summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/37200-h
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '37200-h')
-rw-r--r--37200-h/37200-h.htm7075
-rw-r--r--37200-h/images/1stpage.jpgbin0 -> 34370 bytes
-rw-r--r--37200-h/images/line.jpgbin0 -> 1574 bytes
-rw-r--r--37200-h/images/moraitidis.jpgbin0 -> 123723 bytes
4 files changed, 7075 insertions, 0 deletions
diff --git a/37200-h/37200-h.htm b/37200-h/37200-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..5ba05ac
--- /dev/null
+++ b/37200-h/37200-h.htm
@@ -0,0 +1,7075 @@
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN"
+ "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Μωραϊτίδης Διηγήματα Τόμος A" />
+
+<title>Διηγήματα A</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 5%;
+margin-right: 5%;
+}
+
+h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; }
+
+p{
+ text-align: justify;
+ margin-top: 1em;
+ margin-bottom: 1em;
+}
+
+hr{
+ width: 65%;
+}
+
+.poem {
+ FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%;
+}
+
+.sp{
+ letter-spacing:3px
+}
+
+</style>
+
+</head>
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Novels Volume A
+
+Author: Alexandros Moraitidis
+
+Posting Date: May 9, 2012 [EBook #37200]
+First posted: August 24, 2011
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+
+<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic
+to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes
+have been transferred at the end of the book. A table of typing errors has been
+taken into account, with the exception of a correction in page 73. The page has
+been marked within the text, so that the reader might judge for himself, which text
+to correct.//
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η
+ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των
+σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Ο πίνακας παραρομάτων έχει
+ληφθεί υπ’ όψη, εκτός μιας διόρθωσης στην σελίδα 73. Η σελίδα έχει σημειωθεί
+μέσα στο κείμενο, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει ο αναγνώστης ποιο κείμενο να
+αλλάξει.</p>
+<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/1stpage.jpg" width="407"
+height="600"
+alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p>
+
+<h3 style="margin-top: 5em">ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ</h3>
+
+<h1 style="margin-top: 5em">ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</h1>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">
+ΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΚΑ. — ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ. — ΝΕΡΑΪΔΕΣ. — ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ.<br />
+Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ</h5>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ</h4>
+
+<h4 style="margin-top: 4em">
+ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ<br />ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ</h4>
+
+<h4 style="margin-top: 9em">
+ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921</h4>
+<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/moraitidis.jpg" width="335"
+height="500"
+alt="Μωραϊτίδης" border="2" /><br /></p>
+<h4 style="margin-top: 6em">
+ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ</h4>
+
+<p>
+<br />
+Πρέπει να αναγνωρισθή οιονεί επισήμως σήμερον, εν ευλογία της μεγάλης ημέρας,
+εν ευλογία των οφθαλμών όσοι εδάκρυσαν εκ των τόσων αυτού διηγημάτων και
+των καρδιών όσαι απαλύνθησαν εκ των τόσων αυτού εικόνων, και των ηθών όσα
+ελευκάνθησαν εκ των τόσων υπό την μαγικήν του γραφίδα ανατειλασών μετ'
+αρρήτου ευωδίας αρετών, να αναγνωρισθή ο αθόρυβος, ο μετριόφρων, ο
+σιωπηλός, ο ανεύρετος, ο αόρατος, ο ακοινώνητος, ο ιδιότροπος, ο ιδιόβιος
+συγγραφεύς, ως μία δύναμις έξοχος του κόσμου των γραμμάτων, ως είς
+πρωταγωνιστής απροσπελάστου ύψους της φιλολογικής σκηνής μας, ως έν πνεύμα
+καταπληκτικής γονιμότητος και πραξιτελείου κάλλους του γραμματικού ημών
+κόσμου, ως ποιητής, όστις θα ετίμα και θα εδόξαζε και θα εκάλλυνε πάσαν ξένην,
+νέαν ή παλαιάν φιλολογίαν.</p>
+
+<p>Τίποτε εκ μιμήσεως παρά τω κ. Α. Μωραϊτίδη, ιδίως τω νεωτέρω, ως ήρχισε να
+απλόνηται και να χρωματοβολή ως μάγον, ιωδοροδόχρουν λυκόφως δια των
+στηλών της «Ακροπόλεως» και της «Νέας Εφημερίδος». Διότι υπάρχει και
+αρχαιότερος Μωραϊτίδης. Ο προ εικοσαετίας. Ο χαρίεις κομψευόμενος με τους
+λάμποντας οφθαλμούς του και τα βαθέα ωραία χαρακτηριστικά του, εις α οι φίλοι
+του έβλεπον μεγάλην ομοιότητα μορφής μεταξύ αυτού και του Σαίξπηρ, με την
+ακατάσχετον αυτού φαιδρότητα και την αγάπην, ην προς αυτόν συνεκέντρου εκ
+μέρους όλων όσοι τον εγνώριζον, ανδρών ή γυναικών, δεσποινίδων ή νέων. Ο
+Μωραϊτίδης, ο δημιουργήσας τα αλησμόνητα Πρακτικά της Βουλής· ο Μωραϊτίδης
+ου τα ευφυογραφήματα εις σατυρικά φύλλα εγέμιζον γέλωτος τας οικίας και τας
+πλατείας· ο Μωραϊτίδης, ου τα δράματα εβραβεύοντο· ο Μωραϊτίδης, ου το
+βιβλίον περί Δημητρίου του Πολιορκητού ήξιζε να μεταφρασθή εις όλας τας ξένας
+γλώσσας. Αυτή ήτο η θορυβώδης, η κοσμική, η νεανική, η γελώσα του Μωραϊτίδου
+περίοδος.</p>
+
+<p>Εάν έζη εν Ευρώπη, τοιούτο νεαρόν ως σαρξ γιασουμιού μόλις ανθήσαντος
+πνεύμα, θα εύρισκε την ατμόσφαιράν του, και θωπευόμενον, θερμαινόμενον,
+καλλιεργούμενον, θ' ανήρχετο τας αναβαθμίδας της προόδου του, καταλαμβάνον
+υψίστην θέσιν εν τη φιλολογία του έθνους του. Αλλ' ο Μωραϊτίδης εν Αθήναις,
+μάλιστα κατά την προ εικοσαετίας εποχήν, ήτο σολοικισμός, ανορθογραφία,
+προσβολή εις τα χρηστά μας ήθη, παθολογικότης, παραδοξότης . . . Και ο
+Μωραϊτίδης εννοήσας ως άριστος ψυχολόγος την περί αυτόν κατάστασιν,
+απεσύρθη εις την καταπράσινην την ευωδιάζουσαν, την γαληνιώσαν ως ευσεβή
+ψυχήν, την πολύκολπον, την ευλίμενον, την δασοστεφή, την βοσπορίζουσαν, την
+περικαλλή Σκίαθον. Κ' έγινε . . . . δάσκαλος! Και είνε — όχι πλέον εν Σκιάθω, αλλ' εν
+Αθήναις, μέχρι σήμερον δάσκαλος, τουτέστι καθηγητής.</p>
+
+<p>Παρεβίασε την φύσιν, την δημιουργίαν του, τον εαυτόν του, την ζωήν του, το
+πνεύμα του, διά να μην έχη καμμίαν από την κοινωνίαν απαίτησιν, να την αφήση
+ήσυχον, ως το νερό που μένει και βρωμά, ως την νύκτα που αποσύρεται εις τα
+κρεββάτια του ο βίος και η κίνησις. Αλλά η φύσις δεν βιάζεται ατιμωρητί. Βάλε
+Πήλια χιόνος και Όσας πάγων επί ηφαιστείου, το ηφαίστειον, όταν έλθη η ώρα, θα
+κροτήση, θα βοήξη και θ' αναδώση την λαμπεράν, την βυσσινόχρουν του
+λάμψιν.</p>
+
+<p>Τοιαύται αναλαμπαί υπήρξαν η σειρά των ελληνικών, των πρωτοτύπων, των
+αυτοδημιουργημένων, των αυτοθαλλόντων διηγημάτων, τα οποία ήρχισε
+δημοσιεύων διά των εφημερίδων, και η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως η
+επαινεθείσα εις τον Λασσάνειον και ήτις, όταν θα παρασταθή, βεβαίως θα
+σημειώση νέαν περίοδον εν τη ελληνική δραματογραφία. Ποία δύναμις δραματική
+κρύπτεται εις τον μαυροβαθυπώγωνα αυτόν με τους δύο μεγάλους λάμποντας
+οφθαλμούς και την αέτειον ρίνα του και το αιώνων μειδίαμα εις τα λεπτά σατυρικά
+του χείλη! Εάν το ήξευρεν η απέχουσα βασιλεία, εάν το ήξευρον οι θηρεύοντες
+συγκινήσεις, εάν τον ήξευρον οι ερασταί υψηλοτέρων χαρών, θα ελιθοβολούντο
+όλοι αυτοί μόνοι των, διότι αφίνουν άκαρπον, άγονον, ανεκμετάλλευτον, τον
+Μωραϊτίδην, τον μυστικόν αυτόν λευχείμονα ιερέα της ελληνικής σκηνής, των
+ελληνικών γραμμάτων. Καθηγητής, διδάσκων γεωγραφίαν και Ξενοφώντα, αυτός,
+όστις θα εώρταζε την ανάστασιν της εθνικής μας ιστορίας εν τη σκηνή,
+σπαρταριστήν με ίριδας τριγύρω, με αστραπάς, με φωτιές, με κεραυνούς, με
+σαρκασμούς, με παρελθόν, με μέλλον. Καθηγητής αυτός, όστις θα εχρησίμευεν ως
+δύτης του εθνικού μας βίου, ως αλιεύς μαργαριτών διά να βγάλη έξω με χρώματα,
+με άνθη, με δροσιά, με κύματα, με νέφη, με ήλιον, του εθνικού μας βίου τας
+αρετάς, τα ήθη, την γλύκα, τους τύπους, τας εικόνας, τα σπλάγχνα, τα βάθη.</p>
+
+<p>Ουδέν παρθενικώτερον, ουδέν λευκότερον της φιλολογικής δυνάμεως του κ.
+Μωραϊτίδου. Τον ωνόμασαν ως διηγηματογράφον, πολύ δικαίως, Έλληνα Δίκενς.
+Ετούτο δεν σημαίνει ότι ο κ. Μωραϊτίδης ανέγνωσε τον Δίκενς κ' εμόρφωσεν
+εαυτόν κατ' εικόνα και ομοίωσιν εκείνου. Ίσως ούτε ν' ανέγνωσέ τι εκ του μεγάλου
+άγγλου. Ετούτο σημαίνει ότι εκεί που υψώθη ο συγγραφεύς των
+Χριστουγεννιάτικων Διηγημάτων διά το αγγλικόν έθνος, εκεί ακριβώς υψώθη διά
+το ελληνικόν ο Μωραϊτίδης. Ημείς κυρίως έν ευρίσκομεν κοινόν μεταξύ του ενός
+και του άλλου. Εις αμφοτέρους εφαρμοζομένην την οξείαν παρατήρησιν του
+μεγάλου κριτικού της Γαλλίας Ταιν, όστις είπεν ότι εις τα αγγλικά μυθιστορήματα
+δύναταί τις να σπουδάση την αγγλικήν κοινωνίαν, τον αγγλικόν βίον, τα αγγλικά
+ήθη, τας αγγλικάς ιδέας. Ενώ εις τα γαλλικά δεν σπουδάζει τίποτε. Ως παρά Δίκενς,
+ούτω και παρά τω Μωραϊτίδη, αποκαλύπτεται ως γυμνόν ζωγράφου, ως φύσις υπό
+διαυγή ουρανόν, ως ιδέα ευκρινούς συγγραφέως, ο ελληνικός βίος των χωριών, ο
+ελληνικός βίος των οικιών, ο ελληνικός βίος των καλυβών. Εκεί, εκεί, αλώβητον
+τηρείται το έθνος, όλον δικόν του, αμετάβλητον διά των αιώνων και της ιστορίας.
+Εκεί, εκεί αντλεί τα θέματά του και τους τύπους του και τας εικόνας του και τας
+αποκαλύψεις του ο Α. Μωραϊτίδης.</p>
+
+<p>Αλλά η τέχνη η φιλολογική του είνε υψίστης δυνάμεως, είνε απέφθου χρυσού,
+είνε αδάμαντος πρώτης ποιότητος, είνε σαπφείρου πρώτης ηδύτητος. Πώς συνέχει
+εις αδιάπτωτον αρμονίαν και εις αδιάλυτον αρραβώνα την ακανθωδεστέραν
+πραγματικότητα προς την λειοτέραν ποίησιν και πώς εκ της ενώσεως των δύο
+πηγάζει κρυσταλλίνη ως πηγαίον νάμα η κάθαρσις, στάζουσα ευωδιάζοντας
+κόμβους αρετής εις την ψυχήν του αναγνώστου! Πώς δε μέσω της δράσεως της
+υποθέσεως, ως εύμορφος ανθογεμισμένος κισσός περί κορμόν δένδρου, ως
+εύμορφη κίτρινη και λευκή γιασουμιά περί αναδενδράδα αμπέλου, πλέκεται και
+παρεμβάλλεται περιγραφή, ήτις θα ήξιζε και μόνη να φιγουράρη δίκην
+φλαμανδικής ελαιογραφίας φυσιολογικής σχολής, ως φέρ' ειπείν η της εργασίας
+του μεταξοσκώληκος εις <i>της Νεράιδες</i> και η του χορού της καμάρας εις τα
+<i>Βαkούφικα</i> και η της κατασκευής των <i>χαϊμαλιών</i> εις τον
+<i>Σκαλικάδζαρον</i>.</p>
+
+<p>Εάν η ποίησις παρά τω προνομιούχω συγγραφεί μας είνε κόρη αθώα, λευκή ως
+το κολόβιον του Χρυσού του εις το φετεινόν πρωτοχρονιάτικο διήγημά του ο
+«Μπάρμπα-Δήμαρχος», αλλ' η τέχνη αυτού είνε γυνή αρτία, μεγαλοπρεπής,
+ανδριάς κολοσσαίος Ήρας, ως παρίσταται εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως.</p>
+
+<p>Η πηγαία δροσερότης της ποιήσεως παρ' αυτώ μετά της κλασικής αρτιότητος
+της τέχνης, διαθετόμεναι υπό σαιξπηρείου πράγματι ευθυμίας και χρυσών φλεβών
+χριστιανικής αρετής και ευσεβείας, απήρτισαν τέλειον και μοναδικόν συγγραφέα,
+αναπολούντα χρόνους κλασικούς των ευρωπαϊκών φιλολογιών.</p>
+
+<p>Εν Αθήναις 1 Ιανουαρίου 1892.</p>
+<p style='text-align: right;'>Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">
+ΤΑ ΒΑΦΟΥΦΙΚΑ
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>)
+<br />(Μάιος 1891)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Η θειά-Ζωίτσα ήτο γραία πλέον, έως εξήκοντα ετών. Πλην εκ φύσεως ήτο σκληρά
+γυνή και κράσεως υγιούς, με δυο ροδινάς παρειάς, ως παρειάς μήλου, θαύμα διά
+την ηλικίαν της. Είχε σώμα λεπτόν και ην μικρά το ανάστημα ως συμμαζευμένη
+μέσα εις το μαύρο φουστανάκι της, όπερ έδιδεν εις τας κινήσεις της ασυνήθη
+κουφότητα κ' ελευθερίαν, και σχεδόν επετούσεν εις το περπάτημά της. Δεν την
+έφθανε καμμία, ούτε εκ των νεωτέρων την ηλικίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν κοριτσάκι πλειο η θειά-Ζωίτσα! έλεγαν.</p>
+
+<p>Όταν ανήρχετο τον μέγαν και ατελείωτον ανήφορον του Αγίου Χαραλάμπους
+κατά την πανήγυριν, την εθαύμαζον όλαι. Αλλά και την εζήλευαν. Ιδίως άλλαι τινές
+«χονδροκοπής» γυναίκες, αι οποίαι μετ' αγωνίας και μόχθου, πνευστιώσαι, βήμα
+προς βήμα ανήρχοντο τους πρόποδας του ανωφερούς βουνού, εν ώ η ευσταλής
+γραία ήτο πλέον εις την κορυφήν με τους γυμνούς ποδίσκους της, φέρουσα
+εμπεπηγμένας εις την ζώνην της τας δύο εφθαρμένας εμβάδας — τα κατσάρια της
+— και κρατούσα βαρύ κοφίνιον με δύο μεγάλας προσφοράς διά τον άγιον, μίαν
+ιδικήν της και άλλην της γειτονίσσης της, Κρατερίτσας της πιασμένης. Ότε δε αι
+άλλαι εκείναι χονδροκαμωμέναι, πλέουσαι μέσα εις τον ιδρώτα και
+κοντανασαίνουσαι, έστρεφαν προς τ' άνω την κεφαλήν, και δεν έβλεπαν πλέον την
+θειά-Ζωίτσα, εισελθούσαν ήδη εις το πυκνόν δάσος του οροπεδίου, εν ώ η
+Εκκλησία του αγίου, δεν ηδύναντο να κρύψωσι τον φθόνον των κ' έλεγαν
+περιφρονητικώς:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ' η κακομοίρα η γρήτσα! δεν έχ' κρηάς! Ούλου κοκκαλάκια
+είνε!</p>
+
+<p>Ήτο χήρα από είκοσιν ετών κ' εφόρει τα μαύρα καθαρά-καθαρά. Ιδίως η μαύρη
+μανδήλα της εγυάλιζε πάντοτε ως νεοβαφής. Και τούτο εκίνει τον φθόνον των
+άλλων γραιών, αίτινες εις την γωνίαν της εκκλησίας κρίνουσαι περί πάντων ορατών
+και αοράτων, γνωστών και αγνώστων, δεν άφιναν και τούτο απαρατήρητον κ'
+έλεγαν προστατευτικώς τάχα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν κυττάζ' τες θυγατέρες της που είναι για παντρειά, μόνον μ' θέλει
+καινούργια μανδήλα!</p>
+
+<p>Και δεν ήτο καινουργής της πτωχής! Αλλ' ακούραστος και τετραπέρατος γραία,
+συχνά την έβαφε μόνη της και ανεξόδως, κατασκευάζουσα το χρώμα από της γης
+τας βοτάνας, ων εγνώριζεν ως έμπειρος ιατρός την ιδιότητα και φύσιν.</p>
+
+<p>Αλλ' ούτω συμβαίνει εις αυτόν τον παληόκοσμον. Ο ράθυμος φθονεί πάντοτε
+τον φιλόπονον, κ' ευρίσκει πάντοτε τρόπον να εμπαίξη και υποβιβάση η οκνηρία τα
+έργα της φιλοπονίας.</p>
+
+<p>Διά την θειά-Ζωίτσα όμως ο φθόνος είχε τούτο το ίδιον, ότι εξεφράζετο
+επιμονώτερον και αποτομώτερον, και δι' αυτά τα ανάξια λόγου αντικείμενα.</p>
+
+<p>Διά τούτο πολλάκις έλεγεν η κακομοίρα με βαθύ παράπονον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το αίμα μας τώχει!</p>
+
+<p>Τώρα τον μάϊον, την έβλεπον να κουβαλή εις την πτωχικήν της οικίαν τα ωραία
+εκείνα λευκά και μεγάλα σκόροδα, εις μακρούς ορμαθούς, τα οποία μόνη της
+εκαλλιέργει, την εζήλευον. Την έβλεπον να φέρη με τα κοφίνια εκείνα τα σπάνια
+πλατοκούκκια, τρυφερά και μεγάλα, ευωδιάζοντα άνοιξιν, και τες εύμορφες
+στρογγυλές και βυσσινοβαμμένες αγγινάρες, την εζήλευον. Την έβλεπον να
+φορτώνεται αβασταγιές το πρωί με την δρόσον τα τρυφερά μάραθα και τα
+δροσόπλαστα κρεμμυδάκια και το ευώδες ηδύοσμον, που ευωδίαζεν ο δρόμος
+όταν περνούσε με το πεταχτόν εκείνο βάδισμά της, την εζήλευον. Και άφινον οπίσω
+της ένα πάντοτε εμπαιγμόν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα και αυτή η περιβολάρισσα!</p>
+
+<p>Όμως εκείναι αι κακολογούσαι έτρωγον την μεσημβρίαν ξηρό ψωμί, η δε
+περιβολάρισσα θειά-Ζωίτσα είχε μαγείρευμα ευώδες να φάγη αυτή μετά των δύο
+θυγατέρων της και να μοιράση εις τους συγγενείς και γνωρίμους της.</p>
+
+<p>Μόνον όταν έτρωγεν η αγαθή γραία, δεν ηδύνατο να κρύψη το παράπονόν της
+κ' επανελάμβανε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώχ' το αίμα μας πλειο!</p>
+
+<p>Είχεν η θειά-Ζωίτσα και δύο θυγατέρας. Αυτό την εστενοχωρούσεν αρκετά. Πώς
+να τας αποκαταστήση γυνή αυτή και χήρα; Διά τούτο πολλάκις όταν εσκάλιζε τα
+κουκκιά υπό τον καυστικόν του μαρτίου ήλιον — τας θυγατέρας της δεν τας άφινε
+να εξέλθουν τον μάρτιον, μη τας μαυρίση ο ήλιος — κάτι εψιθύριζε μέσα εις τα
+δόντια της, κάτι έλεγεν, αλλά ποίος να το ακούση; Παράπονον ήτο; συγγνώμη ήτο;
+Ίσως συγγνώμη. Διότι ήτο ευλαβής γυνή. Θυγάτηρ ιερέως η γραία, ανατραφείσα δι'
+ιερών προσφορών και κολλύβων, εντός πλούτου ευχών και θυμιαμάτων, και είχεν
+ευγενή και συγχωρούσαν καρδίαν.</p>
+
+<p>Πολλάκις έχουν και αυτά την επιρροήν των.</p>
+
+<p>Και πόσον εκακοπάθησεν έως ου τας αναθρέψη! Τα παρέλαβεν ως χήρα νήπια
+σχεδόν, την μίαν οκταετή παιδίσκην και την άλλην πενταετή. Και ήδη η μεν ήγε το
+εικοστόν όγδοον της ηλικίας της η δε το εικοστόν πέμπτον. Αλλ' έως ου δυνηθώσι
+και αυταί να εργάζονται, ειργάζετο μόνη η γραία. Ήτο τεσσαράκοντα ετών τότε.
+Εξενοδούλευε και εξενόπλυνε και εξενόφαινεν η πτωχή. Αλλ' ήτο ευχαριστημένη,
+διότι οι κόποι της δεν εγίνοντο ματαίως. Και αι δύο ως προς μεν την γνώμην ήσαν
+όμοιαι προς αυτήν, αγαθαί, φιλεργοί και φιλόπονοι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς υποφέρουν μερικές με σταυρωμένα τα χέρια; έλεγαν πολλάκις
+ενώ ειργάζοντο.</p>
+
+<p>Διότι και αυταί εξενόπλεκον, εξενόρραπτον, εξενόφαινον, εξενοδούλευον. Τα
+καλτσάκια εκείνα τα κομψά, τα οποία εφόρουν τα εύμορφα παιδάκια της ωραίας
+καπετάνισσας, και τα κομψά φορεματάκια, ήσαν έργα της πρώτης, της Δεσποινιώς·
+τα ωραία πάλιν χρυσά κεντήματα τα νυμφικά, άτινα εθαυμάσθησαν κατά τους
+τελευταίους γάμους, αι χειρίδες με τα ανθοφόρα κλαδία, αι λεπτόταται χρυσαί
+στίξεις του ποδογύρου και η πολύτιμος σκούφια με την μεγάλην ανθοφόρον
+γλάστραν εν τη κορυφή ήσαν όλα κομψοτεχνήματα της Σοφούλας, της μικροτέρας.
+Και αι δύο ήταν επιτήδειαι και ευφυείς. Πλην η μεν επετύγχανε περισσότερον εις
+τα εκ βάμβακος πλεκτά, η δε εις τα εκ χρυσού. Αλλά ποία πενθερά δεν εθαύμασε
+τα υφαντά της Δεσποινιώς; Τα βαρέα κυλίμια με τα χρωματιστά τετραγωνίδια και
+τους ρόμβους και τας ζώνας ποικίλων εν αρμονία χρωμάτων; τα τραπεζομάνδηλα
+τα μεταξωτά, θαύμα της υφαντικής υπερφυέστατον και τας μεγάλας εκείνας
+προσκεφαλάδας με τας ερυθράς και λευκάς ζώνας;</p>
+
+<p>Αλλά και τούτο εκίνει τον φθόνον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχει βιβλία! έλεγον περιφρονητικώς.</p>
+
+<p>Τωόντι η θειά-Ζωίτσα, η προοδευτική και πολιτισμένη Παπαδοπούλα,
+εφρόντισε να εισαγάγη τας θυγατέρας της, πρώτας-πρώτας, κατά την σύστασιν του
+σχολείου των θηλέων εν τη νήσω, προκαλέσασα την περιφρόνησιν πολλών, διότι
+εθεωρήθη ως νεωτερισμός επικίνδυνος τάχα.</p>
+
+<p>Αλλά ιδού τώρα πόσον ωφέλιμος επεφάνη ο νεωτερισμός εκείνος. Διότι εν τω
+σχολείω ωξύνθη ο νους των κορασίδων, ανεπτύχθη το ενυπάρχον εν τη απαλή
+καρδία τάλαντον και έλαβον τα πρώτα τεχνικά μαθήματα επί των διαφόρων
+κεντημάτων και πλεκτών χειροτεχνημάτων.</p>
+
+<p>Και ετέθησαν λοιπόν και τότε αι κακαί γλώσσαι εις κίνησιν, όταν έβλεπον τας
+δύο ορφανάς παιδίσκας να διέρχωνται την αγοράν και κρατούμεναι εκ της χειρός
+να μεταβαίνωσιν εις το σχολείον με τας μαύρας μανδήλας των και τα μαύρα
+φουστανάκια των, με πρόσωπα κατακίτρινα εκ του πένθους της ορφανίας.</p>
+
+<p>Και έλεγον:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα και η θειά-Ζωίτσα, η ψωροπερίφανη! Γράμματα μ' θέλει!</p>
+
+<p>Ως προς την εξωτερικήν όμως μορφήν δεν ωμοίαζον διόλου προς την μητέρα.
+Ήσαν ωραίαι και περικαλλείς αμφότεραι εν σώματι αναλόγω μ' εύπλαστα κ'
+εύγραμμα τα μέλη, με μαύρους περιπαθείς οφθαλμούς και μαύρην κόμην
+γυαλιστερήν ως κόρακος πτερά, καταπίπτουσαν επί των νώτων υπό την μαβιάν
+μανδήλαν εις δύο παχείς οφιοειδώς πεπλεγμένους πλοκάμους.</p>
+
+<p>Διά της πολυτίμου και περιζήτητου εργασίας των δύο αδελφών επορίζετο η
+γραία από ετών ήδη τα του οίκου χρειώδη, επερίσσευον δε και ποσά τινα ευτελή,
+δι' ων αι δύο κόραι εφιλοτέχνουν την προίκα των, τα ασπρόρρουχα και τα
+επιστρώματα και τα λοιπά πολυτελή στολίδια, κεντώσαι ταύτα μετ' ιδιαζούσης
+προσοχής. Πλην φευ! Όλα αυτά τα χρυσά και σπάνια προτερήματα ήσαν άγνωστα
+εις τους γαμβρούς του χωρίου, οίτινες έν μόνον εγνώριζον ότι η θειά Ζωίτσα δεν
+έχει «μέτρημα!»</p>
+
+<p>Ο σημερινός υλιστικός βίος επέδρασε πανταχού, εισπνεύσας και εις αυτήν την
+διαυγεστέραν ατμοσφαίραν του χωρίου κ' εξηχρείωσε και εξηυτέλισε τα πάντα.
+Κάλλος, ευφυία, φιλοπονία, καλοκαγαθία, όλα εξαφανίζονται ενώπιον του αχρείου
+μετρήματος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να είχα το ελάχιστον δέκα ρίζες εληές! έλεγε πολλάκις η γραία.</p>
+
+<p>Ο μακαρίτης ο άνδρας της, ο Μπάρμπα Δήμας, κτηματίας φιλόπονος, απέθανε
+κατάχρεως, πνιγμένος έως εις τον λαιμόν μέσα εις τα χρέη.</p>
+
+<p>Περιφρονήσας τας αγίας συμβουλάς του αγαθού πνευματικού του, και τας
+προτροπάς της συζύγου του ηγόρασε μοναστηριακά ότε επωλούντο κατά τμήματα,
+διαλυθέντων των μοναστηρίων, και δεν είδε προκοπήν έκτοτε· τουλάχιστον η θειά
+Ζωίτσα εις τούτο το συμβεβηκός απέδιδε την κατά πόδας καταδιώκουσαν αυτούς
+έκτοτε σκληράν ειμαρμένην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν του τώλεγα! Δεν του τώλεγα! επανελάμβανε πολλάκις η αγαθή
+γραία ενώπιον του πνευματικού, όταν επήγαινε να εξομολογηθή εις τον «Παπά-
+Ερημίτη», ούτως αποκαλούσα κατά παραφθοράν εύκολον τον ενάρετον
+πνευματικόν της νήσου Παπά-Ιερεμίαν, ασκητεύοντα εις την δροσερωτέραν της
+νήσου εξοχήν.</p>
+
+<p>Ο μακαρίτης ο Μπάρμπα-Δήμας ήτο κύριος δύο λαμπρών ελαιώνων λίαν
+προσοδοφόρων, τόσον προσοδοφόρων, ώστε εις κάθε εσοδείαν του ελαιοκάρπου
+με την λαδωμένην βράκαν του καταγινόμενος εις το ελαιοτριβείον έλεγεν εξ
+αγαλλιάσεως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όξω φτώχια, κυρά Ζωίτσα! Και εκρότει θλίβων τον αντίχειρα και
+μεσοδάκτυλον ως κάμνουν οι σύροντες τον χορόν.</p>
+
+<p>Αλλ' έχων ακράτητον προς την καλλιέργειαν της γης επιθυμίαν, δεν ηδυνήθη να
+κρατήση εαυτού, όταν επωλούντο τα μοναστηριακά. Και ακούων την πρόσκλησιν
+του κήρυκος: «έχει άλλος», προσήλθε παρά την τράπεζαν της πωλήσεως,
+προσέθηκε εις την τελευταίαν προσφοράν ποσόν τι υπέρτερον και κατεκυρώθησαν
+επ' ονόματί του δύο μεγάλοι ελαιώνες του Αγίου Χαραλάμπους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα να ιδής λάδια, κυρά Ζωίτσα! έλεγεν.</p>
+
+<p>Η θειά Ζωίτσα εκίνει τεθλιμμένη την κεφαλήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σου πήρε δύο κομμάτια ο Μπάρμπα Δήμας! παρετήρουν άλλοι τινές
+κτηματίαι μετά θαυμασμού. Όσα κι' αν έδωσε, χαλάλι!</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά στερνά! προσέθετεν έτερος επιφυλακτικότερος. Εμένα μου τ'
+ώπεν ο Παπά Ιερεμίας. Τα μοναστηριακά είνε αφιερωμένα εις τον Θεόν. Και όποιος
+αγοράση από αυτά, είνε ωσάν να τα παίρνη πίσω από τον Θεόν και είνε
+αφορισμένος από την Εκκλησίαν και προκοπή δεν θα βγη. Είνε κανών φοβερός της
+Οικουμενικής Συνόδου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι! Μακάρι' νάχες ν' αγοράσης και συ κανένα τεμάχιον. Τι έπαθε ο
+κυρ Θανασός που επήρε τον ελαιώνα της Κουνίστριας;</p>
+
+<p>Ούλο και παχαίνει. Αμ' ο καπετάν Καφαντάρας που εμάζωξεν όλα τα
+Προδρομίτικα; Πιθάρια νάχη για τα λάδια!</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά στερνά! σου είπα.</p>
+
+<p>Και όμως, είπατε ό,τι θέλετε, ο Μπάρμπα Δήμας, αφότου ηγόρασε τα
+μοναστηριακά δεν είδε προκοπή. Ηκολούθησαν δι αυτόν έτη κατά σειράν αφορίας
+των ελαιών. Όχι μόνον τα μοναστηριακά δεν ευφόρησαν, αλλ' ουδέ τα ιδικά του, τα
+οποία ουδέποτε «ξεχνούσαν», ως έλεγε. Και ο Μπάρμπα Δήμας μη έχων να
+πληρώση τα χρέη του, διότι εχρεώθη κρυφά από την γυναίκα του, ίνα πλειοδοτήση
+κατά την δημοπρασίαν, μετά τινα έτη, αυξηθέντος του χρέους, απελπισθείς ότι θα
+ηδύνατο πλέον να το εξοφλήση, ηναγκάσθη να παραχωρήση εις τον δανειστήν
+μέρος από τα δύο μοναστηριακά του, αν και μετά μεγάλης λύπης. Πλην το
+θλιβερώτερον είνε ότι ο δανειστής σκληρός τοκογλύφος, τοκίζων 18 τοις % και
+μετατρέπων κατ' έτος τους τόκους, εις κεφάλαιον, δεν υπεχώρει εις το παραμικρόν·
+και προς εξόφλησιν κατέσχε και τους δύο ελαιώνας του ατυχούς Μπάρμπα-Δήμα,
+όστις ούτως απέθανε μετ' ολίγον πάμπτωχος, αφού εθρήνησε τας τελευταίας
+ημέρας του και τον μονογενή υιόν του, ένα ωραιότατον έφηβον, όστις θα ήτο ήδη η
+αχώριστος βακτηρία της γραίας.</p>
+
+<p>Η δε θειά-Ζωίτσα απέμεινε χήρα με μίαν ωραίαν άμπελον, μοναστηριακήν και
+αυτήν, «Αη-Χαραλαμπήτικην», με τ' όνομα, εις την Αμμουδιά, φέρουσαν μίαν
+παχύσκιον καρυδέαν εν μέσω, την οποίαν ο πατέρας της είχεν αγοράσει κατά την
+πρώτην διάλυσιν των ιερών μονών, λεπτομέρειαν άγνωστον εις την ανήλικον τότε
+κόρην, και μίαν οικίαν, τα προικιά της, τα οποία δεν ηδυνήθη να κατάσχη ο
+άσπλαγχνος δανειστής προς τελείαν εξόφλησιν. Ατελείωτον γίνεται πάντοτε το
+χρέος. Πολλάκις δε μετά ταύτα ηπείλει και ανησύχει την τεθλιμμένην χήραν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω. Έχουμε κάτι λογαριασμούς ανοικτούς με τον μακαρίτην τον
+Μπάρμπα-Δήμαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάμε καλά με τον Μπάρμπα Δήμα, απήντα οργίλως η θειά
+Ζωίτσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω. Το αμπέλι προικιό σ' είνε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξέρω, απήντα μετά σκαιάς περιφρονήσεως η χήρα, έχουσα
+πεποίθησιν εις το εκ του νόμου δίκαιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω, το σπίτι προικιό σ' είνε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μ' αφίνεις ήσυχη, χριστιανέ; Απήντα πάλιν η χήρα μετά
+ζωηρότητος.</p>
+
+<p>Αλλ' ο σκληρός δανειστής δεν έπαυσε να την ανησυχή. Πολλάκις δε εκείνη τον
+έβλεπε να περιτριγυρίζΗ την οικίαν με ύφος λαιμάργου γαλής οσφρανθείσης
+οψάρια, προσπαθών ν' ανακαλύψη και καλά, επάνω εις τ' αγκωνάρια ίσως, ότι η
+οικία δεν ήτο προικώα. Πολλάκις περιήρχετο και την ωραίαν άμπελον μετρών
+αυτήν κλήμα προς κλήμα, και πολλάκις ανεδίφησε τα κεκονιαμένα του
+συμβολαιογραφείου βιβλία ερωτών τον γέροντα διοπτροφόρον
+συμβολαιογράφον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω. Έχουν καμμιάν αξίαν αυτά τα βιβλία; Σαν παληά μου
+φαίνονται.</p>
+
+<p>Και πάλιν επανελάμβανε προπετώς:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω, κύριε συμβολαιογράφε. Λέγει ο νόμος ότι η προιξ δεν
+κατάσχεται;</p>
+
+<p>Ο συμβολαιογράφος αντί πάσης απαντήσεως εις την αυθάδη αυτήν ερώτησιν
+ηρκέσθη να ρίψη εις το πρόσωπον του αχρείου δανειστού το στίλβον φως των
+διόπτρων του.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Ούτω λοιπόν η θειά-Ζωίτσα μετά τον θάνατον του συζύγου της ευρέθη άνευ
+κινητής περιουσίας, με την ασήμαντον προίκα της, τας δύο θυγατέρας, και τας
+βαρβάρους ενοχλήσεις του δανειστού, ένεκα των οποίων πολλάκις ηναγκάσθη, με
+όλην την πεποίθησιν ην είχεν εις το δίκαιόν της, να καταφύγη εις την συμβουλήν
+του μόνου δικολάβου της κώμης, φέρουσα και μίαν παχείαν όρνιθα, ίνα ερωτήση
+αν πραγματικώς η προιξ δεν κατάσχεται.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Ο δικολάβος πονηρός άνθρωπος απήντησε προς την χήραν με κάτι
+διφορούμενα. Και τότε εκείνη μετέβη παρ' αυτώ και δευτέραν φοράν, φέρουσα
+ήδη δύο παχείας όρνιθας. Αλλά και πάλιν δεν ηδυνήθη να λάβη σαφή και επαρκή
+απάντησιν.</p>
+
+<p>Διά τούτο ηκούσθη λέγουσα ένα πρωί:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κρίμα 'ς τες κοττίτσες μου!</p>
+
+<p>Έως ότου ήλθεν εις το χωρίον ο πρώτος επίσημος εκ του Πανεπιστημίου
+δικηγόρος, ένας ζωηρός και ροδοκόκκινος έφηβος, όλος καρδιά και γεμάτος
+ειλικρίνειαν και αγαθότητα, όστις την εβεβαίωσε πλέον την γραίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σώπα, θειά Ζωίτσα, μη φοβάσαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Του Χριστού την ευχίτσα να έχης γυιόκα μ'! του Χριστού την ευχή και
+της Παναγίας γυιέ μ'!</p>
+
+<p>Έκτοτε περιωρίσθησαν και ο δικολάβος και ο δανειστής. Διότι δεν επερνούσε
+πλέον η μπογιά των. Αλλά διά τρόπου αξιοπρεπούς και οι δύο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, κυρά, είπε μίαν ημέραν ο δανειστής με γλυκύτερον ύφος.
+Ησύχασε. Αργότερα πάλι βλέπομεν. Ούτε εγώ να αδικηθώ, ούτε συ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχεις δίκαιον, κυρά Ζωίτσα, είπε και ο δικολάβος μετά θριαμβευτικής
+ευφραδείας. Ηύρα το άρθρον του νόμου. Μα εκοπίασα πολύ. Μη φοβήσαι. Η προιξ
+δεν κατάσχεται.</p>
+
+<p>Εν τούτοις τι εβγήκε; Με μίαν άμπελον και μίαν οικίαν πώς να υπανδρεύση δύο
+θυγατέρας, αίτινες έφθασαν ήδη εις την ηλικίαν του γάμου μετά ταχύτητος
+μυστηριώδους;</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς μεγαλώνουν, παιδί μ', τα κορίτσια, έλεγεν η θειά-Ζωίτσα προς
+την φίλην της γειτόνισσαν, την Κρατερίτσαν την πιασμένην. Νάνε παλλικάρια,
+ζαρώνουν. Τα κορίτσια πετιώνται ως επάνω μάνε- μάνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εμ! τι κάθεσαι! τύλιξε την πρώτη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ πώς, αδελφή; Δεν ξέρεις πως ακρίβαιναν οι γαμπροί;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακρίβαιναν ε!</p>
+
+<p>Τας έβλεπε λοιπόν τας ωραίας θυγατέρας χωρίς ελπίδα αποκαταστάσεως κ'
+έφθινεν η γραία κ' εφθείρετο. Και αποδίδουσα και αυτήν την ατυχίαν εις τα
+μοναστηριακά, εφοβείτο ότι θ' απέθνησκε και θα τας άφινεν εις τους πέντε
+δρόμους. Και ανεστέναζε κρυφίως η γραία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι έχεις, μάννα μ'; Είπε μίαν ημέραν η Δεσποινιώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ν' άχω, κόρη μου!</p>
+
+<p>Ίσως το εννόησεν η ωραία κόρη, ίσως δεν το εννόησεν· όμως δεν ωμίλησε.
+Πλην τα πολλά παράπονά της η γραία, τον αληθινόν της καρδίας της πόνον
+εξεμυστηρεύετο μόνον εις τον «Παπά-Ερημίτη» όπου μετέβαινε κατά Κυριακήν
+μετά των θυγατέρων της ν' ακούση την ωραίαν ακολουθίαν, των σεμνών
+Κολλυβάδων ακολουθίαν, εκλείπουσαν ολονέν από της Ανατολής, των ερημιτών
+Κολλυβάδων, επτάκις της ημέρας υμνούντων τον Κύριον, κατά τον ψαλμόν. Εν
+όρθρω τη πρώτη ώρα της ημέρας, τη τρίτη, τη έκτη, τη ενάτη τω εσπερινώ και τω
+αποδείπνω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ούλου διαβάζνι, Μα, έλεγεν η Σοφούλα ενίοτε, θελγομένη εκ της
+συχνής προσευχής. Σ' νακκλησιά δε διαβάζνι έτσι δα.</p>
+
+<p>Εκεί λοιπόν εύρισκε παρηγορίαν και ανακούφισιν η θειά-Ζωίτσα. Και όταν ο
+γέρων έκαμνε τας ωραίας αγρυπνίας κατά τας μεγάλας εορτάς, ήτο εκ των πρώτων
+η γραία. Κ' εκεί την νύκτα υπό την θείαν ανταύγειαν των οφθαλμών του Παπά-
+Ιερεμία, οίτινες έλαμπον ζωηρότερον από το μαρμαίρον γαλάζιον φως των
+κανδηλών του ασκητικού ευκτηρίου του, προσεπάθει η γραία μετά πόνου ν'
+ανακαλύψη, έστω και μακρόθεν φέγγουσαν, την συγγνώμην του βαρέος
+αμαρτήματος του μακαρίτου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, τώρα δεν έχουμε τίποτε πλεια, γέροντα, έλεγε κατά την
+εξομολόγησίν της. Έχασα τον άνδρα μου, έχασα το παιδί μου, αχ! το καλό μου
+παιδάκι, θα ήταν σήμερα γαμπρός φοβερός. Εχάσαμε το βιο μας. Δεν θα φωτίση ο
+Θεός κανένα καλόνε άνθρωπο, να πανδρεύσω το μεγάλο το κορίτσι μου; Μεγάλο
+καϋμό το έχω, γέροντά μου. Μου έρχεται 'σάν ντροπή. Τουλάχιστον το μεγάλο μου
+κορίτσι!</p>
+
+<p>Και ελησμονείτο η γραία χάσκουσα εις την έκθαμβον λάμψιν των μεγάλων του
+γέροντος οφθαλμών.</p>
+
+<p>&nbsp;— «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον, από του νυν και έως του αιώνος»,
+απήντα ο Παπά-Ιερεμίας, ως συνείθιζε διά ρητών της Γραφής, ξηρά-ξηρά
+απαγγέλλων τας λέξεις, ως ήτο ξηρόν το ασκητικόν του σώμα, ζωντανόν άγιον
+λείψανον, αποπνέον ευωδίαν αρετής και αγιότητος.</p>
+
+<p>Και επανελάμβανεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον!»</p>
+
+<p>Και μόνη της η γραία αναγνωρίζουσα το αμάρτημα του οίκου της, έλεγε
+προλαμβάνουσα τον γέροντα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα! τι τάθελε; Φωτιά
+βάλαμε 'ς το σπίτι μας από τότες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε, να παρακαλής, τέκνον μου, να προσεύχεσαι. Συνεβούλευεν ο
+γέρων Πνευματικός. Ο Θεός είναι εύσπλαγχνος προς τους μετανοούντας.</p>
+
+<p>Η δε γραία κατήρχετο την εσπέραν εις την πόλιν με μεγάλην ανακούφισιν και
+παρηγορίαν, κομίζουσα τας ευλογίας και τα τρυφερά βλασταράκια «που της
+εδώρει ο Παπά-Ερημίτης».</p>
+
+<p>Ούτως αι θυγατέρες της θειά-Ζωίτσας είχον αποκτήσει εν τοιαύτη αγωγή ουχί
+τόσον φιλοκόσμους έξεις. Ητοίμαζον μεν τα προικιά των, μετά σεμνότητος πάντοτε
+κ' εντός του κύκλου των δυνάμεών των, κατά το έθιμον της νήσου, πλην δεν
+εύρισκον τόσην ευχαρίστησιν εις την πόλιν. Ήθελον κατά τας εορτάς να
+παραμένωσι παρά τω Ιερεμία και ν' ακούωσι τα ωραία εκείνα συναξάρια. Εις την
+οικίαν των τραγούδι δεν ηκούσθη καθ' όλα της ορφανίας των τα έτη. Την
+<i>καμάραν</i> δεν την εχόρευσαν καμμίαν ημέραν της Διακαινησίμου. Και τόσον
+τας έθελγεν ο σεμνός ούτος χορός! Ήτο το μόνον εκ των του κόσμου τερπνών, όπερ
+επενήργει επί της τρυφεράς καρδίας των. Ο ηρέμα κινούμενος εν λαμπρά
+μεγαλοπρεπεία κύκλος εκείνος της καμάρας είχε τι το εξαρτικόν εν τη πραεία των
+κορασίων φαντασία.</p>
+
+<p>Διά τούτο τας ημέρας του Πάσχα απέφευγον αι δύο θυγατέρες ν' αναβαίνωσιν
+εις τα βουνόν του Παπά-Ιερεμία, όστις μετά προστατευτικού μειδιάματος ηρώτα
+την γραίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς δεν ήλθαν τα κορίτσια;</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, κάνουν χάζ' τ' καμάρα πλειο, απήντα η γραία.</p>
+
+<p>&nbsp;— «Παγίς θηρευτών» ο χορός, «παγίς θηρευτών», έλεγεν ο γέρων
+Πνευματικός.</p>
+
+<p>Και είτα επανελάμβανε καθαρά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να προσέχουν από τον χορό τα κορίτσια, να προσέχουν!</p>
+
+<p>Και όμως τον μέγαν και πομπικόν αυτόν χορόν ουδέποτε εχόρευσαν.
+Περιωρίζοντο μόνον τα ορφανά να κυττάζωσι κρυφίως διά των ημικλείστων
+παραθύρων, πλην ποτέ δεν μετέσχον μετά των άλλων νεανίδων, αι οποίαι
+συνηθροίζοντο καθ' εσπέραν τη εβδομάδα του Πάσχα εις την γειτονικήν πλατείαν
+κ' εχόρευον κ' έλεγον «θάλασσα» τα τραγούδια εκείνα τα εύμορφα.</p>
+
+<p>Η ιδέα ότι είνε ορφαναί κόραι, τας έκαμνε να συστέλλωνται και να διστάζωσι.
+Τι ήθελον αυταί μέσα εις την χαράν του κόσμου;</p>
+
+<p>Η γραία όμως όσην ευλάβειαν και αν είχεν εις τους σεμνούς λόγους του Παπά-
+Ιερεμία, ησθάνετο κοσμικωτέρους παλμούς εν τη γηραιά καρδία της.</p>
+
+<p>Ήθελε να καμαρώση μια φορά νύμφας τας θυγατέρας της — και τι ωραίας
+νύμφας! — Επεθύμει να σύρη τον χορόν εις τους γάμους της Δεσποινιώς της, και
+να κολλήση ένα μεγάλο ασημένιο εις το μέτωπον του παιγνιδιάτορος του γέρω
+Τζαχείλα οπού τον ετρόμαζαν όλα τα λαγούτα.</p>
+
+<p>Πλην ούτε ακτίς από το εύμορφον αυτό μέλλον υπέφεγγε. Και τούτο την
+εβασάνιζεν, έως ου τελευταίον ησθάνετο κόπωσιν εις τα γόνατα και πόνους εις την
+οσφύν, ελαττώσασα εσχάτως και την προσφιλή αυτής γεωπονικήν εργασίαν.</p>
+
+<p>Ούτως η αργοπορία της εκπληρώσεως των πόθων μας εξασθενίζει τα νεύρα, ως
+να είνε ταύτα εξηρτημένα από την ολονέν απομακρυνομένην επιθυμίαν μας.</p>
+
+<p>Εν τοιαύτη θλιβερά καταπτώσει ευρισκομένη η γραία, ηγέρθη εσχάτως μίαν
+πρωίαν σφόδρα κατηφής, αφυπνισθείσα υπό κακού ονείρου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι έχεις, Μα; ηρώτησαν μετά περιπαθείας αι δύο κυανοπλόκαμοι
+αδελφαί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τίποτε παιδιά μ'! απήντησε. Και κάτω νεύουσα την κεφαλήν υπό την
+μαύρην σκιάν της μανδήλας της εψιθύρισεν ως προς εαυτήν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη ανακατωθή 'ς τα βακούφκα! Κάτι άλλο
+κακό μεγαλείτερο θα μας εύρη!</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Εξημέρωνεν η πρωτομαγιά. Αι πρώται της αυγής ακτίνες διεπέρων ήδη τον
+μελανόν ορίζοντα όπισθεν του οποίου ήρχισε να οποφέγγη λαμπρά ημέρα· τα
+άστρα εξηφανίζοντο και εσβέννυντο το έν κατόπιν του άλλου ως σβέννυνται
+λαμπάδες μία-μία την ημέραν του Πάσχα. Τα νυκτοπούλια αισθανθέντα τον κρύον
+αέρα της αυγής έπαυσαν τον θλιβερόν και μονότονον κρωγμόν των, αφήσαντα
+ελεύθερον το στάδιον εις τα ποικιλόστομα πρωινά πουλιά, ων το γλυκύ κελάδημα
+διέτρεχε χαρμοσύνως το κενόν ως χαιρετισμός προς την αφυπνιζομένην πολίχνην.
+Κατά σειράν ένα-ένα εξεχωρίζοντο τα κατάφυτα βουνά, και μόνον οι αμπελώνες
+του κάμπου ήσαν ακόμη σκεπασμένοι από την σκοτεινήν της νυκτός ομίχλην. Σκέπη
+πυκνή κατεκάλυπτεν εισέτι και τον λιμένα, από την οποίαν εκάθευδον ακίνητα τα
+εύμορφα κόττερα και λοιπά πλοιάρια της θαλασσινής πολίχνης. Αύρα δροσερά κ'
+ευώδης ήρχισε να καταβαίνη από το βουνόν του Παπά-Ιερεμία ως ευλογία από της
+ολονυκτίου προσευχής του ασκητού, ηδέως αρωματισμένη εκ του θυμιάματος του
+ουρανού και των ανθέων του κόσμου. Τότε ηκούσθη και ο κώδων των Τριών
+Ιεραρχών διά τον όρθρον. Κ' ευθύς ηγέρθη η θειά- Ζωίτσα από της ξηράς κλίνης
+της, ήγειρε δε και τας δυο αδελφάς, αίτινες με χαράν επετάχθησαν, ν'
+απολαύσωσιν ως πάντοτε την ήρεμον εορτήν της πρωτομαγιάς εν τω ωραίω
+αμπελώνι αυτών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μας πήρεν η 'μέρα, κορίτσια! είπεν η θειά-Ζωίτσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα δα σήμανεν η εκκλησία, απήντησεν η Σοφούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έπρεπε πιο νύχτα. Αλλά δεν ξέρω πώς δεν έχω όρεξι. Μου φαίνεται
+πώς είνε κομμένα τα ήπατά μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μήπως κάθεσαι καμμιά μέρα; Ούλου παλεύεις, είπεν η
+Δεσποινιώ.</p>
+
+<p>Και εχασμάτο η γραία, ενώ αι θυγατέρες της ενεδύοντο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα τα 'ρμάξνι κείνα τα 'κκιά! είπεν η θειά-Ζωίτσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ την καρυά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά λες· είπε ζωντανεύσασα ολίγον η γραία. Κάμετε γλίγωρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η θειά-Ζωίτσα συνήθιζε κατ' έτος την πρωτομαγιά να μεταβαίνη εις
+τον αμπελώνα μετά των θυγατέρων της «νύχτα-νύχτα». Και διότι πιστή εις τα
+πάτρια δεν ήθελε να παραμελήση μίαν ωραίαν συνήθειαν, η ποιητικωτάτη την
+καρδίαν γραία, αλλά το σπουδαιότερον, διότι έπρεπε να προφυλάξη την ημέραν
+ταύτην από της διαρπαγής τα προσφιλή προϊόντα της, έργα των χειρών της, και
+μίαν μεγάλην πυκνόφυλλον και πλατύφυλλον καρυδέαν, ην απεμάδων τελείως οι
+παίδες και αι κορασίδες συμπλέκοντες τους στεφάνους των διά των πλατεών και
+χλοερών φύλλων του ωραίου δένδρου. Μια χρονιά που δεν ημπόρεσε να εξέλθη
+προς φύλαξίν της, την έκαμαν «παραστόλιο» την εύσκιον καρυδέαν, «που της ήλθε
+της γραίας να την κόψη με το τσεκούρι».</p>
+
+<p>&nbsp;— Μήπως απόχτησε ποτέ τ' δήμαρχο αυτό το χωριό; έλεγε
+παραπονουμένη.</p>
+
+<p>Και είχε τόσα καλά να προφυλάξη ακόμη η γραία. Φύσει αγαπώσα την
+γεωργίαν ως είδομεν, είχε μεταβάλει τον αμπελώνα της εις αληθή κήπον.
+«Περιβολάκι» τον ωνόμαζε. Και ην αληθώς περιβολάκι. Εφύτευσεν οπωροφόρα
+δενδρύλλια εις τας άκρας, αμυγδαλέας και βερικοκκέας και κερασσέας που ήτον
+«ένα ρέος» να τα βλέπης ή με τα άνθη ή με τους καρπούς. Έσπαιρνε τα ωραία
+εκείνα πλατοκούκκια «που κανείς δεν τα είχε». Και «τόσο τα εσήκονεν ο τόπος!»
+Εφύτευσαν και αι θυγατέρες της εις μίαν άκραν διάφορα άνθη, απομιμούμεναι της
+μητρός τας έξεις, κιτρινωπά μαντζαράκια με τα βελούδινα άνθη των, και κρίνα
+λευκά και κόκκινα, και δύο τριανταφυλλέας όπου εύρισκον την χαράν των τα
+παιδία τώρα την άνοιξιν, οσάκις δεν ευρίσκετο εκεί η γραία. Αλλά ήτο να λείψη;
+Νύκτα πήγαινε, νύκτα έφευγε. Πλην καμμία φορά θα επιτύχη πάντοτε ο κλέπτης.
+Ιδίως όταν επήγαινεν εις τον Παπά-Ιερεμίαν, πάντοτε ήθελεν ανακαλύψη ζημίαν
+τινά.</p>
+
+<p>Άμα εγερθείσαι αι τρεις γυναίκες, εδάγκασαν κατά την συνήθειαν από την
+ξηράν κουλούραν του Πάσχα, ην εφύλαττον κρεμασμένην από καρφίου επίτηδες,
+«μη φωνάξη ο γάιδαρος». Έρριψαν το υπόλοιπον είς τινα μικρόν κάλαθον, έλαβον
+και τι πρόχειρον προσφάγιον και το απαραίτητον διά την πρωτομαγιάν σκόροδον
+«που καθαρίζει το αίμα» και εξήλθον, αφού εν τω μεταξύ η Σοφούλα πεταχθείσα
+εις το πηγάδι, εκόμισε κρύο-κρύο νερό, να υπάρχη όταν θα επανέλθουν την
+νύκτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος ξέρει τι ώρα θα γυρίσουμε, είπεν η πτωχή νοικοκυροπούλα
+κόρη.</p>
+
+<p>Πλην η Δεαποινιώ βλέπουσα την μελαγχολίαν της μητρός της κατελήφθη και
+αυτή υπό τίνος μυστικής ανίας και δεν ήθελε ν' ακολουθήση και μόλις και μετά
+βίας την παρέπεισεν η γελαστικωτέρα Σοφούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα ζωσθούμε αγριαμπελιά, της είπε, θα μαζόξουμε λουλούδια, θα
+φάμε χλωρά 'κκιά με το τυρί κοντά 'ς τη βρύση, θα βρούμε γενόμενα κεράσια!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! πώς μ' αρέσουν!</p>
+
+<p>Εκλείδωσαν την οικίαν και εξήλθον.</p>
+
+<p>Βωβά εκρότουν τα στερεά πατήματα των τριών γυναικών εις τους στενούς κ'
+ερήμους δρομίσκους της πολίχνης. Διήλθον τα αλώνια, το έξω της πολίχνης
+λειβάδιον. Η καταπράσινος και κατάλευκος εξ ανθέων χλόη εμαύριζε συγκεχυμένη
+εν τη σκοτία, και μόνον ως ασβεστωμένοι τόποι διεκρίνοντο υπολευκάζοντες εδώ
+και εκεί επί του μικρού πεδίου, τα μέρη ένθα εφύοντο τα σμήνη των χαμαιμήλων
+και αι άγριαι μαργαρίται.</p>
+
+<p>Η γραία ξεμουδιάσασα, αφού πλέον εξεκίνησεν, ανέκτησε πάλιν όλην την
+φαιδρότητά της και προηγείτο ελαφρά, παίζουσα και γελώσα με τας θυγατέρας
+της.</p>
+
+<p>Η δρόσος επεκάθητο άφθονος επί των θάμνων ως αδαμαντίνη βροχή, και
+εβράχησαν αι άκραι των ιματίων και των τριών γυναικών.</p>
+
+<p>Ανέβησαν ήδη εις τον λόφον. Έφεγγε καλά πλέον. Ευωδίαζεν ο τόπος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι εύμορφα! είπεν η Δεσποινιώ, σταματήσασα και πνέουσα βαθέως
+το μεθυστικόν εκείνο άρωμα της πρωίας, σφόδρα ζωτικόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και δεν ήθελες! διέκοψεν η Σοφούλα.</p>
+
+<p>Εξαίσιον ήτο το θέαμα. Κάτω έβλεπες την λευκήν πολίχνη ης οι οικίσκοι, μια
+τούφα συμμαζευτοί, ωμοίαζον προς νύμφας με τα λευκά κολοβόλια των, νύμφας
+θεωρούσας την θάλασσαν. Εξήρχοντο ήδη συντροφίαι φαιδραί διά την
+πρωτομαγιάν, ων η γελόεσσα ιαχή εξεχύνετο προς όλας τας διευθύνσεις κ' εχάνετο
+είτα μέσα εις τους θάμνους και τους κήπους και τους αγρούς. Δεξιά επρασίνιζον οι
+αμπελώνες. Αριστερά εκινούντο αιδημόνως ως καλημερίζοντα τας τρεις γυναίκας
+τα ευεργετικά λήια, τα καταπράσινα σπαρτά, αποτελούντα ελαφρότατον
+μορμυρισμόν ηδύτατον εις την ακοήν. Εδώ κ' εκεί αι ελαίαι εδείκνυον τα λευκά
+άνθη των «μπαμπάκι μοναχό», εφ' ων επακκουμβώσιν αι ελπίδες και τα όνειρα των
+κατοίκων.</p>
+
+<p>Ω! εις έν άνθος τρυφερόν στηρίζει ο πατήρ το παρόν και η παρθένος το μέλλον.
+Και όταν δεν συνδράμη ο καιρός; Όταν η θύελλα αρπάση το άνθος και ο αετός το
+πνίξη; Ω! τότε πνίγεται το παρόν του πατρός και της παρθένου το μέλλον!...</p>
+
+<p>«Ψεύσεται έργον ελαίας και τα πεδία ου ποιήσει βρώσιν!».</p>
+
+<p>Οι δε παρόδιοι φράκται διέχυνον συμμιγές άρωμα σχοίνου, συμπεπλεγμένου
+καλλιτεχνικώς μετ' αγιοκλήματος και βάτου και κομάρου και πρίνου του σκολιού με
+τας επί των ακανθωτών φύλλων μιζιθρίτσες του.</p>
+
+<p>Και όπου ο αγρός ην άσπαρτος, εκεί πλέον είχον αναφυή όλα τα
+αγριολούλουδα με τα αναρίθμητα χρώματά των. Εδώ τούφα από κατακόκκινες
+παπαρούνες, εκεί άγριαι μαργαρίται λευκαί και κίτριναι, παρέκει παντοία ανθύλλια
+έχοντα τα μικρά τριγωνικά φύλλα των, άλλα ως είδος ανεμομύλου και άλλα ως
+είδος σταυρού· τα λευκόστικτα άνθη της καυκαλίθρας, τα ψευδοτριαντάφυλλα της
+κολλώσης κουνούκλας και διαφόρων σχημάτων και μεγεθών ψευδοστάχυες. Τι
+άλλα ζεμπιλάκια και τι παραδάκια εν ορμαθώ, τα οποία μετά τινας ημέρας
+ξηρανθέντα υπό το καύμα του Μαΐου θα βροντούν αχυρώδη τινά ήχον, δι' ων θα
+«μερόνωσι» τα παιδία των αι μητέρες.</p>
+
+<p>Όλα τα είδη των φυτών και των βοτάνων και τα πλέον μικρά και τα πλέον
+καταφρονεμένα, και αυτά τα αόρατα, είχον το άνθος των. Και αυτή η ανακάνθη
+υψηλή εις τους φράκτας ως μανουάλιον είχεν εις την κορυφήν ωραίον ιόχρουν
+βελονωτόν άνθος.</p>
+
+<p>Εις την ωραίαν αυτήν νήσον, ένθα συμβαίνει η παρούσα διήγησις, ανθίζει και
+αυτή η γη και εμφανίζει κάτι χωματένια λουλουδάκια κοντά και στρογγυλά. Το
+άνθος του χώματος! Ως και η δηλητηριώδης και αχρεία χλαμπάτζα, από την οποίαν
+τρώγουν αι αμνάδες και χλαμπατζάζουν, είχε και αυτή τα λουλουδάκια της, ωχρά
+ως κρόκον ωού, διά τα οποία θα εσυγχώρει τις το κακόν ιδίωμά της.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον διερχόμεναι αι γυναίκες σιτοφόρον αγρόν εξηφανίσθησαν μέσα εις
+τους αστάχυς, υψηλούς λίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάννα, λέω! εφώνησε παρατείνουσα την φωνήν της η Δεσποινιώ,
+καλούσα δήθεν την άφαντον μητέρα της, ήτις ελαφρά βαδίζουσα πάντοτε
+προηγείτο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θειά-Ζωίτσα! εφώνησε και η Σοφούλα, μάλλον λεπτύνασα την φωνήν
+της, επί το αστειότερον.</p>
+
+<p>Και επανέλαβεν η πρωινή ηχώ μέσα εις το βαθύ σπαρτόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θειά-Ζωίτσα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί Δεσποινιώ! ηθέλησε να παίξη και η γραία, παρατείνουσα την
+τελευταίαν συλλαβήν και οξύνουσα επί το νεανικώτερον την φωνήν.</p>
+
+<p>Τα κορίτσια εγέλασαν.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Ήδη ήσαν εντός της αμπέλου των, της ζηλευτής Αη-χαραλαμπήτικης
+αμπέλου.</p>
+
+<p>Η γραία κατά πρώτον έσπευσε προς την καρυδέαν, ην εύρε καλώς έχουσαν και
+ανέπνευσεν εξ ευχαριστήσεως. Το βαθύσκιον δένδρον ήτο ως να εξύπνησε προ
+μικρού κ' έσταζον ακόμη τα εύμορφα φύλλα του από την δρόσον, με την οποίαν τα
+ένιψεν η αυγή.</p>
+
+<p>Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει ακόμη.</p>
+
+<p>Η γραία ευχαριστημένη εκάθισε παρά την ρίζαν του δένδρου να ξεκουρασθή,
+ενώ τα κορίτσια πλήρη ζωηρότητος και δροσιάς εκίνησαν να υπάγουν εις το
+θαμνώδες μέρος, εν τω άκρω της αμπέλου, όπου υπήρχε και χάλασμα παλαιάς
+οικοδομής κ' εντός κρήνη μετά καθαρού και διαυγούς ύδατος. Εκεί είχε τους
+κυάμους της η γραία, εκεί τα καλούδια της. Εκεί ήτο το άδυτον της θειά-Ζωίτσας,
+εις το οποίον είχεν επιθυμίαν να μη εισδύη «ξένο μάτι». Εκεί εφύετο η
+πρασινωτέρα και ανθηροτέρα αγριαμπελιά, περιζήτητος εις όλην την πόλιν, ήτις ως
+πυκνός φράκτης περιέβαλλεν όλον εκείνο το ευώδες και μυστικόν κηπάριον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έλα να μας κόψης αγριαμπελιά, είπεν η Δεσποινιώ προς την
+μητέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κόψ' τε κ' έρχουμι, απήντησεν η γραία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι; Δεν είνε το φείδι; ηρώτησε μετά δειλίας η Σοφούλα.</p>
+
+<p>Η γραία διά να μη της πειράζουν τα ωραία εκείνα κηπουρικά προϊόντα είχε
+διαδώσει μετά τέχνης εις την κωμόπολιν ότι «μέσα εις εκείνο το χάλασμα βγαίνει
+ένα φείδι, χονδρό σαν το χέρι της» έλεγε. Τόσον δε πειστικώς διηγείτο τα κατ'
+αυτό, ώστε κατώρθωσε να την πιστεύσουν οι άνθρωποι. Τοιουτοτρόπως τα
+περισσότερα παιδία εφοβούντο να παρεισδύσωσιν εκεί. Και μόνον, οσάκις
+παρεσύροντο μέχρι της θέσεως εκείνης, περιωρίζοντο από μακρόθεν να θαυμάζωσι
+την ωραίαν αγριαμπελιάν και τα εύμορφα τριαντάφυλλα, και να οσφραίνωνται ως
+κυνάρια τα ευωδιάζοντα πλατοκούκκια της θειά- Ζωίτσας.</p>
+
+<p>Η μετά πονηρίας διασωθείσα αυτή φήμη υπό της γραίας τοσούτον είχε
+γενικευθή, ώστε και αι θυγατέρες της την επίστευον, και ιδού μόλις έφθασαν προ
+του ευώδους εκείνου θάμνου, εσταμάτησαν, καλέσασαι την μητέρα.</p>
+
+<p>Η γραία ήλθε και ως ήτο μικρά κ' ευσταλής, εισέδυσεν ευκόλως εις το
+πυκνότερον μέρος σκαλώνουσα ως αιξ ελαφρά επί του χάσματος του λιθίνου
+τοίχου, όπου ην η τρυφερωτέρα και μακροτέρα αγριαμπελιά.</p>
+
+<p>Αι δύο αδελφαί ίσταντο παραέξω, θαυμάζουσαι τας κουκκέας, φορτωμένας εκ
+του ευγεύστου της ανοίξεως καρπού.</p>
+
+<p>Αίφνης ακούεται από των υψηλοτέρων θάμνων, όπου και αγκαθωτοί βάτοι,
+συρμός συνεχής ως κινουμένου μεγάλου και ογκώδους ερπετού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το φείδι! το φείδι! κραυγάζει η γραία μετά τρόμου και αποσύρεται.
+Αλλ' εν τη ταραχή της προσκρούει επί τινος ογκολίθου του ερειπίου και πίπτει μετά
+φωνών. Αλλ' ως ήτο γενναία πάλιν εγείρεται, πλην συλληφθείσα υπό της αυθάδους
+βάτου ξεσχίζει ολίγον το φουστάνι της, διά το οποίον αργότερα, παρελθόντος του
+φόβου, εφώναζε και εβλασφήμει ασκόπως.</p>
+
+<p>Αι δύο αδελφαί κατακίτρινοι εκ του τρόμου, είχον αποσυρθή μακράν εις το
+άκρον κάτω, χωρίς και αυταί να το αισθανθώσι καν.</p>
+
+<p>Η γραία ιδού πιστεύσασα και αύτη την ψευδή διάδοσίν της εσταμάτησεν έξω
+εις καθαρόν άνευ χλόης μέρος και προσεπάθει να ίδη πόσον μέγας ήτο ο όφις του
+μύθου της, όστις πραγματικώς τώρα ενεφανίζετο, ότε βλέπει εξερχόμενον εκ των
+θάμνων παίδα τινα, βοσκόν αγροίκον, όστις νύκτα-νύκτα είχε χωθή εκεί να δρέψη
+αγριαμπελιάν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρέ, Νιούδα, είπεν αναθαρρήσασα η γραία, ποιος σούδωσε την
+άδεια; Και επανέλαβε με υψηλοτέραν φωνήν πάλιν το αυτό, ίνα δείξη ότι δεν
+εφοβήθη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, θειά-Ζωίτσα, απήντησεν ο βοσκός, λίγη αγραμπελιά έκοψα για
+την καλή Χρονιά...</p>
+
+<p>Και έγεινεν άφαντος εις το βουνόν, σύρων τα πλέγμα του χλορού θάμνου της
+Πρωτομαγιάς, μίαν βαρείαν κουλούραν επί της κεφαλής του.</p>
+
+<p>Αι δύο κόραι ακούσασαι τον διάλογον και ιδούσαι και τον βοσκόν
+ανεθάρρησαν και αυταί και επανήλθον, ενώ η μήτηρ αφόβως πλέον εισδύσασα εκ
+νέου εις την ευωδιάζουσαν λόχμην έφερε μετ' ολίγον άφθονον αγριαμπελιάν, δι'
+ης εζώσθησαν αι θυγατέρες και η γραία ευχομένη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Σιδερένια η μέση μας! Και του χρόνου κορίτσια!</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Ήδη ο ήλιος καίων υψώθη εις τον ορίζοντα. Ουδεμία πνοή ανέμου ηκούετο και
+η ημέρα προηγγέλλετο θερμή ως ημέρα θέρους. Όλα τα λουλούδια της περί την
+άμπελον λόχμης και τα οπό τας ελαίας, εν τη χέρσω γη, θερμανθέντα ετάνυσαν και
+ήπλωσαν τα ποικιλόχρωμα φύλλα των, εφ' ων μετά βόμβου ήρχοντο να
+επικαθήσωσι μέλισσαι και σφήκες και ζούνες και άλλα ζωύφια διά της συχνής
+μετατοπίσεώς των δεικνύοντα την χαράν, την οποίαν ησθάνοντο, ως αυθένται του
+διηνθισμένου εκείνου λειμώνος.</p>
+
+<p>Αι δύο αδελφαί πλέξασαι προχείρους στεφάνους αγροτικούς εκ της
+αγριαμπελιάς και κοσμήσασαι τούτους με αγριολούλουδα και τριαντάφυλλα εν
+ωραία αντιθέσει χρωματισμών έθεσαν αυτούς εις την κεφαλήν των, και
+αποδιώκουσαι ούτω από του τρυφερού προσώπου των τας ακτίνας του οχληρού
+ηλίου έτρεχον εδώ και εκεί ως ψυχαί πτερωταί, ως νύμφαι ορεστιάδες επί των
+ανθέων εν χαρά και αγαλλιάσει μικρών παιδίων.</p>
+
+<p>Πόσον ο άνθρωπος γίνεται παιδί έξω εις την χλόην!</p>
+
+<p>&nbsp;— Κοίταξε αυτή η παπαρούνα, έλεγεν η Σοφούλα, σαν τα μάγουλα της
+μητέρας δεν είνε;</p>
+
+<p>Και εγελούσαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να αυτοδά το μικρούτσικο, να τα ξεσκώσης, Σοφούλα, είπεν η
+Δεσποινιώ, παρουσιάζουσα μικρόν εύμορφον ανθύλλιον. Να το κεντήσης 'σ το
+ποκάμισό σου το νυμφικό. Καμμιά δεν θα τώχη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! τι ώμορφο! Ναι, τα φυλλάκια θα τα κεντήσω με πράσινο μετάξι.
+Εδώ δα θα βάλω ολίγο κόκκινο και θαλασσί. Το λουλούδι θα γείνη με άσπρο
+χρυσάφι. Καταμεσής θα κεντήσω ένα κουμπάκι άλικο. Αχ! τι ώμορφο!</p>
+
+<p>Το εφίλησεν η αθώα κόρη το αγνόν ανθύλλιον και το έκρυψεν εις τον
+παρθενικόν κόλπον της, αυστηρώς περιωρισμένον.</p>
+
+<p>Και η θειά-Ζωίτσα εστεφανωμένη και αυτή με την αγριαμπελιάν και εζωσμένη
+την οσφύν, ομοία προς γραίαν υπηρέτιδα του αρχαίου θεού, περιήρχετο την
+άμπελον, ης τα φύλλα έλαμπον εκ των ακτίνων του ηλίου. Λοχερά-λοχερά τα
+κλήματα «ήτανε μια χαρά να τα βλέπη κανείς», ως έλεγεν η γραία, αποδίδουσα την
+υγιά κατάστασιν του κτήματός της εις τους κόπους της και μόνον εις τους κόπους
+της, και υπερηφανευομένη διά τούτο. Οι βλαστοί τρυφερώτατοι υψούμενοι προς
+διαφόρους διευθύνσεις ακτινωτώς άνω των κλημάτων με βαθέως πράσινα μεγάλα
+και απεσκληραμμένα τα κάτω φύλλα, μικρότερα και ανοικτοτέρου χρώματός τα
+υψηλότερα και τρυφερώτατα τα επάνω-επάνω βυσσινόχροα, ως να
+περιερραντίσθησαν δι' οίνου μαύρου, απέληγον εις άγκιστρα δίχαλα και κυρτά, τας
+λεγομένας τσούγκρας, δι' ων αι κορασίδες, αφού φάγουν τους βλαστούς παίζουσιν
+είτα κατασκευάζουσαι αγκυλωτάς βελόνας, τας οποίας διαγκιστρούσαι έλκουσιν
+αντιθέτως δι' ελαχίστης δυνάμεως, έως ου διαθλασθή η μία, η της ηττημένης. Αι
+σταφυλαί δεν είχον σχηματισθή ακόμη τελείως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αύριον θα θειαφίσωμε, κορίτσια, εφώνησεν η θειά-Ζωίτσα από το
+μέσον της αμπέλου, μόλις διακρινομένης της θέσεως εν η ίστατο η κοντούλα γραία,
+εκ της ελαφράς κινήσεως των βλαστών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να! άρχισεν η χολέρα! εφώνησε πάλιν η γραία επιθεωρούσα έν προς
+έν τα κλήματα μετά στοργής μητρός θωπευούσης τα νεογνά της.</p>
+
+<p>Αλλ' αι δύο θυγατέρες δεν ήκουσαν. Κάτω εις την άκραν ιστάμενοι, όπου
+διηνοίγετο ευρύ χωράφιον γειτονικόν, εθεώντο συντροφίαν πολυάριθμον τριών-
+τεσσάρων οικογενειών συγγενικών, αίτινες άρτι εξεπέζευον με θορυβώδη χαράν
+και γέλωτας και άσματα, ελθούσαι να διασκευάσωσι την φαιδράν της πρωτομαγιάς
+ημέραν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κορίτσια! επανελάμβανεν η γραία εγγύτερον ελθούσα, αύριον θα
+θειαφίσωμε.</p>
+
+<p>Ερχομένη εις την άμπελον εθεώρει αμαρτίαν να μείνη αργή. Πάντοτε ήθελεν
+ανακαλύψει εργασίαν τινά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ου, θα πω, και συ! την επείραζον ενίοτε αι θυγατέρες της, δεν
+κάθεσαι μια μέρα να ξαποστάσης!</p>
+
+<p>Εάν δεν είχεν άλλο τι να πράξη, το προχειρότερον ήτο να περισυλλέξη
+«ξηράδια» από των ελαιών και μηλεών και απιδεών, ξηρούς κλώνους, δι' ων το
+βράδυ θα συνεπλήρου το φορτίον της, θέτουσα ταύτα ως επικάλυμμα εις το
+καλάθιόν της, ίνα έχη εύκολα προσανάμματα την πρωίαν, αλλά κυρίως, ίνα μη καθ'
+οδόν ιταμοί διαβάται ανιχνεύωσιν εν τω πεπληρωμένω πάντοτε εκ των ωραίων
+προϊόντων της καλαθίω «και μαλάξωσι την ευωδιάζουσαν δροσερότητα αυτών».
+Φιλάργυρος δεν ήτο, αλλ' είχε συνηθίσει ότε επέστρεφεν εις την οικίαν να
+τοποθετή μόνη της τα προϊόντα του περιβολιού της εντός απλωτού ταψίου μετά
+προσοχής, εδώ τα κουκκιά, εκεί τα μάραθα, αλλού τα κρόμμυα, εκεί τας αγγινάρας.
+Και αφού επί ώραν τα εθαύμαζεν η φιλόπονος γραία τα έργα των χειρών της,
+εξηπλωμένη εις τας γυμνάς σανίδας του πατώματος έως ου ξεκουρασθή, εμοίραζεν
+είτα εις τους συγγενείς και φίλους της λίαν αφιλαργύρως.</p>
+
+<p>Αλλά καθ' οδόν δεν ήθελε να τα εγγίση τις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σωρό πάλι τα πλατοκούκκια η θειά-Ζωίτσα, παρετήρουν αι
+γειτόνισσαι, όταν την έβλεπον επιστρέφουσαν φορτωμένην την γραίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, δυο ξλάκια πλειο για πρόσαναμμα! απήντα η θειά-Ζωίτσα η
+μυστική και εχάνετο απ' εμπρός των.</p>
+
+<p>Αι δύο αδελφαί εκάθησαν εις άκραν τινά και εθεώρουν την άρτι ελθούσαν
+πολυάριθμον φαιδράν συντροφίαν, προσπαθούσαι ήδη να γνωρίσωσι τίνες
+ήσαν.</p>
+
+<p>Αλλά φωναί της μητρός και βλασφημίαι τώρα τας εξήγειραν.</p>
+
+<p>Συνήντησεν η γραία είς τινα γωνίαν πυκνήν και αυθάδη αγριάδαν, απειλούσαν
+να καταστρέψη ικανά κλήματα και ήρχισε να φωνάζη κατά των σκαφέων, οίτινες
+την εξηπάτησαν. Δεν ηδύνατο να χωνεύση το ελάττωμα τούτο, τον δόλον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σ' ακούνε οι λοχεμένοι! Να! τάπνιξε τα κλήματα, ταφάνισε η αγριάδα.
+Τρεχάτε κορίτσια!</p>
+
+<p>Και ήρχισε πάραυτα οχληράν και αγωνιώδη εργασίαν εκριζώσεως διά των
+χειρών της απεσκληραμμένης πλέον αγριάδας, «όπως δώση αέρα εις τα καϋμένα
+τα κλήματα, τα οποία είχαν ανάψει».</p>
+
+<p>Αι δύο αδελφαί αισθανθείσαι τον πόνον της γραίας ήλθον πάραυτα και έλαβον
+μέρος και αυταί εις την επίπονον εργασίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μας ηύρε δλειά πάλι! είπεν η Σοφούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά έλεγα εγώ να μη ρθω, προσέθηκε και η Δεσποινιώ γελώσα.</p>
+
+<p>Ο ήλιος έκαιεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να δγης, Μα, έλεγε κατά την εργασίαν η μικροτέρα. Ήρθαν κ' ήρθαν
+'ς το χωράφι κάτω. Ο κυρ Γεώργης, ο καπετάν Μαθιός, ο Γιάννς τς Μαχώς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχνι σφαχτά, προσέθηκε και η Δεσποινιώ. Έχνι ψτά, γάλατα, τυριά
+χλωρά και μιζίθρες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πήρανε κι' τ' νύφ'; ηρώτησεν και η γραία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τν' έχνι.</p>
+
+<p>Η εργασία εξηκολούθει. Είχεν ήδη εξαχθή μέγας σωρός του αναιδούς
+αργοφυτού.</p>
+
+<p>Δύο-τρεις φορές εθεάθησαν παιδία και κορασίδες κατευθυνόμενα προς το
+ζηλευτόν άδυτον «το περιβολάκι» της γραίας, πλην επειδή είδον τας γυναίκας δεν
+επροχώρησαν. Εκαμάρωνον μόνον μακρόθεν τα ωραία κεράσια, τα οποία τώρα
+μόλις ήρχισαν να λάμπουν κοκκινίζοντα κρυμμένα από τα μεγάλα φύλλα ως να
+εντρέποντο με το παρθενικόν εκείνο χρώμα των, και υπέστρεψαν.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+<p>Παρήλθεν η μεσημβρία. Τότε είχε καθαρισθή πλέον και η αγριάδα και αι τρεις
+γυναίκες κατάκοποι εκάθησαν υπό την καρυδέαν, εις τον δροσερόν ίσκιον της να
+ξεκουρασθώσι και να φάγωσι το λιτόν γεύμα των, άρτον, τυρόν και μοσχοβολούντα
+πλατοκούκκια αρτιδρεπή στάζοντα δρόσον ακόμη. Εις το αντικρυνόν χωράφιον
+εβούιζεν η χαρά και η φαιδρότης των ευθυμούντων. Φωναί παιδίων, άσματα
+νεανίδων, καγχασμοί γυναικών, διαταγαί ανδρών, προπόσεις πυκναί και
+γελαστικαί, κάκου κάπου κλαυθμός οξύς κανενός νηπίου απετέλουν πολύφωνον
+συναυλίαν συμποτικού γεύματος, όπερ είχε στρωθή υπό πυκνόφυλλον υψηλήν
+δρυν, εν μέσω του χωραφίου κειμένην. Αυτά είνε της εξοχής τα ηδέα και απλά.</p>
+
+<p>Ο άνθρωπος εκεί αφίνει το αίσθημά του ελεύθερον να πετά, να πηδά, να
+χορεύη, να τραγουδή, ως πετώσι και πηδώσι και χορεύουσι και τραγουδούσι τα
+ελεύθερα πουλιά κυνηγούμενα μεταξύ των μίαν ωραίαν πρωίαν από 'κλάδου εις
+κλάδον.</p>
+
+<p>Ο θόρυβος των συνευθυμούντων ως βοή, βοή του χειμάρρου του Πετραλώνου,
+έφθανε μέχρι της καρυδέας, οπού αι τρεις γυναίκες ησύχως και ηρέμα έτρωγον το
+λιτόν γεύμα των, συντροφευόμεναι υπό δύο κοσσύφων, οίτινες εις τα υψηλότερα
+κλωνάρια του ωραίου δένδρου συνεκρότησαν αγώνα άσματος επίμονον και
+φίλεριν, προς ερημικήν αηδόνα επί άλλου καθημένην κλώνου άλλου δένδρου και
+κατακηλούσαν ηδέως του θνητού την καρδίαν. Ετελείωνον οι κόσσυφοι και ήρχιζεν
+η αηδών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να! χορεύουν τη καμάρα, επετάχθη πρώτη η γραία, ενωτισθείσα του
+ωραίου άσματος, το οποίον τοσάκις είχε τραγουδήσει εις τα νειάτα της.</p>
+
+<p>Αι δύο θυγατέρες ακροασθείσαι και αυταί ηγέρθησαν ως να επρόκειτο να
+λάβωσι μέρος εις τον χορόν. Άγνωστος δύναμις τας είχεν εξεγείρει αίφνης, ως όταν
+ανατινάσσεταί τις εις τον ύπνον του.</p>
+
+<p>Αληθώς, μετά το πλουσιώτατον γεύμα, είχεν αρχίσει κατά το σύνηθες ο χορός
+και ήδη διά μέσου των φυλλοφόρων βλαστών της αμπέλου έφθανον σαφώς μέχρι
+της καρυδέας αι λέξεις του άσματος της καμάρας:</p>
+
+<p class="poem"><i>Καμάρα χτι Καμάρα χτι-<br />
+Καμάρα χτίζω 'ς το γιαλό (δις)<br />
+Καμάρα δε στεργιόνει<br />
+να ζήτε λέει τ' αηδόνι, (δις)<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /><br />
+Έλα το πουλί μου, έλα<br />
+μοσκοκάρφια και κανέλλα</i>.</p>
+
+<p>Αι δύο παρθένοι θελγόμεναι προσεπάθουν να διανοίξωσι χώρον διά μέσου των
+κλημάτων, ίνα ίδωσι τον πομπικόν του Πάσχα χορόν. Επήγαινον εδώ, έβλεπον εκεί,
+πλην δεν κατώρθονον να εύρωσι μέρος εκ του οποίου να βλέπουν χωρίς να
+βλέπωνται.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αναβήτε απάν 'σ τη καρυά! ανεφώνησεν αίφνης η μήτηρ, ης οι
+οφθαλμοί έλαμπον εξ αφάτου χαράς, ως να έσυρεν αυτή την καμάραν.</p>
+
+<p>Ω μοίρα κατηραμένη της γραίας! Τι ήθελες τοιαύτην ιδέαν να εμβάλης εις τα
+ξηρά χείλη της;</p>
+
+<p>Πάραυτα από μυστικού πόθου κινούμεναι αι δύο θυγατέρες της θειά- Ζωίτσας,
+ανήλθον μετά προσοχής βαίνουσαι επί των λείων και ολισθηρών κλάδων του
+δένδρου συνηθισμέναι, διότι ανέβαινον και εσύναζον τα κάρυα. Και σταθείσαι εις
+μέρος υψηλόν εθεώρουν διά μέσου των φύλλων τον μεγαλοπρεπή χορόν, όστις εν
+ευρεί κύκλω εχορεύετο εν μέσω του γειτονικού αγρού υπό φαιδρού ομίλου νέων
+και νεανίδων και γυναικών, ων οι συρόμενοι μετά τέχνης και χάριτος πόδες
+κατεπάτουν θλιβερώς και ασπλάγχνως τα ωραία αγριολούλουδα.</p>
+
+<p>Πόσον επαγωγώς θεαματικόν είνε να βλέπη τις τον χορόν τούτον. Οι
+χορεύοντες σχηματίζονται εις σφιγκτώς συνδεδεμένην άλυσιν, του πρώτου
+δίδοντος την δεξιάν εις την δεξιάν του δευτέρου και την αριστεράν εις την δεξιάν
+του τρίτου, ενώ του δευτέρου η αριστερά προτείνεται εις την δεξιάν του τετάρτου,
+ώστε να σχηματίζωνται χιαστοί σταυροί ρομβοειδώς συμπεπλεγμένοι. Και ίσως δι'
+αυτό ο χορός είνε καθιερωμένος εις τας κοσμικάς εορτάς του Πάσχα. Οι
+χρωματισμοί των ποικίλων ενδυμασιών των γυναικών απετέλουν εύμορφον
+αρμονίαν προς τον υπό των ποικίλων ανθέων χρωματισμόν του αγρού, τα
+λευκότατα πάλιν κολόβια των νεονύμφων άτινα επί τούτω είχον λευκανθή τον
+Μάρτιον εις τον χαλικόστρωτον αιγιαλόν του Κάστρου ήταν εις ευάρεστον
+αρμονίαν εγγύς των ερυθρών φουστανιών παιδισκών τινων, εν ώ τα χρυσά
+κεντήματα του διά κρεμέζης βεβαμένου χιτώνος επί του στήθους φαεινώς
+ηκτινοβόλουν κατέναντι των ακτίνων του λαμπρού ηλίου.</p>
+
+<p>Και ο ιστάμενος θεατής ευφραίνετο βλέπων πρόσωπα απαλά εξ ενός και
+χρυσάς κορυφάς εξ άλλου υπό την διαύγειαν λεπτοτάτης μεταξοϋφάντου
+μανδήλας, και εν γένει κομψά και θελκτικά κορμιά ερασμίων γυναικών, εν
+θρησκευτική προσοχή περιφερομένων κύκλω συνεκδοχικώς. Σεμνόν θέαμα!
+Κύκλος καμαρωτός με ωραία λάμποντα μάτια και χρυσώς ακτινοβολούντα στήθη,
+βαίνων αργώς βήμα προς βήμα, ώστε να υποφαίνηται ηδέως η χρυσόρραπτος
+κοντούρα, με χαριεστάτην ελαφράν κίνησιν του κορμού δεξιά και αριστερά,
+συμφώνως προς τους ιάμβους του άσματος, ως κινείται λέμβος ηδυπαθώς εν
+γαλήνη, ώστε ο χορεύων να μη αισθάνηται κόπον ταράσσοντα. Και αυτό το πήδημα
+κατά τον δεύτερον στίχον να είνε τόσον ελαφρόν, ώστε να νομίζη τις ότι εποχείται
+επί απαλού και δροσερού κύματος συρόμενος απαλά με το κύμα.</p>
+
+<p>Η γραία καταπεπονημένη — ήθελε να κοιμάται ολίγον πάντοτε την μεσημβρίαν
+— επακκουμβήσασα παρά την ρίζαν του γηραιού δένδρου παρηκολούθει σιγά-
+σιγά, πλην ηδέως, τους ιαμβικούς του άσματος στίχους, υποτονθορύζουσα αυτούς
+συμφώνως προς τον αναδιπλούμενον ρυθμόν του σεμνού χορού, επιλέγουσα
+εκάστοτε και την επαλλάσσουσαν επωδόν:</p>
+
+<p class="poem"><i>Καμάρα χτίζω 'ς το 'γιαλό,<br />
+Καμάρα δε στεργιόνει.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+Ένας κοντός κοντούτσικος,<br />
+κοντός και μ' ένα χέρι.<br />
+
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+Το μάρμαρο πελέκαε<br />
+τις πέτρες πελεκούσε.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+&nbsp;— Κοντέ μ', και πού ν' το χέρι σου,<br />
+και πελεκάς με τώνα;<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+&nbsp;— Βασιλοπούλα φίλησα,<br />
+και μούκοψαν το χέρι.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+&nbsp;Ας την εξαναφίληγα,<br />
+κι' ας μούκοφταν και τ' άλλο</i>.</p>
+
+<p>Και αντηχεί καλλικέλαδος η ηχώ ανά τους εγγύς λόφους
+επαναλαμβάνουσα:</p>
+
+<p class="poem">&nbsp;<i>Καμάρα δε στεργιόνει,<br />
+να ζήτε λέει τ' αηδόνι</i>.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ιδής, Μα, εφώνησεν από της καρυδέας, κρυμμένη εντός των
+φύλλων, η Δεσποινιώ, «ξομπλιάζουσα», ήτοι παρατηρούσα και κρίνουσα τας
+ενδυμασίας. Να ιδής, το Μαργιώ τ' καπετάν Μαθιού, φορεί το καλλίτερο κολοβόλι.
+Τι ώμορφα που είνε βολτιασμένο! Σαν να ήνε από χαρτί!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, καλά λες, προσέθηκεν η Σοφούλα, επί άλλου κλάδου ισταμένη.
+Σαν σκοπελίτικο είνε! Σαν το χιόνι λαμπέινο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Προσέχετε να μη πέσετε, εψιθύρισεν ησύχως η γραία
+ημικοιμωμένη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ιδής, Μα, εξηκολούθει η Δεσποινιώ. Τι ώμορφο που είνε το
+μπαμπουκλί της κυρά Γεώργαινας. Αχ! Λάμπει μέσα 'σ τον ήλιο. Φωτιές πετάει.
+Βελούδο κόκκινο, της τώφεραν από την Πόλι. Αχ! τι ώμορφο κορμί, Μάννα! Σήκω
+να ιδής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Της Λένης, προσέθηκεν η Σοφούλα, είνε σαν παληό το γουνάκι. Δεν
+έχει καμμιά θωριά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! Πώς λάμπει η σκούφια της κόρης της! παρετήρησεν η Δεσποινιώ.
+Θαμπόνουν τα μάτια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ την εκέντησα, υπέμνησεν η Σοφούλα. Έχει τριάντα δράμια
+χρυσάφι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κορίτσια! να μη πέσετε! είπε πάλιν η γραία ως καθ' εαυτήν
+υποψιθυρίζουσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να! Να! εφώνησε μετά τινος θάμβους η Δεσποινιώ. Σηκώσανε τη
+νύφη να χορέψη. Μα, Μάννα, σήκω να ιδής τη νύφη.</p>
+
+<p>Πολύ ώμορφη μέση! Δαχτυλιδένια! Και πώς καμαρόνει! Μάννα!</p>
+
+<p>Η γραία είχεν αποκοιμηθή.</p>
+
+<p>Η δε Δεσποινιώ, εξακολουθούσα να θέλγεται εκ της θέας προσεπάθει να
+στερεωθή καλλίτερον επί του ολισθηρού κλώνου, όπως «ξομπλιάση» την νύμφην
+χορεύουσαν.</p>
+
+<p>Αλλά φαίνεται ότι η νύμφη «'ντροπαλή ως άβγαλτη» δεν εχόρευε τόσον καλώς.
+Διά τούτο η Σοφούλα, φαιδρότερου χαρακτήρας παρά η Δεσποινιώ, είπεν ευθύμως
+πως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κρίμα 'ς το κολοβολάκι σ', κορίτσι μ'. Η κακομοίρα δεν ξέρει να πάρη
+τα ποδαράκια της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Την χαλνάει ο καπετάν Μαθιός, παρετήρησεν η Δεσποινιώ,
+σεμνότερα πάντοτε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κείνος που ξέρ', κορίτσι μ', δεν χαλνιέται.</p>
+
+<p>Πώς έμαθον αυταί αι νεάνιδες να επικρίνωσι τον χορόν, αφού ποτέ των δεν
+εχόρευσαν!</p>
+
+<p>Είνε μερικά πράγματα τα οποία μανθάνει τις αυτομάτως. Άλλως δεν εχόρευσαν
+μεν, ως είπομεν, αλλά πολλάκις εθεώρησαν την καμάραν, τελουμένην εις την
+γειτονικήν της οικίας των πλατείαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να! Να! είπε γελώσα πάλιν η Σοφούλα. Έχασε την κουντούρα της η
+νύμφη. Σκύφτει για να την πάρη. Ω, ντροπής νυφίτσα μου! Κρίμα 'ς το ατλαζένιο
+μπαμπουκλί σου, νυφούλα μ'.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μποδίζουν τα χορτάρια, τι να σου κάμ'! Απήντησε πάλιν η Δεσποινιώ
+και αφηρείτο όλη εις του χορού το μεγαλοπρεπές θέαμα, όπερ εξήρθη ήδη
+σφόδρα, διότι έλαβον μέρος όλαι αι γυναίκες και όλοι οι άνδρες.</p>
+
+<p>Αλλ' αίφνης βαρύς κρότος αντήχησεν εντός των φυλλωμάτων της καρυδέας, ως
+να έπεσεν άνωθεν ογκώδης λίθος κ' έσεισε δεινώς τους χονδρούς κλάδους του
+πυκνού δένδρου. Έως ου ίδη καλώς η Σοφούλα πόθεν ήλθεν ο σεισμός ούτος ο
+αιφνίδιος, η μεγάλη αδελφή της, η ωραία Δεσποινιώ ευρέθη σωρός κάτω εις το
+έδαφος. Αφαιρεθείσα η δυστυχής παρεπάτησε και ολισθήσασα κατέπεσε πλησίον
+της αποκοιμηθείσης γραίας, βαλούσα οξείαν κραυγήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναγία μ'! ανεφώνησεν εξεγερθείσα η θειά-Ζωίτσα. Κ' έλαβεν εις
+τας αγκάλας της την προσφιλή της θυγατέρα, ήτις έμεινεν ακίνητος και
+άφωνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νερό! Νερό! Σοφούλα, Νερό! εκραύγασεν η γραία. Αχ! Πάει το
+κορίτσι! Σκοτώθηκε! Τι να γένω!</p>
+
+<p>&nbsp;— Η Σοφούλα καταβάσα ταχέως από του δένδρου περίτρομος ως να
+έπεσε και αυτή έσπευσεν εις την κρήνην ως πτερωτή κ' εκόμισε δροσερόν ύδωρ, δι'
+ου η γραία περιέβρεχε το μέτωπον και τας παρειάς της Δεσποινιώς, ήτις ωχρά ως
+νεκρωθείσα είχεν ημικλείστους ως ημίσβεστον λυχνίαν, τους ωραίους οφθαλμούς
+της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει! Σκοτώθηκεν! Επανελάμβανεν έκφρων η γραία. Τι να γένω!</p>
+
+<p>Μετά τινας στιγμάς όμως συνήλθεν εις εαυτήν η Δεσποινιώ. Πλην δεν ηδύνατο
+να μετακινηθή εκ του εδάφους. Ανεκάθισεν ωχρά εκ του τρόμου της δεινής
+καταπτώσεως, με λευκά τα χείλη εκ της λιποψυχίας, με οφθαλμούς απλανώς
+βλέποντας, ως βλέπει εκείνος όστις εκ της ζάλης θεωρεί στριφογυρίζουσαν την γην
+ως σφονδύλιον, με λυτήν την μαύρην της κόμην, της μανδήλας τη παρασυρθείσης
+υπό των κλάδων του δένδρου εν τη πτώσει, κ' έβαλε τώρα κραυγήν οξυτέραν, διότι
+τώρα ησθάνετο της πτώσεως το βαρύ αποτέλεσμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χτύπησες παιδί μ; ηρώτα η γραία μετά περιπαθείας έκφρονος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ! επόνει η Δεσποινιώ, μη δυναμένη να μετακινηθή εκ του
+εδάφους.</p>
+
+<p>Και εθώπευε μαλακώς τον δεξιόν της πόδα.</p>
+
+<p>Είχε θραυσθή το οστούν του ποδός, άνω του γόνατος εν τω μηρώ.</p>
+
+<p>Απερίγραπτος είνε η θλίψις της γραίας και της άλλης αδελφής, ότε
+εβεβαπτίσθησαν περί του τρομερού παθήματος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ! Ωχ! Επανελάμβανε γογγύζουσα εκ του οξέος πόνου η κόρη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει το παιδί μ'! Προσέθετε και η γραία άπελπις, η καλή και
+συμπαθής μήτηρ, τρωθείσα εις τα καίρια.</p>
+
+<p>Και η γειτονική ηχώ από του εξοχικού συμποσίου εκόμιζεν ως ειρωνικήν
+περιφρόνησιν προς το ατυχές συμβάν τους στίχους του άσματος της καμάρας:</p>
+
+<p class="poem">&nbsp;<i>Κοντέ μ' και πού ν' το χέρι σου<br />
+Και πελεκάς με τώνα; <br />
+Έλα το πουλί μου ν' έλα . . . .</i></p>
+
+<p>Η Σοφούλα σιωπηλή ίστατο ως απομαρμαρωθείσα. Η δε γραία εξηκολούθει να
+εκφέρη στεναγμούς και οιμωγάς οδυνηροτέρας της παθούσης ωραίας
+παρθένου:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! πάει το κορίτσι! Τώχασα το κορίτσι!</p>
+
+<p>Κλαυθμηρώς και διακεκομμένως ως μοιρολόγημα επί νεκρώ προφέρουσα τας
+συλλαβάς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν έσπαζα το πόδι μου να μην έλθω; Έλεγε συνεχώς· και τύπτουσα
+την κεφαλήν της επανελάμβανε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Η λαχταρισμένη! Η πλαντασμένη! Δεν βουβαινόμουνα που είπα να
+αναιβούνε 'ς τη καρυά!</p>
+
+<p>Κ' εκράτει σφιγκτά τους κροτάφους της· της εφαίνετο ότι ήθελε να 'φύγη ο νους
+της.</p>
+
+<p>Ενίοτε δε διέκοπτε τας θρηνώδεις αναφωνήσεις της λέγουσα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τούπα να μη πάρ' βακούφκα! Να κακό πάλι που μας ηύρε!</p>
+
+<p>Όταν δε ενύκτωσε, διά να μη βλέπουν οι άνθρωποι, μήτηρ και θυγάτηρ,
+βαστάζουσαι εντός κυλιμίου την πανάτυχον Δεσποινιώ, εκόμισαν αυτήν εις την
+οικίαν των εν τω χωρίω, ως να εκόμισαν νεκρόν, υπό τας συγκινούσας
+αναφωνήσεις της θειά-Ζωίτσας, ήτις εθρήνει, ως να εθρήνει νεκρόν.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Πρωίαν τινά θερινήν έν έτος μετά ταύτα είχον αναβή εις τον Προφήτην Ηλίαν να
+δροσισθώ υπό την σκιάν των δροσοκρατούντων πλατάνων και ασπασθώ την δεξιάν
+του Παπά-Ιερεμία, όστις εκεί είχε το απλούν και σεμνόν ερημητήριόν του,
+εκτισμένον εν μέσω των παχυσκίων δένδρων εγγύς δροσερού ύδατος, εκρέοντος
+από τινος μεγάλου βράχου, κεκαλυμμένου υπό πυκνού θάμνου, κισσού και αγρίων
+βάτων. Οικοδομή μεγάλη τετράγωνος, διώροφος, εν η ευρίσκοντο κατά σειράν τα
+κελλία, οικοδομή ασχεδίαστος του μακαρίτου Γέροντός του, ήτις ως στρατών
+έρημος υψούται εκεί ακόμη μελαψή και πένθιμος εις την δροσόπνοον εκείνην
+κορυφήν της νήσου.</p>
+
+<p>Ήτο περί το τέλος η Ακολουθία. Διέκριναν ψαλλόμενα τα Νεκρώσιμα
+Ευλογητάρια. Ετελείτο μνημόσυνον. Ως ήμην κατασκονισμένος εκ της κοπιώδους
+πορείας, πριν νιφθώ εις την δροσεράν πηγήν, έστην εις το κατώφλιον του ναΐσκου,
+παρασυρθείς υπό της γλυκείας μελωδίας του ψαλλομένου άσματος: «Μετά των
+αγίων ανάπαυσον. . . ». Από της θύρας, σκιαζομένης υπό τινος αγριελαίας,
+ηκροώμην του πενθίμου ύμνου, περιεργαζόμενος συνάμα τα εν τω μικρώ και απλώ
+εκείνω ευκτηρίω, το οποίον εν τω κάτω πατώματι προς την ανατολικήν πλευράν
+είχε προορίσει διά τα ασκητικάς προσευχάς του ο εν μακαρία τη λήξει Διονύσιος ο
+Λογιώτατος, ο Γέροντάς του, τελευταίος των Κολλυβάδων, αυστηρός και άκαμπτος,
+ανήκων εις μίαν των ισχυροτέρων οικογενειών της νήσου «ο Γέροντας»
+αποκαλούμενος. Ούτε τέμπλεον είχεν ούτε πολυελαίους, αλλ' ούτε στασίδια.
+Ολίγας εικόνας εις τους μαυρισμένους του τοίχους και μίαν Αγίαν Τράπεζαν εφ' ης
+έκειτο ευλαβώς φυλασσόμενον το πυξίον του Αγίου Άρτου διά την θείαν
+Μετάληψιν. Λειτουργίας δεν ετέλουν. Μόνον την τακτικήν ακολουθίαν εδιάβαζον,
+και μετελάμβανον όσοι ήσαν προετοιμασμένοι. Ο θάνατος του Γέροντος δεν
+επέτρεψε να συμπληρωθή το Ευκτήριον εις τακτικόν ναόν.</p>
+
+<p>Ο Παπά-Ιερεμίας 80 ετών γέρων, με λευκήν κόμην και λευκόν πώγωνα ως
+τολύπην βάμβακος, απήγγελλε τας ευχάς με το αυστηρόν εκείνο και πένθιμον ύφος
+του, όπερ όμως παραδόξως εγέννα εν τη καρδία μαλακά και πραέα αισθήματα
+παρηγορίας κ' ελπίδος. Δεξιά έψαλλε νεαρά μοναχή — διά τούτο ην γλυκύς τόσον
+ο ύμνος — φέρουσα μέχρι των οφθαλμών το μαύρον κουκκούλιόν της με τον
+μικρόν κόκκινον σταυρόν επί του μετώπου, και αφίνουσα ελευθέρας μόνον τας
+λευκάς εκ της ασκήσεως παρειάς, παρειάς νηστεύοντος αγγέλου. Εμπρός επί του
+στήθους της του παρθενικού, υπό τας πτυχάς του μαύρου ράσου, διεφαίνοντο τα
+Σχήματα της μοναχής, μέγας ερυθρός σταυρός με την Λόγχην και τον Σπόγγον
+ένθεν και ένθεν εν σχήματι τριγώνου, έχοντος προς τα κάτω την κορυφήν, όπου ήτο
+κεντημένον, ερυθρόν και αυτό, το γυμνόν κρανίον του Αδάμ. Η φωνή της ην
+ασθενής αλλά γλυκυτάτη, φωνή αγγελική. Κ' έμεινα εκστατικός εκεί εις την θύραν
+μέχρι τέλους, ρίπτων ενίοτε τους οφθαλμούς μου και επί των χρυσοκεντήτων
+ποδιών, αίτινες με βαρείας χρυσάς φούντας εκρέμαντο υπό τας ολίγας αγίας
+εικόνας, ποδιών ουχί επί τούτω εξ αρχής κεντηθεισών, ως μοι εφάνη. Το
+χρυσοΰφαντον εκείνο ύφασμα ίσως κατ' αρχάς θα ήτο προωρισμένον δι' άλλον
+σκοπόν, ίσως εχρησίμευσεν εις την προικώαν ενδυμασίαν νύμφης τινός, μετά τον
+θάνατον της οποίας, ακαίρως ίσως θανούσης, τα εχάρισεν εις την εκκλησίαν,
+χάρισμα πένθους ή και χηρείας.</p>
+
+<p>Την προσοχήν μου εφείλκυσε και ζεύγος νεαρών συζύγων, εν κατανύξει
+ισταμένων εγγύς της ψαλλούσης μοναχής. Εκτός κ' ενός άλλου μοναχού, του
+γηραιού Πέτρου, υπηρετούντος και ψάλλοντος με την άξεστον μεν χονδρήν φωνήν
+του κατανυκτικήν δε, ουδείς άλλος υπήρχεν εν τω ναΐσκω, ου τα ολίγα φώτα
+εχλώμαινον πενθίμως εν μέσω του ευώδους καπνού του θυμιάματος. Κ' έβλεπες
+τότε το γλυκύ λευκόν πρόσωπον της μοναχής ως εν μέσω νεφελών εν τοις
+ουρανοίς.</p>
+
+<p>Μετά το τέλος του μνημοσύνου ο ιερεύς φέρων την στολήν του, κρατών
+λαμπάδα και θυμιατόν, εξήλθε του ναού και κατόπιν αυτού η συμπαθής
+καλογραία, ήτις, μετά λύπης παρετήρησα ότι ην χωλή η δυστυχής, μετά δεινού
+κόπου σύρουσα τον έτερον των ποδών της, υποβασταζομένη περιπαθώς υπό του
+νεαρού ζεύγους των συζύγων. Μακρόθεν ηκολούθουν κ' εγώ, θελχθείς συμπαθώς
+υπό των προσώπων της ασκητικής αυτής συνοδείας. Μετά τινα βήματα έστησαν
+επάνω τάφου, φέροντος εμπεπηγμένον ξύλινον μαύρον σταυρόν. Ο ιερεύς, αφού
+εθυμίασεν, ήρχισε ν' αναγινώσκη το πένθιμον Τρισάγιον, οι δε λοιποί
+εγονυπέτησαν εν κατανύξει μεγάλη, ψιθυρίζοντες ευχάς αναμεμιγμένας με
+θρήνους, όταν μάλιστα ήκουσαν του ιερέως μνημονεύοντος: «υπέρ αναπαύσεως
+της ψυχής της δούλης του Θεού Ζωίτσας».</p>
+
+<p>Τότε έκθαμβος ανεγνώρισα τα συμπαθητικά πρόσωπα της παρούσης
+διηγήσεως.</p>
+
+<p>Ο νεοσκαφής τάφος με τον μαύρον ξύλινον σταυρόν, προς το ρίζωμα του
+οποίου είχον φυτρώσει, τις οίδε πώς, μεγάλη τις κουκκέα με δροσερά υπόφαια ως
+στακτωμένα φύλλα και ολίγα μαυροπράσινα μάραθα με τα κίτρινα άνθη των τα
+φουντωτά, ην ο τάφος της θειά-Ζωίτσας, ήτις απέθανε τρεις μήνας μετά το πάθημα
+της θυγατρός της, πονούσα βαθέως διότι έβλεπε χωλήν την ωραίαν θυγατέρα της.
+Αι τελευταίαι της λέξεις, όταν απέθνησκεν, ήσαν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα!</p>
+
+<p>Ταύτα επρόφερεν η πτωχή με τα ξηρά του θανάτου χείλη ενώπιον του αγγέλου
+της, και έκλεισε διά παντός τους οφθαλμούς της.</p>
+
+<p>Η δε λευκή και χωλή μοναχή, ην η προσφιλής της θειά-Ζωίτσας θυγάτηρ, η
+ωραία και καλόκαρδος Δεσποινιώ, ήτις μετά νοσηλείαν επίπονον δύο μηνών,
+απομείνασα χωλή τον θραυσθέντα πόδα, εκάρη μοναχή παρά τω γέροντι Ιερεμία κ'
+έμεινε παρ' αυτώ.</p>
+
+<p>Το νεαρόν πάλιν ζεύγος των συζύγων, ην η μικροτέρα θυγάτηρ της θειά-
+Ζωίτσας, η καλή Σοφούλα, ην υπάνδρευσεν ο Παπά Ιερεμίας ως καλός πατήρ μετά
+τινος αγαθού ναύτου εργατικού και δραστηρίου, αρκεσθέντος εις την οικίαν, και μη
+θελήσαντος να εγγίση την εκκλησιαστικήν άμπελον.</p>
+
+<p>Αι χρυσοκέντητοι τέλος ποδιαί, αι στολίζουσαι το κομψόν τέμπλον του
+προχείρου εκείνου ναΐσκου τόσον λαμπρώς, ήσαν τα προικιά της Δεσποινιώς τα
+εύμορφα, τα οποία με τόσην αγνήν προσπάθειαν εφιλοτέχνησεν η καλή παρθένος,
+ως να ήξευρεν ότι έμελλον ποτε να στολίσωσι τας εικόνας του Χριστού και της
+Παναγίας.</p>
+
+<p>Αφού τέλος εμοιράσθησαν τα κόλλυβα, τα οποία ήσαν πολύ εύμορφα
+στολισμένα με σταφίδας, κουφέτα, βαράκια ολόχρυσα και φύλλα ευώδη, ο παπα-
+Ιερεμίας είπε τον επίλογον με την ξηράν πάντοτε και στεγνήν φωνήν του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα αναθήματα, τιμαλφή ταξίματα και τα βακούφικα, ήτοι κτήματα
+αφιερωθέντα άπαξ εις τον Θεόν, επ' ουδενί λόγω αναλαμβάνονται πλέον οπίσω.
+Όστις τα αφαιρέση, έστω και δι' αγοράς, είνε ιερόσυλος και υπόκειται εις την
+κατάραν του Θεού.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">
+ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ<br />(1899)</h4>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Α'.</h5>
+
+<p>Καταπρασίνη. Με το γλυκύ, σαπφείρινον, του πόντου χρώμα. Νύμφη του
+γιαλού, με το λαχανί φόρεμά της. Εις τας απαλάς της, τας ονειρώδεις
+στρογγυλότητας της μάσκας της, εις τα λεία, τα χυτά πλευρά της, εις την κομψήν,
+την εύγραμμον, λαγόνα της, Νηρηίδος λαγόνα, παντού, θαρρείς και
+αντικατωπτρίζετο το σαπφείρινον του πόντου χρώμα.</p>
+
+<p>Μακρά, στενή, στιλάδο σκαρί, φορτωμένη διά Κωνσταντινούπολιν η σκούνα,
+ήτο αραγμένη εις τον ευρύν, τον ακύμαντον λιμένα, με τους υψηλούς δύο ιστούς
+της, ακινήτους ως τρόπαια. Με τα πανιά μαζευμένα, δεμένα εις τας θέσεις των, εις
+τα σταυροειδή πενά, έτοιμα, θαρρείς, εις μίαν πνοήν, πνοήν ελαφράν, ν' ανοίξουν,
+να γλυστρίσουν, μαλακά-μαλακά, ως νεφέλαι, λευκός πέπλος του Γάμου.</p>
+
+<p>Καμαρόνουσα, κούφη, ελαφρά σειομένη, ως κρεμαστή, εις το γλυκύ της αύρας
+φύσημα, με τ' αναρίθμητα, τα πολυώνυμα εκείνα σχοινία των ιστών, δίκτυον
+γραμμών και γωνιών πολύπλοκον, ως ζωγραφιστή εφαίνετο εν αιθερίω πίνακι,
+πανδαίδαλον ίνδαλμα των θαλασσών, όνειρον θελκτικόν του κοιμωμένου
+λιμένος.</p>
+
+<p>Καθρέπτης αργυρόχρυσος ο λιμήν. Και εις την κρυσταλλώδη, την στίλβουσαν
+αυγήν του, έβλεπες εν ρεμβασμώ, μίαν καταπράσινην, αραγμένην σκούναν.</p>
+
+<p>Κάθε βράδυ, μετά τον θαλασσινόν μου περίπατον, επερνούσα δίπλα της. Η
+μικρά φελούκα εσειάριζεν. Ανεκόπτετο ο δρόμος. Και ιστάμενος εν θάμβει, την
+εθεώρουν, την εκαμάρωνα, με πόθου διψαλέα όμματα, λαμποκοπούσαν εις την
+εσπερινήν φωτοβολίαν, με μίαν κάτασπρην γραμμήν, μεταβλητήν· εκ βρόχου
+χιονώδους ταινίαν, περιθέουσαν την άκραν του υψηλού της παραπέτου, με το
+σπιράγιο της πρύμνης κατάλευκον, τετράγωνον βωμόν του θαλασσινού Θεού, με
+τον Ηρακλέα ξύλινον, επί της υψηλής, της αρρενωπής πρώρας της, πολιόν
+αργοναύτην, λευκανθέντα εις των κυμάτων την πυκνήν βροχήν.</p>
+
+<p>Νικήτρια, ερρέμβαζε τρυφερώς την νίκην.</p>
+
+<p>Ανεπαύετο.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>&nbsp;— Ν' αρμένιζα μαζί της!</p>
+
+<p>Και ο αράπης, μπογαζιανός σκύλλαρος, υλακτών, έδακνε με τους αγρίους
+οδόντας του την κωπαστήν, καβαλαρωμένος επάνω, φύλαξ άγρυπνος της
+κοιμωμένης θαλασσονύμφης, κι' εξέβαλεν ενίοτε μετ' ωρυγών, το φοβερόν ρύγχος
+του, με το τραχύ, μαύρον τρίχωμα, πεταχτόν άνω των κροτάφων, υπό την σκιάν του
+οποίου αγρίως εγυάλιζον δύο πύρινοι οφθαλμοί, κ' εφάγκριζον φοβεροί
+κυνόδοντες, αγρίως πειναλέοι.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ήρεμος, απαλή, πηκτή η γαλανή θάλασσα, την έφερεν ελαφράν εις τα δροσερά
+της νώτα, κούκλαν μικράν 'ς την καταπρασίνη αγκαλιά της, θαρρείς κ' η θάλασσα
+επλάσθη δι' αυτήν.</p>
+
+<p>Κ' εκείνη γλυκά-γλυκά την έψαυε, καταπρασίνη, αρμονικώς συνδυάζουσα το
+χρυσαυγές χρώμα της με το γλαυκόν της θαλάσσης χρώμα, θαρρείς κ' επλάσθη διά
+την θάλασσαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ν' αρμένιζα μαζί της!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Η θάλασσα, μπονάτσα — λάδι, κοιμάται. Κοιμάται κ' η σκούνα, τυλιγμένη μέσα
+εις αεροειδή πέπλον.</p>
+
+<p>Κι' αν εξυπνήση η θάλασσα μια φορά!</p>
+
+<p>Κι' αν εξυπνήση κ' η σκούνα μια φορά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ν' αρμένιζα μαζί της!</p>
+
+<p>Με τα πανιά!</p>
+
+<p>Το γνήσιον, το αληθές, το καθ' αυτό ταξείδι.</p>
+
+<p>Με τα πανιά!</p>
+
+<p>Άρρητος ο πλους, αχόρταστος η απόλαυσις, τρυφερά η συγκίνησις.</p>
+
+<p>Με τα πανιά!</p>
+
+<p>Προφέρεις μόνον την δροσεράν λέξιν και αύραι μυρίζουσαι ως τα κρίνα, του
+πόντου τα μυροβόλα φύκη πλημμυρίζουν την καρδίαν σου.</p>
+
+<p>Με τα πανιά!</p>
+
+<p>Πτερωτός, μυθικός δαίμων, σε αφαρπάζει, ως επί νεφελών, ίνα σε μεταγάγη εις
+τον δροσερόν των κυμάτων κόσμον, όπου η φύσις ολόγυμνος κολυμβά, αφρός εν
+αφρώ.</p>
+
+<p>Θεωρείς κύματα, διαλογίζεσαι κύματα, ομιλείς με τα κύματα, την ηδέως
+κηλούσαν του ύδατος γλώσσαν, βόμβον εράσμιον ως από μυριάδων κυψελών.
+Τρώγεις 'ς τα κύματα, κοιμάσαι 'ς τα κύματα, κ' εξυπνάς 'ς τα κύματα, ζης σαν
+γλάρος, του κύματος γλάρος.</p>
+
+<p>Με τον ατμόν είνε νόθος ο πλους.</p>
+
+<p>Μαύρη, κατάμαυρη αιθάλη σε αποπνίγει.</p>
+
+<p>Δεν προφθάνεις να ιδής, δεν προφθάνεις να φάγης, δεν προφθάνεις να
+κοιμηθής, δεν προφθάνεις να εξυπνήσης. Δαιμόνιος βόμβος, βόμβος
+συνταρασσομένου σιδηρού κόσμου, μαύρου κόσμου, εν πυρίνη κοιλία. Και
+συνταράσσονται όλα εν καταρράξει δεινή σιδήρου πριονιζομένου, εν βοή σιδηρού
+πύργου καταπίπτοντος, εν χαλασμώ σιδηρού κόσμου μηχανημάτων και τροχών κ'
+ελίκων και πλακών, και μοχλών και καρφίων και κοχλιών, εν σεισμώ σιδηράς
+πόλεως, ότε το παν τρέμει επάνω, ως ο Δαθάν, κ' υποχωρεί προς τα κάτω ως ο
+Αβειρών, να εξαφανισθή, θαρρείς, εν τη αβύσσω. Και ωρύεται σειόμενον πράγμα
+και φεύγει, ενώ αιφνίδιαι στοναχαί, τιναγμοί σιδηροδεμένων τιτάνων, σ'
+εξεγείρουσι κοιμώμενον, σε ανατινάσσουν δειπνούντα, έξαλλον, αγνοούντα, να
+φύγης, ενώ το παν θα διαρραγή, θαρρείς, εις δύο, εν μέσω του πελάγους.</p>
+
+<p>Και καίουσιν οι πύραυνοι εις την κοιλίαν του, ως το παμφάγον πυρ εν τω
+κέντρω της γης. Και ζέον ύδωρ εξερεύγουσιν αι σιδηραί πλευραί, και ζέουσα βροχή
+ανατινάσσεται από της μηχανής προς τάνω, ατμοί, και σπίθαι και φλόγες και
+μυκηθμοί αγρίου τέρατος, πλέοντος εν δεινώ άσθματι.</p>
+
+<p>Τρικυμία τεχνητή, ην εξιστάμενος θεωρεί ο πόντιος Θεός, ο κυανοπώγων
+Ποσειδών.</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Β'.</h5>
+
+<p>&nbsp;— Άιντε! Για την Πόλι!</p>
+
+<p>Με αφύπνισε τραχεία, άτακτος, ασχημάτιστος φωνή, παιδός φωνή, του νεαρού
+καμαρωτού η πρόσκλησις.</p>
+
+<p>Επετάχθην.</p>
+
+<p>Παις γαλανομμάτης, μ' ελαφρόν κούκκον εν τη ακτενίστω κεφαλή του, με
+γαλάζιαν βλούζαν, ανυπόδητος με γυμνάς τας κνήμας, βρεγμένος,
+ανασκουμπωμένος μέχρι γονάτων, ήλθε να παραλάβη την βαλίζαν μου, ο νεαρός
+καμαρώτος.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>&nbsp;— Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ!</p>
+
+<p>Πρωί-πρωί, χαράγματα, είχεν εξυπνήσει η σκούνα. Κ' η σιδηρά πόμπα της,
+ανασύρουσα την άγκυραν, διά ρυθμικών βραδέων και πενθίμων κρότων,
+απεχαιρέτιζε τον λιμένα, κλαίουσα ναϊάς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Σκαμπαβία μολυβδόχρους, ελαφρά ως εκ ναστοχάρτου, με τέσσαρα κωπιά, μας
+έφερε μετά του πλοιάρχου επάνω εις την αρμενίζουσαν ήδη σκούναν, ήτις μετά
+κομψής, χορευούσης παρθένου χάριτος, ανακόψασα ως εν χαιρετισμώ τον
+ελαφρόν της δρόμον υπέκλινε θαρρείς και μας εδέχθη, πηδήσαντας ευφροσύνως
+εις τας αγκάλας της, μητέρα τα παιδάκια της.</p>
+
+<p>Κ' ιδού εγώ τέλος επί της σκούνας. Εν τη θαλάσση.</p>
+
+<p>Με τα πανιά, επί του καθαρού καταστρώματος του πλέοντος, του ηδέως
+ολισθαίνοντος. Εν μέσω πολυπλόκων σχοινίων, τεταμένων σχοινίων,
+χαλαρωμένων, κρεμασμένων, κουλουριασμένων, σχοινίων πισσωμένων,
+κατραμωμένων, βρεγμένων, αβρέκτων, χρωματισμένων σχοινίων, αχρωματίστων
+σχοινίων, εν ατμοσφαίρα δροσερώς υγρά, αποπνεούση ευάρεστον, καραβίσιαν
+απόπνοιαν. Υπό τα ιστία όλα ανοικτά, κολπωμένα, έτοιμα να μας αναρπάσουν
+όλους, θαρρείς, με την σκούναν μαζί, προς τους αιθέρας.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Κατευόδιον!</p>
+
+<p>Εις τας δύο προκυμαίας, εις την πλατείαν την υψηλήν, εις τας θύρας των
+μαγαζείων της αγοράς, εις τα παράθυρα των οικιών, παντού μας καμαρώνουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η σκούνα! η σκούνα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Σηκώθη η σκούνα!</p>
+
+<p>Και διά πυροβολισμών μας χαιρετίζουν. Κ' η σκούνα παρέρχεται προ της
+πόλεως σκιρτώσα, χορεύουσα, εύμορφη, στιλάδο σκαρί, με τα πανιά κάτασπρα, με
+τα σινιάλα φαιδρά· και αποχαιρετίζει απαντώσα εις τους χαιρετισμούς της νήσου.
+Τρομπονισμός βοΐζει βαρύς απ' αυτής, ου ο υπόκωφος τρόμπος εν τρόμω κυλίεται
+επάνω εις την γαλανήν επιφάνειαν της θαλάσσης, ως να μιλή η εύμορφος
+σκούνα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχετε γεια!</p>
+
+<p>Δροσερός φυσά ο μπάτης ο πρωινός. Το κύμα παιγνιωδώς πιτσιλίζει την
+πρώραν, ως ποταμάκι ασημένιο. Και την ραντίζει ευλαβώς, επιχαρίτως
+ανασειομένην, με τον κάτασπρον Ηρακλέα της, θαρρείς και την θωπεύει, θαρρείς
+και την λούει, μητέρα το κύμα χαϊδεύουσα, το παιδάκι της.</p>
+
+<p>Μία γρηούλα, ως να προσεύχεται κάθηται συμμαζευμένη επί τινος βράχου
+λευκού, κατάμαυρη.</p>
+
+<p>Τίνος απερχομένου ναύτου να είνε η αγαπημένη μητέρα;</p>
+
+<p>Το δειλινόν εχάσαμεν την κώμην, κρυφθείσαν όπισθεν μιας άκρας στενής και
+μακράς. Κατευθυνόμεθα προς βορράν, ανοικτά, προς την Σκόπελον. Ο φάρος της
+Γλώσσης επί τινος βράχου, ως πύργος γλάρων επί αργιλλώδους, γυμνού εδάφους.
+Μικρόν κατά μικρόν εξαφανίζονται οι έρημοι όρμοι της Σκιάθου εις ευθείαν
+τεφρόχρουν γραμμήν. Οι ναύται, εν τη πρώρα, ξαλλάξαντες, παρεκάθησαν εις το
+λιτόν πρόγευμά των, το ανοιχτόκαρδον κολατσιό, συνομιλούντες ως αδελφοί, και
+με πόνου δακρυσμένα βλέμματα παρατηρούντες αδιακόπως την εξαφανιζομένην
+πατρίδα. Οι ναύται την αγαπούν την θάλασσαν, πολύ την αγαπούν, αλλά μόνον την
+στερεάν ονειροπολούν. Το σώμα των 'ς την θάλασσα κι' ο νους των 'ς την
+στεργιά.</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχος, κοντός, χονδρός, ορθογώνιον τμήμα στερεοποιηθέντος σώματος,
+με χείρας χονδράς, επικαμπείς ως χηλάς καβούρας, με πρόσωπον πλατύ, με τον
+μύστακα ένθεν κ' ένθεν ως τα δύο του αλφαβήτου πνεύματα, ευχαριστημένος διότι
+τα πανιά εδούλευαν, ανοίξας τα δεφτέρια του, εξετάζει τους λογαριασμούς
+του.</p>
+
+<p>Και μόνος ο πηδαλιούχος, όρθιος, επί της πρύμνης, ελαφρά στηριζόμενος επί
+του τροχού του πηδαλίου, ον περιστρέφει, διευθύνει το πλοίον βλέπων ατενώς
+προς έν κατέμπροσθέν μας γαλανόν σημείον, μίαν μουνδζούραν του
+ορίζοντος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ανοιχτά, κατά την Κυρά-Παναγιά.</p>
+
+<p>Είχε διατάξει ο πλοίαρχος, επιβοηθήσας αυτόν συνάμα εις την στροφήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον ξέρεις, βρε, τον μπούσουλα;</p>
+
+<p>Ερώτησε χαριεντιζόμενος, ο αγαθός πλοίαρχος με ξηρομασημένας λέξεις,
+βαστάζων μεταξύ των οδόντων τεμάχιον μολυβδοκονδύλου.</p>
+
+<p>Ο πηδαλιούχος σαν να επειράχθη, αδιάφορος, χωρίς ν' απαντήση εκύτταζε
+προς το πέλαγος, κάτω, όπου η Σκιάθος ολονέν εξηφανίζετο υπό έναν γαλανόν
+πέπλον με κλαδιά ενώ κ' εκεί, χρυσά, λευκά, πράσινα, γαλάζια κλαδιά, κόκκινα
+κλαδιά.</p>
+
+<p>&nbsp;— 'Σαν τον ξέρεις τον μπούσουλα, βρε Γιαννάκη, πες μου τώρα πού
+έχουμε πλώρη;</p>
+
+<p>Προσέθηκε μετ' ολίγον ο πλοίαρχος, σβύσας διά της μολυβδίδος αριθμούς
+τινας και σημειώσας άλλους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, γραίγο κάρτα τραμουντάνα!</p>
+
+<p>Απήντησε μετά ετοιμότητος αυταρέσκου ο νεανίσκος, υιός του πλοιάρχου
+πολυαγάπητος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπράβο, Γιαννάκη, μπράβο, Γιαννάκη! Εσύ μωρέ γυιε μου, τα
+ξεσκόλησες! Κοντεύεις να περάσης τον πατέρα σου.</p>
+
+<p>Είπεν ο πλοίαρχος κ' επαραμέρισε την ένθεν κ' ένθεν του στόματός του
+επικολλημένην δασείαν και ψιλήν, ως διά να γελάση ελεύθερα.</p>
+
+<p>Ο Γιαννάκης ήτο νεανίας, μόλις δεκαοκταετής. Αγένειος, μελανόφθαλμος,
+μελαψός, με κόμην άφθονον κατάμαυρην, εξέχουσαν γύρω, γύρω από τον κούκκον
+ως επικάλυμμα κυψέλης Και συνεχώς μετά τινος μελαγχολίας έστρεφεν οπίσω
+προς τη γαλανήν Σκίαθον, κυάνεον όγκον πλέον, κι εβύθιζε το βλέμμα του κάτω
+εκεί, παραμελών την πηδαλιουχίαν, και φέρων την σκούναν συνεχώς διά γραμμής
+τεθλασμένης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα θα μας κυττάζουν ακόμα. Μου είπε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μας βλέπουν;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακόμα δεν εχώνεψεν η σκούνα. Κάτω 'ς την άμμο, 'ς το Ξάνεμο, η
+μάννα μου θα μας αγναντεύη.</p>
+
+<p>Και μετά μικρόν τεθλιμμένος:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πηγαίνει 'ς τον Πύργο, ανάφτει τα καντήλια τ' Άη-Γιαννιού και ύστερα
+τραβάει 'ς το Ξάνεμο και κάθεται, ως να χωνέψουμε. «Παναγίτσα μπροστά τους!
+Παναγίτσα μπροστά τους!» όλο έτσι λέει και κάμνει τον σταυρόν της η καϋμένη η
+μάννα μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όλο ανοιχτά! όλο ανοιχτά!</p>
+
+<p>Διέκοψεν ήδη ο πλοίαρχος, αντιληφθείς αίφνης ότι τ' απόνερα της σκούνας
+εσχημάτιζον πάλιν τεθλασμένην μακράν γραμμήν.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον έπαυσε και ο νεανίας να κυττάζη την νήσον, ήτις, αγνώριστος
+πλέον, είχε διαιρεθή υπό της αποστάσεως εις τρεις μικράς νησίδας ξένου
+αρχιπελάγους. Εκβαλών βαθύν στεναγμόν, τον τελευταίον προς την πατρίδα του
+αποχαιρετισμόν, αφιερώθη εις την πηδαλιουχίαν, το έργον του, ενώ χονδρόν
+δάκρυ εκυλίετο εις τας ζωηράς παρειάς του.</p>
+
+<p>Στηρίζων το στήθος μου επί του υψηλού δρυφάκτου της πρύμνης, ως επί των
+χειλέων εξοχικού ανδήρου, με κρυφήν χαράν εισπνέω την δρόσον, την αμύθητον
+του πελάγους δρόσον, την αχώνευτον, την αλησμόνητον ζωήν.</p>
+
+<p>Δύο-τρία κοπαδάκια, σκιρτώντα μικρά ψαράκια, μικρούτσικες αθερίνες της
+Σκιάθου, μας παρηκολούθησαν από του λιμένος. Και σπεύδουν τα καϋμένα, και
+σείουν της ουρίτσες των ως να τρέμουν μη μας χάσουν. Αραιόνουν, πυκνούνται,
+αλαργεύουν, σιμόνουν, παρατάσσονται, ανακατόνονται. Χάνονται υπό το
+καταπράσινον κύμα, και πάλιν ιδού αναφαίνονται παρά το πλευρόν της σκούνας, η
+οποία ως διά μαγνήτου τα προσελκύει κοντά της, τα σύρει μαζύ της. Τώρα είνε
+πίσω. Τώρα ήλθαν 'ς την μέση. Ένα κοπαδάκι, δύο κοπαδάκια, τρία κοπαδάκια.
+Μικρά-μικρά. Με κοιλίαν άσπρην, με ματάκια μαύρα, ως γυαλιστερές χανδρίτσες.
+Ψίχουλα που τα τίναξαν, θαρρείς, οι ναύται από το δείπνον των κι' εζωντάνεψαν
+μέσα 'ς το κύμα. Και να, τσιμπούν την κοιλιάν της σκούνας, αναίσθητον,
+μπακιρωμένην. Τώρα έκαμαν κύκλον. Τώρα χορεύουν τον συρτόν. Τώρα
+κολυμβούν ένα-ένα. Τώρα παραβγαίνουν 'ς τ' αλάργα. Πλέουν και παίζουν.
+Παίζουν και πλέουν. Εξάγουν τα κεφαλάκια των να μας ιδούν και σχηματίζουν
+φυσαλίδας ως να επιπλέη εκεί τρυπημένον κόσκινον. Στρέφουν εξαίφνης προς το
+πέλαγος ως να κυνηγούν ψιχίον καταπεσόν, κ' αίφνης μετανοούν τάχα και το
+αφίνουν· και πάλιν ξαναμετανοούν και παρακολουθούν πάλιν όλα μαζύ, ένας
+σωρός, την σκούναν, της οποίας τα λευκά ιστία κεντώσιν ήδη με χρυσάφι πολίτικο
+αι χρυσαί της δύσεως ακτίνες.</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Γ'.</h5>
+
+<p>Νυκτώνει. Όπισθέν μας, προς νότον, διαγράφονται αι σκιαί των βορείων
+Σποράδων, ογκώδεις, μαύραι, ως σύννεφα καταιγίδος. Εμπρός προς βορράν, μόλις
+σχηματίζονται, δεξιά, ως νέφη μελαψά, τα Ρημονήσια, και πέραν εκεί επάνω
+μακράν ως νεφέλωμα σκοτεινόν η πολυσχιδής Χαλκιδική.</p>
+
+<p>Οι ναύται κατακλίνονται επάνω εις το κατάστρωμα. Ο μεν εντός της μεγάλης
+σκαμπαβίας, στερεωμένης εν μέσω του καταστρώματος, ο δε δίπλα της, απ' έξω
+υπό την μάσκαν της, ως υπό στέγην, ο δε υπό το υπόστεγον της πρώρας και άλλος
+υπό την δρόσον του πλατέος τρίγκου του πλέον χαμηλού ιστίου, ως υπό τους
+κλώνους πυκνοφύλλου πλατάνου. Και μόνον η βάρδια αγρυπνεί, ο φρουρός,
+βλέπων πάντοτε εμπρός, εις απόστασιν, και ο τιμονιέρης βλέπων προς τον ουρανόν
+και προς τ' άρμενα της αγρυπνούσης σκούνας, ήτις προχωρεί αδιακόπως γλυκά
+συνομιλούσα με το κύμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βλέπεις εκείνο τ' άστρο, το γεμάτο; Εκεί να πηγαίνη το μπαστούνι
+σου. Και να παίζη ο κόντρας, το πλέον υψηλόν ιστίον. Ακούς, Γιαννάκη μου; Α!
+παιδί μου! Και να δης μια πατατούκα που θα σου πάρω στην Πόλι!</p>
+
+<p>Είπεν ο πλοίαρχος και εξηπλώθη επάνω εις το σπιράγιο της πρύμνης, τυλιχθείς
+ως κούτσουρον εντός βαρείας χλαίνης.</p>
+
+<p>Ο μπάτης, δυναμώσας την νύκτα, κολποί τα ιστία τα οποία θαμβά υψούνται
+κατά σειράν επί των δύο ιστών, ως σημαίαι πανηγυρικών αψίδων, λησμονηθείσαι
+την νύκτα.</p>
+
+<p>Η σκούνα σείεται όλη ελαφρώς, επιπλέουσα ως πτερόν.</p>
+
+<p>Ο ουρανός πλήρης αστέρων, απλούται ως απέραντος οροφή άνω του
+πελάγους, το οποίον μαυρίζει προς τα κάτω και χάνεται εις τα σκότη, αφ' ων
+αόριστος, μυστηριώδης αναδίδεται ψίθυρος ως αύρας πνεούσης μακράν εν τω
+δάσει. Ψίθυρος ευάρεστος, μορμυρισμός ρυακίου, ρέοντος υπό την χλόην, μαλακά,
+υποκώφως. Η λεία του πόντου επιφάνεια, ρυτιδουμένη, σχηματίζει μικρά
+κυματάκια, τα οποία παίζουν εν τη σκοτεινή εκτάσει κυνηγούμενα, και κυνηγούνται
+παίζοντα, και τρέχουν, και θορυβούν, και γελούν, θαρρείς, προσκρούοντα επί της
+πρώρας, ελαφρά, ως δεματάκια εκ βάμβακος. Φλοισβίζουν, φλυαρούν, αφρίζουν κ'
+ενίοτε αντικρύζοντα τον ελάτινον της πρώρας ημίθεον απαθή και ακίνητον ως εκ
+μετάλλου εξίστανται και αυτά.</p>
+
+<p>Αλμυρά, νόστιμος ευωδία πληροί την όσφρησίν μου. Φέρομαι επί των κυμάτων
+ως ένα κάρφος, ένα πτερόν. Παμποίκιλοι διαλογισμοί ως τα κύματα παίζουσιν εν τη
+ψυχή μου, δροσερά ως ο πόντος. Ενθυμήσεις αόριστοι, συγκεχυμέναι, ως η περί
+εμέ υγρά φύσις κατέχουν την διάνοιάν μου. Κόσμος σχοινίων πολυώνυμος, ξάρτια
+και παταράτσα και κάργα, κόσμος ιστίων, τρίγκοι και παπαφίγκοι και φλόκια και
+φλέσια, κόσμος εξαρτισμών και πλεγμάτων και τροχιακών και τρυμαλιών, καρχήσια
+πολύστομα και πλατύστομα, απλούνται επάνωθέν μου όλα συμπεφυρμένα εις
+τετράγωνα, εις κύκλους και ρόμβους και τρίγωνα, εις αναβαθμούς και αναρτήσεις
+κ' αιώρας, πέραν των οποίων σελαγίζουσιν αναρίθμητα άστρα, φωτόμορφοι
+αστερισμοί, αγύριστος κόσμος άλλου, μετεώρου πελάγους, με τα γαλακτώδη του
+Γαλαξίου νεφελώματα, ως πολυκαμπή οδόν των ψυχών και των πνευμάτων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να παίζη ο κόντρας, βρε Γιάννη!</p>
+
+<p>Ακούεται αίφνης, διακόπτουσα τους ψιθυρισμούς της ψυχής, η τραχεία φωνή
+του πλοιάρχου ως ονειρευθέντος εκεί υπό την αναισθητούσαν χλαίναν του.</p>
+
+<p>Και ο Γιαννάκης μετά προσοχής θεωρεί τον μόλις εν τω ύψει και τη νυκτί
+διαγραφόμενον, ως φαιόν νέφος, κόντραν, προς τας κινήσεις του οποίου
+κανονίζεται η ευθυπλοΐα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πήγες σ' την Πόλι; Κολακεύει πάλιν τον έφηβον υιόν του ο πλοίαρχος,
+ενισχύων αυτόν εν τη αγρυπνία του. Να πας σ' την Πόλι και να ιδής! Να ιδής
+αγάδες και να ιδής χανούμισσαις! Να ιδής αγάδες 'ς τα άλογα και χανούμισσαις 'ς
+τους μπιαντέδες σαν ζωγραφιαίς.</p>
+
+<p>Γλυκά-γλυκά κατέρχεται επί των βλεφάρων μου ο ύπνος ως ψεκάζουσα δρόσος
+από των Εστιών, άτινα συγχέονται προς την σκοτίαν πλέον, όγκοι σκοτεινόφαιοι
+ατμών και καταχνιάς.</p>
+
+<p>Διά τελευταίαν φοράν διακρίνω το κατακόκκινον φως του σιγάρου του
+πρωραίου φρουρού, αγρυπνούντος βαρδιάνου, ακινήτου ως ξυλίνου, όστις
+τυλιγμένος εις το αμπαδένιο καποτάκι του, ως εντός μιας δίπλας της νυκτός,
+τραγουδεί το τραγουδάκι του, το γλυκύ του νυσταγμού του αντιφάρμακον, όπερ ως
+νανούρισμα δι' εμέ κομίζει η νυκτία δρόσος προς την αυτοσχέδιον κλίνην μου, υπό
+την βαρείαν της μπούμας επιστέγασιν:</p>
+
+<p class="poem"><i>Από ξένον τόπο<br />
+κι' απ' αλαργινόν — <br />
+γιάλα-γιάλα <br />
+Ήλθε το Μορφάκι, <br />
+ήλθε το καϋμένο <br />
+δώδεκα χρονών. . . <br />
+γιάλα-γιάλα.</i></p>
+
+<p>Τι όνειρον! Γλυκύ, δροσερόν όνειρον. Η πλατεία μπούμα, αγρυπνούσα με
+παρεφύλαττεν ως δροσερός άγγελος καθ' όλην την νύκτα. Αλλ' εκοιμήθην επί
+στρώματος εξ ανθέων; Εκοιμήθην επί του αφρού; Εκοιμήθην επί νεφέλης κούφης;
+Ελαφρά; Μαλακά; Εναέριος; Επί πτίλων περιστερών; Επί πετάλων ρόδων; Επί ερίων
+χρυσών; Κλίνη μυστηριώδης. Βυθίζουσα εις το αχανές. Ανάγουσα εις κόσμους
+μεταρσίους. Λιικνίζουσά με ως δι' αβροδιαίτων χειρών νυμφών και νηρηίδων,
+υπερκοσμίων πνευμάτων. Βαυκαλίζουσά με ηδέως. Εάν αι ψυχαί κοιμώνται εν τω
+παραδείσω, ο ύπνος των δεν θα είναι αλλοίος.</p>
+
+<p>Και ότε αφυπνίσθην, την αυγήν, εξηκολούθει ακόμη ο θείος όνειρος.</p>
+
+<p>Θέαμα ευρύ. Θέαμα ποικίλον, θέαμα απεριόριστον, απερίγραπτον, ασύλληπτον
+θέαμα. Σκηνογραφία έξοχος εξόχου γραφέως, την οποίαν διά μαγικού ελατηρίου
+ανύψωσεν επί του αιθρίου ορίζοντος η πολυέραστος πρωινή νύμφη φωτίσασα
+αίφνης διά μαλακού, καθηδύνοντος φωτός, το Αιγαίον.</p>
+
+<p>Ο σεμνότατος Άθως, τριγωνικός ως πυραμίς Αιγυπτιακή, εις το βάθος,
+επιβάλλων διά του μεγαλείου του και αναγκάζων σε, γονυκλινή, εις επιτακτικήν
+προσκύνησιν. Δεξιά τα Ρημονήσια, γιγάντια κήτη, νομίζεις, αναδύσαντα εκ του
+βυθού, μαυρογάλανα, οζώδη, φαλακρά. Πλέουσι, θαρρείς, εν μακρά γραμμή, κατά
+σειράν, εν εξαισία παρατάξει, συντροφία γιγάντων, να προσκυνήσουν τον ιερόν
+Άθωνα, αποκαλύψαντα την πολιάν κορυφήν του ως προς υποδοχήν, ενώ από τους
+μαύρους βοστρύχους του κρέμανται μοναί και ασκητήρια, καλιαί αββάδων.</p>
+
+<p>Ιδού η Αλόνησος με το σφαιρικόν όρος της και τον απόκρυφον λιμένα της,
+καταφύγιον των ναυαγών και των πειρατών.</p>
+
+<p>Ιδού παρέκει η Κυρά-Παναγιά με το καταγάλανον των δασών της χρώμα, ως με
+κυανούν πρωϊνόν μανδύαν περιβεβλημένη, υφ' ον βόσκουσι τα ποίμνια της
+Λαύρας, τα γαλακτερά. Ιδού τα αγριόμορφα, τα χοιρώδη Γιούρα, σιωπηλά και
+ακατοίκητα. Ο αλιεύς, ον η γαλήνη, καταδελεάσασα παρέσυρε μέχρι των
+αποτόμων ακτών του, έντρομος βλέπει την νύκτα να κατρακυλώσιν εν βρόντω
+σατανικώ βράχοι αμαξιαίοι, υπό αοράτων δαιμονίων ωθούμενοι, άτινα — λεγεών
+όλη — εξώσθησαν εκεί εκ του Άθωνος διά των προσευχών του οικιστού αυτού
+Πέτρου του Αθωνίτου. Όπισθεν αυτού, συνεσταλμένον, γαλανόχρουν, το έρημον
+Πιπέρι, με τ' άφθονα καυσόξυλά του και το ασκητικόν μετόχι του, οίκημα, θαρρείς,
+των μιαρών αμφιβίων.</p>
+
+<p>Κ' εμπρός-εμπρός ιδού η Ψαθούρα, μακρά, ομαλή, ηπλωμένη επί των κυμάτων,
+ως Αλεξανδρινή ψίαθος, με τον πύργον του φανού της εν μέσω, ως ιστόν πλοίου
+μακρόθεν φαινόμενον, πλοίου αγκυροβολήσαντος δι' άγνωστον αιτίαν εν μέσω
+εκεί του πελάγους. Την νύκτα όταν φέγγη γλυκά εκεί, μέσα εις την σιωπηλήν
+ερημίαν του πελάγους, θαρρείς και είναι κανδήλα ιερά ενώπιον αναμμένη του
+Γέρω-Άθωνος.</p>
+
+<p>Ω απερίγραπτον όνειρον πρωινόν.</p>
+
+<p>Αίφνης από μέσα από το πέλαγος προς ανατολάς κάτω, ανάπτει φως ερυθρόν·
+πυροφάνιον τερατώδες, τρίτωνός τινος τον οποίον τον επήρεν η ημέρα εις το
+ψάρευμα. Κατ' αρχάς φαίνεται ως κεφαλή σαρικοφόρου Τούρκου, αναδύοντος
+μεγαλοπρεπώς από των κυμάτων, είτα ως ωραιότατος τεράστιος μύκης, θαλασσίου
+λειμώνος, είτα ως χύτρα χαλκή κατακόκκινος επί της πυράς, χύτρα παμμεγέθης
+Γκέκιδων γεωργών. Προς στιγμήν μετεμορφώθη εις πάγκαλον ανθοδοχείον, μέγα,
+φοινικικόν, και τέλος από μέσα από την ακατανόητον αυτήν σύγχυσιν του φωτός,
+σύγχυσιν εις πράγματα και σύγχυσιν εις σχήματα, αναθρώσκει ο ήλιος, ως νυμφίος
+από του παστού, ακτινοβολών, φωτίζων, ζωογονών, και λύνων το παν, όπερ
+ελούσθη πλέον, θαρρείς, περιεβλήθη το αιώνιον φωτεινόν ιμάτιόν του, ζη.</p>
+
+<p>Άγριον, φοβερόν είνε το πέλαγος άνευ του ηλίου. Αι φωτοβόλοι του
+προσφιλούς άστρου ακτίνες παραμυθούσι, συντροφεύουν, λαλούν, αποδιώκουν
+την κρυεράν ερημίαν. Την νύκτα, με το πυκνό σκότος, άπασα η περικαλλής αύτη
+σκηνογραφία θα ήτο απαισία. Τα Ρημονήσια, δαίμονες σπεύδοντες να συμπλακώσι
+προς τον αρχηγόν του σκότους, τον φοβερόν Άθωνα. Τα κύματα, άγριοι οδόντες
+Αιθίοπος, απειλούντος φθοράν.</p>
+
+<p>Και νυν οποία μεταμόρφωσις ηπιότητος, ειρήνης και μειδιάματος. Λάμπουν τα
+Ρημονήσια, χορός Ναϊάδων. Αι ράχεις των ακτινοβολούν από χαράν, με ρόδινον ή
+κυανούν πέπλον ημφιεσμέναι. Γελούν αι γυμναί κορυφαί των, γελούν και η
+γυαλιστεραίς ακρογιαλιαίς των, μ' ευωδιάζοντα — δεν το πιστεύετε; — λαλαρίδια,
+ποικιλοσχήμους και ποικιλοχρώμους χάλικας, όπου θα επεθύμει να κυλίεται κανείς
+ολόγυμνος, κολυμβών εις την χρυσήν την άμμον και εις τον καταπράσινον αιγιαλόν
+των.</p>
+
+<p>Η ως ψίαθος ηπλωμένη Ψαθούρα, νομίζεις και ανακινείται, ανασηκόνεται ως
+νύμφη θαλασσόλουστος, ανατείνουσα τον πύργον του φανού της, ως διά να
+χαιρετίση ζητωκραυγάζουσα εις τιμήν του Άθωνος, όστις με ολόασπρον την
+κεφαλήν, φέρων τον βαθύ-κυανούν μανδύαν του, πατρικώς προσμειδιά,
+συγκρατών περί εαυτόν, ως εγγονάκια του, τα ώμορφα Ρημονήσια, τα οποία πρωί-
+πρωί θέλει να τα χορεύση επί των πρεσβυτικών γονάτων του, άδων, ο πολιός
+πάππος, το παλαιόν τραγούδι του, γλυκύ και δροσερόν ως ψίθυρον
+καστανέας:</p>
+
+<p class="poem"><i>βρε σεις,βρε,<br />
+βρε σεις, βρε,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χάρισμά σας<br />
+τον τζιβρέ....</i></p>
+
+<p>Τα κύματα δεν φοβίζουν πλέον. Ακτινοβολούν φως και ζωήν. Αρνάκια
+κάτασπρα, καμπουρωτά, σκιρτώσιν εν τη υγρά του Αιγαίου πεδιάδι και ακούεις τον
+γλυκύν βληχασμόν των. Χοροπηδούν. Κάθηνται. Γελούν. Φωνάζουν. Παίζουν.
+Συμπλέκονται. Φιλιούνται. Απορροφώνται. Χάνονται, κ' αίφνης αναγεννώνται.</p>
+
+<p>Το ζείδωρον ηλιακόν φως συνησθάνθησαν και τα εν τω πυθμένι τέρατα κ' ιδού
+εξάγουσι τας βοώδεις κεφαλάς των, τα φοβερά κήτη, οι ογκώδεις, ως φουσκωμένοι
+ασκοί, φυσητήρες, ζωντανοί πίδακες, ανατινάσσοντες εις ύψος την θάλασσαν,
+πρωί-πρωί, ως να λούωνται μετά συριστικού κρότου του λάρυγγος και των χειλέων
+των με γαργαρώδεις ανακογχυλιασμούς, γέροντος Τρίτωνος. Νομίζεις ότι
+θελγόμενα υπό της λειότητος του πελάγους θέλουν να πηλαλήσουν, ίπποι
+θαλάσσιοι, κ' ένεκα του όγκου των βυθίζονται ασθμαίνοντα, άσθμα ύστατον,
+αποπνηκτικόν άσθμα, της τελευταίας αγωνίας τον γοερόν μυκηθμόν, ενώ μετά
+πόνου εξέχει η βόειος κεφαλή των, με δύο μεγάλα αγελάδος όμματα, μιαρώς
+υαλίζοντα, εν τη θαλασσινή ερημία. Και από το κακόν των, που θα σκάσουν
+θαρρείς, φυσούν και αναρρίπτουν προς τ' άνω βροχήν ραγδαίαν το κύμα, μετά
+κρότου εκπωματιζομένων τεραστίων φιαλών. Και συναθροίζονται πέριξ των αι
+μικραί ταχύπτεροι αλκυόνες, και άλλα μαύρα μακροτράχηλα θαλασσοπούλια, αι
+μελαψαί Καλικαντζούναι, και τα τσιμπούν τ' αναίσθητα «γκαβοντόλια» και τα
+περιπαίζουν τα αχρεία κήτη, ταπρόσιτα του Αιγαίου θηρία.</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχός μας ευχαριστημένος διά τον ωραίον καιρόν, εύρεν εργασίαν δι'
+έκαστον ναύτην.</p>
+
+<p>Άλλος λοιπόν ξαίνει στυπείον, άλλος εμβαλώνει διερρηγμένην γάμπιαν, άλλος
+χρωματίζει ξεβαμμένον κάπου το παραπέτο, άλλος αυτοσχέδιος τέκτων ομαλίζει
+ξύλον προς κώπην κατάλληλον διά την φελούκαν, και ο μάγειρος, χωμένος εις το
+ξύλινον μαγειρείον του, ετοιμάζει το γεύμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η χειροτέρα δουλειά είνε η τεμπελιά! έλεγεν ο πλοίαρχος προς τον
+Γιαννάκην, επιθεωρών την καθετήν, έτοιμος προς αλιείαν.</p>
+
+<p>Και βλέπων τον έφηβον αποκαμόντα εν τη μονοτόνω πηδαλιουχία του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! Γιαννάκη, και να πάμε εις την Πόλι ταχειά! Πήγες εις την Πόλι, βρε
+Γιαννάκη; Να πας εις την Πόλι και να ιδής! Να ιδής μιναρέδες και να ιδής
+κυπαρίσσια! — Ήτο πρωτοτάξειδος ο Γιαννάκης. Διελθών το μικρόν σχολείον του
+χωρίου του εμβαρκάρισεν ο νεανίας με του πατρός του την σκούναν, μικρός-μικρός
+ονειρευθείς την θάλασσαν ώς τινα θελκτικήν και ανέφελον ζωήν, θαρρών ότι ο εν
+πελάγει πλους ωμοίαζε προς το καραβάκι του το μικροσκοπικόν που το εκαράβιζεν
+εις την προ του οίκου των ήρεμον παραλίαν.</p>
+
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Δ.'</h5>
+
+<p>Καθ' όλην την ημέραν ησθανόμην αμύθητον αγαλλίασιν, κυττάζων την εξαισίαν
+αυτήν του Αιγαίου σκηνογραφίαν.</p>
+
+<p>Ο άνεμος έπνεεν από των Ερημονήσων και η σκούνα προήγε πάντοτε προς τα
+εμπρός, χρονιάρα νύμφη θαρρείς, και έβγαινεν εις τον κάβο του χορού με μανδήλι
+μεταξωτό, ασπρογάλαζο μανδήλι, τας γαλανάς νησίδας, τας οποίας, ιδού γελώσας,
+προσπαθεί να παρασύρη εις τον δρόμον της τον ταχύν, γαλανήν συντροφίαν.</p>
+
+<p>Προχωρούσης της ημέρας όμως ο άνεμος εκόπασε. Και τέλος έσβυσεν
+ολοτελώς. Γαλήνη πλέον. Έπηξεν η θάλασσα το δειλινόν. Έπηξεν εκεί και η σκούνα
+εν μέσω του πελάγους, ακίνητος, καθηλωμένη, με τα πανιά κρεμάμενα ως εσθήτας
+να στεγνώσουν εις το καύμα του Ιουλιανού ηλίου. Οι γλάροι εκλαβόντες αυτήν ως
+νησίδα καταπρασίνην την περιτριγυρίζουν παίζοντες, διαγράφοντες εν τη ταχεία
+πτήσει των ποικίλους ακανονίστους κύκλους, βυθίζοντες τα ράμφη των εις την
+θάλασσαν, ως διά να δροσισθώσι κ' εξαίφνης ανυψούμενοι προς τας κόφας και τα
+χρυσά κορζέτα της σκούνας, και πάλιν επαναβυθιζόμενοι και κολυμβώντες ολίγας
+οργυιάς ως εκ χάρτου βαρκάκια με ανοικτά τα πτερά, με κλειστά τα πτερά,
+χιονώδεις, βαμβακεροί, ζωηροί, όλοι ομού, στολίσκος παίζοντος παιδίου, ένας-
+ένας, γύρω-γύρω, εις την γραμμήν, μακράν, εγγύς, ως να εργάζωνται, ως να θέλωσι
+να κτίσωσι τας φωλεάς εκεί, επί της λαμποκοπούσης επιφανείας. Χορός δελφίνων
+παρέκει, ανακύψας αίφνης από του μαύρου βυθού, διαγράφει μελαψάς γραμμάς,
+αψιδωτάς γραμμάς, κατρακυλούντος ασκού γραμμάς. Του πελάγους δύται
+αμιλλώνται, θαρρείς, εις τας αναδύσεις και καταδύσεις· αροτήρες πελαγήσιοι
+οργώνουσι την μαλακήν επιφάνειαν. Θεωρών το κύμα από της κωπαστής διακρίνω
+τα ψαράκια πάλιν, τρία-τέσσαρα κοπαδάκια, ψαράκια μικρά, της πατρίδος μου
+ψαράκια, τα οποία μας παρηκολούθησαν από του λιμένος της Σκιάθου. Παιδάκια
+ορφανά, κυνηγούν την μητέρα των φεύγουσαν. Και πόσον αγάλλονται οπού την
+κατέφθασαν. Προσκολλώνται εις τα ύφαλα μη την χάσουν, αναπόσπαστα. Και την
+φιλούν και την τσιμπούν. Και παίζουν εις την ποδιάν της, θαρρείς, μαύρα ματάκια,
+από χανδρίτσαις ψεύτικα ματάκια.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Πυρίνη, κατακόκκινος ημικυκλική οπή, καίει τώρα προς δύσιν. Οπή καμίνου,
+ένδον της οποίας αναρριπίζονται δυσθεώρητοι φλόγες. Ούτω πυρίνους λάμψεις θα
+εξηκόντιζε και η φοβερά Βαβυλωνία κάμινος. Αφηρημένος προς το αιφνίδιον
+θέαμα, νομίζω πως διακρίνω ένδον της καιούσης καμίνου τους Τρεις Παίδας
+άδοντας και χορεύοντας: «Τον Κύριον υμνείτε πάντα τα έργα...» Στιγμάς τινας
+διαρκεί το φλογερόν θέαμα εν τη απλή κυανότητι ουρανού και θαλάσσης και είτα
+σβέννυται αυτοστιγμεί.</p>
+
+<p>Ο ήλιος έδυσε πλέον. Και φλόγες και κάμινοι εξαφανίζονται και απομένει περί
+ημάς το πέλαγος σιωπηλόν, σκοτειδιαζόμενον. Χειρ άγνωστος ήπλωσε περί ημάς
+καταγάλανον αερώδη πέπλον, όστις ελαφρά- ελαφρά μας επεκάλυψε μετ' ολίγον
+ως νυξ. Κ' εχάσαμεν πλέον τους χρυσούς λοφίσκους του Άη-Στράτη με τα
+κλιμακωτά αγρίδια του και της εύμορφαις ακρογιαλιαίς του.</p>
+
+<p>Το παν εβυθίσθη μετ' ολίγον εις σκοτίαν. Σκοτίαν που την αισθάνεσαι γύρω σου
+συνθλίβουσάν σε ως οι όχλοι τον Κύριον. Σκοτίαν ζωντανήν, υγράν σκοτίαν, του
+πελάγους σκοτίαν. Λεπτή αρωματώδης δρόσος επιπλέει πανταχού της θαλάσσης,
+ης ο γλυκύς ψίθυρος συγχέεται προς τον μαλακόν θρουν της πλεούσης
+σκούνας.</p>
+
+<p>Αλλά προχωρούσης της νυκτός ακούεται πέραν από του βάθους του αοράτου
+πόντου θορυβώδης αύρα, ως να σείωνται προς δυσμάς αθέατα δάση υπό στυγνού
+μαΐστρου, βοΐζοντος υποκώφως, λέγεις και κατέρχεται χείμαρρος αφανής από
+υψωμάτων. Προαγγέλλεται νυκτερινόν μελτέμι. Βίαιος άνεμος που παίρνει τα
+μεσάνυχτα. Υπό τας αστρολαμπάς διακρίνομεν τας ρυτιδώσεις του πελάγους ως
+πτυχάς ηπλωμένης οθόνης. Ο πλοίαρχος στηρίζει τας χείρας επί της οσφύος ως
+Αινήτικη λάγηνος, βλέπων σύννους προς τα ιστία, διατάσσει τους ναύτας, μόλις
+αποδειπνήσαντας να στερεώσωσιν αυτά τεζάροντες μανδάρια και μπράτσα, όπως
+ευρεθώμεν έτοιμοι εις υποδοχήν του επερχομένου ανέμου, αποστείλαντος ήδη τας
+προφυλακάς του, μερικά φουσκωμένα κύματα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νέτα κάργο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Άλλα μπρούλια!</p>
+
+<p>Και ιδού αιφνίδιαι ριπαί καταφθάσασαι προσπίπτουσιν επί των ιστίων, άτινα
+τινάσσονται κυματοειδώς εν ηχηροίς πλαταγισμοίς, ως να προσέκρουσαν επ'
+αυτών αγέλαι πτηνών νυκτοβίων και κτυπώσι τας πτέρυγάς των. Τέλος κολπούνται
+εν κραδασμοίς και παλμικαίς κινήσεσι του σκάφους, όπερ μετά στεναγμόν ισχυρόν
+ανεκινήθη αίφνης — εξηπλωμένον όλην την ημέραν 'ς την λιακάδα — και ως
+προσωθηθέν ερρίφθη ακούσιον εις την ανοιγείσαν οδόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα φανάρια σου!</p>
+
+<p>Προστάσσει τον παίδα ο πλοίαρχος, επιβλέπων τους επί των πλευρών μεγάλους
+του πλου φανούς, εξέχοντας ένθεν και ένθεν ως δύο μεγάλα όμματα αλλοιθόρου
+τέρατος, πράσινον και ερυθρόν.</p>
+
+<p>Και ιδού θρήνοι αντηχούσιν από του ύψους και των κορζετών, θρήνοι άρπας
+και λύρας. Οδυρμοί και γόοι αυλού φρυγικού, το φρύγιον αυλούντος. Μέλος
+νεκρώσιμον αοράτων πνευμάτων, εν νυκτίαις φοβεραίς ώραις επικαθησάντων,
+θαρρείς, επί των ακροτάτων της νεώς και θρηνούντων εν ιαχή του ερήμου
+πελάγους.</p>
+
+<p>Αθέατα τελώνια, κρεμάμενα από των πολυσχιδών σχοινίων των αρμένων,
+αρχίζουν να παίζουν τραγούδια τρελλά, τραγούδια μέθης, αποκρηάς τραγούδια,
+τραγούδια χορού, ζωής τραγούδια, θανάτου τραγούδια. Ανακατωμένα, σκοτεινά
+τραγούδια. Μοιρολογούν γυναίκες επί νεκρώ, κ' εξαίφνης αι ίδιαι καγχάζουν ως αι
+Βάκχαι. Τώρα αλαλάζουν τούρκοι εν εφόδω, τώρα ψαλμωδούν ψάλται κηδεύοντες.
+Από τα σκολιά εξάρτια, από τα υψηλά παταράτσα, από τα χιαστώς συμπλεκόμενα
+μαντάρια, πανταχόθεν αντηχούσιν οι θρήνοι και οι γέλωτες, ταχύπτεροι του
+μελτεμίου απόστολοι, το οποίον κατόπιν των να το, αφρίζει, ωρύεται, μυκάται.
+Ενίοτε κόρη καταμόναχη τραγουδεί, θαρρείς, επάνω εις τον υψηλόν κόντραν, κόρη
+τον ταξειδεύοντα μνηστήρα ονειροπολούσα. Κατόπιν μήτηρ κλαίει τα παιδάκι της
+μέσα εις ταις γάμπιαις τυλιγμένη, αόρατος. Στιγμάς τινας εξέχει οξύτατος ο ήχος
+της γλυκυτάτης φλογέρας, επάνω εις το πανύψηλον φλέσι, ως νεαρού βοσκού
+κελάειδημα από του ύψους όρους. Μετά δέους επαίρω τους οφθαλμούς μου προς
+τα ισχία, όθεν ο άνεμος διά των ποικίλων οπών του εξαρτισμού εισχωρών βιαίως,
+συρίζει. Συρίζει πενθίμως, συρίζει οξέως, συρίζει γοερώς. Τώρα μεν ακούω τας
+στοναχάς του σφαζομένου Αγαμέμνονος· τώρα δε τον γόον του αυτοκτονούντος
+Αίαντος και αύθις τους ολολυγμούς της Ηλέκτρας· και νυν τον κλαυθμόν τον
+ακατάσχετον του Πέτρου, και πάλιν της Μαγδαληνής τους λυγμούς.
+Περιβαλλόμεθα πάντοθεν υπό της σκοτίας και κατευθυνόμεθα εις αδιόρατον
+σκότος. Η πυξίς μόνη μας οδηγεί, και των άστρων η τρέμουσα φεγγοβολή.</p>
+
+<p>Ο κόντρας κτυπά, διπλούμενος εν εαυτώ, υπ' αντιθέτων ριπών συγκρουόμενος,
+ως αετός πληγωμένος θανασίμως. Το φλέσι κρούεται ως τύμπανον παρατάξεως. Η
+τρικυμία μυκάται ήδη, φωνάζει, ακούεται, βρυχάται μακράν ως βοή λεόντων και
+τίγρεων αμιλλωμένων εν διαύλω και δολίχω. Πυρκαϊά αθέατος, και φθάνουσιν οι
+κροταλισμοί των φλογών της. Τα κύματα πλακόνουν, επλάκωσαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάϊνα φλέσι! Μάϊνα κόντρα!</p>
+
+<p>Είνε τα λεπτοφυέστερα, ούτως ειπείν, των ιστίων, κ' εν τη εισβολή του ανέμου
+πρώτα-πρώτα καταβιβάζονται, τα μονάκριβα παιδάκια της σκούνας να μη πέσουν
+από τόσον ύψος.</p>
+
+<p>Οι ναύται, παλαισταί έτοιμοι, ίστανται παρά τα μαντάρια με το τσιγάρο στο
+στόμα, ανασκουμπωμένοι.</p>
+
+<p>Η σκούνα τραντάζεται εγείρουσα υπερηφάνως την πρώραν της, λέων,
+ανατινάσσων βασιλικώς την χαίτην του, τίγρις, τρίζουσα τους οδόντας της, ως να
+λέγη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ είμαι!</p>
+
+<p>Βρυχάται το πέλαγος, σφυρίζει η σκούνα, τρίζουν τάρμενα. Οι ναύται
+ανασκουμπόνονται ολοένα.</p>
+
+<p>Η μάχη αρχίζει.</p>
+
+<p>Κύμα έν, όγκος μολύβδινος, ακτινοβολών υπό την αστροφεγγιάν· αποτρόπαιον
+ακτινοβολίαν, θραύεται κατά της χυτής μάσκας εν πλαταγισμώ, περιλούει τ'
+ακροστόλια κ' εισβάλλει εις την πρώραν εν αφρώ διασυρίζον ως σβεννυμένη
+ανθρακιά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα! ακούεται από της πρύμνης ο
+πλοίαρχος, ενθαρρύνων μετά μειδιάματος τους ναύτας, βαρυθύμους, διότι θα
+έχωσιν αγρυπνίαν απόψε.</p>
+
+<p>Το κατάστρωμα μέχρι της υψηλής πρύμνης είνε διάβροχον.</p>
+
+<p>Οι ναύται γυμνοκνήμιδες, ίστανται εις τας θέσεις των, βρεχόμενοι μέχρις
+αστραγάλων. Τα κύματα εισρέουσιν αδιακόπως ως ποταμός αφρίζων κ' εκρέουσιν
+από τ' ανοικτά πορτέλλα. Θαρρείς και το ήμισυ σκάφος πλέει υπό την
+θάλασσαν.</p>
+
+<p>Το πέλαγος εφούσκωσε πλέον, υψωθέν υπεράνω ημών επιφόβως, αλλ' η
+σκούνα, γυρμένη προς την δεξιάν πλευράν, — μούρα αριστερά — ως τυφλή
+εισχωρεί διαμελίζουσα εις δύο κραταιώς τους ατελευτήτους όγκους, τους οποίους
+το πέλαγος σωρεύει κατ' αυτής τον ένα μετά τον άλλον, θαλάσσιον τέρας η σκούνα,
+λυσσωδώς καταπατεί υπό την τρόπιν της τα ογκώδη κύματα, και του δίνει, μωρέ
+γέμου, λοξοδρομούσα προς ανατολάς, εν τριγμώ των ιστών και συριγμώ των
+καρχησίων, εν ώ όπισθέν μας αλαλαγμός και βοή και σύγχυσις και σκοτία και
+συμπλοκαί κυμάτων και ολοφυρμοί, εφ' ων πένθιμοι ακτίνες προσπίπτουσιν,
+ακτίνες πράσινοι και ερυθραί, το φως των φανών της γραμμής.</p>
+
+<p>Τα κύματα διωκόμενα μας φθάνουν· και βλέπομεν τας θραυομένας κορυφάς
+των ως στόματα αφρίζοντα εκ της οργής, φαγκρίζοντα, με στίλβοντας λευκούς
+οδόντας. Έρχονται από το σκότος και χάνονται εις το σκότος. Λόχοι με πυκνάς
+αργυράς λόγχας απαστράπτουσας εις την φωτοβολίαν των οίστρων, λόχοι
+λευκάσπιδες, πίπτοντες γενναίως επί του υγρού πεδίου, πλην πάραυτα
+αντικαθιστάμενοι υπό των ετοίμων εφεδρειών. Τέρατα άγνωστα με αργυρόξανθον
+φαεινόν τρίχωμα εις την κυρτήν των ράχιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα!</p>
+
+<p>Επαναλαμβάνει πάλιν, ενισχύων, ο πλοίαρχος· και στρεφόμενος προς τον
+έφηβον, ευρεθέντα πάλιν εις την πηδαλιουχίαν, νουθετεί ηρέμα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πρόσεχε, παιδί μου, πρόσεχε!</p>
+
+<p>Και ίσταται εκεί επάνω με τα ευρέως κολπούμενον υποκάμισόν του, αρχηγός,
+διευθύνων εκείθεν την συμπλοκήν.</p>
+
+<p>Η σκούνα, παλαίουσα, σκιρτά μετά ρώμης επί των κυμάτων, αντιπαρερχομένη,
+αναβαίνουσα, καταβαίνουσα, υψούσα τεραστίως την πρώραν της, στάζουσαν από
+του ιδρώτος, θαρρείς, με το μπαστούνι της προτεταμένον ως δόρυ μέγα, βριθύ,
+Αθηναίης δόρυ, ενώ η πρύμνη της, με τα υψηλά δρύφακτα, κατέρχεται προς τον
+ανοιγόμενον πόντον, βαρεία, να ταφή, νομίζεις, εκεί, εις λάκκον απρόσιτον,
+ανοιγέντα ένθεν κ' ένθεν. Και πάλιν αίφνης ιδού, ω τεραστία απόλαυσις! η πρύμνη
+ανέρχεται υψηλά, μετέωρος, να πετάξη, θαρρείς, προς τάστρα, ενώ ήδη η πρώρα
+βυθίζεται κάτω κατά του κύματος εμπήγουσα ως φάσγανον μέγα τον αρειμάνιον
+θαλασσομάχον της εις την καρδίαν του πόντου, να τον φονεύση εκεί, και
+ανοίγουσα δρόμον προχωρεί, πολεμιστής αγαθός, με τα μούτρα ορμώσα, τυφλή
+θεότυφλη, αψηφούσα τον θάνατον.</p>
+
+<p>Η μάχη είναι ατελείωτος. Αι αυταί κινήσεις επαναλαμβάνονται αδιακόπως,
+επάλληλοι, κανονικαί, ζαλίζουσαι. Ενώ ο ουρανός αστροβολών ανέρχεται και
+κατέρχεται και αυτός, κατά τας κινήσεις μας, ως δίσκος απέραντος, ως να σύρη
+αυτόν και απολύη, αόρατος χειρ δι' αοράτων ελατηρίων, από των ιστών της
+σκούνας αναρτηθέντων.</p>
+
+<p>Έρχονται στιγμαί που φοβείσαι μήπως όλον εκείνο το τεχνητόν πύργωμα
+αναρπαγή ως τι κούφον αερόστατον. Και όμως εκείνο, το οποίον μόλις, ως πτερόν
+θα διακρίνηται εν μέσω του πελάγους, παλαίει ακατάβλητον. Ίσταται μαχόμενον.
+Νικά και φεύγει. Φυλαττόμενον από τας απείρους ενέδρας διά της δεξιάς
+πηδαλιουχίας, θέτει την πρώραν του εις ωρισμένην διεύθυνσιν και προβαίνει εις το
+σκότος ως εν φωτί.</p>
+
+<p>Πάντες αγρυπνούσιν.</p>
+
+<p>Οι ναύται, γυμνόποδες, ίστανται ένθεν και ένθεν παρά τα μαντάρια, έτοιμοι εις
+πάσαν διαταγήν. Ο σκοπός ακίνητος εν τη πρώρα θεωρεί πάντοτε εμπρός,
+λησμονήσας και το τραγούδι του νυν, συμμαζευμένος μέσα εις την γούναν του,
+κατάβροχος, κρατούμενος καλώς μη αναρπαγή, κτυπώμενος συνεχώς υπό των
+κυμάτων ως να θέλουν να τον ρίψουν κάτω από την σκοπιάν του, τον φύλακα τον
+άγρυπνον, κ' εν εφόδω εισορμήσωσιν είτα.</p>
+
+<p>Καταβληθείς υπό της αγρίας συγκινήσεως κατήλθον κάτω εις το πρυμναίον. Το
+πάτωμα ως ξεκλειδωμένον ανέβαινε και κατέβαινε προς τας κινήσεις του πλοίου,
+χορεύον τον ίλιγγον — είδος θαλασσινού χορού — ότε ο άπειρος παραπαίει και
+σαλεύει ως ο μεθύων. Η βοή του ανέμου η βραχνή μόνη έφθανε κάτω διά της
+θυρίδος του ταμπουκιού ακλόνητος. Το πηδάλιον βιαίως συγκρατούμενον εν τη
+θέσει του, επάλαιε κατά της σιδηράς ορμής της θαλάσσης κ' εκρότει, κάπου
+συγκρουόμενον, ως του χαλκέως η σφύρα επί του άκμονος, να απελευθερωθή,
+θαρρείς, από των ορειχαλκίνων βελονίων του.</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχος, κατελθών προς στιγμήν, ήναψε σιγάρον, σκυθρωπός, αμίλητος.
+Και πάλιν ανήλθεν επί του καταστρώματος σκυθρωπός, αμίλητος. Ο μικρός
+Γιαννάκης, κατελθών και αυτός, άπειρος προς τον κίνδυνον, ήνοιξε μικρόν
+κιβωτίδιον, έλαβε και έρριψεν εις τον ευρύν κόλπον του οπώρας τινάς φυλαγμένας
+εκεί, και ανήλθε δάκνων οπώραν και οποψελλίζων ως πτηνόν:</p>
+
+<p class="poem"><i>από ξένον τόπο<br />
+κι' απ' αλαργινό . .<br />
+γιάλα-γιάλα . . .</i></p>
+
+<p>Από τινος ημιανοίκτου κοιτωνίσκου εξήρχετο στεναγμός, παράπονον
+πάσχοντος, αγωνία θνήσκοντος, φαντάσματος παραλήρημα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάννα μου! Μάννα μου!</p>
+
+<p>Άλλος ναυτόπαις αυτός, ο καμαρώτος, ασυνείθιστος προς την τρικυμίαν,
+πρωτοτάξειδος, προσεβλήθη εις την καρδίαν κ' εξέπνεε, θαρρείς.</p>
+
+<p>Παρήλθον ώραι. Προσήγγιζεν ο όρθρος κ' η τρικυμία ωρύετο ισχυροτέρα. Ο
+άνεμος ετράπη εις βόρειον καθαρόν ως εν χειμώνι, μετά ψύχους και ψεκάδων
+χιόνος.</p>
+
+<p>Η σκούνα επροχώρει πλέον με βόλταις.</p>
+
+<p>Κατεκλίθην επί μικρόν. Αλλά παρά το ους ειργάζετο κλέπτης ν' ανοίξη την
+κλειδαριάν. Το κύμα, προσπίπτον εις την πλευράν του πλοίου από του φοβερού
+λαίλαπος, απετέλει τον κρότον εκείνον του νυκτοκλέπτου. Η καρδία μου επόθει
+αγρυπνίαν, αλλ' ο κάματος αντιπαλαίων κ' υπερισχύων έκλειε τα βλέφαρά μου. Μ'
+εφαίνετο ότι ευρισκόμενος επί αιώρας, από του ισχυρού κλώνου μεγάλης
+πλατάνου κρεμαμένης, εκραδαινόμην ακουσίως υπό ισχυροτάτων βραχιόνων,
+οίτινες από το άγνωστον με απώθουν προς το άγνωστον. Οι ημίκλειστοι οφθαλμοί
+μου μόλις διέκρινον έν φως μετακινούμενον ένθεν και ένθεν, το φως της
+κρεμαμένης λυχνίας, ήτις μεταμορφώθη εις την αποκαμούσαν διάνοιάν μου εις
+εκκρεμές φωτεινόν, τας κανονικάς κινήσεις του οποίου παρηκολούθουν, ότε
+ακούω επάνω κραυγήν γοεράν.</p>
+
+
+<p>&nbsp;— Αλλέστα!</p>
+
+<p>Ανήλθον επί του καταστρώματος ως αποδιωχθείς υπ' αγνώστου φόβου. Ο
+ουρανός με τάστρα του τα λαμπρά, κυαναυγής, αίθριος, κατήρχετο προς τα κάτω,
+προς τους ιστούς της σκούνας, μ' εφαίνετο, και προσκόπτων προς τας χρυσάς
+αυτών κορζέτας ωθείτο μετά δυνάμεως προς τάνω, κ' υψούτο πάλιν με τάστρα του,
+κυαναυγής αίθριος, με τάστρα του τα οποία έπαιζον έπαιζον, ως ανοιγοκλείονται
+ματάκια, χρυσά ματάκια, αργυρά ματάκια. Η θάλασσα αδιακόπως εισερχομένη
+από της πρώρας και χυνομένη από τα πορτέλα, ορθάνοικτα, κατά κυματισμούς, εν
+αφρώ και βροχή ραγδαία, κατεπλημμύρισε το κατάστρωμα πλέον όπου οι ναύται
+ως πάπιαι, παρά τα χονδρά ξάρτια και τα κατραμωμένα παταράτσα, ανέμενον
+πάντοτε τας διαταγάς του πλοιάρχου, όστις ίστατο ακίνητος, τετράγωνος,
+ανεμιζόμενος, ασκεπής, με το τσιγάρο 'ς το στόμα, μισοφαγωμένο, επάνω εις την
+πρύμνην, κρατών τα ναυτικά δίοπτρα και βλέπων το ηγριωμένον πέλαγος,
+ατάραχος ως κορμός δρυός εν ώρα καταιγίδος. Σκότος βαθύτατον. Και μόνον φως
+έν προς το Σίγρι, κατακόκκινον, έφεγγε θλιβερώς κατενώπιον, ως πύρινος
+Κύκλωπος οφθαλμός, σβεννύμενον αίφνης και πάλιν αίφνης αναπτόμενον, ο
+φάρος του ακρωτηρίου της Μιτυλήνης.</p>
+
+<p>Η σκούνα με αριστεράν μούραν πάντοτε έκλινε προς την δεξιάν πλευράν,
+ολονέν πλαγιαζομένη υπό των κυμάτων, άτινα κάτωθεν ως μοχλοί προσεπάθουν να
+την ανατρέψουν, αλλ' έφευγε λοξώς πάντοτε προς τον φάρον της Μιτυλήνης
+πλέουσα, όστις ολονέν εμεγεθύνετο, φεγγοβολών εις απόστασιν τεραστίως.</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχος υψούμενος επί της πτέρνης, καμπτόμενος ως κουλούρα,
+ανατείνων τον λαιμόν ως χην, κλίνων δεξιά, κλίνων αριστερά ως ει ησθάνετο
+πόνους περί την οσφύν, ακροώμενος με το ους προς τον φάρον ως ει εκάλει αυτόν
+πρωρεύς άγνωστος από του πελάγους, βαστάζων τα δίοπτρα, επάνω εις την
+υψηλήν πρύμνην, σχοινοβάτης επί θεατρικού ικριώματος, ηγωνίζετο
+υπερανθρώπως να υπολογίση την από της ξηράς απόστασιν, οδηγούμενος από του
+κρότου των επί της ακτής θραυομένων κυμάτων. Και όταν ενόμισεν ότι
+προσηγγίζομεν εις την ξηράν κ' ότι ήλθεν η στιγμή «να τα γυρίση», τότε
+εκραύγασεν «αλέστα» διατάσσων τους ναύτας να είνε έτοιμοι. Η διαταγή εκείνη
+γοερώς αντηχήσασα εν τη τρικυμία ως φωνή πνιγομένου, μ' ηνάγκασε ν' ανέλθω
+επί του καταστρώματος, ως είπον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μόλα μπουρίνα! τίρα-μόλα!</p>
+
+<p>Ηκούσθη πάλιν εν μέσω της εξάλλου βοής του πελάγους, διατάσσων ο
+πλοίαρχος, με γλώσσαν άγνωστον εις εμέ, γλώσσαν βομβούσαν ως το άγριον
+μελτέμι με όλην την υγρότητα αυτής, της θαλάσσης την γλώσσαν.</p>
+
+<p>Ο επί της πρώρας ακοίμητος φρουρός είχεν αντιληφθή εγκαίρως του
+σχασίματος των κυμάτων, άτινα εθραύοντο κατά της αποτόμου του φάρου άκρας
+εν παρατεταμένη νεροποντή και έδωσε σημείον, ο δε πλοίαρχος, ακροώμενος ως
+είπομεν, παρεδέχθη του φρουρού την αντίληψιν και διέταξε να χαλαρώσωσι τα
+χονδρόν σχοινίον, την μπουρίναν, την συγκρατούσαν τον παμμέγιστον τρίγκον,
+όπως «τα γυρίσωσι» τα ιστία προς την αντίθετον κλίσιν.</p>
+
+<p>Ο πηδαλιούχος επιδέξιος τιμονιέρης, ακίνητος ως άγαλμα έως τότε, συγκρατών
+το πηδάλιον εις την θέσιν του, πάραυτα εκινήθη προς την διαταγήν. Έλαβε ζωήν
+εμψυχωθείς κ' έστρεψε τον κύκλον του πηδαλίου ταχέως, γύρους πολλούς,
+πολλούς ώστε να έλθη «το τιμόνι ς' την μπάντα».</p>
+
+<p>Εν τω άμα ο δρόμος ανεκόπη. Διότι συγχρόνως και οι ναύται, εκτελούντες το
+πρόσταγμα του πλοιάρχου έσυρον μετά ταχύτητος τα σχοινία των ιστίων, άτινα όλα
+ομού συνεστράφησαν προς την άλλην πλευράν υπό την διεύθυνσιν του
+ναυκλήρου:</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιάσσα-Γιάσσα! Όλοι μαζί!</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιάσσα-Γιάσσα! Άλλα παιδιά!</p>
+
+<p>Ο άνεμος εναντίος ήδη, κολπών τα ιστία, με λύσσαν, έγυρε προς την αριστεράν
+άλλην πλευράν την σκούναν, ήτις κλονισθείσα αποτόμως εφάνη ότι εστάθη. Η
+πρώρα της δεχθείσα αίφνης εις τας μάσκας της τα φοβερά ραπίσματα των
+μαινομένων κυμάτων ανυψώθη ως θαυμασίου ίππου κεφαλή αποφεύγουσα τους
+λακτισμούς του αντιπάλου και η πρύμνη φυσικά συσταλείσα εκ του σεισμικού
+τρόμου, υπεχώρησε προς τα κάτω ως κατακάθεται ηττημένος εν σταδίω ίππος· και
+ήφριζεν αγρίως εν τη νυκτί το πέλαγος γύρω ως να ήτο ο νικητής. Αλλά τα ιστία
+ισχυρώς τεταμένα, πληρωθέντα πνεύματος, ενίσχυσαν την σκούναν εν τω αγώνι. Η
+υπερήφανος πρώρα με τον Ηρακλέα της όρθιον εμπρός, κύπτουσα, κυάνεος ίππος,
+με την ωραίαν χαίτην του, καταπατεί γενναίως τους όγκους των νέων κυμάτων,
+θραύει αυτούς κινητικώς, και υπεγειρομένης της πρύμνης επιβοηθητικώς, ανοίγει
+οδόν προς την Λήμνον — μούρα δεξιά — επικροτούντων εν οξυτάτω συριγμώ των
+καρχησίων. Τα πανιά μπουκάρισαν πλέον. Η σκούνα τα πήρε. Ο φάρος της
+Μιτυλήνης εχάθη.</p>
+
+<p>Αναχθέντες συναντώμεν εν απολαύσει δεινού μεγαλείου δύο μπάρκα, με της
+γάμπιαις μόνον, ένθεν και ένθεν ημών, εκτελούντα την λοξοδρομίαν των προς την
+Μιτυλήνην, άτινα ως κήτη θαλάσσια με τας κοιλίας των θαρρείς εκυλίοντο πλησίον
+ημών, ασθμαίνοντα, στένοντα, υπό αφρών και άχνης καλυπτόμενα· ως δαιμόνια
+μαύρα οι ναύται ίσταντο παρά την κωπαστήν, κρατούντες τα σχοινία εις χείρας, οι
+δε πρωραίοι φρουροί των, κουλουριασμένοι κέρβεροι εις την πρώραν, ως ξύλινοι
+εκάθηντο εκεί μαύροι, κυματόβρεκτοι. Οι πλοίαρχοι και των δύο παρά τα πηδάλια,
+με τα δίοπτρα εις χείρας εκραύγαζον την στιγμήν εκείνην ως με θαλασσίαν
+σάλπιγγα, την οστρακώδη κοχύλαν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μόλα-μπουρίνα! τίρα-μόλα!</p>
+
+<p>Κ' εβόϊζε το άγριον πέλαγος αντηχούν εις απόστασιν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μόλα μπουρίνα! Τίρα-Μόλα!</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον φως άλλο κατακόκκινον αστράψαν όπισθέν μας με κατετάραξεν,
+άπειρον της θαλάσσης, φοβηθέντα σύγκρουσιν προς ατμόπλοιον, αλλ' ήτο η
+σελήνη ήτις λειψίφωτος, την αυγήν ανατείλασα ως πεπυρακτωμένον κλαδευτήριον
+εφώτισε την σκούναν ημίπνικτον και το πέλαγος ηγριωμένον, του οποίου τα
+κύματα ελάμβανον φωνήν, θαρρείς, εν τη βιαία του ανέμου ορμή κ' εβλασφήμουν
+και έβριζον.</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Ε'.</h5>
+
+<p>Εξημερώσαμεν παρά την Λήμνον. Ο άνεμος ηλαττώθη. Τα ιστία όλα πάλιν
+ανεπετάσθησαν και έπαιζεν ο κόντρας πρωί-πρωί γελαστός, ως νικηφόρος
+αεροναύτης.</p>
+
+<p>Η θάλασσα έστρωσε. Και όταν ανέτειλεν ο ήλιος έλαμπεν η σκούνα ολόκληρος
+μυρίζουσα θάλασσαν και άρωμα του πυθμένος. Αδάμαντες κατεστάλαζον από τ'
+ακροστόλια τα ύδατα, ο πώγων του ξυλίνου Ηρακλέους εγυάλιζεν ως ζωντανός
+ανακινούμενος. Ο καραβόσκυλος, σειόμενος παταγωδώς, ετίνασσεν από του
+στιλπνού τριχώματός του την θάλασσαν βραχείς και αυτός την νύκτα· αλλ' οι
+ναύται τυλιγμένοι εις τας κηρόχρους νιτζεράδες των με τα κηρωτά κασκέτα
+κεκαλυμμένοι μέχρι των ώτων, με τας χείρας αφανείς κρεμαμένας ως χηλάς
+οστρακοδέρμου με τους πόδας γυμνούς ωμοίαζον προς καβούρας με τας
+αγκυλωτάς των μύστακας αναμένοντες «να σκαντζάρη η βάρδια» ίνα ξαλλάξωσιν.
+Ο σκοπός ο πρωραίος, εσκυμμένος εκεί ημέρας υπό την κιτρίνην νιτζεράδα του,
+έσταζεν όλος ως άρτι αναδύσας εκ του βυθού, ο δε πηδαλιούχος με την μίαν χείρα
+κρατών τον τροχόν του πηδαλίου ασφαλώς, με την άλλην απέμασσεν από του
+πώγωνος και από του μετώπου την θάλασσαν, τον ιδρώτα του παλαίοντος ναύτου.
+Και εις έν τίναγμα αιφνίδιον — ριπής, τελευταίας του εκπνεύσαντος ανέμου —
+ανακινηθείσα η σκούνα εφάνη ότι άρτι αναδύσασα και αυτή ανετινάσσετο, ως ο
+καραβόσκυλος πρότερον, αποβάλλουσα την άλμην, αφροδίτη με κομψούς
+τιναγμούς αποσμήχουσα την μακράν της κόμην.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Μεγάλη απλούται η Λήμνος, μακρά και χθαμαλή με ωραία ακρωτήρια, με
+μεγάλους βαθυκόλπους λιμένας με χρυσοκιτρίνους αγρούς θερισμένους, με
+εύμορφαις ακρογιαλιαίς. Χωρίς δάση, χωρίς χωριά, έρημος, θαρρείς,
+ακατοίκητος.</p>
+
+<p>Από την Λήμνον έπειτα εις την Τρωάδα και από την Τρωάδα εις την πολύκωμον
+Ίμβρον κ' από την Ίμβρον εις την Τένεδον.</p>
+
+<p>Βόλταις. Θαλασσινοί περίπατοι, αι ναυτικαί λοξοδρομίαι.</p>
+
+<p>Συντροφιά με τους γλάρους.</p>
+
+<p>Ω! την ηγάπησα την συντροφιάν την λευκήν των γλάρων. Είνε αθώα, ως είνε
+κάτασπρα τα πτερά των. Σε διασκεδάζουν χωρίς να σε κουράζουν. Αγάπη
+κουράζουσα δεν είνε αγάπη. Σε συντροφεύουν χωρίς να σε ενοχλούν. Αθορύβως,
+σιωπηλώς. Ευγενώς. Είνε καλόγνωμος η συντροφιά των γλάρων. Εμφανίζονται
+ενώπιόν σου εκεί όπου δεν τους περιμένεις. Ως παλαιοί σου φίλοι. Δεν εξίστασαι
+δι' αυτό, ως να τους ανεζήτεις μετά κόπου. Νομίζεις κ' έπλευσες δι' αυτούς.
+Νομίζεις κ' υπέφερες δι' αυτούς. Κ' εκείνοι πάλιν ό,τι θέλεις διά να σε
+ευχαριστήσουν. Χορεύουν, βουτούν, παίζουν. Προηγούνται, ως να θέλουν να σε
+οδηγήσουν εις τας κατοικίας των, τας δροσεράς, τας υγράς φωλεάς των, όπου το
+κύμα φωσφορίζει φέγγον, όπου η δρόσος είνε αιωνία. Κ' εν ώ προβαίνουν
+ταχύπτεροι, αίφνης ίστανται και σε περιμένουν και σε κράζουν μετά μονοσύλλαβά
+των, γλαριστί:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς τον φίλον μας! Καλώς τον φίλον μας!</p>
+
+<p>Κ' εν ώ περιμένουν, θωπεύουν τον αέρα με τας κυρτάς των ως δαμασκιά
+πτέρυγας, και φιλούν το κύμα με τα ράμφη των. Πόθεν ήλθον; Πού πηγαίνουν οι
+φίλοι μου, οι κάτασπροι γλάροι; Είνε γλάροι της Μιτυλήνης; Είνε γλάροι της
+Λήμνου; της Τρωάδος είνε οι γλάροι η της Τενέδου; Τους έβλεπον τάχα και οι
+Αχαιοί;</p>
+
+<p>Ω! η λευκή, η καλή συντροφιά μου, οι γλάροι του Αιγαίου! Καταμεσής 'ς το
+πέλαγος αναμένουν να χαιρετίσωσι τους ταξειδεύοντας. Άγγελοι του αισίου πλου,
+υπάρξεις ποθηταί εν κρυερά του πόντου ερημία. Μειδίαμα γλυκύ εν τη πικρά
+μοναξία. Ελπίς ότι εγγύς που ο κόσμος. Αφορμή μελέτης διά τον σοφόν. Έμπνευσις
+διά τον ποιητήν. Δουλειά διά τον άεργον. Παραμυθία διά τον ναύτην, όστις
+επακουμβών επί της κωπαστής συνάπτει άφωνον διάλογον με τον λευκόν
+πτερωτόν του σύμπλουν. Ναύτης προς ναύτην. Θαλασσοδαρμένος προς
+θαλασσοδαρμένον. Γλάρος προς γλάρον.</p>
+
+<p>Και πετούν ενίοτε υψηλά. Πλησιάζουν εις τας κόφας του πλοίου, τρέχουν γύρω
+και χορεύουν περί τον θαλασσομάχον, τον ξύλινον της πρώρας αδελφόν των, όστις
+βουτά και αυτός καθώς αυτοί ως δίστομον στιλέτο κόπτον το κύμα. Και πολλάκις
+πολλοί-πολλοί περισυναχθέντες τριγυρίζουσι την σκούναν εν χαιρετισμοίς,
+μεγάλην γλαρίναν, μητέρα πολυπαθή των λογικών γλάρων.</p>
+
+<p>Εκόπασε πλέον ο σάλος· τα κύματα καταπονηθέντα καθ' όλην την νύκτα
+επραΰνθησαν. Η θάλασσα γαληνιάζει πάλιν. Δευτέραν φοράν διερχόμεθα εγγύς
+της πολυσχιδούς Λήμνου, ηρέμα, από της αντιθέτου πλευράς. Επί τινος
+χρησίζοντος λοφίσκου υπολευκάζει παρεκκλήσιον. Όλοι οι ναύται, προς αυτό
+ατενίζοντες ευλαβώς, κάμνουν τον σταυρόν των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άη-Νικόλα!</p>
+
+<p>Λέγουσιν όλοι εγκαινιάζοντες το άγνωστον παρεκκλήσιον επ' ονόματι του
+θαλασσινού των αγίου.</p>
+
+<p>Μικρά βρατσέρα πλέει παρά την ακτήν φοβισμένη, μετά τον σάλον
+ξετρυπώσασα.</p>
+
+<p>Υπό τινα βράχον μοι φαίνεται πως διακρίνω την σκιάν του εκσφενδονισθέντος
+από του Ολύμπου άλλοτε χωλού Ηφαίστου και παρά τι σπήλαιον:</p>
+
+<p>«Ορώ κενήν οίκησιν ανθρώπων δίχα» την οίκησιν του Σοφοκλείου Φιλοκτήτου·
+καί τινας συκάς απέξω εκλαμβάνω ως ράκη, τα οποία ήπλωσεν εκεί ο έρημος ήρως
+«βαρείας του νοσηλείας πλέα».</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Εξημέρωσε Κυριακή;</p>
+
+<p>Οι ναύται, απηυδηκότες από της παρελθούσης τρικυμιώδους νυκτός, κοιμώνται
+ακόμη, ενώ ο μάγειρος πρωιαίτερον εγερθείς, απολεπίζει ιχθύδιά τινα,
+σημαδιακούς χάνους εκατοστάρικους, πελαγίσιους χάνους, τους οποίους είχομεν
+αλιεύσει κατά την γαλήνην της προτεραίας. Μόνος ο πηδαλιούχος, κουκουλωμένος
+ακόμη με τον χειμερινόν μουσαμάν του, ίσταται παρά το πηδάλιον, και ο φρουρός
+της πρώρας, ανάψας το εικοστόν σιγάρον κατά την τετράωρον βάρδιάν του,
+βρεγμένος ακόμη με τον κηρωτόν μουσαμάν του, φρουρεί.</p>
+
+<p>Τα πανιά! όλα επάνω τώρα. Και ο μοναχογυιός κόντρας ο λεπτοκαμωμένος, ο
+γαλαζοαίματος.</p>
+
+<p>Ιστάμενος επί της πρώρας ως επί πύργου, καμαρόνει την ταχείαν σκούναν
+πετώσαν μαλακά-μαλακά. Άνευ τιναγμών πλέον προηγείται δύο άλλων ιστιοφόρων
+μεγάλων, άτινα μας παρακολουθούσι μετά σπουδής ως να θέλουν κάτι να μας
+ειπούν. Αλλ' η σκούνα φεύγει, πετά. Από του ύψους ένθα ίσταμαι νομίζω ότι δεν
+άπτεται καν της θαλάσσης. Τόσον γλυκά πνέει, θαρρείς και 'ς τα νύχια πατεί. Είνε
+υπερήφανος διά την νυκτερινήν νίκην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σκάντζια-βάρδια:</p>
+
+<p>Ανακράζει ο ναύκληρος, ακούσας κροτήσαντα τα ξύλινα κρόταλα του
+πηδαλιούχου, σημάναντος την ογδόην ώραν της πρωίας, και συγχρόνως κρούει τον
+κώδωνα της πρώρας, τύπτων συνάμα το κατάστρωμα διά των ποδών του, άνω του
+θαλάμου των ναύτων, όπως εξεγείρη αυτούς.</p>
+
+<p>Ταυτοχρόνως γλυκύτατα αντηχούσιν όπισθέν μας εν τω πελάγει οι κώδωνες
+των δύο ιστιοφόρων ως παρεκκλήσια λειτουργούντα, σημαίνοντες την ογδόην
+ωσαύτως ώραν.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον οι ναύται νιφθέντες κ' ενδυθέντες κατέρχονται εις τον θάλαμον του
+πλοιάρχου, καλέσαντος αυτούς, όπως προσευχηθώσι — Κυριακή πρωί — κ'
+ευχαριστήσωσι τον άγιον Νικόλαον διασώσαντα αυτούς από της τρικυμίας.</p>
+
+<p>Ο φαιδρός και πρόθυμος πάντοτε Γιαννάκης, ο υιός του πλοιάρχου, αλλαγμένος
+γαλάζιαν βλούζαν, εκτελεί χρέη καμαρώτου, παθόντος εκ ναυτίας του τοιούτου και
+κοιμωμένου ακόμη, και ανάψας κηρίον και θέσας πυρ μετά θυμιάματος εις το
+ορειχάλκινον στιλπνόν θυμιατήριον, θυμιά πρώτον ευλαβώς την εικόνα του Αγίου
+Νικολάου, μικράν επάργυρον, κρεμαμένην από τινος δοκού εν τη άκρα του
+θαλάμου, και είτα πάντας τους λοιπούς, ψάλλων και το μεγαλυνάριον του Αγίου
+«Ορφανών προστάτην.... » Τέλος ασπάζονται πάντες την εικόνα του θαλασσινού
+ιεράρχου ευωδιάζουσαν θάλασσαν ως να ηγωνίζετο και ο Άγιος με τους ναύτας
+όλην την νύκτα παλαίων κατά των κυμάτων.</p>
+
+<p>Οι ναύται είτα ευφροσύνως πίνουσι το προσενεχθέν αυτοίς ποτήριον ρουμίου
+και ανέρχονται οι μεν ν' αντικαταστήσωσι την βάρδιαν, οι δε να τακτοποιήσωσι τα
+επί του καταστρώματος αντικείμενα μετακινηθέντα εκ του νυκτερινού σάλου.</p>
+
+<p>Τα πανιά δουλεύουν.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Αφίνομεν προς τα δεξιά τα λευκόν κτίριον του φανού του Σιτίλ-Βαχάρ εν τω
+στομίω του Ελλησπόντου και ιδού ξανοίγει η Ίμβρος, χθαμαλή, στρογγυλή, ιόχρους,
+με τα δάση των ελαίων της εδώ κ' εκεί και με τα οπωροφόρα δένδρα της.</p>
+
+<p>Η Ίμβρος με τα πολλά χωριά και με τας αμμώδεις ακτάς. Εγκατεσπαρμένοι
+σωροί όγκων φαιών και κοκκινωπών. Είνε τα χωριά τα πολυώνυμα της θρακικής
+νήσου. Δύο-τρεις καλύβαι εδώ, πεντέξ παρέκει, δεκάς οικίσκων αλλαχού. Επί των
+λοφίσκων, επί της ακτής.</p>
+
+<p>Ιδού έν μεγαλείτερον παρά το κύμα. Μικροκάικα πολλά σαλεύουν εγγύς της
+άμμου ως να παίζουν μετ' αυτής. Και άλλα πάλιν καϊκάκια με τα λευκά πανάκια των
+πηγαίνουν ν' αράξουν. Ένα τσερνίκι, φορτωμένον «ως τα μπούνια» με τα εκ πανίου
+παραπέτα, πετά σχεδόν ως θαλασσοπούλι με τον μακρύν λαιμόν του κατάμαυρον.
+Αγρόται αλωνίζουν εγγύς της ακτής, και όρνιθες εδώ κ' εκεί τσιμπούν με τα ράμφη
+των τους στίλβοντας ξηρούς χάλικας.</p>
+
+<p>Όπισθεν της Ίμβρου ουρανομήκης υψούται η κορυφή της αιπεινής
+Σαμοθράκης.</p>
+
+<p>Παραπλέομεν την Τένεδον μακράν και χθαμαλήν εν σχήματι μαχαίρας. Λόφοι
+γυμνοί και άθαμνοι. Καταπράσινοι αμπελώνες απόκρυφοι και πολυάριθμοι
+ανεμόμυλοι καταφανείς ένθεν και ένθεν της κώμης, συσσωρευμένης παρά τον
+αλίμενον αιγιαλόν. Μικρά καϊκάκια την συντροφεύουν αρόδο ιστάμενα.</p>
+
+<p>Έμπροσθέν της εκτείνεται του Ελλησπόντου η μεγαλοπρεπής είσοδος με το
+Σιτίλ Μπαχάρ το παμπάλαιον φρούριον. Τα ιστία των παμμεγίστων ιστιοφόρων
+λευκά κατάλευκα σχηματίζουσι [αρχή σελ. 73] αναριθμήτους χιονοστιβάδας
+κινουμένας ηρέμα κατά διαφόρους διευθύνσεις του εκτεταμένου όπισθέν μου
+Αιγαίου και ο καπνός των ατμοπλοίων, άτινα ως εκ της αποστάσεως ως καρκίνοι
+θαρρείς, βραδυπορούσι διατέμνοντα την απέραντον έκτασιν, αποτελούσι νέφη
+πυκνά συσκιάζοντα τον γαλανόν αιθέρα του. Πλαγιάζει η μυθική νησίς κατέναντι
+της Τρώας ως να την παρέσυρε προς τα εκεί το ισχυρόν του Ελλησπόντου ρεύμα το
+οποίον ορμητικόν εκχύνεται απλούμενον επί του Αιγαίου.</p>
+
+<p>Ο περίφημος κρυψώνας των Αχαιών σήμερον ευφημισμένος μόνον διά το
+λαμπρόν μαύρο κρασί του, το Τενέδιο κρασί, ακουστόν εις την Πόλιν και
+περιζήτητον εις τα ξενοδοχεία του Γαλατά.</p>
+
+<p>Επιάσαμεν εις την Τρωάδα. Ιδού τα έρημα πεδία της, μαύρα εκ των
+καταπεύκων θάμνων. Ιδού αι ακταί όπου αι θεαί των Αχαιών νήες δέκα όλα έτη
+ανέμενον. Ιδού τα Πέργαμα, ο Σκάμανδρος, αι Σκαιαί Πύλαι... Ω! τίποτε, τίποτε
+σήμερον δεν υπάρχει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Fuit Ilium...</p>
+
+<p>Τα Μπεσίκια με την δασώδη φυτείαν των κάμπων και με τον μέγαν κόλπον των.
+Τα βουνά της Ανατολής, μακρά, υψηλά, κατάφυτα. Ευλογημένα βουνά.</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">ΣΤ'.</h5>
+
+<p>Μετά το γεύμα εκαθήμην μετά του πληρώματος δίπλα του μαγειρείου. Είμεθα
+εξηπλωμένοι όλοι . . Αν και τον λυσίπονον επόθουν ύπνον, αγρυπνήσας όλην την
+νύκτα, όμως δεν με άφινον αι θελκτικαί διηγήσεις της Νεροφίδας. Ο γέρο-ναύτης ο
+Μπάρμπα-Μήτρος, η Νεροφίδα αποκαλούμενος μεταξύ των πληρωμάτων, διά την
+πονηρίαν του, γηράσασαν πονηρίαν, ο πάντοτε διολισθαίνων ως ποτάμια έγχελυς
+από μέσα από τα φοβερά δίκτυα του κινδύνου, μ' επείραζε συνεχώς με το
+νυκτερινόν κολύμβημα, ως απεκάλει της νυκτός την τρικυμίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι, μωρέ παιδί μου; Τι εμαϊνάραμε; Μόνον τον [τέλος σελίδος 73]
+κόντρα και τα φλέσα, κ' εδέσαμε και δυο μούδαις 'ς την μπούμα. Είδες εσύ, μωρέ
+παιδί μου, μπάρκο μπέστια· γάμπιαις συριακό σκαρί ξυλάρμενο, να θαλασσοδέρνη
+απόξω από τον Κάβο-Δόρο; Είδες σκούνα κασσώτικη, 28 χιλιαδώνε, συριανό σκαρί,
+με τα μικρά παρουκέτα μονάχα, να παραδέρνη απόξω από τον Κάβο-Μαλιά τρία
+ημερόνυκτα; Ο καιρός δεν μας έπαιρνε, θάλασσα-κιαμέτι! Μας έφαγε της γάμπαις
+ο χιονιάς και μας έσπασε τα τσιμπούκια ο βορειάς. Ο κόρφος δεν μας εδεχότανε, το
+Τσιρίγο μας έδιωχνε. Το βάλαμε κ' ημείς τραβέρσο, τρία ημερόνυχτα, με τον μέσα
+φλώκο μονάχα και με την μπούμα καταιβασμένη τρίγωνο. Λες κ' ήτανε
+κρασοβάρελο που το πετάξανε 'ς την θάλασσα κ' η θάλασσα το χτύπαε σαν
+αφωρισμένο. Δεν είχαμε και καπνό. Εξούσαμε τα παραπέτα με τους σουγιάδες μας
+κ' εφουμάραμε. Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή! Να, πλυθήκαμε κομμάτι.</p>
+
+<p>Και εκβαλών την καπνοσακκούλαν του επλήρου μικρόν τσιμπουκάκι μεθ'
+υπομονής και φιλοκαλίας θεργιακλή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όντας εναυαγήσαμε πάλι 'ς το Ασπρονήσι, απόξω από την Σκιάθο;
+Ωχ! μωρέ γυιε μου, κάτι κύματα! . . . Βουνά τα ωργισμέγα. Και νύχτα! Πίσσα! Και
+χιονιάς! Κατεβαίναμε φορτωμένοι, από τον Ποταμό, γέννημα για τον Περαία, με
+διαταγή! Ωχ, μωρέ γυιε μου, και να σε είχα μέσα εκείνη τη βραδειά! Κανένας δεν
+εγλύτωσε. Μόνον ο υποφαινόμενος. Και πάλιν κ' εγώ με θαύμα. Εκεί που μ'
+εχτύπησεν η σκότα του κόντρα φλώκου, που εβγήκα να τον μαζέψω, μου δίνει μια
+να πέσω 'ς την θάλασσα και ξεγλυστρώ, μωρέ γυιε μου, και πέφτω απάνω σ' ένα
+κασσόνι. Λες και μου τώρριξεν εκειδά η μάννα μου. Τρικυμία, λέει, κ' η
+ψεσινή!</p>
+
+<p>Και μετά μικρόν ανάψας το τσιμπουκάκι του η Νεροφίδα, αλλά-Ιγγλέζα,
+επανέλαβε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού να σε είχα, μωρέ παιδί μου, εδώ και πέντε χρόνια με του
+καπετάν Φώκα την πρωτοτάξειδη σκούνα. Φορτώσαμε κάρβουνο 'ς τον Όλυμπο για
+την Αλεξάντρα. Και κει που σηκωθήκαμε 'ς τα πανιά — ώρα εσπερινού — ,
+καταιβάζει, μωρέ γυιέ μου! Θεέ Δημητρίου. Χειμώνας καιρός βλέπεις. Του Αγίου
+Αντρέως. Ο καιρός 'ς τον Μάστορη — Μαΐστρο-τραμουντάνα. Πού να μουνδάρωμε!
+Και μια νύχτα! Σκοτάδι — Πίσσα! Δεν έβλεπες από την πρύμη 'ς την πλώρη. Εγώ
+του είπα του καπετάν Φώκα: Καπετάν Φώκα, δεν μ' αρέσει ο καιρός. Μα εκείνος
+δεν μ' άκουσε. Μας τα δίνει, που λέτε, 'ς τα χέρια! Και που να ιδής! Τα Ρημονήσια
+έγειναν ένα. Μαϊνάρουμε τον κόντρα μας τρώει τον παπαφίγκο. Μας σπάζει το
+πρυμνιό τσιμπούκι με το φλέσι και κρεμνιέται και παραδέρνει σαν ξεμανίκωτο χέρι.
+Μετά πολλά ξανοίξαμε κατά την Μεγάλη Λήμνο. Τα κύματα βουνά! Και σου
+καταιβάζει κάτι κύματα τ' Άινόρος! Θεέ Δημητρίου! Μετά τα μεσάνυχτα όλοι
+αποκάμαμε. Ήμουνα 'ς το τιμόνι. Γυρίζω, τίποτε. Δεν τ' άκουε το τιμόνι πλεια. Βρε
+για το Θεό, καπετάν Φώκα. Λέγω 'ς τον καπετάνιο. Ο κακομοίρης ήλθε κ' εκέρωσεν
+αμέσως. Τα κύματα μας άρπαξαν πλεια την σκούνα από τα χέρια μας. Η θάλασσα
+την έκαμε ξέρα κ' έμπαινε κ' έβγαινεν ελεύθερα. Ύστερ' από τα τόσα τινάγματα,
+που έτριξαν τα παΐδια της, η σκούνα έγειρε με την μια μπάντα. Τότες πλεια όλοι τα
+χρειασθήκαμε. Σπάζει η ράντα της μπούμας, κάτω η γάμπιες κουρέλια. Μονάχα
+ένα κομμάτι απέμεινε ψηλά 'ς της κόφαις κ' ενόμιζε λες κ' ήτανε σκιάχτρο για της
+κουρούναις 'ς τα μποστάνια. Ο καπετάν-Φώκας τότες τάχασεν. Εγονάτισε και δεν
+μπορούσε ούτε το σταυρό του να κάμη. Γυναίκα, γυναικούλα μου! έκλαιε. Τα
+κύματα την επήραν πλεια από κάτω την σκούνα. Η κουβέρτα σαρώθηκε. Οι ναύταις
+όλοι κερωμένοι από τον φόβο, κρατούσαν ακόμα τα παταράτσα, εν ώ τα πανιά όλα
+είχανε φαγωθή. Ο καπετάν-Φώκας, ολοένα έκλαιε. Γυναίκα! Γυναικούλα μου!
+Τότες κάποιος ναύτης φωνάζει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ανάθεμα σε Παπα-Δράκο!</p>
+
+<p>Και όλοι επαναλαμβάνουν·</p>
+
+<p>&nbsp;— Ανάθεμά σε Παπα-Δράκο!</p>
+
+<p>Τότες θυμήθηκε και φωνάζει ο καπετάνιος:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ίσα τον Αράπη!</p>
+
+<p>&nbsp;— Καρδιά παιδιά. Συνοδεύω κ' εγώ. Ίσα τον Αράπη!</p>
+
+<p>Και διακόπτων η Νεροφίδα την διήγησιν, μοι λέγει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Το βλέπεις, μωρέ παιδί μου, το βλέπεις εκείνο το πανί μπροστά 'ς την
+πλώρη, το μέσα φλώκο, πού είνε θηλυκωμένο 'ς το πλωριό κατάρτι; Δεν μου λες,
+τανοίξαμε αυτό ψες; Αυτό, μωρέ παιδί μου, ανοίγει μονάχα, όταν όλα τα άλλα είνε
+καταιβασμένα. 'Σ τον μεγαλείτερο κίνδυνο, να πούμε. Τότε το καράβι μονάχα, με το
+πανί αυτό, παραδέρνει μισορρουφισμένο. Αυτό το πανί, μωρέ παιδί μου, το λένε
+Αράπη. Γιατί μαυρίζει από τον καΰμό του, σαν ανοίξη. Όλα τα στοιχεία το χτυπάνε.
+Το χτυπά ο αγέρας, το χτυπά η θάλασσα, το χτυπά το χιόνι, το χτυπούν οι κεραυνοί,
+τόσα άγρια δόντια να το φάνε. Πώς να μη μαυρίση το καϋμένο! Είνε να πούμε η
+σημαία και το σάββανο του καραβιού. Ή θα γλυτώση το καράβι και θα γείνη
+σημαία του, ή θα χαθή και θα γείνη σάββανό του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ίσα τον Αράπη ξαναφωνάζω, έτσι 'ς τα ψέματα για να δώσω καρδιά 'ς
+τους ναύταις. Μα ποιος άλλος μπορούσε να 'πάγη 'ς την πλώρη;</p>
+
+<p>Το κύμα θα τον ερροφούσεν όσο να πης τρία. Έτυχε νάχωμε 'ς το τσούρμο τον
+Παπα-Δράκο, της Παπαδράκαινας τον γυιό. Μάννα για τον Αράπη. — Θεός σχωρέσ'
+τονε!</p>
+
+<p>Ο Παπα-Δράκος της Παπαδράκαινας ο γυιος ήτανε ένα παιδί όλο κεφάλι. Από
+μικρό έδειχνε. Εγεννήθη μ' ένα μεγάλο κεφάλι. Ύστερα, εμεγάλωνε το παιδί,
+εμεγάλωνε και το κεφάλι του. Ένα τέρας. Η κακαίς η γλώσσαις καθήσανε και
+λογαριάσανε τους μήνους, από την ημέρα που γεννήθηκε, κ' εβγάλανε πως
+επιάσθη Μεγάλη Παρασκευή. Τόσο εβούιξεν ο κόσμος όλος. Ο Παπα-Δράκος, ο
+πατέρας του, ένας καλός χριστιανός, παπαδοπαίδι και αναγνώστης με μια ώμορφη
+γυναικούλα, μικρούλα σαν κουκλίτσα.</p>
+
+<p>Αναγκάσθη να φύγη για πάντα από το χωριό. Δεν μπορούσε να υποφέρη τον
+κατατρεγμό, και το κατηγόριο, κ' ουδέ να βλέπη ήθελε το παιδί του εκείνο με το
+μεγάλο κεφάλι, λες κ' ήτανε καταμαρτυρία της αμαρτίας του. Ένα βράδυ λοιπόν
+λέει στην Παπαδράκαινα: — «Έχε γεια, Παπαδράκαινα!» Έχωσε το κεφαλάκι της
+μέσα 'ς τα πυκνά γένεια του, ένα ώμορφο στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, και την
+εφίλησε, την εφίλησε την Παπαδράκαινα, κ' έφυγε, και δεν ξαναγύρισε πλεια.
+Απέθανε, είπαν, 'ς τα Καντουνάκια 'ς τ' Άινόρος. 'Σ την έρημο. Ο δε Παπαδράκος ο
+γυιος του εμεγάλωνεν, εμεγάλωνεν, είπαμε, και το κεφάλι του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παπα-Δράκος να σε φάη! του φώναζεν η Παπαδράκαινα, για να το
+τρομάξη, όταν έκλαιε, που το εσυχαινότανε σαν την αμαρτία της.</p>
+
+<p>Και πάλιν, όταν καμμιά φορά ήθελε να το χορέψη — όταν ήτανε 'ς τα καλά της
+και το λυπότανε, λέει, το έπιανεν από τα δυο χεράκια του, με δυο μικρά-μικρά
+ποδαράκια και με μια κεφάλα σαν φλάσκα, και το χόρευε με το ίδιο φοβέρισμα
+πάλιν αντίς για τραγούδι έλεγε:</p>
+
+<p class="poem"><i>Παπα-Δράκος να σε φάη!<br />
+Παπα-Δράκος να σε φάη!</i></p>
+
+<p>Τέλος, να μη τα πολυλογούμε, εμεγάλωσεν ο Παπαδράκος, εμεγάλωσε και το
+κεφάλι του, και η ώμορφη Παπαδράκαινα με το στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, το
+έδιωξε το παιδί της:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να μη σε βλέπω μπροστά μου, σημειωμένο πράμα! Άιντε να βρης
+ψωμί! κ' εκείνο το καϋμένο πήγε με τα καράβια· με χρόνια έγεινε ακουστός ο
+Παπα-Δράκος ο γυιος της Παπα-Δράκαινας μέσα 'ς τα τσούρμα των καραβιών, 'ς τα
+πληρώματα καθώς λένε τώρα. Άξιος κ' επιδέξιος ναύτης, φημισμένος για την
+αποκοτιά του. Μα ήτανε άτυχος. Με όποιο καράβι μπαρκάριζε, κινδυνεύανε
+πάντοτε, και αυτόν, ως απόκοτον, έστελναν πάντοτε 'ς τον Αράπη. Ώστε σου έγεινε
+ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπά-δράκαινας, μάννα για τον Αράπη!</p>
+
+<p>'Σ τα ύστερα όμως εκατάλαβαν την ατυχία του, σαν να ήτανε καταραμένος, και
+δεν τον ετσουρμάριζαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είμαι για τον Αράπη! έλεγαν οι καπετανέοι, όταν τους
+παρακαλούσε κλαίοντας να τον γράψουν 'ς τα χαρτιά.</p>
+
+<p>Κι' οι ναύταις πάλιν έλεγαν εις τους καπετανέους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βάρδα από τον Παπαδράκο!</p>
+
+<p>Τόσον που κατάντησεν ο δυστυχής ο Παπαδράκος να πωλή αχινούς — πέντε 'ς
+το λεπτό — για να ζήση. Και έβλεπαν συχνά οι άνθρωποι, ένα μίλι μακρυά από το
+χωριό, μια φλάσκα μεγάλη-μεγάλη μέσ' 'ς τη θάλασσα να καραβίζη. Ήτανε ο
+Παπαδράκος με το μεγάλο κεφάλι που έβγαζε τους αχινούς.</p>
+
+<p>Η φελούκα του εχώνευε, και το κεφάλι του φαινότανε ακόμα ένα μίλι
+μακρυά!</p>
+
+<p>Ο καπετάν Φώκας δεν ήθελε να τον τσουρμάρη τελευταία, ούτε οι ναύταις του
+τον ήθελαν. Μα τι να κάμη; του έλειπεν ένας ναύτης. Το ξέρω, βρε παιδιά μου,
+έλεγε. Μα να χάσωμε το ναύλο; Και τον ετσουρμάρισε. Έτσι λες εσύ; Να
+κινδυνέψωμε για τον Αράπη.</p>
+
+<p>Α! Πάπα-Δράκο! παιδί μου! παρακαλεί ο καπετάνιος, λοιπόν είπαμε. Ίσα τον
+Αράπη!</p>
+
+<p>Ο Παπα-Δράκος ήτανε έτοιμος. Σαν να το είχε καταλάβει και πριν τον διατάξη ο
+καπετάνιος είχε τα μάτια του 'ς τον Αράπη. Άμα τον διέταξεν ο καπετάνιος, με το
+κεφάλι του το μεγάλο, ο Παπαδράκος ανασκουμπωμένος όπως ήτανε, χυμά 'ς την
+πλώρη. Τρώει ένα κύμα, τρώει δεύτερο, τρώει τρίτο. Τρεις φοραίς πέφτει πίστομα
+όσο ν' αναβή 'ς την πλώρη. Τρεις φοραίς σαν νεροβάρελο εκατρακύλισε 'ς την
+κουβέρτα και τρεις φοραίς σηκώθηκε. Τέλος ανοίγει τον Αράπη. Κι' αμέσως, μωρέ
+αδέρφια, εστάθηκε 'ς τα πόδια της η σκούνα. Μέσα 'ς την νύχτα και 'ς την χιονιά
+ένα πράμα σαν σημαία σαν σάββανο φάνταξε μπροστά 'ς την πλώρη. Ήτανε ο
+Αράπης. Ο Παπα-Δράκος τον εκαργάρισε, τον εστερέωσε καλά κ' έτρεχαν τα νερά
+από πάνω του σαν κλάματα, της σκούνας τα κλάματα. Το καράβι ανάσανε αμέσως.
+Εκεί που ήτανε γονατισμένο, ξαναεσηκώθηκε πάλι.</p>
+
+<p>Λες κ' είχε χέρια ο Αράπης κ' έπιασε γερά την σκούνα και την εσήκωσε σαν
+μάννα του. Εσηκώθηκε αμέσως και ο καπετάν Φώκας. Όλοι εκάμαμε τον σταυρό
+μας. Άρχιζε τότες και να μολυβίζη. Εχάραζε και εβλέπαμε της στεριαίς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γεια σου Παπαδράκο! φωνάξαμε όλοι, που τον εβλασφημούσαμε
+προτήτερα.</p>
+
+<p>Τα πρωί εξημερώσαμε ανοιχτά από την Σκύρο. Ανασάναμεν. Εξημέρωσεν ο
+Θεός την ημέρα. Άμα εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα ήμαστε καλά. Έπεσε κομμάτι
+κι' ο αγέρας. Μα είδαμε πως μας έλειπεν ένας από το τσούρμο. Ο Παπαδράκος, ο
+γυιος της Παπαδράκαινας. Ούτε φάνηκεν ο καϋμένος. Ψάχνομε παντού. Πουθενά ο
+Παπαδράκος. Φωνάζουμε εμπρός, πίσω, κάτω. Τίποτα! Πουθενά ο Παπαδράκος.
+Εκείνη τη φορά ο Αράπης τον έφαγε, θα τον άρπαξε, ως φαίνεται, κανένα κύμα εκεί
+που κατέβαινε από πάνω από την πλώρη 'ς την κουβέρτα. Γιατί τη στιγμή που
+άνοιξε τον Αράπη κι' εστάθη 'ς τα πόδια της η σκούνα, εκαταλάβαμε ένα δυνατό
+τίναγμα κ' εσείσθηκεν όλο το σκάφος. Πόσους τρώγει έτσι η θάλασσα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Παπαδράκο! εφώναξα τρεις φοραίς απόξω από τα Ψαρά, όταν
+καταλάβαμε πλεια πώς έλειπεν ο καϋμένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παπαδράκο! ακούσθηκεν άλλαις τρεις φοραίς τρεμουλιαστή βοή σαν
+κλάμα από την κατάξηρη των Ψαρών ράχη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θεός σχωρέσ' τονε!</p>
+
+<p>Είπαμε όλοι τότε κ' εκάμαμε τον σταυρό μας. Κ' εβγάλαμε τα κασκέτα μας,
+ξεσκούφωτοι, σαν να περνούσεν από πάνω μας την ώρα εκείνη η ψυχή του
+Παπαδράκου, του γυιού της Παπα-δράκαινας, που έσωσε πέντε σπίτια εκείνη την
+νυχτιά κ' ένα καράβι. Εχάθη ο καϋμένος, σαν να μη ήθελε ν' ακούση ευχαριστίαις
+από στόματα που τον εβλασφημούσαν . . . .</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Ζ'.</h5>
+
+<p>&nbsp;— Μπούκα!</p>
+
+<p>Ακούομεν αίφνης την φωνήν του πλοιάρχου μας. Εγειρόμεθα όλοι. Οι ναύται
+τρέχουν εις τας θέσεις των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μόλα-μπουρίνα — τίρα-μόλα!</p>
+
+<p>Εισήλθομεν εις τον Ελλήσποντον, διά χειρισμού δεξιού αποφεύγοντες το
+ισχυρόν ρεύμα. Δεξιά μας το Κουμ-καλέ, αριστερά το Συτίλ- Μπαχάρ, ορθάνοικτα
+φύλλα της πόρτας του γαλάζιου πορθμού.</p>
+
+<p>Άνεμος δροσερός μας αναρριπίζει όλους. Αύραι ζωνταναί, αι αύραι του
+Ελλησπόντου. Τας βλέπεις σχεδόν πνεούσας κυανάς από το Τσανάκ- καλέ, αόρατον
+όπισθεν μιας κυανής άκρας της ασιατικής παραλίας. Τα ιστία αναταράσσονται κατ'
+αρχάς χαρμοσύνως ως μανδήλια της σκούνας επισειόμενα προς χαιρετισμόν επί τω
+αισίω κατάπλω και πλαταγούσιν ηδέως ως πτερά όρνιθος ετοιμαζομένης να
+καθήση. Συρίζουν δε και τα καρχήσια εν αγαλλιάσει και τα «δίνουμε» σκιρτώντες
+διά τ' Άσπρα Γιάρια. Το ρεύμα ροχθούν, αφρίζον, περιδινούμενον μεθ' ορμής
+κατέρχεται προς τα κάτω, καθιστών αδύνατον τον περαιτέρω ανάπλουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπρούλια τρίγκο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάϊνα κόντρα! Μάϊνα φλέσι!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάϊνα γάμπιαις!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάϊνα φλόκια!</p>
+
+<p>Αι διαταγαί του πλοιάρχου αλλεπάλληλοι αντηχούσαν εν τω κυανώ του
+Ελλησπόντου όρμω. Ο δρόμος ανακόπτεται και η σκούνα πλήττουσα τα κύματα, ως
+καλή οικοκυρά εισέρχεται εις τον θάλαμόν της ν' αναπαυθή μετά τόσον κοπιώδη
+πλουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πόντισον!</p>
+
+<p>Τελειόνει τας διαταγάς του ο πλοίαρχος και τρίβων τας χείρας του βηματίζει επί
+της πρύμνης· αμέριμνος πλέον ως εργάτης σχολάσας από την εργασίαν του. Σχοινία
+και ιστία, τα πολύπλοκα άρμενα όλα αναμίξ επί του καταστρώματος και άλλα επί
+των ιστών. Οι ναύται ερπύζοντες ανέρχονται επί των κεραιών και περιμαζεύουσι
+περιδένοντες πάντα εν τάξει.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Σκάφη παντοία ηγκυροβολημένα εν αταξία, καθώς ηυκολύνοντο, επλήρουν τ'
+Άσπρα Γιάρια, ένα μέγαν λιμένα του Ελλησπόντου προς την Ανατολήν. Τριίστια
+μπάρκα και σκούναι κομψαί και μπάρκα- μπέστια και τσερνίκια και τρεχαντήραι
+παμμέγισται λαδάδικαι, φορτωμένα και κενά. Μαύρα, φαιά, πράσινα, γαλάζια, με
+άσπρα μπούρδα, κατάμαυρα. Στιλπνά, καινουργή, παληοκάραβα ανθρακοφόρα.
+Αυστριακά παμπάλαια, του πετρελαίου μπάρκα, Σκιαθίτικα, Κασσώτικα, Χιώτικα,
+καράβια Γαλαξειδιώτικα, Ψαριανά καράβια όλα φύρδην μίγδην ανέμενον άλλα μεν
+να πνεύση νότος, ίνα πλεύσωσι προς την Προποντίδα, άλλα δ' εκαρτέρουν τα
+ρυμουλκά να τα ρυμουλκήσωσι δύο- δύο, τρία-τρία μέχρι του Αναγαρά.</p>
+
+<p>Καταγάλανα τα κύματα του Ελλησπόντου εχόρευον γύρω μας και αι ακταί
+αμμώδεις εξετείνοντο καθαραί, απαστράπτουσαι, ευωδιάζουσαι. Τα μαγαζάκια
+έξω του χωριού μέσα εις καταπρασίνους κήπους, γεμάτα πλοιάρχους,
+εγελοκοπούσαν, κ' η βάρκες εκουβαλούσαν πρωί-βράδυ τροφάς νωπάς, σφακτά
+τετράπαχα και δροσερά λαχανικά διά τον αραγμένον στολίσκον, ου τα πλείονα
+πλοία προωρισμένα διά την Μαύρην θάλασσαν ήθελαν ν' αποχαιρετίσωσι τα
+δροσερά της Ανατολής ζαρζαβατικά. Τινές δε πλοίαρχοι και συνεπλήρουν την
+αποθήκην των τροφών, ευρίσκοντες αυτόθι ευθηνότερα και καλλίτερα τα
+πράγματα.</p>
+
+<p>Η Θρακική Χερσόνησος απέναντι μας με τα θαμνώδη βουνάκια της εσκοτίνιαζεν
+ήδη. Ο κάβο-Φονιάς, επικίνδυνος, εις αβαθή ύδατα, άκρα, μας έκρυπτε το Τσανάκ-
+καλέ, όπου έπρεπε να παρουσιάση ο πλοίαρχός μας τα χαρτιά του κατά την
+τάξιν.</p>
+
+<p>Χαριεστάτη διήλθεν είτα η πρώτη της νυκτός φυλακή. Ο γλαυκός Ελλήσποντος
+ποικιλοτρόπως αντήχει από τους διαφόρους γλωσσικούς ιδιωτισμούς των ναυτικών
+Ελληνικών πόλεων, συγχεομένους όλους εις μίαν δροσερωτάτην αρμονίαν.
+Πλοίαρχοι και ναύται εκουβέντιαζαν από τα διάφορα πλοία ξεκουραζόμενοι μετά
+τον επίπονον πλουν, διηγούμενοι προς αλλήλους τα κατά τον πλουν και ερωτώντες
+«για της δουλιαίς πώς πάνε».</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Πρωί-πρωί, οξύτατος συριγμός ρυμουλκού με αφύπνισεν. Ανήλθον. Γαλανή
+θάλασσα, γαλανά βουνά, γαλανός ουρανός, γαλανόν το ρυμουλκόν που μας
+ετραβούσε προς την Προποντίδα, εμάς και δύο άλλα τρεχαντήρια, ένθεν και ένθεν.
+Έτρεχε το ρυμουλκόν μετά δυνάμεως, και έφευγον επ' εδώ κ' απεκεί
+χειροπιασμένα ως εν χορώ βουνά και κάμποι και κάστρα και χωριά. Βουνά με τα
+δένδρα των και χωριά με τα σπίτια των όλα έφευγον, ως να τα είχε παρασύρει το
+ρεύμα του Ελλησπόντου ακατάσχετον. Έτρεχε το ρυμουλκόν ολοταχώς, έτρεχε και
+η σκούνα μαζί όπισθέν του, καμαρώνουσα, δεμένη, χαίρουσα. Νεόνυμφη που την
+εχόρευε ο μικρός κουμπάρος της, το ρυμουλκόν με συρματένιο μανδήλι. Καμμιά
+φορά ότε το ρεύμα ήτο ισχυρόν ήσθμαινε το ρυμουλκόν, εκοντοστέκετο και η
+σκούνα με τα δυο τρεχαντήρια ένθεν και ένθεν αρνουμένη να προχωρήση —
+κατάδικοι που τους επήγαινον να τους κρεμάσουν . . . . Ατμόπλοια διάφορα,
+φορτωμένα και κενά παραπλέουσι αναβαίνοντα και καταβαίνοντα σιωπηλά, βωβά,
+μη ανταλλάσσοντα ουδέ χαιρετισμόν από την βίαν των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έτσι μπορώ να ταξειδεύω με κάθε καιρό!</p>
+
+<p>Έλεγεν η Νεροφίδα, ξαπλωμένος ο γέρων ναύτης, — έλεγε πώς ήτο αδιάθετος
+— παρά το μαγειρείον, οπόθεν εξήρχετο ευώδης η ορεκτική οσμή του
+παρασκευαζομένου αλιπάστου κρέατος διά το πρόγευμα. Περί αυτόν οι ναύται
+έξαινον στυππείον, διότι ο πλοίαρχος είχεν επαναλάβει πάλιν ειπών ότι «η μόνη
+τέχνη που δεν περνά είναι η τεμπελιά».</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν αποχτήσω, βρε παιδιά, εξηκολούθησεν η Νεροφίδα, κ' εγώ
+καμμιά σκούνα, και γένω καπετάνιος, θα πάρω κ' ένα ρυμούλκι, να με τραβά
+πάντα. Κ' εγώ ξαπλωμένος θα φουμάρω το τσιμπουκάκι μου. Να με βλέπουν που
+λέτε η θάλασσαις και τα πέλαγα και να λένε: « — Να καπετάνιος μια φορά!» Να με
+βλέπουν οι σκούναις και τα μπάρκα και να λένε: « — Να καπετάνιος μια φορά!» Να
+με βλέπουν και η Μαυροθαλασσίτισσαις και μελαχροιναίς και να λένε και αυταίς: «
+— Να καπετάνιος μια φορά!»</p>
+
+<p>Και θωπεύων εγγύς του τον Αράπην, τον μπογαζιανόν σκύλλαρον της σκούνας,
+έλεγε χαριεντιζόμενος, θεωρών το ρυμουλκόν αφανές από τους αφρούς, έλκον
+ολοταχώς την σκούναν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γεια σου, ξεφτέρι μου! |</p>
+
+<p>Κ' εξηκολούθει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έπρεπε να σας είχα, μωρέ σεις παιδιά, με τούτη τη σκούνα.
+Εταξειδεύσαμε πάλι για τον Ποταμόν άδειοι.</p>
+
+<p>Ξανοίξαμε από τον Μαρμαρά και εκάμναμε μια μεγάλη βόλτα από την
+Ραιδεστό ς' την Καλόλημνο. Μόλις που ετεραμολάραμε, να τα γυρίσουμε, απάνω,
+που λέτε, ς' την στροφή, ς' την Καλόλημνο, να και πετιέται ανατολικά μπροστά μας
+πράσινο φανάρι, θηρίο ανήμερο ολοταχώς. Θάλασσα-κιαμέτι. Δεκέμβριος μήνας. Ο
+καπετάνιός μας, μόλις που άφησε τα κιάλια από τα χέρια του κι' ανάσανε γιατί τα
+πήραμε καλά, ακούει από την πλώρη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πράσινο φανάρι!</p>
+
+<p>&nbsp;— Πράσινο φανάρι! επαναλαμβάνει και ο πλοίαρχος σαν χαζός και
+γυρεύει πάλι τα κιάλια του.</p>
+
+<p>Από την πλώρη η βάρδα ξαναφωνάζει πάλιν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πράσινο φανάρι!</p>
+
+<p>Αχ, μωρέ παιδιά μου, ένα πράσινο φανάρι! Το είδαμε κ' ηρχόντανε με θυμό
+κατεπάνω μας, να μας φάη. Ημείς διπλαρωμένοι ακόμα. Το είδαμε όλοι πλεια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει μας τρακάρισε! φωνάζω με απελπισία. Έπρεπε να δείχνη
+κόκκινο, για να είνε σε τάξι.</p>
+
+<p>Το είδε κι' ο καπετάνιος το πράσινο φανάρι που ηρχότανε με βογγυτό.
+Εσάστισε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άη-Νικόλα μ'! ασημένια σου την χαρίζω!</p>
+
+<p>Αυτό μονάχα πρόφθασε να ειπή ο καπετάνιος. Οι ναύταις όλοι βλέπαμε το
+πράσινο φανάρι που ερχότανε με κρότο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! από το βαπόρι! Ε! από το βαπόρι! φωνάζαμε όλοι, αλλά ο αγέρας
+έπαιρνε προς τα κάτω της φωναίς μας. Ούτε ξεχώριζαν διόλου από την βοή του
+βοριά. Την καμπάνα! την καμπάνα!</p>
+
+<p>Ακούμε τότε μια φωνή, και αμέσως ακούμε και την καμπάνα που εβούιζεν
+άγρια ς' την πλώρη μας σαν σε λείψανο.</p>
+
+<p>Απάνω ς' το χτύπημα της καμπάνας ακούμε και δυνατό σφύριγμα, σφύριγμα
+μηχανής. Κ' ένα ξεθύμασμα βαθύ κατόπιν. Η σκούνα μας τα γύρισε και το πράσινο
+φανάρι σταμάτησε μπροστά μας, ένα θηρίο, ένα θεοπάπουρο!</p>
+
+<p>Ποιος φώναξε: — την καμπάνα; — Κανείς από μας δεν φώναξε. Πώς χτύπησεν η
+καμπάνα; Κανείς από μας δεν χτύπησεν. Ο μάγειρός μας, ένας που έκαμε σε
+μοναστήρια, έλεγε πως είδεν ένα γεροντάκι ζωηρό με άσπρα γένεια στρογγυλά σαν
+τον Άη-Νικόλα, που εχτύπησε μονάχος του την καμπάνα.</p>
+
+<p>Σ' την μέση θα μας έκοβεν, αν δεν μας εγλύτωνεν ο Άη-Νικόλας.</p>
+
+<p>Και μετ' ευλαβείας η Νεροφίδα διακόψας την διήγησιν έκαμε τον σταυρόν του.
+Όλοι τον εμιμήθημεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είδατε, μωρέ παιδιά, το ασημένιο καραβάκι; Εξηκολούθησε πάλιν η
+Νεροφίδα. Εκείνο το ασημένιο καραβάκι που κρέμεται από τον μεγάλον
+πολυέλαιον ς' τον Άη-Νικόλα; ς' την πατρίδα; Είν' η σκούνα μας αυτή που την
+έταξεν ασημένια ο καπετάνιος μας ς' τον Άη-Νικόλα τότες που μας εγλύτωσε. Όλη
+από καθαρό ασήμι, καλοδουλεμένο, της Ρωσίας ασήμι. Μισή οκά ασήμι. Σε πρώτο
+ταξείδι, όταν φθάσαμε με το καλό ς' το Ταϊγάνι, ο καπετάνιος μας αμέσως
+επαράγγειλε μια ασημένια σκούνα, μισή οκά, με τα κατάρτια της, με τα πανιά της
+ανοιχτά, με τα ξάρτια της, όλα ασημένια. Μπροστά 'ς την πλώρη ένα ασημένιο
+γεροντάκι με στρογγυλά ασημένια γένεια, ο Άης-Νικόλας, σημαίνει την καμπάνα
+την ασημένια. Πίσω ο καπετάνιος. Δεν λείπει κι' αυτός. Γονατιστός, ξεσκούφωτος,
+ασημένιος.</p>
+
+<p>Είνε τώρα κρεμασμένη 'ς τον πολυέλαιο του Άη-Νικόλα. Και όταν ανάφτη ο
+γέρω-Συμβίας της λαμπάδες, ς' την πανήγυριν, σ' την αγρυπνία και τον κουνή
+κατόπιν τον πολυέλαιο, κουνιέται κ' η σκούνα η ασημένια μαζί του πέρα-δω, ς' την
+αγρυπνία, κ' είνε μια χαρά να την βλέπης. Θαρρείς και ταξειδεύει ς' τη Μαύρη
+Θάλασσα.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Το ρυμουλκόν, αφού μας εξήγαγεν έξω από τα ρεύματα, μας άφησε πλέον.
+Επεράσαμεν τα Γαλατάρια. Αφήσαμεν οπίσω τον Αναγαράν. Εχώνεψεν η
+Καλλίπολις με τους μιναρέδες της, θαλασσωμένη μέσα εις τα γλαυκά της
+Προποντίδος κύματα. Χάθηκε το Λαμψάκι το ιστορικόν και το Τσαρδάκι δεν
+φαίνεται πλέον. Έκλεισεν ο Ελλήσποντος κ' ήνοιξεν η Προποντίς, ο κατακύανος
+Μαρμαράς και κατάκρυος. Θαρρείς και ανήλθες εις κυανούν της Μεσογείου
+θαλασσοπέδιον, υψηλά, προς τας κρυεράς αύρας, προς τα ολόδροσα
+μελτέμια.</p>
+
+<p>Η σκούνα, με όλα τα πανιά, χαριέντως κλίνουσα προς την μίαν πλευράν, ως επί
+κυανής κλίνης με το πλευρόν νύμφη, λοξοδρομούσα, προσεγγίζει οτέ μεν προς την
+Θράκην, οτέ δε προς την Ανατολήν.</p>
+
+<p>Ο Μαρμαράς, κατάξηρος, με τα λατομεία του και με τους κολιούς του τους
+μαρμαρινούς. Ατμόπλοια, γολέταις, τρεχαντήρια, βρίκια αναιβοκαταιβαίνουν σαν
+πουλιά ταξειδιάρικα. Χορταίνει η καρδία καθαρόν αέρα και η όρασις καταπρασίνην
+χλόην των αμπελώνων και φυτειών, αίτινες παχείαι περιβάλλουσι τα ονομαστά
+Γανόχωρα της Θράκης. Αφίνομεν την Ραιδεστόν, χαιρετίζομεν την Καλόλημνον ως
+πάπιαν εν μέσω της Προποντίδος παίζουσαν και ούτως εν χαρά πλέον με τα πανιά
+γιαλό-γιαλό από τον Άγιον Στέφανον ς' τους δύο Τσεκμετζέδες παραπλέοντες
+αράξαμεν μίαν αυγήν από κάτω από τα Ψωμαθειά της Πόλεως. Βόμβος αόριστος,
+ως ανέμου μακρυνού βόμβος, έφθανε προς ημάς, η βοή της μυριοποθήτου
+Βασιλευούσης. Όταν ανήλθον επί του καταστρώματος, έτριβον κ' επανέτριβον τους
+οφθαλμούς μου, έκθαμβος προ του πανοράματος εκείνου του ζωντανού, το οποίον
+ξετυλίσσετο ευφρόσυνον ενώπιόν μου. Σαν όνειρον, σαν χιλιόχρωμον ζωγραφίαν
+επί κυανού εδάφους εθεώρουν εν θαυμασμώ την μυριάνθρωπον Πόλιν, με την
+ανατολήν του ηλίου αναθρώσκουσαν από μέσα από την ομίχλην, ως αναδυομένην
+από των κυμάτων, σύμπλεγμα πολύμορφον κυπαρίσσων και μιναρέδων και θόλων,
+παλατίων και ναών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είδες την Πόλιν, βρε Γιαννάκη;</p>
+
+<p>Έλεγεν ο πλοίαρχος προς τον έφηβον υιόν του, εν σιγή θεωρούντα την
+απροσδόκητον εκείνην οπτασίαν του χρυσού και φωτός και αφρού, άτινα
+μυστηριωδώς στερεοποιούμενα μετεμορφούντο εις την μυθοπλαστουμένην Πόλιν,
+την Πόλιν των αγαθών και του πλούτου, την Πόλιν της αναπαύσεως του
+κεκμηκότος ναύτου, εις τα δροσερά κύματα της οποίας γλυκαινόμενον το πλοίον,
+επαναλαμβάνει τον προς την Μαύρην θάλασσαν πικρόν πλουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— 'Σαν ψεύτικη, πατέρα!</p>
+
+<p>Είπε μετά ώραν, αφηρημένος προς το θέαμα ο έφηβος, με παλμούς
+ανυπομονησίας καρτερών πότε ν' απολαύση εγγύτερον, να ψαύση την εύμορφον
+εκείνην ζωγραφίαν της αιχμαλώτου μητροπόλεως του Γένους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ινανμάσι γκελ ταμπάκ!</p>
+
+<p>Ετραγωδούσεν εκείνην την ώραν γλυκύτατα ο πωλητής του αφράτου
+μουχαλεμπιού από της υψηλής των Ψωμαθειών ακτής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν δεν πιστεύης έλα να ιδής!...</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Η'.</h5>
+
+<p>Μαύρα δάκρυα έχυσα την ημέραν, καθ' ην έμελλον ν' αποχωρισθώ πλέον της
+αγαπημένης μου σκούνας. Ναυαγός εάν ήμην, δεν θα έκλαιον τόσον την
+απολεσθείσαν περιουσίαν μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί να μη έχω μίαν σκούναν ιδικήν μου!</p>
+
+<p>Έλεγεν ο λογισμός μου παραπονούμενος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ταξειδεύω! Να ταξειδεύω! Πάντα να ταξειδεύω!</p>
+
+<p>Επανελάμβανον οι πόθοι μου ορφανοί, πενθηφορούντες. Επί πολύν χρόνον
+μετά ταύτα, τας νύκτας, τα όνειρά μου εσχηματίζοντο εν μέσω σχοινίων κ' ιστών
+και ιστίων εν μέσω πελάγους και αφρού και κυμάτων. Πλέοντα, λοξοδρομούντα,
+καραβίζοντα όνειρα. Γαλήνης και τρικυμίας όνειρα. Με τα πανιά όνειρα!</p>
+
+<p>Έως ου αφυπνίσθην μίαν πρωίαν με υπολευκάζοντα τον βαθύν πώγωνα. Το
+λευκόν μοι επροξένησε ρίγος. Ο λογισμός μου δεν έχει πόθους πλωτούς πλέον. Μ'
+αρέσει τώρα να βλέπω την θάλασσαν από μακράν, έως ου έλθη καιρός να βλέπω
+και τον κόσμον από μακράν....</p>
+
+<p>Και μόνην ευχαρίστησιν πλέον αισθάνομαι να εκκλησιάζωμαι εις τον ναόν του
+αγίου Νικολάου — επάνω εις τα Κοτρόνια — εις την υψηλήν πετρώδη της νήσου
+κορυφήν. Και όταν ο Γέρω-Συμβίας ο κορακοζώητος, ανάπτη τον μέγαν πολυέλαιον
+και σείη αυτόν, μ' αρέσει να βλέπω να σείεται μετ' αυτού και η ασημένια σκούνα, η
+οποία κρέμεται από τον μέγαν του ναού πολυέλαιον, υπό τον θόλον, τάξιμον
+ευλαβές του πλοιάρχου μου. Απαράλλακτη η σκούνα μου, η καταπρασίνη, που μια
+φορά κ' έναν καιρόν ήταν αραγμένη εις τον βοσπορίζοντα λιμένα της νήσου. Με τα
+κατάρτια, με τα πανιά, με τα σχοινιά, με τάρμενα. Απαράλλακτη. Αλλά δεν είνε
+πρασίνη πλέον, ουδέ μεγάλη. Είνε μικρά και ασημένια όλη, τάξιμον ευλαβές του
+πλοιάρχου μου, που εγλύτωσε μια φορά από τράκο μέσα 'ς τη θάλασσα του
+Μαρμαρά, θαρρείς και είνε η ψυχή της καταπρασίνης σκούνας, μικρά, ασημένια
+σκουνίτσα. Και όταν σείεται ο πολυέλαιος και σείεται κι' αυτή μαζί της πέρα- δω,
+θαρρώ πως είμαι μέσα κ' εγώ, και ταξειδεύει, ο νους μου ακόμη με τα πανιά....</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">
+ΝΕΡΑΙΔΕΣ<br />(1891)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Θερινήν τινα εσπέραν του έτους 1854 ασυνήθης κίνησις παρετηρείτο εν τω
+ορμίσκω της μικράς πολίχνης της νήσου. Εκεί ην και η λιθίνη αποβάθρα, όπου
+ηδύνατό τις ευκόλως ν' αποβιβασθή, αποφεύγων την προς τα δεξιά ημικυκλικήν
+κλίσιν της χαλικώδους ακτής, ένθα εκινδύνευε να βραχή, εμβαπτιζόμενος εν τω
+ύδατι μέχρις αστραγάλων, χωρίς να υπολογίση το <i>πλατσάνισμα,</i> ούτινος θα
+εγίνετο πρόξενος πηδών εντός της αβαθούς θαλάσσης. Εκτός αν εξήρχετό τις
+πρώτον πατών εις το ύδωρ και σύρων είτα την λέμβον, αν ήτο ελαφρά, μέχρι των
+ποικιλοχρώμων οστράκων της παραλίας, άτινα εσώρευεν εκεί και ξηρά και
+θάλασσα, η μεν λεία, καθαρά και εστιλβωμένα εν τη προστριβή του κύματος, η δε
+ρυπαρά και ακάθαρτα, όσα θραύσματα έρριπτον οι κάτοικοι εις τον άνω της ακτής
+βράχον, γενικήν αποθήκην των σαρωμάτων. Εν τούτοις την εσπέραν εκείνην αι
+προσερχόμεναι από του πελάγους λέμβοι, συστέλλουσαι πρώτον το μικρόν πανίον,
+είτα διά των κωπίων σιγά-σιγά ως πάπιαι επλησίαζον κατά προτίμησιν ουχί εις την
+αποβάθραν, αλλά εις την αβαθή εκείνην παραλίαν. Έρριπτον το μικρόν αγκύριον,
+κατεβίβαζον οι ναύται τον ιστόν, διπλούντες αυτόν εν τω πανίω, και ησύχως μετά
+ταύτα εξεσφενδόνιζον επάνω εις τα υαλιστερά λαλαρίδια το φορτίον των, σάκκους
+τινάς πλήρεις, αλλά τοσούτον ελαφρούς ως να περιείχον άχυρον. Τούτο, και ιδίως
+ότι αι λέμβοι απέφευγον την αποβάθραν, έθεσεν εις πειρασμόν τον τελωνοφύλακα
+της νήσου, όστις ήρχισε ν' αναβοκαταιβαίνη εις τον επάνω της ακτής βράχον,
+χρησιμεύοντα και ως πλατείαν της μικράς πολίχνης. Οι σάκκοι έπιπτον τόσον
+αψοφητεί, ώστε, συνεπέρανεν ο τελωνοφύλαξ, το φορτίον θα ήτο αβαρές τι
+πράγμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να είνε άχυρα! διελογίζετα. Πλην δεν εθέρισαν ακόμη. Και μετ'
+ολίγον προσέθηκε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να είνε μπαμπάκια! Αλλά δεν ήτο καιρός· της μπαμπακιές της
+εσκάλιζον ακόμη.</p>
+
+<p>Εκοντοστάθη ολίγον ο τελωνοφύλαξ εις την άκραν του βράχου, ως εάν
+προσεπάθει να ίδη από εκεί το περιεχόμενον των σάκκων, ή να διακρίνη εκ του
+υποκώφου κρότου, ον απετέλουν εκσφενδονιζόμενα επί των οστράκων τα πλήρη
+εκείνα σακκία. Και είτα ώρμησε να κατέλθη εις την παραλίαν, συμπεραίνων εν
+θριάμβω:</p>
+
+<p>&nbsp;— Χωρίς άλλο θα είνε καπνά!</p>
+
+<p>Ήτο περί το τέλος του ο μάϊος. Και την νύκτα εκείνην έλαμπε μελιχρώς η
+σελήνη, διαχέουσα γλυκύτατον ωχρόλευκον φως επί της πολίχνης και του
+ορμίσκου, όστις έστιλβεν ως απέραντος καθρέπτης με χρυσά κροσσωτά πλαίσια,
+χρυσήν παίζουσαν ανταύγειαν του φωτάς της σελήνης. Ηδύνασο να διακρίνης εξ
+αποστάσεως ως αν ήτο ημέρα. Ιδίως δε μίαν γλυκείαν αργυρόχρυσον λάμψιν
+προσέλαβον οι προς αριστεράν του ορμίσκου λευκοί βράχοι και οι οικίσκοι της
+κώμης, επί των φαεινών τοίχων των οποίων εγράφοντο μαύραι γραφαί στεγών,
+εξωστών, γείσων, καπνοδόχων, κληματαριών και δένδρων, σκιάσματα πραγμάτων
+απεικονιζομένων επί του τοίχου ως τις πάντεχνος εικονογραφία. Ακόμη και γαλής
+τίνος η σκιά, ήτις εκαμάρωνεν ως νύμφη επί τινος στέγης, ρεμβάζουσα υπό το φως
+της σελήνης, εζωγραφίσθη καί αυτή, ακίνητος και μεγάλη, με τας κομψάς κλίσεις
+των γραμμών του ευτραφούς σώματός της. Νησίς τις πετρώδης και στρογγύλη, εν
+μέσω του ορμίσκου, έλαμπεν ως μέγα αυγόν, το οποίον αργότερον ως κλώσσα
+ήθελε καλύψη με τας πτέρυγάς της η μαύρη νυξ.</p>
+
+<p>Ήδη και άλλη λέμβος ενεφανίσθη εις την είσοδον του ορμίσκου. Κατ' αρχάς
+ηκούοντο απ' αυτής γυναικείων φωνών άσματα, τα οποία γλυκύτατα έπληττον τον
+ήρεμον πόντον, αντίθεσις φαιδρά προς τον πένθυμον κρωγμόν του νυκτοπουλιού,
+όπερ εστέναζεν από της σεληνοφώτου καμάρας του κωδωνοστασίου.
+Προσεγγιζούσης ολίγον κατ' ολίγον της λέμβου, έπαυσε το άσμα και ήκουες τώρα
+μόνον τον πλαδαρόν κρότον της κώπης, ήτις μαλακά-μαλακά εσκάλιζε την λείαν της
+θαλάσσης επιφάνειαν ως να εσκάλιζε φωτός τολύπην μαρμαίρουσαν κ' έβλεπες
+κατά την από της θαλάσσης ανύψωσίν της ν' αποστάζωσι φαειναί ρανίδες ύδατος
+ως ιλαράς φλογός σκορπίσματα με αδαμαντίνην λάμψιν.</p>
+
+<p>Το ιστίον της λέμβου ταύτης εκυμάτιζεν ελαφρώς εκ του δροσερού απογαίου
+σχηματίζον πτυχάς πλην μετά τινος νάρκης ως από κοπώσεως μακρού πλου, και
+μάλλον εκρέματο από του ιστού ως ιμάτιον βαρύ από καρφίου· πλην η λέμβος είχε
+δρόμον κ' εθραύετο ένθεν και ένθεν το αργυρόχρουν κύμα εις τας λείας παρειάς
+αυτής, κ' εσχηματίζετο όπισθεν αργυρόχρυσος άλλη αύλαξ, ην εθεώρει με τον ένα
+οφθαλμόν πλαγίως ακουμβισμένος ο γέρων πηδαλιούχος, προσπαθών ίσως να
+διίδη εις τα μυστικά βάθη του πόντου του κόσμου το όνειρον. Ήτο και ηλικιωμένη
+τις γυνή εν τη πρώρα, γυρμένη εκεί εις την χαμηλήν κωπαστήν υπό της νυκτός την
+αποναρκούσαν δρόσον, τρεις δε νεάνιδες με λυτά τα ξανθά μαλλιά των, πραέως
+ακτινοβολούντα, με βοστρύχους ως χρυσάς δέσμας, εκωπηλάτουν ως άνδρες
+κανονικώς και ισχυρώς, σπεύδουσαι να φθάσωσιν εις την παραλίαν.</p>
+
+<p>Ο τελωνοφύλαξ βέβαιος πλέον ότι θα συλλάβη τα λαθραία, εισέδυ υπό τινα
+σκιερόν του βράχου θάμνον και παρεφύλαττε την τελευταίαν ταύτην λέμβον, ήτις
+ήτο και μεγαλειτέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αν δεν ήσαν λαθραία, είπε μετά πεποιθήσεως, θα πήγαινε 'σ τη
+σκάλα.</p>
+
+<p>Διότι πραγματικώς η λέμβος προσήγγισεν εις το απώτερον του ορμίσκου μέρος,
+όπερ περιφρασσόμενον υπό τίνων σχοίνων, ήτο σκοτεινόν και απρόσιτον.</p>
+
+<p>Ηκούσθη ο κρότος του αγκυρίου και συνάμα νεαρά φωνή γυναικεία από της
+ακτής:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ελάτε δα, χρονιάσατε!</p>
+
+<p>Από της λέμβου εξήλθε χαιρετισμός φαιδρός συγχρόνως παρ' όλων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρς πως φοβήθ'κα! επανέλαβεν η έξω φωνή της αναμενούσης
+νεανίδος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η αγάπη γεννά τον φόβον· απεκρίθη ο γέρων πηδαλιούχος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Απαντήσατε τίποτε; ηρώτησεν η αναμένουσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δόξα σοι ο Θεός! ησυχία. Περάσαμε πολύ ώμορφα.</p>
+
+<p>Η ηλικιωμένη γυνή, άμα αισθανθείσα το επί της άμμου ξερόν σύρσιμον της
+λέμβου, ηγέρθη από της κωπαστής και ήρχισε να ρίπτη έξω σάκκους ένα-ένα,
+οίτινες έκαμνον έν πήδημα πρώτον ελαφρόν επί των οστράκων και είτα έμενον
+εκεί.</p>
+
+<p>Παραπέρα, όπου είχον αποβιβάσει τα φορτία των αι άλλαι λέμβοι, θόρυβος
+ηκούετο. Γυναίκες, κατελθούσαι από της ελικοειδούς ατραπού του βράχου, και
+νεάνιδες και παιδία με φλυαρίαν ατελείωτον προσεπάθουν να μετακομίσωσι τους
+σάκκους.</p>
+
+<p>Ο τελωνοφύλαξ, ως ιέραξ κεκρυμμένος εις το ύψος του καθήκοντός του,
+ητοιμάζετο με τους γαμψούς όνυχάς του να επιπέση κατά της αθώας λείας, ότε την
+ορμήν του ψυχραίνει γραία τις, φωνάζουσα μετά δακρύων σχεδόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, δος τε μου κ' εμένα δυο φ'λλάκια πλειο. Αρί-σείς
+θα ψουφίσ' 'κεινουδά του καματερό.</p>
+
+<p>Νεάνις τις, φορτωθείσα τον σάκκον μετά της νεαζούσης εκείνης προθυμίας και
+ορμής, την ετσαλαπάτησε την γραίαν ολολύζουσαν. Αλλ' αυτη ηγέρθη πάλιν και
+απετείνετο προ άλλην τώρα νεανίδα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, δυο φ'λλάκια πλειο.</p>
+
+<p>Ο τελωνοφύλαξ έγρυξεν απολύσας από του στόματός του βραχνήν
+βλασφημίαν, εννοήσας πλέον περί τινος επρόκειτο και τι ην το ελαφρόν εκείνο
+φορτίον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τουλάχιστον να μη ξεχνάμε την τέχνην είπε, και ανέβη εις τον βράχον,
+όπου είχον συναχθή περίεργοι τινες νησιώται, αμερίμνως καπνίζων το σιγάρον του
+ως να μη είδε τίποτε.</p>
+
+<p>Αι γυναίκες λαμβάνουσαι τους σάκκους, ελαφρούς ως αχυροδέματα έφευγον
+προς τας οικίας, γλήγορα-γλήγορα ανερχόμεναι τον βράχον, ίνα αποφεύγωσι των
+περιέργων τα βλέμματα. Διά τούτο αι λέμβοι απέφευγον και την αποβάθραν.</p>
+
+<p>Αι τρεις ξανθόμαλλοι νεάνιδες, εξελθούσαι επί της ακτής εγένοντο ήδη
+τέσσαρες μετά της έξω αναμενούσης, και αυτής ξανθομάλλου. Εξήλθε και η
+ηλικιωμένη γυνή, παρέλαβεν εις τας αγκάλας της και απεβίβασε και τον γέροντα
+πηδαλιούχον ως σάκκον πλήρη και αυτόν, όστις αμέσως με δύο χονδράς ράβδους
+επιστηριζόμενος ανήρχετο σιγά- σιγά τον ανήφορον, εν ώ αι τέσσαρες νεάνιδες και
+η άλλη γυνή, φορτωθείσαι ανά δύο ογκώδεις σάκκους, έσπευδον προς την οικίαν
+των, αφού προσέθεσαν εν ασφαλεία την λέμβον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά που ήλθατε, είπε την τελευταίαν στιγμήν η έξω πρότερον
+αναμένουσα. Μου είπανε πως 'ς την Κεχρεά μας τα μαζώξανε τα φύλλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αύριο πρωί-πρωί θα πάμε όλοι· απήντησεν η ηλικιωμένη γυνή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σου φέραμε κάτι φύλλα, Φανιώ, είπεν η μεγαλειτέρα των νεανίδων,
+που το καματερό μας θα βρη τη χαρά του. Να ιδής μεγάλα και τρυφερά. Γυρίσαμε
+όλη τη Γλώσσα.</p>
+
+<p>Και ετράπησαν όλαι αι γυναίκες προς τον ανήφορον, όπου ο γέρων
+πηδαλιούχος ανήρχετο ακόμη σιγά-σιγά χωλαίνων με τους δύο πρισμένους πόδας
+του και τα δύο χονδρά ραβδία του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, ηκούσθη όπισθεν πάλιν η φωνή της αιτούσης γραίας. Αρί-
+σείς, δος τε μου δυο φ'λλάκια πλειο· τι ήτανε! Μάλαμμα τα κάματε;</p>
+
+<p>Επειδή δε και αύται δεν έδωκαν προσοχήν εις τους λόγους της, κουρασμέναι
+από το ταξείδιον, η γραία, έρημος απομείνασα πλέον εις την έρημον παραλίαν,
+είπε μετά τινος οργής:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά σας είπανε <i>Αναράϊδες!</i></p>
+
+<p>Αι τέσσαρες νεάνιδες, ακούσασαι το όνομα τούτο εταράχθησαν, πλην η άλλη
+γυνή η συνοδός αυτών, ήτις ωμοίαζεν ως μήτηρ, χωρίς παντάπασι να πειραχθή,
+αναγνωρίσασα την φίλην της γραίαν γειτόνισσαν, ολίγον κακόγλωσσον, είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν έρχεσαι, καϋμένη, 'ς το σπίτι; μόνον ήλθες 'ς το γιαλό; Ημείς
+ξεπλατισθήκαμε 'ς το κουπί.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ο Καπετάν-Θοδωρής, γέρων 65 ετών, υπήρξεν είς των ικανωτέρων
+εμποροπλοιάρχων της νήσου. Διά του ιδρώτος του προσώπου του ευτυχήσας ν'
+αποκτήση μέγα βρίκιον, εταξείδευεν από της Ισπανίας μέχρι της Αζοφικής, έχων
+πλούτον και υπόληψιν, δύο πράγματα, τα οποία σπανίως συναντώνται επί ενός και
+του αυτού ατόμου. Πλην κατά τινα αποκλεισμόν των παραλίων της δυτικής
+Μεσογείου υπό του στόλου της Αγγλίας, ο καπετάν-Θοδωρής μη λαβών γνώσιν της
+προκηρύξεως αυτού, ότε απέπλεεν εκ Βαρκελώνης, ευρέθη αίφνης με το βρίκιόν
+του φορτωμένον εντός της αλύσεως των Αγγλικών πολεμικών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Στοπ!</p>
+
+<p>Πάραυτα το εσταμάτησαν το ωραίον βρίκιον οι άγριοι της θαλάσσης
+κατακτηταί, τα κατέσχον μετά του φορτίου, δυνάμει του πολεμικού αποκλεισμού
+και τον ατυχή καπετάν-Θοδωρή συνέλαβον κ' έρριψαν εις την ειρκτήν της
+ναυαρχίδος, απολύσαντες τους ναύτας, αφού πρώτον καλώς τους
+εμαστίγωσαν.</p>
+
+<p>Δύο έτη έκλαιον εν τη νήσω του καπετάν Θοδωρή, η σύζυγος αυτού Γερακούλα
+και τέσσαρες θυγατέρες του, ωραίαι και ξανθόμαλλοι, δροσεραί ως αφρός της
+θαλάσσης κ' εύμορφοι ως μυρσίνης κλωνάρια. Έμαθον το δυστύχημα πλην έκλαιον
+όχι το βρίκιον, αλλά τον καπετάν- Θοδωρή, όστις ήτο σιδηροδέσμιος εις τας ειρκτάς
+του αγγλικού πλοίου, βυθισμένος μέχρι της οσφύος εν τη θαλάσση επί ικανάς ώρας
+κατά τας πρώτας ημέρας, καθώς έλεγαν.</p>
+
+<p>Και η εύμορφος Γερακούλα έτρεχε με τας τέσσαρας θυγατέρας της, μικράς
+τότε, και ήναπτε τας κανδήλας των εξοχικών ναΐσκων και παρεκάλει κ' εδέετο.
+Τέλος μετά έν έτος πεισθέντες οι άγγλοι περί της αθωότητος του καπετάν-Θοδωρή
+— πόσον αργά πείθονται οι ισχυροί! — πεισθέντες ότι ο καπετάν-Θοδωρής ουχί εκ
+περιφρονήσεως χάριν κέρδους επισφαλούς αλλ' εξ αγνοίας ευρέθη εντός της
+γραμμής του αγρίου εκείνου στόλου, απέλυσαν αυτόν, δόντες μίαν ενδυμασίαν και
+μίαν λίραν — ελεημοσύνην ισχυρού προς ασθενή — ως πικράν ανάμνησιν της εν τη
+αγγλική ναυαρχίδι καθείρξεώς του.</p>
+
+<p>Πλην άλλη και πικροτέρα έμελλε να ήνε η από των άγγλων ανάμνησις του
+αγαθού εμποροπλοιάρχου. Ο καπετάν-Θοδωρής έχασε την υγείαν του. Εκ των
+συχνών αναγκαστικών λουτρών εν τη ειρκτή και των άλλων μαρτυρίων εν τοιαύταις
+ώραις έπαθεν εκ χρονίων ρευματισμών κ' εξήλθεν εις την πατρίδα του ως γέρων
+κυφός και πιασμένος, ο ανδρείος εκείνος καπετάν-Θοδωρής, όστις επατούσε κ'
+εσείετο η γη, όταν τον είδεν η ωραία Γερακούλα και τον ηγάπησε.</p>
+
+<p>Μόλις δύο έτη μετά ταύτα ήρχισε να βαδίζη κάπως ελευθερώτερον, πλην δεν
+ήτο πλέον δι' εργασίαν. Έφαγε και τα ολίγα αποταμιεύματά του και ήδη απέζη,
+αυτός και η οικογένειά τους εκ των μικρών προσόδων των κτημάτων του.</p>
+
+<p>Τα έτη παρήρχοντο. Αι εύμορφοι θυγατέρες του εμεγάλωνον και εγίνοντο
+ευμορφότεραι. Ο δε καπετάν-Θοδωρής το μόνον όπερ ηδύνατο να κάμνη ήτο να
+κατέλθη συρόμενος με τα δύο ραβδία του μέχρι της αγοράς εις το παρά την
+αποβάθραν καφενείον κ' εκεί να πίνη ένα καφέ, — τον προσφιλή του ναργιλέν
+απηγόρευσαν οι ιατροί — και να διηγείται τα παθήματά τους. Περί των λοιπών
+εφρόντιζεν η σύζυγός του η καλή Γερακούλα. Αύτη με όλην την πτωχίαν διετήρησε
+τον φαιδρότατον χαρακτήρα της δροσερόν και χαρμόσυνον, τρέχουσα εις τα
+κτήματά της με τας θυγατέρας της, χωρίς η παραμικρά κατήφεια να επισκιάση την
+λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλομοίρα που είσαι! έλεγεν ενίοτε ο καπετάν-Θοδωρής, γυρμένος
+τον χειμώνα παρά την θερμήν εστίαν, ενώ παραπέρα εκάθηντο κατά σειράν
+τέσσαρες κόραι ξανθόμαλλοι, αι τέσσαρες της Γερακούλας θυγατέρες, με την
+κάλτσαν περί τον λαιμόν πλέκουσαι.</p>
+
+
+<p>&nbsp;— Έχει ο Θεός! απήντα η φαιδρά Γερακούλα.</p>
+
+<p>Και όταν πάλιν η γραία πονηρά γειτόνισσά της, απόξω-απόξω, διά να μάθη,
+ωμίλει περί υπανδρείας προς την Γερακούλαν και ότι τάχα πώς θα ημπορέση σ'
+αυτόν τον δύσκολο καιρό να υπανδρεύση τέσσαρας θυγατέρας, — είχε και αυτή
+μίαν μόνην θυγατέρα κ' έκλαιε και ωδύρετο — η Γερακούλα απήντα πάλιν
+περιχαρής:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχει ο Θεός!</p>
+
+<p>Και έλαμπον τα μαύρα τα μάτια της από την χαράν και από την ελπίδα, και
+περιήρχετο τα εξωκκλήσια κατά τας εορτάς ξένοιαστος κ' ελευθέρα παθών και
+βασάνων, ανάπτουσα τας κανδήλας και δεομένη του Δεσπότου Χριστού, όστις
+φροντίζων εν τη απείρω αυτού αγαθότητι περί των πετεινών του ουρανού, τα
+οποία ούτε σπείρουσιν ούτε θερίζουσι, πολύ περισσότερον φροντίζει περί των
+ευσεβών και αγαθών θυγατέρων.</p>
+
+<p>Εν τούτοις ο καιρός έφευγεν, ως φεύγει το κύμα, και αι θυγατέρες της
+Γερακούλας εμεγάλωναν.</p>
+
+<p>Ούτω, θυγατέρας της Γερακούλας, τας απεκάλει και ο γέρων πατήρ. Ο καπετάν-
+Θοδωρής δεν ελογάριαζε πλέον τον εαυτόν του μεταξύ των ζώντων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν με πετάτε, καϋμένες, 'ς το γιαλό!</p>
+
+<p>Έλεγεν ενίοτε βαρυθυμών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός και Παναγία, καπετάν-Θοδωρή μου! εφώνει η σύζυγος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός και Παναγία, πατέρα! έλεγον και αι θυγατέρες του.</p>
+
+<p>Πλην όσον ηύξανεν η ηλικία των, τόσον ηύξανον και αι ελπίδες της μητρός,
+αίτινες ως κολοκύνθαι ανεβλάστανον, αι οποίαι όσον κόπτονται αι κορυφαί των,
+τόσον φύουσι νέα άνθη και νέους καρπούς.</p>
+
+<p>Κατά δε τας μακράς του χειμώνος νύκτας, ότε η Γερακούλα ενυκτέρευε μετά
+των τεσσάρων θυγατέρων της, ενώ ο καπετάν-Θοδωρής πιών τον τελευταίον καφέ
+του εκοιμάτο εγγύς της εστίας, έλεγε μετά θαυμαστής φαιδρότητος πάντοτε,
+δώρου ζηλευτού της θείας δυνάμεως, ήτις ενισχύει τους δούλους της εν ταις
+περιπετείαις και θλίψεσι του βίου, ως ενίσχυε τους μάρτυρας προ των
+βασάνων.</p>
+
+<p>Έλεγε λοιπόν η Γερακούλα προς την μεγάλην:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσένα, Ελένη, θα σου δώσω κτηματία, να έχης αμπέλια και
+χωράφια.</p>
+
+<p>Αι θυγατέρες γελώσαι άφινον το πλέξιμον και έκαμνον ήδη μπαμπακούλες,
+τυλίσσουσαι λοβούς κροκωτούς αραβοσίτου εντός της καιούσης τέφρας της
+εστίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσένα, έλεγεν είτα, αποτεινομένη προς την δευτερότοκον, την
+Μαριγώ, θα σου δώσω έμπορα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τρακ! εκρότει η μπαμπακούλα, ο λοβός του αραβοσίτου·
+εκτινασσόμενος σχασμένος βαμβακόλευκος εκ της τέφρας και κροτών ως αι
+στράκαι την Μεγάλην Εβδομάδα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θάχης πανικά, νήματα, καλούδια, εξηκολούθει η Γερακούλα.</p>
+
+<p>Και προς την τρίτην έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσένα θα σου δώσω, Μυρσινιώ μου, γραμματικό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τρακ! εκρότει πάλιν από της τέφρας εκτινασσομένη αφράτη και
+άσπρη η μπαμπακούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θάχης χαρτιά και καλαμάρια και πέννες.</p>
+
+<p>Τα κορίτσια εγελούσαν. Ήσαν και αυτά φαιδρά και καλοκάγαθα, σεμνά της
+καλής μητρός αποτυπώματα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσένα... εξηκολούθει η Γερακούλα...</p>
+
+<p>&nbsp;— Πόσες θυγατέρες έχεις, θα πω; διέκοπτεν η μικροτέρα, φαιδροτέρα
+και ξανθοτέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσένα, Φανιώ μου, έλεγε προς την τελευταίαν, εσένα θα σου δώσω
+γιατρό!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω! έκαμναν θόρυβον αι άλλαι, ζηλεύουσαι τάχα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ θέλω καπετάνιο, παρεπονείτο η Φανιώ, παίζουσα και
+αστεϊζομένη, κ' έκαμνε πως κατέβαζε τάχα τα μούτρα, καταγινομένη εις της
+μπαμπακούλες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καπετάνιο! απεκρίνετο η Γερακούλα μετά τινος μυστικού πόνου· και
+εσιώπα, αφαιρουμένη εις τα ζωηρά της φλογός παιγνίδια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Aχ! ανεστέναξε τότε ο γέρων, ακούσας ως εν ονείρω την οδυνηράν
+λέξιν και αφυπνισθείς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατρό, θα σου δώσω, γιατρό με το ψηλό καπέλλο, να σε πηγαίνη
+περίπατο, επανελάμβανε ζωηρότερον η καλή μήτηρ, διακόπτουσα την οδυνηράν
+ανάμνησιν.</p>
+
+<p>Και εκάγχαζον αι νεάνιδες και έτρωγον μπαμπακούλες και εκρότουν οι λοβοί
+του ξανθού αραβοσίτου εν τη τέφρα της εστίας επικροτούντες και αυτοί τας
+φαιδράς της μητρός αστειότητας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γελάτε Αρί-σείς, παρετήρει η μήτηρ. Μεθαύριο βλέπετε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σ' το πιθάρι τους έχεις, θειά-Γερακούλα, τους γαμπρούς; ηρώτα
+γελώσα πάλιν και παίζουσα η Φανιώ.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Η προσφιλεστέρα όμως ενασχόλησις της Γερακούλας και των θυγατέρων της ήτο η
+έξω εις τα κτήματα των εργασία. Έμενεν η μία των θυγατέρων, συνήθως η
+μικροτέρα, εις την οικίαν παρά τω γέροντι «να σαρώση, να βολέψη το σπίτι, να
+ζυμώση, να μαγειρεύση» να περιποιηθή τον ασθενή πατέρα, αι δ' άλλαι
+ηκολούθουν την μητέρα. Ούτω δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα κορίτσια αυτά εν τη
+εξοχή ανετράφησαν. Διά τούτο έφερον εις το πρόσωπόν των την δροσερότητα των
+δασών και εις την κόμην των το χρυσούν του αστάχυος χρώμα. Ως να μη ήσαν
+τέκνα της Γερακούλας εφαίνοντο, αλλά βλαστήματα αγνά της αμωμήτου φύσεως,
+των βουνών, των δασών, των ρευμάτων. Τόσην αγάπην είχον προς την πρασίνην
+χλόην και τον δροσερόν αέρα της. Και οικιακήν αν είχον εργασίαν, απαιτούσαν την
+παρουσίαν και των τεσσάρων θυγατέρων, πάντοτε την πρωίαν ήθελον πεταχθή εις
+τον ελαιώνα ή την άμπελον, κάτι να ίδουν, κάτι να φέρουν, κάτι να αναπνεύσουν.
+Επιάνετο η αναπνοή των μέσα εις τον στενόν οικίσκον.</p>
+
+<p>Αλλ' όταν δεν είχον εργασίαν εν τη κώμη, τότε όλην την ημέραν διήρχοντο εν τη
+εξοχή μετά της μητρός των, ως αγαθού φρουρού, την δ' εσπέραν θαμπά-θαμπά
+επανήρχοντο φαιδραί, δροσεραί, με την πλουσίαν ξανθήν κόμην των αόρατον υπό
+την λευκήν ελαφράν μανδήλαν, πλήρεις αγροτικής ευωδίας και καλλονής ως άνθη
+του βουνού, τα οποία δρέπει τις εις την κορυφήν αποτόμου πέτρας. Και τι δεν
+έφερον τότε εις την οικίαν, εις τον αγαπητόν πατέρα των, όστις βαθύ παράπονον το
+είχε, διότι δεν ηδύνατο να περιπατήση μέχρι της αμπέλου τουλάχιστον. Και τι δεν
+έφερον! Λάχανα δροσερά, ευώδη και πολυώνυμα, λάπαθα, καυκαλίθρες,
+παπαρούνες και λεβοδιές. Αλλά και αμανίτας απαλάς και ευωδιάζοντα βουνόν
+κούμαρα. Και τότε την εσπέραν κατεσκεύαζον τα εύγευστα εκείνα «καλαπόδια»
+τυλίσσουσαι ημικυκλικώς εις φύλλον λεπτόν ζύμης ψιλοκομμένα λάχανα μετ'
+ελαίου και έψηνον αυτά ουχί εις τον φούρνον, αλλ' εν τη εστία επί πλακός
+τιθεμένης επί του τρίποδος και απλουμένων υπ' αυτήν αραιώς των ανθράκων. Και
+αν μεν ήτο καιρός εργασίας, αυταί εφρόντιζον περί πάντων, πλην του σκαψίματος
+και κλαδεύματος. Εκαθάριζον τας ελαίας, συνήθροιζον τον καρπόν, αργολογούσαν
+και εθειάφιζον την άμπελον, εκρεμούσαν τον ορεινόν εις την συκήν και
+επεμελούντο της επιμόχθου συγκομιδής των σύκων, ότε περισσότερον ηλιάζονται
+αι νεάνιδες παρά τα σύκα εν τω μέσω του αδένδρου αγρού, όπου τοποθετούνται αι
+ηλιάστραι υπό τας φλογεράς του θέρους ακτίνας· τέλος ετρυγούσαν την άμπελον.
+Πλήρης και ατελείωτος σειρά εργασίας περιφερομένη κυκλικώς μετά της περιόδου
+του ενιαυτού. Όταν δε πάλιν δεν είχον εργασίαν γεωργικήν, τότε ηρέσκοντο να
+πλέκωσι, να ράπτωσι και να νήθωσιν υπό την κατάμαυρον σκιάν της συκής, ή να
+κάμνωσιν ένα περίπατον μέχρι της παραλίας της Κεχρεάς προς άλλην άγνωστον
+ακτήν, διάφορον της συνήθους της κώμης παραλίας, και καθήμεναι παρά το
+ευώδες κύμα να ρίπτωσι στρογγυλούς χάλικας εις τον διαυγή πυθμένα και τα
+πράσινα νερά, ή να τρέχωσιν επί των στιλπνών οστράκων, τρικλίζουσαι μετά
+χάριτος, ως νύμφαι θαλασσιναί, άρτι αναδύσαι εκ του αλμυρού πόντου,
+αναζητούσαι επί της ευωδιαζούσης εκ της καθαρότητος παραλίας τα παμποίκιλλα
+εκείνα κελύφη των οστράκων, άτινα μετά τόσης λεπτότητος κατεργάζεται λεία και
+στιλπνά ο καλλιτέχνης πόντος, προστρίβων ταύτα έως ου αποκτήσωσι το χρυσίζον
+εκείνο, ή υπέρυθρον, ή πάλλευκον χρώμα. Ενώ η μήτηρ, καθημένη εγγύς του
+κύματος, αφηρείτο εις τας απέναντι νέας ακτάς και αγνώστους τόπους,
+θαυμάζουσα την απλουμένην μυστηριώδη καλλονήν του πελάγους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ώμορφα! εψιθύριζεν η μήτηρ ως εν ονείρω, θεωρούσα τας κομψάς
+γραμμάς των θεσσαλικών ακτών και του Πηλίου τας ερυθρωπάς σχισμάδας· εν ώ
+ως κοπάδιον λευκών περιστερών υπελεύκαζον επάνω- ψηλά της Ζαγοράς αι
+οικίαι.</p>
+
+<p>Ούτως είνε ο άνθρωπος. Το άγνωστον καταπλήττει. Όσον ωραίον, όσον
+τερπνόν, όσον επαγωγόν και αν είνε το παρόν, το απτόν, γοητεύει πάντοτε το
+άγνωστον, το άοπτον και αόρατον.</p>
+
+<p>Κ' εκεί της εφαίνετο ότι έβλεπεν εις το βάθος πέραν του κυανού πόντου έν
+μαύρον βρίκιον με τα λευκά του ιστία ταχέως να διέρχηται ως αστραπή προ των
+οφθαλμών της, ως να το εκίνει ουχί άνεμος, αλλά η αμείλικτος του πεπρωμένου
+χειρ. Και τότε έκυπτεν η πτωχή εις το κύμα, ελάμβανεν αλμυρόν ύδωρ διά των
+χειρών της και απέπλυνε τα πικρά δάκρυά της.</p>
+
+<p>Ούτω διά δακρύων εχαιρέτιζε την οιχομένην ευδαιμονίαν της η αρχαία της
+νήσου καπετάνισσα.</p>
+
+<p>Ήτο η μόνη ανάμνησις, ήτις της έφερνε δάκρυα, νεφύδρια εις τον αίθριον
+ουρανόν των μαύρων της οφθαλμών.</p>
+
+<p>Αλλ' οποίαν τρυφήν ενετρύφων την μεσημβρίαν, ότε εις το σκοτεινόν ρεύμα της
+Κεχρεάς — εκεί πλησίον ήτο το κτήμα των — υπό τας πλατάνους και τα βαΐα και
+τας μύρτους μαζή με τους κοσσύφους, τας τρυγόνας και τας φαιάς
+αγριοπεριστεράς έτρωγον βρέχουσαι τον άρτον εις το κρύον του ρεύματος νερόν,
+παραμερίζουσαι τα βρύα και τα καταπράσινα πολυτρίχια, τα οποία φύονται εις τας
+πηγάς και τας κρήνας ως δροσεροί των υδάτων ανθισμοί. Και όταν το καύμα
+εδυναμούτο υπό τας πλατάνους, κ' έβλεπον πέραν εις το κενόν να παίζη η
+ατμοσφαίρα ως λεπτοτάτη και αόρατος σχεδόν αράχνη — σημείον υψίστης
+θερμότητος — τότε απέβαλλον αι θυγατέρες της Γερακούλας τα μαύρα φουστάνια,
+εκρεμούσαν την λεπτοΰφαντον λευκήν μανδήλαν από των κλώνων των χλοερών
+και μακροφύλλων βαΐων, και με τα λευκά κολόβια ενίπτοντο κ' ελούοντο εις το
+κρύον ρεύμα, δροσίζουσαι τον απαλόν και λευκόν αυτών λαιμόν ως κύκνοι και
+βρέχουσαι την μακράν ξανθήν των κόμην ως μεταξίνην χρησίζουσαν κυματοειδώς
+επί των νώτων.</p>
+
+<p>Και είτα ετραγωδούσαν με την γλυκείαν λεπτήν φωνήν των και αι τέσσαρες εν
+αρμονία θελγούση και πολλάκις εχόρευον. Ω! και έψαλλον καλλιφώνως, ναι,
+έψαλλον εις το ρεύμα αι ευσεβείς νεάνιδες το ωραίον τροπάριον της Παναγίας, της
+γειτονίσσης των, ως την απεκάλουν τρυφερώς αι τρυφεραί κόραι. «Εν τη Γεννήσει
+την Παρθενίαν εφύλαξας... »</p>
+
+<p>Κ' ησθάνετό τις γλυκύν τον αντίλαλον ν' αναβαίνη από του ρεύματος διά των
+φύλλων της μυρωμένης εκείνης λόχμης ως ένθους και γοητευτική αρμονία
+νυμφών, κατακηλούσα την ακοήν και καθηδύνουσα την καρδίαν.</p>
+
+<p>Διά τούτο αι φιλοσκώμμονες άλλαι γυναίκες τας απεκάλεσαν, κατά το εγχώριον
+γλωσσικόν ιδίωμα, <i>Αναράιδες</i>.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί να μας λένε <i>Αναράιδες</i>; έλεγεν ενίοτε η μεγαλειτέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι γιατί, Μα, να μας λένε; Εγώ δεν θέλω, επανελάμβανεν η
+μικροτέρα και ξανθοτέρα, ένα αιθέριον πλάσμα νύμφης και δρόσου και ορεινής
+ευωδίας, η ωραία και ξανθή Φανιώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μακάρι νάσαστε! έλεγεν η μήτηρ, πλύνουσα συγχρόνως εις το
+διαυγές ύδωρ την σκονισθείσαν εκ της πορείας μανδήλαν της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λες και συ, θα πω;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μακάρι νάμαστε, να τους πάρουμε τη μιλιά, να μη μιλούνε για
+μας.</p>
+
+<p>Και ήρχιζε τότε η μήτηρ, βλέπουσα τα σειόμενα βρύα υπό του ρεύματος, να
+διηγήται προς τας θυγατέρας τον περί Νεράιδων μύθον, καλλωπίζουσα αυτόν
+κομψώς διά της αφελούς φαντασίας της:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αι Αναράιδες ήτανε ώμορφες γυναίκες, μα πολύ ώμορφες. Ψηλές,
+λιγνές, κάτασπρες, ροδοκόκκινες, με ξανθά μαλλιά, κ' ετραγωδούσαν εις τα
+ρεύματα σαν αηδόνια κ' εχόρευον ελαφρές σαν αέρας, καλή ώρα σαν εσάς. Εκειδά
+ήταν γυναίκες και εκειδά εγινόντανε αηδόνια. Εκειδά ήτανε κορίτσια και εκειδά
+γινόντανε άγγελοι με χρυσά μαλλιά και με χρυσές φτερούγιες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λες, Μα; διέκοπτον αι θυγατέρες της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, επανελάμβανεν η μήτηρ. Τες βλέπανε οι άνθρωποι έξαφνα και
+τους έπαιρναν τη μιλιά! Από μερικούς έπαιρναν και τα μυαλά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λες, Μα; διέκοπτον πάλιν γελώσαι αι εύμορφοι θυγατέρες της
+Γερακούλας.</p>
+
+<p>Ούτω παρήρχοντο αι ημέραι και νύκτες της αθώας αυτής οικογενείας.</p>
+
+<p>Ευδαίμονες γυναίκες!</p>
+
+<p>Έχε πλούτον, δεν έχεις χαράν, είσαι πένης. Έχε ξηρόν άρτον. Έχεις χαράν; Είσαι
+πλούσιος.</p>
+
+<p>Ευδαίμονες γυναίκες!</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Την άνοιξιν όμως πράγματι εμόχθουν η καλή μήτηρ και αι τέσσαρες θυγατέρες
+της.</p>
+
+<p>Κατεγίνοντο περί την βομβυκοτροφίαν, ήτις ιδίως κατά τα τελευταία έτη, καθ' ά
+συμβαίνει η παρούσα διήγησις, είχε λάβει μεγίστην ανάπτυξιν εν τη νήσω. Και
+ηυδοκίμει σφόδρα, αν ουχί και προς εξαγωγήν μεγάλην των μεταξοπλέκτων
+κουκκουλίων, αλλά προς παραγωγήν της απαιτουμένης διά τας πλουσιωτάτας
+προικώας ενδυμασίας των νεανίδων μετάξης, αίτινες μετά τρυφεράς προσπαθείας,
+αψηφούσαι πάντα κόπον και κίνδυνον, αρέσκονται εις την διατροφήν και
+ανάπτυξιν των ιδιοτρόπων και λεπτοφυών σκωλήκων από της πρώτης ως μαύρης
+μυίας μικροσκοπικής εμφανίσεως, μέχρι της ερωτικωτάτης αυτοθυσίας των, ότε
+αναβάς ο φαιόχρους με τους αιχμηρούς ποδίσκους του σκώληξ επί του δροσερού
+κλώνου της δρυός ή του ακανθωτού κιτρινανθέμου κλαδίου, βλέπει περιπαθώς δι'
+υστάτην φοράν την μετά τόσης στοργής περιέπουσαν αυτόν παρθένον και κινών
+τους ημίσεις του σώματός του δακτυλίους γοργώς κατά διαφόρους διευθύνσεις,
+πλέκει το μετάξινον δίκτυόν του και κλείεται εντός αυτού ως ο ερημίτης, ο
+εγκλεισμένος εν τω κελλίω του, ζων νεκρός, λέγων μυστηριωδώς: λάβε την πνοήν
+μου εις πολύτιμον μέταξαν, ω τρυφερά παρθένος, και κατασκεύασον το
+αραχνοϋφές ύφασμα, δι' ου θα περιβάλης το απαλόν σώμα σου την ημέραν των
+γάμων σου.</p>
+
+<p>Η ωραία νήσος αφθόνως εσκιάζετο υπό των συκαμινεών, ων τα φύλλα είνε η
+μόνη τροφή των μεταξοσκωλήκων. Οι περί την κώμην κήποι, αυταί αι αυλαί των
+κομψών οικίσκων επρασίνιζον θελκτικώς από τα πλατέα αμυγδαλοειδή φύλλα της
+μεταξοτρόφου συκομορέας εν αρμονία προς το λευκόν των τοίχων και το
+ερυθρωπόν των στεγών.</p>
+
+<p>Πλην επί μακράν σειράν ετών πρότερον ηστόχησεν η ζωηρά αύτη ενασχόλησις.
+Οι σκώληκες ηύξανον, ηύξανον γοργώς και όταν προσήγγιζεν ο καιρός της ανόδου
+των εις το κλαδίον, ησθένουν και απέθνησκον και αι καλαμωταί, τα καλάμινα
+απλωτά διαμονητήρια των σκωλήκων, ετινάσσοντο εις τα καταλύματα — οικτρόν
+θέαμα — υπό τους οδυρμούς τόσων μητέρων και τόσων παρθένων, αίτινες εις
+μάτην εμόχθησαν υπό το καύμα του μαΐου φυλλολογούσαι εν τοις αγροίς.</p>
+
+<p>Εις μάτην η πτωχή μήτηρ την ημέραν του Ευαγγελισμού εισήρχετο εις τον ναόν,
+φέρουσα εν τοις κόλποις της εντός μανδηλίου τον μικροσκοπικόν σπόρον του
+βόμβυκος, όστις λειτουργηθείς ούτως ετίθετο μετά ταύτα εγγύς της πυράς,
+ηυλογημένος, ίνα <i>ανοίξη</i> επί απαλού πανιού κ' εμφανισθή ο σκωληκίσκος, η
+μέλλουσα μεταξωτή χαρά της παρθένου. Εις μάτην άλλη μήτηρ έδιδεν ωσαύτως
+τον σπόρον εις τον υιόν της να τον φέρη την μεγάλην Παρασκευήν εν τω ναώ, όπως
+αγιασθή πριν ανοίξη. Ουδεμία κόρη <i>εκλάδονεν</i>.</p>
+
+<p>Τότε απελπισθείσαι αι πτωχαί γυναίκες, φαίνεται ότι εγκατέλιπον εις το εξής
+επί πολλά έτη τους ματαίους μόχθους και έβλεπες ξηρά κούτσουρα τας
+συκαμινέας, εγκαταλειφθείσας εις την διάκρισιν άλλων σκωλήκων πλέον,
+μεταξωτών και αυτών, των σκληρών παιδίων του χωρίου, τα οποία αναβαίνοντα εις
+τα ωραία δένδρα, επλήρουν την κοιλίαν και τον κόλπον των από τα σακχαρωτά
+συκάμινα κ' έθραυον είτα τα ευλύγιστα κλωνάρια απομαδώντα τα τρυφερά φύλλα
+των εις διατροφήν των λαιμάργων αιγών και αμνάδων.</p>
+
+<p>Η αποτυχία κοινώς απεδόθη εις ασθένειαν του σπόρου, αδυνατούντος να
+παραγάγη γενναίον σκώληκα μέχρι του σχηματισμού των στιλπνών ωχρολεύκων
+κουκκουλίων.</p>
+
+<p>Όμως κατά τα έτη της διηγήσεώς μας η ανάπτυξις της βομβυκοτροφίας
+παρουσίασε νέαν θαυμασιωτέραν της παλαιάς ευδοκίμησιν. Η Κυβέρνησις
+εξαπέστειλεν εις τα χωρία χημικώς εξηρευνημένον βομβυκόσπορον της Προύσσης
+και η παραγωγή υπήρξε θαυμασιωτάτη.</p>
+
+<p>Και είδες πάραυτα ν' αναλάβη ζωήν το χωρίον κατά την άνοιξιν. Επρασίνισαν
+πάλιν αι αυλαί του από τας ευμόρφους συκομορέας κ' επανεφυτεύθησαν εις τους
+κήπους τα χλοερά δένδρα.</p>
+
+<p>Ανεκλάλητος χαρά ήτο διακεχυμένη έξω κατά το έαρ. Κόραι δε και γραίαι
+ημιλλώντο εις το άσμα κατά την επίπονον συλλογήν των φύλλων. Έλεγες ότι γενική
+εορτή τελείται εις το μικρόν χωρίον.</p>
+
+<p>Η ανάπτυξις του βόμβυκος προέβαινε λαμπρώς το έτος τούτο.</p>
+
+<p>Μόλις εφάνησαν τα πρώτα τρυφερά φυλλάκια εις τας συκαμινέας, ήνοιξε και ο
+σπόρος επί του θερμού πανίου εγγύς της εστίας. Πρέπει να συμπίπτη πάντοτε η
+άνοιξις του σπόρου με την άνοιξιν των μορεών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλορροίζικο, Μα, είπεν η μεγαλειτέρα κόρη της Γερακούλας, η
+Ελένη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά κουκκούλια! ηυχήθη η μήτηρ.</p>
+
+<p>Και η Ελένη παρατηρήσασα ότι εσχηματίσθησαν όλα τα μαύρα σκωληκάρια,
+ενέθηκεν εκεί τρυφερόν φύλλον, εκόλλησαν όλα επ' αυτού, κινούμενα υπό της
+λαιμάργου ορμής προς το φαγητόν και ούτως η κόρη έθεσεν αυτά εις μεγαλείτερον
+ταψίον, όπερ ετοποθέτησεν επί καθέδρας, τους τέσσαρας πόδας της οποίας
+εστήριξεν εντός στάκτης, ίνα μη δύνανται οι μύρμηκες ν' αναβώσι και πνίξωσι τους
+μικρούς σκώληκας τους οποίους δεινώς καταδιώκουσι. Τώρα τρέφονται οι
+σκώληκες διά φύλλων, μετά προσοχής κοπτομένων, ψιλά-ψιλά, διά ψαλλίδος. Και
+αφού αυξηθώσι και είνε ανάγκη μεγαλειτέρου πάλιν χώρου, κατά τον αυτόν
+τρόπον τοποθετούσιν αυτούς εις μεγαλείτερα και περισσότερα ταψία, έως ου,
+αναπτυχθέντα τελείως πλέον τον ωραίον σκώληκα και γενόμενον φαιόχρουν,
+τοποθετήσωσιν επί ευρείας καλαμωτής, ην αποκρεμώσιν από των δοκών της
+οροφής διά τεσσάρων σχοινίων, επαλείφουσαι αυτά επάνω διά κατραμίου, ίνα μη
+κατέλθωσιν οι λαίμαργοι μύρμηκες.</p>
+
+<p>Και πλέον ησυχία απόλυτος εν τω οίκω. Ούτε ταραχή, ούτε φωνή, ούτε άσμα.
+Είνε δειλοί οι μεταξοσκώληκες. Ο παραμικρός κρότος τους εκφοβίζει και τότε δεν
+αναβαίνουσιν εις το κλαδίον και δεν κάμνουσι κουκκούλια. Κατά την περίοδον
+ταύτην νομίζει τις ότι το χωρίον είνε έρημον.</p>
+
+<p>Και τρέχουν διά φύλλα αι νεάνιδες δις της ημέρας. Και προσέχουν να είνε
+τρυφερά και δροσερά, διότι τα πανιασμένα δεν τα τρώγουσιν οι ευγενείς
+μεταξοσκώληκες.</p>
+
+<p>Αυτό είνε το καματερό. Και πράγματι κάματος και πόνος συνοδεύει την
+ανάπτυξίν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάλι για φύλλα Μα! έλεγε κάθε πρωΐαν η Ελένη προς την μητέρα
+της.</p>
+
+<p>Και έσπευδεν η Γερακούλα και αι θυγατέρες της εις την άμπελον και εις την
+Κεχρεάν, όπου είχον χλοεράς συκαμινέας. Είχον ανοίξει εφέτος περισσότερον.
+Υπελόγιζον να εξαγάγωσι δέκα οκάδας μέταξαν, ήτοι έπρεπε να καταρτίσωσι
+κουκκούλια 100 οκάδων. Κατ' έτος εισέπραττον 250 δραχμάς. Εφέτος υπελόγιζον
+να εισπράξωσι 500. Εγέμισεν η οικία των καλαμωτάς, τέσσαρας-τέσσαρας,
+κρεμαμένας την μίαν επάνω της άλλης. Τον γέροντα τον εστρίμωξαν κάτω εις μίαν
+γωνίαν του ισογαίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλοκαίρι είνε, πατέρα, είπεν η Ελένη. Και ήκουες ένα βρυχηθμόν
+λαίμαργον, όταν έρριπτον τα φύλλα εις τας καλαμωτάς, ως όταν πνέη ξηρός άνεμος
+διά μέσου ξηρών φύλλων. Εις την στιγμήν τα πλατέα φύλλα εγίνοντο άφαντα, εν
+πατάγω καταβροχθιζόμενα υπό του στακτερού σκώληκος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς τρώει, θα πω! έλεγεν η Ελένη, κουρασθείσα να κουβαλή
+φύλλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός και Παναγία! διέκοπτεν η Γερακούλα. Φτύσε το μη το
+βασκάνης!</p>
+
+<p>Και ανεζήτει εν μέσω των αεικίνητων σκωλήκων η μήτηρ, που ήτο τρόμος να
+βλέπης τους απείρους μαύρους οφθαλμούς με τα στακτερά σωληνοειδή σώματα,
+ανεζήτει υπό τα φύλλα κρυπτόμενα τα <i>ακαμάτικα</i>, τα οποία <i>δεν κάμνουν
+κουκκούλια, δεν προκόπτουν</i>, τα ανεύρισκε, διακρίνουσα ταύτα μετ'
+επιτηδειότητος, και τα έρριπτεν εκ του παραθύρου εις την οδόν, επιλέγουσα σιγά-
+σιγά:</p>
+
+<p>&nbsp;— Άιντε, ακαμάτες, που είσθε σεις για κουκκούλια!</p>
+
+<p>Άλλοτε πάλιν εφρόντιζε διά πανίων να περιφράξη τας καλαμωτάς, όταν ποτέ
+εσύριζεν ο βορράς και χειμών όψιμος προηγγέλλετο. Και περιέφρασσε και τας
+θύρας ακόμη και τα παράθυρα. Τόσον το λεπτοϋφές, το μεταξωτόν καματερό
+επηρεάζεται εκ του ψύχους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ιδώ πλειο το καματερό σας, είπε ποτε εισελθούσα η γραία
+γειτόνισσα αίφνης, ευρούσα την θύραν ημιάνοικτον, εν ώ η Γερακούλα
+αναιβασμένη επί καθίσματος υψηλού, ανεσκάλευε τους ακαμάτες εν τη επάνω
+καλαμωτή. Και επειδή η Γερακούλα δεν ήκουσεν, επανέλαβεν η γειτόνισσα
+πλησιάζουσα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ιδώ το καματερό σας πλειο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ου! δεν έχω, δεν έχω. Ψόφησε, το πέταξα. Απεκρίθη η Γερακούλα και
+κατήλθε, σύρουσα την ξένην προς την θύραν βιαίως. Κ' επανελάμβανε·</p>
+
+<p>&nbsp;— Ψόφησε!</p>
+
+<p>Εν ω αντήχει ο φοβερός τριγμός των ροκανιζομένων φύλλων.</p>
+
+<p>Κατά πρόληψιν παλαιάν δεν πρέπει «ξένο μάτι» να ίδη το καματερό.</p>
+
+<p>Και όταν ίδουν ότι οι σκώληκες ηλάττωσαν την τροφήν των και υψούσι προς τ'
+άνω τας κεφαλάς των μετά του ημίσεως σώματος ως να ζητούσι ν' αναβώσι που,
+καί τινες αρχίζουσι ν' αναρριχώνται εις της καλαμωτής τα σχοινία, τότε πλησιάζει
+το «κλάδωμα». Θα μεταβώσιν αι παρθένοι εις το βουνόν, θα φέρωσι «ζαλίκα» επί
+των νώτων, τους ωραίους φουντωτούς θάμνους, το κλαδί, θα τοποθετήσωσιν
+αυτούς πέριξ των καλαμωτών κ' εν μέσω σταυροειδώς, και θ' αναβαίνωσιν ένας
+ένας οι σκώληκες να πλέξωσι τον κυλινδρικόν τάφον των, τα μεταξοφόρα
+κουκκούλια, τον καρπόν τόσου καμάτου του επιμόχθου καματερού.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Πρωίαν τινά του Μαΐου του έτους εκείνου εν τη ακμή της βομβυκοτροφίας εγένετο
+ανάστατον το μικρόν χωρίον έκ τινος κοινοποιήσεως υπό του δημάρχου
+αναγνωσθείσης εν τη εκκλησία.</p>
+
+<p>Η κοινοποίησις αύτη ην έγγραφον του Υπουργείου, αποτεινόμενον προς τους
+κατοίκους των βορείων της Ελλάδος παραλίων, ων εφιστάτο η προσοχή επί των
+αναφανέντων ληστρικών στιφών.</p>
+
+<p>Αληθώς κατά τας ημέρας εκείνας του Μαΐου, μετά την αποτυχίαν των
+Καλαμπακικών, των «Αγγλογάλλων» καταλαβόντων τον Πειραιά και
+αναγκασθέντος του βασιλέως Όθωνος να διακηρύξη εις τους πρέσβεις Αγγλίας και
+Γαλλίας, ότι θα τηρήση πλήρη και αυστηράν ουδετερότητα απέναντι της Τουρκίας
+επί του Κριμαϊκού πολέμου, ήρχισαν να διαλύωνται τα επαναστατικά σώματα,
+τινές δε, οι αρειμανιώτεροι τάχα; δεινώς πάσχοντες εκ της πενίας, ετράπησαν προς
+τον ληστρικόν βίον και είχον αναγγελθή ήδη καί τινες ληστρικαί πράξεις αυτών επί
+των θεσσαλικών μεθορίων προς την Φθιώτιδα.</p>
+
+<p>Δύνασθε να φαντασθήτε τον φόβον, ον παρήγαγεν είδησις τοιαύτη της
+Κυβερνήσεως εις την φιλήσυχον κωμόπολιν της διηγήσεώς μας, όπου αι γυναίκες
+πλεονάζουσι, διότι οι άνδρες ταξειδεύουσιν.</p>
+
+<p>Αι νυκτοφυλακαί της μικράς κώμης ετριπλασιάσθησαν. Οι πολίται άπαντες,
+πλην των γερόντων, κατετάχθησαν εις λόχους κατά συνοικίας και κατά σειράν
+εφρούρουν από της δύσεως του ηλίου μέχρι της ανατολής. Όπλα υπήρχον αρκετά
+εν τη δημαρχία. Η νήσος αύτη εχρησίμευσε πολλάκις ως καταφύγιον ή ορμητήριον
+επαναστατικών σωμάτων επί των ορίων του Βασιλείου κειμένη, και αυτομάτως,
+ούτως ειπείν, είχε σχηματισθή εκεί μικρά αποθήκη εκ καρυοφυλλίων του εικοσιένα
+και καραμπινών του τακτικού στρατού, άτινα εγκατέλιπον ή επώλουν τα
+διαλυόμενα εκάστοτε ανταρτικά σώματα.</p>
+
+<p>Μίαν ώραν μετά την ανάγνωσιν του φοβερού εγγράφου, ο είς και μόνος κλητήρ
+της δημαρχίας, καλέσας εν τω δημαρχείω και τους δύο αγροφύλακας, είπε με ύφος
+αρχηγού:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα θα γείνη το ρωμαίικο, παιδιά! Χωρίς άλλο!</p>
+
+<p>Και παρουσίασε προς αυτούς σωρείαν εσκωριασμένων όπλων, ράκη τινά
+εριούχου και πινάκια ελαίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τα καθαρίσουμε γλήγορα, παιδιά. Χωρίς άλλο θα γείνη το
+ρωμαίικο!</p>
+
+<p>Ο πτωχός αστυνομικός κλητήρ, γηραιός πολεμιστής του εικοσιένα, δεν ενόει
+άλλον πόλεμον παρά τον προς απελευθέρωσιν των δούλων αδελφών, δεν ενόει να
+καθαρίζη όπλα παρά προς πόλεμον κατά του εχθρού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μ' αυτή τη σκουργιά θα γείνη το ρωμαίικο; Παρετήρησαν οι δύο
+αγροφύλακες, μάλλον από νωθρότητα ή από φιλοτιμίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Με ό,τι έχουμε, και ό,τι δεν έχουμε, επανέλαβεν ο κλητήρ. Ούτως εις
+διάστημα τριών ωρών εκαθαρίσθησαν τρεις δεκάδες όπλων, δι' ων ωπλίζοντο τας
+εκτάκτους αυτάς νύκτας αι <i>βάρδιες</i> της μικράς νήσου.</p>
+
+<p>Την επαύριον έδειξε σημεία ζωής και ο λιμενάρχης, εμφανισθείς πρώτην φοράν
+εις την αγοράν και διατάξας να ετοιμάσωσι μίαν πολεμικήν λέμβον, ην είχεν
+αφήσει εκεί η «Ματθίλδη» πανάρχαιον πολεμικόν πλοίον. Οι κάτοικοι τω
+προσήνεγκον άλλην καινουργή και στερεάν, πλην ο κ. λιμενάρχης συνειθισμένος
+εις τα πολεμικά ήθελε «βασιλική βάρκα» να την ίδουν από μακράν οι πειραταί και
+να τρομάξουν. Εστύπωσεν οπάς τινας, περιήλειψεν αυτάς διά πίσσης, έβαψεν είτα
+την λέμβον διά φαιού χρώματος στιλπνού και επιβιβάσας εν αυτή δύο γέροντας
+ναύτας, ων ο έτερος μονόχειρ, διέταξε να περιπλέωσι την νήσον μέχρι του Κάστρου
+προς βορράν κατέναντι της Χαλκιδικής.</p>
+
+<p>Την πρώτην νύκτα ο κλητήρ ηγρύπνησε μέχρι της πρωίας μετά μεγάλης
+δυσαρεσκείας. Όταν την πρωίαν ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου, το πρόσωπόν
+του ήτο στενόν και μακρόν, ως όταν παρατηρεί τις εντός τεθραυσμένου καθρέπτου.
+Συνειθισμένος να κτυπά τον κώδωνα της βάρδιας αφ' εσπέρας και να κοιμάται,
+εταλαιπωρήθη ο αγαθός εντός μιας νυκτός. Και αι χείρες του και οι πόδες του ήσαν
+πλαδαραί ως πλόκαμοι οκτάποδος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε, τι νέα Γέρω-Γιάννη; ηρώτησεν αυτόν ο δήμαρχος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ησυχία και ασφάλεια, κύριε δήμαρχε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπράβο, Γέρω-Γιάννη! Αρματώθηκες βλέπω σαν αστακός.</p>
+
+<p>Ο Γέρω-Γιάννης έρριψεν υπερήφανον βλέμμα εις τες ασημένιες παλάσκες του
+και το υαλιστερόν όπλον, καρυοφύλλι μ' επαργυρωμένον κοντάκιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έτσι νάσαι πάντοτε! ηυχήθη αυτώ ο δήμαρχος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύριε δήμαρχε, έτσι είμαι πάντοτε. Και εις πυρ και εις θάνατον.</p>
+
+<p>Ο δήμαρχος τότε περισκοπών το στιλπνόν καρυοφύλλι είδεν ότι έλειπεν ο
+πυρίτης λίθος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ' πού είνε η τσακμακόπετρα Γέρω-Γιάννη; Έτσι θα γένη το
+ρωμαίικο;</p>
+
+<p>Ο Γέρω-Γιάννης ερυθριάσας ολίγον εξήγαγεν εκ του θυλακίου του τετράγωνον
+μυτερήν εις τας άκρας τσακμακόπετραν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Την είχα εις την τσέπη μου! είπε μετ' αφελούς ετοιμότητος.</p>
+
+<p>Μετά τινας ημέρας ο δήμαρχος διέταξε τους αγροφύλακας να περιοδεύσωσιν
+εις τα ενδότερα της νήσου, κάμνοντες διαφόρους κατοπτεύσεις εις πολλά μέρη,
+παραλαβόντες καί τινας ακόμη οπλοφόρους. Ητοιμάζετο δε να γνωστοποιήση εις
+το υπουργείον ότι ησυχία και ασφάλεια επικρατεί εις την νήσον, ότε ενεφανίσθη
+προ του λιμένος μεγάλη και πολύκωπος λέμβος, μετά τάχους κατευθυνομένη προς
+την πολίχνην.</p>
+
+<p>Εταράχθη ολίγον. Πλην ίνα μη αποφανή, λέγει προς τον παριστάμενον
+πάνοπλον κλητήρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη!</p>
+
+<p>Ο κλητήρ παρατηρήσας πάραυτα το ωραίον καρυοφύλλιόν του είδεν ότι έλειπε
+πάλιν η τσακμακόπετρα. Πλην ετοίμως εξάγει αυτήν εκ του θυλακίου και την
+τοποθετεί καταλλήλως, περισφίγγων αυτήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάλι ς' τη τσέπη; παρετήρησεν ο δήμαρχος. Έτσι θα κάμωμε το
+ρωμαίικο; — Δεν ξεύρω τι συμβαίνει, κύριε δήμαρχε, μου την παίρνουν τα
+ποντίκια, και γι' αυτό την προφυλάττω.</p>
+
+<p>Την στιγμήν εκείνην προσήλθε και ο λιμενάρχης τεθορυβημένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κάμνομεν κ. δήμαρχε; οι λησταί. Δεν τους βλέπετε; Εξήλθον όλοι
+εις τον εξώστην· ο δήμαρχος με το πονηρόν του βλέμμα, ο λιμενάρχης ωχρός
+ολίγον, και ο κλητήρ προσπαθών να βιδώση καλώς την τσακμακόπετραν. Κάτω οι
+άνθρωποι ατάραχοι έβλεπον την προσεγγίζουσαν λέμβον. Τινές δ' άλλοι
+προσήρχοντο δρομαίοι, αντί όπλων, ως ανέμενεν ο λιμενάρχης, κρατούντες εις
+χείρας πινάκια κίτρινα και πράσινα του Τσανάκ-καλέ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε ο γρίπος, εφώνησε θριαμβευτικώς ο Γέρω-Γιάννης, βλέπων μετά
+προσοχής την πλησιάζουσαν μεγάλην και πολύκωπον λέμβον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα έχεις μια μύτη, Γέρω-Γιάννη!</p>
+
+<p>&nbsp;— Και μάτια και αυτιά, κ. δήμαρχε. Με συγχωρείτε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αληθώς ήδη ηκούετο και το ζωηρόν των τσεσμελήδων αλιέων
+κέλευσμα:</p>
+
+<p class="poem"><i>Ο γρίπος μας, η τράτα μας!<br />
+Άλ-λά, παιδιά!</i></p>
+
+<p>Αλλά και ο δήμαρχος είχε δίκαιον να μη ανησυχήση και ο λιμενάρχης είχε
+δίκαιον ν' ανησυχήση. Εις τας εκτάκτους περιστάσεις όλοι οι εν τη εξουσία έχουσι
+δίκαιον.</p>
+
+<p>Εν τούτοις η περίστασις αύτη ήτο ατυχής διά την μικράν νήσον, ανοικτήν
+πανταχόθεν εις την επιδρομήν των ληστών. Ωχρόν δέος εζωγραφίζετο κατά τας
+ημέρας εκείνας εις τα πρόσωπα πάντων. Αι εργασίαι αι γεωργικαί διεκόπησαν και
+πάντες έμενον εν τη αγορά διερωτώντες αλλήλους περί των συμβαινόντων.
+Συνεχώς δε τρις και τετράκις της ημέρας κατήρχοντο από του υψηλοτέρου βουνου
+οι αγροφύλακες, οπόθεν κατεσκόπευον το πέλαγος κ' εκόμιζον ειδήσεις εις τον
+δήμαρχον.</p>
+
+<p>Ουδέν όμως υπέστη τοσαύτην καταστροφήν όσον η βομβυκοτροφία. Τα
+καματερά, τα οποία, ως είδομεν, έκτακτον εσοδείαν προεμήνυον εφέτος,
+ηπειλούντο διά τελείας καταστροφής, στερούμενα τροφής. Θρήνος και οδυρμός
+μεταξύ των γυναικών. Πώς να εξέλθωσιν εις τους αγρούς προς συλλογήν φύλλων
+μετά την ύποπτον είδησιν περί ληστών; Ο δήμαρχος εφρόντισε και κατήρτισε
+σώματα οπλοφόρων, τα οποία προεφύλαττον πάσας τας παρόδους και τας
+κορυφάς, όπως ευκολύνηται η συλλογή των φύλλων. Πλην τι τρόμος ήτο εκείνος εν
+τοις αγροίς! Η ευωδιάζουσα από μυρίων αρωμάτων εξοχή, η πάγκαλος εκείνη
+φύσις της χλοεράς νήσου, είχε μεταβληθή εις σιωπηλήν και στυγνήν κοιλάδα
+πένθους. Εις τους τρομασμένους οφθαλμούς των εξερχομένων γυναικών τα
+δροσερά και μυριόχρωμα άνθη εφαίνοντο μαραμένα και άχροα. Και αυτά τα
+καταπράσινα των συκαμινεών φύλλα μαύρα εφαίνοντο. Τα αναρίθμητα
+κελαδήματα των πτηνών ούτε ηκούοντο καν υπό των καταπεπληγμένων γυναικών
+και πάσα κίνησις φύλλων υπό του δροσερού ανέμου αναπαρίστανεν εις την
+έκπληκτον φαντασίαν των δειλών εκείνων όντων την αυχμηράν όψιν ληστού ή
+λιάπη!</p>
+
+<p>Πόσον ο τρόμος μεταβάλλει την όψιν των πραγμάτων!</p>
+
+<p>Αι περισσότεραι ούτε εξήλθον καν τας τρεις πρώτας ημέρας. Όσαι είχον
+άνδρας, έστειλαν βεβαίως τους άνδρας των, αλλ' όσαι δεν είχον, ή ηγόρασαν
+φύλλα παρά τινων αγαθών γειτονισσών ή εγκατέλιπον τα καματερά εις την τύχην
+των.</p>
+
+<p>Και ήκουες:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει το καματερό!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-καϋμένη, πάει πλειο. Κρίμα και κρίμα!</p>
+
+<p>Και ηκούσθη και γραία τις θρηνούσα αληθώς υψηλά εις τον βράχον ως επί
+απωλεία ανθρώπου επανειλημμένως οδυρομένη «Καματερό μου, καματεράκι
+μου!»</p>
+
+<p>Τωόντι τινές τα επέταξαν εις τον βράχον, όπου αι όρνιθες εύρον την χαράν των,
+καταβροχθίζουσαι λαιμάργως τους τεφρόχρους εκείνους σκώληκας μεγάλους και
+μαλακούς ως βούκας ζύμης.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα ευτυχώς κατώρθωσε να εξοικονομή φύλλα κατά τας δεινάς
+εκείνας ημέρας. Αναβιβάσασα επί οναρίου τον καπετάν-Θοδωρή, πληρώσαντα
+καλώς έν ωραίον τρομπόνιον, το μόνον λείψανον του απολεσθέντος βρικίου του,
+εξήρχετο μετά της μεγαλειτέρας των θυγατέρων της και συνέλεγε φύλλα εις τα
+πλησιέστερα κτήματα, δίδουσα αυτά εις το καματερό της μετά φειδούς. Εις το μέγα
+κτήμα όμως, εις την Κεχρεάν, δεν ετόλμησε να μεταβή.</p>
+
+<p>Αλλά μετά παρέλευσιν ημερών τινων, επειδή ουδέν εγένετο εξ όσων
+εφοβούντο οι άνθρωποι, ουδέ ληστρική συμμορία επεφάνη, επανήλθε και πάλιν η
+ησυχία και το θάρρος εις την πολίχνην.</p>
+
+<p>Αι νυκτοφυλακαί έπαυσαν, οι άνθρωποι ήρχισαν να εξέρχωνται εις τας
+εργασίας των και την νύκτα μέχρι του μεσονυκτίου μόνος ο Γέρω- Γιάννης, ο
+δημαρχικός κλητήρ, περιήρχετο την έρημον κώμην, φέρων το ωραίον καρυοφύλλι
+εις τον ώμον του και την τσακμακόπετραν εις το θυλάκιόν του. Και αν τον έβλεπες
+υπό την φαεινήν ακτινοβολίαν της σελήνης, εθεώρεις ότι περισσότερον ζωντανόν
+ήτο το αργυρούν καρυοφύλλι, ου αι γλυφαί έπαιζον ως φολίδες έρποντος όφεως
+υπό τας μαρμαρυγάς του αργυρού φωτός, παρά ο φέρων αυτό Γέρω-Γιάννης, όστις
+σιγά-σιγά με κλειστά τα μάτια εβάδιζεν ως άνθρωπος έχων αντί ψυχής
+καρυοφύλλι.</p>
+
+<p>Τέλος το υπουργείον απέστειλε νέον έγγραφον προς τον δήμαρχον της μικράς
+νήσου, αναγγέλλον ότι αι συμμορίαι εκείναι των ληστών διελύθησαν και καλούν
+τους νησιώτας να επαναλάβωσιν αφόβως τα έργα των.</p>
+
+<p>Διά τούτο είδομεν εν αρχή της διηγήσεώς μας τόσαι λέμβοι μετά γυναικών
+ιδίως ν' αποβιβάζωσι σάκκους φύλλων συκομορέας εις την παραλίαν υπό το φως
+της σελήνης.</p>
+
+<p>Επειδή δε και μετά την καταστροφήν πολλών καματερών, πάλιν αι συκομορέαι
+της νήσου δεν επήρκουν εις την διατροφήν των απομεινάντων, — τόσων λαμπρώς
+έβαινεν εφέτος η ανάπτυξις του μεταξοσκώληκος — πολλαί γυναίκες
+παραλαβούσαι και τους συζύγους των ή άλλους συγγενείς των, μετέβησαν εις την
+εγγύς κωμόπολιν Γλώσσαν, επί άλλης γειτονικής νήσου, όπου έμαθον ότι υπάρχουν
+φύλλα άφθονα άνευ καματερών.</p>
+
+<p>Ούτω και η φιλόπονος Γερακούλα, παραλαβούσα τας τρεις θυγατέρας της και
+τον καπετάν-Θοδωρή με το τρομπόνιον πλήρες, την άλλην θυγατέρα άφησε προς
+φύλαξιν της οικίας, μετέβη εις Γλώσσαν κ' εκόμισεν, ως είδομεν, τόσους σάκκους
+δροσερών φύλλων.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Μόλις ανεπαύθη την νύκτα η φιλόπονος αύτη οικογένεια από του κόπου του
+διημέρου εκείνου ταξειδίου, και ητοιμάζετο λίαν πρωί να μεταβή εις Κεχρεάν, εις
+το μακρινόν εκείνο κτήμα της, όπου κατά τας δύο ημέρας της απουσίας ουδείς
+μετέβη και όπου υπήρχον αι χλοερώτεραι συκομορέαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θεια Γερακούλα, ηκούσθη φωνή την αυγήν έξωθεν εκ γειτονικού
+παραθύρου, η φωνή της γραίας ξηράς και ωχράς γειτονίσσης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος είνε; απήντησεν η Γερακούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, εγώ είμαι, θα πάτε ς' Κεχρεά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Λέμε να πάμε· τι να κάμουμε!</p>
+
+<p>&nbsp;— 'Σαν είνε, ναρθώ κ' εγώ μαζί σας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς ναρθής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρεις, φοβάμαι μοναχή μ'. Τώρα δεν έρχουνται οι αγρουφύλακες κ'
+εγώ φοβάμαι μοναχή μ'!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη φοβάσαι. Δεν είναι τίποτα. Ημείς πήγαμε 'ς τη Γλώσσα. Δεν είνε
+τίποτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρω κ' εγώ. Ρέματα είνε, αλάργα είνε, φόβος είνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός και Παναγία! Δεν είνε τίποτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θαρθή κι' ου καπετάν-Θοδωρής;</p>
+
+<p>&nbsp;— Θαρθή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναρθή.</p>
+
+<p>Αληθώς μετ' ολίγον ο καπετάν-Θοδωρής εξεκίνησε πρώτος, αναβάς επί του
+οναρίου, κρατών και το βαρύ τρομπόνιον πλήρες.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες της, έφερον εκάστη από ένα σάκκον
+κενόν και εντός καλάθου έλαιον διά τα κανδήλια της Παναγίας. Επί άλλου
+καλάθου, ον εκρέμασαν επί του οναρίου έθεσαν τον άρτον και το προσφάγιον. Θα
+επέστρεφον μετά το δειλινόν. Έως τότε υπελόγιζον ότι θα εσύναζον όλα τα
+υπάρχοντα εις τας εκεί συκομορέας φύλλα. Επί του οναρίου ο καπετάν-Θοδωρής
+εφόρτωσε και τους ψευδείς πόδας του, τα δύο χονδρά ραβδία, τα οποία
+μετεχειρίζετο ως αληθινούς του πόδας. Οι άλλοι δύο πόδες του, οι αληθινοί,
+εκρέμαντο από του οναρίου ξεκλειδωμένοι ως ψευδείς.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα ήρχετο τελευταία, συνομιλούσα μετά της γειτονίσσης της.</p>
+
+<p>Καθ' οδόν συνήντησαν άλλας πολλάς συντροφίας, αίτινες προς τον αυτόν
+σκοπόν μετέβαινον εις τα κτήματα, άλλαι φλυαρούσαι, άλλαι άδουσαι. Και δεν
+διέκρινες ποίαι ομιλούν, και ποίαι τραγουδούν. Η ομιλία εν φαιδρά συντροφία εις
+τα βουνά ούτως ερρύθμως απαγγέλλεται, ώστε εκ της ηχούς της αντηχούσης εντός
+των βαθέων γευμάτων, ουδόλως διαφέρει του άσματος.</p>
+
+<p>Αλλ' όταν ανέβησαν εις το βουνόν κ' έμελλον να κλίνωσι προς το μέγα της
+Κεχρεάς ρεύμα, έπαυσαν πλέον να συναντώσι νέας συντροφίας. Προς τούτο το
+μέρος υπήρχον περισσότερα δάση και ολίγα κτήματα. Μόνον το μέγα της
+Γερακούλας κτήμα εξετείνετο κάτω εις το ρεύμα, και έν άλλο πλησίον, της
+γειτονίσσης της, καί τινα ακόμη προς την θάλασσαν κατά τας δυτικάς ακτάς της
+νήσου.</p>
+
+<p>Ενόησαν ότι εισήλθον πλέον εις ερημίαν, ης η νεκρά νάρκη εζωογονείτο κατά τι
+εκ των φαιδρών συνομιλιών των τεσσάρων αδελφών, προς ας ο γέρων πατήρ,
+προηγούμενος, διηγείτο διάφορα επεισόδια του ναυτικού του βίου, όστις
+συνεκρούσθη προς τας τρικυμίας και τα πάθη της ζωής τόσον, όσον αι μαύραι
+δρύες, εν μέσω των οποίων ήδη εβάδιζον, επάλαισαν προς τους κεραυνούς και τας
+καταιγίδας. Αλλ' αν δεν κατώρθουν αι ολίγαι αυταί ανθρώπιναι ομιλίαι να
+διασπάσωσι της ερήμου την νεκρικήν σιωπήν, τα αναρίθμητα όμως πτηνά
+κατωτέρω, κεκρυμμένα εντός των γηραιών του δάσους δένδρων, τόσην ζωήν,
+τόσην κίνησιν εμαρτύρουν με τα αρμονικά αυτών κελαδήματα, ώστε αν έκλειες
+τους οφθαλμούς να μη βλέπης την μαύρην ατελείωτον σειράν των σιωπηλών
+δένδρων με τους σκληρούς κορμούς και το πυκνόν φύλλωμα, θα ενόμιζες ότι
+ευρίσκεσαι εν μέσω του Παραδείσου, περικυκλούμενος υπό μυριάδων αγγελικών
+όντων ως πτηνών κελαδούντων.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα και η γειτόνισσα συνομιλούσαι έμενον ολίγον όπισθεν.</p>
+
+<p>Αι τέσσαρες θυγατέρες η μία κατόπιν της άλλης προέβαινον έχουσαι
+σκεπασμένην την ξανθήν κόμην των, ίν' αποφύγωσι πρωινήν δρόσον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ελπίζεις, χριστιανή μ, λέγει αίφνης η γειτόνισσα σταματήσασα,
+ελπίζεις να πανδρεύσης τέσσερες θυγατέρες; Εγώ μία την έχω, και απελπίσθηκα
+πλεια.</p>
+
+<p>Έχουσα θάρρος πάντοτε ενώπιον της αγαθής Γερακούλας η ωχρά γειτόνισσα,
+επενέβαινεν άκλητος εις τοιαύτας οικογενειακάς συζητήσεις. Και μη ανεχομένη να
+βλέπη τόσον εύελπιν την καλοκάγαθον γυναίκα, επεθύμει να την ακούση μια φορά
+να βλασφημήση, διά να χαρή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καϋμό τώχω! έλεγε πολλάκις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ελπίζω λες; απήντησε τότε η Γερακούλα, πλήρης χριστιανικής
+λάμψεως. Και τι θαρρείς; Είνε 'ς το χέρι μας; Αυτά είνε του Θεού. Όποιος πιστεύει
+εις τον Θεόν, αυτός ελπίζει. Ποτέ μου, γειτόνισσα, δεν απελπίσθηκα. Τα κορίτσια
+μου είνε του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει πώς θα τα οικονομήση. Σώπα, γιατί τώχω σε
+κακό μου να μου κόπτουν την ελπίδα. Όποιος κόπτει την ελπίδα από τον άλλον, του
+κόπτει την ζωήν. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ' δεν είνε του Θεού! 'Σ τα ρίξανε, κακομοίρα. Αχ! 'ς τα ρίξανε και τι
+έχεις να υποφέρης!</p>
+
+<p>Ενόει η γειτόνισσα την επικρατούσαν αφελή πλάνην, καθ' ην την ώραν του
+στεφανώματος εν τω γάμω οι εχθροί συνοικεσίου τινός διά μαγείας προορίζουσι
+τον τοκετόν τόσων θυγατέρων, προς δυστυχίαν του νέου ζεύγους, μέλλοντος να
+πάθη βάσανα και πειρασμούς, μέχρις ου αποκαταστήση αυτάς, ιδίως εις τας
+δυστυχείς ταύτας ημέρας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σώπα, γειτόνισσα! Μου το είπες κι' άλλη φορά. Σώπα. Εγώ σου είπα
+πολλές φορές, τα μάγια δεν τα πιστεύω. Τα μάγια είνε ψευτιές για να
+ψευτοπερνούν μερικοί 'ς τον ψεύτικο κόσμο.</p>
+
+<p>Είπεν η Γερακούλα κ' έρριψεν αίφνης το πλήρες ελπίδων βλέμμα της εις τας
+τέσσαρας θυγατέρας της.</p>
+
+<p>Είχον σταθή εις την κορυφήν του τελευταίου λόφου να ίδουν την ανατολήν του
+ηλίου. Αφήρεσαν τας μανδήλας των, θερμανθείσαι εκ της πορείας και αι ακτίνες
+του ηλίου πίπτουσαι εις την χρυσήν των κόμην, θαυμασίως αυτήν κατηύγαζον.
+Ενόμιζες ότι κύμα χυτόν χρυσού έλουε τας κορυφάς των τεσσάρων αυτών
+θυγατέρων, χρυσού παίζοντος εις τους παρθενικούς αυτών ώμους μ' εξαισίαν
+στιλβηδόνα κ' έκλαμψιν, χρυσού μαλακού, μαλακώς καταρρέοντος μέχρι της
+οσφύος.</p>
+
+<p>Φρίκη κρυφή διέτρεξε τα μέλη της Γερακούλας.</p>
+
+<p>Η μεγαλειτέρα ήτο 27 ετών, αι άλλαι ανά δύο έτη κατά σειράν μικρότεραι και η
+τελευταία 21 ετών. Όλαι εις την ακμήν του γάμου.</p>
+
+<p>Και ως από μυστικής τινος ορμής κινηθείσα η πτωχή μήτηρ, ήρχισε να μετρά επί
+των δακτύλων: μία, δύο, τρεις, . . . .</p>
+
+<p>Και εσταμάτησε κατηφής γενομένη, ως να εκάλυψε μαύρη σκέπη την
+γελόεσσαν του προσώπου της αίγλην.</p>
+
+<p>Ούτως ο Σατανάς παρασύρει εις την παγίδα της αμαρτίας τον άνθρωπον.</p>
+
+<p>Και η στρυφνή γειτόνισσα παρ' ολίγον με την θνητήν παρατήρησίν της, παρ'
+ολίγον να ρίψη εις τα δίκτυα της αμαρτίας την ενάρετον Γερακούλαν, ης το στόμα
+ουδέποτε έπαυσε να επικαλήται τον Κύριον, και ης η καρδία ουδέποτε έπαυσε να
+ελπίζη εις τον Θεόν.</p>
+
+<p>Αλλ' η θεία χάρις σκέπει πάντοτε τον κοπιάσαντα εν τη αρετή, όστις αποκτά
+ούτως ειπείν δικαιώματα επί της θείας δικαιοσύνης και δεν τον αφίνει να πέση εις
+βλασφημίαν, καθώς τον δίκαιον Ιώβ.</p>
+
+<p>Έπτυσεν εις την γην η αγαθή Γερακούλα, ως να απέπτυσε την βλασφημίαν, και
+ποιήσασα το σημείον του Σταυρού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δόξα σοι ο Θεός! εφώνησεν εκ βάθους στενάξασα ως από των
+εγκάτων των σπλάγχνων της.</p>
+
+<p>Και επανέλαβε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έτσι που λες, γειτόνισσα. Εγώ τα κορίτσια μου τα άφησα εις τον Θεόν.
+Ο Παντοδύναμος θα τα οικονομήση.</p>
+
+<p>Η αιγλήεσσα αιθρία επανήλθε πάλιν εις το πρόσωπον της Γερακούλας.</p>
+
+<p>Ήδη η γειτόνισσα απεχωρίζετο. Έφθανεν εις το κτήμα της. Απεχαιρέτισε τας
+καλάς συντρόφους της, αίτινες έκλιναν ήδη προς το σκοτεινόν μέγα ρεύμα, και
+εισήλθεν εις το κτήμα της.</p>
+
+<p>Αλλά μετ' ολίγον κραυγάζει ως να είχε λησμονήσει να το είπη πρότερον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νάχετε το νου σας, κορίτσια. Είνε, ακόμα κλέφτες! τα μάτια σας
+τέσσερα! κορίτσια!</p>
+
+<p>Και επανέλαβεν οξέως παρατείνουσα την ξηράν φωνήν της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κλέφτες!</p>
+
+<p>Και η ηχώ δεινή και άχαρις επανέλαβε δις·</p>
+
+<p>&nbsp;— Κλέφτες!</p>
+
+<p>Και εβούισεν έως κάτω το βαθύ ρεύμα βοήν φοβεράν, ως εάν εβούισε
+τουφεκιά, καταπλήξασαν τα πτηνά, τα οποία εσίγησαν εις τας δροσεράς κρύπτας
+των.</p>
+
+<p>Η μεγαλητέρα, η Ελένη, 'σαν να ήκουσε την φωνήν την δευτέραν φοράν.
+Εκοντοστάθη ολίγον μετά τινος αγνώστου τρόμου, αλλ' είτα επειδή τα πτηνά
+επανέλαβον το κελάδημά των, απέδωκε τον φόβον εις την ύποπτον του ανθρώπου
+φαντασίαν και εξηκολούθησε τον δρόμον χωρίς να είπη τι.</p>
+
+<p>Γειτόνισσαί τινες είνε πεπρωμένον να προβλέπωσι πάντοτε το κακόν, με την
+διαφοράν ότι τούτο ως επί το πλείστον αποβαίνει εις αγαθόν.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Την ώραν καθ' ην είχον εξέλθη της πόλεως ο καπετάν Θοδωρής, η Γερακούλα και αι
+τέσσαρες θυγατέρες των, αυγή-αυγή, τέσσαρες οπλοφόροι επεβιβάζοντο είς τινα
+σκοτεινόν και απότομον της Κεχρεάς ορμίσκον, Μανδράκι καλούμενον, προς τας
+δυτικάς της νήσου ακτάς. Έφερον και οι τέσσαρες στολάς πεπαλαιωμένας της
+χωροφυλακής, πλην αντί υποδημάτων εφόρουν τσαρούχια ελαφρά και είχον τα
+πανταλόνια κομμένα και περιδεδεμένα άνω του γόνατος, καλύπτοντες τον πήχυν
+του ποδός διά της συνήθους βλαχόκαλτσας.</p>
+
+<p>Έσυραν την λέμβον των υπό τινα πυκνόν θάμνον, αόρατον εν μέσω των βράχων
+εκάλυψαν ακόμη αυτήν και διά τινων πυκνών και ακανθωτών αγριοβάτων και
+ανήλθον ως έλαφοι την άνω του ορμίσκου σκληράν της γης λοφιάν, βραχώδη μεν
+και ολισθηράν, πλην κεκαλυμμένην υπό δάσους ερείκων, κομάρων, πρίνων και
+σκολιών τινων πευκών, τας κορυφάς των οποίων φαρμακόνει η άλμη του κύματος
+ως άχνη ανερχομένη έως επάνω όταν μαίνεται κάτω η τρικυμία. Έως ότου έλθωσιν
+εις το μονοπάτιον οι τέσσαρες ξένοι, υπέστησαν παλλάς αμυχάς εις τας χείρας και
+τας παρειάς. Αλλ' επειδή ήσαν ένοπλοι με υαλιστεράς καινουργείς καραμπίνας
+ευκόλως διήνοιγον τας άκρας των σκληρών θάμνων και επερνούσαν
+παρεισδύοντες ως εν μέσω ακανθοχοίρων μετά προσοχής.</p>
+
+<p>Επλησίαζαν τα χαράγματα. Η ημέρα προεμηνύετο ωραία αν και νέφη τινά
+μαύρα, ως κάπαι ποιμενικαί, έτρεχον γοργά, ακολουθούντα του πρωινού βορρά το
+ρεύμα. Άμα τη ανατολή του ηλίου θα έπνεεν ο βορειοανατολικός, το δροσερόν
+μελτέμι, και ήδη παρεσκευάζετο το ευρύ μετέωρον στάδιον του ουρανού, εν ώ
+ήθελεν αγωνισθή άνευ αντιπάλου ο θερινός ούτος άνεμος, ου η ζωογόνος βία
+λυγίζει τας κορυφάς των αριών, μεταβάλλουσα εις στακτερόν το πράσινον χρώμα
+του δάσους, και λευκαίνει τον κυανούν πόντον μεταμορφούσα τα κύματα εις
+αγέλας λευκών περιστερών.</p>
+
+<p>Οι τέσσαρες άνδρες εξελθόντες εις την ατραπόν, έστησαν προς στιγμήν, ως
+διστάζοντες, αλλά μάλλον διότι ο είς τούτων, ο φαινόμενος ως αρχηγός,
+προσεπάθει να διακρίνη τα μέρη ως άνθρωπος θέλων ν' αναμνησθή παλαιάν
+γνωριμίαν.</p>
+
+<p>Ούτος έφερεν εν τη στολή του και χρυσά τινα σειρήτια και ράκος χρυσού
+θυσάνου εν τη εσκωριασμένη σπάθη, τα δε κομβία τη στολής του ήσαν μετά
+πλείονος επιμελείας εστιλβωμένα, ώστε ηδύνατό τις να εκλάβη αυτόν τουλάχιστον
+ως υπομοίραρχον. Περί την οσφύν του μετά χάριτος περιδεδεμένον ζεύγος
+μαλαμμοκαπνισμένων παλασκών εξέπεμπε χρυσάς λάμψεις. Ήτο
+τεσσαρακονταετής περίπου την ηλικίαν, έπαιζον δε γοργοί κ' ευκίνητοι οι μαύροι
+οφθαλμοί του εν αρμονία προς την ηλιοκαυμένην όψιν του και την μαύρην
+στιλβηδόνα της μαύρης κόμης του. Η χροιά και του προσώπου και των χειρών του
+ωμοίαζε προς το βαθύχρουν δέρμα κήτους. Οι άλλοι δύο ήσαν ηλιοκαείς γέροντες
+σχεδόν με σκληράς σάρκας κ' εξηγριωμένα χαρακτηριστικά, ο δε τέταρτος έφηβος
+συμπαθητικός με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και μαύρην κόμην, με λευκόν και
+απαλόν δέρμα, τον οποίον όμως τερατωδώς ασχήμιζεν η ρακώδης ενδυμασία και η
+μετά των άλλων αγριωπών ανθρώπων συντροφία.</p>
+
+<p>Τόσον δε πεπαλαιωμένη και εφθαρμένη ήτο η στολή των τριών τούτων, ώστε
+μόλις εκ του στέμματος διεκρίνοντο ότι είνε χωροφύλακες.</p>
+
+<p>Προέβησαν ολίγα βήματα προς το δάσος, πλην και πάλιν έστησαν.</p>
+
+<p>Ο αρχηγός τότε ο μαυριδερός, έρριψε λοξόν βλέμμα επί των συντρόφων του,
+ων ο νεώτερος είχε καταληφθή υπό τινος μυστικού φόβου όπερ τον ηνάγκαζε να
+βραδυπορή· οι δ' άλλοι ακουσίως εβραδυπόρουν και αυτοί, ως όταν σκοντάπτη
+κανείς επί λίθου.</p>
+
+<p>Υπέκλινε δις και τρις τον υψηλόν αυχένα ο νεώτερος, ως να κατεπλάγη, ιδών
+αίφνης εξαπλούμενα προ των οφθαλμών του τα μαύρα της Κεχρεάς δάση εις τα
+οποία δεν είχον εισδύσει ακόμη της αυγής αι ασθενείς ακτίνες, αποφρασσομένης
+της ανατολής από υψηλού όρους. Μαύρη επλανάτο επάνωθέν των η νυξ και πλέον
+μαύροι παρετάσσοντο των γηραιών δρυών οι ακίνητοι όγκοι, άνωθεν των οποίων
+εσύριζεν ως όφις παρερχόμενος ο πρωινός άνεμος.</p>
+
+<p>Η σελήνη είχε δύσει πρό τινων στιγμών και μόνον ως φλοξ ερυθρά καιομένης
+ασβεστοκαμίνου μακρόθεν έφεγγεν όπισθεν του Προμηρίου της
+Θετταλομαγνησίας ο αιμόχρους κύκλος της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύτταξε καλά, Θανάση, έγρυξεν ο αρχηγός εν μέσω της ερημίας
+αποτεινόμενος προς τον νεώτερον των συντρόφων. Μη μου πης ότι φοβήθηκες της
+Νεράιδες. Ντροπή! Σ' το Καραντελή θάμαξα την παλληκαριά σου. Και γι' αυτό δεν
+θα σ' αφήσω πλειο από κοντά μου. Βλέπω και κοντοστέκεσαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καπετάνιο, ξέρεις το ελάττωμά μου, απήντησε μετά δειλίας ο
+Θανάσης. Το θέλω κ' εγώ; Να, έτσι κάνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια μου.</p>
+
+<p>Και έδειξε πέραν προς τον μαύρον δρυμόν, όπου υπελεύκαζον όγκοι τινές
+υψηλοί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε βράχια, απήντησεν ο αρχηγός. Ντροπή σου!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ήμουν δεκαπέντε χρόνων, σου το είπα. Επερνούσα από το ρέμα, ένα
+μεγάλο και σκοτεινό ρέμα, μαύρο, κατάμαυρο, όπως μαυρίζει εκεί — και έδειξε
+πέραν το δάσος. — Ήτον καταμεσήμερο, και της ηύρα κ' εχόρευαν. Ήσαν ως
+τριάντα Νεράιδες, γυναίκες κάτασπρες, με άσπρους λαιμούς, άσπρα
+χρυσοκεντημένα φορέματα και ξανθά μαλλιά. Αντί να κάμω προς το βουνό, από τη
+σαστιμάρα μου έπεσα μέσα στο χορό. Έφερναν γύρω σαν να φέρνη γύρω αέρας.
+Μπερδεύθηκα μέσα σε ολόχρυσες πολυθρόνες, που κάθονταν οι βιολιτζήδες με τα
+χρυσά βιολιά και τ' αργυρά λαγούτα. Από την γλυκειά μουσική εβούλωσαν τ' αυτιά
+μου, από την χρυσή λάμψι των μαλλιών των εθάμπωσαν τα μάτια μου. Κάμνω να
+μιλήσω, δεν ημπορούσα. Μου πήραν την μιλιά γιατί τους χάλασα τον χορό. Έκαμα
+τρεις μήνες να μιλήσω. Από τότες μου απόμεινε ένας φόβος 'ς την καρδιά και
+κάμνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια μου μερικές φορές. 'Σ τον πόλεμο με είδες,
+καπετάνιε, αλλά 'ς της Νεράιδες να μη με ιδής. Καλλίτερα να μη με ιδής.</p>
+
+<p>Ο αρχηγός εγέλασεν, ακούσας επαναλαμβανομένην την αφελή διήγησιν του
+Θανάση. Και θωπεύσας αυτόν εις τον ώμον μετά πατρικής στοργής, είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αι, μη φοβάσαι πλεια! Σήμερα θα πάμε σε μαυροφόραις. Μη
+φοβάσαι. Σήμερα θα κάμνουν μαύρα-μαύρα τα μάτια σου.</p>
+
+<p>Και αφού περιέσφιγξεν ο μαυριδερός την οσφύν του ως εστηρίζετο εκεί όλον το
+θάρρος του, κ' εκρότησαν ηδέως αι παλάσκαι, ετράπη ταχύς προς το βουνόν ως
+άνθρωπος γνωρίζων τα «κατατόπια». Και μετ' ολίγον έχων προ αυτού πάντοτε τον
+νεαρόν Θανάσην, έκλινεν όπισθεν του όρους προς ανατολάς, όπου ηγείρετο η
+Μονή του Ευαγγελισμού.</p>
+
+<p>Οι δύο άλλοι ηκολούθουν.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>&nbsp;Εν μέσω βαθείας χαράδρας αθέατος μεταξύ των βράχων, ολίγον
+υψηλότερα του διαρρέοντος τον πετρώδη αύλακα χειμάρρου, ήτο κτισμένη η Μονή
+του Ευαγγελισμού. Προς το βορειοδυτικόν της χαράδρας υψούτο αμέσως άνωθεν
+του χειμάρρου μέγα και πετρώδες τριγωνικόν βουνόν φαλακρόν εν τη οξεία
+κορυφή, αλλά σκιαζόμενον προς τα κάτω υπό πυκνού δάσους δρυών, ων αι ρίζαι
+και οι κορμοί συνεχέοντο προς τους φαιούς βράχους του, απροσίτους εις τους
+πόδας του αγρότου, ως ήτο απρόσιτον εις την γλώσσαν το βάρβαρον όνομά του.
+Και μόνον αι αίγες είχον εκεί την προσφιλή των διαμονήν με τα μηκάσματά των και
+τους κωδωνίσκους των διασκεδάζουσαι τους μοναχούς. Προς δε το
+νοτιοανατολικόν άνω του χειμάρρου υψούτο πολύ ταπεινώτερος άλλος βραχώδης
+λόφος, εις την βορειοανατολικήν πλευράν του οποίου λειανθείσαν, φαίνεται,
+εκτίσθη η Μονή του Ευαγγελισμού. Σχοίνοι φουντωτοί και σφένδαμνοι υψηλαί και
+θάμνοι άγριοι παντοίων συμπλεγμάτων φυτών και αναδενδράδων εσκίαζον το
+μέρος τούτο, όπου ο γεωργός αντί βώλου γης ανασκάπτει πέτρας, θραύων τας
+αξίνας του.</p>
+
+<p>Ο χείμαρρος διευθύνεται προς τας ανατολικάς ακτάς της νήσου, διαρρέων
+παρακάτω από τα τείχη της Μονής ορμητικώς μεταξύ των παρασυρομένων βράχων
+παρά τους χονδρούς κορμούς, καρυών και πλατάνων, αίτινες μαγευτικήν όψιν
+παρέχουσιν εις το άγριον ρεύμα.</p>
+
+
+<p>Και μόνον προς ανατολάς καταβαίνει από του βράχου κλιτύς λιπαράς γης, εν η
+πρασινίζουσιν ωραίοι αμπελώνες με τας υψηλάς κυπαρίσσους των, απολήγοντες
+πλαγίως και προς βορράν εις το ρεύμα πάλιν, όπου κρέμανται κλιμακηδόν οι
+θαλεροί της Μονής κήποι, ο είς επί του άλλου, αρχόμενοι από της μεγάλης
+τετραγώνου στέρνας της δεχομένης τα άφθονα του ρεύματος ύδατα, δι' ων
+κινούνται οι μύλοι και ποτίζονται τα λαχανικά. Ο κατερχόμενος την ωραίαν των
+αμπελώνων κλιτύν παρελθών το αλώνιον επί της ομαλής κορυφής του γεώδους
+λόφου, διακρίνει αίφνης, χωρίς καν να το υποπτεύση, κάτω προς το ρεύμα, ως
+προσπεφυκυίας επί του βράχου τας στακτεράς της Μονής στέγας, εστεγασμένης
+όλης διά φαιών πλακών του βουνού. Μακρόθεν δε από του πελάγους αύτη
+φαίνεται ως κρεμαμένη από του βράχου προς ον συγχέεται. Βαρεία θολωτή
+καμάρα διά κτιστών δύο τετραγώνων κιόνων, των καλουμένων υπό των βυζαντινών
+πινσών υποβασταζόντων το παρεκκλήσιον του αγίου Δημητρίου με τον κομψόν
+θολίσκον του, σκιάζει τον πυλώνα με την μαύρην μεγάλην πύλην, ης αι οριζόντιοι
+διά χονδρών ήλων προσηλωμέναι χονδραί ορθόπλευροι σανίδες ως εκ σιδήρου
+παχέα φαίνονται ελάσματα. Μικρόν δ' επί του δεξιού θυροφύλλου πυλίδιον, το
+πορτέλλον, υπανοιγόμενον την νύκτα παρέχει είσοδον εις τους ξένους χωρίς ν'
+ανοιγώσι τα βαρέα της πύλης θυρόφυλλα. Ένδον διά των τεσσάρων ορθοπλεύρων
+πτερύγων, ανίσων το ύψος, τας οροφάς και την ηλικίαν, εφ' ων κατά σειράν
+υπάρχουσι τα κελλία των μοναχών, σχηματίζεται αυλή πλακόστρωτος, εν μέσω της
+οποίας κείται το εύμορφον Καθολικόν της Μονής με τας στρογγύλας γραμμάς του
+και τους δι' ερυθρού κονιάματος κεχρισμένους τρεις θόλους του, εστεγασμένους
+και αυτούς διά φαιών πλακών.</p>
+
+<p>Η μονή αύτη ήκμαζε τότε, πλούσια κατέχουσα κτήματα ελαιώνων και
+αμπελώνων, ων οι ευώδεις μοσχάτοι οίνοι <i>αλυπιακοί</i> καλούμενοι έκ τινος
+των παλαιών ηγουμένων και κτητόρων, του Αλυπίου, ιδιαιτέρως σκευάζοντος
+αυτούς, πολλάκις εθαυμάσθησαν εν Αθήναις, εις τας τραπέζας των Συνοδικών.
+Θεμελιωθείσα περί τα τέλη του προπαρελθόντος αιώνος και μετά ταύτα ολονέν
+συμπληρουμένη διά προσθήκης οροφών και πτερύγων, δι' α εδαπάνα αφειδώς τον
+ατελείωτον πλούτον του πλουσιόπαις νησιώτης, καθιερώσας εκεί και την ζωήν του,
+έστιλβε καινουργής, «Καινούργιο μοναστήρι» καλουμένη, εις αντίθεσιν των
+παλαιών άλλων τριών μοναστηρίων της Νήσου. Η σεμνή πρόσοψις άνω του
+πυλώνος και οι τοίχοι όλοι έξω ήσαν κεχρισμένοι δι' ερυθρού ασβεστοκονιάματος
+ως οι θόλοι, όπερ παρείχεν επιβάλλουσαν ερημικήν σεμνότητα εις την όλην του
+κτιρίου όψιν. Σήμερον όμως τα ωραία κονιάματα κατετρίβησαν υπό των υετών και
+των καταιγίδων, οι τοίχοι εις πολλά μέρη κατερειπώθησαν και μονάζουσιν εν αυτή
+περισσότεραι γλαύκες ή μοναχοί...</p>
+
+<p>Την αυτήν πρωίαν ο θυρωρός της Μονής μοναχός ανήρ 35 ετών ως κοντός
+τετράγωνος κορμός πεύκης, μάλλον στρογγυλός κ' έχων σχεδόν μόνον κεφαλήν και
+κοιλίαν, μετά περιεργείας είδε τέσσαρας ξένους χωροφύλακας, ων ο είς έφερεν
+αργυράς επωμίδας υπομοιράρχου άνευ κροσσών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μμμμ, ηθέλησε ν' αρθρώση λέξεις τινάς ο θυρωρός, συγκεχυμένος το
+σώμα και τον νουν, ιδών βαίνοντας τους ξένους ευθαρσώς προς τα έσω, ως
+ανθρώπους οικείους, αλλά παρατηρήσας τα όπλα αυτών τα καινουργή και τα ξίφη
+των και τα ξεφτισμένα του μαυριδερού αρχηγού σειρήτια ηρκέσθη να χαιρετίση
+στρατιωτικώς μετά βίας υπανεγείρων την κοντήν δεξιάν του προς το μέτωπον, μέγα
+και πλατύ ως τεμάχιον σανίδος.</p>
+
+<p>Οι ξένοι προχωρήσαντες σοβαρώς, κροτούτος του αρχηγού το ξίφος
+θορυβωδώς, ανήλθον μικρόν ξύλινον εξώστην προς τα δεξιά εκτεινόμενον και
+εισήλθον μόνοι των κατ' ευθείαν εις το αρχονταρίκιον — την αίθουσαν των ξένων
+— ανοικτήν πάντοτε και φέρουσαν εστρωμένους επί των μενδερίων κύκλω
+ωραίους περσικούς τάπητας. Προ πολλού είχε τελειώσει ο όρθρος, τινές δε των
+μοναχών λίαν πρωί είχον εξέλθει εις τους κήπους και τας αμπέλους προς
+εργασίαν.</p>
+
+<p>Ο μαυριδερός αρχηγός καθήσας σταυροποδητεί επί του μενδερίου και
+θωπεύων τον μαύρον αυτού μύστακα εζήτησε πάραυτα τον ηγούμενον. Αλλ' ο
+εμφανισθείς αρχοντάρης, γέρων ρινόφωνος, είπεν ότι ο ηγούμενος απουσιάζει εις
+το Μετόχιον προ ημερών, αλλ' ότι εν ανάγκη δύνανται να τον καλέσωσι. Και έβλεπε
+τον μαυριδερόν αξιωματικόν μετά περιεργείας ως να ενόμιζεν ότι κάπου τον
+ξαναείδεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν πειράζει, είπεν ο άγνωστος, ημείς θα φύγωμεν αμέσως, διότι
+βιαζόμεθα.</p>
+
+<p>Και μετά τέχνης απέφευγε τα πονηρά βλέμματα του γέροντος αρχοντάρη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα έρχεσθε διά την καταδίωξιν των ληστών; ηρώτησεν ο γέρων
+μοναχός διά της ρινός του, όστις ήτο γραμματεύς και οικονόμος συνάμα της μονής
+και ανεγίνωσκε την «Αθηνάν».</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακριβώς δι' αυτό, απήντησεν ο αρχηγός, ευχαριστημένος ότι ο
+αρχοντάρης, χωρίς να το υποπτεύη, διευκόλυνε μεγάλως την υπόθεσίν του.</p>
+
+<p>Καθ' όλον αυτό το διάστημα οι τρεις άλλοι άγνωστοι χωροφύλακες ίσταντο
+άφωνοι εγγύς της θύρας, βλέποντες μετά προσοχής και περιεργείας την άνω αυτής
+κρεμαμένην μεγάλην χαρτίνην εικόνα, παριστάνουσαν διά ζωηρών ερυθρών και
+μαύρων χρωμάτων τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, επτά ωχράς ψυχάς εχούσας εν
+τω μέσω επί της καρδίας ενθρονισμένον μαύρον βασιλικόν δαίμονα.</p>
+
+<p>Ήδη ο στρογγυλός θυρωρός, φοβερός ωτακουστής, ακούσας έσπευδε να
+καλέση τους μοναχούς προλαβών του υπομοιράρχου τας σκέψεις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να έλθουν όλοι, διέταξε τότε ο αρχηγός, λαβών όλον το ύφος το
+σκληρόν αρχηγού αποσπάσματος, καταδιώκοντος ληστάς διότι έχω να σας
+αναγνώσω σπουδαίον έγγραφον της Κυβερνήσεως περί των ληστών.</p>
+
+<p>Ο θυρωρός έτρεχε με όλας τας δυνάμεις του κινών κεφαλήν και κοιλίαν και τας
+κοντάς χείρας του εις την αυλήν· και πονηρός ως ήτο εκτύπησε τον μικρόν κώδωνα,
+προς μεγάλην των χωροφυλάκων δυσαρέσκειαν, οίτινες ηυχαριστούντο μάλλον να
+εργάζωνται αθορύβως και χωρίς κώδωνας.</p>
+
+<p>Μετά μικρόν εισήλθον εις την αίθουσαν των ξένων πάντες οι μοναχοί με τα
+πρόσωπα αυτών τα ωχρά και τα βλέμματα τα απλανή πλην περίεργα και τους
+πώγωνας τους μακρούς. Ο αρχηγός εξήγαγεν ήδη ογκώδη φάκελλον, ον
+προσεπάθει ν' ανοίξη, οι δε μοναχοί προσήγγιζον εν κύκλω διά ν' ακούσωσιν.</p>
+
+<p>Ήτο εκεί ο κηπουρός με τον μικρόν σκαλιστήρα, διακόψας την εργασίαν του.
+Δύο άλλοι νεώτεροι με κίτρινον τον πώγωνα εκ λεπτής κόνεως θείου, κρατούντες
+και τα εκ λευκοσιδήρου θειαφιστήρια· είχον εξέλθει προ μικρού μόλις ετελείωσεν η
+Ακολουθία, διά να θειαφίσωσι την άμπελον «πριν πάρη το μελτέμι». Ήλθε και ο
+μάγειρος, ανασφουγκωμένος τας χείρας και κρατών μεγάλην ξυλίνην του
+μαγειρείου κουτάλαν. Εν όλω πέντε μοναχοί μετά του αρχοντάρη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είνε άλλοι; ηρώτησεν ο αρχηγός των χωροφυλάκων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι γενναιότατε, απήντησεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης, χαίρων διότι
+επέτυχεν εις τον τίτλον, δι' ον τόσην ώραν εσυλλογίζετο. Δυο τρεις φορές του ήλθε
+να τον ονομάση ενδοξότατον, αλλά δεν του εφάνη καλόν, άγνωστον διατί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Προσέξετε, είπε μετά φωνής σθεναράς ο αρχηγός. Μήπως
+απεκρύψατε κανένα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, γενναιότατε! επανέλαβε πάλιν ο ρινόφωνος, οι άλλοι δέκα είνε
+με τον ηγούμενον εις το Μετόχι, θειαφίζουν τα αμπέλια και άλλοι λείπουν εις το
+Νησί, τον Τσουγκριά, (μίαν δροσεράν Νησίδα προ του λιμένος, ανήκουσαν εις την
+Μονήν).</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα έλθουν τώρα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα έλθουν την Κυριακήν, μετά τέσσαρας ημέρας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πολύ καλά, είπεν ο μαυριδερός αρχηγός, εγερθείς εν θορύβω των
+όπλων του.</p>
+
+<p>Και πάραυτα ως να ήτο σύνθημα το «πολύ καλά» τούτο, οι τρεις χωροφύλακες,
+καταβιβάσαντες τους οφθαλμούς των από την φοβεράν χαρτίνην εικόνα εξήγαγον
+εκ της οσφύος των μακρά και λεπτά σχοινία και επιπεσόντες κατά των μονοχών
+εξαίφνης περιέδεσαν αυτούς μετά πολλής ευκολίας, ενώ ο αρχηγός ίστατο με
+γυμνήν την σπάθην του προ της θύρας. Μόνον ο μάγειρος, ο ζωηρότερος πάντων,
+διαμένων εν τη μονή εξόριστος εξ άλλου μοναστηρίου ένεκα εγκλήματος, Γεδεών ο
+καραβάς καλούμενος, διότι υπήρξε ναυτικός, ηθέλησε ν' αντισταθή και
+προχωρήσας μάλιστα προς την θύραν ίνα διεξέλθη, εκτύπησε τον αρχηγόν διά της
+ξυλίνης κουτάλας, εκστομίσας συγχρόνως μετά βοής και την λέξιν <i>κλέφτες</i>.
+Πλην ως αστραπή η χειρ του αρχηγού εφίμωσε το στόμα του, διά δε του πλατέος
+του ξίφους του επάταξε αυτόν εις τον ώμον σκληρώς. Και τότε είς των
+χωροφυλάκων σπεύσας έκλεισε και ησφάλισε την πύλην του Μοναστηρίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο πορτάρης! εκραύγασεν αίφνης ο αρχηγός. Πού είνε ο
+πορτάρης;</p>
+
+<p>Και έβλεπε περιδεής δεξιά και αριστερά. Ο θυρωρός είχε γείνει άφαντος.</p>
+
+<p>Ο λήσταρχος — διότι ενώπιον ληστών ευρισκόμεθα — έγεινε τότε έξω φρενών,
+κτυπών βαρβάρως τους δεσμίους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα χρήματα! εφώναζε. Τα χρήματα! επανελάμβανεν. Ογλήγορα τα
+χρήματα, έλεγε κ' εκτύπα τους δειλαίους μοναχούς ωχρούς και αφώνους προ του
+απροσδοκήτου θεάματος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πήγαινε 'ς το μαγειριό, Θανάση, να ετοιμάσης το λάδι. Είπε προς τον
+γνωστόν μας νεαρόν ληστήν ο αρχηγός, βλέπων ότι οι μοναχοί έμενον
+άναυδοι.</p>
+
+<p>Σιγή φοβερά επηκολούθησεν.</p>
+
+<p>Ο βορειοανατολικός έπνεε βίαιος σείων μετά τριγμού θλιβερού τους
+υελοπίνακας των παραθύρων, ων τα υελόφρακτα ημικυκλικά υπέρθυρα, τα
+ακίνητα, παρίστανον κομψά σχήματα ναών και κωδωνοστασίων, των διαφόρων
+διαιρέσεων της υάλου προσκολλωμένων δι' εξεχούσης λευκοτάτης γύψου μ'
+ευθυγράμμους κόψεις.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον εμφανίζεται πάλιν ο Θανάσης κατακόκκινος, κρατών μέγα μαύρον
+τηγάνιον, εν ώ ετσιτσίριζεν ακόμη σπαρακτικώς το έλαιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχετε εις το ταμείον χρήματα! Εμπρός τα κλειδιά· είπεν ο
+αρχιληστής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα έχει ο ηγούμενος, γενναιότατε, είπεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης.
+Εμείς δεν γνωρίζομεν.</p>
+
+<p>Αλλ' ο αρχιληστής εν γνώσει πάντων λέγει προς τον Θανάση:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ Θανάση!</p>
+
+<p>Ο Θανάσης επλησίασε το τσιτσιρίζον τηγάνιον άνω της κεφαλής του ρινοφώνου
+αρχοντάρη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα κλειδιά! ωρύετο ο αρχιληστής. Είσαι ο οικονόμος! Σε γνωρίζω.
+Είσαι ο πάτερ-Σισώης ο δάσκαλος, ο κυρ Σωτηράκης. Επειδή πριν καλογερέψη είχε
+χρηματίσει διδάσκαλος εν τω χωρίω. Εσύ τα έχεις τα κλειδιά.</p>
+
+<p>Τότε ο γέρων οικονόμος, διότι αληθώς αυτός ήτο γραμματεύς και αρχοντάρης,
+εννοήσας ότι επροδόθησαν και βλέπων τον άφευκτον κίνδυνον να καή ζων διά του
+ελαίου είπε με την ρινόφωνον θλιβεράν φωνήν του, καταστάσαν ήδη
+θλιβερωτέραν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τα κλειδιά! κ' έδειξε διά νεύματος τον κόλπον του, μη δυνάμενος
+ν' απλώση την χείρα, δεδεμένος ως ήτο.</p>
+
+<p>Ο αρχιληστής ήρπασε πάραυτα τας κλείδας, έλυσε τον δέσμιον οικονόμον και
+λέγει αυτώ:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εμπρός!</p>
+
+<p>Κ' εξήλθον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! ηκούσθη θλιβερά τότε των δεσμίων φωνή, ως ν' απεσπάτο από
+της ρίζης η καρδία των.</p>
+
+<p>Ο αρχιληστής, κρατών εκ της χειρός τον τρέμοντα και ημιλιπόθυμον οικονόμον
+ανήλθε τον τρίτον όροφον, γνωρίζων όλα τα εν τω μοναστηρίω καλλίτερον από
+πολλούς των μοναχών, κ' έστη ενώπιον του ηγουμενείου, όπου ην και το
+ταμείον.</p>
+
+<p>Εκρότει πενθίμως η μεγάλη κόρδα εκείνη από τα βαρέα πατήματα του
+ληστού.</p>
+
+<p>Εισήλθον. Ήνοιξε το κιβώτιον ευκόλως ο αρχιληστής. Έλαβε τα χρήματα,
+περιεχόμενα εν δοχείω εκ λευκοσιδήρου, και εξήλθε κλειδώσας εντός τον γέροντα
+οικονόμον, οδυρόμενον εν εσχάτη οδύνη και απογνώσει.</p>
+
+<p>Ούτε ηθέλησε ν' ανερευνήση άλλο τι ο ληστής· αν και περιείχοντο εν τω
+κιβωτίω και άλλα αργυρά και χρυσά σκεύη, πολύτιμα βυζαντινά κειμήλια. Μόνον
+ήνοιξε το δοχείον, είδε το χρυσίον και εν μεγίστη βία επανακλείσας πάλιν τούτο
+επανήλθεν εις την αίθουσαν των ξένων κομίζων τον θησαυρόν της Μονής.</p>
+
+<p>Εκείθεν δε χωρίς να ομιλήση, έθεσε το βαρύ δοχείον μετά του χρυσίου εντός
+πεπαλαιωμένου και ρακοπλέκτου δισακκίου, όπερ ευρέθη προχείρως εκεί, εν τω
+ετέρω των σάκκων έθεσεν άρτους τινάς ξηρούς καλογηρικούς και προς τροφήν και
+διά το ισοστάθμισμα του δισακκίου και φορτώσας τούτο εις τον ώμον του πιστού
+Θανάση είπε να κρατή καλώς και μετά προσοχής τον εμπρόσθιον σάκκον. Και
+παραλαβών τους συμμορίτας ανήλθε προς το βουνόν εν βία, αφείς δεδεμένους
+τους μοναχούς. Αι αίγες δεν διασκελίζουσιν ετοιμότερον τα βράχη, ως διεσκέλιζον
+τους θάμνους οι τέσσαρες λησταί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα μας προδώση ο πορτάρης· είπεν ο αρχηγός φρυάττων, όταν
+εξήλθον από του Μοναστηρίου.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Εις τα θεσσαλικά πεδία μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως του 54 και την
+διάλυσιν των επαναστατικών σωμάτων διάφοροι οπλίται περιεφέροντο γυμνοί
+σχεδόν, μ' εφθαρμένας στρατιωτικάς στολάς, κατηρτισμένας εξ ιματισμού παντός
+όπλου, άνευ άρτου διά την σήμερον και άνευ ελπίδος διά την αύριον, φεύγοντες
+την δίωξιν των αγρίων αλβανών, οίτινες με τα βαρέα πατήματα των
+ετσαλαπατούσαν τόσα ιερά όνειρα, φυέντα, ανθήσαντα και φυλλορροήσαντα εν
+μια μόνη νυκτί εις τας δυστυχείς εκείνας χώρας.</p>
+
+<p>Τότε συνηντήθησαν εκεί και τέσσαρες χωροφύλακες, μ' εμβαλωμένας στολάς
+πλην με καινουργή λαμπρά όπλα. Είχον λειποτακτήσει εκ των φρουρών της Λαμίας,
+ως έλεγον, και κατετάχθησαν εις τα επαναστατικά στρατόπεδα. Οι δύο εξ αυτών
+προήρχοντο εκ του σώματος του Αλμυρού της Θεσσαλίας, οι δε εκ του
+στρατοπέδου της Κασσάνδρας.</p>
+
+<p>Άγνωστον όμως αν οι τέσσαρες ούτοι αλήται ηγωνίσθησαν τωόντι είς τινα των
+συμπλοκών του Μαΐου. Εν ταις επαναστάσεσιν, ότε ανεφαίνοντο πρόσωπα και
+ονόματα άγνωστα έως τότε, ως να εξέρχωνται από των τρωγλών και των αδύτων
+της γης, ένθα μένουσι το λοιπόν της ζωής των διάστημα ως ναρκωμένα ερπετά, εν
+ταις τρικυμίαις εκείναις των εθνών, εν αις ως από ναυαγίων επιπλέουσι και πολλά
+άχρηστα πράγματα, δεν αγωνίζονται όλοι. Υπάρχουν επαναστάται διά την μάχην
+και επαναστάται διά το πλιάτσικο, αναφαινόμενοι αίφνης εις την μάχην. Εκ των
+δευτέρων τούτων ήσαν οι τέσσαρες αλήται με τας στολάς των χωροφυλάκων,
+οίτινες, ενώ οι άλλοι οι αληθείς πολεμισταί μετά την προκήρυξιν του υπουργείου
+Μαυροκορδάτου επανήλθον εις το ελληνικόν, εξηκολούθουν να περιφέρωνται περί
+τα πλούσια χωρία του Πηλίου ως λύκοι περί τας πολυάρνους μάνδρας,
+οσφραινόμενοι πού ήτο δυνατόν να περιτύχωσιν ακίνδυνον λείαν.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Γεώργης, ούτως εβαπτίσθη εν τη συμμορία, ήτο ανήρ τεσσαράκοντα
+ετών, μαυριδερός με ωραίον μαύρον μύστακα, τολμηρός εν ειρήνη και
+πρωτοπαλλήκαρο εις το πλιάτσικο, πονηρός όμως και πολυμήχανος. Αι δύο
+μεγάλαι γοργόνες αι γαλάζιαι, τας οποίας έφερεν επί των δύο σκληρών βραχιόνων
+του υπερηφάνως, γεγραμμένας διά βελόνης, εμβαπτισθείσης εν διαλύσει
+πυρίτιδος και ο μέγας δικέφαλος αετός εν μέσω του στήθους του με ανοικτάς τας
+πτέρυγας και τον σταυρόν εν τω μέσω κατά τον αυτόν τρόπον κεντηθείς,
+εμαρτύρουν γενναίον άνδρα παίζοντα με την πυρίτιδα και με το αίμα του. Πλην η
+ιστορία εκτός των επί του σώματός του αιματηρών τούτων ιστοριών ουδέν
+κατόρθωμα του πολεμικόν εμνημόνευσεν έως τότε. Είπον ουχ ήττον ότι ηγωνίσθη
+εις την μάχην του Καραντελή, πλησίον του Δομοκού, έχων παρά το πλευρόν του
+νεανίαν άλλον Θανάσην καλούμενον, μεθ' ου συνεδέθη διά στενής φιλίας,
+εκτιμήσας την πίστιν και αφοσίωσίν του κατά το σύντομον της ανταρσίας εκείνης
+διάστημα και την σκληρότητα της ψυχής του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έρχεσαι μαζί μου, Θανάση; λέγει ο καπετάν-Γεώργης προς τον πιστόν
+νεανίαν μετά την διάλυσιν του στρατοπέδου του Αλμυρού και την ματαίαν
+επιμονήν των περί την Καλαμπάκαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έρχομαι· απήντησεν ο Θανάσης.</p>
+
+<p>Και αντί να εισέλθωσιν εις το Ελληνικόν εφάνησαν εις το Πήλιον, τας νύκτας
+μόνον περιπατούντες διά τον φόβον των τούρκων.</p>
+
+<p>Κατά την επικίνδυνον αυτήν πορείαν συνηντήθησαν περί το Πήλιον, προς
+άλλους δύο φυγάδας, της αυτής φύσεως, δύο σκληρούς και τυλώδεις γέροντας,
+προερχομένους από της Χαλκιδικής.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Και ούτως οι τέσσαρες ομού εκάθησαν νύκτα τινά περί τα τέλη του Μαΐου υπό
+βαθύσκιον καστανέαν του Πηλίου ν' αναπαυθώσι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να κάμωμεν τώρα παιδιά; είπεν ο καπετάν-Γεώργης, σιωπηλώς
+οικειοποιηθείς δικαιώματα αρχηγίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ό,τι διατάξης, καπετάνιε, απήντησαν οι δύο ξένοι, με ύφος
+υποταχθέντων παραχρήμα.</p>
+
+<p>Ο μαύρος μύσταξ του καπετάν-Γεώργη και το διαπεραστικόν και πανούργον
+βλέμμα του είχον επιβληθή εκ πρώτης όψεως εις τους δύο νέους
+συνοδοιπόρους.</p>
+
+<p>Ούτω φαίνεται ότι κατήρτιζε πάντοτε το καπετανάτον του ο καπετάν- Γεώργης.
+Από τα μάτια διέκρινε τους εταίρους του, οίτινες πάλιν από τα μάτια διέκρινον τον
+αρχηγόν των.</p>
+
+<p>Και τότε ήρχισεν ο καπετάν-Γεώργης να διηγήται περί της εν τη νήσω Ν . . .
+ιεράς μονής του Ευαγγελισμού. Είχεν υπηρετήσει προ χρόνων ως «βορδονάρης»
+περιποιούμενος τα υποζύγια και κτήνη της Μονής και ήκουσε και είδεν εκεί τον
+πλούτον αυτής.</p>
+
+<p>Η διήγησις του καπετάν-Γεώργη ήτο τόσον δελεαστική, η δε απελπισία των
+τεσσάρων εταίρων τόσον μεγάλη, ώστε εύκολον ήτο να καταστρωθή εκεί, υπό την
+μαύρην σκιάν του πυκνοφύλλου δένδρου, το δολερόν σχέδιον της ληστεύσεως του
+πλουσίου Κοινοβίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κατά τύχην είμεθα όλοι χωροφύλακες, είπεν ο καπετάν-Γεώργης,
+εγειρόμενος κ' επιδεικνύων χρυσίζοντα εν τω σκότει τα σειρίτια της στολής του.
+Έχουν μεν αι στολαί μας ελλείψεις τινάς αλλά δεν πειράζει — οι σκοτεινοί εταίροι
+ήρχισαν να περίμαζεύωσι και περιδένωσι τα ράκη του ιματισμού των. — Ποιος θα
+το καταλάβη; θα υποκριθώμεν τους χωροφύλακας της Κυβερνήσεως. Ως προς τα
+λοιπά μη σας μέλει.</p>
+
+<p>Εύρον εις τον Πλατανιάν, το επίνειον του Προμηρίου, καλήν τινα λέμβον, εν
+διαστήματι ωρών τινων διέπλευσαν τον μεταξύ πορθμόν και διεπεραιώθησαν εις
+την απέναντι νήσον Ν . . . όπου είδομεν αυτούς αποβάντας εις την Κεχρεάν και
+εκτελέσαντας τόσον επιτυχώς το ευφυές του καπετάν-Γεώργη σχέδιον.</p>
+
+<p>Τώρα εξηγείται το πώς ο αρχιληστής εγνώριζε τα μονοπάτια και τα βουνά της
+νήσου και τα του Μοναστηρίου ασφαλώς και βεβαίως. Ουδένα φόβον δε είχον
+μήπως αναγνωρισθώσι καθ' οδόν υπό των εγχωρίων, διότι εν εκείναις ταις ημέραις
+λησταί κ' επαναστάται περιεφέροντο ως μαύροι κόρακες εις τα βόρεια της Ελλάδος
+σύνορα, δεν ήτο δε παντάπασιν απροσδόκητος η αιφνιδία εμφάνισις
+χωροφυλάκων, καταδιωκόντων ληστάς, κ' ενίοτε ληστών, καταδιωκόντων
+χωροφύλακας.</p>
+
+<p>Διά τούτο όταν μετέβαινον εις την Μονήν το θάρρος των ήτο στερεόν και
+ακλόνητον. Αλλ' από της εξαφανίσεως του θυρωρού συνεταράχθησαν κ' εν βία
+ενήργουν. Εκλονίσθη η καρδία των κ' εν απεριγράπτω φόβω ανέβαινον το βουνόν,
+θέλοντες να επανέλθωσιν εις τον έρημον της Κεχρεάς όρμον, όπου είχον
+αποκρύψει την λέμβον των. Από της αγρίας εκείνης ακτής μέχρι του Μοναστηρίου
+η απόστασις είνε δίωρος.</p>
+
+<p>Όταν δ' οι λησταί μετά την διάπραξιν του ληστρικού των εγχειρήματος
+ανεχώρουν εκ της Μονής, η ώρα ην ωσεί ενδεκάτη της ημέρας. Δεν ηθέλησαν
+πλέον πρωί να εμφανισθώσιν εις τους μοναχούς, ίνα μη κινήσωσι το φιλύποπτον
+αυτών.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ήδη αι τέσσαρες θυγατέρες της Γερακούλας είχον συναθροίσει τα φύλλα των
+συκαμινεών· επλήρωσαν τους σάκκους αυτών, θέσασαι αυτούς υπό τας πλατάνους
+κάτω εις το ρεύμα, ίνα μη μαρανθώσι τα φύλλα, και ανέμενον να κλίνη η
+μεσημβρία, και ούτω με την δρόσον επανέλθωσιν εις την κώμην.</p>
+
+<p>Ο καύσων ήτο αφόρητος. Ο άνεμος είχε παύσει.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα είχεν ανέλθει εις την Παναγίαν, επάνω επί της οδού, ίνα ανάψη
+κατά το σύνηθες τας κανδήλας της εκκλησίας κ' ευχηθή. Ο δε καπετάν-Θοδωρής
+κάτω εις το ρεύμα εκάθητο — είχον γευματίσει πλέον — συνομιλών μετά των
+θυγατέρων του, αίτινες ένεκα του καύσωνος αποβαλούσαι τας λευκάς των
+μανδήλας και τα φουστάνια, εκρέμασαν αυτά από των πλατάνων κ' ενόμιζες
+τέσσαρες άλλαι γυναίκες κρέμανται κατά σειράν. Η μικροτέρα, επειδή σπανίως
+ήρχετο εις το μακρινόν τούτο κτήμα, όλη χαρά έτρεχεν από της μιας πλατάνου εις
+την ετέραν, και πότε έκοπτε δάφνας χλοεράς και μυροβόλους, πότε ευώδη φύλλα
+εκ των αγριολεμονεών και πότε ανεζήτει εις την πρασίνην του ρεύματος όχθην το
+πολυτρίχι, ου το εκχύλισμα έχει την ιδιότητα να μακραίνη τα μαλλιά. Ακολούθως
+εισήλθεν εις το ρεύμα αναζητούσα καρκίνους υπό τας ολισθηράς πέτρας. Αλλ' οι
+καρκίνοι των ρευμάτων είνε πονηρότατα όντα. Ανεγείρων την πέτραν, θολόνεις το
+ύδωρ, ο δε καρκίνος δεν φεύγει, ως οι καρκίνοι της βραχώδους ακτής, οίτινες
+εξαφανίζονται αστραπηδόν εις τας σχισμάς των υφάλων, αλλά μένει εκεί υπό τα
+θολά ύδατα ακίνητος. Ο δε φοβούμενος να εμβαπτίση την χείρα του εκεί εις τα
+θολά, όπου άγνωστον αν δεν συναντήση τα ανοικτά στόματα του οστράκου,
+σκληρά ως λαβίδα σιδηράν, δεν δύναται να συλλάβη καρκίνους.</p>
+
+<p>Η μεγαλειτέρα έχουσα την σπανίαν ευτυχίαν να βλέπη τον πατέρα της εις το
+κτήμα — πρώτην φοράν — διηγείτο προς αυτόν τας διαφόρους εκδρομάς των και
+τας εν τω ερήμω εκείνω δάσει ενασχολήσεις των και ιδίως πώς στήνουσα τας
+θηλειάς υπό τους θάμνους συνελάμβανε τους κοσσύφους τον χειμώνα με τα
+μαύρα πτερά και με την κιτρίνην μύτην τους κηρομίτας. Και ήκουε μετά το φαγητόν
+ο πατήρ, ευαρέστως διερχόμενος την καταμεσημβρινήν εκείνην ώραν.</p>
+
+<p>Και ήτο εύμορφος η σκηνή να βλέπης γυρμένον τον γέροντα επί σωρού
+μαλακής πτέρης, ην εκόμισαν τα κοράσια, διά ν' αναπαύσουν τα πρεσβυτικά μέλη
+του πατρός των, εγγύς του ηδέως μορμυρίζοντος ρεύματος, κ' εγγύς των ωραίων
+συμπλοκών της δάφνης, της μύρτου και της αγρίας ροιάς με τα κατακόκκινα άνθη
+της, τας οποίας επιχαρίτως εδέσμουν τα αγριόβατα, ενώ παραπέρα αι άγριαι
+λεμονέαι ως νύκτιαι νύμφαι ίσταντο κατά σειράν με τον κατάμαυρον ίσκιον
+των.</p>
+
+<p>Και ήκουεν ο γέρων και διηγούντο αι θυγατέρες κ' ενίοτε ετραγώδουν από τα
+σπάνια εκείνα και τρυφερά δίστιχα, τα οποία όλαι αι νεάνιδες του χωρίου εζήλευον
+εις τους γάμους. Και δεν υπήρξε πενθερά ήτις δεν κατέφυγε προς τας τέσσαρας της
+Γερακούλας θυγατέρας να της είπουν δίστιχα, διά να τραγουδήση την νύμφην της η
+μία, τον γαμβρόν της η άλλη.</p>
+
+<p>Και ιδού κοπαδάκι φαιών περιστερών προσέρχεται δειλά-δειλά με το ταχύ και
+νευρικόν πτερύγισμά του να ποτισθή εις το δροσερόν ρεύμα. Αλλ' αίφνης εν τη θέα
+των ξανθομάλλων παρθένων τρομάζει και χωρίς να πατήση εις τα βρεγμένα
+λιθάρια υποστρέφει πάλιν δειλά-δειλά.</p>
+
+<p>Δύο-δύο έφευγον αι φαιαί αγριοπεριστεραί. — Τι ώμορφα, πατέρα, τι ώμορφα,
+ανέκραξεν η Ελένη. — Γρήγορα θα έχωμεν γάμους, επροφήτευσεν ο γέρων. Τα
+βλέπετε; Δύο-δύο φεύγουν, και είνε οκτώ τα στακτερά περιστεράκια. Έτσι θα
+φύγετε και σεις δύο-δύο να πάτε ς' της φωλίτσες σας.</p>
+
+<p>Και ετραγούδησεν ο γέρων:</p>
+
+<p class="poem"><i>Σαν τα πουλιά που φτέρωσαν πετούνε ένα-ένα<br />
+τα όνειρα της νειότης μου τα μοσχοαναθρεμμένα.<br />
+Του κάκου απλόνω με στοργή την ορφανή αγκαλιά μου<br />
+τώρα όπου τανάθρεψα, πετούνε μακρυά μου.</i></p>
+
+<p>Εξεπλάγησαν αι καλαί θυγατέρες. Πρώτην φοράν ο πατήρ των με τόσην
+φαιδρότητα ωμιλούσε και ετραγουδούσε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άλλη φορά θα σε παίρνωμε πάντοτε μαζί, πατέρα. Σου κάμνει καλό η
+εξοχή· παρετήρησεν η δευτερότοκος η Μαργιώ.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Θοδωρής, αισθανθείς μετ' ολίγον μίαν ακτίνα του ηλίου να έρχεται
+πλαγίως, υπανηγέρθη και είδεν ότι ο ήλιος ήρχισε να κλίνη προς το μέρος της
+θαλάσσης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άργησεν η μητέρα, λέγει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάμε να την φωνάξωμεν, είπε και η Ελένη. Είνε ώρα να φύγωμεν. Δεν
+πρέπει ν' αργοπορήσωμεν, γιατί φόβος είνε ακόμα για τους κλέφτες,</p>
+
+<p>&nbsp;— Ομιλείς πολύ σωστά, κόρη μου, είπεν ο πατήρ.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Η Γερακούλα την στιγμήν εκείνην κατήρχετο από του υψηλού λόφου, κρατούσα
+κενόν το ελαστικόν, αφού ήναψε πλέον τας κανδήλας της Παναγίας της Κεχρεάς,
+ότε όπισθεν της ακούει βαρείς βηματισμούς ανθρώπου, όστις κατέβαινε την οδόν
+ορμητικώς ως κατρακυλών λίθος.</p>
+
+<p>Στρέφει και βλέπει κατέναντι αυτής τον Θανάσην, τον ληστήν, φορτωμένον το
+καλογηρικόν δισάκκιον και το όπλον του το υαλιστερόν. Η μορφή του η αγρία,
+εφάνη αγριωτέρα εν μέσω της ερημιάς και η Γερακούλα μετά δέους εζάρωσε,
+τρέμουσα ως οψάριον, παρά τινα σπηλαιώδη ρίζαν μεγάλης ελαίας.</p>
+
+<p>Ο ληστής εστάθη αποτόμως και έβλεπεν αγρίως προς το βαθύ ρεύμα κάτω,
+ωχρός και με υπόλευκα μελανιασμένα τα χείλη.</p>
+
+<p>Αν η Γερακούλα δεν κατεπλήσσετο αίφνης, θα παρετήρει ότι ο ληστής έτρεμε
+περισσότερον από αυτήν. Αλλ' εις ην δεινήν κατάπληξιν ευρίσκετο, δεν ήτο
+δυνατόν να κρίνη ασφαλώς.</p>
+
+<p>Ο ληστής, ως κεραυνόπληκτος σταματήσας, εξηκολούθει να βλέπη προς το
+ρεύμα κάτω, όπου διά μέσου των κλαδιών ελεύκαζον αι τέσσαρες κρεμάμεναι
+λευκαί μανδήλαι των τεσσάρων αδελφών, κινούμεναι ελαφρώς υπό της δροσεράς
+πνοής του ρεύματος.</p>
+
+<p>Εκ του μυστηριώδους τούτου θάμβους του ληστού, η Γερακούλα κατά
+παράδοξον αντίθεσιν ήρχισε ν' αναλαμβάνη θάρρος. Ο άγνωστος της εφαίνετο ως
+άνθρωπος δυνάμενος να ληστευθή παρά να ληστεύση. Διέκρινεν ήδη η Γερακούλα
+και τα κομβία της στολής του και το λευκόν βασιλικόν στέμμα επί του στρατιωτικού
+πίλου του. Δεν ήτο ληστής πλέον ο αίφνης εμφανισθείς εν μέσω της αγρίας εκείνης
+ερημίας, αλλά μάλλον ο δασοφύλαξ, άνθρωπος της βασιλικής χωροφυλακής.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα επανήλθεν εις τα λογικά της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κορίτσια είνε εκείνα που ασπρίζουν 'ς το ρέμα; ερωτά ο ληστής
+υποτρέμων.</p>
+
+<p>Ήδη νέα φόβου εικών σχηματίζεται εν τη γυναικεία φαντασία της Γερακούλας.
+Η ερώτησις αύτη της παριστάνει τον ξένον κακόν και άγριον.</p>
+
+<p>«Αν επιτεθή κατά των κορασίων;» εσκέφθη. Η μικροτέρα των θυγατέρων της
+είχεν απομακρυνθή και απομονωθή απώτερον εν τω ρεύματι, αναζητούσα
+καρκίνους. Αν απαγάγη αυτήν ο κακοποιός άνθρωπος, πριν προφθάση ο γέρων να
+τον αποκρούση; Και πώς να προφθάση ο πάσχων και δυσκίνητος καπετάν-
+Θοδωρής!</p>
+
+<p>Εσκέφθη προς στιγμήν να κραυγάση, αλλ' εσυλλογίσθη ότι θα ενέβαλεν εις
+αιφνιδίαν και επικίνδυνον ταραχήν τας δειλάς γυναίκας. Όλον το ωχρόν δέος των
+παρελθουσών εβδομάδων θ' αναπαριστάνετο ωχρότερον και φοβερώτερον εν
+μέσω του σκοτεινού εκείνου ρεύματος. Εσιώπα και διελογίζετο τι να πράξη,
+ψελλίζουσα ένδον το «Θεοτόκε Παρθένε», ως να ευρίσκετο ενώπιον
+φαντάσματος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νεράιδες είνε εκεί κάτω ς' το ρέμα που ασπρίζουν; Ερώτησε πάλιν ο
+ληστής.</p>
+
+<p>Τώρα μόλις ανέλαμψεν η φωτεινή ακτίς της θείας προνοίας εν τη ψυχή της
+Γερακούλας. Είδεν ότι είχεν ενώπιόν της δειλόν άνθρωπον και ήτο πλέον πρόχειρος
+ο τρόπος ν' αποκρούση την συνάντησιν αυτού μετά των θυγατέρων της.</p>
+
+<p>Ένθους ως εκ τινος μαρμαρυγής της εν τη ψυχή ιεράς φωτοβολίας του
+πεπρωμένου της η Γερακούλα υποκρίνεται ότι βλέπει και αυτή τας λευκαζούσας
+και κινουμένας μανδήλας κάτω εις τας πλατάνους, όθεν δεν ηδύνατο ν' αποσπάση
+τα βλέμματά του ο δειλός ληστής, και ανακράζει μετά τρόμου ποιούσα τον
+σταυρόν της:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αναράιδες, παιδί μου! πω! πω! Αναράιδες! Τι να γένω!</p>
+
+<p>Και συνεμαζεύθη προς την ρίζαν της ελαίας, προσπεφυκυία ως τις μαύρος
+ρόζος του φλοιού.</p>
+
+<p>Ο δειλός Θανάσης ακούσας ταύτα και ιδών την γυναίκα πτήσσουσαν εις τα
+σπήλαια της ελαίας και συμπτυσσομένην ετράπη παράφορος προς το κατέναντι
+δάσος, δεινώς παραπατών και διασχίζων τας ακανθωτάς πρίνους ως ανθοφόρα
+κλαδιά εν φοβερώ κρότω των θραυομένων ξηρών του δάσους κλώνων.</p>
+
+<p>Ην και ο όγκος ο βαρύς του δισακκίου επί του ώμου του, περιπλεκόμενος κ'
+εμποδίζων αυτού την ελευθέραν διάβασιν.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα τον είδε τότε βιαίως περιπεπλεγμένον εντός του δάσους, τον είδε
+κλονισθέντα μίαν στιγμήν ως να ήθελε να πέση κάτω και να κυλισθή — ήτο
+ανώμαλον και βραχώδες το έδαφος και ολισθηρόν συνάμα εκ των ξηρών φύλλων
+των πευκών — πλην τον είδε καταβαλόντα τελευταίαν αντίστασιν και διά της
+κεφαλής του προς τα εμπρός υπερνικήσαντα, εισδύσαντα εντός της λόχμης και
+γενόμενον άφαντον.</p>
+
+<p>Τόση ήτο του δειλού ληστού η βία και η προς φυγήν μανία, ώστε η Γερακούλα
+δις και τρις περιέβλεψε, μη τωόντι από του ρεύματος ενεφανίσθησαν τα πονηρά
+της ερημίας πνεύματα. Και τότε είδε δύο των θυγατέρων ν' αναβαίνωσι προς
+αναζήτησίν της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σωπάτε! ψιθυρίζει η μήτηρ, ιδούσα αυτάς θορυβούσας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι είνε; Ερωτά η Ελένη.</p>
+
+<p>Ηκούετο ακόμη ο συνεχής συρμός όπισθεν της λόχμης από των βιαίως
+σειομένων θάμνων, ως όταν από στενής ατραπού δάσους διέρχεται υποζύγιον
+φορτωμένον.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον προσήλθον και αι άλλαι δύο θυγατέρες και ο γέρων με τα ραβδία
+του.</p>
+
+<p>Έφερον και το ονάριον και τους σάκκους των φύλλων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κάμνομεν! ηρώτησεν ο καπετάν-Θοδωρής. Ώρα να
+πηγαίνωμεν.</p>
+
+<p>Η δε Γερακούλα διηγήθη τότε προς όλους το αστείον συμβάν του δειλού
+χωροφύλακος. «Χωροφύλακας, δασοφύλακας, να, ένας ξένος, δεν ξέρω»
+έλεγε.</p>
+
+<p>Αι δε νεάνιδες ανεκάγχασαν θορυβωδώς, ιδούσαι ότι το παρώνυμον, όπερ
+εμπαικτικώς απέδιδον εις αυτάς εν τη κώμη, εγένετο αφορμή να καταπλαγή ο
+ξένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είπα να φωνάξω, εξηκολούθησεν η μήτηρ, αλλά φοβήθηκα, να σας
+πω. Ήτον ξένος. Πρώτη φορά τον είδα.</p>
+
+<p>Αι νεάνιδες εκ περιεργείας επροχώρησαν προς την λόχμην, όθεν εγένετο
+άφαντος ο ληστής και εθεώρουν το δάσος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα πώς πέρασε! Έλεγεν η Ελένη απορούσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ένας τενεκές! ανεφώνησεν αίφνης η μικροτέρα, ιδούσα εκεί εν μέσω
+των θάμνων δοχείον κυλινδρικόν εκ λευκοσιδήρου.</p>
+
+<p>Ο γέρων, ως αρχαίος πλοίαρχος, έχων γνώσιν τοιούτων εκτάκτων ευρημάτων,
+ητένισε περιέργως προς την Φανιώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φέρε τον εδώ! λέγει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε βαρύς! απαντά σπεύσασα η Γερακούλα και προσπαθούσα να
+μετακινήση το εύρημα.</p>
+
+<p>Ο γέρων εδιπλασίασε την περιέργειάν του και κουτσά-κουτσά με τα δύο ραβδία
+του προέβη μέχρι της λόχμης.</p>
+
+<p>Όλαι περικυκλούσι τότε τον γέροντα, καθήσαντα εκεί και προσπαθούντα ν'
+ανοίξη το δοχείον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν φοβάσαι πατέρα; υπέλαβον αι νεάνιδες, ως εάν ήτο το δοχείον
+εκείνο φωλεά όφεων</p>
+
+<p>&nbsp;— Σωπάτε! Εδώ μέσα είναι η τύχη σας· έλεγε γελών ο γέρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ήταν τάχα του ξένου; ηρώτησεν η μικροτέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπορεί! προσέθηκεν η μήτηρ, γιατί, μου φαίνεται, άκουσα ένα
+κρότον κούφιον. Ήταν φορτωμένος ένα δισάκκι 'ς τον ώμο του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτουνού θα είνε, επανέλαβεν η μικροτέρα. Να, ένα κομμάτι
+σχισμένο από το δισάκκι.</p>
+
+<p>Πράγματι ην εκεί και ράκος του περιπλακέντος εντός των αγκυλωτών θάμνων
+δισακκίου.</p>
+
+<p>Αι άλλαι έβλεπον τον πρεσβύτην καταγινόμενον ν' ανοίξη το δοχείον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ σας λέγω είνε η τύχη σας, επανελάμβανεν ο γέρων. Οποιανού
+είνε, εδώ είνε η μοίρα σας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παληό πράμμα! εθαύμαζεν η Γερακούλα. Τώρα δεν φκιάνουν τέτοια
+γερά! Κύττα χόνδρος! Κύττα σκαλίσματα εύμορφα!</p>
+
+<p>Το επικάλυμμα έφερεν ανάγλυπτον τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου. Πέριξ δε
+τα τοιχώματα έφερον γλυφάς άλλων αγίων και κοσμήματα και σταυρούς, κ' εν
+γένει το όλον εφαίνετο αρχαϊκόν τι εκκλησιαστικόν κατασκεύασμα εξ άλλου τινός
+πολυτιμοτέρου μετάλλου.</p>
+
+<p>Αίφνης τότε, διανοιγέντος του επικαλύμματος, εξεχύθησαν επί των χόρτων
+λάμποντα πολυάριθμα χρυσά νομίσματα.</p>
+
+<p>Προς την εξαφνικήν τούτων θέαν ο καπετάν-Θοδωρής ανετινάχθη ως να
+εξήλθον φλόγες εκ του δοχείου και προσέβαλον αυτού το πρόσωπον.</p>
+
+<p>Ωσαύτως και αι γυναίκες υπεχώρησαν, αναφωνήσασαι θαυμασμού κ'
+εκπλήξεως αναφωνήματα, τεθαμβωμέναι εκ της λάμψεως του χρυσίου.</p>
+
+<p>Και ως εξ ορμεμφύτου τινός κινήσεως ομοίως προσέβλεψαν πάσαι κύκλω τα
+βουνά και την ερημίαν.</p>
+
+<p>Ταχέως συνελθών ο καπετάν-Θοδωρής εκ της πρώτης εκπλήξεως συνήθροισε
+τα εκχυθέντα νομίσματα, τα οποία εξαισίως έλαμπον υπό τον φλέγοντα ήλιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σωπάτε! Δεν σας είπα ότι εδώ μέσα είνε η μοίρα σας; Γλήγορα να
+φύγωμεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν είνε του χωροφύλακα; ηρώτησεν η Φανιώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό είνε θησαυρός κεκρυμμένος, είπεν ο πατήρ. Αυτό είνε παληό
+πράμμα.</p>
+
+<p>Και προσεπάθει να επανακλείση το δοχείον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν καινούργια δίλεπτα, είπε τις των θυγατέρων, παραδόξως
+συγχέουσα εν τη απλότητι αυτής το πολύτιμον μέταλλον προς τον χαλκόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σας πω τη γνώμη μου. Αυτός ο ξένος, φαίνεται, θα είναι κανένας
+που γνώριζε εδώ τα μέρη. Εδώ έρχονται πολλές φορές ξένοι με οδηγίες και
+ανευρίσκουν θησαυρούς. Εδώ 'ς την επανάστασι πέρασαν πολλοί οπλαρχηγοί,
+πολλοί λιάπηδες και πολλοί κλέφτες. Και όσοι είχον χρήματα τα έχωνον βάζοντας
+σημάδια πέτρες ριζιμιές, κουφάλες μεγάλων δένδρων και βράχους, για να
+γυρίσουν αργότερα και τα λάβουν. Αλλά φαίνεται ότι άλλοι από αυτούς
+εσκοτώθησαν εις τον πόλεμον, άλλοι συνελήφθησαν και απέθανον εις τας φυλακάς
+και τα χρήματα έμειναν θαμμένα. Ο καπετάν Νικόλας δεν ηύρε πέρσυ εδώ 'ς τη
+Κεχρεά μία τζάρα γεμάτη φλωριά βενετικά κ' έφκιασε το καράβι; Άλλοι πάλιν τα
+ονειρεύονται εις τον ύπνον τους κ' έρχουνται νύχτα και σκάπτουν. Ο Γέρω-
+Διαμαντής δεν χάλασε όλα τα αρέα της Παναγίας-Ντομάν κ' εξερίζωσε της ρίζες
+των για ν' αύρη χρήματα, κρυμμένα; Αλλά πολλοί από αυτούς πεθαίνουν, γιατί
+τυχαίνει να είναι στοιχειωμένα. Και αυτός ο ξένος, που τα πέταξε κ' έφυγε σαν
+τρελλός, θα έπαθε φαίνεται.</p>
+
+<p>Εις το διάστημα τούτο, ενώ ωμίλει ο γέρων, συγχρόνως περιέκρυψε το δοχείον
+εντός σάκκου τινός των φύλλων, αι δε γυναίκες ητοιμάσθησαν προς
+αναχώρησιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα ήταν στοιχειωμένα! επανέλαβεν ο γέρων. — Λοιπόν τότε κ' ημείς;
+. . διέκοψεν η Ελένη εν φόβω . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Ημείς δεν πταίομεν, επανέλαβε λέγων ο πατήρ, ημείς δεν τα
+ηνοχλήσαμεν εις τα βάθη της γης τα στοιχειωμένα φλωρία. Ημείς τα ηύραμεν
+επάνω, όπου τα εκτύπησε πλέον ο καθαρός αέρας και έφυγε πάσα ακαθαρσία και
+κακή ενέργεια του δαίμονος. Δι' ημάς είνε δώρον του Θεού. Και επειδή ο καπετάν-
+Θοδωρής ήτο φιλακόλουθος και καλός χριστιανός κ' εγνώριζεν απέξω πολλά
+«γράμματα της Εκκλησίας» προσέθηκε:</p>
+
+<p>«Παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον»...</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Ο δειλός ληστής κάτω εις τον ορμίσκον τον έρημον ανέπνευσεν. Άλλως δεν απείχε
+πολύ εκείθεν η θάλασσα. Καθ' όλον το διάστημα τούτο ενόμιζεν ότι όπισθεν
+κατεδίωκον αυτόν τα φοβερά του ρεύματος φαντάσματα, αι άυλοι Νεράιδες. Τα
+αγκυλωτά κλαδία, άτινα εν τη λόχμη διηγκύλονον τας άκρας του στρατιωτικού του
+ιματίου και το όπισθεν κρεμάμενον βαρύ μέρος της εφθαρμένης πείρας,
+εξελάμβανεν ως τας σατανικάς χείρας των κακοποιών πνευμάτων, αίτινες
+απειροπληθείς, μακραί κ' αιχμηραί ημιλλώντο περί της συλλήψεώς του, η μία
+αφίνουσα αυτόν και η άλλη λαμβάνουσα ατελευτήτως κατά διαδοχήν κ' εθραύοντο
+κατά την αγωνιώδη διάβασιν τα ξηρά τσαρπάλια κ' εκρότουν αγρίως και τον κρότον
+εκείνον εξελάμβανεν ως την φοβεράν φωνήν των φαντασμάτων.</p>
+
+<p>Τότε κατά την εισβολήν του εν τω δρυμώ απέμεινεν εκεί, διαγκυλωθέν υπό
+τινος ακανθωτού και σκληρού θάμνου, το όπισθεν μέρος του δισακκίου, εν ώ
+περιείχετο τα χρυσίον, όπερ αισθανθείς εν τη ορμή του συλληφθέν, ενόμισεν ότι αι
+Νεράιδες, συλλαβούσαι, είλκον αυτό εν βία προς τα όπισθεν. Ο δε Θανάσης
+εναγκαλισθείς σφιγκτότερον τότε το εμπρόσθιον μέρος της πήρας, ενώ περιείχοντο
+οι ξηροί άρτοι, νομίζων ότι εβάσταζε το χρυσίον, ώρμησε βιαιότερον προς τα
+εμπρός, όπως ελευθερωθή από των χειρών, ως εφαντάζετο, των βεβακχευμένων
+γυναικών.</p>
+
+<p>Τότε θραυσθέντος του αιχμηρού ξηρού κλώνου, του εμπαγέντος εν τω όπισθεν
+σάκκω της πεπαλαιωμένης πήρας, διερράγη μέρος αυτής, δι' ου υποχώρησαν το
+βαρύ χρυσοφόρον δοχείον κατέπεσε, κυλισθέν επί των θάμνων κάτω.</p>
+
+<p>Εκεί παρ' ολίγον να πέση άπνους ο ληστής. Τότε εθόλωσεν ο νους του, ότε,
+κρατηθέντος του δισακκίου, ενόμισεν ότι ενεπάγη ακίνητος εκεί, ασφαλής λεία των
+φαντασμάτων. Μυρίαι όψεις τον περιεκύκλωσαν — ούτω διηγείτο κατόπιν —
+όψεις παραδόξως ωραίαι και παραδόξως δυσειδείς, κράμα τερατώδες νεάνιδος και
+γραίας, οφθαλμοί γλυκείς και άγριοι, λαμπροί κ' εσβεσμένοι, στόματα με οδόντας
+και χωρίς οδόντας, κεφαλαί με πτερά ταώνων, με λοφιάς τσαλαπετεινών, με
+παντοία κέρατα, σώματα ως γυναικών και σώματα ως κυνών, σατανάδες
+ανθρώπινοι, ενεδρεύοντες εν στιγμή τινι του βίου να συλλάβωσι την δύσποτμον
+λείαν των, την ριπτομένην υπό της τύχης εν τω μέσω του ορχουμένου θιάσου
+αυτών. Ούτω τερατωδώς εις τους οφθαλμούς του ενεφανίσθησαν τα ωραία και
+αγγελόμορφα φαντάσματα των Νεράιδων.</p>
+
+<p>Επήρε τον ανασασμόν του μια, όταν ηλευθερώθη από του ημίσεως φορτίου
+του, και μετ' ολίγον ευρέθη κάτω εις την παραλίαν. Όπισθεν της λόχμης ήτο ευρύ
+μονοπάτιον.</p>
+
+<p>Οι δύο άλλοι γέροντες λησταί φθάσαντες προ αυτού είχον ήδη έτοιμον την
+λέμβον εν τη θαλάσση κατά τας διαταγάς του αρχιληστού, όστις ενεφανίσθη και
+αυτός μετ' ολίγον, ασθμαίνων.</p>
+
+<p>Κατά την βεβιασμένην από του Μοναστηρίου αναχώρησιν, υποπτεύσας ο
+αρχιληστής ότι θα επροδόθη υπό του δραπετεύσαντος θυρωρού, επανήρχετο εις
+Κεχρεάν μετά πολλών προφυλάξεων. Όταν ανέβησαν επάνω εις την
+κορυφογραμμήν, από της οποίας εφαίνοντο εξ ενός η κώμη κ' εξ άλλου η Κεχρεά,
+διέταξεν οι μεν δύο γέροντες ως πρόσκοποι να βαδίζωσιν από των κορυφών,
+προσέχοντες προς το αντίθετον μέρος, ο δε Θανάσης, ο έχων το χρυσίον, ο
+αφωσιωμένος του σύντροφος, να καταβαίνη από του ομαλού διά της μεγάλης
+οδού και του ρεύματος. Ο αρχιληστής θα τον ηκολούθει. Ο καπετάν Γεώργης
+πονηρός και δόλιος, παρατηρήσας ότι ο πιστός αυτώ Θανάσης εκ του προς τες
+Νεράιδες φόβου του ανεκάλυπτε πρώτος πάσαν κίνησιν φύλλων και κλάδων,
+οσάκις διήρχοντο από ρευμάτων ή από δασών, διέτασσεν αυτόν να βαδίζη πάντοτε
+εμπρός, ίνα ανακαλύπτη ευκόλως πάσαν ενέδραν ή στρατιωτικήν κίνησιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το καλλίτερο καραούλι είνε ο δειλός, έλεγε πολλάκις. Αλλά τότε ο
+αρχιληστής παρέμεινεν εις την κορυφήν επί μικρόν, διότι ενόμισεν ότι είδε κίνησιν
+ανθρώπων, εξερχομένων εκ της κώμης. Είχεν οξύ το βλέμμα ως άγριον πτηνόν.
+Άλλως η κώμη απείχεν εκείθεν μίαν και ημίσειαν ώραν κατωφερώς. Εσύριξε προς
+τον Θανάσην — σημείον ίνα σπεύδη — και μετ' ολίγον, αφού κατεσκόπευσε τα
+πέριξ καλώς, κατήλθε βιαίως και ούτος, αφού εβεβαιώθη ασφαλέστερον περί του
+επικειμένου κινδύνου, διότι οι αναφανέντες οπλοφόροι διηυθύνοντο προς το
+Μοναστήριον.</p>
+
+<p>Και τωόντι, όταν ο καπετάν-Θοδωρής και αι γυναίκες εθεώντο εν μυστηριώδει
+εκστάσει τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, θα διήρχετο από έμπροσθέν των
+ανύποπτος όλως ο αρχιληστής, αν το συμβάν εις τον Θανάσην δεν ηνάγκαζε και
+αυτόν να παραστρατήση προς το βουνόν. Ιδών δηλαδή μακρόθεν τον Θανάσην
+ορμώντα προς τα επάνω, και διασχίζοντα ως μαινόμενον την πυκνή λόχμην, έκρινεν
+ότι και αυτός θα έπραττε φρονίμως να τον ακολουθήση, αφίνων την πεπατημένην
+οδόν. Και ούτω και ο αρχιληστής περίφοβος, υποπτεύων ενέδραν, παρεξέκλινε, και
+διά των ορέων βαδίζων κατόπισθεν σχεδόν του Θανάση, κατήλθεν εις τον
+απόκεντρον όρμον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εμπρός 'ς τα κουπιά! διέταξεν ο αρχιληστής επιβάς τελευταίος εις την
+λέμβον, ήτις εκινήθη αποτόμως ένθεν και ένθεν εκ του βαρέος αυτού
+πατήματος.</p>
+
+<p>Ο Θανάσης ούτε ενόησε πώς ευρέθη εν τη λέμβω. Τόσον ήτο τεταραγμένος
+ακόμη. Εισήλθε και εκάθησε κρατών σφιγκτά μεταξύ των χειρών του εν τη αγκάλη
+του το εφθαρμένον δισάκκιον, βαρύ και δυσβάστακτον εκ των έμπροσθεν και
+κενόν εκ των όπισθεν.</p>
+
+<p>Έλαβον τας κώπας οι λοιποί και απεμακρύνθησαν ολίγον από της παραλίας
+κατευθυνόμενοι προς βορράν, αθέατοι, υπό τους υψηλούς βράχους, κατά πρώτον
+γιαλό-γιαλό πλέοντες.</p>
+
+<p>Και τότε μόνον ο αρχιληστής, καθησυχάσας, ανεζήτησε τον σάκκον, εν ώ
+περιείχετο το χρυσίον.</p>
+
+<p>Το δισάκκιον εκράτει σφιγκτά ακόμη ο πιστός Θανάσης.</p>
+
+<p>Πλην εκπλήσσεται ο αρχιληστής μη ανευρίσκων εντός το χρυσοφόρον
+δοχείον.</p>
+
+<p>Εκπλήσσεται και ο Θανάσης.</p>
+
+<p>Εκπλήσσονται και οι άλλοι δύο, οίτινες εκωπηλάτουν, οι δύο γέροντες.</p>
+
+<p>Ο αρχιληστής έκφρων εκκενώνει το ήμισυ δισάκκιον, και πίπτουσιν οι ξηροί του
+μοναστηρίου άρτοι, κτυπώντες επί των σανίδων της λέμβου θλιβερώς ως σκληροί
+λίθοι.</p>
+
+<p>Προσέβλεψεν αγρίως τότε τον Θανάσην ο αρχιληστής. Το βλέμμα του έπνεε
+πυρ και φλόγας. Όλη η αγωνία της καρδίας του κατά την ύποπτον αυτήν πορείαν
+εξέσπασεν εις μανίαν.</p>
+
+<p>Υποπτεύει ότι ο Θανάσης κατεχράσθη την εμπιστοσύνην του, αποκρύψας το
+χρυσίον, και μαίνεται κ' εκ της μανίας δεν δύναται να αρθρώση λέξιν.</p>
+
+<p>Τότε μόλις εκ του νέου τούτου τρόμου συνήλθεν ο δειλός Θανάσης. Ο νέος
+φόβος απεδίωξε τον παλαιόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα τα πήραν τα χρήματα αι Νεράιδες! λέγει με αφέλειαν μωρού
+ανθρώπου.</p>
+
+<p>Εις τους πυρίνους του αρχιληστού οφθαλμούς νέαι φλόγες απήστραψαν.</p>
+
+<p>Ο δε Θανάσης προσθέτει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όταν μου έδωσες το δισάκκι, τα χρήματα ήσαν εις το εμπροσθινόν
+μέρος, το οποίον εβαστούσα καλά με τα δυο μου χέρια 'ς την αγκαλιά μου. Αλλ'
+όταν επάνω εις το βουνόν εσταμάτησα διά να ξεκουρασθώ, άφησα το δισάκκι, και
+όταν το ξαναπήρα, κατά λάθος τα χρήματα ήσαν εις το πίσω μέρος και εγώ
+εκράτουν σφιγκτά το εμπροσθινόν με τα ψωμιά. Ω! Τι έπαθα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Και πού είνε τα χρήματα τώρα! κραυγάζει πάλιν ο αρχιληστής
+αγριώτερον, μη εννοών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα τα πήραν αι Νεράιδες! επαναλαμβάνει ο Θανάσης. Ο αρχιληστής
+εβρυχάτο ως λέων, εκ της μανίας αδυνατών να κινηθή καν.</p>
+
+<p>Ο δε Θανάσης εξακολουθεί να διαμαρτύρεται προοιμιαζόμενος πάλιν ότι αν
+ήθελε να κλέψη τον αρχηγόν του, δεν θα είχε τόλμην να εμφανισθή πλέον ενώπιόν
+του, διότι εγνώριζεν ότι ήθελε κινήσει την οργήν του. Και θρηνεί.</p>
+
+<p>Και ούτω θρηνών αφηγείται το συμβάν επάνω εις το ρεύμα, υπό την γενικήν
+αγανάκτησιν των συντρόφων όλων.</p>
+
+<p>Παρ' ολίγον ν' ανατρέψη την λέμβον εκ της οργής ο αρχιληστής και να πνιγώσι
+πάντες εις την θάλασσαν.</p>
+
+<p>Οι δύο γέροντες προέτεινον ν' αποβιβασθώσι πάλιν κ' επανέλθωσιν εις το
+μέρος, όπου, ως έλεγεν ο Θανάσης, είδε τα φαντάσματα.</p>
+
+<p>Η πρότασις ήτο καλή.</p>
+
+<p>Αλλ' ήδη ηκούοντο επάνω εγγύς της παραλίας πυροβολισμοί συνεχείς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σκύλε, Θανάση! είπε φρυάττων ο αρχιληστής.</p>
+
+<p>Έλαβον τότε οι λησταί τας κώπας, τέσσαρας μεγάλας και στερεάς, και
+απεμακρύνθησαν ταχέως προς την αλίμενον ακτήν του Πηλίου, σιωπηλοί και
+αγρίως κατηφείς, ως ν' απώλεσαν εν τη μάχη τον καλλίτερον σύντροφόν των.</p>
+
+<p>Τη επαύριον οι περιπολεύοντες ακόμη αγροφύλακες ανεκάλυψαν εις την
+έρημον εκείνην ακτήν της νήσου πτώμα χωροφύλακος, σχεδόν διαμελισμένον.</p>
+
+<p>Ήτο το πτώμα του δειλού Θανάση, ον ο αρχιληστής διεμέλισεν εν τη ληστρική
+οργή του.</p>
+
+<p>Οι μοναχοί, εις ους επεδείχθη υπό του δημάρχου, τον ανεγνώρισαν. Τόσην δ'
+αίσθησιν είχε προξενήσει εις αυτούς ο ληστής ούτος, ώστε και διαμελισμένον το
+σώμα τοις εφαίνετο ότι εκράτει ακόμη το τσιτσιρίζον τηγάνιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτός είνε ο άθλιος, έλεγεν ο ρινόφωνος οικονόμος της Μονής πάτερ-
+Σισώης, προσθέτων και το ρητόν αργά-αργά: — Λάκκον ώρυξε και ανέσκαψεν
+αυτόν... ».</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ο στρογγύλος θυρωρός της Μονής, ότε ίστατο εμπρός εις το αρχονταρίκιον και
+ανέκρινε δευτέραν φοράν σιωπηλώς διά των οφθαλμών του τους ξένους εκείνους,
+τους τόσον οικείως εισελθόντας εις το Μοναστήριον, παρετήρησεν ότι από του
+φαινομένου αξιωματικού της χωροφυλακής έλειπον τα σύμβολα του βαθμού του
+— αι σαρδέλλες λεγόμεναι τότε — ένθεν κ' ένθεν του περιλαιμίου. Ο πονηρός
+μοναχός, διαμείνας άλλοτε εν Αθήναις, μετά πολλής περιεργείας εξηκρίβωνε τα
+του στρατού μάλιστα, έχων κλίσιν περί την πολεμικήν τέχνην.</p>
+
+<p>Πολλάκις ο άνθρωπος εμφανίζει κλίσεις εις πράγματα διά τα οποία είνε όλως
+διόλου ακατάλληλος.</p>
+
+<p>Παρετήρησε προσέτι, — τούτο ήτο λεπτότατον — ότι ο πίλος του
+υπομοιράρχου έφερεν έν σειρίτιον διαφόρου χρωματισμού των επί της στολής των
+άλλων.</p>
+
+<p>Ταύτα πάντα παρέσχον αυτώ υπονοίας περί των ξένων και εθεώρησε φρόνιμον
+να κυλίση τον κατήφορον κρυφά-κρυφά, διά να γνωστοποιήση τας υπονοίας του
+εις τον ηγούμενον. Διά τούτο αναζητηθείς τότε ο θυρωρός υπό των ληστών,
+περιφρονησάντων αυτόν διά το ανάστημά του κατά πρώτον, δεν ευρέθη.</p>
+
+<p>Και ιδού ότι ο άνθρωπος ουδένα πρέπει να περιφρονή εις αυτόν τον
+κόσμον.</p>
+
+<p>Και κατ' αρχάς μεν εξήρχετο της Μονής ο θυρωρός, χωρίς να έχη σαφή ιδέαν
+περί των πραγμάτων, αλλ' όταν επροχώρησεν ολίγον, και είδε να κλείηται και ν'
+ασφαλίζηται η πύλη διά του σιδηρού μοχλού, και ήκουσε τέλος — δεινόν ειπείν! —
+ήκουσε γοερώς αντηχούσαν την φωνήν του μαγείρου, κραυγάζοντος «κλέφτες!»,
+όταν τον είχε κτυπήσει ο αρχιληστής, ως είδομεν, τότε εκαθαρίσθησαν πλέον αι
+ιδέαι του στρογγύλου μοναχού, γενόμεναι στρογγυλώτεραι και μετά μίαν ώραν ήτο
+εις το Μετόχιον και μετά ταύτα εις την κώμην, όπου τον είδον περίφοβοι οι
+άνθρωποι, εις την αγοράν κυλιόμενον ως βαρέλιον διά της παραλίας και
+κραυγάζοντα «κλέφτες!» χωρίς να ίσταται και χωρίς να διασαφηνίζη το πράγμα,
+έως ου ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου. Πάραυτα κατόπιν διά συγκεχυμένων
+λόγων διεδόθη εν τη κώμη, η φοβερά είδησις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάτησαν το Μοναστήρι! έλεγεν ο έτερος προς τον έτερον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάτησαν το καινούργιο Μοναστήρι! επανελάμβανεν άλλος. Και εις
+όλον το χωρίον αντήχει η βοή:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάτησαν το Μοναστήρι!</p>
+
+<p>Και έκλειον οι άνθρωποι τα μαγαζεία και ησφάλιζον αυτά, και έκλειον αι
+γυναίκες τας θύρας και τα παράθυρα. Αμέσως αι οδοί ηρημώθησαν.</p>
+
+<p>Και μόνον ο Γέρω-Γιάννης έτρεχεν, ο αστυνομικός κλητήρ, με τα τσακμάκια εις
+τα θυλάκια και το καρυοφύλλι του εις τον ώμον ανεβοκατεβαίνων την αγοράν και
+την δημαρχίαν, και εκάλει τους πολίτας εις τα όπλα κρούων τον μέγαν κώδωνα του
+ναού.</p>
+
+<p>Το παραχθέν αίσθημα ήτο και φόβος και θλίψις. Φόβος μεν, διότι δεν
+εγνώριζον περί της συμμορίας εκ πόσων συνέκειτο και τι σκοπούς ακόμη είχε·
+θλίψις δε, διότι εγνώριζον ότι η Μονή του Ευαγγελισμού είχεν αποταμιεύματα
+πλούσια.</p>
+
+<p>Και το εσέβοντο οι άνθρωποι το ιερόν Κοινόβιον και το ηγάπων. Οι πτωχοί το
+είχον ως πτωχοτροφείον και οι γέροντες ως γηροκομείον. Τας εορτάς του Πάσχα
+και των Χριστουγέννων φορτώματα εμοίραζε κάτω εις τον λαόν τον σίτον και το
+έλαιον.</p>
+
+<p>Ούτως ο δήμαρχος επί κεφαλής οπλοφόρων εξήλθεν εις τα όρη προς
+ανακάλυψιν των ληστών, παρακολουθούντος και του ηγουμένου. Κατά πρώτον
+μετέβησαν εις την Μονήν, όπου εύρον τους μοναχούς δεμένους ακόμη, κ' έμαθον
+ασφαλώς πλέον την γενομένην συμφοράν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ! έκλαιεν ακόμη θρηνών ο ρινόφωνος γραμματεύς και οικονόμος
+πάτερ-Σισώης, κλειδωμένος εν τω κενώ ταμείω.</p>
+
+<p>Και αντήχει γοερώς η φωνή του εις την έρημον κόρδαν των κελλίων ως
+νυκτικόρακος στεναγμός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μας επρόδωσαν, κύριε δήμαρχε! επανελάμβανεν ο γέρων
+αρχοντάρης. Μας επρόδωσαν! Τα εγνώριζον όλα. Ακόμη και τα κλειδιά, τα οποία
+είχον εις τον κόρφον μου!</p>
+
+<p>Μετά ταύτα διηρέθησαν εις δύο σώματα και ο μεν Γέρω-Γιάννης απήλθε προς
+το Κάστρον, ο δε δήμαρχος προς την Κεχριάν. Είνε τα δύο αγριώτερα και
+απροσιτώτερα μέρη της νήσου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον νου σου, και τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη, είπεν ο δήμαρχος,
+αποχωριζόμενος από τον κλητήρα του.</p>
+
+<p>Και κατήλθε προς την θάλασσαν, του ηγουμένου, ενός ασκητικού και
+ξηραγκενού μοναχού, λίαν ιεροπρεπούς, κατόπιν του πεζοπορούντος και αυτού,
+και μη δυναμένου ούτε λέξιν να εκστομίση εκ της θλίψεως.</p>
+
+<p>Εις το πέλαγος ουδεμία λέμβος εφαίνετο. Εις τα δάση και τα ρεύματα ουδέν
+σημείον ύποπτον παρετήρησαν. Και ότε, ιστάμενοι επί λόφου εγγύς της ακτής
+διελογίζοντο να επανέλθωσιν άπρακτοι, εξεκένωσαν τα όπλα των εις το πέλαγος,
+αγανακτούντες διά την αποτυχίαν των ερευνών των, τότε οι λησταί ακούσαντες
+τους πυροβολισμούς, απεμακρύνθησαν βορειότερον και είτα ετάχυνον διά του
+πελάγους. Και όταν ανήχθησαν πλέον μακράν, τότε είδον την λέμβον οι οπλοφόροι.
+Πάραυτα ο δήμαρχος έκρουσεν εξ απογνώσεως τας παλάμας του. Εννόησεν ότι οι
+λησταί διεξέφυγον εκ των χειρών των. Διότι ο λιμενάρχης είχε διατάξει ουδεμία
+λέμβος να εξέλθη του λιμένος την ημέραν εκείνην. Η δε ταχέως απομακρυνομένη
+των ακτών της νήσου βεβαίως δεν θα ήτο καλή λέμβος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει, βρε παιδιά, μας γλυτώσανε! είπε τεθλιμμένος και
+επανεκτύπησε τας παλάμας του.</p>
+
+<p>Εξεκένωσαν τότε και δευτέραν φοράν τα όπλα των οι οπλοφόροι, άτινα
+αντήχησαν πενθίμως επί της λείας επιφανείας της θαλάσσης, αποχαιρετισμός
+ηχηρός προς τους απομακρυνομένους ληστάς και τας φευγούσας ελπίδας των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αιωνία των η μνήμη! είπεν ο δήμαρχος. Τι άλλο να είπη;</p>
+
+<p>Και θέλων να διασκεδάση την θλίψιν του ηγουμένου ηρώτησεν ολίγον
+ατόπως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τάλληρα ήτανε, γέροντα, ή λίρες;</p>
+
+<p>Ο ηγούμενος εξηκολούθει να ήνε άφωνος. Ενόμιζες ότι αι λευκαί τρίχες του
+παχέος μύστακος αυτού απέκρυψαν τελείως το στόμα του.</p>
+
+<p>Και μόνον ένα θρήνον τώρα εξέβαλεν υπόκωφον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τα είχαμε διά την ζωγραφίαν της Εκκλησίας! . . .</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ο καπετάν-Θοδωρής, επιβαίνων του οναρίου του, ως όταν από ευτυχούς ταξειδίου
+επανήρχετο με το βρίκιόν του φορτωμένος τάλληρα ισπανικά, — στιγμάς τινας
+μάλιστα εξέλαβε τας ευτελείς του ζώου ηνίας ως το μεγαλοπρεπές πηδάλιον του
+βρικίου του — μετά φαιδράς απαθείας εθεώρει τα βουνά και τα δένδρα, δι' ων
+διήρχετο σείων την κεφαλήν του κανονικώς, συμφώνως προς τας κινήσεις του
+οναρίου, και ονειρευόμενος ποικίλα σχέδια, κατά τα οποία διερρύθμιζε
+φρονιμώτερον τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, την πλουσίαν μοίραν των
+θυγατέρων του. Και συνεχώς δι' αιχμηρού ξυλαρίου εκέντα εις τα οπίσθια το βραδύ
+ζώον. Αι δε γυναίκες φορτωμέναι τα φύλλα ηκολούθουν κρυφομιλούσαι και αυταί
+και σχεδιάζουσαι μυρία όσα ευτυχή σχέδια, ουδέ ησθάνοντο το βάρος του
+συμπεπιεσμένου σάκκου εκ της χαράς, ήτις επλήρου την καρδίαν των τας
+ευδαίμονας εκείνας ώρας. Και δι' απατήτων ατραπών, αποφεύγουσαι τας
+συναντήσεις, έφθασαν εις την οικίαν των, χωρίς να εννοήσωσι και αυταί πώς τόσον
+ελαφρώς διήλθον το τρίωρον εκείνο διάστημα. Παρά πολύ δε κατεπλάγησαν
+ευρούσαι την ωραίαν κώμην σιωπηλήν, ως έρημον, και όλα εν αυτή κατάκλειστα
+και μόνον τους κύνας ανερευνώντας τροφήν.</p>
+
+<p>Μόλις δε είχον εισκομίσει τους σάκκους των φύλλων, προφυλάξασαι τον
+θησαυρόν αι γυναίκες εις ασφαλές μέρος, ίνα κατόπιν την νύκτα τακτοποιήσωσιν
+αυτόν, και ήρχισαν να ρίπτωσι με χαράν δροσερά φύλλα εις το καματερόν, το
+οποίον εθεώρουν και του χρυσίου πολυτιμότερον, και ιδού προσέρχεται η
+γειτόνισσα ασθμαίνουσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, ήρθατε! Εγώ πλειο τρόμαξα 'ς το δρόμο. Αι γυναίκες ουδέν
+εννόουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάτησαν το Μοναστήρι! Δεν το μάθατε! Βούιξε όλο το χωριό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάτησαν το Μοναστήρι! Είπεν εκπεπληγμένος ο καπετάν-Θοδωρής,
+ως άνθρωπος του οποίου ωραίον όνειρον διέκοψε ξηρός κρότος ατακτούσης
+γαλής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ όταν κατέβαινα από το κτήμα, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είδα τον
+κόσμο που πήγαιναν ωπλισμένοι.</p>
+
+<p>Και διηγήθη τότε η φλύαρος γραία μετά πολλής ζωηρότητος όλην την ιστορίαν
+της ληστείας μετά περιγραφών γυναικείας φαντασίας.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Θοδωρής ήτο ευσεβής άνθρωπος. Η Γερακούλα, αυτή πλέον ήτο η
+προσωποποίησις της ευσεβείας και αρετής. Αι τέσσαρες θυγατέρες των, αι
+τέσσαρες ξανθαί αδελφαί, ήσαν τύπος και ομοίωμα της μητρός απαράλλακτον.
+Οικογένεια πάσχουσα, πλην φοβουμένη τον Θεόν.</p>
+
+<p>Ήκουσεν η Γερακούλα ότι οι λησταί παρουσιάσθησαν ως χωροφύλακες και ότι
+εντός δισακκίου εφορτώθη ο είς τούτων τον θησαυρόν, και ανεμνήσθη πάραυτα
+του δειλού εκείνου χωροφύλακος, ον πρώτην φοράν έβλεπον εις την νήσον.</p>
+
+<p>Ήκουσαν αι θυγατέρες ότι τον θησαυρόν του Μοναστηρίου έλαβον ως ήτο μετά
+του αρχαίου κυλινδρικού δοχείου, του οποίου το επικάλυμμα έφερε την εικόνα του
+Ευαγγελισμού, ήκουσε και ο καπετάν-Θοδωρής ότι ο θησαυρός απετελείτο εκ
+χρυσών νομισμάτων αυστριακών, γαλλικών και τουρκικών.</p>
+
+<p>Και επείσθησαν πάραυτα όλοι ότι ο θησαυρός των, ον μετά τόσης κρυφής
+χαράς εκόμιζον, ην ο θησαυρός της σεπτής της νήσου μονής.</p>
+
+<p>Και αντί ν' αφανισθή από των οφθαλμών των η χαρά, ως ήτο φυσικόν διά
+πάντα άλλον διάφορον έχοντα ανατροφήν, απ' εναντίας εμεγαλύνθη, επληθύνθη κ'
+εξέλαμπον εξαισίως τα πρόσωπα αυτών από της ηδίστης εκείνης ενδομύχου
+συναισθήσεως ότι εγένοντο αίτιοι να διασωθή ο θησαυρός πεφιλημένου
+Μοναστηρίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τα δώσωμεν! Εφώνησαν αγαλλόμεναι, μια φωνή όλαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τα δώσωμεν, πατέρα! επανέλαβον αι τέσσαρες θυγατέρες.</p>
+
+<p>Ο γέρων ητοιμάζετο να εξέλθη εις συνάντησιν του δημάρχου, όπως αναγγείλη
+αύτω την χαρμόσυνον είδησιν και τον αστείον της διασώσεως του θυσαυρού
+τρόπον, ότε η Γερακούλα βλέπει έξωθεν της οικίας των — έκειτο έξω εις το άκρον
+της πόλεως, εν τη κεντρική προς τας εξοχάς οδώ — διερχομένους τον δήμαρχον και
+τον ηγούμενον, οίτινες πλήρεις κόνεως και ακανθωτών κολλητσίδων εις τα
+ενδύματα, κάθιδροι και καταπεπονημένοι, επανήρχοντο κατηφείς εκ της ακάρπου
+καταδιώξεως των ληστών.</p>
+
+<p>Ο γέρων παρεκάλεσεν αυτούς να εισέλθωσι· και ανήγγειλεν αυτοίς πάραυτα
+την ανεύρεσιν του θησαυρού της Μονής.</p>
+
+<p>Ο ηγούμενος προς το άκουσμα τούτο προσήλωσε τους οφθαλμούς του
+ακίνητος εις το πρόσωπον του καπετάν-Θοδωρή.</p>
+
+<p>Ο δήμαρχος έκαμε κίνημα δυσεξηγήτου εκπλήξεως βλέπων προς την
+στέγην.</p>
+
+<p>Αι τέσσαρες θυγατέρες παρίσταντο μετά σεβασμού μ' εσταυρωμένας τας
+χείρας.</p>
+
+<p>Η δε Γερακούλα έσπευσε κ' εκόμισε το κυλινδρικόν χρυσοφόρον δοχείον, το
+ευρεθέν εν τω δάσει, ανέπαφον, φέρον επί του επικαλύμματος την εικόνα του
+Ευαγγελισμού.</p>
+
+<p>Τότε μόλις συνήλθεν από της εκπλήξεως ο ηγούμενος, αποκαθηλώσας τους επί
+του γέροντος ακινήτους οφθαλμούς του, και κινήσας αυτούς επανειλημμένως από
+του ανευρεθέντος θησαυρού προς τον δήμαρχον και από τούτου προς τον
+καπετάν-Θοδωρή. Προς τας γυναίκας ουδόλως έστρεφε το βλέμμα ο ερημικός
+μοναχός, των ασκητικών διατάξεων μη επιτρεπουσών τούτο.</p>
+
+<p>Και ήρχισε πάραυτα η Γερακούλα να διηγήται πώς συνηντήθη μετά του δειλού
+εκείνου χωροφύλακος εις Κεχριάν και πώς ενίσχυσε τον φόβον του, χωρίς να
+γνωρίζη ότι ήτο ληστής, και περιπλέον αγνοούσα ότι έφερε μεθ' εαυτού ληστεύσας
+τον θησαυρόν του Μοναστηρίου, «ως να την είχε φωτίση η Μεγαλόχαρη, που δεν
+ήθελε να χαθώσιν έτσι οι κόποι της».</p>
+
+<p>Ανεκλάλητος ήτο μετά ταύτα η χαρά και ο θαυμασμός του ηγουμένου και του
+δημάρχου. Δεν είξευρον τι να θαυμάσωσι περισσότερον, την ευφυά επίνοιαν της
+Γερακούλας, διασωζούσης τον θησαυρόν, ή την ευσέβειαν όλης της οικογενείας
+παραδιδούσης τα διασωθέντα.</p>
+
+<p>Εις τον κοσμικόν του δημάρχου νουν εφαίνετο υψηλότερον το δεύτερον, η
+παράδοσις του θησαυρού. Εις τον νηπτικόν όμως λογισμόν του ηγουμένου
+εξέλαμπε φαεινότερον ως μεγάλη πανηγυρική λαμπάς η λαμπρά επίνοια της
+Γερακούλας, υπό θείας αυγής φωτισθείσης την στιγμήν εκείνην εν τω δάσει, όπερ
+προϋποτίθησι την ευσέβειαν της γυναικός και της οικογενείας πάσης. Και αν δεν
+προϋπήρχεν αύτη εν τη καρδία των ανθρώπων τούτων, εσκέπτετο ο ηγούμενος,
+δεν εισέδυεν η φωτιστική εκείνη ακτίς, το αγνόν και θείον φως, όπερ εν τω κόσμω
+καλείται ευφυία, ήτις συνετέλεσεν εις την διάσωσιν των κλαπέντων.</p>
+
+<p>Έλαμπον τα πρόσωπα πάντων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ, εγώ, εφώνει η καλή Γερακούλα, έσωσα τον θησαυρόν. Και
+επανέλαβε μίαν ακόμη φοράν το περιστατικόν ως εγένετο, τελειότερον ήδη και
+ζωηρότερον, παρελθούσης της πρώτης συγκινήσεως, ως συμβαίνει πάντοτε εις τον
+νικητήν, όστις την πρώτην φοράν συγκεχυμένος θ' αφηγηθή τας ανδραγαθίας
+του.</p>
+
+<p>Και τώρα μόλις ο δήμαρχος και ο ηγούμενος καθησυχάσαντες, τώρα κατά την
+δευτέραν αφήγησιν ησθάνθησαν πάσαν την λεπτότητα της επινοίας της
+Γερακούλας, θαυμάσαντες την ευστοχίαν αυτής και τόλμην. Και συνδυάσαντες το
+αποδιδόμενον εις τας τέσσαρας ξανθοκόμους αδελφάς παρώνυμον προς την
+εκτύλιξιν του απροσδοκήτου γεγονότος, συνεπέραναν, πρώτου του ηγουμένου
+εκφράσαντος τούτο, ότι αι τέσσαρες αδελφαί ήσαν προωρισμέναι υπό των
+μυστικών βουλευμάτων της θείας προνοίας να περισώσωσι τον θησαυρόν της
+Μονής, όστις βεβαίως άλλως ήθελεν εξαφανισθή διά παντός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η Παναγία θέλει να ζωγραφισθή ο ναός της, είπεν ο ηγούμενος.</p>
+
+<p>Διότι αληθώς τα χρήματα μετά φειδούς και οικονομίας απεταμιεύοντο προς
+τούτον και μόνον τον σκοπόν, τον καλλωπισμόν του ωραίου Καθολικού.</p>
+
+<p>Ο ηγούμενος, υψώσας τας χείρας, ηυλόγησεν ιεροπρεπώς τους ευσεβείς γονείς
+πρώτον, και είτα τας σεμνάς θυγατέρας των, ευχηθείς ταχέως ο Ύψιστος ν'
+ανταμείψη αυτάς κ' εν τω κόσμω τούτω ως Δίκαιος και Πανάγαθος πατήρ.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Μετ' ολίγον όλον το χωρίον ωμίλει περί του συμβάντος και της οικογενείας του
+καπετάν-Θοδωρή.</p>
+
+<p>Ο δήμαρχος, κήρυξ στωμύλος, διατρέχων την αγοράν και τας οδούς εκήρυττε
+προς τους κατοίκους το γεγονός, οίτινες μετά θαυμασμού ήκουον και άλλοι μεν
+έκαμον τον Σταυρόν των, άλλοι δε εχαρακτήριζον όσον σεμνότερον ηδύναντο το
+πράγμα.</p>
+
+<p>Έπος ολόκληρον συνερράφη προχείρως κ' εψάλλοντο κ' εξυμνούντο αι
+ξανθόμαλλοι Νεράιδες της νήσου, του σατυρικού παρωνύμου αποκτήσαντες πλέον
+λάμψιν και κάλλος και γοητείαν. Και αν πρότερον αι άλλαι γυναίκες, λέγουσαι
+«Νεράιδες», εννόουν πτωχάς τινας νεάνιδας, καταδικασμένας υπό της σκληράς
+μοίρας να διέρχωνται τον βίον των εις τα ρεύματα και τα δάση, ανυπόδυτοι, εντός
+ακανθών και τριβόλων συνάζουσαι τον ξηρόν άρτον, την μόνην ευσπλαγχνίαν της
+πενομένης ζωής των, άνευ ελπίδος αποκαταστάσεως και άνευ μέλλοντος, ήδη
+εννόουν ωραίας και ξανθάς αδελφάς, ευλογημένας υπό του Θεού, πλήρεις
+ελπίδων, μ' ευγενή κ' ευσεβή την καρδίαν, ων το λαμπρόν μέλλον αυτή η Παναγία
+διά χρυσών γραμμών προδιέγραψε.</p>
+
+<p>Και αι ευλογίαι ήρχισαν να πραγματοποιώνται. Εν πρώτοις το
+ηγουμενοσυμβούλιον της Μονής εψήφισε δωρεάν τεσσάρων χιλιάδων δραχμών
+προς την ευσεβή του καπετάν-Θοδωρή οικογένειαν. Ο θησαυρός ο περισωθείς της
+μονής ανήρχετο εις 30,000 δραχμών. Το Δημοτικόν Συμβούλιον ωσαύτως, υπείκον
+εις εκφρασθείσαν επιθυμίαν γενικώς παρ' όλων των κατοίκων, εδώρησεν ανάλογον
+ποσόν εις περίθαλψιν του γέροντος πλοιάρχου και ανέγραψε τα ονόματα των
+τεσσάρων θυγατέρων και της μητρός εν τοις βιβλίοις του δήμου, ίνα διασώζωνται
+εις τιμήν αΐδιον.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, τι κάνετε: Είπε τας ημέρας εκείνας η φίλη των
+γειτόνισσα με το ξηρόν πρόσωπόν της και την πλέον ξηράν ομιλίαν της.</p>
+
+<p>Αι ωραίαι νεάνιδες ανεβασμέναι επί κλιμάκων «ξεκλάδωνον» το καματερόν.
+Είχον παρέλθει ικαναί ημέραι από των ανωτέρω γεγονότων και αι αγαθαί γυναίκες
+καταγινόμεναι περί την προσφιλή αυτών βομβυκοτροφίαν είχον «κλαδώση» προ
+ημερών και έφθασαν ήδη εις το ευφρόσυνον τέρμα, κ' εσύναζον από των κλαδίων
+τα σχηματισθέντα κουκκούλια. Καθαρά ιμάτια φέρουσαι, ως εν εορτή λευκά
+κολόβια και λευκούς χιτώνας περί τα άκρα των χειρίδων και της τραχηλιάς με
+κεντήματα δι' ερυθράς και πρασίνης μετάξης, και έχουσαι επιμελώς κεκαλυμμένην
+την ξανθήν των κόμην δια λευκών με χρυσούς κροσσούς μανδηλίων της
+Κωνσταντινουπόλεως, από πρωίας ενησχολούντο εις την ευχάριστον αυτήν
+εργασίαν, ήτις ως όασις δροσερά εμφανίζεται μετά τον τόσον μόχθον της
+ανατροφής του μεταξοσκώληκος, ιδίως όταν η ανάπτυξις αυτού επιτύχη και η
+συγκομιδή των κουκκουλίων είνε άφθονος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είνε αλήθεια πως
+ταύρατε τα χρήματα;</p>
+
+<p>Μετά την τελευταίαν συνάντησίν των, ότε πρώτη η γειτόνισσα ανήγγειλεν εις
+την Γερακούλαν και τας θυγατέρας της ότι επάτησαν το Μοναστήρι, ησθένησεν
+αύτη, καταληφθείσα υπό τινος δεινού των νεφρών πόνου — σύνηθες αυτή — και
+είχεν ημέρας να έλθη εις την οικίαν του καπετάν-Θοδωρή. Τώρα δε — πρώτη
+ημέρα της εξόδου της — ενεφανίσθη ωχροτέρα και ξηροτέρα, και διά να ίδη τα
+κουκκούλια των νεανίδων και διά να βεβαιωθή περί πολλών, τα οποία ήκουεν εν τη
+ασθενεία της και τα οποία δεν επιστευε και, ως εφαίνετο εκ του τρόπου της, θα
+επροτίμα μάλλον να μη είνε αληθή παρά να ευρίσκεται εις την δυσάρεστον θέσιν
+να τα πιστεύη.</p>
+
+<p>Είνε πλασμένοι πολλοί τοιούτοι άνθρωποι.</p>
+
+<p>Αι νεάνιδες και το δεύτερον δεν ήκουσαν. Εξηκολούθουν και αι τέσσαρες να
+ξεκλαδώνουν με χαράν και να τραγουδούν εύμορφα δίστιχα, χαιρετίζουσαι ούτως
+την πλουσίαν των κουκκουλίων εσοδείαν, την ευφρόσυνον απόλαυσιν τόσης
+φροντίδας, αλλά συνάμα και την αιτίαν τόσης ανακουφίσεως προς την πενομένην
+οικογένειάν των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, είπε πάλιν η γειτόνισσα, μετά λαιμαργίας
+θεωρούσα τα κάνιστρα, τα πεπληρωμένα κουκκουλίων λευκών και κροκωτών ωσάν
+οι ξηροψημένοι λουκουμάδες, Αρί-σείς, κορίτσια, είνε αλήθεια πως τα δώσατε
+πίσω τα φλωριά;</p>
+
+<p>Εις όλον το χωρίον δεν ευρέθη άνθρωπος να εκφράση απορίαν διά τούτο.
+Είπομεν πόσου σεβασμού αντικείμενον ήτο και πόσης αγάπης το σεμνόν Κοινόβιον
+της νήσου, το γηροκομείον και πτωχοτροφείον αυτής.</p>
+
+<p>Και είτα προσέθηκε μετά τινος πικρίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, είνε αλήθεια πως σας δώσανε συνδρομή από το
+Μοναστήρι και από την Δημαρχία;</p>
+
+<p>Αι σεμναί και εντροπαλαί νεάνιδες, ήδη εις την υψηλοτέραν καλαμωτήν εγγύς
+των δοκών της στέγης, εξηκολούθουν να συνάζουσιν ένα-ένα τα κουκκούλια από
+των πεπληρωμένων κλαδίων, άτινα ως εύμορφα μεταξωτά άνθη απήστραπτον
+συμπεπλεγμένα ως διά μεταξίνης αράχνης εν μέσω των μαρανθέντων φύλλων των
+κλάδων.</p>
+
+<p>Ίσως κ' εκ της μελωδικής του άσματος αρμονίας δεν ήκουσαν αι νεάνιδες την
+ομιλούσαν κάτω γειτόνισσαν, ούτε την είδον, περιφρασσομένην από τον σωρόν
+των καταρριπτομένων αχρήστων πλέον κλαδίων, άτινα μετ' ολίγας ημέρας θα
+εχρησίμευον διά τας πυράς, τας αναπτομένας την νύκτα της Γεννήσεως του
+Προδρόμου προ των πυλών των οικιών, ίνα πηδήσωσιν επάνω αυτών και νέοι και
+νέαι «για το καλό», ούτως εν νυκτί ιερά και πλήρει μυστηρίου, υπό τας υψηλάς
+λάμψεις και τας ερυθρωπάς αυγάς ποικίλων φλογών, περατουμένης της
+συμπαθούς ιστορίας του καματερού, ότε καθ' όλον το χωρίον επάνω των οικίσκων
+εκ της φαιάς νεφέλης των αναριθμήτων πυρών δεύτερος ουρανός σχηματίζεται με
+φλογίνους μαρμαρυγάς, έχων αντί άστρων τους απείρους των φλογών σπινθήρας
+εκεί αφανιζομένους κ' εκεί υπό νέων άλλων αντικαθισταμένους.</p>
+
+<p>Διά τούτο η γειτόνισσα απήλθε κρατούσα τα νεφρά της από τον πόνον ακόμη,
+αλλ' ίσως από την θλίψιν ότι συνήντησεν εν τω οίκω του καπετάν-Θοδωρή τόσην
+χαράν, μεγαλειτέραν της παλαιάς, ην τοσάκις προσεπάθησε να μετριάση διά των
+θλιβερών παρατηρήσεών της.</p>
+
+<p>Πλην άλλη ήτο η χαρά η αληθής και μεγάλη του οίκου τούτου, η
+επακολουθήσασα μετά τα ανωτέρω συμβάντα, ένδειξις ευγενείας λεπτής των
+κατοίκων.</p>
+
+<p>Τέσσαρες νέοι εύμορφοι, τέσσαρα καπετανόπουλα, ως από ιερού
+ενθουσιασμού εμπνευσθέντες, όταν επανελθόντες από του ταξειδίου το
+φθινόπωρον, ήκουσαν αδόμενον και υμνούμενον το φαιδρόν συμβάν της
+διασώσεως του θησαυρού του Μοναστηρίου και την αρετήν της οικογενείας
+ταύτης, ήτις αν και ηδύνατο να αποκρύψη το χρυσίον, διότι ουδείς θα το
+εγνώριζεν, όμως παρέδωκε τούτο ανέπαφον ως ιερόν και άγιον χρήμα,
+απεφάσισαν εν τη στιγμή εκείνη της θείας εξάρσεως, καθ' ην ο άνθρωπος
+μεταβάλλεται όλος εις πνεύμα, υπερήφανος εν τη θεία του ευγενεία και
+ελευθεριότητι, απεφάσισαν να λάβωσιν ως συζύγους τας τέσσαρας ωραίας
+αδελφάς, άνευ προικός άλλης, μόνον με τας πλουσίας νυμφικάς ενδυμασίας των
+και τας λοιπάς επιπλώσεις του οίκου, προικιά κατασκευασθέντα διά της δωρεάς
+του Μοναστηρίου.</p>
+
+<p>Εξήλθον και οι τέσσαρες ευγενείς νέοι εις περίπατον, έξω εις τους κήπους του
+χωρίου, όπου ωραίαν τινά ημέραν και αι τέσσαρες ξανθαί αδελφαί, χαριτωμέναι κ'
+εύμορφοι «έβγαζαν το μετάξι», κομίζουσαι εντός κανίστρων εις τα μαγκάνια την
+άφθονον συγκομιδήν των κουκκουλίων των, εκεί όπου αι επιτήδειαι μαγκανάρισαι,
+βυθισμέναι μέχρι της οσφύος εντός λάκκου, με την μίαν χείρα ανακατόνουσι τα
+εντός εκτισμένης εκεί μεγάλης χύτρας βράζοντα κουκκούλια, ενώ με την άλλην
+γυρίζουσι μετά τέχνης τον μέγαν ξύλινον τροχόν του μαγκάνου, εν τω οποίω
+περιτυλίσσεται λεπτή και στίλβουσα ως χρυσός η λευκή και κιτρίνη μέταξα, των
+παρθένων παρισταμένων εν χαρά και υπηρετουσών. Αι νεάνιδες ιδούσαι
+κοντοσταθέντας τους νέους, ετάχυναν το βήμα περισσότερον, επί του ατάκτου
+λιθοστρώτου αργά βαίνουσαι και κατεβίβασαν προς τους οφθαλμούς αιδημόνως
+τας λευκάς μανδήλας των. Πλην οι τέσσαρες νέοι επρόλαβον και είδον την ξανθήν
+των καλλονήν και τον άφθονον πλούτον των νεανικών χαρισμάτων. Και ως ήτο η
+φαντασία των ζωηρά εκ των ακουσθέντων περί αυτών, εφάνησαν και αι τέσσαρες
+νεάνιδες εις τους οφθαλμούς των πολύ ωραιότεραι παρ' ό,τι ήσαν, ηπλωμένης περί
+αυτάς και χρυσής νεφέλης ευσεβείας και αρετής, υπό την οποίαν έθελγεν
+ακτινοβολούσα η σωματική καλλονή των, ως ο αδάμας εντός πλουσίου φωτός.</p>
+
+<p>Ο γέρων ευφροσύνως ήκουσε την ανέλπιστον πρότασιν. Η Γερακούλα, αν και αι
+αναμνήσεις της από της θαλάσσης ήσαν τόσον πικραί, με χαράν ωσαύτως το
+ήκουσε το χαρμόσυνον άγγελμα, θεωρήσασα τούτο ως άνωθεν προωρισμένον υπό
+της θείας προνοίας, δεν εσυλλογίσθη καν τας θλίψεις και την αβεβαιότητα του
+θαλασσινού βίου. Άλλως, τι εν τω κόσμω είνε βεβαιότερον;</p>
+
+<p>Και μετά τινας ημέρας, αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα, ετελέσθησαν οι
+τέσσαρες γάμοι εις τέσσαρας Κυριακάς εν σειρά, εορτάζοντος και χορεύοντος
+γάμους και χαράς όλου του χωρίου.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Με πόσην αγαλλίασιν τότε η αγαθή μήτηρ, η πτωχή πλην φαιδρά Γερακούλα,
+εκαμάρωνε την τελευταίαν Κυριακήν εις τον τελευταίον γάμον! Εστεφανώνετο η
+μικροτέρα και ξανθοτέρα θυγάτηρ, η αιθέριος και τρυφερά νύμφη, η τελευταία
+Νεράιδα του χωρίου, η εικοσαέτις Φανιώ.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Θοδωρής, καθήμενος εις τον καναπέ και ροφών τον ναργιλέ του τον
+πεφιλημένον, τον οποίον του ημπόδισαν οι ιατροί — έκαμνε κατάχρησιν τας
+ημέρας εκείνας — όλος χαρά και αγαλλίασις, ο υπερήφανος και ευγενής γέρων
+καπετάνιος, έβλεπε τον μέγαν χορόν, όστις εκλόνιζεν εκ θεμελίων την οικίαν όλην·
+κ' έτριζε το πάτωμα το καινουργές, κ' έτριζον τ' αγγειοπλαστικά κομψοτεχνήματα,
+ποτήρια και πινάκια επί των μακρών αραφίων. Εχόρευον αι τέσσαρες νύμφαι
+θυγατέρες του, αι τέσσαρες Νεράιδες με τα ξανθά μαλλιά και με τα χρυσά
+στολίδια, φέρουσαι ως πόρπας εις την χρυσήν ζώνην τα μαλαμμοκαπνισμένα
+τσαπράκια, δώρα γαμήλια του ευλαβούς του Μοναστηρίου ηγουμένου, όστις
+ουδέποτε έπαυσε να τας ευλογή και τας μνημονεύη τας εναρέτους αδελφάς.</p>
+
+<p>Εχόρευον οι τέσσαρες γαμβροί του καπετάν-Θοδωρή, ευγενή καπετανόπουλα,
+υπό τας ευλογίας του Θεού και τας ευχάς όλου του χωρίου, τέσσαρες σεμνοί νέοι,
+ευλογηθέντες μετά τεσσάρων σεμνών κ' ευσεβών παρθένων και ζηλευτών
+νοικοκυράδων. Και έσυρε τον χορόν τον μέγαν αυτόν του τελευταίου γάμου η
+Γερακούλα, η ευτυχής μήτηρ.</p>
+
+<p>Έλαμπον τα φώτα καθ' όλην την νύκτα, αιθερίως μαρμαίροντα επί των
+χρυσοκεντήτων των νυμφών στολισμάτων, κ' έλαμπον περισσότερον τα πρόσωπα
+των ωραίων και ξανθών νυμφών.</p>
+
+<p>Και μέσα εις τα τραγούδια των καλεσμένων, επανέλαβε και ο καπετάν-
+Θοδωρής το τραγουδάκι του, όπου πρώτην φοράν το είχε τραγουδήσει εις το
+Ρεύμα της Κεχριάς, αλλά υπό λυγμών ιεράς συγκινήσεως διακοπτόμενος τώρα,
+διότι είδε την επαλήθευσίν του. Και είτα εγερθείς, εστάθη εν μέσω των
+καλεσμένων, εκθάμβων ορώντων, έκαμε τον σταυρόν του, και εκφράζων και την
+πίστιν συνάμα της Γερακούλας του, απήγγειλεν ιεροπρεπώς τα λόγια όπου είπε
+ποτε ο τοπάρχης της Εδέσσης Αύγαρος, όταν εθεραπεύθη από τον Χριστόν, καθώς
+τα ενθυμείτο από τα Συναξάρια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστέ ο Θεός, ο ελπίζων επί σε ποτέ δεν χάνει!</p>
+
+<p>Και εξελθών εις τον εξώστην εξεκένωσε το ναυτικόν του τρομπόνιον χαιρετίζων
+τα ευλογημένα τέλη της ζωής του.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">
+ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ<br />(1901)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Και την πρωίαν εκείνην, κατά την συνήθειάν της η Αρφανούλα, πριν μεταβή εις το
+εργοστάσιον, διερχομένη, εμβήκεν εις την Καπνικαρέαν, κ' ελαφρά-ελαφρά, ως
+πτηνόν βηματίζουσα, με την ελαιόχρουν κοντήν μπερτίτσαν της και με το εκ
+μαύρου ψιαθίου καπελάκι της, ήναψε κηρίον εις το εικονοστάσιον, ησπάσθη
+ευλαβώς την εικόνα της Θεοτόκου και ρίψασα βιαστικά βλέμματα προς το βάθος
+όπου ετελείτο η θεία Μυσταγωγία, έκαμε πεντέξ σταυρούς ακόμη, βιαστικά, κ'
+εξήλθε πάλιν, ελαφρά-ελαφρά βηματίζουσα ως πτηνόν, η Αρφανούλα με την
+κοντήν μπερτίτσαν της, κατευθυνομένη με σπουδήν, προς την οδόν Ερμού, εις το
+εργοστάσιον, ως πτηνόν κυνηγημένον.</p>
+
+<p>Έξω του Ναού, παρά το Άγιον Βήμα, κατά σειράν, ικαναί ήδη τράπεζαι
+παιγνιοπωλών εστολίζοντο, παρατασσομένων επ' αυτών εν σωρώ διαφόρων
+παιγνιδίων, και αθυρμάτων εκ των ευθηνών, τα οποία αγοράζουσιν ιδίως οι παίδες
+του λαού. Εξημέρωνεν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Η οδός Ερμού ήτο έρημος
+ακόμη διαβατών· και μόνον οι υπάλληλοι των πλουσίων της οδού ταύτης
+καταστημάτων, αγρυπνήσαντες όλην την νύκτα, παρεσκεύαζον τα πλούσια
+κομψοτεχνήματα της Πρωτοχρονιάς με προσοχήν εξαιρετικήν, ως να έστηναν
+παγίδας να συλλάβωσι κοσσύφους, κ' εκάλλυνον εν παρατάξει τα χρυσόλαμπρα
+αθύρματα εντός των προθηκών, αίτινες ομοιάζουσι με τα βέλα πολλών κυριών,
+διακοσμούντες αυτά ούτως ώστε μία απλή επιθεώρησις αυτών ν' αρχίζη από
+περιέργειαν και να τελειώνη εις ίλιγγον, όπου ο αγοραστής να μη γνωρίζη τι θα
+δώση και τι θα πάρη. Άρτι δε και οι διευθυνταί και οι κύριοι των καταστημάτων,
+πρωί-πρωί ελθόντες από τας οικίας των, έστεκον ακόμη εις τα προαύλια, εν μέσω
+ανοιγμένων κασσών και στιβάδων χαρτίου και αχύρου, θεωρούντες άνω τον
+ουρανόν ως οι σταφιδοκτήμονες, όπου έχουν απλωμένην την σταφίδα των.</p>
+
+<p>Ο καιρός ήτο τωόντι βροχερός. Αν και προέβη η ημέρα, ούτε μία ακτίς ηλίου
+δεν είχε λάμψει ακόμη. Υγρασία παγερά κατέβαινεν από τους βρεγμένους τοίχους
+των υψηλών οικιών, ενώ άλλη παγερωτέρα ανέβαινεν από του μουσκευμένου
+εδάφους της στενοχωρημένης αυτής μεγάλης οδού.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα, κάμψασα την αριστεράν γωνίαν του ναού, άμα αξελθούσα
+επροχώρησε προς τας κοσμουμένας τραπέζας των παιγνιοπωλών και
+προσεγγίσασα μετά θάρρους προς μίαν αυτών είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλημέρα Σπύρο!</p>
+
+<p>Ο Σπύρος, ένας υψηλός και γεροντώδης άνθρωπος, με πρόσωπον μαλακόν ως
+προζύμιον και με χείρας πλαδαράς ωσαύτως, προσεπάθει αγωνιών, ιδρόνων,
+ζαλισμένος, να τακτοποιήση τα επί της τραπέζης του συσσωρευμένα παίγνια και
+αθύρματα, με αδέξιον όλως τρόπον, και με ύφος απαρεσκείας, ως να έλεγε μέσα
+του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι τρελλός που είνε αυτός ο κόσμος!</p>
+
+<p>Και βλέπων πάλιν προς το στήθος του, ως να συνεπλήρωνε την δοξασίαν του,
+μετ' ολίγον επέλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι τρελλότερος που είμαι εγώ!</p>
+
+<p>Ακούσας την φωνήν της Αρφανούλας, ανεσήκωσε τα όμματά του κ'
+ενεθαρρύνθη ολίγον.</p>
+
+<p>Σαν να έπηξε κατά τι το λυωμένον πρόσωπόν του, σαν να ενευρώθησαν αι
+χείρες του, αι ξεβιδωμέναι:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και σε είχα 'ς το νου μου, καϋμένη! Είπε.</p>
+
+<p>Και ενώ η Αρφανούλα, πεταχτά-πεταχτά ήρχισεν αμέσως να τακτοποιή τα
+ποικίλα εκείνα ξύλινα και μετάλλινα αθύρματα, με χάριν και δεξιότητα, με
+παίζοντας τους δύο μαύρους οφθαλμούς της, ως του αστρείτου του όφεως, ο
+Σπύρος απομείνας με κρεμασμένας τας χείρας, εν η στάσει ερωτούσι τους
+ποιμένας μερικοί ειρηνοδίκαι, έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και ξέχασα όλως διόλου καϋμένη, τας τιμάς! Πώς μου τα είπες;
+Τάκαμα όλα σαλάτα μέσα 'ς το κεφάλι μου, όπως κι' επάνω 'ς το τραπέζι μου. Εδώ
+έγεινε, βλέπεις, σωστό εμπορικό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μου είπες πως τα θυμάσαι ψες, που σου τα είπα πέντε φοραίς;
+Όλως διόλου αδέξιος, καϋμένε Σπύρο; Γι' αυτό τα πρόκοψες 'ς το εμπορικάκι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα ένα σωρό πράγματα! Ανακατώθηκαν 'ς το κεφάλι μου όπως και 'ς
+το τραπέζι μου. Πόσα μου είπες η ροκάναις η μεγάλαις, πόσα η μικραίς και πόσα η
+σφυρίκτραις: Πού να θυμηθώ;</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα τον είδε με βλέμμα λύπης και απελπισίας, έσεισε την κεφαλήν
+της και είπεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άκουσέ τα λοιπόν πάλιν γλήγωρα, γιατί βιάζομαι. Πενήντα η μεγάλαις
+η ροκάναις, τριάντα η μικρότεραις, είκοσι η πειο μικραίς.</p>
+
+<p>Αλλά την στιγμήν εκείνην την διέκοψαν ξηρά πατήματα εγγύς, τακ- τακ, ως
+κτυπά θλιβερώς παράθυρον την νύκτα, κινούμενον υπό του ανέμου κανονικώς:
+τακ-τακ.</p>
+
+<p>Εστράφη και είδεν η Αρφανούλα τον θείον της, τον μπάρμπα Σταυρή:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά που ήλθες! Τώρα κατάλαβα πως μας αγαπάς. Πες του,
+Μπάρμπα- Σταυρή, τας τιμάς, είπεν η Αρφανούλα, γιατί σήμερα — ημέρα που είνε
+— έχω 'ς το εργοστάσιον σωρό δουλειά και βιάζομαι. Να ζήσης, Μπάρμπα-Σταυρή.
+Ξέρεις εσύ, γιατί είχες μια φορά ψιλικατζίδικο. Εγώ θα σε παρακαλούσα από τα
+χθες, αλλά ντράπηκα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έννοια σου, Αρφανούλα μου, έννοια σου. Μπορούσα εγώ να σας
+αφήσω!</p>
+
+<p>Και ο Μπάρμπα-Σταυρής με τον ένα ξύλινον πόδα του, με δύο ξύλινα ραβδία
+επιστηριζόμενος επροχώρει προς την τράπεζαν, όπου η Αρφανούλα ετακτοποίει
+ακόμη τ' αθύρματα· έκυψε την τριγωνικήν μεγάλην κεφαλήν του — την βάσιν προς
+τα άνω και την κορυφήν του τριγώνου προς τα κάτω — ακούμβησεν εις τα δύο
+ξύλινα ραβδία του, ως να ήθελε να ειπή τον Άη-Βασίλην, και ήρχισεν αμέσως ν'
+απαριθμή τας τιμάς των διαφόρων αθυρμάτων προς τον εκθάμβως χαίνοντα
+ανεψιόν του. Οι γαμπροί εδώ οι ξύλινοι, μια δραχμή ο ένας, η νύμφες αυταίς ένα
+δίδραχμο. Τα κουκλάκια τριάντα λεπτά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, μπάρμα-Σταυρή, καλά, είπεν ο Σπύρος, σείων θλιβερώς την
+κεφαλήν του, φθάνει, μη κουράζεσαι.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα έρριψεν ακόμη ένα τελευταίον χέρι εις την τακτοποίησιν και ένα
+τελευταίον βλέμμα εις την εστολισμένην πλέον τράπεζαν του Σπύρου, ήτις έστιλβεν
+ως κάνιστρον πλήρες αγροτικών ανθέων και απήλθεν ευχαριστημένη από την
+απροσδόκητον παρουσίαν εκεί του θείου της, ευχηθείσα «καλήν πούλησιν».</p>
+
+<p>Και με την κοντήν μπερτίτσαν της και τα μαύρο ψιάθινον καπελλάκι της απήλθε
+βιαστικά, ως πτηνόν κυνηγημένον και εισέδυσεν εις το εγγύς εκεί εργοστάσιον
+γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων, ενώ ο Μπάρμπα-Σταυρής
+εξηκολούθησε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πέντε δραχμαίς αυτή η βλαχοπούλα, και μια δεκάρα ο κάθε γαμπρός
+ο γύψινος. Αυτή η κεφαλή η άδεια πενήντα λεπτά, αυτή η κεφαλή γεμάτη αέρα μια
+δραχμή . . . . Μια πεντάρα η πάπια, μια πεντάρα η χήνα, μια πεντάρα ο πετεινός.
+Όλα τα πουλερικά μια πεντάρα. Κι' όλα τα άλλα ζώα και τα ανθρωπάκια μια
+δεκάρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα τώκαμες ρόιδο! Στάσου να τα γράψω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κουτός που είσαι; Κυττάζουν τέτοια μέρα τιμολόγια; Όσα θέλεις
+λέγε, και όσα θέλεις παίρνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε, τώρα κατάλαβα, Έτσι, πες μου ντε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μόνον να θυμάσαι πρώτα-πρώτα να λες τα πειο πολλά από ό,τι
+περιμένεις να πάρης. Ταις άλλαις ημέραις οι έμποροι λένε ό,τι βαστά η ψυχή τους,
+σήμερα λένε ό,τι τους κατέβη . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα κατάλαβα. Έννοιά σου!</p>
+
+<p>Ο Μπάρμπα-Σταυρής εγνώριζεν από το ψιλικατζίδικο όπου είχε μια φορά κ' ένα
+καιρόν, αλλ' εγνώριζεν ασφαλέστερον από το εργοστάσιον, όπου ειργάζετο η
+ανεψιά του Αρφανούλα, συχνά επισκεπτόμενος τούτο, διότι αυτός την συνώδευε
+μικράν εις την εργασίαν κ' έβλεπε και ήκουεν εκεί τας τιμάς των γυναικείων πίλων
+και πτερών και πτηνών και ανθέων, μεταξύ των αθυρμάτων και ψευδοπαιγνίων
+κατατάσσων και το είδος τούτο του γυναικείου στολισμού. Και εξηγήσας εις τον
+Σπύρον όλα πάλιν εκ νέου, τακ-τακ, έλαβε πάλιν τον ξύλινον πόδα του και τα δύο
+ξύλινα ραβδία του και απήλθεν ειπών προς τον ανεψιόν του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάρε τώρα μια ροκάνα και γύριζε.</p>
+
+<p>Και ετράπη προς τα κηράδικα ο Μπάρμπα-Σταυρής, ενώ κατόπιν του έφθανον
+θρηνώδεις και πένθιμοι οι βραχνοί της ροκάνας του Σπύρου κροταλισμοί, θαρρείς
+κ' έκρωζον μαύροι κόρακες άνω του λευκού άστεως, μοιρολογούντες την
+τελευταίαν ημέραν του έτους.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, του περιφήμου κηπουρού των Σεπολίων, όστις πρώτος
+εκαλλιέργησε φράουλαις εν Αθήναις, λαβών τον σπόρον από τα εξακουστά
+περιβόλια του Βοσπόρου, ήτο πρεσβύτερος αδελφός της Αρφανούλας. Αλλ' όσον
+αυτός ήτο πλαδαρός και ξεβιδωμένος και άγαρμπος σαν μονόκλαδος βάτος, τόσον
+η Αρφανούλα ήτο επιδέξια και δραστηρία εις κάθε έργον της επισπώσα την
+συμπάθειαν και τους επαίνους.</p>
+
+<p>Μικρός ο Σπύρος επήγαινεν εις το σχολείον κ' εδείκνυεν ότι θα έστρωνεν, ως
+μερικά σκολιά φυτά, τα οποία συν τη αναπτύξει ορθούνται εύμορφα· αλλ'
+αποτόμως εσταμάτησεν εις την δευτέραν του γυμνασίου, χωρίς να το εννοήση και
+ο ίδιος· εκάθητο έπειτα όλην την ημέραν εις την δροσεράν εξοχήν, αναγινώσκων
+εφημερίδας και μυθιστορήματα και εκλέγων τας ευχυμωτέρας οπώρας του
+πατρικού κήπου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βρε Σπύρο μου, βρε Σπυράκη μου, βρε Σπυρέτο μου!, τω έλεγεν ο
+Γέρω-Λαχανάς, ένας χαρωπός γέρων, με λάμπουσαν εξ αγαθότητας ψυχήν ως το
+λαμπρόν πρόσωπόν του, πνιγμένος μέσα εις τον ιδρώτα, με την σκαπάνην εις τας
+χείρας, μέσα εις τα χώματα των αυλακιών μέχρι γονάτων. Δεν κάνεις καλά, βρε
+Σπυράκο μου! Αλλ' αυτό μόνον έλεγε. Καθώς ο γέρων Ηλεί της Παλαιάς Γραφής.
+Δεν έπαιρνε και κανένα ξύλο από τον κήπον του. Και κατόπιν ο μεν Γέρω-Λαχανάς
+μετέβαινε εις άλλα αυλάκια, ο δε Σπύρος ο υιός του εγύριζε άλλην σελίδα του εις
+χείρας του μυθιστορήματος, ή ανήρχετο εις άλλο δένδρον. Τα δύο εκείνα λόγια του
+Γέρω-Λαχανά έμβαινον εις το ένα αυτί του και έβγαιναν αμέσως από το άλλο,
+χωρίς να επιψαύσωσι διόλου τον εγκέφαλόν του, κλεισμένον μέσα εις χονδρά
+κόκκαλα. Ώστε μετά τον θάνατον του πατρός του ο Σπύρος ευρέθη, είκοσιδύο ετών
+νέος, χωρίς εργασίαν και χωρίς επάγγελμα. Χωρίς διόλου να το καταλάβη και ο
+ίδιος πώς συνέβη αυτό το παράδοξον.</p>
+
+<p>Η μητέρα των δύο παιδίων είχε προαποθάνει. Τότε ένας θείος των εφρόντισε
+και το μεν περιβόλιον παρέδωκεν εις ξένον κηπουρόν επί μισθώματι, την δε
+Αρφανούλαν δεκαπενταέτιδα πλέον κορασίδα, εισήγαγεν εις τι μέγα εργοστάσιον
+γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων.</p>
+
+<p>Ο θείος των αυτός, αδελφός της μητρός των, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο
+Ξυλοπόδαρος, ήτο ένας τετραπέρατος άνθρωπος.</p>
+
+<p>Με το ξύλινον ποδάρι του στηριζόμενος εις δύο ραβδία περιήρχετο όλας τας
+οδούς των Αθηνών καθ' εκάστην, μανθάνων όλα τα νέα και βλέπων όλα τα
+περίεργα, ενώ εξ άλλου έχων τετραγωνικόν νουν εις μίαν μεγάλην τριγωνικήν
+κεφαλήν — την βάσιν προς τάνω και την κορυφήν προς τα κάτω — , έκρινεν
+ευφυώς και ασφαλώς, άλλος Γέρω- Νίκος του Πηλίου, έξω εκεί εις τα Σεπόλια, ο
+Ξυλόσοφος αποκαλούμενος διά τα ξύλα ίσως όπου έφερεν επάνω του, τον ένα
+πόδα και τα δύο ραβδία. Είδεν αυτός ότι ο ανεψιός του ο Σπύρος δεν ήτο διά
+τίποτε. Τον έβλεπεν αυτός από πολλού αυξανόμενον κατά το ανάστημα ως λεύκαν
+του περιβολίου των άνευ της παραμικράς ελπίδος να καρποφορήση, ένας
+κρεμανταλάς και ανάξιος, κ' έλεγεν εις τον Γέρω-Λαχανά:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν εφύτευες, καϋμένε, κανένα πεύκο να σου κάνη τουλάχιστον
+κουνέλια για το ρετσινάτο, να τα ρίχνης εις τα βαρέλια να μοσχοβολούν;</p>
+
+<p>Διά τούτο ο μπάμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος εφρόντισε κ' εύρεν ένα καλόν
+κηπουρόν εργατικόν και δραστήριον προς ον εμίσθωσε το περιβόλιον μετά τον
+θάνατον του αγαθού κηπουρού.</p>
+
+<p>Κατά δε τους περιπάτους του εν Αθήναις ανεκάλυψεν ότι το αρτιπαγές
+εμπόριον των γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων θα προέβαινεν εις
+θαμβωτικήν προκοπήν εις μίαν πόλιν όπου τα αθύρματα και τα ψεύδη τιμώνται
+πολύ ακριβώτερα από την αλήθειαν και σταθερότητα, και εισήγαγε την
+Αρφανούλαν εις το εργοστάσιον των γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων, όπου
+η δροσογενής Σεπολιώτισσα δεξιά τον νουν, με δύο μαύρα μάτια, ως του αστρείτου
+του όφεως παίζοντα, εγένετο μετ' ολίγα έτη αρχιεργάτρια, αυτή δίδουσα όλα τα
+σχέδια των πίλων και ψευδοστεφάνων.</p>
+
+<p>Από μικρά η Αρφανούλα βλέπουσα τους θαυμασίους συνδυασμούς των
+χρωμάτων εις τα αγριολούλουδα των Σεπολίων, μελετώσα τας ωραίας και
+καλλιτεχνικάς συμπλοκάς και περιπτύξεις κισσών και γιασεμιών, αγιοκλήματος και
+αγριάμπελης, εμβαθύνουσα δ' εις τα μυστήρια των ανθοφόρων κλάδων του κήπου
+των, κατήρτιζε, συν τη μικρά συνδρομή των ευρωπαϊκών φιγουρινιών, θαυμάσια
+συμπλέγματα ψευδοστεφάνων και υπέρκαλα στολίσματα ανθοφόρων πιλιδίων.
+Και είχεν η Αρφανούλα το σχέδιον, σύμφωνα με τας ιδέας του Μπάρμπα-Σταυρή,
+με τον καιρόν, ν' ανοίξη ίδιον εργοστάσιον, ώστε να μη καρπούται άλλος τα κέρδη
+της ευφυίας της.</p>
+
+<p>Αλλ' ο Σπύρος ο αδελφός της, αργός από πρωίας έως εσπέρας, εγένετο πάντοτε
+κώλυμα ανυπέρβλητον εις τα σχέδιά της εκείνα.</p>
+
+<p>Πώς να τον αφήση; Τον αγαπούσε. Τον επροστάτευεν. Είχε κληρονομήση την
+βλαπτικήν απλότητα του Γέρω-Λαχανά και η Αρφανούλα, και δεν εβάστα η ψυχή
+της να τα χαλάση με τον αδελφόν της. Να μη τον πικράνη.</p>
+
+<p>Ο θειός της όμως, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ελυπείτο δι' αυτό και
+προέβλεπεν ατυχήματα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Βρε κορίτσι μου, έλεγε. Γιατί χαλνάς τα λεπτά σου;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα τι να κάμω;</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τον διώξης! . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Και πού να πάγη;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ν' αυρή δουλειά! </p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Η φράουλα μετά τινα έτη είχε διαδοθή και εις άλλα προάστεια. Το δε
+μεγαλείτερον κέρδος του περιφήμου κήπου του Γέρω-Λαχανά εμειώθη. Εμειώθη
+και το μίσθωμα. Μία δύο πλημμύραι προς τούτοις είχον καταστρέψει μέρος του
+περιβολίου, αφορία δε άλλη και ξηρασία έβλαψαν τα λαχανικά. Το έτος εκείνο δεν
+έδωκε μίσθωμα ο ενοικιαστής. Ο Σπύρος εκάθητο μίαν πρωίαν ανοίξεως
+συλλογισμένος. Εις τα προαύλιον του οικίσκου των του εξοχικού διεχύνοντο
+μεθυστικά αρώματα διαφόρων ανθέων, τα οποία εκεί παραπέρα έλαμπον εις τας
+ακτίνας του ηλίου με ανεκλαλήτους χρωματισμούς, ονειρώδους λειμώνος. Ζωύφια
+εβόμβουν κύκλω, πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων. Ο Σπύρος ανεπόλει
+διαφόρους αναγνώσεις του, θεωρών τα περί αυτόν φαιδρά αντικείμενα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποίος ενδύει τόσον μεγαλοπρεπώς τα κρίνα του αγρού, οπού ουδέ ο
+μέγας Σολομών με όλην την σοφίαν του δεν ημπόρεσε να ενδυθή με τέτοιαν
+λάμψιν; Ποίος τρέφει τα πουλάκια τα μικρά; Διατί ο άνθρωπος να μη είνε πάντοτε
+γελαστός και χαρούμενος ως τα πτηνά; Διατί και ο άνθρωπος να μη είνε
+στολισμένος ως τα κρίνα του αγρού; Διατί να σκάπτη την γην; Διατί να ιδρώνη και
+να κρυώνη; Να πεινά; Να κλαίη; Διατί να μη τραγουδή πάντοτε ως τα πτηνά; Ποίος
+τον έκαμε τον άνθρωπον, το εκλαμπρότερον δημιούργημα, σκοτεινόν, χωρίς
+άρωμα, χαμερπή, γυμνόν, πειναλέον . . .</p>
+
+<p>Ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος ερχόμενος και ακούσας, τας τελευταίας
+λέξεις του Σπύρου, επροχώρησε με τον ξύλινον πόδα του, τακ-τακ με την
+τριγωνικήν μεγάλην κεφαλήν του, σείων αυτήν δεξιά και αριστερά, με τα δύο
+ξύλινα ραβδία, τακ-τακ, και καθίσας πλησίον του Σπύρου, εθώπευσεν αυτόν
+πατρικώς εις τους ώμους και είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ να σου το πω, Σπύρε μου, ποίος τον έκαμε τον άνθρωπον γυμνόν
+και πειναλέον. Τον έκαμεν ο ίδιος ο άνθρωπος. Ξέρεις τι λέγανε μια φορά οι
+παππούδες μας; Γλυκός ο ύπνος την αυγή, γύμνια και πείνα την Λαμπρή! . . .</p>
+
+<p>Ο Σπύρος εγέλασε και είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλνά σε είπανε ξυλόσοφο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Το ξέρεις λοιπόν, κατεργαράκο μου, εξηκολούθησεν ο Μπάρμπα-
+Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος. Λυπάσαι γιατί χάλασε το μισό περιβόλι και φθονείς τα
+πουλιά και ζηλεύεις τα λουλούδια! Μόλις έπαθες μια μικρή ζημία και κάθεσαι και
+συλλογιέσαι. Και πού νακούσης τι δυστυχίαις μεγαλείτερες μας περιμένουν.
+Ήμουνα σήμερα, παιδί μου, εις τα βιβλιοπωλείον του Νάκη και ήταν εκεί ένας
+ροδοκόκκινος γέρος, με γελαστά μάγουλα και γελαστά μουστάκια και γελαστά
+γένεια, και τους εδιάβαζε τον Χρονογράφον και τους έλεγε για την Πόλι ότι
+πλησιάζει ο καιρός της και τους έκαμεν όλους να συλλογίζωνται. Και τους είπεν
+ύστερα ότι στην Αθήνα θάρθουν ακρίβειαις μεγάλαις, θάρθουν δυστυχίαις, θαρθή
+πείνα και κακή ασθένεια, θάρθουν — έλεγεν ο Χρονογράφος — θάρθουν από την
+Πόλι και από την Λόντρα οι «ομογενείς» στην Αθήνα, και θα μας φέρουν ακρίβεια
+και την κακή ασθένεια και θα μας φέρουν πείνα και θ' ακριβήνουν όλα τα
+πράγματα, θ' ακριβήνουν τ' αυγά, θ' ακριβήνουν η κότταις. Θα συνάξουν από τον
+κόσμον τα «υπέρπυρα» και θα τον φορτώσουν με «πτυκτά». Και την κακήν
+ασθένειαν όπου έλεγεν ο Χρονογράφος, εκείνος ο γέρος ο γελαστός την εξηγούσε
+ότι είνε τα λούσα τα μεγάλα που θα μας φέρουν οι «ομογενείς», γιατί τα λούσα
+είνε κακή ασθένεια κολλητική σαν την πανούκλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι είνε τάχα αυτοί οι «ομογενείς;» Ηρώτησεν ο Σπύρος,
+συγκινηθείς ολίγον και ακούων μετά προσοχής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος ξέρει, απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταυρής. Ο γέρος ο γελαστός
+που ξηγούσεν εκεί τον Χρονογράφον, δεν είπε τίποτε. Μα εγώ θαρρώ πώς θενάνε,
+παιδί μου, τίποτε άνθρωποι, θηρία αρπακτικά δεν πιστεύω να είνε οι ομογενείς.
+Θενάνε τίποτε φαγάδες, τίποτε μπερεκετλήοες και θαρθούν εις την Αθήνα και θα
+μας ακριβήνουν τα πράγματα. Και θα μας πάρουν τα «υπέρπυρα» δηλαδή της
+λίραις, τον χρυσόν, που λάμπει περισσότερον από την φωτιά και θαμβόνουν τα
+ασυνήθιστα μάτια των ελλήνων, και θα μας φορτώσουν με τα «<i>πτυκτά</i>»
+δηλαδή με μετοχάς και χρεώγραφα, τα οποία είνε <i>πτυκτά</i> χαρτιά,
+διπλωμένα ώμορφα. Έτσι τα εξηγώ εγώ αυτά. Γιατί ούτε ο «Χρονογράφος» τα
+ξεκαθαρίζει, ούτε ο γέρος ο γελαστός ήξευρε να τα εξηγήση
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>).</p>
+
+<p>&nbsp;— Και γιατί μου τα λέγεις αυτά, μπάρμπα Σταυρή; Παρετήρησε
+πειραγμένος ολίγον ο Σπύρος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο νοών νοείτω! απήντησεν ο Ξυλοπόδαρος κτυπήσας με κρότον εις
+την γην τον ξύλινον πόδα του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, επανέλαβεν ο Ξυλοπόδαρος και
+κτυπήσας άλλην μίαν φοράν τον ξύλινον πόδα του έλαβε τα δύο ξύλινα ραβδία
+του, και τακ-τακ απήλθε να περιέλθη κατά την συνήθειάν του τας συνοικίας της
+πόλεως, ενώ τα ποικιλόχρωμα άνθη του κήπου διέχυνον το μεθυστικόν άρωμά των
+περί τον έκθαμβον απομείναντα υιόν του Γέρω-Λαχανά, και τα πτηνά εκελάδουν
+επί των δένδρων την αιωνίαν προς τον Πλάστην μελωδίαν των. Και ενώ ο μπάρμπα
+Σταυρής έκλειε την αυλόπορταν σταθείς είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλό είνε παιδί μου, το καθησιό, μα το ξάπλωμα είνε ακόμα
+καλλίτερο!</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+&nbsp;— Δεν θα σ' ενοχλώ πλεια, Αρφανούλα μου, είπε με χαράν μίαν εσπέραν
+μετά ταύτα ο Σπύρος προς την αδελφήν του. Μ' εσύστησαν εις τον κυρ Νίκον, τον
+υποψήφιον βουλευτήν, να διαβάζω τους εκλογικούς καταλόγους 'στής ημέραις των
+εκλογών και να σημειώνουν οι κομματάρχαι ποιοί είνε ζωντανοί και ποιοί είνε
+πεθαμένοι, θα τρώγω μεσημέρι-βράδυ 'ς το σπίτι του. Και όταν επιτύχη 'ς της
+εκλογαίς, θα με διορίση.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα εχάρη κ' εδόξασε τον Θεόν. Πρώτην φοράν έβλεπεν αυτό το
+θαύμα, του οποίου εργάτης βεβαίως ήτο ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ο
+νέος θαυματουργός των Σεπολίων με τον ξύλινον πόδα του και με την ως ραβδίον
+πλήττουσαν ξυλίνην φιλοσοφίαν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μου είπε να με διορίση από τώρα, εξηκολούθησεν ο Σπύρος,
+τελωνοφύλακα. Αλλά πού να τρέχω και να ξενυχτώ για τα λαθρεμπόρια. Μου είπε
+να με βάλη στο Καπνοκοπτήριο, μα ο καπνός μου μυρίζει και δεν βαστάω διόλου.
+Εγώ του είπα ότι προτιμώ να με στείλη επόπτην εκεί που θα φορτώνουν την
+σταφίδα 'ς την Πάτρα, να στέκωμαι και να βλέπω. Αυτήν την υπηρεσίαν, κυρ Νίκο,
+του είπα, σου υπόσχομαι να την κάμω καλλίτερα από κάθε άλλον. Δυστυχώς όμως
+ο Νίκος απέτυχεν εις τας εκλογάς και ο Σπύρος έμεινε πάλιν άνευ έργου,
+υπότροφος της αδελφής του. Αλλ' όταν μία καταστρεπτική πλημμύρα του
+Κηφισσού, η οποία κατέστρεψεν όλας σχεδόν τας εξοχάς των Αθηνών, εξηφάνισεν
+ολοτελώς και το περίφημον περιβόλιον του Γέρω-Λαχανά, τα δε παιδία μόλις
+εσώθησαν επί της στέγης της οικίας των, ο Σπύρος ήρχισε να συλλογίζηται πάλιν ως
+και την άλλην φοράν και να θέλη να φιλοσοφήση επί των καταιγίδων και των
+πλημμυρών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα τι να κάμωμεν!</p>
+
+<p>Είπεν η Αρφανούλα προς τον αδελφόν της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Λες να γλύτωσεν η Βουλή, από τον φοβερόν αυτόν καταποντισμόν;
+είπεν ο Σπύρος, αναμένων πάντοτε εκλογάς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εθεμέλιωσεν ο γέρως, Σπύρο μου, εθεμέλιωσε. Δεν πέφτει, έλεγεν ο
+Μπάρμπα-Σταυρής, εκεί παρών, μόνον κύτταξε να πιάσης την τσάπα του γέρω
+Λαχανά. Αυτό που σου λέγω!</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι να σκαλίσω; Τα χαλίκια που μου χάρισεν ο ποταμός;</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό που σου λέγω!</p>
+
+<p>Είχε μαλακυνθή όλως διόλου ο δυστυχής από την αργίαν. Αι σάρκες του ήσαν
+απαλαί, αι παρειαί του ως εκ προζυμίου, αι χείρες του ως ξεβιδωμέναι. Αι τρίχες
+της κόμης του άσπρισαν και αυταί. Τι να κάμη: Η αδελφή του, τη επιμόνω
+παρατηρήσει του μπάρμπα Σταυρή είχε σκληρυνθή ολίγον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον παίρνεις στον λαιμόν σου, άφησέ τον, της έλεγεν ο Ξυλοπόδαρος.
+Αργός μη εσθιέτω. Θα σε κανονίση ο παπα-Μεθόδιος. Δεν πας να ιδής; Αργός μη
+εσθιέτω! Εις τον κόσμον αυτόν χέρι με χέρι όλα γίνονται. Πάρε δουλειά, νά φαΐ . .
+.</p>
+
+<p>Εν τη εσχάτη εκείνη ανάγκη ο Σπύρος προσεκολλήθη παρά τινι
+συμβολαιογραφείω, ν' αντιγράφη συμβόλαια αντί δραχμής από πρωίας μέχρι
+νυκτός. Το βράδυ, ότε επέστρεφεν η Αρφανούλα από το εργοστάσιον, με λύπην της
+τον έβλεπε τον αδελφόν της κατακομμένον ως να έσκαπτε, με τους δακτύλους της
+δεξιάς του πληγωμένους και καταμελανωμένους. Αλλά δεν ωμίλει, μήπως και
+συνειθίση. Ούτε ο Σπύρος ωμίλει μήπως και συνειθίση. Πλην μετά μίαν εβδομάδα
+η Αρφανούλα έξαφνα ακούει τα παράπονά του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου; Εσύ πιστεύεις τον Μπάρμπα-
+Σταυρή και δεν πιστεύεις εμένα. Με κυνηγά η ατυχία καϋμένη. Τι να σου κάμω! Το
+συμβολαιογραφείο το έκλεισαν διά μίαν κατάχρησιν του συμβολαιογράφου!</p>
+
+<p>Τότε ο Μπάρμπα-Σταυρής λυπούμενος περισσότερον την Αρφανούλαν τον
+συνέστησεν εις άλλο συμβολαιογραφείον. Αλλά μετά δύο ημέρας ήλθεν ο Σπύρος
+έξω φρενών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μέβαλες σ' αυτόν τον μασώνον, σ' αυτόν τον άθεον!.. Ο τετράγωνος
+νους του Μπάρμπα-Σταυρή, ο περικλεισμένος μέσα εις την τριγωνικήν κεφαλήν
+του εξήναψε μετά ταύτα άλλην ιδέαν φαεινήν και είπεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο γέρως εθεμελίωσε, παιδί μου. Δεν είνε ελπίς να πέση και να
+διαλυθή η Βουλή. Άνοιξέ μου ένα καφενείο, εκεί κατά την Βάθεια. Περνώ εγώ από
+κει και βλέπω ότι είνε μεγάλη ανάγκη. Δεν υπάρχει κανένα καφενείον σ' εκείνη την
+γειτονιά, και αναγκάζονται οι νοικοκυραίοι να φεύγουν εις τα μακρυνά, εις τα
+Χαυτεία, και φωνάζουν οι γυναίκες τους γιατί τους αλλαργεύουν πολύ οι άνδρες
+του και έχουν καρδιοχτύπι την νύκτα μεγάλο, μη πάθουν τίποτε οι καϋμένοι...</p>
+
+<p>Αφού μάλιστα η ιδέα προήρχετο από τον Μπάρμπα-Σταυρήν, ο Σπύρος ευρέθη
+μετ' ολίγον ευκόλως διευθυντής ενός ωραίου καφενείου εις την Βάθειαν, με μίαν
+μεγάλην λεύκαν εμπρός. «Εις την <i>Λεύκα</i>» με το όνομα. Ο νταμπής έψηνε
+τους καφέδες, ο σερβιτόρος τους εμοίραζε, και ο Σπύρος εκάθητο από το πρωί έως
+το βράδυ στον μπάγκο αναγινώσκων εφημερίδας και διαλεγόμενος περί εκλογών.
+Οσάκις δε εγίνετο λόγος περί εργασιών ή θέσεων έλεγε προς τον Μπάρμπα-
+Σταυρήν, όστις συχνά τον επεσκέπτετο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ, αδερφέ, βαρέθηκα να κάθωμαι από το πρωί ως το βράδυ εδώ
+στον μπάγκο. Επόπτης εις την σταφίδα. Εκείνη η εργασία μου αρέσει. Γλυκεία,
+σταφιδένια θεσούλα. Μα που θα μου πάη. Δεν θα τον ρίξουν τον γέρω καμμιά
+φορά...</p>
+
+<p>Ας παρεπονείτο ο Σπύρος. Έτσι το έκαμνε. Διά να δείξη εις τον Μπάρμπα-
+Σταυρή, ότι ενδιαφέρεται πλέον διά τα ζωτικά ζητήματα, δια τα ζητήματα της
+ημέρας, διά τα ζητήματα του εαυτού του, διά την αποκατάστασιν της αδελφής
+του.</p>
+
+<p>Ήτο πολύ ευχαριστημένος με την διεύθυνσιν του καφενείου. Και η Αρφανούλα
+ήτο όλη χαρά. Κάθε βράδυ εις τας ένδεκα της έφερνε πότε δέκα δραχμάς και πότε
+είκοσι, κέρδος. Αλλά μετά τρεις μήνας, έξαφνα έρχεται θυμωμένος ο Σπύρος και
+της λέγει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πες του χαιρετίσματα του Μπάρμπα-Σταυρή, Αρφανούλα μου. Ο
+Σπύρος δεν είνε τεμπέλης. Έχω τρεις μέραις να πιάσω δεκάρα, και χρεωστώ
+μισθούς εις τον σερβιτόρο, και χρεωστώ το ενοίκιον. Δεν σ' αφίνει ο φθόνος,
+Αρφανούλα μου. Ήλθε δίπλα μου ένας άλλος και άνοιξεν άλλο καφενείο, και μου
+πήρε όλους τους μουστερήδες,</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν πάγαινες, κακομοίρη, παρακάτω, τω είπα. Το μέλι έχει αυτή η
+θέσις;</p>
+
+<p>Αληθώς άλλος τις φίλεργος και δραστήριος, ιδών την ανάγκην εκεί της
+συνοικίας, ιδών και τον Σπύρον από πρωίας έως νυκτός καθήμενον και μη
+κινούμενον διόλου εις περιποίησιν και κολακείαν των πελατών, ήνοιξεν άλλο
+καφενείον παραπλεύρως, και μόνος περιποιούμενος τους πελάτας προθύμως,
+αφήρεσεν όλην την πελατείαν του Σπύρου, όστις τέλος ηναγκάσθη να κλείση το
+καφενείον του, πωλήσας τα έπιπλα εις ευτελεστάτην τιμήν και ζημιώσας την
+Αρφανούλαν υπέρ τας χιλίας δραχμάς.</p>
+
+<p>Τότε και η Αρφανούλα ήρχισε να εξυπνά. Όσα εξώδευε προς διατροφήν του
+αδελφού της και προς ενδυμασίαν, δεν υπελόγιζεν. Αλλά να ρίψη, χιλίας διακοσίας
+δραχμάς εις το πηγάδιον... τούτο την αφύπνισεν από του ληθάργου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχει δίκαιον ο Μπάρμπα-Σταυρής, είπεν.</p>
+
+<p>Αλλ' αυτήν την φοράν ο Μπάρμπα-Σταυρής ηλέγχετο ότι αυτός έγεινεν αίτιος
+της μεγάλης αυτής ζημίας της ορφανής κόρης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου, έλεγε δικαιολογούμενος ο
+Ξυλοπόδαρος. Πρώτη φορά που εγελάσθηκα. Αλλά πάλιν δεν εγελάσθηκα. Η θέσις
+εκείνη ήτανε αληθινά διά καφενείον. Αλλά το καφενείον θέλει και καφετζήν. Ο
+Σπύρος ενόμισεν ότι ο καφετζής πρέπει να κάθεται και εδώ είνε που την έπαθε.
+Κανένας δεν πρέπει να κάθεται, Αρφανούλα μου, όταν έχη δουλειά. Και ο επόπτης
+της σταφίδος θαρρεί ο Σπύρος ότι κάθεται; δεν πιστεύω να κάθεται και αυτός. Κάτι
+θα κάμνη, κάτι θα σημειώνη· και σταφίδα να πάρη κανένα τσουβάλι, θα κουνηθή,
+θα δουλέψη. Εγνώριζα ότι ο αδελφός σου δεν είνε για τίποτε, ούτε για την
+σταφίδα, αλλά έλεγα ότι σε ένα δύο χρόνια θα προφθάση να κερδίση κάτι τι στη
+Βάθεια να πιάση μαγιά. Αλλά βλέπεις, σήμερα, Αρφανούλα μου, στέκουν οι
+άνθρωποι με ανοιχτό το στόμα να χάψουν τας ιδέας των άλλων. Και εδώ πλέον
+χρειάζεται ταχύτης: Όποιος πρόφτασε τον Κύριον εδόξασεν. Όλα έγειναν σήμερον
+«ηλεκτροπαραγωγά», είπεν ο Ξυλοπόδαρος, κτυπών τα τρία ξύλα του εις την γην
+με την νέαν αυτήν του συρμού λέξιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τώρα; ηρώτησεν η Αρφανούλα, περιδεής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα; 'Σαν ταποτώρα! απήντησεν ο Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ξύων
+την βάσιν της τριγωνικής κεφαλής του. Κάμε ό,τι θέλης. Μόνον να μη ξεχάσης τι
+προφητεύει ο Χρονογράφος για την Αθήνα κ' έχε τον νουν σου. Και κάμε λήγωρα
+να ανοίξης δικό σου εργοστάσιο. Γιατί θαρθούν ακρίβειαι εις την Αθήνα, θάρθουν
+από την Πόλι οι ομογενείς και από τη Λόνδρα και θα φέρουν 'ς την Αθήνα την
+ακρίβεια και την κακή ασθένεια, ήγουν τα λούσα. Έπειτα δεν θα πανδρευθής
+κιόλας; Το Σπύρο θα κάθεσαι να περετάς; Μη τον λυπάσαι. Η ανάγκη θα τον κάμη
+να κυττάξη ναυρή δουλειά. «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς...
+»</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ούτε ο γέρως όμως έπεφτεν, ούτε η βουλή διελύετο. Μόνον τα ιμάτια του Σπύρου
+διελύθησαν εις ράκη από της επονειδίστου «<i>αεργίης</i>». Η Αρφανούλα
+πεισθείσα εις τας συμβουλάς του «Γέρω-Νίκου» των Σεπολίων απεφάσισε να
+εγκαταλίπη πλέον τον αδελφόν της. Μόνον τον έτρεφε. Φορέματα τίποτε. Δραχμήν
+διά το καφενείον, τίποτε. Κατ' αρχάς εκείνος ήρχισε να την απειλή, ζητών να
+μοιράσουν την πατρικήν κληρονομίαν, τον παμπάλαιον οικίσκον των Σεπολίων. Τον
+περίφημον κήπον είχε μεταβάλει ο Κηφισσός εις κοίτην του. Εδέχετο δε να έλθη εις
+συμβιβασμόν μαζί της, αν του έδιδεν ολίγα κεφάλαια ν' ανοίξη ένα εμπορικάκι,
+εκεί κατά την Αγίαν Μαρίναν.</p>
+
+<p>Ήτο πληθυσμός παιδιών μικρών εις την εργατικήν εκείνην συνοικίαν κ' ήλπιζε
+να κερδίζη πολλά ο Σπύρος από το μικρόν εμπορικάκι ψευτολογών τα μικρά. Αλλά
+η Αρφανούλα ήτο άκαμπτος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βάστα καλά! της έλεγε και ο Μπάρμπα-Σταυρής.</p>
+
+<p>Ιδών τότε ο Σπύρος ότι διά των απειλών ουδέν κατώρθου, αλλά μάλλον
+θόρυβος εγίνετο, απεφάσισε να μεταχειρισθή τας δεήσεις. Εις τα τοιαύτα, δεήσεις
+και δάκρυα, οι αργοί είνε θαυμάσιοι ημπορούν να κάμψουν και την σκληροτέραν
+καρδίαν, όχι την μαλακήν της Αρφανούλας καρδίτσαν όπου λαχταρούσε σαν του
+πουλιού. Ημπορούν να μεταπείσουν και αυτόν τον Μπάρμπα-Σταυρή να μεταβάλη
+γνώμην περί αυτών, όχι την γυναικείαν της Αρφανούλας διάνοιαν, η οποία
+επείθετο αμέσως ως το μικρόν παιδίον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη βλέπης, έλεγε κλαίων σχεδόν ο Σπύρος, μη ακούης, Αρφανούλα
+μου, με κυνηγά η ατυχία. Ξέρω εγώ την δουλειά μου. Ας μη άνοιγε το διπλανό
+καφενείο, και θ' άβλεπες σήμερα τον Σπύρο. Ας έπεφτε ο γέρως, να διαλυθή η
+βουλή, και θάβλεπες τον Σπύρο 'ς την Πάτρα, 'ς την σταφίδα να γυρίση πίσω με
+χρυσά ωρολόγια.</p>
+
+<p>Γυνή ήτο, αδελφή του ήτο, ευσπλαγχνική φύσις ήτο.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα εκάμφθη.</p>
+
+<p>Και ο Σπύρος μετά τινας ημέρας, εκεί παρά την Αγίαν Μαρίναν, χωμένος μέσα
+εις ένα μικρόν εμπορικάκι, γεμάτο ψυλικά ποικιλώνυμα, με κατάστιχα, με
+καλαμάρια, και πέννες να σημειώνη, με απομεινάρια του εργοστασίου της
+Αρφανούλας διά τας πτωχάς εκεί κορασίδας, που τρελλαίνονται για ένα φτερό, ή
+για ένα ψευδοάνθος, επώλει, χωρίς να γνωρίζη και ο ίδιος τι κάμνει. — Πήγες
+καμμιά μέρα, να ιδής τι κάμνει εκείνος ο αδελφός σου;</p>
+
+<p>Ηρώτησε μετά τινας μήνας την Αρφανούλαν ο Μπάρμπα-Σταυρής, θυμωμένος
+διότι δεν εισηκούσθη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είχα καιρόν; . . . Απήντησεν η Αρφανούλα.</p>
+
+<p>Ο Μπάρμπα-Σταυρής όμως, τακ-τακ, με τον ξύλινον πόδα του και τα ξύλινα
+ραβδία του, τακ-τακ — περιερχόμενος όλας τας συνοικίας καθ' εκάστην, είχε
+καιρόν. Και έμαθεν ότι εις την Αγίαν Μαρίναν άνοιξεν ένα εμπορικάκι που πωλεί
+φθηνά, πάμφθηνα, που δε ζητάει τα βερεσέδια ο εμποράκος, που δεν σημειόνει,
+που τον γελάνε τα παιδάκια και τα κοριτσάκια· που του κλέβουν τα κονδύλια και
+της πλάκαις και της κορδελίτσαις από μπροστά από τα μάτια του, και τόσα
+άλλα.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα τα είπεν αυτά εις τον αδελφόν της, χωρίς ν' αναφέρη τον
+Μπάρμπα-Σταυρήν. Αλλ' ο Σπύρος τα διέψευδεν. Έλεγεν ότι τα διαδίδει αυτά ένας
+φούρναρης εκεί δίπλα του, ο οποίος αφού είδεν ότι το μαγαζάκι του έκαμνε
+δουλειά, παρήγγειλε και αυτός και του έφκιασαν μέσα εις τον φούρνον μια μόστρα
+και έβαλε κάμποσα ψιλικά και αυτός και τα κατέβασεν ελεεινά, και η αλήθεια είνε
+ότι του έκοψε του Σπύρου τους μουστερήδες. Γιατί αυτός είνε κατεργάρης και όσα
+σπίτια δεν στέλνουν τα παιδιά τους να ψωνίσουν τα ψιλικά από αυτόν, δεν τους
+δίνει ψωμί κρέντιτο. Να, αυτά είνε τα σωστά. Ότι δηλαδή, Αρφανούλα μου, η
+ατυχία με κυνηγά· και να πης χαιρετίσματα εις τον Μπάρμπα-Σταυρήν ότι ο Σπύρος
+ειμπορεί να είνε άτυχος, τεμπέλης όμως δεν είνε.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα ένεκα συσσωρεύσεως παραγγελιών εν τω εργοστασίω, δεν έλαβε
+καιρόν να φροντίση εγκαίρως· και ούτως με την νέαν επιχείρησιν του αδελφού της
+εζημιώθη άλλας χιλίας δραχμάς.</p>
+
+<p>Επήγε να σκάση από τον θυμόν του ο Μπάρμπα-Σταυρής. Αλλ' ενόμιζε πλέον
+ότι η Αρφανούλα έβαλε γνώσιν, ότε την παραμονήν της Πρωτοχρονιάς ελθών να
+χαιρετίση την ανεψιάν του διά τα Χριστούγεννα, μετά τινα καιρόν, βλέπει και
+ητοίμαζε διάφορα παιγνιδάκια και αθύρματα πολλά, σωρόν μεγάλον.</p>
+
+<p>Ο Σπύρος έλειπε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι είν' αυτά Αρφανούλα; ηρώτησεν ο θείος της. Κάτι πολλά δώρα θα
+κάμης εφέτος. Μήπως τον αρραβώνιασες τον Σπύρο, κρυφά από τον Μπάρμπα-
+Σταυρήν; Να σου πω, δεν θα ήταν άσχημα. Ο γάμος είνε σαν το τυπογραφικό
+πιεστήριον και μπορεί να στρώση και ο Σπύρος.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα εγέλασε. Και διηγήθη είτα εις τον θείον της τα συμβαίνοντα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να σου πω, Μπάρμπα-Σταυρή. Τον λυπήθηκα. Δεν βαστά η ψυχή
+μου. Δεν έχει παντελόνι να φορέση. Έπεσε 'ς τα πόδια μου με τα δάκρυα, σαν
+μωρό, και μου είπεν. Απ' τον Θεόν και στα χέρια σου, αδελφούλα μου. Άλλη φορά
+δεν θα σε βαρύνω. Δάνεισέ μου ένα κατοστάρικο να στήσω 'ς την Καπνικαρέα ένα
+τραπέζι να πωλήσω Πρωτοχρονιάτικα, να βγάλω μια φορεσιά ρούχα το ελάχιστο.
+Σε λίγαις ημέραις θα τον φάνε τον Γέρω, τέλος πάντων. Και άλλη φορά δεν θα σε
+βαρύνω. Το βλέπω κ' εγώ. Κοντζάμ άνδρας ως εκεί επάνω, να μένω χωρίς δουλειά!
+Φταίει και ο μακαρίτης ο Γέρω-Λαχανάς. Όταν μου έλεγε, βρε Σπυράκι μου, βρε
+Σπυρέτο μου, βουτηγμένος αυτός μέσα 'ς τον ιδρώτα και τα χώματα, έπρεπε να
+σηκώση την τσάπα του να μου κάμη μια τρύπα 'ς το ξερό μου, να έμβη μέσα ολίγη
+γνώσις.</p>
+
+<p>Και έκλαιεν ο καϋμένος . . .</p>
+
+<p>Τον λυπήθηκα Μπάρμπα-Σταυρή. Έπειτα να πούμε και του φτωχού το δίκαιο.
+Τον κυνηγά και η κακοτυχία. Δεν είνε μονάχη η κακομοιριά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα δεν ξέρεις, κορίτσι μου, ότι όπου κακομοιριά, εκεί και κακοτυχία;
+. . .</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ούτω λοιπόν ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, με την πονηρίαν του και με την φυσικήν
+αγαθότητα της Αρφανούλας τα κατάφερε πάλιν και τον είδομεν την παραμονήν της
+πρωτοχρονιάς πρωί πρωί, παρά το Άγιον Βήμα της Καπνικαρέας, εμπρός εις μίαν
+τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα ευθηνά αθυρμάτια, στρέφοντα, τη συμβουλή του
+θείου του, μίαν τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν εκεί θρηνητικώς, πρώτην-πρώτην
+αυτήν, ως το εγερτήριον της μεγάλης εμπορικής οδού, την τρελλήν εκείνην
+ημέραν.</p>
+
+<p>Αλλά μόλις εξηφανίσθη ο Μπάρμπα-Σταυρής με τα τρία ξύλα του, ως είδομεν,
+και ψεκάδες πυκναί ήρχισαν να πίπτουν.</p>
+
+<p>Ο άνεμος ετράπη προς το βορειοανατολικόν του ορίζοντος και μετ' ολίγον
+βροχή δαρτή ήρχισε να πίπτη. Θόρυβος επηκολούθησε τότε και ταραχή μεγάλη εις
+τας πέριξ εκεί άλλας τραπέζας των παιγνιοπωλών, και φωναί και βλασφημίαι
+ηκούσθησαν. Άλλοι με λευκάς σινδόνας εσκέπαζον τα προς πώλησιν αθύρματα, ως
+να τα εσαβάνοναν, και άλλοι εισεκόμιζον τας τράπεζας των εις τα εγγύς εμπορικά.
+Οι έμποροι, απηλπισμένοι συνέκρουον τας χείρας των ως οι σταφιδοκτήμονες,
+βραχείσης της σταφίδος. Οι υπάλληλοί των εγελούσαν σκαστά.</p>
+
+<p>Ο Σπύρος τότε του Γέρω-Λαχανά, ανοίξας την ομβρέλλαν του, είχεν αυτήν την
+πρόνοιαν, με όλην την ανικανότητά του ήτο γεμάτος πονηρίαν, ανέμενε να παύση,
+η βροχή κ' εξηκολούθει να συστρέφη την τεραστίαν ροκάναν.</p>
+
+<p>Ουδείς διαβάτης ετόλμησε να προβάλη επί τόσας ώρας και εκινδύνευε να
+κηδευθή η τελευταία ημέρα του έτους εκείνου άνευ της προπομπής, αλλά μόνον
+με τους θρηνητικούς κρωγμούς της ροκάνας του Σπύρου, του υιού του Γέρω-
+Λαχανά.</p>
+
+<p>Διότι αληθώς μετ' ολίγον ορμητική θύελλα εκραγείσα, θαρρείς και απέλυσεν
+επί της πόλεως ολόκληρον τρούμπαν. Καταρράκται κατακλυσμού ανοίχθησαν και
+ρεύμα μετά ηχηράς βοής κατήλθεν αμέσως από του Συντάγματος, το οποίον
+παρέσυρε παν το πρόστυχον. Οι έμποροι έσπευδον ν' αποσύρωσιν από των θυρών
+των τα προς πώλησιν πράγματα. Η δε τράπεζα του Σπύρου, μη προνοήσαντος να
+την εισαγάγη εγκαίρως εις τι εμπορικόν, ως έπραξαν προ μικρού οι άλλοι
+παιγνιοπώλαι, ανετράπη φευ! και τα παίγνια όλα και όλα τα αθύρματα του οικτρώς
+παρεσύρθησαν υπό του χειμάρρου κ' εξηφανίσθησαν εις την εκεί πλησίον μεγάλην
+καταβόθραν.</p>
+
+<p>Και εσώθη μόνος ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, ως ο τελευταίος άγγελος του Ιώβ,
+ίνα αναγγείλη την θλιβεράν είδησιν εις την αδελφήν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πες χαιρετίσματα εις τον Μπάρμπα-Σταυρή, Είπε θρηνών ο Σπύρος,
+πες του που ξέρει να κάνη το ξυλόσοφο, ότι ο Σπύρος δεν είνε τεμπέλης, αλλά τον
+κατατρέχει η ατυχία....</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Κατόπιν, μετά μεσημβρίαν, ο ουρανός της Αττικής, ο απατεών, εξαστέρωσε κ'
+έγεινεν αρκετή κίνησις, ο δε σχηματισθείς βόρβορος συνετέλεσεν εις το να
+ανυψώση εις βακχικήν τελετήν, την γενομένην εκείνο το έτος παρέλασιν των
+Αθηναίων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξεύρω, τέλος πάντων, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταυρής ο
+Ξυλοπόδαρος, ελθών την επαύριον να χαιρετίση την Αρφανούλαν, δεν ξεύρω ποίος
+πταίει, ο αδελφός σου ή η ατυχία του. Σου το είπα όμως και άλλαις φοραίς. Όπου
+κακομοιριά εκεί και ατυχία. Έπειτα εσύ διαβάζεις βιβλία. Δεν ξεύρεις ότι
+«κακομοίρης» θα πη άτυχος; Το βέβαιον όμως είνε, ετελείωσεν ο Μπάρμπα-
+Σταυρής, ότι αν ο Σπύρος επήγαινεν από μικρός σε κανένα Μοναστήρι, μπορούσε
+σήμερα να είνε κάτι τι. Κ' εκτύπησε τον ξύλινον πόδα του κραταιώς επί του
+πατώματος, ως να εκτυπούσε την κεφαλήν του, διότι δεν το είπεν αυτό, όταν
+έπρεπε.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">
+Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ<br />(1901)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Με τα δύο καλαμοειδή χεράκια του και τα δύο σκολιά ποδαράκια του, ο Μιστόκλης
+ο Κοντούλης κατεγίνετο εν χαρά, τόσας ημέρας τώρα, με το νέον του επάγγελμα,
+όπερ ανέλαβε με χρυσάς ελπίδας, ωσάν κάθε νέος επαγγελματίας.</p>
+
+<p>Προσκολλών χαρτίνας ρωσσικάς εικόνας επί μικρών σανίδων, μετά προσοχής
+και δεξιότητος, ώστε να φαίνωνται ως εξ αρχής εζωγραφημέναι επί των σανίδων,
+και πλαισίων αυτάς είτα δι' απλών εκ λευκοσιδήρου κορνιζών, κατήρτιζε πλουσίαν
+συλλογήν, σκοπών ν' απέλθη εις Τήνον, κατά την πανήγυριν, και κερδίση ασφαλώς
+και ακόπως κέρδη από ευτελών και πτωχικών κεφαλαίων. Έξυπνος ο Μιστόκλης ο
+Κοντούλης, είχε κάμει πρό τινων ημερών δοκιμάς εις τα περίχωρα της Αττικής και
+είδεν ότι αι κομψώς πλαισιωμέναι εικονίτσες του ηγοράζοντο προθύμως υπό των
+χωρικών, εις τους περιεργοτέρους των οποίων ο Μιστόκλης ηναγκάζετο να
+περιγράφη την σπανίαν τέχνην του, εξαπατών ότι αυτός εζωγράφιζε διά της χειρός
+τας εικόνας, εκμαθών τάχα εν Κιέβω την ρωσσικήν αγιογραφίαν, μη βραδύνων να
+προσθέτη εις τους πλέον περιέργους ακόμη, ότι αυτός επί το εκκλησιαστικώτερον,
+ως απεκάλει την βυζαντινήν αγιογραφίαν, μετερρύθμιζε τα άκομψα και χονδροειδή
+ρωσσικά σχέδια. Τόσην δε πεποίθησιν είχε πλέον εις την επιτυχίαν του νέου του
+έργου, ώστε επανειλημμένως τω ήρχετο διάθεσις ν' ανακράξη προς την γυναίκα
+του «όξω φτώχια». Αλλά πολλά παθών έως τώρα, πολλά έμαθε, και, το καλλίτερον,
+έμαθε να σιωπά πλέον.</p>
+
+<p>Και αφού εκόλλησε τας χαρτίνας αγιογραφίας και ηλίαζε τας υγράς σανίδας,
+ήρχισε να ετοιμάζη και συλλογήν άλλην προσωπογραφιών της αυτοκρατορικής
+ρωσσικής οικογενείας.</p>
+
+<p>Εκεί πλησίον του, η σύζυγός του, φίλεργος και φιλόπονος γυνή, ξενοπλύνουσα
+είχε καθήσει επί σκάμνου, παρά μεγάλην και ασήκωτην κόφαν, μπουγαδιάζουσα
+τα πλυθέντα ιμάτια και αναπαυομένη προς στιγμήν, εθήλαζε χρονιάρικον βρέφος,
+μετά συνέσεως, περισφίγγουσα τους ατάκτους του πόδας επί της οσφύος της, εις
+ενδιαφέρουσαν ευρισκομένη κατάστασιν. Τρία άλλα παιδία, το έν μικρότερον του
+άλλου, έπαιζον παρά-πέρα εν τη ρυπαρά αυλή, καταβορβορωμένα μέσα εις τα
+νερά της πλύσεως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Της προάλλαις, εις το Μενίδι, έλεγεν ο Μιστόκλης, προσβλέπων μετά
+τινος δισταγμού την βεβαρημένην της συζύγου του κοιλίαν, από κάθε εικόνα που
+μου κοστίζει — τέχνη και κόπος και κεφάλαια, — μια δεκάρα, έβγαλα δύο και τρεις
+δραχμαίς. Πρώτα ο Θεός, να πωλήσω εις την Τήνο από δυο και τρεις δραχμάς την
+μία, της πεντακόσιες εικόνες μόνον —</p>
+
+<p>Διεκόπη αίφνης, Τω ήλθε διάθεσις πάλιν να εκφώνηση «όξω φτώχια», αλλά
+συλλογισθείς τα παθήματά του, εδάγκασε την γλώσσαν του και εσιώπησεν.</p>
+
+<p>Η σύζυγός του, κάθιδρως, κουρασμένη από της επιμόχθου πλυντικής εργασίας
+ανεπαύετο ακόμη, θηλάζουσα και το βρέφος, το νήπιον, του οποίου περιέσφιγγε
+τους αεικίνητους πόδας επί της οσφύος της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεκαπέντε δραχμαίς την χιλιάδα της αγόρασα από το παππά-Σάββα
+τον αγιορείτην, διηγείτο ο Μιστόκλης προς την γυναίκα του, ατενίζων μετά φόβου
+πάντοτε την βεβαρημένην της κοιλίαν· τα σανιδοκόμματα μου τα χάρισεν ο
+ξάδερφός σου ο μαραγκός, ώστε λίγη ψαρόκολλα μόνον αγόρασα και λίγες
+λωρίδες τενεκέ και λίγα τζάμια από το φαναρτσή, απομεινάρια. Πρώτα ο Θεός να
+της πωλήσω όλαις, και της χίλιαις, έστω και προς μία δραχμή την μίαν —</p>
+
+<p>Εδάγκασε και πάλιν την γλώσσαν του, ίνα μη εκφωνήση υπερήφανόν τινα
+καύχησιν. Και είχε πάθει πολλά έως τώρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πότε έχομε της Παναγίας; ηρώτησεν η σύζυγός του, αποθέσασα
+χαμαί, επί τινος σανίδος, το νήπιον, το οποίον απεκοιμήθη θηλάζον, και με το
+βάρος εκείνο της κοιλίας της, η πτωχή, επανήρχισε πάλιν το μπογάδιασμα των
+ιματίων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Την παραπάνω Κυριακή, απήντησεν ο Μιστόκλης, καρφώνων με
+προσοχήν μίαν ωραίαν ολόχρυσον Αγίαν Παρασκευήν. Και μετά δισταγμού και
+φόβου εμβλέπων προς αυτήν και προς το βάρος της, διά νευμάτων, σαν να εζήτει
+να μάθη τον χρόνον του τοκετού, εψιθύρισε κατ' ιδίαν μασσημένους λόγους:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχει γούστο εις την τόση χαρά μου για το ταξείδι, να μου
+παρουσιασθούν και γεννητούρια, και ν' απομείνη ο Μιστόκλης με της εικόνες στα
+χέρια! Εν τούτοις υπελόγιζε και εύρισκεν ότι ο τοκετός θα επέλθη μίαν εβδομάδα
+μετά την εορτήν της Παναγίας. Επρολάμβανε λοιπόν και εις την Τήνον να μεταβή
+και την λεχώ να θεραπεύση.</p>
+
+<p>Ουχ ήττον κάτι τι τον ετριβέλιζε μέσα εις την καρδίαν του. Μήπως έχει λάθος;
+μήπως ο λογαριασμός γίνεται χωρίς τον ξενοδόχον; Πολλά παθών, έμαθε
+πολλά...</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Εις όλα τα προηγούμενα επαγγέλματά του ο Μιστόκλης ο Κοντούλης, εις όλας τας
+επιχειρήσεις του, είχε διαψευσθή. Τας μακράς του χειμώνος νύκτας
+στενοχωρημένος από τας ανάγκας της πολυμελούς του οικογενείας, απηρίθμει εν
+απογνώσει όλα τ' αποτυχόντα παλαιά έργα του, εις μάτην ζητών ν' απολαύση
+απλήν τινα εις νεωτέραν επιχείρησιν επιτυχίαν.</p>
+
+<p>Πανταχού η μοίρα του, του πτωχού η μοίρα, παρουσιάζετο φοβερά ενώπιόν
+του, απελπιστική, καταστρέφουσα τας ελπίδας του, διαλύουσα τα όνειρά του, ώστε
+ν' αληθεύη πάντοτε το της παροιμίας «όπου πτωχός και η μοίρα του».</p>
+
+<p>Και εις αυτό το έργον της παιδοποιίας, εις το οποίον και μόνον τω έλεγεν ο
+γείτονας του ο κυρ-Γεώργης ο συνταξιούχος, ότι επέτυχε, θέλων να τον
+παρηγορήση παραπονούμενον, και εις αυτό ο Μιστόκλης έβλεπε την φοβεράν
+μοίραν του, του πτωχού την μοίραν, προαγγέλλουσαν αυτώ τας αποτυχίας
+του.</p>
+
+<p>Από την ημέραν που επρωτόπιασε εργασίαν, πρώτην φοράν ελθών εις την
+πρωτεύουσαν εκ των νήσων του Αιγαίου πελάγους, από τότε εφάνη ότι ούτε η
+μοίρα του επήρε με καλό μάτι τον Μιστόκλην, ούτε ο Μιστόκλης την μοίραν του.
+Αυτός, μικρός το ανάστημα, αλλά και υγιής τω σώματι και ευτραφής ως
+ουρανόπεμπτος εφάνη εις τον Γέροντα του Λυκαβητού, ένα σκληροτράχηλον και
+φιλάργυρον προεστώτα του Αγίου Γεωργίου, όστις «με το μέλι» κατ' αρχάς ομιλών,
+ήρχισεν εις το τέλος να τον ποτίση όξος και πικράν αλόην.</p>
+
+<p>Γνωρίζων ο Μιστόκλης τα γράμματα του ελληνικού σχολείου υπηρέτει καλώς εν
+τω ναΐσκω, συλλειτουργών τους ιερείς. Αλλ' ο γέρων βλέπων το ανθηρόν της υγείας
+του, μετ' ολίγον καιρόν επέβαλεν εις αυτόν να περιέρχηται την πόλιν μετά μεγάλου
+δισακκίου και να συνάζη ελέη των χριστιανών, διά τον Άγιον Γεώργιον. Εις το
+χωρίον του, είνε αληθές, ο Μιστόκλης εξετέλει και αγροτικάς εργασίας, αλλ' είχεν
+έλθει εις τας Αθήνας, αποβλέπων εις στάδιον ευγενέστερον. Διά τούτο βαρέως
+έβλεπε τους ώμους του εξασθενίζοντας από το αφόρητον άχθος του δισακκίου.
+Τότε κατά πρώτον είδε καθ' ύπνους την Μοίραν του ως άγριον και δυσαχθές
+γερόντιον, απεσκληρωμένον και πολιόν, να θεωρή τον νεαρόν νησιώτην ως τι
+μελιτωμένον πλακούντιον, έτοιμον εις βρώσιν.</p>
+
+<p>Υπέμεινεν όμως ο Μιστόκλης όλας τας βαρείας υπηρεσίας του βράχου, ελπίζων
+ίσως διά της υπακοής του και ταπεινώσεως να μαλάξη τον σκληρόν γέροντα. Αλλ'
+εκείνος την υπακοήν του εκείνην και ταπείνωσιν εκλαβών ως ηλιθιότητα, τω
+επέβαλε να λαξεύη τον βράχον τον απρόσιτον, και να κατασκευάζη με την
+γλυπτικήν σμίλην βαθμίδας επί της ανωφερούς πέτρας, προς εύκολον ανάβασιν
+των προσκυνητών και έδρανα προς αναψυχήν των.</p>
+
+<p>Αλλ' η εργασία αύτη ήτο λίαν επαχθής· και μετ' ολίγα έτη ελάξευσε μεν ο
+ευτραφής Μιστόκλης τον απορρώγα βράχον, πλατείας ισοπεδώσας και πεζούλια
+υψώσας και δεξαμενάς γλύψας διά το βρόχινον ύδωρ, αλλά συγχρόνως, χωρίς να
+το εννοήση, ελάξευσε και το τρυφερόν σώμα του, καταντήσας με δύο καλαμοειδή
+χεράκια και δύο σκολιά ασθενή ποδαράκια και μίαν άκρεων πλατίτσαν. Έκτοτε, η
+Μοίρα του, εμφανιζομένη σκληρά, υπό την μορφήν του Γέροντος, κοντού και
+απηνούς, πολιού και εχθίστου, με πώγωνα βαθύν και επανωφόριον ποδήρες
+ρωσσικόν, συνετάραττε την νυκτερινήν ανάπαυσίν του· και αποκαμών επεθύμει
+την κατάβασίν του προς τα κάτω, όπου τω εφαίνετο ότι θα εύρισκεν ανάπαυσιν εις
+την μαλακά γύρω του βουνού, αναπαυομένην πόλιν.</p>
+
+<p>Όταν δε μίαν ημέραν, με το καύμα, αχθοφορικώς τοποθετών ογκώδεις λίθους,
+εις κατασκευήν πεζουλιών, προς συντήρησιν της διαρρεούσης πάντοτε από των
+όμβρων οδού, είδεν αίφνης να κυλίση βράχος προς την υπώρειαν, με ταχύτητα
+ακράτητον, ηυχήθη να εκύλιε και αυτός, χωρίς ο εαυτός του, ως άλλος Σίσυφος, να
+τον αναβιβάση πάλιν επάνω. Κ' εθάρρει ότι δεν θα εχάνετο εις μίαν πόλιν, τόσον
+μεγάλην και τόσον φιλάνθρωπον, όπου και πέντε αγαθοί να υπήρχον, θα έσωζον
+όλας τας άλλας μυριάδας, και αυτόν μαζί.</p>
+
+<p>Ο γλυκύς αυτός πόθος του δεν εβράδυνε να εκπληρωθή, διότι μίαν άλλην
+ημέραν φορτωμένος το δισσάκιον των ελεών, με τα χονδρά του ράκη και τα μεγάλα
+κρητικά υποδήματα, με τα λεπτοκαμωμένα και σκολιά ποδαράκια του, αναβαίνων
+τον ελικοειδή δρόμον, κατέπεσεν από του καύματος υπό τινα δροσεράν πευκών
+συστάδα, και ανακλιθείς, με προσκέφαλον το δισάκκιον, εβυθίσθη εις δροσερόν
+ύπνον, και εβράδυνε να κομίση προς τον Γέροντά του το δισάκκιον με τα ελέη,
+διαρπαγέντα, κατά τον ύπνον του, υπό λωποδυτών. Την νύκτα εκείνην, ως βαρύς
+λίθος, ο Μιστόκλης εκύλισε τωόντι κάτω, προς την υπώρειαν, αποδιωχθείς αγρίως
+υπό του Γέροντος, αυτός δε καμμίαν όρεξιν δεν είχε πλέον να γείνη Σίσυφος και ν'
+αναβιβάση πάλιν τον εαυτόν του επάνω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τότε, πρώτα-πρώτα, ο Μιστόκλης ως έξυπνος όπου ήτο, επιθυμών να
+εργασθή πλέον εν τη πόλει, την οποίαν ως όνειρον έβλεπε πάντοτε από την
+κορυφήν του Λυκαβητού, να δράση και να προοδεύση, ως έβλεπεν από του ύψους
+εκείνου ότι έδρα και προώδευε κάτω τόσος κόσμος, εζήτησε κ' εύρε την παρά του
+Θεού ορισθείσαν τω ανθρώπω βοηθόν και σύντροφον εν τω βιωτικώ αγώνι και
+ήλθεν εις γάμον. Πλην όλα τα επαγγέλματα, εις τα οποία προχείρως επεδίδετο
+έκτοτε — τακτικόν τι έργον δεν είχεν εκμάθει — όλα, τον ωδήγουν από ατυχίας εις
+ατυχίαν. Τω εφαίνετο ότι, σαν να τον κατηράσθη ο Γέρων του Λυκαβητού διά τα
+ελέη, τα οποία του αφήρπασαν οι λωποδύται, και πολλάκις τον έβλεπε καθ' ύπνον
+κατά πάσαν αποτυγχάνουσαν εργασίαν του, κοντόν, χονδρόν, με λευκόν μέχρι του
+στήθους φθάνοντα πώγωνα, μ' έν χονδρόν και μακρόν επανωφόριον, ως ρωσσικόν
+επενδύτην, να τω φωνάζη αγρίως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όπου φτωχός και η μοίρα του! Εσύ μου τάφαγες τα πρόσφορα και
+είπες πως σου τάκλεψαν οι λωποδύταις!</p>
+
+<p>Τον είδε τον Γέροντα, όταν τον εμπόδισεν η εξουσία να πωλή καπνά και
+σιγαρέττα, οπού, εκέρδιζεν αρκετά, χωρίς κανένα κόπον, διότι είχε ψηφισθή το
+μονοπώλιον. Κατόπιν τον ξαναείδε πάλιν, κοντόν και χονδρόν, κατάλευκον, με τον
+ρωσσικόν επενδύτην του, όταν πωλών κουλουράκια ζαχαρένια, όπου τα εζήμωνεν
+η γυναίκα του, εκέρδιζεν ικανάς δραχμάς την ημέραν. Ολίγας ημέρας μετά το
+όνειρον, εγέμισεν η Αθήνα από κουλουροπώλας, και έκαμε λογαριασμόν ότι τα
+πωλούμενα κουλούρια αναλογούσαν δέκα προς έκαστον Αθήναιον. Αν ήτο δυνατόν
+να προκόψη κανένας! έλεγεν αγανακτών ο Μιστόκλης.</p>
+
+<p>Αμυδρώς ενθυμείτο ότι τον είδε, τον φοβερόν Γέροντα, άγριον ως λύκον και
+όταν η γυναίκα του εγέννησε το πρώτον τέκνον των· και τω εφάνη ότι και τότε
+είπεν εις τον Μιστόκλην ο Γέρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όπου φτωχός και η μοίρα του!</p>
+
+<p>Καλά-καλά δεν την εβεβαίωνε ταύτην την οπτασίαν, αλλά το να αποκτά κατ'
+έτος και από έν παιδίον, τούτο βεβαίως δεν ήτο πλουσίου ριζικόν, εσκέπετο ο
+Μιστόκλης.</p>
+
+<p>Και όταν ο Μιστόκλης πάλιν με την βούρτσαν του επ' ώμων, με τον τενεκέ των
+χρωμάτων παρά πόδας εις μάτην ανέμενε παρά την Νέαν Αγοράν, ως σουβατζής,
+να προσληφθή εις καμμίαν εργασίαν, υποχρεωμένος εκεί ναπαριθμή τους
+οψοπώλας και τους κομίζοντας πλήρεις οψωνίων τους καλάθους εις τας οικίας των
+ευδαιμόνων αστών, έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— 'Σ πολλά έτη, που ξενοπλένει η γυναίκα μου και βγάζουμε το ψωμάκι
+. . . .</p>
+
+<p>Εις τας δεινάς τότε στενοχωρίας του εσυλλογίζετο την πρώτην του εργασίαν και
+τω ήρχετο σκέψις ν' αναβή εις τον Άγιον Γεώργιον, να βάλη μετάνοιαν εις τον
+Γέροντα και να ζητήση συγχώρησιν από την Μοίραν του.</p>
+
+<p>Φοβεραί της στενοχωρίας του παρετείνοντο αι νύκτες τότε. Παρά τον μέγαν
+πύραυνον, εν τη ρυπαρά αυλή της κατοικίας των, παρά την Βλασταρούν, η γυναίκα
+του προσεπάθει να μπουγαδιάση, ρίπτουσα ολίγον κατ' ολίγον το βραστόν νερόν
+εις την βαθείαν της μπουγάδας κόφαν. Τα παιδία των ως γατάκια εκοιμώντο εις
+μίαν ψάθαν επάνω, όλα μαζί, μία τουφίτσα σαν ορφανά. Ο Μιστόκλης, στηρίζων
+την καθαράν από της αργίας βούρτζαν του επί του τοίχου, και καθήμενος είτα επί
+του κενού τενεκέ των χρωμάτων έβλεπε την βασανιζομένην γυναίκα του. Έβλεπε τα
+κοιμώμενα παιδία επί της ψάθης, ως να ήσαν εγκαταλελειμμένοι νεοσσοί, έβλεπε
+και την βεβαρημένην της μητρός κοιλίαν και διελογίζετο, αν δεν ήτο καλλίτερος ο
+πρώτος αχθοφορικός εκείνος βίος του, ότε κάθιδρως και ασθμαίνων αναβίβαζεν
+επί του Λυκαβητού το δισάκκιον των ελεών. Τότε έν δισάκκιον είχε μόνον, αλλά
+τώρα έχει τρία παιδιά και μίαν γυναίκα γαλακτοτροφούσαν και συνάμα έγκυον.
+Τότε ήτο ελεύθερος να το κάμη ό,τι ήθελε το δισάκκιον εκείνο, όπως ποτέ το έκαμε
+και προσκέφαλον. Ήτο ελεύθερος να το ρίψη κάτω από των ασθενικών του ώμων
+όπως και το έρριψε, διότι ήτο άψυχον και άπνουν δισάκκιον. Αλλά το δισάκκιον
+αυτό το ζωντανόν, το έμψυχον, που φέρει ήδη εις την αδύνατον και λαξευμένην
+πλατίτσαν του; Το κλαίον πολλάκις και πολλάκις γελών, το εκφράζον πόθους και
+ορέξεις, πείναν και δίψαν, γυμνότητα και στέρησιν; Το δισάκκιον το πλήρες
+ονείρων και σχεδίων, το πεπληρωμένον όχι ελεών διά τον Άγιον Γεώργιον, αλλά
+υπάρξεων τόσων διά τον κόσμον;</p>
+
+<p>Υπάρξεων, αίτινες έχουν χαράν, υπάρξεων, αίτινες έχουν λύπην; Ούτε να το
+ρίψη πλέον κάτω ημπορούσεν, αλλ' ούτε και να το μεταχειρισθή ως
+προσκέφαλον.</p>
+
+<p>Και πόσας απολαύσεις είχεν εκείνος ο βίος, όστις τότε τω εφαίνετο βαρύς και
+μοχθηρός. Την άνoιξιν ο κωνοειδής εύμορφος λόφος, ο άγονος το θέρος και
+κατάξηρος, ήτο παγκάλως εστολισμένος, ζωγραφισμένος με τόσα αγριολούλουδα,
+κ' ευωδίαζεν όλος ο βουνός από την νέαν του θύμου βλάστησιν.</p>
+
+<p>Πατών εις την καταπρασίνην εκείνην λόχμην και διά μέσου των τερπνών
+πεύκων αναβαίνων την βουστροφικήν οδόν του ο Μιστόκλης, ασθμαίνων από το
+βάρος του δισακκίου, ίστατο κατά δεκάδας βημάτων να ίδη πότε μεν τα γλαυκά
+του Σαρωνικού νερά και πότε τους θαλερούς αμπελώνας του Γουδίου. Απέθετε
+τότε το δισάκκιον ν' ανασάνη ολίγον και ανέπνεε την ευώδη της ανοίξεως δρόσον,
+αγνήν και αθάνατον, ενώ δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις, ως από τέλματος,
+εκάλυπτον κάτω την πόλιν. Και πάλιν ανελάμβανε το δισάκκιον και ανέβαινε· και
+πάλιν ίστατο διελθών ήδη τας ευσκίους υπωρείας και αναβαίνων τον απρόσιτον
+της κορυφής βράχον με τας ελικοειδείς υπ' αυτού λοξευθείσας καμπάς του,
+εστεφανωμένας με στέμματα χλοερά μαργαριτών και αιμοχρόων μυκώνων.</p>
+
+<p>Κ' ενθυμείτο τώρα ο Μιστόκλης εκείνο το τερπνόν πανόραμα όπερ από της
+κορυφής εκαμάρωνε κάθε πρωίαν, αναμένων εις τας επάλξεις του βράχου, να ίδη
+αν έρχωνται προσκυνηταί να κρούση τον κώδωνα. Ηπλούτο γύρω-γύρω η πόλις
+λευκή, κατάλευκος, με τους ναούς της και τα παλάτια της, με τας πλατείας της και
+τα καθαρά τετράγωνα των νέων συνοικισμών. Τι αν ίδρωνε να λοξεύση μίαν
+βαθμίδα, ή να κομίση το βαρύ δισάκκιον; Κατόπιν ήτο ελεύθερος — τω εφαίνετο
+τώρα — να χαίνη προς τον ευώδη του ύψους εκείνου αέρα....</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ετοποθέτησεν όμως τας εικόνας όλας εις τρεις μικράς κασσίτσας.</p>
+
+<p>Έθεσεν εντός καλάθου τα εφόδια του ταξειδίου, είπεν εις την γυναίκα του να
+ετοιμάση μίαν γουνίτσαν μ' έν κυλιμάκι μαζί, και ητοιμάζετο, αφού κοιμηθή ολίγον
+και ξεκουρασθή, να εξέλθη και μισθώση αχθοφόρον, ίνα μεταφέρη τα πράγματα
+εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου, εις Μοναστηράκι. Την εσπέραν εκείνην θ'
+ανεχώρει το πρώτον ατμόπλοιον διά την πανήγυριν της Τήνου.</p>
+
+<p>Το βρέφος το νήπιον εκοιμάτο προ μικρού θηλάσαν. Τα τρία άλλα παιδία,
+βαστάζοντα ανά έν τεμάχιον άρτου, ανεπιμέλητα, εβύθιζον αυτό εις τους ρύπους
+της αυλής, και είτα το έτρωγον. Η σύζυγός του, προς νέαν πλύσιν ετοιμαζομένη,
+παρεπονείτο ότι ησθάνετο αδιαθεσίαν και κόπωσιν αφόρητον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα κρύωσες, είπεν ο Μιστόκλης, γιατί εψές, κατάλαβες, φυσούσε
+μπονέντες.</p>
+
+<p>Είπε και έγυρεν εκεί παρά την πυράν της καμίνου της πλύσεως, τυλιχθείς μ' έν
+παλαιόν ράκος.</p>
+
+<p>Η σύζυγός του ήρχισε την πλύσιν, κύπτουσα με όλον το βάρος της, παρά την
+μεγάλην και κτιστήν εκεί σκάφην του πλυντηρίου, ότε μετά μικρόν, σαν να
+ησθάνθη οδυνηρόν πόνον κ' έβαλε κραυγήν. Ο Μιστόκλης, καθεύδων έως τότε,
+εξηγέρθη αίφνης έντρομος και διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι ο Γέρων του
+Λυκαβηττού φοβερός και απάνθρωπος, με τον βαθύν λευκόν του πώγωνα και τον
+ποδήρη ρωσσικόν επενδύτην του, ενεφανίσθη πάλιν, και αφού τον εκύτταξε
+βλοσσυρώς εκραύγασεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όπου φτωχός και η Μοίρα του.</p>
+
+<p>Αλλ' έως ου αποτελειώση το όνειρόν του ο Μιστόκλης, επήλθον εις την σύζυγόν
+του αι ωδίνες του τοκετού· και τότε ο πτωχός, αντί να φροντίση διά την
+αναχώρησίν του, μετέβη να καλέση την μαίαν.</p>
+
+<p>Δεν ηδύνατο πλέον ν' αναχωρήση εις Τήνον, αι δε εικόνες του έμειναν
+κεκλεισμένοι μέσα εις τας τρεις κασσίτσας. Ότε δε κατόπιν εκλαυθμήριζε το
+αρτιγέννητον βρέφος γοερώς, ο Μιστόκλης ο Κοντούλης, ίνα διευκολύνη την λεχώ
+και αποκοιμηθή ολίγον, βαστάζων αυτό εις τας αγκάλας του, επανελάμβανε
+θρηνωδώς:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κλάψε, καϋμένο, κλάψε! Όπου φτωχός και η Μοίρα του!</p>
+
+<p>Ενώ αι εικονίτσες του, μέσα εις της τρεις κασσίτσαις κλεισμέναις σιωπηλαί και
+ακίνητοι, ούτε έτριζον καν εξ οικτιρμού...</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">
+ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ</h5>
+
+<p>
+<br />
+Σελ. 73 όπισθέν μας, της Τροίας, Τενεδιό, αι θοαί νήες.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p style="margin-top: 6em"><b>ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ —
+ΑΘΗΝΑΙ</b></p>
+
+<p>
+<br /><b>
+ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ<br /><br />
+
+ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ</b></p>
+
+<table>
+<tr><td></td><td></td><td align='right'>Δρ. </td></tr>
+<tr><td> ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ.</td><td><b>Αττικαί ημέραι</b> (διηγήματα και
+ευθυμογραφήματα) .</td><td align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td>»</td><td><b>Ζητείται υπηρέτης</b> (κωμωδία μονόπρακτος) </td><td
+align='right'>1. —</td></tr>
+<tr><td> ΒΑΒΕΑ Ν.</td><td> <b>Το Πέραν μας</b> (πρωτότυπον κοινωνικόν έργον
+από τα<br />
+παρασκήνια της ζωής μας) </td><td align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ.</td><td><b>Ανάλεκτα</b> (κρίσεις και εντυπώσεις 2 τόμ.)
+</td><td align='right'>8. —</td></tr>
+<tr><td> ΒΡΑΤΣΑΝΟΥ Μ.</td><td> <b>Τα κατά τον Θησέα</b> (Ιστορική και
+πολιτική<br />
+μυθογραφία)</td><td align='right'>7. —</td></tr>
+<tr><td> ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ.</td><td><b>Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού
+μου</b></td><td align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. Ι.</td><td><b>Σκαραβαίοι και Τερρακόττες</b> </td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I.</td><td><b>Ο Λυχνοστάτης</b> (κωμωδία)
+μονόπρακτος </td><td align='right'>1. —</td></tr>
+<tr><td> ΔΡΟΣΙΝΗ Γ.</td><td> <b>Φωτερά Σκοτάδια</b> (ποιήματα) </td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Κλειστά Βλέφαρα</b> (ποιήματα) </td><td align='right'>5.
+—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Αμαρυλλίς</b> (διήγημα)</td><td align='right'>5. —
+</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Αγροτικαί επιστολαί</b></td><td align='right'>5. —
+</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Ο Μπαρμπαδήμος</b> Διηγήσεις Αγωνιστού (μετά
+πολλών εικόνων)<br />
+Δ. Μπισκίνη </td><td align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ</td><td><b>Στο ανοιχτό παράθυρο</b></td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ.</td><td><b>Η Σιδηρά Διαθήκη</b>
+(Κοινωνική Φυσιολογία)</td><td align='right'>6. —</td></tr>
+<tr><td> ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ</td><td><b>(διηγήματα)</b></td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Όλοι μαζί</b></td><td align='right'>3.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Ο βάτραχος που βαριέται</b></td><td
+align='right'>1.40</td></tr>
+<tr><td> ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΩΝΗΣ</td><td><b>Ελληνικά ποιήματα, κατάλληλα γι'
+απαγγελία.</b></td><td align='right'></td></tr>
+<tr><td> ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ</td><td><b>Για την Πατρίδα άδετον</b></td><td
+align='right'>3.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Για την Πατρίδα</b> χαρτόδετον </td><td align='right'>5.
+—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Τα αναγνωστικά μας</b> </td><td align='right'>1. —
+</td></tr>
+<tr><td> ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ</td><td><b>Μύθοι και θρύλοι</b> </td><td
+align='right'>6. —</td></tr>
+<tr><td> ΘΕΡΟΥ ΑΓ.</td><td><b>Δημοτικά τραγούδια</b> (εκλογή)</td><td
+align='right'>3. —</td></tr>
+<tr><td> ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. </td><td><b>Ελληνική Μυθολογία</b> </td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ.</td><td><b>Κοντά στη φωτιά</b> (δράμα
+μονόπρακτον)</td><td align='right'>1. —</td></tr>
+<tr><td> ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ.</td><td> <b>Διηγήματα</b> </td><td align='right'>6.
+—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Το Σπητάκι του γιαλού</b> (Διήγημα)</td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td>ΜΩΡΑΪΤΙΝΗ Α.</td><td> <b>Διηγήματα</b></td><td align='right'>6. —
+</td></tr>
+<tr><td> ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ.</td><td><b>Ασφόδελοι</b> (ποιήματα)</td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΜΑΡΗ Μ.</td><td><b>Το θάρρος της αγνοίας</b> (κωμωδ.
+Μονόπρακτος) </td><td align='right'>1. —</td></tr>
+<tr><td> ΝΟΡΔΑΟΥ Μ.</td><td> <b>Τα κατά συνθήκην ψεύδη</b> </td><td
+align='right'>4.—</td></tr>
+<tr><td> ΠΑΛΑΜΑ Κ.</td><td><b>Τα παράκαιρα</b> (ποιήματα)</td><td
+align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Διηγήματα</b></td><td align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td> ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΚΗ Φ.</td><td> <b>Το Έγκλημα και η τιμωρία</b> (εις δύο
+τόμους)</td><td align='right'>6.—</td></tr>
+<tr><td> ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ — ΛΑΜΠΕΛΕΤ</td><td> <b>Τα χελιδόνια</b> (ποιήματα
+για παιδιά τονισμένα)</td><td align='right'> 10.—</td></tr>
+<tr><td> ΠΟΛΕΜΗ I.</td><td><b>Σπασμένα μάρμαρα</b> (ποιήματα)</td><td
+align='right'>6.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Λύρα</b> (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ.
+ποιήσεως)</td><td align='right'>6.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Η Γυναίκα</b> (κωμωδία μονόπρακτος) </td><td
+align='right'>1.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Ειρηνικά</b> (ποιήματα)</td><td align='right'>3.—
+</td></tr>
+<tr><td> ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α.</td><td><b> Η Φαίδρα</b></td><td align='right'>4.—
+</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Φάουστ του Γκαίτε</b> — (μετά πολλών εικόνων)</td><td
+align='right'></td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Ποιήματα</b> .</td><td align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td> ΣΗΜΗΡΙΩΤΗ ΑΓ.</td><td><b>Τραγούδια τον λυτρωμού</b> </td><td
+align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td> ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ.</td><td><b>Τραγούδια του νησιού</b> .</td><td
+align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td> ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ.</td><td> <b>Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου</b>
+(διηγήματα)</td><td align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Μακεδονικαί Ραψωδίαι</b> (διηγήματα) .</td><td
+align='right'>2.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Η Μεγαλόχαρη</b> (διήγημα)</td><td
+align='right'>2.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Άγγελος εξολοθρευτής</b> (πολεμ. διήγ. 1912-13)
+</td><td align='right'>3.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Μαύρες Πεταλούδες</b></td><td align='right'>5.—
+</td></tr>
+<tr><td> ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. </td><td><b>Ο Βασιλεύς της Ρέγκας</b> (μονόπρ.
+παιγνίδι)</td><td align='right'>1.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Βυζαντιναί γυναίκες</b> (διηγήματα) </td><td
+align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td> ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ.</td><td> <b>Φθινόπωρο</b> (μυθιστόρημα)</td><td
+align='right'>4.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Τραγούδια της Ερημιάς </b></td><td
+align='right'>3.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια</b> (ποιήματα )</td><td
+align='right'>3.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Απλοί Τρόποι</b> (ποιήματα)</td><td align='right'>5.—
+</td></tr>
+<tr><td> AUGIER</td><td> <b>Οι Χαλκοπρόσωποι</b> (κωμ.) μετ. Αγγ. Βλάχου
+.</td><td align='right'>1.50</td></tr>
+<tr><td> BARRI?RE</td><td> <b>Οι Κουτοπόνηροι</b> (κωμωδ.) μετ. Αγγ. Βλάχου
+.</td><td align='right'>1.50</td></tr>
+</table>
+
+<p><br /><br /><br /></p>
+<hr></hr>
+<p id='fn1'>1) Βακούφ, λέξις τουρκική. Σημαίνει δε κτήματα και εν γένει ακίνητα
+μοναστηριακά, εξ αφιερωμάτων, ης γίνεται χρήσις εν ταις νήσοις εις
+χαρακτηρισμόν των μοναστηριακών εν γένει κτημάτων άτινα κοινώς «Βακούφια»
+λέγονται.<a href='#ref1' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id='fn2'>2) Αρκετά αξιοπερίεργος είνε η πρόρρησίς αυτή του Συγγραφέως
+επαληθεύσασα μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών ύστερον από 19 χρόνια
+τώρα εις τας ημέρας μας.<a href='#ref2' title='πίσω'>&#8617;</a><br /><br /><br
+/></p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A ***
+
+***** This file should be named 37200-h.htm or 37200-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/7/2/0/37200/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License available with this file or online at
+ www.gutenberg.org/license.
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation information page at www.gutenberg.org
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at 809
+North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
+contact links and up to date contact information can be found at the
+Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit www.gutenberg.org/donate
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+
+
diff --git a/37200-h/images/1stpage.jpg b/37200-h/images/1stpage.jpg
new file mode 100644
index 0000000..f806ac2
--- /dev/null
+++ b/37200-h/images/1stpage.jpg
Binary files differ
diff --git a/37200-h/images/line.jpg b/37200-h/images/line.jpg
new file mode 100644
index 0000000..7aea2e8
--- /dev/null
+++ b/37200-h/images/line.jpg
Binary files differ
diff --git a/37200-h/images/moraitidis.jpg b/37200-h/images/moraitidis.jpg
new file mode 100644
index 0000000..969e9ba
--- /dev/null
+++ b/37200-h/images/moraitidis.jpg
Binary files differ