summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/37629-h/37629-h.htm
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '37629-h/37629-h.htm')
-rw-r--r--37629-h/37629-h.htm6187
1 files changed, 6187 insertions, 0 deletions
diff --git a/37629-h/37629-h.htm b/37629-h/37629-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..1138e3d
--- /dev/null
+++ b/37629-h/37629-h.htm
@@ -0,0 +1,6187 @@
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN"
+ "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Μωραϊτίδης Διηγήματα Τόμος Δ" />
+
+<title>Διηγήματα Δ</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 5%;
+margin-right: 5%;
+}
+
+h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; }
+
+p{
+ text-align: justify;
+ margin-top: 1em;
+ margin-bottom: 1em;
+}
+
+hr{
+ width: 65%;
+}
+.poem {
+ FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%;
+}
+
+.sp{
+ letter-spacing:3px
+}
+
+</style>
+
+</head>
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Novels Volume D, by Alexandros Moraitidis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Novels Volume D
+
+Author: Alexandros Moraitidis
+
+Posting Date: May 9, 2012 [EBook #37629]
+First Posted: October 4, 2011
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME D ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+
+<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic
+to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes
+have been converted to endnotes.//
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα
+άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των σελίδων
+έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/1stpage.jpg" width="426"
+height="650"
+alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p>
+
+<h3 style="margin-top: 5em">ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ</h3>
+
+<h1 style="margin-top: 5em">ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</h1>
+
+<h4>ΤΟΜΟΣ Δ'</h4>
+
+<h5 style="margin-top: 5em">
+ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ<br />
+ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ</h5>
+
+<h5 style="margin-top: 15em">
+ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921</h5>
+
+<p style='text-align: center; margin-top: 7em'>
+<br />
+ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ<br /><br />
+
+ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ<br />
+ΤΟΜΟΣ Δ'</p>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">
+Ο κυρ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ — ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ — ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΟΣΚΡΕΣ — ΣΕ ΜΙΑ
+ΠΑΡΑΚΛΗΣΙ<br />
+ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ — ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ — ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑΝ</h4>
+
+<p style='text-align: center; margin-top: 12em'>
+<br />
+ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ<br />
+ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ<br /><br /><br />
+
+ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921</p>
+<hr></hr>
+<p style="margin-top: 8em">
+<br />
+Από τον Εκδοτικόν Οίκον I. Ν. Σιδέρη, εις τον οποίον αληθώς η Ελληνική φιλολογία
+οφείλει πολλά — αλλ' ακόμη περισσότερα ο κόσμος ο επίλεκτος των αναγνωστών
+αφού εκεί ευρίσκει την καλλιτέραν πνευματικήν τροφήν — εξεδόθη και ο τρίτος
+τόμος των Διηγημάτων του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου, εις συνέχειαν της τιμητικής
+εκδόσεως των έργων επ' ευκαιρία της Πεντηκονταετηρίδος του μεγάλου Έλληνος
+Διηγηματογράφου.</p>
+
+<p>Ο τόμος αυτός περιλαμβάνει τρία άλλα αριστοτεχνήματα. Όλη η ελληνική ζωή,
+όλη η ελληνική ψυχή, όλη η ελληνική αντίληψις παρελαύνουν εις τας μεστάς
+κλασικών εικόνων σελίδας με την μοναδικήν απλότητα, η οποία χαρακτηρίζει και
+ακριβώς εξυψώνει το έργον του Α. Μωραϊτίδη επάνω από τα άλλα δημιουργήματα
+του ελληνικού καλάμου.</p>
+
+<p>Υποδειγματική αληθινή η σύνθεσις των έργων αυτών ζωγραφίζει τόσον πιστώς,
+τόσον παραστατικώς ό,τι απαιτείται διά την αφήγησιν μιας ιστορίας βγαλμένης
+από την πραγματικήν ζωήν, ώστε ο αναγνώστης γρήγορα προχωρεί έως το τέλος
+διά να το μάθη· αλλά και πάντοτε το ξαναδιαβάζει δια να εντρυφήση περίοδον με
+περίοδον και φράσιν προς φράσιν το καλλιτέχνημα.</p>
+
+<p style='text-align: right;'>(Εφημ. Α θ ή ν α ι επί εκδόσει τον Γ' τόμου των<br />
+Διηγημάτων του ημετέρου συγγραφέως).</p>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">
+ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΩΡΑΙΟΥΣ ΣΚΑΠΑΝΕΙΣ</h4>
+<h5>ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ</h5>
+
+<p style='text-align: right; margin-top: 12em'>Ουαί τοις γράφουσι πονηρίαν·
+γράφοντες γαρ<br />
+πονηρίαν γράφουσιν. (Ησαΐας 10,1)</p>
+
+<h4 style="margin-top: 7em">Ο ΚΥΡ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ<br />
+(1891)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ήτο περασμένη η ώρα. Το χωρίον εκοιμάτο βαθύν ύπνον παιδίου, το οποίον
+ύστερον από τόσα τρεξίματα και παιγνίδια και γέλοια, αποσταμένον, γέρνει εγγύς
+της εστίας του και αποκοιμάται. Τα νυκτοπούλια της ανοίξεως, τα οποία εστέναζον
+υπό τας καμάρας του κωδωνοστασίου, θαρρείς και συνεπλήρουν τον ανασασμόν
+της κοιμωμένης λευκής πολίχνης. Και μόνον είς θόρυβος ηκούετο κατά μακρά
+διαλείμματα. Ο κρεοπώλης, ο άγριος και εις την χαράν του, ο οποίος σφάζων
+αμνούς μέχρι της δύσεως του ηλίου δεν απηύδησε να φωνάζη: «Α και να πάμε ς'
+τον μπαρμπέρη!» κατά λάθος, φαίνεται, αφού εξεπούλησεν, εισελθών εις το
+γειτονικόν καπηλείον <i>άναψε τα καντήλια</i> — Πάσχα ξημέρωνε, βλέπετε, —
+και γεμίζων μίαν παμπάλαιαν κ' εσκωριασμένην πιστόλαν, από τον καιρόν του
+Καρατάσου, ήνοιγε κρυφά-κρυφά την θύραν του καπηλείου και προεώρταζε την
+Ανάστασιν, πυροβολών κρατερώς και επιμόνως. Και πάλιν αστραπιαίως έκλειε την
+θύραν προς μεγάλην απορίαν του γέροντος δημαρχικού κλητήρος, όστις από
+μακράν κάτω ακούων τον βαρύν πιστολισμόν έσπευδε μέχρι του καπηλείου
+υπόπτως, πλην βλέπων την θύραν κεκλεισμένην υπέστρεφε, κάμνων τον σταυρόν
+του και θαυμάζων το γεγονός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να μποδίσουμε, εμονολόγει με την έρρινον φωνήν του, τους
+πιστολισμούς και τους πυροβολισμούς. Άιντε τώρα εμπόδισέ τους, κυρ δήμαρχε!
+Ορίστε! Αυτά είνε γραμμένα να γίνουνται, έτσι <i>αντάμ- παπαντάμ</i>, εξ αρχής
+και έκπαλαι. Ορίστε! Οι πυροβολισμοί πέφτουν μονάχοι τους, κυρ-Δήμαρχε! Είνε ο
+αέρας της Αναστάσεως.</p>
+
+<p>Συγχρόνως ο κρεοπώλης <i>με τ' αναμμένα τα καντήλια του</i>, ημοιανοίξας
+πάλιν την θύραν του καπηλείου εκένωσεν εκ νέου την εσκωριασμένην πιστόλαν
+του. Ο κλητήρ, κοντός, χονδρός, με ημίσειαν ρίνα, απολέσας το λοιπόν μέρος αυτής
+έν τινι συμπλοκή, στραφείς είδε την θύραν του καπηλειού κλειστήν πάλιν, έκαμε
+τον σταυρόν του και εχάθη εις την καμπήν της οδού, φθεγγομένης παράπονα της
+ρινός του κατά των ανεφαρμόστων αστυνομικών διατάξεων, ενώ ο βαρύς της
+πιστόλας ήχος εκυλίετο ακόμη εις το ανοικτόν πέλαγος του λιμένος, εποχούμενος
+επί της μελανής ομίχλης και κροτών ως βαρέλιον πλήρες ήλων.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Αλλ' ενώ οι χωρικοί πάντες εκοιμώντο αναπαυόμενοι, όπως εγερθώσι τα
+μεσάνυκτα και φαιδροί μεταβώσιν εις τον ναόν έκαστος με την λευκήν λαμπάδα
+του, η κυρά Μανωλάκαινα ηγρύπνει. Δεν την εκολλούσεν ύπνος. Εξαγάγουσα από
+μεγάλου δρυΐνου κιβωτίου τα χρυσά προικιά της, τα οποία χρόνια είχε να φορέση
+το Πάσχα, την νύκτα, προητοίμαζεν αυτά υπό το φως λυχναρίου, επιδιορθούσα
+μικράς τινας βλάβας τυχόν, όπως στολισθείσα ως νύμφη μεταβή εις την Ανάστασιν
+κ' επιδείξη τον χρυσόν πλούτον του ιματισμού της. Ο κυρ-Μανωλάκης εκοιμάτο εις
+το παρακείμενον δωμάτιον. Ηκούετο ο ρογχασμός του ως κρότος υπόκωφος
+συρομένης αλύσεως πλοίου μακράν εις τον λιμένα, συνεχής και μονότονος.</p>
+
+<p>Νέα ακόμη η κυρά-Μανωλάκαινα, μόλις τριάκοντα πέντε ετών, πρώτην φοράν
+από του γάμου της — γενομένου προ πέντε ετών — ευρίσκετο εις την ευτυχή
+περίστασιν να φορέση τα νυμφικά της και σταθή εις την πρώτην γραμμήν της
+γυναικωνίτιδος. Τι να κάμη πίσω-πίσω 'ς το γυναικείο να στέκεται, και να την
+τσαλαπατούν και να στάζουν κεριά ς' το χρυσοκέντητο βελουδένιο μπαμπουκλί
+της, και να της κάψουν το αραχνοΰφαντον αλέμι της με της λαμπάδαις που δεν
+ξέρουν μερικαίς να της κρατήσουν, που ταις κρατούν σαν νάνε σαΐταις που
+'φαίνουν, ή καλαμιαίς που τινάζουν της εληαίς! Δεν πήγαινε και αυτή διόλου την
+νύκτα το Πάσχα. Εφέτος όμως θα είχε τα πρωτεία ς' το γυναικείον. Έδωσεν ο Θεός
+και ο άνδρας της, ο κυρ-Μανωλάκης, έγεινε Πίτροπος και θα είχεν η κυρά-
+Πιτρόπισσα την πρώτην θέσιν, μπροστά-μπροστά εις τα καφάσια. Και θάβλεπεν
+όλην την παράταξιν της λαμπράς ακολουθίας και θα ήκουεν όλα τα
+<i>γράμματα</i>. Δεν τα καλονοούσε, μα θα τα ήκουεν. Εν ω άλλοτε πίσω-πίσω
+από της άλλαις δεν έβλεπε τίποτε, δεν ήκουε τίποτε. Προσκυνούσαν η
+μπροσθιναίς, προσκυνούσαν και η 'πισιναίς. Έσκυφταν η μπροσθιναίς, έσκυφταν
+και η 'πισιναίς. Η κυρά-Μανωλάκαινα εκ της ιεράς λειτουργίας ήξευρε μόνον πότε
+<i>λιβανίζει</i> ο παπάς και πότε βγαγγελίζει. Το λιβάνισμα ησθάνετο εκ του
+ζωηρού κωδωνίσματος του θυμιατηρίου, το βγαγγέλισμα ήκουεν εκ της γινομένης
+ησυχίας και απολύτου σιωπής. <i>Τ' άια</i>, την μεγάλην είσοδον των τιμίων
+Δώρων — ουδέποτε ηυτύχησε να ίδη από εκεί όπου ίστατο. Μόνον βλέπουσα να
+κύπτουν αι έμπροσθέν της ιστάμεναι γυναίκες έκυπτε και αυτή λέγουσα με τον
+νουν της: περνούν τα άια, μνήσθητί μου Κύριε! Ενίοτε μάλιστα και ηπατάτο.
+Έκυπτον αι έμπροσθεν κατά λάθος, έκυπτε και αυτή κατά λάθος, επιλέγουσα εις το
+τέλος της λειτουργίας:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα! καταλαβαίνουμε τάχα κ' εμείς Ακκλησιά!</p>
+
+<p>Πολλάκις προσεπάθησε να εισχωρήση εμπρός, πλην ουδέποτε εύρισκε θέσιν.
+Πάσαι ήσαν κατειλημμέναι. Άπαξ πρωί-πρωί μεταβάσα εις τον ναόν εύρε πολλάς
+κενάς θέσεις εν τη πρώτη σειρά, κι' εγκαθιδρύθη αγέρωχος, ώσπερ κατακτητής, επί
+του φαιού δρυφάκτου με την απόφασιν να μη παραμερίση· — παιδιά δεν είχε να
+κλαίνε ς' το σπίτι — Και αν της ομιλήση κανείς, ή ο επίτροπος, να κάμη πως δεν
+ακούει. Αλλ' ύστερον ελθούσαι αι συνήθως ιστάμεναι εν τη πρώτη γραμμή την
+απώθησαν διά των αγκώνων κατ' αρχάς, διά των λόγων κατόπιν, και αυτή
+παρεμέρισε, δούσα τόπον τη οργή. Να φέρη σύυσι και ταραχή; Μέσ' σ' νακκλησιά!
+Υπεχώρησε. Τοιαύτη συνήθεια επεκράτει. Εις την πρώτην γραμμήν να ίστανται τα
+<i>σόια</i>, αι καταγόμεναι από τζάκια, αι σύζυγοι των προεστώτων και
+συμβούλων του χωρίου. Και αι θέσεις ήσαν κληρονομικαί. Μοναρχία κληρονομική
+μέχρι της εκκλησίας εν τη νέα ελληνική κοινωνία! Η θυγάτηρ ερχομένη εις γάμον
+και ιδρύουσα νέον οίκον, κατελάμβανεν εν τω ναώ την θέσιν της μητρός, ήτις γραία
+πλέον εβαρύνετο ν' αναβαίνη εις την γυναικωνίτιδα, ισταμένη εις τον νάρθηκα
+κάτω, ή ζαρόνουσα εις κανέν στασίδιον κάτω-κάτω υπό την σκοτεινήν κόγχην.</p>
+
+<p>Αλλ' η κυρά-Μανωλάκαινα δεν ήτο μεν <i>ξεσόιαστη</i>, αλλά — να το
+είπωμεν — δεν ήτο και από <i>σόι</i>. Ο πατέρας της ήτο ψαράς. Ο παπούς της
+ήτο φούρναρης. Το βέβαιον είνε ότι ο γέρων εξελέχθη ποτέ τρίτος δημαρχικός
+πάρεδρος δι' έλλειψιν άλλου υποψηφίου μόλις λαβών το έν δέκατον των ψήφων,
+αλλά τούτο δεν ήρκεσεν όπως η εγγονή του περάση εις τα μεγάλα σόια, — ήτις δεν
+είχε γεννηθή ακόμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αγουρασμένον τον έχεις τον τόπον;</p>
+
+<p>Παρετήρησέ ποτε είς τινα αγερώχως προσελθούσαν πλησίον της και ζητούσαν
+να την απωθήση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αγουρασμένον!</p>
+
+<p>Απήντησεν εκείνη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κιγώ πού θα σταθώ;</p>
+
+<p>&nbsp;— Όπ' στηκέτανε η μάννα ς'!</p>
+
+<p>Απεκρίθη εμπαικτικώς η εξ οικογενείας καταγομένη.</p>
+
+<p>Και συγχρόνως άλλη παραπέρα ισταμένη — από σόι και αυτή —
+προσέθηκεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όπ' άπλουνε τα δίχτυα ου πατέρας σ'!</p>
+
+<p>Τωόντι η μητέρα της κυρά-Μανωλάκαινας δεν εστέκετο πουθενά εν τη
+γυναικωνίτιδι.</p>
+
+<p>Φορούσα μίαν φουστάναν μυρίζουσαν πάντοτε ψαρίλαις, πού ετόλμα να
+παρουσιασθή εις την εκκλησίαν, και μάλιστα εν ημέρα μεγάλης πανηγύρεως!</p>
+
+<p>Ο πατήρ της πάλιν ο γέρων αλιεύς είχε μεν θέσιν, ίστατο, καθώς είπεν εκείνη η
+εξ οικογενείας γυνή, εκεί όπου άπλωνε τα δίκτυά του· αλλά τα δίκτυά του ήπλωνεν
+απ' έξω, επί του τοίχου του ναού, καρφώσας ήλους κατά σειράν εγγύς της εισόδου,
+κ' εκεί τωόντι ίστατο και ο γέρων κατά την λειτουργίαν, ουδέποτε εισερχόμενος
+εντός του ναού· ως να ήτο και αυτός μόλυβδος ή φελλός, προσκεκολλημένος επί
+των μεταξωτών δικτύων του. Και μόλις ετελείωνε τα Ευαγγέλιον, ήναπτε το
+τσιμπουκάκι του, το οποίον προητοίμαζε, ψαλλομένων των Αίνων, και μαζεύων τα
+δίκτυά του έκαμνε τον κατήφορον.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Αλλ' η κυρά-Μανωλάκαινα, η κόρη του ψαρά, αν και δεν ανήκεν εις τα σόια εκ
+καταγωγής, ανήκεν όμως εις αυτά ολόκληρος εκ καρδίας. Φύσις φιλόκαλος, φύσις
+ευγενής, περιποιητική και θωπευτική έκαμνεν εντύπωσιν εις τον φούρνον που
+πήγαινε να φουρνίση από μικρή ακόμα διά τους καλούς τρόπους της, και την μέχρι
+κολακείας περιποιητικήν γλώσσαν της, δίδουσα και εις την φωνήν της ακόμη ένα
+θωπευτικόν αριστοκρατικόν τόνον φιλήματος και αγάπης. Ο ιματισμός της πάλιν
+ήτο παροιμώδης εις όλον το χωρίον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ώμορφα που ντύνεται! έλεγον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σεμνή, καθαρά, καλλαίσθητος. Με τα κλωνιά της πολιτικής μανδήλας
+της λυτά ποτέ δεν την είδον. Ακτένιστη ουδέ εις την αυλήν της εθεάθη. Η μαύρη
+φουστάνα της στιλπνή-στιλπνή ήτο ατσάκιστη, ως να ίστατο πάντοτε ορθία, όπερ
+εκίνει τον φθόνον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ούλου αλόρθα βρίσκεται ου ανεμόστυλος!</p>
+
+<p>Και δεν ευρίσκετο ορθία ως ο στύλος της ανέμης, αλλ' ήξευρε πώς να καθήση
+και πώς να εγερθή. Ήτο περίφανη!</p>
+
+<p>Αλλ' ο κόσμος έχει τας προλήψεις του. Αδιάφορον αν εκείνη η πλουσία και από
+σόι δεν ξεύρη να ενδυθή και παρουσιάζεται εις την αυλήν άνιπτος. Είνε από
+σόι!</p>
+
+<p>Η μορφοντυμένη και μορφοκαμωμένη Γερακίτσα ήτο κόρη του ψαρά! Την
+φυσικήν της καθαριότητα από μικρή εφανέρωνεν. Ενώ η μητέρα της εν τη βία της
+πολλάκις εγέμιζε την ποδιά της ψάρια, διά να εκλέξη τα καλλίτερα και τα στείλη εις
+τον λιμενάρχην, ίνα μη φέρη δυσκολίας εις τον σύζυγόν της, η Γερακίτσα ουδέ τα
+ήγγιζεν, εάν δεν ήσαν εις ορμαθούς διά βρύων της λίμνης. Και πάλιν ήπτετο μετά
+προσοχής του βρύου διά των δύο δακτύλων της. Ώστε κατήντησεν η μητέρα της
+περιπαίζουσα αυτήν να την αποκαλή <i>γαλαζοαίματην</i>.</p>
+
+<p>Είτα ορφανή πατρός απομείνασα υπηρέτει ουχί επ' αμοιβή αλλ' ούτως, εκ
+φυσικής κλίσεως και συμπαθείας του ομοίου προς το όμοιον, εις τον γειτονικόν της
+πλούσιον οίκον αρχαίου πλοιάρχου, όστις, αφεντάνθρωπος εις όλα, είχεν
+αριστοκρατικήν τάξιν εν τη οικογενεία του. Εκεί η ωραία Γερακίτσα ανέπτυξεν όλα
+τα συμπαθητικά ένστικτα της ευγενείας, συνηθίσασα να ενδύηται ευπρεπώς και
+κομψώς — με γούστο — και να εκτελή όλας τας οικιακάς εργασίας, μετά
+λεπτότητος και χιονώδους καθαρότητος, θαυμαστής τωόντι, ώστε ο γέρων
+πλοίαρχος, — κολακεύων τας διαθέσεις της, έλεγε πολλάκις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσύ, Γερακίτσα ή να πάρης πλούσιον ή να μη 'πανδρευθής διόλου.
+Τακούς;</p>
+
+<p>Το πλέξιμόν της, το πλύσιμόν της, το ζύμωμά της, το μαγείρευμά της, όλα ήσαν
+απαλά και λευκά ως τα απαλά χεράκια της.</p>
+
+<p>Πολλοί νέοι εργατικοί, της τάξεώς της, την εζήτησαν εις γάμον, αλλ' αύτη
+ηρνείτο, ονειρευομένη αρχοντείαν, ή αποφασισμένη ν' ακολουθήση την
+συμβουλήν του πλοιάρχου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παλλάβωσες!</p>
+
+<p>Της έλεγεν η μητέρα της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν κάνεις το σταυρό σου, επανελάμβανε συχνά, να πανδρευθής
+τώρα που σε γυρεύουν; Ταχειά σα σουφρώσης, ποιος θα γυρίση να σε
+κυττάξη;</p>
+
+<p>Αλλ' η νεάνις είχε τον σκοπόν της. Απίθανον μεν και σκοτεινόν, όνειρον σχεδόν,
+πλην είχε πάντοτε ένα σκοπόν, ένα όνειρον. Κάθε άνθρωπος έχει το όνειρόν του.
+Άλλοι κατορθώνουν και το πραγματοποιούσιν εις τον κόσμον αυτόν, άλλοι
+αποθνήσκουσι με το όνειρόν των μαζή ως σάβανον της καρδίας των. Άγνωστον
+τίνες αποθνήσκουν ευτυχέστεροι . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο ένας σου μυρίζει, ο άλλος σου βρωμά! Την ήλεγχεν η μητέρα
+της.</p>
+
+<p>Έως ου ευτυχής σύμπτωσις διέψευσεν όλας τας οικτράς προρρήσεις της γραίας,
+και η πτωχή Γερακίτσα, η κόρη του ψαρά, εγένετο κυρά- Μανωλάκαινα.</p>
+
+<p>Και ούτως η γραία απέθανεν ευχαριστημένη, αλλάξασα ιδέαν και λέγουσα ότι
+τα κορίτσια δεν πρέπει να βιάζωνται. Όποιος βιάζεται, μένει 'πίσω!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Και η κόρη της με τον κυρ-Μανωλάκη επήγεν εμπρός. Ο κυρ Μανωλάκης διά
+των κτημάτων του και της οικονομίας του είχε σχηματίσει καλήν περιουσίαν. Μέχρι
+του τεσσαρακοστού έτους της ηλικίας του είχε σκοπόν να γείνη καλόγηρος, και
+συχνά επεσκέπτετο το ιερόν Κοινόβιον, μίαν ώραν μακράν του χωρίου,
+ευχαριστούμενος εις τον ησυχαστικόν βίον. Αλλ' αιφνιδίως όταν επάτησεν εις το
+πεντηκοστόν έτος, μετέβαλε γνώμην και ενυμφεύθη. Του το είχεν είπει μία
+τουρκογύφτισσα που πωλούσε κόσκινα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσύ καλό άνθρωπο είσαι, εσύ παράδες έχει, εσύ χτήματα, χρήματα
+έχει, μα εσύ κάτι θα πάθη άμα πατήση τα πενήντα!</p>
+
+<p>Η σύζυγός του ήτο ωραία, νέα, μ' ευγενείς τρόπους· η Γερακίτσα τα είχεν όλα
+αυτά· πλην εφάνη μετά τον γάμον ότι ήτο και φιλόδοξος. Ο κυρ Μανωλάκης ήθελεν
+ησυχίαν και ανάπαυσιν, αλλ' η κυρά- Μανωλάκαινα τουναντίον ήθελεν ανησυχίαν
+και κίνησιν. Αυτή σαν ήθελε να κάθεται κλεισμένη, έλεγε, δεν πανδρευότανε. Αυτή
+είχε τόσα προτερήματα, τόσα καμώματα ευγενικά· περιπλέον είχε τόσα στολίδια.
+Ήθελε λοιπόν να τα επιδείξη, προτερήματα και στολίδια. Γι' αυτό πανδρεύονται οι
+άνθρωποι!</p>
+
+<p>Ο κυρ Μανωλάκης ήτο ευκατάστατος, ήτο και από σόι, αλλ' ένεκα της
+βραδύτητος του γάμου του, και ιδίως ένεκα της φιλαργυρίας του, μόνος του είχεν
+αποσυρθή από την δράσιν των οικογενειών, ευτελώς ενδυόμενος και ευτελώς
+διαιτώμενος — αφού είχε σκοπόν να γείνη καλόγηρος — και εις το χωρίον δεν τον
+ανεγνώριζον πλέον ως έχοντα δικαιώματα επί της δημογεροντίας, αφού μάλιστα
+όλας τας καλάς ημέρας απουσίαζεν εις το Κοινόβιον.</p>
+
+<p>Ως προς τούτο ευρέθη ηπατημένη η κυρά Μανωλάκαινα. Ενόμιζεν ότι διά του
+γάμου της θα εισήρχετο πλέον με ούριον πνεύμα εις τα σόια, αλλά έβλεπεν ότι, αν
+ο σύζυγός της δεν επείθετο ν' αναμιχθή εις την πολιτικήν μέ τινας μικροδαπάνας,
+αδύνατον ν' αναγνωρισθή η Γερακίτσα ως αριστοκράτισσα.</p>
+
+<p>Αλλ' ο κυρ Μανωλάκης δεν τα ήκουεν αυτά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα πιθάρια μας γεμάτα, έλεγεν, αι αποθήκαι μας γεμάται, τα βαρέλια
+μας γεμάτα. Τι άλλο θέλεις;</p>
+
+<p>&nbsp;— Να γένης δήμαρχος!</p>
+
+<p>Ετόλμησε να είπη η κυρά-Μανωλάκαινα. Ο κυρ-Μανωλάκης εφόρεσε την
+καπίτσα μουρμουρίζων.</p>
+
+<p>Φαίνεται ότι ανεμνήσθη την μάγισσαν, η οποία του είπεν ότι εις το
+πεντηκοστόν έτος της ηλικίας του κάτι θα πάθη.</p>
+
+<p>Έρις λοιπόν και ταραχή.</p>
+
+<p>Συνέπεσε τα έτη εκείνα να γείνωσιν επανειλημμέναι εκλογαί. Εσάστισεν ο
+κόσμος.</p>
+
+<p>Κατ' αρχάς βουλευτικαί της μικράς περιφερείας, είτα μετ' ολίγον βουλευτικαί
+της μεγάλης περιφερείας. Το αυτό έτος έγειναν και δημοτικαί και ήσαν 39
+υποψήφιοι δήμαρχοι, πάρεδροι και δημοτικοί σύμβουλοι, είτα έγειναν εκλογαί των
+νομαρχιακών συμβούλων. Και μετά οκτώ μήνας, καταργηθέντων των νομαρχιακών
+συμβουλίων, διετάχθησαν επαρχιακών συμβούλων εκλογαί. Συνέπεσε να αποθάνη
+και είς βουλευτής, και πάραυτα ιδού και μία βουλευτική εκλογή το αυτό έτος.</p>
+
+<p>Εγέμισε το χωρίον κάλπαις. Τα ατμόπλοια τας ξεφόρτωναν κασσέλαις-
+κασσέλαις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν βάζεις και συ, Μανωλάκη, μια κάλπη;</p>
+
+<p>Επανελάμβανε μέρα-νύκτα η κυρά Μανωλάκαινα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σα σ' ακούω, καϋμένη! Τι ζήλεψες από τους τενεκέδες;</p>
+
+<p>&nbsp;— Όλος ο κόσμος ζηλεύει!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα θέλουμε παράδες, γυναίκα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχουμε τα βαρέλια γεμάτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν φθάνουν!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λες, Μανωλάκη; Με πενήντα βαρέλαις θα μεθύσουμε όλο το
+χωριό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και ύστερα;</p>
+
+<p>&nbsp;— θα βγης <i>πάλιδρους, σύβουλος</i>, ό,τ' θέλεις!</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχεις απ' αυτά;</p>
+
+<p>Ηρώτησε πάλιν ο κυρ Μανωλάκης, προστρίψας γοργώς τον αντίχειρα επί του
+λιχανού του. Και φορέσας πάλιν την καπίτσα του, εξήλθε μουρμουρίζων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά μου είπεν η Τουρκογύφτισσα!</p>
+
+<p>Έκτοτε πολλάκις ο κυρ-Μανωλάκης υπό τας σκιεράς ελαίας του θερμά έχυσε
+δάκρυα μετανοήσας διότι δεν έγεινε καλόγηρος. Αλλά πού εγνώριζεν ο πτωχός ότι,
+φοβηθείς τους πολλούς πειρασμούς της ερήμου, ήθελε πέσει εις τας χείρας ενός
+άλλου φοβερωτέρου και συνθετωτέρου δαίμονος!</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν φταις εσύ, έλεγε και η κυρά-Μανωλάκαινα μετ' αγανακτήσεως,
+φταίω εγώ που πήρα γέρο!</p>
+
+<p>Ούτως η φοβερά φιλοδοξία κατέφαγεν όλα τα άλλα θελκτικά προτερήματα της
+έξυπνης Γερακίτσας, ως ένας καυστικός λίβας οπού κατακαίει τα άνθη.</p>
+
+<p>Και εμαράνθη εκείνη η ανθηρότης του προσώπου της.</p>
+
+<p>Και όταν ήκουε τας ζητωκραυγάς μετά τας εκλογάς, και όταν έβλεπε τους
+παρέδρους και τους συμβούλους, εστεφανωμένους ελαίας και σύροντας τον χορόν
+εις την πλατείαν, εκλείετο εις τον οίκον της η κυρά Μανωλάκαινα, κλαίουσα από
+την αγανάκτησίν της.</p>
+
+<p>Λέγουν μάλιστα ότι νύκτα τινά τον έκλεισεν έξω τον κυρ-Μανωλάκην, όστις
+επανελθών από τον ελαιώνα παράωρα, εφώναζε κρούων την θύραν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κυρά Μανωλάκαινα!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Αλλ' ο άνθρωπος δεν θα είνε πάντοτε δυστυχής εις τον κόσμον τούτον.
+Επιφυλάσσονται αυτώ και αγαθαί ημέραι.</p>
+
+<p>Ο νέος δήμαρχος εσχάτως, άγνωστον πόθεν εμπνευσθείς, πλην βεβαίως θέλων
+να περιποιηθή τον κυρ-Μανωλάκην, διότι προηλείφετο διά τας βουλευτικάς
+εκλογάς και είχεν ανάγκην ψήφων, διώρισεν αυτόν επίτροπον του ενοριακού
+ναού.</p>
+
+<p>Ο δήμαρχος με την απροσδόκητον αυτήν ιδέαν του θαρρείς και τον εξεσκέπασε
+τον κυρ-Μανωλάκην, όστις έστιλβεν από κεφαλής μέχρι ποδών εξ
+ευχαριστήσεως.</p>
+
+<p>Από κάτω από το τραχύ εκείνο καποτάκι ήτο και αυτός γεμάτος φιλαρχίαν και
+φιλοδοξίαν. Ήθελε μόνον ανεξόδως ν' αποκτήση την αρχήν. Το δε επιτροπιλήκι εξ
+όλων των αρχών είνε η μόνη αρχή, την οποίαν διά να αποκτήση τις όχι μόνον δεν
+δίδει λεπτά, αλλά και πέρνει, αφού την αποκτήση.</p>
+
+<p>Εγελούσεν από κάτω από τον ψαρά μουστάκια του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι τάθελες αυτά, κυρ-δήμαρχε!</p>
+
+<p>Εψιθύριζε κατ' αρχάς, αποφεύγων τάχα. Και όμως επεθύμει ο αγαθός τιμήν, και
+μάλιστα ανέξοδον τιμήν. Ίσως εφρόνει ότι θα έπαυε πλέον η απρεπής έρις μεταξύ
+αυτού και της συζύγου του, ην ηγάπα υπερβαλλόντως. Ως και εγένετο,</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, τώρα έκαμες καλά! τω έλεγεν η κυρά-Μανωλάκαινα. Έτσι άρχισε
+και ο καπετάν-Μιχαλιός, και σήμερα είνε δήμαρχος.</p>
+
+<p>Την άλλην ημέραν εγκαθιδρύθη εν τω Παγκαρίω του ναού ως εν θρόνω, με την
+φέσαν του την υψηλήν ως επάνω, και με την βράκα του την βολτιασμένην και
+γυαλιστερήν ως από μουσελίνην.</p>
+
+<p>Έβαλεν αμέσως τάξιν εις τον ναόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μου λες πως ήσουν καμωμένος για Πίτροπος!</p>
+
+<p>Τω έλεγεν ο κ. δήμαρχος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ πηγαίνω σύμφωνα με την εκκλησίαν, απήντα ο κυρ-Μανωλάκης
+χαρούμενος. Δεν πρέπει να ζητή κανείς την αρχήν. Η αρχή πρέπει να ζητή τον
+άνθρωπόν της. Ως υπάρχουν σιμωνιακοί εν τη εκκλησία, ούτως υπάρχουν
+σιμωνιακοί και εν τη πολιτεία. Και εκείνοι και ούτοι είνε αφωρισμένοι. Και ο τόπος
+που έχει σιμωνιακούς άρχοντας είνε τόπος αφωρισμένος.</p>
+
+<p>Λοιπόν αμέσως εις τάξιν τα πάντα. Τους παίδας, οίτινες συνείθιζον να ίστανται
+προ του δεσποτικού καγχάζοντες και ατακτούντες, απώθησε κάτω-κάτω, και
+επέβαλεν αυτοίς σιωπήν και φόβον. Επεστάτει ο ίδιος εις την καθαριότητα του
+ναού, εις το χύσιμον των κηρίων, ίνα μη γίνηται κατάχρησις και επεβλήθη εις τον
+εφημέριον και τους ψάλτας κ' εν γένει ανέπτυξε προσόντα συνετής διοικήσεως και
+ένστικτα αρχοντικής εξουσίας, τα οποία τόσα έτη ήσαν θαμμένα υπό το σκότος της
+καπίτσας του. Τον εσυνείθισαν δε και οι άνθρωποι τόσον, ώστε όταν δεν έβλεπον
+την υψηλήν φέσαν επί του θρόνου της, του μαρμαρίνου παγκαρίου, ενόμιζον πως
+κάτι έλειπε.</p>
+
+<p>Προ πάντων δε ετακτοποίησε τας σχέσεις του μετά της συζύγου του, ήτις
+ραδινή και αναζήσασα τον εκαμάρωνεν από την καλλιτέραν θέσιν της
+γυναικωνίτιδος, όπου εγκατέστη πλέον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ορίστε, κυρά-Μανωλάκαινα! ορίστε κυρά-Μανωλάκαινα!</p>
+
+<p>Της έκαμνον τόπον τα σόια.</p>
+
+<p>Κ' εθαύμαζε και η ιδία διανοουμένη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι είνε ο κόσμος!</p>
+
+<p>Και ο κυρ-Μανωλάκης με την φέσαν του την υψηλήν υπερηφάνως περιέφερε
+τον δίσκον ασημένιον, απαστράπτοντα, απαγγέλλων μετά στόμφου
+πανηγυρικού:</p>
+
+<p>&nbsp;— Το λάδι της εκκλησίας! Βοήθειά σας!</p>
+
+<p>Και αντήχει η φωνή του καθαρά και εύηχος ως απαραίτητος του ναού
+ψαλμωδία:</p>
+
+<p>&nbsp;— Το λάδι της εκκλησίας! Βοήθειά σας!</p>
+
+<p>Και όταν άδειαζε τον δίσκον εντός του συρτού του εν τω παγκαρίω, ο κρότος
+εκείνος των αναριθμήτων δεκαρών τον ηύφραινε μακαρίως, ως ει επληρούτο
+κερμάτων το πουγγίον του.</p>
+
+<p>Αι εισπράξεις ηύξησαν καταπληκτικώς. Έχουν δίκαιον όσοι λέγουν ότι ο
+φιλάργυρος ως τίποτε άλλο δεν χρησιμεύει παρά ως επίτροπος εκκλησίας. Εις την
+περιφοράν του δίσκου δεν του διέφευγε κανείς των εκκλησιαζομένων. Είς δύο-
+τρεις φιλαργύρους, οίτινες, όταν επλησίαζεν ο δίσκος, έκαμνον πως κοιμώνται,
+παρουσίαζε κατ' επανάληψιν τον αργυρούν δίσκον φωνάζων δυνατώτερα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Το λάδι της εκκλησίας!</p>
+
+<p>Έως ου τους ηνάγκαζεν εξ εντροπής να δώσουν τον οβολόν των.</p>
+
+<p>Μόνον ο γέρω-Μασώνος, απόστρατός τις ναύτης, μόνον εκείνος του εγλύτωνε
+πάντοτε.</p>
+
+<p>Πονηρός γέρων αυτός, μόλις εννόει ότι επλησίαζεν η περιφορά του δίσκου,
+προσεποιείτο ότι κατελαμβάνετο υπό βηχός και απήρχετο.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Δύο μόνον ελαττώματα του κυρ-Μανωλάκη ανεκάλυψαν οι εκκλησιαζόμενοι.
+Και δύο μόνον παρεδέχετο και ο κ. δήμαρχος, και τω έκαμνε συχνάς παρατηρήσεις
+προς διόρθωσιν. Αλλ' ο κυρ-Μανωλάκης ήτο αμετάπειστος. — Ξεύρω 'γώ! έλεγε
+πάντοτε.</p>
+
+<p>Πρώτον δεν ηνείχετο να βλέπη γυναίκας κάτω εις τον ναόν.</p>
+
+<p>Και εις τούτο — πλην του δημάρχου ποιούντος εξαιρέσεις — ήσαν σύμφωνοι οι
+εκκλησιαζόμενοι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά η θέσις σας! εκραύγαζεν ο κυρ-Μανωλάκης, νουθετών τας
+γυναίκας, και δεικνύων διά του δακτύλου την γυναικωνίτιδα.</p>
+
+<p>Στρεφόμενος δε προς τον κ. δήμαρχον προσέθετε·</p>
+
+<p>&nbsp;— Εκείνοι που τα νομοθετήσανε αυτά, ξεύρανε καλλίτερα από μας. Δεν
+είνε έτσι, κυρ-δήμαρχε;</p>
+
+<p>Το βέβαιον είνε ότι εις το χωρίον ουδέποτε εισήχθη η καινοτομία αύτη η
+απρεπής και ύποπτος, τας δε παρατηρήσεις του απέτεινεν ο επίτροπος εις γραίας
+τινάς, αι οποίαι θέλεις, διότι εβαρύνοντο ν' αναβώσιν εις την υψηλήν
+γυναικωνίτιδα, προσποιούμεναι και ότι κρυόνουν, θέλεις διότι εζήλευον — και
+αυτό ήτο φαίνεται — να ευρίσκωνται, γερόντισσαι αύται, εν μέσω των
+χρυσοστολίστων νεαρών γυναικών, ετρύπωνον διά της οπισθίας μικράς θύρας του
+νάρθηκος και κατελάμβαναν ικανά στασίδια υπό την σκοτεινήν κάτω κόγχην.
+Ετούτο δε ο κυρ-Μανωλάκης δεν επεθύμει να γίνεται, εκλαμβάνων αυτό ως κακήν
+αρχήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κοντά ς' της γρηαίς, κυρ-δήμαρχε, έλεγε, θα κολλήσουν και
+μεσόκοπαις και ύστερα νίπτω τας χείρας!</p>
+
+<p>Και εξηκολούθει τον άγριον πόλεμον κατά των γραιών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όξω, όξω!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι καν'ς ετσιδά, θα 'πω; άφσε να νησπασθώ τα 'κουνίσματα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όξω, όξω! επανελάμβανεν ο κυρ-Μανωλάκης διπλών τας λέξεις του.
+Έχ' απάν' κουνίσματα, έχει απάν' 'κουνίσματα! Να σας φέρω κι' άλλα, κι' άλλα, όσα
+θέλετε, όσα θέλετε!</p>
+
+<p>Και τας απεδίωκε.</p>
+
+<p>Κ' εκείναι υπείκουσαι εις την βίαν έφευγον σιγά-σιγά με τα ραβδάκια των,
+ρίπτουσαι βλοσσυρόν γεροντικόν βλέμμα επί του επιτρόπου.</p>
+
+<p>Το δεύτερον ελάττωμα του κυρ-Μανωλάκη ήτο ότι έσβυνε πολύ ταχέως τα
+κηρία, θέλων να ωφελήση την εκκλησίαν. Μόλις οι χριστιανοί τα ήναπτον, και μία
+χειρ στιβαρά ελλοχεύουσα όπισθεν του μανουαλίου, τα ήρπαζε πάραυτα μετά
+γοργότητος ληστού, δύο παρειαί ωγκούντο ως φούσκαι αγιοβασιλιάτικαι, έν μέγα
+στόμα, ως θηρίου στόμα εφύσα διά δυνάμεως τετραπλών πνευμόνων, και τα κηρία
+τρέμοντα, εσβεσμένα, αναλυμένα σχεδόν από τον φόβον των, ερρίπτοντο είς τι
+δοχείον βαθύ εκ λευκοσιδήρου κείμενον εκεί, όπερ έπρεπεν ούτως ή άλλως να
+πληρωθή πάσαν Κυριακήν, το παμφάγον!</p>
+
+<p>Εγένετο ούτως ο κυρ-Μανωλάκης ο τρόμος των κηρίων. Διηγούνται — ίσως είνε
+υπερβολικά — ότι εις την αγρυπνίαν του αγίου Νικολάου πολλά κηρία έσβυσαν
+μόνα των, από τον φόβον των, μόλις ήκουσαν τα ενεδρεύοντα πατήματα του
+φοβερού επιτρόπου!</p>
+
+<p>Τούτο όμως έσχεν ολεθρίας συνεπείας εις τους υπολογισμούς του κυρ-
+Μανωλάκη, διότι οι δεισιδαιμονέστεροι των χωρικών έπαυσαν να ανάπτουν κηρία.
+Αι δε γραίαι δυσηρεστημέναι εναντίον του εύρον αφορμήν μίαν ημέραν που έγεινε
+ταραχή διά τον τρόπον τούτον του επιτρόπου και εκραύγασαν από της
+γυναικωνίτιδος:</p>
+
+<p>&nbsp;— Φωτοσβέστη!</p>
+
+<p>Αλλ' ο κυρ-Μανωλάκης ατάραχος, μειδιών πάντοτε υπό τον φαιόν του
+μύστακα, εξηκολούθει τον κρυφόν κατά των κηρίων πόλεμον, εις τα νύχια πατών,
+ίνα μη τρίζουν τα υποδήματά του· περιήρχετο δε κατά την διάρκειαν της
+λειτουργίας τα διάφορα μανουάλια αρπάζων τα κηρία μετ' αφάτου αγαλλιάσεως
+ως αόρατος του σκότους δαίμων.</p>
+
+<p>Και δεν ηρκείτο εις τας κυριακάς μόνον και τας εορτάς. Μαθών ότι κάθε
+παρασκευήν βράδυ που μνημονεύουν τους κεκοιμημένους, αι πενθηφορούσαι
+γραίαι ήναπτον άφθονα κηρία — από ένα δι' εκάστην ψυχήν τεθνεώτος —
+ενεφαναίζετο ως φάντασμα κρυφά-κρυφά, και κατερήμαζε τα μανουάλια, κινών
+την βλάσφημον των γραιών γλώσσαν εναντίον του.</p>
+
+<p>Πρωίαν τινά όμως γέρων τις ναυτικός καλά του την κατάφερε!</p>
+
+<p>Κολλήσας το κηρίον του προ του εικονοστασίου προσεποιήθη ότι υπεχώρει,
+προσευχόμενος τάχα και βλέπων προς το μαρμάρινον δάπεδον. Και όταν η χειρ του
+επιτρόπου ενεφανίσθη φοβερά και αμείλικτος κατά του αναμμένου κηρίου, ο
+ναυτικός εγείρει την βαρείαν ράβδον του και καταφέρει δεινόν κτύπημα κατά της
+άρπαγος εκείνης χειρός, ώστε ο κυρ-Μανωλάκης ηναγκάσθη ν' απολογηθή.</p>
+
+<p>Και στας υπό τον μέγαν πολυέλαιον απήγγειλε λογύδριον υπέρ του σβυσίματος
+των κηρίων, διότι, είπεν, ο ναός έχει ανάγκας. Θέλει σουβάτισμα, θέλει
+ζουγράφισμα, θέλει τέμπλον, θέλει καμπαναριό. Πώς θα γείνουν όλα αυτά;</p>
+
+<p>Και έξυε μετά πόνου την δαρείσαν χείρα του.</p>
+
+<p>Οι εκκλησιαζόμενοι εσίγησαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Με το απόκερο! απήντησε τότε ο κυρ-Μανωλάκης, περατώσας το
+λογύδριόν του.</p>
+
+<p>Και όταν μετά θαυμασμού εθεώρουν οι χριστιανοί τον αχθοφόρον
+εισερχόμενον εις τον ναόν — και τον εισήγεν ο επίτροπος πάντοτε διαρκούσης της
+ακολουθίας — και φέροντα βαρύτατον σάκκον γεμάτον διαφόρου μεγέθους κηρία,
+νεόχυτα, ευωδιάζοντα, ο κυρ-Μανωλάκης έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα βλέπετε αυτά; είνε από τα απόκερα!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Αλλ' αν ο κυρ-Μανωλάκης είχε τόσους πειρασμούς να υπερνικήση, πολλάκις
+αγανακτών και κακολογών τους παρεμβαίνοντας εις την διοίκησίν του, χωρίς να
+ξεύρουν — ήτο οπαδός του συγκεντρωτικού συστήματος — η κυρά Μανωλάκαινα
+έδρεπεν όλας τας δάφνας της εξουσίας του συζύγου της. Ιδίως τας ηδονάς και
+τρυφερότητας αυτής ησθάνθη την μεγάλην εβδομάδα. Ουδέποτε άλλοτε αφ' ότου
+ενυμφεύθη, απέλαυσε την άφατον ευχαρίστησιν, την οποίαν κατά το έτος εκείνο,
+το πρώτον της επιτροπείας του συζύγου της.</p>
+
+<p>Των Βαΐων της έδωσεν ο εφημέριος μια βάια, πρασίνη-πρασίνη και γεμάτη
+ψωμί, το αρτόχρουν άνθος της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ούτε νύφη δεν επήρα τέτοια βάια!</p>
+
+<p>Έλεγε προς τον σύζυγόν της την μεσημβρίαν, ότε έτρωγον τον ξαρμυρισμένον
+ροφόν!</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλή χρονιά νάχης, Μανωλάκη! επανελάμβανε. Πέρυσι μούδωσαν
+σαφί-κουμαριά!</p>
+
+<p>Έπειτα ήκουσεν ωραία όλους τους νυμφίους και εμέτρησε τα 12 Ευαγγέλια,
+λαβούσα μεθ' εαυτής 12 κουκιά και τρώγουσα ανά έν μετά την ανάγνωσιν εκάστου
+ευαγγελίου. Και απέλαυσε την θεαματικήν και μεγαλοπρεπή του Επιταφίου
+ακολουθίαν, πρώτην φοράν εις την ζωήν της ακούσασα το μελωδικόν «Η ζωή εν
+τάφω».</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ώμορφα!</p>
+
+<p>Εθαύμαζεν αποτεινομένη προς τας εγγύς της ισταμένας γυναίκας, αίτινες
+ηρώτων αυτήν περί διαφόρων λεπτομερειών της ιεράς ακολουθίας, νομίζουσαι ότι
+ως σύζυγος επιτρόπου θα ηδύνατο να εξηγήση προς αυτάς τα τελούμενα. Ιδίως
+ευφράνθη η κυρά- Μανωλάκαινα, όταν είδε τον γέροντα εφημέριον του ναού,
+φέροντα χρυσόμαυρον πένθιμον φαιλόνιον, μυστηριωδώς απαστράπτον εν τω
+φωτί των λαμπάδων, όστις κρατών εις χείρας αργυρούν δίσκον πεπληρωμένον
+τρυφερών φύλλων ρόδων και ίων και βιολετών και δενδρολιβάνου, προσήλθε
+παρά το ιερόν κουβούκλιον, εν μέσω των χορών κείμενον υπό τον μέγαν
+πολυέλαιον με τα ωραία του φαναράκια αναμμένα εις τας τέσσαρας γωνίας και με
+της λαμπαδίτσαις του κύκλω περί το ξεστόν γείσωμα, και ψάλλων το <i>Έρραναν
+τον τάφον</i>, έρραινε διά των ανθέων τον χρυσοκέντητον εν τω κουβουκλίω
+<i>Επιτάφιον θρήνον</i>, και είτα τους παρισταμένους χριστιανούς εν αμυθήτω
+του πολιού προσώπου του λάμψει, το οποίον εκάστοτε την νύκτα του Επιταφίου
+ελάμβανεν αίγλην μυστικήν, ως να κατηυγάζετο υπό ουρανίων ακτίνων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ώμορφα! επανελάμβανε συνεχώς η κυρά-Μανωλάκαινα. Έτσ' του
+ψέλνουν πρώτα του <i>Μιτάφιου</i> κ' ύστερα του ραίνουν! Τι ώμορφα!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Αλλ' αν ηυφράνθη αληθώς ανέκφραστον ευφροσύνην η κυρά-Μανωλάκαινα,
+εντρυφήσασα εις την κατανυκτικήν λάμψιν του Επιταφίου, όμως την νύκτα του
+Πάσχα ανέμενε με διπλούς πόθους. Θα έβλεπε διά πρώτην φοράν καλώς την
+φαεινήν της Αναστάσεως παράταξιν. Από των δρυφάκτων της γυναικωνίτιδος,
+όπου θα ίστατο εν τη καλλιτέρα θέσει η σύζυγος του επιτρόπου, θα εθαύμαζεν
+ανέτως το θέαμα της λαμπαδηφορίας, απερίγραπτον φωτοχυσίαν,
+μυστηριωδεστέραν καθισταμένην υπό τον πυκνόν καπνόν του κηρού, όστις από
+των κάτω θα υψούτο προς την γυναικωνίτιδα ως φωτολαμπής νεφέλη. Αλλά — δεν
+ήτο γυνή; — ηγάλλετο ότι θα επεδείκνυε μετά τόσα έτη τα νυμφικά της
+χρυσοκέντητα φορέματα, τα οποία άλλοτε, ως είδομεν, απέφευγε να φέρη,
+φοβουμένη το τσαλαπάτημα και τ' αποστάζοντα κηρία. Διά τούτο, ως είδομεν, ενώ
+όλον το χωρίον εκοιμάτο, αυτή με παλλομένην καρδίαν, γεμάτην εξ υπερηφανείας
+και ματαίας επιδείξεως, κατεγίνετο εις την προετοιμασίαν της χρυσής της
+ενδυμασίας.</p>
+
+<p>Αίφνης ακούει τους κώδωνας του ναού ηχούντας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! κι' ακόμα δεν χαζιρεύθηκα! Ανεφώνησε κ' επετάχυνε την
+αμφίεσίν της.</p>
+
+<p>Ο κυρ-Μανωλάκης θαρρείς και ήτο συνδεδεμένος μετά του σχοινίου του
+κώδωνος. Αφυπνίσθη πάραυτα· και χασμηθείς βροντερώς εκρότησε κατά την
+συνήθειάν του τας χείρας του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξυπνάνε τα αίματα! έλεγε.</p>
+
+<p>Και προετοιμασθείς και καλλωπισθείς πανηγυρικώς και λαβών την λαμπάδα
+του απήλθεν εις τον ναόν εγκαιρότερον, ίνα επιστατή εν τω παγκαρίω.</p>
+
+<p>Ήτο η ώρα 11. Η Ανάστασις θα ετελείτο ακριβώς την δωδεκάτην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη βιάζεσαι, είπεν εις την σύζυγόν του απερχόμενος. Θα έλθω να σε
+πάρω, όταν πλησιάση η ώρα ν' αναστήσουν.</p>
+
+<p>Η κυρά-Μανωλάκαινα όμως, ανυπόμονος ως όλαι αι γυναίκες όταν πρόκειται
+να επιδειχθώσιν, έσπευδεν έτι μάλλον, θαρρείς και της είπεν ο κυρ-Μανωλάκης να
+βιάζεται.</p>
+
+<p>Και ο κώδων ο εύλαλος γλυκύτατα αντήχει εν τη νυκτί, καταθέλγων με τους
+συμπαθεις ήχους του όλον το χωρίον.</p>
+
+<p>Και όσον ήκουε το ηδύ κελάδημά του η κυρά-Μανωλάκαινα, τόσον έσπευδε να
+συμπληρώση τον ιματισμόν της, φοβουμένη μη δεν προφθάση, μη κλείση ο
+νυμφών, και αυτή δεν εκοιμήθη ως αι πέντε μωραί παρθένοι· απεναντίας ηγρύπνει
+με πλέον ανοικτά τα μάτια από τας φρονίμους.</p>
+
+<p>Ηγρύπνει περισσότερον και από εμέ, και εβιάζετο περισσότερον και από εμέ,
+όταν παιδίον με απερίγραπτον ανυπομονησίαν ανέμενον την νύκτα του Πάσχα.
+Τότε μόνον ήθελον να νυκτώνη ταχέως. Τας άλλας ημέρας ήθελον να μη νυκτώνη ει
+δυνατόν, να μη τελειώσουν τα ατελείωτα παιγνίδιά μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ, πότε θα νυκτώση, μάννα; Επανελάμβανον την εσπέραν του
+Μεγάλου Σαββάτου, αποκρεμών ενωρίς-ενωρίς από του τοίχου την λευκήν
+λαμπαδίτσα μου, την οποίαν μου είχεν αγοράσει ο καϋμένος ο πατέρας μου από
+την Μεγάλην Πέμπτην — από δύο για κάθε παιδί, μίαν κιτρίνην διά τον Επιτάφιον
+και μίαν άσπρην — άσπρην διά την Ανάστασιν. — Την κιτρίνην την έκαυσα εις τον
+Επιτάφιον, η άσπρη εκρέματο εις τον τοίχον μαζί με τας άλλας, και την έβλεπα εις
+τον ύπνον μου τόσον ζωηρά, πότε πως μου την επήρεν η μεγάλη αδελφή μου —
+ζηλεύσασα τάχα, διότι τα κορίτσια τα μεγάλα δεν πηγαίνουν εις την Ανάστασιν την
+νύκτα, αν δεν αρραβωνισθώσι — πότε πως άναψε μονάχη της, και εσηκονόμουν
+από το στρωματάκι μου να την σβύσω τάχα· και τότε την έβλεπα εκεί εις τον τοίχον
+άσπρην-άσπρην την λαμπαδίτσα μου, με ηρεμίαν και αταραξίαν αναμένουσαν να
+έλθη της Αναστάσεως η ώρα.</p>
+
+<p>Ενύκτωσε πλέον κι εγώ δεν ησύχαζον. Κατ' επανάληψιν μετέβαινον εις την
+πλατείαν του ναού ανυπομονών. Πλην βλέπων την θύραν κλειστήν και διά του
+θαμβού υελοπίνακος των θυρίδων φως κινούμενον και περιπατούν εις το
+σκοτεινόν του ναού βάθος — ήτο η εκκλησιάρχισσα ετοιμάζουσα τας κανδήλας —
+επέστρεφον εις την οικίαν μας φοβισμένος. Και όταν πλέον απαυδήσας εστήριζον
+τα νώτα μου εις τον τοίχον παρά την εστίαν, και ο ύπνος απατηλός ήρχιζε να
+βαρύνη τα βλέφαρά μου ημίκλειστα, τότε ήκουα τον γλυκύν του κώδωνος ήχον —
+μέσ' 'ς τα μεσάνυκτα — επετιόμουν επάνω πτερωτός, ελαφρός ως πτηνόν.
+Εφόρουν τα καινούργια υποδήματά μου, υπερήφανος διά το τρίξιμόν των,
+εξεκρεμούσα την λαμπαδίτσα μου, και έτρεχον πρώτος- πρώτος εις την Ανάστασιν,
+ενώ ο κώδων εσήμαινεν ακόμη.</p>
+
+<p>Αχ! πόσον γλυκύς μου εφαίνετο ο ήχος του τότε μέσ' 'ς τα μεσάνυκτα! Σαν να
+μη ήτο ο συνήθης κώδων, ο σημαίνων τους πτωχούς εσπερινούς και τα
+σαρακοστινά απόδειπνα, αλλ' έτερος, εκ μυστηριώδους μετάλλου, εύηχος και
+καλλικέλαδος, χαρμοσύνως πρώτος αυτός κηρύττων την Ανάστασιν εις την
+κοιμωμένην εν τη φθορά φύσιν. Και η νύκτιος αύρα, παραλαμβάνουσα το γλυκύ
+κελάδημά του, εσκόρπιζεν εις θάλασσαν και ξηράν ως τρυφερόν εγερτήριον
+αγγελικών οργάνων . . . . .</p>
+
+<p>*** — Να μη αργήσης, είπεν η κυρά-Μανωλάκαινα εις τον σύζυγόν της.</p>
+
+<p>Όστις ευρέθη μετ' ολίγον εις το στιλπνόν παγκάριον ως πολυόμματος Άργος,
+πανταχού βλέπων, και τα πάντα τακτοποιών.</p>
+
+<p>Εν πρώτοις συλλαβών από του ωτίου παιδία τινά ξεσκούφωτα, άτινα
+βαστάζοντα παμμεγίστους ήλους — τζαβέταις — υποκλαπέντας από του
+ναυπηγείου, είχον παραταχθή κατά γραμμήν ως στρατιώται προ των μαρμαρίνων
+βαθμίδων της Αγίας Πύλης και ήσαν έτοιμα, όταν ακούσωσι το <i>Χριστός-
+Ανέστη</i>, να κροτήσωσι τα καψύλια των, θέτοντα αυτά επί της λειανθείσης και
+στρογγυλευθείσης αιχμής του ήλου, ον θ' άφινον να καταπέση καθέτως επί των
+πλακών. Οι τρακωτοί ήχοι των εκπυρσοκροτούντων ούτω καψυλίων, ήσαν τόσον
+θορυβώδεις και τόσον πυκνοί και συνεχείς, ώστε κατ' έτος εγίνετο άκοσμος
+χασμωδία εντός του ναού. Τώρα όμως να της ξεχάσουν αυταίς της μπιρμπαντιαίς!
+έλεγεν ο κυρ Μανωλάκης. Και συλλαμβάνων αυτά από του ωτίου ένα-ένα τα
+απώθησεν έξω του ναού. Τα οποία παραταχθέντα τότε εν τη πλατεία ενέπαιζον τον
+επίτροπον εν χορώ:</p>
+
+<p>&nbsp;— Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη!</p>
+
+<p>Ακολούθως ιδών ότι δύο γραίαι είχον εισχωρήσει δολίως εις τον ναόν
+αρπάσασαι δύο στασίδια κάτω-κάτω εις την σκοτίαν, έλαβεν αυτάς από τας χείρας,
+με καλόν τρόπον, και εξήγαγεν εκ του νάρθηκος, οδηγών εις την
+γυναικωνίτιδα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Απάνω γλήγορα μη σας τσαλαπατήσουν!</p>
+
+<p>Και συγχρόνως επρόφθανε και εις τα μανουάλια, τα οποία έφρισσον υπό τας
+ληστρικάς χείρας του, κ' εψιθύριζεν, ίνα δικαιολογήται:</p>
+
+<p>&nbsp;— Οικονομία, παιδιά! Οικονομία! Σήμερα θα βγάλη και η εκκλησία το
+κερί που καίει όλο τον χρόνο <i>τζάμπα</i>!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ήδη ο ναός επληρώθη ολίγον κατ' ολίγον. Οι χωρικοί καθαρώς και ευπρεπώς
+ενδεδυμένοι κατέλαβον οι γέροντες τα στασίδια, οι νεώτεροι τα προ των χορών
+κενά, νηφάλιοι και σιωπηλοί, κρατούντες πλαγιασμένας επί του στήθους των τας
+λαμπάδας μη αναφθείσας ακόμη. Όπισθεν δε των δρυφάκτων υπό το ημίφως των
+κανδήλων της γυναικωνίτιδος διέκρινε τις σκιεράς μορφάς, τας συναθροιζομένας
+γυναίκας. Οι χοροί έψαλλον σιγά-σιγά με ταπεινήν φωνήν και ταπεινότερον ύφος
+το <i>Κύματι θαλάσσης</i>, ίνα αργότερον, όταν θα εμελώδουν βροντοφώνως το
+<i>Χριστός Ανέστη</i>, γίνη καταφανής η αντίθεσις του πένθους και της
+χαράς.</p>
+
+<p>Αλλ' ενώ ο κυρ-Μανωλάκης διενοείτο ότι ήτο καιρός πλέον να μεταβή και
+παραλάβη την αναμένουσαν σύζυγόν του, ήτις βεβαίως θ' ανυπομόνει λίαν,
+εισέρχεται ο δήμαρχος του χωρίου, μιξοπόλιος κ' ευτραφής ανήρ, οδηγών
+τέσσαρας νεαράς κυρίας — τας δύο νεαρωτέρας — την σύζυγον του υποτελώνου
+και την θυγατέρα της, και την σύζυγον του λιμενάρχου και την θυγατέρα της.
+Οπίσω ηκολούθουν ο υποτελώνης χονδροκαμωμένος και χωλός τον έτερον πόδα,
+εξηκοντούτης ανήρ, με λευκόν πώγωνα ως να επένθει. Εις τους οφθαλμούς έφερε
+στρογγυλά πράσινα ομματουάλια. Παραπίσω ήρχετο ο λιμενάρχης υψηλός —
+υψηλός, ως λεύκα, κλείων την συνοδείαν, μεσόκοπος, με πολιτικήν ενδυμασίαν —
+άγνωστον αν ήτο αξιωματικός — κρατών εις χείρας τον πλατύγυρον πίλον, ολίγον
+προτεταμένον ως δίσκον.</p>
+
+<p>Ο κυρ-Μανωλάκης παρέμεινε τότε εις την θέσιν του, ίνα περιποιηθή πρώτον
+τους ξένους και τας κυρίας των — το κατά δύναμιν — και μετά ταύτα θα μετέβαινε
+να παραλάβη την σύζυγόν του.</p>
+
+<p>Αι τέσσαρες κυρίαι έφερον μακράς εσθήτας ανοικτοχρόους και πίλους
+σκληρούς με πλατείς προ του μετώπου πετάσους, εστολισμένους με άνθη
+ποικιλόχροα και πτηνά με ανοικτά ράμφη οίτινες ωμοίαζον ως να ήσαν φωλεαί εξ
+αχύρου και χόρτου με τα πτηνά εντός. Διά το ψύχος δε της νυκτός δήθεν έφερον
+κρεμάμενον μακρόν ποδήρες, περιλαίμιον τάχα, εκ μελαψών πτερών στιλπνών
+συγκεκολλημένων εν ορμαθώ, όπερ κατά τα βάδισμά των εξηνεμίζετο προ των
+ποδών ως χονδρόπλεκτον σχοινίον καρμηλίτιδος μοναχής εκ των πολυωνύμων του
+δυτικού κλήρου ταγμάτων, τα δε περί τον λαιμόν εκεί πτερά αεριζόμενα τότε και
+ανακινούμενα ως τα πτίλα των ορνίθων έκαμνον και τας τέσσαρας να φαίνωνται
+ως εσφαγμένοι πετεινοί.</p>
+
+<p>Συν τη εισόδω των εν τω άμα εισώρμησεν εν τω ναώ παχυμύρου πνεύμα
+βαρύοσμον και οχληρόν. Κατ' ευθείαν επροχώρησαν εις το Παγκάριον, όπου ο κυρ-
+Μανωλάκης πάντοτε μειδιών υπό τους στακτερούς του μύστακας, ανέμενεν αυτάς
+προβάλλων εμπρός-εμπρός τους δίσκους, και αποχωρίζων την στιγμήν εκείνην
+αργυρά τινα νομίσματα, όπως μη καλύπτωνται υπό των χαλκίνων κερμάτων, ιδίως
+όμως ίνα διά της σιωπηλής αυτής παραστάσεώς του ευγλωττότερον εκφράση εις
+τας ξένας κυρίας την επιθυμίαν του, να ρίψουν αργυρά κέρματα — τέτοια μέρα!
+Επίσης την στιγμήν εκείνην ανεσκάλευε και τα μεγάλα κηρία, τα δεκάλεπτα, μη
+τυχόν και δεν τα ίδωσιν.</p>
+
+<p>Οι άνθρωποι εστράφησαν όλοι προς το παγκάριον. Ο δεξιός ψάλτης
+καταπτοηθείς εκ της απροσδοκήτου εμφανίσεως των ξένων κυριών έχασε τον
+στίχον και τον ρυθμόν, ο δε αριστερός θελήσας να υψώση επιδεικτικώς την φωνήν
+του έκαμε μίαν αηδεστάτην παραφωνίαν, κινήσασαν το μειδίαμα της νεωτέρας
+των κυριών.</p>
+
+<p>Πρώτην φοράν οι άνθρωποι εμάνθανον ότι είχον οικογενείας ο υποτελώνης και
+ο λιμενάρχης, οίτινες από πρωίας μέχρις εσπέρας εχαρτόπαιζαν εν τω καφενείω
+ελλείψει εργασίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ίσως όμως και να ήλθαν απόψε με το βαπόρι, έλεγον.</p>
+
+<p>Αι κυρίαι, και αι τέσσαρες κατά σειράν, λαβούσαι ανά έν κηρίον ήλθον εις το
+εικονοστάσιον, άφησαν τα κηρία των χωρίς να τα ανάψωσιν — εφόρουν χονδρά
+και μακρά γάντια — έκυψαν με τους πλατείς προ του μετώπου των πετάσους ν'
+ασπασθώσι την <i>Αποκαθήλωσιν</i>, αλλά δεν ημπόρεσαν ένεκα του ξηρού πίλου
+των, και απεχώρησαν. Ουχ ήττον κατέλιπον επί της εικόνος και αι τέσσαρες πυκνά
+μόρια του βαρυόσμου μύρου των, δι' ου είχον περιλουσθή, φαίνεται, και επί ώραν
+μετά ταύτα οι άνθρωποι οι πλησιάζοντες ν' ασπασθώσιν έκαμνον αηδείς
+μορφασμούς. Γέρων μάλιστα ποιμήν θελήσας ν' ασπασθή, ο ειθισμένος αυτός εις
+του βουνού τας καλλιμύρους αύρας, κατελήφθη υπό ζωηρού πταρνίσματος,
+ενοχληθείσης υπό του βαρέος εκείνου μύρου της ρινός του ως εάν είχε λάβει
+ταμβάκον.</p>
+
+<p>Ενώ πρότερον έπνεεν εν τω ναώ μία γλυκεία αρωματική πνοή μαλακή και
+θωπεύουσα την όσφρησιν, πνοή ευάρεστος και ηδεία των εαρινών ανθέων, τα
+οποία άφθονα εκόσμουν τας αγίας εικόνας, προσφορά ευάρεστος και
+ευπρόσδεκτος των νεανίδων του χωρίου, αίτινες ή άγαμοι ή πενθούσαι ή ασθενείς,
+κλεισμέναι εν τω οίκω των, στέλλουσιν εις την Ανάστασιν του ευανθούς κήπου των
+τα περιπόθητα δώρα.</p>
+
+<p>Αι τέσσαρες κυρίαι μετά τούτο επανήλθον και εστάθησαν παρά το Παγκάριον
+πάλιν, όπου ίσταντο και οι σύζυγοί των. Ο δήμαρχος ελθών συνεννοείτο μετά του
+εφημερίου περί της τελετής.</p>
+
+<p>Ο κυρ-Μανωλάκης νομίζων ότι ήθελον να ρίψωσιν εις τον δίσκον τι, ήρχισε
+μελωδών ικετευτικώτατα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Το λάδι της εκκλησίας! Και εις έτη πολλά!</p>
+
+<p>Εκείναι όμως ιδούσαι τέσσαρα στασίδια κενά όπισθεν του παγκαρίου εισήλθον
+πάραυτα και τα κατέλαβον μειδιώσαι και αι τέσσαρες. Και ανοίξασαι πάραυτα
+τέσσαρα εκ κοινού χρωματιστού πανίου ριπίδια ήρχισαν ν' αερίζωνται, βλέπουσαι
+εδώ κ' εκεί ως εάν εισήλθον εις θέατρον.</p>
+
+<p>Ο κυρ-Μανωλάκης ιδών παρ' ελπίδα ότι αι ξέναι κυρίαι ετοποθετήθησαν
+οριστικώς εκεί, κατελήφθη υπό της συνήθους νευρικής ταραχής του. Και κατ' αρχάς
+μεν διά κωμικών νευμάτων μειδιώντων και συνοφρυουμένων συνάμα,
+υπεδείκνυεν εις αυτάς την γυναικωνίτιδα. Επειδή όμως αι κυρίαι απροσεκτούσαι
+εις τα νεύματά του εξηκολούθουν να ομιλώσι μεταξύ των, ο κυρ-Μανωλάκης
+ηναγκάσθη να παρατηρήση εις αυτάς καθαρά:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είνε εδώ η θέσις σας!</p>
+
+<p>Αι κυρίαι έκαμαν πώς δεν ήκουσαν, και εξηκολούθουν ν' αερίζωνται με τα
+ριπίδιά των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κυρίαι, εδώ είνε η θέσις διά τους άνδρας. Να πάτε επάνω, παρακαλώ,
+να μη γίνη σκάνδαλον.</p>
+
+<p>Και εδείκνυε την γυναικωνίτιδα.</p>
+
+<p>Ταυτοχρόνως η διδασκάλισσα του χωρίου, νεάνις αγαθή πλην υπερήφανος, ως
+πάσα διδασκάλισσα χωρίου, εκ του Αρσακείου εξελθούσα, από της γυναικωνίτιδος
+όπου ήτο, ιδούσα τας ξένας κυρίας και ότι ετοποθετήθησαν κάτω, έσπευσε και
+αυτή, καταλιπούσα επάνω την μητέρα της. Και ελθούσα έστη πλησίον των ξένων
+κυριών κομψώς χαιρετίσασα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά τα! Νά τα! Είπε τότε μετ' αγανακτήσεως ο επίτροπος και
+προσέθηκε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα δεν μένει άλλο, παρά να καταιβούνε αι γυναίκες κάτω και ν'
+αναιβούνε οι άνδρες απάνω.</p>
+
+<p>Η μεγαλειτέρα των κυριών ιδούσα ότι ο κόσμος ήρχισε να προσέχη εις το
+θορυβώδες επεισόδιον το προκληθέν υπό του επιτρόπου, και θέλουσα να δείξη
+ίσως εις τον κόσμον ότι απλώς ωμίλουν εκεί μετά του επιτρόπου, στραφείσα λέγει
+προς αυτόν χαριέντως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωραία είνε η εκκλησία σας, κύριε Επίτροπε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πολύ ωραία είνε, κυρία μου, και έχει και γυναικείο διά τας
+γυναίκας!</p>
+
+<p>Η κυρία έκαμε μομφασμόν δυσαρεσκείας, μετά περιφρονήσεως βλέπουσα τον
+επίτροπον.</p>
+
+<p>Ήδη προσήλθεν εκεί και ο κ. Δήμαρχος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύριε Δήμαρχε, τι ζητεί αυτός ο κύριος εδώ;</p>
+
+<p>Είπε μία των κυριών διά του ριπιδίου της δεικνύουσα τον κυρ-
+Μανωλάκην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ζητώ, κύριε δήμαρχε, να εφαρμόσω . . . τα έθιμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άφησε, κυρ-Μανωλάκη! είπεν ο δήμαρχος μετά της συνήθους
+γλυκύτητος της γλώσσης του ως εάν ήλειφεν αυτήν διά μέλιτος. Δεν πειράζει, είνε
+ξένοι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι θα πη δεν πειράζει! Ίσα-ίσα οι ξένοι πρέπει να σέβονται τα έθιμα
+του τόπου καλλίτερον από τους εντοπίους.</p>
+
+<p>Και στραφείς είπε πάλιν προς τας κυρίας:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κυρίαι, δεν είνε εδώ η θέσις σας. Μη κάμνετε κακήν αρχήν!</p>
+
+<p>Ο δήμαρχος ιδών ότι ο επίτροπος ήτο αμετάπειστος, και φρονών ότι θα
+εξετίθετο η υπόληψίς του απέναντι των ξένων, ωμίλησε μετά τινος αυστηρότητος
+προς τον επίτροπον, όστις όμως εξηκολούθει να επιμένη.</p>
+
+<p>Τότε ο δήμαρχος αλλάξας γλώσσαν — είχε δύο· μίαν αλειμμένην μέλι, και
+άλλην αλειμμένην φαρμάκι — λέγει προς τον επίτροπον μετά πικρίας:</p>
+
+<p>&nbsp;— Για να σου πω: Πήγαινε, κύτταξε τα κεριά σου!</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τα κεριά, και της γυναίκες, και όλην την εκκλησίαν. Έχω χρέος να
+υπερασπίσω τα έθιμα.</p>
+
+<p>Απήντησε πικρότερον ο επίτροπος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φύγε απ' εδώ, αυθάδη!</p>
+
+<p>Είπε τότε ο δήμαρχος και ταυτοχρόνως προσέθηκεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Από σήμερον δεν είσαι πλέον επίτροπος, σε παύω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κουτός είμαι να σταθώ να με παύσης;</p>
+
+<p>Είπε τότε ο κυρ-Μανωλάκης πραότατος και γλυκύτατος, αφού πλέον έληγεν η
+εξουσία του. Κ' εκβαλών πάραυτα από της ζώνης του δύο μεγάλας κλείδας
+συνδεδεμένας διά γαϊτανίου διεπέρασεν αυτάς από του λαιμού του δημάρχου
+ειπών:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πριν με παύσης, παραιτούμαι!</p>
+
+<p>Και εξήλθε του ναού, εν ώ ήδη ο γηραιός εφημέριος μεγαλοπρεπώς στας προ
+των αγίων πυλών, ολόχρυσον ημφιεσμένος στολήν πολύτιμον, αρχαίαν,
+βυζαντινήν, και κρατών δύο λαμπάδας ανημμένας εις τας χείρας του, έψαλλεν
+ευμόλπως με φωνήν κροτούσαν ηχηρώς:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός!</p>
+
+<p>Και είδες πάραυτα ο κόσμος να συναθροισθή περί τα Βημόθυρα συνωθούμενος
+ν' ανάψη την λαμπάδα του, να λάβη το φως εκ του ανεσπέρου φωτός· κ' έβλεπες
+χείρας τεταμένας γύρω εκεί, και λευκάς λαμπάδας εις πολυσύνθετα και αδιέξοδα
+γεωμετρικά σχήματα, ακτινωτώς εγγιζούσας τας ανημμένας του ιερέως λαμπάδας,
+η πολιά μορφή του οποίου κατηγλαΐζετο φαεινώς ως μορφή αγγέλου κολυμβώντος
+εν τω φωτί.</p>
+
+<p>Οι ψάλται παρέλαβον είτα το μέλος του ιερέως, επαναλαμβάνοντες και αυτοί
+την μελωδίαν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός . . .</p>
+
+<p>Έως ου όλος ο ναός έλαμψεν από των φώτων της Αναστάσεως λάμψιν φαεινήν
+κ' επέραστον, αλησμόνητον λάμψιν, φωτί ανεσπέρω περιλουσμένος. Το φως το
+ανέσπερον ανήλθε και εις την γυναικωνίτιδα, και όπισθεν των ξυλίνων δρυφάκτων
+εθεώρεις πλέον μαρμαρυγάς χρυσαυγείς, χρυσοτρέμοντα πράγματα, παιγνίδια
+φλογός πάντερπνα, οφθαλμούς και αδάμαντας και φως χρυσού και λαμπάδων
+λευκών, και λευκότητα παρειών και χειρών και ρόδα χειλέων, ως να κατέβησαν
+εκεί όπισθεν των δρυφάκτων από των ουρανών άγγελοι ποικιλόπτεροι.</p>
+
+
+<p>Παιδία τινά εξαπατηθέντα και νομίσαντα ότι εψάλλετο το <i>Χριστός
+Ανέστη</i>, έκαυσαν εν κρότω τα καψύλιά των· γέρων δε τις λαίμαργος έθραυσε
+πάραυτα το κόκκινον αυγό, το οποίον έφερε πάντοτε την νύκτα της Αναστάσεως
+μαζί του εν τη εκκλησία, και το ερρόφα, ενώ ο κυρ-Μανωλάκης μετέβαινεν εις την
+οικίαν του παρητημένος πλέον και έχων εις τον νουν του ίσως την πρόρρησιν της
+μαγίσσης.</p>
+
+<p>Οι παίδες έξω εις την πλατείαν ιδόντες αυτόν εν τη σκοτία της νυκτός ήρχισαν
+εν χορώ: Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακόμα 'λίγο ναρθώ μονάχη μου!</p>
+
+<p>Είπεν η κυρά Μανωλάκαινα, όλη χρυσή και ωραία, αναμένουσα προ τόσης
+ώρας τον σύζυγόν της, ίνα την οδηγήση εις τον ναόν.</p>
+
+<p>Εφόρει πολύτιμον φουστάνι εξ ατλαζίου χρώματος ερυθρού — φωτιά μοναχή
+— εις το κάτω μέρος του οποίου ήτο προσηρμοσμένος πλατύς — τριών σπιθαμών
+— ποδόγυρος εκ χρυσής στόφας το χρυσοκέντητον βελούδινον μπαμπουκλί της ήτο
+εζωσμένον διά χρυσής πλατείας ζώνης, πορπουμένης διά χρυσών πορπών
+σχήματος παμμεγίστου αμυγδάλου με γλυφάς και παραστάσεις ανθέων και φυτών.
+Περί την κεφαλήν της αραχνοϋφής πέπλος, το περίφημον αλέμι, ελαφρώς ήγγιζε
+τας ροδινάς της παρειάς και προστάτευον στιλπνά μέρη της μαύρης κόμης εγγύς
+των ώτων, εύμορφα κτενιστούς βοστρυχίσκους, εδιπλούτο δι' απαλών πτυχών υπό
+την σιαγόνα, και εστηρίζετο επί της ωμοπλάτης οπίσω διά χρυσής καρφίδος, υπό
+την οποίαν ελαφρώς εθυσσανούντο τα κλωνία, φέροντα κεντητούς
+σταυραετούς.</p>
+
+<p>Επί της κορυφής υπό το αλέμιον έλαμπεν εν τω φωτί μεγάλη χρυσοκέντητος
+γλάστρα με ολόκληρον τριανταφυλλέαν με τα φύλλα της και με τα ρόδα της,
+κόσμημα του καλύμματος της κεφαλής, υπό το οποίον αόρατος περιδένεται των
+γυναικών η κόμη. Την στιγμήν κατά την οποίαν εισήλθεν ο κυρ-Μανωλάκης η
+σύζυγός του ετακτοποίει τας τριγωνικώς ανεστραμμένας χειρίδας της — τα
+προμάνικα — ίνα φαίνηται καλώς το υπένδυμά των, η χρυσή στόφα, και διώρθου
+τας χρυσάς εμβάδας της, στερεώνουσα τους πόδας της καλώς εν αυταίς.</p>
+
+<p>Αίφνης ιδούσα ότι ο σύζυγός της ήτο σύνοφρυς και κατηφής εξεπλάγη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι έπαθες καλέ!</p>
+
+<p>Ηρώτησεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άφησέ με! απήντησεν ο κυρ-Μανωλάκης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μήπως επιάσθηκες πάλιν για τα κεριά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Παρατήθηκα!</p>
+
+<p>Η απάντησις αύτη επάγωσε την κυρά-Μανωλάκαινα, ήτις απέμεινεν ως
+χρυσούν άγαλμα σιωπηλή και ακίνητος.</p>
+
+<p>Ο κυρ Μανωλάκης το εφύσα και δεν εκρύονε, κατά το δη λεγόμενον. Έφερε
+γύρω κατ' αρχάς εις την αίθουσαν του μη δυνάμενος ουδέ να αναπνεύση από την
+οργήν, σκοτεινός, αμίλητος, ωσάν πρωθυπουργός προ μικρού δώσας την
+παραίτησίν του, ουδέ απαντών εις τας ερωτήσεις της ωραίας Γερακίτσας· έως ου
+τέλος ζαλισθείς εσωριάσθη επί του καναπέ ψιθυρίζων: — Αφού έκαμες κακήν
+αρχήν να βγάλης από το καφάσι της γυναίκες, κυρ Δήμαρχε, θα έλθη η ημέρα οπού
+αυταί θα σε στριμώξουν, εσένα, θέλοντα μη θέλοντα, μέσα εις το καφάσι. Να με
+θυμηθήτε! . . .</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Από της ανοιχτής θύρας εισήρχετο η μεσονύκτιος κρύα δρόσος, πληρούσα τον
+σκοτεινόν και κατηφή του κυρ-Μανωλάκη οίκον χαρμοσύνου βοής, ήτις ηχηρά και
+κραταιά εν κρότοις πιστολισμών και κροταλισμοίς καψυλίων εκόμιζε πανταχού, εις
+πόλεις και δάση και κοιλάδας και πελάγη, εις γην και ουρανόν, το πανευφρόσυνον
+<i>Χριστός Ανέστη</i>, ψαλλόμενον πανηγυρικώς εν τη μικρά του ναού πλατεία.
+<i>Είχον αναστήσει</i> πλέον.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ<br />
+(1891)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Όταν εξημέρωσε, το χωρίον ευρέθη κουκουλωμένον από άσπρο-άσπρο χιόνι. Και
+δεν ήτο ολίγον το λευκόν του χειμώνος προϊόν. Είχεν, αν αγαπάτε, τριών σπιθαμών
+πάχος, αρκετόν ώστε να βυθίζωνται οι πόδες των διαβατών μέχρι του γόνατος, και
+να διακοπή η συγκοινωνία των γυναικών μετά των φούρνων και των κήπων, των
+μόνον οδοιπορικών γραμμών, αίτινες εις τα χωρία διατελούσιν υπό την
+αποκλειστικήν χρήσιν των γυναικών.</p>
+
+<p>Οδοί και στενωποί και καταλύματα, όλα έγειναν έν λευκότατον και
+καθαρώτατον στρώμα, μέσα από το οποίον ανέκυπταν οι οικίσκοι του χωρίου,
+λευκοί και αυτοί ως κύκνοι εντός παγωμένης λίμνης.</p>
+
+<p>Τα πτηνά εσάστισαν απωλέσαντα το προσφιλές των πράσινον χρώμα της χλόης
+και με ημικλείστους τας πτέρυγας εσύροντο, εσύροντο, και είτα εκοκκάλοναν,
+ημιβυθιζόμενα επί της αφράτης χιόνος, αν δεν επρολάμβανον να πετάξωσιν επί της
+στενής αμμώδους παραλίας, ήτις — μια λωρίδα μόνον — έμενεν ελευθέρα ως
+τεφρόχρουν πλαίσιον της λευκής εικόνος.</p>
+
+<p>Αι θύραι των χθαμαλών οικιών ήσαν ημίχωστοι εις την χιόνα, επί δε των στεγών
+εσωρεύθησαν βαρείς όγκοι στρογγυλούμενοι εύμορφα προς τα εμπρός και
+κλίνοντες προς τα γεισώματα, όμοιοι προς τα ρευστά σώματα, σαν άσπρα
+σύννεφα, τα οποία έμελλον, λέγεις, να καταρρεύσωσι, κι' επάγωσαν μετά την
+πρώτην κλίσιν των.</p>
+
+<p>Το λευκόν θέαμα ήτο ιδίως γραφικόν εν τη μικρά της πόλεως αγορά, όπου αι
+αναδενδράδες επί ξυλίνων δοκών σκιάζουσι το θέρος τας εισόδους των καφενείων
+μέχρι του κρηπιδώματος της ακτής. Ήδη τα άφυλλα κλήματα, τα προτείνοντα
+ατάκτως και περιπλέγδην τας γυμνάς κληματίδας των, εφορτώθησαν ως με
+χιονώδεις χονδράς δαντέλλας, ως με αφρωτούς βαμβακερούς κροσσούς άλλους ως
+φούνταις και άλλους ως λοφιάς, ώστε εσχηματίσθησαν έκπαγλοι
+αποκρυσταλλώσεις, οποίαι γίνονται εμβαπτιζομένων των φυτών εις τα λουτρά της
+Αιδηψού· τόσον δε ηραιωμένη ήτο και αραχνοϋφής εκεί επάνω η χιών, ώστε
+ηδύνατο να εκλάβη τις αυτήν ως άνθος και φύλλα των αναδενδράδων χειμερινά εξ
+αλαβάστρου, άτινα μάτην θα προσεπάθει να φαντασθή η τέχνη. Μερικά μάλιστα
+απεξηραμμένα τσαμπιά σταφυλών, χιονισθέντα ήδη και κρεμάμενα μαρμάρινα
+υπό μαρμαρίνην χιονόλευκον στοάν, παριστών ωραίας ρώγας χιονώδεις, αι οποίαι
+ίσως δεν θα εξηπάτων τα πτηνά, ως συνέβη τούτο επί εζωγραφισμένων σταφυλών
+του αρχαίου ζωγράφου, αλλά θα επεθύμει τις όμως να τας επιπίλιζε πρωί-πρωί
+μετά ιδιαιτέρας ηδυπαθείας παγωτού.</p>
+
+<p>Αλλά και μικρά τινα πλοιάρια, ηγκυροβολημένα εκεί εμπρός συνεπλήρουν την
+χιονώδη εικόνα των φανταστικών δημιουργημάτων της νυκτός εκείνης, ανυψούντα
+χιονισμένους ιστούς, με αλαβάστρινα προσδεδεμένους σχοινία, ενώ αι κωπασταί
+αυτών μετεμορφώθησαν εις έντεχνα ναυπηγικής στολίσματα, έργα μυστικά της
+απαλής του χειμώνος κόρης. Όσα δε πάλιν ήσαν προσδεδεμένα εγγύς της
+χιονισμένης αποβάθρας ενόμιζέ τις ότι εφόρτωνον χιόνι.</p>
+
+<p>Ο άνεμος είχε κοπάσει· πλην ο ουρανός ήτο φαιός ακόμη και κάτωχρος, ως
+όταν χιονίζη, όλος μίαν συνεχή νεφελώδη μάζαν αποτελών, εν η δεν διεκρίνετο
+χαραυγή τις, ουδέ η θέσις του ηλίου, όστις προ πολλού είχεν ανατείλει. Ενίοτε δε
+ενεφανίζοντο ακόμη καμαρωταί-καμαρωταί, αραιαί τίνες νιφάδες, απαλαί, αβραί
+και αστεροειδείς, πάλλευκα, λέγεις, αστεράκια εκ ζύμης, τα οποία αύρατος χειρ
+εσκόρπιζεν ως χαιρετισμούς ραίνουσα το χωρίον μου, την λευκήν νύμφην, από του
+αχανούς ύψους, του οποίου ο θόλος εφαίνετο ότι πάρα πολύ είχε προσεγγίσει
+προς τα κάτω.</p>
+
+<p>Αι νιφάδες αι μετ' ελαφρών στροβιλισμών χαριέντως κατερχόμεναι, και η
+παρατηρουμένη ανεπαίσθητος μελανή φρικίασις της θαλάσσης, η ρυτιδούσα
+πενθίμως τον λιμένα, ήσαν το μόνον κινούμενον και ζων σημείον επί της νεκράς
+ακινησίας του χιονισμένου χωρίου.</p>
+
+<p>Ουδεμία άλλη κίνησις εσημειώθη την πρωίαν εκείνην, πλην του κώδωνος της
+γειτονικής εκκλησίας όστις αργά και αυτός εκρούσθη, κούφια-κούφια, ως να ήτο η
+εκκλησία μακράν εις το βουνόν, και των κραυγών των ορνίθων, αίτινες
+λησμονήσασαι να παρατηρήσωσι καλά, εξήλθον πρωί-πρωί των ορνιθώνων προς
+βοσκήν, και αίφνης ευρεθείσαι επί του λευκού και απαλού εκείνου λειβαδίου
+εβυθίσθησαν με τας πτέρυγας ανοικτάς, αι δείλαιαι, και εκραύγαζον θλιβερώς,
+αισθανθείσαι τον παγετόν του θανάτου.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε σ' τάλεγα, Κρατήρα;</p>
+
+<p>Είπε προς την σύζυγόν του, εγερθείς την πρωίαν εκείνην ο μπάρμπα- Σταύρος,
+εννοήσας δ' εκ της νεκρικής σιγής των έξω ότι είχε χιονίσει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Για τ' μοίρα μ' πλειο! Τέτοια μέρα! — ήτο παραμονή των
+Χριστουγέννων — απήντησε πενθίμως η Κρατήρα, χασμωμένη και σουφρόνουσα
+περί τον κυρτούμενον προς τα εμπρός λαιμόν τους ημιγύμνους ώμους της·
+κομβώσασα δε και περιζώσασα καλώς χονδρήν λευκήν φανέλλαν — μόλις
+εγερθείσα — προσεπάθει ν' ανάψη το πυρ της εστίας.</p>
+
+<p>Ο μπάρμπα-Σταύρος ρίψας εις τους ώμους του — <i>αναπεταρίκι</i> — μίαν
+παλαιάν γούναν, και χουχουλίσας τας χείρας του, και θωπεύσας είτα προς τα κάτω
+ως διά κτενίου τους μύστακάς του τους στακτερούς, ένθεν και ένθεν, ήνοιξεν
+ανυπόμονος το παράθυρον προς την οδόν διά να ίδη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν έχ' π' θενά σήμερα! επανέλαβε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά τα! Νά τα! εψιθύριζε και η Κρατήρα σωρεύουσα πολλά
+<i>φλέσσουρα</i> εις την πυράν, ξηρά προσανάμματα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ένα μπόι, Κρατήρα! επανέλαβεν ο μπάρμπα-Σταύρος, χαρμοσύνως
+θεωρών το πάλλευκον χρώμα της χιόνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά τα! Νά τα! είπε πάλιν η Κρατήρα, γυνή υψηλού αναστήματος,
+μελάγχρους και χαρίεσσα, με ωραίους μαύρους μεγάλους οφθαλμούς και
+καστανήν κόμην. Αν και είχεν υπερβή τα τεσσαράκοντα έτη, όμως εφαίνετο ως εκ
+της ανθηράς υγείας της μόλις τριακοντούτις· διό πολύ εκαμάρωνεν ο μπάρμπα-
+Σταύρος, όταν του έλεγαν οι φίλοι του βλέποντες αυτόν πάντοτε φαιδρόν
+θωπεύοντα τον μύστακά του τον στακτερόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βέβαια, μπάρμπα-Σταύρο, το στρίβεις. Το ξέρω κι' εγώ! Είχεν ανάψει
+πλέον το πυρ η Κρατήρα· και ήδη κατεγίνετο να καθαρίση την ευρύχωρον εστίαν εν
+τη γωνία της οικίας, σαρώνουσα με μικράν εκ πτερών όρνιθος σκουπίτσαν την
+στάκτην και τα λοιπά λείψανα της αποβραδυνής φωτιάς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άιντε τώρα να ζυμώσης και να πας 'ς τον φούρνο, Κρατήρα!</p>
+
+<p>Παρετήρησε πάλιν με το ειρωνικόν του μειδίαμα ο μπάρμπα-Σταύρος θωπεύων
+τον μύστακά του μετ' ενδομύχου ευχαριστήσεως. Κ' ενώ η Κρατήρα θλιβερώς
+έβλεπε την χιόνα ελθούσα εις το παράθυρον συμμαζευμένη εις την φανέλλαν της
+την καθαράν, ο μπάρμπα-Σταύρος προσεπάθει να ενδυθή τα τραχέα της εργασίας
+του ενδύματα, συνεχώς επαναλαμβάνων μετά φαιδρότητος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άιντε τώρα 'ς τον φούρνο, Κρατήρα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είνε τίποτα, παρετήρησεν η Κρατήρα, τώρα σε 'λίγο θα
+λυώση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, καρτέρ' να λυώση! απήντησεν ο μπάρμπα-Σταύρος. Ούτε με μια
+βδομάδα δεν θα λυώση.</p>
+
+<p>Ο μπάρμπα-Σταύρος, κοντός και ευτραφής άνθρωπος πεντήκοντα και πέντε
+ετών, φαιδρός και γελαστός κτηματίας, με πολλούς ελαιώνας, έν μόνον είχεν
+ελάττωμα. Ήτο ο δυστυχής φιλάργυρος εις τα παραμικρά. Χωρίς παιδιά — η
+Κρατήρα, ήτο στείρα η ταλαίπωρος, — με τόσα κτήματα, αφειδώς δαπανών διά να
+τα καλλιεργή και να τα αυξάνη, εστενοχωρείτο τας καλάς ημέρας να βλέπη την
+γυναίκα του ζυμόνουσαν πολλά και μεγάλα ψωμία εξ αλεύρου της φάμπρικας, ενώ
+αι αποθήκαι του μπάρμα-Σταύρου έγεμον σίτου εγχωρίου. Ιδίως όμως
+εστενοχωρείτο το Πάσχα, και τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, ότε η
+ευλογημένη η Κρατήρα δεν έκαμνε νισάφι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι τα θέλ' ς, καϋμένη, τόσα πολλά; τα παιδιά έχεις;</p>
+
+<p>Παρετήρει ο μπάρμα-Σταύρος βλέπων την Κρατήραν να επιστρέφη εκ του
+φούρνου την παραμονήν φορτωμένην απάν-'πανωτού τα χριστόψωμα με το
+<i>σάμι</i> και το <i>μαυροκούκι</i>. Και έλεγεν υπό τους στακτερούς του
+μύστακας:</p>
+
+<p>&nbsp;— Θέλα φυτέψω ένα στρέμμα εληαίς με τα έξοδα αυτά τα χαμένα.</p>
+
+<p>Δεν ετόλμα και φανερά να την επιπλήξη, διότι την ηγάπα την ωραίαν Κρατήραν.
+Την συνεβούλευε μεν προηγουμένως, πλην αφού δεν ήκουε, τι να κάμη;</p>
+
+<p>&nbsp;— Να φέρω σύ-υσι και ταραχή; έλεγε κατ' ιδίαν.</p>
+
+<p>Και πάλιν κολακεύων την αδυναμίαν του εψέλλιζε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα στρώση! Θα στρώση!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα Μπάρμπα-Σταύρο, που εγήρασε σχεδόν;</p>
+
+<p>Να τω είπη κανείς.</p>
+
+<p>Αλλά και πάλιν καταπαύων την οργήν του επανελάμβανε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πρέπει να τώχη ο άνθρωπος!</p>
+
+<p>Η Κρατήρα όμως το έκαμνε και από επίδειξιν — νοικοκυρά αυτή με τόσα
+περιβόλια — αλλά ηρέσκετο και εις την φλυαρίαν των φούρνων. Διότι, ως
+γνωρίζετε, εις τα χωρία υπάρχουσι καφενεία διά τους άνδρας, και φούρνοι διά τας
+γυναίκας. Διά τούτο πολλάκις η Κρατήρα, αν και είχε ψωμίον, εύρισκεν αφορμήν
+να ζυμώση, για φρέσκο τάχα — πότε πίττα, πότε τυρόπιττα, διά να μανθάνη εις τον
+φούρνον τα νέα της γειτονίας της και του χωρίου.</p>
+
+<p>Ενίοτε όμως ο μπάρμπα-Σταύρος εθύμωνεν. Όσον επιεικής και αν είνε κανείς,
+πάντοτε είνε καμωμένος από νεύρα. Βλέπων τα ράφια γεμάτα ψωμία, εις δε την
+τράπεζαν παρατιθεμένην κάτασπρην πίτταν, ωργίζετο, πλην εις βάρος του, διότι
+έτρωγεν αρπαχτά την ζεστήν πίτταν, — εζήλευε να τρώγη η Κρατήρα φρέσκο, και
+αυτός ξηροκόμματα, ως τα έλεγε τότε τα ψωμία από την ζήλειαν του — και έπιπτεν
+όλη εις το στομάχι του και παρεπονείτο την νύκτα.</p>
+
+<p>Διά τούτο λοιπόν ο Μπάρμπα-Σταύρος ιδών την χιόνα εχουχούλιζε τας χείρας
+του όχι τόσον ένεκα του ψύχους, όσον ένεκα της χαράς του, ότι η ανάγκη θα
+υπεχρέου την ευλογημένην Κρατήραν να κάμη οικονομίαν. Ποίος θα της φέρη τ'
+απαιτούμενα με τοιούτον χειμώνα, ποίος θα υπάγη εις τον φούρνον;</p>
+
+<p>Τέλος ενεδύθη ο Μπάρμπα-Σταύρος, εφόρεσε το γεράνιο χειρίσιο βρακί του, το
+χονδρόν αμπαδίτικο γελέκι του, καταβαίνον μέχρι του υπογαστρίου με μαύρα
+στρογγυλά κομβία βαμβακερά, με μικραίς γιαλιστεραίς και μεταξωταίς
+φουντίτσαις, βιομηχανίαν της Χαλκιδικής, ενεδύθη καλά πλέον την παλαιάν και
+τριμμένην γούναν του και εζήτει τώρα τα υψηλά ναυτικά υποδήματά του, διά να
+εξέλθη μέχρι του καφενείου.</p>
+
+<p>Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν κούφια πατήματα επί της χιόνος, έξω, και
+συγχρόνως φωνή παγωμένη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άιντε, Μπάρμπα Σταύρο; Τι κάνεις; Πάνε η εληαίς!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ! Ωχ! εκραύγασε τότε ο Μπάρμπα-Σταύρος, ως να επόνεσεν αίφνης
+η καρδία του. Δεν το είχε σκεφθή αυτό, από την χαράν του, ότι ένεκα της χιόνος θα
+έκαμνεν οικονομίαν.</p>
+
+<p>Ο φαιδρός πάντοτε γέρων αίφνης εμελαγχόλησε και συνωφρυώθη. Θαρρείς και
+η ψυχρά θέα της χιόνος, ην με τόσην περιπάθειαν έβλεπε προ μικρού, εζωντάνευσε
+μυστηριωδώς, και κρυσταλλωμένη τον ερράπισε τον δυστυχή φιλάργυρον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έρμαις εληαίς! εψιθύρισε. Τέλος πάντων ο άνθρωπος ποτέ δεν
+απομένει ευχαριστημένος εις αυτόν τον παληόκοσμον! Κερδίζομεν από την μια
+μεριά τα έξοδα του φούρνου, χάνομεν από την άλλη τα δέντρα κ' έχουν μαξούλι
+ακόμη. Έρμαις εληαίς!</p>
+
+<p>Και έχωσε μετά ταύτα τους δύο κοντούς και χονδρούς πόδας του μέσα εις τα
+βαρέα και βαθέα ρωσσικά υποδήματα, σκληρά και άκαμπτα ως εξ ελάσματος
+σιδήρου, αφού πρώτον η σύζυγός του εξετίναξε την επ' αυτών επικαθημένην κόνιν,
+καταβιβάσασα αυτά από τινος δοκού της αφατνώτου οροφής, αφ' ης εκρέμαντο
+όλον το έτος ως δύο γίγαντος πόδες μαύροι, μέχρι του γόνατος κομμένοι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Για πού χαζιρεύεσαι; ηρώτησεν η Κρατήρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τάκουσες; Πάνε η εληαίς! απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, και
+εκτύπα εις το σανιδένιον πάτωμα της οικίας τους βαρείς πόδας του εναλλάξ, όπως
+εφαρμόση αυτούς ακριβώς εντός των ρωσσικών υποδημάτων και βαδίζη χωρίς να
+πονή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάμε γλήγορα Κρατήρα! είπε ταχέως <i>μπουρμπουλλίζων</i> τας
+λέξεις ο γέρων, ως άνθρωπος βιαζόμενος. Δόσε μου το τσίπουρο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Με τα σωστά σου, Σταύρο; Παρετήρησεν εκπεπληγμένη η Κρατήρα,
+ήτις, προ της απροσδοκήτου αυτής ιδέας του συζύγου της να εξέλθη εις τον
+ελαιώνα, εύρε πολλήν την χιόνα και άβατον, ην πρότερον έκρινεν ολίγην,
+κολακεύουσα την αδυναμίαν της ως προς τους φούρνους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Με τέτοιο χιόνι!, επανέλαβε πάλιν η Κρατήρα και προσήνεγκε εις τον
+σύζυγόν της την μποτίλιαν με το τσίπουρο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάθε ένας με την ιδέαν του γυναίκα. Εσύ προτήτερα για τον σκοπόν
+σου το εύρισκες ολίγο το χιόνι, εγώ τώρα για τον σκοπό μου το βρίσκω πολύ. Πάνε,
+κακομοίρα, η εληαίς, πάνε!</p>
+
+<p>Είπεν ο Μπάρμπα-Σταύρος και ροφήσας μια, κατέβασεν ως την μέσην την
+μποτιλίτσα, υπολογίζων ότι είχεν ανάγκην ικανού θερμογόνου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν βλέπεις, πώς τρέχει ο κόσμος πρωί πρωί, μόνε θέλεις ν'
+αφήσουμε τα χτήματά μας;</p>
+
+<p>Παρετήρησεν ο Μπάρμπα Σταύρος.</p>
+
+<p>Και αληθώς είδον και οι δύο από του παραθύρου να διέρχηται ο κράξας απέξω
+πρότερον: «άιντε Μπάρμπα Σταύρο,» με υποδήματα μεγάλα, με σουρτούκο μακρύ
+αμπαδένιο, με κασκέτο εκ δέρματος προβατίνας μαύρης, ακατεργάστου, ως
+μαλαχτάρι, και με ένα μάλλινον με πρασινοκόκκινα λωρία μανδήλι ως ζωνάριον
+περί τον λαιμόν, κρατών εις την κόκκινην εκ του ψύχους χείρα του βαρύ και μακρύ
+κοντάριον, και βυθιζόμενος εις την μαλακήν χιόνα βήμα προς βήμα, ήτις έτριζε
+πενθίμως υπό τα βαρέα υποδήματά του κατακαθίζουσα.</p>
+
+<p>Αυτός ήτο ο πρώτος όστις διήρχετο προ της οικίας του Μπάρμπα- Σταύρου
+σχηματίζων επί της ηπλωμένης χιόνος μετά κόπου τα πρώτα ίχνη του
+<i>ντορού</i>, άτινα κατόπιν του έχαινον βαθέα, ως χωθέντα και απομείναντα εκεί
+κενά υποδήματος.</p>
+
+<p>Άλλος κανείς δεν διήλθε, πλην ο γέρων κτηματίας εν τω φόβω του παρίστα τον
+κράξαντα ως όλον τον κόσμον, φαντασθείς ότι όλοι οι χωρικοί θα εξέλθουν με
+υποδήματα και με κοντάρια διά να ξεχιονίσωσι τας αθλίας ελαίας.</p>
+
+<p>Ο Μπάρμπα Σταύρος ακολούθως εφόρεσεν ένα κόκκινο μισοτριμμένο φέσι
+χωρίς φούντα, το εστήριξε διά συνήθους μανδηλίου σφιγκτά πέριξ, και εζήτησε το
+βαρύ κοντάριον.</p>
+
+<p>Έως ότου δε η Κρατήρα κομίση τούτο από το κατώγειον, συγκοινωνούν μετά
+της οικίας διά κλαβανής, αφανούς του πατώματος θύρας, ηκούσθη άλλη φωνή
+έξω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακόμα, Μπάρμπα-Σταύρο! Πάνε η εληαίς, όλαις σπάσανε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ! ωχ! απήντησε πάλιν ο φιλάργυρος γέρων, ως να επόνεσεν η
+καρδιά του πάλιν.</p>
+
+<p>Και είδεν από το παράθυρον τον δεύτερον χωρικόν, όστις διήρχετο χωνόμενος
+εις τα ίχνη του πρώτου — ευκολώτερον — με τσαρούχια χονδρά ούτος και
+χονδραίς μάλλιναις κάλτσαις ποιμένος, με χονδρόν εγχώριον παντελόνι ως πάνναν
+ελαιοτριβείου, και με μίαν βαρείαν και ογκώδη ποιμενικήν κάπαν, κουκουλωμένος
+την κεφαλήν με την κατσούλαν της, και φανερόνων μόνον αγκυλωτούς μύστακας
+μαύρους και πώγωνα τραχύν αξύριστον, εν ώ αι σκληραί της κάπας του άκραι
+παρέσυρον την χνοώδη της χιόνος επιφάνειαν.</p>
+
+<p>Εν ώ δε ο Μπάρμπα-Σταύρος με όλας τας διαμαρτυρίας της συζύγου του
+ητοιμάζετο να εξέλθη και αυτός εις τον ελαιώνα κρατών το βαρύ κοντάριον,
+ηκούσθη εις την αυλήν οξύς γρυλλισμός, ως να εμουρμούριζεν ιδιότροπος
+θυμώδης γέρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το γουρνόπουλο, Κρατήρα· είδες; εξεχάσαμε το γουρνόπουλο.</p>
+
+<p>Και ανοίξας την θύραν πάραυτα είδεν υψηλόν εμπρός τοίχον εκ χιόνος,
+κοκκωτής αυτής, ουχί βαμβακοειδούς, ως αποκρυσταλλωθείσης εν τη στενή και
+ψυχρά αυλή.</p>
+
+<p>Κοντός ως ήτο ο Μπάρμπα-Σταύρος έκαμνε να ίδη προς τα έξω, αλλά πού να
+φθάση εκείνο της χιόνος το ύψος.</p>
+
+<p>Και ηκούετο μετά πόνου ο γρυλλισμός του χοιριδίου, το οποίον ανεστέναζε
+κάτω από τα ψυχρά εκείνα έγκατα της χιόνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το φκυάρι, Κρατήρα, γρήγορα το φκυάρι!</p>
+
+<p>Και λαβών ο γέρων μικρόν κ' ελαφρόν πτύον σιδηρούν ήρχισε πάραυτα να
+σκορπίζη την απαλήν και παρθενικήν χιόνα, εδώ κ' εκεί σωρεύων αυτήν, και
+προσπαθών να διανοίξη πρόχειρον δίοδον προς την θύραν της αυλής, και προς το
+μέρος όπου ηκούετο ο γρυλλισμός του χοιριδίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το καϋμένο το γουρνόπουλο, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταύρος
+καταγινόμενος εις αυτήν την εργασίαν. Σε ξεχάσαμε κατακαϋμένο!</p>
+
+<p>Κ' εκεί είδε τότε υπό την χιόνα σκάφην ξυλίνην ορθίαν εστηριγμένην επί του
+τοίχου, υπό την οποίαν ευκίνητον εγρύλλιζεν έν παχουλόν χοιρίδιον τεσσάρων το
+πολύ οκάδων, όπερ φαίνεται την νύκτα εννοήσαν το κακόν, εχώθη υπό την
+παρατυχούσαν εκεί σκάφην, το ευφυές ζώον, και εσώθη από βεβαίου παγερού
+θανάτου. Βλέπον δε εαυτό περιτριγυρισμένον από τον λευκόν και αδιάβατον
+εκείνον τοίχον εγρύλλιζε κάμνον γνωστόν εις τον κύριόν του τον κίνδυνον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φθηνά την γλύτωσες, κατακαϋμένο, έλεγεν ο γέρων θωπεύων το
+παχουλόν χοιρίδιον και τους μύστακάς του συγχρόνως, εφ' ων επήγνυτο
+κρυσταλλουμένη η αναπνοή του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ιδούμε όμως τι θα πάθης έπειτα, καϋμένο! Εξηκολούθει ο
+Μπάρμπα-Σταύρος. Αν εγλύτωσες από το χιόνι, από εκείνο όμως που σε περιμένει
+δεν θα γλυτώσης!</p>
+
+<p>Και το εχάιδευε. Και έτρεχεν εκείνο αστραπηδόν και πάλιν ίστατο και πάλιν
+ξανάτρεχε, εντός της οικίας γρυλλίζον με χαράν τώρα, εν ώ δύο γάτοι, άρρενες
+μεγάλοι και γηραιοί με παχείς λαιμούς και στιλπνόν κοκκινόλευκον τρίχωμα, το
+έβλεπον μελαγχολικώς μακρόθεν, κάμνοντες τάχα πως εκοιμώντο, καθήμενοι επί
+των οπισθίων ποδών παρά την θερμαίνουσαν εστίαν, ως δύο καπνοδοχεία
+παριστώντα γάτους.</p>
+
+<p>Τωόντι δε ήτο πολύ συμπαθητικόν το μικρόν γουρουνόπουλον. Απαλόν, με
+καθαρόν ύπωχρον τρίχωμα, με το ρύγχος του προς τα κάτω και με τους ακινήτως
+παρατηρούντας το δάπεδον πονηρούς οφθαλμούς του, και με την μικράν ουρίτσαν
+του και εστριμμένην ως ξεφτισμένην φούνταν, ήτο ως να το έβλεπε κανείς ψητόν
+επί του λάμποντος ταψίου, με σταυρωμένα τα ποδαράκια του, κυρτωμένον την
+ράχιν, ροδισμένον, ευωδιάζον τρυφερότητα και νοστιμάδα, το ορεκτικόν και
+παχουλόν γαλαθηνόν χοιρίδιον. Ήτο δώρον του κολλήγα του ποιμένος, του
+Κομποδήμου, όστις το ανέθρεψεν εις το βουνόν καθαρόν και αμόλυντον με το
+γάλα της μητρός του, μιας ωραίας από σόι συός, τρεφομένης μόνον με ξηράν
+κολοκύνθην και τυρόγαλα της ποίμνης, και με τον καθαρόν του βουνού αέρα.</p>
+
+<p>Και το είχε φέρει ο κολλήγας του προ μιας ημέρας, ο Κομποδήμος, εμφανισθείς
+πρωί-πρωί φορτωμένος με ένα σακκάκι δεμένον επάνω καλά περί τον λαιμόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γεια-χαρά σας! εφώνησεν ο Κομποδήμος με την έρρινον οξείαν
+φωνήν του, ηχούσαν ως γκάιδας ήχον. Και απέθεσε το σακκάκι με προσοχήν εις τα
+σανίδια του πατώματος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς τον κολλήγα! είπεν ο Μπάρμπα Σταύρος, παρατηρών πονηρώς
+το σακκίδιον, το οποίον ήρχισε να κινήται εδώ κ' εκεί, δεμένον ως ήτο, εν ώ οι δύο
+γηραιοί και ευτραφείς κοκκινόλευκοι γάτοι, οσφρανθέντες το εντός κεκλεισμένον
+ζωντανόν, περιειργάζσντο αυτό κατσουλόνοντες τ' αυτιά των και κυρτούντες
+γραφικώς την ράχιν των και συνάμα μιαουρίζοντες εξ ευχαριστήσεως, ως να
+εκομίσθη δι' αυτούς το δώρον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καμμιά ζημιά θ' άχουμε πάλι, γυναίκα, είπεν ο Μπάρμπα-Σταύρος
+κρυφίως εις την σύζυγόν του.</p>
+
+<p>Και είτα στραφείς προς τον κολλήγαν ηρώτησε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι έχ'ς εδώ μέσα, μωρέ κολλήγα; Καμμιά γάτα αγόρασες για το
+μανδρί; Δεν έλεγες, καϋμένε, να σου δώση ένα από τα παιδάκια της η Κρατήρα;
+Κύτταξέ τα θρεμμένα που είνε. Σαν καλογερικά!</p>
+
+<p>Και έδειξε τους δύο γάτους, οίτινες καμαρόνοντες εκεί ένθεν και ένθεν της
+εστίας, εκίνησαν αίφνης το μυστακοφόρον ρύγχος των ως να ήθελον ν' αποδιώξωσι
+παρερχομένην μυίαν.</p>
+
+<p>Συνήθιζεν ενίοτε να πειράζη την σύζυγόν του ο Μπάρμπα-Σταύρος, διά την
+στείρωσίν της.</p>
+
+<p>Ο ποιμήν εγέλασεν υπό τους μύστακάς του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σας έφερα πεσκέσι, ένα γουρνόπουλο, κολλήγα, για τ' καλή χρονιά.
+Χριστούγεννα αύριο ξημερόνουν, μαθές.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν σου τόπα; διέκοψεν ο Μπάρμπα-Σταύρος αποτεινόμενος
+κρυφίως προς την Κρατήραν. Καμμιά ζημιά θ' άκαμε πάλι ο Κομποδήμος.</p>
+
+<p>Τον είχε σπουδάσει καλά ο Μπάρμπα-Σταύρος τον κολλήγαν του τον πονηρόν,
+όστις πάντοτε, οσάκις έκαμνε καμμίαν ζημίαν εις τον ελαιώνα, επρόφθανεν
+αμέσως με τα δώρα, πότε με τσαντίλα μιζίθρα, πότε με κατσικάκι, πότε με καμμιά
+κόττα του βουνού παχείαν.</p>
+
+
+<p>Ηγάλλετο δε τότε ο παράδοξος φιλάργυρος γέρων, αναλογιζόμενος ότι εσώζετο
+από την δαπάνην του φαγητού.</p>
+
+<p>Καμμιά φορά μάλιστα δεν επρομηθεύετο κρέας, αναμένων τον κολλήγαν
+του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μπορεί, έλεγε, θ' άκαμε καμμιά ζημιά αυταίς ταις ημέραις. Δεν
+μπορεί!</p>
+
+<p>Αλλά και ο πονηρός ποιμήν, ο Κομποδήμος, είχε σπουδάσει καλά τον κολλήγαν
+του. Εννοήσας την αδυναμίαν του προς τα πεσκέσια, έσπευδε πάντοτε πάσαν
+προξενουμένην ζημίαν εις τον ελαιώνα να προαναγγέλλη, ουχί με κενάς τας χείρας,
+ότε οι οφθαλμοί του Μπάρμπα-Σταύρου λαιμάργως προσατενίζοντες το δώρον,
+απερρόφων πάσαν αυτού την προσοχήν κλείοντες ιδίως τα ώτα του, εις τα οποία
+αβλαβώς αντήχει η αναγγελλομένη ζημία. Ανήγγελλε π. χ. ο Κομποδήμος,
+ικετευτικώς μεταβάλλων την ποιμενικήν φωνήν του, ότι τα πράμματα έφαγαν ένα
+θήλιασμα ελαίας. Αλλά το θήλιασμα τούτο το φαγωμένον παρουσίαζεν ο πονηρός
+ποιμήν φορτωμένον με μίαν μεγάλην- μεγάλην τσαντίλαν, επιφέρων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέκοψε μια παληόιδα, κολλήγα, δεν την είδα.</p>
+
+<p>Ο κολλήγας θα ήτο ανόητος τότε να καταμηνύση τον ποιμένα, όστις είχε
+παληόιδες που του έφερναν τόσον μεγάλαις τσαντίλαις. Έπειτα ευρίσκετο και
+ενώπιον διλήμματος, διότι αν δεν εδέχετο την τσαντίλαν και επροτίμα την μήνυσιν,
+η τσαντίλα ζεστή-ζεστή, αχνίζουσα, θα έπεφτε σαν στραβή μέσα εις ταις μεγάλαις
+χούφταις του ειρηνοδίκου, και τότε ο Μπάρμπα-Σταύρος και την τσαντίλα θα έχανε
+και την μήνυσίν του, θα απέμενε δε μόνον το άθλιον θήλιασμα φαγωμένον,
+ελεεινόν και κατάξηρον, δυστύχημα ανεπανόρθωτον διά τον γέροντα κτηματίαν· τα
+ήξευρεν αυτά ο Μπάρμπα-Σταύρος, διότι τα είχε πάθει πολλάκις.</p>
+
+<p>Αυτά και αυτά έκαμαν φιλάργυρον τον αγαθόν κτηματίαν. Ο μικροφιλάργυρος
+δεν γεννάται τοιούτος· γίνεται εκ διαφόρων του βίου περιστάσεων. Και ο
+Μπάρμπα-Σταύρος έγεινε τοιούτος, αφού προηγουμένως είδε πολλάς τσαντίλας να
+πέσουν και να καταπλακώσουν τας μηνύσεις του· διά τούτο τώρα επροτίμα να
+καταπλακώνουν τον στόμαχόν του, ενόσω πάντοτε εις τα χωρία θα υπάρχουν
+παληόιδες νοστιμευόμεναι τα τρυφερά θηλιάσματα και ειρηνοδίκαι αγαπώντες τα
+γαλακτώδη της ποίμνης δώρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Για τ' καλή χρονιά, κολλήγα, εξηκολούθησεν ο ποιμήν. Εμείς πάντα σε
+καταπατούμε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι εμένα, διέκοψεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, τον ελαιώνα μου. Ας είνε·
+δεν πειράζει. Αφήσανε τουλάχιστον της κουτσούραις τα γίδια;</p>
+
+<p>Ήτο και αστείος ο γέρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας είνε! εξηκολούθησεν. Όσο και αν φάνε τα πράμματα, θ'
+απομείνουν πάντα η ρίζαις. Και θα ξαναβλαστήσουν.</p>
+
+<p>Και εγέλασεν.</p>
+
+<p>Ούτω λοιπόν απελευθερώσας το Χριστουγεννιάτικον δώρον του ο Μπάρμπα
+Σταύρος καθωδήγησε την Κρατήραν πώς να το μαδήση, αφού το δώση εις τον
+κρεοπώλην να το σφάξη, και είτα να το στείλη εις τον φούρνον παραγεμιστόν,
+όπως γνωρίζει.</p>
+
+<p>Και λέγων ταύτα εκρότει τα χείλη μετ' ορέξεως ο Μάρμπα-Σταύρος νομίζων ότι
+έτρωγεν ήδη το παχύ γουρνόπουλο. Και είτα λαβών το βαρύ ξύλινον κοντάριον
+απήλθεν εις τον ελαιώνα να ξεχιονίση, ως είπε, τα δένδρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μας φθάνει αυτό, προσέθηκε, δεν θα ψωνίσω τίποτε άλλο.</p>
+
+<p>Επειδή δε και άλλοι τινές είχον διέλθει έξωθεν μεταβαίνοντες εις τα κτήματα, η
+Κρατήρα καθησύχασεν ειπούσα μόνον εις τον σύζυγόν της, «αν δεν μπορή να βγη
+από τα χιόνια», να γυρίση. Το βέβαιον όμως είνε ότι η Κρατήρα επεθύμει ν'
+απομακρυνθή την ημέραν αυτήν από του οίκου ο σύζυγός της, ίνα ζυμώση με την
+ησυχίαν της, ως έκαμνεν άλλοτε την Παραμονήν, ότε ο Μπάρμπα-Σταύρος έλειπεν
+εις τον ελαιώνα του. Διότι αφού έρριψεν από του παραθύρου τελευταίον βλέμμα
+εις τον αγαθόν κτηματίαν, όστις καλά κουκουλωμένος με την γούναν διεσκέλιζε της
+χιονώδους οδού τα ίχνη, ήρχισε να παρασκευάζη τα διά την ζύμην χρήσιμα εν
+αφθονία.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Αγρίως μεγαλοπρεπές ην το θέαμα της χιονισμένης νήσου έξω. Το έτος εκείνο
+εκτάκτως είχε πέσει πολλή χιών, όση ουδέποτε άλλοτε προ πολλών χρόνων,
+κατακαλύψασα κάμπους και βουνά, και ισοπεδώσασα τας βαθείας φάραγγας με
+τας κορυφάς των λόφων. Τα αλώνια, η πρώτη μικρά πεδιάς μετά την κώμην, όλη
+ήτο κατάλευκος ως να ηπλώθη παχύτατος βαμβακερός τάπης. Οι λόφοι κύκλω, τα
+βουνά ομοίως, πάλλευκα και ακίνητα και μόνον εδώ κ' εκεί πενθίμως η λευκότης
+διεκόπτετο υπό μαύρων σκιών, των υψηλών δένδρων, άτινα σειόμενα υπό του
+ανέμου απέρριπτον από τους κλώνους των την χιόνα, κ' εμαύριζαν μέσα εις την
+τόσην λευκότητα τα πράσινα φύλλα των, ως κλαδιά μεγάλα, στολίσματα πένθιμα
+λευκής μανδήλας, υπό την οποίαν εσίγησαν παγέντα τα ποικίλα κελαδήματα των
+πτηνών και ο ηδύς ψίθυρος των πυκνών θάμνων. Η δε τριγωνική φαλακρά κορυφή
+της Καραφιλτζανάκας ήτον όλη μία λευκή μάζα ως να κατέρρευσεν απ' αυτής πηγή
+γάλακτος παγέντος μέχρι των υπωρειών.</p>
+
+<p>Ούτε ίχνος οδού, ουδέ σημείον. Πλην ο Μπάρμπα-Σταύρος γνωρίζων την οδόν
+καλώς, εβημάτιζεν επί της χιόνος προχωρών προς το κτήμα του κατηφής και κλαίων
+σχεδόν, διότι έβλεπε πλέον ότι μεγάλη ζημία εγένετο εις τον ελαιώνα.</p>
+
+<p>Εκεί όπου έφθασεν, εθεώρει ήδη μακρόθεν τον ελαιόφυτον κάμπον όπου ην
+και το κτήμα του. Θρήνος και οδυρμός!</p>
+
+<p>Τα ταλαίπωρα δένδρα είχον καταθραυσθή. Τόση χιών, επειδή ήτο νηνεμία καθ'
+όλην την νύκτα, είχε συσσωρευθή εις τους πυκνοφύλλους κλώνους των, ώστε ούτοι
+λυγίσαντες προς τα κάτω κατεχώσθησαν κατά πρώτον κ' εκαρφώθησαν στερεώς
+κάτω εις την παχείαν του εδάφους χιόνα, είτα και άλλης χιόνος συσσωρευθείσης
+δεν αντέσχον κ' εθραύσθησαν γηραιοί και ογκώδεις κλώνοι, ξεγκλισθέντες οικτρώς
+από των κορμών.</p>
+
+<p>Πλην έβλεπε τωόντι ο Μπάρμπα-Σταύρος ότι ήτο αδύνατον πλέον να
+προχωρήση περαιτέρω μέχρι του κτήματός του. Η χιών ήτο βαθεία αληθώς, πέντε
+σπιθαμών, και ήτο φόβος να βυθισθή τις και απολεσθή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είνε χιόνι αυτό! εψιθύριζεν. Οργή Θεού!</p>
+
+<p>Δυο-τρεις φοραίς κατέπεσε και ετρόμαξε να εγερθή εκ νέου.</p>
+
+<p>Όμως επροχώρει, διότι δύο άλλοι προ αυτού εβάδιζον και αυτοί μετά
+καμάτου.</p>
+
+<p>Τα πτηνά, φοβισμένα, κόσσυφοι και αγριοπεριστεραί και φάσσαι παχείαι,
+βλέποντα τους μαυρίζοντας οδοιπόρους εν μέσω της παλλεύκου πεδιάδος
+ετριγύριζον περί αυτούς ως περί κορμούς αχιονίστων δένδρων, και έπιπτον ακίνητα
+προ αυτών, μισοπαγωμένα.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον οι προηγηθέντες απέστρεψαν αδυνατήσαντες να προχωρήσωσι,
+και παρεκίνουν και τον Μπάρμπα-Σταύρον να επιστρέψη.</p>
+
+<p>Πλην αυτός δεν τους ήκουσε και επροχώρει ακόμη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τουλάχιστον να ιδώ μονάχα! έλεγεν.</p>
+
+<p>Ήδη μετά κόπου και αγωνίας πολυώρου, παρήλθεν η μεσημβρία ως υπελόγιζεν
+ο γέρων, έφθασεν εις την είσοδον του ελαιοφύτου κάμπου, εν μέσω του οποίου ην
+το κτήμα του.</p>
+
+<p>Κ' ησθάνθη εκεί τρομακτικούς κρότους πρωτοφανείς και πρωτακούστους ως να
+κατέπιπτον σωροί κοκκάλων ξηρών από κατωφερείας.</p>
+
+<p>Και τωόντι εθραύοντο μετά πενθίμου πατάγου εν τη νεκρά εκείνη ηρεμία οι
+καταπλακωμένοι των ελαιών κλώνοι, κ' εθραύετο η καρδία του Μπάρμπα-Σταύρου
+και εκόπτοντο τα ήπατα αυτού κ' ελύγιζον τα γόνατά του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ερμαίς εληαίς! Εψέλλιζε πενθίμως.</p>
+
+<p>Και όμως επροχώρει. Και τι ήθελε κάμει ο άφρων; αλλ' ο άνθρωπος είνε
+πάντοτε ανόητος.</p>
+
+<p>Εισελθών όμως ήδη εις την ελαιόφυτον πεδιάδα έχασε τον δρόμον συγχύσας
+τας χιονοσκεπείς ρίζας των ελαιών, και έβαινεν αγνοών, μετά προσοχής όμως
+πάντοτε βυθίζων τα βήματά του, αφού πρότερον εδοκίμαζε το έδαφος διά του
+ξυλίνου κονταρίου.</p>
+
+<p>Πλην αίφνης, ενώ ήθελε να εξαγάγη τον δεξιόν πόδα και προχωρήση προς τα
+εμπρός, το κοντάριόν του το εμπηχθέν προηγουμένως εβυθίσθη ολόκληρον μη
+ευρόν στερεόν έδαφος· μέγα τεμάχιον χιόνος τότε απεκόπη αστραπιαίως και ο
+Μπάρμπα-Σταύρος εγένετο άφαντος με τα βαρέα ναυτικά του υποδήματα, με την
+παλαιάν του γούναν και το μισοτριμμένον αυτού φέσιον.</p>
+
+<p>Ο τρυγμός των θραυομένων κλώνων των ελαιών εξηκολούθει φοβερός και
+άγριος ως κρότος μακρυνής βροντής.</p>
+
+<p>Ο Κομποδήμος ο κολλήγας του Μπάρμπα-Σταύρου, μη προφθάσας ν' απέλθη
+την προηγουμένην νύκτα εις την ποίμνην του ζαλισθείς από τα κεράσματα των
+φίλων του, — το αγαπούσε ολίγον το έρμο — την επαύριον απεκλείσθη ολότελα
+ένεκα της χιόνος και μόλις απήλθεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, και ενεφανίσθη προ της
+Κρατήρας ο Κομποδήμος με μίαν βαρείαν κάπαν και με την κελαειδούσαν ως
+γκάιδαν ρίνα του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γεια-χαρά σας! εχαιρέτισεν ο ποιμήν.</p>
+
+<p>Και εζήτησε πάραυτα πτύον να ξεχιονίση και σχηματίση ντορό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξεχνώ εγώ ποτέ τον κολλήγα μου!</p>
+
+<p>Και συγχρόνως μαθών ότι ο κολλήγας του είχεν απέλθει εις τον ελαιώνα, τον
+κατέκρινε διά την τόλμην του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ήτανε καλό αυτό, κουμπάρα!</p>
+
+<p>Είπε προς την Κρατήραν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάνε κι' άλλοι, απήντησεν η Κρατήρα, παρηγορουμένη μόνη της και
+καθησυχάζουσα τον φόβον της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ιδούμε πώς θα γυρίση πίσου!</p>
+
+<p>Διέκοψεν ο ποιμήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ήτανε ανάγκη για τα δέντρα, να κινδυνέψη; εξηκολούθησεν απορών
+ο Κομποδήμος. Εμείς έχουμε ζωντανά και δεν κάνουμε έτσι. Ξέρεις τι χιόνι έπεσε;
+Πού μπορεις να ξεμυτίσης!</p>
+
+<p>Και λαβών το πτύον, εξεχιόνισε καλά την αυλήν. Έκαμεν απέξω οδόν βαθείαν
+εις την χιόνα ως χάνδακα, κατόπιν εξελθών εις τον εξώστην εξετίναξε και απ' εκεί
+την σωρευμένην χιόνα μη πέση από το βάρος ο πεπαλαιωμένος εξώστης, διά ξύλου
+μακρού εις σταυρόν μετασχηματισθείσης της άκρας του, κατέρριψε την
+εστιβασμένην επί της στέγης και εν γένει υπηρέτησε καλώς τον κολλήγαν του ο
+ποιμήν.</p>
+
+<p>Ακολούθως η Κρατήρα έχουσα τον νουν της εις το ζύμωμα εξαπέστειλε τον
+Κομποδήμον εις τον φούρνον να ίδη αν θα κολλήση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακούς λέει; απήντησεν επανελθών ο ποιμήν. Γένιτι τέτοια μέρα;
+Ξεφούρνισε τη πρώτη φουρνιά, και χαζιρεύει άλλη τώρα. Κάμανε ντουρό και είνε ο
+φούρνος γεμάτος γυναίκες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά τα! Νά τα! εμουρμούριζεν η Κρατήρα μετά ταύτα εμποδισθείσα
+τόσον από της πρωίας,</p>
+
+<p>Ουχ ήττον ως φιλόπονος και δεξιά γυνή όλα έφερεν εις πέρας· και εζύμωσε, και
+ασβέστωσεν ολίγον την εστίαν και τα κάτω μέρη των τοίχων, εξετίναξε και
+εκαθάρισε το πάτωμα, έστρωσε τα καλά κυλίμια και ετοποθέτησε τας πανηγυρικάς
+προσκεφαλάδας, τα πλούσια προικιά της, και τέλος τη βοήθεια του ποιμένος όστις
+το έσφαξε μαδήσασα καλά-καλά το χοιρίδιον και παραγεμίσασα αυτό απέστειλεν
+εις τον φούρνον λευκόν, ως να ήτο και αυτό εκ χιόνος, το παχουλόν. Και
+παρεκάλεσε τον Κομποδήμον είτα να της σχίση ολίγα ξύλα, διά να έχη μικρά και
+ευκολοβόλευτα διά τας εορτάς, ότι συνήθιζεν αργά να κάθηται ο Μπάρμπα-
+Σταύρος παρά την εστίαν κρατσανίζων κιδώνια ευώδη, ή τρώγων κάστανα και
+πίνων από το ωραίον κρασί του το μοσχάτο.</p>
+
+<p>Είχε παρέλθει το δειλινόν. Έξω ηκούετο θόρυβος και ταραχή εν τη αγορά
+χιονοβολουμένων των ναυτικών διά την καλή χρονιά. Ο ήλιος δεν εφαίνετο
+παντελώς, διά τούτο ταχύτερον ήρχισε να σκοτινιάζη κάπως και εφαίνετο ότι
+έκλινεν η ημέρα προς την δύσιν. Ήτο όμως ενωρίς ακόμη.</p>
+
+<p>Ο ποιμήν απομείνας πλέον οριστικώς να εξυπηρετήση την κολλήγισσαν,
+επέστρεφεν από του φούρνου κομίζων καίοντα ακόμη τα ωραία χριστόψωμα με τα
+σισάμι και το μαυροκούκκι πιτουρισμένα, ότε ακούει ότι δύο-τρεις άλλοι χωρικοί,
+οι βαδίζοντες, ως είδομεν, προ του Μπάρμπα-Σταύρου, επιστρέψαντες διότι ήτο
+αδύνατον να προχωρήσουν, διηγούντο ότι ο Μπάρμπα-Σταύρος δεν τους ήκουσε
+και επροχώρει μόνος του μέσα εις τα χιόνια, δύο και τρία μπόια βάθος.</p>
+
+<p>Ως συνήθως εις τοιαύτας περιστάσεις, ότε το πολύ είνε πάντοτε πολύ, μη
+υπολογιζόμενον ακριβώς, δύναται ν' ανάγεται εις αριθμόν μεγαλείτερον ή
+μικρότερον, αναλόγως πάντοτε της φαντασίας του διηγουμένου.</p>
+
+<p>Ετούτο ανήγγειλεν ο ποιμήν εις την Κρατήραν, ήτις κατετρόμαξε φαντασθείσα
+αμέσως κακόν τι· και εζήτησε να ίδη τους άλλους συνοδοιπόρους, να τους
+ερωτήση, να ακούση από το στόμα των και βεβαιωθή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τρέξε, κολλήγα, είπε· τρέξε γρήγορα. Ο Θεός σε έστειλε σήμερα εδώ.
+Τι να γένω!</p>
+
+<p>Αλλ' έως ου τους εύρη ο κολλήγας, οι χωρικοί μετέβησαν εις τον δήμαρχον και
+ανήγγειλαν φοβερώτερον το πράγμα, ότι δηλαδή είς τούτων, κατά τινα στιγμήν εν
+τη επιστροφή του παρατηρήσας τυχαίως, είδε μακρόθεν εν τω λευκώ οροπεδίω τον
+Μπάρμπα-Σταυρον να κλίνη ως τρικλίζουσα αιξ και να γείνη άφαντος έπειτα μέσα
+εις τα χιόνια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εμείς δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω πλεια. Εδικαιολογήθησαν
+οι χωρικοί.</p>
+
+<p>Ο δήμαρχος πάραυτα διέταξε να τηρήσωσι τα πράγμα μυστικόν από την
+σύζυγον του γέροντος κτηματίου, όστις απελάμβανε καλής υπολήψεως διά την
+ευπορίαν του, και σύμβουλος εκλεχθείς πολλάκις· και είπε ν' αποσταλώσιν
+άνθρωποι της αστυνομίας προς αναζήτησίν του.</p>
+
+<p>Αλλά δυστυχώς δεν υπήρχον. Οι αγροφύλακες προσποιηθέντες ότι
+απεκλείσθησαν έξω, εκοιμώντο όλην την ημέραν εις τας οικίας των, ο δε μόνος
+κλητήρ ήτο απησχολημένος συνήθως εις την υπηρεσίαν της κυρίας δημάρχου. Διά
+τούτο ο δήμαρχος ανέθηκε την εντολήν αυτήν εις τον ποιμένα, τον κολλήγαν του
+Μπάρμπα-Σταύρου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσύ, εσύ ξέρεις καλλίτερα απ' αυταίς ταις δουλειαίς, γιατί ξεχιονίζεις
+τα κατσίκια ς', είπεν ο κ. δήμαρχος απεκδυόμενος την ευθύνην.</p>
+
+<p>Διά τούτο ο Κομποδήμος συνεννοηθείς και μετά πέντε άλλων ναυτικών,
+συμπαθών ανθρώπων, προθύμων πάντοτε εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις,
+απήλθε προς αναζήτησιν του Μπάρμπα-Σταύρου, αφού προηγουμένως ανήγγειλε
+τούτο εις την Κρατήραν, απλώς ότι πηγαίνουν να ίδουν, χωρίς να προσθέση την
+φοβεράν είδησιν της πτώσεως· αν και ο ποιμήν γνωρίζων την δεξιότητα και
+αντοχήν του Μπάρμπα- Σταύρου, επίστευεν ότι δεν θα έπαθε τίποτε, αν έπεσεν.
+Αλλά πάλιν έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρ' κανένας, τι σκαρώνει ο Ζερζεβούλης;</p>
+
+<p>Εν τούτοις η φουρνάρισσα μη βλέπουσα να έλθη κανείς να παραλάβη το
+χοιρίδιον, το οποίον ψηθέν ευωδίαζεν όλον τον φούρνον διαχέον γλυκύ άρωμα,
+ξηροψημένον και ξηροσκασμένον εδώ κ' εκεί, ώστε να υπολευκάζη η τρυφερά του
+επιδερμίς, επιδεικνύουσα ορεκτικώς την γαλακτώδη σάρκα, το παρέλαβε και το
+έφερε μόνη της εις την οικίαν του Μπάρμπα-Σταύρου και διά να μη πάθη τι εις τον
+φούρνον, αλλά κυρίως διά να μάθη θετικόν τι περί της διαδόσεως, η
+περίεργος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλήθεια πώς τον πλακώσανε τα χιόνια τον Μπάρμπα-Σταύρο;</p>
+
+<p>Ηρώτησεν η φουρνάρισσα αποθέτουσα το ταψίον μετά του χοιριδίου επί τινος
+τραπέζης εκεί, από την ευωδίαν του οποίου ηνωχλήθησαν πρώτοι-πρώτοι οι δύο
+γηραιοί και παχείς γάτοι, οίτινες περιέσαινον επαιτικώς περί τους πόδας της
+τραπέζης εν αρμονική δυωδία.</p>
+
+<p>Προς το άκουσμα τούτο η Κρατήρα ανεκραύγασεν ως να την εδάγκασεν
+όφις.</p>
+
+<p>Και ανοίξασα το παράθυρον γοερώς εφώνει με λελυμένην την κόμην
+αναταράξασα όλην την γειτονίαν: Πωπώ! Πωπώ! έως ου ήλθον δύο αγαθαί
+γειτόνισσαι και καθησύχασαν αυτήν, παραμένουσαι διαρκώς πλησίον της, μέχρις
+ου επανέλθουν οι μεταβάντες προς αναζήτησιν του Μπάρμπα-Σταύρου.</p>
+
+<p>Και ήτο θλιβερόν να βλέπης την ωραίαν γυναίκα ωχράν, λυσίκομον, πνίγουσαν
+τους ολολυγμούς της και θεωρούσαν τα εύμορφα Χριστόψωμα πενθίμως ως
+μνημοσύνου προσφοράς. Το ταψίον μετά του χοιριδίου ως προκαλούν
+σκληροτέραν αντίθεσιν διά της ευωδίας του της ζωντανής εν τη νεκρική σχεδόν
+ταύτη σκηνή, αι γυναίκες το ησφάλισαν εις το εγγύς μικρόν δωμάτιον</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Προσήγγιζεν η εσπέρα, ότε πέντε άνθρωποι με βαρέα ναυτικά υποδήματα,
+κομβωμένοι καλώς εις τας γούνας των τας θερμάς του Δουνάβεως, με χονδρά εκ
+δέρματος ακατεργάστου κασκέτα ως άρκτοι, σκυφτοί-σκυφτοί διεσκέλιζον το
+χιονισμένον οροπέδιον του ελαιώνος της νήσου, κρατούντες και οι πέντε τα πτύα
+εις τους ώμους των και στηριζόμενοι διά χονδρής ράβδου. Το ψύχος ην δριμύ,
+καυστικόν — πώς καίει και το ψύχος! — κοκκινίζον και παγόνον τα ώτα ιδίως, τα
+οποία προσεπάθουν οι πέντε άνδρες να προφυλάξωσι, καταβιβάζοντες τα πετσία
+του κασκέτου ένθεν και ένθεν.</p>
+
+<p>Εμπρός προηγείτο, έκτος αυτός, εγχώριος ποιμήν κουκουλωμένος εντός της
+βαρείας κάπας του ως κορμός δρυός ή πλατάνου ογκώδης. Ενόμιζέ τις ότι ην
+κύριος πέντε άρκτων, τας οποίας ωδήγει εις την καλύβην του, απολεσθείσαν εντός
+των χιόνων.</p>
+
+<p>Μερικά όρνεα μεγάλα, όσα δεν κατεπλακώθησαν εντός των χασμάδων των
+βράχων, καταφυγόντα υπό τινας κλάδους ελαιών ημιφαινομένους επάνω- επάνω
+ως θάμνους του χιονώδους πεδίου, ακούοντα τα αιφνίδια πατήματα των έξ
+οδοιπόρων, εξετρύπονον φοβισμένα, κατεπλήσσοντα είτα περισσότερο σαστίζοντα
+προς την λευκήν θέαν, και πάλιν ετρύπονον πτήσσοντα εις τους αυτούς των ελαιών
+κλώνους, απολέσαντα τας φωλεάς των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά, από 'δω θα έκαμεν ο κολλήγας μου, είπεν ο ποιμήν προς τους
+πέντε άλλους, δεικνύων μεγάλα ίχνη επί της χιόνος.</p>
+
+<p>Ο ποιμήν ούτος ήτο ο Κομποδήμος, ο κολλήγας του Μπάρμπα-Σταύρου, εις
+αναζήτησιν του οποίου μετέβαινε μετά των πέντε άλλων ναυτικών.</p>
+
+<p>Και οι έξ ηκολούθουν τα ίχνη τα υποδειχθέντα, τα μόνα προς εκείνο το μέρος
+όπου έκειτο ο ελαιών του Μπάρμπα-Σταύρου. Και ήρχιζε να φωνάζη ο ποιμήν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κολλήγα! Κολλήγα! Μωρέ Κολλήγα!</p>
+
+<p>Και η φωνή του μη προσκόπτουσα εις τα δένδρα και εις τας φάραγγας εκυλίετο
+βραγχνή και άχρους επί των χιόνων παγώνουσα και σβεννυμένη πάραυτα, ως από
+τηλεφώνου φωνή. Οι οδοιπόροι ήρχισαν να φοβώνται πλέον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λες; Κομποδήμο; ηρώτησέ τις των ναυτικών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να 'πω κ' εγώ! απήντησεν ο ποιμήν, τρέμων ενδομύχως.</p>
+
+<p>Κ' επανέλαβεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο βλοημένος ήρθε να ξεχιονίσ'! Αυλή τ' νάτανε, και πάλι δεν θα
+μπορούσε, σαν δεν πάινε ο κολλήγας του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε μ' λες, Κομποδήμο, προσέθηκέ τις των ναυτικών αστεϊζόμενος,
+λυόν' ο πεθαμένος 'ς το χιόν';</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρου κι' 'γώ; Δε δουκίμασα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κάθεσθε και λέτε; παρετήρησεν έτερος των ναυτικών. Ο Μπάρμπα-
+Σταύρος θάνε σαν ρουφός μες 'ς τον πάγο, φρέσκος-φρέσκος, όπως διατηρούν
+φρέσκα 'ς την Αθήνα τα ψάρια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας μη λαχταράη το ψάρι, παρετήρησεν ο Κομποδήμος, και περίμενε
+να 'ς το κάνη φρέσκο το χιόνι. Τι, θάλασσα είνε το χιόνι νάχη φρέσκα ψάρια;</p>
+
+<p>Αίφνης ο ποιμήν ο οδηγός εσταμάτησε κατηφής. Εάν έκυπτες και παρετήρεις
+υπό την κατσούλαν της κάπας του, θα έβλεπες κάτωχρον το πρόσωπον του
+Κομποδήμου το άγριον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βρε, παιδιά, λέγει, κακά μαντάτα! Να, άλλα πατήματα δεν βλέπω. Να,
+κ'ττάξ 'τε και σεις.</p>
+
+<p>Τωόντι άλλα ίχνη επί της χιόνος δεν υπήρχον, εκτός ολίγων τινών ακόμη, και
+παραπέρα ηπλούτο η χιών σιωπηλή, άθικτος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, εκεί είνε το κτήμα του, υπέδειξεν ο ποιμήν, και έδειξε τον
+ελαιώνα του Μπάρμπα-Σταύρου. Μάλιστα, έκαμε και λάθος. Νά, έχασε τον δρόμο·
+από 'κεί έπρεπε να κάμη. Χωρίς άλλο αυτά είνε τα πατήματά τ', γνωρίζω εγώ τα
+ποδήματα του Κολλήγα.</p>
+
+<p>Έλεγεν ο Κομποδήμος και εσχεδίαζεν εις το συγκεχυμένον εκείνο χιονισμένον
+πεδίον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Για φωνάξ' τε μια, βρε παιδιά!</p>
+
+<p>Και οι έξ τότε έβαλον κραυγήν φοβεράν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπάρμπα-Σταύρο!</p>
+
+<p>Αλλ' η φωνή προσέπεσεν αθλίως επί των χιόνων απομείνασα παγωμένη, νεκρά
+και άηχος!</p>
+
+<p>Ουδείς απήντησε. Μόνον οι υπόκωφοι κρότοι των υπό την χιόνα θραυομένων
+ελαιών ηκούοντο πάντοτε, γοερώς και επωδύνως αντηχούντες εις τα ώτα των
+οδοιπόρων.</p>
+
+<p>Έφθασαν εις το τελευταίον ίχνος του υποδήματος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα αναλήφθηκες, Μπάρμπα-Σταύρο; παρατηρεί τότε είς των
+οδοιπόρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρεις τι τρέχει; λέγει έτερος. Ο Μπάρμπα-Σταύρος θα είνε τώρα 'ς τη
+φωτιά του και 'ς την Κρατήρα του, και εμείς ψάχνουμε του κάκου. Δεν βλέπετε; Νά,
+άλλο σημάδι δεν υπάρχει. Θα γύρισε πίσω. Παιδί ήτανε να χαθή;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα σου λέγει, έπεσε. Προσθέτει έτερος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε, καλά· πού έπεσε;</p>
+
+<p>Αίφνης εκεί οπού εξήταζε τα πέριξ ο Κομποδήμος, κράζει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Σωπάτε! σωπάτε!</p>
+
+<p>Όλοι εσιώπησαν σκυφτοί-σκυφτοί, με της γούναις των και με τα πρόβεια
+κασκέτα των, και ηκροώντο, του ποιμένος κυρτωθέντος με την κατσούλαν του
+μέχρι της χιόνος.</p>
+
+<p>Ηκούετο ως τις στεναγμός βαθύς και ασθενής, μακρυνός-μακρυνός ήχος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακούτε; ηρώτησεν ο ποιμήν.</p>
+
+<p>Και τότε ως εκ κοινού συνθήματος κράζουν και οι έξ άνδρες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπάρμπα-Σταύρο!</p>
+
+<p>Η βοή η νεκρά της φωνής των συνωδεύθη ήδη υπό τινος γογγυτού
+μυστηριώδους:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μωρέ εδώ είνε ο κατακαϋμένος! Παρετήρησεν εν πεποιθήσει ο
+ποιμήν.</p>
+
+<p>Και συγχρόνως ιδών το ρήγμα της χιόνος το σχηματισθέν κατά την πτώσιν του
+Μπάρμπα-Σταύρου, είπεν ως ενώπιον κινδύνου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καρδιά, παιδιά, καρδιά, και τον ηύραμε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά, είπον και οι λοιποί. Εδώ εις το μέρος αυτό είνε χανδάκι.</p>
+
+<p>Και εκ νέου εκραύγασαν πάλιν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπάρμπα-Σταύρο!</p>
+
+<p>Και πάλιν εις το τέλος ήκουσαν ως ηχώ στυγεράν της φωνής των :</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ!</p>
+
+<p>Πάραυτα τότε σιωπηλοί και υποτρέμοντες ως ενώπιον τραγικού συμβάντος, ότε
+δεν γνωρίζει τις αν θα συναντήση ζωήν ή θάνατον, ήρχισαν με τα πτύα και οι έξ να
+ξεχιονίζωσι το μέρος εκείνο μέχρι του εδάφους. Μετά τινα εργασίαν συνήντησαν
+βράχον μέγαν, το έδαφος της γης εκεί, υπό τον οποίον εξέχοντα, εσχηματίζετο
+σπηλαιώδης κρύπτη, οπού παρακάτω εξηκολούθει η κατωφέρεια του εδάφους,
+σχηματιζομένου εκεί μικρού χάσματος. Η χιών είχε συνενώσει όλα αυτά εις μίαν
+επιφάνειαν· και ότε ο Μπάρμπα-Σταύρος εγένετο άφαντος, είχε πατήσει επί της
+χιονώδους επιφανείας της συνενούσης την άκραν του βράχου μετά της
+κατωφερείας, χωρίς να επακκουμβά αύτη επί του στερεού εδάφους της γης· εξείχε
+δηλαδή από της άκρας του βράχου η χιών κλίνουσα ως κλίνει εν ταις στέγαις των
+οικιών, αστήρικτος. Εκεί λοιπόν επάτησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος και κατήλθε μετά
+της αποσπασθείσης χιόνος κάτω-κάτω, όπου εσχηματίζετο η σπηλαιώδης οπή του
+βράχου.</p>
+
+<p>Οι οδοιπόροι εκαθάρισαν πάραυτα καλώς το μέρος, εύρον την κατωφέρειαν
+και κατήλθον εις την σπηλαιώδη οπήν, εν η εύρον τον Μπάρμπα-Σταύρον,
+ημιπαγωμένον, βαρέως αναπνέοντα, με ημικλείστους τους οφθαλμούς,
+κατακείμενον εκεί εις το χώμα της κρύπτης, ενώ το ξύλινον κοντάριόν του
+τεθραυσμένον εις δύο παρέκειτο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπάρμπα-Σταύρο! Μπάρμπα-Σταύρο!</p>
+
+<p>Ήρχισαν να φωνάζωσιν εν χαρά οι ναυτικοί, περικυκλώσαντες τον γέροντα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κολλήγα! Κολλήγα! έλεγε και ο ποιμήν καταχαρούμενος, αλλά μη
+πεποιθώς ακόμη.</p>
+
+<p>Ο Μπάρμπα-Σταύρος ήνοιξε τους οφθαλμούς και ανεστέναξεν
+επανειλημμένως.</p>
+
+<p>Τότε είς των ναυτικών, γνωρίζων από τέτοια — πόσαις φοραίς εις την Μαύρην
+θάλασσαν ξεπαγιάζουν οι ταλαίπωροι — είχε παραλάβει μεθ' εαυτού φιαλίδιον
+ρωμίου και ήρχισε να προστρίβη τα μέλη του γέροντος, ξεκομβώσας τα χονδρά
+φορέματά του και εξαγαγών τα υποδήματά του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Θεός σ' εφώτισε παιδί μ'!</p>
+
+<p>Έλεγεν ο Κομποδήμος βλέπων το ευώδες ρώμι, το οποίον εμοσχοβόλησε
+θερμότητα και ζωήν, μέσα εις την παγωμένην εκείνην σχισμάδα της γης και εις την
+ρίνα του ποιμένος παγωμένην ομοίως.</p>
+
+<p>Μετά μικρόν ο Μπάρμπα-Σταύρος ήνοιξε τους οφθαλμούς του, συνελθών
+τελείως και κινηθέντων των μελών αυτού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακόμα λιγάκι και πάαινα!</p>
+
+<p>Είπε μετά στεναγμού βαθέος ο γέρων.</p>
+
+<p>Τότε πλέον καθησύχασεν ολοτελώς ο Κομποδήμος, εγέλασεν υπό την σκοτεινήν
+κατσούλαν της κάπας του και είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού θα πάαινες, κολλήγα, που σε περιμένει το γουρνόπουλο; Να ιδής
+του βλουημένου, τετράπαχου! Τώσφαξα, του μάδ' σα, του παραγέμισι η
+κουμπάρα. Να ιδής!</p>
+
+<p>Και εκρότει ο ποιμήν τα τραχέα χείλη του ως να εγεύετο ήδη το τρυφερόν του
+γαλαθηνού χοιριδίου κρέας.</p>
+
+<p>Μειδίαμα ελαφρόν διήλθεν από το κάτωχρον του Μπάρμπα-Σταύρου
+πρόσωπον προς το άκουσμα τούτο. Πλην τα χείλη του ήσαν κλειστά ακόμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κάνουμε, παιδιά; ηρώτησεν ο ποιμήν, υπόδρα βλέπων την
+μποτιλίτσα μετά υπόλοιπον του ρωμίου, ως τέσσαρα δάκτυλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να πηγαίνουμε! Προσέθηκεν επιτακτικώς ο Κομποδήμος. Και
+πάραυτα εσφύριξε το υπόλοιπον του ρωμίου, το οποίον τόσην ώραν είχε πληρώσει
+ευωδίας την ρίνα του, έλαβε τον Μπάρμπα Σταύρον υπό την μασχάλην του και υπό
+την κάπαν ως τράγον ξεπαγιασμένον, και επανήρχετο εις το χωρίον,
+ακολουθούντων εν χαρά και των λοιπών ναυτικών, είς των οποίων έλαβεν εις
+χείρας και τα βαρέα υποδήματα του Μπάρμπα Σταύρου, άτινα εθεώρησαν βαρύ
+διά τον ποιμένα να θέσωσι πάλιν εις τους πόδας του γέροντος.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Φεγγοβολεί η πυρά εις την καθαράν της Κρατήρας οικίαν. Ξύλα μεγάλα
+αναδίδουσιν οφιοειδείς γλώσσας φλογός εν μέσω της παλλεύκου εστίας, και
+θερμαίνεται και φέγγει όλος ο οίκος.</p>
+
+<p>Κυλίμια χρωματιστά εύμορφα είναι στρωμένα κάτω εις τον χθαμαλόν σοφάν,
+κατέναντι της εστίας, όπου ακκουμβισμένος επί μαλακού προσκεφαλαίου
+πεπληρωμένου πτίλων αναπαύει τα θερμανθέντα πλέον μέλη του ο Μπάρμπα
+Σταύρος, λευκόν φορών εσώβρακον, λευκόν σαν το χιόνι, λευκασμένον την άνοιξιν
+'ς τον Μέγαν Γιαλόν υπό της καθαράς και σεμνής νοικοκυράς Κρατήρας, και λευκόν
+ωσαύτως σκούφον μάλλινον εις την κεφαλήν κυρτούμενον και κλίνοντα όπισθεν
+και απολήγοντα εις μαλλίνην λευκήν ωσαύτως φούνταν. Την γούναν του την έχει
+ρίψει εις τους ώμους του — αναπεταρίκι — και φουμάρει μακρόν τσιμπούκιον, ου
+ο χρυσοποίκιλτος λουλάς επακκουμβά επί του γεισώματος της εστίας. Ανακινεί τα
+χείλη του ηδυπαθώς ο μπάρμπα- Σταύρος πιπιλίζων την κεχριμπαρένιαν άκραν του
+τσιμπουκίου του, βλέπει ευφροσύνως τον καπνόν αναθρώσκοντα κυκλοειδώς και
+διαλυόμενον εις την οροφήν του οίκου, και ενίοτε θωπεύει μαλακά- μαλακά τους
+στακτερούς του μύστακας.</p>
+
+<p>Παρέκει κάθηται άνευ της κάπας του ο ποιμήν ο Κομποδήμος, έχων εις το
+πλευρόν του φιάλην χιλιάρικην, πεπληρωμένην οίνου μαύρου σπιτίσιου, και από
+καιρού εις καιρόν πληροί το ποτήριον εκεί πλησίον κείμενον και αυτό, και πίνει με
+κατακόκκινον το πρόσωπον και ημιδακρύοντας τους οφθαλμούς — εκ της χαράς
+τάχα ή εκ του οίνου;</p>
+
+<p>Και ακούει διηγούμενον τον μπάρμπα-Σταύρον το επεισόδιον της πτώσεώς του
+το τραγικόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έπεσα μαζί με το χιόνι κάτω βαθειά. Τα έχασα. Πάει, είπα, χάθηκα.
+Αλλά βλέπω εκεί μια σπηλιά· εχώθηκα μέσα έως να συνέλθω. Αλλά τι με τούτο ;
+Έπρεπε να αναιβώ επάνω. Μα πώς να αναιβώ; Τοίχος από δω και από εκεί υψηλός·
+κάστρο από χιόνι· αρχίζω τότε με το κοντάρι να κάμω δρόμο. Αλλά πώς; Εληά ήτανε
+να την ξεχιονίσω;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας πάνε 'ς την οργή κι' αυταίς η εληαίς, κολλήγα. Κόντεψε να σε
+χάσουμε. Ας πάνε ς' την οργή!</p>
+
+<p>Διέκοψεν ο κολλήγας, κενών άλλο ποτήριον εις τον λάρυγγά του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η εληαίς μονάχα κολλήγα, ή και τα θηλιάσματα μαζί;</p>
+
+<p>Ηρώτησεν ο μπάρμπα-Σταύρος γελών και θωπεύων τούς μύστακάς του τους
+στακτερούς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όλο να με πειράζης, κολλήγα. Τα θηλιάσματα λυπάσαι; Εσύ νάσαι
+καλά, κολλήγα, παρετήρησεν ο ποιμήν, ετοιμάζων άλλο ποτήριον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και το γουρνόπουλο!</p>
+
+<p>Προσέθηκεν ο μπάρμπα-Σταύρος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, τώρα είπες καλά.</p>
+
+<p>Είπεν ο Κομποδήμος και εκένωσεν εις τον διψαλέον λάρυγγά του άλλο
+ποτήριον και ηρώτησε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να το φέρω ;</p>
+
+<p>Και έσειε την κεφαλήν του, ασκεπής με την κόμην ακτένιστον
+επαναλαμβάνων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Σου έγεινε ένα πράμα!</p>
+
+<p>Το κάλυμμά του, είς επαναστατικός μαύρος κούκος από τον καιρόν τον
+Θεσσαλικών, είχε πέσει κάτω χωρίς να το εννοήση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακόμα· νάρθη και η Κρατήρα· απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος· και
+εξηκολούθησε την διήγησίν του :</p>
+
+<p>&nbsp;— Λοιπόν που λες, μπορούσα με το κοντάρι να κάμω δρόμο μέσα σε
+τόσο χιόνι; Έδωσα, έδωσα, κολλήγα μου, ως που έσπασε το ξύλο. Τότε
+απηλπισμένος άρχισα να φωνάζω· αλλά ποιος να με ακούση!</p>
+
+<p>Κάτι άγρια πουλιά επέρασαν από 'πάνω μου, ένα κοπάδι, και τα είδα με
+απελπισίαν. Μ' εφοβήθηκαν! Εκρύωνα. Εζάρωσα εις την σπηλιά και είπα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έρμαις εληαίς!</p>
+
+<p>Και απόμεινα εκεί όπως με ηύρατε. Λίγο ακόμα, και θα τελείωνα με της
+παληοεληαίς, Κολλήγα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη της ξαναλές πλεια, Κολλήγα. Ας πάνε στο καλό. Είσαι όμως και
+λίγο αράθυμος.</p>
+
+<p>Ο ποιμήν δεν ηθέλησε να τον αποκαλέση φιλάργυρον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κίνησες να πας, προσέθηκε, με τόσα χιόνια!</p>
+
+<p>&nbsp;— Λυπάται κανείς, υπέλαβεν ο γέρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Λυπάται κανείς! μα εγώ δεν έχω ψυχή; Πέτρα έχω 'γώ;</p>
+
+<p>Εκραύγασεν ολίγον ωργισμένος ο Κομποδήμος· και εκένωσεν άλλο ποτήριον,
+σπογγίζων με την χείρα τους μύστακάς του κατόπιν, διότι είχε πληρωθή φαίνεται ο
+στόμαχός του ο λαίμαργος και εχύνετο πλέον και απέξω το ευφρόσυνον ποτόν, το
+οποίον έλαμπεν εν τω ποτηρίω εκεί εις την φλόγα της πυράς ως απόσταγμα
+βυσσίνων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω όμως, κολλήγα. Είμαι και ασφαλισμένος, Μη κυττάζης. Το
+χειμαδιό είναι καταμεσής 'ς της κουκουναριαίς, γερό σαν σπίτι.</p>
+
+<p>Ας πέση όσο χιόνι θέλη· τα γίδια του κολλήγα σου θα χορεύουν τώρα γύρω 'ς τη
+φωτιά, και ο γυιος μου θα παίζη το σουράβλι.</p>
+
+<p>Και είτα επανέλαβε πάλιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω. Να πάω να το φέρω;</p>
+
+<p>Και ηγέρθη ημιτρικλίζων ο ποιμήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάθησαι, κάθησαι, είπεν ο Μπάρμπα Σταύρος. Τώρα θα απολύση η
+Εκκλησία.</p>
+
+<p>Ούτως ο Κομποδήμος υπήκουσε πάλιν και επανήλθεν, αφού είχε μεταβή εις το
+μικρόν εγγύς δωμάτιον λέγων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ευωδιάζει το σκυλοφαωμένο!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Η Κρατήρα είχεν υπάγει εις την Εκκλησίαν. Ήσαν περασμένα τα μεσάνυκτα. Οι
+κώδωνες του ναού και οι δύο είχον κρουσθή προ πολλού, σκληρώς πως
+αντηχούντες επί της χιονισμένης κώμης. Ο Μπάρμπα-Σταύρος εν κακή καταστάσει
+κομισθείς, ως είδομεν, αφού έτυχε τόσων θερμών περιποιήσεων εκ μέρους της
+συζύγου του, ήτις ανατσουτσουρωμένη, φρικιώσα είδε να τον φέρουν τον
+αγαπητόν της άνδρα υπό μάλης ως σακκί — εφρόντισαν όμως να προείπωσι προς
+αυτήν το συμβάν, ίνα μη καταπλαγή — εκάθητο εντελώς καλά πλέον εγγύς της
+πυράς, θερμαινόμενος και διηγούμενος το πάθημά του, ως άνθρωπος σωθείς από
+θάνατον, και ευφραινόμενος να διηγήται την σωτηρίαν του, ως να ήθελε να
+βεβαιωθή διά της επαναλήψεως, ότι αληθώς εσώθη. Όταν ήκουσε τους κώδωνας,
+επόθησε να παραστή εις την ωραίαν ακολουθίαν των Χριστουγέννων, ν' ακούση
+τους ωραίους ψαλμούς και να ευφρανθή μετά τόσην νηστείαν. Πλην εφοβήθη να
+εκτεθή εκ νέου εις το υπερβολικόν ψύχος της νυκτός και εις τον παγετόν των
+πλακών του ναού. Ουχ ήττον υπεχρέωσε την συζυγόν του να μεταβή αύτη, διότι
+του εφαίνετο πολύ σκληρόν να λείψουν και οι δύο από την πανήγυριν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χρονιάρα μέρα! είπεν.</p>
+
+<p>Ο δε αγαθός ποιμήν δεν ηδύνατο πλέον να παραμερίση. Αφ' ης στιγμής εισήλθε
+φέρων υπό μάλης τον γέροντα, κεκμηκώς και ασθμαίνων, δεν απεμακρύνθη, έως
+ου τον είδεν άσπρον-άσπρον, ως εξαχθέντα εκ της χιόνος, να κάθηται εγγύς της
+εστίας καπνίζων το γλυκύ τσιμπούκιόν του· και τότε λαβών την χιλιάρικην
+εξεκουράζετο ο καϋμένος θερμαινόμενος και απ' έξω και από μέσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρ' 'ς τίποτα κολλήγα; ηρώτα ενίοτε.</p>
+
+<p>Κι' εκεί που ο γέρων διεσκέδαζε θεωρών τον καπνόν του τσιμπουκίου του,
+έλεγεν ο ποιμήν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όποιος δεν πάει ς' την εκκλησιά, δεν θα φάγη γουρνόπουλα.</p>
+
+<p>Και μετ' ολίγον πάλιν έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά, μόνον η κουμπάρα θα φάη.</p>
+
+<p>Τέλος του Μπάρμα-Σταύρου του ήλθε μικρός ύπνος. Αφού έπιε δύο τρία
+τσιμπούκια, έρεγχε μακαρίως ο γέρων, ενώ η φλοξ εχαριεντίζετο παίζουσα και
+αναλάμπουσα κεκινημένως επί του πραέος αυτού προσώπου. Ότε κρότος οξύτατος
+ως να εκρούσθη ηχηρώς μέγα ταψίον, τον αφύπνισεν έντρομον τον Μπάρμπα-
+Σταύρον διακόψας τρομακτικόν αυτού όνειρον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πιάστε με! εκραύγασεν ο Μπάρμπα-Σταύρος αναπηδήσας.</p>
+
+<p>Και περιέβλεπεν εαυτόν παραδόξως, θεωρών τα κατάλευκα φορέματά του και
+τινάσσων αυτά ως να εξεχιονίζετο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χιόνι και να κάμνη τόσον κρότον!</p>
+
+<p>Ωνειρεύετο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι είνε, κολλήγα; εκραύγασε και ο ποιμήν τότε, ημικοιμώμενος από
+της ζάλης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μωρέ τουφεκιαίς πέφτουν! παρετήρησεν.</p>
+
+<p>Ο γέρων ήρχισε να γελά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αναστήσανε πλεια! είπεν ο ποιμήν.</p>
+
+<p>Κ' έτεινε την χείρα προς τον Μπάρμπα Σταύρον λέγων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός ανέστη, Κολλήγα! Να το φέρω το γουρνόπουλο;</p>
+
+<p>Ο ταλαίπωρος εν τη μέθη του συνέχεε τα Χριστούγεννα με την Ανάστασιν.</p>
+
+<p>Την στιγμήν εκείνην εκρότησε και το κατσαμπίδι της θύρας· και εισήλθεν η
+Κρατήρα, στολισμένη εορταστικώς και κρατούσα το αντίδωρον ευλαβώς εν τη
+κλειστή δεξιά της.</p>
+
+<p>Επανήρχετο από την εκκλησίαν.</p>
+
+<p>Εκτύπησεν επί του πατώματος μετά προσοχής τους πόδας της εναλλάξ, όπως
+καταπέσωσιν αι προσκεκολλημέναι επί των υποδημάτων της χιόνες· ετίναξεν
+ωσαύτως και την άκραν γύρω-γύρω του φουστανίου και προχωρήσασα προς την
+εστίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλή χρονιά! είπε, χαιρετίζουσα ευφροσύνως, διπλήν αισθανομένη η
+ταλαίπωρος την χαράν της μεγάλης ημέρας.</p>
+
+<p>Και έδωκεν εις τον σύζυγόν της το εν τη παλάμη φυλασσόμενον
+αντίδωρον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ' εγώ ξέχασα κ' ήπια τσιμπούκι, Κρατήρα!</p>
+
+<p>Παρετήρησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος μετά θλίψεως, ήτις εφαίνετο ζωηρά εις το
+πρόσωπόν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να γείνη! επανέλαβεν. Ας είμεθα καλά του χρόνου!</p>
+
+<p>&nbsp;— Φέρε το 'δώ, διέκοψεν αποτόμως ο Κομποδήμος χασμώμενος, εγώ
+είμαι νηστικός!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, παρετήρησε γελώσα η Κρατήρα, και ρίπτουσα λοξόν βλέμμα εις
+την κενήν χιλιάρικην· σου έπεσε λίγο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Όσο γι' αυτό, — ηθέλησε να είπη κάτι τι ο ποιμήν υποτραυλίζων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας είνε, προσέθηκεν η Κρατήρα, και ετοποθέτησε το αντίδωρον υπό τι
+ποτήριον ανάστροφα επί του αρχαίου της εστίας. Έκαμα εγώ πολλούς σταυρούς
+για όλους σας. Καλή χρονιά σας! Εχάσατε όμως. Ήτανε πολύ ώμορφα. Δεν ξέρω
+πού βρέθηκε με τέτοιο χειμώνα και ήρθε ο Χρήστος πούνε γραμματικός του
+νεροδικείου εις την Αγία Άννα — χωρίον της Ευβοίας — κι' έψαλε το «χερουβικό»
+και το «Μεγάλυνον ψυχή μου» πολύ ώμορφα. Αμ' να ιδήτε πάλιν και μια ταραχή.
+Κρίμα τον καϋμένο! Στο τέλος 'ς 'ν απόλυσι, θέλησε ο κακόμοιρος να πάη πρώτος-
+πρώτος να πάρη αντίδωρο, και του πάτησε μια βρισιά ο δήμαρχος, που τον έκαμε
+τον κακόμοιρο απ' άσπρου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω κουμπάρα. Κατάλαβες τίποτα; διέκοψεν αίφνης εγερθείς ο
+ποιμήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι; ηρώτησεν η Κρατήρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν κατάλαβες τίποτα ακόμα; Νά! Και ωσφραίνετο ηχηρώς ο
+Κομποδήμος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ!</p>
+
+<p>Τωόντι από της ανοικτής κλαβανής ανήρχετο από του κατωγείου ευώδης οσμή
+ψητού· και μάλιστα ψητού χοιριδίου.</p>
+
+<p>Ενόμιζέ τις ότι η ευσεβής Κρατήρα, επανελθούσα από την θείαν λειτουργίαν
+των Χριστουγέννων, εκόμισε μεθ' εαυτής και το χορταστικόν άρωμα της
+κρεωφαγίας μετά την τεσσαρακονθήμερον νηστείαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ το κατάλαβα, Κρατήρα, είπε τέλος ο Μπάρμπα-Σταύρος,
+οσφρανθείς και αυτός της ευωδίας του τρυφερού κρέατος. Τον κολλήγαν σας τον
+έπιασε λίγο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός και Παναγία! ανεκραύγασεν η Κρατήρα ακούσασα την
+βαρείαν φράσιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το κρασί, καλέ! διώρθωσεν αμέσως ο Μπάρμπα-Σταύρος. Στρώσε
+λοιπόν το τραπέζι, Κρατήρα.</p>
+
+<p>Και προσατενίζων προς τον Κομποδήμον προσέθηκε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα πλεια, κολλήγα, θα ιδούμε και το πεσκέσι σου. Ήταν τυχερό
+βλέπεις να το φάμε μαζί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το βλέπεις και χωρίς να το ιδής, κολλήγα. Γέμισε όλο το σπίτι
+μυρωδιά. Αχ! Να τρως και να λες νάχα και άλλο, κολλήγα· αξίζει αυτό όχι ένα
+θήλιασμα, δέκα θηλιάσματα αξίζει.</p>
+
+<p>Είπεν ο Κομποδήμος ετοιμαζόμενος.</p>
+
+<p>Η Κρατήρα αφαιρέσασα τότε το τσόχινον μπαμπουκλί της και περιβληθείσα
+μίαν λευκήν και χονδρήν φανέλλαν, καταβαίνουσαν μέχρι της οσφύος, ήρχισε να
+παραθέτη την τράπεζαν εγγύς της πυράς επί του σοφά.</p>
+
+<p>Ανέπτυξε κατά πρώτον και έστρωσε μέγα τετράγωνον τραπεζομάνδηλον, έργον
+των χειρών της, υφασμένον με κυανόλευκα λωρία στενά· παρέθηκε κατά σειράν
+καθαρά λευκά πιάτα, μαχαίρια και πηρούνια και ποτήρια, την αλατιέρα, ένα μέγαν
+λάζον ναυτικόν του Ποταμού διά τον διαμελισμόν του χοιριδίου· και έφερεν έν από
+τα αφράτα ψωμία της εορτής και φιάλην εκλεκτού οίνου μοσχάτου. Ο Μπάρμπα
+Σταύρος ήρχισε να κόπτη φέταις μετά προσοχής, τοποθετηθείς εγγύς της τραπέζης,
+προς ην κατέναντι επλησίασε και εκάθησεν ο Κομποδήμος με ημικλείστους τους
+οφθαλμούς του, έχων ανάγκην ύπνου μάλλον ή τροφής· η δε Κρατήρα απήλθεν εις
+το εγγύς μικρόν δωμάτιον, όπου είχεν εξασφαλίσει αφ' εσπέρας το χοιρίδιον, μόλις
+το είχε φέρει η φουρνάρισσα, ως είδομεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω, κολλήγα, παρετήρησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος. Είπα να το
+κρατήσω για 'μπρός, αλλά πάλιν είπα: ο κολλήγας θα μας φέρη άλλο· τι βγήκε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακούς εκεί! παρετήρησεν ο ποιμήν. Ο κολλήγας μου νάναι καλά και
+τα θηλιάσματά του· και γουρνόπουλα όσα θέλεις.</p>
+
+<p>Αλλ' ιδού αίφνης· επανέρχεται η Κρατήρα εντροπαλή, κατακόκκινη, κομίζουσα
+κενόν το γανωμένον ταψίον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χορατεύετε, θαπώ!</p>
+
+<p>Παρετήρησεν αποθέτουσα το κενόν ταψίον επί της τραπέζης· και
+προσέθηκεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσείς το φάγατε και με γελάτε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Μπάρμπα Σταύρος ανεπήδησεν επάνω κατάλευκος, κρατών εις
+χείρας το τσιμπούκιόν του ως εάν επρόκειτο να δείρη τους γάτους του όπου ήσαν
+λαίμαργοι πολύ και κακομαθημένοι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλή χρονιά σας! επανέλαβεν η Κρατήρα ειρωνικώς και
+λυπημένη.</p>
+
+<p>Ο Κομποδήμος ιδών κενόν το παρατεθέν ταψίον με ολίγην παγωμένην ακόμη
+σάλτσα, τώρα συνήλθεν από της μέθης, ξεζαλισθείς ολίγον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το πήρε η οργή, κολλήγα, ανεφώνησεν. Θα μας το άρπαξαν οι γάτοι·
+γιατί, όταν επήγα προτήτερα να το φέρω, δεν με άφησες; τους είδα κ' εφύλατταν
+απόξω καραούλι, ο ένας από 'δω και ο άλλος από 'κεί από την πόρτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μήπως άφησες ανοικτή την πόρτα, κολλήγα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δε θυμάμαι, να σ' πω!</p>
+
+<p>Και ερωτών την Κρατήραν λέγει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού το ηύρες το ταψί, κουμπάρα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάτω ς' τα σανίδια πεταγμένο ανάποδα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ μωρέ τα σκυλόγατα! είπεν ο ποιμήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κρίμα ς' το γουρνόπουλο! εφώνησεν ο Μπάρμπα Σταύρος
+τεθλιμμένος και κρατών το τσιμπούκιον επροχώρησεν ολίγα βήματα ως να μη
+επίστευεν, αν και έβλεπε το ταψίον το κενόν, και ήθελε να ίδη την θέσιν όπου
+έκειτο.</p>
+
+<p>Και προχωρών κατήλθε διά της κλαβανής εις το κατώγειον οπόθεν ανήρχετο η
+ευωδία.</p>
+
+<p>Η Κρατήρα απέμεινε μ' εσταυρωμένας τας χείρας, ο δε Κομποδήμος βλέπων το
+ταψίον εψιθύρισε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τώπερνα εγώ προτήτερα!</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον ηκούσθησαν κτύποι πυκνοί από του κατωγείου ως να εκρούετο
+ραβδίον επί του δαπέδου και συγχρόνως φωναί:</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά! Νά! Νά!</p>
+
+<p>Ο Κομποδήμος κατήλθε τότε παραπατών εις το κατώγειον. Κατόπιν
+ηκολούθησε και η Κρατήρα.</p>
+
+<p>Οι κτύποι και αι φωναί επανελήφθησαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά! Νά! Νά!</p>
+
+<p>Και μετά μικρόν επανήλθεν ο Μπάρμπα Σταύρος ωχρός από της οργής, κρατών
+εις χείρας τεθραυσμένον το τσιμπούκιον και ψελλίζων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κρίμα ς' το γουρουνόπουλο!</p>
+
+<p>Κατόπιν του ανέβη ο Κομποδήμος έχων εις χείρας του την κεφαλήν του
+χοιριδίου με ροδισμένον εδώ κ' εκεί το τρυφερόν δέρμα και λέγων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπρε τα παληόγατα!</p>
+
+<p>Η Κρατήρα ωχρά πλέον και αυτή, δεν εγνώριζεν εις ποίον να ρίψη το
+πταίσιμον.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Τωόντι όταν ηκούσθη ο κρότος εκείνος ο οξύς ον ο Κομποδήμος εξέλαβεν ως
+τουφεκιάν ο δε Μπάρμπα-Σταύρος ως κρότον πιπτούσης χιόνος, εάν εξήρχετο
+κανείς θα συνήντα τους δύο γάτους, οι οποίοι αφ' εσπέρας παραφυλάσσοντες ως
+φρουροί ακοίμητοι προ της θύρας του δωματίου, εν ώ είχεν εναποτεθή το
+χοιρίδιον, ευρόντες ανοικτήν την θύραν, αφεθείσαν ούτως υπό του Κομποδήμου,
+εισήλθον κρυφά-κρυφά και παρέλαβον το ξεροψημένον χοιρίδιον ως δύο καλοί
+λωποδύται, κρατούντες αυτό εύμορφα ο μεν από τους προσθίους πόδας ο δε από
+τους οπισθίους, και κατήλθον από της κλαβανής εις το κατώγειον, εν ώ όπισθέν
+των αντήχει οξέως το καταρριφθέν ταψίον. Εκεί κάτω τους εύρεν ο Μπάρμπα-
+Σταύρος και τους δύο λαιμάργως καταπίνοντας δι' αγρίων βρυγών τας τρυφεράς
+του ωραίου χοιριδίου σάρκας, ων η ευωδία επλήρου τον οίκον όλον, ως είδομεν.
+Είχον αποτελειώσει πλέον το γεύμα των καταπιόντες και τα τρυφερά οστάρια, και
+μόνον την κεφαλήν ως μεζέν αφήσαντες τελευταίαν, ότε ο Μπάρμπα Σταύρος
+πλήρης οργής θέλων να τους κτυπήση έθραυσεν επί του ξηρού εδάφους του
+κατωγείου το ωραίον τσιμπούκιόν του, διότι οι γάτοι μόλις είδον αυτόν επήδησαν
+ταχείς ως πτερωτοί εις το ανοικτόν υπέρθυρον της θύρας του κατωγείου, εκύτταξαν
+μια τον γέροντα αγρίως κινούντες τους μύστακάς των, και εγένοντο άφαντοι,
+καταλιπόντες μόνον την κεφαλήν, ψητόν λείψανον του βασιλικού γεύματός
+των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τις έπταιε!</p>
+
+<p>Διελογίζετο ο Μπάρμπα-Σταύρος, ου η όρεξις, αναμένοντος τόσας ώρας την
+πλουσίαν και ορεκτικήν τράπεζαν μετά τόσα παθήματα και τόσην νηστείαν, είχε
+καταντήσει εις οργήν και λύπην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Κομποδήμος έπταιε μόνος, ή και η ευλαβής Κρατήρα; Ή μήπως
+έπταιε περισσότερον όλων ο Μπάρμπα-Σταύρος, αλλ' εντρέπετο και να το σκεφθή
+τώρα;</p>
+
+<p>Το αληθές είνε ότι τας αμαρτίαις όλων φορτώνεται ο πταίων τελευταίος.</p>
+
+<p>Ούτος δε ήτο ο ποιμήν όστις είχεν αφήσει ανοικτήν την θύραν του μικρού
+δωματίου.</p>
+
+<p>Αλλά τι δικαίωμα είχον να οργισθώσι πλέον κατά του ταλαιπώρου ποιμένος,
+όστις τόσα υπέστη αυτήν την νύκτα και την προηγουμένην ημέραν, όστις τον
+έσωσε σχεδόν τον Μπάρμπα-Σταύρον, διότι αυτός είχε κοπιάσει προς τούτο, και
+όστις τέλος πάντων ως Χριστουγεννιάτικον δώρον είχε προσφέρει το γαλακτώδες
+χοιρίδιον.</p>
+
+<p>Διά τούτο ο Μπάρμπα-Σταύρος πληρώσας το ποτήριον του ποιμένος οίνου
+εκλεκτού, πληρώσας και άλλο ιδικόν του, ίνα διά του ηδέος ποτού ωθήση προς τον
+παμφάγον στόμαχον την εκχειλίζουσαν οργήν του, εκραύγασε μετά ψυχρότητος
+μεν γελών, πλην γελών όμως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλή χρονιά, κολλήγα, εσύ νάσαι καλά και τα θηλιάσματα, και
+γουρνόπουλα όσα θέλεις έχουμε.</p>
+
+<p>Και θεωρών την σύζυγόν του προσέθηκεν ο γέρων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κι' άλλη φορά, κυρά Κρατήρα, τα παιδιά σου να τ' αναθρέψης
+καλλίτερα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι! τώρα είπες καλά, εκραύγασε και ο ποιμήν. Και κρατών την
+ευωδιάζουσαν κεφαλήν του χοιριδίου εστρώθη οκλάδην παρά την τράπεζαν γελών
+και λέγων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσείς δεν θα τρώτε τώρα από το γατοφαγωμένο. Και ήρχισε να
+τρώγη, εν ώ οι δυο σύζυγοι μη έχοντες άλλο τι έφαγον άρτον και τυρίον απλούν,
+διότι εν τη φιλαργυρία του ο Μπάρμπα-Σταύρος δεν είχε προμηθευθή ολίγον κρέας
+διά να κάμουν σούπαν. Και λησμονήσας την χαράν της σωτηρίας του από την
+φιλαργυρίαν του προσεπάθει άνευ ορέξεως να ωθήση προς τον λάρυγγά του το
+ψυχρόν τυρίον, επαναλαμβάνων ενίοτε μετά στεναγμών ως επιτάφιον εγκώμιον,
+αισθανόμενος εγγύς του το άρρητον άρωμα του χοιριδίου:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κρίμα 'ς το γουρνόπουλο!</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΟΣΚΡΕΣ<br />
+(1900)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Από πόσον καιρόν, δεν ενθυμείτο, το αληθές όμως είναι ότι από τότε οπού
+εγνώρισε τον Καπετάνιον, ο κυρ-Μιχάλης ο Μαυριδερός, ο οινοπώλης, είχε ν'
+ακούση το «Χριστός ανέστη» εις την ενορίαν του την νύκτα της Αναστάσεως, και ν'
+ανάψη την λαμπάδα του από το άγιον φως του Παπά-Χρήστου, του κωφού, όταν
+θα εξήρχετο κατενώπιον της αγίας Πύλης, βαστάζων δέσμην λαμπάδων,
+αναμμένων από την κανδήλαν της αγίας Τραπέζης, και ψάλλων με την βροντώδη
+φωνήν του: «Δεύτε λάβετε φως!»</p>
+
+<p>Διά τούτο η κυρά-Μιχάλαινα, η γυναίκα του, μία γυναίκα κοντή και χονδρή, ως
+τα κοντόχονδρα βαρέλια του οινοπωλείου, ήτο καταχαρουμένη όλην την ημέραν
+του μεγάλου Σαββάτου. Το έτος εκείνο θα επήγαινε και αυτή, σαν νοικοκυρά, μαζί
+με τον κυρ-Μιχάλην, τον άνδρα της, εις την ενορίαν της, σαν αγαπημένον
+ανδρόγυνον, εις τον ναόν του αγίου Δημητρίου, εις του Ψυρή, με καλά της
+φορέματα, με μίαν μεγάλην άσπρην λαμπάδα, καμαρώνουσα τον άνδρα της τον
+κυρ- Μιχάλην, πενηντάρην και πλέον, πρόσωπον πολιόν, στενόν και μακρόν, μ' ένα
+μαύρο καρυδοειδές, εξοχήν σαρκός, εν μέσω του μετώπου, εν είδει
+στέμματος.</p>
+
+<p>Δεν επήγαινεν ο κυρ-Μιχάλης, δεν επήγαινε και η κυρά-Μιχάλαινα εις την
+ενορίαν της. Πώς να υπάγη μόνη, οπού ήτο γνωστή εις την γειτονιάν, οπού είχε
+φιλίαν με τον Παπά-Χρήστον, γιατί του έστελνε κάθε Σαββατοκύριακο πρόσφορα
+και νάμα, οπού ήθελε να ίσταται εξαιρετικώς, μόνη αύτη εκ των γυναικών, δεξιά,
+παρά την θαυματουργόν εικόνα των αγίων μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας, και να
+δίδη συχνά, κατά την διάρκειαν της θείας λειτουργίας κηρία εις τον παπά-Χρήστον,
+να τα ανάπτη εις την αγίαν Προσκομιδήν.</p>
+
+<p>Δεν επήγαινεν ο κυρ-Μιχάλης την Ανάστασιν εις την ενορίαν των, δεν επήγαινε
+και η κυρά-Μιχάλαινα· αλλ' ηναγκάζετο, την ιεράν και φωτοφόρον Νύκτα, να
+μεταβαίνη μακράν, πολύ μακράν, αγνώριστος, εις τον άγιον Αθανάσιον, εις την
+Πέτραν.</p>
+
+<p>Διά τούτο το έτος εκείνο ήτο καταχαρούμενη. Έβαψε τα κόκκινα αυγά την
+μεγάλην Πέμπτην, εκατόν τριάκοντα περίπου, εζύμωσε δε το μέγα Σάββατον τας
+αυγοκουλούρας και δύο μεγάλα πρόσφορα, αναγγείλασα εις τον Παπά-Χρήστον
+νάχη τον νουν του, να προσκομίση από τα δικά της πρόσφορα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είνε η δουλειά, παιδί μου, οπού εμποδίζει τον κυρ-Μιχάλη να
+πάγη στην Ανάστασιν, έλεγεν η κυρά-Μιχάλαινα προς μίαν κοσμοκαλογραίαν φίλην
+της, τακτικά επισκεπτομένην το βαθύ του οινοπωλείου των υπόγειον, ίνα λαμβάνη
+ελέη, πινάκιον φάβας, την οποίαν έβραζε δεξιώτατα η κυρά-Μιχάλαινα κ' επώλει
+καθ' όλην την αγίαν τεσσαρακοστήν, και βαύκαλιν ρητινίτου, για να στυλόνη ολίγον
+την καρδίαν της, η κακομοίρα η κοσμοκαλογραία, οπού εβάστα ενάτην
+καθεκάστην, και τρία τρίμερα, και έκαμνεν αναρίθμηταις μετάνοιαις όλην την
+αγίαν Τεσσαρακοστήν. Και επήγε την ώραν εκείνην να πάρη ολίγον φρέσκο κρασί,
+να το έχη διά το πασχαλινόν της πρόγευμα, οπού ήτο . . πολύ στομαχικόν και
+ευωδίαζε πεύκον, καθώς έλεγε, και ήτο πολύ στυλωτικόν, δι' αυτήν οπού είχε
+τόσον αδυνατισμένο στομάχι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είπα κ' εγώ, τέκνον μου, απήντησεν η κοσμοκαλογραία. Γιατί τότες,
+μαθές, σαν αποκόβεται από τη δουλειά, είνε, μαθές, μεγάλη αμαρτία. Οι κανόνες
+λένε, τέκνον μου, από την Μεγάλην Πέμπτην να παύουν οι Χριστιανοί από την
+εργασίαν και να συντρέχουν εις τας εκκλησίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού τ' ακούνε αυτά τώρα, παιδί μου! Εδώ τους βγάζει αστυνομία,
+παιδί μου, από της ταβέρναις με την μπαγιονέτα. Πού ακούσθηκε με την
+μπαγιονέτα να πηγαίνουν οι Χριστιανοί στην εκκλησίαν, στον Παράδεισον! . . .</p>
+
+<p>Η κυρά-Μιχάλαινα πολυλογού γυναίκα, επήρε δρόμο, και η κοσμοκαλογραία,
+αποκαμωμένη από το τελευταίον τρίμερον, έλαβε την βαύκαλιν του ρητινίτου, και
+ηθέλησε να απέλθη, ευχηθείσα εις την ελεούσαν οικοκυράν «καλήν Ανάστασιν».
+Αλλ' η κυρά-Μιχάλαινα την εσταμάτησε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είνε, που λες, παιδί μου, η δουλειά οπού τον εμποδίζει τον κυρ-
+Μιχάλην να πηγαίνη εις την Ανάστασιν, γιατί, καθώς σου είπα, η αστυνομία, άμα
+νυχτώση το μέγα Σάββατον, μας κλείνει. Είνε άλλο το εμπόδιο. Είνε ο Καπετάνιος,
+οπού λες . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος καπετάνιος; ηρώτησεν η κοσμοκαλογραία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα σου πω κατόπιν, τα Λαμπρόγιορτα. Μα τώρα εφέτος, δεν είνε
+στην Αθήνα. Τον στείλανε της προάλλαις αποσπασματάρχη για της εκλογαίς και δεν
+γύρισε ακόμα. Μα να σου πω, παιδί μου, αγυρισιά του να γένη! . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Πω! Πω! τέκνον μου! τέτοια μέρα! Ημέρα που ο ληστής σχωρέθηκε! .
+. . Πω! πω! τέκνον μου . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Του σήκωσε τα μυαλά, παιδί μου, του άναψε το κεφάλι και δεν
+κυττάζει την δουλειά του!</p>
+
+<p>Η κοσμοκαλογραία, τρικλίζουσα από την νηστείαν, βιαζομένη δε να ετοιμασθή,
+ως καλογραία οπού ήτο, διά την Ανάστασιν, δεν είχε καρδίαν ν' αρχίση μακράν
+ίσως εξομολόγησιν· ευχαριστήθη από την αναβολήν και απήλθεν επιλέγουσα και
+αυτή με προθυμίαν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα Λαμπρόγιορτα τα λέμε, τα Λαμπρόγιορτα.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Εβράδυασε πλέον. Άνωθεν από τινος ανοικτού φεγγίτου κατήρχετο εις το βαθύ
+εκείνο υπόγειον η λάμψις φανού τινος, ως ακτινοβολία άστρου χρυσού εκ των
+αιθέρων, και συνάμα βοή συγκεχυμένη και αλαλαγμός, θόρυβος κόσμου,
+πλημμυρούντος εκείνην την ώραν την εγγύς κεντρικήν της πόλεως αγοράν, ον
+διέκοπτον κατά διαλείμματα οξύταται ως βουνού άγριαι φωναί ποιμένων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρνιακά για πούλημα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρνιά για σφάξιμο!</p>
+
+<p>Ενίοτε δε ηκούοντο και πυκνά-πυκνά βελάσματα αμνών, εισκομιθέντων των
+ποιμνίων καθ' εκατοντάδας εις την προ του Βαρβακείου πλατείαν.</p>
+
+<p>Η κυρά-Μιχάλαινα, αποπλύνασα τα δοχεία, εντός των οποίων έβραζε καθ' όλην
+την αγίαν τεσσαρακοστήν την φάβαν, ετοποθέτησεν αυτά καθαρά εις την θέσιν
+των, κ' εβοήθει τον κυρ-Μιχάλην εις την καθαριότητα του καταστήματος όλου.
+Έπειτα — η νυξ είχε προχωρήσει — ενδυθείσα — εκεί εντός κατώκει το ειρηνικόν
+ανδρόγυνον επί δύο ακρινών, σκοτεινών και υγρών δωματίων — εκάθησεν επί
+τινος σκαμνίου, πλησίον ενός κοντού και χονδρού βαρελίου.</p>
+
+<p>Ο κυρ-Μιχάλης, αφού αφήρεσε πλέον από τας προθήκας του κάτω τα
+νηστίσιμα κ' έθεσε μέσα εις λευκάς πιατέλας κόκκινα αυγά και τυρί, και άλλα όψα
+πασχαλινά, όλο κι' έφερνε γύρω ακόμη κάτι τι τακτοποιών, κάτι τι διορθόνων, αλλά
+σύννους και μελαγχολικός ωσάν να διελογίζετο απόντα φίλον του, ταξειδεύοντα
+συγγενή του. Μία λάμπα αναμμένη εν μέσω, από του θόλου, εφώτιζε το
+βαθύτατον εκείνο υπόγειον με λάμψεις θαμβάς, κιτρινωπάς λάμψεις, λάμψεις
+νεκρικής κρύπτης.</p>
+
+<p>Θολόστεγον το μαγαζί του κυρ-Μιχάλη. Με αψίδας, με καμάρας Βυζαντινάς, με
+κολώνας Βυζαντινάς, με κεφαλοκόλωνα Βυζαντινών ναών. Αυτό τούτο λείψανον
+Βυζαντινής Μονής. Ίσως το δοχείον Κοινοβίου αρχαίου, ίσως το μαγειρείον του,
+ίσως η τράπεζά του. Με διαδρόμους πλακοστρώτους με μελαψάς πλάκας. Με
+τοίχους καπνισμένους. Μεσαιωνικόν κτίριον. Μετόχιον της Πεντέλης, το μαγαζί του
+κυρ-Μιχάλη, κατέναντι του αγίου Δημητρίου εις του Ψυρή, ενοικιάζετο πολυετώς
+από τον καλοπληρωτήν και ειρηνικόν κυρ- Μιχάλην.</p>
+
+<p>Και ήτο διά την δουλειάν του μάννα, κατά την κοινήν φράσιν. Αιωνία υγρασία
+εβασίλευεν εκεί κάτω εις τας αραχνιασμένας εκείνας στοάς, υπό τας οποίας ήτο η
+στίβα των οινοβαρελίων ψυχρά, παγωμένη. Τελευταίον το εμυρίσθησαν και άλλοι
+οινοπώλαι· και κατά την τελευταίαν δημοπρασίαν παρ' ολίγον να το αφαιρέσουν
+από τον κυρ- Μιχάλην, αυξήσαντες το ενοίκιον κατά ικανάς εκατοντάδας δραχμών.
+Αλλ' ο Καπετάνιος ιδών συλλογισμένον τον φίλον του οινοπώλην ηρώτησε την
+αιτίαν, και του είπεν αμέσως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη φοβάσαι, κυρ-Μιχάλη. Ο Καπετάνιος είνε εδώ! . . .</p>
+
+<p>Και επλήρωσε το επισπρόσθετον ενοίκιον.</p>
+
+<p style='text-align: center;'>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο καϋμένος ο Καπετάνιος! Καλή του ώρα! Ανεστέναξε ο κυρ-Μιχάλης
+αποπερατώσας πλέον πάσαν εργασίαν. Σε ποιο κλαρί τάχα να πασχάση! . . .</p>
+
+<p>Επλησίαζεν η ώρα της Αναστάσεως.</p>
+
+<p>Ακόμη ολίγον και θα εσήμαινον οι κώδωνες των ναών. Ήδη κατήρχοντο από του
+φεγγίτου κάτω κρότοι βηματισμών ανθρώπων μεταβαινόντων από τας ενορίας
+βιαστικά εις την Μητρόπολιν, συνοδευόμενοι μ' εκρηκτικούς κρότους
+πυροτεχνημάτων και φωνάς ηχηράς παιδιών, προληπτικώς ημιψαλλόντων το
+Χριστός Ανέστη, ενώ ο Καλόγηρος, ο νεωκόρος του Αγίου Δημητρίου, συνεζήτει
+θορυβωδώς μετά τινων γραιών περί της ώρας, οπού ανασταίνουν οι Αρμένιοι, κ'
+έφθανον εις το υπόγειον οι ασυνάρτητοι βραχνοί λόγοι του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας πάνε 'ς την ευχή του Χριστού! . . .</p>
+
+<p>Αυτήν την ώραν εκλείοντο πάντοτε αι δύο των εις το βαθύ εκείνο και σκοτεινόν
+υπόγειον, ο κυρ-Μιχάλης και ο Καπετάνιος . . . — ανελογίζετο τα παρελθόντα
+λυπημένος ολίγον ο κυρ Μιχάλης, ενδυόμενος πλέον να μεταβή εις την εκκλησίαν
+της ενορίας του ύστερον από τόσα χρόνια. Εκεί εκάθηντο, εκεί εις εκείνο το
+ορθογώνιον μάρμαρον, οπού ήτο εκεί εν μέσω εν σχήματι επιταφίου πλακός, με
+γραφάς δυσδιακρίτους Βυζαντινών χαρακτήρων, με αναγλύπτους σταυρούς και
+λαμπάδας, όπερ ως τράπεζαν ιδιαιτέραν διά τους στενούς του φίλους,
+μετεχειρίζετο ο κυρ-Μιχάλης . . . ολίγαις εληαίς ή άλλο τι ορεκτικόν νηστίσιμον, και
+δύο ποτήρια κρασί ήσαν επί της πρωτοτύπου και μυστηριώδους αυτής τραπέζης. Ο
+Καπετάνιος από το ένα μέρος πολιός, ξηρός, οστεώδης, με φαγωμένον τον ήμισυν
+μύστακα από τριχοφάγον, είποτε ονειρευόμενος πολέμους και μάχας, και
+αναμένων πάντοτε γενικήν των λαών σύρραξιν. Βλέπων δε άλλοτε μεν προς τους
+σκοτεινούς θόλους επάνω, οπόθεν, από ένα φεγγίτην μόνον κατήρχετο ολίγον φως
+ηλίου την ημέραν και ολιγώτερον φως αστέρων την νύκτα, διηγείτο εν ευγλωττία
+ακατασχέτω, με ενθουσιώδεις πολλάκις αναπάλσεις της φωνής του, με
+κραδασμούς του λάρυγγος θεωριών εν οπτασίαις, με οξυλάλους τιναγμούς της
+σπάθης του, τώρα εν τη ρύμη των λόγων του δακρύων, και τώρα αίφνης μειδιών,
+εν μυστική ψυχής ευφροσύνη, διηγείτο μυστηριώδη και παράδοξα με ένα
+ενθουσιασμόν προφητικόν.</p>
+
+<p>Ο κυρ-Μιχάλης πάλιν κατέναντί του με το πλατύ και μακρόν πρόσωπόν του,
+ασκεπής, ανασκουμπωμένος, ως μάγειρος οπού ήτο, με την ποδιάν του ακόμη,
+ήκουεν αφηρημένος, ακίνητος, δέσμιος, θαρρείς, μαγνητισμένος, θαρρείς,
+ακολουθών άπνους Έκτωρ το αιθέριον άρμα του Καπετάνιου. Αι λαμπάδες και των
+δύο έκειντο εκεί, κάτασπροι, επί της επιταφίου εκείνης πλακός, ενώ τα ποτήρια
+συνεχώς επληρούντο. Ο Καπετάνιος όσον παρήρχετο η νυξ και επλησίαζεν η ώρα
+της Αναστάσεως τόσον και εζαλίζετο από τα ποτήρια του ρητινίτου και από τον
+αφάνταστον ενθουσιασμόν του, ότε, αφού πλέον είχε κλείση την θύραν του
+οιναπωλείου του ο κυρ-Μιχάλης, και ήτο απόλυτος ησυχία εις τα βάθη εκείνα κάτω
+του υπογείου, οιστρηλατούμενος πλέον ο μυστηριώδης εκείνος πολέμαρχος και
+μέγας ονειροπόλος, συνελάμβανεν ακράτητος τον άκακον εκείνον συνομιλητήν
+του, και ωδήγει αυτόν επτοημένον εις ένα επικόν πόλεμον, του οποίου η τελευταία
+μάχη θα εδίδετο μέσα εις τας πλατείας της Πόλεως τόσον αιματηρά και τόσον
+καταστρεπτική, ώστε να πλεύση το μοσχάρι εις το αίμα, της οποίας το τέλος θα
+εκήρυττεν η ανάστασις του κοιμωμένου βασιλέως. Και όταν πλέον εγλυκολάλουν
+επάνω εις τον κόσμον οι κώδωνες των ναών, και από τον φεγγίτην έλαμπον φαεινά
+τα φώτα της Αναστάσεως, εις μάτην προσεπάθει τότε να εγερθή ο κυρ- Μιχάλης, ν'
+ακούση και αυτός το Χριστός Ανέστη εις τον γειτονικόν του ναόν, ν' ανάψη και
+αυτός την λαμπάδα του. Εις τας οινοδαρείς θεωρίας του τότε, υπελάμβανε τον
+Καπετάνιον ως τον παμφάγον Άδην, και εαυτόν ως ένα δέσμιον προαιώνιον
+νεκρόν, ον μόνον αυτόν, δεν ανέστησε, κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος, μετά των
+τόσων άλλων αναστάντων τότε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα δεν ακούσατε της καμπάναις; ηρώτα η κυρά-Μιχάλαινα
+επιστρέφουσα από τον Άγιον Αθανάσιον, από την Πέτραν, με την λαμπάδα της
+Αναστάσεως αναμμένη, και καταβαίνουσα εις το υπόγειον, αφού πρώτον,
+εσημείωνε διά του καπνού του κηρίου της τρεις σταυρούς επί του τοιχώματος της
+θύρας του υπογείου. Μα δεν ακούσατε της τρακατρούκαις!</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς είπαταν, κυρά-Μιχάλαινα; Ηρώτα τότε ο Καπετάνιος, ου το
+πολιόν και ξηρόν πρόσωπον λαμπρώς κατηυγάζετο από την θείαν ανταύγειαν του
+φωτός της Αναστάσεως.</p>
+
+<p>Και προσφέρων κόκκινον αυγόν πάραυτα εις την κυρά-Μιχάλαιναν, από τα
+παρακείμενα εκεί, την προσεκάλει να τσιγκρίσουν, αναφωνών ρωσσιστί:</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός βοσκρές!</p>
+
+<p>Τότε και ο κυρ-Μιχάλης, εχαιρέτιζε και αυτός δι' εφθαρμένων λατινικών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ντόμινους μπαμπίσκους! (<span style='font-size: small;'><a
+href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>)</p>
+
+<p style='text-align: center;'>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p>
+
+<p>Αυτά ανεμιμνήσκετο τώρα ο κυρ-Μιχάλης. καθ' ην ώραν ενεδύετο.</p>
+
+<p>Αλλ' η κυρά-Μιχάλαινα διελογίζετο άλλα. Έβλεπεν ότι, αφότου εγνωρίσθη ο
+σύζυγός της με τον Καπετάνιον, ήρχισε να παραμελή την εργασίαν του. Αληθώς ο
+κυρ-Μιχάλης, φίλεργος και δραστήριος άνθρωπος πρότερον, εξ εκείνων, οπού
+ξεύρουν την δουλειάν των, αφότου, γοητευθείς από τας διηγήσεις του Καπετάνιου,
+ήρχισε να ονειροπολή την Επτάλοφον με τους ναούς της και τα αγιάσματα,
+παρημέλει το έργον του, ονειρευόμενος ότι ταχέως θα ήνοιγεν ένα μαγαζάκι απ'
+έξω από την Αγίαν Σοφίαν. Αντί δε να φροντίζη περί των αναγκών του έργου του,
+άφινε την κυρά-Μιχάλαινα να διευθύνη, αυτός δε, εν απουσία του Καπετάνιου,
+λαμβάνων το χρυσοδεμένον απόκρυφον βιβλίον του, ενετρύφα μόνος του,
+αναγινώσκων. Το βιβλίον τούτο επωνομάζετο «Συλλογή διαφόρων προρρήσεων»
+και περιείχε παραδοξότατα κεφάλαια. Τεμάχια εκ της Αποκαλύψεως, τας θεωρίας
+του αγίου Μεθοδίου, τους χρησμούς Λέοντος του σοφού, άλλους χρησμούς
+Στεφάνου του Αλεξανδρέως και την περίφημον οπτασίαν του Αγαθαγγέλου, όλα
+ταύτα περιστρεφόμενα περί την κοινώς διαδεδομένην παράδοσιν περί του Αγίου
+Βασιλέως, του κοιμωμένου εις τα υπόγεια της Αγίας Σοφίας, όλα αυτά γραμμένα
+εις δυσκαταλήπτους και αινιγματώδεις στίχους.</p>
+
+<p>Η κυρά-Μιχάλαινα πολλάκις απεφάσισε να διαλύση αποτόμως τας σχέσεις
+εκείνας του συζύγου της με τον Καπετάνιον, αλλά καθώς ήτο αναβλητικού
+χαρακτήρος, έδιδε τόπον τη οργή. Άλλως και ωφελείτο, διότι ο Καπετάνιος
+πολλάκις επλήρωνε το ενοίκιον του αρχαίου εκείνου υπογείου, οσάκις έβλεπε
+στενοχωρημένον τον κυρ-Μιχάλην. Εφοβείτο όμως ότι κακόν γήρας θα
+επερνούσεν, αν εξηκολούθει τας αναβολάς της. Πλην δεν είχεν εισέτι ανακαλύψει
+το μέσον, διά του οποίου θα απεμάκρυνε τον Καπετάνιον, χωρίς να κινδυνεύση να
+χάση την τόσον καλήν προστασίαν του. Υπόνοιαν είχε συλλάβει ότι ο Καπετάνιος,
+άνθρωπος ιδιόρρυθυμος, ησθάνετο μεγάλην ψυχικήν ανακούφισιν να
+διανυκτερεύη εν τω Βυζαντινώ υπογείω των, ιδίως την νύκτα του Μεγάλου
+Σαββάτου. Από τινας ασυναρτήτους ομιλίας του υπέκλεψεν η κυρά-Μιχάλαινα
+μίαν πειστικήν υποψία και διελογίζετο ότι, αν επωλείτο το σεσαθρωμένον εκείνο
+οικοδόμημα, ίνα κρημνισθή και ανακτισθή με την νέαν αρχιτεκτονικήν, ίσως ο κυρ-
+Μιχάλης να επανεύρισκεν αλλαχού την πρώτην του φιλεργίαν, και ίσως μέσα εις τα
+χαλάσματα εκείνα να εθάπτοντο και οι χρησμοί του Καπετάνιου, και να ησύχαζε κ'
+εκείνος από τας τόσον διεγερτικάς του φαντασίας.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Τέλος ήρχισαν να σημαίνωσιν οι κώδωνες των ναών, κατά διαταγήν της ιεράς
+Μητροπόλεως εκείνο το έτος όλοι ομού εν ηδυμόλπω αρμονία διαλαλούντες τα
+εκφαντορικόν της Αναστάσεως κήρυγμα εις την ορθοδοξούσαν των Αθηνών πόλιν,
+όπερ εγένετο αιτία, το πάλαι, να σαρκασθή εν αυτή ο μέγας των Εθνών Απόστολος.
+Και πού να ήξευραν οι ευγενείς και εύμουσοι εκείνοι αστοί ότι η πόλις των, η λευκή
+από των ειδωλικών μαρμάρων, η τόσον ευσεβούσα τοις ξοάνοις, ώστε και
+αγνώστω θεώ βωμόν να συντηρή, έμελλε διά του κηρύγματος εκείνου του
+ενθεαστικού ν' ανακτισθή, διά των αιμάτων των τέκνων της, λευκή πάλιν και όλη
+πεντελησία, αλλ' ουχί πλέον ανά ένα βωμόν έχουσα δι' έκαστον εκ των ψευδών
+εκείνων θεών, αλλά πολλούς ωραίους ναούς δόξαν του Ενός και Μόνου εν Τριάδι
+Θεού . . .</p>
+
+<p>Η καρδία του κυρ-Μιχάλη επληρώθη κατανύξεως. Πρώτην φοράν ευρέθη
+νήφων κατά την φωτολαμπή της Αναστάσεως νύκτα. Και ως ήτο μελαγχολικός από
+την απουσίαν του αγαπημένου του Καπετάνιου έδειξεν ένα πρόσωπον πολύ
+ιεροπρεπές, όπερ καθίστατο ακόμη μεγαλειωδέστερον με το σάρκωμα εκείνο το
+βασιλικόν εν μέσω του μετώπου του.</p>
+
+<p>Η κυρά-Μιχάλαινα, λαβούσα την λαμπάδα της, ήρχισε ν' αναβαίνη με χαράν
+απερίγραπτον την κλίμακα, ο δε κυρ-Μιχάλης παρηκολούθει σιωπηλός, κρατών και
+αυτός την λευκήν λαμπάδα του και λέγων να σπεύσουν να προλάβουν το «Δεύτε
+λάβετε φως».</p>
+
+<p>Αλλά μόλις είχον φθάσει επάνω εις την είσοδον, και είχον ανοίξει την θύραν,
+και ιδού εμφανίζεται ως σκιά εκεί, σαν να παρεμόνευε να κατέλθη εις το υπόγειον,
+άνθρωπός τις υψηλός, ξηρός, οστεώδης, πολιός, με τον ήμισυν μύστακα
+φαγωμένον από τριχοφάγον, όστις σπεύδων, ασθμαίνων, καταβαίνει αμέσως την
+κλίμακα συμπαρασύρων κάτω και τον κυρ-Μιχάλην και ανακραυγάζων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός βοσκρές!</p>
+
+<p>Ήτο ο Καπετάνιος. Η κυρά-Μιχάλαινα, εξαφνισθείσα ως από ισχυρόν ράπισμα
+απέμεινε βωβή· και αισθανομένη ότι μάτην θ' ανέμενε πλέον τον άνδρα της, μη
+θέλουσα δε τοιαύτην ημέραν, μόνη αυτή απ' ευθείας, να διαταράξη την ειρήνην,
+απήλθε σπεύδουσα εις τον γειτονικόν των ναόν, να προφθάση μη αναστήσουν,
+αφήσασα εις τον Λυτρωτήν να επιφέρη την λύτρωσίν της από το αναμενόμενον
+δυστυχές γήρας.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ο Καπετάνιος, εκ της Ανατολικής Ελλάδος καταγόμενος, ανήκων εις
+στρατιωτικήν του τόπου οικογένειαν, ορφανός γονέων απομείνας, κατέφυγεν εις
+τον στρατόν. Υπαξιωματικός δε ήδη ων, ευρέθη οπαδός των Ναπαίων, του εν
+Ελλάδι τότε ρωσσικού κόμματος, ανδρωθείς με τα ωραία όνειρα της Μεγάλης
+Ιδέας. Πάσαν συμπλοκήν του μετά ληστών, ευφάνταστος ων, εμεγαλοποίει εις
+μεγάλην αιματηράν μάχην· και δι' ενέργειαν εκλογών αποστελλόμενος εισήρχετο
+εις τας επαρχίας εν θριάμβω ως εν καταλήψει εχθρικής χώρας, με το ωραίον
+παράστημά του, με τον δασύν του πώγωνα, τον μαύρον μύστακα, και τους
+μαύρους του οφθαλμούς. Ούτε ο Βουλγαροκτόνος δεν εκαμάρωνε τόσον επί του
+ίππου του, όσον ο Καπετάνιος πορευόμενος διά μέσου των φαράγγων της Δυτικής
+Ελλάδος, με την ηλιοκαή όψιν του, την αρρενωπήν. Πάσαν δ' υπόνοιαν ερεθισμού
+μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, κυκλοφορούσαν εις την Ωραίαν Ελλάδα, το
+κέντρον των Ελλήνων τότε, υπελάμβανεν ως πόλεμον υπέρ της πατρίδος του
+πάντοτε, διά την οποίαν, τω εφαίνετο αι Δυνάμεις ηγρύπνουν διαρκώς,
+σχεδιάζουσαι τον τρόπον του μεγαλείου της. Εις το απλούν αυτού δωμάτιον, παρά
+το Μοναστηράκι, δύο αντικείμενα επέσυρον την προσοχήν του εισερχομένου. Ο
+περίφημος χάρτης του από Φερών δημοτικού ψάλτου, και χρυσόδετον βιβλιάριον,
+η «Συλλογή διαφόρων προρρήσεων». Με τον χάρτην εκείνον ωνειρεύετο
+εξαπλουμένην πάλιν την φυλήν του, εις δε το βιβλιάριον, οδηγηθείς παρά τινος
+μοναχού, ανεγίνωσκε χρησμούς και οπτασίας. Ακούσας δέ ποτε παρά τινος
+ενθουσιώδους Ναπαίου ότι υφίσταται και δρα, προ πολλού εθνικός τις Σύλλογος η
+<i>Ανάστασις</i> καλούμενος, του οποίου τα μέλη στενώς συνδεόμενα ως άλλη τις
+Φιλική Εταιρεία, οφείλουν να πιστεύουν ότι την νύκτα της Αναστάσεως θα εγερθή
+ο Άγιος Βασιλεύς οπού κοιμάται τώρα εις τα υπόγεια της Αγίας Σοφίας, και ότι
+όπου και αν ευρίσκωνται οφείλουσι να αγρυπνώσι την νύκτα της Αναστάσεως
+πάντοτε, επιλέγοντες προς αλλήλους το σύνθημα <i>Χριστός Βοσκρές</i>, ήτοι
+Χριστός ανέστη· έως ίδωσι τον Άγιον Βασιλέα εγειρόμενον και αναβαίνοντα
+ενδόξως επί τον πατρικόν θρόνον του Γένους. Αυτά μόνον περί του Συλλόγου
+γνωρίζων, εσκέφθη ότι τούτο είναι ένα ισχυρότατον έρεισμα της Μεγάλης Ιδέας·
+και ήρχισε μετ' ολίγον να κατηχή οπαδούς ο ονειροπόλος εκείνος Καπετάνιος. Είχε
+δε αρκετά προοδεύσει, θερμώς υπό των Ναπαίων ενισχυόμενος.</p>
+
+<p>Ότε δε τέλος εξερράγη ο Κριμαϊκός πόλεμος, ο Καπετάνιος, ανθυπολοχαγός ων,
+ποθών να γνωρίση εκ του σύνεγγυς «το ξανθόν γένος», όπερ έμελλε κατά τους
+χρησμούς να βασιλεύση επί της Επταλόφου, εστράτευσεν εις Ρωσσίαν και
+αιμάτωσε τότε την ειρηνικήν σπάθην του. Τότε, κατά την επάνοδόν του, ηθέλησε
+να προσκυνήση και την Αγίαν Σοφίαν, εν η από χρόνων συνεκέντρου όλους τους
+πόθους του. Ήτο πρωία. Η ονειρώδης Επτάλοφος ήτο σκεπασμένη υπό τον αερώδη
+πέπλον της ακόμη, υφ' ον, ως διά νεφελωμάτων αραιών, απέστιλβον χρυσαί
+ακωκαί μιναρέδων και χρυσοσκεπείς θόλοι παλατιών και σκηνωμάτων, εν μέσω
+κήπων και κυπαρίσσων.</p>
+
+<p>Χωρίς να σταματήση αλλαχού, κατηυθύνθη αμέσως εις το περίκλυτον του
+Ανθεμίου μεγαλούργημα. Τα πλατέα και σύνδενδρα αυτού προαύλια ήσαν έρημα.
+Δερβίσαι τινές μόνον, με τας κωνοειδείς κιδάρεις των, και χόντζαι με τα λευκά
+μανδήλια, ενίπτοντο εις τας δροσεράς εκεί κρήνας, ενώ άλλοι εισήρχοντο εις τον
+δουλεύοντα ναόν διά την πρωινήν των προσευχήν. Επλήρωσε την ωρισμένην
+είσοδον, εφόρεσεν εμβάδας και εισήλθεν ο Καπετάνιος, συντετριμμένος την
+καρδίαν, με ψυχήν οδυνωμένην. Ότε, διελθών τους δύο χρυσούς προναούς,
+ευρέθη υπό τον πανύψηλον θόλον, εσταμάτησεν η αναπνοή του. Εξόχου
+μεγαλειότητος ευρυχωρία εν μαλακώ φωτί ηπλούτο περί αυτόν σιωπηλή, ήρεμος,
+νεκρά. Γύρω-γύρω αι μακραί διπλαί στοαί, καλλικίονες, εκοιμώντο, τυλιγμέναι εις
+τα χρυσά αυτών μουσειοπλαστήματα. Εις τας γωνίας του κεντρικού θόλου έτρεμον
+άνω, τω εφάνη, πτερυγίζοντα τα χρυσά των Εξαπτερύγων πτερά, και υψηλά επάνω,
+εις ύψος αιθέριον, τα αυθάδη του Κορανίου γράμματα εκάλυπτον την μακρόθυμον
+του Παντοκράτορος μορφήν. Όπισθεν ενός πορφυρού κίονος, κρυφοκυττάξας
+γύρω, αφού συνήλθεν από της πρώτης εκπλήξεως, έκαμε τον σταυρόν του, δειλόν
+και έμφοβον σταυρόν, είτα ελθών έστη σκυθρωπός, εκεί οπού άλλοτε ήτο η αγία
+Τράπεζα. Εκεί δε, καθηλώσας τα βλέμματά του επί του εδάφους, δεξιά, έβλεπεν,
+ως να προσεπάθει να εξιχνιάση τι κεκρυμμένον, ενώ όπισθέν του, κάτω, επί
+άμβωνος, ο χόντζας έψαλλε την ασιατικήν προσευχήν του. Τότε είς γηραιός χόντζας
+παραμονεύων, ελθών ηρέμα εκ των όπισθεν, έθλιψε φιλανθρώπως τον ώμον του
+Καπετάνιου, εκφωνήσας:</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιουνάν; (Έλλην;)</p>
+
+<p>Εξεπλάγη ο Καπετάνιος, αλλά δεν εφοβήθη. Ο δε γλυκύς εκείνος γέρων χωρίς ν'
+αναμένη, αρχίζει ελληνιστί μετά πραείας της φωνής:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδιάβασες τα χαρτιά μας — παιδί μου. Το κατάλαβα. Βλέπεις εδώ;
+Και επέδειξεν εις τον Καπετάνιον σημεία τινα επί των πλακών κάτω, εκεί οπού
+ακριβώς παρετήρει μετ' επιμονής εκείνος. Εδώ ανοίγει κλαβανή, εξηκολούθησεν ο
+γηραιός χόντζας· και καταβιβάζων ακόμη την φωνήν του προσέθηκε: Και
+καταιβαίνομεν κάτω εις τα υπόγεια . . .</p>
+
+<p>Ο Καπετάνιος ανεσκίρτησε· διότι έβλεπεν αίφνης ότι ήσαν αληθή όσα
+ανεγίγνωσκεν εις τους χρησμούς του. Ο δε γέρων, επιστρεφόμενος, ίνα βεβαιωθή
+ότι δεν τον κατασκοπεύει τις, εξηκολούθησεν ηρέμα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάτω είνε άλλη εκκλησία. Με εικόνας, και πολυελαίους, με λαμπάδας
+και ιερείς, με ψάλτας και βοηθούς . . .</p>
+
+<p>Η καρδία του Καπετάνιου επάλλετο βιαίως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγίνετο λειτουργία την ημέραν της Αλώσεως, εξηκολούθησεν ο
+γέρων, η οποία εσταμάτησεν ατελείωτος εις το «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά
+φόβου . . .»</p>
+
+<p>Εις την φοβεράν περιέργειαν του Καπετάνιου προσετίθετο ήδη άλλη
+φοβερωτέρα, ποίος να είνε αυτός ο γέρων χόντζας, ο γνωρίζων την γλώσσαν του, ο
+γνωρίζων την θρησκείαν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο παπάς ολόχρυσος, μαρμαρωμένος, εξηκολούθησεν ο γέρων, μετά
+της αυτής προφυλάξεως. Ο διάκος ολόχρυσος, μαρμαρωμένος. Δεξιά ο
+πρωτοψάλτης μαρμαρωμένος εις το στασίδι του, αριστερά ο λαμπαδάριος
+μαρμαρωμένος εις το στασίδι του. Εις τον βασιλικόν θρόνον επί κλίνης ο άγιος
+Βασιλεύς κοιμάται ύπνον ήρεμον και γλυκύν, και θα σηκωθή την ημέραν εκείνην . .
+.</p>
+
+<p>Ο Καπετάνιος τότε, χωρίς να σκεφθή πού ευρίσκετο, αναφωνεί έντρομος
+πάραυτα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός βοσκρές!</p>
+
+<p>Ο γέρων μουσουλμάνος τότε έμεινεν άφωνος εκ της εκπλήξεως.</p>
+
+<p>Έως τώρα διηγήθη όσα γενικώς αφηγούντο και οι οθωμανοί εις τους
+ημετέρους, κολακεύοντες τας παραδόσεις των, αλλ' ήδη ακούσας την αναφώνησιν
+αυτού, εχάρη υπερβαλλόντως· συνελθών έθλιψε την χείρα του Καπετάνιου και
+κατεφίλησε συνάμα αυτόν ως αδελφόν του και επανέλαβε και αυτός ηρέμα:
+Χριστός βοσκρές!</p>
+
+<p>Το «Χριστός βοσκρές», ως είπομεν, ήτο σημείον μυστικόν των μεμυημένων εις
+τας περί του αγίου Βασιλέως παραδόσεις και πιστευόντων εις την ανάστασίν του.
+Εννόησαν αμέσως και οι δύο ότι ήσαν μέλη της αυτής εταιρείας της Αναστάσεως.
+Τότε ο γέρων διηγήθη πλέον εις τον Καπετάνιον αφόβως ότι είνε χριστιανός εις το
+κρυφόν, υπηρετών εν τω ναώ, έως ου αξιωθή να ίδη τον άγιον Βασιλέα, διότι η
+κρύπτη η άγουσα κάτω εις τον υπόγειον ναόν μόνον την νύκτα του Μεγάλου
+Σαββάτου ανοίγει· και μακάριος, όστις ευρεθή την στιγμήν εκείνην παρών και
+κατέλθη. Και προσεγγίζων ήρχισε να ψιθυρίζη εις το ους του Καπετάνιου:</p>
+
+<p class="poem"><i>Ο νεκρός ήδη και θέα λελυμένος<br />
+Οίδασι πολλοί καν μηδείς τούτον βλέπη.<br />
+Μηνόκρανον, μείλιχον, πραΰν, υψίνουν . . .</i></p>
+
+<p>Και μετ' ολίγον με πλέον χαμηλήν φωνήν προσθέτει:</p>
+
+<p class="poem"><i>Εις τα δεξιά τα μέρη<br />
+άνδρα εύρητε γενναίον,<br />
+ισχυρόν και ρωμαλέον . . . </i></p>
+
+<p>Εις τον Καπετάνιον ουδεμία πλέον απέμεινεν αμφιβολία ότι ο γέρων εκείνος, ο
+μουσουλμάνος εξωτερικώς, ήτο ομόφυλος και ομόθρησκος, και επί πλέον εκ των
+μεμυημένων, οίτινες αναμένουσι την εξέγερσιν του αγίου Βασιλέως. Ούτως
+εσχετίσθη ευκόλως μετ' αυτού κ' επόθει πλέον να μετέλθη και αυτός την αυτήν
+εξαπάτην, όπως νύκτα τινά της Αναστάσεως γείνη θεατής του κοιμωμένου
+Βασιλέως και αξιωθή να φιλήση την χείρα του την ζώσα νεκράν, όπως ηξιώθη ποτέ
+ν' απολαύση την θείαν ταύτην οπτασίαν ο Πατριάρχης Χρύσανθος και οι δύο
+Σιναΐται Πατέρες . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Το μπακαλόπουλο, διηγείτο προς αυτόν ο γέρων την επομένην νύκτα,
+φιλοξενών πλέον τον Καπετάνιον εν τω κελλίω του, εν τοις προαυλίοις της αγίας
+Σοφίας, το μπακαλόπουλο, εμβήκεν από την πίσω πόρτα του αγίου Βήματος, η
+οποία ανοίγει μόνον το Μέγα Σάββατον το βράδυ και έπειτα μένει κλειστή όλον τον
+χρόνον. Εμβήκε να δώση το λάδι για ν' ανάψουν τα κανδήλια του υπογείου ναού,
+και επειδή άργησεν ολίγον, έκλεισεν η πόρτα κ' εκλείσθη μέσα όλον τον χρόνον, κ'
+εβγήκε τότε, όταν πάλιν το Μέγα Σάββατον ξανάνοιξεν η κρυφή πόρτα. Αλλά το
+πρόλαβεν ένας φανατικός Ιμάμης, εκεί που διηγείτο τα όσα είδε κάτω, θαυμαστά
+και εξαίσια, και τώκοψεν εις δύο με το γιαταγάνι του, χαϊμαλί . . .</p>
+
+<p>Αλλ' επάνω εις τας διηγήσεις των αυτάς, τας εξαισίας, χωροφύλακες συνέλαβον
+και τους δύο προδοθέντας υπό κατασκόπων, οίτινες παρεφύλαττον αυτούς,
+υποψιασθέντες από τα εν τω ναώ κινήματά των· και ο μεν γέρων δεν εφάνη πλέον
+πουθενά, ο δε καπετάνιος εξορισθείς εις Αφρικήν εκινδύνευσε τον έσχατον
+κίνδυνον και ως διά θαύματος διαφυγών, επανήλθε μετά δεκαπενταετίαν εις
+Αθήνας ξηρός και οστεώδης και πολιός, άνευ πώγωνος, με τον ήμισυν μύστακα
+φαγωμένον από τριχοφάγον.</p>
+
+<p>Αλλά κατά την μακράν αυτήν απουσίαν του, τα πνεύματα διεστράφησαν εν τη
+πόλει. Οι Ναπαίοι εξέλιπον, και μετ' αυτών τα ωραία εκείνα όνειρα περί
+Επταλόφου. Η δε Μεγάλη Ιδέα, ήτις εμέθυε την παρελθούσαν γενεάν ιεράν και
+ένθεον μέθην, είχε προ πολλού αποθάνη, είχε ταφή και είχε λησμονηθή, ως
+λησμονείται πας νεκρός. Εις τα μεγάλα κέντρα ουδείς ανεγνώριζε πλέον τον
+σαρακοφαγωμένον Καπετάνιον, ο δε λόγος του, ο τόσον ένθους άλλοτε,
+περιεφρονείτο και ενεπαίζετο από την νέαν γενεάν. Τότε περίλυπος,
+απηλπισμένος, φεύγων τους πολυθορύβους κύκλους, στερρώς δε εμμένων εις τα
+ονειροπολήματά του εκείνα τα οποία όσον από τους άλλους επεριφρονούτο τόσον
+εις αυτόν εγίνοντο ιερώτερα, επεριπάτει μίαν ημέραν εις τας σκολιάς οδούς του
+Ψυρή, αναζητώντας μοναστικόν δωμάτιον, όπως αφανής θρηνή εκεί τα
+νεκρωθέντα όνειρά του. Η κυβέρνησις τον είχεν επαναφέρει εις τας τάξεις του
+στρατού με τον βαθμόν του υπολοχαγού. Τότε, παρά τον άγιον Δημήτριον, μίαν
+εσπέραν, ανεκάλυψε βαθύ θολωτόν υπόγειον, ως τεθαμμένην εκκλησίαν. Εις την
+θύραν του κλάδος ελαίας και μία ερυθρά σημαία εμαρτύρουν ότι κάτω υπήρχεν
+οινοπωλείον. Κατήλθε με χαράν εις το βάθος εκείνο, διότι τω εφαίνετο ότι ο
+κόσμος τον απώθει. Έμεινεν εκστατικός πάραυτα. Υπό τας υγράς εκείνας καμάρας
+και τας πολυδαιδάλους στοάς τω εφάνη ότι έβλεπεν αναπαράστασιν των
+φημιζομένων υπογείων της Αγίας Σοφίας, ως τω παρέστησαν ταύτα εν τη Πόλει
+άλλοτε. Ιδίως τράπεζα εκείνη, η από επιταφίου πλακός, με τα βυζαντινά γράμματα
+και τας βυζαντινάς γλυφάς, τω εφάνη ως η υμνουμένη κλίνη του καθεύδοντος
+αγίου Βασιλέως, ή ώσπερ η κλίνη η Σολομώντειος, η «κυκλουμένη από δυνατών
+εξήκοντα».</p>
+
+<p>Ο κυρ-Μιχάλης, περιποιητικός πάντοτε, τον κατεγοήτευσε με τας περιποιήσεις
+του και τον κατέθελξε βασιλικώς με το σάρκινον εκείνο στέμμα του. Την νύκτα
+εκείνην με το αμυδρόν φως, τω εφάνη ως τις παρακοιμώμενος εις τους
+βυζαντινούς εκείνους θόλους. Εκεί πλέον διήρχετο τας ώρας του ο Καπετάνιος,
+αγρυπνών ιδίως όλην την νύκτα της Αναστάσεως, αναγινώσκων την συλλογήν των
+Προρρήσεων κ' ερμηνεύων εις τον απλοϊκόν κυρ-Μιχάλην τα θαυμαστά, τα οποία
+θ' αξιωθώσι να ίδωσι μίαν ημέραν οι πιστεύοντες εις τον Άγιον Βασιλέα. Και ούτω
+σχετισθείς με τον αφελή κυρ-Μιχάλην εμύησεν αυτόν εις την ωραίαν παράδοσιν,
+όστις έγεινεν ένας εκ των στενωτέρων φίλων του, πεισθείς ότι αφεύκτως εις την
+επαλήθευσιν των χρησμών θα μετώκει εις την Βασιλεύουσαν. Και εφαντάζετο πολύ
+ταχείαν την επαλήθευσιν. Τόσον ο γόης εκείνος και μάγος Καπετάνιος τον είχε
+σαγηνεύσει, ώστε να παραμελή και την εργασίαν του, όπερ εγίνετο λύπης αφορμή
+εις την κυρά-Μιχάλαιναν.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον, από τον φεγγίτην επάνω, έλαμψαν τα φώτα της Αναστάσεως. Η
+τελευταία λέξις του αναγνωσθέντος εις το προαύλιον του αγίου Δημητρίου
+Ευαγγελίου «Χαίρετε» έφθασε κάτω, συνοδευμένη με τους γλυκείς των κωδώνων
+ήχους, με τους οξείς των πυροτεχνημάτων κρότους, και με τας αναφωνήσεις τας
+διθυραμβικάς του «Χριστός Ανέστη».</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός βοσκρές! ανεκραύγασε τότε ο Καπετάνιος εν εκστάσει· και
+ανάψας την λαμπάδα του έβλεπεν ως εν προσευχή προς τους μαύρους επάνω
+θόλους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός βοσκρές! Επανέλαβε και ο κυρ-Μιχάλης· και ήναψε και αυτός
+την λαμπάδα του, ευλαβής προσήλυτος του Καπετάνιου, αναμένων πιστώς μίαν
+τοιαύτην νύκτα την αφύπνισιν του Αγίου Βασιλέως.</p>
+
+<p>Κατόπιν ήλθε και η κυρά-Μιχάλαινα, κατηφής πρώτην φοράν, με την λαμπάδα
+της εσβεσμένην και ανεόρταστος, χωρίς να σημειώση επί του ανωφλίου της θύρας,
+διά του καπνού της καιούσης λαμπάδος, τους τρεις σταυρούς. Και πάραυτα, χωρίς
+περιστροφάς, εκχύνει το άλγος της ψυχής της:</p>
+
+<p>&nbsp;— Η Πεντέλη το πούλησε το Μετόχι. Το αγόρασεν ένας λούσιος
+αλεξανδρινός να το χαλάση και να κτίση μεγάλην οικοδομήν, και μας βγάζουν από
+το υπόγειον . . .</p>
+
+<p>Η κυρά-Μιχάλαινα επεθύμει αληθώς να σωθή από την παρουσίαν του
+Καπετάνιου, αλλ' όχι με αυτόν τον τρόπον, απομένουσα φερέοικος. Δι' αυτό εθλίβη
+κατάκαρδα. Εσώζετο ίσως ο άνδρας της από τον Καπετάνιον — εσκέπτετο — αλλ'
+έχανε την σειράν του. Και ήτο αμφίβολον, αν ηδύνατο να επανεύρη αλλαχού
+σειράν, εις αυτήν την ηλικίαν.</p>
+
+<p>Αλλ' όσον και αν εθλίβη η κυρά-Μιχάλαινα, όσον και αν επόνεσεν ο κυρ-
+Μιχάλης, ο Καπετάνιος εθλίβη ακόμη περισσότερον· και ηυχήθη τότε να
+απέθνησκεν, αν έμελλε διά παντός ν' απολέση την μόνην παραμυθίαν του
+εκείνην.</p>
+
+<p>Είνε αληθές φαίνεται, ότι αι επιθυμίαι των ανθρώπων ουδέποτε δύνανται να
+πραγματοποιηθώσιν άνευ λύπης επακολουθούσης.</p>
+
+<p>Αληθώς οι Βυζαντινοί εκείνοι υπόγειοι θόλοι μετ' ολίγους μήνας δεν υπήρχον
+εν τη πόλει, ήτις ολονέν μετεμορφούτο, επιμόνως απεχθανομένη παν βυζαντινόν . .
+. Εις δε την θέσιν των, ανηγέρθη παμμεγέθης οικοδομή, επί των προπυλαίων της
+οποίας εσώζετο μέχρι τινός πλαξ επιταφία, από σαρκοφάγου, φέρουσα
+γεγλυμμένα επάνω βυζαντινά γράμματα και γλυφάς θρησκευτικάς. Η πλαξ εκείνη
+ήτο η μαρμαρίνη τράπεζα επί της οποίας άλλοτε ο εξαφανισθείς έκτοτε Καπετάνιος
+έσπευδε τα δάκρυά του μαζί με τον αφρώδη του κυρ-Μιχάλη ρητινίτην,
+προσφωνών τον εν τη ψυχή του κοιμώμενον Άγιον Βασιλέα διά του συνθηματικού
+χαιρετισμού:</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός βοσκρές!</p>
+
+<p>Ενώ ο κυρ-Μιχάλης από μίαν μικράν παραζάλην συσκοτισμένος αντεχαιρέτιζεν
+ως συνήθως με τα παραμορφωμένα λατινικά του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δόμινους Μπαμπίσκους!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ουδείς έγεινεν έκτοτε λόγος ούτε περί του Καπετάνιου αν έζη ή όχι, ούτε περί
+του κυρ-Μιχάλη, του μόνου εναπομείναντος πιστού, από τους τόσους, εις τα ωραία
+εκείνα όνειρα του Συλλόγου της Αναστάσεως, αν εύρε σειράν ή όχι μετά την
+κατεδάφισιν του θολωτού εκείνου υπογείου του, καθώς η κυρά-Μιχάλαινα
+εφοβείτο ότι θα συμβή. Εχάθησαν τα ίχνη και των δύο, ως χάνονται τα επί της
+θαλάσσης ίχνη του ταξειδεύοντος πλοίου. Αληθές είνε ότι τους πρώτους μετά την
+κατεδάφισιν μήνας του βυζαντινού εκείνου κτιρίου, εφαίνετο εις άκρον
+συγκεκινημένος ο ταλαίπωρος Καπετάνιος, ως ένας σαστισμένος μάλλον· δεν τον
+εχωρούσε κανένας τόπος· τας πρώτας ημέρας τον έβλεπαν όλοι υψηλόν, οστεώδη,
+με τον σαρακωμένον μύστακα να κάθηται εις την <i>Ωραίαν Ελλάδα</i> εις το
+μεγαλείτερον κέντρον της πόλεως, τω καιρώ εκείνω, εις την γωνίαν την αριστεράν
+επί της διασταυρώσεως των οδών <i>Ερμού</i> και <i>Αιόλου</i>, εν μέσω
+στενωτάτου κύκλου μελών τίνων της εταιρείας της <i>Αναστάσεως</i>, ήτις
+υφίστατο ακόμη, αλλά ψυχορραγούσα πλέον, περιγράφων εις αυτούς πότε την
+μυστηριώδη εκείνην επίσκεψίν του εις την Αγίαν Σοφίαν, και πότε τας θλίψεις και
+την πείναν του εις την εξορίαν του εν Αφρική, εύελπις όμως πάντοτε περί της
+επαληθεύσεως των χρησμών μίαν ημέραν. Εκεί μόνον ησθάνετο πλέον κάποιαν
+αναψυχήν, και επραΰνετο το σκυθρωπόν του πρόσωπον. Ότε συνήγοντο γύρω του
+εκεί και τον ηκροώντο εν περιέργω συνωστισμώ, ως συνωστίζονται οι άεργοι
+όρθιοι περί τους χαρτοπαίζοντας εν τοις καφενείοις, νεοφερμένοι από τας
+επαρχίας, και μάλιστα γηραιοί τινες φουστανελλοφόροι, της επαναστάσεως
+σεβαστά λείψανα, φέροντες καταφανείς τας ουλάς των από του εθνικού πολέμου
+πληγών των, ή τας εκτομάς από του μαρτυρίου των εκ μέρους του τούρκου, ενώ ο
+Καπετάνιος βλέπων προς τους μεγάλους χρυσούς καθρέπτας του εθνικού, να
+είπωμεν, εκείνου καφενείου, ωμιλούσεν, ερρητόρευε· και εκεί οπού ωμιλούσεν
+ηλλοιούτο αίφνης, αλλοίωσιν φανταστικήν πάσχων. Έλαμπον οι οφθαλμοί του, ως
+άλλοτε κάτω εις το βυζαντινόν εκείνο υπόγειον του Ψυρή, εκινούντο με
+μορφασμούς ποικίλους και παραστατικούς τα χείλη του· αι χείρες του
+ανεπαισθήτως εφέροντο προς το ήσυχον σπαθίον του, όπερ εβροντούσε τότε
+ειρηνικώς και πραέως, ως βροντούν του αρχιερέως τα ιερά άμφια, όταν αυτά
+περιβάλλεται. Και τότε κυττάζων γύρω τους ακροατάς του οπού με αγαλλίασιν τον
+έβλεπον, τους έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είναι δυνατόν, παιδιά μου, να διαψευσθώσιν οι χρησμοί. Αυτό να
+το ξεύρετε!</p>
+
+<p>Αλλά τούτο δεν διήρκεσε πολύ. Το εθνικόν εκείνο καταφύγιόν του, η <i>Ωραία
+Ελλάς</i>, μετ' ολίγα έτη, ήλλαξε κ' εκείνο όψιν.</p>
+
+<p>Κατεδαφίσθη, καθώς και το θολωτόν του άλλοτε υπόγειον. Εκείνα τα έτη
+καταφθάσαντες από την Πόλιν οι λεγόμενοι <i>Χαυγιαροχανίται</i> Χρηματισταί,
+με της τσέπαις των γεμάταις λίραις και τα χέρια των χαρτιά, μετέβαλλον αυτό εις
+πρόχειρον Χρηματιστήριον. Περί τα δύο υαλιστερά του σφαιριστήρια ιστάμενοι
+όρθιοι, οι νεοφερμένοι εκείνοι της Πόλεως, και τείνοντες τας χείρας απειλητικάς
+προς αλλήλους, ωπλισμένας όμως όχι με φονικά όπλα αλλά με αβλαβή χαρτία, και
+μετοχάς τραπεζών και εταιρειών αρτισυστάτων, ηλάλαζον φωνασκούντες
+απειλητικώς αριθμούς, εν οχλοβοή και ταραχή ωργισμένων ανθρώπων, ετοίμων να
+έλθουν εις χείρας, οπού ο Καπετάνιος δεν ημπορούσε πλέον ούτε να καθίση εκεί,
+όχι να ομιλήση. Ότε δε μίαν ημέραν είδε πολλούς και από τα παλαιά μέλη της
+Εταιρείας της <i>Αναστάσεως</i>, οι οποίοι μεταμορφωθέντες εις μεσίτας
+επωλούσαν εκεί και ηγόραζαν, διδαχθέντες από τους νεήλυδας, χαρτία, τότε πλέον
+δεν ηδυνήθη να κρύψη τον πόνον του εδάκρυσεν οδυνηρώς εμβριμώμενος,
+ανεστέναξε βαθειά και έγεινεν άφαντος. Ούτε εφάνη πλέον πουθενά εντός της
+πόλεως. Διϊσχυρίζοντο όμως τινές ότι τον έβλεπον συχνά διατρίβοντα ή
+περιδιαβάζοντα εις τους όπισθεν της Ακροπόλεως λόφους πότε μόνος πότε με τον
+κυρ- Μιχάλην, όστις χηρευμένος πλέον και ασφαλής από κάθε εξέλεγξιν, δεν τον
+εγκατέλιπε ποτέ, αισθανόμενος πάντοτε άρρητον ηδονήν να ακούη την εξήγησιν
+των χρησμών περί του Αγίου Βασιλέως, και να εντρυφά εις τα σύνορα μιας
+απεράντου Ελλάδος, να σχεδιάζη δε το καφενεδάκι οπού πολύ γρήγορα, καθώς
+επέμενε, θα άνοιγεν απέξω από την Αγίαν Σοφίαν. Έως ου μίαν χιονώδη πρωίαν οι
+Αθηναίοι ανεγίνωσκον εις την θορυβοποιόν τότε <i>Εφημερίδα</i> μίαν θλιβεράν
+όντως είδησιν, εις τα ψιλά εκείνα συνθέματα της οπού εγράφοντο με ιδιαιτέραν
+πάντοτε χάριν και ευφυίαν, ότι επάνω εις τον λόφον του Μνημείου του
+Φιλοπάππου, μέσα εις μίαν σπηλαιώδη σχιμάδα, ευρέθη το πτώμα πτωχικού
+γηραλέου ανθρώπου με σαρακωμένον τον μύστακα, σκεπασμένον με ένα
+στρατιωτικόν μανδύαν, το οποίον εκράτει σφιγκτά εις τας αγκάλας του δύο
+χρυσοδεμένα βιβλία, τον χάρτην του Φεραίου και την συλλογήν των Χρησμών και
+Προρρήσεων περί του αγίου Βασιλέως. Εν μέσω αυτών ήτο στερρώς εσφηνωμένη
+ιδιόχειρος του αποθανόντος διά μολυβδίδος σημείωσις λέγουσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ηγρύπνησα, εσκέφθην, και είπα: Τάδε λέγει Κύριος:</p>
+
+<p>Παιδί μου κυρ-Μιχάλη! Ημπορεί να κάμουν τας Αθήνας <i>Χρηματιστήριον της
+Ανατολής</i>, καθώς μου είπες ότι ελέχθη χθες εις την Βουλήν, αλλ' οι Χρησμοί δεν
+είνε δυνατόν να διαψευσθούν. Δεν είναι δυνατόν. Αυτό να το βγάλουν από τον
+νουν τους. Αν ζήσης εις την μεγάλην εκείνην διά τον Ελληνισμόν ημέραν, θα
+θυμηθής βέβαια να μου ανάψης. . . . Όποιος ζήση! . . .</p>
+
+<p>Η σημείωσις διεκόπτετο ενταύθα αποτόμως, προσέθετεν αινιγματωδώς η
+<i>Εφημερίς</i>· αι τελευταίαι λέξεις ήσαν δυσδιάκριτοι εκ της κακογραφίας. Και
+φαίνεται ότι ο θάνατος επήλθεν αιφνίδιος. Δίπλα εκεί παρέκειτο κηρίον
+εσβεσμένον και μολυβδίς. Το πτώμα αυτό ανεγνωρίσθη αμέσως ότι ήτο του
+Καπετάνιου, του ονειροπόλου εκείνου της Μεγάλης Ιδέας μυσταγωγού, όστις
+ευρέθη εκεί από ένα αστυφύλακα, ξεπαγιασμένος, την παγεράν εκείνην πρωίαν,
+μέσα εις την χιονισμένην σχισμάδα του αρχαίου Μνημείου
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>).</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ<br />
+(1902)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Πρώτα-πρώτα οι γρυπαράδες είχον αντιληφθή τον κίνδυνον. Αργά, πολύ αργά
+σχολάσαντες από την επίπονον εργασίαν των, είχαν καθήσει πλέον, κάτω εις την
+άμμον, παρά το κύμα, μεσάνυχτα σχεδόν, να δειπνήσουν, υπό το φως φαναρίου το
+οποίον απεκρέμασαν από τινος κονταρίου κάπου εκεί, δίπλα εις την αλιάδα των, η
+οποία πλυθείσα πλέον ήτο διπλαρωμένη εκεί, ένας ολογάλαζος γρύπος
+κατακαίνουργος. Επάνω εις δύο καπνισμένας πέτρας τοποθετημένη η βαθεία
+χύτρα, εκόχλαζεν ακόμη υπό την επιτήρησιν ενός νεαρού τρατάρη όστις βιαίως
+υπεδαύλιζε την πυράν της οποίας αι φλόγες επέψαυον σχεδόν το πρόσωπόν του.
+Το χωρίον εκοιμάτο πλέον. Ότε ένα αιφνίδιον θαλασσάκι ανερρίπισεν όλον τον
+λιμένα, οπού ήσαν αραγμένα διάφορα μικροκάικα από τα εκτελούντα την
+ακτοπλοΐαν των Σποράδων. Σαν να εσύριξεν όφις ή δράκων.</p>
+
+<p>Οι γρυπαράδες όλοι με τάσπρα μανδήλια έχοντες δεμένον τον κούκον των,
+τσεσμελήδες φιλόπονοι και αγαθοί, παρακαθήσαντες γύρω άρχισαν ήδη να
+τρώγουν όλοι από το αυτό βαθύ πινάκιον, την κρεμοειδή ψαρόσουπαν, την οποίαν
+μόνον αυτοί ξεύρουν να παρασκευάζουν από λογιών-λογιών ψάρια, πετρόψαρα·
+τρώγοντες δε συνωμιλούσαν ηρέμα, ή αστειεύοντο αναφέροντες επεισόδια του
+αλιευτικού αυτών βίου γελαστά και σπαρταρίζοντα, καθώς σπαρταρίζουν τα
+ποικίλα είδη των ιχθύων μέσα εις τον βαθύν σάκκον του δικτύου λαμπυρίζοντα
+επαργύρους λάμψεις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αύριο να τραβήξουμε, παιδιά, για τον Τσουγκριά. Έχουμε καιρό να
+πάμε. Και είναι καιρός της ζαργάνας. Σεπτέμβριος μήνας, και πέφτει εκεί
+ψάθα.</p>
+
+<p>Δεν ετελείωσε την ομιλίαν του ο καπετάν Γιάννης, μ' ένα μεταξωτό μανδήλι εις
+τον σκούφον του γύρω, και παραιτήσας το κουτάλι έξαφνα λέγει·</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μ' αρέσει, παιδιά, ο καιρός απόψε. Και έρριψε βλέμμα
+περίφροντι προς την ωραίαν τράταν του. Αλλ' έως ου καλοκκυτάξουν όλοι την
+θάλασσαν, ήρχισεν ένα δυνατό αεράκι να σφυρίζη από μέρος του σιρόκου με όλα
+τα προμηνύματα μιας τρικυμίας, τα οποία ως αναφρικιάσεις έφθαναν έως εις την
+ακτήν Σαγανάκια μαύρα και ύποπτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Την τράτα με όλα τα παιδιά!</p>
+
+<p>Διατάσσει τότε ο καπετάν Γιάννης· και αμέσως ευρέθη από το δείπνον προς την
+θάλασσαν. Τα παιδιά τον ακολουθούν και αρχίζουν εν τω άμα εργασίαν επίπονον
+ν' ασφαλίσουν την γαλάζιαν των τράταν η οποία ανακινουμένη από των βιαίως
+επερχομένων κυμάτων, ήρχισε να κτυπά επί της μαρμαρίνης προκυμαίας, με
+κοντάρια και κωπιά απομακρύνοντες αυτήν από την σκάλαν.</p>
+
+<p>Όλα τα μικροκάικα συγχρόνως, τα οποία ήσαν αραγμένα, ήρχισαν να χορεύουν
+ατάκτως, το έν μετά το άλλο σαλευόμενα επί των κυμάτων, χορόν παράδοξον και
+θαλασσινόν, θαρρείς και κάποιος αόρατος παιγνιδιάτορας τα εξηρέθισεν εις
+συρτόν παράδοξον. Εις μίαν στιγμήν ο άνεμος στραφείς έστρωσεν εις τον
+σιρόκον.</p>
+
+<p>Ο λιμήν της κώμης, εστραμμένος προς νότον, είναι ασφαλής και διπλούς, έν δε
+μέρος μόνον αυτού ανοικτόν εις τον σιρόκον, εκάστοτε από τον άνεμον τούτον
+υποφέρει, ιδίως τους φθινοπωρινούς μήνας ότε συχνά υπόκειται εις τας
+παραφόρους πνοάς του. Ετούτο δε γνωρίζοντες οι γρυπαράδες έσπευσαν να
+εξασφαλίσουν την τράταν, φοβούμενοι μη ευρεθώσιν εκτεθειμένοι κατόπιν, όταν
+θα ήτο αδύνατον να προλάβουν τον κίνδυνον, όστις εκρήγνυται αμέσως και
+αποτόμως ως από μήνιν Θεού.</p>
+
+<p>Αλλ' ήτο αποφασισμένον ως φαίνεται να κινδυνεύσουν αυτήν την νύκτα. Διότι
+μετ' ολίγον εξερράγη αληθώς η τρικυμία ακατάσχετος, με βίαν και αγριότητα
+μαινομένων θηρίων, λύκων και τίγρεων, τα οποία ωρύοντο ως επί του σταδίου
+πηγαινοερχόμενα περί την κονίστραν με λύσσαν βοράς. Ο σιρόκος είχεν εμφανισθή
+τωόντι με όλην του την μανίαν. Τα κύματα, εξεγειρόμενα αλλεπάλληλα, επήρχοντο
+το έν μετά το άλλο κατά του μικρού λιμένος, τον όποιον πάραυτα εκ του πυθμένος
+συνετάραξαν, να τον αναποδογυρίσουν, θαρρείς, ως αναποδογυρίζει τηγανητής
+τας τηγανιζομένας μαρίδας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βοήθεια! ήρχισαν να κραυγάζουν τότε οι αλιείς, μη προφθάσαντες ν'
+ασφαλίσουν την τράταν των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βοήθεια! αντήχει η κραυγή των πενθίμως εις όλην την κοιμωμένην
+κώμην επάνω, ως λυγμός θρηνούντων.</p>
+
+<p>Η βία του σιρόκου ήτο ακατάσχετος, τα κύματα, υπερπηδήσαντα μετ' ολίγον τα
+κρηπιδώματα της προκυμαίας, επλημμύρησαν την αγοράν, περιλούσαντα τα
+προαύλια των μαγαζείων και τους ωραίους ευκαλύπτους της παρά την αποβάθραν
+μικράς πλατείας. Τα δε πλοιάρια παρασυρθέντα ήρχισαν να συγκρούωνται επί των
+μαρμάρων της προκυμαίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βοήθεια! εξηκολούθουν να φωνάζουν οι γρυπαράδες, των οποίων η
+τράτα η ολογάλαζη είχε διπλαρώσει επί της αποβάθρας, κινδυνεύουσα να
+θραυσθή.</p>
+
+<p>Τότε και οι κάτοικοι εξεγερθέντες έσπευσαν με τα φαναράκια προς τον λιμένα,
+ασκεπείς και ημίγυμνοι, με της γούναις εις της πλάταις των.</p>
+
+<p>Νύκτα-μεσάνυκτα και σκοτάδι πίσσα!</p>
+
+<p>Ο ουρανός ούτε εφαίνετο. Κύματα και σύννεφα έγιναν όλα έν. Και μόνον ο
+άγριος μυκηθμός του ανέμου ηκούετο συνεχής και αδιάπτωτος ως βοή
+εξατμιζομένων μηχανών, περιτυλίσσων αγρίως τας θρηνώδης κραυγάς των
+νησιωτών, οίτινες υπερανθρώπους προσπαθείας καταβάλλοντες ηγωνίζοντο να
+περισώσωσι τα πλοιάριά των θαλασσώσαντες μέχρι της οσφύος. Τότε συγχρόνως
+μέσα εις την γενναίαν αυτήν των στοιχείων αναταραχήν, ήρχισε να κτυπά και η
+καμπανίτσα της Παναγίας της Λημνιάς, ψηλά εις τον βράχον, πίσω εις της Πλάκαις,
+επαυξάνουσα τον κίνδυνον:</p>
+
+<p>&nbsp;— Νταν! Νταν! Νταν!</p>
+
+<p>Αι άγριαι του σιρόκου ριπαί, ως μυκηθμοί ταύρου ηχούσαι, αναλαμβάνουσαι
+τους ασθενείς της καμπανίτσας ήχους ως γόους μεμονωμένους, διέσπειραν αυτούς
+ανά το χωρίον, το οποίον ήτο πλέον ανάστατον· και ήκουες ανοίγματα θυρών και
+ήκουες βηματισμούς εσπευσμένους, και ήκουες κλαυθμούς νηπίων, ως να
+εισέβαλον αίφνης συμμορίαι πειρατών προς σύλησιν και απαγωγήν.</p>
+
+<p>Ο λιμήν ήτο πλήρης ανθρώπων, άλλων εν τη θαλάσση πεσόντων και άλλων
+θεωρούντων από της προκυμαίας, ή διδόντων παραγγέλματα σωτηρίας.</p>
+
+<p>Ο καπετάν Μήτρος, απόμαχος πλέον πλοίαρχος, πιασμένος τους πόδας,
+ακουμβισμένος ύπτιος επί του παραθύρου του κοντά εις την λυχνίαν, με το σιγάρο
+στο στόμα διαρκώς διέτασσε :</p>
+
+<p>&nbsp;— Σία! . . . Άλλα! . . . αβάρα! . . .</p>
+
+<p>Εν ώ τα φαναράκια των σπευδόντων εις τον λιμένα αναιβοκατέβαινον.</p>
+
+<p>Ούτως αι κραυγαί των νησιωτών των εν τω λιμένι, οι ολολυγμοί των γυναικών,
+αίτινες έκλαιον επάνω εις τον βράχον, οι θρήνοι των παιδίων, όλα απετέλουν
+συμφυρμόν επώδυνον μέσα εις την βαθείαν του μεσονυκτίου σκοτίαν, τον οποίον
+καθίστα πικρότερον ό ήχος της καμπανίτσας της Παναγίας της Λημνιάς,
+σημαινούσης ακόμη την παράκλησιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νταν! Νταν! Νταν!</p>
+
+<p>Η Βγένα η καπετάνισσα ήτο οπού εσήμαινε με τόσην λαχτάρα την καμπανίτσα
+της Παναγίας της Λημνιάς, του καπετάν Βγενιού η σύζυγος, μια υψηλή και εύσωμος
+ανδρογυναίκα.</p>
+
+<p>Το σχοινάκι της καμπανίτσας ήτο υψηλά, συρμένον προς . . . τα ένδον του
+ναΐσκου, από μίαν οπήν επάνω-επάνω της πύλης, διά να μη τα φθάνουν τα παιδιά
+το βράδυ, και σημαίνουν ασκόπως εις τα παιχνίδια των, ανησυχούντα τον
+ιερέα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτού να το μαζεύης, Παϊσία! έλεγε προς την νεωκόρον ο ιερεύς, ο
+παπα-Λάμπρος, κ' εγώ με το ραβδί μου το φθάνω.</p>
+
+<p>Πράγματι εις τον εσπερινόν και τον όρθρον ο Παπα-Λάμπρος ένας κοντός και
+γηραλέος εφημέριος, αναβαίνων εις μίαν μεγάλην πέτραν, χρησιμεύουσαν εκεί ως
+σκαμνίον, το ετραβούσε με την στραβολεκίτσα του μετά κόπου πάντοτε,
+κινδυνεύων να εξαρθρωθή, και εσήμαινεν ήχους διακεκομμένους και
+κλαυθμηρούς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νταν! Νταν! Νταν! Νταν!</p>
+
+<p>Και η Βγένα η καπετάνισσα, υψηλή ως ήτο, το κατεβίβασεν ευκόλως με την χειρ
+της, και ήρχισε να σημαίνη εντρόμως και παλμικώς, σύμφωνα με τους τρομώδεις
+παλμούς της ταραχθείσης εκ του φόβου καρδίας της.</p>
+
+<p>Και συνάμα εψιθύριζε παραπονουμένη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Του είπα του βλοημένου. Κάτσε καπετάν Βγενιέ. Δεν μ' αρέσει ο
+καιρός. Θα ποδίσης και θα υποφέρης. Κάτσε. Ο βλοημένος δεν μ' άκουσε. Και ο
+καιρός έδειχνε από το μεσημέρι, πως ήτανε σκανδαλισμένος. Είδα εγώ τα θεμέλια·
+ήταν βουρκωμένα γύρω-γύρω.</p>
+
+<p>Και η καμπανίτσα εσήμαινε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Νταν! Νταν! Νταν!</p>
+
+<p>Συνήχθησαν μετ' ολίγον αρκεταί γυναίκες του χωρίου έντρομοι, με τας
+μανδήλας λυτάς, τυλιγμέναι 'ς τα σάλια, — πρωτοβρόχια Σεπτεμβρίου και ήτο
+υγρασία μεγάλη και ψύχρα εις την υγράν πολίχνην — βαστάζουσαι μπουκαλάκια
+με λάδι, βαστάζουσαι θυμιάματα και λαμπάδας. Η γρηά Μυρώδαινα είχε πέντε
+υιούς, όλους μπαρκαρισμένους. Έσπευσε με πέντε κεράκια να τ' ανάψη 'ς την
+Παναγία την Λημνιά. Η χήρα η Μισιργούδα είχε μια βρατσέρα κληρονομιά του
+μακαρίτη οπού είχε το πρωί αποπλεύσει διά την Κύμην και έσπευσε έντρομος, με
+λαδάκι:</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναγία 'ς το Πέλαγο! Παναγία 'ς το Πέλαγο!</p>
+
+<p>Εφάνη μετ' ολίγον ο γέρων ιερεύς, ο Παπα-Λάμπρος ερχόμενος, κοντός και
+πολιός, με τ' ασπροκίτρινα ως από λινάρι γένεια, κινδυνεύων ν' αναρπαγή ως
+αερόστατον υπό του ανέμου όστις είχεν ανασηκώσει τα ράσσα του προς την
+κεφαλήν του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έλα, παπά μου! εφώνησεν αμέσως η Βγένα η καπετάνισσα αφήσασα
+το σχοινίον με δύναμιν προς τα κάτω ώστε ήχησε πάλιν μονάχη της η καμπανίτσα:
+Νταν! Νταν!</p>
+
+<p>Η Βγένα, του καπετάν Βγενιού η σύζυγος, ήτο γνωστή διά την ευλάβειάν της εις
+όλον το χωρίον.</p>
+
+<p>Το μεγάλο ασημένιο στεφάνι της Παναγίας της Λημνιάς αυτή το είχεν
+αφιερώσει. Μίαν ολομέταξον ποδιάν άσπρην από βροχόν με λωράκια γαλάζια, διά
+το αναλόγιον της Παναγίας, αυτή την είχεν υφάνει. Ήτο η Παναγία η Λημνιά, η
+προστάτις της Βγένας και του χωρίου όλου. Εις κάθε κίνδυνον θαλάσσης, εις πάσαν
+τρικυμίαν αι νησιώτισσαι έτρεχαν να διαβάσουν παράκλησιν· και εισηκούοντο
+πολλάκις αι δεήσεις των, και έκαμπτον το θείον τα δάκρυά των. Στην επάνω
+γειτονιάν κτισμένη η εκκλησία σύρριζα εις τον βράχον του Σχοινά και κατέναντι του
+σιρόκου ήτο ως προπύργιον απόρθητον, θαρρείς, του ατιθάσσου ανέμου, του
+οποίου πολλάκις είχε διακόψει την βίαν και την ορμήν, όριον ηγιασμένον γαλήνης
+και σωτηρίας, ουχί μόνον διά τους εις τον λιμενίσκον εκείνον εισπλέοντας και
+ορμούντας, αλλά και διά τους μακράν εις τα πελάγη τα μεγάλα κινδυνεύοντας εις
+ώρας τρικυμιών ενώπιον των οποίων προσκαλουμένη παρίστατο η Παναγία η
+Λημνιά, άλλοτε ως φανός καθοδηγών εν μέσω των υφάλων, και άλλοτε ως
+ναύκληρος διατάσσων τα δέοντα, και άλλοτε ως κυβερνήτης πηδαλιούχος με την
+ακτινοβολούσαν ουράνιον αίγλην της περί την κεφαλήν, με το μεγάλον της
+πρόσωπον και τα μεγάλα της μάτια. Διά τούτο ήτο γεμάτη αφιερώματα η Παναγία
+η Λημνιά! Παιδάκια, χεράκια, ματάκια, όλα ασημένια, εκρέμοντο εκεί εκ σχοινίου
+μεταξωτού οριζοντίως επάνω εις την εικόνα προσδίδοντα αίγλην και λάμψιν
+θαυμαστήν. Αλλά προ πάντων ασημένια καραβάκια και βαρκίτσαις ήσαν εκεί εν
+μέσω των αναθημάτων. Το κόττερο του καπετάν Ανδρέα που εγλύτωσε σε μια
+σοροκάδα, σαν αυτή τώρα· γολέτα του καπετάν Μαΐστρου φορτωμένη κάρβουνα
+ολίγον έλειψε, να καή όταν έπιασαν φωτιά τα καρβουνάδικα στην Πόλι· η βάρκα
+του μπάρμπα Γιαννιού, οπού ανετράπη έξω από το λιμάνι από ένα σαγανάκι και
+δεν έπαθε τίποτε· όλα ήσαν εκεί εις την Παναγίαν την Λημνιάν αναθήματα. Ακόμα
+και ο γυιος του καπετάν Λούσου οπού έπεσε στην θάλασσαν και επρόφθασε να πη
+μόνον: «Παναγία μου Λημνιά μου» και αυτός ανέκειτο εκεί ασημένιος με
+ολόχρυσον το πρόσωπον σαν άγιος. Ήτο αρχαία εικών και μεγάλη η Παναγία η
+Λημνιά με το μεγάλο πρόσωπο και τα μεγάλα μάτια, την οποίαν είχον φέρει εις την
+νήσον ως εφέστιον αυτών λατρείαν εκ της μεγάλης Λήμνου αποικήσαντες ποτέ
+λήμνιοι εις την μικράν νήσον. Τρία μεγάλα πιθάρια είχαν χωμένα οι επίτροποι ως
+τον λαιμόν εις το υπόγειον διά το προσφερόμενον λάδι της Παναγίας της Λημνιάς,
+της οποίας η κανδήλα ήτον ακοίμητος. Από μόνον δε το απόκηρον ενός έτους
+συνετηρείτο κατά το πλείστον ο ναός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δόσε μου την Παναγίαν την Λημνιάν, Παϊσία μου! έλεγεν ο γέρων
+εφημέριος ο Παπά-Λάμπρος και δεν θέλω τίποτε άλλο.</p>
+
+<p>Αλλά μεταξύ όλων των αναθημάτων διέπρεπεν έν αργυρούν έκτυπον
+ευμέγεθες και τορευτόν και επίχρυσον, παριστάνον ένα πλοίαρχον εις τρεις
+διαφόρους στάσεις. Ασκεπής εδώ, με την κόμην φρίσσουσαν εν τω κινδύνω ίστατο
+όρθιος επί της πρύμνης του πλοιαρίου του, μιας βρατσέρας δώδεκα πήχεων, με το
+μακρουλόν ως αυγόν κεφάλι του, κρατών το πηδάλιον και αναβλέπων προς τα
+ιστία. Παρέκει, πεσμένος ο ασημένιος καπετάνιος εις το πέλαγος, εκολυμβούσε να
+σωθή μόλις ανατείνων την μακρουλήν κεφαλήν του από μέσα από τα κύματα ως
+κολοκύνθιον χρυσούν. Εις το άλλο ανάθημα το ανθρώπινον αποτύπωμα παρίστα
+κυβερνήτην σκεπτικόν, με την μακρουλήν κεφαλήν του πάντοτε, σκυθρωπόν
+ιστάμενον ενώπιον του τεταραγμένου πελάγους, εμπρός εις την πρώραν, ωσάν
+φιγούραν ξυλίνην από κάτω από τα φλόκια. Ήτο ο καπετάν Βγενιός, με την
+μακρουλήν ως αυγόν κεφαλήν αυτού, οπού τρεις φοραίς, εκινδύνευσε και τρεις
+φοραίς διεσώθη διά της θαυμασίας επισκιάσεως της Παναγίας της Λημνιάς. Αυτά
+δε και τα τρία εκτυπώματα, τα αργυρά και επίχρυσα, τα οποία τόσον πλουσίως
+εστόλιζαν την θαυματουργόν εικόνα, η Βγένα η καπετάνισσα τα παρήγγειλεν εις
+τον άριστον χρυσοχόον του χωρίου, τον Αποστόλην τον Χρυσοφόν, με τ' όνομα,
+όστις, κατ' απαίτησιν δεισιδαίμονα της Κυρά Βγένας, νύκτα μεσάνυκτα τα
+ειργάσθη, εις τρεις νύκτας συνεχείς, τόσας ώρας καθ' εκάστην δουλεύων αυτά
+όσον έφθανε να καώσι τα σαράντα κεράκια, όσα ήναπτεν εν τω οίκω της η Βγένα, η
+καπετάνισσα, γύρω-γύρω 'ς τον κοιτώνα της, εμπρός 'ς τα εικονίσματα δεομένη εν
+συνοδεία μυστηριώδει του χρυσοχόου του γείτονος, του οποίου το μικρόν σφυρίον
+ηκούετο κρουόμενον επί του αργύρου, ως να εκράτει το ίσον εις τας δεήσεις της
+προσευχομένης γυναικός.</p>
+
+<p>Εφόρεσεν αμέσως το επιτραχήλι του ο ιερεύς και εμπρός εις την Παναγίαν την
+Λημνιάν ήρχισε να διαβάζη την Παράκλησιν, από μέσα από το Αγιασματάριόν του,
+ένα παμπάλαιον βιβλίον πεποικιλμένον από τα κηροστάγματα, με την φωνήν
+τρομώδη και κλαυθμηράν, την οποίαν κλαυθμηροτέραν καθίστα ολονέν η
+κλαίουσα έξω τρικυμία και αι αδιάκοποι κραυγαί των νησιωτών, οίτινες έδραμον
+κάτω εις τον λιμένα να σώσουν τα κινδυνεύοντα πλοιάριά των, από τα οποία
+εγέμισεν ο λιμενίσκος, παρασυρθέντων ήδη από τα κύματα και των φελουκίων, τα
+οποία ήσαν συρμένα έξω εις την άμμον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς! απήγγελλεν ο ιερεύς εις την αρχήν
+εκάστου τροπαρίου της Παρακλήσεως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναΐτσα μου Λημνιά μου! επανελάμβανεν η Βγένα η καπετάνισσα,
+κύπτουσα μέχρι του μαρμαρίνου του ναΐσκου εδάφους, εν μέσω των άλλων
+γυναικών προεξάρχουσα, αίτινες την εμιμούντο εις όλα, εις τας αναφωνήσεις, εις
+τας γονυκλισίας, εις την συγκίνησιν, ενώ τα παραθυρόφυλλα εσείοντο υπό των
+αγρίων του ανέμου ριπών να καταπέσουν μαζί με τους ρεζέδες, η δε στέγη
+ανεταράσσετο ν' αναρπαγή εις τον αιθέρα υψηλά μαζί με τας κεράμους της, αι
+οποίαι συνεκρούοντο μετακινούμεναι, ως να ειργάζοντο μαΐστορες ξανασυρταί
+επάνω, και αναρπαζόμεναι ενίοτε κατέπιπτον εις την εγγύς μικράν πλατείαν ή
+εθραύοντο με κρότους μεμονωμένους και τρομακτικούς, με απήχημα θλιβερόν
+θραυομένων αγγείων επί κηδεία νεκρού.</p>
+
+<p>Από έν δελόφρακτον κατέναντι παράθυρον όπισθεν του δεξιού χορού,
+εφαίνετο το πέλαγος μαύρον και απειλητικόν, ο δε παπα-Λάμπρος στρέφων συχνά-
+συχνά εκεί τα όμματα, εκύτταζε με τα γυιλιά του τα μεγάλα και σείων την κεφαλήν
+του εν απελπισία εξηκολούθει την Παράκλησιν.</p>
+
+<p>«Των παθών μου τον τάραχον η τον Κυβερνήτην τεκούσα Κύριον και τον
+κλύδωνα κατεύνασον . . . . .»</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναΐτσα μου Λημνιά μου! Επήδεν η Βγένα, προεξάρχουσα πάντοτε
+των δεομένων γυναικών, ανάψασα ήδη μίαν μεγάλην λαμπάδα, της οποίας το μέγα
+φως κινούμενον σπασμωδικώς υπό του ανέμου, ωρυομένου διαρκώς διά των
+χασμάδων των παραθύρων, προσέδιδε μίαν μυστηριώδη και υπερφυσικήν κίνησιν
+εις την Αγίαν Εικόνα, ήτις ενόμιζες ότι εσαλεύετο υπό των κυμάτων άλλοτε
+υψουμένη επί της κορυφής αυτών, και άλλοτε βυθιζομένη εις το σκοτεινόν
+κοίλωμά των.</p>
+
+<p>Ήρχοντο στιγμαί πολλάκις μεγαλοπρεπείς εν τη μανία του υγρού στοιχείου,
+οπού καθώς διά του υελοφράκτου παραθύρου διεκρίνοντο τα φουσκωμένα εκείνα
+κύματα, με όλον τον αναιβοκαταιβαίνοντα σάλον του πελάγους, εφαίνετο ότι
+ολόκληρος ο ναΐσκος της Παναγίας της Λημνιάς εκεί επάνω εις την άκραν του
+βράχου οπού ήτο — παρασυρθείς υπό των κυμάτων, ως πλοίον απολέσαν τας
+αγκύρας του, εσαλεύετο επ' αυτών, βαίνον ταχέως προς τον καταποντισμόν. Και
+όταν εις τας στιγμάς εκείνας τας μεγαλοπρεπείς εσήμαινεν η καμπανίτσα του υπό
+του ανέμου κινουμένη, θαρρείς κ' εκρούετο ο κώδων μπάρκου κλυδωνιζομένου,
+αναγγέλλων τον κίνδυνον.</p>
+
+<p>Ήδη αληθινοί θρήνοι έφθανον εκ του λιμένος επάνω εις τον βράχον του
+ναΐσκου. Η βοή του σιρόκου η ακατάβλητος εκόμιζε τώρα μέσα εις τον ναΐσκον
+λυγμούς και θρήνους, εκόμιζε και των ναυαγίων τα τριξίματα, τα οποία ριπτόμενα
+κατά του μαρμαρίνου κρηπιδώματος του λιμένος εκρότουν θραυόμενα.</p>
+
+<p>Η τρικυμία επεκταθείσα είχεν εισορμήσει πλέον μέσα εις την πόλιν εν
+πλημμύρα φοβερά. Αι γυναίκες των πρώτων επί της παραλίας οικίσκων εκάλουν
+βοήθειαν, να προφθάσουν τα ύδατα, τα οποία ήρχισαν να εισρέουν εις τα κατώγια
+με κίνδυνον κατακλυσμού.</p>
+
+<p>Κλαύματα παιδίων, τα οποία έντρομα επετάχθησαν έξω γυμνά και φοβισμένα,
+επικλήσεις μητέρων, κραυγαί ανθρώπων από τα μαγαζεία, οπού τα ύδατα της
+θαλάσσης εισρεύσαντα ήρχισαν να παρασύρουν τα βαρέλια του οίνου και των
+σαρδελών ως φελούκια, αι φωναί των γρυπαράδων, οίτινες επάλαιον ακόμη
+άπρακτοι να σώσουν την τράταν ημιλυθείσαν εις τα ζυγώματα, ο πονετικός θρήνος
+του μπάρμπα Γιαννιού, του οποίου εθραύσθη διαλυθείσα ολοτελώς η βαρκίτσα
+του η ψαράδικη κ' έκλαιε! αχ! μωρέ παιδιά! όλα αυτά τα φοβερά απηχήματα
+έφθανον εις τον ναόν μέσα οπού ο γηραιός ιερεύς ασκεπής πλέον, με τα άσπρα
+σαν λιναρίσια μαλλιά του και τα άσπρα σαν λιναρίσια γένεια του, εξηκολούθει τα
+τροπάρια της παρακλήσεως με τόνον επιτακτικόν ανθρώπου ευρισκομένου κάτω
+εις τον λιμένα, εν τω κέντρω των καταστροφών.</p>
+
+<p>«Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε . .»</p>
+
+<p>Και ανεγίγνωσκε τώρα το Ευαγγέλιον, ότε μία άλλη φωνή κινδύνου ως θρήνος
+μακρυνός πνιγομένου εξήγειρε την Βγέναν την καπετάνισσαν, κύπτουσαν εκεί υπό
+το αγιασματάριον του ιερέως και βαστάζουσαν επί της κεφαλής της το
+επιτραχήλιόν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρρόδο, καπετάν Βγενιέ! αρρόδο!</p>
+
+<p>Εγερθείσα εν τω άμα εστάθη προς στιγμήν ακίνητος με τα μεγάλα μάτια της η
+Βγένα, η καπετάνισσα, υψηλή και εύσωμος γυνή, ατενώς προβλέπουσα τα μεγάλα
+της Παναγίας της Λημνιάς μάτια, τα οποία ήσαν τα μόνα ακίνητα τόσην ώραν εκεί
+οπού όλα εκινούντο φρίσσοντα υπό τας τρομώδεις του ανέμου πνοάς. Εστάθη
+ακίνητος με τα ακίνητα μάτια της, σαν να ωμίλει με τ' ακίνητα της εικόνος
+μάτια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρρόδο, καπετάν Βγενιέ! αρρόδο όσο μπορείς! . .</p>
+
+<p>Επετάχθη τότε όλη βλέπουσα προς το παράθυρον όθεν εφαίνετο το πέλαγος.
+Εσκέφθη να φύγη αμέσως αλλά πώς ναφήση την παράκλησιν, αμαρτία της
+εφαίνετο, εν ώ ο παπα-Λάμπρος επροχώρει προς το τέλος ψάλλων τώρα τα
+Μεγαλυνάρια και θυμιάζων γύρω τον ναόν και τας γυναίκας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γρήγορα, παπά μου, κάμε γρήγορα, θα σώσω!</p>
+
+<p>Και έκαμνεν σταυρούς και μετάνοιαις, έβλεπε και από το παράθυρον δύο
+σκοτεινόμαυρα πράγματα οπού αναιβοκατέβαινον προ της εισόδου του λιμένος,
+θέλοντα να εισπλέσουν και παρασυρόμενα πότε υψούμενα ως δύο ιστία ανοικτά
+πλην έτοιμα να καταβιβασθώσι, και πότε αφανιζόμενα. Ο όγκος ο πέτρινος του
+Μπουρτζίου διεγράφετο φοβερός εκεί πλησίον των. Και όπισθεν — πάλιν άλλος
+όγκος πέτρινος, ο μώλος του Σχοινά, εσχημάτιζε την είσοδον του ενός λιμένος ως
+σιαγών ορθάνοικτος να τρακανίση παν το οποίον έμελλε να εμφανισθή εκεί, βορά
+τρισαθλία.</p>
+
+<p>Αυτήν την φοράν η κραυγή ουδόλως διέφερε του θρήνου· τόσον έτρεμεν η
+κραυγάζουσα φωνή!</p>
+
+<p>&nbsp;— . . . . «Δέξαι παρακλήσεις αναξίων σων οικετών . . .» έψαλλεν ο
+ιερεύς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναγία μου! ανεφώνησεν η Βγένα η καπετάνισσα, ήτις είχε στυλωθή
+παρά την θυρίδα και ήκουε καθαρά πλέον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο καπετάν Βγενιός, παπά μου, η βρατσέρα μας επάνω εις τον μώλον
+του Σχοινά! Να, τα πανάκια της! Να, το φαναράκι της αναμμένο! Παναγιά μου
+Λημνιά μου!</p>
+
+<p>Και ετέντωσε καλώς τα μάτια της η δεομένη, προσπαθούσα κάτι άλλο ακόμη να
+διακρίνη. Αι άλλαι γυναίκες την εκύκλωσαν, και ιδούσαι το πέλαγος εφώνησαν και
+εκείναι αλαλάξασαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναγία μου! Λημνιά μου!</p>
+
+<p>&nbsp;— Βάρδα από τον Μώλο, καπετάν Βγενιέ!</p>
+
+<p>Ηκούσθη πάλιν η θρηνώδης εκείνη κραυγή του καπετάν Μήτρου οπού από το
+παράθυρόν του, παλαιός αυτός καπετάνιος, διέτασσεν.</p>
+
+<p>«— Πάντων προστατεύεις αγαθή . . . . .</p>
+
+<p>Έψαλλε θρηνητικώτατα τώρα ο εφημέριος, κάμνων ακόμη και τας συνήθεις εις
+το τέλος της παρακλήσεως γονυκλισίας. Αι γυναίκες τον εμιμήθησαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναΐτσα μου! Λημνιά μου! Εδέετο η Βγένα η καπετάνισσα και
+εκραύγαζεν: — Η βρατσέρα μου! αυτή είναι . . . . Αυτή είναι.</p>
+
+<p>Και ατενίζουσα ολονέν προς τον λιμένα, εις μίαν αίφνης αναλάμψασαν
+αστραπήν ανεφώνησεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο καπετάν Βγενιός! Πίσω στην πρύμη, ξεσκούφωτος, με το μακρουλό
+κεφάλι του, μούσκεμα. Γεμάτη νερό η κουβέρτα . . . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— . . . . Και λύτρωσον ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως . . .»</p>
+
+<p>Εξηκολούθει ο ιερεύς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! πάει! θα πέση 'ς τον Μώλο! Δεν θα καβαντσάρη!</p>
+
+<p>&nbsp;— Κουράγιο, καπετάν Βγενιέ. Μη φοβάσαι! Μη φοβάσαι, καπετάν
+Βγενιέ!</p>
+
+<p>Ηκούσθη πάλιν από του λιμένος φωνή· η φωνή του καπετάν Μήτρου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύττα, παπά μου! Κύττα και συ! διέκοψε κατά τας τελευταίας
+αιτήσεις η δεομένη την παράκλησιν, και σπεύδουσα να εξέλθη και πάλιν
+επιστρέφουσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν βλέπω, παιδί μου! υπέλαβεν ο γέρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά! εκεί δα εκείνα τα δυο πανάκια. Αχ! . . . Θα πέση επάνω 'ςτο
+Μπούρτσι! Νά, ο καπετάν Βγενιός! πιστίλι, μούσκεμα! Δεν του το είπα του
+βλουημένου!; . . .</p>
+
+<p>Και σταυροκοπουμένη και γονυπετούσα εδέετο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναγία μου!</p>
+
+<p>Την στιγμήν εκείνην ελαφρά και ηπίως, ως κρουσθείς άργυρος, έτριξεν η
+Παναγία η Λημνιά με όλα τα ασημικά της χαρίσματα.</p>
+
+<p>Μίαν λάμψιν εφάνη ότι άφησαν τα μεγάλα τα μάτια της τα αμυγδαλωτά,
+λάμψιν συγχυσθείσαν με την επαναληφθείσαν αστραπήν, και η βρατσέρα η
+κινδυνεύουσα εχάθη με τα δύο πανάκια της πίσω από τον πέτρινον όγκον του
+Μπουρτζίου.</p>
+
+<p>Εκεί δε οπού τόσην ώραν αναιβοκατέβαιναν τα δύο διάβροχα ιστία, μόνον τα
+μεγάλα και φουσκωμένα κύματα εσάλευαν πλέον, ωθούμενα προς τα έξω και
+συγκλονίζοντα την Βγέναν την καπετάνισσαν ως οικτρόν ναυάγιον να την ρίψουσι,
+θαρρείς, προς τους βράχους.</p>
+
+
+<p>&nbsp;— Θα τρέξω κάτω, παπά μου! Είπεν έκφρων η Βγένα η
+καπετάνισσα.</p>
+
+<p>Και αληθώς έκαμε κίνησιν βιαίαν τώρα να σπεύση εις τον λιμένα, αλλ' από την
+ευλάβειάν της ανεκόπη πάλιν να τελειώση η παράκλησις, ήτις πράγματι ετελείωνε
+πλέον, ότε και η κυρά Βγένα σαν αστραπή έγεινεν άφαντος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κουράγιο, καπετάν Βγενιέ! ενεθάρρυνε πάλιν ο καπετάν Μήτρος.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Και ιδού όπισθεν του Μπουρτζίου, εις τον δεύτερον λιμένα, όστις δεν
+προσεβάλλετο υπό του σιρόκου, προέβαινεν ανασουσουρωμένη ως όρνις μετά την
+αλεκτορομαχίαν η βρατσέρα του καπετάν Βγενιού, ήτις προβάσα ακόμη ολίγον εις
+μέρος υπήνεμον, ηγκυροβόλησε με τας δύο αγκυρίτσας της.</p>
+
+<p>Ο κρότος της αγκυροβολήσεως έφθασεν επάνω γλυκύς και ιλαρός ως μολπή
+ευφρόσυνος της σωτηρίας.</p>
+
+<p>Τότε και ο γέρων ιερεύς έλεγε το «Δι' ευχών» ενώπιον της εικόνος της Παναγίας
+της Λημνιάς, ήτις, ακίνητος πάντοτε, με τα μεγάλα μάτια της, φορτωμένη τ'
+ασημικά της εκυριάρχει, Δέσποινα απροσμάχητος, εν μέσω του ωρυομένου
+εκείνου σάλου του υγρού στοιχείου, όπερ εξηκολούθει ολονέν να μυκάται και να
+απειλή, ανακινούν τον λιμένα και την καμπανίτσαν της Εκκλησίας της, ήτις
+εγλυκοκελάδει ακόμη κατά διαλείμματα άλλας παρακλήσεις άλλων γυναικών!</p>
+
+<p>&nbsp;— Νταν! Νταν! Νταν!</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ<br />
+(1907)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Είχε διαβάσει εις το Ευαγγέλιον, αλλά και πολλαίς φοραίς του εξηγούσεν ο
+μακαρίτης ο Γέροντας, ο πνευματικός της νήσου, με τα μεγάλα μάτια και την
+χονδρήν φωνήν, πως η ψυχή είνε πλέον πολύτιμον πράγμα από το σώμα, και, αν
+την χάση κανείς, με τίποτε πλέον, ουδέ με τον κόσμον όλον, δεν ημπορεί να την
+εξαγοράση . . . Το επίστευεν αυτό, και περισσότερον ακόμα επίστευε την φωνήν
+του Γέροντα, οπού χονδρά-χονδρά αντηχούσεν έως μέσα εις την καρδίαν του
+πάντοτε:</p>
+
+<p>&nbsp;— «Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; . . .»</p>
+
+<p>Διά τούτο ο Γεωργάκης της Λιμπέρταινας δεν ελυπήθη τόσον, όταν έμαθε τον
+θάνατον της μητέρας του, όσον τώρα, οπού εξημέρωνε το ψυχοσάββατον, το
+πρώτον ψυχοσάββατον, μετά τον θάνατόν της. Η σκούνα, με την οποίαν
+εμπαρκάρισεν ως ναύκληρος, ήτο αραγμένη εις μίαν έρημον ακτήν, παρά την
+είσοδον του Ελλησπόντου, από παρακαιρόν. Είχον φορτώσει τούβλα από τη
+Μασσαλίαν, προωρισμένα διά τον σιδηρόδρομον της Ανατολής, τα οποία έπρεπε
+να παραδώσουν εις Νικομήδειαν, και εξ αιτίας ισχυρών βορείων ανέμων
+εχασομερούσαν τώρα τόσαις ημέραις έξω από το Σιτλί-Μπαχάρ.</p>
+
+<p>Από το πρωί ακόμα, την Παρασκευήν, σαν εκύτταξε την Σύνοψιν, επάνω εις την
+πρωινήν του προσευχήν, τον κατέλαβε μία βαθυτάτη μελαγχολία, όταν είδε πώς
+εξημέρωνε ψυχοσάββατον εις την ερημίαν εκείνην, τόσον, οπού ελησμόνησε να
+δώση εργασίαν εις το πλήρωμα. Και σαν να του κακοφάνη ολίγον του πλοιάρχου,
+όστις ήτο αγανακτισμένος και από τον καιρόν. Αλλά καλόβολος φυσικά, ως ήτο, ο
+καπετάν Γιάννης και ανοιχτόκαρδος, δεν τον ήλεγξε πολύ πικρά τον νεαρόν
+ναύκληρον, γιατί τον εγνώριζε «περήφανον στη δουλειά του» πάντοτε. Αλλ' όταν,
+εξελθών από το καμάρι πίσω αφού έπιε τον καφέ του, είδε τους ναύτας να
+ξετινάζουν τα ράντσα των, τας κρεμαστάς των κλίνας, είπε προς τον λοστρόμον του,
+όστις ακκουμβισμένος επάνω εις την κωπαστήν παρηκολούθει τα κυλιόμενα πέραν
+αγρίως λευκά κύματα του Αιγαίου:</p>
+
+<p>&nbsp;— Θυμήθηκες πάλι την μάννα σου! . .</p>
+
+<p>Τούτο ήρκεσεν εις τον αγαθόν ναύκληρον να συνέλθη, να εννοήση το σφάλμα
+του και να προχωρήση προς την πρώραν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, εψιθύρισεν ο καπετάν Γιάννης τότε,
+ανάπτων το τσιγάρον του, και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Καμμιά φορά όμως έχουν την ανάγκην μας και οι πεθαμένοι,
+υπέλαβεν ο νεαρός ναύκληρος με κάποιαν συστολήν.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον επί κεφαλής του πληρώματος ο Γιωργάκης, ο ναύκληρος, ειργάζετο
+εις την συρραφήν μιας παλαιάς εσχισμένης μπούμας του πλοίου, την οποίαν είχον
+απλώσει επί του καταστρώματος. Συχνά δε ίστατο, με την σακκορράφαν την
+χονδρήν εις χείρας, βλέπων προς τους ιστούς επάνω περίφροντις μάλλον ή
+αφηρημένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα της βράσουν τάχα κανένα πιατάκι κόλλυβα; διελογίζετο. Ποιος να
+φροντίση! Εκεί οπού στην αράδα θα λάμπουν στολισμένα τα κόλλυβα όλων των
+πεθαμένων του χωριού, εις την ενορίαν μας, αποκάτω από την εικόνα του Χριστού,
+κάθε ένα με το κεράκι του, κάθε ένα με τους χρωματιστούς του φιόγκους, θα είναι
+μαζί και το δικό της το πιατάκι, ευμορφοστολισμένο, με σταφίδες, με κουφέτα, με
+γαρύφαλα, με βαρακωμέναις μαντζουράναις και αρμπαρόρριζαις; Και δίπλα θα
+είναι και το καλό το σαμδανάκι μας, με μια λαμπαδίτσα κίτρινη, με μαύραις
+κορδέλλαις; Ποιος να σου τα κάμη αυτά, πτωχή μου μαννούλα! Θα σου ζυμώσουν
+τουλάχιστον καμμιά λειτουργιά; θα σε μνημονεύση κανένας παπάς;</p>
+
+<p>Και προσεπάθει να κρύψη τα μάτια του, οπού άρχισαν να βουρκώνουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! παιδιά! Ως το μεσημέρι να την ξενετάρωμε! απέτεινε τότε
+παρακέλευσιν προς τους ναύτας, οπού γύρω γύρω συνέρραπτον το παλαιόν εκείνο
+ιστίον, ο καθένας με την σακκορράφαν του και με το πέτσινο γάντι του.</p>
+
+<p>Και πάλιν ίστατο σιωπηλός, βαστάζων ακίνητον την σακκορράφαν του και
+βλέπων προς τους ιστούς:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να σου κάμη και η καϋμένη η 'ξαδέλφη μου, η μόνη συγγένισσά
+μου! Τι να σου κάμη η φτωχή και αυτή! διελογίζετο τότε ο Γιωργάκης της
+Λιμπέριαινας, συνεχίζων τας σκέψεις του, τι να σου κάμη η ξενοδουλεύτρα!
+Αδειάζει κι' αυτή, οπού και εις τον ύπνο της ακόμα πλέκει την κάλτσα της κινούσα
+τα χέρια της! . . .</p>
+
+<p>Και ανεστέναξε βαθέως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ήμουν ταχυά κι' εγώ στην Παναγία την Λημνιά, τη ενορία μας,
+ταχυά το ψυχοσάββατο! Τι κόλλυβα σωρό, οπού θα πάνε για όλους τους
+πεθαμένους! . . .</p>
+
+<p>Και μετ' ολίγον:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ήμαστε το ελάχιστο σε κανένα λιμάνι απόψε, σε καμμιά σκάλα,
+νάβγω να πάω στην εκκλησιά ταχυά το ψυχοσάββατο! . . . Να σου ανάψω ένα
+κεράκι το ελάχιστο! . . .</p>
+
+<p>Και του ήλθε τότε εις την ανάμνησιν το τελευταίον γράμμα της εξαδέλφης του,
+οπού του έγραφε για τον θάνατον της μητέρας του, στην Μαρσίλια· εκεί οπού
+φόρτωναν τα τούβλα· το είχε μέσα εις το κόρφο του, σαν φυλακτό, το γράμμα
+εκείνο, και το είχε μάθει απόξω νεράκι;</p>
+
+<p>&nbsp;— Όταν θάφευγες, του έγραφεν η Λουξανιώ, η εξαδέλφη του, ήταν
+χαρούμενη· θυμάσαι με πόσαις ευχαίς και με πόσαις χαραίς σε κατευώδωσε. Σαν
+να μη ήθελε να πονέσης εις τον υστερνόν σου εκείνον μισεμόν. Σαν νάξευρεν ότι
+για τελευταία φορά σε έβλεπε, και ήθελε με χαρά να σ' αποχαιρετίση, για νάχης
+για πάντα ως ευχή της, την χαρά. Την είδες! την θυμάσαι! Ελαβε δύναμιν, σαν από
+άνωθεν. Εσηκώθη επάνω, οπού είχε μήνες να σηκωθή από το στρώμα, και σου
+έσφιξε το χέρι και σ' εφίλησε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Στο καλό, παιδί μου! την ευχή μου, παιδί μου! Δεξιά και αριστερά η
+ευτυχίαις να σου έρχωνται, παιδί μου! . . .</p>
+
+<p>Εσταμάτησεν εδώ τας αναμνήσεις του ο Γιωργάκης βουρκωμένος, και έσκυψε
+μέσα εις τον κόλπον του, προσποιηθείς ότι κάτι εμβήκε μέσα εις το μάτι του, διά να
+μη εννοήσουν οι ναύται.</p>
+
+<p>Έπειτα πάλιν εξηκολούθησε την αποστήθισιν της επιστολής:</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν κατέβηκες την σκάλα, να την έβλεπες! Πού ευρέθηκεν εκείνη η
+δύναμι! Θυμήθηκε τα νειάτα της. Επανεκάθησε στο παραθύρι για να σε
+καμαρώση:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί, από πού θα ξαγναντίση το παιδάκι μου;! . . Από το παραθύρι της
+σαλίτσας εφαίνετο μια γωνίτσα του λιμανιού. Εκύτταζε και έλεγε, εις τα χαμένα,
+έτσι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Στο καλό, παιδί μου! στο καλό! Δεξιά και αριστερά! . . .</p>
+
+<p>Αλλά προς το βράδυ ο καιρός εχάλασε. Χειμώνας, βλέπεις.</p>
+
+<p>Επήρεν ένας κρύος μαΐστρος! Χιονιά δυνατή! Εγονάτισε τότε μπροστά εις την
+Παναγίτσα μας, την Τριχειρούσα, κ' έκλαιεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί, Λουξανιώ, πώς τάφησα το παιδάκι μου και μούφυγε! Πώς
+τώκαμα αυτοδά, αρί. Δεν το κρατούσες, αρί να μη φύγη το παιδάκι μου; Δεν το
+κρατούσα, μαθές! . .</p>
+
+<p>Κ' έκαμε μετάνοιαις εις την Παναγίτσα μας, κ' έκλαιε κλάματα κ' εφώναξε
+δυνατά:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μ' έπαιρνες κι' εμένα μαζί . . .</p>
+
+<p>Αλλ' επί τέλους επροδόθη ο ναύκληρος. Είδαν οι ναύται γύρω-γύρω τα
+βουρκωμένα τα μάτια του και ένας γεροντονιός, κοντός και καμπουράκος, με την
+κομμένη μύτη, οπού του την επήρε το διάκι σε μια φορτούνα, ο Καπότας, λέγει
+συνηθισμένος να παρεμβαίνη παντού:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλήθεια, κυρ Γιωργάκη, σχωρέθηκε η γρηά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα! απήντησε καταπίνων δύο λυγμούς ο Γιωργάκης της
+Λιμπέριαινας και περνών νέον σπάγγον εις την σακκορράφαν του, δέκα μέραις
+ύστερα οπού φύγαμε για την Μαρσίλια. Δεν σας τώπα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Θεός σχωρέστηνε! επανέλαβεν ο Καπότας με την έρρινον πάντοτε
+φωνήν του· καλή γρηούλα!</p>
+
+<p>Και προσέθηκε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι οργή Θεού, κυρ Γιωργάκη! Να μη είμαστε σε καμμιά σκάλα να
+της πας αύριο ένα πιατάκι κόλλυβα, που ξημερώνει, κατάλαβες, ψυχοσάββατο! . . .
+ένα κεράκι να της ανάψης, κατάλαβες . . .</p>
+
+<p>Η υπενθύμισις αύτη ήτο έλαιον εις την πυράν. Εξήναψεν ο πόνος του πάλιν. Δεν
+εβάσταξε πλέον. Επέρασε την σακκορράφαν του εις μίαν πτυχήν του ιστίου και
+εγερθείς μετέβη εις το μαγειρείον ν' ανάψη ένα τσιγάρο, ως είπεν.</p>
+
+<p>Ο μάγειρος, ένας νέος τσεσμελής, ένας ηλιοκαμένος και θαλασσοψημένος
+πρώην τρατάρης, μ' ένα άσπρο τουλουπάνι περί τον ναυτικόν του κούκου, χωμένος
+μέσα εις το ξύλινον οίκημα του μαγειρείου, εσυγύριζε τη φασολάδα για το
+«τσούρμο» και συγχρόνως εκαθάριζε σιτάρι διά τον καφέ, έτσι από καλωσύνη του
+και όχι από φιλάργυρον ιδιοτέλειαν, γιατί βλάπτει ο καθαρός καφές — έλεγεν εις
+τους ναύτας — στα νεύρα.</p>
+
+<p>Το σιτάρι ήτο όντως εύμορφον, μεγαλόκοκκον και χρυσόξανθον, σιτάρι της
+Αίνου, κ' εκίνησεν αμέσως την προσοχήν του ναυκλήρου, όστις εκόλλησε, θαρρείς,
+επάνω λαίμαργον το βλέμμα του. Ολίγον κατ' ολίγον ήρχισε τα πραΰνεται τότε η
+ανήσυχος μορφή του. Η ψυχή του εγαληνίασε, και εις τους οφθαλμούς του τους
+θαμβούς έλαμψαν αίφνης αστραπαί παραμυθίας . . .</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Και ήτο αληθινά αξιαγάπητος η κυρά Λιμπέριαινα, μία γυναίκα φιλάσθενος,
+κοντή και ξηραγγιανή, μία γερόντισσα, να είπωμεν, πλέον, οπού επέρασε την ζωήν
+της πολύ σεμνά και πολύ ταπεινά, χωρίς να ενοχλήση εις το παραμικρόν ποτέ τον
+άλλον. Ύστερα από ένα ταχυθάνατον γάμον της ουδέ εφαίνετο ποτέ έξω, κλεισμένη
+εις τον οικίσκον της μέσα, αυτή με την μακράν της χηρείαν, εν προσευχαίς και
+νηστείαις διάγουσα, ως άλλη Άννα Φανουήλ, και μόνον εις την γειτονικήν της
+Εκκλησίαν της Παναγίας της Λημνιάς επήγαινε σκυφτή- σκυφτή πρωί και βράδυ,
+παρακολουθούσα τους εσπερινούς και τους όρθρους, ως κανδηλανάπτρια. μ' ένα
+σάλι μαύρο σκεπασμένη. Αν είχε καμμίαν χαράν, η χαρά της ήτο μόνον το
+μοσχαναθρεμμένο παιδί της, ο Γιωργάκης της, τον οποίον επτά μηνών βρέφος της
+τον άφησεν ο μακαρίτης ο πατέρας του, ο καπετάν Λιμπέριος, ένας φιλήσυχος
+μικροκαπετάνιος, οπού απέθανε την ίδια νύκτα με το κότερό του, ένα εύμορφο και
+γλήγορο κότερο, οπού το πονούσε και από την γυναίκα του περισσότερον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βοηθάτε με, για το Θεό, παιδιά! βοηθάτε με, εφώναζε την νύκτα
+εκείνην, οπού είχε σηκωθή μία αγρία παλαβονοτιά, αναστατώσασα όλον τον
+λιμένα της μικράς νήσου, ο οποίος είνε εκτεθειμένος εις την μανίαν της.</p>
+
+<p>Ο καπετάν Λιμπέριος επάνω εις τον ύπνον του, εξαφνισθείς από τας αγρίας
+πνοάς του χειμερινού νότου εκείνου, κατέβη αμέσως εις τον λιμένα και εις ένα
+βράχον επάνω θαλασσωμένος, ξεσκούφωτος, και με τα άσπρο του εσώβρακον, σαν
+ο βρυκόλακας του λιμανιού, προσεπάθει να διασώση το ωραίον πλοιάριον, το
+οποίον παρασυρθέν είχε διπλαρώσει επάνω εις την βραχώδη ακτήν του
+λιμένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βοηθάτε με! έκλαιεν ολολύζων ο καπετάν Λιμπέριος μισοπνιγμένος
+μέσα εις τα αφρισμένα κύματα, και προσπαθών να πιάση από το μπαστούνι το
+κότερον, σαν παιδί από το χέρι, ο πτωχός, να το τραβήξη έξω . . .</p>
+
+<p>Αλλ' ένα τελευταίον κτύπημα του λεπτοκαμωμένου πλοίου επί των υφάλων
+εκεί διέλυσεν αυτό πάραυτα εις ξύλα και σχοινία, ότε και ο καπετάν Λιμπέριος
+έξαφνα, σαν να εγλίστρησεν, ευρέθη φαρδύς-πλατύς μέσα εις τα άγρια κύματα,
+συγκυλιόμενος και αυτός μετά των άλλων ναυαγίων, μέσα εις τους γοερούς
+γογγυτούς των αφρών και του ανέμου.</p>
+
+<p>Η πένθιμος είδησις την εύρε την κυρά Λιμπέριαιναν προσευχομένην,
+γονατιστήν, εμπρός εις την Τριχειρούσαν της, ενώ το παιδίον, το νήπιον,
+εκλαυθμύριζεν άυπνον μέσα εις την κούνιαν του παραδέρνον.</p>
+
+<p>Αλλ' είχε πλάτος καρδιάς η αξία όντως γυναίκα αυτή και διήλθε νικηφόρος την
+θλιβεράν χηρείαν της, αφιερωμένη εις την ανατροφήν του τέκνου της, το οποίον
+ήδη, έφηβος είκοσιπενταετής, ήτο ο καλύτερος ναύτης της νήσου και ο συμπαθής
+ναύκληρος της σκούνας του καπετάν Γιάννη, απέξω από το Σιτλί-Μπαχάρ . . .</p>
+
+<p>Εις το τελευταίον ταξείδι έμενε τρεις μήνας, σχεδόν όλον το φθινόπωρον, μαζί
+με την μητέρα του, η οποία υποφέρουσα από ένα επίπονον μαρασμόν είχε
+καταπέσει τελείως.</p>
+
+<p>Ο χειμών πολύ πρώιμα εκραγείς και με ασυνήθη βίαν το έτος εκείνο, είχεν
+αποκλείσει ολοτελώς την μικράν νήσον με τας συνεχείς θυέλλας του και τας
+τρικυμίας του, ολίγας ημέρας μετά τον εις την νήσον καταπλούν της σκούνας, ήτις
+φορτωμένη σίδηρα παλαιά κατέβαινεν από την Πόλιν, κατευθυνομένη εις
+Μασσαλίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλύτερα, μαννούλα μου, οπού όλο βρέχει και χιονίζει, και κάθομαι
+κοντά σου, εις την παραστιά . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Την ευχίτσα μου νάχης, παιδί μου. Δεξιά και αριστερά! . . .
+επανελάμβανεν η γερόντισα αντί πάσης άλλης ομιλίας.</p>
+
+<p>Κι' εσιώπα κατόπιν σιγήν μακράν και νεκρικήν, γυρμένη από το ένα πλευρόν εις
+το προσκέφαλόν της, παρά την εστίαν, και βλέπουσα ατενώς προς έν σημείον της
+οροφής, ως εν θεωρία μυστική των ησυχαστών της αρχαίας Λιβύης.</p>
+
+<p>Και ο Γιωργάκης, ο εύσωμος ναύτης, με τους κυανούς του οφθαλμούς, εν οις
+κατηυγάζετο, θαρρείς, το γλυκύ του Αιγαίου χρώμα, με ένα πρόσωπον στρογγύλον
+και πράον, στιλπνόν και άμωμον, ως η αθωότης, με μίαν χάριν άπλαστον και
+διαυγή, ως το νάμα του Ταξιάρχου μας, τρεις μήνας σχεδόν δεν απεμακρύνετο από
+το πενιχρόν κλινίδιον της μητρός του, ήτις γυρμένη, ως ήτο πάντοτε, του εφαίνετο
+σαν ζωγραφιά της Αγίας Φωτεινής της Σμύρνης, απαστράπτουσα αγάπην και
+στοργήν.</p>
+
+<p>Πρωί πρωί της άναπτε την φωτιάν και της έψηνε τον καφέ της, που της είχε
+φέρει από το ταξείδι, εωσού να ξημερώση καλά και έλθη η εξαδέλφη του, η
+Λουξανιώ, μία πτωχή και ηλικιωμένη ξενοδουλεύτρα, οπού η δουλειαίς δεν την
+άφησαν να πανδρευθή, για να της σκουπίση, να της ξετινάξη το μενδεράκι της, και
+να της μαγειρεύση έπειτα κανένα φαγάκι, έχουσα δίπλα της και τη δουλειά της, το
+ράψιμό της, καμμιά φορά και τα λανάρια της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μου λες τίποτα, μητέρα! έλεγε καμμιά φορά ο Γιωργάκης, θέλων
+να διακόπτη την θλιβεράν εκείνην της μητρός του σιωπήν, οπού τόσον τον έθλιβε.
+Δεν μ' ερωτάς τίποτα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να σ' πω, παιδί μου; να σε ζαλίζω! επανελάμβανε πάντοτε η γραία,
+χωρίς ν' αποσπάση από την μαυρισμένην οροφήν τους οφθαλμούς της,
+πλανωμένους, θαρρείς, εκεί επάνω εις καμμίαν εικόνα της φαντασίας της,
+κρεμασμένην εις κάποιαν μυστηριώδη της οροφής γωνίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καμμιά φορά όμως συνήρχετο. Η λήθη, η οποία την είχε σαβανώσει,
+ζωντανήν, διελύετο σιγά-σιγά, σαν να ξεδιπλώνετο κάτι από πάνω της, και τότε το
+ωχρόν χρώμα του προσώπου της ερρόδιζεν εύμορφα, ως όταν θέλη να βασιλεύση
+ο ήλιος. Μειδίαμα τότε εζωγραφίζετο εις τα σιωπηλά της χείλη, μειδίαμα ελαφρόν
+και γλυκύ, ως είναι γλυκύ το ηλιοβασίλευμα· οι οφθαλμοί της οι νεκροί εκείνοι και
+ακίνητοι, ως εξ υάλου ψεύτικοι, ανεζούσαν αίφνης κ' ελαμπύριζον κ' έπαιζον. Και
+τότε ενθυμείτο ότι υπάρχει, και ενθυμείτο ότι ζη. Ενθυμείτο ότι υπήρξε ποτε
+ομιλητική και διαχυτική, και ενθυμείτο τα αστεία της τότε και τα ωραία της τα
+δίστιχα· και υπανεγειρομένη από το ερημικόν κλινίδιόν της, εσπρώχνετο σιγά-σιγά
+προς την εστίαν, ως διά να συνδαυλίση την φωτιάν.</p>
+
+<p>Τότε, ως απαντώσα εις παλαιάς του Γιωργάκη ερωτήσεις, χθεσινάς και
+προχθεσινάς, έλεγε, μ' ένα πένθιμον όμως πάντοτε μειδίαμα, μειδίαμα φεύγοντος,
+αποχαιρετισμόν, θαρρείς, θλιβερόν προς την ζωήν και τον κόσμον:</p>
+
+<p class="poem"><i>Γαϊτάνι πλέκω<br />
+και δεν αδειάζω.<br />
+Σαν τ' αποπλέξω,<br />
+σε κουβεντιάζω.</i></p>
+
+<p>&nbsp;— Ανέζη τότε εν ταις ολίγαις στιγμαίς εκείναις της χαράς και της
+διαχύσεως εις τον στυγνόν εκείνον θάλαμον όλος ο κόσμος ο παρελθών, ένας πολύ
+ωραίος κόσμος, ως είναι ωραία η ζωή· ένας κόσμος εύχαρις και φαιδρός, οπού
+ακόμη δεν τον είχε σβήσει με την κρύαν σκιάν του το θλιβερόν γήρας.</p>
+
+<p>Και την έβλεπε τότε — εθάρρει — ο Γιωργάκης την μητέρα του νέαν ακόμη,
+φιλόπονον και ακούραστον, οπού ποτέ της δεν έλεγε, πως θα γηράση,
+αναιβοκαταιβαίνουσαν της σκάλαις, εις τα πρώτα της μακράς χηρείας της χρόνια,
+μαγειρεύουσαν, γελώσαν, προσπαίζουσαν. Την εφαντάζετο τότε την σεμνήν γραίαν
+κατά τας ευτυχείς εκείνας στιγμάς οπού του έλεγε τα τρυφερά δίστιχα, από τα
+οποία είχεν εις την μνήμην της ολόκληρον θησαυρόν, αλλά τον οποίον τώρα είχε
+θάψει τόσον βαθειά η πένθιμος νόσος. Την εφαντάζετο ανασκουμπωμένην και
+ολόχαρον, κατασκευάζουσαν εκείναις της ωραίαις λαχανόπητταις, οπού ήσαν
+γεμάταις με χαράν παρά με καυκαλίθραις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι έγιναν εκείνα τα χρόνια, μαννούλα μου!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι έγιναν εκείνα μαθές, παιδάκι μου! . . . Και τότε ίστατο και την
+έβλεπε και αυτός σιωπηλός και ακίνητος. Την εκύτταζεν, ως εν απορία προς το
+αιώνιον πρόβλημα της ζωής, το οποίον ιδού ανωρθούτο ενώπιόν του μαύρον, ως
+φάντασμα, ως ο σκελετός εκείνος με το δρέπανον . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Διατί να γηράσκωμεν! και διατί να αποθνήσκωμεν!</p>
+
+<p>&nbsp;— Όμως ευσεβής, ως ήτο, κ' ευλαβής χριστιανός, κατώρθωνεν ευκόλως
+να πραΰνη την ψυχήν του, παρηγορών εαυτόν και την μητέρα του με την μόνην
+αληθινήν παρηγορίαν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έννοια σου, μητέρα. Στην άλλη ζωή να είσαι καλά. Εκεί να περάσουμε
+καλά, εις την αιώνιον Βασιλείαν. Να ιδής εκεί χαραίς αληθιναίς, αθάναταις
+χαραίς.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>&nbsp;— Μετά το γεύμα ο καιρός έδειξε σημεία βελτιώσεως καταφανή· η
+Ανατολή ήρχισε να καθαρίζη από τα μαύρα εκείνα νέφη, τα οποία είχε τόσον πυκνά
+σωρεύσει επί του Αιγαίου ο μαΐστρος τόσας ημέρας πνέων. Η Θράκη εξ άλλου
+φαεινώς ελαμπύριζεν εις το χαμήλωμα εκείνο του ηλίου, τα δε άγρια του
+Ελλησπόντου κύματα κατέπιπτον ολονέν, εωσού το πέλαγος το Αιγαίον, ήρχισεν
+όλον γοητευτικώς να γαλανίζη· και από το βάθος του ορίζοντος, κάτω πολύ, και
+οπίσω από την Τένεδον, σημεία ελαφρά νοτίου ανέμου εσχηματίζοντο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βίρα, παιδιά, διέταξε μετ' ενθουσιασμού ο καπετάν-Γιάννης, ιδών τα
+καλά του καιρού προμηνύματα.</p>
+
+<p>Πάραυτα οι ναύται ευρέθησαν εις τας θέσεις των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ξεμουδιάσουμε λιγάκι, παιδιά! προσέθηκεν αμέσως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αλέστα! εφώναξε με την κομμένην μύτην του ο κοντός ο Καπότας,
+πεθαίνων για το τιμόνι, «να κάμνη τον καπετάνιο».</p>
+
+<p>Έκαμαν ένας-ένας οι ναύται τον σταυρόν τους· και ιδού η μπόμπα της σκούνας,
+με το βραχνόν και συχνοπιασμένον κύλισμά της, άρχισε να σύρη την άγκυραν,
+αφίνουσα ένα ασυνήθη σιδηρούν αντίλαλον εις την έρημον ακτήν με τον σκληρόν
+εκείνον ανασασμόν της.</p>
+
+
+<p>Ως πτηνά συγχρόνως, ανάλογοι ναύται εθεάθησαν επάνω εις τους εξαρτισμούς
+του πλοίου, το οποίον ιδού άνοιξεν ένα-ένα τα πανιά του, και ταλαντευθέν
+επιχαρίτως δεξιά και αριστερά εξεκίνησεν ελαφρά, ως πάπια ξεκολλήσασα πλέον
+από το έλος, αφού εξετίναξε με χαράν τα δυο κοντά πτεράκια της.</p>
+
+<p>Άφρισεν αμέσως εμπρός εις της μάσκαις της το θαλασσάκι, απ' εδώ και απ'
+εκεί, και μία ελικοειδής κίνησις συγχρόνως εσημειώθη επί της επιφανείας της
+θαλάσσης.</p>
+
+<p>Ο Καπότας, κοντός και κυφός, με την κομμένην μύτην, εκάθισεν αμέσως εις το
+τιμόνι, έχων τα μάτια του διαρκώς εις την κατέναντί του πυξίδα και σοβαρευόμενος
+με κωμικήν ακινησίαν. Ο καπετάν- Γιάννης καταχαρούμενος εφουμάριζεν εις την
+πρύμνην διασκευάζων με μίαν παράταξιν δελφίνων, υπερηφάνως εξελισσομένην
+προ του Ελλησπόντου, ο δε Γιωργάκης, αφηρημένος πάντοτε, ακκουμβών επάνω
+εις την κωπαστήν, έβλεπε με λαιμαργίαν ευλαβή ένα ερημοκκλησάκι, το οποίον
+κατάχρυσον εις το ηλιοβασίλευμα εστόλιζε την κορυφήν εκεί ενός λοφίσκου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φύσα, χρυσέ μου, φύσα! ηκούσθη ο καπετάν Γιάννης, αποτεινόμενος
+προς το ούριον αεράκι.</p>
+
+<p>Η σκούνα εμβαίνει ήδη εις τον Ελλήσποντον ως νύμφη εις την παστάδα. Αι
+πνοαί του μπάτη προσκόπτουσαι επί των ιστών της και των σχοινίων και των
+λοιπών του εξαρτισμού πλεγμάτων, αποτελούσιν ηδυπαθή αρμονίαν καλλιφώνου
+μουεζίνη, ψάλλοντος επί του μιναρέ το γλυκύτατον <span class="sp">κιντί</span>,
+του δειλινού την παθητικήν προσευχήν.</p>
+
+<p>Ιδού το Σιτλί-Μπαχάρ, το αληθινόν θαλάσσιον κλειδίον, επί της Θράκης,
+αποτόμως και ξηρώς κοπτομένης εις ακτάς τιτανώδεις. Ιδού από το άλλο μέρος και
+το Κουμ Καλέ επί της Ασίας, ήτις με τας μαλακάς και αβράς όχθας της, τας τόσον
+απαλώς πρασινοβαλούσας ήδη υπό την πρώιμον χλόην, θαρρείς κ' εκτείνεται
+ερωτικώς να χαιρετίση, ν' ασπασθή και εναγκαλισθή μίαν φοράν ακόμη την
+αγαπημένην αδελφήν της, την Ευρώπην, από την οποίαν την εξεχώρισαν αποτόμως
+εις την διάβασιν της, την κοπτεράν, η Δημιουργία.</p>
+
+<p>Την νύκτα εξηκολούθησεν ο ευνοϊκός άνεμος ισχυρότερος ακόμη. Και ουδέ
+παρέστη ανάγκη του ρυμουλκού, το οποίον καταγάλαζον μ' ένα πύρινον ζωνάρι
+είχε διπλαρώσει εις την σκούναν.</p>
+
+<p>Υπό τους αισίους αυτούς του πλου όρους ο καπετάν Γιάννης ευχαρίστως
+παρεχώρησε την ζητηθείσαν άδειαν εις τον λοστρόμον του, όστις ήθελησεν
+ενωρίτερον να καταβή εις το ράντζο του, ως είπε δικαιολογούμενος, να
+ησυχάση.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άιντε, και λιγώτερο να θυμάσαι τη μάννα σου! Όσο μπορείς
+λιγώτερο!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Την αυγήν, επάνω εις το γλυκοχάραμα, όταν πλέον ο βαρδιάνος της πρώρας
+ήρχισε να ξεχωρίζη τους μιναρέδες της Καλλιπόλεως, το πλήρωμα κατά πρόσκλησιν
+του ναυκλήρου, του Γιωργάκη της Λιμπέριαινας, παρέστη εις μίαν τρυφερωτάτην
+σκηνήν, η οποία αξίζει τωόντι τον κόπον μιας περιγραφής.</p>
+
+<p>Κάτω εις την πρώραν, εις την αίθουσαν των ναυτών, εκεί προ των εικονισμάτων
+του πληρώματος, οπού έκαιεν η ακοίμητος του πληρώματος της σκούνας κανδήλα,
+επάνω εις ένα τραπεζάκι εύμορφα ευτρεπισμένον, ένα πιάτο με κόλλυβα είχε
+τοποθετηθή με πολλήν στοργήν παρεσκευασμένον. Ήσαν κόλλυβα με χάριν και
+τρυφερότητα πολλήν στολισμένα. Είχον επιπασθή με στρώμα σακχάρεως, επί της
+οποίας ετέθησαν σταυροειδώς σταφίδες· κλωναράκια δύο ξηρού βασιλικού και
+μαντζουράνας συνεπλήρουν την όλην ευπρέπειαν με πολλήν σεμνότητα.</p>
+
+<p>Ένα κηρίον εμπηγμένον εις το μέσον ήτο αναμμένον. Ο Γιωργάκης της
+Λιμπέριαινας, με φωτιά τα μάτια του από την αγρυπνίαν και από τον μυστικόν της
+νυκτός θρήνον, ξεσκούφωτος κι' έχων έτοιμον θυμιατόν πήλινον, από εκείνα τα
+πρασινοκίτρινα του Τσανακαλέ, έκαμεν αμέσως τον σταυρόν του και ήρχισε να
+θυμιάζη τους ναύτας γύρω-γύρω αναγινώσκων συγχρόνως το Τρισάγιον και
+ψάλλων: «Μετά πνευμάτων δικαίων . . . . .». Οι ναύται καταπτοηθέντες αίφνης από
+της πρώτης εκείνης επιβολής, μεθ' ης παρέστη ενώπιον των οφθαλμών των, την
+εωθινήν εκείνην ώραν, η απροσδόκητος αυτή σκηνή του πένθους, έστησαν εν
+ευλαβεία κατανυκτική γύρω-γύρω, ως εις Εκκλησίαν. Απεκαλύφθησαν και ήρχισαν
+να κάμνουν τον σταυρόν των. Μερικοί και εδάκρυον παρακολουθούντες την
+πένθιμον εκείνην ψαλμωδίαν. Όταν δ' ο ναύκληρος ήρχισε να ψάλλη τελευταίον:
+«Μετά των Αγίων ανάπαυσον . . . ;» σιγά-σιγά με κλαίουσαν φωνήν, συχνά
+διακοπτομένην από τους λυγμούς της ψυχής του, οι ναύται δεν ημπόρεσαν να
+κρατηθούν από την συγκίνησιν και ανεκραύγασαν πάντες εν χορώ:</p>
+
+<p>&nbsp;— Θεός σχωρέστηνε! Θεός σχωρέστηνε! . . . Και την εμακάρισαν έπειτα
+με την καρδίαν των, αληθώς, τρώγοντες τα τόσον κατανυκτικώς αοράτως
+ευλογηθέντα κόλλυβα, τα οποία εις την ερημίαν εκείνην, καταμεσής εις το
+πέλαγος, είχε παρασκευάσει η ευλαβής προς την ψυχήν της μητρός του στοργή του
+συμπαθούς ναυκλήρου.</p>
+
+<p>Ο καπετάν Γιάννης παρασταθείς και αυτός περί το τέλος της ιεράς εκείνης
+σκηνής, της οποίας είχεν οσφρανθή το ευώδες θυμίαμα διασκορπισθέν από της
+πρώρας εις όλον το πλοίον, δεν ηδυνήθη να κρύψη ένα δάκρυ και αυτός, μ' όλας
+τας φαιδράς και θυμήρεις έξεις των τρόπων του, και είπε λαμβάνων και αυτός από
+τα κόλλυβα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Οι πεθαμένοι πολλαίς φοραίς έχουν ανάγκην των ζωντανών. Είναι
+αλήθεια!</p>
+
+<p>Ενώ συγχρόνως πίσω από την πρύμνην, όπου καμαρώνων ως γυφτοσκέπαρνον
+διηύθυνε τα πηδάλιον ξενυκτισμένος, κοντός και κυφός, ως ήτο, ο Καπότας,
+δεξιώτατος όντως πηδαλιούχος, νομίζων ότι εις αυτόν ωφείλετο ο δρόμος της
+ελαφράς σκούνας, εφώναξε δυνατά, με την έρρινον πάντοτε φωνή του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κι' εμένα λίγα κόλλυβα, να σχωρέσω!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ύστερον, εκεί που έτρωγον, το μεσημέρι, διηγείτο ο μάγειρος, ο τσεσμελής
+εκείνος νεανίσκος, με το άσπρο μανδήλι περί τον ναυτικόν του κούκον, ότι την
+ώραν οπού έψαλλεν ο Γιωργάκης «Μετά των Άγιων ανάπαυσον» και συνέψαλλον
+και οι λοιποί, ότε όλοι οι ναύται εκλαίομεν από την συγκίνησιν — έλεγεν ο
+τσεσμελής — τότε, την στιγμήν εκείνην, είδεν επάνω προς τον φεγγίτην της
+πρώρας, από μέσα από τα τζάμια του σπιράγιου «σαν ένα κάτασπρο πράγμα, σαν
+'ποκάμισο, σαν σάβανο» οπού ελαφρά-ελαφρά εξεδιπλώνετο κι εξανεμίζετο και
+κάτι λάμψεις έλαμψαν τότε, σαν της αυγής τα πρώτα ξανοίγματα. Και είδεν εκεί ο
+τσεσμελής την μακαρίτισσαν, την ίδιαν την κυρά-Λιμπέριαινα, αδύνατην και
+ξηραγγινήν ως ήτο, αλλά χαρούμενην και καλοκαρδισμένην, και άκουσε μίαν
+γλυκυτάτην φωνήν, σαν σβύνουσαν μουσικήν, σαν ουράνιον ψαλμωδίαν, εις τα
+ύψη επάνω:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεξιά και αριστερά, παιδί μου!</p>
+
+<p>Σημ. Το παρόν διήγημα ανεδημοσιεύθη πολλάκις, και εις το αναγνωστικόν
+βιβλίον Ι. Πολέμη.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ<br />
+(1898)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Μου εφάνη πως δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος. Ήμουν όλην την ημέραν
+κατηφής και λυπημένος. — Ακούς εκεί; Με τον ήλιον να σημάνουν αι εκκλησίαι;
+ημέρα πλέον;</p>
+
+<p>Κατά το έθος, εκοιμήθην ενωρίς, την παραμονήν, και περί την δευτέραν ώραν,
+μετά τα μεσάνυκτα, εγερθείς, ανέμενα ν' ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου
+ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες — ένα γλυκύτατον, αργυρόηχον κώδωνα.
+Ενεδύθην, ητοιμάσθην, και ανέμενα. Και ήμουν όλος χαρά, αναλογιζόμενος την
+ιεράν, την θείαν, την ανεκλάλητον απόλαυσιν: «Όρθρου βαθέος. Οι πολυέλαιοι
+κατάφωτοι. — Το φως αναδίδει ιδιαιτέραν λάμψιν καιόμενον την νύκτα. Ο ναός
+απαστράπτων. Οι πιστοί συνηγμένοι πανηγυρικώς — Χριστός Γεννάται! — Οι
+ψάλται υπό ιδιαιτέρου ενθουσιασμού κατεχόμενοι. — Δεύτε ίδωμεν πιστοί. — Ο
+αχώρητος παντί — ήχοι καθ' εκάστην αδόμενοι εν ταις μοναίς, και σπανιώτατα
+ακουόμενοι εν τω κόσμω. — Παν σπάνιον επιθυμητόν. — Και να συρίζη ίσως ο
+βορράς. — Και να είνε σκοτία έξω. Και να πίπτη χιών. — Δόξα εν υψίστοις θεώ. —
+Ανατολή Ανατολών. — Επί γης ειρήνη. — Οποία ουράνιος απόλαυσις!</p>
+
+<p>Και όμως η ώρα παρήρχετο χωρίς ν' ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου
+ναού, ένα γλυκύλαλον, ένα αργυρόηχον κώδωνα. Είδον από του παραθύρου. Το
+άστρον της ανατολής, έκλαμπρον, μέγα, ο αστέρας, έφεγγε, καταυγάζων τον
+ουρανόν. Εχάραζε πλέον — μου εφάνη. — Εγεννήθη ο Χριστός. Ηκροαζόμην. Ούτε
+κώδων, ούτε ήχος. Η πόλις εκοιμάτο ως να μη εξημέρωνε χαράς ημέρα. Είχε
+χιονίσει προ δύο ημερών και ήδη προμηνύεται ημέρα ευήλιος. Αίθρία εν ουρανώ.
+Πώς λάμπει ο αστέρας, το άστρον της ανατολής! Προς στιγμήν μου εφάνη ότι είδον
+και τους τρεις μάγους, τρεις εφίππους Χαλδαίους με τα βασιλικά στέμματα, με τα
+σκήπτρα και τα δώρα, ελαύνοντας δρόμω εξ Ανατολών. Από την Ακρόπολιν τάχα.
+Είποντο του αστέρος. Ήσαν τρία μεγάλα νέφη, άτινα κατεδίωκεν ο απηλιώτης.</p>
+
+<p>Είχον ακόμη ελπίδας. Ανεμέτρουν ακόμη τα επίλοιπα της χαράς. Μετά την
+θείαν λειτουργίαν θα είνε νύκτα ακόμα, έλεγα. Τότε θα χαράζη. Οι φούρνοι θα είνε
+ανοικτοί, θα έχουν έτοιμον την λιπαράν και γλυκείαν μπογάτσαν. Θα έχουν
+λουκουμάδες. Πρόγευμα εωθινόν εν τω οίκω. Ανάπαυσις κατόπιν ψυχική και
+σωματική. Οποία τρυφή!</p>
+
+<p>Απαυδήσας τέλος εκ της μακράς ελπίδος, — πόσον κουράζει η ελπίς! —
+εβυθίσθην εντός της θερμής κλίνης μου ανάπλεως οργής. Η σελήνη ήτο εις το τέλος
+της και εξαπατά, τον χειμώνα. Μου ήλθεν ύπνος. Πρέπει να εκοιμήθην αρκετά.
+Διότι είδον και όνειρα· Όνειρα τερπνά και όνειρα φοβερά. Όνειρα ευώδη και
+όνειρα βρωμερά. Είδον την όρθριον ακολουθίαν υπέρλαμπρον, πανευφρόσυνον.
+Και είδον πάλιν τους ναούς κλειστούς, σκοτεινούς. Είδον ιερείς λαμπροφορεμένους
+ως αγγέλους, και είδον ιερείς μαύρους ως κόρακας.</p>
+
+<p>Και τότε μόλις ηκούσθη ο κώδων του γειτονικού μου ναού, εκεί επάνω εις τους
+Αέρηδες, με φωνήν όμως βραχνήν, ως σπασμένην. Εσήμαινεν ώραν πολλήν
+πένθιμα και άνοστα· και μου εφαίνετο ως να έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα πλεια Χριστούγεννα! Τώρα πλεια Χριστούγεννα!</p>
+
+<p>Το άστρον της Ανατολής έσβυσε πλέον. Οι μάγοι με τα δώρα — τα τρία
+σύννεφα — εγύρισαν οπίσω σαν να έχασαν τον δρόμον.</p>
+
+<p>Είχεν εξημερώσει.</p>
+
+<p>Διαταγή του νέου Μητροπολίτου είχε καταργηθή η νυκτερινή ακολουθία των
+Χριστουγέννων διά παντός.</p>
+
+<p>Ήλθαν και μου είπαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι μέσα εις τα σκότη! Με τον ήλιο! Αι κατακόμβαι δεν υπάρχουν
+πλέον! . .</p>
+
+<p>Απεφάσισεν ο νέος Μητροπολίτης, Θεός σχωρέσ' τονε — ένας ωχρός δεσπότης
+ως νεκρός, μ' εσβεσμένην όψιν ως όψιν νεκρού, και με πλέον εσβεσμένην φωνήν,
+ως φωνήν νεκρού. Βεβαίως και με νεκράν την καρδίαν.</p>
+
+<p>Ο κώδων εσήμαινεν ακόμη τρέμων ως σπασμένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα πλεια Χριστούγεννα! τώρα πλεια Χριστούγεννα!</p>
+
+<p>Η ημέρα έλαμπε πλέον επί των παραθύρων μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάνε λοιπόν και τα Χριστούγεννα! Τάφαγαν και αυτά! Να ιδούμε τι
+άλλο έμεινε να φάγουν οι φαγάδες!</p>
+
+<p>Δι' εμέ η μεγάλη πανήγυρις έχανε πλέον το γόητρόν της. Έχανε το μεγαλείον της
+μετεβάλλετο εις συνήθη κυριακής λειτουργίαν. Το υψηλόν εκείνο της Ε'. ωδής, το
+εκ του μεγαλοφωνοτάτου Ησαΐου· «Εκ νυκτός ορθρίζοντες δοξολογούμεν σε» το
+έπαιρνε από 'μπρός η ημέρα κ' έχανεν ούτως όλην του όρθρου την μυστικήν
+ευωδίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και εις την Πόλιν, οπού είνε Τουρκιά, νύκτα — όρθρου βαθέος —
+σημαίνουν αι εκκλησίαι! είπον με πικρόν παράπονον, το οποίον εκτύπησεν εις τον
+ψυχρόν τοίχον του δωματίου μου ως σάπιο λεμόνι.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Και ήμην όλην την ημέραν εκείνην κατηφής και λυπημένος.</p>
+
+<p>Μ' εφάνη πώς δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος.</p>
+
+<p>Ότε περί την εσπέραν έρχεται ο αχώριστος φίλος μου, ο Αλεξανδρής
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn3' id='ref3'>3</a></span>)
+ και μου λέγει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον καταφέραμε! Απόψε ο κυρ Στρατής μας έχει το
+γουρνόπουλο.</p>
+
+<p>Ο φίλος μου εξασκεί πάντοτε ιδιάζουσαν επιρροήν επ' εμού.</p>
+
+<p>Όσον μεγάλην θλίψιν και αν έχω, μόλις τον ίδω, πραΰνομαι. Είνε συντροφιά
+καλή τέλος πάντων, και η συντροφιά η καλή ιλαρύνει το πνεύμα, εν ώ η μοναξιά το
+εξαγριόνει. Έπειτα ήλθε κομίζων είδησιν καλήν. Δείπνον Χριστουγεννιάτικον. Αφού
+εχάσαμεν την Χριστουγεννιάτικην νυκτερινήν Ακολουθίαν τουλάχιστον ας
+κερδήσωμεν ένα καλόν Χριστουγεννιάτικον δείπνον.</p>
+
+<p>Έπειτα ο φίλος μου συνείθιζε μετά το φαγητόν να ψάλλη πάσαν την τυχούσαν
+ακολουθίαν, παρηγορούμενος, διότι ως διανυκτερεύων δημοσιογράφος δεν είχε
+καιρόν διά την Εκκλησίαν — αυτή η δημοσιογραφία κοντεύει να κάμη όλους τους
+εργάτας της αθέους. — Εγνώριζεν ευτυχώς από στήθους όλας τας πανηγυρικάς του
+ενιαυτού ακολουθίας. Και έτσι, έλεγα, θα ψάλωμεν τα ωραία των Χριστουγέννων
+άσματα. Έπειτα ο κυρ Στρατής ήτο αξιόλογος άνθρωπος και αξιολογώτερος φίλος,
+θα δυσηρεστείτο, αν ηρνούμην. Το είχε τάξει. Και ημείς εδώσαμε τον λόγον μας.
+Εγνωρίσθημεν εις την Εκκλησίαν. Και όσοι γνωρίζονται εν τη εκκλησία και διά της
+εκκλησίας είνε οι καλλίτεροι φίλοι. Ούτω λοιπόν με αυτά και με εκείνα
+επραΰνθην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα είνε και άλλοι; ηρώτησα.</p>
+
+<p>Εφοβούμην μη κληθώσι και άλλοι· και τότε ο φίλος μου θα ηρνείτο να
+ψάλη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι· μοι απήντησεν. Ο κυρ Στρατής, εγώ και συ. Και μετ' ολίγον
+επανέλαβεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι. Εξέχασα. Θα είνε και αι δύο γειτόνισσαίς του, αι δύο . . . πώς της
+λένε; πες ταις ντε . . . αι δύο . . . χιλιάρικαις!</p>
+
+<p>Συνείθιζεν ο φίλος μου τοιαύτα αστεία, εις τα οποία πολύ επετύγχανε με το
+λεπτόν εκείνο σαρκαστικόν του πνεύμα, πατρικήν του κληρονομίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώμαθες; μου λέγει κατόπιν. Η πρώτη λειτουργία ετελείωσεν εις τας
+8 1/2, η δευτέρα εις τας 10 1/2 . . Νομίζω, κάπου, κάμανε και τρίτην. Μη χειρότερα!
+Ήκουσα ότι εις τον άγιον Γεώργιον, θαρρώ, ήθελαν και τετάρτην. Γιατί μερικοί, λέει,
+ήσαν χθες — παραμονή — 'ς το θέατρο, και άργησαν, λέει, ξεύρω 'γώ. Και
+προσέθηκε γελών:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και του χρόνου, Δεσπότη μου!</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν βλέπουν τους συμπολίτας μας τους Δυτικούς; είπον εγώ. Εις
+παροικίαν είνε και όμως φυλάττουν την διάταξιν της Εκκλησίας και το έθιμον της
+πατρίδος των. Αυτοί οι Γάλλοι <i>Weihnachten</i> αποκαλούσι την εορτήν ταύτην.
+Να το ξεύραμε να πάμε προχθές εις την φράγκικην!</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, καϋμένε, να πηγαίναμεν εις τον άγιον Δανιήλ, έξω εις τα
+ελαιοτριβεία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς; είπον έκθαμβος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι. Εις τον άγιον Δανιήλ. Ο παπα-Στουπής, φίλε μου, μόλις του πάνε
+την διαταγήν του Μητροπολίτου «Τι έκαμε λέει;» εφώναξε με την άγρια,
+βραχνιασμένην φωνάραν του από τον ταραμά, ένας καλός εφημέριος εις τον άγιον
+Δανιήλ, έξω εις τα ελαιοτριβεία, και άρχισε από τα μεσάνυχτα, σαν εις το Μέγα
+Πάσχα να σημαίνη· την έσπασε την καμπάνα, φίλε μου. «Τι έκαμε λέει;»
+επανελάμβανε και εκτύπα, κρεμασμένος εις την καμπάνα, με θυμόν. Σήμερον
+τάμαθα. Και εώρτασαν λαμπρά τα Χριστούγεννα εκεί έξω σαν καλοί
+χριστιανοί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να μη το μάθωμεν! είπον μετά λύπης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είμεθα άξιοι, φαίνεται. Είπε και ο φίλος μου εν θλίψει. Και
+εξηκολούθησεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εώρτασαν ωραία. Έξω-έξω, εις την άκρη της πόλεως. Είνε μια ήσυχη
+γειτονιά, σαν χωριαδάκι. Και η Εκκλησία μικρούτσικη. Ο κυρ Χριστόφιλος, πού το
+μυρίσθη; Λες και είνε γάτος εις μερικά πράγματα. Τους έβαλε ανάγνωσιν από τον
+«θησαυρόν» του Δαμασκηνού, οπού υπάρχει περίληψις λαμπρά, εις απλήν
+γλώσσαν, από τον περίφημον λόγον του Γρηγορίου του Θεολόγου «Χριστός
+γεννάται δοξάσατε!» Και ευχαριστήθησαν όλοι, ιδίως «οι ταλιαγρήται», οι εργάται
+των ελαιοτριβείων. Τους έψαλε και τον πολυέλαιον κατόπιν καλογερικά, φίλε μου.
+Και εις το τέλος οι ταλιαγρήται είχον τηγανίταις με το καλλίτερο λάδι, και τσίπουρο
+ντόπιο, και μη ρωτάς. Μόνον ένα λάθος έκαμε, κουρασθείς πλέον. Εις το «Χριστός
+γεννάται» κατά το έθος, έπρεπε να κινήση σταυροειδώς τον πολυέλαιον, εις
+ένδειξιν χαράς, αλλ' ελησμόνησαν να τον ανάψουν εγκαίρως, ο δε κυρ-
+Χριστόφιλος, νομίζων ότι είνε αναμμένος, τον εκίνησε σβυσμένον. Δεν πειράζει
+όμως. Παν ό,τι γίνεται με καλήν καρδιά, είνε καλόν.</p>
+
+<p>Και είπον πάλιν μετά θλίψεως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να μη το μάθουμε και ημείς!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! το βράδυ, θα ψάλωμεν όλον τον «Κανόνα», με παρηγόρησεν ο
+φίλος μου. Θα έλθω να σε πάρω.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ο κυρ-Στρατής, ένας κοντός και χονδρός ανθρωπάκος, με μίαν κεφαλήν
+φαλακράν και στρογγύλην ως κολοκύνθην, και με πρόσωπον κατακόκκινον ως
+κόκκινην κολοκύνθην, με δύο μάτια μεγάλα ως κάστανα, ήτο ιεροψάλτης του
+νεκροταφείου, αρχαίος φίλος μας. Ουδείς εγνώριζε να ψάλη τόσον κανονικά και
+τόσον κατανυκτικά το «Μετά των αγίων ανάπαυσον.» Ουδείς όσον αυτός,
+συνεκίνει τους χριστιανούς, όταν έψαλλε το «θρηνώ και οδύρομαι». Έκλαιεν όλος,
+από κεφαλής μέχρι ποδών. Πρώτον άρχιζε να κλαίη η φωνή του, με ένα τρόμον
+ιδιαίτερον, σαν φυσικόν· φωνή στερεά και ακλόνητος άλλως. Κατόπιν εγέμιζαν
+δάκρυα τα δύο μεγάλα ως κάστανα μάτια του. Έπειτα εβρέχοντο υαλίζουσαι, ως
+δροσισμένα μήλα, αι δύο κατακόκκιναι παρειαί του, και τέλος ήρχιζε να συγκινήται
+το μακρύ-μακρύ παλτό του, τρέμον, ως αεριζόμενον υπό ελαφρού πνεύματος, με
+μίαν λαδιάν, μεγάλην-μεγάλην δεξιά, και μίαν άλλην ομοίαν αριστερά, οπού
+κατεστάλλαζον, θαρρείς, τα δάκρυά του. Και τότε οι τελούντες το μνημόσυνον
+χριστιανοί μετά πολλής χαράς έδιδον δύο ρεγκίναις εις τον «πονετικόν ψάλτην» —
+αυτά τα νομίσματα ήσαν τότε — διά τον κόπον του».</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο καϋμένος!</p>
+
+<p>Δηλαδή ήτο να κλαίη άνθρωπος, όταν έψαλλεν ο κυρ Στρατής.</p>
+
+<p>Τόσον, οπού ο παπα-Γιάννης, ο εφημέριος του νεκροταφείου, ένας με πράσινα
+γυαλιά, το είχε βαθύ παράπονον:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να μη μπορώ κ' εγώ να τα καταφέρω έτσι!</p>
+
+<p>Ένας ευλογιοκομμένος και αυστηρός εφημέριος, με το πρόσωπον φοβερόν.
+Όστις, ένεκα ουλής τινος περί τα δεξιά του χείλους, εφαίνετο ως γελών
+πάντοτε.</p>
+
+<p>Μόλις ήρχιζε να ειπή «Μετά πνευμάτων δικαίων» και η ουλή του χείλους του
+ήρχιζε τα γέλοια, ακράτητος.</p>
+
+<p>Ήτο να γελά άνθρωπος όταν έψαλλεν ο παππά-Γιάννης.</p>
+
+<p>Τι είνε και τα σωματικά ελαττώματα. Γελοιογραφούν και την μάλλον συμπαθή
+ψυχήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύττα τον, κύττα τον πώς γελά! έλεγον οι τελούντες τα μνημόσυνον·
+και του έκοπτον το ήμισυ της αμοιβής.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχω ένα χοιρίδιον ως τρεις οκάδες.</p>
+
+<p>Είπεν ο κυρ Στρατής εις τον φίλον μου· και έγλυφε τα δάκτυλά του, ως να το
+έτρωγεν ήδη — ήτο κοιλιόδουλος, ο μακάριος. — Να μου εύρης και <i>εκείνον τον
+άλλον</i>, — ούτω με απεκάλει προς τον φίλον μου· τον δε φίλον μου πάλιν προς
+εμέ απεκάλει <i>εκείνος ο άλλος</i> ώστε και εις τους δύο έδωσε το αυτό όνομα·
+ίσως διά να δείξη ότι αμφοτέρους επίσης ηγάπα.</p>
+
+<p>Και έγεινεν άφαντος ο κυρ Στρατής, καταγινόμενος όλην την ημέραν εις την
+παρασκευήν του Χριστουγεννιάτικου δείπνου.</p>
+
+<p>Το έπλυνε μόνος του — ήτο άγαμος ο δυστυχής — το εσπόγγισε καλά, το
+έθεσεν εν τω μέσω καλώς γανωμένου ταψίου. Εσταύρωσε τα ποδαράκια του, και
+το εποίκιλε με παντοία καρυκεύματα της οψοποιίας, το λευκόν, το παχουλόν, το
+τρυφερόν, ως εκ γάλακτος, χοιρίδιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσύ μονάχα, κυρ Στρατή, ξεύρεις να γιορτάζης τα Χριστούγεννα.</p>
+
+<p>Του είπεν ο φούρναρης.</p>
+
+<p>Και ο κυρ Στρατής εκαμάρωνεν, ως γαμβρός, έχων δίπλα την ωραίαν
+νύμφην.</p>
+
+<p>Μετά τούτο επανήλθεν εις τον οίκον του· και ψήσας τα τρυφερά εντόσθια του
+ζώου, εκουτσόπινεν, αναμένων την εσπέραν.</p>
+
+<p>Παν ό,τι άλλο εχρειάζετο, είχε προμηθευθή εν αφθονία.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ήμην τόσον λυπημένος, είπον, ώστε δεν είχον διόλου όρεξιν δι' επισκέψεις,
+πολύ περισσότερον διά γεύμα. Τα έθιμα ριζώνουν, βλέπετε, μέσα εις την καρδίαν
+των ανθρώπων. Και όταν καταργώντας νεύρον ευαίσθητον ξερριζώνεται βιαίως
+από μέσα από την καρδίαν, ήτις πονεί και οδυνάται, μεταδίδουσα τον πόνον εις
+όλον το σώμα. Ο άνθρωπος, όστις δεν έχει το νεύρον τούτο, δεν ανήκει εις έθνος.
+Είνε αλλότριος αυτού. Ανήκει εις όλα τα έθνη, και εις ουδέν. Νομίζει πώς είνε εις
+τον κόσμον όλον και δεν είνε πουθενά. Είνε εις τον αέρα όμως. Αεροβατεί. Είνε
+πολίτης της «Νεφελοκοκκυγίας» του Αριστοφάνους. Εάν οι τοιούτοι άνθρωποι είνε
+άχρηστοι διά παν έθνος, είνε πολύ περισσότερον διά το Ελληνικόν. Είνε βλαβεροί.
+Το Ελληνικόν Έθνος βλέπομεν ότι φευ ολονέν εκλείπει και χάνεται, διότι εκλείπουσι
+και χάνονται οι έχοντες το πονετικόν νεύρον εν τη καρδία των πολίται, πληθύνονται
+δε οι άλλοι, οι περιφρονούντες τα πάντα, οι λέγοντες: τι είνε τούτο και τι είνε
+εκείνο, και τι θα πη νύκτα, και τι θα πη ημέρα· και άλλα, τα οποία συνοψίζονται εις
+το κατάψυχρον, ως μπάλα χιόνος, «δεν βαρυέσαι!» . .</p>
+
+<p>Ενύκτωσε πλέον και ο φίλος μου ήλθε να με παραλάβη.</p>
+
+<p>Εξήλθομεν. Υγρά η ατμόσφαιρα. Προ δύο ημερών είχε χιονίσει και ήδη η πόλις
+εκόλλησεν εν βορβόρω, ως αγριόπαππια. Αι οδοί πλήρεις λάσπης. Τα πεζοδρόμια
+ρυπαρά, ως πλάκες ελαιοτριβείου, γλιτσασμέναι. Ένας φανοκόρος, ανάπτων την
+ώραν εκείνην τους φανούς, κατέπεσεν εν τη σπουδή και έθραυσε τον κάλαμον τον
+φωτοφόρον. Τα παντοπωλεία ήσαν κλειστά και τα άλλα μαγαζεία. Ολίγος κόσμος
+εφαίνετο έξω. Μόλις ήρχιζαν την ώραν εκείνην, κρυφά -κρυφά, ν' ανοίγουν μερικά
+υπόγεια, τα οποία εν Αθήναις είνε επτάψυχα, σαν την επτάψυχη γυναίκα, που πότε
+πεθαίνει και πότε ανασταίνεται.</p>
+
+<p>Δύο-τρεις παράγκαι μανάβιδων ημιάνοιξαν μίαν σανίδα, διά να ψωνίσουν οι
+αμελείς τα σαλατικά των και τας οπώρας των· και έλαμπε κλεισμένη μέσα η
+διακόσμησίς των η εντελής, ως νύμφη κρυμμένη. Οπώραι βαρακωμέναι, όρνιθες
+παχείαι με ταινιοστόλιστα ράμφη, ορμαθοί μπεκατσών, μέσα εις εικόνας και
+σημαίας και μύρτα και δάφνας, ξηροί καρποί, πορτοκάλια, αχλάδια της Κυνουρίας,
+δροσερά σαλατικά, όλα ευωδιάζοντα πανήγυριν και χαράν!</p>
+
+<p>Ένας παχύς, καταστρόγγυλος παντοπώλης, ήνοιξε παρακάτω, προς στιγμήν, το
+παντοπωλείον του, έμβασε μέσα μίαν παρέαν φίλων, ων είς εκράτει εις χείρας
+κυδώνιον, και πάλιν έκλεισε.</p>
+
+<p>Παρακάτω ένας γέρων, βαστάζων μίαν χιλιάρικην, εκτύπα την θύραν
+οινοπωλείου να τω ανοίξουν, και τους οδόντας του κρυόνων, με ένα κοντά του
+Ρετσίνα σακκάκι.</p>
+
+<p>Παρέκει άλλη παρέα διεσκέδαζεν, εξαγριώνουσα προς λυσσώδη πάλην δύο
+χασάπικους κύνας, περί ους συνεκεντρώθησαν και παίδες — λούστροι — και
+απέφραττον την διάβασιν, ενώ δύο αστυφύλακες, με τα κράνη των, άνοιγαν έν
+καφενείον διά να χαρτοπαίξουν.</p>
+
+<p>Σημαίαι τινές βρεγμέναι αερίζοντο βαρείαι εδώ κ' εκεί· και ένας λοταρτζής
+εφώναζεν ακόμη κατάμονος εις μίαν γωνίαν: πέντε δίνετε, πέντε παίρνετε, δέκα
+δίνετε, δέκα παίρνετε. Ενώ το αληθές είνε ότι οι άνθρωποι έδιδον και ο λοταρτζής
+έπαιρνε.</p>
+
+<p>Και δεν γνωρίζω, πώς ένας λουκουματζής κατώρθωσε, παραβαίνων την
+αστυνομικήν διάταξιν, να φωνάζη έως την ώραν εκείνην: ζεστοί- ζεστοί, χωρίς
+ανασασμόν, παγωμένος εκεί εις την θύραν του μαγαζείου του, εντός του οποίου
+εχόρευον οι τέσσαρες άνεμοι, ως να είχε παγίδα να συλλάβη κανένα νεοσύλλεκτον
+μεταβαίνοντα εις τον στρατώνα του.</p>
+
+<p>Εις τα βάθη υπογείου τινός της οδού Καλαμιώτου, οπού τα κρεοπωλεία και
+οπωροπωλεία ήσαν πλουσιώτατα και θαυμασίως εστολισμένα, ηκούοντο άσματα
+μεθυόντων, οίτινες εις μάτην εδοκίμαζον να ψάλλουν και το «Η γέννησίς σου»
+καταλήγοντες πάντοτε εις το «Χριστός ανέστη». Ενώ δύο άλλοι γέροντες απόμαχοι,
+παρακάτω, κύπτοντες εις έν παράθυρον, ανεζήτουν τον φίλον των οινοπώλην, να
+τους ανοίξη· και μη βλέποντες αυτόν, ηρίθμουν από του παραθύρου, τα εν τω
+υπογείω βαρέλια, υπό τι φως λυχναρίου, φαινόμενα, εκεί κάτω, ως εν τω βυθώ της
+θαλάσσης κήτη, βόσκοντα κατά σειράν, με τας μεγάλας κοιλίας των.</p>
+
+<p>Κατωτέρω κατάκλειστος, με τας μεγάλας υψηλάς πόρτας της, σιωπηλή ως
+έρημος, εφαίνετο η μεγάλη Σαντορινιά ταβέρνα του Καλαμιώτη, το προσφιλές
+εντευκτήριον υπαλλήλων, δικηγόρων και εμπόρων, και ημών των <i>δύο
+άλλων</i>, εις της οποίας τα υπόγεια υπάρχουν δεκαπέντε ειδών κρασιά. Πόσαις
+φοραίς εκεί ο Αλεξανδρής κουτσοπίνων υπέψαλε τα ωραιότερα τροπάρια εν μέσω
+εκλεκτής παρέας λογίων και συγγραφέων οπού τον εκαμάρωναν έκθαμβοι. Ενώ
+παρέκει ο μάστρο Θάνος ο σουβατζής εξετέλει ένα δυσκολώτατον στοίχημά του
+ενώπιον της παρέας του, καταιβάζων τον ρητινίτην εις τον λάρυγγα χωρίς να βρέξη
+το στόμα του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κρύα Χριστούγεννα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ημπορούσαν να γίνουν και καλλίτερα!</p>
+
+<p>Διήλθομεν εις την οδόν Αθηνάς. Δύο-τρεις πιστολιαίς, ακουσθείσαι,
+συνετάραξαν την συνοικίαν. Παρακάτω ηκούομεν. «Δυο στον τόπο και ένας
+λαβωμένος».</p>
+
+<p>Πεντέξ μπακαλάκια με τα Χριστουγεννιάτικά των, σαπουνισμένα και
+κτενισμένα, με καπέλλα, επέστρεφον από τα Πατήσια, βουτηγμένα εις την λάσπην
+και εις την χαράν, καμαρόνοντα το καπέλλο των, το σακάκι των, την ύπαρξίν των
+αυτήν, την οποίαν δις ή τρις του έτους αισθάνονται ως ζώσαν, εκπληττόμενα και
+αυτά διά το θαύμα, τα έξυπνα τσακωνόπουλα.</p>
+
+<p>Η μεγάλη αγορά η πολυτάραχος, η βρίθουσα κόσμου και όψων, η τρέφουσα
+πτωχούς και πλουσίους, εγκρατείς και λαιμάργους, η ζωή της πόλεως, η αεννάως
+κενουμένη και πάντοτε πλήρης, οπού κατασταλλάζουν όλαι αι θάλασσαι της
+Ελλάδος, τα βουνά και αι λίμναι της, ήτο σχεδόν έρημος. Ο κόσμος επρομηθεύθη
+από της παραμονής το φαγητόν του. Μόνον δύο-τρεις φραγκορράπται εξήρχοντο
+με γεμάτα μανδήλια, την ώραν εκείνην, πάντοτε οι τελευταίοι των άλλων
+πανηγυρίζοντες, παρερχομένης της εορτής, έως ου οικονομήσουν το πεντάρικο.
+Μόνον δύο κρεοπώλαι ητοίμαζον νωπά σφακτά, προ μικρού λαβόντες διά του
+σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, κόφας με αρνάκια της Ηλείας. Δύο τρεις άμαξαι
+μεθυόντων διέσχιζον την μεγάλην οδόν εν καλπασμώ ίππων και φωναίς αγρίαις,
+ενώ παρά το Μοναστηράκι ο κόσμος εκόλλησεν εις τον πολύν σχηματισθέντα
+βόρβορον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πολύ κρύα Χριστούγεννα! επανέλαβεν ο φίλος μου <i>εκείνος ο
+άλλος</i>.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ημπορούσαν να γίνουν και καλλίτερα!</p>
+
+<p>Είπον πάλιν κ' εγώ <i>εκείνος</i> ο άλλος.</p>
+
+<p>Εισήλθομεν εις του Ψυρή.</p>
+
+<p>Ο Μπάρμπα-Γιώργης ο σμυρναίος ο καλοκάγαθος εκείνος μαγειράκος οπού δεν
+του έλειπον ποτέ τα λαδερά, διευκολύνων ο καλός γέρων τους νηστεύοντας, μέσα
+εις μίαν πόλιν οπού άρχισεν από τότε να μεταβάλλεται εις Βαβυλώνα, ήτο
+κατάκλειστος. Από την πόρτα του ξενοδοχείου του δεν εκρέματο πλέον ο παχύς
+τράγος, πάντοτε τας άλλας ημέρας εις την αυτήν θέσιν, σαν πίναξ παριστάνων
+τράγον εσφαγμένον. Γνωστοποίησις δε χειρόγραφος κολλημένη έλεγε: «Σήμερον,
+Χριστούγεννα, δεν έχει φαγί».</p>
+
+<p>Ώστε ένας ιεροδιάκονος εκ των πελατών, ελθών πεινασμένος και αναγνώσας
+την γνωστοποίησιν, είπε με αγανάκτησιν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά η ώρα να κάμω σήμερα μεγάλη Παρασκευή!</p>
+
+<p>Εφθάσαμεν.</p>
+
+<p>Ο κυρ-Στρατής μας υπεδέχθη, σηκώσας την λάμπαν και προβάς μέχρι της
+θύρας.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ήτο τρισευγενέστατος ο κυρ-Στρατής. Στολισμένος, ξυρισμένος,
+μοσχομυρισμένος. Με άσπρο-κάτασπρο υποκάμισον. Με σακκάκι καινουργές,
+σκούρο, γελαστός, Χριστουγεννιάτικος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άιντε ντε! Και περιμένω τόση ώρα. Πού χαζεύετε;</p>
+
+<p>Και προπορευόμενος έλεγε προς τον φίλον μου,</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού είνε <i>εκείνος ο άλλος</i>;</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ είνε. Έρχεται, απήντησεν ο φίλος μου δι' εμέ. Μα είνε
+λυπημένος, επανέλαβε, γιατί κατηργήθη, λέει, η νυκτερινή ακολουθία των
+Χριστουγέννων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και δεν μ' ερωτάς εμένα, βρε <i>άλλε</i>, να σου πω; είπε στραφείς
+προς εμέ. Η εκκλησία, επήρε και αυτή τον κατήφορο της μόδας. Πάει πλέον. Έγεινε
+και αυτή καπέλλο. Την έκαμαν δηλαδή. Δεν ακούς οπού σήμερα, χρονιάρα μέρα,
+θέλανε να κάμουνε μνημόσυνο στο Νεκροταφείον;</p>
+
+<p>Ετοποθέτησε την λάμπαν· ημείς εκαθήσαμεν, και ο κυρ-Στρατής ιστάμενος
+ενώπιόν μου, εξηκολούθει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μία οικογένεια, που λες, επέμεινε σήμερα έξω να κάμη μνημόσυνον.
+'Σ πολλά έτη όμως, που ο παππάς εστάθη παλληκάρι· αν και η οικογένεια έλεγεν
+ότι είχεν έγγραφον από την Μητρόπολιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Για να σου πω, κυρά μου, είπεν ο παππάς. Σήμερα έχομε λειτουργία
+για κείνους που γεννιούνται, και όχι για κείνους που πεθαίνουν. Καταλαβίγκος;
+Σήμερον είνε ημέρα για τους ζωντανούς, Ξεροκαταλαβίγκος; Και αμέσως, οπού λες,
+<i>άλλε μου</i> καλέ, «Χριστός Γεννάται» και πέρνει καιρό. Κ' εφαίνετο το γέλοιο
+του από δω και πέρα· ώστε γελούσε και το σημάδι του προσώπου του.</p>
+
+<p>Δεν εδιάβασα της προάλλαις, — εξηκολούθησεν ο κυρ-Στρατής — πως θα μας
+τα κόψουν, λέει, τα πολλά ψαλσίματα; — Αμ δεν θα μας τα κόψουν;</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Εν τω μέσω της αιθούσης ήτο η τράπεζα έτοιμος. Επί νεοσιδηρωμένης λευκής
+οθόνης, έκειντο απαστράπτοντα εκ καθαριότητος πάντα τα επιτραπέζια σκεύη, εν
+τάξει οικοκυρική, γυναικείας μάλλον δεξιότητος — οι άγαμοι, με τον καιρόν,
+αποκτούν καμμιά φορά, έξεις οικοκυράς. Οι δε τοιούτοι, μένουσι πλέον άγαμοι,
+έως θανάτου. — Εν μέσω ήστραπτε το ταψίον, το επιμελώς γανωμένον, με το
+χοιρίδιον, το εψητόν, διαχέον πανταχού ορεκτικήν ευωδίαν, ελαφρώς ροδισμένον,
+προκλητικώτατον. Κατελάβομεν τας θέσεις μας. Ο κυρ-Στρατής, καθίσας εν μέσω
+των δύο χιλιάρικων, ωμοίαζε δικαστικόν, την νύκτα δικάζοντα μεταξύ δύο αρχαίων
+κηροπηγίων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έλα! είπεν. Αυτά τα Χριστούγεννα κανένας δεσπότης δεν θα μας τα
+καταργήση!</p>
+
+<p>Και ήρχισε με τα χονδρά, καθαρά, δάκτυλά του, να κόπτη το χοιρίδιον, ώσπερ
+δαιτρός ομηρικός, «κρειών πίνακας παρτιθείς».</p>
+
+<p>&nbsp;— Τις δαις; είπε και ο φίλος μου, μαντεύσας τας σκέψεις μου και την
+παρομοίωσίν μου την Ομηρικήν. «Τις δαις; τις δ' όμιλος οδ' έπλετο. Ειλαπίνη ηέ
+γάμος; Επεί ουκ έρανος τάδε γ' εστίν».</p>
+
+<p>Και ηρξάμεθα του δείπνου, τα μάλα φαιδροί, αναμένοντες εν τέλει και
+<i>μολπήν</i>. Μόνον αμφίπολοι έλειπον και δμωαί καλαί, ίνα το δείπνον μας
+μεταβληθή εις ομηρικόν τέλειον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτά τα Χριστούγεννα, κανένας δεσπότης δεν θα μας τα κόψη,
+επανέλαβεν ο κυρ-Στρατής, πληρών τα ποτήρια εκ της δεξιάς χιλιάρικης πρώτον,
+διά το καλόν.</p>
+
+<p>Αλλ' αίφνης παλαιός τρόμος ηγέρθη εν τη καρδία μου· Πρέπει να εκιτρίνισε και
+η όψις μου. Οι συνδαιτυμόνες μου, αφιερωμένοι εις το χοιρίδιον, δεν με είδον
+αμέσως· διό προσεπάθουν να κρυφθώ, να χωνεύσω τον παλαιόν αυτόν τρόμον,
+όστις, ως κακοκλεισμένη πληγή, ήνοιξε τώρα δα, τόσον αιφνιδίως.</p>
+
+<p>Μολονότι ήτο φίλος μου στενός ο κυρ-Στρατής, πρώτην φοράν εισηρχόμην εις
+την κατοικίαν του. Εν Αθήναις είνε πολλοί τοιούτοι φίλοι. Φίλοι των οδών και της
+αγοράς. Ως υπάρχουσι και πολλοί άνδρες, ους εκλαμβάνει τις ως αγάμους, διότι
+ουδέποτε δρώνται δημοσία μετά των συζύγων των. — Εκεί οπού εσήκωνα το
+ποτήρι μου να πιω εις υγείαν του κυρ-Στρατή, ανακαλύπτω επί τινος ραφίου,
+υψηλά ολίγον, πέραν επί του τοίχου, πινάκιον με κόλλυβα. Επειδή δε ο κυρ-
+Στρατής ήτο ψάλτης του νεκροταφείου:</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα είνε πεθαμένα! είπον.</p>
+
+<p>Εταράχθην. Διέκοψα την πρόποσιν, υποκριθείς βήχοντα·</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός και Παναγία! βρε <i>άλλε</i>!</p>
+
+<p>Είπεν ο κυρ-Στρατής, ως άλλη μήτηρ προστάτις.</p>
+
+<p>Αλλ' ήτο αδύνατον πλέον να ησυχάσω. Όμως προσεπάθουν να κρύπτωμαι όσον
+το δυνατόν. Οι άλλοι έτρωγον κ' έπινον.</p>
+
+<p>Θέλων κατόπιν να δοκιμάσω την διάθεσίν μου, ηγέρθην να λάβω δήθεν
+κάποιον μανδήλιον, ότε οι οφθαλμοί μου προσκρούουν φοβερώς επί τινος
+νεκρικού στεφάνου, όστις, ως στόλισμα του δωματίου, εκρέματο υψηλά, από
+καρφιού. Νεκρικός στέφανος, μέγας, ωραίος, εκ τεχνικών λευκανθένων, με δύο
+λευκάς ταινίας, με χρυσά γράμματα.</p>
+
+<p>Μοι εφάνη ότι ήτο αδύνατον πλέον να κρυφθώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε πεθαμένος! είπα.</p>
+
+<p>Οι άλλοι έτρωγον κ' έπινον. Αλλ' η καρδία μου έτρεμεν ήδη ως πουλάκι εις το
+κλουβί.</p>
+
+<p>Ίνα αποστρέψω τους οφθαλμούς μου από του ενός τοίχου, οπού εκείτο το
+πινάκιον με τα κόλλυβα και από του άλλου, οπού εκρέματο ο νεκρικός στέφανος,
+απεφάσισα να κυττάζω προς την οροφήν. Πλην φευ! διακρίνω τότε ότι ο άνωθεν
+της τραπέζης μας, μικρός αναμμένος πολυέλαιος, είχε λαμπάδας του
+νεκροταφείου, λείψανα κηδειών και μνημοσύνων, οκτώ λαμπάδας ανομοίας, αφ'
+ων φυλάττουσι πολλάς οι ψάλται· μία μάλιστα λαμπάδα είχε περιδεδεμένην
+μαύρην κορδέλλαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πεθαμένα κεριά! εφώναξα τρέμων. Και με ήκουσαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, θα σου εύρωμε ζωντανά τώρα, του λόγου σου!</p>
+
+<p>Είπεν ο κυρ-Στρατής, πειραχθείς ολίγον.</p>
+
+<p>Και αμέσως, συγκρούων το ποτήριον μετά του φίλου μου, έκραξε φαιδρώς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εις υγείαν των πεθαμένων!</p>
+
+<p>Είχε κενωθή η μία χιλιάρικη, επλησίαζε δε και η άλλη.</p>
+
+<p>Εγώ μη δυνάμενος πλέον να βλέπω μήτε εις τον ένα τοίχον μήτε εις τον άλλον,
+μήτε εις την οροφήν, μήτε εις το εκλείπον πλέον χοιρίδιον — μ' εφαίνετο και αυτό
+ως νεκρόν — δεν έβλεπον πουθενά.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Δεν γνωρίζω διατί παιδιόθεν ησθανόμην άγνωστόν τινα φόβον, οσάκις έβλεπον
+πράγματα, υπενθυμίζοντα νεκρόν. Κατελαμβανόμην υπό μελαγχολίας και αορίστου
+φόβου. Ωχρίαζον οσάκις έβλεπον τους μεγάλους δίσκους των νεκρικών κολλύβων,
+οίτινες κατά Παρασκευήν παρετάσσοντο προ της εικόνος του Χριστού, εν τω ναώ
+του χωρίου μου. Ενώ δε οι λοιποί παίδες ανέμενον με αρπακτικάς διαθέσεις περί
+αυτούς, πότε να τα διαβάση ο εφημέριος τα κόλλυβα να διανεμηθώσι, πολλάκις δε
+καυγάς συνήπτετο μεταξύ εκείνων και της νεωκόρου — μιας χωλής γραίας ήτις, ως
+ασπίδα κρατούσα μέγιστον ζεμπίλι, τα επροστάτευε, μη διαρπαγώσιν αδιάβαστα,
+εγώ, μετά δέους έβλεπον τους στολισμούς των τους κομψούς, τα άνθη των τα
+βαρακωμένα και τα σταυρούς και κυπαρίσσους παριστώντα επ' αυτών τρωγάλια.
+Πού να φάγω εξ αυτών!</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε πεθαμένα! έλεγον.</p>
+
+<p>Οι άλλοι πάλιν δίσκοι οι περιέχοντες τα <i>πουλάκια</i>, πλακούντια δι'
+αγάμους και εφήβους νεκρούς, μικρά, της πρωτογενούς γλυπτικής απομιμήματα
+ανθρωπίσκων και πτηνών, φερόντων εις τα ράμφη των πολυχρώμους ταινίας, με
+απεμάκρυναν εις απόστασιν βημάτων πολλών, κάτω, προς τας πύλας του
+ναού.</p>
+
+<p>Είνε πεθαμένα! έλεγον.</p>
+
+<p>Όταν δε έβλεπον κανέν παιδίον να τρώγη τεμάχιον από την ζεστήν και αφράτην
+πήτταν, εις ανάμνησιν γέροντος νεκρού διανεμομένην, μετά ιδιαζούσης θλίψεως το
+εθεώρουν.</p>
+
+<p>Ενώ τουναντίον τα εις μνήμας Μαρτύρων παρατιθέμενα κόλλυβα έτρωγον μετ'
+ιδιαιτέρας αγάπης, ως και τας εξ εορτών προσφοράς οπού μου εχάριζαν η μάμμη
+μου η Παπαλεξανδρίνα.</p>
+
+<p>Ο προς την ζωήν ακράτητος έρως μου ενεφύσησεν εν τη ψυχή περίεργον τούτο
+συναίσθημα; Το βέβαιον είνε ότι μετά τα θεάματα αυτά έβλεπον τρομακτικά
+όνειρα τας νύκτας. Φαντασθήτε τώρα την θέσιν μου εν τη τραπεζαρία του κυρ-
+Στρατή. Ενόμιζα πλέον ότι ήμουν εντός νεκρών κρύπτης, φοβεράς κατακόμβης, και
+ήρχισα ευθύς να βλέπω περί εμέ οστά και κρανία. Οι δύο φίλοι μου παρίσταντο
+ενώπιον μου ως σκελετοί κινούμενοι, σκελετοί ζώντες, σκελετοί τρώγοντες και
+πίνοντες. Αποτρόπαιον θέαμα!</p>
+
+<p>Προ ώρας ήρξατο η μελωδία της πανηγύρεως. Αλλ' εγώ δεν ήκουον πλέον. Τα
+ώτα μου επλήρου αλλόγλωσσος και αλλόθρους βόμβος ως από μελισσώνος
+«μελισσάων αδινάων», βόμβος του κάτω κόσμου, οπού οι κευθμώνες των νεκρών
+και των κολασμένων, τα πένθιμα «λαγούμια», κατά την ζωηράν εικόνα ενός φίλου
+μου.</p>
+
+<p>Γινώσκων καλώς το ελάττωμά μου ο Αλεξανδρής κατώρθωσεν, αν και
+ανεπιτήδειος εις τας τοιαύτας εργασίας εν άλλαις στιγμαίς, να εκβάλη έξω το
+πινάκιον των κολλύβων, και ν' αποκρεμάση και κατακαλύψη τον νεκρικόν
+στέφανον. Ο κυρ-Στρατής — επιβοηθών — αφήρεσεν εν τω άμα τα νεκρώσιμα
+κηρία από του μικρού πολυελαίου, τοποθετήσας επ' αυτού εκ στέατος
+λαμπαδίσκους. Εξήλθε και επλήρωσεν εκλεκτού οίνου μικράν φιάλην, και
+εξηκολούθησεν η ψαλμωδία των μελωδικών ασμάτων του Δαμασκηνού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νά που σου ηύρα ζωντανά κεριά! Λέγει προς εμέ ο κυρ-Στρατής. Δεν
+θα ψάλης το «Μάγοι Περσών βασιλείς;»</p>
+
+<p>Και ενθαρρύνων με:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εις υγείαν και των ζωντανών! κράζει, συγκρούων το ποτήριόν μου με
+το ιδικόν του.</p>
+
+<p>Ανεθάρρησα αιδούμενος μάλλον.</p>
+
+<p>Μετά τούτο εφθάσαμεν ψάλλοντες εις τον «Κανόνα», οπού ήτο έξοχον θέαμα
+να βλέπη τις τον φίλον μου Αλεξανδρήν ψάλλοντα. «Όλος εξιστάμενος, έκδημος
+όλος, ιερωμένος Θεώ», ως το Σκεύος της εκλογής εν τη Μεταστάσει της
+Θεομήτορος, διέπρεπεν, ενθουσιών, γοητεύων, ηδύνων· έσειε τους πόδας του
+σείων μετ' αυτών και την τράπεζαν, έσειε τας χείρας του ρυθμικώς, μεταδίδων την
+χαράν εις πάντα ακροατήν και θεατήν. Ώστε ο νους μου ο περιδεής συνήλθε πλέον
+τέλεον.</p>
+
+<p>Επείσθην ότι ευρισκόμην εν τη ζωή, εν ώρα μάλιστα μεγάλης πανηγύρεως.</p>
+
+<p>Αλλ' ο κυρ-Στρατής, εύρων καιρόν, οπού ημείς αφηρέθημεν πλέον εν τη θεία
+ωδή, εξηκολούθει να πίνη, το έν κατόπιν του άλλου κενών τα ποτήρια. Του άνοιξε
+και η όρεξις.</p>
+
+<p>Και θεωρών αυτόν ο φίλος μου όλον έκδοτον εις τον πότον τον επείραξε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είσαι — αλήθεια — κολοκυθοκέφαλος, κυρ-Στρατή;</p>
+
+<p>&nbsp;— Είμαι κολοκυθοκορφάς! Μάλιστα! απήντησε. Και προσέθηκε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας πιούμε ακόμα μια για τους ζωντανούς. Και πίνων έλεγε·</p>
+
+<p>&nbsp;— Του χρόνου διπλοί, βρε παιδιά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε, τώρα αράδα σου, κυρ-Στρατή. Θα μας ψάλης το «Δοξαστικόν!»
+Ετελείωσαν «οι Αίνοι».</p>
+
+<p>Τα μάτια του κυρ-Στρατή, τα ως κάστανα μεγάλα, εμίκρυναν από του οίνου,
+αλλά διά την υπακουήν, ίνα μας ευχαριστήση, ήρχισεν. Πλην αντί να είπη πλ. β'
+ήχον «Ότε καιρός» το περίφημον δόξα των Αίνων της εορτής, άρχεται αίφνης πλ. δ'
+ήχον «θρηνώ και οδύρομαι» το νεκρώσιμον γνωστόν τροπάριον. Και συγχρόνως
+αρχίζει να κλαίη όλος από κεφαλής μέχρι ποδών. Ευρίσκετο εις το στοιχείον του. Ο
+φίλος μου, ο Αλεξανδρής τον αποτρέπει, τον διορθώνει, τον ανακαλεί — να
+είπουμεν — εις την τάξιν, πλην αυτός κωφεύει και προχωρεί. Ετούτο όμως με
+επανέφερε πάλιν εις τας φοβεράς σκέψεις μου. Μου εφάνη ότι επανήλθον εις τας
+θέσεις των τα πένθιμα, εκείνα αντικείμενα. Κυττάζω εις τον ένα τοίχον, και βλέπω
+— μου εφάνη — επί του ραφίου το πινάκιον με τα κόλλυβα. Κυττάζω εις τον άλλον
+τοίχον, και βλέπω — μου εφάνη — τον νεκρικόν στέφανον με της ωραίαις
+γαλάζιαις κορδέλλαις του. Κυττάζω και εις την οροφήν, και βλέπω — μου εφάνη —
+τα νεκρώσιμα πρώτα κηρία, φέγγοντα με φως αμυδρόν, μικρόν, γαλάζιον φως, φως
+νεκρόν. Ο κυρ-Στρατής εξηκολούθει θρηνητικώτατα το τροπάριον το πένθιμον.
+Ευρίσκετο ήδη εις το «πώς παρεδόθημεν τη φθορά». Ο δε φίλος μου απελπισθείς
+πλέον ότι ηδύνατο να τον επαναφέρη εις την τάξιν, εβοήθει και αυτός συμψάλλων.
+Έκλαιον και οι δύο.</p>
+
+<p>Τα ώτα μου εβόμβουν χειρότερον ήδη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είμαι πεθαμένος, είπα τότε τρέμων.</p>
+
+<p>Και έκλεισα τους οφθαλμούς μου. Ούτε να βλέπω, ούτε ν' ακούω, από τα
+σύγχρονα παράδοξα. Ανέμενον δε, ως πάντοτε μετά τοιαύτα θεάματα, φοβερόν
+όνειρον με νεκροκράββατα και νεκρούς και δαίμονας.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Και είδον όνειρον τωόντι μετ' ολίγον.</p>
+
+<p>Νεκρωθείς από της συγχρόνου γενεάς, ανέζησα εις άλλους, παλαιούς χρόνους,
+χρόνους ποθεινούς, χρόνους γλυκείς, αλησμονήτους χρόνους, της παιδικής μου
+ηλικίας τους χρυσούς καιρούς.</p>
+
+<p>Και ήμην παιδίον. Εκεί επάνω εις ένα μικρό-μικρό νησάκι. Νησάκι κατάφυτον,
+σκιερόν νησάκι, νησάκι εύμορφον. Και τώρα ακόμη, θαρρώ πως δεν υπάρχει άλλο
+ευμορφότερον. Μακρόθεν, φαίνεται σαν ψεύτικο. Σαν θαλασσογραφία. Από κοντά,
+φαίνεται σαν αληθινό. Σαν ζωντανό. Νησάκι με ψυχήν, με πνοήν, με μάτια, με
+στόμα νησάκι. Όποιος είναι επάνω, θαρρεί πώς είναι εις τον Παράδεισον. Με τα
+άλση του, με τα ποταμάκια του, με τας λίμνας του, με της βρυσίτσαις του, με τα
+λιμανάκια του, με της αμμουδιαίς του. Και καταμεσής, μέσα εις μίαν γραφικήν,
+εύμορφον φάραγγα, το δένδρον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν. Ένα ωραίο
+Μοναστηράκι. Ούτε εφημερίδας εδιάβαζα. Ούτε ψήφον είχα. Ούτε από
+μεταρρυθμίσεις εννοούσα τίποτε, ούτε από ανακαινίσεις. Ήμουν παιδίον.</p>
+
+<p>Παραμονή των Χριστουγέννων τάχα. Σαράντα ημέρας οι άνθρωποι ενήστευον.
+Η καλύβη, η χρησιμεύουσα ως κρεοπωλείον, είχε καταληφθή υπό τινος ναυπηγού,
+όστις υπ' αυτήν εσκάρωσε πλοιάριον. Την παραμονήν το έρριψεν εις την θάλασσαν
+μ' ευχάς κ' ευλογίας, και ο κρεοπώλης κατέλαβε πάλιν την καλύβην,
+ακολουθούμενος από χοίρους, τράγους και αμνούς, όλα προς σφαγήν διά τα
+Χριστούγεννα.</p>
+
+<p>Η εύμορφαις νησιώτισσαις και η νησοτοπούλαις πλύνουν, ασπρίζουν,
+τακτοποιούν, σαρόνουν του χωριδίου τους οικίσκους. Λάμπουν τα χιόνια 'ς τα
+βουνά της Ευβοίας τ' αντικρυνά. Η ψαροπούλαις έρχονται η μια κοντά 'ς την άλλην.
+Αράζουν. Ησυχάζουν. Θ' αναπαυθούν. Θα κοιμηθούν. Οι χωρικοί, χαρούμενοι,
+εμβαίνουν εις την κώμην, να ξεκουρασθούν, να ξυρισθούν, να λουσθούν. Οι
+ψαράδες άπλωσαν τα δίκτυά των, να στεγνώσουν, και οι γεωργοί έστησαν τα
+άροτρα προ της αυλείου, ως τρόπαια χαρμόσυνα της εργασίας, της αληθούς
+εργασίας, ήτις πάντοτε θα ζη, και αιωνίως θα ζη και θα βασιλεύη. Η μόνη υπό Θεού
+ευλογημένη εργασία. Ο γέρων εκείνος γεωργός, ο τόσον φαιδρός επί του οναρίου
+του, μαζί με το άροτρόν του, δίπλα του, σαν να προηγήται θριάμβου,
+τροπαιοφόρος, έχει από την Λαμπρήν να εισέλθη εις την κώμην. Κ' εισέρχεται
+τώρα, επί του οναρίου του φαιδρός, με το άροτρόν του, δίπλα του, ως να
+προηγήται θριάμβου, τροπαιοφόρος, διά να εορτάση τα Χριστούγεννα, εν τω
+γενεθλίω του οίκω. Όλοι συνάζοντ' ενωρίς. Ενωρίς θα κοιμηθούν, διότι ενωρίς —
+όρθρου βαθέος — θα μεταβώσιν εις τον ναόν, να εκκλησιασθώσι, να εορτάσουν να
+κοινωνήσουν.</p>
+
+<p>Την νύκτα, με το φαναράκι, ετραγούδησα τα Χριστούγεννα εις του πάππου μου
+του γέροντος, του ασπρογένη του Παπαλέξανδρου. Μου έδωσε δύο
+εικοπιπενταράκια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είχε, μάννα, κανένα σφάντζικο; Παρεπονέθην έπειτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Του τα πήρε ο γάτος, παιδί μου! Μου απήντησε. Και το
+επίστευσα.</p>
+
+<p>Ω αθωότης, αθώα αθωότης! Τι είσαι λοιπόν και χάνεσαι; Χιών είσαι και
+λυώνεις, καπνός και διαλύεσαι, αράχνη και σε διασπά ο άνεμος;</p>
+
+<p>Την νύκτα ήλθαν εις τα σπίτι μας δύο ηλικιωμένοι, με τα βιολιά, και
+ετραγούδησαν τα Χριστούγεννα. Η μητέρα έφερε δύο μεγάλα χριστόψωμα και μίαν
+προσφοράν διά την λειτουργίαν· και αργά-αργά παρασκεύαζε παχείαν όρνιθα, διά
+το εωθινόν πρόγευμα. Ο πατέρας μου έφερε καινούργιο φορεματάκι, εύμορφον, κ'
+εκοιμήθην μαζί μ' αυτό στην αγκαλιά μου.</p>
+
+<p>Εις τον πρώτον ακουσθέντα του κώδωνος της εκκλησίας ήχον επετάχθην. Όλοι
+οι κάτοικοι καθαροί, ειρηνικοί, φαιδροί συνήχθησαν εις την εκκλησίαν. Τι τάξις! τι
+ευπρέπεια! τι κοσμιότης!</p>
+
+<p>Ο ένας εφημέριος, υψηλός, στερεός, με τα χρυσά του άμφια και την χρυσήν του
+στόφαν, ωμοίαζε με τον αρχιστράτηγον Μιχαήλ. Ο άλλος, κοντότερος σεμνότερος,
+με το αρχαίον μωραΐτικον φελώνιον, του Γενάρχου μας κληρονομίαν ευσεβή, ο
+φιλοπαίγμων και γλυκύτατος γέρω Παπαδιαμάντης ο αλησμόνητος και
+πολυσέβαστός μου ιερεύς εκείνος οπού τόσον με αγαπούσε, και τόσον τον
+εσεβόμην, με τον οποίον έκαμνα κατόπιν όλας τας θρησκευτικάς μου εκδρομάς,
+ωμοίαζε τον αρχάγγελον Γαβριήλ. Πώς να μη υπάρξη σεμνότης και ευπρέπεια, εις
+εκείνον τον ναΐσκον, αφού η θρησκευτική πομπή διευθύνετο από δύο τοιούτους
+αρχαγγέλους.</p>
+
+<p>Αι γυναίκες επάνω εις τον γυναικωνίτην, χρυσοστόλιστοι, λάμπουσαι, όπισθεν
+από τα ορύφακτα, ως χρυσαίς τρέμουζαις, αναδίδουσαι διακεκομμένας
+λαμπηδόνας, εν γραμμή μακρά, ως χρυσολάμπει, την νύκτα με την πανσέληνον, το
+διασχιζόμενον υπό ταχείας λέμβου κύμα, εν ηρεμαίω πόντω. Οι άνδρες με τα
+καλλίτερά των ενδύματα, τιμώντες την ημέραν ζώναι χρυσαί, ζώναι μεταξωταί,
+κεντητά γελέκια, κατάλευκοι χιτώνες μεταξωτά μανδήλια, τσόχινα επανωφόρια,
+πολύτιμοι ρωσσικαί γούναι, υποδήματα υψηλά του Ταϊγανίου. Τα παιδιά
+στολισμένα, σεμνά, αθώα, ησύχια, διά της σιωπής των δεικνύοντα το έν προς το
+άλλο το νέον του φόρεμα, εν υπερηφανία. Τα φώτα τα εκλάμποντα εν
+μαρμαρυγαίς θαμβωτικαίς, ο καπνός του θυμιάματος, η ευωδία η άρρητος, η
+γλυκύτης της τελετής, η μεγαλειότης των ιερέων, αι κατάφορτοι εκ των
+αφιερωμάτων πανάρχαιοι εικόνες, εκείνος ο Παντοκράτωρ του Πανσελήνου ο
+υπερθαύμαστος, προσέδιδον εις την εορτήν μυστηριώδη γοητείαν.</p>
+
+<p>Το σπίτι μας είνε εις την ακροθαλασσιάν. Ένα αρχαίον, των ιδρυτών του
+χωρίου, σπίτι. Και όταν εγύρισα από την εκκλησίαν έως ου ετοιμασθή ο εωθινός
+των Χριστουγέννων ζωμός, έβλεπον από του εξώστου τους Υδραίους σπογγαλιείς,
+οίτινες παρά τας μιλτοπαρείους αλιάδας των, ανειλκυσμένας έξω, ανάψαντες
+πυράς, ητοίμαζον το πρόγευμα το Χριστουγεννιάτικον, υπό τον έναστρον ουρανόν,
+όστις ηπλούτο άνω γαλήνιος και γλυκύς, ως παγκοσμίου όροφος θεάτρου,
+κεντητός, χρυσοκέντητος, αργυροκέντητος, αστροκέντητος, ασπροκέντητος, ενώ
+από του χθαμαλού λόφου, πέραν εχάραζε πλέον η Ανατολή και ηπλούτο υπό
+μαλακών χειρών νυμφών αοράτων, ρόδινον, πορφυρόχρουν παραπέτασμα, η
+εωθινή εύμορφος σημαία της εξημερονούσης πλέον πανηγύρεως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο Καλλικάντζαρος!</p>
+
+<p>Φωνάζει αίφνης ο γέρων πατήρ, όταν με χαράν επηγαίναμεν να καθήσωμεν εις
+την τράπεζαν, παρά την λάμπουσαν, την θερμαίνουσαν, την ασπρισμένην εστίαν
+μας, το ιερόν και γλυκύ του χειμώνος ενδιαίτημα.</p>
+
+<p>Η φωνή αύτη μ' εξήγειρε του ύπνου. Το όνειρόν μου έπαυσε.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Διότι συγχρόνως εισήρχετο εις του κυρ-Στρατή την τραπεζαρίαν ο εφημέριος
+του νεκροταφείου, κρατών φανάριον εις την μίαν χείρα και χιλιάρικην εις την
+άλλην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σας ανεκάλυψα τέλος πάντων! Έτσι κρυφά λοιπόν;</p>
+
+<p>Έτριβα επί ώραν τους οφθαλμούς μου. Πρώτην φοράν μετά τας πενθίμους
+συγκινήσεις έβλεπον τόσον φαιδρόν, τόσον γλυκύ, τόσον επιθυμητόν όνειρον, το
+οποίον μου έφερε γαλήνην και θάρρος εις την καρδίαν. Ήτο τόσον θερμόν το
+όνειρόν μου το αλησμόνητον, ώστε μου εθέρμανε, ψυχήν και σώμα. Δεν ήμουν
+πλέον εγώ ο ανεόρταστος, ο αλειτούργητος, ο αφωρισμένος. Εώρτασα τα
+τρυφερώτατα Χριστούγεννα με τόσα πρόσωπα, τα οποία δεν υπάρχουν πλέον.
+Χωρίς άλλο ήτο όνειρον εξ ουρανών διά την εις τα έθιμα της πατρίδος μου πίστιν
+ατίμητος αμοιβή. Συμμετέσχον τότε, χαίρων της χαράς του φιλικού δείπνου.</p>
+
+<p>Ο Παπά-Γιάννης ο εφημέριος του Νεκροταφείου με το θάρρος οπού είχε της
+γνωριμίας, έλαβε πάραυτα θέσιν παρά την τράπεζαν, και ανέζησε πάραυτα πότος
+εκπνέων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός γεννάται, εκραύγασεν ο ιερεύς όλος χαρά· και εγέλα όλος. Τα
+μάτια του, αι παρειαί του, το στόμα του· και ιδίως η ουλή του δεξιού του
+χείλους.</p>
+
+<p>Και επειδή νέα διάθεσις ψαλμωδίας ανεφάνη ζωηροτέρα της πρώτης, είπεν ο
+φίλος μου ο Αλεξανδρής με το πατροπαράδοτον σατυρικόν πνεύμα, λεπτόν ως
+αεράκι πεύκου γηραιού, ίνα προλάβη πάσαν του κυρ Στρατή θρηνωδίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σου πω, κυρ Στρατή. Εσύ να ψάλης τα πανηγυρικά μέλη, και ο
+παπα-Γιάννης — νάχωμεν την ευχίτσα του — τα νεκρώσιμα. Δεν λέω καλά, παπά
+μου;</p>
+
+<p>Όλοι εγελάσαμεν.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑΝ<br />
+(1899)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Μέλτος ο Μισακός, αφού τα είπε συριανά τα Χριστούγεννα, ήρχισε να τα λέγη
+και ναξιώτικα. Ο καπετάν-Γιακουμής τον συνώδευε με την εξάχορδον κινύραν του,
+ένα λαξευτόν χρυσοκέντητον τσιβούρι, έργον των χειρών του οπού είχε
+κατασκευάσει εν ταις ώραις της απλοίας και νηνεμίας· ή και κατά τας μακράς του
+χειμώνος νύκτας, εφ' ου, είχε, μετ' επιμονής καλλιτέχνου, λαξεύσει ολόκληρον την
+αγοράν της πατρίδος του, με της βαρκούλαις στο ακρογιάλι, κ' ένα σπιτάκι, ψηλά-
+ψηλά, εις τον βράχον, την ποθητήν της αγάπης του κατοικίαν, της Μαριγούλας του.
+<i>Μαριγούλαν</i> δε ωνόμαζε και το ολόχρυσον τσιβούρι. Το είχε στολίσει σαν
+την ασπίδα του Αχιλλέως χωρίς να έχη διαβάσει τον Όμηρον. Ο Καπετάν-Γιακουμής
+ήτο αδελφός του πλοιάρχου, αλλ' ευθύμου και διαχυτικού χαρακτήρος, ηρέσκετο
+να συνανατρέφηται μετά των ναυτών συνήθως, εν τη πρώρα.</p>
+
+<p>Οι λοιποί του πληρώματος, γύρω-γύρω, πάνω εις τας χρωματιστάς κασσέλλας
+των καθήμενοι, τας στενάς και μακράς, παρά τα ασκητικά ράντσα των, τας
+κρεμαστάς των κλίνας, ήκουον καπνίζοντες τα σιγάρα των, αναπαυόμενοι, εκεί
+όπως ήσαν, με τα χονδρά της εργασίας ιμάτια ακόμη, όζοντες πίσσαν και νάφθην.
+Ο Γιάννης ο Μπύρρος, ξηρός και υψηλός, ο ναύκληρος του πλοίου, ο καλλίτερος
+λοστρόμος της νήσου, περιζήτητος υπό των πλοιάρχων διά την ναυτικήν του πείραν
+και την διοικητικήν ικανότητα, στρίβων τον λευκόν μύστακά του με την αριστεράν,
+ακκουμβισμένος με την δεξιάν επί της τραπέζης, ήκουεν ευλαβώς το άσμα των
+Χριστουγέννων, με τον νουν του εις το χωρίον του, εις τα παιδάκια του, αλλά
+προσέχων πάντοτε κ' επάνω, προς τον καιρόν, ως να τον παρηκολούθει
+παραφυλάττων την μακρυνήν βοήν του ανέμου, οπού εσύριζεν άνωθεν
+απειλητικός, ωτακουστών δε συνάμα και προς την πρύμνην, μη ακούση την φωνήν
+του πλοιάρχου· καθόλου κύων πιστός, ο παλαιός αυτός ναύκληρος, ακουσμένος όχι
+μόνον εις την νήσον αλλά και εις την Πόλιν ακόμη, στόλισμα των πληρωμάτων. Το
+άσμα προέβαινε μελωδικώτερον πάντοτε, με τα ναξιώτικα τσακίσματά του και με
+την παθητικήν κρούσιν της <i>Μαριγούλας</i> του καπετάν-Γιακουμή, του
+ηδυμόλπου τσιβουρίου, όπερ ως παράπονον, το συνώδευε το παλαιόν άσμα,
+ηρέμα κρουόμενον, παράπονον ναύτου θαλασσοδαρμένου, παράπονον
+ξενιτευμένου, όπως ελαφρά-ελαφρά, κτυπά το θαλασσάκι 'ς την ακρογιαλιά, εις
+τας πρωίας της αύρας του πελάγους πνοάς, ή όπως κλαίει ο πεύκος εις το πρωινόν
+του βουνού αγεράκι, ένα κλαύμα οπού χαίρεσαι να το απολαμβάνεις.</p>
+
+<p>Έλεγεν ένα στίχον ο Μέλτος ο Μισακός, κ' εσιώπα κατά το έθος των
+Δωδεκανήσων, αναμένων να τον επαναλάβη τώρα, μόνη της, από μέσα από τα
+παθητικά σπλάχνα της, μετά πόνου, η χρυσοκέντητος <i>Μαριγούλα</i>, ως
+κλαύμα πάντοτε, ως παράπονον πάντοτε. Και όταν ο ψάλτης έβλεπε την
+χρυσοκόκκινην φουντίτσαν, εν τη άκρα της μακράς και τορευτής χειρός,
+παρθενικής θαρρείς, της χειρός του τσιβουρίου, να σείεται γοργά, εν τω τέρματι
+του ήχου, ήρχιζε πάλιν την συνέχειαν του άσματος, επιφέρων έτερον στίχον, με όλα
+τα ιδιώματα της ναξίας προφοράς, σωστός ναξιώτης, ο Μέλτος ο Μισακός, με το
+βρακάκι του ακόμα, και το φεσάκι του. Ο Μέλτος ο Μισακός, ήτο μίμος πρώτης
+δυνάμεως. Δεν υπήρξε πλοίαρχος έχων ελάττωμά τι φυσικόν, εργάτης, ποιμήν ή
+και προεστώς του χωρίου του, που να μη εμπέση εις την μιμικήν οξυδέρκειαν του
+σπανού αυτού ναύτου, με το πρόσωπον το προώρως ερρυτιδωμένον και
+ευλογιοκομμένον εις τας παρειάς, ως κεντημένον με βελόνην. Χαρά και αγαλλίασις
+εις το πλήρωμα, ότε εγίνετο γνωστόν ότε επεράσθη εις τα χαρτιά και ο Μέλτος ο
+Μισακός. Με τας μιμικάς του παραστάσεις κατά τους μακρινούς πλους,
+ελησμόνουν οι αγαθοί ναύται όλα τα δεινά της ξενιτειάς, όλα τα βάσανα της
+βαρείας των εργασίας. Εκεί δα τους έκαμνε τον δήμαρχον τον καπετάν-Πάτερον,
+πώς ετραβούσε τα ρακοβόλια επαν-πανωτού, εις εκείνο το μικρόν παντοπωλείον,
+από την 'πίσω πόρτα, ότε δραπετεύων από το συμβούλιον, μισοζαλισμένος, του
+οποίου αι συζητήσεις τον εστενοχώρουν πάντοτε, ως το καραντί των ταξειδίων του,
+εξεζαλίζετο εκεί, εις την πίσω πόρτα του μικρού μαγαζείου, όρθιος, ασθμαίνων
+ακόμη, από τας συζητήσεις. Κ' εκεί τους έκαμνε πάλιν τον προεστώτα εκείνον, οπού
+έψαλλεν εις τα δεξιά, εις τον χορόν της Εκκλησίας, σείων την κεφαλήν του προς τα
+επάνω, σαν να εφοβέριζε τους θόλους, έχων τας χείρας τους εμπεπηγμένας εις την
+ζώνην του, ένθεν και ένθεν ως να ήθελε να τραβήξη δύο λάζους συγχρόνως,
+οξύθυμος ο γέρων εις άκρον, ένα δεξιά και άλλον αριστερά, να τους σφάξη όλους
+επάνω εις την αλαζονείαν του. Και πότε πάλιν τους έκαμνε τον μάστρο-Νικόλαν,
+οπού εψώνισε το κρέας και το εκόμιζεν εις την οικίαν, στεκόμενος κάθε-λίγο, καθ'
+οδόν, και κυττάζων αυτό γύρω-γύρω, καμαρόνων μονάχος του το οψώνιον. Και
+άλλοτε πάλιν τους έκαμνε τον καπετάν- Σαράντον, τον φιλάργυρον εκείνον
+πλοίαρχον, πώς εσύναζε, σπειρί- σπειρί τον σίτον από την κουβέρταν του πλοίου
+του, όταν εξεφόρτων εν εις τον Πειραιά, διώκων τας όρνιθας του πλοίου, ξου-ξου,
+μη τα φάγωσι, να τα φάγη εκείνος τα σκύβαλα.</p>
+
+<p>Αλλ' ήτο και περίφημος μάγειρος ο Μέλτος ο Μισακός, επιτυγχάνων εξόχως εις
+το αλίπαστον. Ο κουρήτος, το ξύλινον βυτίον, εν ώ φυλάσσεται το αλίπαστον κρέας
+των πλοίων, εννοούσεν αμέσως τον δεξιόν μάγειρον, από το βύθισμα των χειρών
+του μέσα εις τους γάρους, ότε αφ' εσπέρας ελάμβανε τεμάχια, ίνα τα ξαλμυρίση,
+και επευφήμει, θαρρείς με χαράν, τραντανιζόμενος εις τα στερεά βάθρα του, ο
+ξύλινος κουρήτος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κακό σημάδι, βρε παιδιά! έλεγε τότε ο Μέλτος ο Μισακός . .</p>
+
+<p>Ο κουρήτος έτριξε πάλι· και θαρρώ πώς θα μας εχάλασε το <i>σαλάδο</i>.</p>
+
+<p>Αλλά το <i>σαλάδο</i> τη επαύριον, κατεβροχθίζετο υπό τας επευφημίας όλου
+του τσούρμου, και αυτού του γέρω-Μπούμπα, ενός ιδιότρόπου ναύτου, εις τον
+οποίον τίποτε δεν ήρεσκε, και όλο και εμάλωνε, πότε με την βελόναν του και πότε
+με τη νιτσεράδα του, όταν δεν εύρισκεν εμπρός του τον μικρόν καμαρώτον, να
+πιασθή μαζί του. Και τώρα ακόμη οπού όλον το πλήρωμα με ζηλευτήν αγάπην
+άκουε το Χριστουγεννιάτικον άσμα, αυτός ανάψας την πίπαν του, έβγαζε καπνόν
+και από το στόμα και από τα μάτια, γυρισμένος ανάποδα σαν να είχεν, ο
+ιδιότροπος, άλλην παρέαν ξεχωριστήν, την πικρίαν και οξυχολίαν του.</p>
+
+<p>Δι' αυτά τα δυο προτερήματά του ήτο συμπαθέστατος ο Μέλτος ο Μισακός
+μεταξύ των πληρωμάτων, διότι και εκαλότρωγαν οι ναύται με την καλήν
+μαγειρικήν, και εκαλοχώνευαν με τα μιμικά αστειεύματά του. Μόνον ο καπετάν-
+Σαράντος ουδέ ζωγραφιστόν δεν ήθελε να τον βλέπη τον Μέλτον τον Μισακόν, όχι
+διότι τον επεριγελούσε — τον έμελεν αυτόν τι θα πουν οι ανόητοι, διότι τάχα ήτο
+οικονόμος: — αλλά διότι με τα αστεία του εξωδεύετο πολλή γαλέτα εις το
+πλήρωμα . . .</p>
+
+<p>Και αφού ετελείωσαν και τα ναξιώτικα Χριστούγεννα, διέταξεν ο Γιάννης ο
+Μπύρρος, ο ναύκληρος, ενθουσιασθείς, να τα είπη και Σαντορινιά. Ο Μέλτος ο
+Μισακός, κατά τα διάφορα ταξείδιά του, είχεν εκμάθει όλα τα πολύμορφα είδη του
+ιερού άσματος, και άλλα ακόμη νησιωτικά τραγούδια, έκαστον με τα ιδιώματά του
+τα γλωσσικά και με την προφοράν του την ιδιάζουσαν έκαστον, κ' εθάρρει κανείς
+την νύκτα εκείνην ότι ευρίσκετο εις όλας τας φαιδράς του Αιγαίου νήσους
+συγχρόνως, ποικίλως άγων την μεγάλην και χαρμόσυνον της πατρίδος μας εορτήν,
+τα Χριστούγεννα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βάστα, Μαριγούλα, εχαιρέτισεν ο ναύκληρος, παραθαρρύνων τον
+καπετάν-Γιακουμήν, υπό τας μουσικάς χείρας του οποίου εγλυκοστέναζε το
+χρυσοστόλιστο τσιβούρι, μαλακά ερειδόμενον επάνω εις το στήθος του, τορευτόν,
+χρυσοκέντητον.</p>
+
+<p>Αλλά την στιγμήν εκείνην ο καμαρώτος, ο Ζούμπουρας, ένας δεκαπενταετής με
+έξυπνα μάτια, νεανίσκος, αλλά ζαρωμένος μέσα εις πλατείς αμπάδες, ως σηπία εις
+το θαλάμι της, κατελθών από της πρύμνης, εκόμισε χιλιάρικην όλην, πλήρη
+τζαμάικας, αποστελλομένην παρά του πλοιάρχου εις τους ναύτας του, «να
+ξαποστάσουν».</p>
+
+<p>Όλοι επεκρότησαν πάραυτα προς την απροσδόκητον θέαν της χιλιάρικης. Ο
+Ζούμπουρας, παραδώσας αυτήν εις τον ναύκληρον όστις τρυφερώς την
+ενηγκαλίσθη, καταφιλήσας τον στενόν ως καλαμένιον λαιμόν της, είπεν ότι ο
+πλοίαρχος έπεσε να κοιμηθή, και ότι αυτοί ας κάμουν ό,τι θέλουν. Και προσέθηκεν,
+από μέρους του ο καμαρώτος, ότι η θάλασσα έγεινε ξείδι και πετά σπίθαις,
+θαρρείς, απόξω από της Τρεις Μπούκαις, οπού ήσαν αραγμένοι, από τον θυμόν
+της, και δεν θα κάμουν πανιά ούτε με μια 'βδομάδα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δόξα σοι ο Θεός, που τα καταλάβαμε, τέλος πάντων! είπεν ο
+ναύκληρος αποθέτων την χιλιάρικην με προσοχήν επί της τραπέζης,
+ακτινοβολούσαν εκεί ιριδόχροα ακτινοβολήματα, υπό το φως της εν μέσω του
+πρωραίου κρεμαμένης λυχνίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά Χριστούγεννα 'ς της Τρεις Μπούκαις, παππού! Δεν σου τώπα; . .
+.</p>
+
+<p>Επείραξεν ο καμαρώτος, απερχόμενος, τον γέρω-Μπούμπαν, συλλογισμένον
+καθήμενον εκεί, εν τω φαιδρώ κύκλω, αμίλητον, ως μετανοημένον καλόγηρον,
+γυρισμένον ανάστροφα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον κακό σου, Ζούμπουρα!</p>
+
+<p>Εγρύλλισεν ο γέρων ναύτης. Και μη προφθάσας να βλάψη τον εξαφανισθέντα
+έφηβον, κατέρριψε και κατεπάτησε μετ' άχθους τον καπνόν της πίπας του ως
+σκορπίον, και επανέπεσε πάλιν εις τας σκέψεις του τας σιωπηλάς, πάντοτε με την
+μονήρη παρέαν του.</p>
+
+<p>Ο Γιάννης ο Μπύρρος, ο ναύκληρος, στρίβων τον μύστακά του τον λευκόν,
+έπαυσε πλέον να ωτακουστή προς την πρύμνην, και ήρχισεν ανέτως τώρα
+τακτικώτερον να διευθύνη την φαιδράν του πληρώματος αγρυπνίαν. Ήνοιξε την
+στενόμακρον κασσέλλαν του με έν τερπνόν γλυκοκελάδημα περιστρέψας την
+μικράν κλείδα εις την μουσικόκρουστον κλειδαριάν της, εξήγαγε μερικούς ξηρούς
+καρπούς, οίτινες απέκειντο εκεί, της συζύγου του δώρα, του χωρίου του γλυκείαι
+αναμνήσεις, καρύδια και σύκα και κυδώνια· και παραθέσας αυτά εκάλεσε τους
+ναύτας:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξεκουρασθήτε, βρε παιδιά, τώρα.</p>
+
+<p>Κ' επλήρωσε μικρά ποτήρια εκ του αποσταλέντος υπό του πλοιάρχου
+ποτού.</p>
+
+<p>Ήσαν εκεί γύρω και άλλοι ακόμα, όλοι οι ναύται, εννέα εν όλω. Ήτο ο Γρούτσος,
+με τας χονδράς του χείρας, αθλητικώτατος, κρυωμένος ολίγον και βήχων. Ήτο ο
+μπάρμπα-Γιαννιός, αγαπών να κάμνη τον φραντσέζον, με το τσιμπουκάκι του
+πάντοτε εις το στόμα. Ήτο και ο Παυλάκης, άσωτος υιός πλοιάρχου Συριανού,
+διωγμένος από τον πατέρα του, δυο χρόνια τώρα, με μίαν μορφήν ξεπλυμένην και
+άχαριν εκ του ασώτου βίου, με βλέμμα απλανές, ακίνητος ως να εκοιμάτο με
+ανοικτά μάτια, όστις εγύρευε τσιγάρα πάντοτε, υποσχόμενος ν' ανταποδώση αυτά
+«σαν φθάσουν 'ς τα πόρτο». Αλλά 'ς το πόρτο πάντοτε γινόμενος άφαντος εις της
+κουμπάραις του· δυο φοραίς παντρεμένος 'ς τα Θεραπειά και μια 'ς τον Καρού-
+Τσεσμέ, ενώ εις την Σύρον έκλαιεν η μάννα του απαρηγόρητος, μόνην παρηγορίαν
+ευρίσκουσα επάνω εις την Αγίαν Παρασκευήν οπού εκείνα τα έτη είχεν
+εγκατασταθή ο εκ Σκιάθου επιφανής μοναχός Διονύσιος, ο Γέροντας
+αποκαλούμενος και ετέλει κάθε Σαββατόβραδον εκεί ωραίας αγρυπνίας, πολύ
+σεβάσμιος εις όλην την Σύρον.</p>
+
+<p>Το πρωραίον είχε στεγαδώσει πλέον από τους καπνούς τόσων τσιγάρων και
+διέταξεν ο ναύκληρος ν' ανοίξωσιν άνωθεν μίαν υαλοθυρίδα του φεγγίτου.
+Πάραυτα δε εισώρμησε κάτω ρεύμα παγωμένου αέρος και μία κλαίουσα αρμονία
+της μυκωμένης επάνω τρικυμίας, ήτις προσπίπτουσα εις τους πολυδαιδάλους
+εξαρτισμούς του μεγάλου πλοίου· και τους αναριθμήτους τροχίσκους, έφθανε
+κάτω ως θρήνος θηρίων από μακράν μαχομένων διά το θήραμα.</p>
+
+<p>Τα τρικάταρτο μπάρκο του καπετάν Φώκα, η <i>Σκίαθος</i> ένα ωραίον
+σκάφος του αλησμονήτου αρχιναυπηγού της νήσου του ξακουσμένου εις όλας τας
+ναυτικάς της Ελλάδος πόλεις Μάστρο-Γεωργού μόλις εσώθη την εσπέραν εκείνην,
+καταφυγόν ξυλάρμενον — με τα κάτω μόνον φλέσια, και τον μέσα φλόκον — εις
+της τρεις Μπούκαις, τον σωτήριον της Σκύρου λιμένα. Από της Σικελίας αναβαίνων
+εις τον Δούναβιν, με φορτίον αποικιακών, ο καπετάν-Φώκας επτά μηνών γαμβρός,
+επόθει, και έταξε, να εορτάση τα Χριστούγεννα εν τη νήσω του, μετά της νεαράς
+συζύγου του. Αλλά φθονερός της ευτυχίας του ο άγριος μαΐστρος, μετά λαίλαπος
+και χιονοστροβίλων εξαφθείς, τον ηνάγκασε να κλεισθή μέσα εις της τρεις
+Μπούκαις, οπού βράδυ-βράδυ ηγκυροβόλησεν η <i>Σκίαθος</i> σαν ένας αετός με
+μαδημένα τα πτερά του.</p>
+
+<p>Σκυλί μοναχό!</p>
+
+<p>Ύβριζε δάκνων τα χείλη του ο καπετάν-Φώκας, τρεις θάλασσαις συναντήσας
+παρά το Καβοδόρος. Μίαν από το Τσανταρλί, άλλην από το Κουσάντασι εξ
+ανατολών, και τρίτην εκ δυσμών, από τον Μαΐστρον. Βουνά τα κύματα, και
+εκυλίετο καρφωμένη εκεί η <i>Σκίαθος</i> με την ογκώδη κοιλίαν της. Έτριζεν ως
+εκ μετάλλου τους οδόντας του ο καπετάν-Φώκας από τον θυμόν του, αλλ' έτριζον
+και οι ιστοί του μπάρκου και οι τρεις. Άφριζεν από τον θυμόν του ο καπετάν-Φώκας
+βλασφημίας μόνον απαγγέλλων, αλλ' ήφριζαν και τα κύματα εισορμώντα εις το
+κατάστρωμα, ως πειραταί προς λεηλασίαν. Έως να κάμψουν το Καβοδόρος, έχασε
+της επάνω γάμπιαις της η <i>Σκίαθος</i> αναρπαγείσας υπό του ανέμου ως
+πτερά.</p>
+
+<p>Αλλ' ενώ κατ' αρχάς εφάνη ότι θα υπερίσχυεν ανατολικός άνεμος, ο γραίγος,
+ότε θα κατευωδούτο εις την νήσον του ο καπετάν-Φώκας, αίφνης μαυρίλα πυκνή
+σχηματίζεται προς δυσμάς. Ιδού αστράπτει ο μαΐστρος κ' εκρήγνυται αποτόμως
+χιονώδης θύελλα, σκοτεινόν προβέντσο — χιονιά και κακό — θάλασσα κιαμέτι —
+Ωρύετο δε ο καπετάν-Φώκας, προσπαθών προς βορράν να θέτη πάντοτε την
+πρώραν του μπάρκου, μη διακρίνων ουδέ το δάκτυλόν του εκ της επελθούσης εν
+ημέρα πυκνής σκοτίας. Αλλ' η θύελλα ήτο απροσμάχητος κ' έστρεφε προς νότον το
+σκάφος. Σκύρος και Κύμη και πέλαγος έγειναν όλα έν πράγμα σκοτεινόφαιον, εντός
+του οποίου τα κύματα, όγκοι βαρείς, εχοροπηδούσαν, σωροί εδώ, σωροί εκεί,
+θηρία ανήμερα, με αφρούς, με αχνούς υπό μίαν φοβεράν σκοτούραν των πάντων,
+καθ' όλον εκείνον τον δεινόν του Αιγαίου αναβρασμόν· νομίζεις κ' έπεσον από του
+ουρανού των νεφελών οι παχείς όγκοι κ' εσκέπασαν βουνά και θάλασσαν. Και
+αυτός ο γέρω-Μπούμπας, οπού ήλπιζε μια φορά τέλος πάντων, να ευρεθή τα
+Χριστούγεννα εις την πατρίδα του, απηλπισμένος και αυτός, με οργήν έσφιγγε
+μέσα εις τας σκληράς παλάμας του τους αφρούς, που του έρριπτον εις το στήθος
+του επάνω τα κύματα, αναθεματίζων αυτά και λέγων:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν με ρίχνεται σαν τον Ιωνά ς' την θάλασσα, να μπονατσάρη! Τότε ο
+Ζούμπουρας ο καμαρώτος, αδαής του κινδύνου, περνών απ' εμπρός από τον
+ωργισμένον γέρω-Μπούμπαν, χωμένος μέσα εις τας πλατείς αμπάδες του, ως
+χελώνη, τότε του πρωτοείπε, σαν προφήτης το παληόπαιδο:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά Χριστούγεννα 'ς της Τρεις Μπούκαις, παππού!</p>
+
+<p>Και κύψας υπό τας βαρείας χείρας του γηραιού ναύτου υπεξέφυγεν ως έγχελυς,
+την οργήν του.</p>
+
+<p>Ως σιδηραί δε αι χείρες του ναύτου, αποτυχούσαι, εκρότησαν επί του χονδρού
+ξυλίνου παραπέτου του μπάρκου. Ουδέν δ' άλλο κατώρθωσεν ο καπετάν-Φώκας με
+την ματαίαν εκείνην κ' επικίνδυνον επιμονήν του, ή ν' απολέση και της αμπάσαις-
+γάμπιαις του μπάρκου του, όπερ μόλις ημπόρεσε με τα φλέσια μόνον και τον μέσα
+φλόκον να εισπλεύση και αγκυροβολήση εις της Τρεις Μπούκαις,
+θαλασσοδαρμένον, θαλασσοπνιγμένον, ξυλάρμενον.</p>
+
+<p>Αφού δε ηγκυροβόλησε και διηυθέτησαν οι ναύται τάρμενα, τότε ο καπετάν-
+Φώκας, βρεγμένος, μισοπαγωμένος, από δύο θηρία νικημένος, από την θάλασσαν
+και από τον θυμόν του, κατήλθε και εκλείσθη κάτω εις την πρύμνην, κλαίων
+σχεδόν, αποπνιγόμενος μέσα εις τον καπνόν των τσιγάρων, τα οποία κατέδακνε,
+δεν εκάπνιζε, θολός τον νουν και θολός την καρδίαν από τ' αναθέματα και τας
+κατάρας. Επάνω εις τας εξάψεις του εκείνας, τας αγρίας ως λαίλαπος μηκυθμούς,
+δις ενόμισεν ότι επραΰνετο η οξύτης του ανέμου, και διέταξε δις τους ναύτας,
+απορούντας, να κάμωσι πάλιν πανιά.</p>
+
+<p>Αλλά δις πάλιν ο καπετάν-Φώκας κατησχυμμένος ηναγκάσθη να μαϊνάρη πάλιν,
+αυτός οπού εις άλλας περιστάσεις, από την κλίνην του ακόμη, διέκρινε την δύναμιν
+των ανέμων. Αλλά τώρα, με αγωνίαν επιθυμών να εκτελέση την δοθείσαν προς την
+γυναίκα του υπόσχεσιν, παρίστατο αμαθής και αθαλάσσωτος, και από τον
+απειρότερον ναύτην πλέον άπειρος.</p>
+
+<p>Και αφού πλέον ενύκτωσε και απηλπίσθη να εξέλθη από της τρεις Μπούκαις,
+ήρχισε το κονιάκ, κάτω πάντοτε, κλεισμένος, ολομόναχος, εξερεθίζων έτι μάλλον
+τον θυμόν του, με το δριμύ ποτόν. Εκεί οπού ήτο, ούτε ήκουε τα Χριστουγεννιάτικα
+άσματα των ναυτών, οίτινες συστείλαντες τα ιστία και περιμαζεύσαντες τα
+καλώδια, και τα άλλα τα καταρρακωθέντα πανία, και ασφαλίσαντες με δύο
+αγκύρας το σκάφος, κατήλθον εις την πρωραίαν αίθουσάν των, εν χαρά άγοντες
+την νύκτα της Παραμονής, αλλά με τα ιμάτια της εργασίας των πάντοτε,
+προσμένοντες νέαν διαταγήν ίσως του ωργισμένου πλοιάρχου των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε, βρε παιδιά, τι να γένη! είπεν ο ναύκληρος ο Γιάννης ο Μπύρρος,
+έχων τάξιμον ν' αγρυπνή πάντοτε την νύκτα των Χριστουγέννων, όπως-όπως, οπού
+και αν ευρίσκετο. Συντροφιά με την θάλασσαν, βρε παιδιά, θα τα πούμε τα
+Χριστούγεννα. Επάνω στο κύμα· σιμά 'ς τον αφρόν. Με την χιονιά, με την τρικυμία
+με τους ύμνους των αρμένων μας, με της θάλασσας τα λιβάνια, με της λαμπάδαις
+του μαΐστρου, που φέγγουν ψηλά, από τα ουράνια, και φωτίζουν σε μια στιγμή
+όλην την πλάσιν, στεριαίς και πέλαγα.</p>
+
+<p>Και αγαλλόμενος όλος, με λάμψιν εις τα μάτια του χαράς, εκραύγαζε, στρίβων
+τον λευκόν του μύστακα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός γεννάται, βρε παιδιά! Συντροφιά με την θάλασσαν!</p>
+
+<p>Κ' εκέρασε πρώτα-πρώτα αυτός τους ναύτας από ένα τσίπουρο της πατρίδος
+του, της αμπέλου του ευώδες ποτόν, για να τους βάλη, ως έλεγε, λίγο-λίγο 'ς <i>το
+δουζένι</i>. Και ούτω πράγματι ήρχισαν να ψάλλωσιν οι ναύται κάτω το άσμα των
+Χριστουγέννων μετά πόνου βιαζόμενοι να λησμονούν την πατρίδα και τας οικίας
+των, συνηθισμένοι εις τας αποδημίας.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Αλλ' ο καπετάν-Φώκας, ολομόναχος πάντοτε, εν τη πρύμνη, προσπαθών
+κατόπιν ν' ανοίξη δευτέραν φιάλην κονιάκ, κατακόκκινος και μισοζαλισμένος, παρά
+την θερμάστραν, ην προλαβών προσήναψεν ο καμαρώτος, έθραυσε τον λαιμόν
+αυτής και εχύθη το πλείστον του ποτού επί των αναμμένων ξύλων. Πάραυτα
+φλόγες πρασινογάλαζοι τον εκύκλωσαν έντρομον να τον καύσουν. Το πρυμναίον
+εφωτίσθη από παράδοξον αστραπήν, θαρρείς, από της οργής την αστραπήν την
+πρασινογάλαζον, και είδε τα περί αυτόν όλα πράσινα ο καπετάν- Φώκας. Και το
+πρόσωπόν του το είδε πράσινον εις τον καθρέπτην. Μία μεγάλη εικών κρεμαμένη
+εκεί, παριστώσα ως νύμφην την νεαράν σύζυγόν του, λευκήν, ως κρίνον, με τον
+πέπλον του γάμου, ως ουρανίου αγγέλου καλλινεφές περιβόλαιον,
+πρασινογάλαζος και αυτή τω εφάνη ως εάν ήτο κάτω εις τον σαπφείρινον του
+πόντου πυθμένα, κάτω 'ς τα βαθειά, κόρη του Νηρέως ή του Τρίτωνος, οπού τον
+εκύτταζε μ' ένα γέλοιο, σαν να τον επερίπαιζεν. Ετρόμαξεν. Ο φόβος μη καή αυτός,
+ο τρόμος μη πυρποληθή το πλοίον κατέβαλον αίφνης την έξαψίν του, κ' ενώ μετ'
+αγώνος υπερανθρώπου προσεπάθει να περιστείλη τας φλόγας, κλείων από το
+επάνω μέρος την θερμάστραν, αισχυνόμενος και να φωνάξη, κατέπεσεν επί της
+εγγύς καθέδρας του, εν ατονία βλέπων τας τελευταίας αναλαμπάς της φλογός. Σαν
+να ωνειρεύθη, αποκαμωμένος από την κούρασιν και από την οργήν, και από το
+ποτόν, προσβλέπων εκεί την προ της θερμάστρας κρεμαμένην εικόνα της συζύγου
+του. Τω εφάνη πως είδε την Μυγδαλίτσαν του, την εύμορφον γαλανόφθαλμον
+γυναικίτσαν του, μέσα εις τάσπρα, μέσα εις τα μπιμπιλοκέντητα μπορετζίκια της.
+Με κάτι γαλάζια μεταξωτά μανδήλια εις την ξανθήν κεφαλήν της, ως ουρανού
+κυάνεον, σκιάζον το ροδόχρουν προσωπάκι της· με κάτι ερυθρόχρυσα περιλαίμια
+πλεκτά, ως πτηνόν τυλιγμένην, ισταμένην εκεί, παρά την λάμπουσαν εστίαν του
+οίκου των του νεοκτίστου, νεόνυμφον εστίαν, μοσχοβολούσαν νεότητα και ζωήν,
+και με αγάπην βλέπουσαν τα σπινθηροβολήματα ενός καιομένου πρίνου, της
+χρυσοκόκκιναις πολλαίς σπίθαις του, οπού επετούσαν επάνω, με πάταγον συνεχή,
+ως με φωτόλαμπρον χαιρετισμόν, χαιρετίζουσαι τον ταξειδιώτην, οπού φθάνει
+σήμερον-αύριον. Κ' έκαμνε τάχα τον σταυρόν της η λευκογαλανόμορφος
+Μυγδαλίτσα του, κ' ηύχετο να έλθη ο καπετάν-Φώκας τα Χριστούγεννα, καθώς της
+το έταξε, και καθώς της το εκήρυττον η χρυσοκόκκιναις σπίθαις, βροντοκροτούσαι
+ολονέν, πολλα-πολλαί, και ανερχόμεναι προς τάνω ταχείαι, ως να τας εσκόρπιζε
+κάτωθεν της ευτυχίας ή μεγαλόδωρος χειρ. Και ότε κατόπιν ωλιγόστευσαν η
+σπίθαις, η Μυγδαλίτσα ήρχισε τάχα να τας μετρά μίαν-μίαν τας σπίθας,
+επιλέγουσα εν συγκινήσει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Θαρθή — δεν θαρθή. Θαρθή — δεν θαρθή. Θαρθή. — Αλλά περίχυμα
+τελευταίον του κονιάκ, τώρα τέλος εξανάψαν εν τη θερμάστρα, ανέδωκε την
+τελευταίαν κυανήν αναλαμπήν, μ' υπόκωφόν τινα βοήν, και έσβυσε πλέον:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν θαρθή! — Του εφάνη τότε του Καπετάν-Φώκα ότι ήκουσε την
+φωνίτσαν της Μυγδαλίτσας του, μ' απελπισίαν αντηχήσασαν εν τη πρύμνη του
+πλοίου δύο φοράς; Δεν θαρθή! Δεν θαρθή! ως θρήνον, ως μοιρολόγιον.</p>
+
+<p>Επετάχθη αμέσως, βιαιότερος τώρα ο καπετάν-Φώκας, ως να τον ώθησε κανείς,
+και ανήλθεν επάνω εις το κατάστρωμα. Μαύρη νυξ εκάλυπτε τον λιμένα της
+ερημίας εκείνης, ηρεμούντα, οπού φώτα αμυδρά εδώ κ' εκεί έφεγγον, τα φώτα των
+καταφυγόντων εν αυτώ πλοίων. Αλλ' έξω από τας τρεις εισόδους του ωρύοντο
+άγρια τα κύματα, θραυόμενα με αφροταραχήν βράζουσαν κατά του
+<i>Δεσπότου</i> και της <i>Πλατείας</i>, δύο ξηρών και αποτόμων νησίδων, προ
+αυτού, δι' ων σχηματίζονται αι τρεις του λιμένος αυτού είσοδοι, εξ ου και το όνομά
+του, επί των οποίων πυραί δύο ποιμένων έφεγγον, ως φάροι σωτήριοι, κατά την
+σκοτεινήν αυτήν νύκτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι θαρρείς! Δεν την πνίγω τάχα την <i>Σκίαθον</i>! Εβρυχήθη ο
+καπετάν-Φώκας ως απειλών την Μοίραν του, βλέπων άπελπις την αυξάνουσαν
+θύελλαν, και όμως σχεδιάζων νέαν απόπειραν απόπλου, ταραχθείς από το τέλος
+της οπτασίας του. Αλλ' ακούει τότε, παρεμπρός, τον καμαρώτον του, το
+Ζούμπουραν, όστις εξαγαγών την κεφαλήν του από το πλατύ περιλαίμιον του
+σκληρού αυτού καπότου εμονολόγει προ της ακατασχέτου χιονιάς:</p>
+
+<p>&nbsp;— <i>Ούτε πανί στο πέλαγο, ούτε γάιδαρος 'ς τα Ψαρά!</i></p>
+
+<p>Ο ουρανός κατάμαυρος, εφαίνετο ότι εστηρίζετο εις τους ιστούς του μπάρκου·
+και εντός της φοβεράς εκείνης θολότητος εστριφογύριζαν παγωμένα πράγματα
+χιονονιφάδες ξανεμιζόμεναι υπό της λαίλαπος, ως ξανεμίζεται ο σίτος εις την
+άλωνα. Πολλαί αυτών προσέκρουσαν με βίαν εις το αγριωμένον πρόσωπον του
+καπετάν-Φώκα, ως μόλυβδος δε κρύος επέψαυσαν και τα ώτα του οι λόγοι του
+παιδός οι συνετοί. Και να το έπνιγε το πλοίον του, πάλιν δεν θα έκαμνε
+Χριστούγεννα με την Μυγδαλίτσαν του· ίσως και να την έχανε διά παντός.
+Κατέπεσε τότε η οργή του· και τω εφάνη τότε ότι τωόντι άραξε και αυτός εις της
+Τρεις-Μπούκαις, καθώς άραξε και το κατάμαυρον μπάρκο του. Και βλέπων μόλις
+έξω εις την πετρώδη Σκύρον τας δύο χασμάδας των λατομείων λευκού
+τουμαρμάρου, αίτινες αμυδρώς διεγράφοντο τεφραί, ως χαλασμένα δύο χωρίδια,
+είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπορεί να κάμουμε Φώτα 'ςτο χωριό, καϋμένε Ζούμπουρα!</p>
+
+<p>Τότε κατελθών απέστειλε την φιάλην της ζαμάικας προς τους ναύτας ταυ «να
+ξαποστάσουν», αποφασίσας αυτός τέλος να κοιμηθή «αγκαλιά με την λύπην του»,
+αδυνατών «ν' αγρυπνήση» με τον φαιδρόν των ναυτών του κύκλον.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Μετά το πέμπτον ποτήριον της ζαμάικας, ο καπετάν-Γιακουμής, ο αδελφός του
+πλοιάρχου, ήρχισε κακώς να παίζη την <i>Μαριγούλαν</i>, το τορευτόν του
+τζιβούρι, κ' εζήτει και έκτον αμέσως, λέγων ότι 'ςτα πέντε αποσταίνει και
+ξεχορδίζεται, και αν σταματήση αυτού, είνε φόβος τότε να μη χορδισθή ούτε 'ς τα
+δέκα. Ο δε Μέλτος ο Μισακός, γνωρίζων καλώς τα συστήματα του ναυκλήρου,
+ανελθών και σφάξας μίαν όρνιθα διά το νυκτερινόν πρόγευμα, οπού την έτρεφεν ο
+Γιάννης ο Μπύρρος ο ναύκληρος, μόνος του, από την Σικελίαν, διά κάθε
+ενδεχόμενον, κατέλιπεν εις το μαγειρείον τον καμαρώτον να επιμελήται το
+μαγείρευμα, κ' επανήλθε χιονισμένος, χουχουλίζων τας χείρας του και ζητών έν
+ποτήριον αποσταμένον, δηλαδή, γεμάτον, ως δίδουν την εσπέραν προς τους
+εργάτας τ' αφεντικά, όταν παύσουν από την εργασίαν.</p>
+
+<p>Και ήρχισεν αμέσως — για να θερμανθή — να τραγουδή ένα παλαιόν άσμα της
+Κω, μιμούμενος συνάμα γυναίκα κώτισσαν νήθουσαν, κατά την έννοιαν του
+άσματος, μ' έκτακτον μιμικήν διάθεσιν.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Γιακουμής επαναχορδίσας τέλος την <i>Μαριγούλαν</i> τον
+συνώδευε:</p>
+
+<p class="poem"><i>Πάρε την αργυρόρροκα<br />
+κ' έλα την φράχτη-φράχτη,<br />
+Κι' αν σ' αρωτήσ' η μάννα σου,<br />
+'πες, έχασα τ' αδράχτι.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+Εμπερδεύθηκ' η κλωνιά μου<br />
+μέσ' 'ς τα πέντε δάκτυλά μου.</i></p>
+
+<p>Τόσον δε τελείως απεμιμήθη ο Μέλτος ο Μισακός την νήθουσαν γυναίκα της
+Κω, με όλας τας κινήσεις της γυναικείας εργασίας, σείων τάχα την ηλακάτην με την
+αριστεράν, ως αι νήθουσαι, αποσπών βάμβακα από την τολύπην με την αριστεράν,
+και συστρέφων την άτρακτον με το βαρύ δήθεν σφονδύλιον, και βρέχων πάλιν τα
+δάκτυλά του εις το στόμα του, και βρέχων την νηθομένην τάχα κλωστήν, κινών δε
+είτα κωμικώς τα δάκτυλά του της δεξιάς, κατά την επωδόν, εις το μπέρδευμα δήθεν
+της κλωνιάς, ώστε όλοι επευφήμησαν, προς τας κινήσεις του αυτάς τας δεξιάς και
+ταχείας, και εγέλασαν με τους μορφασμούς του σπανού και ευλογιοκομμένου
+προσώπου του. Όλοι δ' εσιώπησαν χάσκοντες εις το τέλος, από την ευχαρίστησιν,
+και αυτή η <i>Μαριγούλα</i> εσίγησε θαμβωθείσα και αυτή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γεια σου κώτισσα!</p>
+
+<p>Ανεκραύγασεν ο ναύκληρος ο Γιάννης ο Μπύρρας στρίβων τον λευκόν μύστακά
+του.</p>
+
+<p>Αλλ' ο γέρω-Μπούμπας, ανάποδος πάντοτε, λαβών τέλος μέρος εις την
+ναυτικήν παρέαν επέκρινεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Η νισυριαίς γνέθουνε καλλίτερα από της κώτισσαις . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Βρε, παιδιά, είπεν ακολούθως ο ναύκληρος. Ποιος ξέρει το Χριστός
+Γεννάται; Νά, τώρα, που μας χρειάζεται και ο καπετάν- Φαφάνας, καλή του ώρα.
+Αυτός κάπου 'δω θα φέρνη γύρω,</p>
+
+<p>Αλλ' ιδού αληθώς κατήρχετο με προφύλαξιν και με κάποιαν δειλίαν,
+οδηγούμενος από τον μικρόν καμαρώτον, ο καπετάν-Φαφάνας, κοντός,
+αμπαδένιος όλος, τυλιγμένος μέσα εις μίαν βαρείαν γούναν, σαλονικιάν,
+χιονισμένος εις τους ώμους και εις τον πέτσινον κούκον του, βαστάζων οψάρια και
+αστακούς, τα οποία εν αφθονία αλιεύουσιν εις της Τρεις Μπούκαις τα δικτάδικα
+πλοιάρια.</p>
+
+<p>&nbsp;— <i>Ανάβα όνομα να ιδής κορμί</i>. Εχαιρέτισεν ο ναύκληρος.</p>
+
+<p>&nbsp;— <i>Εδώ καράβια χάνονται, και σεις βαρκούλαις πού πάτε</i>;
+Προσέθηκεν ο καπετάν-Γιακουμής, και απεσύρθη πίσω εις το καμαρί του με την
+χρυσόγλυπτόν του κινύραν μισοζαλισμένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— <i>Κατά φωνή και . . . </i></p>
+
+<p>Είπεν ο Μέλτος ο Μισακός και απετελείωσεν ο ναύκληρος — ο Φαφάνας,
+προφθάσας ούτω και αποφυγών την κακοφημίαν, μη τύχη και πειραχθή ο ψάλτης,
+και δεν θελήση να ψάλη έπειτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού σ' αυτόν τον κόσμον, καϋμένε Φαφάνα;</p>
+
+<p>Επανέλαβεν ο Μέλτος ο Μισακός, μιμούμενος την φωνήν του ελθόντος, σαν να
+έψαλλε, σαν να κανοναρχούσεν.</p>
+
+<p>Κ' ενώ ο Φαφάνας διηγείτο πώς ευρέθη εκεί εις τον έρημον λιμένα, ο
+καμαρώτος όστις ωδήγησεν αυτόν κάτω, ανερχόμενος πάλιν εις την εργασίαν του,
+εις το μαγειρείον, αφού παρέλαβε και τα κομισθέντα δώρα παρά του καπετάν-
+Φαφάνα, είπεν εις το αυτί του γέρω-Μπούμπα, σαν να ήθελε να του ανακοίνωση
+μυστικόν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά Χριστούγεννα 'ς της Τρεις Μπούκαις, παππού! Δεν σου
+τώπα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον κακό σου, Ζούμπουρα! Εβρόντησεν ο γέρω-ναύτης· και ήπλωσε
+τας βαρείας χείρας του ως δύο ξύλα. Αλλ' ο Ζούμπουρας, κοντός ως ήτο, διεξέφυγε
+πάλιν.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Φαφάνας, ανήρ συνομήλικος με τον Μέλτον τον Μισακόν, όταν ήτο
+μικρός, μαθητής του Σχολαρχείου, είχε γλυκυτάτην φωνήν, και ήτο ο καλλίτερος
+κανονάρχης του χωρίου, καθαρά αναγινώσκων το ψαλτήριον, μελωδικώς
+κανοναρχών, και μελωδικώς απαγγέλλων τον Απόστολον. Μόνον μικρόν ελάττωμα
+είχε φυσικόν. Ετραύλιζεν ολίγον εις την γλώσσαν· διό και απεδόθη εις αυτόν
+σκωπτικώς το παρωνύμιον Φαφάνας, όπερ αυτός τελευταίον το ανεγνώρισεν ως
+επώνυμον πλέον.</p>
+
+<p>Παρεσκευάζετο δε να γείνη ιερεύς και θα ήτο σήμερον ο καλλίτερος εφημέριος
+της νήσου, αλλ' ετεκνοποίησεν η σύζυγός του τον τρίτον μήνα μετά τον γάμον των,
+και ούτως αντί παπάς, έγεινε μικροπλοίαρχος, ακτοπλοών με μίαν μικράν
+βρατσέραν. Αλλ' ήτο έκτοτε μελαγχολικός πάντοτε, απαραμύθητος διά την ατυχίαν
+του εκείνην. Και ίνα δε αποφεύγη τας επιπλήξεις της συζύγου του, ήτις πολύ
+επόθει να γείνη παπαδιά, συνήθως εταξείδευε, σπανίως καταπλέων εις το χωρίον
+του. Ιδίως δ' απεδήμει κατά τας ημέρας των μεγάλων εορτών, μη αντέχων να βλέπη
+χρυσοφορεμένους τους ιερείς του χωρίου του.</p>
+
+<p>Ούτω και τώρα ο καπετάν-Φαφάνας εταξείδευε, φορτώσας λεμόνια εξ Άνδρου
+διά Θεσσαλονίκην. Και καταληφθείς υπό της τελευταίας καταιγίδος κατέφυγε και
+αυτός με την βρατσέραν του εις της Τρεις Μπούκαις.</p>
+
+<p>Φίλεργος δε πάντοτε, ητοίμασεν αμέσως τα δίκτυα του κ' έρριψεν αυτά εις τον
+αιγιαλόν του ησύχου λιμένος, οπού και άλλα πλοία δικτάδικα ηλίευον. Όταν δε, την
+εσπέραν, ξυλάρμενον εισέπλεε το μπάρκο του καπετάν-Φώκα, το ανεγνώρισεν από
+την χονδρήν κοιλίαν του και την χονδρήν πρύμνην, και από το άσπρο μπούρδο, την
+λευκήν ταινίαν, την περιθέουσαν αυτό κύκλω, η οποία με τα μαύρα κατά
+διαλείμματα τετραγωνίδια, ως θυρίδας μακρόθεν φαινόμενα, παρίστα αυτό
+τεράστιον σκάφος, ως φρεγάταν τουρκικήν των ημερών εκείνων.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Φαφάνας ηξεύρων ότι ο Γιάννης ο Μπύρρος, το έχει τάξιμον ν'
+αγρυπνή πάντοτε την νύκτα της Παραμονής, όταν ετύχαινε εις ταξείδι,
+διασκεδάζων με το πλήρωμα, εσήκωσεν ενωρίς τα δίκτυά του, έλαβε την άγραν,
+και ρίψας πάλιν αυτά εις άλλο μέρος του λιμένος να τα σηκώση την αύριον,
+ανήλθεν επί του μπάρκου, να χαιρετίση τους συμπολίτας του, και να ιλαρύνη την
+μελαγχολίαν του με τας αφελείς των ναυτών διαλέξεις, και με κανένα
+Χριστουγεννιάτικον ζωμόν την αυγήν. Ήξευρεν ο καπετάν-Φαφάνας ότι ο καπετάν-
+Φώκας ήτο μεγαλοπρεπής εις τα τοιαύτα, διατρέφων πλουσίως το πλήρωμά
+του.</p>
+
+<p>Τότε ο Γιάννης ο Μπύρρος ενθουσιασθείς από την απροσδόκητον εμφάνισιν
+του καπετάν-Φαφάνα, όστις θα του έψαλλε το «Χριστός γεννάται», ενθυμήθη ότι
+είχεν από την Σικελίαν μίαν βαύκαλον κονιάκ. Ήνοιξε λοιπόν αυτήν αμέσως και
+προσφέρων ποτήριον προς τον ελθόντα και προς τους άλλους είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τράβα μια, καϋμένε Φαφάνα, να πάνε τα φαρμάκια κάτω!</p>
+
+<p>Ταυτοχρόνως εχρεμέτισαν επάνω οι εξαρτισμοί του πλοίου, ως να έτρεχον
+ίπποι εις την πεδιάδα, θαρρείς κ' εχαιρέτιζον τους πίνοντας ναύτας, κ' εκυλίσθη
+δεξιά και αριστερά η <i>Σκίαθος</i> ως να ητοιμάζετο ν' ανοίξη τα πανιά της. Η
+πνέουσα τρικυμία εξαγριωθείσα έτι μάλλον ανετάρασσε και τον ήρεμον έως τότε
+λιμένα, κ' έσεισε σαλεύσασα τα εν αυτώ πλοία. Σεισθείς τότε εκ του
+σχηματισθέντος σάλου και ο κώδων της βάρδειας, επάνω του πρωραίου, εκρούσθη
+επανειλημμένως γλυκύτατα, εν τη αγρία εκείνη νυκτί ως κώδων παρεκκλησίου,
+εντός δάσους, του οποίου έκρουε πενθίμως η καταιγίς.</p>
+
+<p>Εφάνη εις όλους τότε ως να εσήμαιναν τα Χριστούγεννα και όλοι,
+ανεπαισθήτως, έκαμαν τον σταυρόν των. Ο ναύκληρος ενθυμηθείς την οικογένειάν
+του και την ενορίαν του, τον ίδιον εαυτόν του ενθυμηθείς, ότε ήτο παιδίον,
+εδάκρυσε, και ήρχισε να διηγήται ωραία επεισόδια του νεανικού του βίου, ότε μια
+χρονιά ο εφημέριος τον ανεβίβασεν εις το κωδωνοστάσιον επάνω να κτυπήση την
+μεγάλην καμπάνα, έλεγε, και αυτός από το ισχυράν καμπάνισμα την έσπασε, κ'
+εκρότει έπειτα την ημέραν της εορτής ως ραγισμένη λάγηνος. Και άλλοτε πάλιν τον
+έστειλεν ο εφημέριος να μοιράση τα <i>υψώματα</i> εις τους ενορίτας του και του
+έπεσαν από την τσέπην του — την νύκτα — και τα ηύρεν έπειτα ο Χατζής ο
+Μπολμάς, ο ρακένδυτος και πάντοτε μεθυσμένος αχθοφόρος, και τα έφαγε,
+νηστικός δύο ημέρας.</p>
+
+<p>Αλλά αίφνης κρότοι βηματισμών βαρέων επί του καταστρώματος, διέκοψαν τας
+φαιδράς του ναυκλήρου αναμνήσεις, Ως ν' ανήλθον πειραταί τω εφάνη — έρημος ο
+λιμήν και δεν ήτο παράδοξον — αλλ' ο κύων ο Μαύρος δεν υλάκτησεν· ως δεν
+υλάκτησε και όταν ήλθεν ο καπετάν-Φαφάνας, με τον οποίον όμως ο κύων είχε
+παλαιάν γνωριμίαν. Απορών ανήλθε φυλαττόμενος ίνα ίδη. Και είδε τότε τον
+καπετάν- Φώκαν, ως φάντασμα, τυλιγμένον με την βαρείαν γούναν του, ιστάμενον
+εν μέσω του σκάφους και θεωρούντα κύκλω την φρίσουσαν τρικυμίαν με βλέμμα
+απλανές. Μ' οξύτατα λαλήματα η λαίλαψ κατέρριπτεν επ' αυτόν τας χιονονιφάδας
+της — χιονόνερον παγωμένον — κ' η κόμη του, ασκεπούς όντος, ωρθούτο υπό του
+ανέμου, ως από φόβον.</p>
+
+<p>Ο Ζούμπουρας, εννοήσας τον πλοίαρχον, ίστατο άφωνος, πέραν ολίγον,
+αναμένων τας διαταγάς του· κ' εξαγαγών την κεφαλήν του είπε μονολογών προς
+την τρικυμίαν πάλιν:</p>
+
+<p>&nbsp;— <i>Ούτε πανί 'ς το πέλαγος, ούτε γάιδαρος 'ς τα Ψαρά.</i></p>
+
+<p>Ο καπετάν-Φώκας, μέγας, υψηλός, τυλιγμένος μέσα εις την βαρείαν γούναν
+του, μ' ασκεπή την κεφαλήν, χιονισμένος, κατήλθε πάλιν ηρέμα εις την πρύμνην
+του, χωρίς ν' αρθρώση λέξιν, αμίλητος ως φάντασμα.</p>
+
+<p>Ο ναύκληρος είτα μετ' ολίγον επανήλθε πάλιν εις των ναυτών την αίθουσαν, κ'
+εξηκολούθησε την συνέχειαν των φαιδρών εκείνων αναμνήσεών του.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Τότε ήρχισαν όλοι οι ναύται κατά σειράν να διηγώνται. Και ήκουες εκεί κάτω:
+Να ιδής μια χρονιά τα Χριστούγεννα, και να ιδής άλλη χρονιά, και να ιδής την
+Παραμονήν . . .</p>
+
+<p>Μόνον ο γέρω-Μπούμπας, τόσην ώραν, δεν ηδυνήθη και αυτός να ενθυμηθή
+τίποτε, να διηγηθή τίποτε· αλλ' εκάθητο σιωπηλός πάντα και συλλογισμένος,
+επάνω εις την στενόμακρον κασσέλλαν του, εις την άκραν εκεί, σαν
+καταφρονεμένος. Τίποτε δεν είχε να ενθυμηθή μικρός, τίποτε να ενθυμηθή
+μεγάλος. Μικρός ποτέ δεν έκαμε Χριστούγεννα 'ς την χώραν, παρεπονείτο
+πολλάκις. Είχε μια μητέρα χήρα, μια καταραμένη γυναίκα, η οποία επειδή έχασεν
+όλα τα παιδιά της και τον άνδρα της, 'ς το τέλος, σαν ήρχοντο τα Χριστούγεννα,
+εκλείδωνε το σπίτι, τον εφορτώνετο 'ς τον ώμον αυτόν, το τελευταίον παιδί της, και
+έτρεχε 'ς τα τέσσερα, 'ς τον Γέροντα, πίσω, 'ς τον Πρόδρομον εις τον μικρόν
+Ασέληνον, οπού έκαμνε Χριστούγεννα, κλαίουσα την ψυχήν της με τας καλογραίας.
+Μια φορά μόνον θυμάται, πριν ακόμα μπαρκάρη, θα ήταν ως δεκαπέντε χρόνων,
+κατώρθωσε και της έφυγε 'ς τα μισά, 'ς του δρόμου, για να πάγη τα Χριστούγεννα
+την νύκτα 'ς την Εκκλησιά, 'ς την χώρα, να μεταλάβη — και 'πήγε για ψάρια την
+παραμονήν, με τον Πετεινάκη, σύντροφος του ψαρά, να τραβά κουπιά. Αφού δε
+εγύρισαν, την νύκτα, κ' εβόλεψε την βάρκα, και ήτο έτοιμος ν' αποβιβασθή και
+αυτός πηδών εις την άμμον, με τα ένα χέρι βαστάζων τα οψάρια εις ορμαθούς, τα
+μερίδιόν του, και με το άλλο τα παπούτσια του, εγλύστρησε κ' έπεσεν εις την
+θάλασσαν κ' εκτύπησε 'ς τα μούτρα σε κάτι πέτραις οπού ήταν ένα μήνα πρισμένα.
+Και ήλθεν η μάννα του και του έλεγε: Γλέπεις, καταραμένε, για να μη θελήσης
+νάρθης 'ς τον Γέροντα; Γλέπεις; Ύστερα, τον άλλο χρόνον, εμπαρκάρισεν. Αλλά ποτέ
+του δεν έκαμε Χριστούγεννα σε πολιτεία· ούτε 'ς το χωριό του, ούτε σε καμμιά
+άλλη πολιτεία. Αλλά πάντοτε, την ημέραν αυτήν, ευρίσκετο εις το πέλαγος. Πότε 'ς
+τα κύματα μέσα μουσκεμμένος, και πότε ποδισμένος και αραγμένος σε καμμιάν
+ερημιάν, σαν τώρα. Θυμωμένος πάντοτε τα Χριστούγεννα, πότε με την βελόναν
+του, και πότε με την νιτσεράδαν του. Πού ν' αποκτήση αυτός ρημαδιακό, νάχη
+παραστιά, φωτιά, και γυναίκα. Από το ράντσο του, παρά το οποίον εκάθητο τώρα,
+και από την στενόμακρον κασσελίτσαν του, τίποτε άλλο δεν είχεν αποκτήσει εις τον
+κόσμον αυτόν, εκτός μίαν καταραμένην αναποδιάν σαν την μάννα του, την οποίαν
+του εφαίνετο ότι εκληρονόμησεν από την καταραμένην εκείνην, ως έλεγεν ο
+ανόητος ανοηταίνων, ανάποδος και εις τα παράπονά του και αδιόρθωτος, ωσάν η
+γηράσασα κακία, η οποία ποτέ της δεν ημπορεί να γείνη αρετή. Χωρίς σπίτι, χωρίς
+γυναίκα, χωρίς παιδιά. Αφορισμένος, ακοινώνητος, αμίλητος. Πού ν' αξιωθή αυτός
+ν' απολαύση τέτοιαν μακαριότητα. Νάρθουν 'ς το αρχοντικό του την νύκτα τα
+παιδάκια της γειτονιάς, με τα φαναράκια 'ς τα χέρια, με τα χαρτάκια, να του
+τραγουδήσουν τα Χριστούγεννα. Κ' αυτός ξαπλωμένος σε καθαρό, μεντέρι,
+αφέντης κοντά 'ς την φωτιά, με τα παιδιά του γύρω, ν' απλώση 'ς την τσέπην του
+και να δώση 'ς τα παιδάκια ένα ασημένιο, για το καλό. Και να τον καμαρόνη η
+γυναίκα του, και να τον θαυμάζουν τα παιδιά του . . .</p>
+
+<p>Ο Μέλτος ο Μισακός, οπού ανήλθε προ μικρού να επιθεωρήση την βράζουσαν
+σικελικήν όρνιθα, επανελθών, φαιδρός και χαρούμενος πάντοτε, διέκοψε τας
+θλιβεράς αναμνήσεις του γέρω-Μπούμπα, ειπών:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακόμα θέλει λίγο, βρε παιδιά, η κόττα. Όσο να γένη, να μας πη τώρα
+ο καπετάν-Φαφάνας τι έπαθε μια φορά, τα Χριστούγεννα, από τον Μέλτον τον
+Μισακόν.</p>
+
+<p>Και μορφάζων κωμικώς το σπανόν και ευλογιοκομμένον πρόσωπόν του
+προσέθηκεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι από εμένα. Από τον Μέλτον τον Μισακόν δηλαδή.</p>
+
+<p>Ίνα δε προλάβη πάσαν άρνησιν ή αποφυγήν του καπετάν-Φαφάνα,
+προσέθηκεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αν δεν θελήση να μας το 'πη ο καπετάν-Φαφάνας, θα το πη ο Μέλτος
+ο Μισακός.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Φαφάνας εσκέφθη να σηκωθή αμέσως και να φύγη· αλλ' έλα πάλιν
+που ο αέρας της τρικυμίας καταίβαζεν από τον φεγγίτην του πρωραίου
+χιονοβολήματα, αλειμμένα με την ορεκτικήν οσμήν της μαγειρευομένης σικελικής
+όρνιθος. Έπειτα μικρός ήτανε, παιδί ήτανε, είπε καθ' εαυτόν, θέλων και μη θέλων
+λοιπόν ήρχισε να διηγήται:</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ο Χρόνης, ο γυιος του γέρω-Χρόνη του Σπράχτορα, όλον τον χρόνον εγύριζε
+ξεσκούφωτος και αχτένιστος, μ' ένα κεφάλι σαν μαλαχτάρι. Και τα Χριστούγεννα
+ήτανε πάντοτε με καινούργιο φέσι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον βλέπεις, βρε, τον Χρόνη, τον γυιο του γέρω-Χρόνη, του
+Σπράχτορα; Μου έλεγεν ο πατέρας μου ο μακαρίτης — Θεός σχωρέσ' τονε. — Όλον
+τον χρόνον καλαναρχάει 'ς την εκκλησιά, ξεσκούφωτος, και σαν έλθουν τα
+Χριστούγεννα λέει το «η προαίρεσις δίδου» και συνάζει ασημένια, και παίρνει
+καινούργιο φέσι. Εσύ έχεις πλειο καλή φωνή απ' αυτόν. Εσύ καλαναρχάς πλειο
+καλά απ' αυτόν. Εσύ λες τον Απόστολον πλειο καλά απ' αυτόν, γιατί εσύ έβγαλες το
+Σχολαρχείον· το λοιπόν, παιδί μου, εσύ εφέτος να πης «η προαίρεσις δίδου».
+Εμεγάλωσες τώρα. Εσύ να το πης. Αλλέως θα σε αφήσω ξεσκούφωτον και
+ξυπόλυτον τα Χριστούγεννα.</p>
+
+<p>Πραγματικώς εγώ καλαναρχούσα καλλίτερα από τον Χρόνην, έλεγα τον
+Απόστολον καλλίτερα, και εδιάβαζα το Ψαλτήρι καλλίτερα από όλα τα παιδιά, και
+από τον παπα-Γιάννη ακόμα. Αλλά στο «η προαίρεσις δίδου», μου εφαίνετο πώς
+δεν θα τα κατάφερνα καλά. Είχα μια φυσική ντροπή από μικρός. Κ' εύρισκα
+προφάσεις 'ς τον πατέρα μου για να το αποφύγω. Αλλά δεν ημπόρεσα.</p>
+
+<p>Δεν είχεν ακόμα αρχίσει η Ακολουθία. Εσυναζόντανε ο κόσμος. Όλοι
+στολισμένοι. Σε κομμάτι εγέμισεν η Εκκλησία. Εγέμισαν τα στασίδια, γραμμή δεξιά,
+γραμμή αριστερά. Ανάψανε τους πολυελαίους. Οι παπάδες ενδυθήκανε τα
+ολόχρυσα ιερά τους. Ολόχρυσοι από πάνω ως κάτω.</p>
+
+<p>Ενταύθα διεκόπη ο καπετάν Φαφάνας από ένα βαθύν στεναγμόν.</p>
+
+<p>Ο Γιάννης ο Μπύρρος ο ναύκληρος, εννοήσας, του έδωκεν αμέσως ποτήριον
+κονιάκ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τράβα μια, Φαφάνα, να πάνε τα φαρμάκια κάτω.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Φαφάνας, πιών το κονιάκ, εξηκολούθησεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ήλθεν ο δήμαρχος και όλη η δωδεκάδα. Όλοι στολισμένοι με
+κατακαίνουργα σταυρωτά περιστήθια, με καινούργιαις γούναις όλοι, με τα φέσια
+των τα υψηλά, 'ς την αράδα, κατακόκκινα, σαν παπαρούναις. Εκεί ήτον και ο
+αριστερός ψάλτης, με το βρασμένο το αυγό 'ς την τσέπη, να πουν το <i>Χριστός
+γεννάται</i> και να το φάγη αμέσως, ν' ανοίξη τάχα η φωνή του, κλεισμένη απ' τα
+λάδια.</p>
+
+<p>Ήλθε και ο καϊριστής ο Μανωλάκης από τους πρώτους μαθητας του Καΐρη, δύο
+φοράς τον χρόνον εμβαίνων εις εκκλησίαν, Χριστούγεννα και Πάσχα· κ' έστεκε κ'
+εκύτταζε γύρω-γύρω σαν χαζός. Ήλθε και ο βαυαρός ο ιατρός, με τα μαύρα
+ευρωπαϊκά ρούχα του, εκεί εις τον χορόν, στιλπνός, καθαρός, με το παράσημον εις
+το στήθος του, φράγκος αυτός, αλλ' από την καλωσύνην του εορτάζων μαζύ
+μας.</p>
+
+<p>Ήλθαν και οι δύο εξόριστοι διά τα ναυπλιακά αξιωματικοί με χρυσά κουμπιά
+και με σειρίτια, με τα σπαθιά τους, με της σπαλέταις τους της βαυαρικαίς, και
+εστάθηκαν δίπλα, κοντά 'ς το δεσποτικόν. Παρακάτω, 'ς το Παγκάρι, μαζί με τους
+επιτρόπους, ήτον ο ειρηνοδίκης, και ο τελώνης, στολισμένοι, αλλ' ασυνήθιστοι
+αυτοί να σηκόνωνται νύκτα και όλο κ' εχασμώντο, διακόπτοντες συχνά την
+ψαλμωδίαν. Τέλος άρχισεν η Ακολουθία. Κατά καλήν μου τύχην, ο Χρόνης
+ασθένησεν έξαφνα και δεν ήλθεν εις την Εκκλησίαν. Χαρά εγώ . . . . Μου έφυγεν ο
+μισός φόβος. Εκαλαναρχούσα λοιπόν εις τα δεξιά, σαν αηδόνι 'ς όλον τον
+<i>Κανόνα</i>. Ο πατέρας μου ευχαριστημένος γιατί μ' εκαμάρωναν όλοι, ντόπιοι
+και ξένοι, για την γλυκειάν φωνήν μου, εκαμάρονε και αυτός, ξηροβήχων, και
+συγχρόνως ελογάριαζε, με τον νουν του, τα ασημένια οπού θα εσύναζα κατόπιν.
+Αλλ' όσον επλησίαζεν η εννάτη ωδή του <i>Κανόνος</i>, τόσον εκόμπιαζα από τον
+φόβον μου. Γιατί 'ς την εννάτην ωδήν είνε το «η προαίρεσις δίδου».</p>
+
+<p>Έπρεπεν αφού καλαναρχήσω τον τελευταίον ειρμόν «Στέργειν μεν ημάς» με τον
+τελευταίον αυτού στίχον «η προαίρεσις δίδου» να φύγω από τον ψάλτην και να
+περιέλθω, με ανοικτόν το βιβλίον, ως δίσκον, όλα τα στασίδια, όλους τους
+ανθρώπους, και στεκόμενος εμπροστά των. εις την αράδα, να χαιρετίζω έναν-έναν,
+επαναλαμβάνων: «η προαίρεσις δίδου», τον τελευταίον του ειρμού στίχον, όπερ
+ισοδυναμεί «διά τον κόπον μας οπού καλαναρχούμεν όλον τον χρόνον . . . .» Και
+τότε κάθε ένας να μου ρίπτη εις το βιβλίον ό,τι προαιρείται, ό,τι ευχαριστείται. Πώς
+να κάμω λοιπόν; Κρύος ιδρώς μου ήλθε την τελευταίαν στιγμήν. Η φωνή μου
+άρχισε να τρέμη, τα χέρια μου έτρεμαν, τα πόδια μου τρεμούλιασαν.</p>
+
+<p>Αλλά μόλις εκαλανάρχησα εις τον ψάλτην το τέλος «η προαίρεσις δίδου», και
+μου δίδει μια ο πατέρας και ευρίσκομαι αμέσως μπροστά 'στο στασίδι του
+δημάρχου πρώτα-πρώτα. Η προαίρεσις δίδου!</p>
+
+<p>Φωνάζει αντί για μένα ο πατέρας μου, σαν να με δίδασκε.</p>
+
+<p>Κ' εψέλλισα κ' εγώ τρεμουλιαστά, με σιγανή φωνή:</p>
+
+<p>&nbsp;— Η προαίρεσις δίδου!</p>
+
+<p>Ο δήμαρχος αμέσως απλώσας εις τον κόλπον του και λαβών ένα τάλληρον,
+κολλωνάτο, το έρριψεν εις τα ανοικτόν βιβλίον μου χαιρετίσας με:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και του χρόνου, παιδί μου! Και παπάς!</p>
+
+<p>Ενταύθα διεκόπη πάλιν ο καπετάν-Φαφάνας, από λυγμόν πικράς
+αναμνήσεως.</p>
+
+<p>Ο δε ναύκληρος έτοιμος πάντοτε, πληρώσας άλλα ποτήρια κονιάκ προσέφερεν
+εις όλους λέγων πάλιν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τράβα μια, καϋμένε Φαφάνα, να πάνε τα φαρμάκια κάτω.</p>
+
+<p>Κατόπιν ο καπετάν-Φαφάνας εξηκολούθησεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Άιντε τώρα σε όλους, με παρώτρυνεν ο πατέρας μου. Μη
+φοβάσαι!</p>
+
+<p>Τότε λαβών ολίγον θάρρος, άρχισα την περιοδείαν μου από τους χορούς,
+χαιρετίζων έκαστον, 'ς το στασίδι του, με το βιβλίον ανοικτόν, μ' εν κηρίον
+αναμμένον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η προαίρεσις δίδου!</p>
+
+<p>Τα παιδιά με εκύτταζον με θαυμασμόν. Μερικά δε με ηκολούθουν, ως
+σωματοφύλακες.</p>
+
+<p>Όλοι μου έρριπταν ασημένια. Οι δύο εξόριστοι αξιωματικοί ο καθένας μου
+έρριψεν από μίαν ρεγγίναν, γελαστοί και χαρούμενοι. Από την δωδεκάδα μόνον ο
+μπάρμπα Χρήστος με το ψηλό φέσι, το όρθιον, έψαχνε τόση ώρα να εύρη την
+σακκούλα του μέσα 'ς τον κόρφο του, κι' εγώ για να μη περιμένω τον άφησα. Ο
+καϊριστής πάλιν εκείνος μου πήρε ένα σφάντσικο, αντί να μου ρίξη. Γιατί αυτός δύο
+φοραίς τον χρόνον έμβαινε 'ς την εκκλησίαν, και δεν εγνώριζε τι κάμνουν και πώς
+φέρονται οι χριστιανοί.</p>
+
+<p>Σε λίγο εγέμισε το βιβλίον μου ασημένια, πενηνταράκια και
+εικοσιπενταράκια.</p>
+
+<p>Αφού δε περιήλθα τους χορούς τότε εγύρισα και εμβήκα και εις την δεξιάν
+πλευράν της εκκλησίας, οπού ήσαν οι πλοίαρχοι και οι ναυτικοί.</p>
+
+<p>Ενταύθα εσιώπησεν ο καπετάν-Φαφάνας, ηρνείτο δε να εξακολουθήση
+υποκρινόμενος ότι τον εζάλισαν οι καπνοί των σιγάρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τα πω εγώ τάλλα, λέγει τότε ο Μέλτος ο Μισακός, για να σε
+ξεκουράσω.</p>
+
+<p>Ο Μέλτος ο Μισακάς τότε εξηκολούθησε την συνέχειαν με σοβαρότητα
+κωμικήν του ευλογιοκομμένου και σπανού προσώπου του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ στεκόμουνα εκεί 'ς ταριστερά, κοντά στον ψάλτην. Άμα είδα το
+τάλλαρο του δημάρχου, και της ρεγγίναις των αξιωματικών, και τάλλα ασημένια,
+βρε, λέγω, εδώ είνε δουλειά. Και αμέσως παίρνω και άλλα δυο παιδιά μαζύ μου,
+και πηγαίνω κάτω 'ς την πόρτα του Νάρθηκα και στέκουμαι εκεί.</p>
+
+<p>Ύστερ' από λίγο, να κ' έρχεται ο Φαφάνας με το <i>Μηναίον</i> ανοικτόν,
+γεμάτο ασημένια νομίσματα, με το κηρίον αναμμένον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η <i>προαίρεσις δίδου</i>! εφώναζε πλέον με θάρρος ο Φαφάνας, ο
+οποίος αφού ετελείωσε την δεξιάν πλευράν του ναού, ήθελε να στραφή προς το
+παγκάριον, οπού κοντά 'ς τους επιτρόπους εστέκοντο οι υπάλληλοι, και να εισέλθη
+κατόπιν εις την αριστεράν πλευράν, οπού ήσαν οι ποιμένες και όλη η τάξις των
+εργατικών και ξευγηλατών.</p>
+
+<p>Αλλ' εγώ, οπού είχα φιλίαν με τον Φαφάναν από μικρός, από το σχολείον
+ακόμη, πλησιάζω και του λέγω θαρρετά:</p>
+
+<p>&nbsp;— 'Σ της γυναίκες πρώτα, Φαφάνα, απάνω 'ς τον γυναικίτη.</p>
+
+<p>Είχα εγώ το σχέδιόν μου.</p>
+
+<p>Τα παιδιά οπού ακολουθούσαν φωνάζουν και αυτά, χωρίς όμως να ξέρουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, 'ςτης γυναίκες πρώτα! 'ςτης γυναίκες!</p>
+
+<p>Και ωθών εγώ τον Φαφάναν μαζύ με τάλλα παιδιά, τον έπρωξα έξω εις τον
+νάρθηκα, οπού ευρέθη χωρίς σχεδόν να θέλη, σαστίσας από την απειρίαν του και
+την φυσικήν του δειλίαν. Ο νάρθηξ ήτο σκοτεινός. Ένεκα του ψύχους κανείς δεν
+εστέκετο εκεί. Ο δε κυρ-Γυαλάκιας ο επίτροπος, από την φιλαργυρίαν του είχε
+σβύσει το φανάρι οπού εκρέμετο εις το μέσον. Επροχωρούσαμεν, όλα τα παιδιά
+προς την σκοτεινήν σκάλα του Νάρθηκα, για ν' αναβώμεν επάνω εις τον γυναικίτην·
+μπροστά ο Φαφάνας με το βιβλίον, τα ασημένια νομίσματα, και το κερί το
+αναμμένο, και δίπλα του εγώ σαν προστάτης· και του εψιθύριζα 'ς το αυτί, από
+αγάπην τάχα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι!</p>
+
+<p>Κοντά μας ήτανε τ' άλλα παιδιά με ζήλειαν κυττάζοντα. Τότε φωνάζω εγώ:</p>
+
+<p>&nbsp;— Το κρεββάτι, παιδιά! το κρεββάτι!</p>
+
+<p>Και αμέσως σβύνω το κερί του Φαφάνα. Και με της δύο χούφταις μου
+χουφτόνω όλα σχεδόν τα ασημένια και το τάλλαρο, και τα χόνω 'ς τον κόρφον μου·
+με το χέρι μου τινάζω μια 'ς το βιβλίον από κάτω, και χύνονται τα άλλα και η
+δεκάραις χάμω 'στης πλάκαις, και κτυπά το βιβλίον 'ςτο πρόσωπον του Φαφάνα με
+κρότον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το κρεββάτι, παιδιά, ξαναφωνάζω πάλι. Κ' έτρεξα να έμβω εις την
+εκκλησίαν.</p>
+
+<p>Τα άλλα τα παιδιά από τον φόβον τους έγειναν άφαντα εις την πρώτην φωνήν
+μου. Ο Φαφάνας, τρέμων από τον φόβον του, μ' έπιασεν από το καπότο, και μ'
+ετραβούσε κ' έλεγε με λαχτάραν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού είνε; Πού είνε, Μισακέ, το κρεββάτι;</p>
+
+<p>Εις τον νάρθηκα εκεί επί τοίχου εστηρίζετο κρεμασμένον το ξυλοκρέββατον διά
+τας κηδείας των πεθαμένων. Και πολλαίς φοραίς την αυγήν, ο Χαντζής ο Μπολμάς,
+ο μέθυσος αχθοφόρος, πηγαίνων εις την καλύβην του, περνώντας μπροστά από την
+εκκλησίαν, το είδε το κρεββάτι, με πεθαμένον μέσα, με κεριά αναμμένα γύρω-
+γύρω, οπού μόνον του, χωρίς να το κρατή κανένας, έφευγεν από τον νάρθηκα, κ'
+επήγαινε προς το νεκροταφείον, με τον πεθαμένον μέσα, με τα κεριά αναμμένα
+γύρω-γύρω. Το φάντασμα τούτο ήτο ο μεγαλείτερος τρόμος όλων των
+παιδιών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη φοβάσαι! μη φοβάσαι! Έλεγα προς τον τρομασμένον Φαφάναν
+και τον ερωτούσα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όλα, μωρέ, σου τα πήρε το σκυλοκρέββατο;</p>
+
+<p>&nbsp;— Και το τάλλαρο! απήντησεν ο Φαφάνας, πνιγμένος μέσα εις τα
+δάκρυα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και εγώ σου έβανα τότε, 'ς το χέρι σου, ένα κοσιπενταράκι· Δεν είνε
+αλήθεια, καπετάν-Φαφάνα; εξηκολούθησεν ο Μέλτος ο Μισακός· Και σου είπα: —
+Και του χρόνου! Δεν είνε αλήθεια;</p>
+
+<p>Όλοι εγέλασαν διά το πάθημα του καπετάν-Φαφάνα με ανακραυγάς. Ο δε
+γέρω-Μπούμπας, διακόψας την σιωπήν του, είπε με οργήν: — Και ήθελες να μου
+γένης και παπάς! Και πώς θα έχονες τους πεθαμένους, αφού τους φοβάσαι;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν λες, θα του παίρνανε τα παιδιά από τα χέρια του το
+<i>παγκράτσι</i> τα Φώτα, οπού θα φώτιζε! Προσέθηκεν ο μπάρμπα- Γιαννιός,
+ετοιμάζων το τσιμπουκάκι του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να μη του παίρνανε και την παπαδιά του!. Είπε και ο άσωτος εκείνος
+ναύτης ο Παυλάκης, με το ξεπλυμένον πρόσωπον, ο Συριανός.</p>
+
+<p>Τα διάφορα ποτά είχον εξερεθίσει κ' εξάψει τους ναύτας, επίτείναντα την
+ευθυμίαν των. Αλλ' όταν ήλθεν ο καμαρώτος και ανήγγειλεν εις τον μάγειρον ότι η
+όρνιθα η σικελική έβρασε, και να έλθη να ετοιμάση την σούπαν, η ορεξίς των έτι
+μάλλον ηύξησε· κ' ενώ ο καμαρώτος διαταχθείς έστρωνε την εωθινήν τράπεζαν,
+παραθέσας και πολυποίκιλα ορεκτικά, σαλάμια και τυρούς, εκ των οποίων είχον
+καλήν προμήθειαν από την Μασσαλίαν, ο ναύκληρος ενθουσιών από την
+γενομένην περιγραφήν του εορτάζοντος ναού της ενορίας του, απήτησεν από τον
+καπετάν-Φαφάναν να τους ψάλη το ωραίον εκείνο τροπάριον, το αίτιον του
+παθήματός του του αφελούς, να το ακούση και αυτός, γιατί δεν ενθυμείτο να το
+άκουσέ ποτε. Είχε μειλίχιον τον τρόπον ο ναύκληρος ο Γιάννης ο Μπύρρος. Διά την
+καλήν παρέαν εθυσίαζεν ό,τι και αν είχε φυλαγμένον. Διατί λοιπόν ν' αρνηθή και ο
+καπετάν-Φαφάνας, να κρύψη το χάρισμά του και να λυπήση τον αγαθόν
+ναύκληρον; Έψαλε λοιπόν με γλυκύτητα έκτακτον, το περιπαθές του Δαμασκηνού
+άσμα, κελάειδημα μάλλον προς την Θεοτόκον, οπού εκελάειδησεν η γλυκύφθογγος
+εκείνη αηδών, όχι με το στόμα αλλά με την καρδίαν.</p>
+
+<p>Αλλά πριν αρχίση, τους είπε να σηκωθούν όλοι επάνω με ευλάβειαν και να
+αποκαλυφθούν. Να βάλουν δε θυμίαμα εις το θυμιατόν και να θυμιάσουν.</p>
+
+<p>Και αφού έγειναν όλα αυτά, τότε ήρχισε το ιερόν άσμα ο πολυπαθής
+Φαφάνας:</p>
+
+<p class="poem"><i>«Στέργειν μεν ημάς, ως ακίνδυνον φόβω,<br />
+Ράον σιωπή. Τω πόθω δε, Παρθένε,<br />
+Ύμνους υφαίνειν συντόνως τεθηγμένους,<br />
+Εργώδες εστιν· αλλά και, Μήτηρ, σθένος,<br />
+Όση πέφυκεν η προαίρεσις, δίδου.»
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn4' id='ref4'>4</a></span>)</i></p>
+
+<p>Η φωνή του ψάλτου μελιχρώς ηκούετο μέσα εις εκείνην την φοβεράν αρμονίαν
+της χειμερινής λαίλαπος, ήτις συρίζουσα, κλαγγάζουσα, χρεμετίζουσα επάνω, διά
+μέσου των πολυπλόκων εξαρτισμών του μπάρκου, εισέδυε κάτω εις το πρωραίον,
+διά του ανοικτού φεγγίτου, λειαινομένη, μαλακή, εκπνέουσα εις τους
+γλυκυμόλπους εκείνους του ψάλτου φθόγγους, ως να εσέβοντο και τα στοιχεία τα
+άγρια τον σεπτόν της Θεομήτορος ύμνον, και έκυπτον ήμερα, γονατίζοντα, ενώπιόν
+του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλή πατρίδα, παιδιά, τα Φώτα!</p>
+
+<p>Εκραύγασε τότε έξαλλος από τον ενθουσιασμόν του ο Γιάννης ο Μπύρρος
+κάμνων τον σταυρόν του, ον εμιμήθησαν και οι λοιποί· κ' εκάλεσεν όλους να
+παρακαθήσωσιν εις το εωθινόν των Χριστουγέννων πρόγευμα, λαβών αυτός την
+πρωτοκαθεδρίαν μ' έκτακτον λάμψιν χαράς εις το πολιόν του πρόσωπον, αφού
+προηγουμένως απέστειλε δύο μερίδας εις τους δύο αυταδέλφους ιδιοκτήτας του
+σκάφους.</p>
+
+<p>Η λαίλαψ η χιονίζουσα, τόσον είχε σφοδρυνθή, ώστε ουδείς φόβος υπήρχε να
+ταράξη πλέον την φαιδράν των ναυτών τράπεζαν νέα πάλιν έξαψις του πλοιάρχου
+των, όστις το είχε πάρει απόφασιν πλέον, ότι 'ς της Τρεις Μπούκαις θα εώρταζε τα
+Χριστούγεννα συντροφιά με την θάλασσαν . . . .</p>
+
+<p>
+<br /><b>
+ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΙΩΑΝ. Ν. ΣΙΔΕΡΗ — ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ</b></p>
+
+<p>
+<br /><b>
+Εξεδόθησαν:</b></p>
+
+
+<table>
+<tr><td></td><td></td><td align='right'>Δρ.</td></tr>
+<tr><td>Αννίνου Χ.</td><td>Αττικαί Ημέραι</td><td align='right'> 5. —</td></tr>
+<tr><td>Βογασλή Δ.</td><td>Εκλεκτά Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα
+διηγήματα</td><td align='right'> 5.50</td></tr>
+<tr><td>Γρυπάρη Ν.</td><td>Σκαραβαίοι και Τερρακόττες </td><td align='right'> 5.
+—</td></tr>
+<tr><td>Δάφνη Στ.</td><td>Το Ανοιχτό Παράθυρο (ποιήματα) </td><td
+align='right'> 5. —</td></tr>
+<tr><td>Δροσίνη Γ.</td><td>Φωτερά Σκοτάδια (ποιήματα)</td><td align='right'> 5.
+—</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Κλειστά Βλέφαρα (ποιήματα)</td><td align='right'> 5. —
+</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Αμαρυλλίς (διήγημα)</td><td align='right'> 5. —</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Αγροτικαί Επιστολαί </td><td align='right'> 5. —</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Ο Μπαρμπαδήμος (Διηγήσεις αγωνιστού) </td><td
+align='right'> 5. —</td></tr>
+<tr><td>Δημητρακοπούλου Π.&nbsp;</td><td>Η Σιδηρά Διαθήκη (κοινωνική
+Φυσιολογία) </td><td align='right'> 6. —</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Ο Βασιλεύς Όθων (ιστορικόν εράνισμα) </td><td
+align='right'> 4. —</td></tr>
+<tr><td>Δουμά υιού</td><td> Η Κυρία με τας Καμελίας (μυθιστόρημα)</td><td
+align='right'> 5. —</td></tr>
+<tr><td>Λυκούδη Εμ.</td><td> Διηγήματα (1920)</td><td align='right'> 5. —
+</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Το Σπιτάκι του Γιαλού </td><td align='right'> 5. —</td></tr>
+<tr><td>Μαλακάση Μ.</td><td>Ασφόδελοι (ποιήματα) </td><td align='right'>5. —
+</td></tr>
+<tr><td>Μωραϊτίδου Α.</td><td>Διηγήματα· τόμοι 4 έκαστος</td><td
+align='right'> 6. —</td></tr>
+<tr><td>Παλαμά Κ.</td><td>Τα Παράκαιρα (ποιήματα) </td><td align='right'> 5. —
+</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Διηγήματα (πεζά) </td><td align='right'> 5. —</td></tr>
+<tr><td>Παπαντωνίου Ζ.</td><td>Τα Χελιδόνια (ποιήμ. για παιδιά τονισμένα)
+</td><td align='right'> 10. —</td></tr>
+<tr><td>Πολέμη I.</td><td>Σπασμένα Μάρμαρα (ποιήματα)</td><td align='right'>
+6. —</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Ειρηνικά (ποιήματα)</td><td align='right'> 3. —</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Η Γυναίκα (έμμετρος κωμωδία)</td><td align='right'> 1. —
+</td></tr>
+<tr><td>Προβελεγγίου Α.</td><td>Φαίδρα</td><td align='right'> 4. —</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Ο Φάουστ του Γκαίτε (εικονογραφημένον).</td><td
+align='right'></td></tr>
+<tr><td>Σιέγκεβιτς</td><td> Quo Vadis (μυθιστόρημα) </td><td align='right'> 5. —
+</td></tr>
+<tr><td>Τανάγρα Αγγέλ.</td><td>Οι Σπογγαλιείς του Αιγαίου (διήγημα)</td><td
+align='right'> 5. —</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Μακεδονικαί Ραψωδίαι </td><td align='right'> 4. —
+</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Άγγελος εξολοθρευτής (πολεμικά διηγήματα) </td><td
+align='right'> 5. —</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Μεγαλόχαρη (διήγημα) </td><td align='right'> 5. —
+</td></tr>
+<tr><td> </td><td>— Μαύρες Πεταλούδες (διηγήματα) </td><td align='right'> 4. —
+</td></tr>
+<tr><td>Τσοκοπούλου Γ.</td><td>Γυναίκες του Βυζαντίου</td><td align='right'> 5.
+—</td></tr>
+<tr><td>Φεγιέ Οκτ.</td><td>Ιστορία ενός πτωχού νέου</td><td align='right'> 5. —
+</td></tr>
+</table>
+
+<p><img src ="images/line.jpg" width="160"
+height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+<span style='font-size: small;'>
+Τύποις Ταρουσοπούλου</span><br /><br /><br /></p>
+
+<hr></hr>
+
+<p id='fn1'><br /><br />1) Δίμινους βομπίσκουμ = ο Θεός μεθ' ημών.<a href='#ref1'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id='fn2'>2) Το διήγημα τούτο ανεδημοσιεύθη εν τινι μικρά συλλογή <i>Εκλεκτά
+διηγήματα</i> του ημετέρου συγγραφέως εκδοθείση εν Πειραιεί υπό του
+καθηγητού κ. Δ. Κουϊμητσοπούλου.<a href='#ref2' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id='fn3'>3) Εννοεί ο συγγραφεύς τον Α. Παπαδιαμάντην, ον ούτως εκάλουν οι
+οικειότεροι αυτού.<a href='#ref3' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id='fn4'>4) Βεβαίως ευκολώτερον είνε να ευχαριστούμεθα με την σιωπήν, από
+φόβον μήπως και δεν ημπορέσωμεν κατ' αξίαν να σε εγκωμιάσωμεν, — Θεοτόκε.
+Ναι, αυτό είνε ακίνδυνον. Αλλ' όμως ο πόθος μας αναγκάζει να επιχειρήσωμεν, ω
+Παρθένε, να σε εγκωμιάσωμεν με ύμνους αξίους προς την δόξαν σου την μεγάλην.
+Αυτό όμως γνωρίζομεν ότι είνε πολύ κοπιαστικόν και δύσκολον. Αλλά συ, ω
+Δέσποινα, δόσε μας δύναμιν να το κατορθώσωμεν, τόσην όση φυσικά είνε η
+προαίρεσίς μας.<a href='#ref4' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p>
+<br />
+&nbsp;</p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Novels Volume D, by Alexandros Moraitidis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME D ***
+
+***** This file should be named 37629-h.htm or 37629-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/7/6/2/37629/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License available with this file or online at
+ www.gutenberg.org/license.
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation information page at www.gutenberg.org
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at 809
+North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
+contact links and up to date contact information can be found at the
+Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit www.gutenberg.org/donate
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+
+