ζητήση τον Κροίσον, να παρουσιάσωσιν αυτόν και να λάβωσι δώρα +ως φεισθέντες της ζωής αυτού· εάν δε μήτε μεταμεληθή μήτε τον +ποθήση, τότε να τον φονεύσωσι. Τωόντι ο Καμβύσης δεν εβράδυνε να +ποθήση τον Κροίσον, και οι θεράποντες ιδόντες τούτο τω είπον ότι +έζη. O δε Καμβύσης είπεν ότι έχαιρε μεν διά την σωτηρίαν του, αλλ' +ότι εκείνοι οίτινες ανέλαβον να τον σώσωσι δεν έπρεπε να μείνωσιν +ατιμώρητοι και ότι θα θανατωθώσι. Τούτο και έπραξε. + +37. Πολλά λοιπόν τοιαύτα έπραττε κατά των Περσών και των συμμάχων +ο μαινόμενος Καμβύσης. Ενόσω διέμενεν εις την Μέμφιν, ήνοιγεν +αρχαίους τάφους και παρετήρει τους νεκρούς. Προς τούτοις εισήλθεν +εις τον ναόν του Ηφαίστου και εκάγχασεν ιδών το άγαλμα, διότι ήτο +ομοιότατον με τους Παταικούς τους οποίους οι Φοίνικες θέτουσιν εις +τας πρώρας των τριήρεων. Εις εκείνον όστις δεν τους είδεν εγώ θα +τω είπω οποίοι είναι· οι Πάταικοι είναι ομοιώματα ανδρών πυγμαίων. +Εισήλθεν επίσης εις τον ναόν των Καβείρων, όπου κανείς, πλην του +ιερέως, δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται, και έκαυσε τα αγάλματα +αυτών αφού τα εχλεύασεν. Είναι δε και αυτά όμοια με τα του +Ηφαίστου, και λέγεται ότι οι Κάβειροι είναι υιοί του θεού τούτου. + +38. Εξ όλων λοιπόν βλέπω ότι ο Καμβύσης είχε περιπέσει εις μεγάλην +μανίαν· άλλως πώς ήθελε τολμήσει να σκώπτη τα έθιμα και τα ιερά +πράγματα; διότι εάν τις επρότεινεν εις όλους τους λαούς να +εκλέξωσι τους καλλίστους εκ πάντων των νόμων, έκαστος λαός καλώς +σκεφθείς ήθελεν εκλέξει τους ιδικούς του· τόσον ο καθείς νομίζει +ότι οι νόμοι του είναι ανώτεροι των άλλων νόμων. Τούτου ένεκα +λοιπόν λέγω ότι ουδείς άλλος δύναται να σκώπτη τα τοιαύτα ή +μαινόμενός τις. Είναι δε εύκολον να κρίνη τις εκ πολλών τεκμηρίων +ότι τοιαύτη είναι η γνώμη των ανθρώπων διά τα έθιμα των· εις έν +μόνον θα αρκεσθώ. Ο Δαρείος, επί της βασιλείας του, καλέσας τους +εις την Περσίαν ευρισκομένους Έλληνας, τους ηρώτησε ποίαν πληρωμήν +ήθελον διά να τρώγωσι τους πατέρας των αποθνήσκοντας· οι δε +Έλληνες απεκρίθησαν ότι κατ' ουδένα τρόπον δεν συγκατετίθεντο να +πράξωσι τούτο. Έπειτα ο Δαρείος εκάλεσε τους Ινδούς τους +καλουμένους Καλατίας οίτινες τρώγουσι τους γονείς των, και τους +ηρώτησεν ομοίως παρόντων των Ελλήνων και μανθανόντων τα λεγόμενα +διά διερμηνέως τι εζήτουν διά να καίωσι τους αποθνήσκοντας γονείς +των· εκείνοι δε αναβοήσαντες τον παρεκάλεσαν να μη βλασφημή. +Τοιαύτα είναι τα νόμιμα των ανθρώπων, και ορθώς νομίζω είπεν ο +Πίνδαρος ότι το έθιμον είναι βασιλεύς όλων. + +39. Ότε ο Καμβύσης εξεστράτευε κατά της Αιγύπτου οι Λακεδαιμόνιοι +συγχρόνως εξεστράτευον κατά της Σάμου και του Πολυκράτους, υιού +του Αιάκους, όστις είχε γίνει κύριος της νήσου ταύτης +επαναστατήσας αυτήν. Και πρώτον μεν την διήρεσεν εις τρία μέρη και +την εμοιράσθη με τους αδελφούς του Παντάγνωτον και Συλοσώντα· +ύστερον δε φονεύσας τον πρώτον και διώξας τον νεώτερον Συλοσώντα +κατέλαβεν όλην την Σάμον. Αφού δε κατέλαβεν αυτήν συνέδεσε +συμμαχίαν με τον βασιλέα της Αιγύπτου Άμασιν, πέμψας δώρα και +δεχθείς παρ' αυτού άλλα. Εντός ολίγου χρόνου η δύναμις του +Πολυκράτους ηύξησε και διεφημίζετο εις όλην την Ιωνίαν και την +άλλην Ελλάδα, διότι όπου διεύθυνε τα στρατεύματά του τα πάντα +εχώρουν κατ' ευχήν. Είχεν εκατόν πεντηκοντόρους και χιλίους +τοξότας, ελεηλάτει δε όλους άνευ εξαιρέσεως «διότι, έλεγε, +περισσότερον θα φανώ ευάρεστος εις ένα φίλον εάν του αποδώσω όσα +τω ήρπασα, ή να μη λάβω παρ' αυτού τίποτε εξ αρχής.» Εκυρίευσε +λοιπόν, πολλάς νήσους και πολλάς πόλεις της ηπείρου. Προς τούτοις +δε και τους Λεσβίους, βοηθήσαντας τους Μιλησίους πανστρατιά, τους +ενίκησεν εις ναυμαχίαν και τους ηχμαλώτευσεν. Αυτοί είναι οι κατά +την αιχμαλωσίαν των σκάψαντες την τάφρον περί το τείχος της Σάμου. + +40. Ο Άμασις δεν ηγνόει την μεγάλην ευτυχίαν του Πολυκράτους και +ανησύχως έβλεπεν αυτήν· και επειδή αύτη έβαινεν αδιακόπως +αυξάνουσα, έγραψεν επιστολήν και διεβίβασε τα ακόλουθα εις την +Σάμον. «Ο Άμασις προς τον Πολυκράτη λέγει τα εξής. Είναι +ευχάριστον να μανθάνη τις ότι ο φίλος και σύμμαχός του ευτυχεί· η +μεγάλη όμως ευτυχία σου δεν μοι αρέσκει, διότι ηξεύρω ότι το θείον +είναι φθονερόν. Δι' εμέ και δι' εκείνους τους οποίους αγαπώ, +εύχομαι είς τινα μεν πράγματα ευτυχίαν, είς τινα δε αποτυχίαν, και +προτιμώ βίον παρερχόμενον με τας εναλλαγάς ταύτας ή διαρκή +ευτυχίαν. Τωόντι ποτέ δεν ήκουσα κανένα άνθρωπον, όστις ευτυχών +κατά πάντα, να μη ετελείωσε τον βίον κακώς. Συ λοιπόν σήμερον, +άκουσον και ακολούθησον την συμβουλήν ταύτην διά την παρούσαν +ευτυχίαν σου. Ζήτησον τι έχεις πολυτιμότατον, του οποίου η +στέρησις ήθελε λυπήσει την ψυχήν σου καθ' υπερβολήν· ρίψον το +αντικείμενον τούτο ώστε να μη αναφανή πλέον μεταξύ των ανθρώπων, +και εάν μετά ταύτα αι ευτυχίαι σου εξακολουθήσωσι σταθερώς χωρίς +να διακόπτωνται εναλλάξ υπό δυστυχιών, επανάλαβε την δοκιμήν και +κάμνε χρήσιν του θεραπευτικού μέσου το οποίον σοι υπαγορεύω.» + +41. Αναγνώσας ο Πολυκράτης την επιστολήν ενόησεν ότι ο Άμασις +καλώς τον συνεβούλευεν· εζήτησε λοιπόν να εύρη ποίον από τα +τιμαλφή του πράγματα εάν έχανε θα ελυπείτο η ψυχή του καθ' +υπερβολήν. Αφού δε εσκέφθη καλώς, εύρε το ακόλουθον· είχε +χρυσοδεδεμένην σφραγίδα εκ λίθου σμαράγδου, έργον του Σαμίου +Θεοδώρου, υιού του Τηλεκλέους. Κρίνας δε ότι αυτήν την σφραγίδα +έπρεπε να χάση, έπραξε τα εξής. Ητοίμασε πεντηκόντορον και +εισελθών εις αυτήν μετ' άλλων ανδρών διέταξε να αναχθώσιν εις το +πέλαγος· αφού δε εμακρύνθη της νήσου, εξέβαλε το δακτυλίδιον και +επί παρουσία όλων των συμπλωτήρων το έρριψεν εις την θάλασσαν, +τούτο ποιήσας και επιστρέψας εις την οικίαν του ησθάνθη λύπην διά +την συμφοράν. + +42. Μετά πέντε όμως ή έξ ημέρας συνέβη εις τον Πολυκράτη το εξής· +αλιεύς τις, συλλαβών ιχθύν μέγαν και ωραίον, έκρινε καλόν να τον +προσφέρη εις τον Πολυκράτη. Κρατών λοιπόν αυτόν ήλθεν εις την +θύραν του Πολυκράτους και εζήτει να εισαχθή εις την οικίαν· +εισχωρήσας δε έδωκε τον ιχθύν εις τον Πολυκράτη και τω είπεν· «ω +βασιλεύ, συλλαβών τοιούτον ιχθύν, δεν ενέκρινα να τον φέρω εις την +αγοράν, μολονότι ζω εκ της εργασίας των χειρών μου, αλλά μοι εφάνη +άξιος σου και του βαθμού σου· σοι τον έφερα λοιπόν και σε παρακαλώ +να τον δεχθής.» Ευχαριστηθείς ο Πολυκράτης απεκρίθη τα εξής· +«Βεβαίως έπραξας καλώς, και διπλή σοι οφείλεται χάρις διά τους +λόγους και συγχρόνως διά το δώρον· καλούμεν δε και σε εις το +δείπνον.» Και ο μεν αλιεύς μέγα φρονών διά την τιμήν ταύτην +εισήλθεν εις τα δωμάτια, οι δε θεράποντες ανοίξαντες τον ιχθύν +εύρον εις την κοιλίαν αυτού το δακτυλίδιον του Πολυκράτους, και +αναγνωρίσαντες αυτό, το έλαβον αμέσως και το έφερον χαίροντες εις +τον Πολυκράτη. Δίδοντες δε αυτό έλεγον με ποίον τρόπον το εύρον. +Τότε ο Πολυκράτης εννοήσας ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν, έγραψεν +όλα όσα έπραξε, ποίαν έκβασιν έσχον, και τελειώσας την επιστολήν +έπεμψεν αυτήν εις την Αίγυπτον. + +43. Αναγνώσας δε ο Άμασις την εκ μέρους του Πολυκράτους ελθούσαν +επιστολήν, έκρινεν ότι αδύνατον είναι εις άνθρωπον να αποτρέψη από +άλλον άνθρωπον τας μελλούσας να επισκήψωσιν επ' αυτού δυστυχίας +και ότι ο φίλος του δεν έμελλε να έχη ευτυχές τέλος αφού τοσούτον +τον ευνόει η τύχη ώστε να επανευρίσκη εκείνο το οποίον είχε +θυσιάσει. Έπεμψε λοιπόν εις την Σάμον κήρυκα διά να τω είπη ότι +διαλύει την μεταξύ των συμμαχίαν. Έπραξε δε τούτο διότι εφοβήθη +μήπως συμβή μεγάλη τις δυστυχία εις τον Πολυκράτη και λυπηθή ως +λυπείται τις προκειμένου περί συμμάχου. + +44. Κατά του Πολυκράτους τούτου ευτυχούντος κατά πάντα +εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι παρακληθέντες υπό των Σαμίων +οίτινες έκτισαν βραδύτερον την εν Κρήτη Κυδωνίαν. Προηγουμένως ο +Πολυκράτης είχε πέμψει προς τον υιόν του Κύρου Καμβύσην, +ενασχολούμενον τότε εις το να συναθροίζη στρατόν κατά της +Αιγύπτου, και τον παρεκάλει να στείλη εις Σάμον και ζητήση παρ' +αυτού στρατόν. Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης προθύμως έπεμψεν εις την +Σάμον και παρεκάλει τον Πολυκράτη να τω πέμψη ναυτικόν στρατόν διά +την κατά της Αιγύπτου εκστρατείαν. Ο δε Πολυκράτης εκλέξας μεταξύ +των πολιτών εκείνους τους οποίους υπώπτευε κλίνοντας προς +επανάστασιν, τους απέπεμψε με τεσσαράκοντα τριήρεις. συνιστών εις +τον Καμβύσην να μη τους αποστείλη οπίσω ποτέ. + +45. Τινές λέγουσιν ότι οι αποπεμφθέντες Σάμιοι υπό του Πολυκράτους +δεν έφθασαν εις την Αίγυπτον, αλλ' ότι διασκεφθέντες εν τη νήσω +Καρπάθω απεφάσισαν όλοι εκ συμφώνου να μη προχωρήσωσι περαιτέρω. +Κατ' άλλους, άμα έφθασαν εις την Αίγυπτον, καί τοι επιτηρούμενοι +έφυγον· ενώ δε επλησίαζον εις την Σάμον, ο Πολυκράτης τους +απήντησε με πλοία και τους επολέμησε· νικήσαντες όμως οι +καταβαίνοντες απέβησαν εις την νήσον και πεζομαχήσαντες +ενικήθησαν, και τοιουτοτρόπως έπλευσαν προς την Λακεδαίμονα. +Υπάρχουσι δε καί τινες λέγοντες ότι ο Πολυκράτης ενικήθη υπ' αυτών +των επιστρεφόντων εκ της Αιγύπτου· αλλ' η αξίωσις αυτών δεν μοι +φαίνεται ορθή, διότι τότε δεν είχον ανάγκην να επικαλεσθώσι τοις +Λακεδαιμονίους εάν αυτοί ήσαν αρκετά ισχυροί ώστε να νικήσωσι τον +Πολυκράτη. Πώς άλλως τε να πιστεύσωμεν ότι εκείνος όστις είχεν +επικούρους και μισθωτούς και τοξότας ιδικούς του, ήτο δυνατόν να +νικηθή υπό των επιστρεφόντων Σαμίων οίτινες ήσαν ολίγοι; Εκτός +τούτου ο Πολυκράτης συναθροίσας εις τους νεωσοίκους τας γυναίκας +και τα τέκνα των πολιτών τους οποίους είχεν υπό την εξουσίαν του +ήτο έτοιμος να τα καύση ομού με τους νεωσοίκους εάν τυχόν οι +πολίται ούτοι εφαίνοντο διατεθειμένοι να τον προδώσωσι χάριν των +εκ τις Αιγύπτου επιστρεφόντων. + +46. Ότε δε οι διωχθέντες υπό του Πολυκράτους Σάμιοι έφθασαν εις +την Σπάρτην, παρουσιασθέντες εις τους άρχοντας έλεγον πολλά, και +ότι ήσαν εις μεγάλην ανάγκην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εις την πρώτην +ακρόασιν απεκρίθησαν ότι ελησμόνησαν την αρχήν του λόγου και δεν +ενόησαν το τέλος. Όθεν οι Σάμιοι παρουσιάσθησαν και εκ δευτέρου, +την φοράν δε ταύτην ήσαν συντομώτεροι· ηρκέσθησαν να δείξωσι +σάκκον κενόν και να είπωσιν ότι ο σάκκος έχει ανάγκην αλεύρου. Οι +δε Λακεδαιμόνιοι τοις επεκρίθησαν πάλιν ότι η λέξις σάκκος ήτο +περιττή· ενέκριναν όμως να τους βοηθήσωσι. + +47. Μετά ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι παρασκευασθέντες εξεστράτευσαν +κατά της Σάμου· ως μεν οι Σάμιοι λέγουσιν, ένεκα ευγνωμοσύνης προς +αυτούς οίτινες πρότερον τους είχον βοηθήσει με πλοία εναντίον των +Μεσσηνίων· ως δε λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, ουχί τόσον διά να +βοηθήσωσι τους εν ανάγκη Σαμίους, όσον διά να τιμωρήσωσι την +κλοπήν του πεμφθέντος προς τον Κροίσον κρατήρος και του θώρακος +τον οποίον τοις είχε πέμψει δώρον ο βασιλεύς της Αιγύπτου Άμασις· +διότι έν έτος προ του κρατήρος οι Σάμιοι ελήστευσαν θώρακα λινούν, +όστις είχε διαφόρους μορφάς ενυφασμένας καί ήτο πεποικιλμένος με +χρυσόν και μαλλίον εκ δένδρου (45), ούτως ώστε έκαστον των νημάτων +του καθίστα αυτόν αξιοθαύμαστον· έκαστον δε νήμα μολονότι λεπτόν, +περιείχεν άλλα τριακόσια εξήκοντα νήματα διακρινόμενα κάλλιστα. +Απαράλλακτος είναι ο άλλος τον οποίον ο Άμασις αφιέρωσεν εις την +Αθηνάν της Λίνδου. + +48. Συνέπραξαν δε και οι Κορίνθιοι μετά προθυμίας εις την +επιχείρησιν της εκστρατείας ταύτης κατά της Σάμου· διότι κατά την +προγενεστέραν γενεάν, συγχρόνως με την αρπαγήν του κρατήρος, είχον +υποστή ύβριν τινά εκ μέρους των Σαμίων. Ο υιός του Κυψέλου +Περίανδρος έπεμψεν εις Σάρδεις προς τον Αλυάττην τριακοσίους +νεανίας, υιούς των πρώτων της Κερκύρας, διά να τους ευνουχίσωσιν. +Επειδή δε οι μεταφέροντες αυτούς Κορίνθιοι προσήγγισαν εις την +Σάμον, μαθόντες οι Σάμιοι πρός τινα σκοπόν ήγοντο οι παίδες εκεί +οι εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν τους εσυμβούλευσαν να καταφύγωσιν +εις τον ναόν της Αρτέμιδος, έπειτα δε ανέλαβον την υπεράσπισίν των +και δεν άφινον ν' αποσπάσωσι τους ικέτας από το ιερόν· τέλος, +επειδή οι Κορίνθιοι εμπόδιζον να δώση τις τροφήν εις τους παίδας, +οι Σάμιοι εσύστησαν εορτήν την οποίαν και σήμερον ακόμη τελούσιν +απαραλλάκτως. Άμα επήρχετο η νυξ, εφ' όσον χρόνον οι παίδες ήσαν +ικέται, συνεκρότουν χορούς εκ παρθένων και νέων, και διαρκούντων +των χορών οι πολίται παρηγγέλλοντο να φέρωσιν εις τον ναόν +πλακούντια εκ μέλιτος και σησάμου, από τα οποία αρπάζοντες οι +παίδες των Κερκυραίων ετρέφοντο. Και τούτο εξακολούθησε μέχρις ου +οι Κορίνθιοι φύλακες ανεχώρησαν αφήσαντες τους παίδας, τους +οποίους έπειτα οι Σάμιοι επανέφεραν εις την Κέρκυραν. + +49. Εάν μετά τον θάνατον του Περιάνδρου οι Κερκυραίοι εφιλιόνοντο +με τοις Κορινθίους, ηδύναντο οι Κορίνθιοι να μη συμπράξωσιν εις +την κατά της Σάμου εκστρατείαν ταύτην. Τότε όμως, ως πάντοτε +αφότου αποίκισαν την Κέρκυραν, είχον μεταξύ των διαφοράς. Οι +Κορίνθιοι λοιπόν εμνησικάκουν κατά των Σαμίων, θεωρούντες άλλως τε +ότι, εάν ο Περίανδρος έπεμψεν εις τας Σάρδεις διά να ευνουχίση +τους παίδας των πρώτων Κερκυραίων, έπραξε τούτο προς εκδίκησιν, +διότι πρώτοι οι Κερκυραίοι τον ύβρισαν πράξαντες πράξιν κακοήθη. + +50. Ότε ο Περίανδρος εφόνευσε την γυναίκα του Μέλισσαν (46), εις +την συμβάσαν δυστυχίαν προσετέθη και άλλη δυστυχία η εξής. Είχεν +εκ της Μελίσσης δύο υιούς, τον μεν δεκαεξαετή, τον δε δεκαοκταετή. +Τούτους ο προς μητρός πάππος των Προκλής, βασιλεύς της Επιδαύρου, +προσεκάλεσε πλησίον του και τους επεριποιείτο όπως έπρεπε, καθότι +ήσαν υιοί της θυγατρός του. Όταν δε τους απέπεμψε, τοις είπεν· «Ω +παίδες, ηξεύρετε άρα γε ποίος εφόνευσε την μητέρα σας;» Ο λόγος +ούτος εις μεν τον πρεσβύτερον ουδεμίαν επροξένησεν εντύπωσιν· αλλ' +ο νεώτερος, όστις εκαλείτο Λυκόφρων, τόσον ελυπήθη ακούσας, ώστε +επιστρέψας εις Κόρινθον ούτε εχαιρέτισε τον φονέα της μητρός του +Περίανδρον, ούτε απεκρίνετο προς αυτόν ομιλούντα, ούτε τω ωμίλει +εξετάζοντι. Τέλος ο Περίανδρος, πλήρης οργής, τον εδίωξεν από την +οικίαν. + +51. Αφού δε τον εδίωξεν ηθέλησε να μάθη από τον πρεσβύτερον τι +είχεν ειπεί εις αυτούς ο Προκλής· ο νεανίας τω διηγήθη την +φιλόφρονα υποδοχήν του πάππου του, αλλ' ουδεμίαν μνείαν έκαμε των +λόγων τους οποίους είπε προπέμπων αυτούς, διότι ούτε τους +ενθυμείτο. Αλλ' ο Περίανδρος επέμεινε, λέγων ότι ήτο αδύνατον να +μη τους συνεβούλευσε τίποτε ο Προκλής. Τόσον δε τον εστενοχώρησε +με τας ερωτήσεις του ώστε επί τέλους ο νέος ενθυμήθη τους λόγους +και τους επανέλαβεν. Ο δε Περίανδρος δεν αφήκεν αυτούς τους λόγους +να παρέλθουν απαρατήρητοι· εξ εναντίας απεφάσισε να μη δείξη +ουδεμίαν ηπιότητα, και όπου ο εκδιωχθείς υιός του προσήρχετο να +ζητήση καταφύγιον, έπεμπεν απεσταλμένους και επρόσταζε να μη τον +δέχωνται εις τας οικίας των. Όταν δε ο Λυκόφρων διωκόμενος από +μίαν οικίαν μετέβαινεν εις άλλην, απεδιώκετο πάλιν και εξ αυτής, +διότι ο πατήρ ηπείλει εκείνους οίτινες τον εδέχοντο και τους +διέτασσε να τον διώκωσιν. Ούτω δε διωκόμενος μετέβαινεν από οικίας +εις οικίαν· οι δε φίλοι του, καί τοι φοβούμενοι, τον εδέχοντο ως +υιόν του Περιάνδρου. + +52. Τέλος ο βασιλεύς εκήρυξεν ότι όστις ήθελε τον δεχθή ή +συνομιλήση μετ' αυτού να πληρόνη εις τον Απόλλωνα ιερόν πρόστιμον, +του οποίου το ποσόν προσδιώριζε το κήρυγμα. Από της στιγμής δε +ταύτης κανείς πλέον δεν ηθέλησε μήτε να συνομιλήση μετ' αυτού μήτε +να τω δώση άσυλον. Ούτε αυτός δε ο ίδιος δεν έκρινε πλέον δίκαιον +να πειράται την παραβίασιν των αυστηρών εκείνων διαταγών, και +εσύρετο από στοάς εις στοάν. Την τετάρτην δε ημέραν, ιδών ο +Περίανδρος αυτόν εξηντλημένον υπό της πείνης και ειδεχθή υπό της +αλουσίας, τον ελυπήθη και μετριάσας την οργήν του επλησίασε προς +αυτόν και τω είπε· «Τέκνον, τι εκ των δύο είναι προτιμότερον, η +παρούσα κατάστασις εις ην ευρίσκεσαι, ή η εξουσία και τα πλούτη τα +οποία έχω και τα οποία θα διαδεχθής εάν φερθής καλώς προς τον +πατέρα σου; Συ, υιέ μου, βασιλεύς της ευδαίμονος Κορίνθου, +καταδικάζεις σεαυτόν εις βίον πλάνητα διά της αντιστάσεώς σου και +της οργής σου εναντίον εκείνου τον οποίον ώφειλες να σέβεσαι. Εάν +εις τον οίκον μας συνέβη συμφορά διά την οποίαν με βλέπεις +υπόπτως, η συμφορά αύτη ήλθεν εις εμέ· εγώ προ πάντων την +αισθάνομαι, διότι εγώ την έπραξα. Αλλ' έμαθες πλέον ότι καλλίτερον +είναι να φθονώσι τινα ή να τον οικτείρωσι, και ταυτοχρόνως τι +κερδίζει τις οργιζόμενος εναντίον πατρός, εναντίον ισχυροτέρου. +Επίστρεψον λοιπόν εις την οικίαν.» Και ο μεν Περίανδρος με +τοιούτους λόγους προσεπάθει να τον καταπραΰνη· εκείνος δε ουδέν +άλλο απεκρίθη ή ότι ώφειλε να πληρώση τι πρόστιμον εις τον θεόν +διότι τω ωμίλησεν. Ιδών δε ο Περίανδρος ότι το μίσος του υιού του +ήτο αμείλικτον και ακατανίκητον, τον εδίωξεν από τους οφθαλμούς +του και τον έστειλε με πλοίον εις την Κέρκυραν, της οποίας τότε +ήτο κύριος. Αφού δε τον έστειλεν εκεί, εξεστράτευσε κατά του +πενθερού του Προκλέους, ως κυριωτάτου αιτίου της παρούσης αυτού +καταστάσεως· και εκυρίευσε μεν την Επίδαυρον, συνέλαβε δε τον +Προκλέα και τον έφερε μεθ' εαυτού ως αιχμάλωτον. + +53. Επειδή δε προβαίνοντας του χρόνου εγήρασεν ο Περίανδρος και +συνησθάνετο ότι δεν ήτο πλέον ικανός να επιτηρή όλας τας υποθέσεις +και να διέπη αυτάς, έπεμψεν εις την Κέρκυραν και προσεκάλει εις +την εξουσίαν τον Λυκόφρονα, καθότι ουδεμίαν έβλεπεν ικανότητα εις +τον πρεσβύτερον υιόν του, όστις τω εφαίνετο νωθρός. Αλλ' ο +Λυκόφρων ουδέ απαντήσεως έκρινεν άξιον τον κομιστήν της αγγελίας· +ο δε Περίανδρος όστις επέμενεν εις την ανάκλησιν του νέου, έπεμψεν +εκ νέου προς αυτόν· την φοράν όμως ταύτην έστειλε την ιδίαν του +θυγατέρα και αδελφήν του Λυκόφρονος, καθότι ήλπιζεν ότι δι' αυτής +ο υιός του ήθελε πεισθή ευκολώτερον. Ελθούσα λοιπόν αύτη τω είπε· +«Παιδίον, προτιμάς να ιδής την εξουσίαν μεταβαίνουσαν εις άλλας +χείρας και την οικίαν μας διασκορπιζομένην, ή να έλθης και την +παραλάβης συ; Επίστρεψε εις την οικίαν και παύσον τιμωρών σεαυτόν· +η επιμονή είναι δυσάρεστον πράγμα· μη ζητής να θεραπεύσης το έν +κακόν διά του άλλου. Πολλοί προτιμώσι την ισότητα αντί του +δικαίου, και πολλοί πολλάκις ζητούντες τα μητρικά έχασαν τα +πατρικά. Η βασιλεία είναι κτήμα επισφαλές, πολλούς έχουσα εραστάς, +ο δε πατήρ μας είναι γέρων και προβεβηκώς· μη δίδης λοιπόν τα +αγαθά σου εις άλλους.» Και η μεν κόρη, διδαχθείσα από τον πατέρα +της, τοιούτους έλεγε λόγους πειστικωτάτους· ο δε Λυκόφρων απεκρίθη +ότι ποτέ δεν θα υπάγη εις την Κόρινθον ζώντος του πατρός του. Ότε +δε αύτη έφερε την απόκρισιν του Λυκόφρονος, ο Περίανδρος έπεμψε +και εκ τρίτου κήρυκα λέγων ότι θα μεταβή να κατοικήση εις την +Κέρκυραν εάν ο υιός του συγκατετίθετο να επανέλθη εις την Κόρινθον +διά να τον αντικαταστήση. Παραδεχθέντος τέλος του νέου την +συμφωνίαν ταύτην, ητοιμάζοντο ο μεν Περίανδρος να μεταβή εις την +Κέρκυραν, ο δε υιός του εις την Κόρινθον. Μαθόντες όμως ταύτα οι +Κερκυραίοι και μη θέλοντες να έλθη ο Περίανδρος εις τον τόπον των, +εφόνευσαν τον νέον. Και ο μεν Περίανδρος διά το έγκλημα τούτο +εξεδικείτο τους Κερκυραίους. + +54. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, φθάσαντες με μέγαν στόλον, επολιόρκησαν +την Σάμον. Προσέβαλον το τείχος, και είχον υπερβή τον πύργον όστις +υψούται πλησίον της θαλάσσης, εις την είσοδον του προαστείου, όταν +ο Πολυκράτης, ελθών μετά πολλής δυνάμεως, απεδίωξεν αυτούς. Τότε +οι επίκουρος και πολλοί Σάμιοι εξελθόντες εκ του επάνω πύργου, +όστις είναι επί της ράχεως του όρους, αντέστησαν κατά των +Λακεδαιμονίων και σχεδόν αμέσως έφυγον οπίσω· καταδιώκοντες δε οι +Λακεδαιμόνιοι τους εφόνευον. + +55. Εάν κατ' εκείνην την ημέραν οι πολιορκούντες ηκολούθουν το +παράδειγμα του Αρχίου και του Λυκώπου, θα εκυρίευον την Σάμον, +διότι μόνον ο Αρχίας και ο Λυκώπης διώκοντες εισήλθον εις το +τείχος μετά των φευγόντων· κλεισθείσης όμως εις αυτούς της εξόδου +εφονεύθησαν εντός της πόλεως των Σαμίων. Σηνηντήθην εις την +Πιτάνην (διότι ήτο από τον δήμον τούτον) μεθ' ενός άλλου Αρχίου, +υιού του Σαμίου και εγγόνου του αρχαίου Αρχίου· ετίμα δε ούτος +τους Σαμίους περισσότερον από όλους τους άλλους Σαμίους, και με +είπεν ότι ο πατήρ του είχεν ονομασθή Σάμιος διότι ο πατήρ του +Αρχίας εφονεύθη εις την Σάμον ανδρείως πολεμήσας. Προσέθηκε δε ότι +ετίμα τους Σαμίους διότι ενταφίασαν τον πάππον του δημοσία δαπάνη. + +56. Μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή δεν +έκαμναν καμμίαν πρόοδον, επέστρεψαν εις την Πελοπόννησον. +Λέγουσιν, αλλ' οι λόγοι των είναι αβάσιμοι, ότι ο Πολυκράτης κόψας +από μόλυβδον πολύ επιχώριον νόμισμα και καταχρυσώσας το έδωκεν εις +τους Λακεδαιμονίους οίτινες το εδέχθησαν και ανεχώρησαν. Αυτή +είναι η πρώτη εκστρατεία την οποίαν οι Δωριείς της Λακεδαίμονος +έκαμον κατά της Ασίας. + +57. Οι δε επαναστατήσαντες κατά του Πολυκράτους Σάμιοι, επειδή οι +Λακεδαιμόνιοι έμελλον να τους εγκαταλείψωσιν, απέπλευσαν και αυτοί +εις την Σίφνον· είχον ανάγκην χρημάτων, τα δε πράγματα των Σιφνίων +ήκμαζον κατ' εκείνον τον χρόνον και ήσαν οι πλουσιώτατοι των +νησιωτών, επειδή εις την νήσον των ευρίσκοντο μεταλλεία χρυσού και +αργύρου τόσον άφθονα ώστε εκ του δεκάτου των εισοδημάτων αυτών +αφιέρωσαν εις τους Δελφούς θησαυρόν τον οποίον ουδείς υπερβαίνει +κατά την πλουσιότητα. Κατ' έτος εμοιράζοντο τα εισοδήματα ταύτα +μεταξύ των και ότε ενησχολούντο να απαρτίσωσι τον θησαυρόν εκείνον +ηρώτησαν το μαντείον εάν η ευδαιμονία των έμελλε να διαρκέση πολύν +χρόνον· η δε Πυθία απεκρίθη τα εξής· Ό τ α ν-τ ο-π ρ υ τ α ν ε ί ο ν- +τ η ς-Σ ί φ ν ο υ-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-ό τ α ν-τ ο-μ έ τ ω π ο ν- +τ η ς-α γ ο ρ ά ς-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-π α ς-φ ρ ό ν ι μ ο ς- +ά ν θ ρ ω π ο ς-ο φ ε ί λ ε ι-ν α-π ρ ο φ υ λ α χ θ ή-α π ό-τ η ν- +ξ υ λ ί ν η ν-ε ν έ δ ρ α ν-κ α ι-α π ό-τ ο ν-ε ρ υ θ ρ ό ν- +κ ή ρ υ κ α. Ήσαν δε ήδη και η αγορά και το πρυτανείον κεκοσμημένα +διά μαρμάρου της Πάρου. + +58. Τούτον τον χρησμόν δεν ηδυνήθησαν να εννοήσωσι μήτε τότε ευθύς +μήτε όταν ήλθον οι Σάμιοι. Τωόντι μόλις ούτοι επλησίασαν εις τον +Σίφνον, έπεμψαν εις την πόλιν πλοίον με πρέσβεις. Ήσαν δε το πάλαι +τα πλοία αλειμμένα με μίλτον, και τούτο ενόει η Πυθία όταν τοις +είπε να προφυλάσσωνται από την ξυλίνην ενέδραν και τον ερυθρόν +κήρυκα. Παρουσιάσθησαν λοιπόν οι πρέσβεις και εζήτησαν από τους +Σίφνιους να τοις δανείσωσι δέκα τάλαντα· αλλ' ούτοι ηρνήθησαν, και +οι Σάμιοι ήρχισαν να λεηλατώσι την χώραν των. Μαθόντες τούτο οι +Σίφνιοι έδραμον προς βοήθειαν και πολεμήσαντες ενικήθησαν, οι δε +Σάμιοι απέκλεισαν εις πολλούς την εις την πόλιν υποχώρησιν. Από +αυτούς μετά ταύτα οι νικηταί έλαβον εκατόν τάλαντα. + +59. Έπειτα οι Σάμιοι ηγόρασαν από τους Ερμιονείς την πλησίον της +Πελοποννήσου νήσον Ύδραν και ενεπιστεύθησαν αυτήν εις τους +Τροιζηνίους. Αυτοί δε ήλθον εις την Κρήτην και αποίκισαν την +Κυδωνίαν, μολονότι δεν έπλευσαν εκεί επί τω σκοπώ τούτω αλλά να +διώξωσιν εκ της νήσου τους Ζακυνθίους. Έμειναν λοιπόν εις αυτήν +και επί πέντε έτη ευτύχησαν τόσον ώστε αυτοί έκτισαν τα ιερά τα +οποία σώζονται σήμερον εις την Κυδωνίαν καθώς και τον ναόν της +Δικτύνης Αρτέμιδος. Κατά δε το έκτον έτος οι Αιγινήται, ενωθέντες +με τους Κρήτας, τους ενίκησαν κατά θάλασσαν, τους εξηνδραπόδισαν, +έκοψαν τας πρώρας των πλοίων των, αίτινες παρίστων κάπρους, και +αφιέρωσαν τας εικόνας ταύτας εις τον εν Αιγίνη ναόν της Αθηνάς. +Έπραξαν δε ταύτα οι Αιγινήται διά το πάθος το οποίον είχον κατά +των Σαμίων, διότι οι Σάμιοι επί της βασιλείας του Αμφικράτους εν +Σάμω, είχον εκστρατεύσει κατά της Αιγίνης, μεγάλα κακά ποιήσαντες +εις τους Αιγινήτας και παθόντες παρ' αυτών. Η μεν αιτία λοιπόν +αύτη ήτο. + +60. Εμήκυνα δε τον λόγον περί των Σαμίων διότι αυτοί έκαμον τρία +έργα μεγαλείτερα από όλα όσα εξετέλεσαν οι Έλληνες. Είς τι όρος, +εκατόν πεντήκοντα οργυιάς υψηλόν, ήνοιξαν όρυγμα επτά σταδίων +μήκους και οκτώ ύψους και πλάτους, αρχίζοντες από την βάσιν. Καθ' +όλον το μήκος του ορύγματος τούτου έσκαψαν άλλο όρυγμα είκοσι +πηχών το βάθος και τριών ποδών το πλάτος, διά του οποίου το ύδωρ +μεγάλης πηγής φέρεται διά σωλήνων μέχρι της πόλεως. Ο αρχιτέκτων +του ορύγματος τούτου ήτο ο Μεγαρεύς Ευπαλίνος του Ναυστρόφου. +Τοιούτον είναι το πρώτον των τριών τούτων έργον· το δεύτερον είναι +το περί την θάλασσαν πρόχωμα, είκοσι οργυιών το ύψος και δύο +σταδίων το μήκος· το τρίτον είναι ο μέγιστος εξ όσων είδομεν ναών, +του οποίου αρχιτέκτων πρώτος εγένετο ο Σάμιος Ροίκος του Φιλαίου. +Τούτων ένεκα εμήκυνα ολίγον περισσότερον τον λόγον περί των +Σαμίων. + +61. Ενώ ο Καμβύσης, ο υιός του Κύρου, κατέτριβε τον χρόνον εις την +Αίγυπτον και παρεφρόνει, δύο αδελφοί, αμφότεροι μάγοι, +επανεστάτησαν κατ' αυτού· τον ένα εξ αυτών είχεν αφήσει επιστάτην +της οικίας του. Αυτός λοιπόν επανέστη κατά του Καμβύσου μαθών ότι +εφονεύθη ο Σμέρδις, ότι ο θάνατος αυτού ετηρείτο κρυπτός, και ότι +ολίγοι Πέρσαι ήξευρον αυτόν, οι δε περισσότεροι ενόμιζον τον +Σμέρδιν ζώντα. Αυτά ηξεύρων εσκέφθη τα ακόλουθα διά να αρπάση την +βασιλείαν. Είχεν αδελφόν μεθ' ου, ως είπα, επανεστάτησε, και όστις +ωμοίαζε με τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν τον φονευθέντα κατά διαταγήν +του Καμβύσου. Η ομοιότης ήτο τελεία και εκαλείτο επίσης Σμέρδις. +Αυτόν τον άνθρωπον πείσας ο μάγος Πατιζείθης τον εκάθισεν επί του +βασιλικού θρόνου· μετά τούτο έπεμψε κήρυκας εις όλα τα μέρη και +εις την Αίγυπτον διά να παραγγείλωσιν εις τον στρατόν ότι εις το +εξής ώφειλον να υπακούωσιν εις τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου, +και ουχί εις τον Καμβύσην. + +62. Και οι άλλοι λοιπόν κήρυκες παρήγγελλον ταύτα, και ο εις την +Αίγυπτον πεμφθείς, ευρών τον Καμβύσην και τον στρατόν εις τα +Εκβάτανα της Συρίας, και σταθείς εις το μέσον έλεγε τα εντεταλμένα +υπό του μάγου. Ο δε Καμβύσης ακούσας ταύτα παρά του κήρυκος και +νομίσας ότι έλεγεν αληθή και ότι τον είχε προδόσει ο Πρηξάσπης +(διότι υπέθεσεν ότι ο Πρηξάσπης τον οποίον έπεμψε διά να φονεύση +τον Σμέρδιν δεν έπραξε τούτο) ητένισε προς τον Πρηξάσπη και τω +είπε· «Πρήξασπες, ούτως εξετέλεσας την εντολήν ην σοι ανέθηκα;» +Εκείνος δε απεκρίθη· «Δέσποτα, ουδόλως είναι αληθές ότι ο αδελφός +σου Σμέρδις επανέστη κατά σου, ούτε είναι δυνατόν να προκύψη πλέον +μεταξύ σας μικρά ή μεγάλη διχόνοια· εγώ ο ίδιος, αφού έπραξα ό,τι +με διέταξες, τον έθαψα με τας χείρας αυτάς τας οποίας βλέπεις. Εάν +τώρα επανέρχονται εις την ζωήν οι αποθανόντες, περίμενε να ιδής +επανερχόμενον και τον Μήδον Αστυάγη· εάν όμως τα πράγματα βαίνωσι +την συνήθη αυτών τάξιν, ουδέν δυσάρεστον θα σοι συμβή εκ μέρους +του αδελφού σου. Όθεν η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να συλλάβωμεν +τον κήρυκα, να τον ανακρίνωμεν και να μάθωμεν παρά τίνος εστάλη να +μας παραγγείλη ότι πρέπει να υπακούωμεν εις τον βασιλέα Σμέρδιν». + +63. Ταύτα ήπεν ο Πρηξάσπης· επειδή δε ήρεσαν εις τον βασιλέα, +αμέσως συνέλαβον τον κήρυκα και τον προσήγαγον, ο δε Πρηξάσπης τον +ηρώτησεν ως εξής· «Άνθρωπε, λέγεις ότι ήλθες εξ ονόματος του +Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τώρα ειπέ μας την αλήθειαν και ύπαγε +χαίρων. Ο ίδιος Σμέρδις εφάνη εις σε και σοι έδωκε τας διαταγάς +ταύτας, ή κανείς των υπηρετών του;» Ο δε κήρυξ απεκρίθη· «Εγώ δεν +είδον τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου, αφότου ο βασιλεύς Καμβύσης +ανεχώρησε διά την Αίγυπτον· αλλ' ο μάγος τον οποίον ο Καμβύσης +εξελέξατο ως επίτροπον της οικίας του, αυτός με παρήγγειλε ταύτα, +λέγων ότι ο Σμέρδις, ο υιός του Κύρου, με διατάττει να τα είπω +προς υμάς.» Και ο μεν κήρυξ ταύτα είπεν, ουδόλως ψευδόμενος· ο δε +Καμβύσης είπε· «Πρήξασπες, συ μεν, ως άνθρωπος τίμιος, έπραξες +ό,τι σε διέταξα· πλην ποίος να ήναι άρα γε εκείνος εκ των Περσών +ότι επανίσταται κατ' εμού οικειοποιούμενος το όνομα του Σμέρδιος; +— Νομίζω, απήντησεν ο Πρηξάσπης, ότι ενόησα το πράγμα, ω βασιλεύ· +οι αποστατήσαντες κατά σου είναι οι μάγοι, ο Πατιζείθης τον οποίον +αφήκες επιμελητήν της οικίας σου, και ο αδελφός αυτού Σμέρδις». + +64. Ο Καμβύσης ακούσας το όνομα του Σμέρδιος εξεπλάγη εκ των λόγων +και του ενυπνίου το οποίον είχεν ιδεί· καθότι τω εφάνη εις τον +ύπνον του ότι τω ανήγγελλε τις ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του +βασιλικού θρόνου, έψαυε διά της κεφαλής του τον ουρανόν. + +Εννόησας λοιπόν ότι εις μάτην εφόνευσε τον αδελφόν του, ήρχισε να +κλαίη· αφού δε έκλαυσε και εθρήνησε διά την συμφοράν την οποίαν τω +επήνεγκεν ο θάνατος ούτος, επήδησεν επί του ίππου του σκοπεύων να +τρέξη αμέσως εις τα Σούσα και να εκστρατεύση κατά του μάγου. Αλλ' +ενώ επήδα επί του ίππου, έπεσε το κομβίον το κρατούν την θήκην της +σπάθης του, γυμνωθείς δε τοιουτοτρόπως ο σίδηρος εκτύπα τον μηρόν +του και τον επλήγωσεν εις το αυτό μέρος όπου και αυτός πρότερον +είχε πληγώσει τον θεόν των Αιγυπτίων Άπιν. Επειδή δε η πληγή του +εφαίνετο καιρία, ηρώτησε ποιον ήτο το όνομα της πόλεως· οι δε τω +είπον ότι εκαλείτο Εκβάτανα. Εις δε τον Καμβύσην προηγουμένως είχε +δοθή χρησμός από την πόλιν Βουτώ ότι έμελλε να τελευτήση τον βίον +εις τα Εκβάτανα, και είχε νομίσει ότι ήθελεν αποθάνει εις τα +Εκβάταν της Μυδίας όπου είχεν όλους τους θησαυρούς του, ενώ το +χρηστήριον ενόει βεβαίως τα Εκβάτανα της Συρίας. Όθεν επειδή +ερωτών έμαθε το όνομα της πόλεως, τεταραγμένος από την συμφοράν +του μάγου και του τραύματος, εσωφρόνησε, και εννοήσας τον χρησμόν +είπεν· «Εδώ είνε πεπρωμένον να τελευτήση ο Καμβύσης του Κύρου.» + +65. Και τότε μεν δεν είπε περισσότερα· βραδύτερον όμως, μετά +είκοσι περίπου ημέρας, καλέσας τους λογιμωτάτους των εις τα +Εκβάτανα ευρισκομένων Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι, +αναγκάζομαι να σας φανερώσω πράγμα το οποίον υπέρ παν άλλο ετήρουν +μυστικόν. Κοιμώμενός ποτε εις την Αίγυπτον είδον όνειρον το οποίον +είθε να μη έβλεπον· μοι εφάνη ότι απεσταλμένος τις ήλθεν εκ της +οικίας μου διά να μοι αναγγείλη ότι ο Σμέρδις καθήμενος επί του +βασιλικού θρόνου ήγγιζε με την καφαλήν του τον ουρανόν. Εφοβήθην +μήπως με αφαιρέση την βασιλείαν ο αδελφός μου και ενήργησα +ταχύτερον ή φρονιμώτερον, διότι είναι αδύνατον εις τον άνθρωπον να +αποφύγη το πεπρωμένον να γίνη. Έπεμψα λοιπόν ασυλλογίστως τον +Πρηξάσπη εις τα Σούσα διά να φονεύση τον Σμέρδιν. Γενομένου δε του +κακού τούτου, έζων ησύχως, μη σκεπτόμενος πλέον ότι, αφού εφονεύθη +ο Σμέρδις, άλλος άνθρωπος ήθελεν ευρεθή να επαναστατήση κατ' εμού. +Αλλ' ηπατήθην· εγενόμην αδελφοκτόνος άνευ ανάγκης, και ουχ ήττον +εστερήθην την βασιλείαν· διότι τον Σμέρδιν τον μάγον μοι +προεδείκνυεν ο θεός εν τω ονείρω εκείνω ως προωρισμένον να +επαναστατήση κατ' εμού. Ιδέτε λοιπόν τι έπραξα και σκεφθήτε ότι +όχι ο Σμέρδις του Κύρου, αλλά δύο μάγοι αρπάζουσι την βασιλείαν, +εκείνος τον οποίον αφήκα επίτροπον εις τα βασίλεια και ο αδελφός +του Σμέρδις. Ο αδελφός εις τον οποίον ανήκε να με υπερασπίση +ατιμαζόμενον από τους ανθρώπους τούτους εφονεύθη από τον +πλησιέστατον συγγενή του γενόμενος θύμα σκληρού πεπρωμένου· τούτου +δε μη υπάρχοντος, εις υμάς οφείλω να αποτείνω τις θελήσεις μου +τελευτών τον βίον. Επικαλούμενος τους θεούς του βασιλείου τούτου +σας προστάζω όλους και μάλιστα τους παρόντας των Αχαιμενιδών να μη +ανεχθήτε να περιέλθη η βασιλεία αύθις εις τους Μήδους· αλλ' εάν +μεν καταγίνωνται να την καταλάβωσι με δόλον, αφαιρέσατέ την από +αυτούς με δόλον, εάν δε θελήσωσι να το κατορθώσωσι μετά δυνάμεων, +προσπαθήσατε και υμείς να την ανασώσετε μετά πλειοτέρων δυνάμεων. +Εάν πράξετε ό,τι σας ζητώ, είθε η γη να παράγη τους καρπούς της +δι' υμάς, είθε να τίκτωσιν οι γυναίκες και αι ποίμναι υμών, είθε +να ήσθε διά παντός ελεύθεροι! Εάν όμως δεν ανασώσετε την αρχήν, +μήτε επιχειρήσετε να ανασώσητε αυτήν, σας καταρώμαι να συμβώσιν +εις υμάς τα εναντία τούτων, και προσέτι το τέλος εκάστου Πέρσου +να ήναι τοιούτο οίον το ιδικόν μου!» Ταύτα είπεν ο Καμβύσης και +έκλαιε τας δυστυχίας του. + +66. Ιδόντες οι Πέρσαι τον βασιλέα των να κλαίη έσχισαν τα ιμάτιά +των και εθρήνουν μεγαλοφώνως. Μετά ταύτα το οστούν του πληγωμένου +εσάπισεν, αι σάρκες του μηρού του εγαγγραινώθησαν και απέθανεν +αφού εβασίλευσεν εν όλοις επτά έτη και πέντε μήνας χωρίς να +απολαύση τέκνον, μήτε άρρεν μήτε θήλυ. Αίσθημά τι αμφιβολίας +περιεχύθη μεταξύ των παρόντων Περσών· δεν ηδύναντο να πιστεύσωσιν +ότι οι μάγοι κατέλαβον τα πράγματα, αλλ' υπώπτευσαν ότι ο Καμβύσης +έπλασε την διήγησιν του θανάτου του Σμέρδιος διά να τους απατήση +και επαναστατήσωσι κατά του αδελφού του. + +67. Υπέθεσαν λοιπόν ότι ο αναβάς εις τον θρόνον ήτο ο Σμέρδις, ο +υιός του Κύρου· έτι δε και ο Πρηξάσπης ηρνείτο επιμόνως ότι +εφόνευσε τον Σμέρδιν, διότι δεν ενόμιζεν ασφαλές να φανερώση μετά +τον θάνατον του Καμβύσου ότι εφόνευσεν ιδιοχείρως τον υιόν του +Κύρου. Ο μάγος λοιπόν, αφού ετελεύτησεν ο Καμβύσης, ωφελούμενος εκ +της ομοιότητος των ονομάτων, εβασίλευσε κατ' αρχάς ησύχως τους +επτά μήνας οίτινες υπελείποντο διά να συμπληρώση ο Καμβύσης οκτώ +έτη. Κατά τον ολίγον τούτον χρόνον έπραξε προς όλους τους υπηκόους +του μεγάλας ευεργεσίας, ώστε ότε απέθανεν όλοι οι εν τι Ασία τον +επόθησαν, πλην των Περσών· διότι ο μάγος πέμψας κήρυκας εις όλα τα +υπό την εξουσίαν του έθνη εκήρυξεν ότι ούτε άνδρας ήθελε +στρατολογήσει ούτε φόρους ήθελεν εισπράξει, επί τρία έτη· ταύτα δε +εκήρυξεν άμα επανεστάτησε διά να καταλάβη την αρχήν. + +68. Τον όγδοον δε μήνα ανεκαλύφθη κατά τον ακόλουθον τρόπον τις +ήτο· ο Οτάνης, ο υιός του Φαρνάσπους, ήτο κατά το γένος και τα +πλούτη είς των πρώτων Περσών. Ο Οτάνης ούτος πρώτος των άλλων +υπώπτευσεν ότι ο μάγος ήτο όχι ο Σμέρδος ο υιός του Κύρου, αλλ' +εκείνος όστις ήτο πράγματι. Η εικασία του δε εβασίζετο εις τούτο, +ότι ο βασιλεύς δεν εξήρχετο της ακροπόλεως και δεν εκάλει ενώπιον +του κανένα από τους λογίμους Πέρσας. Υποπτεύσας λοιπόν έπραξε τα +ακόλουθα· ο Καμβύσης είχε λάβει γυναίκα την θυγατέρα του +καλουμένην Φαιδύμην· την ιδίαν είχε τότε ο μάγος και συνέζη μετ' +αυτής ως και μετά των άλλων γυναικών του Καμβύσου. Εις ταύτην την +θυγατέρα πέμψας ο Οτάνης, την ηρώτα περί του ανθρώπου μεθ' ου +συνεκοιμάτο, εάν ήτο ο Σμέρδις του Κύρου ή άλλος τις. Εκείνη δε τω +διεβίβασε την απόκρισιν ότι ποτέ δεν είδε τον Σμέρδιν του Κύρου +και ούτε εγνώριζε ποίος ο μετ' αυτής συνευναζόμενος. Έπεμψεν εκ +δευτέρου ο Οτάνης λέγων· «Εάν δεν γνωρίζης τον Σμέρδιν τον υιόν +του Κύρου, ερώτησον την Άτοσσαν μετά τίνος ανθρώπου συγκοιμάται, +ως συ, διότι δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζη τον αδελφόν της.» Εις +την ερώτησιν ταύτην αποκρίνεται η θυγάτηρ λέγουσα· «Ούτε με την +Άτοσσαν ειμπορώ να συνομιλήσω, ούτε να ίδω άλλην τινα των +γυναικών, διότι ο άνθρωπος ούτος, οιοσδήποτε και αν ήναι, άμα +παρέλαβε την βασιλείαν, μας διεσκόρπισε θέσας εκάστην εις +ιδιαίτερον οίκημα.» + +69. Ταύτα ακούσας ο Οτάνης ήρχισε να εννοή καλλίτερον το πράγμα· +έπεμψε λοιπόν προς την θυγατέρα τρίτην αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ω +θύγατερ· διά την λαμπράν σου γέννησιν πρέπει να αναδεχθής τον +κίνδυνον εις τον οποίον ο πατήρ σου σε διατάττει να εκτεθής. Εάν ο +άνθρωπος ούτος δεν είναι ο υιός του Κύρου, εάν ήναι εκείνος τον +οποίον υποθέτω, δεν πρέπει να ζήση χαίρων ότι συνεκοιμήθη μετά σου +και ήρπασε την βασιλείαν των Περσών, αλλά να τιμωρηθή αυστηρώς. +Κάμε λοιπόν αυτό το οποίον σοι παραγγέλλω. Όταν συγκατακλιθή μετά +σου και κρίνης ότι εβυθίσθη εις τον ύπνον, ψηλάφησον τα ωτία του, +και εάν μεν εύρης ότι έχει τοιαύτα, πείσθητι ότι συγκοιμάσαι με +τον Σμέρδιν τον υιόν του Κύρου, εάν δε δεν έχη, είναι ο μάγος +Σμέρδις.» Προς ταύτα απεκρίθη η Φαιδύμη λέγουσα ότι θα κινδυνεύση +μεγάλως εάν υπακούση· διότι εάν δεν έχη ώτα, εάν την εννοήση ότι +τον ψηλαφεί, βεβαίως θα την φονεύση, όμως θα υπακούση. Η Φαιδύμη +λοιπόν υπεσχέθη εις τον πατέρα της να εκτελέση τας διαταγάς του. +Τούτου δε του μάγου Σμέρδιος τα ώτα είχε κόψει ο υιός του Καμβύσου +Κύρος ότε εβασίλευε δι' αιτίαν ου μικράν. Ούτως η Φαιδύμη αύτη, η +του Οτάνου θυγάτηρ, υποσχεθείσα εις τον πατέρα της να εκτελέση τας +διαταγάς του όταν έλθη η σειρά της να εισαχθή προς τον μάγον +(διότι αι γυναίκες των Περσών εκ περιτροπής συνευρίσκονται με τους +άνδρας των), εισήλθε και κατεκλίθη μετ' αυτού· αφού δε ο μάγος +απεκοιμήθη βαθέως εψηλάφησε τα ώτα του και ευκόλως ενόησεν ότι ο +άνθρωπος δεν είχεν ώτα. Άμα δε εφάνη η ημέρα, πέμψασα εφανέρωσεν +εις τον πατέρα της τα γενόμενα. + +70. Ο δε Οτάνης λαβών κατ' ιδίαν τον Ασπαθίνην και τον Γωβρύαν, +πρώτους των Περσών και πιστοτάτους φίλους του, τοις διηγήθη όλην +την υπόθεσιν. Επειδή δε και αυτοί οι ίδιοι υπώπτευον ότι το πράγμα +είχεν ούτως, εδέχθησαν τους λόγους του Οτάνου και συνεφώνηοαν να +προσεταιρισθή έκαστος τον μάλλον πιστόν φίλον του. Ο μεν Οτάνης +λοιπόν εισάγει τον Ινταφέρνην, ο Γωβρύας τον Μεγάβυζον, ο δε +Ασπαθίνης τον Υδάρνη. Ήσαν δε έξ όταν ο υιός του Υστάσπους Δαρείος +έφθασεν εις τα Σούσα ερχόμενος εκ τις Περσίας όπου ο πατήρ του ήτο +διοικητής· μαθόντες την άφιξίν του οι έξ ούτοι Πέρσαι, ενέκριναν +να προσεταιρισθώσι τον Δαρείον. + +71. Συνελθόντες λοιπόν οι επτά, ωρκίσθησαν μεταξύ των και ήρχισαν +να συσκέπτωνται. Ότε δε ήλθεν η σειρά του Δαρείου να εκφέρη την +γνώμην του, είπε τα ακόλουθα· «Εγώ ενόμιζον ότι ήμην ο μόνος όστις +ήξευρα ότι ο μάγος μας κυβερνά και ότι ο υιός του Κύρου Σμέρδις +ετελεύτησε, και τούτου ένεκα έδραμον όπως διοργανόσω τον θάνατον +του μάγου. Επειδή δε συμβαίνει να το ηξεύρετε και υμείς ως εγώ, +νομίζω ότι πρέπει να ενεργήσωμεν αμέσως και να μη βραδύνωμεν, +διότι δεν συμφέρει η αναβολή.» Ο Οτάνης απεκρίθη εις ταύτα· «Ω υιέ +του Υστάσπους, είσαι υιός πατρός γενναίου και δεν φαίνεσαι +κατώτερος του πατρός σου· μη σπεύδης όμως απερισκέπτως τοιαύτην +επιχείρησιν, αλλά διεύθυνον αυτήν μετά πλειοτέρας φρονήσεως· είναι +ανάγκη να γίνωμεν περισσότεροι, και τότε ενεργούμεν.» Απεκρίθη ο +Δαρείος εις ταύτα· «Ω άνδρες όσοι είσθε παρόντες, εάν ακολουθήσετε +την γνώμην του Οτάνου, μάθετε ότι θα απολεσθήτε κάκιστα, διότι θα +ευρεθή τις όστις παρασυρόμενος υπό του ιδίου συμφέροντος θα +φανερώση ταύτα εις τον μάγον. Έπρεπε, μετά τας πρώτας σας ομιλίας, +να εκτελέσετε υμείς μόνοι το σχέδιόν σας· επειδή όμως ηθελήσατε +συνεταίρους, επειδή το ενεπιστεύθητε και εις εμέ, ή θα το θέσωμεν +εις ενέργειαν σήμερον, ή, εάν αφήσωμεν να παρέλθη η σήμερον, δεν +σας κρύπτω ότι δεν θα δώσω καιρόν εις άλλον να με καταγγείλη προς +τον μάγον, αλλ' εγώ θα φανερώσω τα πάντα εις αυτόν.» + +72. Τότε ο Οτάνης βλέπων τον Δαρείον τόσον σπεύδοντα είπεν· «Αφού +μας αναγκάζεις να επιταχύνωμεν και δεν μας επιτρέπεις να +αναβάλωμεν, ειπέ μας συ πώς να εισέλθωμεν εις τον βασιλικόν οίκον +και με ποίον τρόπον να επιτεθώμεν κατ' αυτών· διότι ηξεύρεις, ή, +εάν δεν είδες, θα ήκουσες ότι φύλακες είναι τοποθετημένοι +πανταχού· πώς λοιπόν να διέλθωμεν δι' αυτών;» Απεκρίθη ο Δαρείος +τα ακόλουθα· «Πολλά πράγματα, Οτάνη, δεν δύνανται να σαφηνισθώσι +διά λόγων αλλά δι' έργου· υπάρχουσιν επίσης άλλα τα οποία με τον +λόγον μεν είναι ευκατόρθωτα, άμα όμως τα επιχειρήση τις ουδέν +λαμπρόν αποτέλεσμα έχουσιν. Ηξεύρετε ότι δεν είναι αδύνατον να +διέλθωμεν διά των φυλάκων· αφ' ενός μεν, είτε εκ φόβου, είτε εκ +σεβασμού, κανείς δεν θα τολμήση να εμποδίση ανθρώπους του βαθμού +μας· αφ' ετέρου δε έχω εγώ πρόφασίν τινα λίαν εύλογον διά να +εισέλθωμεν εις το ανάκτορον· θα είπω ότι ταύτην την στιγμήν έφθασα +εκ της Περσίας και ότι επιθυμώ να αναφέρω τι εις τον βασιλέα εκ +μέρους του πατρός μου. Όπου είναι ανάγκη να είπη τις ψεύδος, ας το +είπη· διότι ημείς οι άνθρωποι την αυτήν πάντοτε έχομεν επιθυμίαν, +είτε ψευδόμενοι είτε λέγοντες την αλήθειαν. Οι μεν ψεύδονται τότε, +όταν θέλωσι διά του ψεύδους να πείσωσι και κατορθώσωσί τι· οι +άλλοι δε εξ εναντίας λέγουσι την αλήθειαν διά να ωφεληθώσι τι εκ +της αληθείας και διά να τους εμπιστεύονται περισσότερον. Ώστε διά +διαφόρων οδών τείνομεν πάντες προς τον αυτόν σκοπόν. Εάν δεν είχον +τι να ωφεληθώσιν, αδιαφόρως και ο φιλαλήθης θα εψεύδετο, και ο +ψεύστης θα έλεγεν αληθή. Ο φύλαξ όστις προθύμως ήθελε μας αφήσει +να διέλθωμεν, αυτός μετά ταύτα θα ωφεληθή· εκείνον δε όστις θελήση +να μας εναντιωθή, ας τον μεταχειρισθώμεν αμέσως ως εχθρόν, και +εισερχόμενοι έπειτα διά της βίας ας πράξωμεν το έργον μας.» + +73. Λέγει ο Γωβρύας μετά ταύτα· «Φίλοι, πότε άλλοτε θα εύρωμεν +καλλιτέραν ευκαιρίαν να ανακτήσωμεν την βασιλείαν μας, ή, εάν δεν +το κατορθώσωμεν, να αποθάνωμεν, ημείς οίτινες όντες Πέρσαι, +κυβερνώμεθα από ένα μάγον, και μάλιστα μάγον όστις δεν έχει ώτα; +Όσοι εξ υμών παρευρέθητε πλησίον του ασθενούς Καμβύσου, δεν +ελησμονήσατε τι κατηράσθη αποθνήσκων να πάθωσιν οι Πέρσαι εάν δεν +προσπαθήσωσι να ανακτήσωσι την βασιλείαν. Τότε δεν εδέχθημεν τους +λόγους του, νομίζοντες ότι ο Καμβύσης εσκόπευε να μας απατήση· +τώρα όμως ψηφίζω να υπακούσωμεν εις τον Δαρείον και να μη +χωρισθώμεν εξερχόμενοι του συνεδρίου τούτου, αλλά να υπάγωμεν κατ' +ευθείαν προς τον μάγον.». Ταύτα είπεν ο Γωβρύας, και όλοι ταύτα +ενέκρινον. + +74. Ενώ δε ούτοι ταύτα εβουλεύοντο, εγένοντο κατά συντυχίαν τα +ακόλουθα. Οι μάγοι, αφού συνεσκέφθησαν, έκριναν εύλογον να +ελκύσωσι την φιλίαν του Πρηξάσπους διότι αυτός έπαθεν υπό του +Καμβύσου σκληρώς, όταν ο βασιλεύς τοξεύσας εφόνευσε τον υιόν του· +διότι αυτός μόνος ήξευρε τον θάνατον του Σμέρδιος υιού του Κύρου, +ως φονεύσας αυτόν με τας ιδίας του χείρας, και τέλος διότι +απελάμβανε παρά τοις Πέρσαις μεγάλην υπόληψιν. Διά ταύτα λοιπόν +τον προσκάλεσαν, εζήτησαν την φιλίαν του, τον υπεχρέωσαν με πιστά +και με όρκους να τηρήση μυστικήν και να μη φανερώση εις κανένα την +προς τους Πέρσας απάτην των, και τω υπεσχέθησαν άπειρα δώρα. +Επειδή δε ο Πρηξάσπης υπεσχέθη ό,τι επεθύμουν, και οι μάγοι +ενόμισαν ότι τον έπεισαν, τω είπον κατόπιν ότι αυτοί μεν θα +συγκαλέσωσιν όλους τους Πέρσας προ του ανακτόρου, εκείνον δε +διώρισαν να αναβή επί ενός πύργου και να κηρύξη ότι βασιλεύς των +είναι ο Σμέρδις, και ουχί άλλος τις. Εζήτησαν δε παρ' αυτού να +πράξη τούτο ένεκα της μεγάλης εμπιστοσύνης την οποίαν ενέπνεεν εις +τον λαόν, και διότι πολλάκις είπε παρρησία ότι ο Σμέρδος του Κύρου +έζη και ηρνήθη επιμόνως τον φόνον αυτού. + +75. Υποσχεθέντος λοιπόν του Πρηξάσπους να πράξη τούτο, οι μάγοι +συνεκάλεσαν τους Πέρσας και ανεβίβασαν αυτόν εις τον πύργον +κελεύσαντες αυτόν να αγορεύση. Αλλά λησμονήσας εκουσίως τι +περιέμενον παρ' αυτού, ήρχισεν από του Αχαιμένους την πατρικήν +γενεαλογίαν του Κύρου, φθάσας δε εις τούτον, απηρίθμησε πόσα καλά +έπραξεν ο Κύρος εις τους Πέρσας. Αφού δε διηγήθη ταύτα, εφανέρωσε +την αλήθειαν ειπών ότι πρότερον μεν έκρυπτεν αυτήν διότι δεν θα +είχεν ασφάλειαν εάν απεκάλυπτε το πράγμα· τώρα όμως καθήκον του +είναι να το φανερώση, και είπεν ότι τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν +αυτός ο ίδιος εφόνευσεν αναγκασθείς υπό του Καμβύσου και ότι +βασιλεύουσιν οι μάγοι. Αφού δε επρόφερε πολλάς κατάρας κατά των +Περσών εάν δεν προσπαθήσουν ν' ανακτήσωσι την ελευθερίαν και εάν +δεν τιμωρήσωσι τους μάγους, ερρίφθη εκ του ύψους του πύργου επί +κεφαλήν. Και ο μεν Πρηξάσπης, όστις πάντοτε διετέλεσεν άνθρωπος +ευϋπόληπτος, ούτως ετελεύτησεν. + +76. Οι δε επτά Πέρσαι, αποφασίσαντες να κτυπήσωσι τους μάγους άνευ +αναβολής, ευχήθησαν εις τους θεούς και εκίνησαν, μη γνωρίζοντες +τίποτε εκ των περί τον Πρηξάσπη πραχθέντων. Πορευόμενοι δε και +φθάσαντες εις το μέσον της οδού έμαθον τα γεγονότα και +παραμερίσαντες της οδού ήρχισαν πάλιν να συσκέπτωνται· και οι μεν +περί τον Οτάνην επέμενον να αναβάλωσι την υπόθεσιν και να μη +επιχειρήσωσι τίποτε, ευρισκομένων των πραγμάτων εις τοιούτον +αναβρασμόν, οι δε περί τον Δαρείον επέμενον εξ εναντίας να +προχωρήσωσιν εμπρός, να πράξωσιν, ό,τι είχον αποφασίσει και να μη +φέρωσι καμμίαν αναβολήν. Ενώ δε εφιλονήκουν, εφάνησαν επτά ζεύγη +ιεράκων καταδιώκοντα δύο ζεύγη γυπών τα οποία έτιλλον και +εσπάραττον. Εις την θέαν ταύτην οι επτά συνετάχθησαν όλοι με την +γνώμην του Δαρείου και εχώρησαν προς τα βασίλεια ενθαρρυνθέντες +από τον οιωνόν. + +77 Όταν έφθασαν εις τας πύλας συνέβη ό,τι είχε προΐδει ο Δαρείος· +οι φρουροί εφάνησαν πλήρης σεβασμού προς τους πρώτους των Περσών, +και μη υποπτεύοντες κανένα κίνδυνον εκ μέρους των, τους άφησαν να +εισέλθωσιν ως εάν τους συνώδευε θεία δύναμις και κανείς ούτε τους +ηρώτησεν. Εις την αυλήν όμως συνήντησαν τους αγγελιαφόρους +ευνούχους και ούτοι τους ηρώτησαν τι ήθελον, συγχρόνως δε ηπείλουν +τους πυλωρούς διατί να τους αφήσωσιν ελευθέρους και εμπόδιζον τους +επτά θέλοντας να προχωρήσωσι περισσότερον. Τότε οι συνωμόται +ενθαρρύναντες αλλήλους και σύραντες τα εγχειρίδια επέπεσαν κατά +των εμποδιζόντων αυτούς και ώρμησαν εις τον ανδρώνα. + +78. Συνέπεσε δε κατ' εκείνην την στιγμήν να ευρίσκωνται αμφότεροι +οι μάγοι εντός και να συσκέπτωνται περί εκείνου το οποίον έπραξεν +ο Πρηξάσπης. Εις τον θόρυβον και τας φωνάς των τεταραγμένων +ευνούχων, προσέδραμον αμφότεροι, και εννοήσαντες τα γινόμενα, +επεκαλέσθησαν την ιδίαν των ανδρείαν. Και ο μεν εξ αυτών προφθάνει +και δράττει το τόξον, ο δε άλλος το ακόντιον· τότε σενεπλάκησαν. +Εκείνος όστις εκράτει το τόξον, στενοχωρούμενος εκ του σύνεγγυς +υπό των αντιπάλων του, δεν ηδυνήθη να το μεταχειρισθή· ο δε +δεύτερος υπερασπίζετο διά του ακοντίου· εκτύπησεν εις τον μηρόν +τον Ασπαθίνην και εις τον οφθαλμόν τον Ινταφέρνην, όστις έχασε μεν +τον οφθαλμόν ένεκα του κτυπήματος τούτου, αλλά δεν απέθανεν. Ο είς +λοιπόν από τους δύο μάγους επλήγωσε τους Πέρσας τούτους, ο δε +αδελφός του βλέπων ότι το τόξον είναι όπλον ανωφελές, καταφεύγει +εις θάλαμον συγκοινωνούντα με τον ανδρώνα με την πρόθεσιν να +κλείση τας θύρας αυτού. Δύο όμως εκ των επτά, ο Δαρείος και ο +Γωβρύας, εισπίπτουσιν ομού. Και ο μεν Γωβρύας συνεπλάκη μετ' αυτού +σώμα προς σώμα, ο δε Δαρείος φοβούμενος μήπως διατρυπήση τον +Γωβρύαν εν τω σκότει, ίσταται διστάζων. Ιδών δε ο Γωβρύας αυτόν +ιστάμενον αργόν, τον ερωτά διατί δεν μεταχειρίζεται τας χείρας +του. Ο δε Δαρείος αποκρίνεται· «Διότι φοβούμαι μήπως κτυπήσω σε.» +Τότε πάλιν ο Γωβρύας είπεν, «Έμπηξον το ξίφος σου δι' αμφοτέρων.» +Ο δε Δαρείος πειθόμενος ώθησε το εγχειρίδιον και κατά τύχην +εφόνευσε τον μάγον. + +79. Αποκτείναντες δε τους μάγους και κόψαντες αυτών τας κεφαλάς, +τους μεν δύο τραυματίας των αφήκαν εκεί και διά την αδυναμίαν των +και διά να φυλάττωσι την ακρόπολιν· έπειτα οι πέντε με μεγάλας +κραυγάς και θόρυβον, κρατούντες τας κεφαλάς των μάγων, ώρμησαν +εκτός, εκάλουν τους Πέρσας, τοις διηγούντο τα γενόμενα και τοις +εδείκνυον τας κεφαλάς, συγχρόνως δε εφόνευον πάντα μάγον τον +οποίον εύρισκον εμπρός των. Οι δε Πέρσαι, μαθόντες το έργον των +επτά και την απάτην των μάγων, έκριναν δίκαιον να μιμηθώσι τους +πρώτους. Όθεν ανασπάσαντες τα εγχειρίδια εφόνευον οιονδήποτε μάγον +απήντων. Και εάν δεν επήρχετο η νυξ, δεν θα άφινον ζώντα ούτε ένα. +Οι Πέρσαι τιμώσι δημοσίως την ημέραν ταύτην πλειότερον πάσης άλλης +ημέρας, και κατ' αυτήν τελούσι εορτήν την οποίαν καλούσι +μαγοφόνια. Ενώ τελούσιν αυτήν εις κανένα μάγον δεν επιτρέπεται να +φανή εις το φως, αλλ' όλοι μένουσι δι' όλης της ημέρας +κεκλεισμένοι εις τους οίκους των. + +80. Αφού δε κατέπαυσεν ο θόρυβος και ήλθεν η έκτη ημέρα, οι +επαναστατήσαντες εναντίον των μάγων συνεσκέφθησαν περί των +δημοσίων πραγμάτων και είπον λόγους οίτινες εφάνησαν απίστευτοι +είς τινας Έλληνας, μολονότι ελέχθησαν πράγματι. Ο μεν Οτάνης +προέτεινε να αναθέσωσι την κυβέρνησιν εις την κοινότητα των +Περσών. «Η γνώμη μου, είπεν, είναι να μη γίνη πλέον είς μόνος εξ +ημών βασιλεύς· ούτε ευάρεστον ούτε καλόν είναι το τοιούτο, διότι +ηξεύρετε μέχρι ποίου βαθμού σας ύβρισεν ο Καμβύσης και πόσα +επάθετε εκ της αυθαδείας του μάγου. Και τωόντι πώς η μοναρχία +δύναται να ήναι διοίκησις καλώς ωργανισμένη όταν επιτρέπη εις ένα +άνθρωπον να πράττη ό,τι θέλει χωρίς να δίδη λόγον εις κανένα; Και +ο μάλλον ενάρετος άνθρωπος εάν περιβληθή με τοιαύτην εξουσίαν, +ήθελε παρεκτραπή των συνήθων του ορθών φρονημάτων. Παρά τω +ανθρώπων η υπερηφάνεια γεννάται εκ των αγαθών τα οποία έχει, ο δε +φθόνος αρχήθεν συγγεννάται με τον άνθρωπον. Ταύτα τα δύο έχων, +έχει πάσαν κακίαν και πράττει πλήθος εγκλημάτων, άλλα μεν εν τη +υπερβολή της υπερηφανείας του, άλλα δε υπό φθόνου. Ο τύραννος εν +τούτοις δεν έπρεπε να ήναι φθονερός αφού έχει εις την εξουσίαν του +όλα τα αγαθά, αλλ' εκ φύσεως εμφορείται υπό όλως εναντίων +αισθημάτων προς τους πολίτας. Φθονεί την ζωήν και την ύπαρξιν των +καλών και αγαπά τους κακούς πολίτας· είναι πολύ ταχύς εις το να +πιστεύη τας διαβολάς και ο μάλλον διεφθαρμένος. Εάν τον θαυμάζης +μετρίως, δυσαρεστείται λέγων ότι δεν τον τιμάς πολύ· εάν δε τον +τιμάς πολύ, δυσαρεστείται υποπτεύων ότι τον κολακεύεις. Το +χειρότερον όμως, το οποίον και θα σας είπω, είναι ότι μεταβάλλει +νόμους πατροπαραδότους, βιάζει γυναίκας, φονεύει ανθρώπους χωρίς +να τους δικάζη. Όταν άρχη ο λαός, πρώτον μεν η αρχή αυτού φέρει το +κάλλιστον των ονομάτων, καλείται ισονομία· δεύτερον δεν πράττονται +εκείνα τα εγκλήματα τα οποία ανέφερα ότι πράττει ο μονάρχης· διότι +τα μεν αξιώματα δίδονται διά ψήφου εις υπευθύνους άρχοντας, τα δε +βουλεύματα ανακοινούνται εις το κοινόν. Προτείνω λοιπόν να +καταλύσωμεν την μοναρχίαν και να δώσωχεν δύναμιν εις τον λαόν, +διότι εις τους πολλούς περιλαμβάνονται όλοι.» Ο μεν Οτάνης ταύτην +την γνώμην έδωκεν. + +81. Ο δε Μεγάβυζος συνεβούλευσε να εγκαταστήσωσιν ολιγαρχίαν λέγων +τα εξής· «Όσα μεν είπεν ο Οτάνης διά να καταλύσωμεν την τυραννίαν, +θεωρήσατε ως να τα είπον εγώ, όσα όμως είπε συμβουλεύων να +μεταφέρωμεν την εξουσίαν εις τον λαόν, κατά ταύτα έσφαλε της ορθής +γνώμης, διότι ουδέν ανοητότερον και αυθαδέστερον του ασημάντου +όχλου, και ουδέν μάλλον ανυπόφορον ή να υποκύψωσιν εις την +αυθάδειαν ακρατήτου πλήθους άνδρες θέλοντες να αποφύγωσι την +αυθάδειαν μονάρχου. Ο τύραννος, εάν πράξη τι, ηξεύρει τι πράττει, +ο λαός όμως δεν δύναται να το ηξεύρη. Και πώς είναι δυνατόν να το +ηξεύρη, αφού μήτε εδιδάχθη μήτε έμαθε ποτε τι εστι καλόν και +αρμόζον; Ορμά ασυλλογίστως επί των δημοσίων υποθέσεων και τας +ωθεί, όμοιος με χείμαρρον χειμερινόν. Δημοκρατίαν λοιπόν ας +μεταχειρισθώσιν όσοι βουλεύονται κακά διά τους Πέρσας· ημείς δε +εκλέξαντες συνέλευσιν εκ των αρίστων ανδρών, ας αναθέσωμεν εις +αυτούς την κυριαρχίαν, καθότι εις αυτούς θα περιεχώμεθα και ημείς. +Είναι δε επόμενον ότι των αρίστων τούτων ανδρών και τα βουλεύματα +θα ώσιν άριστα.» Τοιαύτη ήτο η γνώμη του Μεγαβύζου. + +82. Τρίτος ο Δαρείος εγνωμοδότησε λέγων «Κατ' εμέ, ο Μεγάβυζος +ωμίλησεν ορθώς μεν περί του πλήθους, ουχί όμως και περί της +ολιγαρχίας· καθότι εκ των τριών τούτων ειδών των υποτιθεμένων ως +αρίστων, ήτοι αρίστης δημοκρατίας, ή ολιγαρχίας, ή μοναρχίας, λέγω +ότι η τελευταία αύτη υπερτερεί τας άλλας δύο κατά πολύ. Ουδέν +καλλίτερον ή η εξουσία ήτις είναι εις χείρας ενός ανδρός, του +αρίστου, διότι η φρόνησις αυτού ήθελε τον οδηγή να κυβερνά το +πλήθος αμέμπτως και προ πάντων να φυλάττη μυστικάς τας εναντίον +των εξωτερικών εχθρών αποφάσεις. Εν δε τη ολιγαρχία, όταν πολλοί +ασκώσι την αρετήν προς το κοινόν συμφέρον, γεννώνται μίση +ιδιαίτερα, συνήθως βίαια· έκαστος θέλει να εκφέρη την γνώμην του +και να βλέπη αυτήν υπερισχύουσαν· εκ τούτου προκύπτουσιν εμφύλιαι +διχόνοιαι, και εκ των διχονοιών γεννώνται αιματοχυσίαι. Εκ των +αιματοχυσιών δε καταντώσιν εις την μοναρχίαν, όπερ αποδεικνύει ότι +η μοναρχία είναι η αρίστη διοίκησις. Εάν πάλιν άρχη ο δήμος, είναι +αδύνατον να μη εισχωρήση η διαφθορά· εισαγομένης δε της διαφθοράς +εις τα κοινά, μίση μεν δεν γεννώνται μεταξύ των κακών, αλλά φιλίαι +σταθεραί· διότι οι βλάπτοντες τα κοινά, πράττουσι τούτο εκ +συμφώνου. Παρατείνεται δε η κατάστασις αύτη μέχρις ου ευρεθή τις +να αναλάβη την υπεράσπισιν του λαού και χαλιναγωγήση τους +τοιούτους· τότε ο λαός θαυμάζει τον άνθρωπον τούτον, όστις +θαυμαζόμενος δεν βραδύνει να γίνη βασιλεύς. Ώστε φαίνεται και εκ +τούτου ότι η μοναρχία είναι η καλλιτέρα διοίκησις. Συλλήβδην δε +ειπείν, πόθεν επήγασεν η ελευθερία ημών και τις μας έδωκεν αυτήν; +Ο δήμος, η ολιγαρχία, ή η μοναρχία; Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι, +αφού είς μόνος άνθρωπος κατέστησεν ημάς ελευθέρους, το καθήκον +ημών είναι να διατηρήσωμεν την τοιαύτην διοίκησιν. Μη καταργούμεν +πατρίους νόμους καλώς έχοντας, διότι τούτο δεν συμφέρει.» + +83. Τοιαύται υπήρξαν αι τρείς γνώμαι, και οι τέσσαρες άλλοι +συνωμόται συνετάχθησαν με την τελευταίαν. Ο δε Οτάνης όστις ήθελε +να εγκαταστήση την ισονομίαν παρά τοις Πέρσαις, ιδών ότι η γνώμη +αυτού ηττήθη, είπεν εν τω μέσω αυτών· «Ω άνδρες συστασιώται, είναι +φανερόν ότι είς εξ ημών πρέπει να γίνη βασιλεύς, είτε διά κλήρου +επιτυχών τούτο, είτε δι' εκλογής του πλήθους των Περσών, εάν +αναθέσωμεν εις αυτόν την φροντίδα ταύτην, είτε δι' άλλου τινός +τρόπου. Εγώ όμως δεν θα συναγωνισθώ μεθ' υμών, διότι ούτε να άρχω +θέλω, ούτε να άρχωμαι. Παραιτούμαι λοιπόν της αρχής επί τω όρω να +μη εξουσιασθώ ποτέ παρ' ουδενός, ούτε εγώ, ούτε οι απόγονοι εμού.» +Αφού είπε ταύτα ο Οτάνης, επειδή οι άλλοι έξ εδέχθησαν την +πρότασίν του, δεν ανεμίχθη πλέον εις τίποτε, αλλ' απεχώρησε. Και +μέχρι σήμερον αυτή η οικία μόνη εκ των Περσών είναι ελευθέρα +υπακούουσα μόνον εις όσα θέλει, μη παραβαίνουσα όμως τους νόμους +του τόπου. + +84. Οι έξ οίτινες έμειναν εσκέφθησαν με ποίον δικαιότατον τρόπον +να ονομάσωσι βασιλέα· εκ προοιμίων δε έκρινον εύλογον να +αποφασίσωσιν, εάν καταλάβη την βασιλείαν είς των επτά, να δίδη +κατ' έτος εις τον Οτάνην και εις τους απογόνους του μίαν εσθήτα +μηδικήν, ως τιμήν όλω ιδιαιτέραν, και συγχρόνως όλα τα αλλά δώρα +όσα παρά τοις Πέρσαις θεωρούνται τιμιώτατα. Ενέκρινον δε να +δίδωνται ιδιαιτέρως τα δώρα ταύτα εις τον Οτάνην, διότι πρώτος +ούτος διενοήθη την επιχείρησιν και διότι τους προσεκάλεσε να +λάβωσι μέρος εις αυτήν. Μόνος λοιπόν ο Οτάνης ηξιώθη των τιμών +τούτων, και μεταξύ των συνεφώνησαν να έχη έκαστος το δικαίωμα να +εισέρχεται εις το ανάκτορον όταν θέλη χωρίς να τον αναγγείλωσιν, +εκτός εάν ο βασιλεύς τύχη να καθεύδη μετά γυναικός. Συνεφώνησαν +επίσης να μη επιτρέπεται εις τον βασιλέα να λαμβάνη γυναίκα από +άλλην οικογένειαν ειμή από τας των συνωμοτών. Όσον δ' αφορά την +βασιλείαν απεφάσισαν τα εξής· εκείνος του οποίου ο ίππος, κατά την +ανατολήν του ηλίου και καθ' ην στιγμήν αυτοί αναβάσαντες τους +ίππους των εξέλθωσιν εις το προάστειον, ήθελε χρεμετίσει πρώτος, +εκείνος να λάβη την βασιλείαν. + +85. Είχε δε ο Δαρείος ένα ιπποκόμον, άνθρωπον πολύ νοήμονα, του +οποίου το όνομα ήτο Οιβάρης· εις αυτόν τον άνθρωπον, αφού +εχωρίσθησαν οι επτά· είπεν ο Δαρείος τα εξής· «Οίβαρες, ημείς +απεφασίσαμεν να πράξωμεν περί της βασιλείας το εξής· εκείνος του +οποίου ο ίππος ήθελε χρεμετίσει πρώτος, καθ' ην στιγμήν ανατείλη ο +ήλιος και ημείς αναβώμεν τους ίππους μας, εκείνος να λάβη την +βασιλείαν. Τώρα λοιπόν, εάν ηξεύρης καμμίαν τέχνην, προσπάθησον να +λάβωμεν αυτό το γέρας και να μη μας νικήσει άλλος.» Προς ταύτα ο +Οιβάρης απεκρίθη· «Δέσποτα, εάν τούτο μόνον απαιτείται διά να +γίνης ή να μη γίνης βασιλεύς, μη φοβείσαι και έχε θάρρος, διότι +κανείς άλλος πλην σου δεν θα γίνη βασιλεύς· τόσον βέβαια είναι τα +ιατρικά τα οποία έχω.» Ο δε Δαρείος επανέλαβεν· «Εάν γνωρίζης +τωόντι σόφισμά τι, ήλθεν η ώρα να το μεταχειρισθής άνευ αναβολής, +διότι ο αγών θα γίνη αύριον.» Ακούσας ταύτα ο Οιβάρης, έπραξε τα +ακόλουθα. Άμα ενύκτωσεν, έφερε και έδεσεν εις τα προάστειον μίαν +φοράδα την οποίαν ο ίππος του Δαρείου ηγάπα πολύ· έπειτα έφερε και +τον ίππον εκείνον, και αφού πρώτον τον περιήγαγε πολλάκις περί την +φοράδα, πλησιάζων αυτόν μέχρι προστριβής, τον αφήκε τέλος να την +οχεύση. + +86. Εις τας πρώτας φαύσεις της ημέρας, οι έξ, όπως είχον +συμφωνήσει, ευρέθησαν έφιπποι εις το μέρος της συνεντεύξεως· ενώ +δε διεξελαύνοντες κατά το προάστειον έφθασαν εις το μέρος όπου +κατά την παρελθούσαν νύκτα ήτο δεδεμένη η θήλεια ίππος, ενταύθα ο +ίππος του Δαρείου προσδραμών εχρεμέτισε. Συγχρόνως δε ενώ έκαμνεν +ο ίππος τούτο, αστραπή έσχισε τον αίθριον ουρανόν και ηκούσθη +βροντή. Όλαι αύται αι περιστάσεις, ωσεί συνδυασθείσαι υπό συνθέτου +τινός, επεκύρωσαν την βασιλείαν εις τον Δαρείον· οι δε άλλοι +συνωμόται πηδήσαντες από τους ίππους, προσεκύνησαν αυτόν ως +βασιλέα. + +87. Άλλοι μεν λέγουσιν ότι ταύτα εμηχανεύθη ο Οιβάρης, άλλοι δε +(διότι οι Πέρσαι λέγουσιν ότι κατ' αμφοτέρους τους τρόπους +συνέβησαν) ότι επιψαύσας διά τις χειρός τα μόρια της ίππου ταύτης, +εκράτει την χείρα κεκρυμμένην υπό την αναξυρίδα του· ότε δε +ανέτειλεν ο ήλιος και έμελλον να κινήσωσιν έφιπποι, ο Οιβάρης +εξέβαλε την χείρα και την έφερεν εις τους μυκτήρας του ίππου του +Δαρείου· οσφρανθείς δε αυτήν ο ίππος άρχισε να φρυάττη και να +χρεμετίζη. + +88. Ανεδείχθη λοιπόν βασιλεύς ο Δαρείος του Υστάσπους (47), και +πλην των Αραβίων, όλοι οι λαοί της Ασίας ήσαν υπήκοοί του, καθότι +τους είχεν υποτάξει ο Κύρος και έπειτα ο Καμβύσης. Οι Αράβιοι όμως +ουδέποτε εδουλώθησαν υπό των Περσών, αλλ' έμεναν σύμμαχοί των και +εβοήθησαν τον Καμβύσην όταν εισέβαλεν εις την Αίγυπτον, διότι ποτέ +οι Πέρσαι δεν θα εισήρχοντο εις της χώραν ταύτην εάν δεν ήθελον οι +Αράβιοι. Τας πρώτας επιγαμίας έκαμεν ο Δαρείος με τους Πέρσας, +λαβών γυναίκας δύο θυγατέρας του Κύρου, την Άτοσσαν και την +Αρτυστώνην, εκ των οποίων η μεν Άτοσσα υπήρξε γυνή πρώτον μεν του +αδελφού της Καμβύσου έπειτα δε του μάγου, η δε Αρτυστώνη ήτο +παρθένος. Έλαβε προσέτι γυναίκα την θυγατέρα του Σμέρδιος, υιού +του Κύρου, ης το όνομα ήτο Πάρμυς· έλαβε δε και την θυγατέρα του +Οτάνου, εκείνην ήτις εφανέρωσε τον μάγον. Ήτο δε καθ' όλα δυνατός +ο Δαρείος. Μετά ταύτα πρώτον μεν ήγειρε μνημείον λίθινον, το +οποίον παρίστα άνθρωπον έφιππον, και εχάραξεν επ' αυτού χαρακτήρας +λέγοτας τα εξής· «Δαρείος, ο υιός του Υστάσπους, διά της αρετής +του ίππου του (και ανέφερε το όνομα αυτού) και του ιπποκόμου του +Οιβάρους, εκτήσατο την βασιλείαν των Περσών.» + +89. Έπειτα δε κατέστησεν εις την Περσίαν είκοσι ηγεμονίας, τις +οποίας οι Πέρσαι καλούσι σατραπείας. Καταστήσας δε τας ηγεμονίας +και διορίσας τους άρχοντας, εκανόνισε τους φόρους τους οποίους +ώφειλον να πέμπωσι τα έθνη· ήνονε δε εις τα έθνη τους +πλησιοχώρους· ενίοτε όμως αφίνων τα πλησίον ήνονεν έθνη +μεμακρυσμένα απ' αλλήλων. Διενεμήθησαν δε αι ηγεμονίαι και οι +ετήσιοι φόροι ως εξής. Όσοι μεν επλήρωνον εις αργύριον, τους +διέταξε να πληρώνωσι κατά το βάρος του Βαβυλωνίου ταλάντου, όσοι +δε εις χρυσίον, κατά το βάρος του Ευβοϊκού. Ισοδυναμεί δε το +Βαβυλώνιον τάλαντον με εβδομήκοντα Ευβοϊκάς μνας. Επί της +βασιλείας του Κύρου και της του Καμβύσου, δεν υπήρχε τίποτε +ωρισμένον ως προς τους φόρους, αλλ' ο λαός προσέφερε δώρα. Ένεκα +δε της επιτάξεως ταύτης του φόρου και διαφόρων άλλων αναλόγων +μέτρων, οι Πέρσαι λέγουσιν ότι ο Δαρείος ήτο έμπορος, ο Καμβύσης +δεσπότης και ο Κύρος πατήρ· ο πρώτος διότι εκαπήλευεν όλα τα +πράγματα, ο δεύτερος διότι ήτο αυστηρός και υπεροπτικός, ο τρίτος +διότι ήτο ήπιος και εσκέπτετο πάντοτε πώς να τους ωφελήση. + +90. Από μεν τους Ίωνας, τους εν τη Ασία Μάγνητας, τους Αιολείς, +τους Κάρας, του Λυκίους, τους Μιλυείς και τους Παμφίλους (διότι +όλοι αυτοί ομού έδιδον ένα φόρον) εισέπραττεν ο Δαρείος τετρακόσια +αργυρά τάλαντα. Αυτοί συνεκρότουν τον πρώτον νομόν. Οι δε Μυσοί, +οι Λυδοί, οι Λασόνιοι, οι Καβάλιοι και οι Υγεννείς, δεύτερος +νομός, επλήρωνον πεντακόσια τάλαντα. Οι δε τις δεξιάς όχθης +Ελλησπόντιοι, οι Φρύγες, οι εν τη Ασία Θράκες, οι Παφλαγόνες, οι +Μαριανδυνοί και οι Σύριοι, τρίτος νομός, επλήρωνον τριακόσια +εξήκοντα τάλαντα. Οι δε Κίλικες, τέταρτος νομός, παρείχον +τριακόσιους εξήκοντα ίππους λευκούς, ένα καθ' ημέραν, και +πεντακόσια τάλαντα αργυρίου, εκ των οποίων τα μεν εκατόν +τεσσαράκοντα κατηναλίσκοντο εις την συντήρησιν του ιππικού όπερ +εφύλαττε την χώραν της Κιλικίας, τα δε άλλα τριακόσια εξήκοντα +ήρχοντο εις τον Δαρείον. + +91. Από την πόλιν Ποσείδειον, την οποίαν ίδρυσεν επί των ορέων της +Κιλικίας και τις Συρίας ο υιός του Αμφιαράου Αμφίλοχος, μέχρι της +Αιγύπτου, πλην των Αραβίων (διότι αυτοί ήσαν απαλλαγμένοι φόρου) ο +φόρος ανέβαινεν εις τριακόσια πεντήκοντα τάλαντα· ο νομός ούτος, +όστις είναι πέμπτος, περιλαμβάνει όλην την Φοινίκην, την Συρίαν +την καλουμένην Παλαιστίνην, και την Κύπρον. Η Αίγυπτος, οι +συνορεύοντες με αυτήν Λίβυες, η Κυρήνη και η Βάρκη (διότι εις τον +έκτον νομόν τον της Αιγύπτου συμπεριελαμβάνοντο και αι πόλεις +αύται), έπεμπον επτακόσια τάλαντα πλην του αργυρίου το οποίον +έδιδεν η Μοίριος λίμνη εκ των ιχθύων. Ανεξαρτήτως του αργυρίου +τούτου και του χορηγουμένου σίτου, ο νομός ούτος επλήρωνον +επτακόσια τάλαντα· η προμήθεια δε εκείνη του σίτου συνίστατο εις +εκατόν είκοσι χιλιάδας μέτρα διά τους Πέρσας και τους επικούρους +οίτινες εφύλαττον την Λευκήν ακρόπολιν της Μέμφιδος. Οι δε +Σατταγύδαι, οι Γανδάριοι, ο Δαδίκαι και οι Απαρίται, έβδομος +νομός, ηνωμένοι όλοι, επλήρωνον εκατόν εβδομήκοντα τάλαντα· τα δε +Σούσα και η άλλη χώρα των Κισσίων, όγδοος νομός, επλήρωνον +τριακόσια. + +92. Η Βαβυλών και όλη η Ασσυρία, έννατος νομός, έπεμπον χίλια +τάλαντα αργυρίου και πεντακοσίους ευνούχους παίδας. Τα Εκβάτανα +και όλη η Μηδία, οι Παρικάνιοι και οι Ορθοκορυβάντιοι, δέκατος +νομός, τετρακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Κάσπιοι (48), οι Παυσοί, +οι Παντίμαθοι και οι Δαρείται, ενδέκατος νομός, διακόσια τάλαντα. +Οι δε Βακτριανοί μέχρι των Αιγλών, δωδέκατος νομός, ετέλουν φόρον +τριακοσίων ταλάντων. + +93. Οι Πάκτυες, οι Αρμένιοι και τα πλησίον μέρη μέχρι του Ευξείνου +πόντου, νομός δέκατος τρίτος, επλήρωνον τετρακόσια τάλαντα. Οι +Σαγάρτιοι, οι Σαράγγαι, οι Θαμαναίοι, οι Ούτιοι, οι Μύκοι και οι +κατοικούντες τας νήσους της Ερυθράς θαλάσσης, όπου ο βασιλεύς +πέμπει τους εξοριζομένους, νομός δέκατος τέταρτος, όλοι ούτοι +επλήρωνον εξακόσια τάλαντα. Οι Σάκαι και οι Κάσπιοι (49), δέκατος +πέμπτος νομός, διακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Πάρθοι, οι +Χοράσμιοι, οι Σόγδιοι και οι Άριοι νομός δέκατος έκτος, τριακόσια +τάλαντα. + +94. Οι Παρικάνιοι και οι εκ της Ασίας Αιθίοπες, δέκατος έβδομος +νομός, έπεμπον τετρακόσια τάλαντα. Οι Ματιανοί, οι Σάσπειρες και +οι Αλαρόδιοι, νομός δέκατος όγδοος, ετάχθησαν να πληρώνωσι +διακόσια τάλαντα. Οι Μόσχοι, οι Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες, οι +Μοσύνοικοι και οι Μάρε, δέκατος έννατος νομός, τριακόσια τάλαντα. +Οι Ινδοί, νομός εικοστός, οίτινες είναι το πολυανθρωπότερον έθνος +από όσα γνωρίζομεν ετάχθησαν να δίδωσι φόρον περισσότερον από +όλους τους άλλους· έφερον τριακοσίων εξήκοντα ταλάντων ψήγματα +χρυσού. + +95. Ο Βαβυλώνιος άργυρος μετατρεπόμενος εις Ευβοϊκά τάλαντα φέρει +εννέα χιλιάδας πεντακόσια τεσσαράκοντα τάλαντα αργύρου· +εκτιμωμένου δε του χρυσού τρισκεδεκάκις πλειότερον του αργύρου, τα +ψήγματα μας δίδουσι τετρακισχίλια και εξακόσια ογδοήκοντα τάλαντα +Ευβοϊκά. Προσθέτοντες τας δύο ταύτας ποσότητας ευρίσκομεν ότι το +όλον του εις τον Δαρείον ετησίως πληρωνομένου φόρου, εις ευβοϊκόν +μέτρον, ήτο δεκατέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσια εξήκοντα τάλαντα, +χωρίς να υπολογίσωμεν άλλας μικροτέρας ποσότητας τας οποίας +παραλείπω. + +96. Ούτος ήτο ο φόρος ο πληρωνόμενος εις τον Δαρείον υπό της Ασίας +και μικρού μέρους της Λιβύας· βραδύτερον όμως άλλοι φόροι ήρχοντο +εκ των νήσων και των λαών των κατοικούντων την Ευρώπην προς βορράν +της Θεσσαλίας. Τούτους δε τους φόρους θησαυρίζει ο βασιλεύς κατά +τον ακόλουθον τρόπον· τήκων τα μέταλλα, τα χύνει εις πηλίνους +πίθους, αφού δε πληρωθή το αγγείον, θραύει το περικάλυμμα, και +όταν λάβη ανάγκην χρημάτων κόπτει τόσον νόμισμα όσον χρειάζεται +εκάστοτε. + +97. Αύται λοιπόν ήσαν αι ηγεμονίαι και αι επιτάξεις των φόρων· +μόνον διά την Περσικήν χώραν δεν ανέφερα ότι επλήρωνε φόρον, +καθότι οι Πέρσαι νέμονται χώραν αφορολόγητον. Επίσης απηλλαγμένοι +φόρου είναι οι συνορεύοντες με την Αίγυπτον Αιθίοπες τους οποίους +ο Καμβύσης, εκστρατεύσας κατά των μακροβίων Αιθιόπων, είχεν +υποτάξει· δίδουσιν όμως δώρα. Οι λαοί ούτοι κατοικούσι περί την +ιεράν Νύσαν και τελούσι τας εορτάς του Διονύσου· σπείρουσι δε, ως +και οι γείτονές των, τους αυτούς καρπούς ους σπείρουσιν οι +Καλατίαι Ινδοί, και έχουσι κατοικίας υπογείους. Αυτά τα δύο έθνη +ομού φέρουσι κατά παν τρίτον έτος το αυτό δώρον· δίδουσιν ακόμη +και εις τας ημέρας μου δύο φοίνικας χρυσού καθαρού, διακοσίους +κορμούς εβένου, πέντε παίδας Αιθίοπας και είκοσι μεγάλους οδόντας +ελέφαντος. Οι δε Κόλχοι διετάχθησαν να δίδωσι δώρα, καθώς και οι +μέχρι του Καυκάσου όρους γείτονές των, διότι μέχρι του όρους +τούτου εξουσιάζουσιν οι Πέρσαι, προς βορράν όμως του Καυκάσου +κανείς δεν φροντίζει δι' αυτούς. Ακόμη και επί των ημερών μου οι +υποτελείς ούτοι έφερον κατά παν πέμπτον έτος εκατόν παίδας και +εκατόν παρθένους. Οι δε Αράβιοι έπεμπον κατ' έτος χίλια τάλαντα +λιβανωτού. Ταύτα ήσαν τα δώρα τα οποία ελάμβανεν ο βασιλεύς, πλην +του φόρου. + +98. Προμηθεύονται δε οι Ινδοί τον πολύν τούτον χρυσόν, εξ ου +πέμπουσιν εις τον βασιλέα τα ειρημένα ψήγματα, κατά τον ακόλουθον +τρόπον. Προς ανατολάς της Ινδικής χώρας υπάρχει αμμώδης έρημος· +διότι από όλους τους λαούς της Ασίας τους οποίους εμείς γνωρίζομεν +και περί των οποίων δυνάμεθα να είπωμέν τι ακριβές, οι Ινδοί είναι +οι πρώτοι προς ανατολάς του ηλίου κατοικούντες, τα δε +ανατολικώτερα μέρη των Ινδών είναι έρημα ένεκα της άμμου. Πολλά +έθνη υπάρχουσιν εν αυτή τη χώρα, δεν ομιλούσι δε όλα την αυτήν +γλώσσαν· άλλα μεν είναι νομαδικά, άλλα δε όχι· τινά κατοικούσι τα +έλη του ποταμού και τρέφονται δι' ιχθύων ωμών τους οποίους +αλιεύουσι με πλοιάρια καλάμινα, εκάστου πλοιαρίου κατασκευαζομένου +εξ ενός γόνατος καλάμου. Αυτοί δε οι Ινδοί φορούσιν εσθήτα εκ +φλοιού τον οποίον αφαιρούσιν από τους καλάμους, όταν τους κόψωσιν +εις τον ποταμόν και τους κοπανίσωσι· πλέκουσι δε τον φλοιόν τούτον +ως την ψάθαν και τον φορούσιν εν είδει θώρακος. + +99. Άλλοι Ινδοί, προς ανατολάς τούτων οικούντες, είναι νομάδες και +τρώγουσι κρέατα ωμά, καλούνται δε Παδαίοι. Ούτοι έχουσιν, ως +λέγεται, τας ακολούθους συνηθείας· όταν πολίτης τις ασθενήση, εάν +μεν ήναι ανήρ, οι πλησιέστατοι φίλοι του τον φονεύουσι, λέγοντες +ότι εάν τον άφινον να τακή υπό της νόσου θα διεφθείροντο αι σάρκες +του· και αν ακόμη θελήση να αρνηθή ότι είναι ασθενής, οι φίλοι του +δεν τον πιστεύουσιν, αλλά τον φονεύουσι, και ευωχούνται· εάν δε +ασθενήση γυνή, ομοίως αι γυναίκες όσαι την συναναστρέφονται +πράττουσι τα αυτά ως οι άνδρες. Επίσης θυσιάζουσι και τρώγουσιν εν +συμποσίω εκείνον όστις φθάση εις γήρας. Ολίγιστοι όμως αυτών +γηράσκουσι, διότι πριν τούτου φονεύονται όσοι ήθελον ασθενήσει. + +100. Άλλοι πάλιν Ινδοί ζώσι κατ' άλλον τρόπον ούτε φονεύουσιν +έμψυχον ον, ούτε σπείρουσί τι, ούτε έχουσι την συνήθειαν να +κτίζωσιν οικίας, αλλά τρώγουσι φυτά τινα, και έχουσι καρπόν τινα +εντός κάλυκος, έχοντα μέγεθος κέγχρου, τον οποίον η γη παράγει +αυτομάτως· τούτον τον καρπόν συλλέγουσι, τον βράζουσι μετά του +κάλυκος και τον τρώγουσιν. Όστις δε ασθενήση, έρχεται και πίπτει +εις την έρημον· κανείς δε δεν φροντίζει περί αυτού μήτε εάν +απέθανε μήτε εάν πάσχη. + +101. Όλοι αυτοί οι Ινδοί τους οποίους ανέφερα συνουσιάζονται +αναφανδόν ως τα κτήνη, το δε χρώμα των ομοιάζει με το των +Αιθιόπων. Το δε σπέρμα το οποίον εκβάλλουσι με τας γυναίκας δεν +είναι λευκόν ως το των άλλων ανθρώπων, αλλά μέλαν ως το δέρμα των· +τοιούτον ωσαύτως είναι και το σπέρμα των Αιθιόπων. Οι Ινδοί ούτοι +κατοικούσι μακράν των Περσών προς νότον άνεμον και ουδαμώς +υπετάγησαν εις τον βασιλέα Δαρείον. + +102. Άλλοι δε εκ των Ινδών συνορεύουσι με την πόλιν Κασπάτυρο και +την Πακτυικήν χώραν, κατοικούντες προς άρκτον των άλλων Ινδών και +έχοντες σχεδόν την αυτήν δίαιταν με τους Βακτρίους. Αυτοί και +πολεμικώτεροι είναι των άλλων Ινδών, και προς ζήτησιν χρυσού αυτοί +απέρχονται, διότι πλησίον των υπάρχει το έδαφος το οποίον είναι +έρημον ένεκα της άμμου. Εις την έρημον και εις την άμμον ζώσι +μύρμηκες των οποίων το μέγεθος είναι έλασσον μεν των κυνών, μείζον +δε των αλωπεκών Ο βασιλεύς των Περσών έχει τινάς των μυρμήκων +τούτων, ενταύθα θηρευθέντας. Οι μύρμηκες ούτοι λοιπόν, +κατασκευάζοντες τας κατοικίας των υπό την γην, σωρεύουσι την +άμμον, απαραλλάκτως ως κάμνουσιν οι μύρμηκες εις την Ελλάδα, με +τους οποίους άλλως τε ομοιάζουσι πολύ. Αλλ' η άμμος η εκείθεν +εξερχομένη είναι χρυσίτις, προς ζήτησιν δε της άμμου ταύτης +μεταβαίνουσα εις την έρημον οι Ινδοί, ζευγνύων ο καθείς τρεις +καμήλους, εκατέρωθεν μεν ανά μίαν άρρενα φέρουσαν άλυσον διά να +σύρη, εν τω μέσω δε μίαν θήλειαν επί της οποίας αναβαίνει αυτός, +την οποίαν εξέλεξεν επιμελώς μεταξύ εκείνων αίτινες προ ολίγου +εγέννησαν και την οποίαν ζευγνύει αφού την αποχωρίση από τα τέκνα +της· διότι αι κάμηλοι δεν είναι κατώτεραι των ίππων κατά την +ταχύτητα και είναι δυνατώτεραι να φέρωσι πολύ βάρος. + +103. Ποίον σχήμα έχει η κάμηλος δεν το περιγράφω, διότι είναι +γνωστόν εις τους Έλληνας· θα αναφέρω δε μόνον εκείνην την ιδιότητα +αυτής την οποίαν δεν γνωρίζουσιν. Η κάμηλος εις τα οπίσθια σκέλη +έχει τέσσαρας μηρούς και τέσσαρα γόνατα, τα δε αιδοία διά των +οπισθίων σκελών προς την ουράν τετραμμένα. + +104. Μεταχειρίζονται λοιπόν οι Ινδοί αυτόν τον τρόπον και αυτήν +την ζεύξιν όταν απέρχωνται προς αναζήτησιν χρυσού, +καιροφυλακτούντες να αρπάσωσιν αυτόν εν ώρα θερμοτάτων καυμάτων, +διότι τότε οι μύρμηκες κρύπτονται υπό την γην. Εις τας χώρας +ταύτας ο ήλιος είναι καυστικώτατος μετά την ανατολήν, και όχι ως +αλλαχού κατά την μεσημβρίαν· η θερμοτάτη δύναμίς του διαρκεί μέχρι +της στιγμής καθ' ην παρ' ημίν διαλύεται η αγορά. Καθ' όλον τούτο +το διάστημα καίει πολύ περισσότερον παρ' όσον καίει εις την Ελλάδα +εν μέση ημέρα, τόσον ώστε λέγουσιν ότι οι άνθρωποι αναγκάζονται να +δροσίζωνται με ύδωρ. Μεσούσα η ημέρα καίει τους Ινδούς σχεδόν όσον +και τους άλλους· Όταν δε αρχίση να κλίνη, γίνεται ο ήλιος εις +αυτούς όπως είναι εις τους άλλους ανθρώπους κατά την πρωίαν· και +όσον προχωρεί, τόσον ψυχρούται, μέχρι της στιγμής καθ' ην +πλησιάζων να δύση γίνεται ψυχρότατος. + +105. Φθάνοντες εις τον τόπον οι Ινδοί με σάκκους πληρούσιν αυτούς +άμμου και επιστρέφουσιν οπίσω όσον τάχιστα, διότι, ως λέγουσιν οι +Πέρσαι, ευρίσκουσιν οι μύρμηκες τα ίχνη των εκ της οσμής και τους +διώκουσι. Τόσον δε ταχύτατα είναι τα ζώα ταύτα, ώστε εάν οι Ινδοί +δεν επρόφθανον να μακρύνωνται πολύ όταν συνάζωνται οι μύρμηκες, +κανείς εξ αυτών δεν θα εσώζετο. Και οι μεν άρρενες των καμήλων, +κατώτεροι εις το τρέξιμον από τας θηλείας και ταχύτερον +κουραζόμενοι, δεν θα εβάδιζον με ίσον βήμα· αλλ' αι θήλειαι, +ενθυμούμεναι τα τέκνα τα οποία αφήκαν, δεν βραδύνουσι την πορείαν +των ουδ' επί μίαν στιγμήν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Ινδοί +προμηθεύονται τον πλειότερον χρυσόν, ως λέγουσιν οι Πέρσαι· +υπάρχει δε και άλλος χρυσός τον οποίον ευρίσκουσιν εις την χώραν +σκάπτοντες. + +106. Αι εσχατιαί της οικουμένης έχουσι την ιδιότητα να παράγωσι τα +κάλλιστα πράγματα, καθώς η Ελλάς έλαχε να έχη το μάλλον ευκραές +κλίμα. Τωόντι η Ινδική είναι προς ανατολάς ο τελευταίος +κατοικούμενος τόπος, ως είπον ανωτέρω, τα δε τετράποδα αυτής και +τα πτηνά είναι πολύ μεγαλείτερα ή εις τα άλλα μέρη, πλην των ίππων +οίτινες είναι μικρότεροι των Μηδικών ίππων των καλουμένων Νισαίων. +Προς τούτοις έχει χρυσόν άφθονον, είτε ορυσσόμενον, είτε +καταβιβαζόμενον υπό ποταμών, είτε αρπαζόμενον ως περιέγραψα. Τα δε +άγρια δένδρα εκεί παράγουσιν ως καρπόν μαλλίον ωραιότερον και +καλλιτέρας ποιότητος της των προβάτων· εκ του καρπού των δένδρων +τούτων κατασκευάζουσιν οι Ινδοί φορέματα. + +107. Προς μεσημβρίαν δε η Αραβία είναι το έσχατον κατοικούμενον +μέρος, εις αυτήν δε μόνην παράγεται λιβανωτός, σμύρνα, κασία, +κιννάμωμον και λήδανον· όλα ταύτα όμως, πλην της σμύρνης, δυσκόλως +προμηθεύονται οι Άραβες. Και τον μεν λιβανωτόν συνάζουσιν εκ του +καπνού της στύρακος την οποίαν κομίζουσιν εις αυτούς οι Έλληνες +και οι Φοίνικες. Καίουσι την στύρακα και λαμβάνουσι το θυμίαμα, +διότι τα λιβανωτοφόρα ταύτα δένδρα φυλάττουσι πτερωτοί όφεις +μικροί και πολυποίκιλοι· φυλάττουσι δε πολλοί εις έκαστον δένδρον. +Ούτοι είναι οι όφεις οι εισβάλλοντες εις την Αίγυπτον. με κανέν δε +άλλο μέσον δεν αποδιώκονται από τα δένδρα ειμή με τον καπνόν της +στύρακος. + +108. Οι Άραβες λέγουσιν ότι όλη η γη θα επληρούτο τοιούτων όφεων +εάν δεν συνέβαινε και εις αυτούς εκείνο το οποίον ως ηξεύρομεν +συμβαίνει εις τας εχίδνας. Ούτως η θεία πρόνοια, ως είναι +επόμενον, ούσα σοφή, όσα μεν ζώα είναι δειλά και εδώδιμα, ταύτα +πάντα εποίησε πολύγονα διά να μη εκλείψωσι τρωγόμενα, όσα δε είναι +άγρια και βλαβερά, ταύτα εποίησεν ολιγόγονα. Ο μεν λαγωός, επειδή +κυνηγείται από όλους, από τα θηρία, από τα όρνεα και από τους +ανθρώπους, είναι ζώον γονιμώτατον και το μόνον το οκροποίον ενώ +είναι έγκυον συλλαμβάνει πάλιν· έχει συγχρόνως εις την μήτραν του +έν έμβρυον τριχωτόν, έν άτριχον, έν μόλις σχηματισθέν και άλλο +συλλαμβάνει. Τοιούτος ήναι ο λαγωός. Η δε λέαινα, επειδή είναι +ζώον ισχυρότατον και τολμηρότατον, έν μόνον τέκνον γεννά καθ' όλην +της την ζωήν διότι όταν γεννά εξέρχεται μετά του τέκνου και η +μήτρα το αίτιον δε τούτου είναι το εξής. Όταν ο σκύμνος αρχίζη να +κινήται εντός της μήτρας, έχων όνυχας πολύ οξυτάτους από όλα τα +άλλα θηρία, αμύσσει αυτήν, και όσον αυξάνουν αι δυνάμεις του, +τόσον περισσότερον πληγόνει και σχίζει αυτόν και όταν έλθη ο +καιρός του τοκετού ουδέν μέρος της μήτρας μένει υγιές. + +109. Ομοίως και έχιδναι και οι πτερωτοί όφεις της Αραβίας, εάν +επολλαπλασιάζοντο, όπως η φύσις των είναι θηριώδης, το ανθρώπινον +γένος δεν θα ηδύνατο να ζήση· αλλ' όταν συνέρχωνται τα ζώα ταύτα +κατά ζεύγη, ενώ το άρρεν καταγίνεται να εκπέμψη την γονήν τον, το +θήλυ προσκολλάται εις τον λαιμόν του και δεν το αφίνει πριν το +καταφάγη. Αποθνήσκει λοιπόν το άρρεν κατ' αυτόν τον τρόπον και το +θήλυ τιμωρείται διά τον φόνον τούτον ως εξής. Τα τέκνα, προς +εκδίκησιν του πατρός των, όντα έτι εις την κοιλίαν τρώγουσι την +μήτραν, αφού δε φάγωσι και την γαστέρα εξέρχονται τοιουτοτρόπως. +Οι άλλοι δε όφεις οι αβλαβείς εις τους ανθρώπους τίκτουσιν ωά και +εκλεπίζουσι πολλά τέκνα. Και αι μεν έχιδναι ευρίσκονται πανταχού· +οι δε πτερωτοί όφεις είναι όλοι συνηγμένοι εις την Αραβίαν και +ουδαμού αλλαχού· τούτου δε ένεκα φαίνονται ότι είναι πολλοί. + +110. Τον μεν λιβανωτόν τούτον ούτω κτώνται οι Αράβιοι, την δε +κασίαν ως εξής. Αφού περιτυλίξωσι καλώς το σώμα των και το +πρόσωπον, πλην των οφθαλμών με δέρματα βοών και άλλα, υπάγουν να +συνάξωσι την κασίαν. Φύεται δε αύτη εις λίμνην όχι βαθείαν περί +την οποίαν και εν τη οποία διατρίβουσι ζώα πτερωτά. Τα ζώα ταύτα +ομοιάζουσι πολύ με τας νυχτερίδας, έχουσι κραυγήν απαισίαν και +είναι πολύ δυνατά· προφυλάττοντες λοιπόν οι άνθρωποι τους +οφθαλμούς των τοιουτοτρόπως, δρέπουσι την κασίαν. + +111. Το δε κυννάμωμον συνάγουσι με τρόπον θαυμαστότερον των +προρρηθέντων. Πώς γίνεται και ποία γη παράγει αυτό, δεν ηξεύρουσι +να είπωσιν, εκτός μόνον εξ εικασίας λέγουσί τινες ότι παράγεται +εις τα μέρη όπου ετράφη ο Διόνυσος· λέγουσι δε ότι μεγάλα όρνεα +φέρουσι τα κάρφη, τα οποία ημείς μαθόντες από τους Φοίνικας +καλούμεν κιννάμωμον· τα φέρουσι δε τα όρνεα ταύτα διά να +κατασκευάσωσι τας φωλεάς των, αίτινες είναι εκ πηλού +προσκεκολλημέναι εις όρη απόκρημνα όπου ουδεμία υπάρχει ανάβασης +διά τον άνθρωπον. Εν τούτοις οι Αράβιοι μεταχειρίζονται το εξής +μέσον διά να αναβώσι· κόπτοντες εις μέγιστα τεμάχια τα μέλη βοών, +αποθνησκόντων όνων και άλλων υποζυγίων, τα φέρουσιν εις εκείνα τα +μέρη, τα αποθέτουσι πλησίον των φωλεών και απομακρύνονται. Τα +πτηνά καταβαίνουσι και αρπάζουσι τα μέλη ταύτα των υποζυγίων· +επειδή όμως αι φωλεαί δεν δύνανται να βαστάσωσι τοσούτον βάρος, +συντρίβονται και κρημνίζονται εις την γην· τότε προστρέχοντες οι +άνθρωποι συνάζουσι το κιννάμωμον, το οποίον συλλεγόμενον υπ' +αυτών, κομίζετε εις άλλας χώρας. + +112. Το δε ήδανον, το οποίον οι Αράβιοι καλούσι λάδανον, τούτο +είναι θαυμασιώτερον πάντων· διότι, παραγόμενον εις μέρος +δυσωδέστατον, είναι ευωδέστατον· ευρίσκεται δε ως γλοιός εις τους +πώγωνας των αιγών και των τράγων, όπου προσκολλάται όταν βόσκωσιν +εις τους θάμνους. Είναι χρήσιμον εις την κατασκευήν πολλών μύρων, +και αυτό προ πάντων μεταχειρίζονται οι Αράβιοι όταν θυμιώσιν. + +113. Και ταύτα μεν αρκούσι περί των θυμιαμάτων, όλη δε η Αραβία +επιχέει οσμήν θαυμασίαν και ηδυτάτην. Οι Αράβιοι έχουσι δύο είδη +προβάτων θαυμασμού άξια, τα οποία ουδαμού αλλαχού ευρίσκονται. Το +μεν έχει τας ουράς μακράς μόλις ολιγώτερον των τριών πήχεων, αι +οποίαι εάν τας άφινον να σύρωνται, θα επληγώνοντο προστριβόμεναι +εις την γην. Αλλ' όλοι οι ποιμένες, διά την αιτίαν ταύτην, +ηξεύρουσιν ολίγον να ξυλουργώσι· κατασκευάζοντες λοιπόν αμαξίδια, +τα δένουσιν υπό τας ουράς, και τοιουτοτρόπως έκαστον ζώον έχει την +ουράν του επί ενός αμαξιδίου. Το άλλο είδος των προβάτων έχει τας +ουράς πλατείας και μέχρι πήχεως το πλάτος. + +114. Προς το μέρος δε όπου η μεσημβρινή ζώνη του ουρανού κλίνει +προς τον δύοντα ήλιον, η Αιθιοπία είναι η τελευταία των +κατοικουμένων χωρών. Αύτη και χρυσόν έχει πολύ και ελέφαντας +μεγάλους, και άγρια δένδρα παντοειδή, και έβενον, και ανθρώπους +μεγίστους, ωραιοτάτους και μακροβιωτάτους. + +115. Αυτοί μεν είναι αι εσχατιαί της Ασίας και της Λιβύας, περί δε +των εσχατιών της δυτικής Ευρώπης δεν δύναμαι να ομιλήσω μετά +βεβαιότητος, διότι δεν παραδέχομαι ότι υπάρχει ποταμός καλούμενος +υπό των βαρβάρων Ηριδανός, όστις εκβάλλει εις την βόρειον θάλασσαν +και από τον οποίον ως λέγουσι μας έρχεται το ήλεκτρον, ούτε νήσοι +Κασσιτερίδες γνωρίζω να υπάρχωσιν από τας οποίας μας έρχεται ο +κασσίτερος. Πρώτον μεν διότι το όνομα Ηριδανός μαρτυρεί αφ' εαυτού +ότι είναι ελληνικόν και ουχί βάρβαρον, υπό ποιητού τίνος πλασθέν· +δεύτερον δε, διότι με όλας τας αναζητήσεις μου, δεν ηδυνήθην να +εύρω άνθρωπον ιδίοις οφθαλμοίς βεβαιωθέντα ότι εκείθεν της Ευρώπης +υπάρχει θάλασσα. Τούτο μόνον είναι βέβαιον ότι ο κασσίτερος και το +ήλεκτρον μας έρχονται εκ μεμακρυσμένων χωρών. + +116. Εις δε τα αρκτικά της Ευρώπης φαίνεται ότι ο χρυσός είναι +άφθονος· πώς όμως τον λαμβάνουσι, δεν δύναμαι να είπω μετά +θετικότητος. Λέγουσιν ότι άνθρωποι μονόφθαλμοι, καλούμενοι +Αριμασποί, αρπάζουσιν αυτόν από γούπα. Πλην δεν πιστεύω ούτε +τούτο, ότι γεννώνται μονόφθαλμοι άνθρωποι, την άλλη φύσιν έχοντες +ομοίαν με τους λοιπούς ανθρώπους. Όπως και αν έχη το πράγμα, αι +εσχατιαί του κόσμου, αι περικλείουσαι την άλλην γην και +περιορίζουσαι αυτήν, έχουσιν όσα εις ημάς φαίνονται κάλλιστα και +σπανιώτατα. + +117. Υπάρχει δε εις την Ασίαν πεδιάς περικεκλεισμένη πανταχόθεν +υπό ορέων τα οποία έχουσι πέντε στενωπούς. Η πεδιάς αύτη ανήκε +ποτε εις τους Χορασμίους και κείται εις τα σύνορα αυτών των +Χορασμίων, των Υρκανίων, των Πάρθων, των Σαραγγών και των +Θαμαναίων· αφότου δε οι Πέρσαι έχουσι το κράτος, ανήκει εις τον +βασιλέα. Εκ τούτων λοιπόν των ορέων των περικλειόντων αυτήν ρέει +μέγας ποταμός του οποίου το όνομα είναι Άκης· ο ποταμό ούτος +διαμοιραζόμενος πρότερον εις πέντε διώρυχας έφερε το ύδωρ του διά +των πέντε διασφάγων των ορέων εις έκαστον των εθνών τα οποία +ανέφερα και επότιζεν αυτά· αφότου όμως τα έθνη ταύτα υπετάγησαν +εις τους Πέρσας, πάσχουσι το εξής. Κλείσας ο βασιλεύς τους τοίχους +των διασφάγων, έθεσεν εις εκάστην μίαν πόλην, ώστε αποκλειομένου +του ύδατος εντός και μη υπαρχούσης διεξόδου, η εντός των ορέων +πεδιάς γίνεται πέλαγος, καθότι ο ποταμός χύνεται μεν εντός αυτής, +δεν έχει όμως καμμίαν έξοδον. Εκείνοι λοιπόν οίτινες πρότερον ήσαν +συνετισμένοι να μεταχειρίζωνται το ύδωρ τούτο, μη δυνάμενοι πλέον +να το χρησιμοποιώσι πάσχουσι μεγάλην συμφοράν· διότι βρέχει μεν +εις αυτούς ο θεός κατά τον χειμώνα καθώς και εις τους άλλους +ανθρώπους, αλλά κατά το θέρος, όταν σπείρωσι τον κέγχρον και το +σήσαμον, λαμβάνουσιν ανάγκην αυτού του ύδατος· επειδή δε δεν τοις +παραχωρείται, πορευόμενοι εις την Περσίαν, αυτοί και αι γυναίκες +των, ίστανται προ των πυλών του βασιλέως βοώντες και ωρυόμενοι. +Τότε ο βασιλεύς διατάττει να ανοιγώσιν αι πύλαι αι προς το μέρος +των εχόντων μεγάλην ανάγκην. Αφού δε η γη των χορτασθή πίνουσα +ύδωρ, αύται μεν αι πύλαι κλείονται, διατάττει δε να ανοίξωσιν +άλλας εις άλλους οίτινες ήθελον είπει ότι έχουσι μεγίστην ανάγκην. +Καθώς δε ηξεύρω εξ ακοής, τας ανοίγει αφού λάβη μεγάλας ποσότητας +χρημάτων, πλην του φόρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσιν. + +118. Εκ των επτά δε ανδρών των κατά του μάγου επαναστάντων, είς ο +Ινταφέρνης εθανατώθη αμέσως μετά την επανάστασιν δι' την εξής +αυθάδειάν του. Ηθέλησε να εισέλθη εις την βασιλικήν οικίαν και να +συνομιλήση μετά του βασιλέως, καθότι ήτο συμπεφωνημένον μεταξύ των +κατά του μάγου συνωμοσάντων να έχωσιν ελευθέραν την είσοδον παρά +τω βασιλεί άνευ προηγουμένης ειδοποιήσεως, εκτός εάν ο βασιλεύς +τύχη να κοιμάται μετά τινος των γυναικών του. Ο Ινταφέρνης λοιπόν +ενόμισεν ότι ηδύνατο να εισέλθη χωρίς να τον αναγγείλη κανείς, και +ηθέλησε να εισχωρήση, καθότι ήτο είς των επτά· αλλ' ο πυλωρός και +ο αγγελιαφόρος δεν επέτρεπον τούτο, λέγοντες ότι ο βασιλεύς ήτο +μετά γυναικός. Νομίσας δε ο Ινταφέρνης ότι έλεγον ψεύματα έπραξε +τα εξής· έσυρε τον ακινάκην και έκοψε τα ώτα αυτών και τας ρίνας· +έπειτα δέσας τας χείρας των και περάσας περί τον λαιμόν των τον +χαλινόν του ίππου του τους άφησε συνδεδεμένους. + +119. Εκείνοι δε δεικνύοντες εαυτούς εις τον βασιλέα, είπον την +αιτίαν δι' ην έπαθον τα παθήματα εκείνα. Φοβηθείς δε ο Δαρείος +μήπως η πράξις εγένετο εκ συνεννοήσεως των έξ, έστειλε και έφερε +τον ένα μετά τον άλλον, και εδοκίμασε την γνώμην των εάν +επεδοκίμαζον τα γενόμενα. Αφού όμως εβεβαιώθη ότι εγένοντο άνευ +της συνδρομής των, συνέλαβε τον Ινταφέρνη, τους παίδας αυτού και +όλους τους οικείους του, επειδή πολλάς είχεν υποψίας ότι με τους +συγγενείς του εσκόπευε να επαναστατήση εναντίον του. Συλλαβών +λοιπόν αυτούς, διέταξε να τους δέσωσι και να τους θανατώσωσιν. Η +γυνή όμως του Ινταφέρνους, ελθούσα εις την θύραν του βασιλέως, +έκλαιε και ωδύρετο· επειδή δε δεν έπαυε, συνεκίνησεν επί τέλους +τον Δαρείον, όστις, ευσπλαγχνισθείς αυτήν, έπεμψεν απεσταλμένον +όστις τη είπεν· «Ω γύναι, ο βασιλεύς Δαρείος σε συγχωρεί να σώσης +από όλους τους συγγενείς εκείνον τον οποίον θέλεις.» Η γυνή, +σκεφθείσα επ' ολίγον, απεκρίθη· «Αφού ο βασιλεύς μοι χαρίζει την +ζωήν ενός εξ αυτών, εκλέγω μεταξύ όλων τον αδελφόν μου.» Μαθών δε +ο Δαρείος ταύτα και εκπλαγείς έπεμψε πάλιν και τη είπεν· «Ω γύναι, +ο βασιλεύς σε ερωτά ποίαν σκέψιν έχουσα αφίνεις τον άνδρα και τα +τέκνα σου και προτιμάς να σωθή ο αδελφός σου, όστις σε είναι +μάλλον αλλότριος ή τα τέκνα σου, και ολιγώτερον αγαπητός του +ανδρός σου.» — Ω βασιλεύ, απεκρίθη κείνη, άνδρα μεν ειμπορώ να +εύρω άλλον, εάν θέλη ο θεός, καθώς και τέκνα άλλα, εάν χάσω αυτά· +αλλ' επειδή ο πατήρ και η μήτηρ μου δεν ζώσι πλέον, αδελφόν άλλον +με είναι αδύνατον να εύρω κατ' ουδένα τρόπον. Αυτή ήτο η σκέψις +μου όταν έδωκα την απόκρισίν μου.» Εις δε τον Δαρείον εφάνη ορθός +ο συλλογισμός της γυναικός, και επειδή ευχαριστήθη εκ της +αποκρίσεώς της τη παρήτησε τον ζητούμενον και τον πρεσβύτατον υιόν +της, τους δε άλλους όλους εφόνευσε. Τοιουτοτρόπως λοιπόν είς εκ +των επτά εφονεύθη αμέσως μετά την συνωμοσίαν. + +120. Περί την εποχήν καθ' ην ήτο ασθενής ο Καμβύσης ιδού τι +συνέβη. Πέρσης τις, ονόματι Οροίτης, διωρισμένος υπό του Κύρου +διοικητής τον Σαρδίων, επεθύμησε πράγμα ανόσιον. Χωρίς να πάθη +τίποτε από τον Σάμιον Πολυκράτη, χωρίς να ακούση παρ' αυτού +προσβλητικόν τινα λόγον, χωρίς να τον ίδη πρότερον, διενοήθη να +τον συλλάβη και να τον θανατώση. Πολλοί εν τούτοις διατείνονται +ότι ωρμήθη εις τούτο εκ της εξής αιτίας· ο Οροίτης και έτερος τις +Πέρσης, ο Μιτροβάτης, διοικητής του νομού Δασκυλείου, έτυχεν +ημέραν τινά να κάθηνται προ της θύρας του βασιλέως· από τας +ομιλίας ήλθον εις φιλονεικίας, και επειδή ήριζον περί ανδρίας, ο +Μιτροβάτης ονειδίζων τον Οροίτην τω είπε· «Δύνασαι να +συγκαταριθμείσαι μεταξύ των ανδρών συ όστις δεν κατέκτησες ακόμη +διά τον βασιλέα την πλησιεστάτην του νομού σου νήσον Σάμον, ήτις +εν τούτοις είναι ευάλωτος, αφού είς των κατοίκων της άνευ άλλης +δυνάμεως ή δεκαπέντε στρατιωτών βαρέως ωπλισμένων την εκυρίευσεν +επαναστατήσας και τώρα την εξουσιάζει;» Κατά την διήγησιν ταύτην ο +Οροίτης, λυπηθείς καιρίως διά τους λόγους τούτους, απεφάσισεν όχι +να εκδικηθή τον Μιτροβάτη αλλά να καταστρέψη τον Πολυκράτη χάριν +του οποίου ήκουσε τας προσβολάς εκείνας. + +121. Οι δε ολιγώτεροι λέγουσιν ότι ο Οροίτης έπεμψεν εις την Σάμον +κήρυκα διά να ζητήση πράγμα τι (δεν αναφέρουσιν όμως τι πράγμα) +και ότι ο Πολυκράτης τυχών κατ' εκείνην την στιγμήν εξηπλωμένος +εις τον ανδρώνα όπου ευρίσκετο και ο Ανακρέων ο Τήιος, είτε εκ +τύχης, είτε επίτηδες διά να καταφρονίση την αίτησιν του Οροίτου +ηκροάσθη τον κήρυκα με πρόσωπον εστριμμένον προς τον τοίχον, και +ούτε εστράφη όταν ωμίλει ούτε απεκρίθη. + +122. Αύται είναι αι δύο αιτίαι εις τας οποίας αποδίδουσι τον +θάνατον του Πολυκράτους, δύναται δε έκαστος να προτιμήση οποίαν +θέλει εκ των δύο. Διαμένων λοιπόν ο Οροίτης ούτος εις την +Μαγνησίαν, πόλιν κειμένην υπεράνω του Μαιάνδρου, και μαθών την +φιλοδοξίαν του Πολυκράτους, έστειλεν εις την Σάμον κομιστήν +αγγελίας τον Μύρσον του Γύγου, άνδρα Λυδόν. Ο δε Πολυκράτης είναι +ο πρώτος από όσους γνωρίζομεν Έλληνας όστις έβαλε κατά νουν, μετά +τον Κνώσσιον Μίνωα, να θαλασσοκρατήση. Ίσως προ του Μίνωος επέτυχε +τις τούτο· αλλ' από της εποχής την οποίαν καλούσι γενεάν +ανθρωπίνην, πρώτος ο Πολυκράτης ήλπισε να κυριεύση την Ιωνίαν και +τας νήσους. Γνωρίζων λοιπόν ο Οροίτης τα διανοήματά του ταύτα, +έπεμψεν αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ο Οροίτης προς τον Πολυκράτη +λέγει ούτω· έμαθον ότι διανοείσαι μεγάλα πράγματα και ηξεύρω ότι +τα χρήματά σου δεν εξαρκούσι προς εκπλήρωσιν των σκοπών σου. Εάν +όμως πράξης ό,τι θα σοι είπω, και συ θα υψωθής και εμέ θα σώσης, +διότι ο βασιλεύς Καμβύσης απεφάσισε να με θανατώση και το σχέδιόν +του με ανηγγέλθη σαφέστατα. Συ λοιπόν ελθών εδώ φυγάδευσόν με, και +εκ των χρημάτων άλλα μεν λάβε συ, άλλα δε άφες να έχω εγώ· διά των +χρημάτων δε τούτων δύνασαι να άρξης απάσης της Ελλάδος. Εάν δεν με +πιστεύης διά τα χρήματα, πέμψον τινά εκ των πιστοτάτων σου, εις +τον οποίον να τα δείξω.» + +123. Ακούσας ταύτα ο Πολυκράτης εχάρη και εδέχθη την προσφοράν +επειδή δε μεγάλως επεθύμει τα χρήματα, έπεμψε πρώτον διά να +παρατηρήση τον πολίτην Μαιάνδριον τον υιόν του Μαιανδρίου όστις +ήτο γραμματεύς του, και όστις ολίγον μετά τα συμβεβηκότα ταύτα +αφιέρωσεν εις τον ναόν της Ήρας όλα τα αξιοθαύμαστα κοσμήματα του +ανδρώνος του Πολυκράτους. Ο δε Οροίτης, μαθών ότι επρόκειτο να +έλθη ο παρατηρητής, έπραξε τα ακόλουθα. Γεμίσας οκτώ κιβώτια με +λίθους, εκτός ολίγου διαστήματος περί τα χείλη, έθεσεν επί των +λίθων χρυσόν, έδεσε καλώς τα κιβώτια και τα είχεν έτοιμα. Ελθών δε +ο Μαιάνδριος και ιδών ανέφερεν εις τον Πολυκράτη. + +124. Ούτος δε μολονότι πολλοί μάντεις και πολλοί φίλοι τον +εμπόδιζον, ητοιμάζετο να αναχωρήση· προσέτι και η θυγάτηρ του είδε +το εξής όνειρον. Τη εφάνη ότι ο πατήρ της, μετεωριζόμενος εις τον +αέρα, ελούετο μεν υπό του Διός, ηλείφετο δε με έλαιον υπό του +Hλίου. Τούτο το όνειρον ιδούσα, πάντα τρόπον μετεχειρίσθη διά να +μη αποδημήση ο Πολυκράτης προς τον Οροίτην, τόσον ώστε και όταν +ακόμη μετέβαινεν εις την πεντηκόντορον του, εκείνη τον ηκολούθει +και εφώναζεν. Ο δε Πολυκράτης την ηπείλησεν ότι εάν επανέλθη σώος +και αβλαβής, θα την αφήση παρθένον επί πολύν χρόνον· τότε εκείνη +ηυχήθη να εκτελεσθή η απειλή του, λέγουσα ότι προτιμά να μείνη διά +παντός παρθένος ή να στερηθή τον πατέρα της. + +125. Περιφρονήσας λοιπόν ο Πολυκράτης πάσαν συμβουλήν έπλευσε προς +τον Οροίτην συνοδευόμενος υπό πολλών φίλων του εν οις ήτο και ο +υιός του Καλλιφώντος Δημοκήδης ο Κροτωνιάτης, όστις ήτο ιατρός και +άριστος εις την τέχνην του μεταξύ των συγχρόνων του. Φθάσας όμως +εις την Μαγνησίαν ο Πολυκράτης υπέστη σκληρόν θάνατον, ανάξιον +εαυτού και των μεγάλων φρονημάτων του· διότι, πλην των Συρακοσίων +τυράννων ουδέ είς των Ελληνικών τυράννων είναι άξιος να παραβληθή +με τον Πολυκράτη κατά την μεγαλοπρέπειαν. Αφού λοιπόν ο Οροίτης +τον εφόνευσε με τρόπον τον οποίον και να διηγηθή τις είναι +ανάρμοστον (50), τον ανεσταύρωσεν. Εξ εκείνων δε οίτινες τον +συνώδευον, όσοι μεν ήσαν Σάμιοι, τους απέλυσε λέγων να τω +γνωρίζωσι χάριν διότι τους άφηνεν ελευθέρους· όσοι δε των +ακολουθούντων ήσαν ξένοι και δούλοι, τους εκράτησεν ως ανδράποδα. +Κρεμάμενος ο Πολυκράτης εξεπλήρωσεν όλον το όνειρον της θυγατρός +του, διότι ελούετο μεν υπό του Διός οσάκις έβρεχε εχρίετο δε υπό +του ηλίου αναδίδων ικμάδα εκ του σώματός του. Ούτως ετελείωσαν αι +ευτυχίαι του Πολυκράτους, ως είχε προμαντεύσει ο βασιλεύς της +Αιγύπτου Άμασις. + +126. Μετ' ου πολύ όμως απέτισεν ο Οροίτης τον θάνατον του +Πολυκράτους, διότι αφού απέθανεν ο Καμβύσης και διαρκούσης τις +βασιλείας των μάγων, ο Οροίτης εις τας Σάρδεις ουδόλως ωφέλησε +τους Πέρσας από τους οποίους οι Μήδοι είχον αφαιρέσει την αρχήν· +εύρε μάλιστα καιρόν κατά τας ταραχάς εκείνας να φονεύση τον +ύπαρχον του Δασκυλείου Μιτροβάτην όστις τον είχεν ονειδίσει διά +τον Πολυκράτη, έπειτα δε εφόνευσε τον υιόν του Μιτροβάτου +Κρανάσπην, αμφοτέρους πρωτεύοντας μεταξύ των Περσών. Ου μόνον δε +ταύτα αλλά και άλλα πολλά υβριστικά έπραξε· προσέτι δε και +ταχυδρόμον τινά του Δαρείου όστις ήλθε προς αυτόν, επειδή τα +αγγελλόμενα δεν τω ήρεσαν, ετοποθέτησεν ανθρώπους να τον +ενεδρεύσωσι καθ' οδόν και τον εφόνευσεν επιστρέφοντα. Αφού δε τον +εφόνευσεν, εξηφάνισε και αυτόν και τον ίππον του. + +127. Λαβών την βασιλείαν ο Δαρείος επεθύμησε να τιμωρήση τον +Οροίτην και διά τα άλλα του αδικήματα, ιδίως όμως διά τον θάνατον +του Μιτροβάτου και του υιού του. Και ευθύς μεν εξ αρχής δεν +ενέκρινε να στείλη στρατόν εναντίον του, διότι και αι ίδιαί του +υποθέσεις ήσαν ατακτοποίητοι, και η βασιλεία του όλως πρόσφατος, +και αφ' ετέρου εμάνθανεν ότι ο Οροίτης ύπαρχος ων του νομού της +Φρυγίας, της Λυδίας και της Ιωνίας, είχε μεγάλην ισχύν, και μεταξύ +άλλων χίλιους Πέρσας δορυφόρους. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος ο +Δαρείος επενόησε το εξής τέχνασμα. Συγκαλέσας τους σημαντικωτάτους +των Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι, τις εξ υμών θα αναλάβη +επιχείρησιν ήτις απαιτεί φρόνησιν μάλλον ή αριθμόν και βίαν; διότι +όπου είναι αναγκαία η φρόνησις, περιττή αποβαίνει η βία. Τις εξ +υμών θα μου φέρη ζώντα τον Οροίτην ή θα φονεύση αυτόν; Ο άνθρωπος +ούτος κατ' ουδέν εβοήθησε τους Πέρσας και έπραξε μεγάλα εγκλήματα· +αφ' ενός μεν εφόνευσε δύο ιδικούς μας, τον Μιτροβάτην και τον υιόν +του, αφ' ετέρου δε εφόνευσεν εκείνους τους οποίους έπεμψα διά να +τον καλέσωσιν ενώπιόν μου, και δεικνύει αυθάδειαν ανυπόφορον. Όθεν +πριν κάμη μεγαλείτερον κακόν εις τους Πέρσας, πρέπει να προλάβωμεν +και να τον θανατώσωμεν.» + +128. Και ο μεν Δαρείος ταύτα ηρώτησε· τριάκοντα δε άνδρες +επρότεινον εαυτούς, θέλων έκαστος να εκτελέση την διαταγήν του. +Επειδή δε εφιλονείκουν, ο Δαρείος τους καθησύχασε λέγων να ρίψωσι +κλήρον. Έρριψαν λοιπόν τους κλήρους και έλαχεν ο Βαγαίος του +Αρτόντου. Κληρωθείς δε ο Βαγαίος, έπραξε τα εξής. Γράψας πολλάς +επιστολάς περί πολλών υποθέσεων διαλαμβανούσας, έθεσεν επ' αυτών +την σφραγίδα του Δαρείου· έπειτα έχων ταύτας μετέβη εις τας +Σάρδεις. Φθάσας και παρουσιασθείς εις τον Οροίτην, εξήγεν ανά μίαν +των επιστολών και έδιδεν αυτάς εις τον βασιλικόν γραμματέα προς +ανάγνωσιν, διότι όλοι οι ύπαρχοι έχουσι μεθ' εαυτών βασιλικούς +γραμματείς. Δίδων δε τας επιστολάς ο Βαγαίος παρετήρει τους +δορυφόρους θέλων να εννοήση εάν θα εδέχοντο να αποστατήσωσι κατά +του Οροίτου. Όταν δε είδεν ότι εδείκνυον μέγαν σεβασμόν προς τα +γράμματα και έτι μεγαλείτερον προς το περιεχόμενον αυτών, τότε +έδωκεν έν άλλο εις το οποίον ο γραμματεύς ανέγνωσε τους ακολούθους +λόγους· «Πέρσαι, ο βασιλεύς Δαρείος σας προστάζει να μη δορυφορήτε +τον Οροίτην.» Ακούσαντες ταύτα οι δορυφόροι, αφήκαν τας λόγχας των +να πέσωσι χαμαί. Ο δε Βαγαίος ευχαριστηθείς διά την ταχείαν +εκείνην υπακοήν, έλαβε θάρρος και έδωκεν εις τον γραμματέα το +τελευταίον γράμμα εις το οποίον ήτο γεγραμμένον· «Ο βασιλεύς +Δαρείος προστάζει τους εις τας Σάρδεις Πέρσας να φονεύσωσι τον +Οροίτην.» Άμα δε ήκουσαν ταύτα οι δορυφόροι, ελκύσαντες τους +ακινάκας, εφόνευσαν αυτόν· και ιδού πώς ο Πέρσης Οροίτης απέτισε +τον θάνατον του Πολυκράτους. + +129. Μετ' ου πολύν χρόνον, αφού μετέφερον τους θησαυρούς του +Οροίτου εις τα Σούσα, συνέβη εις το κυνήγιον θηρίων, ενώ +κατέβαινεν από του ίππου, να στραγγαλίση ο Δαρείος τον πόδα του +δεινώς, διότι ο αστράγαλος εξήλθεν από την άρθρωσιν. Πεπεισμένος +δε προ πολλού ότι είχε πλησίον του τους πρώτους των Αιγυπτίων περί +την ιατρικήν, προσέφυγεν εις αυτούς. Ούτοι όμως, μεταχειρισμένοι +την βίαν διά να επαναφέρωσι τον πόδα εις την θέσιν του, τον +εστρέβλωσαν χειρότερον, ο δε Δαρείος τοσούτους πόνους υπέφερεν +ώστε επί επτά ημέρας και επτά νύκτας, δεν εκοιμήδη διόλου. Την +ογδόην ημέραν ήτο εις πολύ χειροτέραν κατάστασιν όταν τις, όστις +είχεν ακούσει εις τας Σάρδεις επαινουμένην την τέχνην του +Δημοδόκους, τω ωμίλησε περί αυτού. Ο Δαρείος αμέσως διέταξε να τον +φέρωσιν ενώπιόν του. Ευρόντες δε αυτόν παρερριμμένον και +λησμονημένον μεταξύ των ανδραπόδων του Οροίτου, τον έφερον εις τον +βασιλέα, σύροντα τας πέδας και ρακενδύτην. + +130. Άμα τον έφερον ενώπιόν του, ο Δαρείος τον ηρώτησεν εάν ήξευρε +να θεραπεύη. Εκείνος όμως ηρνείτο φοβούμενος μήπως, εάν φανερώση +εαυτόν, τον εμποδίσωσι να επιστρέψη εις την Ελλάδα. Ο Δαρείος +ενόησε και την επιστήμην του και τον δισταγμόν του· διέταξε λοιπόν +τους αγαγόντας αυτόν να φέρωσιν εις το δωμάτιον μάστιγας και +κέντρα. Τότε εφανέρωσεν εαυτόν και είπεν ότι καλώς μεν δεν +εγνώριζεν αλλ' ότι διαμείνας πλησίον ιατρού είχεν ασκηθή ολίγον +εις την τέχνην. Μετά ταύτα όμως, όταν ο Δαρείος ενεπιστεύθη εαυτόν +εις τας φροντίδας του, αντικατέστησε την δραστικήν θεραπείαν δι' +άλλης ηπίας, κατά την ελληνικήν μέθοδον. Τοιουτοτρόπως ο βασιλεύς +ευθύς μεν επανεύρε τον ύπνον, μετ' ολίγας δε ημέρας ιάθη εντελώς +ενώ δεν ήλπιζε πλέον ότι θα τω έμενον σώοι αμφότεροι οι πόδες. Τω +εδώρησε λοιπόν ο Δαρείος δύο ζεύγη χρυσών πεδών, και ο Δημοκήδης +τον ηρώτησεν εάν έπραξε τούτο σκοπεύων να διπλασιάση την δουλείαν +του, διότι τον ιάτρευσεν. Ευχαριστηθείς ο βασιλεύς διά τους λόγους +εκείνους έπεμψεν αυτόν εις τας γυναίκας του. Περιάγοντες δε αυτόν +οι ευνούχοι, έλεγον ότι αυτός ήτο ο αποδώσας την ζωήν εις τον +Δαρείον. Εκάστη τότε αυτών, βυθίζουσα ποτήριον εντός κιβωτίου +πλήρους χρυσίου, το έδιδε δώρον εις τον Δημοκήδη ομού με το +αγγείον· τόσον δε πλουσιοπάροχος ήτο η δωρεά, ώστε ο ακολουθών +αυτόν υπηρέτης, ονόματι Σκίτων, συνάζων τους εκ των αγγείων +πίπτοντας χαμαί στατήρας, απεθησαύρισε μεγάλην ποσότητα. + +131. Ιδού δε πώς ήλθεν ο Δημοκήδης ούτος εκ Κρότωνος και εγνωρίσθη +με τον Πολυκράτη· κρατούμενος εις την Κρότωνα υπό πατρός δυσκόλου +εις τον θυμόν, και μη δυνάμενος να υποφέρη το είδος τούτο της +ζωής, τον εγκατέλιπεν επί τέλους και μετέβη εις την Αίγιναν. +Εγκατασταθείς δε εκεί υπερέβη αμέσως από του πρώτου έτους τους +άλλους ιατρούς, μολονότι δεν είχε μήτε εργαλεία μήτε άλλο τι εκ +των προς εξάσκησιν της τέχνης απαιτουμένων. Κατά το δεύτερον έτος +το κοινόν των Αιγινητών τον εμίσθωσεν αντί ενός ταλάντου, κατά το +τρίτον έτος οι Αθηναίοι τω έδωκαν εκατόν μνας, και κατά το +τέταρτον, ο Πολυκράτης, δύο τάλαντα. Ιδού πώς ήλθεν εις την Σάμον, +και μετ' αυτόν οι Κροτωνιάται ιατροί ευδοκίμησαν ουχί ολιγώτερον, +διότι υπήρξεν εποχή καθ' ην οι Κροτωνιάται ιατροί εθεωρούντο ότι +ήσαν οι πρώτοι ιατροί της Ελλάδος, δεύτεροι δε οι Κυρηναίοι. Κατά +την αυτήν εποχήν οι Αργείοι εφημίζοντο ότι ήσαν οι πρώτοι μουσικοί +της Ελλάδος. + +132. Θεραπεύσας λοιπόν εις τα Σούσα ο Δημοκήδης τον Δαρείον, +έλαβεν οίκον μέγιστον και εγένετο ομοτράπεζος του βασιλέως. Πλην +ενός αγαθού, να επιστρέψη εις την Ελλάδα, είχεν όλα τα άλλα αγαθά. +Αφ' ενός μεν εζήτησε παρά του βασιλέως και επέτυχε την χάριν των +Αιγυπτίων ιατρών οίτινες πρότερον εθεράπευον τον βασιλέα και τους +οποίους έμελλον να ανασκολοπίσωσι διότι εφάνησαν κατώτεροι ενός +Έλληνος ιατρού· αφ' ετέρου δε έσωσεν ένα μάντιν Ηλείον όστις είχεν +ακολουθήσει τον Πολυκράτη και όστις είχε λησμονηθή μεταξύ των +ανδραπόδων. Ήτο λοιπόν ο Δημοκήδης σημαντικόν πρόσωπον πλησίον του +βασιλέως. + +133. Ολίγον έπειτα συνέβησαν τα ακόλουθα άλλα γεγονότα. Εις τον +μαστόν της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου και γυναικός του Δαρείου, +εγένετο εξοίδημα το οποίον μετά ταύτα ήνοιξε και εξηπλώθη. Και +ενόσω μεν ήτο μικρόν, η Άτοσσα αισχυνομένη το έκρυπτε και δεν +έλεγε τίποτε περί αυτού εις κανένα· αλλ' επί τέλους, βλέπουσα τον +κίνδυνον, προσεκάλεσε τον Δημοκήδη και το έδειξεν. Αυτός δε +υποσχεθείς να την θεραπεύση την ώρκισε να τω παραχωρήση προς +αμοιβήν ό,τι ήθελε τη ζητήσει, λέγων ότι δεν θα ζητήση τίποτε +προσβάλλον την τιμήν της. + +134. Αφού λοιπόν περιποιηθείς την εθεράπευσε, τότε η Άτοσσα +διδαχθείσα από τον Δημοκήδη είπεν εσπέραν τινά εις τον Δαρείον +ευρισκομένη εις την κλίνην μετ' αυτού· «Ω βασιλεύ, ενώ έχεις τόσην +δύναμιν αναπαύεσαι και δεν προσπαθείς να προσθέσης άλλο Έθνος εις +την κυριαρχίαν των Περσών. Εις νεαρόν βασιλέα, κάτοχο απείρου +πλούτου, αρμόζουν αι μεγάλαι πράξεις διά να βεβαιωθώσι και οι +Πέρσαι ότι άρχονται υπό ανδρός. Δύο αίτια σε αναγκάζουσι να πράξης +ούτω· πρώτον διά να γνωρίζωσιν οι Πέρσαι ότι ο ηγεμών των είναι +γενναίος και δεύτερον διά να τρίβωνται εις τον πόλεμον και να μη +σ' επιβουλεύωνται σχολάζοντες. Τώρα, ενόσω ακόμη είσαι νέος, +δύνασαι να κατορθώσης έργα λαμπρά· διότι αυξανομένου του σώματος, +συναυξάνει και ο νους, γηράσκοντος δε του σώματος συγγηράσκει και +ο νους και αμβλύνεται εις όλα τα πράγματα.» Η Άτοσσα λοιπόν ταύτα +έλεγε διδαχθείσα, ο δε Δαρείος απεκρίθη ως εξής· «Ω γύναι, με +είπες όσα και εγώ εσκεπτόμην να πράξω· εσκόπευα να κατασκευάσω +γέφυραν από την ήπειρον ταύτην μέχρι της απέναντι ηπείρου και να +στρατεύσω κατά των Σκυθών· τούτο δε θα γίνη εντός ολίγου.» Είπε δε +η Άτοσσα· «Σκέφθητι, ω βασιλεύ· παραίτησον προς το παρόν το +σχέδιον να εκστρατεύσης πρώτον κατά των Σκυθών, διότι οι λαοί +ούτοι γίνονται υπήκοοί σου άμα θελήσης, και στράτευσον πρώτον κατά +της Ελλάδος· καθότι επιθυμώ να έχω θεραπαίνας Λακαίνας και Αργείας +και Αττικάς και Κορινθίας διά τας οποίας ακούω να γίνεται λόγος. +Έχεις δε και άνθρωπον επιτηδειότατον να σοι εκθέση την κατάστασιν +της Ελλάδος και να σε καθοδηγήση. Ο άνθρωπος ούτος είναι ο +θεραπεύσας τον πόδα σου.» Ο δε Δαρείος απεκρίθη· + +«Ω γύναι, επειδή νομίζεις ότι πρέπει πρώτον να εκστρατεύσω κατά +της Ελλάδος νομίζω καλόν να πέμψω προηγουμένως Πέρσας κατασκόπους +ομού με εκείνον τον οποίον λέγεις, οίτινες μαθόντες και ιδόντες +όλα, θα μας αναφέρωσι περί αυτών· έπειτα δε, αφού πληροφορηθώ +καλώς, θα στραφώ κατά των Ελλήνων.» + +135. Ταύτα είπε, και άμα έπος άμα έργον. Όταν εξημέρωσε, +προσκαλέσας δεκαπέντε επισήμους Πέρσας, τους διέταξε να +συνοδεύσωσι τον Δημοκήδη και να περιέλθωσι μετ' αυτού τα +παραθαλάσσια της Ελλάδος, προσέχοντες να μη τους φύγη ο Δημοκήδης· +αλλ' αφεύκτως να τον φέρωσιν οπίσω. Αφού δε τοις έδωκε τας +διαταγάς ταύτας, προσεκάλεσεν έπειτα τον Δημοκήδη και τον +παρεκάλεσεν, αφού οδηγήση και δείξη όλην την Ελλάδα εις τους +Πέρσας, να επιστρέψη οπίσω. «Λάβε, τω είπεν, όλα τα έπιπλά σοι διά +να τα δώσης δώρα εις τον πατέρα και εις τους αδελφούς σου, εγώ δε +σοι υπόσχομαι άλλα πλουσιώτερα. Διά την μεταβίβασιν δε αυτών σοι +χαρίζω ολκάδα πλήρη παντοίων πολυτίμων πραγμάτων ήτις θα σε +παρακολουθή.» Και ο μεν Δαρείος, ως εγώ νομίζω, τω ωμίλει άνευ +δολιότητος· ο Δημοκήδης όμως, φοβηθείς μήπως ήθελε να τον δοκιμάση +ο Δαρείος, δεν εδέχθη με προθυμίαν όλα όσα τω προσέφερεν· είπε +μάλιστα ότι θα αφήση τα έπιπλά του εις την θέσιν των διά να τα έχη +όταν επιστρέψη οπίσω, και ότι δέχεται μόνον την ολκάδα με τα δώρα +τα προωρισμένα διά τον πατέρα και τους αδελφούς του. Ο δε Δαρείος, +αφού παρήγγειλε και εις αυτόν όσα παρήγγειλεν εις τους Πέρσας, +τους απέστειλεν εις τον λιμένα. + +136. Καταβάντες δε ούτοι εις την Σιδώνα της Φοινίκης, αμέσως +επλήρωσαν δύο τριήρεις, και ομού με αυτάς μίαν ολκάδα από διάφορα +πολύτιμα αντικείμενα. Ετοιμάσαντες δε τα πάντα, έπλεον εις την +Ελλάδα, και πλησιάζοντες εις τα παραθαλάσσια παρετήρουν και +εσημείωνον αυτά, μέχρις ου ιδόντες τα περισσότερα και +ονομαστότερα, έφθασαν εις τον Τάραντα της Ιταλίας. Εκεί, διά +πονηρίας του Δημοκήδους, ο βασιλεύς των Ταραντίνων Αριστοφιλίδης +αφήρεσε τα πηδάλια των Μηδικών πλοίων και εφυλάκισε τους Πέρσας ως +κατασκόπους δήθεν. Ενώ δε ούτοι έπασχον ταύτα, ο Δημοκήδης έφθασεν +εις την Κρότωνα. Φθάσαντος δε αυτού εις τη πατρίδα του, ο +Αριστοφιλίδης απέλυσε του Πέρσας και τοις απέδωκεν ό,τι έλαβεν εκ +των πλοίων των. + +137. Εκπλεύσαντες εκείθεν οι Πέρσαι και διώκοντες τον Δημοκήδην +έφθασαν εις την Κρότωνα· ευρόντες δε αυτόν περιφερόμενον εις την +αγοράν, τον συνέλαβον. Εκ των Κροτωνιατών δε όσοι μεν εφοβούντο +την δύναμιν των Περσών, ήσαν έτοιμοι να τον παραδώσωσιν· οι άλλοι +όμως αντέταξαν βίαν εις την βίαν και εκτύπησαν τους Πέρσας με +ράβδους. Διά να τους εκφοβίσωσι δε οι Πέρσαι έλεγον τα εξής· +«Άνδρες Κροτωνιάται, συλλογισθήτε τι πράττετε· μας αρπάζετε +άνθρωπον όστις εδραπέτευσεν από τον βασιλέα. Πώς ο βασιλεύς θα +υποφέρη την τοιαύτην ύβριν; περιμένετε καλήν έκβασιν διά την βίαν +σας εάν μας διώξετε; κατά ποίας άλλης πόλεως πρότερον θα +εκστρατεύσωμεν ή κατ' αυτής; Ποίαν άλλην πρώτην θα πειραθώμεν να +ανδραποδίσωμεν;» Αλλ' αι απειλαί αύται δεν έπειθον τους +Κροτωνιάτας, οίτινες επέμειναν, ηλευθέρωσαν τον Δημοκήδη και +έλαβον την ολκάδα την οποίαν οι Πέρσαι είχον φέρει μεθ' εαυτών. +Τότε ούτοι επέστρεψαν εις την Ασίαν χωρίς να συλλέξωσιν άλλας +πληροφορίας περί Ελλάδος, επειδή εστερήθησαν τον οδηγόν των. Ενώ +δε απεχώρουν, ο Δημοκήδης τους παρεκάλεσε να είπωσιν εις τον +Δαρείον ότι εμνηστεύθη την θυγατέρα του Μίλωνος και έμελλε να την +λάβη γυναίκα. Είχε δε το όνομα του παλαιστού Μίλωνος μεγάλην +βαρύτητα εις τα Σούσα, και τούτου ένεκα νομίζω επέσπευσε τον γάμον +τούτον ο Δημοκήδης δους πολλά χρήματα, διά να φανή ότι και εις την +πατρίδα του ήτο σημαντικός. + +138. Εκπλεύσαντες από την Κρότωνα οι Πέρσαι έπεσαν με τα πλοία των +εις την Ιαπυγίαν. Εκεί δε όντας δούλους τους ελύτρωσεν ο +Ταραντίνος φυγάς Γίλλος και τους έφερεν εις τον βασιλέα Δαρείον, +όστις προς αμοιβήν της χάριτος ταύτης τω υπεσχέθη να εκτελέση ό,τι +ήθελε ζητήσει. Ο δε Γίλλος, διηγηθείς τας συμφοράς του, εζήτησε να +τον επαναφέρη εις την πατρίδα του. Φοβούμενος όμως μήπως ταραχθή η +Ελλάς εάν χάριν αυτού εκπλεύση διά την Ιταλίαν μέγας στόλος, +εβεβαίωσεν ότι μόνοι οι Κνίδιοι ήρκουν διά να τον καταβιβάσωσιν +εις τον Τάραντα, νομίζων ότι οι Κνίδιοι, όντες φίλοι των +Ταραντίνων, ευκόλως ήθελον τους πείσει να τον δεχθώσιν. Ο Δαρείος +λοιπόν, δεχθείς την αίτησίν του, έπεμψεν απεσταλμένον εις τους +Κνιδίους παραγγέλλων να επαναφέρωσι τον Γίλλον εις τον Τάραντα. Οι +δε Κνίδιοι υπήκουσαν μεν εις τον Δαρείον, δεν εδυνήθησαν όμως να +πείσωσι τους Ταραντίνους, και δεν ήσαν τόσον δυνατοί ώστε να τους +βιάσωσιν εις τούτο. Και ταύτα μεν ούτως εγένοντο, ούτοι δε οι +Πέρσαι ήσαν οι πρώτοι οίτινες ήλθον εκ της Ασίας εις την Ελλάδα, +και διά την αιτίαν ταύτην εστάλησαν ως κατάσκοποι. + +139. Μετά ταύτα ο Δαρείος εκυρίευσε την Σάμον· ήτο δε η πρώτη όλων +των Ελληνίδων και βαρβάρων πόλεων την οποίαν υπέταξε διά την εξής +αιτίαν. Όταν ο υιός του Κύρου Καμβύσης κατέκτησε την Αίγυπτον, +πολλοί Έλληνες τον συνώδευον· οι μεν, ως είναι πιθανόν, χάριν +εμπορίου, οι δε διά να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, τινές δε +απλώς διά να ίδωσι τον τόπον, μεταξύ των οποίων ήτο και ο υιός του +Αιάκους Συλοσών, αδελφός του Πολυκράτους και εξόριστος της Σάμου. +Εις τούτον τον Συλοσώντα συνέβη το εξής ευτύχημα· περιεφέρετο ες +την αγοράν της Μέμφιδος περιτετυλιγμένος εις μανδύαν ερυθρόν, όταν +τον είδεν ο Δαρείος όστις τότε ήτο απλούς δορυφόρος του Καμβύσου +και ελαχίστης σημασίας. Ο Δαρείος επεθύμησε τον μανδύαν και +πλησιάσας εζήτησε να τον αγοράση· ο δε Συλοσών, βλέπων την ζωηράν +εκείνην επιθυμίαν και ωσεί παρακινούμενος υπό θείας εμπνεύσεως, τω +λέγει «Εγώ μεν δεν πωλώ αυτόν αντί ουδεμιάς αξίας· εάν δε επιθυμής +να τον έχης, σε τον δίδω άνευ αποζημιώσεως.» Ο Δαρείος τον +ευχαρίστησε και έλαβε το φόρεμα. + +140. Ο Συλοσών ήτο βέβαιος ότι απώλεσε τον μανδύαν εξ ευηθείας· +αλλά παρήλθον έτη, ο Καμβύσης απέθανεν, οι επτά επανέστησαν κατά +του μάγου και εκ των επτά ο Δαρείος έλαβε την βασιλείαν. Τότε ο +Συλοσών μαθών ότι εκείνος εις τον οποίον άλλοτε έδωκεν εν Αιγύπτω +το ένδυμα εγένετο βασιλεύς, ανέβη εις τα Σούσα, εκάθισεν εις τα +πρόθυρα του βασιλικού οίκου, και είπεν ότι ήτο ευεργέτης του +Δαρείου. Ακούσας τούτο ο πυλωρός, εισήλθεν εις τον βασιλέα διά να +δώση είδησιν· ο δε βασιλεύς εκπλαγείς, είπε· «Και τις λοιπόν είναι +αυτός ο Έλλην ευεργέτης μου εις τον οποίον οφείλω ευγνωμοσύνην, +εγώ όστις νεωστί έλαβον την αρχήν; Εδώ εις ημάς δεν ηξεύρω αν +κανείς ακόμη ανέβη από αυτούς και δεν ενθυμούμαι να οφείλω τι εις +Έλληνα. Μολοντούτο είσαξέ τον διά να μάθω τι θέλει να είπη με τους +λόγους τούτους.» Εισήγαγεν ο πυλωρός τον Συλοσώντα· άμα δε ούτος +εισήλθεν εις τον βασιλικόν θάλαμον, οι διερμηνείς τον ηρώτησαν τις +ήτο και τι έπραξε διά να λέγη εαυτόν ευεργέτην του βασιλέως. Ο δε +Συλοσών διηγήθη όλην την υπόθεσιν του μανδύου, προσθείς ότι αυτός +ήτο όστις τον έδωκε. Τότε ο Δαρείος απεκρίθη· «Ω γενναιότατε +ανδρών, συ ήσο όστις με εδώρησας τον μανδύαν ότε δεν είχον ακόμη +καμμίαν δύναμιν; Το δώρον ήτο μικρόν, αλλ' η ευγνωμοσύνη μου είναι +η αυτή ως εάν σήμερον ελάμβανόν τι μέγα. Προς αμοιβήν θα σοι δώσω +χρυσόν και άργυρον άπειρον διά να μη μετανοήσης ποτέ ότι +ευηργέτησας τον Δαρείον, τον υιόν του Υστάσπους.» Απεκρίθη δε εις +ταύτα ο Συλοσών· «Μη με δίδης, ω βασιλεύ, μήτε χρυσόν μήτε +άργυρον, αλλά σώσας της πατρίδα μου Σάμον την οποίαν αφότου ο +αδελφός μου Πολυκράτης εφονεύθη υπό του Οροίτου κατέχει είς των +δούλων μας, δος μοι αυτήν άνευ σφαγών και δουλείας.» + +141. Ταύτα ακούσας ο Δαρείος έπεμψε στρατόν και στρατηγόν τον +Οτάνην όστις ήτο είς εκ των επτά, διατάξας αυτόν να εκπληρώση όσα +εζήτησεν ο Συλοσών. Καταβάς δε εις το παράλιον ο Οτάνης, ητοίμαζε +την εκστρατείαν. + +142. Κατείχε δε την εξουσίαν εις την Σάμον ο Μαιάνδριος, υιός του +Μαιανδρίου, κρατήσας αυτήν αφότου ο Πολυκράτης τον αφήκεν +επίτροπόν του. Ούτος μολονότι επεθύμει να φανή δικαιότατος +άνθρωπος, δεν το κατώρθωσεν. Άμα μαθών τον θάνατον του +Πολυκράτους, έπραξε ταύτα· πρώτον μεν ίδρυσε βωμόν του Ελευθερίου +Διός, πέριξ του οποίου έστησε το τέμενος τα οποίον υπάρχει ακόμη +εις το προάστειον. Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας ταύτας, +συνήθροισεν εκκλησίαν όλων των πολιτών και είπε τα εξής· «Ως +γνωρίζετε, το σκήπτρον και πάσα η δύναμις του Πολυκράτους +περιήλθον εις εμέ, και δύναμαι τώρα, εάν θέλω να άρχω υμών· εγώ +όμως δεν θα πράξω, εφ' όσον το δυνατόν, ό,τι μέμφομαι εις τους +άλλους, διότι ούτε ο Πολυκράτης δεν με ήρεσκε δεσπόζων ανδρών +ομοίων του, ούτε άλλος όστις πράττει τα αυτά. Ο Πολυκράτης λοιπόν +τώρα εξεπλήρωσε το πεπρωμένον του, εγώ δε καταθέτων ενταύθα την +αρχήν κηρύττω ισονομίαν. Κρίνω όμως δίκαιον να με δοθή η εξής +αμοιβή· πρώτον να λάβω τάλαντα εκ της περιουσίας του Πολυκράτους· +δεύτερον να παραχωρηθή εις εμέ και εις τους απογόνους μου ισοβίως +η ιερωσύνη του Ελευθερίου Διός, εις τον οποίον έκτισα ιερόν και +χάριν του οποίου σας αποδίδω την ελευθερίαν.» Αυτός μεν ταύτα είπε +προς τους Σαμίους· είς δ' εξ αυτών εγερθείς είπεν· «Αλλ' ούτε +είσαι άξιος να άρχης ημών· συ όστις είσαι ταπεινής καταγωγής και +υπήρξες όλεθρος ημών· σκέφθητι δε μάλλον πώς θα δώσης λόγον των +χρηστών τα οποία διεχειρίσθης.» + +143. Εκείνος όστις ωμίλησε τοιουτοτρόπως ήτο σημαντικός μεταξύ των +Σαμίων και ωνομάζετο Τελέσαρχος. Τότε ο Μαίανδρος ενόησεν ότι εάν +απέθετε την αρχήν, άλλος τύραννος θα ελάμβανε την θέσιν του· δεν +εσκέφθη λοιπόν πλέον να την αφήση. Όθεν, άμα απήλθεν εις την +ακρόπολιν, προσκαλέσας τους πρώτους του λαού ένα έκαστον, επί τη +προφάσει να τοις δώση λόγον της διαχειρίσεως των χρημάτων, τους +συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Και ούτοι μεν ήσαν +δεσμώται· εν τω μεταξύ δε ο Μαιάνδριος ησθένησεν, ο δε αδελφός του +Λυκάρητος, νομίζων ότι έμελλε να αποθάνη, απέκτεινεν όλους τους +δεσμώτας διά να καταλάβη ευκολώτερον την εξουσίαν της Σάμου, διότι +οι πολίται εφαίνοντο ότι δεν ήθελον να ήναι ελεύθεροι. + +144. Όταν οι Πέρσαι έφθασαν εις την Σάμον φέροντες τον Συλοσώντα, +κανείς δεν επέφερε την παραμικράν αντίστασιν· αλλά και αυτοί οι +οπαδοί του Μαιανδρίου και αυτός ο Μαιάνδριος είπον ότι ήσαν +έτοιμοι να αναχωρήσωσιν από την νήσον με συνθήκην. Δεχθέντος δε +του Οτάνους τας συμφωνίας ταύτας, και ποιήσαντος σπονδάς, οι +σημαντικώτατοι των Περσών έστησαν θρόνους και εκάθισαν αντικρύ της +ακροπόλεως. + +145. Είχε δε ο τύραννος Μαιάνδριος αδελφόν ολίγον παράφορον, όστις +εκαλείτο Χαρίλαος· ο αδελφός ούτος ήτο δέσμιος εις την ειρκτήν διά +σφάλμα τι. Ακούσας κατ' εκείνην την στιγμήν τα γινόμενα και κύψας +διά της οπής της ειρκτής, είδε τους Πέρσας ησύχως καθημένους και +εφώναξε ζητών να ομιλήση με τον Μαιάνδριον. Ακούσας τούτο ο +Μαιάνδριος, διέταξε να τον λύσωσι και να τον φέρωσιν ενώπιόν του. +Άμα δε τον έφεραν, επέπληξε τον αδελφόν του, τον ύβρισε και τον +παρεκίνησε να φονεύση τους Πέρσας, λέγων· «Εμέ μεν, ω κάκιστε +άνθρωπε, όντα αδελφόν σου και μη πράξαντα τίποτε άξιον δεσμών, με +έδεσες και με έρριψες εις την ειρκτήν, βλέπων δε τους Πέρσας +οίτινες σε διώκουσι και σε καθιστώσιν άνοικον, δεν τολμάς να τους +τιμωρήσης, ενώ είναι τόσον εύκολον να τους νικήσης. Αλλ' εάν συ +τους φοβήσαι, δος εις εμέ τους επικούρους και εγώ τους τιμωρώ +διότι ήλθον εδώ. Σε δε είμαι έτοιμος να εκπέμψω εκ της νήσου.» + +146. Ταύτα είπεν ο Χαρίλαος· ο δε Μαιάνδριος εδέχθη την αίτησίν +του, ουχί ως φρονώ διότι έφθασεν εις τόσην ανοησίαν ώστε να νομίζη +ότι διά των δυνάμεών του ήθελε νικήσει τον βασιλέα, αλλά μάλλον εκ +φθόνου προς τον Συλοσώντα, ότι έμελλε χωρίς κόπον να επαναλάβη την +πόλιν ακέραιον. Ο σκοπός του λοιπόν ήτο να ερεθίση τους Πέρσας, να +εξασθενίση την Σάμον και να την παραδώση εις αυτήν την κατάστασιν, +ηξεύρων ότι αν εβλάπτοντο οι Πέρσαι ήθελον φερθή σκληρώς προς τους +Σαμίους, και βέβαιος ων επίσης ότι ηδύνατο να εξέλθη της πόλεως +ασφαλέστατα όταν ήθελε· διότι είχε κατασκευάσει μυστικήν διώρυχα +φέρουσαν από της ακροπόλεως εις την θάλασσαν. Απέπλευσε λοιπόν ο +Μαιάνδριος εκ της νήσου ακριβώς κατά την στιγμήν καθ' ην ο +Χαρίλαος οπλίσας πάντας τους επικούρους και ανοίξας τας πύλας +εξήλθε διά να κτυπήση τους Πέρσας οίτινες δεν περιέμενον τοιούτο +τι και ενόμιζον ότι τα πάντα είχον συμβιβασθή. Επιπεσόντες λοιπόν +οι επίκουροι κατ' αυτών εφόνευσαν τους μάλλον σημαντικούς, +εκείνους οίτινες εδιφροφορούτο. Αλλ' ενώ εφόνευον αυτούς, ήλθε +προς βοήθειαν ο άλλος Περσικός στρατός και επιπεσών κατά των +επικούρων ηνάγκασεν αυτούς να κλεισθώσιν εις την ακρόπολιν. + +147. Ο Οτάνης, μάρτυς της καταστροφής ταύτης, ενθυμήθη τας +διαταγάς τας οποίας τω έδωκεν ο Δαρείος αποστέλλων αυτόν, να μη +φονεύση κανένα, να μη δουλώση κανένα και να αποδώση την νήσον εις +τον Συλοσώντα αβλαβή· τας ενθυμήθη και συγχρόνως τας ελησμόνησε· +διέταξε λοιπόν τον στρατόν να φονεύση πάντα ον ήθελε συλλάβει, +άνδρα ή παιδίον. Τότε οι μεν εκ του στρατού επολιόρκησαν την +ακρόπολιν, οι δε εφόνευον πάντα ον εύρισκον ενώπιόν των, είτε εις +τας οδούς, είτε εις τους ναούς. + +148. Ο δε Μαιάνδριος, φυγών από την Σάμον, έπλευσε προς την +Λακεδαίμονα. Φθάσας εκεί με όλα τα πράγματα όσα έλαβε μεθ' εαυτού +αναχωρών, έπραξε τα εξής. Εξέβαλε ποτήρια χρυσά και αργυρά, και οι +μεν υπηρέται τα εκαθάριζον, αυτός δε κατ' εκείνην την στιγμήν +εξήλθε διά να συνομιλήση μετά του Κλεομένους του Αναξανδρίδου, +βασιλέως της Σπάρτης, τον οποίον έπειτα έφερεν εις την κατοικίαν +του. Όταν ο Κλεομένης είδε τα ποτήρια, εθαύμασε και εξεπλάγη. +Αμέσως ο Μαιάνδριος τον προσκαλεί να λάβη όσα θέλη, αλλ' εις μάτην +επαναλαμβάνει την παράκλησίν του δις και τρις, ο Κλεομένης +δεικνύεται δικαιότατος άνθρωπος και δεν κρίνει πρέπον να δεχθή τα +προσφερόμενα. Εννοών δε ότι άλλοι πολίται ηδύναντο να δελεασθώσιν +από τα δώρα και να εύρη ίσως ο Μαίανδρος υπεράσπισιν, μετέβη προς +τους εφόρους και τοις είπεν ότι συμφέρει εις την Σπάρτην να +αναχωρήση ο Σάμιος ξένος εκ της Πελοποννήσου διά να μη αναπείση ή +αυτόν ή άλλον τινά Σπαρτιάτην να γίνη κακός. Υπακούσαντες δε οι +έφοροι διέταξαν διά του κήρυκος τον Μαιάνδριον να αναχωρήση. + +149. Οι δε Πέρσαι, περικυκλώσαντες την Σάμον ως εντός δικτύου, την +παρέδοσαν εις τον Συλοσώντα έρημον κατοίκων. Μετά τινα χρόνον όμως +ο Οτάνης ανενέωσε τον πληθυσμόν της συνεπεία ονείρου τινός το +οποίον είδε και ασθενείας τινός ήτις τον ηκολούθησεν εις τα +αιδοία. + +150. Καθ' ην στιγμήν ο στόλος ανεχώρει διά την Σάμον απεστάτησαν +οι Βαβυλώνιοι καλώς προητοιμασμένοι καθ' όλα· διότι από της εποχής +του μάγου, της συνωμοσίας των επτά και των ταραχών αίτινες +επηκολούθησαν, παρεσκευάζοντο διά την πολιορκίαν χωρίς να τους +εννοήση κανείς. Αφού δε επανέστησαν αναφανδόν, έλαβον και τα εξής +μέτρα· έκαστος εξελέξατο την γυναίκα την οποίαν επροτίμα +περισσότερον από τας άλλας της οικίας, πλην των μητέρων τας οποίας +έθεσαν κατά μέρος, έπειτα συνήθροισαν τας λοιπάς και τας έπνιξαν. +Είχε λοιπόν έκαστος μίαν γυναίκα διά να κατασκευάζη τα φαγητά του, +τας δε λοιπάς έπνιξαν διά να οικονομώσι τας τροφάς. + +151. Μαθών τούτο ο Δαρείος, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις του, +εστράτευσε κατ' αυτών, έφθασεν εις την Βαβυλώνα και επολιόρκησε +τους κατοίκους μηδόλως μεριμνώντας περί τούτου. Τωόντι οι +Βαβυλώνιοι, αναβαίνοντες εις τους προμαχώνας, εχόρευον και +έσκωπτον τον Δαρείον και τον στρατόν του· είς δ' εξ αυτών είπε +τους λόγους τούτους· «Διατί μένετε εδώ, ω Πέρσαι, και δεν +αναχωρείτε. Θα μας κυριεύσετε τότε όταν ημίονοι γεννήσωσι.» Ταύτα +είπεν είς των Βαβυλωνίων νομίζων ότι ποτέ ημίονος δεν ειμπορεί να +γεννήση. + +152. Έν έτος και επτά μήνες είχον ήδη παρέλθει, ο δε Δαρείος και +όλος ο στρατός ηγανάκτουν διότι δεν ηδύναντο να κυριεύσωσι την +πόλιν, μολονότι ετέθησαν εις ενέργειαν όλα τα στρατηγήματα και +όλαι αι μηχαναί. Μεταξύ δε των άλλων στρατηγημάτων, απεπειράθησαν +και εκείνο με το οποίον επέτυχεν άλλοτε ο Κύρος. Αλλ' οι +Βαβυλώνιοι είχον λάβει μεγάλας προφυλάξεις και δεν ηδύνατο να τους +κυριεύση. + +153. Ενώ εγίνοντο ταύτα, κατά τον εικοστόν μήνα, συνέβη το εξής +θαύμα εις τον Ζώπυρον τον υιόν του Μεγαβύζου, εκείνου όστις +υπήρξεν είς των επτά κατά του μάγου συνωμοσάντων. Μία από τας +σιτοφόρους ημιόνους του εγέννησεν. Όταν δε τω ανήγγειλον τούτο δεν +επίστευσε και μετέβη ο ίδιος διά να ίδη τον πώλον. Παραγγείλας δε +εις τους υπηρέτας του να μη φανερώσωσιν εις κανένα το γεγονός, +εσκέπτετο πολλά καθ' εαυτόν. Τότε ενθυμήθη τους λόγους του +Βαβυλωνίου όστις κατά την έναρξιν της πολιορκίας είχεν ειπεί ότι +θα κυριευθή το τείχος όταν γεννήσωσιν ημίονοι, και έκρινεν ότι +ηδύνατο τέλος να κυριευθή η Βαβυλών, καθότι επίστευεν ότι κατά +θείαν βούλησιν ο Βαβυλώνιος είπε τον λόγον εκείνον και εγέννησεν η +ημίονός του. + +154. Επειδή λοιπόν τω εφαίνετο ότι απεφασίσθη υπό της μοίρας να +κυριευθή η Βαβυλών, μετέβη προς τον Δαρείον και τον ηρώτησεν εάν +είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση την πόλιν ταύτην, Ότε δε έμαθεν +ότι επεθύμει πολύ, ήρχισε να σκέπτεται πώς να την κυριεύση ο ίδιος +και πώς το έργον να αποδοθή εις αυτόν, διότι εις τους Πέρσας τα +κατορθώματα ανταμείβονται διά μεγίστων τιμών. Δι' άλλου τρόπου +λοιπόν δεν έβλεπεν ότι ηδύνατο να κυριεύση την Βαβυλώνα ειμή +πρώτον να πληγώση εαυτόν και έπειτα να αυτομολήση εις τους +Βαβυλωνίους. Ούτω δε αψηφήσας τους πόνους επλήγωσεν εαυτόν με +πληγάς ανιάτους· καθότι κόψας την ρίνα και τα ώτα και περικείρας +ακανονίστως την κόμην και μαστιγώσας εαυτόν παρουσιάσθη ενώπιον +του Δαρείου. + +155. Ο δε Δαρείος ελυπήθη πολύ ιδών λελωβημένον ένα των +σημαντικωτάτων του στρατού· όθεν αναπηδήσας από τον θρόνον +ανεβόησε και τον ηρώτησε ποίος ο πληγώσας αυτόν και διά ποίαν +αιτίαν. Ο δε Ζώπυρος απεκρίθη· «Δεν υπάρχει άνθρωπος, εκτός σου, +όστις να έχη τόσην δύναμιν ώστε να με φέρη εις αυτήν την +κατάστασιν· ούτε άλλος τις ξένος, ω βασιλεύ, έπραξε τούτο, αλλ' +εγώ ο ίδιος, μη ανεχόμενος να σκώπτωσι τους Πέρσας οι Ασσύριοι.» +Απεκρίθη ο Δαρείος· «Ω σκληρότατε άνθρωπε, εις αισχίστην πράξιν +έδωσες κάλλιστον όνομα, λέγων ότι ένεκα των πολιορκουμένων +επληγώθης ανιάτως. Νομίζεις λοιπόν, ω ανόητε άνθρωπε, ότι σού +καταπληγωθέντος οι εχθροί θα παραδοθώσι ταχύτερον; τόσον λοιπόν +έχασες τας φρένας σου ώστε να έλθης εις αυτήν την κατάστασιν;» Ο +δε Ζώπυρος απήντησεν· «Εάν σοι εκοινοποίουν τι έμελλον να πράξω, +βεβαίως θα με εμπόδιζες· τώρα όμως το έπραξα χωρίς να ερωτήσω +κανένα και ήλθεν η στιγμή καθ' ην, εκτός εάν δείξης καμμίαν +έλλειψιν, θα κυριεύσωμεν την Βαβυλώνα, διότι όπως είμαι θα +αυτομολήσω εις την πόλιν, θα είπω εις τους πολιορκουμένους ότι από +σε έπαθον ταύτα και νομίζω, αφού τους πείσω περί τούτου, να μοι +αναθέσωσι την στρατηγίαν. Συ εν τούτοις, την δεκάτην ημέραν μετά +την είσοδόν μου εις τα τείχη των, παράταξον προς την πύλην της +Σεμιράμιδος χιλίους στρατιώτες εξ εκείνων τους οποίους δεν +φροντίζεις πολύ εάν χαθώσι· μετά τούτο, περίμενον ακόμη επτά +ημέρας, έπειτα παράταξον άλλους δισχιλίους προς την πύλην των +Νινίων· μετά την εβδόμην δε ταύτην ημέραν, άφες ακόμη να +παρέλθωσιν είκοσιν ημέραι, και παράταξον τρισχιλίους στρατιώτας +προς την πύλην των Χαλδαίων. Τόσον ούτοι όσον και οι προηγούμενοι +να μη έχωσιν άλλο αμυντήριον όπλον πλην εγχειριδίων· αυτά μόνον +άφες τους να έχωσι. Μετά την εικοστήν ημέραν διάταξον αμέσως το +άλλο στράτευμα να κάμη έφοδον περί την πόλιν, θέσον δε δι' εμέ +τους Πέρσας παρά τας Βηλίδας και Κισσίας λεγομένας πύλας, διότι +δεν αμφιβάλλω ότι οι Βαβυλώνιοι, αφού με ίδωσι να εκτελέσω τόσα +κατορθώματα, θα εμπιστευθώσιν εις εμέ και τα άλλα πράγματα και +προς τούτοις τας κλείδας των πυλών. Περί των λοιπών δε θα +φροντίσωμεν εγώ και οι Πέρσαι.» + +156. Ταύτα παραγγείλας επορεύετο προς τας πύλας επιστρεφόμενος +πολλάκις ως αν ήτο αληθώς αυτόμολος. Ιδόντες αυτόν οι επί των +επάλξεων τοποθετημένοι σκοποί, κατέβησαν μετά σπουδής, ήνοιξον +ολίγον μίαν πύλην και τον ηρώτησαν τις ήτο και τι ήθελε. Τοις +είπεν ότι ήτο ο Ζώπυρος και ότι κατέφευγεν εις αυτούς. Ακούσαντες +ταύτα οι πυλωροί τον έφεραν εις το κοινόν των Βαβυλωνίων, όπου +παρουσιασθείς ελεεινολόγει εαυτόν λέγων ότι έπαθεν υπό του Δαρείου +όσα έπαθεν αφ' εαυτού· προσέθηκε δε ότι τα έπαθεν επειδή +συνεβούλευσε τον Δαρείον να λύση την πολιορκίαν, αφού δεν εφαίνετο +ότι υπήρχε μέσον να κυριευθή η πόλις. «Τώρα, εξηκολούθησεν, ω +Βαβυλώνιοι, έρχομαι προς σας διά μεγίστην ωφέλειαν υμών και +μεγίστην βλάβην του Δαρείου και του στρατού και των Περσών· διότι +αφού με έφερεν εις τοιαύτην κατάστασιν δεν θα απέλθη ατιμώρητος +και ηξεύρω λεπτομερώς όλα του τα σχέδια.» Ταύτα είπεν ο Ζώπυρος. + +157. Οι δε Βαβυλώνιοι, βλέποντες άνδρα εκ των πρώτων Περσών +στερηθέντα ρινός και ώτων, πλήρη αίματος και μαστιγώσεων, +επίστευσαν άνευ της παραμικράς αμφιβολίας ότι έλεγε την αλήθειαν +και ότι ήλθε να πολεμήση δι αυτούς· προθύμως λοιπόν τω έδοσαν ό,τι +εζήτει· τοις εζήτησε δε στρατόν. Αφού δε επέτυχεν ό,τι επεθύμει, +εξετέλεσεν όσα συνεφώνησε μετά του Δαρείου. Την δεκάτην ημέραν +εξέβαλε τον στρατόν των πολιορκουμένων, και περικυκλώσας τους +χιλίους τους οποίους παρήγγειλεν εις τον Δαρείον να πέμψη πρώτους, +κατέκοψεν αυτούς. Πεισθέντες δε οι Βαβυλώνιοι ότι τα έργα του ήσαν +σύμφωνα με τους λόγους του, πάνυ περιχαρείς ήσαν έτοιμοι να τον +υπηρετώσιν εις ό,τι διέταττεν. Ο δε αφήσας να παρέλθωσιν αι +συμπεφωνημέναι ημέραι, εκλέξας πάλιν τινάς Βαβυλωνίους εξήλθε και +κατέκαψε τους δισχιλίους του Δαρείου. Ιδόντες δε και τούτο το +έργον οι Βαβυλώνιοι, όλοι είχον εις το στόμα το όνομα του Ζωπύρου +και υπερεπήνουν αυτόν. Ούτος δε πάλιν αφήσας να παρέλθωσι και αι +άλλαι συμπεφωνημένα ημέραι, έκαμε τρίτην έξοδον εις το +προειρημένον μέρος, περιεκύκλωσε τους τετρακισχιλίους και +εφόνευσεν αυτούς. Μετά το τελευταίον δε τούτο κατόρθωμα ο Ζώπυρος +ήτο το παν εις τους πολιορκουμένους, οίτινες τον κατέστησαν +στρατάρχην και τειχοφύλακα. + +158. Όταν όμως ο Δαρείος έκαμε κατά τα συμπεφωνημένα γενικήν +έφοδον κατά του τείχους εξ όλων των μερών, όλος ο δόλος του +Ζωπύρου απεκαλύφθη· διότι, ενώ οι Βαβυλώνιοι από των τειχών +ημύνοντο και απέκρουον τον στρατόν, ο Ζώπυρος, ανοίξας τας Κισσίας +και τας Βηλίδας καλουμένας πύλας, εισήγαγε τους Πέρσας εις το +κέντρον της πόλεως. Εκ δε των Βαβυλωνίων όσοι μεν είδον τα +πραττόμενα κατέφυγον εις τον ναόν του Διός του Βήλου, όσοι δε δεν +τα είδον έμειναν εις την θέσιν των μέχρις ου έμαθον και αυτοί ότι +επροδώθησαν. Τοιουτοτρόπως η Βαβυλών εκυριεύθη εκ δευτέρου. + +159. Ο δε Δαρείος, αφού υπέταξε τους Βαβυλωνίους, εκρήμνισε τα +τείχη και απέσπασεν όλας τας πύλας· ο Κύρος, ο πρώτος κατακτητής +της Βαβυλώνος, δεν έπραξεν ούτε το έν ούτε το άλλο. Επί πάσιν ο +βασιλεύς ανεσκολόπισε τρισχιλίους εκ των κορυφαίων πολιτών, +επιτρέψας εις τους λοιπούς να κατοικώσι την πόλιν. Διά να έχωσι δε +γυναίκας οι Βαβυλώνιοι (διότι είχον πνίξει τας ιδικάς των, ως +εφανέρωσα εις τας αρχάς, διά να οικονομήσωσι τας τροφάς) διέταξε +τα γείτονα έθνη να στείλωσι γυναίκας εις την Βαβυλώνα, κανονίσας +εκάστου την αναλογίαν, ώστε το όλον των συναθροισθεισών γυναικών +ήτο πεντήκοντα χιλιάδες. Εκ τούτων δε των γυναικών κατάγονται οι +σήμερον Βαβυλώνιοι. + +160. Κατά την κρίσιν του Δαρείου, ουδείς υπερέβη τον Ζώπυρον κατά +την ανδραγαθίαν, ούτε εκ των προγενεστέρων ούτε εκ των συγχρόνων, +πλην του Κύρου, διότι ποτέ Πέρσης δεν ενόμισεν ότι δύναται να +παραβληθή με τον τελευταίον τούτον. Λέγουσι δε ότι πολλάκις ο +Δαρείος επανέλαβε τους λόγους τούτους· ότι επροτίμα μάλλον να μη +υποστή την βλάβην εκείνην ο Ζώπυρος, παρά να κατακτήση αυτός άλλας +είκοσι Βαβυλώνας εκτός εκείνης την οποίαν κατέκτησε. Τον ετίμησε +δε υπερβαλλόντως, καθότι κατ' έτος τω έδιδε δώρα όσα οι Πέρσαι +νομίζουσι πολυτιμότατα· τω έδωκε προς τούτοις να κυβερνά ισοβίως +την Βαβυλώνα αφορολόγητον, και άλλα πολλά προνόμια τω εχάρισεν. Εκ +του Ζωπύρου δε τούτου εγεννήθη ο Μεγάβυζος όστις εις την Αίγυπτον +επολέμησε κατά των Αθηναίων και των συμμάχων· και εκ του Μεγαβύζου +τούτου εγεννήθη ο Ζώπυρος όστις μετηνάστευσεν εκ της Περσίας διά +να κατοικήση εις τας Αθήνας. + + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ TΕTAPTOΝ + + + + +Μ Ε Λ Π Ο Μ Ε Ν Η. + + + +1. Μετά δε την άλωσιν της Βαβυλώνος, εγένετο η κατά των Σκυθών +εκστρατεία του Δαρείου· διότι ανθούσης της Ασίας και εισρεόντων +πολλών χρημάτων, ηθέλησεν ο Δαρείος να τιμωρήση τους Σκύθας επειδή +ούτοι πρώτοι εισβαλόντες εις την Μηδικήν χώραν και νικήσαντες τους +εναντιουμένους, ήρχισαν αδικούντες. Τωόντι, ως είπον προηγουμένως, +οι Σκύθαι ήρξαν της άνω Ασίας έτη εικοσιοκτώ· εισήλθον δε εις την +Ασίαν διώκοντες τους Κιμμερίους και κατέλυσαν την ηγεμονίαν των +Μήδων, οίτινες ήρχον της Ασίας πριν ή έλθωσιν οι Σκύθαι. Οι ίδιοι +λοιπόν ούτοι Σκύθαι, μετά απουσίαν εικοσιοκτώ ετών, επιστρέφοντες +εις τον τόπον των, έμελλον να υποστώσι πόλεμον όχι μικρότερον του +Μηδικού. Εύρον εναντιούμενον εις αυτούς ουκ ολίγον στρατόν· διότι +αι γυναίκες των Σκυθών, ένεκα της πολυχρονίου απουσίας των ανδρών +των, είχον σχέσεις με τους δούλους. + +2. Έχουσι δε οι Σκύθαι δούλους τυφλούς ένεκα του γάλακτος το +οποίον πίνουσι και το οποίον συνάζουσι κατά τον εξής τρόπον. +Λαμβάνοντες φυσητήρας οστεΐνους, παρεμφερεστάτους με αυλούς, +εμβάλλουσιν αυτούς εις τα γεννητικά μόρια των φοράδων και φυσώσι +διά του στόματος· ενώ δε αυτοί φυσώσιν, άλλοι αμέλγουσι. Λέγουσι +δε ότι πράττουσι τούτο διά την εξής αιτίαν· αι φλέβες της ίππου +πληρούμεναι ανέμου εξογκούνται και καταβαίνουσιν οι μαστοί. Αφού +δε αμέλξωσι το γάλα, το χύνουσιν εντός ξυλίνων αγγείων κοίλων και +στήσαντες πέριξ τους τυφλούς το κινούσι. Και όσον μεν μένει εις +την επιφάνειαν το αποσύρουσι νομίζοντες αυτό ως καλλίτερον. Διά +την αιτίαν ταύτην οι Σκύθαι τυφλούσιν εκείνους τους οποίους +αιχμαλωτεύουσιν. Είναι δε οι Σκύθαι ούτοι ουχί γεωργοί, αλλά +νομάδες. + +3. Εκ των δούλων τούτων και των γυναικών εγεννήθησαν παίδες +οίτινες μαθόντες την γέννησίν των εξήλθον εναντίον των Σκυθών οι +οποίοι επέστρεφον εκ της Μηδίας. Και πρώτον μεν περιεχαράκωσαν την +χώραν ορύξαντες ευρείαν τάφρον την οποίαν εξέτεινον από των +Ταυρικών ορέων μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης, ήτις εστί μεγίστη. +Έπειτα, επειδή οι Σκύθαι προσεπάθουν να εισβάλωσι, παρετάχθησαν +εις το απέναντι μέρος της τάφρου και επολέμουν. Γενομένης δε μάχης +πολλάκις και μη κατορθούντων των Σκυθών να υπερτερήσωσιν, είς +αυτών είπε τα εξής· «Τι πράττομεν, ω Σκύθαι, πολεμούντες τους +δούλους μας; Εάν μεν φονευώμεθα ολιγοστεύομεν, εάν δε τους +φονεύωμεν, ελαττούμεν τον αριθμόν εκείνων επί των οποίων ήμεθα +κύριοι. Ακούσατέ με λοιπόν· ας αφήσωμεν τα τόξα και τα ακόντια, +και λαβόντες τας μάστιγας των ίππων ας πλησιάσωμεν αυτούς· διότι +ενόσω βλέπουσιν ημάς με όπλα, νομίζουσιν ότι είναι όμοιοι μας και +από ομοίους γονείς γεννηθέντες· αλλ' εάν μας ίδωσι κρατούντας +μάστιγας αντί όπλων, θα εννοήσωσιν ότι είναι δούλοι ημών, και άμα +το εννοήσωσι, δεν θα αντισταθώσι πλέον.» + +4. Ακούσαντες ταύτα οι Σκύθαι τα έθεσαν εις ενέργειαν· οι δε +δούλοι εκπλαγέντες ελησμόνησαν την μάχην και έφυγον. Τοιουτοτρόπως +οι Σκύθαι, αφού εκυρίευσαν την Ασίαν, διωχθέντες από τους Μήδους, +μετεχειρίσθησαν το μέσον τούτο διά να εισέλθωσιν εις την πατρίδα +των. Ο δε Δαρείος, θέλων να τους εκδικηθή διά την εισβολήν των, +συνήθροισε στράτευμα εναντίον των. + +5. Ως λέγουσιν οι Σκύθες, το νεώτατον όλων των εθνών είναι το +ιδικόν των και εγένετο ούτω πως· ο πρώτος άνθρωπος της χώρας +ταύτης, ερήμου έως τότε, ωνομάζετο Γαργίταος· γονείς δε του +Γαργιτάου τούτου λέγουσιν ότι είναι ο Ζευς και μία θυγάτηρ του +ποταμού Βορυσθένους, όπερ εις εμέ μεν δεν φαίνεται πιστευτόν, το +λέγουσιν όμως. Και η μεν καταγωγή του Γαργιτάου τοιαύτη ήτο· εξ +αυτού δε εγεννήθησαν τρεις παίδες, ο Λιπόξαϊς, ο Αρπόξαϊς και ο +νεώτατος Κολάξαϊς. Επί της βασιλείας αυτών, εκ του ουρανού +φερόμενα χρυσά έργα, άροτρον, ζυγός, πέλεκυς, ποτήριον, έπεσαν εις +την Σκυθικήν. Πρώτος ο πρεσβύτατος τα είδε και επλησίασε διά να τα +λάβη· αλλ' εις την προσέγγισιν του ο χρυσός εξέβαλε φλόγας. +Μακρυνθέντος αυτού, επλησίασεν ο δεύτερος αλλά συνέβησαν τα αυτά. +Ο δε καίων χρυσός, αφού απώθησε τους δύο τούτους, εσβέσθη όταν +επλησίασεν ο τρίτος ο νεώτατος όστις τον έλαβε και τον έφερε εις +την κατοικίαν του. Οι πρεσβύτεροι λοιπόν αδελφοί, εννοήσαντες τι +εσήμαινε το θαύμα εκείνο, παρέδωκαν όλην την βασιλείαν εις τον +νεώτατον. + +6. Από μεν του Λιποξάιος κατάγονται οι Σκύθαι των οποίων το γένος +καλείται Αυχάται· από δε του δευτέρου Αρποξάιος οι λεγόμενοι +Κατίαροι και Κράσπιες, από δε του νεωτάτου αυτών οι βασιλικοί +Σκύθαι οι καλούμενοι Παραλάται. Όλοι δε κοινώς καλούνται Σκόλοτοι, +από του ονόματος του βασιλέως των· Σκύθας δε τους ωνόμασαν οι +Έλληνες. + +7. Τοιαύτη, ως λέγουσιν οι Σκύθαι, είναι η καταγωγή των, +προσθέτουσι δε ότι παρήλθον χίλια έτη, όχι περισσότερα, αλλ' +ακριβώς τόσα, από του βασιλέως Γαργιτάου μέχρι της επιδρομής του +Δαρείου. Τον ιερόν δε τούτον χρυσόν φυλάττουσιν οι βασιλικοί +Σκύθαι επιμελώς και κατ' έτος τω αποτείνουσι δεήσεις και ζητούσι +να τον καταστήσωσιν ευμενή διά μεγάλων θυσιών. Όστις δε κρατών τον +χρυσόν διαρκούσης της εορτής αποκοιμηθή εν υπαίθρω, αυτός, +λέγουσιν οι Σκύθαι, δεν ζη εκείνον τον χρόνον, και διά τούτο +δίδεται εις αυτόν τόση γη όσην δύναται να διατρέξη έφιππος εις +μίαν ημέραν. Επειδή δε η χώρα είναι μεγάλη, ο Κολάξαϊς την +διένειμε διά τους υιούς του εις τρία βασίλεια, και εξ αυτών έν +έκαμε μέγιστον, εκείνο όπου φυλάττεται ο χρυσός. Τα απώτερα μέρη +τα προς άρκτον των κατοικουμένων χωρών, λέγουσιν οι Σκύθαι ότι +ούτε να τα ίδη τις δύναται ούτε να τα πλησιάση ένεκα των πτερών τα +οποία είναι κεχυμένα εις τον αέρα και εις το έδαφος· είναι δε τόσα +πολλά, ώστε εμποδίζουσι την όρασιν. + +8. Ταύτα λέγουσιν οι Σκύθαι περί εαυτών και περί της χώρας των· +αλλ' οι Έλληνες οι κατοικούντες τας όχθας του Ευξείνου πόντου +άλλως διηγούνται τα πράγματα. Ο Ηρακλής, λέγουσιν, ελαύνων τας +βους του Γηρυόνου, έφθασεν εις την έρημον γην την οποίαν νέμονται +σήμερον οι Σκύθαι. O Γηρυόνης κατώκει μακράν του Πόντου, εις την +νήσον την οποίαν οι Έλληνες καλούσιν Ερύθειαν, κειμένην πλησίον +των Γαδείρων, εν τω Ωκεανώ, πέραν των Ηρακλείων στηλών. Ο δε +Ωκεανός ούτος λέγουσι μεν ότι αρχίζει από το μέρος όπου ανατέλλει +ο ήλιος και τρέχει περί όλην την γην, αλλά δεν φέρουσιν ουδεμίαν +απόδειξιν τούτου. Εντεύθεν ο Ηρακλής έφθασεν εις την σήμερον +καλουμένην Σκυθικήν χώραν, όπου ο χειμών και το ψύχος τον +κατέλαβον· εκαλύφθη λοιπόν με την λεοντήν και εκοιμήθη. Αλλ' οι +ίπποι του οχήματος, βόσκουσαι εις αυτό το διάστημα, εγένοντο +άφαντοι κατά υπερφυσικήν τινα αιτίαν. + +9. Ότε ηγέρθη ο Ηρακλής τας εζήτει, και διατρέξας όλην την χώραν +έφθασε τέλος εις την καλουμένην Υλαίαν. Εκεί εύρεν εντός άντρου +μιξοπάρθενόν τινα έχιδναν, της οποίας τα μεν άνω των γλουτών ήσαν +γυναικός, τα δε κάτω όφεως. Ιδών αυτήν και θαυμάσας ο Ηρακλής, την +ηρώτησεν εάν είδε που ίππους πλανωμένας· εκείνη δε είπεν ότι τας +έχει, αλλά δεν τας αποδίδει εις αυτόν πριν ή μιχθή μετ' αυτής. Επί +τω όρω τούτω εμίγη μετ' αυτής ο Ηρακλής, αλλ' η έχιδνα ανέβαλλε +την απόδοσιν των ίππων, επιθυμούσα να ζη μετ' αυτού οίον το +δυνατόν πλειότερον χρόνον. Εκείνος όμως ήθελε να τας λάβη και να +αναχωρήση. Τέλος πάντων τας απέδωκε λέγουσα προς αυτόν. ««Τας μεν +ίππους ταύτας εδώ σοι έσωσα εγώ, συ δε μοι επλήρωσες τα σώστρα, +διότι συνέλαβον εκ σου τρεις παίδας· τούτους αφού γίνωσιν άνδρες, +τι πρέπει να τους κάμω; να τους αποκαταστήσω εις την χώραν ταύτην +της οποίας είμαι κυρία, ή να τους πέμψω προς σε;» Εκείνη μεν ταύτα +ηρώτησεν· ο δε Ηρακλής, ως λέγουσιν οι Έλληνες, απεκρίθη· «Όταν +ίδης τους παίδας να γίνωσιν άνδρες, δεν θα σφάλης πράττουσα αυτό +το οποίον θα σοι είπω. Αποκατάστησον εις την χώραν εκείνον εκ των +τριών τον οποίον θα ίδης τείνοντα τοιουτοτρόπως το τόξον τούτο και +ζωννύμενον κατ' αυτόν τον τρόπον τον ζωστήρα τούτον· εκείνους δε +τους οποίους ιδής ότι δεν είναι ικανοί να πράξωσιν αυτά τα οποία +σοι παραγγέλλω, δίωξον από την χώραν. Εάν πράξης ούτω, και συ θα +ευχαριστηθής καί τας διαταγάς μου θα εκπληρώσης.» + +10. Ταύτα ειπών ο Ηρακλής έλαβεν έν των τόξων του (διότι έως τότε +είχε δύο) και λύσας τον ζωστήρα όστις εις το άκρον της συμβολής +είχε φιάλην χρυσήν, παρέδοσε το τόξον και τον ζωστήρα, και +ανεχώρησεν. Όταν δε τα εξ αυτής γεννηθέντα παιδία ηνδρώθησαν, η +Έχιδνα κατ' αρχάς τοις έδωκεν ονόματα, και τον μεν ωνόμασεν +Αγάθυρσον, τον δε δεύτερον Γελωνόν και τον νεώτατον Σκύθην. Έπειτα +ενθυμήθη όσα τη παρήγγειλεν ο Ηρακλής. Δύο των υιών της, ο +Αγάθυρσος και ο Γελωνός, δεν ηδυνήθησαν να εκτελέσωσι τον +προσβληθέντα αγώνα και έφυγον εκ της χώρας διωχθέντες υπό της +μητρός των, ο δε νεώτατος αυτών Σκύθης εκτελέσας τα απαιτούμενα +έμεινεν εν τη χώρα. Εκ του Σκύθου τούτου, υιού του Ηρακλέους +κατάγονται όλοι οι βασιλείς των Σκυθών, ένεκα δε της φιάλης, οι +Σκύθαι φέρουσιν ακόμη φιάλας εις την ζώνην των. Τούτο μόνον +εμηχανεύθη η μήτηρ προς χάριν του Σκύθου. Ταύτα διηγούνται οι +Έλληνες οι κατοικούντες τον Εύξεινον Πόντον. + +11. Περί του αυτού πράγματος υπάρχει και άλλη παράδοσις την οποίαν +αφότου ήκουσα προτιμώ. Οι νομάδες Σκύθαι οι κατοικούντες εν τη +Ασία, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς Μασσαγετών έφυγον και +διαβάντες τον ποταμόν Αράξην ήλθον εις την Κιμμερίαν γην· διότι η +γη την οποίαν κατοικούσι τώρα οι Σκύθαι ανήκεν άλλοτε, ως +λέγουσιν, εις τους Κιμμερίους. Οι δε Κιμμέριοι, επειδή ήρχοντο +εναντίον των οι Σκύθαι, ιδόντες την έφοδον τόσου στρατού, +συνεσκέφθηααν· ήσαν δε αι γνώμαι διηρημέναι, έντονοι μεν +αμφότεραι, καλλιτέρα όμως η των βασιλέων. Ο μεν δήμος έλεγεν ότι +ήτο ανάγκη να κινδυνεύσωσι πολεμούντες προς πολλούς, η δε γνώμη +των βασιλέων ήτο ότι εξ εναντίας έπρεπε να μείνωσι και να +υπερασπίσωσι την χώραν των κατά των επερχουμένων εχθρών. Και οι +μεν βασιλείς ηρνήθησαν να ενδώσωσιν εις τον δήμον, ο δε δήμος +ηρνήθη να υπακούση εις τους βασιλείς· βλέποντες δε ούτοι ότι η +μερίς του δήμου επέμενε να αναχωρήση και παραδώση την χώραν +αμαχητί εις τους επιόντας, απεφάσισαν αποθανόντες να ταφώσιν εκεί +και να μη φύγωσι μετά του δήμου, αναλογιζόμενοι όσα καλά απήλαυσαν +και όσα κακά ήτο ενδεχόμενον να τοις συμβώσιν εάν έφευγον εκ της +πατρίδος των. Ταύτα αποφασίσαντες, διηρέθησαν εις δύο ισάριθμα +σώματα και επέπεσαν κατ' αλλήλων. Και αυτούς μεν αποθανόντας +εκουσίως έθαψεν ο δήμος των Κιμμερίων εις τας όχθας του ποταμού +Τύρου, όπου φαίνεται εισέτι ο τάφος των· ο δε δήμος αφού τους +έθαψεν ανεχώρησε και ελθόντες οι Σκύθαι εύρον την χώραν έρημον. + +12. Έτι και σήμερον υπάρχουσιν εις την Σκυθίαν Κιμμέρια πόλις, τα +Κιμμέρια Πορθμεία, χώρα τις καλουμένη Κιμμερία και ο λεγόμενος +Κιμμέριος Βόσπορος. Φαίνεται δε ότι οι Κιμμέριοι φυγόντες εις την +Ασίαν ένεκα των Σκυθών αποκατεστάθησαν εις την χερσόνησον όπου +σήμερον είναι η ελληνική πόλις Σινώπη· είναι βέβαιον επίσης ότι οι +Σκύθαι καταδιώκοντες αυτούς επλανήθησαν της οδού και εισέβαλον εις +την Μηδικήν γην, διότι οι μεν Κιμμέριοι φεύγοντες ηκολούθουν +πάντοτε το παραθαλάσσιον, οι δε Σκύθαι τους εδίωκον έχοντες τον +Καύκασον προς τα δεξιά, και τραπέντες προς τα μεσόγαια έφθασαν εις +την Μηδίαν. Είπα λοιπόν και τον λόγον τούτον τον οποίον κοινώς και +οι Έλληνες και οι βάρβαροι λέγουσι. + +13. Αλλ' ο Αριστέας του Καϋστροβίου, Προκοννήσιος εποποιός, λέγει +ότι εμπνευσθείς υπό του Φοίβου μετέβη εις τους Ισσηδόνας· πέραν +του λαού τούτου, προσθέτει, κατοικούσιν οι Αριμασποί, άνθρωποι +μονόφθαλμοι· πέραν των Αριμασπών οι χρυσοφύλακες γρύπες, και πέραν +αυτών οι Υπερβόρειοι, εκτεινόμενοι μέχρι της θαλάσσης. Όλοι οι +λαοί ούτοι, κατά τον ποιητήν, εκτός των Υπερβορείων, αδιακόπως +κάμνουσιν επιδρομάς εναντίον των γειτόνων των, και ότι πρώτοι +ήρχισαν τούτο οι Αριμασποί· ώστε υπό μεν των Αριμασπών διώκονται +εκ της χώρας οι Ισσηδόνες, υπό δε των Ισσηδόνων οι Σκύθαι. Τέλος +δε οι Κιμμέριοι, οι κατοικούντες τα παράλια του Ευξείνου Πόντου, +πιεσθέντες υπό των Σκυθών, εγκατέλιπον τας γαίας των. Ούτω δε μήτε +ο Αριστέας δεν συμφωνεί μετά των Σκυθών περί της χώρας των. + +14. Ανέφερα την πόλιν εξ ης κατήγετο ο ποιητής ούτος· θα είπω δε +τώρα εκείνο το οποίον ήκουσα περί αυτού εις την Προκόννησον και +την Κύζικον. Λέγουσιν ότι ο Αριστέας, όστις ουδενός των πολιτών +ήτο κατώτερος κατά το γένος, εισελθών εις τι πλυντήριον εν +Πρoκοννήσω, απέθανεν αιφνιδίως· ο κναφεύς κλείσας το εργαστήριόν +του έδραμε να ειδοποιήση τους συγγενείς του αποθανόντος. Αφού δε +διεδόθη εις την πόλιν η είδησις ότι απέθανεν ο Αριστέας, Κυζηκινός +τις ελθών της πόλεως Αρτάκης εφιλονείκει με τους λέγοντας τούτο, +βεβαιών ότι συνήντησε τον Αριστέαν μεταβαίνοντα εκ της Αρτάκης εις +την Κύζικον και ότι συνωμίλησε μετ' αυτού. Ενώ δε υπεστήριζε τα +λεγόμενά του επιμόνως, οι συγγενείς μετέβησαν εις την κατοικίαν +του κναφέως έχοντες μεθ' εαυτών και εκείνα τα οποία απητούντο διά +να άρωσι το σώμα. Ανοιχθείσης της οικίας δεν ευρέθη ο Αριστέας +ούτε νεκρός ούτε ζων. Επτά έτη μετά ταύτα εφάνη εις την +Προκόννησον και έκαμε τους στίχους τούτους τους οποίους σήμερον οι +Έλληνες καλούσιν Αριμασπείους· αφού δε τους έκαμνεν, έγινεν +άφαντος και εκ δευτέρου. Ταύτα διηγούνται αι δύο αύται πόλεις. + +15. Τα δε ακόλουθα έμαθον ότι συνέβησαν εις τους Μεταποντίνους +τους εις την Ιταλίαν, τριακόσια τεσσαράκοντα έτη μετά την +εξαφάνισιν του Αριστέου, ως εύρισκον εγώ αριθμήσας τα έτη ότε ήμην +εις την Προκόννησον και το Μεταπόντιον. Οι Μεταποντίνοι διηγούνται +ότι ο Αριστέας φανείς εις την χώραν των τους διέταξε να ιδρύσωσι +ναόν εις τον Απόλλωνα και να στήσωσι πλησίον αυτού ανδριάντα +έχοντα επωνυμίαν Αριστέου του Προκοννησίου. Εξ όλων των Ιταλιωτών +λαών, έλεγεν, είσθε οι μόνοι τους οποίους επεσκέφθη ο Απόλλων· εγώ +αυτός, όστις σήμερον είμαι Αριστέας, τον συνώδευον, και τότε ήμην +κόραξ.» Και ο μεν Αριστέας ταύτα ειπών εγένετο άφαντος, οι δε +Μεταποντίνοι λέγουσιν ότι πέμψαντες εις τους Δελφούς ηρώτωυ τον +θεόν τι εσήμαινον οι λόγοι εκείνοι του φάσματος, η δε Πυθία τους +διέταξε να υπακούσωσιν εις αυτά, υποσχομένη ότι ήθελε προκύψει +καλόν. Τότε οι Μεταποντίνοι πεισθέντες εξετέλεσαν τα διατασσόμενα, +και σήμερον ίσταται ανδριάς επωνυμίαν έχων Αριστέου πλησίον αυτού +του αγάλματος του Απόλλωνος και περί αυτόν υπάρχουσι δάφναι +πεφυτευμέναι. Ίσταται δε το άγαλμα εν τη αγορά. Και περί μεν του +Αριστέου αρκούσιν όσα είπον. + +16. Ουδείς δε γνωρίζει μετά βεβαιότητος τι υπάρχει άνω της χώρας, +περί ης η ρύμη της διηγήσεως με φέρει να ομιλήσω, ούτε ηδυνήθην ν' +ακούσω τινά λέγοντα ότι εγνώριζέ τι ιδίοις όμμασιν, ούτε αυτός δε +ο Αριστέας, περί του οποίου ωμίλησα προ ολίγου ανέφερε ποτέ εις +τους στίχους του ότι επροχώρησε πέραν των Ισσηδόνων, αλλά τα +ανώτερα εκείνων μέρη τα διηγείται εξ ακοής, ομολογών ότι οι +Ισσηδόνες τα είπον εις αυτόν. Ημείς όμως θα διηγηθώμεν όλα όσα +ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν περί των μεμακρυσμένων τούτων μερών. + +17. Από του εμπορικού λιμένος του Βορυσθένους (καθότι τούτο είναι +το κεντρικώτατον σημείον εξ όλων των μερών της Σκυθίας), οι πρώτοι +κάτοικοι είναι οι Καλλιπίδαι, όντες Ελληνοσκύθαι· άνωθεν αυτών +είναι άλλο έθνος, οι καλούμενοι Αλαζώνες, οίτινες τας αυτάς +συνηθείας έχουσι μετά των Σκυθών· σπείρουσι και τρώγουσι σίτον, +κρόμμυα, σκόροδα, φακήν, κέγχρους. Υπεράνω των Αλαζώνων +κατοικούσιν οι γεωργοί Σκύθαι, οίτινες σπείρουσι τον σίτον ουχί +διά να τρώγωσιν, αλλά διά να τον πωλώσι. Τούτων υπεράνω +κατοικούσιν οι Nευροί, προς βοράν δε των Νευρών, καθ' όσον ημείς +γνωρίζομεν, δεν κατοικούσι πλέον άνθρωποι. Ταύτα είναι τα έθνη τα +παρά τον Ύπανιν ποταμόν και προς δυσμάς του Βορυσθένους. + +18. Πέραν δε του Βορυσθένους, αρχίζοντες από την θάλασσαν, πρώτον +μεν είναι η Υλαία, μετ' αυτήν δε κατοικούσι Σκύθαι γεωργοί τους +οποίους οι παρά τον Ύπανιν ποταμόν οικούντες Έλληνες καλούσι +Βορυσθενείτας, εαυτούς ονομάζοντες Ολβιοπολίτας. Ούτοι λοιπόν οι +γεωργοί Σκύθαι νέμονται προς ανατολάς μεν τριών ημερών οδόν μέχρι +του ποταμού τον οποίον καλούσι Παντικάπην, προς βοράν δε μέχρις +ένδεκα ημερών πλουν άνω του Βορυσθένους· υπεράνω δε τούτων είναι +έρημος μεγάλης εκτάσεως. Πέραν της ερήμου ευρίσκονται οι +Ανδροφάγοι, έθνος αυτόχθον και ουδόλως Σκυθικόν. Τούτων άνωθεν η +χώρα είναι εντελώς ακατοίκητος, ουδέ υπάρχει έθνος τι ανθρώπων, +καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν. + +19. Προς ανατολάς των γεωργών τούτων Σκυθών, διαβαίνων τις τον +Παντικάπην ποταμόν εισέρχεται αμέσως εις τους νομάδας Σκύθας +οίτινες ούτε σπείρουσιν ούτε καλλιεργούσιν, είναι δε η χώρα αυτών, +πλην της Υλαίας, γυμνή δένδρων. Οι νομάδες ούτοι νέμονται γην +δεκατεσσάρων ημερών οδού, ήτις εκτείνεται μέχρι του ποταμού +Γέρρου. + +20. Πέραν του ποταμού τούτου είναι οι καλούμενοι βασιλικοί Σκύθαι, +οι άριστοι, οι πολυαριθμότατοι, οι νομίζοντες τους άλλους Σκύθας +δούλους των. Εκτείνονται δε ούτοι προς μεσημβρίαν μεν μέχρι της +Ταυρικής, προς ανατολάς δε μέχρι της τάφρου την οποίαν ώρυξαν οι +εκ των τυφλών γεννηθέντες, και μέχρι του εμπορικού λιμένος της +Μαιώτιδος λίμνης όστις καλείται Κρημνοί· τινές δ' εξ αυτών +εκτείνονται μέχρι του ποταμού Τανάιδος. Άνωθεν των βασιλικών +Σκυθών, προς βοράν, κατοικούσιν οι Μελάγχλαινοι, άλλο έθνος και +ουχί Σκυθικόν· άνωθεν δε των Μελαγχλαίνων είναι λίμναι και γη +ακατοίκητος, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν. + +21. Αφού διαβή τις τον Τάναϊν, παύει πλέον η Σκυθία, και ο μεν +πρώτος κλήρος είναι των Σαυροματών οίτινες αρχόμενοι εκ του μυχού +της Μαιώτιδος λίμνης κατοικούσι προς βοράν διάστημα δεκαπέντε +ημερών οδόν, όπου ούτε καρποφόρα δένδρα υπάρχουσιν ούτε άγρια. +Ανωτέρω τούτων, έχουσι τον δεύτερον κλήρον οι Βουδίνοι νεμόμενοι +γην κεκαλυμμένην υπό παντός είδους δένδρων. + +22. Υπεράνω των Βουδίνων, προς βοράν, πρώτον μεν είναι έρημος επτά +ημερών οδού· μετά την έρημον, κλίνοντες περισσότερον προς +ανατολάς, κατοικούσιν οι Θυσαγέται, έθνος πολυάριθμον και ίδιον, +όπερ ζη εκ της θήρας. Γείτονες τούτων εις τους αυτούς τόπους +κατοικούσιν οι Ιύρκαι οίτινες ωσαύτως ζώσιν εκ της θήρας. Ο +θηρευτής αναβάς εις δένδρον (διότι τα δένδρα είναι πολλά ανά πάσαν +την χώραν) παραμονεύει, εις την ρίζαν δε του δένδρου αφίνει τον +ίππον του όστις είναι δεδιδαγμένος να κήται επί της κοιλίας, να +φαίνεται μικρότατος και να ήναι έτοιμος καθώς και είς κύων. Όταν +δε ιδή το θήρευμα από του δένδρου, τοξεύει αυτό, αναβαίνει επί τον +ίππον, το διώκει, και ο κύων το συλλαμβάνει. Υπεράνω τούτων, +πάντοτε αποκλίνοντες προς ανατολάς, κατοικούσιν άλλοι Σκύθαι, +αποστατήσαντες από των άλλων βασιλικών Σκυθών και ελθόντες εις τον +τόπον τούτον. + +23. Μέχρι της χώρας των Σκυθών τούτων, όλα τα μέρη τα οποία +περιέγραψα είναι πεδινά και βαθύγαια, πέραν δε τούτων είναι +πετρώδη και τραχέα. Διερχόμενος τις πολύ μέρος της τραχείας ταύτης +χώρας, φθάνει εις τους πρόποδας υψηλών ορέων όπου κατοικούσιν +άνθρωποι οίτινες ως λέγεται γεννώνται φαλακροί, και οι άνδρες και +αι γυναίκες, έχουσι την ρίνα σιμήν, τα γένεια μεγάλα, γλώσσαν +ιδιαιτέραν, ενδυμασίαν μεταχειρίζονται Σκυθικήν και ζώσιν εκ των +δένδρων. Το δένδρον εξ ου τρέφονται καλείται ποντικός, το μέγεθος +αυτού είναι περίπου το της συκής, παράγει καρπόν ίσον τω κυάμω και +έχει πυρήνα. Αφού ωριμάση, κόπτουσι τον καρπόν, θλίβουσιν αυτόν +εντός ιματίου και εξάγουσι ρευστόν παχύ και μέλαν το οποίον +καλούσιν άσχυ. Το άσχυ τούτο ή λείχουσιν ή μιγνύοντες μετά +γάλακτος πίνουσι, και από της παχύτητος της υποστάθμης +κατασκευάζουσι πλακούντια και τρώγουσιν αυτά. Κτήνη δεν έχουσι +πολλά, διότι δεν υπάρχουσιν εκεί νομαί καλαί. Έκαστος έχει την +κατοικίαν του κάτωθεν δένδρου, τον μεν χειμώνα περικαλυπτόμενος με +λευκόν κάλυμμα εκ μαλλίου δυνατού, το δε θέρος άνευ καλύμματος. +Ουδείς αδικεί αυτούς, καθότι λέγονται ότι είναι ιεροί· ούτε έχουσι +κανέν πολεμικόν όπλον. Αφ' ενός μεν, μεσολαβούσιν όπως περαιώσωσι +τας διαφοράς των γειτόνων των, αφ' ετέρου δε ο φυγάς όστις ζητεί +παρ' αυτοίς άσυλον, δεν αδικείται υπ' ουδενός. Ονομάζονται δε +Οργιεμπαίοι. + +24. Μέχρι των φαλακρών τούτων πολύ γνωστός είναι ο τόπος καθώς και +τα έθνη όσα είναι πριν φθάσωμεν εις αυτούς, καθότι και Σκύθαι +τινές φθάνουσιν εις αυτούς, και δεν είναι δύσκολον να λάβη τις +πληροφορίας είτε παρ' αυτών είτε παρά των Ελλήνων του λιμένος του +Βορυσθένους και των άλλων λιμένων του Ευξείνου πόντου. Εκ δε των +Σκυθών όσοι έρχονται εις αυτούς, διαπραγματεύονται δι' επτά +διερμηνέων και επτά γλωσσών. + +25. Μέχρι των Αργιππαίων λοιπόν είναι γνωστός ο τόπος· μακρύτερον +όμως, ουδέν δύναται τις να είπη ακριβώς, διότι τέμνουσι την χώραν +όρη υψηλά τα οποία ουδείς υπερβαίνει. Αλλ' οι φαλακροί ούτοι +λέγουσι, και κατ' εμέ δεν είναι πιστευτοί, ότι κατοικούσι τα όρη +ταύτα άνθρωποι με πόδας αιγός, και ότι υπερβαίνων τις αυτούς +φθάνει εις άλλους ανθρώπους, οίτηνες κοιμώνται έξ μήνας. Ουδόλως +παραδέχομαι τούτο, αλλά λέγω ότι τα μεν προς ανατολάς των φαλακρών +μέρη είναι γνωστά ότι κατοικούνται υπό Ισσηδόνων, περί δε των προς +βοράν των φαλακρών και των Ισσηδόνων ουδέν άλλο είναι γνωστόν ειμή +ό,τι λέγουσιν αυτοί οι ίδιοι. + +26. Οι Ισσηδόνες, ως λέγεται, έχουσι τα ακόλουθα έθιμα. Όταν +αποθάνη τινός ο πατήρ, όλοι οι συγγενείς φέρουσι ζώα· έπειτα, αφού +τα θυσιάσωσι και τα διαμελίσωσι, διαμελίζουσιν επίσης τον πατέρα +του φιλοξενούντος· αναμίξαντες δε όλα τα κρέατα τα παραθέτουσι +προς δείπνον. Την δε κεφαλήν αυτού ψιλώσαντες και καθαρίσαντες +καταχρυσούσι, και έπειτα μεταχειρίζονται αυτήν ως είδωλον +προσφέροντες κατ' έτος μεγάλας θυσίας. Το έθιμον τούτο ομοιάζει +προς το των Ελλήνων οίτινες εορτάζουσι την επέτειον ημέραν του +θανάτου των πατέρων των. Άλλως οι Ισσηδόνες φημίζονται ως άνθρωποι +δίκαιοι, και αι γυναίκες έχουσι την αυτήν εξουσίαν με τους άνδρας· +είναι δε και ούτοι γνωστοί. + +27. Ανωτέρω αυτών λέγουσιν οι Ισσηδόνες ότι υπάρχουσιν άνθρωποι +μονόφθαλμοι και γρύπες φύλακες του χρυσού. Από τους Ισσηδόνας το +παρέλαβον και το επαναλαμβάνουσιν οι Σκύθαι, παρά δε των Σκυθών το +παρεδέχθημεν ημείς οι άλλοι και ονομάζομεν αυτούς Σκυθιστί +Αριμασπούς, διότι άριμα οι Σκύθαι λέγουσι το έν, σπου δε τον +οφθαλμόν. + +28. Τόσον δυσχείμερος είναι όλη η χώρα, την οποίαν περιέγραψα, +ώστε επί οκτώ μήνας το ψύχος είναι αφόρητον. Κατ' αυτούς τους +μήνας εάν χύσης ύδωρ δεν κάμνεις πηλόν, αλλ' εάν ανάψης πυρ +κάμνεις πηλόν. Πήγνυται δε και η θάλασσα επίσης ως ο Κιμμέριος +Βόσπορος, και επί του κρυστάλλου περιπατούσι τα στρατεύματα των +Σκυθών οίτινες κατοικούσιν εντός της τάφρου και ελαύνουσι τας +αμάξας πέραν εις τους Σινδούς. Τοιούτος χειμών διατελεί επί οκτώ +μήνας, τους δ' επίλοιπους τέσσαρας είναι ακόμη ψύχος. Ο χειμών των +κλιμάτων τούτων διαφέρει εκείνου όστις υπάρχει εις όλας τας άλλας +χώρας· καθ' όλην ταύτην την ώραν του έτους δεν γίνονται μεγάλαι +βροχαί, κατά δε το θέρος δεν παύει η βροχή. Όταν γίνωνται βρονταί +εις τα άλλα μέρη, τότε εκεί δεν γίνονται, το δε θέρος είναι +συνεχείς. Εάν συμβή κατά τον χειμώνα βροντή, νομίζεται ως θαύμα· +εάν δε συμβή σεισμός είτε κατά το θέρος είτε κατά τον χειμώνα, +τούτο νομίζεται θαύμα δι' όλην την Σκυθίαν. Οι ίπποι συνειθίζουσιν +εις τον χειμώνα τούτον και τον υποφέρουσιν, οι ημίονοι όμως και οι +όνοι δεν ανέχονται αυτόν. Εξ εναντίας εις κλίματα ηπιώτερα οι μεν +ίπποι οι μένοντες εκτεθειμένοι εις το ψύχος αποθνήσκουσιν, οι δε +όνοι και οι ημίονοι αντέχουσιν, + +29. Νομίζω δε ότι το γένος των βοών της χώρας ταύτης δεν έχει +κέρατα ένεκα του ψύχους· βεβαιοί δε την γνώμην μου ο εξής στίχος +του Ομήρου εν τη Οδυσσεία· + + Η Λυβία όπου τ' αρνία άμα γεννηθώσιν έχουσιν κέρατα. + +Και τω όντι τα κέρατα φύονται ταχέως εις τα θερμά κλίματα· αλλ' +εις εκείνα όπου το ψύχος είναι δριμύ, δεν φύονται ουδόλως ή μόλις +φύονται. + +30. Ενταύθα λοιπόν ταύτα γίνονται ένεκα του ψύχους, θαυμάζω δε +(καθότι εξ αρχής η διήγησίς μου ηρέσκετο εις τας προσθήκας) διατί +εις όλην την Ηλείαν δεν δύνανται να γεννηθώσιν ημίονοι· το κλίμα +δεν είναι ψυχρόν, ουδέ υπάρχει άλλο φανερόν αίτιον του γεγονότος +τούτου· λέγουσι δε οι Ηλείοι ότι τούτο προέρχεται έκ τινος +κατάρας. Διά τούτο όταν έλθη ο καιρός να συλλάβωσιν οι ίπποι, +φέρουσιν αυτάς εις τους πλησιοχώρους· εκεί δε τας αφίνουσι να τας +αναβώσιν οι όνοι, και αφού συλλάβωσι, τας φέρουσι πάλιν οπίσω. + +31. Περί δε των πτερών με τα οποία λέγουσιν οι Σκύθαι ότι είναι +πλήρης ο αήρ, τόσον ώστε μήτε να ίδη τις δύναται μήτε να προχωρήση +προς το μέρος της ηπείρου, ιδού ποία είναι η γνώμη μου. Εις τα +υψηλότερα μέρη της χώρας ταύτης πάντοτε πίπτει χιών, ολιγωτέρα +κατά φυσικόν λόγον το θέρος ή τον χειμώνα. Όστις δε είδε χιόνα +πίπτουσαν αφθόνως, εκείνος εννοεί τι λέγω· και τωόντι η χιών +ομοιάζει με πτερά. Ένεκα λοιπόν αυτού του δριμέος χειμώνος τα +βόρεια μέρη της ηπείρου ταύτης είναι ακατοίκητα. Νομίζω δε ότι οι +Σκύθαι και οι περίοικοι αυτών, μεταχειριζόμενοι γλώσσαν +συμβολικήν, καλούσι την χιόνα πτερά. Ταύτα λοιπόν είναι όσα +λέγονται περί των απωτάτων τούτων χωρών. + +32. Περί δε των υπερβορείων ανθρώπων μήτε οι Σκύθαι μήτε οι άλλοι +οι περί τα μέρη εκείνα οικούντες λέγουσι τι, πλην ίσως των +Ισσηδόνων· ως νομίζω δ' εγώ, ούτε αυτοί δεν λέγουσι τίποτε, διότι +εάν έλεγον τι θα το επανελάμβανον οι Σκύθαι, όπως πράττουσι τούτο +και διά τους μονοφθάλμους. Ο Ησίοδος μόνον ανέφερε περί των +Υπερβορείων, έτι δε και ο Όμηρος εις τους Επιγόνους, εάν τωόντι ο +Όμηρος εποίησε τα έπη ταύτα. + +33. Οι Δήλιοι όμως λέγουσι πολύ περισσότερα περί αυτών, +διηγούμενοι ότι ιερά τινα αντικείμενα, περιτετυλιγμένα εις άχυρα +σίτου εκομίζοντο εκ των Υπερβορείων εις τους Σκύθας· ότι εκ των +Σκυθών μετεφέροντο εις τους γείτονάς των, έπειτα, από έθνους εις +έθνος, έφθανον μέχρι των εσχάτων προς δυσμάς ορίων, εις τον +Αδρίαν· εκείθεν δε πεμπόμενα προς μεσημβρίαν, τα εδέχοντο πρώτοι +εκ των Ελλήνων οι Δωδωναίοι· έπειτα εκ της Δωδώνης κατέβαινον εις +τον Μαλέαν κόλπον διά να διαβώσιν εις την Εύβοιαν· ότι αι πόλεις +της νήσου ταύτης διαδοχικώς τα έπεμπον μέχρι της Καρύστου· ότι από +την Κάρυστον, αφίνοντες την Άνδρον προς τα αριστερά, τα μετέφερον +οι Καρύστιοι εις την Τήνον και οι Τήνιοι εις την Δήλον. +Τοιουτοτρόπως λοιπόν λέγουσιν ότι ήρχοντο εις αυτούς τα ιερά ταύτα +αντικείμενα. Ιδού δε πώς συμπληρούσι την διήγησίν των· κατά πρώτην +φοράν οι Υπερβόρειοι έπεμψαν διά να φέρωσι τα αναθήματα ταύτα δύο +κόρας τας οποίας οι Δήλιοι ονομάζουσιν Υπερόχην και Λαοδίκην, μετ' +αυτών δε, ως ασφαλή συνοδείαν, έπεμψαν πέντε εκ των αστών οίτινες +σήμερον καλούνται Περφερείς και οίτινες εις την Δήλον τιμώνται +πολύ. Αλλ' ούτε αι κόραι ούτε οι συνοδοί επέστρεψαν πλέον εις τους +Υπερβορείους· κρίνοντες δε τότε ούτοι ότι θα ήτο άτοπον εάν +εξηκολούθει πάντοτε να μη επιστρέφωσιν οι αποστελλόμενοι άνθρωποι, +απεφάσισαν να φέρωσι τα αναθήματα μέχρι των συνόρων και να τα +παραδίδωσι περιτετυλιγμένα με άχυρα εις τους πλησιεστέρους +γείτονας παραγγέλλοντες εις αυτούς να τα προσέχωσι και να τα +διαβιβάζωσιν εις άλλο έθνος. Και ταύτα μεν τοιουτοτρόπως πεμπόμενα +από έθνους εις έθνος έφθανον, ως λέγεται, εις την Δήλον· ηξεύρω δε +εγώ το ακόλουθον όπερ έχει σχέσιν προς τα αναθήματα ταύτα. Αι +γυναίκες της Θράκης και της Παιονίας, όταν θυσιάζωσιν εις την +βασίλισσαν Αρτέμιδα, ποτέ δεν προσφέρουσι τας θυσίας χωρίς άχυρα +σίτου. Και ταύτα μεν ηξεύρω ότι πράττουσιν αυταί. + +34. Προς τιμήν δε των παρθένων εκείνων αίτινες ελθούσαι εκ των +Υπερβορείων ετελεύτησαν εις την Δήλον, αφιερούσιν οι νέοι και αι +νέαι της νήσου ταύτης την κόμην των. Αι μεν νέαι, προ του γάμου +των, αποτέμνουσαι ένα πλόκαμον ελίττουσιν αυτόν περί άτρακτον και +τον αποθέτουσιν επί του τάφου όστις είναι έσω του ναού της +Αρτέμιδος, προς αριστεράν του εισερχομένου και σκιάζεται υπό +ελαίας. Οι δε νέοι ελίττουσιν ολίγας τρίχας περί τινα χλόην και +αποθέτουσιν αυτάς επίσης επί του τάφου. Και αύται μεν αι παρθένοι +τοιαύτην τιμήν λαμβάνουσιν από τους κατοίκους της Δήλου. + +35. Λέγουσι δε οι αυτοί Δήλιοι ότι η Άργη και η Ώπις, παρθένοι εκ +των Υπερβορείων, διελθούσαι διά των αυτών χωρών, έφθασαν εις την +Δήλον προ της Υπερόχης και της Λαοδίκης και ότι έφερον εις την +Ειλείθυιαν, χάριν του ευκόλου τοκετού των γυναικών, τον φόρον τον +οποίον έταξαν. Προσθέτουσι δε ότι η Άργη και η Ώπις ήλθον ομού με +αυτούς τους θεούς και ότι εδόθησαν εις αυτάς άλλαι τιμαί παρά των +Δηλίων. Αι γυναίκες επαιτούσιν επικαλούμεναι τα ονόματά των έν +τινι ύμνω τον οποίον εποίησεν εις αυτάς ο Λύκιος Ωλήν· παρ' αυτών +δε μαθόντες οι νησιώται και οι Ίωνες να υμνώσι την Ώπιν και την +Άργην, επικαλούνται επίσης αυτάς επαιτούντες (ο Ωλήν δε ούτος, +ελθών εκ της Λυκίας, εποίησεν όλους τους παλαιούς ύμνους τους +ψαλλομένους εις την Δήλον.) Όταν δε οι μηροί καίωνται επί του +βωμού, λαμβάνουσι την τέφραν και την σκορπίζουσιν επί του τάφου +της Ώπιος και της Άργης. Είναι δε ο τάφος ούτος όπισθεν του ναού +της Αρτέμιδος, προς ανατολάς, πλησιέστατα του εστιατορίου των +Κείων. + +36. Και ταύτα μεν αρκούσι διά τους Υπερβορείους, διότι δεν θα +αναφέρω την ιστορίαν του Αβάριος όστις, ως λέγεται, ήτο +Υπερβόρειος και βέλος τον περιέφερεν ανά πάσαν την γην χωρίς να +φάγη τίποτε. Εάν ήναι αληθές ότι υπάρχουσιν υπερβόρειοι άνθρωποι, +αναγκαίως θα υπάρχωσι και άλλοι υπερνότιοι. Γελώ δε βλέπων πολλούς +περιγράφοντας την γην χωρίς να εξηγώσι τίποτε σαφώς. Τινές τούτων +παριστώσι τον Ωκεανόν ρέοντα περί την γην, ως εάν η γη εγένετο +στρογγύλη διά τόρνου· υποθέτουσιν επίσης ότι η Ευρώπη είναι μεγάλη +όσον η Ασία. Με ολίγας όμως λέξεις θα φανερώσω το μέγεθος εκάστης +αυτών και το σχήμα. + +37. Οι Πέρσαι οικούσιν εκτεινόμενοι μέχρι της νοτίας θαλάσσης της +καλουμένης Ερυθράς. Ανωτέρω αυτών, προς βοράν, οικούσιν οι Μήδοι· +ανωτέρω των Μήδων οι Σάσπειρες· ανωτέρω δε των Σασπείρων οι Κόλχοι +εκτεινόμενοι μέχρι της βορείας θαλάσσης όπου εισβάλλει ο Φάσις +ποταμός. Ταύτα τα τέσσαρα έθνη κατοικούσιν από της μιας θαλάσσης +μέχρι της άλλης. + +38. Εκείθεν, προς δυσμάς, δύο μεγάλαι ξηραί χωρίζονται και +καταβαίνουσι μέχρι της θαλάσσης· ταύτας θέλω περιγράψει. Η μία εξ +αυτών προς βοράν μεν αρχίζουσα από τον Φάσιν ποταμόν, ακολουθεί +την παραλίαν του Ευξείνου Πόντου και του Ελλησπόντου και φθάνει +μέχρι του Τρωικού ακρωτηρίου Σιγείου, προς νότον δε η αυτή αύτη +ξηρά αρχομένη από του Μυριανδρικού κόλπου του κειμένου πλησίον της +Φοινίκης εκτείνεται παρά την θάλασσαν μέχρι του ακρωτηρίου +Τριοπίου. Κατοικούσι δε εις την ξηράν ταύτην έθνη τριάκοντα. Αύτη +είναι η μία ξηρά. + +39. Η ετέρα, αρχομένη από των Περσών, εκτείνεται μέχρι της Ερυθράς +θαλάσσης και περιέχει πρώτον την Περσικήν γην, μετά ταύτα την +Ασσυρίαν και τέλος την Αραβίαν· λήγει δε, ουχί φυσικώς αλλά +τεχνητώς, εις τον Αράβιον κόλπον, εις το σημείον όπου ο Δαρείος +ήνωσε διά διώρυχος τα ύδατα του Νείλου. Από της Περσίας μέχρι της +Φοινίκης, η χώρα είναι πλατεία και μεγάλη· από δε της Φοινίκης η +ξηρά αύτη παρακολουθεί τα παραθαλάσσια της Συρίας, της Παλαιστίνης +και της Αιγύπτου όπου και τελευτά. Εις ταύτην τρία μόνα έθνη +κατοικούσι. Τοιούτον είναι το σχήμα της Ασίας, εάν αρχίσωμεν από +την Περσίαν και προχωρήσωμεν προς δυσμάς. + +40. Τα δε ανωτέρω των Περσών, των Μήδων, των Σασπείρων και των +Κόλχων προς ανατολάς, αφ ενός μεν περιορίζει η Ερυθρά θάλασσα, αφ' +έτερου δε η Κασπία θάλασσα και ο Αράξης ποταμός όστις ρέει +ακολουθών την πορείαν του ηλίου. Η Ασία κατοικείται μέχρι της +Ινδικής· μετά ταύτα δε προς ανατολάς είναι έρημος και ουδείς +δύναται να είπη τι περί αυτής. Τοιαύτη και τοσαύτη είναι η Ασία. + +41. Η δε Λιβύα είναι εις την ετέραν ξηράν, διότι συνέχεται με την +Αίγυπτον προς το μέρος της οποίας η ξηρά αύτη είναι στενή· τωόντι +από της ημετέρας θαλάσσης μέχρι της Ερυθράς είναι δέκα χιλιάδες +οργυιαί όπερ εστί χίλιοι στάδιοι. Από του ισθμού όμως τούτου η +χώρα πλατύνεται και λαμβάνει το όνομα Λιβύα. + +42. Θαυμάζω λοιπόν εκείνους οίτινες ώρισαν και διήρεσαν την γην +εις Λιβύαν, Ασίαν και Ευρώπην, καθότι η μεταξύ των χωρών τούτων +διαφορά δεν είναι μικρά. Τωόντι η Ευρώπη κατά μήκος μεν είναι ίση +με τας άλλας δύο, κατά πλάτος όμως δεν με φαίνεται αξία να +παραβληθή με αυτάς. Η Λιβύα προφανώς περικυκλούται υπό υδάτων, +πλην του διαστήματος του αποτελούντος τα προς την Ασίαν σύνορα· +πρώτος δε από όσους ημείς ηξεύρομεν έδειξε τούτο ο Νεκώ, ο +βασιλεύς της Αιγύπτου. Όταν έπαυσε να σκάπτη την μεταξύ του Νείλου +και του Αραβίου κόλπου διώρυχα, εξέπεμψε Φοίνικάς τινας με πλοία +διατάξας αυτούς να επιστρέψωσιν εις την βορείαν θάλασσαν διά των +Ηρακλείων στηλών και ούτω να επανέλθωσιν εις την Αίγυπτον. Οι +Φοίνικες αναχωρήσαντες εκ της Ερυθράς θαλάσοης έπλεον προς νότον· +όταν δε έφθανε το φθηνόπωρον προσαρμοζόμενοι έσπειρον την γην εις +το μέρος της Λιβύας όπου ήθελον ευρεθή και περιέμενον το θέρος· +αφού δε εθέριζον τον σίτον, εξηκολούθουν πάλιν τον πλουν των. +Τοιουτοτρόπως δύο έτη παρήλθον, κατά δε το τρίτον κάμψαντες τας +Ηρακλείους στήλας επέστρεψαν εις την Αίγυπτον και έλεγον ότι +περιπλέοντες την Λιβύαν είχον τον ήλιον εις τα δεξιά, όπερ εγώ μεν +δεν πιστεύω, άλλος τις όμως ενδέχεται να πιστεύη. Τοιουτοτρόπως +λοιπόν η Λιβύα εγένετο γνωστή κατά πρώτον. + +43. Μετά δε ταύτα λέγουσιν οι Καρχηδόνιοι ότι την εγνώρισαν, +καθότι ο Αχαιμενίδης Σατάσπης ο υιός του Τεάσπιος, σταλείς επί +τούτω δεν περιέπλευσε την Λιβύαν· αλλά φοβηθείς το μήκος του πλου +και την ερημίαν, επέστρεψεν οπίσω χωρίς να εκτελέση την ποινήν την +οποίαν τω επέβαλεν η μήτηρ του. Ο Σατάσπης ούτος είχε βιάσει την +θυγατέρα του Ζωπύρου υιού του Μεγαβύζου, και καθ' ην στιγμήν προς +τιμωρίαν του εγκλήματος τούτου έμελλε να ανασκολοπισθή κατά +διαταγήν του βασιλέως Ξέρξου, η μήτηρ του, αδελφή ούσα του +Δαρείου, εμεσίτευσε και τω εχαρίσθη η ζωή υποσχεθείσα ότι αυτή θα +τω επιβάλη τιμωρίαν αυστηροτέραν, να περιπλεύση την Λιβύαν, μέχρις +ου φθάση, εις τον Αράβιον κόλπον. Συγκατατεθέντος του Ξέρξου, ο +Σατάσπης μετέβη εις την Αίγυπτον, και λαβών εκείθεν πλοίον και +ναύτας, έπλευσε μετ' αυτών προς τας Ηρακλείους στήλας· διαβάς δε +ταύτας και κάμψας το ακρωτήριον της Λιβύας όπερ καλείται Σολόεις, +έπλευσε προς μεσημβρίαν. Αφού όμως διήνυσε θάλασσαν πολλήν εις +πολλούς μήνας και είδεν ότι υπελείπετο το περισσότερον μέρος του +πλου, επέστρεψεν οπίσω και έπλευσεν εις την Αίγυπτον. Εκ της +Αιγύπτου πορευθείς εις τον βασιλέα Ξέρξην διηγείτο ότι εις τας +απωτάτας χώρας είχεν ιδή ανθρώπους μικρούς φέροντας ενδύματα εκ +φύλλων φοίνικος, οι οποίοι, άμα προσωρμίζετο το πλοίον, έφευγον +εις τα όρη εγκαταλείποντες τας πόλεις των, εις τας οποίας +εισερχόμενοι οι άνθρωποι του ουδεμίαν βλάβην επροξένουν, αλλά +μόνον ελάμβανον ζώα τινα από αυτάς. Αίτιον δε του μη εντελούς +περίπλου της Λιβύας έλεγεν ότι ήτο το ακόλουθον· ότι το πλοίον +εκάθητο και δεν ήτo δυνατόν να προχωρήση περαιτέρω. Ο δε Ξέρξης μη +πιστεύων εις τα λεγόμενα και επειδή δεν εξετέλεσε τον επιβληθέντα +αγώνα, διέταξε να τον ανασκολοπίσωσι, κρίνας αυτόν άξιον της +πρώτης τιμωρίας. Τούτου του Σατάσπους ευνούχος τις, άμα έμαθε τον +θάνατον του δεσπότου του, έφυγεν εις την Σάμον με χρήματα πολλά τα +οποία Σάμιός τις κατεχράσθη· γνωρίζω το όνομα αυτού, αλλά δεν θέλω +να το είπω. + +44. Της δε Ασίας τα περισσότερα μέρη ανεκάλυψεν ο Δαρείος. Θέλων +να μάθη εις ποίαν θάλασσαν χύνεται ο Ινδός, ο δεύτερος ποταμός εις +τον οποίον ευρίσκονται κροκόδειλοι, έπεμψε μετά πλοίων τον Σκύλακα +τον Καρυανδέα και άλλους παρά των οποίων επίστευεν ότι ήθελε μάθει +την αλήθειαν. Ούτοι δε αναχωρήσαντες εκ της πόλεως Κασπατύρου και +της Πακτυϊκής γης έπλεον προς ανατολάς ακολουθούντες το ρεύμα του +ποταμού μέχρι της θαλάσσης. Πλεύσαντες δε ακολούθως εις το πέλαγος +προς δυσμάς, έφθασαν κατά τον τριακοστόν μήνα εις τον αυτόν τόπον +εκ του οποίου ο βασιλεύς της Αιγύπτου είχε πέμψει τους ανωτέρω +μνημονευθέντας Φοίνικας διά να περιπλεύσωσι την Λιβύαν. Μετά τον +τελευταίον τούτον περίπλουν ο Δαρείος υπέταξε τους Ινδούς και +μετεχειρίζετο την θάλασσαν ταύτην. Τοιουτοτρόπως δε, πλην των προς +ανατολάς μερών, τα άλλα ευρέθησαν ότι είναι όμοια με τα της +Λιβύας. + +45. Ουδείς ηδυνήθη να γνωρίση θετικώς εάν η Ευρώπη, είτε προς +ανατολάς, είτε προς το βόρειον μέρος, περιβρέχεται υπό υδάτων, +γνωστόν δε είναι μόνον ότι το μήκος αυτής είναι σχεδόν ίσον με το +των άλλων δύο. Ούτε δύναμαι να εικάσω πώς, ενώ η γη είναι μία, +εδόθησαν εις αυτήν τρία ονόματα, μήτε διατί τα ονόματα ταύτα είναι +ονόματα γυναικών, μήτε διατί ο Νείλος εις την Αίγυπτον, και ο +Φάσις εις την Κολχίδα ετέθησαν ως όρια (τινές δε λέγουσι τον +Τάναϊν ποταμόν της Μαιώτιδος και τα Κιμμέρια Πορθμεία.) Ούτε +δύναμαι να μάθω τα ονόματα εκείνων οίτινες έθεσαν αυτά τα όρια, +ούτε πόθεν έλαβον αυτάς τας επωνυμίας. Οι πλείστοι των Ελλήνων +λέγουσιν ότι η μεν Λιβύα έλαβε το όνομα γυναικός τινος αυτόχθονος, +η δε Ασία ωνομάσθη ούτω από της γυναικός του Προμηθέως. Οι Λυδοί +όμως οικειοποιούνται αυτό το όνομα και λέγουσιν ότι ωνομάσθη ούτω +η Ασία από τον Ασίαν υιόν του Κότυος του Μάνου και όχι από την +Ασίαν την γυναίκα του Προμηθέως· τούτου ένεκα φυλή τις των Σάρδεων +καλείται Ασίας. Κανείς λοιπόν μεταξύ των ανθρώπων δεν ηξεύρει εάν +η Ευρώπη περιβρέχεται υπό υδάτων, μήτε πόθεν έλαβε το όνομά της· +εκτός εάν παραδεχθώμεν ότι έλαβε το όνομα της Τυρίας Ευρώπης και +ότι πρότερον δεν είχε κανέν όνομα, όπως και αι δύο άλλαι. Αλλ' +είναι φανερόν ότι η γυνή αύτη ήτο εκ της Ασίας και ότι ποτέ δεν +ήλθεν εις την χώραν την οποίαν σήμερον οι Έλληνες καλούσιν +Ευρώπην, αλλά μόνον από την Φοινίκην ήλθεν εις την Κρήτην και εκ +της Κρήτης εις την Λυκίαν. Και ταύτα μεν αρκούσι περί του +αντικειμένου τούτου· ημείς δε θα εξακολουθήσωμεν μεταχειριζόμενοι +τα ονόματα τα οποία εγένοντο δεκτά. + +46. Τα δε παράλια του Ευξείνου πόντου όπου ο Δαρείος έφερε τα +στρατεύματά του περιέχουσιν έθνη αμαθέστατα, πλην του Σκυθικού. +Ούτε έν έθνος υπάρχει εκ των κατοικούντων εντός του Πόντου το +οποίον να δυνάμεθα να μνημονεύσωμεν διά την σοφίαν του, μήτε +γνωρίζομεν κανένα λόγιον άνδρα, πλην του Σκυθικού έθνους και του +Αναχάρτιδος. Το δε Σκυθικόν έθνος εκανόνισε σοφώτερον πάντων των +άλλων εθνών τα οποία γνωρίζομεν το σπουδαιότερον από όλα τα +ανθρώπινα πράγματα, καθότι τας άλλας αυτού συνηθείας δεν θαυμάζω. +Το σπουδαιότερον λοιπόν των ανθρωπίνων πραγμάτων ούτως ερρυθμίσθη +παρ' αυτών· ουδείς εξ εκείνων οίτινες εκστρατεύουσι κατ' αυτών +είναι βέβαιος ότι θα τους αποφύγη, και εάν θέλωσι να μη τους +εύρωσι, κανείς δεν ειμπορεί να τους εύρη· διότι μήτε πόλεις έχουσι +μήτε τείχη, αλλ' είναι φερέοικοι. Είναι δε όλοι ιπποτοξόται καί +ζώσιν ουχί εκ της γεωργίας, αλλ' εκ της κτηνοτροφίας· έχουσι δε +τας κατοικίας των επί αμαξίων. Πώς λοιπόν να μην ήναι απρόσβλητοι +και πώς να δυνηθή τις να τους εύρη και να τους πολεμήση; + +47. Επενόησαν δε το μέσον τούτο της υπερασπίσεως, διότι και η γη +των είναι αρμοδία και οι ποταμοί βοηθούσιν εις τούτο. Τωόντι η γη +των είναι πεδιάς χλοώδης και καλώς διαβρεχομένη, μεγάλοι δε +ποταμοί ρέουσι δι' αυτής μόλις ολιγώτεροι των εν Αιγύπτω διωρύχων. +θα αναφέρω τους μάλλον ονομαστούς και προσπλωτούς από το μέρος της +θαλάσσης. Πρώτος είναι ο πεντάστομος Ίστρος· μετ' αυτόν είναι ο +Τύρης, ο Ύπανις, ο Βορυσθένης, ο Παντικάπης, ο Γέρρος και ο +Τάναϊς· ρέουσι δε ούτοι κατά την εξής διεύθυνσιν. + +48. Ο Ίστρος, ο μέγιστος των ποταμών τους οποίους γνωρίζομεν, +τρέχει πάντοτε ο ίδιος και το θέρος και τον χειμώνα· ων δε ο +πρώτος τον οποίον συναντά τις εις την Σκυθίαν προς τα εσπέρια +μέρη, εγένετο μέγιστος καθότι πίπτουσιν εις αυτόν και άλλοι +ποταμοί. Εκείνοι δε οίτινες καθιστώσιν αυτόν μέγαν είναι οι +ακόλουθοι. Πέντε μεν οι ρέοντες διά της Σκυθικής χώρας, εκείνος +τον οποίον οι Σκύθαι καλούσι Πόρατα, οι δε Έλληνες Πυρετόν, ο +Τιαραντός, ο Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός. Ο μεν πρώτος των +ποταμών τούτων, μέγας και τρέχων προς ανατολάς, ενόνει τα ύδατά +του, μετά του Ίστρου, ο δε δεύτερος, ο Τιαραντός, είναι μικρότερος +και ρέει μάλλον δυτικώς, ο δε Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός, +τρέχοντες διά μέσου τούτων, εισβάλλουσιν εις τον Ίστρον. Και ούτοι +μεν οι ποταμοί, όντες Σκυθικοί, συντελούσιν εις την αύξησιν αυτού· +ο δε Μάρις, ων εκ της χώρας των Αγαθύρσων, ενούται και αυτός με +τον Ίστρον. + +49. Από δε τας κορυφάς του Αίμου τρεις άλλοι μεγάλοι ποταμοί +ρέοντες προς βοράν εισβάλλουσιν εις αυτόν, ο Άτλας, ο Αύρας και ο +Τίβισις· διά δε της Θράκης και των Κροβύζων Θρακών ρέοντες ο +Άθρυς, ο Νόης και ο Αρτάνης πίπτουσιν εις τον Ίστρον. Εκ των +Παιόνων και του όρους της Ροδόπης ο Σκίος ποταμός σχίζων εις το +μέσον τον Αίμον εισβάλλει εις αυτόν. Εκ των Ιλλυριών ρέων προς +βοράν ο Άγγρος ποταμός εισβάλλει εις την Τριβαλλικήν πεδιάδα και +εις τον Βρόγγον ποταμόν, ο δε Βρόγγος εις τον Ίστρον τοιουτοτρόπως +δε ο Ίστρος δέχεται αμφοτέρους, όντας μεγάλους. Εκ δε της χώρας +της κειμένης υπεράνω των Ομβρίκων ο Κάρπις και ο Άλπις, ρέοντες +και ούτοι προς βοράν, εισβάλλουσιν εις αυτόν, διότι ο Ίστρος ρέει +δι' όλης της Ευρώπης αρχόμενος εκ των Κελτών οίτινες μετά τους +Κύνητας είναι οι τελευταίοι κάτοικοι της Ευρώπης προς δυσμάς· ρέων +δε δι' όλης της Ευρώπης εισβάλλει εις την θάλασσαν πλαγίως της +Σκυθικής. + +50. Αυξάνων εκ των υδάτων των καταλεχθέντων ποταμών και άλλων +πολλών, γίνεται ο Ίστρος μέγιστος των ποταμών. Εάν δε παραβάλωμεν +μόνον τα ύδατα του Νείλου προς τα του Ίστρου, ευρίσκομεν ότι ο +πρώτος είναι πολύ μεγαλείτερος, καθότι ο Νείλος μήτε ποταμόν τινα +μήτε κρήνην δέχεται όπως αυξηθή. Ρέει δε ο Ίστρος ίσος και κατά το +θέρος και κατά τον χειμώνα διά την εξής, ως νομίζω, αιτίαν· τον +χειμώνα έχει το φυσικόν αυτού μέγεθος, ίσως ολίγον περισσότερον, +διότι εις την χώραν ταύτην μόλις βρέχει κατά τον χειμώνα, χιών +όμως πίπτει πάντοτε· κατά το θέρος η άφθονος χιών η πεσούσα κατά +τον χειμώνα αναλυομένη εις όλα τα μέρη έρχεται εις τον Ίστρον. +Όθεν και η χιών αύτη η πίπτουσα εις αυτόν συντρέχει εις την +αύξησίν του, εν ταυτώ δε αι πολλαί και ορμητικαί βροχαί, διότι +κατά το θέρος βρέχει. Όσον δε περισσότερον ύδωρ ανέλκει ο ήλιος το +θέρος παρά τον χειμώνα, τόσον τα συνενούμενα με τον Ίστρον ύδατα +είναι περισσότερα το θέρος παρά τον χειμώνα, και τοιουτοτρόπως +γενομένης της αναπληρώσεως των εξατμιζομένων επέρχεται +αντισήκωσις, ώστε ο Ίστρος να φαίνεται πάντοτε ίσος. + +51. Είναι λοιπόν ο Ίστρος είς των ποταμών της Σκυθίας, μετά τούτον +δε έρχεται ο Τύρος, όστις ορμάται μεν από τα βόρεια μέρη, άρχεται +δε ρέων εκ λίμνης μεγάλης ήτις χωρίζει την Σκυθίαν από την Νευρίδα +γην. Προ του στόματος αυτού κατοικούσιν Έλληνες οίτινες καλούνται +Τυρίται. + +52. Τρίτος ποταμός είναι ο Ύπανις όστις ορμάται μεν εκ της +Σκυθικής, ρέει δε εκ λίμνης μεγάλης πέριξ της οποίας βόσκουσιν +άγριοι ίπποι λευκοί. Ορθώς δε καλείται η λίμνη αυτή μήτηρ του +Υπάνεως. Εκ ταύτης λοιπόν εκβαίνων ο Ύπανις ποταμός ρέει μικρός +και γλυκύς μέχρι πέντε ημερών πλουν, έπειτα δε εις τεσσάρων ημερών +πλουν από της θαλάσσης είναι πολύ πικρός, διότι ρίπτεται εις αυτόν +κρήνη τόσον πικρά, ώστε καίτοι μικρά μεταδίδει την πικρότητά της +εις όλον τον Ύπανιν όστις μεταξύ των μικρών ποταμών είναι μέγας. +Είναι δε η κρήνη αύτη εις τα σύνορα των γεωργών Σκυθών και των +Αλαζώνων. Όνομα της κρήνης ταύτης και του μέρους εκ του οποίου +ρέει είναι Σκυθιστί μεν Εξαμπαίος, κατά δε την γλώσσαν των Ελλήνων +Ιεραί οδοί. Ο Τύρης και ο Ύπανις πλησιάζουσι κατά το μέρος των +Αλαζώνων, έπειτα όμως τρεπόμενοι αμφότεροι διάφορον διεύθυνσιν, +αφίνουσι μεταξύ των μέγα διάστημα. + +53. Τέταρτος είναι ο Βορυσθένης ποταμός όστις, κατά την εμήν +γνώμην, είναι μετά τον Ίστρον ο μέγιστος και διά τους ανθρώπους +ωφελιμώτατος ου μόνον των Σκυθικών ποταμών, αλλ' όλων των ποταμών, +πλην του Νείλου, προς τον οποίον ουδείς άλλος δύναται να συγκριθή. +Εκ των λοιπών όμως ο Βορυσθένης προσφέρει μεγίστας ωφελείας εις +τους ανθρώπους, διότι και εις τα κτήνη παρέχει νομάς καλλίστας και +αφθονωτάτας, και ιχθύς δίδει αρίστους και πολλούς, και το ύδωρ +αυτού είναι γλυκύτατον. Ρέει δε καθαρός πλησίον άλλων ποταμών +θολερών, τα σιτηρά εις τας όχθας αυτού γίνονται αξιολογώτατα, και +η χλόη, εις τα μέρη όπου δεν σπείρεται η χώρα, φθάνει εις ύψος +πολύ. Εις το στόμιον αυτού άπειρον άλας πήγνυται αυτόματον, +παρέχον προς ταρίχευσιν μεγάλα κήτη άνευ ακάνθης, τα οποία +καλούσιν αντακαίους, και πολλά άλλα θαυμασμού άξια. Μέχρι του +Γέρρου, εις τον οποίον φθάνει τις μετά τεσσαράκοντα ημερών πλουν, +ο Βορυσθένης είναι γνωστόν ότε ρέει καταβαίνων από βορά, πέραν +όμως ουδείς γινώσκει διά τίνων ανθρώπων ρέει· είναι δε φανερόν ότι +διέρχεται έρημον πριν φθάση εις την χώραν των γεωργών Σκυθών +οίτινες εισι παρόχθιοι αυτού κάτοικοι επί δέκα ημερών πλουν. Μόνου +τούτου του ποταμού και του Νείλου δεν δύναμαι να σημειώσω τας +πηγάς, νομίζω δε ότι ούτε άλλος τις των Ελλήνων. Ρέων δε ο +Βορυσθένης φθάνει πλησίον της θαλάσσης και εκεί ενούται μετ' αυτού +ο Ύπανις χυνόμενος εις το αυτό έλος. Το μεταξύ των ποταμών τούτων +διάστημα, σχηματίζον προεξοχήν της χώρας, καλείται ακρωτήριον του +Ιππολάου. Εν αυτώ δε είναι εκτισμένος ναός της Δήμητρας, και +απέναντι αυτού του ναού, επί του Υπάνεως, κατοικούσιν οι +Βορυσθενείται. Και ταύτα μεν περί των ποταμών τούτων. + +54. Πέμπτος δε ποταμός μετ' αυτούς είναι ο Παντικάπης. Ρέει και +ούτος από το βόρειον μέρος και από λίμνην, τα δε μεταξύ τούτου και +του Βορυσθένους νέμονται οι γεωργοί Σκύθαι. Αφού διασχίση την +Υλαίαν, ενούται κατόπιν με τον Βορυσθένη. + +55. Έκτος είναι ο Υπάκυρις, όστις πηγάζει μεν εκ λίμνης, ρέων δε +διά μέσου των νομάδων Σκυθών, χύνεται πλησίον της πόλεως +Καρκινίτιδος, χωρίζων προς τα δεξιά την Υλαίαν και τον Αχίλλειον +καλούμενον δεσμόν. + +56. Έβδομος ποταμός είναι ο Γέρρος όστις μακρύνεται του +Βορυσθένους εις το μέρος όπου είναι γνωστός ο Βορυσθένης· +χωρίζεται δε επίσης και εκ του τόπου εις ον δίδει το όνομά του· +ρέων δε μέχρι θαλάσσης χωρίζει τους νομάδας Σκύθας από τους +βασιλικούς Σκύθας και ενούται με τον Υπάκυριν. + +57. Όγδοος ποταμός είναι ο Τάναϊς όστις πηγάζει μακρόθεν έκ τινος +μεγάλης λίμνης και χύνεται εις άλλην έτι μεγαλειτέραν, καλουμένην +Μαιώτιδα, ήτις χωρίζει τους βασιλικούς Σκύθας από τους Σαυρομάτας. +Εις τούτον δε τον Τάναϊν εισβάλλει άλλος ποταμός όστις καλείται +Ύργις. + +58. Με τούτους λοιπόν τους ονομαστούς ποταμούς εστολίσθησαν οι +Σκύθαι. Η δε χλόη η φυομένη εις την Σκυθικήν χώραν προς τροφήν των +κτηνών είναι, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, χολωδεστάτη πασών. +Δύναται δέ τις να βεβαιωθή τούτο ανοίγων τα θυσιαζόμενα κτήνη. + +59. Τοιουτοτρόπως λοιπόν τα μεν αξιολογώτερα πράγματα ευκολώτατα +δύναταί τις να προμηθευθή εις τους Σκύθας, τα δε έθιμα αυτών είναι +τα εξής. Εκ των θεών τους μόνους τους οποίους λατρεύουσιν είναι +πρώτον η Εστία, έπειτα δε ο Ζευς και η Γη την οποίαν νομίζουσι +γυναίκα του Διός· μετ' αυτούς λατρεύουσι τον Απόλλωνα, την +Ουρανίαν Αφροδίτην, τον Ηρακλέα και τον Άρην. Και αυτούς μεν τους +θεούς λατρεύουσιν όλοι οι Σκύθαι, οι δε βασιλικοί Σκύθαι +θυσιάζουσι και εις τον Ποσειδώνα. Ονομάζονται δε Σκυθιστί η μεν +Εστία Ταβιτί, ο δε Ζευς, ορθότατα κατ' εμέ, Παπαίος (51), η Γη +Απία, ο Απόλλων Οιτόσουρος, η ουρανία Αφροδίτη Αρτίμπασα, και ο +Ποσειδών Θαμιμασάδας. Δεν κατασκευάζουσι μήτε αγάλματα, μήτε +βωμούς, μήτε ναούς, ειμή εις τον Άρην, εις ον και μόνον +εγείρουσιν. + +60. Εις όλους τους ιερούς τόπους αι θυσίαι γίνονται κατά τον αυτόν +τρόπον. Ιδού δε πώς γίνονται· το θύμα ίσταται όρθιον με δεδεμένους +τους εμπροσθίους πόδας· ο δε θύων, ιστάμενος όπισθεν του κτήνους, +σύρει το σχοινίον και το ρίπτει χαμαί. Ενώ δε πίπτει το ιερείον, +αυτός επικαλείται τον θεόν προς τον οποίον θυσιάζει. Έπειτα θέτει +βρόχον περί τον τράχηλον του ζώου και εμβαλών ράβδον στρέφει +αυτήν, μέχρις ου το αποπνίξη, ούτε πυρ ανάπτων, ούτε απαρχάς +προσφέρων ούτε σπονδάς. Αφού δε το πνίξη και το εκδάρη, τρέπεται +προς έψησιν. + +61. Επειδή δε η γη των Σκυθών στερείται ξύλων εντελώς, ιδού τι +επενόησαν προς έψησιν των κρεάτων· γυμνούντες τα οστά των +εκδειρομένων θυμάτων, ρίπτουσι τα κρέατα εις λέβητας επιχωρίους, +εάν τύχωσι να έχωσιν, οίτινες πολύ ομοιάζουσι με τους κρατήρας της +Λέσβου, εκτός μόνον ότι είναι πολύ μεγαλείτεροι· συγχρόνως θέτουσι +τα οστά υπό τους λέβητας, και καίοντες αυτά ψήνουσι τα κρέατα. Εάν +δεν έχωσι λέβητας, περικλείουσιν όλα τα κρέατα εις τας γαστέρας +των ιερείων ομού με ύδωρ και ανάπτουσι κάτωθεν τα οστά, τα οποία +καίουσι θαυμάσια. Χωρούσι δε αι γαστέρες ευκολώτατα τα κρέατα τα +γυμνωθέντα των οστών. Τοιουτοτρόπως και ο βους ψήνεται αφ' εαυτού +και τα άλλα ιερεία ομοίως. Αφού δε εψηθώσι τα κρέατα, ο θύσας +ρίπτει μακράν, ως απαρχάς, μέρος των κρεάτων και των σπλάγχνων, +θύουσι δε παντός είδους ζώα, και προ πάντων ίππους. + +62. Εις μεν τους άλλους θεούς τοιουτοτρόπως θυσιάζουσι και ταύτα +τα κτήνη προσφέρουσιν, εις δε τον Άρην ως εξής. Εις την κωμόπολιν +εκάστου νομού ιδρύουσι ναόν κατά τον ακόλουθον τρόπον· φάκελοι +φρυγάνων εισί συσσωρευμένοι εις τριών σταδίων μήκος και πλάτος, το +ύψος δε αυτών είναι μικρότερον· επί του σωρού τούτου γίνεται +τετράγωνον επίπεδον, και αι μεν τρεις πλευραί αυτού εισίν +απότομοι, εκ δε της μιας δύναται τις ν' αναβή. Κατ' έτος +επιθέτουσιν εκατόν πεντήκοντα αμαξών φρύγανα, καθότι ο σωρός +ελαττούται αδιακόπως υπό των ανέμων. Επί εκάστου των ναών τούτων +είναι ιδρυμένος αρχαίος ακινάκης σιδηρούς, όστις είναι το άγαλμα +του Άρεως. Εις αυτόν δε τον ακινάκην προσφέρουσι θυσίας κτηνών και +ίππων, και θυσιάζουσι πλειότερον ή εις τους άλλους θεούς· προς +τούτοις από όσους ζωγρήσωσιν εις τον πόλεμον, θυσιάζουσιν ένα εις +τους εκατόν, ουχί όμως καθώς θυσιάζουσι τα κτήνη αλλά κατά +διάφορον τρόπον. Αφού χύσωσιν οίνον επί της κεφαλής των, σφάζουσι +τους ανθρώπους εις αγγείον, το οποίον αναβιβάζοντες έτι του σωρού +των φρυγάνων καταβρέχουσι τον ακινάκην με το αίμα· ενώ δε οι μεν +αναβιβάζουσιν αυτό, οι άλλοι μένοντες εις τους πρόποδας του σωρού, +κόπτουσιν ολοκλήρους τους δεξιούς ώμους των σφαγέντων ανδρών ομού +με τας χείρας, και ρίπτουσιν αυτούς εις τον αέρα· έπειτα δε, αφού +τελειώσωσι την θυσίαν και των άλλων θυμάτων, αναχωρούσι. Μένουσι +δε αι μεν χείρες όπου πέσωσι, τα δε σώματα κεχωρισμένα. + +63. Τοιαύται λοιπόν είναι αι θυσίαι των Σκυθών· χοίρους όμως δεν +συνειθίζουσι να θυσιάζωσιν, ούτε δέχονται να τρέφωσι τοιούτους εις +την χώραν των. + +64. Οι δε πολεμικοί των νόμοι είναι οι ακόλουθοι. Τον πρώτον +εχθρόν τον οποίον καταβάλη ο Σκύθης, πίνει εκ του αίματός του, +φέρει δε εις τον βασιλέα τας κεφαλάς όλων εκείνων τους οποίους +φονεύση εν τη μάχη· διότι, εάν μεν φέρη κεφαλήν, μετέχει των +λαφύρων, εάν δε δεν φέρη, όχι. Διά να εκδάρη κεφαλήν, την +περιτέμνει κύκλω περί τα ώτα, την λαμβάνει εκ των τριχών, την +σείει, και αφού το δέρμα αποσπασθή από το κρανίον, αποξέει το +κρέας με πλευράν βοός, μαλάσσει έπειτα αυτό μεταξύ των χειρών του· +αφού δε το καταστήση τοιουτοτρόπως μαλακόν ως χειρόμακτρον, το +κρεμά του χαλινού του ίππου επί του οποίου ιππεύει, και γαυριά. +Εκείνος όστις έχει πολλά τοιαύτα δέρματα φημίζεται ως +ανδρειότατος. Πολλοί κατασκευάζουσιν εκ των δερμάτων φορέματα και +τα ράπτουσιν ως τα ποιμενικά ενδύματα. Πολλοί δε άλλοι, αφού +εκδείρωσι τας δεξιάς χείρας των φονευθέντων εχθρών ομού με τους +όνυχας, περικαλύπτουσι δι' αυτών τας φαρέτρας των. Είναι δε το +δέρμα του ανθρώπου και παχύ και λαμπρόν, και σχεδόν εξ όλων των +δερμάτων το μάλλον λευκόν. Άλλοι πάλιν, αφού εκδείρωσιν ολοκλήρους +τους ανθρώπους και προσκολλήσωσι το δέρμα των επί ξύλων, +περιφέρουσιν αυτό οσάκις ιππεύουσιν. Ταύτα λοιπόν είναι τα +πολεμικά των έθιμα. + +65. Ιδού δε πώς μεταχειρίζονται τας κεφαλάς, όχι όλων, αλλά των +εχθίστων. Πριονίζουσι το κρανίον κάτωθεν των οφρύων και το +καθαρίζουσι. Και ο μεν πτωχός το μεταχειρίζεται, αφού το +περικαλύψη με δέρμα βοός ακατέργαστον, ο δε πλούσιος το καλύπτει +ομοίως με δέρμα βοός κεχρυσωμένον έξωθεν και το μεταχειρίζεται ως +ποτήριον. Κατασκευάζουσι δε τοιαύτα ποτήρια και από τας κεφαλάς +των συγγενών των, εάν τύχη να έχωσι διαφοράν τινα μεταξύ των και +νικήση ο είς τον άλλον, παρόντος του βασιλέως· όταν δε τον +επισκέπτονται ξένοι τους οποίους υπολήπτεται, δεικνύει αυτάς τας +κεφαλάς και λέγει ότι όντες συγγενείς εγένοντο εχθροί και τους +ενίκησεν αυτός. Διηγούνται δε τούτο ως ανδραγάθημα. + +66. Άπαξ του έτους έκαστος νομάρχης εις τον νομόν του γεμίζει ένα +κρατήρα με οίνον και πίνουσιν εξ αυτού εκείνοι των Σκυθών όσοι +εφόνευσαν εχθρούς· όσοι δεν κατώρθωσαν τοιούτο τι, δεν πίνουσιν εξ +αυτού του οίνου, αλλ' ως άτιμοι κάθηνται μακράν· και τούτο είναι +παρ' αυτοίς μέγιστον όνειδος. Όσοι εφόνευσαν παμπόλλους ανθρώπους, +αυτοί έχουσι δύο ποτήρια και πίνουσι με τα δύο. + +67. Οι Σκύθαι έχουσι πολλούς μάντεις οίτινες μαντεύονται με πολλάς +ράβδους εξ ιτέας κατά τον εξής τρόπον· φέροντες μεγάλα δέματα εκ +τοιούτων ράβδων, τα λύουσι, τακτοποιούσι τας ράβδους μίαν προς +μίαν και προφητεύουσιν· ενώ δε λέγουσι τας προφητείας των, +τινάζουσι πάλιν τας ράβδους και τας σχηματίζουσι δέματα. Τοιούτος +είναι ο τρόπος της μαντικής τον οποίον παρέλαβον από τους πατέρας +των. Οι δε Εναρείς οι ανδρόγυνοι (52) λέγουσιν ότι η Αφροδίτη τους +έδωκε την μαντικήν επιστήμην· προλέγουσι δε με φλοιόν φιλύρας. +Αφού σχίση ο μάντις την φιλύραν εις τρία, περιτυλίσσει τον φλοιόν +εις τους δακτύλους του, έπειτα τον εκτυλίσσει και χρησμοδοτεί. + +68. Όταν ο βασιλεύς των Σκυθών ασθενήση, προσκαλεί τρεις μάντεις, +τους ονομαστοτάτους, οίτινες μαντεύονται κατά τα ανωτέρω ρηθέντα +τρόπον, και σχεδόν πάντοτε λέγουσιν ότι το κακόν προήλθε, διότι ο +δείνα ή ο δείνα ώμοσε ψευδώς εις την βασιλικήν εστίαν· είναι δε +συνήθεια εις τους Σκύθας, όταν θέλωσι να δώσωσιν επίσημον όρκον, +να ομνύωσιν εις την βασιλικήν εστίαν. Άμα είπωσι τούτο, προσάγεται +εκείνος τον οποίον κατήγγειλαν ως ένοχον ψευδορκίας· αφού δε έλθη, +οι μάντεις τον κατηγορούσι λέγοντες ότι διά της μαντικής απεδείχθη +καταφανώς ότι επιώρκησεν ορκισθείς εις την βασιλικήν εστίαν και +ότι η ασθένεια του βασιλέως δεν έχει άλλην αιτίαν. Τότε ο +κατηγορούμενος αρνείται, λέγει ότι δεν επιώρκησε και θρηνολογεί. +Επειδή λοιπόν αρνείται τούτο, ο βασιλεύς προσκαλεί άλλους +διπλασίους μάντεις, και εάν διά της μαντικής αποδείξωσιν ούτοι ότι +τωόντι επιώρκησεν ο άνθρωπος, τότε αμέσως τον αποκεφαλίζουσι, και +οι πρώτοι μάντεις μοιράζονται την περιουσίαν του. Εάν δε οι +δεύτεροι μάντεις τον αθωώσωσι, προσκαλούνται άλλοι, και έπειτα +άλλοι. Επί τέλους, όταν οι πλειότεροι αθωώσωσι τον άνθρωπον, +αποφασίζεται να θανατωθώσιν οι πρώτοι μάντεις. + +69. Διά να τους θανατώσωσι δε πληρούσιν άμαξαν με φρύγανα, +ζευγνύουσιν εις αυτήν ίππους, αναγκάζουσι τους καταδικασθέντας να +αναβώσιν εις το μέσον των φρυγάνων με τας χείρας δεδεμένας +όπισθεν, τους πόδας περικεκλεισμένους εις πέδας και το στόμα +πεφραγμένον· τιθεμένου δε πυρός εις τα φρύγανα, οι βόες +εξαγριούνται και παρασύρουσι την άμαξαν. Και πολλοί μεν βόες +συγκατακαίονται με τους μάντεις, πολλοί δε σώζονται περικεκαυμένοι +αφού κατακαυθή ο ρυμός αυτών. Κατακαίουσι δε τους μάντεις ουχί +μόνον διά την αιτίαν την οποίαν ανέφερα, αλλά και δι' άλλας +αιτίας, ονομάζοντες αυτούς ψευδομάντεις. Όσους δε φονεύση ο +βασιλεύς, τούτων ουδέ τα τέκνα αφίνει, αλλά φονεύει τα άρρενα και +παραιτεί τα θήλεα. + +70. Με όσους δε ορκίζονται οι Σκύθαι, ορκίζονται ως εξής· Χύνουσιν +οίνον εις μέγα ποτήριον πήλινον, και μιγνύουσιν εν αυτώ αίμα +εκείνων οίτινες θα ορκισθώσι κάμνοντες μικράν αμυχήν είτε δι' +οπητίου είτε διά της αιχμής μαχαιρίου. Έπειτα βυθίζουσιν εις το +αγγείον ακινάκην, βέλη, πέλεκυν και ακόντιον· τούτου γενομένου, +λέγουσι κατάρας πολλάς, και έπειτα οι ορκιζομένοι και οι +σημαντικότεροι των ακολουθούντων αυτούς πίνουσιν εκ τούτου του +κράματος. + +71. Ενταφιάζονται δε οι βασιλείς εις τα Γέρρα μέχρι των οποίων ο +Βορυσθένης είναι προσπλωτός. Ενταύθα, όταν αποθάνη ο βασιλεύς των, +ορύσσουσιν εις την γην μέγα όρυγμα τετράγωνον· άμα δε τούτο +ετοιμασθή, λαμβάνουσι τον νεκρόν, του οποίου το μεν σώμα είναι +κατακηρωμένον, η δε κοιλία ανοιγείσα και καθαρισθείσα είναι +γεμισμένη με κύπερον τετριμμένον, με θυμίαμα, με σπόρον σελίνου +και με άνηθον, έπειτα δε πάλιν ερραμμένη· τοιουτοτρόπως δε +κομίζουσα αυτόν εν αμάξη εις άλλο έθνος. Εκείνοι οίτινες δεχθώσι +το σώμα πράττουσιν όσα και οι βασιλικοί Σκύθαι οίτινες έφεραν +αυτό· κόπουσιν ολίγον το ωτίον των, περικείρουσι τας τρίχας της +κεφαλής, περιτέμνουσι τους βραχίονας, κάμνουσιν αμυχάς εις το +μέτωπον και την ρίνα, και διαπερώσι με βέλη την αριστεράν χείρα. +Εκείθεν φέρουσιν εν αμάξη τον νεκρόν του βασιλέως εις άλλο έθνος +εξ εκείνων εφ' ων άρχουσιν, οι δε προηγούμενοι εις τους οποίους +τον έφεραν ακολουθούσιν. Αφού δε τοιουτοτρόπως περιέλθωσιν όλα τα +έθνη κομίζοντες τον νεκρόν, φθάνουσιν επί τέλους εις το έσχατον +των εθνών, τα Γέρρα, και εις τους τάφους. Τότε αποθέτουσι τον +νεκρόν εις τον τάφον επί στιβάδος, πηγνύοντες ένθεν και ένθεν του +νεκρού αιχμάς και επάνω αυτών απλούντες ξύλα τα οποία στεγάζουσι +με ψιάθους. Εις το κενόν δε διάστημα του τάφου θάπτουσι μίαν των +παλλακίδων την οποίαν πνίγουσιν, ένα οινοχόον, ένα μάγειρον, ένα +ιπποκόμον, ένα ιδιαίτερον θεράποντα, ένα αγγελιαφόρον, ίππους, +απαρχάς όλων των πραγμάτων του και φιάλας χρυσάς, καθότι δεν +μεταχειρίζονται μήτε άργυρον μήτε χαλκόν. Ταύτα ποιήσαντες, +ρίπτουσι χώμα και ανυψούσι τον τάφον, αμιλλώμενοι και +προθυμούμενοι να τον υψώσωσιν όσον το δυνατόν περισσότερον. + +72. Αφού παρέλθη έν έτος, πράττουσι πάλιν τα ακόλουθα· λαμβάνουσι +τους προθυμοτάτους εκ των υπολειπομένων θεραπόντων (είναι δε ούτοι +Σκύθαι εγχώριοι, διότι τοιούτοι Σκύθαι υπηρετούσι τον βασιλέα εις +ό,τι διατάξη, και δεν έχει αργυρωνήτους υπηρέτας)· εξ αυτών λοιπόν +των θεραπόντων αφού πνίξωσι πεντήκοντα, και ίππους καλλίστους +πεντήκοντα, εκβάλλουσι την κοιλίαν των, την καθαρίζουσι, την +γεμίζουσι με άχυρα και την ράπτουσι πάλιν. Έπειτα διά δύο ξύλων +στηρίζουσι το ήμισυ τροχού του οποίου η περιφέρεια εγγίζει την +γην· διά του αυτού δε τρόπου στηρίζουσι και το άλλο ήμισυ. +Στηρίζουσι δε πολλά τοιαύτα. Ακολούθως περώσι διά ξύλων μακρών και +χονδρών τα σώματα όλων των ίππων μέχρι των τραχήλων και θέτουσιν +αυτά επί των ημιτροχίων, άτινα βαστάζουσιν εμπρός τους ώμους, +οπίσω την κοιλίαν, και αφίνουσι κρεμάμενα τα σκέλη εκατέρωθεν εις +τους ίππους τούτους, τοιουτοτρόπως κρατουμένους ευθείς, θέτουσι +χαλινούς και στόμια, τείνουσα αυτά έμπροσθεν και τα δένουσιν εις +πασσάλους. Τέλος, επί εκάστου ίππου, ανεβιβάζουσιν ένα νέον +πεπνιγμένον, αφού προηγουμένως περάσωσι κατά μήκος του οστού της +ράχεως ξύλον όρθιον το οποίον επάνω μεν φθάνει μέχρι του τραχήλου, +κάτω δε είναι μακρόν τόσον ώστε να εισέρχεται εις οπήν +κατεσκευασμένην εις το άλλο ξύλον το διά του ίππου διερχόμενον. +Αφού λοιπόν στήσωσι τοιούτους ιππείς περί τον τάφον, αναχωρούσιν. + +73. Ούτω θάπτουσι τους βασιλείς, όταν δε αποθάνωσιν οι άλλοι +Σκύθαι, οι πλησιέστατοι συγγενείς των τους θέτουσιν εις αμάξας και +τους περιφέρουσιιν εις τους φίλους των· έκαστος δε αυτών +υποδεχόμενος φιλοξενεί τους συνοδεύοντας δίδων και εις τον νεκρόν +από όλα όσα δίδει εις τους άλλους. Περιφέρονται κατ' αυτόν τον +τρόπον επί ημέρας τεσσαράκοντα, μετά ταύτα δε τον θάπτουσι και +καθαρίζονται κατά τον ακόλουθον τρόπον. Πλύναντες προηγουμένως τας +κεφαλάς των και σπογγίσαντες αυτάς, εμπήγουσιν εις την γην ξύλα τα +οποία κλίνουσιν όπως τα προσεγγίσωσι προς άλληλα εκ των άνω, επί +των ξύλων δε τούτων εκτείνουσιν υφάσματα μάλλινα. Μεταξύ των ξύλων +τούτων τα οποία φέρουσι τα υφάσματα θέτουσι σκάφην εντός της +οποίας υπάρχουσι λίθοι πεπυρακτωμένοι μέχρι διαφανείας. + +74. Παράγεται δε εις την χώραν ταύτην είδος τι κανννάβεως πολύ +ομοίας με το λίνον πλην της παχύτητος και του μεγέθους, διότι κατά +τα δύο ταύτα η κάναβις είναι πολύ υπερτέρα του λίνου. Φύεται δε +και αυτομάτως και σπειρομένη, οι δε Βράκες κατασκευάζουσιν εξ +αυτής ενδύματα πολύ ομοιάζοντα με τα λινά, τοσούτον ώστε όστις δεν +τα μετεχειρίσθη, δεν δύναται να διακρίνη το έν πανίον από το άλλο, +εκείνος δε όστις δεν είδε ποτέ κάνναβιν δύναται να εκλάβη το +ύφασμα ως λινούν. + +75. Λαμβάνοντες λοιπόν οι Σκύθαι εκ του σπόρου τούτου εισέρχονται +υπό τα ξύλα τα οποία καλύπτονται από τα υφάσματα και ρίπτουσιν +αυτόν επί των διαφανών υπό του πυρός λίθων· καιόμενος δε ούτος +καπνίζει και επιχέει καπνόν περισσότερον παρά παν άλλο ελληνικόν +λουτρόν. Οι Σκύθαι παραφερόμενοι εκ του καπνού τούτου ωρύονται +τούτο δε μεταχειρίζονται αντί λουτρού, επειδή, ποτέ δεν βυθίζουν +το σώμα των ολόκληρον εις το ύδωρ. Αι γυναίκες των βρέχουσι λίθον +τραχύν και επ' αυτού τρίβουσι ξύλον κυπαρίσσου, κέδρου και +λιβάνου· με το μίγμα· δε τούτο αλείφουσι το σώμα και το πρόσωπον +και αφ' ενός μεν ευωδιάζουσιν, αφ' ετέρου δε, όταν τα εκβάλωσι την +ακόλουθον ημέραν, είναι καθαραί και δροσεραί. + +76. Αποφεύγουσι δε με πάντα τρόπον από του να παραλαμβάνωσι τα +έθιμα των άλλων εθνών και μάλιστα των Ελλήνων, ως το απέδειξαν εις +τον Ανάχαρσιν και μετ' αυτόν εις τον Σκύλην. Ο Ανάχαρσις, αφού +περιηγήθη, πολύ μέρος της γης και εκτήσατο κατά την περιήγησιν +ταύτην πολλήν σοφίαν, επέστρεφεν εις την Σκυθίαν· πλέων δε διά του +Ελλησπόντου προσωρμίσθη, εις την Κύζικον και ιδών τους Κυζικηνούς +ασχολουμένους να εορτάζωσι μεγαλοπρεπώς την εορτήν της μητρός των +θεών, ευχήθη εις την θεάν εάν φθάση αισίως εις την πατρίδα του να +προσφέρη εις αυτήν ομοίως θυσίας και να συστήση πανυχίδα. Όταν +λοιπόν έφθασεν εις την Σκυθικήν και εισέδυσεν εις την λεγομένην +Υλαίαν, ήτις κείται πλησίον του Αχιλλείου δρόμου και καλύπτεται +όλη υπό δένδρων παντοίων, ήρχισεν ο Ανάχαρσις να τελή την εορτήν +της Κυβέλης με όλα τα καθέκαστα, κρατών τύμπανον και έχων εις το +στήθος αγάλματα κρεμάμενα. Είς όμως των Σκυθών ιδών αυτόν +εφανέρωσεν εις τον βασιλέα τι έπραττεν. Ούτος δε ελθών και ιδών +τον Ανάχαρσιν ταύτα πράττοντα, τον ετόξευσε και τον εφόνευσε (53). +Και σήμερον, εάν τις ερωτήση περί του Αναχάρσιδος, οι Σκύθαι +προσποιούνται ότι δεν τον γνωρίζουσιν, επειδή απεδήμησεν εις την +Ελλάδα και παρεδέχθη έθιμα ξενικά· ως δε ήκουσα εγώ από τον Τίμνον +τον επίτροπον του Αριπείθους, ο Ανάχαρσις ήτο προς πατρός θείος +του Ιδανθύρσου βασιλέως των Σκυθών και υιός του Γνούρου του υιού +του Λύκου και εγγονού του Σπαργαπείθους. Εάν λοιπόν ο Ανάχαρσις +ήτο εκ της οικίας ταύτης, ας μάθη ότι εφονεύθη υπό του αδελφού +του, διότι ο Ιδάνθυρσος ήτο υιός του Σαυλίου, ο Σαύλιος δε ήτο ο +φονεύσας τον Ανάχαρσιν. + +77. Ήκουσα επίσης τους Πελοποννησίους διηγουμένους άλλην ιστορίαν +την ακόλουθον· ότι ο Ανάχαρσις απεδήμησε κατά διαταγήν του +βασιλέως των Σκυθών και εγένετο μαθητής της Ελλάδος και ότι +επιστρέψας είπεν εις τον πέμψαντα ότι όλοι οι Έλληνες ασχολούνται +εις παν είδος μαθήσεως πλην των Λακεδαιμονίων, και όμως μόνον εις +αυτούς δύναται τις να δώση και να λάβη καλήν συμβουλήν. Αλλ' η +διήγησις αύτη επλάσθη υπ' αυτών των Ελλήνων, το δε βέβαιον είναι +ότι ο άνθρωπος εθανατώθη ως είπον ανωτέρω. Ο Ανάχαρσις λοιπόν +ταύτα έπαθε χάριν των ξενικών εθίμων και των στενών σχέσεων τας +οποίας είχε με τους Έλληνας. + +78. Μετά πολλά δε έτη ύστερον ο Σκύλης του Αριαπείθους έπαθε +σχεδόν τα ίδια. Ο Σκύλης ούτος ήτο υιός του Αριαπείθους βασιλέως +των Σκυθών και γυναικός τινος ουχί εγχωρίας αλλ' εκ της πόλεως +Ιστρίας, η δε μήτηρ του τω εδίδαξε την γλώσσαν και τα ελληνικά +γράμματα. Βραδύτερον ο μεν Αριαπείθης εδολοφονήθη υπό του +Σπαργαπείθους, βασιλέως των Αγαθύρεων, ο δε Σκύλης παρέλαβε την +βασιλείαν και την γυναίκα του πατρός του ήτις ωνομάζετο Οποίη. Ήτο +δε η Οποίη αύτη εγχωρία και είχεν υιόν εκ του Αριαπείθους +καλούμενον Όρικον. Ο Σκύλης, μολονότι ήτο βασιλεύς των Σκυθών, +ποσώς δεν ηρέσκετο εις την Σκυθικήν δίαιταν, καθότι η ανατροφή την +οποίαν είχε λάβει τον έκαμνε να κλίνη μάλλον προς τα ελληνικά +έθιμα. Επομένως, οσάκις μετέβαινε με τον στρατόν εις την πόλιν των +Βορυσθενειτών (οι Βορυσθενείται δε ούτοι λέγονται ότι είναι +Μιλήσιοι), τον μεν στρατόν άφινεν εις το προάστειον, αυτός δε +εισήρχετο εις την πόλιν και κλείων τας θύρας εξεδύετο την Σκυθικήν +και εφόρει την ελληνικήν ενδυμασίαν· ταύτην δε φορών περιεφέρετο +εις την αγοράν, ούτε υπό φύλακός τινος συνοδευόμενος ούτε υπό +άλλου τινός, καθότι οι άνθρωποι του εφύλαττον τας θύρας μήπως +εισέλθη τις των Σκυθών και τον ίδη με τα ενδύματα ταύτα. Προσέτι +δε και καθ' όλα τα άλλα ηκολούθει την ελληνικήν δίαιταν και +εθυσίαζεν εις τους θεούς κατά τα έθιμα των Ελλήνων. Αφού δε +διέτριβεν εκεί ένα μήνα ή και περισσότερον, ανεχώρει επαναλαμβάνων +την Σκυθικήν ενδυμασίαν. Έπραττε δε τούτο πολλάκις, και έκτισεν +οικίαν εις την πόλιν των Βορυσθενειτών όπου είχε νυμφευθή γυναίκα +εγχωρίαν. + +79. Επειδή όμως ήτο πεπρωμένον να πάθη κακόν, ιδού εκ ποίας αιτίας +προήλθε το κακόν. Επεθύμησε να μυηθή τα μυστήρια του Διονύσου, και +ενώ έμελλε να αρχίση την τελετήν εγένετο μέγα θαύμα. Είχεν, ως +είπον ανωτέρω, εις την πόλιν των Βορυσθενειτών μεγάλην οικίαν και +πολυτελή, περί την οποίαν είχον στηθή σφίγγες και γρύπες εκ λευκού +λίθου. Εις ταύτην ο θεός έρριψε κεραυνόν. Και η μεν οικία κατεκάη +όλη, ο δε Σκύθης ουχ ήττον εξηκολούθησε και ετελείωσε την τελετήν. +Ονειδίζουσι δε τους Έλληνας οι Σκύθαι διά την εορτήν ταύτην του +Βάκχου, διότι λέγουσιν ότι δεν ήρμοζε να εφεύρωσι τοιούτον θεόν +όστις ωθεί τους ανθρώπους εις μανίαν. Ότε λοιπόν ο Σκύλης εμυείτο +τα μυστήρια του Βάκχου, Βορυσθενείτης τις, μεταβάς εις τους +Σκύθας, τοις είπε· «Μας ονειδίζετε, ω Σκύθαι, ότι βακχεύομεν και +ότι καταλαμβάνει ημάς ο θεός· την στιγμήν ταύτην όμως ο θεός +κατέλαβε και τον υμέτερον βασιλέα και βακχεύει και μαίνεται υπό +του θεού. Εάν δεν με πιστεύετε, ακολουθήσατέ με, και θέλω σας +δείξει αυτόν.» Τον ηκολούθησαν οι προεστώτες των Σκυθών, και ο +Βορυσθενείτης αναβιβάσας κρυφίως τους ετοποθέτησεν εις ένα πύργον· +μετ' ολίγον διέβη ο Σκύλης με τον θίασον των μαινομένων, και οι +Σκύθαι τον είδον ότι εβάκχευε. Τότε εθεώρησαν εαυτούς πληγέντας +υπό μεγάλης συμφοράς, και εξελθόντες ανεκοίνωσαν εις όλον τον +στρατόν όσα είδον. + +80. Μετά ταύτα δε, ότε ο Σκύλης επέστρεφεν εις την Σκυθίαν, οι +Σκύθαι, ονομάσαντες βασιλέα τον αδελφόν αυτού Οκταμασάδην, +γεννηθέντα εκ της θυγατρός του Tήρου, επανεστάτησαν κατά του +Σκύλη. Ούτος δε, μαθών τα γινόμενα εναντίον του και την αιτίαν δι' +ην εγίνοντο, έφυγεν εις την Θράκην. Ακούσας τούτο ο Οκταμασάδης, +εξεστράτευσε κατά των Θρακών και τους απήντησεν εις τον Ίστρον. +Ενώ δε έμελλον να πολεμήσωσιν, έπεμψεν ο Σιτάλκης προς τον +Οκταμασάδην και τω είπε· «Τι ανάγκη να μετρηθώμεν προς αλλήλους; +Είσαι υιός της αδελφής μου και έχεις μετά σου τον αδελφόν μου· δος +μοι αυτόν και σοι παραδίδω τον Σκύλην, και τοιουτοτρόπως μήτε ο +στρατός σου να κινδυνεύση μήτε ο στρατός μου.» Αυτά έλεγεν ο +Σιτάλκης πέμψας κήρυκα, διότι ευρίσκετο παρά τω Οκταμασάδη αδελφός +τις του Σιτάλκου φυγάς. Ο δε Οκταμασάδης, δεχθείς την πρότασιν, +παρέδωκεν εις τον Σιτάλκην τον εκ μητρός θείον του και έλαβε τον +αδελφόν Σκύλην. Και ο μεν Σιτάλκης άμα λαβών τον αδελφόν του +ανεχώρησεν, ο δε Οκταμασάδης απεκεφάλισεν εκεί τον Σκύλην. +Τοιουτοτρόπως οι Σκύθαι φυλάττουσι τα έθιμά των, και ούτω +τιμωρούσιν εκείνους οίτινες παραδέχονται ξένα ήθη. + +81. Ποτέ δεν ηδυνήθην να μάθω ακριβώς τον αριθμόν των Σκυθών, αλλά +διαφόρους λόγους ήκουον περί αυτών· άλλοι μεν έλεγον ότι είναι +πάμπολλοι, άλλοι δε ότι καθαυτό Σκύθαι είναι ολίγοι. Τόσον μόνον +μοι εδείκνυον, και το είδον οφθαλμοφανώς. Μεταξύ του Βορυσθένους +ποταμού και του Υπάνεως υπάρχει χώρος καλούμενος Εξαμπαίος, τον +οποίον εμνημόνευσα ανωτέρω ειπών ότι εν αυτώ υπάρχει κρήνη πικρά +της οποίας το ύδωρ χυνόμενον εις τον Ύπανιν καθιστά αυτόν άποτον. +Εις αυτόν τον χώρον ευρίσκεται χαλκείον εξάκις μεγαλείτερον του εν +τω στομίω του Ευξείνου Πόντου κρατήρος τον οποίον ανέβηκεν ο +Παυσανίας του Κλεομβρύτου. Δι' εκείνον όμως όστις δεν το είδεν +εισέτι, το περιγράφω με ολίγας λέξεις. Το εις την Σκυθίαν χαλκείον +χωρεί ευκόλως εξακοσίους αμφορείς και έχει έξ δακτύλων πάχος. Οι +εγχώριοι λέγουσιν ότι κατεσκευάσθη από αιχμάς βελών, και ιδού πώς· +βασιλεύς τις των Σκυθών, ονομαζόμενος Αριαντάν, θέλων να μάθη τον +αριθμόν των Σκυθών, τους διέταξε να φέρη έκαστος μιαν αιχμήν +βέλους, απειλών διά θανάτου εκείνον όστις δεν ήθελεν υπακούσει. +Λέγουσι λοιπόν ότι εκομίσθησαν άπειροι τοιαύται αιχμαί και ότι ο +βασιλεύς έκρινε καλόν να αφήση εξ αυτών ενθύμιον. Κατεσκεύασε δε +το χαλκείον τούτο και το ανέθηκεν εις τον Εξαμπαίον τούτον. Αυτά +ήκουσα περί του αριθμού των Σκυθών. + +82. Η χώρα αύτη ουδέν έχει θαυμάσιον πλην των πολλών και μεγίστων +ποταμών της. Το μόνον δε όπερ, πλην των ποταμών και της απείρου +εκτάσεως της πεδιάδος, είναι άξιον θαυμασμού, τούτο θα είπω· +δεικνύουσιν επί βράχου πλησίον του Τύρου ποταμού ίχνος του +Ηρακλέους, το οποίον φαίνεται μεν ως βήμα ανδρός, έχει όμως +μέγεθος δύο πήχεων. Και το μεν ίχνος τοιούτον είναι, εγώ δε +επανέρχομαι εις την ιστορίαν την οποίαν εξ αρχής ηθέλησα να +διηγηθώ. + +83. Ενώ ο Δαρείος παρεσκευάζετο να εκστρατεύση κατά των Σκυθών και +έστελλεν ανθρώπους να παραγγείλωσιν εις άλλους μεν να δώσωσι πεζόν +στρατόν, εις άλλους δε πλοία, και εις άλλους να ζεύξωσι τον +Θρακικόν Βόσπορον, ο αδελφός του Δαρείου Αρτάβανος ο του Υστάσπους +παρεκάλεσεν αυτόν να μη επιχειρήση την εκστρατείαν ταύτην, +προβάλων την πτωχείαν των Σκυθών· δεν ηδυνήθη όμως να τον πείση, +μολονότι αι συμβουλαί του ήσαν καλαί. Τούτου ένεκα αυτός μεν +έπαυσεν επιμένων, ο δε Δαρείος, αφού τα πάντα παρεσκευάσθησαν, +εξέβαλε τον στρατόν από τα Σούσα. + +84. Τότε ο Οιόβαζος, είς των Περσών, όστις είχεν εις τον στρατόν +τους τρεις υιούς του, παρεκάλεσε τον Δαρείον να τω αφήση τον ένα. +Ο Δαρείος τω απεκρίθη ότι επειδή ήτο φίλος και εζήτει πράγμα +μέτριον, θα τω αφήση όλους τους υιούς του. Ο Οιόβαζος ήτο λοιπόν +περιχαρής νομίζων ότι οι υιοί του απηλλάγησαν της στρατείας· αλλ' +ο Δαρείος διέταξε τους περί αυτόν να θανατώσωσιν όλους τους παίδας +του Οιοβάζου. Και ούτοι μεν σφαγέντες έμειναν εκεί. + +85. Ο δε Δαρείος αναχωρήσας εκ των Σούσων έφθασεν εις τον Βόσπορον +της Καλχηδονίας όπου ήτο εζευγμένη η γέφυρα, και εκείθεν εμβάς εις +πλοίον έπλεε προς τας νήσους τας λεγομένας Κυανάς, αι οποίαι, ως +λέγουσιν οι Έλληνες, ήσαν άλλοτε πλαγκταί. Καθήμενος δε εις τον +ναόν, εθεώρει τον Εύξεινον Πόντον όστις είναι άξιος θαυμασμού, +διότι από όλα τα πελάγη αυτός είναι ο θαυμασιώτατος· το μεν μήκος +αυτού είναι ένδεκα χιλιάδων και εκατόν σταδίων, το δε μέγιστον +πλάτος τριών χιλιάδων και τριακοσίων σταδίων. Το στόμιον του +πελάγους τούτου έχει τεσσάρων σταδίων πλάτος, το μήκος δε αυτού, ο +αυχήν, όστις καλείται Βόσπορος, και όπου εζεύχθη η γέφυρα, είναι +περίπου εκατόν είκοσι σταδίων. Εκτείνεται δε ο Βόσπορος μέχρι της +Προποντίδος ήτις έχει πεντακοσίων σταδίων πλάτος και χιλίων +τετρακοσίων μήκος και ήτις καταβαίνει μέχρι του Ελλησπόντου όστις +έχει πλάτος επτά μεν σταδίων κατά το στενώτερον αυτού μέρος, +τετρακοσίων δε σταδίων μήκος. Εκχύνεται δε ο Ελλήσποντος εις χάσμα +πελάγους, το οποίον καλείται Αιγαίον πέλαγος. + +86. Εμετρήθησαν δε τα στάδια ταύτα ως εξής. Εν γένει το πλοίον +διανύει κατά τας μακροτέρας ημέρας εβδομήκοντα χιλιάδας οργυιάς, +κατά δε την νύκτα εξήκοντα χιλιάδας. Όθεν από του στομίου του +Ευξείνου Πόντου μέχρι του Φάσιδος (διότι τούτο είναι το μακρότατον +διάστημα του Πόντου) ο πλους είναι εννέα ημερών και οκτώ νυκτών, +όπερ εστί έν εκατομμύριον εκατόν δέκα χιλιάδες οργυιαί, ή ένδεκα +χιλιάδες εκατόν στάδια. Από δε την Σινδικήν μέχρι της Θεμισκύρας +ήτις είναι επί του Θερμώδοντος ποταμού (διότι τούτο είναι το +πλατύτατον μέρος του Πόντου) ο πλους είναι τριών ημερών και δύο +νυκτών, αίτινες αποτελούσι τριακοσίας τριάκοντα χιλιάδας οργυιάς ή +τρισχίλια τριακόσια στάδια. Τοιούτοι είναι εκ φύσεως ο Πόντος, ο +Βόσπορος και ο Ελλήσποντος και τοιουτοτρόπως κατεμετρήθησαν παρ' +εμού. Ωφελείται δε ο Πόντος ούτος και έκ τινος λίμνης ήτις χύνεται +εις αυτόν και είναι μόλις μικροτέρα αυτού. Καλείται δε η λίμνη +αύτη Μαιώτις και μήτηρ του Πόντου. + +87. Ο δε Δαρείος, αφού εθεώρητε τον Εύξεινον, έπλευσε πάλιν οπίσω +εις την γέφυραν, της οποίας αρχιτέκτων ήτο ο Σάμιος Μανδροκλής. +Αφού δε εθεώρησε και τον Βόσπορον, διέταξε να στήσωσιν εκεί δύο +στήλας εκ λίθου λευκού και να χαράξωσιν εις μεν την μίαν με +γράμματα Ασσυριακά εις δε την άλλην με Ελληνικά τα ονόματα όλων +των εθνών όσα είχεν εις την εκστρατείαν του· είχε δε στρατεύματα +εξ όλων των εθνών εφ' ων ήρχεν. Αριθμηθείς ο στρατός του ευρέθη +ότι συνέκειτο, πλην του ναυτικού, εξ επτακοσίων χιλιάδων ανδρών +συμπεριλαμβανομένων και των ιππέων· πλοία δε ηριθμήθησαν εξακόσια. +Αυτάς τας στήλας, μετακομίσαντες ύστερον οι Βυζάντιοι εις την +πόλιν των, μετεχειρίσθησαν διά να κτίσωσι τον βωμόν της Οθρωσίας +Αρτέμιδος, πλην ενός λίθου όστις αφέθη πλησίον του ναού του +Διονύσου εις το Βυζάντιον πλήρης γραμμάτων Ασσυριακών. Το μέρος δε +του Βοσπόρου το οποίον εγεφύρωσεν ο Δαρείος είναι, ως ηδυνήθην να +κρίνω ερευνήσας, μεταξύ του Βυζαντίου και του πλησίον του στομίου +υπάρχοντος ναού. + +88. Ο Δαρείος δε μετά ταύτα, ευχαριστηθείς διά την γέφυραν +εκείνην, εβράβευσε τον αρχιτέκτονα αυτής Μανδροκλή τον Σάμιον με +δέκα από όλα εκείνα όσα ο Ανδροκλής ζωγραφήσας την γέφυραν του +Βοσπόρου και τον βασιλέα Δαρείον καθήμενον επί θρόνου και τον +στρατόν του διαβαίνοντα προσέφερεν ως απαρχήν εις τον ναόν της +Ήρας με την ακόλουθον επιγραφήν. + +«_Γεφυρώσας ο Μανδροκλής τον ιχθυόεντα Βόσπορον, αφιέρωσεν εις την +Ήραν το μνημόσυνον τούτο της σχεδίας. Εκτελέσας δε το έργον κατά +την επιθυμίαν του βασιλέως, εις εαυτόν μεν περιέθετο στέφανον, εις +τους Σαμίους δε δόξαν._» + +Τοιούτο μνημείον αφήκεν ο ζεύξας την γέφυραν. + +89. Αφού δε εβράβευσε τον Μανδροκλή ο Δαρείος διέβη εις την +Ευρώπην (54) και παρήγγειλεν εις τους Ίωνας να πλεύσωσιν εις τον +Εύξεινον μέχρι του Ίστρου ποταμού, να τον περιμείνωσιν όταν +φθάσωσιν εκεί και να γεφυρώσωσι τον ποταμόν, διότι το ναυτικόν +εκυβερνάτο από τους Ίωνας, τους Αιολείς και τους Ελλησποντίους. +Όθεν το μεν ναυτικόν στράτευμα έκαμψε τας Κυανάς νήσους και +έπλευσε κατ' ευθείαν προς τον Ίστρον· εισελθόν δε εις τον ποταμόν +και προχωρήσαν δύο ημέρας εις τα άνω προς την θάλασσαν εγεφύρωσε +τον αυχένα του ποταμού εις το μέρος εκ του οποίου σχίζονται τα +στόματα του Ίστρου. Ο δε Δαρείος αφού διέβη τον Βόσπορον διά της +γεφύρας εξηκολούθησε την πορείαν του διά της Θράκης, έφθασεν εις +τας πηγάς του Τεάρου ποταμού και εστρατοπέδευσεν ημέρας τρεις. + +90. Λέγουσι δε οι περί τον Τέαρον κατοικούντες ότι ο ποταμός είναι +άριστος εις το να θεραπεύη όλας τας ασθενείας και ιδίως την ψώραν +των ανθρώπων και των ίππων. Έχει τριάκοντα οκτώ πηγάς αίτινες +ρέουσιν εξ' ενός και του αυτού βράχου, και αι μεν αυτών είναι +ψυχραί, αι δε θερμαί. Διά να υπάγη τις εις αυτάς είτε αναχωρών εκ +της παρά την Πέρινθον Ηραιουπόλεως είτε εκ της Απολλωνίας του +Ευξείνου Πόντου χρειάζεται να δαπανήση δύο ημέρας διά των δύο +τούτων οδών. Χύνεται δε ο Τέαρος ούτος εις τον Κοντάδεστον +ποταμόν, ο δε Κοντάδεστος εις τον Αγριάνην, ο δε Αγριάνης, εις τον +Έβρον, ο δε Έβρος εις την θάλασσαν, πλησίον της πόλεως Αίνου. + +91. Φθάσας λοιπόν εις τον ποταμόν τούτον ο Δαρείος και +στρατοπεδεύσας, ευχαριστήθη πολύ και έστησε και ενταύθα στήλην +έχουσαν κεχαραγμένα τα εξής γράμματα· «Αι πηγαί του Τεάρου +δίδουσιν ύδωρ άριστον και κάλλιστον από όλους τους ποταμούς και +εις αυτάς ήλθεν, οδηγών στρατόν κατά των Σκυθών, ο άριστος και ο +κάλλιστος πάντων των ανδρών, ο υιός του Υστάσπους Δαρείος, +βασιλεύς των Περσών και όλης της ηπείρου.» Ταύτα τα γράμματα +εχάραξεν εκεί. + +92. Αναχωρήσας δε εκείθεν έφθασεν εις άλλον ποταμόν του οποίου το +όνομα είναι Αρτισκός και όστις ρέει διά των Οδρυσών. Εις τούτον +τον ποταμόν φθάσας, έπραξε το εξής· εσημείωσε θέσιν τινά και +διέταξε πάντα άνδρα διερχόμενον να θέτη ένα λίθον εις το +υποδειχθέν τούτο μέρος. Αφού δε όλοι εξεπλήρωσαν την διαταγήν +ταύτην, αφήσας εκεί μεγάλους σωρούς λίθων, ήγειρε τον στρατόν και +ανεχώρησεν. + +93. Πριν φθάση δε εις τον Ίστρον υπέταξε πρώτους τους Γέτας +οίτινες νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους· καθότι οι μεν Θράκες οι +έχοντες τον Σαλμυδησόν και κατοικούντες προς τα άνω των πόλεων +Απολλωνίας και Μεσημβρίας, ονομαζόμενοι δε Σκυρμιάδαι και Νιψαίοι, +παρεδόθησαν αμαχητί εις τον Δαρείον· αλλ' οι Γέται εν τη ανοία των +θελήσαντες να αντισταθώσιν εδουλώθησαν αμέσως, μολονότι είναι οι +ανδρειότατοι και οι δικαιότατοι των Θρακών. + +94. Ιδού δε πώς νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους οι Γέται. Αυτοί +νομίζουσιν ότι δεν αποθνήσκουσιν αλλ' ότι ο τελευτών τον βίον +μεταβαίνει εις τον θεόν Ζάμολξιν, τον οποίον τινές φρονούσιν ότι +είναι αυτός ούτος ο υπό το όνομα Γεβελέιζις τιμώμενος. Κατά +πενταετίαν δε πέμπουσι διά κλήρου ένα εκ των ιδικών των προς τον +Ζάμολξιν διά να παραστήση εις αυτόν τας ανάγκας των. Τον πέμπουσι +δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· οι μεν ίστανται κρατούντες τρία +ακόντια, οι δε κρατούσι τας χείρας και τους πόδας του μέλλοντος να +σταλή προς τον Ζάμολξιν, και έπειτα τον ρίπτουσιν εις τον αέρα εις +τρόπον ώστε να πέση επί των ακοντίων· και εάν μεν πίπτων εις αυτά +διαπερασθή και εκπνεύση, κρίνουσιν εκ τούτου ότι είναι ευάρεστος +εις τον θεόν, εάν δε δεν αποθάνη, τότε αιτιώνται αυτόν τον +άγγελον, λέγοντες ότι είναι κακός άνθρωπος. Αφού δε αιτιαθώσιν +αυτόν, πέμπουσιν άλλον προς τον οποίον δίδουσι τας παραγγελίας των +ενόσω ακόμη ζη. Αυτοί οι ίδιοι Θράκες, όταν βροντά και αστράπτη, +τοξεύουσι προς τον ουρανόν και απειλούσιν ούτω τον θεόν· διότι +νομίζουσιν ότι δεν υπάρχει άλλος θεός ειμή ο ιδικός των. + +95. Ως δε εγώ μανθάνω παρά των κατοικούντων τον Ελλήσποντον και +τον Εύξεινον πόντον Ελλήνων, αυτός ο Ζάμολξις, ων άνθρωπος, +εγένετο δούλος εις την Σάμον πλησίον του Πυθαγόρου του Μνησάρχου. +Μετά ταύτα γενόμενος ελεύθερος εκτήσατο πολλά χρήματα και +επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Επειδή δε οι Θράκες έζων τότε +αθλίως ως κτήνη, ο Ζάμολξις, γνωρίζων την Ιωνικήν δίαιταν και ήθη +μάλλον εξευγενισμένα ή τα των Θρακών, καθότι συνέζησε με Έλληνας +και με τον Πυθαγόραν, άνδρα εκ των σοφωτάτων της Ελλάδος, +κατεσκεύασεν ανδρώνα όπου εδέχετο και ευώχει τους πρώτους των +αστών, διδάσκων ότι ούτε αυτός, ούτε οι συμπόται του, ούτε οι +απόγονοί των δεν θα αποθάνωσιν, αλλά θα μεταβώσιν εις τόπον όπου +ζώντες αιωνίως θα έχωσιν όλα τα αγαθά. Ενώ δε έπραττε και έλεγε τα +ανωτέρω, συγχρόνως κατεσκεύαζεν οίκημα υπόγειον· όταν δε τούτο +ετελείωσεν, εγένετο άφαντος εκ του μέσου των Θρακών, και καταβάς +κάτω εις το υπόγειον οίκημα έμεινεν εκεί τρία έτη. Εν τούτοις οι +Θράκες τον επόθουν και τον επένθουν ως θανόντα· αλλά κατά τα +τέταρτον έτος εφάνη πάλιν εις αυτούς και κατέστησεν ούτω πιστευτά +όσα είχεν ειπεί. Ούτοι μεν ταύτα λέγουσι διά τον Ζάμολξιν. + +96. Εγώ δε περί τούτου μεν και περί του υπογείου οικήματος ούτε +απιστώ ούτε πιστεύω πολύ, αλλά φρονώ ότι ο Ζάμολξις υπήρξε κατά +πολλά έτη προγενέστερος του Πυθαγόρου. Είτε όμως ο Ζάμολξις ήτο +άνθρωπος, είτε είναι θεός τις των Γετών επιχώριος, ας χαίρη. Ούτοι +λοιπόν οι Γέται οι τοιαύτα πράττοντες, επειδή εχειρώθησαν υπό των +Περσών, ηκολούθησαν το άλλο στράτευμα. + +97. Ότε δε ο Δαρείος και ο μετ' αυτού πεζός στρατός έφθασαν εις +τον Ίστρον και διέβησαν αυτόν, τότε ο βασιλεύς διέταξε τους Ίωνας +να κόψωσι την γέφυραν και να τον ακολουθήσωσι διά ξηράς καθώς και +ο ναυτικός στρατός. Ενώ δε έμελλον και οι Ίωνες να κόψωσι την +γέφυραν και να εκτελέσωσι τα διαταχθέντα, ο Κώης ο Ερξάνδρου +στρατηγός των Μιτυληναίων είπεν εις τον Δαρείον τα εξής, αφού +πρώτον τον ηρώτησεν εάν δέχεται να ακούση γνώμην παρά τινος +επιθυμούντος να δώση τοιαύτην· «Ω βασιλεύ, μέλλεις να στρατεύσης +κατά χώρας εις την οποίαν μήτε αγρούς καλλιεργημένους θέλεις ιδεί +μήτε πόλεις κατοικουμένας υπό ανθρώπων· άφες λοιπόν την γέφυραν +ταύτην να ίσταται εις την θέσιν της και διάταξον να την φυλάττωσιν +εκείνοι οίτινες την κατεσκεύασαν· και είτε κατά την επιθυμίαν μας +επιτύχωμεν να εύρωμεν τους Σκύθας, η γέφυρα θα χρησιμεύση διά την +επιστροφήν μας, είτε δεν δυνηθώμεν να τους φθάσωμεν, πάλιν θα +έχωμεν την επιστροφήν ασφαλή. Δεν φοβούμαι ποσώς ότι είναι δυνατόν +να νικηθώμεν από τους Σκύθας, αλλά πολύ μάλλον φοβούμαι μήπως μη +δυνηθέντες να τους εύρωμεν πάθωμεν τι πλανώμενοι. Ίσως τις νομίση +ότι λέγω ταύτα χάριν εμού και διά να μείνω εδώ· αλλά, ω βασιλεύ, +σοι εκθέτω μεν την γνώμην ταύτην την οποίαν προς το συμφέρον σου +ευρίσκω αρίστην, θα σε ακολουθήσω όμως μετά ταύτα και κατ' ουδένα +τρόπον δεν θέλω μείνει.» Η γνώμη αύτη ήρεσε πολύ εις τον Δαρείον +και απεκρίθη ως εξής· «Ξένε Λεσβίε, όταν επιστρέψω εις τον οίκον +μου σώος και αβλαβής, παρουσιάσθητι αφεύκτως ενώπιόν μου και θα +ανταμείψω γενναίως την καλήν συμβουλήν σου.» + +98. Ταύτα είπεν ο Δαρείος· έπειτα δέσας εξήκοντα κόμβους εις +λωρίον, προσεκάλεσε τους βασιλείς των Ιώνων όπως συνδιασκεφθώσι +μετ' αυτού και τοις είπε τα εξής· «Άνδρες Ίωνες, μάθετε πρώτον ότι +μετέβαλον γνώμην ως προς την γέφυραν· λάβετε λοιπόν αυτό το +λωρίον, και μη λησμονήσετε όσα θα σας ειπώ. Άμα με ιδήτε +πορευόμενον κατά των Σκυθών, λύετε απ' εκείνης της στιγμής ένα +κόμβον καθ' ημέραν. Εάν παρέλθωσι τόσαι ημέραι όσον είναι οι +κόμβοι και δεν επανέλθω, αποπλεύσατε εις τας πατρίδας σας. Μέχρις +όμως εκείνης της ημέρας, επειδή ήλλαξα γνώμην, φυλάττετε την +γέφυραν πάσαν προθυμίαν καταβάλλοντες προς υπεράσπισιν και +διατήρησιν αυτής. Ταύτα πράξαντες θα μ' ευχαριστήσετε πολύ·» Αφού +δε είπεν ο Δαρείος τους λόγους τούτους, έσπευσε να προχωρήση. + +99. Πριν εισέλθη τις εις την Σκυθικήν είναι η Θράκη, ήτις προς το +μέρος της θαλάσσης σχηματίζει κόλπον· έπειτα διαδέχεται αυτήν η +Σκυθική, και εκεί χύνεται ο Ίστρος εις την θάλασσαν έχων το +στόμιόν του εστραμμένον προς ανατολάς. Από τον Ίστρον δε τούτον +αρχίζων θα περιγράψω την έκτασιν της προς το μέρoς της θαλάσσης +Σκυθίας. Αύτη είναι η αρχαία Σκυθία, κειμένη προς μεσημβρίαν και +νότον άνεμον, και εκτεινομένη από του Ίστρου μέχρι πόλεως τινός +ονομαζομένης Καρκινίτιδος· πέραν της πόλεως ταύτης το Ταυρικόν +έθνος κατοικεί την ορεινήν χώραν ήτις εκτείνεται μέχρι της +θαλάσσης και προέχει εις τον Εύξεινον πόντον μέχρι της καλουμένης +τραχείας Χερσονήσου· καταβαίνει δε και αύτη προς την θάλασσαν την +προς ανατολάς· διότι αι άκραι των δύο πλευρών της Σκυθίας +απολήγουσιν εις θάλασσαν, η μεν προς μεσημβρίαν, η δε προς +ανατολάς, καθώς αι άκραι των δύο πλευρών της Αττικής, και +κατοικούσιν εις αυτάς οι Ταύροι. Είναι το αυτό ως εάν ξένον έθνος +και όχι Αθηναίοι κατώκουν εις την Αττικήν την μάλλον προέχουσαν +προς την θάλασσαν άκραν του Σουνίου ακρωτηρίου, από του Θερικού +μέχρι του Αναφλύστου δήμου, καθ' όσον δύναταί τις να παραβάλη τα +μικρά προς τα μεγάλα. Τοιαύτη είναι η Ταυρική. Αλλ' επειδή πιθανόν +να μη περιέπλευσέ τις τα παράλια ταύτα της Αττικής, εγώ θα δείξω +άλλην τοποθεσίαν. Υποθέσατε ότι άλλο έθνος, και όχι Ιάπυγες, +κατοικεί εις την Ιαπυγίαν την άκραν από του λιμένος Βρεντεσίου +μέχρι του Τάραντος. Υποδεικνύων τας δύο ταύτας χώρας είναι ως να +υποδεικνύω συγχρόνως πολλάς άλλας προς τας οποίας ομοιάζει επίσης +η Ταυρική. + +100. Από δε της Ταυρικής, ήτοι τα ανωτέρω των Ταύρων και της +ανατολικής θαλάσσης, όντα δυτικώς του Κιμμερίου Βοσπόρου, και της +Μαιώτιδος λίμνης, και του Τανάιδος ποταμού όστις χύνεται εις τον +μυχόν της λίμνης ταύτης, κατοικούσιν οι Σκύθαι. Άνωθεν δε του +Ίστρου εισερχόμενον εις το εσωτερικόν της χώρας, η Σκυθία +περιορίζεται πρώτον μεν υπό των Αγαθύρσων, μετά ταύτα υπό των +Νευρών, έπειτα υπό των Ανδροφάγων και τελευταίον υπό των +Μελαγχλαίνων. + +101. Της Σκυθικής λοιπόν, θεωρουμένης ως τετραγώνου, αι δύο +πλευραί αίτινες εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης, δηλαδή η πλευρά +ήτις άρχεται από του Ίστρου και προβαίνει προς την μεσόγειον και η +πλευρά ήτις άρχεται από του αυτού ποταμού και παρακολουθεί την +ακτήν, αυταί αι δύο πλευραί είναι ίσαι· διότι από του Ίστρου μέχρι +του Βυρυσθένους είναι οδός δέκα ημερών, και από του Βορυσθένους +μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης άλλων δέκα· από της θαλάσσης πάλιν προς +την μεσόγειον μέχρι των Μελαγχλαίνων, κατοικούντων υπεράνω των +Σκυθών, είναι είκοσιν ημερών οδός· υπολογίζω δε την ημερησίαν οδόν +εις διακόσια στάδια. Ούτω λοιπόν διά να διέλθη τις την χώραν των +Σκυθών εξ αριστερών προς τα δεξιά πρέπει να διανύση τέσσαρας +χιλιάδας σταδίων, διά να προχωρήση δε κατ' ευθείαν μέχρι των +μεσογείων τις χώρας, άλλα τόσα στάδια. Τοιαύτη είναι η έκτασις +αυτής. + +102. Οι δε Σκύθαι, επειδή συσκεφθέντες είδον ότι μόνοι δεν ήσαν +ικανοί να αντιπαραταχθώσι προς τον στρατόν του Δαρείου, έπεμψαν +πρέσβεις εις τους πλησίον χώρους. Οι βασιλείς των χωρών τούτων +συνελθόντες εβουλεύοντο, ενώ επροχώρει το μέγα στράτευμα του +εχθρού. Ήσαν δε οι συνελθόντες ούτοι βασιλείς, των Ταύρων, των +Αγαθύρσων, των Νευρών, των Ανδροφάγων, των Μελαγχλαίνων, των +Γελωνών, των Βουδίνων και των Σαυροματών. + +103. Εκ τούτων οι μεν Ταύροι έχουσι τας εξής συνηθείας· θυσιάζουσι +κατά τον ακόλουθον τρόπον εις την παρθένον τους ναυαγήσαντες και +όσους των Ελλήνων συλλάβωσι ριφθέντας εις τα παράλιά των. Μετά τας +προτελεστικάς ιεροπραξίας κτυπώσι με ρόπαλον την κεφαλήν του +θύματος· και άλλοι μεν λέγουσιν ότι ωθούσι το σώμα από του κρημνού +κάτω (διότι ο ναός είναι ιδρυμένος επί της κορυφής του κρημνού), +την δε κεφαλήν στήνουσιν επί πασσάλου, άλλοι δε λέγουσιν ότι δεν +ρίπτουσι το σώμα από του κρημνού αλλά το θάπτουσιν. Η θεά δε αύτη +εις την οποίαν θυσιάζουσιν είναι, κατά τους Ταύρους, η θυγάτηρ του +Αγαμέμνονος Ιφιγένεια. Όσους δε εχθρούς συλλάβωσιν αιχμαλώτους, +τους μεταχειρίζονται ως ακολούθως· κόψας έκαστος μίαν κεφαλήν την +φέρει εις την οικίαν των, και την διαπερά εις ξύλον μέγα όπερ +εμπήγει άνωθεν της οικίας του πολύ υψηλά, μάλιστα δε άνωθεν της +καπνοδόχης. Λέγουσι δε ότι την ανυψούσιν ούτω διά να ήναι φύλαξ +όλης της οικίας. Ζώσι δε από της λεηλασίας και του πολέμου. + +104. Οι δε Αγάθυρσοι είναι άνθρωποι αβρότατοι και τα μάλιστα +χρυσοφόροι. Έχουσι τας γυναίκας κοινάς διά να ήναι όλοι αδελφοί +μεταξύ των, και όντες συγγενείς να μη αισθάνωνται οι μεν κατά των +δε μήτε μίσος μήτε φθόνον. Κατά τα άλλα όμως έθιμα εμιμήθησαν τους +Θράκας. + +105. Οι Νευροί έχουσι τα έθιμα των Σκυθών. Η προ της εισβολής του +Δαρείου γενεά ηναγκάσθη να αφήση την χώραν ένεκα των όφεων, διότι +εις την χώραν των εφάνησαν άπειροι όφεις ερχόμενοι οι πλείστοι από +τας άνωθεν αυτών ερήμους· υπό των όφεων δε τούτων πιεσθέντες +άφησαν την χώραν των και κατώκησαν μετά των Βουδίνων. Κατηγορούσι +τους ανθρώπους τούτους ότι είναι μάγοι· οι Σκύθαι και οι εις την +Σκυθίαν κατοικούντες Έλληνες βεβαιούσιν ότι κατ' έτος έκαστος +Νεύρος γίνεται λύκος δι' ολίγας ημέρας και έπειτα επανέρχεται εις +την προτέραν του κατάστασιν. Και εμέ μεν δεν πείθουσι ταύτα +λέγοντες, ουχ ήττον όμως τα λέγουσι και τα υποστηρίζουσι δι' +όρκων. + +106. Οι δε Ανδροφάγοι έχουσιν ήθη αγριώτατα πάντων των ανθρώπων, +μήτε δικαιοσύνην γνωρίζοντες μήτε μεταχειριζόμενοι κανένα νόμον. +Είναι νομάδες και φορούσιν ενδυμασίαν ομοίαν με την Σκυθικήν· η +γλώσσα των είναι ιδιαιτέρα και μόνοι από όλα αυτά τα έθνη είναι +ανθρωποφάγοι. + +107. Οι δε Μελάγχλαινοι φορούσι όλοι ενδύματα μέλανα, από τα οποία +έχουσι και την επωνυμίαν, και έχουσιν έθιμα Σκυθικά. + +108. Οι δε Βουδίνοι, έθνος μέγα και πολυάριθμον, είναι όλοι +γλαυκώπιδες και πυρρότριχες. Υπάρχει δε εις αυτούς πόλις εκτισμένη +με ξύλα της οποίας το όνομα είναι Γελωνός· τα τείχη αυτής +σχηματίζουσι τετράγωνον του οποίου εκάστη πλευρά είναι τριάκοντα +σταδίων. Τα τείχη ταύτα είναι υψηλά και ξύλινα, αι οικίαι ξύλιναι +και οι ναοί ξύλινοι, καθότι εις την πόλιν ταύτην υπάρχουσιν ιερά +Ελληνικών θεών εστολισμένα κατά τον ελληνικόν τρόπον με αγάλματα, +με βωμούς και ναούς ξυλίνους. Οι Γελωνοί τελούσιν ανά πάσαν +τριετίαν την εορτήν του Διονύσου και βακχεύουσιν· είναι δε +καταγωγής Ελληνικής. Διωχθέντες από τους λιμένας εις τους οποίας +κατώκουν, εγκατεστάθησαν μεταξύ των Βουδίνων και η γλώσσα των +είναι μεμιγμένη Σκυθική και Ελληνική. + +109. Οι δε Βουδίνοι δεν μεταχειρίζονται την αυτήν γλώσσαν με τους +Γελωνούς, αλλ' ουδέ την αυτήν δίαιταν έχουσιν οι Βουδίνοι και οι +Γελωνοί, διότι οι Βουδίνοι, καθό αυτόχθονες, είναι νομάδες και +μόνοι από τους εις εκείνα τα μέρη ανθρώπους τρώγουσι βλαστούς +δένδρων. Εξ εναντίας οι Γελωνοί καλλιεργούσι την γην, τρέφονται με +σίτον και έχουσι κήπους· διαφέρουσιν επίσης από τους Βουδίνους και +κατά το χρώμα και κατά την φυσιογνωμίαν. Εν τούτοις οι Έλληνες +καλούσι τους Βουδίνους Γελωνούς, πλην κακώς τους ονομάζουσιν ούτω. +Η χώρα των όλη είναι κατάφυτος από διάφορα δάση· εις το πυκνότερον +δε αυτών είναι μεγάλη και ευρεία λίμνη περικυκλουμένη υπό ελών και +καλάμων. Εις αυτήν αγρεύονται ενύδριες, κάστορες και άλλα ζώα +τετραγωνοπρόσωπα των οποίων τα δέρματα χρησιμεύουσιν ως +περιφράματα των σισυρών, οι δε όρχεις αυτών είναι χρήσιμοι προς +θεραπείαν της υστέρας. + +110. Διά τους Σαυρομάσας λέγουσι τα εξής. Ότε οι Έλληνες +επολέμησαν τας Αμαζόνας (καλούσι δε οι Σκύθαι τας Αμαζόνας +Οιόρπατα, όπερ σημαίνει Ελληνιστί ανδροκτόνοι· διότι _οιόρ_ +σημαίνει ανήρ και _πάτα_ κτείνειν), τότε λέγεται ότι οι Έλληνες +νικήσαντες εις την μάχην του Θερμώδοντος απέπλευσαν με τρία πλοία +συμπαραλαβόντες όσας Αμαζόνας ηδυνήθησαν να ζωγρήσωσι, και ότι +αυταί εις το πέλαγος, επιπεσούσαι κατά των ανδρών εφόνευσαν +αυτοίς. Πλην ούτε πλοίον ήξευρον, ούτε εγνώριζον την χρήσιν του +πηδαλίου, ούτε των ιστίων, ούτε των κωπών, και αφού εφόνευσαν τους +άνδρας εφέροντο όπου τας ώθουν τα κύματα και ο άνεμος και έφθασαν +ούτω εις τους Κρημνούς της Μαιώτιδος λίμνης. Είναι δε οι Κρημνοί +μέρος της χώρας των ελευθέρων Σκυθών. Εκεί αι Αμαζόνες ωδοιπόρουν +προς τους κατωκημένους τόπους· την πρώτην όμως αγέλην ίππων την +οποίαν απήντησαν την διήρπασαν και αναβάσαι επί των ίππων τούτων +ελεηλάτουν την χώραν των Σκυθών. + +111. Οι δε Σκύθαι δεν ηδύναντο να εννοήσωσι το πράγμα, διότι ούτε +την ενδυμασίαν, ούτε το έθνος, ούτε την γλώσσαν των εγνώριζον, +αλλ' εθαύμαζον πόθεν ήλθον και τας ενόμιζον ότι ήσαν άνδρες +έχοντες όλοι την αυτήν ηλικίαν· τέλος τας επολέμησαν. Μετά την +μάχην όμως οι Σκύθαι έλαβόν τινα πτώματα και ανεγνώρισαν ότι ήσαν +γυναίκες. Συνεσκέφθησαν λοιπόν και απεφάσισαν να μη τας φονεύωσι +πλέον, αλλά να πέμψωσιν εις αυτάς αριθμόν τινα νέων ανάλογον με το +πλήθος των Αμαζόνων, παραγγέλλοντες εις τους νέους τούτους να +στρατοπεδεύσωσι πλησίον των και να τας μιμώνται καθ' όλα· εάν τους +καταδιώκωσι, να μη τας πολεμώσιν, αλλά να φεύγωσι· και όταν αύται +παύωσι την καταδίωξιν, να επιστρέφωσι και να στρατοπεδεύσωσι +πλησίον των. Τούτο το σχέδιον παρεδέχθησαν οι Σκύθαι, θέλοντες να +τεκνοποιήσωσιν εξ αυτών. + +112. Πεμφθέντες λοιπόν οι νεανίσκοι εξετέλουν τα προσταχθέντα. +Ιδούσαι δε αι Αμαζόνες ότι ούτοι δεν ήλθον διά να τας +κακοποιήσωσι, τους άφινον ησύχους, και τοιουτοτρόπως ημέρα τη +ημέρα επλησίαζον τα στρατόπεδα περισσότερον. Δεν είχον δε οι +νεανίσκοι, καθώς ούτε αι Αμαζόνες, άλλο ειμή τα όπλα και τους +ίππους των, ώστε έζων και αυτοί της ιδίαν ζωήν με τας Αμαζόνας, +θηρεύοντες και λεηλατούντες. + +113. Κατά την μεσημβρίαν συνείθιζον αι Αμαζόνες να αποχωρίζονται +αλλήλων και να διασκορπίζωνται ανά μία ή ανά δύο όπως αναπαυθώσιν. +Οι Σκύθαι παρετήρησαν τούτο και έπραττον το αυτό· είς δ' εξ αυτών +πλησιάσας μίαν των μονωθεισών εχαριεντίζετο πλησίον της· και η +Αμαζών δεν τον απώθησεν αλλά τον άφησε να πράξη ό,τι ήθελε. Και να +τω ομιλήση μεν δεν ηδύνατο, διότι δεν ενόουν αλλήλους· με +χειρονομίας όμως τω είπε να έλθη την ακόλουθον ημέραν εις το ίδιον +μέρος φέρων και ένα άλλον ομού ώστε να γίνωσι δύο, και ότι θα φέρη +και αυτή μίαν άλλην. Αναχωρήσας εκείθεν ο νεανίας διηγήθη το +συμβάν εις τους άλλους, και την επομένην ημέραν επέστρεψεν εις την +αυτήν θέσιν συνοδευόμενος παρ' ενός άλλου Σκύθου και εύρε την +Αμαζόνα περιμένουσαν μετά μιας άλλης. Οι λοιποί νεανίσκοι, +μαθόντες τα γενόμενα, ημέρωσαν και αυτοί τας λοιπάς Αμαζόνας. + +114. Έπειτα τα δύο στρατόπεδα _ηνώθησαν_· όλοι έμενον ομού και +έκαστος είχεν ως γυναίκα εκείνην με την οποίαν είχε μιχθή εξ +αρχής. Και οι μεν άνδρες δεν ηδύναντο να μάθωσι την γλώσσαν των +γυναικών, αι γυναίκες όμως έμαθον την των ανδρών. Αφού δε ήρχισαν +να εννοώσιν αλλήλους, οι άνδρες είπον προς τας Αμαζόνας τα +ακόλουθα. «Έχομεν γονείς, έχομεν κτήματα· λοιπόν ας παύσωμεν πλέον +διάγοντες τοιαύτην ζωήν· ας αναχωρήσωμεν, ας ζήσωμεν με τους +άλλους σεις μόναι θα ήσθε γυναίκες ημών και ουχί άλλαι.» Εκείναι +δε απεκρίθησαν· «Ημείς ποτέ δεν θα δυνηθώμεν να κατοικήσωμεν μετά +των υμετέρων γυναικών, διότι δεν έχομεν τα ίδια με αυτάς έθιμα· +ημείς τοξεύομεν, ιππεύομεν, γυναικεία δε έργα δεν εμάθομεν. Αι +υμέτεραι γυναίκες δεν κάμνουσι τίποτε από όσα ανεφέραμεν, αλλ' +ενασχολούνται εις έργα γυναικεία με τας αμάξας των, μήτε προς +θήραν εξερχόμεναι μήτε πράττουσαι άλλο τι παρόμοιον. Τούτου ένεκα +ποτέ δεν θα συμφωνήσωμεν. Αλλ' εάν επιθυμήτε να μας έχετε γυναίκας +και να φανήτε ότι είσθε άνθρωποι δίκαιοι, υπάγετε εις τους γονείς +σας, λάβετε το ανάλογόν σας εκ των κτημάτων σας, και όταν +επιστρέψετε συγκατοικούμεν εις ιδικόν μας τόπον.» + +115. Οι νεανίσκοι επείσθησαν και έπραξαν ταύτα. Αφού δε λαβόντες +το ανάλογον των κτημάτων επέστρεψαν προς τας Αμαζόνας, αύται τοις +είπον· «Ημείς φοβούμεθα και δεν τολμώμεν να κατοικώμεν εις ταύτην +την χώραν, όπου αφ' ενός μεν σας εστερήσαμεν των πατέρων σας, αφ' +ετέρου δε επροξενήσαμεν πολλάς ζημίας. Επειδή όμως μας κρίνετε +αξίας να μας έχετε γυναίκας σας, πράξατε τα ακόλουθα ομού με ημάς. +Ας αναχωρήσωμεν, ας αφήσωμεν την γην ταύτην και ας υπάγωμεν να +κατοικήσωμεν εις το απέναντι μέρος του ποταμού Τανάιδος. + +116. Οι νεανίσκοι επείσθησαν και εις τούτο, και διαβάντες τον +Τάναϊ ωδοιπόρησαν τριών μεν ημερών οδόν προς ανατολάς από του +Τανάιδος, τριών δε προς βοράν από της Μαιώτιδος λίμνης. Φθάσαντες +εις τούτο το μέρος, εις το οποίον κατοικούσι σήμερον, +εγκατεστάθησαν εις αυτό. Έκτοτε δε αι γυναίκες των Σαυροματών +διετήρησαν τα παλαιά έθιμα, θηρεύουσαι έφιπποι μετά των ανδρών των +και άνευ αυτών, συχνάζουσαι εις τον πόλεμον και ενδυόμεναι ως οι +άνδρες των. + +117. Οι Σαυρομάται ομιλούσι την Σκυθικήν γλώσσαν αναμιγνύοντες +ανέκαθεν εις αυτήν σολοικισμούς, επειδή αι Αμαζόνες ποτέ δεν την +έμαθον καλώς. Ο δε νόμος των γάμων είναι τοιούτος· ουδεμία +παρθένος νυμφεύεται πριν φονεύση άνδρα πολέμιον. Τινές δε +γηράσκουσι χωρίς να νυμφευθώσι, μη δυνηθείσαι να εκπληρώσωσι τον +νόμον. + +118. Έφθασαν λοιπόν οι απεσταλμένοι των Σκυθών καθ' ην στιγμήν οι +βασιλείς των εθνών τούτων ήσαν συναθροισμένοι και τοις είπον ότι +οι Πέρσαι, αφού υπέταξαν όλην την άλλην ήπειρον, εγεφύρωσαν τον +Βόσπορον, ότι διέβησαν εις την ήπειρον ταύτην, ότι υπέταξαν τους +Θράκας και εγεφύρωσαν τον Ίστρον ποταμόν, και ότι ο βασιλεύς των +θέλει να καθυποτάξη και όλα αυτά τα μέρη. «Εμείς λοιπόν, +προσέθηκαν, μη θελήσετε κατ' ουδένα τρόπον να μείνετε αδιάφοροι +και να μας αφήσετε να καταστραφώμεν, αλλ' ενούμενοι ας +αντιταχθώμεν από κοινού κατά του επερχομένου πολεμίου. Δεν θα +πράξετε τούτο; τότε ημείς πιεζόμενοι ή θα εγκαταλείψωμεν την +χώραν, ή μένοντες θα παραδοθώμεν διά συνθήκης, διότι τι δυνάμεθα +να πράξωμεν εάν δεν θελήσετε να μας βοηθήσετε; Αλλά τότε δεν θα +πάθετε και υμείς ολιγώτερα, επειδή ο Πέρσης ήλθεν ου μόνον δι' +ημάς αλλά και διά σας, ουδέ αφού καταστρέψη ημάς θα σας αφήση +ησύχους. Μέγα δε μαρτύριον των λόγων τούτων είναι το εξής· εάν ο +Πέρσης εξεστράτευε καθ' ημών μόνων θέλων να μας εκδικηθή διά την +προλαβούσαν δούλωσιν, έπρεπε να στρατεύση μόνον καθ' ημών και να +αφήση όλους τους άλλους· τότε τωόντι ήθελε δείξει σαφώς ότι μόνον +κατά των Σκυθών ελαύνει και ουχί κατά των άλλων· αλλ' άμα διέβη +εις την ήπειρον ταύτην, υπέταξεν όλους τους λαούς όσους εύρεν +εμπρός του. Υπέταξε δε και τους άλλους Θράκας, και τους +πλησιεστάτους γείτονας μας Γέτας» + +119. Ταύτα ειπόντων των Σκυθών, συνεσκέπτοντο οι εκ διαφόρων εθνών +ελθόντες βασιλείς και αι γνώμαι αυτών διηρέθησαν. Ο μεν Γελωνός, ο +Βουδίνος και ο Σαυρομάτης, ενωθέντες υπεσχέθησαν να βοηθήσωσι τους +Σκύθας· ο δε Αγάθυρσος, ο Νευρός, ο Ανδροφάγος και οι βασιλείς των +Μελαγχλαίνων και των Ταύρων απεκρίθησαν εις τους απεσταλμένους τα +εξής «Εάν δεν ηδικείτε πρότερον τους Πέρσας και δεν ηρχίζατε +πρώτοι τον πόλεμον, θα εφαίνεσθε ότι ομιλείτε ορθώς ζητούντες αυτά +τα οποία ζητείτε, και ημείς ακούοντες όσα είπατε ηθέλομεν σας +βοηθήσει· αλλ' υμείς εισεβάλετε εις την γην των άνευ ημών και +εβασιλεύσατε επί των Περσών εφ' όσον χρόνον σας επέτρεψε τούτο ο +θεός, σήμερον δε εκείνοι, παρακινούμενοι υπό του αυτού θεού, σας +αποδίδουσι τα ίσα. Ημείς δε και τότε δεν τους ηδικήσαμεν, και τώρα +θα προσπαθήσωμεν να μη τους αδικήσωμεν πρώτοι. Εάν όμως ο βασιλεύς +των έλθη και κατά της ιδικής μας γης και αρχίση να μας αδική, τότε +και ημείς δεν θα μείνωμεν αργοί, καθότι φρονούμεν ότι οι Πέρσαι +δεν ήλθον καθ' ημών αλλά κατά των αιτίων της εις αυτούς γενομένης +αδικίας.» + +120. Μαθόντες την απόκρισιν ταύτην οι Σκύθαι, παρητήθησαν μεν +πάσης μάχης φανεράς, επειδή δεν συνεμάχησαν μετ' αυτών όλοι, +απεφάσισαν δε να αναχωρήσωσι λαμβάνοντες τα ποίμνιά των, να +συγχώνωσι κατά την πορείαν των τα φρέατα και τας κρήνας, να +καταπατώσι την χλόην της γης και να διαιρεθώσιν εις δύο σώματα. +Και το μεν έν, του οποίου αρχηγός ήτο ο Σκώπασις, διετάχθη να +πλησιάση τους Σαυρομάτας, να προσκαλέση αυτούς εν περιπτώσει καθ' +ην ο Πέρσης ήθελε λάβει αυτήν την διεύθυνσιν, και να φύγη κατ' +ευθείαν προς τον Τάναϊν παραπορευόμενος την Μαιώτιδα λίμνην· να +επιπίπτη δε εξ εναντίας κατ' αυτού οσάκις υποχωρή και να τον +καταδιώκη. Αύτη ήτο η πρώτη μοίρα των βασιλικών Σκυθών ήτις +διετάχθη να ακολουθήση την οδόν την οποίαν περιέγραψα. Το δεύτερον +σώμα (ήτοι αι δύο άλλαι μοίραι των βασιλικών Σκυθών, η μεγάλη της +οποίας άρχων ήτο ο Ιδάνθυρσος και η τρίτη της οποίας άρχων ήτο ο +Τάξακις, ηνωμέναι μετά των Γελωνών και των Βουδίνων) διετάχθη να +μένη πάντοτε μακράν από τους Πέρσας μιας ημέρας οδόν και να τους +αποπλανά υποχωρόν και πράττον τα συμφωνηθέντα. Και πρώτον μεν να +τους φέρη κατ' ευθείαν εις τας χώρας εκείνων οίτινες απεποιήθησαν +την συμμαχίαν των διά να περιπλέξη και τούτους εις τον πόλεμον· +και εάν εκουσίως δεν εδέχθησαν να πολεμήσωσι τους Πέρσας, να +αναγκασθώσι τουλάχιστον διά του μέσου τούτου να επιχειρήσωσι τον +πόλεμον. Κατόπιν διετάχθη το σώμα τούτο να εισέλθη πάλιν εις την +χώραν και να πολεμήση τους Πέρσας εάν κρίνη την περίστασιν +αρμοδίαν. + +121. Ταύτα αποφασίσαντες οι Πέρσαι [-»Σκύθες] εξήλθον εις απάντησιν +των στρατευμάτων του Δαρείου, αποστείλαντες ως προδρόμους τους +αρίστους των ιππέων. Τας δε αμάξας, εις τας οποίας διαιτώντο τα +τέκνα και αι γυναίκες όλαι, όλα τα ζώα πλην εκείνων τα οποία ήσαν +αναγκαία διά τροφήν, τόσα αφήσαντες, έπεμψαν τα άλλα ομού με τας +αμάξας παραγγείλαντες να διευθυνθώσι προς βοράν. + +122. Ταύτα λοιπόν επέμφθησαν εμπρός, οι πρόδρομοι δε των Σκυθών +συνήντησαν τους Πέρσας απέχοντας τριών ημερών οδόν από του Ίστρου. +Και ούτοι μεν ευρόντες τούτους εστρατοπεδεύσαντο εις απόστασιν +οδού μιας ημέρας και κατέστρεψαν τα φυτά της γης, οι δε Πέρσαι άμα +είδον ότι ενεφανίσθη το ιππικόν των Σκυθών, εκίνησαν εναντίον των +και ηκολούθουν τα ίχνη αυτών υποχωρούντων· έπειτα δε (επειδή οι +Σκύθαι διευθύνθησαν προς την πρώτην μοίραν) τους εδίωκον φεύγοντας +προς ανατολάς και προς τον Τάναϊν. Οι Σκύθαι έφθασαν τον ποταμόν +τούτον και τον διέβησαν· οι Πέρσαι τον διέβησαν και αυτοί και τους +κατεδίωκον εις την άλλην όχθην. Αμφότεροι δε, διεξελθόντες την +χώραν των Σαυροματών, έφθασαν εις την των Βουδίνων. + +123. Ενόσω οι Πέρσαι επορεύοντο διά μέσου της Σκυθικής και της +Σαυρομάτιδος χώρας δεν είχον τίποτε να καταστρέψωσι, της χώρας +ούσης χέρσου, εισελθόντες όμως εις την των Βουδίνων, εύρον την +ξυλίνην πόλιν την οποίαν κενώσαντες οι κάτοικοι από όλα τα +πράγματα είχον εγκαταλίπει, ενέπρησαν αύτην. Τούτο δε πράξαντες, +επανέλαβον την καταδίωξιν μέχρις ου διήλθον την χωράν των Βουδίνων +και έφθασαν εις την έρημον όπου ουδεμία φυλή ανθρωπίνη κατοικεί +και ήτις εκτείνεται επί επτά ημερών οδόν. Ανωτέρω της ερήμου +ταύτης οικούσιν οι Θυσσαγέται, και εκ του τύπου τούτου ρέουσι +τέσσαρες μεγάλοι ποταμοί οίτινες, διερχόμενοι διά των Μαιωτών, +χύνονται εις την λίμνην την καλουμένων Μαιώτιδα, και των οποίων τα +ονόματα είναι Λύκος, Όαρος, Τάναϊς και Σύργις. + +124. Όταν ο Δαρείος ήλθεν εις την έρημον διέκοψε την πορείαν του +και παρέταξε τον στρατόν του εις τας όχθας του ποταμού Οάρου. +Τούτο πράξας έκτισεν οκτώ τείχη μεγάλα απέχοντα απ' αλλήλων +εξίσου, ήτοι εξήκοντα ακριβώς στάδια, των οποίων τα ερείπια +εσώζοντο έτι εις την εποχήν μου. Ενώ δε ησχολείτο εις τας εργασίας +ταύτας, οι Σκύθαι τους οποίους είχε καταδιώξει καταβάντες εκ των +άνω εισήλθον διά περιστροφής εις την χώραν των. Εγένοντο λοιπόν +εντελώς άφαντοι, και επειδή δεν παρουσιάζοντο πλέον ενώπιόν του, ο +Δαρείος τα μεν τείχη εκείνα αφήκεν ημιτελή, αυτός δε υποστρέψας +διευθύνθη προς δυσμάς, νομίζων ότι όλοι αυτοί ήσαν Σκύθαι και ότι +έφευγον προς το μέρος εκείνο. + +125. Ταχύνων την πορείαν επανεύρε τας δύο μοίρας των Σκυθών εις +την Σκυθικήν. Ήρχισε λοιπόν πάλιν να τους καταδιώκη, αλλ' αυτοί, +απέχοντες πάντοτε απ' αυτού μιας ημέρας οδόν, υπεχώρουν. Και +επειδή ο Δαρείος δεν παρητείτο της καταδιώξεως, οι Σκύθαι κατά το +σχέδιόν των έφευγον προς την γην των αρνηθέντων την συνδρομήν των +και πρώτον ήλθον εις την γην των Μελαγχλαίνων. Αφού δε εισελθόντες +εις αυτήν, τους ετάραξαν και οι Σκύθαι και οι Πέρσαι, οι Σκύθαι +έφερον τους Πέρσας εις τους τόπους των Ανδροφάγων. Ταραχθέντων δε +και τούτων, εισήλθον εις τους Νευρούς. Ταρασσομένων δε και τούτων, +υποχωρούντες οι Σκύθαι έφθασαν εις τους Αγαθύρσους. Οι δε +Αγάθυρσοι βλέποντες τους ομόρους των φεύγοντας ένεκα των Σκυθών +και ταραττομένους, έπεμψαν κήρυκα προς τους Σκύθας και τοις +απηγόρευσαν να διέλθωσι τα σύνορα, απειλούντες ότι εάν +αποπειραθώσι τούτο, θα έχωσι πρώτον να πολεμήσωσι με αυτούς. Ταύτα +μηνύσαντες οι Αγάθυρσοι έδραμον ένοπλοι εις τα μεθόρια, απόφασιν +έχοντες να αποκρούσωσι την εισβολήν, ενώ οι Μελάγχλαινοι, οι +Ανδροφάγοι και οι Νευροί, άμα οι Πέρσαι καταδιώκοντες τους Σκύθας +εισήλθον εις τα μέρη των, λησμονήσαντες τας προηγουμένας απειλάς, +έφυγον τεταραγμένοι εις την έρημον προς βοράν. Οι δε Σκύθαι εις +μεν τους Αγαθύρσους απαγορεύσαντας δεν εισήλθον, αλλ' εξελθόντες +εκ της χώρας των Νευρών έσυραν τους Πέρσας εις την ιδικήν των +χώραν. + +126. Επειδή δε τούτο εξηκολούθει επί πολύν χρόνον, ο Δαρείος +έπεμψεν ιππέα προς τον βασιλέα των Σκυθών Ιδάνθυρσον και είπε τα +εξής· «Ω κάκιστε άνθρωπε, διατί φεύγεις πάντοτε, ενώ από σου +εξαρτάται να πράξης έν εκ των δύο; Νομίζεις ότι είσαι ικανός να +εναντιωθής εις την δύναμίν μου; στήθι, παύσον να πλανάσαι και +πολέμησον. Αναγνωρίζεις ότι είσαι ασθενέστερος; παύσον πάλιν αυτήν +την περιπλάνησιν και φέρε εις τον δεσπότην σου χώμα και ύδωρ· +έπειτα διαπραγματευόμεθα;» + +127. Εις ταύτα ο βασιλεύς των Σκυθών Ιδάνθυρσυς απεκρίθη· «Ούτως +έχουσι τα κατ' εμέ, ω Πέρσα· εγώ ακόμη δεν έφυγα φοβηθείς κανένα +άνθρωπον, ούτε πρότερον ούτε τώρα φεύγω σε· ούτε πράττω σήμερον +άλλο παρ' ό,τι πράττω συνήθως και εν ειρήνη. Διατί δε δεν σε +πολεμώ αμέσως, θα σοι το είπω. Ημείς ούτε πόλεις έχομεν ούτε γαίας +καλλιεργημένας ώστε φοβηθέντες μήπως τας κυριεύσης ή τας διαρπάσης +να σπεύσωμεν να σε πολεμήσωμεν. Εάν εν τούτοις θέλης αφεύκτως +πόλεμον, έχομεν τους τάφους των πατέρων μας· υπάγετε, εύρετε +αυτούς, δοκιμάσατε να τους πειράξετε, και τότε θα ιδήτε εάν θα +πολεμήσωμεν διά τους τάφους τούτους ή εάν δεν θα πολεμήσωμεν. Προ +τούτου, άνευ αιτίας δεν θα συμπλακώμεν μετά σου. Και περί μεν της +μάχης αρκούσι ταύτα, δεσπότας μου δε εγώ νομίζω μόνον τον Δια τον +προπάτορά μου και την Εστίαν την βασίλισσαν των Σκυθών. Αντί δε να +σοι δώσω χώμα και ύδωρ, θα σοι πέμψω δώρα αρμόδια να σοι +προσφερθώσι, και αντί του λόγου τον οποίον με είπες ότι είσαι +δεσπότης μου, σοι λέγω να κλαύσης.» Με ταύτα αναλογούσιν όσα είπον +οι Σκύθαι. + +128. Ο μεν κήρυξ λοιπόν ανεχώρησε διά να αναγγείλη ταύτα εις τον +Δαρείον, οι δε βασιλείς των Σκυθών αφού ήκουσαν το όνομα της +δουλείας επλήσθησαν οργής. Και την μεν υπό τον Σκώπασιν μοίραν +μετά των Σαυροματών πέμπουσι προς τους Ίωνας τους φυλάσσοντας την +γέφυραν του Ίστρου διά να έλθη εις ομιλίαν με αυτούς, οι δε +υπολειπόμενοι του στρατού απεφάσισαν να μη πλανώσι πλέον τους +Πέρσας, αλλά να επιπίπτωσι κατ' αυτών οσάκις εκάθηντο διά να +φάγωσιν. Όταν λοιπόν έβλεπον τους στρατιώτας του Δαρείου +καθημένους διά να φάγωσιν, έπραττον τα αποφασισθέντα. Και το μεν +ιππικόν των Σκυθών πάντοτε έτρεπεν εις φυγήν το ιππικόν των +Περσών, οι δε ιππείς των Περσών φεύγοντες κατέφευγαν εις το πεζόν· +οι δε Σκύθαι αφού έτρεπον το ιππικόν υπέστρεφον φοβούμενοι τον +πεζόν στρατόν. Τοιαύτας προσβολάς έκαμνον οι Σκύθαι και κατά τας +νύκτας. + +129. Θα αναφέρω ενταύθα παράδοξόν τι το οποίον εβοήθει τους Πέρσας +και έβλαπτε τους Σκύθας ότε επέπιπτον κατά του στρατοπέδου του +Δαρείου· τούτο ήτο η φωνή των όνων και η θέα των ημιόνων, διότι +εις την Σκυθίαν δεν γεννώνται μήτε ημίονοι μήτε όνοι, ως εφανέρωσα +προηγουμένως, ουδέ ευρίσκεται παντελώς εις την χώραν όλην ή όνος ή +ημίονος ένεκα του ψύχους. Οι όνοι λοιπόν αγχωμένοι ετάραττον το +ιππικόν των Σκυθών, και πολλάκις, ότε οι Σκύθαι ώρμων κατά των +Περσών, οι ίπποι ακούοντες την φωνήν των όνων, εταράσσοντο και +έστρεφον οπίσω εκπληττόμενοι και ορθούντες τα ώτα των, ως ίπποι μη +ακούσαντες άλλοτε τοιαύτην φωνήν μήτε ιδόντες τοιαύτας μορφάς. +Αλλά τούτο ήκιστα εμπόδιζε τον πόλεμον. + +130. Εν τούτοις οι Σκύθαι βλέποντες τους Πέρσας θορυβουμένους +εμηχανεύθησαν τα εξής διά να τους κρατήσωσι περισσότερον εις την +Σκυθίαν, όπως βλάπτωνται παραμένοντες και στερούμενοι των πάντων. +Αφίνοντες ζώα τινα μετά των βοσκών, έφευγον εις άλλο μέρος· οι δε +Πέρσαι επερχόμενοι ελάμβανον τα ζώα και εμεγαλοφρόνουν διά το +κατόρθωμα τούτο. + +131. Επειδή δε πολλάκις εγένετο το στρατήγημα τούτο, τέλος ο +Δαρείος περιήλθεν εις μεγάλην απορίαν. Οι βασιλείς των Σκυθών +μαθόντες τούτο έπεμψαν κήρυκα φέροντα δώρα εις τον Δαρείον έν +πτηνόν, ένα μυν, ένα βάτραχον και πέντε βέλη. Οι Πέρσαι ηρώτησαν +τον φέροντα τα δώρα ποίαν έννοιαν είχον τα διδόμενα, εκείνος δε +απεκρίνετο ότι ουδέν άλλο εγίνωσκεν ή να τα δώση και να αναχωρήση +τάχιστα· προσέθετε δε ότι εάν ήσαν σοφοί άνθρωποι οι Πέρσαι, αυτοί +έπρεπε να εννοήσωσι τι εσήμαινον τα δώρα. Ταύτα ακούσαντες οι +Πέρσαι συνεσκέπτοντο. + +132. Και η μεν γνώμη του Δαρείου ήτο ότι οι Σκύθαι παραδίδονται +εις αυτόν και τω προσφέρουσι χώμα και ύδωρ, εικάζων τούτο εκ του +ότι ο μεν μυς γεννάται εντός της γης και τρώγει τους αυτούς +καρπούς με τον άνθρωπον, ο δε βάτραχος γεννάται εις το ύδωρ, το δε +πτηνόν ομοιάζει τα μάλιστα με τον ίππον, τα δε βέλη ότι +παραδίδουσι την δύναμίν των. Αύτη ήτο η γνώμη του Δαρείου, εναντία +όμως ήτο η του Γωβρύου ενός των επτά ανδρών των φονευσάντων τον +μάγον, όστις έλεγεν ότι τα δώρα εσήμαινον· «Ω Πέρσαι, εάν δεν +γίνετε πτηνά και να πετάξετε εις τον ουρανόν, ή μύες διά να +κρυβήτε υπό την γην, ή βάτραχοι διά να πηδήσετε εις τας λίμνας, +δεν θα επιστρέψετε οπίσω αλλά θα πέσετε υπό τα βέλη ταύτα.» + +133. Οι μεν Πέρσαι ούτως εξήγουν τα δώρα, η δε μοίρα των Σκυθών +εκείνη ήτις εξ αρχής είχε την εντολήν να φυλάττη την Μαιώτιδα +λίμνην και ήτις κατ' εκείνην την στιγμήν είχεν αναχωρήσει διά να +έλθη εις λόγους με τους επί του Ίστρου Ίωνας, έφθασεν εις την +γέφυραν. Άμα δε έφθασεν, είπε ταύτα· «Άνδρες Ίωνες, ερχόμεθα να +σας φέρωμεν την ελευθερίαν, εάν θέλετε να μας ακούσετε. Ηξεύρομεν +ότι ο Δαρείος σας διέταξε να φυλάττετε την γέφυραν ταύτην εξήκοντα +μόνον ημέρας, επιτρέπων υμίν να αναχωρήσετε εις την χώραν σας εάν +εν τούτω τω μεταξύ δεν επιστρέψη. Τώρα λοιπόν εάν πράξετε ως σας +λέγομεν, ούτε εκείνος θα δυνηθή να σας μεμφθή ούτε ημείς· επειδή +παρεμείνατε τας διωρισμένας ημέρας, αναχωρήσατε πλέον.» Και οι μεν +Σκύθαι, επειδή οι Ίωνες υπεσχέθησαν να πράξωσι τούτο, έσπευσαν να +αναχωρήσωσιν όσον τάχιστα. + +134. Μετά δε τα δώρα τα σταλέντα εις τον Δαρείον οι μείναντες +Σκύθαι, πεζόν και ιππικόν, αντετάχθησαν διά να πολεμήσωσι τους +Πέρσας. Ενώ δε ήσαν παρατεταγμένοι οι Σκύθαι, διέσχισε τας τάξεις +αυτών λαγός. Τούτου φανέντος όλοι έσπευσαν προς καταδίωξιν του. +Επειδή δε εγίνετο ταραχή και βοή μεγάλη, ηρώτησεν ο Δαρείος την +αιτίαν δι' ην εθορύβουν οι αντιπαρατεταγμένοι πολέμιοι. Μαθών δε +ότι εδίωκον τον λαγόν, είπε προς εκείνους με τους οποίους +συνείθιζε να ομιλή· «Οι άνθρωποι ούτοι πολύ μας καταφρονούσι και +νομίζω ότι ο Γωβρύας πολύ καλώς εξήγησε τα δώρα των. Επειδή λοιπόν +και εγώ κρίνω ότι ούτως έχουσι τα πράγματα, είναι ανάγκη να +σκεφθώμεν καλώς περί της ασφαλούς επιστροφής μας.» Προς ταύτα ο +Γωβρύας είπεν· «Ω βασιλεύ, εγώ και εξ ακοής μεν ήξευρον την +πτωχείαν των ανθρώπων τούτων, αφότου όμως ήλθον έμαθον +περισσότερα, βλέπων αυτούς να μας εμπαίζωσι. Φρονώ λοιπόν, άμα +επέλθη η νυξ, να ανάψωμεν τα πυρά μας όπως εσυνειθίζαμεν να +πράττωμεν, να απατήσωμεν τους στρατιώτας όσοι είναι ασθενέστατοι +εις τας ταλαιπωρίας, να δέσωμεν όλους τους όνους και να +αναχωρήσωμεν πριν οι Σκύθαι προχωρήσωσιν εις τον Ίστρον και κόψωσι +την γέφυραν, ή οι Ίωνες πράξωσί τι το οποίον ειμπορεί να μας +αφανίση.» Ο μεν Γωβρύας ταύτα συνεβούλευσεν. + +135. Αφού δε εγένετο νυξ, ο Δαρείος ηκολούθησε την συμβουλήν +ταύτην· αφήκεν εις το στρατόπεδον τους ασθενείς στρατιώτας και +εκείνους των οποίων η απώλεια δεν θα ήτο επαισθητή· αφήκεν επίσης +και τους όνους δεδεμένους. Αφήκε δε τους όνους και τους ασθενείς +διά την εξής αιτίαν· τους όνους διά να κάμνωσι βοήν, τους δε +ανθρώπους διά την ασθένειάν των, μεταχειρισθείς όμως την πρόφασιν +ότι αυτός μεν μετά του υγιούς στρατού έμελλον να επιτεθώσι κατά +των Σκυθών, αυτοί δε να φυλάττωσι το στρατόπεδον κατ' αυτό το +διάστημα. Ταύτα παραγγείλας ο Δαρείος εις τους υπολειπομένους και +ανάψας πυρά, διευθύνθη ταχέως προς τον Ίστρον. Μείναντες δε μόνοι +οι όνοι, τόσον μάλλον εφώναζον ένεκα τούτου, και οι Σκύθαι +ακούοντες τας φωνάς αυτών πληρούσας, όλην την χώραν, ενόμιζον ότι +οι Πέρσαι ήσαν εκεί ακόμη. + +136. Ημέρας γενομένης, εννοήσαντες οι υπολειφθέντες ότι τους +επρόδοσεν ο Δαρείος, έτεινον τας χείρας εις τους Σκύθας και τοις +διηγήθηκαν τα συμβαίνοντα. Άμα ήκουσαν ταύτα οι Σκύθαι ήνωσαν +αμέσως τας δύο μοίρας, παρέλαβον μεθ' εαυτών τους Σαυρομάτας, τους +Βουδίνους και τους Γελωνούς και κατεδίωκον τους Πέρσας κατ' +ευθείαν προς τον Ίστρον. Επειδή όμως το Περσικόν στράτευμα +συνέκειτο κατά το πλείστον εκ πεζικού και δεν εγνώριζε τας οδούς +καθότι αύται δεν ήσαν τετμημέναι, οι δε Σκύθαι ήσαν όλοι ιππείς +και εγνώριζον τας συντομωτέρας οδούς, δεν απηντήθησαν, αλλ' οι +Σκύθαι επρόλαβον και έφθασαν εις την γέφυραν πολύ προ των Περσών. +Ιδόντες δε ότι οι Πέρσαι δεν είχον φθάσει ακόμη, είπον προς τους +Ίωνας όντας εις τα πλοία των· «Άνδρες Ίωνες, και ο αριθμός των +ημερών σας παρήλθε και άδικον κάμνετε μένοντες εδώ ακόμη. Επειδή +όμως μέχρι τούδε εμείνατε υπό φόβου, τώρα λύσατε την γέφυραν, +αναχωρήσατε τάχιστα χαρήτε διά την ελευθερίαν σας και +ευχαριστήσατε τους θεούς και τους Σκύθας. Όσον αφορά εκείνον όστις +πρότερον ήτο δεσπότης σας, ημείς θα τον διορθώσωμεν ούτως ώστε να +μη δύναται πλέον να εκστρατεύση κατ' ουδενός έθνους.» + +137. Ταύτα ακούσαντες οι Ίωνες συνεσκέπτοντο. Και του μεν +Μιλτιάδου του Αθηναίου, στρατηγού και τυράννου των εν τω +Ελλησπόντω χερσονησιτών, η γνώμη ήτο να πεισθώσιν εις τους λόγους +των Σκυθών και να ελευθερώσωσι την Ιωνίαν, του δε Ιστιαίου του +Μιλησίου η γνώμη ήτο εναντία· ούτος έλεγεν ότι τώρα μεν ένεκα του +Δαρείου έκαστος αυτών ήτο τύραννος μιας πόλεως· καταστρεφομένης +όμως της δυνάμεως του Δαρείου, ούτε αυτός θα ηδύνατο πλέον να +κυβερνά τους Μιλησίους ούτε άλλος τις άλλην τινά πόλιν, καθότι +εκάστη πόλις θα ζητήση να δημοκρατήται μάλλον ή να τυραννεύεται. +Αίφνης όλοι εκείνοι όσοι πρότερον είχον παραδεχδή την γνώμην του +Μιλτιάδου, συνετάχθησαν με την γνώμην του Ιστιαίου. + +138. Οι δε δόντες την ψήφον των, οίτινες και μεγάλην υπόληψιν +έχαιρον παρά τω βασιλεί, ήσαν οι τύραννοι των Ελλησποντίων Δάφνις +ο Αβυδηνός, Ίπποκλος ο Λαμψακηνός, Ηρόφαντος ο Παριηνός, +Μητρόδωρος ο Προκοννήσιος, Αρισταγόρας ο Κυζικηνός και Αρίστων ο +Βυζάντιος. Και ούτοι μεν ήσαν εκ του Ελλησπόντου, εκ δε της Ιωνίας +ήσαν Στράττις ο Χίος, Αιάκης ο Σάμιος, Λαοδάμας ο Φωκαιεύς και +Ιστιαίος ο Μιλήσιος ούτινος η ψηφοφορηθείσα γνώμη ήτο εναντία της +του Μιλτιάδου. Εκ δε των Αιολέων ο μόνος σημαίνων ήτο ο Κυμαίος +Αρισταγόρας. + +139. Ούτοι λοιπόν, αφού παρεδέχθησαν την γνώμην του Ιστιαίου, +απεφάσισαν να πράξωσι και να είπωσι τα εξής· να λύσωσι το μέρος +της γεφύρας το προς τους Σκύθας, να το λύσωσι δε εις όσον διάστημα +δύναται να φθάση βέλος, ίνα, φαινόμενοι ότι πράττουσί τι χωρίς να +πράττωσι τίποτε, εμποδίσωσι τους Σκύθας να μεταχειρισθώσι βίαν και +διαβώσι τον Ίστρον διά της γεφύρας. Λύοντες δε το με την Σκυθικήν +συνεχόμενον μέρος της γεφύρας να είπωσιν ότι θα πράξωσι παν ό,τι +δύνανται διά να ευχαριστήσωσι τους Σκύθας. Ταύτα μεν προσέθησαν +εις την γνώμην του Ιστιαίου, έπειτα δε ο Ιστιαίος απεκρίθη εξ +ονόματος όλων τα εξής· «Ω Σκύθαι, ήλθετε φέροντες εις ημάς αγαθάς +συμβουλάς, και εσπεύσατε εγκαίρως. Καθώς δε ό,τι επράξατε +αποβλέπει εις όφελος ημών, ούτω και ημείς σας υπηρετούμεν κατά την +επιθυμίαν σας· διότι, ως βλέπετε, και την γέφυραν αποσπώμεν, και +πάσαν προθυμίαν θέλομεν καταβάλει, θέλοντες να ήμεθα ελεύθεροι. +Ενώ όμως ημείς λύομεν την γέφυραν, καιρός είναι να ζητήσετε τους +Πέρσας και να τους τιμωρήσετε καθώς πρέπει δι' όσας ύβρεις έκαμον +εις ημάς και εις υμάς.» + +140. Οι δε Σκύθαι πιστεύσαντες και δευτέραν φορά τους Ίωνας ότι +ωμίλουν ειλικρινώς υπέστρεψαν προς αναζήτησιν των Περσών, αλλ' +επλανήθησαν όλως διόλου από την οδόν την οποίαν εκείνοι είχον +λάβει. Αίτιοι δε τούτου εγένοντο αυτοί οι ίδιοι καταστρέψαντες τας +βοσκάς των ίππων και συγχώσαντες τας πηγάς των υδάτων. Τωόντι εάν +δεν έκαμναν τας ζημίας ταύτας, θα τοις ήτο εύκολον να εύρωσι τους +Πέρσας όταν ήθελον· τώρα όμως το μέτρον εκείνο το οποίον +προηγουμένως ενόμισαν ως συμφερώτατον, απέβη εις αυτούς βλαβερόν. +Και αφ' ενός μεν οι Σκύθαι εζήτουν τους πολεμίους εις τα μέρη της +χώρας όπου υπήρχον ακόμη βοσκαί και ύδωρ, εικάζοντες ότι ο Δαρείος +διά τούτων των μερών θα έφευγεν· αφ' ετέρου δε οι Πέρσαι, +παρατηρούντες τα ίχνη της προτέρας των οδοιπορίας, επέστρεφον διά +της αυτής οδού ην είχον χαράξει προηγουμένως, και πάλιν μόλις +κατώρθωσαν να φθάσωσιν εις την γέφυραν. Επειδή δε ότε έφθασαν ήτο +νυξ και εύρον την γέφυραν λελυμένην, εφοβήθησαν υπερβολικά μήπως +τους εγκατέλιπον οι Ίωνες. + +141. Πλησίον του Δαρείου ήτο Αιγύπτιος τις έχων φωνήν δυνατωτάτην +από όλους τους ανθρώπους. Αυτόν τον άνθρωπον διέταξεν ο Δαρείος να +σταθή εις την όχθην του Ίστρου και να καλέση τον Μιλήσιον +Ιστιαίον. Και ούτος μεν έπραξε ταύτα, ο δε Ιστιαίος ακούσας εις το +πρώτον κέλευμα έφερεν όλα τα πλοία διά να διαπορθμεύσωσι τον +στρατόν, και έζευξε την γέφυραν. + +142. Τοιουτοτρόπως οι Πέρσαι διέφυγον, οι δε Σκύθαι ζητούντες +αυτούς απέτυχον και εκ δευτέρου και είπον περί των Ιώνων ότι εάν +μεν τους θεωρήση τις ως ελευθέρους, είναι οι μάλλον άνανδροι και +οι μάλλον ουτιδανοί από όλους τους ανθρώπους, εάν δε τους θεωρήση +ως δούλους, είναι ανδράποδα φιλοδέσποτα ουδεμίαν διάθεσιν έχοντα +να ελευθερωθώσι. Τοιαύτας μομφάς επιρρίπτουσιν οι Σκύθαι κατά των +Ιώνων. + +143. Ο δε Δαρείος, πορευόμενος διά της Θράκης, έφθασεν εις την +Σηστόν της Χερσονήσου· εντεύθεν αυτός μεν διέβη μετά των πλοίων +εις την Ασίαν, εν τη Ευρώπη δε κατέλιπε στρατηγόν τον Πέρσην +Μεγάβαζον τον οποίον ποτε ετίμησε μεγάλως ειπών ενώπιον των Περσών +τον εξής λόγον. Ενώ ο Δαρείος ελάμβανε ρόδια και ήνοιγεν έν διά να +το φάγη, ο αδελφός του Αρτάβανος τον ηρώτησε τι επεθύμει να είχε +τόσον πλήθος όσοι ήσαν οι κόκκοι του ροδίου· τότε ο βασιλεύς +απεκρίθη· «Προτιμώ να έχω τόσους Μεγαβάζους παρά την Ελλάδα +υπήκοον.» Και ενώπιον μεν των Περσών με τοιούτους λόγους τον +ετίμα· τότε δε τον άφησε στρατηγόν με ογδοήκοντα χιλιάδας άνδρας +εκ του στρατού. + +144. Ο Μεγάβαζος ούτος ένεκα των εξής λόγων τους οποίους είπε +κατέλιπεν αθάνατον μνήμην εις τους Ελλησποντίους. Ευρίσκετο εις το +Βυζάντιον όταν είπον ενώπιόν του ότι οι Καλχηδόνιοι ίδρυσαν +αποικίαν εν τη χώρα δεκαεπτά έτη προ των Βυζαντίων. «Ήσαν λοιπόν +τυφλοί, ανέκραξε· διότι αν δεν ήσαν τυφλοί, πώς εξέλεξαν τον +ασχημότερον τόπον, ενώ ηδύναντο να κατοικίσωσι τον ωραιότερον;» Ο +Μεγάβαζος λοιπόν αφεθείς στρατηγός εις την χώραν των Ελλησποντίων, +υπέταξεν όλους τους μη μηδίζοντας. + +145. Και ούτος μεν ταύτα έπραττε· κατά τον αυτόν δε χρόνον εγένετο +μεγάλη αποστολή άλλου στρατού κατά της Λιβύας υπό την πρόφασιν την +οποίαν θα είπω αφού διηγηθώ προηγουμένως τα εξής. Οι απόγονοι των +Αργοναυτών, διωχθέντες εκ της Λήμνου υπό των Πελασγών, οίτινες +είχον αρπάσει τας γυναίκας των Αθηναίων (55), έφθασαν διά θαλάσσης +εις την Λακεδαίμονα, εστρατοπέδευσαν επί του όρους Ταϋγέτου και +ήναψαν εκεί πυρά. Οι Λακεδαιμόνιοι τους είδον και έπεμψαν διά να +τους ερωτήσωσι τινες και πόθεν ήσαν· εκείνοι δε απεκρίθησαν εις +τον άγγελον όστις τους ηρώτα ότι ήσαν μεν Μινύαι, απόγονοι δε των +μετά της Αργούς πλευσάντων ηρώων· καθότι οι ήρωες εκείνοι, +προσορμισθέντες εις την Λήμνον, εγένννησαν αυτούς. Μαθόντες οι +Λακεδαιμόνιοι ότι ήσαν εκ του γένους των Μινυών, έπεμψαν πάλιν διά +να τους ερωτήσωσι την αιτίαν δι' ην ήλθον εις τον τόπον και ήναψαν +πυρά. Εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι διωχθέντες υπό των Πελασγών ήλθον +εις τους προγόνους των, ως είναι δίκαιον, και ότι ζητούσι να +συγκατοικήσωσι μετ' αυτών, μετέχοντες των τιμών και λαμβάνοντες +μερίδιά τινα γης. Οι Λακεδαιμόνιοι συγκατένευσαν να δεχθώσι τους +Μινύας υπό τους όρους τούτους· εκείνο δε το οποίον τους παρεκίνησε +να πράξωσιν ούτω, ήτο κυρίως ότι μετά των άλλων είχον συνεκπλεύσει +διά της Αργούς και οι Τυνδαρίδαι. Τους εδέχθησαν λοιπόν, διένειμον +εις αυτούς γαίας και τους διεμοίρασαν μεταξύ των φυλών. Αμέσως δε +οι Μινύαι έλαβον γυναίκας Λακεδαιμονίας, δώσαντες εις άλλους +εκείνας τας οποίας είχον φέρει εκ της Λήμνου. + +146. Δεν παρήλθεν όμως πολύς χρόνος και εφάνησαν αυθάδεις +αξιούντες να μετάσχωσι της βασιλείας και πράττοντες και άλλα +ανόσια. Τούτου ένεκα οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να τους +φονεύσωσιν· όθεν τους συνέλαβαν και τους εφυλάκισαν. Οι δε +Λακεδαιμόνιοι όσους έχουσι να φονεύσωσι τους φονεύουσι την νύκτα +και ουδέποτε την ημέραν. Επειδή λοιπόν είχεν αποφασισθή να τους +θανατώσωσιν, οι γυναίκες των Μινυών, ούσαι ασταί και θυγατέρες των +πρώτων Σπαρτιατών, εζήτησαν την άδειαν να εισέλθωσιν εις την +φυλακήν και να ομιλήση εκάστη μετά του ανδρός της. Οι δε +Λακεδαιμόνιοι τας άφησαν να εισέλθωσι, μη υποπτεύσαντες παρ' αυτών +δόλον τινά. Αύται όμως, άμα εισήλθον, έπραξαν τα εξής· δώσασαι εις +τους άνδρας των όλα τα ενδύματα όσα εφόρουν, έλαβον τα των ανδρών. +Οι Μινύαι, ενδεδυμένοι ως γυναίκες, εξήλθον και διαφυγόντες +τοιουτοτρόπως εστρατοπέδευσαν πάλιν επί του Ταϋγέτου. + +147. Κατά τον αυτόν χρόνον ο Θήρας του Αυτεσίωνος, του Τισαεμνού, +του Θερσάνδρου, του Πολυνείκους, ανεχώρησεν εκ Λακεδαίμονος με +αποικίαν. Ήτο δε ο Θήρας ούτος Καδμείος την καταγωγήν και μητρικός +θείος του Ευρυσθένους και του Προκλέους, υιών του Αριστοδήμου. +Όντων δε των παίδων τούτων εισέτι ανηλίκων, ο Θήρας επετρόπευε την +βασιλείαν της Σπάρτης. Ότε δε ηύξησαν οι ανεψιοί του και παρέλαβον +την εξουσίαν, ο Θήρας δεινόν νομίζων να άρχεται υπό άλλων αφού +εγεύσατο άπαξ της αρχής, είπεν ότι δεν μένει πλέον εις την +Λακεδαίμονα, αλλά θ' αποπλεύση προς τους συγγενείς του. Ήσαν δε +εις την νήσον την σήμερον καλουμένην Θήραν, ήτις άλλοτε εκαλείτο +Καλλίστη, απόγονοι του Φοίνικος Μεμβλιάρου υιού του Ποικίλου· +διότι ο Κάδμος του Αγήνορος, ζητών την Ευρώπην, είχε προσορμισθή +εις την νήσον ταύτην την σήμερον καλουμένην Θήραν. Προσορμισθείς +δε εκεί, είτε διότι τω ήρεσεν ο τόπος, είτε δι άλλην τινά αιτίαν, +άφησεν εις την νήσον ταύτην Φοίνικάς τινας μεταξύ των οποίων και +τον Μεμβλίαρον, ένα των συγγενών του. Ούτοι οι άνθρωποι, πριν έλθη +ο Θήρας εκ της Λακεδαίμονος, κατώκουν εις την Καλλίστην επί οκτώ +γενεάς ανθρώπων. + +148. Προς αυτούς λοιπόν ητοιμάζετο ν' απέλθη ο Θήρας παραλαβών +λαόν εξ όλων των φυλών ουχί διά να τους εκπατρίση αλλά διά να +συγκατοικήση και να σχετισθή μετ' αυτών. Επειδή δε και οι Μινύαι +τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι ήθελον να φονεύσωσιν, αποδράντες εκ +της φυλακής εκάθηντο εις τον Ταΰγετον, ο Θήρας παρεκάλεσε να τους +συγχωρήσωσι διά να μη γίνη φόνος και ανεδέχετο να τους εξαγάγη της +χώρας. Συγκατατεθέντων δε των Λακεδαιμονίων, έπλευσε μετά τριών +τριακοντόρων προς τους απογόνους του Μεμβλιάρου, έχων μεθ' εαυτού +ουχί όλους τους Μινύας, αλλ' ολίγους τινάς, καθότι οι περισσότεροι +ετράπησαν προς τους Παρωρεάτας και τους Καύκωνας. Διώξαντες δε +αυτούς από τας χώρας των, διήρεσαν εαυτούς εις έξ μοίρας και +έπειτα έκτισαν τας πόλεις Λέπρεον, Μάκιστον, Φριξάς, Πύργον, +Έπιον, Νούδιον. Τούτων τας περισσοτέρας κατέστρεψαν οι Ηλείοι επί +της εποχής μου. Η δε νήσος επωνομάσθη Θήρα από τον οικιστήν. + +149. Ο υιός του δεν ηθέλησε να αναχωρήση μετ' αυτού, και ο πατήρ +του είπεν ότι άφινε πρόβατον μεταξύ λύκων· εκ τούτου του λόγου ο +νεανίσκος ωνομάσθη Οιόλυκος, και του χρόνου προϊόντος το όνομα +τούτο επεκράτησεν. Εκ του Οιολύκου τούτου εγεννήθη ο Αιγεύς, από +του οποίου έλαβον το όνομα οι Αιγείδαι, φυλή μεγάλη εν Σπάρτη. +Επειδή δε δεν έζων τα τέκνα της φυλής ταύτης, κατά χρησμόν τινα +έκτισαν ναόν εις τας Ερινύας του Λαΐου και του Οιδίποδος, και +έκτοτε έζων τα τέκνα. Το αυτό συνέβαινε και εις την Θήραν εις τους +από των ανδρών τούτων γενομένους παίδας. + +150. Μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως οι Λακεδαιμόνιοι και +οι Θηραίοι συμφωνούσι· τα ακόλουθα όμως μόνον οι Θηραίαι λέγουσιν +ότι συνέβησαν. Ο Γρίνος, υιός του Αισανίου, απόγονος ων του Θήρα +τούτου και βασιλεύων εις την νήσον Θήραν, μετέβη εις τους Δελφούς +διά να προσφέρη εξ ονόματος της πόλεως εκατόμβην. Πολλοί πολίται +τον ηκολούθουν, μεταξύ δε άλλων και ο Βάττος ο υιός του +Πολυμνήστου καταγόμενος από τον Εύφημον, ένα των Μινυών. Ενώ δε ο +Γρίνος ο βασιλεύς των Θηραίων ηρώτα το μαντείον περί διαφόρων +πραγμάτων, η Πυθία τω είπε να κτίση πόλιν εις την Λιβύαν. Τότε +εκείνος απεκρίθη· «Εγώ μεν, ω άναξ, είμαι γέρων και ήδη βαρύς διά +τοιαύτην επιχείρησιν, συ δε πρόσταξον τινά από τους νέους τούτους +να πράξη τούτο.» Ταύτα λέγων εδείκνυε τον Βάττον. Και τότε μεν +τούτο εγένετο· μετά την αναχώρησίν των δε δεν εσκέφθησαν πλέον +περί του χρησμού, διότι ούτε την Λιβύαν εγνώριζον εις ποίον μέρος +της γης ήτο, ούτε ετόλμων να πέμψωσιν αποικίαν εις μέρος άγνωστον. + +151. Επί επτά δε έτη μετά ταύτα δεν έβρεξεν εις την Θήραν, και +κατ' αυτό το διάστημα όλα τα δένδρα εξηράνθησαν, πλην ενός. Τότε +οι Θηβαίοι προσέδραμον εις το μαντείον, και η Πυθία τοις ενθύμισε +την αποικίαν εις την Λιβύαν. Επειδή λοιπόν δεν υπήρχεν άλλο μέσον +όπως αποφύγωσι το κακόν, πέμπουσιν εις Κρήτην αγγέλους διά να +ερωτήσωσιν εάν τις των Κρητών ή των μετοίκων υπήγε ποτε εις την +Λιβύαν. Περιερχόμενοι δε την Κρήτην οι άνθρωποι ούτοι έφθασαν εις +την πόλιν Ίτανον όπου εγνωρίσθησαν με ένα πορφυροβαφέα ονόματι +Κορώβιον, όστις τοις είπεν ότι παρασυρθείς υπό των ανέμων υπήγεν +εις την Λιβύαν και εις την νήσον της Λιβύας Πλατέαν. Πείσαντες +λοιπόν αυτόν με μισθόν τον έφερον εις την Θήραν· εκείθεν δε +εξέπλευσαν κατά πρώτον ολίγοι πρόσκοποι, οίτινες αφού ωδηγήθησαν +εις την νήσον ταύτην την Πλατέαν τον μεν Κορώβιον κατέλιπον εκεί +με τροφάς πολλών μηνών, αυτοί δε επέστρεψαν τάχιστα διά να +αναγγείλωσιν εις τους Θηραίους περί της νήσου. + +152. Επειδή δε αυτοί έμειναν εις την Θήραν πλειότερον του +συμφωνηθέντος χρόνου, εις τον Κορώβιον ετελείωσαν τα πάντα. Μετά +ταύτα πλοίον της Σάμου, του οποίου ναύκληρος ήτο ο Κωλαίος (56), +πλέον προς την Αίγυπτον, ερρίφθη εις την νήσον ταύτην Πλατέαν· +μαθόντες δε οι Σάμιοι παρά του Κορωβίου διατί ευρίσκετο εκεί, τω +άφησαν ενός έτους τροφάς, έπειτα δε εξήλθον εις το πέλαγος και +προσεπάθουν να υπάγωσιν εις την Αίγυπτον έχοντες άνεμον +ανατολικόν· και επειδή δεν έπαυεν ο άνεμος, διαπεράσαντες τας +Ηρακλείους στήλας φθάνουσιν εις την Ταρτησσόν, οδηγούμενοι από +θείαν τινά δύναμιν. Ο λιμήν ούτος ήτο τότε άγνωστος· ώστε +επιστρέψαντες οπίσω εκέρδισαν από τα φορτία των πολύ περισσότερα +από όλους τους Έλληνας όσους ημείς γνωρίζομεν ακριβώς, μετά τον +Αιγινήτην Σώστρατον τον Λαοδάμαντος, διότι μετ' αυτού ουδείς +δύναται να παραβληθή. Οι Σάμιοι λοιπόν λαβόντες το δέκατον εκ των +κερδών των, συμποσούμενον εις έξ τάλαντα, κατεσκεύασαν χάλκινον +αγγείον, όμοιον με κρατήρα αργολικόν, πέριξ του οποίου οι +πρόκροσσοι ήσαν κεφαλαί γρυπών, και το αφιέρωσαν εις τον ναόν της +Ήρας στήσαντες αυτό επί τριών χαλκίνων κολοσσών επταπήχων, +εστηριγμένων εις τα γόνατα. Οι δε Κυρηναίοι και οι Θηραίοι +ηνώθησαν διά στενής φιλίας μετά των Σαμίων, ευγνωμονούντες δι' όσα +ούτοι είχον πράξει υπέρ του Κορωβίου. + +153. Οι δε Θηραίοι, καταλιπόντες εις την νήσον τον Κορώβιον, άμα +έφθασαν εις την Θήραν ανήγγειλον ότι εύρον νήσον εις την Λιβύαν. +Τότε οι πολίται ενέκρινον να λάβωσι διά κλήρου από τας επτά κώμας +των ένα μεταξύ των αδελφών και να τους πέμψωσιν εκεί με βασιλέα +και αρχηγόν της αποικίας τον Βάττον. Εξέπεμψαν λοιπόν εις την +Πλατέαν δύο πεντηκοντόρους. + +154. Ταύτα μεν λέγουσι μόνοι οι Θηραίοι· εις δε τα επίλοιπα του +λόγου συμφωνούσι μετά των Κυρηναίων, πλην των περί του Βάττου εις +τα οποία ουδόλως συμφωνούσιν οι Κυρηναίοι, αλλά τα διηγούνται ως +εξής. Υπάρχει εις την Κρήτην η πόλις Αξός όπου εβασίλευσεν ο +Ετέαρχος όστις έχων θυγατέρα άνευ μητρός καλουμένην Φρονίμην, +έλαβεν άλλην γυναίκα. Η γυνή αύτη, άμα εισελθούσα εις την οικίαν, +ηθέλησε να δείξη εις την Φρονίμην και δι' έργων ότι ήτο μητρυιά, +φερομένη κακώς προς αυτήν και τα πάντα τεχναζομένη, εναντίον της. +Τέλος την διέβαλεν ως ασελγή και έπεισε τον άνδρα της ότι ταύτα +ούτως έχουσιν. Αυτός δε πιστεύσας την γυναίκα, εμηχανεύθη κατά της +θυγατρός του ανόσιον έργον. Ευρίσκετο εις την Αξόν Θηραίος τις +έμπορος ονόματι Θεμίσων· τούτον προσκαλέσας ο Ετέαρχος διά να τον +φιλοξενήση τον ώρκισε να εκτελέση ό,τι ήθελε ζητήσει παρ' αυτού. +Αφού δε τον ώρκισε, τω παρέδωκε την Φρονίμην και τον επρόσταξε να +την λάβη και να την ρίψη εις την θάλασσαν. Αλλ' ο Θεμίσων, +αγανακτήσας διά την απάτην του όρκου και διαλύσας την ξενίαν +έπραξε τα εξής· παραλαβών την κόρην απέπλευσε και όταν έφθασεν εις +το πέλαγος, διά να εκπληρώση τον όρκον του προς τον Ετέαρχον, την +έδεσε με σχοινία, την έρριψεν εις την θάλασσαν, την ανέσυρεν +έπειτα και ήλθεν εις την Θήραν. + +155. Μετά ταύτα, παραλαβών την Φρονίμην σημαντικός τις Θηραίος ο +Πολύμνηστος, είχεν αυτήν ως παλλακήν· μετά καιρόν δε εγέννησεν +αυτή υιόν ισχνόφωνον και τραυλόν, όστις ωνομάσθη Βάττος, ως +λέγουσιν οι Θηραίοι και οι Κυρηναίοι, ως νομίζω όμως εγώ θα +ωνομάσθη άλλως. Βάττος είναι όνομα το οποίον έλαβε βεβαίως όταν το +μαντείον τον έστειλεν εις την Λιβύαν και εκ της αξίας εις ην +εφηρμόζετο το όνομα τούτο· διότι οι Λίβυες ονομάζουσι βάττον τον +βασιλέα, και διά τούτο φρονώ ότι η Πυθία χρησμοδοτούσα τω απέτεινε +τον λόγον Λυβιστί, ηξεύρουσα ότι έμελλε να γίνη βασιλεύς εις την +Λιβύαν. Αφού λοιπόν ηνδρώθη ούτος ήλθεν εις τους Δελφούς διά να +ερωτήση περί της φωνής του. Εις τας ερωτήσεις του δε απεκρίθη η +Πυθία τα εξής· «Ω Βάττε, ήλθες διά την φωνήν σου, αλλ' ο άναξ +Φοίβος Απόλλων σε πέμπει οικιστήν εις την πολλά πρόβατα τρέφουσαν +Λιβύαν·» ως να έλεγεν Ελληνιστί· «Ω βασιλεύ, ήλθες διά την φωνήν +σου.» Εκείνος δε είπε τα εξής· «Ω άναξ, εγώ μεν ήλθον διά να σε +ερωτήσω περί της φωνής μου, συ δε με διατάττεις πράγματα αδύνατα· +με λέγεις να αποικίσω την Λιβύαν, αλλά με ποίαν δύναμιν, με ποία +μέσα;» Με όλους όμως τούτους τους λόγους δεν έπειθε τον θεόν να +δώση εις αυτόν άλλην απόκρισιν· και επειδή εξηκολούθει να ακούη +τον αυτόν χρησμόν ως πρότερον, αφήσας όλα ο Βάττος επέστρεψεν εις +την Θήραν. + +156. Μετά ταύτα συνέβησαν και εις αυτόν και εις τους άλλους +Θηραίους πολλαί συμφοραί κατά θείαν εκδίκησιν. Αγνοούντες δε οι +Θηραίοι πόθεν προήρχοντο αύται, έπεμψαν να ερωτήσωσι το μαντείον +των Δελφών περί των παρόντων κακών· η δε Πυθία εχρησμοδότησεν εις +αυτούς ότι θα βελτιωθή η κατάστασίς των εάν αποικίσωσι μετά του +Βάττου την Κυρήνην της Λιβύας. Απέστειλαν λοιπόν οι Θηραίοι τον +Βάττον με δύο πεντηκοντόρους. Πλεύσαντες δε ούτοι εις την Λιβύαν, +διότι δεν ηδύναντο να πράξωσιν άλλως, επέστρεψαν πάλιν εις την +Θήραν· αλλ' ενώ προσωρμίζοντο τους ελιθοβόλουν οι Θηραίοι και δεν +τους άφινον να αποβιβασθώσιν εις την ξηράν, αλλά τοις έλεγον να +πλεύσωσιν οπίσω εις την Λιβύαν. Ενδίδοντες λοιπόν ούτοι εις την +ανάγκην απέπλευσαν και αποικίσθησαν εις την νήσον της Λίβυας ήτις +καλείται, ως είπον ανωτέρω, Πλατέα. Λέγεται δε ότι η νήσος αύτη +έχει την αυτήν έκτασιν με την σημερινήν πόλιν των Κυρηναίων. + +157. Δύο έτη διέμεινον εν αυτή, αλλ' ουδέν όφελος είδον· αφήσαντες +λοιπόν εκεί ένα, μετέβησαν όλοι οι λοιποί εις τους Δελφούς· +ελθόντες δε εις το μαντείον εζήτουν χρησμόν λέγοντες ότι επί δύο +έτη κατώκουν εις την Λιβύαν και ουδεμίαν βελτίωσιν είδον. Η Πυθία +απεκρίθη εις ταύτα· «Εάν συ, όστις δεν μετέβης εις την πολλά πρόβατα +τρέφουσαν Λιβύαν, γνωρίζης αυτήν καλλίτερον από εμέ όστις μετέβην, +πολύ θαυμάζω την σοφίαν σου. Ταύτα δε ακούσαντες οι περί τον Βάττον +απέπλευσαν οπίσω, επειδή ο θεός δεν τους απήλλασσεν από την +υποχρέωσιν της αποικίας πριν φθάσωσιν εις αυτήν ταύτην την Λιβύαν. +Όθεν ελθόντες εις την νήσον και λαβόντες εκείνον τον οποίον είχον +αφήσει εκεί, κατώκησαν απέναντι της Πλατέας μέρος τι της Λιβύας το +οποίον ωνομάζετο Άζιρις και το οποίον εκατέρωθεν περιορίζουσι +κάλλιστοι λόφοι, εις τους πρόποδας των οποίων ρέει ποταμός διά της +κοιλάδος. + +158. Τούτον τον τόπον κατώκουν έξ έτη, το δε έβδομον οι Λίβυες +τους έπεισαν να τον αφήσωσιν, υποσχεθέντες να τους φέρωσιν εις +τόπον καλλίτερον. Όθεν αναστήσαντες αυτούς εκείθεν οι Λίβυες, τους +ωδήγησαν προς δυσμάς, και διά να μη ίδωσιν οι Έλληνες τον +καλλίτερον τόπον τον οποίον διήρχοντο, εμέτρησαν τας ώρας της +ημέρας και τους ωδήγουν διά νυκτός· καλείται δε ο τόπος ούτος +Ίσαρα. Τέλος, αφού τους έφερον εις κρήνην τινά λεγομένην ότι είναι +του Απόλλωνος, τοις είπον· «Ω Έλληνες, εδώ σας συμφέρει να +κατοικήσετε, διότι εδώ ο ουρανός είναι τρυπημένος (57).» + +159. Επί των ημερών του οικιστού Βάττου (58), βασιλεύσαντος +τεσσαράκοντα έτη, και επί των ημερών του υιού αυτού Αρκεσιλάου, +βασιλεύσαντος δεκαέξ έτη, οι Κυρηναίοι ήσαν τόσοι όσοι ήσαν εξ +αρχής ότε εστάλησαν εις την αποικίαν. Επί της εποχής δε του τρίτου +βασιλέως Βάττου, του επονομαζομένου Ευδαίμονος, η Πυθία +παρεκίνησεν όλους τους Έλληνας διά χρησμού να αποπλεύσωσι και να +συγκατοικήσωσι με τους Κυρηναίους την Λιβύαν, καθότι οι Κυρηναίοι +τους προσεκάλουν όπως μοιρασθώσι την χώραν. Ήτο δε ο χρησμός της +Πυθίας τοιούτος· «Όστις μεταβή εις την πολυπόθητον Λιβύαν αφού +γίνη η διανομή της γης, αυτός λέγω ότι θα μεταμεληθή μετά ταύτα.» +Επειδή λοιπόν συνεσωρεύθησαν πολλοί εις την Κυρήνην, οι περίοικοι +Λίβυες και ο βασιλεύς αυτών όστις ωνομάζετο Αδικράν, στερούμενοι +της χώρας των και περιυβριζόμενοι υπό των Κυρηναίων, έπεμψαν εις +την Αίγυπτον και παρέδοσαν εαυτούς εις τον βασιλέα της Αιγύπτου +Απρίην. Ούτος δε συλλέξας πολύν στρατόν Αιγυπτίων, τον έστειλε +κατά της Κυρήνης. Οι Κυρηναίοι παραταχθέντες εις τον τόπον Ίσαρα +παρά την κρήνην Θέστιν συνεπλάκησαν με τους Αιγυπτίους και τους +ενίκησαν. Οι Αιγύπτιοι οίτινες δεν τους είχον δοκιμάσει πρότερον, +τους περιεφρόνουν· αλλά εις τοιούτον βαθμόν ηττήθησαν, ώστε +ολίγιστοι μόνον εξ αυτών επέστρεψαν εις την Αίγυπτον. Τούτου ένεκα +οι Αιγύπτιοι μεμφόμενοι τον Απρίην απεστάτησαν απ' αυτού. + +160. Εκ τούτου δε του Βάττου εγεννήθη υιός ο Αρκεσίλαος όστις +βασιλεύσας πρώτος, τοσούτον ήρισε μετά των αδελφών του ώστε ούτοι +τον εγκατέλιπον και απήλθον εις άλλο μέρος της Λιβύας· φυγόντες δε +εκ της πόλεώς των, έκτισαν άλλην ήτις τότε και σήμερον καλείται +Βάρκη (59)· ενώ δε την έκτιζον, συγχρόνως ηρέθιζον τους Λίβυας +εναντίον των Κυρηναίων. Μετά ταύτα δε ο Αρκεσίλαος εξεστράτευσε +κατά των αποστατησάντων και των δεχθέντων αυτούς Λιβύων. Ούτοι δε +οι Λίβυες φοβηθέντες ανεχώρησαν φεύγοντες προς τους ανατολικούς +Λίβυας, και ο Αρκεσίλαος τους κατεδίωξε μέχρι της Λεύκωνος της +Λιβύας όπου οι Λίβυες απεφάσισαν να μεταστραφώσι και να επιτεθώσι. +Συμπλακέντες δε ενίκησαν τους Κυρηναίους τόσον ώστε έπεσαν εκεί +επτακισχίλιοι οπλίται Κυρηναίοι. Μετά την καταστροφήν ταύτην ο +Αρκεσίλαος ησθένησε και έπιεν ιατρικόν, ο δε αδελφός του Λέαρχος +τον έπνιξεν· αλλ' η γυνή του Αρκεσιλάου, της οποίας το όνομα ήτο +Ερυξώ, εφόνευσε δολίως τον Λέαρχον. + +161. Διεδέχθη δε την βασιλείαν ο υιός του Αρκεσιλάαυ Βάττος, όστις +ήτο χωλός και όχι αρτίπους. Οι Κυρηναίοι, κατόπιν της συμβάσης +συμφοράς, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι ποίαν +διοίκησιν παραδεχόμενοι ήθελον ευτυχήσει. Η Πυθία τους διέταξε να +φέρωσιν από την Μαντίνειαν της Αρκαδίας ένα συμβιβαστήν. Έπεμψαν +λοιπόν και εζήτησαν οι Κυρηναίοι· οι δε Μαντινείς τοις έδωκαν +σημαντικώτατόν τινα άνθρωπον της πόλεώς των, όστις εκαλείτο +Δημώναξ. Ελθών ούτος εις την Κυρήνην και εξετάσας τα πάντα, πρώτον +μεν διήρεσε τους κατοίκους εις τρεις φυλάς κατά την ακόλουθον +διάταξιν· τους μεν Θηραίους και τους περιοίκους κατέταξεν εις την +πρώτην φυλήv, τους Πελοποννησίους και τους Κρήτας εις την +δευτέραν, όλους δε τους νησιώτας εις την τρίτην. Έπειτα απεχώρισε +διά τον βασιλέα Βάττον μέρος γης και την ιερωσύνην, δώσας εις τον +λαόν όλην την εξουσίαν την οποίαν πρότερον είχον οι βασιλείς. + +162. Και ενόσω μεν έζη ο Βάττος τοιαύτη τάξις επεκράτησεν· επί του +υιού του όμως Αρκεσιλάου πολλαί ταραχαί συνέβησαν διά τα αξιώματα, +διότι ο Αρκεσίλαος ο υιός του Βάττου του χωλού και της Φερετίμης, +δεν ηθέλησε να δεχθή την τάξιν την οποίαν είχε καταστήσει ο +Δημώναξ, αλλ' εζήτησε να λάβη πάλιν τας τιμάς τας οποίας είχον οι +πρόγονοί του. Τούτου ένεκα ηγέρθη εμφύλια στάσις καθ' ην νικηθείς +έφυγεν εις την Σάμον, η δε μήτηρ του κατέφυγεν εις την Σαλαμίνα +της Κύπρου. Εις την Σαλαμίνα κατ' εκείνον τον χρόνον εβασίλευεν ο +Ευέλθων, όστις αφιέρωσεν εις τους Δελφούς το αξιοθέατον εκείνο +θυμιατήριον το οποίον σήμερον κείται εις τον θησαυρόν των +Κορινθίων. Ελθούσα λοιπόν εις αυτόν η Φερετίμη εζήτει στρατόν διά +να επαναφέρη τον υιόν της εις την Κυρήνην, ο δε Ευέλθων παν άλλο +τη έδιδε πλην στρατού· εκείνη δε, εις έκαστον δώρον το οποίον +ελάμβανε· «Καλόν είναι και τούτο, έλεγε, καλλίτερον όμως θα ήτο +εάν μοι έδιδες το ζητούμενον στράτευμα.» Τέλος ο Ευέλθων τη +έπεμψεν άτρακτον χρυσούν και ηλακάτην, εις την ηλακάτην δε υπήρχε +μαλλίον. Επειδή δε η Φερετίμη επανέλαβε τας ιδίας λέξεις, ο +Ευέλθων απήντησεν ότι τοιαύτα δώρα προσφέρει εις τας γυναίκας και +όχι στρατόν. + +163. Ο δε Αρκεσίλαος, ευρισκόμενος τότε εις την Σάμον, +εστρατολόγει τον τυχόντα υποσχόμενος διανομήν γης. Συναθροίσας δε +τοιουτοτρόπως πολύν στρατόν ήλθε πρώτον εις τους Δελφούς διά να +ερωτήση το μαντείον περί της καθόδου του. Και η Πυθία +εχρησμοδότησε τα εξής· «Ο Απόλλων σας συγχωρεί να βασιλεύσετε εις +την Κυρήνην επί οκτώ γενεάς ανθρώπων, ήτοι επί τέσσαρας Βάττους +και τέσσαρας Αρκεσιλάους, περισσότερον όμως τούτου σας συμβουλεύει +μήτε να πειραθήτε. Επίστρεψον λοιπόν και μένε ήσυχος εις την +κατοικίαν σου. Εάν εύρης κάμινον πλήρη αμφορέων, μη ψήσης τα +αγγεία ταύτα, αλλ' έκβαλον αυτά εις τον αέρα· εάν δε ανάψης την +κάμινον, μη εισέλθης εις μέρος περίρρυτον, διότι θα αποθάνης και +συ και ο ωραιότατος ταύρος.» + +164. Ταύτα εχρησμοδότησεν η Πυθία εις τον Αρκεσίλαον. Ούτος δε +παραλαβών τους εκ της Σάμου κατήλθεν εις την Κυρήνην και γενόμενος +κύριος των πραγμάτων ελησμόνησε τον χρησμόν και εζήτησε να +εκδικηθή κατά των αντιπάλων διά την φυγήν του. Εξ αυτών δε άλλοι +μεν έφυγον όλως διόλου από την χώραν, άλλοι δε συλληφθέντες παρ' +αυτού εστάλησαν εις την Κύπρον διά να θανατωθώσι· και τούτους μεν +ελθόντας εις την νήσον των ελύτρωσαν οι Κνίδιοι και τους +απέστειλαν εις την Θήραν, άλλους δε τινας εκ των Κυρηναίων +καταφυγόντας εις μέγαν ιδιωτικόν πύργον του Αγλωμάχου, +περισωρεύσας φρύγανα ο Αρκεσίλαος τους έκαυσε. Γενομένου όμως +τούτου, ενόησεν ο Αρκεσίλαος ότι αυτή ήτο η έννοια του χρησμού +όταν η Πυθία τω είπε να μη ψήση τους αμφορείς τους οποίους ήθελεν +εύρει εις την κάμινον. Απεμακρύνθη λοιπόν αυτοθελήτως, φοβούμενος +τον θάνατον τον οποίον είχε προείπει ο χρησμός και νομίζων ότι +περύρρυτον τόπον ενόει την Κυρήνην. Είχε δε ο Αρκεσίλαος γυναίκα +μίαν συγγενή του, θυγατέρα του βασιλέως των Βαρκαίων του οποίου το +όνομα ήτο Αλαζίρ· εις τούτον καταφεύγει. Αλλά Βαρκαίοι τινες και +φυγάδες της Κυρήνης ιδόντες αυτόν περιφερόμενον εις την αγοράν, +τον φονεύουσι, προς δε και τον πενθερόν αυτού Αλαζίρα (60). Ο +Αρκεσίλαος λοιπόν είτε εκών είτε άκων πταίσας εις τον χρησμόν +εξεπλήρωσε το πεπρωμένον του. + +165. Η δε μήτηρ του Φερετίμη, ενόσω ο Αρκεσίλαος, αίτιος της ιδίας +του φθοράς, διέτριβεν εις την Βάρκην, αυτή είχεν εις την Κυρήνην +τα προνόμια του υιού της, απολαύουσα τας άλλας τιμάς και +προεδρεύουσα του συμβουλίου. Μαθούσα όμως ότι ο υιός της εφονεύθη +εις την Βάρκην, έφυγε και μετέβη εις την Αίγυπτον, ελπίζουσα εις +εκδουλεύσεις τινάς τας οποίας είχε προσφέρει ο Αρκεσίλαος εις τον +Καμβύσην του Κύρου· καθότι αυτός ήτο ο Αρκεσίλαος όστις παρέδωκε +την Κυρήνην εις τους Πέρσας και εγένετο εκουσίως φόρου υποτελής. +Ελθούσα λοιπόν η Φερετίμη εις την Αίγυπτον, εκάθισεν ικέτις εις +την οικίαν του Αρυάδνου, παρακαλούσα αυτόν να την βοηθήση και +προφασιζομένη ότι ο υιός της εφονεύθη διά την προς τους Μήδους +αφοσίωσίν του. + +166. Ο δε Αρυάνδης ούτος ήτο διοικητής της Αιγύπτου, διορισθείς +υπό του Καμβύσου· μετά ταύτα όμως ο Δαρείος τον εθανάτωσε διότι +ηθέλησε να εξισωθή με αυτόν. Τωόντι μαθών και ιδών ότι ο Δαρείος +επεθύμει να αφήση μνημόσυνον τοιούτον οίον ουδείς άλλος των +προκατόχων του κατέλιπε, τον εμιμήθη μέχρις ου έλαβε τον μισθόν +των πράξεών του. Ιδού δε με ποίον τρόπον. Ο Δαρείος έκοψε νόμισμα +με τον καθαρότερον χρυσόν τον οποίον ηδυνήθη να εύρη· αμέσως ο +Αρυάνδης τον εμιμήθη κόψας νόμισμα εξ αργύρου, και σήμερον το +καθαρώτατον αργύριον είναι το Αρυανδικόν. Αλλ' ο Δαρείος μαθών ότι +έπραττε ταύτα, εύρε πρόφασιν ότι ενήργει επανάστασιν και τον +εθανάτωσε. + +167. Τότε δε ο Αρυάνδης οικτείρας την Φερετίμην έδωκεν εις αυτήν +όλον τον στρατόν της Αιγύπτου, και τον πεζόν και τον ναυτικόν· +στρατηγόν δε του μεν πεζού διώρισε τον Άμασιν, Μαράφιον την φυλήν, +του δε ναυτικού τον Βάρδην όστις ήτο εκ του γένους των Πασαργαδών. +Πριν όμως αποστείλη τον στρατόν ο Αρυάνδης, πέμψας κήρυκα εις την +Βάρκην ηρώτα τις ήτο ο φονεύσας τον Αρκεσίλαον. Επειδή δε οι +Βαρκαίοι όλοι ανεδέχοντο τον φόνον προσθέτοντες ότι πολλά και κακά +έπασχον υπ' αυτού, ο Αρυάνδης ακούσας ταύτα εξέπεμψε τον στρατόν +μετά τις Φερετίμης. Και αυτή μεν η αιτία ελέγετο ως πρόσχημα· +επέμπετο δε κυρίως ο στρατός, ως εγώ νομίζω, διά να καθυποτάξη +τους Λίβυας. Είναι δε οι Λίβυες πολλά και διάφορα έθνη, εκ των +οποίων ολίγα ήσαν υπήκοα του βασιλέως, τα δε περισσότερα ουδόλως +εφρόντιζον περί του Δαρείου. + +168. Είναι δε κατοικημένοι οι Λίβυες ως εξής, αρχίζοντες από την +Αίγυπτον· πρώτοι κατοικούσιν οι Αδυρμαχίδαι οίτινες τηρούσιν όλα +σχεδόν τα Αιγυπτιακά έθιμα και ενδύονται ως και οι άλλοι Λίβυες. +Αι γυναίκες των έχουσιν εις εκατέραν κνήμην ψέλλιον χάλκινον· +αφίνουσι την κόμην μακράν, και όταν συλλάβωσι φθείραν εις την +κεφαλήν, την φονεύουσι διά των οδόντων των και έπειτα την +ρίπτουσιν. Οι Λίβυες είναι οι μόνοι οίτινες πράττουσι τούτο· οι +μόνοι είναι επίσης οίτινες παρουσιάζουσιν εις τον βασιλέα τας +μελλούσας να υπανδρευθώσι παρθένους, και εάν τις εκ τούτων τω +αρέση, διαπαρθενεύεται υπ' αυτού. Εκτείνονται δε οι Αδυρμαχίδαι +ούτοι από τις Αιγύπτου μέχρι του λιμένος όστις καλείται Πλυνός. + +169. Έπειτα έρχονται οι Γιλιγάμμαι οίτινες εκτείνονται από δυσμών +μέχρι τις νήσου Αφροδισιάδος· εις το μεταξύ της χώρας αυτών +αντικρύζει η νήσος Πλατέα την οποίαν αποίκισαν οι Κυρηναίοι, και +εις την ήπειρον είναι ο λιμήν του Μενελάου και η Άζιρις την οποίαν +επί τινα καιρόν κατώκησαν οι Έλληνες. Από τούτου του μέρους +αρχίζει το σίλφιον το οποίον φύεται από της νήσου Πλατέας μέχρι +τις εισόδου της Σύρτιος. Μεταχειρίζεται δε το έθνος τούτο έθιμα +σχεδόν όμοια με τα γείτονα έθνη. + +170. Μετά τους Γιλιγάμμας προς δυσμάς είναι οι Ασβύσται· +κατοικούσι δε ούτοι το μέρος το ανωτέρω της Κυρήνης και δεν +εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης, διότι τα παραθαλάσσια νέμονται οι +Κυρηναίοι. Είναι πλειόσερον των άλλων Λιβύων επιτήδειοι εις το να +οδηγώσι τέθριππα, και τα πλείστα αυτών έθιμα είναι απομίμησις των +Κυρηναϊκών. + +171. Προς δυσμάς των Ασβυστών είναι οι Αυσχίσαι, οίτινες +κατοικούσιν υπεράνω της Βάρκης και φθάνουσι μέχρι της θαλάσσης +προς το μέρος των Ευεσπεριδών. Εις το μέσον δε της χώρας των +Αυσχισών κατοικούσιν οι Βάκαλες, έθνος μικρόν, εκτεινόμενοι μέχρι +της θαλάσσης προς την Τεύχειραν, πόλιν των Βαρκαίων. Έθιμα δε +έχουσι τα αυτά οία και οι κατοικούντες ανωτέρω της Κυρήνης. + +172. Προς δυσμάς των Αυσχισών τούτων είναι οι Νασαμώνες, έθνος +πολυάριθμον, οίτινες αφίνοντες κατά το θέρος τα ποίμνιά των εις τα +παραθαλάσσια, αναβαίνουσιν εις τόπον τινά καλούμενον Αύγιλα διά να +συλλέξωσι τους καρπούς των φοινίκων. Τα δένδρα ταύτα είναι πολλά +και πυκνόφυλλα και όλα καρποφόρα. Συνάζουσιν επίσης ακρίδας, τας +οποίας αφού ξηράνωσιν εις τον ήλιον, τας αλέθουσι και επιπάσσοντες +αυτάς εις γάλα, το πίνουσιν. Έκαστος αυτών έχει συνήθως πολλάς +γυναίκας, αλλά μεταχειρίζονται όλας κοινώς, σχεδόν κατά τον τρόπον +των Μασσαγετών· στήνοντες ενώπιόν των ράβδον, μιγνύονται μετ' +αυτών. Κατά πρώτον, όταν νυμφεύεται Νασαμών τις, ο νόμος απαιτεί +κατά την πρώτην νύκτα η νύμφη να μεταβή από του ενός εις τον άλλον +δαιτυμόνα και να μιγή με όλους· έκαστος δε αφού μιγή μετ' αυτής τη +δίδει δώρον ό,τι έφερεν εκ της οικίας του. Ορκίζονται δε και +μαντεύονται ως ακολούθως· θέτοντες την χείρα επί των τάφων των +ανδρών όσοι ως λέγεται υπήρξαν δικαιότατοι και ανδρειότατοι εις το +έθνος των, ομνύουσιν εις αυτούς· μαντεύονται δε πορευόμενοι εις τα +μνήματα των προγόνων των, επί των οποίων αφού προσευχηθώσιν +αποκοιμώνται, και παν ό,τι όνειρον ίδωσιν εις τον ύπνον των, αυτό +δέχονται. Προς ασφάλειαν των ανταλλασσομένων όρκων πράττουσι τα +εξής· δίδει να πίη εκ της χειρός του, και αυτός πίνει εκ της +χειρός του άλλου· εάν όμως δεν έχωσι κανέν υγρόν, λαμβάνοντες +κόνιν εκ της γης, λείχουσιν αυτήν. + +173. Όμοροι δε των Νασαμώνων είναι οι Ψύλλοι, οίτινες +εξωλοθρεύθησαν κατά τον ακόλουθον τρόπον· πνεύσας ο νότος εξήρανε +παν ό,τι περιείχεν ύδωρ, και όλη η χώρα την οποίαν περικλείει η +Σύρτις εγένετο αυχμηρά. Συσκεφθέντες οι Ψύλλοι απεφάσισαν από +κοινού να εκστρατεύσωσι κατά του νότου (ενταύθα διηγούμαι όσα +λέγουσιν οι Λίβυες·) ότε δε έφθασαν εις τα αμμώδη μέρη, έπνευσεν ο +νότος και κατέχωσεν αυτούς. Εξολοθρευθέντων δε αυτών, κατέλαβαν +την χώραν οι Νασαμώνες. + +174. Ανωτέρω δε αυτών, νοτιοανατολικώς, εις την χώραν των αγρίων +θηρίων, κατοικούσιν οι Γαράμαντες, οίτινες αποφεύγουσιν όλους τους +ανθρώπους και πάσαν συγκοινωνίαν· δεν έχουσιν ούτοι κανέν όπλον +πολεμικόν, και ούτε να υπερασπισθώσιν ηξεύρουσιν. + +175. Και ούτοι μεν κατοικούσιν ανωτέρω των Νασαμώνων, προς δυσμάς +δε παρά την θάλασσαν είναι οι Μάκαι οίτινες κείρονται μέχρι +δέρματος και δεν αφίνουσιν ειμή μικρόν λόφον εις το μέσον της +κεφαλής. Εις τον πόλεμον έχουσιν ως ασπίδας δέρματα +στρουθοκαμήλων. Διά δε της χώρας αυτών ρέων εκ λόφου καλουμένου +των Χαρίτων ο ποταμός Κίνυψ εκβαίνει εις την θάλασσαν. Είναι δε ο +λόφος ούτος των Χαρίτων δασώδης, ενώ όλη η άλλη προλεχθείσα Λιβύα +είναι γυμνή δένδρων, και από την θάλασσαν μέχρις αυτού είναι +διακόσια στάδια. + +176. Μετά τους Μάκας έρχονται οι Γίνδανες. Τούτων αι γυναίκες +φορούσι περί τους αστραγάλους χάλκινα δακτύλια· εκάστη δε αυτών +φορεί πολλά τοιαύτα περισφύρια διά την εξής αιτίαν, ως λέγουσιν· +οσάκις ανήρ τις μιχθή μετ' αυτής, δένει αύτη εις τον πόδα έν +περισφύριον, και εκείνη ήτις έχει τα περισσότερα νομίζεται αρίστη, +ως αγαπηθείσα υπό πλείστων ανδρών. + +177. Μίαν δε άκραν της γης τούτων των Γινδάνων, προέχουσαν εις την +θάλασσαν, νέμονται οι Λωτοφάγοι, οίτινες ζώσι τρώγοντες μόνον τον +καρπόν του λωτού. Είναι δε ο καρπός του λωτού κατά μεν το μέγεθος +όσος είναι ο της σχίνου, κατά δε την γλυκύτητα όμοιος με τον του +φοίνικος. Εκ του καρπού τούτου κατασκευάζουσιν οι Λωτοφάγοι και +οίνον. + +178. Μετά τους Λωτοφάγους, ακολουθούντες το παραθαλάσσιον, +ευρίσκομεν τους Μάχλυας, οίτινες μεταχειρίζονται και αυτοί τον +λωτόν, ολιγώτερον όμως από τους προλεχθέντας. Εκτείνονται μέχρι +μεγάλου τινός ποταμού καλουμένου Τρίτωνος, όστις πίπτει εις την +μεγάλην λίμνην Τριτωνίδα. Εντός της λίμνης ταύτης υπάρχει νήσος +καλουμένη Φλα, και λέγουσιν ότι εδόθη χρησμός εις τους +Λακεδαιμονίους να την αποικίσωσιν. + +179. Λέγουσι προσέτι και τα εξής. Αφού ο Ιάσων ετελείωσε την +κατασκευήν της Αργούς εις τους πρόποδας του Πηλίου όρους, έθεσεν +εντός αυτής την προσδιωρισμένην εκατόμβην και ένα τρίποδα +χάλκινον· ακολούθως περιέπλεε την Πελοπόννησον, θέλων να έλθη εις +τους Δελφούς· ότε δε περιπλέων έφθασεν εις τον Μαλέαν, ο βορέας +άνεμος τον παρέσυρε προς την Λιβύαν, και πριν γνωρίση την γην +ταύτην, έπεσεν εις τας υφάλους της Τριτωνίδος λίμνης. Και ενώ +ηπόρει πώς να εκβή εκείθεν, λέγουσιν ότι εφάνη ο Τρίτων και +εζήτησε παρ' αυτού τον τρίποδα, υποσχόμενος να δείξη την έξοδον +και να τους αποστείλη ασφαλείς. Πεισθέντος δε του Ιάσονος, έδειξεν +ο Τρίτων εις τους Αργοναύτας τον τρόπον πώς να εξέλθωσι διά των +υφάλων και έθεσε τον τρίποδα εις τον ναόν του. Κατόπιν αναβάς επ' +αυτού εχρησμοδότησεν εις τους μετά του Ιάσονος παν ό,τι έμελλε να +τοις συμβή· προσέθηκε δε ότι εάν τις των απογόνων των έλθη και +λάβη τον τρίποδα, τότε ανάγκη πάσα να κτισθώσι περί την Τριτωνίδα +λίμνην εκατόν πόλεις Ελληνίδες. Ακούσαντες ταύτα οι εγχώριοι +Λίβυες, έκρυψαν τον τρίποδα. + +180. Κατόπιν των Μαχλύων τούτων είναι οι Αυσείς. Ούτοι ως και οι +Μάχλυες κατοικούσι περί την Τριτωνίδα λίμνην και χωρίζει αυτούς ο +ποταμός Τρίτων. Και οι μεν Μάχλυες αφίνουσι τα μαλλιά των μόνον +όπισθεν της κεφαλής, οι δε Αυσείς μόνον εις τα έμπροσθεν. Κατά την +ημέραν της επετείου εορτής της Αθηνάς, αι παρθένοι των Αυσών +διαιρούμεναι εις δύο μέρη μάχονται προς αλλήλας με λίθους και +ξύλα, λέγουσαι ότι πράττουσι τούτο κατά νόμον πατροπαράδοτον προς +τιμήν της ιθαγενούς θεάς την οποίαν ημείς καλούμεν Αθηνάν. Όσαι εξ +αυτών αποθάνωσιν από τα τραύματα, τας λέγουσι ψευδοπαρθένους. Πριν +όμως επιτρέψωσιν εις αυτάς να πολεμήσωσι, πράττουσι τα εξής· +στολίσαντες παρθένον, την οποίαν κοινώς ήθελον αναγνωρίσει ως +ωραιοτάτην, με περικεφαλαίαν Κορινθιακήν και πανοπλίαν Ελληνικήν, +και αναβιβάσαντες εις άρμα, περιφέρουσιν αυτήν κύκλω της λίμνης. +Τι εφόρουν όμως άλλοτε αι παρθένοι αύται πριν κατοικήσωσι πλησίον +των οι Έλληνες δεν ηξεύρω να είπω, υποθέτω όμως ότι τας εστόλιζον +με όπλα Αιγυπτιακά, διότι εγώ νομίζω ότι και η ασπίς και το κράνος +ήλθον εις τους Έλληνας εκ της Αιγύπτου. Κατ' αυτούς, η Αθηνά είναι +θυγάτηρ του Ποσειδώνος και της λίμνης Τριχωνίδας, και ότι +συγχισθείσα με τον πατέρα της εδόθη αυτοθελήτως εις τον Δία, αυτός +δε ο Ζευς την εδέχθη ως θυγατέρα του. Ταύτα λέγουσιν. Έχουσι δε +τας γυναίκας κοινάς, και δεν κατοικούσι μετ' αυτών αλλά +συνουσιάζονται ως τα κτήνη. Όταν γυνή τις γεννήση παιδίον καλόν, +όλοι οι άνδρες έρχονται να το ίδωσι κατά τον τρίτον μήνα, και +εκείνος μεθ' ου ομοιάζει αναγνωρίζεται ως πατήρ του. + +181. Αύται λοιπόν τους οποίους περιέγραψα είναι οι παραθαλάσσιοι +εκ των νομάδων Λιβύων· ανωτέρω δε τούτων, εις τα μεσόγαια, η Λιβύα +είναι κατοικητήριον των αγρίων θηρίων. Υπεράνω του θηριώδους +τούτου μέρους είναι η αμμώδης έρημoς ήτις εκτείνεται από των +Αιγυπτιακών Θηβών μέχρι των Ηρακλείων στηλών. Προχωρούντες δέκα +ημερών οδόν εις την υψηλήν ταύτην χώραν, ευρίσκομεν τρίμματα +άλατος, ως χόνδρους μεγάλους, τα οποία σχηματίζουσι λόφους και εις +την κορυφήν εκάστου λόφου αναπηδά εκ του μέσου του άλατος ύδωρ +ψυχρόν και γλυκύ· πέριξ κατοικούσιν άνθρωποι οίτινες είναι οι +τελευταίοι πέραν της ερήμου και του κατοικητηρίου των θηρίων. Και +πρώτοι μεν εις διάστημα δέκα ημερών από τας Θήβας είναι οι +Αμμώνιοι, εις τους οποίους υπάρχει ναός οικοδομηθείς κατά το +σχέδιον του ναού του Θηβαιέως Διός· καθότι, ως και πρότερον είπον, +το εις τας Θήβας άγαλμα του Διός είναι κριοπρόσωπον. Υπάρχει δε +εκεί και άλλο ύδωρ κρηναίον, χλιαρόν κατά την αυγήν, ψυχρότερον +καθ' ην ώραν πληρούται η αγορά, κατάψυχρον όταν γίνη μεσημβρία, +και τότε ποτίζουσι τους κήπους των· καθ' όσον δε κλίνει η ημέρα, +ελαττούται η ψυχρότης του, μέχρις ου δύση ο ήλιος, και τότε +γίνεται πάλιν χλιαρόν· ακολούθως η θερμότης του αυξάνει βαθμηδόν +μέχρι του μεσονυκτίου ότε κοχλάζει· παρερχομένου του μεσονυκτίου, +η θερμότης ελαττούται και το ύδωρ γίνεται χλιαρόν κατά την πρωίαν. +Καλείται δε η κρήνη αύτη κρήνη του Ηλίου. + +182. Μετά τους Αμμωνίους, προχωρούντες ακόμη δέκα ημερών οδόν διά +της αμμώδους ερήμου, ευρίσκομεν άλλον λόφον άλατος, όμοιον με τον +Αμμώνιον, και ύδωρ· περί αυτόν κατοικούσιν άνθρωποι. Το άνομα του +τόπου τούτου είναι Αύγιλα, και εκεί μεταβαίνουσιν οι Νασαμώνες διά +να συλλέξωσι τον καρπόν των φοινίκων. + +183. Εις διάστημα πάλιν άλλων δέκα ημερών από τα Αύγιλα είναι +άλλος λόφος άλατος, και ύδωρ, και φοίνικες καρποφόροι πολλοί, ως +εις τους άλλους· άνθρωποι επίσης κατοικούσιν εις αυτόν οίτινες +καλούνται Γαράμαντες, έθνος μέγα και ισχυρόν. Ούτοι ρίπτουσι χώμα +επί του άλατος και τοιουτοτρόπως σπείρουσιν. Η συντομωτάτη οδός +μεταξύ αυτών και των Λωτοφάγων είναι τριάκοντα ημερών. Εκεί οι +βόες βόσκουσιν οπισθοβατούντες, καθότι τα κέρατά των είναι +κεκλιμένα εις τα εμπρός και θα ήτο αδύνατον να προχωρώσιν εμπρός +χωρίς να εμπηχθώσιν εις την γην. Κατά τα άλλα ουδόλως διαφέρουσι +των άλλων βοών, εκτός ότι το δέρμα των είναι παχύτερον και +τραχύτερον. Κυνηγούσι δε οι Γαράμαντες ούτοι τους Τρωγλοδύτας +Αιθίοπας με τέθριππα οχήματα, καθότι οι Τρωγλοδύται είναι εξ όλων +των ανθρώπων οι μάλλον ταχύποδες από όλους όσους ηκούσαμεν. Οι +Τρωγλοδύται τρώγουσιν όφεις και σαύρας και άλλα τοιαύτα ερπετά, +έχουσι δε γλώσσαν ήτις δεν ομοιάζει με καμμίαν άλλην, μικράς μόνον +κραυγάς εκφέρουσιν ως αι νυκτερίδες. + +184. Εις διάστημα πάλιν άλλων δέκα ημερών από τους Γαράμαντας +είναι άλλος λόφος άλατος, και ύδωρ, και άνθρωποι κατοικούσι περί +αυτόν καλούμενοι Ατάραντες, οι μόνοι εκ των ανθρώπων από όσους +γνωρίζομεν οίτινες δεν έχουσιν ονόματα κύρια, διότι το όνομα +Ατάραντες είναι κοινόν, κανείς δ' εξ αυτών δεν έχει ιδιαίτερον +όνομα. Καταρώνται τον ήλιον όστις διέρχεται άνωθεν αυτών και +απευθύνουσι κατ' αυτού παντός είδους λοιδορίας, διότι η θερμότης +του βλάπτει και αυτούς και την χώραν των. Μετά δέκα άλλων ημερών +πορείαν, υπάρχει άλλος λόφος άλατος με ύδωρ και με ανθρώπους περί +αυτόν. Πλησίον του άλατος τούτου υψούται όρος ου το όνομα είναι +Άτλας, στενόν, πάντοθεν κυκλοτερές, και τοσούτον υψηλόν, ως +λέγουσιν, ώστε είναι αδύνατον να ίδη τις τας κορυφάς αυτού, καθότι +ποτέ δεν λείπουσιν από αυτάς τα νέφη, ούτε κατά το θέρος ούτε κατά +τον χειμώνα. Λέγουσι δε οι εγχώριοι ότι είναι στύλος του ουρανού. +Εκ του όρους τούτου οι άνθρωποι ούτοι έλαβον την επωνυμίαν και +ονομάζονται Άτλαντες. Λέγουσι δε ότι ούτε έμψυχον κανέν τρώγουσιν, +ούτε ενύπνια βλέπουσιν. + +185. Μέχρι των Ατλάντων τούτων ηδυνήθην να αριθμήσω τα ονόματα των +κατοικούντων την οφρύν της ερήμου· πέραν δεν δύναμαι να το πράξω, +μολονότι εκτείνεται μέχρι των Ηρακλείων στηλών και πέραν αυτών. Η +οφρύς αύτη περιέχει εις έκαστον διάστημα δεκαημέρου πορείας, έν +μεταλλείον άλατος πέριξ του οποίου άνθρωποι κατοικούσιν εις οικίας +ωκοδομημένας εκ χόνδρων άλατος. Εις τα μέρη ταύτα της Λίβυας +ουδέποτε βρέχει, διότι εάν έβρεχε θα ήτο αδύνατον να διατηρηθώσιν +οι αλάτινοι ούτοι τοίχοι. Το ορυσσόμενον εκεί άλας είναι δύο +ειδών, λευκόν και πορφυρούν. Άνωθεν της οφρύος ταύτης, +νοτιοανατολικώς και εις τα μεσόγαια της Λιβύας, ο τόπος είναι +έρημος, χωρίς ύδωρ, χωρίς άγρια θηρία, χωρίς βροχάς, χωρίς δένδρα, +και ουδεμία υγρασία υπάρχει εις αυτόν. + +186. Ούτω λοιπόν από της Αιγύπτου μέχρι της Τριτωνίδος λίμνης οι +Λίβυες είναι νομάδες, κρεοφάγοι και γαλακτοπόται, αλλ' ούτε +θηλείας βους τρώγουσι, διά την αυτήν αιτίαν ως οι Αιγύπτιοι, ούτε +χοίρους τρέφουσι. Θηλείας βους επίσης δεν τρώγουσιν ούτε αι +γυναίκες των Κυρηναίων, ένεκα της Αιγυπτίας Ίσιδος, χάριν της +οποίας και νηστείας τελούσι και εορτάς. Αι δε γυναίκες των +Βαρκαίων ούτε βοός ούτε χοίρου γεύονται. Και ταύτα μεν ούτως +έχουσιν. + +187. Προς δυσμάς δε της Τριτωνίδος λίμνης οι Λίβυες δεν είναι +πλέον νομάδες, ούτε έχουσι τα αυτά έθιμα, ούτε κάμνουσιν εις τα +παιδία ό,τι συνειθίζουν να κάμνωσιν οι νομάδες· καθότι οι νομάδες +Λίβυες, αν όχι όλοι, δεν δύναμαι να βεβαιώσω τούτο, οι +περισσότεροι όμως πράττουσι το εξής. Όταν τα παιδία των γίνωσι +τεσσάρων ετών, καίουσι τας φλέβας της κορυφής των με άπλυτον +μαλλίον προβάτων, τινές δε καίουσι τας φλέβας των κροτάφων διά να +μη καταβαίνη ποτέ το φλέγμα εκ της κεφαλής και τα ενοχλή. Διά +τούτο λέγουσιν ότι είναι υγιέστατοι άνθρωποι, και αληθώς οι Λίβυες +είναι οι μάλλον υγιείς άνθρωποι από όσους γνωρίζομεν. Και εάν ήναι +διά την αιτίαν ταύτην, δεν ειμπορώ να το βεβαιώσω, είναι όμως +υγιέστατοι. Όταν τα παιδία τα οποία καίουσι καταληφθώσιν υπό +σπασμών, εφεύρον και περί τούτου το εξής ιατρικόν· χύνοντες επί +της κεφαλής των ούρος τράγου τα σώζουσιν. Επαναλαμβάνω όσα με +είπον οι Λίβυες. + +188. Αι δε θυσίαι των νομάδων είναι αι εξής· αφού κόψωσι το ωτίον +του κτήνους ως απαρχήν, ρίπτουσιν αυτό υπέρ τον δόμον τις οικίας, +και μετά ταύτα στρέφουσι τον αυχένα του και το σφάζουσι. +Θυσιάζουσι δε μόνον εις τον ήλιον και την σελήνην, διότι εις +αυτούς θυσιάζουσιν όλοι οι Λίβυες· οι δε κατοικούντες περί την +Τριτωνίδα λίμνην κατ' εξοχήν μεν θυσιάζουσιν εις την Αθηνάν, κατά +δεύτερον δε λόγον εις τον Τρίτωνα και εις τον Ποσειδώνα. + +189. Οι Έλληνες παρέλαβον από τας γυναίκας των Λιβύων την +ενδυμασίαν και τας αιγίδας των αγαλμάτων της Αθηνάς, εκτός ότι η +ενδυμασία των Λιβυσσών είναι δερματίνη, και οι θύσανοι οι +κρεμάμενοι εκ των αιγίδων δεν είναι όφεις αλλ' από λωρία· κατά τα +λοιπά όμως η στολή είναι ομοία. Προς τούτοις και το όνομα +αποδεικνύει ότι η στολή των αγαλμάτων της Αθηνάς ήλθεν εκ της +Λιβύας· διότι αι Λίβυσσαι, αφού ενδυθώσι, φορούσιν επάνωθεν άτριχα +δέρματα αιγών με ερυθροβαφείς θυσάνους, και εκ τούτων των δερμάτων +των αιγών οι Έλληνες ωνόμασαν τας αιγίδας. Προς τούτοις εγώ φρονώ +ότι αι εντός των ιερών ολολυγμοί εκ της Λιβύας έχουσι την +καταγωγήν, διότι αι Λίβυσσαι τους μεταχειρίζονται, και τους +μεταχειρίζονται με τρόπον καλόν. Προσέτι παρά των Λιβύων έμαθον οι +Έλληνες πώς να ζευγνύωσι τέσσαρας ίππους εις τα οχήματα. + +190. Θάπτουσι δε τους αποθνήσκοντας οι νομάδες ως και οι Έλληνες, +πλην των Νασαμώνων· ούτοι τους θάπτουσι καθημένους, προσέχοντες, +όταν φεύγη η ψυχή, να τους καθίζωσι διά να μη αποθνήσκωσιν ύπτιοι. +Τα οικήματά των είναι κατεσκευασμένα από κλάδους ασφοδέλου +πεπλεγμένους με σχοίνους, και είναι κινητά. Ταύτα τα έθιμα +μεταχειρίζονται ούτοι. + +191. Προς δυσμάς δε του Τρίτωνος ποταμού, μετά τους Αυσείς, η +Λιβύα ανήκει εις γεωργούς οίτινες κατοικούσιν εις οικίας· +ονομάζονται ούτοι Μάξυες, και εκ του δεξιού μέρους της κεφαλής +αφίνουσι τα μαλλία, κόπτοντες το αριστερόν· χρίουσι δε το σώμα με +μίλτον και λέγουσιν ότι κατάγονται από τους Τρώας. Η χώρα αυτών +και το λοιπόν μέρος της Λιβύας προς δυσμάς είναι πολύ +θηριωδέστερον και έχει δάση περισσότερα ή η χώρα των νομάδων. +Καθότι το ανατολικόν μέρος της Λιβύας, όπου κατοικούσιν οι +νομάδες, είναι πεδινόν και αμμώδες μέχρι του Τρίτωνος ποταμού· +πέραν του ποταμού τούτου, προς δυσμάς, η γη των γεωργών είναι +ορεινή, έχουσα δάση και θηρία. Εκεί ευρίσκονται οι υπερμεγέθεις +όφεις, και οι λέοντες, και οι ελέφαντες, και αι άρκτοι, και αι +ασπίδες, και οι κέρατα έχοντες όνοι, και τα κυνοκέφαλα τέρατα, και +άλλα ακέφαλα και έχοντα τους οφθαλμούς εις το στήθος, ως λέγουσιν +οι Λίβυες, και οι άγριοι άνδρες, και αι άγριαι γυναίκες, και +άπειρα άλλα θηρία βεβαίως μυθώδη. + +192. Εις την γην όμως των νομάδων ουδέν εκ τούτων των θηρίων +υπάρχει, είναι δε άλλα· πύγαργοι, δορκάδες, βούβαλοι, όνοι, ουχί +οι έχοντες κέρατα, αλλά άλλοι μη πίνοντες ποτέ, όρυες, εκ των +κεράτων των οποίων οι Φοίνικες κατασκευάζουσι πήχεις κιθαρών +(καθότι τα ζώα ταύτα είναι μεγάλα ως οι βόες), αλώπεκες, ύαιναι, +ύστριχες, κριοί άγριοι, δίκτυες, θώες, πάνθηρες, βόρυες, χερσαίοι +κροκόδειλοι μέχρι τριών πήχεων ομοιότατοι με σαύρας, +στρουθοκάμηλοι και μικροί όφεις έχοντες έν κέρατον. Ταύτα τα θηρία +ευρίσκονται εκεί και όσα άλλα αλλαχού, πλην της ελάφου και του +αγριοχοίρου, διότι έλαφος και αγριόχοιρος ουδόλως ευρίσκονται εις +την Λιβύαν. Υπάρχουσιν επίσης τρία είδη μυών, οι καλούμενοι +δίποδες, οι ζεγέρεις (το όνομα είναι Λιβυκόν και σημαίνει +Ελληνιστί λόφοι) και οι εχινείς, Υπάρχουσι δε και γαλαί γεννώμεναι +εντός του σιλφίου και ομοιάζουσαι με τας γαλάς της Ταρτησσού. Η γη +λοιπόν των νομάδων Λιβύων παράγει αυτά τα θηρία, καθ' όσον +ηδυνήθην να εύρω εξετάζων. + +193. Αμέσως μετά τους Μάξυας είναι οι Ζαύηκες, των οποίων αι +γυναίκες ηνιοχούσι τα άρματα εις τον πόλεμον. + +194. Μετ' αυτούς είναι οι Γύζαντες, εις την χώραν των οποίων και +αι μέλισσαι κάμνουσι μέλι πολύ, λέγουσιν όμως ότι πολύ +περισσότερον κατασκευάζουσι διά της τέχνης των άνθρωποι +βιομήχανοι. Βάφονται όλοι με μίλτον, και τρώγουσι πιθήκους, οι +όποιοι είναι άφθονοι εις τα όρη των. + +195. Πλησίον αυτών λέγουσιν οι Καρχηδόνιοι· ότι υπάρχει νήσος της +οποίας το όνομα είναι Κύραυνις, διακοσίων σταδίων το μήκος και +στενή το πλάτος, διαβατή εκ της ηπείρου, και πλήρης ελαιών και +αμπέλων. Εν αυτή προσθέτουσιν ότι υπάρχει λίμνη εκ του τέλματος +της οποίας αι εγχώριαι παρθένοι, διά πτερών αλειμμένων με πίσσαν, +ανασύρουσι ψήγματα χρυσού. Δεν γνωρίζω εάν ταύτα ήναι αληθή, γράφω +όμως όσα λέγονται. Τα πάντα πιθανά, καθότι και εις την Ζάκυνθον +είδον εγώ αυτός να εκβάλλωσι πίσσαν εκ λίμνης και ύδατος. Η νήσος +αύτη περιέχει πολλάς λίμνας των οποίων η μεγίστη έχει πανταχόθεν +εβδομήκοντα ποδών μήκος και δύο οργυιών βάθος. Δένοντες λοιπόν εις +την άκραν κοντού κλάδον μυρσίνης, βυθίζουσιν αυτό εις την λίμνην, +και δι' αυτής της μυρσίνης ανασύρουσι πίσσαν, ήτις έχει μεν οσμήν +ασφάλτου, κατά τα άλλα όμως είναι καλλιτέρα της Πιερικής πίσσης. +Την χύνουσιν εις λάκκον ανοιγμένον πλησίον της λίμνης, και αφού +συναθροίσωσι πολλήν, τότε εκ του λάκκου την θέτουσιν εις αμφορείς. +Παν ό,τι πέση εις την λίμνην, διερχόμενον υπογείως αναφαίνεται εις +την θάλασσαν, ήτις απέχει τέσσαρα περίπου στάδια από της λίμνης. +Τοιουτοτρόπως λοιπόν και τα περί τις νήσου της κειμένης πλησίον +της Λιβύας λεγόμενα, είναι πιθανά. + +196. Λέγουσι δε οι Καρχηδόνιοι και τα εξής, ότι εις μέρος τι της +Λιβύας, πέραν των Ηρακλείων στηλών, υπάρχουσιν άνθρωποι μετά των +οποίων εμπορεύονται· αποβιβάζοντες τα φορτία των, παρατάσσουσιν +αυτά επί της παραλίας, εισέρχονται πάλιν εις το πλοίον των και +κάμνουσι μέγαν καπνόν. Οι κάτοικοι βλέποντες τον καπνόν +καταβαίνουσι πλησίον της θαλάσσης, και λαμβάνοντες τα φορτία +θέτουσιν αντ' αυτών χρυσόν και αναχωρούσι μακράν. Οι Καρχηδόνιοι +εκβαίνουσι πάλιν, παρατηρούσι, και εάν μεν ο χρυσός τοις φαίνεται +αντάξιος των φορτίων, τον λαμβάνουσι και απέρχονται, εάν δε δεν +ήναι αντάξιος, επιστρέφουσιν εις το πλοίον των και μένουσιν. Οι +εγχώριοι πλησιάζουσι και προσθέτουσι χρυσόν, μέχρις ου τους +ευχαριστήσωσι. Ποτέ όμως μήτε το έν μήτε το άλλο μέρος αδικεί· οι +μεν δεν εγγίζουσι τον χρυσόν πριν ή εξισωθή με την τιμήν των +φορτίων, οι δε δεν εγγίζουσι τα φορτία πριν ή οι άλλοι λάβωσι το +χρυσίον. + +197. Αυτοί λοιπόν είναι οι Λίβυες τους οποίους δυνάμεθα να +ονομάσωμεν, και εξ αυτών οι περισσότεροι, ούτε τώρα ούτε τότε +εφρόντιζον το παράπαν διά τον βασιλέα των Μήδων. Τόσον δε ακόμη +έχω να είπω περί της χώρας ταύτης, ότι τεσσαρες φυλαί την νέμονται +και όχι περισσότεραι, καθ' όσον ηδυνήθην να μάθω· και αι μεν δύο +των φυλών τούτων εισίν αυτόχθονες, αι δύο δε άλλαι όχι. Οι +Αιθίοπες και οι Λίβυες είναι αυτόχθονες και κατοικούσιν οι μεν +προς βοράν οι δε προς νότον της Λιβύας· οι δε Φοίνικες και οι +Έλληνες είναι επήλυδες. + +198. Νομίζω δε ότι η Λιβύα ούτε είναι τόσον εξαίρετος ώστε να +παραβληθή με την Ασίαν ή την Ευρώπην, πλην της Κίνυπος μόνης. Η γη +αύτη έχει το αυτό όνομα με τον εκεί ποταμόν· είναι ομοία με τας +αρίστας γαίας ως προς την παραγωγήν των Δημητριακών καρπών και δεν +έχει ουδεμίαν ομοιότητα προς την άλλην Λιβύαν. Το έδαφος αυτής +είναι μέλαν, ποτίζεται υπό υδάτων, ουδέποτε φοβείται ξηρασίας και +ούτε βλάπτεται εάν πίη πολλήν βροχήν, καθότι εις αυτά τα μέρη της +Λιβύας βρέχει. Ενταύθα η συγκομιδή γίνεται όση και εις την γην των +Βαβυλωνίων. Καρποφόρος μεν είναι και η γη την οποίαν νέμονται οι +Ευεσπερίται, διότι κατά την ευφορίαν της αποδίδει το +εκατονταπλούν, αλλ' η γη της Κίνυπος αποδίδει τρις πλειότερον του +εκατονταπλού. + +199. Και η χώρα της Κυρήνης, η υψηλοτέρα της Λιβύας την οποίαν +κατοικούσιν οι νομάδες, έχει τρία θέρη θαυμαστά· πρώτον είναι +έτοιμοι να θερισθώσι και να τρυγηθώσιν οι καρποί των παραθαλασσίων +μερών· αφού δε αυτοί συγκομισθώσιν αμέσως ωριμάζουσιν οι καρποί +των παραθαλασσίων μεσαίων μερών τα οποία καλούσι λόφους. +Συγκομισθέντων και τούτων, αμέσως ωριμάζουσι και οι καρποί των +υψηλοτάτων μερών, εις τρόπον ώστε μέχρις ου πίωσι και φάγωσι τον +πρώτον καρπόν, έρχεται ο τελευταίος. Τοιουτοτρόπως επί οκτώ μήνας +διαρκεί ο θερισμός εις την Κυρήνην. Και περί τούτων μεν είναι +ικανά διά είπομεν. + +200. Οι δε εκδικηταί της Φερετίμης Πέρσαι, αφού εστάλησαν εκ της +Αιγύπτου υπό του Αρυάνδου και έφθασαν εις την Βάρκην, επολιόρκησαν +την πόλιν και εζήτουν να τοις παραδοθώσιν οι φονείς του +Αρκεσιλάου· επειδή όμως όλος ο λαός ήτο ένοχος, οι λόγοι των δεν +εγένοντο δεκτοί. Τότε οι Πέρσαι έμειναν πολιορκούντες την Βάρκην +επί εννέα μήνας, σκάπτοντες υπόγεια ορύγματα απολήγοντα εις τα +τείχη και εκτελούντες βιαίας εφόδους. Είς όμως των πολιορκουμένων +ανεκάλυψε τα ορύγματα ταύτα δι' ασπίδος χαλκίνης, τεχνασθείς το +εξής στρατήγημα. Περιφέρων την ασπίδα εις το τείχος την εφήρμοζεν +επί του εδάφους. Και τα μεν άλλα μέρη εις τα οποία την επλησίαζεν, +ήσαν κωφά· εκεί όμως όπου έσκαπταν, αντήχει ο χαλκός της ασπίδος, +και εκεί αντισκάπτοντες οι Βαρκαίοι εφόνευον τους Πέρσας εργάτας. +Τούτο μεν ούτως ανεκαλύφθη, αφ' έτερου δε απέκρουον τας προσβολάς. + +201. Επειδή δε κατετρίβετο πολύς χρόνος και έπιπτον πολλοί +εκατέρωθεν, προ πάντων Πέρσαι, ο στρατηγός του πεζικού Άμασις +επενόησε το εξής στρατήγημα· πεισθείς ότι δεν ηδύναντο να +κυριεύσωσι την Βάρκην διά της βίας, αλλ' ότι ηδύναντο να +κατορθώσωσι τούτο διά του δόλου, έπραξε τα ακόλουθα. Σκάψας διά +νυκτός τάφρον πλατείαν ήπλωσεν επ' αυτής ξύλα λεπτά, επάνω δε των +ξύλων έφερε και έρριψε χώμα, ώστε την ισοπέδωσε με το άλλο έδαφος. +Άμα τη ημέρα προσεκάλεσεν τους Βαρκαίους να ομιλήσωσι περί +συμβιβασμού, ούτοι δε προθύμως υπήκουσαν και εδέχθησαν να +συνθηκολογήσωσιν. Αι συνθήκαι τας οποίας έκαμνον ορκιζόμενοι επί +της κρυπτής τάφρου ήσαν τοιαύται· έως ου η γη αύτη μένει ως έχει, +να μένωσι και οι όρκοι των αμετάτρεπτοι. Και οι μεν Βαρκαίοι +υπεσχέθησαν να πληρώνωσιν εις τον βασιλέα τον πρέποντα φόρον, οι +δε Πέρσαι να μη επιχειρήσωσι πλέον τίποτε κατά της Βάρκης. Μετά +τον όρκον αυτόν, πεποιθότες οι Βαρκαίοι εξήλθον της πόλεως των και +επέτρεψαν εις ον τινα ήθελεν εκ των Περσών να εισέλθη εις αυτήν, +ανοίξαντες όλας τας πύλας. Εντούτοις οι Πέρσαι, κρημνίσαντες την +κρυπτήν γέφυραν ώρμησαν εις τα τείχη· κρημνίζοντες δε την γέφυραν +την οποίαν είχον κατασκευάσει, εφρόνουν ότι δεν παρεβίαζον τον +προς τους Βαρκαίους δοθέντα όρκον· δηλαδή να μένωσιν αι συνθήκαι +απαράβατοι εφ' όσον χρόνον η γη έμενεν ως ήτο τότε. Αφού λοιπόν +εκρήμνισαν την γέφυραν, δεν έπρεπε πλέον να μένωσιν αι συνθήκαι. + +202. Τους μεν αιτιωτάτους των Βαρκαίων η Φερετίμη ανεσκολόπισε +περί την πόλιν, διότι οι Πέρσαι τους παρέδοσαν εις αυτήν· των δε +γυναικών τους μαστούς αποκόψασα, εκάρφωσεν αυτούς επίσης εις τα +τείχη. Τους λοιπούς Βαρκαίους εγκατέλιπεν ως λάφυρον εις τους +Πέρσας, πλην εκείνων οίτινες ήσαν εκ της οικογενείας ή εκ της +μερίδος του Βάττου και δεν είχον λάβει μέρος εις τον φόνον. Εις +τούτους δε η Φερετίμη επέτρεψε την πόλιν. + +203. Οι Πέρσαι αναχώρησαν, αφού εξηνδραπόδισαν τους άλλους +Βαρκαίους. Όταν δε έφθασαν πλησίον της Κυρήνης, οι κάτοικοι της +πόλεως ταύτης, εκπληρούντες τας διαταγάς χρησμού τινος, τοις +επέτρεψαν να διέλθωσι δι' αυτών. Μόλις όμως εξήλθον, ο αρχηγός του +ναυτικού στρατού Βάδρης, συνεβούλευσε να κυριεύσωσι την πόλιν, +αλλ' ο στρατηγός του πεζού Άμασις αντέτεινε λέγων ότι επέμφθη κατά +της Βάρκης και δεν είχεν εντολήν να προσβάλη άλλην Ελληνίδα πόλιν. +Τέλος, αφού διήλθον την Κυρήνην, ενώ ήσαν εστρατοπεδευμένοι επί +του λόφου του Λυκαίου Διός, μετεμελήθησαν διότι δεν κατέλαβον την +Κυρήνην, και απεπειράθησαν να εισέλθωσιν εις αυτήν εκ δευτέρου· οι +Κυρηναίοι όμως δεν τους επέτρεψαν τούτο. Οι δε Πέρσαι, μολονότι +κανείς δεν τους επολέμει, κατελήφθησαν υπό φόβου, και φυγόντες +εσταμάτησαν μόνον εξήκοντα στάδια μακράν. Ενώ δε κατεγίνοντο να +στρατοπεδεύσωσιν εις εκείνο το μέρος, ήλθεν άνθρωπος εκ μέρους του +Αρυάνδου προσκαλών αυτούς. Τότε οι Πέρσαι παρεκάλεσαν τους +Κυρηναίους να τοις δώσωσι τρόφιμα διά την οδοιπορίαν των, άτινα +τοις εδόθησαν και ανεχώρησαν εις την Αίγυπτον. Αλλ' οι Λίβυες +συλλαμβάνοντες τους μένοντας οπίσω και μη δυναμένους να +συμπαρακολουθώσι τον άλλον στρατόν, τους εφόνευον διά να αρπάσωσι +τα φορέματά των και τα όπλα των. Τούτο συνέβαινε μέχρις ου έφθασαν +εις την Αίγυπτον. + +204. Η εκστρατεία αύτη των Περσών δεν επροχώρησεν εις την Λιβύαν +πέραν των Ευεσπερίδων. Όσους δε Βαρκαίους εξηνδραπόδισαν τους +έστειλαν εις τον βασιλέα, ο δε Δαρείος τοις παρεχώρησε κώμην τινά +της Βακτριανής διά να κατοικήσωσι. Και ούτοι ωνόμασαν την κώμην +ταύτην Βάρκην, ήτις και μέχρι της εποχής μου κατωκείτο εις την +Βακτριανήν. + +205. Αλλ' ούτε η Φερετίμη ετελεύτησε τον βίον καλώς, διότι άμα +εξεδικήθη τους Βαρκαίους, επέστρεψεν εκ της Λιβύας εις την +Αίγυπτον όπου απέθανε κακώς, αφού ζώσα εξέβραζε σκώληκας. Τόσον +μισούσιν οι θεοί τους ανθρώπους όσοι μνησικακούσι και εκδικούνται +σκληρώς. Τοιαύτη ήτο η εκδίκησις της θυγατρός του Βάττου Φερετίμης +κατά των Βαρκαίων. + + + +ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α'. ΤΟΜΟΥ + +1) Από του έτους 1221 π. Χ. μέχρι του έτους 716 [ή 746]. + +2) Ο όρθιος ήτο μελωδία ανδρική και παροξυντική την οποίαν έψαλλον +παίζοντες την κιθάραν ή τον αυλόν. + +3) Τω 560 π. χ. + +4) Τη 18 σεπτεμβρίου 610 π. Χ. + +5) Γενομένη τω 546 έτει π. Χ. + +6) Το πυρ παρά τοις Πέρσαις ήτο θεότης. + +7) Βασανιστικού εργαλείου ομοίου κατά το σχήμα με ακανθόκτενον. + +8) Από του 1231 π. Χ. μέχρι του 711. + +9) Τω 539 π. Χ. + +10) Προσευχήν εις όλους τους θεούς απευθυνομένην. + +11) Είδος λειχηνώδους εξανθήματος, αρχή λέπρας. + +12) Βιβλίον απολεσθέν, όπου περιγράφετο η άλωσις της Νίνου η εν τω +κεφ. 106 σημειωθείσα. + +13) Δούλους, ευνούχους, καπήλους, κλπ. + +14) Της Mεσογείου. + +15) Του Iνδικού ωκεανού. + +16) Την του Θάλητος. + +17) Η του Εκαταίου. + +18) Η του Αναξαγόρου. + +19) Την Ίσιν και τον Όσιριν. + +20) Είδος πελαργών. + +21) Τας σαύρας. + +22) Μικρόν χοίρον. + +23) Τα νερόφιδα. + +24) Του Οσίριδος. + +25) Ο πρώτος τρόπος της ταριχεύσεως εκόστιζεν 6000 δραχμάς, ο +δεύτερος 200, και ο τρίτος ολίγον τι. + +26) Οι Ιουδαίοι. + +27) Οι Καππαδόκαι. + +28) Tω 1357 π. Χ. + +29) Τω 1291 π. Χ. + +30) Τω 1237 π. Χ. + +31) Ο Πυθαγόρας και ο Φερεκύδης. + +32) Τω 1182 π. Χ. + +33) Τω 1132 π. Χ. + +34) Τω 1076 π. Χ. + +35) Τω 1056 π. Χ. + +36) 1005 π. Χ. + +37) Θεάς των Αιγυπτίων, θυγατρός της Ίσιδος και του Οσίριδος. + +38) Τω 715 π. Χ. Ο Σεθών δεν διεδέχθη λοιπόν αμέσως τον Άνυσιν, ως +δεικνύει η χρονολογία· υπήρξαν άρα γε πολλοί Αιθίοπες ή μάλλον +πολλοί έχοντες το όνομα Άνυσις; Οπωσδήποτε υπάρχει χάσμα 250 ετών. + +39) Τω 671 π. Χ. + +40) Από του 671 μέχρι του 617 π. Χ. + +41) Βιβλ. Δ'. § 159. + +42) Τω 509 π. Χ. + +43) Τω 525 π. Χ. + +44) Η επιληψία. + +45) Βάμβακος. + +46) Tην εφόνευσε πεισθείς εις τας διαβολάς των παλλακίδων του και +κτυπήσας αυτήν εις την κοιλίαν, εγκυμονούσαν. Μετανοήσας έπειτα +τας έκαυσε ζώσας. Ο Περίανδρος ήτο είς των επτά σοφών της Ελλάδος. + +47) Τω 523 π. Χ. + +48) Οι προς δυσμάς. + +49) Οι προς ανατολάς. + +50) Λέγεται ότι τον εξέδαρε ζώντα. + +51) Ο Ηρόδοτος επίστευεν ότι ο Ζευς πατήρ όλων τον Σκυθών, Παπαίος +ενταύθα είναι αντί του πάππος. + +52) Η δευτέρα λέξις είναι μετάφρασις της πρώτης ήτις είναι +σκυθική. + +53) Tω 518 π. Χ. + +54) Τω 508 π. Χ. + +55) Τω 508 π. Χ. + +56) Τω 640 π. Χ. + +57) Δηλαδή πίπτει βροχή. + +58) Η ίδρυσις της Κυρήνης εγένετο κατά το έτος 631 π. Χ. + +59) Τω έτει 531?[ 55 ή 33 ή 551 ή 331] π. Χ. + +60) Τον ταύρον βεβαίως του χρησμού. + + + + + + + +End of Project Gutenberg's The history of Herodotus--Volume 1, by Herodotus + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE HISTORY OF HERODOTUS--VOLUME 1 *** + +***** This file should be named 38055-0.txt or 38055-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/8/0/5/38055/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.net/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.net + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.net), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.net + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/old/20111119-38055-0.zip b/old/20111119-38055-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..60b54a4 --- /dev/null +++ b/old/20111119-38055-0.zip |
