diff options
Diffstat (limited to '37629-h/37629-h.htm')
| -rw-r--r-- | 37629-h/37629-h.htm | 6187 |
1 files changed, 6187 insertions, 0 deletions
diff --git a/37629-h/37629-h.htm b/37629-h/37629-h.htm new file mode 100644 index 0000000..1138e3d --- /dev/null +++ b/37629-h/37629-h.htm @@ -0,0 +1,6187 @@ +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" + "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> + +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Μωραϊτίδης Διηγήματα Τόμος Δ" /> + +<title>Διηγήματα Δ</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 5%; +margin-right: 5%; +} + +h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; } +h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; } +h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; } +h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; } +h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; } +h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; } + +p{ + text-align: justify; + margin-top: 1em; + margin-bottom: 1em; +} + +hr{ + width: 65%; +} +.poem { + FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%; +} + +.sp{ + letter-spacing:3px +} + +</style> + +</head> +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Novels Volume D, by Alexandros Moraitidis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Novels Volume D + +Author: Alexandros Moraitidis + +Posting Date: May 9, 2012 [EBook #37629] +First Posted: October 4, 2011 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME D *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + + +</pre> + + + +<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic +to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes +have been converted to endnotes.// + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα +άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των σελίδων +έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.</p> + +<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/1stpage.jpg" width="426" +height="650" +alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p> + +<h3 style="margin-top: 5em">ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ</h3> + +<h1 style="margin-top: 5em">ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</h1> + +<h4>ΤΟΜΟΣ Δ'</h4> + +<h5 style="margin-top: 5em"> +ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ<br /> +ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ</h5> + +<h5 style="margin-top: 15em"> +ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921</h5> + +<p style='text-align: center; margin-top: 7em'> +<br /> +ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ<br /><br /> + +ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ<br /> +ΤΟΜΟΣ Δ'</p> + +<h4 style="margin-top: 5em"> +Ο κυρ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ — ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ — ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΟΣΚΡΕΣ — ΣΕ ΜΙΑ +ΠΑΡΑΚΛΗΣΙ<br /> +ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ — ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ — ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑΝ</h4> + +<p style='text-align: center; margin-top: 12em'> +<br /> +ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ<br /> +ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ<br /><br /><br /> + +ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921</p> +<hr></hr> +<p style="margin-top: 8em"> +<br /> +Από τον Εκδοτικόν Οίκον I. Ν. Σιδέρη, εις τον οποίον αληθώς η Ελληνική φιλολογία +οφείλει πολλά — αλλ' ακόμη περισσότερα ο κόσμος ο επίλεκτος των αναγνωστών +αφού εκεί ευρίσκει την καλλιτέραν πνευματικήν τροφήν — εξεδόθη και ο τρίτος +τόμος των Διηγημάτων του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου, εις συνέχειαν της τιμητικής +εκδόσεως των έργων επ' ευκαιρία της Πεντηκονταετηρίδος του μεγάλου Έλληνος +Διηγηματογράφου.</p> + +<p>Ο τόμος αυτός περιλαμβάνει τρία άλλα αριστοτεχνήματα. Όλη η ελληνική ζωή, +όλη η ελληνική ψυχή, όλη η ελληνική αντίληψις παρελαύνουν εις τας μεστάς +κλασικών εικόνων σελίδας με την μοναδικήν απλότητα, η οποία χαρακτηρίζει και +ακριβώς εξυψώνει το έργον του Α. Μωραϊτίδη επάνω από τα άλλα δημιουργήματα +του ελληνικού καλάμου.</p> + +<p>Υποδειγματική αληθινή η σύνθεσις των έργων αυτών ζωγραφίζει τόσον πιστώς, +τόσον παραστατικώς ό,τι απαιτείται διά την αφήγησιν μιας ιστορίας βγαλμένης +από την πραγματικήν ζωήν, ώστε ο αναγνώστης γρήγορα προχωρεί έως το τέλος +διά να το μάθη· αλλά και πάντοτε το ξαναδιαβάζει δια να εντρυφήση περίοδον με +περίοδον και φράσιν προς φράσιν το καλλιτέχνημα.</p> + +<p style='text-align: right;'>(Εφημ. Α θ ή ν α ι επί εκδόσει τον Γ' τόμου των<br /> +Διηγημάτων του ημετέρου συγγραφέως).</p> + +<h4 style="margin-top: 5em"> +ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΩΡΑΙΟΥΣ ΣΚΑΠΑΝΕΙΣ</h4> +<h5>ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ</h5> + +<p style='text-align: right; margin-top: 12em'>Ουαί τοις γράφουσι πονηρίαν· +γράφοντες γαρ<br /> +πονηρίαν γράφουσιν. (Ησαΐας 10,1)</p> + +<h4 style="margin-top: 7em">Ο ΚΥΡ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ<br /> +(1891)</h4> + +<p> +<br /> +Ήτο περασμένη η ώρα. Το χωρίον εκοιμάτο βαθύν ύπνον παιδίου, το οποίον +ύστερον από τόσα τρεξίματα και παιγνίδια και γέλοια, αποσταμένον, γέρνει εγγύς +της εστίας του και αποκοιμάται. Τα νυκτοπούλια της ανοίξεως, τα οποία εστέναζον +υπό τας καμάρας του κωδωνοστασίου, θαρρείς και συνεπλήρουν τον ανασασμόν +της κοιμωμένης λευκής πολίχνης. Και μόνον είς θόρυβος ηκούετο κατά μακρά +διαλείμματα. Ο κρεοπώλης, ο άγριος και εις την χαράν του, ο οποίος σφάζων +αμνούς μέχρι της δύσεως του ηλίου δεν απηύδησε να φωνάζη: «Α και να πάμε ς' +τον μπαρμπέρη!» κατά λάθος, φαίνεται, αφού εξεπούλησεν, εισελθών εις το +γειτονικόν καπηλείον <i>άναψε τα καντήλια</i> — Πάσχα ξημέρωνε, βλέπετε, — +και γεμίζων μίαν παμπάλαιαν κ' εσκωριασμένην πιστόλαν, από τον καιρόν του +Καρατάσου, ήνοιγε κρυφά-κρυφά την θύραν του καπηλείου και προεώρταζε την +Ανάστασιν, πυροβολών κρατερώς και επιμόνως. Και πάλιν αστραπιαίως έκλειε την +θύραν προς μεγάλην απορίαν του γέροντος δημαρχικού κλητήρος, όστις από +μακράν κάτω ακούων τον βαρύν πιστολισμόν έσπευδε μέχρι του καπηλείου +υπόπτως, πλην βλέπων την θύραν κεκλεισμένην υπέστρεφε, κάμνων τον σταυρόν +του και θαυμάζων το γεγονός.</p> + +<p> — Να μποδίσουμε, εμονολόγει με την έρρινον φωνήν του, τους +πιστολισμούς και τους πυροβολισμούς. Άιντε τώρα εμπόδισέ τους, κυρ δήμαρχε! +Ορίστε! Αυτά είνε γραμμένα να γίνουνται, έτσι <i>αντάμ- παπαντάμ</i>, εξ αρχής +και έκπαλαι. Ορίστε! Οι πυροβολισμοί πέφτουν μονάχοι τους, κυρ-Δήμαρχε! Είνε ο +αέρας της Αναστάσεως.</p> + +<p>Συγχρόνως ο κρεοπώλης <i>με τ' αναμμένα τα καντήλια του</i>, ημοιανοίξας +πάλιν την θύραν του καπηλείου εκένωσεν εκ νέου την εσκωριασμένην πιστόλαν +του. Ο κλητήρ, κοντός, χονδρός, με ημίσειαν ρίνα, απολέσας το λοιπόν μέρος αυτής +έν τινι συμπλοκή, στραφείς είδε την θύραν του καπηλειού κλειστήν πάλιν, έκαμε +τον σταυρόν του και εχάθη εις την καμπήν της οδού, φθεγγομένης παράπονα της +ρινός του κατά των ανεφαρμόστων αστυνομικών διατάξεων, ενώ ο βαρύς της +πιστόλας ήχος εκυλίετο ακόμη εις το ανοικτόν πέλαγος του λιμένος, εποχούμενος +επί της μελανής ομίχλης και κροτών ως βαρέλιον πλήρες ήλων.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αλλ' ενώ οι χωρικοί πάντες εκοιμώντο αναπαυόμενοι, όπως εγερθώσι τα +μεσάνυκτα και φαιδροί μεταβώσιν εις τον ναόν έκαστος με την λευκήν λαμπάδα +του, η κυρά Μανωλάκαινα ηγρύπνει. Δεν την εκολλούσεν ύπνος. Εξαγάγουσα από +μεγάλου δρυΐνου κιβωτίου τα χρυσά προικιά της, τα οποία χρόνια είχε να φορέση +το Πάσχα, την νύκτα, προητοίμαζεν αυτά υπό το φως λυχναρίου, επιδιορθούσα +μικράς τινας βλάβας τυχόν, όπως στολισθείσα ως νύμφη μεταβή εις την Ανάστασιν +κ' επιδείξη τον χρυσόν πλούτον του ιματισμού της. Ο κυρ-Μανωλάκης εκοιμάτο εις +το παρακείμενον δωμάτιον. Ηκούετο ο ρογχασμός του ως κρότος υπόκωφος +συρομένης αλύσεως πλοίου μακράν εις τον λιμένα, συνεχής και μονότονος.</p> + +<p>Νέα ακόμη η κυρά-Μανωλάκαινα, μόλις τριάκοντα πέντε ετών, πρώτην φοράν +από του γάμου της — γενομένου προ πέντε ετών — ευρίσκετο εις την ευτυχή +περίστασιν να φορέση τα νυμφικά της και σταθή εις την πρώτην γραμμήν της +γυναικωνίτιδος. Τι να κάμη πίσω-πίσω 'ς το γυναικείο να στέκεται, και να την +τσαλαπατούν και να στάζουν κεριά ς' το χρυσοκέντητο βελουδένιο μπαμπουκλί +της, και να της κάψουν το αραχνοΰφαντον αλέμι της με της λαμπάδαις που δεν +ξέρουν μερικαίς να της κρατήσουν, που ταις κρατούν σαν νάνε σαΐταις που +'φαίνουν, ή καλαμιαίς που τινάζουν της εληαίς! Δεν πήγαινε και αυτή διόλου την +νύκτα το Πάσχα. Εφέτος όμως θα είχε τα πρωτεία ς' το γυναικείον. Έδωσεν ο Θεός +και ο άνδρας της, ο κυρ-Μανωλάκης, έγεινε Πίτροπος και θα είχεν η κυρά- +Πιτρόπισσα την πρώτην θέσιν, μπροστά-μπροστά εις τα καφάσια. Και θάβλεπεν +όλην την παράταξιν της λαμπράς ακολουθίας και θα ήκουεν όλα τα +<i>γράμματα</i>. Δεν τα καλονοούσε, μα θα τα ήκουεν. Εν ω άλλοτε πίσω-πίσω +από της άλλαις δεν έβλεπε τίποτε, δεν ήκουε τίποτε. Προσκυνούσαν η +μπροσθιναίς, προσκυνούσαν και η 'πισιναίς. Έσκυφταν η μπροσθιναίς, έσκυφταν +και η 'πισιναίς. Η κυρά-Μανωλάκαινα εκ της ιεράς λειτουργίας ήξευρε μόνον πότε +<i>λιβανίζει</i> ο παπάς και πότε βγαγγελίζει. Το λιβάνισμα ησθάνετο εκ του +ζωηρού κωδωνίσματος του θυμιατηρίου, το βγαγγέλισμα ήκουεν εκ της γινομένης +ησυχίας και απολύτου σιωπής. <i>Τ' άια</i>, την μεγάλην είσοδον των τιμίων +Δώρων — ουδέποτε ηυτύχησε να ίδη από εκεί όπου ίστατο. Μόνον βλέπουσα να +κύπτουν αι έμπροσθέν της ιστάμεναι γυναίκες έκυπτε και αυτή λέγουσα με τον +νουν της: περνούν τα άια, μνήσθητί μου Κύριε! Ενίοτε μάλιστα και ηπατάτο. +Έκυπτον αι έμπροσθεν κατά λάθος, έκυπτε και αυτή κατά λάθος, επιλέγουσα εις το +τέλος της λειτουργίας:</p> + +<p> — Τώρα! καταλαβαίνουμε τάχα κ' εμείς Ακκλησιά!</p> + +<p>Πολλάκις προσεπάθησε να εισχωρήση εμπρός, πλην ουδέποτε εύρισκε θέσιν. +Πάσαι ήσαν κατειλημμέναι. Άπαξ πρωί-πρωί μεταβάσα εις τον ναόν εύρε πολλάς +κενάς θέσεις εν τη πρώτη σειρά, κι' εγκαθιδρύθη αγέρωχος, ώσπερ κατακτητής, επί +του φαιού δρυφάκτου με την απόφασιν να μη παραμερίση· — παιδιά δεν είχε να +κλαίνε ς' το σπίτι — Και αν της ομιλήση κανείς, ή ο επίτροπος, να κάμη πως δεν +ακούει. Αλλ' ύστερον ελθούσαι αι συνήθως ιστάμεναι εν τη πρώτη γραμμή την +απώθησαν διά των αγκώνων κατ' αρχάς, διά των λόγων κατόπιν, και αυτή +παρεμέρισε, δούσα τόπον τη οργή. Να φέρη σύυσι και ταραχή; Μέσ' σ' νακκλησιά! +Υπεχώρησε. Τοιαύτη συνήθεια επεκράτει. Εις την πρώτην γραμμήν να ίστανται τα +<i>σόια</i>, αι καταγόμεναι από τζάκια, αι σύζυγοι των προεστώτων και +συμβούλων του χωρίου. Και αι θέσεις ήσαν κληρονομικαί. Μοναρχία κληρονομική +μέχρι της εκκλησίας εν τη νέα ελληνική κοινωνία! Η θυγάτηρ ερχομένη εις γάμον +και ιδρύουσα νέον οίκον, κατελάμβανεν εν τω ναώ την θέσιν της μητρός, ήτις γραία +πλέον εβαρύνετο ν' αναβαίνη εις την γυναικωνίτιδα, ισταμένη εις τον νάρθηκα +κάτω, ή ζαρόνουσα εις κανέν στασίδιον κάτω-κάτω υπό την σκοτεινήν κόγχην.</p> + +<p>Αλλ' η κυρά-Μανωλάκαινα δεν ήτο μεν <i>ξεσόιαστη</i>, αλλά — να το +είπωμεν — δεν ήτο και από <i>σόι</i>. Ο πατέρας της ήτο ψαράς. Ο παπούς της +ήτο φούρναρης. Το βέβαιον είνε ότι ο γέρων εξελέχθη ποτέ τρίτος δημαρχικός +πάρεδρος δι' έλλειψιν άλλου υποψηφίου μόλις λαβών το έν δέκατον των ψήφων, +αλλά τούτο δεν ήρκεσεν όπως η εγγονή του περάση εις τα μεγάλα σόια, — ήτις δεν +είχε γεννηθή ακόμα.</p> + +<p> — Αγουρασμένον τον έχεις τον τόπον;</p> + +<p>Παρετήρησέ ποτε είς τινα αγερώχως προσελθούσαν πλησίον της και ζητούσαν +να την απωθήση.</p> + +<p> — Αγουρασμένον!</p> + +<p>Απήντησεν εκείνη.</p> + +<p> — Κιγώ πού θα σταθώ;</p> + +<p> — Όπ' στηκέτανε η μάννα ς'!</p> + +<p>Απεκρίθη εμπαικτικώς η εξ οικογενείας καταγομένη.</p> + +<p>Και συγχρόνως άλλη παραπέρα ισταμένη — από σόι και αυτή — +προσέθηκεν:</p> + +<p> — Όπ' άπλουνε τα δίχτυα ου πατέρας σ'!</p> + +<p>Τωόντι η μητέρα της κυρά-Μανωλάκαινας δεν εστέκετο πουθενά εν τη +γυναικωνίτιδι.</p> + +<p>Φορούσα μίαν φουστάναν μυρίζουσαν πάντοτε ψαρίλαις, πού ετόλμα να +παρουσιασθή εις την εκκλησίαν, και μάλιστα εν ημέρα μεγάλης πανηγύρεως!</p> + +<p>Ο πατήρ της πάλιν ο γέρων αλιεύς είχε μεν θέσιν, ίστατο, καθώς είπεν εκείνη η +εξ οικογενείας γυνή, εκεί όπου άπλωνε τα δίκτυά του· αλλά τα δίκτυά του ήπλωνεν +απ' έξω, επί του τοίχου του ναού, καρφώσας ήλους κατά σειράν εγγύς της εισόδου, +κ' εκεί τωόντι ίστατο και ο γέρων κατά την λειτουργίαν, ουδέποτε εισερχόμενος +εντός του ναού· ως να ήτο και αυτός μόλυβδος ή φελλός, προσκεκολλημένος επί +των μεταξωτών δικτύων του. Και μόλις ετελείωνε τα Ευαγγέλιον, ήναπτε το +τσιμπουκάκι του, το οποίον προητοίμαζε, ψαλλομένων των Αίνων, και μαζεύων τα +δίκτυά του έκαμνε τον κατήφορον.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αλλ' η κυρά-Μανωλάκαινα, η κόρη του ψαρά, αν και δεν ανήκεν εις τα σόια εκ +καταγωγής, ανήκεν όμως εις αυτά ολόκληρος εκ καρδίας. Φύσις φιλόκαλος, φύσις +ευγενής, περιποιητική και θωπευτική έκαμνεν εντύπωσιν εις τον φούρνον που +πήγαινε να φουρνίση από μικρή ακόμα διά τους καλούς τρόπους της, και την μέχρι +κολακείας περιποιητικήν γλώσσαν της, δίδουσα και εις την φωνήν της ακόμη ένα +θωπευτικόν αριστοκρατικόν τόνον φιλήματος και αγάπης. Ο ιματισμός της πάλιν +ήτο παροιμώδης εις όλον το χωρίον.</p> + +<p> — Τι ώμορφα που ντύνεται! έλεγον.</p> + +<p> — Σεμνή, καθαρά, καλλαίσθητος. Με τα κλωνιά της πολιτικής μανδήλας +της λυτά ποτέ δεν την είδον. Ακτένιστη ουδέ εις την αυλήν της εθεάθη. Η μαύρη +φουστάνα της στιλπνή-στιλπνή ήτο ατσάκιστη, ως να ίστατο πάντοτε ορθία, όπερ +εκίνει τον φθόνον.</p> + +<p> — Ούλου αλόρθα βρίσκεται ου ανεμόστυλος!</p> + +<p>Και δεν ευρίσκετο ορθία ως ο στύλος της ανέμης, αλλ' ήξευρε πώς να καθήση +και πώς να εγερθή. Ήτο περίφανη!</p> + +<p>Αλλ' ο κόσμος έχει τας προλήψεις του. Αδιάφορον αν εκείνη η πλουσία και από +σόι δεν ξεύρη να ενδυθή και παρουσιάζεται εις την αυλήν άνιπτος. Είνε από +σόι!</p> + +<p>Η μορφοντυμένη και μορφοκαμωμένη Γερακίτσα ήτο κόρη του ψαρά! Την +φυσικήν της καθαριότητα από μικρή εφανέρωνεν. Ενώ η μητέρα της εν τη βία της +πολλάκις εγέμιζε την ποδιά της ψάρια, διά να εκλέξη τα καλλίτερα και τα στείλη εις +τον λιμενάρχην, ίνα μη φέρη δυσκολίας εις τον σύζυγόν της, η Γερακίτσα ουδέ τα +ήγγιζεν, εάν δεν ήσαν εις ορμαθούς διά βρύων της λίμνης. Και πάλιν ήπτετο μετά +προσοχής του βρύου διά των δύο δακτύλων της. Ώστε κατήντησεν η μητέρα της +περιπαίζουσα αυτήν να την αποκαλή <i>γαλαζοαίματην</i>.</p> + +<p>Είτα ορφανή πατρός απομείνασα υπηρέτει ουχί επ' αμοιβή αλλ' ούτως, εκ +φυσικής κλίσεως και συμπαθείας του ομοίου προς το όμοιον, εις τον γειτονικόν της +πλούσιον οίκον αρχαίου πλοιάρχου, όστις, αφεντάνθρωπος εις όλα, είχεν +αριστοκρατικήν τάξιν εν τη οικογενεία του. Εκεί η ωραία Γερακίτσα ανέπτυξεν όλα +τα συμπαθητικά ένστικτα της ευγενείας, συνηθίσασα να ενδύηται ευπρεπώς και +κομψώς — με γούστο — και να εκτελή όλας τας οικιακάς εργασίας, μετά +λεπτότητος και χιονώδους καθαρότητος, θαυμαστής τωόντι, ώστε ο γέρων +πλοίαρχος, — κολακεύων τας διαθέσεις της, έλεγε πολλάκις.</p> + +<p> — Εσύ, Γερακίτσα ή να πάρης πλούσιον ή να μη 'πανδρευθής διόλου. +Τακούς;</p> + +<p>Το πλέξιμόν της, το πλύσιμόν της, το ζύμωμά της, το μαγείρευμά της, όλα ήσαν +απαλά και λευκά ως τα απαλά χεράκια της.</p> + +<p>Πολλοί νέοι εργατικοί, της τάξεώς της, την εζήτησαν εις γάμον, αλλ' αύτη +ηρνείτο, ονειρευομένη αρχοντείαν, ή αποφασισμένη ν' ακολουθήση την +συμβουλήν του πλοιάρχου.</p> + +<p> — Παλλάβωσες!</p> + +<p>Της έλεγεν η μητέρα της.</p> + +<p> — Δεν κάνεις το σταυρό σου, επανελάμβανε συχνά, να πανδρευθής +τώρα που σε γυρεύουν; Ταχειά σα σουφρώσης, ποιος θα γυρίση να σε +κυττάξη;</p> + +<p>Αλλ' η νεάνις είχε τον σκοπόν της. Απίθανον μεν και σκοτεινόν, όνειρον σχεδόν, +πλην είχε πάντοτε ένα σκοπόν, ένα όνειρον. Κάθε άνθρωπος έχει το όνειρόν του. +Άλλοι κατορθώνουν και το πραγματοποιούσιν εις τον κόσμον αυτόν, άλλοι +αποθνήσκουσι με το όνειρόν των μαζή ως σάβανον της καρδίας των. Άγνωστον +τίνες αποθνήσκουν ευτυχέστεροι . . .</p> + +<p> — Ο ένας σου μυρίζει, ο άλλος σου βρωμά! Την ήλεγχεν η μητέρα +της.</p> + +<p>Έως ου ευτυχής σύμπτωσις διέψευσεν όλας τας οικτράς προρρήσεις της γραίας, +και η πτωχή Γερακίτσα, η κόρη του ψαρά, εγένετο κυρά- Μανωλάκαινα.</p> + +<p>Και ούτως η γραία απέθανεν ευχαριστημένη, αλλάξασα ιδέαν και λέγουσα ότι +τα κορίτσια δεν πρέπει να βιάζωνται. Όποιος βιάζεται, μένει 'πίσω!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και η κόρη της με τον κυρ-Μανωλάκη επήγεν εμπρός. Ο κυρ Μανωλάκης διά +των κτημάτων του και της οικονομίας του είχε σχηματίσει καλήν περιουσίαν. Μέχρι +του τεσσαρακοστού έτους της ηλικίας του είχε σκοπόν να γείνη καλόγηρος, και +συχνά επεσκέπτετο το ιερόν Κοινόβιον, μίαν ώραν μακράν του χωρίου, +ευχαριστούμενος εις τον ησυχαστικόν βίον. Αλλ' αιφνιδίως όταν επάτησεν εις το +πεντηκοστόν έτος, μετέβαλε γνώμην και ενυμφεύθη. Του το είχεν είπει μία +τουρκογύφτισσα που πωλούσε κόσκινα:</p> + +<p> — Εσύ καλό άνθρωπο είσαι, εσύ παράδες έχει, εσύ χτήματα, χρήματα +έχει, μα εσύ κάτι θα πάθη άμα πατήση τα πενήντα!</p> + +<p>Η σύζυγός του ήτο ωραία, νέα, μ' ευγενείς τρόπους· η Γερακίτσα τα είχεν όλα +αυτά· πλην εφάνη μετά τον γάμον ότι ήτο και φιλόδοξος. Ο κυρ Μανωλάκης ήθελεν +ησυχίαν και ανάπαυσιν, αλλ' η κυρά- Μανωλάκαινα τουναντίον ήθελεν ανησυχίαν +και κίνησιν. Αυτή σαν ήθελε να κάθεται κλεισμένη, έλεγε, δεν πανδρευότανε. Αυτή +είχε τόσα προτερήματα, τόσα καμώματα ευγενικά· περιπλέον είχε τόσα στολίδια. +Ήθελε λοιπόν να τα επιδείξη, προτερήματα και στολίδια. Γι' αυτό πανδρεύονται οι +άνθρωποι!</p> + +<p>Ο κυρ Μανωλάκης ήτο ευκατάστατος, ήτο και από σόι, αλλ' ένεκα της +βραδύτητος του γάμου του, και ιδίως ένεκα της φιλαργυρίας του, μόνος του είχεν +αποσυρθή από την δράσιν των οικογενειών, ευτελώς ενδυόμενος και ευτελώς +διαιτώμενος — αφού είχε σκοπόν να γείνη καλόγηρος — και εις το χωρίον δεν τον +ανεγνώριζον πλέον ως έχοντα δικαιώματα επί της δημογεροντίας, αφού μάλιστα +όλας τας καλάς ημέρας απουσίαζεν εις το Κοινόβιον.</p> + +<p>Ως προς τούτο ευρέθη ηπατημένη η κυρά Μανωλάκαινα. Ενόμιζεν ότι διά του +γάμου της θα εισήρχετο πλέον με ούριον πνεύμα εις τα σόια, αλλά έβλεπεν ότι, αν +ο σύζυγός της δεν επείθετο ν' αναμιχθή εις την πολιτικήν μέ τινας μικροδαπάνας, +αδύνατον ν' αναγνωρισθή η Γερακίτσα ως αριστοκράτισσα.</p> + +<p>Αλλ' ο κυρ Μανωλάκης δεν τα ήκουεν αυτά.</p> + +<p> — Τα πιθάρια μας γεμάτα, έλεγεν, αι αποθήκαι μας γεμάται, τα βαρέλια +μας γεμάτα. Τι άλλο θέλεις;</p> + +<p> — Να γένης δήμαρχος!</p> + +<p>Ετόλμησε να είπη η κυρά-Μανωλάκαινα. Ο κυρ-Μανωλάκης εφόρεσε την +καπίτσα μουρμουρίζων.</p> + +<p>Φαίνεται ότι ανεμνήσθη την μάγισσαν, η οποία του είπεν ότι εις το +πεντηκοστόν έτος της ηλικίας του κάτι θα πάθη.</p> + +<p>Έρις λοιπόν και ταραχή.</p> + +<p>Συνέπεσε τα έτη εκείνα να γείνωσιν επανειλημμέναι εκλογαί. Εσάστισεν ο +κόσμος.</p> + +<p>Κατ' αρχάς βουλευτικαί της μικράς περιφερείας, είτα μετ' ολίγον βουλευτικαί +της μεγάλης περιφερείας. Το αυτό έτος έγειναν και δημοτικαί και ήσαν 39 +υποψήφιοι δήμαρχοι, πάρεδροι και δημοτικοί σύμβουλοι, είτα έγειναν εκλογαί των +νομαρχιακών συμβούλων. Και μετά οκτώ μήνας, καταργηθέντων των νομαρχιακών +συμβουλίων, διετάχθησαν επαρχιακών συμβούλων εκλογαί. Συνέπεσε να αποθάνη +και είς βουλευτής, και πάραυτα ιδού και μία βουλευτική εκλογή το αυτό έτος.</p> + +<p>Εγέμισε το χωρίον κάλπαις. Τα ατμόπλοια τας ξεφόρτωναν κασσέλαις- +κασσέλαις.</p> + +<p> — Δεν βάζεις και συ, Μανωλάκη, μια κάλπη;</p> + +<p>Επανελάμβανε μέρα-νύκτα η κυρά Μανωλάκαινα.</p> + +<p> — Σα σ' ακούω, καϋμένη! Τι ζήλεψες από τους τενεκέδες;</p> + +<p> — Όλος ο κόσμος ζηλεύει!</p> + +<p> — Μα θέλουμε παράδες, γυναίκα.</p> + +<p> — Έχουμε τα βαρέλια γεμάτα.</p> + +<p> — Δεν φθάνουν!</p> + +<p> — Τι λες, Μανωλάκη; Με πενήντα βαρέλαις θα μεθύσουμε όλο το +χωριό.</p> + +<p> — Και ύστερα;</p> + +<p> — θα βγης <i>πάλιδρους, σύβουλος</i>, ό,τ' θέλεις!</p> + +<p> — Έχεις απ' αυτά;</p> + +<p>Ηρώτησε πάλιν ο κυρ Μανωλάκης, προστρίψας γοργώς τον αντίχειρα επί του +λιχανού του. Και φορέσας πάλιν την καπίτσα του, εξήλθε μουρμουρίζων.</p> + +<p> — Καλά μου είπεν η Τουρκογύφτισσα!</p> + +<p>Έκτοτε πολλάκις ο κυρ-Μανωλάκης υπό τας σκιεράς ελαίας του θερμά έχυσε +δάκρυα μετανοήσας διότι δεν έγεινε καλόγηρος. Αλλά πού εγνώριζεν ο πτωχός ότι, +φοβηθείς τους πολλούς πειρασμούς της ερήμου, ήθελε πέσει εις τας χείρας ενός +άλλου φοβερωτέρου και συνθετωτέρου δαίμονος!</p> + +<p> — Δεν φταις εσύ, έλεγε και η κυρά-Μανωλάκαινα μετ' αγανακτήσεως, +φταίω εγώ που πήρα γέρο!</p> + +<p>Ούτως η φοβερά φιλοδοξία κατέφαγεν όλα τα άλλα θελκτικά προτερήματα της +έξυπνης Γερακίτσας, ως ένας καυστικός λίβας οπού κατακαίει τα άνθη.</p> + +<p>Και εμαράνθη εκείνη η ανθηρότης του προσώπου της.</p> + +<p>Και όταν ήκουε τας ζητωκραυγάς μετά τας εκλογάς, και όταν έβλεπε τους +παρέδρους και τους συμβούλους, εστεφανωμένους ελαίας και σύροντας τον χορόν +εις την πλατείαν, εκλείετο εις τον οίκον της η κυρά Μανωλάκαινα, κλαίουσα από +την αγανάκτησίν της.</p> + +<p>Λέγουν μάλιστα ότι νύκτα τινά τον έκλεισεν έξω τον κυρ-Μανωλάκην, όστις +επανελθών από τον ελαιώνα παράωρα, εφώναζε κρούων την θύραν:</p> + +<p> — Κυρά Μανωλάκαινα!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αλλ' ο άνθρωπος δεν θα είνε πάντοτε δυστυχής εις τον κόσμον τούτον. +Επιφυλάσσονται αυτώ και αγαθαί ημέραι.</p> + +<p>Ο νέος δήμαρχος εσχάτως, άγνωστον πόθεν εμπνευσθείς, πλην βεβαίως θέλων +να περιποιηθή τον κυρ-Μανωλάκην, διότι προηλείφετο διά τας βουλευτικάς +εκλογάς και είχεν ανάγκην ψήφων, διώρισεν αυτόν επίτροπον του ενοριακού +ναού.</p> + +<p>Ο δήμαρχος με την απροσδόκητον αυτήν ιδέαν του θαρρείς και τον εξεσκέπασε +τον κυρ-Μανωλάκην, όστις έστιλβεν από κεφαλής μέχρι ποδών εξ +ευχαριστήσεως.</p> + +<p>Από κάτω από το τραχύ εκείνο καποτάκι ήτο και αυτός γεμάτος φιλαρχίαν και +φιλοδοξίαν. Ήθελε μόνον ανεξόδως ν' αποκτήση την αρχήν. Το δε επιτροπιλήκι εξ +όλων των αρχών είνε η μόνη αρχή, την οποίαν διά να αποκτήση τις όχι μόνον δεν +δίδει λεπτά, αλλά και πέρνει, αφού την αποκτήση.</p> + +<p>Εγελούσεν από κάτω από τον ψαρά μουστάκια του.</p> + +<p> — Τι τάθελες αυτά, κυρ-δήμαρχε!</p> + +<p>Εψιθύριζε κατ' αρχάς, αποφεύγων τάχα. Και όμως επεθύμει ο αγαθός τιμήν, και +μάλιστα ανέξοδον τιμήν. Ίσως εφρόνει ότι θα έπαυε πλέον η απρεπής έρις μεταξύ +αυτού και της συζύγου του, ην ηγάπα υπερβαλλόντως. Ως και εγένετο,</p> + +<p> — Να, τώρα έκαμες καλά! τω έλεγεν η κυρά-Μανωλάκαινα. Έτσι άρχισε +και ο καπετάν-Μιχαλιός, και σήμερα είνε δήμαρχος.</p> + +<p>Την άλλην ημέραν εγκαθιδρύθη εν τω Παγκαρίω του ναού ως εν θρόνω, με την +φέσαν του την υψηλήν ως επάνω, και με την βράκα του την βολτιασμένην και +γυαλιστερήν ως από μουσελίνην.</p> + +<p>Έβαλεν αμέσως τάξιν εις τον ναόν.</p> + +<p> — Δεν μου λες πως ήσουν καμωμένος για Πίτροπος!</p> + +<p>Τω έλεγεν ο κ. δήμαρχος.</p> + +<p> — Εγώ πηγαίνω σύμφωνα με την εκκλησίαν, απήντα ο κυρ-Μανωλάκης +χαρούμενος. Δεν πρέπει να ζητή κανείς την αρχήν. Η αρχή πρέπει να ζητή τον +άνθρωπόν της. Ως υπάρχουν σιμωνιακοί εν τη εκκλησία, ούτως υπάρχουν +σιμωνιακοί και εν τη πολιτεία. Και εκείνοι και ούτοι είνε αφωρισμένοι. Και ο τόπος +που έχει σιμωνιακούς άρχοντας είνε τόπος αφωρισμένος.</p> + +<p>Λοιπόν αμέσως εις τάξιν τα πάντα. Τους παίδας, οίτινες συνείθιζον να ίστανται +προ του δεσποτικού καγχάζοντες και ατακτούντες, απώθησε κάτω-κάτω, και +επέβαλεν αυτοίς σιωπήν και φόβον. Επεστάτει ο ίδιος εις την καθαριότητα του +ναού, εις το χύσιμον των κηρίων, ίνα μη γίνηται κατάχρησις και επεβλήθη εις τον +εφημέριον και τους ψάλτας κ' εν γένει ανέπτυξε προσόντα συνετής διοικήσεως και +ένστικτα αρχοντικής εξουσίας, τα οποία τόσα έτη ήσαν θαμμένα υπό το σκότος της +καπίτσας του. Τον εσυνείθισαν δε και οι άνθρωποι τόσον, ώστε όταν δεν έβλεπον +την υψηλήν φέσαν επί του θρόνου της, του μαρμαρίνου παγκαρίου, ενόμιζον πως +κάτι έλειπε.</p> + +<p>Προ πάντων δε ετακτοποίησε τας σχέσεις του μετά της συζύγου του, ήτις +ραδινή και αναζήσασα τον εκαμάρωνεν από την καλλιτέραν θέσιν της +γυναικωνίτιδος, όπου εγκατέστη πλέον.</p> + +<p> — Ορίστε, κυρά-Μανωλάκαινα! ορίστε κυρά-Μανωλάκαινα!</p> + +<p>Της έκαμνον τόπον τα σόια.</p> + +<p>Κ' εθαύμαζε και η ιδία διανοουμένη:</p> + +<p> — Τι είνε ο κόσμος!</p> + +<p>Και ο κυρ-Μανωλάκης με την φέσαν του την υψηλήν υπερηφάνως περιέφερε +τον δίσκον ασημένιον, απαστράπτοντα, απαγγέλλων μετά στόμφου +πανηγυρικού:</p> + +<p> — Το λάδι της εκκλησίας! Βοήθειά σας!</p> + +<p>Και αντήχει η φωνή του καθαρά και εύηχος ως απαραίτητος του ναού +ψαλμωδία:</p> + +<p> — Το λάδι της εκκλησίας! Βοήθειά σας!</p> + +<p>Και όταν άδειαζε τον δίσκον εντός του συρτού του εν τω παγκαρίω, ο κρότος +εκείνος των αναριθμήτων δεκαρών τον ηύφραινε μακαρίως, ως ει επληρούτο +κερμάτων το πουγγίον του.</p> + +<p>Αι εισπράξεις ηύξησαν καταπληκτικώς. Έχουν δίκαιον όσοι λέγουν ότι ο +φιλάργυρος ως τίποτε άλλο δεν χρησιμεύει παρά ως επίτροπος εκκλησίας. Εις την +περιφοράν του δίσκου δεν του διέφευγε κανείς των εκκλησιαζομένων. Είς δύο- +τρεις φιλαργύρους, οίτινες, όταν επλησίαζεν ο δίσκος, έκαμνον πως κοιμώνται, +παρουσίαζε κατ' επανάληψιν τον αργυρούν δίσκον φωνάζων δυνατώτερα:</p> + +<p> — Το λάδι της εκκλησίας!</p> + +<p>Έως ου τους ηνάγκαζεν εξ εντροπής να δώσουν τον οβολόν των.</p> + +<p>Μόνον ο γέρω-Μασώνος, απόστρατός τις ναύτης, μόνον εκείνος του εγλύτωνε +πάντοτε.</p> + +<p>Πονηρός γέρων αυτός, μόλις εννόει ότι επλησίαζεν η περιφορά του δίσκου, +προσεποιείτο ότι κατελαμβάνετο υπό βηχός και απήρχετο.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Δύο μόνον ελαττώματα του κυρ-Μανωλάκη ανεκάλυψαν οι εκκλησιαζόμενοι. +Και δύο μόνον παρεδέχετο και ο κ. δήμαρχος, και τω έκαμνε συχνάς παρατηρήσεις +προς διόρθωσιν. Αλλ' ο κυρ-Μανωλάκης ήτο αμετάπειστος. — Ξεύρω 'γώ! έλεγε +πάντοτε.</p> + +<p>Πρώτον δεν ηνείχετο να βλέπη γυναίκας κάτω εις τον ναόν.</p> + +<p>Και εις τούτο — πλην του δημάρχου ποιούντος εξαιρέσεις — ήσαν σύμφωνοι οι +εκκλησιαζόμενοι.</p> + +<p> — Νά η θέσις σας! εκραύγαζεν ο κυρ-Μανωλάκης, νουθετών τας +γυναίκας, και δεικνύων διά του δακτύλου την γυναικωνίτιδα.</p> + +<p>Στρεφόμενος δε προς τον κ. δήμαρχον προσέθετε·</p> + +<p> — Εκείνοι που τα νομοθετήσανε αυτά, ξεύρανε καλλίτερα από μας. Δεν +είνε έτσι, κυρ-δήμαρχε;</p> + +<p>Το βέβαιον είνε ότι εις το χωρίον ουδέποτε εισήχθη η καινοτομία αύτη η +απρεπής και ύποπτος, τας δε παρατηρήσεις του απέτεινεν ο επίτροπος εις γραίας +τινάς, αι οποίαι θέλεις, διότι εβαρύνοντο ν' αναβώσιν εις την υψηλήν +γυναικωνίτιδα, προσποιούμεναι και ότι κρυόνουν, θέλεις διότι εζήλευον — και +αυτό ήτο φαίνεται — να ευρίσκωνται, γερόντισσαι αύται, εν μέσω των +χρυσοστολίστων νεαρών γυναικών, ετρύπωνον διά της οπισθίας μικράς θύρας του +νάρθηκος και κατελάμβαναν ικανά στασίδια υπό την σκοτεινήν κάτω κόγχην. +Ετούτο δε ο κυρ-Μανωλάκης δεν επεθύμει να γίνεται, εκλαμβάνων αυτό ως κακήν +αρχήν.</p> + +<p> — Κοντά ς' της γρηαίς, κυρ-δήμαρχε, έλεγε, θα κολλήσουν και +μεσόκοπαις και ύστερα νίπτω τας χείρας!</p> + +<p>Και εξηκολούθει τον άγριον πόλεμον κατά των γραιών.</p> + +<p> — Όξω, όξω!</p> + +<p> — Τι καν'ς ετσιδά, θα 'πω; άφσε να νησπασθώ τα 'κουνίσματα.</p> + +<p> — Όξω, όξω! επανελάμβανεν ο κυρ-Μανωλάκης διπλών τας λέξεις του. +Έχ' απάν' κουνίσματα, έχει απάν' 'κουνίσματα! Να σας φέρω κι' άλλα, κι' άλλα, όσα +θέλετε, όσα θέλετε!</p> + +<p>Και τας απεδίωκε.</p> + +<p>Κ' εκείναι υπείκουσαι εις την βίαν έφευγον σιγά-σιγά με τα ραβδάκια των, +ρίπτουσαι βλοσσυρόν γεροντικόν βλέμμα επί του επιτρόπου.</p> + +<p>Το δεύτερον ελάττωμα του κυρ-Μανωλάκη ήτο ότι έσβυνε πολύ ταχέως τα +κηρία, θέλων να ωφελήση την εκκλησίαν. Μόλις οι χριστιανοί τα ήναπτον, και μία +χειρ στιβαρά ελλοχεύουσα όπισθεν του μανουαλίου, τα ήρπαζε πάραυτα μετά +γοργότητος ληστού, δύο παρειαί ωγκούντο ως φούσκαι αγιοβασιλιάτικαι, έν μέγα +στόμα, ως θηρίου στόμα εφύσα διά δυνάμεως τετραπλών πνευμόνων, και τα κηρία +τρέμοντα, εσβεσμένα, αναλυμένα σχεδόν από τον φόβον των, ερρίπτοντο είς τι +δοχείον βαθύ εκ λευκοσιδήρου κείμενον εκεί, όπερ έπρεπεν ούτως ή άλλως να +πληρωθή πάσαν Κυριακήν, το παμφάγον!</p> + +<p>Εγένετο ούτως ο κυρ-Μανωλάκης ο τρόμος των κηρίων. Διηγούνται — ίσως είνε +υπερβολικά — ότι εις την αγρυπνίαν του αγίου Νικολάου πολλά κηρία έσβυσαν +μόνα των, από τον φόβον των, μόλις ήκουσαν τα ενεδρεύοντα πατήματα του +φοβερού επιτρόπου!</p> + +<p>Τούτο όμως έσχεν ολεθρίας συνεπείας εις τους υπολογισμούς του κυρ- +Μανωλάκη, διότι οι δεισιδαιμονέστεροι των χωρικών έπαυσαν να ανάπτουν κηρία. +Αι δε γραίαι δυσηρεστημέναι εναντίον του εύρον αφορμήν μίαν ημέραν που έγεινε +ταραχή διά τον τρόπον τούτον του επιτρόπου και εκραύγασαν από της +γυναικωνίτιδος:</p> + +<p> — Φωτοσβέστη!</p> + +<p>Αλλ' ο κυρ-Μανωλάκης ατάραχος, μειδιών πάντοτε υπό τον φαιόν του +μύστακα, εξηκολούθει τον κρυφόν κατά των κηρίων πόλεμον, εις τα νύχια πατών, +ίνα μη τρίζουν τα υποδήματά του· περιήρχετο δε κατά την διάρκειαν της +λειτουργίας τα διάφορα μανουάλια αρπάζων τα κηρία μετ' αφάτου αγαλλιάσεως +ως αόρατος του σκότους δαίμων.</p> + +<p>Και δεν ηρκείτο εις τας κυριακάς μόνον και τας εορτάς. Μαθών ότι κάθε +παρασκευήν βράδυ που μνημονεύουν τους κεκοιμημένους, αι πενθηφορούσαι +γραίαι ήναπτον άφθονα κηρία — από ένα δι' εκάστην ψυχήν τεθνεώτος — +ενεφαναίζετο ως φάντασμα κρυφά-κρυφά, και κατερήμαζε τα μανουάλια, κινών +την βλάσφημον των γραιών γλώσσαν εναντίον του.</p> + +<p>Πρωίαν τινά όμως γέρων τις ναυτικός καλά του την κατάφερε!</p> + +<p>Κολλήσας το κηρίον του προ του εικονοστασίου προσεποιήθη ότι υπεχώρει, +προσευχόμενος τάχα και βλέπων προς το μαρμάρινον δάπεδον. Και όταν η χειρ του +επιτρόπου ενεφανίσθη φοβερά και αμείλικτος κατά του αναμμένου κηρίου, ο +ναυτικός εγείρει την βαρείαν ράβδον του και καταφέρει δεινόν κτύπημα κατά της +άρπαγος εκείνης χειρός, ώστε ο κυρ-Μανωλάκης ηναγκάσθη ν' απολογηθή.</p> + +<p>Και στας υπό τον μέγαν πολυέλαιον απήγγειλε λογύδριον υπέρ του σβυσίματος +των κηρίων, διότι, είπεν, ο ναός έχει ανάγκας. Θέλει σουβάτισμα, θέλει +ζουγράφισμα, θέλει τέμπλον, θέλει καμπαναριό. Πώς θα γείνουν όλα αυτά;</p> + +<p>Και έξυε μετά πόνου την δαρείσαν χείρα του.</p> + +<p>Οι εκκλησιαζόμενοι εσίγησαν.</p> + +<p> — Με το απόκερο! απήντησε τότε ο κυρ-Μανωλάκης, περατώσας το +λογύδριόν του.</p> + +<p>Και όταν μετά θαυμασμού εθεώρουν οι χριστιανοί τον αχθοφόρον +εισερχόμενον εις τον ναόν — και τον εισήγεν ο επίτροπος πάντοτε διαρκούσης της +ακολουθίας — και φέροντα βαρύτατον σάκκον γεμάτον διαφόρου μεγέθους κηρία, +νεόχυτα, ευωδιάζοντα, ο κυρ-Μανωλάκης έλεγε:</p> + +<p> — Τα βλέπετε αυτά; είνε από τα απόκερα!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αλλ' αν ο κυρ-Μανωλάκης είχε τόσους πειρασμούς να υπερνικήση, πολλάκις +αγανακτών και κακολογών τους παρεμβαίνοντας εις την διοίκησίν του, χωρίς να +ξεύρουν — ήτο οπαδός του συγκεντρωτικού συστήματος — η κυρά Μανωλάκαινα +έδρεπεν όλας τας δάφνας της εξουσίας του συζύγου της. Ιδίως τας ηδονάς και +τρυφερότητας αυτής ησθάνθη την μεγάλην εβδομάδα. Ουδέποτε άλλοτε αφ' ότου +ενυμφεύθη, απέλαυσε την άφατον ευχαρίστησιν, την οποίαν κατά το έτος εκείνο, +το πρώτον της επιτροπείας του συζύγου της.</p> + +<p>Των Βαΐων της έδωσεν ο εφημέριος μια βάια, πρασίνη-πρασίνη και γεμάτη +ψωμί, το αρτόχρουν άνθος της.</p> + +<p> — Ούτε νύφη δεν επήρα τέτοια βάια!</p> + +<p>Έλεγε προς τον σύζυγόν της την μεσημβρίαν, ότε έτρωγον τον ξαρμυρισμένον +ροφόν!</p> + +<p> — Καλή χρονιά νάχης, Μανωλάκη! επανελάμβανε. Πέρυσι μούδωσαν +σαφί-κουμαριά!</p> + +<p>Έπειτα ήκουσεν ωραία όλους τους νυμφίους και εμέτρησε τα 12 Ευαγγέλια, +λαβούσα μεθ' εαυτής 12 κουκιά και τρώγουσα ανά έν μετά την ανάγνωσιν εκάστου +ευαγγελίου. Και απέλαυσε την θεαματικήν και μεγαλοπρεπή του Επιταφίου +ακολουθίαν, πρώτην φοράν εις την ζωήν της ακούσασα το μελωδικόν «Η ζωή εν +τάφω».</p> + +<p> — Τι ώμορφα!</p> + +<p>Εθαύμαζεν αποτεινομένη προς τας εγγύς της ισταμένας γυναίκας, αίτινες +ηρώτων αυτήν περί διαφόρων λεπτομερειών της ιεράς ακολουθίας, νομίζουσαι ότι +ως σύζυγος επιτρόπου θα ηδύνατο να εξηγήση προς αυτάς τα τελούμενα. Ιδίως +ευφράνθη η κυρά- Μανωλάκαινα, όταν είδε τον γέροντα εφημέριον του ναού, +φέροντα χρυσόμαυρον πένθιμον φαιλόνιον, μυστηριωδώς απαστράπτον εν τω +φωτί των λαμπάδων, όστις κρατών εις χείρας αργυρούν δίσκον πεπληρωμένον +τρυφερών φύλλων ρόδων και ίων και βιολετών και δενδρολιβάνου, προσήλθε +παρά το ιερόν κουβούκλιον, εν μέσω των χορών κείμενον υπό τον μέγαν +πολυέλαιον με τα ωραία του φαναράκια αναμμένα εις τας τέσσαρας γωνίας και με +της λαμπαδίτσαις του κύκλω περί το ξεστόν γείσωμα, και ψάλλων το <i>Έρραναν +τον τάφον</i>, έρραινε διά των ανθέων τον χρυσοκέντητον εν τω κουβουκλίω +<i>Επιτάφιον θρήνον</i>, και είτα τους παρισταμένους χριστιανούς εν αμυθήτω +του πολιού προσώπου του λάμψει, το οποίον εκάστοτε την νύκτα του Επιταφίου +ελάμβανεν αίγλην μυστικήν, ως να κατηυγάζετο υπό ουρανίων ακτίνων.</p> + +<p> — Τι ώμορφα! επανελάμβανε συνεχώς η κυρά-Μανωλάκαινα. Έτσ' του +ψέλνουν πρώτα του <i>Μιτάφιου</i> κ' ύστερα του ραίνουν! Τι ώμορφα!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αλλ' αν ηυφράνθη αληθώς ανέκφραστον ευφροσύνην η κυρά-Μανωλάκαινα, +εντρυφήσασα εις την κατανυκτικήν λάμψιν του Επιταφίου, όμως την νύκτα του +Πάσχα ανέμενε με διπλούς πόθους. Θα έβλεπε διά πρώτην φοράν καλώς την +φαεινήν της Αναστάσεως παράταξιν. Από των δρυφάκτων της γυναικωνίτιδος, +όπου θα ίστατο εν τη καλλιτέρα θέσει η σύζυγος του επιτρόπου, θα εθαύμαζεν +ανέτως το θέαμα της λαμπαδηφορίας, απερίγραπτον φωτοχυσίαν, +μυστηριωδεστέραν καθισταμένην υπό τον πυκνόν καπνόν του κηρού, όστις από +των κάτω θα υψούτο προς την γυναικωνίτιδα ως φωτολαμπής νεφέλη. Αλλά — δεν +ήτο γυνή; — ηγάλλετο ότι θα επεδείκνυε μετά τόσα έτη τα νυμφικά της +χρυσοκέντητα φορέματα, τα οποία άλλοτε, ως είδομεν, απέφευγε να φέρη, +φοβουμένη το τσαλαπάτημα και τ' αποστάζοντα κηρία. Διά τούτο, ως είδομεν, ενώ +όλον το χωρίον εκοιμάτο, αυτή με παλλομένην καρδίαν, γεμάτην εξ υπερηφανείας +και ματαίας επιδείξεως, κατεγίνετο εις την προετοιμασίαν της χρυσής της +ενδυμασίας.</p> + +<p>Αίφνης ακούει τους κώδωνας του ναού ηχούντας.</p> + +<p> — Αχ! κι' ακόμα δεν χαζιρεύθηκα! Ανεφώνησε κ' επετάχυνε την +αμφίεσίν της.</p> + +<p>Ο κυρ-Μανωλάκης θαρρείς και ήτο συνδεδεμένος μετά του σχοινίου του +κώδωνος. Αφυπνίσθη πάραυτα· και χασμηθείς βροντερώς εκρότησε κατά την +συνήθειάν του τας χείρας του:</p> + +<p> — Ξυπνάνε τα αίματα! έλεγε.</p> + +<p>Και προετοιμασθείς και καλλωπισθείς πανηγυρικώς και λαβών την λαμπάδα +του απήλθεν εις τον ναόν εγκαιρότερον, ίνα επιστατή εν τω παγκαρίω.</p> + +<p>Ήτο η ώρα 11. Η Ανάστασις θα ετελείτο ακριβώς την δωδεκάτην.</p> + +<p> — Μη βιάζεσαι, είπεν εις την σύζυγόν του απερχόμενος. Θα έλθω να σε +πάρω, όταν πλησιάση η ώρα ν' αναστήσουν.</p> + +<p>Η κυρά-Μανωλάκαινα όμως, ανυπόμονος ως όλαι αι γυναίκες όταν πρόκειται +να επιδειχθώσιν, έσπευδεν έτι μάλλον, θαρρείς και της είπεν ο κυρ-Μανωλάκης να +βιάζεται.</p> + +<p>Και ο κώδων ο εύλαλος γλυκύτατα αντήχει εν τη νυκτί, καταθέλγων με τους +συμπαθεις ήχους του όλον το χωρίον.</p> + +<p>Και όσον ήκουε το ηδύ κελάδημά του η κυρά-Μανωλάκαινα, τόσον έσπευδε να +συμπληρώση τον ιματισμόν της, φοβουμένη μη δεν προφθάση, μη κλείση ο +νυμφών, και αυτή δεν εκοιμήθη ως αι πέντε μωραί παρθένοι· απεναντίας ηγρύπνει +με πλέον ανοικτά τα μάτια από τας φρονίμους.</p> + +<p>Ηγρύπνει περισσότερον και από εμέ, και εβιάζετο περισσότερον και από εμέ, +όταν παιδίον με απερίγραπτον ανυπομονησίαν ανέμενον την νύκτα του Πάσχα. +Τότε μόνον ήθελον να νυκτώνη ταχέως. Τας άλλας ημέρας ήθελον να μη νυκτώνη ει +δυνατόν, να μη τελειώσουν τα ατελείωτα παιγνίδιά μου.</p> + +<p> — Αχ, πότε θα νυκτώση, μάννα; Επανελάμβανον την εσπέραν του +Μεγάλου Σαββάτου, αποκρεμών ενωρίς-ενωρίς από του τοίχου την λευκήν +λαμπαδίτσα μου, την οποίαν μου είχεν αγοράσει ο καϋμένος ο πατέρας μου από +την Μεγάλην Πέμπτην — από δύο για κάθε παιδί, μίαν κιτρίνην διά τον Επιτάφιον +και μίαν άσπρην — άσπρην διά την Ανάστασιν. — Την κιτρίνην την έκαυσα εις τον +Επιτάφιον, η άσπρη εκρέματο εις τον τοίχον μαζί με τας άλλας, και την έβλεπα εις +τον ύπνον μου τόσον ζωηρά, πότε πως μου την επήρεν η μεγάλη αδελφή μου — +ζηλεύσασα τάχα, διότι τα κορίτσια τα μεγάλα δεν πηγαίνουν εις την Ανάστασιν την +νύκτα, αν δεν αρραβωνισθώσι — πότε πως άναψε μονάχη της, και εσηκονόμουν +από το στρωματάκι μου να την σβύσω τάχα· και τότε την έβλεπα εκεί εις τον τοίχον +άσπρην-άσπρην την λαμπαδίτσα μου, με ηρεμίαν και αταραξίαν αναμένουσαν να +έλθη της Αναστάσεως η ώρα.</p> + +<p>Ενύκτωσε πλέον κι εγώ δεν ησύχαζον. Κατ' επανάληψιν μετέβαινον εις την +πλατείαν του ναού ανυπομονών. Πλην βλέπων την θύραν κλειστήν και διά του +θαμβού υελοπίνακος των θυρίδων φως κινούμενον και περιπατούν εις το +σκοτεινόν του ναού βάθος — ήτο η εκκλησιάρχισσα ετοιμάζουσα τας κανδήλας — +επέστρεφον εις την οικίαν μας φοβισμένος. Και όταν πλέον απαυδήσας εστήριζον +τα νώτα μου εις τον τοίχον παρά την εστίαν, και ο ύπνος απατηλός ήρχιζε να +βαρύνη τα βλέφαρά μου ημίκλειστα, τότε ήκουα τον γλυκύν του κώδωνος ήχον — +μέσ' 'ς τα μεσάνυκτα — επετιόμουν επάνω πτερωτός, ελαφρός ως πτηνόν. +Εφόρουν τα καινούργια υποδήματά μου, υπερήφανος διά το τρίξιμόν των, +εξεκρεμούσα την λαμπαδίτσα μου, και έτρεχον πρώτος- πρώτος εις την Ανάστασιν, +ενώ ο κώδων εσήμαινεν ακόμη.</p> + +<p>Αχ! πόσον γλυκύς μου εφαίνετο ο ήχος του τότε μέσ' 'ς τα μεσάνυκτα! Σαν να +μη ήτο ο συνήθης κώδων, ο σημαίνων τους πτωχούς εσπερινούς και τα +σαρακοστινά απόδειπνα, αλλ' έτερος, εκ μυστηριώδους μετάλλου, εύηχος και +καλλικέλαδος, χαρμοσύνως πρώτος αυτός κηρύττων την Ανάστασιν εις την +κοιμωμένην εν τη φθορά φύσιν. Και η νύκτιος αύρα, παραλαμβάνουσα το γλυκύ +κελάδημά του, εσκόρπιζεν εις θάλασσαν και ξηράν ως τρυφερόν εγερτήριον +αγγελικών οργάνων . . . . .</p> + +<p>*** — Να μη αργήσης, είπεν η κυρά-Μανωλάκαινα εις τον σύζυγόν της.</p> + +<p>Όστις ευρέθη μετ' ολίγον εις το στιλπνόν παγκάριον ως πολυόμματος Άργος, +πανταχού βλέπων, και τα πάντα τακτοποιών.</p> + +<p>Εν πρώτοις συλλαβών από του ωτίου παιδία τινά ξεσκούφωτα, άτινα +βαστάζοντα παμμεγίστους ήλους — τζαβέταις — υποκλαπέντας από του +ναυπηγείου, είχον παραταχθή κατά γραμμήν ως στρατιώται προ των μαρμαρίνων +βαθμίδων της Αγίας Πύλης και ήσαν έτοιμα, όταν ακούσωσι το <i>Χριστός- +Ανέστη</i>, να κροτήσωσι τα καψύλια των, θέτοντα αυτά επί της λειανθείσης και +στρογγυλευθείσης αιχμής του ήλου, ον θ' άφινον να καταπέση καθέτως επί των +πλακών. Οι τρακωτοί ήχοι των εκπυρσοκροτούντων ούτω καψυλίων, ήσαν τόσον +θορυβώδεις και τόσον πυκνοί και συνεχείς, ώστε κατ' έτος εγίνετο άκοσμος +χασμωδία εντός του ναού. Τώρα όμως να της ξεχάσουν αυταίς της μπιρμπαντιαίς! +έλεγεν ο κυρ Μανωλάκης. Και συλλαμβάνων αυτά από του ωτίου ένα-ένα τα +απώθησεν έξω του ναού. Τα οποία παραταχθέντα τότε εν τη πλατεία ενέπαιζον τον +επίτροπον εν χορώ:</p> + +<p> — Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη!</p> + +<p>Ακολούθως ιδών ότι δύο γραίαι είχον εισχωρήσει δολίως εις τον ναόν +αρπάσασαι δύο στασίδια κάτω-κάτω εις την σκοτίαν, έλαβεν αυτάς από τας χείρας, +με καλόν τρόπον, και εξήγαγεν εκ του νάρθηκος, οδηγών εις την +γυναικωνίτιδα:</p> + +<p> — Απάνω γλήγορα μη σας τσαλαπατήσουν!</p> + +<p>Και συγχρόνως επρόφθανε και εις τα μανουάλια, τα οποία έφρισσον υπό τας +ληστρικάς χείρας του, κ' εψιθύριζεν, ίνα δικαιολογήται:</p> + +<p> — Οικονομία, παιδιά! Οικονομία! Σήμερα θα βγάλη και η εκκλησία το +κερί που καίει όλο τον χρόνο <i>τζάμπα</i>!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ήδη ο ναός επληρώθη ολίγον κατ' ολίγον. Οι χωρικοί καθαρώς και ευπρεπώς +ενδεδυμένοι κατέλαβον οι γέροντες τα στασίδια, οι νεώτεροι τα προ των χορών +κενά, νηφάλιοι και σιωπηλοί, κρατούντες πλαγιασμένας επί του στήθους των τας +λαμπάδας μη αναφθείσας ακόμη. Όπισθεν δε των δρυφάκτων υπό το ημίφως των +κανδήλων της γυναικωνίτιδος διέκρινε τις σκιεράς μορφάς, τας συναθροιζομένας +γυναίκας. Οι χοροί έψαλλον σιγά-σιγά με ταπεινήν φωνήν και ταπεινότερον ύφος +το <i>Κύματι θαλάσσης</i>, ίνα αργότερον, όταν θα εμελώδουν βροντοφώνως το +<i>Χριστός Ανέστη</i>, γίνη καταφανής η αντίθεσις του πένθους και της +χαράς.</p> + +<p>Αλλ' ενώ ο κυρ-Μανωλάκης διενοείτο ότι ήτο καιρός πλέον να μεταβή και +παραλάβη την αναμένουσαν σύζυγόν του, ήτις βεβαίως θ' ανυπομόνει λίαν, +εισέρχεται ο δήμαρχος του χωρίου, μιξοπόλιος κ' ευτραφής ανήρ, οδηγών +τέσσαρας νεαράς κυρίας — τας δύο νεαρωτέρας — την σύζυγον του υποτελώνου +και την θυγατέρα της, και την σύζυγον του λιμενάρχου και την θυγατέρα της. +Οπίσω ηκολούθουν ο υποτελώνης χονδροκαμωμένος και χωλός τον έτερον πόδα, +εξηκοντούτης ανήρ, με λευκόν πώγωνα ως να επένθει. Εις τους οφθαλμούς έφερε +στρογγυλά πράσινα ομματουάλια. Παραπίσω ήρχετο ο λιμενάρχης υψηλός — +υψηλός, ως λεύκα, κλείων την συνοδείαν, μεσόκοπος, με πολιτικήν ενδυμασίαν — +άγνωστον αν ήτο αξιωματικός — κρατών εις χείρας τον πλατύγυρον πίλον, ολίγον +προτεταμένον ως δίσκον.</p> + +<p>Ο κυρ-Μανωλάκης παρέμεινε τότε εις την θέσιν του, ίνα περιποιηθή πρώτον +τους ξένους και τας κυρίας των — το κατά δύναμιν — και μετά ταύτα θα μετέβαινε +να παραλάβη την σύζυγόν του.</p> + +<p>Αι τέσσαρες κυρίαι έφερον μακράς εσθήτας ανοικτοχρόους και πίλους +σκληρούς με πλατείς προ του μετώπου πετάσους, εστολισμένους με άνθη +ποικιλόχροα και πτηνά με ανοικτά ράμφη οίτινες ωμοίαζον ως να ήσαν φωλεαί εξ +αχύρου και χόρτου με τα πτηνά εντός. Διά το ψύχος δε της νυκτός δήθεν έφερον +κρεμάμενον μακρόν ποδήρες, περιλαίμιον τάχα, εκ μελαψών πτερών στιλπνών +συγκεκολλημένων εν ορμαθώ, όπερ κατά τα βάδισμά των εξηνεμίζετο προ των +ποδών ως χονδρόπλεκτον σχοινίον καρμηλίτιδος μοναχής εκ των πολυωνύμων του +δυτικού κλήρου ταγμάτων, τα δε περί τον λαιμόν εκεί πτερά αεριζόμενα τότε και +ανακινούμενα ως τα πτίλα των ορνίθων έκαμνον και τας τέσσαρας να φαίνωνται +ως εσφαγμένοι πετεινοί.</p> + +<p>Συν τη εισόδω των εν τω άμα εισώρμησεν εν τω ναώ παχυμύρου πνεύμα +βαρύοσμον και οχληρόν. Κατ' ευθείαν επροχώρησαν εις το Παγκάριον, όπου ο κυρ- +Μανωλάκης πάντοτε μειδιών υπό τους στακτερούς του μύστακας, ανέμενεν αυτάς +προβάλλων εμπρός-εμπρός τους δίσκους, και αποχωρίζων την στιγμήν εκείνην +αργυρά τινα νομίσματα, όπως μη καλύπτωνται υπό των χαλκίνων κερμάτων, ιδίως +όμως ίνα διά της σιωπηλής αυτής παραστάσεώς του ευγλωττότερον εκφράση εις +τας ξένας κυρίας την επιθυμίαν του, να ρίψουν αργυρά κέρματα — τέτοια μέρα! +Επίσης την στιγμήν εκείνην ανεσκάλευε και τα μεγάλα κηρία, τα δεκάλεπτα, μη +τυχόν και δεν τα ίδωσιν.</p> + +<p>Οι άνθρωποι εστράφησαν όλοι προς το παγκάριον. Ο δεξιός ψάλτης +καταπτοηθείς εκ της απροσδοκήτου εμφανίσεως των ξένων κυριών έχασε τον +στίχον και τον ρυθμόν, ο δε αριστερός θελήσας να υψώση επιδεικτικώς την φωνήν +του έκαμε μίαν αηδεστάτην παραφωνίαν, κινήσασαν το μειδίαμα της νεωτέρας +των κυριών.</p> + +<p>Πρώτην φοράν οι άνθρωποι εμάνθανον ότι είχον οικογενείας ο υποτελώνης και +ο λιμενάρχης, οίτινες από πρωίας μέχρις εσπέρας εχαρτόπαιζαν εν τω καφενείω +ελλείψει εργασίας.</p> + +<p> — Ίσως όμως και να ήλθαν απόψε με το βαπόρι, έλεγον.</p> + +<p>Αι κυρίαι, και αι τέσσαρες κατά σειράν, λαβούσαι ανά έν κηρίον ήλθον εις το +εικονοστάσιον, άφησαν τα κηρία των χωρίς να τα ανάψωσιν — εφόρουν χονδρά +και μακρά γάντια — έκυψαν με τους πλατείς προ του μετώπου των πετάσους ν' +ασπασθώσι την <i>Αποκαθήλωσιν</i>, αλλά δεν ημπόρεσαν ένεκα του ξηρού πίλου +των, και απεχώρησαν. Ουχ ήττον κατέλιπον επί της εικόνος και αι τέσσαρες πυκνά +μόρια του βαρυόσμου μύρου των, δι' ου είχον περιλουσθή, φαίνεται, και επί ώραν +μετά ταύτα οι άνθρωποι οι πλησιάζοντες ν' ασπασθώσιν έκαμνον αηδείς +μορφασμούς. Γέρων μάλιστα ποιμήν θελήσας ν' ασπασθή, ο ειθισμένος αυτός εις +του βουνού τας καλλιμύρους αύρας, κατελήφθη υπό ζωηρού πταρνίσματος, +ενοχληθείσης υπό του βαρέος εκείνου μύρου της ρινός του ως εάν είχε λάβει +ταμβάκον.</p> + +<p>Ενώ πρότερον έπνεεν εν τω ναώ μία γλυκεία αρωματική πνοή μαλακή και +θωπεύουσα την όσφρησιν, πνοή ευάρεστος και ηδεία των εαρινών ανθέων, τα +οποία άφθονα εκόσμουν τας αγίας εικόνας, προσφορά ευάρεστος και +ευπρόσδεκτος των νεανίδων του χωρίου, αίτινες ή άγαμοι ή πενθούσαι ή ασθενείς, +κλεισμέναι εν τω οίκω των, στέλλουσιν εις την Ανάστασιν του ευανθούς κήπου των +τα περιπόθητα δώρα.</p> + +<p>Αι τέσσαρες κυρίαι μετά τούτο επανήλθον και εστάθησαν παρά το Παγκάριον +πάλιν, όπου ίσταντο και οι σύζυγοί των. Ο δήμαρχος ελθών συνεννοείτο μετά του +εφημερίου περί της τελετής.</p> + +<p>Ο κυρ-Μανωλάκης νομίζων ότι ήθελον να ρίψωσιν εις τον δίσκον τι, ήρχισε +μελωδών ικετευτικώτατα:</p> + +<p> — Το λάδι της εκκλησίας! Και εις έτη πολλά!</p> + +<p>Εκείναι όμως ιδούσαι τέσσαρα στασίδια κενά όπισθεν του παγκαρίου εισήλθον +πάραυτα και τα κατέλαβον μειδιώσαι και αι τέσσαρες. Και ανοίξασαι πάραυτα +τέσσαρα εκ κοινού χρωματιστού πανίου ριπίδια ήρχισαν ν' αερίζωνται, βλέπουσαι +εδώ κ' εκεί ως εάν εισήλθον εις θέατρον.</p> + +<p>Ο κυρ-Μανωλάκης ιδών παρ' ελπίδα ότι αι ξέναι κυρίαι ετοποθετήθησαν +οριστικώς εκεί, κατελήφθη υπό της συνήθους νευρικής ταραχής του. Και κατ' αρχάς +μεν διά κωμικών νευμάτων μειδιώντων και συνοφρυουμένων συνάμα, +υπεδείκνυεν εις αυτάς την γυναικωνίτιδα. Επειδή όμως αι κυρίαι απροσεκτούσαι +εις τα νεύματά του εξηκολούθουν να ομιλώσι μεταξύ των, ο κυρ-Μανωλάκης +ηναγκάσθη να παρατηρήση εις αυτάς καθαρά:</p> + +<p> — Δεν είνε εδώ η θέσις σας!</p> + +<p>Αι κυρίαι έκαμαν πώς δεν ήκουσαν, και εξηκολούθουν ν' αερίζωνται με τα +ριπίδιά των.</p> + +<p> — Κυρίαι, εδώ είνε η θέσις διά τους άνδρας. Να πάτε επάνω, παρακαλώ, +να μη γίνη σκάνδαλον.</p> + +<p>Και εδείκνυε την γυναικωνίτιδα.</p> + +<p>Ταυτοχρόνως η διδασκάλισσα του χωρίου, νεάνις αγαθή πλην υπερήφανος, ως +πάσα διδασκάλισσα χωρίου, εκ του Αρσακείου εξελθούσα, από της γυναικωνίτιδος +όπου ήτο, ιδούσα τας ξένας κυρίας και ότι ετοποθετήθησαν κάτω, έσπευσε και +αυτή, καταλιπούσα επάνω την μητέρα της. Και ελθούσα έστη πλησίον των ξένων +κυριών κομψώς χαιρετίσασα.</p> + +<p> — Νά τα! Νά τα! Είπε τότε μετ' αγανακτήσεως ο επίτροπος και +προσέθηκε:</p> + +<p> — Τώρα δεν μένει άλλο, παρά να καταιβούνε αι γυναίκες κάτω και ν' +αναιβούνε οι άνδρες απάνω.</p> + +<p>Η μεγαλειτέρα των κυριών ιδούσα ότι ο κόσμος ήρχισε να προσέχη εις το +θορυβώδες επεισόδιον το προκληθέν υπό του επιτρόπου, και θέλουσα να δείξη +ίσως εις τον κόσμον ότι απλώς ωμίλουν εκεί μετά του επιτρόπου, στραφείσα λέγει +προς αυτόν χαριέντως.</p> + +<p> — Ωραία είνε η εκκλησία σας, κύριε Επίτροπε.</p> + +<p> — Πολύ ωραία είνε, κυρία μου, και έχει και γυναικείο διά τας +γυναίκας!</p> + +<p>Η κυρία έκαμε μομφασμόν δυσαρεσκείας, μετά περιφρονήσεως βλέπουσα τον +επίτροπον.</p> + +<p>Ήδη προσήλθεν εκεί και ο κ. Δήμαρχος.</p> + +<p> — Κύριε Δήμαρχε, τι ζητεί αυτός ο κύριος εδώ;</p> + +<p>Είπε μία των κυριών διά του ριπιδίου της δεικνύουσα τον κυρ- +Μανωλάκην.</p> + +<p> — Ζητώ, κύριε δήμαρχε, να εφαρμόσω . . . τα έθιμα.</p> + +<p> — Άφησε, κυρ-Μανωλάκη! είπεν ο δήμαρχος μετά της συνήθους +γλυκύτητος της γλώσσης του ως εάν ήλειφεν αυτήν διά μέλιτος. Δεν πειράζει, είνε +ξένοι.</p> + +<p> — Τι θα πη δεν πειράζει! Ίσα-ίσα οι ξένοι πρέπει να σέβονται τα έθιμα +του τόπου καλλίτερον από τους εντοπίους.</p> + +<p>Και στραφείς είπε πάλιν προς τας κυρίας:</p> + +<p> — Κυρίαι, δεν είνε εδώ η θέσις σας. Μη κάμνετε κακήν αρχήν!</p> + +<p>Ο δήμαρχος ιδών ότι ο επίτροπος ήτο αμετάπειστος, και φρονών ότι θα +εξετίθετο η υπόληψίς του απέναντι των ξένων, ωμίλησε μετά τινος αυστηρότητος +προς τον επίτροπον, όστις όμως εξηκολούθει να επιμένη.</p> + +<p>Τότε ο δήμαρχος αλλάξας γλώσσαν — είχε δύο· μίαν αλειμμένην μέλι, και +άλλην αλειμμένην φαρμάκι — λέγει προς τον επίτροπον μετά πικρίας:</p> + +<p> — Για να σου πω: Πήγαινε, κύτταξε τα κεριά σου!</p> + +<p> — Και τα κεριά, και της γυναίκες, και όλην την εκκλησίαν. Έχω χρέος να +υπερασπίσω τα έθιμα.</p> + +<p>Απήντησε πικρότερον ο επίτροπος.</p> + +<p> — Φύγε απ' εδώ, αυθάδη!</p> + +<p>Είπε τότε ο δήμαρχος και ταυτοχρόνως προσέθηκεν:</p> + +<p> — Από σήμερον δεν είσαι πλέον επίτροπος, σε παύω.</p> + +<p> — Κουτός είμαι να σταθώ να με παύσης;</p> + +<p>Είπε τότε ο κυρ-Μανωλάκης πραότατος και γλυκύτατος, αφού πλέον έληγεν η +εξουσία του. Κ' εκβαλών πάραυτα από της ζώνης του δύο μεγάλας κλείδας +συνδεδεμένας διά γαϊτανίου διεπέρασεν αυτάς από του λαιμού του δημάρχου +ειπών:</p> + +<p> — Πριν με παύσης, παραιτούμαι!</p> + +<p>Και εξήλθε του ναού, εν ώ ήδη ο γηραιός εφημέριος μεγαλοπρεπώς στας προ +των αγίων πυλών, ολόχρυσον ημφιεσμένος στολήν πολύτιμον, αρχαίαν, +βυζαντινήν, και κρατών δύο λαμπάδας ανημμένας εις τας χείρας του, έψαλλεν +ευμόλπως με φωνήν κροτούσαν ηχηρώς:</p> + +<p> — Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός!</p> + +<p>Και είδες πάραυτα ο κόσμος να συναθροισθή περί τα Βημόθυρα συνωθούμενος +ν' ανάψη την λαμπάδα του, να λάβη το φως εκ του ανεσπέρου φωτός· κ' έβλεπες +χείρας τεταμένας γύρω εκεί, και λευκάς λαμπάδας εις πολυσύνθετα και αδιέξοδα +γεωμετρικά σχήματα, ακτινωτώς εγγιζούσας τας ανημμένας του ιερέως λαμπάδας, +η πολιά μορφή του οποίου κατηγλαΐζετο φαεινώς ως μορφή αγγέλου κολυμβώντος +εν τω φωτί.</p> + +<p>Οι ψάλται παρέλαβον είτα το μέλος του ιερέως, επαναλαμβάνοντες και αυτοί +την μελωδίαν:</p> + +<p> — Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός . . .</p> + +<p>Έως ου όλος ο ναός έλαμψεν από των φώτων της Αναστάσεως λάμψιν φαεινήν +κ' επέραστον, αλησμόνητον λάμψιν, φωτί ανεσπέρω περιλουσμένος. Το φως το +ανέσπερον ανήλθε και εις την γυναικωνίτιδα, και όπισθεν των ξυλίνων δρυφάκτων +εθεώρεις πλέον μαρμαρυγάς χρυσαυγείς, χρυσοτρέμοντα πράγματα, παιγνίδια +φλογός πάντερπνα, οφθαλμούς και αδάμαντας και φως χρυσού και λαμπάδων +λευκών, και λευκότητα παρειών και χειρών και ρόδα χειλέων, ως να κατέβησαν +εκεί όπισθεν των δρυφάκτων από των ουρανών άγγελοι ποικιλόπτεροι.</p> + + +<p>Παιδία τινά εξαπατηθέντα και νομίσαντα ότι εψάλλετο το <i>Χριστός +Ανέστη</i>, έκαυσαν εν κρότω τα καψύλιά των· γέρων δε τις λαίμαργος έθραυσε +πάραυτα το κόκκινον αυγό, το οποίον έφερε πάντοτε την νύκτα της Αναστάσεως +μαζί του εν τη εκκλησία, και το ερρόφα, ενώ ο κυρ-Μανωλάκης μετέβαινεν εις την +οικίαν του παρητημένος πλέον και έχων εις τον νουν του ίσως την πρόρρησιν της +μαγίσσης.</p> + +<p>Οι παίδες έξω εις την πλατείαν ιδόντες αυτόν εν τη σκοτία της νυκτός ήρχισαν +εν χορώ: Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p> — Ακόμα 'λίγο ναρθώ μονάχη μου!</p> + +<p>Είπεν η κυρά Μανωλάκαινα, όλη χρυσή και ωραία, αναμένουσα προ τόσης +ώρας τον σύζυγόν της, ίνα την οδηγήση εις τον ναόν.</p> + +<p>Εφόρει πολύτιμον φουστάνι εξ ατλαζίου χρώματος ερυθρού — φωτιά μοναχή +— εις το κάτω μέρος του οποίου ήτο προσηρμοσμένος πλατύς — τριών σπιθαμών +— ποδόγυρος εκ χρυσής στόφας το χρυσοκέντητον βελούδινον μπαμπουκλί της ήτο +εζωσμένον διά χρυσής πλατείας ζώνης, πορπουμένης διά χρυσών πορπών +σχήματος παμμεγίστου αμυγδάλου με γλυφάς και παραστάσεις ανθέων και φυτών. +Περί την κεφαλήν της αραχνοϋφής πέπλος, το περίφημον αλέμι, ελαφρώς ήγγιζε +τας ροδινάς της παρειάς και προστάτευον στιλπνά μέρη της μαύρης κόμης εγγύς +των ώτων, εύμορφα κτενιστούς βοστρυχίσκους, εδιπλούτο δι' απαλών πτυχών υπό +την σιαγόνα, και εστηρίζετο επί της ωμοπλάτης οπίσω διά χρυσής καρφίδος, υπό +την οποίαν ελαφρώς εθυσσανούντο τα κλωνία, φέροντα κεντητούς +σταυραετούς.</p> + +<p>Επί της κορυφής υπό το αλέμιον έλαμπεν εν τω φωτί μεγάλη χρυσοκέντητος +γλάστρα με ολόκληρον τριανταφυλλέαν με τα φύλλα της και με τα ρόδα της, +κόσμημα του καλύμματος της κεφαλής, υπό το οποίον αόρατος περιδένεται των +γυναικών η κόμη. Την στιγμήν κατά την οποίαν εισήλθεν ο κυρ-Μανωλάκης η +σύζυγός του ετακτοποίει τας τριγωνικώς ανεστραμμένας χειρίδας της — τα +προμάνικα — ίνα φαίνηται καλώς το υπένδυμά των, η χρυσή στόφα, και διώρθου +τας χρυσάς εμβάδας της, στερεώνουσα τους πόδας της καλώς εν αυταίς.</p> + +<p>Αίφνης ιδούσα ότι ο σύζυγός της ήτο σύνοφρυς και κατηφής εξεπλάγη:</p> + +<p> — Τι έπαθες καλέ!</p> + +<p>Ηρώτησεν.</p> + +<p> — Άφησέ με! απήντησεν ο κυρ-Μανωλάκης.</p> + +<p> — Μήπως επιάσθηκες πάλιν για τα κεριά;</p> + +<p> — Παρατήθηκα!</p> + +<p>Η απάντησις αύτη επάγωσε την κυρά-Μανωλάκαινα, ήτις απέμεινεν ως +χρυσούν άγαλμα σιωπηλή και ακίνητος.</p> + +<p>Ο κυρ Μανωλάκης το εφύσα και δεν εκρύονε, κατά το δη λεγόμενον. Έφερε +γύρω κατ' αρχάς εις την αίθουσαν του μη δυνάμενος ουδέ να αναπνεύση από την +οργήν, σκοτεινός, αμίλητος, ωσάν πρωθυπουργός προ μικρού δώσας την +παραίτησίν του, ουδέ απαντών εις τας ερωτήσεις της ωραίας Γερακίτσας· έως ου +τέλος ζαλισθείς εσωριάσθη επί του καναπέ ψιθυρίζων: — Αφού έκαμες κακήν +αρχήν να βγάλης από το καφάσι της γυναίκες, κυρ Δήμαρχε, θα έλθη η ημέρα οπού +αυταί θα σε στριμώξουν, εσένα, θέλοντα μη θέλοντα, μέσα εις το καφάσι. Να με +θυμηθήτε! . . .</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Από της ανοιχτής θύρας εισήρχετο η μεσονύκτιος κρύα δρόσος, πληρούσα τον +σκοτεινόν και κατηφή του κυρ-Μανωλάκη οίκον χαρμοσύνου βοής, ήτις ηχηρά και +κραταιά εν κρότοις πιστολισμών και κροταλισμοίς καψυλίων εκόμιζε πανταχού, εις +πόλεις και δάση και κοιλάδας και πελάγη, εις γην και ουρανόν, το πανευφρόσυνον +<i>Χριστός Ανέστη</i>, ψαλλόμενον πανηγυρικώς εν τη μικρά του ναού πλατεία. +<i>Είχον αναστήσει</i> πλέον.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ<br /> +(1891)</h4> + +<p> +<br /> +Όταν εξημέρωσε, το χωρίον ευρέθη κουκουλωμένον από άσπρο-άσπρο χιόνι. Και +δεν ήτο ολίγον το λευκόν του χειμώνος προϊόν. Είχεν, αν αγαπάτε, τριών σπιθαμών +πάχος, αρκετόν ώστε να βυθίζωνται οι πόδες των διαβατών μέχρι του γόνατος, και +να διακοπή η συγκοινωνία των γυναικών μετά των φούρνων και των κήπων, των +μόνον οδοιπορικών γραμμών, αίτινες εις τα χωρία διατελούσιν υπό την +αποκλειστικήν χρήσιν των γυναικών.</p> + +<p>Οδοί και στενωποί και καταλύματα, όλα έγειναν έν λευκότατον και +καθαρώτατον στρώμα, μέσα από το οποίον ανέκυπταν οι οικίσκοι του χωρίου, +λευκοί και αυτοί ως κύκνοι εντός παγωμένης λίμνης.</p> + +<p>Τα πτηνά εσάστισαν απωλέσαντα το προσφιλές των πράσινον χρώμα της χλόης +και με ημικλείστους τας πτέρυγας εσύροντο, εσύροντο, και είτα εκοκκάλοναν, +ημιβυθιζόμενα επί της αφράτης χιόνος, αν δεν επρολάμβανον να πετάξωσιν επί της +στενής αμμώδους παραλίας, ήτις — μια λωρίδα μόνον — έμενεν ελευθέρα ως +τεφρόχρουν πλαίσιον της λευκής εικόνος.</p> + +<p>Αι θύραι των χθαμαλών οικιών ήσαν ημίχωστοι εις την χιόνα, επί δε των στεγών +εσωρεύθησαν βαρείς όγκοι στρογγυλούμενοι εύμορφα προς τα εμπρός και +κλίνοντες προς τα γεισώματα, όμοιοι προς τα ρευστά σώματα, σαν άσπρα +σύννεφα, τα οποία έμελλον, λέγεις, να καταρρεύσωσι, κι' επάγωσαν μετά την +πρώτην κλίσιν των.</p> + +<p>Το λευκόν θέαμα ήτο ιδίως γραφικόν εν τη μικρά της πόλεως αγορά, όπου αι +αναδενδράδες επί ξυλίνων δοκών σκιάζουσι το θέρος τας εισόδους των καφενείων +μέχρι του κρηπιδώματος της ακτής. Ήδη τα άφυλλα κλήματα, τα προτείνοντα +ατάκτως και περιπλέγδην τας γυμνάς κληματίδας των, εφορτώθησαν ως με +χιονώδεις χονδράς δαντέλλας, ως με αφρωτούς βαμβακερούς κροσσούς άλλους ως +φούνταις και άλλους ως λοφιάς, ώστε εσχηματίσθησαν έκπαγλοι +αποκρυσταλλώσεις, οποίαι γίνονται εμβαπτιζομένων των φυτών εις τα λουτρά της +Αιδηψού· τόσον δε ηραιωμένη ήτο και αραχνοϋφής εκεί επάνω η χιών, ώστε +ηδύνατο να εκλάβη τις αυτήν ως άνθος και φύλλα των αναδενδράδων χειμερινά εξ +αλαβάστρου, άτινα μάτην θα προσεπάθει να φαντασθή η τέχνη. Μερικά μάλιστα +απεξηραμμένα τσαμπιά σταφυλών, χιονισθέντα ήδη και κρεμάμενα μαρμάρινα +υπό μαρμαρίνην χιονόλευκον στοάν, παριστών ωραίας ρώγας χιονώδεις, αι οποίαι +ίσως δεν θα εξηπάτων τα πτηνά, ως συνέβη τούτο επί εζωγραφισμένων σταφυλών +του αρχαίου ζωγράφου, αλλά θα επεθύμει τις όμως να τας επιπίλιζε πρωί-πρωί +μετά ιδιαιτέρας ηδυπαθείας παγωτού.</p> + +<p>Αλλά και μικρά τινα πλοιάρια, ηγκυροβολημένα εκεί εμπρός συνεπλήρουν την +χιονώδη εικόνα των φανταστικών δημιουργημάτων της νυκτός εκείνης, ανυψούντα +χιονισμένους ιστούς, με αλαβάστρινα προσδεδεμένους σχοινία, ενώ αι κωπασταί +αυτών μετεμορφώθησαν εις έντεχνα ναυπηγικής στολίσματα, έργα μυστικά της +απαλής του χειμώνος κόρης. Όσα δε πάλιν ήσαν προσδεδεμένα εγγύς της +χιονισμένης αποβάθρας ενόμιζέ τις ότι εφόρτωνον χιόνι.</p> + +<p>Ο άνεμος είχε κοπάσει· πλην ο ουρανός ήτο φαιός ακόμη και κάτωχρος, ως +όταν χιονίζη, όλος μίαν συνεχή νεφελώδη μάζαν αποτελών, εν η δεν διεκρίνετο +χαραυγή τις, ουδέ η θέσις του ηλίου, όστις προ πολλού είχεν ανατείλει. Ενίοτε δε +ενεφανίζοντο ακόμη καμαρωταί-καμαρωταί, αραιαί τίνες νιφάδες, απαλαί, αβραί +και αστεροειδείς, πάλλευκα, λέγεις, αστεράκια εκ ζύμης, τα οποία αύρατος χειρ +εσκόρπιζεν ως χαιρετισμούς ραίνουσα το χωρίον μου, την λευκήν νύμφην, από του +αχανούς ύψους, του οποίου ο θόλος εφαίνετο ότι πάρα πολύ είχε προσεγγίσει +προς τα κάτω.</p> + +<p>Αι νιφάδες αι μετ' ελαφρών στροβιλισμών χαριέντως κατερχόμεναι, και η +παρατηρουμένη ανεπαίσθητος μελανή φρικίασις της θαλάσσης, η ρυτιδούσα +πενθίμως τον λιμένα, ήσαν το μόνον κινούμενον και ζων σημείον επί της νεκράς +ακινησίας του χιονισμένου χωρίου.</p> + +<p>Ουδεμία άλλη κίνησις εσημειώθη την πρωίαν εκείνην, πλην του κώδωνος της +γειτονικής εκκλησίας όστις αργά και αυτός εκρούσθη, κούφια-κούφια, ως να ήτο η +εκκλησία μακράν εις το βουνόν, και των κραυγών των ορνίθων, αίτινες +λησμονήσασαι να παρατηρήσωσι καλά, εξήλθον πρωί-πρωί των ορνιθώνων προς +βοσκήν, και αίφνης ευρεθείσαι επί του λευκού και απαλού εκείνου λειβαδίου +εβυθίσθησαν με τας πτέρυγας ανοικτάς, αι δείλαιαι, και εκραύγαζον θλιβερώς, +αισθανθείσαι τον παγετόν του θανάτου.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p> — Δε σ' τάλεγα, Κρατήρα;</p> + +<p>Είπε προς την σύζυγόν του, εγερθείς την πρωίαν εκείνην ο μπάρμπα- Σταύρος, +εννοήσας δ' εκ της νεκρικής σιγής των έξω ότι είχε χιονίσει.</p> + +<p> — Για τ' μοίρα μ' πλειο! Τέτοια μέρα! — ήτο παραμονή των +Χριστουγέννων — απήντησε πενθίμως η Κρατήρα, χασμωμένη και σουφρόνουσα +περί τον κυρτούμενον προς τα εμπρός λαιμόν τους ημιγύμνους ώμους της· +κομβώσασα δε και περιζώσασα καλώς χονδρήν λευκήν φανέλλαν — μόλις +εγερθείσα — προσεπάθει ν' ανάψη το πυρ της εστίας.</p> + +<p>Ο μπάρμπα-Σταύρος ρίψας εις τους ώμους του — <i>αναπεταρίκι</i> — μίαν +παλαιάν γούναν, και χουχουλίσας τας χείρας του, και θωπεύσας είτα προς τα κάτω +ως διά κτενίου τους μύστακάς του τους στακτερούς, ένθεν και ένθεν, ήνοιξεν +ανυπόμονος το παράθυρον προς την οδόν διά να ίδη.</p> + +<p> — Δεν έχ' π' θενά σήμερα! επανέλαβε.</p> + +<p> — Νά τα! Νά τα! εψιθύριζε και η Κρατήρα σωρεύουσα πολλά +<i>φλέσσουρα</i> εις την πυράν, ξηρά προσανάμματα.</p> + +<p> — Ένα μπόι, Κρατήρα! επανέλαβεν ο μπάρμπα-Σταύρος, χαρμοσύνως +θεωρών το πάλλευκον χρώμα της χιόνος.</p> + +<p> — Νά τα! Νά τα! είπε πάλιν η Κρατήρα, γυνή υψηλού αναστήματος, +μελάγχρους και χαρίεσσα, με ωραίους μαύρους μεγάλους οφθαλμούς και +καστανήν κόμην. Αν και είχεν υπερβή τα τεσσαράκοντα έτη, όμως εφαίνετο ως εκ +της ανθηράς υγείας της μόλις τριακοντούτις· διό πολύ εκαμάρωνεν ο μπάρμπα- +Σταύρος, όταν του έλεγαν οι φίλοι του βλέποντες αυτόν πάντοτε φαιδρόν +θωπεύοντα τον μύστακά του τον στακτερόν.</p> + +<p> — Βέβαια, μπάρμπα-Σταύρο, το στρίβεις. Το ξέρω κι' εγώ! Είχεν ανάψει +πλέον το πυρ η Κρατήρα· και ήδη κατεγίνετο να καθαρίση την ευρύχωρον εστίαν εν +τη γωνία της οικίας, σαρώνουσα με μικράν εκ πτερών όρνιθος σκουπίτσαν την +στάκτην και τα λοιπά λείψανα της αποβραδυνής φωτιάς.</p> + +<p> — Άιντε τώρα να ζυμώσης και να πας 'ς τον φούρνο, Κρατήρα!</p> + +<p>Παρετήρησε πάλιν με το ειρωνικόν του μειδίαμα ο μπάρμπα-Σταύρος θωπεύων +τον μύστακά του μετ' ενδομύχου ευχαριστήσεως. Κ' ενώ η Κρατήρα θλιβερώς +έβλεπε την χιόνα ελθούσα εις το παράθυρον συμμαζευμένη εις την φανέλλαν της +την καθαράν, ο μπάρμπα-Σταύρος προσεπάθει να ενδυθή τα τραχέα της εργασίας +του ενδύματα, συνεχώς επαναλαμβάνων μετά φαιδρότητος.</p> + +<p> — Άιντε τώρα 'ς τον φούρνο, Κρατήρα!</p> + +<p> — Δεν είνε τίποτα, παρετήρησεν η Κρατήρα, τώρα σε 'λίγο θα +λυώση.</p> + +<p> — Ναι, καρτέρ' να λυώση! απήντησεν ο μπάρμπα-Σταύρος. Ούτε με μια +βδομάδα δεν θα λυώση.</p> + +<p>Ο μπάρμπα-Σταύρος, κοντός και ευτραφής άνθρωπος πεντήκοντα και πέντε +ετών, φαιδρός και γελαστός κτηματίας, με πολλούς ελαιώνας, έν μόνον είχεν +ελάττωμα. Ήτο ο δυστυχής φιλάργυρος εις τα παραμικρά. Χωρίς παιδιά — η +Κρατήρα, ήτο στείρα η ταλαίπωρος, — με τόσα κτήματα, αφειδώς δαπανών διά να +τα καλλιεργή και να τα αυξάνη, εστενοχωρείτο τας καλάς ημέρας να βλέπη την +γυναίκα του ζυμόνουσαν πολλά και μεγάλα ψωμία εξ αλεύρου της φάμπρικας, ενώ +αι αποθήκαι του μπάρμα-Σταύρου έγεμον σίτου εγχωρίου. Ιδίως όμως +εστενοχωρείτο το Πάσχα, και τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, ότε η +ευλογημένη η Κρατήρα δεν έκαμνε νισάφι.</p> + +<p> — Τι τα θέλ' ς, καϋμένη, τόσα πολλά; τα παιδιά έχεις;</p> + +<p>Παρετήρει ο μπάρμα-Σταύρος βλέπων την Κρατήραν να επιστρέφη εκ του +φούρνου την παραμονήν φορτωμένην απάν-'πανωτού τα χριστόψωμα με το +<i>σάμι</i> και το <i>μαυροκούκι</i>. Και έλεγεν υπό τους στακτερούς του +μύστακας:</p> + +<p> — Θέλα φυτέψω ένα στρέμμα εληαίς με τα έξοδα αυτά τα χαμένα.</p> + +<p>Δεν ετόλμα και φανερά να την επιπλήξη, διότι την ηγάπα την ωραίαν Κρατήραν. +Την συνεβούλευε μεν προηγουμένως, πλην αφού δεν ήκουε, τι να κάμη;</p> + +<p> — Να φέρω σύ-υσι και ταραχή; έλεγε κατ' ιδίαν.</p> + +<p>Και πάλιν κολακεύων την αδυναμίαν του εψέλλιζε:</p> + +<p> — Θα στρώση! Θα στρώση!</p> + +<p> — Τώρα Μπάρμπα-Σταύρο, που εγήρασε σχεδόν;</p> + +<p>Να τω είπη κανείς.</p> + +<p>Αλλά και πάλιν καταπαύων την οργήν του επανελάμβανε.</p> + +<p> — Πρέπει να τώχη ο άνθρωπος!</p> + +<p>Η Κρατήρα όμως το έκαμνε και από επίδειξιν — νοικοκυρά αυτή με τόσα +περιβόλια — αλλά ηρέσκετο και εις την φλυαρίαν των φούρνων. Διότι, ως +γνωρίζετε, εις τα χωρία υπάρχουσι καφενεία διά τους άνδρας, και φούρνοι διά τας +γυναίκας. Διά τούτο πολλάκις η Κρατήρα, αν και είχε ψωμίον, εύρισκεν αφορμήν +να ζυμώση, για φρέσκο τάχα — πότε πίττα, πότε τυρόπιττα, διά να μανθάνη εις τον +φούρνον τα νέα της γειτονίας της και του χωρίου.</p> + +<p>Ενίοτε όμως ο μπάρμπα-Σταύρος εθύμωνεν. Όσον επιεικής και αν είνε κανείς, +πάντοτε είνε καμωμένος από νεύρα. Βλέπων τα ράφια γεμάτα ψωμία, εις δε την +τράπεζαν παρατιθεμένην κάτασπρην πίτταν, ωργίζετο, πλην εις βάρος του, διότι +έτρωγεν αρπαχτά την ζεστήν πίτταν, — εζήλευε να τρώγη η Κρατήρα φρέσκο, και +αυτός ξηροκόμματα, ως τα έλεγε τότε τα ψωμία από την ζήλειαν του — και έπιπτεν +όλη εις το στομάχι του και παρεπονείτο την νύκτα.</p> + +<p>Διά τούτο λοιπόν ο Μπάρμπα-Σταύρος ιδών την χιόνα εχουχούλιζε τας χείρας +του όχι τόσον ένεκα του ψύχους, όσον ένεκα της χαράς του, ότι η ανάγκη θα +υπεχρέου την ευλογημένην Κρατήραν να κάμη οικονομίαν. Ποίος θα της φέρη τ' +απαιτούμενα με τοιούτον χειμώνα, ποίος θα υπάγη εις τον φούρνον;</p> + +<p>Τέλος ενεδύθη ο Μπάρμπα-Σταύρος, εφόρεσε το γεράνιο χειρίσιο βρακί του, το +χονδρόν αμπαδίτικο γελέκι του, καταβαίνον μέχρι του υπογαστρίου με μαύρα +στρογγυλά κομβία βαμβακερά, με μικραίς γιαλιστεραίς και μεταξωταίς +φουντίτσαις, βιομηχανίαν της Χαλκιδικής, ενεδύθη καλά πλέον την παλαιάν και +τριμμένην γούναν του και εζήτει τώρα τα υψηλά ναυτικά υποδήματά του, διά να +εξέλθη μέχρι του καφενείου.</p> + +<p>Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν κούφια πατήματα επί της χιόνος, έξω, και +συγχρόνως φωνή παγωμένη.</p> + +<p> — Άιντε, Μπάρμπα Σταύρο; Τι κάνεις; Πάνε η εληαίς!</p> + +<p> — Ωχ! Ωχ! εκραύγασε τότε ο Μπάρμπα-Σταύρος, ως να επόνεσεν αίφνης +η καρδία του. Δεν το είχε σκεφθή αυτό, από την χαράν του, ότι ένεκα της χιόνος θα +έκαμνεν οικονομίαν.</p> + +<p>Ο φαιδρός πάντοτε γέρων αίφνης εμελαγχόλησε και συνωφρυώθη. Θαρρείς και +η ψυχρά θέα της χιόνος, ην με τόσην περιπάθειαν έβλεπε προ μικρού, εζωντάνευσε +μυστηριωδώς, και κρυσταλλωμένη τον ερράπισε τον δυστυχή φιλάργυρον.</p> + +<p> — Έρμαις εληαίς! εψιθύρισε. Τέλος πάντων ο άνθρωπος ποτέ δεν +απομένει ευχαριστημένος εις αυτόν τον παληόκοσμον! Κερδίζομεν από την μια +μεριά τα έξοδα του φούρνου, χάνομεν από την άλλη τα δέντρα κ' έχουν μαξούλι +ακόμη. Έρμαις εληαίς!</p> + +<p>Και έχωσε μετά ταύτα τους δύο κοντούς και χονδρούς πόδας του μέσα εις τα +βαρέα και βαθέα ρωσσικά υποδήματα, σκληρά και άκαμπτα ως εξ ελάσματος +σιδήρου, αφού πρώτον η σύζυγός του εξετίναξε την επ' αυτών επικαθημένην κόνιν, +καταβιβάσασα αυτά από τινος δοκού της αφατνώτου οροφής, αφ' ης εκρέμαντο +όλον το έτος ως δύο γίγαντος πόδες μαύροι, μέχρι του γόνατος κομμένοι.</p> + +<p> — Για πού χαζιρεύεσαι; ηρώτησεν η Κρατήρα.</p> + +<p> — Δεν τάκουσες; Πάνε η εληαίς! απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, και +εκτύπα εις το σανιδένιον πάτωμα της οικίας τους βαρείς πόδας του εναλλάξ, όπως +εφαρμόση αυτούς ακριβώς εντός των ρωσσικών υποδημάτων και βαδίζη χωρίς να +πονή.</p> + +<p> — Κάμε γλήγορα Κρατήρα! είπε ταχέως <i>μπουρμπουλλίζων</i> τας +λέξεις ο γέρων, ως άνθρωπος βιαζόμενος. Δόσε μου το τσίπουρο!</p> + +<p> — Με τα σωστά σου, Σταύρο; Παρετήρησεν εκπεπληγμένη η Κρατήρα, +ήτις, προ της απροσδοκήτου αυτής ιδέας του συζύγου της να εξέλθη εις τον +ελαιώνα, εύρε πολλήν την χιόνα και άβατον, ην πρότερον έκρινεν ολίγην, +κολακεύουσα την αδυναμίαν της ως προς τους φούρνους.</p> + +<p> — Με τέτοιο χιόνι!, επανέλαβε πάλιν η Κρατήρα και προσήνεγκε εις τον +σύζυγόν της την μποτίλιαν με το τσίπουρο.</p> + +<p> — Κάθε ένας με την ιδέαν του γυναίκα. Εσύ προτήτερα για τον σκοπόν +σου το εύρισκες ολίγο το χιόνι, εγώ τώρα για τον σκοπό μου το βρίσκω πολύ. Πάνε, +κακομοίρα, η εληαίς, πάνε!</p> + +<p>Είπεν ο Μπάρμπα-Σταύρος και ροφήσας μια, κατέβασεν ως την μέσην την +μποτιλίτσα, υπολογίζων ότι είχεν ανάγκην ικανού θερμογόνου.</p> + +<p> — Δεν βλέπεις, πώς τρέχει ο κόσμος πρωί πρωί, μόνε θέλεις ν' +αφήσουμε τα χτήματά μας;</p> + +<p>Παρετήρησεν ο Μπάρμπα Σταύρος.</p> + +<p>Και αληθώς είδον και οι δύο από του παραθύρου να διέρχηται ο κράξας απέξω +πρότερον: «άιντε Μπάρμπα Σταύρο,» με υποδήματα μεγάλα, με σουρτούκο μακρύ +αμπαδένιο, με κασκέτο εκ δέρματος προβατίνας μαύρης, ακατεργάστου, ως +μαλαχτάρι, και με ένα μάλλινον με πρασινοκόκκινα λωρία μανδήλι ως ζωνάριον +περί τον λαιμόν, κρατών εις την κόκκινην εκ του ψύχους χείρα του βαρύ και μακρύ +κοντάριον, και βυθιζόμενος εις την μαλακήν χιόνα βήμα προς βήμα, ήτις έτριζε +πενθίμως υπό τα βαρέα υποδήματά του κατακαθίζουσα.</p> + +<p>Αυτός ήτο ο πρώτος όστις διήρχετο προ της οικίας του Μπάρμπα- Σταύρου +σχηματίζων επί της ηπλωμένης χιόνος μετά κόπου τα πρώτα ίχνη του +<i>ντορού</i>, άτινα κατόπιν του έχαινον βαθέα, ως χωθέντα και απομείναντα εκεί +κενά υποδήματος.</p> + +<p>Άλλος κανείς δεν διήλθε, πλην ο γέρων κτηματίας εν τω φόβω του παρίστα τον +κράξαντα ως όλον τον κόσμον, φαντασθείς ότι όλοι οι χωρικοί θα εξέλθουν με +υποδήματα και με κοντάρια διά να ξεχιονίσωσι τας αθλίας ελαίας.</p> + +<p>Ο Μπάρμπα Σταύρος ακολούθως εφόρεσεν ένα κόκκινο μισοτριμμένο φέσι +χωρίς φούντα, το εστήριξε διά συνήθους μανδηλίου σφιγκτά πέριξ, και εζήτησε το +βαρύ κοντάριον.</p> + +<p>Έως ότου δε η Κρατήρα κομίση τούτο από το κατώγειον, συγκοινωνούν μετά +της οικίας διά κλαβανής, αφανούς του πατώματος θύρας, ηκούσθη άλλη φωνή +έξω.</p> + +<p> — Ακόμα, Μπάρμπα-Σταύρο! Πάνε η εληαίς, όλαις σπάσανε!</p> + +<p> — Ωχ! ωχ! απήντησε πάλιν ο φιλάργυρος γέρων, ως να επόνεσεν η +καρδιά του πάλιν.</p> + +<p>Και είδεν από το παράθυρον τον δεύτερον χωρικόν, όστις διήρχετο χωνόμενος +εις τα ίχνη του πρώτου — ευκολώτερον — με τσαρούχια χονδρά ούτος και +χονδραίς μάλλιναις κάλτσαις ποιμένος, με χονδρόν εγχώριον παντελόνι ως πάνναν +ελαιοτριβείου, και με μίαν βαρείαν και ογκώδη ποιμενικήν κάπαν, κουκουλωμένος +την κεφαλήν με την κατσούλαν της, και φανερόνων μόνον αγκυλωτούς μύστακας +μαύρους και πώγωνα τραχύν αξύριστον, εν ώ αι σκληραί της κάπας του άκραι +παρέσυρον την χνοώδη της χιόνος επιφάνειαν.</p> + +<p>Εν ώ δε ο Μπάρμπα-Σταύρος με όλας τας διαμαρτυρίας της συζύγου του +ητοιμάζετο να εξέλθη και αυτός εις τον ελαιώνα κρατών το βαρύ κοντάριον, +ηκούσθη εις την αυλήν οξύς γρυλλισμός, ως να εμουρμούριζεν ιδιότροπος +θυμώδης γέρων.</p> + +<p> — Το γουρνόπουλο, Κρατήρα· είδες; εξεχάσαμε το γουρνόπουλο.</p> + +<p>Και ανοίξας την θύραν πάραυτα είδεν υψηλόν εμπρός τοίχον εκ χιόνος, +κοκκωτής αυτής, ουχί βαμβακοειδούς, ως αποκρυσταλλωθείσης εν τη στενή και +ψυχρά αυλή.</p> + +<p>Κοντός ως ήτο ο Μπάρμπα-Σταύρος έκαμνε να ίδη προς τα έξω, αλλά πού να +φθάση εκείνο της χιόνος το ύψος.</p> + +<p>Και ηκούετο μετά πόνου ο γρυλλισμός του χοιριδίου, το οποίον ανεστέναζε +κάτω από τα ψυχρά εκείνα έγκατα της χιόνος.</p> + +<p> — Το φκυάρι, Κρατήρα, γρήγορα το φκυάρι!</p> + +<p>Και λαβών ο γέρων μικρόν κ' ελαφρόν πτύον σιδηρούν ήρχισε πάραυτα να +σκορπίζη την απαλήν και παρθενικήν χιόνα, εδώ κ' εκεί σωρεύων αυτήν, και +προσπαθών να διανοίξη πρόχειρον δίοδον προς την θύραν της αυλής, και προς το +μέρος όπου ηκούετο ο γρυλλισμός του χοιριδίου.</p> + +<p> — Το καϋμένο το γουρνόπουλο, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταύρος +καταγινόμενος εις αυτήν την εργασίαν. Σε ξεχάσαμε κατακαϋμένο!</p> + +<p>Κ' εκεί είδε τότε υπό την χιόνα σκάφην ξυλίνην ορθίαν εστηριγμένην επί του +τοίχου, υπό την οποίαν ευκίνητον εγρύλλιζεν έν παχουλόν χοιρίδιον τεσσάρων το +πολύ οκάδων, όπερ φαίνεται την νύκτα εννοήσαν το κακόν, εχώθη υπό την +παρατυχούσαν εκεί σκάφην, το ευφυές ζώον, και εσώθη από βεβαίου παγερού +θανάτου. Βλέπον δε εαυτό περιτριγυρισμένον από τον λευκόν και αδιάβατον +εκείνον τοίχον εγρύλλιζε κάμνον γνωστόν εις τον κύριόν του τον κίνδυνον.</p> + +<p> — Φθηνά την γλύτωσες, κατακαϋμένο, έλεγεν ο γέρων θωπεύων το +παχουλόν χοιρίδιον και τους μύστακάς του συγχρόνως, εφ' ων επήγνυτο +κρυσταλλουμένη η αναπνοή του.</p> + +<p> — Να ιδούμε όμως τι θα πάθης έπειτα, καϋμένο! Εξηκολούθει ο +Μπάρμπα-Σταύρος. Αν εγλύτωσες από το χιόνι, από εκείνο όμως που σε περιμένει +δεν θα γλυτώσης!</p> + +<p>Και το εχάιδευε. Και έτρεχεν εκείνο αστραπηδόν και πάλιν ίστατο και πάλιν +ξανάτρεχε, εντός της οικίας γρυλλίζον με χαράν τώρα, εν ώ δύο γάτοι, άρρενες +μεγάλοι και γηραιοί με παχείς λαιμούς και στιλπνόν κοκκινόλευκον τρίχωμα, το +έβλεπον μελαγχολικώς μακρόθεν, κάμνοντες τάχα πως εκοιμώντο, καθήμενοι επί +των οπισθίων ποδών παρά την θερμαίνουσαν εστίαν, ως δύο καπνοδοχεία +παριστώντα γάτους.</p> + +<p>Τωόντι δε ήτο πολύ συμπαθητικόν το μικρόν γουρουνόπουλον. Απαλόν, με +καθαρόν ύπωχρον τρίχωμα, με το ρύγχος του προς τα κάτω και με τους ακινήτως +παρατηρούντας το δάπεδον πονηρούς οφθαλμούς του, και με την μικράν ουρίτσαν +του και εστριμμένην ως ξεφτισμένην φούνταν, ήτο ως να το έβλεπε κανείς ψητόν +επί του λάμποντος ταψίου, με σταυρωμένα τα ποδαράκια του, κυρτωμένον την +ράχιν, ροδισμένον, ευωδιάζον τρυφερότητα και νοστιμάδα, το ορεκτικόν και +παχουλόν γαλαθηνόν χοιρίδιον. Ήτο δώρον του κολλήγα του ποιμένος, του +Κομποδήμου, όστις το ανέθρεψεν εις το βουνόν καθαρόν και αμόλυντον με το +γάλα της μητρός του, μιας ωραίας από σόι συός, τρεφομένης μόνον με ξηράν +κολοκύνθην και τυρόγαλα της ποίμνης, και με τον καθαρόν του βουνού αέρα.</p> + +<p>Και το είχε φέρει ο κολλήγας του προ μιας ημέρας, ο Κομποδήμος, εμφανισθείς +πρωί-πρωί φορτωμένος με ένα σακκάκι δεμένον επάνω καλά περί τον λαιμόν.</p> + +<p> — Γεια-χαρά σας! εφώνησεν ο Κομποδήμος με την έρρινον οξείαν +φωνήν του, ηχούσαν ως γκάιδας ήχον. Και απέθεσε το σακκάκι με προσοχήν εις τα +σανίδια του πατώματος.</p> + +<p> — Καλώς τον κολλήγα! είπεν ο Μπάρμπα Σταύρος, παρατηρών πονηρώς +το σακκίδιον, το οποίον ήρχισε να κινήται εδώ κ' εκεί, δεμένον ως ήτο, εν ώ οι δύο +γηραιοί και ευτραφείς κοκκινόλευκοι γάτοι, οσφρανθέντες το εντός κεκλεισμένον +ζωντανόν, περιειργάζσντο αυτό κατσουλόνοντες τ' αυτιά των και κυρτούντες +γραφικώς την ράχιν των και συνάμα μιαουρίζοντες εξ ευχαριστήσεως, ως να +εκομίσθη δι' αυτούς το δώρον.</p> + +<p> — Καμμιά ζημιά θ' άχουμε πάλι, γυναίκα, είπεν ο Μπάρμπα-Σταύρος +κρυφίως εις την σύζυγόν του.</p> + +<p>Και είτα στραφείς προς τον κολλήγαν ηρώτησε.</p> + +<p> — Τι έχ'ς εδώ μέσα, μωρέ κολλήγα; Καμμιά γάτα αγόρασες για το +μανδρί; Δεν έλεγες, καϋμένε, να σου δώση ένα από τα παιδάκια της η Κρατήρα; +Κύτταξέ τα θρεμμένα που είνε. Σαν καλογερικά!</p> + +<p>Και έδειξε τους δύο γάτους, οίτινες καμαρόνοντες εκεί ένθεν και ένθεν της +εστίας, εκίνησαν αίφνης το μυστακοφόρον ρύγχος των ως να ήθελον ν' αποδιώξωσι +παρερχομένην μυίαν.</p> + +<p>Συνήθιζεν ενίοτε να πειράζη την σύζυγόν του ο Μπάρμπα-Σταύρος, διά την +στείρωσίν της.</p> + +<p>Ο ποιμήν εγέλασεν υπό τους μύστακάς του.</p> + +<p> — Σας έφερα πεσκέσι, ένα γουρνόπουλο, κολλήγα, για τ' καλή χρονιά. +Χριστούγεννα αύριο ξημερόνουν, μαθές.</p> + +<p> — Δεν σου τόπα; διέκοψεν ο Μπάρμπα-Σταύρος αποτεινόμενος +κρυφίως προς την Κρατήραν. Καμμιά ζημιά θ' άκαμε πάλι ο Κομποδήμος.</p> + +<p>Τον είχε σπουδάσει καλά ο Μπάρμπα-Σταύρος τον κολλήγαν του τον πονηρόν, +όστις πάντοτε, οσάκις έκαμνε καμμίαν ζημίαν εις τον ελαιώνα, επρόφθανεν +αμέσως με τα δώρα, πότε με τσαντίλα μιζίθρα, πότε με κατσικάκι, πότε με καμμιά +κόττα του βουνού παχείαν.</p> + + +<p>Ηγάλλετο δε τότε ο παράδοξος φιλάργυρος γέρων, αναλογιζόμενος ότι εσώζετο +από την δαπάνην του φαγητού.</p> + +<p>Καμμιά φορά μάλιστα δεν επρομηθεύετο κρέας, αναμένων τον κολλήγαν +του.</p> + +<p> — Δεν μπορεί, έλεγε, θ' άκαμε καμμιά ζημιά αυταίς ταις ημέραις. Δεν +μπορεί!</p> + +<p>Αλλά και ο πονηρός ποιμήν, ο Κομποδήμος, είχε σπουδάσει καλά τον κολλήγαν +του. Εννοήσας την αδυναμίαν του προς τα πεσκέσια, έσπευδε πάντοτε πάσαν +προξενουμένην ζημίαν εις τον ελαιώνα να προαναγγέλλη, ουχί με κενάς τας χείρας, +ότε οι οφθαλμοί του Μπάρμπα-Σταύρου λαιμάργως προσατενίζοντες το δώρον, +απερρόφων πάσαν αυτού την προσοχήν κλείοντες ιδίως τα ώτα του, εις τα οποία +αβλαβώς αντήχει η αναγγελλομένη ζημία. Ανήγγελλε π. χ. ο Κομποδήμος, +ικετευτικώς μεταβάλλων την ποιμενικήν φωνήν του, ότι τα πράμματα έφαγαν ένα +θήλιασμα ελαίας. Αλλά το θήλιασμα τούτο το φαγωμένον παρουσίαζεν ο πονηρός +ποιμήν φορτωμένον με μίαν μεγάλην- μεγάλην τσαντίλαν, επιφέρων:</p> + +<p> — Ξέκοψε μια παληόιδα, κολλήγα, δεν την είδα.</p> + +<p>Ο κολλήγας θα ήτο ανόητος τότε να καταμηνύση τον ποιμένα, όστις είχε +παληόιδες που του έφερναν τόσον μεγάλαις τσαντίλαις. Έπειτα ευρίσκετο και +ενώπιον διλήμματος, διότι αν δεν εδέχετο την τσαντίλαν και επροτίμα την μήνυσιν, +η τσαντίλα ζεστή-ζεστή, αχνίζουσα, θα έπεφτε σαν στραβή μέσα εις ταις μεγάλαις +χούφταις του ειρηνοδίκου, και τότε ο Μπάρμπα-Σταύρος και την τσαντίλα θα έχανε +και την μήνυσίν του, θα απέμενε δε μόνον το άθλιον θήλιασμα φαγωμένον, +ελεεινόν και κατάξηρον, δυστύχημα ανεπανόρθωτον διά τον γέροντα κτηματίαν· τα +ήξευρεν αυτά ο Μπάρμπα-Σταύρος, διότι τα είχε πάθει πολλάκις.</p> + +<p>Αυτά και αυτά έκαμαν φιλάργυρον τον αγαθόν κτηματίαν. Ο μικροφιλάργυρος +δεν γεννάται τοιούτος· γίνεται εκ διαφόρων του βίου περιστάσεων. Και ο +Μπάρμπα-Σταύρος έγεινε τοιούτος, αφού προηγουμένως είδε πολλάς τσαντίλας να +πέσουν και να καταπλακώσουν τας μηνύσεις του· διά τούτο τώρα επροτίμα να +καταπλακώνουν τον στόμαχόν του, ενόσω πάντοτε εις τα χωρία θα υπάρχουν +παληόιδες νοστιμευόμεναι τα τρυφερά θηλιάσματα και ειρηνοδίκαι αγαπώντες τα +γαλακτώδη της ποίμνης δώρα.</p> + +<p> — Για τ' καλή χρονιά, κολλήγα, εξηκολούθησεν ο ποιμήν. Εμείς πάντα σε +καταπατούμε.</p> + +<p> — Όχι εμένα, διέκοψεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, τον ελαιώνα μου. Ας είνε· +δεν πειράζει. Αφήσανε τουλάχιστον της κουτσούραις τα γίδια;</p> + +<p>Ήτο και αστείος ο γέρων.</p> + +<p> — Ας είνε! εξηκολούθησεν. Όσο και αν φάνε τα πράμματα, θ' +απομείνουν πάντα η ρίζαις. Και θα ξαναβλαστήσουν.</p> + +<p>Και εγέλασεν.</p> + +<p>Ούτω λοιπόν απελευθερώσας το Χριστουγεννιάτικον δώρον του ο Μπάρμπα +Σταύρος καθωδήγησε την Κρατήραν πώς να το μαδήση, αφού το δώση εις τον +κρεοπώλην να το σφάξη, και είτα να το στείλη εις τον φούρνον παραγεμιστόν, +όπως γνωρίζει.</p> + +<p>Και λέγων ταύτα εκρότει τα χείλη μετ' ορέξεως ο Μάρμπα-Σταύρος νομίζων ότι +έτρωγεν ήδη το παχύ γουρνόπουλο. Και είτα λαβών το βαρύ ξύλινον κοντάριον +απήλθεν εις τον ελαιώνα να ξεχιονίση, ως είπε, τα δένδρα.</p> + +<p> — Μας φθάνει αυτό, προσέθηκε, δεν θα ψωνίσω τίποτε άλλο.</p> + +<p>Επειδή δε και άλλοι τινές είχον διέλθει έξωθεν μεταβαίνοντες εις τα κτήματα, η +Κρατήρα καθησύχασεν ειπούσα μόνον εις τον σύζυγόν της, «αν δεν μπορή να βγη +από τα χιόνια», να γυρίση. Το βέβαιον όμως είνε ότι η Κρατήρα επεθύμει ν' +απομακρυνθή την ημέραν αυτήν από του οίκου ο σύζυγός της, ίνα ζυμώση με την +ησυχίαν της, ως έκαμνεν άλλοτε την Παραμονήν, ότε ο Μπάρμπα-Σταύρος έλειπεν +εις τον ελαιώνα του. Διότι αφού έρριψεν από του παραθύρου τελευταίον βλέμμα +εις τον αγαθόν κτηματίαν, όστις καλά κουκουλωμένος με την γούναν διεσκέλιζε της +χιονώδους οδού τα ίχνη, ήρχισε να παρασκευάζη τα διά την ζύμην χρήσιμα εν +αφθονία.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αγρίως μεγαλοπρεπές ην το θέαμα της χιονισμένης νήσου έξω. Το έτος εκείνο +εκτάκτως είχε πέσει πολλή χιών, όση ουδέποτε άλλοτε προ πολλών χρόνων, +κατακαλύψασα κάμπους και βουνά, και ισοπεδώσασα τας βαθείας φάραγγας με +τας κορυφάς των λόφων. Τα αλώνια, η πρώτη μικρά πεδιάς μετά την κώμην, όλη +ήτο κατάλευκος ως να ηπλώθη παχύτατος βαμβακερός τάπης. Οι λόφοι κύκλω, τα +βουνά ομοίως, πάλλευκα και ακίνητα και μόνον εδώ κ' εκεί πενθίμως η λευκότης +διεκόπτετο υπό μαύρων σκιών, των υψηλών δένδρων, άτινα σειόμενα υπό του +ανέμου απέρριπτον από τους κλώνους των την χιόνα, κ' εμαύριζαν μέσα εις την +τόσην λευκότητα τα πράσινα φύλλα των, ως κλαδιά μεγάλα, στολίσματα πένθιμα +λευκής μανδήλας, υπό την οποίαν εσίγησαν παγέντα τα ποικίλα κελαδήματα των +πτηνών και ο ηδύς ψίθυρος των πυκνών θάμνων. Η δε τριγωνική φαλακρά κορυφή +της Καραφιλτζανάκας ήτον όλη μία λευκή μάζα ως να κατέρρευσεν απ' αυτής πηγή +γάλακτος παγέντος μέχρι των υπωρειών.</p> + +<p>Ούτε ίχνος οδού, ουδέ σημείον. Πλην ο Μπάρμπα-Σταύρος γνωρίζων την οδόν +καλώς, εβημάτιζεν επί της χιόνος προχωρών προς το κτήμα του κατηφής και κλαίων +σχεδόν, διότι έβλεπε πλέον ότι μεγάλη ζημία εγένετο εις τον ελαιώνα.</p> + +<p>Εκεί όπου έφθασεν, εθεώρει ήδη μακρόθεν τον ελαιόφυτον κάμπον όπου ην +και το κτήμα του. Θρήνος και οδυρμός!</p> + +<p>Τα ταλαίπωρα δένδρα είχον καταθραυσθή. Τόση χιών, επειδή ήτο νηνεμία καθ' +όλην την νύκτα, είχε συσσωρευθή εις τους πυκνοφύλλους κλώνους των, ώστε ούτοι +λυγίσαντες προς τα κάτω κατεχώσθησαν κατά πρώτον κ' εκαρφώθησαν στερεώς +κάτω εις την παχείαν του εδάφους χιόνα, είτα και άλλης χιόνος συσσωρευθείσης +δεν αντέσχον κ' εθραύσθησαν γηραιοί και ογκώδεις κλώνοι, ξεγκλισθέντες οικτρώς +από των κορμών.</p> + +<p>Πλην έβλεπε τωόντι ο Μπάρμπα-Σταύρος ότι ήτο αδύνατον πλέον να +προχωρήση περαιτέρω μέχρι του κτήματός του. Η χιών ήτο βαθεία αληθώς, πέντε +σπιθαμών, και ήτο φόβος να βυθισθή τις και απολεσθή.</p> + +<p> — Δεν είνε χιόνι αυτό! εψιθύριζεν. Οργή Θεού!</p> + +<p>Δυο-τρεις φοραίς κατέπεσε και ετρόμαξε να εγερθή εκ νέου.</p> + +<p>Όμως επροχώρει, διότι δύο άλλοι προ αυτού εβάδιζον και αυτοί μετά +καμάτου.</p> + +<p>Τα πτηνά, φοβισμένα, κόσσυφοι και αγριοπεριστεραί και φάσσαι παχείαι, +βλέποντα τους μαυρίζοντας οδοιπόρους εν μέσω της παλλεύκου πεδιάδος +ετριγύριζον περί αυτούς ως περί κορμούς αχιονίστων δένδρων, και έπιπτον ακίνητα +προ αυτών, μισοπαγωμένα.</p> + +<p>Μετ' ολίγον οι προηγηθέντες απέστρεψαν αδυνατήσαντες να προχωρήσωσι, +και παρεκίνουν και τον Μπάρμπα-Σταύρον να επιστρέψη.</p> + +<p>Πλην αυτός δεν τους ήκουσε και επροχώρει ακόμη.</p> + +<p> — Τουλάχιστον να ιδώ μονάχα! έλεγεν.</p> + +<p>Ήδη μετά κόπου και αγωνίας πολυώρου, παρήλθεν η μεσημβρία ως υπελόγιζεν +ο γέρων, έφθασεν εις την είσοδον του ελαιοφύτου κάμπου, εν μέσω του οποίου ην +το κτήμα του.</p> + +<p>Κ' ησθάνθη εκεί τρομακτικούς κρότους πρωτοφανείς και πρωτακούστους ως να +κατέπιπτον σωροί κοκκάλων ξηρών από κατωφερείας.</p> + +<p>Και τωόντι εθραύοντο μετά πενθίμου πατάγου εν τη νεκρά εκείνη ηρεμία οι +καταπλακωμένοι των ελαιών κλώνοι, κ' εθραύετο η καρδία του Μπάρμπα-Σταύρου +και εκόπτοντο τα ήπατα αυτού κ' ελύγιζον τα γόνατά του.</p> + +<p> — Ερμαίς εληαίς! Εψέλλιζε πενθίμως.</p> + +<p>Και όμως επροχώρει. Και τι ήθελε κάμει ο άφρων; αλλ' ο άνθρωπος είνε +πάντοτε ανόητος.</p> + +<p>Εισελθών όμως ήδη εις την ελαιόφυτον πεδιάδα έχασε τον δρόμον συγχύσας +τας χιονοσκεπείς ρίζας των ελαιών, και έβαινεν αγνοών, μετά προσοχής όμως +πάντοτε βυθίζων τα βήματά του, αφού πρότερον εδοκίμαζε το έδαφος διά του +ξυλίνου κονταρίου.</p> + +<p>Πλην αίφνης, ενώ ήθελε να εξαγάγη τον δεξιόν πόδα και προχωρήση προς τα +εμπρός, το κοντάριόν του το εμπηχθέν προηγουμένως εβυθίσθη ολόκληρον μη +ευρόν στερεόν έδαφος· μέγα τεμάχιον χιόνος τότε απεκόπη αστραπιαίως και ο +Μπάρμπα-Σταύρος εγένετο άφαντος με τα βαρέα ναυτικά του υποδήματα, με την +παλαιάν του γούναν και το μισοτριμμένον αυτού φέσιον.</p> + +<p>Ο τρυγμός των θραυομένων κλώνων των ελαιών εξηκολούθει φοβερός και +άγριος ως κρότος μακρυνής βροντής.</p> + +<p>Ο Κομποδήμος ο κολλήγας του Μπάρμπα-Σταύρου, μη προφθάσας ν' απέλθη +την προηγουμένην νύκτα εις την ποίμνην του ζαλισθείς από τα κεράσματα των +φίλων του, — το αγαπούσε ολίγον το έρμο — την επαύριον απεκλείσθη ολότελα +ένεκα της χιόνος και μόλις απήλθεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, και ενεφανίσθη προ της +Κρατήρας ο Κομποδήμος με μίαν βαρείαν κάπαν και με την κελαειδούσαν ως +γκάιδαν ρίνα του.</p> + +<p> — Γεια-χαρά σας! εχαιρέτισεν ο ποιμήν.</p> + +<p>Και εζήτησε πάραυτα πτύον να ξεχιονίση και σχηματίση ντορό.</p> + +<p> — Ξεχνώ εγώ ποτέ τον κολλήγα μου!</p> + +<p>Και συγχρόνως μαθών ότι ο κολλήγας του είχεν απέλθει εις τον ελαιώνα, τον +κατέκρινε διά την τόλμην του.</p> + +<p> — Δεν ήτανε καλό αυτό, κουμπάρα!</p> + +<p>Είπε προς την Κρατήραν.</p> + +<p> — Πάνε κι' άλλοι, απήντησεν η Κρατήρα, παρηγορουμένη μόνη της και +καθησυχάζουσα τον φόβον της.</p> + +<p> — Να ιδούμε πώς θα γυρίση πίσου!</p> + +<p>Διέκοψεν ο ποιμήν.</p> + +<p> — Ήτανε ανάγκη για τα δέντρα, να κινδυνέψη; εξηκολούθησεν απορών +ο Κομποδήμος. Εμείς έχουμε ζωντανά και δεν κάνουμε έτσι. Ξέρεις τι χιόνι έπεσε; +Πού μπορεις να ξεμυτίσης!</p> + +<p>Και λαβών το πτύον, εξεχιόνισε καλά την αυλήν. Έκαμεν απέξω οδόν βαθείαν +εις την χιόνα ως χάνδακα, κατόπιν εξελθών εις τον εξώστην εξετίναξε και απ' εκεί +την σωρευμένην χιόνα μη πέση από το βάρος ο πεπαλαιωμένος εξώστης, διά ξύλου +μακρού εις σταυρόν μετασχηματισθείσης της άκρας του, κατέρριψε την +εστιβασμένην επί της στέγης και εν γένει υπηρέτησε καλώς τον κολλήγαν του ο +ποιμήν.</p> + +<p>Ακολούθως η Κρατήρα έχουσα τον νουν της εις το ζύμωμα εξαπέστειλε τον +Κομποδήμον εις τον φούρνον να ίδη αν θα κολλήση.</p> + +<p> — Ακούς λέει; απήντησεν επανελθών ο ποιμήν. Γένιτι τέτοια μέρα; +Ξεφούρνισε τη πρώτη φουρνιά, και χαζιρεύει άλλη τώρα. Κάμανε ντουρό και είνε ο +φούρνος γεμάτος γυναίκες.</p> + +<p> — Νά τα! Νά τα! εμουρμούριζεν η Κρατήρα μετά ταύτα εμποδισθείσα +τόσον από της πρωίας,</p> + +<p>Ουχ ήττον ως φιλόπονος και δεξιά γυνή όλα έφερεν εις πέρας· και εζύμωσε, και +ασβέστωσεν ολίγον την εστίαν και τα κάτω μέρη των τοίχων, εξετίναξε και +εκαθάρισε το πάτωμα, έστρωσε τα καλά κυλίμια και ετοποθέτησε τας πανηγυρικάς +προσκεφαλάδας, τα πλούσια προικιά της, και τέλος τη βοήθεια του ποιμένος όστις +το έσφαξε μαδήσασα καλά-καλά το χοιρίδιον και παραγεμίσασα αυτό απέστειλεν +εις τον φούρνον λευκόν, ως να ήτο και αυτό εκ χιόνος, το παχουλόν. Και +παρεκάλεσε τον Κομποδήμον είτα να της σχίση ολίγα ξύλα, διά να έχη μικρά και +ευκολοβόλευτα διά τας εορτάς, ότι συνήθιζεν αργά να κάθηται ο Μπάρμπα- +Σταύρος παρά την εστίαν κρατσανίζων κιδώνια ευώδη, ή τρώγων κάστανα και +πίνων από το ωραίον κρασί του το μοσχάτο.</p> + +<p>Είχε παρέλθει το δειλινόν. Έξω ηκούετο θόρυβος και ταραχή εν τη αγορά +χιονοβολουμένων των ναυτικών διά την καλή χρονιά. Ο ήλιος δεν εφαίνετο +παντελώς, διά τούτο ταχύτερον ήρχισε να σκοτινιάζη κάπως και εφαίνετο ότι +έκλινεν η ημέρα προς την δύσιν. Ήτο όμως ενωρίς ακόμη.</p> + +<p>Ο ποιμήν απομείνας πλέον οριστικώς να εξυπηρετήση την κολλήγισσαν, +επέστρεφεν από του φούρνου κομίζων καίοντα ακόμη τα ωραία χριστόψωμα με τα +σισάμι και το μαυροκούκκι πιτουρισμένα, ότε ακούει ότι δύο-τρεις άλλοι χωρικοί, +οι βαδίζοντες, ως είδομεν, προ του Μπάρμπα-Σταύρου, επιστρέψαντες διότι ήτο +αδύνατον να προχωρήσουν, διηγούντο ότι ο Μπάρμπα-Σταύρος δεν τους ήκουσε +και επροχώρει μόνος του μέσα εις τα χιόνια, δύο και τρία μπόια βάθος.</p> + +<p>Ως συνήθως εις τοιαύτας περιστάσεις, ότε το πολύ είνε πάντοτε πολύ, μη +υπολογιζόμενον ακριβώς, δύναται ν' ανάγεται εις αριθμόν μεγαλείτερον ή +μικρότερον, αναλόγως πάντοτε της φαντασίας του διηγουμένου.</p> + +<p>Ετούτο ανήγγειλεν ο ποιμήν εις την Κρατήραν, ήτις κατετρόμαξε φαντασθείσα +αμέσως κακόν τι· και εζήτησε να ίδη τους άλλους συνοδοιπόρους, να τους +ερωτήση, να ακούση από το στόμα των και βεβαιωθή.</p> + +<p> — Τρέξε, κολλήγα, είπε· τρέξε γρήγορα. Ο Θεός σε έστειλε σήμερα εδώ. +Τι να γένω!</p> + +<p>Αλλ' έως ου τους εύρη ο κολλήγας, οι χωρικοί μετέβησαν εις τον δήμαρχον και +ανήγγειλαν φοβερώτερον το πράγμα, ότι δηλαδή είς τούτων, κατά τινα στιγμήν εν +τη επιστροφή του παρατηρήσας τυχαίως, είδε μακρόθεν εν τω λευκώ οροπεδίω τον +Μπάρμπα-Σταυρον να κλίνη ως τρικλίζουσα αιξ και να γείνη άφαντος έπειτα μέσα +εις τα χιόνια.</p> + +<p> — Εμείς δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω πλεια. Εδικαιολογήθησαν +οι χωρικοί.</p> + +<p>Ο δήμαρχος πάραυτα διέταξε να τηρήσωσι τα πράγμα μυστικόν από την +σύζυγον του γέροντος κτηματίου, όστις απελάμβανε καλής υπολήψεως διά την +ευπορίαν του, και σύμβουλος εκλεχθείς πολλάκις· και είπε ν' αποσταλώσιν +άνθρωποι της αστυνομίας προς αναζήτησίν του.</p> + +<p>Αλλά δυστυχώς δεν υπήρχον. Οι αγροφύλακες προσποιηθέντες ότι +απεκλείσθησαν έξω, εκοιμώντο όλην την ημέραν εις τας οικίας των, ο δε μόνος +κλητήρ ήτο απησχολημένος συνήθως εις την υπηρεσίαν της κυρίας δημάρχου. Διά +τούτο ο δήμαρχος ανέθηκε την εντολήν αυτήν εις τον ποιμένα, τον κολλήγαν του +Μπάρμπα-Σταύρου.</p> + +<p> — Εσύ, εσύ ξέρεις καλλίτερα απ' αυταίς ταις δουλειαίς, γιατί ξεχιονίζεις +τα κατσίκια ς', είπεν ο κ. δήμαρχος απεκδυόμενος την ευθύνην.</p> + +<p>Διά τούτο ο Κομποδήμος συνεννοηθείς και μετά πέντε άλλων ναυτικών, +συμπαθών ανθρώπων, προθύμων πάντοτε εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, +απήλθε προς αναζήτησιν του Μπάρμπα-Σταύρου, αφού προηγουμένως ανήγγειλε +τούτο εις την Κρατήραν, απλώς ότι πηγαίνουν να ίδουν, χωρίς να προσθέση την +φοβεράν είδησιν της πτώσεως· αν και ο ποιμήν γνωρίζων την δεξιότητα και +αντοχήν του Μπάρμπα- Σταύρου, επίστευεν ότι δεν θα έπαθε τίποτε, αν έπεσεν. +Αλλά πάλιν έλεγε:</p> + +<p> — Ξέρ' κανένας, τι σκαρώνει ο Ζερζεβούλης;</p> + +<p>Εν τούτοις η φουρνάρισσα μη βλέπουσα να έλθη κανείς να παραλάβη το +χοιρίδιον, το οποίον ψηθέν ευωδίαζεν όλον τον φούρνον διαχέον γλυκύ άρωμα, +ξηροψημένον και ξηροσκασμένον εδώ κ' εκεί, ώστε να υπολευκάζη η τρυφερά του +επιδερμίς, επιδεικνύουσα ορεκτικώς την γαλακτώδη σάρκα, το παρέλαβε και το +έφερε μόνη της εις την οικίαν του Μπάρμπα-Σταύρου και διά να μη πάθη τι εις τον +φούρνον, αλλά κυρίως διά να μάθη θετικόν τι περί της διαδόσεως, η +περίεργος.</p> + +<p> — Αλήθεια πώς τον πλακώσανε τα χιόνια τον Μπάρμπα-Σταύρο;</p> + +<p>Ηρώτησεν η φουρνάρισσα αποθέτουσα το ταψίον μετά του χοιριδίου επί τινος +τραπέζης εκεί, από την ευωδίαν του οποίου ηνωχλήθησαν πρώτοι-πρώτοι οι δύο +γηραιοί και παχείς γάτοι, οίτινες περιέσαινον επαιτικώς περί τους πόδας της +τραπέζης εν αρμονική δυωδία.</p> + +<p>Προς το άκουσμα τούτο η Κρατήρα ανεκραύγασεν ως να την εδάγκασεν +όφις.</p> + +<p>Και ανοίξασα το παράθυρον γοερώς εφώνει με λελυμένην την κόμην +αναταράξασα όλην την γειτονίαν: Πωπώ! Πωπώ! έως ου ήλθον δύο αγαθαί +γειτόνισσαι και καθησύχασαν αυτήν, παραμένουσαι διαρκώς πλησίον της, μέχρις +ου επανέλθουν οι μεταβάντες προς αναζήτησιν του Μπάρμπα-Σταύρου.</p> + +<p>Και ήτο θλιβερόν να βλέπης την ωραίαν γυναίκα ωχράν, λυσίκομον, πνίγουσαν +τους ολολυγμούς της και θεωρούσαν τα εύμορφα Χριστόψωμα πενθίμως ως +μνημοσύνου προσφοράς. Το ταψίον μετά του χοιριδίου ως προκαλούν +σκληροτέραν αντίθεσιν διά της ευωδίας του της ζωντανής εν τη νεκρική σχεδόν +ταύτη σκηνή, αι γυναίκες το ησφάλισαν εις το εγγύς μικρόν δωμάτιον</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Προσήγγιζεν η εσπέρα, ότε πέντε άνθρωποι με βαρέα ναυτικά υποδήματα, +κομβωμένοι καλώς εις τας γούνας των τας θερμάς του Δουνάβεως, με χονδρά εκ +δέρματος ακατεργάστου κασκέτα ως άρκτοι, σκυφτοί-σκυφτοί διεσκέλιζον το +χιονισμένον οροπέδιον του ελαιώνος της νήσου, κρατούντες και οι πέντε τα πτύα +εις τους ώμους των και στηριζόμενοι διά χονδρής ράβδου. Το ψύχος ην δριμύ, +καυστικόν — πώς καίει και το ψύχος! — κοκκινίζον και παγόνον τα ώτα ιδίως, τα +οποία προσεπάθουν οι πέντε άνδρες να προφυλάξωσι, καταβιβάζοντες τα πετσία +του κασκέτου ένθεν και ένθεν.</p> + +<p>Εμπρός προηγείτο, έκτος αυτός, εγχώριος ποιμήν κουκουλωμένος εντός της +βαρείας κάπας του ως κορμός δρυός ή πλατάνου ογκώδης. Ενόμιζέ τις ότι ην +κύριος πέντε άρκτων, τας οποίας ωδήγει εις την καλύβην του, απολεσθείσαν εντός +των χιόνων.</p> + +<p>Μερικά όρνεα μεγάλα, όσα δεν κατεπλακώθησαν εντός των χασμάδων των +βράχων, καταφυγόντα υπό τινας κλάδους ελαιών ημιφαινομένους επάνω- επάνω +ως θάμνους του χιονώδους πεδίου, ακούοντα τα αιφνίδια πατήματα των έξ +οδοιπόρων, εξετρύπονον φοβισμένα, κατεπλήσσοντα είτα περισσότερο σαστίζοντα +προς την λευκήν θέαν, και πάλιν ετρύπονον πτήσσοντα εις τους αυτούς των ελαιών +κλώνους, απολέσαντα τας φωλεάς των.</p> + +<p> — Νά, από 'δω θα έκαμεν ο κολλήγας μου, είπεν ο ποιμήν προς τους +πέντε άλλους, δεικνύων μεγάλα ίχνη επί της χιόνος.</p> + +<p>Ο ποιμήν ούτος ήτο ο Κομποδήμος, ο κολλήγας του Μπάρμπα-Σταύρου, εις +αναζήτησιν του οποίου μετέβαινε μετά των πέντε άλλων ναυτικών.</p> + +<p>Και οι έξ ηκολούθουν τα ίχνη τα υποδειχθέντα, τα μόνα προς εκείνο το μέρος +όπου έκειτο ο ελαιών του Μπάρμπα-Σταύρου. Και ήρχιζε να φωνάζη ο ποιμήν:</p> + +<p> — Κολλήγα! Κολλήγα! Μωρέ Κολλήγα!</p> + +<p>Και η φωνή του μη προσκόπτουσα εις τα δένδρα και εις τας φάραγγας εκυλίετο +βραγχνή και άχρους επί των χιόνων παγώνουσα και σβεννυμένη πάραυτα, ως από +τηλεφώνου φωνή. Οι οδοιπόροι ήρχισαν να φοβώνται πλέον.</p> + +<p> — Τι λες; Κομποδήμο; ηρώτησέ τις των ναυτικών.</p> + +<p> — Τι να 'πω κ' εγώ! απήντησεν ο ποιμήν, τρέμων ενδομύχως.</p> + +<p>Κ' επανέλαβεν:</p> + +<p> — Ο βλοημένος ήρθε να ξεχιονίσ'! Αυλή τ' νάτανε, και πάλι δεν θα +μπορούσε, σαν δεν πάινε ο κολλήγας του.</p> + +<p> — Δε μ' λες, Κομποδήμο, προσέθηκέ τις των ναυτικών αστεϊζόμενος, +λυόν' ο πεθαμένος 'ς το χιόν';</p> + +<p> — Ξέρου κι' 'γώ; Δε δουκίμασα!</p> + +<p> — Τι κάθεσθε και λέτε; παρετήρησεν έτερος των ναυτικών. Ο Μπάρμπα- +Σταύρος θάνε σαν ρουφός μες 'ς τον πάγο, φρέσκος-φρέσκος, όπως διατηρούν +φρέσκα 'ς την Αθήνα τα ψάρια.</p> + +<p> — Ας μη λαχταράη το ψάρι, παρετήρησεν ο Κομποδήμος, και περίμενε +να 'ς το κάνη φρέσκο το χιόνι. Τι, θάλασσα είνε το χιόνι νάχη φρέσκα ψάρια;</p> + +<p>Αίφνης ο ποιμήν ο οδηγός εσταμάτησε κατηφής. Εάν έκυπτες και παρετήρεις +υπό την κατσούλαν της κάπας του, θα έβλεπες κάτωχρον το πρόσωπον του +Κομποδήμου το άγριον.</p> + +<p> — Βρε, παιδιά, λέγει, κακά μαντάτα! Να, άλλα πατήματα δεν βλέπω. Να, +κ'ττάξ 'τε και σεις.</p> + +<p>Τωόντι άλλα ίχνη επί της χιόνος δεν υπήρχον, εκτός ολίγων τινών ακόμη, και +παραπέρα ηπλούτο η χιών σιωπηλή, άθικτος.</p> + +<p> — Να, εκεί είνε το κτήμα του, υπέδειξεν ο ποιμήν, και έδειξε τον +ελαιώνα του Μπάρμπα-Σταύρου. Μάλιστα, έκαμε και λάθος. Νά, έχασε τον δρόμο· +από 'κεί έπρεπε να κάμη. Χωρίς άλλο αυτά είνε τα πατήματά τ', γνωρίζω εγώ τα +ποδήματα του Κολλήγα.</p> + +<p>Έλεγεν ο Κομποδήμος και εσχεδίαζεν εις το συγκεχυμένον εκείνο χιονισμένον +πεδίον.</p> + +<p> — Για φωνάξ' τε μια, βρε παιδιά!</p> + +<p>Και οι έξ τότε έβαλον κραυγήν φοβεράν.</p> + +<p> — Μπάρμπα-Σταύρο!</p> + +<p>Αλλ' η φωνή προσέπεσεν αθλίως επί των χιόνων απομείνασα παγωμένη, νεκρά +και άηχος!</p> + +<p>Ουδείς απήντησε. Μόνον οι υπόκωφοι κρότοι των υπό την χιόνα θραυομένων +ελαιών ηκούοντο πάντοτε, γοερώς και επωδύνως αντηχούντες εις τα ώτα των +οδοιπόρων.</p> + +<p>Έφθασαν εις το τελευταίον ίχνος του υποδήματος.</p> + +<p> — Μα αναλήφθηκες, Μπάρμπα-Σταύρο; παρατηρεί τότε είς των +οδοιπόρων.</p> + +<p> — Ξέρεις τι τρέχει; λέγει έτερος. Ο Μπάρμπα-Σταύρος θα είνε τώρα 'ς τη +φωτιά του και 'ς την Κρατήρα του, και εμείς ψάχνουμε του κάκου. Δεν βλέπετε; Νά, +άλλο σημάδι δεν υπάρχει. Θα γύρισε πίσω. Παιδί ήτανε να χαθή;</p> + +<p> — Μα σου λέγει, έπεσε. Προσθέτει έτερος.</p> + +<p> — Ε, καλά· πού έπεσε;</p> + +<p>Αίφνης εκεί οπού εξήταζε τα πέριξ ο Κομποδήμος, κράζει:</p> + +<p> — Σωπάτε! σωπάτε!</p> + +<p>Όλοι εσιώπησαν σκυφτοί-σκυφτοί, με της γούναις των και με τα πρόβεια +κασκέτα των, και ηκροώντο, του ποιμένος κυρτωθέντος με την κατσούλαν του +μέχρι της χιόνος.</p> + +<p>Ηκούετο ως τις στεναγμός βαθύς και ασθενής, μακρυνός-μακρυνός ήχος.</p> + +<p> — Ακούτε; ηρώτησεν ο ποιμήν.</p> + +<p>Και τότε ως εκ κοινού συνθήματος κράζουν και οι έξ άνδρες.</p> + +<p> — Μπάρμπα-Σταύρο!</p> + +<p>Η βοή η νεκρά της φωνής των συνωδεύθη ήδη υπό τινος γογγυτού +μυστηριώδους:</p> + +<p> — Ωχ!</p> + +<p> — Μωρέ εδώ είνε ο κατακαϋμένος! Παρετήρησεν εν πεποιθήσει ο +ποιμήν.</p> + +<p>Και συγχρόνως ιδών το ρήγμα της χιόνος το σχηματισθέν κατά την πτώσιν του +Μπάρμπα-Σταύρου, είπεν ως ενώπιον κινδύνου.</p> + +<p> — Καρδιά, παιδιά, καρδιά, και τον ηύραμε!</p> + +<p> — Νά, είπον και οι λοιποί. Εδώ εις το μέρος αυτό είνε χανδάκι.</p> + +<p>Και εκ νέου εκραύγασαν πάλιν:</p> + +<p> — Μπάρμπα-Σταύρο!</p> + +<p>Και πάλιν εις το τέλος ήκουσαν ως ηχώ στυγεράν της φωνής των :</p> + +<p> — Ωχ!</p> + +<p>Πάραυτα τότε σιωπηλοί και υποτρέμοντες ως ενώπιον τραγικού συμβάντος, ότε +δεν γνωρίζει τις αν θα συναντήση ζωήν ή θάνατον, ήρχισαν με τα πτύα και οι έξ να +ξεχιονίζωσι το μέρος εκείνο μέχρι του εδάφους. Μετά τινα εργασίαν συνήντησαν +βράχον μέγαν, το έδαφος της γης εκεί, υπό τον οποίον εξέχοντα, εσχηματίζετο +σπηλαιώδης κρύπτη, οπού παρακάτω εξηκολούθει η κατωφέρεια του εδάφους, +σχηματιζομένου εκεί μικρού χάσματος. Η χιών είχε συνενώσει όλα αυτά εις μίαν +επιφάνειαν· και ότε ο Μπάρμπα-Σταύρος εγένετο άφαντος, είχε πατήσει επί της +χιονώδους επιφανείας της συνενούσης την άκραν του βράχου μετά της +κατωφερείας, χωρίς να επακκουμβά αύτη επί του στερεού εδάφους της γης· εξείχε +δηλαδή από της άκρας του βράχου η χιών κλίνουσα ως κλίνει εν ταις στέγαις των +οικιών, αστήρικτος. Εκεί λοιπόν επάτησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος και κατήλθε μετά +της αποσπασθείσης χιόνος κάτω-κάτω, όπου εσχηματίζετο η σπηλαιώδης οπή του +βράχου.</p> + +<p>Οι οδοιπόροι εκαθάρισαν πάραυτα καλώς το μέρος, εύρον την κατωφέρειαν +και κατήλθον εις την σπηλαιώδη οπήν, εν η εύρον τον Μπάρμπα-Σταύρον, +ημιπαγωμένον, βαρέως αναπνέοντα, με ημικλείστους τους οφθαλμούς, +κατακείμενον εκεί εις το χώμα της κρύπτης, ενώ το ξύλινον κοντάριόν του +τεθραυσμένον εις δύο παρέκειτο.</p> + +<p> — Μπάρμπα-Σταύρο! Μπάρμπα-Σταύρο!</p> + +<p>Ήρχισαν να φωνάζωσιν εν χαρά οι ναυτικοί, περικυκλώσαντες τον γέροντα.</p> + +<p> — Κολλήγα! Κολλήγα! έλεγε και ο ποιμήν καταχαρούμενος, αλλά μη +πεποιθώς ακόμη.</p> + +<p>Ο Μπάρμπα-Σταύρος ήνοιξε τους οφθαλμούς και ανεστέναξεν +επανειλημμένως.</p> + +<p>Τότε είς των ναυτικών, γνωρίζων από τέτοια — πόσαις φοραίς εις την Μαύρην +θάλασσαν ξεπαγιάζουν οι ταλαίπωροι — είχε παραλάβει μεθ' εαυτού φιαλίδιον +ρωμίου και ήρχισε να προστρίβη τα μέλη του γέροντος, ξεκομβώσας τα χονδρά +φορέματά του και εξαγαγών τα υποδήματά του.</p> + +<p> — Ο Θεός σ' εφώτισε παιδί μ'!</p> + +<p>Έλεγεν ο Κομποδήμος βλέπων το ευώδες ρώμι, το οποίον εμοσχοβόλησε +θερμότητα και ζωήν, μέσα εις την παγωμένην εκείνην σχισμάδα της γης και εις την +ρίνα του ποιμένος παγωμένην ομοίως.</p> + +<p>Μετά μικρόν ο Μπάρμπα-Σταύρος ήνοιξε τους οφθαλμούς του, συνελθών +τελείως και κινηθέντων των μελών αυτού.</p> + +<p> — Ακόμα λιγάκι και πάαινα!</p> + +<p>Είπε μετά στεναγμού βαθέος ο γέρων.</p> + +<p>Τότε πλέον καθησύχασεν ολοτελώς ο Κομποδήμος, εγέλασεν υπό την σκοτεινήν +κατσούλαν της κάπας του και είπε:</p> + +<p> — Πού θα πάαινες, κολλήγα, που σε περιμένει το γουρνόπουλο; Να ιδής +του βλουημένου, τετράπαχου! Τώσφαξα, του μάδ' σα, του παραγέμισι η +κουμπάρα. Να ιδής!</p> + +<p>Και εκρότει ο ποιμήν τα τραχέα χείλη του ως να εγεύετο ήδη το τρυφερόν του +γαλαθηνού χοιριδίου κρέας.</p> + +<p>Μειδίαμα ελαφρόν διήλθεν από το κάτωχρον του Μπάρμπα-Σταύρου +πρόσωπον προς το άκουσμα τούτο. Πλην τα χείλη του ήσαν κλειστά ακόμα.</p> + +<p> — Τι κάνουμε, παιδιά; ηρώτησεν ο ποιμήν, υπόδρα βλέπων την +μποτιλίτσα μετά υπόλοιπον του ρωμίου, ως τέσσαρα δάκτυλα.</p> + +<p> — Να πηγαίνουμε! Προσέθηκεν επιτακτικώς ο Κομποδήμος. Και +πάραυτα εσφύριξε το υπόλοιπον του ρωμίου, το οποίον τόσην ώραν είχε πληρώσει +ευωδίας την ρίνα του, έλαβε τον Μπάρμπα Σταύρον υπό την μασχάλην του και υπό +την κάπαν ως τράγον ξεπαγιασμένον, και επανήρχετο εις το χωρίον, +ακολουθούντων εν χαρά και των λοιπών ναυτικών, είς των οποίων έλαβεν εις +χείρας και τα βαρέα υποδήματα του Μπάρμπα Σταύρου, άτινα εθεώρησαν βαρύ +διά τον ποιμένα να θέσωσι πάλιν εις τους πόδας του γέροντος.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Φεγγοβολεί η πυρά εις την καθαράν της Κρατήρας οικίαν. Ξύλα μεγάλα +αναδίδουσιν οφιοειδείς γλώσσας φλογός εν μέσω της παλλεύκου εστίας, και +θερμαίνεται και φέγγει όλος ο οίκος.</p> + +<p>Κυλίμια χρωματιστά εύμορφα είναι στρωμένα κάτω εις τον χθαμαλόν σοφάν, +κατέναντι της εστίας, όπου ακκουμβισμένος επί μαλακού προσκεφαλαίου +πεπληρωμένου πτίλων αναπαύει τα θερμανθέντα πλέον μέλη του ο Μπάρμπα +Σταύρος, λευκόν φορών εσώβρακον, λευκόν σαν το χιόνι, λευκασμένον την άνοιξιν +'ς τον Μέγαν Γιαλόν υπό της καθαράς και σεμνής νοικοκυράς Κρατήρας, και λευκόν +ωσαύτως σκούφον μάλλινον εις την κεφαλήν κυρτούμενον και κλίνοντα όπισθεν +και απολήγοντα εις μαλλίνην λευκήν ωσαύτως φούνταν. Την γούναν του την έχει +ρίψει εις τους ώμους του — αναπεταρίκι — και φουμάρει μακρόν τσιμπούκιον, ου +ο χρυσοποίκιλτος λουλάς επακκουμβά επί του γεισώματος της εστίας. Ανακινεί τα +χείλη του ηδυπαθώς ο μπάρμπα- Σταύρος πιπιλίζων την κεχριμπαρένιαν άκραν του +τσιμπουκίου του, βλέπει ευφροσύνως τον καπνόν αναθρώσκοντα κυκλοειδώς και +διαλυόμενον εις την οροφήν του οίκου, και ενίοτε θωπεύει μαλακά- μαλακά τους +στακτερούς του μύστακας.</p> + +<p>Παρέκει κάθηται άνευ της κάπας του ο ποιμήν ο Κομποδήμος, έχων εις το +πλευρόν του φιάλην χιλιάρικην, πεπληρωμένην οίνου μαύρου σπιτίσιου, και από +καιρού εις καιρόν πληροί το ποτήριον εκεί πλησίον κείμενον και αυτό, και πίνει με +κατακόκκινον το πρόσωπον και ημιδακρύοντας τους οφθαλμούς — εκ της χαράς +τάχα ή εκ του οίνου;</p> + +<p>Και ακούει διηγούμενον τον μπάρμπα-Σταύρον το επεισόδιον της πτώσεώς του +το τραγικόν.</p> + +<p> — Έπεσα μαζί με το χιόνι κάτω βαθειά. Τα έχασα. Πάει, είπα, χάθηκα. +Αλλά βλέπω εκεί μια σπηλιά· εχώθηκα μέσα έως να συνέλθω. Αλλά τι με τούτο ; +Έπρεπε να αναιβώ επάνω. Μα πώς να αναιβώ; Τοίχος από δω και από εκεί υψηλός· +κάστρο από χιόνι· αρχίζω τότε με το κοντάρι να κάμω δρόμο. Αλλά πώς; Εληά ήτανε +να την ξεχιονίσω;</p> + +<p> — Ας πάνε 'ς την οργή κι' αυταίς η εληαίς, κολλήγα. Κόντεψε να σε +χάσουμε. Ας πάνε ς' την οργή!</p> + +<p>Διέκοψεν ο κολλήγας, κενών άλλο ποτήριον εις τον λάρυγγά του.</p> + +<p> — Η εληαίς μονάχα κολλήγα, ή και τα θηλιάσματα μαζί;</p> + +<p>Ηρώτησεν ο μπάρμπα-Σταύρος γελών και θωπεύων τούς μύστακάς του τους +στακτερούς.</p> + +<p> — Όλο να με πειράζης, κολλήγα. Τα θηλιάσματα λυπάσαι; Εσύ νάσαι +καλά, κολλήγα, παρετήρησεν ο ποιμήν, ετοιμάζων άλλο ποτήριον.</p> + +<p> — Και το γουρνόπουλο!</p> + +<p>Προσέθηκεν ο μπάρμπα-Σταύρος.</p> + +<p> — Ναι, τώρα είπες καλά.</p> + +<p>Είπεν ο Κομποδήμος και εκένωσεν εις τον διψαλέον λάρυγγά του άλλο +ποτήριον και ηρώτησε:</p> + +<p> — Να το φέρω ;</p> + +<p>Και έσειε την κεφαλήν του, ασκεπής με την κόμην ακτένιστον +επαναλαμβάνων:</p> + +<p> — Σου έγεινε ένα πράμα!</p> + +<p>Το κάλυμμά του, είς επαναστατικός μαύρος κούκος από τον καιρόν τον +Θεσσαλικών, είχε πέσει κάτω χωρίς να το εννοήση.</p> + +<p> — Ακόμα· νάρθη και η Κρατήρα· απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος· και +εξηκολούθησε την διήγησίν του :</p> + +<p> — Λοιπόν που λες, μπορούσα με το κοντάρι να κάμω δρόμο μέσα σε +τόσο χιόνι; Έδωσα, έδωσα, κολλήγα μου, ως που έσπασε το ξύλο. Τότε +απηλπισμένος άρχισα να φωνάζω· αλλά ποιος να με ακούση!</p> + +<p>Κάτι άγρια πουλιά επέρασαν από 'πάνω μου, ένα κοπάδι, και τα είδα με +απελπισίαν. Μ' εφοβήθηκαν! Εκρύωνα. Εζάρωσα εις την σπηλιά και είπα:</p> + +<p> — Έρμαις εληαίς!</p> + +<p>Και απόμεινα εκεί όπως με ηύρατε. Λίγο ακόμα, και θα τελείωνα με της +παληοεληαίς, Κολλήγα!</p> + +<p> — Μη της ξαναλές πλεια, Κολλήγα. Ας πάνε στο καλό. Είσαι όμως και +λίγο αράθυμος.</p> + +<p>Ο ποιμήν δεν ηθέλησε να τον αποκαλέση φιλάργυρον.</p> + +<p> — Κίνησες να πας, προσέθηκε, με τόσα χιόνια!</p> + +<p> — Λυπάται κανείς, υπέλαβεν ο γέρων.</p> + +<p> — Λυπάται κανείς! μα εγώ δεν έχω ψυχή; Πέτρα έχω 'γώ;</p> + +<p>Εκραύγασεν ολίγον ωργισμένος ο Κομποδήμος· και εκένωσεν άλλο ποτήριον, +σπογγίζων με την χείρα τους μύστακάς του κατόπιν, διότι είχε πληρωθή φαίνεται ο +στόμαχός του ο λαίμαργος και εχύνετο πλέον και απέξω το ευφρόσυνον ποτόν, το +οποίον έλαμπεν εν τω ποτηρίω εκεί εις την φλόγα της πυράς ως απόσταγμα +βυσσίνων.</p> + +<p> — Να σ' πω όμως, κολλήγα. Είμαι και ασφαλισμένος, Μη κυττάζης. Το +χειμαδιό είναι καταμεσής 'ς της κουκουναριαίς, γερό σαν σπίτι.</p> + +<p>Ας πέση όσο χιόνι θέλη· τα γίδια του κολλήγα σου θα χορεύουν τώρα γύρω 'ς τη +φωτιά, και ο γυιος μου θα παίζη το σουράβλι.</p> + +<p>Και είτα επανέλαβε πάλιν.</p> + +<p> — Να σ' πω. Να πάω να το φέρω;</p> + +<p>Και ηγέρθη ημιτρικλίζων ο ποιμήν.</p> + +<p> — Κάθησαι, κάθησαι, είπεν ο Μπάρμπα Σταύρος. Τώρα θα απολύση η +Εκκλησία.</p> + +<p>Ούτως ο Κομποδήμος υπήκουσε πάλιν και επανήλθεν, αφού είχε μεταβή εις το +μικρόν εγγύς δωμάτιον λέγων:</p> + +<p> — Ευωδιάζει το σκυλοφαωμένο!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Η Κρατήρα είχεν υπάγει εις την Εκκλησίαν. Ήσαν περασμένα τα μεσάνυκτα. Οι +κώδωνες του ναού και οι δύο είχον κρουσθή προ πολλού, σκληρώς πως +αντηχούντες επί της χιονισμένης κώμης. Ο Μπάρμπα-Σταύρος εν κακή καταστάσει +κομισθείς, ως είδομεν, αφού έτυχε τόσων θερμών περιποιήσεων εκ μέρους της +συζύγου του, ήτις ανατσουτσουρωμένη, φρικιώσα είδε να τον φέρουν τον +αγαπητόν της άνδρα υπό μάλης ως σακκί — εφρόντισαν όμως να προείπωσι προς +αυτήν το συμβάν, ίνα μη καταπλαγή — εκάθητο εντελώς καλά πλέον εγγύς της +πυράς, θερμαινόμενος και διηγούμενος το πάθημά του, ως άνθρωπος σωθείς από +θάνατον, και ευφραινόμενος να διηγήται την σωτηρίαν του, ως να ήθελε να +βεβαιωθή διά της επαναλήψεως, ότι αληθώς εσώθη. Όταν ήκουσε τους κώδωνας, +επόθησε να παραστή εις την ωραίαν ακολουθίαν των Χριστουγέννων, ν' ακούση +τους ωραίους ψαλμούς και να ευφρανθή μετά τόσην νηστείαν. Πλην εφοβήθη να +εκτεθή εκ νέου εις το υπερβολικόν ψύχος της νυκτός και εις τον παγετόν των +πλακών του ναού. Ουχ ήττον υπεχρέωσε την συζυγόν του να μεταβή αύτη, διότι +του εφαίνετο πολύ σκληρόν να λείψουν και οι δύο από την πανήγυριν.</p> + +<p> — Χρονιάρα μέρα! είπεν.</p> + +<p>Ο δε αγαθός ποιμήν δεν ηδύνατο πλέον να παραμερίση. Αφ' ης στιγμής εισήλθε +φέρων υπό μάλης τον γέροντα, κεκμηκώς και ασθμαίνων, δεν απεμακρύνθη, έως +ου τον είδεν άσπρον-άσπρον, ως εξαχθέντα εκ της χιόνος, να κάθηται εγγύς της +εστίας καπνίζων το γλυκύ τσιμπούκιόν του· και τότε λαβών την χιλιάρικην +εξεκουράζετο ο καϋμένος θερμαινόμενος και απ' έξω και από μέσα.</p> + +<p> — Ξέρ' 'ς τίποτα κολλήγα; ηρώτα ενίοτε.</p> + +<p>Κι' εκεί που ο γέρων διεσκέδαζε θεωρών τον καπνόν του τσιμπουκίου του, +έλεγεν ο ποιμήν:</p> + +<p> — Όποιος δεν πάει ς' την εκκλησιά, δεν θα φάγη γουρνόπουλα.</p> + +<p>Και μετ' ολίγον πάλιν έλεγε:</p> + +<p> — Νά, μόνον η κουμπάρα θα φάη.</p> + +<p>Τέλος του Μπάρμα-Σταύρου του ήλθε μικρός ύπνος. Αφού έπιε δύο τρία +τσιμπούκια, έρεγχε μακαρίως ο γέρων, ενώ η φλοξ εχαριεντίζετο παίζουσα και +αναλάμπουσα κεκινημένως επί του πραέος αυτού προσώπου. Ότε κρότος οξύτατος +ως να εκρούσθη ηχηρώς μέγα ταψίον, τον αφύπνισεν έντρομον τον Μπάρμπα- +Σταύρον διακόψας τρομακτικόν αυτού όνειρον.</p> + +<p> — Πιάστε με! εκραύγασεν ο Μπάρμπα-Σταύρος αναπηδήσας.</p> + +<p>Και περιέβλεπεν εαυτόν παραδόξως, θεωρών τα κατάλευκα φορέματά του και +τινάσσων αυτά ως να εξεχιονίζετο.</p> + +<p> — Χιόνι και να κάμνη τόσον κρότον!</p> + +<p>Ωνειρεύετο.</p> + +<p> — Τι είνε, κολλήγα; εκραύγασε και ο ποιμήν τότε, ημικοιμώμενος από +της ζάλης.</p> + +<p> — Μωρέ τουφεκιαίς πέφτουν! παρετήρησεν.</p> + +<p>Ο γέρων ήρχισε να γελά.</p> + +<p> — Αναστήσανε πλεια! είπεν ο ποιμήν.</p> + +<p>Κ' έτεινε την χείρα προς τον Μπάρμπα Σταύρον λέγων:</p> + +<p> — Χριστός ανέστη, Κολλήγα! Να το φέρω το γουρνόπουλο;</p> + +<p>Ο ταλαίπωρος εν τη μέθη του συνέχεε τα Χριστούγεννα με την Ανάστασιν.</p> + +<p>Την στιγμήν εκείνην εκρότησε και το κατσαμπίδι της θύρας· και εισήλθεν η +Κρατήρα, στολισμένη εορταστικώς και κρατούσα το αντίδωρον ευλαβώς εν τη +κλειστή δεξιά της.</p> + +<p>Επανήρχετο από την εκκλησίαν.</p> + +<p>Εκτύπησεν επί του πατώματος μετά προσοχής τους πόδας της εναλλάξ, όπως +καταπέσωσιν αι προσκεκολλημέναι επί των υποδημάτων της χιόνες· ετίναξεν +ωσαύτως και την άκραν γύρω-γύρω του φουστανίου και προχωρήσασα προς την +εστίαν.</p> + +<p> — Καλή χρονιά! είπε, χαιρετίζουσα ευφροσύνως, διπλήν αισθανομένη η +ταλαίπωρος την χαράν της μεγάλης ημέρας.</p> + +<p>Και έδωκεν εις τον σύζυγόν της το εν τη παλάμη φυλασσόμενον +αντίδωρον.</p> + +<p> — Αμ' εγώ ξέχασα κ' ήπια τσιμπούκι, Κρατήρα!</p> + +<p>Παρετήρησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος μετά θλίψεως, ήτις εφαίνετο ζωηρά εις το +πρόσωπόν του.</p> + +<p> — Τι να γείνη! επανέλαβεν. Ας είμεθα καλά του χρόνου!</p> + +<p> — Φέρε το 'δώ, διέκοψεν αποτόμως ο Κομποδήμος χασμώμενος, εγώ +είμαι νηστικός!</p> + +<p> — Ναι, παρετήρησε γελώσα η Κρατήρα, και ρίπτουσα λοξόν βλέμμα εις +την κενήν χιλιάρικην· σου έπεσε λίγο!</p> + +<p> — Όσο γι' αυτό, — ηθέλησε να είπη κάτι τι ο ποιμήν υποτραυλίζων.</p> + +<p> — Ας είνε, προσέθηκεν η Κρατήρα, και ετοποθέτησε το αντίδωρον υπό τι +ποτήριον ανάστροφα επί του αρχαίου της εστίας. Έκαμα εγώ πολλούς σταυρούς +για όλους σας. Καλή χρονιά σας! Εχάσατε όμως. Ήτανε πολύ ώμορφα. Δεν ξέρω +πού βρέθηκε με τέτοιο χειμώνα και ήρθε ο Χρήστος πούνε γραμματικός του +νεροδικείου εις την Αγία Άννα — χωρίον της Ευβοίας — κι' έψαλε το «χερουβικό» +και το «Μεγάλυνον ψυχή μου» πολύ ώμορφα. Αμ' να ιδήτε πάλιν και μια ταραχή. +Κρίμα τον καϋμένο! Στο τέλος 'ς 'ν απόλυσι, θέλησε ο κακόμοιρος να πάη πρώτος- +πρώτος να πάρη αντίδωρο, και του πάτησε μια βρισιά ο δήμαρχος, που τον έκαμε +τον κακόμοιρο απ' άσπρου.</p> + +<p> — Να σ' πω κουμπάρα. Κατάλαβες τίποτα; διέκοψεν αίφνης εγερθείς ο +ποιμήν.</p> + +<p> — Τι; ηρώτησεν η Κρατήρα.</p> + +<p> — Δεν κατάλαβες τίποτα ακόμα; Νά! Και ωσφραίνετο ηχηρώς ο +Κομποδήμος.</p> + +<p> — Ωχ!</p> + +<p>Τωόντι από της ανοικτής κλαβανής ανήρχετο από του κατωγείου ευώδης οσμή +ψητού· και μάλιστα ψητού χοιριδίου.</p> + +<p>Ενόμιζέ τις ότι η ευσεβής Κρατήρα, επανελθούσα από την θείαν λειτουργίαν +των Χριστουγέννων, εκόμισε μεθ' εαυτής και το χορταστικόν άρωμα της +κρεωφαγίας μετά την τεσσαρακονθήμερον νηστείαν.</p> + +<p> — Εγώ το κατάλαβα, Κρατήρα, είπε τέλος ο Μπάρμπα-Σταύρος, +οσφρανθείς και αυτός της ευωδίας του τρυφερού κρέατος. Τον κολλήγαν σας τον +έπιασε λίγο.</p> + +<p> — Χριστός και Παναγία! ανεκραύγασεν η Κρατήρα ακούσασα την +βαρείαν φράσιν.</p> + +<p> — Το κρασί, καλέ! διώρθωσεν αμέσως ο Μπάρμπα-Σταύρος. Στρώσε +λοιπόν το τραπέζι, Κρατήρα.</p> + +<p>Και προσατενίζων προς τον Κομποδήμον προσέθηκε:</p> + +<p> — Τώρα πλεια, κολλήγα, θα ιδούμε και το πεσκέσι σου. Ήταν τυχερό +βλέπεις να το φάμε μαζί.</p> + +<p> — Το βλέπεις και χωρίς να το ιδής, κολλήγα. Γέμισε όλο το σπίτι +μυρωδιά. Αχ! Να τρως και να λες νάχα και άλλο, κολλήγα· αξίζει αυτό όχι ένα +θήλιασμα, δέκα θηλιάσματα αξίζει.</p> + +<p>Είπεν ο Κομποδήμος ετοιμαζόμενος.</p> + +<p>Η Κρατήρα αφαιρέσασα τότε το τσόχινον μπαμπουκλί της και περιβληθείσα +μίαν λευκήν και χονδρήν φανέλλαν, καταβαίνουσαν μέχρι της οσφύος, ήρχισε να +παραθέτη την τράπεζαν εγγύς της πυράς επί του σοφά.</p> + +<p>Ανέπτυξε κατά πρώτον και έστρωσε μέγα τετράγωνον τραπεζομάνδηλον, έργον +των χειρών της, υφασμένον με κυανόλευκα λωρία στενά· παρέθηκε κατά σειράν +καθαρά λευκά πιάτα, μαχαίρια και πηρούνια και ποτήρια, την αλατιέρα, ένα μέγαν +λάζον ναυτικόν του Ποταμού διά τον διαμελισμόν του χοιριδίου· και έφερεν έν από +τα αφράτα ψωμία της εορτής και φιάλην εκλεκτού οίνου μοσχάτου. Ο Μπάρμπα +Σταύρος ήρχισε να κόπτη φέταις μετά προσοχής, τοποθετηθείς εγγύς της τραπέζης, +προς ην κατέναντι επλησίασε και εκάθησεν ο Κομποδήμος με ημικλείστους τους +οφθαλμούς του, έχων ανάγκην ύπνου μάλλον ή τροφής· η δε Κρατήρα απήλθεν εις +το εγγύς μικρόν δωμάτιον, όπου είχεν εξασφαλίσει αφ' εσπέρας το χοιρίδιον, μόλις +το είχε φέρει η φουρνάρισσα, ως είδομεν.</p> + +<p> — Να σ' πω, κολλήγα, παρετήρησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος. Είπα να το +κρατήσω για 'μπρός, αλλά πάλιν είπα: ο κολλήγας θα μας φέρη άλλο· τι βγήκε!</p> + +<p> — Ακούς εκεί! παρετήρησεν ο ποιμήν. Ο κολλήγας μου νάναι καλά και +τα θηλιάσματά του· και γουρνόπουλα όσα θέλεις.</p> + +<p>Αλλ' ιδού αίφνης· επανέρχεται η Κρατήρα εντροπαλή, κατακόκκινη, κομίζουσα +κενόν το γανωμένον ταψίον.</p> + +<p> — Χορατεύετε, θαπώ!</p> + +<p>Παρετήρησεν αποθέτουσα το κενόν ταψίον επί της τραπέζης· και +προσέθηκεν:</p> + +<p> — Εσείς το φάγατε και με γελάτε!</p> + +<p> — Ο Μπάρμπα Σταύρος ανεπήδησεν επάνω κατάλευκος, κρατών εις +χείρας το τσιμπούκιόν του ως εάν επρόκειτο να δείρη τους γάτους του όπου ήσαν +λαίμαργοι πολύ και κακομαθημένοι.</p> + +<p> — Καλή χρονιά σας! επανέλαβεν η Κρατήρα ειρωνικώς και +λυπημένη.</p> + +<p>Ο Κομποδήμος ιδών κενόν το παρατεθέν ταψίον με ολίγην παγωμένην ακόμη +σάλτσα, τώρα συνήλθεν από της μέθης, ξεζαλισθείς ολίγον.</p> + +<p> — Το πήρε η οργή, κολλήγα, ανεφώνησεν. Θα μας το άρπαξαν οι γάτοι· +γιατί, όταν επήγα προτήτερα να το φέρω, δεν με άφησες; τους είδα κ' εφύλατταν +απόξω καραούλι, ο ένας από 'δω και ο άλλος από 'κεί από την πόρτα.</p> + +<p> — Μήπως άφησες ανοικτή την πόρτα, κολλήγα;</p> + +<p> — Δε θυμάμαι, να σ' πω!</p> + +<p>Και ερωτών την Κρατήραν λέγει:</p> + +<p> — Πού το ηύρες το ταψί, κουμπάρα;</p> + +<p> — Κάτω ς' τα σανίδια πεταγμένο ανάποδα.</p> + +<p> — Ωχ μωρέ τα σκυλόγατα! είπεν ο ποιμήν.</p> + +<p> — Κρίμα ς' το γουρνόπουλο! εφώνησεν ο Μπάρμπα Σταύρος +τεθλιμμένος και κρατών το τσιμπούκιον επροχώρησεν ολίγα βήματα ως να μη +επίστευεν, αν και έβλεπε το ταψίον το κενόν, και ήθελε να ίδη την θέσιν όπου +έκειτο.</p> + +<p>Και προχωρών κατήλθε διά της κλαβανής εις το κατώγειον οπόθεν ανήρχετο η +ευωδία.</p> + +<p>Η Κρατήρα απέμεινε μ' εσταυρωμένας τας χείρας, ο δε Κομποδήμος βλέπων το +ταψίον εψιθύρισε:</p> + +<p> — Δεν τώπερνα εγώ προτήτερα!</p> + +<p>Μετ' ολίγον ηκούσθησαν κτύποι πυκνοί από του κατωγείου ως να εκρούετο +ραβδίον επί του δαπέδου και συγχρόνως φωναί:</p> + +<p> — Νά! Νά! Νά!</p> + +<p>Ο Κομποδήμος κατήλθε τότε παραπατών εις το κατώγειον. Κατόπιν +ηκολούθησε και η Κρατήρα.</p> + +<p>Οι κτύποι και αι φωναί επανελήφθησαν.</p> + +<p> — Νά! Νά! Νά!</p> + +<p>Και μετά μικρόν επανήλθεν ο Μπάρμπα Σταύρος ωχρός από της οργής, κρατών +εις χείρας τεθραυσμένον το τσιμπούκιον και ψελλίζων:</p> + +<p> — Κρίμα ς' το γουρουνόπουλο!</p> + +<p>Κατόπιν του ανέβη ο Κομποδήμος έχων εις χείρας του την κεφαλήν του +χοιριδίου με ροδισμένον εδώ κ' εκεί το τρυφερόν δέρμα και λέγων:</p> + +<p> — Μπρε τα παληόγατα!</p> + +<p>Η Κρατήρα ωχρά πλέον και αυτή, δεν εγνώριζεν εις ποίον να ρίψη το +πταίσιμον.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Τωόντι όταν ηκούσθη ο κρότος εκείνος ο οξύς ον ο Κομποδήμος εξέλαβεν ως +τουφεκιάν ο δε Μπάρμπα-Σταύρος ως κρότον πιπτούσης χιόνος, εάν εξήρχετο +κανείς θα συνήντα τους δύο γάτους, οι οποίοι αφ' εσπέρας παραφυλάσσοντες ως +φρουροί ακοίμητοι προ της θύρας του δωματίου, εν ώ είχεν εναποτεθή το +χοιρίδιον, ευρόντες ανοικτήν την θύραν, αφεθείσαν ούτως υπό του Κομποδήμου, +εισήλθον κρυφά-κρυφά και παρέλαβον το ξεροψημένον χοιρίδιον ως δύο καλοί +λωποδύται, κρατούντες αυτό εύμορφα ο μεν από τους προσθίους πόδας ο δε από +τους οπισθίους, και κατήλθον από της κλαβανής εις το κατώγειον, εν ώ όπισθέν +των αντήχει οξέως το καταρριφθέν ταψίον. Εκεί κάτω τους εύρεν ο Μπάρμπα- +Σταύρος και τους δύο λαιμάργως καταπίνοντας δι' αγρίων βρυγών τας τρυφεράς +του ωραίου χοιριδίου σάρκας, ων η ευωδία επλήρου τον οίκον όλον, ως είδομεν. +Είχον αποτελειώσει πλέον το γεύμα των καταπιόντες και τα τρυφερά οστάρια, και +μόνον την κεφαλήν ως μεζέν αφήσαντες τελευταίαν, ότε ο Μπάρμπα Σταύρος +πλήρης οργής θέλων να τους κτυπήση έθραυσεν επί του ξηρού εδάφους του +κατωγείου το ωραίον τσιμπούκιόν του, διότι οι γάτοι μόλις είδον αυτόν επήδησαν +ταχείς ως πτερωτοί εις το ανοικτόν υπέρθυρον της θύρας του κατωγείου, εκύτταξαν +μια τον γέροντα αγρίως κινούντες τους μύστακάς των, και εγένοντο άφαντοι, +καταλιπόντες μόνον την κεφαλήν, ψητόν λείψανον του βασιλικού γεύματός +των.</p> + +<p> — Τις έπταιε!</p> + +<p>Διελογίζετο ο Μπάρμπα-Σταύρος, ου η όρεξις, αναμένοντος τόσας ώρας την +πλουσίαν και ορεκτικήν τράπεζαν μετά τόσα παθήματα και τόσην νηστείαν, είχε +καταντήσει εις οργήν και λύπην.</p> + +<p> — Ο Κομποδήμος έπταιε μόνος, ή και η ευλαβής Κρατήρα; Ή μήπως +έπταιε περισσότερον όλων ο Μπάρμπα-Σταύρος, αλλ' εντρέπετο και να το σκεφθή +τώρα;</p> + +<p>Το αληθές είνε ότι τας αμαρτίαις όλων φορτώνεται ο πταίων τελευταίος.</p> + +<p>Ούτος δε ήτο ο ποιμήν όστις είχεν αφήσει ανοικτήν την θύραν του μικρού +δωματίου.</p> + +<p>Αλλά τι δικαίωμα είχον να οργισθώσι πλέον κατά του ταλαιπώρου ποιμένος, +όστις τόσα υπέστη αυτήν την νύκτα και την προηγουμένην ημέραν, όστις τον +έσωσε σχεδόν τον Μπάρμπα-Σταύρον, διότι αυτός είχε κοπιάσει προς τούτο, και +όστις τέλος πάντων ως Χριστουγεννιάτικον δώρον είχε προσφέρει το γαλακτώδες +χοιρίδιον.</p> + +<p>Διά τούτο ο Μπάρμπα-Σταύρος πληρώσας το ποτήριον του ποιμένος οίνου +εκλεκτού, πληρώσας και άλλο ιδικόν του, ίνα διά του ηδέος ποτού ωθήση προς τον +παμφάγον στόμαχον την εκχειλίζουσαν οργήν του, εκραύγασε μετά ψυχρότητος +μεν γελών, πλην γελών όμως:</p> + +<p> — Καλή χρονιά, κολλήγα, εσύ νάσαι καλά και τα θηλιάσματα, και +γουρνόπουλα όσα θέλεις έχουμε.</p> + +<p>Και θεωρών την σύζυγόν του προσέθηκεν ο γέρων:</p> + +<p> — Κι' άλλη φορά, κυρά Κρατήρα, τα παιδιά σου να τ' αναθρέψης +καλλίτερα.</p> + +<p> — Ναι! τώρα είπες καλά, εκραύγασε και ο ποιμήν. Και κρατών την +ευωδιάζουσαν κεφαλήν του χοιριδίου εστρώθη οκλάδην παρά την τράπεζαν γελών +και λέγων:</p> + +<p> — Εσείς δεν θα τρώτε τώρα από το γατοφαγωμένο. Και ήρχισε να +τρώγη, εν ώ οι δυο σύζυγοι μη έχοντες άλλο τι έφαγον άρτον και τυρίον απλούν, +διότι εν τη φιλαργυρία του ο Μπάρμπα-Σταύρος δεν είχε προμηθευθή ολίγον κρέας +διά να κάμουν σούπαν. Και λησμονήσας την χαράν της σωτηρίας του από την +φιλαργυρίαν του προσεπάθει άνευ ορέξεως να ωθήση προς τον λάρυγγά του το +ψυχρόν τυρίον, επαναλαμβάνων ενίοτε μετά στεναγμών ως επιτάφιον εγκώμιον, +αισθανόμενος εγγύς του το άρρητον άρωμα του χοιριδίου:</p> + +<p> — Κρίμα 'ς το γουρνόπουλο!</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΟΣΚΡΕΣ<br /> +(1900)</h4> + +<p> +<br /> +Από πόσον καιρόν, δεν ενθυμείτο, το αληθές όμως είναι ότι από τότε οπού +εγνώρισε τον Καπετάνιον, ο κυρ-Μιχάλης ο Μαυριδερός, ο οινοπώλης, είχε ν' +ακούση το «Χριστός ανέστη» εις την ενορίαν του την νύκτα της Αναστάσεως, και ν' +ανάψη την λαμπάδα του από το άγιον φως του Παπά-Χρήστου, του κωφού, όταν +θα εξήρχετο κατενώπιον της αγίας Πύλης, βαστάζων δέσμην λαμπάδων, +αναμμένων από την κανδήλαν της αγίας Τραπέζης, και ψάλλων με την βροντώδη +φωνήν του: «Δεύτε λάβετε φως!»</p> + +<p>Διά τούτο η κυρά-Μιχάλαινα, η γυναίκα του, μία γυναίκα κοντή και χονδρή, ως +τα κοντόχονδρα βαρέλια του οινοπωλείου, ήτο καταχαρουμένη όλην την ημέραν +του μεγάλου Σαββάτου. Το έτος εκείνο θα επήγαινε και αυτή, σαν νοικοκυρά, μαζί +με τον κυρ-Μιχάλην, τον άνδρα της, εις την ενορίαν της, σαν αγαπημένον +ανδρόγυνον, εις τον ναόν του αγίου Δημητρίου, εις του Ψυρή, με καλά της +φορέματα, με μίαν μεγάλην άσπρην λαμπάδα, καμαρώνουσα τον άνδρα της τον +κυρ- Μιχάλην, πενηντάρην και πλέον, πρόσωπον πολιόν, στενόν και μακρόν, μ' ένα +μαύρο καρυδοειδές, εξοχήν σαρκός, εν μέσω του μετώπου, εν είδει +στέμματος.</p> + +<p>Δεν επήγαινεν ο κυρ-Μιχάλης, δεν επήγαινε και η κυρά-Μιχάλαινα εις την +ενορίαν της. Πώς να υπάγη μόνη, οπού ήτο γνωστή εις την γειτονιάν, οπού είχε +φιλίαν με τον Παπά-Χρήστον, γιατί του έστελνε κάθε Σαββατοκύριακο πρόσφορα +και νάμα, οπού ήθελε να ίσταται εξαιρετικώς, μόνη αύτη εκ των γυναικών, δεξιά, +παρά την θαυματουργόν εικόνα των αγίων μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας, και να +δίδη συχνά, κατά την διάρκειαν της θείας λειτουργίας κηρία εις τον παπά-Χρήστον, +να τα ανάπτη εις την αγίαν Προσκομιδήν.</p> + +<p>Δεν επήγαινεν ο κυρ-Μιχάλης την Ανάστασιν εις την ενορίαν των, δεν επήγαινε +και η κυρά-Μιχάλαινα· αλλ' ηναγκάζετο, την ιεράν και φωτοφόρον Νύκτα, να +μεταβαίνη μακράν, πολύ μακράν, αγνώριστος, εις τον άγιον Αθανάσιον, εις την +Πέτραν.</p> + +<p>Διά τούτο το έτος εκείνο ήτο καταχαρούμενη. Έβαψε τα κόκκινα αυγά την +μεγάλην Πέμπτην, εκατόν τριάκοντα περίπου, εζύμωσε δε το μέγα Σάββατον τας +αυγοκουλούρας και δύο μεγάλα πρόσφορα, αναγγείλασα εις τον Παπά-Χρήστον +νάχη τον νουν του, να προσκομίση από τα δικά της πρόσφορα.</p> + +<p> — Δεν είνε η δουλειά, παιδί μου, οπού εμποδίζει τον κυρ-Μιχάλη να +πάγη στην Ανάστασιν, έλεγεν η κυρά-Μιχάλαινα προς μίαν κοσμοκαλογραίαν φίλην +της, τακτικά επισκεπτομένην το βαθύ του οινοπωλείου των υπόγειον, ίνα λαμβάνη +ελέη, πινάκιον φάβας, την οποίαν έβραζε δεξιώτατα η κυρά-Μιχάλαινα κ' επώλει +καθ' όλην την αγίαν τεσσαρακοστήν, και βαύκαλιν ρητινίτου, για να στυλόνη ολίγον +την καρδίαν της, η κακομοίρα η κοσμοκαλογραία, οπού εβάστα ενάτην +καθεκάστην, και τρία τρίμερα, και έκαμνεν αναρίθμηταις μετάνοιαις όλην την +αγίαν Τεσσαρακοστήν. Και επήγε την ώραν εκείνην να πάρη ολίγον φρέσκο κρασί, +να το έχη διά το πασχαλινόν της πρόγευμα, οπού ήτο . . πολύ στομαχικόν και +ευωδίαζε πεύκον, καθώς έλεγε, και ήτο πολύ στυλωτικόν, δι' αυτήν οπού είχε +τόσον αδυνατισμένο στομάχι.</p> + +<p> — Είπα κ' εγώ, τέκνον μου, απήντησεν η κοσμοκαλογραία. Γιατί τότες, +μαθές, σαν αποκόβεται από τη δουλειά, είνε, μαθές, μεγάλη αμαρτία. Οι κανόνες +λένε, τέκνον μου, από την Μεγάλην Πέμπτην να παύουν οι Χριστιανοί από την +εργασίαν και να συντρέχουν εις τας εκκλησίας.</p> + +<p> — Πού τ' ακούνε αυτά τώρα, παιδί μου! Εδώ τους βγάζει αστυνομία, +παιδί μου, από της ταβέρναις με την μπαγιονέτα. Πού ακούσθηκε με την +μπαγιονέτα να πηγαίνουν οι Χριστιανοί στην εκκλησίαν, στον Παράδεισον! . . .</p> + +<p>Η κυρά-Μιχάλαινα πολυλογού γυναίκα, επήρε δρόμο, και η κοσμοκαλογραία, +αποκαμωμένη από το τελευταίον τρίμερον, έλαβε την βαύκαλιν του ρητινίτου, και +ηθέλησε να απέλθη, ευχηθείσα εις την ελεούσαν οικοκυράν «καλήν Ανάστασιν». +Αλλ' η κυρά-Μιχάλαινα την εσταμάτησε.</p> + +<p> — Δεν είνε, που λες, παιδί μου, η δουλειά οπού τον εμποδίζει τον κυρ- +Μιχάλην να πηγαίνη εις την Ανάστασιν, γιατί, καθώς σου είπα, η αστυνομία, άμα +νυχτώση το μέγα Σάββατον, μας κλείνει. Είνε άλλο το εμπόδιο. Είνε ο Καπετάνιος, +οπού λες . . .</p> + +<p> — Ποιος καπετάνιος; ηρώτησεν η κοσμοκαλογραία.</p> + +<p> — Θα σου πω κατόπιν, τα Λαμπρόγιορτα. Μα τώρα εφέτος, δεν είνε +στην Αθήνα. Τον στείλανε της προάλλαις αποσπασματάρχη για της εκλογαίς και δεν +γύρισε ακόμα. Μα να σου πω, παιδί μου, αγυρισιά του να γένη! . . .</p> + +<p> — Πω! Πω! τέκνον μου! τέτοια μέρα! Ημέρα που ο ληστής σχωρέθηκε! . +. . Πω! πω! τέκνον μου . . .</p> + +<p> — Του σήκωσε τα μυαλά, παιδί μου, του άναψε το κεφάλι και δεν +κυττάζει την δουλειά του!</p> + +<p>Η κοσμοκαλογραία, τρικλίζουσα από την νηστείαν, βιαζομένη δε να ετοιμασθή, +ως καλογραία οπού ήτο, διά την Ανάστασιν, δεν είχε καρδίαν ν' αρχίση μακράν +ίσως εξομολόγησιν· ευχαριστήθη από την αναβολήν και απήλθεν επιλέγουσα και +αυτή με προθυμίαν:</p> + +<p> — Τα Λαμπρόγιορτα τα λέμε, τα Λαμπρόγιορτα.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Εβράδυασε πλέον. Άνωθεν από τινος ανοικτού φεγγίτου κατήρχετο εις το βαθύ +εκείνο υπόγειον η λάμψις φανού τινος, ως ακτινοβολία άστρου χρυσού εκ των +αιθέρων, και συνάμα βοή συγκεχυμένη και αλαλαγμός, θόρυβος κόσμου, +πλημμυρούντος εκείνην την ώραν την εγγύς κεντρικήν της πόλεως αγοράν, ον +διέκοπτον κατά διαλείμματα οξύταται ως βουνού άγριαι φωναί ποιμένων:</p> + +<p> — Αρνιακά για πούλημα!</p> + +<p> — Αρνιά για σφάξιμο!</p> + +<p>Ενίοτε δε ηκούοντο και πυκνά-πυκνά βελάσματα αμνών, εισκομιθέντων των +ποιμνίων καθ' εκατοντάδας εις την προ του Βαρβακείου πλατείαν.</p> + +<p>Η κυρά-Μιχάλαινα, αποπλύνασα τα δοχεία, εντός των οποίων έβραζε καθ' όλην +την αγίαν τεσσαρακοστήν την φάβαν, ετοποθέτησεν αυτά καθαρά εις την θέσιν +των, κ' εβοήθει τον κυρ-Μιχάλην εις την καθαριότητα του καταστήματος όλου. +Έπειτα — η νυξ είχε προχωρήσει — ενδυθείσα — εκεί εντός κατώκει το ειρηνικόν +ανδρόγυνον επί δύο ακρινών, σκοτεινών και υγρών δωματίων — εκάθησεν επί +τινος σκαμνίου, πλησίον ενός κοντού και χονδρού βαρελίου.</p> + +<p>Ο κυρ-Μιχάλης, αφού αφήρεσε πλέον από τας προθήκας του κάτω τα +νηστίσιμα κ' έθεσε μέσα εις λευκάς πιατέλας κόκκινα αυγά και τυρί, και άλλα όψα +πασχαλινά, όλο κι' έφερνε γύρω ακόμη κάτι τι τακτοποιών, κάτι τι διορθόνων, αλλά +σύννους και μελαγχολικός ωσάν να διελογίζετο απόντα φίλον του, ταξειδεύοντα +συγγενή του. Μία λάμπα αναμμένη εν μέσω, από του θόλου, εφώτιζε το +βαθύτατον εκείνο υπόγειον με λάμψεις θαμβάς, κιτρινωπάς λάμψεις, λάμψεις +νεκρικής κρύπτης.</p> + +<p>Θολόστεγον το μαγαζί του κυρ-Μιχάλη. Με αψίδας, με καμάρας Βυζαντινάς, με +κολώνας Βυζαντινάς, με κεφαλοκόλωνα Βυζαντινών ναών. Αυτό τούτο λείψανον +Βυζαντινής Μονής. Ίσως το δοχείον Κοινοβίου αρχαίου, ίσως το μαγειρείον του, +ίσως η τράπεζά του. Με διαδρόμους πλακοστρώτους με μελαψάς πλάκας. Με +τοίχους καπνισμένους. Μεσαιωνικόν κτίριον. Μετόχιον της Πεντέλης, το μαγαζί του +κυρ-Μιχάλη, κατέναντι του αγίου Δημητρίου εις του Ψυρή, ενοικιάζετο πολυετώς +από τον καλοπληρωτήν και ειρηνικόν κυρ- Μιχάλην.</p> + +<p>Και ήτο διά την δουλειάν του μάννα, κατά την κοινήν φράσιν. Αιωνία υγρασία +εβασίλευεν εκεί κάτω εις τας αραχνιασμένας εκείνας στοάς, υπό τας οποίας ήτο η +στίβα των οινοβαρελίων ψυχρά, παγωμένη. Τελευταίον το εμυρίσθησαν και άλλοι +οινοπώλαι· και κατά την τελευταίαν δημοπρασίαν παρ' ολίγον να το αφαιρέσουν +από τον κυρ- Μιχάλην, αυξήσαντες το ενοίκιον κατά ικανάς εκατοντάδας δραχμών. +Αλλ' ο Καπετάνιος ιδών συλλογισμένον τον φίλον του οινοπώλην ηρώτησε την +αιτίαν, και του είπεν αμέσως:</p> + +<p> — Μη φοβάσαι, κυρ-Μιχάλη. Ο Καπετάνιος είνε εδώ! . . .</p> + +<p>Και επλήρωσε το επισπρόσθετον ενοίκιον.</p> + +<p style='text-align: center;'>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p> + +<p> — Ο καϋμένος ο Καπετάνιος! Καλή του ώρα! Ανεστέναξε ο κυρ-Μιχάλης +αποπερατώσας πλέον πάσαν εργασίαν. Σε ποιο κλαρί τάχα να πασχάση! . . .</p> + +<p>Επλησίαζεν η ώρα της Αναστάσεως.</p> + +<p>Ακόμη ολίγον και θα εσήμαινον οι κώδωνες των ναών. Ήδη κατήρχοντο από του +φεγγίτου κάτω κρότοι βηματισμών ανθρώπων μεταβαινόντων από τας ενορίας +βιαστικά εις την Μητρόπολιν, συνοδευόμενοι μ' εκρηκτικούς κρότους +πυροτεχνημάτων και φωνάς ηχηράς παιδιών, προληπτικώς ημιψαλλόντων το +Χριστός Ανέστη, ενώ ο Καλόγηρος, ο νεωκόρος του Αγίου Δημητρίου, συνεζήτει +θορυβωδώς μετά τινων γραιών περί της ώρας, οπού ανασταίνουν οι Αρμένιοι, κ' +έφθανον εις το υπόγειον οι ασυνάρτητοι βραχνοί λόγοι του.</p> + +<p> — Ας πάνε 'ς την ευχή του Χριστού! . . .</p> + +<p>Αυτήν την ώραν εκλείοντο πάντοτε αι δύο των εις το βαθύ εκείνο και σκοτεινόν +υπόγειον, ο κυρ-Μιχάλης και ο Καπετάνιος . . . — ανελογίζετο τα παρελθόντα +λυπημένος ολίγον ο κυρ Μιχάλης, ενδυόμενος πλέον να μεταβή εις την εκκλησίαν +της ενορίας του ύστερον από τόσα χρόνια. Εκεί εκάθηντο, εκεί εις εκείνο το +ορθογώνιον μάρμαρον, οπού ήτο εκεί εν μέσω εν σχήματι επιταφίου πλακός, με +γραφάς δυσδιακρίτους Βυζαντινών χαρακτήρων, με αναγλύπτους σταυρούς και +λαμπάδας, όπερ ως τράπεζαν ιδιαιτέραν διά τους στενούς του φίλους, +μετεχειρίζετο ο κυρ-Μιχάλης . . . ολίγαις εληαίς ή άλλο τι ορεκτικόν νηστίσιμον, και +δύο ποτήρια κρασί ήσαν επί της πρωτοτύπου και μυστηριώδους αυτής τραπέζης. Ο +Καπετάνιος από το ένα μέρος πολιός, ξηρός, οστεώδης, με φαγωμένον τον ήμισυν +μύστακα από τριχοφάγον, είποτε ονειρευόμενος πολέμους και μάχας, και +αναμένων πάντοτε γενικήν των λαών σύρραξιν. Βλέπων δε άλλοτε μεν προς τους +σκοτεινούς θόλους επάνω, οπόθεν, από ένα φεγγίτην μόνον κατήρχετο ολίγον φως +ηλίου την ημέραν και ολιγώτερον φως αστέρων την νύκτα, διηγείτο εν ευγλωττία +ακατασχέτω, με ενθουσιώδεις πολλάκις αναπάλσεις της φωνής του, με +κραδασμούς του λάρυγγος θεωριών εν οπτασίαις, με οξυλάλους τιναγμούς της +σπάθης του, τώρα εν τη ρύμη των λόγων του δακρύων, και τώρα αίφνης μειδιών, +εν μυστική ψυχής ευφροσύνη, διηγείτο μυστηριώδη και παράδοξα με ένα +ενθουσιασμόν προφητικόν.</p> + +<p>Ο κυρ-Μιχάλης πάλιν κατέναντί του με το πλατύ και μακρόν πρόσωπόν του, +ασκεπής, ανασκουμπωμένος, ως μάγειρος οπού ήτο, με την ποδιάν του ακόμη, +ήκουεν αφηρημένος, ακίνητος, δέσμιος, θαρρείς, μαγνητισμένος, θαρρείς, +ακολουθών άπνους Έκτωρ το αιθέριον άρμα του Καπετάνιου. Αι λαμπάδες και των +δύο έκειντο εκεί, κάτασπροι, επί της επιταφίου εκείνης πλακός, ενώ τα ποτήρια +συνεχώς επληρούντο. Ο Καπετάνιος όσον παρήρχετο η νυξ και επλησίαζεν η ώρα +της Αναστάσεως τόσον και εζαλίζετο από τα ποτήρια του ρητινίτου και από τον +αφάνταστον ενθουσιασμόν του, ότε, αφού πλέον είχε κλείση την θύραν του +οιναπωλείου του ο κυρ-Μιχάλης, και ήτο απόλυτος ησυχία εις τα βάθη εκείνα κάτω +του υπογείου, οιστρηλατούμενος πλέον ο μυστηριώδης εκείνος πολέμαρχος και +μέγας ονειροπόλος, συνελάμβανεν ακράτητος τον άκακον εκείνον συνομιλητήν +του, και ωδήγει αυτόν επτοημένον εις ένα επικόν πόλεμον, του οποίου η τελευταία +μάχη θα εδίδετο μέσα εις τας πλατείας της Πόλεως τόσον αιματηρά και τόσον +καταστρεπτική, ώστε να πλεύση το μοσχάρι εις το αίμα, της οποίας το τέλος θα +εκήρυττεν η ανάστασις του κοιμωμένου βασιλέως. Και όταν πλέον εγλυκολάλουν +επάνω εις τον κόσμον οι κώδωνες των ναών, και από τον φεγγίτην έλαμπον φαεινά +τα φώτα της Αναστάσεως, εις μάτην προσεπάθει τότε να εγερθή ο κυρ- Μιχάλης, ν' +ακούση και αυτός το Χριστός Ανέστη εις τον γειτονικόν του ναόν, ν' ανάψη και +αυτός την λαμπάδα του. Εις τας οινοδαρείς θεωρίας του τότε, υπελάμβανε τον +Καπετάνιον ως τον παμφάγον Άδην, και εαυτόν ως ένα δέσμιον προαιώνιον +νεκρόν, ον μόνον αυτόν, δεν ανέστησε, κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος, μετά των +τόσων άλλων αναστάντων τότε.</p> + +<p> — Μα δεν ακούσατε της καμπάναις; ηρώτα η κυρά-Μιχάλαινα +επιστρέφουσα από τον Άγιον Αθανάσιον, από την Πέτραν, με την λαμπάδα της +Αναστάσεως αναμμένη, και καταβαίνουσα εις το υπόγειον, αφού πρώτον, +εσημείωνε διά του καπνού του κηρίου της τρεις σταυρούς επί του τοιχώματος της +θύρας του υπογείου. Μα δεν ακούσατε της τρακατρούκαις!</p> + +<p> — Πώς είπαταν, κυρά-Μιχάλαινα; Ηρώτα τότε ο Καπετάνιος, ου το +πολιόν και ξηρόν πρόσωπον λαμπρώς κατηυγάζετο από την θείαν ανταύγειαν του +φωτός της Αναστάσεως.</p> + +<p>Και προσφέρων κόκκινον αυγόν πάραυτα εις την κυρά-Μιχάλαιναν, από τα +παρακείμενα εκεί, την προσεκάλει να τσιγκρίσουν, αναφωνών ρωσσιστί:</p> + +<p> — Χριστός βοσκρές!</p> + +<p>Τότε και ο κυρ-Μιχάλης, εχαιρέτιζε και αυτός δι' εφθαρμένων λατινικών.</p> + +<p> — Ντόμινους μπαμπίσκους! (<span style='font-size: small;'><a +href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>)</p> + +<p style='text-align: center;'>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p> + +<p>Αυτά ανεμιμνήσκετο τώρα ο κυρ-Μιχάλης. καθ' ην ώραν ενεδύετο.</p> + +<p>Αλλ' η κυρά-Μιχάλαινα διελογίζετο άλλα. Έβλεπεν ότι, αφότου εγνωρίσθη ο +σύζυγός της με τον Καπετάνιον, ήρχισε να παραμελή την εργασίαν του. Αληθώς ο +κυρ-Μιχάλης, φίλεργος και δραστήριος άνθρωπος πρότερον, εξ εκείνων, οπού +ξεύρουν την δουλειάν των, αφότου, γοητευθείς από τας διηγήσεις του Καπετάνιου, +ήρχισε να ονειροπολή την Επτάλοφον με τους ναούς της και τα αγιάσματα, +παρημέλει το έργον του, ονειρευόμενος ότι ταχέως θα ήνοιγεν ένα μαγαζάκι απ' +έξω από την Αγίαν Σοφίαν. Αντί δε να φροντίζη περί των αναγκών του έργου του, +άφινε την κυρά-Μιχάλαινα να διευθύνη, αυτός δε, εν απουσία του Καπετάνιου, +λαμβάνων το χρυσοδεμένον απόκρυφον βιβλίον του, ενετρύφα μόνος του, +αναγινώσκων. Το βιβλίον τούτο επωνομάζετο «Συλλογή διαφόρων προρρήσεων» +και περιείχε παραδοξότατα κεφάλαια. Τεμάχια εκ της Αποκαλύψεως, τας θεωρίας +του αγίου Μεθοδίου, τους χρησμούς Λέοντος του σοφού, άλλους χρησμούς +Στεφάνου του Αλεξανδρέως και την περίφημον οπτασίαν του Αγαθαγγέλου, όλα +ταύτα περιστρεφόμενα περί την κοινώς διαδεδομένην παράδοσιν περί του Αγίου +Βασιλέως, του κοιμωμένου εις τα υπόγεια της Αγίας Σοφίας, όλα αυτά γραμμένα +εις δυσκαταλήπτους και αινιγματώδεις στίχους.</p> + +<p>Η κυρά-Μιχάλαινα πολλάκις απεφάσισε να διαλύση αποτόμως τας σχέσεις +εκείνας του συζύγου της με τον Καπετάνιον, αλλά καθώς ήτο αναβλητικού +χαρακτήρος, έδιδε τόπον τη οργή. Άλλως και ωφελείτο, διότι ο Καπετάνιος +πολλάκις επλήρωνε το ενοίκιον του αρχαίου εκείνου υπογείου, οσάκις έβλεπε +στενοχωρημένον τον κυρ-Μιχάλην. Εφοβείτο όμως ότι κακόν γήρας θα +επερνούσεν, αν εξηκολούθει τας αναβολάς της. Πλην δεν είχεν εισέτι ανακαλύψει +το μέσον, διά του οποίου θα απεμάκρυνε τον Καπετάνιον, χωρίς να κινδυνεύση να +χάση την τόσον καλήν προστασίαν του. Υπόνοιαν είχε συλλάβει ότι ο Καπετάνιος, +άνθρωπος ιδιόρρυθυμος, ησθάνετο μεγάλην ψυχικήν ανακούφισιν να +διανυκτερεύη εν τω Βυζαντινώ υπογείω των, ιδίως την νύκτα του Μεγάλου +Σαββάτου. Από τινας ασυναρτήτους ομιλίας του υπέκλεψεν η κυρά-Μιχάλαινα +μίαν πειστικήν υποψία και διελογίζετο ότι, αν επωλείτο το σεσαθρωμένον εκείνο +οικοδόμημα, ίνα κρημνισθή και ανακτισθή με την νέαν αρχιτεκτονικήν, ίσως ο κυρ- +Μιχάλης να επανεύρισκεν αλλαχού την πρώτην του φιλεργίαν, και ίσως μέσα εις τα +χαλάσματα εκείνα να εθάπτοντο και οι χρησμοί του Καπετάνιου, και να ησύχαζε κ' +εκείνος από τας τόσον διεγερτικάς του φαντασίας.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Τέλος ήρχισαν να σημαίνωσιν οι κώδωνες των ναών, κατά διαταγήν της ιεράς +Μητροπόλεως εκείνο το έτος όλοι ομού εν ηδυμόλπω αρμονία διαλαλούντες τα +εκφαντορικόν της Αναστάσεως κήρυγμα εις την ορθοδοξούσαν των Αθηνών πόλιν, +όπερ εγένετο αιτία, το πάλαι, να σαρκασθή εν αυτή ο μέγας των Εθνών Απόστολος. +Και πού να ήξευραν οι ευγενείς και εύμουσοι εκείνοι αστοί ότι η πόλις των, η λευκή +από των ειδωλικών μαρμάρων, η τόσον ευσεβούσα τοις ξοάνοις, ώστε και +αγνώστω θεώ βωμόν να συντηρή, έμελλε διά του κηρύγματος εκείνου του +ενθεαστικού ν' ανακτισθή, διά των αιμάτων των τέκνων της, λευκή πάλιν και όλη +πεντελησία, αλλ' ουχί πλέον ανά ένα βωμόν έχουσα δι' έκαστον εκ των ψευδών +εκείνων θεών, αλλά πολλούς ωραίους ναούς δόξαν του Ενός και Μόνου εν Τριάδι +Θεού . . .</p> + +<p>Η καρδία του κυρ-Μιχάλη επληρώθη κατανύξεως. Πρώτην φοράν ευρέθη +νήφων κατά την φωτολαμπή της Αναστάσεως νύκτα. Και ως ήτο μελαγχολικός από +την απουσίαν του αγαπημένου του Καπετάνιου έδειξεν ένα πρόσωπον πολύ +ιεροπρεπές, όπερ καθίστατο ακόμη μεγαλειωδέστερον με το σάρκωμα εκείνο το +βασιλικόν εν μέσω του μετώπου του.</p> + +<p>Η κυρά-Μιχάλαινα, λαβούσα την λαμπάδα της, ήρχισε ν' αναβαίνη με χαράν +απερίγραπτον την κλίμακα, ο δε κυρ-Μιχάλης παρηκολούθει σιωπηλός, κρατών και +αυτός την λευκήν λαμπάδα του και λέγων να σπεύσουν να προλάβουν το «Δεύτε +λάβετε φως».</p> + +<p>Αλλά μόλις είχον φθάσει επάνω εις την είσοδον, και είχον ανοίξει την θύραν, +και ιδού εμφανίζεται ως σκιά εκεί, σαν να παρεμόνευε να κατέλθη εις το υπόγειον, +άνθρωπός τις υψηλός, ξηρός, οστεώδης, πολιός, με τον ήμισυν μύστακα +φαγωμένον από τριχοφάγον, όστις σπεύδων, ασθμαίνων, καταβαίνει αμέσως την +κλίμακα συμπαρασύρων κάτω και τον κυρ-Μιχάλην και ανακραυγάζων:</p> + +<p> — Χριστός βοσκρές!</p> + +<p>Ήτο ο Καπετάνιος. Η κυρά-Μιχάλαινα, εξαφνισθείσα ως από ισχυρόν ράπισμα +απέμεινε βωβή· και αισθανομένη ότι μάτην θ' ανέμενε πλέον τον άνδρα της, μη +θέλουσα δε τοιαύτην ημέραν, μόνη αυτή απ' ευθείας, να διαταράξη την ειρήνην, +απήλθε σπεύδουσα εις τον γειτονικόν των ναόν, να προφθάση μη αναστήσουν, +αφήσασα εις τον Λυτρωτήν να επιφέρη την λύτρωσίν της από το αναμενόμενον +δυστυχές γήρας.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο Καπετάνιος, εκ της Ανατολικής Ελλάδος καταγόμενος, ανήκων εις +στρατιωτικήν του τόπου οικογένειαν, ορφανός γονέων απομείνας, κατέφυγεν εις +τον στρατόν. Υπαξιωματικός δε ήδη ων, ευρέθη οπαδός των Ναπαίων, του εν +Ελλάδι τότε ρωσσικού κόμματος, ανδρωθείς με τα ωραία όνειρα της Μεγάλης +Ιδέας. Πάσαν συμπλοκήν του μετά ληστών, ευφάνταστος ων, εμεγαλοποίει εις +μεγάλην αιματηράν μάχην· και δι' ενέργειαν εκλογών αποστελλόμενος εισήρχετο +εις τας επαρχίας εν θριάμβω ως εν καταλήψει εχθρικής χώρας, με το ωραίον +παράστημά του, με τον δασύν του πώγωνα, τον μαύρον μύστακα, και τους +μαύρους του οφθαλμούς. Ούτε ο Βουλγαροκτόνος δεν εκαμάρωνε τόσον επί του +ίππου του, όσον ο Καπετάνιος πορευόμενος διά μέσου των φαράγγων της Δυτικής +Ελλάδος, με την ηλιοκαή όψιν του, την αρρενωπήν. Πάσαν δ' υπόνοιαν ερεθισμού +μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, κυκλοφορούσαν εις την Ωραίαν Ελλάδα, το +κέντρον των Ελλήνων τότε, υπελάμβανεν ως πόλεμον υπέρ της πατρίδος του +πάντοτε, διά την οποίαν, τω εφαίνετο αι Δυνάμεις ηγρύπνουν διαρκώς, +σχεδιάζουσαι τον τρόπον του μεγαλείου της. Εις το απλούν αυτού δωμάτιον, παρά +το Μοναστηράκι, δύο αντικείμενα επέσυρον την προσοχήν του εισερχομένου. Ο +περίφημος χάρτης του από Φερών δημοτικού ψάλτου, και χρυσόδετον βιβλιάριον, +η «Συλλογή διαφόρων προρρήσεων». Με τον χάρτην εκείνον ωνειρεύετο +εξαπλουμένην πάλιν την φυλήν του, εις δε το βιβλιάριον, οδηγηθείς παρά τινος +μοναχού, ανεγίνωσκε χρησμούς και οπτασίας. Ακούσας δέ ποτε παρά τινος +ενθουσιώδους Ναπαίου ότι υφίσταται και δρα, προ πολλού εθνικός τις Σύλλογος η +<i>Ανάστασις</i> καλούμενος, του οποίου τα μέλη στενώς συνδεόμενα ως άλλη τις +Φιλική Εταιρεία, οφείλουν να πιστεύουν ότι την νύκτα της Αναστάσεως θα εγερθή +ο Άγιος Βασιλεύς οπού κοιμάται τώρα εις τα υπόγεια της Αγίας Σοφίας, και ότι +όπου και αν ευρίσκωνται οφείλουσι να αγρυπνώσι την νύκτα της Αναστάσεως +πάντοτε, επιλέγοντες προς αλλήλους το σύνθημα <i>Χριστός Βοσκρές</i>, ήτοι +Χριστός ανέστη· έως ίδωσι τον Άγιον Βασιλέα εγειρόμενον και αναβαίνοντα +ενδόξως επί τον πατρικόν θρόνον του Γένους. Αυτά μόνον περί του Συλλόγου +γνωρίζων, εσκέφθη ότι τούτο είναι ένα ισχυρότατον έρεισμα της Μεγάλης Ιδέας· +και ήρχισε μετ' ολίγον να κατηχή οπαδούς ο ονειροπόλος εκείνος Καπετάνιος. Είχε +δε αρκετά προοδεύσει, θερμώς υπό των Ναπαίων ενισχυόμενος.</p> + +<p>Ότε δε τέλος εξερράγη ο Κριμαϊκός πόλεμος, ο Καπετάνιος, ανθυπολοχαγός ων, +ποθών να γνωρίση εκ του σύνεγγυς «το ξανθόν γένος», όπερ έμελλε κατά τους +χρησμούς να βασιλεύση επί της Επταλόφου, εστράτευσεν εις Ρωσσίαν και +αιμάτωσε τότε την ειρηνικήν σπάθην του. Τότε, κατά την επάνοδόν του, ηθέλησε +να προσκυνήση και την Αγίαν Σοφίαν, εν η από χρόνων συνεκέντρου όλους τους +πόθους του. Ήτο πρωία. Η ονειρώδης Επτάλοφος ήτο σκεπασμένη υπό τον αερώδη +πέπλον της ακόμη, υφ' ον, ως διά νεφελωμάτων αραιών, απέστιλβον χρυσαί +ακωκαί μιναρέδων και χρυσοσκεπείς θόλοι παλατιών και σκηνωμάτων, εν μέσω +κήπων και κυπαρίσσων.</p> + +<p>Χωρίς να σταματήση αλλαχού, κατηυθύνθη αμέσως εις το περίκλυτον του +Ανθεμίου μεγαλούργημα. Τα πλατέα και σύνδενδρα αυτού προαύλια ήσαν έρημα. +Δερβίσαι τινές μόνον, με τας κωνοειδείς κιδάρεις των, και χόντζαι με τα λευκά +μανδήλια, ενίπτοντο εις τας δροσεράς εκεί κρήνας, ενώ άλλοι εισήρχοντο εις τον +δουλεύοντα ναόν διά την πρωινήν των προσευχήν. Επλήρωσε την ωρισμένην +είσοδον, εφόρεσεν εμβάδας και εισήλθεν ο Καπετάνιος, συντετριμμένος την +καρδίαν, με ψυχήν οδυνωμένην. Ότε, διελθών τους δύο χρυσούς προναούς, +ευρέθη υπό τον πανύψηλον θόλον, εσταμάτησεν η αναπνοή του. Εξόχου +μεγαλειότητος ευρυχωρία εν μαλακώ φωτί ηπλούτο περί αυτόν σιωπηλή, ήρεμος, +νεκρά. Γύρω-γύρω αι μακραί διπλαί στοαί, καλλικίονες, εκοιμώντο, τυλιγμέναι εις +τα χρυσά αυτών μουσειοπλαστήματα. Εις τας γωνίας του κεντρικού θόλου έτρεμον +άνω, τω εφάνη, πτερυγίζοντα τα χρυσά των Εξαπτερύγων πτερά, και υψηλά επάνω, +εις ύψος αιθέριον, τα αυθάδη του Κορανίου γράμματα εκάλυπτον την μακρόθυμον +του Παντοκράτορος μορφήν. Όπισθεν ενός πορφυρού κίονος, κρυφοκυττάξας +γύρω, αφού συνήλθεν από της πρώτης εκπλήξεως, έκαμε τον σταυρόν του, δειλόν +και έμφοβον σταυρόν, είτα ελθών έστη σκυθρωπός, εκεί οπού άλλοτε ήτο η αγία +Τράπεζα. Εκεί δε, καθηλώσας τα βλέμματά του επί του εδάφους, δεξιά, έβλεπεν, +ως να προσεπάθει να εξιχνιάση τι κεκρυμμένον, ενώ όπισθέν του, κάτω, επί +άμβωνος, ο χόντζας έψαλλε την ασιατικήν προσευχήν του. Τότε είς γηραιός χόντζας +παραμονεύων, ελθών ηρέμα εκ των όπισθεν, έθλιψε φιλανθρώπως τον ώμον του +Καπετάνιου, εκφωνήσας:</p> + +<p> — Γιουνάν; (Έλλην;)</p> + +<p>Εξεπλάγη ο Καπετάνιος, αλλά δεν εφοβήθη. Ο δε γλυκύς εκείνος γέρων χωρίς ν' +αναμένη, αρχίζει ελληνιστί μετά πραείας της φωνής:</p> + +<p> — Εδιάβασες τα χαρτιά μας — παιδί μου. Το κατάλαβα. Βλέπεις εδώ; +Και επέδειξεν εις τον Καπετάνιον σημεία τινα επί των πλακών κάτω, εκεί οπού +ακριβώς παρετήρει μετ' επιμονής εκείνος. Εδώ ανοίγει κλαβανή, εξηκολούθησεν ο +γηραιός χόντζας· και καταβιβάζων ακόμη την φωνήν του προσέθηκε: Και +καταιβαίνομεν κάτω εις τα υπόγεια . . .</p> + +<p>Ο Καπετάνιος ανεσκίρτησε· διότι έβλεπεν αίφνης ότι ήσαν αληθή όσα +ανεγίγνωσκεν εις τους χρησμούς του. Ο δε γέρων, επιστρεφόμενος, ίνα βεβαιωθή +ότι δεν τον κατασκοπεύει τις, εξηκολούθησεν ηρέμα:</p> + +<p> — Κάτω είνε άλλη εκκλησία. Με εικόνας, και πολυελαίους, με λαμπάδας +και ιερείς, με ψάλτας και βοηθούς . . .</p> + +<p>Η καρδία του Καπετάνιου επάλλετο βιαίως.</p> + +<p> — Εγίνετο λειτουργία την ημέραν της Αλώσεως, εξηκολούθησεν ο +γέρων, η οποία εσταμάτησεν ατελείωτος εις το «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά +φόβου . . .»</p> + +<p>Εις την φοβεράν περιέργειαν του Καπετάνιου προσετίθετο ήδη άλλη +φοβερωτέρα, ποίος να είνε αυτός ο γέρων χόντζας, ο γνωρίζων την γλώσσαν του, ο +γνωρίζων την θρησκείαν του.</p> + +<p> — Ο παπάς ολόχρυσος, μαρμαρωμένος, εξηκολούθησεν ο γέρων, μετά +της αυτής προφυλάξεως. Ο διάκος ολόχρυσος, μαρμαρωμένος. Δεξιά ο +πρωτοψάλτης μαρμαρωμένος εις το στασίδι του, αριστερά ο λαμπαδάριος +μαρμαρωμένος εις το στασίδι του. Εις τον βασιλικόν θρόνον επί κλίνης ο άγιος +Βασιλεύς κοιμάται ύπνον ήρεμον και γλυκύν, και θα σηκωθή την ημέραν εκείνην . . +.</p> + +<p>Ο Καπετάνιος τότε, χωρίς να σκεφθή πού ευρίσκετο, αναφωνεί έντρομος +πάραυτα:</p> + +<p> — Χριστός βοσκρές!</p> + +<p>Ο γέρων μουσουλμάνος τότε έμεινεν άφωνος εκ της εκπλήξεως.</p> + +<p>Έως τώρα διηγήθη όσα γενικώς αφηγούντο και οι οθωμανοί εις τους +ημετέρους, κολακεύοντες τας παραδόσεις των, αλλ' ήδη ακούσας την αναφώνησιν +αυτού, εχάρη υπερβαλλόντως· συνελθών έθλιψε την χείρα του Καπετάνιου και +κατεφίλησε συνάμα αυτόν ως αδελφόν του και επανέλαβε και αυτός ηρέμα: +Χριστός βοσκρές!</p> + +<p>Το «Χριστός βοσκρές», ως είπομεν, ήτο σημείον μυστικόν των μεμυημένων εις +τας περί του αγίου Βασιλέως παραδόσεις και πιστευόντων εις την ανάστασίν του. +Εννόησαν αμέσως και οι δύο ότι ήσαν μέλη της αυτής εταιρείας της Αναστάσεως. +Τότε ο γέρων διηγήθη πλέον εις τον Καπετάνιον αφόβως ότι είνε χριστιανός εις το +κρυφόν, υπηρετών εν τω ναώ, έως ου αξιωθή να ίδη τον άγιον Βασιλέα, διότι η +κρύπτη η άγουσα κάτω εις τον υπόγειον ναόν μόνον την νύκτα του Μεγάλου +Σαββάτου ανοίγει· και μακάριος, όστις ευρεθή την στιγμήν εκείνην παρών και +κατέλθη. Και προσεγγίζων ήρχισε να ψιθυρίζη εις το ους του Καπετάνιου:</p> + +<p class="poem"><i>Ο νεκρός ήδη και θέα λελυμένος<br /> +Οίδασι πολλοί καν μηδείς τούτον βλέπη.<br /> +Μηνόκρανον, μείλιχον, πραΰν, υψίνουν . . .</i></p> + +<p>Και μετ' ολίγον με πλέον χαμηλήν φωνήν προσθέτει:</p> + +<p class="poem"><i>Εις τα δεξιά τα μέρη<br /> +άνδρα εύρητε γενναίον,<br /> +ισχυρόν και ρωμαλέον . . . </i></p> + +<p>Εις τον Καπετάνιον ουδεμία πλέον απέμεινεν αμφιβολία ότι ο γέρων εκείνος, ο +μουσουλμάνος εξωτερικώς, ήτο ομόφυλος και ομόθρησκος, και επί πλέον εκ των +μεμυημένων, οίτινες αναμένουσι την εξέγερσιν του αγίου Βασιλέως. Ούτως +εσχετίσθη ευκόλως μετ' αυτού κ' επόθει πλέον να μετέλθη και αυτός την αυτήν +εξαπάτην, όπως νύκτα τινά της Αναστάσεως γείνη θεατής του κοιμωμένου +Βασιλέως και αξιωθή να φιλήση την χείρα του την ζώσα νεκράν, όπως ηξιώθη ποτέ +ν' απολαύση την θείαν ταύτην οπτασίαν ο Πατριάρχης Χρύσανθος και οι δύο +Σιναΐται Πατέρες . . .</p> + +<p> — Το μπακαλόπουλο, διηγείτο προς αυτόν ο γέρων την επομένην νύκτα, +φιλοξενών πλέον τον Καπετάνιον εν τω κελλίω του, εν τοις προαυλίοις της αγίας +Σοφίας, το μπακαλόπουλο, εμβήκεν από την πίσω πόρτα του αγίου Βήματος, η +οποία ανοίγει μόνον το Μέγα Σάββατον το βράδυ και έπειτα μένει κλειστή όλον τον +χρόνον. Εμβήκε να δώση το λάδι για ν' ανάψουν τα κανδήλια του υπογείου ναού, +και επειδή άργησεν ολίγον, έκλεισεν η πόρτα κ' εκλείσθη μέσα όλον τον χρόνον, κ' +εβγήκε τότε, όταν πάλιν το Μέγα Σάββατον ξανάνοιξεν η κρυφή πόρτα. Αλλά το +πρόλαβεν ένας φανατικός Ιμάμης, εκεί που διηγείτο τα όσα είδε κάτω, θαυμαστά +και εξαίσια, και τώκοψεν εις δύο με το γιαταγάνι του, χαϊμαλί . . .</p> + +<p>Αλλ' επάνω εις τας διηγήσεις των αυτάς, τας εξαισίας, χωροφύλακες συνέλαβον +και τους δύο προδοθέντας υπό κατασκόπων, οίτινες παρεφύλαττον αυτούς, +υποψιασθέντες από τα εν τω ναώ κινήματά των· και ο μεν γέρων δεν εφάνη πλέον +πουθενά, ο δε καπετάνιος εξορισθείς εις Αφρικήν εκινδύνευσε τον έσχατον +κίνδυνον και ως διά θαύματος διαφυγών, επανήλθε μετά δεκαπενταετίαν εις +Αθήνας ξηρός και οστεώδης και πολιός, άνευ πώγωνος, με τον ήμισυν μύστακα +φαγωμένον από τριχοφάγον.</p> + +<p>Αλλά κατά την μακράν αυτήν απουσίαν του, τα πνεύματα διεστράφησαν εν τη +πόλει. Οι Ναπαίοι εξέλιπον, και μετ' αυτών τα ωραία εκείνα όνειρα περί +Επταλόφου. Η δε Μεγάλη Ιδέα, ήτις εμέθυε την παρελθούσαν γενεάν ιεράν και +ένθεον μέθην, είχε προ πολλού αποθάνη, είχε ταφή και είχε λησμονηθή, ως +λησμονείται πας νεκρός. Εις τα μεγάλα κέντρα ουδείς ανεγνώριζε πλέον τον +σαρακοφαγωμένον Καπετάνιον, ο δε λόγος του, ο τόσον ένθους άλλοτε, +περιεφρονείτο και ενεπαίζετο από την νέαν γενεάν. Τότε περίλυπος, +απηλπισμένος, φεύγων τους πολυθορύβους κύκλους, στερρώς δε εμμένων εις τα +ονειροπολήματά του εκείνα τα οποία όσον από τους άλλους επεριφρονούτο τόσον +εις αυτόν εγίνοντο ιερώτερα, επεριπάτει μίαν ημέραν εις τας σκολιάς οδούς του +Ψυρή, αναζητώντας μοναστικόν δωμάτιον, όπως αφανής θρηνή εκεί τα +νεκρωθέντα όνειρά του. Η κυβέρνησις τον είχεν επαναφέρει εις τας τάξεις του +στρατού με τον βαθμόν του υπολοχαγού. Τότε, παρά τον άγιον Δημήτριον, μίαν +εσπέραν, ανεκάλυψε βαθύ θολωτόν υπόγειον, ως τεθαμμένην εκκλησίαν. Εις την +θύραν του κλάδος ελαίας και μία ερυθρά σημαία εμαρτύρουν ότι κάτω υπήρχεν +οινοπωλείον. Κατήλθε με χαράν εις το βάθος εκείνο, διότι τω εφαίνετο ότι ο +κόσμος τον απώθει. Έμεινεν εκστατικός πάραυτα. Υπό τας υγράς εκείνας καμάρας +και τας πολυδαιδάλους στοάς τω εφάνη ότι έβλεπεν αναπαράστασιν των +φημιζομένων υπογείων της Αγίας Σοφίας, ως τω παρέστησαν ταύτα εν τη Πόλει +άλλοτε. Ιδίως τράπεζα εκείνη, η από επιταφίου πλακός, με τα βυζαντινά γράμματα +και τας βυζαντινάς γλυφάς, τω εφάνη ως η υμνουμένη κλίνη του καθεύδοντος +αγίου Βασιλέως, ή ώσπερ η κλίνη η Σολομώντειος, η «κυκλουμένη από δυνατών +εξήκοντα».</p> + +<p>Ο κυρ-Μιχάλης, περιποιητικός πάντοτε, τον κατεγοήτευσε με τας περιποιήσεις +του και τον κατέθελξε βασιλικώς με το σάρκινον εκείνο στέμμα του. Την νύκτα +εκείνην με το αμυδρόν φως, τω εφάνη ως τις παρακοιμώμενος εις τους +βυζαντινούς εκείνους θόλους. Εκεί πλέον διήρχετο τας ώρας του ο Καπετάνιος, +αγρυπνών ιδίως όλην την νύκτα της Αναστάσεως, αναγινώσκων την συλλογήν των +Προρρήσεων κ' ερμηνεύων εις τον απλοϊκόν κυρ-Μιχάλην τα θαυμαστά, τα οποία +θ' αξιωθώσι να ίδωσι μίαν ημέραν οι πιστεύοντες εις τον Άγιον Βασιλέα. Και ούτω +σχετισθείς με τον αφελή κυρ-Μιχάλην εμύησεν αυτόν εις την ωραίαν παράδοσιν, +όστις έγεινεν ένας εκ των στενωτέρων φίλων του, πεισθείς ότι αφεύκτως εις την +επαλήθευσιν των χρησμών θα μετώκει εις την Βασιλεύουσαν. Και εφαντάζετο πολύ +ταχείαν την επαλήθευσιν. Τόσον ο γόης εκείνος και μάγος Καπετάνιος τον είχε +σαγηνεύσει, ώστε να παραμελή και την εργασίαν του, όπερ εγίνετο λύπης αφορμή +εις την κυρά-Μιχάλαιναν.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Μετ' ολίγον, από τον φεγγίτην επάνω, έλαμψαν τα φώτα της Αναστάσεως. Η +τελευταία λέξις του αναγνωσθέντος εις το προαύλιον του αγίου Δημητρίου +Ευαγγελίου «Χαίρετε» έφθασε κάτω, συνοδευμένη με τους γλυκείς των κωδώνων +ήχους, με τους οξείς των πυροτεχνημάτων κρότους, και με τας αναφωνήσεις τας +διθυραμβικάς του «Χριστός Ανέστη».</p> + +<p> — Χριστός βοσκρές! ανεκραύγασε τότε ο Καπετάνιος εν εκστάσει· και +ανάψας την λαμπάδα του έβλεπεν ως εν προσευχή προς τους μαύρους επάνω +θόλους.</p> + +<p> — Χριστός βοσκρές! Επανέλαβε και ο κυρ-Μιχάλης· και ήναψε και αυτός +την λαμπάδα του, ευλαβής προσήλυτος του Καπετάνιου, αναμένων πιστώς μίαν +τοιαύτην νύκτα την αφύπνισιν του Αγίου Βασιλέως.</p> + +<p>Κατόπιν ήλθε και η κυρά-Μιχάλαινα, κατηφής πρώτην φοράν, με την λαμπάδα +της εσβεσμένην και ανεόρταστος, χωρίς να σημειώση επί του ανωφλίου της θύρας, +διά του καπνού της καιούσης λαμπάδος, τους τρεις σταυρούς. Και πάραυτα, χωρίς +περιστροφάς, εκχύνει το άλγος της ψυχής της:</p> + +<p> — Η Πεντέλη το πούλησε το Μετόχι. Το αγόρασεν ένας λούσιος +αλεξανδρινός να το χαλάση και να κτίση μεγάλην οικοδομήν, και μας βγάζουν από +το υπόγειον . . .</p> + +<p>Η κυρά-Μιχάλαινα επεθύμει αληθώς να σωθή από την παρουσίαν του +Καπετάνιου, αλλ' όχι με αυτόν τον τρόπον, απομένουσα φερέοικος. Δι' αυτό εθλίβη +κατάκαρδα. Εσώζετο ίσως ο άνδρας της από τον Καπετάνιον — εσκέπτετο — αλλ' +έχανε την σειράν του. Και ήτο αμφίβολον, αν ηδύνατο να επανεύρη αλλαχού +σειράν, εις αυτήν την ηλικίαν.</p> + +<p>Αλλ' όσον και αν εθλίβη η κυρά-Μιχάλαινα, όσον και αν επόνεσεν ο κυρ- +Μιχάλης, ο Καπετάνιος εθλίβη ακόμη περισσότερον· και ηυχήθη τότε να +απέθνησκεν, αν έμελλε διά παντός ν' απολέση την μόνην παραμυθίαν του +εκείνην.</p> + +<p>Είνε αληθές φαίνεται, ότι αι επιθυμίαι των ανθρώπων ουδέποτε δύνανται να +πραγματοποιηθώσιν άνευ λύπης επακολουθούσης.</p> + +<p>Αληθώς οι Βυζαντινοί εκείνοι υπόγειοι θόλοι μετ' ολίγους μήνας δεν υπήρχον +εν τη πόλει, ήτις ολονέν μετεμορφούτο, επιμόνως απεχθανομένη παν βυζαντινόν . . +. Εις δε την θέσιν των, ανηγέρθη παμμεγέθης οικοδομή, επί των προπυλαίων της +οποίας εσώζετο μέχρι τινός πλαξ επιταφία, από σαρκοφάγου, φέρουσα +γεγλυμμένα επάνω βυζαντινά γράμματα και γλυφάς θρησκευτικάς. Η πλαξ εκείνη +ήτο η μαρμαρίνη τράπεζα επί της οποίας άλλοτε ο εξαφανισθείς έκτοτε Καπετάνιος +έσπευδε τα δάκρυά του μαζί με τον αφρώδη του κυρ-Μιχάλη ρητινίτην, +προσφωνών τον εν τη ψυχή του κοιμώμενον Άγιον Βασιλέα διά του συνθηματικού +χαιρετισμού:</p> + +<p> — Χριστός βοσκρές!</p> + +<p>Ενώ ο κυρ-Μιχάλης από μίαν μικράν παραζάλην συσκοτισμένος αντεχαιρέτιζεν +ως συνήθως με τα παραμορφωμένα λατινικά του:</p> + +<p> — Δόμινους Μπαμπίσκους!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ουδείς έγεινεν έκτοτε λόγος ούτε περί του Καπετάνιου αν έζη ή όχι, ούτε περί +του κυρ-Μιχάλη, του μόνου εναπομείναντος πιστού, από τους τόσους, εις τα ωραία +εκείνα όνειρα του Συλλόγου της Αναστάσεως, αν εύρε σειράν ή όχι μετά την +κατεδάφισιν του θολωτού εκείνου υπογείου του, καθώς η κυρά-Μιχάλαινα +εφοβείτο ότι θα συμβή. Εχάθησαν τα ίχνη και των δύο, ως χάνονται τα επί της +θαλάσσης ίχνη του ταξειδεύοντος πλοίου. Αληθές είνε ότι τους πρώτους μετά την +κατεδάφισιν μήνας του βυζαντινού εκείνου κτιρίου, εφαίνετο εις άκρον +συγκεκινημένος ο ταλαίπωρος Καπετάνιος, ως ένας σαστισμένος μάλλον· δεν τον +εχωρούσε κανένας τόπος· τας πρώτας ημέρας τον έβλεπαν όλοι υψηλόν, οστεώδη, +με τον σαρακωμένον μύστακα να κάθηται εις την <i>Ωραίαν Ελλάδα</i> εις το +μεγαλείτερον κέντρον της πόλεως, τω καιρώ εκείνω, εις την γωνίαν την αριστεράν +επί της διασταυρώσεως των οδών <i>Ερμού</i> και <i>Αιόλου</i>, εν μέσω +στενωτάτου κύκλου μελών τίνων της εταιρείας της <i>Αναστάσεως</i>, ήτις +υφίστατο ακόμη, αλλά ψυχορραγούσα πλέον, περιγράφων εις αυτούς πότε την +μυστηριώδη εκείνην επίσκεψίν του εις την Αγίαν Σοφίαν, και πότε τας θλίψεις και +την πείναν του εις την εξορίαν του εν Αφρική, εύελπις όμως πάντοτε περί της +επαληθεύσεως των χρησμών μίαν ημέραν. Εκεί μόνον ησθάνετο πλέον κάποιαν +αναψυχήν, και επραΰνετο το σκυθρωπόν του πρόσωπον. Ότε συνήγοντο γύρω του +εκεί και τον ηκροώντο εν περιέργω συνωστισμώ, ως συνωστίζονται οι άεργοι +όρθιοι περί τους χαρτοπαίζοντας εν τοις καφενείοις, νεοφερμένοι από τας +επαρχίας, και μάλιστα γηραιοί τινες φουστανελλοφόροι, της επαναστάσεως +σεβαστά λείψανα, φέροντες καταφανείς τας ουλάς των από του εθνικού πολέμου +πληγών των, ή τας εκτομάς από του μαρτυρίου των εκ μέρους του τούρκου, ενώ ο +Καπετάνιος βλέπων προς τους μεγάλους χρυσούς καθρέπτας του εθνικού, να +είπωμεν, εκείνου καφενείου, ωμιλούσεν, ερρητόρευε· και εκεί οπού ωμιλούσεν +ηλλοιούτο αίφνης, αλλοίωσιν φανταστικήν πάσχων. Έλαμπον οι οφθαλμοί του, ως +άλλοτε κάτω εις το βυζαντινόν εκείνο υπόγειον του Ψυρή, εκινούντο με +μορφασμούς ποικίλους και παραστατικούς τα χείλη του· αι χείρες του +ανεπαισθήτως εφέροντο προς το ήσυχον σπαθίον του, όπερ εβροντούσε τότε +ειρηνικώς και πραέως, ως βροντούν του αρχιερέως τα ιερά άμφια, όταν αυτά +περιβάλλεται. Και τότε κυττάζων γύρω τους ακροατάς του οπού με αγαλλίασιν τον +έβλεπον, τους έλεγε:</p> + +<p> — Δεν είναι δυνατόν, παιδιά μου, να διαψευσθώσιν οι χρησμοί. Αυτό να +το ξεύρετε!</p> + +<p>Αλλά τούτο δεν διήρκεσε πολύ. Το εθνικόν εκείνο καταφύγιόν του, η <i>Ωραία +Ελλάς</i>, μετ' ολίγα έτη, ήλλαξε κ' εκείνο όψιν.</p> + +<p>Κατεδαφίσθη, καθώς και το θολωτόν του άλλοτε υπόγειον. Εκείνα τα έτη +καταφθάσαντες από την Πόλιν οι λεγόμενοι <i>Χαυγιαροχανίται</i> Χρηματισταί, +με της τσέπαις των γεμάταις λίραις και τα χέρια των χαρτιά, μετέβαλλον αυτό εις +πρόχειρον Χρηματιστήριον. Περί τα δύο υαλιστερά του σφαιριστήρια ιστάμενοι +όρθιοι, οι νεοφερμένοι εκείνοι της Πόλεως, και τείνοντες τας χείρας απειλητικάς +προς αλλήλους, ωπλισμένας όμως όχι με φονικά όπλα αλλά με αβλαβή χαρτία, και +μετοχάς τραπεζών και εταιρειών αρτισυστάτων, ηλάλαζον φωνασκούντες +απειλητικώς αριθμούς, εν οχλοβοή και ταραχή ωργισμένων ανθρώπων, ετοίμων να +έλθουν εις χείρας, οπού ο Καπετάνιος δεν ημπορούσε πλέον ούτε να καθίση εκεί, +όχι να ομιλήση. Ότε δε μίαν ημέραν είδε πολλούς και από τα παλαιά μέλη της +Εταιρείας της <i>Αναστάσεως</i>, οι οποίοι μεταμορφωθέντες εις μεσίτας +επωλούσαν εκεί και ηγόραζαν, διδαχθέντες από τους νεήλυδας, χαρτία, τότε πλέον +δεν ηδυνήθη να κρύψη τον πόνον του εδάκρυσεν οδυνηρώς εμβριμώμενος, +ανεστέναξε βαθειά και έγεινεν άφαντος. Ούτε εφάνη πλέον πουθενά εντός της +πόλεως. Διϊσχυρίζοντο όμως τινές ότι τον έβλεπον συχνά διατρίβοντα ή +περιδιαβάζοντα εις τους όπισθεν της Ακροπόλεως λόφους πότε μόνος πότε με τον +κυρ- Μιχάλην, όστις χηρευμένος πλέον και ασφαλής από κάθε εξέλεγξιν, δεν τον +εγκατέλιπε ποτέ, αισθανόμενος πάντοτε άρρητον ηδονήν να ακούη την εξήγησιν +των χρησμών περί του Αγίου Βασιλέως, και να εντρυφά εις τα σύνορα μιας +απεράντου Ελλάδος, να σχεδιάζη δε το καφενεδάκι οπού πολύ γρήγορα, καθώς +επέμενε, θα άνοιγεν απέξω από την Αγίαν Σοφίαν. Έως ου μίαν χιονώδη πρωίαν οι +Αθηναίοι ανεγίνωσκον εις την θορυβοποιόν τότε <i>Εφημερίδα</i> μίαν θλιβεράν +όντως είδησιν, εις τα ψιλά εκείνα συνθέματα της οπού εγράφοντο με ιδιαιτέραν +πάντοτε χάριν και ευφυίαν, ότι επάνω εις τον λόφον του Μνημείου του +Φιλοπάππου, μέσα εις μίαν σπηλαιώδη σχιμάδα, ευρέθη το πτώμα πτωχικού +γηραλέου ανθρώπου με σαρακωμένον τον μύστακα, σκεπασμένον με ένα +στρατιωτικόν μανδύαν, το οποίον εκράτει σφιγκτά εις τας αγκάλας του δύο +χρυσοδεμένα βιβλία, τον χάρτην του Φεραίου και την συλλογήν των Χρησμών και +Προρρήσεων περί του αγίου Βασιλέως. Εν μέσω αυτών ήτο στερρώς εσφηνωμένη +ιδιόχειρος του αποθανόντος διά μολυβδίδος σημείωσις λέγουσα.</p> + +<p> — Ηγρύπνησα, εσκέφθην, και είπα: Τάδε λέγει Κύριος:</p> + +<p>Παιδί μου κυρ-Μιχάλη! Ημπορεί να κάμουν τας Αθήνας <i>Χρηματιστήριον της +Ανατολής</i>, καθώς μου είπες ότι ελέχθη χθες εις την Βουλήν, αλλ' οι Χρησμοί δεν +είνε δυνατόν να διαψευσθούν. Δεν είναι δυνατόν. Αυτό να το βγάλουν από τον +νουν τους. Αν ζήσης εις την μεγάλην εκείνην διά τον Ελληνισμόν ημέραν, θα +θυμηθής βέβαια να μου ανάψης. . . . Όποιος ζήση! . . .</p> + +<p>Η σημείωσις διεκόπτετο ενταύθα αποτόμως, προσέθετεν αινιγματωδώς η +<i>Εφημερίς</i>· αι τελευταίαι λέξεις ήσαν δυσδιάκριτοι εκ της κακογραφίας. Και +φαίνεται ότι ο θάνατος επήλθεν αιφνίδιος. Δίπλα εκεί παρέκειτο κηρίον +εσβεσμένον και μολυβδίς. Το πτώμα αυτό ανεγνωρίσθη αμέσως ότι ήτο του +Καπετάνιου, του ονειροπόλου εκείνου της Μεγάλης Ιδέας μυσταγωγού, όστις +ευρέθη εκεί από ένα αστυφύλακα, ξεπαγιασμένος, την παγεράν εκείνην πρωίαν, +μέσα εις την χιονισμένην σχισμάδα του αρχαίου Μνημείου +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>).</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ<br /> +(1902)</h4> + +<p> +<br /> +Πρώτα-πρώτα οι γρυπαράδες είχον αντιληφθή τον κίνδυνον. Αργά, πολύ αργά +σχολάσαντες από την επίπονον εργασίαν των, είχαν καθήσει πλέον, κάτω εις την +άμμον, παρά το κύμα, μεσάνυχτα σχεδόν, να δειπνήσουν, υπό το φως φαναρίου το +οποίον απεκρέμασαν από τινος κονταρίου κάπου εκεί, δίπλα εις την αλιάδα των, η +οποία πλυθείσα πλέον ήτο διπλαρωμένη εκεί, ένας ολογάλαζος γρύπος +κατακαίνουργος. Επάνω εις δύο καπνισμένας πέτρας τοποθετημένη η βαθεία +χύτρα, εκόχλαζεν ακόμη υπό την επιτήρησιν ενός νεαρού τρατάρη όστις βιαίως +υπεδαύλιζε την πυράν της οποίας αι φλόγες επέψαυον σχεδόν το πρόσωπόν του. +Το χωρίον εκοιμάτο πλέον. Ότε ένα αιφνίδιον θαλασσάκι ανερρίπισεν όλον τον +λιμένα, οπού ήσαν αραγμένα διάφορα μικροκάικα από τα εκτελούντα την +ακτοπλοΐαν των Σποράδων. Σαν να εσύριξεν όφις ή δράκων.</p> + +<p>Οι γρυπαράδες όλοι με τάσπρα μανδήλια έχοντες δεμένον τον κούκον των, +τσεσμελήδες φιλόπονοι και αγαθοί, παρακαθήσαντες γύρω άρχισαν ήδη να +τρώγουν όλοι από το αυτό βαθύ πινάκιον, την κρεμοειδή ψαρόσουπαν, την οποίαν +μόνον αυτοί ξεύρουν να παρασκευάζουν από λογιών-λογιών ψάρια, πετρόψαρα· +τρώγοντες δε συνωμιλούσαν ηρέμα, ή αστειεύοντο αναφέροντες επεισόδια του +αλιευτικού αυτών βίου γελαστά και σπαρταρίζοντα, καθώς σπαρταρίζουν τα +ποικίλα είδη των ιχθύων μέσα εις τον βαθύν σάκκον του δικτύου λαμπυρίζοντα +επαργύρους λάμψεις.</p> + +<p> — Αύριο να τραβήξουμε, παιδιά, για τον Τσουγκριά. Έχουμε καιρό να +πάμε. Και είναι καιρός της ζαργάνας. Σεπτέμβριος μήνας, και πέφτει εκεί +ψάθα.</p> + +<p>Δεν ετελείωσε την ομιλίαν του ο καπετάν Γιάννης, μ' ένα μεταξωτό μανδήλι εις +τον σκούφον του γύρω, και παραιτήσας το κουτάλι έξαφνα λέγει·</p> + +<p> — Δεν μ' αρέσει, παιδιά, ο καιρός απόψε. Και έρριψε βλέμμα +περίφροντι προς την ωραίαν τράταν του. Αλλ' έως ου καλοκκυτάξουν όλοι την +θάλασσαν, ήρχισεν ένα δυνατό αεράκι να σφυρίζη από μέρος του σιρόκου με όλα +τα προμηνύματα μιας τρικυμίας, τα οποία ως αναφρικιάσεις έφθαναν έως εις την +ακτήν Σαγανάκια μαύρα και ύποπτα.</p> + +<p> — Την τράτα με όλα τα παιδιά!</p> + +<p>Διατάσσει τότε ο καπετάν Γιάννης· και αμέσως ευρέθη από το δείπνον προς την +θάλασσαν. Τα παιδιά τον ακολουθούν και αρχίζουν εν τω άμα εργασίαν επίπονον +ν' ασφαλίσουν την γαλάζιαν των τράταν η οποία ανακινουμένη από των βιαίως +επερχομένων κυμάτων, ήρχισε να κτυπά επί της μαρμαρίνης προκυμαίας, με +κοντάρια και κωπιά απομακρύνοντες αυτήν από την σκάλαν.</p> + +<p>Όλα τα μικροκάικα συγχρόνως, τα οποία ήσαν αραγμένα, ήρχισαν να χορεύουν +ατάκτως, το έν μετά το άλλο σαλευόμενα επί των κυμάτων, χορόν παράδοξον και +θαλασσινόν, θαρρείς και κάποιος αόρατος παιγνιδιάτορας τα εξηρέθισεν εις +συρτόν παράδοξον. Εις μίαν στιγμήν ο άνεμος στραφείς έστρωσεν εις τον +σιρόκον.</p> + +<p>Ο λιμήν της κώμης, εστραμμένος προς νότον, είναι ασφαλής και διπλούς, έν δε +μέρος μόνον αυτού ανοικτόν εις τον σιρόκον, εκάστοτε από τον άνεμον τούτον +υποφέρει, ιδίως τους φθινοπωρινούς μήνας ότε συχνά υπόκειται εις τας +παραφόρους πνοάς του. Ετούτο δε γνωρίζοντες οι γρυπαράδες έσπευσαν να +εξασφαλίσουν την τράταν, φοβούμενοι μη ευρεθώσιν εκτεθειμένοι κατόπιν, όταν +θα ήτο αδύνατον να προλάβουν τον κίνδυνον, όστις εκρήγνυται αμέσως και +αποτόμως ως από μήνιν Θεού.</p> + +<p>Αλλ' ήτο αποφασισμένον ως φαίνεται να κινδυνεύσουν αυτήν την νύκτα. Διότι +μετ' ολίγον εξερράγη αληθώς η τρικυμία ακατάσχετος, με βίαν και αγριότητα +μαινομένων θηρίων, λύκων και τίγρεων, τα οποία ωρύοντο ως επί του σταδίου +πηγαινοερχόμενα περί την κονίστραν με λύσσαν βοράς. Ο σιρόκος είχεν εμφανισθή +τωόντι με όλην του την μανίαν. Τα κύματα, εξεγειρόμενα αλλεπάλληλα, επήρχοντο +το έν μετά το άλλο κατά του μικρού λιμένος, τον όποιον πάραυτα εκ του πυθμένος +συνετάραξαν, να τον αναποδογυρίσουν, θαρρείς, ως αναποδογυρίζει τηγανητής +τας τηγανιζομένας μαρίδας.</p> + +<p> — Βοήθεια! ήρχισαν να κραυγάζουν τότε οι αλιείς, μη προφθάσαντες ν' +ασφαλίσουν την τράταν των.</p> + +<p> — Βοήθεια! αντήχει η κραυγή των πενθίμως εις όλην την κοιμωμένην +κώμην επάνω, ως λυγμός θρηνούντων.</p> + +<p>Η βία του σιρόκου ήτο ακατάσχετος, τα κύματα, υπερπηδήσαντα μετ' ολίγον τα +κρηπιδώματα της προκυμαίας, επλημμύρησαν την αγοράν, περιλούσαντα τα +προαύλια των μαγαζείων και τους ωραίους ευκαλύπτους της παρά την αποβάθραν +μικράς πλατείας. Τα δε πλοιάρια παρασυρθέντα ήρχισαν να συγκρούωνται επί των +μαρμάρων της προκυμαίας.</p> + +<p> — Βοήθεια! εξηκολούθουν να φωνάζουν οι γρυπαράδες, των οποίων η +τράτα η ολογάλαζη είχε διπλαρώσει επί της αποβάθρας, κινδυνεύουσα να +θραυσθή.</p> + +<p>Τότε και οι κάτοικοι εξεγερθέντες έσπευσαν με τα φαναράκια προς τον λιμένα, +ασκεπείς και ημίγυμνοι, με της γούναις εις της πλάταις των.</p> + +<p>Νύκτα-μεσάνυκτα και σκοτάδι πίσσα!</p> + +<p>Ο ουρανός ούτε εφαίνετο. Κύματα και σύννεφα έγιναν όλα έν. Και μόνον ο +άγριος μυκηθμός του ανέμου ηκούετο συνεχής και αδιάπτωτος ως βοή +εξατμιζομένων μηχανών, περιτυλίσσων αγρίως τας θρηνώδης κραυγάς των +νησιωτών, οίτινες υπερανθρώπους προσπαθείας καταβάλλοντες ηγωνίζοντο να +περισώσωσι τα πλοιάριά των θαλασσώσαντες μέχρι της οσφύος. Τότε συγχρόνως +μέσα εις την γενναίαν αυτήν των στοιχείων αναταραχήν, ήρχισε να κτυπά και η +καμπανίτσα της Παναγίας της Λημνιάς, ψηλά εις τον βράχον, πίσω εις της Πλάκαις, +επαυξάνουσα τον κίνδυνον:</p> + +<p> — Νταν! Νταν! Νταν!</p> + +<p>Αι άγριαι του σιρόκου ριπαί, ως μυκηθμοί ταύρου ηχούσαι, αναλαμβάνουσαι +τους ασθενείς της καμπανίτσας ήχους ως γόους μεμονωμένους, διέσπειραν αυτούς +ανά το χωρίον, το οποίον ήτο πλέον ανάστατον· και ήκουες ανοίγματα θυρών και +ήκουες βηματισμούς εσπευσμένους, και ήκουες κλαυθμούς νηπίων, ως να +εισέβαλον αίφνης συμμορίαι πειρατών προς σύλησιν και απαγωγήν.</p> + +<p>Ο λιμήν ήτο πλήρης ανθρώπων, άλλων εν τη θαλάσση πεσόντων και άλλων +θεωρούντων από της προκυμαίας, ή διδόντων παραγγέλματα σωτηρίας.</p> + +<p>Ο καπετάν Μήτρος, απόμαχος πλέον πλοίαρχος, πιασμένος τους πόδας, +ακουμβισμένος ύπτιος επί του παραθύρου του κοντά εις την λυχνίαν, με το σιγάρο +στο στόμα διαρκώς διέτασσε :</p> + +<p> — Σία! . . . Άλλα! . . . αβάρα! . . .</p> + +<p>Εν ώ τα φαναράκια των σπευδόντων εις τον λιμένα αναιβοκατέβαινον.</p> + +<p>Ούτως αι κραυγαί των νησιωτών των εν τω λιμένι, οι ολολυγμοί των γυναικών, +αίτινες έκλαιον επάνω εις τον βράχον, οι θρήνοι των παιδίων, όλα απετέλουν +συμφυρμόν επώδυνον μέσα εις την βαθείαν του μεσονυκτίου σκοτίαν, τον οποίον +καθίστα πικρότερον ό ήχος της καμπανίτσας της Παναγίας της Λημνιάς, +σημαινούσης ακόμη την παράκλησιν.</p> + +<p> — Νταν! Νταν! Νταν!</p> + +<p>Η Βγένα η καπετάνισσα ήτο οπού εσήμαινε με τόσην λαχτάρα την καμπανίτσα +της Παναγίας της Λημνιάς, του καπετάν Βγενιού η σύζυγος, μια υψηλή και εύσωμος +ανδρογυναίκα.</p> + +<p>Το σχοινάκι της καμπανίτσας ήτο υψηλά, συρμένον προς . . . τα ένδον του +ναΐσκου, από μίαν οπήν επάνω-επάνω της πύλης, διά να μη τα φθάνουν τα παιδιά +το βράδυ, και σημαίνουν ασκόπως εις τα παιχνίδια των, ανησυχούντα τον +ιερέα.</p> + +<p> — Αυτού να το μαζεύης, Παϊσία! έλεγε προς την νεωκόρον ο ιερεύς, ο +παπα-Λάμπρος, κ' εγώ με το ραβδί μου το φθάνω.</p> + +<p>Πράγματι εις τον εσπερινόν και τον όρθρον ο Παπα-Λάμπρος ένας κοντός και +γηραλέος εφημέριος, αναβαίνων εις μίαν μεγάλην πέτραν, χρησιμεύουσαν εκεί ως +σκαμνίον, το ετραβούσε με την στραβολεκίτσα του μετά κόπου πάντοτε, +κινδυνεύων να εξαρθρωθή, και εσήμαινεν ήχους διακεκομμένους και +κλαυθμηρούς.</p> + +<p> — Νταν! Νταν! Νταν! Νταν!</p> + +<p>Και η Βγένα η καπετάνισσα, υψηλή ως ήτο, το κατεβίβασεν ευκόλως με την χειρ +της, και ήρχισε να σημαίνη εντρόμως και παλμικώς, σύμφωνα με τους τρομώδεις +παλμούς της ταραχθείσης εκ του φόβου καρδίας της.</p> + +<p>Και συνάμα εψιθύριζε παραπονουμένη:</p> + +<p> — Του είπα του βλοημένου. Κάτσε καπετάν Βγενιέ. Δεν μ' αρέσει ο +καιρός. Θα ποδίσης και θα υποφέρης. Κάτσε. Ο βλοημένος δεν μ' άκουσε. Και ο +καιρός έδειχνε από το μεσημέρι, πως ήτανε σκανδαλισμένος. Είδα εγώ τα θεμέλια· +ήταν βουρκωμένα γύρω-γύρω.</p> + +<p>Και η καμπανίτσα εσήμαινε!</p> + +<p> — Νταν! Νταν! Νταν!</p> + +<p>Συνήχθησαν μετ' ολίγον αρκεταί γυναίκες του χωρίου έντρομοι, με τας +μανδήλας λυτάς, τυλιγμέναι 'ς τα σάλια, — πρωτοβρόχια Σεπτεμβρίου και ήτο +υγρασία μεγάλη και ψύχρα εις την υγράν πολίχνην — βαστάζουσαι μπουκαλάκια +με λάδι, βαστάζουσαι θυμιάματα και λαμπάδας. Η γρηά Μυρώδαινα είχε πέντε +υιούς, όλους μπαρκαρισμένους. Έσπευσε με πέντε κεράκια να τ' ανάψη 'ς την +Παναγία την Λημνιά. Η χήρα η Μισιργούδα είχε μια βρατσέρα κληρονομιά του +μακαρίτη οπού είχε το πρωί αποπλεύσει διά την Κύμην και έσπευσε έντρομος, με +λαδάκι:</p> + +<p> — Παναγία 'ς το Πέλαγο! Παναγία 'ς το Πέλαγο!</p> + +<p>Εφάνη μετ' ολίγον ο γέρων ιερεύς, ο Παπα-Λάμπρος ερχόμενος, κοντός και +πολιός, με τ' ασπροκίτρινα ως από λινάρι γένεια, κινδυνεύων ν' αναρπαγή ως +αερόστατον υπό του ανέμου όστις είχεν ανασηκώσει τα ράσσα του προς την +κεφαλήν του:</p> + +<p> — Έλα, παπά μου! εφώνησεν αμέσως η Βγένα η καπετάνισσα αφήσασα +το σχοινίον με δύναμιν προς τα κάτω ώστε ήχησε πάλιν μονάχη της η καμπανίτσα: +Νταν! Νταν!</p> + +<p>Η Βγένα, του καπετάν Βγενιού η σύζυγος, ήτο γνωστή διά την ευλάβειάν της εις +όλον το χωρίον.</p> + +<p>Το μεγάλο ασημένιο στεφάνι της Παναγίας της Λημνιάς αυτή το είχεν +αφιερώσει. Μίαν ολομέταξον ποδιάν άσπρην από βροχόν με λωράκια γαλάζια, διά +το αναλόγιον της Παναγίας, αυτή την είχεν υφάνει. Ήτο η Παναγία η Λημνιά, η +προστάτις της Βγένας και του χωρίου όλου. Εις κάθε κίνδυνον θαλάσσης, εις πάσαν +τρικυμίαν αι νησιώτισσαι έτρεχαν να διαβάσουν παράκλησιν· και εισηκούοντο +πολλάκις αι δεήσεις των, και έκαμπτον το θείον τα δάκρυά των. Στην επάνω +γειτονιάν κτισμένη η εκκλησία σύρριζα εις τον βράχον του Σχοινά και κατέναντι του +σιρόκου ήτο ως προπύργιον απόρθητον, θαρρείς, του ατιθάσσου ανέμου, του +οποίου πολλάκις είχε διακόψει την βίαν και την ορμήν, όριον ηγιασμένον γαλήνης +και σωτηρίας, ουχί μόνον διά τους εις τον λιμενίσκον εκείνον εισπλέοντας και +ορμούντας, αλλά και διά τους μακράν εις τα πελάγη τα μεγάλα κινδυνεύοντας εις +ώρας τρικυμιών ενώπιον των οποίων προσκαλουμένη παρίστατο η Παναγία η +Λημνιά, άλλοτε ως φανός καθοδηγών εν μέσω των υφάλων, και άλλοτε ως +ναύκληρος διατάσσων τα δέοντα, και άλλοτε ως κυβερνήτης πηδαλιούχος με την +ακτινοβολούσαν ουράνιον αίγλην της περί την κεφαλήν, με το μεγάλον της +πρόσωπον και τα μεγάλα της μάτια. Διά τούτο ήτο γεμάτη αφιερώματα η Παναγία +η Λημνιά! Παιδάκια, χεράκια, ματάκια, όλα ασημένια, εκρέμοντο εκεί εκ σχοινίου +μεταξωτού οριζοντίως επάνω εις την εικόνα προσδίδοντα αίγλην και λάμψιν +θαυμαστήν. Αλλά προ πάντων ασημένια καραβάκια και βαρκίτσαις ήσαν εκεί εν +μέσω των αναθημάτων. Το κόττερο του καπετάν Ανδρέα που εγλύτωσε σε μια +σοροκάδα, σαν αυτή τώρα· γολέτα του καπετάν Μαΐστρου φορτωμένη κάρβουνα +ολίγον έλειψε, να καή όταν έπιασαν φωτιά τα καρβουνάδικα στην Πόλι· η βάρκα +του μπάρμπα Γιαννιού, οπού ανετράπη έξω από το λιμάνι από ένα σαγανάκι και +δεν έπαθε τίποτε· όλα ήσαν εκεί εις την Παναγίαν την Λημνιάν αναθήματα. Ακόμα +και ο γυιος του καπετάν Λούσου οπού έπεσε στην θάλασσαν και επρόφθασε να πη +μόνον: «Παναγία μου Λημνιά μου» και αυτός ανέκειτο εκεί ασημένιος με +ολόχρυσον το πρόσωπον σαν άγιος. Ήτο αρχαία εικών και μεγάλη η Παναγία η +Λημνιά με το μεγάλο πρόσωπο και τα μεγάλα μάτια, την οποίαν είχον φέρει εις την +νήσον ως εφέστιον αυτών λατρείαν εκ της μεγάλης Λήμνου αποικήσαντες ποτέ +λήμνιοι εις την μικράν νήσον. Τρία μεγάλα πιθάρια είχαν χωμένα οι επίτροποι ως +τον λαιμόν εις το υπόγειον διά το προσφερόμενον λάδι της Παναγίας της Λημνιάς, +της οποίας η κανδήλα ήτον ακοίμητος. Από μόνον δε το απόκηρον ενός έτους +συνετηρείτο κατά το πλείστον ο ναός.</p> + +<p> — Δόσε μου την Παναγίαν την Λημνιάν, Παϊσία μου! έλεγεν ο γέρων +εφημέριος ο Παπά-Λάμπρος και δεν θέλω τίποτε άλλο.</p> + +<p>Αλλά μεταξύ όλων των αναθημάτων διέπρεπεν έν αργυρούν έκτυπον +ευμέγεθες και τορευτόν και επίχρυσον, παριστάνον ένα πλοίαρχον εις τρεις +διαφόρους στάσεις. Ασκεπής εδώ, με την κόμην φρίσσουσαν εν τω κινδύνω ίστατο +όρθιος επί της πρύμνης του πλοιαρίου του, μιας βρατσέρας δώδεκα πήχεων, με το +μακρουλόν ως αυγόν κεφάλι του, κρατών το πηδάλιον και αναβλέπων προς τα +ιστία. Παρέκει, πεσμένος ο ασημένιος καπετάνιος εις το πέλαγος, εκολυμβούσε να +σωθή μόλις ανατείνων την μακρουλήν κεφαλήν του από μέσα από τα κύματα ως +κολοκύνθιον χρυσούν. Εις το άλλο ανάθημα το ανθρώπινον αποτύπωμα παρίστα +κυβερνήτην σκεπτικόν, με την μακρουλήν κεφαλήν του πάντοτε, σκυθρωπόν +ιστάμενον ενώπιον του τεταραγμένου πελάγους, εμπρός εις την πρώραν, ωσάν +φιγούραν ξυλίνην από κάτω από τα φλόκια. Ήτο ο καπετάν Βγενιός, με την +μακρουλήν ως αυγόν κεφαλήν αυτού, οπού τρεις φοραίς, εκινδύνευσε και τρεις +φοραίς διεσώθη διά της θαυμασίας επισκιάσεως της Παναγίας της Λημνιάς. Αυτά +δε και τα τρία εκτυπώματα, τα αργυρά και επίχρυσα, τα οποία τόσον πλουσίως +εστόλιζαν την θαυματουργόν εικόνα, η Βγένα η καπετάνισσα τα παρήγγειλεν εις +τον άριστον χρυσοχόον του χωρίου, τον Αποστόλην τον Χρυσοφόν, με τ' όνομα, +όστις, κατ' απαίτησιν δεισιδαίμονα της Κυρά Βγένας, νύκτα μεσάνυκτα τα +ειργάσθη, εις τρεις νύκτας συνεχείς, τόσας ώρας καθ' εκάστην δουλεύων αυτά +όσον έφθανε να καώσι τα σαράντα κεράκια, όσα ήναπτεν εν τω οίκω της η Βγένα, η +καπετάνισσα, γύρω-γύρω 'ς τον κοιτώνα της, εμπρός 'ς τα εικονίσματα δεομένη εν +συνοδεία μυστηριώδει του χρυσοχόου του γείτονος, του οποίου το μικρόν σφυρίον +ηκούετο κρουόμενον επί του αργύρου, ως να εκράτει το ίσον εις τας δεήσεις της +προσευχομένης γυναικός.</p> + +<p>Εφόρεσεν αμέσως το επιτραχήλι του ο ιερεύς και εμπρός εις την Παναγίαν την +Λημνιάν ήρχισε να διαβάζη την Παράκλησιν, από μέσα από το Αγιασματάριόν του, +ένα παμπάλαιον βιβλίον πεποικιλμένον από τα κηροστάγματα, με την φωνήν +τρομώδη και κλαυθμηράν, την οποίαν κλαυθμηροτέραν καθίστα ολονέν η +κλαίουσα έξω τρικυμία και αι αδιάκοποι κραυγαί των νησιωτών, οίτινες έδραμον +κάτω εις τον λιμένα να σώσουν τα κινδυνεύοντα πλοιάριά των, από τα οποία +εγέμισεν ο λιμενίσκος, παρασυρθέντων ήδη από τα κύματα και των φελουκίων, τα +οποία ήσαν συρμένα έξω εις την άμμον.</p> + +<p> — Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς! απήγγελλεν ο ιερεύς εις την αρχήν +εκάστου τροπαρίου της Παρακλήσεως.</p> + +<p> — Παναΐτσα μου Λημνιά μου! επανελάμβανεν η Βγένα η καπετάνισσα, +κύπτουσα μέχρι του μαρμαρίνου του ναΐσκου εδάφους, εν μέσω των άλλων +γυναικών προεξάρχουσα, αίτινες την εμιμούντο εις όλα, εις τας αναφωνήσεις, εις +τας γονυκλισίας, εις την συγκίνησιν, ενώ τα παραθυρόφυλλα εσείοντο υπό των +αγρίων του ανέμου ριπών να καταπέσουν μαζί με τους ρεζέδες, η δε στέγη +ανεταράσσετο ν' αναρπαγή εις τον αιθέρα υψηλά μαζί με τας κεράμους της, αι +οποίαι συνεκρούοντο μετακινούμεναι, ως να ειργάζοντο μαΐστορες ξανασυρταί +επάνω, και αναρπαζόμεναι ενίοτε κατέπιπτον εις την εγγύς μικράν πλατείαν ή +εθραύοντο με κρότους μεμονωμένους και τρομακτικούς, με απήχημα θλιβερόν +θραυομένων αγγείων επί κηδεία νεκρού.</p> + +<p>Από έν δελόφρακτον κατέναντι παράθυρον όπισθεν του δεξιού χορού, +εφαίνετο το πέλαγος μαύρον και απειλητικόν, ο δε παπα-Λάμπρος στρέφων συχνά- +συχνά εκεί τα όμματα, εκύτταζε με τα γυιλιά του τα μεγάλα και σείων την κεφαλήν +του εν απελπισία εξηκολούθει την Παράκλησιν.</p> + +<p>«Των παθών μου τον τάραχον η τον Κυβερνήτην τεκούσα Κύριον και τον +κλύδωνα κατεύνασον . . . . .»</p> + +<p> — Παναΐτσα μου Λημνιά μου! Επήδεν η Βγένα, προεξάρχουσα πάντοτε +των δεομένων γυναικών, ανάψασα ήδη μίαν μεγάλην λαμπάδα, της οποίας το μέγα +φως κινούμενον σπασμωδικώς υπό του ανέμου, ωρυομένου διαρκώς διά των +χασμάδων των παραθύρων, προσέδιδε μίαν μυστηριώδη και υπερφυσικήν κίνησιν +εις την Αγίαν Εικόνα, ήτις ενόμιζες ότι εσαλεύετο υπό των κυμάτων άλλοτε +υψουμένη επί της κορυφής αυτών, και άλλοτε βυθιζομένη εις το σκοτεινόν +κοίλωμά των.</p> + +<p>Ήρχοντο στιγμαί πολλάκις μεγαλοπρεπείς εν τη μανία του υγρού στοιχείου, +οπού καθώς διά του υελοφράκτου παραθύρου διεκρίνοντο τα φουσκωμένα εκείνα +κύματα, με όλον τον αναιβοκαταιβαίνοντα σάλον του πελάγους, εφαίνετο ότι +ολόκληρος ο ναΐσκος της Παναγίας της Λημνιάς εκεί επάνω εις την άκραν του +βράχου οπού ήτο — παρασυρθείς υπό των κυμάτων, ως πλοίον απολέσαν τας +αγκύρας του, εσαλεύετο επ' αυτών, βαίνον ταχέως προς τον καταποντισμόν. Και +όταν εις τας στιγμάς εκείνας τας μεγαλοπρεπείς εσήμαινεν η καμπανίτσα του υπό +του ανέμου κινουμένη, θαρρείς κ' εκρούετο ο κώδων μπάρκου κλυδωνιζομένου, +αναγγέλλων τον κίνδυνον.</p> + +<p>Ήδη αληθινοί θρήνοι έφθανον εκ του λιμένος επάνω εις τον βράχον του +ναΐσκου. Η βοή του σιρόκου η ακατάβλητος εκόμιζε τώρα μέσα εις τον ναΐσκον +λυγμούς και θρήνους, εκόμιζε και των ναυαγίων τα τριξίματα, τα οποία ριπτόμενα +κατά του μαρμαρίνου κρηπιδώματος του λιμένος εκρότουν θραυόμενα.</p> + +<p>Η τρικυμία επεκταθείσα είχεν εισορμήσει πλέον μέσα εις την πόλιν εν +πλημμύρα φοβερά. Αι γυναίκες των πρώτων επί της παραλίας οικίσκων εκάλουν +βοήθειαν, να προφθάσουν τα ύδατα, τα οποία ήρχισαν να εισρέουν εις τα κατώγια +με κίνδυνον κατακλυσμού.</p> + +<p>Κλαύματα παιδίων, τα οποία έντρομα επετάχθησαν έξω γυμνά και φοβισμένα, +επικλήσεις μητέρων, κραυγαί ανθρώπων από τα μαγαζεία, οπού τα ύδατα της +θαλάσσης εισρεύσαντα ήρχισαν να παρασύρουν τα βαρέλια του οίνου και των +σαρδελών ως φελούκια, αι φωναί των γρυπαράδων, οίτινες επάλαιον ακόμη +άπρακτοι να σώσουν την τράταν ημιλυθείσαν εις τα ζυγώματα, ο πονετικός θρήνος +του μπάρμπα Γιαννιού, του οποίου εθραύσθη διαλυθείσα ολοτελώς η βαρκίτσα +του η ψαράδικη κ' έκλαιε! αχ! μωρέ παιδιά! όλα αυτά τα φοβερά απηχήματα +έφθανον εις τον ναόν μέσα οπού ο γηραιός ιερεύς ασκεπής πλέον, με τα άσπρα +σαν λιναρίσια μαλλιά του και τα άσπρα σαν λιναρίσια γένεια του, εξηκολούθει τα +τροπάρια της παρακλήσεως με τόνον επιτακτικόν ανθρώπου ευρισκομένου κάτω +εις τον λιμένα, εν τω κέντρω των καταστροφών.</p> + +<p>«Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε . .»</p> + +<p>Και ανεγίγνωσκε τώρα το Ευαγγέλιον, ότε μία άλλη φωνή κινδύνου ως θρήνος +μακρυνός πνιγομένου εξήγειρε την Βγέναν την καπετάνισσαν, κύπτουσαν εκεί υπό +το αγιασματάριον του ιερέως και βαστάζουσαν επί της κεφαλής της το +επιτραχήλιόν του.</p> + +<p> — Αρρόδο, καπετάν Βγενιέ! αρρόδο!</p> + +<p>Εγερθείσα εν τω άμα εστάθη προς στιγμήν ακίνητος με τα μεγάλα μάτια της η +Βγένα, η καπετάνισσα, υψηλή και εύσωμος γυνή, ατενώς προβλέπουσα τα μεγάλα +της Παναγίας της Λημνιάς μάτια, τα οποία ήσαν τα μόνα ακίνητα τόσην ώραν εκεί +οπού όλα εκινούντο φρίσσοντα υπό τας τρομώδεις του ανέμου πνοάς. Εστάθη +ακίνητος με τα ακίνητα μάτια της, σαν να ωμίλει με τ' ακίνητα της εικόνος +μάτια.</p> + +<p> — Αρρόδο, καπετάν Βγενιέ! αρρόδο όσο μπορείς! . .</p> + +<p>Επετάχθη τότε όλη βλέπουσα προς το παράθυρον όθεν εφαίνετο το πέλαγος. +Εσκέφθη να φύγη αμέσως αλλά πώς ναφήση την παράκλησιν, αμαρτία της +εφαίνετο, εν ώ ο παπα-Λάμπρος επροχώρει προς το τέλος ψάλλων τώρα τα +Μεγαλυνάρια και θυμιάζων γύρω τον ναόν και τας γυναίκας.</p> + +<p> — Γρήγορα, παπά μου, κάμε γρήγορα, θα σώσω!</p> + +<p>Και έκαμνεν σταυρούς και μετάνοιαις, έβλεπε και από το παράθυρον δύο +σκοτεινόμαυρα πράγματα οπού αναιβοκατέβαινον προ της εισόδου του λιμένος, +θέλοντα να εισπλέσουν και παρασυρόμενα πότε υψούμενα ως δύο ιστία ανοικτά +πλην έτοιμα να καταβιβασθώσι, και πότε αφανιζόμενα. Ο όγκος ο πέτρινος του +Μπουρτζίου διεγράφετο φοβερός εκεί πλησίον των. Και όπισθεν — πάλιν άλλος +όγκος πέτρινος, ο μώλος του Σχοινά, εσχημάτιζε την είσοδον του ενός λιμένος ως +σιαγών ορθάνοικτος να τρακανίση παν το οποίον έμελλε να εμφανισθή εκεί, βορά +τρισαθλία.</p> + +<p>Αυτήν την φοράν η κραυγή ουδόλως διέφερε του θρήνου· τόσον έτρεμεν η +κραυγάζουσα φωνή!</p> + +<p> — . . . . «Δέξαι παρακλήσεις αναξίων σων οικετών . . .» έψαλλεν ο +ιερεύς.</p> + +<p> — Παναγία μου! ανεφώνησεν η Βγένα η καπετάνισσα, ήτις είχε στυλωθή +παρά την θυρίδα και ήκουε καθαρά πλέον.</p> + +<p> — Ο καπετάν Βγενιός, παπά μου, η βρατσέρα μας επάνω εις τον μώλον +του Σχοινά! Να, τα πανάκια της! Να, το φαναράκι της αναμμένο! Παναγιά μου +Λημνιά μου!</p> + +<p>Και ετέντωσε καλώς τα μάτια της η δεομένη, προσπαθούσα κάτι άλλο ακόμη να +διακρίνη. Αι άλλαι γυναίκες την εκύκλωσαν, και ιδούσαι το πέλαγος εφώνησαν και +εκείναι αλαλάξασαι.</p> + +<p> — Παναγία μου! Λημνιά μου!</p> + +<p> — Βάρδα από τον Μώλο, καπετάν Βγενιέ!</p> + +<p>Ηκούσθη πάλιν η θρηνώδης εκείνη κραυγή του καπετάν Μήτρου οπού από το +παράθυρόν του, παλαιός αυτός καπετάνιος, διέτασσεν.</p> + +<p>«— Πάντων προστατεύεις αγαθή . . . . .</p> + +<p>Έψαλλε θρηνητικώτατα τώρα ο εφημέριος, κάμνων ακόμη και τας συνήθεις εις +το τέλος της παρακλήσεως γονυκλισίας. Αι γυναίκες τον εμιμήθησαν.</p> + +<p> — Παναΐτσα μου! Λημνιά μου! Εδέετο η Βγένα η καπετάνισσα και +εκραύγαζεν: — Η βρατσέρα μου! αυτή είναι . . . . Αυτή είναι.</p> + +<p>Και ατενίζουσα ολονέν προς τον λιμένα, εις μίαν αίφνης αναλάμψασαν +αστραπήν ανεφώνησεν:</p> + +<p> — Ο καπετάν Βγενιός! Πίσω στην πρύμη, ξεσκούφωτος, με το μακρουλό +κεφάλι του, μούσκεμα. Γεμάτη νερό η κουβέρτα . . . . .</p> + +<p> — . . . . Και λύτρωσον ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως . . .»</p> + +<p>Εξηκολούθει ο ιερεύς.</p> + +<p> — Αχ! πάει! θα πέση 'ς τον Μώλο! Δεν θα καβαντσάρη!</p> + +<p> — Κουράγιο, καπετάν Βγενιέ. Μη φοβάσαι! Μη φοβάσαι, καπετάν +Βγενιέ!</p> + +<p>Ηκούσθη πάλιν από του λιμένος φωνή· η φωνή του καπετάν Μήτρου.</p> + +<p> — Κύττα, παπά μου! Κύττα και συ! διέκοψε κατά τας τελευταίας +αιτήσεις η δεομένη την παράκλησιν, και σπεύδουσα να εξέλθη και πάλιν +επιστρέφουσα.</p> + +<p> — Δεν βλέπω, παιδί μου! υπέλαβεν ο γέρων.</p> + +<p> — Νά! εκεί δα εκείνα τα δυο πανάκια. Αχ! . . . Θα πέση επάνω 'ςτο +Μπούρτσι! Νά, ο καπετάν Βγενιός! πιστίλι, μούσκεμα! Δεν του το είπα του +βλουημένου!; . . .</p> + +<p>Και σταυροκοπουμένη και γονυπετούσα εδέετο.</p> + +<p> — Παναγία μου!</p> + +<p>Την στιγμήν εκείνην ελαφρά και ηπίως, ως κρουσθείς άργυρος, έτριξεν η +Παναγία η Λημνιά με όλα τα ασημικά της χαρίσματα.</p> + +<p>Μίαν λάμψιν εφάνη ότι άφησαν τα μεγάλα τα μάτια της τα αμυγδαλωτά, +λάμψιν συγχυσθείσαν με την επαναληφθείσαν αστραπήν, και η βρατσέρα η +κινδυνεύουσα εχάθη με τα δύο πανάκια της πίσω από τον πέτρινον όγκον του +Μπουρτζίου.</p> + +<p>Εκεί δε οπού τόσην ώραν αναιβοκατέβαιναν τα δύο διάβροχα ιστία, μόνον τα +μεγάλα και φουσκωμένα κύματα εσάλευαν πλέον, ωθούμενα προς τα έξω και +συγκλονίζοντα την Βγέναν την καπετάνισσαν ως οικτρόν ναυάγιον να την ρίψουσι, +θαρρείς, προς τους βράχους.</p> + + +<p> — Θα τρέξω κάτω, παπά μου! Είπεν έκφρων η Βγένα η +καπετάνισσα.</p> + +<p>Και αληθώς έκαμε κίνησιν βιαίαν τώρα να σπεύση εις τον λιμένα, αλλ' από την +ευλάβειάν της ανεκόπη πάλιν να τελειώση η παράκλησις, ήτις πράγματι ετελείωνε +πλέον, ότε και η κυρά Βγένα σαν αστραπή έγεινεν άφαντος.</p> + +<p> — Κουράγιο, καπετάν Βγενιέ! ενεθάρρυνε πάλιν ο καπετάν Μήτρος.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και ιδού όπισθεν του Μπουρτζίου, εις τον δεύτερον λιμένα, όστις δεν +προσεβάλλετο υπό του σιρόκου, προέβαινεν ανασουσουρωμένη ως όρνις μετά την +αλεκτορομαχίαν η βρατσέρα του καπετάν Βγενιού, ήτις προβάσα ακόμη ολίγον εις +μέρος υπήνεμον, ηγκυροβόλησε με τας δύο αγκυρίτσας της.</p> + +<p>Ο κρότος της αγκυροβολήσεως έφθασεν επάνω γλυκύς και ιλαρός ως μολπή +ευφρόσυνος της σωτηρίας.</p> + +<p>Τότε και ο γέρων ιερεύς έλεγε το «Δι' ευχών» ενώπιον της εικόνος της Παναγίας +της Λημνιάς, ήτις, ακίνητος πάντοτε, με τα μεγάλα μάτια της, φορτωμένη τ' +ασημικά της εκυριάρχει, Δέσποινα απροσμάχητος, εν μέσω του ωρυομένου +εκείνου σάλου του υγρού στοιχείου, όπερ εξηκολούθει ολονέν να μυκάται και να +απειλή, ανακινούν τον λιμένα και την καμπανίτσαν της Εκκλησίας της, ήτις +εγλυκοκελάδει ακόμη κατά διαλείμματα άλλας παρακλήσεις άλλων γυναικών!</p> + +<p> — Νταν! Νταν! Νταν!</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ<br /> +(1907)</h4> + +<p> +<br /> +Είχε διαβάσει εις το Ευαγγέλιον, αλλά και πολλαίς φοραίς του εξηγούσεν ο +μακαρίτης ο Γέροντας, ο πνευματικός της νήσου, με τα μεγάλα μάτια και την +χονδρήν φωνήν, πως η ψυχή είνε πλέον πολύτιμον πράγμα από το σώμα, και, αν +την χάση κανείς, με τίποτε πλέον, ουδέ με τον κόσμον όλον, δεν ημπορεί να την +εξαγοράση . . . Το επίστευεν αυτό, και περισσότερον ακόμα επίστευε την φωνήν +του Γέροντα, οπού χονδρά-χονδρά αντηχούσεν έως μέσα εις την καρδίαν του +πάντοτε:</p> + +<p> — «Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; . . .»</p> + +<p>Διά τούτο ο Γεωργάκης της Λιμπέρταινας δεν ελυπήθη τόσον, όταν έμαθε τον +θάνατον της μητέρας του, όσον τώρα, οπού εξημέρωνε το ψυχοσάββατον, το +πρώτον ψυχοσάββατον, μετά τον θάνατόν της. Η σκούνα, με την οποίαν +εμπαρκάρισεν ως ναύκληρος, ήτο αραγμένη εις μίαν έρημον ακτήν, παρά την +είσοδον του Ελλησπόντου, από παρακαιρόν. Είχον φορτώσει τούβλα από τη +Μασσαλίαν, προωρισμένα διά τον σιδηρόδρομον της Ανατολής, τα οποία έπρεπε +να παραδώσουν εις Νικομήδειαν, και εξ αιτίας ισχυρών βορείων ανέμων +εχασομερούσαν τώρα τόσαις ημέραις έξω από το Σιτλί-Μπαχάρ.</p> + +<p>Από το πρωί ακόμα, την Παρασκευήν, σαν εκύτταξε την Σύνοψιν, επάνω εις την +πρωινήν του προσευχήν, τον κατέλαβε μία βαθυτάτη μελαγχολία, όταν είδε πώς +εξημέρωνε ψυχοσάββατον εις την ερημίαν εκείνην, τόσον, οπού ελησμόνησε να +δώση εργασίαν εις το πλήρωμα. Και σαν να του κακοφάνη ολίγον του πλοιάρχου, +όστις ήτο αγανακτισμένος και από τον καιρόν. Αλλά καλόβολος φυσικά, ως ήτο, ο +καπετάν Γιάννης και ανοιχτόκαρδος, δεν τον ήλεγξε πολύ πικρά τον νεαρόν +ναύκληρον, γιατί τον εγνώριζε «περήφανον στη δουλειά του» πάντοτε. Αλλ' όταν, +εξελθών από το καμάρι πίσω αφού έπιε τον καφέ του, είδε τους ναύτας να +ξετινάζουν τα ράντσα των, τας κρεμαστάς των κλίνας, είπε προς τον λοστρόμον του, +όστις ακκουμβισμένος επάνω εις την κωπαστήν παρηκολούθει τα κυλιόμενα πέραν +αγρίως λευκά κύματα του Αιγαίου:</p> + +<p> — Θυμήθηκες πάλι την μάννα σου! . .</p> + +<p>Τούτο ήρκεσεν εις τον αγαθόν ναύκληρον να συνέλθη, να εννοήση το σφάλμα +του και να προχωρήση προς την πρώραν.</p> + +<p> — Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, εψιθύρισεν ο καπετάν Γιάννης τότε, +ανάπτων το τσιγάρον του, και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους . . .</p> + +<p> — Καμμιά φορά όμως έχουν την ανάγκην μας και οι πεθαμένοι, +υπέλαβεν ο νεαρός ναύκληρος με κάποιαν συστολήν.</p> + +<p>Μετ' ολίγον επί κεφαλής του πληρώματος ο Γιωργάκης, ο ναύκληρος, ειργάζετο +εις την συρραφήν μιας παλαιάς εσχισμένης μπούμας του πλοίου, την οποίαν είχον +απλώσει επί του καταστρώματος. Συχνά δε ίστατο, με την σακκορράφαν την +χονδρήν εις χείρας, βλέπων προς τους ιστούς επάνω περίφροντις μάλλον ή +αφηρημένος.</p> + +<p> — Θα της βράσουν τάχα κανένα πιατάκι κόλλυβα; διελογίζετο. Ποιος να +φροντίση! Εκεί οπού στην αράδα θα λάμπουν στολισμένα τα κόλλυβα όλων των +πεθαμένων του χωριού, εις την ενορίαν μας, αποκάτω από την εικόνα του Χριστού, +κάθε ένα με το κεράκι του, κάθε ένα με τους χρωματιστούς του φιόγκους, θα είναι +μαζί και το δικό της το πιατάκι, ευμορφοστολισμένο, με σταφίδες, με κουφέτα, με +γαρύφαλα, με βαρακωμέναις μαντζουράναις και αρμπαρόρριζαις; Και δίπλα θα +είναι και το καλό το σαμδανάκι μας, με μια λαμπαδίτσα κίτρινη, με μαύραις +κορδέλλαις; Ποιος να σου τα κάμη αυτά, πτωχή μου μαννούλα! Θα σου ζυμώσουν +τουλάχιστον καμμιά λειτουργιά; θα σε μνημονεύση κανένας παπάς;</p> + +<p>Και προσεπάθει να κρύψη τα μάτια του, οπού άρχισαν να βουρκώνουν.</p> + +<p> — Α! παιδιά! Ως το μεσημέρι να την ξενετάρωμε! απέτεινε τότε +παρακέλευσιν προς τους ναύτας, οπού γύρω γύρω συνέρραπτον το παλαιόν εκείνο +ιστίον, ο καθένας με την σακκορράφαν του και με το πέτσινο γάντι του.</p> + +<p>Και πάλιν ίστατο σιωπηλός, βαστάζων ακίνητον την σακκορράφαν του και +βλέπων προς τους ιστούς:</p> + +<p> — Τι να σου κάμη και η καϋμένη η 'ξαδέλφη μου, η μόνη συγγένισσά +μου! Τι να σου κάμη η φτωχή και αυτή! διελογίζετο τότε ο Γιωργάκης της +Λιμπέριαινας, συνεχίζων τας σκέψεις του, τι να σου κάμη η ξενοδουλεύτρα! +Αδειάζει κι' αυτή, οπού και εις τον ύπνο της ακόμα πλέκει την κάλτσα της κινούσα +τα χέρια της! . . .</p> + +<p>Και ανεστέναξε βαθέως:</p> + +<p> — Να ήμουν ταχυά κι' εγώ στην Παναγία την Λημνιά, τη ενορία μας, +ταχυά το ψυχοσάββατο! Τι κόλλυβα σωρό, οπού θα πάνε για όλους τους +πεθαμένους! . . .</p> + +<p>Και μετ' ολίγον:</p> + +<p> — Να ήμαστε το ελάχιστο σε κανένα λιμάνι απόψε, σε καμμιά σκάλα, +νάβγω να πάω στην εκκλησιά ταχυά το ψυχοσάββατο! . . . Να σου ανάψω ένα +κεράκι το ελάχιστο! . . .</p> + +<p>Και του ήλθε τότε εις την ανάμνησιν το τελευταίον γράμμα της εξαδέλφης του, +οπού του έγραφε για τον θάνατον της μητέρας του, στην Μαρσίλια· εκεί οπού +φόρτωναν τα τούβλα· το είχε μέσα εις το κόρφο του, σαν φυλακτό, το γράμμα +εκείνο, και το είχε μάθει απόξω νεράκι;</p> + +<p> — Όταν θάφευγες, του έγραφεν η Λουξανιώ, η εξαδέλφη του, ήταν +χαρούμενη· θυμάσαι με πόσαις ευχαίς και με πόσαις χαραίς σε κατευώδωσε. Σαν +να μη ήθελε να πονέσης εις τον υστερνόν σου εκείνον μισεμόν. Σαν νάξευρεν ότι +για τελευταία φορά σε έβλεπε, και ήθελε με χαρά να σ' αποχαιρετίση, για νάχης +για πάντα ως ευχή της, την χαρά. Την είδες! την θυμάσαι! Ελαβε δύναμιν, σαν από +άνωθεν. Εσηκώθη επάνω, οπού είχε μήνες να σηκωθή από το στρώμα, και σου +έσφιξε το χέρι και σ' εφίλησε:</p> + +<p> — Στο καλό, παιδί μου! την ευχή μου, παιδί μου! Δεξιά και αριστερά η +ευτυχίαις να σου έρχωνται, παιδί μου! . . .</p> + +<p>Εσταμάτησεν εδώ τας αναμνήσεις του ο Γιωργάκης βουρκωμένος, και έσκυψε +μέσα εις τον κόλπον του, προσποιηθείς ότι κάτι εμβήκε μέσα εις το μάτι του, διά να +μη εννοήσουν οι ναύται.</p> + +<p>Έπειτα πάλιν εξηκολούθησε την αποστήθισιν της επιστολής:</p> + +<p> — Σαν κατέβηκες την σκάλα, να την έβλεπες! Πού ευρέθηκεν εκείνη η +δύναμι! Θυμήθηκε τα νειάτα της. Επανεκάθησε στο παραθύρι για να σε +καμαρώση:</p> + +<p> — Αρί, από πού θα ξαγναντίση το παιδάκι μου;! . . Από το παραθύρι της +σαλίτσας εφαίνετο μια γωνίτσα του λιμανιού. Εκύτταζε και έλεγε, εις τα χαμένα, +έτσι.</p> + +<p> — Στο καλό, παιδί μου! στο καλό! Δεξιά και αριστερά! . . .</p> + +<p>Αλλά προς το βράδυ ο καιρός εχάλασε. Χειμώνας, βλέπεις.</p> + +<p>Επήρεν ένας κρύος μαΐστρος! Χιονιά δυνατή! Εγονάτισε τότε μπροστά εις την +Παναγίτσα μας, την Τριχειρούσα, κ' έκλαιεν:</p> + +<p> — Αρί, Λουξανιώ, πώς τάφησα το παιδάκι μου και μούφυγε! Πώς +τώκαμα αυτοδά, αρί. Δεν το κρατούσες, αρί να μη φύγη το παιδάκι μου; Δεν το +κρατούσα, μαθές! . .</p> + +<p>Κ' έκαμε μετάνοιαις εις την Παναγίτσα μας, κ' έκλαιε κλάματα κ' εφώναξε +δυνατά:</p> + +<p> — Δεν μ' έπαιρνες κι' εμένα μαζί . . .</p> + +<p>Αλλ' επί τέλους επροδόθη ο ναύκληρος. Είδαν οι ναύται γύρω-γύρω τα +βουρκωμένα τα μάτια του και ένας γεροντονιός, κοντός και καμπουράκος, με την +κομμένη μύτη, οπού του την επήρε το διάκι σε μια φορτούνα, ο Καπότας, λέγει +συνηθισμένος να παρεμβαίνη παντού:</p> + +<p> — Αλήθεια, κυρ Γιωργάκη, σχωρέθηκε η γρηά!</p> + +<p> — Τώρα! απήντησε καταπίνων δύο λυγμούς ο Γιωργάκης της +Λιμπέριαινας και περνών νέον σπάγγον εις την σακκορράφαν του, δέκα μέραις +ύστερα οπού φύγαμε για την Μαρσίλια. Δεν σας τώπα;</p> + +<p> — Θεός σχωρέστηνε! επανέλαβεν ο Καπότας με την έρρινον πάντοτε +φωνήν του· καλή γρηούλα!</p> + +<p>Και προσέθηκε:</p> + +<p> — Και τι οργή Θεού, κυρ Γιωργάκη! Να μη είμαστε σε καμμιά σκάλα να +της πας αύριο ένα πιατάκι κόλλυβα, που ξημερώνει, κατάλαβες, ψυχοσάββατο! . . . +ένα κεράκι να της ανάψης, κατάλαβες . . .</p> + +<p>Η υπενθύμισις αύτη ήτο έλαιον εις την πυράν. Εξήναψεν ο πόνος του πάλιν. Δεν +εβάσταξε πλέον. Επέρασε την σακκορράφαν του εις μίαν πτυχήν του ιστίου και +εγερθείς μετέβη εις το μαγειρείον ν' ανάψη ένα τσιγάρο, ως είπεν.</p> + +<p>Ο μάγειρος, ένας νέος τσεσμελής, ένας ηλιοκαμένος και θαλασσοψημένος +πρώην τρατάρης, μ' ένα άσπρο τουλουπάνι περί τον ναυτικόν του κούκου, χωμένος +μέσα εις το ξύλινον οίκημα του μαγειρείου, εσυγύριζε τη φασολάδα για το +«τσούρμο» και συγχρόνως εκαθάριζε σιτάρι διά τον καφέ, έτσι από καλωσύνη του +και όχι από φιλάργυρον ιδιοτέλειαν, γιατί βλάπτει ο καθαρός καφές — έλεγεν εις +τους ναύτας — στα νεύρα.</p> + +<p>Το σιτάρι ήτο όντως εύμορφον, μεγαλόκοκκον και χρυσόξανθον, σιτάρι της +Αίνου, κ' εκίνησεν αμέσως την προσοχήν του ναυκλήρου, όστις εκόλλησε, θαρρείς, +επάνω λαίμαργον το βλέμμα του. Ολίγον κατ' ολίγον ήρχισε τα πραΰνεται τότε η +ανήσυχος μορφή του. Η ψυχή του εγαληνίασε, και εις τους οφθαλμούς του τους +θαμβούς έλαμψαν αίφνης αστραπαί παραμυθίας . . .</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και ήτο αληθινά αξιαγάπητος η κυρά Λιμπέριαινα, μία γυναίκα φιλάσθενος, +κοντή και ξηραγγιανή, μία γερόντισσα, να είπωμεν, πλέον, οπού επέρασε την ζωήν +της πολύ σεμνά και πολύ ταπεινά, χωρίς να ενοχλήση εις το παραμικρόν ποτέ τον +άλλον. Ύστερα από ένα ταχυθάνατον γάμον της ουδέ εφαίνετο ποτέ έξω, κλεισμένη +εις τον οικίσκον της μέσα, αυτή με την μακράν της χηρείαν, εν προσευχαίς και +νηστείαις διάγουσα, ως άλλη Άννα Φανουήλ, και μόνον εις την γειτονικήν της +Εκκλησίαν της Παναγίας της Λημνιάς επήγαινε σκυφτή- σκυφτή πρωί και βράδυ, +παρακολουθούσα τους εσπερινούς και τους όρθρους, ως κανδηλανάπτρια. μ' ένα +σάλι μαύρο σκεπασμένη. Αν είχε καμμίαν χαράν, η χαρά της ήτο μόνον το +μοσχαναθρεμμένο παιδί της, ο Γιωργάκης της, τον οποίον επτά μηνών βρέφος της +τον άφησεν ο μακαρίτης ο πατέρας του, ο καπετάν Λιμπέριος, ένας φιλήσυχος +μικροκαπετάνιος, οπού απέθανε την ίδια νύκτα με το κότερό του, ένα εύμορφο και +γλήγορο κότερο, οπού το πονούσε και από την γυναίκα του περισσότερον.</p> + +<p> — Βοηθάτε με, για το Θεό, παιδιά! βοηθάτε με, εφώναζε την νύκτα +εκείνην, οπού είχε σηκωθή μία αγρία παλαβονοτιά, αναστατώσασα όλον τον +λιμένα της μικράς νήσου, ο οποίος είνε εκτεθειμένος εις την μανίαν της.</p> + +<p>Ο καπετάν Λιμπέριος επάνω εις τον ύπνον του, εξαφνισθείς από τας αγρίας +πνοάς του χειμερινού νότου εκείνου, κατέβη αμέσως εις τον λιμένα και εις ένα +βράχον επάνω θαλασσωμένος, ξεσκούφωτος, και με τα άσπρο του εσώβρακον, σαν +ο βρυκόλακας του λιμανιού, προσεπάθει να διασώση το ωραίον πλοιάριον, το +οποίον παρασυρθέν είχε διπλαρώσει επάνω εις την βραχώδη ακτήν του +λιμένος.</p> + +<p> — Βοηθάτε με! έκλαιεν ολολύζων ο καπετάν Λιμπέριος μισοπνιγμένος +μέσα εις τα αφρισμένα κύματα, και προσπαθών να πιάση από το μπαστούνι το +κότερον, σαν παιδί από το χέρι, ο πτωχός, να το τραβήξη έξω . . .</p> + +<p>Αλλ' ένα τελευταίον κτύπημα του λεπτοκαμωμένου πλοίου επί των υφάλων +εκεί διέλυσεν αυτό πάραυτα εις ξύλα και σχοινία, ότε και ο καπετάν Λιμπέριος +έξαφνα, σαν να εγλίστρησεν, ευρέθη φαρδύς-πλατύς μέσα εις τα άγρια κύματα, +συγκυλιόμενος και αυτός μετά των άλλων ναυαγίων, μέσα εις τους γοερούς +γογγυτούς των αφρών και του ανέμου.</p> + +<p>Η πένθιμος είδησις την εύρε την κυρά Λιμπέριαιναν προσευχομένην, +γονατιστήν, εμπρός εις την Τριχειρούσαν της, ενώ το παιδίον, το νήπιον, +εκλαυθμύριζεν άυπνον μέσα εις την κούνιαν του παραδέρνον.</p> + +<p>Αλλ' είχε πλάτος καρδιάς η αξία όντως γυναίκα αυτή και διήλθε νικηφόρος την +θλιβεράν χηρείαν της, αφιερωμένη εις την ανατροφήν του τέκνου της, το οποίον +ήδη, έφηβος είκοσιπενταετής, ήτο ο καλύτερος ναύτης της νήσου και ο συμπαθής +ναύκληρος της σκούνας του καπετάν Γιάννη, απέξω από το Σιτλί-Μπαχάρ . . .</p> + +<p>Εις το τελευταίον ταξείδι έμενε τρεις μήνας, σχεδόν όλον το φθινόπωρον, μαζί +με την μητέρα του, η οποία υποφέρουσα από ένα επίπονον μαρασμόν είχε +καταπέσει τελείως.</p> + +<p>Ο χειμών πολύ πρώιμα εκραγείς και με ασυνήθη βίαν το έτος εκείνο, είχεν +αποκλείσει ολοτελώς την μικράν νήσον με τας συνεχείς θυέλλας του και τας +τρικυμίας του, ολίγας ημέρας μετά τον εις την νήσον καταπλούν της σκούνας, ήτις +φορτωμένη σίδηρα παλαιά κατέβαινεν από την Πόλιν, κατευθυνομένη εις +Μασσαλίαν.</p> + +<p> — Καλύτερα, μαννούλα μου, οπού όλο βρέχει και χιονίζει, και κάθομαι +κοντά σου, εις την παραστιά . . .</p> + +<p> — Την ευχίτσα μου νάχης, παιδί μου. Δεξιά και αριστερά! . . . +επανελάμβανεν η γερόντισα αντί πάσης άλλης ομιλίας.</p> + +<p>Κι' εσιώπα κατόπιν σιγήν μακράν και νεκρικήν, γυρμένη από το ένα πλευρόν εις +το προσκέφαλόν της, παρά την εστίαν, και βλέπουσα ατενώς προς έν σημείον της +οροφής, ως εν θεωρία μυστική των ησυχαστών της αρχαίας Λιβύης.</p> + +<p>Και ο Γιωργάκης, ο εύσωμος ναύτης, με τους κυανούς του οφθαλμούς, εν οις +κατηυγάζετο, θαρρείς, το γλυκύ του Αιγαίου χρώμα, με ένα πρόσωπον στρογγύλον +και πράον, στιλπνόν και άμωμον, ως η αθωότης, με μίαν χάριν άπλαστον και +διαυγή, ως το νάμα του Ταξιάρχου μας, τρεις μήνας σχεδόν δεν απεμακρύνετο από +το πενιχρόν κλινίδιον της μητρός του, ήτις γυρμένη, ως ήτο πάντοτε, του εφαίνετο +σαν ζωγραφιά της Αγίας Φωτεινής της Σμύρνης, απαστράπτουσα αγάπην και +στοργήν.</p> + +<p>Πρωί πρωί της άναπτε την φωτιάν και της έψηνε τον καφέ της, που της είχε +φέρει από το ταξείδι, εωσού να ξημερώση καλά και έλθη η εξαδέλφη του, η +Λουξανιώ, μία πτωχή και ηλικιωμένη ξενοδουλεύτρα, οπού η δουλειαίς δεν την +άφησαν να πανδρευθή, για να της σκουπίση, να της ξετινάξη το μενδεράκι της, και +να της μαγειρεύση έπειτα κανένα φαγάκι, έχουσα δίπλα της και τη δουλειά της, το +ράψιμό της, καμμιά φορά και τα λανάρια της.</p> + +<p> — Δεν μου λες τίποτα, μητέρα! έλεγε καμμιά φορά ο Γιωργάκης, θέλων +να διακόπτη την θλιβεράν εκείνην της μητρός του σιωπήν, οπού τόσον τον έθλιβε. +Δεν μ' ερωτάς τίποτα!</p> + +<p> — Τι να σ' πω, παιδί μου; να σε ζαλίζω! επανελάμβανε πάντοτε η γραία, +χωρίς ν' αποσπάση από την μαυρισμένην οροφήν τους οφθαλμούς της, +πλανωμένους, θαρρείς, εκεί επάνω εις καμμίαν εικόνα της φαντασίας της, +κρεμασμένην εις κάποιαν μυστηριώδη της οροφής γωνίαν.</p> + +<p> — Καμμιά φορά όμως συνήρχετο. Η λήθη, η οποία την είχε σαβανώσει, +ζωντανήν, διελύετο σιγά-σιγά, σαν να ξεδιπλώνετο κάτι από πάνω της, και τότε το +ωχρόν χρώμα του προσώπου της ερρόδιζεν εύμορφα, ως όταν θέλη να βασιλεύση +ο ήλιος. Μειδίαμα τότε εζωγραφίζετο εις τα σιωπηλά της χείλη, μειδίαμα ελαφρόν +και γλυκύ, ως είναι γλυκύ το ηλιοβασίλευμα· οι οφθαλμοί της οι νεκροί εκείνοι και +ακίνητοι, ως εξ υάλου ψεύτικοι, ανεζούσαν αίφνης κ' ελαμπύριζον κ' έπαιζον. Και +τότε ενθυμείτο ότι υπάρχει, και ενθυμείτο ότι ζη. Ενθυμείτο ότι υπήρξε ποτε +ομιλητική και διαχυτική, και ενθυμείτο τα αστεία της τότε και τα ωραία της τα +δίστιχα· και υπανεγειρομένη από το ερημικόν κλινίδιόν της, εσπρώχνετο σιγά-σιγά +προς την εστίαν, ως διά να συνδαυλίση την φωτιάν.</p> + +<p>Τότε, ως απαντώσα εις παλαιάς του Γιωργάκη ερωτήσεις, χθεσινάς και +προχθεσινάς, έλεγε, μ' ένα πένθιμον όμως πάντοτε μειδίαμα, μειδίαμα φεύγοντος, +αποχαιρετισμόν, θαρρείς, θλιβερόν προς την ζωήν και τον κόσμον:</p> + +<p class="poem"><i>Γαϊτάνι πλέκω<br /> +και δεν αδειάζω.<br /> +Σαν τ' αποπλέξω,<br /> +σε κουβεντιάζω.</i></p> + +<p> — Ανέζη τότε εν ταις ολίγαις στιγμαίς εκείναις της χαράς και της +διαχύσεως εις τον στυγνόν εκείνον θάλαμον όλος ο κόσμος ο παρελθών, ένας πολύ +ωραίος κόσμος, ως είναι ωραία η ζωή· ένας κόσμος εύχαρις και φαιδρός, οπού +ακόμη δεν τον είχε σβήσει με την κρύαν σκιάν του το θλιβερόν γήρας.</p> + +<p>Και την έβλεπε τότε — εθάρρει — ο Γιωργάκης την μητέρα του νέαν ακόμη, +φιλόπονον και ακούραστον, οπού ποτέ της δεν έλεγε, πως θα γηράση, +αναιβοκαταιβαίνουσαν της σκάλαις, εις τα πρώτα της μακράς χηρείας της χρόνια, +μαγειρεύουσαν, γελώσαν, προσπαίζουσαν. Την εφαντάζετο τότε την σεμνήν γραίαν +κατά τας ευτυχείς εκείνας στιγμάς οπού του έλεγε τα τρυφερά δίστιχα, από τα +οποία είχεν εις την μνήμην της ολόκληρον θησαυρόν, αλλά τον οποίον τώρα είχε +θάψει τόσον βαθειά η πένθιμος νόσος. Την εφαντάζετο ανασκουμπωμένην και +ολόχαρον, κατασκευάζουσαν εκείναις της ωραίαις λαχανόπητταις, οπού ήσαν +γεμάταις με χαράν παρά με καυκαλίθραις.</p> + +<p> — Τι έγιναν εκείνα τα χρόνια, μαννούλα μου!</p> + +<p> — Τι έγιναν εκείνα μαθές, παιδάκι μου! . . . Και τότε ίστατο και την +έβλεπε και αυτός σιωπηλός και ακίνητος. Την εκύτταζεν, ως εν απορία προς το +αιώνιον πρόβλημα της ζωής, το οποίον ιδού ανωρθούτο ενώπιόν του μαύρον, ως +φάντασμα, ως ο σκελετός εκείνος με το δρέπανον . . .</p> + +<p> — Διατί να γηράσκωμεν! και διατί να αποθνήσκωμεν!</p> + +<p> — Όμως ευσεβής, ως ήτο, κ' ευλαβής χριστιανός, κατώρθωνεν ευκόλως +να πραΰνη την ψυχήν του, παρηγορών εαυτόν και την μητέρα του με την μόνην +αληθινήν παρηγορίαν:</p> + +<p> — Έννοια σου, μητέρα. Στην άλλη ζωή να είσαι καλά. Εκεί να περάσουμε +καλά, εις την αιώνιον Βασιλείαν. Να ιδής εκεί χαραίς αληθιναίς, αθάναταις +χαραίς.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p> — Μετά το γεύμα ο καιρός έδειξε σημεία βελτιώσεως καταφανή· η +Ανατολή ήρχισε να καθαρίζη από τα μαύρα εκείνα νέφη, τα οποία είχε τόσον πυκνά +σωρεύσει επί του Αιγαίου ο μαΐστρος τόσας ημέρας πνέων. Η Θράκη εξ άλλου +φαεινώς ελαμπύριζεν εις το χαμήλωμα εκείνο του ηλίου, τα δε άγρια του +Ελλησπόντου κύματα κατέπιπτον ολονέν, εωσού το πέλαγος το Αιγαίον, ήρχισεν +όλον γοητευτικώς να γαλανίζη· και από το βάθος του ορίζοντος, κάτω πολύ, και +οπίσω από την Τένεδον, σημεία ελαφρά νοτίου ανέμου εσχηματίζοντο.</p> + +<p> — Βίρα, παιδιά, διέταξε μετ' ενθουσιασμού ο καπετάν-Γιάννης, ιδών τα +καλά του καιρού προμηνύματα.</p> + +<p>Πάραυτα οι ναύται ευρέθησαν εις τας θέσεις των.</p> + +<p> — Να ξεμουδιάσουμε λιγάκι, παιδιά! προσέθηκεν αμέσως.</p> + +<p> — Αλέστα! εφώναξε με την κομμένην μύτην του ο κοντός ο Καπότας, +πεθαίνων για το τιμόνι, «να κάμνη τον καπετάνιο».</p> + +<p>Έκαμαν ένας-ένας οι ναύται τον σταυρόν τους· και ιδού η μπόμπα της σκούνας, +με το βραχνόν και συχνοπιασμένον κύλισμά της, άρχισε να σύρη την άγκυραν, +αφίνουσα ένα ασυνήθη σιδηρούν αντίλαλον εις την έρημον ακτήν με τον σκληρόν +εκείνον ανασασμόν της.</p> + + +<p>Ως πτηνά συγχρόνως, ανάλογοι ναύται εθεάθησαν επάνω εις τους εξαρτισμούς +του πλοίου, το οποίον ιδού άνοιξεν ένα-ένα τα πανιά του, και ταλαντευθέν +επιχαρίτως δεξιά και αριστερά εξεκίνησεν ελαφρά, ως πάπια ξεκολλήσασα πλέον +από το έλος, αφού εξετίναξε με χαράν τα δυο κοντά πτεράκια της.</p> + +<p>Άφρισεν αμέσως εμπρός εις της μάσκαις της το θαλασσάκι, απ' εδώ και απ' +εκεί, και μία ελικοειδής κίνησις συγχρόνως εσημειώθη επί της επιφανείας της +θαλάσσης.</p> + +<p>Ο Καπότας, κοντός και κυφός, με την κομμένην μύτην, εκάθισεν αμέσως εις το +τιμόνι, έχων τα μάτια του διαρκώς εις την κατέναντί του πυξίδα και σοβαρευόμενος +με κωμικήν ακινησίαν. Ο καπετάν- Γιάννης καταχαρούμενος εφουμάριζεν εις την +πρύμνην διασκευάζων με μίαν παράταξιν δελφίνων, υπερηφάνως εξελισσομένην +προ του Ελλησπόντου, ο δε Γιωργάκης, αφηρημένος πάντοτε, ακκουμβών επάνω +εις την κωπαστήν, έβλεπε με λαιμαργίαν ευλαβή ένα ερημοκκλησάκι, το οποίον +κατάχρυσον εις το ηλιοβασίλευμα εστόλιζε την κορυφήν εκεί ενός λοφίσκου.</p> + +<p> — Φύσα, χρυσέ μου, φύσα! ηκούσθη ο καπετάν Γιάννης, αποτεινόμενος +προς το ούριον αεράκι.</p> + +<p>Η σκούνα εμβαίνει ήδη εις τον Ελλήσποντον ως νύμφη εις την παστάδα. Αι +πνοαί του μπάτη προσκόπτουσαι επί των ιστών της και των σχοινίων και των +λοιπών του εξαρτισμού πλεγμάτων, αποτελούσιν ηδυπαθή αρμονίαν καλλιφώνου +μουεζίνη, ψάλλοντος επί του μιναρέ το γλυκύτατον <span class="sp">κιντί</span>, +του δειλινού την παθητικήν προσευχήν.</p> + +<p>Ιδού το Σιτλί-Μπαχάρ, το αληθινόν θαλάσσιον κλειδίον, επί της Θράκης, +αποτόμως και ξηρώς κοπτομένης εις ακτάς τιτανώδεις. Ιδού από το άλλο μέρος και +το Κουμ Καλέ επί της Ασίας, ήτις με τας μαλακάς και αβράς όχθας της, τας τόσον +απαλώς πρασινοβαλούσας ήδη υπό την πρώιμον χλόην, θαρρείς κ' εκτείνεται +ερωτικώς να χαιρετίση, ν' ασπασθή και εναγκαλισθή μίαν φοράν ακόμη την +αγαπημένην αδελφήν της, την Ευρώπην, από την οποίαν την εξεχώρισαν αποτόμως +εις την διάβασιν της, την κοπτεράν, η Δημιουργία.</p> + +<p>Την νύκτα εξηκολούθησεν ο ευνοϊκός άνεμος ισχυρότερος ακόμη. Και ουδέ +παρέστη ανάγκη του ρυμουλκού, το οποίον καταγάλαζον μ' ένα πύρινον ζωνάρι +είχε διπλαρώσει εις την σκούναν.</p> + +<p>Υπό τους αισίους αυτούς του πλου όρους ο καπετάν Γιάννης ευχαρίστως +παρεχώρησε την ζητηθείσαν άδειαν εις τον λοστρόμον του, όστις ήθελησεν +ενωρίτερον να καταβή εις το ράντζο του, ως είπε δικαιολογούμενος, να +ησυχάση.</p> + +<p> — Άιντε, και λιγώτερο να θυμάσαι τη μάννα σου! Όσο μπορείς +λιγώτερο!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Την αυγήν, επάνω εις το γλυκοχάραμα, όταν πλέον ο βαρδιάνος της πρώρας +ήρχισε να ξεχωρίζη τους μιναρέδες της Καλλιπόλεως, το πλήρωμα κατά πρόσκλησιν +του ναυκλήρου, του Γιωργάκη της Λιμπέριαινας, παρέστη εις μίαν τρυφερωτάτην +σκηνήν, η οποία αξίζει τωόντι τον κόπον μιας περιγραφής.</p> + +<p>Κάτω εις την πρώραν, εις την αίθουσαν των ναυτών, εκεί προ των εικονισμάτων +του πληρώματος, οπού έκαιεν η ακοίμητος του πληρώματος της σκούνας κανδήλα, +επάνω εις ένα τραπεζάκι εύμορφα ευτρεπισμένον, ένα πιάτο με κόλλυβα είχε +τοποθετηθή με πολλήν στοργήν παρεσκευασμένον. Ήσαν κόλλυβα με χάριν και +τρυφερότητα πολλήν στολισμένα. Είχον επιπασθή με στρώμα σακχάρεως, επί της +οποίας ετέθησαν σταυροειδώς σταφίδες· κλωναράκια δύο ξηρού βασιλικού και +μαντζουράνας συνεπλήρουν την όλην ευπρέπειαν με πολλήν σεμνότητα.</p> + +<p>Ένα κηρίον εμπηγμένον εις το μέσον ήτο αναμμένον. Ο Γιωργάκης της +Λιμπέριαινας, με φωτιά τα μάτια του από την αγρυπνίαν και από τον μυστικόν της +νυκτός θρήνον, ξεσκούφωτος κι' έχων έτοιμον θυμιατόν πήλινον, από εκείνα τα +πρασινοκίτρινα του Τσανακαλέ, έκαμεν αμέσως τον σταυρόν του και ήρχισε να +θυμιάζη τους ναύτας γύρω-γύρω αναγινώσκων συγχρόνως το Τρισάγιον και +ψάλλων: «Μετά πνευμάτων δικαίων . . . . .». Οι ναύται καταπτοηθέντες αίφνης από +της πρώτης εκείνης επιβολής, μεθ' ης παρέστη ενώπιον των οφθαλμών των, την +εωθινήν εκείνην ώραν, η απροσδόκητος αυτή σκηνή του πένθους, έστησαν εν +ευλαβεία κατανυκτική γύρω-γύρω, ως εις Εκκλησίαν. Απεκαλύφθησαν και ήρχισαν +να κάμνουν τον σταυρόν των. Μερικοί και εδάκρυον παρακολουθούντες την +πένθιμον εκείνην ψαλμωδίαν. Όταν δ' ο ναύκληρος ήρχισε να ψάλλη τελευταίον: +«Μετά των Αγίων ανάπαυσον . . . ;» σιγά-σιγά με κλαίουσαν φωνήν, συχνά +διακοπτομένην από τους λυγμούς της ψυχής του, οι ναύται δεν ημπόρεσαν να +κρατηθούν από την συγκίνησιν και ανεκραύγασαν πάντες εν χορώ:</p> + +<p> — Θεός σχωρέστηνε! Θεός σχωρέστηνε! . . . Και την εμακάρισαν έπειτα +με την καρδίαν των, αληθώς, τρώγοντες τα τόσον κατανυκτικώς αοράτως +ευλογηθέντα κόλλυβα, τα οποία εις την ερημίαν εκείνην, καταμεσής εις το +πέλαγος, είχε παρασκευάσει η ευλαβής προς την ψυχήν της μητρός του στοργή του +συμπαθούς ναυκλήρου.</p> + +<p>Ο καπετάν Γιάννης παρασταθείς και αυτός περί το τέλος της ιεράς εκείνης +σκηνής, της οποίας είχεν οσφρανθή το ευώδες θυμίαμα διασκορπισθέν από της +πρώρας εις όλον το πλοίον, δεν ηδυνήθη να κρύψη ένα δάκρυ και αυτός, μ' όλας +τας φαιδράς και θυμήρεις έξεις των τρόπων του, και είπε λαμβάνων και αυτός από +τα κόλλυβα:</p> + +<p> — Οι πεθαμένοι πολλαίς φοραίς έχουν ανάγκην των ζωντανών. Είναι +αλήθεια!</p> + +<p>Ενώ συγχρόνως πίσω από την πρύμνην, όπου καμαρώνων ως γυφτοσκέπαρνον +διηύθυνε τα πηδάλιον ξενυκτισμένος, κοντός και κυφός, ως ήτο, ο Καπότας, +δεξιώτατος όντως πηδαλιούχος, νομίζων ότι εις αυτόν ωφείλετο ο δρόμος της +ελαφράς σκούνας, εφώναξε δυνατά, με την έρρινον πάντοτε φωνή του:</p> + +<p> — Κι' εμένα λίγα κόλλυβα, να σχωρέσω!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ύστερον, εκεί που έτρωγον, το μεσημέρι, διηγείτο ο μάγειρος, ο τσεσμελής +εκείνος νεανίσκος, με το άσπρο μανδήλι περί τον ναυτικόν του κούκον, ότι την +ώραν οπού έψαλλεν ο Γιωργάκης «Μετά των Άγιων ανάπαυσον» και συνέψαλλον +και οι λοιποί, ότε όλοι οι ναύται εκλαίομεν από την συγκίνησιν — έλεγεν ο +τσεσμελής — τότε, την στιγμήν εκείνην, είδεν επάνω προς τον φεγγίτην της +πρώρας, από μέσα από τα τζάμια του σπιράγιου «σαν ένα κάτασπρο πράγμα, σαν +'ποκάμισο, σαν σάβανο» οπού ελαφρά-ελαφρά εξεδιπλώνετο κι εξανεμίζετο και +κάτι λάμψεις έλαμψαν τότε, σαν της αυγής τα πρώτα ξανοίγματα. Και είδεν εκεί ο +τσεσμελής την μακαρίτισσαν, την ίδιαν την κυρά-Λιμπέριαινα, αδύνατην και +ξηραγγινήν ως ήτο, αλλά χαρούμενην και καλοκαρδισμένην, και άκουσε μίαν +γλυκυτάτην φωνήν, σαν σβύνουσαν μουσικήν, σαν ουράνιον ψαλμωδίαν, εις τα +ύψη επάνω:</p> + +<p> — Δεξιά και αριστερά, παιδί μου!</p> + +<p>Σημ. Το παρόν διήγημα ανεδημοσιεύθη πολλάκις, και εις το αναγνωστικόν +βιβλίον Ι. Πολέμη.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ<br /> +(1898)</h4> + +<p> +<br /> +Μου εφάνη πως δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος. Ήμουν όλην την ημέραν +κατηφής και λυπημένος. — Ακούς εκεί; Με τον ήλιον να σημάνουν αι εκκλησίαι; +ημέρα πλέον;</p> + +<p>Κατά το έθος, εκοιμήθην ενωρίς, την παραμονήν, και περί την δευτέραν ώραν, +μετά τα μεσάνυκτα, εγερθείς, ανέμενα ν' ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου +ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες — ένα γλυκύτατον, αργυρόηχον κώδωνα. +Ενεδύθην, ητοιμάσθην, και ανέμενα. Και ήμουν όλος χαρά, αναλογιζόμενος την +ιεράν, την θείαν, την ανεκλάλητον απόλαυσιν: «Όρθρου βαθέος. Οι πολυέλαιοι +κατάφωτοι. — Το φως αναδίδει ιδιαιτέραν λάμψιν καιόμενον την νύκτα. Ο ναός +απαστράπτων. Οι πιστοί συνηγμένοι πανηγυρικώς — Χριστός Γεννάται! — Οι +ψάλται υπό ιδιαιτέρου ενθουσιασμού κατεχόμενοι. — Δεύτε ίδωμεν πιστοί. — Ο +αχώρητος παντί — ήχοι καθ' εκάστην αδόμενοι εν ταις μοναίς, και σπανιώτατα +ακουόμενοι εν τω κόσμω. — Παν σπάνιον επιθυμητόν. — Και να συρίζη ίσως ο +βορράς. — Και να είνε σκοτία έξω. Και να πίπτη χιών. — Δόξα εν υψίστοις θεώ. — +Ανατολή Ανατολών. — Επί γης ειρήνη. — Οποία ουράνιος απόλαυσις!</p> + +<p>Και όμως η ώρα παρήρχετο χωρίς ν' ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου +ναού, ένα γλυκύλαλον, ένα αργυρόηχον κώδωνα. Είδον από του παραθύρου. Το +άστρον της ανατολής, έκλαμπρον, μέγα, ο αστέρας, έφεγγε, καταυγάζων τον +ουρανόν. Εχάραζε πλέον — μου εφάνη. — Εγεννήθη ο Χριστός. Ηκροαζόμην. Ούτε +κώδων, ούτε ήχος. Η πόλις εκοιμάτο ως να μη εξημέρωνε χαράς ημέρα. Είχε +χιονίσει προ δύο ημερών και ήδη προμηνύεται ημέρα ευήλιος. Αίθρία εν ουρανώ. +Πώς λάμπει ο αστέρας, το άστρον της ανατολής! Προς στιγμήν μου εφάνη ότι είδον +και τους τρεις μάγους, τρεις εφίππους Χαλδαίους με τα βασιλικά στέμματα, με τα +σκήπτρα και τα δώρα, ελαύνοντας δρόμω εξ Ανατολών. Από την Ακρόπολιν τάχα. +Είποντο του αστέρος. Ήσαν τρία μεγάλα νέφη, άτινα κατεδίωκεν ο απηλιώτης.</p> + +<p>Είχον ακόμη ελπίδας. Ανεμέτρουν ακόμη τα επίλοιπα της χαράς. Μετά την +θείαν λειτουργίαν θα είνε νύκτα ακόμα, έλεγα. Τότε θα χαράζη. Οι φούρνοι θα είνε +ανοικτοί, θα έχουν έτοιμον την λιπαράν και γλυκείαν μπογάτσαν. Θα έχουν +λουκουμάδες. Πρόγευμα εωθινόν εν τω οίκω. Ανάπαυσις κατόπιν ψυχική και +σωματική. Οποία τρυφή!</p> + +<p>Απαυδήσας τέλος εκ της μακράς ελπίδος, — πόσον κουράζει η ελπίς! — +εβυθίσθην εντός της θερμής κλίνης μου ανάπλεως οργής. Η σελήνη ήτο εις το τέλος +της και εξαπατά, τον χειμώνα. Μου ήλθεν ύπνος. Πρέπει να εκοιμήθην αρκετά. +Διότι είδον και όνειρα· Όνειρα τερπνά και όνειρα φοβερά. Όνειρα ευώδη και +όνειρα βρωμερά. Είδον την όρθριον ακολουθίαν υπέρλαμπρον, πανευφρόσυνον. +Και είδον πάλιν τους ναούς κλειστούς, σκοτεινούς. Είδον ιερείς λαμπροφορεμένους +ως αγγέλους, και είδον ιερείς μαύρους ως κόρακας.</p> + +<p>Και τότε μόλις ηκούσθη ο κώδων του γειτονικού μου ναού, εκεί επάνω εις τους +Αέρηδες, με φωνήν όμως βραχνήν, ως σπασμένην. Εσήμαινεν ώραν πολλήν +πένθιμα και άνοστα· και μου εφαίνετο ως να έλεγε:</p> + +<p> — Τώρα πλεια Χριστούγεννα! Τώρα πλεια Χριστούγεννα!</p> + +<p>Το άστρον της Ανατολής έσβυσε πλέον. Οι μάγοι με τα δώρα — τα τρία +σύννεφα — εγύρισαν οπίσω σαν να έχασαν τον δρόμον.</p> + +<p>Είχεν εξημερώσει.</p> + +<p>Διαταγή του νέου Μητροπολίτου είχε καταργηθή η νυκτερινή ακολουθία των +Χριστουγέννων διά παντός.</p> + +<p>Ήλθαν και μου είπαν.</p> + +<p> — Όχι μέσα εις τα σκότη! Με τον ήλιο! Αι κατακόμβαι δεν υπάρχουν +πλέον! . .</p> + +<p>Απεφάσισεν ο νέος Μητροπολίτης, Θεός σχωρέσ' τονε — ένας ωχρός δεσπότης +ως νεκρός, μ' εσβεσμένην όψιν ως όψιν νεκρού, και με πλέον εσβεσμένην φωνήν, +ως φωνήν νεκρού. Βεβαίως και με νεκράν την καρδίαν.</p> + +<p>Ο κώδων εσήμαινεν ακόμη τρέμων ως σπασμένος.</p> + +<p> — Τώρα πλεια Χριστούγεννα! τώρα πλεια Χριστούγεννα!</p> + +<p>Η ημέρα έλαμπε πλέον επί των παραθύρων μου.</p> + +<p> — Πάνε λοιπόν και τα Χριστούγεννα! Τάφαγαν και αυτά! Να ιδούμε τι +άλλο έμεινε να φάγουν οι φαγάδες!</p> + +<p>Δι' εμέ η μεγάλη πανήγυρις έχανε πλέον το γόητρόν της. Έχανε το μεγαλείον της +μετεβάλλετο εις συνήθη κυριακής λειτουργίαν. Το υψηλόν εκείνο της Ε'. ωδής, το +εκ του μεγαλοφωνοτάτου Ησαΐου· «Εκ νυκτός ορθρίζοντες δοξολογούμεν σε» το +έπαιρνε από 'μπρός η ημέρα κ' έχανεν ούτως όλην του όρθρου την μυστικήν +ευωδίαν.</p> + +<p> — Και εις την Πόλιν, οπού είνε Τουρκιά, νύκτα — όρθρου βαθέος — +σημαίνουν αι εκκλησίαι! είπον με πικρόν παράπονον, το οποίον εκτύπησεν εις τον +ψυχρόν τοίχον του δωματίου μου ως σάπιο λεμόνι.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και ήμην όλην την ημέραν εκείνην κατηφής και λυπημένος.</p> + +<p>Μ' εφάνη πώς δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος.</p> + +<p>Ότε περί την εσπέραν έρχεται ο αχώριστος φίλος μου, ο Αλεξανδρής +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn3' id='ref3'>3</a></span>) + και μου λέγει.</p> + +<p> — Τον καταφέραμε! Απόψε ο κυρ Στρατής μας έχει το +γουρνόπουλο.</p> + +<p>Ο φίλος μου εξασκεί πάντοτε ιδιάζουσαν επιρροήν επ' εμού.</p> + +<p>Όσον μεγάλην θλίψιν και αν έχω, μόλις τον ίδω, πραΰνομαι. Είνε συντροφιά +καλή τέλος πάντων, και η συντροφιά η καλή ιλαρύνει το πνεύμα, εν ώ η μοναξιά το +εξαγριόνει. Έπειτα ήλθε κομίζων είδησιν καλήν. Δείπνον Χριστουγεννιάτικον. Αφού +εχάσαμεν την Χριστουγεννιάτικην νυκτερινήν Ακολουθίαν τουλάχιστον ας +κερδήσωμεν ένα καλόν Χριστουγεννιάτικον δείπνον.</p> + +<p>Έπειτα ο φίλος μου συνείθιζε μετά το φαγητόν να ψάλλη πάσαν την τυχούσαν +ακολουθίαν, παρηγορούμενος, διότι ως διανυκτερεύων δημοσιογράφος δεν είχε +καιρόν διά την Εκκλησίαν — αυτή η δημοσιογραφία κοντεύει να κάμη όλους τους +εργάτας της αθέους. — Εγνώριζεν ευτυχώς από στήθους όλας τας πανηγυρικάς του +ενιαυτού ακολουθίας. Και έτσι, έλεγα, θα ψάλωμεν τα ωραία των Χριστουγέννων +άσματα. Έπειτα ο κυρ Στρατής ήτο αξιόλογος άνθρωπος και αξιολογώτερος φίλος, +θα δυσηρεστείτο, αν ηρνούμην. Το είχε τάξει. Και ημείς εδώσαμε τον λόγον μας. +Εγνωρίσθημεν εις την Εκκλησίαν. Και όσοι γνωρίζονται εν τη εκκλησία και διά της +εκκλησίας είνε οι καλλίτεροι φίλοι. Ούτω λοιπόν με αυτά και με εκείνα +επραΰνθην.</p> + +<p> — Θα είνε και άλλοι; ηρώτησα.</p> + +<p>Εφοβούμην μη κληθώσι και άλλοι· και τότε ο φίλος μου θα ηρνείτο να +ψάλη.</p> + +<p> — Όχι· μοι απήντησεν. Ο κυρ Στρατής, εγώ και συ. Και μετ' ολίγον +επανέλαβεν:</p> + +<p> — Όχι. Εξέχασα. Θα είνε και αι δύο γειτόνισσαίς του, αι δύο . . . πώς της +λένε; πες ταις ντε . . . αι δύο . . . χιλιάρικαις!</p> + +<p>Συνείθιζεν ο φίλος μου τοιαύτα αστεία, εις τα οποία πολύ επετύγχανε με το +λεπτόν εκείνο σαρκαστικόν του πνεύμα, πατρικήν του κληρονομίαν.</p> + +<p> — Τώμαθες; μου λέγει κατόπιν. Η πρώτη λειτουργία ετελείωσεν εις τας +8 1/2, η δευτέρα εις τας 10 1/2 . . Νομίζω, κάπου, κάμανε και τρίτην. Μη χειρότερα! +Ήκουσα ότι εις τον άγιον Γεώργιον, θαρρώ, ήθελαν και τετάρτην. Γιατί μερικοί, λέει, +ήσαν χθες — παραμονή — 'ς το θέατρο, και άργησαν, λέει, ξεύρω 'γώ. Και +προσέθηκε γελών:</p> + +<p> — Και του χρόνου, Δεσπότη μου!</p> + +<p> — Δεν βλέπουν τους συμπολίτας μας τους Δυτικούς; είπον εγώ. Εις +παροικίαν είνε και όμως φυλάττουν την διάταξιν της Εκκλησίας και το έθιμον της +πατρίδος των. Αυτοί οι Γάλλοι <i>Weihnachten</i> αποκαλούσι την εορτήν ταύτην. +Να το ξεύραμε να πάμε προχθές εις την φράγκικην!</p> + +<p> — Όχι, καϋμένε, να πηγαίναμεν εις τον άγιον Δανιήλ, έξω εις τα +ελαιοτριβεία.</p> + +<p> — Πώς; είπον έκθαμβος.</p> + +<p> — Ναι. Εις τον άγιον Δανιήλ. Ο παπα-Στουπής, φίλε μου, μόλις του πάνε +την διαταγήν του Μητροπολίτου «Τι έκαμε λέει;» εφώναξε με την άγρια, +βραχνιασμένην φωνάραν του από τον ταραμά, ένας καλός εφημέριος εις τον άγιον +Δανιήλ, έξω εις τα ελαιοτριβεία, και άρχισε από τα μεσάνυχτα, σαν εις το Μέγα +Πάσχα να σημαίνη· την έσπασε την καμπάνα, φίλε μου. «Τι έκαμε λέει;» +επανελάμβανε και εκτύπα, κρεμασμένος εις την καμπάνα, με θυμόν. Σήμερον +τάμαθα. Και εώρτασαν λαμπρά τα Χριστούγεννα εκεί έξω σαν καλοί +χριστιανοί.</p> + +<p> — Να μη το μάθωμεν! είπον μετά λύπης.</p> + +<p> — Δεν είμεθα άξιοι, φαίνεται. Είπε και ο φίλος μου εν θλίψει. Και +εξηκολούθησεν:</p> + +<p> — Εώρτασαν ωραία. Έξω-έξω, εις την άκρη της πόλεως. Είνε μια ήσυχη +γειτονιά, σαν χωριαδάκι. Και η Εκκλησία μικρούτσικη. Ο κυρ Χριστόφιλος, πού το +μυρίσθη; Λες και είνε γάτος εις μερικά πράγματα. Τους έβαλε ανάγνωσιν από τον +«θησαυρόν» του Δαμασκηνού, οπού υπάρχει περίληψις λαμπρά, εις απλήν +γλώσσαν, από τον περίφημον λόγον του Γρηγορίου του Θεολόγου «Χριστός +γεννάται δοξάσατε!» Και ευχαριστήθησαν όλοι, ιδίως «οι ταλιαγρήται», οι εργάται +των ελαιοτριβείων. Τους έψαλε και τον πολυέλαιον κατόπιν καλογερικά, φίλε μου. +Και εις το τέλος οι ταλιαγρήται είχον τηγανίταις με το καλλίτερο λάδι, και τσίπουρο +ντόπιο, και μη ρωτάς. Μόνον ένα λάθος έκαμε, κουρασθείς πλέον. Εις το «Χριστός +γεννάται» κατά το έθος, έπρεπε να κινήση σταυροειδώς τον πολυέλαιον, εις +ένδειξιν χαράς, αλλ' ελησμόνησαν να τον ανάψουν εγκαίρως, ο δε κυρ- +Χριστόφιλος, νομίζων ότι είνε αναμμένος, τον εκίνησε σβυσμένον. Δεν πειράζει +όμως. Παν ό,τι γίνεται με καλήν καρδιά, είνε καλόν.</p> + +<p>Και είπον πάλιν μετά θλίψεως.</p> + +<p> — Να μη το μάθουμε και ημείς!</p> + +<p> — Ε! το βράδυ, θα ψάλωμεν όλον τον «Κανόνα», με παρηγόρησεν ο +φίλος μου. Θα έλθω να σε πάρω.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο κυρ-Στρατής, ένας κοντός και χονδρός ανθρωπάκος, με μίαν κεφαλήν +φαλακράν και στρογγύλην ως κολοκύνθην, και με πρόσωπον κατακόκκινον ως +κόκκινην κολοκύνθην, με δύο μάτια μεγάλα ως κάστανα, ήτο ιεροψάλτης του +νεκροταφείου, αρχαίος φίλος μας. Ουδείς εγνώριζε να ψάλη τόσον κανονικά και +τόσον κατανυκτικά το «Μετά των αγίων ανάπαυσον.» Ουδείς όσον αυτός, +συνεκίνει τους χριστιανούς, όταν έψαλλε το «θρηνώ και οδύρομαι». Έκλαιεν όλος, +από κεφαλής μέχρι ποδών. Πρώτον άρχιζε να κλαίη η φωνή του, με ένα τρόμον +ιδιαίτερον, σαν φυσικόν· φωνή στερεά και ακλόνητος άλλως. Κατόπιν εγέμιζαν +δάκρυα τα δύο μεγάλα ως κάστανα μάτια του. Έπειτα εβρέχοντο υαλίζουσαι, ως +δροσισμένα μήλα, αι δύο κατακόκκιναι παρειαί του, και τέλος ήρχιζε να συγκινήται +το μακρύ-μακρύ παλτό του, τρέμον, ως αεριζόμενον υπό ελαφρού πνεύματος, με +μίαν λαδιάν, μεγάλην-μεγάλην δεξιά, και μίαν άλλην ομοίαν αριστερά, οπού +κατεστάλλαζον, θαρρείς, τα δάκρυά του. Και τότε οι τελούντες το μνημόσυνον +χριστιανοί μετά πολλής χαράς έδιδον δύο ρεγκίναις εις τον «πονετικόν ψάλτην» — +αυτά τα νομίσματα ήσαν τότε — διά τον κόπον του».</p> + +<p> — Ο καϋμένος!</p> + +<p>Δηλαδή ήτο να κλαίη άνθρωπος, όταν έψαλλεν ο κυρ Στρατής.</p> + +<p>Τόσον, οπού ο παπα-Γιάννης, ο εφημέριος του νεκροταφείου, ένας με πράσινα +γυαλιά, το είχε βαθύ παράπονον:</p> + +<p> — Να μη μπορώ κ' εγώ να τα καταφέρω έτσι!</p> + +<p>Ένας ευλογιοκομμένος και αυστηρός εφημέριος, με το πρόσωπον φοβερόν. +Όστις, ένεκα ουλής τινος περί τα δεξιά του χείλους, εφαίνετο ως γελών +πάντοτε.</p> + +<p>Μόλις ήρχιζε να ειπή «Μετά πνευμάτων δικαίων» και η ουλή του χείλους του +ήρχιζε τα γέλοια, ακράτητος.</p> + +<p>Ήτο να γελά άνθρωπος όταν έψαλλεν ο παππά-Γιάννης.</p> + +<p>Τι είνε και τα σωματικά ελαττώματα. Γελοιογραφούν και την μάλλον συμπαθή +ψυχήν.</p> + +<p> — Κύττα τον, κύττα τον πώς γελά! έλεγον οι τελούντες τα μνημόσυνον· +και του έκοπτον το ήμισυ της αμοιβής.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p> — Έχω ένα χοιρίδιον ως τρεις οκάδες.</p> + +<p>Είπεν ο κυρ Στρατής εις τον φίλον μου· και έγλυφε τα δάκτυλά του, ως να το +έτρωγεν ήδη — ήτο κοιλιόδουλος, ο μακάριος. — Να μου εύρης και <i>εκείνον τον +άλλον</i>, — ούτω με απεκάλει προς τον φίλον μου· τον δε φίλον μου πάλιν προς +εμέ απεκάλει <i>εκείνος ο άλλος</i> ώστε και εις τους δύο έδωσε το αυτό όνομα· +ίσως διά να δείξη ότι αμφοτέρους επίσης ηγάπα.</p> + +<p>Και έγεινεν άφαντος ο κυρ Στρατής, καταγινόμενος όλην την ημέραν εις την +παρασκευήν του Χριστουγεννιάτικου δείπνου.</p> + +<p>Το έπλυνε μόνος του — ήτο άγαμος ο δυστυχής — το εσπόγγισε καλά, το +έθεσεν εν τω μέσω καλώς γανωμένου ταψίου. Εσταύρωσε τα ποδαράκια του, και +το εποίκιλε με παντοία καρυκεύματα της οψοποιίας, το λευκόν, το παχουλόν, το +τρυφερόν, ως εκ γάλακτος, χοιρίδιον.</p> + +<p> — Εσύ μονάχα, κυρ Στρατή, ξεύρεις να γιορτάζης τα Χριστούγεννα.</p> + +<p>Του είπεν ο φούρναρης.</p> + +<p>Και ο κυρ Στρατής εκαμάρωνεν, ως γαμβρός, έχων δίπλα την ωραίαν +νύμφην.</p> + +<p>Μετά τούτο επανήλθεν εις τον οίκον του· και ψήσας τα τρυφερά εντόσθια του +ζώου, εκουτσόπινεν, αναμένων την εσπέραν.</p> + +<p>Παν ό,τι άλλο εχρειάζετο, είχε προμηθευθή εν αφθονία.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ήμην τόσον λυπημένος, είπον, ώστε δεν είχον διόλου όρεξιν δι' επισκέψεις, +πολύ περισσότερον διά γεύμα. Τα έθιμα ριζώνουν, βλέπετε, μέσα εις την καρδίαν +των ανθρώπων. Και όταν καταργώντας νεύρον ευαίσθητον ξερριζώνεται βιαίως +από μέσα από την καρδίαν, ήτις πονεί και οδυνάται, μεταδίδουσα τον πόνον εις +όλον το σώμα. Ο άνθρωπος, όστις δεν έχει το νεύρον τούτο, δεν ανήκει εις έθνος. +Είνε αλλότριος αυτού. Ανήκει εις όλα τα έθνη, και εις ουδέν. Νομίζει πώς είνε εις +τον κόσμον όλον και δεν είνε πουθενά. Είνε εις τον αέρα όμως. Αεροβατεί. Είνε +πολίτης της «Νεφελοκοκκυγίας» του Αριστοφάνους. Εάν οι τοιούτοι άνθρωποι είνε +άχρηστοι διά παν έθνος, είνε πολύ περισσότερον διά το Ελληνικόν. Είνε βλαβεροί. +Το Ελληνικόν Έθνος βλέπομεν ότι φευ ολονέν εκλείπει και χάνεται, διότι εκλείπουσι +και χάνονται οι έχοντες το πονετικόν νεύρον εν τη καρδία των πολίται, πληθύνονται +δε οι άλλοι, οι περιφρονούντες τα πάντα, οι λέγοντες: τι είνε τούτο και τι είνε +εκείνο, και τι θα πη νύκτα, και τι θα πη ημέρα· και άλλα, τα οποία συνοψίζονται εις +το κατάψυχρον, ως μπάλα χιόνος, «δεν βαρυέσαι!» . .</p> + +<p>Ενύκτωσε πλέον και ο φίλος μου ήλθε να με παραλάβη.</p> + +<p>Εξήλθομεν. Υγρά η ατμόσφαιρα. Προ δύο ημερών είχε χιονίσει και ήδη η πόλις +εκόλλησεν εν βορβόρω, ως αγριόπαππια. Αι οδοί πλήρεις λάσπης. Τα πεζοδρόμια +ρυπαρά, ως πλάκες ελαιοτριβείου, γλιτσασμέναι. Ένας φανοκόρος, ανάπτων την +ώραν εκείνην τους φανούς, κατέπεσεν εν τη σπουδή και έθραυσε τον κάλαμον τον +φωτοφόρον. Τα παντοπωλεία ήσαν κλειστά και τα άλλα μαγαζεία. Ολίγος κόσμος +εφαίνετο έξω. Μόλις ήρχιζαν την ώραν εκείνην, κρυφά -κρυφά, ν' ανοίγουν μερικά +υπόγεια, τα οποία εν Αθήναις είνε επτάψυχα, σαν την επτάψυχη γυναίκα, που πότε +πεθαίνει και πότε ανασταίνεται.</p> + +<p>Δύο-τρεις παράγκαι μανάβιδων ημιάνοιξαν μίαν σανίδα, διά να ψωνίσουν οι +αμελείς τα σαλατικά των και τας οπώρας των· και έλαμπε κλεισμένη μέσα η +διακόσμησίς των η εντελής, ως νύμφη κρυμμένη. Οπώραι βαρακωμέναι, όρνιθες +παχείαι με ταινιοστόλιστα ράμφη, ορμαθοί μπεκατσών, μέσα εις εικόνας και +σημαίας και μύρτα και δάφνας, ξηροί καρποί, πορτοκάλια, αχλάδια της Κυνουρίας, +δροσερά σαλατικά, όλα ευωδιάζοντα πανήγυριν και χαράν!</p> + +<p>Ένας παχύς, καταστρόγγυλος παντοπώλης, ήνοιξε παρακάτω, προς στιγμήν, το +παντοπωλείον του, έμβασε μέσα μίαν παρέαν φίλων, ων είς εκράτει εις χείρας +κυδώνιον, και πάλιν έκλεισε.</p> + +<p>Παρακάτω ένας γέρων, βαστάζων μίαν χιλιάρικην, εκτύπα την θύραν +οινοπωλείου να τω ανοίξουν, και τους οδόντας του κρυόνων, με ένα κοντά του +Ρετσίνα σακκάκι.</p> + +<p>Παρέκει άλλη παρέα διεσκέδαζεν, εξαγριώνουσα προς λυσσώδη πάλην δύο +χασάπικους κύνας, περί ους συνεκεντρώθησαν και παίδες — λούστροι — και +απέφραττον την διάβασιν, ενώ δύο αστυφύλακες, με τα κράνη των, άνοιγαν έν +καφενείον διά να χαρτοπαίξουν.</p> + +<p>Σημαίαι τινές βρεγμέναι αερίζοντο βαρείαι εδώ κ' εκεί· και ένας λοταρτζής +εφώναζεν ακόμη κατάμονος εις μίαν γωνίαν: πέντε δίνετε, πέντε παίρνετε, δέκα +δίνετε, δέκα παίρνετε. Ενώ το αληθές είνε ότι οι άνθρωποι έδιδον και ο λοταρτζής +έπαιρνε.</p> + +<p>Και δεν γνωρίζω, πώς ένας λουκουματζής κατώρθωσε, παραβαίνων την +αστυνομικήν διάταξιν, να φωνάζη έως την ώραν εκείνην: ζεστοί- ζεστοί, χωρίς +ανασασμόν, παγωμένος εκεί εις την θύραν του μαγαζείου του, εντός του οποίου +εχόρευον οι τέσσαρες άνεμοι, ως να είχε παγίδα να συλλάβη κανένα νεοσύλλεκτον +μεταβαίνοντα εις τον στρατώνα του.</p> + +<p>Εις τα βάθη υπογείου τινός της οδού Καλαμιώτου, οπού τα κρεοπωλεία και +οπωροπωλεία ήσαν πλουσιώτατα και θαυμασίως εστολισμένα, ηκούοντο άσματα +μεθυόντων, οίτινες εις μάτην εδοκίμαζον να ψάλλουν και το «Η γέννησίς σου» +καταλήγοντες πάντοτε εις το «Χριστός ανέστη». Ενώ δύο άλλοι γέροντες απόμαχοι, +παρακάτω, κύπτοντες εις έν παράθυρον, ανεζήτουν τον φίλον των οινοπώλην, να +τους ανοίξη· και μη βλέποντες αυτόν, ηρίθμουν από του παραθύρου, τα εν τω +υπογείω βαρέλια, υπό τι φως λυχναρίου, φαινόμενα, εκεί κάτω, ως εν τω βυθώ της +θαλάσσης κήτη, βόσκοντα κατά σειράν, με τας μεγάλας κοιλίας των.</p> + +<p>Κατωτέρω κατάκλειστος, με τας μεγάλας υψηλάς πόρτας της, σιωπηλή ως +έρημος, εφαίνετο η μεγάλη Σαντορινιά ταβέρνα του Καλαμιώτη, το προσφιλές +εντευκτήριον υπαλλήλων, δικηγόρων και εμπόρων, και ημών των <i>δύο +άλλων</i>, εις της οποίας τα υπόγεια υπάρχουν δεκαπέντε ειδών κρασιά. Πόσαις +φοραίς εκεί ο Αλεξανδρής κουτσοπίνων υπέψαλε τα ωραιότερα τροπάρια εν μέσω +εκλεκτής παρέας λογίων και συγγραφέων οπού τον εκαμάρωναν έκθαμβοι. Ενώ +παρέκει ο μάστρο Θάνος ο σουβατζής εξετέλει ένα δυσκολώτατον στοίχημά του +ενώπιον της παρέας του, καταιβάζων τον ρητινίτην εις τον λάρυγγα χωρίς να βρέξη +το στόμα του.</p> + +<p> — Τι κρύα Χριστούγεννα!</p> + +<p> — Ημπορούσαν να γίνουν και καλλίτερα!</p> + +<p>Διήλθομεν εις την οδόν Αθηνάς. Δύο-τρεις πιστολιαίς, ακουσθείσαι, +συνετάραξαν την συνοικίαν. Παρακάτω ηκούομεν. «Δυο στον τόπο και ένας +λαβωμένος».</p> + +<p>Πεντέξ μπακαλάκια με τα Χριστουγεννιάτικά των, σαπουνισμένα και +κτενισμένα, με καπέλλα, επέστρεφον από τα Πατήσια, βουτηγμένα εις την λάσπην +και εις την χαράν, καμαρόνοντα το καπέλλο των, το σακάκι των, την ύπαρξίν των +αυτήν, την οποίαν δις ή τρις του έτους αισθάνονται ως ζώσαν, εκπληττόμενα και +αυτά διά το θαύμα, τα έξυπνα τσακωνόπουλα.</p> + +<p>Η μεγάλη αγορά η πολυτάραχος, η βρίθουσα κόσμου και όψων, η τρέφουσα +πτωχούς και πλουσίους, εγκρατείς και λαιμάργους, η ζωή της πόλεως, η αεννάως +κενουμένη και πάντοτε πλήρης, οπού κατασταλλάζουν όλαι αι θάλασσαι της +Ελλάδος, τα βουνά και αι λίμναι της, ήτο σχεδόν έρημος. Ο κόσμος επρομηθεύθη +από της παραμονής το φαγητόν του. Μόνον δύο-τρεις φραγκορράπται εξήρχοντο +με γεμάτα μανδήλια, την ώραν εκείνην, πάντοτε οι τελευταίοι των άλλων +πανηγυρίζοντες, παρερχομένης της εορτής, έως ου οικονομήσουν το πεντάρικο. +Μόνον δύο κρεοπώλαι ητοίμαζον νωπά σφακτά, προ μικρού λαβόντες διά του +σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, κόφας με αρνάκια της Ηλείας. Δύο τρεις άμαξαι +μεθυόντων διέσχιζον την μεγάλην οδόν εν καλπασμώ ίππων και φωναίς αγρίαις, +ενώ παρά το Μοναστηράκι ο κόσμος εκόλλησεν εις τον πολύν σχηματισθέντα +βόρβορον.</p> + +<p> — Πολύ κρύα Χριστούγεννα! επανέλαβεν ο φίλος μου <i>εκείνος ο +άλλος</i>.</p> + +<p> — Ημπορούσαν να γίνουν και καλλίτερα!</p> + +<p>Είπον πάλιν κ' εγώ <i>εκείνος</i> ο άλλος.</p> + +<p>Εισήλθομεν εις του Ψυρή.</p> + +<p>Ο Μπάρμπα-Γιώργης ο σμυρναίος ο καλοκάγαθος εκείνος μαγειράκος οπού δεν +του έλειπον ποτέ τα λαδερά, διευκολύνων ο καλός γέρων τους νηστεύοντας, μέσα +εις μίαν πόλιν οπού άρχισεν από τότε να μεταβάλλεται εις Βαβυλώνα, ήτο +κατάκλειστος. Από την πόρτα του ξενοδοχείου του δεν εκρέματο πλέον ο παχύς +τράγος, πάντοτε τας άλλας ημέρας εις την αυτήν θέσιν, σαν πίναξ παριστάνων +τράγον εσφαγμένον. Γνωστοποίησις δε χειρόγραφος κολλημένη έλεγε: «Σήμερον, +Χριστούγεννα, δεν έχει φαγί».</p> + +<p>Ώστε ένας ιεροδιάκονος εκ των πελατών, ελθών πεινασμένος και αναγνώσας +την γνωστοποίησιν, είπε με αγανάκτησιν:</p> + +<p> — Νά η ώρα να κάμω σήμερα μεγάλη Παρασκευή!</p> + +<p>Εφθάσαμεν.</p> + +<p>Ο κυρ-Στρατής μας υπεδέχθη, σηκώσας την λάμπαν και προβάς μέχρι της +θύρας.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ήτο τρισευγενέστατος ο κυρ-Στρατής. Στολισμένος, ξυρισμένος, +μοσχομυρισμένος. Με άσπρο-κάτασπρο υποκάμισον. Με σακκάκι καινουργές, +σκούρο, γελαστός, Χριστουγεννιάτικος.</p> + +<p> — Άιντε ντε! Και περιμένω τόση ώρα. Πού χαζεύετε;</p> + +<p>Και προπορευόμενος έλεγε προς τον φίλον μου,</p> + +<p> — Πού είνε <i>εκείνος ο άλλος</i>;</p> + +<p> — Εδώ είνε. Έρχεται, απήντησεν ο φίλος μου δι' εμέ. Μα είνε +λυπημένος, επανέλαβε, γιατί κατηργήθη, λέει, η νυκτερινή ακολουθία των +Χριστουγέννων.</p> + +<p> — Και δεν μ' ερωτάς εμένα, βρε <i>άλλε</i>, να σου πω; είπε στραφείς +προς εμέ. Η εκκλησία, επήρε και αυτή τον κατήφορο της μόδας. Πάει πλέον. Έγεινε +και αυτή καπέλλο. Την έκαμαν δηλαδή. Δεν ακούς οπού σήμερα, χρονιάρα μέρα, +θέλανε να κάμουνε μνημόσυνο στο Νεκροταφείον;</p> + +<p>Ετοποθέτησε την λάμπαν· ημείς εκαθήσαμεν, και ο κυρ-Στρατής ιστάμενος +ενώπιόν μου, εξηκολούθει:</p> + +<p> — Μία οικογένεια, που λες, επέμεινε σήμερα έξω να κάμη μνημόσυνον. +'Σ πολλά έτη όμως, που ο παππάς εστάθη παλληκάρι· αν και η οικογένεια έλεγεν +ότι είχεν έγγραφον από την Μητρόπολιν.</p> + +<p> — Για να σου πω, κυρά μου, είπεν ο παππάς. Σήμερα έχομε λειτουργία +για κείνους που γεννιούνται, και όχι για κείνους που πεθαίνουν. Καταλαβίγκος; +Σήμερον είνε ημέρα για τους ζωντανούς, Ξεροκαταλαβίγκος; Και αμέσως, οπού λες, +<i>άλλε μου</i> καλέ, «Χριστός Γεννάται» και πέρνει καιρό. Κ' εφαίνετο το γέλοιο +του από δω και πέρα· ώστε γελούσε και το σημάδι του προσώπου του.</p> + +<p>Δεν εδιάβασα της προάλλαις, — εξηκολούθησεν ο κυρ-Στρατής — πως θα μας +τα κόψουν, λέει, τα πολλά ψαλσίματα; — Αμ δεν θα μας τα κόψουν;</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Εν τω μέσω της αιθούσης ήτο η τράπεζα έτοιμος. Επί νεοσιδηρωμένης λευκής +οθόνης, έκειντο απαστράπτοντα εκ καθαριότητος πάντα τα επιτραπέζια σκεύη, εν +τάξει οικοκυρική, γυναικείας μάλλον δεξιότητος — οι άγαμοι, με τον καιρόν, +αποκτούν καμμιά φορά, έξεις οικοκυράς. Οι δε τοιούτοι, μένουσι πλέον άγαμοι, +έως θανάτου. — Εν μέσω ήστραπτε το ταψίον, το επιμελώς γανωμένον, με το +χοιρίδιον, το εψητόν, διαχέον πανταχού ορεκτικήν ευωδίαν, ελαφρώς ροδισμένον, +προκλητικώτατον. Κατελάβομεν τας θέσεις μας. Ο κυρ-Στρατής, καθίσας εν μέσω +των δύο χιλιάρικων, ωμοίαζε δικαστικόν, την νύκτα δικάζοντα μεταξύ δύο αρχαίων +κηροπηγίων.</p> + +<p> — Έλα! είπεν. Αυτά τα Χριστούγεννα κανένας δεσπότης δεν θα μας τα +καταργήση!</p> + +<p>Και ήρχισε με τα χονδρά, καθαρά, δάκτυλά του, να κόπτη το χοιρίδιον, ώσπερ +δαιτρός ομηρικός, «κρειών πίνακας παρτιθείς».</p> + +<p> — Τις δαις; είπε και ο φίλος μου, μαντεύσας τας σκέψεις μου και την +παρομοίωσίν μου την Ομηρικήν. «Τις δαις; τις δ' όμιλος οδ' έπλετο. Ειλαπίνη ηέ +γάμος; Επεί ουκ έρανος τάδε γ' εστίν».</p> + +<p>Και ηρξάμεθα του δείπνου, τα μάλα φαιδροί, αναμένοντες εν τέλει και +<i>μολπήν</i>. Μόνον αμφίπολοι έλειπον και δμωαί καλαί, ίνα το δείπνον μας +μεταβληθή εις ομηρικόν τέλειον.</p> + +<p> — Αυτά τα Χριστούγεννα, κανένας δεσπότης δεν θα μας τα κόψη, +επανέλαβεν ο κυρ-Στρατής, πληρών τα ποτήρια εκ της δεξιάς χιλιάρικης πρώτον, +διά το καλόν.</p> + +<p>Αλλ' αίφνης παλαιός τρόμος ηγέρθη εν τη καρδία μου· Πρέπει να εκιτρίνισε και +η όψις μου. Οι συνδαιτυμόνες μου, αφιερωμένοι εις το χοιρίδιον, δεν με είδον +αμέσως· διό προσεπάθουν να κρυφθώ, να χωνεύσω τον παλαιόν αυτόν τρόμον, +όστις, ως κακοκλεισμένη πληγή, ήνοιξε τώρα δα, τόσον αιφνιδίως.</p> + +<p>Μολονότι ήτο φίλος μου στενός ο κυρ-Στρατής, πρώτην φοράν εισηρχόμην εις +την κατοικίαν του. Εν Αθήναις είνε πολλοί τοιούτοι φίλοι. Φίλοι των οδών και της +αγοράς. Ως υπάρχουσι και πολλοί άνδρες, ους εκλαμβάνει τις ως αγάμους, διότι +ουδέποτε δρώνται δημοσία μετά των συζύγων των. — Εκεί οπού εσήκωνα το +ποτήρι μου να πιω εις υγείαν του κυρ-Στρατή, ανακαλύπτω επί τινος ραφίου, +υψηλά ολίγον, πέραν επί του τοίχου, πινάκιον με κόλλυβα. Επειδή δε ο κυρ- +Στρατής ήτο ψάλτης του νεκροταφείου:</p> + +<p> — Θα είνε πεθαμένα! είπον.</p> + +<p>Εταράχθην. Διέκοψα την πρόποσιν, υποκριθείς βήχοντα·</p> + +<p> — Χριστός και Παναγία! βρε <i>άλλε</i>!</p> + +<p>Είπεν ο κυρ-Στρατής, ως άλλη μήτηρ προστάτις.</p> + +<p>Αλλ' ήτο αδύνατον πλέον να ησυχάσω. Όμως προσεπάθουν να κρύπτωμαι όσον +το δυνατόν. Οι άλλοι έτρωγον κ' έπινον.</p> + +<p>Θέλων κατόπιν να δοκιμάσω την διάθεσίν μου, ηγέρθην να λάβω δήθεν +κάποιον μανδήλιον, ότε οι οφθαλμοί μου προσκρούουν φοβερώς επί τινος +νεκρικού στεφάνου, όστις, ως στόλισμα του δωματίου, εκρέματο υψηλά, από +καρφιού. Νεκρικός στέφανος, μέγας, ωραίος, εκ τεχνικών λευκανθένων, με δύο +λευκάς ταινίας, με χρυσά γράμματα.</p> + +<p>Μοι εφάνη ότι ήτο αδύνατον πλέον να κρυφθώ.</p> + +<p> — Είνε πεθαμένος! είπα.</p> + +<p>Οι άλλοι έτρωγον κ' έπινον. Αλλ' η καρδία μου έτρεμεν ήδη ως πουλάκι εις το +κλουβί.</p> + +<p>Ίνα αποστρέψω τους οφθαλμούς μου από του ενός τοίχου, οπού εκείτο το +πινάκιον με τα κόλλυβα και από του άλλου, οπού εκρέματο ο νεκρικός στέφανος, +απεφάσισα να κυττάζω προς την οροφήν. Πλην φευ! διακρίνω τότε ότι ο άνωθεν +της τραπέζης μας, μικρός αναμμένος πολυέλαιος, είχε λαμπάδας του +νεκροταφείου, λείψανα κηδειών και μνημοσύνων, οκτώ λαμπάδας ανομοίας, αφ' +ων φυλάττουσι πολλάς οι ψάλται· μία μάλιστα λαμπάδα είχε περιδεδεμένην +μαύρην κορδέλλαν.</p> + +<p> — Πεθαμένα κεριά! εφώναξα τρέμων. Και με ήκουσαν.</p> + +<p> — Όχι, θα σου εύρωμε ζωντανά τώρα, του λόγου σου!</p> + +<p>Είπεν ο κυρ-Στρατής, πειραχθείς ολίγον.</p> + +<p>Και αμέσως, συγκρούων το ποτήριον μετά του φίλου μου, έκραξε φαιδρώς.</p> + +<p> — Εις υγείαν των πεθαμένων!</p> + +<p>Είχε κενωθή η μία χιλιάρικη, επλησίαζε δε και η άλλη.</p> + +<p>Εγώ μη δυνάμενος πλέον να βλέπω μήτε εις τον ένα τοίχον μήτε εις τον άλλον, +μήτε εις την οροφήν, μήτε εις το εκλείπον πλέον χοιρίδιον — μ' εφαίνετο και αυτό +ως νεκρόν — δεν έβλεπον πουθενά.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Δεν γνωρίζω διατί παιδιόθεν ησθανόμην άγνωστόν τινα φόβον, οσάκις έβλεπον +πράγματα, υπενθυμίζοντα νεκρόν. Κατελαμβανόμην υπό μελαγχολίας και αορίστου +φόβου. Ωχρίαζον οσάκις έβλεπον τους μεγάλους δίσκους των νεκρικών κολλύβων, +οίτινες κατά Παρασκευήν παρετάσσοντο προ της εικόνος του Χριστού, εν τω ναώ +του χωρίου μου. Ενώ δε οι λοιποί παίδες ανέμενον με αρπακτικάς διαθέσεις περί +αυτούς, πότε να τα διαβάση ο εφημέριος τα κόλλυβα να διανεμηθώσι, πολλάκις δε +καυγάς συνήπτετο μεταξύ εκείνων και της νεωκόρου — μιας χωλής γραίας ήτις, ως +ασπίδα κρατούσα μέγιστον ζεμπίλι, τα επροστάτευε, μη διαρπαγώσιν αδιάβαστα, +εγώ, μετά δέους έβλεπον τους στολισμούς των τους κομψούς, τα άνθη των τα +βαρακωμένα και τα σταυρούς και κυπαρίσσους παριστώντα επ' αυτών τρωγάλια. +Πού να φάγω εξ αυτών!</p> + +<p> — Είνε πεθαμένα! έλεγον.</p> + +<p>Οι άλλοι πάλιν δίσκοι οι περιέχοντες τα <i>πουλάκια</i>, πλακούντια δι' +αγάμους και εφήβους νεκρούς, μικρά, της πρωτογενούς γλυπτικής απομιμήματα +ανθρωπίσκων και πτηνών, φερόντων εις τα ράμφη των πολυχρώμους ταινίας, με +απεμάκρυναν εις απόστασιν βημάτων πολλών, κάτω, προς τας πύλας του +ναού.</p> + +<p>Είνε πεθαμένα! έλεγον.</p> + +<p>Όταν δε έβλεπον κανέν παιδίον να τρώγη τεμάχιον από την ζεστήν και αφράτην +πήτταν, εις ανάμνησιν γέροντος νεκρού διανεμομένην, μετά ιδιαζούσης θλίψεως το +εθεώρουν.</p> + +<p>Ενώ τουναντίον τα εις μνήμας Μαρτύρων παρατιθέμενα κόλλυβα έτρωγον μετ' +ιδιαιτέρας αγάπης, ως και τας εξ εορτών προσφοράς οπού μου εχάριζαν η μάμμη +μου η Παπαλεξανδρίνα.</p> + +<p>Ο προς την ζωήν ακράτητος έρως μου ενεφύσησεν εν τη ψυχή περίεργον τούτο +συναίσθημα; Το βέβαιον είνε ότι μετά τα θεάματα αυτά έβλεπον τρομακτικά +όνειρα τας νύκτας. Φαντασθήτε τώρα την θέσιν μου εν τη τραπεζαρία του κυρ- +Στρατή. Ενόμιζα πλέον ότι ήμουν εντός νεκρών κρύπτης, φοβεράς κατακόμβης, και +ήρχισα ευθύς να βλέπω περί εμέ οστά και κρανία. Οι δύο φίλοι μου παρίσταντο +ενώπιον μου ως σκελετοί κινούμενοι, σκελετοί ζώντες, σκελετοί τρώγοντες και +πίνοντες. Αποτρόπαιον θέαμα!</p> + +<p>Προ ώρας ήρξατο η μελωδία της πανηγύρεως. Αλλ' εγώ δεν ήκουον πλέον. Τα +ώτα μου επλήρου αλλόγλωσσος και αλλόθρους βόμβος ως από μελισσώνος +«μελισσάων αδινάων», βόμβος του κάτω κόσμου, οπού οι κευθμώνες των νεκρών +και των κολασμένων, τα πένθιμα «λαγούμια», κατά την ζωηράν εικόνα ενός φίλου +μου.</p> + +<p>Γινώσκων καλώς το ελάττωμά μου ο Αλεξανδρής κατώρθωσεν, αν και +ανεπιτήδειος εις τας τοιαύτας εργασίας εν άλλαις στιγμαίς, να εκβάλη έξω το +πινάκιον των κολλύβων, και ν' αποκρεμάση και κατακαλύψη τον νεκρικόν +στέφανον. Ο κυρ-Στρατής — επιβοηθών — αφήρεσεν εν τω άμα τα νεκρώσιμα +κηρία από του μικρού πολυελαίου, τοποθετήσας επ' αυτού εκ στέατος +λαμπαδίσκους. Εξήλθε και επλήρωσεν εκλεκτού οίνου μικράν φιάλην, και +εξηκολούθησεν η ψαλμωδία των μελωδικών ασμάτων του Δαμασκηνού.</p> + +<p> — Νά που σου ηύρα ζωντανά κεριά! Λέγει προς εμέ ο κυρ-Στρατής. Δεν +θα ψάλης το «Μάγοι Περσών βασιλείς;»</p> + +<p>Και ενθαρρύνων με:</p> + +<p> — Εις υγείαν και των ζωντανών! κράζει, συγκρούων το ποτήριόν μου με +το ιδικόν του.</p> + +<p>Ανεθάρρησα αιδούμενος μάλλον.</p> + +<p>Μετά τούτο εφθάσαμεν ψάλλοντες εις τον «Κανόνα», οπού ήτο έξοχον θέαμα +να βλέπη τις τον φίλον μου Αλεξανδρήν ψάλλοντα. «Όλος εξιστάμενος, έκδημος +όλος, ιερωμένος Θεώ», ως το Σκεύος της εκλογής εν τη Μεταστάσει της +Θεομήτορος, διέπρεπεν, ενθουσιών, γοητεύων, ηδύνων· έσειε τους πόδας του +σείων μετ' αυτών και την τράπεζαν, έσειε τας χείρας του ρυθμικώς, μεταδίδων την +χαράν εις πάντα ακροατήν και θεατήν. Ώστε ο νους μου ο περιδεής συνήλθε πλέον +τέλεον.</p> + +<p>Επείσθην ότι ευρισκόμην εν τη ζωή, εν ώρα μάλιστα μεγάλης πανηγύρεως.</p> + +<p>Αλλ' ο κυρ-Στρατής, εύρων καιρόν, οπού ημείς αφηρέθημεν πλέον εν τη θεία +ωδή, εξηκολούθει να πίνη, το έν κατόπιν του άλλου κενών τα ποτήρια. Του άνοιξε +και η όρεξις.</p> + +<p>Και θεωρών αυτόν ο φίλος μου όλον έκδοτον εις τον πότον τον επείραξε:</p> + +<p> — Δεν είσαι — αλήθεια — κολοκυθοκέφαλος, κυρ-Στρατή;</p> + +<p> — Είμαι κολοκυθοκορφάς! Μάλιστα! απήντησε. Και προσέθηκε:</p> + +<p> — Ας πιούμε ακόμα μια για τους ζωντανούς. Και πίνων έλεγε·</p> + +<p> — Του χρόνου διπλοί, βρε παιδιά!</p> + +<p> — Ε, τώρα αράδα σου, κυρ-Στρατή. Θα μας ψάλης το «Δοξαστικόν!» +Ετελείωσαν «οι Αίνοι».</p> + +<p>Τα μάτια του κυρ-Στρατή, τα ως κάστανα μεγάλα, εμίκρυναν από του οίνου, +αλλά διά την υπακουήν, ίνα μας ευχαριστήση, ήρχισεν. Πλην αντί να είπη πλ. β' +ήχον «Ότε καιρός» το περίφημον δόξα των Αίνων της εορτής, άρχεται αίφνης πλ. δ' +ήχον «θρηνώ και οδύρομαι» το νεκρώσιμον γνωστόν τροπάριον. Και συγχρόνως +αρχίζει να κλαίη όλος από κεφαλής μέχρι ποδών. Ευρίσκετο εις το στοιχείον του. Ο +φίλος μου, ο Αλεξανδρής τον αποτρέπει, τον διορθώνει, τον ανακαλεί — να +είπουμεν — εις την τάξιν, πλην αυτός κωφεύει και προχωρεί. Ετούτο όμως με +επανέφερε πάλιν εις τας φοβεράς σκέψεις μου. Μου εφάνη ότι επανήλθον εις τας +θέσεις των τα πένθιμα, εκείνα αντικείμενα. Κυττάζω εις τον ένα τοίχον, και βλέπω +— μου εφάνη — επί του ραφίου το πινάκιον με τα κόλλυβα. Κυττάζω εις τον άλλον +τοίχον, και βλέπω — μου εφάνη — τον νεκρικόν στέφανον με της ωραίαις +γαλάζιαις κορδέλλαις του. Κυττάζω και εις την οροφήν, και βλέπω — μου εφάνη — +τα νεκρώσιμα πρώτα κηρία, φέγγοντα με φως αμυδρόν, μικρόν, γαλάζιον φως, φως +νεκρόν. Ο κυρ-Στρατής εξηκολούθει θρηνητικώτατα το τροπάριον το πένθιμον. +Ευρίσκετο ήδη εις το «πώς παρεδόθημεν τη φθορά». Ο δε φίλος μου απελπισθείς +πλέον ότι ηδύνατο να τον επαναφέρη εις την τάξιν, εβοήθει και αυτός συμψάλλων. +Έκλαιον και οι δύο.</p> + +<p>Τα ώτα μου εβόμβουν χειρότερον ήδη.</p> + +<p> — Είμαι πεθαμένος, είπα τότε τρέμων.</p> + +<p>Και έκλεισα τους οφθαλμούς μου. Ούτε να βλέπω, ούτε ν' ακούω, από τα +σύγχρονα παράδοξα. Ανέμενον δε, ως πάντοτε μετά τοιαύτα θεάματα, φοβερόν +όνειρον με νεκροκράββατα και νεκρούς και δαίμονας.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Και είδον όνειρον τωόντι μετ' ολίγον.</p> + +<p>Νεκρωθείς από της συγχρόνου γενεάς, ανέζησα εις άλλους, παλαιούς χρόνους, +χρόνους ποθεινούς, χρόνους γλυκείς, αλησμονήτους χρόνους, της παιδικής μου +ηλικίας τους χρυσούς καιρούς.</p> + +<p>Και ήμην παιδίον. Εκεί επάνω εις ένα μικρό-μικρό νησάκι. Νησάκι κατάφυτον, +σκιερόν νησάκι, νησάκι εύμορφον. Και τώρα ακόμη, θαρρώ πως δεν υπάρχει άλλο +ευμορφότερον. Μακρόθεν, φαίνεται σαν ψεύτικο. Σαν θαλασσογραφία. Από κοντά, +φαίνεται σαν αληθινό. Σαν ζωντανό. Νησάκι με ψυχήν, με πνοήν, με μάτια, με +στόμα νησάκι. Όποιος είναι επάνω, θαρρεί πώς είναι εις τον Παράδεισον. Με τα +άλση του, με τα ποταμάκια του, με τας λίμνας του, με της βρυσίτσαις του, με τα +λιμανάκια του, με της αμμουδιαίς του. Και καταμεσής, μέσα εις μίαν γραφικήν, +εύμορφον φάραγγα, το δένδρον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν. Ένα ωραίο +Μοναστηράκι. Ούτε εφημερίδας εδιάβαζα. Ούτε ψήφον είχα. Ούτε από +μεταρρυθμίσεις εννοούσα τίποτε, ούτε από ανακαινίσεις. Ήμουν παιδίον.</p> + +<p>Παραμονή των Χριστουγέννων τάχα. Σαράντα ημέρας οι άνθρωποι ενήστευον. +Η καλύβη, η χρησιμεύουσα ως κρεοπωλείον, είχε καταληφθή υπό τινος ναυπηγού, +όστις υπ' αυτήν εσκάρωσε πλοιάριον. Την παραμονήν το έρριψεν εις την θάλασσαν +μ' ευχάς κ' ευλογίας, και ο κρεοπώλης κατέλαβε πάλιν την καλύβην, +ακολουθούμενος από χοίρους, τράγους και αμνούς, όλα προς σφαγήν διά τα +Χριστούγεννα.</p> + +<p>Η εύμορφαις νησιώτισσαις και η νησοτοπούλαις πλύνουν, ασπρίζουν, +τακτοποιούν, σαρόνουν του χωριδίου τους οικίσκους. Λάμπουν τα χιόνια 'ς τα +βουνά της Ευβοίας τ' αντικρυνά. Η ψαροπούλαις έρχονται η μια κοντά 'ς την άλλην. +Αράζουν. Ησυχάζουν. Θ' αναπαυθούν. Θα κοιμηθούν. Οι χωρικοί, χαρούμενοι, +εμβαίνουν εις την κώμην, να ξεκουρασθούν, να ξυρισθούν, να λουσθούν. Οι +ψαράδες άπλωσαν τα δίκτυά των, να στεγνώσουν, και οι γεωργοί έστησαν τα +άροτρα προ της αυλείου, ως τρόπαια χαρμόσυνα της εργασίας, της αληθούς +εργασίας, ήτις πάντοτε θα ζη, και αιωνίως θα ζη και θα βασιλεύη. Η μόνη υπό Θεού +ευλογημένη εργασία. Ο γέρων εκείνος γεωργός, ο τόσον φαιδρός επί του οναρίου +του, μαζί με το άροτρόν του, δίπλα του, σαν να προηγήται θριάμβου, +τροπαιοφόρος, έχει από την Λαμπρήν να εισέλθη εις την κώμην. Κ' εισέρχεται +τώρα, επί του οναρίου του φαιδρός, με το άροτρόν του, δίπλα του, ως να +προηγήται θριάμβου, τροπαιοφόρος, διά να εορτάση τα Χριστούγεννα, εν τω +γενεθλίω του οίκω. Όλοι συνάζοντ' ενωρίς. Ενωρίς θα κοιμηθούν, διότι ενωρίς — +όρθρου βαθέος — θα μεταβώσιν εις τον ναόν, να εκκλησιασθώσι, να εορτάσουν να +κοινωνήσουν.</p> + +<p>Την νύκτα, με το φαναράκι, ετραγούδησα τα Χριστούγεννα εις του πάππου μου +του γέροντος, του ασπρογένη του Παπαλέξανδρου. Μου έδωσε δύο +εικοπιπενταράκια.</p> + +<p> — Δεν είχε, μάννα, κανένα σφάντζικο; Παρεπονέθην έπειτα.</p> + +<p> — Του τα πήρε ο γάτος, παιδί μου! Μου απήντησε. Και το +επίστευσα.</p> + +<p>Ω αθωότης, αθώα αθωότης! Τι είσαι λοιπόν και χάνεσαι; Χιών είσαι και +λυώνεις, καπνός και διαλύεσαι, αράχνη και σε διασπά ο άνεμος;</p> + +<p>Την νύκτα ήλθαν εις τα σπίτι μας δύο ηλικιωμένοι, με τα βιολιά, και +ετραγούδησαν τα Χριστούγεννα. Η μητέρα έφερε δύο μεγάλα χριστόψωμα και μίαν +προσφοράν διά την λειτουργίαν· και αργά-αργά παρασκεύαζε παχείαν όρνιθα, διά +το εωθινόν πρόγευμα. Ο πατέρας μου έφερε καινούργιο φορεματάκι, εύμορφον, κ' +εκοιμήθην μαζί μ' αυτό στην αγκαλιά μου.</p> + +<p>Εις τον πρώτον ακουσθέντα του κώδωνος της εκκλησίας ήχον επετάχθην. Όλοι +οι κάτοικοι καθαροί, ειρηνικοί, φαιδροί συνήχθησαν εις την εκκλησίαν. Τι τάξις! τι +ευπρέπεια! τι κοσμιότης!</p> + +<p>Ο ένας εφημέριος, υψηλός, στερεός, με τα χρυσά του άμφια και την χρυσήν του +στόφαν, ωμοίαζε με τον αρχιστράτηγον Μιχαήλ. Ο άλλος, κοντότερος σεμνότερος, +με το αρχαίον μωραΐτικον φελώνιον, του Γενάρχου μας κληρονομίαν ευσεβή, ο +φιλοπαίγμων και γλυκύτατος γέρω Παπαδιαμάντης ο αλησμόνητος και +πολυσέβαστός μου ιερεύς εκείνος οπού τόσον με αγαπούσε, και τόσον τον +εσεβόμην, με τον οποίον έκαμνα κατόπιν όλας τας θρησκευτικάς μου εκδρομάς, +ωμοίαζε τον αρχάγγελον Γαβριήλ. Πώς να μη υπάρξη σεμνότης και ευπρέπεια, εις +εκείνον τον ναΐσκον, αφού η θρησκευτική πομπή διευθύνετο από δύο τοιούτους +αρχαγγέλους.</p> + +<p>Αι γυναίκες επάνω εις τον γυναικωνίτην, χρυσοστόλιστοι, λάμπουσαι, όπισθεν +από τα ορύφακτα, ως χρυσαίς τρέμουζαις, αναδίδουσαι διακεκομμένας +λαμπηδόνας, εν γραμμή μακρά, ως χρυσολάμπει, την νύκτα με την πανσέληνον, το +διασχιζόμενον υπό ταχείας λέμβου κύμα, εν ηρεμαίω πόντω. Οι άνδρες με τα +καλλίτερά των ενδύματα, τιμώντες την ημέραν ζώναι χρυσαί, ζώναι μεταξωταί, +κεντητά γελέκια, κατάλευκοι χιτώνες μεταξωτά μανδήλια, τσόχινα επανωφόρια, +πολύτιμοι ρωσσικαί γούναι, υποδήματα υψηλά του Ταϊγανίου. Τα παιδιά +στολισμένα, σεμνά, αθώα, ησύχια, διά της σιωπής των δεικνύοντα το έν προς το +άλλο το νέον του φόρεμα, εν υπερηφανία. Τα φώτα τα εκλάμποντα εν +μαρμαρυγαίς θαμβωτικαίς, ο καπνός του θυμιάματος, η ευωδία η άρρητος, η +γλυκύτης της τελετής, η μεγαλειότης των ιερέων, αι κατάφορτοι εκ των +αφιερωμάτων πανάρχαιοι εικόνες, εκείνος ο Παντοκράτωρ του Πανσελήνου ο +υπερθαύμαστος, προσέδιδον εις την εορτήν μυστηριώδη γοητείαν.</p> + +<p>Το σπίτι μας είνε εις την ακροθαλασσιάν. Ένα αρχαίον, των ιδρυτών του +χωρίου, σπίτι. Και όταν εγύρισα από την εκκλησίαν έως ου ετοιμασθή ο εωθινός +των Χριστουγέννων ζωμός, έβλεπον από του εξώστου τους Υδραίους σπογγαλιείς, +οίτινες παρά τας μιλτοπαρείους αλιάδας των, ανειλκυσμένας έξω, ανάψαντες +πυράς, ητοίμαζον το πρόγευμα το Χριστουγεννιάτικον, υπό τον έναστρον ουρανόν, +όστις ηπλούτο άνω γαλήνιος και γλυκύς, ως παγκοσμίου όροφος θεάτρου, +κεντητός, χρυσοκέντητος, αργυροκέντητος, αστροκέντητος, ασπροκέντητος, ενώ +από του χθαμαλού λόφου, πέραν εχάραζε πλέον η Ανατολή και ηπλούτο υπό +μαλακών χειρών νυμφών αοράτων, ρόδινον, πορφυρόχρουν παραπέτασμα, η +εωθινή εύμορφος σημαία της εξημερονούσης πλέον πανηγύρεως.</p> + +<p> — Ο Καλλικάντζαρος!</p> + +<p>Φωνάζει αίφνης ο γέρων πατήρ, όταν με χαράν επηγαίναμεν να καθήσωμεν εις +την τράπεζαν, παρά την λάμπουσαν, την θερμαίνουσαν, την ασπρισμένην εστίαν +μας, το ιερόν και γλυκύ του χειμώνος ενδιαίτημα.</p> + +<p>Η φωνή αύτη μ' εξήγειρε του ύπνου. Το όνειρόν μου έπαυσε.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Διότι συγχρόνως εισήρχετο εις του κυρ-Στρατή την τραπεζαρίαν ο εφημέριος +του νεκροταφείου, κρατών φανάριον εις την μίαν χείρα και χιλιάρικην εις την +άλλην.</p> + +<p> — Σας ανεκάλυψα τέλος πάντων! Έτσι κρυφά λοιπόν;</p> + +<p>Έτριβα επί ώραν τους οφθαλμούς μου. Πρώτην φοράν μετά τας πενθίμους +συγκινήσεις έβλεπον τόσον φαιδρόν, τόσον γλυκύ, τόσον επιθυμητόν όνειρον, το +οποίον μου έφερε γαλήνην και θάρρος εις την καρδίαν. Ήτο τόσον θερμόν το +όνειρόν μου το αλησμόνητον, ώστε μου εθέρμανε, ψυχήν και σώμα. Δεν ήμουν +πλέον εγώ ο ανεόρταστος, ο αλειτούργητος, ο αφωρισμένος. Εώρτασα τα +τρυφερώτατα Χριστούγεννα με τόσα πρόσωπα, τα οποία δεν υπάρχουν πλέον. +Χωρίς άλλο ήτο όνειρον εξ ουρανών διά την εις τα έθιμα της πατρίδος μου πίστιν +ατίμητος αμοιβή. Συμμετέσχον τότε, χαίρων της χαράς του φιλικού δείπνου.</p> + +<p>Ο Παπά-Γιάννης ο εφημέριος του Νεκροταφείου με το θάρρος οπού είχε της +γνωριμίας, έλαβε πάραυτα θέσιν παρά την τράπεζαν, και ανέζησε πάραυτα πότος +εκπνέων.</p> + +<p> — Χριστός γεννάται, εκραύγασεν ο ιερεύς όλος χαρά· και εγέλα όλος. Τα +μάτια του, αι παρειαί του, το στόμα του· και ιδίως η ουλή του δεξιού του +χείλους.</p> + +<p>Και επειδή νέα διάθεσις ψαλμωδίας ανεφάνη ζωηροτέρα της πρώτης, είπεν ο +φίλος μου ο Αλεξανδρής με το πατροπαράδοτον σατυρικόν πνεύμα, λεπτόν ως +αεράκι πεύκου γηραιού, ίνα προλάβη πάσαν του κυρ Στρατή θρηνωδίαν.</p> + +<p> — Να σου πω, κυρ Στρατή. Εσύ να ψάλης τα πανηγυρικά μέλη, και ο +παπα-Γιάννης — νάχωμεν την ευχίτσα του — τα νεκρώσιμα. Δεν λέω καλά, παπά +μου;</p> + +<p>Όλοι εγελάσαμεν.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em">ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑΝ<br /> +(1899)</h4> + +<p> +<br /> +Ο Μέλτος ο Μισακός, αφού τα είπε συριανά τα Χριστούγεννα, ήρχισε να τα λέγη +και ναξιώτικα. Ο καπετάν-Γιακουμής τον συνώδευε με την εξάχορδον κινύραν του, +ένα λαξευτόν χρυσοκέντητον τσιβούρι, έργον των χειρών του οπού είχε +κατασκευάσει εν ταις ώραις της απλοίας και νηνεμίας· ή και κατά τας μακράς του +χειμώνος νύκτας, εφ' ου, είχε, μετ' επιμονής καλλιτέχνου, λαξεύσει ολόκληρον την +αγοράν της πατρίδος του, με της βαρκούλαις στο ακρογιάλι, κ' ένα σπιτάκι, ψηλά- +ψηλά, εις τον βράχον, την ποθητήν της αγάπης του κατοικίαν, της Μαριγούλας του. +<i>Μαριγούλαν</i> δε ωνόμαζε και το ολόχρυσον τσιβούρι. Το είχε στολίσει σαν +την ασπίδα του Αχιλλέως χωρίς να έχη διαβάσει τον Όμηρον. Ο Καπετάν-Γιακουμής +ήτο αδελφός του πλοιάρχου, αλλ' ευθύμου και διαχυτικού χαρακτήρος, ηρέσκετο +να συνανατρέφηται μετά των ναυτών συνήθως, εν τη πρώρα.</p> + +<p>Οι λοιποί του πληρώματος, γύρω-γύρω, πάνω εις τας χρωματιστάς κασσέλλας +των καθήμενοι, τας στενάς και μακράς, παρά τα ασκητικά ράντσα των, τας +κρεμαστάς των κλίνας, ήκουον καπνίζοντες τα σιγάρα των, αναπαυόμενοι, εκεί +όπως ήσαν, με τα χονδρά της εργασίας ιμάτια ακόμη, όζοντες πίσσαν και νάφθην. +Ο Γιάννης ο Μπύρρος, ξηρός και υψηλός, ο ναύκληρος του πλοίου, ο καλλίτερος +λοστρόμος της νήσου, περιζήτητος υπό των πλοιάρχων διά την ναυτικήν του πείραν +και την διοικητικήν ικανότητα, στρίβων τον λευκόν μύστακά του με την αριστεράν, +ακκουμβισμένος με την δεξιάν επί της τραπέζης, ήκουεν ευλαβώς το άσμα των +Χριστουγέννων, με τον νουν του εις το χωρίον του, εις τα παιδάκια του, αλλά +προσέχων πάντοτε κ' επάνω, προς τον καιρόν, ως να τον παρηκολούθει +παραφυλάττων την μακρυνήν βοήν του ανέμου, οπού εσύριζεν άνωθεν +απειλητικός, ωτακουστών δε συνάμα και προς την πρύμνην, μη ακούση την φωνήν +του πλοιάρχου· καθόλου κύων πιστός, ο παλαιός αυτός ναύκληρος, ακουσμένος όχι +μόνον εις την νήσον αλλά και εις την Πόλιν ακόμη, στόλισμα των πληρωμάτων. Το +άσμα προέβαινε μελωδικώτερον πάντοτε, με τα ναξιώτικα τσακίσματά του και με +την παθητικήν κρούσιν της <i>Μαριγούλας</i> του καπετάν-Γιακουμή, του +ηδυμόλπου τσιβουρίου, όπερ ως παράπονον, το συνώδευε το παλαιόν άσμα, +ηρέμα κρουόμενον, παράπονον ναύτου θαλασσοδαρμένου, παράπονον +ξενιτευμένου, όπως ελαφρά-ελαφρά, κτυπά το θαλασσάκι 'ς την ακρογιαλιά, εις +τας πρωίας της αύρας του πελάγους πνοάς, ή όπως κλαίει ο πεύκος εις το πρωινόν +του βουνού αγεράκι, ένα κλαύμα οπού χαίρεσαι να το απολαμβάνεις.</p> + +<p>Έλεγεν ένα στίχον ο Μέλτος ο Μισακός, κ' εσιώπα κατά το έθος των +Δωδεκανήσων, αναμένων να τον επαναλάβη τώρα, μόνη της, από μέσα από τα +παθητικά σπλάχνα της, μετά πόνου, η χρυσοκέντητος <i>Μαριγούλα</i>, ως +κλαύμα πάντοτε, ως παράπονον πάντοτε. Και όταν ο ψάλτης έβλεπε την +χρυσοκόκκινην φουντίτσαν, εν τη άκρα της μακράς και τορευτής χειρός, +παρθενικής θαρρείς, της χειρός του τσιβουρίου, να σείεται γοργά, εν τω τέρματι +του ήχου, ήρχιζε πάλιν την συνέχειαν του άσματος, επιφέρων έτερον στίχον, με όλα +τα ιδιώματα της ναξίας προφοράς, σωστός ναξιώτης, ο Μέλτος ο Μισακός, με το +βρακάκι του ακόμα, και το φεσάκι του. Ο Μέλτος ο Μισακός, ήτο μίμος πρώτης +δυνάμεως. Δεν υπήρξε πλοίαρχος έχων ελάττωμά τι φυσικόν, εργάτης, ποιμήν ή +και προεστώς του χωρίου του, που να μη εμπέση εις την μιμικήν οξυδέρκειαν του +σπανού αυτού ναύτου, με το πρόσωπον το προώρως ερρυτιδωμένον και +ευλογιοκομμένον εις τας παρειάς, ως κεντημένον με βελόνην. Χαρά και αγαλλίασις +εις το πλήρωμα, ότε εγίνετο γνωστόν ότε επεράσθη εις τα χαρτιά και ο Μέλτος ο +Μισακός. Με τας μιμικάς του παραστάσεις κατά τους μακρινούς πλους, +ελησμόνουν οι αγαθοί ναύται όλα τα δεινά της ξενιτειάς, όλα τα βάσανα της +βαρείας των εργασίας. Εκεί δα τους έκαμνε τον δήμαρχον τον καπετάν-Πάτερον, +πώς ετραβούσε τα ρακοβόλια επαν-πανωτού, εις εκείνο το μικρόν παντοπωλείον, +από την 'πίσω πόρτα, ότε δραπετεύων από το συμβούλιον, μισοζαλισμένος, του +οποίου αι συζητήσεις τον εστενοχώρουν πάντοτε, ως το καραντί των ταξειδίων του, +εξεζαλίζετο εκεί, εις την πίσω πόρτα του μικρού μαγαζείου, όρθιος, ασθμαίνων +ακόμη, από τας συζητήσεις. Κ' εκεί τους έκαμνε πάλιν τον προεστώτα εκείνον, οπού +έψαλλεν εις τα δεξιά, εις τον χορόν της Εκκλησίας, σείων την κεφαλήν του προς τα +επάνω, σαν να εφοβέριζε τους θόλους, έχων τας χείρας τους εμπεπηγμένας εις την +ζώνην του, ένθεν και ένθεν ως να ήθελε να τραβήξη δύο λάζους συγχρόνως, +οξύθυμος ο γέρων εις άκρον, ένα δεξιά και άλλον αριστερά, να τους σφάξη όλους +επάνω εις την αλαζονείαν του. Και πότε πάλιν τους έκαμνε τον μάστρο-Νικόλαν, +οπού εψώνισε το κρέας και το εκόμιζεν εις την οικίαν, στεκόμενος κάθε-λίγο, καθ' +οδόν, και κυττάζων αυτό γύρω-γύρω, καμαρόνων μονάχος του το οψώνιον. Και +άλλοτε πάλιν τους έκαμνε τον καπετάν- Σαράντον, τον φιλάργυρον εκείνον +πλοίαρχον, πώς εσύναζε, σπειρί- σπειρί τον σίτον από την κουβέρταν του πλοίου +του, όταν εξεφόρτων εν εις τον Πειραιά, διώκων τας όρνιθας του πλοίου, ξου-ξου, +μη τα φάγωσι, να τα φάγη εκείνος τα σκύβαλα.</p> + +<p>Αλλ' ήτο και περίφημος μάγειρος ο Μέλτος ο Μισακός, επιτυγχάνων εξόχως εις +το αλίπαστον. Ο κουρήτος, το ξύλινον βυτίον, εν ώ φυλάσσεται το αλίπαστον κρέας +των πλοίων, εννοούσεν αμέσως τον δεξιόν μάγειρον, από το βύθισμα των χειρών +του μέσα εις τους γάρους, ότε αφ' εσπέρας ελάμβανε τεμάχια, ίνα τα ξαλμυρίση, +και επευφήμει, θαρρείς με χαράν, τραντανιζόμενος εις τα στερεά βάθρα του, ο +ξύλινος κουρήτος.</p> + +<p> — Κακό σημάδι, βρε παιδιά! έλεγε τότε ο Μέλτος ο Μισακός . .</p> + +<p>Ο κουρήτος έτριξε πάλι· και θαρρώ πώς θα μας εχάλασε το <i>σαλάδο</i>.</p> + +<p>Αλλά το <i>σαλάδο</i> τη επαύριον, κατεβροχθίζετο υπό τας επευφημίας όλου +του τσούρμου, και αυτού του γέρω-Μπούμπα, ενός ιδιότρόπου ναύτου, εις τον +οποίον τίποτε δεν ήρεσκε, και όλο και εμάλωνε, πότε με την βελόναν του και πότε +με τη νιτσεράδα του, όταν δεν εύρισκεν εμπρός του τον μικρόν καμαρώτον, να +πιασθή μαζί του. Και τώρα ακόμη οπού όλον το πλήρωμα με ζηλευτήν αγάπην +άκουε το Χριστουγεννιάτικον άσμα, αυτός ανάψας την πίπαν του, έβγαζε καπνόν +και από το στόμα και από τα μάτια, γυρισμένος ανάποδα σαν να είχεν, ο +ιδιότροπος, άλλην παρέαν ξεχωριστήν, την πικρίαν και οξυχολίαν του.</p> + +<p>Δι' αυτά τα δυο προτερήματά του ήτο συμπαθέστατος ο Μέλτος ο Μισακός +μεταξύ των πληρωμάτων, διότι και εκαλότρωγαν οι ναύται με την καλήν +μαγειρικήν, και εκαλοχώνευαν με τα μιμικά αστειεύματά του. Μόνον ο καπετάν- +Σαράντος ουδέ ζωγραφιστόν δεν ήθελε να τον βλέπη τον Μέλτον τον Μισακόν, όχι +διότι τον επεριγελούσε — τον έμελεν αυτόν τι θα πουν οι ανόητοι, διότι τάχα ήτο +οικονόμος: — αλλά διότι με τα αστεία του εξωδεύετο πολλή γαλέτα εις το +πλήρωμα . . .</p> + +<p>Και αφού ετελείωσαν και τα ναξιώτικα Χριστούγεννα, διέταξεν ο Γιάννης ο +Μπύρρος, ο ναύκληρος, ενθουσιασθείς, να τα είπη και Σαντορινιά. Ο Μέλτος ο +Μισακός, κατά τα διάφορα ταξείδιά του, είχεν εκμάθει όλα τα πολύμορφα είδη του +ιερού άσματος, και άλλα ακόμη νησιωτικά τραγούδια, έκαστον με τα ιδιώματά του +τα γλωσσικά και με την προφοράν του την ιδιάζουσαν έκαστον, κ' εθάρρει κανείς +την νύκτα εκείνην ότι ευρίσκετο εις όλας τας φαιδράς του Αιγαίου νήσους +συγχρόνως, ποικίλως άγων την μεγάλην και χαρμόσυνον της πατρίδος μας εορτήν, +τα Χριστούγεννα.</p> + +<p> — Βάστα, Μαριγούλα, εχαιρέτισεν ο ναύκληρος, παραθαρρύνων τον +καπετάν-Γιακουμήν, υπό τας μουσικάς χείρας του οποίου εγλυκοστέναζε το +χρυσοστόλιστο τσιβούρι, μαλακά ερειδόμενον επάνω εις το στήθος του, τορευτόν, +χρυσοκέντητον.</p> + +<p>Αλλά την στιγμήν εκείνην ο καμαρώτος, ο Ζούμπουρας, ένας δεκαπενταετής με +έξυπνα μάτια, νεανίσκος, αλλά ζαρωμένος μέσα εις πλατείς αμπάδες, ως σηπία εις +το θαλάμι της, κατελθών από της πρύμνης, εκόμισε χιλιάρικην όλην, πλήρη +τζαμάικας, αποστελλομένην παρά του πλοιάρχου εις τους ναύτας του, «να +ξαποστάσουν».</p> + +<p>Όλοι επεκρότησαν πάραυτα προς την απροσδόκητον θέαν της χιλιάρικης. Ο +Ζούμπουρας, παραδώσας αυτήν εις τον ναύκληρον όστις τρυφερώς την +ενηγκαλίσθη, καταφιλήσας τον στενόν ως καλαμένιον λαιμόν της, είπεν ότι ο +πλοίαρχος έπεσε να κοιμηθή, και ότι αυτοί ας κάμουν ό,τι θέλουν. Και προσέθηκεν, +από μέρους του ο καμαρώτος, ότι η θάλασσα έγεινε ξείδι και πετά σπίθαις, +θαρρείς, απόξω από της Τρεις Μπούκαις, οπού ήσαν αραγμένοι, από τον θυμόν +της, και δεν θα κάμουν πανιά ούτε με μια 'βδομάδα.</p> + +<p> — Δόξα σοι ο Θεός, που τα καταλάβαμε, τέλος πάντων! είπεν ο +ναύκληρος αποθέτων την χιλιάρικην με προσοχήν επί της τραπέζης, +ακτινοβολούσαν εκεί ιριδόχροα ακτινοβολήματα, υπό το φως της εν μέσω του +πρωραίου κρεμαμένης λυχνίας.</p> + +<p> — Καλά Χριστούγεννα 'ς της Τρεις Μπούκαις, παππού! Δεν σου τώπα; . . +.</p> + +<p>Επείραξεν ο καμαρώτος, απερχόμενος, τον γέρω-Μπούμπαν, συλλογισμένον +καθήμενον εκεί, εν τω φαιδρώ κύκλω, αμίλητον, ως μετανοημένον καλόγηρον, +γυρισμένον ανάστροφα.</p> + +<p> — Τον κακό σου, Ζούμπουρα!</p> + +<p>Εγρύλλισεν ο γέρων ναύτης. Και μη προφθάσας να βλάψη τον εξαφανισθέντα +έφηβον, κατέρριψε και κατεπάτησε μετ' άχθους τον καπνόν της πίπας του ως +σκορπίον, και επανέπεσε πάλιν εις τας σκέψεις του τας σιωπηλάς, πάντοτε με την +μονήρη παρέαν του.</p> + +<p>Ο Γιάννης ο Μπύρρος, ο ναύκληρος, στρίβων τον μύστακά του τον λευκόν, +έπαυσε πλέον να ωτακουστή προς την πρύμνην, και ήρχισεν ανέτως τώρα +τακτικώτερον να διευθύνη την φαιδράν του πληρώματος αγρυπνίαν. Ήνοιξε την +στενόμακρον κασσέλλαν του με έν τερπνόν γλυκοκελάδημα περιστρέψας την +μικράν κλείδα εις την μουσικόκρουστον κλειδαριάν της, εξήγαγε μερικούς ξηρούς +καρπούς, οίτινες απέκειντο εκεί, της συζύγου του δώρα, του χωρίου του γλυκείαι +αναμνήσεις, καρύδια και σύκα και κυδώνια· και παραθέσας αυτά εκάλεσε τους +ναύτας:</p> + +<p> — Ξεκουρασθήτε, βρε παιδιά, τώρα.</p> + +<p>Κ' επλήρωσε μικρά ποτήρια εκ του αποσταλέντος υπό του πλοιάρχου +ποτού.</p> + +<p>Ήσαν εκεί γύρω και άλλοι ακόμα, όλοι οι ναύται, εννέα εν όλω. Ήτο ο Γρούτσος, +με τας χονδράς του χείρας, αθλητικώτατος, κρυωμένος ολίγον και βήχων. Ήτο ο +μπάρμπα-Γιαννιός, αγαπών να κάμνη τον φραντσέζον, με το τσιμπουκάκι του +πάντοτε εις το στόμα. Ήτο και ο Παυλάκης, άσωτος υιός πλοιάρχου Συριανού, +διωγμένος από τον πατέρα του, δυο χρόνια τώρα, με μίαν μορφήν ξεπλυμένην και +άχαριν εκ του ασώτου βίου, με βλέμμα απλανές, ακίνητος ως να εκοιμάτο με +ανοικτά μάτια, όστις εγύρευε τσιγάρα πάντοτε, υποσχόμενος ν' ανταποδώση αυτά +«σαν φθάσουν 'ς τα πόρτο». Αλλά 'ς το πόρτο πάντοτε γινόμενος άφαντος εις της +κουμπάραις του· δυο φοραίς παντρεμένος 'ς τα Θεραπειά και μια 'ς τον Καρού- +Τσεσμέ, ενώ εις την Σύρον έκλαιεν η μάννα του απαρηγόρητος, μόνην παρηγορίαν +ευρίσκουσα επάνω εις την Αγίαν Παρασκευήν οπού εκείνα τα έτη είχεν +εγκατασταθή ο εκ Σκιάθου επιφανής μοναχός Διονύσιος, ο Γέροντας +αποκαλούμενος και ετέλει κάθε Σαββατόβραδον εκεί ωραίας αγρυπνίας, πολύ +σεβάσμιος εις όλην την Σύρον.</p> + +<p>Το πρωραίον είχε στεγαδώσει πλέον από τους καπνούς τόσων τσιγάρων και +διέταξεν ο ναύκληρος ν' ανοίξωσιν άνωθεν μίαν υαλοθυρίδα του φεγγίτου. +Πάραυτα δε εισώρμησε κάτω ρεύμα παγωμένου αέρος και μία κλαίουσα αρμονία +της μυκωμένης επάνω τρικυμίας, ήτις προσπίπτουσα εις τους πολυδαιδάλους +εξαρτισμούς του μεγάλου πλοίου· και τους αναριθμήτους τροχίσκους, έφθανε +κάτω ως θρήνος θηρίων από μακράν μαχομένων διά το θήραμα.</p> + +<p>Τα τρικάταρτο μπάρκο του καπετάν Φώκα, η <i>Σκίαθος</i> ένα ωραίον +σκάφος του αλησμονήτου αρχιναυπηγού της νήσου του ξακουσμένου εις όλας τας +ναυτικάς της Ελλάδος πόλεις Μάστρο-Γεωργού μόλις εσώθη την εσπέραν εκείνην, +καταφυγόν ξυλάρμενον — με τα κάτω μόνον φλέσια, και τον μέσα φλόκον — εις +της τρεις Μπούκαις, τον σωτήριον της Σκύρου λιμένα. Από της Σικελίας αναβαίνων +εις τον Δούναβιν, με φορτίον αποικιακών, ο καπετάν-Φώκας επτά μηνών γαμβρός, +επόθει, και έταξε, να εορτάση τα Χριστούγεννα εν τη νήσω του, μετά της νεαράς +συζύγου του. Αλλά φθονερός της ευτυχίας του ο άγριος μαΐστρος, μετά λαίλαπος +και χιονοστροβίλων εξαφθείς, τον ηνάγκασε να κλεισθή μέσα εις της τρεις +Μπούκαις, οπού βράδυ-βράδυ ηγκυροβόλησεν η <i>Σκίαθος</i> σαν ένας αετός με +μαδημένα τα πτερά του.</p> + +<p>Σκυλί μοναχό!</p> + +<p>Ύβριζε δάκνων τα χείλη του ο καπετάν-Φώκας, τρεις θάλασσαις συναντήσας +παρά το Καβοδόρος. Μίαν από το Τσανταρλί, άλλην από το Κουσάντασι εξ +ανατολών, και τρίτην εκ δυσμών, από τον Μαΐστρον. Βουνά τα κύματα, και +εκυλίετο καρφωμένη εκεί η <i>Σκίαθος</i> με την ογκώδη κοιλίαν της. Έτριζεν ως +εκ μετάλλου τους οδόντας του ο καπετάν-Φώκας από τον θυμόν του, αλλ' έτριζον +και οι ιστοί του μπάρκου και οι τρεις. Άφριζεν από τον θυμόν του ο καπετάν-Φώκας +βλασφημίας μόνον απαγγέλλων, αλλ' ήφριζαν και τα κύματα εισορμώντα εις το +κατάστρωμα, ως πειραταί προς λεηλασίαν. Έως να κάμψουν το Καβοδόρος, έχασε +της επάνω γάμπιαις της η <i>Σκίαθος</i> αναρπαγείσας υπό του ανέμου ως +πτερά.</p> + +<p>Αλλ' ενώ κατ' αρχάς εφάνη ότι θα υπερίσχυεν ανατολικός άνεμος, ο γραίγος, +ότε θα κατευωδούτο εις την νήσον του ο καπετάν-Φώκας, αίφνης μαυρίλα πυκνή +σχηματίζεται προς δυσμάς. Ιδού αστράπτει ο μαΐστρος κ' εκρήγνυται αποτόμως +χιονώδης θύελλα, σκοτεινόν προβέντσο — χιονιά και κακό — θάλασσα κιαμέτι — +Ωρύετο δε ο καπετάν-Φώκας, προσπαθών προς βορράν να θέτη πάντοτε την +πρώραν του μπάρκου, μη διακρίνων ουδέ το δάκτυλόν του εκ της επελθούσης εν +ημέρα πυκνής σκοτίας. Αλλ' η θύελλα ήτο απροσμάχητος κ' έστρεφε προς νότον το +σκάφος. Σκύρος και Κύμη και πέλαγος έγειναν όλα έν πράγμα σκοτεινόφαιον, εντός +του οποίου τα κύματα, όγκοι βαρείς, εχοροπηδούσαν, σωροί εδώ, σωροί εκεί, +θηρία ανήμερα, με αφρούς, με αχνούς υπό μίαν φοβεράν σκοτούραν των πάντων, +καθ' όλον εκείνον τον δεινόν του Αιγαίου αναβρασμόν· νομίζεις κ' έπεσον από του +ουρανού των νεφελών οι παχείς όγκοι κ' εσκέπασαν βουνά και θάλασσαν. Και +αυτός ο γέρω-Μπούμπας, οπού ήλπιζε μια φορά τέλος πάντων, να ευρεθή τα +Χριστούγεννα εις την πατρίδα του, απηλπισμένος και αυτός, με οργήν έσφιγγε +μέσα εις τας σκληράς παλάμας του τους αφρούς, που του έρριπτον εις το στήθος +του επάνω τα κύματα, αναθεματίζων αυτά και λέγων:</p> + +<p> — Δεν με ρίχνεται σαν τον Ιωνά ς' την θάλασσα, να μπονατσάρη! Τότε ο +Ζούμπουρας ο καμαρώτος, αδαής του κινδύνου, περνών απ' εμπρός από τον +ωργισμένον γέρω-Μπούμπαν, χωμένος μέσα εις τας πλατείς αμπάδες του, ως +χελώνη, τότε του πρωτοείπε, σαν προφήτης το παληόπαιδο:</p> + +<p> — Καλά Χριστούγεννα 'ς της Τρεις Μπούκαις, παππού!</p> + +<p>Και κύψας υπό τας βαρείας χείρας του γηραιού ναύτου υπεξέφυγεν ως έγχελυς, +την οργήν του.</p> + +<p>Ως σιδηραί δε αι χείρες του ναύτου, αποτυχούσαι, εκρότησαν επί του χονδρού +ξυλίνου παραπέτου του μπάρκου. Ουδέν δ' άλλο κατώρθωσεν ο καπετάν-Φώκας με +την ματαίαν εκείνην κ' επικίνδυνον επιμονήν του, ή ν' απολέση και της αμπάσαις- +γάμπιαις του μπάρκου του, όπερ μόλις ημπόρεσε με τα φλέσια μόνον και τον μέσα +φλόκον να εισπλεύση και αγκυροβολήση εις της Τρεις Μπούκαις, +θαλασσοδαρμένον, θαλασσοπνιγμένον, ξυλάρμενον.</p> + +<p>Αφού δε ηγκυροβόλησε και διηυθέτησαν οι ναύται τάρμενα, τότε ο καπετάν- +Φώκας, βρεγμένος, μισοπαγωμένος, από δύο θηρία νικημένος, από την θάλασσαν +και από τον θυμόν του, κατήλθε και εκλείσθη κάτω εις την πρύμνην, κλαίων +σχεδόν, αποπνιγόμενος μέσα εις τον καπνόν των τσιγάρων, τα οποία κατέδακνε, +δεν εκάπνιζε, θολός τον νουν και θολός την καρδίαν από τ' αναθέματα και τας +κατάρας. Επάνω εις τας εξάψεις του εκείνας, τας αγρίας ως λαίλαπος μηκυθμούς, +δις ενόμισεν ότι επραΰνετο η οξύτης του ανέμου, και διέταξε δις τους ναύτας, +απορούντας, να κάμωσι πάλιν πανιά.</p> + +<p>Αλλά δις πάλιν ο καπετάν-Φώκας κατησχυμμένος ηναγκάσθη να μαϊνάρη πάλιν, +αυτός οπού εις άλλας περιστάσεις, από την κλίνην του ακόμη, διέκρινε την δύναμιν +των ανέμων. Αλλά τώρα, με αγωνίαν επιθυμών να εκτελέση την δοθείσαν προς την +γυναίκα του υπόσχεσιν, παρίστατο αμαθής και αθαλάσσωτος, και από τον +απειρότερον ναύτην πλέον άπειρος.</p> + +<p>Και αφού πλέον ενύκτωσε και απηλπίσθη να εξέλθη από της τρεις Μπούκαις, +ήρχισε το κονιάκ, κάτω πάντοτε, κλεισμένος, ολομόναχος, εξερεθίζων έτι μάλλον +τον θυμόν του, με το δριμύ ποτόν. Εκεί οπού ήτο, ούτε ήκουε τα Χριστουγεννιάτικα +άσματα των ναυτών, οίτινες συστείλαντες τα ιστία και περιμαζεύσαντες τα +καλώδια, και τα άλλα τα καταρρακωθέντα πανία, και ασφαλίσαντες με δύο +αγκύρας το σκάφος, κατήλθον εις την πρωραίαν αίθουσάν των, εν χαρά άγοντες +την νύκτα της Παραμονής, αλλά με τα ιμάτια της εργασίας των πάντοτε, +προσμένοντες νέαν διαταγήν ίσως του ωργισμένου πλοιάρχου των.</p> + +<p> — Ε, βρε παιδιά, τι να γένη! είπεν ο ναύκληρος ο Γιάννης ο Μπύρρος, +έχων τάξιμον ν' αγρυπνή πάντοτε την νύκτα των Χριστουγέννων, όπως-όπως, οπού +και αν ευρίσκετο. Συντροφιά με την θάλασσαν, βρε παιδιά, θα τα πούμε τα +Χριστούγεννα. Επάνω στο κύμα· σιμά 'ς τον αφρόν. Με την χιονιά, με την τρικυμία +με τους ύμνους των αρμένων μας, με της θάλασσας τα λιβάνια, με της λαμπάδαις +του μαΐστρου, που φέγγουν ψηλά, από τα ουράνια, και φωτίζουν σε μια στιγμή +όλην την πλάσιν, στεριαίς και πέλαγα.</p> + +<p>Και αγαλλόμενος όλος, με λάμψιν εις τα μάτια του χαράς, εκραύγαζε, στρίβων +τον λευκόν του μύστακα:</p> + +<p> — Χριστός γεννάται, βρε παιδιά! Συντροφιά με την θάλασσαν!</p> + +<p>Κ' εκέρασε πρώτα-πρώτα αυτός τους ναύτας από ένα τσίπουρο της πατρίδος +του, της αμπέλου του ευώδες ποτόν, για να τους βάλη, ως έλεγε, λίγο-λίγο 'ς <i>το +δουζένι</i>. Και ούτω πράγματι ήρχισαν να ψάλλωσιν οι ναύται κάτω το άσμα των +Χριστουγέννων μετά πόνου βιαζόμενοι να λησμονούν την πατρίδα και τας οικίας +των, συνηθισμένοι εις τας αποδημίας.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αλλ' ο καπετάν-Φώκας, ολομόναχος πάντοτε, εν τη πρύμνη, προσπαθών +κατόπιν ν' ανοίξη δευτέραν φιάλην κονιάκ, κατακόκκινος και μισοζαλισμένος, παρά +την θερμάστραν, ην προλαβών προσήναψεν ο καμαρώτος, έθραυσε τον λαιμόν +αυτής και εχύθη το πλείστον του ποτού επί των αναμμένων ξύλων. Πάραυτα +φλόγες πρασινογάλαζοι τον εκύκλωσαν έντρομον να τον καύσουν. Το πρυμναίον +εφωτίσθη από παράδοξον αστραπήν, θαρρείς, από της οργής την αστραπήν την +πρασινογάλαζον, και είδε τα περί αυτόν όλα πράσινα ο καπετάν- Φώκας. Και το +πρόσωπόν του το είδε πράσινον εις τον καθρέπτην. Μία μεγάλη εικών κρεμαμένη +εκεί, παριστώσα ως νύμφην την νεαράν σύζυγόν του, λευκήν, ως κρίνον, με τον +πέπλον του γάμου, ως ουρανίου αγγέλου καλλινεφές περιβόλαιον, +πρασινογάλαζος και αυτή τω εφάνη ως εάν ήτο κάτω εις τον σαπφείρινον του +πόντου πυθμένα, κάτω 'ς τα βαθειά, κόρη του Νηρέως ή του Τρίτωνος, οπού τον +εκύτταζε μ' ένα γέλοιο, σαν να τον επερίπαιζεν. Ετρόμαξεν. Ο φόβος μη καή αυτός, +ο τρόμος μη πυρποληθή το πλοίον κατέβαλον αίφνης την έξαψίν του, κ' ενώ μετ' +αγώνος υπερανθρώπου προσεπάθει να περιστείλη τας φλόγας, κλείων από το +επάνω μέρος την θερμάστραν, αισχυνόμενος και να φωνάξη, κατέπεσεν επί της +εγγύς καθέδρας του, εν ατονία βλέπων τας τελευταίας αναλαμπάς της φλογός. Σαν +να ωνειρεύθη, αποκαμωμένος από την κούρασιν και από την οργήν, και από το +ποτόν, προσβλέπων εκεί την προ της θερμάστρας κρεμαμένην εικόνα της συζύγου +του. Τω εφάνη πως είδε την Μυγδαλίτσαν του, την εύμορφον γαλανόφθαλμον +γυναικίτσαν του, μέσα εις τάσπρα, μέσα εις τα μπιμπιλοκέντητα μπορετζίκια της. +Με κάτι γαλάζια μεταξωτά μανδήλια εις την ξανθήν κεφαλήν της, ως ουρανού +κυάνεον, σκιάζον το ροδόχρουν προσωπάκι της· με κάτι ερυθρόχρυσα περιλαίμια +πλεκτά, ως πτηνόν τυλιγμένην, ισταμένην εκεί, παρά την λάμπουσαν εστίαν του +οίκου των του νεοκτίστου, νεόνυμφον εστίαν, μοσχοβολούσαν νεότητα και ζωήν, +και με αγάπην βλέπουσαν τα σπινθηροβολήματα ενός καιομένου πρίνου, της +χρυσοκόκκιναις πολλαίς σπίθαις του, οπού επετούσαν επάνω, με πάταγον συνεχή, +ως με φωτόλαμπρον χαιρετισμόν, χαιρετίζουσαι τον ταξειδιώτην, οπού φθάνει +σήμερον-αύριον. Κ' έκαμνε τάχα τον σταυρόν της η λευκογαλανόμορφος +Μυγδαλίτσα του, κ' ηύχετο να έλθη ο καπετάν-Φώκας τα Χριστούγεννα, καθώς της +το έταξε, και καθώς της το εκήρυττον η χρυσοκόκκιναις σπίθαις, βροντοκροτούσαι +ολονέν, πολλα-πολλαί, και ανερχόμεναι προς τάνω ταχείαι, ως να τας εσκόρπιζε +κάτωθεν της ευτυχίας ή μεγαλόδωρος χειρ. Και ότε κατόπιν ωλιγόστευσαν η +σπίθαις, η Μυγδαλίτσα ήρχισε τάχα να τας μετρά μίαν-μίαν τας σπίθας, +επιλέγουσα εν συγκινήσει:</p> + +<p> — Θαρθή — δεν θαρθή. Θαρθή — δεν θαρθή. Θαρθή. — Αλλά περίχυμα +τελευταίον του κονιάκ, τώρα τέλος εξανάψαν εν τη θερμάστρα, ανέδωκε την +τελευταίαν κυανήν αναλαμπήν, μ' υπόκωφόν τινα βοήν, και έσβυσε πλέον:</p> + +<p> — Δεν θαρθή! — Του εφάνη τότε του Καπετάν-Φώκα ότι ήκουσε την +φωνίτσαν της Μυγδαλίτσας του, μ' απελπισίαν αντηχήσασαν εν τη πρύμνη του +πλοίου δύο φοράς; Δεν θαρθή! Δεν θαρθή! ως θρήνον, ως μοιρολόγιον.</p> + +<p>Επετάχθη αμέσως, βιαιότερος τώρα ο καπετάν-Φώκας, ως να τον ώθησε κανείς, +και ανήλθεν επάνω εις το κατάστρωμα. Μαύρη νυξ εκάλυπτε τον λιμένα της +ερημίας εκείνης, ηρεμούντα, οπού φώτα αμυδρά εδώ κ' εκεί έφεγγον, τα φώτα των +καταφυγόντων εν αυτώ πλοίων. Αλλ' έξω από τας τρεις εισόδους του ωρύοντο +άγρια τα κύματα, θραυόμενα με αφροταραχήν βράζουσαν κατά του +<i>Δεσπότου</i> και της <i>Πλατείας</i>, δύο ξηρών και αποτόμων νησίδων, προ +αυτού, δι' ων σχηματίζονται αι τρεις του λιμένος αυτού είσοδοι, εξ ου και το όνομά +του, επί των οποίων πυραί δύο ποιμένων έφεγγον, ως φάροι σωτήριοι, κατά την +σκοτεινήν αυτήν νύκτα.</p> + +<p> — Τι θαρρείς! Δεν την πνίγω τάχα την <i>Σκίαθον</i>! Εβρυχήθη ο +καπετάν-Φώκας ως απειλών την Μοίραν του, βλέπων άπελπις την αυξάνουσαν +θύελλαν, και όμως σχεδιάζων νέαν απόπειραν απόπλου, ταραχθείς από το τέλος +της οπτασίας του. Αλλ' ακούει τότε, παρεμπρός, τον καμαρώτον του, το +Ζούμπουραν, όστις εξαγαγών την κεφαλήν του από το πλατύ περιλαίμιον του +σκληρού αυτού καπότου εμονολόγει προ της ακατασχέτου χιονιάς:</p> + +<p> — <i>Ούτε πανί στο πέλαγο, ούτε γάιδαρος 'ς τα Ψαρά!</i></p> + +<p>Ο ουρανός κατάμαυρος, εφαίνετο ότι εστηρίζετο εις τους ιστούς του μπάρκου· +και εντός της φοβεράς εκείνης θολότητος εστριφογύριζαν παγωμένα πράγματα +χιονονιφάδες ξανεμιζόμεναι υπό της λαίλαπος, ως ξανεμίζεται ο σίτος εις την +άλωνα. Πολλαί αυτών προσέκρουσαν με βίαν εις το αγριωμένον πρόσωπον του +καπετάν-Φώκα, ως μόλυβδος δε κρύος επέψαυσαν και τα ώτα του οι λόγοι του +παιδός οι συνετοί. Και να το έπνιγε το πλοίον του, πάλιν δεν θα έκαμνε +Χριστούγεννα με την Μυγδαλίτσαν του· ίσως και να την έχανε διά παντός. +Κατέπεσε τότε η οργή του· και τω εφάνη τότε ότι τωόντι άραξε και αυτός εις της +Τρεις-Μπούκαις, καθώς άραξε και το κατάμαυρον μπάρκο του. Και βλέπων μόλις +έξω εις την πετρώδη Σκύρον τας δύο χασμάδας των λατομείων λευκού +τουμαρμάρου, αίτινες αμυδρώς διεγράφοντο τεφραί, ως χαλασμένα δύο χωρίδια, +είπε:</p> + +<p> — Μπορεί να κάμουμε Φώτα 'ςτο χωριό, καϋμένε Ζούμπουρα!</p> + +<p>Τότε κατελθών απέστειλε την φιάλην της ζαμάικας προς τους ναύτας ταυ «να +ξαποστάσουν», αποφασίσας αυτός τέλος να κοιμηθή «αγκαλιά με την λύπην του», +αδυνατών «ν' αγρυπνήση» με τον φαιδρόν των ναυτών του κύκλον.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Μετά το πέμπτον ποτήριον της ζαμάικας, ο καπετάν-Γιακουμής, ο αδελφός του +πλοιάρχου, ήρχισε κακώς να παίζη την <i>Μαριγούλαν</i>, το τορευτόν του +τζιβούρι, κ' εζήτει και έκτον αμέσως, λέγων ότι 'ςτα πέντε αποσταίνει και +ξεχορδίζεται, και αν σταματήση αυτού, είνε φόβος τότε να μη χορδισθή ούτε 'ς τα +δέκα. Ο δε Μέλτος ο Μισακός, γνωρίζων καλώς τα συστήματα του ναυκλήρου, +ανελθών και σφάξας μίαν όρνιθα διά το νυκτερινόν πρόγευμα, οπού την έτρεφεν ο +Γιάννης ο Μπύρρος ο ναύκληρος, μόνος του, από την Σικελίαν, διά κάθε +ενδεχόμενον, κατέλιπεν εις το μαγειρείον τον καμαρώτον να επιμελήται το +μαγείρευμα, κ' επανήλθε χιονισμένος, χουχουλίζων τας χείρας του και ζητών έν +ποτήριον αποσταμένον, δηλαδή, γεμάτον, ως δίδουν την εσπέραν προς τους +εργάτας τ' αφεντικά, όταν παύσουν από την εργασίαν.</p> + +<p>Και ήρχισεν αμέσως — για να θερμανθή — να τραγουδή ένα παλαιόν άσμα της +Κω, μιμούμενος συνάμα γυναίκα κώτισσαν νήθουσαν, κατά την έννοιαν του +άσματος, μ' έκτακτον μιμικήν διάθεσιν.</p> + +<p>Ο καπετάν-Γιακουμής επαναχορδίσας τέλος την <i>Μαριγούλαν</i> τον +συνώδευε:</p> + +<p class="poem"><i>Πάρε την αργυρόρροκα<br /> +κ' έλα την φράχτη-φράχτη,<br /> +Κι' αν σ' αρωτήσ' η μάννα σου,<br /> +'πες, έχασα τ' αδράχτι.<br /> + +<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br /> + +Εμπερδεύθηκ' η κλωνιά μου<br /> +μέσ' 'ς τα πέντε δάκτυλά μου.</i></p> + +<p>Τόσον δε τελείως απεμιμήθη ο Μέλτος ο Μισακός την νήθουσαν γυναίκα της +Κω, με όλας τας κινήσεις της γυναικείας εργασίας, σείων τάχα την ηλακάτην με την +αριστεράν, ως αι νήθουσαι, αποσπών βάμβακα από την τολύπην με την αριστεράν, +και συστρέφων την άτρακτον με το βαρύ δήθεν σφονδύλιον, και βρέχων πάλιν τα +δάκτυλά του εις το στόμα του, και βρέχων την νηθομένην τάχα κλωστήν, κινών δε +είτα κωμικώς τα δάκτυλά του της δεξιάς, κατά την επωδόν, εις το μπέρδευμα δήθεν +της κλωνιάς, ώστε όλοι επευφήμησαν, προς τας κινήσεις του αυτάς τας δεξιάς και +ταχείας, και εγέλασαν με τους μορφασμούς του σπανού και ευλογιοκομμένου +προσώπου του. Όλοι δ' εσιώπησαν χάσκοντες εις το τέλος, από την ευχαρίστησιν, +και αυτή η <i>Μαριγούλα</i> εσίγησε θαμβωθείσα και αυτή.</p> + +<p> — Γεια σου κώτισσα!</p> + +<p>Ανεκραύγασεν ο ναύκληρος ο Γιάννης ο Μπύρρας στρίβων τον λευκόν μύστακά +του.</p> + +<p>Αλλ' ο γέρω-Μπούμπας, ανάποδος πάντοτε, λαβών τέλος μέρος εις την +ναυτικήν παρέαν επέκρινεν:</p> + +<p> — Η νισυριαίς γνέθουνε καλλίτερα από της κώτισσαις . . .</p> + +<p> — Βρε, παιδιά, είπεν ακολούθως ο ναύκληρος. Ποιος ξέρει το Χριστός +Γεννάται; Νά, τώρα, που μας χρειάζεται και ο καπετάν- Φαφάνας, καλή του ώρα. +Αυτός κάπου 'δω θα φέρνη γύρω,</p> + +<p>Αλλ' ιδού αληθώς κατήρχετο με προφύλαξιν και με κάποιαν δειλίαν, +οδηγούμενος από τον μικρόν καμαρώτον, ο καπετάν-Φαφάνας, κοντός, +αμπαδένιος όλος, τυλιγμένος μέσα εις μίαν βαρείαν γούναν, σαλονικιάν, +χιονισμένος εις τους ώμους και εις τον πέτσινον κούκον του, βαστάζων οψάρια και +αστακούς, τα οποία εν αφθονία αλιεύουσιν εις της Τρεις Μπούκαις τα δικτάδικα +πλοιάρια.</p> + +<p> — <i>Ανάβα όνομα να ιδής κορμί</i>. Εχαιρέτισεν ο ναύκληρος.</p> + +<p> — <i>Εδώ καράβια χάνονται, και σεις βαρκούλαις πού πάτε</i>; +Προσέθηκεν ο καπετάν-Γιακουμής, και απεσύρθη πίσω εις το καμαρί του με την +χρυσόγλυπτόν του κινύραν μισοζαλισμένος.</p> + +<p> — <i>Κατά φωνή και . . . </i></p> + +<p>Είπεν ο Μέλτος ο Μισακός και απετελείωσεν ο ναύκληρος — ο Φαφάνας, +προφθάσας ούτω και αποφυγών την κακοφημίαν, μη τύχη και πειραχθή ο ψάλτης, +και δεν θελήση να ψάλη έπειτα.</p> + +<p> — Πού σ' αυτόν τον κόσμον, καϋμένε Φαφάνα;</p> + +<p>Επανέλαβεν ο Μέλτος ο Μισακός, μιμούμενος την φωνήν του ελθόντος, σαν να +έψαλλε, σαν να κανοναρχούσεν.</p> + +<p>Κ' ενώ ο Φαφάνας διηγείτο πώς ευρέθη εκεί εις τον έρημον λιμένα, ο +καμαρώτος όστις ωδήγησεν αυτόν κάτω, ανερχόμενος πάλιν εις την εργασίαν του, +εις το μαγειρείον, αφού παρέλαβε και τα κομισθέντα δώρα παρά του καπετάν- +Φαφάνα, είπεν εις το αυτί του γέρω-Μπούμπα, σαν να ήθελε να του ανακοίνωση +μυστικόν:</p> + +<p> — Καλά Χριστούγεννα 'ς της Τρεις Μπούκαις, παππού! Δεν σου +τώπα;</p> + +<p> — Τον κακό σου, Ζούμπουρα! Εβρόντησεν ο γέρω-ναύτης· και ήπλωσε +τας βαρείας χείρας του ως δύο ξύλα. Αλλ' ο Ζούμπουρας, κοντός ως ήτο, διεξέφυγε +πάλιν.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο καπετάν-Φαφάνας, ανήρ συνομήλικος με τον Μέλτον τον Μισακόν, όταν ήτο +μικρός, μαθητής του Σχολαρχείου, είχε γλυκυτάτην φωνήν, και ήτο ο καλλίτερος +κανονάρχης του χωρίου, καθαρά αναγινώσκων το ψαλτήριον, μελωδικώς +κανοναρχών, και μελωδικώς απαγγέλλων τον Απόστολον. Μόνον μικρόν ελάττωμα +είχε φυσικόν. Ετραύλιζεν ολίγον εις την γλώσσαν· διό και απεδόθη εις αυτόν +σκωπτικώς το παρωνύμιον Φαφάνας, όπερ αυτός τελευταίον το ανεγνώρισεν ως +επώνυμον πλέον.</p> + +<p>Παρεσκευάζετο δε να γείνη ιερεύς και θα ήτο σήμερον ο καλλίτερος εφημέριος +της νήσου, αλλ' ετεκνοποίησεν η σύζυγός του τον τρίτον μήνα μετά τον γάμον των, +και ούτως αντί παπάς, έγεινε μικροπλοίαρχος, ακτοπλοών με μίαν μικράν +βρατσέραν. Αλλ' ήτο έκτοτε μελαγχολικός πάντοτε, απαραμύθητος διά την ατυχίαν +του εκείνην. Και ίνα δε αποφεύγη τας επιπλήξεις της συζύγου του, ήτις πολύ +επόθει να γείνη παπαδιά, συνήθως εταξείδευε, σπανίως καταπλέων εις το χωρίον +του. Ιδίως δ' απεδήμει κατά τας ημέρας των μεγάλων εορτών, μη αντέχων να βλέπη +χρυσοφορεμένους τους ιερείς του χωρίου του.</p> + +<p>Ούτω και τώρα ο καπετάν-Φαφάνας εταξείδευε, φορτώσας λεμόνια εξ Άνδρου +διά Θεσσαλονίκην. Και καταληφθείς υπό της τελευταίας καταιγίδος κατέφυγε και +αυτός με την βρατσέραν του εις της Τρεις Μπούκαις.</p> + +<p>Φίλεργος δε πάντοτε, ητοίμασεν αμέσως τα δίκτυα του κ' έρριψεν αυτά εις τον +αιγιαλόν του ησύχου λιμένος, οπού και άλλα πλοία δικτάδικα ηλίευον. Όταν δε, την +εσπέραν, ξυλάρμενον εισέπλεε το μπάρκο του καπετάν-Φώκα, το ανεγνώρισεν από +την χονδρήν κοιλίαν του και την χονδρήν πρύμνην, και από το άσπρο μπούρδο, την +λευκήν ταινίαν, την περιθέουσαν αυτό κύκλω, η οποία με τα μαύρα κατά +διαλείμματα τετραγωνίδια, ως θυρίδας μακρόθεν φαινόμενα, παρίστα αυτό +τεράστιον σκάφος, ως φρεγάταν τουρκικήν των ημερών εκείνων.</p> + +<p>Ο καπετάν-Φαφάνας ηξεύρων ότι ο Γιάννης ο Μπύρρος, το έχει τάξιμον ν' +αγρυπνή πάντοτε την νύκτα της Παραμονής, όταν ετύχαινε εις ταξείδι, +διασκεδάζων με το πλήρωμα, εσήκωσεν ενωρίς τα δίκτυά του, έλαβε την άγραν, +και ρίψας πάλιν αυτά εις άλλο μέρος του λιμένος να τα σηκώση την αύριον, +ανήλθεν επί του μπάρκου, να χαιρετίση τους συμπολίτας του, και να ιλαρύνη την +μελαγχολίαν του με τας αφελείς των ναυτών διαλέξεις, και με κανένα +Χριστουγεννιάτικον ζωμόν την αυγήν. Ήξευρεν ο καπετάν-Φαφάνας ότι ο καπετάν- +Φώκας ήτο μεγαλοπρεπής εις τα τοιαύτα, διατρέφων πλουσίως το πλήρωμά +του.</p> + +<p>Τότε ο Γιάννης ο Μπύρρος ενθουσιασθείς από την απροσδόκητον εμφάνισιν +του καπετάν-Φαφάνα, όστις θα του έψαλλε το «Χριστός γεννάται», ενθυμήθη ότι +είχεν από την Σικελίαν μίαν βαύκαλον κονιάκ. Ήνοιξε λοιπόν αυτήν αμέσως και +προσφέρων ποτήριον προς τον ελθόντα και προς τους άλλους είπε:</p> + +<p> — Τράβα μια, καϋμένε Φαφάνα, να πάνε τα φαρμάκια κάτω!</p> + +<p>Ταυτοχρόνως εχρεμέτισαν επάνω οι εξαρτισμοί του πλοίου, ως να έτρεχον +ίπποι εις την πεδιάδα, θαρρείς κ' εχαιρέτιζον τους πίνοντας ναύτας, κ' εκυλίσθη +δεξιά και αριστερά η <i>Σκίαθος</i> ως να ητοιμάζετο ν' ανοίξη τα πανιά της. Η +πνέουσα τρικυμία εξαγριωθείσα έτι μάλλον ανετάρασσε και τον ήρεμον έως τότε +λιμένα, κ' έσεισε σαλεύσασα τα εν αυτώ πλοία. Σεισθείς τότε εκ του +σχηματισθέντος σάλου και ο κώδων της βάρδειας, επάνω του πρωραίου, εκρούσθη +επανειλημμένως γλυκύτατα, εν τη αγρία εκείνη νυκτί ως κώδων παρεκκλησίου, +εντός δάσους, του οποίου έκρουε πενθίμως η καταιγίς.</p> + +<p>Εφάνη εις όλους τότε ως να εσήμαιναν τα Χριστούγεννα και όλοι, +ανεπαισθήτως, έκαμαν τον σταυρόν των. Ο ναύκληρος ενθυμηθείς την οικογένειάν +του και την ενορίαν του, τον ίδιον εαυτόν του ενθυμηθείς, ότε ήτο παιδίον, +εδάκρυσε, και ήρχισε να διηγήται ωραία επεισόδια του νεανικού του βίου, ότε μια +χρονιά ο εφημέριος τον ανεβίβασεν εις το κωδωνοστάσιον επάνω να κτυπήση την +μεγάλην καμπάνα, έλεγε, και αυτός από το ισχυράν καμπάνισμα την έσπασε, κ' +εκρότει έπειτα την ημέραν της εορτής ως ραγισμένη λάγηνος. Και άλλοτε πάλιν τον +έστειλεν ο εφημέριος να μοιράση τα <i>υψώματα</i> εις τους ενορίτας του και του +έπεσαν από την τσέπην του — την νύκτα — και τα ηύρεν έπειτα ο Χατζής ο +Μπολμάς, ο ρακένδυτος και πάντοτε μεθυσμένος αχθοφόρος, και τα έφαγε, +νηστικός δύο ημέρας.</p> + +<p>Αλλά αίφνης κρότοι βηματισμών βαρέων επί του καταστρώματος, διέκοψαν τας +φαιδράς του ναυκλήρου αναμνήσεις, Ως ν' ανήλθον πειραταί τω εφάνη — έρημος ο +λιμήν και δεν ήτο παράδοξον — αλλ' ο κύων ο Μαύρος δεν υλάκτησεν· ως δεν +υλάκτησε και όταν ήλθεν ο καπετάν-Φαφάνας, με τον οποίον όμως ο κύων είχε +παλαιάν γνωριμίαν. Απορών ανήλθε φυλαττόμενος ίνα ίδη. Και είδε τότε τον +καπετάν- Φώκαν, ως φάντασμα, τυλιγμένον με την βαρείαν γούναν του, ιστάμενον +εν μέσω του σκάφους και θεωρούντα κύκλω την φρίσουσαν τρικυμίαν με βλέμμα +απλανές. Μ' οξύτατα λαλήματα η λαίλαψ κατέρριπτεν επ' αυτόν τας χιονονιφάδας +της — χιονόνερον παγωμένον — κ' η κόμη του, ασκεπούς όντος, ωρθούτο υπό του +ανέμου, ως από φόβον.</p> + +<p>Ο Ζούμπουρας, εννοήσας τον πλοίαρχον, ίστατο άφωνος, πέραν ολίγον, +αναμένων τας διαταγάς του· κ' εξαγαγών την κεφαλήν του είπε μονολογών προς +την τρικυμίαν πάλιν:</p> + +<p> — <i>Ούτε πανί 'ς το πέλαγος, ούτε γάιδαρος 'ς τα Ψαρά.</i></p> + +<p>Ο καπετάν-Φώκας, μέγας, υψηλός, τυλιγμένος μέσα εις την βαρείαν γούναν +του, μ' ασκεπή την κεφαλήν, χιονισμένος, κατήλθε πάλιν ηρέμα εις την πρύμνην +του, χωρίς ν' αρθρώση λέξιν, αμίλητος ως φάντασμα.</p> + +<p>Ο ναύκληρος είτα μετ' ολίγον επανήλθε πάλιν εις των ναυτών την αίθουσαν, κ' +εξηκολούθησε την συνέχειαν των φαιδρών εκείνων αναμνήσεών του.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Τότε ήρχισαν όλοι οι ναύται κατά σειράν να διηγώνται. Και ήκουες εκεί κάτω: +Να ιδής μια χρονιά τα Χριστούγεννα, και να ιδής άλλη χρονιά, και να ιδής την +Παραμονήν . . .</p> + +<p>Μόνον ο γέρω-Μπούμπας, τόσην ώραν, δεν ηδυνήθη και αυτός να ενθυμηθή +τίποτε, να διηγηθή τίποτε· αλλ' εκάθητο σιωπηλός πάντα και συλλογισμένος, +επάνω εις την στενόμακρον κασσέλλαν του, εις την άκραν εκεί, σαν +καταφρονεμένος. Τίποτε δεν είχε να ενθυμηθή μικρός, τίποτε να ενθυμηθή +μεγάλος. Μικρός ποτέ δεν έκαμε Χριστούγεννα 'ς την χώραν, παρεπονείτο +πολλάκις. Είχε μια μητέρα χήρα, μια καταραμένη γυναίκα, η οποία επειδή έχασεν +όλα τα παιδιά της και τον άνδρα της, 'ς το τέλος, σαν ήρχοντο τα Χριστούγεννα, +εκλείδωνε το σπίτι, τον εφορτώνετο 'ς τον ώμον αυτόν, το τελευταίον παιδί της, και +έτρεχε 'ς τα τέσσερα, 'ς τον Γέροντα, πίσω, 'ς τον Πρόδρομον εις τον μικρόν +Ασέληνον, οπού έκαμνε Χριστούγεννα, κλαίουσα την ψυχήν της με τας καλογραίας. +Μια φορά μόνον θυμάται, πριν ακόμα μπαρκάρη, θα ήταν ως δεκαπέντε χρόνων, +κατώρθωσε και της έφυγε 'ς τα μισά, 'ς του δρόμου, για να πάγη τα Χριστούγεννα +την νύκτα 'ς την Εκκλησιά, 'ς την χώρα, να μεταλάβη — και 'πήγε για ψάρια την +παραμονήν, με τον Πετεινάκη, σύντροφος του ψαρά, να τραβά κουπιά. Αφού δε +εγύρισαν, την νύκτα, κ' εβόλεψε την βάρκα, και ήτο έτοιμος ν' αποβιβασθή και +αυτός πηδών εις την άμμον, με τα ένα χέρι βαστάζων τα οψάρια εις ορμαθούς, τα +μερίδιόν του, και με το άλλο τα παπούτσια του, εγλύστρησε κ' έπεσεν εις την +θάλασσαν κ' εκτύπησε 'ς τα μούτρα σε κάτι πέτραις οπού ήταν ένα μήνα πρισμένα. +Και ήλθεν η μάννα του και του έλεγε: Γλέπεις, καταραμένε, για να μη θελήσης +νάρθης 'ς τον Γέροντα; Γλέπεις; Ύστερα, τον άλλο χρόνον, εμπαρκάρισεν. Αλλά ποτέ +του δεν έκαμε Χριστούγεννα σε πολιτεία· ούτε 'ς το χωριό του, ούτε σε καμμιά +άλλη πολιτεία. Αλλά πάντοτε, την ημέραν αυτήν, ευρίσκετο εις το πέλαγος. Πότε 'ς +τα κύματα μέσα μουσκεμμένος, και πότε ποδισμένος και αραγμένος σε καμμιάν +ερημιάν, σαν τώρα. Θυμωμένος πάντοτε τα Χριστούγεννα, πότε με την βελόναν +του, και πότε με την νιτσεράδαν του. Πού ν' αποκτήση αυτός ρημαδιακό, νάχη +παραστιά, φωτιά, και γυναίκα. Από το ράντσο του, παρά το οποίον εκάθητο τώρα, +και από την στενόμακρον κασσελίτσαν του, τίποτε άλλο δεν είχεν αποκτήσει εις τον +κόσμον αυτόν, εκτός μίαν καταραμένην αναποδιάν σαν την μάννα του, την οποίαν +του εφαίνετο ότι εκληρονόμησεν από την καταραμένην εκείνην, ως έλεγεν ο +ανόητος ανοηταίνων, ανάποδος και εις τα παράπονά του και αδιόρθωτος, ωσάν η +γηράσασα κακία, η οποία ποτέ της δεν ημπορεί να γείνη αρετή. Χωρίς σπίτι, χωρίς +γυναίκα, χωρίς παιδιά. Αφορισμένος, ακοινώνητος, αμίλητος. Πού ν' αξιωθή αυτός +ν' απολαύση τέτοιαν μακαριότητα. Νάρθουν 'ς το αρχοντικό του την νύκτα τα +παιδάκια της γειτονιάς, με τα φαναράκια 'ς τα χέρια, με τα χαρτάκια, να του +τραγουδήσουν τα Χριστούγεννα. Κ' αυτός ξαπλωμένος σε καθαρό, μεντέρι, +αφέντης κοντά 'ς την φωτιά, με τα παιδιά του γύρω, ν' απλώση 'ς την τσέπην του +και να δώση 'ς τα παιδάκια ένα ασημένιο, για το καλό. Και να τον καμαρόνη η +γυναίκα του, και να τον θαυμάζουν τα παιδιά του . . .</p> + +<p>Ο Μέλτος ο Μισακός, οπού ανήλθε προ μικρού να επιθεωρήση την βράζουσαν +σικελικήν όρνιθα, επανελθών, φαιδρός και χαρούμενος πάντοτε, διέκοψε τας +θλιβεράς αναμνήσεις του γέρω-Μπούμπα, ειπών:</p> + +<p> — Ακόμα θέλει λίγο, βρε παιδιά, η κόττα. Όσο να γένη, να μας πη τώρα +ο καπετάν-Φαφάνας τι έπαθε μια φορά, τα Χριστούγεννα, από τον Μέλτον τον +Μισακόν.</p> + +<p>Και μορφάζων κωμικώς το σπανόν και ευλογιοκομμένον πρόσωπόν του +προσέθηκεν:</p> + +<p> — Όχι από εμένα. Από τον Μέλτον τον Μισακόν δηλαδή.</p> + +<p>Ίνα δε προλάβη πάσαν άρνησιν ή αποφυγήν του καπετάν-Φαφάνα, +προσέθηκεν.</p> + +<p> — Αν δεν θελήση να μας το 'πη ο καπετάν-Φαφάνας, θα το πη ο Μέλτος +ο Μισακός.</p> + +<p>Ο καπετάν-Φαφάνας εσκέφθη να σηκωθή αμέσως και να φύγη· αλλ' έλα πάλιν +που ο αέρας της τρικυμίας καταίβαζεν από τον φεγγίτην του πρωραίου +χιονοβολήματα, αλειμμένα με την ορεκτικήν οσμήν της μαγειρευομένης σικελικής +όρνιθος. Έπειτα μικρός ήτανε, παιδί ήτανε, είπε καθ' εαυτόν, θέλων και μη θέλων +λοιπόν ήρχισε να διηγήται:</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ο Χρόνης, ο γυιος του γέρω-Χρόνη του Σπράχτορα, όλον τον χρόνον εγύριζε +ξεσκούφωτος και αχτένιστος, μ' ένα κεφάλι σαν μαλαχτάρι. Και τα Χριστούγεννα +ήτανε πάντοτε με καινούργιο φέσι.</p> + +<p> — Τον βλέπεις, βρε, τον Χρόνη, τον γυιο του γέρω-Χρόνη, του +Σπράχτορα; Μου έλεγεν ο πατέρας μου ο μακαρίτης — Θεός σχωρέσ' τονε. — Όλον +τον χρόνον καλαναρχάει 'ς την εκκλησιά, ξεσκούφωτος, και σαν έλθουν τα +Χριστούγεννα λέει το «η προαίρεσις δίδου» και συνάζει ασημένια, και παίρνει +καινούργιο φέσι. Εσύ έχεις πλειο καλή φωνή απ' αυτόν. Εσύ καλαναρχάς πλειο +καλά απ' αυτόν. Εσύ λες τον Απόστολον πλειο καλά απ' αυτόν, γιατί εσύ έβγαλες το +Σχολαρχείον· το λοιπόν, παιδί μου, εσύ εφέτος να πης «η προαίρεσις δίδου». +Εμεγάλωσες τώρα. Εσύ να το πης. Αλλέως θα σε αφήσω ξεσκούφωτον και +ξυπόλυτον τα Χριστούγεννα.</p> + +<p>Πραγματικώς εγώ καλαναρχούσα καλλίτερα από τον Χρόνην, έλεγα τον +Απόστολον καλλίτερα, και εδιάβαζα το Ψαλτήρι καλλίτερα από όλα τα παιδιά, και +από τον παπα-Γιάννη ακόμα. Αλλά στο «η προαίρεσις δίδου», μου εφαίνετο πώς +δεν θα τα κατάφερνα καλά. Είχα μια φυσική ντροπή από μικρός. Κ' εύρισκα +προφάσεις 'ς τον πατέρα μου για να το αποφύγω. Αλλά δεν ημπόρεσα.</p> + +<p>Δεν είχεν ακόμα αρχίσει η Ακολουθία. Εσυναζόντανε ο κόσμος. Όλοι +στολισμένοι. Σε κομμάτι εγέμισεν η Εκκλησία. Εγέμισαν τα στασίδια, γραμμή δεξιά, +γραμμή αριστερά. Ανάψανε τους πολυελαίους. Οι παπάδες ενδυθήκανε τα +ολόχρυσα ιερά τους. Ολόχρυσοι από πάνω ως κάτω.</p> + +<p>Ενταύθα διεκόπη ο καπετάν Φαφάνας από ένα βαθύν στεναγμόν.</p> + +<p>Ο Γιάννης ο Μπύρρος ο ναύκληρος, εννοήσας, του έδωκεν αμέσως ποτήριον +κονιάκ.</p> + +<p> — Τράβα μια, Φαφάνα, να πάνε τα φαρμάκια κάτω.</p> + +<p>Ο καπετάν-Φαφάνας, πιών το κονιάκ, εξηκολούθησεν:</p> + +<p> — Ήλθεν ο δήμαρχος και όλη η δωδεκάδα. Όλοι στολισμένοι με +κατακαίνουργα σταυρωτά περιστήθια, με καινούργιαις γούναις όλοι, με τα φέσια +των τα υψηλά, 'ς την αράδα, κατακόκκινα, σαν παπαρούναις. Εκεί ήτον και ο +αριστερός ψάλτης, με το βρασμένο το αυγό 'ς την τσέπη, να πουν το <i>Χριστός +γεννάται</i> και να το φάγη αμέσως, ν' ανοίξη τάχα η φωνή του, κλεισμένη απ' τα +λάδια.</p> + +<p>Ήλθε και ο καϊριστής ο Μανωλάκης από τους πρώτους μαθητας του Καΐρη, δύο +φοράς τον χρόνον εμβαίνων εις εκκλησίαν, Χριστούγεννα και Πάσχα· κ' έστεκε κ' +εκύτταζε γύρω-γύρω σαν χαζός. Ήλθε και ο βαυαρός ο ιατρός, με τα μαύρα +ευρωπαϊκά ρούχα του, εκεί εις τον χορόν, στιλπνός, καθαρός, με το παράσημον εις +το στήθος του, φράγκος αυτός, αλλ' από την καλωσύνην του εορτάζων μαζύ +μας.</p> + +<p>Ήλθαν και οι δύο εξόριστοι διά τα ναυπλιακά αξιωματικοί με χρυσά κουμπιά +και με σειρίτια, με τα σπαθιά τους, με της σπαλέταις τους της βαυαρικαίς, και +εστάθηκαν δίπλα, κοντά 'ς το δεσποτικόν. Παρακάτω, 'ς το Παγκάρι, μαζί με τους +επιτρόπους, ήτον ο ειρηνοδίκης, και ο τελώνης, στολισμένοι, αλλ' ασυνήθιστοι +αυτοί να σηκόνωνται νύκτα και όλο κ' εχασμώντο, διακόπτοντες συχνά την +ψαλμωδίαν. Τέλος άρχισεν η Ακολουθία. Κατά καλήν μου τύχην, ο Χρόνης +ασθένησεν έξαφνα και δεν ήλθεν εις την Εκκλησίαν. Χαρά εγώ . . . . Μου έφυγεν ο +μισός φόβος. Εκαλαναρχούσα λοιπόν εις τα δεξιά, σαν αηδόνι 'ς όλον τον +<i>Κανόνα</i>. Ο πατέρας μου ευχαριστημένος γιατί μ' εκαμάρωναν όλοι, ντόπιοι +και ξένοι, για την γλυκειάν φωνήν μου, εκαμάρονε και αυτός, ξηροβήχων, και +συγχρόνως ελογάριαζε, με τον νουν του, τα ασημένια οπού θα εσύναζα κατόπιν. +Αλλ' όσον επλησίαζεν η εννάτη ωδή του <i>Κανόνος</i>, τόσον εκόμπιαζα από τον +φόβον μου. Γιατί 'ς την εννάτην ωδήν είνε το «η προαίρεσις δίδου».</p> + +<p>Έπρεπεν αφού καλαναρχήσω τον τελευταίον ειρμόν «Στέργειν μεν ημάς» με τον +τελευταίον αυτού στίχον «η προαίρεσις δίδου» να φύγω από τον ψάλτην και να +περιέλθω, με ανοικτόν το βιβλίον, ως δίσκον, όλα τα στασίδια, όλους τους +ανθρώπους, και στεκόμενος εμπροστά των. εις την αράδα, να χαιρετίζω έναν-έναν, +επαναλαμβάνων: «η προαίρεσις δίδου», τον τελευταίον του ειρμού στίχον, όπερ +ισοδυναμεί «διά τον κόπον μας οπού καλαναρχούμεν όλον τον χρόνον . . . .» Και +τότε κάθε ένας να μου ρίπτη εις το βιβλίον ό,τι προαιρείται, ό,τι ευχαριστείται. Πώς +να κάμω λοιπόν; Κρύος ιδρώς μου ήλθε την τελευταίαν στιγμήν. Η φωνή μου +άρχισε να τρέμη, τα χέρια μου έτρεμαν, τα πόδια μου τρεμούλιασαν.</p> + +<p>Αλλά μόλις εκαλανάρχησα εις τον ψάλτην το τέλος «η προαίρεσις δίδου», και +μου δίδει μια ο πατέρας και ευρίσκομαι αμέσως μπροστά 'στο στασίδι του +δημάρχου πρώτα-πρώτα. Η προαίρεσις δίδου!</p> + +<p>Φωνάζει αντί για μένα ο πατέρας μου, σαν να με δίδασκε.</p> + +<p>Κ' εψέλλισα κ' εγώ τρεμουλιαστά, με σιγανή φωνή:</p> + +<p> — Η προαίρεσις δίδου!</p> + +<p>Ο δήμαρχος αμέσως απλώσας εις τον κόλπον του και λαβών ένα τάλληρον, +κολλωνάτο, το έρριψεν εις τα ανοικτόν βιβλίον μου χαιρετίσας με:</p> + +<p> — Και του χρόνου, παιδί μου! Και παπάς!</p> + +<p>Ενταύθα διεκόπη πάλιν ο καπετάν-Φαφάνας, από λυγμόν πικράς +αναμνήσεως.</p> + +<p>Ο δε ναύκληρος έτοιμος πάντοτε, πληρώσας άλλα ποτήρια κονιάκ προσέφερεν +εις όλους λέγων πάλιν:</p> + +<p> — Τράβα μια, καϋμένε Φαφάνα, να πάνε τα φαρμάκια κάτω.</p> + +<p>Κατόπιν ο καπετάν-Φαφάνας εξηκολούθησεν:</p> + +<p> — Άιντε τώρα σε όλους, με παρώτρυνεν ο πατέρας μου. Μη +φοβάσαι!</p> + +<p>Τότε λαβών ολίγον θάρρος, άρχισα την περιοδείαν μου από τους χορούς, +χαιρετίζων έκαστον, 'ς το στασίδι του, με το βιβλίον ανοικτόν, μ' εν κηρίον +αναμμένον.</p> + +<p> — Η προαίρεσις δίδου!</p> + +<p>Τα παιδιά με εκύτταζον με θαυμασμόν. Μερικά δε με ηκολούθουν, ως +σωματοφύλακες.</p> + +<p>Όλοι μου έρριπταν ασημένια. Οι δύο εξόριστοι αξιωματικοί ο καθένας μου +έρριψεν από μίαν ρεγγίναν, γελαστοί και χαρούμενοι. Από την δωδεκάδα μόνον ο +μπάρμπα Χρήστος με το ψηλό φέσι, το όρθιον, έψαχνε τόση ώρα να εύρη την +σακκούλα του μέσα 'ς τον κόρφο του, κι' εγώ για να μη περιμένω τον άφησα. Ο +καϊριστής πάλιν εκείνος μου πήρε ένα σφάντσικο, αντί να μου ρίξη. Γιατί αυτός δύο +φοραίς τον χρόνον έμβαινε 'ς την εκκλησίαν, και δεν εγνώριζε τι κάμνουν και πώς +φέρονται οι χριστιανοί.</p> + +<p>Σε λίγο εγέμισε το βιβλίον μου ασημένια, πενηνταράκια και +εικοσιπενταράκια.</p> + +<p>Αφού δε περιήλθα τους χορούς τότε εγύρισα και εμβήκα και εις την δεξιάν +πλευράν της εκκλησίας, οπού ήσαν οι πλοίαρχοι και οι ναυτικοί.</p> + +<p>Ενταύθα εσιώπησεν ο καπετάν-Φαφάνας, ηρνείτο δε να εξακολουθήση +υποκρινόμενος ότι τον εζάλισαν οι καπνοί των σιγάρων.</p> + +<p> — Να τα πω εγώ τάλλα, λέγει τότε ο Μέλτος ο Μισακός, για να σε +ξεκουράσω.</p> + +<p>Ο Μέλτος ο Μισακάς τότε εξηκολούθησε την συνέχειαν με σοβαρότητα +κωμικήν του ευλογιοκομμένου και σπανού προσώπου του:</p> + +<p> — Εγώ στεκόμουνα εκεί 'ς ταριστερά, κοντά στον ψάλτην. Άμα είδα το +τάλλαρο του δημάρχου, και της ρεγγίναις των αξιωματικών, και τάλλα ασημένια, +βρε, λέγω, εδώ είνε δουλειά. Και αμέσως παίρνω και άλλα δυο παιδιά μαζύ μου, +και πηγαίνω κάτω 'ς την πόρτα του Νάρθηκα και στέκουμαι εκεί.</p> + +<p>Ύστερ' από λίγο, να κ' έρχεται ο Φαφάνας με το <i>Μηναίον</i> ανοικτόν, +γεμάτο ασημένια νομίσματα, με το κηρίον αναμμένον.</p> + +<p> — Η <i>προαίρεσις δίδου</i>! εφώναζε πλέον με θάρρος ο Φαφάνας, ο +οποίος αφού ετελείωσε την δεξιάν πλευράν του ναού, ήθελε να στραφή προς το +παγκάριον, οπού κοντά 'ς τους επιτρόπους εστέκοντο οι υπάλληλοι, και να εισέλθη +κατόπιν εις την αριστεράν πλευράν, οπού ήσαν οι ποιμένες και όλη η τάξις των +εργατικών και ξευγηλατών.</p> + +<p>Αλλ' εγώ, οπού είχα φιλίαν με τον Φαφάναν από μικρός, από το σχολείον +ακόμη, πλησιάζω και του λέγω θαρρετά:</p> + +<p> — 'Σ της γυναίκες πρώτα, Φαφάνα, απάνω 'ς τον γυναικίτη.</p> + +<p>Είχα εγώ το σχέδιόν μου.</p> + +<p>Τα παιδιά οπού ακολουθούσαν φωνάζουν και αυτά, χωρίς όμως να ξέρουν.</p> + +<p> — Ναι, 'ςτης γυναίκες πρώτα! 'ςτης γυναίκες!</p> + +<p>Και ωθών εγώ τον Φαφάναν μαζύ με τάλλα παιδιά, τον έπρωξα έξω εις τον +νάρθηκα, οπού ευρέθη χωρίς σχεδόν να θέλη, σαστίσας από την απειρίαν του και +την φυσικήν του δειλίαν. Ο νάρθηξ ήτο σκοτεινός. Ένεκα του ψύχους κανείς δεν +εστέκετο εκεί. Ο δε κυρ-Γυαλάκιας ο επίτροπος, από την φιλαργυρίαν του είχε +σβύσει το φανάρι οπού εκρέμετο εις το μέσον. Επροχωρούσαμεν, όλα τα παιδιά +προς την σκοτεινήν σκάλα του Νάρθηκα, για ν' αναβώμεν επάνω εις τον γυναικίτην· +μπροστά ο Φαφάνας με το βιβλίον, τα ασημένια νομίσματα, και το κερί το +αναμμένο, και δίπλα του εγώ σαν προστάτης· και του εψιθύριζα 'ς το αυτί, από +αγάπην τάχα:</p> + +<p> — Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι!</p> + +<p>Κοντά μας ήτανε τ' άλλα παιδιά με ζήλειαν κυττάζοντα. Τότε φωνάζω εγώ:</p> + +<p> — Το κρεββάτι, παιδιά! το κρεββάτι!</p> + +<p>Και αμέσως σβύνω το κερί του Φαφάνα. Και με της δύο χούφταις μου +χουφτόνω όλα σχεδόν τα ασημένια και το τάλλαρο, και τα χόνω 'ς τον κόρφον μου· +με το χέρι μου τινάζω μια 'ς το βιβλίον από κάτω, και χύνονται τα άλλα και η +δεκάραις χάμω 'στης πλάκαις, και κτυπά το βιβλίον 'ςτο πρόσωπον του Φαφάνα με +κρότον.</p> + +<p> — Το κρεββάτι, παιδιά, ξαναφωνάζω πάλι. Κ' έτρεξα να έμβω εις την +εκκλησίαν.</p> + +<p>Τα άλλα τα παιδιά από τον φόβον τους έγειναν άφαντα εις την πρώτην φωνήν +μου. Ο Φαφάνας, τρέμων από τον φόβον του, μ' έπιασεν από το καπότο, και μ' +ετραβούσε κ' έλεγε με λαχτάραν.</p> + +<p> — Πού είνε; Πού είνε, Μισακέ, το κρεββάτι;</p> + +<p>Εις τον νάρθηκα εκεί επί τοίχου εστηρίζετο κρεμασμένον το ξυλοκρέββατον διά +τας κηδείας των πεθαμένων. Και πολλαίς φοραίς την αυγήν, ο Χαντζής ο Μπολμάς, +ο μέθυσος αχθοφόρος, πηγαίνων εις την καλύβην του, περνώντας μπροστά από την +εκκλησίαν, το είδε το κρεββάτι, με πεθαμένον μέσα, με κεριά αναμμένα γύρω- +γύρω, οπού μόνον του, χωρίς να το κρατή κανένας, έφευγεν από τον νάρθηκα, κ' +επήγαινε προς το νεκροταφείον, με τον πεθαμένον μέσα, με τα κεριά αναμμένα +γύρω-γύρω. Το φάντασμα τούτο ήτο ο μεγαλείτερος τρόμος όλων των +παιδιών.</p> + +<p> — Μη φοβάσαι! μη φοβάσαι! Έλεγα προς τον τρομασμένον Φαφάναν +και τον ερωτούσα:</p> + +<p> — Όλα, μωρέ, σου τα πήρε το σκυλοκρέββατο;</p> + +<p> — Και το τάλλαρο! απήντησεν ο Φαφάνας, πνιγμένος μέσα εις τα +δάκρυα.</p> + +<p> — Και εγώ σου έβανα τότε, 'ς το χέρι σου, ένα κοσιπενταράκι· Δεν είνε +αλήθεια, καπετάν-Φαφάνα; εξηκολούθησεν ο Μέλτος ο Μισακός· Και σου είπα: — +Και του χρόνου! Δεν είνε αλήθεια;</p> + +<p>Όλοι εγέλασαν διά το πάθημα του καπετάν-Φαφάνα με ανακραυγάς. Ο δε +γέρω-Μπούμπας, διακόψας την σιωπήν του, είπε με οργήν: — Και ήθελες να μου +γένης και παπάς! Και πώς θα έχονες τους πεθαμένους, αφού τους φοβάσαι;</p> + +<p> — Δεν λες, θα του παίρνανε τα παιδιά από τα χέρια του το +<i>παγκράτσι</i> τα Φώτα, οπού θα φώτιζε! Προσέθηκεν ο μπάρμπα- Γιαννιός, +ετοιμάζων το τσιμπουκάκι του.</p> + +<p> — Να μη του παίρνανε και την παπαδιά του!. Είπε και ο άσωτος εκείνος +ναύτης ο Παυλάκης, με το ξεπλυμένον πρόσωπον, ο Συριανός.</p> + +<p>Τα διάφορα ποτά είχον εξερεθίσει κ' εξάψει τους ναύτας, επίτείναντα την +ευθυμίαν των. Αλλ' όταν ήλθεν ο καμαρώτος και ανήγγειλεν εις τον μάγειρον ότι η +όρνιθα η σικελική έβρασε, και να έλθη να ετοιμάση την σούπαν, η ορεξίς των έτι +μάλλον ηύξησε· κ' ενώ ο καμαρώτος διαταχθείς έστρωνε την εωθινήν τράπεζαν, +παραθέσας και πολυποίκιλα ορεκτικά, σαλάμια και τυρούς, εκ των οποίων είχον +καλήν προμήθειαν από την Μασσαλίαν, ο ναύκληρος ενθουσιών από την +γενομένην περιγραφήν του εορτάζοντος ναού της ενορίας του, απήτησεν από τον +καπετάν-Φαφάναν να τους ψάλη το ωραίον εκείνο τροπάριον, το αίτιον του +παθήματός του του αφελούς, να το ακούση και αυτός, γιατί δεν ενθυμείτο να το +άκουσέ ποτε. Είχε μειλίχιον τον τρόπον ο ναύκληρος ο Γιάννης ο Μπύρρος. Διά την +καλήν παρέαν εθυσίαζεν ό,τι και αν είχε φυλαγμένον. Διατί λοιπόν ν' αρνηθή και ο +καπετάν-Φαφάνας, να κρύψη το χάρισμά του και να λυπήση τον αγαθόν +ναύκληρον; Έψαλε λοιπόν με γλυκύτητα έκτακτον, το περιπαθές του Δαμασκηνού +άσμα, κελάειδημα μάλλον προς την Θεοτόκον, οπού εκελάειδησεν η γλυκύφθογγος +εκείνη αηδών, όχι με το στόμα αλλά με την καρδίαν.</p> + +<p>Αλλά πριν αρχίση, τους είπε να σηκωθούν όλοι επάνω με ευλάβειαν και να +αποκαλυφθούν. Να βάλουν δε θυμίαμα εις το θυμιατόν και να θυμιάσουν.</p> + +<p>Και αφού έγειναν όλα αυτά, τότε ήρχισε το ιερόν άσμα ο πολυπαθής +Φαφάνας:</p> + +<p class="poem"><i>«Στέργειν μεν ημάς, ως ακίνδυνον φόβω,<br /> +Ράον σιωπή. Τω πόθω δε, Παρθένε,<br /> +Ύμνους υφαίνειν συντόνως τεθηγμένους,<br /> +Εργώδες εστιν· αλλά και, Μήτηρ, σθένος,<br /> +Όση πέφυκεν η προαίρεσις, δίδου.» +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn4' id='ref4'>4</a></span>)</i></p> + +<p>Η φωνή του ψάλτου μελιχρώς ηκούετο μέσα εις εκείνην την φοβεράν αρμονίαν +της χειμερινής λαίλαπος, ήτις συρίζουσα, κλαγγάζουσα, χρεμετίζουσα επάνω, διά +μέσου των πολυπλόκων εξαρτισμών του μπάρκου, εισέδυε κάτω εις το πρωραίον, +διά του ανοικτού φεγγίτου, λειαινομένη, μαλακή, εκπνέουσα εις τους +γλυκυμόλπους εκείνους του ψάλτου φθόγγους, ως να εσέβοντο και τα στοιχεία τα +άγρια τον σεπτόν της Θεομήτορος ύμνον, και έκυπτον ήμερα, γονατίζοντα, ενώπιόν +του.</p> + +<p> — Καλή πατρίδα, παιδιά, τα Φώτα!</p> + +<p>Εκραύγασε τότε έξαλλος από τον ενθουσιασμόν του ο Γιάννης ο Μπύρρος +κάμνων τον σταυρόν του, ον εμιμήθησαν και οι λοιποί· κ' εκάλεσεν όλους να +παρακαθήσωσιν εις το εωθινόν των Χριστουγέννων πρόγευμα, λαβών αυτός την +πρωτοκαθεδρίαν μ' έκτακτον λάμψιν χαράς εις το πολιόν του πρόσωπον, αφού +προηγουμένως απέστειλε δύο μερίδας εις τους δύο αυταδέλφους ιδιοκτήτας του +σκάφους.</p> + +<p>Η λαίλαψ η χιονίζουσα, τόσον είχε σφοδρυνθή, ώστε ουδείς φόβος υπήρχε να +ταράξη πλέον την φαιδράν των ναυτών τράπεζαν νέα πάλιν έξαψις του πλοιάρχου +των, όστις το είχε πάρει απόφασιν πλέον, ότι 'ς της Τρεις Μπούκαις θα εώρταζε τα +Χριστούγεννα συντροφιά με την θάλασσαν . . . .</p> + +<p> +<br /><b> +ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΙΩΑΝ. Ν. ΣΙΔΕΡΗ — ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ</b></p> + +<p> +<br /><b> +Εξεδόθησαν:</b></p> + + +<table> +<tr><td></td><td></td><td align='right'>Δρ.</td></tr> +<tr><td>Αννίνου Χ.</td><td>Αττικαί Ημέραι</td><td align='right'> 5. —</td></tr> +<tr><td>Βογασλή Δ.</td><td>Εκλεκτά Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα +διηγήματα</td><td align='right'> 5.50</td></tr> +<tr><td>Γρυπάρη Ν.</td><td>Σκαραβαίοι και Τερρακόττες </td><td align='right'> 5. +—</td></tr> +<tr><td>Δάφνη Στ.</td><td>Το Ανοιχτό Παράθυρο (ποιήματα) </td><td +align='right'> 5. —</td></tr> +<tr><td>Δροσίνη Γ.</td><td>Φωτερά Σκοτάδια (ποιήματα)</td><td align='right'> 5. +—</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Κλειστά Βλέφαρα (ποιήματα)</td><td align='right'> 5. — +</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Αμαρυλλίς (διήγημα)</td><td align='right'> 5. —</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Αγροτικαί Επιστολαί </td><td align='right'> 5. —</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Ο Μπαρμπαδήμος (Διηγήσεις αγωνιστού) </td><td +align='right'> 5. —</td></tr> +<tr><td>Δημητρακοπούλου Π. </td><td>Η Σιδηρά Διαθήκη (κοινωνική +Φυσιολογία) </td><td align='right'> 6. —</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Ο Βασιλεύς Όθων (ιστορικόν εράνισμα) </td><td +align='right'> 4. —</td></tr> +<tr><td>Δουμά υιού</td><td> Η Κυρία με τας Καμελίας (μυθιστόρημα)</td><td +align='right'> 5. —</td></tr> +<tr><td>Λυκούδη Εμ.</td><td> Διηγήματα (1920)</td><td align='right'> 5. — +</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Το Σπιτάκι του Γιαλού </td><td align='right'> 5. —</td></tr> +<tr><td>Μαλακάση Μ.</td><td>Ασφόδελοι (ποιήματα) </td><td align='right'>5. — +</td></tr> +<tr><td>Μωραϊτίδου Α.</td><td>Διηγήματα· τόμοι 4 έκαστος</td><td +align='right'> 6. —</td></tr> +<tr><td>Παλαμά Κ.</td><td>Τα Παράκαιρα (ποιήματα) </td><td align='right'> 5. — +</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Διηγήματα (πεζά) </td><td align='right'> 5. —</td></tr> +<tr><td>Παπαντωνίου Ζ.</td><td>Τα Χελιδόνια (ποιήμ. για παιδιά τονισμένα) +</td><td align='right'> 10. —</td></tr> +<tr><td>Πολέμη I.</td><td>Σπασμένα Μάρμαρα (ποιήματα)</td><td align='right'> +6. —</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Ειρηνικά (ποιήματα)</td><td align='right'> 3. —</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Η Γυναίκα (έμμετρος κωμωδία)</td><td align='right'> 1. — +</td></tr> +<tr><td>Προβελεγγίου Α.</td><td>Φαίδρα</td><td align='right'> 4. —</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Ο Φάουστ του Γκαίτε (εικονογραφημένον).</td><td +align='right'></td></tr> +<tr><td>Σιέγκεβιτς</td><td> Quo Vadis (μυθιστόρημα) </td><td align='right'> 5. — +</td></tr> +<tr><td>Τανάγρα Αγγέλ.</td><td>Οι Σπογγαλιείς του Αιγαίου (διήγημα)</td><td +align='right'> 5. —</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Μακεδονικαί Ραψωδίαι </td><td align='right'> 4. — +</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Άγγελος εξολοθρευτής (πολεμικά διηγήματα) </td><td +align='right'> 5. —</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Μεγαλόχαρη (διήγημα) </td><td align='right'> 5. — +</td></tr> +<tr><td> </td><td>— Μαύρες Πεταλούδες (διηγήματα) </td><td align='right'> 4. — +</td></tr> +<tr><td>Τσοκοπούλου Γ.</td><td>Γυναίκες του Βυζαντίου</td><td align='right'> 5. +—</td></tr> +<tr><td>Φεγιέ Οκτ.</td><td>Ιστορία ενός πτωχού νέου</td><td align='right'> 5. — +</td></tr> +</table> + +<p><img src ="images/line.jpg" width="160" +height="4" alt="γραμμή" /><br /> + +<span style='font-size: small;'> +Τύποις Ταρουσοπούλου</span><br /><br /><br /></p> + +<hr></hr> + +<p id='fn1'><br /><br />1) Δίμινους βομπίσκουμ = ο Θεός μεθ' ημών.<a href='#ref1' +title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id='fn2'>2) Το διήγημα τούτο ανεδημοσιεύθη εν τινι μικρά συλλογή <i>Εκλεκτά +διηγήματα</i> του ημετέρου συγγραφέως εκδοθείση εν Πειραιεί υπό του +καθηγητού κ. Δ. Κουϊμητσοπούλου.<a href='#ref2' title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id='fn3'>3) Εννοεί ο συγγραφεύς τον Α. Παπαδιαμάντην, ον ούτως εκάλουν οι +οικειότεροι αυτού.<a href='#ref3' title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id='fn4'>4) Βεβαίως ευκολώτερον είνε να ευχαριστούμεθα με την σιωπήν, από +φόβον μήπως και δεν ημπορέσωμεν κατ' αξίαν να σε εγκωμιάσωμεν, — Θεοτόκε. +Ναι, αυτό είνε ακίνδυνον. Αλλ' όμως ο πόθος μας αναγκάζει να επιχειρήσωμεν, ω +Παρθένε, να σε εγκωμιάσωμεν με ύμνους αξίους προς την δόξαν σου την μεγάλην. +Αυτό όμως γνωρίζομεν ότι είνε πολύ κοπιαστικόν και δύσκολον. Αλλά συ, ω +Δέσποινα, δόσε μας δύναμιν να το κατορθώσωμεν, τόσην όση φυσικά είνε η +προαίρεσίς μας.<a href='#ref4' title='πίσω'>↩</a></p> + +<p> +<br /> + </p> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of Project Gutenberg's Novels Volume D, by Alexandros Moraitidis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME D *** + +***** This file should be named 37629-h.htm or 37629-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/7/6/2/37629/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License available with this file or online at + www.gutenberg.org/license. + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation information page at www.gutenberg.org + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at 809 +North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email +contact links and up to date contact information can be found at the +Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit www.gutenberg.org/donate + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For forty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + + + |
