summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/37721-h
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:08:38 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:08:38 -0700
commitd9d5c059ffa6e1665f2d8fcc694d64afef8716f2 (patch)
treea49fef286518861fc55eea267300c275ccaeadda /37721-h
initial commit of ebook 37721HEADmain
Diffstat (limited to '37721-h')
-rw-r--r--37721-h/37721-h.htm10499
-rw-r--r--37721-h/images/0001.jpgbin0 -> 58144 bytes
-rw-r--r--37721-h/images/0002.jpgbin0 -> 37459 bytes
3 files changed, 10499 insertions, 0 deletions
diff --git a/37721-h/37721-h.htm b/37721-h/37721-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..185cbf2
--- /dev/null
+++ b/37721-h/37721-h.htm
@@ -0,0 +1,10499 @@
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN"
+ "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Αγάθ. Κωνσταντινίδης, Ο γάμος του Κρετσίνσκη του
+Σουχόβο-Κομπύλην, Πανδρολογήματα του Ν. Γόγολ" />
+
+<title>Κρετσίνσκη/Πανδρολογήματα</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 5%;
+margin-right: 5%;
+}
+
+h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; }
+
+p{
+ text-align: justify;
+ margin-top: 1em;
+ margin-bottom: 1em;
+}
+
+hr{
+ width: 65%;
+}
+.poem {
+ FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%;
+}
+
+.sp{
+ letter-spacing:3px
+}
+
+</style>
+
+</head>
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Krechinsky's Wedding Comedy in three acts -
+Marriage comedy in two acts, by Alexander Suhovo-Kobylin and Nikolai Vasilievich Gogol
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Krechinsky's Wedding Comedy in three acts - Marriage comedy in two acts
+
+Author: Alexander Suhovo-Kobylin
+ Nikolai Vasilievich Gogol
+
+Translator: Agathoklis Konstantinidis
+
+Posting Date: May 10, 2012 [EBook #37721]
+First Posted: October 11, 2011
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK KRECHINSKY'S WEDDING COMEDY ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+
+<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic
+to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes
+have been transferred at the end of the book.//
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η
+ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των
+σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. </p>
+
+<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0001.jpg" width="428"
+height="600"
+alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p>
+
+<p style='text-align: center;'><u>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ</u><br /><br />
+
+ΣΥΛΛΟΓΗ<br />
+ΕΚΚΡΙΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΞΕΝΩΝ ΤΕ ΕΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ<br />
+ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ<br /><br />
+
+ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΗ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ Κ.Κ<br /><br />
+
+ΣΠ. ΒΑΣΗ (Καθ. εν τω Πανεπ.), Γ. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), ΑΓΓΕΛΟΥ
+ΒΛΑΧΟΥ — Σ. Α. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), Π. ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ (καθ. εν τω
+Πανεπ), Α. ΚΟΥΡΤΙΔΟΥ (καθ. της φιλ.), ΣΠΥΡ. Π. ΛΑΜΠΡΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Μ.
+ΛΑΠΠΑ (δ. φ.), Θ. ΛΙΒΑΔΑ (δ.φ). Μ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), — Ι.
+ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Θ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. γυμν.), Ν. Γ.
+ΠΟΛΙΤΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Α. ΠΡΟΒΕΛΕΓΙΟΥ (δ. φ.). Ε. ΡΟΪΔΟΥ δ. ν.) Σ. Κ.
+ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Ι. ΣΒΟΡΩΝΟΥ (διευθ. νομισμ. μουσ.), Γ.
+ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ (γυμνασιάρχ.), ΧΡ. ΤΣΟΥΝΤΑ (εφ. τ. αρχ.), Δ. ΦΙΛΙΟΥ (εφ. τ. αρχ.), Γ.
+ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ (καθ. εν τω Πανεπ.) και άλλων λογίων.<br />
+
+ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΔΕ<br />
+
+ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ Γ. Χ. ΚΩΝΣΤΑ<br /><br />
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΜΑΡΑΣΛΗ<br />
+ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΡ. 12.<br /><br />
+
+Α. ΣΟΥΧΟΒΟ-ΚΟΜΠΥΛΗΝ<br />
+
+Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΝΤΣΙΝΣΚΗ<br />
+
+ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ<br /><br />
+
+Ν. ΓΟΓΟΛ<br />
+
+ΠΑΝΔΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ<br />
+
+ΚΩΜΩΔIΑ ΕΙΣ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕΙΣ<br /><br />
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΙΣΑI ΕΚ ΤΟΥ ΡΩΣΣΙΚΟΥ<br />
+ΥΠΟ<br />
+ΑΓΑΘ. Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ<br /><br />
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br />
+ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ<br />
+1901 </p>
+
+<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0002.jpg" width="426"
+height="600"
+alt="Δεύτερη σελίδα" border="2" /><br /></p>
+
+<h3 style="margin-top: 5em"><u>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ</u><br /></h3>
+<h4 style="margin-top: 4em">Α. ΣΟΥΧΟΒΟ-ΚΟΜΠΥΛΗΝ</h4>
+<h2>ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗ</h2>
+<h4>ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ</h4>
+
+<h4 style="margin-top: 4em">Ν. ΓΟΓΟΛ</h4>
+<h2>ΠΑΝΔΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ</h2>
+<h4>ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕIΣ</h4>
+
+<h6 style="margin-top: 5em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΙΣΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΡΩΣΣΙΚΟΥ<br />
+ΥΠΟ</h6>
+<h5>ΑΓΑΘΟΚΛ. Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ</h5>
+
+<p style='text-align: center;'>
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br />
+ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ<br />
+
+1901 </p>
+
+<h3 style="margin-top: 5em">Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗ<br /><br />
+ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ </h3>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">ΠΡΟΣΩΠΑ </h4>
+
+<p>ΠΙΟΤΡ ΚΩΝΣΤΑΝΙΝΙΤΣ ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ, εύπορος γαιοκτήμων του<br />
+Γιαροσλάβ, κάτοικος χωρίου, ετών εξήκοντα.<br />
+ΛΥΔΟΤΣΚΑ, θυγάτηρ του.<br />
+ΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΒΝΑ ΑΤΟΥΓΕΦ, ηλικιωμένη γυνή.<br />
+ΒΛΑΔΗΜΙΡ ΔΜΗΤΡΙΤΣ ΝΕΛΚΗΝ, γαιοκτήμων, γείτων των Μούρομσκη,<br />
+νέος, υπηρετήσας εις τον στρατόν. Φέρει μύστακας.<br />
+ΜΙΧΑΗΛ ΒΑΣΙΛΙΤΣ ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ, ωραίος ανήρ, — κανονική, και<br />
+ουχί συνήθης φυσιογνωμία, πυκναί παραγναθίδες· δεν φέρει<br />
+μύστακας· τεσσαρακοντούτης περίπου.<br />
+ΙΒΑΝ ΑΝΤΩΝΙΤΣ ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ, μικροκαμωμένος, αλλά στιβαρός<br />
+ανθρωπίσκος, πεντηκοντούτης περίπου.<br />
+ΝΙΚΑΝΩΡ ΣΑΒΒΙΤΣ ΜΠΕΚ, τοκογλύφος.<br />
+ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ, έμπορος.<br />
+ΘΟΔΩΡΟΣ, θαλαμηπόλος του Κρετσίνσκη.<br />
+ΤΙΣΣΚΑΣ, θυρωρός εν τη οικία των Μούρομσκη.<br />
+Αστυνομικός υπάλληλος.<br />
+Υπηρέται.</p>
+
+<p style="margin-top: 5em">
+Η σκηνή εν Μόσχα. </p>
+
+
+<h4 style="margin-top: 5em">ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ</h4>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>Πρωία. Αίθουσα υποδοχής εν τη οικία των Μούρομσκη. Ευθέως απέναντι του
+θεατού μεγάλη θύρα προς την μεγάλην κλίμακα· δεξιά — θύρα του κοιτώνος του
+Μούρομσκη, αριστερά — των δωματίων της Ατούγεφ και Λύδοτσκας· επί της παρά
+το διβάνιον τραπέζης ευρίσκονται τα διά τεϊοποσίαν χρήσιμα. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(Εξέρχεται εκ της αριστεράς θύρας, παρατηρεί το δωμάτιον και ανοίγει την
+προς την μεγάλην κλίμακα θύραν). </p>
+
+<p>Τίσσκα! αι, Τίσσκα! </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ (όπισθεν των παρασκηνίων).</i></p>
+
+<p>Αμέσως. </p>
+
+<p>(Εισέρχεται εν στολή, με πλατείαν κιτρίνην ταινίαν, ακτένιστος και ολίγον
+οινοβαρής). </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (τον παρατηρεί επί πολύ).</i></p>
+
+<p>Κύτταξε μούτρα!. . . (Σιγή). Γιατί δεν εκτενίσθης; </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Όχι με συγχωρείτε, Άννα Αντώνοβνα, εχτενίσθηκα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και τη μούρη σου δεν την έπλυνες. </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, με συγχωρείτε, την έπλυνα· μάλιστα, την έπλυνα. Αφότου επροστάξατε να
+τήνε πλένω, από τότε πάντα τήνε πλένω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έφερε ο γερμανός το κουδούνι; </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Το έφερε, κυρία, μάλιστα, το έφερε. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δόσε μου το, και φέρε την σκάλα. (Ο Τίσσκας φέρει τον κωδωνίσκον και την
+κλίμακα). Άκουσε λοιπόν τώρα. Μα εσύ είσαι βλάκας· δεν θα καταλάβης τίποτε.
+</p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Τι λέτε, κυρία, γιατί δε θα καταλάβω: εγώ, ό,τι μου λέγει η ευγένεια σας τα
+καταλαβαίνω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αν έλθη κυρία, κτυπάς το κουδούνι δυο φοραίς. </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Πολύ καλά. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αν είνε κύριος, — κτυπάς μια φορά! </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Πολύ καλά, </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αν είνε κανένας πραγματευτής ή έμπορος, να μη κτυπήσης. </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Κι' αυτό γίνεται, Άννα Αντώνοβνα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εκατάλαβες; </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Εκατάλαβα, κυρία, καλά το εκατάλαβα . . . Αμέ νάρθω να σας το πω — δε
+χρειάζεται; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πώς να μη μου το πης; Χωρίς άλλο νάρθης να το πης. </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Πρώτα, το λοιπόν, προστάζετε να κτυπήσω το κουδούνι, κ' έπειτα νάρθω να σας
+το πω; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι βλάκας! Είδες εκεί, βλάκας! Πώς είνε δυνατόν, βρε ανόητε, να κτυπήσης
+πρώτα και έπειτα να το αναγγείλης! </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ Ανέβα λοιπόν να το καρφώσης.</i></p>
+
+<p>(Ο Τίσσκας κρατών σφυρίον και τον κώδωνα ανέρχεται την κλίμακα) </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Στάσου . . . Έτσι. </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ, (τοποθετών το καρφίον μετά του κώδωνος)</i></p>
+
+<p>Έτσι; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πιο ψηλά. </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ (ανερχόμενος ακόμη)</i></p>
+
+<p>Έτσι; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ψηλότερα σου λέγω. </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ (εκτείνων την χείρα προς τα άνω)</i></p>
+
+<p>Έτσι; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (μετά σπουδής) Στάσου, στάσου . . . πού πας; . . . πιο</i></p>
+
+<p>κάτω! </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ (καταβιβάζων χαμηλότερα την χείρα)</i></p>
+
+<p>Έτσι; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (οργιζομένη)</i></p>
+
+<p>Τώρα ψηλότερα! Χαμηλότερα!! Ψηλότερα!!! Χαμηλότερα!! . . . Αχ, Θεέ μου! Μα
+τι διάβολο, δεν καταλαβαίνεις ρωμαίικα, βλάκα; . . . </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Πώς δεν καταλαβαίνω! . . . καταλαβαίνω, πολύ καλά καταλαβαίνω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (με ανυπομονησίαν)</i></p>
+
+<p>Τι κάθεσαι και μουρμουρίζεις εκεί; . . . </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>(αποσπά τον κώδωνα εντελώς εκ της θέσεώς του και στρέφεται προς την
+Ατούγεφ) </p>
+
+<p>Εγώ, κυρία, λέγω, γι' αυτό πού είπατε, πως τάχα δεν καταλαβαίνω, θέλω να
+'πώ, πως καταλαβαίνω, κυρία, πολύ καλά καταλαβαίνω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι θα κάμης λοιπόν, θα το καρφώσης ή όχι; </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Όπως με προστάξετε, κυρία. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (χάνουσα την υπομονήν της)</i></p>
+
+<p>Άααάχ, Θεέ μου! Εδώ, χάνει κανένας πια την υπομονή του, μαζύ σου! . . Είσαι
+μεθυσμένος!!! . . . </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Ήμαρτον Κύριε! Εγώ μονάχα, κυρία, σας λέγω, που είχατε ειπεί, πως δεν
+καταλαβαίνω, κ' εγώ, κυρία καταλαβαίνω την ευγενεία σας πολύ καλά. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (σταυρώνουσα τας χείρας)</i></p>
+
+<p>Δε μου λες, κακούργο, παιγνίδι θες να παίξης μαζύ μου; . . . Επίτηδες ανέβηκες
+εκεί απάνω ν' ανοίξης κουβέντα; . . . Κάρφωνε γλήγωρα! . . . </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>Πού θέλει η ευγενεία . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(εκτός εαυτής εντελώς κτυπά το έδαφος δια του ποδός) </p>
+
+<p>Κάρφωνε, κακούργε, κάρφωνε όπου θέλεις . . έννοια σου, μεθύστακα, κ' εγώ θα
+σε διορθώσω. </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ</i></p>
+
+<p>(τοποθετεί αμέσως το καρφίον εκεί που και κτυπά αυτό με όλην του την
+δύναμιν). </p>
+
+<p>Καταλαβαίνω . . . εγώ πολύ καλά νοιώθω . . . Κυρά . . . κυρ . . . ου . . . ου . . .
+ουχ!!! </p>
+
+<p>(ανατρέπεται. Η κλίμαξ πίπτει. Θόρυβος . . . Προστρέχουσιν υπηρέται) </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (κραυγάζει)</i></p>
+
+<p>Χριστέ και Παναγία!! Θα σκοτωθή. </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑΣ (ανωρθούμενος μειδιά)</i></p>
+
+<p>Όχι, κυρία, δεν εσκοτώθηκα. </p>
+
+<p>(Οι υπηρέται τοποθετούσι την κλίμακα και καρφόνουν τον κώδωνα). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Μούρομσκης με κοιτωνίτην και πίπαν, εμφανίζεται εις την θύραν δεξιά.
+</p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι συμβαίνει; Τι κάμνετ' εκεί; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τίποτε δεν κάμνομε. Νά, ο Τίσσκας είνε πάλι μεθυσμένος. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μεθυσμένος; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι. Κύτταξέ τον, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς· είνε στουπί από το μεθύσι. </p>
+
+<p><i>ΤΙΣΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Κύριε ελέησον, αφέντη Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! Η ευγενεία της λέει πως είμαι
+μεθυσμένος. Εγώ μεθυσμένος; Αν ήμουνα εγώ μεθυσμένος και εκουτρουβαλούσα
+από τη θεόρατη εκείνη σκάλα, θα μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου; Άρχισα,
+αφέντη, να μπήγω το καρφί, επαραξάμωσα και μ' εγύρισε έτσι δα. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τον παρατηρεί κινών την κεφαλήν).</i></p>
+
+<p>Σ' εγύρισε, σ' εγύρισε! . . Κρεμήσου στη θέσι σου, είδωλο. </p>
+
+<p>(Ο Τίσσκας εξέρχεται μετ' άκρας προφυλάξεως· οι υπηρέται αποφέρουν την
+κλίμακα). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Μούρομσκης και Ατούγεφ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (Ακολουθών διά του βλέμματος τον απερχόμενον
+Τίσσκαν)</i></p>
+
+<p>Βέβαια είνε μεθυσμένος . . . Μα τι φασαρίαις είχατε εδώ; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εβάζαμε κουδούνι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας).</i></p>
+
+<p>Πάλι κουδούνι; Πού είνε; Τί συμβαίνει; . . . (ιδών τον κρεμάμενον κώδωνα). Τι
+είν' αυτό; Εδώ; μέσα εις την αίθουσαν; . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα τι, τον κώδωνα του κίνδυνου θα κτυπάτ' εδώ; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Σήμερα παντού είνε έτσι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Έλα Χριστέ και Παναγιά! Μα αυτό είνε ανοησία! Αυτό είνε ανοησία! Αυτό είνε
+πάλι από τ' άγραφα!... Στο διάβολο — βαρέθηκα! . . . (Βαδίζει). Εδώ πα να χάση
+κάνεις το νου του . . . Εδώ κάθε λίγο και λιγάκι βρίσκεις το μπελά σου! . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ, τί είν' αυτά που κάθεσαι και λες! Γιατί θαύρης το μπελά σου; Σε
+παρακαλώ να μ' αφήσης να τακτοποιήσω εγώ το σπήτι όπως ξεύρω. (Σιγή. Ο
+Μούρομσκης βαδίζει εν τη αιθούση. Η Ατούγεφ πίνει τέιον). Πιοτρ Κωνσταντίνιτς,
+είνε ανάγκη να δώσωμεν εσπερίδα. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (ιστάμενος απέναντι της Ατούγεφ).</i></p>
+
+<p>Εσπερίδα; Τι εσπερίδα; Δια ποίαν εσπερίδα ομιλείς; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εννοείται, από ταις συνηθισμέναις. Σαν να μη ξέρεις! Νά, κανένα χορουδάκι . . .
+έτσι, όπως την άλλη φορά. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα δεν μου είχες ειπή, νομίζω, πως εκείνη ήτον η τελευταία και πως άλλην δεν
+θα δώσωμε; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δεν γίνεται, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, δεν γίνεται, η ευπρέπεια, βλέπεις, ο κόσμος
+το απαιτεί. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Καλός είν' ο κόσμος σας — το απαιτεί! . . . Δεν πηγαίνει να χαθή στα τάρταρα . .
+. το απαιτεί . . από ποιόν; από μένα τάχα το απαιτεί; Άφησε της περιφάνειες, σε
+παρακαλώ! Νομίζει κανείς πως εχάσατε το νου σας. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εγώ έχασα το νου μου! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα! Μ' εκουβαλήσατε στη Μόσχα: αρχίσετε τις φαντασίαις, χορούς απ'
+εδώ, χορούς απ' εκεί, έξοδα λογής λογής, γνωριμίες . . . φασαρίες, θόρυβος! . . .
+Μου εφέρετε το σπίτι μου άνω κάτω· τον υπηρέτη μου τον Πετρούσκα — τι καλό
+παιδί που ήτον — μου τον ενδύσατε σαν χιλιδόνι. Αυτόν τον βλάκα τον Τίσσκα, τον
+τσαγκάρη, τον επροβιβάσατε εις θυρωρόν, επιάσετε και του φορέσατε στολή· νά,
+(δεικνύων τον κώδωνα) εκρεμάσετε και κουδούνια! όλο το σπίτι βοΐζει! . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εννοείται, βοΐζει. Σου λέγω, πως όλοι οι άνθρωποι τάχουν . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα, κυρά μου! Οι άνθρωποι έχουν πολλά δαιμόνια — ποιόν να
+πρωτοπροφθάσης! . . . Αμ' εδώ τι εβάλατε; (δεικνύων το δοχείον με τα
+επισκεπτήρια) τι κουτί δι' ελεημοσύνας είν' αυτό; τι καλά συνάζετε; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αυτό είνε . . επισκεπτήρια. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κινών την κεφαλήν του).</i></p>
+
+<p>Ονομαστικός κατάλογος φαφλατάδων . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ποια; τα επισκεπτήρια; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Βαγαπόντισσες, κατεργάριδες με τώνομα, ανθρώπους, οι οποίοι, σαν
+ατσίγκανοι, γυρίζουν όλη την ημέρα από σπίτι, σε σπίτι και κουβαλούν κάθε λογής
+βρώμες όχι πια με τα παπούτσια αλλά με την γλώσσα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ποιοι, αυτοί, οι καθώς πρέπει άνθρωποι; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αυτοί, μάλιστα! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Χα-χα-χά! Να γελά κανείς και να κλαίη! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι! να κλαίη! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, μα τάχα μπορείς να πης τώρα πως ξέρεις και συ τον
+κόσμο; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ούτε να τόνε ξέρω θέλω! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα συ όλη σου τη ζωή την έκαμες εις το κτήμα, εις το Στρέσσνιεβο. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Την έκαμα, μάλιστα, την έκαμα, κυρία μου. Σ' αυτό δεν πρέπει νάχετε
+παράπονο· για να κάμω εγώ εκεί τη ζωή μου, κάμνετε σεις εδώ τους μπάλους. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αυτό, κύριε, είνε χρέος σας. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποιο; — να κάμνωμε μπάλους;!!! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έχετε κόρη της παντρειάς! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Να προσκαλώ ανθρώπους. (Χειρονομεί). Εδώ! Εδώ! . . . Κ' εκείνοι βέβαια, να
+έρχωνται, να τρων, να πίνουν να περιδρομιάζουν κ' ύστερα να μας κοροϊδεύουν
+κιόλας! . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τότε καλείτερα νάχη να κάμη κανείς με μουζίκους! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Καλείτερα. Όταν έχω να κάμω με μουζίκους, ή εγώ θα οφεληθώ ή αυτός,
+καμμιά φορά και οι δυο. Μα από τα κουδούνια σας τι κέρδος ειμπορεί να
+προκύψη; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και όλο για το κέρδος θα ζη κανείς; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα! . . . πρέπει! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ημείς δεν είμεθα της ελεημοσύνης. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Θα γίνομεν! (Χειρονομών). Κάθομαι και κουβεντιάζω μαζύ σας. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τότε πήγαινε λοιπόν να κρυφθής σε καμμιά γωνιά και να σαπίσης μες στο
+βούρκο με τίποτε παράξενους μαζύ! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, κυρά μου, τέτοιοι παράξενοι σαν και λόγου μας . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αυτό δεν το ξέρομε. Δεν υπέφερα και λίγα βάσανα μ' αυτούς στον περασμένο
+μας χορό! Η Στεπανίδα Πετρόβνα σας, πού 'πήγε και την ευρήκε εκείνη τη
+σκουφέτα . . . κ' είνε δα και χονδρή η ευλογημένη, κ' επήγε και εθρονιάσθηκε μες
+στη μέση του καναπέ και τον έπιασε όλο. Άμα γύρισα και την είδα, επιάστηκε η
+καρδιά μου! . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και τι τάχα, κακοντυμένη ήτον; αυτή είνε καλή γυναίκα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι βγαίνει, μάτια μου, πως είνε καλή; Ποιος σ' ερωτά γι' αυτό; . . Καλοντυμένη
+ήτον μα καθένας θα ρωτήση: τι πράμα είν' αυτή; Να σου πω, να ήμουνα εγώ, θα
+επροτιμούσα να μ' εκατάπινε η γη. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και τι άσχημο βρίσκεις, κι' αν ερωτήσουν, τι πράγμα είνε αυτή; εγώ δε βρίσκω
+κανένα άσχημο. Το μόνο άσχημο για μια νέα κόρη είνε το τι θα μάθη απ' αυτά; τι θ'
+ακούση; Βγαίνει σταις δώδεκα από την κάμαρά της — πάη να μοιράση
+επισκεπτήρια . . . Νά ενασχόλησις μια φορά! Έπειτα — σύρτα φέρτα στους
+δρόμους, στα θέατρα, στους χορούς. Δε μου λες ζωή είν' αυτή; Γιατί την ετοιμάζετε;
+Τι τήνε μαθαίνετε; αι; ανεμοδούρα θα την καταντήσετε; άρες-μάρες και κομάν
+πορτέ βου; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και πώς ορίζετε σεις να τήνε σπουδάσωμε; Τι να τήνε μάθωμε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δουλειά, κυρία μου, τάξι. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τότε πάρετέ της μια γερμανίδα. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Η ενασχόλησις μέσα στο σπήτι . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Επαρχιώτισσα! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Η οικονομία . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Οικονόμα! . . γυρίστρα!! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (ανατείνων τας χείρας)</i></p>
+
+<p>Έλεος, κυρία! . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι, σου βαρειοφάνηκε; . . . αμ' τι θαρρείς; . . Το καλείτερον είνε να μου πήτε
+ωρισμένως, θα δώσωμε εσπερίδα ή όχι; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δε θέλω! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τότε θα δώσω εγώ με έξοδά μου: Περιουσία έχω ιδική μου! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δώσε! ποιος σ' εμποδίζει; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Νά η ώρα, που για της ιδιοτροπίαις ταις δικαίς σου θα κάθεται το κορίτσι στη
+γωνιά, χωρίς καβαλιέρους. Συ μοναχά αυτό ξεύρεις — έξοδα να μη γείνουν. Μα
+χωρίς έξοδα, φίλε μου, το κορίτσι δεν το παντρεύεις </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Άκου 'κεί! . . Αυτονών τους μπήκε και καλά στο κεφάλι, πως χωρίς έξοδα ένα
+κορίτσι δεν παντρεύεται! Κυρία! Όταν ξεύρουν, ότι η κόρη είνε φρόνιμη, από καλό
+σπίτι, και έχει και προίκα, κάθε άνθρωπος καθώς πρέπει τήνε πέρνει· με τα έξοδα
+όμως, με τα συρταφέρτα σας και ξέρω 'γώ, τήνε παντρεύεις, μα θάρθη καιρός να το
+μετανοιώσης. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ώστε, κατά την ιδέα σου, ας πάρη κανένα βλαχοδήμαρχο; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι βλαχοδήμαρχο, κυρία μου, αλλά άνθρωπο γερό . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (διακόπτουσα).</i></p>
+
+<p>Ναι, κι' αυτός ο γερός να πάη να τήνε θάψη στο χωριό! . . Τότενες, πάντρεψέ
+την δια της βίας, δέσε την χειροπόδαρα . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Καλέ δεν ανασαίνεις και λιγάκι </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αέρα, λέγω, αέρα να πάρης! . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι είν αυτά, κύριε . . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Λύδοτσκα, παραφορτωμένη στολισμούς, πλησιάζει προς τον πατέρα
+της. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Καλημέρα μπαμπάκα! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (φαιδρυνθείς).</i></p>
+
+<p>Α, να την και η βασιλοπούλα μου! (Την λαμβάνει εκ της κεφαλής την φιλεί).
+Χαϊδεμένη μου! </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (πλησιάζει προς την θείαν της).</i></p>
+
+<p>Καλημέρα θείτσα! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, τι έκαμες λοιπόν, με ποιόν εχόρεψες χθες; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, μπαμπάκα, εχόρευσα πολύ! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μαζούρκα με τον Μιχαήλ Βασίλειεβιτς; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Με τον Κρετσίνσκη; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, μπαμπά. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι λες, κυρά μου! Αυτός, καιρός είνε πια να τ' αφήση αυτά. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και γιατί; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί είνε άνθρωπος περασμένος πια· αυτός θα είνε σαρανταρίτης. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι λόγια είν' αυτά που λες; Τα τριάντα τάχει δεν τάχει. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Και τι ωραία που χορεύει! . . . Τρέλλα! μάλιστα το βαλς. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ είνε παληκαράκι! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δε ξέρω τι του βρίσκετε αυτού του Κρετσίνσκη. Δε λέγω, — άνδρας
+παρουσιαστικός, ευχάριστος άνθρωπος, μα να τον 'δήτε, λένε, όταν παίζη χαρτιά.
+</p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Νά η ώρα ν' ακούς τι λέγει ο ένας και ο άλλος. Αυτά είνε όλο λόγια του δικού
+σου του Νέλκην. Και πού πηγαίνει αυτός; και πού τ' ακούει; Ποιος δεν παίζει
+σήμερα; Σήμερα όλοι παίζουν. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Παιγνίδι από παιγνίδι διαφέρει. Νά ο Νέλκην, ποτέ δεν πιάνει στο χέρι του
+χαρτιά. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τώπιασες τώρα με τον Νέλκην σου. Αν τον έβλεπες πώς φέρεται στον κόσμον,
+θαρρώ, πως δεν θα τάλεγες αυτά. Είνε μια ντροπή! Νά, χθες κατόρθωσα να του
+στείλη πρόσκλησιν η πριγκηπέσσα — τον έφερα στο χορό. Ήλθε. Τι νομίζεις;
+εχώθηκε σε μια γωνιά κι' από 'κεί έβλεπε σαν κανένα αγρίμι: κανένα δεν ξέρει. Νά
+τι θα ειπή να ζη κανείς στο χωριό! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι να γείνη! ντροπαλός είνε, λίγο κόσμο είδε. Αυτό δεν είνε ελάττωμα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΤΕΦ</i></p>
+
+<p>Δε λέγω κ' εγώ πως είναι ελάττωμα, αλλά σε υψηλή κοινωνία δεν πρέπει να
+πηγαίνη. Δεν τώχει τίποτε να πιάση τη Λύδοτσκα να τη χορέψη βαλς; Και χορεύει
+ελεεινά, τήνε τρέχη, να ιδής, σαν σίφουνας — το ντροπιάζει το κορίτσι! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εξαπτόμενος).</i></p>
+
+<p>Γιατί, βλέπεις, σεις πηγαίνετε πίσω . . . Επήρετε και σεις δρόμο, που δεν σας
+πιάνει κανείς! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Λάθος έχετε. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (αποσυρόμενος).</i></p>
+
+<p>Να μην πατήσετε στη λάσπη, μέσα στην υψηλή κοινωνία σας. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δεν πατώ εγώ στη λάσπη. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (φεύγει).</i></p>
+
+<p>Δεν το ξέρομε. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δεν πατώ . . . δεν πατώ . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω εκτός του Μούρομσκη. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Γιατί, θείτσα, να θυμόνετε πάντοτε τον πατέρα; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δε μπορώ, δε μπορώ. Μας εφορτώθηκε με τον Νέλκην! (σιγή). Λύδα! Δε μου
+λες, τι εμιλούσατε με τον Κρετσίνσκη όταν εχορεύατε μαζούρκα; έβλεπα πως
+εμιλούσατε πολύ. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (ενδοιάζουσα).</i></p>
+
+<p>Νά έτσι, θείτσα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Γαλλικά; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Γαλλικά. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τρελλαίνομαι γι' αυτή τη γλώσσα, Αν και δεν τα καλοξέρω, τ' αγαπώ όμως
+φοβερά. Αμ' εσύ πως τα μιλής; Καλά; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, καλά, θείτσα! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αμ' αυτός — έχει καλή προφορά; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, πολύ καλή. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι επιτηδειότητα, καλέ, που την έχει, και τα 'μιλεί τόσο ωραία που θαρρείς πως
+τρέχει μέλι από το στόμα του! Αμ' όταν λέγει αυτό — parbleu — τι ωραία! Γιατί
+εσύ, Λύδοτσκα, δεν λες ποτέ: parbleu; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Όχι, θείτσα, το λέγω καμμιά φορά. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Είνε πολύ ωραίο! Μα γιατί είσαι έτσι μελαγχολική; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Θείτσα! Αλήθεια, νά, δεν ηξεύρω, πως να σας το πω . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι, αγάπη μου, τι; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΣΤΚΑ</i></p>
+
+<p>Θείτσα! Νά, μ' εζήτησε χθες. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ποιος; ο Κρετσίνσκης; Και τι σου είπε; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ντρέπομαι, θείτσα μου, αλήθεια . . . μου είπε μοναχά πως τόσο μ' αγαπά! . . .
+</p>
+
+<p>(Διακόπτεται). </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αι, και συ τι του είπες; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, θείτσα μου, εγώ δε μπόρεσα να πω τίποτε . . τον ηρώτησα μοναχά αν είν'
+αλήθεια πως μ' αγαπά. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Άλλο τίποτε; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Εγώ τίποτε άλλο δεν ημπόρεσα να 'πώ. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αμ' έβλεπα εγώ, πως όλο εστριφογύριζες στα δάκτυλά σου μια κορδέλα.
+Λοιπόν; Τίποτε άλλο δεν του είπες; Μα δε σου είπα εγώ πώς έπρεπε να μιλήσης;
+</p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ.</i></p>
+
+<p>Ναι, θείτσα μου, εγώ του είπα: parlez a ma tante et a papa. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έτσι βέβαια. Καλά έκαμες, Λύδοτσκα. </p>
+
+<p>(Σιγή). </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, θείτσα μου, μου έρχεται να κλάψω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Να κλάψης; Και γιατί; Τι, μήπως δεν σου αρέσει; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Όχι, θείτσα, πολύ μου αρέσει. (Ρίπτεται εις τον τράχηλόν της και κλαίει)· Θείτσα
+μου, καλή μου θείτσα! τον αγαπώ! . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έλα, αγάπη μου, φθάνει! (της απομάσσει τα δάκρυα). Και τι τάχα; Είνε λαμπρός
+άνθρωπος . . . έχει πολλάς γνωριμίας . . όλο τον κόσμο τόνε ξέρει. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Όλους, θείτσα, όλους· με όλους είνε γνωρισμένος: εις το χορό όλους τους
+ήξευρε . . . Εγώ φοβούμαι μονάχα από τον πατέρα: δεν τον αγαπά. Λέγει πάντοτε
+πως θα με παντρέψη με τον Νέλκην. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δε βαρύνεσαι, όλα αυτά είνε λόγια. Ο πατέρας σου, βλέπεις, θέλει τον Νέλκην,
+γιατί, νά, είνε γείτονάς του, κατοικεί στο χωριό, τα κτήματά των είνε κολλητά, που
+λέγει ο λόγος ένα αυλάκι τους χωρίζει: Νά, γιατί τον θέλει τον Νέλκην. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ο μπαμπάς λέγει, πως είνε πολύ καλός άνθρωπος. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι λόγος! Αι, κόρη μου, έτσι είνε στον κόσμο: όποιος είνε βλάκας είνε και καλός·
+οποίος δεν έχει δόντια να δαγκάση, εκείνος κουνεί την ουρά του . . . Αν όμως πάρης
+τον Κρετσίνσκη — θα ιδής πως θα συγυρίση το σπίτι μας, τι φίλους θα
+αποκτήσωμε! . . . Είνε άνθρωπος με πολύ γούστο . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, θείτσα, πολύ! . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πώς μετεσκεύασε το δακτυλίδι μας το μονόπετρο — τρέλλα! Το είχε
+κλειδωμένο ο πατέρας σου μέσα στο κουτί του· τώρα όμως ποιος θα το ιδή και δε
+θα θαυμάση . . . Εγώ, έννοιά σου, θα μιλήσω με τον πατέρα σου. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Εμένα μου έλεγε πως έχει ανάγκη να φύγη από τη Μόσχα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πότε, γλήγορα; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Αυταίς ταις ημέραις. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Για πολύν καιρό; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Δε ξέρω, θείτσα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ώστε λοιπόν πρέπει να του δώση απήντησιν; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (στενάζουσα).</i></p>
+
+<p>Ναι, χωρίς άλλο πρέπει. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, εγώ θα 'μιλήσω με τον πατέρα σου. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Θείτσα! Δεν είνε καλήτερα να με ζητήση αυτός ο ίδιος; Σεις ξεύρετε, πόσον είνε
+επιτήδειος, έξυπνος, αξιέραστος . . (συλλογίζεται). </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (προσβληθείσα).</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, κάμε, όπως θέλεις. Μήπως εγώ είμαι μάνα σου; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, θείτσα μου, τι λέγετε; Μη μ' αφήσετε έτσι. Σεις είσθε μητέρα μου, σεις —
+αδελφή μου, σεις τα πάντα. Σεις ξέρετε πως τον αγαπώ . . . (την φιλεί) πόσον τον
+αγαπώ . . . (διακόπτεται)· Αχ, θείτσα μου, τι λέξις που είνε αυτή — αγαπώ! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αι, καλά, καλά. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Εγώ δεν ηξεύρω και τι συμβαίνει μαζύ μου. Κτυπά η καρδιά μου, κτυπά κ'
+έξαφνα παύει. Δε ξέρω τι πράγμα είν' αυτό. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δεν είνε τίποτε, κόρη μου, θα περάση . . . Θαρρώ πως έρχεται ο πατέρας σου.
+Πρέπει αμέσως να του μιλήσω. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Αι άνω και Μούρομσκης. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, τι κάμνετε σεις εδώ; Νά, με τραβά ο Μιχαήλ Βασίλειεβίτς σας να πάμε εις
+τους ιππικούς αγώνας. Τι είν' εμένα η δουλειά μου εκεί; Εμένα αυτά δε μ' αρέσουν.
+</p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Θα ιδής ανθρώπους τουλάχιστον. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι ανθρώπους κάθεσαι και λες — άλογα θα πάμε να ιδούμε, άλογα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι είν' αυτά, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τίποτε δεν ξέρετε! εκεί τώρα είνε όλος ο μ π
+ο μ ό ν τ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Στην οργή του θεού αυτός σας ο μπομ . . . {δυνατόν χτύπημα του κώδωνος) Άι! .
+. Να πάρ' ο διάβολος! Τι ευχή! Αυτού του Τίσσκα θα του σπάσω τα χέρια: είνε
+φοβερόν. Κυρά μου, σας λέγω (δεικνύων τον κώδωνα) να μου κάμετε τη χάρι να
+βγάλετε αυτά τα κουδούνια απ' εκεί. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δεν γίνεται, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, όπως θέλετε, δεν γίνεται: 'σ όλα τα σπίτια είν'
+έτσι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κραυγάζει).</i></p>
+
+<p>Μα τι είν' αυτά, αλήθεια κι' απ' αλήθεια; Δε το θέλω κ' εξεμπέρδεψε! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι φωνάζεις έτσι; Έλα θεέ μου! (δεικνύουσα την θύραν ηρέμα), Δε
+'ντρέπεσαι τουλάχιστον τους ξένους ανθρώπους; </p>
+
+<p>(Ο Μούρομσκης προσβλέπει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ζ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Νέλκην (εισέρχεται και θλίβει την χείρα του Μούρομσκη). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι εγινήκατε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς; ήρχισα να ανηχυχώ για σας. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ναι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς· (κάμνει χειρονομίαν) το έρριξα όξω κι' όξω: όλο χοροί
+. . . (προσβλέπει προς την θύραν). Να σας πω, Άννα Αντώνοβνα, πολύ βροντερό το
+κουδούνι σας . . . ωό! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Βλέπετε λοιπόν; δεν το λέγω μόνω εγώ· </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς — δεν σας είπα, στον χορόν της πριγκηπίσσης, τα
+ίδια (συστρέφει την κεφαλήν) . . . μόλις άρχισα ν' αναβαίνω τη σκάλα . . . φώτα,
+που λέτε, σα μέρα· το ξέρω το σπίτι· υπηρέται πλήθος, — όλο και με σειρίτια χρυσά
+. . . ανεβαίνω, που λέτε στη σκάλα και κυττάζω: πού το δικό σας! Καθώς δίνει μια
+μέσα στ' αυτί μου — θαρείς και με περίχυσες με θερμό! Δεν εκατάλαβα πως μ'
+έσυραν τα πόδια μου στη σάλα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Για τούτο και δεν σας έσυραν τόσο καλά . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διακόπτων).</i></p>
+
+<p>Εσείς, κυρά μου, σας λέγω, πως έχετε σκοπό μ' αυταίς ταις καμπάναις να με
+διώξετε από το σπίτι. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Δεν ετοιμάζεσθαι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς για το Στρέσνεβο; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Διόλου δεν ετοιμαζόμαστε, κύριέ μου! Ίσως μετά τις αποκρηές, προτήτερα
+όμως — τι να πα να κάνουμε στο χωριό; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Βλέπεις; τι να κάμουμε στο χωριό; Πήγαινε μίλιε με δ' αύτους! . . Πρέπει, κυρά
+μου, να πα να δώσωμε διαταγάς για το καλοκαίρι, — να σηκώσουν την κοπριά:
+χωρίς την κοπριά χορό δεν ειμπορείς να δώσης. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και ο Ιβάν Σίδωρωφ τι κάνει εκεί; Τι, και την κοπριά δεν είν' άξιος να φορτώση
+στ' αμάξι; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δε μπορεί. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δε ξέρω — περίεργο αλήθεια . . . Και πρέπει λοιπόν ο ίδιος ο νοικοκύρης να
+φορτώση την κοπριά; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ο ίδιος. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ωραία ενασχόλησις! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δι' αυτό και μας πήρε όλους ο διάβολος. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Από την κοπριά; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, από την κοπριά. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Χα, χα χα! Αυτό σε ξένους μην το ξαναπήτε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς — γιατί θα
+γελάσουν μαζύ σας. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αυτό, κυρά μου, λίγο με μέλει, πως . . (παρόμοιος κωδωνισμός. Πάντες
+ανασκιρτώσιν. Ο Μούρομσκης οπισθοχωρεί και κραυγάζει ισχυρότερον ή πριν). Άι!
+. . Κύριε ημών Ιησού Χριστέ! Κι' αυτό μου ξερίζωσε τα μέσα. Εγώ έτσι δε μπορώ να
+ζήσω . . . (πλησιάζει προς την Ατούγεφ). Καταλαμβάνετε, κυρά μου, πως εγώ έτσι
+δεν ειμπορώ να ζήσω! Τι, να με σκοτώσετε, θέλετε; . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Η'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Κρετσίνσκης, (εισέρχεται θαρραλέος, ενδεδυμένος κομψώς, με ράβδον,
+με κίτρινα χειρόκτια και λουστρίνια υποδήματα χαμηλά). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, καλημέρα σας! (Στρέφεται προς τας κυρίας και
+υποκλίνεται) Mesdames! (πηγαίνει και θλίβει την χείρα των). </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (ίσταται μεμακρυσμένως, κατ' ιδίαν).</i></p>
+
+<p>Δε τον! από την αυγή του Θεού, πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις εδώ μέσα. (Ο
+Κρετσίνσκης διηγείται κάτι, χειρονομεί και σύρει τους πόδας του). Τζουτζές,
+σωστός Τζουτζές. Τι να κάμης; τας διασκεδάζει, αρέσει . . . . (αι κυρίαι γελούν). Νά!
+Ω, γυναίκες! Τι επιθυμούν αι γυναίκες; — κίτρινα χειρόκτια, λουστρίνια παπούτσια,
+μπαρμπετόνια που να εξέχουν πέρα και περισσότερο τρίξιμον! (Ο Κρετσίνσκης
+πηγαίνει εις την γωνίαν, τοποθετεί την ράβδον και τον πίλον του, εξάγει τα
+χειρόκτια του και χαιρετά σιωπηλώς τον Νέλκην). Αχ, Λυδία, Λυδία! (Στενάζει). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύων τον κώδωνα)</i></p>
+
+<p>Άννα Αντώνοβνα! Τι κώδων της Βουλής είνε αυτός που εκρεμάσατε εκεί; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (δειλώς).</i></p>
+
+<p>Της Βουλής; . . . Πώς — της Βουλής; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Βροντόφωνος θέλω να ειπώ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(πλησιάζει προς τον Κρετσίνσκη και τον λαμβάνει εκ της χειρός). </p>
+
+<p>Σ' ευχαριστώ, αδελφέ, Μιχάηλο Βασίλιτς, πολύ σ' ευχαριστώ, (προς την
+Ατούγεφ). Αι, τι λέγεις τώρα, Άννα Αντώνοβνα, αι; Μα κ' εγώ, αδελφέ, το
+καταλαβαίνω πως είνε παραφύσιν, </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι πράγμα; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι πράγμα, λέγει; Μα να, αυτό το καταχθόνιο κουδούνι! Αρρώστησα, βρε
+αδελφέ! Πράγματι κώδων της Βουλής. Νά, εδώ θαρρείς πως συνεδριάζει η Βουλή.
+</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(βαίνων προς τον κώδωνα· όλοι τον ακολουθούν και παρατηρούν). </p>
+
+<p>Ναι, είνε μεγάλος, πράγματι, είνε μεγάλος . . . . Α! μα αυτός έχει ελατήριον, a
+marteau . . . . ξεύρω, ξεύρω! . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (κατ' ιδίαν).</i></p>
+
+<p>Εσύ και δεν θα ξεύρεις τα κουδούνια· εσένα αυτή είνε η δουλειά σου. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (πειστικώς)</i></p>
+
+<p>Αυτό μας το έκαμε ο γερμανός. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, είνε ωραίος κώδων αλλά πρέπει να τον βάλετε κάτω εις την σκάλαν . . .
+κάτω πρέπει. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α — Αχ! σαν να 'φυγε κάτι τι από το στήθος μου . . . (ανοίγει την προς την
+κλίμακα θύραν). Αι, Τίσσκα, τρουβά, καντυλανάφτη! έλα δώ! (Εμφανίζεται ο
+Τίσσκας). Έλα 'δώ! Βγάλ' τον απ' εδώ αυτόν τον Πιλάτον! </p>
+
+<p>(Ο Τίσσκας αφαιρεί τον κώδωνα και απέρχεται). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λίαν ραθύμως)</i></p>
+
+<p>Δεσποσύνη, εξεκουράσθητε από τον χθεσινόν χορόν; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Αισθάνομαι κάπως μικρόν κεφαλόπονον. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Επεράσαμεν, αλήθεια, πολύ εύθυμα. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, τι εύθυμα, ναι. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (θαρραλέως)</i></p>
+
+<p>Πόσον ήτον ωραία η Λυδία Πετρόβνα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, και πόσον
+δροσερά, και πόσον αξιέραστος . . . αλήθεια για καμάρωμα. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (κάπως ταραχθείσα)</i></p>
+
+<p>Μηχάηλο Βασίλιτς! τι λέγετε! Διά τον εαυτόν σας όμως δεν ομιλείτε. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πώς, διά τον εαυτό του; Κύτταξέ την! . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Εννοείται, μπαμπά! Όλη μου η τουαλέτα ήτον με την γνώμην του Μηχάηλο
+Βασίλειτς. Εγώ και η θεία μου εζητήσαμε την γνώμην του. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι δα! Κύτταξε καλέ! Και έχετε καιρόν δι' αυτά τα πράγματα; Και ξεύρετε κι'
+από τέτοια; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι να κάμης, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! ιδιοφυία, βλέπετε. Και τώρα δεν αγαπάτε να
+κοπιάσετε εις την αυλήν διά να κρίνετε και την ιδιοφυίαν μου εις άλλο είδος; </p>
+
+<p>(λαμβάνων τον Μούρομσκην της χειρός). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι, τι τρέχει; Τι να κάμωμεν στην αυλή; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χαριεντιζόμενος)</i></p>
+
+<p>Εξεχάσατε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αληθινά, δε θυμούμαι. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εγώ όμως, αν δίδω γνώμην διά τουαλέτας — δεν λησμονώ. Και το μοσχάρι το
+εξεχάσατε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α, να! — ναι, μάλιστα! Αι, λοιπόν; Σας το έφεραν από το κτήμα; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, είν' εδώ πλέον. Είνε μισή ώρα τώρα που χαλά τον κόσμο στην αυλήν σας.
+</p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (λαμβάνων τον πίλον του)</i></p>
+
+<p>Είμαι περίεργος να το ιδώ. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ Mesdames! εφθάσαμεν.</i></p>
+
+<p>(λαμβάνει νωχελώς τον βραχίονα του Μούρομσκη και τον οδηγεί έξω). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Θ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ατούγεφ, Λύδοτσκα και Νέλκην. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(δεικνύουσα τον αναχωρούντα Κρετσίνσκην) Νά, τι θα πη άνθρωπος του
+κόσμου, Βλαδήμιρ Δμήτριτς! . . . . Charmant, charmant. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ναι, είνε άνθρωπος, αυτό . . . ζωηρός, εύθυμος . . . ολίγα καλά όμως ακούει
+κανείς γι' αυτόν. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και πού να σε χαρώ, ακούονται; σε καμμιά σπηληά ακούονται; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Είνε, λέγουν, φοβερός χαρτοπαίκτης. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (μετά δυσφορίας)</i></p>
+
+<p>Αι, και σεις, μ' εσκοτίσετε με τα λόγια σας — και να με συμπαθάτε. Άλλο από
+κουτσομπολιές δεν ακούει κανείς από το στόμα σας. Εσείς τη Μόσχα δεν τήνε
+ξέρετε και ό τι ακούσετε από τον πρώτον τυχόντα μας το κουβαλάτε. Έτσι, φίλε
+μου, δεν ζούνε μες στας πόλεις. Είσθε νέος άνθρωπος και πρέπει να μιλήτε με
+προσοχή και να διαλέγετε καλείτερα ταις γνωριμίαις σας. Ποιος ήταν εκείνος που
+εκαθόσαστε μαζύ της προάλλαις εις το θέατρο; ποιος ήταν; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ήτον ένας έμπορος απ' εδώ, Άννα Αντώνοβνα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έμπορος;!! Ορίστε, με τον έμπορο επήγε κ' έκαμε γνωριμία! </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι λέγετε, Άννα Αντώνοβνα! Αυτός είνε ένας πολύ πλούσιος έμπορος . . .
+έχει ένα τέτοιο σπίτι! . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και τι, τι έχει να κάνη το σπίτι; Και ο αστός έχει σπίτι. Και μήπως σας ταιριάζει ο
+έμπορος; Όποιος από την υψηλή κοινωνία σας ιδή μ' αυτόν δεν θα σας δεχθή στο
+σπίτι του. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Και μήπως εγώ, Άννα Αντώνοβνα, πάγω γυρεύοντας; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (εξαπτομένη)</i></p>
+
+<p>Γιατί τα λέγετε αυτά; Μήπως πηγαίνομε 'μείς γυρεύοντας; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (υπολαμβάνων)</i></p>
+
+<p>Λυδία Πετρόβνα! παρακαλώ: εγώ, σας βεβαιώ, δεν ήθελα να ειπώ ένα τέτοιο
+πράγμα . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αι, καλά, καλά! Ο Θεός μαζύ σας. Θα κάμετε καλά όμως να μην κακολογείτε
+τους ανθρώπους· έτσι είν' ο κόσμος, φίλε μου: αν είσαι καλός, θα σε ειπούν βλάκα·
+αν είσαι πλούσιος — έκτρωμα· αν είσαι γνωστικός — θα σε πουν ελεεινόν
+υποκείμενον ή κάτι χειρότερο. Τέτοιος είν' ο κόσμος. Ο Θεός ας τους ελεήση! ό,τι
+είνε ο άνθρωπος είνε. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ι'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω, Κρετσίνσκης και Μούρομσκης (εισέρχονται ταχέως). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Φίλτατέ μου Μιχάηλο Βασίλειτς! (τον λαμβάνει εκ της χειρός). Ευχαριστώ,
+ευχαριστώ! Μα . . . . να σας πω, με φέρνετε εις δύσκολον θέσιν. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Παρακαλώ . . . παρακαλώ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια, είνε ντροπή . . . Τι θαπή . . . Λύδα, Λύδοτσκα! . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Τι, μπαμπά; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Για κύτταξε, ο Μιχάηλο Βασίλειτς μου εχάρισε ένα μοσχάρι . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (περιποιουμένη τον πατέρα της)</i></p>
+
+<p>Είναι ωραίο, μπαμπάκα; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (καμμύει τους οφθαλμούς).</i></p>
+
+<p>Αρι-στούρ-γημα . . . Φαντάσου: κεφαλή, μάτια, μούρη, κερατάκια! . . . (καμμύει
+και πάλιν τους οφθαλμούς). Αριστούργημα . . . Και είνε από το κτήμα που έχετε στο
+Σιμπήρσκ; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, ναι, από το κτήμα μου. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Κ' έχετε λοιπόν κτήμα στο Σιμπήρσκ; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Κτήμα, ναι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και έχετε καλήν κτηνοτροφίαν; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Βεβαίως, εξαίρετον. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και σας αρέσουν και τα ζώα; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μ' αρέσουν. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ω Θεέ μου! ώστε και η οικονομία πάει να 'πή . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μειδιών)</i></p>
+
+<p>Και αυτό, πάει να πή. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Το χωριό όμως, μου φαίνεται όχι τόσο . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μετά θέρμης)</i></p>
+
+<p>Πώς να σας πω; Εγώ λατρεύω το χωριό . . . Το καλοκαίρι το χωριό είνε
+παράδεισος. Αέρας καθαρός, ησυχία, ανάπαυσις! . . . Βγαίνεις εις τον κήπον, εις τον
+κάμπον, εις το δάσος — είσαι παντού νοικοκύρης, είνε όλα δικά σου. Και το
+κυανούν άπειρον και εκείνο είνε ιδικόν σου! Λαμπρά! θεία! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα, έτσι κ' εγώ τα αισθάνομαι. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Σηκόνεσαι ενωρίς και μια και δυο στον κάμπο. Παντού χλιαρότης, όλα
+μοσχοβολούν . . . Εκεί εις τους σταύλους, εις το θερμοκήπιον, εις τον λαχανόκηπον
+. . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αμή στ' αλώνι; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και στ' αλώνι . . . Παντού ζωή, παντού εργασία, η ήρεμος, η ειρηνική εργασία.
+</p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά στεναγμού)</i></p>
+
+<p>Πράγματι ήρεμος ειρηνική εργασία . . . Είδες, Άννα Βασίλειεβνα, πώς 'μιλούν οι
+φρόνιμοι άνθρωποι! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Έκαμες την εργασίαν σου, περιήλθες το νοικοκυριό σου, έκαμες όρεξιν — και
+μια και δυο στο σπίτι! . . Εδώ τώρα τι χρειάζετε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, αι; ειπέτε
+μου, τι άλλο χρειάζεται; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (ευθύμως)</i></p>
+
+<p>Τσάι, χωρίς άλλο τσάι. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, όχι τσάι: καλείτερο από το τσάι, υψηλότερον από το τσάι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (απορών)</i></p>
+
+<p>Δεν ηξεύρω. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! σεις δεν ξεύρετε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (σκεπτόμενος)</i></p>
+
+<p>Αληθινά δε ξεύρω. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Η σύζυγος χρειάζεται! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παραφερόμενος)</i></p>
+
+<p>Αλήθεια! πράγματι! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξακολουθών)</i></p>
+
+<p>Και τι σύζυγος; (παρατηρεί την Λύδοτσκαν). Καλοκαμωμένη, ξανθή, ήσυχος
+νοικοκυρά, άκακος. Ήλθες στο σπίτι, την έπιασες από το κεφάλι, την εφίλησες και
+από τα δύο μάγουλα . . . «Καλημερούδια σου, γυναίκα! της λες, φέρε, γυναίκα,
+τσάι! . . .» </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι λέγετε! Χαρά ςτον τρόπο! Μ' αυτόν τον τρόπον η γυναίκα ούτε να
+κτενισθή δεν θα μπορή. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, Άννα Αντώνοβνα! Αι γυναίκες δεν θυμώνουν, όταν οι άνδρες τους χαλούν τη
+κτενισιά των· όταν δεν την χαλούν — τότε τους κακοφαίνεται· (ο Μούρομσκης
+γελά). Και το σαμοβάρι πια βράζει. Νά και ο γερο-πατέρας που μπαίνει· είναι
+άσπρα κάτασπρα τα μαλλιά του σαν το μπαμπάκι, κι' ακουμπάει στο δεκανίκι του,
+ευλογεί την γυναίκα σου. Να και ο κατεργαράκος ο εγγονός, που χώνεται κοντά
+του, — φοβείται τη μητέρα του και κολλιέται στον παππού του. Αυτή είνε η ζωή
+κατ' εμέ! Αυτή είνε η ζωή στο χωριό . . . (Στρεφόμενος προς την Λυδίαν). Τι λέγετε
+σεις, Λυδία Πετρόβνα — σας αρέσει το χωριό; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Πολύ. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και πότε σου άρεσε σένα το χωριό; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Όχι, θείτσα, μου αρέσει. Εγώ, Μιχάηλο Βασίλειτς, πολύ αγαπώ τα περιστέρια.
+Εγώ τα ταγίζω μόνη μου. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και τα άνθη σας αρέσουν; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, μου αρέσουν και τα άνθη. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αχ, Θεέ μου! Τώρα όλα της αρέσουν. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εν τούτοις εφλυαρήσαμεν αρκετά (παρατηρεί την ώραν). Μία η ώρα, Πιοτρ
+Κωνσταντίνιτς! Είνε καιρός, θ' αργήσωμεν. Μα σεις πρέπει ν' αλλάξετε: θα είνε
+κόσμος πολύς. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εύθυμος)</i></p>
+
+<p>Γιατί; . . . Αι, ας είνε, ας πάμε να θυμηθούμε τη ζωή του χωριού, Ν' αρνηθή
+κανείς μια τέτοια φιλόφρονα πρόσκλησιν δεν πηγαίνει. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (σπεύδουσα προς τον πατέρα της)</i></p>
+
+<p>Και τωόντι, αλλάξετε, μπαμπάκα μου, αλήθεια, αλλάξετε. Τι τάχα, σάματι σας
+επήρανε τα χρόνια; . . . Χρυσέ μου, μπαμπάκα (τον φιλεί) . . . πάμε . . . χρυσέ μου
+(τον φιλεί και πάλιν) . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (σχεδόν ταυτοχρόνως)</i></p>
+
+<p>Εύγε, Λυδία Πετρόβνα, εύγε! Έτσι δα, καλά του κάμνετε . . . δόστε του, δόστε
+του . . . Αμ' μα την αλήθεια . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γελά και θωπεύει την Λύδιαν)</i></p>
+
+<p>Τάριξα σύξυλα, αι; . . . Α, κατεργάρα! . . . (Η Λύδοτσκα τον συνοδεύει. Ο Νέλκην
+εξέρχεται κατόπιν των εις τον θάλαμον του Μούρομσκη). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ατούγεφ και Κρετσίνσκης. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρεί γύρω)</i></p>
+
+<p>Πώς σας εφάνη, Άννα Αντώνοβνα, η εικών μου περί της ζωής εις το χωρίον;
+</p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αληθινά, αγαπάτε το χωριό; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποίος; Εγώ; Τι λέτε! Επίτηδες τα έλεγα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πώς επίτηδες; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί να μην ευχαριστήσωμεν τον γέροντα; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, ευχαριστείται τόσον πολύ, όταν του εκθειάζουν το χωριό . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Είδατε λοιπόν; Εγώ επιθυμούσα, Άννα Αντώνοβνα, να μάθετε όλην την αληθή
+αφορμήν των λόγων μου. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ποια αφορμή; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Άννα Αντώνοβνα! Ποιος να μη σας εκτιμήση, ποίος να μη εκτιμήση την
+ανατροφήν που εδώσατε εις την Λυδίαν Πετρόβναν; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και μ' όλα ταύτα, Μιχάηλο Βασίλειεβιτς, φαντασθήτε, ο Πιοτρ Κωνσταντίνιτς με
+μαλώνει πάντοτε. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος; ο γέρος; Αι, Άννα Αντώνοβνα, γι αυτό είνε συχωρεμένος· είνε βλέπετε
+νοικοκύρης· κι' αυτοί οι νοικοκύριδες τίποτε άλλο από τους σταύλους και τα
+κοπρίσματα δεν βλέπουν. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, πραγματικώς, σήμερα το πρωί μου έλεγε, πως όλοι οι νοικοκυρέοι
+κατεστράφησαν, διότι δεν φροντίζουν για την κοπριά. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Έτσι είνε, βέβαια! Βλέπετε πώς σκέπτονται! Τώρα, να ειπούμε, το σπίτι σας είνε
+λαμπρό σπίτι. Όλα τα έχει· ένα πράγμα μονάχα δεν έχει — άνδρα. Αν είχατε τώρα
+ένα άνδρα, έτσι . . . επιτήδειον, άνδρα του κόσμου, καθ' όλα comme il faut, — το
+σπίτι σας θα ήτον το πρώτον εδώ πέρα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μήπως δεν το σκέπτομαι αυτό κ' εγώ; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εγώ πολύν καιρόν έζησα εις τον κόσμο και ξεύρω πώς ζουν. Η πραγματική
+ευτυχία είνε να εύρη κανείς ένα καλοανατεθραμμένο κορίτσι και να μοιρασθή μαζύ
+του όλα. Άννα Αντώνοβνα! πολύ σας παρακαλώ . . . δόσετέ μου αυτήν την ευτυχίαν
+. . . η τύχη μου είνε εις τα χέρια σας. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (διαθρυπτομένη)</i></p>
+
+<p>Με τι τρόπον; Δεν σας καταλαμβάνω. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ζητώ την χείρα της ανεψιάς σας, Λυδίας Πετρόβνας. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δεν έχω άλλο στον κόσμο ακριβώτερο από την ευτυχία της Λύδοτσκας. Εγώ
+είμαι βεβαία, πως μαζύ σας θα είνε ευτυχής. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φιλών τας χείρας της Ατούγεφ)</i></p>
+
+<p>Άννα Αντώνοβνα! Πόσον σας είμαι ευγνώμων! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δεν ωμιλήσατε ακόμη με τον Πιοτρ Κωνσταννίνιτς; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ακόμη δεν ωμίλησα. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Η συγκατάθεσίς του είνε αναγκαία. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ξεύρω, ξεύρω. (κατ' ιδίαν) Τώρα τα προκόψαμε . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πώς είπατε; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Λέγω, πως . . . η πατρική ευλογία είνε . . . είνε . . . πώς να πω; είνε λίθος, επί του
+οποίου οικοδομούνται τα πάντα . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, αυτό είνε αλήθεια. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πώς να τα καταφέρωμεν λοιπόν μαζύ του; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εγώ, τι να σας πω . . . το συλλογίζομαι . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ιδού τι να κάμωμεν: τώρα, νομίζω είνε κατάλληλος η στιγμή· εγώ αμέσως
+πηγαίνω εις το ιπποδρόμιον εκεί τώρα με περιμένει όλη η κοινωνία. Έχω με τον
+πρίγκηπα Βλαδήμιρον Βέλσκην μεγάλο στοίχημα. Εσείς κρατήσετέ τον εδώ και
+ανοίξετέ του ομιλίαν. Ειπήτε του πως εγώ έφυγα, διότι εφοβήθην να μην αργήσω,
+πως εκεί όλοι με περιμένουν. Και μαζύ μ' αυτά κάμετέ του λόγον διά την πρότασίν
+μου. (λαμβάνει τον πίλον του). </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πολύ καλά, εννοώ. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (της θλίβει την χείρα)</i></p>
+
+<p>Χαίρετε, σας εμπιστεύομαι την ευτυχίαν μου. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μείνατε ήσυχος, όλα θα γείνουν. Χαίρετε! (φεύγει) </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Κρετσίνσκης μόνος είτα Νέλκην. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (σκέπτεται)</i></p>
+
+<p>Μωρέ δουλειά! Να δουλειά! Ολόκληρο εκατομμύριο στο χέρι. Εκατομμύριο!
+Μωρέ δύναμις! Να σηκώσω τη μύτη ή να μην την σηκώσω; — ιδού το ζήτημα!
+(Σκέπτεται και ανοίγει τας χείρας του): Άβυσσος, Τράπεζα! Έχομεν εδώ πολλάς
+πιθανότητας επιτυχίας. Και ποίαι είνε εδώ αι πιθανότητες; Έχομεν εναντίον μας:
+τον μπαμπά — έναν· αν και κουτούτσικος, αλλά έχει και πολλάς αδυναμίας. Τον
+Νέλκην — δύο· αυτός, που λέγει ο λόγος ούτε κρύο μας κάνει ούτε ζέστη. Τώρα
+υπέρ ημών έχομεν: αυτόν εδώ τον κώδωνα της Βουλής — ένα· την Λύδοτσκα —
+δύο και . . . α, ναι! το μοσχάρι μου — τρία, Ω, το μοσχαράκι — θα κάμη καλή
+δουλειά! Αυτό ηθικώς επενήργησε λαμπρά. (Ο Νέλκην εξέρχεται εκ της πλαγίας
+Θύρας και σταματά· ο Κρετσίνσκης φορεί τον πίλον του). Αφού έχομεν δύο προς
+τρία, χμ! πρέπει να ελπίσωμεν ότι θα παντρευθώ . . . (μετά βεβαιότητος) θα
+παντρευθώ! (φεύγει) </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (κατάπληκτος)</i></p>
+
+<p>Θα παντρευθώ;!! Θεέ μου! Μήπως βλέπω όνειρον; Ποίαν; την Λυδίαν
+Πετρόβναν . . . Α, όχι. Καλό κομμάτι, αλλά δεν είνε για τα δόντια σου . . . Τώρριξε το
+λογάκι του . . . «Γυναίκα, λέγει, γυναίκα χρειάζεται», κ' ένα σωρό άλλα
+ερρητόρευσε. Ευφυολόγος! τολμηρός! θρασύτης π' ανάθεμά την; . . . Ο γέρος όμως
+δεν γελοιέται κ' έννοια σου; Τάχει τετρακόσια· θα τον βοηθήσω κ' εγώ· και δε θα
+του μπης στη μύτη. Τι μας έδειξες την καλή όψι — να σε ιδούμε κι' από την
+ανάποδη. Παιδί της χώρας — από πάνω κόκκινο κι' από κάτω κόσκινο. Στάσου,
+στάσου κ' εγώ θα σε ξεκουμπήσω απ' εδώ! Έχεις τα κουσουράκια σου, μου τα
+είπανε πια στη λέσχη, πως έχεις . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (έσωθεν των παρασκηνίων)</i></p>
+
+<p>Γράψε, αμέσως γράψε! </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (φεύγων)</i></p>
+
+<p>Δηλαδή θα εξετάσω να μάθω όλα τα μυστύρια και τότε μια και δυο στο γέρο: τι
+κάθεσαι, θα του πω, κύριε, και κυττάζεις; Φυλάξου κ' εχάθηκες! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εμφανίζεται εις την θύραν)</i></p>
+
+<p>Βλαδήμιρ Δμήτριτς! Μαζύ μας θα γευματίσης σήμερα; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (εκ της θύρας)</i></p>
+
+<p>Μαζύ σας, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, μαζύ σας (φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Μούρομσκης, με φράκον, με τον πίλον ανά χείρας εισέρχεται ταχέως, έμφροντις·
+είτα Ατούγεφ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τους ξέρω 'γώ: τους εκακοσυνήθισες μια φορά — λεπτό πια ύστερα δεν σου
+πληρώνουν, (πηγαίνει εις την θύραν και φωνάζει). Κονδράτιε! ακούεις; έτσι να
+γράψης: όλοι να πιάσουν δουλειά! Μιχαήλ Βασίλειτς! Πού πήγε; Αμ' εγώ τώξερα
+αυτό· (πηγαίνει πάλιν εις την θύραν). Να γράψης στον Ακείμ. Κι' αυτόν θα τονε
+στρώσω στη δουλειά. Τι κάθεται και κυττάζει; παχαίνει η κοιλιά του! Πολλή κοιλιά
+και λίγη δουλειά — τα ξέρομε αυτά! . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! (εισέρχεται η
+Ατούγεφ). Αυτά έχει, κυρά μου, οποίος ζη μέσα στη Μόσχα! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι είνε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Να, επτά χιλιάδες ρούβλια καθυστερούμενα από το χωριό Γολόφκοβο! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αργυρά; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αμέ! αργυρά! (φωνάζει) τι διάβολο! Όλως διόλου τάχετε πια χαμένα! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα τι κάνει λοιπόν αυτός ο Ιβάν Σίδωρωφ; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πάρε το δρόμο και πήγαινε να τον ερωτήσης: (με οξείαν φωνήν): τι είν' αυτά
+που κάνεις, Ιβάν Σίδωρωφ; . . . Αι και συ!! (Στρέφεται) Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα πού
+είνε λοιπόν; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έφυγε· εβιάσθηκε, λέγει, να μην αργήση. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Επήγε στο ιπποδρόμιον; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, στο ιπποδρόμιον. Τον περιμένουν εκεί όλοι: τα άλογα, τα μέλη. Έχει
+κάποιο στοίχημα . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τον ευρίσκω εκεί. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έχω να μιλήσωμε μαζύ κάτι τι: μη φύγης. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Άκου κει! Μη φύγης, λέει. Μα δε μου λες, για παιγνίδι με πέρνεται: πότε φύγε
+και πότε μείνε; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έχω για κάποιαν υπόθεσιν να σου μιλήσω. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Υπόθεσιν; τι υπόθεσιν; Τιποτένια πράγματα θα είνε πάλι. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Θα ιδής. Άφησε το καπέλο σου. Είχα προ ολίγου διεξοδικήν ομιλίαν με τον
+Μιχαήλ Βασίλειτς Κρετσίνσκην. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα συ κάθε 'μέρα έχεις μαζύ του διεξοδικάς ομιλίας που ποτέ δεν τελειώνουν.
+</p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έχεις λάθος. Εγώ απορώ μονάχα, πώς δεν καταλαμβάνεις τίποτε. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Διάβολο δεν καταλαμβάνω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και μολαταύτα ο άνθρωπος έρχεται κάθε 'μέρα . . . λαμπρός άνθρωπος, του
+κόσμου, γνωριμίαις μεγάλαις . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Να ταις χαίρεται. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έχεις κόρη, κύριε. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρεί εις την οροφήν)</i></p>
+
+<p>Είνε είκοσι χρόνια τώρα που το ξέρω· καλείτερα το ξέρω εγώ από σένα. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και δεν καταλαμβάνετε τίποτε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τίποτε δεν καταλαμβάνω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αχ, Θεέ μου! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (υπολαμβάνων).</i></p>
+
+<p>Τι τρέχει; μήπως είνε τίποτε προξενειές; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι, τάχα δεν της ταιριάζει της Λύδας; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα αυτός είνε ηλικιωμένος. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αι, βέβαια, δεν είνε παιδαρέλι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα η Λύδοτσκα δεν θα τον επάρη. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αν δεν τον θέλη — δεν την πανδρεύομε· αν τόνε θέλει όμως τότε τι θα πης;
+</p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος; εγώ; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Θα πω . . . (την παρατηρεί και ταχέως) ταραντά! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι είν' αυτό το ταραντά; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Θα ειπή κουταμάραις· ανοησίαις, κυρία μου. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δεν είνε κουταμάραις, κύριε, εγώ σ' ερωτώ πράγματα σωστά. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αφού μ' ερωτάς πράγματα σωστά, πρέπει να σκέπτεσαι και σωστά. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι την κάμης εδώ τη σκέψι; Με τη σκέψι θα παντρέψης την κόρη σου; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αμέ πώς; έτσι απλώς και ως έτυχε να πιάσωμε τον τυχόντα να του την
+κρεμάσωμε στο λαιμό του; Πρέπει να μάθωμε τι άνθρωπος είνε, τι περιουσίαν έχει
+. . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Νά η ώρα, να του ζητήσωμε και το πασσαπόρτι του. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι πασσαπόρτι, αλλά να μάθωμε πρέπει . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και δεν τόνε ξέρεις; ένα ολόκληρο χειμώνα έρχεται ο άνθρωπος στο σπίτι μας,
+και δεν τον έμαθες ακόμη τι άνθρωπος είνε; πράγμα που φαίνεται: παντού τον
+δέχονται . . . είνε γνωρισμένος με όλους . . . πρίγκηπες και κόντιδες είνε φίλοι του.
+</p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι περιουσίαν έχει; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα τώρα, προ ολίγου δεν σου έλεγε, πως έχει κτήμα στο Σιμπίρσκ, και σου
+χάρισε κ' ένα μοσχάρι; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι κτήμα; κτήμα από κτήμα διαφέρει. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Φαίνεται, πως είνε καλό κτήμα. Νά που σήμερα, μια ολόκληρη συντροφιά τον
+περιμένει. Αν δεν είχε κτήμα θα τον επερίμενε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Συ το λες — όχι εγώ. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα εσύ τι λέγεις; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι κτήμα έχει; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα δε μου λες — γιατί με φορτώνεσαι, κύριε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αμ' εσύ, γιατί με φορτώνεσαι; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ, μα τι φωνάζεις έτσι; Κουφή είμαι; Επί τέλους, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τι
+θέλεις; . . . θέλεις πλούτος; . . . Μήπως, τάχα η Λύδοτσκα 'λίγα έχει; Καλέ τι
+απληστία είνε αυτή που έχεις; όλο θησαυρίζεις κι' όλο 'λίγα είνε. Φθάνει ο
+άνθρωπος νάνε καλός. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα είνε καλός να ιδούμε; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μπορώ να σου πω, πως είνε λαμπρός άνθρωπος. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Λαμπρός άνθρωπος! Μα ν' ακούσης που λέγουν, πως παίζει χαρτιά, πως
+κυλιέται μέσα στις λέσχαις, πως έχει χρέη . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μπορεί· μα ποιος δεν τάχει αυτά; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Με χρέη εγώ γαμπρό δεν κάνω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια; Αι, ψάξε λοιπόν να τον εύρης. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι να γείνη! θα ψάξω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Να ψάξης μόνος σου. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μόνος μου θα ψάξω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Την κόρη σου όμως θα την έχης στο ράφι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι να γείνη — ας κάθεται. Σε παραλυμένο άνθρωπο δε θα τήνε δώσω. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αι, και παραλυμένος είνε ο Μηχάηλο Βασίλειτς; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πάρε, κυρά μου, την αναπνοή σου. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι-ι-ί; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Την αναπνοή σου, λέγω, την αναπνοή σου πάρε. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι είν' αυτά, κύριε! Με κοροϊδεύεις; Αυτά που λες εγώ δεν τ' ακούω . . . και!
+</p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν τ' ακούς; . . . αυτά που λέγω εγώ δεν τ' ακούς; Άκουσε λοιπόν να σου πω:
+εσένα σου αρέσει, και της Λύδοτσκας της αρέσει, εμένα όμως δεν μου αρέσει —
+και δεν θα γείνη. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έτσι λοιπόν! Δεν τώλεγες τόση ώρα; αυτό είνε λοιπόν! Ώστε με ταις
+ιδιοτροπίαις σου θα κάμης δυστυχισμένο το κορίτσι σου! Νά πατέρας! είσαι λοιπόν
+εχθρός του παιδιού σου; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος είν' εχθρός; . . . εγώ είμ' εχθρός; . . . εγώ; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, συ, συ! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, συ είσαι! . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Όχι, συ! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, συ! . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Όχι, συ! . . . με δείχνεις με το δάκτυλό σου; </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Λύδοτσκα (εισέρχεται δρομέως). </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Θείτσα, Θείτσα! . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (μετά της ιδίας ορμής)</i></p>
+
+<p>Δεν υποφέρω, δεν υποφέρω πια! Κάμε, κόρη μου, όπως θες. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Τι είνε; τι τρέχει, μπαμπάκα; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (πραϋνθείς)</i></p>
+
+<p>Τίποτε, παιδάκι μου, να, με τη θεία σου μιλούσαμε . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (με νέαν ορμήν)</i></p>
+
+<p>Τι παιδάκι, μου κάθεσαι και λες; τι παιδάκι μου. Να πης στο παιδάκι σου τι
+έλεγες. . . . τι τα κατέβασες; . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εγώ, κυρά μου, δεν τα κατέβασα; δεν έχω να κατεβάσω. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Θείτσα μου, αγαπημένη μου θείτσα! σας παρακαλώ! . . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι με παρακαλείς, κυρά μου; Εγώ δεν είμαι καμμιά ανόητη . . . Τι στάθηκες
+λοιπόν, κύριε; Ερώτησέ την! Δε ξέρεις πως εκείνος περιμένει απάντησιν; </p>
+
+<p>(Η Λύδοτσκα παρατηρεί και τους δύο και αρχίζει να κλαίη). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Καλά· να την ερωτήσω: 'πέμου, Λύδα, θα παντρευθής χωρίς τη θέλησί μου;
+</p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΣΤΚΑ</i></p>
+
+<p>Εγώ, μπαμπάκα; Όχι! . . . Όχι! . . . ποτέ! . . . (ρίπτεται εις τον τράχηλον της
+Ατούγεφ). Θείτσα! βλέπετε; . . . (μέσω των δακρύων της). Εγώ, θείτσα, θα μπω σε
+μοναστήρι . . . θα πάγω στη γιαγιά μου . . . εκεί θα είμαι πιο καλείτερα . . . (κλαίει).
+</p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Στο μοναστήρι; Κύριε ελέησον! . . . τι έπαθες; . . . (την περιποιείται). Μα
+περίμενε, λοιπόν, θα σκεφθούμε . . . (της σπογγίζει τα δάκρυα). Μην κλαις . . . θα
+σκεφθούμε . . . Έλα, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ! τι έπαθες! . . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Κρετσίνσκης (εισέρχεται ταχέως). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ωχ, Θεέ μου! Ο Μηχάηλο Βασίλειτς! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αφελώς)</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, εχάσαμε το ιπποδρόμιον . . . (Διακόπτεται. Ο
+Μούρομσκης ψιθυρίζει τι εις την Λύδοτσκαν. Σιγά τη Ατούγεφ). Τι τρέχει; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Νά, όλο λέγει, πως θέλει να σκεφθή. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και σεις εθυμώσατε; <i>ΑΤΟΥΓΕΦ (διορθώνει τον κεφαλόδεσμόν της)</i></p>
+
+<p>Όχι, δεν είνε τίποτε. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς! Δεν μου λέγετε, τι συμβαίνει; . . . Επιτρέψατέ μου να σας
+ομιλήσω ειλικρινώς· αυτό είνε το καλείτερον. Εγώ είμαι ευθύς άνθρωπος· το
+πράγμα θα εξηγηθή απλούστερα και εις κανένα μας δεν θα κακοφανή. Άλλως τε
+ό,τι ειπήτε σεις εκείνο και θα γείνη. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α, — κάτι είχαμε μεταξύ μας· για κάτι άλλο πράγμα είχαμεν ομιλίαν. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρών όλους)</i></p>
+
+<p>Δι' άλλο πράγμα; α, δεν το πιστεύω . . . Εγώ φρονώ, ότι ο ευθύς δρόμος είνε και
+ο καλείτερος. Αυτός είνε ο κανών μου: εγώ ενεργώ απ' ευθείας. Χθες έκαμα
+πρότασιν εις την θυγατέρα σας, σήμερον το είπα εις την Άνναν Αντώνοβναν και
+τώρα ευρίσκομαι ενώπιόν σας. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα τούτο είνε τόσο δύσκολον, παρουσιάζει τόσας δυσκολίας, ώστε θα σας
+παρακαλέσω να μας δώσετε ολίγον καιρόν να σκεφθώμεν. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Κ' εγώ υπέθετα, ότι είχατε καιρόν να σκεφθήτε. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, τώρα μόλις η Άννα Αντώνοβνα μου ανήγγειλε . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα εγώ δεν ομιλώ περί αυτού· εγώ, είνε τώρα τόσοι μήνες που έρχομαι εις το
+σπήτι σας, — και είχετε καιρόν να σκεφθήτε . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, εγώ τίποτε δεν εσκέφθηκα. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Το σφάλμα δεν είνε ιδικόν μου, είνε ιδικόν σας· είσθε ελεύθερος να μη
+σκέπτεσθε, όταν ξεύρετε, ότι χωρίς κανένα ιδιαίτερον σκοπόν δεν ημπορεί ένας
+ευγενής άνθρωπος να πηγαίνη εις ένα σπήτι και να εκθέτη μίαν κόρην. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, βέβαια. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Διά τούτο θα σας παρακαλέσω να μη αναβάλλητε την απόφασίν σας. Κατ'
+αυτάς μου είνε απαραίτητον να αναχωρήσω. Περί τούτου έκαμα λόγον εις την
+Λυδίαν Πετρόβναν. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (αποφασιστικώς)</i></p>
+
+<p>Πώς να γείνη, αλήθεια δεν ηξεύρω. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι σας δυσκολεύει; η περιουσία μου; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ας πούμε και η περιουσία σας . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ!</i></p>
+
+<p>Μα σεις την βλέπετε: εγώ δεν ζω εις τα σπήλαια. Σταθήτε, εγώ θα φερθώ
+διαφορετικά: περί της προικός της θυγατρός σας δεν εξετάζω. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι να γίνεται λόγος για την προίκα της! εγώ μια κόρη την έχω. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Κ' εγώ μόνος μου είμαι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αυτά όλα τα παραδέχομαι, Μιχάηλο Βασίλειτς· αλλά, ξεύρετε εις όλας αυτάς
+τας υποθέσεις χρειάζεται, να ειπούμεν, θετικότης. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Να σας 'πώ και περί της θετικότητος: έχω αρκετά ιδικά μου η κόρη σας επίσης
+έχει αρκετά· αν προσθέσετε τα δυο αυτά αρκετά, το άθροισμα δεν ημπορεί ποτέ να
+είνε ανάγκη. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, βέβαια, όχι. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν δεν ζητείτε πλούτη; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, εγώ πλούτη δεν ζητώ. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τότε τι λοιπόν; Μήπως ηκούσατε ότι αι υποθέσεις μου δεν πηγαίνουν καλά;
+</p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Σας ομολογώ, ότι έγεινε τέτοιος λόγος. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και τίνος υποθέσεις, από όσους ζώμεν εδώ εις την Μόσχαν πηγαίνουν καλά; Τι
+περιουσίαν, παρακαλώ, εκάματε σεις ο ίδιος, αφ' ότου κατοικείτε εδώ; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Βλαστήματα! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πράγματι. Δι' ημάς τους νοικοκυρέους δεν υπάρχει χειρότερον πράγμα από το
+να ζώμεν εις τας πόλεις. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Είπατε μίαν μεγάλην αλήθειαν: δεν είνε χειρότερον από τας πόλεις. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εγώ φεύγω από την Μόσχαν. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πηγαίνετε στο κτήμα σας μήπως; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Στο χωριό, ναι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και σας αρέσει το χωριό μήπως; . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χειρονομών)</i></p>
+
+<p>Αι, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς. Έχετε το καλείτερον μέσον να κάμετε όλους που είνε
+γύρω σας να αγαπήσουν το χωριό! (λαμβάνει την Λύδοτσκαν εκ της χειρός).
+Αγαπώμεν ο ένας τον άλλον, πολύ αγαπώμεθα και το χωριό λοιπόν θα το
+αγαπήσωμεν. Θα μένωμεν μαζύ σας, δεν θα σας αφήσωμεν ούτε στιγμήν θα
+φροντίζωμεν μαζύ και θα ζώμεν ηνωμένοι. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Μπαμπάκα μου! αγαπημένε μου μπαμπά! . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ενθυμείσθε τι σας έλεγα προ ολίγου; — ο γέρος ο ασπρομάλλης με τον έγκονον
+— αι, λοιπόν εκείνος ο γέρος είσθε σεις. . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Μπαμπάκα μου, μπαμπάκα μου, — σεις είσθε. . . . (βαίνουσι προς αυτόν). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (οπισθοχωρών)</i></p>
+
+<p>Α, όχι, όχι, σταθήτε δα! Πώς είνε δυνατόν; . . . σταθήτε . . . εγώ δεν εσκέφθηκα .
+. . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τίποτε, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς, δεν έχετε πια να σκεφθήτε· αυτό ήτον της τύχης,
+το θέλημα του Θεού! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρών όλους και στενάζων)</i></p>
+
+<p>Ειμπορεί, πράγματι, να είνε θέλημα του Θεού! Αι, λοιπόν, ευλογητός ο Θεός!
+Ιδού, Μιχάηλο-Βασίλειτς, να το χέρι της, αλλά κυττάξετε καλά! . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Θα κρατήσετε το λόγο σας για τον ασπρομάλλη το γέρο; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (οδηγών προς αυτόν την Λύδοτσκα)</i></p>
+
+<p>Ιδού η εγγύησις. Αι, πιστεύετε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Να δώση ο Θεός! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Άννα Αντώνοβνα! (οδηγεί προς αυτήν την Λύδοτσκαν). Ευλογήσετέ μας και
+σεις. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Νά που δεν μ' εξέχασε κ' εμένα. (Πλησιάζει προς τον Κρετσίνσκην και την
+Λύδοτσκαν). Παιδιά μου! να είσθε ευτυχισμένοι. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (την φιλεί)</i></p>
+
+<p>Θείτσα μου, αγαπημένη μου θείτσα! Θεέ μου! Πώς κτυπά η καρδιά μου . . </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΈΦ</i></p>
+
+<p>Τώρα δεν είνε τίποτε, παιδί μου! είνε για καλό. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (πλησιάζει προς την Λύδοτσκα και την θωπεύει)</i></p>
+
+<p>Δεν θα κλαίης πια, αγάπη μου; αι; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, μπαμπάκα! πόσον είμαι ευτυχής! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Να ιδήτε, Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς, τι κτηνοτροφίαν θα κάμωμεν εις το
+Στρέσσνιεβο· θα ιδήτε πόσον θα καταγίνω. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά φαιδρότητος)</i></p>
+
+<p>Τι μου λέτε; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Σας βεβαιώ! Να μου θυμάσθε (ομιλεί δήθεν μυστικώ τω τρόπω)· Θα φέρωμεν
+ζώα από όλα τα μέρη, αγελάδες, βώδια . . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΣΤ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Νέλκην (εισέρχεται και σταματά εις την θύραν έκθαμβος) </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, μα το βώδι του εξωτερικού δεν αντέχει εις το κλίμα μας είνε πολύ
+λεπτοφυές. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φιλών την χείρα της Λύδοτσκας)</i></p>
+
+<p>Όχι, δεν είνε λεπτοφυές. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια, είνε λεπτοφυές. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (πλησιάζων εν σπουδή)</i></p>
+
+<p>Τι; Ποιο; ποιο είνε λεπτοφυές; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (στρέφεται προς τον Νέλκην)</i></p>
+
+<p>Το βώδι! </p>
+
+<p>(Καταπίπτει η αυλαία). </p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ</h4>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>Το οίκημα του Κρετσίνσκη. </p>
+
+<p>Πρωί. Σπουδαστήριον πολυτελώς διεσκευασμένον αλλ' εν μεγάλη αταξία·
+τράπεζαι, ορειχάλκινα σκεύη. Ένθεν της σκηνής γραφείον, εστραμμένον προς τους
+θεατάς· ένθεν δε τράπεζα. Ο Θόδωρος διευθετεί τα εν τω θαλάμω βραδέως. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Έ-ε-ε! καϋμένα παιδιά! (Στενάζει βαθέως και βραδέως). Είδες εκεί πράματα . . .
+ακούς, μωρ' εκεί πράματα . . . ποιος να το πιστέψη; Πάνε τώρα τέσσαρες ημέραις
+που δεν ανάψαμε φωτιά· κ' έχουμε τις κάμαραις κρύαις, αι, τι να γείνη· νά, που δεν
+ανάβομε . . . (μετά τινα σιωπήν) Και όμως σαν εζούσαμε στην Πετρούπολι, Χριστέ
+και Παναγίτσα μου! — πού βρίσκονταν εκείνα τα χρήματα. Τι τζόγος που γινότανε!
+. . . Μα αυτός 'ς ούλη τη ζωή τέτοιος δα ήτανε: οι παράδες γι' αυτόν ήταν άχυρα,
+σκύβαλα. Από την εποχή ακόμη που ήταν φοιτητής εγλεντούσε δυνατά, και άμα
+βγήκε από το πανεπιστήμιο, τότε δα ήτανε που πήρε δρόμο· πήρε δρόμο σαν
+ανεμοστρόβιλος! Γνωριμίαις, κόντιδες, πρίγκηπες, φίλοι, ξεφαντώματα, τζόγος. Και
+χωρίς αυτόν ούλη η νεολαία δε μπορούσε τίποτε να κάνη. Τώρα, με τις γυναίκες —
+τα ίδια πάλι . . . Τόσαις χιλιάδες πέρασαν από τα χέρια του που χάνει κανείς το νου
+του να ταις λογαριάση! τι διάβολο του βρίσκουν δε μπορώ να καταλάβω· μα δεν
+τον αφίνουν, αδερφέ, ήσυχο. Η μια με γράμμα, η άλλη με ραβασάκι, η άλλη με
+κάθε λογής μπιλιετάκια, κι' άλλαις έρχονται η ίδιαις αυτοπροσώπως. Και γίνεται
+πια του Κουτρούλη το πανηγύρι· άλλαις τον ζητούνε, άλλαις τον ερωτεύονται,
+άλλαις τον ζηλεύουνε κι' άλλαις τον οχτρεύονται. Και ήτανε μια τέτοια, — μα τι
+πράμα ήτανε. — Είχε παρά με ουρά και, μπορώ να πω, από ταις πιο ώμορφαις·
+ακούς, μια ώρα να στέκεται μπροστά του γονατιστή, ναι, μα το Θεό! και πλούσια; . .
+. και να του φιλεί τα χέρια σαν νάταν καμμιά σκλάβα. Ό,τι ήθελε την έκανε. Η
+κακομοίρα! Και χρήματα; . . . μα μπορούσε να του ζυγίση τρεις φορές τον εαυτό της
+με χρυσάφι! Όχι, λέει, εγώ τα γυναικεία χρήματα δεν τα θέλω· αυτά τα χρήματα,
+λέει, εμένα δε μου χρειάζονται. Σφίγγει το γρόθο του — δυνατός άνθρωπος — εγώ,
+λέει, θ' αποκτήσω χρήματα· εγώ, λέει, θέλω να γλεντίσω! και του δίνει δρόμο!
+Μαζεύει-μαζεύει, κ' έπειτα πέρνει δρόμο το γλέντι, που βλέπεις και σε πιάνει
+τρόμος· τα ξοδεύει ίσα με το τελευταίο του λεπτό . . . Εχτίκιασε η κακομοίρα και
+πάει στο καλό, μα το ναι. Είπανε, πως πέθανε στην Ευρώπη. Είχε, είχε, μάτια μου,
+και τι δεν είχε . . . Και τώρα — τι να πης; . . Και κτήμα είχε μα — φιου! πάει — πάει.
+Πουλήσαμε τ' άλογά μας, τ' ασημικό το δώσαμε προ πολλού· και σε μερικά ρούχα
+πια εβάλαμε χέρι . . . Σωστή καταβόθρα, βρε αδερφέ! μας πήρε και μας εσήκωσε.
+Ούλοι οι καλοί σύντροφοι, 'κείνοι που 'παιζαν άφοβα, ετραβήχθηκαν και μας
+φορτώθηκε στο σβέρκο αυτός ο Ρασπλιούγεφ. Και τι μπορεί να βγη απ' αυτόν; που
+λέγει ο λόγος, αυτός ούτε δυο γαϊδάρων άχερα δε ξέρει να μεράση . . . (Κτύπος
+κώδωνος). Νά! πρωί τόνε θες, βράδυ τόνε θες· τάγιζέ τονε, ετοίμαζέ του τις
+τράπουλες, σαν να νοιώθη τάχα. «Εγώ, φίλε μου, δε μπορώ, εγώ, λέει, παίζω σε
+τέτοια συντροφιά». Και τι συντροφιά; . . . Εχτές επήγε κάπου, επήρε δύο
+τράπουλαις, δηλαδή τις πιο διαλεγμέναις . . . Αι, ίσως να δούλεψαν . . . Να δώση ο
+Θεός! . . . (Κτύπος κώδωνος). Αΐχ, εχ, εχ, εχ! Ας πα να του ανοίξω. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ρασπλιούγεφ και Θόδωρος. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(ατημέλητος, τεταραγμένος, φορών τσαλακωμένον πίλον) </p>
+
+<p>Τι, ούτε μέσα δε θέλεις να μ' αφήσης πια να μπω; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Με συγχωρείς, Ιβάν Αντώνιτς, δεν άκουσα. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(βαίνει κατ' ευθείαν εις το προσκήνιον και σταματά σύννους) </p>
+
+<p>Αι, ζωή κι αυτή! </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ (κατ' ιδίαν)</i></p>
+
+<p>Δεν έχει κέφι. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αι, Θεέ μου, Θεέ μου! τι ήταν εκείνο; Μωρέ τι ήταν εκείνο;! Το κεφάλι μου,
+πιστεύετε; Νά-ά . . . (δεικνύει με τας χείρας του). Χρήματα . . χαρτιά . . . τύχη . . .
+κέρδη . . . ένα φοβερό ντελίριο! . . . Ζωή . . . Ήτανε καιρός που είχα κ' εγώ το δικό
+μου, μα μου τώφαγαν 'πανάθεμά τους . . . μ' ερήμαξαν . . . Τώρα . . πτωχός και
+πένης ειμί εγώ! . . . </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ (πλησιάζει προς τον Ρασπλιούγεφ)</i></p>
+
+<p>Τι έγεινε, Ιβάν Αντώνιτς, επαίξατε; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τον παρατηρεί επί μακρόν)</i></p>
+
+<p>Επαίξαμε, — αι, ας πούμε πως επαίξαμε! . . . (κάθηται) ώωώχ, άι, άι, άι! Θεέ
+μου Θεέ μου! . . . </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μα τι επάθατε; Μήπως συνέβη τίποτε; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(παρατηρήσας αυτόν εις τους οφθαλμούς και πτύσας) </p>
+
+<p>Τφου! . . . νά, αυτό συνέβη! (σιγώσι). Αι, τι να γείνη! Εγώ φταίγω. . . . άλλαξα
+την τράπουλα . . . μ' ετσάκωσαν . . . Αι, α, ω, ω κ' επήρε δρόμο! . . . Και τούτη σου'
+χω, και 'κείνη σου χαρίζω . . . Αι, πάρε της χρονιάς σου δα και τράβα! . . . Τι ήταν
+εκείνο; Με αναισθησία! Βλέπω, πως εδώ είν' άσχημη δουλειά: οι φίλοι άρχισαν να
+θυμώνουν, να σπρώχνουν τότε κ' εγώ το κόβω λάσπη . . . τον Σεμιπάδωφ τόνε
+ξέρεις; . . . </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Δεν τόνε καλοθυμούμαι! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μια θεοήλατη, τόση δα μούρη, (δεικνύει θεοήλατη μούρη) Και μήπως έπαιζε; .
+. Και νά σου τον και σηκόνεται τεντωμένος από το τραπέζι και ανασκουμπόνεται.
+«Σταθήτε, λέει, να τον αρχίσω στις γροθιές» Κ' ένας γρόθος τέτοιος δα! (δεικνύει
+τον όγκον του γρόνθου του). Και καθώς πέρνει δρόμο! Θεέ και Κύριε, τι ήταν
+εκείνο! . . . «Εγώ, λέει, να σου τόνε κάνω τ' αλατιού», (ανατείνει τας χείρας του) Και
+μ' εδιόρθωσε . . </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ (συμβουλευτικώς)</i></p>
+
+<p>Κυρ-Γιάννη! Κυρ-Γιάννη! Τα χαρτιά πρέπει να μάθετε πρώτα να τα παίζετε.
+Είδες που την επάθετε! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και τάμαθα . . . Δεν υπάρχει σκυλί που να μπόρεσε να υποφέρη τέτοιο ξύλο·
+αυτό πια δεν είνε μάθημα· — αυτό είνε κακούργημα μέρα μεσημέρι. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Χμ . . . μέρα μεσημέρι; . . . Χώνεστε μέσα στ' αλλουνού την τσέπη και θέλετε να
+μη σας τις βρέξουν: όποιος και νάνε θα σας τις βρέξη . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μωρέ μα τι δύναμι ήταν εκείνη! Ε-ε! . . . Έτυχε να βρεθώ άλλοτε μέσα σε
+τέτοιαις μπερδεψοδουλειαίς μα, να σου πω, τέτοιο ξύλο δεν το περίμενα. Καμμιά
+φορά μπορούσες κ' έδινες και ρέστα κ' έπεφτες και με τη μούρη, γιατί η μούρη είνε
+το πρώτο πράγμα που βρίσκει κάτω! . . . Χθες όμως ήταν διαφορετικά τα
+πράγματα! (Εκ της πλαγίας, θύρας φορών κοιτωνίτην, αναφαίνεται ο Κρετσίνσκης.
+Ο Ρασπλιούγεφ δεν τον παρατηρεί). </p>
+
+<p>Αυτός, φαίνεται, πως έχει δικό του τρόπο· δε χτυπά ταις γροθιαίς κατεβαταίς, π'
+ανάθεμά τονε, αλλά μπιχταίς, κατ' ευθείαν μες στη μούρη . . . Μα έννοια σου και σ'
+αυτό δε με πιάνεις, σ' αυτό εγώ είμαι μάνα· εγώ πολλαίς φοραίς και δέκα 'μέραις
+εκαθόμουνα με τη μούρη χωμένη στη γωνιά, χωρίς δουλειά και χωρίς τον
+επιούσιον με κάτι φανάρια, να . . . (Δεικνύει τους οφθαλμούς του) ώστε αυτή τη
+δουλειά τήνε ξέρω . . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω, και Κρετσίνσκης. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(πλησιάζει προς τον Ρασπλιούγεφ και τον παρατηρεί επισταμένως). </p>
+
+<p>Έχασες πάλι; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ποιος — εγώ; πού το καταλάβετε; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Το ακούω. Μη μου κάνεις τον έξυπνο, κλούβιο κεφάλι! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Γιατί είμαι κλούβιο κεφάλι; Γιατί με βρίζετε κάθε μέρα; Θεέ μου, τι ζωή είν'
+αυτή; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ανάξιε άνθρωπε, χαμένο κορμί! Στο γουδί αέρα κοπανίζεις, (μετά τινα σιωπήν)
+Δεν αξίζεις ούτε το ψωμί που τρως! Έβγαλες το ψωμί σου, αι; κτήνος! Μπας και
+θαρρείς πως σε διατηρώ από φιλανθρωπία; Μήπως σου πέρασε η ιδέα, πως είμαι
+μέλος καμμιάς φιλανθρωπικής εταιρίας; Εγώ, για το ψωμί που τρως θέλω χρήματα
+τ' ακούς; Φέρε μου λοιπόν! Διάβολε! καταλαβαίνεις; Τι μου κρέμασες τα μούτρα
+σου; Πες μου, πού ήσουνα χθες; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα-α-α λίστα! εγώ . . . πώς . . να εδώ . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Χρήματα έφερες; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Όχι, δεν έφερα. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δόσε μου λοιπόν, τι επήρες προχθές για το παιγνίδι. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ανοίγων τας χείρας του)</i></p>
+
+<p>Τάχασα, όλα τάχασα! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πώς τάχασες! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μου τα πήραν, όλα μου τα πήρανε! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διακόπτων)</i></p>
+
+<p>Βλάκα! . . . το βλέπω, και τα χρήματα σου πήραν και σου τις έβρεξαν!
+(Θυμωμένος) Αχ! να σ' αρπάξη κανείς και να σε ζγουρίση σα χταπόδι. </p>
+
+<p>(Περιπατεί ανήσυχος εις το δωμάτιον). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (με παράπονον)</i></p>
+
+<p>Μην ανησυχείτε, Μιχάηλο Βασίλειτς, και μ' έχουνε ζγουρισμένον για καλά!
+Φθάνει αυτό! Μωρέ δύναμι που σου την έχει! Εγώ, λέει, με μποξ τόνε διορθόνω! . .
+. Χμ! . . . με μποξ! (Ο Κρετσίνσκης περιπατεί σύννους. Σιγή). Δε μου λέτε αλήθεια,
+Μιχάηλο Βασίλειτς, τι είνε αυτό το μποξ; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Συ πρέπει να το ξέρης. Νά, (κάμνει κίνησιν διά της χειρός) αυτό είνε το μποξ,
+Ιβάν Αντώνιτς . . αγγλική εφεύρεσις. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (χειρονομών)</i></p>
+
+<p>Αυτό λοιπόν είνε το μποξ! . . . αγγλική εφεύρεσις! . . Αχ, Θεέ μου! (κινών την
+κεφαλήν του). Ακούς εκεί; . . . Και οι άγγλοι είνε πολιτισμένος λαός, δεινοί
+θαλασσοπόροι . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πρέπει νάβρω χρήματα! Χωρίς άλλο, με κάθε τρόπο, πρέπει νάβρω χρήματα και
+χρήματα! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (απαθώς) Εγώ δε ξέρω, Μιχάηλο Βασίλειτς, εγώ ούτε
+έχω</i></p>
+
+<p>χρήματα ούτε μπορώ ναύρω. (Σκέπτεται, αίφνης ανατείνει την κεφαλήν του).
+Αυτό δεν το επερίμενα!. . . . (σηκώνει τον δάκτυλόν του) Οι Εγγλέζοι . . . .
+πολιτισμένος λαός . . . θαλασσοπόροι . . αι; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξακολουθεί βαδίζων)</i></p>
+
+<p>Πώς είπες; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Λέγω, πολιτισμένος λαός, οι Εγγλέζοι! αι; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα συ βλέπω τάχεις ολότελα χαμένα. Του 'μιλείς για δουλειά, κι' αυτός, ποιος
+διάβολος ξέρει τι κάθεται και ψάλλει! Άκουσε! είμαι έως εδώ, ως το λαιμό· θέλω
+χρήματα, χρήματα, μ' ακούς; Πήγαινε να μούβρης, όπως 'μπορέσης. Όλον μου το
+μέλλον, όλη η ζωή μου, όλα, όλα κρέμονται από τρεις χιλιάδες ρούβλια. Πήγαινε να
+μου φέρης. Ακούς; πώλησε τη ψυχή σου . . . τι λέγω ψυχή . . . κλέψε και φέρε μου!!
+Πήγαινε στου Μπεκ, στου Συρέγγελ, στου Στάρωφ, 'ς όλους τους εβραίους: δόσε
+τόκο όσο θέλεις . . . βάλε και για εκατό ακόμη χιλιάδες, φέρε μου όμως χρήματα!
+και κύτταξε καλά, με αδειανά χέρια να μη φανής εμπρός μου, γιατί θα σε πνίξω σαν
+τη κόττα . . . Να βρεθούν . . . Ιδού περί τίνος πρόκειται· παντρεύομαι την κόρη του
+Μούρομσκη . . . ξέρεις! Νύφη πλουσία. Χθες εδόθη ο λόγος και μετά δέκα ημέρας
+γίνονται οι γάμοι. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (έκθαμβος)</i></p>
+
+<p>Μιχ . . Μιχ . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Καλέ τι λέτε; . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Έχω στα χέρια μου χίλιους πεντακόσους δούλους· — και τούτο ισοδυναμεί με
+ενάμισυ εκατομμύριο, — και διακόσες χιλιάδες καθαρώτατο κεφάλαιο. Μ' αυτό το
+ποσόν μπορεί να κερδίση κανείς δύο εκατομμύρια! και θα κερδίσω, — θα τα
+κερδίσω χωρίς άλλο θα κάμω κολοσσαίαν περιουσίαν κ' ετελείωσε· ησυχία, σπίτι,
+κουτή γυναίκα και ήσυχα και καλά γηρατειά. Εσένα θα σου δώσω διακόσες
+χιλιάδες . . . περιουσία για πάντα, ζωή χαρισάμενη, γεύματα, τιμαίς, γνωριμίαις,
+όλα. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(υποκλίνεται, τρίβει τας χείρας του και γελά). </p>
+
+<p>Διακόσες χιλιάδες . . . γεύματα . . . Ε-ε-ε . . . Μιχ . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αλλά γιαυτά χρειάζονται χρήματα· πρέπει να τραβήξωμε το σχοινί μας καμμιά
+δεκαριά 'μέραις ακόμη. Χωρίς τας τρεις χιλιάδας εγώ αύριον ρίχνω το κανόνι! Ο
+Στσέπνιεφ, ο Γαλτ θα μου κοινοποιήσουν αγωγήν, θα το ειπούν στη λέσχη, θα
+γραφή τώνομά μου στον πίνακα, — και τότε χάνεται το παν! . . . εκατάλαβες; . . .
+(τον αρπάζει λυσσαλέως εκ του περιλαιμίου) εκατάλαβες τι σφίξι, τι δίψα έχω γι'
+αυτά τα χρήματα; Σώσε με! . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς! Μάτια μου! Μ' αυτά σου μοναχά τα λόγια δυνάμωσαν τα
+κόκκαλά μου . . Πάω, πάω . . άι-άι-άι . . . (Αρπάζει την κεφαλήν του.) Παναγία μου .
+. . (Φεύγει.) </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(Μόνος, περιπατών εν τω δωματίω). </p>
+
+<p>Αι! νομίζω πως αυτή τη δουλειά θα την τελειώση· εις αυτά, μπορώ να πω, είνε
+επιτήδειος — μπορεί να φέρη άνω κάτω όλην την πόλιν. Αυτοί οι αλιτήριοι εμένα
+με ξεύρουν . . Είνε δυνατόν να μην εύρη; αι; . . . Θεέ μου! πόσον είναι αναγκαία
+καμμιά φορά τα χρήματα! . . . (Κινεί τους δακτύλους του.) Υπάρχουν κάποτε κάτι
+στιγμαί εις τον βίον, που εντελώς όλα, εννοείς . . . (Σκέπτεται.) Και αν δεν
+ευρεθούν; αν ο Ρασπλιούγεφ δεν φέρη ούτε λεπτόν; αι; αν αυτό το χορταστικό
+εκατομύριο μου ξεφύγη από το αγγίστρι για ένα τέτοιο τιποτένιο ποσόν τριών
+χιλιάδων ρουβλίων, αφού όλα πια είνε καμωμένα, ψημένα, τηγανισμένα . . που δεν
+μένει άλλο παρά ν' ανοίξης το στόμα να τα χάψης . . Λιγόνει η καρδιά τ' ανθρώπου .
+. . (Σκέπτεται.) Άσχημα έκαμα, που τώρα τελευταίως έμπλεξα με ένα τέτοιον
+παληάνθρωπο· απ' αυτόν εκτός από αηδίας και δυσαρεσκείας τίποτε άλλο δεν
+πρέπει να περιμένη κανείς. Να σου πω όμως άνθρωποι δα κι' αυτοί οι ξιπασμένοι
+μεγαλοαφεντάδες· άρχησαν να μ' αποφεύγουν χμ, φαίνεται πως το μυρίσθηκαν! . .
+. Είνε καιρός πλέον να τελειώση ή ν' αλλάξη αυτή η σκηνογραφία . . . Και νά,
+θαρρείς πως επίτηδες εβγήκε 'μπρός μου αυτή η ευλογημένη οικογένεια του
+Μούρομσκη. Ένας μωρός γύρος βαλς συνδέει την πλέον αχρειοτέραν
+ερωτοτροπίαν. Η υπόθεσις διεξήχθη με αρκετήν τόλμην· χθες εδόθη ο λόγος και
+μετά δέκα ημέρας είμαι παντρεμένος! Κάμνω, καθώς λέγουν, καλό γάμο! Έχω
+σπίτι, θέσιν εις την κοινωνίαν, φίλους και θαυμαστάς — ένα σωρό . . . (Περιχαρής).
+Αλλά τι τζόγος έχει να γείνει, τι τζόγος! Με διακόσαις χιλιάδες μπορώ να κερδήσω
+βουνό χρυσάφι! . . . Τι; δεν ημπορώ; Βέβαια 'μπορώ! Θε να 'γδύσω κυριολεκτικώς
+όλους αυτούς τους χορτασμένους! Στο σπίτι όμως αυτού του γέρο ξεκουτιάρη δεν
+έχω σκοπό να κατοικήσω. Ευχαριστώ πολύ! Την Λύδοτσκαν πρέπει να την
+περιλάβω δυνατώτερα στα χέρια μου, να της κάμω, που λέγουν, καλό δασκάλεμα,
+να την τυλίξω σαν κουβάρι, που να μη βγάζη άχνη· γιατί αυταίς η άχναις εμένα . . .
+δεν μ' αρέσουν τόσο . . . Ας είνε, αυτό δεν είνε και δύσκολο πράγμα. Κι' αυτή η
+Λύδοτσκα, δε ξεύρεις τι διάβολο είνε! μια νερόβραστη γογγύλα, ένα μηδέν! . . . κ'
+εγώ τραβώ για την Πετρούπολι! Εκεί είνε ο τζόγος! Εδώ τι παίζουν; ευτελή,
+μηδαμινά πράγματα . . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΘΟΔΩΡΟΣ (εισέρχεται).</i></p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς! ο έμπορος Στσέμπνιεφ . . . Προστάζετε να τον αφήσω
+νάμπη μέσα; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Νά και η πραγματικότης! Κουτέ! ας του έλεγες πως δεν είμαι σπίτι. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Δε 'μπορώ, Μιχάηλο Βασίλειτς! Δεν τους ξέρετε τι άνθρωποι είνε αυτοί; —
+'μπορεί να καθίση να περιμένη με την ησυχία του στην πόρτα οκτώ ώραις, — γι'
+αυτόν το ίδιο είνε. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Καλά, ας έλθη. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Στσέμπνιεφ και Κρετσίνσκης. </p>
+
+<p>(Ο Στσέμπνιεφ είν' ενδεδυμένος κατά τον συρμόν, με παχυτάτην άλυσιν
+ωρολογίου, με βελούδινον δικτυωτόν γελέκον και πανταλόνι καρέ). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ραθύμως)</i></p>
+
+<p>Καλημέρα, Τιμοφέη Τυχομίριτς! </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Τα σεβάσματά μου, Μιχαήλο Βασίλειτς; είσθε καλά; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Κάποια μικρά αδιαθεσία . . . </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Κανένα μικρό κρυολογηματάκι; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Φαίνεται . . </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Από το χθεσινό τζόγο έχω ένα μικρό λογαριασμουδάκι· αν έχετε την
+ευχαρίστησι να μου το πληρώσετε . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα δεν σας είπα χθες πως θα τα φέρω ο ίδιος; </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, έχετε δίκηο, Μιχάηλο Βασίλειτς· αλλά ξεύρετε έχω ανάγκην από χρήματα.
+Κάμετέ μου τη χάρι να με πληρώσετε. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια, στην τιμή μου, σας λέγω, τώρα χρήματα δεν έχω. Περιμένω από
+στιγμής εις στιγμήν και θα σας τα φέρω χωρίς άλλο, μείνατε ήσυχος. (Σιγή). Αι, τι
+γίνεται στη λέσχη; </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα . . . τίποτε. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος έπαιξε ύστερ' από 'μένα; </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα . . . όλο και οι ίδιοι. Λοιπόν, δεν μου κάμνετε την χάρι, Μιχάηλο Βασίλειτς.
+</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα είσθε περίεργος άνθρωπος· πήτε μου, στο Θεό σας, ημπορώ να σας
+πληρώσω αφού δεν έχω χρήματα; Σας λέγω, πως δεν έχω. Από τον τοίχο θενά τα
+κόψω; </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Πάει καλά . . όπως αγαπάτε . . . όπως αγαπάτε . . λοιπόν να μη σας κακοφανή,
+Μιχάηλο Βασίλειτς αν σήμερον . . . δηλαδή . . . στη λέσχη . . καταχωρήσουμε στο
+βιβλίο . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πώς εις το βιβλίον; δηλαδή εις το βιβλίον θα το καταχωρήσετε; </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα . . . Μα αυτό πλέον έτσι γίνεται συνήθως. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πώς συνήθως; Δηλαδή να καταισχύνετε έναν άνθρωπον, να τον εξοντόσετε . .
+Μα αυτό θα το μάθη σήμερον όλη η λέσχη, και αύριον όλη η πόλις! . . . </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα βέβαια. Είνε πράγμα συνηθισμένον. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Συνηθισμένον διά σας, όχι όμως και δι' εμέ. Εγώ πάντοτε ήμην τίμιος και
+ακριβής εις την πληρωμήν των χρεών μου, και από σας, μάλιστα, από σας, κύριε,
+είχα να λαμβάνω τόσες φοραίς και επερίμενα και τρεις μήνας χρήματα.
+Ενθυμείσθε; </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Δεν λέγω όχι. Εμείς σας είμεθα πάντοτε ευγνώμονες. Τώρα όμως μην
+ταράττεσθε και κάμετέ μου τη χάρι να με πληρώσετε. Διαφορετικά . . . τι να γείνη;
+η ανάγκη . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα τι ανάγκη; Σταθήτε . . . μήπως θα χάσετε το δικαίωμα να με γράψετε εις το
+βιβλίον αύριον ή μεθαύριον; Δεν το χάνετε . . . </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Αυτό βέβαια. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τότε λοιπόν γιατί σώνει και καλά σήμερα; </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Αυτό, βλέπετε, απαιτεί η τάξις: όποιος δεν πληρώνει — εγγράφεται εις το
+βιβλίον. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα τι είν' αυτά, βρε αδελφέ; Μήπως αρνούμαι εγώ να πληρώσω; Εγώ σας
+παρακαλώ μονάχα να μου κάμετε την χάριν να περιμένετε δύο — τρεις ημέραις.
+Μήπως κ' εγώ δεν σας επερίμενα τρεις μήνες. </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΣΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Αυτό είν' αλήθεια . . πράγματι αυτό έτσι είνε, τώρα όμως Μιχάηλο Βασίλειτς,
+αλήθεια, προστάξετε να σας παρουσιάσω τον λογαριασμόν. Έχω ανάγκην, σας
+βεβαιώ! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα τι διάβολο λοιπόν — πέτρα είσθε; Ήλθατε επίτηδες να μου κάμετε τον
+παλαβό και δε μπορώ να σας χώσω στην κεφαλή σας, ότι τώρα, αυτή τη στιγμή,
+χρήματα δεν έχω και να σας πληρώσω δεν ημπορώ! . . . Είνε αδύνατον! (πλησιάζων
+προς τον Στσέμπνιεφ) Εκαταλάβατε; . . </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Γιατί ερεθίζεσθε, Μιχάηλο Βασίλειτς; Αυτά είνε συνηθισμένα πράγματα . . .
+(υποκλίνεται). Όπως αγαπάτε . . . (σιωπήσας, αποχαιρετίζει και αποσύρεται προς
+την θύραν). Δούλος σας! . . . Εντούτοις απόψε που θα πηγαίνω στη λέσχη, θα
+περάσω απ' εδώ, και σεις πια κάμετέ μου τη χάρι να τα ετοιμάσετε. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι να ετοιμάσω; </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Δηλαδή, λέγω τάχα για τα χρήματα. Δούλος σας. (Θέλει να φύγη). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΛΗΣ (τον λαμβάνει ταχέως εκ της χειρός)</i></p>
+
+<p>Σταθήτε! Έτσι δα δεν κάνουν. Εγώ εκάθησα να παίξω μαζύ σας, με την ιδέαν
+πως έχω να κάμω με ένα άνθρωπον καθώς πρέπει. Ο καθώς πρέπει άνθρωπος,
+κύριέ μου, χωρίς ανάγκη δεν πνίγει τον άλλον, χωρίς μεγάλη ανάγκη δε σκοτώνουν,
+αδελφέ τον άλλον. Γιατί λοιπόν σεις με πνίγετε; γιατί; Τι σας έκαμα; λέγετε λοιπόν,
+τι σας έκαμα; </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Όπως αγαπάτε. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γλυκέως) Ακούσατέ μου. Μα αν δεν είχατε και σεις</i></p>
+
+<p>χρήματα όπως εγώ — αι τότε θα άλλαζε το πράγμα· σεις όμως, σεις είσθε,
+κεφαλαιούχος, σεις τοκίζετε χρήματα· σεις τώρα δεν έχετε απ' αυτά ανάγκη· μήπως
+εγώ σας έκαμα ποτέ τίποτε; κ' εγώ είχα να λάβω άλλοτε από σας, τότε που σεις τα
+ετοκίζατε. </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι λέτε! μπα . . μπα! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν πρόκειται τώρα περί αυτού, αλλά γιατί με στενοχωρείτε έτσι αλύπητα! μου
+κτυπάτε κατακέφαλα . . . γιατί; . . . </p>
+
+<p><i>ΣΤΣΕΜΠΝΙΕΦ</i></p>
+
+<p>Τα ημέτερα σεβάσματα, Μιχάηλο Βασίλειτς </p>
+
+<p>(Στενάζει, υποκλίνεται και διολισθαίνει ηρέμα). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ζ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (οπίσω του)</i></p>
+
+<p>Τσιφούτη! (μετά μικρόν). Θα με γράψη! Δεν τώχει τίποτε να με γράψη· θα
+γράψη με τα τσιφούτικά του χέρια τώνομά μου στο βιβλίο και θα βροντήξη σαν
+κανονιά μέσα στη Μόσχα η είδησις! και τετέλεσται, το παν τετέλεσται! Ο γάμος
+μου ματαιόνεται κι' απ' αυτό το καταραμένον εκατομμύριον θα μείνη στάχτη και
+καπνός, η καρηβαρία της μέθης και η μανία . . ναι, η μανία! . . (σταυρόνων τας
+χείρας του) Αι, ομολογώ, δεν θα εσυμβούλευα εγώ . . . (κάμνει χειρονομίαν
+αδιαφορίας) Μωρολογήματα και μικρολογήματα! . . . Να μην ευρεθώ εις θέσιν να
+πάρω τα μπαγάγια μου στον ώμο και το κόψω λάσπη από 'δώ για να προλάβω την
+απόχη του δικαστικού κλητήρος . . . (συλλαμβάνει το περιλαίμιόν του, μετά μικράν
+σιγήν). Αγύρτης, αι; φου! . . . ανυπόφορον!! . . . (εκβάλλει τον κοιτωνίτην του)
+πνίγομαι! . . . (άρχεται βαδίζων τεταραγμένος). Το παν, εξαρτάται τώρα από τον
+Ρασπλιούγεφ . . αι; . . (κάθηται εις το γραφείον, λαμβάνει φύλλον χάρτου και
+γράφει δια μολυβδίδος). Ας λογαριάσω, τι και τι μας χρειάζεται; . . Εκεινού χίλια
+πεντακόσια, καλά· εκεινού (δεικνύων προς την θύραν) — χίλια διακόσια. Τώρα
+εκείνου του λύκου — χωρίς άλλο χίλια: να μπουκωθή το πεινασμένο του λαρύγγι,
+γιατί, βλέπεις, γαυγίζει . . . χα-χα! Να-ά ένα λαρύγγι . . . έπειτα κάτι μικρά — καμμιά
+πεντακοσαριά . . εξακοσαριά (λογαριάζει). Κ' εδώ, μάτια μου, χρειάζονται χρήματα
+και χρήματα. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ (εις την θύραν)</i></p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς, ο αμαξάς ήλθε! θέλει, λέει, χρήματα. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ζβερκιαίς! . . . (εξακολουθεί λογαριάζων) δηλαδή, με άλλους λόγους, τρεις
+χιλιάδες ρούβλια — σαν να μην είνε τίποτε: σταγών εν τω ωκεανώ . . . Και ο γάμος,
+ο γάμος! Και πώς θα τον κάμω τον γάμον, που εδώ χρειάζονται έξοδα,
+αναπόφευκτα έξοδα! . . . Σε κάθε βλάκα να δίνης δώρα· κάθε ζώο τετράποδο σου
+ζητεί φιλοδώρημα. Έρχονται έπειτα τα μπουκέτα, τα κουφέτα, κάθε λογής
+κουταμάρες, κάτι ανόητα κάνιστρα . . μια ατελείωτη μωρία . . . και όλο χρήματα,
+όλο χρήματα! . . . (σκεφθείς) Χρήματα. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ (εισέρχεται)</i></p>
+
+<p>Μιχάηλο Βααίλειτς, η πλύστρα ήλθε: θέλει χρήματα. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λογαριάζων)</i></p>
+
+<p>Ζβερκιαίς! </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς, νά κι' ο ξυλάς, στέκει κι' αυτός δύο ώραις </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανεγείρων την κεφαλήν του)</i></p>
+
+<p>Μα δε μου λες — ετρελλάθης, αι; Δε νοιώθης; Τι έρχεσαι και με ενοχλής για
+τιποτένια πράγματα; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Όπως αγαπάτε! Μάλιστα, άλλα μέσα δεν υπάρχουν . . Εγώ πια με κάθε τρόπο . .
+</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανεγειρόμενος εκ της καθέκλας)</i></p>
+
+<p>Λοιπόν! </p>
+
+<p>(Ο Θόδωρος εξαφανίζεται. Εις τον προθάλαμον ακούεται θόρυβος φωνών, τα
+πατήματα ολονέν παύουν. Σιγή). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Η'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ρασπλιούγεφ (εισέρχεται, στρέφεται κατ' ευθείαν προς την γωνίαν, αποθέτει τον
+πίλον του και εξάγει τα χειρόκτιά του). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(Εγείρεται, τον παρατηρεί μετά προσοχής, ακολούθως στρέφεται βραδέως,
+σταυρόνει τας χείρας του και βλέπει εις την πλατείαν). </p>
+
+<p>Νά! . . . Αμ' εγώ τώξευρα! (Κύπτει την κεφαλήν). Ορίστε! . . . (ανορθεί την κόμην
+του). Ορίστε! . . . </p>
+
+<p>(Πλησιάζει βραδέως τον Ρασπλιούγεφ με συνεσφιγμένους γρόνθους· εκείνος
+οπισθοχωρεί προς τα παρασκήνια, ο Κρετσίνσκης τον συλλαμβάνει εκ του
+περιλαιμίου δι' αμφοτέρων των χειρών). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (δειλιάσας)</i></p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς, σταθήτε . . . ζητούν ενέχυρον . . . ενέχυ . . . </p>
+
+<p>(Ο Κρετσίνσκης αρχίζει να τον σείη εμπρός οπίσω). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διακεκομμένως)</i></p>
+
+<p>Μα . . . δε σου είπα εγώ . . . να μούβρης . . . χρήματα; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ενέχυρο . . . ενέχυρο . . (συστέλλεται η αναπνοή του). Μιχ . . . Μιχ . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δε σου είπα, κακούργε, δε σου είπα να πα να κλέψης . . . (οργίλως) να
+ληστέψης!!! (τον σφίγγει) και να μου φέρης χρήματα! . . . </p>
+
+<p>(Ο Ρασπλιούγεφ φωνάζει· ο Κρετσίνσκης τον σπρώχνει επί του καναπέ και
+σταματά με παρηλλαγμένον πρόσωπον εις την γωνίαν της σκηνής). Ακούς εκεί; . . .
+δεν ηύρε λέγει, χρήματα! ψέματα λέγει! . . . Εις όλα τα σπίτια υπάρχουν χρήματα!
+χωρίς άλλο υπάρχουν . . . αρκεί να μάθη κανείς πού τάχουν . . πού να ψάξη . . .
+(διαλογίζεται και κινεί τα δάκτυλα του) χμ! πού τάχουν κρυμμένα . . . πού είνε
+κρυμμένα . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(εγείρεται βραδέως εις τους πόδας του και εξετάζει τον επενδύτην του). </p>
+
+<p>Ορίστε! . . . (αναζητεί επί του δαπέδου το κομβίον του). Ώστε κατά τα
+φαινόμενα σε εικοσιτέσσαρες ώραις μέσα — δυο ξυλοφορτώματα. Αυτή δεν είνε
+ζωή (εγείρει το κομβίον), έτσι δα ούτε σκυλί δε μπορεί να σταθή εδώ μέσα . . .
+(εγείρει άλλο κομβίον) να τώρα, ο σγουρομάλλης, ας πούμε, είνε πιστό σκυλί, αι, κι'
+αυτό θα πάρη δρόμο να φύγη. (αναζητεί πάλιν). Αι, εκείνο, πια, ας πούμε ήτανε
+μποξ, — εγγλέζικο . . . αμ' αυτό, τι λογής είνε; αυτό, πια θαρρώ πως είνε δική του
+εφεύρεσις. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κτυπών το μέτωπόν του)</i></p>
+
+<p>Α!!! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ιδών ακόμη έν κομβίον)</i></p>
+
+<p>Α, α, α!!! (πηγαίνει και το σηκώνει). Για 'δέ το, που κατρακύλισε! (το θέτει εις το
+θυλάκιόν του). Ακούς εκεί, μωρ' αδερφέ, θυμό! . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι να κάμω . . . τι να κάμω; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Η πρώτη δουλειά που θα κάμης είνε — να μη κτυπάς . . . . </p>
+
+<p>(ο Κρετσίνσκης κάθηται παρά το γραφείον, ο δε Ρασπλιούγεφ εις το άλλο άκρον
+της σκηνής ανερευνά δια τα κομβία. Σιωπή). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Θεέ μου! υπάρχουν άνθρωποι, που γεννώνται μέσα στην ευτυχία, μέσα στην
+αφθονία, μέσα εις όλα τα αγαθά της ζωής, και ζουν, ειμπορώ να πώ, γλεντίζοντας.
+Γεννιώνται όμως και κάμποσα τούμπανα, που τα χτυπούν από την αυγή του Θεού
+ως τη μαύρη νύκτα! . . Καλή ώρα! (ίσταται ενώπιον του κοινού) Αν ετύχαινε να
+γεννηθώ κανένας αδύνατος, ψιλοκαμωμένος, ντελικάτος . . . πού θα μπορούσα να
+βαστάξω; . . . μπα! μπα! δε θα βαστούσα! . . . Ξέρω και λέω, πως αν ήτον άλλος στη
+θέσι μου, από το ξυλοφόρτωμα που μούδωσαν χθες — ο διάβολος να με πάρη —
+αν θα μπορούσε να βαστάξη· αμ' από την ενοχλητική εκείνη ιστορία, δεν μου λέτε
+παρακαλώ, ποιος ειμπορούσε να κρατήση; Αμ' εδώ και τρία χρόνια στο Κουρσκ,
+ύστερ' από το μεθύσι εκείνο που τραβούσα — μπορούσε κανείς να κρατήση; μπα,-
+μπα! αδύνατον . . και όμως νά, ζω και βασιλεύω και να σας πω, φθάνει μονάχα να
+την τυλώσω καλά, και να πάρω ένα ηρωικό ύπνο από κείνους που λέγει ο λόγος . . .
+και είμαι πάλι φρέσκος φρέσκος . . . (σταματά και παρατηρεί τον Κρετσίνσκην, ο
+οποίος ανοίγει έν συρτάριον του γραφείου). Και όμως, χρήματα δεν υπάρχουν . . .
+(ο Κρετσίνσκης ανοίγει άλλο) κ' εδώ δεν υπάρχουν . . (ανοίγει τρίτον συρτάριον) μα
+δεν υπάρχουν . . και όμως κτυπάς! . . τι εκέρδισες; (ο Κρετσίνσκης ανερευνά εν
+αυτώ). Τι κάθεται και ψάχνει; τι ψάχνει μέσα στα σκουπίδια; χρήματα ναύρη; τον
+καϋμένο! εγώ ξέρω τι έχει εκεί μέσα· εκεί μέσα δεν έχει τίποτε· παλαιά χρεωστικά,
+απλήρωτοι λογαριασμοί. (Ο Κρετσίνσκης εξάγει καρφίδα ικανού μεγέθους). Να,
+τωύρε το ψεύτικο μπιχλιμπίδι . . . δεν θα αξίζει παραπάνω από πενήντα λεπτά . .
+</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αναφωνεί αίφνης)</i></p>
+
+<p>Μπα-α! Εύρηκα! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ωω! (συσπειρούται προς τον τοίχον) τον έπιασε . . φαίνεται· φοβούμαι . . .
+(στενάζει) η ανάγκη τι δεν κάνει; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κρατών εις χείρας του την καρφίδα). Εύρηκα! . . .</i></p>
+
+<p>εύρηκα! . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Χριστέ και Παναγία μου! αυτός τάχασε! . . . μα το ναι, τάχει χαμένα . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(αίφνης σκέπτεται και ομιλεί βραδέως) </p>
+
+<p>Εύρηκα . . . ελληνικά, θα ειπή — βρήκα! . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ελληνικά;! . . . φυ-ού (κινεί την κεφαλήν του). Τώρα πια εδέσαμε το γάιδαρό
+μας . . . Τον καϋμένο! Τον έχω που τον έχω για το φρενοκομείο (σείει και πάλιν την
+κεφαλήν του). Κ' έτσι που λες, εδέσαμε το γάιδαρό μας. (ο Κρετσίνσκης είνε
+βαθέως συλλογισμένος, κάμνει χειρονομίας, φέρει τον δάκτυλον εδώ κ' εκεί και
+ομιλεί ακαταλήπτως. Ο Ρασπλιούγεφ τον παρακολουθεί). Άσχημαις . . . άσχημαις
+δουλειαίς . . . κι' αυτός έτσι δα που κάνει το δάκτυλό του, μπορεί να μου πετάξη το
+μάτι . . . εγώ πια την είδα την τύχη μου. Ας κάμω πως τραβιέμαι απ' εδώ . . . ο
+διάβολος έχει πολλά ποδάρια (λαμβάνει τον πίλον του και χωρεί προς την θύραν
+ακροποδητί . . . Βόηθα, Παναγία μου! . . . (φεύγει). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Έτσι είνε; . . . είνε σωστό; . . . (τρίβει το μέτωπόν του) Δεν έχω τάχα λάθος;
+(πάλιν σκέπτεται). </p>
+
+<p>(Ο Ρασπλιούγεφ μετά του Θοδώρου εμφανίζονται εις την θύραν) </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Κύτταξε να ιδής τι δουλειαίς σκαρόνει. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Έτσι, έτσι κ' έτσι . . . (αναπηδά) μπράβο!. ουρά! το βρήκα τελείως το βρήκα! . . .
+</p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κρυφθείς όπισθεν της θύρας).</i></p>
+
+<p>Μωρε-ε-έ! . . . Μωρέ δουλειά! . . Μα δε σου τώλεγα εγώ; — πάει, τάχασε τα
+μυαλά του, όλως διόλου τάχασε! . . . </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ (πλησιάζει δειλώς και τεταραγμένος)</i></p>
+
+<p>Αφέντη, Μιχάηλο Βασίλειτς! τι έχετε; Πιήτε ένα ποτήρι νερό. Τι επάθατε,
+αφέντη; Μη θέλετε να σας φέρω λοδεκολόν; Αφέντη! εμάς μας έτυχαν χειρότερα
+απ' αυτά . . . θα περάσουν και τούτα . . . Ένα λόγο 'πήτε, και πέρνω απάνω μου το
+βάρος . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ακούσας, θωπευτικώς)</i></p>
+
+<p>Τι είνε, Θόδωρε, τι είνε; εγώ δεν έχω τίποτε . . . (δυνατά) Αι, Ρασπλιούγεφ! (ο
+Ρασπλιούγεφ αναπηδά σύσωμος)· Πήγαινε, ξέρεις, σ' εκείνον . . . πώς τόνε λένε; . .
+τον Θώμην, — που είνε εις την οδόν Πέτρου, και παράγγειλέ του αμέσως μίαν
+ανθοδέσμην χορού, την καλείτερη, να είνε όλη από άσπρες καμέλιες . .
+καταλαμβάνεις; μόνον από άσπρες. Πήγαινε και να μου τήνε φέρης στη στιγμή.
+</p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(λυπητερά δεικνύων εις τον Θόδωρον τον Κρετσίνσκην). </p>
+
+<p>Δε σου τάλεγα, Θόδωρε; αι; δεν έχει παρά τσακιστό και παραγγέλλει μπουκέτο
+πενήντα ρουβλιών! (περιπατεί εμπρός οπίσω). Ωχ, ωχ, ωχ! Μάνα μου μανούλα
+μου! Τι θα κάμουμε, Θόδωρε μου; τι θα γίνομε οι ορφανεμένοι; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (περιπατών σταματά)</i></p>
+
+<p>Αι, λοιπόν; ακόμη εδώ είσαι; Μήπως εστούπωσαν τ' αυτιά σου; Να σου τα
+ξεφτυλίσω! Άκουσες; . . . (προχωρεί κατ' αυτού) άκουσες τι σου είπα; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (οπισθοχωρών προς τον τοίχον)</i></p>
+
+<p>Μ . . Μ . . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Περίεργο πράγμα! μα με τι χρήματα; Εγώ δεν
+έχω λεπτό. Με τι θα σας αγοράσω το μπουκέτο; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πηγαίνετε, Ιβάν Αντώνιτς, πηγαίνετε! ακούσατε τι σας επρόσταξε ο αφέντης;
+πηγαίνετε. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα με τι να τ' αγοράσω; πού είνε τα χρήματα; εγώ δεν έχω λεπτό. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(λαμβάνει εκ της τραπέζης το ωρολόγιόν του μετά της αλύσσου). </p>
+
+<p>Νά χρήματα . . . Κύτταξε καλά, μετά μισή ώρα να βρεθή επάνω εδώ στο
+τραπέζι. Άκουσες; Λοιπόν; . . . (ο Ρασπλιούγεφ φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Θ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω εκτός του Ρασπλιούγεφ. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τώρα, τώρα, ναι, τώρα πρέπει να κάμω ένα γράμμα της Λύδοτσκας, να το έχω
+έτοιμον. Ο καιρός επείγει· εις έργον! (κάθηται και άρχεται γράφων παρά το
+γραφείον). </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>(κατ' ιδίαν, παρατηρών λοξώς τον Κρετσίνσκην). </p>
+
+<p>Ψέματα λέγει ο Ιβάν Αντώνιτς· δεν τάχει χαμένα ο αφέντης κάθεται γερός και
+δυνατός ο αφέντης, όχι ετρελλάθη (φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ι'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Κρετσίνσκης μόνος. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γράφει επιστολήν σταματά).</i></p>
+
+<p>Όχι! (Σχίζει το χαρτίον και γράφει πάλιν). Δεν είναι εκείνο που πρέπει να 'πώ.
+(σχίζει ακόμη, γράφει πάλιν). Άει στο διάβολο! πρέπει να γραφή ένα τέτοιο
+γράμμα, που να κάμη και νεκρά ν' ανατριχιάση· Με πάθος. Άλλως τε, το πάθος
+προκαλεί πάθος. Αχ, πάθος, πάθος! πού είσαι; (μειδιά) Το πάθος μου, ο έρως μου .
+. . ψύλους στάχυρα γυρεύω . . . αι, αι, αι! Και πρέπει, χωρίς άλλο, πρέπει . . .
+(συντάσσει την επιστολήν, την αναγινώσκει, απαλείφει και πάλιν γράφει). Νά
+δουλειά· ίδρως μ' έκοψε, (απομάσσει το πρόσωπόν του και διατρέχει την
+επιστολήν). Μμ . . μ . μ . . μ . . Γλυκέ μου άγγελε . . . προσφιλεστάτη της οικογενείας
+εστία . . μ . . μ . . μ . . αβρέ μου αστερισμέ . . ανοησίαις του διαβόλου! αέρας
+κοπανιστός . . . κολοκύθια με τη ρήγανη, και τα λοιπά (σφραγίζει και επιγράφει την
+επιστολήν). Ιδού λοιπόν. Γλυκέ μου άγγελε! Πέμψατέ μου μίαν εκ των πτερύγων
+σας, την καρφίδα σας με τον μονόπετρον αδάμαντα (παρωδών), εις τον οποίον
+κατοπρίζεται η στιλβηδών της ουρανίας πατρίδος σας. Πρέπει να εξοπλήσωμεν
+ακάτιον, το οποίον, βοηθούμενον υπό τεσσάρων ανέμων, του καρώ, του σπαθιού,
+του πίκα και του κούπα, θα μας φέρη εις το τρικυμιώδες πέλαγος του βίου. Εγώ θα
+κρατώ το τιμόνι, ο Ρασπλιούγεφ θα είνε εις τα πανιά και σεις θα μας χρησιμεύσετε
+ως σαβούρα! . . . Κι' αυτός ο Ρασπλιούγεφ δεν έρχεται . . . α — διάβολε . . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ (εισέρχεται). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α . . . νάτον! . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(με την ανθοδέσμην ανά χείρας. Την κομίζει μετά προφυλάξεως· προς τους
+θεατάς, δεικνύων την ανθοδέσμην). </p>
+
+<p>Εικοσιπέντε ρούβλια αργυρά, για μια σκούπα! φτου! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, εδώ, δείξε μου το. (την παρατηρεί) Καλό είνε, λαμπρά! Πόσα ρέστα έφερες;
+</p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά κατανύξεως)</i></p>
+
+<p>Ρέστα; πενήντα ρούβλια (τω δίδει τα χρήματα). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τώρα άκουσε και κάμε, καϋμένε, μάτια τέσσαρα! πρόκειται περί λεπτής
+υποθέσεως. Κύτταξε λοιπόν, αυτό το γράμμα θα το πας της μνηστής μου, της
+Λυδίας Πετρόβνας Μούρομσκη, νά, εδώ κοντά στη δενδροστοιχία . . . ξέρεις; . . .
+</p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αναζωογονούμενος)</i></p>
+
+<p>Ξέρω, Μιχάηλο Βασίλειτς, ξέρω. Άμα στρέψης τη γωνιά, μια μεγάλη, άσπρη
+σπιτάρα με εξώθυρα. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, ναι. Τώρα θα είνε μία η ώρα. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(πηδά και παρατηρεί το ωρολόγιον) </p>
+
+<p>Μία παρά τέταρτον. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν· τώρα ο γέρος δεν είνε στο σπίτι· αυτή την ώρα πάντοτε γυρίζει μέσα
+στην πόλιν, καλπάζων με τα ψοφίμια που έφερε από το κτήμα του. Πήγαινε και
+δόσε το μπουκέτο αυτό εις τα χέρια της Λυδίας Πετρόβνας. Χαιρέτισέ την εκ
+μέρους μου, έτσι με περισσοτέραν επιδεξιότητα, με περισσοτέραν σοβαρότητα,
+συστήσου μόνος σου . . καταλαμβάνεις; Και συγυρίσου καλείτερα. Φόρεσε το
+σουρτούκο μου . . Θόδωρε! (εισέρχεται ο Θόδωρος) Δόσε του το σουρτούκο μου! . .
+. Αν ο γέρος είνε στο σπίτι, το μπουκέτο το δίνεις, το γράμμα όμως, κύτταξε καλά
+μην το δώσης. Της γράφω, μέσα στ' άλλα να μου στείλη το μονόπετρο διαμάντι της,
+που το μετεσχημάτισα εις καρφίτσαν . . το θυμάσαι; (ο Θόδωρος εγχειρίζει εις τον
+Ρασπλιούγεφ το σουρτούκον). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (το φορεί και απέρχεται).</i></p>
+
+<p>Ξέρω, θυμούμαι είκοσι καρατιώ — αξίζει 30 χιλιάδες. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Της γράφω, πως χθες εσυζητούσαμεν περί αυτού με τον πρίγκηπα Βέλσκην, και
+εβάλαμεν δι' αυτό μεγάλο στοίχημα. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τς-τς-τς. τς . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πάρε το και να μου το φέρης με μεγάλην προφύλαξιν (τον απειλεί). Γι' αυτό το
+στοίχημα μπορείς και συ να πης κανένα ψέμα. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ακούς εκεί, ό,τι θέλεις μπορώ να πω. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ή όχι, μην 'πής τίποτε. Εσύ πάντα στα ψέματα τα μπερδεύεις. Τρέξε κι' άμα το
+πάρης πέταξε! Φυλάξου από το γέρο· τα επίλοιπα θα έλθουν βολικά . . Εκατάλαβες;
+</p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ημιφώνως)</i></p>
+
+<p>Εκατάλαβα, Μιχάηλο Βασίλειτς, (ανασπών τας οφρύς και υψών τον δάκτυλον
+εμφαντικώς) εκατάλαβα! πετώ! . . . (φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Κρετσίνσκης (μόνος). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εκατάλαβα, εκατάλαβα . . . τίποτε ο βλάκας δεν εκατάλαβε. Αυτός νομίζει, πως
+εγώ θέλω να κλέψω, ότι είμαι κλέπτης. Όχι αδελφέ· την τιμή μας την φυλάττομεν
+ακόμη· μέσα εις αυτό εδώ το θυλάκιον (δεικνύει την κεφαλήν του) έχομεν ακόμη
+πόρους. Τώρα εις έργον! (κραυγάζει) Θόδωρε! αι Θόδωρε! (ο Θόδωρος εισορμά). Τι
+κάνεις; κοιμάσαι; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τώρα μόλις, αφέντη . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν. Τα δυο σου πόδια είνε λίγα, βάλε και τρίτο! . . Νά, πάρε χρήματα.
+Πρώτα πρώτα ν' ανάψης να ζεσταθή το δωμάτιον. Κύτταξε όμως να μη το κάμης
+καμίνι από τη χαρά σου· αλλ' αυτό ακόμη είνε νωρίς. Δεύτερον, θα δώσωμε απόψε
+το τσάι εις έξ πρόσωπα· η νύμφη με τους συγγενείς της, ο κ. Νέλκην και ίσως ακόμη
+κανένας άλλος. Να είνε όλα πρώτης . . . </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πολύ καλά. Να πάρω γλυκά; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Να είνε όλα καθώς πρέπει. Άναψε τους λύχνους, τα μεγάλα κανδυλέρια να μην
+αναφθούν· να συγυρισθούν τα δωμάτια· να καπνίσης μυρωδιές. Τρανσπαράν
+παντού· υποδοχή στας επτά. . . </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Θα φορέσω στολή; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Στολή δεν χρειάζεται. Η υπηρεσία — με μαύρα φράκα· λαιμοδέταις και γελέκια
+άσπρα· να κατεβασθούν η κουρτίνες, — η κουρτίνες να κατεβασθούν. Γιατί εσείς ή
+καθώς πρέπει άνθρωπος δίνει εσπερίδα ή πραγματευτής παντρεύεται — το ίδιο
+τώχετε. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πολύ καλά. (απέρχεται σπεύδων). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Κρετσίνσκης (μόνος) </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τώρα μου χρειάζονται δύο τέτοια χαρτάκια που να είνε απαράλλακτα. Στάσου,
+στάσου! (αναζητεί εντός του γραφείου του), Τα, τα, τα. Χρεωστικαί αποδείξεις!
+Καλείτερα δεν ειμπορεί να γείνη! (θέτει αυτάς την μίαν επί της άλλης και δια
+ψαλλίδος τας κόπτει καταμεσής). Περίφημα! (τραγουδεί εκ του Μαγευμένου
+Βέλους). </p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αν δεν ήταν το κρασί, η ζωή γεμάτη λύπαις και
+με θλίψι θα περνούσε </p>
+
+<p>Ωραίο τραγουδάκι αυτό, μα το δικό μου είνε καλείτερο: </p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν δεν είχαμε μυαλό η ζωή γεμάτη λύπαις και
+με γύμνια θα περνούσε. </p>
+
+<p>Με αυτό (δηλαδή με το μυαλό) η δυστυχία </p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;είναι ψέμα φοβερό! αν η τσέπη είν' άδεια τώρα
+αύριον πλουτούμεν. (δις) </p>
+
+<p>(τελειώνει με ένα απίστευτον λαρυγγισμόν). </p>
+
+<p>Κι' όταν φθάσωμεν να γενούμεν πλούσιοι, τότε ό,τι τραγούδι θέλεις λέγε, όσαις
+ανοησίαις θέλεις 'πέ· όλα θα είνε καλά, όλα άξια . . . όλο νους, παντού νους! Στον
+κόσμο νους, στον έρωτα νους, στο παιγνίδι νους, στην κλεψιά — νους! . . . Ναι, ναι!
+αυτό είνε, νά που εφάνη και η φιλοσοφία, Όταν όμως έσυρα τον Ρασπλιούγεφ τότε
+φιλοσοφία δεν υπήρχε· φαίνεται πως και αυτή η κόρη του Σωκράτους, αγαπά να
+στηρίζεται καλά . . . Αλλά . . να μη μου τα μπερδέψη αυτός ο Ρασπλιούγεφ; 'πέρασε
+πια μισή ώρα, αν όχι περισσότερο . . . τώρα, αυτή τη στιγμή, αυτή την μεγάλη
+στιγμή διερχόμεθα τον Ρουβίκωνα, και ή διαπερεούμεθα εις την αντίπεραν όχθην ή
+βουλιάζομε! . . . Ναι, αυτή είνε, αυτή είνε η αποφασιστική, η κρίσιμος στιγμή! </p>
+
+<p>(Ακούεται θόρυβος, ο Ρασπλιούγεφ εισορμά με την γούναν, ασθμαίνων. Ο
+Κρεντσίνσκης αναπηδά και τρέχει να τον υποδεχθή). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ρασπλιούγεφ ακολουθούμενος υπό του Θεοδώρου, όστις του εκβάλλει την γούναν.
+<i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, Ρασπλιούγεφ, νίκη; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Νίκη, Μιχάηλο Βασίλειτς, νίκη! Νάτηνε, επιάσθηκε στ' αγγίστρι! </p>
+
+<p>(κρατεί υψηλά την καρφίδα και του την εγχειρίζει). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φαιδρώς)</i></p>
+
+<p>Αι, Ρασπλιούγεφ, τον επεράσαμε τον Ρουβίκωνα! <i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τον επεράσαμε! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τον Ρουβίκωνα! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τον Ρουβίκωνα! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Γελοίε! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Γελ . . . γελοίε; εγώ γελοίος; με συγχωρείς, Μιχάηλο Βασίλειτς! Τα εκατάφερα
+που λέτε μια χαρά. Φθάνω . . . φθάνω κ' ερωτώ: είνε μέσα ο κύριος; όχι, μου λένε,
+δεν είν' εδώ· η δεσποσύνη είνε στο σπίτι; στο σπίτι μου λένε, πού είνε, λέγω; Στην
+κάμαρή της, μου λένε, του λέγω, ανάγγειλέ με· μου λέ . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, αυτό πια φαίνεται· μεγαλοφυέστατον! . . . (Βαίνει προς το γραφείον. Ο
+Ρασπλιούγεφ πλησιάζει τον Θόδωρον και του ομιλεί χειρονομών. Ο Κρετσίνσκης
+εξετάζει αμφοτέρας τας καρφίδας). Απαράλλακτες! (Τας περιτιλύσσει κάθε μίαν
+χωριστά εντός χαρτίων). Δε μου ξεγλυστρά! (Τας θέτει εις το πορτοφόλι του. Προς
+τον Ρασπλιούγεφ). Αι, Ρασπλιούγεφ! Τώρα δρόμο . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (στρεφόμενος ταχέως προς αυτόν).</i></p>
+
+<p>Δρόμο;!! τι τάχα; Εγώ είμ' έτοιμος για δρόμο . . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πάρε άρπαξε ό,τι μπορείς. Γρήγορα ζβέλτα — (Προς τον Θεόδωρον) Δόσε μου
+να ντυθώ! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τρέχει εντός του δωματίου)</i></p>
+
+<p>Θόδωρε! πάρε, άρπαξε, φίλε μου, ό,τι μπορείς. Ζβέλτα. (αρπάζει πράγματά
+τινα, τρέχει παρά τον Κρετσίνσκην και πίπτει) </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ενδύεται) Γλήγορα, γλήγορα, φίλε μου! Τη βαλίζα
+δόσε</i></p>
+
+<p>μου δω, τη βαλίζα! (Ο Ρασπλιούγεφ τρέχει εις το άλλο δωμάτιον και φέρει την
+βαλίζαν). Στάσου! Δε γίνεται! (Ρασπλιούγεφ σταματά ως απολιθωμένος). Αν
+στείλουν να μας καταδιώξουν θα μας προφθάσουν. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ποιος; Να μας καταδιώξουν; Αμ τότε μας πιάνουν. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μας τσακώνουν κ' ύστερα — Σιβηρία. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αμ' αν μας τσακώσουν — βέβαια Σιβηρία. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τότε τι να την κάμωμε λοιπόν; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, Μιχάηλο — Βασίλειτς, τι να τήνε κάμωμε; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Θόδωρε! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Θόδωρε! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δόσε μου τη γούνα μου! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δόσε μας τις γούνες μας. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (φορών ταχέως την γούναν του)</i></p>
+
+<p>Αι, φίλε μου, συ, δίκαιον είνε να φορέσης όχι γούνα, αλλά τον μανδύαν των
+καταδίκων με τον άσσο καρρώ στην πλάτη! (Φεύγει εκ της θύρας προς τον
+Θόδωρον) Να μην τον αφήσης να βγη από 'δώ μέσα, ακούς; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πολύ καλά, αφέντη! (Στέκεται παρά την θύραν και την κλείει κατά πρόσωπον
+του Ρασπλιούγεφ). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ίσταται ως απολιθωθείς).</i></p>
+
+<p>Σταθήτε! τι κάνετε σεις; Μιχάηλο Βασίλειτς! . . (Με όλην του την φωνήν)
+Μιχάηλο Βασίλειτς! . . Μα πού επήγε; Στάσου! Άφησε, άφησε σου λένε! Μα τι είν'
+αυτό; (ωθεί τον Θόδωρον εκ της θύρας). Τι κάνεις εσύ;! </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ (απομακρύνων αυτόν διά της χειρός).</i></p>
+
+<p>Παρακαλώ, Κύριε, να μείνετε στη θέσι σας. Δεν ακούσατε; έτσι με διέταξαν.
+</p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αλλόφρων).</i></p>
+
+<p>Πώς;! Μα αυτό είνε . . . αυτό θα πη, ληστεία! . . . προδοσία! άι, προδοσία!!!
+(προχωρεί πάλιν εις την θύραν και τον σπρώχνει). Άφησέ με, άφησέ με, κακούργε!
+άφησέ με σου λέγω! . . (Ο Θόδωρος κλειδόνει την θύραν). Αχ, Χριστέ μου και
+Παναγία μου! Φονικό! ωχ, φονικό! Βοήθεια! Βοή . . . (κατευνάζεται). Σ-σ . . . τι κάνω
+'γώ; Είμαι στα λογικά μου; τώρα μας κουβαλιούνται οι αστυφύλακες . . .
+(Πραΰνεται). Άφησέ με, Θοδωράκη μου! Άφησέ με, ψυχή μου! Για σένα, βλέπεις,
+το ίδιο είνε· τι θα καταλάβης να με πάρης στο λαιμό σου; Θάρθη, βλέπεις, αμέσως
+η αστυνομία, αμέσως θα πιαστούμε! Άμα έρθη ο γέρος, ευθύς θα πιαστούμε.
+Ποιος ήρθε θα ειπούνε; ήρθε θα ειπούνε ο Ιβάν Αντώνιτς. Τσακόσετέ τον, θα
+ειπούνε τον μπιρμπάντε. Ο κύριος είνε μεγάλος και πλούσιος· και νά σου τον τον
+καλό σου από 'δώ . . (συλλαμβάνει ο ίδιος το περιλαίμιόν του) και τράβηγμα ίσια
+στο Γενικό διοικητή, και στο δικαστήριο κι' απ' εκεί εις την οδόν Σιβηρίας! ωχ, ωχ,
+ωχ, ωχ! (Κάθηται επί του μαρσίπου και κλαίει). Θοδωράκη . . Θοδωράκη! Δε μου
+λες, τι θα καταλάβης, τι θα κερδίσης, αν εμένα με μαστιγώσουν εκεί που ξέρεις; . . .
+</p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Έλα Χριστέ και Παναγία ευπατρίδην σαν και λόγου σας θα μαστιγώσουν; Καλέ
+τι λέτε;! . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ποιος; Εγώ ευπατρίδης; Κουρουφέξαλα . . ψευτιαίς! Κ' η κοσκινού τον άνδρα
+της! . . . σε μένα πάει. Θόδωρε, αι Θόδωρε! άφησέ με, αδελφέ! Γι' αγάπη του
+Χριστού κάμε το κι' άφησέ με! Έχω βλέπεις κ' εγώ τη φωλίτσα μου· από μένα
+περιμένουν να τους πάγω να φάνε. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι λέτε, Ιβάν Αντώνιτς; Τι φωλίτσα είν' αυτή; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Δηλαδή, να, πουλάκια· μικρά παιδάκια· τα κακόμοιρα θ' αποθάνουν από το
+κρύο κι' από την πείνα· θα τα ρίξουν μες στο δρόμο σαν τα ψωρόσκυλα· τα
+παιδάκια τα καϋμένα — το αίμα μας! </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μα τι είν' αυτά, Ιβάν Αντώνιτς, γιατί ανησυχήτε έτσι; πού μπορεί να πάη ο
+αφέντης; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πώς πού; Ξέρω κ' εγώ; στους τέσσερους ανέμους. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Και είν' εκείνος τέτοιος άνθρωπος που να φύγη; Δε φεύγει κι' έννοια σου. Για
+κάποια δουλειά θα πήγε — όχι έφυγε. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Όχι, έφυγε, χωρίς άλλο έφυγε. Νά η ώρα τώρα να συλλογισθή εμάς. Λένε, πως
+αυτό το πράγμα αξίζει σαράντα χιλιάδες — νά πράγμα μια φορά! Και τι νομίζεις. Κ'
+εμένα τον ίδιο, όταν εμπήκα στ' αμάξι με το κατηραμένο αυτό κόσμημα κ' εμύρισα
+καθαρό αέρα, έτσι και μ' ετραβούσε! Και το μόνο που μ' έκαμε να κρατηθώ είνε
+που εσκέφθηκα: βρε τι θέλω τι γυρεύω εγώ από τέτοια πράγματα; αυτός είνε θηρίο
+και αν πέση κατ' επάνω μου — εχάθηκα! . . . Τι τόνε μέλει αυτόν τώρα; Γι' αυτόν
+τώρα παντού ο δρόμος είν' ανοικτός, παντού είνε ζεστά. Πάει — δουλειά του . . .
+</p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μα τι συμφέρον έχει να φύγη, και μάλιστα με κλεμμένο πράγμα. Αν ήταν
+κανένας ανόητος, μάλιστα, μα αυτός . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ώστε κατά τη γνώμη σου, είνε καλείτερα να τώχει μαζύ του και να γυρίζη μέσα
+στην πόλι; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μα τι, μήπως είνε κλεμμένο; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα δεν απατήσαμε τους Μούρομσκη και τους το 'πήραμε; Τι άλλο ήθελες να
+κάμη; τώκοψε λάσπη και πάει λέοντας! </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αι . . . θα 'πήγε να το βάλη ενέχυρο. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ενέχυρο; Αμέ που πρέπει να το επιστρέψη απόψε; διαφορετικά θα το ζητήσουν
+μέσον της Αστυνομίας και σε καθίζουν στο φρέσκο. Κι' αυτό εκεινού δεν του αρέσει
+καθόλου. Όχι, αδελφέ, έφυγε, ναι, είνε φευγάτος! Θόδωρε, πάμε να φύγωμε κ'
+εμείς. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Εμένα τι με μέλει; Εγώ καλά κάθουμ' εδώ. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Θ' αποθάνης στη φυλακή, κακομοίρη! </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Και γιατί; εγώ τίποτε δεν ξεύρω· σκουπίζω το δωμάτιο, καθαρίζω τα ποδήματα,
+ούτε είδα ούτε άκουσα τίποτε· νά τι θα πω. Κ' έπειτα, αυτή είνε δουλειά σκοτεινή·
+'μπορεί ο Μιχάηλο Βασίλειτς να πήγε και πουθενά. Ποιος το ξέρει; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Να πήγε πουθενά;, ώστε θα 'πή, έφυγε;!! (Αρπάζει την κεφαλήν του και τρέχει
+εις τα δωμάτιον). Ωχ, ωχ, ωχ! (Σταματά και αναπνέει). Να το 'δής, Θόδωρε, που θα
+σε ανακρίνουν κ' εσένα: μήπως δεν είδες και συ που του τώδωσα; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι πράμα, λέι; . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (φωνάζει)</i></p>
+
+<p>Λέγω, πως είδες πως εδώ, σ' αυτή τη θέσι, έδωσα την καρφίτσα σ' εκείνον τον
+κακούργο, τον αφέντη σου. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Α! Ιβάν Αντώνιτς, μου κάνετε τη χάρι, σ' αυτή την υπόθεσι εμένα να μη μ'
+ανακατεύετε. Εγώ, κύριέ μου, δε ξέρω τίποτε· εγώ καθαρίζω ποδήματα, σκουπίζω
+την κάμαρα, και από τις δουλειαίς τις δικές σας τίποτε δε ξέρω. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά φρίκης)</i></p>
+
+<p>Ιούδα! . . Πώς δε ξέρεις; Βρε τώρα, αυτή τη στιγμή, εμπρός στα μάτια σου δεν
+του την έδωσα; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι λέτε; Πώς μπορώ να ξέρω εγώ τι του εδώσατε σεις; Μήπως μου είπατε
+τι του εδώσατε; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αχ κακούργε! φονιά! (Κτυπά τα μέτωπόν του). Μ' εσκότωσες!! Άαα! Διαβόλου
+συμμορία! βλέπω, βλέπω . . . θέλετε να με τσουβαλιάσετε . . . Α, όχι, στάσου!
+(Επιτίθεται κατ' αυτού μεθ' ορμής). Άφησέ με, σου λέγω, άφησέ με, ασυνείδητε!
+(επιτίθεται) Ακούς τι σου λέω; άφησέ με! (Ρίπτεται εναντίον του· συμπλέκονται
+σιγώντες και πνευστιώσι. Ο Θόδωρος καταβάλλει τον Ρασπλιούγεφ). </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αι, Ιβάν Αντώνιτς, αυτά δεν περνούνε, τ' αδέρφι, σε μένα! Μη στριφογυρίζεις,
+στάσου, στάσου . . (τον πιέζει). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ασθμαίνων βαρέως)</i></p>
+
+<p>Ωχ, ωχ, ωχ! Άφησέ με! πεθαίνω . . . πεθαίνω! . . . άφησέ με . . . βοήθεια . . .
+μάνα μου! . . . </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ (πιέζων τον Ρασπλιούγεφ)</i></p>
+
+<p>Αφού έχω τέτοια διαταγή, κάθου λοιπόν ήσυχα . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(αποσπάται, αποσύρεται προς την σκηνήν και διορθώνεται). </p>
+
+<p>Τφου, να πάρ' ο διάβολος! α! (προς το κοινόν). Τι θαρρείτε, πως τώχει τίποτε ο
+βλάκας αυτός να με πνίξη; (σκέπτεται). Κ' είνε τρίτο ξύλο αυτό, μάλιστα τρίτο!
+(δένει τας χείρας του) Τύχη! (δυνατά) Τύχη! Γιατί με κατατρέχεις; Γιατί με καταδ . . .
+(παρατηρήσας τον Θόδωρον). Όχι, είδες ο καλικάντζαρος! Δες μούτρα, κύτταξε
+μούτρα! Στάθηκε πάλι στην πόρτα σαν κανένας στύλος· τι ανάγκη έχει; (ο Θόδωρος
+τον κυττάζει με αδιαφορίαν, ο Ρασπλιούγεφ παρατηρεί δεξιά αριστερά). Ωχ, ωχ,
+ωχ! και ο καιρός περνά! Και μπορεί πια νάρχονται. Κ' εγώ έπεσα στην παγίδα! είμαι
+υποχρεωμένος να μη μιλώ και να περιμένω τη συμφορά! τη φυλακή!! Να περιμένω
+την τιμωρία και να μη 'μιλώ!! Χριστέ μου! πώς μου σφίγγεται η καρδιά! . . . πώς
+λιγόνω! Νά, εδώ έχω πόνο, με πνίγει!!! Παιδάκια μου! γυμνά, νηστικά . . . θα σας
+ιδώ τάχα; . . . Γιαννάκι μου, παιδί μου! (Κλαίει. Κτυπά ο κώδων). Άι! . . . Νά τους! . .
+. Νά τους! Η αστυνομία ήρθε, η αστυνομία!! (τρέχει εντός του δωματίου. Ο κώδων
+και πάλιν κτυπά. Ο Θόδωρος πηγαίνει ν' ανοίξη). Έρχονται!! ωχ, ωχ! </p>
+
+<p>(Ρίπτεται άπελπις επί του μαρσίπου). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΣΤ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω, και Κρετσίνσκης. </p>
+
+<p>(εισέρχεται ταχέως· ο Θόδωρος τον ακολουθεί και τω ομιλεί χαμηλοφώνως).
+</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εύθυμος)</i></p>
+
+<p>Χα, χα, χα! Πολύ καλά έκαμες, (τω Ρασπλιούγεφ). Αι, λοιπόν; θαρρώ, πως
+εζεσταθήκατε με το Θόδωρο. Δεν πειράζει, παρά να κάθεστε χωρίς δουλειά . . . Το
+κακό μοναχά είνε, που βιάζεσαι πολύ, Ιβάν Αντώνιτς· όλα, φίλε μου, θα έλθουν με
+τον καιρό τους· αυτοί είνε οι νόμοι της φύσεως· και η αστυνομία θα έλθη και τη
+Σιβηρία δεν θα την αποφύγης, όλα θα γείνουν με τον καιρό· μην ανησυχής γι' αυτό.
+(Πλησιάζει προς το γραφείον και εκτυλίσσει δέμα). Τώρα πάρε αυτά και προς το
+παρόν πιάσε τη δουλειά σου (τω δίδει δέσμην χρημάτων). Μέτρησε αυτά τα
+χρήματα και χώρισέ τα εις σωρούς. Πρέπει να τα δώσωμεν, αυτό είνε υποχρέωσίς
+μου, ιερόν καθήκον. Και την καρφίτσα (την θέτει επί της τραπέζης), πρέπει να την
+επιστρέψωμεν απόψε εις εκείνον που ανήκει. Έτσι κάμνουν οι τίμιοι άνθρωποι. Τα
+είδες; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(εντελώς αλλόφρων πλησιάζει προς την τράπεζαν). </p>
+
+<p>Δηλαδή, δεν βλέπω τίποτε (τρίβει το μέτωπόν του): κάτι παρδαλά πράγματα.
+(Κάμνει χειρονομίαν). Ου! χρήματα . . . είνε χρήματα . . . αμ' αυτό; — η καρφίτσα . .
+. πράγματι . . . η καρφίτσα! (λαμβάνει τα χρήματα και αρχίζει να μετρά)· εκατό . . .
+διακόσα . . . τετρακόσα . . . εννηακόσα . . , δεκατέσσερα . . , τφου! (Τ' αποθέτει και
+αρχίζει πάλιν να τα μετρά επί της τραπέζης· προς το κοινόν). Μια φορά κ' έναν
+καιρό ήταν εδώ στη Μόσχα (στενάζει) ο καθηγητής της φυσικής μαγείας και των
+αιγυπτιακών μυστηρίων κύριος Μπόσκος: έβγαζε από το καπέλο του κρασί μαύρο
+κι' άσπρο (αναρροφά), εγέμιζε το πιστόλι με καναρίνια· έβγαζε από το γρόθο του
+μπουκέτα και τα εμοίραζε · — λοιπόν, σας ορκίζομαι, να μην ιδώ Θεού πρόσωπο,
+πως τέτοια τερτίπια δεν θα 'μπορούσε να τα κάμη· όπου αποδεικνύεται ότι ο
+Μπόσκος εμπρός εις τον Μιχάηλο Βασίλειτς ήτον ένας μπόσικος. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (γράφων παρά την τράπεζαν).</i></p>
+
+<p>Αι, φθάνει! μέτρα! Γιατί εσένα σου αρέσει να κοπανίζης αέρα. Έχει αυτός ο
+άνθρωπος μια κάποια υπερευαισθησία: ενώ φαίνεται πως είνε κούτσουρο, αμέσως
+μαλακόνει. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εν εκτάσει).</i></p>
+
+<p>Χριστέ και Παναγία μου! Πώς αναγαλλιάζει η καρδιά μου, τι μυρωδιές με
+λούζουν απ' όλα τα μέρη! κάτι γιασεμιά μυρίζουν και πρέπει να συμπεράνω πως
+τώρα τέτοιαις ανοησίαις κάθουμαι και κοπανίζω που ύστερα θα 'ντρέπομαι τον
+εαυτό μου. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Χα, χα, χα! Το πιστεύω. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Γελάτε, γελάτε! Τι σας μέλει σας; Εσείς ξέρετε και τα μπαλόνετε, όλους τους
+τυλίγετε, τους πέρνετε τον αέρα! Αν σας είχα όμως στη θέσι μου — τότε θα
+εβλέπαμε: Μάλιστα! Ερωτήσετε το Θόδωρο να σας πη. Όταν ελείπατε τα είχα χάσει
+όλως διόλου· ο νους μου εσκοτίσθηκε· εκαθόμουνα εδώ να . . . (δεικνύει τον
+μάρσιπον) και έσκουζα σαν το σκυλί. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Άκουσ' εδώ, εγώ περιμένω . . . έτσι δεν θα τελειώσωμε ποτέ! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα τι, Μιχάηλο Βασίλειτς, ούτε να χαρώ πια δεν 'πορώ: (διαλέγει τα χρήματα).
+Νά τα, νά τα, τα φίλτατα! Τα πουλάκιά μου, τα χελιδονάκιά μου! Αυτό εδώ ένα
+μάτσο παρδαλόψαρα, κι' άλλο, κι' άλλο . . . να κι' άλλα μελιντζανιά: άλλο μάτσο, κι'
+άλλο και τρρρίτο και τέταρρρτο . . . χα, χα, χα! χι-χι-χι! Χριστέ και Παναγία μου! Και
+τι δε θα 'μπορούσα να κάμω, τι δε θα 'μπορούσα να σκαρώσω με αυτά τα αγαθά! .
+. . (Κάθεται και μετρά. Σιγή). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(φορέσας τον πίλον και την γούναν του, πλησιάζει προς τον Ρασπλιούγεφ). </p>
+
+<p>Λοιπόν, τεκνίον, ετελείωσες; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (σπεύδων).</i></p>
+
+<p>Τώρα . . . τώρα . . . αμέσως . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει έν δέμα).</i></p>
+
+<p>Αυτά τα χρήματα θα τα πάγω μόνος μου· κι' αυτά (τω δίδει τα υπόλοιπα
+χρήματα) πήγαινέ τα συ και εξαγόρασε το ωρολόγι. Να και σημείωσιν πού και πόσα
+πρέπει να δώσης. Κύτταξε να γίνουν όλα τακτικά. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(λαμβάνει τα χρήματα και τα περιτυλίσσει μετά προφυλάξεως εντός χαρτίου).
+</p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς . . . μα πώς . . αυτά τα χρήματα τα πήρες από τον Μπεκ;
+</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, από τον Μπεκ. </p>
+
+<p>
+<i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αμ' η καρφίτσα . . . Σταθήτε . . . (παρατηρεί την καρφίδα) Α, μα αυτή είνε η
+βαφτιστικιά μου! είνε αυτή η ίδια, που πήρα από την Λυδίαν Πετρόβνα; αι; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εννοείται· πρέπει να την επιστρέψωμεν απόψε της Λυδίας Πετρόβνας.
+(Λαμβάνει την καρφίδα εκ των χειρών του Ρασπλιούγεφ και την κλειδόνει εις το
+γραφείον). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (λαμβάνει τον πίλον του)</i></p>
+
+<p>Πώς; Διάβολο δεν καταλαμβάνω! Μα πώς γίνεται αυτό; αι; και χρήματα, και
+καρφίτσα; (ο Θόδωρος τω ρίπτει επί των ώμων του την γούναν). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Είσαι κυνηγάρικο σκυλί, καϋμένε Ρασπλιούγεφ, μα μυρωδιά δεν πέρνεις . .
+Κρίμα σ' εσένα . . . </p>
+
+<p>(Καταπίπτει η αυλαία). </p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ</h4>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>Κατοικία Κρετσίνσκη. Εσπέρα. Τα πάντα κατάφωτα και ευπρεπισμένα. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ο Θόδωρος φορών μέλαν φράκον, λαιμοδέτην, γελέκον και χειρόκτια λευκά,
+αποθέτει τας λυχνίας και ξεσκονίζει τα έπιπλα. Ο Ρασπλιούγεφ εισέρχεται
+βοστρυχωμένος και φορών φράκον και λευκά χειρόκτια. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Χα, χα, χα! . . . Δε βαστώ! . . . (Αποθέτει τον πίλον του). Σα φαντασθώ αυτό το
+σιχαμένο μούτρο, που εκαθότανε ο αλιτήριος με το γυαλί· το φυλάγει, το φρουρεί
+ο Ιούδας με εφτά κλειδαριαίς, ένα κομμάτι κρύσταλλο εκεί και είκοσι λεπτών
+μπακίρι . . μα μου έρχεται . . χα, χα, χα! . . . και με πιάνει . . . φου . . . (διορθώνεται).
+Και θα τρίβει τα χέρια από τη χαρά του· έξη χιλιάδες ρούβλια έδωσε· δεν είνε και
+λίγα! Αυτός θα σκέπτεται: ο Κρετσίνσκης τάχα θα ψοφήσει και το μονόπετρο θα
+μου μείνη . . . Αι Θόδωρε! Δεν είνε Ναπολέων ο Μιχάηλο-Βασίλειτς; Δόσε μου ένα
+μολυβοκόνδυλο . . (Ο Θόδωρος τω δίδει μολυβδοκόνδυλον). Στάσου, θα το
+σημειώσω! λοιπόν εύρηκα ή έδρηκα — πώς τώπε; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Εύρηκα, θαρρώ. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ας είνε λοιπόν εύρηκα. Το πρώτο ζαγάρι που θα μου τύχη θα το βγάλω εύρηκα.
+Ωιού! αι, συ, εύρηκα! καλά, δεν πειράζει. Θυμάσαι, Θόδωρε που 'φώναζε πως
+βρήκε; αι, λοιπόν, πράγματι ευρήκε. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τα είδατε λοιπόν, Ιβάν Αντώνιτς! και σεις πια είσθε έτοιμος να τόνε πάρετε και
+να τον πάτε στη φυλακή. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ύστερ' απ' αυτό, τι να σου 'πώ, αδελφέ, πάω πάσσο. Έμαθες όμως πώς τα
+κατάφερε; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πού να το 'ξέρω εγώ; Κανένας κουτός, να σου πω, δεν είμαι, μα σ' αυτό εδώ, πα
+να χάσω το νου μου· το σκέπτομαι κι' έτσι, το σκέπτομαι κι' αλλοιώς — τίποτε: δεν
+το χωρεί ο νους μου κι' ετελείωσε. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Νά, όμως εγώ που το μαντεύω, αδελφέ, το μαα-ντεύ ω . . . κύτταξε όμως . . .
+είνε μυστικό. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μπα! Θεός φυλάξει! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Άκουσε λοιπόν . . . (Διορθώνει το φράκον του και κάμνει χειρονομίαν δια των
+δακτύλων). Άμα συνέλαβε στο νου του αυτό το σχέδιο, άμα το συνέλαβε, τώφερε
+απ' εδώ, τώφερε απ' εκεί . . . Αι, Ρασπλιούγεφ, μου λέγει, βοήθησέ με. Εγώ, του
+λέγω, είμαι πρόθυμος, Μιχάηλο Βασίλειτς, και εις πυρ και εις θάνατον. Ιδού, λέγει,
+περί τίνος πρόκειται: σφίξε, λέγει, Ρασπλιούγεφ, τη συνήδεισί σου και πήγαινε να
+μου φέρης από του Μούρομσκη το μονόπετρό του δακτυλίδι, που το περασμένο
+φθινόπωρο τους το είχα μετασχηματίσει εις καρφίτσα· θυμάσαι, λέγει, κατά το
+σχέδιο εκείνης της καρφίτσας που είνε πεταμένη μέσα εις το συρτάρι μου. Εγώ
+άρχησα νά το σκέπτωμαι καλά. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος — σεις; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εγώ, αμέ; Σα δύσκολο μου φαίνεται, του λέγω, σα δύσκολο. Και όμως φεύγω
+και πετώ σαν πουλί και μετά ένα τέταρτο σου το φέρνω: νά το, του λέγω! Αυτός,
+που λες, το πέρνει, και πέρνει και το υπόδειγμα . . τ' ακούς; το υπόδειγμα, εις το
+οποίον απάνω την έκαμαν . . και ταις χώνει και ταις δυο μέσα στο πορτοφόλι του.
+</p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Στο πορτοφόλι του! . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Στο πορτοφόλι του! Κατεργάρης, βλέπεις, και τη ψεύτικη δεν την επέταξε . . αι;
+πως σου φαίνεται; αυτή λοιπόν τάκαμε όλα. Τις πέρνει λοιπόν και μια και δυο κατ'
+ευθείαν εις του Μπεκ! Χρήματα, του λέγει, τσιφούτη, χρήματα δος μου. Χρήματα;
+Τι χρήματα; χρήματα δεν έχει. Αμ' με ενέχυρο έχει; Με ενέχυρο, λέει, έχει. Και
+πόσα, παραδείγματος χάριν, μου δίνεις, τσιφούτη, απάνω σ' αυτό το διαμαντένιο
+βουνό; . . Εκείνος άμα την είδε — τάχασε κι' άνοιξε το στόμα του, άστραψαν τα
+μάτια του και τον έπιασαν κρυάδες. Από 'δώ, απ' εκεί, την εξετάζει με τη λούπα,
+τήνε ζυγίζει, τήνε γυρίζει στα χέρια του, τήνε δοκιμάζει . . είδε πως είνε πράγμα
+πρώτης . . Τέσσερις! . . . Τέσσερις! . . . Παληάνθρωπε, του λέγει, και κοστίζει δέκα . .
+. αι; Μωρέ τον κουτό μου κάνεις; Δόσε μου τηνε πίσω· δε θέλω! . . . Εκεινού
+ανάψανε τα αίματά του, δε 'μπορεί να του την αφήση· τήνε πέρνει και τήνε βάζει
+πάλι στο πορτοφόλι του. Δίνεις επτά; (Με κλαυθμηράν φωνήν:) Όχι δε 'μπορώ, δε
+'μπορώ πέντε! — θέλω επτά! — άκα! — αι, ας είνε έξη! — άκα! — αι, αντίο, μα θα
+το μετανοιώσης· ο Συρέγγελ θα μου δώση οκτώ. Τρέμει ο τσιφούτης, σπαρταρίζει
+και ουρλιάζει σα λύκος . . . Κλέ-έ-έφτης! Ουφ! . . . πάρε τις, λέει. Σύμφωνος λοιπόν;
+Σύμφωνος! . . . Δόσε, του λέγει ένα κουτάκι και το βουλοκέρι. Τι κουτάκι; Τι κουτάκι
+— νά, ένα κουτάκι. Θα το βάλω εκεί μέσα ιδιοχείρως, θα βάλω τη βούλα μου κέτσι
+θα είνε ασφαλισμένο το πουλάκι μου. Εγώ τέτοιο θησαυρό στα χέρια σου δεν τον
+αφίνω, ακούς; . . . ω . . χ . . ώ! . . . </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Έτσι μπράβο! (νεύει την κεφαλήν). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εξακολουθεί).</i></p>
+
+<p>Τρέχει στα τέσσαρα για να φέρη το κουτάκι· φέρε, λέγει, και τον παρά . . φέρνει
+και τον παρά. Νά, του λέει, κύτταξε! Τι κάνει; — βγάζει από το πορτοφόλι του όχι
+την καλή αλλά την άλλη, το υπόδειγμα . . . Πώς σου φαίνεται; του την στρέφει μέσα
+στα μάτια του . . . ολάκερη Βραζιλία . . . αι; . . Χολκόνδα . . . αι; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω, Θεέ μου! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (με ορμήν).</i></p>
+
+<p>Εκεινού τα μάτια είχαν σκοτισθή από το αίμα! Μία . . . δυο . . . το χώνουν μες
+στο κουτί, το βουλόνουν . . . εκείνος του δίνει τον παρά . . αυτός το κουτί . . Γυρίζει
+πίσω . . . κι' άμα μου ρίχνει απάνω στο τραπέζι ένα τέτοιο πάκο! . . . Νά, μου λέει,
+πάρε, και θυμού το Μιχάηλο Βασίλειτς! . . . </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ (σταυρώνων τας χείρας του).</i></p>
+
+<p>Αχ, θεέ μου! </p>
+
+<p>(ίστανται αμφότεροι εν κατανύξει. Σιγή). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εν εκτάκτω φαιδρότητι).</i></p>
+
+<p>Ναπολέων, σου λέγω, Ναπολέων! Μέγας ήρως, μάγος και γόης. Μωρέ, πώς τα
+κατάφερε! Ακούς να βάλη τα γυαλιά τ' ανθρώπου! . . Τι λέγω ανθρώπου; έβαλε τα
+γυαλιά ενός τοκογλύφου, που θα το ενθυμούνται για χρόνια. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ (θαυμάζων)</i></p>
+
+<p>Και τω όντις, πώς τα κατάφερε. Έλα Θεέ μου! Έτσι τα καταφέρνουν! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αμ' πώς θαρρείς! Φρίκη! Κ' έχομε και τον παρά, έχομε και το μονόπετρο. Κι'
+απόψε εμείς το γυρίζομε πίσω και λέμε κ' ένα ευχαριστώ . . . (αυταρέσκως). Κάτω
+από επτά βούλες και με επτά κλειδαριαίς κοίτεται το γιαλί, κι' ο εβραίος κάθεται
+απάνω του με το αλάδωτο κορμί του και το φυλάγει. Και ούτε ίχνος! ούτε ίχνος! Και
+μορφοπληρόνει το χρέος του στη λέσχη, μορφοκάνει το γάμο του, πέρνει το
+εκατομμύριο και σου σηκόνει, δηλαδή θα σηκόση ένα βουνό από χρυσάφι και θα
+γίνη μέγας και πολύς και μας δε θα μας λησμονήση, Θόδωρε, αι; . . . δε θα μας
+λησμονήση . . τι λες;. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Καλά θα είνε να μη μας λησμονήση. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εμένα μου υπεσχέθη διακόσες χιλιάδες. </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Καλά, αφού σου υποσχέθηκε. Οι χαχόλοι λένε: πως όταν ο αφέντης σου
+υποσχεθή γούνα, ο λόγος του σε ζεσταίνει. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι λέει; Πού την ευρήκες αυτή την παροιμία; Υπεσχέθη, εννοείται, υπεσχέθη
+(κωδωνισμός). Νά! μην είνε . . μην εκόπιασε ο Μιχάηλο Βασίλειτς; . . . εκείνος είνε
+(ανυψοί μετά κατανύξεως τας χείρας). Μεγάλε ήρωα, μάγε και γόη! </p>
+
+<p>(Βαίνει μετά σεβασμού εις προϋπάντησίν του). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Κρετσίνσκης. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εισέρχεται και αποθέτει τον πίλον του).</i></p>
+
+<p>Τι ημέρα! . . . αι; . . . Φέρε μου μια καρέγλα. Θόδωρε: εκουράσθηκα! . . . Πρώτη
+φορά στη ζωή μου που 'κουράσθηκα: γεράματα . . . Αι, τα έχετε εδώ όλα εν τάξει;
+</p>
+
+<p>(Κάθηται. Ο Ρασπλιούγεφ και ο Θόδωρος στέκονται εμπρός του). </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Όλα είνε εν τάξει, Μιχάηλο Βασίλειτς, όπως επροστάξατε, όλα είνε εν τάξει.
+</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (εξετάζων την αίθουσαν). Τα βλέπω. Καλά. Βάλε εδώ</i></p>
+
+<p>ακόμη ένα λύχνο. Τι λαμπρό απαρτμάν· αξίζει για κάθε γαμβρό. (Προς τον
+Ρασπλιούγεφ αυστηρώς). Συ τα εξετέλεσες όλα, όσα σου είπα; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Όλα, Μιχάηλο Βασίλειτς, όλα, όπως μ' επροστάξατε, έως το τελευταίο. Θέλετε
+να σας δώσω την απόδειξιν; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εννοείται· άμε πώς; επί καλή τη πίστει; (λαμβάνει παρ' αυτού την απόδειξιν και
+αναγινώσκει). Χμ! . . καλά . . Θόδωρε! . . . Νά, κλείσε την στο γραφείο . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Νά και τ' ωρολόγι σας, Μιχάηλο Βασίλειτς, και η αλυσσίδα. Όλα είν' εδώ (τω τα
+εγχειρίζει). Ορίστε, ιδήτε. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει το ωρολόγιον)</i></p>
+
+<p>Καλά! Φου, εκουράσθηκα! . . . (περνά επάνω του τ' ωρολόγιον). Στη λέσχη
+εγευμάτισα εξαίρετα. Προ πολλού δεν είχα τέτοιαν όρεξι. Ήταν εκεί κι' ο βλάκας
+αυτός ο Νέλκην. Είχε στυλώσει επάνω μου τα μάτια του σαν κουκουβάγια. Δεν πας
+να κυττάζης· έφαγες τη χυλόπητα, τώρα μη μου γουρλώνης τα μάτια σου· από
+'μένα, φίλε μου δεν έχεις να πάρης να δίνης· είμαι θεριό; . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Κι' εγώ, Μιχάηλο Βασίλειτς, καθώς επροστάξατε, επέρασα από το ρεστοράν . . .
+</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α-α, δεν το ελησμόνησες; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πώς είνε δυνατόν; . . Μπαίνω, που λέτε, έτσι, έκατσα στη μέση του καναπέ,
+ακούμπησα, έτσι δα! . . . Χμ! λέω: δόσε μου ψαρόσουπα, δυο κομμάτια
+κρεατόπητα, λέω· γουρουνόπουλο με υπόληψι. Δεν πιστεύω τον ίδιο τον εαυτόν
+μου: εγώ είμαι — ή δεν είμ' εγώ;. . . Μου έφεραν μια σούπα αριστούργημα. Τα
+κομματάκια μέσα θαρρείς πως ήταν κεχριμπάρι. Δεν είχα βάλει στο στόμα την
+πρώτη κουταλιά, που θυμήθηκα το Μπεκ· μου καθίζει στο λαρύγγι και γού-ού! . .
+όλ' απάνω μου . . . καταλερώθηκα, ελέρωσα και το γιλέκο μου . . . να πάρ' ο
+διάβολος . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, καλά, καλά! . . Άκουσε· όταν έλθουν οι προσκεκλημένοι, εσύ κύτταξε να
+πιάσης κουβέντα με το γέρο· λέγε του ό,τι σου κατέβη, κι' εγώ θα μείνω με τις
+γυναίκες, και θα καταφέρω να γίνη ο γάμος σε δυο 'μέρες. Κύτταξε καλά να μη σου
+ξεφύγη καμμιά ανοησία γιατί εσύ το συνηθίζεις. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά παραπόνου).</i></p>
+
+<p>Πώς το συνηθίζω; γιατί το συνηθίζω; Εγώ πάντοτε κάνω το καθήκον μου και
+όμως ποτέ δε μου 'πετε ένα ευχαριστώ. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α τώρα. Θέλεις να σου πουν κι' ευχαριστώ! Άλλο τώρα βγήκε στη μέση!
+(συλλογίζεται) Για στάσου . . είσαι ντυμένος καθώς πρέπει; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εγώ Μιχάηλο Βασίλειτς από το ρεστοράν εγύρισα στο γαλλικό κουρείο κ'
+εκτενίστηκα αλλά μουζίκ . . . ιδέτε, ιδέτε χειρόκτια, ενάμισυ καρμπόβονο έδωσα,
+άσπρα, κάτασπρα είνε . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ήτον όλως διόλου περιττά. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι λέτε; Πώς περιττά! χωρίς άσπρα γάντια δε γίνεται· και τώρα, νά,
+εφόρεσα το φράκο σας . . . κυττάξετε. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Χα, χα, χα! καλός είσαι, πολύ καλός. Για ιδέτον! έγεινε μεγάλο υποκείμενο (τον
+συστρέφει). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα γιατί, Μιχάηλο Βασίλειτς, γιατί να μην είμαι μεγάλο υποκείμενο; όλα τα
+χρήματα τα κάνουν με το να μην έχω παράδες κάμνω το δούλο και τρέχω· αν είχα
+όμως χρήματα θάστελνα εγώ άλλους και θα τους εξέφραζα και τη δυσαρέσκειά
+μου. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, καλά, καλά! Τώρα σηκωθήτε γλήγορα! Θόδωρε! (Ο Θόδωρος προσπεύδει).
+Κύτταξε να γίνουν όλα καλά, καθώς πρέπει, να μην κάμνουν οι υπηρέται θόρυβον
+και να μην κάνετε καραμπόλαις με τη μύτη σας· δυο υπηρέται με στολήν εις την
+είσοδον· εδώ ακόμη ένα λύχνον το πράσινο τραπέζι εδώ νά. (Παρατηρεί τα
+ωρολόγιον). Τώρα θα έλθουν οι προσκεκλημένοι! Το τέλος ας στεφανώση το έργον!
+Στάσου, στάσου! Αι, Θόδωρε! Εκεί εις το κοριδόρ είνε το πορτρέτο ενός στρατηγού
+της Μεγάλης Αικατερίνης . . . Μια μούρη τέτοια (κάμνει μορφασμόν). Σκούπισέ το
+αμέσως, φέρετο εδώ και κρέμασέ το από πάνω από το γραφείο μου. Είνε διά την
+γενεαλογίαν. (Κομίζουσι τον λύχνον, την τράπεζαν, την εικόνα· τα τοποθετούσι και
+κρεμώσι την εικόνα. Κρότος κώδωνος). Νά τους. Πηγαίνω να τους υποδεχθώ· συ,
+Ρασπλιούγεφ, κάθησε εδώ νά, στον καναπέ, έτσι ολίγο ξαπλωμένος πάρε μια
+εφημερίδα . . εφημερίδα πάρε, βλάκα . . . ξάπλωσε! . . κούτσουρο! . . (Φεύγει).
+</p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, νά, βλέπετε; πάλι άρχησε να με μαλώνη· και έπειτα σου λέει, καλός.
+Μου υποσχέθης πως θα μου δώσης διακόσες χιλιάδες, φίλε μου. Μάλιστα! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Μούρομσκης, Ατούγεφ, Λύδοτσκα, Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ. </p>
+
+<p>(υποκλίνονται και σφίγγουν αλλήλων τας χείρας). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρών).</i></p>
+
+<p>Τι ωραίο είνε το σπίτι σας. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, ωραίο, ωραίο σπίτι! Τι γούστο που σου το έχει! . . εις όλα, εις όλα . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, πολύ ωραίο. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Το κατ' εμέ, Mesdames, μόνον απ' αυτής της στιγμής παρατηρώ ό,τι έγινε
+ωραίον. (φιλεί την χείρα της Λύδοτσκας). </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι χαριτωμένα που απαντά πάντοτε! Τι αξιαγάπητος άνθρωπος αλήθεια . . .
+Ξεύρετε τι, Μιχάηλο Βασίλειτς; εγώ δι' ένα πράγμα μόνον λυπούμαι. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ευγενώς).</i></p>
+
+<p>Περί τίνος, Άννα Αντώνοβνα; </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Που δεν είμαι νέα· αλήθεια, 'μπορούσα να ερωτευθώ μαζύ σας. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, δα! ώστε εγώ πρέπει να λυπούμαι, διότι δεν είμαι γέρων. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Αλλά τούτο δεν κολακεύει εμέ. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Λύδοτσκα! τι, ζηλεύεις; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(λαμβάνει την χείρα της Λύδοτσκας και την φιλεί). </p>
+
+<p>Διά να είσθε ζηλιάρα, σας φιλώ το χεράκι σας· είνε κακόν όμως να είσθε
+άδικος. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Διατί είμαι άδικος; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εγώ είπα, ότι πρέπει να λυπούμαι· εντοσούτω από το τι πρέπει και τι είναι
+υπάρχει μεγάλη διαφορά. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>(αποσύρεται κατά μέρος και νεύει προς τον Κρετσίνσκην). </p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς! ηκούσατε; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι είνε; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ένα μυστικόν, (τον σύρει κατά μέρος). Με αγαπάτε; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Σας αγαπώ. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Πολύ; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πολύ. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΣΤΚΑ</i></p>
+
+<p>Ακούσατε, Μισσέλ: εγώ θέλω να μ' αγαπάτε παραπολύ . . . απεριορίστως,
+τρελλά (ημιφώνως), όπως σας αγαπώ εγώ. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει αμφοτέρας τας χείρας της).</i></p>
+
+<p>Εξ όλης ψυχής και καρδίας. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Όχι, εγώ θέλω με την καρδιά σας. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κατ' ιδίαν)</i></p>
+
+<p>Τι αξιέραστος πεταλούδα θα γείνη! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ (πλησιάζουσα λάθρα προς αυτούς).</i></p>
+
+<p>Τι ομιλίας έχετε σεις εδώ; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Κάτι λέμε. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Στοιχηματίζω, πως μιλείτε για φορέματα. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Θα χάσετε, το στοίχημα, θείτσα! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ώστε, περί τίνος πρόκειται λοιπόν; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύων την καρδίαν).</i></p>
+
+<p>Περί εκείνου, που είνε κάτω από το φόρεμα, Άννα Αντώνοβνα! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πώς, από κάτω από το φόρεμα; (Απομακρυνομένη μετά της Λύδοτσκας). Καλέ
+τι είν' αυτά, παιδί μου, γι' ασπρόρρουχα του μιλείς; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (γελώσα).</i></p>
+
+<p>Όχι, θείτσα, όχι δι' ασπρόρρουχα (τη ομιλή εις το αυτί). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (προστρέχει προς τον Μούρομσκην).</i></p>
+
+<p>Πιοτρ-Κωνσταντίνιτς! μα διατί δεν κάθεσθε; σας παρακαλώ! Τι καρέκλα σας
+αρέσει; με υψηλήν ή με χαμηλήν ράχιν; Την πολυθρόνα, Ιβάν Αντώνιτς, την
+πολυθρόνα! (ο Ρασπλιούγεφ σύρει την πολυθρόναν). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, θα καθίσω εδώ στο διβάνι· εδώ είνε καλά. (Κάθηται). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Επιτρέψατε να σας παρουσιάσω τον καλόν φίλον και γείτονά μου, Ιβάν
+Αντώνιτς Ρασπλιούγεφ. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (αφίνει την πολυθρόναν και υποκλίνεται, μετά</i></p>
+
+<p>συστολής). Έχω . . έχω . . . την τιμήν . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εγερθείς).</i></p>
+
+<p>Α, έχω ευχαρίστησιν. </p>
+
+<p>(Θλίβει την χείρα του Ρασπλιούγεφ και κάθηται επί του διβανίου. Ο
+Ρασπλιούγεφ λαμβάνει κάθισμα και κάθηται εις το άκρον αυτού πλησίον του
+Μούρομσκη, ο Κρετσίνσκης ίσταται εις το άλλο μέρος της σκηνής μετά των κυριών.
+Κομίζουσι το τέιον. Σιγή)· </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (λαμβάνει κυάθιον).</i></p>
+
+<p>Υπηρετείτε εις τον στρατόν ή εις δημοσίαν υπηρεσίαν; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (λαμβάνων κυάθιον)</i></p>
+
+<p>Εις δημοσ . . . εις δημ . . . . εις τον στρ . . . . εις δημοσίαν . . μάλιστα, εις
+δημοσίαν . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (λίαν ευγενώς).</i></p>
+
+<p>Και κατοικείται εις Μόσχαν ή εις το χωρίον; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εις την Μόσχαν, μάλιστα, εις την Μόσχαν, δηλαδή κάποτε . . . περισσότερον
+όμως εις το χωριό. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και εις ποιον κυβερνείον είνε τα κτήματά σας; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εις το Σιμπίρσκ, εις το Σιμπίρσκ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και εις ποίαν επαρχίαν; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εις ποίαν επαρχίαν! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κατανεύων την κεφαλήν).</i></p>
+
+<p>Μάλιστα. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πώς την λέγουν; (Κύπτει και σκέπτεται), αυτό . . . δηλαδή . . . ωχ . . . πώς την
+λέγουν; . . . (Κατ' ιδίαν). Μέσα σ' αυτό εδώ το παράμερο μέρος εγώ καμμιά επαρχία
+δε ξέρω. (Φανερά, κροτεί τον δάκτυλον). Απάνω στη γλώσσα μου γυρίζει . . . Αχ,
+Θεέ μου . . Μιχάηλο Βασίλειτς! Ποία είνε η επαρχία; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι επαρχία; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ η ιδική μας επαρχία. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α! Αρδάτοφ. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(κάμνει χειρονομίαν εις τον Μούρομσκην). </p>
+
+<p>Ναι αυτή! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αρδάτοφ; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(ροφά τα τέιον και νεύει την κεφαλήν επιβεβαιωτικώς). </p>
+
+<p>Κυβερνείον Σιμπίρσκ, επαρχία Αρδάτοφ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα η επαρχία Αρδάτοφ είνε εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (φυσών εις το κυάθιον).</i></p>
+
+<p>Εις το Νιζεγορόδ; Πώς εις το Νιζεγορόδ; χα-χα-χα-χα! . . . Μιχάηλο Βασίλειτς!
+Μα τι είν' αυτό; Ο κύριος Μούρομσκης λέγει, ότι η επαρχία Αρδάτοφ είνε εις το
+κυβερνείον Νιζεγορόδ . . . μα το ναι! χα-χα-χα-χα! . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ανυπομόνως).</i></p>
+
+<p>Μα όχι! είνε δύο· η μία Αρδάτοφ εις το κυβερνείον Νιζεγορόδ, η άλλη εις το
+Σιμπίρσκ. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(κάμνει χειρονομίαν τω Μούρομσκη) </p>
+
+<p>Είδατε λοιπόν! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (κάμνει χειρονομίαν).</i></p>
+
+<p>Ναι, πράγματι: μία Αρδάτοφ εις το Νιζεγορόδ και άλλη εις το Σιμπίρσκ. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (χειρονομεί επίσης).</i></p>
+
+<p>Μία Αρδάτοφ εις το Νεζεγορόδ και άλλη εις το Σιμπίρσκ. </p>
+
+<p>(Συνέρχεται). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Συγγνώμην, συγγνώμην, έχετε δίκαιον. (Σιγή). Και ποίον έχετε πρόεδρον εκεί;
+</p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αι; (κατ' ιδίαν) Το βλάκα, με παραφορτώθηκε. Πού θα πάη αυτή η δουλειά;
+(δυσφορεί) ωχ, αδελφέ! . . . (φανερά) Κούτσουροφ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πώς είπατε; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Κούτσουροφ! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν τόνε ξεύρω . . . δεν έχω την τιμήν να τον γνωρίζω . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν).</i></p>
+
+<p>Κι' εγώ νομίζω, πως δεν τον γνωρίζει. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και είνε καλός άνθρωπος; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αξιόλογος άνθρωπος! ούτε της μύγας δε θέλει κακό. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αυτό εις τας ημέρας μας είναι σπάνιον πράγμα. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Χμ! Σπάνιον λέγει! Όχι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, τέτοιοι άνθρωποι δεν υπάρχουν
+πουθενά! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και μολαταύτα . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετά θέρμης)</i></p>
+
+<p>Σας βεβαιώ δεν υπάρχουν. Ψάξετε! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά ενδιαφέροντος)</i></p>
+
+<p>Καθώς φαίνεται, θα εδοκιμάσατε πολλάς πικρίας εις τον βίον σας από τους
+ανθρώπους. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα! (διορθόνων το φράκον του) Έχω δοκιμάσει στη ζωή μου τόσαις
+πίκραις, που αν ήτον κανένας άλλος . . . δεν θα ημπορούσε να ανθέξη και όμως
+εγώ, δόξασ' ο Θεός . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (στενάζων)</i></p>
+
+<p>Πολλά συμβαίνουν εις την ζωήν του ανθρώπου . . . Και τι είδους είναι αι γαίαι
+σας; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι γαίαι;! καλούτσικαις. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Σεις εκεί πρέπει να έχετε μαυρόχωμα βέβαια, άλλως τε το κυβερνείον του
+Σιμπίρσκ είνε όλο μαυρόχωμα. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, ναι, ναι, βέβαια, μαυρόχωμα, — περίφημο μαυρόχωμα, δηλαδή μαύρο,
+μαύρο . . να, τέτοιο δα! (δεικνύει το φόρεμά του). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και αι εσοδείαι βέβαια θα είν' εκεί εξαίρετοι. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εσοδείαι; μα σαυτό εδώ το παράμερο μέρος σιτάρι να συνάξω (γελά) . . . μα το
+Θεό δε μπορώ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι δα! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια δε μπορώ. Τι να' το κάμω; ούτε με μέλει γι' αυτό . . . (γελά) </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γελών ωσαύτως)</i></p>
+
+<p>Και οι γαιοκτήμονές σας τι λογής είνε; δεν μου λέτε, αλήθεια: το άλεσμα πώς
+γίνεται σε σας; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν).</i></p>
+
+<p>Μα αυτός το κάνει επίτηδες . . . (εγείρων τους οφθαλμούς). Χριστέ μου, αυτό
+που θα καταντήση; . . (απομάσσει τον ιδρώτα του). Για το άλεσμα δεν είμαι εις
+θέσιν να σας 'πώ τίποτε, γιατί . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (στρεφόμενος)</i></p>
+
+<p>Μα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! τι τον ερωτάτε; Αυτός εις τον κάμπο μόνο με τα
+σκυλιά επήγαινε· αυτός από νυκοκυριό δεν νοιόθει τίποτε . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν μου λέτε, Μιχάηλο Βασίλειτς, το κτήμα σας είνε εις το κυβερνείον του
+Σιμπίρσκ, και οι συγγενείς σας μένουν εις το κυβερνείον του Μογιλιόφ. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗ</i></p>
+
+<p>Εις το Σιμπίρσκ είνε τα κτήματα της μητέρας μου. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α! καταλαμβάνω. Και ποίας οικογενείας είνε η μητέρα σας; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατεταμένος)</i></p>
+
+<p>Κολχόβσκη. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α, αρχαία οικογένεια. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ιδού η εικών του πάππου μου, δηλαδή του πατέρα της μητρός μου. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (παρατηρεί την εικόνα).</i></p>
+
+<p>Α, ναι. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Νά, ο Ιβάν Αντώνιτς τον εγνώριζε, διότι ήσαν γείτονες. (Κάμνει νεύμα τω
+Ρασπλιούγεφ και εξέρχεται μετά των κυριών εκ της πλαγίας θύρας). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ρασπλιούγεφ και Μούροσκης. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Α . . . ναι, ναι, βέβαια, πώς; ήμουνα μικρός . . . σαν να τον βλέπω: ήτον αγαθός
+γέρων, σεβάσμιος, — και ήτον τέτοιος δα, ξεύρετε — παχύς και απαράλλακτος
+όπως στο πορτρέτο του. (μετά στεναγμού). Αχ, αχ, αχ . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Είνε ποθαμένος; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι λέτε! αυτός . . . (δεικνύων το πορτρέτον) ναι, αυτός προ πολλού
+απέθανε. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετά τινα σιγήν).</i></p>
+
+<p>Α, όχι φίλε μου, δοκιμάσατε να κάμετε γεωργικάς εργασίας εις το δικό μας το
+κυβερνείον, του Γιαρσολάβ, και θα ιδήτε ότι θα ελαμβάνατε άλλην ιδέαν: έχομεν
+ανάγκην αγρονομίας, χωρίς αγρονομίαν τίποτε δεν γίνεται. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έτσι αι; λοιπόν χωρίς αγρονομίαν τίποτε δεν γίνεται; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα κρίνετε και σεις ο ίδιος: αι γαίαι μας, φίλε μου είνε άσπραι, λεπταί, χωρίς
+κόπρισμα σιτάρι δεν παράγουν. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (μετ' ευχαριστήσεως).</i></p>
+
+<p>Έτσι αι; ώστε λοιπόν σιτάρι δεν παράγουν; Μα γιατί; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα νά, δεν δίνουν. Είσαι λοιπόν αναγκασμένος θέλεις δεν θέλεις να
+μεταχειρισθής όλα τα μέσα διά να τας καλειτερεύσης· και έπειτα βλέπεις εις τας
+εφημερίδας που γράφουν, πως οι άγγλοι έκαμαν τέτοια εσοδεία. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Οι άγγλοι! χε, χε, χε! Καλέ τι λέτε; Ποιος σας το είπε αυτό; Τι αγρονομίαν έχουν
+αυτοί; Όλοι ψοφούν της πείνας με όλη την αγρονομία τους. Το μισώ, κύριέ μου,
+αυτό το έθνος . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι δα! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Όταν ενθυμηθώ κάτι τι χαλά η καρδιά μου . . Κρίνετε ο ίδιος: κάθε ένας απ'
+αυτούς είνε μαθημένος εις το μποξ. Και ξεύρετε κύριέ μου τι εστί μποξ; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι δεν ηξεύρω. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εγώ όμως το ξεύρω . . Μάλιστα! αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμμιά ηθική!
+καμμιά αγάπην προς τον πλησίον . . . χμ, χμ, δεν έχουν, αφού από μικρά παιδιά
+μαθαίνουν αυτό (κάμνει χειρονομίαν), τέτοιον πλησίον δε 'μπορείς ποτέ να τον
+αγαπήσης (διορθώνει το φράκον του). Όχι, εδώ αγάπη δεν εισχωρεί· είνε όμως
+συχωρεμένοι· αυτοί έγειναν τέτοιοι, βλέπεις, γιατί η χώρα των είνε στενή, δεν
+μπορούν αδελφέ, ν' αναπνεύσουν, γην δεν έχουν, ούτε μια πήχυ στον καθένα δεν
+πέφτει, ώστε θέλοντας και μη ξυλοφορτώνονται μεταξύ τους. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και όμως όλαι αι εφευρέσεις . . . τώρα έγειναν εργοστάσια, μηχαναί, ατμόπλοια
+. . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι λέτε, καλέ! αυτό είναι πείνα, αυτό, κύριέ μου, είνε πείνα: η πείνα τι δεν
+κάνει; . . Δεν κοπιάζετε να κλείσετε τον ανοητότερο άνθρωπο μέσα σε άδειο κελάρι
+και να τον αφίσητε νηστικό — να ιδήτε τι εφευρέσεις μπορεί να κάμη. Πιοτρ-
+Κωνσταντίνιτς! κυττάξετε και σεις ο ίδιος, μα χωρίς πάθος, κύριέ μου, χωρίς πάθος.
+Αυτό που τρώγουν η δικές μας αγελάδες, η βρώμη δηλαδή, αυτοί το κάνουν σούπα
+. . . Μα το θεό! Τώρα αυτό . . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και ο Νέλκην (λίαν τεταραγμένος, εισέρχεται ταχέως και παρατηρεί). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α! Βλαδήμιρ Δμήτριτς, φίλε μου αγαπητέ. Επί τέλους! (Τω Ρασπλιούγεφ)
+Λαμβάνω την τιμήν να σας παρουσιάσω: Βλαδήμιρος Δμήτριτς Νέλκην, καλός
+γείτων και φίλος του σπιτιού μας. (Στρεφόμενος προς τον Νέλκην) Ιβάν Αντώνιτς
+Ρασπλιούγεφ. (Υποκλήσεις). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Εγώ είχα πλέον την τιμήν . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Είχα κ' εγώ αυτήν την τιμήν . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Διατί, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, ήλθατε τόσον αργά; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Κάποια υπόθεσις μ' εμπόδισε. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα τώρα! Στας οκτώ της νυκτός τι υπόθεσις ημπορεί να είνε;!. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Είνε μια υπόθεσις, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, που ανάβει (παρατηρεί) που καίει —
+τέτοια υπόθεσις είνε! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, το βλέπω, ο Βλαδήμιρος Δμήτριτς είνε δραστήριος άνθρωπος· και ο
+δραστήριος άνθρωπος είνε το ίδιο σαν τον υδράργυρο. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Νακούσετε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, πώς λούζει τους Εγγλέζους ο Ιβάν Αντώνιτς . . .
+</p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Κακεντρεχές, κακεντρεχές έθνος, καμμία ευγένεια, καμμία . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Σεις; σεις το νομίζετε; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΟΥΓΕΦ (φαιδρώς)</i></p>
+
+<p>Το νομίζω, το πιστεύω. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Χα, χα, χα! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Χα, χα, χα, χα! Σας βεβαιώ! . . . χα, χα, χα! </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Πώς σας λέγουν; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ιβάν Αντώνιτς </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Το επίθετόν σας; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Ρασπλιούγεφ. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>(πλησιάζει προς αυτόν και τον λαμβάνει εκ του κομβίου) </p>
+
+<p>Πού δεν υπάρχει το κακόν, κύριε Ρασπλιούγεφ; πού δεν υπάρχει; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Α, όχι! εγώ δεν είμαι αυτής της γνώμης· το κακόν πρέπει να εκριζωθή, πρέπει,
+χωρίς άλλο πρέπει. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (μη προσέχων)</i></p>
+
+<p>Πού και ποίον κακόν ιδού το ζήτημα. Ιδού, παραδείγματος χάριν, η φαυλότης
+και η αγυρτεία εις τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας δεν είνε επικίνδυνοι τόσον
+όσον είνε φρικώδες όταν η φαυλότης είνε εις εκείνους που φορούν φράκα . . .
+άσπρα γάντια . . . που χορταίνουν με τα ξένα αγαθά . . . που τρέχουν με πολυτελή
+αμάξια, που έχουν γνωριμίας εις την κοινωνίαν, που εμβαίνουν εις έντιμον σπίτι,
+που καταστρέφουν άνευ αιτίας την τιμήν . . . την ησυχίαν!. . . τα πάντα . . Αυτό είνε
+το φοβερόν! . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Αμ' τι νομίζετε, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, πράγματι, αυτά που λέγει ο κύριος είνε
+πολύ σωστά, σας βεβαιώ! Μπορώ μάλιστα, κύριέ μου, να σας πω ένα παράδειγμα .
+. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Παραδείγματα είνε πολλά! Αυτό είνε το φοβερόν! Το να υπάρχη κάτω από το
+σκουτί λερωμένο ποκάμισο, δεν είνε και τίποτε! μα κάτω από το φράκο (δεικνύων
+το φράκον του Ρασπλιούγεφ) λερωμένο πουκάμισο . . λάσπη . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (κατ' ιδίαν).</i></p>
+
+<p>Τι θέλει να πη αυτός; όλο με το φράκο τάχει . . . (διορθώνει το φράκον τον μέ
+τινα ταραχήν.) . . . Αμ' τέτοιοι κατεργάριδες σαν κι' αυτούς, μας έχουν κάμει κι'
+εμάς πολλά . . . Παληάνθρωπος κύριε, φεύγει από την πατρίδα του και χωρίς να
+ξεύρωμεν από πού βαστά η σκούφια του μας παρουσιάζεται, — και μας πουλεί
+φούμαρα και κρατεί μια πόζα . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (τον παρατηρεί εκστατικώς).</i></p>
+
+<p>Κρατεί πόζα αι; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (δακτυλοδεικτεί αυτόν).</i></p>
+
+<p>Ο κατεργάρης κρατεί πόζα. Χα, χα, χα! (Ο Μούρομσκης γελά μετά
+φαιδρότητος). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (προσπαθεί να γελάση).</i></p>
+
+<p>Ναι, φαντασθήτε, κατεργάρης και να κρατή πόζα — είνε να γελά κανείς, (κατ'
+ιδίαν, σφίγγων τα χείλη). Μούρχεται να τον σχίσω σαν σαρδέλα . . .
+(ανατεινάσεται). </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (ομιλών βραδέως).</i></p>
+
+<p>Ναι, λέγουν πως συμβαίνει τούτο. Και είνε ακόμη φοβερώτερον, Πιοτρ </p>
+
+<p>Κωνσταντίνιτς, όταν μέσα στον τόπο μας αχρείοι, από τους δικούς μας
+κλέπτουν και ληστεύουν αυτούς τους αδελφούς των ως να ήσαν Τούρκοι . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αυτό είνε το ζήτημα! Μωρέ πώς τους λούζει τους εγγλέζους! </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (κατ' ιδίαν).</i></p>
+
+<p>Μα τι έπαθε αυτός ο άνθρωπος; ετυφλώθη όλως διόλου! Τι να γείνη; (Προς τον
+Μούρομσκην δι' αποφασιστικού ύφους). Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! Είνε ανάγκη να σας
+'πώ δυο λέξεις. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (εγείρεται).</i></p>
+
+<p>Τι τρέχει, καλέ, τι τρέχει; (αποσύρεται κατά μέρος). </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Πού ευρίσκεσθε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι ι-ί; δεν άκουσα καλά. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Σας ερωτώ — πού ευρίσκεσθε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πώς — πού ευρίσκομαι; εδώ αι — να, εδώ. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Πού εδώ; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (θυμωθείς).</i></p>
+
+<p>Διάβολε — αλήθεια! εδώ! Μα τι έπαθες, βρε αδελφέ, και δεν ησυχάζεις; Δε
+ξέρεις τάχα, πως ευρισκόμεθα εις του Κρετσίνσκη, εις του Μιχάηλο Βασίλειτς, εις
+το σπίτι του . . . λοιπόν; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ευρίσκεσθε μέσα σε σπίτι κλεπτών! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ω, ω! τάχεις χαμένα . . . παρεφρόνησες! . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Εγώ δεν παρεφρόνησα, σεις ετυφλώθητε! . . . Σας κλέπτουν την κόρην σας· δεν
+το βλέπετε — αι! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τον σύρει κατά μέρος).</i></p>
+
+<p>Άκουσ' εδώ, Βλαδήμιρ Δμήτριτς, αυτά τα λόγια δεν πρέπει να τα λέγης: περί
+του μέλλοντος γαμβρού μου τα λέγεις αυτά; Έλα στα λογικά σου, φίλε μου! </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Να έλθετε στα λογικά σας σεις! Ξεύρετε, ότι στέκεσθε εις το χείλος της
+αβύσσου; ανοίξετε τα μάτια σας· σας απατούν! σας κλέπτουν την κόρην σας! . . . εις
+την οικογένειάν σας, εις την έντιμον οικογένειάν σας, σαν φείδι, γλυστρά ένας
+χαρτοπαίκτης, ένας κατεστραμμένος δόλιος χαρτοπαίκτης και κλέπτης! . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ακροασθείς).</i></p>
+
+<p>Δόλιος χαρτοπαίκτης και κλέπτης! μήπως λέει για μας; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ακούσατε, εν τούτοις, κύριε! Τι δικαίωμα έχετε σεις;. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Βεβαίως έχω . . . ακούσατέ μου . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Πού είνε το μονόπετρόν σας; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποιο μονόπετρο; Η καρφίτσα της Λύδοτσκας; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Αυτή, μάλιστα. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εκείνη την έχει. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Το ξεύρετε καλά; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, η κόρη σας δεν την έχει. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α! αυτό είνε ψευδέστατον. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Σταθήτε Πιοτρ Κωνσταντίνιτς, σταθήτε! σας λέγω, ότι το μονόπετρό σας
+διαμάντι, δεν είνε εις το σπίτι σας, είνε εις άλλα χέρια. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και πού είνε; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Εδόθη ως ενέχυρον! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ανοησίαις . . . Τι λέγετε! . . . εγώ χθες ακόμη το είδα . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Χθες — όχι σήμερα. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Άκουσε, Βλαδήμιρ Δμήτριτς . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (διακόπτων).</i></p>
+
+<p>Κι' εγώ σας λέγω, πως το μονόπετρό σας το έβαλε ενέχυρον ο Κρετσίνσκης! . . .
+</p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (ακροώμενος).</i></p>
+
+<p>Άσχημα, άσχημα, πράματα! Να πάη να του το πη κανείς στ' αυτί . . . (φεύγει).
+</p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και πώς έτυχε εις τα χέρια του Κρετσίνσκη; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα μήπως δεν ξεύρετε, ότι σήμερα το πρωί το επήρε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Το 'πήρε; . . . Πώς το 'πήρε; . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Να, αυτός (δεικνύων τον Ρασπλιούγεφ) επήγε και το 'πήρε. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος; ο Ρασπλιούγεφ; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ναι, ο Ρασπλιούγεφ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πώς; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Σήμερα το πρωί που ήλθα στο σπίτι σας τον ευρήκα εκεί, που εκάθητο με την
+Άννα Αντώνοβνα. Κυττάζω και βλέπω την Λυδίαν Πετρόβναν που του το έδινε. Κάτι
+μυρίσθηκα . . Μπα! είπα, μήπως είν' εδώ καμμιά κατεργαριά; ποια η ανάγκη να
+ζητήσουν ένα τέτοιο πράγμα; εμένα μου φαίνεται πως ούτε στα χέρια μου δεν θα
+τώπιανα . . . Το πέρνει ο καλός σου και καθίζει στ' αμάξι . . εγώ απ' οπίσω . . . απ'
+εδώ, απ' εκεί . . εγύρισα όλην την πόλιν . . . έως αυτήν την στιγμή . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, αι . . . λοιπόν; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν δεν σας το είπα; την έβαλε ενέχυρον εις του Μπεκ. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αδύνατον κάτι άλλο θα συμβαίνει. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα εγώ τώρα μόλις ήμουν εκεί. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Εις του ενεχυροδανειστού; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα. Θέλετε να πάμε; θα μας τα ειπή όλα. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τεταραγμένος)</i></p>
+
+<p>Μα τι είνε αυτό; . . . Θεέ μου! . . Τι είν' αυτό; Λύδα! Λύδα! Λύδοτσκα! </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>(προστρέχει εκ του παρακειμένου δωματίου κρατούσα στέκαν μπιλιάρδου).
+</p>
+
+<p>Α, μπαμπά, τι θέλετε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Έλα 'δώ! (ταπεινοφρώνως) Ειπέ μου, Λύδα, το μονόπετρό σου το έχεις; αι; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Το έχω, μπαμπά, το έχω. Α, μπαμπά, μα γίνεται αυτό; γιατί με διεκόψατε από
+την παρτίδα. Εγώ παίζω με τον Μισσέλ και όλο τον κερδίζω . . . Τι ωραία που είνε,
+τι ευχάριστα. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Λανθάνεσθε, Λύδια Πετρόβνα· είνε χαμένο! . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Πώς χαμένο; </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Δεν του το εδώσατε; . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Και τι με τούτο; (τον παρατηρεί έκπληκτος) Το πρωί, μπαμπά, το έστειλα του
+Μισσέλ. Είχε βάλει στοίχημα. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι; Τι; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Είχε βάλει στοίχημα με τον πρίγκηπα Βέλσκην, περί του πόσων καρατιών είνε
+— δε ξεύρω τι. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (τω Μούρομσκη).</i></p>
+
+<p>Ψέματα! </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Θεέ μου! μα το έχει ο ίδιος· τώρα μου έλεγε, ότι το έχει ο ίδιος . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας).</i></p>
+
+<p>Λοιπόν; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν τι, μπαμπά; θα μου το δώση. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Χμ . . . δεν το πιστεύω . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (εν εξάψει).</i></p>
+
+<p>Τι είν' αυτά που λέγετε; Πώς σεις, κύριε, ειμπορείτε . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Λυδία Πετρόβνα! Προς Θεού, μη οργίζεσθε εναντίον μου. Τι έπρεπε να κάμω;
+πταίω εγώ; εγώ είμαι πρόθυμος ναποθάνω προς χάριν σας . . . να υποστώ
+βασανιστήρια . . . οφείλω όμως, σας ορκίζομαι εις την τιμήν μου, οφείλω! . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (έντρομος).</i></p>
+
+<p>Θεέ μου! Τι συμβαίνει; Μπαμπάκα μου! εγώ τρομάζω! (Συσπειρούται παρά τω
+Μούρομσκη). Μπαμπά, μπαμπάκα μου! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Έννοιά σου, παιδί μου, έννοιά σου! Κι' εγώ δε ξεύρω τι συμβαίνει. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω, Ατούγεφ, κατόπιν Κρετσίνσκης και Ρασπλιούγεφ. </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Τι έχεις, παιδάκι μου; τι έχεις; τι τρέχει; (τω Νέλκην). Σεις είσθε κύριε; Τι
+μπερδέματα έχετε πάλι; Τι εκαταφέρατε; Πάλι μηχανορραφίαις και κακογλωσσιαίς;
+</p>
+
+<p>(Σιγή. Όλοι ταράσσονται αμηχανούντες. Ο Κρετσίνσκης παρατηρεί όλους μετά
+προσοχής). </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διστακτικώς).</i></p>
+
+<p>Παρακαλώ, Μιχάηλο Βασίλειτς — δηλαδή . . . θέλομεν να ομιλήσωμεν
+οικογενειακώς, μίαν στιγμήν. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Οικογενειακώς; Τι τάχα; ορίστε: εγώ δεν είμαι ξένος. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αυτό, βέβαια· αλλά εγώ θα σας παρακαλούσα . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα τι είν' αυτά, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! 'πήτε το καθαρά και ξάστερα: αξιότιμε
+κύριε! ομιλούμεν διά το μονόπετρον διαμάντι. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Διά ποίον μονόπετρον, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Καλέ διά το μονόπετρο εκείνο, που μας μετεσχηματίσατε εις καρφίτσαν . . . το
+επήρατε σήμερα από την κόρην μου; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Το επήρα. Μα δεν σας το είπε, ότι το επήρα; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν το έχετε αυτό τώρα ή όχι; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α! . . . αυτό λοιπόν; . . . (προσβλέπει πάντας και παρατηρεί διαρκώς τον Νέλκην,
+ακολούθως στρέφεται προς τον Μούρομσκην). Αυτό είνε λοιπόν! Ειπήτε μου, με
+ποίους είμαι και πού είμαι; . . Ειπήτε μου, ποίος βλαξ, ποιος ψεύστης . . ή ποίος
+αχρείος . . . (θόρυβος) είχε την τόλμην . . . </p>
+
+<p>(Ο Νέλκην θέλει να ορμήση κατά του Κρετσίνσκη. Η Ατούγεφ τον αναχαιτίζει).
+</p>
+
+<p>Μακράν, σας λέγω, — θα σας βγάλω το λαρύγγι . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (κραυγάζων).</i></p>
+
+<p>Όχι, εγώ θα σου το βγάλω . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(κάμνει ταχείαν κίνησιν προς τον Νέλκην και αίφνης αναχαιτίζεται· τρέμει η
+φωνή του). </p>
+
+<p>Πιοτρ Κωνσταντίνιτς . . . το μονόπετρον της Λυδίας το έχω εγώ . . .
+καταλαμβάνετε; το έχω έ-ε-γώ! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα εγώ ποτέ δεν αμφέβαλλα. Ήλθε όμως αυτός και μου λέγει, ότι πνίγω την
+κόρη μου, ότι σεις μας απατάτε, ότι το διαμάντι το επήρατε σεις και το εβάλατε
+ενέχυρον . . . λοιπόν κρίνατε και σεις ο ίδιος . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Α! . . . τώρα καταλαμβάνω . . . Και αν λέγη ψεύματα . . τότε; και αν αυτός σαν
+αχρ . . . συγγνώμην . . . εψεύσθη αναιδώς;! . . τότε; . . (Ο Μούρομσκης κινεί τας
+χείρας του, τεταραγμένος) . . . τότε: θέλω . . . ακούετε; θέλω! . . . να τον διώξητε με
+ταις κλωτσαίς από το σπίτι . . . μου δίδετε τον λόγον σας δι' αυτό; . . αι; . . . Λάβετέ
+την λοιπόν, (λαμβάνει εκ του γραφείου την καρφίδα) λάβετέ την! (δίδει την
+καρφίδα εις την Λύδοτσκα και τείνει την άλλην χείρα προς τον Μούρομσκην) Πιοτρ
+Κωνσταντίνιτς, τώρα τον λόγον σας. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (απωθεί την καρφίδα).</i></p>
+
+<p>Όχι, . . . όχι εις εμέ . . . </p>
+
+<p>(Την καρφίδα την λαμβάνει η Ατούγεφ. Όλοι πλησιάζουν διά να παρατηρήσουν.
+Γενικός ψίθυρος, θόρυβος. Πάντες ομιλούν σχεδόν ταυτοχρόνως). </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Τι σημαίνει τούτο; είνε αδύνατον! σας λέγω, είν' αδύνατον! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(δεικνύουσα την καρφίδα εις τον Νέλκην). </p>
+
+<p>Νά τηνε! Βλέπετε, κύριε; νά την! . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! τον λόγον σας είπα· το απαιτώ, το θέλω! . . . </p>
+
+<p>(συγκεχυμένως, ανοίγει τας χείρας του). </p>
+
+<p>Σας τον δίδω! (τω Νέλκην) Να, κύριε, τι κάμουν τα ψεύματα! (παρατηρεί την
+καρφίδα) δεν υπάρχει αμφιβολία: αυτή είνε! </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (ως να συνήλθε).</i></p>
+
+<p>Θεέ μου! πού ευρίσκομαι; Τι μου παίζουν; (πλησιάζει προς την Λύδοτσκαν και
+την λαμβάνει εκ της περιχειρίδος). Λυδία Πετρόβνα! ακούσατε! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μη! (τινάζει την εσθήτα της Λύδοτσκας) την λερώνεις! . . . </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ (αρπάζει την κεφαλήν του).</i></p>
+
+<p>Θεέ μου! τι είνε τούτο; Θεέ μου! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τω Νέλκην).</i></p>
+
+<p>Μα ποιος σας είπε αυτάς τας ανοησίας; πού τας ακούσατε . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (τον διακόπτει).</i></p>
+
+<p>Παρακαλώ, παρακαλώ! Τώρα πλέον αι ερωτήσεις δεν έχουν τον τόπον των.
+Κάθε ομιλία ετελείωσε. Εδώ, κύριέ μου, δεν πρόκειται περί λόγων αλλά περί έργων
+. . . είνε ιδικόν σας το κόσμημα αυτό; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γοργώς)</i></p>
+
+<p>Δικό μου. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (δεικνύει την θύραν εις τον Νέλκην)</i></p>
+
+<p>Έξω! . . . </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (τω Νέλκην)</i></p>
+
+<p>Τι δουλειά έχετε πλέον εδώ; Φύγετ' απ' εδώ. </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>(λαμβάνει τον πίλον του και πλησιάζει τον Κρετσίνσκην). </p>
+
+<p>Είμαι εις τας διαταγάς σας . . . </p>
+
+<p>(ο Κρετσίνσκης δεικνύει την θύραν. Ο Νέλκην πλησιάζει αυτόν εγγύτερον και
+κραυγάζει)· </p>
+
+<p>«Αμέσως . . . και μέχρι θανάτου! . . .» </p>
+
+<p>(Θόρυβος. Ο Μούρομσκης, η Λύδοτσκα, η Ατούγεφ, ο Ρασπλιούγεφ
+περιστοιχίζουσι τον Κρετσίνσκην. Ο Νέλκην ίσταται μόνος. Ομιλούσι σχεδόν μαζύ).
+</p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Όχι, όχι, ποτέ! δεν το θέλω. (τω Νέλκη) Πηγαίνετε, πηγαίνετε! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πηγαίνετε, κύριε, πηγαίνετε, ο Θεός μαζύ σας. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αφήσατε, κύριοι, σας παρακαλώ! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(εξέρχεται του ομίλου) Τι-ι-ί; (σταυρόνων τας χείρας του). Έτσι λοιπόν! . .
+Ικανοποίησιν . . . Τι ικανοποίησιν; Διά τι; σας ερωτώ . . . θέλετε να κτυπηθήτε μαζύ
+μου . . . χα-χα-χα-χα . . . Σεις με προσεβάλατε και θέλετε και να με φονεύσετε; . . .
+αλλ' ας είνε, με μίαν όμως συμφωνίαν εις κάθε σας πυροβολισμόν εγώ θα σας
+πτύω εις το πρόσωπον. Ιδού οι όροι μου. Αν θέλετε αύριον — έστω· σήμερον όμως
+. . . έι! ποίος είνε εκεί; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Έι! ποίος είν' εκεί; αυτό είνε το καλείτερο. </p>
+
+<p>(εισέρχεται ο Θόδωρος και είτα δύο υπηρέται) </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πάρετέ τον από τις πλάταις και γρεμήσετέ τον έξω! </p>
+
+<p><i>ΝΕΛΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Θεέ μου! ονειρεύομαι; είμαι ζωντανός; (ψαύει το σώμα του, μετά πικρίας).
+Αλήθεια, αλήθεια! πού είνε η δύναμίς σου; (έξαλλος εξέρχεται). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>(κλείων όπισθεν του Νέλκην την θύραν). </p>
+
+<p>Αντιέ!! χι-χι-χι! είδες τον τι εγύρεψε (αποσύρεται κατά μέρος). Ακούς εκεί! Αμ'
+έτσι δα, φίλε μου, ψοφάς της πείνας! Αμέ ναύρης τώρα την αλήθεια· νέος είσαι
+ακόμη, φίλε μου, ψάξε να την εύρης! </p>
+
+<p>(Σιγή. Ο Μούρομσκης είνε τεθορυβημένος· η Λύδοτσκα ίσταται ακίνητος· η
+Ατούγεφ παρατηρεί τον Μούρομσκην οργίλως). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ζ'.</h5>
+
+<p>&nbsp;</p>
+
+<p>Οι άνω εκτός του Νέλκην </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κατόπιν μικράς σιωπής.)</i></p>
+
+<p>Αι, είσθε ευχαριστημένος, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Καθ' όλα, καθ' όλα ευχαριστημένος. Ακούτ' εκεί, καλέ! 'πήγα να χάσω τον νου
+μου. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν κι' εγώ είμ' ευχαριστημένος, Αι, τι λέγετε — δεν τελειόνομεν τώρα και
+'μείς; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (διαπορών).</i></p>
+
+<p>Πώς να τελειόσωμεν; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όπως τελειόνουν. Μεταξύ μας συνέβησαν αρκετά σκανδαλώδη πράγματα. Εγώ
+θεωρώ τον εαυτόν μου εκ μέρους σας προσβεβλημμένον. Με αυτήν την κηλίδα τι
+σύζυγος είμ' εγώ της κόρης σας; Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! εγώ οφείλω να σας δώσ'
+οπίσω τον λόγον σας, εις σας δε, Λυδία Πετρόβνα — την καρδίαν σας. Λάβετέ την,
+εστέ ευτυχείς και. . . λησμονήσατέ με. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Τι θέλετε να ειπήτε; . . . Μισσέλ! τι λέγετε; Δεν σας εννοώ. Η καρδία οπίσω δεν
+δίδεται· η καρδία μου είνε ιδική σας . . . Μπαμπάκα! γιατί σιωπάτε; προς Θεού!
+γιατί σιωπάτε; πταίομεν ημείς! (εν απελπισία). Μπαμπάκα, ημείς πταίομεν! . . .
+</p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ (γοργώς).</i></p>
+
+<p>Ναι, εγώ . . Μιχάηλο Βασίλειτς, μα τι είν' αυτά; Εγώ ουδέποτε . . αυτός είνε
+ένας ανόητος· αξίζει να δίνη κανείς προσοχήν εις τα λόγιά του; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Σεις όμως πώς φέρεσθε; αι; Αφού αυτός ο κακόγλωσσος ειμπόρεσε να με
+προσβάλη, ξεύρετε πόσον και σεις ο ίδιος με προσεβάλατε; Αύριον ειμπορεί να
+έλθουν να σας 'πούν, πως εγώ είμαι ένας χαρτοπαίκτης, πως είμαι ένας απατεών,
+και σεις θα τον πιστεύσετε και θ' αρχίσετε να ζητήτε πληροφορίας! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς! Μα τι λέγετε τώρα! </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τις ξεύρω εγώ αυταίς τις χωριάτικες συνήθειαις. Αλλά μάθετε, ότι η
+υπερηφάνειά μου αυτά δεν τα επιτρέπει. Εγώ ή έχω πεποίθησιν εις ένα άνθρωπον
+ή δεν έχω· μέσος όρος δεν χωρεί. Εγώ ούτε το μονόπετρόν σας, ούτε τα χρήματά
+σας έχω ανάγκην. Τα χρήματά σας εγώ ειμπορώ να τα πετάξω εις τα μούτρα του
+καθενός. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (τον λαμβάνει της χειρός).</i></p>
+
+<p>Μισσέλ! Δι όνομα Θεού! σας παρακαλώ, συγχωρήσατέ μου, συγχωρήσατέ μου,
+σας παρακαλώ . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (διαλογίζεται, κατ' ιδίαν).</i></p>
+
+<p>Αυτός θα έτρεξε τώρα εις του Μπεκ. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Δεν ομιλείτε; προσεβλήθητε; Εγώ ξεύρω, μέσα εις την καρδιά σας δεν υπάρχει
+ούτε συγγνώμη, ούτε οίκτος . . Τι θέλετε λοιπόν; είμεθα εις όλα πρόθυμοι . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (λαμβάνει ζωηρώς την χείρα της).</i></p>
+
+<p>Τι καρδίαν που την έχετε, Λυδία! τι χρυσή καρδιά! . . . Και είμαι εγώ άξιος
+αυτής; . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Μισσέλ! Πόσον αμαρτάνετε! . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Έστω, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! δόσετε την χείρα σας. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Έτσι δα βέβαια! (τω θλίβει την χείρα). Έτσι δα λοιπόν. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ακούσατε: να γίνη αύριον ο γάμος διά να λείψουν όλα αυτά τα σκάνδαλα. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ας είνε κι' αύριον. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Και αμέσως φεύγομεν εις το κτήμα. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, τωόντι, εις το κτήμα. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τον Νέλκην με κανένα λόγον δεν πρέπει να τον δεχθήτε πλέον. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ας πάη στην ευχήν του Θεού! τι να τον κάμω τώρα; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τον λόγον σας, μου το ορκίζεσθε; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Είμαι σύμφωνος εις ό,τι θέλετε. Έγεινε τέτοιο το κεφάλι μου (διαγράφει περί
+την κεφαλήν του κύκλον). Ένα μονάχα . . . εκείνη . . (με ηλλοιωμένην φωνήν), ήθελα
+μονάχα . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρήσας το ωρολόγιον)</i></p>
+
+<p>Εν τούτοις είνε δέκα η ώρα: καιρός να επιστρέψετε εις το σπίτι σας (προς την
+Λύδοτσκαν). Λυδία, είσθε ταραγμένη! </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Δεν πειράζει (λαμβάνει την χείρα του). Τα ελησμονήσατε όλα . . . αι; 'πήτε μου
+— ναι; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (κρατών της χείρα της)</i></p>
+
+<p>Ναι, εκατό φοράς ναι. Όλα τα ελησμόνησα . . . ένα μόνον ενθυμούμαι — ότι
+μου ανήκετε· αύριον θα είσθε ιδική μου . . . κτήμα μου! . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, ιδική σας. Μισσέλ ιδική σας! Πήτε μου ακόμη μια φορά ότι με αγαπάτε!
+</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (παρατηρών αυτήν)</i></p>
+
+<p>Δεν πιστεύετε; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Δεν πρόκειται περί τούτου· θέλω ν' ακούσω ακόμη μίαν φοράν αυτήν την λέξιν
+εις την λέξιν αυτήν υπάρχει κάτι τι ιδιαίτερον! . . . δεν ηξεύρω . . . κάποιος πόνος,
+κάποιος φόβος. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (μετ' ανησυχίας)</i></p>
+
+<p>Πόνος! . . . Και διατί; </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Μη φοβείσθε . . . αυτόν τον πόνον δεν τον αλλάζω εγώ με όλας τας χαράς του
+κόσμου. Λοιπόν δεν μου λέτε: μ' αγαπάτε; . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (χαμηλοφώνως)</i></p>
+
+<p>Σας αγαπώ . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>(τον λαμβάνει της χειρός και διά της ετέρας καλύπτει τους οφθαλμούς της).
+</p>
+
+<p>Ξεύρετε, Μισσέλ έχει παγώσει ολότελα η καρδιά μου . . . δεν κτυπά. Πήτε μου:
+είνε έρως αυτό; </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, άγγελε μου, είνε το ήμισυ αυτού. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (μειδιώσα)</i></p>
+
+<p>Το ήμισυ; . . . Τι απατεών που είσθε . . ενώ εγώ τώρα είμαι έτοιμος να δώσω
+προς χάριν του τα πάντα . . (ο Κρετσίνσκης φιλεί την χείρα της). Ναι, το παν, το παν
+. . . (χαμηλοφώνως) όλον τον κόσμον. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(αφού φιλήση την χείρα της Λύδοτσκας, τω Μούρομσκη). </p>
+
+<p>Αι, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς! καιρός για το σπίτι. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, και τώρα μάλιστα. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πηγαίνετε, πηγαίνετε, και σας παρακαλώ να βάλετε την Λύδοτσκα να πλαγιάση
+έχει ανάγκην αναπαύσεως. Λυδία, αύριον θα είσθε δροσερά, κόκκινη, ωραία, σαν
+νύμφη . . (σκεφθείς) Ή, όχι· καλείτερα να σας συνοδεύσω ο ίδιος διά να
+επιστατήσω να γίνουν όλα. </p>
+
+
+<p>(Ο Μούρομσκης η Ατούγεφ και η Λύδοτσκα ετοιμάζονται). </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τω Κρετσίνσκη)</i></p>
+
+<p>Αλήθεια, Μιχάηλο Βασίλειτς, καλείτερα να πάτε ο ίδιος. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(σύρει κατά μέρος τον Ρασπλιούγεφ). </p>
+
+<p>Κύτταξε συ, μείν' εδώ. Κι' αν τύχη και σου κουβαληθή εδώ αυτός ο Νέλκην,
+δέξου τον και σπάσε του το κεφάλι . . . εννοείς; . . . Και ως να επιστρέψω μην τον
+αφήσης να φύγη . . . κύτταξε! . . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μείνατε ήσυχος, μείνατε ήσυχος, εγώ τόνε διορθόνω. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Τ' άλλα όλα είνε εις το χέρι μου. Εις του Μούρομσκη δεν τον δέχονται. Αυτά θα
+τα τακτοποιήσω πλέον ο ίδιος· εκεί δεν εισχωρεί. </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι, Μιχάηλο Βασίλειτς, πάμε· έτοιμοι. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Πηγαίνομεν, πηγαίνομεν. (λαμβάνει ταχέως τον πίλον του. Βίαιος κτύπος του
+κώδωνος· όλοι σταματούν κατάπληκτοι). Αι; τι είνε; αι; (κραυγάζει) Αι, σεις! </p>
+
+<p>Ποιος είνε; Να μη δεχθήτε κανένα . . . ακούτε; </p>
+
+<p>(Θόρυβος, έτερος κτύπος του κώδωνος. Φωναί). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι; . . . (εισέρχεται υπηρέτης) Τι τρέχει; ποίος είνε; </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ο κύριος Νέλκην!!! είνε και κάποιος άλλος μαζύ του. Φωνάζει να του ανοίξωμε
+την πόρτα. (Φωναί «Ανοίξετε την θύραν! ανοίξετε την θύραν! . .» κτύποι τινες
+ακόμη του κώδωνος). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (με ορμήν)</i></p>
+
+<p>Θέλει λοιπόν να τον αφήσω στον τόπο; (θραύει μίαν καθέκλαν και λαμβάνει έν
+τεμάχιον. Ο Μούρομσκης και η Λύδοτσκα του κρατούν τας χείρας). </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΣΤΚΑ</i></p>
+
+<p>Μισσέλ! Μισσέλ! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς, δι' όνομα Θεού, ησυχάσατε! Τι είν' αυτά! </p>
+
+<p>(Περιστοιχίζουν τον Κρετσίνσκην). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (τω Ρασπλιούγεφ)</i></p>
+
+<p>Πήγαινε, διώξε τον με τις κλωτσιαίς! </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (τρέχων προς την θύραν).</i></p>
+
+<p>Αμέσως! (επιστρέφει εκ της θύρας προς τον Κρετσίνσκην). Μιχάηλο Βασίλειτς!
+αυτός ίσως έχει κι' άλλους τέσσερις μαζύ του! θα είνε ίσως πέντε νομάτοι. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ορμά κατ' αυτού)</i></p>
+
+<p>Γκρεμήσου! 'πόθανε, αφού σε προστάζουν. </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Πόθανε . . 'πόθανε! Μιχάηλο Βασίλειτς! Κύριε ελέησον! εύκολο πράγμα είνε ν'
+αποθάνη κανείς; (Ο θόρυβος εξακολουθεί. Ακούονται φωναί:) «Ανοίξατε την
+θύραν! σπάσετέ την!.» </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(αποσπώμενος του Μούρομσκη και της Λύδοτσκας, τρέχει προς την θύραν).
+</p>
+
+<p>Αφήσατέ με: βλέπω πως χωρίς εμένα αυτό δεν θα τελειώση (σφίγγων τους
+οδόντας) θα τον σκοτώσω σαν σκύλο! </p>
+
+<p><i>ΘΟΔΩΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς! ο αστυνόμος μας διατάσσει ν' ανοίξωμε την πόρτα. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (αφηρημένος)</i></p>
+
+<p>Στάσου, μην ανοίξετε!! Ο πρώτος που θα κινηθή, θα του ανοίξω το κεφάλι!
+(Κρατεί εις χείρας το ξύλον, σταματά) Η αστυνομία! (δι' υποκώφου φωνής). Α!
+(Ρίπτει εις την γωνίαν τον πόδα της καθέκλας). Ετελείωσε!!! (αποσύρεται κατά
+μέρος). Ανοίξατε . . . (Θόρυβος. Ανοίγουσι την θύραν). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Η'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Νέλκην εισορμά και ρίπτεται προς την Λύδοτσκαν· ο Μπεκ εισορμά
+κατόπιν του φορών γούναν, αναζητεί διά των οφθαλμών τον Κρετσίνσκην, τρέχει
+προς αυτόν, και σταματά απέναντί του με προτεταμένους τους βραχίονας. Εις την
+θύραν εμφανίζεται αστυνομικός υπάλληλος. </p>
+
+<p><i>ΜΠΕΚ</i></p>
+
+<p>Νά τος ο κακούργος! ο κακούργος! α, κακούργε! Γιαλί μου έδωκες δι' ενέχυρον!
+διά το γιαλί μου πήρες τα χρήματα, ληστή! (Τρέχει. Ο Κρετσίνσκης ίσταται μ'
+εσταυρωμένας χείρας). Συλλάβετέ τον, αυτός είνε! συλλάβετέ τον, συλλάβετέ τον
+λοιπόν. </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ (βάλλουσα διάτορον κραυγήν).</i></p>
+
+<p>Α!!! (Ο Νέλκην, ο Μούρομσκης και η Ατούγεφ ορμώσι προς αυτήν. Ο
+Κρετσίνσκης πειράται να πλησιάση ωσαύτως). </p>
+
+<p><i>ΜΠΕΚ</i></p>
+
+<p>Στάσου στάσου! Πού πας, ληστή; α, κακούργε! </p>
+
+<p>(Ο Ρασπλιούγεφ κρύπτεται όπισθεν του Κρετσίνσκη). </p>
+
+<p><i>ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ</i></p>
+
+<p>Κύριε Μπεκ! ησυχάσατε, κάμετε μου την χάριν, ησυχάσατε! (τω Κρετσίνσκη).
+Επιτρέψατε να μάθω το όνομα και τον επίθετόν σας. </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Μιχάηλο Βασίλειτς Κρετσίνσκης. </p>
+
+<p><i>ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (τω Ρασπλιούγεφ).</i></p>
+
+<p>Το όνομα και το επίθετόν σας; </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ (εντελώς σαστισμένος). Μ . . . ι . . . χάηλο Βα . . .</i></p>
+
+<p>τσ . . . αι; Μιχάηλο Βασίλειτς . . . αι; (Ο Κρετσίνσκης τον παρατηρεί εις τους
+οφθαλμούς). Εγώ . . εγώ . . . εγώ δεν έχω . . . δεν έχω επίθετον . . έτσι . . είμαι . . .
+χωρίς επίθετον . . . </p>
+
+<p><i>ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ</i></p>
+
+<p>Σας ερωτώ: το όνομα και το επίθετόν σας . . </p>
+
+<p><i>ΡΑΣΠΛΙΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Μα . . . αφού δεν έχω . . . </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ (ησύχως)</i></p>
+
+<p>Ονομάζεται Ιβάν Αντώνιτς Ρασπλιούγεφ. </p>
+
+<p>(Ο αστυνομικός υπάλληλος αποσύρεται προς τον έτερον όμιλον και ομιλεί
+ταπεινοφώνως μετά του Μούρομσκη σχεδόν μέχρι τέλους της πράξεως. Ο
+Κρετσίνσκης κάμνει κίνησιν). </p>
+
+<p><i>ΜΠΕΚ (κραυγάζει).</i></p>
+
+<p>Στάσου, στάσου! Πιάσ' τον, πιάσ' τον Άι! Άι! πιάσ' τον! </p>
+
+<p>(ίσταται προ αυτού με ανοικτούς βραχίονας). </p>
+
+<p><i>ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ</i></p>
+
+<p>Κύριε Μπεκ! σας παρακαλώ να ησυχάσετε! </p>
+
+<p><i>ΜΠΕΚ (κραυγάζει).</i></p>
+
+<p>Μα ξεύρετε τι θηρίον είνε! είνε θηρίον! θα φύγη! Σύλλαβέ τον! Έξη χιλιάδες
+μου 'πήρε για ένα γυαλί, για μια ψεύτικη καρφίτσα! . . . Αυτό είνε απάτη! . . . Στη
+φυλακή βάλτε τον, στη φυλακή! . . . </p>
+
+<p><i>ΛΥΔΟΤΣΚΑ</i></p>
+
+<p>(αποχωρίζεται του ομίλου, διέρχεται όλην την σκηνήν και πλησιάζει προς τον
+Μπεκ). </p>
+
+<p>Αξιότιμε κύριε! αφήσατέ τον! . . . ιδού η καρφίτσα, η οποία έπρεπε να
+ενεχειριασθή! πάρετέ την . . . είχε (ένδακρυς) είχε γείνει λάθος! </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ και ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Λύδοτσκα, τι κάμνεις; Λύδοτσκα! </p>
+
+<p><i>ΜΠΕΚ</i></p>
+
+<p>Πώς; τι, κυρία; (παρατηρεί την καρφίδα). Αυτή, αυτή είνε! αι; Θεέ μου! Τι κόρη!
+ουρανία αγαθότης! αγγελική πραότης . . </p>
+
+<p>(Η Λύδοτσκα καλύπτει διά των χειρών το πρόσωπον και θρηνεί). </p>
+
+<p><i>ΚΡΕΤΣΙΝΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>(κατ' ιδίαν προς το κοινόν). </p>
+
+<p>Αυτό είνε καλόν! (θέτει την χείρα εις το μέτωπόν του). Πάλιν η γυναίκα! </p>
+
+<p><i>ΑΤΟΥΓΕΦ</i></p>
+
+<p>Και τι θα κάμωμε 'μείς τώρα, Πιοτρ Κωνσταντίνιτς; </p>
+
+<p><i>ΜΟΥΡΟΜΣΚΗΣ</i></p>
+
+<p>Δρόμο, κυρά μου, δρόμο! Σε τέτοιαις 'ντροπαίς ο κόσμος πέρνει δρόμο! </p>
+
+<p>(Η Λύδοτσκα εξέρχεται με ορμήν, κατόπιν δ' αυτής ο Νέλκην, ο Μούρομσκης
+και η Ατούγεφ). </p>
+
+<p>Καταπίπτει η αυλαία. </p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h3 style="margin-top: 5em">
+ΠΑΝΤΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ<br /><br />
+
+(ΟΛΩΣ ΑΠIΘΑΝΟΝ ΣΥΜΒΑΝ)<br /><br />
+ΚΩΜΩΔΙΑ ΕΙΣ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕΙΣ </h3>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">ΠΡΟΣΩΠΑ</h4>
+
+<p>
+<br />
+ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ.<br />
+ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ, θεία της.<br />
+ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ, προξενήτρια.<br />
+ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ, αυλικός σύμβουλος, υπάλληλος.<br />
+ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ, φίλος του.<br />
+ΓΙΑΪΤΣΝΙΤΣΑ (ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ).<br />
+ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ, απόστρατος αξιωματικός του πεζικού.<br />
+ΖΕΒΑΚΗΝ, απόστρατος αξιωματικός του ναυτικού.<br />
+ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ, παιδίσκη.<br />
+ΣΤΑΡΗΚΩΦ, έμπορος υφασμάτων.<br />
+ΣΤΕΠΑΝ, υπηρέτης του Ποτκαλιόσην.</p>
+
+<h3 style="margin-top: 5em">ΠΑΝΤΡΟΛΟΓΗΜΑΤΑ<br /><br />
+(ΟΛΩΣ ΑΠΙΘΑΝΟΝ ΣΥΜΒΑΝ)</h3>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ</h4>
+
+<p>
+</p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Θάλαμος αγάμου. Ο Ποτκαλιόσην μόνος, κεκλιμένος επί ανακλιντήρος και κρατών
+πίπαν. </p>
+
+<p>Νά, όταν αρχίσης έτσι δα με την ησυχία σου να σκέπτεσαι, πείθεσαι επί τέλους,
+ότι, πράγματι, πρέπει να πανδρευθής. Και τι, μα την αλήθεια· ζη κανείς σ' αυτόν τον
+κόσμο και επιτέλους αηδιάζει τη ζωή· άφησα πάλι και πέρασαν η αποκρηαίς.
+Μολαταύτα όλα είναι έτοιμα. Τρεις μήνες πάνε τώρα που η προξενήτρα πάει κ'
+έρχεται. — Αλήθεια· σαν πως αρχίζω πια να ντρέπομαι κ' εγώ ο ίδιος. Αι, Στεπάν!
+</p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ποτκαλιόσην και Στεπάν. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ήλθε η προξενήτρα; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Όγεσκαι. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ήσουνα στο ράπτη; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Ήμουνα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αι, το ράπτει το φράκο; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Το ράβει. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Έχει πολύ ραμένο; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Κάμποσο έρραψε. Άρχισε πεια τις κουμπότρυπες. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τι λες; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Λέγω, πως ράβει τις κουμπότρυπες. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και δεν σ' ερώτησε, διατί τάχα το θέλει ο αφέντης σου το φράκο; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Όχι, δε μ' ερώτησε. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μήπως είπε: δεν σκοπεύει τάχα ο αφέντης σου να παντρευθή; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Όχι, τίποτε δεν είπε. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Θα είδες βέβαια εκεί και άλλα φράκα. Θα ράπτει βέβαια και δι' άλλους. </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Ναίσκαι, πολλά φράκα είδα εκεί κρεμασμένα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μου φαίνεται όμως, πως εκεινών η τσόχα δεν θα είναι σαν του ιδικού μου.
+</p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Ναίσκαι, το 'δικό σας θα είνε πιο φανταχτερό. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τι λέγεις; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Λέγω, πως το δικό σας τάχατες είνε πιο φανταχτερό. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Καλά. Μα δεν σ' ερώτησε, γιατί τάχα ο αφέντης κάμνει φράκον από τέτοια
+λεπτή τσόχα; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Όγεσκαι </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Δεν είπε τίποτε, πως τάχα, μήπως παντρεύεται, 'σάν να 'πούμε, ο αφέντης σου;
+</p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Όχι, δεν μου είπε τέτοιο πράγμα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Συ όμως δα του είπες τον βαθμόν μου πού υπηρετώ; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Τα είπα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Καλά, και εκείνος τι σου είπε, απάνω σ' αυτό; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Είπε πως θα βάλη όλα του τα δυνατά. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Καλά, τώρα πήγαινε. </p>
+
+<p>(Ο Στεπάν φεύγει.) </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (μόνος)</i></p>
+
+<p>Είμαι της ιδέας, ότι το μαύρο φράκο είνε κάπως σοβαρώτερον. Τα χρωματιστά
+αρμόζουν μάλλον εις υπαλλήλους κατωτέρου βαθμού — είνε κάπως παιδίστικα.
+Εκείνοι οι οποίοι έχουν ανωτέρους βαθμούς πρέπει να φυλάττουν περισσότερον
+την . . . . πώς την λέγουν; την . . . διάβολε, ελησμόνησα την λέξιν! Πόσον ωραία
+λέξις και να την λησμονήσω! Ναι, φίλε μου, αλλά ό,τι και να πης ο τίτλος του
+αυλικού συμβούλου αντιστοιχεί με βαθμόν συνταγματάρχου, μόνον που η στολή
+δεν έχει επωμίδας. — Αι, Στεπάν! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ποτκαλιόσην και Στεπάν </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αγόρασες μπογιά των παπουτσιών; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Αγόρασα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Από πού την αγόρασες; από εκείνο το μαγαζάκι, που σου είπα, που είνε εις την
+οδόν Βοζνιεσένσκη; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Ναίσκαι, από το ίδιο. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και είνε καλή; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Καλή είνε. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Έβαψες με αυτήν τα υποδήματα; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Τα έβαψα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αι, γυαλίζει; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Όσο για να γυαλίζει — καλά γυαλίζει. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και όταν σου έδιδε τη μπογιά δεν σ' ερώτησε, τι την θέλει τάχα ο αφέντης σου
+τέτοια μπογιά; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Όγεσκαι. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μην τύχη και σ' ερώτησε, μήπως τάχα ο αφέντης σου έχει στο νου του να
+παντρευτή; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Όγεσκαι, τίποτε δε μου 'πε. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Καλά λοιπόν, πήγαινε στο καλό! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ, μόνος.</i></p>
+
+<p>Τώρα τι είνε τα υποδήματα — τιποτένιο πράγμα, και μολαταύτα, αν είνε
+κακορραμμένα και η μπογιά κοκκινωπή, μέσα εις μίαν καλήν συναναστροφήν δεν
+σ' εκτιμά ο άλλος. Όπως και να είνε . . . . . δεν πηγαίνει. Αμέ να έχης και κάλους —
+αηδέστατον!. Μπορώ να έχω δεν ξεύρω τι, μα όχι κάλους — Αι Στεπάν! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ποτκαλιόσην και Στεπάν </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Τι ορίζετε; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Είπες του Τσαγκάρη να μη μου κάμη κάλους; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Το είπα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Κ' εκείνος τι σου είπε; </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Καλά — λέγει. </p>
+
+<p>(Ο Στεπάν φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ζ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>Ποτκαλιόσην, είτα Στεπάν</i></p>
+
+<p>Διάβολε, ωστόσο πολλαίς φροντίδες έχει η παντρειά! Και τούτο, κ' εκείνο, κι'
+αυτό, και όλα πρέπει να είνε εν τάξει. Το πήρ' ο διάβολος! δεν είνε τόσο εύκολο
+πράγμα όπως έχουν να πουν. Αι, Στεπάν! (Ο Στεπάν εισέρχεται): Ήθελα να σου ειπώ
+ακόμη κάτι τι . . . . . </p>
+
+<p><i>ΣΤΕΠΑΝ</i></p>
+
+<p>Η γρηά ήλθε. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Α, ήλθε; 'πέ της να έλθη εδώ (Ο Στεπάν φεύγει). Μάλιστα, είνε . . . δύσκολον . . .
+δύσκολον . . . πολύ δύσκολον πράγμα. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Η'.</h5>
+
+<p>
+Ποτκαλιόσην και Φέκλα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ω, καλημέρα, Φέκλα Ιβάνοβνα! Αι, λοιπόν, τι; πώς; Πάρε κάθισμα, κάθισε και
+λέγε. Αι, λοιπόν, πώς; λέγε λοιπόν, τι κάμνει η . . . πώς την λέγουν; η Μελάνια! . . . .
+</p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Η Αγάφια Τύχωνοβνα; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ναι, ναι, η Αγάφια Τύχωνοβνα· χωρίς άλλο θα είνε κανένα σαρανταχρονιάρικο
+κοριτσάκι, αι; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Με συγχωρείτε, όχι· δηλαδή, όταν θα τήνε παντρευθήτε θα ιδήτε πως κάθε
+μέρα δα μ' εγκωμιάζετε και θα μ' ευγνωμονήτε. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Θαρρώ πως λέγεις ψεύματα, Φέκλα Ιβάνοβνα! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Είμαι γρηά γυναίκα και ψέματα δεν λέγω· ο εξαπεδώ μονάχα λέγει τα
+ψέμματα! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και η προίκα, η προίκα; Για ξαναπέμου τα. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Η προίκα της είνε: σπίτι πέτρινο με δύο πατώματα με αρκετά στρογγυλό
+εισόδημα: ένας αλευράς της δίνει επτακόσια ρούβλια για το μαγαζί· η μπυραρία —
+το υπόγειο, δεν αδειάζει από το πρωί ως το βράδυ: δύο ξύλινα σπίτια μες την αυλή
+— το ένα όλο από ξύλο, και το άλλο με πέτρινα θεμέλια, και το καθένα της δίνει
+εισόδημα από τετρακόσια ρούβλια, έχει ακόμη και ένα λαχανόκηπο προς το μέρος
+του Βύμπορου· τρία τώρα χρόνια είνε που το νοικιάζει σ' ένα μανάβη που το
+φυτεύει λάχανο, ένας μανάβης και τι μανάβης, το κρασί ποτέ στο στόμα δεν το
+βάζει· έχει και τρεις γιους — τους δύο τους επάντρεψε, ο τρίτος, — είνε νέος, λέει,
+ακόμη, ας καθίση στο μαγαζί, για να βοηθή τον πατέρα του σ' το εμπόριο· είμαι
+ποια γέρος, λέει, και ας καθίση ο γιος μου να με ξελαφρόνη λιγάκι. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και πώς είνε; εύμορφη είνε; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Άγγελος! Άσπρη, κόκκινη, σαν το αίμα με το γάλα. . . . Γλυκειά, — που δεν
+'μπορώ να σας πω! θα ευχαριστηθήτε ως εδώ. . . . (δεικνύει τον λαιμόν της),
+δηλαδή θα μου 'πής: «Μωρέ μπράβο σου, Φέκλα Ιβάνοβνα»! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ναι, αλλά βλέπεις αυτή δεν είνε κόρη ανωτέρου αξιωματικού. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Είνε κόρη εμπόρου τρίτης τάξεως. Αλλά αυτή ειμπορεί να κάμη τιμή και σε
+στρατηγό ακόμη. Πραματευτή δεν θέλει ούτε να τον ακούση· εγώ, λέγει, θέλω να
+πάρω άνδρα ευγενή, και ας μην είνε και τόσο ώμορφος. Είδες λεπτότη που σου την
+έχει! Και σαν φορέση την Κυριακή το μεταξωτό της φουστάνι, να, μα το Χριστό,
+φέξε ήλιε! Μια πριγκηπέσσα! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα για τούτο εγώ σ' ερώτησα — γιατί εγώ είμαι, ξέρεις, αυλικός σύμβουλος,
+λοιπόν . . . καταλαμβάνεις; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Αμ' και βέβαια, καταλαβαίνω. Μας την εζήτησε και ένας αυλικός σύμβουλος
+αλλά δεν εδεχθήκαμε· δεν της άρεσε· είχε κι' αυτός, ο ευλογημένος ένα παράξενο
+φυσικό, που δεν έλεγε ποτέ αλήθεια· και ήτανε τι παρουσιαστικός άνθρωπος. Τι να
+σου κάμη κι' αυτός, έτσι τον έκαμε η φύσις· κι' αυτός δεν το ήθελε, αλλά δεν
+ημπορούσε να πη αλήθεια· ήτον από Θεού. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και καμμία άλλη εκτός αυτής δεν υπάρχει; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Και τι να την κάμετε την άλλην; αυτή είνε η ποιο καλλίτερη. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Να είνε τάχα, λες, καλλίτερη; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Στη γη στην οικουμένη 'σάν αυτήν δεν βρίσκεται. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Θα σκεφθούμεν, θα σκεφθούμεν, κυρά μου. Έλα μεθαύριον και πάλιν τα
+ξαναλέμε, εγώ έτσι δα πλαγιαστός και συ θα μου τα διηγήσαι . . </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι κάθεσαι και λες; πάνε τώρα τρεις μήνες που πάγω κι' έρχομαι, κι' ακόμη
+τίποτε βέβαιο δεν άκουσα από το στόμα σου! Κάθετ' εκεί τυλιγμένος μες τη ρόμπα
+του και δος του και καπνίζει με την πίπα του! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αμ' πως, ενόμισες, ότι ο γάμος είνε το ίδιο, σαν να φωνάξης «Αι Στεπάν, δόσε
+μου τα παπούτσια», να τα περάσης εις τα πόδια σου και να πάρης δρόμο; Αυτό,
+κυρά μου, πρέπει να το καλοσκεφθής, πρέπει να το καλομελετήσης . . . να το
+παρατηρήσης . . </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Και τι τάχα; αφού θες να παρατηρήσης γιατί δεν πηγαίνης να την ιδής; Το
+πράμα που θα πάρη κανείς, βέβαια, πρέπει και να το ιδή. Πρόσταξε να σου δώσουν
+το ρούχο σου και πήγαινε τώρα. Η καλή δουλειά γίνεται το πρωί. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τώρα; Δεν βλέπεις που συννέφιασε; Πάω, κ' έξαφνα με πειάνει η βροχή . . . . .
+</p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Τόσο το χειρότερο για σένα. Νά, άρχισαν πια ν' ασπρίζουν τα μαλλιά σου, και
+γλήγορα δεν θ' αξίζεις πια για παντρειά! Μεγάλο πράμα τάχατες αυλικός
+σύμβουλος! Μπορούμε 'μείς να διαλέξωμε τέτοιους γαμβρούς, που εσένα ούτε
+γυρίζουμε να σε ιδούμε. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τι κουταμάρες κάθεσαι και λες; Πού τα είδες τα άσπρα μαλλιά; </p>
+
+<p>(ψηλαφεί την κόμην του). </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Ένας άνθρωπος που ζη σ' τον κόσμο δε μπορεί παρά ν' ασπρίσουν και τα
+μαλλιά του. Άκουσε που σου λέγω· αν αυτή δεν σου αρέση, καμμία δεν θα σ'
+αρέση. Έχω εγώ στο μάτι ένα κάποιο πλοίαρχο, που συ ούτε σ' τον ώμο του δεν
+τόνε φθάνεις· κ' έχει μια φωνή σαν μιλή, που νομίζεις πως είνε σάλπιγγα· έχει θέσι
+σ' το ναυαρχείο. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ψεύτρα! θα κυττάξω σ' τον καθρέπτη, — που σ' το διάβολο τα ηύρε τα άσπρα
+μαλλιά! Αι, Στεπάν, φέρε τον καθρέπτη! Ή όχι, στάσου, πηγαίνω ο ίδιος. Ακούς
+εκεί! Ο Θεός να φυλάξη! τούτο είνε χειρότερο από 'βλογιά (απέρχεται εις το
+παρακείμενον δωμάτιον). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Θ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Φέκλα και Κοτσκαριώφ. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αι, Ποτκαλιόσην! . . . (βλέπων την Φέκλαν). Συ, εδώ; Μπα, που να σε . . . Γιατί
+διάβολο μ' επάντρεψες; αι; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Και τι κακό βρίσκεις σ' αυτό; Νόμιμο πράμα! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Νόμιμο, πράγμα! τάχα, πήρα γυναίκα! Μήπως και χωρίς αυτήν δεν ημπορούσα
+να κάμω! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Και καλά, συ ο ίδιος δεν μ' εφορτονόσουσα: πάντρεψέ με, κυρά, πάντρεψέ με
+κυρά! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Α, γρηά ποντίκα! . . . Καλά, αμ' εδώ τι θέλεις; Μήπως ο Ποτκαλιόσην σκοπεύει
+να . . . </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Και τι τάχα; η ώρα η καλή. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Όχι δα! Βρε τον παληάνθρωπο, και να μη μου ειπή τίποτε. Τι άνθρωπος! είδες
+τον, μυστικά τάχει! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ι'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι αυτοί και ο Ποτκαλιόσην, κρατών καθρέπτην εν ώ κατοπτρίζεται μετά πολλής
+προσοχής. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>(Κρύπτεται όπισθεν αυτού και τον τρομάζει) </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>(Αναφωνεί και ρίπτει τον καθρέπτην) Δαιμονισμένε! τι είνε αυτά. γιατί . . . τι
+ανοησίαι είν' αυταί! Μ' ετρόμαξες αλήθεια, έσπασε η χολή μου! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Δεν πειράζει, εχωράτεψα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΑΚΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τι αστεία είνε αυτά! ακόμη δεν ειμπορώ να συνέλθω από τον τρόμον. Νά,
+έσπασα και τον καθρέπτη! εγώ χάρισμα δεν τον επήρα: τον αγόρασα από το
+Αγγλικό μαγαζί. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ.</i></p>
+
+<p>Έλα τώρα, μεγάλη δουλειά! εγώ σου πέρνω άλλον καθρέπτη. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ναι, θα μου πάρης· τέτοιον καθρέπτην δεν τον βρίσκεις. Ξεύρω εγώ αυτούς
+τους άλλους καθρέπτας, που σε κάνουν δέκα ολόκληρα χρόνια πιο γέρο και με μια
+μούρη τόση δα, σαν καλαπόδι. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Άκουσ' εδώ, εγώ πρέπει να είμαι περισσότερο θυμωμένος εναντίον σου: συ,
+από εμένα, τον φίλον σου κρύπτεις τα πάντα. Σκοπεύεις να παντρευθής. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Κουταμάραις! ούτε το εσκέφθηκα! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Νά και η απόδειξις (Δεικνύει την Φέκλαν) Νά την, που στέκετ' εκεί, γνωστή —
+σαν κάλπικος παράς. Ας είνε, δεν πειράζει: εδώ ας πούμε δεν είνε και τίποτε κακό
+— πράξις χριστιανική και μάλιστα αναγκαία διά την πατρίδα. Ορίστε λοιπόν,
+ορίστε, εγώ τα πέρνω επάνω μου όλα. (τη Φέκλα) Λοιπόν, λέγε, συ, πως και τι και
+τα λοιπά — είνε κόρη ευγενούς, υπαλλήλου, ή ανήκει εις την τάξιν των εμπόρων
+και πώς είνε τώνομά της; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Αγάφια Τύχωνοβνα. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αγάφια Τύχωνοβνα Βρανδαχλίστοφ; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Όχι, όχι — Κουπεργγιάγην. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πού κατοικεί — στα προάστεια; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Με συγχωρείς, κάθεται εδώ κοντά, στα σαπουνάδικα. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, στα σαπουνάδικα, δίπλα στο μαγαζάκι, ένα ξύλινο σπίτι; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Με συγχωρείς, δεν είνε δίπλα στο μαγαζάκι, αλλά στην μπυραρία. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πώς δίπλα σ' τη μπυραρία, αυτό δεν το ξεύρω. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, άμα γυρίσης το δρόμο, θα ιδής αντίκρυ μια παράγκα και άμα περάσης την
+παράγκα γυρίζεις ζερβά, και θα ιδής 'μπρός στα μάτια σου, δηλαδή νά, έτσι, μπρος
+στα 'μμάτια σου ένα ξύλινο σπίτι που κάθεται μια ράφτρα, αμέσως όμως θα ιδής
+δεύτερο σπίτι πέτρινο και αυτό το σπίτι είνε το δικό της, δηλαδή εις αυτό το οποίον
+κάθεται η Αγάφια Τύχωνοβνα, η νύφη. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Καλά, καλά, τώρα εγώ όλα αυτά τα διορθώνω· συ τώρα πήγαινε, περισσότερο
+δε σ' έχομε ανάγκη. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Πώς; Μήπως μόνος σου θέλεις να κάμης το γάμο; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μόνος μου, μόνος μου, συ μοναχά μην ανακατεύεσαι. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, αδιάντροπε! Και είνε δουλειά των αντρών αυτή; Μην ανακατευθής, αφέντη,
+αλήθεια. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πήγαινε, πήγαινε! σε δουλειά που δεν καταλαβαίνεις, μη ανακατεύεσαι. Κάθε
+κατεργάρης στο μπάγκο του. Μαρς! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Μόνο για να κόβετε το ψωμί των ανθρώπωνε, αθεόφοβε! εγώ φταίω που
+ανακατεύθηκα με τέτοιαις βρώμαις. Αν ηύξευρα, δεν θα έλεγα τίποτε! (Φεύγει
+αγανακτισμένη). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ποτκαλιόσην και Κοτσκαριώφ. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αι, φίλε μου, αυτή η δουλειά δεν επιδέχεται αναβολήν, πηγαίνομεν. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα εγώ τίποτε ακόμη δεν απεφάσισα· εσκέφθηκα μοναχά πως . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Δεν πειράζει, δεν πειράζει! Μόνο να μη σου κακοφανή! εγώ θα σε παντρέψω
+έτσι, που ούτε είδησι θα το πάρης. Θα πάμε τώρα αμέσως εις της νύμφης, και θα
+ιδής τι έξαφνα . . Το γοργό και χάριν έχει! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αυτό μας έλειπε . . . να πάμε και αμέσως. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και γιατί τάχα, όχι αμέσως. Δεν βλέπω τι σ' εμποδίζει . . Κύτταξε και συ ο ίδιος·
+τι κερδίζεις που δεν είσαι παντρευμένος; Κύτταξε την κάμαρά σου: Κατάστασις είνε
+αυτή; Νά, εκεί στέκει ένα ακαθάριστο υπόδημα, νά η λεκάνη του νυπτήρος, νά ένας
+ολόκληρος σωρός καπνού επάνω στο τραπέζι. Και συ πλαγιασμένος εκεί 'σάν
+φασκιωμένο μωρό, όλη μέρα δίπλα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αυτό είν' αλήθεια . . . το ξέρω κ' εγώ πως δεν έχω καμμία τάξι. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, όταν πάρης γυναίκα θα ιδής, πως ούτε τον εαυτό σου ούτε τίποτε θα
+αναγνωρίζης· εδώ θα τεθή ένας καναπές, θα έχετε ένα σκυλάκι, κανένα καναράκι σ'
+το κλωβί, εργόχειρα . . Και φαντάσου, να κάθεσαι σ' τον καναπέ και έξαφνα να
+έρχεται να καθίζει κοντά σου η γυναικούλα σου, μία ομορφούλα . . . και με το
+χεράκι της . . . </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Διάβολε, αλήθεια να φαντασθή κανείς, πως υπάρχουν πράγματι, κάτι χεράκια,
+μα βρε αδελφέ, σαν το γάλα! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΩΦ</i></p>
+
+<p>Και που να ιδής ακόμη! Μήπως μονάχα τα χεράκια τους είνε; . έχουν φίλε μου,
+αυταίς . . . και πού να σου τα λέγω; . . έχουν . . . και τι δεν έχουν! . . . </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Να σου 'πώ την αλήθεια, πολύ, μ' αρέσει όταν έχω σιμά μου έμορφη γυναίκα.
+</p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Το βλέπεις λοιπόν, πως επιάσθηκες μοναχός; Τώρα δεν μένει άλλο παρά να τα
+καταφέρωμεν . . Εσένα μη σε μέλει διά τίποτε. Το γεύμα του γάμου και τα λοιπά
+άφησε τα επάνω μου . . Σαμπάνια, βέβαια, όχι ολιγώτερον από μία ντουζίνα, φίλε
+μου, σ' αρέσει δεν σ' αρέσει! Μαδέρα — μισή ντουζίνα χωρίς άλλο. Η νύμφη θα
+έχει βέβαια ένα σωρό θειαίς και κουμπάραις, και ξεύρεις αυταίς δεν χορατεύουν!
+Αμέ άσπρο του Ρήνου; σ' το διάβολο, δεν χρειάζεται, αι, τι λες; Όσο δε διά το
+γεύμα, έχω εγώ, φίλε μου. ένα εργολάβο, που είνε ικανός, — το σκυλί να σε κάμη
+να μη 'μπορής να σηκωθής από το τραπέζι. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα, βρε αδελφέ, εσύ το πέρνης τόσο ζεστά το πράγμα, που θαρρείς πως ευθύς
+πια κι' ο γάμος. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και γιατί όχι; Γιατί ν' αναβάλωμεν; μήπως δεν είσαι σύμφωνος; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ποιος εγώ; όχι δα, εγώ καλά-καλά ακόμη δεν είμαι σύμφωνος. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Νά τα μας! Και καλά, τώρα ακόμη δε εδήλωσες πως θέλεις; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Εγώ είπα μοναχά πως δεν θα ήτον άσχημα! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τι λες, βρε αδελφέ; Μα εμείς δεν τα είχαμε τώρα τελειωμένα όλως διόλου; . . .
+Μα τι — μήπως δεν σ' αρέσει τάχα η συζυγική ζωή; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Όχι, μου αρέσει. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αι, λοιπόν, γιατί έμεινεν η δουλειά; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Η δουλειά, ας πούμε, δεν έμεινε, αλλά νά, ξεύρω κ' εγώ, μου φαίνεται σαν
+παράξενο . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και τι σου φαίνεται παράξενο; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Πώς να μην μου φανή, αδελφέ, παράξενον, ίσα με τώρα να είμαι ανύπανδρος
+και να βρεθώ έξαφνα παντρεμένος. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Έλα, έλα, σαν δεν εντρέπεσαι να τα λέγης! Όχι, εγώ βλέπω ότι πρέπει να σου
+μιλήσω σοβαρά. Θα σου ομιλήσω λοιπόν ειλικρινώς ως πατέρας προς το παιδί του.
+Παρατήρησε, παρατήρησε τον εαυτό σου με προσοχήν. Νά, παραδείγματος χάριν,
+έτσι, όπως κυττάζεις εμένα τώρα. Τι νομίζεις πως είσαι; ένα κούτσουρο εκεί, χωρίς
+καμμία σημασία. Και δε μου λες, γιατί, γιατί ζης σ' τον κόσμο. Κύτταξε σ' τον
+καθρέπτη να ιδής τα μούτρα σου — τι βλέπεις εκεί μέσα; ένα βλάκικο μούτρο και
+τίποτε περισσότερο. Φαντάσου τώρα να κάμης παιδάκια και όχι δύο και τρία αλλά
+πέντε και έξη και να είνε απαράλλακτα με σένα όλα· είσαι τώρα μόνος και είσαι
+αυλικός σύμβουλος διεκπεραιωτής ή τμηματάρχης ποιος ξεύρει τελοσπάντων τι
+διάβολο είσαι; Τότε όμως φαντάσου, θα έχης τόσα διεκπεραιωτάκια, τόσα, μικρά
+τμηματαρχάκια και κανένας μάλιστα απ' αυτά μπερμπαντάκος θ' απλώνη τα
+χεράκια του και θα σου τραβά τις φαβορίταις σου και συ θα κάμνης μονάχα σαν το
+σκυλί: γαβ, γαβ, γαβ! Αι, υπάρχει άλλο ωραιότερο απ' αυτό; Πε και συ ο ίδιος. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τι άτακτα όμως, τα βρώμικα που θα είνε: όλα τα πράγματα θα μου τα χαλούν,
+θα μου σκορπίζουν τα χαρτιά . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ας ατακτούν όσο θέλουν, αλλά έλα δα πάλιν που θα σου 'μοιάζουν όλα! αυτό
+να ιδής. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Πράγματι, είνε αστείο να πάρη ο διάβολος, μια πομπή εκεί, ένα κουταβάκι —
+και να σου 'μοιάζη! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πώς δεν είν' αστείο, βέβαια είνε αστείο· πάμε λοιπόν! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ας πάμε. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αι, Στεπάν! βοήθησε γλήγορα τον αφέντη σου να φορέση τα ρούχα του. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>(Ενδυόμενος προ του καθρέπτου). Εγώ νομίζω, ότι δεν δα ήτον άσχημα να
+φορέσω το άσπρο μου γελέκο. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Δεν βαρύνεσαι . . . το ίδιον είνε! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>(Φορών την τραχηλιάν). Η αναθεματισμένη η πλύστρα άσχημα μου εσιδέρωσε
+το κολάρο και δεν στέκει καλά. Να της ειπής, Στεπάν, της ανόητης, πως άλλοτε αν
+μου τα σιδερώση έτσι άσχημα, θα την αλλάξω. Φαίνεται πως της επήραν τα μυαλά
+οι αγαπητικοί και δεν έχει τον νουν της εις το σιδέρωμα. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αι, κάμε δα, αδελφέ, πειο γρήγορα. Πώς αγαπάς να πασπατεύης! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τώρα αμέσως! (φορεί το φράκο και κάθηται) Άκουσε, Κοτσκαριώφ, ξεύρεις τι;
+δεν πηγαίνεις καλλίτερα μοναχός σου; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Άλλο τούτο πάλιν! Μήπως ετρελλάθης; εγώ να πάγω; Και ποιος θα παντρευθή
+συ ή εγώ; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Να σου πω την αλήθεια, σαν να μην έχω διάθεσιν. Δεν αφίνομε καλλίτερα
+αύριον; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Κ' έχεις ένα σπυρί μυαλό σ' το κεφάλι σου; Τι χωριάτης άνθρωπος είσαι συ!
+ετοιμάσθη καλά, — καλά κ' έξαφνα, λέει, δεν έχω διάθεσιν! Πε μου σ' το Θεό σου,
+ύστερ' απ' αυτά δεν είσαι ένας χοίρος, ένας μασκαράς; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα τι με 'βρίζεις βρε αδελφέ; Γιατί; Τι σου έκαμα; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ηλίθιε, κουτέντιε, ανόητε, ανοητότατε, ας είσαι και διεκπεραιωτής. Και για
+ποιόν εγώ φροντίζω; Για σένα! Για το συμφέρον σου! Από το στόμα σου θα σου το
+πάρουν το καμμάτι. Όλο και ξάπλα, κακοχρονονάχη! Μα 'πέ μου σε παρακαλώ σαν
+τι 'μοιάζεις; Ου να μου χαθής, τιποτένιε, γομάρι· θα σου λεγα εγώ ακόμη ένα λόγο,
+αλλά είνε ντροπή να τον ειπώ. Μια μπαμπόγρηα εκεί, χειρότερος κι' από γρηά!
+</p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (χαμηλοφώνως).</i></p>
+
+<p>Έννοια σου και συ δεν είσαι καλλίτερος! (δυνατά). Δεν είσαι με τα καλά σου!
+Κάθεται κ' 'βρίζει εμπρός εις τον υπηρέτην και ακόμη με συχαμένα λόγια. Δεν
+ηύρες άλλο μέρος; . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πώς θέλεις να μη σε 'βρίσω: Πε μου, σ' τον Θεό σου — ποιος αντέχει να μη σε
+βρίση; Απεφάσισε να παντρευτή σαν καθώς πρέπει άνθρωπος, ηκολούθησε την
+φωνήν της φρονήσεως, κ' έξαφνα, το κούτσουρο, θαρρείς πως τον εκαβαλλίκεψε ο
+διάβολος . . . </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αι, καλά, βρε αδελφέ, πηγαίνω, που μ' εξεκούφανες με τις φωναίς σου! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πηγαίνω! Και βέβαια, τι άλλο 'μπορείς να κάμης παρά να πας! (τω Σεπτάν) Δος
+του το καπέλλο και το επανοφόρι του. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (παρά την θύραν).</i></p>
+
+<p>Τι περίεργος άνθρωπος. Δύσκολα ξεμπερδεύεις μαζύ του· σε 'βρίζει εκεί διά το
+τίποτε και κανένα καλό τρόπο δεν ηξεύρει. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τώρα ετελείωσε: δε 'βρίζω πια (αμφότεροι εξέρχονται). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Θάλαμος εν τη οικία της Αγάφιας Τύχωνοβνας. </p>
+
+<p>Η Αγάφια Τύχωνοβνα απλώνει παιγνιόχαρτα επί της τραπέζης· όπισθεν αυτής
+βλέπει η θεία Αρήνα Παντελεημόνοβνα. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και πάλιν δρόμος θεία! Ενδιαφέρεται κάποιος ρήγας καρρό, δάκρυα, ερωτική
+επιστολή. Αριστερά ο ρήγας σπαθί ενδιαφέρεται πολύ, αλλά κάποια κακούργα τον
+εμποδίζει. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και σαν ποιος να ήνε, λέει, ο ρήγας σπαθί; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ποιος ξεύρει. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Εγώ όμως τόνε ξεύρω. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ποίος είνε; </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Εκείνος ο καλός πραματευτής, που είνε στα τσοχαντζίδικα, ο Αλεξέι Δμήτριεβιτζ
+Σταρηκώφ. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Είμαι βεβαία, πως δεν είν' αυτός. Στοιχηματίζω, πως δεν είν' αυτός! </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μη φιλονικείς, Αγάφια Τύχωνοβνα, είν' εκείνος με τα ξανθά μαλλιά, άλλος από
+τον ρήγα σπαθί δεν είνε. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και μολαταύτα δεν είνε· ο ρήγας σπαθί εδώ, εννοεί ευγενή. Του εμπόρου δεν
+του τεριάζει ο ρήγας σπαθί. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αι, Αγάφια Τύχωνοβνα, αν εζούσεν ο μακαρίτης ο πατέρας σου, ο Τύχων
+Παντελεημόνοβιτζ δεν θα τάλεγες αυτά. Καμμιά φορά σαν εκτυπούσε με το γρόθο
+του το τραπέζι κ' έκοβε την φωνή: «να φτύσω» λέει «εκείνον που 'ντρέπεται να είνε
+πραματευτής, και δεν θα δώσω» λέει «την κόρη μου και σε συνταγματάρχη. Ας
+τους κάμουν γαμπρούς οι άλλοι! Και τον γυό μου, λέει, δεν θέλω να τον κάμω
+στρατιωτικό. Τι; λέει, μήπως ο πραματευτής δεν δουλεύει τον βασιλέα όπως κάθε
+ένας;» Και δος του, να κτυπά με το γρόθο του το τραπέζι. Κ' είχε κ' ένα γρόθο ο
+μακαρίτης σαν ένα κουβά μεγάλο — φόβος και τρόμος! Να πούμε όμως και τη
+μαύρη αλήθεια, εκείνος έστειλε και τη μητέρα σου σ' τον άλλο κόσμο· διαφορετικά
+θα εζούσε περισσότερο! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Νά η ώρα να πάρω κ' εγώ ένα τέτοιον άνδρα! Να ξεύρω και τι, δεν πέρνω
+έμπορον! </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ο Αλεξέι Δμήτριεβιτζ όμως δεν είνε τέτοιος. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Δεν τόνε θέλω, δεν τόνε θέλω! έχει γένεια ό,τι τρώγει θα πέφτει απάνω, όχι,
+όχι, δεν τόνε θέλω! </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και πού θα εύρης ευγενή καλό; Μες στο δρόμο δε θα τον εύρης. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Η Φέκλα Ιβάνοβνα θα τον εύρη. Αυτή μου υπεσχέθη πως θ' αύρη τον
+καλλίτερο. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μη την πιστεύεις μμάτια μου, αυτή είνε ψεύτρα. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Αι άνω και Φέκλα Ιβάνοβνα. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Όχι, Αρήνα Παντελεημόνοβνα, κρίμα είνε να με συκοφαντής άδικα. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Α! Η Φέκλα Ιβάνοβνα! Αι, για λέγε: αι, βρήκες; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Βρήκα, βρήκα· στάσου πρώτα να πάρω την αναπνοή μου — έκαμα τόσον κόπο!
+Κατά την παραγγελία που μου 'δωσες, δεν άφησα ούτε γραφείο, ούτε υπουργείο,
+ούτε φυλακείο . . . Ξεύρεις, παιδί μου, κόντεψα να φάγω και ξύλο, μα τον Θεό! Με
+ηύρε εκείνη η γρηά, που έκαμε τον γάμο του Αφέρωφ και τόσο με φορτώθηκε που
+και τι δεν μου 'ψαλλε: Πείσα-δείξα, μου λέγει, μόνο για να μου κόβης το ψωμί
+είσαι. Να πας στη γειτονιά σου λέει. Μα εγώ της είπα ορθά κοφτά πως εγώ για την
+κυρία μου, και μη προς βάρος σου, είμαι έτοιμη να θυσιασθώ. Για τούτο δα και σου
+επρομήθεψα τους πειο διαλεκτούς γαμπρούς. Δηλαδή στη γη στην οικουμένη ούτε
+βρεθήκανε ποτέ τέτοιοι ούτε θα γείνουν. Σήμερα θα έλθουν μερικοί. Επέρασα απ'
+εδώ επίτηδες να σε προειδοποιήσω. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πώς, σήμερα; Φέκλα Ιβάνοβνα, ψυχή μου, εγώ φοβούμαι. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μην τρομάζεις μάνα μου; πράματα του κόσμου! θα έρθουν, θα ιδούν, και
+τίποτε άλλο, θα τους ιδής και συ· αν δεν σου αρέσουν, — φεύγουν. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και θα ηύρες καλούς, βέβαια! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και πόσοι είνε, — πολλοί; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Έξ τους έχω πια! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (αναφωνεί).</i></p>
+
+<p>Α! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Γιατί παιδί μου ξαφνίστηκες έτσι; Καλλίτερα να διαλέξης· αν δεν σ' αρέση ο
+ένας θα σ' αρέση ο άλλος. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και τι είνε — ευγενείς; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Όλοι διαλεκτοί — ένας κ' ένας· τέτοιοι ευγενείς, δεν εμεταγίνηκαν. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πώς είνε λοιπόν, πώς; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Καλοί, ώμορφοι, όλοι καθώς πρέπει. Ο πρώτος, ο Βαλταζάρ Βαλταζάροβιτζ
+Ζεβάκην: είνε τόσο καλός, . . . υπηρετεί στο ναυτικό — σου τεροιάζει μια χαρά!
+λέγει πως θέλει τη νύφη να είνε σαρκωμένη, η ξηρακινές, λέει, δεν του αρέσουν. Ο
+Ιβάν Παύλοβιτς πάλι είνε πρωτοκολλητής και τόσο σοβαρός άνθρωπος που δεν
+ημπορείς να τον πλησιάσης. Παρουσιαστικός, παχύς, και σαν μου βάλη τη φωνή
+«Μη μου λέγεις άρες-μάρες, πως η νύφη είνε τέτοια και τέτοια· να μου πης καθαρά
+και ξάστερα, πόσα είνε τα κινητά και τα ακίνητά της;» — τόσα και τόσα αφέντη
+μου! «Ψέμματα λες, διαβόλου κόρη!» Κι' ακόμη, μάνα μου, μου ξεφούρνησε μια
+τέτοια λογάρα, που είνε ντροπή και να σου την ξεστομίσω· εγώ αμέσως εκατάλαβα
+πως αυτός πρέπει νάνε σπουδαίος άνθρωπος! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Άλλος ποιος είν' ακόμη; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Είνε ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς Ανούτσκην, ένας ευγενέστατος άνθρωπος, να ιδής τα
+χείλη του, μάτια μου, βύσινο, καθ' εαυτό βύσινο — λαμπρός άνθρωπος! «εγώ»,
+λέει, «θέλω τη νύφη να ήνε ωραία, να ήνε μορφωμένη και να ξεύρη να μιλή και
+γαλλικά». Ναι, λεπτής ανατροφής άνθρωπος, γερμανομαθημένος, κ' έχει κάτι
+ποδαράκια λεπτά — λεπτά! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Α! όχι, να σου ειπώ, αυτοί οι λεπτοκαμωμένοι κάπως δεν μου έρχονται δεν
+ηξεύρω, αλλά δεν τους βρίσκω τίποτε. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αν θέλης δυνατώτερο, τότε πάρε τον Ιβάν Παύλοβιτς. Καλλίτερο από αυτόν δεν
+θα βρης· εκείνος, δεν μπορείς να πης τίποτε, είνε καθ' εαυτό αφεντάνθρωπος:
+χωρεί δεν χωρεί απ' αυτήν εδώ την πόρτα! λαμπρός άνθρωπος. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και ποίας ηλικίας είνε; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Νέος είν' ακόμη: τα πενήντα τάχει δεν τάχει. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και πώς είνε το επίθετόν του; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Το παράνομά του; Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αυτό είνε το επίθετόν του; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Το επίθετό του! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ω, Θεέ μου, τι επίθετον! άκουσε, Φέκλα μου, δε μου λες, σε παρακαλώ, αν τύχη
+και πάρω άνδρα αυτόν θα με λέγουν: Κυρίαν Σφογγάτου; Τι πράγμα είνε αυτό! . . .
+</p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αι μάννα μου, ακούει κανείς εδώ τέτοια παρανόματα, που να τ' ακούσης — σου
+έρχεται να φτύσης και να σταυροκοπηθής! Αφού όμως δεν σου αρέσει το
+παράνομα, πάρε τότε τον Βαλταζάρ Βαλταζάροβιτς Ζεβάκην — περίφημος
+γαμβρός! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και τι μαλλιά έχει αυτός; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ωραία μαλλιά! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αμ' η μύτη του; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αι . . . . . . και η μύτη του καλή είνε· — όλα τάχει στη θέσι τους, και είνε και
+καλός άνθρωπος. Αλλά μη προς βάρος σου, στο σπίτι του άλλο πράγμα δεν έχει
+από την πίπα του· ούτε το παραμικρό έπιπλο. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Άλλος ποιος είνε; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Είνε ο Ακίνφ Στεπάνοβιτς Παντελέγεφ, υπάλληλος, επίτιμος σύμβουλος·
+ψευδίζει λιγάκι αλλά είνε πολύ σεμνός άνθρωπος. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Εβαρέθηκα πια ν' ακούω όλο υπαλλήλους και υπαλλήλους. Δεν μας είπες όμως
+και το ουσιωδέστερο. Τάχα αυτός ο υπάλληλος δεν αγαπά νά το τσούζη; αυτό να
+μας ειπής! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Το τσούζει, δεν σου λέγω, το τσούζει, αλλά τι να κάμης που είνε βλέπεις,
+επίτιμος σύμβουλος! Είνε όμως μαλακός άνθρωπος και τον κάνεις όπως τον θες.
+</p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Α, όχι, εγώ δεν θέλω να είνε ο άνδρας μου μέθυσος. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Όπως θέλεις, μάννα μου! Δεν θέλεις τον ένα — πάρε τον άλλον. Έπειτα τι
+πειράζει αν καμμιά φορά πιή κανένα παραπάνω; Όλη δα την εβδομάδα δεν θα ήνε
+μεθυσμένος, θα βρεθή και καμμιά μέρα να είνε νηστικός. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Άλλος ποιος είνε; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Είνε ακόμη ένας, αλλά αυτός . . . ας πάη στο καλό· αυτοί είνε οι καλλίτεροι.
+</p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ποίος είνε αυτός; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Δεν ήθελα να σου τον αναφέρω· είνε να 'πώ την αλήθεια αυλικός σύμβουλος, κ'
+έχει και παράσημο, αλλά είνε πολύ βαρύς άνθρωπος· με δυσκολία τον εβγάζεις
+από το σπίτι. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ακόμη ποίος είνε; είνε άλλος; συ μόνον πέντε μου ανέφερες, ενώ είπες ότι είνε
+έξ. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μήπως είνε λίγοι αυτοί; είδες πώς εξεθάρρεψες; Και στην αρχή, μολαταύτα,
+είχες τρομάξει. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και τι είνε αυτοί οι ευγενείς σου; Όλοι τους και οι έξ δεν αξίζουν όσον αξίζει
+ένας πραματευτής. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Α, όχι, Αρήνα Παντελεημόνοβνα, ο ευγενής είνε ποιο σεβάσμιος. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Τι να τον κάμης το σεβασμό; Να ο Αλεξέι Δμήτριεβιτς μ' εκείνο το καλπάκι από
+γούνα, που σαν βγη με το έλκυθρο . . . </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και ο ευγενής με τες σπαλέταις του θα περάση και θα του ειπή: «Αι, συ
+πραματευτάκο, παραμέρισε να περάσω!» ή «δείξε μου, πραματευτάκο το
+καλλίτερό σου βελούδο!» και ο πραματευτής: «ορίστε, αφέντη!» «Βγάλε το
+καπέλλο σου, χωριάτη!» Να τι θα του ειπή ο ευγενής. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και ο πραματευτής, σαν δεν θέλει πάλι, δεν του δίνει τσόχα, και ο ευγενής σου
+θα μείνη γυμνός και δεν θα έχη τι να φορέση. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και ο ευγενής θα κόψη με το σπαθί του τον πραγματευτήν. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και ο πραματευτής θ' αναφερθή σ' την αστυνομία. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Κι' ο ευγενής θ' αναφερθή σ' τον Άρειο Πάγο. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και ο πραγματευτής στο Νομάρχη. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Κι' ο ευγενής . . . </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Έχεις λάθος, έχεις λάθος! Ο Νομάρχης, είνε ανώτερος από τον Αρειοπαγίτην.
+Εδαιμονίστηκες με τον ευγενή σου! Κι' ο ευγενής εις άλλη περίστασι βγάζει το
+καπέλλο του . . . (ακούεται ο κώδων της θύρας) Κάποιος κτυπά. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, θαρρώ πως είν' εκείνοι! </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ποιοι; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Εκείνοι, καλέ . . . κανένας από τους γαμπρούς. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (αναφωνεί).</i></p>
+
+<p>Α! </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Άγιοι μάρτυρες, ελεήσατέ μας τους αμαρτωλούς! Η κάμαρα είνε ασυγύριστη
+(αρπάζει ό,τι υπάρχει επί της τραπέζης και τρέχει εντός του θαλάμου). Η πετσέτα, η
+πετσέτα απάνω στο τραπέζι καταλερωμένη. Δουνιάσκα, Δουνιάσκα! (εισέρχεται η
+Δουνιάσκα). Γλήγορα καθαρή πετσέτα (Σύρει το χειρόμακτρον και περιτρέχει το
+δωμάτιον). </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, θεία μου, πώς να κάμω; είμαι σχεδόν γυμνή! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, μάννα μου, τρέξε να ενδυθής ογλήγορα (τρέχει ωσαύτως εντός του
+θαλάμου. Η Δουνιάσκα φέρει χειρόμακτρον· αντηχεί εκ νέου ο κώδων) πήγαινε,
+τρέξε, φώναξε «αμέσως» (η Δουνιάσκα κραυγάζει μακρόθεν «αμέσως»). </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Θεία, το φόρεμά μου δεν είνε σιδερωμένο. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, θεέ μου μεγαλοδύναμε, σώσε μας! Βάλε άλλο! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ (προσπεύδουσα).</i></p>
+
+<p>Τι βλέπετε; Αγάφια Τύχωνοβνα, κάνε ποιο γρήγορα, κυρά μου! (ακούεται ο
+κώδων) Βοή μου! Κ' εκείνος κάθεται και περιμένει! </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Δουνιάσκα, φέρε τον εδώ και παρακάλεσέ τον να περιμένη. (η Δουνιάσκα
+τρέχει εις τον προθάλαμον και ανοίγει την θύραν· ακούονται φωναί· «εδώ είνε; —
+εδώ, ορίστε μέσα». (άπασαι μετά περιεργείας προσπαθούσι να παρατηρήσωσι διά
+της οπής του κλείθρου). </p>
+
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πώ, πω! Τι χονδρός! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Έρχεται· έρχεται! (άπασαι τρέχουσιν εν αταξία). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ιβάν Παύλοβιτς, Σφογγάτος και Δουνιάσκα. </p>
+
+<p><i>ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Περιμείνετε εδώ (φεύγει). </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Να περιμείνωμεν, έστω, ας περιμείνωμεν αρκεί να μην αργήσω μόνον.
+Απουσίασα, άλλως τε, διά μίαν στιγμήν από το Υπουργείον. Και αν έξαφνα
+ερωτήση ο προϊστάμενος: «Και πού υπήγεν ο πρωτοκολλητής;» Επήγε να ιδή την
+νύφη. . . . Να μην ψάλλει το αναβαλλόμενον της νύφης . . . . Και όμως, ας
+παρατηρήσω μια φορά ακόμη την σημείωσιν. (αναγινώσκει) λιθίνη διώροφος οικία
+(ανατείνει τους οφθαλμούς και περιεργάζεται τον θάλαμον). Μάλιστα!
+(εξακολουθεί αναγινώσκων). </p>
+
+<p>«Δύο οικίσκοι — παραρτήματα: οικίσκος με πέτρινα θεμέλια, οικίσκος ξύλινος .
+. . Ο ξύλινος δεν είνε και τίποτε ξεχωριστόν· άμαξα, έλκυθρον με γλυφάς, διά δύο
+άλογα· με δύο καλλύματα — μικρό και μεγάλο· θα είνε τέτοια, που μόνο για τη
+φωτιά θ' αξίζουν. Η γρηά μόλα ταύτα βεβαιοί, ότι είνε πρώτης ποιότητος· καλά, ας
+είνε και πρώτης ποιότητος. «Δύο δωδεκάδες αργυρά χουλιάρια . . . .» Βέβαια τα
+ασημένια κουτάλια χρειάζονται στο σπίτι «δύο γούνες από αλουπόδερμα . .» Χμ!
+«τέσσαρα στρώματα μεγάλα με πούπουλο και δύο μικρά» (σφίγγει εμφαντικώς τα
+χείλη). «Έξ φορέματα μεταξωτά και έξ τσιτένια, δύο νυκτικά καπότα, δύο . .» Αυτά
+είνε τιποτένια πράγματα! «ασπρόρρουχα, πετσέταις . .» απ' αυτά ας έχει όσα
+θέλει! αυτά όμως πρέπει και να τα επαληθεύσωμεν. Τώρα που υπόσχονται πολλά,
+και σπίτι και αμάξια, όταν όμως πανδρευθής, δεν βρίσκεις άλλο από στρώμματα
+και μαξιλάρια (ακούεται ο κώδων. Η Δουνιάσκα τρέχει ακροποδητί διά του
+θαλάμου και ανοίγει την θύραν ακούονται φωναί: εδώ είνε; — εδώ;) </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ο άνω και Ανούτσκην. </p>
+
+<p><i>ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Περιμείνετε εδώ, τώρα έρχονται (εξέρχεται. Ο Ανούτσκην χαιρετίζει τον
+Σφογγάτον και αντιχαιρετίζεται). </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Τα σεβάσματά μου! </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Έχω ίσως την τιμήν να ομιλώ μετά του πατρός της ωραίας οικοδεσποίνης; </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Καθόλου, κύριε! εγώ δεν είμαι πατέρας. Εγώ μάλιστα δεν απέκτησα ακόμη
+τέκνα </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Α! Συγγνώμην, συγγνώμην! </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (Κατ' ιδίαν).</i></p>
+
+<p>Η μούρη του ανθρώπου αυτού μου φαίνεται κάπως ύποπτος. Δεν είνε
+παράδοξον να ήλθε κι' αυτός διά την ιδίαν ως κι' εγώ υπόθεσιν! (Δυνατά) έχετε
+ίσως καμμίαν υπόθεσιν με την οικοδέσποιναν; </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Όχι . . καμμίαν υπόθεσιν· ήμην εις τον περίπατον κι' επέρασα απ' εδώ έτσι . . .
+</p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (κατ' ιδίαν). Ψέμματα, ψέμματα λέγει! . . . στον</i></p>
+
+<p>περίπατον! παντρειά θέλει ο μασκαράς! (ακούεται ο κώδων· η Δουνιάσκα
+τρέχει πάλιν ν' ανοίγη την θύραν. Εις τον προθάλαμον ακούονται αι λέξεις: εδώ
+είνε; — εδώ). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΣΤ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Ζεβάκην συνοδευόμενος υπό της Δουνιάσκας. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ (προς την Δουνιάσκαν).</i></p>
+
+<p>Σε παρακαλώ, μικρά μου, καθάρισέ με· έξω έχει σκόνη που είνε φρίκη! Βγάλε,
+σε παρακαλώ, εκείνην εκεί την αράχνην. (Στρέφεται) Αξιόλογα! ευχαριστώ,
+ψυχίτσα μου. Κύτταξε ακόμη εκεί, περιπατεί, νομίζω μία αράχνη. Τα τακούνιά μου,
+κύτταξε, δεν έχουν τίποτε; ευχαριστώ, παιδί μου! Να εδώ, νομίζω, έχει ακόμη κάτι
+τι. (Καθαρίζει διά της χειρός την περιχειρίδα του φράκου του και προσβλέπει τον
+Ανούτσκην και Σφογγάτον). Τσόχα αγγλική, βλέπεις! την αγόρασα εις τα 95, όταν η
+ναυτική μοίρα μας ήτον εις Σικελίαν τότε ήμην ακόμη δόκιμος και την έρραψα
+στολήν· Εις τα 801 επί αυτοκράτορος Παύλου Πετρόβιτς, επροβιβάσθην εις
+υποπλοίαρχον· η τσόχα ήτον όλως διόλου καινούργια. Κατά το 814 έκαμα την
+περιήγησιν της γης, και μόνον αι ραφαί ετρίφθησαν ολίγον. Εις τα 815 επήρα την
+αποστρατείαν μου, αλλά την εγύρισα μέσα έξω· από τότε επέρασαν δέκα χρόνια,
+που την φορώ κι' είνε ακόμη σχεδόν καινούργια. Ευχαριστώ, κορίτσι μου . . . (την
+χαιρετά διά της χειρός και πλησιάζων προς τον καθρέπτην αναμοχλεύει ελαφρώς
+την κόμην του). </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Πώς είπατε; επιτρέψατε να μάθωμεν . . . Σικελία . . . είπατε, νομίζω περί
+Σικελίας; είνε ωραίος τόπος η Σικελία; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ω, ωραιότατος! εμείναμεν εκεί τριαντατέσσαρας ημέρας. Θέα, να σας ορίσω
+θαυμασία! εκείνα τα βουνά, εκείναις η ροδιαίς με τα ρόδα
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>)
+. Και παντού ιταλίδες σαν τα κρύα νερά 'που σου έρχεται να τας φιλήσης. </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Και είνε μορφωμέναι; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Εξαίρετα! τέτοιαν μόρφωσιν μόνον αι ιδικαί μας κόμησσαι την έχουν. Ετύχαινε
+στο δρόμο, αι, ρώσσος υποπλοίαρχος! φυσικά, εδώ επωμίδες (δεικνύει επί των
+ώμων) χρυσά κεντήματα, και βλέπεις πλέον ταις ωραίαις μαυρομάταις. — Σε κάθε
+σπίτι έχουν, βλέπετε, και εξώστην και τα πατώματα είνε νά, σαν αυτό εδώ —
+χαμηλά, — κυττάζεις να ιδής λοιπόν και εις κάθε εξώστη βλέπεις και ένα
+τριανταφυλλάκι . . λοιπόν, φυσικά, διά να μη θεωρηθής αγροίκος . . . (χαιρετά και
+κινεί την χείρα) κι' εκείναις κάμνουν όλο έτσι . . . (κάμνει κίνησιν διά της χειρός)
+φυσικά, φορεί εδώ κανένα μεταξωτό μανδύλι, κανένα κορδόνι, διάφορα γυναικεία
+κοσμήματα . . με ένα λόγον, ορεκτικό κομματάκι. </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Και εις ποίαν, επιτρέψατε να σας κάμωμεν μίαν ερώτησιν, εις ποίαν διάλεκτον
+συνεννοούνται εις Σικελίαν; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ω, φυσικά — όλοι εις την γαλλικήν. </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Εν γένει όλαι αι δεσποινίδες ομιλούσι την γαλλικήν; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Όλαι γενικώς. Ίσως μάλιστα δεν θα πιστεύσετε, ό,τι θα σας ορίσω: εμείναμεν
+εκεί τριαντατέσσαρας ημέρας, και καθ' όλον αυτό το διάστημα, δεν ήκουσα από το
+στόμα των ούτε μίαν λέξιν ρωσσικήν. </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ούτε μίαν λέξιν; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ούτε μίαν! Δεν λέγω πλέον περί των ευγενών και λοιπών σινιόρων, δηλαδή
+περί των διαφόρων αξιωματικών των· λάβετε όμως ως παράδειγμα ένα από τους
+εντοπίους απλούς χωρικούς, ο οποίος σηκόνει εις την ράχην του κάθε είδους
+ακαθαρσίας, δοκιμάσατε και ειπέτε του: Δόσε μου, αδελφέ, ψωμί — δεν θα σε
+εννοήση, μα τον Θεόν, δεν θα σ' εννοήση, είπε του γαλλικά: «Dateci del pane» ή
+«portate vino» — αμέσως σ' εννοεί και τρέχει πράγματι να σου φέρη! </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Περίεργος τόπος μολαταύτα, ως βλέπω, θα είνε αυτή η Σικελία. Είπατε νομίζω
+περί χωρικών; πώς είνε εκεί οι χωρικοί; ομοιάζουν με τους ρώσσους χωρικούς, είνε
+εύρωστοι; καλλιεργούν ή όχι την γην; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Δεν ειμπορώ να σας ειπώ: δεν παρετήρησα αν καλλιεργούν την γην ή όχι· να
+σας ειπώ όμως όσον αφορά τον ταμβάκον, και σας ορίζω, πως εκεί, όχι μόνον όλοι
+τον τραβούν, αλλά και τον μασούν. Ή μεταφορά εντός της πόλεως επίσης είνε πολύ
+ευθυνής εκεί σχεδόν είνε παντού νερά και γόνδολαι . . . φυσικά, κάθεται μέσα και
+μία τέτοια ιταλίς, σαν το τριαντάφυλλο, και φορεί καμμιά τραχηλιά ή κανένα
+μανδυλάκι! . . Ήσαν μαζύ μας και άγγλοι αξιωματικοί, αλλά και αυτοί, ως και οι
+ιδικοί μας, — του ναυτικού . . . . Και κατ' αρχάς ήτον πολύ περίεργον, δεν
+ημπορούσαμε να συνεννοηθούμεν· ύστερα όμως, όταν εγνωρίσθημεν καλά,
+αρχίσαμεν να εννοούμεν ελεύθερα. Του έδειχνες, παραδείγματος χάριν, μποτίλια ή
+ποτήρι, κ' εννοούσε παρευθύς, ότι τούτο θα ειπή να πιούμεν· έφερες έτσι τον
+γρόνθον σου εις το στόμα κ' έκαμνες μόνον με τα χείλη σου: παφ, παφ κ' εννοούσε
+την πίπαν. Εν γένει να σας ορίσω, γλώσσα πολύ εύκολος, οι ναύται μας, εις ένα
+διάστημα όχι περισσότερον των τριών ημερών ήρχησαν πλέον να καταλαμβάνουν
+ο ένας τον άλλον. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Πολύ ενδιαφέρουσα θα είνε η ζωή, ως βλέπω εις τα ξένα μέρη. Μεγάλως θα
+ηυχαριστούμην αν είχον σχέσεις με άνθρωπον κσσμογυρισμένον. Επιτρέψατέ μοι
+να μάθω: με ποίον έχω την τιμήν να ομιλώ. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ζεβάκην — απόστρατος υποπλοίαρχος. Επιτρέψατέ μοι ωσαύτως να ερωτήσω:
+προς ποίον έχω την τιμήν να συνομιλώ; </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Ανώτερος υπάλληλος, Ιβάν Παύλοβιτς Σφογγάτος! </p>
+
+<p><i>ΖΕΡΒΑΚΗΝ (Μη ακούσας καλώς)</i></p>
+
+<p>Σφογγάτο; Ναι, κ' εγώ έφαγα κάτι τι! τους δρόμους βλέπετε τους ξεύρω, έχω να
+κάμω ακόμη πολύ δρόμο, κάμνει και ολίγον ψύχος, λοιπόν επήρα ένα μεζεδάκι
+μίαν σαρδέλαν με ψωμάκι . . . </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, νομίζω δεν εννοήσατε καλά: το επίθετόν μου είνε Σφογγάτος! </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ (υποκλινόμενος)</i></p>
+
+<p>Α, με συγχωρείται, βαρυακούω ολίγον! εγώ αληθινά ενόμισα ότι είπατε πως
+εφάγατε σφογγάτο. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι να κάμης! εγώ ήθελα να παρακαλέσω τον προϊστάμενον, να μου επιτρέψη να
+μετονομασθώ Σφογγύλης, αλλά δεν με άφισαν οι φίλοι· λέγουν ότι τότε θα μοιάζω
+με γογγύλην! </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Αυτό συμβαίνει· εις την Μοίραν μας, όλοι οι αξιωματικοί και ναύται, όλοι είχον
+παραδοξότατα επίθετα: ήκουες λόγου χάριν επίθετα: Νεροπλυματάς, Αφρισμένος,
+και Πυρωμένος υποπλοίαρχος. Ενός δε δοκίμου, και καλού δοκίμου, το επίθετον
+είναι απλώς, Τρύπα. Και ο πλοίαρχος καμμιά φορά: «Τρύπα, έλα εδώ!» και πολλαίς
+φοραίς εχοράτευε μαζύ του, «μα είσαι μία Τρύπα!» του έλεγε (ακούεται εις τον
+προθάλαμον ο κώδων. Η Φέκλα διά του Θαλάμου τρέχει ν' ανοίξη) </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Α! καλημέρα κυρά. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Καλημέρα, τι κάμνεις είσαι καλά, ψυχή μου; </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Καλημέρα, κυρά Φέκλα Ιβάνοβνα! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ (τρέχουσα ακροποδητεί)</i></p>
+
+<p>Σας ευχαριστώ, αφεντάδες, καλά είμαι (ανοίγει την θύραν· εις τον προθάλαμον
+ακούονται φωναί: «Εδώ είναι; — εδώ» είτα λέξεις τινές μόλις ακουόμεναι; εις ας η
+Φέκλα αποκρίνεται μετ' αγανακτήσεως; Καλέ τον είδες εκεί!) </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΖ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω, Κοτσκαριώφ, Ποτκαλιόσην και Φέκλα. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (Τω Ποτκαλιόσην)</i></p>
+
+<p>Ενθυμού τους λόγους μου, θάρρος, θάρρος, και τίποτε περισσότερον.
+(Παρατηρεί και χαιρετίζων με έκπληξίν τινά κατ' ιδίαν). Τι θέλει εδώ τόσος κόσμος!
+τι σημαίνει τούτο; μήπως είναι γαμβροί; (ωθεί την Φέκλαν και λέγει αυτή
+ταπεινοφώνως). Από ποιο κονάκι ήρθαν οι κοράκοι; πού τους βρήκες; αι; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ (χαμηλοφώνως)</i></p>
+
+<p>Δεν είναι κοράκοι είναι όλοι τίμιοι άνθρωποι. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΑΡΙΩΦ (Τη Φέκλα)</i></p>
+
+<p>Είναι πολλοί οι ξένοι, μα είνε μαδημένοι. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Να κυττάξης τα δικά σου και να μην παινεύεσαι που δεν έχεις τι να φας κι' όλο
+κοκορεύεσαι. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Έννοια σου κ' οι δικοί σου οι πλούσιοι έχουν τσέπαις τρυπυμέναις. (δυνατά) Τι
+κάμνει λοιπόν τώρα μέσα; Η πόρτα αυτή, βέβαια δα πηγαίνη στην κάμμαρή της;
+(Πλησιάζει προς την θύραν). </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ ΙΒΑΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αδιάντροπε! σου λένε ντύνεται ακόμη! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μωρέ δουλειά! Και τι πειράζει εγώ μονάχα δα κυττάξω, και τίποτε άλλο.
+(Παρατηρεί διά της οπής του κλείθρου). </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Επιτρέψατε, παρακαλώ, να παρατηρήσω κ' εγώ </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Επιτρέψατε και εις εμέ να παρατηρήσω μόνο μια φορά. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (εξακολουθεί παρατηρών).</i></p>
+
+<p>Μα τίποτε δεν φαίνεται, κύριοι! Κάτι ασπρίζει — μα γυναίκα είνε, δεν
+διακρίνεται (πάντες μολαταύτα συνωστίζονται προς την θύραν και προσπαθούν να
+παρατηρήσωσι). </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αι, αι, . . κάποιος έρχεται (πάντες αποσκιρτώσι). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΗ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω Αρήνα Παντελεημόνοβιτς και Αγάφια Τύχωνοβνα </p>
+
+<p>(πάντες υποκλίνονται). </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και ποία αφορμή σας έκαμε να μας τιμήσητε με την παρουσίαν σας. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Εγώ, κυρία, έμαθον από τας εφημερίδας, ότι επιθυμείτε ν' αναλάβητε την
+εργολαβίαν της προμηθείας καυσοξύλων, και επειδή είμαι υπάλληλος εις το
+υπουργείον, ήλθα να μάθω το είδος των ξύλων, το ποσόν και την εποχήν που
+ειμπορείτε να τα παραδώσητε. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αν και δεν κάμνομεν ποτέ εργολαβίαις χαίρομεν όμως διά τον ερχομόν σας. Το
+επίθετό σας παρακαλώ; </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Κολλεγιακός πάρεδρος
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>), Ιβάν
+Παύλοβιτς Σφογγάτος. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Καθίσατε παρακαλώ (αποτείνεται προς τον Ζεβάκην και παρατηρεί αυτόν)
+επιτρέψατε παρακαλώ . . . </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Κ' εγώ επίσης ξεύρετε βλέπω μίαν ειδοποίησιν διά κάτι; Ας υπάγω, είπα· ο
+καιρός μου εφάνη ωραίος εις τους δρόμους χορταράκι . . . </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και το επίθετόν σας; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Απόστρατος υποπλοίαρχος Βαλταζάρ-Βαλταζάροβιτς Ζεβάκην, δεύτερος.
+Είχομεν κ' ένα άλλον Ζεβάκην, αλλ' εκείνος ετέθη πριν από εμέ εις αποστρατείαν.
+Είχε πληγωθεί, κυρά μου, κάτω από το γόνατον και με ένα τέτοιον παράδοξον
+τρόπον· η σφαίρα του ετρύπησε το πόδι πέρα πέρα, έτσι που το γόνατον μεν δεν το
+έβλαψε, αλλά του ετρύπησε το νεύρο σαν βελόνα και συμβαίνει τώρα όταν
+στέκεσαι κοντά του να νομίζης πως θέλει να σε κτυπήση από πίσω με το γόνατο.
+</p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Σας παρακαλώ πολύ καθίσατε, (αποτείνεται προς τον Ανούτσην). Επιτρέψατε,
+παρακαλώ, να μάθωμεν την αφορμήν της επισκέψεώς σας; </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Από γειτωνικόν χρέος κυρία . . . . . Κατοικώ τόσον πλησίον . . . . </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Δεν κατοικείτε, νομίζω, εις το σπίτι εκείνης της γυναικός του εμπόρου
+Τουλούμπωφ εδώ αντικρύ; </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Όχι, προς το παρόν κατοικώ ακόμη εις την συνοικίαν Πεσκή, σκοπεύω όμως και
+αυτάς να περάσω εδώ κοντά εις αυτήν την γειτονιά. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Καθίσατε παρακαλώ (αποτείνεται προς τον Κοτσκαριώφ). Επιτρέψατε να μάθω.
+</p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Είνε δυνατόν να μη με γνωρίζετε; (Προς την Αγάφιαν). Και σεις επίσης κυρία;
+</p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αν δεν απατώμαι, μου φαίνεται, ότι ποτέ δεν σας είδα. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και όμως προσπαθήσατε να ενθυμηθήτε κάπου με έχετε ιδεί. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αληθινά, δεν ηξεύρω. Μήπως εκ της Βεριούσκην; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ακριβώς εκεί. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αχ, δεν ηξεύρετε τι έπαθεν η καϋμένη . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Το γνωρίζω, — υπανδρεύθη. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Όχι, τούτο δα δεν είνε και άσχημον πράγμα, αλλά έπεσε κ' έσπασε το πόδι της.
+</p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και το έσπασε πολύ άσχημα: επέστρεφε πολύ αργά εις το σπίτι ο αμαξάς ήτον
+μεθυσμένος, και την αναποδογύρισε από το αμάξι. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα, νομίζω ότι ενθυμούμαι ένα τέτοιο πράγμα, ή πως έσπασε το πόδι της.
+</p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και το επίθετόν σας; . . . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πώς;. . . . Ηλίας Φωμίτζ Κοτσκαριώφ, έχομεν μάλιστα και κάποια συγγένειαν, η
+σύζυγός μου δεν παύει να μου λέγη ότι . . . . παρακαλώ, παρακαλώ, (λαμβάνει της
+χειρός τον Ποτκαλιόσην και τον παρουσιάζει) ο φίλος μου Ποτκαλιόσην Ιβάν
+Κουσμίτζ, αυλικός σύμβουλος, διεκπεραιωτής, μόνος του εκτελεί όλην την
+υπηρεσίαν, και ετελειοποίησεν αξιόλογα το τμήμα του. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και το επίθετόν του . . . . , </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ποτκαλιόσην Ιβάν Κουσμίτζ, Ποτκαλιόσην, ο τμηματάρχης είνε μόνον διά τ'
+όνομα, αλλά όλας τας υπηρεσίας τας εκτελεί αυτός ο Ιβάν Κουσμίτζ Ποτκαλιόσην.
+</p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα, λοιπόν καθίσατε, παρακαλώ. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΘ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Σταρηκώφ. </p>
+
+<p><i>ΣΤΑΡΗΚΩΦ</i></p>
+
+<p>(υποκλίνων μετά ταχύτητος και ζωηρότητος). </p>
+
+<p>Καλημέρα κυρά Αρήνα Παντελεημόνοβνα! άκουσα από τα παιδιά στα
+πραματευτάδικα πως πουλείτε μαλλιά! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>(αποστρέφει το πρόσωπον μετά περιφρονήσεως και λέγει χαμηλοφώνως μεν
+αλλ' ούτως ώστε ν' ακουσθή παρ' αυτού). </p>
+
+<p>Εδώ δεν είνε πραματευτάδικο. </p>
+
+<p><i>ΣΤΑΡΗΚΩΦ</i></p>
+
+<p>Νάτην! θαρρώ πως δεν ήρθαμε στην ώρα και χωρίς εμάς ταχουν πια ψημένα.
+</p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Παρακαλώ, παρακαλώ, Αλεξέι Δμήτριεβιτς· αν και δεν πωλούμεν μαλλιά,
+χαίρομεν όμως διά τον ερχομόν σας. Καθίσατε σας παρακαλώ </p>
+
+<p>(Κάθηνται πάντες. Σιωπή). </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι αλλόκοτος καιρός σήμερα: Το πρωί ενόμιζε κανείς πως θα βρέξη και τώρα
+σαν να εκαθάρισε ο ουρανός. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα, αλλόκοτος καιρός: πότε καθαρός ουρανός και πότε όλως διόλου
+βροχερός. Πολύ δυσάρεστον πράγμα. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Εις την Σικελίαν, κυρία, είμεθα με την Μοίραν εν καιρώ ανοίξεως, σαν να
+ειπούμεν τον Φεβρουάριον καθ' ημάς. Βγαίνεις λοιπόν, καμμιά φορά από το σπίτι
+με λιακάδα, έπειτα βλέπεις πως αρχίζει να βρέχη και είνε πραγματικώς βροχή. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Το μάλλον δυσάρεστον — να είνε κανείς μόνος με αυτόν τον καιρόν. Διά τους
+παντρεμένους όμως αλλάζει τα πράγμα· αυτοί δεν στενοχωρούνται . . . όταν όμως
+είνε κανείς μόνος είνε φοβερόν! . . . </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ω, είνε φοβερόν, φοβερόν! </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα ειμπορεί κάνεις να . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τι λέγεις, αδελφέ! Φρίκη! Βαρύνεται κάνεις την ζωήν του. Ο Θεός να με φυλάξη
+από τέτοιο κακό. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Δεν μου λέγετε, δεσποσύνη, άν ποτε εσκέπτεσθε να εκλέξετε συζύγον, —
+επιτρέψατε να μάθωμεν το γούστο σας. Συγγνώμην, διότι σας ερωτώ χωρίς
+περιστροφάς: ποία υπηρεσία θα ενομίζατε ότι θα ήτον ευπρεπεστέρα διά τον
+σύζυγόν σας; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Θέλετε, δεσποσύνη να λάβετε σύζυγον άνδρα δοκιμασμένον εις τας τρικυμίας
+του πελάγους; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Όχι, όχι ο καλλίτερος κατά την γνώμην μου σύζυγος είνε . . . ιδού ανήρ ο όποιος
+μόνος διευθύνει ολόκληρον τμήμα του υπουργείου. </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Διατί προλαμβάνεται; διατί θέλετε να δείξετε περιφρόνησιν προς άνδρα, ο
+οποίος γνωρίζει επίσης τους τρόπους της ανωτέρας κοινωνίας; </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΤΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Δεσποσύνη, αποφασίσατε σεις. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (Σιωπά)</i></p>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Αποκρίσου, μάννα μου, ειπέ τους κάτι τι. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, δεσποσύνη; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ποίας γνώμης είσθε, Αγάφια Τύχωνοβνα; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ (ταπεινοφώνως προς αυτήν)</i></p>
+
+<p>Μίλησε λοιπόν, μίλησε, 'πέ τους «ευχαριστώ» τάχα, «με μεγάλη ευχαρίστησι» .
+. δεν είνε καλό να κάθεσαι έτσι δα! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Εντρέπομαι αληθινά, εντρέπομαι· θα φύγω αλήθεια θα φύγω, θεία, μείνατε
+σεις, εγώ θα φύγω. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Αχ μη κάμης αυτή την 'ντροπή μη φύγης, θα ντροπιασθής όλως διόλου. Ποιος
+ηξεύρει τι θα υποθέσουν; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (ταπεινοφώνως)</i></p>
+
+<p>Όχι, αληθινά, θα φύγω, θα φύγω. θα φύγω! (φεύγει, η Φέκλα και η Αρήνα
+Παντελεημόνοβνα την ακολουθούν). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Κ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω εκτός των απελθόντων. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Νά τα! έφυγαν όλαις! . . . Τι θα ειπή αυτό; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Κάτι θα συνέβη, χωρίς άλλο. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ίσως επήγε να συμπληρώση τον καλλωπισμόν της . . . Να επιδιορθώση την
+τραχηλιάν της . . . ή κάτι να καρφώση . . . (εισέρχεται η Φέκλα. Πάντες τρέχουν εις
+προϋπάντησίν της, ερωτώντες): «τι, τι συνέβη;» </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Συνέβη τίποτε; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι θα συμβή; Μα τον Θεό, τίποτε δεν συνέβη. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τότε λοιπόν γιατί έφυγε; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Να, γιατί την εντροπιάσατε· για τούτο έφυγε· τόσο πολύ την εντροπιάσατε, που
+δεν μπορούσε πια να καθήση στη θέσι της. Παρακαλεί να τήνε συχωρέσετε, και το
+βράδυ, τάχατες, να κοπιάσετε στο τσάι (φεύγει). </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (Κατ' ιδίαν)</i></p>
+
+<p>Ω, να μην βλαστημήσω τώρα και το τσάι και την ώρα του! Να γιατί δεν αγαπώ
+εγώ αυταίς της προξενειαίς· γιατί μπαίνει κανείς σε σκοτούρες· σήμερα δεν γίνεται
+και κοπιάστε αύριον, και ακόμη ορίστε μεθαύριον 'στο τσάι, και ακόμη πρέπει να
+σκεφθούμεν. Και είναι μια τιποτένια δουλειά αυτή, δεν θέλει και πολλή σκέψι! Στο
+διάβολο! εγώ είμαι άνθρωπος της υπηρεσίας, δεν έχω καιρό! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (τω Ποτκαλιόσην)</i></p>
+
+<p>Δεν σου φαίνεται νοστιμούλα η νοικοκυρά, αι; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Δεν είνε άσχημη. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ωραία είνε η οικοδέσποινα! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΛΙΩΦ (κατ' ιδίαν)</i></p>
+
+<p>Αι, το πήρε ο διάβολος! αυτός ο βλάκας ερωτεύθηκε πια. Δεν είνε παράξενο να
+μας κάμη χαλάστραις. (δυνατά) Εγώ να σας πω δεν την ευρίσκω εύμορφη, άσχημη
+είνε. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Η μύτη της είνε μεγάλη. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Α! όχι δα! εγώ δεν παρετήρησα την μύτην της. Καλέ τέτοιο τριανταφυλλάκι!
+</p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Κ' εγώ είμαι της ιδίας γνώμης. Όχι, δεν είν' αυτό, δεν είνε αυτό . . . εγώ μάλιστα
+είμαι της ιδέας πως δεν γνωρίζει τους τρόπους της ανωτέρας κοινωνίας. Και να
+ιδούμεν ακόμη — ομιλεί άρα γε γαλικά; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Και διατί — αν μου επιτρέπετε να ερωτήσω — δεν εδοκιμάσατε; Διατί δεν
+ωμιλήσατε μαζύ της γαλλικά; Πιθανόν να γνωρίζη. </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Νομίζετε, πως εγώ γνωρίζω γαλλικά; όχι· δυστυχώς δεν έλαβα τοιαύτην
+μόρφωσιν. Ο πατήρ μου ήτο αλλόκοτος άνθρωπος· με κανένα τρόπον δεν ήθελε να
+μάθω γαλλικά. Ήμην τότε ακόμη μικρός και ημπορούσα εύκολα να μάθω· ήρκει να
+μου τις έβρεχαν κάποτε και θα εμάνθανα: χωρίς άλλο θα εμάνθανα . . </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Και τώρα αφού σεις δεν τα ομιλείτε τι σας ωφελεί αν αυτή . . . </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Α, όχι, δα, διά την γυναίκα διαφέρει το πράγμα· είνε ανάγκη να γνωρίζη· χωρίς
+αυτό . . . τι να σας 'πώ . . . (χειρονομεί) κάτι της λείπει. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Περί τούτου, ας φροντίσουν άλλοι. Εγώ δε πηγαίνω τώρα να παρατηρήσω το
+σπίτι και από το μέρος της αυλής. Αν ήνε όλα όπως πρέπει, τότε απόψε έρχομαι και
+τα διορθώνομε. Αυτά τα γαμβρουδάκια εγώ δεν τα φοβούμαι — μου φαίνονται
+'σάν πολύ νερουλιασμένα, και η νύφαις τέτοιους γαμβρούς δεν τους κάμνουν
+γούστο. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ας πάω κ' εγώ έξω να καπνίσω . . . (προς τον Ανούτσκην). Και πού κατοικείτε, αν
+επιτρέπεται η ερώτησις, μήπως έχομεν τον ίδιον δρόμον; </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Εγώ κατοικώ εις την συνοικίαν Πεσκή, οδός Πέτρου. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Βέβαια σεις θα πάρετε άλλον δρόμον εγώ κατοικώ εις το νησί, σειρά 18, εν
+τούτοις ας σας συνοδεύσω. </p>
+
+<p><i>ΣΤΑΡΗΚΩΦ</i></p>
+
+<p>Όχι, εδώ κάτι μαγειρεύεται. Να μας θυμηθής ύστερα και μας, Αγάφια
+Τύχωνοβνα. Τα σεβάσματά μου, Κύριοι! (χαιρετά και φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΚΙ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ποτκαλιόσην και Κοτσκαριώφ. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και μεις τι περιμένομεν; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΩΙΦ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, πώς σου φάνηκε η νοικοκυρά — δεν είνε νόστιμη; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Α — μπα! εμένα, σου ομολογώ, δεν μου αρέσει. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Νά τα! τι 'ν' αυτά πάλι; Μα καλά συ ο ίδιος δεν είπες πως είνε ωραία! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα να, έτσι, κάπως δεν είνε . . . και μακρυά μύτη έχει και γαλλικά δεν ομιλεί.
+</p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Άλλο τούτο πάλι! Και τι να τα κάμης εσύ τα γαλλικά; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αι, όπως δήποτε μια κόρη πρέπει να γνωρίζη γαλλικά. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και γιατί; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα νά, γιατί . . . Δεν ξεύρω γιατί, αλλά μου φαίνεται, ότι της λείπει κάτι! . . .
+</p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ορίστε βλάκας, επειδή τώρα το είπε ένας, αυτός τώδεσε σε ψιλό μανδύλι. Είνε
+καλλονή, μωρέ, καλλονή! Με το κερί να την ζητής τέτοια νύφη πουθενά δεν την
+ευρίσκεις. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και 'μένα κατ' αρχάς, να σου ειπώ την αλήθεια μου ήρεσε, έπειτα όμως, άμα
+άρχισαν να λέγουν πως έχει μεγάλη μύτη, μεγάλη μύτη, τότε εκαλοπαρατήρησα κι'
+εγώ, και είδα, πράγματι, ότι είχε μεγάλη μύτη. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τα μυαλά σου και μια λύρα! . . . Εκείνοι σου τα έλεγαν επίτηδες για να σε
+απομακρύνουν: κι' εγώ — δεν είδες; επίτηδες δεν την επαινούσα: έτσι κάμνει ο
+κόσμος. Είνε αυτή φίλε μου μια κόρη! . . . Εσύ κύτταξε μονάχα τα μάτιά της: τι
+μάτια είν' εκείνα; 'μιλούν, τα διαβολεμένα, αναπνέουν· μύτη — ούτ' εγώ ξέρω, τι
+μύτη είνε· λευκότης — αλάβραστος! και κάτι παραπάνω. Παρατήρησέ την και συ ο
+ίδιος καλλίτερα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Νά, τώρα πάλιν βλέπω, πως πράγματι είνε ωραία. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Εννοείται, είνε ωραία. Άκουσε! τώρα που έφυγαν όλοι οι άλλοι έλα να πάμε να
+εξηγηθούμε να τελειώνη. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αι, όχι δα, αυτό εγώ δεν το κάμνω. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και γιατί; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τούτο δα είνε εκ μέρους μας αδιακρισία! Είμεθα τόσοι· ας εκλέξη η ιδία. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τι σε μέλει εσένα γι' αυτούς; θέλεις εγώ όλους να τους διώξω, στη στιγμή; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και πώς θα τους διώξης; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τούτο είνε ιδική μου δουλειά! Δόσε μου συ το λόγο σου πως ύστερον δεν θ'
+αρνηθής. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Γιατί να μη σου τον δώσω; ορίστε, εγώ δεν αρνούμαι. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Το χέρι σου! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (δίδων την χείρα).</i></p>
+
+<p>Ορίστε! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αυτό με φθάνει. (απέρχονται). </p>
+
+<p>
+</p>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">
+ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ </h4>
+
+<p>
+</p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Α'.</h5>
+
+<p>
+<br /><i>
+Αγάφια Τύχωνοβνα μόνη, είτα Κοτσκαριώφ.</i></p>
+
+<p>Τι δύσκολον πράγμα είνε, αλήθεια, η εκλογή. Και να είνε ακόμη ένας, δύο
+άνδρες. . . . αλλά τέσσαρες — όπως θέλεις διάλεξε. Ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς, αν και
+ντελικάτος, όμως δεν είνε άσχημος· ο Ιβάν Κουζμίτς, κι' αυτός δεν είνε άσχημος. Να
+'πή όμως κανείς και την αλήθεια και ο Ιβάν Παύλοβιτς, αν και χονδρός, είνε όμως
+πολύ παρουσιαστικός άνθρωπος. Σας παρακαλώ τώρα τι να κάμω; Ο Βαλταζάρ —
+Βαλταζάροβιτς είνε άνθρωπος αξιοπρεπής. Αχ, πόσον είνε δύσκολον ν' αποφασίση
+κανείς, δεν ημπορείτε να φαντασθήτε πόσο δύσκολον πράγμα είνε! Αν κολλήσωμε
+τα χείλη του Νικανώρ Ιβάνοβιτς στη μύτη του Ιβάν Κουζμίτς, και πάρομε λίγη
+αφέλεια από τον Βαλταζάρ — Βαλταζάροβιτς, προσθέσωμεν δε έπειτα εις αυτήν
+και ολίγον πάχος από τον Ιβάν Παύλοβιτς, τότε να ιδής πώς θ' απεφάσιζα αμέσως.
+Τώρα όμως σπάζε όσον θέλεις το κεφάλι σου. Και άρχισε πια να μου πονεί. Εγώ
+νομίζω, πως δεν θα κάμω άσχημα να βάλλω κλήρους, και να τ' αφίσω πλέον εις το
+θέλημα του Θεού. Εκείνος που θαύγη — θα γείνη άνδρας μου· θα τους γράψω
+όλους σε χαρτάκια, θα τα στρίψω εις κυλίνδρους, και ας γείνη ό,τι γείνη. (πλησιάζει
+προς την τράπεζαν, εξάγει εκείθεν ψαλλίδα και χάρτην, κόπτει τετράγωνα τεμάχια,
+γράφει, και συστρέφουσα τους κλήρους εξακολουθεί λέγουσα:) Πόσον δυσάρεστος
+είνε η θέσις μιας κόρης και μάλιστα ερωτευμένης! Κανείς από τους άνδρας δεν
+ειμπορεί να υποφέρη αυτά και μάλιστα οι άνδρες ούτε θέλουν νά το εννοήσουν.
+Ιδού οι κλήροι είνε έτοιμοι. Πρέπει τώρα να τους ρίψω μέσα εις τη σακκουλίτσα να
+κλείσω τα μάτια και ας γείνη ό,τι γείνη (ρίπτει τους κλήρους εντός σακκιδίου και
+τους ανακατεύει διά της χειρός) Φοβερόν! . . . . . Αχ, αν έδιδε ο θεός να ήτον ο
+Νικανώρ Ιβάνοβιτς! όχι, και γιατί αυτός; Καλλίτερα ο Ιβάν Κουζμίτς. Αλλά μήπως οι
+άλλοι είνε χειρότεροι; . . . . . όχι, όχι, δεν θέλω. Εκείνον που θα πιάσω, εκείνος θα
+είνε. (περιστρέφει την χείρα εντός του δοχείου, και εξάγει αντί ενός πάντας). Ω,
+όλοι, όλοι εβγήκαν! Και η καρδιά μου πόσον κτυπά! όχι, ένα, ένα, χωρίς άλλο ένα!
+(ρίπτει τους κλήρους εις το σακκίδιον και ταράττει αυτούς. Ταυτοχρόνως
+εισέρχεται κρυφίως ο Κοτσκαριώφ και ίσταται όπισθέν της) Αν έβγαινε ο Βαλταζάρ
+. . . . Τι λέγω! ήθελα να ειπώ ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς . . . . όχι, όχι, όχι, δεν θέλω, ας
+ιδούμεν την τύχην! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πάρετε τον Ιβάν Κουζμίτς, είνε ο καλλίτερος απ' όλους. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>(αναφωνεί και κρύπτει το πρόσωπον διά των παλαμών, φοβουμένη να
+παρατηρήση όπισθέν της). </p>
+
+<p>Α! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Γιατί ετρομάξατε; Μην τρομάζετε, είμ' εγώ! αληθινά, πάρετε τον Ιβάν Κουζμίτς.
+</p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι 'ντροπή με ηκούσατε! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Δεν πειράζει, δεν πειράζει! Μήπως εγώ είμαι ξένος; είμαι συγγενής· εμπρός
+μου δεν υπάρχει λόγος να 'ντρέπεσθε. Έλα ξεσκεπάσατε το προσωπάκι σας. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (ημιαποκαλυπτομένη).</i></p>
+
+<p>Αληθινά! ντρέπομαι . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πάρετε λοιπόν τον Ιβάν Κουζμίτς. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Α! (αναφωνεί και καλύπτεται εκ νέου). </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αληθινά, αξιόλογος άνθρωπος, ετελειοποίησε το τμήμα του . . σας βεβαιώ
+αξιολάτρευτος άνθρωπος! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (μικρόν κατά μικρόν αποκαλυπτομένη).</i></p>
+
+<p>Καλά, μα ο άλλος, ο Νικανώρ Ιβάνοβιτς, — άσχημος είνε; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι λέτε; αυτός είνε σκύβαλον εμπρός στον Ιβάν Κουζμίτς. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και γιατί; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Φως φανερόν ο Ιβάν Κουζμίτς είνε άνθρωπος . . . άνθρωπος σπάνιος. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και ο Ιβάν Παύλοβιτς; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και αυτός και όλοι οι άλλο είνε σκύβαλα εμπρός εις εκείνον . . . </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Είνε δυνατόν όλοι; . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Σκεφθήτε μοναχά και συγκρίνατε: πάρετε όποιον θέλετε απ' αυτούς: τον Ιβάν
+Παύλοβιτς; τον Νικανώρ Ιβάνοβιτς; ένας και ο αυτός διάβολος! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και μολαταύτα φαίνονται τόσον . . . ήσυχοι. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αυτοί ήσυχοι; ο Θεός να σας φυλάξη από τα χεράκια τους. Όρεξιν έχετε να φάτε
+ξύλο την επομένην του γάμου σας! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Θεέ μου! Χειροτέρα δυστυχία από αυτήν δεν ειμπορεί να υπάρξη. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και βέβαια! χειρότερο απ' αυτό δεν ειμπορείς να φαντασθής! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν με συμβουλεύετε να προτιμήσω τον Ιβάν Κουζμίτς; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τον Ιβάν Κουζμίτς, φυσικά τον Ιβάν Κουζμίτς (κατ' ιδίαν). Η δουλειά μου
+φαίνεται πως πηγαίνει καλά. Ο Ποτκαλιόσην, κάθεται εις το ζαχαροπλαστείον,
+πάγω γλήγορα-γλήγορα να τον φέρω. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και λοιπόν, σεις λέγεται, τον Ιβάν Κουζμίτς; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Χωρίς άλλο, τον Ιβάν Κουζμίτς. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και ν' αρνηθώ μήπως εις τους άλλους; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Βέβαια ν' αρνηθήτε! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝ</i></p>
+
+<p>Αλλά πώς να γείνη αυτό το πράγμα; Σαν ντροπή είνε. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Γιατί είνε ντροπή; ειπέτε τους πως είσθε ακόμη νέα και πως δεν θέλετε να
+'πανδρευθήτε. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μα αυτοί δεν θα το πιστεύσουν, θα αρχίσουν να ερωτούν: πώς; και διατί; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν αν θέλετε να τελειώσητε άπαξ διά παντός, μ' αυτούς ειπήτε τους ορθά-
+κοφτά «Γκρεμισθήτε απ' εδώ, βλακέντιοι!» </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πώς είνε δυνατόν να τα ειπώ αυτά; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μα δοκιμάσατε, και σας βεβαιώ ότι ύστερα απ' αυτό όλοι θα φύγουν. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μα αυτό είνε σχεδόν ύβρις. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και μήπως σεις θα τους ξαναϊδήτε; δεν είνε το ίδιον; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Σαν να μη μου έρχεται . . . θα θυμώσουν. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Είδες εκεί καϋμός και αν θυμώσουν! Αν ήτον για να πάθετε τίποτε — αλλάζει το
+πράγμα. Το πολύ πολύ που ειμπορείτε να πάθετε είνε να σας φτύση κανείς απ'
+αυτούς 'σ τα μούτρα, άλλο τίποτε. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Νά, βλέπετε λοιπόν; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μεγάλη δουλειά! Άλλους κι άλλους, μα τον Θεό τους έχουν φτύσει τόσες
+φορές! Εγώ ξεύρω έναν πολύ ωραίον κύριον, με κόκκινα μάγουλα, που πόσο πολύ
+εστενοχώρησε τον προϊστάμενόν του — και καλά και σώνει να του αυξήση τον
+μισθόν, ώστε εκείνος έχασε πια την υπομονήν του και τον έφτυσε μες στα μούτρα,
+σας βεβαιώ! «Νά αύξησιν του μισθού σου, του λέγει και ξεφορτώσου με, σατανά!»
+Κ' μόλα ταύτα του αύξησε τον μισθόν του. Τι τάχα βλάπτει που τον έφτυσε; αν δεν
+είχε μανδύλι, αι, αλλάζει· αφού όμως το είχε, μαζύ του, το πήρε κ' εσκουπίσθη·
+(ακούεται κώδων εις τον προθάλαμον) Κτυπούν: κανένας απ' αυτούς θα είνε
+βέβαια. Καλόν θα ήτον να μη μ' έβλεπαν. Δεν έχετε άλλην έξοδον; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πώς; — τη σκάλα της υπηρεσίας . . . Θεέ μου, πώς τρέμω όλη. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Δεν είνε τίποτε· ολίγην μόνον παρουσίαν πνεύματος· χαίρετε! (Κατ' ιδίαν) ας
+τρέξω να φέρω γλήγορα τον Ποτκαλιόσην. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Β'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Αγάφια Τυχώνοβνα και Σφογγάτος </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Ήλθα επίτηδες, δεσποσύνη, ολίγον ενωρίτερα διά να συνομιλήσωμεν κατά
+μόνας και με την ησυχίαν μας· λοιπόν, δεσποσύνη, όσον αφορά τον βαθμόν μου,
+συμπεραίνω ήδη ότι τον γνωρίζετε: είμαι κολλεγιακός πάρεδρος, αγαπώμαι από
+τους ανωτέρους μου, εισακούομαι υπό των υποδεεστέρων μου . . . και μόνον ενός
+στερούμαι: συντρόφου του βίου μου! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Τώρα ευρίσκω και τον σύντροφον του βίου μου, και ο σύντροφος αυτός είσθε
+υμείς. Ειπέτε μου λοιπόν καθαρά: ναι ή όχι (παρατηρεί τον ώμον της. Κατ' ιδίαν)
+Αυτή βλέπω δεν είνε 'σάν κάποιαις αδύναταις γερμανίδες — έχει σάρκα απάνω της
+. . . </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Είμαι; κύριε, πολύ νέα . . . και δεν προτίθεμαι να υπανδρευθώ ακόμη. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Περίεργον, τότε διατί λοιπόν χαλά τον κόσμον η προξενήτρια; Αλλ' ίσως θέλετε
+να ειπήτε τίποτε άλλο; — εξηγηθήτε . . . (ακούεται ο κώδων) Να πάρη ο διάβολος,
+δεν μας δίδουν ησυχίαν να κυττάξωμεν τη δουλειά μας! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Γ'.</h5>
+
+<p>
+Οι άνω και Ζεβάκην. </p>
+
+<p>
+<i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Συγγνώμην, δεσποσύνη, διότι ήλθον ίσως πολύ ενωρίς. (Στραφείς βλέπει τον
+Σφογγάτον) Α! βλέπω κι' άλλος . . . Ιβάν Παύλοβιτς τα σεβάσματά μου. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (κατ' ιδίαν)</i></p>
+
+<p>Στο διάβολο να πας και συ και τα σεβάσματά σου (γεγωνυία τη φωνή) λοιπόν,
+δεσποσύνη, ειπέτε μίαν μόνην λέξιν: ναι, ή όχι; . . (ακούεται ο κώδων· ο Σφογγάτος
+εν αγανακτήσει). Πάλιν το κουδούνι! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Δ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι αυτοί και Ανούτσκην. </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ίσως δεσποσύνη, ήλθον ενωρίτερα του δέοντος παρ' ό,τι απαιτεί και
+υπαγορεύει η ευπρέπεια . . . (Βλέπων τους παρισταμένους αναφωνεί και
+υποκλίνεται). Α! Τα σεβάσματά μου. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (κατ' ιδίαν)</i></p>
+
+<p>Έχετα μόνος τα σεβάσματά σου! ο διάβολος σ' έφερε κι' εσένα, που νάχε σπάση
+το ποδαράκι σου! (γεγωνυία τη φωνή) λοιπόν, αποφασίσατε, δεσποσύνη, είμαι
+άνθρωπος της υπηρεσίας, και δεν έχω πολύν καιρόν εις την διάθεσιν μου· ναι ή όχι;
+</p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Δεν χρειάζεται . . . δεν χρειάζεται! (κατ' ιδίαν) Δεν καταλαμβάνω τι λέγω. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Πώς δεν χρειάζεται; τι εννοείτε με τούτο; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Τίποτε, τίποτε . . . εγώ δεν . . . (συνερχομένη) Γκρεμισθήτε! (κατ' ιδίαν,
+κροτούσα τας παλάμας) ω Θεέ μου! τι είν' αυτό 'που είπα; . . </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Πώς, «γκρεμισθήτε;» τι σημαίνει τούτο; «γκρεμισθήτε;» επιτρέψατε να
+μάθωμεν τι εννοείτε με τούτο; (βαίνει προς αυτήν απειλητικώς). </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>(Παρατηρεί αυτόν εις το πρόσωπον και αναφωνεί) </p>
+
+<p>Ω! θα με δείρη, θα με δείρη! (τρέπεται εις φυγήν. Ο Σφογγάτος ίσταται
+κεχηνώς· εισέρχεται δρομαίως η Αρήνα Παντελεημόνοβνα, παρατηρεί αυτόν εις το
+πρόσωπον και αναφωνεί:) Ω! θα με δείρη, θα με δείρη! (και φεύγει δρομαίως).
+</p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι τρόπος είν' αυτός; Νά αληθινά μια ιστορία! (εις τον προθάλαμον κρούεται ο
+κώδων και ακούονται ακολούθως αι φωναί:) </p>
+
+<p><i>Φωνή Κοτσκαριώφ.</i></p>
+
+<p>Έμπαινε, έμπαινε, λοιπόν τι εστάθηκες; </p>
+
+<p><i>Φωνή Ποτκαλιόσην.</i></p>
+
+<p>Πήγαινε συ εμπρός, μια στιγμή να διορθωθώ, εξεκουμπώθη η στάφα μου. </p>
+
+<p><i>Φωνή Κοτσκαριώφ.</i></p>
+
+<p>Θα μου ξεγλυστρήσης πάλι. </p>
+
+<p><i>Φωνή Ποτκαλιόσκην.</i></p>
+
+<p>Όχι, δε ξεγλυστρώ, μα το Θεό, δε ξεγλυστρώ! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ε'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μεγάλη ανάγκη ήτον να κουμβώσης την στάφαν σου. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ (προς τον Κοτσκαριώφ)</i></p>
+
+<p>Δε μου λέτε, παρακαλώ, τρελλή είναι η νύμφη; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τι τρέχει; μήπως συνέβη τίποτε; </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Ακατανόητα καμώματα· επήρε δρόμο και άρχισε να φωνάζη «θα με δείρη, θα
+με δείρη!» Ποιος διάβολος ξεύρει τι έχει! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα, μάλιστα· αυτό της συμβαίνει· είνε τρελλή. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Δεν μου λέτε, σεις είσθε, νομίζω συγγενής της; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Βέβαια, συγγενής. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι συγγένειαν έχετε, δεν μου λέτε; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μα την αλήθεια δεν ηξεύρω, θαρρώ όμως πως η θεία της μητέρας μου είνε
+κάτι με τον πατέρα της ή ο πατέρας της είνε κάτι με την θεία μου. Αυτά τα
+πράγματα τα γνωρίζει καλά η γυναίκα μου είνε γυναικείες δουλειαίς. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Και προ πολλού το έχει πάθει αυτό; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ω, από μικρά! </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Βέβαια θα ήτο καλλίτερον αν ήτο πιο γνωστική, αλλά και τρελλή όπως είνε
+καλή είνε, αν τα συμπληρωματικά άρθρα της περιουσίας της ήσαν εις καλήν
+κατάστασιν. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μα αυτή δεν έχει τίποτε. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Πώς; Και το πέτρινο σπίτι; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μόνον το όνομα. Αν ηξεύρετε όμως πώς είνε κτισμένο· οι τοίχοι είνε καμωμένοι
+μ' ένα τούβλο και μέσα στη μέση, τι θέλεις και δεν έχει, σκουπίδια ροκανίδια και
+πελεκούδια. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Στο Θεό σου! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Εννοείται! Σαν να μη ξεύρετε πώς κτίζουν σήμερα τα σπίτια; Τα κτίζουν όπως
+όπως και τα υποθηκεύουν. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Νομίζω όμως ότι το σπίτι αυτό δεν είναι υποθηκευμένον. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ποιος σας το είπε; Και να ιδήτε ακόμη ότι όχι μόνον υποθηκευμένον είναι, αλλά
+και δυο ετών τόκοι δεν είνε πληρωμένοι. Έχει μάλιστα η νέα ένα αδελφόν που
+υπηρετεί εις τον Άρειον Πάγον, ο οποίος έχει το μμάτι του σ' αυτό το σπίτι, ένας
+στρεψόδικος, φιλόδικος που δεν έκαμεν η φύσις, είνε άξιος να βγάλη το τελευταίο
+'ποκάμισο της μάνας του ο αθεόφοβος! </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Μα πώς διάβολο η γρηά αυτή η προξενήτρια. . . . α! το κτήνος, το έκτρωμα της
+φύσ . . . . (κατ' ιδίαν). Ίσως όμως κι' αυτός να λέγη ψέματα! Υπό αυστηράν
+ανάκρισιν η γραία, και αν είνε αλήθεια . . . θα την κάμω εγώ να φωνάξη φωτιά!
+</p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Επιτρέψατε να σας ανησυχήσω με μίαν ωσαύτως ερώτησιν· ομολογώ, μη
+γνωρίζων την γαλλικήν ότι είνε πολύ δύσκολον να κρίνω ο ίδιος αν η γυναίκα ομιλή
+ή δεν ομιλεί την γαλλικήν· λοιπόν ειπέ τε μου, σας παρακαλώ, η οικοδέσποινα
+γνωρίζει . . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ούτε γρυ! </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι λέγετε;! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και βέβαια. Αυτό το γνωρίζω πολύ καλά! Ήτον συμμαθήτρια της γυναικός μου
+εσωτερική εις το παρθεναγωγείον και ήτο πλέον γνωστή διά την οκνηρίαν της.
+Αιωνίως τιμωρημένη εφορούσε το σκουφάκι των μωρών. Και μάλιστα έχει φάγει
+ξύλο από τον διδάσκαλον της γαλλικής . . . . </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Φαντασθήτε, κύριοι, ότι εκ πρώτης όψεως ακόμη είχον την προαίσθησιν, ότι
+δεν ήξευρε γαλλικά. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Ας τα πάρη ο διάβολος επί τέλους αυτά τα γαλλικά! Μα πώς αυτή η
+αναθεματισμένη η προξενήτρια . . . α το κτήνος, η στρίγλα. . . . Μα αν την ηκούετε
+με ποίας λέξεις μου τα περιέγραφε· ζωγράφος, καθ' εαυτό ζωγράφος! «Σπίτι,
+παράρτημα» λέγει «με θεμέλια», ασημένια κουτάλια, άμαξα, να καθίσης και να
+πας όπου θες! μ' ένα λόγον και εις μυθιστόρημα σπανίως απαντάς τοιαύτην
+σελίδα. Αχ παληοπάπουτσο κ' αν μου πέσης 'σ τα χέρια . . . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Φέκλα (Πάντες αποτείνονται προς αυτήν ως ακολούθως) </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Α! Νά την! Κόπιασ' εδώ, γρηά ξελογιάστρα! Κόπιασ' εδώ! </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Με ηπατήσατε λοιπόν, Φέκλα Ιβάνοβνα; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Έμπα τώρα, κυρά Μαριώρα, στο χορό! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Ούτε λόγο δεν καταλαβαίνω· σεις μ' εξεκουφάνατε ολότελα! </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Το σπίτι είνε κτισμένο με ένα τούβλο παληοσιόλα και μ' εγέλασες. Και με
+κουφάλαις κι' ο διάβολος ξεύρει με τι. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Και τι ηξεύρω εγώ, η κακομοίρα, μήπως εγώ τώχτισα; Ίσως έπρεπε να γίνη μ'
+ένα τούβλο, για τούτο και το έφκιασαν έτσι. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Και είνε και υποθηκευμένο ακόμη! που να σε πνίξουν οι διαβόλοι, στρίγλα,
+καταραμένη! (χτυπά διά του ποδός το έδαφος). </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Καλέ κύτταξέ τον εκεί! Με βρίζει ακόμη, αντί να μ' ευχαριστήση που φροντίζω
+γι' αυτόν. </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ναι, Φέκλα Ιβάνοβνα, και εις εμέ εμέ είπες επίσης ότι γνωρίζει γαλλικά. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Ξέρει παιδί μου, όλα τα γνωρίζει, και γερμανικά, και κάθε λογής· ό,τι τρόπους
+θέλεις, όλα τα ξέρει. </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Α, όχι μόνον ρωσσικά ομιλεί. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Και τι άσχημο βρίσκετε σ' αυτό; Τα ρωσσικά καταλαβαίνονται ευκολώτερα για
+τούτο και τα μιλεί· αν ήξευρε Τούρκικα τόσον το χειρότερο ακόμη, γιατί δεν θα την
+εννοούσες. Όσο δε για τα ρωσσικά δεν έχει να πης κανείς τίποτε είνε γνωστόν όλοι
+οι άγιοι ομιλούσαν ρωσσικά. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Έλα εδώ κοντά αναθεματισμένη, έλα κοντά μου! </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ (βαίνουσα προς την έξοδον)</i></p>
+
+<p>Ο Θεός φυλάξοι! Σε ξέρω 'γώ τι χονδρός άνθρωπος είσαι! Δεν τώχεις τίποτε να
+με δείρης. </p>
+
+<p><i>ΣΦΟΓΓΑΤΟΣ</i></p>
+
+<p>Έννοια σου και δε θα σου τ' αφίσω εγώ έτσι να περάση· άμα σε καλέσω εις την
+αστυνομίαν, θα σε μάθω εγώ πώς ν' απατάς τους τιμίους ανθρώπους! θα ιδής! Να
+ειπής δε και της νύμφης, πως είνε μια χαμένη! ακούεις; χωρίς άλλο να της τα ειπής!
+(φεύγει). </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Καλέ είδες εσύ θυμό! Πως είνε χονδρός, θαρρεί πως δεν είνε άλλος σάν κι'
+αυτόν. Και εγώ να σου πω, πως εσύ είσαι ένας χαμένος, νά! </p>
+
+<p><i>ΑΝΟΥΤΣΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Ομολογώ, φιλτάτη μου, ότι δεν ήλπιζα ποτέ να με απατήσης. Αν ήξευρα πως η
+μόρφωσις της νύμφης ήτο τέτοια, ω, ούτε θα επατούσα το πόδι μου εδώ . . . .
+Μάλιστα! (φεύγει). </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Χαμένα τάχουν ή μεθυσμένοι είνε; που τους ηύραμεν τους διαλεχτάδες!
+Ανάθεμά τα για γράμματα, ξετρελλαίνουν τους ανθρώπους! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ζ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Φέκλα Ιβάνοβνα, Κοτσκαριώφ και Ζεβάκην. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>(Γελά ηχηρώς δεικνύων διά του δαχτύλου την Φέκλαν). </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ (μετ' αγανακτήσεως)</i></p>
+
+<p>Συ πάλι τι ξεσχίζεις τον λαιμό σου; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>(Εξακολουθεί γελών). </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Επήρε δρόμο! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Προξενήτρα! προξενήτρα! Μαστόρισσα για να παντρεύη. Ξεύρει πως να τα
+καταφέρη (εξακολουθεί γελών). </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Καλέ κύτταξε γέλοια! Αν τώξευρε η μάνα σου τι κανακάρη θα έκανε, θάχανε το
+νου της τη στιγμή που σ' εγεννούσε! (φεύγει αγανακτησμένη). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Η'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Κοτσκαριώφ και Ζεβάκην </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (εξακολουθεί γελών)</i></p>
+
+<p>Ωχ, δε μπορώ, αληθινά δε μπορώ, αισθάνομαι πως θα σκάσω από τα γέλοια
+ωχ, δεν κρατιέμαι! (γελά). </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ (παρατηρών αυτόν αρχίζει να γελά ωσαύτως).</i></p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (απηυδημένος, ρίπτεται επί καθέδρας).</i></p>
+
+<p>Ωχ, αληθινά παρέλυσα! αισθάνομαι, ότι αν γελάσω ακόμη θα σκάσω! </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Μου αρέσει το εύθυμον του χαρακτήρος σας. Εις την Μοίραν μας, ξεύρετε, ο
+πλοίαρχος Βολδιριώφ είχε ένα δόκιμον, τον Πετουχώφ· ήτον κ' εκείνος εύθυμος,
+όπως και σεις· ενίοτε του έδειχνες μα όχι πολύ τον δάκτυλόν σου — και έξαφνα
+ήρχιζε να γελά και δεν είχε τελειωμόν, έως το βράδυ· και συ τον έβλεπες και σου
+ήρχετο να γελάσης και ήρχιζες πράγματι να γελάς και συ. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (ασθμαίνων)</i></p>
+
+<p>Ω θεέ μου, ελέησόν μας τους αμαρτωλούς! Πώς της ήλθε σ' το νου της ανόητης
+να θέλη να κάμη παντρειαίς. Και είνε αυτή ικανή να κάμη παντρειαίς; Νά εγώ ξέρω
+και παντρεύω όχι αυτή! </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Όχι δα! αληθινά ειμπορείτε σεις και παντρεύετε; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και βέβαια! όποιον θέλεις και με όποιαν θέλεις. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Αφού είν' έτσι 'παντρεύσατέ με εμένα με την οικοδέσποιναν αυτήν. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Σας; Και τι την θέλετε σεις την παντρειά; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Πώς τι την θέλω; Συγγνώμην να σας παρατηρήσω, ότι η ερώτησίς σας είνε
+ολίγον παράδοξος· είνε γνωστόν διατί υπανδρεύεται ο κόσμος. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ναι, αλλά δεν ηκούσατε πως αυτή δεν έχει καθόλου προίκα; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Αφού δεν έχει τι να γείνη· εν τούτοις με τοιαύτην αξιαγάπητον κόρην, έχουσαν
+τόσον καλούς τρόπους ειμπορεί κανείς να ζήση και χωρίς προίκα. Ένα μικρόν
+δωμάτιον, (δεικνύει το μέγεθος διά των χειρών), εδώ ένας μικρός προθάλαμος, ένα
+μικρόν παραβάν ή ένα είδος κιγκλιδώματος . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μα τι της βρίσκετε και σας αρέσει τόσο; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Να σας ειπώ την αλήθειαν, μου ήρεσε διότι είναι παχουλή γυναίκα. Εμένα μου
+αρέσουν φοβερά αι εύσαρκοι γυναίκες. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (Παρατηρών αυτόν λοξώς λέγει κατ' ιδίαν)</i></p>
+
+<p>Και να πη κανείς πως αξίζει κι' αυτός ο ίδιος που μοιάζει σαν άδεια
+καπνοσακούλα! (γεγωνυία τη φωνή)· όχι, σεις διά κανένα λόγον δεν πρέπει να
+'πανδρευθήτε! </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Διατί; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Έτσι. Κύτταξε φιγούρα που την έχει! Μεταξύ μας αυτό που θα πω . . . ένας
+πετεινοπόδαρος . . </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Πετεινοπόδαρος; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και βέβαια, τι εξωτερικόν είνε αυτό; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Δηλαδή, πως, τάχα, πετεινοπόδαρος; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Απλούστατα με πόδια πετεινού. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Νομίζω όμως, ότι τούτο είνε προσωπική προσβολή . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μα εγώ σου το λέγω, γιατί γνωρίζω ότι είσαι με κρίσιν άνθρωπος· εγώ εις
+άλλον δεν θα το έλεγα. Μ' όλα ταύτα αφού το θέλετε μπορώ να σας παντρέψω,
+αλλά με άλλην. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Όχι, εγώ θα σας παρεκάλουν να μη με παντρέψετε με άλλην αλλά με αυτήν και
+θα σας ευγνωμονώ διά βίου. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πολύ καλά, σας παντρεύω, αλλά με μίαν συμφωνίαν, δηλαδή σεις να μη
+ανακατευθήτε εις τίποτε, και ούτε μάλιστα να παρουσιασθήτε εις την νύμφη. Εγώ
+θα τα τελειώσω χωρίς εσάς. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Και πώς γίνεται χωρίς εμέ; όπως δήποτε πρέπει για τα μάτια να είμαι κι' εγώ
+παρών. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Διόλου δεν χρειάζεται. Πηγαίνετε τώρα εις το σπίτι σας και περιμένετε· απόψε
+όλα θα τελειώσουν. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ (τρίβων τας χείρας)</i></p>
+
+<p>Τι λαμπρά! τι ωραία. Μήπως χρειάζονται τίποτε συστατικά; η άφεσίς μου λόγου
+χάριν; ίσως έχει την περιέργειαν να τα παρατηρήση. Να τρέξω μίαν στιγμήν εις το
+σπίτι να τα φέρω; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Δεν χρειάζεται τίποτε· σεις πηγαίνετε σπίτι, κι' εγώ σήμερον θα σας
+ειδοποιήσω· (Τον συνοδεύει μέχρι της θύρας). Περίμενε και συ! Αλλά πού 'στο
+διάβολο είνε λοιπόν ο Ποτκαλιόσην και δεν έρχεται; Αυτό είνε παράδοξον! ακόμη
+δεν εκούμπωσε τη στάφα του; Ας πάγω να τον εύρω. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Θ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Κοτσκαριώφ και Αγάφια Τύχωνοβνα. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (παρατηρεί).</i></p>
+
+<p>Τι; έφυγαν; Δεν είνε κανείς; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Έφυγαν, έφυγαν κανείς δεν είνε. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ω, αν ηξεύρατε πώς έτρεμα όλη! αυτό το πράγμα ποτέ δεν μου συνέβη. Αλλά τι
+φοβερός άνθρωπος, καλέ, εκείνος ο Σφογγάτος τι κακός τύραννος θα είνε διά την
+γυναίκα του. Εγώ, σαν να μου φαίνεται πως θα ξαναγυρίση πάλιν. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ω, μη σε μέλει και δεν ξαναέρχεται. Στοιχηματίζω πως κανείς από εκείνους τους
+δύο δεν θα δείξη την μύτην του εδώ. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και ο τρίτος; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ποιος τρίτος; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>(εκβάλλει την κεφαλήν διά του ανοίγματος της θύρας). </p>
+
+<p>Επιθυμούσα φοβερά ν' ακούσω από το στοματάκι της τι θα ειπή δι' εμένα.
+Τριανταφυλλάκι μου! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ο Βαλταζάρ Βαλταζάροβιτς. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Νά το! νά το! (τρίβει τας χείρας του). </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Διάβολε! κ' εγώ έλεγα: ποιον εννοεί; . . . Και υπάρχει ανοητότερος άνθρωπος
+απ' αυτόν 'σ τον κόσμον; </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Τούτο τι είνε πάλιν; ομολογώ ότι τίποτε δεν καταλαμβάνω. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και εν τούτοις φαίνεται καλός άνθρωπος. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ποιος, αυτός; Είνε μέθυσος. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα τον Θεόν, τίποτε δεν εννοώ. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ω, και μέθυσος ακόμη; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και βέβαια! ένας παληάνθρωπος! </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ (γεγωνυία τη φωνή).</i></p>
+
+<p>Όχι, με συγχωρείτε, κύριε, εγώ δεν σας παρεκάλεσα να ειπήτε τέτοια
+πράγματα. Αν ελέγετε τίποτε προς όφελός μου ή να με επαινέσετε, αλλάζει το
+πράγμα, αλλά με αυτόν τον τρόπον και με αυτάς τας λέξεις, ειμπορείτε να τα
+ειπήτε διά κανένα άλλον! Δούλος σας ταπεινός! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (κατ' ιδίαν).</i></p>
+
+<p>Τι διάβολο ήθελε κ' εγύρισε πίσω; (τη Αγ. Τύχ. χαμηλοφώνως). Κυττάξετε,
+κυττάξετε δεν ειμπορεί να βασταχθή στα πόδια του. Τούτο, τι νομίζετε; του
+συμβαίνει κάθε ημέραν. Διώξετέ τον κ' ετελείωσε! (Κατ' ιδίαν). Και ο Ποτκαλιόσην
+μ' όλα ταύτα δεν ήλθε. Τον παληάνθρωπο! έννοια του! εγώ τον διορθώνω!
+(φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Ι'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Αγάφια Τύχωνοβνα και Ζεβάκην. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ (κατ' ιδίαν).</i></p>
+
+<p>Αντί, ως υπεσχέθη, να με επαινέση, τουναντίον με ύβρισε! Περίεργος
+άνθρωπος· (γεγωνυία τη φωνή). Δεσποσύνη μη πιστεύετε. . . . </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Με συγχωρείτε, δεν αισθάνομαι τόσον καλά. . . . μου πονεί η κεφαλή μου. . . .
+(θέλει να φύγη). </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Αδύνατον, φαίνεται ότι κάτι τι αφ' ό,τι έχω δεν σας αρέσει (δεικνύων την
+κεφαλήν του). Μη βλέπετε ότι έχω εδώ ολίγην φαλάκραν: είνε διότι υπέφερα από
+πυρετούς, αλλά ογλήγορα θα φυτρώσουν και πάλιν τρίχες. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Δεν ενδιαφέρομαι δι' ό,τι και αν έχητε. </p>
+
+<p><i>ΖΕΒΑΚΗΝ</i></p>
+
+<p>Εγώ, δεσποσύνη . . . . αν φορέσω το μαύρον μου φράκον θα ιδήτε ότι το
+πρόσωπόν μου θα γίνη λευκότερον. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Τόσον το καλλίτερον διά σας. Χαίρετε! (φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ζεβάκην μόνος αποτείνεται προς αυτήν αναχωρούσαν. </p>
+
+<p>Δεσποσύνη, παρακαλώ . . . . ποία είνε η αφορμή; Διατί; Πώς; Ή μήπως έχω
+καμμίαν ουσιώδη έλλειψιν επάνω μου; . . . . έφυγε! . . . . Περιεργότατον! Είνε η
+δεκάτη εβδόμη ίσως φορά τώρα που παθαίνω σχεδόν τα αυτά και πάντοτε με τον
+ίδιον τρόπον: Κατ' αρχάς φαίνεται ότι όλα πηγαίνουν καλά και όταν η υπόθεσις
+φθάσει εις την λύσιν της, έξαφνα — άρνησις· (περιφέρεται σύννους). Ναι, αυτή, αν
+δεν απατώμαι, είνε η δεκάτη εβδόμη χυλόπητα. Μα επί τέλους — τι θέλει; δηλαδή
+τι θέλει (σκέπτεται) ακατανόητον, εντελώς ακατανόητον. Και αν ήμην πια άσχημος
+— στο διάβολο (περιεργάζεται εαυτόν) αλλά, δόξα σοι ο Θεός, νομίζω τίποτε δεν
+μου λείπει! Ακατανόητον! Να υπάγω τάχα 'στο σπίτι να ψάξω 'στο σεντούκι μου·
+έχω εγώ εκεί μέσα κάτι στίχους, που καμμία δεν ειμπορεί ν' ανθέξη στην δύναμίν
+των . . . . Μα τον Θεόν δεν το χωρεί ο νους μου, Κατ' αρχάς ενόμιζε κανείς πως: ε —
+ε τελειώνει τώρα . . . . Τι να γείνη πρέπει να ποδίσωμεν. Κρίμα, μα τον Θεόν, κρίμα!
+(φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ποτκαλιόσην και Κοτσκαριώφ εισέρχονται παρατηρούντες όπισθεν. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Δεν μας παρετήρησε. Είδες πως είχε τα μούτρα κατεβασμένα; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τι και εις αυτόν ηρνήθησαν όπως και εις τους άλλους; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ορθά κοφτά! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Διάβολε! μεγάλη προσβολή πρέπει να είνε να σου αρνηθούν! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ακούς εκεί! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Εγώ δεν ειμπορώ ακόμη να πιστεύσω ότι με προτιμά από όλους. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τι λέγεις — προτιμά. Κοντεύει να χάση το νου της για σένα! φοβερός έρως! Τα
+ονόματα μόνον ν' ακούσης που σου δίνει, θα χάσης τα μυαλά σου! Φωτιά έγινε!
+</p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (γελών αυταρέσκως)</i></p>
+
+<p>Και πράγματι η γυναίκα σαν θέλη σου λέγει τέτοια λόγια που ποτέ δεν
+ειμπορείς να τα φαντασθής· μουτράκι, κατσαριδάκι, μαυρελάκι . . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και πού είδες ακόμη! όταν θα παντρευτής, θα ιδής τους δύο πρώτους μήνας, τι
+λόγια θα σου λέγει, που μπορούν να σε κάμνουν, μα τον Θεόν, να λυόσης στα
+πόδια σου. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (μειδιών)</i></p>
+
+<p>Αλήθεια· αι; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Λόγον τιμής! Τώρα άκουσε όμως, — εις έργον! εξηγήσου προς αυτήν, άνοιξέ
+της αμέσως την καρδιά σου και ζήτησέ της το χέρι της. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αλλά πώς — αμέσως; έλα και συ· το παρακάμνεις! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Χωρίς άλλο αμέσως!. . . . να την και η ιδία. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι άνω και Αγάφια Τύχωνοβνα. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Σας έφερον, δεσποσύνη τον ευτυχή τούτον θνητόν τον οποίον βλέπετε. Ούτε
+υπήρξε ούτε θα υπάρξη άνθρωπος ερωτευμένος 'σάν αυτόν! ο Θεός ούτε του
+σκυλιού μου να το δώση! . . . </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ (Ωθών αυτόν από την χείρα. Ταπεινοφώνως).</i></p>
+
+<p>Ω, αδελφέ . . το παράκαμες! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (Τω Ποτκαλ.)</i></p>
+
+<p>Δεν πειράζει! (τη Αγ. Τύχ. ταπεινοφώνως) λάβετε περισσότερον θάρρος προς
+αυτόν, είνε ήσυχος σαν αρνάκι. Προσπαθήσετε να είσθε πιο ελεύθερη όσον
+ειμπορείτε. Σηκώσατε έτσι λίγο τα φρύδια σας ή νά, χαμηλώσετε τα μάτια σας κ'
+έτσι έξαφνα να τον σφάξετε τον κακούργον ή δείξατέ του λιγάκι τον ώμον σας, ας
+τον ιδή ο αχρείος! Κακά εκάματε όμως που δεν εφορέσατε εκείνο το φόρεμα με τα
+κοντά μανήκια· αλλ' ας είνε, καλό είνε και τούτο· (γεγωνυία τη φωνή), λοιπόν εγώ
+σας αφίνω ευχάριστα συντροφευμένους! Εγώ για μία στιγμή θα ρίξω μια ματιά
+στην τραπεζαρία και στο μαγειρείο· πρέπει να δώσω μερικάς διαταγάς, διότι θα
+έλθη ο υπάλληλος 'που παρηγγέλθη το δείπνον ίσως έφεραν και τα κρασιά. . . .
+χαίρετε! (Τω Ποτκαλιόσην) Να είσαι τολμηρότερος! τολμηρότερος! (φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΔ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Ποτκαλιόσην, Αγάφια Τύχωνοβνα </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Καθίσατε σας παρακαλώ, (κάθηνται και σιωπώσι). </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Σας αρέσει, δεσποσύνη, ο περίπατος; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πώς ο περίπατος; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Εις την εξοχήν το θέρος είνε πολύ ευχάριστον με την βάρκα . . </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα κάποτε διασκεδάζομεν με τους φίλους. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Πώς θα είνε άρα γε φέτος το καλοκαίρι· ποιος ξεύρει; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Θα ήτο ευχάριστον αν ήτο καλόν, (αμφότεροι σιωπώσι). </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ποίον άνθος, δεσποσύνη αγαπάτε περισσότερον; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Εκείνο που έχει δυνατώτερη μυρωδιά· το γαρύφαλον. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Εις τας κυρίας πηγαίνουν πολύ τα άνθη. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, είνε ευχάριστος ενασχόλησις (σιωπή). Εις ποίαν εκκλησίαν είσθε την
+περασμένην Κυριακήν; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Εις της Αναλήψεως, προ μιας όμως εβδομάδος ήμην εις την μητρόπολιν του
+Καζάν. Αλλά είνε το ίδιον, εις όποιαν εκκλησία και αν προσευχηθή κανείς,
+(Σιωπώσιν· ο Ποτκαλιόσην κτυπά διά των δακτύλων επί της τραπέζης). Μετ' ολίγας
+ημέρας θα έχωμεν την δημοσίαν, πανήγυριν του Αικατεριγγώφ. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα, μετά ένα μήνα, νομίζω. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα ούτε τόσον; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Φαίνεται που θα είνε πολύ ωραία. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Σήμερον έχομεν οκτώ του μηνός; (μετρεί επί των δακτύλων) εννέα, δέκα,
+ένδεκα . . . ναι, μετά είκοσι δύο ημέρας. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Φαντασθήτε, πόσον ογλήγορα! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα δεν μετρώ και την σημερινήν. (σιωπή) Τι τολμηροί άνθρωποι που είνε
+οι ρώσσοι! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πώς; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Διά τους εργάτας λέγω. Στέκονται επάνω επάνω εις την κορυφήν . . Επερνούσα
+από ένα σπίτι, λοιπόν ο ασβεστωτής ασβέστωνε και δεν εφοβείτο διόλου! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα . . . Και εις ποίον μέρος; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Νά εις τον δρόμον μου, από εκεί όπου πηγαίνω καθημερινώς εις το
+υπουργείον. Ξεύρετε εγώ κάθε πρωί πηγαίνω εις την υπηρεσίαν μου. </p>
+
+<p>(Σιωπή. Ο Ποτκαλιόσην άρχεται πάλιν τυμπανίζων επί της τραπέζης, επί τέλους
+λαμβάνει τον πίλον του και υποκλίνεται). </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πώς θέλετε πλέον να . . . </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μάλιστα, συγγνώμην αν ίσως σας ηνώχλησα. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Τι λόγος! απ' εναντίας οφείλω να σας ευχαριστήσω διότι επέρασα την ώραν
+μου τόσον ευχάριστα μαζύ σας. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Εγώ αληθινά νομίζω ότι σας ηνώχλησα. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Σας βεβαιώ καθόλου. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τότε αφού δεν σας ηνώχλησα θα μου επιτρέψετε να σας επισκεφθώ και άλλοτε
+κανένα βράδυ. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μετά πάσης χαράς (ο Ποτκαλιόσην υποκλίνεται και εξέρχεται). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΕ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>Αγάφια Τυχώνοβνα μόνη.</i></p>
+
+<p>Τι αξιοπρεπής άνθρωπος! Μόλις τώρα ακόμη ημπόρεσα να τον γνωρίσω καλά,
+καλά. Αλήθεια δεν ημπορείς να μην τον αγαπήσης; ταπεινός και με κρίσιν
+άνθρωπος. Είχε δίκηο προ ολίγου ο φίλος του. Κρίμα μόνον που έφυγε έτσι
+γρήγορα εγώ επεθύμουν να τον ακούσω. Πόσον είνε ευχάριστον να ομιλή κανείς
+μαζύ του. Και ακριβώς έχει αυτό το καλό, που δεν λέγει ανοησίαις. Ήθελα κι' εγώ
+να του ειπώ δύο λογάκια, αλλά ομολογώ εδειλίασα και τόσον άρχισε να κτυπά η
+καρδιά μου . . . Τι εξαίρετος άνθρωπος! Πηγαίνω να τα ειπώ της θείας, (φεύγει)·
+</p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΣΤ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Εισέρχονται ο Ποτκαλιόσην και ο Κοτσκαριώφ. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μα τι θα κάμης στο σπίτι; τι ανοησία! Γιατί θα πας 'στο σπίτι; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και τι θα κάμω εδώ; εγώ είπα πλέον ό,τι εχρειάζετο να ειπώ . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ώστε της άνοιξες πλέον την καρδιά σου; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αι, να, δηλαδή . . . αυτό μονάχα, την καρδιά μου ακόμη δεν της άνοιξα. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ακούς εκεί πράγματα! Και γιατί να μην την ανοίξης; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα πώς θέλεις, αδελφέ, απλώς και ως έτυχε, χωρίς να την προδιαθέσω, να της
+'πώ έξαφνα ορθά-κοφτά «Κυρία έλα να παντρευθούμεν!» </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μα τότε λοιπόν τι ανοησίαις ελέγετε τώρα μισή ώρα; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ωμιλήσαμεν περί όλων, και σε βεβαιώ είμαι πολύ ευχαριστημένος. Επέρασα
+πολύ ευχάριστα την ώραν μου. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μα καλά, αδελφέ, δε μου λες σε παρακαλώ, πότε θα τα προφθάσωμεν όλα
+αυτά; Μετά μίαν ώραν πρέπει να είμεθα εις την εκκλησίαν. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τι λες αδελφέ; ετρελλάθης; εγώ να στεφανωθώ σήμερον; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και γιατί όχι; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Να στεφανωθώ σήμερον; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και καλά συ ο ίδιος δεν μου έδωσες τον λόγον σου; δεν είπες, πως άμα ως
+δεχθούν οι άλλοι γαμβροί θα είσαι έτοιμος να στεφανωθής αμέσως; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Εγώ και τώρα δεν αθετώ τον λόγον μου, αλλ' όχι αμέσως και ο γάμος! μετά ένα
+μήνα τουλάχιστον διά να λάβω καιρόν να αναπνεύσω, αδελφέ λιγάκι. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ένα μήνα; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και βέβαια! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Καλέ μην είσαι τρελλός; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ποτέ ενωρίτερον από ένα μήνα! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και καλά εγώ διέταξα πλέον δείπνον, α κούτσουρο! άκουσε να σου ειπώ, Ιβάν
+Κουζμίτς, άφησε τα πείσματα, ψυχή μου κι' έλα τώρα να παντρευθής. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τι λέγεις αδελφέ; Τώρα να παντρευθώ; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ιβάν Κουζμίτς, σε παρακαλώ, σε ικετεύω . . . Αν δεν θέλης νά το κάμης διά τον
+εαυτόν σου, κάμετο τουλάχιστον για μένα. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αληθινά, δεν ειμπορώ! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Έλα 'μπορείς, 'μπορείς· σε παρακαλώ, άφησε τες δυστροπίαις τώρα! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Σου λέγω δεν ειμπορώ, δεν μου έρχεται, διόλου, δε μου έρχεται! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μα τι δεν σου έρχεται; ποιος σου το είπε αυτό; Συ είσαι φρόνιμος άνθρωπος
+και κρίνε και ο ίδιος, εγώ δεν το λέγω αυτό τάχα για να σε κολακεύσω, διότι είσαι
+τάχα διεκπεραιωτής, το κάμνω απλώς διότι σ' αγαπώ. Έλα λοιπόν, τώρα φθάνει
+πια, κάμε την απόφασιν κύτταξε τα πράγματα με ορθοφροσύνην </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αν ήτο δυνατόν εγώ θα . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ιβάν Κουζμίτς, 'μμάτια μου, φως μου! Νά, θέλεις πέφτω εις τα γόνατα εμπρός
+σου; . . </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Μα γιατί; . . . </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (γονυπετεί)</i></p>
+
+<p>Νά, σε παρακαλώ γονυπετής· νά, βλέπεις και συ. Σε βεβαιώ ότι ποτέ δεν θα
+λησμονήσω αυτήν την χάριν. Μη επιμένεις λοιπόν! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αδύνατον, φίλε μου, αδύνατον! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (εγείρεται με θυμόν)</i></p>
+
+<p>Τότε λοιπόν είσαι ένας χοίρος! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Δεν πας να βρίζης! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ένας ηλίθιος εκεί, που δεν εματαστάθηκε! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Βρίζε, βρίζε </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Και για ποιόν εγώ εφρόντιζα; για ποιόν εγώ εκοπίαζα; Για το συμφέρο το δικό
+σου, βλάκα. Τι με μέλει έμενα; εγώ σε παραιτώ. Τι κάθομαι και πονοκεφαλιάζω.
+</p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Και ποιος σε παρεκάλεσε; Παραίτησέ με επί τέλους! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Σε αφίνω μα θα χαθής χωρίς εμένα, αν εγώ δεν σε παντρεύσω, εις τον αιώνα θα
+είσαι βλάκας! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Εσένα τι σε κόφτει; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Για σένα ξεροκέφαλο, για σένα φροντίζω. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ας μου λείπουν αι φροντίδες σου. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αι, πήγαινε λοιπόν 'σ το διάβολο! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Καλά, πηγαίνω! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Εκεί είνε ο δρόμος σου. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αι, και τι μαθές; πηγαίνω. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Πήγαινε, πήγαινε, και να σπάσης το ποδαράκι σου. Σου εύχομαι και μέσ' από
+την καρδιά μου να σου τύχη και μεθυσμένος αμαξάς να σου χώση ως το λαιμό το
+τιμόνι της καρότσας. Υπάλληλος είσαι συ ή πατσαβούρα! Σου ορκίζομαι πως από
+τώρα και εις το εξής μεταξύ μας όλα ετελείωσαν· ούτε να σε ιδούν τα 'μμάτια μου.
+</p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Καλά ας μη με ιδούν (φεύγει). </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Να πας 'στο διάβολο, που είναι παληός σου φίλος (ανοίγει την θύραν και
+αναφωνεί όπισθεν προς τον φεύγοντα) Βλάκα! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΖ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (μόνος βαδίζει, ζωηρώς κινούμενος εμπρός-οπίσω)</i></p>
+
+<p>Εγεννήθη ποτέ 'στον κόσμον παρόμοιος άνθρωπος; Τέτοιος βλάκας; Αν πούμε
+όμως και την μαύρη αλήθεια, κ' εγώ δεν πηγαίν' οπίσω. Μα δε μου λέτε
+παρακαλώ, εσάς ερωτώ, δεν είμαι βλαξ, δεν είμαι ηλίθιος; Γιατί κοπιάζω φωνάζω
+και ξεραίνω το λαιμό μου; Πέτε μου, τι μου είνε; συγγενής; και τι του είμ' εγώ;
+παραμάνα, θεια, πεθερά, ή κουμπάρα; Γιατί διάβολο λοιπόν εγώ να φροντίζω γι'
+αυτόν, να μην έχω ησυχία, που να τον πάρη ο εξαποδώ αλήθεια κι' απ' αλήθεια!
+Και γιατί; ποιος διάβολος ξέρει! Πήγαινε να μάθης! Τέτοιος μασκαράς, τέτοιο
+αντιπαθητικό, αχρείο μούτρο! Να τον πιάση κανείς το τέρας και να του δώση στη
+μύτη, και στ' αυτιά και στο στόμα, και στα δόντια και παντού! (κάμνει χειρονομίας
+εις τον αέρα μετ' αγανακτήσεως) Και εκείνο που σε κάμνει να σκάζης είνε, ότι, ενώ
+εσύ γίνεσαι έξω φρενών, εκείνος ούτε ιδρώνει τ' αυτί του! Για αυτόν, σαν να μη
+συνέβη τίποτε! αυτό είνε που σε κάμνει έξω φρενών! Τώρα θα πάγη 'στο σπίτι του
+θα πλαγιάση και θα καπνίση την πίπαν του. Αντιπαθητικό πράγμα! υπάρχουν και
+άλλα αντιπαθητικά μούτρα, μα σαν αυτουνού — ποτέ! Μα τον Θεόν χειρότερο
+μούτρο απ' αυτό δεν απαντά εις τον κόσμον! Μα έννοια σου κ' εγώ δεν θα τον
+αφίσω, θα 'πάγω και θα τον γυρίσω πίσω επίτηδες τον αχρείον, δεν θα τον αφίσω
+να μου γλυστρήση θα υπάγω να τον φέρω τον παληάνθρωπο (φεύγει δρομαίως)
+</p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΗ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>Αγάφια Τύχωνοβνα (εισέρχεται).</i></p>
+
+<p>Τόσο κτυπά αληθινά η καρδιά μου, που είνε δύσκολον να το εξηγήσω. Παντού,
+όπου και αν στρέψω, βλέπω εμπρός μου τον Ιβάν Κουζμίτς. Είνε πράγματι
+αληθινόν, ότι το πεπρωμένον αδύνατον να το αποφύγη κανείς. Προ ολίγου ακόμη
+εδοκίμασα ν' απασχολήσω εις άλλο αντικείμενον τον νουν μου, εδοκίμασα να
+κουβαριάσω νήμα, έρραψα ένα σακκίδιον. Μολαταύτα ο Ιβάν Κουζμίτς όλο και
+επάνω 'στα χέρια μου ανέβαινε. (Μετά τινα σιωπήν). Και τέλος πάντων, ιδού με
+αναμένει αλλαγή καταστάσεως! Θα με πάρουν, θα με φέρουν, εις την εκκλησίαν . .
+. . έπειτα θα με αφίσουν μόνην με άνδρα — ουφ; ρίγος με κυριεύει! Χαίρετε,
+νεανικοί, παρθενικοί μου χρόνοι! (Κλαίει). Επέρασα τόσα χρονιά ήσυχος . . . .
+έζησα. . . . έζησα και τώρα ήλθεν η ώρα να παντρευθώ! Ω, πόσαι, Θεέ μου,
+φροντίδες: Παιδιά, αγοράκια, σκανδαλιάρικα, έπειτα θα γεννηθούν και κοριτσάκια,
+θα μεγαλώσουν έπειτα η φροντίδα να τ' αποκαταστήσω . . . . Και καλά ακόμη αν
+τύχουν καλούς άνδρας, μα αν είνε τίποτε μέθυσοι ή τέτοιοι που χάνουν ό,τι κι' αν
+έχουν 'στα χαρτιά;! (Άρχεται πάλιν ολίγον κατ' ολίγον να θρηνή). Δεν μου ήτο
+γραφτό να χαρώ την ζωήν μου ως κόρη! Ούτε εικοσιεπτά χρόνια ειμπόρεσα να
+απολαύσω αυτήν την ζωήν (μεταβάλλουσα φωνήν). Αλλά διατί να βραδύνη ο Ιβάν
+Κουζμίτς; </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΙΘ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Αγάφια Τύχωνοβνα και Ποτκαλιόσην, ωθούμενος επί της σκηνής εκ της θύρας δι'
+αμφοτέρων των χειρών υπό του Κοτσκαριώφ. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ήλθα, δεσποσύνη, να σας ομιλήσω διά μίαν μικράν υπόθεσιν. . . . αλλά ήθελα
+πρώτον πάντων να μάθω αν δεν θα σας φανή παράδοξον; . . . . </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ (ταπεινούσα τους οφθαλμούς).</i></p>
+
+<p>Περί τίνος πρόκειται; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ειπέτε μου πρώτον δεν θα σας φανή παράδοξον; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Δεν ειμπορώ. . . . τι συμβαίνει; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ομολογήσατε λοιπόν: αληθώς θα σας φανή παράδοξον; ό,τι θα σας είπω. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Καλέ τι λέγετε; πώς είνε δυνατόν να μου φανή παράδοξον; Από σας πάντοτε
+ευχάριστα πράγματα ακούει κανείς . . . . </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τούτο όμως ουδέποτε το ηκούσατε. (Η Αγ. Τύχ. έτι μάλλον ταπεινοί τους
+οφθαλμούς. Ταυτοχρόνως εισέρχεται κρυφίως ο Κοτσκαριώφ και ίσταται όπισθεν
+του Ποτκαλιόσην). Ιδού λοιπόν περί τίνος πρόκειται . . . . αλλ' ας αφίσωμεν να σας
+το είπω καλείτερα άλλοτε. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μα τι συμβαίνει λοιπόν; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ήθελα . . . . σας βεβαιώ, ήθελα να σας το ειπώ τώρα, αλλά κάπως διστάζω . . .
+</p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (κατ' ιδίαν σταυρώνων τας χείρας).</i></p>
+
+<p>Θεέ μου τι άνθρωπος είνε αυτός! Μία γρηά εκεί, μία γελοιογραφία ανθρώπου,
+ειρωνεία! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και διατί διστάζετε; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ξεύρω κ' εγώ, νά, έχω κάποιους δισταγμούς. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (γεγωνυία τη φωνή).</i></p>
+
+<p>Τι ανοησίαι, τι ανοησίαι! Βλέπετε δεσποσύνη· ο κύριος απ' εδώ ζητεί την χείρα
+σας, επιθυμεί να σας ειπή ότι χωρίς εσάς δεν ειμπορεί να ζήση δεν ειμπορεί να
+υπάρξη, και ερωτά· θέλετε να τον καταστήσετε ευτυχή; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Τι κάμνεις; βρε αδελφέ και συ; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, δεσποσύνη, αποφασίζετε να τον κάμετε τον θνητόν αυτόν! ευτυχή;
+</p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Δεν έχω το θάρρος να φαντασθώ ότι θα ειμπορέσω να κάμω άνθρωπον ευτυχή
+. . . άλλως εγώ είμαι σύμφωνος. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Φυσικά, φυσικά, αυτό έπρεπε να γείνη προ πολλού! Δόσετε λοιπόν τας χείρας
+σας! </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>
+<br />
+(Ζητεί να τω είπη τι κρυφίως. Ο Κοτσκαριώφ τω δεικνύη τον γρόνθον του και συσπά
+τας οφρείς. Δίδει την χείρα). </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ (ενόνων τας χείρας)</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, ο Θεός να σας ευλογήση! είμαι σύμφωνος και εγκρίνω το συνοικέσιόν
+σας. Ο γάμος είνε . . . ο γάμος δεν είνε, όπως ας υποθέσωμεν, πέρνω ένα αμάξι και
+πηγαίνω όπου θέλω, η υποχρέωσις αυτή είνε εντελώς άλλου είδους· είνε
+υποχρέωσις . . αλλά τώρα δεν έχω καιρόν, και θα σου ειπώ άλλοτε τι είδους
+υποχρέωσις είνε· λοιπόν Ιβάν Κουζμίτς, φίλησε την μνηστήν σου, τώρα ειμπορείς
+να το κάμης αυτό· τώρα οφείλεις να το κάμης. (Η Αγάφια Τύχωνοβνα ταπεινώνει
+τους οφθαλμούς). Δεν πειράζει, δεν πειράζει δεσποσύνη, έτσι πρέπει, ας σε
+φιλήση. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Όχι, κυρία, επιτρέψατε πλέον τώρα, τώρα πλέον επιτρέψατε. (Την ασπάζεται
+και λαμβάνει την χείρα της)· Τι ωραίο χεράκι! Διατί δεσποσύνη, έχετε τόσον ωραίο
+χεράκι; . . . επιτρέψατε να σας ειπώ, κυρία, ότι θέλω να γείνη αμέσως η
+στεφάνωσις· χωρίς άλλο να γείνη αμέσως. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πώς αμέσως; ίσως δα είνε πολύ γρήγορα; </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Δεν θέλω ούτε να τ' ακούσω! θέλω ακόμη συντομώτερα, αυτήν την στιγμήν, να
+γείνη ο γάμος. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μπράβο! λαμπρά! Ευγενέστατος άνθρωπος! Σε βεβαιώ ότι πάντοτε ήλπιζα
+πολλά από σένα εις το μέλλον! Σεις, δεσποσύνη, δεν θα κάμετε άσχημα να τρέξετε
+αμέσως να ενδυθήτε· εγώ να σας ειπώ την αλήθεια έστειλα πλέον να φέρουν
+άμαξαν και προσεκάλεσα τους φίλους, οι οποίοι θα είνε τώρα πλέον εις την
+εκκλησίαν. Είμαι βέβαιος ότι το νυμφικόν σας φόρεμα θα έχετε προ πολλού
+έτοιμον. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Βέβαια προ πολλού μάλιστα. Εγώ στη στιγμή ενδύομαι. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ Κ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Κοτσκαριώφ και Ποτκαλιόσην. </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Αδελφέ μου, σου είμαι ευγνώμων. Τώρα βλέπω τω όντι το καλόν που μου
+έκαμες. Και αυτός ο πατέρας μου δεν θα έκαμνε ό,τι μου έκαμες συ! Βλέπω ότι
+ενέργησες ως φίλος. Ευχαριστώ αδελφέ! ποτέ δεν θα λησμονήσω τας εκδουλεύσεις
+σου (συγκεκινημένος). Διά τούτο λοιπόν κι' εγώ την προσεχή άνοιξιν χωρίς άλλο θα
+υπάγω να επισκεφθώ τον τάφον του πατέρα σου! </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Α μπα! Γιατί να πειράζεσαι! Κ' εγώ χαίρω; Πλησίασε λοιπόν να σε φιλήσω
+(ασπάζεται αυτόν επί της μιας, είτα επί της άλλης παρειάς). Ο Θεός να δώση να
+ζήσης ευτυχής (ασπάζονται) ν' αποκτήσης του Αβραάμ και Ισαάκ τα καλά και να
+κάμετε ένα σωρό παιδιά! . . . . </p>
+
+<p><i>ΠΟΤΚΑΛΙΟΣΗΝ</i></p>
+
+<p>Ευχαριστώ αδελφέ, πραγματικώς μόνον τώρα έμαθα τι εστί πράγματι ζωή.
+Τώρα απεκαλύφθη ενώπιόν μου όλος νέος κόσμος. Νά, τώρα βλέπω ότι το παν
+κινείται, ζη· αισθάνεσαι ότι αναζωογονείσαι, ότι σαν να εξατμίζεσαι, σαν να . . . έτσι
+. . . . και συ ο ίδιος δεν ηξεύρεις τι σου συμβαίνει. Πρωτήτερα, τίποτε από αυτά
+ούτε έβλεπα ούτε εννοούσα· δηλαδή ήμην άνθρωπος που δεν είχα καμμίαν ιδέαν
+ούτε κρίσιν, δεν ενεβάθυνα κ' εζούσα νά, όπως ζη κάθε άλλος άνθρωπος. Χαίρω,
+χαίρω πολύ! Τώρα εγώ πηγαίνω να παρατηρήσω πώς έστρωσαν το τραπέζι και στη
+στιγμήν επιστρέφω. (κατ' ιδίαν) Ας του πάρω όπως δήποτε το καπέλλον διά κάθε
+ενδεχόμενον (λαμβάνει μεθ' εαυτού τον πίλον και φεύγει). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΚΑ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+<i>Ποτκαλιόσην μόνος.</i></p>
+
+<p>Και τω όντι, τι ήμην μέχρι τούδε, είχα καμμίαν ιδέαν περί της ζωής; Δεν
+εγνώριζα, τίποτε δεν εγνώριζα! ποίος δε υπήρξεν ο μέχρι σήμερον άγαμος βίος
+μου; Ποίαν είχε σημασίαν; Τι έκαμνα; εζούσα, εζούσα, υπηρέτουν, επήγαινα εις το
+υπουργείον, εγευμάτιζα, εκοιμώμην, με ένα λόγον, ήμην εις τον κόσμον ο
+μηδαμινώτερος και ο συνειθέστερος άνθρωπος· τώρα μόνον βλέπει, κανείς πόσον
+είνε μωροί εκείνοι που δεν παντρεύονται και αν καλοπαρατηρήση κανείς θα ιδή
+πόσοι και πόσοι ευρίσκονται εις αυτήν την τυφλότητα. Αν ήμην πουθενά βασιλεύς,
+μα την πίστιν μου, θα έδιδα διαταγήν να παντρεύονται όλοι, μηδενός
+εξαιρουμένου, εις τρόπον ώστε, να μην ευρίσκεται ούτε ένας άγαμος εις το κράτος
+μου. Αληθινά, να σκεφθή μολαταύτα κανείς, ότι μετ' ολίγα λεπτά της ώρας θα είσαι
+παντρευμένος! ότι θα δοκιμάσης έξαφνα την ευδαιμονίαν την οποίαν δεν
+ειμπορείς να εκφράσης και δεν ευρίσκεις λόγους να την εξηγήσης. (Μετά τινα
+σιγήν). Εν τούτοις, όπως και να το ειπής, είνε φοβερόν όταν το καλοσυλλογισθή
+κανείς. Εις όλην σου την ζωήν, εις αιώνα τον άπαντα, όπως κ' αν είνε, να δεθής και
+έπειτα πλέον ούτε προφάσεις πλέον, ούτε μεταμέλεια τίποτε, τίποτε όλα
+ετελείωσαν, όλα έγειναν. Μάλιστα νά, και τώρα ακόμη, με κανένα τρόπον δεν
+ειμπορώ να οπισθοχωρήσω. Μετ' ολίγον γίνεται η στέψις και να φύγω μάλιστα δεν
+είνε δυνατόν. Εκεί έξω περιμένει πλέον η άμαξα και όλα είνε έτοιμα. Και μήπως
+τάχα, πράγματι, δεν είνε δυνατόν να φύγω; Πώς; φυσικά είνε αδύνατον. Εκεί εις
+την θύραν και παντού στέκονται άνθρωποι· θα ερωτήσουν — γιατί; όχι δεν κάμνει.
+Νά το παράθυρον είνε ανοικτόν· να φύγη κανείς από το παράθυρο;. . . . Α μπα! δεν
+γίνεται. Έπειτα είνε και απρεπές αλλά και πολύ ψηλά. (πλησιάζει προς το
+παράθυρον) αι, δεν είνε δα και τόσον πολύ ψηλά, μόνον η βάσις είνε, αλλά κ'
+εκείνη ασήμαντος. Α, όχι, πώς είνε δυνατόν;! Δεν έχω μάλιστα και το καπέλλο μου!
+Και πώς θα φύγω χωρίς καπέλλο; Δεν πάει! Και τάχα, δεν ειμπορεί να φύγη κανείς
+και χωρίς καπέλλο; Και τι βλάπτει αν δοκιμάσω αι; Αι, τι λέτε να δοκιμάσω;
+(αναβαίνει επί του παραθύρου και ειπών)· Κύριε ελέησον! (πίπτει επί της οδού,
+ακούεται όπισθεν της σκηνής στενάζων) ωχ! Κάμποσο ήτον ψηλά! Αι, αμαξά! </p>
+
+<p><i>Φωνή αμαξηλάτου.</i></p>
+
+<p>Θέλετε αμάξι; </p>
+
+<p><i>Φωνή Ποτκαλιόσην</i></p>
+
+<p>Εις την Κανάβκα, κοντά 'στο γεφύρι του Συμεών. </p>
+
+<p><i>Φωνή αμαξηλάτου.</i></p>
+
+<p>Δέκα καπήκια! </p>
+
+<p><i>Φωνή Ποτκαλιόσην,</i></p>
+
+<p>Καλά! έλα, δρόμον! (ακούεται κρότος απομακρυνομένης αμάξης). </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΚΒ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Αγάφια Τύχωνοβνα εισέρχεται ενδεδυμένη νυμφικήν εσθήτα, δειλή και με
+ταπεινωμένην κεφαλήν, είτα Φέκλα. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Κ' εγώ δεν ηξεύρω τι συμβαίνει μαζύ μου! Ήρχισα πάλιν να εντρέπωμαι και να
+τρέμω. Αχ, αν ήτο δυνατόν να μην ευρίσκετο εδώ διά μίαν στιγμήν εκείνος, ή, αν
+έβγαινεν έξω (παρατηρεί περιδεώς). Και πού είνε λοιπόν; Κανείς δεν είνε! Πού να
+επήγε; (ανοίγει την προς τον προθάλαμον θύραν) Φέκλα, πού επήγεν ο Ιβάν
+Κουζμίτς; </p>
+
+<p><i>Φωνή Φέκλας</i></p>
+
+<p>Εκεί πρέπει να ήνε! </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πού εκεί; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ (εισερχόμενη)</i></p>
+
+<p>Μα νά, εδώ μέσα εκαθότανε. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Δεν είνε εδώ νά, δεν βλέπεις; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, αλλά κι' απ' εδώ δεν εβγήκε· εγώ εκαθόμουνα εκεί έξω. </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μα πού είνε λοιπόν; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Εγώ πώς ημπορώ να ξεύρω! Μήπως εβγήκε από την άλλην είσοδο, από τη
+σκάλα της υπηρεσίας· ή μήπως κάθεται εις το δωμάτιον της Αρήνας
+Παντελεημόνοβνας; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Θεία, Θεία! </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΚΓ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Αι άνω και Αρήνα Παντελεημόνοβνα. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ (εισέρχεται στολισμένη)</i></p>
+
+<p>Τι τρέχει; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Μέσα είνε ο Ιβάν Κουζμίτς; </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Όχι· εδώ πρέπει να είνε· μέσα δεν ήλθε. </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Αι, και όξω δεν ήτανε· εγώ εκαθόμουνα εκεί </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αλλά κι' εδώ, ως βλέπετε, δεν είνε. </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΚΔ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Αι άνω και Κοτσκαριώφ. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τι τρέχει; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Ο Ιβάν Κουζμίτς δεν είν' εδώ; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΩΦ</i></p>
+
+<p>Πώς δεν είν' εδώ; έφυγε; </p>
+
+<p><i>ΑΓΑΦΙΑ ΤΥΧΩΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Όχι· ούτε έφυγε ούτ' εδώ είνε. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Τι θα ειπή δεν είν' εδώ, και δεν έφυγε; </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Πού ειμπορούσε να κρυφθή δεν το χωρεί ο νους μου, εγώ δεν εσάλεψα από
+τον προθάλαμο. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Και από την πόρτα της υπηρεσίας πάλι δεν ειμπορούσε να φύγη. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Μα τι διάβολο — και να χαθή πάλιν, χωρίς να έβγη απ' εδώ μέσα δεν είνε
+δυνατόν. Μήπως εκρύφθη πουθενά . . Ιβάν Κουζμίτς; πού είσαι; έλα, μη κάμνεις
+ανοησίαις, έβγα γλήγορα! Τι αστεία είνε πάλιν αυτά; είνε ώρα να πάμε στην
+εκκλησία! (παρατηρεί όπισθεν της ιματιοθήκης και λοξώς υπό τας καθέδρας)
+Ακατανόητον! αλλ' όχι δεν ειμπορούσε να φύγη· είν' εδώ· το καπέλλο του είνε εις
+το άλλο δωμάτιον εγώ επίτηδες το έκρυψα εκεί. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Δεν ερωτούμεν την Δουνιάσκαν, αυτή εις όλον αυτό το διάστημα ήτον έξω
+'στον δρόμο· μήπως αυτή γνωρίζει τίποτε; . . . Δουνιάσκα! . . . Δουνιάσκα! . . . </p>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">ΣΚΗΝΗ ΚΕ'.</h5>
+
+<p>
+<br />
+Οι αυτοί και Δουνιάσκα. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Πού είνε ο Ιβάν Κουζμίτς, δεν τον είδες; </p>
+
+<p><i>ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Εκείνος επήδησεν από το παράθυρο! (η Αγάφια Τύχωνοβνα αναφωνεί
+κρατούσα τας παλάμας). </p>
+
+<p><i>ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ</i></p>
+
+<p>Από το παράθυρο; </p>
+
+<p><i>ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, έπειτα αφού επήδησε επήρε έν αμάξι κι' έφυγε. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια λες; </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Ψέματα λες, αδύνατον! </p>
+
+<p><i>ΔΟΥΝΙΑΣΚΑ</i></p>
+
+<p>Μα το Θεό, επήδησε, νά, κι' ο αντικρυνός πραμματευτής τον είδε, εσυμφώνησε
+τον αμαξά δέκα καπήκια κι' έφυγε. </p>
+
+<p><i>ΑΡΗΝΑ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΒΝΑ (βαίνουσα προς τον Κοτσκαριώφ).</i></p>
+
+<p>Δε μου λέτε, περίγελο, κύριε μας εκάματε; να μας ρεζιλέψετε γυρεύετε; Τι σου
+εχρεωστούσαμε να μας μασκαρέψης κατ' αυτόν τον τρόπον; Είμ' εξήντα χρονών
+γυναίκα, τέτοια 'ντροπή ακόμη δεν την έπαθα. Ύστερ' απ' αυτό πρέπει να σε φτύσω
+στα μούτρα, αφού λέγεις πως είσαι τίμιος άνθρωπος! Ακούς εκεί να 'ντροπιάση σ'
+όλον τον κόσμο το κορίτσι! εγώ είμαι χωριάτισσα γυναίκα και πάλι δεν τα κάμνω
+αυτά τα πράγματα, όχι εσύ που είσαι και ευγενής! φαίνεται πως μονάχα σταις
+βρωμοδουλειαίς και τας αγυρτίαις είνε η ευγένεια σας! (φεύγει αγανακτισμένη
+συμπεριλαμβάνουσα και την νύμφην. Ο Κοτσκαριώφ ίσταται ενεός). </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Αι; καλός είσαι; Νάτος εκείνος που ξέρει να κατορθώνη τη δουλειά! που μπορεί
+να παντρολογάη χωρίς προξενήτρα! Ας είνε οι γαμπροί οι δικοί μου μαδημένοι και
+ξέρω 'γώ τι; τέτοιους όμως γαμπρούς που να πηδούν από το παράθυρο εγώ δεν
+έχω· και να με συμπαθάς. </p>
+
+<p><i>ΚΟΤΣΚΑΡΙΩΦ</i></p>
+
+<p>Αυτά είνε κουταμάραις! Δεν είν' έτσι· εγώ τώρα πηγαίνω να τον φέρω αμέσως
+πίσω (φεύγει). </p>
+
+<p><i>ΦΕΚΛΑ</i></p>
+
+<p>Ναι, πήγαινε να τον φέρης! άλλη μια φορά! . . . Δεν ξέρεις εσύ από
+παντρολογήματα· αν έφευγε ακόμη από την πόρτα αλλάζει το πράμα, αφού όμως ο
+γαμβρός για να φύγη πηδά από το παράθυρο . . . έχε γεια κ' εγλύστρησα. </p>
+
+
+<p>
+<br />
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ</p>
+
+<p>
+<br />
+ΤΕΥΧΗ ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ ΤΩ 1887 — 1900</p>
+
+<table>
+<tr><td></td><td></td><td align='right'>Δραχ.</td></tr>
+<tr><td>Κουρτίου</td><td>Ελληνική Ιστορία κατά μετάφρασιν Σπυρ. Π.
+Λάμπρου,<br />τόμοι 5. τεύχη 21.</td><td align='right'>34.50</td></tr>
+<tr><td>Μακώλεϋ</td><td>Ιστορία της Αγγλίας κατά μετάφρασιν Ε. Ροΐδου,
+τόμοι<br />3, τεύχη 9.</td><td align='right'> 13.50</td></tr>
+<tr><td>Όθωνος</td><td>Ρίββεκ Ιστορία της Ρωμαϊκής ποιήσεως κατά
+μετάφρασιν<br />Σ. Κ. Σακελλαροπούλου, τόμοι 3, τεύχη 9.</td><td align='right'>
+13.50</td></tr>
+<tr><td>Δρόυσεν</td><td>Ιστορία των Διαδόχων κατά μετάφρασιν Ι.
+Πανταζίδου,<br />τεύχη 4. </td><td align='right'> 6.—</td></tr>
+<tr><td>Γουστάβου Γίλβερτ</td><td>Εγχειρίδιον Αρχαιολογίας του δημοσίου βίου
+των<br />Ελλήνων κατά μετάφρ. Ν. Γ. Πολίτου, τεύχη 3.</td><td align='right'>
+4.50</td></tr>
+<tr><td>Κρουμβάχερ</td><td>Ιστορία της Βυζαντηνής λογοτεχνίας κατά
+μετάφρασιν<br />Γ. Σωτηριάδου, τόμοι 2, τεύχη 8, τόμου Γ'. τεύχος 1. </td><td
+align='right'>13.50</td></tr>
+<tr><td>Σαιμμάρκου Γιραρδίνου</td><td>Μαθήματα δραματολογίας κατά
+μετάφρασιν<br />Αγγέλ. Βλάχου, τόμοι 4, τεύχη 11.</td><td
+align='right'>16.50</td></tr>
+<tr><td>Whitney και Jolly</td><td>Αναγνώσματα περί των γενικών αρχών της<br
+/>συγκριτ. γλωσσικής κατά μετάφρασιν Ρ. Ν. Χατζιδάκι, τεύχη<br />4. </td><td
+align='right'> 6.—</td></tr>
+<tr><td>Head</td><td>Ιστορία των Νομισμάτων κατά μετάφρασιν Ι. Ν.
+Σβορώνου,<br />τόμοι 2, οι δύο τόμοι μετά των πινάκων</td><td align='right'>
+25.—</td></tr>
+<tr><td>Valery Mayet</td><td>Τα Βλαπτικά Έντομα των Αμπέλων κατά
+μετάφρασιν Ν.<br />Κ. Γερμανού, τεύχη 2. </td><td align='right'> 3.—</td></tr>
+<tr><td>Αλεξάνδρου Σεργιάδου</td><td>Πούσκην, Ευγένιος Ονέγην, Έπος κατά<br
+/>μετάφρασιν Χαραλ. I. Βουλοδήμου,</td><td align='right'> 1.50</td></tr>
+<tr><td>Δρόυσεν</td><td>Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κατά μετάφρασιν
+I.<br />Πανταζίδου, τεύχη 4.</td><td align='right'> 6.—</td></tr>
+<tr><td>V. V. Podwissozky</td><td>Παθολογία κατά μετάφρασιν Νικολάου I.<br
+/>Κορδέλλη ιατρού, τεύχη 8. </td><td align='right'> 12.50</td></tr>
+<tr><td>Ν. Γ. Πολίτου</td><td>Μελέται περί του Βίου και της Γλώσσης του
+Ελληνικού<br />λαού, Παροιμίαι, τόμοι 2.</td><td align='right'> 16.—</td></tr>
+<tr><td>Σαίξπηρ</td><td>Χάμλετ, τραγωδία εις πράξεις πέντε κατά μετάφρασιν
+Μιχαήλ<br />Ν. Δαμιράλη. </td><td align='right'> 2.50</td></tr>
+<tr><td>Α. Μ. Ιδρωμένου</td><td>Ιωάννης Καποδίστριας Κυβερνήτης της
+Ελλάδος.</td><td align='right'> 1.50</td></tr>
+<tr><td>Στεφάνου Αθ. Κουμανούδη.</td><td>Συναγωγή Νέων Λέξεων υπό των
+λογίων<br />πλασθεισών, τόμοι 2.</td><td align='right'> 13.—</td></tr>
+<tr><td>W. Christ</td><td>Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας κατά μετάφρασιν<br
+/>Λυσάνδρου Γ. Χ. Κώνστα, Τόμος Α', τεύχη 5.</td><td align='right'> 7.50</td></tr>
+<tr><td>Καίσαρος Καντού</td><td>Ιστορία τριάκοντα ετών (1848-1878) κατά
+μετάφρασιν<br />Ιωάννου Περβάνογλου, τεύχος πρώτον</td><td align='right'>
+1.50</td></tr>
+</table>
+
+<p>
+<br />
+ΤΕΥΧΗ ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ ΤΩ 1901</p>
+
+<table>
+<tr><td></td><td></td><td align='right'>Δραχ.</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 117.</td><td>Καίσαρος Καντού Ιστορία τριάκοντα ετών (1848-
+1878)<br />κατά μετάφρασιν Ιωάννου Περβάνογλου τεύχ. δεύτερον</td><td
+align='right'>1.50</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 118.</td><td> » τεύχ. τρίτον</td><td
+align='right'>1.50</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 119.</td><td>Στρατής Καλοπίχειρος υπό Στεφάνου ΑΘ.
+Κουμανούδη</td><td align='right'>2.50</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 120.</td><td>Κρουμβάχερ Ιστορία της Βυζαντηνής λογοτεχνίας
+κατά<br />μετάφρασιν Γεωργίου Σωτηριάδου τόμ. Γ'. τεύχ. δεύτερον</td><td
+align='right'>1.50</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 121.</td><td> » τόμ. Γ'. τεύχ. τρίτον</td><td
+align='right'>1.50</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 122.</td><td>Καίσαρος Καντού Ιστορία τριάκοντα ετών (1848-
+1878)<br />κατά μετάφρασιν Ιωάννον Περβάνογλου τεύχ. τέταρτον</td><td
+align='right'>1.50</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 123-124.</td><td>Αγγέλου Βλάχου Ανάλεκτα τόμος πρώτος</td><td
+align='right'>4.—</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 125-128.</td><td>Ιστορία της Ιταλικής Παλιγγενεσίας υπό
+Φραγκίσκου<br />Βερτολίνη κατά μετάφρασιν Κ. Αννίνου τόμος Α. τεύχη
+4.</td><td align='right'>6.—</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 129-130.</td><td>Αγγέλου Βλάχου Ανάλεκτα τόμος
+δεύτερος</td><td align='right'>4.—</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 131-134.</td><td>Ιστορία της Ιταλικής Παλιγγενεσίας υπό
+Φραγκίσκου<br />Βερτολίνη κατά μετάφρασιν Χ. Αννίνου τόμος Β'. τεύχη
+4,</td><td align='right'>6.—</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 135.</td><td>Leopold Smhmidt η Ηθική των Αρχαίων Ελλήνων
+μεταφράσθη<br />εκ του γερμανικού υπό Δημ. Ιωαννίδου Ολυμπίου, τόμος Α.
+τεύχος<br />πρώτον</td><td align='right'>1.50</td></tr>
+<tr><td>Αριθ. 136.</td><td>Leopold Smhmidt η Ηθική των Αρχαίων Ελλήνων
+μετεφράσθη<br />εκ του γερμανικού υπό Δημ. Ιωαννίδη Ολυμπίου, τόμος Α.
+τεύχος<br />δεύτερον</td><td align='right'>1.50</td></tr>
+</table>
+
+<p>
+<br />
+Τιμάται δρα . . . . . 1.50.</p>
+
+<hr></hr>
+
+<p id='fn1'><br />1) Δεν κάμνει διάκρισιν περί ροιών και ροδών. Το κείμενον λέγει:
+«εκείνα τα γρανικώδη δενδρύλλια» και εννοεί τας ροιάς — η ροιά δε
+ρωσσιστί: γρανάτοβογιε — δέρεβο. Ο Ζεβάκην τα ονομάζει
+γρανίτοβογιε δέρεβο — δηλαδή, γρανιτώδες δένδρον, — Σ. Μ.<a href='#ref1'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id='fn2'>2) Τίτλος 8ου βαθμού, μη μεταφραζόμενος εις την Ελληνικήν<a
+href='#ref2' title='πίσω'>&#8617;</a><br /><br /></p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Krechinsky's Wedding Comedy in three
+acts - Marriage comedy in two acts, by Alexander Suhovo-Kobylin and Nikolai Vasilievich Gogol
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK KRECHINSKY'S WEDDING COMEDY ***
+
+***** This file should be named 37721-h.htm or 37721-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/7/7/2/37721/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License available with this file or online at
+ www.gutenberg.org/license.
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation information page at www.gutenberg.org
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at 809
+North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
+contact links and up to date contact information can be found at the
+Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit www.gutenberg.org/donate
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+
+
diff --git a/37721-h/images/0001.jpg b/37721-h/images/0001.jpg
new file mode 100644
index 0000000..c2b37a1
--- /dev/null
+++ b/37721-h/images/0001.jpg
Binary files differ
diff --git a/37721-h/images/0002.jpg b/37721-h/images/0002.jpg
new file mode 100644
index 0000000..f8dc883
--- /dev/null
+++ b/37721-h/images/0002.jpg
Binary files differ