summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:07:24 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:07:24 -0700
commit2b0b99fbaa12d4308d97a373464ea9f3e388bc87 (patch)
tree684456e66d77b648df2f46856f94121c7554d475
initial commit of ebook 37200HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--37200-0.txt7423
-rw-r--r--37200-0.zipbin0 -> 175922 bytes
-rw-r--r--37200-h.zipbin0 -> 335276 bytes
-rw-r--r--37200-h/37200-h.htm7075
-rw-r--r--37200-h/images/1stpage.jpgbin0 -> 34370 bytes
-rw-r--r--37200-h/images/line.jpgbin0 -> 1574 bytes
-rw-r--r--37200-h/images/moraitidis.jpgbin0 -> 123723 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
-rw-r--r--old/20110824-37200-0.txt7419
-rw-r--r--old/20110824-37200-0.zipbin0 -> 175959 bytes
12 files changed, 21933 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/37200-0.txt b/37200-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..5da7bf2
--- /dev/null
+++ b/37200-0.txt
@@ -0,0 +1,7423 @@
+The Project Gutenberg EBook of Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Novels Volume A
+
+Author: Alexandros Moraitidis
+
+Posting Date: May 9, 2012 [EBook #37200]
+First posted: August 24, 2011
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed
+otherwise. Bold words are included in &, while words in italics in _.
+Footnotes have been transferred at the end of the book. A table of
+typing errors has been taken into account, with the exception of
+a correction in page 73. The page has been marked within the
+text, so that the reader might judge for himself, which text to
+correct.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
+έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις
+με πλαγίους σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί
+στο τέλος του βιβλίου. Ο πίνακας παραρομάτων έχει ληφθεί υπ’ όψη,
+εκτός μιας διόρθωσης στην σελίδα 73. Η σελίδα έχει σημειωθεί
+μέσα στο κείμενο, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει ο αναγνώστης
+ποιο κείμενο να αλλάξει.
+
+
+
+ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ
+
+
+
+ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
+
+ΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΚΑ. — ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ. — ΝΕΡΑΪΔΕΣ. — ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ. — Ο ΠΤΩΧΟΣ
+ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ
+
+ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ
+
+
+ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ
+ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
+
+
+ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921
+
+
+
+ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
+
+
+
+Πρέπει να αναγνωρισθή οιονεί επισήμως σήμερον, εν ευλογία της
+μεγάλης ημέρας, εν ευλογία των οφθαλμών όσοι εδάκρυσαν εκ των
+τόσων αυτού διηγημάτων και των καρδιών όσαι απαλύνθησαν εκ των
+τόσων αυτού εικόνων, και των ηθών όσα ελευκάνθησαν εκ των τόσων
+υπό την μαγικήν του γραφίδα ανατειλασών μετ' αρρήτου ευωδίας
+αρετών, να αναγνωρισθή ο αθόρυβος, ο μετριόφρων, ο σιωπηλός, ο
+ανεύρετος, ο αόρατος, ο ακοινώνητος, ο ιδιότροπος, ο ιδιόβιος
+συγγραφεύς, ως μία δύναμις έξοχος του κόσμου των γραμμάτων, ως είς
+πρωταγωνιστής απροσπελάστου ύψους της φιλολογικής σκηνής μας, ως
+έν πνεύμα καταπληκτικής γονιμότητος και πραξιτελείου κάλλους του
+γραμματικού ημών κόσμου, ως ποιητής, όστις θα ετίμα και θα εδόξαζε
+και θα εκάλλυνε πάσαν ξένην, νέαν ή παλαιάν φιλολογίαν.
+
+Τίποτε εκ μιμήσεως παρά τω κ. Α. Μωραϊτίδη, ιδίως τω νεωτέρω, ως
+ήρχισε να απλόνηται και να χρωματοβολή ως μάγον, ιωδοροδόχρουν
+λυκόφως δια των στηλών της «Ακροπόλεως» και της «Νέας Εφημερίδος».
+Διότι υπάρχει και αρχαιότερος Μωραϊτίδης. Ο προ εικοσαετίας. Ο
+χαρίεις κομψευόμενος με τους λάμποντας οφθαλμούς του και τα βαθέα
+ωραία χαρακτηριστικά του, εις α οι φίλοι του έβλεπον μεγάλην
+ομοιότητα μορφής μεταξύ αυτού και του Σαίξπηρ, με την ακατάσχετον
+αυτού φαιδρότητα και την αγάπην, ην προς αυτόν συνεκέντρου εκ
+μέρους όλων όσοι τον εγνώριζον, ανδρών ή γυναικών, δεσποινίδων ή
+νέων. Ο Μωραϊτίδης, ο δημιουργήσας τα αλησμόνητα Πρακτικά της
+Βουλής· ο Μωραϊτίδης ου τα ευφυογραφήματα εις σατυρικά φύλλα
+εγέμιζον γέλωτος τας οικίας και τας πλατείας· ο Μωραϊτίδης, ου τα
+δράματα εβραβεύοντο· ο Μωραϊτίδης, ου το βιβλίον περί Δημητρίου
+του Πολιορκητού ήξιζε να μεταφρασθή εις όλας τας ξένας γλώσσας.
+Αυτή ήτο η θορυβώδης, η κοσμική, η νεανική, η γελώσα του
+Μωραϊτίδου περίοδος.
+
+Εάν έζη εν Ευρώπη, τοιούτο νεαρόν ως σαρξ γιασουμιού μόλις
+ανθήσαντος πνεύμα, θα εύρισκε την ατμόσφαιράν του, και
+θωπευόμενον, θερμαινόμενον, καλλιεργούμενον, θ' ανήρχετο τας
+αναβαθμίδας της προόδου του, καταλαμβάνον υψίστην θέσιν εν τη
+φιλολογία του έθνους του. Αλλ' ο Μωραϊτίδης εν Αθήναις, μάλιστα
+κατά την προ εικοσαετίας εποχήν, ήτο σολοικισμός, ανορθογραφία,
+προσβολή εις τα χρηστά μας ήθη, παθολογικότης, παραδοξότης . . .
+Και ο Μωραϊτίδης εννοήσας ως άριστος ψυχολόγος την περί αυτόν
+κατάστασιν, απεσύρθη εις την καταπράσινην την ευωδιάζουσαν, την
+γαληνιώσαν ως ευσεβή ψυχήν, την πολύκολπον, την ευλίμενον, την
+δασοστεφή, την βοσπορίζουσαν, την περικαλλή Σκίαθον. Κ' έγινε . .
+. . δάσκαλος! Και είνε — όχι πλέον εν Σκιάθω, αλλ' εν Αθήναις,
+μέχρι σήμερον δάσκαλος, τουτέστι καθηγητής.
+
+Παρεβίασε την φύσιν, την δημιουργίαν του, τον εαυτόν του, την ζωήν
+του, το πνεύμα του, διά να μην έχη καμμίαν από την κοινωνίαν
+απαίτησιν, να την αφήση ήσυχον, ως το νερό που μένει και βρωμά, ως
+την νύκτα που αποσύρεται εις τα κρεββάτια του ο βίος και η
+κίνησις. Αλλά η φύσις δεν βιάζεται ατιμωρητί. Βάλε Πήλια χιόνος
+και Όσας πάγων επί ηφαιστείου, το ηφαίστειον, όταν έλθη η ώρα, θα
+κροτήση, θα βοήξη και θ' αναδώση την λαμπεράν, την βυσσινόχρουν
+του λάμψιν.
+
+Τοιαύται αναλαμπαί υπήρξαν η σειρά των ελληνικών, των πρωτοτύπων,
+των αυτοδημιουργημένων, των αυτοθαλλόντων διηγημάτων, τα οποία
+ήρχισε δημοσιεύων διά των εφημερίδων, και η άλωσις της
+Κωνσταντινουπόλεως η επαινεθείσα εις τον Λασσάνειον και ήτις, όταν
+θα παρασταθή, βεβαίως θα σημειώση νέαν περίοδον εν τη ελληνική
+δραματογραφία. Ποία δύναμις δραματική κρύπτεται εις τον
+μαυροβαθυπώγωνα αυτόν με τους δύο μεγάλους λάμποντας οφθαλμούς και
+την αέτειον ρίνα του και το αιώνων μειδίαμα εις τα λεπτά σατυρικά
+του χείλη! Εάν το ήξευρεν η απέχουσα βασιλεία, εάν το ήξευρον οι
+θηρεύοντες συγκινήσεις, εάν τον ήξευρον οι ερασταί υψηλοτέρων
+χαρών, θα ελιθοβολούντο όλοι αυτοί μόνοι των, διότι αφίνουν
+άκαρπον, άγονον, ανεκμετάλλευτον, τον Μωραϊτίδην, τον μυστικόν
+αυτόν λευχείμονα ιερέα της ελληνικής σκηνής, των ελληνικών
+γραμμάτων. Καθηγητής, διδάσκων γεωγραφίαν και Ξενοφώντα, αυτός,
+όστις θα εώρταζε την ανάστασιν της εθνικής μας ιστορίας εν τη
+σκηνή, σπαρταριστήν με ίριδας τριγύρω, με αστραπάς, με φωτιές, με
+κεραυνούς, με σαρκασμούς, με παρελθόν, με μέλλον. Καθηγητής αυτός,
+όστις θα εχρησίμευεν ως δύτης του εθνικού μας βίου, ως αλιεύς
+μαργαριτών διά να βγάλη έξω με χρώματα, με άνθη, με δροσιά, με
+κύματα, με νέφη, με ήλιον, του εθνικού μας βίου τας αρετάς, τα
+ήθη, την γλύκα, τους τύπους, τας εικόνας, τα σπλάγχνα, τα βάθη.
+
+Ουδέν παρθενικώτερον, ουδέν λευκότερον της φιλολογικής δυνάμεως
+του κ. Μωραϊτίδου. Τον ωνόμασαν ως διηγηματογράφον, πολύ δικαίως,
+Έλληνα Δίκενς. Ετούτο δεν σημαίνει ότι ο κ. Μωραϊτίδης ανέγνωσε
+τον Δίκενς κ' εμόρφωσεν εαυτόν κατ' εικόνα και ομοίωσιν εκείνου.
+Ίσως ούτε ν' ανέγνωσέ τι εκ του μεγάλου άγγλου. Ετούτο σημαίνει
+ότι εκεί που υψώθη ο συγγραφεύς των Χριστουγεννιάτικων Διηγημάτων
+διά το αγγλικόν έθνος, εκεί ακριβώς υψώθη διά το ελληνικόν ο
+Μωραϊτίδης. Ημείς κυρίως έν ευρίσκομεν κοινόν μεταξύ του ενός και
+του άλλου. Εις αμφοτέρους εφαρμοζομένην την οξείαν παρατήρησιν του
+μεγάλου κριτικού της Γαλλίας Ταιν, όστις είπεν ότι εις τα αγγλικά
+μυθιστορήματα δύναταί τις να σπουδάση την αγγλικήν κοινωνίαν, τον
+αγγλικόν βίον, τα αγγλικά ήθη, τας αγγλικάς ιδέας. Ενώ εις τα
+γαλλικά δεν σπουδάζει τίποτε. Ως παρά Δίκενς, ούτω και παρά τω
+Μωραϊτίδη, αποκαλύπτεται ως γυμνόν ζωγράφου, ως φύσις υπό διαυγή
+ουρανόν, ως ιδέα ευκρινούς συγγραφέως, ο ελληνικός βίος των
+χωριών, ο ελληνικός βίος των οικιών, ο ελληνικός βίος των καλυβών.
+Εκεί, εκεί, αλώβητον τηρείται το έθνος, όλον δικόν του,
+αμετάβλητον διά των αιώνων και της ιστορίας. Εκεί, εκεί αντλεί τα
+θέματά του και τους τύπους του και τας εικόνας του και τας
+αποκαλύψεις του ο Α. Μωραϊτίδης.
+
+Αλλά η τέχνη η φιλολογική του είνε υψίστης δυνάμεως, είνε απέφθου
+χρυσού, είνε αδάμαντος πρώτης ποιότητος, είνε σαπφείρου πρώτης
+ηδύτητος. Πώς συνέχει εις αδιάπτωτον αρμονίαν και εις αδιάλυτον
+αρραβώνα την ακανθωδεστέραν πραγματικότητα προς την λειοτέραν
+ποίησιν και πώς εκ της ενώσεως των δύο πηγάζει κρυσταλλίνη ως
+πηγαίον νάμα η κάθαρσις, στάζουσα ευωδιάζοντας κόμβους αρετής εις
+την ψυχήν του αναγνώστου! Πώς δε μέσω της δράσεως της υποθέσεως,
+ως εύμορφος ανθογεμισμένος κισσός περί κορμόν δένδρου, ως εύμορφη
+κίτρινη και λευκή γιασουμιά περί αναδενδράδα αμπέλου, πλέκεται και
+παρεμβάλλεται περιγραφή, ήτις θα ήξιζε και μόνη να φιγουράρη δίκην
+φλαμανδικής ελαιογραφίας φυσιολογικής σχολής, ως φέρ' ειπείν η της
+εργασίας του μεταξοσκώληκος εις _της Νεράιδες_ και η του χορού της
+καμάρας εις τα _Βαkούφικα_ και η της κατασκευής των __χαϊμαλιών_
+εις τον _Σκαλικάδζαρον_.
+
+Εάν η ποίησις παρά τω προνομιούχω συγγραφεί μας είνε κόρη αθώα,
+λευκή ως το κολόβιον του Χρυσού του εις το φετεινόν
+πρωτοχρονιάτικο διήγημά του ο «Μπάρμπα-Δήμαρχος», αλλ' η τέχνη
+αυτού είνε γυνή αρτία, μεγαλοπρεπής, ανδριάς κολοσσαίος Ήρας, ως
+παρίσταται εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως.
+
+Η πηγαία δροσερότης της ποιήσεως παρ' αυτώ μετά της κλασικής
+αρτιότητος της τέχνης, διαθετόμεναι υπό σαιξπηρείου πράγματι
+ευθυμίας και χρυσών φλεβών χριστιανικής αρετής και ευσεβείας,
+απήρτισαν τέλειον και μοναδικόν συγγραφέα, αναπολούντα χρόνους
+κλασικούς των ευρωπαϊκών φιλολογιών.
+
+Εν Αθήναις 1 Ιανουαρίου 1892.
+ Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
+
+
+
+ΤΑ ΒΑΦΟΥΦΙΚΑ (1)
+(Μάιος 1891)
+
+
+
+Η θειά-Ζωίτσα ήτο γραία πλέον, έως εξήκοντα ετών. Πλην εκ φύσεως
+ήτο σκληρά γυνή και κράσεως υγιούς, με δυο ροδινάς παρειάς, ως
+παρειάς μήλου, θαύμα διά την ηλικίαν της. Είχε σώμα λεπτόν και ην
+μικρά το ανάστημα ως συμμαζευμένη μέσα εις το μαύρο φουστανάκι
+της, όπερ έδιδεν εις τας κινήσεις της ασυνήθη κουφότητα κ'
+ελευθερίαν, και σχεδόν επετούσεν εις το περπάτημά της. Δεν την
+έφθανε καμμία, ούτε εκ των νεωτέρων την ηλικίαν.
+
+ — Σαν κοριτσάκι πλειο η θειά-Ζωίτσα! έλεγαν.
+
+Όταν ανήρχετο τον μέγαν και ατελείωτον ανήφορον του Αγίου
+Χαραλάμπους κατά την πανήγυριν, την εθαύμαζον όλαι. Αλλά και την
+εζήλευαν. Ιδίως άλλαι τινές «χονδροκοπής» γυναίκες, αι οποίαι μετ'
+αγωνίας και μόχθου, πνευστιώσαι, βήμα προς βήμα ανήρχοντο τους
+πρόποδας του ανωφερούς βουνού, εν ώ η ευσταλής γραία ήτο πλέον εις
+την κορυφήν με τους γυμνούς ποδίσκους της, φέρουσα εμπεπηγμένας
+εις την ζώνην της τας δύο εφθαρμένας εμβάδας — τα κατσάρια της —
+και κρατούσα βαρύ κοφίνιον με δύο μεγάλας προσφοράς διά τον άγιον,
+μίαν ιδικήν της και άλλην της γειτονίσσης της, Κρατερίτσας της
+πιασμένης. Ότε δε αι άλλαι εκείναι χονδροκαμωμέναι, πλέουσαι μέσα
+εις τον ιδρώτα και κοντανασαίνουσαι, έστρεφαν προς τ' άνω την
+κεφαλήν, και δεν έβλεπαν πλέον την θειά-Ζωίτσα, εισελθούσαν ήδη
+εις το πυκνόν δάσος του οροπεδίου, εν ώ η Εκκλησία του αγίου, δεν
+ηδύναντο να κρύψωσι τον φθόνον των κ' έλεγαν περιφρονητικώς:
+
+ — Αμ' η κακομοίρα η γρήτσα! δεν έχ' κρηάς! Ούλου κοκκαλάκια είνε!
+
+Ήτο χήρα από είκοσιν ετών κ' εφόρει τα μαύρα καθαρά-καθαρά.
+Ιδίως η μαύρη μανδήλα της εγυάλιζε πάντοτε ως νεοβαφής. Και τούτο
+εκίνει τον φθόνον των άλλων γραιών, αίτινες εις την γωνίαν της
+εκκλησίας κρίνουσαι περί πάντων ορατών και αοράτων, γνωστών και
+αγνώστων, δεν άφιναν και τούτο απαρατήρητον κ' έλεγαν
+προστατευτικώς τάχα:
+
+ — Δεν κυττάζ' τες θυγατέρες της που είναι για παντρειά, μόνον μ'
+θέλει καινούργια μανδήλα!
+
+Και δεν ήτο καινουργής της πτωχής! Αλλ' ακούραστος και
+τετραπέρατος γραία, συχνά την έβαφε μόνη της και ανεξόδως,
+κατασκευάζουσα το χρώμα από της γης τας βοτάνας, ων εγνώριζεν ως
+έμπειρος ιατρός την ιδιότητα και φύσιν.
+
+Αλλ' ούτω συμβαίνει εις αυτόν τον παληόκοσμον. Ο ράθυμος φθονεί
+πάντοτε τον φιλόπονον, κ' ευρίσκει πάντοτε τρόπον να εμπαίξη και
+υποβιβάση η οκνηρία τα έργα της φιλοπονίας.
+
+Διά την θειά-Ζωίτσα όμως ο φθόνος είχε τούτο το ίδιον, ότι
+εξεφράζετο επιμονώτερον και αποτομώτερον, και δι' αυτά τα ανάξια
+λόγου αντικείμενα.
+
+Διά τούτο πολλάκις έλεγεν η κακομοίρα με βαθύ παράπονον.
+
+ — Το αίμα μας τώχει!
+
+Τώρα τον μάϊον, την έβλεπον να κουβαλή εις την πτωχικήν της οικίαν
+τα ωραία εκείνα λευκά και μεγάλα σκόροδα, εις μακρούς ορμαθούς, τα
+οποία μόνη της εκαλλιέργει, την εζήλευον. Την έβλεπον να φέρη με
+τα κοφίνια εκείνα τα σπάνια πλατοκούκκια, τρυφερά και μεγάλα,
+ευωδιάζοντα άνοιξιν, και τες εύμορφες στρογγυλές και
+βυσσινοβαμμένες αγγινάρες, την εζήλευον. Την έβλεπον να φορτώνεται
+αβασταγιές το πρωί με την δρόσον τα τρυφερά μάραθα και τα
+δροσόπλαστα κρεμμυδάκια και το ευώδες ηδύοσμον, που ευωδίαζεν ο
+δρόμος όταν περνούσε με το πεταχτόν εκείνο βάδισμά της, την
+εζήλευον. Και άφινον οπίσω της ένα πάντοτε εμπαιγμόν:
+
+ — Τώρα και αυτή η περιβολάρισσα!
+
+Όμως εκείναι αι κακολογούσαι έτρωγον την μεσημβρίαν ξηρό ψωμί, η
+δε περιβολάρισσα θειά-Ζωίτσα είχε μαγείρευμα ευώδες να φάγη αυτή
+μετά των δύο θυγατέρων της και να μοιράση εις τους συγγενείς και
+γνωρίμους της.
+
+Μόνον όταν έτρωγεν η αγαθή γραία, δεν ηδύνατο να κρύψη το
+παράπονόν της κ' επανελάμβανε:
+
+ — Τώχ' το αίμα μας πλειο!
+
+Είχεν η θειά-Ζωίτσα και δύο θυγατέρας. Αυτό την εστενοχωρούσεν
+αρκετά. Πώς να τας αποκαταστήση γυνή αυτή και χήρα; Διά τούτο
+πολλάκις όταν εσκάλιζε τα κουκκιά υπό τον καυστικόν του μαρτίου
+ήλιον — τας θυγατέρας της δεν τας άφινε να εξέλθουν τον μάρτιον,
+μη τας μαυρίση ο ήλιος — κάτι εψιθύριζε μέσα εις τα δόντια της,
+κάτι έλεγεν, αλλά ποίος να το ακούση; Παράπονον ήτο; συγγνώμη ήτο;
+Ίσως συγγνώμη. Διότι ήτο ευλαβής γυνή. Θυγάτηρ ιερέως η γραία,
+ανατραφείσα δι' ιερών προσφορών και κολλύβων, εντός πλούτου ευχών
+και θυμιαμάτων, και είχεν ευγενή και συγχωρούσαν καρδίαν.
+
+Πολλάκις έχουν και αυτά την επιρροήν των.
+
+Και πόσον εκακοπάθησεν έως ου τας αναθρέψη! Τα παρέλαβεν ως χήρα
+νήπια σχεδόν, την μίαν οκταετή παιδίσκην και την άλλην πενταετή.
+Και ήδη η μεν ήγε το εικοστόν όγδοον της ηλικίας της η δε το
+εικοστόν πέμπτον. Αλλ' έως ου δυνηθώσι και αυταί να εργάζονται,
+ειργάζετο μόνη η γραία. Ήτο τεσσαράκοντα ετών τότε. Εξενοδούλευε
+και εξενόπλυνε και εξενόφαινεν η πτωχή. Αλλ' ήτο ευχαριστημένη,
+διότι οι κόποι της δεν εγίνοντο ματαίως. Και αι δύο ως προς μεν
+την γνώμην ήσαν όμοιαι προς αυτήν, αγαθαί, φιλεργοί και φιλόπονοι.
+
+ — Πώς υποφέρουν μερικές με σταυρωμένα τα χέρια; έλεγαν πολλάκις
+ενώ ειργάζοντο.
+
+Διότι και αυταί εξενόπλεκον, εξενόρραπτον, εξενόφαινον,
+εξενοδούλευον. Τα καλτσάκια εκείνα τα κομψά, τα οποία εφόρουν τα
+εύμορφα παιδάκια της ωραίας καπετάνισσας, και τα κομψά
+φορεματάκια, ήσαν έργα της πρώτης, της Δεσποινιώς· τα ωραία πάλιν
+χρυσά κεντήματα τα νυμφικά, άτινα εθαυμάσθησαν κατά τους
+τελευταίους γάμους, αι χειρίδες με τα ανθοφόρα κλαδία, αι
+λεπτόταται χρυσαί στίξεις του ποδογύρου και η πολύτιμος σκούφια με
+την μεγάλην ανθοφόρον γλάστραν εν τη κορυφή ήσαν όλα
+κομψοτεχνήματα της Σοφούλας, της μικροτέρας. Και αι δύο ήταν
+επιτήδειαι και ευφυείς. Πλην η μεν επετύγχανε περισσότερον εις τα
+εκ βάμβακος πλεκτά, η δε εις τα εκ χρυσού. Αλλά ποία πενθερά δεν
+εθαύμασε τα υφαντά της Δεσποινιώς; Τα βαρέα κυλίμια με τα
+χρωματιστά τετραγωνίδια και τους ρόμβους και τας ζώνας ποικίλων εν
+αρμονία χρωμάτων; τα τραπεζομάνδηλα τα μεταξωτά, θαύμα της
+υφαντικής υπερφυέστατον και τας μεγάλας εκείνας προσκεφαλάδας με
+τας ερυθράς και λευκάς ζώνας;
+
+Αλλά και τούτο εκίνει τον φθόνον.
+
+ — Έχει βιβλία! έλεγον περιφρονητικώς.
+
+Τωόντι η θειά-Ζωίτσα, η προοδευτική και πολιτισμένη Παπαδοπούλα,
+εφρόντισε να εισαγάγη τας θυγατέρας της, πρώτας-πρώτας, κατά την
+σύστασιν του σχολείου των θηλέων εν τη νήσω, προκαλέσασα την
+περιφρόνησιν πολλών, διότι εθεωρήθη ως νεωτερισμός επικίνδυνος
+τάχα.
+
+Αλλά ιδού τώρα πόσον ωφέλιμος επεφάνη ο νεωτερισμός εκείνος. Διότι
+εν τω σχολείω ωξύνθη ο νους των κορασίδων, ανεπτύχθη το ενυπάρχον
+εν τη απαλή καρδία τάλαντον και έλαβον τα πρώτα τεχνικά μαθήματα
+επί των διαφόρων κεντημάτων και πλεκτών χειροτεχνημάτων.
+
+Και ετέθησαν λοιπόν και τότε αι κακαί γλώσσαι εις κίνησιν, όταν
+έβλεπον τας δύο ορφανάς παιδίσκας να διέρχωνται την αγοράν και
+κρατούμεναι εκ της χειρός να μεταβαίνωσιν εις το σχολείον με τας
+μαύρας μανδήλας των και τα μαύρα φουστανάκια των, με πρόσωπα
+κατακίτρινα εκ του πένθους της ορφανίας.
+
+Και έλεγον:
+
+ — Τώρα και η θειά-Ζωίτσα, η ψωροπερίφανη! Γράμματα μ' θέλει!
+
+Ως προς την εξωτερικήν όμως μορφήν δεν ωμοίαζον διόλου προς την
+μητέρα. Ήσαν ωραίαι και περικαλλείς αμφότεραι εν σώματι αναλόγω μ'
+εύπλαστα κ' εύγραμμα τα μέλη, με μαύρους περιπαθείς οφθαλμούς και
+μαύρην κόμην γυαλιστερήν ως κόρακος πτερά, καταπίπτουσαν επί των
+νώτων υπό την μαβιάν μανδήλαν εις δύο παχείς οφιοειδώς
+πεπλεγμένους πλοκάμους.
+
+Διά της πολυτίμου και περιζήτητου εργασίας των δύο αδελφών
+επορίζετο η γραία από ετών ήδη τα του οίκου χρειώδη, επερίσσευον
+δε και ποσά τινα ευτελή, δι' ων αι δύο κόραι εφιλοτέχνουν την
+προίκα των, τα ασπρόρρουχα και τα επιστρώματα και τα λοιπά
+πολυτελή στολίδια, κεντώσαι ταύτα μετ' ιδιαζούσης προσοχής. Πλην
+φευ! Όλα αυτά τα χρυσά και σπάνια προτερήματα ήσαν άγνωστα εις
+τους γαμβρούς του χωρίου, οίτινες έν μόνον εγνώριζον ότι η θειά
+Ζωίτσα δεν έχει «μέτρημα!»
+
+Ο σημερινός υλιστικός βίος επέδρασε πανταχού, εισπνεύσας και εις
+αυτήν την διαυγεστέραν ατμοσφαίραν του χωρίου κ' εξηχρείωσε και
+εξηυτέλισε τα πάντα. Κάλλος, ευφυία, φιλοπονία, καλοκαγαθία, όλα
+εξαφανίζονται ενώπιον του αχρείου μετρήματος.
+
+ — Να είχα το ελάχιστον δέκα ρίζες εληές! έλεγε πολλάκις η γραία.
+
+Ο μακαρίτης ο άνδρας της, ο Μπάρμπα Δήμας, κτηματίας φιλόπονος,
+απέθανε κατάχρεως, πνιγμένος έως εις τον λαιμόν μέσα εις τα χρέη.
+
+Περιφρονήσας τας αγίας συμβουλάς του αγαθού πνευματικού του, και
+τας προτροπάς της συζύγου του ηγόρασε μοναστηριακά ότε επωλούντο
+κατά τμήματα, διαλυθέντων των μοναστηρίων, και δεν είδε προκοπήν
+έκτοτε· τουλάχιστον η θειά Ζωίτσα εις τούτο το συμβεβηκός απέδιδε
+την κατά πόδας καταδιώκουσαν αυτούς έκτοτε σκληράν ειμαρμένην.
+
+ — Δεν του τώλεγα! Δεν του τώλεγα! επανελάμβανε πολλάκις η αγαθή
+γραία ενώπιον του πνευματικού, όταν επήγαινε να εξομολογηθή εις
+τον «Παπά-Ερημίτη», ούτως αποκαλούσα κατά παραφθοράν εύκολον τον
+ενάρετον πνευματικόν της νήσου Παπά-Ιερεμίαν, ασκητεύοντα εις την
+δροσερωτέραν της νήσου εξοχήν.
+
+Ο μακαρίτης ο Μπάρμπα-Δήμας ήτο κύριος δύο λαμπρών ελαιώνων λίαν
+προσοδοφόρων, τόσον προσοδοφόρων, ώστε εις κάθε εσοδείαν του
+ελαιοκάρπου με την λαδωμένην βράκαν του καταγινόμενος εις το
+ελαιοτριβείον έλεγεν εξ αγαλλιάσεως:
+
+ — Όξω φτώχια, κυρά Ζωίτσα! Και εκρότει θλίβων τον αντίχειρα και
+μεσοδάκτυλον ως κάμνουν οι σύροντες τον χορόν.
+
+Αλλ' έχων ακράτητον προς την καλλιέργειαν της γης επιθυμίαν, δεν
+ηδυνήθη να κρατήση εαυτού, όταν επωλούντο τα μοναστηριακά. Και
+ακούων την πρόσκλησιν του κήρυκος: «έχει άλλος», προσήλθε παρά την
+τράπεζαν της πωλήσεως, προσέθηκε εις την τελευταίαν προσφοράν
+ποσόν τι υπέρτερον και κατεκυρώθησαν επ' ονόματί του δύο μεγάλοι
+ελαιώνες του Αγίου Χαραλάμπους.
+
+ — Τώρα να ιδής λάδια, κυρά Ζωίτσα! έλεγεν.
+
+Η θειά Ζωίτσα εκίνει τεθλιμμένη την κεφαλήν.
+
+ — Σου πήρε δύο κομμάτια ο Μπάρμπα Δήμας! παρετήρουν άλλοι τινές
+κτηματίαι μετά θαυμασμού. Όσα κι' αν έδωσε, χαλάλι!
+
+ — Καλά στερνά! προσέθετεν έτερος επιφυλακτικότερος. Εμένα μου τ'
+ώπεν ο Παπά Ιερεμίας. Τα μοναστηριακά είνε αφιερωμένα εις τον
+Θεόν. Και όποιος αγοράση από αυτά, είνε ωσάν να τα παίρνη πίσω από
+τον Θεόν και είνε αφορισμένος από την Εκκλησίαν και προκοπή δεν θα
+βγη. Είνε κανών φοβερός της Οικουμενικής Συνόδου.
+
+ — Ναι! Μακάρι' νάχες ν' αγοράσης και συ κανένα τεμάχιον. Τι έπαθε
+ο κυρ Θανασός που επήρε τον ελαιώνα της Κουνίστριας;
+
+Ούλο και παχαίνει. Αμ' ο καπετάν Καφαντάρας που εμάζωξεν όλα τα
+Προδρομίτικα; Πιθάρια νάχη για τα λάδια!
+
+ — Καλά στερνά! σου είπα.
+
+Και όμως, είπατε ό,τι θέλετε, ο Μπάρμπα Δήμας, αφότου ηγόρασε τα
+μοναστηριακά δεν είδε προκοπή. Ηκολούθησαν δι αυτόν έτη κατά
+σειράν αφορίας των ελαιών. Όχι μόνον τα μοναστηριακά δεν
+ευφόρησαν, αλλ' ουδέ τα ιδικά του, τα οποία ουδέποτε «ξεχνούσαν»,
+ως έλεγε. Και ο Μπάρμπα Δήμας μη έχων να πληρώση τα χρέη του,
+διότι εχρεώθη κρυφά από την γυναίκα του, ίνα πλειοδοτήση κατά την
+δημοπρασίαν, μετά τινα έτη, αυξηθέντος του χρέους, απελπισθείς ότι
+θα ηδύνατο πλέον να το εξοφλήση, ηναγκάσθη να παραχωρήση εις τον
+δανειστήν μέρος από τα δύο μοναστηριακά του, αν και μετά μεγάλης
+λύπης. Πλην το θλιβερώτερον είνε ότι ο δανειστής σκληρός
+τοκογλύφος, τοκίζων 18 τοις % και μετατρέπων κατ' έτος τους
+τόκους, εις κεφάλαιον, δεν υπεχώρει εις το παραμικρόν· και προς
+εξόφλησιν κατέσχε και τους δύο ελαιώνας του ατυχούς Μπάρμπα-Δήμα,
+όστις ούτως απέθανε μετ' ολίγον πάμπτωχος, αφού εθρήνησε τας
+τελευταίας ημέρας του και τον μονογενή υιόν του, ένα ωραιότατον
+έφηβον, όστις θα ήτο ήδη η αχώριστος βακτηρία της γραίας.
+
+Η δε θειά-Ζωίτσα απέμεινε χήρα με μίαν ωραίαν άμπελον,
+μοναστηριακήν και αυτήν, «Αη-Χαραλαμπήτικην», με τ' όνομα, εις την
+Αμμουδιά, φέρουσαν μίαν παχύσκιον καρυδέαν εν μέσω, την οποίαν ο
+πατέρας της είχεν αγοράσει κατά την πρώτην διάλυσιν των ιερών
+μονών, λεπτομέρειαν άγνωστον εις την ανήλικον τότε κόρην, και μίαν
+οικίαν, τα προικιά της, τα οποία δεν ηδυνήθη να κατάσχη ο
+άσπλαγχνος δανειστής προς τελείαν εξόφλησιν. Ατελείωτον γίνεται
+πάντοτε το χρέος. Πολλάκις δε μετά ταύτα ηπείλει και ανησύχει την
+τεθλιμμένην χήραν.
+
+ — Να σ' πω. Έχουμε κάτι λογαριασμούς ανοικτούς με τον μακαρίτην
+τον Μπάρμπα-Δήμαν.
+
+ — Κάμε καλά με τον Μπάρμπα Δήμα, απήντα οργίλως η θειά Ζωίτσα.
+
+ — Να σ' πω. Το αμπέλι προικιό σ' είνε;
+
+ — Δεν ξέρω, απήντα μετά σκαιάς περιφρονήσεως η χήρα, έχουσα
+πεποίθησιν εις το εκ του νόμου δίκαιον.
+
+ — Να σ' πω, το σπίτι προικιό σ' είνε;
+
+ — Δεν μ' αφίνεις ήσυχη, χριστιανέ; Απήντα πάλιν η χήρα μετά
+ζωηρότητος.
+
+Αλλ' ο σκληρός δανειστής δεν έπαυσε να την ανησυχή. Πολλάκις δε
+εκείνη τον έβλεπε να περιτριγυρίζΗ την οικίαν με ύφος λαιμάργου
+γαλής οσφρανθείσης οψάρια, προσπαθών ν' ανακαλύψη και καλά, επάνω
+εις τ' αγκωνάρια ίσως, ότι η οικία δεν ήτο προικώα. Πολλάκις
+περιήρχετο και την ωραίαν άμπελον μετρών αυτήν κλήμα προς κλήμα,
+και πολλάκις ανεδίφησε τα κεκονιαμένα του συμβολαιογραφείου βιβλία
+ερωτών τον γέροντα διοπτροφόρον συμβολαιογράφον.
+
+ — Να σ' πω. Έχουν καμμιάν αξίαν αυτά τα βιβλία; Σαν παληά μου
+φαίνονται.
+
+Και πάλιν επανελάμβανε προπετώς:
+
+ — Να σ' πω, κύριε συμβολαιογράφε. Λέγει ο νόμος ότι η προιξ δεν
+κατάσχεται;
+
+Ο συμβολαιογράφος αντί πάσης απαντήσεως εις την αυθάδη αυτήν
+ερώτησιν ηρκέσθη να ρίψη εις το πρόσωπον του αχρείου δανειστού το
+στίλβον φως των διόπτρων του.
+
+Ούτω λοιπόν η θειά-Ζωίτσα μετά τον θάνατον του συζύγου της ευρέθη
+άνευ κινητής περιουσίας, με την ασήμαντον προίκα της, τας δύο
+θυγατέρας, και τας βαρβάρους ενοχλήσεις του δανειστού, ένεκα των
+οποίων πολλάκις ηναγκάσθη, με όλην την πεποίθησιν ην είχεν εις το
+δίκαιόν της, να καταφύγη εις την συμβουλήν του μόνου δικολάβου της
+κώμης, φέρουσα και μίαν παχείαν όρνιθα, ίνα ερωτήση αν πραγματικώς
+η προιξ δεν κατάσχεται.
+
+Ο δικολάβος πονηρός άνθρωπος απήντησε προς την χήραν με κάτι
+διφορούμενα. Και τότε εκείνη μετέβη παρ' αυτώ και δευτέραν φοράν,
+φέρουσα ήδη δύο παχείας όρνιθας. Αλλά και πάλιν δεν ηδυνήθη να
+λάβη σαφή και επαρκή απάντησιν.
+
+Διά τούτο ηκούσθη λέγουσα ένα πρωί:
+
+ — Κρίμα 'ς τες κοττίτσες μου!
+
+Έως ότου ήλθεν εις το χωρίον ο πρώτος επίσημος εκ του
+Πανεπιστημίου δικηγόρος, ένας ζωηρός και ροδοκόκκινος έφηβος, όλος
+καρδιά και γεμάτος ειλικρίνειαν και αγαθότητα, όστις την εβεβαίωσε
+πλέον την γραίαν.
+
+ — Σώπα, θειά Ζωίτσα, μη φοβάσαι.
+
+ — Του Χριστού την ευχίτσα να έχης γυιόκα μ'! του Χριστού την ευχή
+και της Παναγίας γυιέ μ'!
+
+Έκτοτε περιωρίσθησαν και ο δικολάβος και ο δανειστής. Διότι δεν
+επερνούσε πλέον η μπογιά των. Αλλά διά τρόπου αξιοπρεπούς και οι
+δύο.
+
+ — Καλά, κυρά, είπε μίαν ημέραν ο δανειστής με γλυκύτερον ύφος.
+Ησύχασε. Αργότερα πάλι βλέπομεν. Ούτε εγώ να αδικηθώ, ούτε συ.
+
+ — Έχεις δίκαιον, κυρά Ζωίτσα, είπε και ο δικολάβος μετά
+θριαμβευτικής ευφραδείας. Ηύρα το άρθρον του νόμου. Μα εκοπίασα
+πολύ. Μη φοβήσαι. Η προιξ δεν κατάσχεται.
+
+Εν τούτοις τι εβγήκε; Με μίαν άμπελον και μίαν οικίαν πώς να
+υπανδρεύση δύο θυγατέρας, αίτινες έφθασαν ήδη εις την ηλικίαν του
+γάμου μετά ταχύτητος μυστηριώδους;
+
+ — Πώς μεγαλώνουν, παιδί μ', τα κορίτσια, έλεγεν η θειά-Ζωίτσα
+προς την φίλην της γειτόνισσαν, την Κρατερίτσαν την πιασμένην.
+Νάνε παλλικάρια, ζαρώνουν. Τα κορίτσια πετιώνται ως επάνω μάνε-
+μάνε.
+
+ — Εμ! τι κάθεσαι! τύλιξε την πρώτη.
+
+ — Αμ πώς, αδελφή; Δεν ξέρεις πως ακρίβαιναν οι γαμπροί;
+
+ — Ακρίβαιναν ε!
+
+Τας έβλεπε λοιπόν τας ωραίας θυγατέρας χωρίς ελπίδα αποκαταστάσεως
+κ' έφθινεν η γραία κ' εφθείρετο. Και αποδίδουσα και αυτήν την
+ατυχίαν εις τα μοναστηριακά, εφοβείτο ότι θ' απέθνησκε και θα τας
+άφινεν εις τους πέντε δρόμους. Και ανεστέναζε κρυφίως η γραία.
+
+ — Τι έχεις, μάννα μ'; Είπε μίαν ημέραν η Δεσποινιώ.
+
+ — Τι ν' άχω, κόρη μου!
+
+Ίσως το εννόησεν η ωραία κόρη, ίσως δεν το εννόησεν· όμως δεν
+ωμίλησε. Πλην τα πολλά παράπονά της η γραία, τον αληθινόν της
+καρδίας της πόνον εξεμυστηρεύετο μόνον εις τον «Παπά-Ερημίτη» όπου
+μετέβαινε κατά Κυριακήν μετά των θυγατέρων της ν' ακούση την
+ωραίαν ακολουθίαν, των σεμνών Κολλυβάδων ακολουθίαν, εκλείπουσαν
+ολονέν από της Ανατολής, των ερημιτών Κολλυβάδων, επτάκις της
+ημέρας υμνούντων τον Κύριον, κατά τον ψαλμόν. Εν όρθρω τη πρώτη
+ώρα της ημέρας, τη τρίτη, τη έκτη, τη ενάτη τω εσπερινώ και τω
+αποδείπνω.
+
+ — Ούλου διαβάζνι, Μα, έλεγεν η Σοφούλα ενίοτε, θελγομένη εκ της
+συχνής προσευχής. Σ' νακκλησιά δε διαβάζνι έτσι δα.
+
+Εκεί λοιπόν εύρισκε παρηγορίαν και ανακούφισιν η θειά-Ζωίτσα. Και
+όταν ο γέρων έκαμνε τας ωραίας αγρυπνίας κατά τας μεγάλας εορτάς,
+ήτο εκ των πρώτων η γραία. Κ' εκεί την νύκτα υπό την θείαν
+ανταύγειαν των οφθαλμών του Παπά-Ιερεμία, οίτινες έλαμπον
+ζωηρότερον από το μαρμαίρον γαλάζιον φως των κανδηλών του
+ασκητικού ευκτηρίου του, προσεπάθει η γραία μετά πόνου ν'
+ανακαλύψη, έστω και μακρόθεν φέγγουσαν, την συγγνώμην του βαρέος
+αμαρτήματος του μακαρίτου.
+
+ — Να, τώρα δεν έχουμε τίποτε πλεια, γέροντα, έλεγε κατά την
+εξομολόγησίν της. Έχασα τον άνδρα μου, έχασα το παιδί μου, αχ! το
+καλό μου παιδάκι, θα ήταν σήμερα γαμπρός φοβερός. Εχάσαμε το βιο
+μας. Δεν θα φωτίση ο Θεός κανένα καλόνε άνθρωπο, να πανδρεύσω το
+μεγάλο το κορίτσι μου; Μεγάλο καϋμό το έχω, γέροντά μου. Μου
+έρχεται 'σάν ντροπή. Τουλάχιστον το μεγάλο μου κορίτσι!
+
+Και ελησμονείτο η γραία χάσκουσα εις την έκθαμβον λάμψιν των
+μεγάλων του γέροντος οφθαλμών.
+
+ — «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον, από του νυν και έως του
+αιώνος», απήντα ο Παπά-Ιερεμίας, ως συνείθιζε διά ρητών της
+Γραφής, ξηρά-ξηρά απαγγέλλων τας λέξεις, ως ήτο ξηρόν το ασκητικόν
+του σώμα, ζωντανόν άγιον λείψανον, αποπνέον ευωδίαν αρετής και
+αγιότητος.
+
+Και επανελάμβανεν:
+
+ — «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον!»
+
+Και μόνη της η γραία αναγνωρίζουσα το αμάρτημα του οίκου της,
+έλεγε προλαμβάνουσα τον γέροντα:
+
+ — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα! τι τάθελε; Φωτιά
+βάλαμε 'ς το σπίτι μας από τότες.
+
+ — Ε, να παρακαλής, τέκνον μου, να προσεύχεσαι. Συνεβούλευεν ο
+γέρων Πνευματικός. Ο Θεός είναι εύσπλαγχνος προς τους
+μετανοούντας.
+
+Η δε γραία κατήρχετο την εσπέραν εις την πόλιν με μεγάλην
+ανακούφισιν και παρηγορίαν, κομίζουσα τας ευλογίας και τα τρυφερά
+βλασταράκια «που της εδώρει ο Παπά-Ερημίτης».
+
+Ούτως αι θυγατέρες της θειά-Ζωίτσας είχον αποκτήσει εν τοιαύτη
+αγωγή ουχί τόσον φιλοκόσμους έξεις. Ητοίμαζον μεν τα προικιά των,
+μετά σεμνότητος πάντοτε κ' εντός του κύκλου των δυνάμεών των, κατά
+το έθιμον της νήσου, πλην δεν εύρισκον τόσην ευχαρίστησιν εις την
+πόλιν. Ήθελον κατά τας εορτάς να παραμένωσι παρά τω Ιερεμία και ν'
+ακούωσι τα ωραία εκείνα συναξάρια. Εις την οικίαν των τραγούδι δεν
+ηκούσθη καθ' όλα της ορφανίας των τα έτη. Την _καμάραν_ δεν την
+εχόρευσαν καμμίαν ημέραν της Διακαινησίμου. Και τόσον τας έθελγεν
+ο σεμνός ούτος χορός! Ήτο το μόνον εκ των του κόσμου τερπνών, όπερ
+επενήργει επί της τρυφεράς καρδίας των. Ο ηρέμα κινούμενος εν
+λαμπρά μεγαλοπρεπεία κύκλος εκείνος της καμάρας είχε τι το
+εξαρτικόν εν τη πραεία των κορασίων φαντασία.
+
+Διά τούτο τας ημέρας του Πάσχα απέφευγον αι δύο θυγατέρες ν'
+αναβαίνωσιν εις τα βουνόν του Παπά-Ιερεμία, όστις μετά
+προστατευτικού μειδιάματος ηρώτα την γραίαν.
+
+ — Πώς δεν ήλθαν τα κορίτσια;
+
+ — Να, κάνουν χάζ' τ' καμάρα πλειο, απήντα η γραία.
+
+ — «Παγίς θηρευτών» ο χορός, «παγίς θηρευτών», έλεγεν ο γέρων
+Πνευματικός.
+
+Και είτα επανελάμβανε καθαρά.
+
+ — Να προσέχουν από τον χορό τα κορίτσια, να προσέχουν!
+
+Και όμως τον μέγαν και πομπικόν αυτόν χορόν ουδέποτε εχόρευσαν.
+Περιωρίζοντο μόνον τα ορφανά να κυττάζωσι κρυφίως διά των
+ημικλείστων παραθύρων, πλην ποτέ δεν μετέσχον μετά των άλλων
+νεανίδων, αι οποίαι συνηθροίζοντο καθ' εσπέραν τη εβδομάδα του
+Πάσχα εις την γειτονικήν πλατείαν κ' εχόρευον κ' έλεγον «θάλασσα»
+τα τραγούδια εκείνα τα εύμορφα.
+
+Η ιδέα ότι είνε ορφαναί κόραι, τας έκαμνε να συστέλλωνται και να
+διστάζωσι. Τι ήθελον αυταί μέσα εις την χαράν του κόσμου;
+
+Η γραία όμως όσην ευλάβειαν και αν είχεν εις τους σεμνούς λόγους
+του Παπά-Ιερεμία, ησθάνετο κοσμικωτέρους παλμούς εν τη γηραιά
+καρδία της.
+
+Ήθελε να καμαρώση μια φορά νύμφας τας θυγατέρας της — και τι
+ωραίας νύμφας! — Επεθύμει να σύρη τον χορόν εις τους γάμους της
+Δεσποινιώς της, και να κολλήση ένα μεγάλο ασημένιο εις το μέτωπον
+του παιγνιδιάτορος του γέρω Τζαχείλα οπού τον ετρόμαζαν όλα τα
+λαγούτα.
+
+Πλην ούτε ακτίς από το εύμορφον αυτό μέλλον υπέφεγγε. Και τούτο
+την εβασάνιζεν, έως ου τελευταίον ησθάνετο κόπωσιν εις τα γόνατα
+και πόνους εις την οσφύν, ελαττώσασα εσχάτως και την προσφιλή
+αυτής γεωπονικήν εργασίαν.
+
+Ούτως η αργοπορία της εκπληρώσεως των πόθων μας εξασθενίζει τα
+νεύρα, ως να είνε ταύτα εξηρτημένα από την ολονέν απομακρυνομένην
+επιθυμίαν μας.
+
+Εν τοιαύτη θλιβερά καταπτώσει ευρισκομένη η γραία, ηγέρθη εσχάτως
+μίαν πρωίαν σφόδρα κατηφής, αφυπνισθείσα υπό κακού ονείρου.
+
+ — Τι έχεις, Μα; ηρώτησαν μετά περιπαθείας αι δύο κυανοπλόκαμοι
+αδελφαί.
+
+ — Τίποτε παιδιά μ'! απήντησε. Και κάτω νεύουσα την κεφαλήν υπό
+την μαύρην σκιάν της μανδήλας της εψιθύρισεν ως προς εαυτήν:
+
+ — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη ανακατωθή 'ς τα βακούφκα! Κάτι άλλο
+κακό μεγαλείτερο θα μας εύρη!
+
+Εξημέρωνεν η πρωτομαγιά. Αι πρώται της αυγής ακτίνες διεπέρων ήδη
+τον μελανόν ορίζοντα όπισθεν του οποίου ήρχισε να οποφέγγη λαμπρά
+ημέρα· τα άστρα εξηφανίζοντο και εσβέννυντο το έν κατόπιν του
+άλλου ως σβέννυνται λαμπάδες μία-μία την ημέραν του Πάσχα. Τα
+νυκτοπούλια αισθανθέντα τον κρύον αέρα της αυγής έπαυσαν τον
+θλιβερόν και μονότονον κρωγμόν των, αφήσαντα ελεύθερον το στάδιον
+εις τα ποικιλόστομα πρωινά πουλιά, ων το γλυκύ κελάδημα διέτρεχε
+χαρμοσύνως το κενόν ως χαιρετισμός προς την αφυπνιζομένην
+πολίχνην. Κατά σειράν ένα-ένα εξεχωρίζοντο τα κατάφυτα βουνά, και
+μόνον οι αμπελώνες του κάμπου ήσαν ακόμη σκεπασμένοι από την
+σκοτεινήν της νυκτός ομίχλην. Σκέπη πυκνή κατεκάλυπτεν εισέτι και
+τον λιμένα, από την οποίαν εκάθευδον ακίνητα τα εύμορφα κόττερα
+και λοιπά πλοιάρια της θαλασσινής πολίχνης. Αύρα δροσερά κ' ευώδης
+ήρχισε να καταβαίνη από το βουνόν του Παπά-Ιερεμία ως ευλογία από
+της ολονυκτίου προσευχής του ασκητού, ηδέως αρωματισμένη εκ του
+θυμιάματος του ουρανού και των ανθέων του κόσμου. Τότε ηκούσθη και
+ο κώδων των Τριών Ιεραρχών διά τον όρθρον. Κ' ευθύς ηγέρθη η θειά-
+Ζωίτσα από της ξηράς κλίνης της, ήγειρε δε και τας δυο αδελφάς,
+αίτινες με χαράν επετάχθησαν, ν' απολαύσωσιν ως πάντοτε την ήρεμον
+εορτήν της πρωτομαγιάς εν τω ωραίω αμπελώνι αυτών.
+
+ — Μας πήρεν η 'μέρα, κορίτσια! είπεν η θειά-Ζωίτσα.
+
+ — Τώρα δα σήμανεν η εκκλησία, απήντησεν η Σοφούλα.
+
+ — Έπρεπε πιο νύχτα. Αλλά δεν ξέρω πώς δεν έχω όρεξι. Μου
+φαίνεται πώς είνε κομμένα τα ήπατά μου.
+
+ — Μήπως κάθεσαι καμμιά μέρα; Ούλου παλεύεις, είπεν η Δεσποινιώ.
+
+Και εχασμάτο η γραία, ενώ αι θυγατέρες της ενεδύοντο.
+
+ — Θα τα 'ρμάξνι κείνα τα 'κκιά! είπεν η θειά-Ζωίτσα.
+
+ — Αμ την καρυά;
+
+ — Καλά λες· είπε ζωντανεύσασα ολίγον η γραία. Κάμετε γλίγωρα.
+
+ — Η θειά-Ζωίτσα συνήθιζε κατ' έτος την πρωτομαγιά να μεταβαίνη
+εις τον αμπελώνα μετά των θυγατέρων της «νύχτα-νύχτα». Και διότι
+πιστή εις τα πάτρια δεν ήθελε να παραμελήση μίαν ωραίαν συνήθειαν,
+η ποιητικωτάτη την καρδίαν γραία, αλλά το σπουδαιότερον, διότι
+έπρεπε να προφυλάξη την ημέραν ταύτην από της διαρπαγής τα
+προσφιλή προϊόντα της, έργα των χειρών της, και μίαν μεγάλην
+πυκνόφυλλον και πλατύφυλλον καρυδέαν, ην απεμάδων τελείως οι
+παίδες και αι κορασίδες συμπλέκοντες τους στεφάνους των διά των
+πλατεών και χλοερών φύλλων του ωραίου δένδρου. Μια χρονιά που δεν
+ημπόρεσε να εξέλθη προς φύλαξίν της, την έκαμαν «παραστόλιο» την
+εύσκιον καρυδέαν, «που της ήλθε της γραίας να την κόψη με το
+τσεκούρι».
+
+ — Μήπως απόχτησε ποτέ τ' δήμαρχο αυτό το χωριό; έλεγε
+παραπονουμένη.
+
+Και είχε τόσα καλά να προφυλάξη ακόμη η γραία. Φύσει αγαπώσα την
+γεωργίαν ως είδομεν, είχε μεταβάλει τον αμπελώνα της εις αληθή
+κήπον. «Περιβολάκι» τον ωνόμαζε. Και ην αληθώς περιβολάκι.
+Εφύτευσεν οπωροφόρα δενδρύλλια εις τας άκρας, αμυγδαλέας και
+βερικοκκέας και κερασσέας που ήτον «ένα ρέος» να τα βλέπης ή με τα
+άνθη ή με τους καρπούς. Έσπαιρνε τα ωραία εκείνα πλατοκούκκια «που
+κανείς δεν τα είχε». Και «τόσο τα εσήκονεν ο τόπος!» Εφύτευσαν και
+αι θυγατέρες της εις μίαν άκραν διάφορα άνθη, απομιμούμεναι της
+μητρός τας έξεις, κιτρινωπά μαντζαράκια με τα βελούδινα άνθη των,
+και κρίνα λευκά και κόκκινα, και δύο τριανταφυλλέας όπου εύρισκον
+την χαράν των τα παιδία τώρα την άνοιξιν, οσάκις δεν ευρίσκετο
+εκεί η γραία. Αλλά ήτο να λείψη; Νύκτα πήγαινε, νύκτα έφευγε. Πλην
+καμμία φορά θα επιτύχη πάντοτε ο κλέπτης. Ιδίως όταν επήγαινεν εις
+τον Παπά-Ιερεμίαν, πάντοτε ήθελεν ανακαλύψη ζημίαν τινά.
+
+Άμα εγερθείσαι αι τρεις γυναίκες, εδάγκασαν κατά την συνήθειαν από
+την ξηράν κουλούραν του Πάσχα, ην εφύλαττον κρεμασμένην από
+καρφίου επίτηδες, «μη φωνάξη ο γάιδαρος». Έρριψαν το υπόλοιπον είς
+τινα μικρόν κάλαθον, έλαβον και τι πρόχειρον προσφάγιον και το
+απαραίτητον διά την πρωτομαγιάν σκόροδον «που καθαρίζει το αίμα»
+και εξήλθον, αφού εν τω μεταξύ η Σοφούλα πεταχθείσα εις το πηγάδι,
+εκόμισε κρύο-κρύο νερό, να υπάρχη όταν θα επανέλθουν την νύκτα.
+
+ — Ποιος ξέρει τι ώρα θα γυρίσουμε, είπεν η πτωχή νοικοκυροπούλα
+κόρη.
+
+Πλην η Δεαποινιώ βλέπουσα την μελαγχολίαν της μητρός της κατελήφθη
+και αυτή υπό τίνος μυστικής ανίας και δεν ήθελε ν' ακολουθήση και
+μόλις και μετά βίας την παρέπεισεν η γελαστικωτέρα Σοφούλα.
+
+ — Θα ζωσθούμε αγριαμπελιά, της είπε, θα μαζόξουμε λουλούδια, θα
+φάμε χλωρά 'κκιά με το τυρί κοντά 'ς τη βρύση, θα βρούμε γενόμενα
+κεράσια!
+
+ — Αχ! πώς μ' αρέσουν!
+
+Εκλείδωσαν την οικίαν και εξήλθον.
+
+Βωβά εκρότουν τα στερεά πατήματα των τριών γυναικών εις τους
+στενούς κ' ερήμους δρομίσκους της πολίχνης. Διήλθον τα αλώνια, το
+έξω της πολίχνης λειβάδιον. Η καταπράσινος και κατάλευκος εξ
+ανθέων χλόη εμαύριζε συγκεχυμένη εν τη σκοτία, και μόνον ως
+ασβεστωμένοι τόποι διεκρίνοντο υπολευκάζοντες εδώ και εκεί επί του
+μικρού πεδίου, τα μέρη ένθα εφύοντο τα σμήνη των χαμαιμήλων και αι
+άγριαι μαργαρίται.
+
+Η γραία ξεμουδιάσασα, αφού πλέον εξεκίνησεν, ανέκτησε πάλιν όλην
+την φαιδρότητά της και προηγείτο ελαφρά, παίζουσα και γελώσα με
+τας θυγατέρας της.
+
+Η δρόσος επεκάθητο άφθονος επί των θάμνων ως αδαμαντίνη βροχή, και
+εβράχησαν αι άκραι των ιματίων και των τριών γυναικών.
+
+Ανέβησαν ήδη εις τον λόφον. Έφεγγε καλά πλέον. Ευωδίαζεν ο τόπος.
+
+ — Τι εύμορφα! είπεν η Δεσποινιώ, σταματήσασα και πνέουσα βαθέως
+το μεθυστικόν εκείνο άρωμα της πρωίας, σφόδρα ζωτικόν.
+
+ — Και δεν ήθελες! διέκοψεν η Σοφούλα.
+
+Εξαίσιον ήτο το θέαμα. Κάτω έβλεπες την λευκήν πολίχνη ης οι
+οικίσκοι, μια τούφα συμμαζευτοί, ωμοίαζον προς νύμφας με τα λευκά
+κολοβόλια των, νύμφας θεωρούσας την θάλασσαν. Εξήρχοντο ήδη
+συντροφίαι φαιδραί διά την πρωτομαγιάν, ων η γελόεσσα ιαχή
+εξεχύνετο προς όλας τας διευθύνσεις κ' εχάνετο είτα μέσα εις τους
+θάμνους και τους κήπους και τους αγρούς. Δεξιά επρασίνιζον οι
+αμπελώνες. Αριστερά εκινούντο αιδημόνως ως καλημερίζοντα τας τρεις
+γυναίκας τα ευεργετικά λήια, τα καταπράσινα σπαρτά, αποτελούντα
+ελαφρότατον μορμυρισμόν ηδύτατον εις την ακοήν. Εδώ κ' εκεί αι
+ελαίαι εδείκνυον τα λευκά άνθη των «μπαμπάκι μοναχό», εφ' ων
+επακκουμβώσιν αι ελπίδες και τα όνειρα των κατοίκων.
+
+Ω! εις έν άνθος τρυφερόν στηρίζει ο πατήρ το παρόν και η παρθένος
+το μέλλον. Και όταν δεν συνδράμη ο καιρός; Όταν η θύελλα αρπάση το
+άνθος και ο αετός το πνίξη; Ω! τότε πνίγεται το παρόν του πατρός
+και της παρθένου το μέλλον!...
+
+«Ψεύσεται έργον ελαίας και τα πεδία ου ποιήσει βρώσιν!».
+
+Οι δε παρόδιοι φράκται διέχυνον συμμιγές άρωμα σχοίνου,
+συμπεπλεγμένου καλλιτεχνικώς μετ' αγιοκλήματος και βάτου και
+κομάρου και πρίνου του σκολιού με τας επί των ακανθωτών φύλλων
+μιζιθρίτσες του.
+
+Και όπου ο αγρός ην άσπαρτος, εκεί πλέον είχον αναφυή όλα τα
+αγριολούλουδα με τα αναρίθμητα χρώματά των. Εδώ τούφα από
+κατακόκκινες παπαρούνες, εκεί άγριαι μαργαρίται λευκαί και
+κίτριναι, παρέκει παντοία ανθύλλια έχοντα τα μικρά τριγωνικά φύλλα
+των, άλλα ως είδος ανεμομύλου και άλλα ως είδος σταυρού· τα
+λευκόστικτα άνθη της καυκαλίθρας, τα ψευδοτριαντάφυλλα της
+κολλώσης κουνούκλας και διαφόρων σχημάτων και μεγεθών
+ψευδοστάχυες. Τι άλλα ζεμπιλάκια και τι παραδάκια εν ορμαθώ, τα
+οποία μετά τινας ημέρας ξηρανθέντα υπό το καύμα του Μαΐου θα
+βροντούν αχυρώδη τινά ήχον, δι' ων θα «μερόνωσι» τα παιδία των αι
+μητέρες.
+
+Όλα τα είδη των φυτών και των βοτάνων και τα πλέον μικρά και τα
+πλέον καταφρονεμένα, και αυτά τα αόρατα, είχον το άνθος των. Και
+αυτή η ανακάνθη υψηλή εις τους φράκτας ως μανουάλιον είχεν εις την
+κορυφήν ωραίον ιόχρουν βελονωτόν άνθος.
+
+Εις την ωραίαν αυτήν νήσον, ένθα συμβαίνει η παρούσα διήγησις,
+ανθίζει και αυτή η γη και εμφανίζει κάτι χωματένια λουλουδάκια
+κοντά και στρογγυλά. Το άνθος του χώματος! Ως και η δηλητηριώδης
+και αχρεία χλαμπάτζα, από την οποίαν τρώγουν αι αμνάδες και
+χλαμπατζάζουν, είχε και αυτή τα λουλουδάκια της, ωχρά ως κρόκον
+ωού, διά τα οποία θα εσυγχώρει τις το κακόν ιδίωμά της.
+
+Μετ' ολίγον διερχόμεναι αι γυναίκες σιτοφόρον αγρόν εξηφανίσθησαν
+μέσα εις τους αστάχυς, υψηλούς λίαν.
+
+ — Μάννα, λέω! εφώνησε παρατείνουσα την φωνήν της η Δεσποινιώ,
+καλούσα δήθεν την άφαντον μητέρα της, ήτις ελαφρά βαδίζουσα
+πάντοτε προηγείτο.
+
+ — Θειά-Ζωίτσα! εφώνησε και η Σοφούλα, μάλλον λεπτύνασα την φωνήν
+της, επί το αστειότερον.
+
+Και επανέλαβεν η πρωινή ηχώ μέσα εις το βαθύ σπαρτόν.
+
+ — Θειά-Ζωίτσα!
+
+ — Αρί Δεσποινιώ! ηθέλησε να παίξη και η γραία, παρατείνουσα την
+τελευταίαν συλλαβήν και οξύνουσα επί το νεανικώτερον την φωνήν.
+
+Τα κορίτσια εγέλασαν.
+
+Ήδη ήσαν εντός της αμπέλου των, της ζηλευτής Αη-χαραλαμπήτικης
+αμπέλου.
+
+Η γραία κατά πρώτον έσπευσε προς την καρυδέαν, ην εύρε καλώς
+έχουσαν και ανέπνευσεν εξ ευχαριστήσεως. Το βαθύσκιον δένδρον ήτο
+ως να εξύπνησε προ μικρού κ' έσταζον ακόμη τα εύμορφα φύλλα του
+από την δρόσον, με την οποίαν τα ένιψεν η αυγή.
+
+Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει ακόμη.
+
+Η γραία ευχαριστημένη εκάθισε παρά την ρίζαν του δένδρου να
+ξεκουρασθή, ενώ τα κορίτσια πλήρη ζωηρότητος και δροσιάς εκίνησαν
+να υπάγουν εις το θαμνώδες μέρος, εν τω άκρω της αμπέλου, όπου
+υπήρχε και χάλασμα παλαιάς οικοδομής κ' εντός κρήνη μετά καθαρού
+και διαυγούς ύδατος. Εκεί είχε τους κυάμους της η γραία, εκεί τα
+καλούδια της. Εκεί ήτο το άδυτον της θειά-Ζωίτσας, εις το οποίον
+είχεν επιθυμίαν να μη εισδύη «ξένο μάτι». Εκεί εφύετο η
+πρασινωτέρα και ανθηροτέρα αγριαμπελιά, περιζήτητος εις όλην την
+πόλιν, ήτις ως πυκνός φράκτης περιέβαλλεν όλον εκείνο το ευώδες
+και μυστικόν κηπάριον.
+
+ — Έλα να μας κόψης αγριαμπελιά, είπεν η Δεσποινιώ προς την
+μητέρα.
+
+ — Κόψ' τε κ' έρχουμι, απήντησεν η γραία.
+
+ — Τι; Δεν είνε το φείδι; ηρώτησε μετά δειλίας η Σοφούλα.
+
+Η γραία διά να μη της πειράζουν τα ωραία εκείνα κηπουρικά προϊόντα
+είχε διαδώσει μετά τέχνης εις την κωμόπολιν ότι «μέσα εις εκείνο
+το χάλασμα βγαίνει ένα φείδι, χονδρό σαν το χέρι της» έλεγε. Τόσον
+δε πειστικώς διηγείτο τα κατ' αυτό, ώστε κατώρθωσε να την
+πιστεύσουν οι άνθρωποι. Τοιουτοτρόπως τα περισσότερα παιδία
+εφοβούντο να παρεισδύσωσιν εκεί. Και μόνον, οσάκις παρεσύροντο
+μέχρι της θέσεως εκείνης, περιωρίζοντο από μακρόθεν να θαυμάζωσι
+την ωραίαν αγριαμπελιάν και τα εύμορφα τριαντάφυλλα, και να
+οσφραίνωνται ως κυνάρια τα ευωδιάζοντα πλατοκούκκια της θειά-
+Ζωίτσας.
+
+Η μετά πονηρίας διασωθείσα αυτή φήμη υπό της γραίας τοσούτον είχε
+γενικευθή, ώστε και αι θυγατέρες της την επίστευον, και ιδού μόλις
+έφθασαν προ του ευώδους εκείνου θάμνου, εσταμάτησαν, καλέσασαι την
+μητέρα.
+
+Η γραία ήλθε και ως ήτο μικρά κ' ευσταλής, εισέδυσεν ευκόλως εις
+το πυκνότερον μέρος σκαλώνουσα ως αιξ ελαφρά επί του χάσματος του
+λιθίνου τοίχου, όπου ην η τρυφερωτέρα και μακροτέρα αγριαμπελιά.
+
+Αι δύο αδελφαί ίσταντο παραέξω, θαυμάζουσαι τας κουκκέας,
+φορτωμένας εκ του ευγεύστου της ανοίξεως καρπού.
+
+Αίφνης ακούεται από των υψηλοτέρων θάμνων, όπου και αγκαθωτοί
+βάτοι, συρμός συνεχής ως κινουμένου μεγάλου και ογκώδους ερπετού.
+
+ — Το φείδι! το φείδι! κραυγάζει η γραία μετά τρόμου και
+αποσύρεται. Αλλ' εν τη ταραχή της προσκρούει επί τινος ογκολίθου
+του ερειπίου και πίπτει μετά φωνών. Αλλ' ως ήτο γενναία πάλιν
+εγείρεται, πλην συλληφθείσα υπό της αυθάδους βάτου ξεσχίζει ολίγον
+το φουστάνι της, διά το οποίον αργότερα, παρελθόντος του φόβου,
+εφώναζε και εβλασφήμει ασκόπως.
+
+Αι δύο αδελφαί κατακίτρινοι εκ του τρόμου, είχον αποσυρθή μακράν
+εις το άκρον κάτω, χωρίς και αυταί να το αισθανθώσι καν.
+
+Η γραία ιδού πιστεύσασα και αύτη την ψευδή διάδοσίν της
+εσταμάτησεν έξω εις καθαρόν άνευ χλόης μέρος και προσεπάθει να ίδη
+πόσον μέγας ήτο ο όφις του μύθου της, όστις πραγματικώς τώρα
+ενεφανίζετο, ότε βλέπει εξερχόμενον εκ των θάμνων παίδα τινα,
+βοσκόν αγροίκον, όστις νύκτα-νύκτα είχε χωθή εκεί να δρέψη
+αγριαμπελιάν.
+
+ — Αρέ, Νιούδα, είπεν αναθαρρήσασα η γραία, ποιος σούδωσε την
+άδεια; Και επανέλαβε με υψηλοτέραν φωνήν πάλιν το αυτό, ίνα δείξη
+ότι δεν εφοβήθη.
+
+ — Να, θειά-Ζωίτσα, απήντησεν ο βοσκός, λίγη αγραμπελιά έκοψα για
+την καλή Χρονιά...
+
+Και έγεινεν άφαντος εις το βουνόν, σύρων τα πλέγμα του χλορού
+θάμνου της Πρωτομαγιάς, μίαν βαρείαν κουλούραν επί της κεφαλής
+του.
+
+Αι δύο κόραι ακούσασαι τον διάλογον και ιδούσαι και τον βοσκόν
+ανεθάρρησαν και αυταί και επανήλθον, ενώ η μήτηρ αφόβως πλέον
+εισδύσασα εκ νέου εις την ευωδιάζουσαν λόχμην έφερε μετ' ολίγον
+άφθονον αγριαμπελιάν, δι' ης εζώσθησαν αι θυγατέρες και η γραία
+ευχομένη:
+
+ — Σιδερένια η μέση μας! Και του χρόνου κορίτσια!
+
+Ήδη ο ήλιος καίων υψώθη εις τον ορίζοντα. Ουδεμία πνοή ανέμου
+ηκούετο και η ημέρα προηγγέλλετο θερμή ως ημέρα θέρους. Όλα τα
+λουλούδια της περί την άμπελον λόχμης και τα οπό τας ελαίας, εν τη
+χέρσω γη, θερμανθέντα ετάνυσαν και ήπλωσαν τα ποικιλόχρωμα φύλλα
+των, εφ' ων μετά βόμβου ήρχοντο να επικαθήσωσι μέλισσαι και σφήκες
+και ζούνες και άλλα ζωύφια διά της συχνής μετατοπίσεώς των
+δεικνύοντα την χαράν, την οποίαν ησθάνοντο, ως αυθένται του
+διηνθισμένου εκείνου λειμώνος.
+
+Αι δύο αδελφαί πλέξασαι προχείρους στεφάνους αγροτικούς εκ της
+αγριαμπελιάς και κοσμήσασαι τούτους με αγριολούλουδα και
+τριαντάφυλλα εν ωραία αντιθέσει χρωματισμών έθεσαν αυτούς εις την
+κεφαλήν των, και αποδιώκουσαι ούτω από του τρυφερού προσώπου των
+τας ακτίνας του οχληρού ηλίου έτρεχον εδώ και εκεί ως ψυχαί
+πτερωταί, ως νύμφαι ορεστιάδες επί των ανθέων εν χαρά και
+αγαλλιάσει μικρών παιδίων.
+
+Πόσον ο άνθρωπος γίνεται παιδί έξω εις την χλόην!
+
+ — Κοίταξε αυτή η παπαρούνα, έλεγεν η Σοφούλα, σαν τα μάγουλα της
+μητέρας δεν είνε;
+
+Και εγελούσαν.
+
+ — Να αυτοδά το μικρούτσικο, να τα ξεσκώσης, Σοφούλα, είπεν η
+Δεσποινιώ, παρουσιάζουσα μικρόν εύμορφον ανθύλλιον. Να το κεντήσης
+'σ το ποκάμισό σου το νυμφικό. Καμμιά δεν θα τώχη.
+
+ — Αχ! τι ώμορφο! Ναι, τα φυλλάκια θα τα κεντήσω με πράσινο
+μετάξι. Εδώ δα θα βάλω ολίγο κόκκινο και θαλασσί. Το λουλούδι θα
+γείνη με άσπρο χρυσάφι. Καταμεσής θα κεντήσω ένα κουμπάκι άλικο.
+Αχ! τι ώμορφο!
+
+Το εφίλησεν η αθώα κόρη το αγνόν ανθύλλιον και το έκρυψεν εις τον
+παρθενικόν κόλπον της, αυστηρώς περιωρισμένον.
+
+Και η θειά-Ζωίτσα εστεφανωμένη και αυτή με την αγριαμπελιάν και
+εζωσμένη την οσφύν, ομοία προς γραίαν υπηρέτιδα του αρχαίου θεού,
+περιήρχετο την άμπελον, ης τα φύλλα έλαμπον εκ των ακτίνων του
+ηλίου. Λοχερά-λοχερά τα κλήματα «ήτανε μια χαρά να τα βλέπη
+κανείς», ως έλεγεν η γραία, αποδίδουσα την υγιά κατάστασιν του
+κτήματός της εις τους κόπους της και μόνον εις τους κόπους της,
+και υπερηφανευομένη διά τούτο. Οι βλαστοί τρυφερώτατοι υψούμενοι
+προς διαφόρους διευθύνσεις ακτινωτώς άνω των κλημάτων με βαθέως
+πράσινα μεγάλα και απεσκληραμμένα τα κάτω φύλλα, μικρότερα και
+ανοικτοτέρου χρώματός τα υψηλότερα και τρυφερώτατα τα επάνω-επάνω
+βυσσινόχροα, ως να περιερραντίσθησαν δι' οίνου μαύρου, απέληγον
+εις άγκιστρα δίχαλα και κυρτά, τας λεγομένας τσούγκρας, δι' ων αι
+κορασίδες, αφού φάγουν τους βλαστούς παίζουσιν είτα
+κατασκευάζουσαι αγκυλωτάς βελόνας, τας οποίας διαγκιστρούσαι
+έλκουσιν αντιθέτως δι' ελαχίστης δυνάμεως, έως ου διαθλασθή η μία,
+η της ηττημένης. Αι σταφυλαί δεν είχον σχηματισθή ακόμη τελείως.
+
+ — Αύριον θα θειαφίσωμε, κορίτσια, εφώνησεν η θειά-Ζωίτσα από το
+μέσον της αμπέλου, μόλις διακρινομένης της θέσεως εν η ίστατο η
+κοντούλα γραία, εκ της ελαφράς κινήσεως των βλαστών.
+
+ — Να! άρχισεν η χολέρα! εφώνησε πάλιν η γραία επιθεωρούσα έν προς
+έν τα κλήματα μετά στοργής μητρός θωπευούσης τα νεογνά της.
+
+Αλλ' αι δύο θυγατέρες δεν ήκουσαν. Κάτω εις την άκραν ιστάμενοι,
+όπου διηνοίγετο ευρύ χωράφιον γειτονικόν, εθεώντο συντροφίαν
+πολυάριθμον τριών-τεσσάρων οικογενειών συγγενικών, αίτινες άρτι
+εξεπέζευον με θορυβώδη χαράν και γέλωτας και άσματα, ελθούσαι να
+διασκευάσωσι την φαιδράν της πρωτομαγιάς ημέραν.
+
+ — Κορίτσια! επανελάμβανεν η γραία εγγύτερον ελθούσα, αύριον θα
+θειαφίσωμε.
+
+Ερχομένη εις την άμπελον εθεώρει αμαρτίαν να μείνη αργή. Πάντοτε
+ήθελεν ανακαλύψει εργασίαν τινά.
+
+ — Ου, θα πω, και συ! την επείραζον ενίοτε αι θυγατέρες της, δεν
+κάθεσαι μια μέρα να ξαποστάσης!
+
+Εάν δεν είχεν άλλο τι να πράξη, το προχειρότερον ήτο να
+περισυλλέξη «ξηράδια» από των ελαιών και μηλεών και απιδεών,
+ξηρούς κλώνους, δι' ων το βράδυ θα συνεπλήρου το φορτίον της,
+θέτουσα ταύτα ως επικάλυμμα εις το καλάθιόν της, ίνα έχη εύκολα
+προσανάμματα την πρωίαν, αλλά κυρίως, ίνα μη καθ' οδόν ιταμοί
+διαβάται ανιχνεύωσιν εν τω πεπληρωμένω πάντοτε εκ των ωραίων
+προϊόντων της καλαθίω «και μαλάξωσι την ευωδιάζουσαν δροσερότητα
+αυτών». Φιλάργυρος δεν ήτο, αλλ' είχε συνηθίσει ότε επέστρεφεν εις
+την οικίαν να τοποθετή μόνη της τα προϊόντα του περιβολιού της
+εντός απλωτού ταψίου μετά προσοχής, εδώ τα κουκκιά, εκεί τα
+μάραθα, αλλού τα κρόμμυα, εκεί τας αγγινάρας. Και αφού επί ώραν τα
+εθαύμαζεν η φιλόπονος γραία τα έργα των χειρών της, εξηπλωμένη εις
+τας γυμνάς σανίδας του πατώματος έως ου ξεκουρασθή, εμοίραζεν είτα
+εις τους συγγενείς και φίλους της λίαν αφιλαργύρως.
+
+Αλλά καθ' οδόν δεν ήθελε να τα εγγίση τις.
+
+ — Σωρό πάλι τα πλατοκούκκια η θειά-Ζωίτσα, παρετήρουν αι
+γειτόνισσαι, όταν την έβλεπον επιστρέφουσαν φορτωμένην την γραίαν.
+
+ — Να, δυο ξλάκια πλειο για πρόσαναμμα! απήντα η θειά-Ζωίτσα η
+μυστική και εχάνετο απ' εμπρός των.
+
+Αι δύο αδελφαί εκάθησαν εις άκραν τινά και εθεώρουν την άρτι
+ελθούσαν πολυάριθμον φαιδράν συντροφίαν, προσπαθούσαι ήδη να
+γνωρίσωσι τίνες ήσαν.
+
+Αλλά φωναί της μητρός και βλασφημίαι τώρα τας εξήγειραν.
+
+Συνήντησεν η γραία είς τινα γωνίαν πυκνήν και αυθάδη αγριάδαν,
+απειλούσαν να καταστρέψη ικανά κλήματα και ήρχισε να φωνάζη κατά
+των σκαφέων, οίτινες την εξηπάτησαν. Δεν ηδύνατο να χωνεύση το
+ελάττωμα τούτο, τον δόλον.
+
+ — Σ' ακούνε οι λοχεμένοι! Να! τάπνιξε τα κλήματα, ταφάνισε η
+αγριάδα. Τρεχάτε κορίτσια!
+
+Και ήρχισε πάραυτα οχληράν και αγωνιώδη εργασίαν εκριζώσεως διά
+των χειρών της απεσκληραμμένης πλέον αγριάδας, «όπως δώση αέρα εις
+τα καϋμένα τα κλήματα, τα οποία είχαν ανάψει».
+
+Αι δύο αδελφαί αισθανθείσαι τον πόνον της γραίας ήλθον πάραυτα και
+έλαβον μέρος και αυταί εις την επίπονον εργασίαν.
+
+ — Μας ηύρε δλειά πάλι! είπεν η Σοφούλα.
+
+ — Καλά έλεγα εγώ να μη ρθω, προσέθηκε και η Δεσποινιώ γελώσα.
+
+Ο ήλιος έκαιεν.
+
+ — Να δγης, Μα, έλεγε κατά την εργασίαν η μικροτέρα. Ήρθαν κ'
+ήρθαν 'ς το χωράφι κάτω. Ο κυρ Γεώργης, ο καπετάν Μαθιός, ο Γιάννς
+τς Μαχώς.
+
+ — Έχνι σφαχτά, προσέθηκε και η Δεσποινιώ. Έχνι ψτά, γάλατα, τυριά
+χλωρά και μιζίθρες.
+
+ — Πήρανε κι' τ' νύφ'; ηρώτησεν και η γραία.
+
+ — Τν' έχνι.
+
+Η εργασία εξηκολούθει. Είχεν ήδη εξαχθή μέγας σωρός του αναιδούς
+αργοφυτού.
+
+Δύο-τρεις φορές εθεάθησαν παιδία και κορασίδες κατευθυνόμενα προς
+το ζηλευτόν άδυτον «το περιβολάκι» της γραίας, πλην επειδή είδον
+τας γυναίκας δεν επροχώρησαν. Εκαμάρωνον μόνον μακρόθεν τα ωραία
+κεράσια, τα οποία τώρα μόλις ήρχισαν να λάμπουν κοκκινίζοντα
+κρυμμένα από τα μεγάλα φύλλα ως να εντρέποντο με το παρθενικόν
+εκείνο χρώμα των, και υπέστρεψαν.
+
+Παρήλθεν η μεσημβρία. Τότε είχε καθαρισθή πλέον και η αγριάδα και
+αι τρεις γυναίκες κατάκοποι εκάθησαν υπό την καρυδέαν, εις τον
+δροσερόν ίσκιον της να ξεκουρασθώσι και να φάγωσι το λιτόν γεύμα
+των, άρτον, τυρόν και μοσχοβολούντα πλατοκούκκια αρτιδρεπή
+στάζοντα δρόσον ακόμη. Εις το αντικρυνόν χωράφιον εβούιζεν η χαρά
+και η φαιδρότης των ευθυμούντων. Φωναί παιδίων, άσματα νεανίδων,
+καγχασμοί γυναικών, διαταγαί ανδρών, προπόσεις πυκναί και
+γελαστικαί, κάκου κάπου κλαυθμός οξύς κανενός νηπίου απετέλουν
+πολύφωνον συναυλίαν συμποτικού γεύματος, όπερ είχε στρωθή υπό
+πυκνόφυλλον υψηλήν δρυν, εν μέσω του χωραφίου κειμένην. Αυτά είνε
+της εξοχής τα ηδέα και απλά.
+
+Ο άνθρωπος εκεί αφίνει το αίσθημά του ελεύθερον να πετά, να πηδά,
+να χορεύη, να τραγουδή, ως πετώσι και πηδώσι και χορεύουσι και
+τραγουδούσι τα ελεύθερα πουλιά κυνηγούμενα μεταξύ των μίαν ωραίαν
+πρωίαν από 'κλάδου εις κλάδον.
+
+Ο θόρυβος των συνευθυμούντων ως βοή, βοή του χειμάρρου του
+Πετραλώνου, έφθανε μέχρι της καρυδέας, οπού αι τρεις γυναίκες
+ησύχως και ηρέμα έτρωγον το λιτόν γεύμα των, συντροφευόμεναι υπό
+δύο κοσσύφων, οίτινες εις τα υψηλότερα κλωνάρια του ωραίου δένδρου
+συνεκρότησαν αγώνα άσματος επίμονον και φίλεριν, προς ερημικήν
+αηδόνα επί άλλου καθημένην κλώνου άλλου δένδρου και κατακηλούσαν
+ηδέως του θνητού την καρδίαν. Ετελείωνον οι κόσσυφοι και ήρχιζεν η
+αηδών.
+
+ — Να! χορεύουν τη καμάρα, επετάχθη πρώτη η γραία, ενωτισθείσα του
+ωραίου άσματος, το οποίον τοσάκις είχε τραγουδήσει εις τα νειάτα
+της.
+
+Αι δύο θυγατέρες ακροασθείσαι και αυταί ηγέρθησαν ως να επρόκειτο
+να λάβωσι μέρος εις τον χορόν. Άγνωστος δύναμις τας είχεν
+εξεγείρει αίφνης, ως όταν ανατινάσσεταί τις εις τον ύπνον του.
+
+Αληθώς, μετά το πλουσιώτατον γεύμα, είχεν αρχίσει κατά το σύνηθες
+ο χορός και ήδη διά μέσου των φυλλοφόρων βλαστών της αμπέλου
+έφθανον σαφώς μέχρι της καρυδέας αι λέξεις του άσματος της
+καμάρας:
+
+ _Καμάρα χτι Καμάρα χτι
+ Καμάρα χτίζω 'ς το γιαλό (δις)
+ Καμάρα δε στεργιόνει
+ να ζήτε λέει τ' αηδόνι_, (δις)
+
+ _Έλα το πουλί μου, έλα
+ μοσκοκάρφια και κανέλλα_.
+
+Αι δύο παρθένοι θελγόμεναι προσεπάθουν να διανοίξωσι χώρον διά
+μέσου των κλημάτων, ίνα ίδωσι τον πομπικόν του Πάσχα χορόν.
+Επήγαινον εδώ, έβλεπον εκεί, πλην δεν κατώρθονον να εύρωσι μέρος
+εκ του οποίου να βλέπουν χωρίς να βλέπωνται.
+
+ — Αναβήτε απάν 'σ τη καρυά! ανεφώνησεν αίφνης η μήτηρ, ης οι
+οφθαλμοί έλαμπον εξ αφάτου χαράς, ως να έσυρεν αυτή την καμάραν.
+
+Ω μοίρα κατηραμένη της γραίας! Τι ήθελες τοιαύτην ιδέαν να εμβάλης
+εις τα ξηρά χείλη της;
+
+Πάραυτα από μυστικού πόθου κινούμεναι αι δύο θυγατέρες της θειά-
+Ζωίτσας, ανήλθον μετά προσοχής βαίνουσαι επί των λείων και
+ολισθηρών κλάδων του δένδρου συνηθισμέναι, διότι ανέβαινον και
+εσύναζον τα κάρυα. Και σταθείσαι εις μέρος υψηλόν εθεώρουν διά
+μέσου των φύλλων τον μεγαλοπρεπή χορόν, όστις εν ευρεί κύκλω
+εχορεύετο εν μέσω του γειτονικού αγρού υπό φαιδρού ομίλου νέων και
+νεανίδων και γυναικών, ων οι συρόμενοι μετά τέχνης και χάριτος
+πόδες κατεπάτουν θλιβερώς και ασπλάγχνως τα ωραία αγριολούλουδα.
+
+Πόσον επαγωγώς θεαματικόν είνε να βλέπη τις τον χορόν τούτον. Οι
+χορεύοντες σχηματίζονται εις σφιγκτώς συνδεδεμένην άλυσιν, του
+πρώτου δίδοντος την δεξιάν εις την δεξιάν του δευτέρου και την
+αριστεράν εις την δεξιάν του τρίτου, ενώ του δευτέρου η αριστερά
+προτείνεται εις την δεξιάν του τετάρτου, ώστε να σχηματίζωνται
+χιαστοί σταυροί ρομβοειδώς συμπεπλεγμένοι. Και ίσως δι' αυτό ο
+χορός είνε καθιερωμένος εις τας κοσμικάς εορτάς του Πάσχα. Οι
+χρωματισμοί των ποικίλων ενδυμασιών των γυναικών απετέλουν
+εύμορφον αρμονίαν προς τον υπό των ποικίλων ανθέων χρωματισμόν του
+αγρού, τα λευκότατα πάλιν κολόβια των νεονύμφων άτινα επί τούτω
+είχον λευκανθή τον Μάρτιον εις τον χαλικόστρωτον αιγιαλόν του
+Κάστρου ήταν εις ευάρεστον αρμονίαν εγγύς των ερυθρών φουστανιών
+παιδισκών τινων, εν ώ τα χρυσά κεντήματα του διά κρεμέζης
+βεβαμένου χιτώνος επί του στήθους φαεινώς ηκτινοβόλουν κατέναντι
+των ακτίνων του λαμπρού ηλίου.
+
+Και ο ιστάμενος θεατής ευφραίνετο βλέπων πρόσωπα απαλά εξ ενός και
+χρυσάς κορυφάς εξ άλλου υπό την διαύγειαν λεπτοτάτης μεταξοϋφάντου
+μανδήλας, και εν γένει κομψά και θελκτικά κορμιά ερασμίων
+γυναικών, εν θρησκευτική προσοχή περιφερομένων κύκλω συνεκδοχικώς.
+Σεμνόν θέαμα! Κύκλος καμαρωτός με ωραία λάμποντα μάτια και χρυσώς
+ακτινοβολούντα στήθη, βαίνων αργώς βήμα προς βήμα, ώστε να
+υποφαίνηται ηδέως η χρυσόρραπτος κοντούρα, με χαριεστάτην ελαφράν
+κίνησιν του κορμού δεξιά και αριστερά, συμφώνως προς τους ιάμβους
+του άσματος, ως κινείται λέμβος ηδυπαθώς εν γαλήνη, ώστε ο χορεύων
+να μη αισθάνηται κόπον ταράσσοντα. Και αυτό το πήδημα κατά τον
+δεύτερον στίχον να είνε τόσον ελαφρόν, ώστε να νομίζη τις ότι
+εποχείται επί απαλού και δροσερού κύματος συρόμενος απαλά με το
+κύμα.
+
+Η γραία καταπεπονημένη — ήθελε να κοιμάται ολίγον πάντοτε την
+μεσημβρίαν — επακκουμβήσασα παρά την ρίζαν του γηραιού δένδρου
+παρηκολούθει σιγά-σιγά, πλην ηδέως, τους ιαμβικούς του άσματος
+στίχους, υποτονθορύζουσα αυτούς συμφώνως προς τον αναδιπλούμενον
+ρυθμόν του σεμνού χορού, επιλέγουσα εκάστοτε και την επαλλάσσουσαν
+επωδόν:
+
+ _Καμάρα χτίζω 'ς το 'γιαλό,
+ Καμάρα δε στεργιόνει.
+
+ Ένας κοντός κοντούτσικος,
+ κοντός και μ' ένα χέρι.
+
+ Τα μάρμαρα πελέκαε,
+ τις πέτρες πελεκούσε.
+
+ — Κοντέ μ', και πού ν' το χέρι σου,
+ και πελεκάς με τώνα;
+
+ — Βασιλοπούλα φίλησα,
+ και μούκοψαν το χέρι.
+
+ Ας την εξαναφίληγα,
+ κι' ας μούκοφταν και τ' άλλο_.
+
+Και αντηχεί καλλικέλαδος η ηχώ ανά τους εγγύς λόφους
+επαναλαμβάνουσα:
+
+ _Καμάρα δε στεργιόνει,
+ να ζήτε λέει τ' αηδόνι_.
+
+ — Να ιδής, Μα, εφώνησεν από της καρυδέας, κρυμμένη εντός των
+φύλλων, η Δεσποινιώ, «ξομπλιάζουσα», ήτοι παρατηρούσα και κρίνουσα
+τας ενδυμασίας. Να ιδής, το Μαργιώ τ' καπετάν Μαθιού, φορεί το
+καλλίτερο κολοβόλι. Τι ώμορφα που είνε βολτιασμένο! Σαν να ήνε από
+χαρτί!
+
+ — Ναι, καλά λες, προσέθηκεν η Σοφούλα, επί άλλου κλάδου ισταμένη.
+Σαν σκοπελίτικο είνε! Σαν το χιόνι λαμπέινο!
+
+ — Προσέχετε να μη πέσετε, εψιθύρισεν ησύχως η γραία ημικοιμωμένη.
+
+ — Να ιδής, Μα, εξηκολούθει η Δεσποινιώ. Τι ώμορφο που είνε το
+μπαμπουκλί της κυρά Γεώργαινας. Αχ! Λάμπει μέσα 'σ τον ήλιο.
+Φωτιές πετάει. Βελούδο κόκκινο, της τώφεραν από την Πόλι. Αχ! τι
+ώμορφο κορμί, Μάννα! Σήκω να ιδής.
+
+ — Της Λένης, προσέθηκεν η Σοφούλα, είνε σαν παληό το γουνάκι. Δεν
+έχει καμμιά θωριά!
+
+ — Αχ! Πώς λάμπει η σκούφια της κόρης της! παρετήρησεν η
+Δεσποινιώ. Θαμπόνουν τα μάτια.
+
+ — Εγώ την εκέντησα, υπέμνησεν η Σοφούλα. Έχει τριάντα δράμια
+χρυσάφι.
+
+ — Κορίτσια! να μη πέσετε! είπε πάλιν η γραία ως καθ' εαυτήν
+υποψιθυρίζουσα.
+
+ — Να! Να! εφώνησε μετά τινος θάμβους η Δεσποινιώ. Σηκώσανε τη
+νύφη να χορέψη. Μα, Μάννα, σήκω να ιδής τη νύφη.
+
+Πολύ ώμορφη μέση! Δαχτυλιδένια! Και πώς καμαρόνει! Μάννα!
+
+Η γραία είχεν αποκοιμηθή.
+
+Η δε Δεσποινιώ, εξακολουθούσα να θέλγεται εκ της θέας προσεπάθει
+να στερεωθή καλλίτερον επί του ολισθηρού κλώνου, όπως «ξομπλιάση»
+την νύμφην χορεύουσαν.
+
+Αλλά φαίνεται ότι η νύμφη «'ντροπαλή ως άβγαλτη» δεν εχόρευε τόσον
+καλώς. Διά τούτο η Σοφούλα, φαιδρότερου χαρακτήρας παρά η
+Δεσποινιώ, είπεν ευθύμως πως:
+
+ — Κρίμα 'ς το κολοβολάκι σ', κορίτσι μ'. Η κακομοίρα δεν ξέρει να
+πάρη τα ποδαράκια της.
+
+ — Την χαλνάει ο καπετάν Μαθιός, παρετήρησεν η Δεσποινιώ,
+σεμνότερα πάντοτε.
+
+ — Κείνος που ξέρ', κορίτσι μ', δεν χαλνιέται.
+
+Πώς έμαθον αυταί αι νεάνιδες να επικρίνωσι τον χορόν, αφού ποτέ
+των δεν εχόρευσαν!
+
+Είνε μερικά πράγματα τα οποία μανθάνει τις αυτομάτως. Άλλως δεν
+εχόρευσαν μεν, ως είπομεν, αλλά πολλάκις εθεώρησαν την καμάραν,
+τελουμένην εις την γειτονικήν της οικίας των πλατείαν.
+
+ — Να! Να! είπε γελώσα πάλιν η Σοφούλα. Έχασε την κουντούρα της η
+νύμφη. Σκύφτει για να την πάρη. Ω, ντροπής νυφίτσα μου! Κρίμα 'ς
+το ατλαζένιο μπαμπουκλί σου, νυφούλα μ'.
+
+ — Μποδίζουν τα χορτάρια, τι να σου κάμ'! Απήντησε πάλιν η
+Δεσποινιώ και αφηρείτο όλη εις του χορού το μεγαλοπρεπές θέαμα,
+όπερ εξήρθη ήδη σφόδρα, διότι έλαβον μέρος όλαι αι γυναίκες και
+όλοι οι άνδρες.
+
+Αλλ' αίφνης βαρύς κρότος αντήχησεν εντός των φυλλωμάτων της
+καρυδέας, ως να έπεσεν άνωθεν ογκώδης λίθος κ' έσεισε δεινώς τους
+χονδρούς κλάδους του πυκνού δένδρου. Έως ου ίδη καλώς η Σοφούλα
+πόθεν ήλθεν ο σεισμός ούτος ο αιφνίδιος, η μεγάλη αδελφή της, η
+ωραία Δεσποινιώ ευρέθη σωρός κάτω εις το έδαφος. Αφαιρεθείσα η
+δυστυχής παρεπάτησε και ολισθήσασα κατέπεσε πλησίον της
+αποκοιμηθείσης γραίας, βαλούσα οξείαν κραυγήν.
+
+ — Παναγία μ'! ανεφώνησεν εξεγερθείσα η θειά-Ζωίτσα. Κ' έλαβεν εις
+τας αγκάλας της την προσφιλή της θυγατέρα, ήτις έμεινεν ακίνητος
+και άφωνος.
+
+ — Νερό! Νερό! Σοφούλα, Νερό! εκραύγασεν η γραία. Αχ! Πάει το
+κορίτσι! Σκοτώθηκε! Τι να γένω!
+
+ — Η Σοφούλα καταβάσα ταχέως από του δένδρου περίτρομος ως να
+έπεσε και αυτή έσπευσεν εις την κρήνην ως πτερωτή κ' εκόμισε
+δροσερόν ύδωρ, δι' ου η γραία περιέβρεχε το μέτωπον και τας
+παρειάς της Δεσποινιώς, ήτις ωχρά ως νεκρωθείσα είχεν ημικλείστους
+ως ημίσβεστον λυχνίαν, τους ωραίους οφθαλμούς της.
+
+ — Πάει! Σκοτώθηκεν! Επανελάμβανεν έκφρων η γραία. Τι να γένω!
+
+Μετά τινας στιγμάς όμως συνήλθεν εις εαυτήν η Δεσποινιώ. Πλην δεν
+ηδύνατο να μετακινηθή εκ του εδάφους. Ανεκάθισεν ωχρά εκ του
+τρόμου της δεινής καταπτώσεως, με λευκά τα χείλη εκ της
+λιποψυχίας, με οφθαλμούς απλανώς βλέποντας, ως βλέπει εκείνος
+όστις εκ της ζάλης θεωρεί στριφογυρίζουσαν την γην ως σφονδύλιον,
+με λυτήν την μαύρην της κόμην, της μανδήλας τη παρασυρθείσης υπό
+των κλάδων του δένδρου εν τη πτώσει, κ' έβαλε τώρα κραυγήν
+οξυτέραν, διότι τώρα ησθάνετο της πτώσεως το βαρύ αποτέλεσμα.
+
+ — Χτύπησες παιδί μ; ηρώτα η γραία μετά περιπαθείας έκφρονος.
+
+ — Ωχ! επόνει η Δεσποινιώ, μη δυναμένη να μετακινηθή εκ του
+εδάφους.
+
+Και εθώπευε μαλακώς τον δεξιόν της πόδα.
+
+Είχε θραυσθή το οστούν του ποδός, άνω του γόνατος εν τω μηρώ.
+
+Απερίγραπτος είνε η θλίψις της γραίας και της άλλης αδελφής, ότε
+εβεβαπτίσθησαν περί του τρομερού παθήματος.
+
+ — Ωχ! Ωχ! Επανελάμβανε γογγύζουσα εκ του οξέος πόνου η κόρη.
+
+ — Πάει το παιδί μ'! Προσέθετε και η γραία άπελπις, η καλή και
+συμπαθής μήτηρ, τρωθείσα εις τα καίρια.
+
+Και η γειτονική ηχώ από του εξοχικού συμποσίου εκόμιζεν ως
+ειρωνικήν περιφρόνησιν προς το ατυχές συμβάν τους στίχους του
+άσματος της καμάρας:
+
+ _Κοντέ μ' και πού ν' το χέρι σου
+ Και πελεκάς με τώνα;
+ Έλα το πουλί μου ν' έλα . . . ._
+
+Η Σοφούλα σιωπηλή ίστατο ως απομαρμαρωθείσα. Η δε γραία
+εξηκολούθει να εκφέρη στεναγμούς και οιμωγάς οδυνηροτέρας της
+παθούσης ωραίας παρθένου:
+
+ — Αχ! πάει το κορίτσι! Τώχασα το κορίτσι!
+
+Κλαυθμηρώς και διακεκομμένως ως μοιρολόγημα επί νεκρώ προφέρουσα
+τας συλλαβάς.
+
+ — Δεν έσπαζα το πόδι μου να μην έλθω; Έλεγε συνεχώς· και τύπτουσα
+την κεφαλήν της επανελάμβανε:
+
+ — Η λαχταρισμένη! Η πλαντασμένη! Δεν βουβαινόμουνα που είπα να
+αναιβούνε 'ς τη καρυά!
+
+Κ' εκράτει σφιγκτά τους κροτάφους της· της εφαίνετο ότι ήθελε να
+'φύγη ο νους της.
+
+Ενίοτε δε διέκοπτε τας θρηνώδεις αναφωνήσεις της λέγουσα:
+
+ — Δεν τούπα να μη πάρ' βακούφκα! Να κακό πάλι που μας ηύρε!
+
+Όταν δε ενύκτωσε, διά να μη βλέπουν οι άνθρωποι, μήτηρ και
+θυγάτηρ, βαστάζουσαι εντός κυλιμίου την πανάτυχον Δεσποινιώ,
+εκόμισαν αυτήν εις την οικίαν των εν τω χωρίω, ως να εκόμισαν
+νεκρόν, υπό τας συγκινούσας αναφωνήσεις της θειά-Ζωίτσας, ήτις
+εθρήνει, ως να εθρήνει νεκρόν.
+
+
+Πρωίαν τινά θερινήν έν έτος μετά ταύτα είχον αναβή εις τον
+Προφήτην Ηλίαν να δροσισθώ υπό την σκιάν των δροσοκρατούντων
+πλατάνων και ασπασθώ την δεξιάν του Παπά-Ιερεμία, όστις εκεί είχε
+το απλούν και σεμνόν ερημητήριόν του, εκτισμένον εν μέσω των
+παχυσκίων δένδρων εγγύς δροσερού ύδατος, εκρέοντος από τινος
+μεγάλου βράχου, κεκαλυμμένου υπό πυκνού θάμνου, κισσού και αγρίων
+βάτων. Οικοδομή μεγάλη τετράγωνος, διώροφος, εν η ευρίσκοντο κατά
+σειράν τα κελλία, οικοδομή ασχεδίαστος του μακαρίτου Γέροντός του,
+ήτις ως στρατών έρημος υψούται εκεί ακόμη μελαψή και πένθιμος εις
+την δροσόπνοον εκείνην κορυφήν της νήσου.
+
+Ήτο περί το τέλος η Ακολουθία. Διέκριναν ψαλλόμενα τα Νεκρώσιμα
+Ευλογητάρια. Ετελείτο μνημόσυνον. Ως ήμην κατασκονισμένος εκ της
+κοπιώδους πορείας, πριν νιφθώ εις την δροσεράν πηγήν, έστην εις το
+κατώφλιον του ναΐσκου, παρασυρθείς υπό της γλυκείας μελωδίας του
+ψαλλομένου άσματος: «Μετά των αγίων ανάπαυσον. . . ». Από της
+θύρας, σκιαζομένης υπό τινος αγριελαίας, ηκροώμην του πενθίμου
+ύμνου, περιεργαζόμενος συνάμα τα εν τω μικρώ και απλώ εκείνω
+ευκτηρίω, το οποίον εν τω κάτω πατώματι προς την ανατολικήν
+πλευράν είχε προορίσει διά τα ασκητικάς προσευχάς του ο εν μακαρία
+τη λήξει Διονύσιος ο Λογιώτατος, ο Γέροντάς του, τελευταίος των
+Κολλυβάδων, αυστηρός και άκαμπτος, ανήκων εις μίαν των ισχυροτέρων
+οικογενειών της νήσου «ο Γέροντας» αποκαλούμενος. Ούτε τέμπλεον
+είχεν ούτε πολυελαίους, αλλ' ούτε στασίδια. Ολίγας εικόνας εις
+τους μαυρισμένους του τοίχους και μίαν Αγίαν Τράπεζαν εφ' ης
+έκειτο ευλαβώς φυλασσόμενον το πυξίον του Αγίου Άρτου διά την
+θείαν Μετάληψιν. Λειτουργίας δεν ετέλουν. Μόνον την τακτικήν
+ακολουθίαν εδιάβαζον, και μετελάμβανον όσοι ήσαν προετοιμασμένοι.
+Ο θάνατος του Γέροντος δεν επέτρεψε να συμπληρωθή το Ευκτήριον εις
+τακτικόν ναόν.
+
+Ο Παπά-Ιερεμίας 80 ετών γέρων, με λευκήν κόμην και λευκόν πώγωνα
+ως τολύπην βάμβακος, απήγγελλε τας ευχάς με το αυστηρόν εκείνο και
+πένθιμον ύφος του, όπερ όμως παραδόξως εγέννα εν τη καρδία μαλακά
+και πραέα αισθήματα παρηγορίας κ' ελπίδος. Δεξιά έψαλλε νεαρά
+μοναχή — διά τούτο ην γλυκύς τόσον ο ύμνος — φέρουσα μέχρι των
+οφθαλμών το μαύρον κουκκούλιόν της με τον μικρόν κόκκινον σταυρόν
+επί του μετώπου, και αφίνουσα ελευθέρας μόνον τας λευκάς εκ της
+ασκήσεως παρειάς, παρειάς νηστεύοντος αγγέλου. Εμπρός επί του
+στήθους της του παρθενικού, υπό τας πτυχάς του μαύρου ράσου,
+διεφαίνοντο τα Σχήματα της μοναχής, μέγας ερυθρός σταυρός με την
+Λόγχην και τον Σπόγγον ένθεν και ένθεν εν σχήματι τριγώνου,
+έχοντος προς τα κάτω την κορυφήν, όπου ήτο κεντημένον, ερυθρόν και
+αυτό, το γυμνόν κρανίον του Αδάμ. Η φωνή της ην ασθενής αλλά
+γλυκυτάτη, φωνή αγγελική. Κ' έμεινα εκστατικός εκεί εις την θύραν
+μέχρι τέλους, ρίπτων ενίοτε τους οφθαλμούς μου και επί των
+χρυσοκεντήτων ποδιών, αίτινες με βαρείας χρυσάς φούντας εκρέμαντο
+υπό τας ολίγας αγίας εικόνας, ποδιών ουχί επί τούτω εξ αρχής
+κεντηθεισών, ως μοι εφάνη. Το χρυσοΰφαντον εκείνο ύφασμα ίσως κατ'
+αρχάς θα ήτο προωρισμένον δι' άλλον σκοπόν, ίσως εχρησίμευσεν εις
+την προικώαν ενδυμασίαν νύμφης τινός, μετά τον θάνατον της οποίας,
+ακαίρως ίσως θανούσης, τα εχάρισεν εις την εκκλησίαν, χάρισμα
+πένθους ή και χηρείας.
+
+Την προσοχήν μου εφείλκυσε και ζεύγος νεαρών συζύγων, εν κατανύξει
+ισταμένων εγγύς της ψαλλούσης μοναχής. Εκτός κ' ενός άλλου
+μοναχού, του γηραιού Πέτρου, υπηρετούντος και ψάλλοντος με την
+άξεστον μεν χονδρήν φωνήν του κατανυκτικήν δε, ουδείς άλλος
+υπήρχεν εν τω ναΐσκω, ου τα ολίγα φώτα εχλώμαινον πενθίμως εν μέσω
+του ευώδους καπνού του θυμιάματος. Κ' έβλεπες τότε το γλυκύ λευκόν
+πρόσωπον της μοναχής ως εν μέσω νεφελών εν τοις ουρανοίς.
+
+Μετά το τέλος του μνημοσύνου ο ιερεύς φέρων την στολήν του, κρατών
+λαμπάδα και θυμιατόν, εξήλθε του ναού και κατόπιν αυτού η συμπαθής
+καλογραία, ήτις, μετά λύπης παρετήρησα ότι ην χωλή η δυστυχής,
+μετά δεινού κόπου σύρουσα τον έτερον των ποδών της, υποβασταζομένη
+περιπαθώς υπό του νεαρού ζεύγους των συζύγων. Μακρόθεν ηκολούθουν
+κ' εγώ, θελχθείς συμπαθώς υπό των προσώπων της ασκητικής αυτής
+συνοδείας. Μετά τινα βήματα έστησαν επάνω τάφου, φέροντος
+εμπεπηγμένον ξύλινον μαύρον σταυρόν. Ο ιερεύς, αφού εθυμίασεν,
+ήρχισε ν' αναγινώσκη το πένθιμον Τρισάγιον, οι δε λοιποί
+εγονυπέτησαν εν κατανύξει μεγάλη, ψιθυρίζοντες ευχάς αναμεμιγμένας
+με θρήνους, όταν μάλιστα ήκουσαν του ιερέως μνημονεύοντος: «υπέρ
+αναπαύσεως της ψυχής της δούλης του Θεού Ζωίτσας».
+
+Τότε έκθαμβος ανεγνώρισα τα συμπαθητικά πρόσωπα της παρούσης
+διηγήσεως.
+
+Ο νεοσκαφής τάφος με τον μαύρον ξύλινον σταυρόν, προς το ρίζωμα
+του οποίου είχον φυτρώσει, τις οίδε πώς, μεγάλη τις κουκκέα με
+δροσερά υπόφαια ως στακτωμένα φύλλα και ολίγα μαυροπράσινα μάραθα
+με τα κίτρινα άνθη των τα φουντωτά, ην ο τάφος της θειά-Ζωίτσας,
+ήτις απέθανε τρεις μήνας μετά το πάθημα της θυγατρός της, πονούσα
+βαθέως διότι έβλεπε χωλήν την ωραίαν θυγατέρα της. Αι τελευταίαι
+της λέξεις, όταν απέθνησκεν, ήσαν:
+
+ — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα!
+
+Ταύτα επρόφερεν η πτωχή με τα ξηρά του θανάτου χείλη ενώπιον του
+αγγέλου της, και έκλεισε διά παντός τους οφθαλμούς της.
+
+Η δε λευκή και χωλή μοναχή, ην η προσφιλής της θειά-Ζωίτσας
+θυγάτηρ, η ωραία και καλόκαρδος Δεσποινιώ, ήτις μετά νοσηλείαν
+επίπονον δύο μηνών, απομείνασα χωλή τον θραυσθέντα πόδα, εκάρη
+μοναχή παρά τω γέροντι Ιερεμία κ' έμεινε παρ' αυτώ.
+
+Το νεαρόν πάλιν ζεύγος των συζύγων, ην η μικροτέρα θυγάτηρ της
+θειά-Ζωίτσας, η καλή Σοφούλα, ην υπάνδρευσεν ο Παπά Ιερεμίας ως
+καλός πατήρ μετά τινος αγαθού ναύτου εργατικού και δραστηρίου,
+αρκεσθέντος εις την οικίαν, και μη θελήσαντος να εγγίση την
+εκκλησιαστικήν άμπελον.
+
+Αι χρυσοκέντητοι τέλος ποδιαί, αι στολίζουσαι το κομψόν τέμπλον
+του προχείρου εκείνου ναΐσκου τόσον λαμπρώς, ήσαν τα προικιά της
+Δεσποινιώς τα εύμορφα, τα οποία με τόσην αγνήν προσπάθειαν
+εφιλοτέχνησεν η καλή παρθένος, ως να ήξευρεν ότι έμελλον ποτε να
+στολίσωσι τας εικόνας του Χριστού και της Παναγίας.
+
+Αφού τέλος εμοιράσθησαν τα κόλλυβα, τα οποία ήσαν πολύ εύμορφα
+στολισμένα με σταφίδας, κουφέτα, βαράκια ολόχρυσα και φύλλα ευώδη,
+ο παπα-Ιερεμίας είπε τον επίλογον με την ξηράν πάντοτε και στεγνήν
+φωνήν του:
+
+ — Τα αναθήματα, τιμαλφή ταξίματα και τα βακούφικα, ήτοι κτήματα
+αφιερωθέντα άπαξ εις τον Θεόν, επ' ουδενί λόγω αναλαμβάνονται
+πλέον οπίσω. Όστις τα αφαιρέση, έστω και δι' αγοράς, είνε
+ιερόσυλος και υπόκειται εις την κατάραν του Θεού.
+
+
+
+ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ
+(1899)
+
+
+
+Α'.
+
+Καταπρασίνη. Με το γλυκύ, σαπφείρινον, του πόντου χρώμα. Νύμφη του
+γιαλού, με το λαχανί φόρεμά της. Εις τας απαλάς της, τας
+ονειρώδεις στρογγυλότητας της μάσκας της, εις τα λεία, τα χυτά
+πλευρά της, εις την κομψήν, την εύγραμμον, λαγόνα της, Νηρηίδος
+λαγόνα, παντού, θαρρείς και αντικατωπτρίζετο το σαπφείρινον του
+πόντου χρώμα.
+
+Μακρά, στενή, στιλάδο σκαρί, φορτωμένη διά Κωνσταντινούπολιν η
+σκούνα, ήτο αραγμένη εις τον ευρύν, τον ακύμαντον λιμένα, με τους
+υψηλούς δύο ιστούς της, ακινήτους ως τρόπαια. Με τα πανιά
+μαζευμένα, δεμένα εις τας θέσεις των, εις τα σταυροειδή πενά,
+έτοιμα, θαρρείς, εις μίαν πνοήν, πνοήν ελαφράν, ν' ανοίξουν, να
+γλυστρίσουν, μαλακά-μαλακά, ως νεφέλαι, λευκός πέπλος του Γάμου.
+
+Καμαρόνουσα, κούφη, ελαφρά σειομένη, ως κρεμαστή, εις το γλυκύ της
+αύρας φύσημα, με τ' αναρίθμητα, τα πολυώνυμα εκείνα σχοινία των
+ιστών, δίκτυον γραμμών και γωνιών πολύπλοκον, ως ζωγραφιστή
+εφαίνετο εν αιθερίω πίνακι, πανδαίδαλον ίνδαλμα των θαλασσών,
+όνειρον θελκτικόν του κοιμωμένου λιμένος.
+
+Καθρέπτης αργυρόχρυσος ο λιμήν. Και εις την κρυσταλλώδη, την
+στίλβουσαν αυγήν του, έβλεπες εν ρεμβασμώ, μίαν καταπράσινην,
+αραγμένην σκούναν.
+
+Κάθε βράδυ, μετά τον θαλασσινόν μου περίπατον, επερνούσα δίπλα
+της. Η μικρά φελούκα εσειάριζεν. Ανεκόπτετο ο δρόμος. Και
+ιστάμενος εν θάμβει, την εθεώρουν, την εκαμάρωνα, με πόθου διψαλέα
+όμματα, λαμποκοπούσαν εις την εσπερινήν φωτοβολίαν, με μίαν
+κάτασπρην γραμμήν, μεταβλητήν· εκ βρόχου χιονώδους ταινίαν,
+περιθέουσαν την άκραν του υψηλού της παραπέτου, με το σπιράγιο της
+πρύμνης κατάλευκον, τετράγωνον βωμόν του θαλασσινού Θεού, με τον
+Ηρακλέα ξύλινον, επί της υψηλής, της αρρενωπής πρώρας της, πολιόν
+αργοναύτην, λευκανθέντα εις των κυμάτων την πυκνήν βροχήν.
+
+Νικήτρια, ερρέμβαζε τρυφερώς την νίκην.
+
+Ανεπαύετο.
+
+***
+
+ — Ν' αρμένιζα μαζί της!
+
+Και ο αράπης, μπογαζιανός σκύλλαρος, υλακτών, έδακνε με τους
+αγρίους οδόντας του την κωπαστήν, καβαλαρωμένος επάνω, φύλαξ
+άγρυπνος της κοιμωμένης θαλασσονύμφης, κι' εξέβαλεν ενίοτε μετ'
+ωρυγών, το φοβερόν ρύγχος του, με το τραχύ, μαύρον τρίχωμα,
+πεταχτόν άνω των κροτάφων, υπό την σκιάν του οποίου αγρίως
+εγυάλιζον δύο πύρινοι οφθαλμοί, κ' εφάγκριζον φοβεροί κυνόδοντες,
+αγρίως πειναλέοι.
+
+***
+
+Ήρεμος, απαλή, πηκτή η γαλανή θάλασσα, την έφερεν ελαφράν εις τα
+δροσερά της νώτα, κούκλαν μικράν 'ς την καταπρασίνη αγκαλιά της,
+θαρρείς κ' η θάλασσα επλάσθη δι' αυτήν.
+
+Κ' εκείνη γλυκά-γλυκά την έψαυε, καταπρασίνη, αρμονικώς
+συνδυάζουσα το χρυσαυγές χρώμα της με το γλαυκόν της θαλάσσης
+χρώμα, θαρρείς κ' επλάσθη διά την θάλασσαν.
+
+ — Ν' αρμένιζα μαζί της!
+
+***
+
+Η θάλασσα, μπονάτσα — λάδι, κοιμάται. Κοιμάται κ' η σκούνα,
+τυλιγμένη μέσα εις αεροειδή πέπλον.
+
+Κι' αν εξυπνήση η θάλασσα μια φορά!
+
+Κι' αν εξυπνήση κ' η σκούνα μια φορά!
+
+ — Ν' αρμένιζα μαζί της!
+
+Με τα πανιά!
+
+Το γνήσιον, το αληθές, το καθ' αυτό ταξείδι.
+
+Με τα πανιά!
+
+Άρρητος ο πλους, αχόρταστος η απόλαυσις, τρυφερά η συγκίνησις.
+
+Με τα πανιά!
+
+Προφέρεις μόνον την δροσεράν λέξιν και αύραι μυρίζουσαι ως τα
+κρίνα, του πόντου τα μυροβόλα φύκη πλημμυρίζουν την καρδίαν σου.
+
+Με τα πανιά!
+
+Πτερωτός, μυθικός δαίμων, σε αφαρπάζει, ως επί νεφελών, ίνα σε
+μεταγάγη εις τον δροσερόν των κυμάτων κόσμον, όπου η φύσις
+ολόγυμνος κολυμβά, αφρός εν αφρώ.
+
+Θεωρείς κύματα, διαλογίζεσαι κύματα, ομιλείς με τα κύματα, την
+ηδέως κηλούσαν του ύδατος γλώσσαν, βόμβον εράσμιον ως από μυριάδων
+κυψελών. Τρώγεις 'ς τα κύματα, κοιμάσαι 'ς τα κύματα, κ' εξυπνάς
+'ς τα κύματα, ζης σαν γλάρος, του κύματος γλάρος.
+
+Με τον ατμόν είνε νόθος ο πλους.
+
+Μαύρη, κατάμαυρη αιθάλη σε αποπνίγει.
+
+Δεν προφθάνεις να ιδής, δεν προφθάνεις να φάγης, δεν προφθάνεις να
+κοιμηθής, δεν προφθάνεις να εξυπνήσης. Δαιμόνιος βόμβος, βόμβος
+συνταρασσομένου σιδηρού κόσμου, μαύρου κόσμου, εν πυρίνη κοιλία.
+Και συνταράσσονται όλα εν καταρράξει δεινή σιδήρου πριονιζομένου,
+εν βοή σιδηρού πύργου καταπίπτοντος, εν χαλασμώ σιδηρού κόσμου
+μηχανημάτων και τροχών κ' ελίκων και πλακών, και μοχλών και
+καρφίων και κοχλιών, εν σεισμώ σιδηράς πόλεως, ότε το παν τρέμει
+επάνω, ως ο Δαθάν, κ' υποχωρεί προς τα κάτω ως ο Αβειρών, να
+εξαφανισθή, θαρρείς, εν τη αβύσσω. Και ωρύεται σειόμενον πράγμα
+και φεύγει, ενώ αιφνίδιαι στοναχαί, τιναγμοί σιδηροδεμένων
+τιτάνων, σ' εξεγείρουσι κοιμώμενον, σε ανατινάσσουν δειπνούντα,
+έξαλλον, αγνοούντα, να φύγης, ενώ το παν θα διαρραγή, θαρρείς, εις
+δύο, εν μέσω του πελάγους.
+
+Και καίουσιν οι πύραυνοι εις την κοιλίαν του, ως το παμφάγον πυρ
+εν τω κέντρω της γης. Και ζέον ύδωρ εξερεύγουσιν αι σιδηραί
+πλευραί, και ζέουσα βροχή ανατινάσσεται από της μηχανής προς τάνω,
+ατμοί, και σπίθαι και φλόγες και μυκηθμοί αγρίου τέρατος, πλέοντος
+εν δεινώ άσθματι.
+
+Τρικυμία τεχνητή, ην εξιστάμενος θεωρεί ο πόντιος Θεός, ο
+κυανοπώγων Ποσειδών.
+
+Β'.
+
+ — Άιντε! Για την Πόλι!
+
+Με αφύπνισε τραχεία, άτακτος, ασχημάτιστος φωνή, παιδός φωνή, του
+νεαρού καμαρωτού η πρόσκλησις.
+
+Επετάχθην.
+
+Παις γαλανομμάτης, μ' ελαφρόν κούκκον εν τη ακτενίστω κεφαλή του,
+με γαλάζιαν βλούζαν, ανυπόδητος με γυμνάς τας κνήμας, βρεγμένος,
+ανασκουμπωμένος μέχρι γονάτων, ήλθε να παραλάβη την βαλίζαν μου, ο
+νεαρός καμαρώτος.
+
+***
+
+ — Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ!
+
+Πρωί-πρωί, χαράγματα, είχεν εξυπνήσει η σκούνα. Κ' η σιδηρά πόμπα
+της, ανασύρουσα την άγκυραν, διά ρυθμικών βραδέων και πενθίμων
+κρότων, απεχαιρέτιζε τον λιμένα, κλαίουσα ναϊάς.
+
+ — Τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ!
+
+***
+
+Σκαμπαβία μολυβδόχρους, ελαφρά ως εκ ναστοχάρτου, με τέσσαρα
+κωπιά, μας έφερε μετά του πλοιάρχου επάνω εις την αρμενίζουσαν ήδη
+σκούναν, ήτις μετά κομψής, χορευούσης παρθένου χάριτος, ανακόψασα
+ως εν χαιρετισμώ τον ελαφρόν της δρόμον υπέκλινε θαρρείς και μας
+εδέχθη, πηδήσαντας ευφροσύνως εις τας αγκάλας της, μητέρα τα
+παιδάκια της.
+
+Κ' ιδού εγώ τέλος επί της σκούνας. Εν τη θαλάσση.
+
+Με τα πανιά, επί του καθαρού καταστρώματος του πλέοντος, του ηδέως
+ολισθαίνοντος. Εν μέσω πολυπλόκων σχοινίων, τεταμένων σχοινίων,
+χαλαρωμένων, κρεμασμένων, κουλουριασμένων, σχοινίων πισσωμένων,
+κατραμωμένων, βρεγμένων, αβρέκτων, χρωματισμένων σχοινίων,
+αχρωματίστων σχοινίων, εν ατμοσφαίρα δροσερώς υγρά, αποπνεούση
+ευάρεστον, καραβίσιαν απόπνοιαν. Υπό τα ιστία όλα ανοικτά,
+κολπωμένα, έτοιμα να μας αναρπάσουν όλους, θαρρείς, με την σκούναν
+μαζί, προς τους αιθέρας.
+
+***
+
+Κατευόδιον!
+
+Εις τας δύο προκυμαίας, εις την πλατείαν την υψηλήν, εις τας θύρας
+των μαγαζείων της αγοράς, εις τα παράθυρα των οικιών, παντού μας
+καμαρώνουν.
+
+ — Η σκούνα! η σκούνα!
+
+ — Σηκώθη η σκούνα!
+
+Και διά πυροβολισμών μας χαιρετίζουν. Κ' η σκούνα παρέρχεται προ
+της πόλεως σκιρτώσα, χορεύουσα, εύμορφη, στιλάδο σκαρί, με τα
+πανιά κάτασπρα, με τα σινιάλα φαιδρά· και αποχαιρετίζει απαντώσα
+εις τους χαιρετισμούς της νήσου. Τρομπονισμός βοΐζει βαρύς απ'
+αυτής, ου ο υπόκωφος τρόμπος εν τρόμω κυλίεται επάνω εις την
+γαλανήν επιφάνειαν της θαλάσσης, ως να μιλή η εύμορφος σκούνα:
+
+ — Έχετε γεια!
+
+Δροσερός φυσά ο μπάτης ο πρωινός. Το κύμα παιγνιωδώς πιτσιλίζει
+την πρώραν, ως ποταμάκι ασημένιο. Και την ραντίζει ευλαβώς,
+επιχαρίτως ανασειομένην, με τον κάτασπρον Ηρακλέα της, θαρρείς και
+την θωπεύει, θαρρείς και την λούει, μητέρα το κύμα χαϊδεύουσα, το
+παιδάκι της.
+
+Μία γρηούλα, ως να προσεύχεται κάθηται συμμαζευμένη επί τινος
+βράχου λευκού, κατάμαυρη.
+
+Τίνος απερχομένου ναύτου να είνε η αγαπημένη μητέρα;
+
+Το δειλινόν εχάσαμεν την κώμην, κρυφθείσαν όπισθεν μιας άκρας
+στενής και μακράς. Κατευθυνόμεθα προς βορράν, ανοικτά, προς την
+Σκόπελον. Ο φάρος της Γλώσσης επί τινος βράχου, ως πύργος γλάρων
+επί αργιλλώδους, γυμνού εδάφους. Μικρόν κατά μικρόν εξαφανίζονται
+οι έρημοι όρμοι της Σκιάθου εις ευθείαν τεφρόχρουν γραμμήν. Οι
+ναύται, εν τη πρώρα, ξαλλάξαντες, παρεκάθησαν εις το λιτόν
+πρόγευμά των, το ανοιχτόκαρδον κολατσιό, συνομιλούντες ως αδελφοί,
+και με πόνου δακρυσμένα βλέμματα παρατηρούντες αδιακόπως την
+εξαφανιζομένην πατρίδα. Οι ναύται την αγαπούν την θάλασσαν, πολύ
+την αγαπούν, αλλά μόνον την στερεάν ονειροπολούν. Το σώμα των 'ς
+την θάλασσα κι' ο νους των 'ς την στεργιά.
+
+Ο πλοίαρχος, κοντός, χονδρός, ορθογώνιον τμήμα στερεοποιηθέντος
+σώματος, με χείρας χονδράς, επικαμπείς ως χηλάς καβούρας, με
+πρόσωπον πλατύ, με τον μύστακα ένθεν κ' ένθεν ως τα δύο του
+αλφαβήτου πνεύματα, ευχαριστημένος διότι τα πανιά εδούλευαν,
+ανοίξας τα δεφτέρια του, εξετάζει τους λογαριασμούς του.
+
+Και μόνος ο πηδαλιούχος, όρθιος, επί της πρύμνης, ελαφρά
+στηριζόμενος επί του τροχού του πηδαλίου, ον περιστρέφει,
+διευθύνει το πλοίον βλέπων ατενώς προς έν κατέμπροσθέν μας γαλανόν
+σημείον, μίαν μουνδζούραν του ορίζοντος.
+
+ — Ανοιχτά, κατά την Κυρά-Παναγιά.
+
+Είχε διατάξει ο πλοίαρχος, επιβοηθήσας αυτόν συνάμα εις την
+στροφήν.
+
+ — Τον ξέρεις, βρε, τον μπούσουλα;
+
+Ερώτησε χαριεντιζόμενος, ο αγαθός πλοίαρχος με ξηρομασημένας
+λέξεις, βαστάζων μεταξύ των οδόντων τεμάχιον μολυβδοκονδύλου.
+
+Ο πηδαλιούχος σαν να επειράχθη, αδιάφορος, χωρίς ν' απαντήση
+εκύτταζε προς το πέλαγος, κάτω, όπου η Σκιάθος ολονέν εξηφανίζετο
+υπό έναν γαλανόν πέπλον με κλαδιά ενώ κ' εκεί, χρυσά, λευκά,
+πράσινα, γαλάζια κλαδιά, κόκκινα κλαδιά.
+
+ — 'Σαν τον ξέρεις τον μπούσουλα, βρε Γιαννάκη, πες μου τώρα πού
+έχουμε πλώρη;
+
+Προσέθηκε μετ' ολίγον ο πλοίαρχος, σβύσας διά της μολυβδίδος
+αριθμούς τινας και σημειώσας άλλους.
+
+ — Να, γραίγο κάρτα τραμουντάνα!
+
+Απήντησε μετά ετοιμότητος αυταρέσκου ο νεανίσκος, υιός του
+πλοιάρχου πολυαγάπητος.
+
+ — Μπράβο, Γιαννάκη, μπράβο, Γιαννάκη! Εσύ μωρέ γυιε μου, τα
+ξεσκόλησες! Κοντεύεις να περάσης τον πατέρα σου.
+
+Είπεν ο πλοίαρχος κ' επαραμέρισε την ένθεν κ' ένθεν του στόματός
+του επικολλημένην δασείαν και ψιλήν, ως διά να γελάση ελεύθερα.
+
+Ο Γιαννάκης ήτο νεανίας, μόλις δεκαοκταετής. Αγένειος,
+μελανόφθαλμος, μελαψός, με κόμην άφθονον κατάμαυρην, εξέχουσαν
+γύρω, γύρω από τον κούκκον ως επικάλυμμα κυψέλης Και συνεχώς μετά
+τινος μελαγχολίας έστρεφεν οπίσω προς τη γαλανήν Σκίαθον, κυάνεον
+όγκον πλέον, κι εβύθιζε το βλέμμα του κάτω εκεί, παραμελών την
+πηδαλιουχίαν, και φέρων την σκούναν συνεχώς διά γραμμής
+τεθλασμένης.
+
+ — Τώρα θα μας κυττάζουν ακόμα. Μου είπε.
+
+ — Μας βλέπουν;
+
+ — Ακόμα δεν εχώνεψεν η σκούνα. Κάτω 'ς την άμμο, 'ς το Ξάνεμο, η
+μάννα μου θα μας αγναντεύη.
+
+Και μετά μικρόν τεθλιμμένος:
+
+ — Πηγαίνει 'ς τον Πύργο, ανάφτει τα καντήλια τ' Άη-Γιαννιού και
+ύστερα τραβάει 'ς το Ξάνεμο και κάθεται, ως να χωνέψουμε.
+«Παναγίτσα μπροστά τους! Παναγίτσα μπροστά τους!» όλο έτσι λέει
+και κάμνει τον σταυρόν της η καϋμένη η μάννα μου.
+
+ — Όλο ανοιχτά! όλο ανοιχτά!
+
+Διέκοψεν ήδη ο πλοίαρχος, αντιληφθείς αίφνης ότι τ' απόνερα της
+σκούνας εσχημάτιζον πάλιν τεθλασμένην μακράν γραμμήν.
+
+Μετ' ολίγον έπαυσε και ο νεανίας να κυττάζη την νήσον, ήτις,
+αγνώριστος πλέον, είχε διαιρεθή υπό της αποστάσεως εις τρεις
+μικράς νησίδας ξένου αρχιπελάγους. Εκβαλών βαθύν στεναγμόν, τον
+τελευταίον προς την πατρίδα του αποχαιρετισμόν, αφιερώθη εις την
+πηδαλιουχίαν, το έργον του, ενώ χονδρόν δάκρυ εκυλίετο εις τας
+ζωηράς παρειάς του.
+
+Στηρίζων το στήθος μου επί του υψηλού δρυφάκτου της πρύμνης, ως
+επί των χειλέων εξοχικού ανδήρου, με κρυφήν χαράν εισπνέω την
+δρόσον, την αμύθητον του πελάγους δρόσον, την αχώνευτον, την
+αλησμόνητον ζωήν.
+
+Δύο-τρία κοπαδάκια, σκιρτώντα μικρά ψαράκια, μικρούτσικες αθερίνες
+της Σκιάθου, μας παρηκολούθησαν από του λιμένος. Και σπεύδουν τα
+καϋμένα, και σείουν της ουρίτσες των ως να τρέμουν μη μας χάσουν.
+Αραιόνουν, πυκνούνται, αλαργεύουν, σιμόνουν, παρατάσσονται,
+ανακατόνονται. Χάνονται υπό το καταπράσινον κύμα, και πάλιν ιδού
+αναφαίνονται παρά το πλευρόν της σκούνας, η οποία ως διά μαγνήτου
+τα προσελκύει κοντά της, τα σύρει μαζύ της. Τώρα είνε πίσω. Τώρα
+ήλθαν 'ς την μέση. Ένα κοπαδάκι, δύο κοπαδάκια, τρία κοπαδάκια.
+Μικρά-μικρά. Με κοιλίαν άσπρην, με ματάκια μαύρα, ως γυαλιστερές
+χανδρίτσες. Ψίχουλα που τα τίναξαν, θαρρείς, οι ναύται από το
+δείπνον των κι' εζωντάνεψαν μέσα 'ς το κύμα. Και να, τσιμπούν την
+κοιλιάν της σκούνας, αναίσθητον, μπακιρωμένην. Τώρα έκαμαν κύκλον.
+Τώρα χορεύουν τον συρτόν. Τώρα κολυμβούν ένα-ένα. Τώρα
+παραβγαίνουν 'ς τ' αλάργα. Πλέουν και παίζουν. Παίζουν και πλέουν.
+Εξάγουν τα κεφαλάκια των να μας ιδούν και σχηματίζουν φυσαλίδας ως
+να επιπλέη εκεί τρυπημένον κόσκινον. Στρέφουν εξαίφνης προς το
+πέλαγος ως να κυνηγούν ψιχίον καταπεσόν, κ' αίφνης μετανοούν τάχα
+και το αφίνουν· και πάλιν ξαναμετανοούν και παρακολουθούν πάλιν
+όλα μαζύ, ένας σωρός, την σκούναν, της οποίας τα λευκά ιστία
+κεντώσιν ήδη με χρυσάφι πολίτικο αι χρυσαί της δύσεως ακτίνες.
+
+Γ'.
+
+Νυκτώνει. Όπισθέν μας, προς νότον, διαγράφονται αι σκιαί των
+βορείων Σποράδων, ογκώδεις, μαύραι, ως σύννεφα καταιγίδος. Εμπρός
+προς βορράν, μόλις σχηματίζονται, δεξιά, ως νέφη μελαψά, τα
+Ρημονήσια, και πέραν εκεί επάνω μακράν ως νεφέλωμα σκοτεινόν η
+πολυσχιδής Χαλκιδική.
+
+Οι ναύται κατακλίνονται επάνω εις το κατάστρωμα. Ο μεν εντός της
+μεγάλης σκαμπαβίας, στερεωμένης εν μέσω του καταστρώματος, ο δε
+δίπλα της, απ' έξω υπό την μάσκαν της, ως υπό στέγην, ο δε υπό το
+υπόστεγον της πρώρας και άλλος υπό την δρόσον του πλατέος τρίγκου
+του πλέον χαμηλού ιστίου, ως υπό τους κλώνους πυκνοφύλλου
+πλατάνου. Και μόνον η βάρδια αγρυπνεί, ο φρουρός, βλέπων πάντοτε
+εμπρός, εις απόστασιν, και ο τιμονιέρης βλέπων προς τον ουρανόν
+και προς τ' άρμενα της αγρυπνούσης σκούνας, ήτις προχωρεί
+αδιακόπως γλυκά συνομιλούσα με το κύμα.
+
+ — Βλέπεις εκείνο τ' άστρο, το γεμάτο; Εκεί να πηγαίνη το
+μπαστούνι σου. Και να παίζη ο κόντρας, το πλέον υψηλόν ιστίον.
+Ακούς, Γιαννάκη μου; Α! παιδί μου! Και να δης μια πατατούκα που θα
+σου πάρω στην Πόλι!
+
+Είπεν ο πλοίαρχος και εξηπλώθη επάνω εις το σπιράγιο της πρύμνης,
+τυλιχθείς ως κούτσουρον εντός βαρείας χλαίνης.
+
+Ο μπάτης, δυναμώσας την νύκτα, κολποί τα ιστία τα οποία θαμβά
+υψούνται κατά σειράν επί των δύο ιστών, ως σημαίαι πανηγυρικών
+αψίδων, λησμονηθείσαι την νύκτα.
+
+Η σκούνα σείεται όλη ελαφρώς, επιπλέουσα ως πτερόν.
+
+Ο ουρανός πλήρης αστέρων, απλούται ως απέραντος οροφή άνω του
+πελάγους, το οποίον μαυρίζει προς τα κάτω και χάνεται εις τα
+σκότη, αφ' ων αόριστος, μυστηριώδης αναδίδεται ψίθυρος ως αύρας
+πνεούσης μακράν εν τω δάσει. Ψίθυρος ευάρεστος, μορμυρισμός
+ρυακίου, ρέοντος υπό την χλόην, μαλακά, υποκώφως. Η λεία του
+πόντου επιφάνεια, ρυτιδουμένη, σχηματίζει μικρά κυματάκια, τα
+οποία παίζουν εν τη σκοτεινή εκτάσει κυνηγούμενα, και κυνηγούνται
+παίζοντα, και τρέχουν, και θορυβούν, και γελούν, θαρρείς,
+προσκρούοντα επί της πρώρας, ελαφρά, ως δεματάκια εκ βάμβακος.
+Φλοισβίζουν, φλυαρούν, αφρίζουν κ' ενίοτε αντικρύζοντα τον
+ελάτινον της πρώρας ημίθεον απαθή και ακίνητον ως εκ μετάλλου
+εξίστανται και αυτά.
+
+Αλμυρά, νόστιμος ευωδία πληροί την όσφρησίν μου. Φέρομαι επί των
+κυμάτων ως ένα κάρφος, ένα πτερόν. Παμποίκιλοι διαλογισμοί ως τα
+κύματα παίζουσιν εν τη ψυχή μου, δροσερά ως ο πόντος. Ενθυμήσεις
+αόριστοι, συγκεχυμέναι, ως η περί εμέ υγρά φύσις κατέχουν την
+διάνοιάν μου. Κόσμος σχοινίων πολυώνυμος, ξάρτια και παταράτσα και
+κάργα, κόσμος ιστίων, τρίγκοι και παπαφίγκοι και φλόκια και
+φλέσια, κόσμος εξαρτισμών και πλεγμάτων και τροχιακών και
+τρυμαλιών, καρχήσια πολύστομα και πλατύστομα, απλούνται επάνωθέν
+μου όλα συμπεφυρμένα εις τετράγωνα, εις κύκλους και ρόμβους και
+τρίγωνα, εις αναβαθμούς και αναρτήσεις κ' αιώρας, πέραν των οποίων
+σελαγίζουσιν αναρίθμητα άστρα, φωτόμορφοι αστερισμοί, αγύριστος
+κόσμος άλλου, μετεώρου πελάγους, με τα γαλακτώδη του Γαλαξίου
+νεφελώματα, ως πολυκαμπή οδόν των ψυχών και των πνευμάτων.
+
+ — Να παίζη ο κόντρας, βρε Γιάννη!
+
+Ακούεται αίφνης, διακόπτουσα τους ψιθυρισμούς της ψυχής, η τραχεία
+φωνή του πλοιάρχου ως ονειρευθέντος εκεί υπό την αναισθητούσαν
+χλαίναν του.
+
+Και ο Γιαννάκης μετά προσοχής θεωρεί τον μόλις εν τω ύψει και τη
+νυκτί διαγραφόμενον, ως φαιόν νέφος, κόντραν, προς τας κινήσεις
+του οποίου κανονίζεται η ευθυπλοΐα.
+
+ — Πήγες σ' την Πόλι; Κολακεύει πάλιν τον έφηβον υιόν του ο
+πλοίαρχος, ενισχύων αυτόν εν τη αγρυπνία του. Να πας σ' την Πόλι
+και να ιδής! Να ιδής αγάδες και να ιδής χανούμισσαις! Να ιδής
+αγάδες 'ς τα άλογα και χανούμισσαις 'ς τους μπιαντέδες σαν
+ζωγραφιαίς.
+
+Γλυκά-γλυκά κατέρχεται επί των βλεφάρων μου ο ύπνος ως ψεκάζουσα
+δρόσος από των Εστιών, άτινα συγχέονται προς την σκοτίαν πλέον,
+όγκοι σκοτεινόφαιοι ατμών και καταχνιάς.
+
+Διά τελευταίαν φοράν διακρίνω το κατακόκκινον φως του σιγάρου του
+πρωραίου φρουρού, αγρυπνούντος βαρδιάνου, ακινήτου ως ξυλίνου,
+όστις τυλιγμένος εις το αμπαδένιο καποτάκι του, ως εντός μιας
+δίπλας της νυκτός, τραγουδεί το τραγουδάκι του, το γλυκύ του
+νυσταγμού του αντιφάρμακον, όπερ ως νανούρισμα δι' εμέ κομίζει η
+νυκτία δρόσος προς την αυτοσχέδιον κλίνην μου, υπό την βαρείαν της
+μπούμας επιστέγασιν:
+
+ _Από ξένον τόπο
+ κι' απ' αλαργινόν —
+ γιάλα-γιάλα
+ Ήλθε το Μορφάκι,
+ ήλθε το καϋμένο
+ δώδεκα χρονών. . .
+ γιάλα-γιάλα._
+
+Τι όνειρον! Γλυκύ, δροσερόν όνειρον. Η πλατεία μπούμα, αγρυπνούσα
+με παρεφύλαττεν ως δροσερός άγγελος καθ' όλην την νύκτα. Αλλ'
+εκοιμήθην επί στρώματος εξ ανθέων; Εκοιμήθην επί του αφρού;
+Εκοιμήθην επί νεφέλης κούφης; Ελαφρά; Μαλακά; Εναέριος; Επί πτίλων
+περιστερών; Επί πετάλων ρόδων; Επί ερίων χρυσών; Κλίνη
+μυστηριώδης. Βυθίζουσα εις το αχανές. Ανάγουσα εις κόσμους
+μεταρσίους. Λιικνίζουσά με ως δι' αβροδιαίτων χειρών νυμφών και
+νηρηίδων, υπερκοσμίων πνευμάτων. Βαυκαλίζουσά με ηδέως. Εάν αι
+ψυχαί κοιμώνται εν τω παραδείσω, ο ύπνος των δεν θα είναι αλλοίος.
+
+Και ότε αφυπνίσθην, την αυγήν, εξηκολούθει ακόμη ο θείος όνειρος.
+
+Θέαμα ευρύ. Θέαμα ποικίλον, θέαμα απεριόριστον, απερίγραπτον,
+ασύλληπτον θέαμα. Σκηνογραφία έξοχος εξόχου γραφέως, την οποίαν
+διά μαγικού ελατηρίου ανύψωσεν επί του αιθρίου ορίζοντος η
+πολυέραστος πρωινή νύμφη φωτίσασα αίφνης διά μαλακού, καθηδύνοντος
+φωτός, το Αιγαίον.
+
+Ο σεμνότατος Άθως, τριγωνικός ως πυραμίς Αιγυπτιακή, εις το βάθος,
+επιβάλλων διά του μεγαλείου του και αναγκάζων σε, γονυκλινή, εις
+επιτακτικήν προσκύνησιν. Δεξιά τα Ρημονήσια, γιγάντια κήτη,
+νομίζεις, αναδύσαντα εκ του βυθού, μαυρογάλανα, οζώδη, φαλακρά.
+Πλέουσι, θαρρείς, εν μακρά γραμμή, κατά σειράν, εν εξαισία
+παρατάξει, συντροφία γιγάντων, να προσκυνήσουν τον ιερόν Άθωνα,
+αποκαλύψαντα την πολιάν κορυφήν του ως προς υποδοχήν, ενώ από τους
+μαύρους βοστρύχους του κρέμανται μοναί και ασκητήρια, καλιαί
+αββάδων.
+
+Ιδού η Αλόνησος με το σφαιρικόν όρος της και τον απόκρυφον λιμένα
+της, καταφύγιον των ναυαγών και των πειρατών.
+
+Ιδού παρέκει η Κυρά-Παναγιά με το καταγάλανον των δασών της χρώμα,
+ως με κυανούν πρωϊνόν μανδύαν περιβεβλημένη, υφ' ον βόσκουσι τα
+ποίμνια της Λαύρας, τα γαλακτερά. Ιδού τα αγριόμορφα, τα χοιρώδη
+Γιούρα, σιωπηλά και ακατοίκητα. Ο αλιεύς, ον η γαλήνη,
+καταδελεάσασα παρέσυρε μέχρι των αποτόμων ακτών του, έντρομος
+βλέπει την νύκτα να κατρακυλώσιν εν βρόντω σατανικώ βράχοι
+αμαξιαίοι, υπό αοράτων δαιμονίων ωθούμενοι, άτινα — λεγεών όλη —
+εξώσθησαν εκεί εκ του Άθωνος διά των προσευχών του οικιστού αυτού
+Πέτρου του Αθωνίτου. Όπισθεν αυτού, συνεσταλμένον, γαλανόχρουν, το
+έρημον Πιπέρι, με τ' άφθονα καυσόξυλά του και το ασκητικόν μετόχι
+του, οίκημα, θαρρείς, των μιαρών αμφιβίων.
+
+Κ' εμπρός-εμπρός ιδού η Ψαθούρα, μακρά, ομαλή, ηπλωμένη επί των
+κυμάτων, ως Αλεξανδρινή ψίαθος, με τον πύργον του φανού της εν
+μέσω, ως ιστόν πλοίου μακρόθεν φαινόμενον, πλοίου αγκυροβολήσαντος
+δι' άγνωστον αιτίαν εν μέσω εκεί του πελάγους. Την νύκτα όταν
+φέγγη γλυκά εκεί, μέσα εις την σιωπηλήν ερημίαν του πελάγους,
+θαρρείς και είναι κανδήλα ιερά ενώπιον αναμμένη του Γέρω-Άθωνος.
+
+Ω απερίγραπτον όνειρον πρωινόν.
+
+Αίφνης από μέσα από το πέλαγος προς ανατολάς κάτω, ανάπτει φως
+ερυθρόν· πυροφάνιον τερατώδες, τρίτωνός τινος τον οποίον τον
+επήρεν η ημέρα εις το ψάρευμα. Κατ' αρχάς φαίνεται ως κεφαλή
+σαρικοφόρου Τούρκου, αναδύοντος μεγαλοπρεπώς από των κυμάτων, είτα
+ως ωραιότατος τεράστιος μύκης, θαλασσίου λειμώνος, είτα ως χύτρα
+χαλκή κατακόκκινος επί της πυράς, χύτρα παμμεγέθης Γκέκιδων
+γεωργών. Προς στιγμήν μετεμορφώθη εις πάγκαλον ανθοδοχείον, μέγα,
+φοινικικόν, και τέλος από μέσα από την ακατανόητον αυτήν σύγχυσιν
+του φωτός, σύγχυσιν εις πράγματα και σύγχυσιν εις σχήματα,
+αναθρώσκει ο ήλιος, ως νυμφίος από του παστού, ακτινοβολών,
+φωτίζων, ζωογονών, και λύνων το παν, όπερ ελούσθη πλέον, θαρρείς,
+περιεβλήθη το αιώνιον φωτεινόν ιμάτιόν του, ζη.
+
+Άγριον, φοβερόν είνε το πέλαγος άνευ του ηλίου. Αι φωτοβόλοι του
+προσφιλούς άστρου ακτίνες παραμυθούσι, συντροφεύουν, λαλούν,
+αποδιώκουν την κρυεράν ερημίαν. Την νύκτα, με το πυκνό σκότος,
+άπασα η περικαλλής αύτη σκηνογραφία θα ήτο απαισία. Τα Ρημονήσια,
+δαίμονες σπεύδοντες να συμπλακώσι προς τον αρχηγόν του σκότους,
+τον φοβερόν Άθωνα. Τα κύματα, άγριοι οδόντες Αιθίοπος, απειλούντος
+φθοράν.
+
+Και νυν οποία μεταμόρφωσις ηπιότητος, ειρήνης και μειδιάματος.
+Λάμπουν τα Ρημονήσια, χορός Ναϊάδων. Αι ράχεις των ακτινοβολούν
+από χαράν, με ρόδινον ή κυανούν πέπλον ημφιεσμέναι. Γελούν αι
+γυμναί κορυφαί των, γελούν και η γυαλιστεραίς ακρογιαλιαίς των, μ'
+ευωδιάζοντα — δεν το πιστεύετε; — λαλαρίδια, ποικιλοσχήμους και
+ποικιλοχρώμους χάλικας, όπου θα επεθύμει να κυλίεται κανείς
+ολόγυμνος, κολυμβών εις την χρυσήν την άμμον και εις τον
+καταπράσινον αιγιαλόν των.
+
+Η ως ψίαθος ηπλωμένη Ψαθούρα, νομίζεις και ανακινείται,
+ανασηκόνεται ως νύμφη θαλασσόλουστος, ανατείνουσα τον πύργον του
+φανού της, ως διά να χαιρετίση ζητωκραυγάζουσα εις τιμήν του
+Άθωνος, όστις με ολόασπρον την κεφαλήν, φέρων τον βαθύ-κυανούν
+μανδύαν του, πατρικώς προσμειδιά, συγκρατών περί εαυτόν, ως
+εγγονάκια του, τα ώμορφα Ρημονήσια, τα οποία πρωί-πρωί θέλει να τα
+χορεύση επί των πρεσβυτικών γονάτων του, άδων, ο πολιός πάππος, το
+παλαιόν τραγούδι του, γλυκύ και δροσερόν ως ψίθυρον καστανέας:
+
+ _βρε σεις, βρε,
+ βρε σεις, βρε,
+ χάρισμά σας
+ τον τζιβρέ...._
+
+Τα κύματα δεν φοβίζουν πλέον. Ακτινοβολούν φως και ζωήν. Αρνάκια
+κάτασπρα, καμπουρωτά, σκιρτώσιν εν τη υγρά του Αιγαίου πεδιάδι και
+ακούεις τον γλυκύν βληχασμόν των. Χοροπηδούν. Κάθηνται. Γελούν.
+Φωνάζουν. Παίζουν. Συμπλέκονται. Φιλιούνται. Απορροφώνται.
+Χάνονται, κ' αίφνης αναγεννώνται.
+
+Το ζείδωρον ηλιακόν φως συνησθάνθησαν και τα εν τω πυθμένι τέρατα
+κ' ιδού εξάγουσι τας βοώδεις κεφαλάς των, τα φοβερά κήτη, οι
+ογκώδεις, ως φουσκωμένοι ασκοί, φυσητήρες, ζωντανοί πίδακες,
+ανατινάσσοντες εις ύψος την θάλασσαν, πρωί-πρωί, ως να λούωνται
+μετά συριστικού κρότου του λάρυγγος και των χειλέων των με
+γαργαρώδεις ανακογχυλιασμούς, γέροντος Τρίτωνος. Νομίζεις ότι
+θελγόμενα υπό της λειότητος του πελάγους θέλουν να πηλαλήσουν,
+ίπποι θαλάσσιοι, κ' ένεκα του όγκου των βυθίζονται ασθμαίνοντα,
+άσθμα ύστατον, αποπνηκτικόν άσθμα, της τελευταίας αγωνίας τον
+γοερόν μυκηθμόν, ενώ μετά πόνου εξέχει η βόειος κεφαλή των, με δύο
+μεγάλα αγελάδος όμματα, μιαρώς υαλίζοντα, εν τη θαλασσινή ερημία.
+Και από το κακόν των, που θα σκάσουν θαρρείς, φυσούν και
+αναρρίπτουν προς τ' άνω βροχήν ραγδαίαν το κύμα, μετά κρότου
+εκπωματιζομένων τεραστίων φιαλών. Και συναθροίζονται πέριξ των αι
+μικραί ταχύπτεροι αλκυόνες, και άλλα μαύρα μακροτράχηλα
+θαλασσοπούλια, αι μελαψαί Καλικαντζούναι, και τα τσιμπούν τ'
+αναίσθητα «γκαβοντόλια» και τα περιπαίζουν τα αχρεία κήτη,
+ταπρόσιτα του Αιγαίου θηρία.
+
+Ο πλοίαρχός μας ευχαριστημένος διά τον ωραίον καιρόν, εύρεν
+εργασίαν δι' έκαστον ναύτην.
+
+Άλλος λοιπόν ξαίνει στυπείον, άλλος εμβαλώνει διερρηγμένην
+γάμπιαν, άλλος χρωματίζει ξεβαμμένον κάπου το παραπέτο, άλλος
+αυτοσχέδιος τέκτων ομαλίζει ξύλον προς κώπην κατάλληλον διά την
+φελούκαν, και ο μάγειρος, χωμένος εις το ξύλινον μαγειρείον του,
+ετοιμάζει το γεύμα.
+
+ — Η χειροτέρα δουλειά είνε η τεμπελιά! έλεγεν ο πλοίαρχος προς
+τον Γιαννάκην, επιθεωρών την καθετήν, έτοιμος προς αλιείαν.
+
+Και βλέπων τον έφηβον αποκαμόντα εν τη μονοτόνω πηδαλιουχία του:
+
+ — Α! Γιαννάκη, και να πάμε εις την Πόλι ταχειά! Πήγες εις την
+Πόλι, βρε Γιαννάκη; Να πας εις την Πόλι και να ιδής! Να ιδής
+μιναρέδες και να ιδής κυπαρίσσια! — Ήτο πρωτοτάξειδος ο Γιαννάκης.
+Διελθών το μικρόν σχολείον του χωρίου του εμβαρκάρισεν ο νεανίας
+με του πατρός του την σκούναν, μικρός-μικρός ονειρευθείς την
+θάλασσαν ώς τινα θελκτικήν και ανέφελον ζωήν, θαρρών ότι ο εν
+πελάγει πλους ωμοίαζε προς το καραβάκι του το μικροσκοπικόν που το
+εκαράβιζεν εις την προ του οίκου των ήρεμον παραλίαν.
+
+Δ.'
+
+Καθ' όλην την ημέραν ησθανόμην αμύθητον αγαλλίασιν, κυττάζων την
+εξαισίαν αυτήν του Αιγαίου σκηνογραφίαν.
+
+Ο άνεμος έπνεεν από των Ερημονήσων και η σκούνα προήγε πάντοτε
+προς τα εμπρός, χρονιάρα νύμφη θαρρείς, και έβγαινεν εις τον κάβο
+του χορού με μανδήλι μεταξωτό, ασπρογάλαζο μανδήλι, τας γαλανάς
+νησίδας, τας οποίας, ιδού γελώσας, προσπαθεί να παρασύρη εις τον
+δρόμον της τον ταχύν, γαλανήν συντροφίαν.
+
+Προχωρούσης της ημέρας όμως ο άνεμος εκόπασε. Και τέλος έσβυσεν
+ολοτελώς. Γαλήνη πλέον. Έπηξεν η θάλασσα το δειλινόν. Έπηξεν εκεί
+και η σκούνα εν μέσω του πελάγους, ακίνητος, καθηλωμένη, με τα
+πανιά κρεμάμενα ως εσθήτας να στεγνώσουν εις το καύμα του
+Ιουλιανού ηλίου. Οι γλάροι εκλαβόντες αυτήν ως νησίδα καταπρασίνην
+την περιτριγυρίζουν παίζοντες, διαγράφοντες εν τη ταχεία πτήσει
+των ποικίλους ακανονίστους κύκλους, βυθίζοντες τα ράμφη των εις
+την θάλασσαν, ως διά να δροσισθώσι κ' εξαίφνης ανυψούμενοι προς
+τας κόφας και τα χρυσά κορζέτα της σκούνας, και πάλιν
+επαναβυθιζόμενοι και κολυμβώντες ολίγας οργυιάς ως εκ χάρτου
+βαρκάκια με ανοικτά τα πτερά, με κλειστά τα πτερά, χιονώδεις,
+βαμβακεροί, ζωηροί, όλοι ομού, στολίσκος παίζοντος παιδίου, ένας-
+ένας, γύρω-γύρω, εις την γραμμήν, μακράν, εγγύς, ως να εργάζωνται,
+ως να θέλωσι να κτίσωσι τας φωλεάς εκεί, επί της λαμποκοπούσης
+επιφανείας. Χορός δελφίνων παρέκει, ανακύψας αίφνης από του μαύρου
+βυθού, διαγράφει μελαψάς γραμμάς, αψιδωτάς γραμμάς, κατρακυλούντος
+ασκού γραμμάς. Του πελάγους δύται αμιλλώνται, θαρρείς, εις τας
+αναδύσεις και καταδύσεις· αροτήρες πελαγήσιοι οργώνουσι την
+μαλακήν επιφάνειαν. Θεωρών το κύμα από της κωπαστής διακρίνω τα
+ψαράκια πάλιν, τρία-τέσσαρα κοπαδάκια, ψαράκια μικρά, της πατρίδος
+μου ψαράκια, τα οποία μας παρηκολούθησαν από του λιμένος της
+Σκιάθου. Παιδάκια ορφανά, κυνηγούν την μητέρα των φεύγουσαν. Και
+πόσον αγάλλονται οπού την κατέφθασαν. Προσκολλώνται εις τα ύφαλα
+μη την χάσουν, αναπόσπαστα. Και την φιλούν και την τσιμπούν. Και
+παίζουν εις την ποδιάν της, θαρρείς, μαύρα ματάκια, από
+χανδρίτσαις ψεύτικα ματάκια.
+
+***
+
+Πυρίνη, κατακόκκινος ημικυκλική οπή, καίει τώρα προς δύσιν. Οπή
+καμίνου, ένδον της οποίας αναρριπίζονται δυσθεώρητοι φλόγες. Ούτω
+πυρίνους λάμψεις θα εξηκόντιζε και η φοβερά Βαβυλωνία κάμινος.
+Αφηρημένος προς το αιφνίδιον θέαμα, νομίζω πως διακρίνω ένδον της
+καιούσης καμίνου τους Τρεις Παίδας άδοντας και χορεύοντας: «Τον
+Κύριον υμνείτε πάντα τα έργα...» Στιγμάς τινας διαρκεί το φλογερόν
+θέαμα εν τη απλή κυανότητι ουρανού και θαλάσσης και είτα σβέννυται
+αυτοστιγμεί.
+
+Ο ήλιος έδυσε πλέον. Και φλόγες και κάμινοι εξαφανίζονται και
+απομένει περί ημάς το πέλαγος σιωπηλόν, σκοτειδιαζόμενον. Χειρ
+άγνωστος ήπλωσε περί ημάς καταγάλανον αερώδη πέπλον, όστις ελαφρά-
+ελαφρά μας επεκάλυψε μετ' ολίγον ως νυξ. Κ' εχάσαμεν πλέον τους
+χρυσούς λοφίσκους του Άη-Στράτη με τα κλιμακωτά αγρίδια του και
+της εύμορφαις ακρογιαλιαίς του.
+
+Το παν εβυθίσθη μετ' ολίγον εις σκοτίαν. Σκοτίαν που την
+αισθάνεσαι γύρω σου συνθλίβουσάν σε ως οι όχλοι τον Κύριον.
+Σκοτίαν ζωντανήν, υγράν σκοτίαν, του πελάγους σκοτίαν. Λεπτή
+αρωματώδης δρόσος επιπλέει πανταχού της θαλάσσης, ης ο γλυκύς
+ψίθυρος συγχέεται προς τον μαλακόν θρουν της πλεούσης σκούνας.
+
+Αλλά προχωρούσης της νυκτός ακούεται πέραν από του βάθους του
+αοράτου πόντου θορυβώδης αύρα, ως να σείωνται προς δυσμάς αθέατα
+δάση υπό στυγνού μαΐστρου, βοΐζοντος υποκώφως, λέγεις και
+κατέρχεται χείμαρρος αφανής από υψωμάτων. Προαγγέλλεται νυκτερινόν
+μελτέμι. Βίαιος άνεμος που παίρνει τα μεσάνυχτα. Υπό τας
+αστρολαμπάς διακρίνομεν τας ρυτιδώσεις του πελάγους ως πτυχάς
+ηπλωμένης οθόνης. Ο πλοίαρχος στηρίζει τας χείρας επί της οσφύος
+ως Αινήτικη λάγηνος, βλέπων σύννους προς τα ιστία, διατάσσει τους
+ναύτας, μόλις αποδειπνήσαντας να στερεώσωσιν αυτά τεζάροντες
+μανδάρια και μπράτσα, όπως ευρεθώμεν έτοιμοι εις υποδοχήν του
+επερχομένου ανέμου, αποστείλαντος ήδη τας προφυλακάς του, μερικά
+φουσκωμένα κύματα.
+
+ — Νέτα κάργο!
+
+ — Άλλα μπρούλια!
+
+Και ιδού αιφνίδιαι ριπαί καταφθάσασαι προσπίπτουσιν επί των
+ιστίων, άτινα τινάσσονται κυματοειδώς εν ηχηροίς πλαταγισμοίς, ως
+να προσέκρουσαν επ' αυτών αγέλαι πτηνών νυκτοβίων και κτυπώσι τας
+πτέρυγάς των. Τέλος κολπούνται εν κραδασμοίς και παλμικαίς
+κινήσεσι του σκάφους, όπερ μετά στεναγμόν ισχυρόν ανεκινήθη αίφνης
+— εξηπλωμένον όλην την ημέραν 'ς την λιακάδα — και ως προσωθηθέν
+ερρίφθη ακούσιον εις την ανοιγείσαν οδόν.
+
+ — Τα φανάρια σου!
+
+Προστάσσει τον παίδα ο πλοίαρχος, επιβλέπων τους επί των πλευρών
+μεγάλους του πλου φανούς, εξέχοντας ένθεν και ένθεν ως δύο μεγάλα
+όμματα αλλοιθόρου τέρατος, πράσινον και ερυθρόν.
+
+Και ιδού θρήνοι αντηχούσιν από του ύψους και των κορζετών, θρήνοι
+άρπας και λύρας. Οδυρμοί και γόοι αυλού φρυγικού, το φρύγιον
+αυλούντος. Μέλος νεκρώσιμον αοράτων πνευμάτων, εν νυκτίαις
+φοβεραίς ώραις επικαθησάντων, θαρρείς, επί των ακροτάτων της νεώς
+και θρηνούντων εν ιαχή του ερήμου πελάγους.
+
+Αθέατα τελώνια, κρεμάμενα από των πολυσχιδών σχοινίων των αρμένων,
+αρχίζουν να παίζουν τραγούδια τρελλά, τραγούδια μέθης, αποκρηάς
+τραγούδια, τραγούδια χορού, ζωής τραγούδια, θανάτου τραγούδια.
+Ανακατωμένα, σκοτεινά τραγούδια. Μοιρολογούν γυναίκες επί νεκρώ,
+κ' εξαίφνης αι ίδιαι καγχάζουν ως αι Βάκχαι. Τώρα αλαλάζουν
+τούρκοι εν εφόδω, τώρα ψαλμωδούν ψάλται κηδεύοντες. Από τα σκολιά
+εξάρτια, από τα υψηλά παταράτσα, από τα χιαστώς συμπλεκόμενα
+μαντάρια, πανταχόθεν αντηχούσιν οι θρήνοι και οι γέλωτες,
+ταχύπτεροι του μελτεμίου απόστολοι, το οποίον κατόπιν των να το,
+αφρίζει, ωρύεται, μυκάται. Ενίοτε κόρη καταμόναχη τραγουδεί,
+θαρρείς, επάνω εις τον υψηλόν κόντραν, κόρη τον ταξειδεύοντα
+μνηστήρα ονειροπολούσα. Κατόπιν μήτηρ κλαίει τα παιδάκι της μέσα
+εις ταις γάμπιαις τυλιγμένη, αόρατος. Στιγμάς τινας εξέχει
+οξύτατος ο ήχος της γλυκυτάτης φλογέρας, επάνω εις το πανύψηλον
+φλέσι, ως νεαρού βοσκού κελάειδημα από του ύψους όρους. Μετά δέους
+επαίρω τους οφθαλμούς μου προς τα ισχία, όθεν ο άνεμος διά των
+ποικίλων οπών του εξαρτισμού εισχωρών βιαίως, συρίζει. Συρίζει
+πενθίμως, συρίζει οξέως, συρίζει γοερώς. Τώρα μεν ακούω τας
+στοναχάς του σφαζομένου Αγαμέμνονος· τώρα δε τον γόον του
+αυτοκτονούντος Αίαντος και αύθις τους ολολυγμούς της Ηλέκτρας· και
+νυν τον κλαυθμόν τον ακατάσχετον του Πέτρου, και πάλιν της
+Μαγδαληνής τους λυγμούς. Περιβαλλόμεθα πάντοθεν υπό της σκοτίας
+και κατευθυνόμεθα εις αδιόρατον σκότος. Η πυξίς μόνη μας οδηγεί,
+και των άστρων η τρέμουσα φεγγοβολή.
+
+Ο κόντρας κτυπά, διπλούμενος εν εαυτώ, υπ' αντιθέτων ριπών
+συγκρουόμενος, ως αετός πληγωμένος θανασίμως. Το φλέσι κρούεται ως
+τύμπανον παρατάξεως. Η τρικυμία μυκάται ήδη, φωνάζει, ακούεται,
+βρυχάται μακράν ως βοή λεόντων και τίγρεων αμιλλωμένων εν διαύλω
+και δολίχω. Πυρκαϊά αθέατος, και φθάνουσιν οι κροταλισμοί των
+φλογών της. Τα κύματα πλακόνουν, επλάκωσαν.
+
+ — Μάϊνα φλέσι! Μάϊνα κόντρα!
+
+Είνε τα λεπτοφυέστερα, ούτως ειπείν, των ιστίων, κ' εν τη εισβολή
+του ανέμου πρώτα-πρώτα καταβιβάζονται, τα μονάκριβα παιδάκια της
+σκούνας να μη πέσουν από τόσον ύψος.
+
+Οι ναύται, παλαισταί έτοιμοι, ίστανται παρά τα μαντάρια με το
+τσιγάρο στο στόμα, ανασκουμπωμένοι.
+
+Η σκούνα τραντάζεται εγείρουσα υπερηφάνως την πρώραν της, λέων,
+ανατινάσσων βασιλικώς την χαίτην του, τίγρις, τρίζουσα τους
+οδόντας της, ως να λέγη:
+
+ — Εδώ είμαι!
+
+Βρυχάται το πέλαγος, σφυρίζει η σκούνα, τρίζουν τάρμενα. Οι ναύται
+ανασκουμπόνονται ολοένα.
+
+Η μάχη αρχίζει.
+
+Κύμα έν, όγκος μολύβδινος, ακτινοβολών υπό την αστροφεγγιάν·
+αποτρόπαιον ακτινοβολίαν, θραύεται κατά της χυτής μάσκας εν
+πλαταγισμώ, περιλούει τ' ακροστόλια κ' εισβάλλει εις την πρώραν εν
+αφρώ διασυρίζον ως σβεννυμένη ανθρακιά.
+
+ — Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα! ακούεται από της πρύμνης ο
+πλοίαρχος, ενθαρρύνων μετά μειδιάματος τους ναύτας, βαρυθύμους,
+διότι θα έχωσιν αγρυπνίαν απόψε.
+
+Το κατάστρωμα μέχρι της υψηλής πρύμνης είνε διάβροχον.
+
+Οι ναύται γυμνοκνήμιδες, ίστανται εις τας θέσεις των, βρεχόμενοι
+μέχρις αστραγάλων. Τα κύματα εισρέουσιν αδιακόπως ως ποταμός
+αφρίζων κ' εκρέουσιν από τ' ανοικτά πορτέλλα. Θαρρείς και το ήμισυ
+σκάφος πλέει υπό την θάλασσαν.
+
+Το πέλαγος εφούσκωσε πλέον, υψωθέν υπεράνω ημών επιφόβως, αλλ' η
+σκούνα, γυρμένη προς την δεξιάν πλευράν, — μούρα αριστερά — ως
+τυφλή εισχωρεί διαμελίζουσα εις δύο κραταιώς τους ατελευτήτους
+όγκους, τους οποίους το πέλαγος σωρεύει κατ' αυτής τον ένα μετά
+τον άλλον, θαλάσσιον τέρας η σκούνα, λυσσωδώς καταπατεί υπό την
+τρόπιν της τα ογκώδη κύματα, και του δίνει, μωρέ γέμου,
+λοξοδρομούσα προς ανατολάς, εν τριγμώ των ιστών και συριγμώ των
+καρχησίων, εν ώ όπισθέν μας αλαλαγμός και βοή και σύγχυσις και
+σκοτία και συμπλοκαί κυμάτων και ολοφυρμοί, εφ' ων πένθιμοι
+ακτίνες προσπίπτουσιν, ακτίνες πράσινοι και ερυθραί, το φως των
+φανών της γραμμής.
+
+Τα κύματα διωκόμενα μας φθάνουν· και βλέπομεν τας θραυομένας
+κορυφάς των ως στόματα αφρίζοντα εκ της οργής, φαγκρίζοντα, με
+στίλβοντας λευκούς οδόντας. Έρχονται από το σκότος και χάνονται
+εις το σκότος. Λόχοι με πυκνάς αργυράς λόγχας απαστράπτουσας εις
+την φωτοβολίαν των οίστρων, λόχοι λευκάσπιδες, πίπτοντες γενναίως
+επί του υγρού πεδίου, πλην πάραυτα αντικαθιστάμενοι υπό των
+ετοίμων εφεδρειών. Τέρατα άγνωστα με αργυρόξανθον φαεινόν τρίχωμα
+εις την κυρτήν των ράχιν.
+
+ — Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα!
+
+Επαναλαμβάνει πάλιν, ενισχύων, ο πλοίαρχος· και στρεφόμενος προς
+τον έφηβον, ευρεθέντα πάλιν εις την πηδαλιουχίαν, νουθετεί ηρέμα:
+
+ — Πρόσεχε, παιδί μου, πρόσεχε!
+
+Και ίσταται εκεί επάνω με τα ευρέως κολπούμενον υποκάμισόν του,
+αρχηγός, διευθύνων εκείθεν την συμπλοκήν.
+
+Η σκούνα, παλαίουσα, σκιρτά μετά ρώμης επί των κυμάτων,
+αντιπαρερχομένη, αναβαίνουσα, καταβαίνουσα, υψούσα τεραστίως την
+πρώραν της, στάζουσαν από του ιδρώτος, θαρρείς, με το μπαστούνι
+της προτεταμένον ως δόρυ μέγα, βριθύ, Αθηναίης δόρυ, ενώ η πρύμνη
+της, με τα υψηλά δρύφακτα, κατέρχεται προς τον ανοιγόμενον πόντον,
+βαρεία, να ταφή, νομίζεις, εκεί, εις λάκκον απρόσιτον, ανοιγέντα
+ένθεν κ' ένθεν. Και πάλιν αίφνης ιδού, ω τεραστία απόλαυσις! η
+πρύμνη ανέρχεται υψηλά, μετέωρος, να πετάξη, θαρρείς, προς τάστρα,
+ενώ ήδη η πρώρα βυθίζεται κάτω κατά του κύματος εμπήγουσα ως
+φάσγανον μέγα τον αρειμάνιον θαλασσομάχον της εις την καρδίαν του
+πόντου, να τον φονεύση εκεί, και ανοίγουσα δρόμον προχωρεί,
+πολεμιστής αγαθός, με τα μούτρα ορμώσα, τυφλή θεότυφλη, αψηφούσα
+τον θάνατον.
+
+Η μάχη είναι ατελείωτος. Αι αυταί κινήσεις επαναλαμβάνονται
+αδιακόπως, επάλληλοι, κανονικαί, ζαλίζουσαι. Ενώ ο ουρανός
+αστροβολών ανέρχεται και κατέρχεται και αυτός, κατά τας κινήσεις
+μας, ως δίσκος απέραντος, ως να σύρη αυτόν και απολύη, αόρατος
+χειρ δι' αοράτων ελατηρίων, από των ιστών της σκούνας
+αναρτηθέντων.
+
+Έρχονται στιγμαί που φοβείσαι μήπως όλον εκείνο το τεχνητόν
+πύργωμα αναρπαγή ως τι κούφον αερόστατον. Και όμως εκείνο, το
+οποίον μόλις, ως πτερόν θα διακρίνηται εν μέσω του πελάγους,
+παλαίει ακατάβλητον. Ίσταται μαχόμενον. Νικά και φεύγει.
+Φυλαττόμενον από τας απείρους ενέδρας διά της δεξιάς πηδαλιουχίας,
+θέτει την πρώραν του εις ωρισμένην διεύθυνσιν και προβαίνει εις το
+σκότος ως εν φωτί.
+
+Πάντες αγρυπνούσιν.
+
+Οι ναύται, γυμνόποδες, ίστανται ένθεν και ένθεν παρά τα μαντάρια,
+έτοιμοι εις πάσαν διαταγήν. Ο σκοπός ακίνητος εν τη πρώρα θεωρεί
+πάντοτε εμπρός, λησμονήσας και το τραγούδι του νυν, συμμαζευμένος
+μέσα εις την γούναν του, κατάβροχος, κρατούμενος καλώς μη
+αναρπαγή, κτυπώμενος συνεχώς υπό των κυμάτων ως να θέλουν να τον
+ρίψουν κάτω από την σκοπιάν του, τον φύλακα τον άγρυπνον, κ' εν
+εφόδω εισορμήσωσιν είτα.
+
+Καταβληθείς υπό της αγρίας συγκινήσεως κατήλθον κάτω εις το
+πρυμναίον. Το πάτωμα ως ξεκλειδωμένον ανέβαινε και κατέβαινε προς
+τας κινήσεις του πλοίου, χορεύον τον ίλιγγον — είδος θαλασσινού
+χορού — ότε ο άπειρος παραπαίει και σαλεύει ως ο μεθύων. Η βοή του
+ανέμου η βραχνή μόνη έφθανε κάτω διά της θυρίδος του ταμπουκιού
+ακλόνητος. Το πηδάλιον βιαίως συγκρατούμενον εν τη θέσει του,
+επάλαιε κατά της σιδηράς ορμής της θαλάσσης κ' εκρότει, κάπου
+συγκρουόμενον, ως του χαλκέως η σφύρα επί του άκμονος, να
+απελευθερωθή, θαρρείς, από των ορειχαλκίνων βελονίων του.
+
+Ο πλοίαρχος, κατελθών προς στιγμήν, ήναψε σιγάρον, σκυθρωπός,
+αμίλητος. Και πάλιν ανήλθεν επί του καταστρώματος σκυθρωπός,
+αμίλητος. Ο μικρός Γιαννάκης, κατελθών και αυτός, άπειρος προς τον
+κίνδυνον, ήνοιξε μικρόν κιβωτίδιον, έλαβε και έρριψεν εις τον
+ευρύν κόλπον του οπώρας τινάς φυλαγμένας εκεί, και ανήλθε δάκνων
+οπώραν και οποψελλίζων ως πτηνόν:
+
+ _από ξένον τόπο
+ κι' απ' αλαργινό . .
+ γιάλα-γιάλα . . ._
+
+Από τινος ημιανοίκτου κοιτωνίσκου εξήρχετο στεναγμός, παράπονον
+πάσχοντος, αγωνία θνήσκοντος, φαντάσματος παραλήρημα:
+
+ — Μάννα μου! Μάννα μου!
+
+Άλλος ναυτόπαις αυτός, ο καμαρώτος, ασυνείθιστος προς την
+τρικυμίαν, πρωτοτάξειδος, προσεβλήθη εις την καρδίαν κ' εξέπνεε,
+θαρρείς.
+
+Παρήλθον ώραι. Προσήγγιζεν ο όρθρος κ' η τρικυμία ωρύετο
+ισχυροτέρα. Ο άνεμος ετράπη εις βόρειον καθαρόν ως εν χειμώνι,
+μετά ψύχους και ψεκάδων χιόνος.
+
+Η σκούνα επροχώρει πλέον με βόλταις.
+
+Κατεκλίθην επί μικρόν. Αλλά παρά το ους ειργάζετο κλέπτης ν'
+ανοίξη την κλειδαριάν. Το κύμα, προσπίπτον εις την πλευράν του
+πλοίου από του φοβερού λαίλαπος, απετέλει τον κρότον εκείνον του
+νυκτοκλέπτου. Η καρδία μου επόθει αγρυπνίαν, αλλ' ο κάματος
+αντιπαλαίων κ' υπερισχύων έκλειε τα βλέφαρά μου. Μ' εφαίνετο ότι
+ευρισκόμενος επί αιώρας, από του ισχυρού κλώνου μεγάλης πλατάνου
+κρεμαμένης, εκραδαινόμην ακουσίως υπό ισχυροτάτων βραχιόνων,
+οίτινες από το άγνωστον με απώθουν προς το άγνωστον. Οι
+ημίκλειστοι οφθαλμοί μου μόλις διέκρινον έν φως μετακινούμενον
+ένθεν και ένθεν, το φως της κρεμαμένης λυχνίας, ήτις μεταμορφώθη
+εις την αποκαμούσαν διάνοιάν μου εις εκκρεμές φωτεινόν, τας
+κανονικάς κινήσεις του οποίου παρηκολούθουν, ότε ακούω επάνω
+κραυγήν γοεράν.
+
+ — Αλλέστα!
+
+Ανήλθον επί του καταστρώματος ως αποδιωχθείς υπ' αγνώστου φόβου. Ο
+ουρανός με τάστρα του τα λαμπρά, κυαναυγής, αίθριος, κατήρχετο
+προς τα κάτω, προς τους ιστούς της σκούνας, μ' εφαίνετο, και
+προσκόπτων προς τας χρυσάς αυτών κορζέτας ωθείτο μετά δυνάμεως
+προς τάνω, κ' υψούτο πάλιν με τάστρα του, κυαναυγής αίθριος, με
+τάστρα του τα οποία έπαιζον έπαιζον, ως ανοιγοκλείονται ματάκια,
+χρυσά ματάκια, αργυρά ματάκια. Η θάλασσα αδιακόπως εισερχομένη από
+της πρώρας και χυνομένη από τα πορτέλα, ορθάνοικτα, κατά
+κυματισμούς, εν αφρώ και βροχή ραγδαία, κατεπλημμύρισε το
+κατάστρωμα πλέον όπου οι ναύται ως πάπιαι, παρά τα χονδρά ξάρτια
+και τα κατραμωμένα παταράτσα, ανέμενον πάντοτε τας διαταγάς του
+πλοιάρχου, όστις ίστατο ακίνητος, τετράγωνος, ανεμιζόμενος,
+ασκεπής, με το τσιγάρο 'ς το στόμα, μισοφαγωμένο, επάνω εις την
+πρύμνην, κρατών τα ναυτικά δίοπτρα και βλέπων το ηγριωμένον
+πέλαγος, ατάραχος ως κορμός δρυός εν ώρα καταιγίδος. Σκότος
+βαθύτατον. Και μόνον φως έν προς το Σίγρι, κατακόκκινον, έφεγγε
+θλιβερώς κατενώπιον, ως πύρινος Κύκλωπος οφθαλμός, σβεννύμενον
+αίφνης και πάλιν αίφνης αναπτόμενον, ο φάρος του ακρωτηρίου της
+Μιτυλήνης.
+
+Η σκούνα με αριστεράν μούραν πάντοτε έκλινε προς την δεξιάν
+πλευράν, ολονέν πλαγιαζομένη υπό των κυμάτων, άτινα κάτωθεν ως
+μοχλοί προσεπάθουν να την ανατρέψουν, αλλ' έφευγε λοξώς πάντοτε
+προς τον φάρον της Μιτυλήνης πλέουσα, όστις ολονέν εμεγεθύνετο,
+φεγγοβολών εις απόστασιν τεραστίως.
+
+Ο πλοίαρχος υψούμενος επί της πτέρνης, καμπτόμενος ως κουλούρα,
+ανατείνων τον λαιμόν ως χην, κλίνων δεξιά, κλίνων αριστερά ως ει
+ησθάνετο πόνους περί την οσφύν, ακροώμενος με το ους προς τον
+φάρον ως ει εκάλει αυτόν πρωρεύς άγνωστος από του πελάγους,
+βαστάζων τα δίοπτρα, επάνω εις την υψηλήν πρύμνην, σχοινοβάτης επί
+θεατρικού ικριώματος, ηγωνίζετο υπερανθρώπως να υπολογίση την από
+της ξηράς απόστασιν, οδηγούμενος από του κρότου των επί της ακτής
+θραυομένων κυμάτων. Και όταν ενόμισεν ότι προσηγγίζομεν εις την
+ξηράν κ' ότι ήλθεν η στιγμή «να τα γυρίση», τότε εκραύγασεν
+«αλέστα» διατάσσων τους ναύτας να είνε έτοιμοι. Η διαταγή εκείνη
+γοερώς αντηχήσασα εν τη τρικυμία ως φωνή πνιγομένου, μ' ηνάγκασε
+ν' ανέλθω επί του καταστρώματος, ως είπον.
+
+ — Μόλα μπουρίνα! τίρα-μόλα!
+
+Ηκούσθη πάλιν εν μέσω της εξάλλου βοής του πελάγους, διατάσσων ο
+πλοίαρχος, με γλώσσαν άγνωστον εις εμέ, γλώσσαν βομβούσαν ως το
+άγριον μελτέμι με όλην την υγρότητα αυτής, της θαλάσσης την
+γλώσσαν.
+
+Ο επί της πρώρας ακοίμητος φρουρός είχεν αντιληφθή εγκαίρως του
+σχασίματος των κυμάτων, άτινα εθραύοντο κατά της αποτόμου του
+φάρου άκρας εν παρατεταμένη νεροποντή και έδωσε σημείον, ο δε
+πλοίαρχος, ακροώμενος ως είπομεν, παρεδέχθη του φρουρού την
+αντίληψιν και διέταξε να χαλαρώσωσι τα χονδρόν σχοινίον, την
+μπουρίναν, την συγκρατούσαν τον παμμέγιστον τρίγκον, όπως «τα
+γυρίσωσι» τα ιστία προς την αντίθετον κλίσιν.
+
+Ο πηδαλιούχος επιδέξιος τιμονιέρης, ακίνητος ως άγαλμα έως τότε,
+συγκρατών το πηδάλιον εις την θέσιν του, πάραυτα εκινήθη προς την
+διαταγήν. Έλαβε ζωήν εμψυχωθείς κ' έστρεψε τον κύκλον του πηδαλίου
+ταχέως, γύρους πολλούς, πολλούς ώστε να έλθη «το τιμόνι ς' την
+μπάντα».
+
+Εν τω άμα ο δρόμος ανεκόπη. Διότι συγχρόνως και οι ναύται,
+εκτελούντες το πρόσταγμα του πλοιάρχου έσυρον μετά ταχύτητος τα
+σχοινία των ιστίων, άτινα όλα ομού συνεστράφησαν προς την άλλην
+πλευράν υπό την διεύθυνσιν του ναυκλήρου:
+
+ — Γιάσσα-Γιάσσα! Όλοι μαζί!
+
+ — Γιάσσα-Γιάσσα! Άλλα παιδιά!
+
+Ο άνεμος εναντίος ήδη, κολπών τα ιστία, με λύσσαν, έγυρε προς την
+αριστεράν άλλην πλευράν την σκούναν, ήτις κλονισθείσα αποτόμως
+εφάνη ότι εστάθη. Η πρώρα της δεχθείσα αίφνης εις τας μάσκας της
+τα φοβερά ραπίσματα των μαινομένων κυμάτων ανυψώθη ως θαυμασίου
+ίππου κεφαλή αποφεύγουσα τους λακτισμούς του αντιπάλου και η
+πρύμνη φυσικά συσταλείσα εκ του σεισμικού τρόμου, υπεχώρησε προς
+τα κάτω ως κατακάθεται ηττημένος εν σταδίω ίππος· και ήφριζεν
+αγρίως εν τη νυκτί το πέλαγος γύρω ως να ήτο ο νικητής. Αλλά τα
+ιστία ισχυρώς τεταμένα, πληρωθέντα πνεύματος, ενίσχυσαν την
+σκούναν εν τω αγώνι. Η υπερήφανος πρώρα με τον Ηρακλέα της όρθιον
+εμπρός, κύπτουσα, κυάνεος ίππος, με την ωραίαν χαίτην του,
+καταπατεί γενναίως τους όγκους των νέων κυμάτων, θραύει αυτούς
+κινητικώς, και υπεγειρομένης της πρύμνης επιβοηθητικώς, ανοίγει
+οδόν προς την Λήμνον — μούρα δεξιά — επικροτούντων εν οξυτάτω
+συριγμώ των καρχησίων. Τα πανιά μπουκάρισαν πλέον. Η σκούνα τα
+πήρε. Ο φάρος της Μιτυλήνης εχάθη.
+
+Αναχθέντες συναντώμεν εν απολαύσει δεινού μεγαλείου δύο μπάρκα, με
+της γάμπιαις μόνον, ένθεν και ένθεν ημών, εκτελούντα την
+λοξοδρομίαν των προς την Μιτυλήνην, άτινα ως κήτη θαλάσσια με τας
+κοιλίας των θαρρείς εκυλίοντο πλησίον ημών, ασθμαίνοντα, στένοντα,
+υπό αφρών και άχνης καλυπτόμενα· ως δαιμόνια μαύρα οι ναύται
+ίσταντο παρά την κωπαστήν, κρατούντες τα σχοινία εις χείρας, οι δε
+πρωραίοι φρουροί των, κουλουριασμένοι κέρβεροι εις την πρώραν, ως
+ξύλινοι εκάθηντο εκεί μαύροι, κυματόβρεκτοι. Οι πλοίαρχοι και των
+δύο παρά τα πηδάλια, με τα δίοπτρα εις χείρας εκραύγαζον την
+στιγμήν εκείνην ως με θαλασσίαν σάλπιγγα, την οστρακώδη κοχύλαν:
+
+ — Μόλα-μπουρίνα! τίρα-μόλα!
+
+Κ' εβόϊζε το άγριον πέλαγος αντηχούν εις απόστασιν:
+
+ — Μόλα μπουρίνα! Τίρα-Μόλα!
+
+Μετ' ολίγον φως άλλο κατακόκκινον αστράψαν όπισθέν μας με
+κατετάραξεν, άπειρον της θαλάσσης, φοβηθέντα σύγκρουσιν προς
+ατμόπλοιον, αλλ' ήτο η σελήνη ήτις λειψίφωτος, την αυγήν
+ανατείλασα ως πεπυρακτωμένον κλαδευτήριον εφώτισε την σκούναν
+ημίπνικτον και το πέλαγος ηγριωμένον, του οποίου τα κύματα
+ελάμβανον φωνήν, θαρρείς, εν τη βιαία του ανέμου ορμή κ'
+εβλασφήμουν και έβριζον.
+
+Ε'.
+
+Εξημερώσαμεν παρά την Λήμνον. Ο άνεμος ηλαττώθη. Τα ιστία όλα
+πάλιν ανεπετάσθησαν και έπαιζεν ο κόντρας πρωί-πρωί γελαστός, ως
+νικηφόρος αεροναύτης.
+
+Η θάλασσα έστρωσε. Και όταν ανέτειλεν ο ήλιος έλαμπεν η σκούνα
+ολόκληρος μυρίζουσα θάλασσαν και άρωμα του πυθμένος. Αδάμαντες
+κατεστάλαζον από τ' ακροστόλια τα ύδατα, ο πώγων του ξυλίνου
+Ηρακλέους εγυάλιζεν ως ζωντανός ανακινούμενος. Ο καραβόσκυλος,
+σειόμενος παταγωδώς, ετίνασσεν από του στιλπνού τριχώματός του την
+θάλασσαν βραχείς και αυτός την νύκτα· αλλ' οι ναύται τυλιγμένοι εις
+τας κηρόχρους νιτζεράδες των με τα κηρωτά κασκέτα κεκαλυμμένοι
+μέχρι των ώτων, με τας χείρας αφανείς κρεμαμένας ως χηλάς
+οστρακοδέρμου με τους πόδας γυμνούς ωμοίαζον προς καβούρας με τας
+αγκυλωτάς των μύστακας αναμένοντες «να σκαντζάρη η βάρδια» ίνα
+ξαλλάξωσιν. Ο σκοπός ο πρωραίος, εσκυμμένος εκεί ημέρας υπό την
+κιτρίνην νιτζεράδα του, έσταζεν όλος ως άρτι αναδύσας εκ του
+βυθού, ο δε πηδαλιούχος με την μίαν χείρα κρατών τον τροχόν του
+πηδαλίου ασφαλώς, με την άλλην απέμασσεν από του πώγωνος και από
+του μετώπου την θάλασσαν, τον ιδρώτα του παλαίοντος ναύτου. Και
+εις έν τίναγμα αιφνίδιον — ριπής, τελευταίας του εκπνεύσαντος
+ανέμου — ανακινηθείσα η σκούνα εφάνη ότι άρτι αναδύσασα και αυτή
+ανετινάσσετο, ως ο καραβόσκυλος πρότερον, αποβάλλουσα την άλμην,
+αφροδίτη με κομψούς τιναγμούς αποσμήχουσα την μακράν της κόμην.
+
+***
+
+Μεγάλη απλούται η Λήμνος, μακρά και χθαμαλή με ωραία ακρωτήρια, με
+μεγάλους βαθυκόλπους λιμένας με χρυσοκιτρίνους αγρούς θερισμένους,
+με εύμορφαις ακρογιαλιαίς. Χωρίς δάση, χωρίς χωριά, έρημος,
+θαρρείς, ακατοίκητος.
+
+Από την Λήμνον έπειτα εις την Τρωάδα και από την Τρωάδα εις την
+πολύκωμον Ίμβρον κ' από την Ίμβρον εις την Τένεδον.
+
+Βόλταις. Θαλασσινοί περίπατοι, αι ναυτικαί λοξοδρομίαι.
+
+Συντροφιά με τους γλάρους.
+
+Ω! την ηγάπησα την συντροφιάν την λευκήν των γλάρων. Είνε αθώα, ως
+είνε κάτασπρα τα πτερά των. Σε διασκεδάζουν χωρίς να σε κουράζουν.
+Αγάπη κουράζουσα δεν είνε αγάπη. Σε συντροφεύουν χωρίς να σε
+ενοχλούν. Αθορύβως, σιωπηλώς. Ευγενώς. Είνε καλόγνωμος η συντροφιά
+των γλάρων. Εμφανίζονται ενώπιόν σου εκεί όπου δεν τους
+περιμένεις. Ως παλαιοί σου φίλοι. Δεν εξίστασαι δι' αυτό, ως να
+τους ανεζήτεις μετά κόπου. Νομίζεις κ' έπλευσες δι' αυτούς.
+Νομίζεις κ' υπέφερες δι' αυτούς. Κ' εκείνοι πάλιν ό,τι θέλεις διά
+να σε ευχαριστήσουν. Χορεύουν, βουτούν, παίζουν. Προηγούνται, ως
+να θέλουν να σε οδηγήσουν εις τας κατοικίας των, τας δροσεράς, τας
+υγράς φωλεάς των, όπου το κύμα φωσφορίζει φέγγον, όπου η δρόσος
+είνε αιωνία. Κ' εν ώ προβαίνουν ταχύπτεροι, αίφνης ίστανται και σε
+περιμένουν και σε κράζουν μετά μονοσύλλαβά των, γλαριστί:
+
+ — Καλώς τον φίλον μας! Καλώς τον φίλον μας!
+
+Κ' εν ώ περιμένουν, θωπεύουν τον αέρα με τας κυρτάς των ως
+δαμασκιά πτέρυγας, και φιλούν το κύμα με τα ράμφη των. Πόθεν
+ήλθον; Πού πηγαίνουν οι φίλοι μου, οι κάτασπροι γλάροι; Είνε
+γλάροι της Μιτυλήνης; Είνε γλάροι της Λήμνου; της Τρωάδος είνε οι
+γλάροι η της Τενέδου; Τους έβλεπον τάχα και οι Αχαιοί;
+
+Ω! η λευκή, η καλή συντροφιά μου, οι γλάροι του Αιγαίου! Καταμεσής
+'ς το πέλαγος αναμένουν να χαιρετίσωσι τους ταξειδεύοντας. Άγγελοι
+του αισίου πλου, υπάρξεις ποθηταί εν κρυερά του πόντου ερημία.
+Μειδίαμα γλυκύ εν τη πικρά μοναξία. Ελπίς ότι εγγύς που ο κόσμος.
+Αφορμή μελέτης διά τον σοφόν. Έμπνευσις διά τον ποιητήν. Δουλειά
+διά τον άεργον. Παραμυθία διά τον ναύτην, όστις επακουμβών επί της
+κωπαστής συνάπτει άφωνον διάλογον με τον λευκόν πτερωτόν του
+σύμπλουν. Ναύτης προς ναύτην. Θαλασσοδαρμένος προς
+θαλασσοδαρμένον. Γλάρος προς γλάρον.
+
+Και πετούν ενίοτε υψηλά. Πλησιάζουν εις τας κόφας του πλοίου,
+τρέχουν γύρω και χορεύουν περί τον θαλασσομάχον, τον ξύλινον της
+πρώρας αδελφόν των, όστις βουτά και αυτός καθώς αυτοί ως δίστομον
+στιλέτο κόπτον το κύμα. Και πολλάκις πολλοί-πολλοί περισυναχθέντες
+τριγυρίζουσι την σκούναν εν χαιρετισμοίς, μεγάλην γλαρίναν, μητέρα
+πολυπαθή των λογικών γλάρων.
+
+Εκόπασε πλέον ο σάλος· τα κύματα καταπονηθέντα καθ' όλην την νύκτα
+επραΰνθησαν. Η θάλασσα γαληνιάζει πάλιν. Δευτέραν φοράν διερχόμεθα
+εγγύς της πολυσχιδούς Λήμνου, ηρέμα, από της αντιθέτου πλευράς.
+Επί τινος χρησίζοντος λοφίσκου υπολευκάζει παρεκκλήσιον. Όλοι οι
+ναύται, προς αυτό ατενίζοντες ευλαβώς, κάμνουν τον σταυρόν των.
+
+ — Άη-Νικόλα!
+
+Λέγουσιν όλοι εγκαινιάζοντες το άγνωστον παρεκκλήσιον επ' ονόματι
+του θαλασσινού των αγίου.
+
+Μικρά βρατσέρα πλέει παρά την ακτήν φοβισμένη, μετά τον σάλον
+ξετρυπώσασα.
+
+Υπό τινα βράχον μοι φαίνεται πως διακρίνω την σκιάν του
+εκσφενδονισθέντος από του Ολύμπου άλλοτε χωλού Ηφαίστου και παρά
+τι σπήλαιον:
+
+«Ορώ κενήν οίκησιν ανθρώπων δίχα» την οίκησιν του Σοφοκλείου
+Φιλοκτήτου· καί τινας συκάς απέξω εκλαμβάνω ως ράκη, τα οποία
+ήπλωσεν εκεί ο έρημος ήρως «βαρείας του νοσηλείας πλέα».
+
+***
+
+Εξημέρωσε Κυριακή;
+
+Οι ναύται, απηυδηκότες από της παρελθούσης τρικυμιώδους νυκτός,
+κοιμώνται ακόμη, ενώ ο μάγειρος πρωιαίτερον εγερθείς, απολεπίζει
+ιχθύδιά τινα, σημαδιακούς χάνους εκατοστάρικους, πελαγίσιους
+χάνους, τους οποίους είχομεν αλιεύσει κατά την γαλήνην της
+προτεραίας. Μόνος ο πηδαλιούχος, κουκουλωμένος ακόμη με τον
+χειμερινόν μουσαμάν του, ίσταται παρά το πηδάλιον, και ο φρουρός
+της πρώρας, ανάψας το εικοστόν σιγάρον κατά την τετράωρον βάρδιάν
+του, βρεγμένος ακόμη με τον κηρωτόν μουσαμάν του, φρουρεί.
+
+Τα πανιά! όλα επάνω τώρα. Και ο μοναχογυιός κόντρας ο
+λεπτοκαμωμένος, ο γαλαζοαίματος.
+
+Ιστάμενος επί της πρώρας ως επί πύργου, καμαρόνει την ταχείαν
+σκούναν πετώσαν μαλακά-μαλακά. Άνευ τιναγμών πλέον προηγείται δύο
+άλλων ιστιοφόρων μεγάλων, άτινα μας παρακολουθούσι μετά σπουδής ως
+να θέλουν κάτι να μας ειπούν. Αλλ' η σκούνα φεύγει, πετά. Από του
+ύψους ένθα ίσταμαι νομίζω ότι δεν άπτεται καν της θαλάσσης. Τόσον
+γλυκά πνέει, θαρρείς και 'ς τα νύχια πατεί. Είνε υπερήφανος διά
+την νυκτερινήν νίκην.
+
+ — Σκάντζια-βάρδια:
+
+Ανακράζει ο ναύκληρος, ακούσας κροτήσαντα τα ξύλινα κρόταλα του
+πηδαλιούχου, σημάναντος την ογδόην ώραν της πρωίας, και συγχρόνως
+κρούει τον κώδωνα της πρώρας, τύπτων συνάμα το κατάστρωμα διά των
+ποδών του, άνω του θαλάμου των ναύτων, όπως εξεγείρη αυτούς.
+
+Ταυτοχρόνως γλυκύτατα αντηχούσιν όπισθέν μας εν τω πελάγει οι
+κώδωνες των δύο ιστιοφόρων ως παρεκκλήσια λειτουργούντα,
+σημαίνοντες την ογδόην ωσαύτως ώραν.
+
+Μετ' ολίγον οι ναύται νιφθέντες κ' ενδυθέντες κατέρχονται εις τον
+θάλαμον του πλοιάρχου, καλέσαντος αυτούς, όπως προσευχηθώσι —
+Κυριακή πρωί — κ' ευχαριστήσωσι τον άγιον Νικόλαον διασώσαντα
+αυτούς από της τρικυμίας.
+
+Ο φαιδρός και πρόθυμος πάντοτε Γιαννάκης, ο υιός του πλοιάρχου,
+αλλαγμένος γαλάζιαν βλούζαν, εκτελεί χρέη καμαρώτου, παθόντος εκ
+ναυτίας του τοιούτου και κοιμωμένου ακόμη, και ανάψας κηρίον και
+θέσας πυρ μετά θυμιάματος εις το ορειχάλκινον στιλπνόν
+θυμιατήριον, θυμιά πρώτον ευλαβώς την εικόνα του Αγίου Νικολάου,
+μικράν επάργυρον, κρεμαμένην από τινος δοκού εν τη άκρα του
+θαλάμου, και είτα πάντας τους λοιπούς, ψάλλων και το μεγαλυνάριον
+του Αγίου «Ορφανών προστάτην.... » Τέλος ασπάζονται πάντες την
+εικόνα του θαλασσινού ιεράρχου ευωδιάζουσαν θάλασσαν ως να
+ηγωνίζετο και ο Άγιος με τους ναύτας όλην την νύκτα παλαίων κατά
+των κυμάτων.
+
+Οι ναύται είτα ευφροσύνως πίνουσι το προσενεχθέν αυτοίς ποτήριον
+ρουμίου και ανέρχονται οι μεν ν' αντικαταστήσωσι την
+βάρδιαν, οι δε να τακτοποιήσωσι τα επί του καταστρώματος
+αντικείμενα μετακινηθέντα εκ του νυκτερινού σάλου.
+
+Τα πανιά δουλεύουν.
+
+***
+
+Αφίνομεν προς τα δεξιά τα λευκόν κτίριον του φανού του Σιτίλ-Βαχάρ
+εν τω στομίω του Ελλησπόντου και ιδού ξανοίγει η Ίμβρος, χθαμαλή,
+στρογγυλή, ιόχρους, με τα δάση των ελαίων της εδώ κ' εκεί και με
+τα οπωροφόρα δένδρα της.
+
+Η Ίμβρος με τα πολλά χωριά και με τας αμμώδεις ακτάς.
+Εγκατεσπαρμένοι σωροί όγκων φαιών και κοκκινωπών. Είνε τα χωριά τα
+πολυώνυμα της θρακικής νήσου. Δύο-τρεις καλύβαι εδώ, πεντέξ
+παρέκει, δεκάς οικίσκων αλλαχού. Επί των λοφίσκων, επί της ακτής.
+
+Ιδού έν μεγαλείτερον παρά το κύμα. Μικροκάικα πολλά σαλεύουν εγγύς
+της άμμου ως να παίζουν μετ' αυτής. Και άλλα πάλιν καϊκάκια με τα
+λευκά πανάκια των πηγαίνουν ν' αράξουν. Ένα τσερνίκι, φορτωμένον
+«ως τα μπούνια» με τα εκ πανίου παραπέτα, πετά σχεδόν ως
+θαλασσοπούλι με τον μακρύν λαιμόν του κατάμαυρον. Αγρόται
+αλωνίζουν εγγύς της ακτής, και όρνιθες εδώ κ' εκεί τσιμπούν με τα
+ράμφη των τους στίλβοντας ξηρούς χάλικας.
+
+Όπισθεν της Ίμβρου ουρανομήκης υψούται η κορυφή της αιπεινής
+Σαμοθράκης.
+
+Παραπλέομεν την Τένεδον μακράν και χθαμαλήν εν σχήματι μαχαίρας.
+Λόφοι γυμνοί και άθαμνοι. Καταπράσινοι αμπελώνες απόκρυφοι και
+πολυάριθμοι ανεμόμυλοι καταφανείς ένθεν και ένθεν της κώμης,
+συσσωρευμένης παρά τον αλίμενον αιγιαλόν. Μικρά καϊκάκια την
+συντροφεύουν αρόδο ιστάμενα.
+
+Έμπροσθέν της εκτείνεται του Ελλησπόντου η μεγαλοπρεπής είσοδος με
+το Σιτίλ Μπαχάρ το παμπάλαιον φρούριον. Τα ιστία των παμμεγίστων
+ιστιοφόρων λευκά κατάλευκα σχηματίζουσι [αρχή σελ. 73]
+αναριθμήτους χιονοστιβάδας κινουμένας ηρέμα κατά διαφόρους
+διευθύνσεις του εκτεταμένου όπισθέν μου Αιγαίου και ο καπνός των
+ατμοπλοίων, άτινα ως εκ της αποστάσεως ως καρκίνοι θαρρείς,
+βραδυπορούσι διατέμνοντα την απέραντον έκτασιν, αποτελούσι νέφη
+πυκνά συσκιάζοντα τον γαλανόν αιθέρα του. Πλαγιάζει η μυθική νησίς
+κατέναντι της Τρώας ως να την παρέσυρε προς τα εκεί το ισχυρόν του
+Ελλησπόντου ρεύμα το οποίον ορμητικόν εκχύνεται απλούμενον επί του
+Αιγαίου.
+
+Ο περίφημος κρυψώνας των Αχαιών σήμερον ευφημισμένος μόνον διά το
+λαμπρόν μαύρο κρασί του, το Τενέδιο κρασί, ακουστόν εις την Πόλιν
+και περιζήτητον εις τα ξενοδοχεία του Γαλατά.
+
+Επιάσαμεν εις την Τρωάδα. Ιδού τα έρημα πεδία της, μαύρα εκ των
+καταπεύκων θάμνων. Ιδού αι ακταί όπου αι θεαί των Αχαιών νήες δέκα
+όλα έτη ανέμενον. Ιδού τα Πέργαμα, ο Σκάμανδρος, αι Σκαιαί
+Πύλαι... Ω! τίποτε, τίποτε σήμερον δεν υπάρχει.
+
+ — Fuit Ilium...
+
+Τα Μπεσίκια με την δασώδη φυτείαν των κάμπων και με τον μέγαν
+κόλπον των. Τα βουνά της Ανατολής, μακρά, υψηλά, κατάφυτα.
+Ευλογημένα βουνά.
+
+ΣΤ'.
+
+Μετά το γεύμα εκαθήμην μετά του πληρώματος δίπλα του μαγειρείου.
+Είμεθα εξηπλωμένοι όλοι . . Αν και τον λυσίπονον επόθουν ύπνον,
+αγρυπνήσας όλην την νύκτα, όμως δεν με άφινον αι θελκτικαί
+διηγήσεις της Νεροφίδας. Ο γέρο-ναύτης ο Μπάρμπα-Μήτρος, η
+Νεροφίδα αποκαλούμενος μεταξύ των πληρωμάτων, διά την πονηρίαν
+του, γηράσασαν πονηρίαν, ο πάντοτε διολισθαίνων ως ποτάμια έγχελυς
+από μέσα από τα φοβερά δίκτυα του κινδύνου, μ' επείραζε συνεχώς με
+το νυκτερινόν κολύμβημα, ως απεκάλει της νυκτός την τρικυμίαν.
+
+ — Και τι, μωρέ παιδί μου; Τι εμαϊνάραμε; Μόνον τον [τέλος σελίδος
+73] κόντρα και τα φλέσα, κ' εδέσαμε και δυο μούδαις 'ς την μπούμα.
+Είδες εσύ, μωρέ παιδί μου, μπάρκο μπέστια· γάμπιαις συριακό σκαρί
+ξυλάρμενο, να θαλασσοδέρνη απόξω από τον Κάβο-Δόρο; Είδες σκούνα
+κασσώτικη, 28 χιλιαδώνε, συριανό σκαρί, με τα μικρά παρουκέτα
+μονάχα, να παραδέρνη απόξω από τον Κάβο-Μαλιά τρία ημερόνυκτα; Ο
+καιρός δεν μας έπαιρνε, θάλασσα-κιαμέτι! Μας έφαγε της γάμπαις ο
+χιονιάς και μας έσπασε τα τσιμπούκια ο βορειάς. Ο κόρφος δεν μας
+εδεχότανε, το Τσιρίγο μας έδιωχνε. Το βάλαμε κ' ημείς τραβέρσο,
+τρία ημερόνυχτα, με τον μέσα φλώκο μονάχα και με την μπούμα
+καταιβασμένη τρίγωνο. Λες κ' ήτανε κρασοβάρελο που το πετάξανε 'ς
+την θάλασσα κ' η θάλασσα το χτύπαε σαν αφωρισμένο. Δεν είχαμε και
+καπνό. Εξούσαμε τα παραπέτα με τους σουγιάδες μας κ' εφουμάραμε.
+Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή! Να, πλυθήκαμε κομμάτι.
+
+Και εκβαλών την καπνοσακκούλαν του επλήρου μικρόν τσιμπουκάκι μεθ'
+υπομονής και φιλοκαλίας θεργιακλή.
+
+ — Όντας εναυαγήσαμε πάλι 'ς το Ασπρονήσι, απόξω από την Σκιάθο;
+Ωχ! μωρέ γυιε μου, κάτι κύματα! . . . Βουνά τα ωργισμέγα. Και
+νύχτα! Πίσσα! Και χιονιάς! Κατεβαίναμε φορτωμένοι, από τον Ποταμό,
+γέννημα για τον Περαία, με διαταγή! Ωχ, μωρέ γυιε μου, και να σε
+είχα μέσα εκείνη τη βραδειά! Κανένας δεν εγλύτωσε. Μόνον ο
+υποφαινόμενος. Και πάλιν κ' εγώ με θαύμα. Εκεί που μ' εχτύπησεν η
+σκότα του κόντρα φλώκου, που εβγήκα να τον μαζέψω, μου δίνει μια
+να πέσω 'ς την θάλασσα και ξεγλυστρώ, μωρέ γυιε μου, και πέφτω
+απάνω σ' ένα κασσόνι. Λες και μου τώρριξεν εκειδά η μάννα μου.
+Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή!
+
+Και μετά μικρόν ανάψας το τσιμπουκάκι του η Νεροφίδα,
+αλλά-Ιγγλέζα, επανέλαβε:
+
+ — Πού να σε είχα, μωρέ παιδί μου, εδώ και πέντε χρόνια με του
+καπετάν Φώκα την πρωτοτάξειδη σκούνα. Φορτώσαμε κάρβουνο 'ς τον
+Όλυμπο για την Αλεξάντρα. Και κει που σηκωθήκαμε 'ς τα πανιά — ώρα
+εσπερινού — , καταιβάζει, μωρέ γυιέ μου! Θεέ Δημητρίου. Χειμώνας
+καιρός βλέπεις. Του Αγίου Αντρέως. Ο καιρός 'ς τον Μάστορη —
+Μαΐστρο-τραμουντάνα. Πού να μουνδάρωμε! Και μια νύχτα! Σκοτάδι —
+Πίσσα! Δεν έβλεπες από την πρύμη 'ς την πλώρη. Εγώ του είπα του
+καπετάν Φώκα: Καπετάν Φώκα, δεν μ' αρέσει ο καιρός. Μα εκείνος δεν
+μ' άκουσε. Μας τα δίνει, που λέτε, 'ς τα χέρια! Και που να ιδής!
+Τα Ρημονήσια έγειναν ένα. Μαϊνάρουμε τον κόντρα μας τρώει τον
+παπαφίγκο. Μας σπάζει το πρυμνιό τσιμπούκι με το φλέσι και
+κρεμνιέται και παραδέρνει σαν ξεμανίκωτο χέρι. Μετά πολλά
+ξανοίξαμε κατά την Μεγάλη Λήμνο. Τα κύματα βουνά! Και σου
+καταιβάζει κάτι κύματα τ' Άινόρος! Θεέ Δημητρίου! Μετά τα
+μεσάνυχτα όλοι αποκάμαμε. Ήμουνα 'ς το τιμόνι. Γυρίζω, τίποτε. Δεν
+τ' άκουε το τιμόνι πλεια. Βρε για το Θεό, καπετάν Φώκα. Λέγω 'ς
+τον καπετάνιο. Ο κακομοίρης ήλθε κ' εκέρωσεν αμέσως. Τα κύματα μας
+άρπαξαν πλεια την σκούνα από τα χέρια μας. Η θάλασσα την έκαμε
+ξέρα κ' έμπαινε κ' έβγαινεν ελεύθερα. Ύστερ' από τα τόσα
+τινάγματα, που έτριξαν τα παΐδια της, η σκούνα έγειρε με την μια
+μπάντα. Τότες πλεια όλοι τα χρειασθήκαμε. Σπάζει η ράντα της
+μπούμας, κάτω η γάμπιες κουρέλια. Μονάχα ένα κομμάτι απέμεινε ψηλά
+'ς της κόφαις κ' ενόμιζε λες κ' ήτανε σκιάχτρο για της κουρούναις
+'ς τα μποστάνια. Ο καπετάν-Φώκας τότες τάχασεν. Εγονάτισε και δεν
+μπορούσε ούτε το σταυρό του να κάμη. Γυναίκα, γυναικούλα μου!
+έκλαιε. Τα κύματα την επήραν πλεια από κάτω την σκούνα. Η κουβέρτα
+σαρώθηκε. Οι ναύταις όλοι κερωμένοι από τον φόβο, κρατούσαν ακόμα
+τα παταράτσα, εν ώ τα πανιά όλα είχανε φαγωθή. Ο καπετάν-Φώκας,
+ολοένα έκλαιε. Γυναίκα! Γυναικούλα μου! Τότες κάποιος ναύτης
+φωνάζει:
+
+ — Ανάθεμα σε Παπα-Δράκο!
+
+Και όλοι επαναλαμβάνουν·
+
+ — Ανάθεμά σε Παπα-Δράκο!
+
+Τότες θυμήθηκε και φωνάζει ο καπετάνιος:
+
+ — Ίσα τον Αράπη!
+
+ — Καρδιά παιδιά. Συνοδεύω κ' εγώ. Ίσα τον Αράπη!
+
+Και διακόπτων η Νεροφίδα την διήγησιν, μοι λέγει:
+
+ — Το βλέπεις, μωρέ παιδί μου, το βλέπεις εκείνο το πανί μπροστά
+'ς την πλώρη, το μέσα φλώκο, πού είνε θηλυκωμένο 'ς το πλωριό
+κατάρτι; Δεν μου λες, τανοίξαμε αυτό ψες; Αυτό, μωρέ παιδί μου,
+ανοίγει μονάχα, όταν όλα τα άλλα είνε καταιβασμένα. 'Σ τον
+μεγαλείτερο κίνδυνο, να πούμε. Τότε το καράβι μονάχα, με το πανί
+αυτό, παραδέρνει μισορρουφισμένο. Αυτό το πανί, μωρέ παιδί μου, το
+λένε Αράπη. Γιατί μαυρίζει από τον καΰμό του, σαν ανοίξη. Όλα τα
+στοιχεία το χτυπάνε. Το χτυπά ο αγέρας, το χτυπά η θάλασσα, το
+χτυπά το χιόνι, το χτυπούν οι κεραυνοί, τόσα άγρια δόντια να το
+φάνε. Πώς να μη μαυρίση το καϋμένο! Είνε να πούμε η σημαία και το
+σάββανο του καραβιού. Ή θα γλυτώση το καράβι και θα γείνη σημαία
+του, ή θα χαθή και θα γείνη σάββανό του.
+
+ — Ίσα τον Αράπη ξαναφωνάζω, έτσι 'ς τα ψέματα για να δώσω καρδιά
+'ς τους ναύταις. Μα ποιος άλλος μπορούσε να 'πάγη 'ς την πλώρη;
+
+Το κύμα θα τον ερροφούσεν όσο να πης τρία. Έτυχε νάχωμε 'ς το
+τσούρμο τον Παπα-Δράκο, της Παπαδράκαινας τον γυιό.
+Μάννα για τον Αράπη. — Θεός σχωρέσ' τονε!
+
+Ο Παπα-Δράκος της Παπαδράκαινας ο γυιος ήτανε ένα παιδί όλο
+κεφάλι. Από μικρό έδειχνε. Εγεννήθη μ' ένα μεγάλο κεφάλι. Ύστερα,
+εμεγάλωνε το παιδί, εμεγάλωνε και το κεφάλι του. Ένα τέρας. Η
+κακαίς η γλώσσαις καθήσανε και λογαριάσανε τους μήνους, από την
+ημέρα που γεννήθηκε, κ' εβγάλανε πως επιάσθη Μεγάλη Παρασκευή.
+Τόσο εβούιξεν ο κόσμος όλος. Ο Παπα-Δράκος, ο πατέρας του, ένας
+καλός χριστιανός, παπαδοπαίδι και αναγνώστης με μια ώμορφη
+γυναικούλα, μικρούλα σαν κουκλίτσα.
+
+Αναγκάσθη να φύγη για πάντα από το χωριό. Δεν μπορούσε να υποφέρη
+τον κατατρεγμό, και το κατηγόριο, κ' ουδέ να βλέπη ήθελε το παιδί
+του εκείνο με το μεγάλο κεφάλι, λες κ' ήτανε καταμαρτυρία της
+αμαρτίας του. Ένα βράδυ λοιπόν λέει στην Παπαδράκαινα: — «Έχε
+γεια, Παπαδράκαινα!» Έχωσε το κεφαλάκι της μέσα 'ς τα πυκνά γένεια
+του, ένα ώμορφο στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, και την εφίλησε, την
+εφίλησε την Παπαδράκαινα, κ' έφυγε, και δεν ξαναγύρισε πλεια.
+Απέθανε, είπαν, 'ς τα Καντουνάκια 'ς τ' Άινόρος. 'Σ την έρημο. Ο
+δε Παπαδράκος ο γυιος του εμεγάλωνεν, εμεγάλωνεν, είπαμε, και το
+κεφάλι του.
+
+ — Παπα-Δράκος να σε φάη! του φώναζεν η Παπαδράκαινα, για να το
+τρομάξη, όταν έκλαιε, που το εσυχαινότανε σαν την αμαρτία της.
+
+Και πάλιν, όταν καμμιά φορά ήθελε να το χορέψη — όταν ήτανε 'ς τα
+καλά της και το λυπότανε, λέει, το έπιανεν από τα δυο χεράκια του,
+με δυο μικρά-μικρά ποδαράκια και με μια κεφάλα σαν φλάσκα, και το
+χόρευε με το ίδιο φοβέρισμα πάλιν αντίς για τραγούδι έλεγε:
+
+ _Παπα-Δράκος να σε φάη!
+ Παπα-Δράκος να σε φάη!_
+
+Τέλος, να μη τα πολυλογούμε, εμεγάλωσεν ο Παπαδράκος, εμεγάλωσε
+και το κεφάλι του, και η ώμορφη Παπαδράκαινα με το
+στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, το έδιωξε το παιδί της:
+
+ — Να μη σε βλέπω μπροστά μου, σημειωμένο πράμα! Άιντε να βρης
+ψωμί! κ' εκείνο το καϋμένο πήγε με τα καράβια· με χρόνια έγεινε
+ακουστός ο Παπα-Δράκος ο γυιος της Παπα-Δράκαινας μέσα 'ς τα
+τσούρμα των καραβιών, 'ς τα πληρώματα καθώς λένε τώρα. Άξιος κ'
+επιδέξιος ναύτης, φημισμένος για την αποκοτιά του. Μα ήτανε
+άτυχος. Με όποιο καράβι μπαρκάριζε, κινδυνεύανε πάντοτε, και
+αυτόν, ως απόκοτον, έστελναν πάντοτε 'ς τον Αράπη. Ώστε σου έγεινε
+ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπά-δράκαινας, μάννα για τον Αράπη!
+
+'Σ τα ύστερα όμως εκατάλαβαν την ατυχία του, σαν να ήτανε
+καταραμένος, και δεν τον ετσουρμάριζαν.
+
+ — Δεν είμαι για τον Αράπη! έλεγαν οι καπετανέοι, όταν τους
+παρακαλούσε κλαίοντας να τον γράψουν 'ς τα χαρτιά.
+
+Κι' οι ναύταις πάλιν έλεγαν εις τους καπετανέους.
+
+ — Βάρδα από τον Παπαδράκο!
+
+Τόσον που κατάντησεν ο δυστυχής ο Παπαδράκος να πωλή αχινούς —
+πέντε 'ς το λεπτό — για να ζήση. Και έβλεπαν συχνά οι άνθρωποι,
+ένα μίλι μακρυά από το χωριό, μια φλάσκα μεγάλη-μεγάλη μέσ' 'ς τη
+θάλασσα να καραβίζη. Ήτανε ο Παπαδράκος με το μεγάλο κεφάλι που
+έβγαζε τους αχινούς.
+
+Η φελούκα του εχώνευε, και το κεφάλι του φαινότανε ακόμα ένα μίλι
+μακρυά!
+
+Ο καπετάν Φώκας δεν ήθελε να τον τσουρμάρη τελευταία, ούτε οι
+ναύταις του τον ήθελαν. Μα τι να κάμη; του έλειπεν ένας ναύτης. Το
+ξέρω, βρε παιδιά μου, έλεγε. Μα να χάσωμε το ναύλο; Και τον
+ετσουρμάρισε. Έτσι λες εσύ; Να κινδυνέψωμε για τον Αράπη.
+
+Α! Πάπα-Δράκο! παιδί μου! παρακαλεί ο καπετάνιος, λοιπόν είπαμε.
+Ίσα τον Αράπη!
+
+Ο Παπα-Δράκος ήτανε έτοιμος. Σαν να το είχε καταλάβει και πριν τον
+διατάξη ο καπετάνιος είχε τα μάτια του 'ς τον Αράπη. Άμα τον
+διέταξεν ο καπετάνιος, με το κεφάλι του το μεγάλο, ο Παπαδράκος
+ανασκουμπωμένος όπως ήτανε, χυμά 'ς την πλώρη. Τρώει ένα κύμα,
+τρώει δεύτερο, τρώει τρίτο. Τρεις φοραίς πέφτει πίστομα όσο ν'
+αναβή 'ς την πλώρη. Τρεις φοραίς σαν νεροβάρελο εκατρακύλισε 'ς
+την κουβέρτα και τρεις φοραίς σηκώθηκε. Τέλος ανοίγει τον Αράπη.
+Κι' αμέσως, μωρέ αδέρφια, εστάθηκε 'ς τα πόδια της η σκούνα. Μέσα
+'ς την νύχτα και 'ς την χιονιά ένα πράμα σαν σημαία σαν σάββανο
+φάνταξε μπροστά 'ς την πλώρη. Ήτανε ο Αράπης. Ο Παπα-Δράκος τον
+εκαργάρισε, τον εστερέωσε καλά κ' έτρεχαν τα νερά από πάνω του σαν
+κλάματα, της σκούνας τα κλάματα. Το καράβι ανάσανε αμέσως. Εκεί
+που ήτανε γονατισμένο, ξαναεσηκώθηκε πάλι.
+
+Λες κ' είχε χέρια ο Αράπης κ' έπιασε γερά την σκούνα και την
+εσήκωσε σαν μάννα του. Εσηκώθηκε αμέσως και ο καπετάν Φώκας. Όλοι
+εκάμαμε τον σταυρό μας. Άρχιζε τότες και να μολυβίζη. Εχάραζε και
+εβλέπαμε της στεριαίς.
+
+ — Γεια σου Παπαδράκο! φωνάξαμε όλοι, που τον εβλασφημούσαμε
+προτήτερα.
+
+Τα πρωί εξημερώσαμε ανοιχτά από την Σκύρο. Ανασάναμεν. Εξημέρωσεν
+ο Θεός την ημέρα. Άμα εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα ήμαστε καλά.
+Έπεσε κομμάτι κι' ο αγέρας. Μα είδαμε πως μας έλειπεν ένας από το
+τσούρμο. Ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπαδράκαινας. Ούτε φάνηκεν ο
+καϋμένος. Ψάχνομε παντού. Πουθενά ο Παπαδράκος. Φωνάζουμε εμπρός,
+πίσω, κάτω. Τίποτα! Πουθενά ο Παπαδράκος. Εκείνη τη φορά ο Αράπης
+τον έφαγε, θα τον άρπαξε, ως φαίνεται, κανένα κύμα εκεί που
+κατέβαινε από πάνω από την πλώρη 'ς την κουβέρτα. Γιατί τη στιγμή
+που άνοιξε τον Αράπη κι' εστάθη 'ς τα πόδια της η σκούνα,
+εκαταλάβαμε ένα δυνατό τίναγμα κ' εσείσθηκεν όλο το σκάφος. Πόσους
+τρώγει έτσι η θάλασσα!
+
+ — Παπαδράκο! εφώναξα τρεις φοραίς απόξω από τα Ψαρά, όταν
+καταλάβαμε πλεια πώς έλειπεν ο καϋμένος.
+
+ — Παπαδράκο! ακούσθηκεν άλλαις τρεις φοραίς τρεμουλιαστή βοή σαν
+κλάμα από την κατάξηρη των Ψαρών ράχη.
+
+ — Θεός σχωρέσ' τονε!
+
+Είπαμε όλοι τότε κ' εκάμαμε τον σταυρό μας. Κ' εβγάλαμε τα κασκέτα
+μας, ξεσκούφωτοι, σαν να περνούσεν από πάνω μας την ώρα εκείνη η
+ψυχή του Παπαδράκου, του γυιού της Παπα-δράκαινας, που έσωσε πέντε
+σπίτια εκείνη την νυχτιά κ' ένα καράβι. Εχάθη ο καϋμένος, σαν να
+μη ήθελε ν' ακούση ευχαριστίαις από στόματα που τον
+εβλασφημούσαν . . . .
+
+Ζ'.
+
+ — Μπούκα!
+
+Ακούομεν αίφνης την φωνήν του πλοιάρχου μας. Εγειρόμεθα όλοι. Οι
+ναύται τρέχουν εις τας θέσεις των.
+
+ — Μόλα-μπουρίνα — τίρα-μόλα!
+
+Εισήλθομεν εις τον Ελλήσποντον, διά χειρισμού δεξιού αποφεύγοντες
+το ισχυρόν ρεύμα. Δεξιά μας το Κουμ-καλέ, αριστερά το Συτίλ-
+Μπαχάρ, ορθάνοικτα φύλλα της πόρτας του γαλάζιου πορθμού.
+
+Άνεμος δροσερός μας αναρριπίζει όλους. Αύραι ζωνταναί, αι αύραι
+του Ελλησπόντου. Τας βλέπεις σχεδόν πνεούσας κυανάς από το Τσανάκ-
+καλέ, αόρατον όπισθεν μιας κυανής άκρας της ασιατικής παραλίας. Τα
+ιστία αναταράσσονται κατ' αρχάς χαρμοσύνως ως μανδήλια της σκούνας
+επισειόμενα προς χαιρετισμόν επί τω αισίω κατάπλω και πλαταγούσιν
+ηδέως ως πτερά όρνιθος ετοιμαζομένης να καθήση. Συρίζουν δε και τα
+καρχήσια εν αγαλλιάσει και τα «δίνουμε» σκιρτώντες διά τ' Άσπρα
+Γιάρια. Το ρεύμα ροχθούν, αφρίζον, περιδινούμενον μεθ' ορμής
+κατέρχεται προς τα κάτω, καθιστών αδύνατον τον περαιτέρω ανάπλουν.
+
+ — Μπρούλια τρίγκο.
+
+ — Μάϊνα κόντρα! Μάϊνα φλέσι!
+
+ — Μάϊνα γάμπιαις!
+
+ — Μάϊνα φλόκια!
+
+Αι διαταγαί του πλοιάρχου αλλεπάλληλοι αντηχούσαν εν τω κυανώ του
+Ελλησπόντου όρμω. Ο δρόμος ανακόπτεται και η σκούνα πλήττουσα τα
+κύματα, ως καλή οικοκυρά εισέρχεται εις τον θάλαμόν της ν'
+αναπαυθή μετά τόσον κοπιώδη πλουν.
+
+ — Πόντισον!
+
+Τελειόνει τας διαταγάς του ο πλοίαρχος και τρίβων τας χείρας του
+βηματίζει επί της πρύμνης· αμέριμνος πλέον ως εργάτης σχολάσας από
+την εργασίαν του. Σχοινία και ιστία, τα πολύπλοκα άρμενα όλα
+αναμίξ επί του καταστρώματος και άλλα επί των ιστών. Οι ναύται
+ερπύζοντες ανέρχονται επί των κεραιών και περιμαζεύουσι
+περιδένοντες πάντα εν τάξει.
+
+
+***
+
+Σκάφη παντοία ηγκυροβολημένα εν αταξία, καθώς ηυκολύνοντο,
+επλήρουν τ' Άσπρα Γιάρια, ένα μέγαν λιμένα του Ελλησπόντου προς
+την Ανατολήν. Τριίστια μπάρκα και σκούναι κομψαί και μπάρκα-
+μπέστια και τσερνίκια και τρεχαντήραι παμμέγισται λαδάδικαι,
+φορτωμένα και κενά. Μαύρα, φαιά, πράσινα, γαλάζια, με άσπρα
+μπούρδα, κατάμαυρα. Στιλπνά, καινουργή, παληοκάραβα ανθρακοφόρα.
+Αυστριακά παμπάλαια, του πετρελαίου μπάρκα, Σκιαθίτικα, Κασσώτικα,
+Χιώτικα, καράβια Γαλαξειδιώτικα, Ψαριανά καράβια όλα φύρδην μίγδην
+ανέμενον άλλα μεν να πνεύση νότος, ίνα πλεύσωσι προς την
+Προποντίδα, άλλα δ' εκαρτέρουν τα ρυμουλκά να τα ρυμουλκήσωσι δύο-
+δύο, τρία-τρία μέχρι του Αναγαρά.
+
+Καταγάλανα τα κύματα του Ελλησπόντου εχόρευον γύρω μας και αι
+ακταί αμμώδεις εξετείνοντο καθαραί, απαστράπτουσαι, ευωδιάζουσαι.
+Τα μαγαζάκια έξω του χωριού μέσα εις καταπρασίνους κήπους, γεμάτα
+πλοιάρχους, εγελοκοπούσαν, κ' η βάρκες εκουβαλούσαν πρωί-βράδυ
+τροφάς νωπάς, σφακτά τετράπαχα και δροσερά λαχανικά διά τον
+αραγμένον στολίσκον, ου τα πλείονα πλοία προωρισμένα διά την
+Μαύρην θάλασσαν ήθελαν ν' αποχαιρετίσωσι τα δροσερά της Ανατολής
+ζαρζαβατικά. Τινές δε πλοίαρχοι και συνεπλήρουν την αποθήκην των
+τροφών, ευρίσκοντες αυτόθι ευθηνότερα και καλλίτερα τα πράγματα.
+
+Η Θρακική Χερσόνησος απέναντι μας με τα θαμνώδη βουνάκια της
+εσκοτίνιαζεν ήδη. Ο κάβο-Φονιάς, επικίνδυνος, εις αβαθή ύδατα,
+άκρα, μας έκρυπτε το Τσανάκ-καλέ, όπου έπρεπε να παρουσιάση ο
+πλοίαρχός μας τα χαρτιά του κατά την τάξιν.
+
+Χαριεστάτη διήλθεν είτα η πρώτη της νυκτός φυλακή. Ο γλαυκός
+Ελλήσποντος ποικιλοτρόπως αντήχει από τους διαφόρους γλωσσικούς
+ιδιωτισμούς των ναυτικών Ελληνικών πόλεων, συγχεομένους όλους εις
+μίαν δροσερωτάτην αρμονίαν. Πλοίαρχοι και ναύται εκουβέντιαζαν από
+τα διάφορα πλοία ξεκουραζόμενοι μετά τον επίπονον πλουν,
+διηγούμενοι προς αλλήλους τα κατά τον πλουν και ερωτώντες «για της
+δουλιαίς πώς πάνε».
+
+***
+
+Πρωί-πρωί, οξύτατος συριγμός ρυμουλκού με αφύπνισεν. Ανήλθον.
+Γαλανή θάλασσα, γαλανά βουνά, γαλανός ουρανός, γαλανόν το
+ρυμουλκόν που μας ετραβούσε προς την Προποντίδα, εμάς και δύο άλλα
+τρεχαντήρια, ένθεν και ένθεν. Έτρεχε το ρυμουλκόν μετά δυνάμεως,
+και έφευγον επ' εδώ κ' απεκεί χειροπιασμένα ως εν χορώ βουνά και
+κάμποι και κάστρα και χωριά. Βουνά με τα δένδρα των και χωριά με
+τα σπίτια των όλα έφευγον, ως να τα είχε παρασύρει το ρεύμα του
+Ελλησπόντου ακατάσχετον. Έτρεχε το ρυμουλκόν ολοταχώς, έτρεχε και
+η σκούνα μαζί όπισθέν του, καμαρώνουσα, δεμένη, χαίρουσα. Νεόνυμφη
+που την εχόρευε ο μικρός κουμπάρος της, το ρυμουλκόν με συρματένιο
+μανδήλι. Καμμιά φορά ότε το ρεύμα ήτο ισχυρόν ήσθμαινε το
+ρυμουλκόν, εκοντοστέκετο και η σκούνα με τα δυο τρεχαντήρια ένθεν
+και ένθεν αρνουμένη να προχωρήση — κατάδικοι που τους επήγαινον να
+τους κρεμάσουν . . . . Ατμόπλοια διάφορα, φορτωμένα και κενά
+παραπλέουσι αναβαίνοντα και καταβαίνοντα σιωπηλά, βωβά, μη
+ανταλλάσσοντα ουδέ χαιρετισμόν από την βίαν των.
+
+ — Έτσι μπορώ να ταξειδεύω με κάθε καιρό!
+
+Έλεγεν η Νεροφίδα, ξαπλωμένος ο γέρων ναύτης, — έλεγε πώς ήτο
+αδιάθετος — παρά το μαγειρείον, οπόθεν εξήρχετο ευώδης η ορεκτική
+οσμή του παρασκευαζομένου αλιπάστου κρέατος διά το πρόγευμα. Περί
+αυτόν οι ναύται έξαινον στυππείον, διότι ο πλοίαρχος είχεν
+επαναλάβει πάλιν ειπών ότι «η μόνη τέχνη που δεν περνά είναι η
+τεμπελιά».
+
+ — Σαν αποχτήσω, βρε παιδιά, εξηκολούθησεν η Νεροφίδα, κ' εγώ
+καμμιά σκούνα, και γένω καπετάνιος, θα πάρω κ' ένα ρυμούλκι, να με
+τραβά πάντα. Κ' εγώ ξαπλωμένος θα φουμάρω το τσιμπουκάκι μου. Να
+με βλέπουν που λέτε η θάλασσαις και τα πέλαγα και να λένε: « — Να
+καπετάνιος μια φορά!» Να με βλέπουν οι σκούναις και τα μπάρκα και
+να λένε: « — Να καπετάνιος μια φορά!» Να με βλέπουν και η
+Μαυροθαλασσίτισσαις και μελαχροιναίς και να λένε και αυταίς:
+« — Να καπετάνιος μια φορά!»
+
+Και θωπεύων εγγύς του τον Αράπην, τον μπογαζιανόν σκύλλαρον της
+σκούνας, έλεγε χαριεντιζόμενος, θεωρών το ρυμουλκόν αφανές από
+τους αφρούς, έλκον ολοταχώς την σκούναν.
+
+ — Γεια σου, ξεφτέρι μου! |
+
+Κ' εξηκολούθει:
+
+ — Έπρεπε να σας είχα, μωρέ σεις παιδιά, με τούτη τη σκούνα.
+Εταξειδεύσαμε πάλι για τον Ποταμόν άδειοι.
+
+Ξανοίξαμε από τον Μαρμαρά και εκάμναμε μια μεγάλη βόλτα από την
+Ραιδεστό ς' την Καλόλημνο. Μόλις που ετεραμολάραμε, να τα
+γυρίσουμε, απάνω, που λέτε, ς' την στροφή, ς' την Καλόλημνο, να
+και πετιέται ανατολικά μπροστά μας πράσινο φανάρι, θηρίο ανήμερο
+ολοταχώς. Θάλασσα-κιαμέτι. Δεκέμβριος μήνας. Ο καπετάνιός μας,
+μόλις που άφησε τα κιάλια από τα χέρια του κι' ανάσανε γιατί τα
+πήραμε καλά, ακούει από την πλώρη:
+
+ — Πράσινο φανάρι!
+
+ — Πράσινο φανάρι! επαναλαμβάνει και ο πλοίαρχος σαν χαζός και
+γυρεύει πάλι τα κιάλια του.
+
+Από την πλώρη η βάρδα ξαναφωνάζει πάλιν:
+
+ — Πράσινο φανάρι!
+
+Αχ, μωρέ παιδιά μου, ένα πράσινο φανάρι! Το είδαμε κ' ηρχόντανε με
+θυμό κατεπάνω μας, να μας φάη. Ημείς διπλαρωμένοι ακόμα. Το είδαμε
+όλοι πλεια.
+
+ — Πάει μας τρακάρισε! φωνάζω με απελπισία. Έπρεπε να δείχνη
+κόκκινο, για να είνε σε τάξι.
+
+Το είδε κι' ο καπετάνιος το πράσινο φανάρι που ηρχότανε με
+βογγυτό. Εσάστισε.
+
+ — Άη-Νικόλα μ'! ασημένια σου την χαρίζω!
+
+Αυτό μονάχα πρόφθασε να ειπή ο καπετάνιος. Οι ναύταις όλοι βλέπαμε
+το πράσινο φανάρι που ερχότανε με κρότο.
+
+ — Ε! από το βαπόρι! Ε! από το βαπόρι! φωνάζαμε όλοι, αλλά ο
+αγέρας έπαιρνε προς τα κάτω της φωναίς μας. Ούτε ξεχώριζαν διόλου
+από την βοή του βοριά. Την καμπάνα! την καμπάνα!
+
+Ακούμε τότε μια φωνή, και αμέσως ακούμε και την καμπάνα που
+εβούιζεν άγρια ς' την πλώρη μας σαν σε λείψανο.
+
+Απάνω ς' το χτύπημα της καμπάνας ακούμε και δυνατό σφύριγμα,
+σφύριγμα μηχανής. Κ' ένα ξεθύμασμα βαθύ κατόπιν. Η σκούνα μας τα
+γύρισε και το πράσινο φανάρι σταμάτησε μπροστά μας, ένα θηρίο, ένα
+θεοπάπουρο!
+
+Ποιος φώναξε: — την καμπάνα; — Κανείς από μας δεν φώναξε. Πώς
+χτύπησεν η καμπάνα; Κανείς από μας δεν χτύπησεν. Ο μάγειρός μας,
+ένας που έκαμε σε μοναστήρια, έλεγε πως είδεν ένα γεροντάκι ζωηρό
+με άσπρα γένεια στρογγυλά σαν τον Άη-Νικόλα, που εχτύπησε μονάχος
+του την καμπάνα.
+
+Σ' την μέση θα μας έκοβεν, αν δεν μας εγλύτωνεν ο Άη-Νικόλας.
+
+Και μετ' ευλαβείας η Νεροφίδα διακόψας την διήγησιν έκαμε τον
+σταυρόν του. Όλοι τον εμιμήθημεν.
+
+ — Είδατε, μωρέ παιδιά, το ασημένιο καραβάκι; Εξηκολούθησε πάλιν η
+Νεροφίδα. Εκείνο το ασημένιο καραβάκι που κρέμεται από τον μεγάλον
+πολυέλαιον ς' τον Άη-Νικόλα; ς' την πατρίδα; Είν' η σκούνα μας
+αυτή που την έταξεν ασημένια ο καπετάνιος μας ς' τον Άη-Νικόλα
+τότες που μας εγλύτωσε. Όλη από καθαρό ασήμι, καλοδουλεμένο, της
+Ρωσίας ασήμι. Μισή οκά ασήμι. Σε πρώτο ταξείδι, όταν φθάσαμε με το
+καλό ς' το Ταϊγάνι, ο καπετάνιος μας αμέσως επαράγγειλε μια
+ασημένια σκούνα, μισή οκά, με τα κατάρτια της, με τα πανιά της
+ανοιχτά, με τα ξάρτια της, όλα ασημένια. Μπροστά 'ς την πλώρη ένα
+ασημένιο γεροντάκι με στρογγυλά ασημένια γένεια, ο Άης-Νικόλας,
+σημαίνει την καμπάνα την ασημένια. Πίσω ο καπετάνιος. Δεν λείπει
+κι' αυτός. Γονατιστός, ξεσκούφωτος, ασημένιος.
+
+Είνε τώρα κρεμασμένη 'ς τον πολυέλαιο του Άη-Νικόλα. Και όταν
+ανάφτη ο γέρω-Συμβίας της λαμπάδες, ς' την πανήγυριν, σ' την
+αγρυπνία και τον κουνή κατόπιν τον πολυέλαιο, κουνιέται κ' η
+σκούνα η ασημένια μαζί του πέρα-δω, ς' την αγρυπνία, κ' είνε μια
+χαρά να την βλέπης. Θαρρείς και ταξειδεύει ς' τη Μαύρη Θάλασσα.
+
+***
+
+Το ρυμουλκόν, αφού μας εξήγαγεν έξω από τα ρεύματα, μας άφησε
+πλέον. Επεράσαμεν τα Γαλατάρια. Αφήσαμεν οπίσω τον Αναγαράν.
+Εχώνεψεν η Καλλίπολις με τους μιναρέδες της, θαλασσωμένη μέσα εις
+τα γλαυκά της Προποντίδος κύματα. Χάθηκε το Λαμψάκι το ιστορικόν
+και το Τσαρδάκι δεν φαίνεται πλέον. Έκλεισεν ο Ελλήσποντος κ'
+ήνοιξεν η Προποντίς, ο κατακύανος Μαρμαράς και κατάκρυος. Θαρρείς
+και ανήλθες εις κυανούν της Μεσογείου θαλασσοπέδιον, υψηλά, προς
+τας κρυεράς αύρας, προς τα ολόδροσα μελτέμια.
+
+Η σκούνα, με όλα τα πανιά, χαριέντως κλίνουσα προς την μίαν
+πλευράν, ως επί κυανής κλίνης με το πλευρόν νύμφη, λοξοδρομούσα,
+προσεγγίζει οτέ μεν προς την Θράκην, οτέ δε προς την Ανατολήν.
+
+Ο Μαρμαράς, κατάξηρος, με τα λατομεία του και με τους κολιούς του
+τους μαρμαρινούς. Ατμόπλοια, γολέταις, τρεχαντήρια, βρίκια
+αναιβοκαταιβαίνουν σαν πουλιά ταξειδιάρικα. Χορταίνει η καρδία
+καθαρόν αέρα και η όρασις καταπρασίνην χλόην των αμπελώνων και
+φυτειών, αίτινες παχείαι περιβάλλουσι τα ονομαστά Γανόχωρα της
+Θράκης. Αφίνομεν την Ραιδεστόν, χαιρετίζομεν την Καλόλημνον ως
+πάπιαν εν μέσω της Προποντίδος παίζουσαν και ούτως εν χαρά πλέον
+με τα πανιά γιαλό-γιαλό από τον Άγιον Στέφανον ς' τους δύο
+Τσεκμετζέδες παραπλέοντες αράξαμεν μίαν αυγήν από κάτω από τα
+Ψωμαθειά της Πόλεως. Βόμβος αόριστος, ως ανέμου μακρυνού βόμβος,
+έφθανε προς ημάς, η βοή της μυριοποθήτου Βασιλευούσης. Όταν
+ανήλθον επί του καταστρώματος, έτριβον κ' επανέτριβον τους
+οφθαλμούς μου, έκθαμβος προ του πανοράματος εκείνου του ζωντανού,
+το οποίον ξετυλίσσετο ευφρόσυνον ενώπιόν μου. Σαν όνειρον, σαν
+χιλιόχρωμον ζωγραφίαν επί κυανού εδάφους εθεώρουν εν θαυμασμώ την
+μυριάνθρωπον Πόλιν, με την ανατολήν του ηλίου αναθρώσκουσαν από
+μέσα από την ομίχλην, ως αναδυομένην από των κυμάτων, σύμπλεγμα
+πολύμορφον κυπαρίσσων και μιναρέδων και θόλων, παλατίων και ναών.
+
+ — Είδες την Πόλιν, βρε Γιαννάκη;
+
+Έλεγεν ο πλοίαρχος προς τον έφηβον υιόν του, εν σιγή θεωρούντα την
+απροσδόκητον εκείνην οπτασίαν του χρυσού και φωτός και αφρού,
+άτινα μυστηριωδώς στερεοποιούμενα μετεμορφούντο εις την
+μυθοπλαστουμένην Πόλιν, την Πόλιν των αγαθών και του πλούτου, την
+Πόλιν της αναπαύσεως του κεκμηκότος ναύτου, εις τα δροσερά κύματα
+της οποίας γλυκαινόμενον το πλοίον, επαναλαμβάνει τον προς την
+Μαύρην θάλασσαν πικρόν πλουν.
+
+ — 'Σαν ψεύτικη, πατέρα!
+
+Είπε μετά ώραν, αφηρημένος προς το θέαμα ο έφηβος, με παλμούς
+ανυπομονησίας καρτερών πότε ν' απολαύση εγγύτερον, να ψαύση την
+εύμορφον εκείνην ζωγραφίαν της αιχμαλώτου μητροπόλεως του Γένους.
+
+ — Ινανμάσι γκελ ταμπάκ!
+
+Ετραγωδούσεν εκείνην την ώραν γλυκύτατα ο πωλητής του αφράτου
+μουχαλεμπιού από της υψηλής των Ψωμαθειών ακτής.
+
+ — Σαν δεν πιστεύης έλα να ιδής!...
+
+Η'.
+
+Μαύρα δάκρυα έχυσα την ημέραν, καθ' ην έμελλον ν' αποχωρισθώ πλέον
+της αγαπημένης μου σκούνας. Ναυαγός εάν ήμην, δεν θα έκλαιον τόσον
+την απολεσθείσαν περιουσίαν μου.
+
+ — Γιατί να μη έχω μίαν σκούναν ιδικήν μου!
+
+Έλεγεν ο λογισμός μου παραπονούμενος.
+
+ — Να ταξειδεύω! Να ταξειδεύω! Πάντα να ταξειδεύω!
+
+Επανελάμβανον οι πόθοι μου ορφανοί, πενθηφορούντες. Επί πολύν
+χρόνον μετά ταύτα, τας νύκτας, τα όνειρά μου εσχηματίζοντο εν μέσω
+σχοινίων κ' ιστών και ιστίων εν μέσω πελάγους και αφρού και
+κυμάτων. Πλέοντα, λοξοδρομούντα, καραβίζοντα όνειρα. Γαλήνης και
+τρικυμίας όνειρα. Με τα πανιά όνειρα!
+
+Έως ου αφυπνίσθην μίαν πρωίαν με υπολευκάζοντα τον βαθύν πώγωνα.
+Το λευκόν μοι επροξένησε ρίγος. Ο λογισμός μου δεν έχει πόθους
+πλωτούς πλέον. Μ' αρέσει τώρα να βλέπω την θάλασσαν από μακράν,
+έως ου έλθη καιρός να βλέπω και τον κόσμον από μακράν....
+
+Και μόνην ευχαρίστησιν πλέον αισθάνομαι να εκκλησιάζωμαι εις τον
+ναόν του αγίου Νικολάου — επάνω εις τα Κοτρόνια — εις την υψηλήν
+πετρώδη της νήσου κορυφήν. Και όταν ο Γέρω-Συμβίας ο κορακοζώητος,
+ανάπτη τον μέγαν πολυέλαιον και σείη αυτόν, μ' αρέσει να βλέπω να
+σείεται μετ' αυτού και η ασημένια σκούνα, η οποία κρέμεται από τον
+μέγαν του ναού πολυέλαιον, υπό τον θόλον, τάξιμον ευλαβές του
+πλοιάρχου μου. Απαράλλακτη η σκούνα μου, η καταπρασίνη, που μια
+φορά κ' έναν καιρόν ήταν αραγμένη εις τον βοσπορίζοντα λιμένα της
+νήσου. Με τα κατάρτια, με τα πανιά, με τα σχοινιά, με τάρμενα.
+Απαράλλακτη. Αλλά δεν είνε πρασίνη πλέον, ουδέ μεγάλη. Είνε μικρά
+και ασημένια όλη, τάξιμον ευλαβές του πλοιάρχου μου, που εγλύτωσε
+μια φορά από τράκο μέσα 'ς τη θάλασσα του Μαρμαρά, θαρρείς και
+είνε η ψυχή της καταπρασίνης σκούνας, μικρά, ασημένια σκουνίτσα.
+Και όταν σείεται ο πολυέλαιος και σείεται κι' αυτή μαζί της πέρα-
+δω, θαρρώ πως είμαι μέσα κ' εγώ, και ταξειδεύει, ο νους μου ακόμη
+με τα πανιά....
+
+
+
+ΝΕΡΑΙΔΕΣ
+(1891)
+
+
+
+Θερινήν τινα εσπέραν του έτους 1854 ασυνήθης κίνησις παρετηρείτο
+εν τω ορμίσκω της μικράς πολίχνης της νήσου. Εκεί ην και η λιθίνη
+αποβάθρα, όπου ηδύνατό τις ευκόλως ν' αποβιβασθή, αποφεύγων την
+προς τα δεξιά ημικυκλικήν κλίσιν της χαλικώδους ακτής, ένθα
+εκινδύνευε να βραχή, εμβαπτιζόμενος εν τω ύδατι μέχρις αστραγάλων,
+χωρίς να υπολογίση το _πλατσάνισμα,_ ούτινος θα εγίνετο πρόξενος
+πηδών εντός της αβαθούς θαλάσσης. Εκτός αν εξήρχετό τις πρώτον
+πατών εις το ύδωρ και σύρων είτα την λέμβον, αν ήτο ελαφρά, μέχρι
+των ποικιλοχρώμων οστράκων της παραλίας, άτινα εσώρευεν εκεί και
+ξηρά και θάλασσα, η μεν λεία, καθαρά και εστιλβωμένα εν τη
+προστριβή του κύματος, η δε ρυπαρά και ακάθαρτα, όσα θραύσματα
+έρριπτον οι κάτοικοι εις τον άνω της ακτής βράχον, γενικήν
+αποθήκην των σαρωμάτων. Εν τούτοις την εσπέραν εκείνην αι
+προσερχόμεναι από του πελάγους λέμβοι, συστέλλουσαι πρώτον το
+μικρόν πανίον, είτα διά των κωπίων σιγά-σιγά ως πάπιαι επλησίαζον
+κατά προτίμησιν ουχί εις την αποβάθραν, αλλά εις την αβαθή εκείνην
+παραλίαν. Έρριπτον το μικρόν αγκύριον, κατεβίβαζον οι ναύται τον
+ιστόν, διπλούντες αυτόν εν τω πανίω, και ησύχως μετά ταύτα
+εξεσφενδόνιζον επάνω εις τα υαλιστερά λαλαρίδια το φορτίον των,
+σάκκους τινάς πλήρεις, αλλά τοσούτον ελαφρούς ως να περιείχον
+άχυρον. Τούτο, και ιδίως ότι αι λέμβοι απέφευγον την αποβάθραν,
+έθεσεν εις πειρασμόν τον τελωνοφύλακα της νήσου, όστις ήρχισε ν'
+αναβοκαταιβαίνη εις τον επάνω της ακτής βράχον, χρησιμεύοντα και
+ως πλατείαν της μικράς πολίχνης. Οι σάκκοι έπιπτον τόσον αψοφητεί,
+ώστε, συνεπέρανεν ο τελωνοφύλαξ, το φορτίον θα ήτο αβαρές τι
+πράγμα.
+
+ — Να είνε άχυρα! διελογίζετα. Πλην δεν εθέρισαν ακόμη. Και μετ'
+ολίγον προσέθηκε:
+
+ — Να είνε μπαμπάκια! Αλλά δεν ήτο καιρός· της μπαμπακιές της
+εσκάλιζον ακόμη.
+
+Εκοντοστάθη ολίγον ο τελωνοφύλαξ εις την άκραν του βράχου, ως εάν
+προσεπάθει να ίδη από εκεί το περιεχόμενον των σάκκων, ή να
+διακρίνη εκ του υποκώφου κρότου, ον απετέλουν εκσφενδονιζόμενα επί
+των οστράκων τα πλήρη εκείνα σακκία. Και είτα ώρμησε να κατέλθη
+εις την παραλίαν, συμπεραίνων εν θριάμβω:
+
+ — Χωρίς άλλο θα είνε καπνά!
+
+Ήτο περί το τέλος του ο μάϊος. Και την νύκτα εκείνην έλαμπε
+μελιχρώς η σελήνη, διαχέουσα γλυκύτατον ωχρόλευκον φως επί της
+πολίχνης και του ορμίσκου, όστις έστιλβεν ως απέραντος καθρέπτης
+με χρυσά κροσσωτά πλαίσια, χρυσήν παίζουσαν ανταύγειαν του φωτάς
+της σελήνης. Ηδύνασο να διακρίνης εξ αποστάσεως ως αν ήτο ημέρα.
+Ιδίως δε μίαν γλυκείαν αργυρόχρυσον λάμψιν προσέλαβον οι προς
+αριστεράν του ορμίσκου λευκοί βράχοι και οι οικίσκοι της κώμης,
+επί των φαεινών τοίχων των οποίων εγράφοντο μαύραι γραφαί στεγών,
+εξωστών, γείσων, καπνοδόχων, κληματαριών και δένδρων, σκιάσματα
+πραγμάτων απεικονιζομένων επί του τοίχου ως τις πάντεχνος
+εικονογραφία. Ακόμη και γαλής τίνος η σκιά, ήτις εκαμάρωνεν ως
+νύμφη επί τινος στέγης, ρεμβάζουσα υπό το φως της σελήνης,
+εζωγραφίσθη καί αυτή, ακίνητος και μεγάλη, με τας κομψάς κλίσεις
+των γραμμών του ευτραφούς σώματός της. Νησίς τις πετρώδης και
+στρογγύλη, εν μέσω του ορμίσκου, έλαμπεν ως μέγα αυγόν, το οποίον
+αργότερον ως κλώσσα ήθελε καλύψη με τας πτέρυγάς της η μαύρη νυξ.
+
+Ήδη και άλλη λέμβος ενεφανίσθη εις την είσοδον του ορμίσκου. Κατ'
+αρχάς ηκούοντο απ' αυτής γυναικείων φωνών άσματα, τα οποία
+γλυκύτατα έπληττον τον ήρεμον πόντον, αντίθεσις φαιδρά προς τον
+πένθυμον κρωγμόν του νυκτοπουλιού, όπερ εστέναζεν από της
+σεληνοφώτου καμάρας του κωδωνοστασίου. Προσεγγιζούσης ολίγον κατ'
+ολίγον της λέμβου, έπαυσε το άσμα και ήκουες τώρα μόνον τον
+πλαδαρόν κρότον της κώπης, ήτις μαλακά-μαλακά εσκάλιζε την λείαν
+της θαλάσσης επιφάνειαν ως να εσκάλιζε φωτός τολύπην μαρμαίρουσαν
+κ' έβλεπες κατά την από της θαλάσσης ανύψωσίν της ν' αποστάζωσι
+φαειναί ρανίδες ύδατος ως ιλαράς φλογός σκορπίσματα με αδαμαντίνην
+λάμψιν.
+
+Το ιστίον της λέμβου ταύτης εκυμάτιζεν ελαφρώς εκ του δροσερού
+απογαίου σχηματίζον πτυχάς πλην μετά τινος νάρκης ως από κοπώσεως
+μακρού πλου, και μάλλον εκρέματο από του ιστού ως ιμάτιον βαρύ από
+καρφίου· πλην η λέμβος είχε δρόμον κ' εθραύετο ένθεν και ένθεν το
+αργυρόχρουν κύμα εις τας λείας παρειάς αυτής, κ' εσχηματίζετο
+όπισθεν αργυρόχρυσος άλλη αύλαξ, ην εθεώρει με τον ένα οφθαλμόν
+πλαγίως ακουμβισμένος ο γέρων πηδαλιούχος, προσπαθών ίσως να διίδη
+εις τα μυστικά βάθη του πόντου του κόσμου το όνειρον. Ήτο και
+ηλικιωμένη τις γυνή εν τη πρώρα, γυρμένη εκεί εις την χαμηλήν
+κωπαστήν υπό της νυκτός την αποναρκούσαν δρόσον, τρεις δε νεάνιδες
+με λυτά τα ξανθά μαλλιά των, πραέως ακτινοβολούντα, με βοστρύχους
+ως χρυσάς δέσμας, εκωπηλάτουν ως άνδρες κανονικώς και ισχυρώς,
+σπεύδουσαι να φθάσωσιν εις την παραλίαν.
+
+Ο τελωνοφύλαξ βέβαιος πλέον ότι θα συλλάβη τα λαθραία, εισέδυ υπό
+τινα σκιερόν του βράχου θάμνον και παρεφύλαττε την τελευταίαν
+ταύτην λέμβον, ήτις ήτο και μεγαλειτέρα.
+
+ — Αν δεν ήσαν λαθραία, είπε μετά πεποιθήσεως, θα πήγαινε 'σ τη
+σκάλα.
+
+Διότι πραγματικώς η λέμβος προσήγγισεν εις το απώτερον του
+ορμίσκου μέρος, όπερ περιφρασσόμενον υπό τίνων σχοίνων, ήτο
+σκοτεινόν και απρόσιτον.
+
+Ηκούσθη ο κρότος του αγκυρίου και συνάμα νεαρά φωνή γυναικεία από
+της ακτής:
+
+ — Ελάτε δα, χρονιάσατε!
+
+Από της λέμβου εξήλθε χαιρετισμός φαιδρός συγχρόνως παρ' όλων.
+
+ — Ξέρς πως φοβήθ'κα! επανέλαβεν η έξω φωνή της αναμενούσης
+νεανίδος.
+
+ — Η αγάπη γεννά τον φόβον· απεκρίθη ο γέρων πηδαλιούχος.
+
+ — Απαντήσατε τίποτε; ηρώτησεν η αναμένουσα.
+
+ — Δόξα σοι ο Θεός! ησυχία. Περάσαμε πολύ ώμορφα.
+
+Η ηλικιωμένη γυνή, άμα αισθανθείσα το επί της άμμου ξερόν σύρσιμον
+της λέμβου, ηγέρθη από της κωπαστής και ήρχισε να ρίπτη έξω
+σάκκους ένα-ένα, οίτινες έκαμνον έν πήδημα πρώτον ελαφρόν επί των
+οστράκων και είτα έμενον εκεί.
+
+Παραπέρα, όπου είχον αποβιβάσει τα φορτία των αι άλλαι λέμβοι,
+θόρυβος ηκούετο. Γυναίκες, κατελθούσαι από της ελικοειδούς ατραπού
+του βράχου, και νεάνιδες και παιδία με φλυαρίαν ατελείωτον
+προσεπάθουν να μετακομίσωσι τους σάκκους.
+
+Ο τελωνοφύλαξ, ως ιέραξ κεκρυμμένος εις το ύψος του καθήκοντός
+του, ητοιμάζετο με τους γαμψούς όνυχάς του να επιπέση κατά της
+αθώας λείας, ότε την ορμήν του ψυχραίνει γραία τις, φωνάζουσα μετά
+δακρύων σχεδόν.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, δος τε μου κ' εμένα δυο φ'λλάκια πλειο.
+Αρί-σείς θα ψουφίσ' 'κεινουδά του καματερό.
+
+Νεάνις τις, φορτωθείσα τον σάκκον μετά της νεαζούσης εκείνης
+προθυμίας και ορμής, την ετσαλαπάτησε την γραίαν ολολύζουσαν. Αλλ'
+αυτη ηγέρθη πάλιν και απετείνετο προ άλλην τώρα νεανίδα.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, δυο φ'λλάκια πλειο.
+
+Ο τελωνοφύλαξ έγρυξεν απολύσας από του στόματός του βραχνήν
+βλασφημίαν, εννοήσας πλέον περί τινος επρόκειτο και τι ην το
+ελαφρόν εκείνο φορτίον.
+
+ — Τουλάχιστον να μη ξεχνάμε την τέχνην είπε, και ανέβη εις τον
+βράχον, όπου είχον συναχθή περίεργοι τινες νησιώται, αμερίμνως
+καπνίζων το σιγάρον του ως να μη είδε τίποτε.
+
+Αι γυναίκες λαμβάνουσαι τους σάκκους, ελαφρούς ως αχυροδέματα
+έφευγον προς τας οικίας, γλήγορα-γλήγορα ανερχόμεναι τον βράχον,
+ίνα αποφεύγωσι των περιέργων τα βλέμματα. Διά τούτο αι λέμβοι
+απέφευγον και την αποβάθραν.
+
+Αι τρεις ξανθόμαλλοι νεάνιδες, εξελθούσαι επί της ακτής εγένοντο
+ήδη τέσσαρες μετά της έξω αναμενούσης, και αυτής ξανθομάλλου.
+Εξήλθε και η ηλικιωμένη γυνή, παρέλαβεν εις τας αγκάλας της και
+απεβίβασε και τον γέροντα πηδαλιούχον ως σάκκον πλήρη και αυτόν,
+όστις αμέσως με δύο χονδράς ράβδους επιστηριζόμενος ανήρχετο σιγά-
+σιγά τον ανήφορον, εν ώ αι τέσσαρες νεάνιδες και η άλλη γυνή,
+φορτωθείσαι ανά δύο ογκώδεις σάκκους, έσπευδον προς την οικίαν
+των, αφού προσέθεσαν εν ασφαλεία την λέμβον.
+
+ — Καλά που ήλθατε, είπε την τελευταίαν στιγμήν η έξω πρότερον
+αναμένουσα. Μου είπανε πως 'ς την Κεχρεά μας τα μαζώξανε τα φύλλα.
+
+ — Αύριο πρωί-πρωί θα πάμε όλοι· απήντησεν η ηλικιωμένη γυνή.
+
+ — Σου φέραμε κάτι φύλλα, Φανιώ, είπεν η μεγαλειτέρα των νεανίδων,
+που το καματερό μας θα βρη τη χαρά του. Να ιδής μεγάλα και
+τρυφερά. Γυρίσαμε όλη τη Γλώσσα.
+
+Και ετράπησαν όλαι αι γυναίκες προς τον ανήφορον, όπου ο γέρων
+πηδαλιούχος ανήρχετο ακόμη σιγά-σιγά χωλαίνων με τους δύο
+πρισμένους πόδας του και τα δύο χονδρά ραβδία του.
+
+ — Αρί-σείς, ηκούσθη όπισθεν πάλιν η φωνή της αιτούσης γραίας.
+Αρί-σείς, δος τε μου δυο φ'λλάκια πλειο· τι ήτανε! Μάλαμμα τα
+κάματε;
+
+Επειδή δε και αύται δεν έδωκαν προσοχήν εις τους λόγους της,
+κουρασμέναι από το ταξείδιον, η γραία, έρημος απομείνασα πλέον εις
+την έρημον παραλίαν, είπε μετά τινος οργής:
+
+ — Καλά σας είπανε _Αναράϊδες!_
+
+Αι τέσσαρες νεάνιδες, ακούσασαι το όνομα τούτο εταράχθησαν, πλην η
+άλλη γυνή η συνοδός αυτών, ήτις ωμοίαζεν ως μήτηρ, χωρίς παντάπασι
+να πειραχθή, αναγνωρίσασα την φίλην της γραίαν γειτόνισσαν, ολίγον
+κακόγλωσσον, είπε:
+
+ — Δεν έρχεσαι, καϋμένη, 'ς το σπίτι; μόνον ήλθες 'ς το γιαλό;
+Ημείς ξεπλατισθήκαμε 'ς το κουπί.
+
+
+Ο Καπετάν-Θοδωρής, γέρων 65 ετών, υπήρξεν είς των ικανωτέρων
+εμποροπλοιάρχων της νήσου. Διά του ιδρώτος του προσώπου του
+ευτυχήσας ν' αποκτήση μέγα βρίκιον, εταξείδευεν από της Ισπανίας
+μέχρι της Αζοφικής, έχων πλούτον και υπόληψιν, δύο πράγματα, τα
+οποία σπανίως συναντώνται επί ενός και του αυτού ατόμου. Πλην κατά
+τινα αποκλεισμόν των παραλίων της δυτικής Μεσογείου υπό του στόλου
+της Αγγλίας, ο καπετάν-Θοδωρής μη λαβών γνώσιν της προκηρύξεως
+αυτού, ότε απέπλεεν εκ Βαρκελώνης, ευρέθη αίφνης με το βρίκιόν του
+φορτωμένον εντός της αλύσεως των Αγγλικών πολεμικών.
+
+ — Στοπ!
+
+Πάραυτα το εσταμάτησαν το ωραίον βρίκιον οι άγριοι της θαλάσσης
+κατακτηταί, τα κατέσχον μετά του φορτίου, δυνάμει του πολεμικού
+αποκλεισμού και τον ατυχή καπετάν-Θοδωρή συνέλαβον κ' έρριψαν εις
+την ειρκτήν της ναυαρχίδος, απολύσαντες τους ναύτας, αφού πρώτον
+καλώς τους εμαστίγωσαν.
+
+Δύο έτη έκλαιον εν τη νήσω του καπετάν Θοδωρή, η σύζυγος αυτού
+Γερακούλα και τέσσαρες θυγατέρες του, ωραίαι και ξανθόμαλλοι,
+δροσεραί ως αφρός της θαλάσσης κ' εύμορφοι ως μυρσίνης κλωνάρια.
+Έμαθον το δυστύχημα πλην έκλαιον όχι το βρίκιον, αλλά τον καπετάν-
+Θοδωρή, όστις ήτο σιδηροδέσμιος εις τας ειρκτάς του αγγλικού
+πλοίου, βυθισμένος μέχρι της οσφύος εν τη θαλάσση επί ικανάς ώρας
+κατά τας πρώτας ημέρας, καθώς έλεγαν.
+
+Και η εύμορφος Γερακούλα έτρεχε με τας τέσσαρας θυγατέρας της,
+μικράς τότε, και ήναπτε τας κανδήλας των εξοχικών ναΐσκων και
+παρεκάλει κ' εδέετο. Τέλος μετά έν έτος πεισθέντες οι άγγλοι περί
+της αθωότητος του καπετάν-Θοδωρή — πόσον αργά πείθονται οι
+ισχυροί! — πεισθέντες ότι ο καπετάν-Θοδωρής ουχί εκ περιφρονήσεως
+χάριν κέρδους επισφαλούς αλλ' εξ αγνοίας ευρέθη εντός της γραμμής
+του αγρίου εκείνου στόλου, απέλυσαν αυτόν, δόντες μίαν ενδυμασίαν
+και μίαν λίραν — ελεημοσύνην ισχυρού προς ασθενή — ως πικράν
+ανάμνησιν της εν τη αγγλική ναυαρχίδι καθείρξεώς του.
+
+Πλην άλλη και πικροτέρα έμελλε να ήνε η από των άγγλων ανάμνησις
+του αγαθού εμποροπλοιάρχου. Ο καπετάν-Θοδωρής έχασε την υγείαν
+του. Εκ των συχνών αναγκαστικών λουτρών εν τη ειρκτή και των άλλων
+μαρτυρίων εν τοιαύταις ώραις έπαθεν εκ χρονίων ρευματισμών κ'
+εξήλθεν εις την πατρίδα του ως γέρων κυφός και πιασμένος, ο
+ανδρείος εκείνος καπετάν-Θοδωρής, όστις επατούσε κ' εσείετο η γη,
+όταν τον είδεν η ωραία Γερακούλα και τον ηγάπησε.
+
+Μόλις δύο έτη μετά ταύτα ήρχισε να βαδίζη κάπως ελευθερώτερον,
+πλην δεν ήτο πλέον δι' εργασίαν. Έφαγε και τα ολίγα αποταμιεύματά
+του και ήδη απέζη, αυτός και η οικογένειά τους εκ των μικρών
+προσόδων των κτημάτων του.
+
+Τα έτη παρήρχοντο. Αι εύμορφοι θυγατέρες του εμεγάλωνον και
+εγίνοντο ευμορφότεραι. Ο δε καπετάν-Θοδωρής το μόνον όπερ ηδύνατο
+να κάμνη ήτο να κατέλθη συρόμενος με τα δύο ραβδία του μέχρι της
+αγοράς εις το παρά την αποβάθραν καφενείον κ' εκεί να πίνη ένα
+καφέ, — τον προσφιλή του ναργιλέν απηγόρευσαν οι ιατροί — και να
+διηγείται τα παθήματά τους. Περί των λοιπών εφρόντιζεν η σύζυγός
+του η καλή Γερακούλα. Αύτη με όλην την πτωχίαν διετήρησε τον
+φαιδρότατον χαρακτήρα της δροσερόν και χαρμόσυνον, τρέχουσα εις τα
+κτήματά της με τας θυγατέρας της, χωρίς η παραμικρά κατήφεια να
+επισκιάση την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών.
+
+ — Καλομοίρα που είσαι! έλεγεν ενίοτε ο καπετάν-Θοδωρής, γυρμένος
+τον χειμώνα παρά την θερμήν εστίαν, ενώ παραπέρα εκάθηντο κατά
+σειράν τέσσαρες κόραι ξανθόμαλλοι, αι τέσσαρες της Γερακούλας
+θυγατέρες, με την κάλτσαν περί τον λαιμόν πλέκουσαι.
+
+ — Έχει ο Θεός! απήντα η φαιδρά Γερακούλα.
+
+Και όταν πάλιν η γραία πονηρά γειτόνισσά της, απόξω-απόξω, διά να
+μάθη, ωμίλει περί υπανδρείας προς την Γερακούλαν και ότι τάχα πώς
+θα ημπορέση σ' αυτόν τον δύσκολο καιρό να υπανδρεύση τέσσαρας
+θυγατέρας, — είχε και αυτή μίαν μόνην θυγατέρα κ' έκλαιε και
+ωδύρετο — η Γερακούλα απήντα πάλιν περιχαρής:
+
+ — Έχει ο Θεός!
+
+Και έλαμπον τα μαύρα τα μάτια της από την χαράν και από την
+ελπίδα, και περιήρχετο τα εξωκκλήσια κατά τας εορτάς ξένοιαστος κ'
+ελευθέρα παθών και βασάνων, ανάπτουσα τας κανδήλας και δεομένη του
+Δεσπότου Χριστού, όστις φροντίζων εν τη απείρω αυτού αγαθότητι
+περί των πετεινών του ουρανού, τα οποία ούτε σπείρουσιν ούτε
+θερίζουσι, πολύ περισσότερον φροντίζει περί των ευσεβών και αγαθών
+θυγατέρων.
+
+Εν τούτοις ο καιρός έφευγεν, ως φεύγει το κύμα, και αι θυγατέρες
+της Γερακούλας εμεγάλωναν.
+
+Ούτω, θυγατέρας της Γερακούλας, τας απεκάλει και ο γέρων πατήρ. Ο
+καπετάν-Θοδωρής δεν ελογάριαζε πλέον τον εαυτόν του μεταξύ των
+ζώντων.
+
+ — Δεν με πετάτε, καϋμένες, 'ς το γιαλό!
+
+Έλεγεν ενίοτε βαρυθυμών.
+
+ — Χριστός και Παναγία, καπετάν-Θοδωρή μου! εφώνει η σύζυγος.
+
+ — Χριστός και Παναγία, πατέρα! έλεγον και αι θυγατέρες του.
+
+Πλην όσον ηύξανεν η ηλικία των, τόσον ηύξανον και αι ελπίδες της
+μητρός, αίτινες ως κολοκύνθαι ανεβλάστανον, αι οποίαι όσον
+κόπτονται αι κορυφαί των, τόσον φύουσι νέα άνθη και νέους καρπούς.
+
+Κατά δε τας μακράς του χειμώνος νύκτας, ότε η Γερακούλα ενυκτέρευε
+μετά των τεσσάρων θυγατέρων της, ενώ ο καπετάν-Θοδωρής πιών τον
+τελευταίον καφέ του εκοιμάτο εγγύς της εστίας, έλεγε μετά
+θαυμαστής φαιδρότητος πάντοτε, δώρου ζηλευτού της θείας δυνάμεως,
+ήτις ενισχύει τους δούλους της εν ταις περιπετείαις και θλίψεσι
+του βίου, ως ενίσχυε τους μάρτυρας προ των βασάνων.
+
+Έλεγε λοιπόν η Γερακούλα προς την μεγάλην:
+
+ — Εσένα, Ελένη, θα σου δώσω κτηματία, να έχης αμπέλια και
+χωράφια.
+
+Αι θυγατέρες γελώσαι άφινον το πλέξιμον και έκαμνον ήδη
+μπαμπακούλες, τυλίσσουσαι λοβούς κροκωτούς αραβοσίτου εντός της
+καιούσης τέφρας της εστίας.
+
+ — Εσένα, έλεγεν είτα, αποτεινομένη προς την δευτερότοκον, την
+Μαριγώ, θα σου δώσω έμπορα.
+
+ — Τρακ! εκρότει η μπαμπακούλα, ο λοβός του αραβοσίτου·
+εκτινασσόμενος σχασμένος βαμβακόλευκος εκ της τέφρας και κροτών ως
+αι στράκαι την Μεγάλην Εβδομάδα.
+
+ — Θάχης πανικά, νήματα, καλούδια, εξηκολούθει η Γερακούλα.
+
+Και προς την τρίτην έλεγε:
+
+ — Εσένα θα σου δώσω, Μυρσινιώ μου, γραμματικό.
+
+ — Τρακ! εκρότει πάλιν από της τέφρας εκτινασσομένη αφράτη και
+άσπρη η μπαμπακούλα.
+
+ — Θάχης χαρτιά και καλαμάρια και πέννες.
+
+Τα κορίτσια εγελούσαν. Ήσαν και αυτά φαιδρά και καλοκάγαθα, σεμνά
+της καλής μητρός αποτυπώματα.
+
+ — Εσένα... εξηκολούθει η Γερακούλα...
+
+ — Πόσες θυγατέρες έχεις, θα πω; διέκοπτεν η μικροτέρα, φαιδροτέρα
+και ξανθοτέρα.
+
+ — Εσένα, Φανιώ μου, έλεγε προς την τελευταίαν, εσένα θα σου δώσω
+γιατρό!
+
+ — Ω! έκαμναν θόρυβον αι άλλαι, ζηλεύουσαι τάχα.
+
+ — Εγώ θέλω καπετάνιο, παρεπονείτο η Φανιώ, παίζουσα και
+αστεϊζομένη, κ' έκαμνε πως κατέβαζε τάχα τα μούτρα, καταγινομένη
+εις της μπαμπακούλες.
+
+ — Καπετάνιο! απεκρίνετο η Γερακούλα μετά τινος μυστικού πόνου·
+και εσιώπα, αφαιρουμένη εις τα ζωηρά της φλογός παιγνίδια.
+
+ — Aχ! ανεστέναξε τότε ο γέρων, ακούσας ως εν ονείρω την οδυνηράν
+λέξιν και αφυπνισθείς.
+
+ — Γιατρό, θα σου δώσω, γιατρό με το ψηλό καπέλλο, να σε πηγαίνη
+περίπατο, επανελάμβανε ζωηρότερον η καλή μήτηρ, διακόπτουσα την
+οδυνηράν ανάμνησιν.
+
+Και εκάγχαζον αι νεάνιδες και έτρωγον μπαμπακούλες και εκρότουν οι
+λοβοί του ξανθού αραβοσίτου εν τη τέφρα της εστίας επικροτούντες
+και αυτοί τας φαιδράς της μητρός αστειότητας.
+
+ — Γελάτε Αρί-σείς, παρετήρει η μήτηρ. Μεθαύριο βλέπετε.
+
+ — Σ' το πιθάρι τους έχεις, θειά-Γερακούλα, τους γαμπρούς; ηρώτα
+γελώσα πάλιν και παίζουσα η Φανιώ.
+
+
+Η προσφιλεστέρα όμως ενασχόλησις της Γερακούλας και των θυγατέρων
+της ήτο η έξω εις τα κτήματα των εργασία. Έμενεν η μία των
+θυγατέρων, συνήθως η μικροτέρα, εις την οικίαν παρά τω γέροντι «να
+σαρώση, να βολέψη το σπίτι, να ζυμώση, να μαγειρεύση» να
+περιποιηθή τον ασθενή πατέρα, αι δ' άλλαι ηκολούθουν την μητέρα.
+Ούτω δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα κορίτσια αυτά εν τη εξοχή
+ανετράφησαν. Διά τούτο έφερον εις το πρόσωπόν των την δροσερότητα
+των δασών και εις την κόμην των το χρυσούν του αστάχυος χρώμα. Ως
+να μη ήσαν τέκνα της Γερακούλας εφαίνοντο, αλλά βλαστήματα αγνά
+της αμωμήτου φύσεως, των βουνών, των δασών, των ρευμάτων. Τόσην
+αγάπην είχον προς την πρασίνην χλόην και τον δροσερόν αέρα της.
+Και οικιακήν αν είχον εργασίαν, απαιτούσαν την παρουσίαν και των
+τεσσάρων θυγατέρων, πάντοτε την πρωίαν ήθελον πεταχθή εις τον
+ελαιώνα ή την άμπελον, κάτι να ίδουν, κάτι να φέρουν, κάτι να
+αναπνεύσουν. Επιάνετο η αναπνοή των μέσα εις τον στενόν οικίσκον.
+
+Αλλ' όταν δεν είχον εργασίαν εν τη κώμη, τότε όλην την ημέραν
+διήρχοντο εν τη εξοχή μετά της μητρός των, ως αγαθού φρουρού, την
+δ' εσπέραν θαμπά-θαμπά επανήρχοντο φαιδραί, δροσεραί, με την
+πλουσίαν ξανθήν κόμην των αόρατον υπό την λευκήν ελαφράν μανδήλαν,
+πλήρεις αγροτικής ευωδίας και καλλονής ως άνθη του βουνού, τα
+οποία δρέπει τις εις την κορυφήν αποτόμου πέτρας. Και τι δεν
+έφερον τότε εις την οικίαν, εις τον αγαπητόν πατέρα των, όστις
+βαθύ παράπονον το είχε, διότι δεν ηδύνατο να περιπατήση μέχρι της
+αμπέλου τουλάχιστον. Και τι δεν έφερον! Λάχανα δροσερά, ευώδη και
+πολυώνυμα, λάπαθα, καυκαλίθρες, παπαρούνες και λεβοδιές. Αλλά και
+αμανίτας απαλάς και ευωδιάζοντα βουνόν κούμαρα. Και τότε την
+εσπέραν κατεσκεύαζον τα εύγευστα εκείνα «καλαπόδια» τυλίσσουσαι
+ημικυκλικώς εις φύλλον λεπτόν ζύμης ψιλοκομμένα λάχανα μετ' ελαίου
+και έψηνον αυτά ουχί εις τον φούρνον, αλλ' εν τη εστία επί πλακός
+τιθεμένης επί του τρίποδος και απλουμένων υπ' αυτήν αραιώς των
+ανθράκων. Και αν μεν ήτο καιρός εργασίας, αυταί εφρόντιζον περί
+πάντων, πλην του σκαψίματος και κλαδεύματος. Εκαθάριζον τας
+ελαίας, συνήθροιζον τον καρπόν, αργολογούσαν και εθειάφιζον την
+άμπελον, εκρεμούσαν τον ορεινόν εις την συκήν και επεμελούντο της
+επιμόχθου συγκομιδής των σύκων, ότε περισσότερον ηλιάζονται αι
+νεάνιδες παρά τα σύκα εν τω μέσω του αδένδρου αγρού, όπου
+τοποθετούνται αι ηλιάστραι υπό τας φλογεράς του θέρους ακτίνας·
+τέλος ετρυγούσαν την άμπελον. Πλήρης και ατελείωτος σειρά εργασίας
+περιφερομένη κυκλικώς μετά της περιόδου του ενιαυτού. Όταν δε
+πάλιν δεν είχον εργασίαν γεωργικήν, τότε ηρέσκοντο να πλέκωσι, να
+ράπτωσι και να νήθωσιν υπό την κατάμαυρον σκιάν της συκής, ή να
+κάμνωσιν ένα περίπατον μέχρι της παραλίας της Κεχρεάς προς άλλην
+άγνωστον ακτήν, διάφορον της συνήθους της κώμης παραλίας, και
+καθήμεναι παρά το ευώδες κύμα να ρίπτωσι στρογγυλούς χάλικας εις
+τον διαυγή πυθμένα και τα πράσινα νερά, ή να τρέχωσιν επί των
+στιλπνών οστράκων, τρικλίζουσαι μετά χάριτος, ως νύμφαι
+θαλασσιναί, άρτι αναδύσαι εκ του αλμυρού πόντου, αναζητούσαι επί
+της ευωδιαζούσης εκ της καθαρότητος παραλίας τα παμποίκιλλα εκείνα
+κελύφη των οστράκων, άτινα μετά τόσης λεπτότητος κατεργάζεται λεία
+και στιλπνά ο καλλιτέχνης πόντος, προστρίβων ταύτα έως ου
+αποκτήσωσι το χρυσίζον εκείνο, ή υπέρυθρον, ή πάλλευκον χρώμα. Ενώ
+η μήτηρ, καθημένη εγγύς του κύματος, αφηρείτο εις τας απέναντι
+νέας ακτάς και αγνώστους τόπους, θαυμάζουσα την απλουμένην
+μυστηριώδη καλλονήν του πελάγους.
+
+ — Τι ώμορφα! εψιθύριζεν η μήτηρ ως εν ονείρω, θεωρούσα τας κομψάς
+γραμμάς των θεσσαλικών ακτών και του Πηλίου τας ερυθρωπάς
+σχισμάδας· εν ώ ως κοπάδιον λευκών περιστερών υπελεύκαζον επάνω-
+ψηλά της Ζαγοράς αι οικίαι.
+
+Ούτως είνε ο άνθρωπος. Το άγνωστον καταπλήττει. Όσον ωραίον, όσον
+τερπνόν, όσον επαγωγόν και αν είνε το παρόν, το απτόν, γοητεύει
+πάντοτε το άγνωστον, το άοπτον και αόρατον.
+
+Κ' εκεί της εφαίνετο ότι έβλεπεν εις το βάθος πέραν του κυανού
+πόντου έν μαύρον βρίκιον με τα λευκά του ιστία ταχέως να διέρχηται
+ως αστραπή προ των οφθαλμών της, ως να το εκίνει ουχί άνεμος, αλλά
+η αμείλικτος του πεπρωμένου χειρ. Και τότε έκυπτεν η πτωχή εις το
+κύμα, ελάμβανεν αλμυρόν ύδωρ διά των χειρών της και απέπλυνε τα
+πικρά δάκρυά της.
+
+Ούτω διά δακρύων εχαιρέτιζε την οιχομένην ευδαιμονίαν της η αρχαία
+της νήσου καπετάνισσα.
+
+Ήτο η μόνη ανάμνησις, ήτις της έφερνε δάκρυα, νεφύδρια εις τον
+αίθριον ουρανόν των μαύρων της οφθαλμών.
+
+Αλλ' οποίαν τρυφήν ενετρύφων την μεσημβρίαν, ότε εις το σκοτεινόν
+ρεύμα της Κεχρεάς — εκεί πλησίον ήτο το κτήμα των — υπό τας
+πλατάνους και τα βαΐα και τας μύρτους μαζή με τους κοσσύφους, τας
+τρυγόνας και τας φαιάς αγριοπεριστεράς έτρωγον βρέχουσαι τον άρτον
+εις το κρύον του ρεύματος νερόν, παραμερίζουσαι τα βρύα και τα
+καταπράσινα πολυτρίχια, τα οποία φύονται εις τας πηγάς και τας
+κρήνας ως δροσεροί των υδάτων ανθισμοί. Και όταν το καύμα
+εδυναμούτο υπό τας πλατάνους, κ' έβλεπον πέραν εις το κενόν να
+παίζη η ατμοσφαίρα ως λεπτοτάτη και αόρατος σχεδόν αράχνη —
+σημείον υψίστης θερμότητος — τότε απέβαλλον αι θυγατέρες της
+Γερακούλας τα μαύρα φουστάνια, εκρεμούσαν την λεπτοΰφαντον λευκήν
+μανδήλαν από των κλώνων των χλοερών και μακροφύλλων βαΐων, και με
+τα λευκά κολόβια ενίπτοντο κ' ελούοντο εις το κρύον ρεύμα,
+δροσίζουσαι τον απαλόν και λευκόν αυτών λαιμόν ως κύκνοι και
+βρέχουσαι την μακράν ξανθήν των κόμην ως μεταξίνην χρησίζουσαν
+κυματοειδώς επί των νώτων.
+
+Και είτα ετραγωδούσαν με την γλυκείαν λεπτήν φωνήν των και αι
+τέσσαρες εν αρμονία θελγούση και πολλάκις εχόρευον. Ω! και έψαλλον
+καλλιφώνως, ναι, έψαλλον εις το ρεύμα αι ευσεβείς νεάνιδες το
+ωραίον τροπάριον της Παναγίας, της γειτονίσσης των, ως την
+απεκάλουν τρυφερώς αι τρυφεραί κόραι. «Εν τη Γεννήσει την
+Παρθενίαν εφύλαξας... »
+
+Κ' ησθάνετό τις γλυκύν τον αντίλαλον ν' αναβαίνη από του ρεύματος
+διά των φύλλων της μυρωμένης εκείνης λόχμης ως ένθους και
+γοητευτική αρμονία νυμφών, κατακηλούσα την ακοήν και καθηδύνουσα
+την καρδίαν.
+
+Διά τούτο αι φιλοσκώμμονες άλλαι γυναίκες τας απεκάλεσαν, κατά το
+εγχώριον γλωσσικόν ιδίωμα, _Αναράιδες_.
+
+ — Γιατί να μας λένε _Αναράιδες_; έλεγεν ενίοτε η μεγαλειτέρα.
+
+ — Ναι γιατί, Μα, να μας λένε; Εγώ δεν θέλω, επανελάμβανεν η
+μικροτέρα και ξανθοτέρα, ένα αιθέριον πλάσμα νύμφης και δρόσου και
+ορεινής ευωδίας, η ωραία και ξανθή Φανιώ.
+
+ — Μακάρι νάσαστε! έλεγεν η μήτηρ, πλύνουσα συγχρόνως εις το
+διαυγές ύδωρ την σκονισθείσαν εκ της πορείας μανδήλαν της.
+
+ — Τι λες και συ, θα πω;
+
+ — Μακάρι νάμαστε, να τους πάρουμε τη μιλιά, να μη μιλούνε για
+μας.
+
+Και ήρχιζε τότε η μήτηρ, βλέπουσα τα σειόμενα βρύα υπό του
+ρεύματος, να διηγήται προς τας θυγατέρας τον περί Νεράιδων μύθον,
+καλλωπίζουσα αυτόν κομψώς διά της αφελούς φαντασίας της:
+
+ — Αι Αναράιδες ήτανε ώμορφες γυναίκες, μα πολύ ώμορφες. Ψηλές,
+λιγνές, κάτασπρες, ροδοκόκκινες, με ξανθά μαλλιά, κ' ετραγωδούσαν
+εις τα ρεύματα σαν αηδόνια κ' εχόρευον ελαφρές σαν αέρας, καλή ώρα
+σαν εσάς. Εκειδά ήταν γυναίκες και εκειδά εγινόντανε αηδόνια.
+Εκειδά ήτανε κορίτσια και εκειδά γινόντανε άγγελοι με χρυσά μαλλιά
+και με χρυσές φτερούγιες.
+
+ — Τι λες, Μα; διέκοπτον αι θυγατέρες της.
+
+ — Ναι, επανελάμβανεν η μήτηρ. Τες βλέπανε οι άνθρωποι έξαφνα και
+τους έπαιρναν τη μιλιά! Από μερικούς έπαιρναν και τα μυαλά!
+
+ — Τι λες, Μα; διέκοπτον πάλιν γελώσαι αι εύμορφοι θυγατέρες της
+Γερακούλας.
+
+Ούτω παρήρχοντο αι ημέραι και νύκτες της αθώας αυτής οικογενείας.
+
+Ευδαίμονες γυναίκες!
+
+Έχε πλούτον, δεν έχεις χαράν, είσαι πένης. Έχε ξηρόν άρτον. Έχεις
+χαράν; Είσαι πλούσιος.
+
+Ευδαίμονες γυναίκες!
+
+
+Την άνοιξιν όμως πράγματι εμόχθουν η καλή μήτηρ και αι τέσσαρες
+θυγατέρες της.
+
+Κατεγίνοντο περί την βομβυκοτροφίαν, ήτις ιδίως κατά τα τελευταία
+έτη, καθ' ά συμβαίνει η παρούσα διήγησις, είχε λάβει μεγίστην
+ανάπτυξιν εν τη νήσω. Και ηυδοκίμει σφόδρα, αν ουχί και προς
+εξαγωγήν μεγάλην των μεταξοπλέκτων κουκκουλίων, αλλά προς
+παραγωγήν της απαιτουμένης διά τας πλουσιωτάτας προικώας
+ενδυμασίας των νεανίδων μετάξης, αίτινες μετά τρυφεράς
+προσπαθείας, αψηφούσαι πάντα κόπον και κίνδυνον, αρέσκονται εις
+την διατροφήν και ανάπτυξιν των ιδιοτρόπων και λεπτοφυών σκωλήκων
+από της πρώτης ως μαύρης μυίας μικροσκοπικής εμφανίσεως, μέχρι της
+ερωτικωτάτης αυτοθυσίας των, ότε αναβάς ο φαιόχρους με τους
+αιχμηρούς ποδίσκους του σκώληξ επί του δροσερού κλώνου της δρυός ή
+του ακανθωτού κιτρινανθέμου κλαδίου, βλέπει περιπαθώς δι' υστάτην
+φοράν την μετά τόσης στοργής περιέπουσαν αυτόν παρθένον και κινών
+τους ημίσεις του σώματός του δακτυλίους γοργώς κατά διαφόρους
+διευθύνσεις, πλέκει το μετάξινον δίκτυόν του και κλείεται εντός
+αυτού ως ο ερημίτης, ο εγκλεισμένος εν τω κελλίω του, ζων νεκρός,
+λέγων μυστηριωδώς: λάβε την πνοήν μου εις πολύτιμον μέταξαν, ω
+τρυφερά παρθένος, και κατασκεύασον το αραχνοϋφές ύφασμα, δι' ου θα
+περιβάλης το απαλόν σώμα σου την ημέραν των γάμων σου.
+
+Η ωραία νήσος αφθόνως εσκιάζετο υπό των συκαμινεών, ων τα φύλλα
+είνε η μόνη τροφή των μεταξοσκωλήκων. Οι περί την κώμην κήποι,
+αυταί αι αυλαί των κομψών οικίσκων επρασίνιζον θελκτικώς από τα
+πλατέα αμυγδαλοειδή φύλλα της μεταξοτρόφου συκομορέας εν αρμονία
+προς το λευκόν των τοίχων και το ερυθρωπόν των στεγών.
+
+Πλην επί μακράν σειράν ετών πρότερον ηστόχησεν η ζωηρά αύτη
+ενασχόλησις. Οι σκώληκες ηύξανον, ηύξανον γοργώς και όταν
+προσήγγιζεν ο καιρός της ανόδου των εις το κλαδίον, ησθένουν και
+απέθνησκον και αι καλαμωταί, τα καλάμινα απλωτά διαμονητήρια των
+σκωλήκων, ετινάσσοντο εις τα καταλύματα — οικτρόν θέαμα — υπό τους
+οδυρμούς τόσων μητέρων και τόσων παρθένων, αίτινες εις μάτην
+εμόχθησαν υπό το καύμα του μαΐου φυλλολογούσαι εν τοις αγροίς.
+
+Εις μάτην η πτωχή μήτηρ την ημέραν του Ευαγγελισμού εισήρχετο εις
+τον ναόν, φέρουσα εν τοις κόλποις της εντός μανδηλίου τον
+μικροσκοπικόν σπόρον του βόμβυκος, όστις λειτουργηθείς ούτως
+ετίθετο μετά ταύτα εγγύς της πυράς, ηυλογημένος, ίνα _ανοίξη_ επί
+απαλού πανιού κ' εμφανισθή ο σκωληκίσκος, η μέλλουσα μεταξωτή χαρά
+της παρθένου. Εις μάτην άλλη μήτηρ έδιδεν ωσαύτως τον σπόρον εις
+τον υιόν της να τον φέρη την μεγάλην Παρασκευήν εν τω ναώ, όπως
+αγιασθή πριν ανοίξη. Ουδεμία κόρη _εκλάδονεν_.
+
+Τότε απελπισθείσαι αι πτωχαί γυναίκες, φαίνεται ότι εγκατέλιπον
+εις το εξής επί πολλά έτη τους ματαίους μόχθους και έβλεπες ξηρά
+κούτσουρα τας συκαμινέας, εγκαταλειφθείσας εις την διάκρισιν άλλων
+σκωλήκων πλέον, μεταξωτών και αυτών, των σκληρών παιδίων του
+χωρίου, τα οποία αναβαίνοντα εις τα ωραία δένδρα, επλήρουν την
+κοιλίαν και τον κόλπον των από τα σακχαρωτά συκάμινα κ' έθραυον
+είτα τα ευλύγιστα κλωνάρια απομαδώντα τα τρυφερά φύλλα των εις
+διατροφήν των λαιμάργων αιγών και αμνάδων.
+
+Η αποτυχία κοινώς απεδόθη εις ασθένειαν του σπόρου, αδυνατούντος
+να παραγάγη γενναίον σκώληκα μέχρι του σχηματισμού των στιλπνών
+ωχρολεύκων κουκκουλίων.
+
+Όμως κατά τα έτη της διηγήσεώς μας η ανάπτυξις της βομβυκοτροφίας
+παρουσίασε νέαν θαυμασιωτέραν της παλαιάς ευδοκίμησιν. Η
+Κυβέρνησις εξαπέστειλεν εις τα χωρία χημικώς εξηρευνημένον
+βομβυκόσπορον της Προύσσης και η παραγωγή υπήρξε θαυμασιωτάτη.
+
+Και είδες πάραυτα ν' αναλάβη ζωήν το χωρίον κατά την άνοιξιν.
+Επρασίνισαν πάλιν αι αυλαί του από τας ευμόρφους συκομορέας κ'
+επανεφυτεύθησαν εις τους κήπους τα χλοερά δένδρα.
+
+Ανεκλάλητος χαρά ήτο διακεχυμένη έξω κατά το έαρ. Κόραι δε και
+γραίαι ημιλλώντο εις το άσμα κατά την επίπονον συλλογήν των
+φύλλων. Έλεγες ότι γενική εορτή τελείται εις το μικρόν χωρίον.
+
+Η ανάπτυξις του βόμβυκος προέβαινε λαμπρώς το έτος τούτο.
+
+Μόλις εφάνησαν τα πρώτα τρυφερά φυλλάκια εις τας συκαμινέας,
+ήνοιξε και ο σπόρος επί του θερμού πανίου εγγύς της εστίας. Πρέπει
+να συμπίπτη πάντοτε η άνοιξις του σπόρου με την άνοιξιν των
+μορεών.
+
+ — Καλορροίζικο, Μα, είπεν η μεγαλειτέρα κόρη της Γερακούλας, η
+Ελένη.
+
+ — Καλά κουκκούλια! ηυχήθη η μήτηρ.
+
+Και η Ελένη παρατηρήσασα ότι εσχηματίσθησαν όλα τα μαύρα
+σκωληκάρια, ενέθηκεν εκεί τρυφερόν φύλλον, εκόλλησαν όλα επ'
+αυτού, κινούμενα υπό της λαιμάργου ορμής προς το φαγητόν και ούτως
+η κόρη έθεσεν αυτά εις μεγαλείτερον ταψίον, όπερ ετοποθέτησεν επί
+καθέδρας, τους τέσσαρας πόδας της οποίας εστήριξεν εντός στάκτης,
+ίνα μη δύνανται οι μύρμηκες ν' αναβώσι και πνίξωσι τους μικρούς
+σκώληκας τους οποίους δεινώς καταδιώκουσι. Τώρα τρέφονται οι
+σκώληκες διά φύλλων, μετά προσοχής κοπτομένων, ψιλά-ψιλά, διά
+ψαλλίδος. Και αφού αυξηθώσι και είνε ανάγκη μεγαλειτέρου πάλιν
+χώρου, κατά τον αυτόν τρόπον τοποθετούσιν αυτούς εις μεγαλείτερα
+και περισσότερα ταψία, έως ου, αναπτυχθέντα τελείως πλέον τον
+ωραίον σκώληκα και γενόμενον φαιόχρουν, τοποθετήσωσιν επί ευρείας
+καλαμωτής, ην αποκρεμώσιν από των δοκών της οροφής διά τεσσάρων
+σχοινίων, επαλείφουσαι αυτά επάνω διά κατραμίου, ίνα μη κατέλθωσιν
+οι λαίμαργοι μύρμηκες.
+
+Και πλέον ησυχία απόλυτος εν τω οίκω. Ούτε ταραχή, ούτε φωνή, ούτε
+άσμα. Είνε δειλοί οι μεταξοσκώληκες. Ο παραμικρός κρότος τους
+εκφοβίζει και τότε δεν αναβαίνουσιν εις το κλαδίον και δεν
+κάμνουσι κουκκούλια. Κατά την περίοδον ταύτην νομίζει τις ότι το
+χωρίον είνε έρημον.
+
+Και τρέχουν διά φύλλα αι νεάνιδες δις της ημέρας. Και προσέχουν να
+είνε τρυφερά και δροσερά, διότι τα πανιασμένα δεν τα τρώγουσιν οι
+ευγενείς μεταξοσκώληκες.
+
+Αυτό είνε το καματερό. Και πράγματι κάματος και πόνος συνοδεύει
+την ανάπτυξίν του.
+
+ — Πάλι για φύλλα Μα! έλεγε κάθε πρωΐαν η Ελένη προς την μητέρα
+της.
+
+Και έσπευδεν η Γερακούλα και αι θυγατέρες της εις την άμπελον και
+εις την Κεχρεάν, όπου είχον χλοεράς συκαμινέας. Είχον ανοίξει
+εφέτος περισσότερον. Υπελόγιζον να εξαγάγωσι δέκα οκάδας μέταξαν,
+ήτοι έπρεπε να καταρτίσωσι κουκκούλια 100 οκάδων. Κατ' έτος
+εισέπραττον 250 δραχμάς. Εφέτος υπελόγιζον να εισπράξωσι 500.
+Εγέμισεν η οικία των καλαμωτάς, τέσσαρας-τέσσαρας, κρεμαμένας την
+μίαν επάνω της άλλης. Τον γέροντα τον εστρίμωξαν κάτω εις μίαν
+γωνίαν του ισογαίου.
+
+ — Καλοκαίρι είνε, πατέρα, είπεν η Ελένη. Και ήκουες ένα βρυχηθμόν
+λαίμαργον, όταν έρριπτον τα φύλλα εις τας καλαμωτάς, ως όταν πνέη
+ξηρός άνεμος διά μέσου ξηρών φύλλων. Εις την στιγμήν τα πλατέα
+φύλλα εγίνοντο άφαντα, εν πατάγω καταβροχθιζόμενα υπό του
+στακτερού σκώληκος.
+
+ — Πώς τρώει, θα πω! έλεγεν η Ελένη, κουρασθείσα να κουβαλή φύλλα.
+
+ — Χριστός και Παναγία! διέκοπτεν η Γερακούλα. Φτύσε το μη το
+βασκάνης!
+
+Και ανεζήτει εν μέσω των αεικίνητων σκωλήκων η μήτηρ, που ήτο
+τρόμος να βλέπης τους απείρους μαύρους οφθαλμούς με τα στακτερά
+σωληνοειδή σώματα, ανεζήτει υπό τα φύλλα κρυπτόμενα τα
+_ακαμάτικα_, τα οποία _δεν κάμνουν κουκκούλια, δεν προκόπτουν_, τα
+ανεύρισκε, διακρίνουσα ταύτα μετ' επιτηδειότητος, και τα έρριπτεν
+εκ του παραθύρου εις την οδόν, επιλέγουσα σιγά-σιγά:
+
+ — Άιντε, ακαμάτες, που είσθε σεις για κουκκούλια!
+
+Άλλοτε πάλιν εφρόντιζε διά πανίων να περιφράξη τας καλαμωτάς, όταν
+ποτέ εσύριζεν ο βορράς και χειμών όψιμος προηγγέλλετο. Και
+περιέφρασσε και τας θύρας ακόμη και τα παράθυρα. Τόσον το
+λεπτοϋφές, το μεταξωτόν καματερό επηρεάζεται εκ του ψύχους.
+
+ — Να ιδώ πλειο το καματερό σας, είπε ποτε εισελθούσα η γραία
+γειτόνισσα αίφνης, ευρούσα την θύραν ημιάνοικτον, εν ώ η Γερακούλα
+αναιβασμένη επί καθίσματος υψηλού, ανεσκάλευε τους ακαμάτες εν τη
+επάνω καλαμωτή. Και επειδή η Γερακούλα δεν ήκουσεν, επανέλαβεν η
+γειτόνισσα πλησιάζουσα:
+
+ — Να ιδώ το καματερό σας πλειο!
+
+ — Ου! δεν έχω, δεν έχω. Ψόφησε, το πέταξα. Απεκρίθη η Γερακούλα
+και κατήλθε, σύρουσα την ξένην προς την θύραν βιαίως. Κ'
+επανελάμβανε·
+
+ — Ψόφησε!
+
+Εν ω αντήχει ο φοβερός τριγμός των ροκανιζομένων φύλλων.
+
+Κατά πρόληψιν παλαιάν δεν πρέπει «ξένο μάτι» να ίδη το καματερό.
+
+Και όταν ίδουν ότι οι σκώληκες ηλάττωσαν την τροφήν των και υψούσι
+προς τ' άνω τας κεφαλάς των μετά του ημίσεως σώματος ως να ζητούσι
+ν' αναβώσι που, καί τινες αρχίζουσι ν' αναρριχώνται εις της
+καλαμωτής τα σχοινία, τότε πλησιάζει το «κλάδωμα». Θα μεταβώσιν αι
+παρθένοι εις το βουνόν, θα φέρωσι «ζαλίκα» επί των νώτων, τους
+ωραίους φουντωτούς θάμνους, το κλαδί, θα τοποθετήσωσιν αυτούς
+πέριξ των καλαμωτών κ' εν μέσω σταυροειδώς, και θ' αναβαίνωσιν
+ένας ένας οι σκώληκες να πλέξωσι τον κυλινδρικόν τάφον των, τα
+μεταξοφόρα κουκκούλια, τον καρπόν τόσου καμάτου του επιμόχθου
+καματερού.
+
+
+Πρωίαν τινά του Μαΐου του έτους εκείνου εν τη ακμή της
+βομβυκοτροφίας εγένετο ανάστατον το μικρόν χωρίον έκ τινος
+κοινοποιήσεως υπό του δημάρχου αναγνωσθείσης εν τη εκκλησία.
+
+Η κοινοποίησις αύτη ην έγγραφον του Υπουργείου, αποτεινόμενον προς
+τους κατοίκους των βορείων της Ελλάδος παραλίων, ων εφιστάτο η
+προσοχή επί των αναφανέντων ληστρικών στιφών.
+
+Αληθώς κατά τας ημέρας εκείνας του Μαΐου, μετά την αποτυχίαν των
+Καλαμπακικών, των «Αγγλογάλλων» καταλαβόντων τον Πειραιά και
+αναγκασθέντος του βασιλέως Όθωνος να διακηρύξη εις τους πρέσβεις
+Αγγλίας και Γαλλίας, ότι θα τηρήση πλήρη και αυστηράν ουδετερότητα
+απέναντι της Τουρκίας επί του Κριμαϊκού πολέμου, ήρχισαν να
+διαλύωνται τα επαναστατικά σώματα, τινές δε, οι αρειμανιώτεροι
+τάχα; δεινώς πάσχοντες εκ της πενίας, ετράπησαν προς τον ληστρικόν
+βίον και είχον αναγγελθή ήδη καί τινες ληστρικαί πράξεις αυτών επί
+των θεσσαλικών μεθορίων προς την Φθιώτιδα.
+
+Δύνασθε να φαντασθήτε τον φόβον, ον παρήγαγεν είδησις τοιαύτη της
+Κυβερνήσεως εις την φιλήσυχον κωμόπολιν της διηγήσεώς μας, όπου αι
+γυναίκες πλεονάζουσι, διότι οι άνδρες ταξειδεύουσιν.
+
+Αι νυκτοφυλακαί της μικράς κώμης ετριπλασιάσθησαν. Οι πολίται
+άπαντες, πλην των γερόντων, κατετάχθησαν εις λόχους κατά συνοικίας
+και κατά σειράν εφρούρουν από της δύσεως του ηλίου μέχρι της
+ανατολής. Όπλα υπήρχον αρκετά εν τη δημαρχία. Η νήσος αύτη
+εχρησίμευσε πολλάκις ως καταφύγιον ή ορμητήριον επαναστατικών
+σωμάτων επί των ορίων του Βασιλείου κειμένη, και αυτομάτως, ούτως
+ειπείν, είχε σχηματισθή εκεί μικρά αποθήκη εκ καρυοφυλλίων του
+εικοσιένα και καραμπινών του τακτικού στρατού, άτινα εγκατέλιπον ή
+επώλουν τα διαλυόμενα εκάστοτε ανταρτικά σώματα.
+
+Μίαν ώραν μετά την ανάγνωσιν του φοβερού εγγράφου, ο είς και μόνος
+κλητήρ της δημαρχίας, καλέσας εν τω δημαρχείω και τους δύο
+αγροφύλακας, είπε με ύφος αρχηγού:
+
+ — Τώρα θα γείνη το ρωμαίικο, παιδιά! Χωρίς άλλο!
+
+Και παρουσίασε προς αυτούς σωρείαν εσκωριασμένων όπλων, ράκη τινά
+εριούχου και πινάκια ελαίου.
+
+ — Να τα καθαρίσουμε γλήγορα, παιδιά. Χωρίς άλλο θα γείνη το
+ρωμαίικο!
+
+Ο πτωχός αστυνομικός κλητήρ, γηραιός πολεμιστής του εικοσιένα, δεν
+ενόει άλλον πόλεμον παρά τον προς απελευθέρωσιν των δούλων
+αδελφών, δεν ενόει να καθαρίζη όπλα παρά προς πόλεμον κατά του
+εχθρού.
+
+ — Μ' αυτή τη σκουργιά θα γείνη το ρωμαίικο; Παρετήρησαν οι δύο
+αγροφύλακες, μάλλον από νωθρότητα ή από φιλοτιμίαν.
+
+ — Με ό,τι έχουμε, και ό,τι δεν έχουμε, επανέλαβεν ο κλητήρ. Ούτως
+εις διάστημα τριών ωρών εκαθαρίσθησαν τρεις δεκάδες όπλων, δι' ων
+ωπλίζοντο τας εκτάκτους αυτάς νύκτας αι __βάρδιες_ της μικράς
+νήσου.
+
+Την επαύριον έδειξε σημεία ζωής και ο λιμενάρχης, εμφανισθείς
+πρώτην φοράν εις την αγοράν και διατάξας να ετοιμάσωσι μίαν
+πολεμικήν λέμβον, ην είχεν αφήσει εκεί η «Ματθίλδη» πανάρχαιον
+πολεμικόν πλοίον. Οι κάτοικοι τω προσήνεγκον άλλην καινουργή και
+στερεάν, πλην ο κ. λιμενάρχης συνειθισμένος εις τα πολεμικά ήθελε
+«βασιλική βάρκα» να την ίδουν από μακράν οι πειραταί και να
+τρομάξουν. Εστύπωσεν οπάς τινας, περιήλειψεν αυτάς διά πίσσης,
+έβαψεν είτα την λέμβον διά φαιού χρώματος στιλπνού και επιβιβάσας
+εν αυτή δύο γέροντας ναύτας, ων ο έτερος μονόχειρ, διέταξε να
+περιπλέωσι την νήσον μέχρι του Κάστρου προς βορράν κατέναντι της
+Χαλκιδικής.
+
+Την πρώτην νύκτα ο κλητήρ ηγρύπνησε μέχρι της πρωίας μετά μεγάλης
+δυσαρεσκείας. Όταν την πρωίαν ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου, το
+πρόσωπόν του ήτο στενόν και μακρόν, ως όταν παρατηρεί τις εντός
+τεθραυσμένου καθρέπτου. Συνειθισμένος να κτυπά τον κώδωνα της
+βάρδιας αφ' εσπέρας και να κοιμάται, εταλαιπωρήθη ο αγαθός εντός
+μιας νυκτός. Και αι χείρες του και οι πόδες του ήσαν πλαδαραί ως
+πλόκαμοι οκτάποδος.
+
+ — Ε, τι νέα Γέρω-Γιάννη; ηρώτησεν αυτόν ο δήμαρχος.
+
+ — Ησυχία και ασφάλεια, κύριε δήμαρχε.
+
+ — Μπράβο, Γέρω-Γιάννη! Αρματώθηκες βλέπω σαν αστακός.
+
+Ο Γέρω-Γιάννης έρριψεν υπερήφανον βλέμμα εις τες ασημένιες
+παλάσκες του και το υαλιστερόν όπλον, καρυοφύλλι μ' επαργυρωμένον
+κοντάκιον.
+
+ — Έτσι νάσαι πάντοτε! ηυχήθη αυτώ ο δήμαρχος.
+
+ — Κύριε δήμαρχε, έτσι είμαι πάντοτε. Και εις πυρ και εις θάνατον.
+
+Ο δήμαρχος τότε περισκοπών το στιλπνόν καρυοφύλλι είδεν ότι
+έλειπεν ο πυρίτης λίθος.
+
+ — Αμ' πού είνε η τσακμακόπετρα Γέρω-Γιάννη; Έτσι θα γένη το
+ρωμαίικο;
+
+Ο Γέρω-Γιάννης ερυθριάσας ολίγον εξήγαγεν εκ του θυλακίου του
+τετράγωνον μυτερήν εις τας άκρας τσακμακόπετραν.
+
+ — Την είχα εις την τσέπη μου! είπε μετ' αφελούς ετοιμότητος.
+
+Μετά τινας ημέρας ο δήμαρχος διέταξε τους αγροφύλακας να
+περιοδεύσωσιν εις τα ενδότερα της νήσου, κάμνοντες διαφόρους
+κατοπτεύσεις εις πολλά μέρη, παραλαβόντες καί τινας ακόμη
+οπλοφόρους. Ητοιμάζετο δε να γνωστοποιήση εις το υπουργείον ότι
+ησυχία και ασφάλεια επικρατεί εις την νήσον, ότε ενεφανίσθη προ
+του λιμένος μεγάλη και πολύκωπος λέμβος, μετά τάχους κατευθυνομένη
+προς την πολίχνην.
+
+Εταράχθη ολίγον. Πλην ίνα μη αποφανή, λέγει προς τον παριστάμενον
+πάνοπλον κλητήρα.
+
+ — Τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη!
+
+Ο κλητήρ παρατηρήσας πάραυτα το ωραίον καρυοφύλλιόν του είδεν ότι
+έλειπε πάλιν η τσακμακόπετρα. Πλην ετοίμως εξάγει αυτήν εκ του
+θυλακίου και την τοποθετεί καταλλήλως, περισφίγγων αυτήν.
+
+ — Πάλι ς' τη τσέπη; παρετήρησεν ο δήμαρχος. Έτσι θα κάμωμε το
+ρωμαίικο;
+
+ — Δεν ξεύρω τι συμβαίνει, κύριε δήμαρχε, μου την παίρνουν τα
+ποντίκια, και γι' αυτό την προφυλάττω.
+
+Την στιγμήν εκείνην προσήλθε και ο λιμενάρχης τεθορυβημένος.
+
+ — Τι κάμνομεν κ. δήμαρχε; οι λησταί. Δεν τους βλέπετε; Εξήλθον
+όλοι εις τον εξώστην· ο δήμαρχος με το πονηρόν του βλέμμα, ο
+λιμενάρχης ωχρός ολίγον, και ο κλητήρ προσπαθών να βιδώση καλώς
+την τσακμακόπετραν. Κάτω οι άνθρωποι ατάραχοι έβλεπον την
+προσεγγίζουσαν λέμβον. Τινές δ' άλλοι προσήρχοντο δρομαίοι, αντί
+όπλων, ως ανέμενεν ο λιμενάρχης, κρατούντες εις χείρας πινάκια
+κίτρινα και πράσινα του Τσανάκ-καλέ.
+
+ — Είνε ο γρίπος, εφώνησε θριαμβευτικώς ο Γέρω-Γιάννης, βλέπων
+μετά προσοχής την πλησιάζουσαν μεγάλην και πολύκωπον λέμβον.
+
+ — Μα έχεις μια μύτη, Γέρω-Γιάννη!
+
+ — Και μάτια και αυτιά, κ. δήμαρχε. Με συγχωρείτε.
+
+ — Αληθώς ήδη ηκούετο και το ζωηρόν των τσεσμελήδων αλιέων
+κέλευσμα:
+
+ _Ο γρίπος μας, η τράτα μας!
+ Άλ-λά, παιδιά!_
+
+Αλλά και ο δήμαρχος είχε δίκαιον να μη ανησυχήση και ο λιμενάρχης
+είχε δίκαιον ν' ανησυχήση. Εις τας εκτάκτους περιστάσεις όλοι οι
+εν τη εξουσία έχουσι δίκαιον.
+
+Εν τούτοις η περίστασις αύτη ήτο ατυχής διά την μικράν νήσον,
+ανοικτήν πανταχόθεν εις την επιδρομήν των ληστών. Ωχρόν δέος
+εζωγραφίζετο κατά τας ημέρας εκείνας εις τα πρόσωπα πάντων. Αι
+εργασίαι αι γεωργικαί διεκόπησαν και πάντες έμενον εν τη αγορά
+διερωτώντες αλλήλους περί των συμβαινόντων. Συνεχώς δε τρις και
+τετράκις της ημέρας κατήρχοντο από του υψηλοτέρου βουνου οι
+αγροφύλακες, οπόθεν κατεσκόπευον το πέλαγος κ' εκόμιζον ειδήσεις
+εις τον δήμαρχον.
+
+Ουδέν όμως υπέστη τοσαύτην καταστροφήν όσον η βομβυκοτροφία. Τα
+καματερά, τα οποία, ως είδομεν, έκτακτον εσοδείαν προεμήνυον
+εφέτος, ηπειλούντο διά τελείας καταστροφής, στερούμενα τροφής.
+Θρήνος και οδυρμός μεταξύ των γυναικών. Πώς να εξέλθωσιν εις τους
+αγρούς προς συλλογήν φύλλων μετά την ύποπτον είδησιν περί ληστών;
+Ο δήμαρχος εφρόντισε και κατήρτισε σώματα οπλοφόρων, τα οποία
+προεφύλαττον πάσας τας παρόδους και τας κορυφάς, όπως ευκολύνηται
+η συλλογή των φύλλων. Πλην τι τρόμος ήτο εκείνος εν τοις αγροίς! Η
+ευωδιάζουσα από μυρίων αρωμάτων εξοχή, η πάγκαλος εκείνη φύσις της
+χλοεράς νήσου, είχε μεταβληθή εις σιωπηλήν και στυγνήν κοιλάδα
+πένθους. Εις τους τρομασμένους οφθαλμούς των εξερχομένων γυναικών
+τα δροσερά και μυριόχρωμα άνθη εφαίνοντο μαραμένα και άχροα. Και
+αυτά τα καταπράσινα των συκαμινεών φύλλα μαύρα εφαίνοντο. Τα
+αναρίθμητα κελαδήματα των πτηνών ούτε ηκούοντο καν υπό των
+καταπεπληγμένων γυναικών και πάσα κίνησις φύλλων υπό του δροσερού
+ανέμου αναπαρίστανεν εις την έκπληκτον φαντασίαν των δειλών
+εκείνων όντων την αυχμηράν όψιν ληστού ή λιάπη!
+
+Πόσον ο τρόμος μεταβάλλει την όψιν των πραγμάτων!
+
+Αι περισσότεραι ούτε εξήλθον καν τας τρεις πρώτας ημέρας. Όσαι
+είχον άνδρας, έστειλαν βεβαίως τους άνδρας των, αλλ' όσαι δεν
+είχον, ή ηγόρασαν φύλλα παρά τινων αγαθών γειτονισσών ή
+εγκατέλιπον τα καματερά εις την τύχην των.
+
+Και ήκουες:
+
+ — Πάει το καματερό!
+
+ — Αρί-καϋμένη, πάει πλειο. Κρίμα και κρίμα!
+
+Και ηκούσθη και γραία τις θρηνούσα αληθώς υψηλά εις τον βράχον ως
+επί απωλεία ανθρώπου επανειλημμένως οδυρομένη «Καματερό μου,
+καματεράκι μου!»
+
+Τωόντι τινές τα επέταξαν εις τον βράχον, όπου αι όρνιθες εύρον την
+χαράν των, καταβροχθίζουσαι λαιμάργως τους τεφρόχρους εκείνους
+σκώληκας μεγάλους και μαλακούς ως βούκας ζύμης.
+
+Η Γερακούλα ευτυχώς κατώρθωσε να εξοικονομή φύλλα κατά τας δεινάς
+εκείνας ημέρας. Αναβιβάσασα επί οναρίου τον καπετάν-Θοδωρή,
+πληρώσαντα καλώς έν ωραίον τρομπόνιον, το μόνον λείψανον του
+απολεσθέντος βρικίου του, εξήρχετο μετά της μεγαλειτέρας των
+θυγατέρων της και συνέλεγε φύλλα εις τα πλησιέστερα κτήματα,
+δίδουσα αυτά εις το καματερό της μετά φειδούς. Εις το μέγα κτήμα
+όμως, εις την Κεχρεάν, δεν ετόλμησε να μεταβή.
+
+Αλλά μετά παρέλευσιν ημερών τινων, επειδή ουδέν εγένετο εξ όσων
+εφοβούντο οι άνθρωποι, ουδέ ληστρική συμμορία επεφάνη, επανήλθε
+και πάλιν η ησυχία και το θάρρος εις την πολίχνην.
+
+Αι νυκτοφυλακαί έπαυσαν, οι άνθρωποι ήρχισαν να εξέρχωνται εις τας
+εργασίας των και την νύκτα μέχρι του μεσονυκτίου μόνος ο Γέρω-
+Γιάννης, ο δημαρχικός κλητήρ, περιήρχετο την έρημον κώμην, φέρων
+το ωραίον καρυοφύλλι εις τον ώμον του και την τσακμακόπετραν εις
+το θυλάκιόν του. Και αν τον έβλεπες υπό την φαεινήν ακτινοβολίαν
+της σελήνης, εθεώρεις ότι περισσότερον ζωντανόν ήτο το αργυρούν
+καρυοφύλλι, ου αι γλυφαί έπαιζον ως φολίδες έρποντος όφεως υπό τας
+μαρμαρυγάς του αργυρού φωτός, παρά ο φέρων αυτό Γέρω-Γιάννης,
+όστις σιγά-σιγά με κλειστά τα μάτια εβάδιζεν ως άνθρωπος έχων αντί
+ψυχής καρυοφύλλι.
+
+Τέλος το υπουργείον απέστειλε νέον έγγραφον προς τον δήμαρχον της
+μικράς νήσου, αναγγέλλον ότι αι συμμορίαι εκείναι των ληστών
+διελύθησαν και καλούν τους νησιώτας να επαναλάβωσιν αφόβως τα έργα
+των.
+
+Διά τούτο είδομεν εν αρχή της διηγήσεώς μας τόσαι λέμβοι μετά
+γυναικών ιδίως ν' αποβιβάζωσι σάκκους φύλλων συκομορέας εις την
+παραλίαν υπό το φως της σελήνης.
+
+Επειδή δε και μετά την καταστροφήν πολλών καματερών, πάλιν αι
+συκομορέαι της νήσου δεν επήρκουν εις την διατροφήν των
+απομεινάντων, — τόσων λαμπρώς έβαινεν εφέτος η ανάπτυξις του
+μεταξοσκώληκος — πολλαί γυναίκες παραλαβούσαι και τους συζύγους
+των ή άλλους συγγενείς των, μετέβησαν εις την εγγύς κωμόπολιν
+Γλώσσαν, επί άλλης γειτονικής νήσου, όπου έμαθον ότι υπάρχουν
+φύλλα άφθονα άνευ καματερών.
+
+Ούτω και η φιλόπονος Γερακούλα, παραλαβούσα τας τρεις θυγατέρας
+της και τον καπετάν-Θοδωρή με το τρομπόνιον πλήρες, την άλλην
+θυγατέρα άφησε προς φύλαξιν της οικίας, μετέβη εις Γλώσσαν κ'
+εκόμισεν, ως είδομεν, τόσους σάκκους δροσερών φύλλων.
+
+
+Μόλις ανεπαύθη την νύκτα η φιλόπονος αύτη οικογένεια από του
+κόπου του διημέρου εκείνου ταξειδίου, και ητοιμάζετο λίαν πρωί να
+μεταβή εις Κεχρεάν, εις το μακρινόν εκείνο κτήμα της, όπου κατά
+τας δύο ημέρας της απουσίας ουδείς μετέβη και όπου υπήρχον αι
+χλοερώτεραι συκομορέαι.
+
+ — Θεια Γερακούλα, ηκούσθη φωνή την αυγήν έξωθεν εκ γειτονικού
+παραθύρου, η φωνή της γραίας ξηράς και ωχράς γειτονίσσης.
+
+ — Ποιος είνε; απήντησεν η Γερακούλα.
+
+ — Να, εγώ είμαι, θα πάτε ς' Κεχρεά;
+
+ — Λέμε να πάμε· τι να κάμουμε!
+
+ — 'Σαν είνε, ναρθώ κ' εγώ μαζί σας.
+
+ — Καλώς ναρθής.
+
+ — Ξέρεις, φοβάμαι μοναχή μ'. Τώρα δεν έρχουνται οι αγρουφύλακες
+κ' εγώ φοβάμαι μοναχή μ'!
+
+ — Μη φοβάσαι. Δεν είναι τίποτα. Ημείς πήγαμε 'ς τη Γλώσσα. Δεν
+είνε τίποτα.
+
+ — Ξέρω κ' εγώ. Ρέματα είνε, αλάργα είνε, φόβος είνε.
+
+ — Χριστός και Παναγία! Δεν είνε τίποτα.
+
+ — Θαρθή κι' ου καπετάν-Θοδωρής;
+
+ — Θαρθή.
+
+ — Ναρθή.
+
+Αληθώς μετ' ολίγον ο καπετάν-Θοδωρής εξεκίνησε πρώτος, αναβάς επί
+του οναρίου, κρατών και το βαρύ τρομπόνιον πλήρες.
+
+Η Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες της, έφερον εκάστη από ένα
+σάκκον κενόν και εντός καλάθου έλαιον διά τα κανδήλια της
+Παναγίας. Επί άλλου καλάθου, ον εκρέμασαν επί του οναρίου έθεσαν
+τον άρτον και το προσφάγιον. Θα επέστρεφον μετά το δειλινόν. Έως
+τότε υπελόγιζον ότι θα εσύναζον όλα τα υπάρχοντα εις τας εκεί
+συκομορέας φύλλα. Επί του οναρίου ο καπετάν-Θοδωρής εφόρτωσε και
+τους ψευδείς πόδας του, τα δύο χονδρά ραβδία, τα οποία
+μετεχειρίζετο ως αληθινούς του πόδας. Οι άλλοι δύο πόδες του, οι
+αληθινοί, εκρέμαντο από του οναρίου ξεκλειδωμένοι ως ψευδείς.
+
+Η Γερακούλα ήρχετο τελευταία, συνομιλούσα μετά της γειτονίσσης
+της.
+
+Καθ' οδόν συνήντησαν άλλας πολλάς συντροφίας, αίτινες προς τον
+αυτόν σκοπόν μετέβαινον εις τα κτήματα, άλλαι φλυαρούσαι, άλλαι
+άδουσαι. Και δεν διέκρινες ποίαι ομιλούν, και ποίαι τραγουδούν. Η
+ομιλία εν φαιδρά συντροφία εις τα βουνά ούτως ερρύθμως
+απαγγέλλεται, ώστε εκ της ηχούς της αντηχούσης εντός των βαθέων
+γευμάτων, ουδόλως διαφέρει του άσματος.
+
+Αλλ' όταν ανέβησαν εις το βουνόν κ' έμελλον να κλίνωσι προς το
+μέγα της Κεχρεάς ρεύμα, έπαυσαν πλέον να συναντώσι νέας
+συντροφίας. Προς τούτο το μέρος υπήρχον περισσότερα δάση και ολίγα
+κτήματα. Μόνον το μέγα της Γερακούλας κτήμα εξετείνετο κάτω εις το
+ρεύμα, και έν άλλο πλησίον, της γειτονίσσης της, καί τινα ακόμη
+προς την θάλασσαν κατά τας δυτικάς ακτάς της νήσου.
+
+Ενόησαν ότι εισήλθον πλέον εις ερημίαν, ης η νεκρά νάρκη
+εζωογονείτο κατά τι εκ των φαιδρών συνομιλιών των τεσσάρων
+αδελφών, προς ας ο γέρων πατήρ, προηγούμενος, διηγείτο διάφορα
+επεισόδια του ναυτικού του βίου, όστις συνεκρούσθη προς τας
+τρικυμίας και τα πάθη της ζωής τόσον, όσον αι μαύραι δρύες, εν
+μέσω των οποίων ήδη εβάδιζον, επάλαισαν προς τους κεραυνούς και
+τας καταιγίδας. Αλλ' αν δεν κατώρθουν αι ολίγαι αυταί ανθρώπιναι
+ομιλίαι να διασπάσωσι της ερήμου την νεκρικήν σιωπήν, τα
+αναρίθμητα όμως πτηνά κατωτέρω, κεκρυμμένα εντός των γηραιών του
+δάσους δένδρων, τόσην ζωήν, τόσην κίνησιν εμαρτύρουν με τα
+αρμονικά αυτών κελαδήματα, ώστε αν έκλειες τους οφθαλμούς να μη
+βλέπης την μαύρην ατελείωτον σειράν των σιωπηλών δένδρων με τους
+σκληρούς κορμούς και το πυκνόν φύλλωμα, θα ενόμιζες ότι ευρίσκεσαι
+εν μέσω του Παραδείσου, περικυκλούμενος υπό μυριάδων αγγελικών
+όντων ως πτηνών κελαδούντων.
+
+Η Γερακούλα και η γειτόνισσα συνομιλούσαι έμενον ολίγον όπισθεν.
+
+Αι τέσσαρες θυγατέρες η μία κατόπιν της άλλης προέβαινον έχουσαι
+σκεπασμένην την ξανθήν κόμην των, ίν' αποφύγωσι πρωινήν δρόσον.
+
+ — Ελπίζεις, χριστιανή μ, λέγει αίφνης η γειτόνισσα σταματήσασα,
+ελπίζεις να πανδρεύσης τέσσερες θυγατέρες; Εγώ μία την έχω, και
+απελπίσθηκα πλεια.
+
+Έχουσα θάρρος πάντοτε ενώπιον της αγαθής Γερακούλας η ωχρά
+γειτόνισσα, επενέβαινεν άκλητος εις τοιαύτας οικογενειακάς
+συζητήσεις. Και μη ανεχομένη να βλέπη τόσον εύελπιν την
+καλοκάγαθον γυναίκα, επεθύμει να την ακούση μια φορά να
+βλασφημήση, διά να χαρή.
+
+ — Καϋμό τώχω! έλεγε πολλάκις.
+
+ — Ελπίζω λες; απήντησε τότε η Γερακούλα, πλήρης χριστιανικής
+λάμψεως. Και τι θαρρείς; Είνε 'ς το χέρι μας; Αυτά είνε του Θεού.
+Όποιος πιστεύει εις τον Θεόν, αυτός ελπίζει. Ποτέ μου, γειτόνισσα,
+δεν απελπίσθηκα. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει
+πώς θα τα οικονομήση. Σώπα, γιατί τώχω σε κακό μου να μου κόπτουν
+την ελπίδα. Όποιος κόπτει την ελπίδα από τον άλλον, του κόπτει την
+ζωήν. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού.
+
+ — Αμ' δεν είνε του Θεού! 'Σ τα ρίξανε, κακομοίρα. Αχ! 'ς τα
+ρίξανε και τι έχεις να υποφέρης!
+
+Ενόει η γειτόνισσα την επικρατούσαν αφελή πλάνην, καθ' ην την ώραν
+του στεφανώματος εν τω γάμω οι εχθροί συνοικεσίου τινός διά
+μαγείας προορίζουσι τον τοκετόν τόσων θυγατέρων, προς δυστυχίαν
+του νέου ζεύγους, μέλλοντος να πάθη βάσανα και πειρασμούς, μέχρις
+ου αποκαταστήση αυτάς, ιδίως εις τας δυστυχείς ταύτας ημέρας.
+
+ — Σώπα, γειτόνισσα! Μου το είπες κι' άλλη φορά. Σώπα. Εγώ σου
+είπα πολλές φορές, τα μάγια δεν τα πιστεύω. Τα μάγια είνε ψευτιές
+για να ψευτοπερνούν μερικοί 'ς τον ψεύτικο κόσμο.
+
+Είπεν η Γερακούλα κ' έρριψεν αίφνης το πλήρες ελπίδων βλέμμα της
+εις τας τέσσαρας θυγατέρας της.
+
+Είχον σταθή εις την κορυφήν του τελευταίου λόφου να ίδουν την
+ανατολήν του ηλίου. Αφήρεσαν τας μανδήλας των, θερμανθείσαι εκ της
+πορείας και αι ακτίνες του ηλίου πίπτουσαι εις την χρυσήν των
+κόμην, θαυμασίως αυτήν κατηύγαζον. Ενόμιζες ότι κύμα χυτόν χρυσού
+έλουε τας κορυφάς των τεσσάρων αυτών θυγατέρων, χρυσού παίζοντος
+εις τους παρθενικούς αυτών ώμους μ' εξαισίαν στιλβηδόνα κ'
+έκλαμψιν, χρυσού μαλακού, μαλακώς καταρρέοντος μέχρι της οσφύος.
+
+Φρίκη κρυφή διέτρεξε τα μέλη της Γερακούλας.
+
+Η μεγαλειτέρα ήτο 27 ετών, αι άλλαι ανά δύο έτη κατά σειράν
+μικρότεραι και η τελευταία 21 ετών. Όλαι εις την ακμήν του γάμου.
+
+Και ως από μυστικής τινος ορμής κινηθείσα η πτωχή μήτηρ, ήρχισε να
+μετρά επί των δακτύλων: μία, δύο, τρεις, . . . .
+
+Και εσταμάτησε κατηφής γενομένη, ως να εκάλυψε μαύρη σκέπη την
+γελόεσσαν του προσώπου της αίγλην.
+
+Ούτως ο Σατανάς παρασύρει εις την παγίδα της αμαρτίας τον
+άνθρωπον.
+
+Και η στρυφνή γειτόνισσα παρ' ολίγον με την θνητήν παρατήρησίν της,
+παρ' ολίγον να ρίψη εις τα δίκτυα της αμαρτίας την ενάρετον
+Γερακούλαν, ης το στόμα ουδέποτε έπαυσε να επικαλήται τον Κύριον,
+και ης η καρδία ουδέποτε έπαυσε να ελπίζη εις τον Θεόν.
+
+Αλλ' η θεία χάρις σκέπει πάντοτε τον κοπιάσαντα εν τη αρετή, όστις
+αποκτά ούτως ειπείν δικαιώματα επί της θείας δικαιοσύνης και δεν
+τον αφίνει να πέση εις βλασφημίαν, καθώς τον δίκαιον Ιώβ.
+
+Έπτυσεν εις την γην η αγαθή Γερακούλα, ως να απέπτυσε την
+βλασφημίαν, και ποιήσασα το σημείον του Σταυρού.
+
+ — Δόξα σοι ο Θεός! εφώνησεν εκ βάθους στενάξασα ως από των
+εγκάτων των σπλάγχνων της.
+
+Και επανέλαβε:
+
+ — Έτσι που λες, γειτόνισσα. Εγώ τα κορίτσια μου τα άφησα εις τον
+Θεόν. Ο Παντοδύναμος θα τα οικονομήση.
+
+Η αιγλήεσσα αιθρία επανήλθε πάλιν εις το πρόσωπον της Γερακούλας.
+
+Ήδη η γειτόνισσα απεχωρίζετο. Έφθανεν εις το κτήμα της.
+Απεχαιρέτισε τας καλάς συντρόφους της, αίτινες έκλιναν ήδη προς το
+σκοτεινόν μέγα ρεύμα, και εισήλθεν εις το κτήμα της.
+
+Αλλά μετ' ολίγον κραυγάζει ως να είχε λησμονήσει να το είπη
+πρότερον.
+
+ — Νάχετε το νου σας, κορίτσια. Είνε, ακόμα κλέφτες! τα μάτια σας
+τέσσερα! κορίτσια!
+
+Και επανέλαβεν οξέως παρατείνουσα την ξηράν φωνήν της.
+
+ — Κλέφτες!
+
+Και η ηχώ δεινή και άχαρις επανέλαβε δις·
+
+ — Κλέφτες!
+
+Και εβούισεν έως κάτω το βαθύ ρεύμα βοήν φοβεράν, ως εάν εβούισε
+τουφεκιά, καταπλήξασαν τα πτηνά, τα οποία εσίγησαν εις τας
+δροσεράς κρύπτας των.
+
+Η μεγαλητέρα, η Ελένη, 'σαν να ήκουσε την φωνήν την δευτέραν
+φοράν. Εκοντοστάθη ολίγον μετά τινος αγνώστου τρόμου, αλλ' είτα
+επειδή τα πτηνά επανέλαβον το κελάδημά των, απέδωκε τον φόβον εις
+την ύποπτον του ανθρώπου φαντασίαν και εξηκολούθησε τον δρόμον
+χωρίς να είπη τι.
+
+Γειτόνισσαί τινες είνε πεπρωμένον να προβλέπωσι πάντοτε το κακόν,
+με την διαφοράν ότι τούτο ως επί το πλείστον αποβαίνει εις αγαθόν.
+
+
+Την ώραν καθ' ην είχον εξέλθη της πόλεως ο καπετάν Θοδωρής, η
+Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες των, αυγή-αυγή, τέσσαρες
+οπλοφόροι επεβιβάζοντο είς τινα σκοτεινόν και απότομον της Κεχρεάς
+ορμίσκον, Μανδράκι καλούμενον, προς τας δυτικάς της νήσου ακτάς.
+Έφερον και οι τέσσαρες στολάς πεπαλαιωμένας της χωροφυλακής, πλην
+αντί υποδημάτων εφόρουν τσαρούχια ελαφρά και είχον τα πανταλόνια
+κομμένα και περιδεδεμένα άνω του γόνατος, καλύπτοντες τον πήχυν
+του ποδός διά της συνήθους βλαχόκαλτσας.
+
+Έσυραν την λέμβον των υπό τινα πυκνόν θάμνον, αόρατον εν μέσω των
+βράχων εκάλυψαν ακόμη αυτήν και διά τινων πυκνών και ακανθωτών
+αγριοβάτων και ανήλθον ως έλαφοι την άνω του ορμίσκου σκληράν της
+γης λοφιάν, βραχώδη μεν και ολισθηράν, πλην κεκαλυμμένην υπό
+δάσους ερείκων, κομάρων, πρίνων και σκολιών τινων πευκών, τας
+κορυφάς των οποίων φαρμακόνει η άλμη του κύματος ως άχνη
+ανερχομένη έως επάνω όταν μαίνεται κάτω η τρικυμία. Έως ότου
+έλθωσιν εις το μονοπάτιον οι τέσσαρες ξένοι, υπέστησαν παλλάς
+αμυχάς εις τας χείρας και τας παρειάς. Αλλ' επειδή ήσαν ένοπλοι με
+υαλιστεράς καινουργείς καραμπίνας ευκόλως διήνοιγον τας άκρας των
+σκληρών θάμνων και επερνούσαν παρεισδύοντες ως εν μέσω
+ακανθοχοίρων μετά προσοχής.
+
+Επλησίαζαν τα χαράγματα. Η ημέρα προεμηνύετο ωραία αν και νέφη
+τινά μαύρα, ως κάπαι ποιμενικαί, έτρεχον γοργά, ακολουθούντα του
+πρωινού βορρά το ρεύμα. Άμα τη ανατολή του ηλίου θα έπνεεν ο
+βορειοανατολικός, το δροσερόν μελτέμι, και ήδη παρεσκευάζετο το
+ευρύ μετέωρον στάδιον του ουρανού, εν ώ ήθελεν αγωνισθή άνευ
+αντιπάλου ο θερινός ούτος άνεμος, ου η ζωογόνος βία λυγίζει τας
+κορυφάς των αριών, μεταβάλλουσα εις στακτερόν το πράσινον χρώμα
+του δάσους, και λευκαίνει τον κυανούν πόντον μεταμορφούσα τα
+κύματα εις αγέλας λευκών περιστερών.
+
+Οι τέσσαρες άνδρες εξελθόντες εις την ατραπόν, έστησαν προς
+στιγμήν, ως διστάζοντες, αλλά μάλλον διότι ο είς τούτων, ο
+φαινόμενος ως αρχηγός, προσεπάθει να διακρίνη τα μέρη ως άνθρωπος
+θέλων ν' αναμνησθή παλαιάν γνωριμίαν.
+
+Ούτος έφερεν εν τη στολή του και χρυσά τινα σειρήτια και ράκος
+χρυσού θυσάνου εν τη εσκωριασμένη σπάθη, τα δε κομβία τη στολής
+του ήσαν μετά πλείονος επιμελείας εστιλβωμένα, ώστε ηδύνατό τις να
+εκλάβη αυτόν τουλάχιστον ως υπομοίραρχον. Περί την οσφύν του μετά
+χάριτος περιδεδεμένον ζεύγος μαλαμμοκαπνισμένων παλασκών εξέπεμπε
+χρυσάς λάμψεις. Ήτο τεσσαρακονταετής περίπου την ηλικίαν, έπαιζον
+δε γοργοί κ' ευκίνητοι οι μαύροι οφθαλμοί του εν αρμονία προς την
+ηλιοκαυμένην όψιν του και την μαύρην στιλβηδόνα της μαύρης κόμης
+του. Η χροιά και του προσώπου και των χειρών του ωμοίαζε προς το
+βαθύχρουν δέρμα κήτους. Οι άλλοι δύο ήσαν ηλιοκαείς γέροντες
+σχεδόν με σκληράς σάρκας κ' εξηγριωμένα χαρακτηριστικά, ο δε
+τέταρτος έφηβος συμπαθητικός με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και
+μαύρην κόμην, με λευκόν και απαλόν δέρμα, τον οποίον όμως
+τερατωδώς ασχήμιζεν η ρακώδης ενδυμασία και η μετά των άλλων
+αγριωπών ανθρώπων συντροφία.
+
+Τόσον δε πεπαλαιωμένη και εφθαρμένη ήτο η στολή των τριών τούτων,
+ώστε μόλις εκ του στέμματος διεκρίνοντο ότι είνε χωροφύλακες.
+
+Προέβησαν ολίγα βήματα προς το δάσος, πλην και πάλιν έστησαν.
+
+Ο αρχηγός τότε ο μαυριδερός, έρριψε λοξόν βλέμμα επί των συντρόφων
+του, ων ο νεώτερος είχε καταληφθή υπό τινος μυστικού φόβου όπερ
+τον ηνάγκαζε να βραδυπορή· οι δ' άλλοι ακουσίως εβραδυπόρουν και
+αυτοί, ως όταν σκοντάπτη κανείς επί λίθου.
+
+Υπέκλινε δις και τρις τον υψηλόν αυχένα ο νεώτερος, ως να
+κατεπλάγη, ιδών αίφνης εξαπλούμενα προ των οφθαλμών του τα μαύρα
+της Κεχρεάς δάση εις τα οποία δεν είχον εισδύσει ακόμη της αυγής
+αι ασθενείς ακτίνες, αποφρασσομένης της ανατολής από υψηλού όρους.
+Μαύρη επλανάτο επάνωθέν των η νυξ και πλέον μαύροι παρετάσσοντο
+των γηραιών δρυών οι ακίνητοι όγκοι, άνωθεν των οποίων εσύριζεν ως
+όφις παρερχόμενος ο πρωινός άνεμος.
+
+Η σελήνη είχε δύσει πρό τινων στιγμών και μόνον ως φλοξ ερυθρά
+καιομένης ασβεστοκαμίνου μακρόθεν έφεγγεν όπισθεν του Προμηρίου
+της Θετταλομαγνησίας ο αιμόχρους κύκλος της.
+
+ — Κύτταξε καλά, Θανάση, έγρυξεν ο αρχηγός εν μέσω της ερημίας
+αποτεινόμενος προς τον νεώτερον των συντρόφων. Μη μου πης ότι
+φοβήθηκες της Νεράιδες. Ντροπή! Σ' το Καραντελή θάμαξα την
+παλληκαριά σου. Και γι' αυτό δεν θα σ' αφήσω πλειο από κοντά μου.
+Βλέπω και κοντοστέκεσαι.
+
+ — Καπετάνιο, ξέρεις το ελάττωμά μου, απήντησε μετά δειλίας ο
+Θανάσης. Το θέλω κ' εγώ; Να, έτσι κάνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια μου.
+
+Και έδειξε πέραν προς τον μαύρον δρυμόν, όπου υπελεύκαζον όγκοι
+τινές υψηλοί.
+
+ — Είνε βράχια, απήντησεν ο αρχηγός. Ντροπή σου!
+
+ — Ήμουν δεκαπέντε χρόνων, σου το είπα. Επερνούσα από το ρέμα, ένα
+μεγάλο και σκοτεινό ρέμα, μαύρο, κατάμαυρο, όπως μαυρίζει εκεί —
+και έδειξε πέραν το δάσος. — Ήτον καταμεσήμερο, και της ηύρα κ'
+εχόρευαν. Ήσαν ως τριάντα Νεράιδες, γυναίκες κάτασπρες, με άσπρους
+λαιμούς, άσπρα χρυσοκεντημένα φορέματα και ξανθά μαλλιά. Αντί να
+κάμω προς το βουνό, από τη σαστιμάρα μου έπεσα μέσα στο χορό.
+Έφερναν γύρω σαν να φέρνη γύρω αέρας. Μπερδεύθηκα μέσα σε
+ολόχρυσες πολυθρόνες, που κάθονταν οι βιολιτζήδες με τα χρυσά
+βιολιά και τ' αργυρά λαγούτα. Από την γλυκειά μουσική εβούλωσαν τ'
+αυτιά μου, από την χρυσή λάμψι των μαλλιών των εθάμπωσαν τα μάτια
+μου. Κάμνω να μιλήσω, δεν ημπορούσα. Μου πήραν την μιλιά γιατί
+τους χάλασα τον χορό. Έκαμα τρεις μήνες να μιλήσω. Από τότες μου
+απόμεινε ένας φόβος 'ς την καρδιά και κάμνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια
+μου μερικές φορές. 'Σ τον πόλεμο με είδες, καπετάνιε, αλλά 'ς της
+Νεράιδες να μη με ιδής. Καλλίτερα να μη με ιδής.
+
+Ο αρχηγός εγέλασεν, ακούσας επαναλαμβανομένην την αφελή διήγησιν
+του Θανάση. Και θωπεύσας αυτόν εις τον ώμον μετά πατρικής στοργής,
+είπε:
+
+ — Αι, μη φοβάσαι πλεια! Σήμερα θα πάμε σε μαυροφόραις. Μη
+φοβάσαι. Σήμερα θα κάμνουν μαύρα-μαύρα τα μάτια σου.
+
+Και αφού περιέσφιγξεν ο μαυριδερός την οσφύν του ως εστηρίζετο
+εκεί όλον το θάρρος του, κ' εκρότησαν ηδέως αι παλάσκαι, ετράπη
+ταχύς προς το βουνόν ως άνθρωπος γνωρίζων τα «κατατόπια». Και μετ'
+ολίγον έχων προ αυτού πάντοτε τον νεαρόν Θανάσην, έκλινεν όπισθεν
+του όρους προς ανατολάς, όπου ηγείρετο η Μονή του Ευαγγελισμού.
+
+Οι δύο άλλοι ηκολούθουν.
+
+
+Εν μέσω βαθείας χαράδρας αθέατος μεταξύ των βράχων, ολίγον
+υψηλότερα του διαρρέοντος τον πετρώδη αύλακα χειμάρρου, ήτο
+κτισμένη η Μονή του Ευαγγελισμού. Προς το βορειοδυτικόν της
+χαράδρας υψούτο αμέσως άνωθεν του χειμάρρου μέγα και πετρώδες
+τριγωνικόν βουνόν φαλακρόν εν τη οξεία κορυφή, αλλά σκιαζόμενον
+προς τα κάτω υπό πυκνού δάσους δρυών, ων αι ρίζαι και οι κορμοί
+συνεχέοντο προς τους φαιούς βράχους του, απροσίτους εις τους πόδας
+του αγρότου, ως ήτο απρόσιτον εις την γλώσσαν το βάρβαρον όνομά
+του. Και μόνον αι αίγες είχον εκεί την προσφιλή των διαμονήν με τα
+μηκάσματά των και τους κωδωνίσκους των διασκεδάζουσαι τους
+μοναχούς. Προς δε το νοτιοανατολικόν άνω του χειμάρρου υψούτο πολύ
+ταπεινώτερος άλλος βραχώδης λόφος, εις την βορειοανατολικήν
+πλευράν του οποίου λειανθείσαν, φαίνεται, εκτίσθη η Μονή του
+Ευαγγελισμού. Σχοίνοι φουντωτοί και σφένδαμνοι υψηλαί και θάμνοι
+άγριοι παντοίων συμπλεγμάτων φυτών και αναδενδράδων εσκίαζον το
+μέρος τούτο, όπου ο γεωργός αντί βώλου γης ανασκάπτει πέτρας,
+θραύων τας αξίνας του.
+
+Ο χείμαρρος διευθύνεται προς τας ανατολικάς ακτάς της νήσου,
+διαρρέων παρακάτω από τα τείχη της Μονής ορμητικώς μεταξύ των
+παρασυρομένων βράχων παρά τους χονδρούς κορμούς, καρυών και
+πλατάνων, αίτινες μαγευτικήν όψιν παρέχουσιν εις το άγριον ρεύμα.
+
+Και μόνον προς ανατολάς καταβαίνει από του βράχου κλιτύς λιπαράς
+γης, εν η πρασινίζουσιν ωραίοι αμπελώνες με τας υψηλάς κυπαρίσσους
+των, απολήγοντες πλαγίως και προς βορράν εις το ρεύμα πάλιν, όπου
+κρέμανται κλιμακηδόν οι θαλεροί της Μονής κήποι, ο είς επί του
+άλλου, αρχόμενοι από της μεγάλης τετραγώνου στέρνας της δεχομένης
+τα άφθονα του ρεύματος ύδατα, δι' ων κινούνται οι μύλοι και
+ποτίζονται τα λαχανικά. Ο κατερχόμενος την ωραίαν των αμπελώνων
+κλιτύν παρελθών το αλώνιον επί της ομαλής κορυφής του γεώδους
+λόφου, διακρίνει αίφνης, χωρίς καν να το υποπτεύση, κάτω προς το
+ρεύμα, ως προσπεφυκυίας επί του βράχου τας στακτεράς της Μονής
+στέγας, εστεγασμένης όλης διά φαιών πλακών του βουνού. Μακρόθεν δε
+από του πελάγους αύτη φαίνεται ως κρεμαμένη από του βράχου προς ον
+συγχέεται. Βαρεία θολωτή καμάρα διά κτιστών δύο τετραγώνων κιόνων,
+των καλουμένων υπό των βυζαντινών πινσών υποβασταζόντων το
+παρεκκλήσιον του αγίου Δημητρίου με τον κομψόν θολίσκον του,
+σκιάζει τον πυλώνα με την μαύρην μεγάλην πύλην, ης αι οριζόντιοι
+διά χονδρών ήλων προσηλωμέναι χονδραί ορθόπλευροι σανίδες ως εκ
+σιδήρου παχέα φαίνονται ελάσματα. Μικρόν δ' επί του δεξιού
+θυροφύλλου πυλίδιον, το πορτέλλον, υπανοιγόμενον την νύκτα παρέχει
+είσοδον εις τους ξένους χωρίς ν' ανοιγώσι τα βαρέα της πύλης
+θυρόφυλλα. Ένδον διά των τεσσάρων ορθοπλεύρων πτερύγων, ανίσων το
+ύψος, τας οροφάς και την ηλικίαν, εφ' ων κατά σειράν υπάρχουσι τα
+κελλία των μοναχών, σχηματίζεται αυλή πλακόστρωτος, εν μέσω της
+οποίας κείται το εύμορφον Καθολικόν της Μονής με τας στρογγύλας
+γραμμάς του και τους δι' ερυθρού κονιάματος κεχρισμένους τρεις
+θόλους του, εστεγασμένους και αυτούς διά φαιών πλακών.
+
+Η μονή αύτη ήκμαζε τότε, πλούσια κατέχουσα κτήματα ελαιώνων και
+αμπελώνων, ων οι ευώδεις μοσχάτοι οίνοι _αλυπιακοί_ καλούμενοι έκ
+τινος των παλαιών ηγουμένων και κτητόρων, του Αλυπίου, ιδιαιτέρως
+σκευάζοντος αυτούς, πολλάκις εθαυμάσθησαν εν Αθήναις, εις τας
+τραπέζας των Συνοδικών. Θεμελιωθείσα περί τα τέλη του
+προπαρελθόντος αιώνος και μετά ταύτα ολονέν συμπληρουμένη διά
+προσθήκης οροφών και πτερύγων, δι' α εδαπάνα αφειδώς τον
+ατελείωτον πλούτον του πλουσιόπαις νησιώτης, καθιερώσας εκεί και
+την ζωήν του, έστιλβε καινουργής, «Καινούργιο μοναστήρι»
+καλουμένη, εις αντίθεσιν των παλαιών άλλων τριών μοναστηρίων της
+Νήσου. Η σεμνή πρόσοψις άνω του πυλώνος και οι τοίχοι όλοι έξω
+ήσαν κεχρισμένοι δι' ερυθρού ασβεστοκονιάματος ως οι θόλοι, όπερ
+παρείχεν επιβάλλουσαν ερημικήν σεμνότητα εις την όλην του κτιρίου
+όψιν. Σήμερον όμως τα ωραία κονιάματα κατετρίβησαν υπό των υετών
+και των καταιγίδων, οι τοίχοι εις πολλά μέρη κατερειπώθησαν και
+μονάζουσιν εν αυτή περισσότεραι γλαύκες ή μοναχοί...
+
+Την αυτήν πρωίαν ο θυρωρός της Μονής μοναχός ανήρ 35 ετών ως
+κοντός τετράγωνος κορμός πεύκης, μάλλον στρογγυλός κ' έχων σχεδόν
+μόνον κεφαλήν και κοιλίαν, μετά περιεργείας είδε τέσσαρας ξένους
+χωροφύλακας, ων ο είς έφερεν αργυράς επωμίδας υπομοιράρχου άνευ
+κροσσών.
+
+ — Μμμμ, ηθέλησε ν' αρθρώση λέξεις τινάς ο θυρωρός, συγκεχυμένος
+το σώμα και τον νουν, ιδών βαίνοντας τους ξένους ευθαρσώς προς τα
+έσω, ως ανθρώπους οικείους, αλλά παρατηρήσας τα όπλα αυτών τα
+καινουργή και τα ξίφη των και τα ξεφτισμένα του μαυριδερού αρχηγού
+σειρήτια ηρκέσθη να χαιρετίση στρατιωτικώς μετά βίας υπανεγείρων
+την κοντήν δεξιάν του προς το μέτωπον, μέγα και πλατύ ως τεμάχιον
+σανίδος.
+
+Οι ξένοι προχωρήσαντες σοβαρώς, κροτούτος του αρχηγού το ξίφος
+θορυβωδώς, ανήλθον μικρόν ξύλινον εξώστην προς τα δεξιά
+εκτεινόμενον και εισήλθον μόνοι των κατ' ευθείαν εις το
+αρχονταρίκιον — την αίθουσαν των ξένων — ανοικτήν πάντοτε και
+φέρουσαν εστρωμένους επί των μενδερίων κύκλω ωραίους περσικούς
+τάπητας. Προ πολλού είχε τελειώσει ο όρθρος, τινές δε των μοναχών
+λίαν πρωί είχον εξέλθει εις τους κήπους και τας αμπέλους προς
+εργασίαν.
+
+Ο μαυριδερός αρχηγός καθήσας σταυροποδητεί επί του μενδερίου και
+θωπεύων τον μαύρον αυτού μύστακα εζήτησε πάραυτα τον ηγούμενον.
+Αλλ' ο εμφανισθείς αρχοντάρης, γέρων ρινόφωνος, είπεν ότι ο
+ηγούμενος απουσιάζει εις το Μετόχιον προ ημερών, αλλ' ότι εν
+ανάγκη δύνανται να τον καλέσωσι. Και έβλεπε τον μαυριδερόν
+αξιωματικόν μετά περιεργείας ως να ενόμιζεν ότι κάπου τον
+ξαναείδεν.
+
+ — Δεν πειράζει, είπεν ο άγνωστος, ημείς θα φύγωμεν αμέσως, διότι
+βιαζόμεθα.
+
+Και μετά τέχνης απέφευγε τα πονηρά βλέμματα του γέροντος
+αρχοντάρη.
+
+ — Θα έρχεσθε διά την καταδίωξιν των ληστών; ηρώτησεν ο γέρων
+μοναχός διά της ρινός του, όστις ήτο γραμματεύς και οικονόμος
+συνάμα της μονής και ανεγίνωσκε την «Αθηνάν».
+
+ — Ακριβώς δι' αυτό, απήντησεν ο αρχηγός, ευχαριστημένος ότι ο
+αρχοντάρης, χωρίς να το υποπτεύη, διευκόλυνε μεγάλως την υπόθεσίν
+του.
+
+Καθ' όλον αυτό το διάστημα οι τρεις άλλοι άγνωστοι χωροφύλακες
+ίσταντο άφωνοι εγγύς της θύρας, βλέποντες μετά προσοχής και
+περιεργείας την άνω αυτής κρεμαμένην μεγάλην χαρτίνην εικόνα,
+παριστάνουσαν διά ζωηρών ερυθρών και μαύρων χρωμάτων τα επτά
+θανάσιμα αμαρτήματα, επτά ωχράς ψυχάς εχούσας εν τω μέσω επί της
+καρδίας ενθρονισμένον μαύρον βασιλικόν δαίμονα.
+
+Ήδη ο στρογγυλός θυρωρός, φοβερός ωτακουστής, ακούσας έσπευδε να
+καλέση τους μοναχούς προλαβών του υπομοιράρχου τας σκέψεις.
+
+ — Να έλθουν όλοι, διέταξε τότε ο αρχηγός, λαβών όλον το ύφος το
+σκληρόν αρχηγού αποσπάσματος, καταδιώκοντος ληστάς διότι έχω να
+σας αναγνώσω σπουδαίον έγγραφον της Κυβερνήσεως περί των ληστών.
+
+Ο θυρωρός έτρεχε με όλας τας δυνάμεις του κινών κεφαλήν και
+κοιλίαν και τας κοντάς χείρας του εις την αυλήν· και πονηρός ως
+ήτο εκτύπησε τον μικρόν κώδωνα, προς μεγάλην των χωροφυλάκων
+δυσαρέσκειαν, οίτινες ηυχαριστούντο μάλλον να εργάζωνται αθορύβως
+και χωρίς κώδωνας.
+
+Μετά μικρόν εισήλθον εις την αίθουσαν των ξένων πάντες οι μοναχοί
+με τα πρόσωπα αυτών τα ωχρά και τα βλέμματα τα απλανή πλην
+περίεργα και τους πώγωνας τους μακρούς. Ο αρχηγός εξήγαγεν ήδη
+ογκώδη φάκελλον, ον προσεπάθει ν' ανοίξη, οι δε μοναχοί
+προσήγγιζον εν κύκλω διά ν' ακούσωσιν.
+
+Ήτο εκεί ο κηπουρός με τον μικρόν σκαλιστήρα, διακόψας την
+εργασίαν του. Δύο άλλοι νεώτεροι με κίτρινον τον πώγωνα εκ λεπτής
+κόνεως θείου, κρατούντες και τα εκ λευκοσιδήρου θειαφιστήρια·
+είχον εξέλθει προ μικρού μόλις ετελείωσεν η Ακολουθία, διά να
+θειαφίσωσι την άμπελον «πριν πάρη το μελτέμι». Ήλθε και ο
+μάγειρος, ανασφουγκωμένος τας χείρας και κρατών μεγάλην ξυλίνην
+του μαγειρείου κουτάλαν. Εν όλω πέντε μοναχοί μετά του αρχοντάρη.
+
+ — Δεν είνε άλλοι; ηρώτησεν ο αρχηγός των χωροφυλάκων.
+
+ — Όχι γενναιότατε, απήντησεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης, χαίρων διότι
+επέτυχεν εις τον τίτλον, δι' ον τόσην ώραν εσυλλογίζετο. Δυο τρεις
+φορές του ήλθε να τον ονομάση ενδοξότατον, αλλά δεν του εφάνη
+καλόν, άγνωστον διατί.
+
+ — Προσέξετε, είπε μετά φωνής σθεναράς ο αρχηγός. Μήπως απεκρύψατε
+κανένα;
+
+ — Όχι, γενναιότατε! επανέλαβε πάλιν ο ρινόφωνος, οι άλλοι δέκα
+είνε με τον ηγούμενον εις το Μετόχι, θειαφίζουν τα αμπέλια και
+άλλοι λείπουν εις το Νησί, τον Τσουγκριά, (μίαν δροσεράν Νησίδα
+προ του λιμένος, ανήκουσαν εις την Μονήν).
+
+ — Θα έλθουν τώρα;
+
+ — Θα έλθουν την Κυριακήν, μετά τέσσαρας ημέρας.
+
+ — Πολύ καλά, είπεν ο μαυριδερός αρχηγός, εγερθείς εν θορύβω των
+όπλων του.
+
+Και πάραυτα ως να ήτο σύνθημα το «πολύ καλά» τούτο, οι τρεις
+χωροφύλακες, καταβιβάσαντες τους οφθαλμούς των από την φοβεράν
+χαρτίνην εικόνα εξήγαγον εκ της οσφύος των μακρά και λεπτά σχοινία
+και επιπεσόντες κατά των μονοχών εξαίφνης περιέδεσαν αυτούς μετά
+πολλής ευκολίας, ενώ ο αρχηγός ίστατο με γυμνήν την σπάθην του προ
+της θύρας. Μόνον ο μάγειρος, ο ζωηρότερος πάντων, διαμένων εν τη
+μονή εξόριστος εξ άλλου μοναστηρίου ένεκα εγκλήματος, Γεδεών ο
+καραβάς καλούμενος, διότι υπήρξε ναυτικός, ηθέλησε ν' αντισταθή
+και προχωρήσας μάλιστα προς την θύραν ίνα διεξέλθη, εκτύπησε τον
+αρχηγόν διά της ξυλίνης κουτάλας, εκστομίσας συγχρόνως μετά βοής
+και την λέξιν _κλέφτες_. Πλην ως αστραπή η χειρ του αρχηγού
+εφίμωσε το στόμα του, διά δε του πλατέος του ξίφους του επάταξε
+αυτόν εις τον ώμον σκληρώς. Και τότε είς των χωροφυλάκων σπεύσας
+έκλεισε και ησφάλισε την πύλην του Μοναστηρίου.
+
+ — Ο πορτάρης! εκραύγασεν αίφνης ο αρχηγός. Πού είνε ο πορτάρης;
+
+Και έβλεπε περιδεής δεξιά και αριστερά. Ο θυρωρός είχε γείνει
+άφαντος.
+
+Ο λήσταρχος — διότι ενώπιον ληστών ευρισκόμεθα — έγεινε τότε έξω
+φρενών, κτυπών βαρβάρως τους δεσμίους.
+
+ — Τα χρήματα! εφώναζε. Τα χρήματα! επανελάμβανεν. Ογλήγορα τα
+χρήματα, έλεγε κ' εκτύπα τους δειλαίους μοναχούς ωχρούς και
+αφώνους προ του απροσδοκήτου θεάματος.
+
+ — Πήγαινε 'ς το μαγειριό, Θανάση, να ετοιμάσης το λάδι. Είπε προς
+τον γνωστόν μας νεαρόν ληστήν ο αρχηγός, βλέπων ότι οι μοναχοί
+έμενον άναυδοι.
+
+Σιγή φοβερά επηκολούθησεν.
+
+Ο βορειοανατολικός έπνεε βίαιος σείων μετά τριγμού θλιβερού τους
+υελοπίνακας των παραθύρων, ων τα υελόφρακτα ημικυκλικά υπέρθυρα,
+τα ακίνητα, παρίστανον κομψά σχήματα ναών και κωδωνοστασίων, των
+διαφόρων διαιρέσεων της υάλου προσκολλωμένων δι' εξεχούσης
+λευκοτάτης γύψου μ' ευθυγράμμους κόψεις.
+
+Μετ' ολίγον εμφανίζεται πάλιν ο Θανάσης κατακόκκινος, κρατών μέγα
+μαύρον τηγάνιον, εν ώ ετσιτσίριζεν ακόμη σπαρακτικώς το έλαιον.
+
+ — Έχετε εις το ταμείον χρήματα! Εμπρός τα κλειδιά· είπεν ο
+αρχιληστής.
+
+ — Τα έχει ο ηγούμενος, γενναιότατε, είπεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης.
+Εμείς δεν γνωρίζομεν.
+
+Αλλ' ο αρχιληστής εν γνώσει πάντων λέγει προς τον Θανάση:
+
+ — Εδώ Θανάση!
+
+Ο Θανάσης επλησίασε το τσιτσιρίζον τηγάνιον άνω της κεφαλής του
+ρινοφώνου αρχοντάρη.
+
+ — Τα κλειδιά! ωρύετο ο αρχιληστής. Είσαι ο οικονόμος! Σε γνωρίζω.
+Είσαι ο πάτερ-Σισώης ο δάσκαλος, ο κυρ Σωτηράκης. Επειδή πριν
+καλογερέψη είχε χρηματίσει διδάσκαλος εν τω χωρίω. Εσύ τα έχεις τα
+κλειδιά.
+
+Τότε ο γέρων οικονόμος, διότι αληθώς αυτός ήτο γραμματεύς και
+αρχοντάρης, εννοήσας ότι επροδόθησαν και βλέπων τον άφευκτον
+κίνδυνον να καή ζων διά του ελαίου είπε με την ρινόφωνον θλιβεράν
+φωνήν του, καταστάσαν ήδη θλιβερωτέραν:
+
+ — Να τα κλειδιά! κ' έδειξε διά νεύματος τον κόλπον του, μη
+δυνάμενος ν' απλώση την χείρα, δεδεμένος ως ήτο.
+
+Ο αρχιληστής ήρπασε πάραυτα τας κλείδας, έλυσε τον δέσμιον
+οικονόμον και λέγει αυτώ:
+
+ — Εμπρός!
+
+Κ' εξήλθον.
+
+ — Αχ! ηκούσθη θλιβερά τότε των δεσμίων φωνή, ως ν' απεσπάτο από
+της ρίζης η καρδία των.
+
+Ο αρχιληστής, κρατών εκ της χειρός τον τρέμοντα και ημιλιπόθυμον
+οικονόμον ανήλθε τον τρίτον όροφον, γνωρίζων όλα τα εν τω
+μοναστηρίω καλλίτερον από πολλούς των μοναχών, κ' έστη ενώπιον του
+ηγουμενείου, όπου ην και το ταμείον.
+
+Εκρότει πενθίμως η μεγάλη κόρδα εκείνη από τα βαρέα πατήματα του
+ληστού.
+
+Εισήλθον. Ήνοιξε το κιβώτιον ευκόλως ο αρχιληστής. Έλαβε τα
+χρήματα, περιεχόμενα εν δοχείω εκ λευκοσιδήρου, και εξήλθε
+κλειδώσας εντός τον γέροντα οικονόμον, οδυρόμενον εν εσχάτη οδύνη
+και απογνώσει.
+
+Ούτε ηθέλησε ν' ανερευνήση άλλο τι ο ληστής· αν και περιείχοντο εν
+τω κιβωτίω και άλλα αργυρά και χρυσά σκεύη, πολύτιμα βυζαντινά
+κειμήλια. Μόνον ήνοιξε το δοχείον, είδε το χρυσίον και εν μεγίστη
+βία επανακλείσας πάλιν τούτο επανήλθεν εις την αίθουσαν των ξένων
+κομίζων τον θησαυρόν της Μονής.
+
+Εκείθεν δε χωρίς να ομιλήση, έθεσε το βαρύ δοχείον μετά του
+χρυσίου εντός πεπαλαιωμένου και ρακοπλέκτου δισακκίου, όπερ ευρέθη
+προχείρως εκεί, εν τω ετέρω των σάκκων έθεσεν άρτους τινάς ξηρούς
+καλογηρικούς και προς τροφήν και διά το ισοστάθμισμα του δισακκίου
+και φορτώσας τούτο εις τον ώμον του πιστού Θανάση είπε να κρατή
+καλώς και μετά προσοχής τον εμπρόσθιον σάκκον. Και παραλαβών τους
+συμμορίτας ανήλθε προς το βουνόν εν βία, αφείς δεδεμένους τους
+μοναχούς. Αι αίγες δεν διασκελίζουσιν ετοιμότερον τα βράχη, ως
+διεσκέλιζον τους θάμνους οι τέσσαρες λησταί.
+
+ — Θα μας προδώση ο πορτάρης· είπεν ο αρχηγός φρυάττων, όταν
+εξήλθον από του Μοναστηρίου.
+
+
+Εις τα θεσσαλικά πεδία μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως του 54
+και την διάλυσιν των επαναστατικών σωμάτων διάφοροι οπλίται
+περιεφέροντο γυμνοί σχεδόν, μ' εφθαρμένας στρατιωτικάς στολάς,
+κατηρτισμένας εξ ιματισμού παντός όπλου, άνευ άρτου διά την
+σήμερον και άνευ ελπίδος διά την αύριον, φεύγοντες την δίωξιν των
+αγρίων αλβανών, οίτινες με τα βαρέα πατήματα των ετσαλαπατούσαν
+τόσα ιερά όνειρα, φυέντα, ανθήσαντα και φυλλορροήσαντα εν μια μόνη
+νυκτί εις τας δυστυχείς εκείνας χώρας.
+
+Τότε συνηντήθησαν εκεί και τέσσαρες χωροφύλακες, μ' εμβαλωμένας
+στολάς πλην με καινουργή λαμπρά όπλα. Είχον λειποτακτήσει εκ των
+φρουρών της Λαμίας, ως έλεγον, και κατετάχθησαν εις τα
+επαναστατικά στρατόπεδα. Οι δύο εξ αυτών προήρχοντο εκ του σώματος
+του Αλμυρού της Θεσσαλίας, οι δε εκ του στρατοπέδου της
+Κασσάνδρας.
+
+Άγνωστον όμως αν οι τέσσαρες ούτοι αλήται ηγωνίσθησαν τωόντι είς
+τινα των συμπλοκών του Μαΐου. Εν ταις επαναστάσεσιν, ότε
+ανεφαίνοντο πρόσωπα και ονόματα άγνωστα έως τότε, ως να εξέρχωνται
+από των τρωγλών και των αδύτων της γης, ένθα μένουσι το λοιπόν της
+ζωής των διάστημα ως ναρκωμένα ερπετά, εν ταις τρικυμίαις εκείναις
+των εθνών, εν αις ως από ναυαγίων επιπλέουσι και πολλά άχρηστα
+πράγματα, δεν αγωνίζονται όλοι. Υπάρχουν επαναστάται διά την μάχην
+και επαναστάται διά το πλιάτσικο, αναφαινόμενοι αίφνης εις την
+μάχην. Εκ των δευτέρων τούτων ήσαν οι τέσσαρες αλήται με τας
+στολάς των χωροφυλάκων, οίτινες, ενώ οι άλλοι οι αληθείς
+πολεμισταί μετά την προκήρυξιν του υπουργείου Μαυροκορδάτου
+επανήλθον εις το ελληνικόν, εξηκολούθουν να περιφέρωνται περί τα
+πλούσια χωρία του Πηλίου ως λύκοι περί τας πολυάρνους μάνδρας,
+οσφραινόμενοι πού ήτο δυνατόν να περιτύχωσιν ακίνδυνον λείαν.
+
+Ο καπετάν-Γεώργης, ούτως εβαπτίσθη εν τη συμμορία, ήτο ανήρ
+τεσσαράκοντα ετών, μαυριδερός με ωραίον μαύρον μύστακα, τολμηρός
+εν ειρήνη και πρωτοπαλλήκαρο εις το πλιάτσικο, πονηρός όμως και
+πολυμήχανος. Αι δύο μεγάλαι γοργόνες αι γαλάζιαι, τας οποίας
+έφερεν επί των δύο σκληρών βραχιόνων του υπερηφάνως, γεγραμμένας
+διά βελόνης, εμβαπτισθείσης εν διαλύσει πυρίτιδος και ο μέγας
+δικέφαλος αετός εν μέσω του στήθους του με ανοικτάς τας πτέρυγας
+και τον σταυρόν εν τω μέσω κατά τον αυτόν τρόπον κεντηθείς,
+εμαρτύρουν γενναίον άνδρα παίζοντα με την πυρίτιδα και με το αίμα
+του. Πλην η ιστορία εκτός των επί του σώματός του αιματηρών τούτων
+ιστοριών ουδέν κατόρθωμα του πολεμικόν εμνημόνευσεν έως τότε.
+Είπον ουχ ήττον ότι ηγωνίσθη εις την μάχην του Καραντελή, πλησίον
+του Δομοκού, έχων παρά το πλευρόν του νεανίαν άλλον Θανάσην
+καλούμενον, μεθ' ου συνεδέθη διά στενής φιλίας, εκτιμήσας την
+πίστιν και αφοσίωσίν του κατά το σύντομον της ανταρσίας εκείνης
+διάστημα και την σκληρότητα της ψυχής του.
+
+ — Έρχεσαι μαζί μου, Θανάση; λέγει ο καπετάν-Γεώργης προς τον
+πιστόν νεανίαν μετά την διάλυσιν του στρατοπέδου του Αλμυρού και
+την ματαίαν επιμονήν των περί την Καλαμπάκαν.
+
+ — Έρχομαι· απήντησεν ο Θανάσης.
+
+Και αντί να εισέλθωσιν εις το Ελληνικόν εφάνησαν εις το Πήλιον,
+τας νύκτας μόνον περιπατούντες διά τον φόβον των τούρκων.
+
+Κατά την επικίνδυνον αυτήν πορείαν συνηντήθησαν περί το Πήλιον,
+προς άλλους δύο φυγάδας, της αυτής φύσεως, δύο σκληρούς και
+τυλώδεις γέροντας, προερχομένους από της Χαλκιδικής.
+
+Και ούτως οι τέσσαρες ομού εκάθησαν νύκτα τινά περί τα τέλη του
+Μαΐου υπό βαθύσκιον καστανέαν του Πηλίου ν' αναπαυθώσι.
+
+ — Τι να κάμωμεν τώρα παιδιά; είπεν ο καπετάν-Γεώργης, σιωπηλώς
+οικειοποιηθείς δικαιώματα αρχηγίας.
+
+ — Ό,τι διατάξης, καπετάνιε, απήντησαν οι δύο ξένοι, με ύφος
+υποταχθέντων παραχρήμα.
+
+Ο μαύρος μύσταξ του καπετάν-Γεώργη και το διαπεραστικόν και
+πανούργον βλέμμα του είχον επιβληθή εκ πρώτης όψεως εις τους δύο
+νέους συνοδοιπόρους.
+
+Ούτω φαίνεται ότι κατήρτιζε πάντοτε το καπετανάτον του ο καπετάν-
+Γεώργης. Από τα μάτια διέκρινε τους εταίρους του, οίτινες πάλιν
+από τα μάτια διέκρινον τον αρχηγόν των.
+
+Και τότε ήρχισεν ο καπετάν-Γεώργης να διηγήται περί της εν τη νήσω
+Ν . . . ιεράς μονής του Ευαγγελισμού. Είχεν υπηρετήσει προ χρόνων
+ως «βορδονάρης» περιποιούμενος τα υποζύγια και κτήνη της Μονής και
+ήκουσε και είδεν εκεί τον πλούτον αυτής.
+
+Η διήγησις του καπετάν-Γεώργη ήτο τόσον δελεαστική, η δε απελπισία
+των τεσσάρων εταίρων τόσον μεγάλη, ώστε εύκολον ήτο να καταστρωθή
+εκεί, υπό την μαύρην σκιάν του πυκνοφύλλου δένδρου, το δολερόν
+σχέδιον της ληστεύσεως του πλουσίου Κοινοβίου.
+
+ — Κατά τύχην είμεθα όλοι χωροφύλακες, είπεν ο καπετάν-Γεώργης,
+εγειρόμενος κ' επιδεικνύων χρυσίζοντα εν τω σκότει τα σειρίτια της
+στολής του. Έχουν μεν αι στολαί μας ελλείψεις τινάς αλλά δεν
+πειράζει — οι σκοτεινοί εταίροι ήρχισαν να περίμαζεύωσι και
+περιδένωσι τα ράκη του ιματισμού των. — Ποιος θα το καταλάβη; θα
+υποκριθώμεν τους χωροφύλακας της Κυβερνήσεως. Ως προς τα λοιπά μη
+σας μέλει.
+
+Εύρον εις τον Πλατανιάν, το επίνειον του Προμηρίου, καλήν τινα
+λέμβον, εν διαστήματι ωρών τινων διέπλευσαν τον μεταξύ πορθμόν και
+διεπεραιώθησαν εις την απέναντι νήσον Ν . . . όπου είδομεν αυτούς
+αποβάντας εις την Κεχρεάν και εκτελέσαντας τόσον επιτυχώς το
+ευφυές του καπετάν-Γεώργη σχέδιον.
+
+Τώρα εξηγείται το πώς ο αρχιληστής εγνώριζε τα μονοπάτια και τα
+βουνά της νήσου και τα του Μοναστηρίου ασφαλώς και βεβαίως. Ουδένα
+φόβον δε είχον μήπως αναγνωρισθώσι καθ' οδόν υπό των εγχωρίων,
+διότι εν εκείναις ταις ημέραις λησταί κ' επαναστάται περιεφέροντο
+ως μαύροι κόρακες εις τα βόρεια της Ελλάδος σύνορα, δεν ήτο δε
+παντάπασιν απροσδόκητος η αιφνιδία εμφάνισις χωροφυλάκων,
+καταδιωκόντων ληστάς, κ' ενίοτε ληστών, καταδιωκόντων χωροφύλακας.
+
+Διά τούτο όταν μετέβαινον εις την Μονήν το θάρρος των ήτο στερεόν
+και ακλόνητον. Αλλ' από της εξαφανίσεως του θυρωρού συνεταράχθησαν
+κ' εν βία ενήργουν. Εκλονίσθη η καρδία των κ' εν απεριγράπτω φόβω
+ανέβαινον το βουνόν, θέλοντες να επανέλθωσιν εις τον έρημον της
+Κεχρεάς όρμον, όπου είχον αποκρύψει την λέμβον των. Από της αγρίας
+εκείνης ακτής μέχρι του Μοναστηρίου η απόστασις είνε δίωρος.
+
+Όταν δ' οι λησταί μετά την διάπραξιν του ληστρικού των
+εγχειρήματος ανεχώρουν εκ της Μονής, η ώρα ην ωσεί ενδεκάτη της
+ημέρας. Δεν ηθέλησαν πλέον πρωί να εμφανισθώσιν εις τους μοναχούς,
+ίνα μη κινήσωσι το φιλύποπτον αυτών.
+
+
+Ήδη αι τέσσαρες θυγατέρες της Γερακούλας είχον συναθροίσει τα
+φύλλα των συκαμινεών· επλήρωσαν τους σάκκους αυτών, θέσασαι αυτούς
+υπό τας πλατάνους κάτω εις το ρεύμα, ίνα μη μαρανθώσι τα φύλλα,
+και ανέμενον να κλίνη η μεσημβρία, και ούτω με την δρόσον
+επανέλθωσιν εις την κώμην.
+
+Ο καύσων ήτο αφόρητος. Ο άνεμος είχε παύσει.
+
+Η Γερακούλα είχεν ανέλθει εις την Παναγίαν, επάνω επί της οδού,
+ίνα ανάψη κατά το σύνηθες τας κανδήλας της εκκλησίας κ' ευχηθή. Ο
+δε καπετάν-Θοδωρής κάτω εις το ρεύμα εκάθητο — είχον γευματίσει
+πλέον — συνομιλών μετά των θυγατέρων του, αίτινες ένεκα του
+καύσωνος αποβαλούσαι τας λευκάς των μανδήλας και τα φουστάνια,
+εκρέμασαν αυτά από των πλατάνων κ' ενόμιζες τέσσαρες άλλαι
+γυναίκες κρέμανται κατά σειράν. Η μικροτέρα, επειδή σπανίως ήρχετο
+εις το μακρινόν τούτο κτήμα, όλη χαρά έτρεχεν από της μιας
+πλατάνου εις την ετέραν, και πότε έκοπτε δάφνας χλοεράς και
+μυροβόλους, πότε ευώδη φύλλα εκ των αγριολεμονεών και πότε
+ανεζήτει εις την πρασίνην του ρεύματος όχθην το πολυτρίχι, ου το
+εκχύλισμα έχει την ιδιότητα να μακραίνη τα μαλλιά. Ακολούθως
+εισήλθεν εις το ρεύμα αναζητούσα καρκίνους υπό τας ολισθηράς
+πέτρας. Αλλ' οι καρκίνοι των ρευμάτων είνε πονηρότατα όντα.
+Ανεγείρων την πέτραν, θολόνεις το ύδωρ, ο δε καρκίνος δεν φεύγει,
+ως οι καρκίνοι της βραχώδους ακτής, οίτινες εξαφανίζονται
+αστραπηδόν εις τας σχισμάς των υφάλων, αλλά μένει εκεί υπό τα θολά
+ύδατα ακίνητος. Ο δε φοβούμενος να εμβαπτίση την χείρα του εκεί
+εις τα θολά, όπου άγνωστον αν δεν συναντήση τα ανοικτά στόματα του
+οστράκου, σκληρά ως λαβίδα σιδηράν, δεν δύναται να συλλάβη
+καρκίνους.
+
+Η μεγαλειτέρα έχουσα την σπανίαν ευτυχίαν να βλέπη τον πατέρα της
+εις το κτήμα — πρώτην φοράν — διηγείτο προς αυτόν τας διαφόρους
+εκδρομάς των και τας εν τω ερήμω εκείνω δάσει ενασχολήσεις των και
+ιδίως πώς στήνουσα τας θηλειάς υπό τους θάμνους συνελάμβανε τους
+κοσσύφους τον χειμώνα με τα μαύρα πτερά και με την κιτρίνην μύτην
+τους κηρομίτας. Και ήκουε μετά το φαγητόν ο πατήρ, ευαρέστως
+διερχόμενος την καταμεσημβρινήν εκείνην ώραν.
+
+Και ήτο εύμορφος η σκηνή να βλέπης γυρμένον τον γέροντα επί σωρού
+μαλακής πτέρης, ην εκόμισαν τα κοράσια, διά ν' αναπαύσουν τα
+πρεσβυτικά μέλη του πατρός των, εγγύς του ηδέως μορμυρίζοντος
+ρεύματος, κ' εγγύς των ωραίων συμπλοκών της δάφνης, της μύρτου και
+της αγρίας ροιάς με τα κατακόκκινα άνθη της, τας οποίας επιχαρίτως
+εδέσμουν τα αγριόβατα, ενώ παραπέρα αι άγριαι λεμονέαι ως νύκτιαι
+νύμφαι ίσταντο κατά σειράν με τον κατάμαυρον ίσκιον των.
+
+Και ήκουεν ο γέρων και διηγούντο αι θυγατέρες κ' ενίοτε ετραγώδουν
+από τα σπάνια εκείνα και τρυφερά δίστιχα, τα οποία όλαι αι
+νεάνιδες του χωρίου εζήλευον εις τους γάμους. Και δεν υπήρξε
+πενθερά ήτις δεν κατέφυγε προς τας τέσσαρας της Γερακούλας
+θυγατέρας να της είπουν δίστιχα, διά να τραγουδήση την νύμφην της
+η μία, τον γαμβρόν της η άλλη.
+
+Και ιδού κοπαδάκι φαιών περιστερών προσέρχεται δειλά-δειλά με το
+ταχύ και νευρικόν πτερύγισμά του να ποτισθή εις το δροσερόν ρεύμα.
+Αλλ' αίφνης εν τη θέα των ξανθομάλλων παρθένων τρομάζει και χωρίς
+να πατήση εις τα βρεγμένα λιθάρια υποστρέφει πάλιν δειλά-δειλά.
+
+Δύο-δύο έφευγον αι φαιαί αγριοπεριστεραί. — Τι ώμορφα, πατέρα, τι
+ώμορφα, ανέκραξεν η Ελένη. — Γρήγορα θα έχωμεν γάμους,
+επροφήτευσεν ο γέρων. Τα βλέπετε; Δύο-δύο φεύγουν, και είνε οκτώ
+τα στακτερά περιστεράκια. Έτσι θα φύγετε και σεις δύο-δύο να πάτε
+ς' της φωλίτσες σας.
+
+Και ετραγούδησεν ο γέρων:
+
+ _Σαν τα πουλιά που φτέρωσαν πετούνε ένα-ένα
+ τα όνειρα της νειότης μου τα μοσχοαναθρεμμένα.
+ Του κάκου απλόνω με στοργή την ορφανή αγκαλιά μου
+ τώρα όπου τανάθρεψα, πετούνε μακρυά μου._
+
+Εξεπλάγησαν αι καλαί θυγατέρες. Πρώτην φοράν ο πατήρ των με τόσην
+φαιδρότητα ωμιλούσε και ετραγουδούσε.
+
+ — Άλλη φορά θα σε παίρνωμε πάντοτε μαζί, πατέρα. Σου κάμνει καλό
+η εξοχή· παρετήρησεν η δευτερότοκος η Μαργιώ.
+
+Ο καπετάν-Θοδωρής, αισθανθείς μετ' ολίγον μίαν ακτίνα του ηλίου να
+έρχεται πλαγίως, υπανηγέρθη και είδεν ότι ο ήλιος ήρχισε να κλίνη
+προς το μέρος της θαλάσσης.
+
+ — Άργησεν η μητέρα, λέγει.
+
+ — Πάμε να την φωνάξωμεν, είπε και η Ελένη. Είνε ώρα να φύγωμεν.
+Δεν πρέπει ν' αργοπορήσωμεν, γιατί φόβος είνε ακόμα για τους
+κλέφτες,
+
+ — Ομιλείς πολύ σωστά, κόρη μου, είπεν ο πατήρ.
+
+
+Η Γερακούλα την στιγμήν εκείνην κατήρχετο από του υψηλού λόφου,
+κρατούσα κενόν το ελαστικόν, αφού ήναψε πλέον τας κανδήλας της
+Παναγίας της Κεχρεάς, ότε όπισθεν της ακούει βαρείς βηματισμούς
+ανθρώπου, όστις κατέβαινε την οδόν ορμητικώς ως κατρακυλών λίθος.
+
+Στρέφει και βλέπει κατέναντι αυτής τον Θανάσην, τον ληστήν,
+φορτωμένον το καλογηρικόν δισάκκιον και το όπλον του το
+υαλιστερόν. Η μορφή του η αγρία, εφάνη αγριωτέρα εν μέσω της
+ερημιάς και η Γερακούλα μετά δέους εζάρωσε, τρέμουσα ως οψάριον,
+παρά τινα σπηλαιώδη ρίζαν μεγάλης ελαίας.
+
+Ο ληστής εστάθη αποτόμως και έβλεπεν αγρίως προς το βαθύ ρεύμα
+κάτω, ωχρός και με υπόλευκα μελανιασμένα τα χείλη.
+
+Αν η Γερακούλα δεν κατεπλήσσετο αίφνης, θα παρετήρει ότι ο ληστής
+έτρεμε περισσότερον από αυτήν. Αλλ' εις ην δεινήν κατάπληξιν
+ευρίσκετο, δεν ήτο δυνατόν να κρίνη ασφαλώς.
+
+Ο ληστής, ως κεραυνόπληκτος σταματήσας, εξηκολούθει να βλέπη προς
+το ρεύμα κάτω, όπου διά μέσου των κλαδιών ελεύκαζον αι τέσσαρες
+κρεμάμεναι λευκαί μανδήλαι των τεσσάρων αδελφών, κινούμεναι
+ελαφρώς υπό της δροσεράς πνοής του ρεύματος.
+
+Εκ του μυστηριώδους τούτου θάμβους του ληστού, η Γερακούλα κατά
+παράδοξον αντίθεσιν ήρχισε ν' αναλαμβάνη θάρρος. Ο άγνωστος της
+εφαίνετο ως άνθρωπος δυνάμενος να ληστευθή παρά να ληστεύση.
+Διέκρινεν ήδη η Γερακούλα και τα κομβία της στολής του και το
+λευκόν βασιλικόν στέμμα επί του στρατιωτικού πίλου του. Δεν ήτο
+ληστής πλέον ο αίφνης εμφανισθείς εν μέσω της αγρίας εκείνης
+ερημίας, αλλά μάλλον ο δασοφύλαξ, άνθρωπος της βασιλικής
+χωροφυλακής.
+
+Η Γερακούλα επανήλθεν εις τα λογικά της.
+
+ — Κορίτσια είνε εκείνα που ασπρίζουν 'ς το ρέμα; ερωτά ο ληστής
+υποτρέμων.
+
+Ήδη νέα φόβου εικών σχηματίζεται εν τη γυναικεία φαντασία της
+Γερακούλας. Η ερώτησις αύτη της παριστάνει τον ξένον κακόν και
+άγριον.
+
+«Αν επιτεθή κατά των κορασίων;» εσκέφθη. Η μικροτέρα των θυγατέρων
+της είχεν απομακρυνθή και απομονωθή απώτερον εν τω ρεύματι,
+αναζητούσα καρκίνους. Αν απαγάγη αυτήν ο κακοποιός άνθρωπος, πριν
+προφθάση ο γέρων να τον αποκρούση; Και πώς να προφθάση ο πάσχων
+και δυσκίνητος καπετάν-Θοδωρής!
+
+Εσκέφθη προς στιγμήν να κραυγάση, αλλ' εσυλλογίσθη ότι θα ενέβαλεν
+εις αιφνιδίαν και επικίνδυνον ταραχήν τας δειλάς γυναίκας. Όλον το
+ωχρόν δέος των παρελθουσών εβδομάδων θ' αναπαριστάνετο ωχρότερον
+και φοβερώτερον εν μέσω του σκοτεινού εκείνου ρεύματος. Εσιώπα και
+διελογίζετο τι να πράξη, ψελλίζουσα ένδον το «Θεοτόκε Παρθένε», ως
+να ευρίσκετο ενώπιον φαντάσματος.
+
+ — Νεράιδες είνε εκεί κάτω ς' το ρέμα που ασπρίζουν; Ερώτησε πάλιν
+ο ληστής.
+
+Τώρα μόλις ανέλαμψεν η φωτεινή ακτίς της θείας προνοίας εν τη ψυχή
+της Γερακούλας. Είδεν ότι είχεν ενώπιόν της δειλόν άνθρωπον και
+ήτο πλέον πρόχειρος ο τρόπος ν' αποκρούση την συνάντησιν αυτού
+μετά των θυγατέρων της.
+
+Ένθους ως εκ τινος μαρμαρυγής της εν τη ψυχή ιεράς φωτοβολίας του
+πεπρωμένου της η Γερακούλα υποκρίνεται ότι βλέπει και αυτή τας
+λευκαζούσας και κινουμένας μανδήλας κάτω εις τας πλατάνους, όθεν
+δεν ηδύνατο ν' αποσπάση τα βλέμματά του ο δειλός ληστής, και
+ανακράζει μετά τρόμου ποιούσα τον σταυρόν της:
+
+ — Αναράιδες, παιδί μου! πω! πω! Αναράιδες! Τι να γένω!
+
+Και συνεμαζεύθη προς την ρίζαν της ελαίας, προσπεφυκυία ως τις
+μαύρος ρόζος του φλοιού.
+
+Ο δειλός Θανάσης ακούσας ταύτα και ιδών την γυναίκα πτήσσουσαν εις
+τα σπήλαια της ελαίας και συμπτυσσομένην ετράπη παράφορος προς το
+κατέναντι δάσος, δεινώς παραπατών και διασχίζων τας ακανθωτάς
+πρίνους ως ανθοφόρα κλαδιά εν φοβερώ κρότω των θραυομένων ξηρών
+του δάσους κλώνων.
+
+Ην και ο όγκος ο βαρύς του δισακκίου επί του ώμου του,
+περιπλεκόμενος κ' εμποδίζων αυτού την ελευθέραν διάβασιν.
+
+Η Γερακούλα τον είδε τότε βιαίως περιπεπλεγμένον εντός του δάσους,
+τον είδε κλονισθέντα μίαν στιγμήν ως να ήθελε να πέση κάτω και να
+κυλισθή — ήτο ανώμαλον και βραχώδες το έδαφος και ολισθηρόν συνάμα
+εκ των ξηρών φύλλων των πευκών — πλην τον είδε καταβαλόντα
+τελευταίαν αντίστασιν και διά της κεφαλής του προς τα εμπρός
+υπερνικήσαντα, εισδύσαντα εντός της λόχμης και γενόμενον άφαντον.
+
+Τόση ήτο του δειλού ληστού η βία και η προς φυγήν μανία, ώστε η
+Γερακούλα δις και τρις περιέβλεψε, μη τωόντι από του ρεύματος
+ενεφανίσθησαν τα πονηρά της ερημίας πνεύματα. Και τότε είδε δύο
+των θυγατέρων ν' αναβαίνωσι προς αναζήτησίν της.
+
+ — Σωπάτε! ψιθυρίζει η μήτηρ, ιδούσα αυτάς θορυβούσας.
+
+ — Τι είνε; Ερωτά η Ελένη.
+
+Ηκούετο ακόμη ο συνεχής συρμός όπισθεν της λόχμης από των βιαίως
+σειομένων θάμνων, ως όταν από στενής ατραπού δάσους διέρχεται
+υποζύγιον φορτωμένον.
+
+Μετ' ολίγον προσήλθον και αι άλλαι δύο θυγατέρες και ο γέρων με τα
+ραβδία του.
+
+Έφερον και το ονάριον και τους σάκκους των φύλλων.
+
+ — Τι κάμνομεν! ηρώτησεν ο καπετάν-Θοδωρής. Ώρα να πηγαίνωμεν.
+
+Η δε Γερακούλα διηγήθη τότε προς όλους το αστείον συμβάν του
+δειλού χωροφύλακος. «Χωροφύλακας, δασοφύλακας, να, ένας ξένος, δεν
+ξέρω» έλεγε.
+
+Αι δε νεάνιδες ανεκάγχασαν θορυβωδώς, ιδούσαι ότι το παρώνυμον,
+όπερ εμπαικτικώς απέδιδον εις αυτάς εν τη κώμη, εγένετο αφορμή να
+καταπλαγή ο ξένος.
+
+ — Είπα να φωνάξω, εξηκολούθησεν η μήτηρ, αλλά φοβήθηκα, να σας
+πω. Ήτον ξένος. Πρώτη φορά τον είδα.
+
+Αι νεάνιδες εκ περιεργείας επροχώρησαν προς την λόχμην, όθεν
+εγένετο άφαντος ο ληστής και εθεώρουν το δάσος.
+
+ — Μα πώς πέρασε! Έλεγεν η Ελένη απορούσα.
+
+ — Ένας τενεκές! ανεφώνησεν αίφνης η μικροτέρα, ιδούσα εκεί εν
+μέσω των θάμνων δοχείον κυλινδρικόν εκ λευκοσιδήρου.
+
+Ο γέρων, ως αρχαίος πλοίαρχος, έχων γνώσιν τοιούτων εκτάκτων
+ευρημάτων, ητένισε περιέργως προς την Φανιώ.
+
+ — Φέρε τον εδώ! λέγει.
+
+ — Είνε βαρύς! απαντά σπεύσασα η Γερακούλα και προσπαθούσα να
+μετακινήση το εύρημα.
+
+Ο γέρων εδιπλασίασε την περιέργειάν του και κουτσά-κουτσά με τα
+δύο ραβδία του προέβη μέχρι της λόχμης.
+
+Όλαι περικυκλούσι τότε τον γέροντα, καθήσαντα εκεί και
+προσπαθούντα ν' ανοίξη το δοχείον.
+
+ — Δεν φοβάσαι πατέρα; υπέλαβον αι νεάνιδες, ως εάν ήτο το δοχείον
+εκείνο φωλεά όφεων
+
+ — Σωπάτε! Εδώ μέσα είναι η τύχη σας· έλεγε γελών ο γέρων.
+
+ — Να ήταν τάχα του ξένου; ηρώτησεν η μικροτέρα.
+
+ — Μπορεί! προσέθηκεν η μήτηρ, γιατί, μου φαίνεται, άκουσα ένα
+κρότον κούφιον. Ήταν φορτωμένος ένα δισάκκι 'ς τον ώμο του.
+
+ — Αυτουνού θα είνε, επανέλαβεν η μικροτέρα. Να, ένα κομμάτι
+σχισμένο από το δισάκκι.
+
+Πράγματι ην εκεί και ράκος του περιπλακέντος εντός των αγκυλωτών
+θάμνων δισακκίου.
+
+Αι άλλαι έβλεπον τον πρεσβύτην καταγινόμενον ν' ανοίξη το δοχείον.
+
+ — Εδώ σας λέγω είνε η τύχη σας, επανελάμβανεν ο γέρων. Οποιανού
+είνε, εδώ είνε η μοίρα σας.
+
+ — Παληό πράμμα! εθαύμαζεν η Γερακούλα. Τώρα δεν φκιάνουν τέτοια
+γερά! Κύττα χόνδρος! Κύττα σκαλίσματα εύμορφα!
+
+Το επικάλυμμα έφερεν ανάγλυπτον τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου.
+Πέριξ δε τα τοιχώματα έφερον γλυφάς άλλων αγίων και κοσμήματα και
+σταυρούς, κ' εν γένει το όλον εφαίνετο αρχαϊκόν τι εκκλησιαστικόν
+κατασκεύασμα εξ άλλου τινός πολυτιμοτέρου μετάλλου.
+
+Αίφνης τότε, διανοιγέντος του επικαλύμματος, εξεχύθησαν επί των
+χόρτων λάμποντα πολυάριθμα χρυσά νομίσματα.
+
+Προς την εξαφνικήν τούτων θέαν ο καπετάν-Θοδωρής ανετινάχθη ως να
+εξήλθον φλόγες εκ του δοχείου και προσέβαλον αυτού το πρόσωπον.
+
+Ωσαύτως και αι γυναίκες υπεχώρησαν, αναφωνήσασαι θαυμασμού κ'
+εκπλήξεως αναφωνήματα, τεθαμβωμέναι εκ της λάμψεως του χρυσίου.
+
+Και ως εξ ορμεμφύτου τινός κινήσεως ομοίως προσέβλεψαν πάσαι κύκλω
+τα βουνά και την ερημίαν.
+
+Ταχέως συνελθών ο καπετάν-Θοδωρής εκ της πρώτης εκπλήξεως
+συνήθροισε τα εκχυθέντα νομίσματα, τα οποία εξαισίως έλαμπον υπό
+τον φλέγοντα ήλιον.
+
+ — Σωπάτε! Δεν σας είπα ότι εδώ μέσα είνε η μοίρα σας; Γλήγορα να
+φύγωμεν.
+
+ — Σαν είνε του χωροφύλακα; ηρώτησεν η Φανιώ.
+
+ — Αυτό είνε θησαυρός κεκρυμμένος, είπεν ο πατήρ. Αυτό είνε παληό
+πράμμα.
+
+Και προσεπάθει να επανακλείση το δοχείον.
+
+ — Σαν καινούργια δίλεπτα, είπε τις των θυγατέρων, παραδόξως
+συγχέουσα εν τη απλότητι αυτής το πολύτιμον μέταλλον προς τον
+χαλκόν.
+
+ — Να σας πω τη γνώμη μου. Αυτός ο ξένος, φαίνεται, θα είναι
+κανένας που γνώριζε εδώ τα μέρη. Εδώ έρχονται πολλές φορές ξένοι
+με οδηγίες και ανευρίσκουν θησαυρούς. Εδώ 'ς την επανάστασι
+πέρασαν πολλοί οπλαρχηγοί, πολλοί λιάπηδες και πολλοί κλέφτες. Και
+όσοι είχον χρήματα τα έχωνον βάζοντας σημάδια πέτρες ριζιμιές,
+κουφάλες μεγάλων δένδρων και βράχους, για να γυρίσουν αργότερα και
+τα λάβουν. Αλλά φαίνεται ότι άλλοι από αυτούς εσκοτώθησαν εις τον
+πόλεμον, άλλοι συνελήφθησαν και απέθανον εις τας φυλακάς και τα
+χρήματα έμειναν θαμμένα. Ο καπετάν Νικόλας δεν ηύρε πέρσυ εδώ 'ς
+τη Κεχρεά μία τζάρα γεμάτη φλωριά βενετικά κ' έφκιασε το καράβι;
+Άλλοι πάλιν τα ονειρεύονται εις τον ύπνον τους κ' έρχουνται νύχτα
+και σκάπτουν. Ο Γέρω-Διαμαντής δεν χάλασε όλα τα αρέα της
+Παναγίας-Ντομάν κ' εξερίζωσε της ρίζες των για ν' αύρη χρήματα,
+κρυμμένα; Αλλά πολλοί από αυτούς πεθαίνουν, γιατί τυχαίνει να
+είναι στοιχειωμένα. Και αυτός ο ξένος, που τα πέταξε κ' έφυγε σαν
+τρελλός, θα έπαθε φαίνεται.
+
+Εις το διάστημα τούτο, ενώ ωμίλει ο γέρων, συγχρόνως περιέκρυψε το
+δοχείον εντός σάκκου τινός των φύλλων, αι δε γυναίκες ητοιμάσθησαν
+προς αναχώρησιν.
+
+ — Θα ήταν στοιχειωμένα! επανέλαβεν ο γέρων.
+
+ — Λοιπόν τότε κ' ημείς; . . διέκοψεν η Ελένη εν φόβω . .
+
+ — Ημείς δεν πταίομεν, επανέλαβε λέγων ο πατήρ, ημείς δεν τα
+ηνοχλήσαμεν εις τα βάθη της γης τα στοιχειωμένα φλωρία. Ημείς τα
+ηύραμεν επάνω, όπου τα εκτύπησε πλέον ο καθαρός αέρας και έφυγε
+πάσα ακαθαρσία και κακή ενέργεια του δαίμονος. Δι' ημάς είνε δώρον
+του Θεού. Και επειδή ο καπετάν-Θοδωρής ήτο φιλακόλουθος και καλός
+χριστιανός κ' εγνώριζεν απέξω πολλά «γράμματα της Εκκλησίας»
+προσέθηκε:
+
+«Παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον»...
+
+
+Ο δειλός ληστής κάτω εις τον ορμίσκον τον έρημον ανέπνευσεν. Άλλως
+δεν απείχε πολύ εκείθεν η θάλασσα. Καθ' όλον το διάστημα τούτο
+ενόμιζεν ότι όπισθεν κατεδίωκον αυτόν τα φοβερά του ρεύματος
+φαντάσματα, αι άυλοι Νεράιδες. Τα αγκυλωτά κλαδία, άτινα εν τη
+λόχμη διηγκύλονον τας άκρας του στρατιωτικού του ιματίου και το
+όπισθεν κρεμάμενον βαρύ μέρος της εφθαρμένης πείρας, εξελάμβανεν
+ως τας σατανικάς χείρας των κακοποιών πνευμάτων, αίτινες
+απειροπληθείς, μακραί κ' αιχμηραί ημιλλώντο περί της συλλήψεώς
+του, η μία αφίνουσα αυτόν και η άλλη λαμβάνουσα ατελευτήτως κατά
+διαδοχήν κ' εθραύοντο κατά την αγωνιώδη διάβασιν τα ξηρά τσαρπάλια
+κ' εκρότουν αγρίως και τον κρότον εκείνον εξελάμβανεν ως την
+φοβεράν φωνήν των φαντασμάτων.
+
+Τότε κατά την εισβολήν του εν τω δρυμώ απέμεινεν εκεί, διαγκυλωθέν
+υπό τινος ακανθωτού και σκληρού θάμνου, το όπισθεν μέρος του
+δισακκίου, εν ώ περιείχετο τα χρυσίον, όπερ αισθανθείς εν τη ορμή
+του συλληφθέν, ενόμισεν ότι αι Νεράιδες, συλλαβούσαι, είλκον αυτό
+εν βία προς τα όπισθεν. Ο δε Θανάσης εναγκαλισθείς σφιγκτότερον
+τότε το εμπρόσθιον μέρος της πήρας, ενώ περιείχοντο οι ξηροί
+άρτοι, νομίζων ότι εβάσταζε το χρυσίον, ώρμησε βιαιότερον προς τα
+εμπρός, όπως ελευθερωθή από των χειρών, ως εφαντάζετο, των
+βεβακχευμένων γυναικών.
+
+Τότε θραυσθέντος του αιχμηρού ξηρού κλώνου, του εμπαγέντος εν τω
+όπισθεν σάκκω της πεπαλαιωμένης πήρας, διερράγη μέρος αυτής, δι'
+ου υποχώρησαν το βαρύ χρυσοφόρον δοχείον κατέπεσε, κυλισθέν επί
+των θάμνων κάτω.
+
+Εκεί παρ' ολίγον να πέση άπνους ο ληστής. Τότε εθόλωσεν ο νους
+του, ότε, κρατηθέντος του δισακκίου, ενόμισεν ότι ενεπάγη ακίνητος
+εκεί, ασφαλής λεία των φαντασμάτων. Μυρίαι όψεις τον περιεκύκλωσαν
+— ούτω διηγείτο κατόπιν — όψεις παραδόξως ωραίαι και παραδόξως
+δυσειδείς, κράμα τερατώδες νεάνιδος και γραίας, οφθαλμοί γλυκείς
+και άγριοι, λαμπροί κ' εσβεσμένοι, στόματα με οδόντας και χωρίς
+οδόντας, κεφαλαί με πτερά ταώνων, με λοφιάς τσαλαπετεινών, με
+παντοία κέρατα, σώματα ως γυναικών και σώματα ως κυνών, σατανάδες
+ανθρώπινοι, ενεδρεύοντες εν στιγμή τινι του βίου να συλλάβωσι την
+δύσποτμον λείαν των, την ριπτομένην υπό της τύχης εν τω μέσω του
+ορχουμένου θιάσου αυτών. Ούτω τερατωδώς εις τους οφθαλμούς του
+ενεφανίσθησαν τα ωραία και αγγελόμορφα φαντάσματα των Νεράιδων.
+
+Επήρε τον ανασασμόν του μια, όταν ηλευθερώθη από του ημίσεως
+φορτίου του, και μετ' ολίγον ευρέθη κάτω εις την παραλίαν. Όπισθεν
+της λόχμης ήτο ευρύ μονοπάτιον.
+
+Οι δύο άλλοι γέροντες λησταί φθάσαντες προ αυτού είχον ήδη έτοιμον
+την λέμβον εν τη θαλάσση κατά τας διαταγάς του αρχιληστού, όστις
+ενεφανίσθη και αυτός μετ' ολίγον, ασθμαίνων.
+
+Κατά την βεβιασμένην από του Μοναστηρίου αναχώρησιν, υποπτεύσας ο
+αρχιληστής ότι θα επροδόθη υπό του δραπετεύσαντος θυρωρού,
+επανήρχετο εις Κεχρεάν μετά πολλών προφυλάξεων. Όταν ανέβησαν
+επάνω εις την κορυφογραμμήν, από της οποίας εφαίνοντο εξ ενός η
+κώμη κ' εξ άλλου η Κεχρεά, διέταξεν οι μεν δύο γέροντες ως
+πρόσκοποι να βαδίζωσιν από των κορυφών, προσέχοντες προς το
+αντίθετον μέρος, ο δε Θανάσης, ο έχων το χρυσίον, ο αφωσιωμένος
+του σύντροφος, να καταβαίνη από του ομαλού διά της μεγάλης οδού
+και του ρεύματος. Ο αρχιληστής θα τον ηκολούθει. Ο καπετάν Γεώργης
+πονηρός και δόλιος, παρατηρήσας ότι ο πιστός αυτώ Θανάσης εκ του
+προς τες Νεράιδες φόβου του ανεκάλυπτε πρώτος πάσαν κίνησιν φύλλων
+και κλάδων, οσάκις διήρχοντο από ρευμάτων ή από δασών, διέτασσεν
+αυτόν να βαδίζη πάντοτε εμπρός, ίνα ανακαλύπτη ευκόλως πάσαν
+ενέδραν ή στρατιωτικήν κίνησιν.
+
+ — Το καλλίτερο καραούλι είνε ο δειλός, έλεγε πολλάκις. Αλλά τότε
+ο αρχιληστής παρέμεινεν εις την κορυφήν επί μικρόν, διότι ενόμισεν
+ότι είδε κίνησιν ανθρώπων, εξερχομένων εκ της κώμης. Είχεν οξύ το
+βλέμμα ως άγριον πτηνόν. Άλλως η κώμη απείχεν εκείθεν μίαν και
+ημίσειαν ώραν κατωφερώς. Εσύριξε προς τον Θανάσην — σημείον ίνα
+σπεύδη — και μετ' ολίγον, αφού κατεσκόπευσε τα πέριξ καλώς,
+κατήλθε βιαίως και ούτος, αφού εβεβαιώθη ασφαλέστερον περί του
+επικειμένου κινδύνου, διότι οι αναφανέντες οπλοφόροι διηυθύνοντο
+προς το Μοναστήριον.
+
+Και τωόντι, όταν ο καπετάν-Θοδωρής και αι γυναίκες εθεώντο εν
+μυστηριώδει εκστάσει τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, θα διήρχετο από
+έμπροσθέν των ανύποπτος όλως ο αρχιληστής, αν το συμβάν εις τον
+Θανάσην δεν ηνάγκαζε και αυτόν να παραστρατήση προς το βουνόν.
+Ιδών δηλαδή μακρόθεν τον Θανάσην ορμώντα προς τα επάνω, και
+διασχίζοντα ως μαινόμενον την πυκνή λόχμην, έκρινεν ότι και αυτός
+θα έπραττε φρονίμως να τον ακολουθήση, αφίνων την πεπατημένην
+οδόν. Και ούτω και ο αρχιληστής περίφοβος, υποπτεύων ενέδραν,
+παρεξέκλινε, και διά των ορέων βαδίζων κατόπισθεν σχεδόν του
+Θανάση, κατήλθεν εις τον απόκεντρον όρμον.
+
+ — Εμπρός 'ς τα κουπιά! διέταξεν ο αρχιληστής επιβάς τελευταίος
+εις την λέμβον, ήτις εκινήθη αποτόμως ένθεν και ένθεν εκ του
+βαρέος αυτού πατήματος.
+
+Ο Θανάσης ούτε ενόησε πώς ευρέθη εν τη λέμβω. Τόσον ήτο
+τεταραγμένος ακόμη. Εισήλθε και εκάθησε κρατών σφιγκτά μεταξύ των
+χειρών του εν τη αγκάλη του το εφθαρμένον δισάκκιον, βαρύ και
+δυσβάστακτον εκ των έμπροσθεν και κενόν εκ των όπισθεν.
+
+Έλαβον τας κώπας οι λοιποί και απεμακρύνθησαν ολίγον από της
+παραλίας κατευθυνόμενοι προς βορράν, αθέατοι, υπό τους υψηλούς
+βράχους, κατά πρώτον γιαλό-γιαλό πλέοντες.
+
+Και τότε μόνον ο αρχιληστής, καθησυχάσας, ανεζήτησε τον σάκκον, εν
+ώ περιείχετο το χρυσίον.
+
+Το δισάκκιον εκράτει σφιγκτά ακόμη ο πιστός Θανάσης.
+
+Πλην εκπλήσσεται ο αρχιληστής μη ανευρίσκων εντός το χρυσοφόρον
+δοχείον.
+
+Εκπλήσσεται και ο Θανάσης.
+
+Εκπλήσσονται και οι άλλοι δύο, οίτινες εκωπηλάτουν, οι δύο
+γέροντες.
+
+Ο αρχιληστής έκφρων εκκενώνει το ήμισυ δισάκκιον, και πίπτουσιν οι
+ξηροί του μοναστηρίου άρτοι, κτυπώντες επί των σανίδων της λέμβου
+θλιβερώς ως σκληροί λίθοι.
+
+Προσέβλεψεν αγρίως τότε τον Θανάσην ο αρχιληστής. Το βλέμμα του
+έπνεε πυρ και φλόγας. Όλη η αγωνία της καρδίας του κατά την
+ύποπτον αυτήν πορείαν εξέσπασεν εις μανίαν.
+
+Υποπτεύει ότι ο Θανάσης κατεχράσθη την εμπιστοσύνην του, αποκρύψας
+το χρυσίον, και μαίνεται κ' εκ της μανίας δεν δύναται να αρθρώση
+λέξιν.
+
+Τότε μόλις εκ του νέου τούτου τρόμου συνήλθεν ο δειλός Θανάσης. Ο
+νέος φόβος απεδίωξε τον παλαιόν.
+
+ — Θα τα πήραν τα χρήματα αι Νεράιδες! λέγει με αφέλειαν μωρού
+ανθρώπου.
+
+Εις τους πυρίνους του αρχιληστού οφθαλμούς νέαι φλόγες απήστραψαν.
+
+Ο δε Θανάσης προσθέτει:
+
+ — Όταν μου έδωσες το δισάκκι, τα χρήματα ήσαν εις το εμπροσθινόν
+μέρος, το οποίον εβαστούσα καλά με τα δυο μου χέρια 'ς την αγκαλιά
+μου. Αλλ' όταν επάνω εις το βουνόν εσταμάτησα διά να ξεκουρασθώ,
+άφησα το δισάκκι, και όταν το ξαναπήρα, κατά λάθος τα χρήματα ήσαν
+εις το πίσω μέρος και εγώ εκράτουν σφιγκτά το εμπροσθινόν με τα
+ψωμιά. Ω! Τι έπαθα!
+
+ — Και πού είνε τα χρήματα τώρα! κραυγάζει πάλιν ο αρχιληστής
+αγριώτερον, μη εννοών.
+
+ — Θα τα πήραν αι Νεράιδες! επαναλαμβάνει ο Θανάσης. Ο αρχιληστής
+εβρυχάτο ως λέων, εκ της μανίας αδυνατών να κινηθή καν.
+
+Ο δε Θανάσης εξακολουθεί να διαμαρτύρεται προοιμιαζόμενος πάλιν
+ότι αν ήθελε να κλέψη τον αρχηγόν του, δεν θα είχε τόλμην να
+εμφανισθή πλέον ενώπιόν του, διότι εγνώριζεν ότι ήθελε κινήσει την
+οργήν του. Και θρηνεί.
+
+Και ούτω θρηνών αφηγείται το συμβάν επάνω εις το ρεύμα, υπό την
+γενικήν αγανάκτησιν των συντρόφων όλων.
+
+Παρ' ολίγον ν' ανατρέψη την λέμβον εκ της οργής ο αρχιληστής και
+να πνιγώσι πάντες εις την θάλασσαν.
+
+Οι δύο γέροντες προέτεινον ν' αποβιβασθώσι πάλιν κ' επανέλθωσιν
+εις το μέρος, όπου, ως έλεγεν ο Θανάσης, είδε τα φαντάσματα.
+
+Η πρότασις ήτο καλή.
+
+Αλλ' ήδη ηκούοντο επάνω εγγύς της παραλίας πυροβολισμοί συνεχείς.
+
+ — Σκύλε, Θανάση! είπε φρυάττων ο αρχιληστής.
+
+Έλαβον τότε οι λησταί τας κώπας, τέσσαρας μεγάλας και στερεάς, και
+απεμακρύνθησαν ταχέως προς την αλίμενον ακτήν του Πηλίου, σιωπηλοί
+και αγρίως κατηφείς, ως ν' απώλεσαν εν τη μάχη τον καλλίτερον
+σύντροφόν των.
+
+Τη επαύριον οι περιπολεύοντες ακόμη αγροφύλακες ανεκάλυψαν εις την
+έρημον εκείνην ακτήν της νήσου πτώμα χωροφύλακος, σχεδόν
+διαμελισμένον.
+
+Ήτο το πτώμα του δειλού Θανάση, ον ο αρχιληστής διεμέλισεν εν τη
+ληστρική οργή του.
+
+Οι μοναχοί, εις ους επεδείχθη υπό του δημάρχου, τον ανεγνώρισαν.
+Τόσην δ' αίσθησιν είχε προξενήσει εις αυτούς ο ληστής ούτος, ώστε
+και διαμελισμένον το σώμα τοις εφαίνετο ότι εκράτει ακόμη το
+τσιτσιρίζον τηγάνιον.
+
+ — Αυτός είνε ο άθλιος, έλεγεν ο ρινόφωνος οικονόμος της Μονής
+πάτερ-Σισώης, προσθέτων και το ρητόν αργά-αργά: — Λάκκον ώρυξε και
+ανέσκαψεν αυτόν... ».
+
+
+Ο στρογγύλος θυρωρός της Μονής, ότε ίστατο εμπρός εις το
+αρχονταρίκιον και ανέκρινε δευτέραν φοράν σιωπηλώς διά των
+οφθαλμών του τους ξένους εκείνους, τους τόσον οικείως εισελθόντας
+εις το Μοναστήριον, παρετήρησεν ότι από του φαινομένου αξιωματικού
+της χωροφυλακής έλειπον τα σύμβολα του βαθμού του — αι σαρδέλλες
+λεγόμεναι τότε — ένθεν κ' ένθεν του περιλαιμίου. Ο πονηρός
+μοναχός, διαμείνας άλλοτε εν Αθήναις, μετά πολλής περιεργείας
+εξηκρίβωνε τα του στρατού μάλιστα, έχων κλίσιν περί την πολεμικήν
+τέχνην.
+
+Πολλάκις ο άνθρωπος εμφανίζει κλίσεις εις πράγματα διά τα οποία
+είνε όλως διόλου ακατάλληλος.
+
+Παρετήρησε προσέτι, — τούτο ήτο λεπτότατον — ότι ο πίλος του
+υπομοιράρχου έφερεν έν σειρίτιον διαφόρου χρωματισμού των επί της
+στολής των άλλων.
+
+Ταύτα πάντα παρέσχον αυτώ υπονοίας περί των ξένων και εθεώρησε
+φρόνιμον να κυλίση τον κατήφορον κρυφά-κρυφά, διά να γνωστοποιήση
+τας υπονοίας του εις τον ηγούμενον. Διά τούτο αναζητηθείς τότε ο
+θυρωρός υπό των ληστών, περιφρονησάντων αυτόν διά το ανάστημά του
+κατά πρώτον, δεν ευρέθη.
+
+Και ιδού ότι ο άνθρωπος ουδένα πρέπει να περιφρονή εις αυτόν τον
+κόσμον.
+
+Και κατ' αρχάς μεν εξήρχετο της Μονής ο θυρωρός, χωρίς να έχη σαφή
+ιδέαν περί των πραγμάτων, αλλ' όταν επροχώρησεν ολίγον, και είδε
+να κλείηται και ν' ασφαλίζηται η πύλη διά του σιδηρού μοχλού, και
+ήκουσε τέλος — δεινόν ειπείν! — ήκουσε γοερώς αντηχούσαν την φωνήν
+του μαγείρου, κραυγάζοντος «κλέφτες!», όταν τον είχε κτυπήσει ο
+αρχιληστής, ως είδομεν, τότε εκαθαρίσθησαν πλέον αι ιδέαι του
+στρογγύλου μοναχού, γενόμεναι στρογγυλώτεραι και μετά μίαν ώραν
+ήτο εις το Μετόχιον και μετά ταύτα εις την κώμην, όπου τον είδον
+περίφοβοι οι άνθρωποι, εις την αγοράν κυλιόμενον ως βαρέλιον διά
+της παραλίας και κραυγάζοντα «κλέφτες!» χωρίς να ίσταται και χωρίς
+να διασαφηνίζη το πράγμα, έως ου ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου.
+Πάραυτα κατόπιν διά συγκεχυμένων λόγων διεδόθη εν τη κώμη, η
+φοβερά είδησις.
+
+ — Πάτησαν το Μοναστήρι! έλεγεν ο έτερος προς τον έτερον.
+
+ — Πάτησαν το καινούργιο Μοναστήρι! επανελάμβανεν άλλος. Και εις
+όλον το χωρίον αντήχει η βοή:
+
+ — Πάτησαν το Μοναστήρι!
+
+Και έκλειον οι άνθρωποι τα μαγαζεία και ησφάλιζον αυτά, και
+έκλειον αι γυναίκες τας θύρας και τα παράθυρα. Αμέσως αι οδοί
+ηρημώθησαν.
+
+Και μόνον ο Γέρω-Γιάννης έτρεχεν, ο αστυνομικός κλητήρ, με τα
+τσακμάκια εις τα θυλάκια και το καρυοφύλλι του εις τον ώμον
+ανεβοκατεβαίνων την αγοράν και την δημαρχίαν, και εκάλει τους
+πολίτας εις τα όπλα κρούων τον μέγαν κώδωνα του ναού.
+
+Το παραχθέν αίσθημα ήτο και φόβος και θλίψις. Φόβος μεν, διότι δεν
+εγνώριζον περί της συμμορίας εκ πόσων συνέκειτο και τι σκοπούς
+ακόμη είχε· θλίψις δε, διότι εγνώριζον ότι η Μονή του Ευαγγελισμού
+είχεν αποταμιεύματα πλούσια.
+
+Και το εσέβοντο οι άνθρωποι το ιερόν Κοινόβιον και το ηγάπων. Οι
+πτωχοί το είχον ως πτωχοτροφείον και οι γέροντες ως γηροκομείον.
+Τας εορτάς του Πάσχα και των Χριστουγέννων φορτώματα εμοίραζε κάτω
+εις τον λαόν τον σίτον και το έλαιον.
+
+Ούτως ο δήμαρχος επί κεφαλής οπλοφόρων εξήλθεν εις τα όρη προς
+ανακάλυψιν των ληστών, παρακολουθούντος και του ηγουμένου. Κατά
+πρώτον μετέβησαν εις την Μονήν, όπου εύρον τους μοναχούς δεμένους
+ακόμη, κ' έμαθον ασφαλώς πλέον την γενομένην συμφοράν.
+
+ — Ωχ! έκλαιεν ακόμη θρηνών ο ρινόφωνος γραμματεύς και οικονόμος
+πάτερ-Σισώης, κλειδωμένος εν τω κενώ ταμείω.
+
+Και αντήχει γοερώς η φωνή του εις την έρημον κόρδαν των κελλίων ως
+νυκτικόρακος στεναγμός.
+
+ — Μας επρόδωσαν, κύριε δήμαρχε! επανελάμβανεν ο γέρων αρχοντάρης.
+Μας επρόδωσαν! Τα εγνώριζον όλα. Ακόμη και τα κλειδιά, τα οποία
+είχον εις τον κόρφον μου!
+
+Μετά ταύτα διηρέθησαν εις δύο σώματα και ο μεν Γέρω-Γιάννης απήλθε
+προς το Κάστρον, ο δε δήμαρχος προς την Κεχριάν. Είνε τα δύο
+αγριώτερα και απροσιτώτερα μέρη της νήσου.
+
+ — Τον νου σου, και τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη, είπεν ο
+δήμαρχος, αποχωριζόμενος από τον κλητήρα του.
+
+Και κατήλθε προς την θάλασσαν, του ηγουμένου, ενός ασκητικού και
+ξηραγκενού μοναχού, λίαν ιεροπρεπούς, κατόπιν του πεζοπορούντος
+και αυτού, και μη δυναμένου ούτε λέξιν να εκστομίση εκ της
+θλίψεως.
+
+Εις το πέλαγος ουδεμία λέμβος εφαίνετο. Εις τα δάση και τα ρεύματα
+ουδέν σημείον ύποπτον παρετήρησαν. Και ότε, ιστάμενοι επί λόφου
+εγγύς της ακτής διελογίζοντο να επανέλθωσιν άπρακτοι, εξεκένωσαν
+τα όπλα των εις το πέλαγος, αγανακτούντες διά την αποτυχίαν των
+ερευνών των, τότε οι λησταί ακούσαντες τους πυροβολισμούς,
+απεμακρύνθησαν βορειότερον και είτα ετάχυνον διά του πελάγους. Και
+όταν ανήχθησαν πλέον μακράν, τότε είδον την λέμβον οι οπλοφόροι.
+Πάραυτα ο δήμαρχος έκρουσεν εξ απογνώσεως τας παλάμας του.
+Εννόησεν ότι οι λησταί διεξέφυγον εκ των χειρών των. Διότι ο
+λιμενάρχης είχε διατάξει ουδεμία λέμβος να εξέλθη του λιμένος την
+ημέραν εκείνην. Η δε ταχέως απομακρυνομένη των ακτών της νήσου
+βεβαίως δεν θα ήτο καλή λέμβος.
+
+ — Πάει, βρε παιδιά, μας γλυτώσανε! είπε τεθλιμμένος και
+επανεκτύπησε τας παλάμας του.
+
+Εξεκένωσαν τότε και δευτέραν φοράν τα όπλα των οι οπλοφόροι, άτινα
+αντήχησαν πενθίμως επί της λείας επιφανείας της θαλάσσης,
+αποχαιρετισμός ηχηρός προς τους απομακρυνομένους ληστάς και τας
+φευγούσας ελπίδας των.
+
+ — Αιωνία των η μνήμη! είπεν ο δήμαρχος. Τι άλλο να είπη;
+
+Και θέλων να διασκεδάση την θλίψιν του ηγουμένου ηρώτησεν ολίγον
+ατόπως:
+
+ — Τάλληρα ήτανε, γέροντα, ή λίρες;
+
+Ο ηγούμενος εξηκολούθει να ήνε άφωνος. Ενόμιζες ότι αι λευκαί
+τρίχες του παχέος μύστακος αυτού απέκρυψαν τελείως το στόμα του.
+
+Και μόνον ένα θρήνον τώρα εξέβαλεν υπόκωφον.
+
+ — Και τα είχαμε διά την ζωγραφίαν της Εκκλησίας! . . .
+
+
+Ο καπετάν-Θοδωρής, επιβαίνων του οναρίου του, ως όταν από ευτυχούς
+ταξειδίου επανήρχετο με το βρίκιόν του φορτωμένος τάλληρα
+ισπανικά, — στιγμάς τινας μάλιστα εξέλαβε τας ευτελείς του ζώου
+ηνίας ως το μεγαλοπρεπές πηδάλιον του βρικίου του — μετά φαιδράς
+απαθείας εθεώρει τα βουνά και τα δένδρα, δι' ων διήρχετο σείων την
+κεφαλήν του κανονικώς, συμφώνως προς τας κινήσεις του οναρίου, και
+ονειρευόμενος ποικίλα σχέδια, κατά τα οποία διερρύθμιζε
+φρονιμώτερον τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, την πλουσίαν μοίραν των
+θυγατέρων του. Και συνεχώς δι' αιχμηρού ξυλαρίου εκέντα εις τα
+οπίσθια το βραδύ ζώον. Αι δε γυναίκες φορτωμέναι τα φύλλα
+ηκολούθουν κρυφομιλούσαι και αυταί και σχεδιάζουσαι μυρία όσα
+ευτυχή σχέδια, ουδέ ησθάνοντο το βάρος του συμπεπιεσμένου σάκκου
+εκ της χαράς, ήτις επλήρου την καρδίαν των τας ευδαίμονας εκείνας
+ώρας. Και δι' απατήτων ατραπών, αποφεύγουσαι τας συναντήσεις,
+έφθασαν εις την οικίαν των, χωρίς να εννοήσωσι και αυταί πώς τόσον
+ελαφρώς διήλθον το τρίωρον εκείνο διάστημα. Παρά πολύ δε
+κατεπλάγησαν ευρούσαι την ωραίαν κώμην σιωπηλήν, ως έρημον, και
+όλα εν αυτή κατάκλειστα και μόνον τους κύνας ανερευνώντας τροφήν.
+
+Μόλις δε είχον εισκομίσει τους σάκκους των φύλλων, προφυλάξασαι
+τον θησαυρόν αι γυναίκες εις ασφαλές μέρος, ίνα κατόπιν την νύκτα
+τακτοποιήσωσιν αυτόν, και ήρχισαν να ρίπτωσι με χαράν δροσερά
+φύλλα εις το καματερόν, το οποίον εθεώρουν και του χρυσίου
+πολυτιμότερον, και ιδού προσέρχεται η γειτόνισσα ασθμαίνουσα.
+
+ — Αρί-σείς, ήρθατε! Εγώ πλειο τρόμαξα 'ς το δρόμο. Αι γυναίκες
+ουδέν εννόουν.
+
+ — Πάτησαν το Μοναστήρι! Δεν το μάθατε! Βούιξε όλο το χωριό.
+
+ — Πάτησαν το Μοναστήρι! Είπεν εκπεπληγμένος ο καπετάν-Θοδωρής, ως
+άνθρωπος του οποίου ωραίον όνειρον διέκοψε ξηρός κρότος ατακτούσης
+γαλής.
+
+ — Εγώ όταν κατέβαινα από το κτήμα, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είδα
+τον κόσμο που πήγαιναν ωπλισμένοι.
+
+Και διηγήθη τότε η φλύαρος γραία μετά πολλής ζωηρότητος όλην την
+ιστορίαν της ληστείας μετά περιγραφών γυναικείας φαντασίας.
+
+Ο καπετάν-Θοδωρής ήτο ευσεβής άνθρωπος. Η Γερακούλα, αυτή πλέον
+ήτο η προσωποποίησις της ευσεβείας και αρετής. Αι τέσσαρες
+θυγατέρες των, αι τέσσαρες ξανθαί αδελφαί, ήσαν τύπος και ομοίωμα
+της μητρός απαράλλακτον. Οικογένεια πάσχουσα, πλην φοβουμένη τον
+Θεόν.
+
+Ήκουσεν η Γερακούλα ότι οι λησταί παρουσιάσθησαν ως χωροφύλακες
+και ότι εντός δισακκίου εφορτώθη ο είς τούτων τον θησαυρόν, και
+ανεμνήσθη πάραυτα του δειλού εκείνου χωροφύλακος, ον πρώτην φοράν
+έβλεπον εις την νήσον.
+
+Ήκουσαν αι θυγατέρες ότι τον θησαυρόν του Μοναστηρίου έλαβον ως
+ήτο μετά του αρχαίου κυλινδρικού δοχείου, του οποίου το επικάλυμμα
+έφερε την εικόνα του Ευαγγελισμού, ήκουσε και ο καπετάν-Θοδωρής
+ότι ο θησαυρός απετελείτο εκ χρυσών νομισμάτων αυστριακών,
+γαλλικών και τουρκικών.
+
+Και επείσθησαν πάραυτα όλοι ότι ο θησαυρός των, ον μετά τόσης
+κρυφής χαράς εκόμιζον, ην ο θησαυρός της σεπτής της νήσου μονής.
+
+Και αντί ν' αφανισθή από των οφθαλμών των η χαρά, ως ήτο φυσικόν
+διά πάντα άλλον διάφορον έχοντα ανατροφήν, απ' εναντίας
+εμεγαλύνθη, επληθύνθη κ' εξέλαμπον εξαισίως τα πρόσωπα αυτών από
+της ηδίστης εκείνης ενδομύχου συναισθήσεως ότι εγένοντο αίτιοι να
+διασωθή ο θησαυρός πεφιλημένου Μοναστηρίου.
+
+ — Να τα δώσωμεν! Εφώνησαν αγαλλόμεναι, μια φωνή όλαι.
+
+ — Να τα δώσωμεν, πατέρα! επανέλαβον αι τέσσαρες θυγατέρες.
+
+Ο γέρων ητοιμάζετο να εξέλθη εις συνάντησιν του δημάρχου, όπως
+αναγγείλη αύτω την χαρμόσυνον είδησιν και τον αστείον της
+διασώσεως του θυσαυρού τρόπον, ότε η Γερακούλα βλέπει έξωθεν της
+οικίας των — έκειτο έξω εις το άκρον της πόλεως, εν τη κεντρική
+προς τας εξοχάς οδώ — διερχομένους τον δήμαρχον και τον ηγούμενον,
+οίτινες πλήρεις κόνεως και ακανθωτών κολλητσίδων εις τα ενδύματα,
+κάθιδροι και καταπεπονημένοι, επανήρχοντο κατηφείς εκ της ακάρπου
+καταδιώξεως των ληστών.
+
+Ο γέρων παρεκάλεσεν αυτούς να εισέλθωσι· και ανήγγειλεν αυτοίς
+πάραυτα την ανεύρεσιν του θησαυρού της Μονής.
+
+Ο ηγούμενος προς το άκουσμα τούτο προσήλωσε τους οφθαλμούς του
+ακίνητος εις το πρόσωπον του καπετάν-Θοδωρή.
+
+Ο δήμαρχος έκαμε κίνημα δυσεξηγήτου εκπλήξεως βλέπων προς την
+στέγην.
+
+Αι τέσσαρες θυγατέρες παρίσταντο μετά σεβασμού μ' εσταυρωμένας τας
+χείρας.
+
+Η δε Γερακούλα έσπευσε κ' εκόμισε το κυλινδρικόν χρυσοφόρον
+δοχείον, το ευρεθέν εν τω δάσει, ανέπαφον, φέρον επί του
+επικαλύμματος την εικόνα του Ευαγγελισμού.
+
+Τότε μόλις συνήλθεν από της εκπλήξεως ο ηγούμενος, αποκαθηλώσας
+τους επί του γέροντος ακινήτους οφθαλμούς του, και κινήσας αυτούς
+επανειλημμένως από του ανευρεθέντος θησαυρού προς τον δήμαρχον και
+από τούτου προς τον καπετάν-Θοδωρή. Προς τας γυναίκας ουδόλως
+έστρεφε το βλέμμα ο ερημικός μοναχός, των ασκητικών διατάξεων μη
+επιτρεπουσών τούτο.
+
+Και ήρχισε πάραυτα η Γερακούλα να διηγήται πώς συνηντήθη μετά του
+δειλού εκείνου χωροφύλακος εις Κεχριάν και πώς ενίσχυσε τον φόβον
+του, χωρίς να γνωρίζη ότι ήτο ληστής, και περιπλέον αγνοούσα ότι
+έφερε μεθ' εαυτού ληστεύσας τον θησαυρόν του Μοναστηρίου, «ως να
+την είχε φωτίση η Μεγαλόχαρη, που δεν ήθελε να χαθώσιν έτσι οι
+κόποι της».
+
+Ανεκλάλητος ήτο μετά ταύτα η χαρά και ο θαυμασμός του ηγουμένου
+και του δημάρχου. Δεν είξευρον τι να θαυμάσωσι περισσότερον, την
+ευφυά επίνοιαν της Γερακούλας, διασωζούσης τον θησαυρόν, ή την
+ευσέβειαν όλης της οικογενείας παραδιδούσης τα διασωθέντα.
+
+Εις τον κοσμικόν του δημάρχου νουν εφαίνετο υψηλότερον το
+δεύτερον, η παράδοσις του θησαυρού. Εις τον νηπτικόν όμως λογισμόν
+του ηγουμένου εξέλαμπε φαεινότερον ως μεγάλη πανηγυρική λαμπάς η
+λαμπρά επίνοια της Γερακούλας, υπό θείας αυγής φωτισθείσης την
+στιγμήν εκείνην εν τω δάσει, όπερ προϋποτίθησι την ευσέβειαν της
+γυναικός και της οικογενείας πάσης. Και αν δεν προϋπήρχεν αύτη εν
+τη καρδία των ανθρώπων τούτων, εσκέπτετο ο ηγούμενος, δεν εισέδυεν
+η φωτιστική εκείνη ακτίς, το αγνόν και θείον φως, όπερ εν τω κόσμω
+καλείται ευφυία, ήτις συνετέλεσεν εις την διάσωσιν των κλαπέντων.
+
+Έλαμπον τα πρόσωπα πάντων.
+
+ — Εγώ, εγώ, εφώνει η καλή Γερακούλα, έσωσα τον θησαυρόν. Και
+επανέλαβε μίαν ακόμη φοράν το περιστατικόν ως εγένετο, τελειότερον
+ήδη και ζωηρότερον, παρελθούσης της πρώτης συγκινήσεως, ως
+συμβαίνει πάντοτε εις τον νικητήν, όστις την πρώτην φοράν
+συγκεχυμένος θ' αφηγηθή τας ανδραγαθίας του.
+
+Και τώρα μόλις ο δήμαρχος και ο ηγούμενος καθησυχάσαντες, τώρα
+κατά την δευτέραν αφήγησιν ησθάνθησαν πάσαν την λεπτότητα της
+επινοίας της Γερακούλας, θαυμάσαντες την ευστοχίαν αυτής και
+τόλμην. Και συνδυάσαντες το αποδιδόμενον εις τας τέσσαρας
+ξανθοκόμους αδελφάς παρώνυμον προς την εκτύλιξιν του απροσδοκήτου
+γεγονότος, συνεπέραναν, πρώτου του ηγουμένου εκφράσαντος τούτο,
+ότι αι τέσσαρες αδελφαί ήσαν προωρισμέναι υπό των μυστικών
+βουλευμάτων της θείας προνοίας να περισώσωσι τον θησαυρόν της
+Μονής, όστις βεβαίως άλλως ήθελεν εξαφανισθή διά παντός.
+
+ — Η Παναγία θέλει να ζωγραφισθή ο ναός της, είπεν ο ηγούμενος.
+
+Διότι αληθώς τα χρήματα μετά φειδούς και οικονομίας απεταμιεύοντο
+προς τούτον και μόνον τον σκοπόν, τον καλλωπισμόν του ωραίου
+Καθολικού.
+
+Ο ηγούμενος, υψώσας τας χείρας, ηυλόγησεν ιεροπρεπώς τους ευσεβείς
+γονείς πρώτον, και είτα τας σεμνάς θυγατέρας των, ευχηθείς ταχέως
+ο Ύψιστος ν' ανταμείψη αυτάς κ' εν τω κόσμω τούτω ως Δίκαιος και
+Πανάγαθος πατήρ.
+
+
+Μετ' ολίγον όλον το χωρίον ωμίλει περί του συμβάντος και της
+οικογενείας του καπετάν-Θοδωρή.
+
+Ο δήμαρχος, κήρυξ στωμύλος, διατρέχων την αγοράν και τας οδούς
+εκήρυττε προς τους κατοίκους το γεγονός, οίτινες μετά θαυμασμού
+ήκουον και άλλοι μεν έκαμον τον Σταυρόν των, άλλοι δε
+εχαρακτήριζον όσον σεμνότερον ηδύναντο το πράγμα.
+
+Έπος ολόκληρον συνερράφη προχείρως κ' εψάλλοντο κ' εξυμνούντο αι
+ξανθόμαλλοι Νεράιδες της νήσου, του σατυρικού παρωνύμου
+αποκτήσαντες πλέον λάμψιν και κάλλος και γοητείαν. Και αν πρότερον
+αι άλλαι γυναίκες, λέγουσαι «Νεράιδες», εννόουν πτωχάς τινας
+νεάνιδας, καταδικασμένας υπό της σκληράς μοίρας να διέρχωνται τον
+βίον των εις τα ρεύματα και τα δάση, ανυπόδυτοι, εντός ακανθών και
+τριβόλων συνάζουσαι τον ξηρόν άρτον, την μόνην ευσπλαγχνίαν της
+πενομένης ζωής των, άνευ ελπίδος αποκαταστάσεως και άνευ
+μέλλοντος, ήδη εννόουν ωραίας και ξανθάς αδελφάς, ευλογημένας υπό
+του Θεού, πλήρεις ελπίδων, μ' ευγενή κ' ευσεβή την καρδίαν, ων το
+λαμπρόν μέλλον αυτή η Παναγία διά χρυσών γραμμών προδιέγραψε.
+
+Και αι ευλογίαι ήρχισαν να πραγματοποιώνται. Εν πρώτοις το
+ηγουμενοσυμβούλιον της Μονής εψήφισε δωρεάν τεσσάρων χιλιάδων
+δραχμών προς την ευσεβή του καπετάν-Θοδωρή οικογένειαν. Ο θησαυρός
+ο περισωθείς της μονής ανήρχετο εις 30,000 δραχμών. Το Δημοτικόν
+Συμβούλιον ωσαύτως, υπείκον εις εκφρασθείσαν επιθυμίαν γενικώς
+παρ' όλων των κατοίκων, εδώρησεν ανάλογον ποσόν εις περίθαλψιν του
+γέροντος πλοιάρχου και ανέγραψε τα ονόματα των τεσσάρων θυγατέρων
+και της μητρός εν τοις βιβλίοις του δήμου, ίνα διασώζωνται εις
+τιμήν αΐδιον.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, τι κάνετε: Είπε τας ημέρας εκείνας η φίλη
+των γειτόνισσα με το ξηρόν πρόσωπόν της και την πλέον ξηράν
+ομιλίαν της.
+
+Αι ωραίαι νεάνιδες ανεβασμέναι επί κλιμάκων «ξεκλάδωνον» το
+καματερόν. Είχον παρέλθει ικαναί ημέραι από των ανωτέρω γεγονότων
+και αι αγαθαί γυναίκες καταγινόμεναι περί την προσφιλή αυτών
+βομβυκοτροφίαν είχον «κλαδώση» προ ημερών και έφθασαν ήδη εις το
+ευφρόσυνον τέρμα, κ' εσύναζον από των κλαδίων τα σχηματισθέντα
+κουκκούλια. Καθαρά ιμάτια φέρουσαι, ως εν εορτή λευκά κολόβια και
+λευκούς χιτώνας περί τα άκρα των χειρίδων και της τραχηλιάς με
+κεντήματα δι' ερυθράς και πρασίνης μετάξης, και έχουσαι επιμελώς
+κεκαλυμμένην την ξανθήν των κόμην δια λευκών με χρυσούς κροσσούς
+μανδηλίων της Κωνσταντινουπόλεως, από πρωίας ενησχολούντο εις την
+ευχάριστον αυτήν εργασίαν, ήτις ως όασις δροσερά εμφανίζεται μετά
+τον τόσον μόχθον της ανατροφής του μεταξοσκώληκος, ιδίως όταν η
+ανάπτυξις αυτού επιτύχη και η συγκομιδή των κουκκουλίων είνε
+άφθονος.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είνε αλήθεια πως
+ταύρατε τα χρήματα;
+
+Μετά την τελευταίαν συνάντησίν των, ότε πρώτη η γειτόνισσα
+ανήγγειλεν εις την Γερακούλαν και τας θυγατέρας της ότι επάτησαν
+το Μοναστήρι, ησθένησεν αύτη, καταληφθείσα υπό τινος δεινού των
+νεφρών πόνου — σύνηθες αυτή — και είχεν ημέρας να έλθη εις την
+οικίαν του καπετάν-Θοδωρή. Τώρα δε — πρώτη ημέρα της εξόδου της —
+ενεφανίσθη ωχροτέρα και ξηροτέρα, και διά να ίδη τα κουκκούλια των
+νεανίδων και διά να βεβαιωθή περί πολλών, τα οποία ήκουεν εν τη
+ασθενεία της και τα οποία δεν επιστευε και, ως εφαίνετο εκ του
+τρόπου της, θα επροτίμα μάλλον να μη είνε αληθή παρά να ευρίσκεται
+εις την δυσάρεστον θέσιν να τα πιστεύη.
+
+Είνε πλασμένοι πολλοί τοιούτοι άνθρωποι.
+
+Αι νεάνιδες και το δεύτερον δεν ήκουσαν. Εξηκολούθουν και αι
+τέσσαρες να ξεκλαδώνουν με χαράν και να τραγουδούν εύμορφα
+δίστιχα, χαιρετίζουσαι ούτως την πλουσίαν των κουκκουλίων
+εσοδείαν, την ευφρόσυνον απόλαυσιν τόσης φροντίδας, αλλά συνάμα
+και την αιτίαν τόσης ανακουφίσεως προς την πενομένην οικογένειάν
+των.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, είπε πάλιν η γειτόνισσα, μετά λαιμαργίας
+θεωρούσα τα κάνιστρα, τα πεπληρωμένα κουκκουλίων λευκών και
+κροκωτών ωσάν οι ξηροψημένοι λουκουμάδες, Αρί-σείς, κορίτσια, είνε
+αλήθεια πως τα δώσατε πίσω τα φλωριά;
+
+Εις όλον το χωρίον δεν ευρέθη άνθρωπος να εκφράση απορίαν διά
+τούτο. Είπομεν πόσου σεβασμού αντικείμενον ήτο και πόσης αγάπης το
+σεμνόν Κοινόβιον της νήσου, το γηροκομείον και πτωχοτροφείον
+αυτής.
+
+Και είτα προσέθηκε μετά τινος πικρίας.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, είνε αλήθεια πως σας δώσανε συνδρομή από το
+Μοναστήρι και από την Δημαρχία;
+
+Αι σεμναί και εντροπαλαί νεάνιδες, ήδη εις την υψηλοτέραν
+καλαμωτήν εγγύς των δοκών της στέγης, εξηκολούθουν να συνάζουσιν
+ένα-ένα τα κουκκούλια από των πεπληρωμένων κλαδίων, άτινα ως
+εύμορφα μεταξωτά άνθη απήστραπτον συμπεπλεγμένα ως διά μεταξίνης
+αράχνης εν μέσω των μαρανθέντων φύλλων των κλάδων.
+
+Ίσως κ' εκ της μελωδικής του άσματος αρμονίας δεν ήκουσαν αι
+νεάνιδες την ομιλούσαν κάτω γειτόνισσαν, ούτε την είδον,
+περιφρασσομένην από τον σωρόν των καταρριπτομένων αχρήστων πλέον
+κλαδίων, άτινα μετ' ολίγας ημέρας θα εχρησίμευον διά τας πυράς,
+τας αναπτομένας την νύκτα της Γεννήσεως του Προδρόμου προ των
+πυλών των οικιών, ίνα πηδήσωσιν επάνω αυτών και νέοι και νέαι «για
+το καλό», ούτως εν νυκτί ιερά και πλήρει μυστηρίου, υπό τας υψηλάς
+λάμψεις και τας ερυθρωπάς αυγάς ποικίλων φλογών, περατουμένης της
+συμπαθούς ιστορίας του καματερού, ότε καθ' όλον το χωρίον επάνω
+των οικίσκων εκ της φαιάς νεφέλης των αναριθμήτων πυρών δεύτερος
+ουρανός σχηματίζεται με φλογίνους μαρμαρυγάς, έχων αντί άστρων
+τους απείρους των φλογών σπινθήρας εκεί αφανιζομένους κ' εκεί υπό
+νέων άλλων αντικαθισταμένους.
+
+Διά τούτο η γειτόνισσα απήλθε κρατούσα τα νεφρά της από τον πόνον
+ακόμη, αλλ' ίσως από την θλίψιν ότι συνήντησεν εν τω οίκω του
+καπετάν-Θοδωρή τόσην χαράν, μεγαλειτέραν της παλαιάς, ην τοσάκις
+προσεπάθησε να μετριάση διά των θλιβερών παρατηρήσεών της.
+
+Πλην άλλη ήτο η χαρά η αληθής και μεγάλη του οίκου τούτου, η
+επακολουθήσασα μετά τα ανωτέρω συμβάντα, ένδειξις ευγενείας λεπτής
+των κατοίκων.
+
+Τέσσαρες νέοι εύμορφοι, τέσσαρα καπετανόπουλα, ως από ιερού
+ενθουσιασμού εμπνευσθέντες, όταν επανελθόντες από του ταξειδίου το
+φθινόπωρον, ήκουσαν αδόμενον και υμνούμενον το φαιδρόν συμβάν της
+διασώσεως του θησαυρού του Μοναστηρίου και την αρετήν της
+οικογενείας ταύτης, ήτις αν και ηδύνατο να αποκρύψη το χρυσίον,
+διότι ουδείς θα το εγνώριζεν, όμως παρέδωκε τούτο ανέπαφον ως
+ιερόν και άγιον χρήμα, απεφάσισαν εν τη στιγμή εκείνη της θείας
+εξάρσεως, καθ' ην ο άνθρωπος μεταβάλλεται όλος εις πνεύμα,
+υπερήφανος εν τη θεία του ευγενεία και ελευθεριότητι, απεφάσισαν
+να λάβωσιν ως συζύγους τας τέσσαρας ωραίας αδελφάς, άνευ προικός
+άλλης, μόνον με τας πλουσίας νυμφικάς ενδυμασίας των και τας
+λοιπάς επιπλώσεις του οίκου, προικιά κατασκευασθέντα διά της
+δωρεάς του Μοναστηρίου.
+
+Εξήλθον και οι τέσσαρες ευγενείς νέοι εις περίπατον, έξω εις τους
+κήπους του χωρίου, όπου ωραίαν τινά ημέραν και αι τέσσαρες ξανθαί
+αδελφαί, χαριτωμέναι κ' εύμορφοι «έβγαζαν το μετάξι», κομίζουσαι
+εντός κανίστρων εις τα μαγκάνια την άφθονον συγκομιδήν των
+κουκκουλίων των, εκεί όπου αι επιτήδειαι μαγκανάρισαι, βυθισμέναι
+μέχρι της οσφύος εντός λάκκου, με την μίαν χείρα ανακατόνουσι τα
+εντός εκτισμένης εκεί μεγάλης χύτρας βράζοντα κουκκούλια, ενώ με
+την άλλην γυρίζουσι μετά τέχνης τον μέγαν ξύλινον τροχόν του
+μαγκάνου, εν τω οποίω περιτυλίσσεται λεπτή και στίλβουσα ως χρυσός
+η λευκή και κιτρίνη μέταξα, των παρθένων παρισταμένων εν χαρά και
+υπηρετουσών. Αι νεάνιδες ιδούσαι κοντοσταθέντας τους νέους,
+ετάχυναν το βήμα περισσότερον, επί του ατάκτου λιθοστρώτου αργά
+βαίνουσαι και κατεβίβασαν προς τους οφθαλμούς αιδημόνως τας λευκάς
+μανδήλας των. Πλην οι τέσσαρες νέοι επρόλαβον και είδον την ξανθήν
+των καλλονήν και τον άφθονον πλούτον των νεανικών χαρισμάτων. Και
+ως ήτο η φαντασία των ζωηρά εκ των ακουσθέντων περί αυτών,
+εφάνησαν και αι τέσσαρες νεάνιδες εις τους οφθαλμούς των πολύ
+ωραιότεραι παρ' ό,τι ήσαν, ηπλωμένης περί αυτάς και χρυσής νεφέλης
+ευσεβείας και αρετής, υπό την οποίαν έθελγεν ακτινοβολούσα η
+σωματική καλλονή των, ως ο αδάμας εντός πλουσίου φωτός.
+
+Ο γέρων ευφροσύνως ήκουσε την ανέλπιστον πρότασιν. Η Γερακούλα, αν
+και αι αναμνήσεις της από της θαλάσσης ήσαν τόσον πικραί, με χαράν
+ωσαύτως το ήκουσε το χαρμόσυνον άγγελμα, θεωρήσασα τούτο ως άνωθεν
+προωρισμένον υπό της θείας προνοίας, δεν εσυλλογίσθη καν τας
+θλίψεις και την αβεβαιότητα του θαλασσινού βίου. Άλλως, τι εν τω
+κόσμω είνε βεβαιότερον;
+
+Και μετά τινας ημέρας, αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα, ετελέσθησαν οι
+τέσσαρες γάμοι εις τέσσαρας Κυριακάς εν σειρά, εορτάζοντος και
+χορεύοντος γάμους και χαράς όλου του χωρίου.
+
+
+Με πόσην αγαλλίασιν τότε η αγαθή μήτηρ, η πτωχή πλην φαιδρά
+Γερακούλα, εκαμάρωνε την τελευταίαν Κυριακήν εις τον τελευταίον
+γάμον! Εστεφανώνετο η μικροτέρα και ξανθοτέρα θυγάτηρ, η αιθέριος
+και τρυφερά νύμφη, η τελευταία Νεράιδα του χωρίου, η εικοσαέτις
+Φανιώ.
+
+Ο καπετάν-Θοδωρής, καθήμενος εις τον καναπέ και ροφών τον ναργιλέ
+του τον πεφιλημένον, τον οποίον του ημπόδισαν οι ιατροί — έκαμνε
+κατάχρησιν τας ημέρας εκείνας — όλος χαρά και αγαλλίασις, ο
+υπερήφανος και ευγενής γέρων καπετάνιος, έβλεπε τον μέγαν χορόν,
+όστις εκλόνιζεν εκ θεμελίων την οικίαν όλην· κ' έτριζε το πάτωμα
+το καινουργές, κ' έτριζον τ' αγγειοπλαστικά κομψοτεχνήματα,
+ποτήρια και πινάκια επί των μακρών αραφίων. Εχόρευον αι τέσσαρες
+νύμφαι θυγατέρες του, αι τέσσαρες Νεράιδες με τα ξανθά μαλλιά και
+με τα χρυσά στολίδια, φέρουσαι ως πόρπας εις την χρυσήν ζώνην τα
+μαλαμμοκαπνισμένα τσαπράκια, δώρα γαμήλια του ευλαβούς του
+Μοναστηρίου ηγουμένου, όστις ουδέποτε έπαυσε να τας ευλογή και τας
+μνημονεύη τας εναρέτους αδελφάς.
+
+Εχόρευον οι τέσσαρες γαμβροί του καπετάν-Θοδωρή, ευγενή
+καπετανόπουλα, υπό τας ευλογίας του Θεού και τας ευχάς όλου του
+χωρίου, τέσσαρες σεμνοί νέοι, ευλογηθέντες μετά τεσσάρων σεμνών κ'
+ευσεβών παρθένων και ζηλευτών νοικοκυράδων. Και έσυρε τον χορόν
+τον μέγαν αυτόν του τελευταίου γάμου η Γερακούλα, η ευτυχής μήτηρ.
+
+Έλαμπον τα φώτα καθ' όλην την νύκτα, αιθερίως μαρμαίροντα επί των
+χρυσοκεντήτων των νυμφών στολισμάτων, κ' έλαμπον περισσότερον τα
+πρόσωπα των ωραίων και ξανθών νυμφών.
+
+Και μέσα εις τα τραγούδια των καλεσμένων, επανέλαβε και ο καπετάν-
+Θοδωρής το τραγουδάκι του, όπου πρώτην φοράν το είχε τραγουδήσει
+εις το Ρεύμα της Κεχριάς, αλλά υπό λυγμών ιεράς συγκινήσεως
+διακοπτόμενος τώρα, διότι είδε την επαλήθευσίν του. Και είτα
+εγερθείς, εστάθη εν μέσω των καλεσμένων, εκθάμβων ορώντων, έκαμε
+τον σταυρόν του, και εκφράζων και την πίστιν συνάμα της Γερακούλας
+του, απήγγειλεν ιεροπρεπώς τα λόγια όπου είπε ποτε ο τοπάρχης της
+Εδέσσης Αύγαρος, όταν εθεραπεύθη από τον Χριστόν, καθώς τα
+ενθυμείτο από τα Συναξάρια.
+
+ — Χριστέ ο Θεός, ο ελπίζων επί σε ποτέ δεν χάνει!
+
+Και εξελθών εις τον εξώστην εξεκένωσε το ναυτικόν του τρομπόνιον
+χαιρετίζων τα ευλογημένα τέλη της ζωής του.
+
+
+
+ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ
+(1901)
+
+
+
+Και την πρωίαν εκείνην, κατά την συνήθειάν της η Αρφανούλα, πριν
+μεταβή εις το εργοστάσιον, διερχομένη, εμβήκεν εις την
+Καπνικαρέαν, κ' ελαφρά-ελαφρά, ως πτηνόν βηματίζουσα, με την
+ελαιόχρουν κοντήν μπερτίτσαν της και με το εκ μαύρου ψιαθίου
+καπελάκι της, ήναψε κηρίον εις το εικονοστάσιον, ησπάσθη ευλαβώς
+την εικόνα της Θεοτόκου και ρίψασα βιαστικά βλέμματα προς το βάθος
+όπου ετελείτο η θεία Μυσταγωγία, έκαμε πεντέξ σταυρούς ακόμη,
+βιαστικά, κ' εξήλθε πάλιν, ελαφρά-ελαφρά βηματίζουσα ως πτηνόν, η
+Αρφανούλα με την κοντήν μπερτίτσαν της, κατευθυνομένη με σπουδήν,
+προς την οδόν Ερμού, εις το εργοστάσιον, ως πτηνόν κυνηγημένον.
+
+Έξω του Ναού, παρά το Άγιον Βήμα, κατά σειράν, ικαναί ήδη τράπεζαι
+παιγνιοπωλών εστολίζοντο, παρατασσομένων επ' αυτών εν σωρώ
+διαφόρων παιγνιδίων, και αθυρμάτων εκ των ευθηνών, τα οποία
+αγοράζουσιν ιδίως οι παίδες του λαού. Εξημέρωνεν η παραμονή της
+Πρωτοχρονιάς. Η οδός Ερμού ήτο έρημος ακόμη διαβατών· και μόνον οι
+υπάλληλοι των πλουσίων της οδού ταύτης καταστημάτων, αγρυπνήσαντες
+όλην την νύκτα, παρεσκεύαζον τα πλούσια κομψοτεχνήματα της
+Πρωτοχρονιάς με προσοχήν εξαιρετικήν, ως να έστηναν παγίδας να
+συλλάβωσι κοσσύφους, κ' εκάλλυνον εν παρατάξει τα χρυσόλαμπρα
+αθύρματα εντός των προθηκών, αίτινες ομοιάζουσι με τα βέλα πολλών
+κυριών, διακοσμούντες αυτά ούτως ώστε μία απλή επιθεώρησις αυτών
+ν' αρχίζη από περιέργειαν και να τελειώνη εις ίλιγγον, όπου ο
+αγοραστής να μη γνωρίζη τι θα δώση και τι θα πάρη. Άρτι δε και οι
+διευθυνταί και οι κύριοι των καταστημάτων, πρωί-πρωί ελθόντες από
+τας οικίας των, έστεκον ακόμη εις τα προαύλια, εν μέσω ανοιγμένων
+κασσών και στιβάδων χαρτίου και αχύρου, θεωρούντες άνω τον
+ουρανόν ως οι σταφιδοκτήμονες, όπου έχουν απλωμένην την σταφίδα
+των.
+
+Ο καιρός ήτο τωόντι βροχερός. Αν και προέβη η ημέρα, ούτε μία
+ακτίς ηλίου δεν είχε λάμψει ακόμη. Υγρασία παγερά κατέβαινεν από
+τους βρεγμένους τοίχους των υψηλών οικιών, ενώ άλλη παγερωτέρα
+ανέβαινεν από του μουσκευμένου εδάφους της στενοχωρημένης αυτής
+μεγάλης οδού.
+
+Η Αρφανούλα, κάμψασα την αριστεράν γωνίαν του ναού, άμα αξελθούσα
+επροχώρησε προς τας κοσμουμένας τραπέζας των παιγνιοπωλών και
+προσεγγίσασα μετά θάρρους προς μίαν αυτών είπε:
+
+ — Καλημέρα Σπύρο!
+
+Ο Σπύρος, ένας υψηλός και γεροντώδης άνθρωπος, με πρόσωπον μαλακόν
+ως προζύμιον και με χείρας πλαδαράς ωσαύτως, προσεπάθει αγωνιών,
+ιδρόνων, ζαλισμένος, να τακτοποιήση τα επί της τραπέζης του
+συσσωρευμένα παίγνια και αθύρματα, με αδέξιον όλως τρόπον, και με
+ύφος απαρεσκείας, ως να έλεγε μέσα του:
+
+ — Τι τρελλός που είνε αυτός ο κόσμος!
+
+Και βλέπων πάλιν προς το στήθος του, ως να συνεπλήρωνε την
+δοξασίαν του, μετ' ολίγον επέλεγε:
+
+ — Και τι τρελλότερος που είμαι εγώ!
+
+Ακούσας την φωνήν της Αρφανούλας, ανεσήκωσε τα όμματά του κ'
+ενεθαρρύνθη ολίγον.
+
+Σαν να έπηξε κατά τι το λυωμένον πρόσωπόν του, σαν να ενευρώθησαν
+αι χείρες του, αι ξεβιδωμέναι:
+
+ — Και σε είχα 'ς το νου μου, καϋμένη! Είπε.
+
+Και ενώ η Αρφανούλα, πεταχτά-πεταχτά ήρχισεν αμέσως να τακτοποιή
+τα ποικίλα εκείνα ξύλινα και μετάλλινα αθύρματα, με χάριν και
+δεξιότητα, με παίζοντας τους δύο μαύρους οφθαλμούς της, ως του
+αστρείτου του όφεως, ο Σπύρος απομείνας με κρεμασμένας τας χείρας,
+εν η στάσει ερωτούσι τους ποιμένας μερικοί ειρηνοδίκαι, έλεγε:
+
+ — Και ξέχασα όλως διόλου καϋμένη, τας τιμάς! Πώς μου τα είπες;
+Τάκαμα όλα σαλάτα μέσα 'ς το κεφάλι μου, όπως κι' επάνω 'ς το
+τραπέζι μου. Εδώ έγεινε, βλέπεις, σωστό εμπορικό.
+
+ — Δεν μου είπες πως τα θυμάσαι ψες, που σου τα είπα πέντε φοραίς;
+Όλως διόλου αδέξιος, καϋμένε Σπύρο; Γι' αυτό τα πρόκοψες 'ς το
+εμπορικάκι.
+
+ — Μα ένα σωρό πράγματα! Ανακατώθηκαν 'ς το κεφάλι μου όπως και 'ς
+το τραπέζι μου. Πόσα μου είπες η ροκάναις η μεγάλαις, πόσα η
+μικραίς και πόσα η σφυρίκτραις: Πού να θυμηθώ;
+
+Η Αρφανούλα τον είδε με βλέμμα λύπης και απελπισίας, έσεισε την
+κεφαλήν της και είπεν.
+
+ — Άκουσέ τα λοιπόν πάλιν γλήγωρα, γιατί βιάζομαι. Πενήντα η
+μεγάλαις η ροκάναις, τριάντα η μικρότεραις, είκοσι η πειο μικραίς.
+
+Αλλά την στιγμήν εκείνην την διέκοψαν ξηρά πατήματα εγγύς, τακ-
+τακ, ως κτυπά θλιβερώς παράθυρον την νύκτα, κινούμενον υπό του
+ανέμου κανονικώς: τακ-τακ.
+
+Εστράφη και είδεν η Αρφανούλα τον θείον της, τον μπάρμπα Σταυρή:
+
+ — Καλά που ήλθες! Τώρα κατάλαβα πως μας αγαπάς. Πες του, Μπάρμπα-
+Σταυρή, τας τιμάς, είπεν η Αρφανούλα, γιατί σήμερα — ημέρα που
+είνε — έχω 'ς το εργοστάσιον σωρό δουλειά και βιάζομαι. Να ζήσης,
+Μπάρμπα-Σταυρή. Ξέρεις εσύ, γιατί είχες μια φορά ψιλικατζίδικο.
+Εγώ θα σε παρακαλούσα από τα χθες, αλλά ντράπηκα.
+
+ — Έννοια σου, Αρφανούλα μου, έννοια σου. Μπορούσα εγώ να σας
+αφήσω!
+
+Και ο Μπάρμπα-Σταυρής με τον ένα ξύλινον πόδα του, με δύο ξύλινα
+ραβδία επιστηριζόμενος επροχώρει προς την τράπεζαν, όπου η
+Αρφανούλα ετακτοποίει ακόμη τ' αθύρματα· έκυψε την τριγωνικήν
+μεγάλην κεφαλήν του — την βάσιν προς τα άνω και την κορυφήν του
+τριγώνου προς τα κάτω — ακούμβησεν εις τα δύο ξύλινα ραβδία του,
+ως να ήθελε να ειπή τον Άη-Βασίλην, και ήρχισεν αμέσως ν' απαριθμή
+τας τιμάς των διαφόρων αθυρμάτων προς τον εκθάμβως χαίνοντα
+ανεψιόν του. Οι γαμπροί εδώ οι ξύλινοι, μια δραχμή ο ένας, η
+νύμφες αυταίς ένα δίδραχμο. Τα κουκλάκια τριάντα λεπτά!
+
+ — Καλά, μπάρμα-Σταυρή, καλά, είπεν ο Σπύρος, σείων θλιβερώς την
+κεφαλήν του, φθάνει, μη κουράζεσαι.
+
+Η Αρφανούλα έρριψεν ακόμη ένα τελευταίον χέρι εις την τακτοποίησιν
+και ένα τελευταίον βλέμμα εις την εστολισμένην πλέον τράπεζαν του
+Σπύρου, ήτις έστιλβεν ως κάνιστρον πλήρες αγροτικών ανθέων και
+απήλθεν ευχαριστημένη από την απροσδόκητον παρουσίαν εκεί του
+θείου της, ευχηθείσα «καλήν πούλησιν».
+
+Και με την κοντήν μπερτίτσαν της και τα μαύρο ψιάθινον καπελλάκι
+της απήλθε βιαστικά, ως πτηνόν κυνηγημένον και εισέδυσεν εις το
+εγγύς εκεί εργοστάσιον γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων, ενώ ο
+Μπάρμπα-Σταυρής εξηκολούθησε:
+
+ — Πέντε δραχμαίς αυτή η βλαχοπούλα, και μια δεκάρα ο κάθε γαμπρός
+ο γύψινος. Αυτή η κεφαλή η άδεια πενήντα λεπτά, αυτή η κεφαλή
+γεμάτη αέρα μια δραχμή . . . . Μια πεντάρα η πάπια, μια πεντάρα η
+χήνα, μια πεντάρα ο πετεινός. Όλα τα πουλερικά μια πεντάρα. Κι'
+όλα τα άλλα ζώα και τα ανθρωπάκια μια δεκάρα.
+
+ — Τώρα τώκαμες ρόιδο! Στάσου να τα γράψω.
+
+ — Τι κουτός που είσαι; Κυττάζουν τέτοια μέρα τιμολόγια; Όσα
+θέλεις λέγε, και όσα θέλεις παίρνε.
+
+ — Ε, τώρα κατάλαβα, Έτσι, πες μου ντε!
+
+ — Μόνον να θυμάσαι πρώτα-πρώτα να λες τα πειο πολλά από ό,τι
+περιμένεις να πάρης. Ταις άλλαις ημέραις οι έμποροι λένε ό,τι
+βαστά η ψυχή τους, σήμερα λένε ό,τι τους κατέβη . . .
+
+ — Τώρα κατάλαβα. Έννοιά σου!
+
+Ο Μπάρμπα-Σταυρής εγνώριζεν από το ψιλικατζίδικο όπου είχε μια
+φορά κ' ένα καιρόν, αλλ' εγνώριζεν ασφαλέστερον από το
+εργοστάσιον, όπου ειργάζετο η ανεψιά του Αρφανούλα, συχνά
+επισκεπτόμενος τούτο, διότι αυτός την συνώδευε μικράν εις την
+εργασίαν κ' έβλεπε και ήκουεν εκεί τας τιμάς των γυναικείων πίλων
+και πτερών και πτηνών και ανθέων, μεταξύ των αθυρμάτων και
+ψευδοπαιγνίων κατατάσσων και το είδος τούτο του γυναικείου
+στολισμού. Και εξηγήσας εις τον Σπύρον όλα πάλιν εκ νέου, τακ-τακ,
+έλαβε πάλιν τον ξύλινον πόδα του και τα δύο ξύλινα ραβδία του και
+απήλθεν ειπών προς τον ανεψιόν του:
+
+ — Πάρε τώρα μια ροκάνα και γύριζε.
+
+Και ετράπη προς τα κηράδικα ο Μπάρμπα-Σταυρής, ενώ κατόπιν του
+έφθανον θρηνώδεις και πένθιμοι οι βραχνοί της ροκάνας του Σπύρου
+κροταλισμοί, θαρρείς κ' έκρωζον μαύροι κόρακες άνω του λευκού
+άστεως, μοιρολογούντες την τελευταίαν ημέραν του έτους.
+
+
+Ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, του περιφήμου κηπουρού των Σεπολίων,
+όστις πρώτος εκαλλιέργησε φράουλαις εν Αθήναις, λαβών τον σπόρον
+από τα εξακουστά περιβόλια του Βοσπόρου, ήτο πρεσβύτερος αδελφός
+της Αρφανούλας. Αλλ' όσον αυτός ήτο πλαδαρός και ξεβιδωμένος και
+άγαρμπος σαν μονόκλαδος βάτος, τόσον η Αρφανούλα ήτο επιδέξια και
+δραστηρία εις κάθε έργον της επισπώσα την συμπάθειαν και τους
+επαίνους.
+
+Μικρός ο Σπύρος επήγαινεν εις το σχολείον κ' εδείκνυεν ότι θα
+έστρωνεν, ως μερικά σκολιά φυτά, τα οποία συν τη αναπτύξει
+ορθούνται εύμορφα· αλλ' αποτόμως εσταμάτησεν εις την δευτέραν του
+γυμνασίου, χωρίς να το εννοήση και ο ίδιος· εκάθητο έπειτα όλην
+την ημέραν εις την δροσεράν εξοχήν, αναγινώσκων εφημερίδας και
+μυθιστορήματα και εκλέγων τας ευχυμωτέρας οπώρας του πατρικού
+κήπου.
+
+ — Βρε Σπύρο μου, βρε Σπυράκη μου, βρε Σπυρέτο μου!, τω έλεγεν ο
+Γέρω-Λαχανάς, ένας χαρωπός γέρων, με λάμπουσαν εξ αγαθότητας ψυχήν
+ως το λαμπρόν πρόσωπόν του, πνιγμένος μέσα εις τον ιδρώτα, με την
+σκαπάνην εις τας χείρας, μέσα εις τα χώματα των αυλακιών μέχρι
+γονάτων. Δεν κάνεις καλά, βρε Σπυράκο μου! Αλλ' αυτό μόνον έλεγε.
+Καθώς ο γέρων Ηλεί της Παλαιάς Γραφής. Δεν έπαιρνε και κανένα ξύλο
+από τον κήπον του. Και κατόπιν ο μεν Γέρω-Λαχανάς μετέβαινε εις
+άλλα αυλάκια, ο δε Σπύρος ο υιός του εγύριζε άλλην σελίδα του εις
+χείρας του μυθιστορήματος, ή ανήρχετο εις άλλο δένδρον. Τα δύο
+εκείνα λόγια του Γέρω-Λαχανά έμβαινον εις το ένα αυτί του και
+έβγαιναν αμέσως από το άλλο, χωρίς να επιψαύσωσι διόλου τον
+εγκέφαλόν του, κλεισμένον μέσα εις χονδρά κόκκαλα. Ώστε μετά τον
+θάνατον του πατρός του ο Σπύρος ευρέθη, είκοσιδύο ετών νέος, χωρίς
+εργασίαν και χωρίς επάγγελμα. Χωρίς διόλου να το καταλάβη και ο
+ίδιος πώς συνέβη αυτό το παράδοξον.
+
+Η μητέρα των δύο παιδίων είχε προαποθάνει. Τότε ένας θείος των
+εφρόντισε και το μεν περιβόλιον παρέδωκεν εις ξένον κηπουρόν επί
+μισθώματι, την δε Αρφανούλαν δεκαπενταέτιδα πλέον κορασίδα,
+εισήγαγεν εις τι μέγα εργοστάσιον γυναικείων πίλων και
+ψευδοστεφάνων.
+
+Ο θείος των αυτός, αδελφός της μητρός των, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο
+Ξυλοπόδαρος, ήτο ένας τετραπέρατος άνθρωπος.
+
+Με το ξύλινον ποδάρι του στηριζόμενος εις δύο ραβδία περιήρχετο
+όλας τας οδούς των Αθηνών καθ' εκάστην, μανθάνων όλα τα νέα και
+βλέπων όλα τα περίεργα, ενώ εξ άλλου έχων τετραγωνικόν νουν εις
+μίαν μεγάλην τριγωνικήν κεφαλήν — την βάσιν προς τάνω και την
+κορυφήν προς τα κάτω — , έκρινεν ευφυώς και ασφαλώς, άλλος Γέρω-
+Νίκος του Πηλίου, έξω εκεί εις τα Σεπόλια, ο Ξυλόσοφος
+αποκαλούμενος διά τα ξύλα ίσως όπου έφερεν επάνω του, τον ένα πόδα
+και τα δύο ραβδία. Είδεν αυτός ότι ο ανεψιός του ο Σπύρος δεν ήτο
+διά τίποτε. Τον έβλεπεν αυτός από πολλού αυξανόμενον κατά το
+ανάστημα ως λεύκαν του περιβολίου των άνευ της παραμικράς ελπίδος
+να καρποφορήση, ένας κρεμανταλάς και ανάξιος, κ' έλεγεν εις τον
+Γέρω-Λαχανά:
+
+ — Δεν εφύτευες, καϋμένε, κανένα πεύκο να σου κάνη τουλάχιστον
+κουνέλια για το ρετσινάτο, να τα ρίχνης εις τα βαρέλια να
+μοσχοβολούν;
+
+Διά τούτο ο μπάμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος εφρόντισε κ' εύρεν ένα
+καλόν κηπουρόν εργατικόν και δραστήριον προς ον εμίσθωσε το
+περιβόλιον μετά τον θάνατον του αγαθού κηπουρού.
+
+Κατά δε τους περιπάτους του εν Αθήναις ανεκάλυψεν ότι το αρτιπαγές
+εμπόριον των γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων θα προέβαινεν εις
+θαμβωτικήν προκοπήν εις μίαν πόλιν όπου τα αθύρματα και τα ψεύδη
+τιμώνται πολύ ακριβώτερα από την αλήθειαν και σταθερότητα, και
+εισήγαγε την Αρφανούλαν εις το εργοστάσιον των γυναικείων πίλων
+και ψευδοστεφάνων, όπου η δροσογενής Σεπολιώτισσα δεξιά τον νουν,
+με δύο μαύρα μάτια, ως του αστρείτου του όφεως παίζοντα, εγένετο
+μετ' ολίγα έτη αρχιεργάτρια, αυτή δίδουσα όλα τα σχέδια των πίλων
+και ψευδοστεφάνων.
+
+Από μικρά η Αρφανούλα βλέπουσα τους θαυμασίους συνδυασμούς των
+χρωμάτων εις τα αγριολούλουδα των Σεπολίων, μελετώσα τας ωραίας
+και καλλιτεχνικάς συμπλοκάς και περιπτύξεις κισσών και γιασεμιών,
+αγιοκλήματος και αγριάμπελης, εμβαθύνουσα δ' εις τα μυστήρια των
+ανθοφόρων κλάδων του κήπου των, κατήρτιζε, συν τη μικρά συνδρομή
+των ευρωπαϊκών φιγουρινιών, θαυμάσια συμπλέγματα ψευδοστεφάνων και
+υπέρκαλα στολίσματα ανθοφόρων πιλιδίων. Και είχεν η Αρφανούλα το
+σχέδιον, σύμφωνα με τας ιδέας του Μπάρμπα-Σταυρή, με τον καιρόν,
+ν' ανοίξη ίδιον εργοστάσιον, ώστε να μη καρπούται άλλος τα κέρδη
+της ευφυίας της.
+
+Αλλ' ο Σπύρος ο αδελφός της, αργός από πρωίας έως εσπέρας, εγένετο
+πάντοτε κώλυμα ανυπέρβλητον εις τα σχέδιά της εκείνα.
+
+Πώς να τον αφήση; Τον αγαπούσε. Τον επροστάτευεν. Είχε κληρονομήση
+την βλαπτικήν απλότητα του Γέρω-Λαχανά και η Αρφανούλα, και δεν
+εβάστα η ψυχή της να τα χαλάση με τον αδελφόν της. Να μη τον
+πικράνη.
+
+Ο θειός της όμως, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ελυπείτο δι'
+αυτό και προέβλεπεν ατυχήματα:
+
+ — Βρε κορίτσι μου, έλεγε. Γιατί χαλνάς τα λεπτά σου;
+
+ — Μα τι να κάμω;
+
+ — Να τον διώξης! . . .
+
+ — Και πού να πάγη;
+
+ — Ν' αυρή δουλειά!
+
+
+Η φράουλα μετά τινα έτη είχε διαδοθή και εις άλλα προάστεια. Το δε
+μεγαλείτερον κέρδος του περιφήμου κήπου του Γέρω-Λαχανά εμειώθη.
+Εμειώθη και το μίσθωμα. Μία δύο πλημμύραι προς τούτοις είχον
+καταστρέψει μέρος του περιβολίου, αφορία δε άλλη και ξηρασία
+έβλαψαν τα λαχανικά. Το έτος εκείνο δεν έδωκε μίσθωμα ο
+ενοικιαστής. Ο Σπύρος εκάθητο μίαν πρωίαν ανοίξεως συλλογισμένος.
+Εις τα προαύλιον του οικίσκου των του εξοχικού διεχύνοντο
+μεθυστικά αρώματα διαφόρων ανθέων, τα οποία εκεί παραπέρα έλαμπον
+εις τας ακτίνας του ηλίου με ανεκλαλήτους χρωματισμούς, ονειρώδους
+λειμώνος. Ζωύφια εβόμβουν κύκλω, πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων.
+Ο Σπύρος ανεπόλει διαφόρους αναγνώσεις του, θεωρών τα περί αυτόν
+φαιδρά αντικείμενα.
+
+ — Ποίος ενδύει τόσον μεγαλοπρεπώς τα κρίνα του αγρού, οπού ουδέ ο
+μέγας Σολομών με όλην την σοφίαν του δεν ημπόρεσε να ενδυθή με
+τέτοιαν λάμψιν; Ποίος τρέφει τα πουλάκια τα μικρά; Διατί ο
+άνθρωπος να μη είνε πάντοτε γελαστός και χαρούμενος ως τα πτηνά;
+Διατί και ο άνθρωπος να μη είνε στολισμένος ως τα κρίνα του αγρού;
+Διατί να σκάπτη την γην; Διατί να ιδρώνη και να κρυώνη; Να πεινά;
+Να κλαίη; Διατί να μη τραγουδή πάντοτε ως τα πτηνά; Ποίος τον
+έκαμε τον άνθρωπον, το εκλαμπρότερον δημιούργημα, σκοτεινόν, χωρίς
+άρωμα, χαμερπή, γυμνόν, πειναλέον . . .
+
+Ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος ερχόμενος και ακούσας, τας
+τελευταίας λέξεις του Σπύρου, επροχώρησε με τον ξύλινον πόδα του,
+τακ-τακ με την τριγωνικήν μεγάλην κεφαλήν του, σείων αυτήν δεξιά
+και αριστερά, με τα δύο ξύλινα ραβδία, τακ-τακ, και καθίσας
+πλησίον του Σπύρου, εθώπευσεν αυτόν πατρικώς εις τους ώμους και
+είπε:
+
+ — Εγώ να σου το πω, Σπύρε μου, ποίος τον έκαμε τον άνθρωπον
+γυμνόν και πειναλέον. Τον έκαμεν ο ίδιος ο άνθρωπος. Ξέρεις τι
+λέγανε μια φορά οι παππούδες μας; Γλυκός ο ύπνος την αυγή, γύμνια
+και πείνα την Λαμπρή! . . .
+
+Ο Σπύρος εγέλασε και είπε:
+
+ — Καλνά σε είπανε ξυλόσοφο!
+
+ — Το ξέρεις λοιπόν, κατεργαράκο μου, εξηκολούθησεν ο Μπάρμπα-
+Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος. Λυπάσαι γιατί χάλασε το μισό περιβόλι και
+φθονείς τα πουλιά και ζηλεύεις τα λουλούδια! Μόλις έπαθες μια
+μικρή ζημία και κάθεσαι και συλλογιέσαι. Και πού νακούσης τι
+δυστυχίαις μεγαλείτερες μας περιμένουν. Ήμουνα σήμερα, παιδί μου,
+εις τα βιβλιοπωλείον του Νάκη και ήταν εκεί ένας ροδοκόκκινος
+γέρος, με γελαστά μάγουλα και γελαστά μουστάκια και γελαστά
+γένεια, και τους εδιάβαζε τον Χρονογράφον και τους έλεγε για την
+Πόλι ότι πλησιάζει ο καιρός της και τους έκαμεν όλους να
+συλλογίζωνται. Και τους είπεν ύστερα ότι στην Αθήνα θάρθουν
+ακρίβειαις μεγάλαις, θάρθουν δυστυχίαις, θαρθή πείνα και κακή
+ασθένεια, θάρθουν — έλεγεν ο Χρονογράφος — θάρθουν από την Πόλι
+και από την Λόντρα οι «ομογενείς» στην Αθήνα, και θα μας φέρουν
+ακρίβεια και την κακή ασθένεια και θα μας φέρουν πείνα και θ'
+ακριβήνουν όλα τα πράγματα, θ' ακριβήνουν τ' αυγά, θ' ακριβήνουν η
+κότταις. Θα συνάξουν από τον κόσμον τα «υπέρπυρα» και θα τον
+φορτώσουν με «πτυκτά». Και την κακήν ασθένειαν όπου έλεγεν ο
+Χρονογράφος, εκείνος ο γέρος ο γελαστός την εξηγούσε ότι είνε τα
+λούσα τα μεγάλα που θα μας φέρουν οι «ομογενείς», γιατί τα λούσα
+είνε κακή ασθένεια κολλητική σαν την πανούκλα.
+
+ — Και τι είνε τάχα αυτοί οι «ομογενείς;» Ηρώτησεν ο Σπύρος,
+συγκινηθείς ολίγον και ακούων μετά προσοχής.
+
+ — Ποιος ξέρει, απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταυρής. Ο γέρος ο γελαστός
+που ξηγούσεν εκεί τον Χρονογράφον, δεν είπε τίποτε. Μα εγώ θαρρώ
+πώς θενάνε, παιδί μου, τίποτε άνθρωποι, θηρία αρπακτικά δεν
+πιστεύω να είνε οι ομογενείς. Θενάνε τίποτε φαγάδες, τίποτε
+μπερεκετλήοες και θαρθούν εις την Αθήνα και θα μας ακριβήνουν τα
+πράγματα. Και θα μας πάρουν τα «υπέρπυρα» δηλαδή της λίραις, τον
+χρυσόν, που λάμπει περισσότερον από την φωτιά και θαμβόνουν τα
+ασυνήθιστα μάτια των ελλήνων, και θα μας φορτώσουν με τα
+«_πτυκτά_» δηλαδή με μετοχάς και χρεώγραφα, τα οποία είνε _πτυκτά_
+χαρτιά, διπλωμένα ώμορφα. Έτσι τα εξηγώ εγώ αυτά. Γιατί ούτε ο
+«Χρονογράφος» τα ξεκαθαρίζει, ούτε ο γέρος ο γελαστός ήξευρε να τα
+εξηγήση (2).
+
+ — Και γιατί μου τα λέγεις αυτά, μπάρμπα Σταυρή; Παρετήρησε
+πειραγμένος ολίγον ο Σπύρος.
+
+ — Ο νοών νοείτω! απήντησεν ο Ξυλοπόδαρος κτυπήσας με κρότον εις
+την γην τον ξύλινον πόδα του.
+
+ — Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, επανέλαβεν ο Ξυλοπόδαρος και
+κτυπήσας άλλην μίαν φοράν τον ξύλινον πόδα του έλαβε τα δύο ξύλινα
+ραβδία του, και τακ-τακ απήλθε να περιέλθη κατά την συνήθειάν του
+τας συνοικίας της πόλεως, ενώ τα ποικιλόχρωμα άνθη του κήπου
+διέχυνον το μεθυστικόν άρωμά των περί τον έκθαμβον απομείναντα
+υιόν του Γέρω-Λαχανά, και τα πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων την
+αιωνίαν προς τον Πλάστην μελωδίαν των. Και ενώ ο μπάρμπα Σταυρής
+έκλειε την αυλόπορταν σταθείς είπε:
+
+ — Καλό είνε παιδί μου, το καθησιό, μα το ξάπλωμα είνε ακόμα
+καλλίτερο!
+
+
+ — Δεν θα σ' ενοχλώ πλεια, Αρφανούλα μου, είπε με χαράν μίαν
+εσπέραν μετά ταύτα ο Σπύρος προς την αδελφήν του. Μ' εσύστησαν εις
+τον κυρ Νίκον, τον υποψήφιον βουλευτήν, να διαβάζω τους εκλογικούς
+καταλόγους 'στής ημέραις των εκλογών και να σημειώνουν οι
+κομματάρχαι ποιοί είνε ζωντανοί και ποιοί είνε πεθαμένοι, θα τρώγω
+μεσημέρι-βράδυ 'ς το σπίτι του. Και όταν επιτύχη 'ς της εκλογαίς,
+θα με διορίση.
+
+Η Αρφανούλα εχάρη κ' εδόξασε τον Θεόν. Πρώτην φοράν έβλεπεν αυτό
+το θαύμα, του οποίου εργάτης βεβαίως ήτο ο Μπάρμπα-Σταυρής ο
+Ξυλοπόδαρος, ο νέος θαυματουργός των Σεπολίων με τον ξύλινον πόδα
+του και με την ως ραβδίον πλήττουσαν ξυλίνην φιλοσοφίαν του.
+
+ — Μου είπε να με διορίση από τώρα, εξηκολούθησεν ο Σπύρος,
+τελωνοφύλακα. Αλλά πού να τρέχω και να ξενυχτώ για τα λαθρεμπόρια.
+Μου είπε να με βάλη στο Καπνοκοπτήριο, μα ο καπνός μου μυρίζει και
+δεν βαστάω διόλου. Εγώ του είπα ότι προτιμώ να με στείλη επόπτην
+εκεί που θα φορτώνουν την σταφίδα 'ς την Πάτρα, να στέκωμαι και να
+βλέπω. Αυτήν την υπηρεσίαν, κυρ Νίκο, του είπα, σου υπόσχομαι να
+την κάμω καλλίτερα από κάθε άλλον. Δυστυχώς όμως ο Νίκος απέτυχεν
+εις τας εκλογάς και ο Σπύρος έμεινε πάλιν άνευ έργου, υπότροφος
+της αδελφής του. Αλλ' όταν μία καταστρεπτική πλημμύρα του
+Κηφισσού, η οποία κατέστρεψεν όλας σχεδόν τας εξοχάς των Αθηνών,
+εξηφάνισεν ολοτελώς και το περίφημον περιβόλιον του Γέρω-Λαχανά,
+τα δε παιδία μόλις εσώθησαν επί της στέγης της οικίας των, ο
+Σπύρος ήρχισε να συλλογίζηται πάλιν ως και την άλλην φοράν και να
+θέλη να φιλοσοφήση επί των καταιγίδων και των πλημμυρών.
+
+ — Τώρα τι να κάμωμεν!
+
+Είπεν η Αρφανούλα προς τον αδελφόν της.
+
+ — Λες να γλύτωσεν η Βουλή, από τον φοβερόν αυτόν καταποντισμόν;
+είπεν ο Σπύρος, αναμένων πάντοτε εκλογάς.
+
+ — Εθεμέλιωσεν ο γέρως, Σπύρο μου, εθεμέλιωσε. Δεν πέφτει, έλεγεν
+ο Μπάρμπα-Σταυρής, εκεί παρών, μόνον κύτταξε να πιάσης την τσάπα
+του γέρω Λαχανά. Αυτό που σου λέγω!
+
+ — Και τι να σκαλίσω; Τα χαλίκια που μου χάρισεν ο ποταμός;
+
+ — Αυτό που σου λέγω!
+
+Είχε μαλακυνθή όλως διόλου ο δυστυχής από την αργίαν. Αι σάρκες
+του ήσαν απαλαί, αι παρειαί του ως εκ προζυμίου, αι χείρες του ως
+ξεβιδωμέναι. Αι τρίχες της κόμης του άσπρισαν και αυταί. Τι να
+κάμη: Η αδελφή του, τη επιμόνω παρατηρήσει του μπάρμπα Σταυρή είχε
+σκληρυνθή ολίγον.
+
+ — Τον παίρνεις στον λαιμόν σου, άφησέ τον, της έλεγεν ο
+Ξυλοπόδαρος. Αργός μη εσθιέτω. Θα σε κανονίση ο παπα-Μεθόδιος. Δεν
+πας να ιδής; Αργός μη εσθιέτω! Εις τον κόσμον αυτόν χέρι με χέρι
+όλα γίνονται. Πάρε δουλειά, νά φαΐ . . .
+
+Εν τη εσχάτη εκείνη ανάγκη ο Σπύρος προσεκολλήθη παρά τινι
+συμβολαιογραφείω, ν' αντιγράφη συμβόλαια αντί δραχμής από πρωίας
+μέχρι νυκτός. Το βράδυ, ότε επέστρεφεν η Αρφανούλα από το
+εργοστάσιον, με λύπην της τον έβλεπε τον αδελφόν της κατακομμένον
+ως να έσκαπτε, με τους δακτύλους της δεξιάς του πληγωμένους και
+καταμελανωμένους. Αλλά δεν ωμίλει, μήπως και συνειθίση. Ούτε ο
+Σπύρος ωμίλει μήπως και συνειθίση. Πλην μετά μίαν εβδομάδα η
+Αρφανούλα έξαφνα ακούει τα παράπονά του:
+
+ — Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου; Εσύ πιστεύεις τον Μπάρμπα-Σταυρή
+και δεν πιστεύεις εμένα. Με κυνηγά η ατυχία καϋμένη. Τι να σου
+κάμω! Το συμβολαιογραφείο το έκλεισαν διά μίαν κατάχρησιν του
+συμβολαιογράφου!
+
+Τότε ο Μπάρμπα-Σταυρής λυπούμενος περισσότερον την Αρφανούλαν τον
+συνέστησεν εις άλλο συμβολαιογραφείον. Αλλά μετά δύο ημέρας ήλθεν
+ο Σπύρος έξω φρενών.
+
+ — Μέβαλες σ' αυτόν τον μασώνον, σ' αυτόν τον άθεον!.. Ο
+τετράγωνος νους του Μπάρμπα-Σταυρή, ο περικλεισμένος μέσα εις την
+τριγωνικήν κεφαλήν του εξήναψε μετά ταύτα άλλην ιδέαν φαεινήν και
+είπεν.
+
+ — Ο γέρως εθεμελίωσε, παιδί μου. Δεν είνε ελπίς να πέση και να
+διαλυθή η Βουλή. Άνοιξέ μου ένα καφενείο, εκεί κατά την Βάθεια.
+Περνώ εγώ από κει και βλέπω ότι είνε μεγάλη ανάγκη. Δεν υπάρχει
+κανένα καφενείον σ' εκείνη την γειτονιά, και αναγκάζονται οι
+νοικοκυραίοι να φεύγουν εις τα μακρυνά, εις τα Χαυτεία, και
+φωνάζουν οι γυναίκες τους γιατί τους αλλαργεύουν πολύ οι άνδρες
+του και έχουν καρδιοχτύπι την νύκτα μεγάλο, μη πάθουν τίποτε οι
+καϋμένοι...
+
+Αφού μάλιστα η ιδέα προήρχετο από τον Μπάρμπα-Σταυρήν, ο Σπύρος
+ευρέθη μετ' ολίγον ευκόλως διευθυντής ενός ωραίου καφενείου εις
+την Βάθειαν, με μίαν μεγάλην λεύκαν εμπρός. «Εις την _Λεύκα_» με
+το όνομα. Ο νταμπής έψηνε τους καφέδες, ο σερβιτόρος τους
+εμοίραζε, και ο Σπύρος εκάθητο από το πρωί έως το βράδυ στον
+μπάγκο αναγινώσκων εφημερίδας και διαλεγόμενος περί εκλογών.
+Οσάκις δε εγίνετο λόγος περί εργασιών ή θέσεων έλεγε προς τον
+Μπάρμπα-Σταυρήν, όστις συχνά τον επεσκέπτετο.
+
+ — Ωχ, αδερφέ, βαρέθηκα να κάθωμαι από το πρωί ως το βράδυ εδώ
+στον μπάγκο. Επόπτης εις την σταφίδα. Εκείνη η εργασία μου αρέσει.
+Γλυκεία, σταφιδένια θεσούλα. Μα που θα μου πάη. Δεν θα τον ρίξουν
+τον γέρω καμμιά φορά...
+
+Ας παρεπονείτο ο Σπύρος. Έτσι το έκαμνε. Διά να δείξη εις τον
+Μπάρμπα-Σταυρή, ότι ενδιαφέρεται πλέον διά τα ζωτικά ζητήματα, δια
+τα ζητήματα της ημέρας, διά τα ζητήματα του εαυτού του, διά την
+αποκατάστασιν της αδελφής του.
+
+Ήτο πολύ ευχαριστημένος με την διεύθυνσιν του καφενείου. Και η
+Αρφανούλα ήτο όλη χαρά. Κάθε βράδυ εις τας ένδεκα της έφερνε πότε
+δέκα δραχμάς και πότε είκοσι, κέρδος. Αλλά μετά τρεις μήνας,
+έξαφνα έρχεται θυμωμένος ο Σπύρος και της λέγει:
+
+ — Πες του χαιρετίσματα του Μπάρμπα-Σταυρή, Αρφανούλα μου. Ο
+Σπύρος δεν είνε τεμπέλης. Έχω τρεις μέραις να πιάσω δεκάρα, και
+χρεωστώ μισθούς εις τον σερβιτόρο, και χρεωστώ το ενοίκιον. Δεν σ'
+αφίνει ο φθόνος, Αρφανούλα μου. Ήλθε δίπλα μου ένας άλλος και
+άνοιξεν άλλο καφενείο, και μου πήρε όλους τους μουστερήδες,
+
+ — Δεν πάγαινες, κακομοίρη, παρακάτω, τω είπα. Το μέλι έχει αυτή η
+θέσις;
+
+Αληθώς άλλος τις φίλεργος και δραστήριος, ιδών την ανάγκην εκεί
+της συνοικίας, ιδών και τον Σπύρον από πρωίας έως νυκτός καθήμενον
+και μη κινούμενον διόλου εις περιποίησιν και κολακείαν των
+πελατών, ήνοιξεν άλλο καφενείον παραπλεύρως, και μόνος
+περιποιούμενος τους πελάτας προθύμως, αφήρεσεν όλην την πελατείαν
+του Σπύρου, όστις τέλος ηναγκάσθη να κλείση το καφενείον του,
+πωλήσας τα έπιπλα εις ευτελεστάτην τιμήν και ζημιώσας την
+Αρφανούλαν υπέρ τας χιλίας δραχμάς.
+
+Τότε και η Αρφανούλα ήρχισε να εξυπνά. Όσα εξώδευε προς διατροφήν
+του αδελφού της και προς ενδυμασίαν, δεν υπελόγιζεν. Αλλά να ρίψη,
+χιλίας διακοσίας δραχμάς εις το πηγάδιον... τούτο την αφύπνισεν
+από του ληθάργου.
+
+ — Έχει δίκαιον ο Μπάρμπα-Σταυρής, είπεν.
+
+Αλλ' αυτήν την φοράν ο Μπάρμπα-Σταυρής ηλέγχετο ότι αυτός έγεινεν
+αίτιος της μεγάλης αυτής ζημίας της ορφανής κόρης.
+
+ — Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου, έλεγε δικαιολογούμενος ο
+Ξυλοπόδαρος. Πρώτη φορά που εγελάσθηκα. Αλλά πάλιν δεν εγελάσθηκα.
+Η θέσις εκείνη ήτανε αληθινά διά καφενείον. Αλλά το καφενείον
+θέλει και καφετζήν. Ο Σπύρος ενόμισεν ότι ο καφετζής πρέπει να
+κάθεται και εδώ είνε που την έπαθε. Κανένας δεν πρέπει να κάθεται,
+Αρφανούλα μου, όταν έχη δουλειά. Και ο επόπτης της σταφίδος θαρρεί
+ο Σπύρος ότι κάθεται; δεν πιστεύω να κάθεται και αυτός. Κάτι θα
+κάμνη, κάτι θα σημειώνη· και σταφίδα να πάρη κανένα τσουβάλι, θα
+κουνηθή, θα δουλέψη. Εγνώριζα ότι ο αδελφός σου δεν είνε για
+τίποτε, ούτε για την σταφίδα, αλλά έλεγα ότι σε ένα δύο χρόνια θα
+προφθάση να κερδίση κάτι τι στη Βάθεια να πιάση μαγιά. Αλλά
+βλέπεις, σήμερα, Αρφανούλα μου, στέκουν οι άνθρωποι με ανοιχτό το
+στόμα να χάψουν τας ιδέας των άλλων. Και εδώ πλέον χρειάζεται
+ταχύτης: Όποιος πρόφτασε τον Κύριον εδόξασεν. Όλα έγειναν σήμερον
+«ηλεκτροπαραγωγά», είπεν ο Ξυλοπόδαρος, κτυπών τα τρία ξύλα του
+εις την γην με την νέαν αυτήν του συρμού λέξιν.
+
+ — Και τώρα; ηρώτησεν η Αρφανούλα, περιδεής.
+
+ — Τώρα; 'Σαν ταποτώρα! απήντησεν ο Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ξύων
+την βάσιν της τριγωνικής κεφαλής του. Κάμε ό,τι θέλης. Μόνον να μη
+ξεχάσης τι προφητεύει ο Χρονογράφος για την Αθήνα κ' έχε τον νουν
+σου. Και κάμε λήγωρα να ανοίξης δικό σου εργοστάσιο. Γιατί θαρθούν
+ακρίβειαι εις την Αθήνα, θάρθουν από την Πόλι οι ομογενείς και από
+τη Λόνδρα και θα φέρουν 'ς την Αθήνα την ακρίβεια και την κακή
+ασθένεια, ήγουν τα λούσα. Έπειτα δεν θα πανδρευθής κιόλας; Το
+Σπύρο θα κάθεσαι να περετάς; Μη τον λυπάσαι. Η ανάγκη θα τον κάμη
+να κυττάξη ναυρή δουλειά. «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών
+νεκρούς... »
+
+
+Ούτε ο γέρως όμως έπεφτεν, ούτε η βουλή διελύετο. Μόνον τα ιμάτια
+του Σπύρου διελύθησαν εις ράκη από της επονειδίστου «_αεργίης_». Η
+Αρφανούλα πεισθείσα εις τας συμβουλάς του «Γέρω-Νίκου» των
+Σεπολίων απεφάσισε να εγκαταλίπη πλέον τον αδελφόν της. Μόνον τον
+έτρεφε. Φορέματα τίποτε. Δραχμήν διά το καφενείον, τίποτε. Κατ'
+αρχάς εκείνος ήρχισε να την απειλή, ζητών να μοιράσουν την
+πατρικήν κληρονομίαν, τον παμπάλαιον οικίσκον των Σεπολίων. Τον
+περίφημον κήπον είχε μεταβάλει ο Κηφισσός εις κοίτην του. Εδέχετο
+δε να έλθη εις συμβιβασμόν μαζί της, αν του έδιδεν ολίγα κεφάλαια
+ν' ανοίξη ένα εμπορικάκι, εκεί κατά την Αγίαν Μαρίναν.
+
+Ήτο πληθυσμός παιδιών μικρών εις την εργατικήν εκείνην συνοικίαν
+κ' ήλπιζε να κερδίζη πολλά ο Σπύρος από το μικρόν εμπορικάκι
+ψευτολογών τα μικρά. Αλλά η Αρφανούλα ήτο άκαμπτος.
+
+ — Βάστα καλά! της έλεγε και ο Μπάρμπα-Σταυρής.
+
+Ιδών τότε ο Σπύρος ότι διά των απειλών ουδέν κατώρθου, αλλά μάλλον
+θόρυβος εγίνετο, απεφάσισε να μεταχειρισθή τας δεήσεις. Εις τα
+τοιαύτα, δεήσεις και δάκρυα, οι αργοί είνε θαυμάσιοι ημπορούν να
+κάμψουν και την σκληροτέραν καρδίαν, όχι την μαλακήν της
+Αρφανούλας καρδίτσαν όπου λαχταρούσε σαν του πουλιού. Ημπορούν να
+μεταπείσουν και αυτόν τον Μπάρμπα-Σταυρή να μεταβάλη γνώμην περί
+αυτών, όχι την γυναικείαν της Αρφανούλας διάνοιαν, η οποία
+επείθετο αμέσως ως το μικρόν παιδίον.
+
+ — Μη βλέπης, έλεγε κλαίων σχεδόν ο Σπύρος, μη ακούης, Αρφανούλα
+μου, με κυνηγά η ατυχία. Ξέρω εγώ την δουλειά μου. Ας μη άνοιγε το
+διπλανό καφενείο, και θ' άβλεπες σήμερα τον Σπύρο. Ας έπεφτε ο
+γέρως, να διαλυθή η βουλή, και θάβλεπες τον Σπύρο 'ς την Πάτρα, 'ς
+την σταφίδα να γυρίση πίσω με χρυσά ωρολόγια.
+
+Γυνή ήτο, αδελφή του ήτο, ευσπλαγχνική φύσις ήτο.
+
+Η Αρφανούλα εκάμφθη.
+
+Και ο Σπύρος μετά τινας ημέρας, εκεί παρά την Αγίαν Μαρίναν,
+χωμένος μέσα εις ένα μικρόν εμπορικάκι, γεμάτο ψυλικά ποικιλώνυμα,
+με κατάστιχα, με καλαμάρια, και πέννες να σημειώνη, με απομεινάρια
+του εργοστασίου της Αρφανούλας διά τας πτωχάς εκεί κορασίδας, που
+τρελλαίνονται για ένα φτερό, ή για ένα ψευδοάνθος, επώλει, χωρίς
+να γνωρίζη και ο ίδιος τι κάμνει.
+
+ — Πήγες καμμιά μέρα, να ιδής τι κάμνει εκείνος ο αδελφός σου;
+
+Ηρώτησε μετά τινας μήνας την Αρφανούλαν ο Μπάρμπα-Σταυρής,
+θυμωμένος διότι δεν εισηκούσθη.
+
+ — Είχα καιρόν; . . . Απήντησεν η Αρφανούλα.
+
+Ο Μπάρμπα-Σταυρής όμως, τακ-τακ, με τον ξύλινον πόδα του και τα
+ξύλινα ραβδία του, τακ-τακ — περιερχόμενος όλας τας συνοικίας καθ'
+εκάστην, είχε καιρόν. Και έμαθεν ότι εις την Αγίαν Μαρίναν άνοιξεν
+ένα εμπορικάκι που πωλεί φθηνά, πάμφθηνα, που δε ζητάει τα
+βερεσέδια ο εμποράκος, που δεν σημειόνει, που τον γελάνε τα
+παιδάκια και τα κοριτσάκια· που του κλέβουν τα κονδύλια και της
+πλάκαις και της κορδελίτσαις από μπροστά από τα μάτια του, και
+τόσα άλλα.
+
+Η Αρφανούλα τα είπεν αυτά εις τον αδελφόν της, χωρίς ν' αναφέρη
+τον Μπάρμπα-Σταυρήν. Αλλ' ο Σπύρος τα διέψευδεν. Έλεγεν ότι τα
+διαδίδει αυτά ένας φούρναρης εκεί δίπλα του, ο οποίος αφού είδεν
+ότι το μαγαζάκι του έκαμνε δουλειά, παρήγγειλε και αυτός και του
+έφκιασαν μέσα εις τον φούρνον μια μόστρα και έβαλε κάμποσα ψιλικά
+και αυτός και τα κατέβασεν ελεεινά, και η αλήθεια είνε ότι του
+έκοψε του Σπύρου τους μουστερήδες. Γιατί αυτός είνε κατεργάρης και
+όσα σπίτια δεν στέλνουν τα παιδιά τους να ψωνίσουν τα ψιλικά από
+αυτόν, δεν τους δίνει ψωμί κρέντιτο. Να, αυτά είνε τα σωστά. Ότι
+δηλαδή, Αρφανούλα μου, η ατυχία με κυνηγά· και να πης χαιρετίσματα
+εις τον Μπάρμπα-Σταυρήν ότι ο Σπύρος ειμπορεί να είνε άτυχος,
+τεμπέλης όμως δεν είνε.
+
+Η Αρφανούλα ένεκα συσσωρεύσεως παραγγελιών εν τω εργοστασίω, δεν
+έλαβε καιρόν να φροντίση εγκαίρως· και ούτως με την νέαν
+επιχείρησιν του αδελφού της εζημιώθη άλλας χιλίας δραχμάς.
+
+Επήγε να σκάση από τον θυμόν του ο Μπάρμπα-Σταυρής. Αλλ' ενόμιζε
+πλέον ότι η Αρφανούλα έβαλε γνώσιν, ότε την παραμονήν της
+Πρωτοχρονιάς ελθών να χαιρετίση την ανεψιάν του διά τα
+Χριστούγεννα, μετά τινα καιρόν, βλέπει και ητοίμαζε διάφορα
+παιγνιδάκια και αθύρματα πολλά, σωρόν μεγάλον.
+
+Ο Σπύρος έλειπε.
+
+ — Τι είν' αυτά Αρφανούλα; ηρώτησεν ο θείος της. Κάτι πολλά δώρα
+θα κάμης εφέτος. Μήπως τον αρραβώνιασες τον Σπύρο, κρυφά από τον
+Μπάρμπα-Σταυρήν; Να σου πω, δεν θα ήταν άσχημα. Ο γάμος είνε σαν
+το τυπογραφικό πιεστήριον και μπορεί να στρώση και ο Σπύρος.
+
+Η Αρφανούλα εγέλασε. Και διηγήθη είτα εις τον θείον της τα
+συμβαίνοντα.
+
+ — Τι να σου πω, Μπάρμπα-Σταυρή. Τον λυπήθηκα. Δεν βαστά η ψυχή
+μου. Δεν έχει παντελόνι να φορέση. Έπεσε 'ς τα πόδια μου με τα
+δάκρυα, σαν μωρό, και μου είπεν. Απ' τον Θεόν και στα χέρια σου,
+αδελφούλα μου. Άλλη φορά δεν θα σε βαρύνω. Δάνεισέ μου ένα
+κατοστάρικο να στήσω 'ς την Καπνικαρέα ένα τραπέζι να πωλήσω
+Πρωτοχρονιάτικα, να βγάλω μια φορεσιά ρούχα το ελάχιστο. Σε λίγαις
+ημέραις θα τον φάνε τον Γέρω, τέλος πάντων. Και άλλη φορά δεν θα
+σε βαρύνω. Το βλέπω κ' εγώ. Κοντζάμ άνδρας ως εκεί επάνω, να μένω
+χωρίς δουλειά! Φταίει και ο μακαρίτης ο Γέρω-Λαχανάς. Όταν μου
+έλεγε, βρε Σπυράκι μου, βρε Σπυρέτο μου, βουτηγμένος αυτός μέσα 'ς
+τον ιδρώτα και τα χώματα, έπρεπε να σηκώση την τσάπα του να μου
+κάμη μια τρύπα 'ς το ξερό μου, να έμβη μέσα ολίγη γνώσις.
+
+Και έκλαιεν ο καϋμένος . . .
+
+Τον λυπήθηκα Μπάρμπα-Σταυρή. Έπειτα να πούμε και του φτωχού το
+δίκαιο. Τον κυνηγά και η κακοτυχία. Δεν είνε μονάχη η κακομοιριά.
+
+ — Μα δεν ξέρεις, κορίτσι μου, ότι όπου κακομοιριά, εκεί και
+κακοτυχία; . . .
+
+
+Ούτω λοιπόν ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, με την πονηρίαν του και με
+την φυσικήν αγαθότητα της Αρφανούλας τα κατάφερε πάλιν και τον
+είδομεν την παραμονήν της πρωτοχρονιάς πρωί πρωί, παρά το Άγιον
+Βήμα της Καπνικαρέας, εμπρός εις μίαν τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα
+ευθηνά αθυρμάτια, στρέφοντα, τη συμβουλή του θείου του, μίαν
+τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν εκεί θρηνητικώς, πρώτην-πρώτην αυτήν,
+ως το εγερτήριον της μεγάλης εμπορικής οδού, την τρελλήν εκείνην
+ημέραν.
+
+Αλλά μόλις εξηφανίσθη ο Μπάρμπα-Σταυρής με τα τρία ξύλα του, ως
+είδομεν, και ψεκάδες πυκναί ήρχισαν να πίπτουν.
+
+Ο άνεμος ετράπη προς το βορειοανατολικόν του ορίζοντος και μετ'
+ολίγον βροχή δαρτή ήρχισε να πίπτη. Θόρυβος επηκολούθησε τότε και
+ταραχή μεγάλη εις τας πέριξ εκεί άλλας τραπέζας των παιγνιοπωλών,
+και φωναί και βλασφημίαι ηκούσθησαν. Άλλοι με λευκάς σινδόνας
+εσκέπαζον τα προς πώλησιν αθύρματα, ως να τα εσαβάνοναν, και άλλοι
+εισεκόμιζον τας τράπεζας των εις τα εγγύς εμπορικά. Οι έμποροι,
+απηλπισμένοι συνέκρουον τας χείρας των ως οι σταφιδοκτήμονες,
+βραχείσης της σταφίδος. Οι υπάλληλοί των εγελούσαν σκαστά.
+
+Ο Σπύρος τότε του Γέρω-Λαχανά, ανοίξας την ομβρέλλαν του, είχεν
+αυτήν την πρόνοιαν, με όλην την ανικανότητά του ήτο γεμάτος
+πονηρίαν, ανέμενε να παύση, η βροχή κ' εξηκολούθει να συστρέφη την
+τεραστίαν ροκάναν.
+
+Ουδείς διαβάτης ετόλμησε να προβάλη επί τόσας ώρας και εκινδύνευε
+να κηδευθή η τελευταία ημέρα του έτους εκείνου άνευ της προπομπής,
+αλλά μόνον με τους θρηνητικούς κρωγμούς της ροκάνας του Σπύρου,
+του υιού του Γέρω-Λαχανά.
+
+Διότι αληθώς μετ' ολίγον ορμητική θύελλα εκραγείσα, θαρρείς και
+απέλυσεν επί της πόλεως ολόκληρον τρούμπαν. Καταρράκται
+κατακλυσμού ανοίχθησαν και ρεύμα μετά ηχηράς βοής κατήλθεν αμέσως
+από του Συντάγματος, το οποίον παρέσυρε παν το πρόστυχον. Οι
+έμποροι έσπευδον ν' αποσύρωσιν από των θυρών των τα προς πώλησιν
+πράγματα. Η δε τράπεζα του Σπύρου, μη προνοήσαντος να την εισαγάγη
+εγκαίρως εις τι εμπορικόν, ως έπραξαν προ μικρού οι άλλοι
+παιγνιοπώλαι, ανετράπη φευ! και τα παίγνια όλα και όλα τα αθύρματα
+του οικτρώς παρεσύρθησαν υπό του χειμάρρου κ' εξηφανίσθησαν εις
+την εκεί πλησίον μεγάλην καταβόθραν.
+
+Και εσώθη μόνος ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, ως ο τελευταίος άγγελος
+του Ιώβ, ίνα αναγγείλη την θλιβεράν είδησιν εις την αδελφήν του.
+
+ — Πες χαιρετίσματα εις τον Μπάρμπα-Σταυρή, Είπε θρηνών ο Σπύρος,
+πες του που ξέρει να κάνη το ξυλόσοφο, ότι ο Σπύρος δεν είνε
+τεμπέλης, αλλά τον κατατρέχει η ατυχία....
+
+
+Κατόπιν, μετά μεσημβρίαν, ο ουρανός της Αττικής, ο απατεών,
+εξαστέρωσε κ' έγεινεν αρκετή κίνησις, ο δε σχηματισθείς βόρβορος
+συνετέλεσεν εις το να ανυψώση εις βακχικήν τελετήν, την γενομένην
+εκείνο το έτος παρέλασιν των Αθηναίων.
+
+ — Δεν ξεύρω, τέλος πάντων, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταυρής ο
+Ξυλοπόδαρος, ελθών την επαύριον να χαιρετίση την Αρφανούλαν, δεν
+ξεύρω ποίος πταίει, ο αδελφός σου ή η ατυχία του. Σου το είπα όμως
+και άλλαις φοραίς. Όπου κακομοιριά εκεί και ατυχία. Έπειτα εσύ
+διαβάζεις βιβλία. Δεν ξεύρεις ότι «κακομοίρης» θα πη άτυχος; Το
+βέβαιον όμως είνε, ετελείωσεν ο Μπάρμπα-Σταυρής, ότι αν ο Σπύρος
+επήγαινεν από μικρός σε κανένα Μοναστήρι, μπορούσε σήμερα να είνε
+κάτι τι. Κ' εκτύπησε τον ξύλινον πόδα του κραταιώς επί του
+πατώματος, ως να εκτυπούσε την κεφαλήν του, διότι δεν το είπεν
+αυτό, όταν έπρεπε.
+
+
+
+Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ
+(1901)
+
+
+
+Με τα δύο καλαμοειδή χεράκια του και τα δύο σκολιά ποδαράκια του,
+ο Μιστόκλης ο Κοντούλης κατεγίνετο εν χαρά, τόσας ημέρας τώρα, με
+το νέον του επάγγελμα, όπερ ανέλαβε με χρυσάς ελπίδας, ωσάν κάθε
+νέος επαγγελματίας.
+
+Προσκολλών χαρτίνας ρωσσικάς εικόνας επί μικρών σανίδων, μετά
+προσοχής και δεξιότητος, ώστε να φαίνωνται ως εξ αρχής
+εζωγραφημέναι επί των σανίδων, και πλαισίων αυτάς είτα δι' απλών
+εκ λευκοσιδήρου κορνιζών, κατήρτιζε πλουσίαν συλλογήν, σκοπών ν'
+απέλθη εις Τήνον, κατά την πανήγυριν, και κερδίση ασφαλώς και
+ακόπως κέρδη από ευτελών και πτωχικών κεφαλαίων. Έξυπνος ο
+Μιστόκλης ο Κοντούλης, είχε κάμει πρό τινων ημερών δοκιμάς εις τα
+περίχωρα της Αττικής και είδεν ότι αι κομψώς πλαισιωμέναι
+εικονίτσες του ηγοράζοντο προθύμως υπό των χωρικών, εις τους
+περιεργοτέρους των οποίων ο Μιστόκλης ηναγκάζετο να περιγράφη την
+σπανίαν τέχνην του, εξαπατών ότι αυτός εζωγράφιζε διά της χειρός
+τας εικόνας, εκμαθών τάχα εν Κιέβω την ρωσσικήν αγιογραφίαν, μη
+βραδύνων να προσθέτη εις τους πλέον περιέργους ακόμη, ότι αυτός
+επί το εκκλησιαστικώτερον, ως απεκάλει την βυζαντινήν αγιογραφίαν,
+μετερρύθμιζε τα άκομψα και χονδροειδή ρωσσικά σχέδια. Τόσην δε
+πεποίθησιν είχε πλέον εις την επιτυχίαν του νέου του έργου, ώστε
+επανειλημμένως τω ήρχετο διάθεσις ν' ανακράξη προς την γυναίκα του
+«όξω φτώχια». Αλλά πολλά παθών έως τώρα, πολλά έμαθε, και, το
+καλλίτερον, έμαθε να σιωπά πλέον.
+
+Και αφού εκόλλησε τας χαρτίνας αγιογραφίας και ηλίαζε τας υγράς
+σανίδας, ήρχισε να ετοιμάζη και συλλογήν άλλην προσωπογραφιών της
+αυτοκρατορικής ρωσσικής οικογενείας.
+
+Εκεί πλησίον του, η σύζυγός του, φίλεργος και φιλόπονος γυνή,
+ξενοπλύνουσα είχε καθήσει επί σκάμνου, παρά μεγάλην και ασήκωτην
+κόφαν, μπουγαδιάζουσα τα πλυθέντα ιμάτια και αναπαυομένη προς
+στιγμήν, εθήλαζε χρονιάρικον βρέφος, μετά συνέσεως, περισφίγγουσα
+τους ατάκτους του πόδας επί της οσφύος της, εις ενδιαφέρουσαν
+ευρισκομένη κατάστασιν. Τρία άλλα παιδία, το έν μικρότερον του
+άλλου, έπαιζον παρά-πέρα εν τη ρυπαρά αυλή, καταβορβορωμένα μέσα
+εις τα νερά της πλύσεως.
+
+ — Της προάλλαις, εις το Μενίδι, έλεγεν ο Μιστόκλης, προσβλέπων
+μετά τινος δισταγμού την βεβαρημένην της συζύγου του κοιλίαν, από
+κάθε εικόνα που μου κοστίζει — τέχνη και κόπος και κεφάλαια, — μια
+δεκάρα, έβγαλα δύο και τρεις δραχμαίς. Πρώτα ο Θεός, να πωλήσω εις
+την Τήνο από δυο και τρεις δραχμάς την μία, της πεντακόσιες
+εικόνες μόνον —
+
+Διεκόπη αίφνης, Τω ήλθε διάθεσις πάλιν να εκφώνηση «όξω φτώχια»,
+αλλά συλλογισθείς τα παθήματά του, εδάγκασε την γλώσσαν του και
+εσιώπησεν.
+
+Η σύζυγός του, κάθιδρως, κουρασμένη από της επιμόχθου πλυντικής
+εργασίας ανεπαύετο ακόμη, θηλάζουσα και το βρέφος, το νήπιον, του
+οποίου περιέσφιγγε τους αεικίνητους πόδας επί της οσφύος της.
+
+ — Δεκαπέντε δραχμαίς την χιλιάδα της αγόρασα από το παππά-Σάββα
+τον αγιορείτην, διηγείτο ο Μιστόκλης προς την γυναίκα του,
+ατενίζων μετά φόβου πάντοτε την βεβαρημένην της κοιλίαν· τα
+σανιδοκόμματα μου τα χάρισεν ο ξάδερφός σου ο μαραγκός, ώστε λίγη
+ψαρόκολλα μόνον αγόρασα και λίγες λωρίδες τενεκέ και λίγα τζάμια
+από το φαναρτσή, απομεινάρια. Πρώτα ο Θεός να της πωλήσω όλαις,
+και της χίλιαις, έστω και προς μία δραχμή την μίαν —
+
+Εδάγκασε και πάλιν την γλώσσαν του, ίνα μη εκφωνήση υπερήφανόν
+τινα καύχησιν. Και είχε πάθει πολλά έως τώρα.
+
+ — Πότε έχομε της Παναγίας; ηρώτησεν η σύζυγός του, αποθέσασα
+χαμαί, επί τινος σανίδος, το νήπιον, το οποίον απεκοιμήθη θηλάζον,
+και με το βάρος εκείνο της κοιλίας της, η πτωχή, επανήρχισε πάλιν
+το μπογάδιασμα των ιματίων.
+
+ — Την παραπάνω Κυριακή, απήντησεν ο Μιστόκλης, καρφώνων με
+προσοχήν μίαν ωραίαν ολόχρυσον Αγίαν Παρασκευήν. Και μετά
+δισταγμού και φόβου εμβλέπων προς αυτήν και προς το βάρος της, διά
+νευμάτων, σαν να εζήτει να μάθη τον χρόνον του τοκετού, εψιθύρισε
+κατ' ιδίαν μασσημένους λόγους:
+
+ — Έχει γούστο εις την τόση χαρά μου για το ταξείδι, να μου
+παρουσιασθούν και γεννητούρια, και ν' απομείνη ο Μιστόκλης με της
+εικόνες στα χέρια! Εν τούτοις υπελόγιζε και εύρισκεν ότι ο τοκετός
+θα επέλθη μίαν εβδομάδα μετά την εορτήν της Παναγίας. Επρολάμβανε
+λοιπόν και εις την Τήνον να μεταβή και την λεχώ να θεραπεύση.
+
+Ουχ ήττον κάτι τι τον ετριβέλιζε μέσα εις την καρδίαν του. Μήπως
+έχει λάθος; μήπως ο λογαριασμός γίνεται χωρίς τον ξενοδόχον; Πολλά
+παθών, έμαθε πολλά...
+
+
+Εις όλα τα προηγούμενα επαγγέλματά του ο Μιστόκλης ο Κοντούλης,
+εις όλας τας επιχειρήσεις του, είχε διαψευσθή. Τας μακράς του
+χειμώνος νύκτας στενοχωρημένος από τας ανάγκας της πολυμελούς του
+οικογενείας, απηρίθμει εν απογνώσει όλα τ' αποτυχόντα παλαιά έργα
+του, εις μάτην ζητών ν' απολαύση απλήν τινα εις νεωτέραν
+επιχείρησιν επιτυχίαν.
+
+Πανταχού η μοίρα του, του πτωχού η μοίρα, παρουσιάζετο φοβερά
+ενώπιόν του, απελπιστική, καταστρέφουσα τας ελπίδας του, διαλύουσα
+τα όνειρά του, ώστε ν' αληθεύη πάντοτε το της παροιμίας «όπου
+πτωχός και η μοίρα του».
+
+Και εις αυτό το έργον της παιδοποιίας, εις το οποίον και μόνον τω
+έλεγεν ο γείτονας του ο κυρ-Γεώργης ο συνταξιούχος, ότι επέτυχε,
+θέλων να τον παρηγορήση παραπονούμενον, και εις αυτό ο Μιστόκλης
+έβλεπε την φοβεράν μοίραν του, του πτωχού την μοίραν,
+προαγγέλλουσαν αυτώ τας αποτυχίας του.
+
+Από την ημέραν που επρωτόπιασε εργασίαν, πρώτην φοράν ελθών εις
+την πρωτεύουσαν εκ των νήσων του Αιγαίου πελάγους, από τότε εφάνη
+ότι ούτε η μοίρα του επήρε με καλό μάτι τον Μιστόκλην, ούτε ο
+Μιστόκλης την μοίραν του. Αυτός, μικρός το ανάστημα, αλλά και
+υγιής τω σώματι και ευτραφής ως ουρανόπεμπτος εφάνη εις τον
+Γέροντα του Λυκαβητού, ένα σκληροτράχηλον και φιλάργυρον προεστώτα
+του Αγίου Γεωργίου, όστις «με το μέλι» κατ' αρχάς ομιλών, ήρχισεν
+εις το τέλος να τον ποτίση όξος και πικράν αλόην.
+
+Γνωρίζων ο Μιστόκλης τα γράμματα του ελληνικού σχολείου υπηρέτει
+καλώς εν τω ναΐσκω, συλλειτουργών τους ιερείς. Αλλ' ο γέρων βλέπων
+το ανθηρόν της υγείας του, μετ' ολίγον καιρόν επέβαλεν εις αυτόν
+να περιέρχηται την πόλιν μετά μεγάλου δισακκίου και να συνάζη ελέη
+των χριστιανών, διά τον Άγιον Γεώργιον. Εις το χωρίον του, είνε
+αληθές, ο Μιστόκλης εξετέλει και αγροτικάς εργασίας, αλλ' είχεν
+έλθει εις τας Αθήνας, αποβλέπων εις στάδιον ευγενέστερον. Διά
+τούτο βαρέως έβλεπε τους ώμους του εξασθενίζοντας από το αφόρητον
+άχθος του δισακκίου. Τότε κατά πρώτον είδε καθ' ύπνους την Μοίραν
+του ως άγριον και δυσαχθές γερόντιον, απεσκληρωμένον και πολιόν,
+να θεωρή τον νεαρόν νησιώτην ως τι μελιτωμένον πλακούντιον,
+έτοιμον εις βρώσιν.
+
+Υπέμεινεν όμως ο Μιστόκλης όλας τας βαρείας υπηρεσίας του βράχου,
+ελπίζων ίσως διά της υπακοής του και ταπεινώσεως να μαλάξη τον
+σκληρόν γέροντα. Αλλ' εκείνος την υπακοήν του εκείνην και
+ταπείνωσιν εκλαβών ως ηλιθιότητα, τω επέβαλε να λαξεύη τον βράχον
+τον απρόσιτον, και να κατασκευάζη με την γλυπτικήν σμίλην βαθμίδας
+επί της ανωφερούς πέτρας, προς εύκολον ανάβασιν των προσκυνητών
+και έδρανα προς αναψυχήν των.
+
+Αλλ' η εργασία αύτη ήτο λίαν επαχθής· και μετ' ολίγα έτη ελάξευσε
+μεν ο ευτραφής Μιστόκλης τον απορρώγα βράχον, πλατείας ισοπεδώσας
+και πεζούλια υψώσας και δεξαμενάς γλύψας διά το βρόχινον ύδωρ,
+αλλά συγχρόνως, χωρίς να το εννοήση, ελάξευσε και το τρυφερόν σώμα
+του, καταντήσας με δύο καλαμοειδή χεράκια και δύο σκολιά ασθενή
+ποδαράκια και μίαν άκρεων πλατίτσαν. Έκτοτε, η Μοίρα του,
+εμφανιζομένη σκληρά, υπό την μορφήν του Γέροντος, κοντού και
+απηνούς, πολιού και εχθίστου, με πώγωνα βαθύν και επανωφόριον
+ποδήρες ρωσσικόν, συνετάραττε την νυκτερινήν ανάπαυσίν του· και
+αποκαμών επεθύμει την κατάβασίν του προς τα κάτω, όπου τω εφαίνετο
+ότι θα εύρισκεν ανάπαυσιν εις την μαλακά γύρω του βουνού,
+αναπαυομένην πόλιν.
+
+Όταν δε μίαν ημέραν, με το καύμα, αχθοφορικώς τοποθετών ογκώδεις
+λίθους, εις κατασκευήν πεζουλιών, προς συντήρησιν της διαρρεούσης
+πάντοτε από των όμβρων οδού, είδεν αίφνης να κυλίση βράχος προς
+την υπώρειαν, με ταχύτητα ακράτητον, ηυχήθη να εκύλιε και αυτός,
+χωρίς ο εαυτός του, ως άλλος Σίσυφος, να τον αναβιβάση πάλιν
+επάνω. Κ' εθάρρει ότι δεν θα εχάνετο εις μίαν πόλιν, τόσον μεγάλην
+και τόσον φιλάνθρωπον, όπου και πέντε αγαθοί να υπήρχον, θα έσωζον
+όλας τας άλλας μυριάδας, και αυτόν μαζί.
+
+Ο γλυκύς αυτός πόθος του δεν εβράδυνε να εκπληρωθή, διότι μίαν
+άλλην ημέραν φορτωμένος το δισσάκιον των ελεών, με τα χονδρά του
+ράκη και τα μεγάλα κρητικά υποδήματα, με τα λεπτοκαμωμένα και
+σκολιά ποδαράκια του, αναβαίνων τον ελικοειδή δρόμον, κατέπεσεν
+από του καύματος υπό τινα δροσεράν πευκών συστάδα, και ανακλιθείς,
+με προσκέφαλον το δισάκκιον, εβυθίσθη εις δροσερόν ύπνον, και
+εβράδυνε να κομίση προς τον Γέροντά του το δισάκκιον με τα ελέη,
+διαρπαγέντα, κατά τον ύπνον του, υπό λωποδυτών. Την νύκτα εκείνην,
+ως βαρύς λίθος, ο Μιστόκλης εκύλισε τωόντι κάτω, προς την
+υπώρειαν, αποδιωχθείς αγρίως υπό του Γέροντος, αυτός δε καμμίαν
+όρεξιν δεν είχε πλέον να γείνη Σίσυφος και ν' αναβιβάση πάλιν τον
+εαυτόν του επάνω.
+
+ — Τότε, πρώτα-πρώτα, ο Μιστόκλης ως έξυπνος όπου ήτο, επιθυμών να
+εργασθή πλέον εν τη πόλει, την οποίαν ως όνειρον έβλεπε πάντοτε
+από την κορυφήν του Λυκαβητού, να δράση και να προοδεύση, ως
+έβλεπεν από του ύψους εκείνου ότι έδρα και προώδευε κάτω τόσος
+κόσμος, εζήτησε κ' εύρε την παρά του Θεού ορισθείσαν τω ανθρώπω
+βοηθόν και σύντροφον εν τω βιωτικώ αγώνι και ήλθεν εις γάμον. Πλην
+όλα τα επαγγέλματα, εις τα οποία προχείρως επεδίδετο έκτοτε —
+τακτικόν τι έργον δεν είχεν εκμάθει — όλα, τον ωδήγουν από ατυχίας
+εις ατυχίαν. Τω εφαίνετο ότι, σαν να τον κατηράσθη ο Γέρων του
+Λυκαβητού διά τα ελέη, τα οποία του αφήρπασαν οι λωποδύται, και
+πολλάκις τον έβλεπε καθ' ύπνον κατά πάσαν αποτυγχάνουσαν εργασίαν
+του, κοντόν, χονδρόν, με λευκόν μέχρι του στήθους φθάνοντα πώγωνα,
+μ' έν χονδρόν και μακρόν επανωφόριον, ως ρωσσικόν επενδύτην, να τω
+φωνάζη αγρίως:
+
+ — Όπου φτωχός και η μοίρα του! Εσύ μου τάφαγες τα πρόσφορα και
+είπες πως σου τάκλεψαν οι λωποδύταις!
+
+Τον είδε τον Γέροντα, όταν τον εμπόδισεν η εξουσία να πωλή καπνά
+και σιγαρέττα, οπού, εκέρδιζεν αρκετά, χωρίς κανένα κόπον, διότι
+είχε ψηφισθή το μονοπώλιον. Κατόπιν τον ξαναείδε πάλιν, κοντόν και
+χονδρόν, κατάλευκον, με τον ρωσσικόν επενδύτην του, όταν πωλών
+κουλουράκια ζαχαρένια, όπου τα εζήμωνεν η γυναίκα του, εκέρδιζεν
+ικανάς δραχμάς την ημέραν. Ολίγας ημέρας μετά το όνειρον, εγέμισεν
+η Αθήνα από κουλουροπώλας, και έκαμε λογαριασμόν ότι τα πωλούμενα
+κουλούρια αναλογούσαν δέκα προς έκαστον Αθήναιον. Αν ήτο δυνατόν
+να προκόψη κανένας! έλεγεν αγανακτών ο Μιστόκλης.
+
+Αμυδρώς ενθυμείτο ότι τον είδε, τον φοβερόν Γέροντα, άγριον ως
+λύκον και όταν η γυναίκα του εγέννησε το πρώτον τέκνον των· και τω
+εφάνη ότι και τότε είπεν εις τον Μιστόκλην ο Γέρων.
+
+ — Όπου φτωχός και η μοίρα του!
+
+Καλά-καλά δεν την εβεβαίωνε ταύτην την οπτασίαν, αλλά το να αποκτά
+κατ' έτος και από έν παιδίον, τούτο βεβαίως δεν ήτο πλουσίου
+ριζικόν, εσκέπετο ο Μιστόκλης.
+
+Και όταν ο Μιστόκλης πάλιν με την βούρτσαν του επ' ώμων, με τον
+τενεκέ των χρωμάτων παρά πόδας εις μάτην ανέμενε παρά την Νέαν
+Αγοράν, ως σουβατζής, να προσληφθή εις καμμίαν εργασίαν,
+υποχρεωμένος εκεί ναπαριθμή τους οψοπώλας και τους κομίζοντας
+πλήρεις οψωνίων τους καλάθους εις τας οικίας των ευδαιμόνων αστών,
+έλεγε:
+
+ — 'Σ πολλά έτη, που ξενοπλένει η γυναίκα μου και βγάζουμε το
+ψωμάκι . . . .
+
+Εις τας δεινάς τότε στενοχωρίας του εσυλλογίζετο την πρώτην του
+εργασίαν και τω ήρχετο σκέψις ν' αναβή εις τον Άγιον Γεώργιον, να
+βάλη μετάνοιαν εις τον Γέροντα και να ζητήση συγχώρησιν από την
+Μοίραν του.
+
+Φοβεραί της στενοχωρίας του παρετείνοντο αι νύκτες τότε. Παρά τον
+μέγαν πύραυνον, εν τη ρυπαρά αυλή της κατοικίας των, παρά την
+Βλασταρούν, η γυναίκα του προσεπάθει να μπουγαδιάση, ρίπτουσα
+ολίγον κατ' ολίγον το βραστόν νερόν εις την βαθείαν της μπουγάδας
+κόφαν. Τα παιδία των ως γατάκια εκοιμώντο εις μίαν ψάθαν επάνω,
+όλα μαζί, μία τουφίτσα σαν ορφανά. Ο Μιστόκλης, στηρίζων την
+καθαράν από της αργίας βούρτζαν του επί του τοίχου, και καθήμενος
+είτα επί του κενού τενεκέ των χρωμάτων έβλεπε την βασανιζομένην
+γυναίκα του. Έβλεπε τα κοιμώμενα παιδία επί της ψάθης, ως να ήσαν
+εγκαταλελειμμένοι νεοσσοί, έβλεπε και την βεβαρημένην της μητρός
+κοιλίαν και διελογίζετο, αν δεν ήτο καλλίτερος ο πρώτος
+αχθοφορικός εκείνος βίος του, ότε κάθιδρως και ασθμαίνων
+αναβίβαζεν επί του Λυκαβητού το δισάκκιον των ελεών. Τότε έν
+δισάκκιον είχε μόνον, αλλά τώρα έχει τρία παιδιά και μίαν γυναίκα
+γαλακτοτροφούσαν και συνάμα έγκυον. Τότε ήτο ελεύθερος να το κάμη
+ό,τι ήθελε το δισάκκιον εκείνο, όπως ποτέ το έκαμε και
+προσκέφαλον. Ήτο ελεύθερος να το ρίψη κάτω από των ασθενικών του
+ώμων όπως και το έρριψε, διότι ήτο άψυχον και άπνουν δισάκκιον.
+Αλλά το δισάκκιον αυτό το ζωντανόν, το έμψυχον, που φέρει ήδη εις
+την αδύνατον και λαξευμένην πλατίτσαν του; Το κλαίον πολλάκις και
+πολλάκις γελών, το εκφράζον πόθους και ορέξεις, πείναν και δίψαν,
+γυμνότητα και στέρησιν; Το δισάκκιον το πλήρες ονείρων και
+σχεδίων, το πεπληρωμένον όχι ελεών διά τον Άγιον Γεώργιον, αλλά
+υπάρξεων τόσων διά τον κόσμον;
+
+Υπάρξεων, αίτινες έχουν χαράν, υπάρξεων, αίτινες έχουν λύπην; Ούτε
+να το ρίψη πλέον κάτω ημπορούσεν, αλλ' ούτε και να το μεταχειρισθή
+ως προσκέφαλον.
+
+Και πόσας απολαύσεις είχεν εκείνος ο βίος, όστις τότε τω εφαίνετο
+βαρύς και μοχθηρός. Την άνoιξιν ο κωνοειδής εύμορφος λόφος, ο
+άγονος το θέρος και κατάξηρος, ήτο παγκάλως εστολισμένος,
+ζωγραφισμένος με τόσα αγριολούλουδα, κ' ευωδίαζεν όλος ο βουνός
+από την νέαν του θύμου βλάστησιν.
+
+Πατών εις την καταπρασίνην εκείνην λόχμην και διά μέσου των
+τερπνών πεύκων αναβαίνων την βουστροφικήν οδόν του ο Μιστόκλης,
+ασθμαίνων από το βάρος του δισακκίου, ίστατο κατά δεκάδας βημάτων
+να ίδη πότε μεν τα γλαυκά του Σαρωνικού νερά και πότε τους
+θαλερούς αμπελώνας του Γουδίου. Απέθετε τότε το δισάκκιον ν'
+ανασάνη ολίγον και ανέπνεε την ευώδη της ανοίξεως δρόσον, αγνήν
+και αθάνατον, ενώ δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις, ως από τέλματος,
+εκάλυπτον κάτω την πόλιν. Και πάλιν ανελάμβανε το δισάκκιον και
+ανέβαινε· και πάλιν ίστατο διελθών ήδη τας ευσκίους υπωρείας και
+αναβαίνων τον απρόσιτον της κορυφής βράχον με τας ελικοειδείς υπ'
+αυτού λοξευθείσας καμπάς του, εστεφανωμένας με στέμματα χλοερά
+μαργαριτών και αιμοχρόων μυκώνων.
+
+Κ' ενθυμείτο τώρα ο Μιστόκλης εκείνο το τερπνόν πανόραμα όπερ από
+της κορυφής εκαμάρωνε κάθε πρωίαν, αναμένων εις τας επάλξεις του
+βράχου, να ίδη αν έρχωνται προσκυνηταί να κρούση τον κώδωνα.
+Ηπλούτο γύρω-γύρω η πόλις λευκή, κατάλευκος, με τους ναούς της και
+τα παλάτια της, με τας πλατείας της και τα καθαρά τετράγωνα των
+νέων συνοικισμών. Τι αν ίδρωνε να λοξεύση μίαν βαθμίδα, ή να
+κομίση το βαρύ δισάκκιον; Κατόπιν ήτο ελεύθερος — τω εφαίνετο τώρα
+— να χαίνη προς τον ευώδη του ύψους εκείνου αέρα....
+
+
+Ετοποθέτησεν όμως τας εικόνας όλας εις τρεις μικράς κασσίτσας.
+
+Έθεσεν εντός καλάθου τα εφόδια του ταξειδίου, είπεν εις την
+γυναίκα του να ετοιμάση μίαν γουνίτσαν μ' έν κυλιμάκι μαζί, και
+ητοιμάζετο, αφού κοιμηθή ολίγον και ξεκουρασθή, να εξέλθη και
+μισθώση αχθοφόρον, ίνα μεταφέρη τα πράγματα εις τον σταθμόν του
+σιδηροδρόμου, εις Μοναστηράκι. Την εσπέραν εκείνην θ' ανεχώρει το
+πρώτον ατμόπλοιον διά την πανήγυριν της Τήνου.
+
+Το βρέφος το νήπιον εκοιμάτο προ μικρού θηλάσαν. Τα τρία άλλα
+παιδία, βαστάζοντα ανά έν τεμάχιον άρτου, ανεπιμέλητα, εβύθιζον
+αυτό εις τους ρύπους της αυλής, και είτα το έτρωγον. Η σύζυγός
+του, προς νέαν πλύσιν ετοιμαζομένη, παρεπονείτο ότι ησθάνετο
+αδιαθεσίαν και κόπωσιν αφόρητον.
+
+ — Θα κρύωσες, είπεν ο Μιστόκλης, γιατί εψές, κατάλαβες, φυσούσε
+μπονέντες.
+
+Είπε και έγυρεν εκεί παρά την πυράν της καμίνου της πλύσεως,
+τυλιχθείς μ' έν παλαιόν ράκος.
+
+Η σύζυγός του ήρχισε την πλύσιν, κύπτουσα με όλον το βάρος της,
+παρά την μεγάλην και κτιστήν εκεί σκάφην του πλυντηρίου, ότε μετά
+μικρόν, σαν να ησθάνθη οδυνηρόν πόνον κ' έβαλε κραυγήν. Ο
+Μιστόκλης, καθεύδων έως τότε, εξηγέρθη αίφνης έντρομος και
+διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι ο Γέρων του Λυκαβηττού φοβερός
+και απάνθρωπος, με τον βαθύν λευκόν του πώγωνα και τον ποδήρη
+ρωσσικόν επενδύτην του, ενεφανίσθη πάλιν, και αφού τον εκύτταξε
+βλοσσυρώς εκραύγασεν:
+
+ — Όπου φτωχός και η Μοίρα του.
+
+Αλλ' έως ου αποτελειώση το όνειρόν του ο Μιστόκλης, επήλθον εις
+την σύζυγόν του αι ωδίνες του τοκετού· και τότε ο πτωχός, αντί να
+φροντίση διά την αναχώρησίν του, μετέβη να καλέση την μαίαν.
+
+Δεν ηδύνατο πλέον ν' αναχωρήση εις Τήνον, αι δε εικόνες του
+έμειναν κεκλεισμένοι μέσα εις τας τρεις κασσίτσας. Ότε δε κατόπιν
+εκλαυθμήριζε το αρτιγέννητον βρέφος γοερώς, ο Μιστόκλης ο
+Κοντούλης, ίνα διευκολύνη την λεχώ και αποκοιμηθή ολίγον, βαστάζων
+αυτό εις τας αγκάλας του, επανελάμβανε θρηνωδώς:
+
+ — Κλάψε, καϋμένο, κλάψε! Όπου φτωχός και η Μοίρα του!
+
+Ενώ αι εικονίτσες του, μέσα εις της τρεις κασσίτσαις κλεισμέναις
+σιωπηλαί και ακίνητοι, ούτε έτριζον καν εξ οικτιρμού...
+
+
+
+ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ
+
+
+
+Σελ. 73 όπισθέν μας, της Τροίας, Τενεδιό, αι θοαί νήες.
+
+
+
+
+ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΑΘΗΝΑΙ
+
+
+
+ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ
+ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
+
+ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ
+
+ ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. &Αττικαί ημέραι& (διηγήματα και ευθυ-
+ μογραφήματα) . . . . . . . . . . . Δρ. 5. —
+ &Ζητείται υπηρέτης& (κωμωδία μονό-
+ πρακτος) . . . . . . . . . . . . . . 1. —
+ ΒΑΒΕΑ Ν. &Το Πέραν μας& (πρωτότυπον κοινωνικόν
+ έργον από τα παρασκήνια της ζωής
+ μας) . . . . . . . . . . . . . . . . 5. —
+ ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. &Ανάλεκτα& (κρίσεις και εντυπώσεις 2
+ τόμ.). . . . . . . . . . . . . . . . 8. —
+ ΒΡΑΤΣΑΝΟΥ Μ. &Τα κατά τον Θησέα& (Ιστορική και πο-
+ λιτική μυθογραφία) . . . . . . . . . 7. —
+ ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. &Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου& 5. —
+ ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. Ι. &Σκαραβαίοι και Τερρακόττες& . . . . 5. —
+ ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I.&Ο Λυχνοστάτης& (κωμωδία) μονόπρα-
+ κτος . . . . . . . . . . . . . . . . 1. —
+ ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. &Φωτερά Σκοτάδια& (ποιήματα) . . . . 5. —
+ » &Κλειστά Βλέφαρα& (ποιήματα) . . . . 5. —
+ » &Αμαρυλλίς& (διήγημα) . . . . . . . 5. —
+ » &Αγροτικαί επιστολαί& . . . . . . . 5. —
+ » &Ο Μπαρμπαδήμος& Διηγήσεις Αγω-
+ νιστού (μετά πολλών εικόνων) Δ.
+ Μπισκίνη . . . . . . . . . . . . . . 5. —
+ ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ &Στο ανοιχτό παράθυρο& . . . . . . 5. —
+ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ. &Η Σιδηρά Διαθήκη& (Κοινω
+ νική Φυσιολογία)& . . . . . . . . . 6. —
+ ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ (διηγήματα) . . . . . . . . . . . 5. —
+ » &Όλοι μαζί& . . . . . . . . . . . . 3.50
+ » &Ο βάτραχος που βαριέται& . . . . . 1.40
+ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΩΝΗΣ &Ελληνικά ποιήματα, κατάλληλα
+ γι' απαγγελία.&
+ ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ &Για την Πατρίδα άδετον& . . . . . 3.50
+ » &Για την Πατρίδα& χαρτόδετον . . . . 5. —
+ » &Τα αναγνωστικά μας& . . . . . . . . 1. —
+ ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ &Μύθοι και θρύλοι& . . . . . . . . 6. —
+ ΘΕΡΟΥ ΑΓ. &Δημοτικά τραγούδια& (εκλογή) . . . 3. —
+ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. &Ελληνική Μυθολογία& . . . . . . 5. —
+ ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ. &Κοντά στη φωτιά (δράμα μονόπρακτον) 1. —
+ ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ. &Διηγήματα . . . . . . . . . . . . . 6. —
+ » &Το Σπητάκι του γιαλού& (Διήγημα) . 5. —
+ ΜΩΡΑΪΤΙΝΗ Α. &Διηγήματα& . . . . . . . . . . . . 6. —
+ ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ. &Ασφόδελοι& (ποιήματα) . . . . . . . 5. —
+ ΜΑΡΗ Μ. &Το θάρρος της αγνοίας& (κωμωδ. Μονό-
+ πρακτος) . . . . . . . . . . . . . . 1. —
+ ΝΟΡΔΑΟΥ Μ. &Τα κατά συνθήκην ψεύδη& . . . . . . 4.—
+ ΠΑΛΑΜΑ Κ. &Τα παράκαιρα& (ποιήματα) . . . . . 5.—
+ » &Διηγήματα& . . . . . . . . . . . . 5.—
+ ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΚΗ Φ. &Το Έγκλημα και η τιμωρία (εις δύο
+ τόμους) . . . . . . . . . . . . . . 6.—
+ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ — ΛΑΜΠΕΛΕΤ &Τα χελιδόνια& (ποιήματα για
+ παιδιά τονισμένα) . . . . . . . . . 10.—
+ ΠΟΛΕΜΗ I. &Σπασμένα μάρμαρα& (ποιήματα) . . . 6.—
+ » &Λύρα& (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ.
+ ποιήσεως) . . . . . . . . . . . . . 6.—
+ » &Η Γυναίκα& (κωμωδία μονόπρακτος). . 1.—
+ » &Ειρηνικά& (ποιήματα) . . . . . . . 3.—
+ ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α.& Η Φαίδρα . . . . . . . . . . . . . 4.—
+ » &Φάουστ του Γκαίτε — (μετά πολλών
+ εικόνων)
+ » &Ποιήματα& . . . . . . . . . . . . . 5.—
+ ΣΗΜΗΡΙΩΤΗ ΑΓ. &Τραγούδια τον λυτρωμού& . . . . . . 5.—
+ ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ. &Τραγούδια του νησιού& . . . . . . . 5.—
+ ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ. &Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου&
+ (διηγήματα) . . . . . . . . . . . . 5.—
+ » &Μακεδονικαί Ραψωδίαι& (διηγήματα) . 2.50
+ » &Η Μεγαλόχαρη& (διήγημα) . . . . . . 2.50
+ » &Άγγελος εξολοθρευτής& (πολεμ. διήγ.
+ 1912-13) . . . . . . . . . . . . . . 3.—
+ » &Μαύρες Πεταλούδες& . . . . . . . . 5.—
+ ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. &Ο Βασιλεύς της Ρέγκας& (μονόπρ.
+ παιγνίδι) . . . . . . . . . . . . . 1.—
+ » &Βυζαντιναί γυναίκες& (διηγήματα). . 5.—
+ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ. &Φθινόπωρο& (μυθιστόρημα) . . . . . 4.—
+ » &Τραγούδια της Ερημιάς . . . . . . . 3.50
+ » &Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια& (ποιή
+ ματα . . . . . . . . . . . . . . . . 3.50
+ » &Απλοί Τρόποι& (ποιήματα) . . . . . 5.—
+ AUGIER &Οι Χαλκοπρόσωποι& (κωμ.) μετ. Αγγ.
+ Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.50
+ BARRIÈRE &Οι Κουτοπόνηροι& (κωμωδ.) μετ. Αγγ.
+ Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.50
+ &Ο Βασιλεύς Όθων&. Ιστορικόν εράνισμα επί τη 50ετηρίδι
+ του θανάτου του . . . . . . . . . . 3.—
+ &Κωνσταντινούπολις και Αγία Σοφία θρύλοι και παραδόσεις&
+ (Ιστορία) . . . . . . . . . . . . . 3.—
+ ΒΟΓΑΣΛΗ Δ. &Εκλεκτά χριστουγεννιάτικα και πρω-
+ τοχρονιάτικα διηγήματα& (εκ του
+ Γαλλ., Γερμαν. και Ρωσ.) . . . . . . 2.50
+ ΔΟΥΜΑ (ΥΙΟΥ) &Η Κυρία με τας Καμελίας& (μυθιστό-
+ ρημα) . . . . . . . . . . . . . . . 5.—
+ LABICHE &Εγώ και Ξυδάκης και Θανασούλης&
+ (κωμωδίαι) μετάφρασις Αγγέλου
+ Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.0
+ ΣΙΕΓΚΕΒΙΤΣ &Quo Vadis& (μυθιστόρημα) . . . . . 4.—
+ OCTAVE FEUILLET&Ιστορία ενός πτωχού νέου& . . . . . 5.—
+
+
+1) Βακούφ, λέξις τουρκική. Σημαίνει δε κτήματα και εν γένει
+ακίνητα μοναστηριακά, εξ αφιερωμάτων, ης γίνεται χρήσις εν ταις
+νήσοις εις χαρακτηρισμόν των μοναστηριακών εν γένει κτημάτων άτινα
+κοινώς «Βακούφια» λέγονται.
+
+2) Αρκετά αξιοπερίεργος είνε η πρόρρησίς αυτή του Συγγραφέως
+επαληθεύσασα μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών ύστερον από 19
+χρόνια τώρα εις τας ημέρας μας.
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A ***
+
+***** This file should be named 37200-0.txt or 37200-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/7/2/0/37200/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License available with this file or online at
+ www.gutenberg.org/license.
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation information page at www.gutenberg.org
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at 809
+North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
+contact links and up to date contact information can be found at the
+Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit www.gutenberg.org/donate
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/37200-0.zip b/37200-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..5c89625
--- /dev/null
+++ b/37200-0.zip
Binary files differ
diff --git a/37200-h.zip b/37200-h.zip
new file mode 100644
index 0000000..3b7c666
--- /dev/null
+++ b/37200-h.zip
Binary files differ
diff --git a/37200-h/37200-h.htm b/37200-h/37200-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..5ba05ac
--- /dev/null
+++ b/37200-h/37200-h.htm
@@ -0,0 +1,7075 @@
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN"
+ "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Μωραϊτίδης Διηγήματα Τόμος A" />
+
+<title>Διηγήματα A</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 5%;
+margin-right: 5%;
+}
+
+h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; }
+
+p{
+ text-align: justify;
+ margin-top: 1em;
+ margin-bottom: 1em;
+}
+
+hr{
+ width: 65%;
+}
+
+.poem {
+ FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%;
+}
+
+.sp{
+ letter-spacing:3px
+}
+
+</style>
+
+</head>
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Novels Volume A
+
+Author: Alexandros Moraitidis
+
+Posting Date: May 9, 2012 [EBook #37200]
+First posted: August 24, 2011
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+
+<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic
+to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes
+have been transferred at the end of the book. A table of typing errors has been
+taken into account, with the exception of a correction in page 73. The page has
+been marked within the text, so that the reader might judge for himself, which text
+to correct.//
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η
+ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των
+σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Ο πίνακας παραρομάτων έχει
+ληφθεί υπ’ όψη, εκτός μιας διόρθωσης στην σελίδα 73. Η σελίδα έχει σημειωθεί
+μέσα στο κείμενο, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει ο αναγνώστης ποιο κείμενο να
+αλλάξει.</p>
+<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/1stpage.jpg" width="407"
+height="600"
+alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p>
+
+<h3 style="margin-top: 5em">ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ</h3>
+
+<h1 style="margin-top: 5em">ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</h1>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">
+ΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΚΑ. — ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ. — ΝΕΡΑΪΔΕΣ. — ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ.<br />
+Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ</h5>
+
+<h4 style="margin-top: 5em">ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ</h4>
+
+<h4 style="margin-top: 4em">
+ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ<br />ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ</h4>
+
+<h4 style="margin-top: 9em">
+ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921</h4>
+<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/moraitidis.jpg" width="335"
+height="500"
+alt="Μωραϊτίδης" border="2" /><br /></p>
+<h4 style="margin-top: 6em">
+ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ</h4>
+
+<p>
+<br />
+Πρέπει να αναγνωρισθή οιονεί επισήμως σήμερον, εν ευλογία της μεγάλης ημέρας,
+εν ευλογία των οφθαλμών όσοι εδάκρυσαν εκ των τόσων αυτού διηγημάτων και
+των καρδιών όσαι απαλύνθησαν εκ των τόσων αυτού εικόνων, και των ηθών όσα
+ελευκάνθησαν εκ των τόσων υπό την μαγικήν του γραφίδα ανατειλασών μετ'
+αρρήτου ευωδίας αρετών, να αναγνωρισθή ο αθόρυβος, ο μετριόφρων, ο
+σιωπηλός, ο ανεύρετος, ο αόρατος, ο ακοινώνητος, ο ιδιότροπος, ο ιδιόβιος
+συγγραφεύς, ως μία δύναμις έξοχος του κόσμου των γραμμάτων, ως είς
+πρωταγωνιστής απροσπελάστου ύψους της φιλολογικής σκηνής μας, ως έν πνεύμα
+καταπληκτικής γονιμότητος και πραξιτελείου κάλλους του γραμματικού ημών
+κόσμου, ως ποιητής, όστις θα ετίμα και θα εδόξαζε και θα εκάλλυνε πάσαν ξένην,
+νέαν ή παλαιάν φιλολογίαν.</p>
+
+<p>Τίποτε εκ μιμήσεως παρά τω κ. Α. Μωραϊτίδη, ιδίως τω νεωτέρω, ως ήρχισε να
+απλόνηται και να χρωματοβολή ως μάγον, ιωδοροδόχρουν λυκόφως δια των
+στηλών της «Ακροπόλεως» και της «Νέας Εφημερίδος». Διότι υπάρχει και
+αρχαιότερος Μωραϊτίδης. Ο προ εικοσαετίας. Ο χαρίεις κομψευόμενος με τους
+λάμποντας οφθαλμούς του και τα βαθέα ωραία χαρακτηριστικά του, εις α οι φίλοι
+του έβλεπον μεγάλην ομοιότητα μορφής μεταξύ αυτού και του Σαίξπηρ, με την
+ακατάσχετον αυτού φαιδρότητα και την αγάπην, ην προς αυτόν συνεκέντρου εκ
+μέρους όλων όσοι τον εγνώριζον, ανδρών ή γυναικών, δεσποινίδων ή νέων. Ο
+Μωραϊτίδης, ο δημιουργήσας τα αλησμόνητα Πρακτικά της Βουλής· ο Μωραϊτίδης
+ου τα ευφυογραφήματα εις σατυρικά φύλλα εγέμιζον γέλωτος τας οικίας και τας
+πλατείας· ο Μωραϊτίδης, ου τα δράματα εβραβεύοντο· ο Μωραϊτίδης, ου το
+βιβλίον περί Δημητρίου του Πολιορκητού ήξιζε να μεταφρασθή εις όλας τας ξένας
+γλώσσας. Αυτή ήτο η θορυβώδης, η κοσμική, η νεανική, η γελώσα του Μωραϊτίδου
+περίοδος.</p>
+
+<p>Εάν έζη εν Ευρώπη, τοιούτο νεαρόν ως σαρξ γιασουμιού μόλις ανθήσαντος
+πνεύμα, θα εύρισκε την ατμόσφαιράν του, και θωπευόμενον, θερμαινόμενον,
+καλλιεργούμενον, θ' ανήρχετο τας αναβαθμίδας της προόδου του, καταλαμβάνον
+υψίστην θέσιν εν τη φιλολογία του έθνους του. Αλλ' ο Μωραϊτίδης εν Αθήναις,
+μάλιστα κατά την προ εικοσαετίας εποχήν, ήτο σολοικισμός, ανορθογραφία,
+προσβολή εις τα χρηστά μας ήθη, παθολογικότης, παραδοξότης . . . Και ο
+Μωραϊτίδης εννοήσας ως άριστος ψυχολόγος την περί αυτόν κατάστασιν,
+απεσύρθη εις την καταπράσινην την ευωδιάζουσαν, την γαληνιώσαν ως ευσεβή
+ψυχήν, την πολύκολπον, την ευλίμενον, την δασοστεφή, την βοσπορίζουσαν, την
+περικαλλή Σκίαθον. Κ' έγινε . . . . δάσκαλος! Και είνε — όχι πλέον εν Σκιάθω, αλλ' εν
+Αθήναις, μέχρι σήμερον δάσκαλος, τουτέστι καθηγητής.</p>
+
+<p>Παρεβίασε την φύσιν, την δημιουργίαν του, τον εαυτόν του, την ζωήν του, το
+πνεύμα του, διά να μην έχη καμμίαν από την κοινωνίαν απαίτησιν, να την αφήση
+ήσυχον, ως το νερό που μένει και βρωμά, ως την νύκτα που αποσύρεται εις τα
+κρεββάτια του ο βίος και η κίνησις. Αλλά η φύσις δεν βιάζεται ατιμωρητί. Βάλε
+Πήλια χιόνος και Όσας πάγων επί ηφαιστείου, το ηφαίστειον, όταν έλθη η ώρα, θα
+κροτήση, θα βοήξη και θ' αναδώση την λαμπεράν, την βυσσινόχρουν του
+λάμψιν.</p>
+
+<p>Τοιαύται αναλαμπαί υπήρξαν η σειρά των ελληνικών, των πρωτοτύπων, των
+αυτοδημιουργημένων, των αυτοθαλλόντων διηγημάτων, τα οποία ήρχισε
+δημοσιεύων διά των εφημερίδων, και η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως η
+επαινεθείσα εις τον Λασσάνειον και ήτις, όταν θα παρασταθή, βεβαίως θα
+σημειώση νέαν περίοδον εν τη ελληνική δραματογραφία. Ποία δύναμις δραματική
+κρύπτεται εις τον μαυροβαθυπώγωνα αυτόν με τους δύο μεγάλους λάμποντας
+οφθαλμούς και την αέτειον ρίνα του και το αιώνων μειδίαμα εις τα λεπτά σατυρικά
+του χείλη! Εάν το ήξευρεν η απέχουσα βασιλεία, εάν το ήξευρον οι θηρεύοντες
+συγκινήσεις, εάν τον ήξευρον οι ερασταί υψηλοτέρων χαρών, θα ελιθοβολούντο
+όλοι αυτοί μόνοι των, διότι αφίνουν άκαρπον, άγονον, ανεκμετάλλευτον, τον
+Μωραϊτίδην, τον μυστικόν αυτόν λευχείμονα ιερέα της ελληνικής σκηνής, των
+ελληνικών γραμμάτων. Καθηγητής, διδάσκων γεωγραφίαν και Ξενοφώντα, αυτός,
+όστις θα εώρταζε την ανάστασιν της εθνικής μας ιστορίας εν τη σκηνή,
+σπαρταριστήν με ίριδας τριγύρω, με αστραπάς, με φωτιές, με κεραυνούς, με
+σαρκασμούς, με παρελθόν, με μέλλον. Καθηγητής αυτός, όστις θα εχρησίμευεν ως
+δύτης του εθνικού μας βίου, ως αλιεύς μαργαριτών διά να βγάλη έξω με χρώματα,
+με άνθη, με δροσιά, με κύματα, με νέφη, με ήλιον, του εθνικού μας βίου τας
+αρετάς, τα ήθη, την γλύκα, τους τύπους, τας εικόνας, τα σπλάγχνα, τα βάθη.</p>
+
+<p>Ουδέν παρθενικώτερον, ουδέν λευκότερον της φιλολογικής δυνάμεως του κ.
+Μωραϊτίδου. Τον ωνόμασαν ως διηγηματογράφον, πολύ δικαίως, Έλληνα Δίκενς.
+Ετούτο δεν σημαίνει ότι ο κ. Μωραϊτίδης ανέγνωσε τον Δίκενς κ' εμόρφωσεν
+εαυτόν κατ' εικόνα και ομοίωσιν εκείνου. Ίσως ούτε ν' ανέγνωσέ τι εκ του μεγάλου
+άγγλου. Ετούτο σημαίνει ότι εκεί που υψώθη ο συγγραφεύς των
+Χριστουγεννιάτικων Διηγημάτων διά το αγγλικόν έθνος, εκεί ακριβώς υψώθη διά
+το ελληνικόν ο Μωραϊτίδης. Ημείς κυρίως έν ευρίσκομεν κοινόν μεταξύ του ενός
+και του άλλου. Εις αμφοτέρους εφαρμοζομένην την οξείαν παρατήρησιν του
+μεγάλου κριτικού της Γαλλίας Ταιν, όστις είπεν ότι εις τα αγγλικά μυθιστορήματα
+δύναταί τις να σπουδάση την αγγλικήν κοινωνίαν, τον αγγλικόν βίον, τα αγγλικά
+ήθη, τας αγγλικάς ιδέας. Ενώ εις τα γαλλικά δεν σπουδάζει τίποτε. Ως παρά Δίκενς,
+ούτω και παρά τω Μωραϊτίδη, αποκαλύπτεται ως γυμνόν ζωγράφου, ως φύσις υπό
+διαυγή ουρανόν, ως ιδέα ευκρινούς συγγραφέως, ο ελληνικός βίος των χωριών, ο
+ελληνικός βίος των οικιών, ο ελληνικός βίος των καλυβών. Εκεί, εκεί, αλώβητον
+τηρείται το έθνος, όλον δικόν του, αμετάβλητον διά των αιώνων και της ιστορίας.
+Εκεί, εκεί αντλεί τα θέματά του και τους τύπους του και τας εικόνας του και τας
+αποκαλύψεις του ο Α. Μωραϊτίδης.</p>
+
+<p>Αλλά η τέχνη η φιλολογική του είνε υψίστης δυνάμεως, είνε απέφθου χρυσού,
+είνε αδάμαντος πρώτης ποιότητος, είνε σαπφείρου πρώτης ηδύτητος. Πώς συνέχει
+εις αδιάπτωτον αρμονίαν και εις αδιάλυτον αρραβώνα την ακανθωδεστέραν
+πραγματικότητα προς την λειοτέραν ποίησιν και πώς εκ της ενώσεως των δύο
+πηγάζει κρυσταλλίνη ως πηγαίον νάμα η κάθαρσις, στάζουσα ευωδιάζοντας
+κόμβους αρετής εις την ψυχήν του αναγνώστου! Πώς δε μέσω της δράσεως της
+υποθέσεως, ως εύμορφος ανθογεμισμένος κισσός περί κορμόν δένδρου, ως
+εύμορφη κίτρινη και λευκή γιασουμιά περί αναδενδράδα αμπέλου, πλέκεται και
+παρεμβάλλεται περιγραφή, ήτις θα ήξιζε και μόνη να φιγουράρη δίκην
+φλαμανδικής ελαιογραφίας φυσιολογικής σχολής, ως φέρ' ειπείν η της εργασίας
+του μεταξοσκώληκος εις <i>της Νεράιδες</i> και η του χορού της καμάρας εις τα
+<i>Βαkούφικα</i> και η της κατασκευής των <i>χαϊμαλιών</i> εις τον
+<i>Σκαλικάδζαρον</i>.</p>
+
+<p>Εάν η ποίησις παρά τω προνομιούχω συγγραφεί μας είνε κόρη αθώα, λευκή ως
+το κολόβιον του Χρυσού του εις το φετεινόν πρωτοχρονιάτικο διήγημά του ο
+«Μπάρμπα-Δήμαρχος», αλλ' η τέχνη αυτού είνε γυνή αρτία, μεγαλοπρεπής,
+ανδριάς κολοσσαίος Ήρας, ως παρίσταται εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως.</p>
+
+<p>Η πηγαία δροσερότης της ποιήσεως παρ' αυτώ μετά της κλασικής αρτιότητος
+της τέχνης, διαθετόμεναι υπό σαιξπηρείου πράγματι ευθυμίας και χρυσών φλεβών
+χριστιανικής αρετής και ευσεβείας, απήρτισαν τέλειον και μοναδικόν συγγραφέα,
+αναπολούντα χρόνους κλασικούς των ευρωπαϊκών φιλολογιών.</p>
+
+<p>Εν Αθήναις 1 Ιανουαρίου 1892.</p>
+<p style='text-align: right;'>Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">
+ΤΑ ΒΑΦΟΥΦΙΚΑ
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>)
+<br />(Μάιος 1891)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Η θειά-Ζωίτσα ήτο γραία πλέον, έως εξήκοντα ετών. Πλην εκ φύσεως ήτο σκληρά
+γυνή και κράσεως υγιούς, με δυο ροδινάς παρειάς, ως παρειάς μήλου, θαύμα διά
+την ηλικίαν της. Είχε σώμα λεπτόν και ην μικρά το ανάστημα ως συμμαζευμένη
+μέσα εις το μαύρο φουστανάκι της, όπερ έδιδεν εις τας κινήσεις της ασυνήθη
+κουφότητα κ' ελευθερίαν, και σχεδόν επετούσεν εις το περπάτημά της. Δεν την
+έφθανε καμμία, ούτε εκ των νεωτέρων την ηλικίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν κοριτσάκι πλειο η θειά-Ζωίτσα! έλεγαν.</p>
+
+<p>Όταν ανήρχετο τον μέγαν και ατελείωτον ανήφορον του Αγίου Χαραλάμπους
+κατά την πανήγυριν, την εθαύμαζον όλαι. Αλλά και την εζήλευαν. Ιδίως άλλαι τινές
+«χονδροκοπής» γυναίκες, αι οποίαι μετ' αγωνίας και μόχθου, πνευστιώσαι, βήμα
+προς βήμα ανήρχοντο τους πρόποδας του ανωφερούς βουνού, εν ώ η ευσταλής
+γραία ήτο πλέον εις την κορυφήν με τους γυμνούς ποδίσκους της, φέρουσα
+εμπεπηγμένας εις την ζώνην της τας δύο εφθαρμένας εμβάδας — τα κατσάρια της
+— και κρατούσα βαρύ κοφίνιον με δύο μεγάλας προσφοράς διά τον άγιον, μίαν
+ιδικήν της και άλλην της γειτονίσσης της, Κρατερίτσας της πιασμένης. Ότε δε αι
+άλλαι εκείναι χονδροκαμωμέναι, πλέουσαι μέσα εις τον ιδρώτα και
+κοντανασαίνουσαι, έστρεφαν προς τ' άνω την κεφαλήν, και δεν έβλεπαν πλέον την
+θειά-Ζωίτσα, εισελθούσαν ήδη εις το πυκνόν δάσος του οροπεδίου, εν ώ η
+Εκκλησία του αγίου, δεν ηδύναντο να κρύψωσι τον φθόνον των κ' έλεγαν
+περιφρονητικώς:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ' η κακομοίρα η γρήτσα! δεν έχ' κρηάς! Ούλου κοκκαλάκια
+είνε!</p>
+
+<p>Ήτο χήρα από είκοσιν ετών κ' εφόρει τα μαύρα καθαρά-καθαρά. Ιδίως η μαύρη
+μανδήλα της εγυάλιζε πάντοτε ως νεοβαφής. Και τούτο εκίνει τον φθόνον των
+άλλων γραιών, αίτινες εις την γωνίαν της εκκλησίας κρίνουσαι περί πάντων ορατών
+και αοράτων, γνωστών και αγνώστων, δεν άφιναν και τούτο απαρατήρητον κ'
+έλεγαν προστατευτικώς τάχα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν κυττάζ' τες θυγατέρες της που είναι για παντρειά, μόνον μ' θέλει
+καινούργια μανδήλα!</p>
+
+<p>Και δεν ήτο καινουργής της πτωχής! Αλλ' ακούραστος και τετραπέρατος γραία,
+συχνά την έβαφε μόνη της και ανεξόδως, κατασκευάζουσα το χρώμα από της γης
+τας βοτάνας, ων εγνώριζεν ως έμπειρος ιατρός την ιδιότητα και φύσιν.</p>
+
+<p>Αλλ' ούτω συμβαίνει εις αυτόν τον παληόκοσμον. Ο ράθυμος φθονεί πάντοτε
+τον φιλόπονον, κ' ευρίσκει πάντοτε τρόπον να εμπαίξη και υποβιβάση η οκνηρία τα
+έργα της φιλοπονίας.</p>
+
+<p>Διά την θειά-Ζωίτσα όμως ο φθόνος είχε τούτο το ίδιον, ότι εξεφράζετο
+επιμονώτερον και αποτομώτερον, και δι' αυτά τα ανάξια λόγου αντικείμενα.</p>
+
+<p>Διά τούτο πολλάκις έλεγεν η κακομοίρα με βαθύ παράπονον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το αίμα μας τώχει!</p>
+
+<p>Τώρα τον μάϊον, την έβλεπον να κουβαλή εις την πτωχικήν της οικίαν τα ωραία
+εκείνα λευκά και μεγάλα σκόροδα, εις μακρούς ορμαθούς, τα οποία μόνη της
+εκαλλιέργει, την εζήλευον. Την έβλεπον να φέρη με τα κοφίνια εκείνα τα σπάνια
+πλατοκούκκια, τρυφερά και μεγάλα, ευωδιάζοντα άνοιξιν, και τες εύμορφες
+στρογγυλές και βυσσινοβαμμένες αγγινάρες, την εζήλευον. Την έβλεπον να
+φορτώνεται αβασταγιές το πρωί με την δρόσον τα τρυφερά μάραθα και τα
+δροσόπλαστα κρεμμυδάκια και το ευώδες ηδύοσμον, που ευωδίαζεν ο δρόμος
+όταν περνούσε με το πεταχτόν εκείνο βάδισμά της, την εζήλευον. Και άφινον οπίσω
+της ένα πάντοτε εμπαιγμόν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα και αυτή η περιβολάρισσα!</p>
+
+<p>Όμως εκείναι αι κακολογούσαι έτρωγον την μεσημβρίαν ξηρό ψωμί, η δε
+περιβολάρισσα θειά-Ζωίτσα είχε μαγείρευμα ευώδες να φάγη αυτή μετά των δύο
+θυγατέρων της και να μοιράση εις τους συγγενείς και γνωρίμους της.</p>
+
+<p>Μόνον όταν έτρωγεν η αγαθή γραία, δεν ηδύνατο να κρύψη το παράπονόν της
+κ' επανελάμβανε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώχ' το αίμα μας πλειο!</p>
+
+<p>Είχεν η θειά-Ζωίτσα και δύο θυγατέρας. Αυτό την εστενοχωρούσεν αρκετά. Πώς
+να τας αποκαταστήση γυνή αυτή και χήρα; Διά τούτο πολλάκις όταν εσκάλιζε τα
+κουκκιά υπό τον καυστικόν του μαρτίου ήλιον — τας θυγατέρας της δεν τας άφινε
+να εξέλθουν τον μάρτιον, μη τας μαυρίση ο ήλιος — κάτι εψιθύριζε μέσα εις τα
+δόντια της, κάτι έλεγεν, αλλά ποίος να το ακούση; Παράπονον ήτο; συγγνώμη ήτο;
+Ίσως συγγνώμη. Διότι ήτο ευλαβής γυνή. Θυγάτηρ ιερέως η γραία, ανατραφείσα δι'
+ιερών προσφορών και κολλύβων, εντός πλούτου ευχών και θυμιαμάτων, και είχεν
+ευγενή και συγχωρούσαν καρδίαν.</p>
+
+<p>Πολλάκις έχουν και αυτά την επιρροήν των.</p>
+
+<p>Και πόσον εκακοπάθησεν έως ου τας αναθρέψη! Τα παρέλαβεν ως χήρα νήπια
+σχεδόν, την μίαν οκταετή παιδίσκην και την άλλην πενταετή. Και ήδη η μεν ήγε το
+εικοστόν όγδοον της ηλικίας της η δε το εικοστόν πέμπτον. Αλλ' έως ου δυνηθώσι
+και αυταί να εργάζονται, ειργάζετο μόνη η γραία. Ήτο τεσσαράκοντα ετών τότε.
+Εξενοδούλευε και εξενόπλυνε και εξενόφαινεν η πτωχή. Αλλ' ήτο ευχαριστημένη,
+διότι οι κόποι της δεν εγίνοντο ματαίως. Και αι δύο ως προς μεν την γνώμην ήσαν
+όμοιαι προς αυτήν, αγαθαί, φιλεργοί και φιλόπονοι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς υποφέρουν μερικές με σταυρωμένα τα χέρια; έλεγαν πολλάκις
+ενώ ειργάζοντο.</p>
+
+<p>Διότι και αυταί εξενόπλεκον, εξενόρραπτον, εξενόφαινον, εξενοδούλευον. Τα
+καλτσάκια εκείνα τα κομψά, τα οποία εφόρουν τα εύμορφα παιδάκια της ωραίας
+καπετάνισσας, και τα κομψά φορεματάκια, ήσαν έργα της πρώτης, της Δεσποινιώς·
+τα ωραία πάλιν χρυσά κεντήματα τα νυμφικά, άτινα εθαυμάσθησαν κατά τους
+τελευταίους γάμους, αι χειρίδες με τα ανθοφόρα κλαδία, αι λεπτόταται χρυσαί
+στίξεις του ποδογύρου και η πολύτιμος σκούφια με την μεγάλην ανθοφόρον
+γλάστραν εν τη κορυφή ήσαν όλα κομψοτεχνήματα της Σοφούλας, της μικροτέρας.
+Και αι δύο ήταν επιτήδειαι και ευφυείς. Πλην η μεν επετύγχανε περισσότερον εις
+τα εκ βάμβακος πλεκτά, η δε εις τα εκ χρυσού. Αλλά ποία πενθερά δεν εθαύμασε
+τα υφαντά της Δεσποινιώς; Τα βαρέα κυλίμια με τα χρωματιστά τετραγωνίδια και
+τους ρόμβους και τας ζώνας ποικίλων εν αρμονία χρωμάτων; τα τραπεζομάνδηλα
+τα μεταξωτά, θαύμα της υφαντικής υπερφυέστατον και τας μεγάλας εκείνας
+προσκεφαλάδας με τας ερυθράς και λευκάς ζώνας;</p>
+
+<p>Αλλά και τούτο εκίνει τον φθόνον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχει βιβλία! έλεγον περιφρονητικώς.</p>
+
+<p>Τωόντι η θειά-Ζωίτσα, η προοδευτική και πολιτισμένη Παπαδοπούλα,
+εφρόντισε να εισαγάγη τας θυγατέρας της, πρώτας-πρώτας, κατά την σύστασιν του
+σχολείου των θηλέων εν τη νήσω, προκαλέσασα την περιφρόνησιν πολλών, διότι
+εθεωρήθη ως νεωτερισμός επικίνδυνος τάχα.</p>
+
+<p>Αλλά ιδού τώρα πόσον ωφέλιμος επεφάνη ο νεωτερισμός εκείνος. Διότι εν τω
+σχολείω ωξύνθη ο νους των κορασίδων, ανεπτύχθη το ενυπάρχον εν τη απαλή
+καρδία τάλαντον και έλαβον τα πρώτα τεχνικά μαθήματα επί των διαφόρων
+κεντημάτων και πλεκτών χειροτεχνημάτων.</p>
+
+<p>Και ετέθησαν λοιπόν και τότε αι κακαί γλώσσαι εις κίνησιν, όταν έβλεπον τας
+δύο ορφανάς παιδίσκας να διέρχωνται την αγοράν και κρατούμεναι εκ της χειρός
+να μεταβαίνωσιν εις το σχολείον με τας μαύρας μανδήλας των και τα μαύρα
+φουστανάκια των, με πρόσωπα κατακίτρινα εκ του πένθους της ορφανίας.</p>
+
+<p>Και έλεγον:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα και η θειά-Ζωίτσα, η ψωροπερίφανη! Γράμματα μ' θέλει!</p>
+
+<p>Ως προς την εξωτερικήν όμως μορφήν δεν ωμοίαζον διόλου προς την μητέρα.
+Ήσαν ωραίαι και περικαλλείς αμφότεραι εν σώματι αναλόγω μ' εύπλαστα κ'
+εύγραμμα τα μέλη, με μαύρους περιπαθείς οφθαλμούς και μαύρην κόμην
+γυαλιστερήν ως κόρακος πτερά, καταπίπτουσαν επί των νώτων υπό την μαβιάν
+μανδήλαν εις δύο παχείς οφιοειδώς πεπλεγμένους πλοκάμους.</p>
+
+<p>Διά της πολυτίμου και περιζήτητου εργασίας των δύο αδελφών επορίζετο η
+γραία από ετών ήδη τα του οίκου χρειώδη, επερίσσευον δε και ποσά τινα ευτελή,
+δι' ων αι δύο κόραι εφιλοτέχνουν την προίκα των, τα ασπρόρρουχα και τα
+επιστρώματα και τα λοιπά πολυτελή στολίδια, κεντώσαι ταύτα μετ' ιδιαζούσης
+προσοχής. Πλην φευ! Όλα αυτά τα χρυσά και σπάνια προτερήματα ήσαν άγνωστα
+εις τους γαμβρούς του χωρίου, οίτινες έν μόνον εγνώριζον ότι η θειά Ζωίτσα δεν
+έχει «μέτρημα!»</p>
+
+<p>Ο σημερινός υλιστικός βίος επέδρασε πανταχού, εισπνεύσας και εις αυτήν την
+διαυγεστέραν ατμοσφαίραν του χωρίου κ' εξηχρείωσε και εξηυτέλισε τα πάντα.
+Κάλλος, ευφυία, φιλοπονία, καλοκαγαθία, όλα εξαφανίζονται ενώπιον του αχρείου
+μετρήματος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να είχα το ελάχιστον δέκα ρίζες εληές! έλεγε πολλάκις η γραία.</p>
+
+<p>Ο μακαρίτης ο άνδρας της, ο Μπάρμπα Δήμας, κτηματίας φιλόπονος, απέθανε
+κατάχρεως, πνιγμένος έως εις τον λαιμόν μέσα εις τα χρέη.</p>
+
+<p>Περιφρονήσας τας αγίας συμβουλάς του αγαθού πνευματικού του, και τας
+προτροπάς της συζύγου του ηγόρασε μοναστηριακά ότε επωλούντο κατά τμήματα,
+διαλυθέντων των μοναστηρίων, και δεν είδε προκοπήν έκτοτε· τουλάχιστον η θειά
+Ζωίτσα εις τούτο το συμβεβηκός απέδιδε την κατά πόδας καταδιώκουσαν αυτούς
+έκτοτε σκληράν ειμαρμένην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν του τώλεγα! Δεν του τώλεγα! επανελάμβανε πολλάκις η αγαθή
+γραία ενώπιον του πνευματικού, όταν επήγαινε να εξομολογηθή εις τον «Παπά-
+Ερημίτη», ούτως αποκαλούσα κατά παραφθοράν εύκολον τον ενάρετον
+πνευματικόν της νήσου Παπά-Ιερεμίαν, ασκητεύοντα εις την δροσερωτέραν της
+νήσου εξοχήν.</p>
+
+<p>Ο μακαρίτης ο Μπάρμπα-Δήμας ήτο κύριος δύο λαμπρών ελαιώνων λίαν
+προσοδοφόρων, τόσον προσοδοφόρων, ώστε εις κάθε εσοδείαν του ελαιοκάρπου
+με την λαδωμένην βράκαν του καταγινόμενος εις το ελαιοτριβείον έλεγεν εξ
+αγαλλιάσεως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όξω φτώχια, κυρά Ζωίτσα! Και εκρότει θλίβων τον αντίχειρα και
+μεσοδάκτυλον ως κάμνουν οι σύροντες τον χορόν.</p>
+
+<p>Αλλ' έχων ακράτητον προς την καλλιέργειαν της γης επιθυμίαν, δεν ηδυνήθη να
+κρατήση εαυτού, όταν επωλούντο τα μοναστηριακά. Και ακούων την πρόσκλησιν
+του κήρυκος: «έχει άλλος», προσήλθε παρά την τράπεζαν της πωλήσεως,
+προσέθηκε εις την τελευταίαν προσφοράν ποσόν τι υπέρτερον και κατεκυρώθησαν
+επ' ονόματί του δύο μεγάλοι ελαιώνες του Αγίου Χαραλάμπους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα να ιδής λάδια, κυρά Ζωίτσα! έλεγεν.</p>
+
+<p>Η θειά Ζωίτσα εκίνει τεθλιμμένη την κεφαλήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σου πήρε δύο κομμάτια ο Μπάρμπα Δήμας! παρετήρουν άλλοι τινές
+κτηματίαι μετά θαυμασμού. Όσα κι' αν έδωσε, χαλάλι!</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά στερνά! προσέθετεν έτερος επιφυλακτικότερος. Εμένα μου τ'
+ώπεν ο Παπά Ιερεμίας. Τα μοναστηριακά είνε αφιερωμένα εις τον Θεόν. Και όποιος
+αγοράση από αυτά, είνε ωσάν να τα παίρνη πίσω από τον Θεόν και είνε
+αφορισμένος από την Εκκλησίαν και προκοπή δεν θα βγη. Είνε κανών φοβερός της
+Οικουμενικής Συνόδου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι! Μακάρι' νάχες ν' αγοράσης και συ κανένα τεμάχιον. Τι έπαθε ο
+κυρ Θανασός που επήρε τον ελαιώνα της Κουνίστριας;</p>
+
+<p>Ούλο και παχαίνει. Αμ' ο καπετάν Καφαντάρας που εμάζωξεν όλα τα
+Προδρομίτικα; Πιθάρια νάχη για τα λάδια!</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά στερνά! σου είπα.</p>
+
+<p>Και όμως, είπατε ό,τι θέλετε, ο Μπάρμπα Δήμας, αφότου ηγόρασε τα
+μοναστηριακά δεν είδε προκοπή. Ηκολούθησαν δι αυτόν έτη κατά σειράν αφορίας
+των ελαιών. Όχι μόνον τα μοναστηριακά δεν ευφόρησαν, αλλ' ουδέ τα ιδικά του, τα
+οποία ουδέποτε «ξεχνούσαν», ως έλεγε. Και ο Μπάρμπα Δήμας μη έχων να
+πληρώση τα χρέη του, διότι εχρεώθη κρυφά από την γυναίκα του, ίνα πλειοδοτήση
+κατά την δημοπρασίαν, μετά τινα έτη, αυξηθέντος του χρέους, απελπισθείς ότι θα
+ηδύνατο πλέον να το εξοφλήση, ηναγκάσθη να παραχωρήση εις τον δανειστήν
+μέρος από τα δύο μοναστηριακά του, αν και μετά μεγάλης λύπης. Πλην το
+θλιβερώτερον είνε ότι ο δανειστής σκληρός τοκογλύφος, τοκίζων 18 τοις % και
+μετατρέπων κατ' έτος τους τόκους, εις κεφάλαιον, δεν υπεχώρει εις το παραμικρόν·
+και προς εξόφλησιν κατέσχε και τους δύο ελαιώνας του ατυχούς Μπάρμπα-Δήμα,
+όστις ούτως απέθανε μετ' ολίγον πάμπτωχος, αφού εθρήνησε τας τελευταίας
+ημέρας του και τον μονογενή υιόν του, ένα ωραιότατον έφηβον, όστις θα ήτο ήδη η
+αχώριστος βακτηρία της γραίας.</p>
+
+<p>Η δε θειά-Ζωίτσα απέμεινε χήρα με μίαν ωραίαν άμπελον, μοναστηριακήν και
+αυτήν, «Αη-Χαραλαμπήτικην», με τ' όνομα, εις την Αμμουδιά, φέρουσαν μίαν
+παχύσκιον καρυδέαν εν μέσω, την οποίαν ο πατέρας της είχεν αγοράσει κατά την
+πρώτην διάλυσιν των ιερών μονών, λεπτομέρειαν άγνωστον εις την ανήλικον τότε
+κόρην, και μίαν οικίαν, τα προικιά της, τα οποία δεν ηδυνήθη να κατάσχη ο
+άσπλαγχνος δανειστής προς τελείαν εξόφλησιν. Ατελείωτον γίνεται πάντοτε το
+χρέος. Πολλάκις δε μετά ταύτα ηπείλει και ανησύχει την τεθλιμμένην χήραν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω. Έχουμε κάτι λογαριασμούς ανοικτούς με τον μακαρίτην τον
+Μπάρμπα-Δήμαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κάμε καλά με τον Μπάρμπα Δήμα, απήντα οργίλως η θειά
+Ζωίτσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω. Το αμπέλι προικιό σ' είνε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξέρω, απήντα μετά σκαιάς περιφρονήσεως η χήρα, έχουσα
+πεποίθησιν εις το εκ του νόμου δίκαιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω, το σπίτι προικιό σ' είνε;</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μ' αφίνεις ήσυχη, χριστιανέ; Απήντα πάλιν η χήρα μετά
+ζωηρότητος.</p>
+
+<p>Αλλ' ο σκληρός δανειστής δεν έπαυσε να την ανησυχή. Πολλάκις δε εκείνη τον
+έβλεπε να περιτριγυρίζΗ την οικίαν με ύφος λαιμάργου γαλής οσφρανθείσης
+οψάρια, προσπαθών ν' ανακαλύψη και καλά, επάνω εις τ' αγκωνάρια ίσως, ότι η
+οικία δεν ήτο προικώα. Πολλάκις περιήρχετο και την ωραίαν άμπελον μετρών
+αυτήν κλήμα προς κλήμα, και πολλάκις ανεδίφησε τα κεκονιαμένα του
+συμβολαιογραφείου βιβλία ερωτών τον γέροντα διοπτροφόρον
+συμβολαιογράφον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω. Έχουν καμμιάν αξίαν αυτά τα βιβλία; Σαν παληά μου
+φαίνονται.</p>
+
+<p>Και πάλιν επανελάμβανε προπετώς:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σ' πω, κύριε συμβολαιογράφε. Λέγει ο νόμος ότι η προιξ δεν
+κατάσχεται;</p>
+
+<p>Ο συμβολαιογράφος αντί πάσης απαντήσεως εις την αυθάδη αυτήν ερώτησιν
+ηρκέσθη να ρίψη εις το πρόσωπον του αχρείου δανειστού το στίλβον φως των
+διόπτρων του.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Ούτω λοιπόν η θειά-Ζωίτσα μετά τον θάνατον του συζύγου της ευρέθη άνευ
+κινητής περιουσίας, με την ασήμαντον προίκα της, τας δύο θυγατέρας, και τας
+βαρβάρους ενοχλήσεις του δανειστού, ένεκα των οποίων πολλάκις ηναγκάσθη, με
+όλην την πεποίθησιν ην είχεν εις το δίκαιόν της, να καταφύγη εις την συμβουλήν
+του μόνου δικολάβου της κώμης, φέρουσα και μίαν παχείαν όρνιθα, ίνα ερωτήση
+αν πραγματικώς η προιξ δεν κατάσχεται.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Ο δικολάβος πονηρός άνθρωπος απήντησε προς την χήραν με κάτι
+διφορούμενα. Και τότε εκείνη μετέβη παρ' αυτώ και δευτέραν φοράν, φέρουσα
+ήδη δύο παχείας όρνιθας. Αλλά και πάλιν δεν ηδυνήθη να λάβη σαφή και επαρκή
+απάντησιν.</p>
+
+<p>Διά τούτο ηκούσθη λέγουσα ένα πρωί:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κρίμα 'ς τες κοττίτσες μου!</p>
+
+<p>Έως ότου ήλθεν εις το χωρίον ο πρώτος επίσημος εκ του Πανεπιστημίου
+δικηγόρος, ένας ζωηρός και ροδοκόκκινος έφηβος, όλος καρδιά και γεμάτος
+ειλικρίνειαν και αγαθότητα, όστις την εβεβαίωσε πλέον την γραίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σώπα, θειά Ζωίτσα, μη φοβάσαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Του Χριστού την ευχίτσα να έχης γυιόκα μ'! του Χριστού την ευχή και
+της Παναγίας γυιέ μ'!</p>
+
+<p>Έκτοτε περιωρίσθησαν και ο δικολάβος και ο δανειστής. Διότι δεν επερνούσε
+πλέον η μπογιά των. Αλλά διά τρόπου αξιοπρεπούς και οι δύο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, κυρά, είπε μίαν ημέραν ο δανειστής με γλυκύτερον ύφος.
+Ησύχασε. Αργότερα πάλι βλέπομεν. Ούτε εγώ να αδικηθώ, ούτε συ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχεις δίκαιον, κυρά Ζωίτσα, είπε και ο δικολάβος μετά θριαμβευτικής
+ευφραδείας. Ηύρα το άρθρον του νόμου. Μα εκοπίασα πολύ. Μη φοβήσαι. Η προιξ
+δεν κατάσχεται.</p>
+
+<p>Εν τούτοις τι εβγήκε; Με μίαν άμπελον και μίαν οικίαν πώς να υπανδρεύση δύο
+θυγατέρας, αίτινες έφθασαν ήδη εις την ηλικίαν του γάμου μετά ταχύτητος
+μυστηριώδους;</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς μεγαλώνουν, παιδί μ', τα κορίτσια, έλεγεν η θειά-Ζωίτσα προς
+την φίλην της γειτόνισσαν, την Κρατερίτσαν την πιασμένην. Νάνε παλλικάρια,
+ζαρώνουν. Τα κορίτσια πετιώνται ως επάνω μάνε- μάνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εμ! τι κάθεσαι! τύλιξε την πρώτη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ πώς, αδελφή; Δεν ξέρεις πως ακρίβαιναν οι γαμπροί;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακρίβαιναν ε!</p>
+
+<p>Τας έβλεπε λοιπόν τας ωραίας θυγατέρας χωρίς ελπίδα αποκαταστάσεως κ'
+έφθινεν η γραία κ' εφθείρετο. Και αποδίδουσα και αυτήν την ατυχίαν εις τα
+μοναστηριακά, εφοβείτο ότι θ' απέθνησκε και θα τας άφινεν εις τους πέντε
+δρόμους. Και ανεστέναζε κρυφίως η γραία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι έχεις, μάννα μ'; Είπε μίαν ημέραν η Δεσποινιώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ν' άχω, κόρη μου!</p>
+
+<p>Ίσως το εννόησεν η ωραία κόρη, ίσως δεν το εννόησεν· όμως δεν ωμίλησε.
+Πλην τα πολλά παράπονά της η γραία, τον αληθινόν της καρδίας της πόνον
+εξεμυστηρεύετο μόνον εις τον «Παπά-Ερημίτη» όπου μετέβαινε κατά Κυριακήν
+μετά των θυγατέρων της ν' ακούση την ωραίαν ακολουθίαν, των σεμνών
+Κολλυβάδων ακολουθίαν, εκλείπουσαν ολονέν από της Ανατολής, των ερημιτών
+Κολλυβάδων, επτάκις της ημέρας υμνούντων τον Κύριον, κατά τον ψαλμόν. Εν
+όρθρω τη πρώτη ώρα της ημέρας, τη τρίτη, τη έκτη, τη ενάτη τω εσπερινώ και τω
+αποδείπνω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ούλου διαβάζνι, Μα, έλεγεν η Σοφούλα ενίοτε, θελγομένη εκ της
+συχνής προσευχής. Σ' νακκλησιά δε διαβάζνι έτσι δα.</p>
+
+<p>Εκεί λοιπόν εύρισκε παρηγορίαν και ανακούφισιν η θειά-Ζωίτσα. Και όταν ο
+γέρων έκαμνε τας ωραίας αγρυπνίας κατά τας μεγάλας εορτάς, ήτο εκ των πρώτων
+η γραία. Κ' εκεί την νύκτα υπό την θείαν ανταύγειαν των οφθαλμών του Παπά-
+Ιερεμία, οίτινες έλαμπον ζωηρότερον από το μαρμαίρον γαλάζιον φως των
+κανδηλών του ασκητικού ευκτηρίου του, προσεπάθει η γραία μετά πόνου ν'
+ανακαλύψη, έστω και μακρόθεν φέγγουσαν, την συγγνώμην του βαρέος
+αμαρτήματος του μακαρίτου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, τώρα δεν έχουμε τίποτε πλεια, γέροντα, έλεγε κατά την
+εξομολόγησίν της. Έχασα τον άνδρα μου, έχασα το παιδί μου, αχ! το καλό μου
+παιδάκι, θα ήταν σήμερα γαμπρός φοβερός. Εχάσαμε το βιο μας. Δεν θα φωτίση ο
+Θεός κανένα καλόνε άνθρωπο, να πανδρεύσω το μεγάλο το κορίτσι μου; Μεγάλο
+καϋμό το έχω, γέροντά μου. Μου έρχεται 'σάν ντροπή. Τουλάχιστον το μεγάλο μου
+κορίτσι!</p>
+
+<p>Και ελησμονείτο η γραία χάσκουσα εις την έκθαμβον λάμψιν των μεγάλων του
+γέροντος οφθαλμών.</p>
+
+<p>&nbsp;— «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον, από του νυν και έως του αιώνος»,
+απήντα ο Παπά-Ιερεμίας, ως συνείθιζε διά ρητών της Γραφής, ξηρά-ξηρά
+απαγγέλλων τας λέξεις, ως ήτο ξηρόν το ασκητικόν του σώμα, ζωντανόν άγιον
+λείψανον, αποπνέον ευωδίαν αρετής και αγιότητος.</p>
+
+<p>Και επανελάμβανεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον!»</p>
+
+<p>Και μόνη της η γραία αναγνωρίζουσα το αμάρτημα του οίκου της, έλεγε
+προλαμβάνουσα τον γέροντα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα! τι τάθελε; Φωτιά
+βάλαμε 'ς το σπίτι μας από τότες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε, να παρακαλής, τέκνον μου, να προσεύχεσαι. Συνεβούλευεν ο
+γέρων Πνευματικός. Ο Θεός είναι εύσπλαγχνος προς τους μετανοούντας.</p>
+
+<p>Η δε γραία κατήρχετο την εσπέραν εις την πόλιν με μεγάλην ανακούφισιν και
+παρηγορίαν, κομίζουσα τας ευλογίας και τα τρυφερά βλασταράκια «που της
+εδώρει ο Παπά-Ερημίτης».</p>
+
+<p>Ούτως αι θυγατέρες της θειά-Ζωίτσας είχον αποκτήσει εν τοιαύτη αγωγή ουχί
+τόσον φιλοκόσμους έξεις. Ητοίμαζον μεν τα προικιά των, μετά σεμνότητος πάντοτε
+κ' εντός του κύκλου των δυνάμεών των, κατά το έθιμον της νήσου, πλην δεν
+εύρισκον τόσην ευχαρίστησιν εις την πόλιν. Ήθελον κατά τας εορτάς να
+παραμένωσι παρά τω Ιερεμία και ν' ακούωσι τα ωραία εκείνα συναξάρια. Εις την
+οικίαν των τραγούδι δεν ηκούσθη καθ' όλα της ορφανίας των τα έτη. Την
+<i>καμάραν</i> δεν την εχόρευσαν καμμίαν ημέραν της Διακαινησίμου. Και τόσον
+τας έθελγεν ο σεμνός ούτος χορός! Ήτο το μόνον εκ των του κόσμου τερπνών, όπερ
+επενήργει επί της τρυφεράς καρδίας των. Ο ηρέμα κινούμενος εν λαμπρά
+μεγαλοπρεπεία κύκλος εκείνος της καμάρας είχε τι το εξαρτικόν εν τη πραεία των
+κορασίων φαντασία.</p>
+
+<p>Διά τούτο τας ημέρας του Πάσχα απέφευγον αι δύο θυγατέρες ν' αναβαίνωσιν
+εις τα βουνόν του Παπά-Ιερεμία, όστις μετά προστατευτικού μειδιάματος ηρώτα
+την γραίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς δεν ήλθαν τα κορίτσια;</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, κάνουν χάζ' τ' καμάρα πλειο, απήντα η γραία.</p>
+
+<p>&nbsp;— «Παγίς θηρευτών» ο χορός, «παγίς θηρευτών», έλεγεν ο γέρων
+Πνευματικός.</p>
+
+<p>Και είτα επανελάμβανε καθαρά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να προσέχουν από τον χορό τα κορίτσια, να προσέχουν!</p>
+
+<p>Και όμως τον μέγαν και πομπικόν αυτόν χορόν ουδέποτε εχόρευσαν.
+Περιωρίζοντο μόνον τα ορφανά να κυττάζωσι κρυφίως διά των ημικλείστων
+παραθύρων, πλην ποτέ δεν μετέσχον μετά των άλλων νεανίδων, αι οποίαι
+συνηθροίζοντο καθ' εσπέραν τη εβδομάδα του Πάσχα εις την γειτονικήν πλατείαν
+κ' εχόρευον κ' έλεγον «θάλασσα» τα τραγούδια εκείνα τα εύμορφα.</p>
+
+<p>Η ιδέα ότι είνε ορφαναί κόραι, τας έκαμνε να συστέλλωνται και να διστάζωσι.
+Τι ήθελον αυταί μέσα εις την χαράν του κόσμου;</p>
+
+<p>Η γραία όμως όσην ευλάβειαν και αν είχεν εις τους σεμνούς λόγους του Παπά-
+Ιερεμία, ησθάνετο κοσμικωτέρους παλμούς εν τη γηραιά καρδία της.</p>
+
+<p>Ήθελε να καμαρώση μια φορά νύμφας τας θυγατέρας της — και τι ωραίας
+νύμφας! — Επεθύμει να σύρη τον χορόν εις τους γάμους της Δεσποινιώς της, και
+να κολλήση ένα μεγάλο ασημένιο εις το μέτωπον του παιγνιδιάτορος του γέρω
+Τζαχείλα οπού τον ετρόμαζαν όλα τα λαγούτα.</p>
+
+<p>Πλην ούτε ακτίς από το εύμορφον αυτό μέλλον υπέφεγγε. Και τούτο την
+εβασάνιζεν, έως ου τελευταίον ησθάνετο κόπωσιν εις τα γόνατα και πόνους εις την
+οσφύν, ελαττώσασα εσχάτως και την προσφιλή αυτής γεωπονικήν εργασίαν.</p>
+
+<p>Ούτως η αργοπορία της εκπληρώσεως των πόθων μας εξασθενίζει τα νεύρα, ως
+να είνε ταύτα εξηρτημένα από την ολονέν απομακρυνομένην επιθυμίαν μας.</p>
+
+<p>Εν τοιαύτη θλιβερά καταπτώσει ευρισκομένη η γραία, ηγέρθη εσχάτως μίαν
+πρωίαν σφόδρα κατηφής, αφυπνισθείσα υπό κακού ονείρου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι έχεις, Μα; ηρώτησαν μετά περιπαθείας αι δύο κυανοπλόκαμοι
+αδελφαί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τίποτε παιδιά μ'! απήντησε. Και κάτω νεύουσα την κεφαλήν υπό την
+μαύρην σκιάν της μανδήλας της εψιθύρισεν ως προς εαυτήν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη ανακατωθή 'ς τα βακούφκα! Κάτι άλλο
+κακό μεγαλείτερο θα μας εύρη!</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Εξημέρωνεν η πρωτομαγιά. Αι πρώται της αυγής ακτίνες διεπέρων ήδη τον
+μελανόν ορίζοντα όπισθεν του οποίου ήρχισε να οποφέγγη λαμπρά ημέρα· τα
+άστρα εξηφανίζοντο και εσβέννυντο το έν κατόπιν του άλλου ως σβέννυνται
+λαμπάδες μία-μία την ημέραν του Πάσχα. Τα νυκτοπούλια αισθανθέντα τον κρύον
+αέρα της αυγής έπαυσαν τον θλιβερόν και μονότονον κρωγμόν των, αφήσαντα
+ελεύθερον το στάδιον εις τα ποικιλόστομα πρωινά πουλιά, ων το γλυκύ κελάδημα
+διέτρεχε χαρμοσύνως το κενόν ως χαιρετισμός προς την αφυπνιζομένην πολίχνην.
+Κατά σειράν ένα-ένα εξεχωρίζοντο τα κατάφυτα βουνά, και μόνον οι αμπελώνες
+του κάμπου ήσαν ακόμη σκεπασμένοι από την σκοτεινήν της νυκτός ομίχλην. Σκέπη
+πυκνή κατεκάλυπτεν εισέτι και τον λιμένα, από την οποίαν εκάθευδον ακίνητα τα
+εύμορφα κόττερα και λοιπά πλοιάρια της θαλασσινής πολίχνης. Αύρα δροσερά κ'
+ευώδης ήρχισε να καταβαίνη από το βουνόν του Παπά-Ιερεμία ως ευλογία από της
+ολονυκτίου προσευχής του ασκητού, ηδέως αρωματισμένη εκ του θυμιάματος του
+ουρανού και των ανθέων του κόσμου. Τότε ηκούσθη και ο κώδων των Τριών
+Ιεραρχών διά τον όρθρον. Κ' ευθύς ηγέρθη η θειά- Ζωίτσα από της ξηράς κλίνης
+της, ήγειρε δε και τας δυο αδελφάς, αίτινες με χαράν επετάχθησαν, ν'
+απολαύσωσιν ως πάντοτε την ήρεμον εορτήν της πρωτομαγιάς εν τω ωραίω
+αμπελώνι αυτών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μας πήρεν η 'μέρα, κορίτσια! είπεν η θειά-Ζωίτσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα δα σήμανεν η εκκλησία, απήντησεν η Σοφούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έπρεπε πιο νύχτα. Αλλά δεν ξέρω πώς δεν έχω όρεξι. Μου φαίνεται
+πώς είνε κομμένα τα ήπατά μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μήπως κάθεσαι καμμιά μέρα; Ούλου παλεύεις, είπεν η
+Δεσποινιώ.</p>
+
+<p>Και εχασμάτο η γραία, ενώ αι θυγατέρες της ενεδύοντο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα τα 'ρμάξνι κείνα τα 'κκιά! είπεν η θειά-Ζωίτσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ την καρυά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά λες· είπε ζωντανεύσασα ολίγον η γραία. Κάμετε γλίγωρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η θειά-Ζωίτσα συνήθιζε κατ' έτος την πρωτομαγιά να μεταβαίνη εις
+τον αμπελώνα μετά των θυγατέρων της «νύχτα-νύχτα». Και διότι πιστή εις τα
+πάτρια δεν ήθελε να παραμελήση μίαν ωραίαν συνήθειαν, η ποιητικωτάτη την
+καρδίαν γραία, αλλά το σπουδαιότερον, διότι έπρεπε να προφυλάξη την ημέραν
+ταύτην από της διαρπαγής τα προσφιλή προϊόντα της, έργα των χειρών της, και
+μίαν μεγάλην πυκνόφυλλον και πλατύφυλλον καρυδέαν, ην απεμάδων τελείως οι
+παίδες και αι κορασίδες συμπλέκοντες τους στεφάνους των διά των πλατεών και
+χλοερών φύλλων του ωραίου δένδρου. Μια χρονιά που δεν ημπόρεσε να εξέλθη
+προς φύλαξίν της, την έκαμαν «παραστόλιο» την εύσκιον καρυδέαν, «που της ήλθε
+της γραίας να την κόψη με το τσεκούρι».</p>
+
+<p>&nbsp;— Μήπως απόχτησε ποτέ τ' δήμαρχο αυτό το χωριό; έλεγε
+παραπονουμένη.</p>
+
+<p>Και είχε τόσα καλά να προφυλάξη ακόμη η γραία. Φύσει αγαπώσα την
+γεωργίαν ως είδομεν, είχε μεταβάλει τον αμπελώνα της εις αληθή κήπον.
+«Περιβολάκι» τον ωνόμαζε. Και ην αληθώς περιβολάκι. Εφύτευσεν οπωροφόρα
+δενδρύλλια εις τας άκρας, αμυγδαλέας και βερικοκκέας και κερασσέας που ήτον
+«ένα ρέος» να τα βλέπης ή με τα άνθη ή με τους καρπούς. Έσπαιρνε τα ωραία
+εκείνα πλατοκούκκια «που κανείς δεν τα είχε». Και «τόσο τα εσήκονεν ο τόπος!»
+Εφύτευσαν και αι θυγατέρες της εις μίαν άκραν διάφορα άνθη, απομιμούμεναι της
+μητρός τας έξεις, κιτρινωπά μαντζαράκια με τα βελούδινα άνθη των, και κρίνα
+λευκά και κόκκινα, και δύο τριανταφυλλέας όπου εύρισκον την χαράν των τα
+παιδία τώρα την άνοιξιν, οσάκις δεν ευρίσκετο εκεί η γραία. Αλλά ήτο να λείψη;
+Νύκτα πήγαινε, νύκτα έφευγε. Πλην καμμία φορά θα επιτύχη πάντοτε ο κλέπτης.
+Ιδίως όταν επήγαινεν εις τον Παπά-Ιερεμίαν, πάντοτε ήθελεν ανακαλύψη ζημίαν
+τινά.</p>
+
+<p>Άμα εγερθείσαι αι τρεις γυναίκες, εδάγκασαν κατά την συνήθειαν από την
+ξηράν κουλούραν του Πάσχα, ην εφύλαττον κρεμασμένην από καρφίου επίτηδες,
+«μη φωνάξη ο γάιδαρος». Έρριψαν το υπόλοιπον είς τινα μικρόν κάλαθον, έλαβον
+και τι πρόχειρον προσφάγιον και το απαραίτητον διά την πρωτομαγιάν σκόροδον
+«που καθαρίζει το αίμα» και εξήλθον, αφού εν τω μεταξύ η Σοφούλα πεταχθείσα
+εις το πηγάδι, εκόμισε κρύο-κρύο νερό, να υπάρχη όταν θα επανέλθουν την
+νύκτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος ξέρει τι ώρα θα γυρίσουμε, είπεν η πτωχή νοικοκυροπούλα
+κόρη.</p>
+
+<p>Πλην η Δεαποινιώ βλέπουσα την μελαγχολίαν της μητρός της κατελήφθη και
+αυτή υπό τίνος μυστικής ανίας και δεν ήθελε ν' ακολουθήση και μόλις και μετά
+βίας την παρέπεισεν η γελαστικωτέρα Σοφούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα ζωσθούμε αγριαμπελιά, της είπε, θα μαζόξουμε λουλούδια, θα
+φάμε χλωρά 'κκιά με το τυρί κοντά 'ς τη βρύση, θα βρούμε γενόμενα κεράσια!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! πώς μ' αρέσουν!</p>
+
+<p>Εκλείδωσαν την οικίαν και εξήλθον.</p>
+
+<p>Βωβά εκρότουν τα στερεά πατήματα των τριών γυναικών εις τους στενούς κ'
+ερήμους δρομίσκους της πολίχνης. Διήλθον τα αλώνια, το έξω της πολίχνης
+λειβάδιον. Η καταπράσινος και κατάλευκος εξ ανθέων χλόη εμαύριζε συγκεχυμένη
+εν τη σκοτία, και μόνον ως ασβεστωμένοι τόποι διεκρίνοντο υπολευκάζοντες εδώ
+και εκεί επί του μικρού πεδίου, τα μέρη ένθα εφύοντο τα σμήνη των χαμαιμήλων
+και αι άγριαι μαργαρίται.</p>
+
+<p>Η γραία ξεμουδιάσασα, αφού πλέον εξεκίνησεν, ανέκτησε πάλιν όλην την
+φαιδρότητά της και προηγείτο ελαφρά, παίζουσα και γελώσα με τας θυγατέρας
+της.</p>
+
+<p>Η δρόσος επεκάθητο άφθονος επί των θάμνων ως αδαμαντίνη βροχή, και
+εβράχησαν αι άκραι των ιματίων και των τριών γυναικών.</p>
+
+<p>Ανέβησαν ήδη εις τον λόφον. Έφεγγε καλά πλέον. Ευωδίαζεν ο τόπος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι εύμορφα! είπεν η Δεσποινιώ, σταματήσασα και πνέουσα βαθέως
+το μεθυστικόν εκείνο άρωμα της πρωίας, σφόδρα ζωτικόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και δεν ήθελες! διέκοψεν η Σοφούλα.</p>
+
+<p>Εξαίσιον ήτο το θέαμα. Κάτω έβλεπες την λευκήν πολίχνη ης οι οικίσκοι, μια
+τούφα συμμαζευτοί, ωμοίαζον προς νύμφας με τα λευκά κολοβόλια των, νύμφας
+θεωρούσας την θάλασσαν. Εξήρχοντο ήδη συντροφίαι φαιδραί διά την
+πρωτομαγιάν, ων η γελόεσσα ιαχή εξεχύνετο προς όλας τας διευθύνσεις κ' εχάνετο
+είτα μέσα εις τους θάμνους και τους κήπους και τους αγρούς. Δεξιά επρασίνιζον οι
+αμπελώνες. Αριστερά εκινούντο αιδημόνως ως καλημερίζοντα τας τρεις γυναίκας
+τα ευεργετικά λήια, τα καταπράσινα σπαρτά, αποτελούντα ελαφρότατον
+μορμυρισμόν ηδύτατον εις την ακοήν. Εδώ κ' εκεί αι ελαίαι εδείκνυον τα λευκά
+άνθη των «μπαμπάκι μοναχό», εφ' ων επακκουμβώσιν αι ελπίδες και τα όνειρα των
+κατοίκων.</p>
+
+<p>Ω! εις έν άνθος τρυφερόν στηρίζει ο πατήρ το παρόν και η παρθένος το μέλλον.
+Και όταν δεν συνδράμη ο καιρός; Όταν η θύελλα αρπάση το άνθος και ο αετός το
+πνίξη; Ω! τότε πνίγεται το παρόν του πατρός και της παρθένου το μέλλον!...</p>
+
+<p>«Ψεύσεται έργον ελαίας και τα πεδία ου ποιήσει βρώσιν!».</p>
+
+<p>Οι δε παρόδιοι φράκται διέχυνον συμμιγές άρωμα σχοίνου, συμπεπλεγμένου
+καλλιτεχνικώς μετ' αγιοκλήματος και βάτου και κομάρου και πρίνου του σκολιού με
+τας επί των ακανθωτών φύλλων μιζιθρίτσες του.</p>
+
+<p>Και όπου ο αγρός ην άσπαρτος, εκεί πλέον είχον αναφυή όλα τα
+αγριολούλουδα με τα αναρίθμητα χρώματά των. Εδώ τούφα από κατακόκκινες
+παπαρούνες, εκεί άγριαι μαργαρίται λευκαί και κίτριναι, παρέκει παντοία ανθύλλια
+έχοντα τα μικρά τριγωνικά φύλλα των, άλλα ως είδος ανεμομύλου και άλλα ως
+είδος σταυρού· τα λευκόστικτα άνθη της καυκαλίθρας, τα ψευδοτριαντάφυλλα της
+κολλώσης κουνούκλας και διαφόρων σχημάτων και μεγεθών ψευδοστάχυες. Τι
+άλλα ζεμπιλάκια και τι παραδάκια εν ορμαθώ, τα οποία μετά τινας ημέρας
+ξηρανθέντα υπό το καύμα του Μαΐου θα βροντούν αχυρώδη τινά ήχον, δι' ων θα
+«μερόνωσι» τα παιδία των αι μητέρες.</p>
+
+<p>Όλα τα είδη των φυτών και των βοτάνων και τα πλέον μικρά και τα πλέον
+καταφρονεμένα, και αυτά τα αόρατα, είχον το άνθος των. Και αυτή η ανακάνθη
+υψηλή εις τους φράκτας ως μανουάλιον είχεν εις την κορυφήν ωραίον ιόχρουν
+βελονωτόν άνθος.</p>
+
+<p>Εις την ωραίαν αυτήν νήσον, ένθα συμβαίνει η παρούσα διήγησις, ανθίζει και
+αυτή η γη και εμφανίζει κάτι χωματένια λουλουδάκια κοντά και στρογγυλά. Το
+άνθος του χώματος! Ως και η δηλητηριώδης και αχρεία χλαμπάτζα, από την οποίαν
+τρώγουν αι αμνάδες και χλαμπατζάζουν, είχε και αυτή τα λουλουδάκια της, ωχρά
+ως κρόκον ωού, διά τα οποία θα εσυγχώρει τις το κακόν ιδίωμά της.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον διερχόμεναι αι γυναίκες σιτοφόρον αγρόν εξηφανίσθησαν μέσα εις
+τους αστάχυς, υψηλούς λίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάννα, λέω! εφώνησε παρατείνουσα την φωνήν της η Δεσποινιώ,
+καλούσα δήθεν την άφαντον μητέρα της, ήτις ελαφρά βαδίζουσα πάντοτε
+προηγείτο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θειά-Ζωίτσα! εφώνησε και η Σοφούλα, μάλλον λεπτύνασα την φωνήν
+της, επί το αστειότερον.</p>
+
+<p>Και επανέλαβεν η πρωινή ηχώ μέσα εις το βαθύ σπαρτόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θειά-Ζωίτσα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί Δεσποινιώ! ηθέλησε να παίξη και η γραία, παρατείνουσα την
+τελευταίαν συλλαβήν και οξύνουσα επί το νεανικώτερον την φωνήν.</p>
+
+<p>Τα κορίτσια εγέλασαν.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Ήδη ήσαν εντός της αμπέλου των, της ζηλευτής Αη-χαραλαμπήτικης
+αμπέλου.</p>
+
+<p>Η γραία κατά πρώτον έσπευσε προς την καρυδέαν, ην εύρε καλώς έχουσαν και
+ανέπνευσεν εξ ευχαριστήσεως. Το βαθύσκιον δένδρον ήτο ως να εξύπνησε προ
+μικρού κ' έσταζον ακόμη τα εύμορφα φύλλα του από την δρόσον, με την οποίαν τα
+ένιψεν η αυγή.</p>
+
+<p>Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει ακόμη.</p>
+
+<p>Η γραία ευχαριστημένη εκάθισε παρά την ρίζαν του δένδρου να ξεκουρασθή,
+ενώ τα κορίτσια πλήρη ζωηρότητος και δροσιάς εκίνησαν να υπάγουν εις το
+θαμνώδες μέρος, εν τω άκρω της αμπέλου, όπου υπήρχε και χάλασμα παλαιάς
+οικοδομής κ' εντός κρήνη μετά καθαρού και διαυγούς ύδατος. Εκεί είχε τους
+κυάμους της η γραία, εκεί τα καλούδια της. Εκεί ήτο το άδυτον της θειά-Ζωίτσας,
+εις το οποίον είχεν επιθυμίαν να μη εισδύη «ξένο μάτι». Εκεί εφύετο η
+πρασινωτέρα και ανθηροτέρα αγριαμπελιά, περιζήτητος εις όλην την πόλιν, ήτις ως
+πυκνός φράκτης περιέβαλλεν όλον εκείνο το ευώδες και μυστικόν κηπάριον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έλα να μας κόψης αγριαμπελιά, είπεν η Δεσποινιώ προς την
+μητέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κόψ' τε κ' έρχουμι, απήντησεν η γραία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι; Δεν είνε το φείδι; ηρώτησε μετά δειλίας η Σοφούλα.</p>
+
+<p>Η γραία διά να μη της πειράζουν τα ωραία εκείνα κηπουρικά προϊόντα είχε
+διαδώσει μετά τέχνης εις την κωμόπολιν ότι «μέσα εις εκείνο το χάλασμα βγαίνει
+ένα φείδι, χονδρό σαν το χέρι της» έλεγε. Τόσον δε πειστικώς διηγείτο τα κατ'
+αυτό, ώστε κατώρθωσε να την πιστεύσουν οι άνθρωποι. Τοιουτοτρόπως τα
+περισσότερα παιδία εφοβούντο να παρεισδύσωσιν εκεί. Και μόνον, οσάκις
+παρεσύροντο μέχρι της θέσεως εκείνης, περιωρίζοντο από μακρόθεν να θαυμάζωσι
+την ωραίαν αγριαμπελιάν και τα εύμορφα τριαντάφυλλα, και να οσφραίνωνται ως
+κυνάρια τα ευωδιάζοντα πλατοκούκκια της θειά- Ζωίτσας.</p>
+
+<p>Η μετά πονηρίας διασωθείσα αυτή φήμη υπό της γραίας τοσούτον είχε
+γενικευθή, ώστε και αι θυγατέρες της την επίστευον, και ιδού μόλις έφθασαν προ
+του ευώδους εκείνου θάμνου, εσταμάτησαν, καλέσασαι την μητέρα.</p>
+
+<p>Η γραία ήλθε και ως ήτο μικρά κ' ευσταλής, εισέδυσεν ευκόλως εις το
+πυκνότερον μέρος σκαλώνουσα ως αιξ ελαφρά επί του χάσματος του λιθίνου
+τοίχου, όπου ην η τρυφερωτέρα και μακροτέρα αγριαμπελιά.</p>
+
+<p>Αι δύο αδελφαί ίσταντο παραέξω, θαυμάζουσαι τας κουκκέας, φορτωμένας εκ
+του ευγεύστου της ανοίξεως καρπού.</p>
+
+<p>Αίφνης ακούεται από των υψηλοτέρων θάμνων, όπου και αγκαθωτοί βάτοι,
+συρμός συνεχής ως κινουμένου μεγάλου και ογκώδους ερπετού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το φείδι! το φείδι! κραυγάζει η γραία μετά τρόμου και αποσύρεται.
+Αλλ' εν τη ταραχή της προσκρούει επί τινος ογκολίθου του ερειπίου και πίπτει μετά
+φωνών. Αλλ' ως ήτο γενναία πάλιν εγείρεται, πλην συλληφθείσα υπό της αυθάδους
+βάτου ξεσχίζει ολίγον το φουστάνι της, διά το οποίον αργότερα, παρελθόντος του
+φόβου, εφώναζε και εβλασφήμει ασκόπως.</p>
+
+<p>Αι δύο αδελφαί κατακίτρινοι εκ του τρόμου, είχον αποσυρθή μακράν εις το
+άκρον κάτω, χωρίς και αυταί να το αισθανθώσι καν.</p>
+
+<p>Η γραία ιδού πιστεύσασα και αύτη την ψευδή διάδοσίν της εσταμάτησεν έξω
+εις καθαρόν άνευ χλόης μέρος και προσεπάθει να ίδη πόσον μέγας ήτο ο όφις του
+μύθου της, όστις πραγματικώς τώρα ενεφανίζετο, ότε βλέπει εξερχόμενον εκ των
+θάμνων παίδα τινα, βοσκόν αγροίκον, όστις νύκτα-νύκτα είχε χωθή εκεί να δρέψη
+αγριαμπελιάν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρέ, Νιούδα, είπεν αναθαρρήσασα η γραία, ποιος σούδωσε την
+άδεια; Και επανέλαβε με υψηλοτέραν φωνήν πάλιν το αυτό, ίνα δείξη ότι δεν
+εφοβήθη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, θειά-Ζωίτσα, απήντησεν ο βοσκός, λίγη αγραμπελιά έκοψα για
+την καλή Χρονιά...</p>
+
+<p>Και έγεινεν άφαντος εις το βουνόν, σύρων τα πλέγμα του χλορού θάμνου της
+Πρωτομαγιάς, μίαν βαρείαν κουλούραν επί της κεφαλής του.</p>
+
+<p>Αι δύο κόραι ακούσασαι τον διάλογον και ιδούσαι και τον βοσκόν
+ανεθάρρησαν και αυταί και επανήλθον, ενώ η μήτηρ αφόβως πλέον εισδύσασα εκ
+νέου εις την ευωδιάζουσαν λόχμην έφερε μετ' ολίγον άφθονον αγριαμπελιάν, δι'
+ης εζώσθησαν αι θυγατέρες και η γραία ευχομένη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Σιδερένια η μέση μας! Και του χρόνου κορίτσια!</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Ήδη ο ήλιος καίων υψώθη εις τον ορίζοντα. Ουδεμία πνοή ανέμου ηκούετο και
+η ημέρα προηγγέλλετο θερμή ως ημέρα θέρους. Όλα τα λουλούδια της περί την
+άμπελον λόχμης και τα οπό τας ελαίας, εν τη χέρσω γη, θερμανθέντα ετάνυσαν και
+ήπλωσαν τα ποικιλόχρωμα φύλλα των, εφ' ων μετά βόμβου ήρχοντο να
+επικαθήσωσι μέλισσαι και σφήκες και ζούνες και άλλα ζωύφια διά της συχνής
+μετατοπίσεώς των δεικνύοντα την χαράν, την οποίαν ησθάνοντο, ως αυθένται του
+διηνθισμένου εκείνου λειμώνος.</p>
+
+<p>Αι δύο αδελφαί πλέξασαι προχείρους στεφάνους αγροτικούς εκ της
+αγριαμπελιάς και κοσμήσασαι τούτους με αγριολούλουδα και τριαντάφυλλα εν
+ωραία αντιθέσει χρωματισμών έθεσαν αυτούς εις την κεφαλήν των, και
+αποδιώκουσαι ούτω από του τρυφερού προσώπου των τας ακτίνας του οχληρού
+ηλίου έτρεχον εδώ και εκεί ως ψυχαί πτερωταί, ως νύμφαι ορεστιάδες επί των
+ανθέων εν χαρά και αγαλλιάσει μικρών παιδίων.</p>
+
+<p>Πόσον ο άνθρωπος γίνεται παιδί έξω εις την χλόην!</p>
+
+<p>&nbsp;— Κοίταξε αυτή η παπαρούνα, έλεγεν η Σοφούλα, σαν τα μάγουλα της
+μητέρας δεν είνε;</p>
+
+<p>Και εγελούσαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να αυτοδά το μικρούτσικο, να τα ξεσκώσης, Σοφούλα, είπεν η
+Δεσποινιώ, παρουσιάζουσα μικρόν εύμορφον ανθύλλιον. Να το κεντήσης 'σ το
+ποκάμισό σου το νυμφικό. Καμμιά δεν θα τώχη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! τι ώμορφο! Ναι, τα φυλλάκια θα τα κεντήσω με πράσινο μετάξι.
+Εδώ δα θα βάλω ολίγο κόκκινο και θαλασσί. Το λουλούδι θα γείνη με άσπρο
+χρυσάφι. Καταμεσής θα κεντήσω ένα κουμπάκι άλικο. Αχ! τι ώμορφο!</p>
+
+<p>Το εφίλησεν η αθώα κόρη το αγνόν ανθύλλιον και το έκρυψεν εις τον
+παρθενικόν κόλπον της, αυστηρώς περιωρισμένον.</p>
+
+<p>Και η θειά-Ζωίτσα εστεφανωμένη και αυτή με την αγριαμπελιάν και εζωσμένη
+την οσφύν, ομοία προς γραίαν υπηρέτιδα του αρχαίου θεού, περιήρχετο την
+άμπελον, ης τα φύλλα έλαμπον εκ των ακτίνων του ηλίου. Λοχερά-λοχερά τα
+κλήματα «ήτανε μια χαρά να τα βλέπη κανείς», ως έλεγεν η γραία, αποδίδουσα την
+υγιά κατάστασιν του κτήματός της εις τους κόπους της και μόνον εις τους κόπους
+της, και υπερηφανευομένη διά τούτο. Οι βλαστοί τρυφερώτατοι υψούμενοι προς
+διαφόρους διευθύνσεις ακτινωτώς άνω των κλημάτων με βαθέως πράσινα μεγάλα
+και απεσκληραμμένα τα κάτω φύλλα, μικρότερα και ανοικτοτέρου χρώματός τα
+υψηλότερα και τρυφερώτατα τα επάνω-επάνω βυσσινόχροα, ως να
+περιερραντίσθησαν δι' οίνου μαύρου, απέληγον εις άγκιστρα δίχαλα και κυρτά, τας
+λεγομένας τσούγκρας, δι' ων αι κορασίδες, αφού φάγουν τους βλαστούς παίζουσιν
+είτα κατασκευάζουσαι αγκυλωτάς βελόνας, τας οποίας διαγκιστρούσαι έλκουσιν
+αντιθέτως δι' ελαχίστης δυνάμεως, έως ου διαθλασθή η μία, η της ηττημένης. Αι
+σταφυλαί δεν είχον σχηματισθή ακόμη τελείως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αύριον θα θειαφίσωμε, κορίτσια, εφώνησεν η θειά-Ζωίτσα από το
+μέσον της αμπέλου, μόλις διακρινομένης της θέσεως εν η ίστατο η κοντούλα γραία,
+εκ της ελαφράς κινήσεως των βλαστών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να! άρχισεν η χολέρα! εφώνησε πάλιν η γραία επιθεωρούσα έν προς
+έν τα κλήματα μετά στοργής μητρός θωπευούσης τα νεογνά της.</p>
+
+<p>Αλλ' αι δύο θυγατέρες δεν ήκουσαν. Κάτω εις την άκραν ιστάμενοι, όπου
+διηνοίγετο ευρύ χωράφιον γειτονικόν, εθεώντο συντροφίαν πολυάριθμον τριών-
+τεσσάρων οικογενειών συγγενικών, αίτινες άρτι εξεπέζευον με θορυβώδη χαράν
+και γέλωτας και άσματα, ελθούσαι να διασκευάσωσι την φαιδράν της πρωτομαγιάς
+ημέραν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κορίτσια! επανελάμβανεν η γραία εγγύτερον ελθούσα, αύριον θα
+θειαφίσωμε.</p>
+
+<p>Ερχομένη εις την άμπελον εθεώρει αμαρτίαν να μείνη αργή. Πάντοτε ήθελεν
+ανακαλύψει εργασίαν τινά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ου, θα πω, και συ! την επείραζον ενίοτε αι θυγατέρες της, δεν
+κάθεσαι μια μέρα να ξαποστάσης!</p>
+
+<p>Εάν δεν είχεν άλλο τι να πράξη, το προχειρότερον ήτο να περισυλλέξη
+«ξηράδια» από των ελαιών και μηλεών και απιδεών, ξηρούς κλώνους, δι' ων το
+βράδυ θα συνεπλήρου το φορτίον της, θέτουσα ταύτα ως επικάλυμμα εις το
+καλάθιόν της, ίνα έχη εύκολα προσανάμματα την πρωίαν, αλλά κυρίως, ίνα μη καθ'
+οδόν ιταμοί διαβάται ανιχνεύωσιν εν τω πεπληρωμένω πάντοτε εκ των ωραίων
+προϊόντων της καλαθίω «και μαλάξωσι την ευωδιάζουσαν δροσερότητα αυτών».
+Φιλάργυρος δεν ήτο, αλλ' είχε συνηθίσει ότε επέστρεφεν εις την οικίαν να
+τοποθετή μόνη της τα προϊόντα του περιβολιού της εντός απλωτού ταψίου μετά
+προσοχής, εδώ τα κουκκιά, εκεί τα μάραθα, αλλού τα κρόμμυα, εκεί τας αγγινάρας.
+Και αφού επί ώραν τα εθαύμαζεν η φιλόπονος γραία τα έργα των χειρών της,
+εξηπλωμένη εις τας γυμνάς σανίδας του πατώματος έως ου ξεκουρασθή, εμοίραζεν
+είτα εις τους συγγενείς και φίλους της λίαν αφιλαργύρως.</p>
+
+<p>Αλλά καθ' οδόν δεν ήθελε να τα εγγίση τις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σωρό πάλι τα πλατοκούκκια η θειά-Ζωίτσα, παρετήρουν αι
+γειτόνισσαι, όταν την έβλεπον επιστρέφουσαν φορτωμένην την γραίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, δυο ξλάκια πλειο για πρόσαναμμα! απήντα η θειά-Ζωίτσα η
+μυστική και εχάνετο απ' εμπρός των.</p>
+
+<p>Αι δύο αδελφαί εκάθησαν εις άκραν τινά και εθεώρουν την άρτι ελθούσαν
+πολυάριθμον φαιδράν συντροφίαν, προσπαθούσαι ήδη να γνωρίσωσι τίνες
+ήσαν.</p>
+
+<p>Αλλά φωναί της μητρός και βλασφημίαι τώρα τας εξήγειραν.</p>
+
+<p>Συνήντησεν η γραία είς τινα γωνίαν πυκνήν και αυθάδη αγριάδαν, απειλούσαν
+να καταστρέψη ικανά κλήματα και ήρχισε να φωνάζη κατά των σκαφέων, οίτινες
+την εξηπάτησαν. Δεν ηδύνατο να χωνεύση το ελάττωμα τούτο, τον δόλον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σ' ακούνε οι λοχεμένοι! Να! τάπνιξε τα κλήματα, ταφάνισε η αγριάδα.
+Τρεχάτε κορίτσια!</p>
+
+<p>Και ήρχισε πάραυτα οχληράν και αγωνιώδη εργασίαν εκριζώσεως διά των
+χειρών της απεσκληραμμένης πλέον αγριάδας, «όπως δώση αέρα εις τα καϋμένα
+τα κλήματα, τα οποία είχαν ανάψει».</p>
+
+<p>Αι δύο αδελφαί αισθανθείσαι τον πόνον της γραίας ήλθον πάραυτα και έλαβον
+μέρος και αυταί εις την επίπονον εργασίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μας ηύρε δλειά πάλι! είπεν η Σοφούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά έλεγα εγώ να μη ρθω, προσέθηκε και η Δεσποινιώ γελώσα.</p>
+
+<p>Ο ήλιος έκαιεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να δγης, Μα, έλεγε κατά την εργασίαν η μικροτέρα. Ήρθαν κ' ήρθαν
+'ς το χωράφι κάτω. Ο κυρ Γεώργης, ο καπετάν Μαθιός, ο Γιάννς τς Μαχώς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχνι σφαχτά, προσέθηκε και η Δεσποινιώ. Έχνι ψτά, γάλατα, τυριά
+χλωρά και μιζίθρες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πήρανε κι' τ' νύφ'; ηρώτησεν και η γραία.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τν' έχνι.</p>
+
+<p>Η εργασία εξηκολούθει. Είχεν ήδη εξαχθή μέγας σωρός του αναιδούς
+αργοφυτού.</p>
+
+<p>Δύο-τρεις φορές εθεάθησαν παιδία και κορασίδες κατευθυνόμενα προς το
+ζηλευτόν άδυτον «το περιβολάκι» της γραίας, πλην επειδή είδον τας γυναίκας δεν
+επροχώρησαν. Εκαμάρωνον μόνον μακρόθεν τα ωραία κεράσια, τα οποία τώρα
+μόλις ήρχισαν να λάμπουν κοκκινίζοντα κρυμμένα από τα μεγάλα φύλλα ως να
+εντρέποντο με το παρθενικόν εκείνο χρώμα των, και υπέστρεψαν.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+<p>Παρήλθεν η μεσημβρία. Τότε είχε καθαρισθή πλέον και η αγριάδα και αι τρεις
+γυναίκες κατάκοποι εκάθησαν υπό την καρυδέαν, εις τον δροσερόν ίσκιον της να
+ξεκουρασθώσι και να φάγωσι το λιτόν γεύμα των, άρτον, τυρόν και μοσχοβολούντα
+πλατοκούκκια αρτιδρεπή στάζοντα δρόσον ακόμη. Εις το αντικρυνόν χωράφιον
+εβούιζεν η χαρά και η φαιδρότης των ευθυμούντων. Φωναί παιδίων, άσματα
+νεανίδων, καγχασμοί γυναικών, διαταγαί ανδρών, προπόσεις πυκναί και
+γελαστικαί, κάκου κάπου κλαυθμός οξύς κανενός νηπίου απετέλουν πολύφωνον
+συναυλίαν συμποτικού γεύματος, όπερ είχε στρωθή υπό πυκνόφυλλον υψηλήν
+δρυν, εν μέσω του χωραφίου κειμένην. Αυτά είνε της εξοχής τα ηδέα και απλά.</p>
+
+<p>Ο άνθρωπος εκεί αφίνει το αίσθημά του ελεύθερον να πετά, να πηδά, να
+χορεύη, να τραγουδή, ως πετώσι και πηδώσι και χορεύουσι και τραγουδούσι τα
+ελεύθερα πουλιά κυνηγούμενα μεταξύ των μίαν ωραίαν πρωίαν από 'κλάδου εις
+κλάδον.</p>
+
+<p>Ο θόρυβος των συνευθυμούντων ως βοή, βοή του χειμάρρου του Πετραλώνου,
+έφθανε μέχρι της καρυδέας, οπού αι τρεις γυναίκες ησύχως και ηρέμα έτρωγον το
+λιτόν γεύμα των, συντροφευόμεναι υπό δύο κοσσύφων, οίτινες εις τα υψηλότερα
+κλωνάρια του ωραίου δένδρου συνεκρότησαν αγώνα άσματος επίμονον και
+φίλεριν, προς ερημικήν αηδόνα επί άλλου καθημένην κλώνου άλλου δένδρου και
+κατακηλούσαν ηδέως του θνητού την καρδίαν. Ετελείωνον οι κόσσυφοι και ήρχιζεν
+η αηδών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να! χορεύουν τη καμάρα, επετάχθη πρώτη η γραία, ενωτισθείσα του
+ωραίου άσματος, το οποίον τοσάκις είχε τραγουδήσει εις τα νειάτα της.</p>
+
+<p>Αι δύο θυγατέρες ακροασθείσαι και αυταί ηγέρθησαν ως να επρόκειτο να
+λάβωσι μέρος εις τον χορόν. Άγνωστος δύναμις τας είχεν εξεγείρει αίφνης, ως όταν
+ανατινάσσεταί τις εις τον ύπνον του.</p>
+
+<p>Αληθώς, μετά το πλουσιώτατον γεύμα, είχεν αρχίσει κατά το σύνηθες ο χορός
+και ήδη διά μέσου των φυλλοφόρων βλαστών της αμπέλου έφθανον σαφώς μέχρι
+της καρυδέας αι λέξεις του άσματος της καμάρας:</p>
+
+<p class="poem"><i>Καμάρα χτι Καμάρα χτι-<br />
+Καμάρα χτίζω 'ς το γιαλό (δις)<br />
+Καμάρα δε στεργιόνει<br />
+να ζήτε λέει τ' αηδόνι, (δις)<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /><br />
+Έλα το πουλί μου, έλα<br />
+μοσκοκάρφια και κανέλλα</i>.</p>
+
+<p>Αι δύο παρθένοι θελγόμεναι προσεπάθουν να διανοίξωσι χώρον διά μέσου των
+κλημάτων, ίνα ίδωσι τον πομπικόν του Πάσχα χορόν. Επήγαινον εδώ, έβλεπον εκεί,
+πλην δεν κατώρθονον να εύρωσι μέρος εκ του οποίου να βλέπουν χωρίς να
+βλέπωνται.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αναβήτε απάν 'σ τη καρυά! ανεφώνησεν αίφνης η μήτηρ, ης οι
+οφθαλμοί έλαμπον εξ αφάτου χαράς, ως να έσυρεν αυτή την καμάραν.</p>
+
+<p>Ω μοίρα κατηραμένη της γραίας! Τι ήθελες τοιαύτην ιδέαν να εμβάλης εις τα
+ξηρά χείλη της;</p>
+
+<p>Πάραυτα από μυστικού πόθου κινούμεναι αι δύο θυγατέρες της θειά- Ζωίτσας,
+ανήλθον μετά προσοχής βαίνουσαι επί των λείων και ολισθηρών κλάδων του
+δένδρου συνηθισμέναι, διότι ανέβαινον και εσύναζον τα κάρυα. Και σταθείσαι εις
+μέρος υψηλόν εθεώρουν διά μέσου των φύλλων τον μεγαλοπρεπή χορόν, όστις εν
+ευρεί κύκλω εχορεύετο εν μέσω του γειτονικού αγρού υπό φαιδρού ομίλου νέων
+και νεανίδων και γυναικών, ων οι συρόμενοι μετά τέχνης και χάριτος πόδες
+κατεπάτουν θλιβερώς και ασπλάγχνως τα ωραία αγριολούλουδα.</p>
+
+<p>Πόσον επαγωγώς θεαματικόν είνε να βλέπη τις τον χορόν τούτον. Οι
+χορεύοντες σχηματίζονται εις σφιγκτώς συνδεδεμένην άλυσιν, του πρώτου
+δίδοντος την δεξιάν εις την δεξιάν του δευτέρου και την αριστεράν εις την δεξιάν
+του τρίτου, ενώ του δευτέρου η αριστερά προτείνεται εις την δεξιάν του τετάρτου,
+ώστε να σχηματίζωνται χιαστοί σταυροί ρομβοειδώς συμπεπλεγμένοι. Και ίσως δι'
+αυτό ο χορός είνε καθιερωμένος εις τας κοσμικάς εορτάς του Πάσχα. Οι
+χρωματισμοί των ποικίλων ενδυμασιών των γυναικών απετέλουν εύμορφον
+αρμονίαν προς τον υπό των ποικίλων ανθέων χρωματισμόν του αγρού, τα
+λευκότατα πάλιν κολόβια των νεονύμφων άτινα επί τούτω είχον λευκανθή τον
+Μάρτιον εις τον χαλικόστρωτον αιγιαλόν του Κάστρου ήταν εις ευάρεστον
+αρμονίαν εγγύς των ερυθρών φουστανιών παιδισκών τινων, εν ώ τα χρυσά
+κεντήματα του διά κρεμέζης βεβαμένου χιτώνος επί του στήθους φαεινώς
+ηκτινοβόλουν κατέναντι των ακτίνων του λαμπρού ηλίου.</p>
+
+<p>Και ο ιστάμενος θεατής ευφραίνετο βλέπων πρόσωπα απαλά εξ ενός και
+χρυσάς κορυφάς εξ άλλου υπό την διαύγειαν λεπτοτάτης μεταξοϋφάντου
+μανδήλας, και εν γένει κομψά και θελκτικά κορμιά ερασμίων γυναικών, εν
+θρησκευτική προσοχή περιφερομένων κύκλω συνεκδοχικώς. Σεμνόν θέαμα!
+Κύκλος καμαρωτός με ωραία λάμποντα μάτια και χρυσώς ακτινοβολούντα στήθη,
+βαίνων αργώς βήμα προς βήμα, ώστε να υποφαίνηται ηδέως η χρυσόρραπτος
+κοντούρα, με χαριεστάτην ελαφράν κίνησιν του κορμού δεξιά και αριστερά,
+συμφώνως προς τους ιάμβους του άσματος, ως κινείται λέμβος ηδυπαθώς εν
+γαλήνη, ώστε ο χορεύων να μη αισθάνηται κόπον ταράσσοντα. Και αυτό το πήδημα
+κατά τον δεύτερον στίχον να είνε τόσον ελαφρόν, ώστε να νομίζη τις ότι εποχείται
+επί απαλού και δροσερού κύματος συρόμενος απαλά με το κύμα.</p>
+
+<p>Η γραία καταπεπονημένη — ήθελε να κοιμάται ολίγον πάντοτε την μεσημβρίαν
+— επακκουμβήσασα παρά την ρίζαν του γηραιού δένδρου παρηκολούθει σιγά-
+σιγά, πλην ηδέως, τους ιαμβικούς του άσματος στίχους, υποτονθορύζουσα αυτούς
+συμφώνως προς τον αναδιπλούμενον ρυθμόν του σεμνού χορού, επιλέγουσα
+εκάστοτε και την επαλλάσσουσαν επωδόν:</p>
+
+<p class="poem"><i>Καμάρα χτίζω 'ς το 'γιαλό,<br />
+Καμάρα δε στεργιόνει.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+Ένας κοντός κοντούτσικος,<br />
+κοντός και μ' ένα χέρι.<br />
+
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+Το μάρμαρο πελέκαε<br />
+τις πέτρες πελεκούσε.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+&nbsp;— Κοντέ μ', και πού ν' το χέρι σου,<br />
+και πελεκάς με τώνα;<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+&nbsp;— Βασιλοπούλα φίλησα,<br />
+και μούκοψαν το χέρι.<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;
+&nbsp;<img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br />
+
+&nbsp;Ας την εξαναφίληγα,<br />
+κι' ας μούκοφταν και τ' άλλο</i>.</p>
+
+<p>Και αντηχεί καλλικέλαδος η ηχώ ανά τους εγγύς λόφους
+επαναλαμβάνουσα:</p>
+
+<p class="poem">&nbsp;<i>Καμάρα δε στεργιόνει,<br />
+να ζήτε λέει τ' αηδόνι</i>.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ιδής, Μα, εφώνησεν από της καρυδέας, κρυμμένη εντός των
+φύλλων, η Δεσποινιώ, «ξομπλιάζουσα», ήτοι παρατηρούσα και κρίνουσα τας
+ενδυμασίας. Να ιδής, το Μαργιώ τ' καπετάν Μαθιού, φορεί το καλλίτερο κολοβόλι.
+Τι ώμορφα που είνε βολτιασμένο! Σαν να ήνε από χαρτί!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, καλά λες, προσέθηκεν η Σοφούλα, επί άλλου κλάδου ισταμένη.
+Σαν σκοπελίτικο είνε! Σαν το χιόνι λαμπέινο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Προσέχετε να μη πέσετε, εψιθύρισεν ησύχως η γραία
+ημικοιμωμένη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ιδής, Μα, εξηκολούθει η Δεσποινιώ. Τι ώμορφο που είνε το
+μπαμπουκλί της κυρά Γεώργαινας. Αχ! Λάμπει μέσα 'σ τον ήλιο. Φωτιές πετάει.
+Βελούδο κόκκινο, της τώφεραν από την Πόλι. Αχ! τι ώμορφο κορμί, Μάννα! Σήκω
+να ιδής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Της Λένης, προσέθηκεν η Σοφούλα, είνε σαν παληό το γουνάκι. Δεν
+έχει καμμιά θωριά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! Πώς λάμπει η σκούφια της κόρης της! παρετήρησεν η Δεσποινιώ.
+Θαμπόνουν τα μάτια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ την εκέντησα, υπέμνησεν η Σοφούλα. Έχει τριάντα δράμια
+χρυσάφι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κορίτσια! να μη πέσετε! είπε πάλιν η γραία ως καθ' εαυτήν
+υποψιθυρίζουσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να! Να! εφώνησε μετά τινος θάμβους η Δεσποινιώ. Σηκώσανε τη
+νύφη να χορέψη. Μα, Μάννα, σήκω να ιδής τη νύφη.</p>
+
+<p>Πολύ ώμορφη μέση! Δαχτυλιδένια! Και πώς καμαρόνει! Μάννα!</p>
+
+<p>Η γραία είχεν αποκοιμηθή.</p>
+
+<p>Η δε Δεσποινιώ, εξακολουθούσα να θέλγεται εκ της θέας προσεπάθει να
+στερεωθή καλλίτερον επί του ολισθηρού κλώνου, όπως «ξομπλιάση» την νύμφην
+χορεύουσαν.</p>
+
+<p>Αλλά φαίνεται ότι η νύμφη «'ντροπαλή ως άβγαλτη» δεν εχόρευε τόσον καλώς.
+Διά τούτο η Σοφούλα, φαιδρότερου χαρακτήρας παρά η Δεσποινιώ, είπεν ευθύμως
+πως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κρίμα 'ς το κολοβολάκι σ', κορίτσι μ'. Η κακομοίρα δεν ξέρει να πάρη
+τα ποδαράκια της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Την χαλνάει ο καπετάν Μαθιός, παρετήρησεν η Δεσποινιώ,
+σεμνότερα πάντοτε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κείνος που ξέρ', κορίτσι μ', δεν χαλνιέται.</p>
+
+<p>Πώς έμαθον αυταί αι νεάνιδες να επικρίνωσι τον χορόν, αφού ποτέ των δεν
+εχόρευσαν!</p>
+
+<p>Είνε μερικά πράγματα τα οποία μανθάνει τις αυτομάτως. Άλλως δεν εχόρευσαν
+μεν, ως είπομεν, αλλά πολλάκις εθεώρησαν την καμάραν, τελουμένην εις την
+γειτονικήν της οικίας των πλατείαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να! Να! είπε γελώσα πάλιν η Σοφούλα. Έχασε την κουντούρα της η
+νύμφη. Σκύφτει για να την πάρη. Ω, ντροπής νυφίτσα μου! Κρίμα 'ς το ατλαζένιο
+μπαμπουκλί σου, νυφούλα μ'.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μποδίζουν τα χορτάρια, τι να σου κάμ'! Απήντησε πάλιν η Δεσποινιώ
+και αφηρείτο όλη εις του χορού το μεγαλοπρεπές θέαμα, όπερ εξήρθη ήδη
+σφόδρα, διότι έλαβον μέρος όλαι αι γυναίκες και όλοι οι άνδρες.</p>
+
+<p>Αλλ' αίφνης βαρύς κρότος αντήχησεν εντός των φυλλωμάτων της καρυδέας, ως
+να έπεσεν άνωθεν ογκώδης λίθος κ' έσεισε δεινώς τους χονδρούς κλάδους του
+πυκνού δένδρου. Έως ου ίδη καλώς η Σοφούλα πόθεν ήλθεν ο σεισμός ούτος ο
+αιφνίδιος, η μεγάλη αδελφή της, η ωραία Δεσποινιώ ευρέθη σωρός κάτω εις το
+έδαφος. Αφαιρεθείσα η δυστυχής παρεπάτησε και ολισθήσασα κατέπεσε πλησίον
+της αποκοιμηθείσης γραίας, βαλούσα οξείαν κραυγήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παναγία μ'! ανεφώνησεν εξεγερθείσα η θειά-Ζωίτσα. Κ' έλαβεν εις
+τας αγκάλας της την προσφιλή της θυγατέρα, ήτις έμεινεν ακίνητος και
+άφωνος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νερό! Νερό! Σοφούλα, Νερό! εκραύγασεν η γραία. Αχ! Πάει το
+κορίτσι! Σκοτώθηκε! Τι να γένω!</p>
+
+<p>&nbsp;— Η Σοφούλα καταβάσα ταχέως από του δένδρου περίτρομος ως να
+έπεσε και αυτή έσπευσεν εις την κρήνην ως πτερωτή κ' εκόμισε δροσερόν ύδωρ, δι'
+ου η γραία περιέβρεχε το μέτωπον και τας παρειάς της Δεσποινιώς, ήτις ωχρά ως
+νεκρωθείσα είχεν ημικλείστους ως ημίσβεστον λυχνίαν, τους ωραίους οφθαλμούς
+της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει! Σκοτώθηκεν! Επανελάμβανεν έκφρων η γραία. Τι να γένω!</p>
+
+<p>Μετά τινας στιγμάς όμως συνήλθεν εις εαυτήν η Δεσποινιώ. Πλην δεν ηδύνατο
+να μετακινηθή εκ του εδάφους. Ανεκάθισεν ωχρά εκ του τρόμου της δεινής
+καταπτώσεως, με λευκά τα χείλη εκ της λιποψυχίας, με οφθαλμούς απλανώς
+βλέποντας, ως βλέπει εκείνος όστις εκ της ζάλης θεωρεί στριφογυρίζουσαν την γην
+ως σφονδύλιον, με λυτήν την μαύρην της κόμην, της μανδήλας τη παρασυρθείσης
+υπό των κλάδων του δένδρου εν τη πτώσει, κ' έβαλε τώρα κραυγήν οξυτέραν, διότι
+τώρα ησθάνετο της πτώσεως το βαρύ αποτέλεσμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χτύπησες παιδί μ; ηρώτα η γραία μετά περιπαθείας έκφρονος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ! επόνει η Δεσποινιώ, μη δυναμένη να μετακινηθή εκ του
+εδάφους.</p>
+
+<p>Και εθώπευε μαλακώς τον δεξιόν της πόδα.</p>
+
+<p>Είχε θραυσθή το οστούν του ποδός, άνω του γόνατος εν τω μηρώ.</p>
+
+<p>Απερίγραπτος είνε η θλίψις της γραίας και της άλλης αδελφής, ότε
+εβεβαπτίσθησαν περί του τρομερού παθήματος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ! Ωχ! Επανελάμβανε γογγύζουσα εκ του οξέος πόνου η κόρη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει το παιδί μ'! Προσέθετε και η γραία άπελπις, η καλή και
+συμπαθής μήτηρ, τρωθείσα εις τα καίρια.</p>
+
+<p>Και η γειτονική ηχώ από του εξοχικού συμποσίου εκόμιζεν ως ειρωνικήν
+περιφρόνησιν προς το ατυχές συμβάν τους στίχους του άσματος της καμάρας:</p>
+
+<p class="poem">&nbsp;<i>Κοντέ μ' και πού ν' το χέρι σου<br />
+Και πελεκάς με τώνα; <br />
+Έλα το πουλί μου ν' έλα . . . .</i></p>
+
+<p>Η Σοφούλα σιωπηλή ίστατο ως απομαρμαρωθείσα. Η δε γραία εξηκολούθει να
+εκφέρη στεναγμούς και οιμωγάς οδυνηροτέρας της παθούσης ωραίας
+παρθένου:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! πάει το κορίτσι! Τώχασα το κορίτσι!</p>
+
+<p>Κλαυθμηρώς και διακεκομμένως ως μοιρολόγημα επί νεκρώ προφέρουσα τας
+συλλαβάς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν έσπαζα το πόδι μου να μην έλθω; Έλεγε συνεχώς· και τύπτουσα
+την κεφαλήν της επανελάμβανε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Η λαχταρισμένη! Η πλαντασμένη! Δεν βουβαινόμουνα που είπα να
+αναιβούνε 'ς τη καρυά!</p>
+
+<p>Κ' εκράτει σφιγκτά τους κροτάφους της· της εφαίνετο ότι ήθελε να 'φύγη ο νους
+της.</p>
+
+<p>Ενίοτε δε διέκοπτε τας θρηνώδεις αναφωνήσεις της λέγουσα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τούπα να μη πάρ' βακούφκα! Να κακό πάλι που μας ηύρε!</p>
+
+<p>Όταν δε ενύκτωσε, διά να μη βλέπουν οι άνθρωποι, μήτηρ και θυγάτηρ,
+βαστάζουσαι εντός κυλιμίου την πανάτυχον Δεσποινιώ, εκόμισαν αυτήν εις την
+οικίαν των εν τω χωρίω, ως να εκόμισαν νεκρόν, υπό τας συγκινούσας
+αναφωνήσεις της θειά-Ζωίτσας, ήτις εθρήνει, ως να εθρήνει νεκρόν.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Πρωίαν τινά θερινήν έν έτος μετά ταύτα είχον αναβή εις τον Προφήτην Ηλίαν να
+δροσισθώ υπό την σκιάν των δροσοκρατούντων πλατάνων και ασπασθώ την δεξιάν
+του Παπά-Ιερεμία, όστις εκεί είχε το απλούν και σεμνόν ερημητήριόν του,
+εκτισμένον εν μέσω των παχυσκίων δένδρων εγγύς δροσερού ύδατος, εκρέοντος
+από τινος μεγάλου βράχου, κεκαλυμμένου υπό πυκνού θάμνου, κισσού και αγρίων
+βάτων. Οικοδομή μεγάλη τετράγωνος, διώροφος, εν η ευρίσκοντο κατά σειράν τα
+κελλία, οικοδομή ασχεδίαστος του μακαρίτου Γέροντός του, ήτις ως στρατών
+έρημος υψούται εκεί ακόμη μελαψή και πένθιμος εις την δροσόπνοον εκείνην
+κορυφήν της νήσου.</p>
+
+<p>Ήτο περί το τέλος η Ακολουθία. Διέκριναν ψαλλόμενα τα Νεκρώσιμα
+Ευλογητάρια. Ετελείτο μνημόσυνον. Ως ήμην κατασκονισμένος εκ της κοπιώδους
+πορείας, πριν νιφθώ εις την δροσεράν πηγήν, έστην εις το κατώφλιον του ναΐσκου,
+παρασυρθείς υπό της γλυκείας μελωδίας του ψαλλομένου άσματος: «Μετά των
+αγίων ανάπαυσον. . . ». Από της θύρας, σκιαζομένης υπό τινος αγριελαίας,
+ηκροώμην του πενθίμου ύμνου, περιεργαζόμενος συνάμα τα εν τω μικρώ και απλώ
+εκείνω ευκτηρίω, το οποίον εν τω κάτω πατώματι προς την ανατολικήν πλευράν
+είχε προορίσει διά τα ασκητικάς προσευχάς του ο εν μακαρία τη λήξει Διονύσιος ο
+Λογιώτατος, ο Γέροντάς του, τελευταίος των Κολλυβάδων, αυστηρός και άκαμπτος,
+ανήκων εις μίαν των ισχυροτέρων οικογενειών της νήσου «ο Γέροντας»
+αποκαλούμενος. Ούτε τέμπλεον είχεν ούτε πολυελαίους, αλλ' ούτε στασίδια.
+Ολίγας εικόνας εις τους μαυρισμένους του τοίχους και μίαν Αγίαν Τράπεζαν εφ' ης
+έκειτο ευλαβώς φυλασσόμενον το πυξίον του Αγίου Άρτου διά την θείαν
+Μετάληψιν. Λειτουργίας δεν ετέλουν. Μόνον την τακτικήν ακολουθίαν εδιάβαζον,
+και μετελάμβανον όσοι ήσαν προετοιμασμένοι. Ο θάνατος του Γέροντος δεν
+επέτρεψε να συμπληρωθή το Ευκτήριον εις τακτικόν ναόν.</p>
+
+<p>Ο Παπά-Ιερεμίας 80 ετών γέρων, με λευκήν κόμην και λευκόν πώγωνα ως
+τολύπην βάμβακος, απήγγελλε τας ευχάς με το αυστηρόν εκείνο και πένθιμον ύφος
+του, όπερ όμως παραδόξως εγέννα εν τη καρδία μαλακά και πραέα αισθήματα
+παρηγορίας κ' ελπίδος. Δεξιά έψαλλε νεαρά μοναχή — διά τούτο ην γλυκύς τόσον
+ο ύμνος — φέρουσα μέχρι των οφθαλμών το μαύρον κουκκούλιόν της με τον
+μικρόν κόκκινον σταυρόν επί του μετώπου, και αφίνουσα ελευθέρας μόνον τας
+λευκάς εκ της ασκήσεως παρειάς, παρειάς νηστεύοντος αγγέλου. Εμπρός επί του
+στήθους της του παρθενικού, υπό τας πτυχάς του μαύρου ράσου, διεφαίνοντο τα
+Σχήματα της μοναχής, μέγας ερυθρός σταυρός με την Λόγχην και τον Σπόγγον
+ένθεν και ένθεν εν σχήματι τριγώνου, έχοντος προς τα κάτω την κορυφήν, όπου ήτο
+κεντημένον, ερυθρόν και αυτό, το γυμνόν κρανίον του Αδάμ. Η φωνή της ην
+ασθενής αλλά γλυκυτάτη, φωνή αγγελική. Κ' έμεινα εκστατικός εκεί εις την θύραν
+μέχρι τέλους, ρίπτων ενίοτε τους οφθαλμούς μου και επί των χρυσοκεντήτων
+ποδιών, αίτινες με βαρείας χρυσάς φούντας εκρέμαντο υπό τας ολίγας αγίας
+εικόνας, ποδιών ουχί επί τούτω εξ αρχής κεντηθεισών, ως μοι εφάνη. Το
+χρυσοΰφαντον εκείνο ύφασμα ίσως κατ' αρχάς θα ήτο προωρισμένον δι' άλλον
+σκοπόν, ίσως εχρησίμευσεν εις την προικώαν ενδυμασίαν νύμφης τινός, μετά τον
+θάνατον της οποίας, ακαίρως ίσως θανούσης, τα εχάρισεν εις την εκκλησίαν,
+χάρισμα πένθους ή και χηρείας.</p>
+
+<p>Την προσοχήν μου εφείλκυσε και ζεύγος νεαρών συζύγων, εν κατανύξει
+ισταμένων εγγύς της ψαλλούσης μοναχής. Εκτός κ' ενός άλλου μοναχού, του
+γηραιού Πέτρου, υπηρετούντος και ψάλλοντος με την άξεστον μεν χονδρήν φωνήν
+του κατανυκτικήν δε, ουδείς άλλος υπήρχεν εν τω ναΐσκω, ου τα ολίγα φώτα
+εχλώμαινον πενθίμως εν μέσω του ευώδους καπνού του θυμιάματος. Κ' έβλεπες
+τότε το γλυκύ λευκόν πρόσωπον της μοναχής ως εν μέσω νεφελών εν τοις
+ουρανοίς.</p>
+
+<p>Μετά το τέλος του μνημοσύνου ο ιερεύς φέρων την στολήν του, κρατών
+λαμπάδα και θυμιατόν, εξήλθε του ναού και κατόπιν αυτού η συμπαθής
+καλογραία, ήτις, μετά λύπης παρετήρησα ότι ην χωλή η δυστυχής, μετά δεινού
+κόπου σύρουσα τον έτερον των ποδών της, υποβασταζομένη περιπαθώς υπό του
+νεαρού ζεύγους των συζύγων. Μακρόθεν ηκολούθουν κ' εγώ, θελχθείς συμπαθώς
+υπό των προσώπων της ασκητικής αυτής συνοδείας. Μετά τινα βήματα έστησαν
+επάνω τάφου, φέροντος εμπεπηγμένον ξύλινον μαύρον σταυρόν. Ο ιερεύς, αφού
+εθυμίασεν, ήρχισε ν' αναγινώσκη το πένθιμον Τρισάγιον, οι δε λοιποί
+εγονυπέτησαν εν κατανύξει μεγάλη, ψιθυρίζοντες ευχάς αναμεμιγμένας με
+θρήνους, όταν μάλιστα ήκουσαν του ιερέως μνημονεύοντος: «υπέρ αναπαύσεως
+της ψυχής της δούλης του Θεού Ζωίτσας».</p>
+
+<p>Τότε έκθαμβος ανεγνώρισα τα συμπαθητικά πρόσωπα της παρούσης
+διηγήσεως.</p>
+
+<p>Ο νεοσκαφής τάφος με τον μαύρον ξύλινον σταυρόν, προς το ρίζωμα του
+οποίου είχον φυτρώσει, τις οίδε πώς, μεγάλη τις κουκκέα με δροσερά υπόφαια ως
+στακτωμένα φύλλα και ολίγα μαυροπράσινα μάραθα με τα κίτρινα άνθη των τα
+φουντωτά, ην ο τάφος της θειά-Ζωίτσας, ήτις απέθανε τρεις μήνας μετά το πάθημα
+της θυγατρός της, πονούσα βαθέως διότι έβλεπε χωλήν την ωραίαν θυγατέρα της.
+Αι τελευταίαι της λέξεις, όταν απέθνησκεν, ήσαν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα!</p>
+
+<p>Ταύτα επρόφερεν η πτωχή με τα ξηρά του θανάτου χείλη ενώπιον του αγγέλου
+της, και έκλεισε διά παντός τους οφθαλμούς της.</p>
+
+<p>Η δε λευκή και χωλή μοναχή, ην η προσφιλής της θειά-Ζωίτσας θυγάτηρ, η
+ωραία και καλόκαρδος Δεσποινιώ, ήτις μετά νοσηλείαν επίπονον δύο μηνών,
+απομείνασα χωλή τον θραυσθέντα πόδα, εκάρη μοναχή παρά τω γέροντι Ιερεμία κ'
+έμεινε παρ' αυτώ.</p>
+
+<p>Το νεαρόν πάλιν ζεύγος των συζύγων, ην η μικροτέρα θυγάτηρ της θειά-
+Ζωίτσας, η καλή Σοφούλα, ην υπάνδρευσεν ο Παπά Ιερεμίας ως καλός πατήρ μετά
+τινος αγαθού ναύτου εργατικού και δραστηρίου, αρκεσθέντος εις την οικίαν, και μη
+θελήσαντος να εγγίση την εκκλησιαστικήν άμπελον.</p>
+
+<p>Αι χρυσοκέντητοι τέλος ποδιαί, αι στολίζουσαι το κομψόν τέμπλον του
+προχείρου εκείνου ναΐσκου τόσον λαμπρώς, ήσαν τα προικιά της Δεσποινιώς τα
+εύμορφα, τα οποία με τόσην αγνήν προσπάθειαν εφιλοτέχνησεν η καλή παρθένος,
+ως να ήξευρεν ότι έμελλον ποτε να στολίσωσι τας εικόνας του Χριστού και της
+Παναγίας.</p>
+
+<p>Αφού τέλος εμοιράσθησαν τα κόλλυβα, τα οποία ήσαν πολύ εύμορφα
+στολισμένα με σταφίδας, κουφέτα, βαράκια ολόχρυσα και φύλλα ευώδη, ο παπα-
+Ιερεμίας είπε τον επίλογον με την ξηράν πάντοτε και στεγνήν φωνήν του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα αναθήματα, τιμαλφή ταξίματα και τα βακούφικα, ήτοι κτήματα
+αφιερωθέντα άπαξ εις τον Θεόν, επ' ουδενί λόγω αναλαμβάνονται πλέον οπίσω.
+Όστις τα αφαιρέση, έστω και δι' αγοράς, είνε ιερόσυλος και υπόκειται εις την
+κατάραν του Θεού.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">
+ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ<br />(1899)</h4>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Α'.</h5>
+
+<p>Καταπρασίνη. Με το γλυκύ, σαπφείρινον, του πόντου χρώμα. Νύμφη του
+γιαλού, με το λαχανί φόρεμά της. Εις τας απαλάς της, τας ονειρώδεις
+στρογγυλότητας της μάσκας της, εις τα λεία, τα χυτά πλευρά της, εις την κομψήν,
+την εύγραμμον, λαγόνα της, Νηρηίδος λαγόνα, παντού, θαρρείς και
+αντικατωπτρίζετο το σαπφείρινον του πόντου χρώμα.</p>
+
+<p>Μακρά, στενή, στιλάδο σκαρί, φορτωμένη διά Κωνσταντινούπολιν η σκούνα,
+ήτο αραγμένη εις τον ευρύν, τον ακύμαντον λιμένα, με τους υψηλούς δύο ιστούς
+της, ακινήτους ως τρόπαια. Με τα πανιά μαζευμένα, δεμένα εις τας θέσεις των, εις
+τα σταυροειδή πενά, έτοιμα, θαρρείς, εις μίαν πνοήν, πνοήν ελαφράν, ν' ανοίξουν,
+να γλυστρίσουν, μαλακά-μαλακά, ως νεφέλαι, λευκός πέπλος του Γάμου.</p>
+
+<p>Καμαρόνουσα, κούφη, ελαφρά σειομένη, ως κρεμαστή, εις το γλυκύ της αύρας
+φύσημα, με τ' αναρίθμητα, τα πολυώνυμα εκείνα σχοινία των ιστών, δίκτυον
+γραμμών και γωνιών πολύπλοκον, ως ζωγραφιστή εφαίνετο εν αιθερίω πίνακι,
+πανδαίδαλον ίνδαλμα των θαλασσών, όνειρον θελκτικόν του κοιμωμένου
+λιμένος.</p>
+
+<p>Καθρέπτης αργυρόχρυσος ο λιμήν. Και εις την κρυσταλλώδη, την στίλβουσαν
+αυγήν του, έβλεπες εν ρεμβασμώ, μίαν καταπράσινην, αραγμένην σκούναν.</p>
+
+<p>Κάθε βράδυ, μετά τον θαλασσινόν μου περίπατον, επερνούσα δίπλα της. Η
+μικρά φελούκα εσειάριζεν. Ανεκόπτετο ο δρόμος. Και ιστάμενος εν θάμβει, την
+εθεώρουν, την εκαμάρωνα, με πόθου διψαλέα όμματα, λαμποκοπούσαν εις την
+εσπερινήν φωτοβολίαν, με μίαν κάτασπρην γραμμήν, μεταβλητήν· εκ βρόχου
+χιονώδους ταινίαν, περιθέουσαν την άκραν του υψηλού της παραπέτου, με το
+σπιράγιο της πρύμνης κατάλευκον, τετράγωνον βωμόν του θαλασσινού Θεού, με
+τον Ηρακλέα ξύλινον, επί της υψηλής, της αρρενωπής πρώρας της, πολιόν
+αργοναύτην, λευκανθέντα εις των κυμάτων την πυκνήν βροχήν.</p>
+
+<p>Νικήτρια, ερρέμβαζε τρυφερώς την νίκην.</p>
+
+<p>Ανεπαύετο.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>&nbsp;— Ν' αρμένιζα μαζί της!</p>
+
+<p>Και ο αράπης, μπογαζιανός σκύλλαρος, υλακτών, έδακνε με τους αγρίους
+οδόντας του την κωπαστήν, καβαλαρωμένος επάνω, φύλαξ άγρυπνος της
+κοιμωμένης θαλασσονύμφης, κι' εξέβαλεν ενίοτε μετ' ωρυγών, το φοβερόν ρύγχος
+του, με το τραχύ, μαύρον τρίχωμα, πεταχτόν άνω των κροτάφων, υπό την σκιάν του
+οποίου αγρίως εγυάλιζον δύο πύρινοι οφθαλμοί, κ' εφάγκριζον φοβεροί
+κυνόδοντες, αγρίως πειναλέοι.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Ήρεμος, απαλή, πηκτή η γαλανή θάλασσα, την έφερεν ελαφράν εις τα δροσερά
+της νώτα, κούκλαν μικράν 'ς την καταπρασίνη αγκαλιά της, θαρρείς κ' η θάλασσα
+επλάσθη δι' αυτήν.</p>
+
+<p>Κ' εκείνη γλυκά-γλυκά την έψαυε, καταπρασίνη, αρμονικώς συνδυάζουσα το
+χρυσαυγές χρώμα της με το γλαυκόν της θαλάσσης χρώμα, θαρρείς κ' επλάσθη διά
+την θάλασσαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ν' αρμένιζα μαζί της!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Η θάλασσα, μπονάτσα — λάδι, κοιμάται. Κοιμάται κ' η σκούνα, τυλιγμένη μέσα
+εις αεροειδή πέπλον.</p>
+
+<p>Κι' αν εξυπνήση η θάλασσα μια φορά!</p>
+
+<p>Κι' αν εξυπνήση κ' η σκούνα μια φορά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ν' αρμένιζα μαζί της!</p>
+
+<p>Με τα πανιά!</p>
+
+<p>Το γνήσιον, το αληθές, το καθ' αυτό ταξείδι.</p>
+
+<p>Με τα πανιά!</p>
+
+<p>Άρρητος ο πλους, αχόρταστος η απόλαυσις, τρυφερά η συγκίνησις.</p>
+
+<p>Με τα πανιά!</p>
+
+<p>Προφέρεις μόνον την δροσεράν λέξιν και αύραι μυρίζουσαι ως τα κρίνα, του
+πόντου τα μυροβόλα φύκη πλημμυρίζουν την καρδίαν σου.</p>
+
+<p>Με τα πανιά!</p>
+
+<p>Πτερωτός, μυθικός δαίμων, σε αφαρπάζει, ως επί νεφελών, ίνα σε μεταγάγη εις
+τον δροσερόν των κυμάτων κόσμον, όπου η φύσις ολόγυμνος κολυμβά, αφρός εν
+αφρώ.</p>
+
+<p>Θεωρείς κύματα, διαλογίζεσαι κύματα, ομιλείς με τα κύματα, την ηδέως
+κηλούσαν του ύδατος γλώσσαν, βόμβον εράσμιον ως από μυριάδων κυψελών.
+Τρώγεις 'ς τα κύματα, κοιμάσαι 'ς τα κύματα, κ' εξυπνάς 'ς τα κύματα, ζης σαν
+γλάρος, του κύματος γλάρος.</p>
+
+<p>Με τον ατμόν είνε νόθος ο πλους.</p>
+
+<p>Μαύρη, κατάμαυρη αιθάλη σε αποπνίγει.</p>
+
+<p>Δεν προφθάνεις να ιδής, δεν προφθάνεις να φάγης, δεν προφθάνεις να
+κοιμηθής, δεν προφθάνεις να εξυπνήσης. Δαιμόνιος βόμβος, βόμβος
+συνταρασσομένου σιδηρού κόσμου, μαύρου κόσμου, εν πυρίνη κοιλία. Και
+συνταράσσονται όλα εν καταρράξει δεινή σιδήρου πριονιζομένου, εν βοή σιδηρού
+πύργου καταπίπτοντος, εν χαλασμώ σιδηρού κόσμου μηχανημάτων και τροχών κ'
+ελίκων και πλακών, και μοχλών και καρφίων και κοχλιών, εν σεισμώ σιδηράς
+πόλεως, ότε το παν τρέμει επάνω, ως ο Δαθάν, κ' υποχωρεί προς τα κάτω ως ο
+Αβειρών, να εξαφανισθή, θαρρείς, εν τη αβύσσω. Και ωρύεται σειόμενον πράγμα
+και φεύγει, ενώ αιφνίδιαι στοναχαί, τιναγμοί σιδηροδεμένων τιτάνων, σ'
+εξεγείρουσι κοιμώμενον, σε ανατινάσσουν δειπνούντα, έξαλλον, αγνοούντα, να
+φύγης, ενώ το παν θα διαρραγή, θαρρείς, εις δύο, εν μέσω του πελάγους.</p>
+
+<p>Και καίουσιν οι πύραυνοι εις την κοιλίαν του, ως το παμφάγον πυρ εν τω
+κέντρω της γης. Και ζέον ύδωρ εξερεύγουσιν αι σιδηραί πλευραί, και ζέουσα βροχή
+ανατινάσσεται από της μηχανής προς τάνω, ατμοί, και σπίθαι και φλόγες και
+μυκηθμοί αγρίου τέρατος, πλέοντος εν δεινώ άσθματι.</p>
+
+<p>Τρικυμία τεχνητή, ην εξιστάμενος θεωρεί ο πόντιος Θεός, ο κυανοπώγων
+Ποσειδών.</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Β'.</h5>
+
+<p>&nbsp;— Άιντε! Για την Πόλι!</p>
+
+<p>Με αφύπνισε τραχεία, άτακτος, ασχημάτιστος φωνή, παιδός φωνή, του νεαρού
+καμαρωτού η πρόσκλησις.</p>
+
+<p>Επετάχθην.</p>
+
+<p>Παις γαλανομμάτης, μ' ελαφρόν κούκκον εν τη ακτενίστω κεφαλή του, με
+γαλάζιαν βλούζαν, ανυπόδητος με γυμνάς τας κνήμας, βρεγμένος,
+ανασκουμπωμένος μέχρι γονάτων, ήλθε να παραλάβη την βαλίζαν μου, ο νεαρός
+καμαρώτος.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>&nbsp;— Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ!</p>
+
+<p>Πρωί-πρωί, χαράγματα, είχεν εξυπνήσει η σκούνα. Κ' η σιδηρά πόμπα της,
+ανασύρουσα την άγκυραν, διά ρυθμικών βραδέων και πενθίμων κρότων,
+απεχαιρέτιζε τον λιμένα, κλαίουσα ναϊάς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ!</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Σκαμπαβία μολυβδόχρους, ελαφρά ως εκ ναστοχάρτου, με τέσσαρα κωπιά, μας
+έφερε μετά του πλοιάρχου επάνω εις την αρμενίζουσαν ήδη σκούναν, ήτις μετά
+κομψής, χορευούσης παρθένου χάριτος, ανακόψασα ως εν χαιρετισμώ τον
+ελαφρόν της δρόμον υπέκλινε θαρρείς και μας εδέχθη, πηδήσαντας ευφροσύνως
+εις τας αγκάλας της, μητέρα τα παιδάκια της.</p>
+
+<p>Κ' ιδού εγώ τέλος επί της σκούνας. Εν τη θαλάσση.</p>
+
+<p>Με τα πανιά, επί του καθαρού καταστρώματος του πλέοντος, του ηδέως
+ολισθαίνοντος. Εν μέσω πολυπλόκων σχοινίων, τεταμένων σχοινίων,
+χαλαρωμένων, κρεμασμένων, κουλουριασμένων, σχοινίων πισσωμένων,
+κατραμωμένων, βρεγμένων, αβρέκτων, χρωματισμένων σχοινίων, αχρωματίστων
+σχοινίων, εν ατμοσφαίρα δροσερώς υγρά, αποπνεούση ευάρεστον, καραβίσιαν
+απόπνοιαν. Υπό τα ιστία όλα ανοικτά, κολπωμένα, έτοιμα να μας αναρπάσουν
+όλους, θαρρείς, με την σκούναν μαζί, προς τους αιθέρας.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Κατευόδιον!</p>
+
+<p>Εις τας δύο προκυμαίας, εις την πλατείαν την υψηλήν, εις τας θύρας των
+μαγαζείων της αγοράς, εις τα παράθυρα των οικιών, παντού μας καμαρώνουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η σκούνα! η σκούνα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Σηκώθη η σκούνα!</p>
+
+<p>Και διά πυροβολισμών μας χαιρετίζουν. Κ' η σκούνα παρέρχεται προ της
+πόλεως σκιρτώσα, χορεύουσα, εύμορφη, στιλάδο σκαρί, με τα πανιά κάτασπρα, με
+τα σινιάλα φαιδρά· και αποχαιρετίζει απαντώσα εις τους χαιρετισμούς της νήσου.
+Τρομπονισμός βοΐζει βαρύς απ' αυτής, ου ο υπόκωφος τρόμπος εν τρόμω κυλίεται
+επάνω εις την γαλανήν επιφάνειαν της θαλάσσης, ως να μιλή η εύμορφος
+σκούνα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχετε γεια!</p>
+
+<p>Δροσερός φυσά ο μπάτης ο πρωινός. Το κύμα παιγνιωδώς πιτσιλίζει την
+πρώραν, ως ποταμάκι ασημένιο. Και την ραντίζει ευλαβώς, επιχαρίτως
+ανασειομένην, με τον κάτασπρον Ηρακλέα της, θαρρείς και την θωπεύει, θαρρείς
+και την λούει, μητέρα το κύμα χαϊδεύουσα, το παιδάκι της.</p>
+
+<p>Μία γρηούλα, ως να προσεύχεται κάθηται συμμαζευμένη επί τινος βράχου
+λευκού, κατάμαυρη.</p>
+
+<p>Τίνος απερχομένου ναύτου να είνε η αγαπημένη μητέρα;</p>
+
+<p>Το δειλινόν εχάσαμεν την κώμην, κρυφθείσαν όπισθεν μιας άκρας στενής και
+μακράς. Κατευθυνόμεθα προς βορράν, ανοικτά, προς την Σκόπελον. Ο φάρος της
+Γλώσσης επί τινος βράχου, ως πύργος γλάρων επί αργιλλώδους, γυμνού εδάφους.
+Μικρόν κατά μικρόν εξαφανίζονται οι έρημοι όρμοι της Σκιάθου εις ευθείαν
+τεφρόχρουν γραμμήν. Οι ναύται, εν τη πρώρα, ξαλλάξαντες, παρεκάθησαν εις το
+λιτόν πρόγευμά των, το ανοιχτόκαρδον κολατσιό, συνομιλούντες ως αδελφοί, και
+με πόνου δακρυσμένα βλέμματα παρατηρούντες αδιακόπως την εξαφανιζομένην
+πατρίδα. Οι ναύται την αγαπούν την θάλασσαν, πολύ την αγαπούν, αλλά μόνον την
+στερεάν ονειροπολούν. Το σώμα των 'ς την θάλασσα κι' ο νους των 'ς την
+στεργιά.</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχος, κοντός, χονδρός, ορθογώνιον τμήμα στερεοποιηθέντος σώματος,
+με χείρας χονδράς, επικαμπείς ως χηλάς καβούρας, με πρόσωπον πλατύ, με τον
+μύστακα ένθεν κ' ένθεν ως τα δύο του αλφαβήτου πνεύματα, ευχαριστημένος διότι
+τα πανιά εδούλευαν, ανοίξας τα δεφτέρια του, εξετάζει τους λογαριασμούς
+του.</p>
+
+<p>Και μόνος ο πηδαλιούχος, όρθιος, επί της πρύμνης, ελαφρά στηριζόμενος επί
+του τροχού του πηδαλίου, ον περιστρέφει, διευθύνει το πλοίον βλέπων ατενώς
+προς έν κατέμπροσθέν μας γαλανόν σημείον, μίαν μουνδζούραν του
+ορίζοντος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ανοιχτά, κατά την Κυρά-Παναγιά.</p>
+
+<p>Είχε διατάξει ο πλοίαρχος, επιβοηθήσας αυτόν συνάμα εις την στροφήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον ξέρεις, βρε, τον μπούσουλα;</p>
+
+<p>Ερώτησε χαριεντιζόμενος, ο αγαθός πλοίαρχος με ξηρομασημένας λέξεις,
+βαστάζων μεταξύ των οδόντων τεμάχιον μολυβδοκονδύλου.</p>
+
+<p>Ο πηδαλιούχος σαν να επειράχθη, αδιάφορος, χωρίς ν' απαντήση εκύτταζε
+προς το πέλαγος, κάτω, όπου η Σκιάθος ολονέν εξηφανίζετο υπό έναν γαλανόν
+πέπλον με κλαδιά ενώ κ' εκεί, χρυσά, λευκά, πράσινα, γαλάζια κλαδιά, κόκκινα
+κλαδιά.</p>
+
+<p>&nbsp;— 'Σαν τον ξέρεις τον μπούσουλα, βρε Γιαννάκη, πες μου τώρα πού
+έχουμε πλώρη;</p>
+
+<p>Προσέθηκε μετ' ολίγον ο πλοίαρχος, σβύσας διά της μολυβδίδος αριθμούς
+τινας και σημειώσας άλλους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, γραίγο κάρτα τραμουντάνα!</p>
+
+<p>Απήντησε μετά ετοιμότητος αυταρέσκου ο νεανίσκος, υιός του πλοιάρχου
+πολυαγάπητος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπράβο, Γιαννάκη, μπράβο, Γιαννάκη! Εσύ μωρέ γυιε μου, τα
+ξεσκόλησες! Κοντεύεις να περάσης τον πατέρα σου.</p>
+
+<p>Είπεν ο πλοίαρχος κ' επαραμέρισε την ένθεν κ' ένθεν του στόματός του
+επικολλημένην δασείαν και ψιλήν, ως διά να γελάση ελεύθερα.</p>
+
+<p>Ο Γιαννάκης ήτο νεανίας, μόλις δεκαοκταετής. Αγένειος, μελανόφθαλμος,
+μελαψός, με κόμην άφθονον κατάμαυρην, εξέχουσαν γύρω, γύρω από τον κούκκον
+ως επικάλυμμα κυψέλης Και συνεχώς μετά τινος μελαγχολίας έστρεφεν οπίσω
+προς τη γαλανήν Σκίαθον, κυάνεον όγκον πλέον, κι εβύθιζε το βλέμμα του κάτω
+εκεί, παραμελών την πηδαλιουχίαν, και φέρων την σκούναν συνεχώς διά γραμμής
+τεθλασμένης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα θα μας κυττάζουν ακόμα. Μου είπε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μας βλέπουν;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακόμα δεν εχώνεψεν η σκούνα. Κάτω 'ς την άμμο, 'ς το Ξάνεμο, η
+μάννα μου θα μας αγναντεύη.</p>
+
+<p>Και μετά μικρόν τεθλιμμένος:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πηγαίνει 'ς τον Πύργο, ανάφτει τα καντήλια τ' Άη-Γιαννιού και ύστερα
+τραβάει 'ς το Ξάνεμο και κάθεται, ως να χωνέψουμε. «Παναγίτσα μπροστά τους!
+Παναγίτσα μπροστά τους!» όλο έτσι λέει και κάμνει τον σταυρόν της η καϋμένη η
+μάννα μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όλο ανοιχτά! όλο ανοιχτά!</p>
+
+<p>Διέκοψεν ήδη ο πλοίαρχος, αντιληφθείς αίφνης ότι τ' απόνερα της σκούνας
+εσχημάτιζον πάλιν τεθλασμένην μακράν γραμμήν.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον έπαυσε και ο νεανίας να κυττάζη την νήσον, ήτις, αγνώριστος
+πλέον, είχε διαιρεθή υπό της αποστάσεως εις τρεις μικράς νησίδας ξένου
+αρχιπελάγους. Εκβαλών βαθύν στεναγμόν, τον τελευταίον προς την πατρίδα του
+αποχαιρετισμόν, αφιερώθη εις την πηδαλιουχίαν, το έργον του, ενώ χονδρόν
+δάκρυ εκυλίετο εις τας ζωηράς παρειάς του.</p>
+
+<p>Στηρίζων το στήθος μου επί του υψηλού δρυφάκτου της πρύμνης, ως επί των
+χειλέων εξοχικού ανδήρου, με κρυφήν χαράν εισπνέω την δρόσον, την αμύθητον
+του πελάγους δρόσον, την αχώνευτον, την αλησμόνητον ζωήν.</p>
+
+<p>Δύο-τρία κοπαδάκια, σκιρτώντα μικρά ψαράκια, μικρούτσικες αθερίνες της
+Σκιάθου, μας παρηκολούθησαν από του λιμένος. Και σπεύδουν τα καϋμένα, και
+σείουν της ουρίτσες των ως να τρέμουν μη μας χάσουν. Αραιόνουν, πυκνούνται,
+αλαργεύουν, σιμόνουν, παρατάσσονται, ανακατόνονται. Χάνονται υπό το
+καταπράσινον κύμα, και πάλιν ιδού αναφαίνονται παρά το πλευρόν της σκούνας, η
+οποία ως διά μαγνήτου τα προσελκύει κοντά της, τα σύρει μαζύ της. Τώρα είνε
+πίσω. Τώρα ήλθαν 'ς την μέση. Ένα κοπαδάκι, δύο κοπαδάκια, τρία κοπαδάκια.
+Μικρά-μικρά. Με κοιλίαν άσπρην, με ματάκια μαύρα, ως γυαλιστερές χανδρίτσες.
+Ψίχουλα που τα τίναξαν, θαρρείς, οι ναύται από το δείπνον των κι' εζωντάνεψαν
+μέσα 'ς το κύμα. Και να, τσιμπούν την κοιλιάν της σκούνας, αναίσθητον,
+μπακιρωμένην. Τώρα έκαμαν κύκλον. Τώρα χορεύουν τον συρτόν. Τώρα
+κολυμβούν ένα-ένα. Τώρα παραβγαίνουν 'ς τ' αλάργα. Πλέουν και παίζουν.
+Παίζουν και πλέουν. Εξάγουν τα κεφαλάκια των να μας ιδούν και σχηματίζουν
+φυσαλίδας ως να επιπλέη εκεί τρυπημένον κόσκινον. Στρέφουν εξαίφνης προς το
+πέλαγος ως να κυνηγούν ψιχίον καταπεσόν, κ' αίφνης μετανοούν τάχα και το
+αφίνουν· και πάλιν ξαναμετανοούν και παρακολουθούν πάλιν όλα μαζύ, ένας
+σωρός, την σκούναν, της οποίας τα λευκά ιστία κεντώσιν ήδη με χρυσάφι πολίτικο
+αι χρυσαί της δύσεως ακτίνες.</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Γ'.</h5>
+
+<p>Νυκτώνει. Όπισθέν μας, προς νότον, διαγράφονται αι σκιαί των βορείων
+Σποράδων, ογκώδεις, μαύραι, ως σύννεφα καταιγίδος. Εμπρός προς βορράν, μόλις
+σχηματίζονται, δεξιά, ως νέφη μελαψά, τα Ρημονήσια, και πέραν εκεί επάνω
+μακράν ως νεφέλωμα σκοτεινόν η πολυσχιδής Χαλκιδική.</p>
+
+<p>Οι ναύται κατακλίνονται επάνω εις το κατάστρωμα. Ο μεν εντός της μεγάλης
+σκαμπαβίας, στερεωμένης εν μέσω του καταστρώματος, ο δε δίπλα της, απ' έξω
+υπό την μάσκαν της, ως υπό στέγην, ο δε υπό το υπόστεγον της πρώρας και άλλος
+υπό την δρόσον του πλατέος τρίγκου του πλέον χαμηλού ιστίου, ως υπό τους
+κλώνους πυκνοφύλλου πλατάνου. Και μόνον η βάρδια αγρυπνεί, ο φρουρός,
+βλέπων πάντοτε εμπρός, εις απόστασιν, και ο τιμονιέρης βλέπων προς τον ουρανόν
+και προς τ' άρμενα της αγρυπνούσης σκούνας, ήτις προχωρεί αδιακόπως γλυκά
+συνομιλούσα με το κύμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βλέπεις εκείνο τ' άστρο, το γεμάτο; Εκεί να πηγαίνη το μπαστούνι
+σου. Και να παίζη ο κόντρας, το πλέον υψηλόν ιστίον. Ακούς, Γιαννάκη μου; Α!
+παιδί μου! Και να δης μια πατατούκα που θα σου πάρω στην Πόλι!</p>
+
+<p>Είπεν ο πλοίαρχος και εξηπλώθη επάνω εις το σπιράγιο της πρύμνης, τυλιχθείς
+ως κούτσουρον εντός βαρείας χλαίνης.</p>
+
+<p>Ο μπάτης, δυναμώσας την νύκτα, κολποί τα ιστία τα οποία θαμβά υψούνται
+κατά σειράν επί των δύο ιστών, ως σημαίαι πανηγυρικών αψίδων, λησμονηθείσαι
+την νύκτα.</p>
+
+<p>Η σκούνα σείεται όλη ελαφρώς, επιπλέουσα ως πτερόν.</p>
+
+<p>Ο ουρανός πλήρης αστέρων, απλούται ως απέραντος οροφή άνω του
+πελάγους, το οποίον μαυρίζει προς τα κάτω και χάνεται εις τα σκότη, αφ' ων
+αόριστος, μυστηριώδης αναδίδεται ψίθυρος ως αύρας πνεούσης μακράν εν τω
+δάσει. Ψίθυρος ευάρεστος, μορμυρισμός ρυακίου, ρέοντος υπό την χλόην, μαλακά,
+υποκώφως. Η λεία του πόντου επιφάνεια, ρυτιδουμένη, σχηματίζει μικρά
+κυματάκια, τα οποία παίζουν εν τη σκοτεινή εκτάσει κυνηγούμενα, και κυνηγούνται
+παίζοντα, και τρέχουν, και θορυβούν, και γελούν, θαρρείς, προσκρούοντα επί της
+πρώρας, ελαφρά, ως δεματάκια εκ βάμβακος. Φλοισβίζουν, φλυαρούν, αφρίζουν κ'
+ενίοτε αντικρύζοντα τον ελάτινον της πρώρας ημίθεον απαθή και ακίνητον ως εκ
+μετάλλου εξίστανται και αυτά.</p>
+
+<p>Αλμυρά, νόστιμος ευωδία πληροί την όσφρησίν μου. Φέρομαι επί των κυμάτων
+ως ένα κάρφος, ένα πτερόν. Παμποίκιλοι διαλογισμοί ως τα κύματα παίζουσιν εν τη
+ψυχή μου, δροσερά ως ο πόντος. Ενθυμήσεις αόριστοι, συγκεχυμέναι, ως η περί
+εμέ υγρά φύσις κατέχουν την διάνοιάν μου. Κόσμος σχοινίων πολυώνυμος, ξάρτια
+και παταράτσα και κάργα, κόσμος ιστίων, τρίγκοι και παπαφίγκοι και φλόκια και
+φλέσια, κόσμος εξαρτισμών και πλεγμάτων και τροχιακών και τρυμαλιών, καρχήσια
+πολύστομα και πλατύστομα, απλούνται επάνωθέν μου όλα συμπεφυρμένα εις
+τετράγωνα, εις κύκλους και ρόμβους και τρίγωνα, εις αναβαθμούς και αναρτήσεις
+κ' αιώρας, πέραν των οποίων σελαγίζουσιν αναρίθμητα άστρα, φωτόμορφοι
+αστερισμοί, αγύριστος κόσμος άλλου, μετεώρου πελάγους, με τα γαλακτώδη του
+Γαλαξίου νεφελώματα, ως πολυκαμπή οδόν των ψυχών και των πνευμάτων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να παίζη ο κόντρας, βρε Γιάννη!</p>
+
+<p>Ακούεται αίφνης, διακόπτουσα τους ψιθυρισμούς της ψυχής, η τραχεία φωνή
+του πλοιάρχου ως ονειρευθέντος εκεί υπό την αναισθητούσαν χλαίναν του.</p>
+
+<p>Και ο Γιαννάκης μετά προσοχής θεωρεί τον μόλις εν τω ύψει και τη νυκτί
+διαγραφόμενον, ως φαιόν νέφος, κόντραν, προς τας κινήσεις του οποίου
+κανονίζεται η ευθυπλοΐα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πήγες σ' την Πόλι; Κολακεύει πάλιν τον έφηβον υιόν του ο πλοίαρχος,
+ενισχύων αυτόν εν τη αγρυπνία του. Να πας σ' την Πόλι και να ιδής! Να ιδής
+αγάδες και να ιδής χανούμισσαις! Να ιδής αγάδες 'ς τα άλογα και χανούμισσαις 'ς
+τους μπιαντέδες σαν ζωγραφιαίς.</p>
+
+<p>Γλυκά-γλυκά κατέρχεται επί των βλεφάρων μου ο ύπνος ως ψεκάζουσα δρόσος
+από των Εστιών, άτινα συγχέονται προς την σκοτίαν πλέον, όγκοι σκοτεινόφαιοι
+ατμών και καταχνιάς.</p>
+
+<p>Διά τελευταίαν φοράν διακρίνω το κατακόκκινον φως του σιγάρου του
+πρωραίου φρουρού, αγρυπνούντος βαρδιάνου, ακινήτου ως ξυλίνου, όστις
+τυλιγμένος εις το αμπαδένιο καποτάκι του, ως εντός μιας δίπλας της νυκτός,
+τραγουδεί το τραγουδάκι του, το γλυκύ του νυσταγμού του αντιφάρμακον, όπερ ως
+νανούρισμα δι' εμέ κομίζει η νυκτία δρόσος προς την αυτοσχέδιον κλίνην μου, υπό
+την βαρείαν της μπούμας επιστέγασιν:</p>
+
+<p class="poem"><i>Από ξένον τόπο<br />
+κι' απ' αλαργινόν — <br />
+γιάλα-γιάλα <br />
+Ήλθε το Μορφάκι, <br />
+ήλθε το καϋμένο <br />
+δώδεκα χρονών. . . <br />
+γιάλα-γιάλα.</i></p>
+
+<p>Τι όνειρον! Γλυκύ, δροσερόν όνειρον. Η πλατεία μπούμα, αγρυπνούσα με
+παρεφύλαττεν ως δροσερός άγγελος καθ' όλην την νύκτα. Αλλ' εκοιμήθην επί
+στρώματος εξ ανθέων; Εκοιμήθην επί του αφρού; Εκοιμήθην επί νεφέλης κούφης;
+Ελαφρά; Μαλακά; Εναέριος; Επί πτίλων περιστερών; Επί πετάλων ρόδων; Επί ερίων
+χρυσών; Κλίνη μυστηριώδης. Βυθίζουσα εις το αχανές. Ανάγουσα εις κόσμους
+μεταρσίους. Λιικνίζουσά με ως δι' αβροδιαίτων χειρών νυμφών και νηρηίδων,
+υπερκοσμίων πνευμάτων. Βαυκαλίζουσά με ηδέως. Εάν αι ψυχαί κοιμώνται εν τω
+παραδείσω, ο ύπνος των δεν θα είναι αλλοίος.</p>
+
+<p>Και ότε αφυπνίσθην, την αυγήν, εξηκολούθει ακόμη ο θείος όνειρος.</p>
+
+<p>Θέαμα ευρύ. Θέαμα ποικίλον, θέαμα απεριόριστον, απερίγραπτον, ασύλληπτον
+θέαμα. Σκηνογραφία έξοχος εξόχου γραφέως, την οποίαν διά μαγικού ελατηρίου
+ανύψωσεν επί του αιθρίου ορίζοντος η πολυέραστος πρωινή νύμφη φωτίσασα
+αίφνης διά μαλακού, καθηδύνοντος φωτός, το Αιγαίον.</p>
+
+<p>Ο σεμνότατος Άθως, τριγωνικός ως πυραμίς Αιγυπτιακή, εις το βάθος,
+επιβάλλων διά του μεγαλείου του και αναγκάζων σε, γονυκλινή, εις επιτακτικήν
+προσκύνησιν. Δεξιά τα Ρημονήσια, γιγάντια κήτη, νομίζεις, αναδύσαντα εκ του
+βυθού, μαυρογάλανα, οζώδη, φαλακρά. Πλέουσι, θαρρείς, εν μακρά γραμμή, κατά
+σειράν, εν εξαισία παρατάξει, συντροφία γιγάντων, να προσκυνήσουν τον ιερόν
+Άθωνα, αποκαλύψαντα την πολιάν κορυφήν του ως προς υποδοχήν, ενώ από τους
+μαύρους βοστρύχους του κρέμανται μοναί και ασκητήρια, καλιαί αββάδων.</p>
+
+<p>Ιδού η Αλόνησος με το σφαιρικόν όρος της και τον απόκρυφον λιμένα της,
+καταφύγιον των ναυαγών και των πειρατών.</p>
+
+<p>Ιδού παρέκει η Κυρά-Παναγιά με το καταγάλανον των δασών της χρώμα, ως με
+κυανούν πρωϊνόν μανδύαν περιβεβλημένη, υφ' ον βόσκουσι τα ποίμνια της
+Λαύρας, τα γαλακτερά. Ιδού τα αγριόμορφα, τα χοιρώδη Γιούρα, σιωπηλά και
+ακατοίκητα. Ο αλιεύς, ον η γαλήνη, καταδελεάσασα παρέσυρε μέχρι των
+αποτόμων ακτών του, έντρομος βλέπει την νύκτα να κατρακυλώσιν εν βρόντω
+σατανικώ βράχοι αμαξιαίοι, υπό αοράτων δαιμονίων ωθούμενοι, άτινα — λεγεών
+όλη — εξώσθησαν εκεί εκ του Άθωνος διά των προσευχών του οικιστού αυτού
+Πέτρου του Αθωνίτου. Όπισθεν αυτού, συνεσταλμένον, γαλανόχρουν, το έρημον
+Πιπέρι, με τ' άφθονα καυσόξυλά του και το ασκητικόν μετόχι του, οίκημα, θαρρείς,
+των μιαρών αμφιβίων.</p>
+
+<p>Κ' εμπρός-εμπρός ιδού η Ψαθούρα, μακρά, ομαλή, ηπλωμένη επί των κυμάτων,
+ως Αλεξανδρινή ψίαθος, με τον πύργον του φανού της εν μέσω, ως ιστόν πλοίου
+μακρόθεν φαινόμενον, πλοίου αγκυροβολήσαντος δι' άγνωστον αιτίαν εν μέσω
+εκεί του πελάγους. Την νύκτα όταν φέγγη γλυκά εκεί, μέσα εις την σιωπηλήν
+ερημίαν του πελάγους, θαρρείς και είναι κανδήλα ιερά ενώπιον αναμμένη του
+Γέρω-Άθωνος.</p>
+
+<p>Ω απερίγραπτον όνειρον πρωινόν.</p>
+
+<p>Αίφνης από μέσα από το πέλαγος προς ανατολάς κάτω, ανάπτει φως ερυθρόν·
+πυροφάνιον τερατώδες, τρίτωνός τινος τον οποίον τον επήρεν η ημέρα εις το
+ψάρευμα. Κατ' αρχάς φαίνεται ως κεφαλή σαρικοφόρου Τούρκου, αναδύοντος
+μεγαλοπρεπώς από των κυμάτων, είτα ως ωραιότατος τεράστιος μύκης, θαλασσίου
+λειμώνος, είτα ως χύτρα χαλκή κατακόκκινος επί της πυράς, χύτρα παμμεγέθης
+Γκέκιδων γεωργών. Προς στιγμήν μετεμορφώθη εις πάγκαλον ανθοδοχείον, μέγα,
+φοινικικόν, και τέλος από μέσα από την ακατανόητον αυτήν σύγχυσιν του φωτός,
+σύγχυσιν εις πράγματα και σύγχυσιν εις σχήματα, αναθρώσκει ο ήλιος, ως νυμφίος
+από του παστού, ακτινοβολών, φωτίζων, ζωογονών, και λύνων το παν, όπερ
+ελούσθη πλέον, θαρρείς, περιεβλήθη το αιώνιον φωτεινόν ιμάτιόν του, ζη.</p>
+
+<p>Άγριον, φοβερόν είνε το πέλαγος άνευ του ηλίου. Αι φωτοβόλοι του
+προσφιλούς άστρου ακτίνες παραμυθούσι, συντροφεύουν, λαλούν, αποδιώκουν
+την κρυεράν ερημίαν. Την νύκτα, με το πυκνό σκότος, άπασα η περικαλλής αύτη
+σκηνογραφία θα ήτο απαισία. Τα Ρημονήσια, δαίμονες σπεύδοντες να συμπλακώσι
+προς τον αρχηγόν του σκότους, τον φοβερόν Άθωνα. Τα κύματα, άγριοι οδόντες
+Αιθίοπος, απειλούντος φθοράν.</p>
+
+<p>Και νυν οποία μεταμόρφωσις ηπιότητος, ειρήνης και μειδιάματος. Λάμπουν τα
+Ρημονήσια, χορός Ναϊάδων. Αι ράχεις των ακτινοβολούν από χαράν, με ρόδινον ή
+κυανούν πέπλον ημφιεσμέναι. Γελούν αι γυμναί κορυφαί των, γελούν και η
+γυαλιστεραίς ακρογιαλιαίς των, μ' ευωδιάζοντα — δεν το πιστεύετε; — λαλαρίδια,
+ποικιλοσχήμους και ποικιλοχρώμους χάλικας, όπου θα επεθύμει να κυλίεται κανείς
+ολόγυμνος, κολυμβών εις την χρυσήν την άμμον και εις τον καταπράσινον αιγιαλόν
+των.</p>
+
+<p>Η ως ψίαθος ηπλωμένη Ψαθούρα, νομίζεις και ανακινείται, ανασηκόνεται ως
+νύμφη θαλασσόλουστος, ανατείνουσα τον πύργον του φανού της, ως διά να
+χαιρετίση ζητωκραυγάζουσα εις τιμήν του Άθωνος, όστις με ολόασπρον την
+κεφαλήν, φέρων τον βαθύ-κυανούν μανδύαν του, πατρικώς προσμειδιά,
+συγκρατών περί εαυτόν, ως εγγονάκια του, τα ώμορφα Ρημονήσια, τα οποία πρωί-
+πρωί θέλει να τα χορεύση επί των πρεσβυτικών γονάτων του, άδων, ο πολιός
+πάππος, το παλαιόν τραγούδι του, γλυκύ και δροσερόν ως ψίθυρον
+καστανέας:</p>
+
+<p class="poem"><i>βρε σεις,βρε,<br />
+βρε σεις, βρε,<br />
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χάρισμά σας<br />
+τον τζιβρέ....</i></p>
+
+<p>Τα κύματα δεν φοβίζουν πλέον. Ακτινοβολούν φως και ζωήν. Αρνάκια
+κάτασπρα, καμπουρωτά, σκιρτώσιν εν τη υγρά του Αιγαίου πεδιάδι και ακούεις τον
+γλυκύν βληχασμόν των. Χοροπηδούν. Κάθηνται. Γελούν. Φωνάζουν. Παίζουν.
+Συμπλέκονται. Φιλιούνται. Απορροφώνται. Χάνονται, κ' αίφνης αναγεννώνται.</p>
+
+<p>Το ζείδωρον ηλιακόν φως συνησθάνθησαν και τα εν τω πυθμένι τέρατα κ' ιδού
+εξάγουσι τας βοώδεις κεφαλάς των, τα φοβερά κήτη, οι ογκώδεις, ως φουσκωμένοι
+ασκοί, φυσητήρες, ζωντανοί πίδακες, ανατινάσσοντες εις ύψος την θάλασσαν,
+πρωί-πρωί, ως να λούωνται μετά συριστικού κρότου του λάρυγγος και των χειλέων
+των με γαργαρώδεις ανακογχυλιασμούς, γέροντος Τρίτωνος. Νομίζεις ότι
+θελγόμενα υπό της λειότητος του πελάγους θέλουν να πηλαλήσουν, ίπποι
+θαλάσσιοι, κ' ένεκα του όγκου των βυθίζονται ασθμαίνοντα, άσθμα ύστατον,
+αποπνηκτικόν άσθμα, της τελευταίας αγωνίας τον γοερόν μυκηθμόν, ενώ μετά
+πόνου εξέχει η βόειος κεφαλή των, με δύο μεγάλα αγελάδος όμματα, μιαρώς
+υαλίζοντα, εν τη θαλασσινή ερημία. Και από το κακόν των, που θα σκάσουν
+θαρρείς, φυσούν και αναρρίπτουν προς τ' άνω βροχήν ραγδαίαν το κύμα, μετά
+κρότου εκπωματιζομένων τεραστίων φιαλών. Και συναθροίζονται πέριξ των αι
+μικραί ταχύπτεροι αλκυόνες, και άλλα μαύρα μακροτράχηλα θαλασσοπούλια, αι
+μελαψαί Καλικαντζούναι, και τα τσιμπούν τ' αναίσθητα «γκαβοντόλια» και τα
+περιπαίζουν τα αχρεία κήτη, ταπρόσιτα του Αιγαίου θηρία.</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχός μας ευχαριστημένος διά τον ωραίον καιρόν, εύρεν εργασίαν δι'
+έκαστον ναύτην.</p>
+
+<p>Άλλος λοιπόν ξαίνει στυπείον, άλλος εμβαλώνει διερρηγμένην γάμπιαν, άλλος
+χρωματίζει ξεβαμμένον κάπου το παραπέτο, άλλος αυτοσχέδιος τέκτων ομαλίζει
+ξύλον προς κώπην κατάλληλον διά την φελούκαν, και ο μάγειρος, χωμένος εις το
+ξύλινον μαγειρείον του, ετοιμάζει το γεύμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η χειροτέρα δουλειά είνε η τεμπελιά! έλεγεν ο πλοίαρχος προς τον
+Γιαννάκην, επιθεωρών την καθετήν, έτοιμος προς αλιείαν.</p>
+
+<p>Και βλέπων τον έφηβον αποκαμόντα εν τη μονοτόνω πηδαλιουχία του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Α! Γιαννάκη, και να πάμε εις την Πόλι ταχειά! Πήγες εις την Πόλι, βρε
+Γιαννάκη; Να πας εις την Πόλι και να ιδής! Να ιδής μιναρέδες και να ιδής
+κυπαρίσσια! — Ήτο πρωτοτάξειδος ο Γιαννάκης. Διελθών το μικρόν σχολείον του
+χωρίου του εμβαρκάρισεν ο νεανίας με του πατρός του την σκούναν, μικρός-μικρός
+ονειρευθείς την θάλασσαν ώς τινα θελκτικήν και ανέφελον ζωήν, θαρρών ότι ο εν
+πελάγει πλους ωμοίαζε προς το καραβάκι του το μικροσκοπικόν που το εκαράβιζεν
+εις την προ του οίκου των ήρεμον παραλίαν.</p>
+
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Δ.'</h5>
+
+<p>Καθ' όλην την ημέραν ησθανόμην αμύθητον αγαλλίασιν, κυττάζων την εξαισίαν
+αυτήν του Αιγαίου σκηνογραφίαν.</p>
+
+<p>Ο άνεμος έπνεεν από των Ερημονήσων και η σκούνα προήγε πάντοτε προς τα
+εμπρός, χρονιάρα νύμφη θαρρείς, και έβγαινεν εις τον κάβο του χορού με μανδήλι
+μεταξωτό, ασπρογάλαζο μανδήλι, τας γαλανάς νησίδας, τας οποίας, ιδού γελώσας,
+προσπαθεί να παρασύρη εις τον δρόμον της τον ταχύν, γαλανήν συντροφίαν.</p>
+
+<p>Προχωρούσης της ημέρας όμως ο άνεμος εκόπασε. Και τέλος έσβυσεν
+ολοτελώς. Γαλήνη πλέον. Έπηξεν η θάλασσα το δειλινόν. Έπηξεν εκεί και η σκούνα
+εν μέσω του πελάγους, ακίνητος, καθηλωμένη, με τα πανιά κρεμάμενα ως εσθήτας
+να στεγνώσουν εις το καύμα του Ιουλιανού ηλίου. Οι γλάροι εκλαβόντες αυτήν ως
+νησίδα καταπρασίνην την περιτριγυρίζουν παίζοντες, διαγράφοντες εν τη ταχεία
+πτήσει των ποικίλους ακανονίστους κύκλους, βυθίζοντες τα ράμφη των εις την
+θάλασσαν, ως διά να δροσισθώσι κ' εξαίφνης ανυψούμενοι προς τας κόφας και τα
+χρυσά κορζέτα της σκούνας, και πάλιν επαναβυθιζόμενοι και κολυμβώντες ολίγας
+οργυιάς ως εκ χάρτου βαρκάκια με ανοικτά τα πτερά, με κλειστά τα πτερά,
+χιονώδεις, βαμβακεροί, ζωηροί, όλοι ομού, στολίσκος παίζοντος παιδίου, ένας-
+ένας, γύρω-γύρω, εις την γραμμήν, μακράν, εγγύς, ως να εργάζωνται, ως να θέλωσι
+να κτίσωσι τας φωλεάς εκεί, επί της λαμποκοπούσης επιφανείας. Χορός δελφίνων
+παρέκει, ανακύψας αίφνης από του μαύρου βυθού, διαγράφει μελαψάς γραμμάς,
+αψιδωτάς γραμμάς, κατρακυλούντος ασκού γραμμάς. Του πελάγους δύται
+αμιλλώνται, θαρρείς, εις τας αναδύσεις και καταδύσεις· αροτήρες πελαγήσιοι
+οργώνουσι την μαλακήν επιφάνειαν. Θεωρών το κύμα από της κωπαστής διακρίνω
+τα ψαράκια πάλιν, τρία-τέσσαρα κοπαδάκια, ψαράκια μικρά, της πατρίδος μου
+ψαράκια, τα οποία μας παρηκολούθησαν από του λιμένος της Σκιάθου. Παιδάκια
+ορφανά, κυνηγούν την μητέρα των φεύγουσαν. Και πόσον αγάλλονται οπού την
+κατέφθασαν. Προσκολλώνται εις τα ύφαλα μη την χάσουν, αναπόσπαστα. Και την
+φιλούν και την τσιμπούν. Και παίζουν εις την ποδιάν της, θαρρείς, μαύρα ματάκια,
+από χανδρίτσαις ψεύτικα ματάκια.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Πυρίνη, κατακόκκινος ημικυκλική οπή, καίει τώρα προς δύσιν. Οπή καμίνου,
+ένδον της οποίας αναρριπίζονται δυσθεώρητοι φλόγες. Ούτω πυρίνους λάμψεις θα
+εξηκόντιζε και η φοβερά Βαβυλωνία κάμινος. Αφηρημένος προς το αιφνίδιον
+θέαμα, νομίζω πως διακρίνω ένδον της καιούσης καμίνου τους Τρεις Παίδας
+άδοντας και χορεύοντας: «Τον Κύριον υμνείτε πάντα τα έργα...» Στιγμάς τινας
+διαρκεί το φλογερόν θέαμα εν τη απλή κυανότητι ουρανού και θαλάσσης και είτα
+σβέννυται αυτοστιγμεί.</p>
+
+<p>Ο ήλιος έδυσε πλέον. Και φλόγες και κάμινοι εξαφανίζονται και απομένει περί
+ημάς το πέλαγος σιωπηλόν, σκοτειδιαζόμενον. Χειρ άγνωστος ήπλωσε περί ημάς
+καταγάλανον αερώδη πέπλον, όστις ελαφρά- ελαφρά μας επεκάλυψε μετ' ολίγον
+ως νυξ. Κ' εχάσαμεν πλέον τους χρυσούς λοφίσκους του Άη-Στράτη με τα
+κλιμακωτά αγρίδια του και της εύμορφαις ακρογιαλιαίς του.</p>
+
+<p>Το παν εβυθίσθη μετ' ολίγον εις σκοτίαν. Σκοτίαν που την αισθάνεσαι γύρω σου
+συνθλίβουσάν σε ως οι όχλοι τον Κύριον. Σκοτίαν ζωντανήν, υγράν σκοτίαν, του
+πελάγους σκοτίαν. Λεπτή αρωματώδης δρόσος επιπλέει πανταχού της θαλάσσης,
+ης ο γλυκύς ψίθυρος συγχέεται προς τον μαλακόν θρουν της πλεούσης
+σκούνας.</p>
+
+<p>Αλλά προχωρούσης της νυκτός ακούεται πέραν από του βάθους του αοράτου
+πόντου θορυβώδης αύρα, ως να σείωνται προς δυσμάς αθέατα δάση υπό στυγνού
+μαΐστρου, βοΐζοντος υποκώφως, λέγεις και κατέρχεται χείμαρρος αφανής από
+υψωμάτων. Προαγγέλλεται νυκτερινόν μελτέμι. Βίαιος άνεμος που παίρνει τα
+μεσάνυχτα. Υπό τας αστρολαμπάς διακρίνομεν τας ρυτιδώσεις του πελάγους ως
+πτυχάς ηπλωμένης οθόνης. Ο πλοίαρχος στηρίζει τας χείρας επί της οσφύος ως
+Αινήτικη λάγηνος, βλέπων σύννους προς τα ιστία, διατάσσει τους ναύτας, μόλις
+αποδειπνήσαντας να στερεώσωσιν αυτά τεζάροντες μανδάρια και μπράτσα, όπως
+ευρεθώμεν έτοιμοι εις υποδοχήν του επερχομένου ανέμου, αποστείλαντος ήδη τας
+προφυλακάς του, μερικά φουσκωμένα κύματα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νέτα κάργο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Άλλα μπρούλια!</p>
+
+<p>Και ιδού αιφνίδιαι ριπαί καταφθάσασαι προσπίπτουσιν επί των ιστίων, άτινα
+τινάσσονται κυματοειδώς εν ηχηροίς πλαταγισμοίς, ως να προσέκρουσαν επ'
+αυτών αγέλαι πτηνών νυκτοβίων και κτυπώσι τας πτέρυγάς των. Τέλος κολπούνται
+εν κραδασμοίς και παλμικαίς κινήσεσι του σκάφους, όπερ μετά στεναγμόν ισχυρόν
+ανεκινήθη αίφνης — εξηπλωμένον όλην την ημέραν 'ς την λιακάδα — και ως
+προσωθηθέν ερρίφθη ακούσιον εις την ανοιγείσαν οδόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα φανάρια σου!</p>
+
+<p>Προστάσσει τον παίδα ο πλοίαρχος, επιβλέπων τους επί των πλευρών μεγάλους
+του πλου φανούς, εξέχοντας ένθεν και ένθεν ως δύο μεγάλα όμματα αλλοιθόρου
+τέρατος, πράσινον και ερυθρόν.</p>
+
+<p>Και ιδού θρήνοι αντηχούσιν από του ύψους και των κορζετών, θρήνοι άρπας
+και λύρας. Οδυρμοί και γόοι αυλού φρυγικού, το φρύγιον αυλούντος. Μέλος
+νεκρώσιμον αοράτων πνευμάτων, εν νυκτίαις φοβεραίς ώραις επικαθησάντων,
+θαρρείς, επί των ακροτάτων της νεώς και θρηνούντων εν ιαχή του ερήμου
+πελάγους.</p>
+
+<p>Αθέατα τελώνια, κρεμάμενα από των πολυσχιδών σχοινίων των αρμένων,
+αρχίζουν να παίζουν τραγούδια τρελλά, τραγούδια μέθης, αποκρηάς τραγούδια,
+τραγούδια χορού, ζωής τραγούδια, θανάτου τραγούδια. Ανακατωμένα, σκοτεινά
+τραγούδια. Μοιρολογούν γυναίκες επί νεκρώ, κ' εξαίφνης αι ίδιαι καγχάζουν ως αι
+Βάκχαι. Τώρα αλαλάζουν τούρκοι εν εφόδω, τώρα ψαλμωδούν ψάλται κηδεύοντες.
+Από τα σκολιά εξάρτια, από τα υψηλά παταράτσα, από τα χιαστώς συμπλεκόμενα
+μαντάρια, πανταχόθεν αντηχούσιν οι θρήνοι και οι γέλωτες, ταχύπτεροι του
+μελτεμίου απόστολοι, το οποίον κατόπιν των να το, αφρίζει, ωρύεται, μυκάται.
+Ενίοτε κόρη καταμόναχη τραγουδεί, θαρρείς, επάνω εις τον υψηλόν κόντραν, κόρη
+τον ταξειδεύοντα μνηστήρα ονειροπολούσα. Κατόπιν μήτηρ κλαίει τα παιδάκι της
+μέσα εις ταις γάμπιαις τυλιγμένη, αόρατος. Στιγμάς τινας εξέχει οξύτατος ο ήχος
+της γλυκυτάτης φλογέρας, επάνω εις το πανύψηλον φλέσι, ως νεαρού βοσκού
+κελάειδημα από του ύψους όρους. Μετά δέους επαίρω τους οφθαλμούς μου προς
+τα ισχία, όθεν ο άνεμος διά των ποικίλων οπών του εξαρτισμού εισχωρών βιαίως,
+συρίζει. Συρίζει πενθίμως, συρίζει οξέως, συρίζει γοερώς. Τώρα μεν ακούω τας
+στοναχάς του σφαζομένου Αγαμέμνονος· τώρα δε τον γόον του αυτοκτονούντος
+Αίαντος και αύθις τους ολολυγμούς της Ηλέκτρας· και νυν τον κλαυθμόν τον
+ακατάσχετον του Πέτρου, και πάλιν της Μαγδαληνής τους λυγμούς.
+Περιβαλλόμεθα πάντοθεν υπό της σκοτίας και κατευθυνόμεθα εις αδιόρατον
+σκότος. Η πυξίς μόνη μας οδηγεί, και των άστρων η τρέμουσα φεγγοβολή.</p>
+
+<p>Ο κόντρας κτυπά, διπλούμενος εν εαυτώ, υπ' αντιθέτων ριπών συγκρουόμενος,
+ως αετός πληγωμένος θανασίμως. Το φλέσι κρούεται ως τύμπανον παρατάξεως. Η
+τρικυμία μυκάται ήδη, φωνάζει, ακούεται, βρυχάται μακράν ως βοή λεόντων και
+τίγρεων αμιλλωμένων εν διαύλω και δολίχω. Πυρκαϊά αθέατος, και φθάνουσιν οι
+κροταλισμοί των φλογών της. Τα κύματα πλακόνουν, επλάκωσαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάϊνα φλέσι! Μάϊνα κόντρα!</p>
+
+<p>Είνε τα λεπτοφυέστερα, ούτως ειπείν, των ιστίων, κ' εν τη εισβολή του ανέμου
+πρώτα-πρώτα καταβιβάζονται, τα μονάκριβα παιδάκια της σκούνας να μη πέσουν
+από τόσον ύψος.</p>
+
+<p>Οι ναύται, παλαισταί έτοιμοι, ίστανται παρά τα μαντάρια με το τσιγάρο στο
+στόμα, ανασκουμπωμένοι.</p>
+
+<p>Η σκούνα τραντάζεται εγείρουσα υπερηφάνως την πρώραν της, λέων,
+ανατινάσσων βασιλικώς την χαίτην του, τίγρις, τρίζουσα τους οδόντας της, ως να
+λέγη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ είμαι!</p>
+
+<p>Βρυχάται το πέλαγος, σφυρίζει η σκούνα, τρίζουν τάρμενα. Οι ναύται
+ανασκουμπόνονται ολοένα.</p>
+
+<p>Η μάχη αρχίζει.</p>
+
+<p>Κύμα έν, όγκος μολύβδινος, ακτινοβολών υπό την αστροφεγγιάν· αποτρόπαιον
+ακτινοβολίαν, θραύεται κατά της χυτής μάσκας εν πλαταγισμώ, περιλούει τ'
+ακροστόλια κ' εισβάλλει εις την πρώραν εν αφρώ διασυρίζον ως σβεννυμένη
+ανθρακιά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα! ακούεται από της πρύμνης ο
+πλοίαρχος, ενθαρρύνων μετά μειδιάματος τους ναύτας, βαρυθύμους, διότι θα
+έχωσιν αγρυπνίαν απόψε.</p>
+
+<p>Το κατάστρωμα μέχρι της υψηλής πρύμνης είνε διάβροχον.</p>
+
+<p>Οι ναύται γυμνοκνήμιδες, ίστανται εις τας θέσεις των, βρεχόμενοι μέχρις
+αστραγάλων. Τα κύματα εισρέουσιν αδιακόπως ως ποταμός αφρίζων κ' εκρέουσιν
+από τ' ανοικτά πορτέλλα. Θαρρείς και το ήμισυ σκάφος πλέει υπό την
+θάλασσαν.</p>
+
+<p>Το πέλαγος εφούσκωσε πλέον, υψωθέν υπεράνω ημών επιφόβως, αλλ' η
+σκούνα, γυρμένη προς την δεξιάν πλευράν, — μούρα αριστερά — ως τυφλή
+εισχωρεί διαμελίζουσα εις δύο κραταιώς τους ατελευτήτους όγκους, τους οποίους
+το πέλαγος σωρεύει κατ' αυτής τον ένα μετά τον άλλον, θαλάσσιον τέρας η σκούνα,
+λυσσωδώς καταπατεί υπό την τρόπιν της τα ογκώδη κύματα, και του δίνει, μωρέ
+γέμου, λοξοδρομούσα προς ανατολάς, εν τριγμώ των ιστών και συριγμώ των
+καρχησίων, εν ώ όπισθέν μας αλαλαγμός και βοή και σύγχυσις και σκοτία και
+συμπλοκαί κυμάτων και ολοφυρμοί, εφ' ων πένθιμοι ακτίνες προσπίπτουσιν,
+ακτίνες πράσινοι και ερυθραί, το φως των φανών της γραμμής.</p>
+
+<p>Τα κύματα διωκόμενα μας φθάνουν· και βλέπομεν τας θραυομένας κορυφάς
+των ως στόματα αφρίζοντα εκ της οργής, φαγκρίζοντα, με στίλβοντας λευκούς
+οδόντας. Έρχονται από το σκότος και χάνονται εις το σκότος. Λόχοι με πυκνάς
+αργυράς λόγχας απαστράπτουσας εις την φωτοβολίαν των οίστρων, λόχοι
+λευκάσπιδες, πίπτοντες γενναίως επί του υγρού πεδίου, πλην πάραυτα
+αντικαθιστάμενοι υπό των ετοίμων εφεδρειών. Τέρατα άγνωστα με αργυρόξανθον
+φαεινόν τρίχωμα εις την κυρτήν των ράχιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα!</p>
+
+<p>Επαναλαμβάνει πάλιν, ενισχύων, ο πλοίαρχος· και στρεφόμενος προς τον
+έφηβον, ευρεθέντα πάλιν εις την πηδαλιουχίαν, νουθετεί ηρέμα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πρόσεχε, παιδί μου, πρόσεχε!</p>
+
+<p>Και ίσταται εκεί επάνω με τα ευρέως κολπούμενον υποκάμισόν του, αρχηγός,
+διευθύνων εκείθεν την συμπλοκήν.</p>
+
+<p>Η σκούνα, παλαίουσα, σκιρτά μετά ρώμης επί των κυμάτων, αντιπαρερχομένη,
+αναβαίνουσα, καταβαίνουσα, υψούσα τεραστίως την πρώραν της, στάζουσαν από
+του ιδρώτος, θαρρείς, με το μπαστούνι της προτεταμένον ως δόρυ μέγα, βριθύ,
+Αθηναίης δόρυ, ενώ η πρύμνη της, με τα υψηλά δρύφακτα, κατέρχεται προς τον
+ανοιγόμενον πόντον, βαρεία, να ταφή, νομίζεις, εκεί, εις λάκκον απρόσιτον,
+ανοιγέντα ένθεν κ' ένθεν. Και πάλιν αίφνης ιδού, ω τεραστία απόλαυσις! η πρύμνη
+ανέρχεται υψηλά, μετέωρος, να πετάξη, θαρρείς, προς τάστρα, ενώ ήδη η πρώρα
+βυθίζεται κάτω κατά του κύματος εμπήγουσα ως φάσγανον μέγα τον αρειμάνιον
+θαλασσομάχον της εις την καρδίαν του πόντου, να τον φονεύση εκεί, και
+ανοίγουσα δρόμον προχωρεί, πολεμιστής αγαθός, με τα μούτρα ορμώσα, τυφλή
+θεότυφλη, αψηφούσα τον θάνατον.</p>
+
+<p>Η μάχη είναι ατελείωτος. Αι αυταί κινήσεις επαναλαμβάνονται αδιακόπως,
+επάλληλοι, κανονικαί, ζαλίζουσαι. Ενώ ο ουρανός αστροβολών ανέρχεται και
+κατέρχεται και αυτός, κατά τας κινήσεις μας, ως δίσκος απέραντος, ως να σύρη
+αυτόν και απολύη, αόρατος χειρ δι' αοράτων ελατηρίων, από των ιστών της
+σκούνας αναρτηθέντων.</p>
+
+<p>Έρχονται στιγμαί που φοβείσαι μήπως όλον εκείνο το τεχνητόν πύργωμα
+αναρπαγή ως τι κούφον αερόστατον. Και όμως εκείνο, το οποίον μόλις, ως πτερόν
+θα διακρίνηται εν μέσω του πελάγους, παλαίει ακατάβλητον. Ίσταται μαχόμενον.
+Νικά και φεύγει. Φυλαττόμενον από τας απείρους ενέδρας διά της δεξιάς
+πηδαλιουχίας, θέτει την πρώραν του εις ωρισμένην διεύθυνσιν και προβαίνει εις το
+σκότος ως εν φωτί.</p>
+
+<p>Πάντες αγρυπνούσιν.</p>
+
+<p>Οι ναύται, γυμνόποδες, ίστανται ένθεν και ένθεν παρά τα μαντάρια, έτοιμοι εις
+πάσαν διαταγήν. Ο σκοπός ακίνητος εν τη πρώρα θεωρεί πάντοτε εμπρός,
+λησμονήσας και το τραγούδι του νυν, συμμαζευμένος μέσα εις την γούναν του,
+κατάβροχος, κρατούμενος καλώς μη αναρπαγή, κτυπώμενος συνεχώς υπό των
+κυμάτων ως να θέλουν να τον ρίψουν κάτω από την σκοπιάν του, τον φύλακα τον
+άγρυπνον, κ' εν εφόδω εισορμήσωσιν είτα.</p>
+
+<p>Καταβληθείς υπό της αγρίας συγκινήσεως κατήλθον κάτω εις το πρυμναίον. Το
+πάτωμα ως ξεκλειδωμένον ανέβαινε και κατέβαινε προς τας κινήσεις του πλοίου,
+χορεύον τον ίλιγγον — είδος θαλασσινού χορού — ότε ο άπειρος παραπαίει και
+σαλεύει ως ο μεθύων. Η βοή του ανέμου η βραχνή μόνη έφθανε κάτω διά της
+θυρίδος του ταμπουκιού ακλόνητος. Το πηδάλιον βιαίως συγκρατούμενον εν τη
+θέσει του, επάλαιε κατά της σιδηράς ορμής της θαλάσσης κ' εκρότει, κάπου
+συγκρουόμενον, ως του χαλκέως η σφύρα επί του άκμονος, να απελευθερωθή,
+θαρρείς, από των ορειχαλκίνων βελονίων του.</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχος, κατελθών προς στιγμήν, ήναψε σιγάρον, σκυθρωπός, αμίλητος.
+Και πάλιν ανήλθεν επί του καταστρώματος σκυθρωπός, αμίλητος. Ο μικρός
+Γιαννάκης, κατελθών και αυτός, άπειρος προς τον κίνδυνον, ήνοιξε μικρόν
+κιβωτίδιον, έλαβε και έρριψεν εις τον ευρύν κόλπον του οπώρας τινάς φυλαγμένας
+εκεί, και ανήλθε δάκνων οπώραν και οποψελλίζων ως πτηνόν:</p>
+
+<p class="poem"><i>από ξένον τόπο<br />
+κι' απ' αλαργινό . .<br />
+γιάλα-γιάλα . . .</i></p>
+
+<p>Από τινος ημιανοίκτου κοιτωνίσκου εξήρχετο στεναγμός, παράπονον
+πάσχοντος, αγωνία θνήσκοντος, φαντάσματος παραλήρημα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάννα μου! Μάννα μου!</p>
+
+<p>Άλλος ναυτόπαις αυτός, ο καμαρώτος, ασυνείθιστος προς την τρικυμίαν,
+πρωτοτάξειδος, προσεβλήθη εις την καρδίαν κ' εξέπνεε, θαρρείς.</p>
+
+<p>Παρήλθον ώραι. Προσήγγιζεν ο όρθρος κ' η τρικυμία ωρύετο ισχυροτέρα. Ο
+άνεμος ετράπη εις βόρειον καθαρόν ως εν χειμώνι, μετά ψύχους και ψεκάδων
+χιόνος.</p>
+
+<p>Η σκούνα επροχώρει πλέον με βόλταις.</p>
+
+<p>Κατεκλίθην επί μικρόν. Αλλά παρά το ους ειργάζετο κλέπτης ν' ανοίξη την
+κλειδαριάν. Το κύμα, προσπίπτον εις την πλευράν του πλοίου από του φοβερού
+λαίλαπος, απετέλει τον κρότον εκείνον του νυκτοκλέπτου. Η καρδία μου επόθει
+αγρυπνίαν, αλλ' ο κάματος αντιπαλαίων κ' υπερισχύων έκλειε τα βλέφαρά μου. Μ'
+εφαίνετο ότι ευρισκόμενος επί αιώρας, από του ισχυρού κλώνου μεγάλης
+πλατάνου κρεμαμένης, εκραδαινόμην ακουσίως υπό ισχυροτάτων βραχιόνων,
+οίτινες από το άγνωστον με απώθουν προς το άγνωστον. Οι ημίκλειστοι οφθαλμοί
+μου μόλις διέκρινον έν φως μετακινούμενον ένθεν και ένθεν, το φως της
+κρεμαμένης λυχνίας, ήτις μεταμορφώθη εις την αποκαμούσαν διάνοιάν μου εις
+εκκρεμές φωτεινόν, τας κανονικάς κινήσεις του οποίου παρηκολούθουν, ότε
+ακούω επάνω κραυγήν γοεράν.</p>
+
+
+<p>&nbsp;— Αλλέστα!</p>
+
+<p>Ανήλθον επί του καταστρώματος ως αποδιωχθείς υπ' αγνώστου φόβου. Ο
+ουρανός με τάστρα του τα λαμπρά, κυαναυγής, αίθριος, κατήρχετο προς τα κάτω,
+προς τους ιστούς της σκούνας, μ' εφαίνετο, και προσκόπτων προς τας χρυσάς
+αυτών κορζέτας ωθείτο μετά δυνάμεως προς τάνω, κ' υψούτο πάλιν με τάστρα του,
+κυαναυγής αίθριος, με τάστρα του τα οποία έπαιζον έπαιζον, ως ανοιγοκλείονται
+ματάκια, χρυσά ματάκια, αργυρά ματάκια. Η θάλασσα αδιακόπως εισερχομένη
+από της πρώρας και χυνομένη από τα πορτέλα, ορθάνοικτα, κατά κυματισμούς, εν
+αφρώ και βροχή ραγδαία, κατεπλημμύρισε το κατάστρωμα πλέον όπου οι ναύται
+ως πάπιαι, παρά τα χονδρά ξάρτια και τα κατραμωμένα παταράτσα, ανέμενον
+πάντοτε τας διαταγάς του πλοιάρχου, όστις ίστατο ακίνητος, τετράγωνος,
+ανεμιζόμενος, ασκεπής, με το τσιγάρο 'ς το στόμα, μισοφαγωμένο, επάνω εις την
+πρύμνην, κρατών τα ναυτικά δίοπτρα και βλέπων το ηγριωμένον πέλαγος,
+ατάραχος ως κορμός δρυός εν ώρα καταιγίδος. Σκότος βαθύτατον. Και μόνον φως
+έν προς το Σίγρι, κατακόκκινον, έφεγγε θλιβερώς κατενώπιον, ως πύρινος
+Κύκλωπος οφθαλμός, σβεννύμενον αίφνης και πάλιν αίφνης αναπτόμενον, ο
+φάρος του ακρωτηρίου της Μιτυλήνης.</p>
+
+<p>Η σκούνα με αριστεράν μούραν πάντοτε έκλινε προς την δεξιάν πλευράν,
+ολονέν πλαγιαζομένη υπό των κυμάτων, άτινα κάτωθεν ως μοχλοί προσεπάθουν να
+την ανατρέψουν, αλλ' έφευγε λοξώς πάντοτε προς τον φάρον της Μιτυλήνης
+πλέουσα, όστις ολονέν εμεγεθύνετο, φεγγοβολών εις απόστασιν τεραστίως.</p>
+
+<p>Ο πλοίαρχος υψούμενος επί της πτέρνης, καμπτόμενος ως κουλούρα,
+ανατείνων τον λαιμόν ως χην, κλίνων δεξιά, κλίνων αριστερά ως ει ησθάνετο
+πόνους περί την οσφύν, ακροώμενος με το ους προς τον φάρον ως ει εκάλει αυτόν
+πρωρεύς άγνωστος από του πελάγους, βαστάζων τα δίοπτρα, επάνω εις την
+υψηλήν πρύμνην, σχοινοβάτης επί θεατρικού ικριώματος, ηγωνίζετο
+υπερανθρώπως να υπολογίση την από της ξηράς απόστασιν, οδηγούμενος από του
+κρότου των επί της ακτής θραυομένων κυμάτων. Και όταν ενόμισεν ότι
+προσηγγίζομεν εις την ξηράν κ' ότι ήλθεν η στιγμή «να τα γυρίση», τότε
+εκραύγασεν «αλέστα» διατάσσων τους ναύτας να είνε έτοιμοι. Η διαταγή εκείνη
+γοερώς αντηχήσασα εν τη τρικυμία ως φωνή πνιγομένου, μ' ηνάγκασε ν' ανέλθω
+επί του καταστρώματος, ως είπον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μόλα μπουρίνα! τίρα-μόλα!</p>
+
+<p>Ηκούσθη πάλιν εν μέσω της εξάλλου βοής του πελάγους, διατάσσων ο
+πλοίαρχος, με γλώσσαν άγνωστον εις εμέ, γλώσσαν βομβούσαν ως το άγριον
+μελτέμι με όλην την υγρότητα αυτής, της θαλάσσης την γλώσσαν.</p>
+
+<p>Ο επί της πρώρας ακοίμητος φρουρός είχεν αντιληφθή εγκαίρως του
+σχασίματος των κυμάτων, άτινα εθραύοντο κατά της αποτόμου του φάρου άκρας
+εν παρατεταμένη νεροποντή και έδωσε σημείον, ο δε πλοίαρχος, ακροώμενος ως
+είπομεν, παρεδέχθη του φρουρού την αντίληψιν και διέταξε να χαλαρώσωσι τα
+χονδρόν σχοινίον, την μπουρίναν, την συγκρατούσαν τον παμμέγιστον τρίγκον,
+όπως «τα γυρίσωσι» τα ιστία προς την αντίθετον κλίσιν.</p>
+
+<p>Ο πηδαλιούχος επιδέξιος τιμονιέρης, ακίνητος ως άγαλμα έως τότε, συγκρατών
+το πηδάλιον εις την θέσιν του, πάραυτα εκινήθη προς την διαταγήν. Έλαβε ζωήν
+εμψυχωθείς κ' έστρεψε τον κύκλον του πηδαλίου ταχέως, γύρους πολλούς,
+πολλούς ώστε να έλθη «το τιμόνι ς' την μπάντα».</p>
+
+<p>Εν τω άμα ο δρόμος ανεκόπη. Διότι συγχρόνως και οι ναύται, εκτελούντες το
+πρόσταγμα του πλοιάρχου έσυρον μετά ταχύτητος τα σχοινία των ιστίων, άτινα όλα
+ομού συνεστράφησαν προς την άλλην πλευράν υπό την διεύθυνσιν του
+ναυκλήρου:</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιάσσα-Γιάσσα! Όλοι μαζί!</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιάσσα-Γιάσσα! Άλλα παιδιά!</p>
+
+<p>Ο άνεμος εναντίος ήδη, κολπών τα ιστία, με λύσσαν, έγυρε προς την αριστεράν
+άλλην πλευράν την σκούναν, ήτις κλονισθείσα αποτόμως εφάνη ότι εστάθη. Η
+πρώρα της δεχθείσα αίφνης εις τας μάσκας της τα φοβερά ραπίσματα των
+μαινομένων κυμάτων ανυψώθη ως θαυμασίου ίππου κεφαλή αποφεύγουσα τους
+λακτισμούς του αντιπάλου και η πρύμνη φυσικά συσταλείσα εκ του σεισμικού
+τρόμου, υπεχώρησε προς τα κάτω ως κατακάθεται ηττημένος εν σταδίω ίππος· και
+ήφριζεν αγρίως εν τη νυκτί το πέλαγος γύρω ως να ήτο ο νικητής. Αλλά τα ιστία
+ισχυρώς τεταμένα, πληρωθέντα πνεύματος, ενίσχυσαν την σκούναν εν τω αγώνι. Η
+υπερήφανος πρώρα με τον Ηρακλέα της όρθιον εμπρός, κύπτουσα, κυάνεος ίππος,
+με την ωραίαν χαίτην του, καταπατεί γενναίως τους όγκους των νέων κυμάτων,
+θραύει αυτούς κινητικώς, και υπεγειρομένης της πρύμνης επιβοηθητικώς, ανοίγει
+οδόν προς την Λήμνον — μούρα δεξιά — επικροτούντων εν οξυτάτω συριγμώ των
+καρχησίων. Τα πανιά μπουκάρισαν πλέον. Η σκούνα τα πήρε. Ο φάρος της
+Μιτυλήνης εχάθη.</p>
+
+<p>Αναχθέντες συναντώμεν εν απολαύσει δεινού μεγαλείου δύο μπάρκα, με της
+γάμπιαις μόνον, ένθεν και ένθεν ημών, εκτελούντα την λοξοδρομίαν των προς την
+Μιτυλήνην, άτινα ως κήτη θαλάσσια με τας κοιλίας των θαρρείς εκυλίοντο πλησίον
+ημών, ασθμαίνοντα, στένοντα, υπό αφρών και άχνης καλυπτόμενα· ως δαιμόνια
+μαύρα οι ναύται ίσταντο παρά την κωπαστήν, κρατούντες τα σχοινία εις χείρας, οι
+δε πρωραίοι φρουροί των, κουλουριασμένοι κέρβεροι εις την πρώραν, ως ξύλινοι
+εκάθηντο εκεί μαύροι, κυματόβρεκτοι. Οι πλοίαρχοι και των δύο παρά τα πηδάλια,
+με τα δίοπτρα εις χείρας εκραύγαζον την στιγμήν εκείνην ως με θαλασσίαν
+σάλπιγγα, την οστρακώδη κοχύλαν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μόλα-μπουρίνα! τίρα-μόλα!</p>
+
+<p>Κ' εβόϊζε το άγριον πέλαγος αντηχούν εις απόστασιν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Μόλα μπουρίνα! Τίρα-Μόλα!</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον φως άλλο κατακόκκινον αστράψαν όπισθέν μας με κατετάραξεν,
+άπειρον της θαλάσσης, φοβηθέντα σύγκρουσιν προς ατμόπλοιον, αλλ' ήτο η
+σελήνη ήτις λειψίφωτος, την αυγήν ανατείλασα ως πεπυρακτωμένον κλαδευτήριον
+εφώτισε την σκούναν ημίπνικτον και το πέλαγος ηγριωμένον, του οποίου τα
+κύματα ελάμβανον φωνήν, θαρρείς, εν τη βιαία του ανέμου ορμή κ' εβλασφήμουν
+και έβριζον.</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Ε'.</h5>
+
+<p>Εξημερώσαμεν παρά την Λήμνον. Ο άνεμος ηλαττώθη. Τα ιστία όλα πάλιν
+ανεπετάσθησαν και έπαιζεν ο κόντρας πρωί-πρωί γελαστός, ως νικηφόρος
+αεροναύτης.</p>
+
+<p>Η θάλασσα έστρωσε. Και όταν ανέτειλεν ο ήλιος έλαμπεν η σκούνα ολόκληρος
+μυρίζουσα θάλασσαν και άρωμα του πυθμένος. Αδάμαντες κατεστάλαζον από τ'
+ακροστόλια τα ύδατα, ο πώγων του ξυλίνου Ηρακλέους εγυάλιζεν ως ζωντανός
+ανακινούμενος. Ο καραβόσκυλος, σειόμενος παταγωδώς, ετίνασσεν από του
+στιλπνού τριχώματός του την θάλασσαν βραχείς και αυτός την νύκτα· αλλ' οι
+ναύται τυλιγμένοι εις τας κηρόχρους νιτζεράδες των με τα κηρωτά κασκέτα
+κεκαλυμμένοι μέχρι των ώτων, με τας χείρας αφανείς κρεμαμένας ως χηλάς
+οστρακοδέρμου με τους πόδας γυμνούς ωμοίαζον προς καβούρας με τας
+αγκυλωτάς των μύστακας αναμένοντες «να σκαντζάρη η βάρδια» ίνα ξαλλάξωσιν.
+Ο σκοπός ο πρωραίος, εσκυμμένος εκεί ημέρας υπό την κιτρίνην νιτζεράδα του,
+έσταζεν όλος ως άρτι αναδύσας εκ του βυθού, ο δε πηδαλιούχος με την μίαν χείρα
+κρατών τον τροχόν του πηδαλίου ασφαλώς, με την άλλην απέμασσεν από του
+πώγωνος και από του μετώπου την θάλασσαν, τον ιδρώτα του παλαίοντος ναύτου.
+Και εις έν τίναγμα αιφνίδιον — ριπής, τελευταίας του εκπνεύσαντος ανέμου —
+ανακινηθείσα η σκούνα εφάνη ότι άρτι αναδύσασα και αυτή ανετινάσσετο, ως ο
+καραβόσκυλος πρότερον, αποβάλλουσα την άλμην, αφροδίτη με κομψούς
+τιναγμούς αποσμήχουσα την μακράν της κόμην.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Μεγάλη απλούται η Λήμνος, μακρά και χθαμαλή με ωραία ακρωτήρια, με
+μεγάλους βαθυκόλπους λιμένας με χρυσοκιτρίνους αγρούς θερισμένους, με
+εύμορφαις ακρογιαλιαίς. Χωρίς δάση, χωρίς χωριά, έρημος, θαρρείς,
+ακατοίκητος.</p>
+
+<p>Από την Λήμνον έπειτα εις την Τρωάδα και από την Τρωάδα εις την πολύκωμον
+Ίμβρον κ' από την Ίμβρον εις την Τένεδον.</p>
+
+<p>Βόλταις. Θαλασσινοί περίπατοι, αι ναυτικαί λοξοδρομίαι.</p>
+
+<p>Συντροφιά με τους γλάρους.</p>
+
+<p>Ω! την ηγάπησα την συντροφιάν την λευκήν των γλάρων. Είνε αθώα, ως είνε
+κάτασπρα τα πτερά των. Σε διασκεδάζουν χωρίς να σε κουράζουν. Αγάπη
+κουράζουσα δεν είνε αγάπη. Σε συντροφεύουν χωρίς να σε ενοχλούν. Αθορύβως,
+σιωπηλώς. Ευγενώς. Είνε καλόγνωμος η συντροφιά των γλάρων. Εμφανίζονται
+ενώπιόν σου εκεί όπου δεν τους περιμένεις. Ως παλαιοί σου φίλοι. Δεν εξίστασαι
+δι' αυτό, ως να τους ανεζήτεις μετά κόπου. Νομίζεις κ' έπλευσες δι' αυτούς.
+Νομίζεις κ' υπέφερες δι' αυτούς. Κ' εκείνοι πάλιν ό,τι θέλεις διά να σε
+ευχαριστήσουν. Χορεύουν, βουτούν, παίζουν. Προηγούνται, ως να θέλουν να σε
+οδηγήσουν εις τας κατοικίας των, τας δροσεράς, τας υγράς φωλεάς των, όπου το
+κύμα φωσφορίζει φέγγον, όπου η δρόσος είνε αιωνία. Κ' εν ώ προβαίνουν
+ταχύπτεροι, αίφνης ίστανται και σε περιμένουν και σε κράζουν μετά μονοσύλλαβά
+των, γλαριστί:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς τον φίλον μας! Καλώς τον φίλον μας!</p>
+
+<p>Κ' εν ώ περιμένουν, θωπεύουν τον αέρα με τας κυρτάς των ως δαμασκιά
+πτέρυγας, και φιλούν το κύμα με τα ράμφη των. Πόθεν ήλθον; Πού πηγαίνουν οι
+φίλοι μου, οι κάτασπροι γλάροι; Είνε γλάροι της Μιτυλήνης; Είνε γλάροι της
+Λήμνου; της Τρωάδος είνε οι γλάροι η της Τενέδου; Τους έβλεπον τάχα και οι
+Αχαιοί;</p>
+
+<p>Ω! η λευκή, η καλή συντροφιά μου, οι γλάροι του Αιγαίου! Καταμεσής 'ς το
+πέλαγος αναμένουν να χαιρετίσωσι τους ταξειδεύοντας. Άγγελοι του αισίου πλου,
+υπάρξεις ποθηταί εν κρυερά του πόντου ερημία. Μειδίαμα γλυκύ εν τη πικρά
+μοναξία. Ελπίς ότι εγγύς που ο κόσμος. Αφορμή μελέτης διά τον σοφόν. Έμπνευσις
+διά τον ποιητήν. Δουλειά διά τον άεργον. Παραμυθία διά τον ναύτην, όστις
+επακουμβών επί της κωπαστής συνάπτει άφωνον διάλογον με τον λευκόν
+πτερωτόν του σύμπλουν. Ναύτης προς ναύτην. Θαλασσοδαρμένος προς
+θαλασσοδαρμένον. Γλάρος προς γλάρον.</p>
+
+<p>Και πετούν ενίοτε υψηλά. Πλησιάζουν εις τας κόφας του πλοίου, τρέχουν γύρω
+και χορεύουν περί τον θαλασσομάχον, τον ξύλινον της πρώρας αδελφόν των, όστις
+βουτά και αυτός καθώς αυτοί ως δίστομον στιλέτο κόπτον το κύμα. Και πολλάκις
+πολλοί-πολλοί περισυναχθέντες τριγυρίζουσι την σκούναν εν χαιρετισμοίς,
+μεγάλην γλαρίναν, μητέρα πολυπαθή των λογικών γλάρων.</p>
+
+<p>Εκόπασε πλέον ο σάλος· τα κύματα καταπονηθέντα καθ' όλην την νύκτα
+επραΰνθησαν. Η θάλασσα γαληνιάζει πάλιν. Δευτέραν φοράν διερχόμεθα εγγύς
+της πολυσχιδούς Λήμνου, ηρέμα, από της αντιθέτου πλευράς. Επί τινος
+χρησίζοντος λοφίσκου υπολευκάζει παρεκκλήσιον. Όλοι οι ναύται, προς αυτό
+ατενίζοντες ευλαβώς, κάμνουν τον σταυρόν των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άη-Νικόλα!</p>
+
+<p>Λέγουσιν όλοι εγκαινιάζοντες το άγνωστον παρεκκλήσιον επ' ονόματι του
+θαλασσινού των αγίου.</p>
+
+<p>Μικρά βρατσέρα πλέει παρά την ακτήν φοβισμένη, μετά τον σάλον
+ξετρυπώσασα.</p>
+
+<p>Υπό τινα βράχον μοι φαίνεται πως διακρίνω την σκιάν του εκσφενδονισθέντος
+από του Ολύμπου άλλοτε χωλού Ηφαίστου και παρά τι σπήλαιον:</p>
+
+<p>«Ορώ κενήν οίκησιν ανθρώπων δίχα» την οίκησιν του Σοφοκλείου Φιλοκτήτου·
+καί τινας συκάς απέξω εκλαμβάνω ως ράκη, τα οποία ήπλωσεν εκεί ο έρημος ήρως
+«βαρείας του νοσηλείας πλέα».</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Εξημέρωσε Κυριακή;</p>
+
+<p>Οι ναύται, απηυδηκότες από της παρελθούσης τρικυμιώδους νυκτός, κοιμώνται
+ακόμη, ενώ ο μάγειρος πρωιαίτερον εγερθείς, απολεπίζει ιχθύδιά τινα,
+σημαδιακούς χάνους εκατοστάρικους, πελαγίσιους χάνους, τους οποίους είχομεν
+αλιεύσει κατά την γαλήνην της προτεραίας. Μόνος ο πηδαλιούχος, κουκουλωμένος
+ακόμη με τον χειμερινόν μουσαμάν του, ίσταται παρά το πηδάλιον, και ο φρουρός
+της πρώρας, ανάψας το εικοστόν σιγάρον κατά την τετράωρον βάρδιάν του,
+βρεγμένος ακόμη με τον κηρωτόν μουσαμάν του, φρουρεί.</p>
+
+<p>Τα πανιά! όλα επάνω τώρα. Και ο μοναχογυιός κόντρας ο λεπτοκαμωμένος, ο
+γαλαζοαίματος.</p>
+
+<p>Ιστάμενος επί της πρώρας ως επί πύργου, καμαρόνει την ταχείαν σκούναν
+πετώσαν μαλακά-μαλακά. Άνευ τιναγμών πλέον προηγείται δύο άλλων ιστιοφόρων
+μεγάλων, άτινα μας παρακολουθούσι μετά σπουδής ως να θέλουν κάτι να μας
+ειπούν. Αλλ' η σκούνα φεύγει, πετά. Από του ύψους ένθα ίσταμαι νομίζω ότι δεν
+άπτεται καν της θαλάσσης. Τόσον γλυκά πνέει, θαρρείς και 'ς τα νύχια πατεί. Είνε
+υπερήφανος διά την νυκτερινήν νίκην.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σκάντζια-βάρδια:</p>
+
+<p>Ανακράζει ο ναύκληρος, ακούσας κροτήσαντα τα ξύλινα κρόταλα του
+πηδαλιούχου, σημάναντος την ογδόην ώραν της πρωίας, και συγχρόνως κρούει τον
+κώδωνα της πρώρας, τύπτων συνάμα το κατάστρωμα διά των ποδών του, άνω του
+θαλάμου των ναύτων, όπως εξεγείρη αυτούς.</p>
+
+<p>Ταυτοχρόνως γλυκύτατα αντηχούσιν όπισθέν μας εν τω πελάγει οι κώδωνες
+των δύο ιστιοφόρων ως παρεκκλήσια λειτουργούντα, σημαίνοντες την ογδόην
+ωσαύτως ώραν.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον οι ναύται νιφθέντες κ' ενδυθέντες κατέρχονται εις τον θάλαμον του
+πλοιάρχου, καλέσαντος αυτούς, όπως προσευχηθώσι — Κυριακή πρωί — κ'
+ευχαριστήσωσι τον άγιον Νικόλαον διασώσαντα αυτούς από της τρικυμίας.</p>
+
+<p>Ο φαιδρός και πρόθυμος πάντοτε Γιαννάκης, ο υιός του πλοιάρχου, αλλαγμένος
+γαλάζιαν βλούζαν, εκτελεί χρέη καμαρώτου, παθόντος εκ ναυτίας του τοιούτου και
+κοιμωμένου ακόμη, και ανάψας κηρίον και θέσας πυρ μετά θυμιάματος εις το
+ορειχάλκινον στιλπνόν θυμιατήριον, θυμιά πρώτον ευλαβώς την εικόνα του Αγίου
+Νικολάου, μικράν επάργυρον, κρεμαμένην από τινος δοκού εν τη άκρα του
+θαλάμου, και είτα πάντας τους λοιπούς, ψάλλων και το μεγαλυνάριον του Αγίου
+«Ορφανών προστάτην.... » Τέλος ασπάζονται πάντες την εικόνα του θαλασσινού
+ιεράρχου ευωδιάζουσαν θάλασσαν ως να ηγωνίζετο και ο Άγιος με τους ναύτας
+όλην την νύκτα παλαίων κατά των κυμάτων.</p>
+
+<p>Οι ναύται είτα ευφροσύνως πίνουσι το προσενεχθέν αυτοίς ποτήριον ρουμίου
+και ανέρχονται οι μεν ν' αντικαταστήσωσι την βάρδιαν, οι δε να τακτοποιήσωσι τα
+επί του καταστρώματος αντικείμενα μετακινηθέντα εκ του νυκτερινού σάλου.</p>
+
+<p>Τα πανιά δουλεύουν.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Αφίνομεν προς τα δεξιά τα λευκόν κτίριον του φανού του Σιτίλ-Βαχάρ εν τω
+στομίω του Ελλησπόντου και ιδού ξανοίγει η Ίμβρος, χθαμαλή, στρογγυλή, ιόχρους,
+με τα δάση των ελαίων της εδώ κ' εκεί και με τα οπωροφόρα δένδρα της.</p>
+
+<p>Η Ίμβρος με τα πολλά χωριά και με τας αμμώδεις ακτάς. Εγκατεσπαρμένοι
+σωροί όγκων φαιών και κοκκινωπών. Είνε τα χωριά τα πολυώνυμα της θρακικής
+νήσου. Δύο-τρεις καλύβαι εδώ, πεντέξ παρέκει, δεκάς οικίσκων αλλαχού. Επί των
+λοφίσκων, επί της ακτής.</p>
+
+<p>Ιδού έν μεγαλείτερον παρά το κύμα. Μικροκάικα πολλά σαλεύουν εγγύς της
+άμμου ως να παίζουν μετ' αυτής. Και άλλα πάλιν καϊκάκια με τα λευκά πανάκια των
+πηγαίνουν ν' αράξουν. Ένα τσερνίκι, φορτωμένον «ως τα μπούνια» με τα εκ πανίου
+παραπέτα, πετά σχεδόν ως θαλασσοπούλι με τον μακρύν λαιμόν του κατάμαυρον.
+Αγρόται αλωνίζουν εγγύς της ακτής, και όρνιθες εδώ κ' εκεί τσιμπούν με τα ράμφη
+των τους στίλβοντας ξηρούς χάλικας.</p>
+
+<p>Όπισθεν της Ίμβρου ουρανομήκης υψούται η κορυφή της αιπεινής
+Σαμοθράκης.</p>
+
+<p>Παραπλέομεν την Τένεδον μακράν και χθαμαλήν εν σχήματι μαχαίρας. Λόφοι
+γυμνοί και άθαμνοι. Καταπράσινοι αμπελώνες απόκρυφοι και πολυάριθμοι
+ανεμόμυλοι καταφανείς ένθεν και ένθεν της κώμης, συσσωρευμένης παρά τον
+αλίμενον αιγιαλόν. Μικρά καϊκάκια την συντροφεύουν αρόδο ιστάμενα.</p>
+
+<p>Έμπροσθέν της εκτείνεται του Ελλησπόντου η μεγαλοπρεπής είσοδος με το
+Σιτίλ Μπαχάρ το παμπάλαιον φρούριον. Τα ιστία των παμμεγίστων ιστιοφόρων
+λευκά κατάλευκα σχηματίζουσι [αρχή σελ. 73] αναριθμήτους χιονοστιβάδας
+κινουμένας ηρέμα κατά διαφόρους διευθύνσεις του εκτεταμένου όπισθέν μου
+Αιγαίου και ο καπνός των ατμοπλοίων, άτινα ως εκ της αποστάσεως ως καρκίνοι
+θαρρείς, βραδυπορούσι διατέμνοντα την απέραντον έκτασιν, αποτελούσι νέφη
+πυκνά συσκιάζοντα τον γαλανόν αιθέρα του. Πλαγιάζει η μυθική νησίς κατέναντι
+της Τρώας ως να την παρέσυρε προς τα εκεί το ισχυρόν του Ελλησπόντου ρεύμα το
+οποίον ορμητικόν εκχύνεται απλούμενον επί του Αιγαίου.</p>
+
+<p>Ο περίφημος κρυψώνας των Αχαιών σήμερον ευφημισμένος μόνον διά το
+λαμπρόν μαύρο κρασί του, το Τενέδιο κρασί, ακουστόν εις την Πόλιν και
+περιζήτητον εις τα ξενοδοχεία του Γαλατά.</p>
+
+<p>Επιάσαμεν εις την Τρωάδα. Ιδού τα έρημα πεδία της, μαύρα εκ των
+καταπεύκων θάμνων. Ιδού αι ακταί όπου αι θεαί των Αχαιών νήες δέκα όλα έτη
+ανέμενον. Ιδού τα Πέργαμα, ο Σκάμανδρος, αι Σκαιαί Πύλαι... Ω! τίποτε, τίποτε
+σήμερον δεν υπάρχει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Fuit Ilium...</p>
+
+<p>Τα Μπεσίκια με την δασώδη φυτείαν των κάμπων και με τον μέγαν κόλπον των.
+Τα βουνά της Ανατολής, μακρά, υψηλά, κατάφυτα. Ευλογημένα βουνά.</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">ΣΤ'.</h5>
+
+<p>Μετά το γεύμα εκαθήμην μετά του πληρώματος δίπλα του μαγειρείου. Είμεθα
+εξηπλωμένοι όλοι . . Αν και τον λυσίπονον επόθουν ύπνον, αγρυπνήσας όλην την
+νύκτα, όμως δεν με άφινον αι θελκτικαί διηγήσεις της Νεροφίδας. Ο γέρο-ναύτης ο
+Μπάρμπα-Μήτρος, η Νεροφίδα αποκαλούμενος μεταξύ των πληρωμάτων, διά την
+πονηρίαν του, γηράσασαν πονηρίαν, ο πάντοτε διολισθαίνων ως ποτάμια έγχελυς
+από μέσα από τα φοβερά δίκτυα του κινδύνου, μ' επείραζε συνεχώς με το
+νυκτερινόν κολύμβημα, ως απεκάλει της νυκτός την τρικυμίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι, μωρέ παιδί μου; Τι εμαϊνάραμε; Μόνον τον [τέλος σελίδος 73]
+κόντρα και τα φλέσα, κ' εδέσαμε και δυο μούδαις 'ς την μπούμα. Είδες εσύ, μωρέ
+παιδί μου, μπάρκο μπέστια· γάμπιαις συριακό σκαρί ξυλάρμενο, να θαλασσοδέρνη
+απόξω από τον Κάβο-Δόρο; Είδες σκούνα κασσώτικη, 28 χιλιαδώνε, συριανό σκαρί,
+με τα μικρά παρουκέτα μονάχα, να παραδέρνη απόξω από τον Κάβο-Μαλιά τρία
+ημερόνυκτα; Ο καιρός δεν μας έπαιρνε, θάλασσα-κιαμέτι! Μας έφαγε της γάμπαις
+ο χιονιάς και μας έσπασε τα τσιμπούκια ο βορειάς. Ο κόρφος δεν μας εδεχότανε, το
+Τσιρίγο μας έδιωχνε. Το βάλαμε κ' ημείς τραβέρσο, τρία ημερόνυχτα, με τον μέσα
+φλώκο μονάχα και με την μπούμα καταιβασμένη τρίγωνο. Λες κ' ήτανε
+κρασοβάρελο που το πετάξανε 'ς την θάλασσα κ' η θάλασσα το χτύπαε σαν
+αφωρισμένο. Δεν είχαμε και καπνό. Εξούσαμε τα παραπέτα με τους σουγιάδες μας
+κ' εφουμάραμε. Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή! Να, πλυθήκαμε κομμάτι.</p>
+
+<p>Και εκβαλών την καπνοσακκούλαν του επλήρου μικρόν τσιμπουκάκι μεθ'
+υπομονής και φιλοκαλίας θεργιακλή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όντας εναυαγήσαμε πάλι 'ς το Ασπρονήσι, απόξω από την Σκιάθο;
+Ωχ! μωρέ γυιε μου, κάτι κύματα! . . . Βουνά τα ωργισμέγα. Και νύχτα! Πίσσα! Και
+χιονιάς! Κατεβαίναμε φορτωμένοι, από τον Ποταμό, γέννημα για τον Περαία, με
+διαταγή! Ωχ, μωρέ γυιε μου, και να σε είχα μέσα εκείνη τη βραδειά! Κανένας δεν
+εγλύτωσε. Μόνον ο υποφαινόμενος. Και πάλιν κ' εγώ με θαύμα. Εκεί που μ'
+εχτύπησεν η σκότα του κόντρα φλώκου, που εβγήκα να τον μαζέψω, μου δίνει μια
+να πέσω 'ς την θάλασσα και ξεγλυστρώ, μωρέ γυιε μου, και πέφτω απάνω σ' ένα
+κασσόνι. Λες και μου τώρριξεν εκειδά η μάννα μου. Τρικυμία, λέει, κ' η
+ψεσινή!</p>
+
+<p>Και μετά μικρόν ανάψας το τσιμπουκάκι του η Νεροφίδα, αλλά-Ιγγλέζα,
+επανέλαβε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πού να σε είχα, μωρέ παιδί μου, εδώ και πέντε χρόνια με του
+καπετάν Φώκα την πρωτοτάξειδη σκούνα. Φορτώσαμε κάρβουνο 'ς τον Όλυμπο για
+την Αλεξάντρα. Και κει που σηκωθήκαμε 'ς τα πανιά — ώρα εσπερινού — ,
+καταιβάζει, μωρέ γυιέ μου! Θεέ Δημητρίου. Χειμώνας καιρός βλέπεις. Του Αγίου
+Αντρέως. Ο καιρός 'ς τον Μάστορη — Μαΐστρο-τραμουντάνα. Πού να μουνδάρωμε!
+Και μια νύχτα! Σκοτάδι — Πίσσα! Δεν έβλεπες από την πρύμη 'ς την πλώρη. Εγώ
+του είπα του καπετάν Φώκα: Καπετάν Φώκα, δεν μ' αρέσει ο καιρός. Μα εκείνος
+δεν μ' άκουσε. Μας τα δίνει, που λέτε, 'ς τα χέρια! Και που να ιδής! Τα Ρημονήσια
+έγειναν ένα. Μαϊνάρουμε τον κόντρα μας τρώει τον παπαφίγκο. Μας σπάζει το
+πρυμνιό τσιμπούκι με το φλέσι και κρεμνιέται και παραδέρνει σαν ξεμανίκωτο χέρι.
+Μετά πολλά ξανοίξαμε κατά την Μεγάλη Λήμνο. Τα κύματα βουνά! Και σου
+καταιβάζει κάτι κύματα τ' Άινόρος! Θεέ Δημητρίου! Μετά τα μεσάνυχτα όλοι
+αποκάμαμε. Ήμουνα 'ς το τιμόνι. Γυρίζω, τίποτε. Δεν τ' άκουε το τιμόνι πλεια. Βρε
+για το Θεό, καπετάν Φώκα. Λέγω 'ς τον καπετάνιο. Ο κακομοίρης ήλθε κ' εκέρωσεν
+αμέσως. Τα κύματα μας άρπαξαν πλεια την σκούνα από τα χέρια μας. Η θάλασσα
+την έκαμε ξέρα κ' έμπαινε κ' έβγαινεν ελεύθερα. Ύστερ' από τα τόσα τινάγματα,
+που έτριξαν τα παΐδια της, η σκούνα έγειρε με την μια μπάντα. Τότες πλεια όλοι τα
+χρειασθήκαμε. Σπάζει η ράντα της μπούμας, κάτω η γάμπιες κουρέλια. Μονάχα
+ένα κομμάτι απέμεινε ψηλά 'ς της κόφαις κ' ενόμιζε λες κ' ήτανε σκιάχτρο για της
+κουρούναις 'ς τα μποστάνια. Ο καπετάν-Φώκας τότες τάχασεν. Εγονάτισε και δεν
+μπορούσε ούτε το σταυρό του να κάμη. Γυναίκα, γυναικούλα μου! έκλαιε. Τα
+κύματα την επήραν πλεια από κάτω την σκούνα. Η κουβέρτα σαρώθηκε. Οι ναύταις
+όλοι κερωμένοι από τον φόβο, κρατούσαν ακόμα τα παταράτσα, εν ώ τα πανιά όλα
+είχανε φαγωθή. Ο καπετάν-Φώκας, ολοένα έκλαιε. Γυναίκα! Γυναικούλα μου!
+Τότες κάποιος ναύτης φωνάζει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ανάθεμα σε Παπα-Δράκο!</p>
+
+<p>Και όλοι επαναλαμβάνουν·</p>
+
+<p>&nbsp;— Ανάθεμά σε Παπα-Δράκο!</p>
+
+<p>Τότες θυμήθηκε και φωνάζει ο καπετάνιος:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ίσα τον Αράπη!</p>
+
+<p>&nbsp;— Καρδιά παιδιά. Συνοδεύω κ' εγώ. Ίσα τον Αράπη!</p>
+
+<p>Και διακόπτων η Νεροφίδα την διήγησιν, μοι λέγει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Το βλέπεις, μωρέ παιδί μου, το βλέπεις εκείνο το πανί μπροστά 'ς την
+πλώρη, το μέσα φλώκο, πού είνε θηλυκωμένο 'ς το πλωριό κατάρτι; Δεν μου λες,
+τανοίξαμε αυτό ψες; Αυτό, μωρέ παιδί μου, ανοίγει μονάχα, όταν όλα τα άλλα είνε
+καταιβασμένα. 'Σ τον μεγαλείτερο κίνδυνο, να πούμε. Τότε το καράβι μονάχα, με το
+πανί αυτό, παραδέρνει μισορρουφισμένο. Αυτό το πανί, μωρέ παιδί μου, το λένε
+Αράπη. Γιατί μαυρίζει από τον καΰμό του, σαν ανοίξη. Όλα τα στοιχεία το χτυπάνε.
+Το χτυπά ο αγέρας, το χτυπά η θάλασσα, το χτυπά το χιόνι, το χτυπούν οι κεραυνοί,
+τόσα άγρια δόντια να το φάνε. Πώς να μη μαυρίση το καϋμένο! Είνε να πούμε η
+σημαία και το σάββανο του καραβιού. Ή θα γλυτώση το καράβι και θα γείνη
+σημαία του, ή θα χαθή και θα γείνη σάββανό του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ίσα τον Αράπη ξαναφωνάζω, έτσι 'ς τα ψέματα για να δώσω καρδιά 'ς
+τους ναύταις. Μα ποιος άλλος μπορούσε να 'πάγη 'ς την πλώρη;</p>
+
+<p>Το κύμα θα τον ερροφούσεν όσο να πης τρία. Έτυχε νάχωμε 'ς το τσούρμο τον
+Παπα-Δράκο, της Παπαδράκαινας τον γυιό. Μάννα για τον Αράπη. — Θεός σχωρέσ'
+τονε!</p>
+
+<p>Ο Παπα-Δράκος της Παπαδράκαινας ο γυιος ήτανε ένα παιδί όλο κεφάλι. Από
+μικρό έδειχνε. Εγεννήθη μ' ένα μεγάλο κεφάλι. Ύστερα, εμεγάλωνε το παιδί,
+εμεγάλωνε και το κεφάλι του. Ένα τέρας. Η κακαίς η γλώσσαις καθήσανε και
+λογαριάσανε τους μήνους, από την ημέρα που γεννήθηκε, κ' εβγάλανε πως
+επιάσθη Μεγάλη Παρασκευή. Τόσο εβούιξεν ο κόσμος όλος. Ο Παπα-Δράκος, ο
+πατέρας του, ένας καλός χριστιανός, παπαδοπαίδι και αναγνώστης με μια ώμορφη
+γυναικούλα, μικρούλα σαν κουκλίτσα.</p>
+
+<p>Αναγκάσθη να φύγη για πάντα από το χωριό. Δεν μπορούσε να υποφέρη τον
+κατατρεγμό, και το κατηγόριο, κ' ουδέ να βλέπη ήθελε το παιδί του εκείνο με το
+μεγάλο κεφάλι, λες κ' ήτανε καταμαρτυρία της αμαρτίας του. Ένα βράδυ λοιπόν
+λέει στην Παπαδράκαινα: — «Έχε γεια, Παπαδράκαινα!» Έχωσε το κεφαλάκι της
+μέσα 'ς τα πυκνά γένεια του, ένα ώμορφο στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, και την
+εφίλησε, την εφίλησε την Παπαδράκαινα, κ' έφυγε, και δεν ξαναγύρισε πλεια.
+Απέθανε, είπαν, 'ς τα Καντουνάκια 'ς τ' Άινόρος. 'Σ την έρημο. Ο δε Παπαδράκος ο
+γυιος του εμεγάλωνεν, εμεγάλωνεν, είπαμε, και το κεφάλι του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παπα-Δράκος να σε φάη! του φώναζεν η Παπαδράκαινα, για να το
+τρομάξη, όταν έκλαιε, που το εσυχαινότανε σαν την αμαρτία της.</p>
+
+<p>Και πάλιν, όταν καμμιά φορά ήθελε να το χορέψη — όταν ήτανε 'ς τα καλά της
+και το λυπότανε, λέει, το έπιανεν από τα δυο χεράκια του, με δυο μικρά-μικρά
+ποδαράκια και με μια κεφάλα σαν φλάσκα, και το χόρευε με το ίδιο φοβέρισμα
+πάλιν αντίς για τραγούδι έλεγε:</p>
+
+<p class="poem"><i>Παπα-Δράκος να σε φάη!<br />
+Παπα-Δράκος να σε φάη!</i></p>
+
+<p>Τέλος, να μη τα πολυλογούμε, εμεγάλωσεν ο Παπαδράκος, εμεγάλωσε και το
+κεφάλι του, και η ώμορφη Παπαδράκαινα με το στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, το
+έδιωξε το παιδί της:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να μη σε βλέπω μπροστά μου, σημειωμένο πράμα! Άιντε να βρης
+ψωμί! κ' εκείνο το καϋμένο πήγε με τα καράβια· με χρόνια έγεινε ακουστός ο
+Παπα-Δράκος ο γυιος της Παπα-Δράκαινας μέσα 'ς τα τσούρμα των καραβιών, 'ς τα
+πληρώματα καθώς λένε τώρα. Άξιος κ' επιδέξιος ναύτης, φημισμένος για την
+αποκοτιά του. Μα ήτανε άτυχος. Με όποιο καράβι μπαρκάριζε, κινδυνεύανε
+πάντοτε, και αυτόν, ως απόκοτον, έστελναν πάντοτε 'ς τον Αράπη. Ώστε σου έγεινε
+ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπά-δράκαινας, μάννα για τον Αράπη!</p>
+
+<p>'Σ τα ύστερα όμως εκατάλαβαν την ατυχία του, σαν να ήτανε καταραμένος, και
+δεν τον ετσουρμάριζαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είμαι για τον Αράπη! έλεγαν οι καπετανέοι, όταν τους
+παρακαλούσε κλαίοντας να τον γράψουν 'ς τα χαρτιά.</p>
+
+<p>Κι' οι ναύταις πάλιν έλεγαν εις τους καπετανέους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βάρδα από τον Παπαδράκο!</p>
+
+<p>Τόσον που κατάντησεν ο δυστυχής ο Παπαδράκος να πωλή αχινούς — πέντε 'ς
+το λεπτό — για να ζήση. Και έβλεπαν συχνά οι άνθρωποι, ένα μίλι μακρυά από το
+χωριό, μια φλάσκα μεγάλη-μεγάλη μέσ' 'ς τη θάλασσα να καραβίζη. Ήτανε ο
+Παπαδράκος με το μεγάλο κεφάλι που έβγαζε τους αχινούς.</p>
+
+<p>Η φελούκα του εχώνευε, και το κεφάλι του φαινότανε ακόμα ένα μίλι
+μακρυά!</p>
+
+<p>Ο καπετάν Φώκας δεν ήθελε να τον τσουρμάρη τελευταία, ούτε οι ναύταις του
+τον ήθελαν. Μα τι να κάμη; του έλειπεν ένας ναύτης. Το ξέρω, βρε παιδιά μου,
+έλεγε. Μα να χάσωμε το ναύλο; Και τον ετσουρμάρισε. Έτσι λες εσύ; Να
+κινδυνέψωμε για τον Αράπη.</p>
+
+<p>Α! Πάπα-Δράκο! παιδί μου! παρακαλεί ο καπετάνιος, λοιπόν είπαμε. Ίσα τον
+Αράπη!</p>
+
+<p>Ο Παπα-Δράκος ήτανε έτοιμος. Σαν να το είχε καταλάβει και πριν τον διατάξη ο
+καπετάνιος είχε τα μάτια του 'ς τον Αράπη. Άμα τον διέταξεν ο καπετάνιος, με το
+κεφάλι του το μεγάλο, ο Παπαδράκος ανασκουμπωμένος όπως ήτανε, χυμά 'ς την
+πλώρη. Τρώει ένα κύμα, τρώει δεύτερο, τρώει τρίτο. Τρεις φοραίς πέφτει πίστομα
+όσο ν' αναβή 'ς την πλώρη. Τρεις φοραίς σαν νεροβάρελο εκατρακύλισε 'ς την
+κουβέρτα και τρεις φοραίς σηκώθηκε. Τέλος ανοίγει τον Αράπη. Κι' αμέσως, μωρέ
+αδέρφια, εστάθηκε 'ς τα πόδια της η σκούνα. Μέσα 'ς την νύχτα και 'ς την χιονιά
+ένα πράμα σαν σημαία σαν σάββανο φάνταξε μπροστά 'ς την πλώρη. Ήτανε ο
+Αράπης. Ο Παπα-Δράκος τον εκαργάρισε, τον εστερέωσε καλά κ' έτρεχαν τα νερά
+από πάνω του σαν κλάματα, της σκούνας τα κλάματα. Το καράβι ανάσανε αμέσως.
+Εκεί που ήτανε γονατισμένο, ξαναεσηκώθηκε πάλι.</p>
+
+<p>Λες κ' είχε χέρια ο Αράπης κ' έπιασε γερά την σκούνα και την εσήκωσε σαν
+μάννα του. Εσηκώθηκε αμέσως και ο καπετάν Φώκας. Όλοι εκάμαμε τον σταυρό
+μας. Άρχιζε τότες και να μολυβίζη. Εχάραζε και εβλέπαμε της στεριαίς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γεια σου Παπαδράκο! φωνάξαμε όλοι, που τον εβλασφημούσαμε
+προτήτερα.</p>
+
+<p>Τα πρωί εξημερώσαμε ανοιχτά από την Σκύρο. Ανασάναμεν. Εξημέρωσεν ο
+Θεός την ημέρα. Άμα εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα ήμαστε καλά. Έπεσε κομμάτι
+κι' ο αγέρας. Μα είδαμε πως μας έλειπεν ένας από το τσούρμο. Ο Παπαδράκος, ο
+γυιος της Παπαδράκαινας. Ούτε φάνηκεν ο καϋμένος. Ψάχνομε παντού. Πουθενά ο
+Παπαδράκος. Φωνάζουμε εμπρός, πίσω, κάτω. Τίποτα! Πουθενά ο Παπαδράκος.
+Εκείνη τη φορά ο Αράπης τον έφαγε, θα τον άρπαξε, ως φαίνεται, κανένα κύμα εκεί
+που κατέβαινε από πάνω από την πλώρη 'ς την κουβέρτα. Γιατί τη στιγμή που
+άνοιξε τον Αράπη κι' εστάθη 'ς τα πόδια της η σκούνα, εκαταλάβαμε ένα δυνατό
+τίναγμα κ' εσείσθηκεν όλο το σκάφος. Πόσους τρώγει έτσι η θάλασσα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Παπαδράκο! εφώναξα τρεις φοραίς απόξω από τα Ψαρά, όταν
+καταλάβαμε πλεια πώς έλειπεν ο καϋμένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παπαδράκο! ακούσθηκεν άλλαις τρεις φοραίς τρεμουλιαστή βοή σαν
+κλάμα από την κατάξηρη των Ψαρών ράχη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θεός σχωρέσ' τονε!</p>
+
+<p>Είπαμε όλοι τότε κ' εκάμαμε τον σταυρό μας. Κ' εβγάλαμε τα κασκέτα μας,
+ξεσκούφωτοι, σαν να περνούσεν από πάνω μας την ώρα εκείνη η ψυχή του
+Παπαδράκου, του γυιού της Παπα-δράκαινας, που έσωσε πέντε σπίτια εκείνη την
+νυχτιά κ' ένα καράβι. Εχάθη ο καϋμένος, σαν να μη ήθελε ν' ακούση ευχαριστίαις
+από στόματα που τον εβλασφημούσαν . . . .</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Ζ'.</h5>
+
+<p>&nbsp;— Μπούκα!</p>
+
+<p>Ακούομεν αίφνης την φωνήν του πλοιάρχου μας. Εγειρόμεθα όλοι. Οι ναύται
+τρέχουν εις τας θέσεις των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μόλα-μπουρίνα — τίρα-μόλα!</p>
+
+<p>Εισήλθομεν εις τον Ελλήσποντον, διά χειρισμού δεξιού αποφεύγοντες το
+ισχυρόν ρεύμα. Δεξιά μας το Κουμ-καλέ, αριστερά το Συτίλ- Μπαχάρ, ορθάνοικτα
+φύλλα της πόρτας του γαλάζιου πορθμού.</p>
+
+<p>Άνεμος δροσερός μας αναρριπίζει όλους. Αύραι ζωνταναί, αι αύραι του
+Ελλησπόντου. Τας βλέπεις σχεδόν πνεούσας κυανάς από το Τσανάκ- καλέ, αόρατον
+όπισθεν μιας κυανής άκρας της ασιατικής παραλίας. Τα ιστία αναταράσσονται κατ'
+αρχάς χαρμοσύνως ως μανδήλια της σκούνας επισειόμενα προς χαιρετισμόν επί τω
+αισίω κατάπλω και πλαταγούσιν ηδέως ως πτερά όρνιθος ετοιμαζομένης να
+καθήση. Συρίζουν δε και τα καρχήσια εν αγαλλιάσει και τα «δίνουμε» σκιρτώντες
+διά τ' Άσπρα Γιάρια. Το ρεύμα ροχθούν, αφρίζον, περιδινούμενον μεθ' ορμής
+κατέρχεται προς τα κάτω, καθιστών αδύνατον τον περαιτέρω ανάπλουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπρούλια τρίγκο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάϊνα κόντρα! Μάϊνα φλέσι!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάϊνα γάμπιαις!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μάϊνα φλόκια!</p>
+
+<p>Αι διαταγαί του πλοιάρχου αλλεπάλληλοι αντηχούσαν εν τω κυανώ του
+Ελλησπόντου όρμω. Ο δρόμος ανακόπτεται και η σκούνα πλήττουσα τα κύματα, ως
+καλή οικοκυρά εισέρχεται εις τον θάλαμόν της ν' αναπαυθή μετά τόσον κοπιώδη
+πλουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πόντισον!</p>
+
+<p>Τελειόνει τας διαταγάς του ο πλοίαρχος και τρίβων τας χείρας του βηματίζει επί
+της πρύμνης· αμέριμνος πλέον ως εργάτης σχολάσας από την εργασίαν του. Σχοινία
+και ιστία, τα πολύπλοκα άρμενα όλα αναμίξ επί του καταστρώματος και άλλα επί
+των ιστών. Οι ναύται ερπύζοντες ανέρχονται επί των κεραιών και περιμαζεύουσι
+περιδένοντες πάντα εν τάξει.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Σκάφη παντοία ηγκυροβολημένα εν αταξία, καθώς ηυκολύνοντο, επλήρουν τ'
+Άσπρα Γιάρια, ένα μέγαν λιμένα του Ελλησπόντου προς την Ανατολήν. Τριίστια
+μπάρκα και σκούναι κομψαί και μπάρκα- μπέστια και τσερνίκια και τρεχαντήραι
+παμμέγισται λαδάδικαι, φορτωμένα και κενά. Μαύρα, φαιά, πράσινα, γαλάζια, με
+άσπρα μπούρδα, κατάμαυρα. Στιλπνά, καινουργή, παληοκάραβα ανθρακοφόρα.
+Αυστριακά παμπάλαια, του πετρελαίου μπάρκα, Σκιαθίτικα, Κασσώτικα, Χιώτικα,
+καράβια Γαλαξειδιώτικα, Ψαριανά καράβια όλα φύρδην μίγδην ανέμενον άλλα μεν
+να πνεύση νότος, ίνα πλεύσωσι προς την Προποντίδα, άλλα δ' εκαρτέρουν τα
+ρυμουλκά να τα ρυμουλκήσωσι δύο- δύο, τρία-τρία μέχρι του Αναγαρά.</p>
+
+<p>Καταγάλανα τα κύματα του Ελλησπόντου εχόρευον γύρω μας και αι ακταί
+αμμώδεις εξετείνοντο καθαραί, απαστράπτουσαι, ευωδιάζουσαι. Τα μαγαζάκια
+έξω του χωριού μέσα εις καταπρασίνους κήπους, γεμάτα πλοιάρχους,
+εγελοκοπούσαν, κ' η βάρκες εκουβαλούσαν πρωί-βράδυ τροφάς νωπάς, σφακτά
+τετράπαχα και δροσερά λαχανικά διά τον αραγμένον στολίσκον, ου τα πλείονα
+πλοία προωρισμένα διά την Μαύρην θάλασσαν ήθελαν ν' αποχαιρετίσωσι τα
+δροσερά της Ανατολής ζαρζαβατικά. Τινές δε πλοίαρχοι και συνεπλήρουν την
+αποθήκην των τροφών, ευρίσκοντες αυτόθι ευθηνότερα και καλλίτερα τα
+πράγματα.</p>
+
+<p>Η Θρακική Χερσόνησος απέναντι μας με τα θαμνώδη βουνάκια της εσκοτίνιαζεν
+ήδη. Ο κάβο-Φονιάς, επικίνδυνος, εις αβαθή ύδατα, άκρα, μας έκρυπτε το Τσανάκ-
+καλέ, όπου έπρεπε να παρουσιάση ο πλοίαρχός μας τα χαρτιά του κατά την
+τάξιν.</p>
+
+<p>Χαριεστάτη διήλθεν είτα η πρώτη της νυκτός φυλακή. Ο γλαυκός Ελλήσποντος
+ποικιλοτρόπως αντήχει από τους διαφόρους γλωσσικούς ιδιωτισμούς των ναυτικών
+Ελληνικών πόλεων, συγχεομένους όλους εις μίαν δροσερωτάτην αρμονίαν.
+Πλοίαρχοι και ναύται εκουβέντιαζαν από τα διάφορα πλοία ξεκουραζόμενοι μετά
+τον επίπονον πλουν, διηγούμενοι προς αλλήλους τα κατά τον πλουν και ερωτώντες
+«για της δουλιαίς πώς πάνε».</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Πρωί-πρωί, οξύτατος συριγμός ρυμουλκού με αφύπνισεν. Ανήλθον. Γαλανή
+θάλασσα, γαλανά βουνά, γαλανός ουρανός, γαλανόν το ρυμουλκόν που μας
+ετραβούσε προς την Προποντίδα, εμάς και δύο άλλα τρεχαντήρια, ένθεν και ένθεν.
+Έτρεχε το ρυμουλκόν μετά δυνάμεως, και έφευγον επ' εδώ κ' απεκεί
+χειροπιασμένα ως εν χορώ βουνά και κάμποι και κάστρα και χωριά. Βουνά με τα
+δένδρα των και χωριά με τα σπίτια των όλα έφευγον, ως να τα είχε παρασύρει το
+ρεύμα του Ελλησπόντου ακατάσχετον. Έτρεχε το ρυμουλκόν ολοταχώς, έτρεχε και
+η σκούνα μαζί όπισθέν του, καμαρώνουσα, δεμένη, χαίρουσα. Νεόνυμφη που την
+εχόρευε ο μικρός κουμπάρος της, το ρυμουλκόν με συρματένιο μανδήλι. Καμμιά
+φορά ότε το ρεύμα ήτο ισχυρόν ήσθμαινε το ρυμουλκόν, εκοντοστέκετο και η
+σκούνα με τα δυο τρεχαντήρια ένθεν και ένθεν αρνουμένη να προχωρήση —
+κατάδικοι που τους επήγαινον να τους κρεμάσουν . . . . Ατμόπλοια διάφορα,
+φορτωμένα και κενά παραπλέουσι αναβαίνοντα και καταβαίνοντα σιωπηλά, βωβά,
+μη ανταλλάσσοντα ουδέ χαιρετισμόν από την βίαν των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έτσι μπορώ να ταξειδεύω με κάθε καιρό!</p>
+
+<p>Έλεγεν η Νεροφίδα, ξαπλωμένος ο γέρων ναύτης, — έλεγε πώς ήτο αδιάθετος
+— παρά το μαγειρείον, οπόθεν εξήρχετο ευώδης η ορεκτική οσμή του
+παρασκευαζομένου αλιπάστου κρέατος διά το πρόγευμα. Περί αυτόν οι ναύται
+έξαινον στυππείον, διότι ο πλοίαρχος είχεν επαναλάβει πάλιν ειπών ότι «η μόνη
+τέχνη που δεν περνά είναι η τεμπελιά».</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν αποχτήσω, βρε παιδιά, εξηκολούθησεν η Νεροφίδα, κ' εγώ
+καμμιά σκούνα, και γένω καπετάνιος, θα πάρω κ' ένα ρυμούλκι, να με τραβά
+πάντα. Κ' εγώ ξαπλωμένος θα φουμάρω το τσιμπουκάκι μου. Να με βλέπουν που
+λέτε η θάλασσαις και τα πέλαγα και να λένε: « — Να καπετάνιος μια φορά!» Να με
+βλέπουν οι σκούναις και τα μπάρκα και να λένε: « — Να καπετάνιος μια φορά!» Να
+με βλέπουν και η Μαυροθαλασσίτισσαις και μελαχροιναίς και να λένε και αυταίς: «
+— Να καπετάνιος μια φορά!»</p>
+
+<p>Και θωπεύων εγγύς του τον Αράπην, τον μπογαζιανόν σκύλλαρον της σκούνας,
+έλεγε χαριεντιζόμενος, θεωρών το ρυμουλκόν αφανές από τους αφρούς, έλκον
+ολοταχώς την σκούναν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γεια σου, ξεφτέρι μου! |</p>
+
+<p>Κ' εξηκολούθει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έπρεπε να σας είχα, μωρέ σεις παιδιά, με τούτη τη σκούνα.
+Εταξειδεύσαμε πάλι για τον Ποταμόν άδειοι.</p>
+
+<p>Ξανοίξαμε από τον Μαρμαρά και εκάμναμε μια μεγάλη βόλτα από την
+Ραιδεστό ς' την Καλόλημνο. Μόλις που ετεραμολάραμε, να τα γυρίσουμε, απάνω,
+που λέτε, ς' την στροφή, ς' την Καλόλημνο, να και πετιέται ανατολικά μπροστά μας
+πράσινο φανάρι, θηρίο ανήμερο ολοταχώς. Θάλασσα-κιαμέτι. Δεκέμβριος μήνας. Ο
+καπετάνιός μας, μόλις που άφησε τα κιάλια από τα χέρια του κι' ανάσανε γιατί τα
+πήραμε καλά, ακούει από την πλώρη:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πράσινο φανάρι!</p>
+
+<p>&nbsp;— Πράσινο φανάρι! επαναλαμβάνει και ο πλοίαρχος σαν χαζός και
+γυρεύει πάλι τα κιάλια του.</p>
+
+<p>Από την πλώρη η βάρδα ξαναφωνάζει πάλιν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πράσινο φανάρι!</p>
+
+<p>Αχ, μωρέ παιδιά μου, ένα πράσινο φανάρι! Το είδαμε κ' ηρχόντανε με θυμό
+κατεπάνω μας, να μας φάη. Ημείς διπλαρωμένοι ακόμα. Το είδαμε όλοι πλεια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει μας τρακάρισε! φωνάζω με απελπισία. Έπρεπε να δείχνη
+κόκκινο, για να είνε σε τάξι.</p>
+
+<p>Το είδε κι' ο καπετάνιος το πράσινο φανάρι που ηρχότανε με βογγυτό.
+Εσάστισε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άη-Νικόλα μ'! ασημένια σου την χαρίζω!</p>
+
+<p>Αυτό μονάχα πρόφθασε να ειπή ο καπετάνιος. Οι ναύταις όλοι βλέπαμε το
+πράσινο φανάρι που ερχότανε με κρότο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε! από το βαπόρι! Ε! από το βαπόρι! φωνάζαμε όλοι, αλλά ο αγέρας
+έπαιρνε προς τα κάτω της φωναίς μας. Ούτε ξεχώριζαν διόλου από την βοή του
+βοριά. Την καμπάνα! την καμπάνα!</p>
+
+<p>Ακούμε τότε μια φωνή, και αμέσως ακούμε και την καμπάνα που εβούιζεν
+άγρια ς' την πλώρη μας σαν σε λείψανο.</p>
+
+<p>Απάνω ς' το χτύπημα της καμπάνας ακούμε και δυνατό σφύριγμα, σφύριγμα
+μηχανής. Κ' ένα ξεθύμασμα βαθύ κατόπιν. Η σκούνα μας τα γύρισε και το πράσινο
+φανάρι σταμάτησε μπροστά μας, ένα θηρίο, ένα θεοπάπουρο!</p>
+
+<p>Ποιος φώναξε: — την καμπάνα; — Κανείς από μας δεν φώναξε. Πώς χτύπησεν η
+καμπάνα; Κανείς από μας δεν χτύπησεν. Ο μάγειρός μας, ένας που έκαμε σε
+μοναστήρια, έλεγε πως είδεν ένα γεροντάκι ζωηρό με άσπρα γένεια στρογγυλά σαν
+τον Άη-Νικόλα, που εχτύπησε μονάχος του την καμπάνα.</p>
+
+<p>Σ' την μέση θα μας έκοβεν, αν δεν μας εγλύτωνεν ο Άη-Νικόλας.</p>
+
+<p>Και μετ' ευλαβείας η Νεροφίδα διακόψας την διήγησιν έκαμε τον σταυρόν του.
+Όλοι τον εμιμήθημεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είδατε, μωρέ παιδιά, το ασημένιο καραβάκι; Εξηκολούθησε πάλιν η
+Νεροφίδα. Εκείνο το ασημένιο καραβάκι που κρέμεται από τον μεγάλον
+πολυέλαιον ς' τον Άη-Νικόλα; ς' την πατρίδα; Είν' η σκούνα μας αυτή που την
+έταξεν ασημένια ο καπετάνιος μας ς' τον Άη-Νικόλα τότες που μας εγλύτωσε. Όλη
+από καθαρό ασήμι, καλοδουλεμένο, της Ρωσίας ασήμι. Μισή οκά ασήμι. Σε πρώτο
+ταξείδι, όταν φθάσαμε με το καλό ς' το Ταϊγάνι, ο καπετάνιος μας αμέσως
+επαράγγειλε μια ασημένια σκούνα, μισή οκά, με τα κατάρτια της, με τα πανιά της
+ανοιχτά, με τα ξάρτια της, όλα ασημένια. Μπροστά 'ς την πλώρη ένα ασημένιο
+γεροντάκι με στρογγυλά ασημένια γένεια, ο Άης-Νικόλας, σημαίνει την καμπάνα
+την ασημένια. Πίσω ο καπετάνιος. Δεν λείπει κι' αυτός. Γονατιστός, ξεσκούφωτος,
+ασημένιος.</p>
+
+<p>Είνε τώρα κρεμασμένη 'ς τον πολυέλαιο του Άη-Νικόλα. Και όταν ανάφτη ο
+γέρω-Συμβίας της λαμπάδες, ς' την πανήγυριν, σ' την αγρυπνία και τον κουνή
+κατόπιν τον πολυέλαιο, κουνιέται κ' η σκούνα η ασημένια μαζί του πέρα-δω, ς' την
+αγρυπνία, κ' είνε μια χαρά να την βλέπης. Θαρρείς και ταξειδεύει ς' τη Μαύρη
+Θάλασσα.</p>
+
+<p style="text-align: center;">* *<br />*</p>
+
+<p>Το ρυμουλκόν, αφού μας εξήγαγεν έξω από τα ρεύματα, μας άφησε πλέον.
+Επεράσαμεν τα Γαλατάρια. Αφήσαμεν οπίσω τον Αναγαράν. Εχώνεψεν η
+Καλλίπολις με τους μιναρέδες της, θαλασσωμένη μέσα εις τα γλαυκά της
+Προποντίδος κύματα. Χάθηκε το Λαμψάκι το ιστορικόν και το Τσαρδάκι δεν
+φαίνεται πλέον. Έκλεισεν ο Ελλήσποντος κ' ήνοιξεν η Προποντίς, ο κατακύανος
+Μαρμαράς και κατάκρυος. Θαρρείς και ανήλθες εις κυανούν της Μεσογείου
+θαλασσοπέδιον, υψηλά, προς τας κρυεράς αύρας, προς τα ολόδροσα
+μελτέμια.</p>
+
+<p>Η σκούνα, με όλα τα πανιά, χαριέντως κλίνουσα προς την μίαν πλευράν, ως επί
+κυανής κλίνης με το πλευρόν νύμφη, λοξοδρομούσα, προσεγγίζει οτέ μεν προς την
+Θράκην, οτέ δε προς την Ανατολήν.</p>
+
+<p>Ο Μαρμαράς, κατάξηρος, με τα λατομεία του και με τους κολιούς του τους
+μαρμαρινούς. Ατμόπλοια, γολέταις, τρεχαντήρια, βρίκια αναιβοκαταιβαίνουν σαν
+πουλιά ταξειδιάρικα. Χορταίνει η καρδία καθαρόν αέρα και η όρασις καταπρασίνην
+χλόην των αμπελώνων και φυτειών, αίτινες παχείαι περιβάλλουσι τα ονομαστά
+Γανόχωρα της Θράκης. Αφίνομεν την Ραιδεστόν, χαιρετίζομεν την Καλόλημνον ως
+πάπιαν εν μέσω της Προποντίδος παίζουσαν και ούτως εν χαρά πλέον με τα πανιά
+γιαλό-γιαλό από τον Άγιον Στέφανον ς' τους δύο Τσεκμετζέδες παραπλέοντες
+αράξαμεν μίαν αυγήν από κάτω από τα Ψωμαθειά της Πόλεως. Βόμβος αόριστος,
+ως ανέμου μακρυνού βόμβος, έφθανε προς ημάς, η βοή της μυριοποθήτου
+Βασιλευούσης. Όταν ανήλθον επί του καταστρώματος, έτριβον κ' επανέτριβον τους
+οφθαλμούς μου, έκθαμβος προ του πανοράματος εκείνου του ζωντανού, το οποίον
+ξετυλίσσετο ευφρόσυνον ενώπιόν μου. Σαν όνειρον, σαν χιλιόχρωμον ζωγραφίαν
+επί κυανού εδάφους εθεώρουν εν θαυμασμώ την μυριάνθρωπον Πόλιν, με την
+ανατολήν του ηλίου αναθρώσκουσαν από μέσα από την ομίχλην, ως αναδυομένην
+από των κυμάτων, σύμπλεγμα πολύμορφον κυπαρίσσων και μιναρέδων και θόλων,
+παλατίων και ναών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είδες την Πόλιν, βρε Γιαννάκη;</p>
+
+<p>Έλεγεν ο πλοίαρχος προς τον έφηβον υιόν του, εν σιγή θεωρούντα την
+απροσδόκητον εκείνην οπτασίαν του χρυσού και φωτός και αφρού, άτινα
+μυστηριωδώς στερεοποιούμενα μετεμορφούντο εις την μυθοπλαστουμένην Πόλιν,
+την Πόλιν των αγαθών και του πλούτου, την Πόλιν της αναπαύσεως του
+κεκμηκότος ναύτου, εις τα δροσερά κύματα της οποίας γλυκαινόμενον το πλοίον,
+επαναλαμβάνει τον προς την Μαύρην θάλασσαν πικρόν πλουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— 'Σαν ψεύτικη, πατέρα!</p>
+
+<p>Είπε μετά ώραν, αφηρημένος προς το θέαμα ο έφηβος, με παλμούς
+ανυπομονησίας καρτερών πότε ν' απολαύση εγγύτερον, να ψαύση την εύμορφον
+εκείνην ζωγραφίαν της αιχμαλώτου μητροπόλεως του Γένους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ινανμάσι γκελ ταμπάκ!</p>
+
+<p>Ετραγωδούσεν εκείνην την ώραν γλυκύτατα ο πωλητής του αφράτου
+μουχαλεμπιού από της υψηλής των Ψωμαθειών ακτής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν δεν πιστεύης έλα να ιδής!...</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">Η'.</h5>
+
+<p>Μαύρα δάκρυα έχυσα την ημέραν, καθ' ην έμελλον ν' αποχωρισθώ πλέον της
+αγαπημένης μου σκούνας. Ναυαγός εάν ήμην, δεν θα έκλαιον τόσον την
+απολεσθείσαν περιουσίαν μου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί να μη έχω μίαν σκούναν ιδικήν μου!</p>
+
+<p>Έλεγεν ο λογισμός μου παραπονούμενος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ταξειδεύω! Να ταξειδεύω! Πάντα να ταξειδεύω!</p>
+
+<p>Επανελάμβανον οι πόθοι μου ορφανοί, πενθηφορούντες. Επί πολύν χρόνον
+μετά ταύτα, τας νύκτας, τα όνειρά μου εσχηματίζοντο εν μέσω σχοινίων κ' ιστών
+και ιστίων εν μέσω πελάγους και αφρού και κυμάτων. Πλέοντα, λοξοδρομούντα,
+καραβίζοντα όνειρα. Γαλήνης και τρικυμίας όνειρα. Με τα πανιά όνειρα!</p>
+
+<p>Έως ου αφυπνίσθην μίαν πρωίαν με υπολευκάζοντα τον βαθύν πώγωνα. Το
+λευκόν μοι επροξένησε ρίγος. Ο λογισμός μου δεν έχει πόθους πλωτούς πλέον. Μ'
+αρέσει τώρα να βλέπω την θάλασσαν από μακράν, έως ου έλθη καιρός να βλέπω
+και τον κόσμον από μακράν....</p>
+
+<p>Και μόνην ευχαρίστησιν πλέον αισθάνομαι να εκκλησιάζωμαι εις τον ναόν του
+αγίου Νικολάου — επάνω εις τα Κοτρόνια — εις την υψηλήν πετρώδη της νήσου
+κορυφήν. Και όταν ο Γέρω-Συμβίας ο κορακοζώητος, ανάπτη τον μέγαν πολυέλαιον
+και σείη αυτόν, μ' αρέσει να βλέπω να σείεται μετ' αυτού και η ασημένια σκούνα, η
+οποία κρέμεται από τον μέγαν του ναού πολυέλαιον, υπό τον θόλον, τάξιμον
+ευλαβές του πλοιάρχου μου. Απαράλλακτη η σκούνα μου, η καταπρασίνη, που μια
+φορά κ' έναν καιρόν ήταν αραγμένη εις τον βοσπορίζοντα λιμένα της νήσου. Με τα
+κατάρτια, με τα πανιά, με τα σχοινιά, με τάρμενα. Απαράλλακτη. Αλλά δεν είνε
+πρασίνη πλέον, ουδέ μεγάλη. Είνε μικρά και ασημένια όλη, τάξιμον ευλαβές του
+πλοιάρχου μου, που εγλύτωσε μια φορά από τράκο μέσα 'ς τη θάλασσα του
+Μαρμαρά, θαρρείς και είνε η ψυχή της καταπρασίνης σκούνας, μικρά, ασημένια
+σκουνίτσα. Και όταν σείεται ο πολυέλαιος και σείεται κι' αυτή μαζί της πέρα- δω,
+θαρρώ πως είμαι μέσα κ' εγώ, και ταξειδεύει, ο νους μου ακόμη με τα πανιά....</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">
+ΝΕΡΑΙΔΕΣ<br />(1891)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Θερινήν τινα εσπέραν του έτους 1854 ασυνήθης κίνησις παρετηρείτο εν τω
+ορμίσκω της μικράς πολίχνης της νήσου. Εκεί ην και η λιθίνη αποβάθρα, όπου
+ηδύνατό τις ευκόλως ν' αποβιβασθή, αποφεύγων την προς τα δεξιά ημικυκλικήν
+κλίσιν της χαλικώδους ακτής, ένθα εκινδύνευε να βραχή, εμβαπτιζόμενος εν τω
+ύδατι μέχρις αστραγάλων, χωρίς να υπολογίση το <i>πλατσάνισμα,</i> ούτινος θα
+εγίνετο πρόξενος πηδών εντός της αβαθούς θαλάσσης. Εκτός αν εξήρχετό τις
+πρώτον πατών εις το ύδωρ και σύρων είτα την λέμβον, αν ήτο ελαφρά, μέχρι των
+ποικιλοχρώμων οστράκων της παραλίας, άτινα εσώρευεν εκεί και ξηρά και
+θάλασσα, η μεν λεία, καθαρά και εστιλβωμένα εν τη προστριβή του κύματος, η δε
+ρυπαρά και ακάθαρτα, όσα θραύσματα έρριπτον οι κάτοικοι εις τον άνω της ακτής
+βράχον, γενικήν αποθήκην των σαρωμάτων. Εν τούτοις την εσπέραν εκείνην αι
+προσερχόμεναι από του πελάγους λέμβοι, συστέλλουσαι πρώτον το μικρόν πανίον,
+είτα διά των κωπίων σιγά-σιγά ως πάπιαι επλησίαζον κατά προτίμησιν ουχί εις την
+αποβάθραν, αλλά εις την αβαθή εκείνην παραλίαν. Έρριπτον το μικρόν αγκύριον,
+κατεβίβαζον οι ναύται τον ιστόν, διπλούντες αυτόν εν τω πανίω, και ησύχως μετά
+ταύτα εξεσφενδόνιζον επάνω εις τα υαλιστερά λαλαρίδια το φορτίον των, σάκκους
+τινάς πλήρεις, αλλά τοσούτον ελαφρούς ως να περιείχον άχυρον. Τούτο, και ιδίως
+ότι αι λέμβοι απέφευγον την αποβάθραν, έθεσεν εις πειρασμόν τον τελωνοφύλακα
+της νήσου, όστις ήρχισε ν' αναβοκαταιβαίνη εις τον επάνω της ακτής βράχον,
+χρησιμεύοντα και ως πλατείαν της μικράς πολίχνης. Οι σάκκοι έπιπτον τόσον
+αψοφητεί, ώστε, συνεπέρανεν ο τελωνοφύλαξ, το φορτίον θα ήτο αβαρές τι
+πράγμα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να είνε άχυρα! διελογίζετα. Πλην δεν εθέρισαν ακόμη. Και μετ'
+ολίγον προσέθηκε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να είνε μπαμπάκια! Αλλά δεν ήτο καιρός· της μπαμπακιές της
+εσκάλιζον ακόμη.</p>
+
+<p>Εκοντοστάθη ολίγον ο τελωνοφύλαξ εις την άκραν του βράχου, ως εάν
+προσεπάθει να ίδη από εκεί το περιεχόμενον των σάκκων, ή να διακρίνη εκ του
+υποκώφου κρότου, ον απετέλουν εκσφενδονιζόμενα επί των οστράκων τα πλήρη
+εκείνα σακκία. Και είτα ώρμησε να κατέλθη εις την παραλίαν, συμπεραίνων εν
+θριάμβω:</p>
+
+<p>&nbsp;— Χωρίς άλλο θα είνε καπνά!</p>
+
+<p>Ήτο περί το τέλος του ο μάϊος. Και την νύκτα εκείνην έλαμπε μελιχρώς η
+σελήνη, διαχέουσα γλυκύτατον ωχρόλευκον φως επί της πολίχνης και του
+ορμίσκου, όστις έστιλβεν ως απέραντος καθρέπτης με χρυσά κροσσωτά πλαίσια,
+χρυσήν παίζουσαν ανταύγειαν του φωτάς της σελήνης. Ηδύνασο να διακρίνης εξ
+αποστάσεως ως αν ήτο ημέρα. Ιδίως δε μίαν γλυκείαν αργυρόχρυσον λάμψιν
+προσέλαβον οι προς αριστεράν του ορμίσκου λευκοί βράχοι και οι οικίσκοι της
+κώμης, επί των φαεινών τοίχων των οποίων εγράφοντο μαύραι γραφαί στεγών,
+εξωστών, γείσων, καπνοδόχων, κληματαριών και δένδρων, σκιάσματα πραγμάτων
+απεικονιζομένων επί του τοίχου ως τις πάντεχνος εικονογραφία. Ακόμη και γαλής
+τίνος η σκιά, ήτις εκαμάρωνεν ως νύμφη επί τινος στέγης, ρεμβάζουσα υπό το φως
+της σελήνης, εζωγραφίσθη καί αυτή, ακίνητος και μεγάλη, με τας κομψάς κλίσεις
+των γραμμών του ευτραφούς σώματός της. Νησίς τις πετρώδης και στρογγύλη, εν
+μέσω του ορμίσκου, έλαμπεν ως μέγα αυγόν, το οποίον αργότερον ως κλώσσα
+ήθελε καλύψη με τας πτέρυγάς της η μαύρη νυξ.</p>
+
+<p>Ήδη και άλλη λέμβος ενεφανίσθη εις την είσοδον του ορμίσκου. Κατ' αρχάς
+ηκούοντο απ' αυτής γυναικείων φωνών άσματα, τα οποία γλυκύτατα έπληττον τον
+ήρεμον πόντον, αντίθεσις φαιδρά προς τον πένθυμον κρωγμόν του νυκτοπουλιού,
+όπερ εστέναζεν από της σεληνοφώτου καμάρας του κωδωνοστασίου.
+Προσεγγιζούσης ολίγον κατ' ολίγον της λέμβου, έπαυσε το άσμα και ήκουες τώρα
+μόνον τον πλαδαρόν κρότον της κώπης, ήτις μαλακά-μαλακά εσκάλιζε την λείαν της
+θαλάσσης επιφάνειαν ως να εσκάλιζε φωτός τολύπην μαρμαίρουσαν κ' έβλεπες
+κατά την από της θαλάσσης ανύψωσίν της ν' αποστάζωσι φαειναί ρανίδες ύδατος
+ως ιλαράς φλογός σκορπίσματα με αδαμαντίνην λάμψιν.</p>
+
+<p>Το ιστίον της λέμβου ταύτης εκυμάτιζεν ελαφρώς εκ του δροσερού απογαίου
+σχηματίζον πτυχάς πλην μετά τινος νάρκης ως από κοπώσεως μακρού πλου, και
+μάλλον εκρέματο από του ιστού ως ιμάτιον βαρύ από καρφίου· πλην η λέμβος είχε
+δρόμον κ' εθραύετο ένθεν και ένθεν το αργυρόχρουν κύμα εις τας λείας παρειάς
+αυτής, κ' εσχηματίζετο όπισθεν αργυρόχρυσος άλλη αύλαξ, ην εθεώρει με τον ένα
+οφθαλμόν πλαγίως ακουμβισμένος ο γέρων πηδαλιούχος, προσπαθών ίσως να
+διίδη εις τα μυστικά βάθη του πόντου του κόσμου το όνειρον. Ήτο και ηλικιωμένη
+τις γυνή εν τη πρώρα, γυρμένη εκεί εις την χαμηλήν κωπαστήν υπό της νυκτός την
+αποναρκούσαν δρόσον, τρεις δε νεάνιδες με λυτά τα ξανθά μαλλιά των, πραέως
+ακτινοβολούντα, με βοστρύχους ως χρυσάς δέσμας, εκωπηλάτουν ως άνδρες
+κανονικώς και ισχυρώς, σπεύδουσαι να φθάσωσιν εις την παραλίαν.</p>
+
+<p>Ο τελωνοφύλαξ βέβαιος πλέον ότι θα συλλάβη τα λαθραία, εισέδυ υπό τινα
+σκιερόν του βράχου θάμνον και παρεφύλαττε την τελευταίαν ταύτην λέμβον, ήτις
+ήτο και μεγαλειτέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αν δεν ήσαν λαθραία, είπε μετά πεποιθήσεως, θα πήγαινε 'σ τη
+σκάλα.</p>
+
+<p>Διότι πραγματικώς η λέμβος προσήγγισεν εις το απώτερον του ορμίσκου μέρος,
+όπερ περιφρασσόμενον υπό τίνων σχοίνων, ήτο σκοτεινόν και απρόσιτον.</p>
+
+<p>Ηκούσθη ο κρότος του αγκυρίου και συνάμα νεαρά φωνή γυναικεία από της
+ακτής:</p>
+
+<p>&nbsp;— Ελάτε δα, χρονιάσατε!</p>
+
+<p>Από της λέμβου εξήλθε χαιρετισμός φαιδρός συγχρόνως παρ' όλων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρς πως φοβήθ'κα! επανέλαβεν η έξω φωνή της αναμενούσης
+νεανίδος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η αγάπη γεννά τον φόβον· απεκρίθη ο γέρων πηδαλιούχος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Απαντήσατε τίποτε; ηρώτησεν η αναμένουσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δόξα σοι ο Θεός! ησυχία. Περάσαμε πολύ ώμορφα.</p>
+
+<p>Η ηλικιωμένη γυνή, άμα αισθανθείσα το επί της άμμου ξερόν σύρσιμον της
+λέμβου, ηγέρθη από της κωπαστής και ήρχισε να ρίπτη έξω σάκκους ένα-ένα,
+οίτινες έκαμνον έν πήδημα πρώτον ελαφρόν επί των οστράκων και είτα έμενον
+εκεί.</p>
+
+<p>Παραπέρα, όπου είχον αποβιβάσει τα φορτία των αι άλλαι λέμβοι, θόρυβος
+ηκούετο. Γυναίκες, κατελθούσαι από της ελικοειδούς ατραπού του βράχου, και
+νεάνιδες και παιδία με φλυαρίαν ατελείωτον προσεπάθουν να μετακομίσωσι τους
+σάκκους.</p>
+
+<p>Ο τελωνοφύλαξ, ως ιέραξ κεκρυμμένος εις το ύψος του καθήκοντός του,
+ητοιμάζετο με τους γαμψούς όνυχάς του να επιπέση κατά της αθώας λείας, ότε την
+ορμήν του ψυχραίνει γραία τις, φωνάζουσα μετά δακρύων σχεδόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, δος τε μου κ' εμένα δυο φ'λλάκια πλειο. Αρί-σείς
+θα ψουφίσ' 'κεινουδά του καματερό.</p>
+
+<p>Νεάνις τις, φορτωθείσα τον σάκκον μετά της νεαζούσης εκείνης προθυμίας και
+ορμής, την ετσαλαπάτησε την γραίαν ολολύζουσαν. Αλλ' αυτη ηγέρθη πάλιν και
+απετείνετο προ άλλην τώρα νεανίδα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, δυο φ'λλάκια πλειο.</p>
+
+<p>Ο τελωνοφύλαξ έγρυξεν απολύσας από του στόματός του βραχνήν
+βλασφημίαν, εννοήσας πλέον περί τινος επρόκειτο και τι ην το ελαφρόν εκείνο
+φορτίον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τουλάχιστον να μη ξεχνάμε την τέχνην είπε, και ανέβη εις τον βράχον,
+όπου είχον συναχθή περίεργοι τινες νησιώται, αμερίμνως καπνίζων το σιγάρον του
+ως να μη είδε τίποτε.</p>
+
+<p>Αι γυναίκες λαμβάνουσαι τους σάκκους, ελαφρούς ως αχυροδέματα έφευγον
+προς τας οικίας, γλήγορα-γλήγορα ανερχόμεναι τον βράχον, ίνα αποφεύγωσι των
+περιέργων τα βλέμματα. Διά τούτο αι λέμβοι απέφευγον και την αποβάθραν.</p>
+
+<p>Αι τρεις ξανθόμαλλοι νεάνιδες, εξελθούσαι επί της ακτής εγένοντο ήδη
+τέσσαρες μετά της έξω αναμενούσης, και αυτής ξανθομάλλου. Εξήλθε και η
+ηλικιωμένη γυνή, παρέλαβεν εις τας αγκάλας της και απεβίβασε και τον γέροντα
+πηδαλιούχον ως σάκκον πλήρη και αυτόν, όστις αμέσως με δύο χονδράς ράβδους
+επιστηριζόμενος ανήρχετο σιγά- σιγά τον ανήφορον, εν ώ αι τέσσαρες νεάνιδες και
+η άλλη γυνή, φορτωθείσαι ανά δύο ογκώδεις σάκκους, έσπευδον προς την οικίαν
+των, αφού προσέθεσαν εν ασφαλεία την λέμβον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά που ήλθατε, είπε την τελευταίαν στιγμήν η έξω πρότερον
+αναμένουσα. Μου είπανε πως 'ς την Κεχρεά μας τα μαζώξανε τα φύλλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αύριο πρωί-πρωί θα πάμε όλοι· απήντησεν η ηλικιωμένη γυνή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σου φέραμε κάτι φύλλα, Φανιώ, είπεν η μεγαλειτέρα των νεανίδων,
+που το καματερό μας θα βρη τη χαρά του. Να ιδής μεγάλα και τρυφερά. Γυρίσαμε
+όλη τη Γλώσσα.</p>
+
+<p>Και ετράπησαν όλαι αι γυναίκες προς τον ανήφορον, όπου ο γέρων
+πηδαλιούχος ανήρχετο ακόμη σιγά-σιγά χωλαίνων με τους δύο πρισμένους πόδας
+του και τα δύο χονδρά ραβδία του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, ηκούσθη όπισθεν πάλιν η φωνή της αιτούσης γραίας. Αρί-
+σείς, δος τε μου δυο φ'λλάκια πλειο· τι ήτανε! Μάλαμμα τα κάματε;</p>
+
+<p>Επειδή δε και αύται δεν έδωκαν προσοχήν εις τους λόγους της, κουρασμέναι
+από το ταξείδιον, η γραία, έρημος απομείνασα πλέον εις την έρημον παραλίαν,
+είπε μετά τινος οργής:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά σας είπανε <i>Αναράϊδες!</i></p>
+
+<p>Αι τέσσαρες νεάνιδες, ακούσασαι το όνομα τούτο εταράχθησαν, πλην η άλλη
+γυνή η συνοδός αυτών, ήτις ωμοίαζεν ως μήτηρ, χωρίς παντάπασι να πειραχθή,
+αναγνωρίσασα την φίλην της γραίαν γειτόνισσαν, ολίγον κακόγλωσσον, είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν έρχεσαι, καϋμένη, 'ς το σπίτι; μόνον ήλθες 'ς το γιαλό; Ημείς
+ξεπλατισθήκαμε 'ς το κουπί.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ο Καπετάν-Θοδωρής, γέρων 65 ετών, υπήρξεν είς των ικανωτέρων
+εμποροπλοιάρχων της νήσου. Διά του ιδρώτος του προσώπου του ευτυχήσας ν'
+αποκτήση μέγα βρίκιον, εταξείδευεν από της Ισπανίας μέχρι της Αζοφικής, έχων
+πλούτον και υπόληψιν, δύο πράγματα, τα οποία σπανίως συναντώνται επί ενός και
+του αυτού ατόμου. Πλην κατά τινα αποκλεισμόν των παραλίων της δυτικής
+Μεσογείου υπό του στόλου της Αγγλίας, ο καπετάν-Θοδωρής μη λαβών γνώσιν της
+προκηρύξεως αυτού, ότε απέπλεεν εκ Βαρκελώνης, ευρέθη αίφνης με το βρίκιόν
+του φορτωμένον εντός της αλύσεως των Αγγλικών πολεμικών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Στοπ!</p>
+
+<p>Πάραυτα το εσταμάτησαν το ωραίον βρίκιον οι άγριοι της θαλάσσης
+κατακτηταί, τα κατέσχον μετά του φορτίου, δυνάμει του πολεμικού αποκλεισμού
+και τον ατυχή καπετάν-Θοδωρή συνέλαβον κ' έρριψαν εις την ειρκτήν της
+ναυαρχίδος, απολύσαντες τους ναύτας, αφού πρώτον καλώς τους
+εμαστίγωσαν.</p>
+
+<p>Δύο έτη έκλαιον εν τη νήσω του καπετάν Θοδωρή, η σύζυγος αυτού Γερακούλα
+και τέσσαρες θυγατέρες του, ωραίαι και ξανθόμαλλοι, δροσεραί ως αφρός της
+θαλάσσης κ' εύμορφοι ως μυρσίνης κλωνάρια. Έμαθον το δυστύχημα πλην έκλαιον
+όχι το βρίκιον, αλλά τον καπετάν- Θοδωρή, όστις ήτο σιδηροδέσμιος εις τας ειρκτάς
+του αγγλικού πλοίου, βυθισμένος μέχρι της οσφύος εν τη θαλάσση επί ικανάς ώρας
+κατά τας πρώτας ημέρας, καθώς έλεγαν.</p>
+
+<p>Και η εύμορφος Γερακούλα έτρεχε με τας τέσσαρας θυγατέρας της, μικράς
+τότε, και ήναπτε τας κανδήλας των εξοχικών ναΐσκων και παρεκάλει κ' εδέετο.
+Τέλος μετά έν έτος πεισθέντες οι άγγλοι περί της αθωότητος του καπετάν-Θοδωρή
+— πόσον αργά πείθονται οι ισχυροί! — πεισθέντες ότι ο καπετάν-Θοδωρής ουχί εκ
+περιφρονήσεως χάριν κέρδους επισφαλούς αλλ' εξ αγνοίας ευρέθη εντός της
+γραμμής του αγρίου εκείνου στόλου, απέλυσαν αυτόν, δόντες μίαν ενδυμασίαν και
+μίαν λίραν — ελεημοσύνην ισχυρού προς ασθενή — ως πικράν ανάμνησιν της εν τη
+αγγλική ναυαρχίδι καθείρξεώς του.</p>
+
+<p>Πλην άλλη και πικροτέρα έμελλε να ήνε η από των άγγλων ανάμνησις του
+αγαθού εμποροπλοιάρχου. Ο καπετάν-Θοδωρής έχασε την υγείαν του. Εκ των
+συχνών αναγκαστικών λουτρών εν τη ειρκτή και των άλλων μαρτυρίων εν τοιαύταις
+ώραις έπαθεν εκ χρονίων ρευματισμών κ' εξήλθεν εις την πατρίδα του ως γέρων
+κυφός και πιασμένος, ο ανδρείος εκείνος καπετάν-Θοδωρής, όστις επατούσε κ'
+εσείετο η γη, όταν τον είδεν η ωραία Γερακούλα και τον ηγάπησε.</p>
+
+<p>Μόλις δύο έτη μετά ταύτα ήρχισε να βαδίζη κάπως ελευθερώτερον, πλην δεν
+ήτο πλέον δι' εργασίαν. Έφαγε και τα ολίγα αποταμιεύματά του και ήδη απέζη,
+αυτός και η οικογένειά τους εκ των μικρών προσόδων των κτημάτων του.</p>
+
+<p>Τα έτη παρήρχοντο. Αι εύμορφοι θυγατέρες του εμεγάλωνον και εγίνοντο
+ευμορφότεραι. Ο δε καπετάν-Θοδωρής το μόνον όπερ ηδύνατο να κάμνη ήτο να
+κατέλθη συρόμενος με τα δύο ραβδία του μέχρι της αγοράς εις το παρά την
+αποβάθραν καφενείον κ' εκεί να πίνη ένα καφέ, — τον προσφιλή του ναργιλέν
+απηγόρευσαν οι ιατροί — και να διηγείται τα παθήματά τους. Περί των λοιπών
+εφρόντιζεν η σύζυγός του η καλή Γερακούλα. Αύτη με όλην την πτωχίαν διετήρησε
+τον φαιδρότατον χαρακτήρα της δροσερόν και χαρμόσυνον, τρέχουσα εις τα
+κτήματά της με τας θυγατέρας της, χωρίς η παραμικρά κατήφεια να επισκιάση την
+λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλομοίρα που είσαι! έλεγεν ενίοτε ο καπετάν-Θοδωρής, γυρμένος
+τον χειμώνα παρά την θερμήν εστίαν, ενώ παραπέρα εκάθηντο κατά σειράν
+τέσσαρες κόραι ξανθόμαλλοι, αι τέσσαρες της Γερακούλας θυγατέρες, με την
+κάλτσαν περί τον λαιμόν πλέκουσαι.</p>
+
+
+<p>&nbsp;— Έχει ο Θεός! απήντα η φαιδρά Γερακούλα.</p>
+
+<p>Και όταν πάλιν η γραία πονηρά γειτόνισσά της, απόξω-απόξω, διά να μάθη,
+ωμίλει περί υπανδρείας προς την Γερακούλαν και ότι τάχα πώς θα ημπορέση σ'
+αυτόν τον δύσκολο καιρό να υπανδρεύση τέσσαρας θυγατέρας, — είχε και αυτή
+μίαν μόνην θυγατέρα κ' έκλαιε και ωδύρετο — η Γερακούλα απήντα πάλιν
+περιχαρής:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχει ο Θεός!</p>
+
+<p>Και έλαμπον τα μαύρα τα μάτια της από την χαράν και από την ελπίδα, και
+περιήρχετο τα εξωκκλήσια κατά τας εορτάς ξένοιαστος κ' ελευθέρα παθών και
+βασάνων, ανάπτουσα τας κανδήλας και δεομένη του Δεσπότου Χριστού, όστις
+φροντίζων εν τη απείρω αυτού αγαθότητι περί των πετεινών του ουρανού, τα
+οποία ούτε σπείρουσιν ούτε θερίζουσι, πολύ περισσότερον φροντίζει περί των
+ευσεβών και αγαθών θυγατέρων.</p>
+
+<p>Εν τούτοις ο καιρός έφευγεν, ως φεύγει το κύμα, και αι θυγατέρες της
+Γερακούλας εμεγάλωναν.</p>
+
+<p>Ούτω, θυγατέρας της Γερακούλας, τας απεκάλει και ο γέρων πατήρ. Ο καπετάν-
+Θοδωρής δεν ελογάριαζε πλέον τον εαυτόν του μεταξύ των ζώντων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν με πετάτε, καϋμένες, 'ς το γιαλό!</p>
+
+<p>Έλεγεν ενίοτε βαρυθυμών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός και Παναγία, καπετάν-Θοδωρή μου! εφώνει η σύζυγος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός και Παναγία, πατέρα! έλεγον και αι θυγατέρες του.</p>
+
+<p>Πλην όσον ηύξανεν η ηλικία των, τόσον ηύξανον και αι ελπίδες της μητρός,
+αίτινες ως κολοκύνθαι ανεβλάστανον, αι οποίαι όσον κόπτονται αι κορυφαί των,
+τόσον φύουσι νέα άνθη και νέους καρπούς.</p>
+
+<p>Κατά δε τας μακράς του χειμώνος νύκτας, ότε η Γερακούλα ενυκτέρευε μετά
+των τεσσάρων θυγατέρων της, ενώ ο καπετάν-Θοδωρής πιών τον τελευταίον καφέ
+του εκοιμάτο εγγύς της εστίας, έλεγε μετά θαυμαστής φαιδρότητος πάντοτε,
+δώρου ζηλευτού της θείας δυνάμεως, ήτις ενισχύει τους δούλους της εν ταις
+περιπετείαις και θλίψεσι του βίου, ως ενίσχυε τους μάρτυρας προ των
+βασάνων.</p>
+
+<p>Έλεγε λοιπόν η Γερακούλα προς την μεγάλην:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσένα, Ελένη, θα σου δώσω κτηματία, να έχης αμπέλια και
+χωράφια.</p>
+
+<p>Αι θυγατέρες γελώσαι άφινον το πλέξιμον και έκαμνον ήδη μπαμπακούλες,
+τυλίσσουσαι λοβούς κροκωτούς αραβοσίτου εντός της καιούσης τέφρας της
+εστίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσένα, έλεγεν είτα, αποτεινομένη προς την δευτερότοκον, την
+Μαριγώ, θα σου δώσω έμπορα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τρακ! εκρότει η μπαμπακούλα, ο λοβός του αραβοσίτου·
+εκτινασσόμενος σχασμένος βαμβακόλευκος εκ της τέφρας και κροτών ως αι
+στράκαι την Μεγάλην Εβδομάδα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θάχης πανικά, νήματα, καλούδια, εξηκολούθει η Γερακούλα.</p>
+
+<p>Και προς την τρίτην έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσένα θα σου δώσω, Μυρσινιώ μου, γραμματικό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τρακ! εκρότει πάλιν από της τέφρας εκτινασσομένη αφράτη και
+άσπρη η μπαμπακούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θάχης χαρτιά και καλαμάρια και πέννες.</p>
+
+<p>Τα κορίτσια εγελούσαν. Ήσαν και αυτά φαιδρά και καλοκάγαθα, σεμνά της
+καλής μητρός αποτυπώματα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσένα... εξηκολούθει η Γερακούλα...</p>
+
+<p>&nbsp;— Πόσες θυγατέρες έχεις, θα πω; διέκοπτεν η μικροτέρα, φαιδροτέρα
+και ξανθοτέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εσένα, Φανιώ μου, έλεγε προς την τελευταίαν, εσένα θα σου δώσω
+γιατρό!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ω! έκαμναν θόρυβον αι άλλαι, ζηλεύουσαι τάχα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ θέλω καπετάνιο, παρεπονείτο η Φανιώ, παίζουσα και
+αστεϊζομένη, κ' έκαμνε πως κατέβαζε τάχα τα μούτρα, καταγινομένη εις της
+μπαμπακούλες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καπετάνιο! απεκρίνετο η Γερακούλα μετά τινος μυστικού πόνου· και
+εσιώπα, αφαιρουμένη εις τα ζωηρά της φλογός παιγνίδια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Aχ! ανεστέναξε τότε ο γέρων, ακούσας ως εν ονείρω την οδυνηράν
+λέξιν και αφυπνισθείς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατρό, θα σου δώσω, γιατρό με το ψηλό καπέλλο, να σε πηγαίνη
+περίπατο, επανελάμβανε ζωηρότερον η καλή μήτηρ, διακόπτουσα την οδυνηράν
+ανάμνησιν.</p>
+
+<p>Και εκάγχαζον αι νεάνιδες και έτρωγον μπαμπακούλες και εκρότουν οι λοβοί
+του ξανθού αραβοσίτου εν τη τέφρα της εστίας επικροτούντες και αυτοί τας
+φαιδράς της μητρός αστειότητας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γελάτε Αρί-σείς, παρετήρει η μήτηρ. Μεθαύριο βλέπετε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σ' το πιθάρι τους έχεις, θειά-Γερακούλα, τους γαμπρούς; ηρώτα
+γελώσα πάλιν και παίζουσα η Φανιώ.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Η προσφιλεστέρα όμως ενασχόλησις της Γερακούλας και των θυγατέρων της ήτο η
+έξω εις τα κτήματα των εργασία. Έμενεν η μία των θυγατέρων, συνήθως η
+μικροτέρα, εις την οικίαν παρά τω γέροντι «να σαρώση, να βολέψη το σπίτι, να
+ζυμώση, να μαγειρεύση» να περιποιηθή τον ασθενή πατέρα, αι δ' άλλαι
+ηκολούθουν την μητέρα. Ούτω δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα κορίτσια αυτά εν τη
+εξοχή ανετράφησαν. Διά τούτο έφερον εις το πρόσωπόν των την δροσερότητα των
+δασών και εις την κόμην των το χρυσούν του αστάχυος χρώμα. Ως να μη ήσαν
+τέκνα της Γερακούλας εφαίνοντο, αλλά βλαστήματα αγνά της αμωμήτου φύσεως,
+των βουνών, των δασών, των ρευμάτων. Τόσην αγάπην είχον προς την πρασίνην
+χλόην και τον δροσερόν αέρα της. Και οικιακήν αν είχον εργασίαν, απαιτούσαν την
+παρουσίαν και των τεσσάρων θυγατέρων, πάντοτε την πρωίαν ήθελον πεταχθή εις
+τον ελαιώνα ή την άμπελον, κάτι να ίδουν, κάτι να φέρουν, κάτι να αναπνεύσουν.
+Επιάνετο η αναπνοή των μέσα εις τον στενόν οικίσκον.</p>
+
+<p>Αλλ' όταν δεν είχον εργασίαν εν τη κώμη, τότε όλην την ημέραν διήρχοντο εν τη
+εξοχή μετά της μητρός των, ως αγαθού φρουρού, την δ' εσπέραν θαμπά-θαμπά
+επανήρχοντο φαιδραί, δροσεραί, με την πλουσίαν ξανθήν κόμην των αόρατον υπό
+την λευκήν ελαφράν μανδήλαν, πλήρεις αγροτικής ευωδίας και καλλονής ως άνθη
+του βουνού, τα οποία δρέπει τις εις την κορυφήν αποτόμου πέτρας. Και τι δεν
+έφερον τότε εις την οικίαν, εις τον αγαπητόν πατέρα των, όστις βαθύ παράπονον το
+είχε, διότι δεν ηδύνατο να περιπατήση μέχρι της αμπέλου τουλάχιστον. Και τι δεν
+έφερον! Λάχανα δροσερά, ευώδη και πολυώνυμα, λάπαθα, καυκαλίθρες,
+παπαρούνες και λεβοδιές. Αλλά και αμανίτας απαλάς και ευωδιάζοντα βουνόν
+κούμαρα. Και τότε την εσπέραν κατεσκεύαζον τα εύγευστα εκείνα «καλαπόδια»
+τυλίσσουσαι ημικυκλικώς εις φύλλον λεπτόν ζύμης ψιλοκομμένα λάχανα μετ'
+ελαίου και έψηνον αυτά ουχί εις τον φούρνον, αλλ' εν τη εστία επί πλακός
+τιθεμένης επί του τρίποδος και απλουμένων υπ' αυτήν αραιώς των ανθράκων. Και
+αν μεν ήτο καιρός εργασίας, αυταί εφρόντιζον περί πάντων, πλην του σκαψίματος
+και κλαδεύματος. Εκαθάριζον τας ελαίας, συνήθροιζον τον καρπόν, αργολογούσαν
+και εθειάφιζον την άμπελον, εκρεμούσαν τον ορεινόν εις την συκήν και
+επεμελούντο της επιμόχθου συγκομιδής των σύκων, ότε περισσότερον ηλιάζονται
+αι νεάνιδες παρά τα σύκα εν τω μέσω του αδένδρου αγρού, όπου τοποθετούνται αι
+ηλιάστραι υπό τας φλογεράς του θέρους ακτίνας· τέλος ετρυγούσαν την άμπελον.
+Πλήρης και ατελείωτος σειρά εργασίας περιφερομένη κυκλικώς μετά της περιόδου
+του ενιαυτού. Όταν δε πάλιν δεν είχον εργασίαν γεωργικήν, τότε ηρέσκοντο να
+πλέκωσι, να ράπτωσι και να νήθωσιν υπό την κατάμαυρον σκιάν της συκής, ή να
+κάμνωσιν ένα περίπατον μέχρι της παραλίας της Κεχρεάς προς άλλην άγνωστον
+ακτήν, διάφορον της συνήθους της κώμης παραλίας, και καθήμεναι παρά το
+ευώδες κύμα να ρίπτωσι στρογγυλούς χάλικας εις τον διαυγή πυθμένα και τα
+πράσινα νερά, ή να τρέχωσιν επί των στιλπνών οστράκων, τρικλίζουσαι μετά
+χάριτος, ως νύμφαι θαλασσιναί, άρτι αναδύσαι εκ του αλμυρού πόντου,
+αναζητούσαι επί της ευωδιαζούσης εκ της καθαρότητος παραλίας τα παμποίκιλλα
+εκείνα κελύφη των οστράκων, άτινα μετά τόσης λεπτότητος κατεργάζεται λεία και
+στιλπνά ο καλλιτέχνης πόντος, προστρίβων ταύτα έως ου αποκτήσωσι το χρυσίζον
+εκείνο, ή υπέρυθρον, ή πάλλευκον χρώμα. Ενώ η μήτηρ, καθημένη εγγύς του
+κύματος, αφηρείτο εις τας απέναντι νέας ακτάς και αγνώστους τόπους,
+θαυμάζουσα την απλουμένην μυστηριώδη καλλονήν του πελάγους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι ώμορφα! εψιθύριζεν η μήτηρ ως εν ονείρω, θεωρούσα τας κομψάς
+γραμμάς των θεσσαλικών ακτών και του Πηλίου τας ερυθρωπάς σχισμάδας· εν ώ
+ως κοπάδιον λευκών περιστερών υπελεύκαζον επάνω- ψηλά της Ζαγοράς αι
+οικίαι.</p>
+
+<p>Ούτως είνε ο άνθρωπος. Το άγνωστον καταπλήττει. Όσον ωραίον, όσον
+τερπνόν, όσον επαγωγόν και αν είνε το παρόν, το απτόν, γοητεύει πάντοτε το
+άγνωστον, το άοπτον και αόρατον.</p>
+
+<p>Κ' εκεί της εφαίνετο ότι έβλεπεν εις το βάθος πέραν του κυανού πόντου έν
+μαύρον βρίκιον με τα λευκά του ιστία ταχέως να διέρχηται ως αστραπή προ των
+οφθαλμών της, ως να το εκίνει ουχί άνεμος, αλλά η αμείλικτος του πεπρωμένου
+χειρ. Και τότε έκυπτεν η πτωχή εις το κύμα, ελάμβανεν αλμυρόν ύδωρ διά των
+χειρών της και απέπλυνε τα πικρά δάκρυά της.</p>
+
+<p>Ούτω διά δακρύων εχαιρέτιζε την οιχομένην ευδαιμονίαν της η αρχαία της
+νήσου καπετάνισσα.</p>
+
+<p>Ήτο η μόνη ανάμνησις, ήτις της έφερνε δάκρυα, νεφύδρια εις τον αίθριον
+ουρανόν των μαύρων της οφθαλμών.</p>
+
+<p>Αλλ' οποίαν τρυφήν ενετρύφων την μεσημβρίαν, ότε εις το σκοτεινόν ρεύμα της
+Κεχρεάς — εκεί πλησίον ήτο το κτήμα των — υπό τας πλατάνους και τα βαΐα και
+τας μύρτους μαζή με τους κοσσύφους, τας τρυγόνας και τας φαιάς
+αγριοπεριστεράς έτρωγον βρέχουσαι τον άρτον εις το κρύον του ρεύματος νερόν,
+παραμερίζουσαι τα βρύα και τα καταπράσινα πολυτρίχια, τα οποία φύονται εις τας
+πηγάς και τας κρήνας ως δροσεροί των υδάτων ανθισμοί. Και όταν το καύμα
+εδυναμούτο υπό τας πλατάνους, κ' έβλεπον πέραν εις το κενόν να παίζη η
+ατμοσφαίρα ως λεπτοτάτη και αόρατος σχεδόν αράχνη — σημείον υψίστης
+θερμότητος — τότε απέβαλλον αι θυγατέρες της Γερακούλας τα μαύρα φουστάνια,
+εκρεμούσαν την λεπτοΰφαντον λευκήν μανδήλαν από των κλώνων των χλοερών
+και μακροφύλλων βαΐων, και με τα λευκά κολόβια ενίπτοντο κ' ελούοντο εις το
+κρύον ρεύμα, δροσίζουσαι τον απαλόν και λευκόν αυτών λαιμόν ως κύκνοι και
+βρέχουσαι την μακράν ξανθήν των κόμην ως μεταξίνην χρησίζουσαν κυματοειδώς
+επί των νώτων.</p>
+
+<p>Και είτα ετραγωδούσαν με την γλυκείαν λεπτήν φωνήν των και αι τέσσαρες εν
+αρμονία θελγούση και πολλάκις εχόρευον. Ω! και έψαλλον καλλιφώνως, ναι,
+έψαλλον εις το ρεύμα αι ευσεβείς νεάνιδες το ωραίον τροπάριον της Παναγίας, της
+γειτονίσσης των, ως την απεκάλουν τρυφερώς αι τρυφεραί κόραι. «Εν τη Γεννήσει
+την Παρθενίαν εφύλαξας... »</p>
+
+<p>Κ' ησθάνετό τις γλυκύν τον αντίλαλον ν' αναβαίνη από του ρεύματος διά των
+φύλλων της μυρωμένης εκείνης λόχμης ως ένθους και γοητευτική αρμονία
+νυμφών, κατακηλούσα την ακοήν και καθηδύνουσα την καρδίαν.</p>
+
+<p>Διά τούτο αι φιλοσκώμμονες άλλαι γυναίκες τας απεκάλεσαν, κατά το εγχώριον
+γλωσσικόν ιδίωμα, <i>Αναράιδες</i>.</p>
+
+<p>&nbsp;— Γιατί να μας λένε <i>Αναράιδες</i>; έλεγεν ενίοτε η μεγαλειτέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι γιατί, Μα, να μας λένε; Εγώ δεν θέλω, επανελάμβανεν η
+μικροτέρα και ξανθοτέρα, ένα αιθέριον πλάσμα νύμφης και δρόσου και ορεινής
+ευωδίας, η ωραία και ξανθή Φανιώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μακάρι νάσαστε! έλεγεν η μήτηρ, πλύνουσα συγχρόνως εις το
+διαυγές ύδωρ την σκονισθείσαν εκ της πορείας μανδήλαν της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λες και συ, θα πω;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μακάρι νάμαστε, να τους πάρουμε τη μιλιά, να μη μιλούνε για
+μας.</p>
+
+<p>Και ήρχιζε τότε η μήτηρ, βλέπουσα τα σειόμενα βρύα υπό του ρεύματος, να
+διηγήται προς τας θυγατέρας τον περί Νεράιδων μύθον, καλλωπίζουσα αυτόν
+κομψώς διά της αφελούς φαντασίας της:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αι Αναράιδες ήτανε ώμορφες γυναίκες, μα πολύ ώμορφες. Ψηλές,
+λιγνές, κάτασπρες, ροδοκόκκινες, με ξανθά μαλλιά, κ' ετραγωδούσαν εις τα
+ρεύματα σαν αηδόνια κ' εχόρευον ελαφρές σαν αέρας, καλή ώρα σαν εσάς. Εκειδά
+ήταν γυναίκες και εκειδά εγινόντανε αηδόνια. Εκειδά ήτανε κορίτσια και εκειδά
+γινόντανε άγγελοι με χρυσά μαλλιά και με χρυσές φτερούγιες.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λες, Μα; διέκοπτον αι θυγατέρες της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναι, επανελάμβανεν η μήτηρ. Τες βλέπανε οι άνθρωποι έξαφνα και
+τους έπαιρναν τη μιλιά! Από μερικούς έπαιρναν και τα μυαλά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι λες, Μα; διέκοπτον πάλιν γελώσαι αι εύμορφοι θυγατέρες της
+Γερακούλας.</p>
+
+<p>Ούτω παρήρχοντο αι ημέραι και νύκτες της αθώας αυτής οικογενείας.</p>
+
+<p>Ευδαίμονες γυναίκες!</p>
+
+<p>Έχε πλούτον, δεν έχεις χαράν, είσαι πένης. Έχε ξηρόν άρτον. Έχεις χαράν; Είσαι
+πλούσιος.</p>
+
+<p>Ευδαίμονες γυναίκες!</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Την άνοιξιν όμως πράγματι εμόχθουν η καλή μήτηρ και αι τέσσαρες θυγατέρες
+της.</p>
+
+<p>Κατεγίνοντο περί την βομβυκοτροφίαν, ήτις ιδίως κατά τα τελευταία έτη, καθ' ά
+συμβαίνει η παρούσα διήγησις, είχε λάβει μεγίστην ανάπτυξιν εν τη νήσω. Και
+ηυδοκίμει σφόδρα, αν ουχί και προς εξαγωγήν μεγάλην των μεταξοπλέκτων
+κουκκουλίων, αλλά προς παραγωγήν της απαιτουμένης διά τας πλουσιωτάτας
+προικώας ενδυμασίας των νεανίδων μετάξης, αίτινες μετά τρυφεράς προσπαθείας,
+αψηφούσαι πάντα κόπον και κίνδυνον, αρέσκονται εις την διατροφήν και
+ανάπτυξιν των ιδιοτρόπων και λεπτοφυών σκωλήκων από της πρώτης ως μαύρης
+μυίας μικροσκοπικής εμφανίσεως, μέχρι της ερωτικωτάτης αυτοθυσίας των, ότε
+αναβάς ο φαιόχρους με τους αιχμηρούς ποδίσκους του σκώληξ επί του δροσερού
+κλώνου της δρυός ή του ακανθωτού κιτρινανθέμου κλαδίου, βλέπει περιπαθώς δι'
+υστάτην φοράν την μετά τόσης στοργής περιέπουσαν αυτόν παρθένον και κινών
+τους ημίσεις του σώματός του δακτυλίους γοργώς κατά διαφόρους διευθύνσεις,
+πλέκει το μετάξινον δίκτυόν του και κλείεται εντός αυτού ως ο ερημίτης, ο
+εγκλεισμένος εν τω κελλίω του, ζων νεκρός, λέγων μυστηριωδώς: λάβε την πνοήν
+μου εις πολύτιμον μέταξαν, ω τρυφερά παρθένος, και κατασκεύασον το
+αραχνοϋφές ύφασμα, δι' ου θα περιβάλης το απαλόν σώμα σου την ημέραν των
+γάμων σου.</p>
+
+<p>Η ωραία νήσος αφθόνως εσκιάζετο υπό των συκαμινεών, ων τα φύλλα είνε η
+μόνη τροφή των μεταξοσκωλήκων. Οι περί την κώμην κήποι, αυταί αι αυλαί των
+κομψών οικίσκων επρασίνιζον θελκτικώς από τα πλατέα αμυγδαλοειδή φύλλα της
+μεταξοτρόφου συκομορέας εν αρμονία προς το λευκόν των τοίχων και το
+ερυθρωπόν των στεγών.</p>
+
+<p>Πλην επί μακράν σειράν ετών πρότερον ηστόχησεν η ζωηρά αύτη ενασχόλησις.
+Οι σκώληκες ηύξανον, ηύξανον γοργώς και όταν προσήγγιζεν ο καιρός της ανόδου
+των εις το κλαδίον, ησθένουν και απέθνησκον και αι καλαμωταί, τα καλάμινα
+απλωτά διαμονητήρια των σκωλήκων, ετινάσσοντο εις τα καταλύματα — οικτρόν
+θέαμα — υπό τους οδυρμούς τόσων μητέρων και τόσων παρθένων, αίτινες εις
+μάτην εμόχθησαν υπό το καύμα του μαΐου φυλλολογούσαι εν τοις αγροίς.</p>
+
+<p>Εις μάτην η πτωχή μήτηρ την ημέραν του Ευαγγελισμού εισήρχετο εις τον ναόν,
+φέρουσα εν τοις κόλποις της εντός μανδηλίου τον μικροσκοπικόν σπόρον του
+βόμβυκος, όστις λειτουργηθείς ούτως ετίθετο μετά ταύτα εγγύς της πυράς,
+ηυλογημένος, ίνα <i>ανοίξη</i> επί απαλού πανιού κ' εμφανισθή ο σκωληκίσκος, η
+μέλλουσα μεταξωτή χαρά της παρθένου. Εις μάτην άλλη μήτηρ έδιδεν ωσαύτως
+τον σπόρον εις τον υιόν της να τον φέρη την μεγάλην Παρασκευήν εν τω ναώ, όπως
+αγιασθή πριν ανοίξη. Ουδεμία κόρη <i>εκλάδονεν</i>.</p>
+
+<p>Τότε απελπισθείσαι αι πτωχαί γυναίκες, φαίνεται ότι εγκατέλιπον εις το εξής
+επί πολλά έτη τους ματαίους μόχθους και έβλεπες ξηρά κούτσουρα τας
+συκαμινέας, εγκαταλειφθείσας εις την διάκρισιν άλλων σκωλήκων πλέον,
+μεταξωτών και αυτών, των σκληρών παιδίων του χωρίου, τα οποία αναβαίνοντα εις
+τα ωραία δένδρα, επλήρουν την κοιλίαν και τον κόλπον των από τα σακχαρωτά
+συκάμινα κ' έθραυον είτα τα ευλύγιστα κλωνάρια απομαδώντα τα τρυφερά φύλλα
+των εις διατροφήν των λαιμάργων αιγών και αμνάδων.</p>
+
+<p>Η αποτυχία κοινώς απεδόθη εις ασθένειαν του σπόρου, αδυνατούντος να
+παραγάγη γενναίον σκώληκα μέχρι του σχηματισμού των στιλπνών ωχρολεύκων
+κουκκουλίων.</p>
+
+<p>Όμως κατά τα έτη της διηγήσεώς μας η ανάπτυξις της βομβυκοτροφίας
+παρουσίασε νέαν θαυμασιωτέραν της παλαιάς ευδοκίμησιν. Η Κυβέρνησις
+εξαπέστειλεν εις τα χωρία χημικώς εξηρευνημένον βομβυκόσπορον της Προύσσης
+και η παραγωγή υπήρξε θαυμασιωτάτη.</p>
+
+<p>Και είδες πάραυτα ν' αναλάβη ζωήν το χωρίον κατά την άνοιξιν. Επρασίνισαν
+πάλιν αι αυλαί του από τας ευμόρφους συκομορέας κ' επανεφυτεύθησαν εις τους
+κήπους τα χλοερά δένδρα.</p>
+
+<p>Ανεκλάλητος χαρά ήτο διακεχυμένη έξω κατά το έαρ. Κόραι δε και γραίαι
+ημιλλώντο εις το άσμα κατά την επίπονον συλλογήν των φύλλων. Έλεγες ότι γενική
+εορτή τελείται εις το μικρόν χωρίον.</p>
+
+<p>Η ανάπτυξις του βόμβυκος προέβαινε λαμπρώς το έτος τούτο.</p>
+
+<p>Μόλις εφάνησαν τα πρώτα τρυφερά φυλλάκια εις τας συκαμινέας, ήνοιξε και ο
+σπόρος επί του θερμού πανίου εγγύς της εστίας. Πρέπει να συμπίπτη πάντοτε η
+άνοιξις του σπόρου με την άνοιξιν των μορεών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλορροίζικο, Μα, είπεν η μεγαλειτέρα κόρη της Γερακούλας, η
+Ελένη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά κουκκούλια! ηυχήθη η μήτηρ.</p>
+
+<p>Και η Ελένη παρατηρήσασα ότι εσχηματίσθησαν όλα τα μαύρα σκωληκάρια,
+ενέθηκεν εκεί τρυφερόν φύλλον, εκόλλησαν όλα επ' αυτού, κινούμενα υπό της
+λαιμάργου ορμής προς το φαγητόν και ούτως η κόρη έθεσεν αυτά εις μεγαλείτερον
+ταψίον, όπερ ετοποθέτησεν επί καθέδρας, τους τέσσαρας πόδας της οποίας
+εστήριξεν εντός στάκτης, ίνα μη δύνανται οι μύρμηκες ν' αναβώσι και πνίξωσι τους
+μικρούς σκώληκας τους οποίους δεινώς καταδιώκουσι. Τώρα τρέφονται οι
+σκώληκες διά φύλλων, μετά προσοχής κοπτομένων, ψιλά-ψιλά, διά ψαλλίδος. Και
+αφού αυξηθώσι και είνε ανάγκη μεγαλειτέρου πάλιν χώρου, κατά τον αυτόν
+τρόπον τοποθετούσιν αυτούς εις μεγαλείτερα και περισσότερα ταψία, έως ου,
+αναπτυχθέντα τελείως πλέον τον ωραίον σκώληκα και γενόμενον φαιόχρουν,
+τοποθετήσωσιν επί ευρείας καλαμωτής, ην αποκρεμώσιν από των δοκών της
+οροφής διά τεσσάρων σχοινίων, επαλείφουσαι αυτά επάνω διά κατραμίου, ίνα μη
+κατέλθωσιν οι λαίμαργοι μύρμηκες.</p>
+
+<p>Και πλέον ησυχία απόλυτος εν τω οίκω. Ούτε ταραχή, ούτε φωνή, ούτε άσμα.
+Είνε δειλοί οι μεταξοσκώληκες. Ο παραμικρός κρότος τους εκφοβίζει και τότε δεν
+αναβαίνουσιν εις το κλαδίον και δεν κάμνουσι κουκκούλια. Κατά την περίοδον
+ταύτην νομίζει τις ότι το χωρίον είνε έρημον.</p>
+
+<p>Και τρέχουν διά φύλλα αι νεάνιδες δις της ημέρας. Και προσέχουν να είνε
+τρυφερά και δροσερά, διότι τα πανιασμένα δεν τα τρώγουσιν οι ευγενείς
+μεταξοσκώληκες.</p>
+
+<p>Αυτό είνε το καματερό. Και πράγματι κάματος και πόνος συνοδεύει την
+ανάπτυξίν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάλι για φύλλα Μα! έλεγε κάθε πρωΐαν η Ελένη προς την μητέρα
+της.</p>
+
+<p>Και έσπευδεν η Γερακούλα και αι θυγατέρες της εις την άμπελον και εις την
+Κεχρεάν, όπου είχον χλοεράς συκαμινέας. Είχον ανοίξει εφέτος περισσότερον.
+Υπελόγιζον να εξαγάγωσι δέκα οκάδας μέταξαν, ήτοι έπρεπε να καταρτίσωσι
+κουκκούλια 100 οκάδων. Κατ' έτος εισέπραττον 250 δραχμάς. Εφέτος υπελόγιζον
+να εισπράξωσι 500. Εγέμισεν η οικία των καλαμωτάς, τέσσαρας-τέσσαρας,
+κρεμαμένας την μίαν επάνω της άλλης. Τον γέροντα τον εστρίμωξαν κάτω εις μίαν
+γωνίαν του ισογαίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλοκαίρι είνε, πατέρα, είπεν η Ελένη. Και ήκουες ένα βρυχηθμόν
+λαίμαργον, όταν έρριπτον τα φύλλα εις τας καλαμωτάς, ως όταν πνέη ξηρός άνεμος
+διά μέσου ξηρών φύλλων. Εις την στιγμήν τα πλατέα φύλλα εγίνοντο άφαντα, εν
+πατάγω καταβροχθιζόμενα υπό του στακτερού σκώληκος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πώς τρώει, θα πω! έλεγεν η Ελένη, κουρασθείσα να κουβαλή
+φύλλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός και Παναγία! διέκοπτεν η Γερακούλα. Φτύσε το μη το
+βασκάνης!</p>
+
+<p>Και ανεζήτει εν μέσω των αεικίνητων σκωλήκων η μήτηρ, που ήτο τρόμος να
+βλέπης τους απείρους μαύρους οφθαλμούς με τα στακτερά σωληνοειδή σώματα,
+ανεζήτει υπό τα φύλλα κρυπτόμενα τα <i>ακαμάτικα</i>, τα οποία <i>δεν κάμνουν
+κουκκούλια, δεν προκόπτουν</i>, τα ανεύρισκε, διακρίνουσα ταύτα μετ'
+επιτηδειότητος, και τα έρριπτεν εκ του παραθύρου εις την οδόν, επιλέγουσα σιγά-
+σιγά:</p>
+
+<p>&nbsp;— Άιντε, ακαμάτες, που είσθε σεις για κουκκούλια!</p>
+
+<p>Άλλοτε πάλιν εφρόντιζε διά πανίων να περιφράξη τας καλαμωτάς, όταν ποτέ
+εσύριζεν ο βορράς και χειμών όψιμος προηγγέλλετο. Και περιέφρασσε και τας
+θύρας ακόμη και τα παράθυρα. Τόσον το λεπτοϋφές, το μεταξωτόν καματερό
+επηρεάζεται εκ του ψύχους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ιδώ πλειο το καματερό σας, είπε ποτε εισελθούσα η γραία
+γειτόνισσα αίφνης, ευρούσα την θύραν ημιάνοικτον, εν ώ η Γερακούλα
+αναιβασμένη επί καθίσματος υψηλού, ανεσκάλευε τους ακαμάτες εν τη επάνω
+καλαμωτή. Και επειδή η Γερακούλα δεν ήκουσεν, επανέλαβεν η γειτόνισσα
+πλησιάζουσα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ιδώ το καματερό σας πλειο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ου! δεν έχω, δεν έχω. Ψόφησε, το πέταξα. Απεκρίθη η Γερακούλα και
+κατήλθε, σύρουσα την ξένην προς την θύραν βιαίως. Κ' επανελάμβανε·</p>
+
+<p>&nbsp;— Ψόφησε!</p>
+
+<p>Εν ω αντήχει ο φοβερός τριγμός των ροκανιζομένων φύλλων.</p>
+
+<p>Κατά πρόληψιν παλαιάν δεν πρέπει «ξένο μάτι» να ίδη το καματερό.</p>
+
+<p>Και όταν ίδουν ότι οι σκώληκες ηλάττωσαν την τροφήν των και υψούσι προς τ'
+άνω τας κεφαλάς των μετά του ημίσεως σώματος ως να ζητούσι ν' αναβώσι που,
+καί τινες αρχίζουσι ν' αναρριχώνται εις της καλαμωτής τα σχοινία, τότε πλησιάζει
+το «κλάδωμα». Θα μεταβώσιν αι παρθένοι εις το βουνόν, θα φέρωσι «ζαλίκα» επί
+των νώτων, τους ωραίους φουντωτούς θάμνους, το κλαδί, θα τοποθετήσωσιν
+αυτούς πέριξ των καλαμωτών κ' εν μέσω σταυροειδώς, και θ' αναβαίνωσιν ένας
+ένας οι σκώληκες να πλέξωσι τον κυλινδρικόν τάφον των, τα μεταξοφόρα
+κουκκούλια, τον καρπόν τόσου καμάτου του επιμόχθου καματερού.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Πρωίαν τινά του Μαΐου του έτους εκείνου εν τη ακμή της βομβυκοτροφίας εγένετο
+ανάστατον το μικρόν χωρίον έκ τινος κοινοποιήσεως υπό του δημάρχου
+αναγνωσθείσης εν τη εκκλησία.</p>
+
+<p>Η κοινοποίησις αύτη ην έγγραφον του Υπουργείου, αποτεινόμενον προς τους
+κατοίκους των βορείων της Ελλάδος παραλίων, ων εφιστάτο η προσοχή επί των
+αναφανέντων ληστρικών στιφών.</p>
+
+<p>Αληθώς κατά τας ημέρας εκείνας του Μαΐου, μετά την αποτυχίαν των
+Καλαμπακικών, των «Αγγλογάλλων» καταλαβόντων τον Πειραιά και
+αναγκασθέντος του βασιλέως Όθωνος να διακηρύξη εις τους πρέσβεις Αγγλίας και
+Γαλλίας, ότι θα τηρήση πλήρη και αυστηράν ουδετερότητα απέναντι της Τουρκίας
+επί του Κριμαϊκού πολέμου, ήρχισαν να διαλύωνται τα επαναστατικά σώματα,
+τινές δε, οι αρειμανιώτεροι τάχα; δεινώς πάσχοντες εκ της πενίας, ετράπησαν προς
+τον ληστρικόν βίον και είχον αναγγελθή ήδη καί τινες ληστρικαί πράξεις αυτών επί
+των θεσσαλικών μεθορίων προς την Φθιώτιδα.</p>
+
+<p>Δύνασθε να φαντασθήτε τον φόβον, ον παρήγαγεν είδησις τοιαύτη της
+Κυβερνήσεως εις την φιλήσυχον κωμόπολιν της διηγήσεώς μας, όπου αι γυναίκες
+πλεονάζουσι, διότι οι άνδρες ταξειδεύουσιν.</p>
+
+<p>Αι νυκτοφυλακαί της μικράς κώμης ετριπλασιάσθησαν. Οι πολίται άπαντες,
+πλην των γερόντων, κατετάχθησαν εις λόχους κατά συνοικίας και κατά σειράν
+εφρούρουν από της δύσεως του ηλίου μέχρι της ανατολής. Όπλα υπήρχον αρκετά
+εν τη δημαρχία. Η νήσος αύτη εχρησίμευσε πολλάκις ως καταφύγιον ή ορμητήριον
+επαναστατικών σωμάτων επί των ορίων του Βασιλείου κειμένη, και αυτομάτως,
+ούτως ειπείν, είχε σχηματισθή εκεί μικρά αποθήκη εκ καρυοφυλλίων του εικοσιένα
+και καραμπινών του τακτικού στρατού, άτινα εγκατέλιπον ή επώλουν τα
+διαλυόμενα εκάστοτε ανταρτικά σώματα.</p>
+
+<p>Μίαν ώραν μετά την ανάγνωσιν του φοβερού εγγράφου, ο είς και μόνος κλητήρ
+της δημαρχίας, καλέσας εν τω δημαρχείω και τους δύο αγροφύλακας, είπε με ύφος
+αρχηγού:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα θα γείνη το ρωμαίικο, παιδιά! Χωρίς άλλο!</p>
+
+<p>Και παρουσίασε προς αυτούς σωρείαν εσκωριασμένων όπλων, ράκη τινά
+εριούχου και πινάκια ελαίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τα καθαρίσουμε γλήγορα, παιδιά. Χωρίς άλλο θα γείνη το
+ρωμαίικο!</p>
+
+<p>Ο πτωχός αστυνομικός κλητήρ, γηραιός πολεμιστής του εικοσιένα, δεν ενόει
+άλλον πόλεμον παρά τον προς απελευθέρωσιν των δούλων αδελφών, δεν ενόει να
+καθαρίζη όπλα παρά προς πόλεμον κατά του εχθρού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μ' αυτή τη σκουργιά θα γείνη το ρωμαίικο; Παρετήρησαν οι δύο
+αγροφύλακες, μάλλον από νωθρότητα ή από φιλοτιμίαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Με ό,τι έχουμε, και ό,τι δεν έχουμε, επανέλαβεν ο κλητήρ. Ούτως εις
+διάστημα τριών ωρών εκαθαρίσθησαν τρεις δεκάδες όπλων, δι' ων ωπλίζοντο τας
+εκτάκτους αυτάς νύκτας αι <i>βάρδιες</i> της μικράς νήσου.</p>
+
+<p>Την επαύριον έδειξε σημεία ζωής και ο λιμενάρχης, εμφανισθείς πρώτην φοράν
+εις την αγοράν και διατάξας να ετοιμάσωσι μίαν πολεμικήν λέμβον, ην είχεν
+αφήσει εκεί η «Ματθίλδη» πανάρχαιον πολεμικόν πλοίον. Οι κάτοικοι τω
+προσήνεγκον άλλην καινουργή και στερεάν, πλην ο κ. λιμενάρχης συνειθισμένος
+εις τα πολεμικά ήθελε «βασιλική βάρκα» να την ίδουν από μακράν οι πειραταί και
+να τρομάξουν. Εστύπωσεν οπάς τινας, περιήλειψεν αυτάς διά πίσσης, έβαψεν είτα
+την λέμβον διά φαιού χρώματος στιλπνού και επιβιβάσας εν αυτή δύο γέροντας
+ναύτας, ων ο έτερος μονόχειρ, διέταξε να περιπλέωσι την νήσον μέχρι του Κάστρου
+προς βορράν κατέναντι της Χαλκιδικής.</p>
+
+<p>Την πρώτην νύκτα ο κλητήρ ηγρύπνησε μέχρι της πρωίας μετά μεγάλης
+δυσαρεσκείας. Όταν την πρωίαν ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου, το πρόσωπόν
+του ήτο στενόν και μακρόν, ως όταν παρατηρεί τις εντός τεθραυσμένου καθρέπτου.
+Συνειθισμένος να κτυπά τον κώδωνα της βάρδιας αφ' εσπέρας και να κοιμάται,
+εταλαιπωρήθη ο αγαθός εντός μιας νυκτός. Και αι χείρες του και οι πόδες του ήσαν
+πλαδαραί ως πλόκαμοι οκτάποδος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε, τι νέα Γέρω-Γιάννη; ηρώτησεν αυτόν ο δήμαρχος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ησυχία και ασφάλεια, κύριε δήμαρχε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπράβο, Γέρω-Γιάννη! Αρματώθηκες βλέπω σαν αστακός.</p>
+
+<p>Ο Γέρω-Γιάννης έρριψεν υπερήφανον βλέμμα εις τες ασημένιες παλάσκες του
+και το υαλιστερόν όπλον, καρυοφύλλι μ' επαργυρωμένον κοντάκιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έτσι νάσαι πάντοτε! ηυχήθη αυτώ ο δήμαρχος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύριε δήμαρχε, έτσι είμαι πάντοτε. Και εις πυρ και εις θάνατον.</p>
+
+<p>Ο δήμαρχος τότε περισκοπών το στιλπνόν καρυοφύλλι είδεν ότι έλειπεν ο
+πυρίτης λίθος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ' πού είνε η τσακμακόπετρα Γέρω-Γιάννη; Έτσι θα γένη το
+ρωμαίικο;</p>
+
+<p>Ο Γέρω-Γιάννης ερυθριάσας ολίγον εξήγαγεν εκ του θυλακίου του τετράγωνον
+μυτερήν εις τας άκρας τσακμακόπετραν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Την είχα εις την τσέπη μου! είπε μετ' αφελούς ετοιμότητος.</p>
+
+<p>Μετά τινας ημέρας ο δήμαρχος διέταξε τους αγροφύλακας να περιοδεύσωσιν
+εις τα ενδότερα της νήσου, κάμνοντες διαφόρους κατοπτεύσεις εις πολλά μέρη,
+παραλαβόντες καί τινας ακόμη οπλοφόρους. Ητοιμάζετο δε να γνωστοποιήση εις
+το υπουργείον ότι ησυχία και ασφάλεια επικρατεί εις την νήσον, ότε ενεφανίσθη
+προ του λιμένος μεγάλη και πολύκωπος λέμβος, μετά τάχους κατευθυνομένη προς
+την πολίχνην.</p>
+
+<p>Εταράχθη ολίγον. Πλην ίνα μη αποφανή, λέγει προς τον παριστάμενον
+πάνοπλον κλητήρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη!</p>
+
+<p>Ο κλητήρ παρατηρήσας πάραυτα το ωραίον καρυοφύλλιόν του είδεν ότι έλειπε
+πάλιν η τσακμακόπετρα. Πλην ετοίμως εξάγει αυτήν εκ του θυλακίου και την
+τοποθετεί καταλλήλως, περισφίγγων αυτήν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάλι ς' τη τσέπη; παρετήρησεν ο δήμαρχος. Έτσι θα κάμωμε το
+ρωμαίικο; — Δεν ξεύρω τι συμβαίνει, κύριε δήμαρχε, μου την παίρνουν τα
+ποντίκια, και γι' αυτό την προφυλάττω.</p>
+
+<p>Την στιγμήν εκείνην προσήλθε και ο λιμενάρχης τεθορυβημένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κάμνομεν κ. δήμαρχε; οι λησταί. Δεν τους βλέπετε; Εξήλθον όλοι
+εις τον εξώστην· ο δήμαρχος με το πονηρόν του βλέμμα, ο λιμενάρχης ωχρός
+ολίγον, και ο κλητήρ προσπαθών να βιδώση καλώς την τσακμακόπετραν. Κάτω οι
+άνθρωποι ατάραχοι έβλεπον την προσεγγίζουσαν λέμβον. Τινές δ' άλλοι
+προσήρχοντο δρομαίοι, αντί όπλων, ως ανέμενεν ο λιμενάρχης, κρατούντες εις
+χείρας πινάκια κίτρινα και πράσινα του Τσανάκ-καλέ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε ο γρίπος, εφώνησε θριαμβευτικώς ο Γέρω-Γιάννης, βλέπων μετά
+προσοχής την πλησιάζουσαν μεγάλην και πολύκωπον λέμβον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα έχεις μια μύτη, Γέρω-Γιάννη!</p>
+
+<p>&nbsp;— Και μάτια και αυτιά, κ. δήμαρχε. Με συγχωρείτε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αληθώς ήδη ηκούετο και το ζωηρόν των τσεσμελήδων αλιέων
+κέλευσμα:</p>
+
+<p class="poem"><i>Ο γρίπος μας, η τράτα μας!<br />
+Άλ-λά, παιδιά!</i></p>
+
+<p>Αλλά και ο δήμαρχος είχε δίκαιον να μη ανησυχήση και ο λιμενάρχης είχε
+δίκαιον ν' ανησυχήση. Εις τας εκτάκτους περιστάσεις όλοι οι εν τη εξουσία έχουσι
+δίκαιον.</p>
+
+<p>Εν τούτοις η περίστασις αύτη ήτο ατυχής διά την μικράν νήσον, ανοικτήν
+πανταχόθεν εις την επιδρομήν των ληστών. Ωχρόν δέος εζωγραφίζετο κατά τας
+ημέρας εκείνας εις τα πρόσωπα πάντων. Αι εργασίαι αι γεωργικαί διεκόπησαν και
+πάντες έμενον εν τη αγορά διερωτώντες αλλήλους περί των συμβαινόντων.
+Συνεχώς δε τρις και τετράκις της ημέρας κατήρχοντο από του υψηλοτέρου βουνου
+οι αγροφύλακες, οπόθεν κατεσκόπευον το πέλαγος κ' εκόμιζον ειδήσεις εις τον
+δήμαρχον.</p>
+
+<p>Ουδέν όμως υπέστη τοσαύτην καταστροφήν όσον η βομβυκοτροφία. Τα
+καματερά, τα οποία, ως είδομεν, έκτακτον εσοδείαν προεμήνυον εφέτος,
+ηπειλούντο διά τελείας καταστροφής, στερούμενα τροφής. Θρήνος και οδυρμός
+μεταξύ των γυναικών. Πώς να εξέλθωσιν εις τους αγρούς προς συλλογήν φύλλων
+μετά την ύποπτον είδησιν περί ληστών; Ο δήμαρχος εφρόντισε και κατήρτισε
+σώματα οπλοφόρων, τα οποία προεφύλαττον πάσας τας παρόδους και τας
+κορυφάς, όπως ευκολύνηται η συλλογή των φύλλων. Πλην τι τρόμος ήτο εκείνος εν
+τοις αγροίς! Η ευωδιάζουσα από μυρίων αρωμάτων εξοχή, η πάγκαλος εκείνη
+φύσις της χλοεράς νήσου, είχε μεταβληθή εις σιωπηλήν και στυγνήν κοιλάδα
+πένθους. Εις τους τρομασμένους οφθαλμούς των εξερχομένων γυναικών τα
+δροσερά και μυριόχρωμα άνθη εφαίνοντο μαραμένα και άχροα. Και αυτά τα
+καταπράσινα των συκαμινεών φύλλα μαύρα εφαίνοντο. Τα αναρίθμητα
+κελαδήματα των πτηνών ούτε ηκούοντο καν υπό των καταπεπληγμένων γυναικών
+και πάσα κίνησις φύλλων υπό του δροσερού ανέμου αναπαρίστανεν εις την
+έκπληκτον φαντασίαν των δειλών εκείνων όντων την αυχμηράν όψιν ληστού ή
+λιάπη!</p>
+
+<p>Πόσον ο τρόμος μεταβάλλει την όψιν των πραγμάτων!</p>
+
+<p>Αι περισσότεραι ούτε εξήλθον καν τας τρεις πρώτας ημέρας. Όσαι είχον
+άνδρας, έστειλαν βεβαίως τους άνδρας των, αλλ' όσαι δεν είχον, ή ηγόρασαν
+φύλλα παρά τινων αγαθών γειτονισσών ή εγκατέλιπον τα καματερά εις την τύχην
+των.</p>
+
+<p>Και ήκουες:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει το καματερό!</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-καϋμένη, πάει πλειο. Κρίμα και κρίμα!</p>
+
+<p>Και ηκούσθη και γραία τις θρηνούσα αληθώς υψηλά εις τον βράχον ως επί
+απωλεία ανθρώπου επανειλημμένως οδυρομένη «Καματερό μου, καματεράκι
+μου!»</p>
+
+<p>Τωόντι τινές τα επέταξαν εις τον βράχον, όπου αι όρνιθες εύρον την χαράν των,
+καταβροχθίζουσαι λαιμάργως τους τεφρόχρους εκείνους σκώληκας μεγάλους και
+μαλακούς ως βούκας ζύμης.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα ευτυχώς κατώρθωσε να εξοικονομή φύλλα κατά τας δεινάς
+εκείνας ημέρας. Αναβιβάσασα επί οναρίου τον καπετάν-Θοδωρή, πληρώσαντα
+καλώς έν ωραίον τρομπόνιον, το μόνον λείψανον του απολεσθέντος βρικίου του,
+εξήρχετο μετά της μεγαλειτέρας των θυγατέρων της και συνέλεγε φύλλα εις τα
+πλησιέστερα κτήματα, δίδουσα αυτά εις το καματερό της μετά φειδούς. Εις το μέγα
+κτήμα όμως, εις την Κεχρεάν, δεν ετόλμησε να μεταβή.</p>
+
+<p>Αλλά μετά παρέλευσιν ημερών τινων, επειδή ουδέν εγένετο εξ όσων
+εφοβούντο οι άνθρωποι, ουδέ ληστρική συμμορία επεφάνη, επανήλθε και πάλιν η
+ησυχία και το θάρρος εις την πολίχνην.</p>
+
+<p>Αι νυκτοφυλακαί έπαυσαν, οι άνθρωποι ήρχισαν να εξέρχωνται εις τας
+εργασίας των και την νύκτα μέχρι του μεσονυκτίου μόνος ο Γέρω- Γιάννης, ο
+δημαρχικός κλητήρ, περιήρχετο την έρημον κώμην, φέρων το ωραίον καρυοφύλλι
+εις τον ώμον του και την τσακμακόπετραν εις το θυλάκιόν του. Και αν τον έβλεπες
+υπό την φαεινήν ακτινοβολίαν της σελήνης, εθεώρεις ότι περισσότερον ζωντανόν
+ήτο το αργυρούν καρυοφύλλι, ου αι γλυφαί έπαιζον ως φολίδες έρποντος όφεως
+υπό τας μαρμαρυγάς του αργυρού φωτός, παρά ο φέρων αυτό Γέρω-Γιάννης, όστις
+σιγά-σιγά με κλειστά τα μάτια εβάδιζεν ως άνθρωπος έχων αντί ψυχής
+καρυοφύλλι.</p>
+
+<p>Τέλος το υπουργείον απέστειλε νέον έγγραφον προς τον δήμαρχον της μικράς
+νήσου, αναγγέλλον ότι αι συμμορίαι εκείναι των ληστών διελύθησαν και καλούν
+τους νησιώτας να επαναλάβωσιν αφόβως τα έργα των.</p>
+
+<p>Διά τούτο είδομεν εν αρχή της διηγήσεώς μας τόσαι λέμβοι μετά γυναικών
+ιδίως ν' αποβιβάζωσι σάκκους φύλλων συκομορέας εις την παραλίαν υπό το φως
+της σελήνης.</p>
+
+<p>Επειδή δε και μετά την καταστροφήν πολλών καματερών, πάλιν αι συκομορέαι
+της νήσου δεν επήρκουν εις την διατροφήν των απομεινάντων, — τόσων λαμπρώς
+έβαινεν εφέτος η ανάπτυξις του μεταξοσκώληκος — πολλαί γυναίκες
+παραλαβούσαι και τους συζύγους των ή άλλους συγγενείς των, μετέβησαν εις την
+εγγύς κωμόπολιν Γλώσσαν, επί άλλης γειτονικής νήσου, όπου έμαθον ότι υπάρχουν
+φύλλα άφθονα άνευ καματερών.</p>
+
+<p>Ούτω και η φιλόπονος Γερακούλα, παραλαβούσα τας τρεις θυγατέρας της και
+τον καπετάν-Θοδωρή με το τρομπόνιον πλήρες, την άλλην θυγατέρα άφησε προς
+φύλαξιν της οικίας, μετέβη εις Γλώσσαν κ' εκόμισεν, ως είδομεν, τόσους σάκκους
+δροσερών φύλλων.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Μόλις ανεπαύθη την νύκτα η φιλόπονος αύτη οικογένεια από του κόπου του
+διημέρου εκείνου ταξειδίου, και ητοιμάζετο λίαν πρωί να μεταβή εις Κεχρεάν, εις
+το μακρινόν εκείνο κτήμα της, όπου κατά τας δύο ημέρας της απουσίας ουδείς
+μετέβη και όπου υπήρχον αι χλοερώτεραι συκομορέαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θεια Γερακούλα, ηκούσθη φωνή την αυγήν έξωθεν εκ γειτονικού
+παραθύρου, η φωνή της γραίας ξηράς και ωχράς γειτονίσσης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος είνε; απήντησεν η Γερακούλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να, εγώ είμαι, θα πάτε ς' Κεχρεά;</p>
+
+<p>&nbsp;— Λέμε να πάμε· τι να κάμουμε!</p>
+
+<p>&nbsp;— 'Σαν είνε, ναρθώ κ' εγώ μαζί σας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλώς ναρθής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρεις, φοβάμαι μοναχή μ'. Τώρα δεν έρχουνται οι αγρουφύλακες κ'
+εγώ φοβάμαι μοναχή μ'!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη φοβάσαι. Δεν είναι τίποτα. Ημείς πήγαμε 'ς τη Γλώσσα. Δεν είνε
+τίποτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ξέρω κ' εγώ. Ρέματα είνε, αλάργα είνε, φόβος είνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστός και Παναγία! Δεν είνε τίποτα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θαρθή κι' ου καπετάν-Θοδωρής;</p>
+
+<p>&nbsp;— Θαρθή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ναρθή.</p>
+
+<p>Αληθώς μετ' ολίγον ο καπετάν-Θοδωρής εξεκίνησε πρώτος, αναβάς επί του
+οναρίου, κρατών και το βαρύ τρομπόνιον πλήρες.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες της, έφερον εκάστη από ένα σάκκον
+κενόν και εντός καλάθου έλαιον διά τα κανδήλια της Παναγίας. Επί άλλου
+καλάθου, ον εκρέμασαν επί του οναρίου έθεσαν τον άρτον και το προσφάγιον. Θα
+επέστρεφον μετά το δειλινόν. Έως τότε υπελόγιζον ότι θα εσύναζον όλα τα
+υπάρχοντα εις τας εκεί συκομορέας φύλλα. Επί του οναρίου ο καπετάν-Θοδωρής
+εφόρτωσε και τους ψευδείς πόδας του, τα δύο χονδρά ραβδία, τα οποία
+μετεχειρίζετο ως αληθινούς του πόδας. Οι άλλοι δύο πόδες του, οι αληθινοί,
+εκρέμαντο από του οναρίου ξεκλειδωμένοι ως ψευδείς.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα ήρχετο τελευταία, συνομιλούσα μετά της γειτονίσσης της.</p>
+
+<p>Καθ' οδόν συνήντησαν άλλας πολλάς συντροφίας, αίτινες προς τον αυτόν
+σκοπόν μετέβαινον εις τα κτήματα, άλλαι φλυαρούσαι, άλλαι άδουσαι. Και δεν
+διέκρινες ποίαι ομιλούν, και ποίαι τραγουδούν. Η ομιλία εν φαιδρά συντροφία εις
+τα βουνά ούτως ερρύθμως απαγγέλλεται, ώστε εκ της ηχούς της αντηχούσης εντός
+των βαθέων γευμάτων, ουδόλως διαφέρει του άσματος.</p>
+
+<p>Αλλ' όταν ανέβησαν εις το βουνόν κ' έμελλον να κλίνωσι προς το μέγα της
+Κεχρεάς ρεύμα, έπαυσαν πλέον να συναντώσι νέας συντροφίας. Προς τούτο το
+μέρος υπήρχον περισσότερα δάση και ολίγα κτήματα. Μόνον το μέγα της
+Γερακούλας κτήμα εξετείνετο κάτω εις το ρεύμα, και έν άλλο πλησίον, της
+γειτονίσσης της, καί τινα ακόμη προς την θάλασσαν κατά τας δυτικάς ακτάς της
+νήσου.</p>
+
+<p>Ενόησαν ότι εισήλθον πλέον εις ερημίαν, ης η νεκρά νάρκη εζωογονείτο κατά τι
+εκ των φαιδρών συνομιλιών των τεσσάρων αδελφών, προς ας ο γέρων πατήρ,
+προηγούμενος, διηγείτο διάφορα επεισόδια του ναυτικού του βίου, όστις
+συνεκρούσθη προς τας τρικυμίας και τα πάθη της ζωής τόσον, όσον αι μαύραι
+δρύες, εν μέσω των οποίων ήδη εβάδιζον, επάλαισαν προς τους κεραυνούς και τας
+καταιγίδας. Αλλ' αν δεν κατώρθουν αι ολίγαι αυταί ανθρώπιναι ομιλίαι να
+διασπάσωσι της ερήμου την νεκρικήν σιωπήν, τα αναρίθμητα όμως πτηνά
+κατωτέρω, κεκρυμμένα εντός των γηραιών του δάσους δένδρων, τόσην ζωήν,
+τόσην κίνησιν εμαρτύρουν με τα αρμονικά αυτών κελαδήματα, ώστε αν έκλειες
+τους οφθαλμούς να μη βλέπης την μαύρην ατελείωτον σειράν των σιωπηλών
+δένδρων με τους σκληρούς κορμούς και το πυκνόν φύλλωμα, θα ενόμιζες ότι
+ευρίσκεσαι εν μέσω του Παραδείσου, περικυκλούμενος υπό μυριάδων αγγελικών
+όντων ως πτηνών κελαδούντων.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα και η γειτόνισσα συνομιλούσαι έμενον ολίγον όπισθεν.</p>
+
+<p>Αι τέσσαρες θυγατέρες η μία κατόπιν της άλλης προέβαινον έχουσαι
+σκεπασμένην την ξανθήν κόμην των, ίν' αποφύγωσι πρωινήν δρόσον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ελπίζεις, χριστιανή μ, λέγει αίφνης η γειτόνισσα σταματήσασα,
+ελπίζεις να πανδρεύσης τέσσερες θυγατέρες; Εγώ μία την έχω, και απελπίσθηκα
+πλεια.</p>
+
+<p>Έχουσα θάρρος πάντοτε ενώπιον της αγαθής Γερακούλας η ωχρά γειτόνισσα,
+επενέβαινεν άκλητος εις τοιαύτας οικογενειακάς συζητήσεις. Και μη ανεχομένη να
+βλέπη τόσον εύελπιν την καλοκάγαθον γυναίκα, επεθύμει να την ακούση μια φορά
+να βλασφημήση, διά να χαρή.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καϋμό τώχω! έλεγε πολλάκις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ελπίζω λες; απήντησε τότε η Γερακούλα, πλήρης χριστιανικής
+λάμψεως. Και τι θαρρείς; Είνε 'ς το χέρι μας; Αυτά είνε του Θεού. Όποιος πιστεύει
+εις τον Θεόν, αυτός ελπίζει. Ποτέ μου, γειτόνισσα, δεν απελπίσθηκα. Τα κορίτσια
+μου είνε του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει πώς θα τα οικονομήση. Σώπα, γιατί τώχω σε
+κακό μου να μου κόπτουν την ελπίδα. Όποιος κόπτει την ελπίδα από τον άλλον, του
+κόπτει την ζωήν. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αμ' δεν είνε του Θεού! 'Σ τα ρίξανε, κακομοίρα. Αχ! 'ς τα ρίξανε και τι
+έχεις να υποφέρης!</p>
+
+<p>Ενόει η γειτόνισσα την επικρατούσαν αφελή πλάνην, καθ' ην την ώραν του
+στεφανώματος εν τω γάμω οι εχθροί συνοικεσίου τινός διά μαγείας προορίζουσι
+τον τοκετόν τόσων θυγατέρων, προς δυστυχίαν του νέου ζεύγους, μέλλοντος να
+πάθη βάσανα και πειρασμούς, μέχρις ου αποκαταστήση αυτάς, ιδίως εις τας
+δυστυχείς ταύτας ημέρας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σώπα, γειτόνισσα! Μου το είπες κι' άλλη φορά. Σώπα. Εγώ σου είπα
+πολλές φορές, τα μάγια δεν τα πιστεύω. Τα μάγια είνε ψευτιές για να
+ψευτοπερνούν μερικοί 'ς τον ψεύτικο κόσμο.</p>
+
+<p>Είπεν η Γερακούλα κ' έρριψεν αίφνης το πλήρες ελπίδων βλέμμα της εις τας
+τέσσαρας θυγατέρας της.</p>
+
+<p>Είχον σταθή εις την κορυφήν του τελευταίου λόφου να ίδουν την ανατολήν του
+ηλίου. Αφήρεσαν τας μανδήλας των, θερμανθείσαι εκ της πορείας και αι ακτίνες
+του ηλίου πίπτουσαι εις την χρυσήν των κόμην, θαυμασίως αυτήν κατηύγαζον.
+Ενόμιζες ότι κύμα χυτόν χρυσού έλουε τας κορυφάς των τεσσάρων αυτών
+θυγατέρων, χρυσού παίζοντος εις τους παρθενικούς αυτών ώμους μ' εξαισίαν
+στιλβηδόνα κ' έκλαμψιν, χρυσού μαλακού, μαλακώς καταρρέοντος μέχρι της
+οσφύος.</p>
+
+<p>Φρίκη κρυφή διέτρεξε τα μέλη της Γερακούλας.</p>
+
+<p>Η μεγαλειτέρα ήτο 27 ετών, αι άλλαι ανά δύο έτη κατά σειράν μικρότεραι και η
+τελευταία 21 ετών. Όλαι εις την ακμήν του γάμου.</p>
+
+<p>Και ως από μυστικής τινος ορμής κινηθείσα η πτωχή μήτηρ, ήρχισε να μετρά επί
+των δακτύλων: μία, δύο, τρεις, . . . .</p>
+
+<p>Και εσταμάτησε κατηφής γενομένη, ως να εκάλυψε μαύρη σκέπη την
+γελόεσσαν του προσώπου της αίγλην.</p>
+
+<p>Ούτως ο Σατανάς παρασύρει εις την παγίδα της αμαρτίας τον άνθρωπον.</p>
+
+<p>Και η στρυφνή γειτόνισσα παρ' ολίγον με την θνητήν παρατήρησίν της, παρ'
+ολίγον να ρίψη εις τα δίκτυα της αμαρτίας την ενάρετον Γερακούλαν, ης το στόμα
+ουδέποτε έπαυσε να επικαλήται τον Κύριον, και ης η καρδία ουδέποτε έπαυσε να
+ελπίζη εις τον Θεόν.</p>
+
+<p>Αλλ' η θεία χάρις σκέπει πάντοτε τον κοπιάσαντα εν τη αρετή, όστις αποκτά
+ούτως ειπείν δικαιώματα επί της θείας δικαιοσύνης και δεν τον αφίνει να πέση εις
+βλασφημίαν, καθώς τον δίκαιον Ιώβ.</p>
+
+<p>Έπτυσεν εις την γην η αγαθή Γερακούλα, ως να απέπτυσε την βλασφημίαν, και
+ποιήσασα το σημείον του Σταυρού.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δόξα σοι ο Θεός! εφώνησεν εκ βάθους στενάξασα ως από των
+εγκάτων των σπλάγχνων της.</p>
+
+<p>Και επανέλαβε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έτσι που λες, γειτόνισσα. Εγώ τα κορίτσια μου τα άφησα εις τον Θεόν.
+Ο Παντοδύναμος θα τα οικονομήση.</p>
+
+<p>Η αιγλήεσσα αιθρία επανήλθε πάλιν εις το πρόσωπον της Γερακούλας.</p>
+
+<p>Ήδη η γειτόνισσα απεχωρίζετο. Έφθανεν εις το κτήμα της. Απεχαιρέτισε τας
+καλάς συντρόφους της, αίτινες έκλιναν ήδη προς το σκοτεινόν μέγα ρεύμα, και
+εισήλθεν εις το κτήμα της.</p>
+
+<p>Αλλά μετ' ολίγον κραυγάζει ως να είχε λησμονήσει να το είπη πρότερον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νάχετε το νου σας, κορίτσια. Είνε, ακόμα κλέφτες! τα μάτια σας
+τέσσερα! κορίτσια!</p>
+
+<p>Και επανέλαβεν οξέως παρατείνουσα την ξηράν φωνήν της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κλέφτες!</p>
+
+<p>Και η ηχώ δεινή και άχαρις επανέλαβε δις·</p>
+
+<p>&nbsp;— Κλέφτες!</p>
+
+<p>Και εβούισεν έως κάτω το βαθύ ρεύμα βοήν φοβεράν, ως εάν εβούισε
+τουφεκιά, καταπλήξασαν τα πτηνά, τα οποία εσίγησαν εις τας δροσεράς κρύπτας
+των.</p>
+
+<p>Η μεγαλητέρα, η Ελένη, 'σαν να ήκουσε την φωνήν την δευτέραν φοράν.
+Εκοντοστάθη ολίγον μετά τινος αγνώστου τρόμου, αλλ' είτα επειδή τα πτηνά
+επανέλαβον το κελάδημά των, απέδωκε τον φόβον εις την ύποπτον του ανθρώπου
+φαντασίαν και εξηκολούθησε τον δρόμον χωρίς να είπη τι.</p>
+
+<p>Γειτόνισσαί τινες είνε πεπρωμένον να προβλέπωσι πάντοτε το κακόν, με την
+διαφοράν ότι τούτο ως επί το πλείστον αποβαίνει εις αγαθόν.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Την ώραν καθ' ην είχον εξέλθη της πόλεως ο καπετάν Θοδωρής, η Γερακούλα και αι
+τέσσαρες θυγατέρες των, αυγή-αυγή, τέσσαρες οπλοφόροι επεβιβάζοντο είς τινα
+σκοτεινόν και απότομον της Κεχρεάς ορμίσκον, Μανδράκι καλούμενον, προς τας
+δυτικάς της νήσου ακτάς. Έφερον και οι τέσσαρες στολάς πεπαλαιωμένας της
+χωροφυλακής, πλην αντί υποδημάτων εφόρουν τσαρούχια ελαφρά και είχον τα
+πανταλόνια κομμένα και περιδεδεμένα άνω του γόνατος, καλύπτοντες τον πήχυν
+του ποδός διά της συνήθους βλαχόκαλτσας.</p>
+
+<p>Έσυραν την λέμβον των υπό τινα πυκνόν θάμνον, αόρατον εν μέσω των βράχων
+εκάλυψαν ακόμη αυτήν και διά τινων πυκνών και ακανθωτών αγριοβάτων και
+ανήλθον ως έλαφοι την άνω του ορμίσκου σκληράν της γης λοφιάν, βραχώδη μεν
+και ολισθηράν, πλην κεκαλυμμένην υπό δάσους ερείκων, κομάρων, πρίνων και
+σκολιών τινων πευκών, τας κορυφάς των οποίων φαρμακόνει η άλμη του κύματος
+ως άχνη ανερχομένη έως επάνω όταν μαίνεται κάτω η τρικυμία. Έως ότου έλθωσιν
+εις το μονοπάτιον οι τέσσαρες ξένοι, υπέστησαν παλλάς αμυχάς εις τας χείρας και
+τας παρειάς. Αλλ' επειδή ήσαν ένοπλοι με υαλιστεράς καινουργείς καραμπίνας
+ευκόλως διήνοιγον τας άκρας των σκληρών θάμνων και επερνούσαν
+παρεισδύοντες ως εν μέσω ακανθοχοίρων μετά προσοχής.</p>
+
+<p>Επλησίαζαν τα χαράγματα. Η ημέρα προεμηνύετο ωραία αν και νέφη τινά
+μαύρα, ως κάπαι ποιμενικαί, έτρεχον γοργά, ακολουθούντα του πρωινού βορρά το
+ρεύμα. Άμα τη ανατολή του ηλίου θα έπνεεν ο βορειοανατολικός, το δροσερόν
+μελτέμι, και ήδη παρεσκευάζετο το ευρύ μετέωρον στάδιον του ουρανού, εν ώ
+ήθελεν αγωνισθή άνευ αντιπάλου ο θερινός ούτος άνεμος, ου η ζωογόνος βία
+λυγίζει τας κορυφάς των αριών, μεταβάλλουσα εις στακτερόν το πράσινον χρώμα
+του δάσους, και λευκαίνει τον κυανούν πόντον μεταμορφούσα τα κύματα εις
+αγέλας λευκών περιστερών.</p>
+
+<p>Οι τέσσαρες άνδρες εξελθόντες εις την ατραπόν, έστησαν προς στιγμήν, ως
+διστάζοντες, αλλά μάλλον διότι ο είς τούτων, ο φαινόμενος ως αρχηγός,
+προσεπάθει να διακρίνη τα μέρη ως άνθρωπος θέλων ν' αναμνησθή παλαιάν
+γνωριμίαν.</p>
+
+<p>Ούτος έφερεν εν τη στολή του και χρυσά τινα σειρήτια και ράκος χρυσού
+θυσάνου εν τη εσκωριασμένη σπάθη, τα δε κομβία τη στολής του ήσαν μετά
+πλείονος επιμελείας εστιλβωμένα, ώστε ηδύνατό τις να εκλάβη αυτόν τουλάχιστον
+ως υπομοίραρχον. Περί την οσφύν του μετά χάριτος περιδεδεμένον ζεύγος
+μαλαμμοκαπνισμένων παλασκών εξέπεμπε χρυσάς λάμψεις. Ήτο
+τεσσαρακονταετής περίπου την ηλικίαν, έπαιζον δε γοργοί κ' ευκίνητοι οι μαύροι
+οφθαλμοί του εν αρμονία προς την ηλιοκαυμένην όψιν του και την μαύρην
+στιλβηδόνα της μαύρης κόμης του. Η χροιά και του προσώπου και των χειρών του
+ωμοίαζε προς το βαθύχρουν δέρμα κήτους. Οι άλλοι δύο ήσαν ηλιοκαείς γέροντες
+σχεδόν με σκληράς σάρκας κ' εξηγριωμένα χαρακτηριστικά, ο δε τέταρτος έφηβος
+συμπαθητικός με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και μαύρην κόμην, με λευκόν και
+απαλόν δέρμα, τον οποίον όμως τερατωδώς ασχήμιζεν η ρακώδης ενδυμασία και η
+μετά των άλλων αγριωπών ανθρώπων συντροφία.</p>
+
+<p>Τόσον δε πεπαλαιωμένη και εφθαρμένη ήτο η στολή των τριών τούτων, ώστε
+μόλις εκ του στέμματος διεκρίνοντο ότι είνε χωροφύλακες.</p>
+
+<p>Προέβησαν ολίγα βήματα προς το δάσος, πλην και πάλιν έστησαν.</p>
+
+<p>Ο αρχηγός τότε ο μαυριδερός, έρριψε λοξόν βλέμμα επί των συντρόφων του,
+ων ο νεώτερος είχε καταληφθή υπό τινος μυστικού φόβου όπερ τον ηνάγκαζε να
+βραδυπορή· οι δ' άλλοι ακουσίως εβραδυπόρουν και αυτοί, ως όταν σκοντάπτη
+κανείς επί λίθου.</p>
+
+<p>Υπέκλινε δις και τρις τον υψηλόν αυχένα ο νεώτερος, ως να κατεπλάγη, ιδών
+αίφνης εξαπλούμενα προ των οφθαλμών του τα μαύρα της Κεχρεάς δάση εις τα
+οποία δεν είχον εισδύσει ακόμη της αυγής αι ασθενείς ακτίνες, αποφρασσομένης
+της ανατολής από υψηλού όρους. Μαύρη επλανάτο επάνωθέν των η νυξ και πλέον
+μαύροι παρετάσσοντο των γηραιών δρυών οι ακίνητοι όγκοι, άνωθεν των οποίων
+εσύριζεν ως όφις παρερχόμενος ο πρωινός άνεμος.</p>
+
+<p>Η σελήνη είχε δύσει πρό τινων στιγμών και μόνον ως φλοξ ερυθρά καιομένης
+ασβεστοκαμίνου μακρόθεν έφεγγεν όπισθεν του Προμηρίου της
+Θετταλομαγνησίας ο αιμόχρους κύκλος της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κύτταξε καλά, Θανάση, έγρυξεν ο αρχηγός εν μέσω της ερημίας
+αποτεινόμενος προς τον νεώτερον των συντρόφων. Μη μου πης ότι φοβήθηκες της
+Νεράιδες. Ντροπή! Σ' το Καραντελή θάμαξα την παλληκαριά σου. Και γι' αυτό δεν
+θα σ' αφήσω πλειο από κοντά μου. Βλέπω και κοντοστέκεσαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καπετάνιο, ξέρεις το ελάττωμά μου, απήντησε μετά δειλίας ο
+Θανάσης. Το θέλω κ' εγώ; Να, έτσι κάνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια μου.</p>
+
+<p>Και έδειξε πέραν προς τον μαύρον δρυμόν, όπου υπελεύκαζον όγκοι τινές
+υψηλοί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε βράχια, απήντησεν ο αρχηγός. Ντροπή σου!</p>
+
+<p>&nbsp;— Ήμουν δεκαπέντε χρόνων, σου το είπα. Επερνούσα από το ρέμα, ένα
+μεγάλο και σκοτεινό ρέμα, μαύρο, κατάμαυρο, όπως μαυρίζει εκεί — και έδειξε
+πέραν το δάσος. — Ήτον καταμεσήμερο, και της ηύρα κ' εχόρευαν. Ήσαν ως
+τριάντα Νεράιδες, γυναίκες κάτασπρες, με άσπρους λαιμούς, άσπρα
+χρυσοκεντημένα φορέματα και ξανθά μαλλιά. Αντί να κάμω προς το βουνό, από τη
+σαστιμάρα μου έπεσα μέσα στο χορό. Έφερναν γύρω σαν να φέρνη γύρω αέρας.
+Μπερδεύθηκα μέσα σε ολόχρυσες πολυθρόνες, που κάθονταν οι βιολιτζήδες με τα
+χρυσά βιολιά και τ' αργυρά λαγούτα. Από την γλυκειά μουσική εβούλωσαν τ' αυτιά
+μου, από την χρυσή λάμψι των μαλλιών των εθάμπωσαν τα μάτια μου. Κάμνω να
+μιλήσω, δεν ημπορούσα. Μου πήραν την μιλιά γιατί τους χάλασα τον χορό. Έκαμα
+τρεις μήνες να μιλήσω. Από τότες μου απόμεινε ένας φόβος 'ς την καρδιά και
+κάμνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια μου μερικές φορές. 'Σ τον πόλεμο με είδες,
+καπετάνιε, αλλά 'ς της Νεράιδες να μη με ιδής. Καλλίτερα να μη με ιδής.</p>
+
+<p>Ο αρχηγός εγέλασεν, ακούσας επαναλαμβανομένην την αφελή διήγησιν του
+Θανάση. Και θωπεύσας αυτόν εις τον ώμον μετά πατρικής στοργής, είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αι, μη φοβάσαι πλεια! Σήμερα θα πάμε σε μαυροφόραις. Μη
+φοβάσαι. Σήμερα θα κάμνουν μαύρα-μαύρα τα μάτια σου.</p>
+
+<p>Και αφού περιέσφιγξεν ο μαυριδερός την οσφύν του ως εστηρίζετο εκεί όλον το
+θάρρος του, κ' εκρότησαν ηδέως αι παλάσκαι, ετράπη ταχύς προς το βουνόν ως
+άνθρωπος γνωρίζων τα «κατατόπια». Και μετ' ολίγον έχων προ αυτού πάντοτε τον
+νεαρόν Θανάσην, έκλινεν όπισθεν του όρους προς ανατολάς, όπου ηγείρετο η
+Μονή του Ευαγγελισμού.</p>
+
+<p>Οι δύο άλλοι ηκολούθουν.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>&nbsp;Εν μέσω βαθείας χαράδρας αθέατος μεταξύ των βράχων, ολίγον
+υψηλότερα του διαρρέοντος τον πετρώδη αύλακα χειμάρρου, ήτο κτισμένη η Μονή
+του Ευαγγελισμού. Προς το βορειοδυτικόν της χαράδρας υψούτο αμέσως άνωθεν
+του χειμάρρου μέγα και πετρώδες τριγωνικόν βουνόν φαλακρόν εν τη οξεία
+κορυφή, αλλά σκιαζόμενον προς τα κάτω υπό πυκνού δάσους δρυών, ων αι ρίζαι
+και οι κορμοί συνεχέοντο προς τους φαιούς βράχους του, απροσίτους εις τους
+πόδας του αγρότου, ως ήτο απρόσιτον εις την γλώσσαν το βάρβαρον όνομά του.
+Και μόνον αι αίγες είχον εκεί την προσφιλή των διαμονήν με τα μηκάσματά των και
+τους κωδωνίσκους των διασκεδάζουσαι τους μοναχούς. Προς δε το
+νοτιοανατολικόν άνω του χειμάρρου υψούτο πολύ ταπεινώτερος άλλος βραχώδης
+λόφος, εις την βορειοανατολικήν πλευράν του οποίου λειανθείσαν, φαίνεται,
+εκτίσθη η Μονή του Ευαγγελισμού. Σχοίνοι φουντωτοί και σφένδαμνοι υψηλαί και
+θάμνοι άγριοι παντοίων συμπλεγμάτων φυτών και αναδενδράδων εσκίαζον το
+μέρος τούτο, όπου ο γεωργός αντί βώλου γης ανασκάπτει πέτρας, θραύων τας
+αξίνας του.</p>
+
+<p>Ο χείμαρρος διευθύνεται προς τας ανατολικάς ακτάς της νήσου, διαρρέων
+παρακάτω από τα τείχη της Μονής ορμητικώς μεταξύ των παρασυρομένων βράχων
+παρά τους χονδρούς κορμούς, καρυών και πλατάνων, αίτινες μαγευτικήν όψιν
+παρέχουσιν εις το άγριον ρεύμα.</p>
+
+
+<p>Και μόνον προς ανατολάς καταβαίνει από του βράχου κλιτύς λιπαράς γης, εν η
+πρασινίζουσιν ωραίοι αμπελώνες με τας υψηλάς κυπαρίσσους των, απολήγοντες
+πλαγίως και προς βορράν εις το ρεύμα πάλιν, όπου κρέμανται κλιμακηδόν οι
+θαλεροί της Μονής κήποι, ο είς επί του άλλου, αρχόμενοι από της μεγάλης
+τετραγώνου στέρνας της δεχομένης τα άφθονα του ρεύματος ύδατα, δι' ων
+κινούνται οι μύλοι και ποτίζονται τα λαχανικά. Ο κατερχόμενος την ωραίαν των
+αμπελώνων κλιτύν παρελθών το αλώνιον επί της ομαλής κορυφής του γεώδους
+λόφου, διακρίνει αίφνης, χωρίς καν να το υποπτεύση, κάτω προς το ρεύμα, ως
+προσπεφυκυίας επί του βράχου τας στακτεράς της Μονής στέγας, εστεγασμένης
+όλης διά φαιών πλακών του βουνού. Μακρόθεν δε από του πελάγους αύτη
+φαίνεται ως κρεμαμένη από του βράχου προς ον συγχέεται. Βαρεία θολωτή
+καμάρα διά κτιστών δύο τετραγώνων κιόνων, των καλουμένων υπό των βυζαντινών
+πινσών υποβασταζόντων το παρεκκλήσιον του αγίου Δημητρίου με τον κομψόν
+θολίσκον του, σκιάζει τον πυλώνα με την μαύρην μεγάλην πύλην, ης αι οριζόντιοι
+διά χονδρών ήλων προσηλωμέναι χονδραί ορθόπλευροι σανίδες ως εκ σιδήρου
+παχέα φαίνονται ελάσματα. Μικρόν δ' επί του δεξιού θυροφύλλου πυλίδιον, το
+πορτέλλον, υπανοιγόμενον την νύκτα παρέχει είσοδον εις τους ξένους χωρίς ν'
+ανοιγώσι τα βαρέα της πύλης θυρόφυλλα. Ένδον διά των τεσσάρων ορθοπλεύρων
+πτερύγων, ανίσων το ύψος, τας οροφάς και την ηλικίαν, εφ' ων κατά σειράν
+υπάρχουσι τα κελλία των μοναχών, σχηματίζεται αυλή πλακόστρωτος, εν μέσω της
+οποίας κείται το εύμορφον Καθολικόν της Μονής με τας στρογγύλας γραμμάς του
+και τους δι' ερυθρού κονιάματος κεχρισμένους τρεις θόλους του, εστεγασμένους
+και αυτούς διά φαιών πλακών.</p>
+
+<p>Η μονή αύτη ήκμαζε τότε, πλούσια κατέχουσα κτήματα ελαιώνων και
+αμπελώνων, ων οι ευώδεις μοσχάτοι οίνοι <i>αλυπιακοί</i> καλούμενοι έκ τινος
+των παλαιών ηγουμένων και κτητόρων, του Αλυπίου, ιδιαιτέρως σκευάζοντος
+αυτούς, πολλάκις εθαυμάσθησαν εν Αθήναις, εις τας τραπέζας των Συνοδικών.
+Θεμελιωθείσα περί τα τέλη του προπαρελθόντος αιώνος και μετά ταύτα ολονέν
+συμπληρουμένη διά προσθήκης οροφών και πτερύγων, δι' α εδαπάνα αφειδώς τον
+ατελείωτον πλούτον του πλουσιόπαις νησιώτης, καθιερώσας εκεί και την ζωήν του,
+έστιλβε καινουργής, «Καινούργιο μοναστήρι» καλουμένη, εις αντίθεσιν των
+παλαιών άλλων τριών μοναστηρίων της Νήσου. Η σεμνή πρόσοψις άνω του
+πυλώνος και οι τοίχοι όλοι έξω ήσαν κεχρισμένοι δι' ερυθρού ασβεστοκονιάματος
+ως οι θόλοι, όπερ παρείχεν επιβάλλουσαν ερημικήν σεμνότητα εις την όλην του
+κτιρίου όψιν. Σήμερον όμως τα ωραία κονιάματα κατετρίβησαν υπό των υετών και
+των καταιγίδων, οι τοίχοι εις πολλά μέρη κατερειπώθησαν και μονάζουσιν εν αυτή
+περισσότεραι γλαύκες ή μοναχοί...</p>
+
+<p>Την αυτήν πρωίαν ο θυρωρός της Μονής μοναχός ανήρ 35 ετών ως κοντός
+τετράγωνος κορμός πεύκης, μάλλον στρογγυλός κ' έχων σχεδόν μόνον κεφαλήν και
+κοιλίαν, μετά περιεργείας είδε τέσσαρας ξένους χωροφύλακας, ων ο είς έφερεν
+αργυράς επωμίδας υπομοιράρχου άνευ κροσσών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μμμμ, ηθέλησε ν' αρθρώση λέξεις τινάς ο θυρωρός, συγκεχυμένος το
+σώμα και τον νουν, ιδών βαίνοντας τους ξένους ευθαρσώς προς τα έσω, ως
+ανθρώπους οικείους, αλλά παρατηρήσας τα όπλα αυτών τα καινουργή και τα ξίφη
+των και τα ξεφτισμένα του μαυριδερού αρχηγού σειρήτια ηρκέσθη να χαιρετίση
+στρατιωτικώς μετά βίας υπανεγείρων την κοντήν δεξιάν του προς το μέτωπον, μέγα
+και πλατύ ως τεμάχιον σανίδος.</p>
+
+<p>Οι ξένοι προχωρήσαντες σοβαρώς, κροτούτος του αρχηγού το ξίφος
+θορυβωδώς, ανήλθον μικρόν ξύλινον εξώστην προς τα δεξιά εκτεινόμενον και
+εισήλθον μόνοι των κατ' ευθείαν εις το αρχονταρίκιον — την αίθουσαν των ξένων
+— ανοικτήν πάντοτε και φέρουσαν εστρωμένους επί των μενδερίων κύκλω
+ωραίους περσικούς τάπητας. Προ πολλού είχε τελειώσει ο όρθρος, τινές δε των
+μοναχών λίαν πρωί είχον εξέλθει εις τους κήπους και τας αμπέλους προς
+εργασίαν.</p>
+
+<p>Ο μαυριδερός αρχηγός καθήσας σταυροποδητεί επί του μενδερίου και
+θωπεύων τον μαύρον αυτού μύστακα εζήτησε πάραυτα τον ηγούμενον. Αλλ' ο
+εμφανισθείς αρχοντάρης, γέρων ρινόφωνος, είπεν ότι ο ηγούμενος απουσιάζει εις
+το Μετόχιον προ ημερών, αλλ' ότι εν ανάγκη δύνανται να τον καλέσωσι. Και έβλεπε
+τον μαυριδερόν αξιωματικόν μετά περιεργείας ως να ενόμιζεν ότι κάπου τον
+ξαναείδεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν πειράζει, είπεν ο άγνωστος, ημείς θα φύγωμεν αμέσως, διότι
+βιαζόμεθα.</p>
+
+<p>Και μετά τέχνης απέφευγε τα πονηρά βλέμματα του γέροντος αρχοντάρη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα έρχεσθε διά την καταδίωξιν των ληστών; ηρώτησεν ο γέρων
+μοναχός διά της ρινός του, όστις ήτο γραμματεύς και οικονόμος συνάμα της μονής
+και ανεγίνωσκε την «Αθηνάν».</p>
+
+<p>&nbsp;— Ακριβώς δι' αυτό, απήντησεν ο αρχηγός, ευχαριστημένος ότι ο
+αρχοντάρης, χωρίς να το υποπτεύη, διευκόλυνε μεγάλως την υπόθεσίν του.</p>
+
+<p>Καθ' όλον αυτό το διάστημα οι τρεις άλλοι άγνωστοι χωροφύλακες ίσταντο
+άφωνοι εγγύς της θύρας, βλέποντες μετά προσοχής και περιεργείας την άνω αυτής
+κρεμαμένην μεγάλην χαρτίνην εικόνα, παριστάνουσαν διά ζωηρών ερυθρών και
+μαύρων χρωμάτων τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, επτά ωχράς ψυχάς εχούσας εν
+τω μέσω επί της καρδίας ενθρονισμένον μαύρον βασιλικόν δαίμονα.</p>
+
+<p>Ήδη ο στρογγυλός θυρωρός, φοβερός ωτακουστής, ακούσας έσπευδε να
+καλέση τους μοναχούς προλαβών του υπομοιράρχου τας σκέψεις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να έλθουν όλοι, διέταξε τότε ο αρχηγός, λαβών όλον το ύφος το
+σκληρόν αρχηγού αποσπάσματος, καταδιώκοντος ληστάς διότι έχω να σας
+αναγνώσω σπουδαίον έγγραφον της Κυβερνήσεως περί των ληστών.</p>
+
+<p>Ο θυρωρός έτρεχε με όλας τας δυνάμεις του κινών κεφαλήν και κοιλίαν και τας
+κοντάς χείρας του εις την αυλήν· και πονηρός ως ήτο εκτύπησε τον μικρόν κώδωνα,
+προς μεγάλην των χωροφυλάκων δυσαρέσκειαν, οίτινες ηυχαριστούντο μάλλον να
+εργάζωνται αθορύβως και χωρίς κώδωνας.</p>
+
+<p>Μετά μικρόν εισήλθον εις την αίθουσαν των ξένων πάντες οι μοναχοί με τα
+πρόσωπα αυτών τα ωχρά και τα βλέμματα τα απλανή πλην περίεργα και τους
+πώγωνας τους μακρούς. Ο αρχηγός εξήγαγεν ήδη ογκώδη φάκελλον, ον
+προσεπάθει ν' ανοίξη, οι δε μοναχοί προσήγγιζον εν κύκλω διά ν' ακούσωσιν.</p>
+
+<p>Ήτο εκεί ο κηπουρός με τον μικρόν σκαλιστήρα, διακόψας την εργασίαν του.
+Δύο άλλοι νεώτεροι με κίτρινον τον πώγωνα εκ λεπτής κόνεως θείου, κρατούντες
+και τα εκ λευκοσιδήρου θειαφιστήρια· είχον εξέλθει προ μικρού μόλις ετελείωσεν η
+Ακολουθία, διά να θειαφίσωσι την άμπελον «πριν πάρη το μελτέμι». Ήλθε και ο
+μάγειρος, ανασφουγκωμένος τας χείρας και κρατών μεγάλην ξυλίνην του
+μαγειρείου κουτάλαν. Εν όλω πέντε μοναχοί μετά του αρχοντάρη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν είνε άλλοι; ηρώτησεν ο αρχηγός των χωροφυλάκων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι γενναιότατε, απήντησεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης, χαίρων διότι
+επέτυχεν εις τον τίτλον, δι' ον τόσην ώραν εσυλλογίζετο. Δυο τρεις φορές του ήλθε
+να τον ονομάση ενδοξότατον, αλλά δεν του εφάνη καλόν, άγνωστον διατί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Προσέξετε, είπε μετά φωνής σθεναράς ο αρχηγός. Μήπως
+απεκρύψατε κανένα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Όχι, γενναιότατε! επανέλαβε πάλιν ο ρινόφωνος, οι άλλοι δέκα είνε
+με τον ηγούμενον εις το Μετόχι, θειαφίζουν τα αμπέλια και άλλοι λείπουν εις το
+Νησί, τον Τσουγκριά, (μίαν δροσεράν Νησίδα προ του λιμένος, ανήκουσαν εις την
+Μονήν).</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα έλθουν τώρα;</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα έλθουν την Κυριακήν, μετά τέσσαρας ημέρας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πολύ καλά, είπεν ο μαυριδερός αρχηγός, εγερθείς εν θορύβω των
+όπλων του.</p>
+
+<p>Και πάραυτα ως να ήτο σύνθημα το «πολύ καλά» τούτο, οι τρεις χωροφύλακες,
+καταβιβάσαντες τους οφθαλμούς των από την φοβεράν χαρτίνην εικόνα εξήγαγον
+εκ της οσφύος των μακρά και λεπτά σχοινία και επιπεσόντες κατά των μονοχών
+εξαίφνης περιέδεσαν αυτούς μετά πολλής ευκολίας, ενώ ο αρχηγός ίστατο με
+γυμνήν την σπάθην του προ της θύρας. Μόνον ο μάγειρος, ο ζωηρότερος πάντων,
+διαμένων εν τη μονή εξόριστος εξ άλλου μοναστηρίου ένεκα εγκλήματος, Γεδεών ο
+καραβάς καλούμενος, διότι υπήρξε ναυτικός, ηθέλησε ν' αντισταθή και
+προχωρήσας μάλιστα προς την θύραν ίνα διεξέλθη, εκτύπησε τον αρχηγόν διά της
+ξυλίνης κουτάλας, εκστομίσας συγχρόνως μετά βοής και την λέξιν <i>κλέφτες</i>.
+Πλην ως αστραπή η χειρ του αρχηγού εφίμωσε το στόμα του, διά δε του πλατέος
+του ξίφους του επάταξε αυτόν εις τον ώμον σκληρώς. Και τότε είς των
+χωροφυλάκων σπεύσας έκλεισε και ησφάλισε την πύλην του Μοναστηρίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο πορτάρης! εκραύγασεν αίφνης ο αρχηγός. Πού είνε ο
+πορτάρης;</p>
+
+<p>Και έβλεπε περιδεής δεξιά και αριστερά. Ο θυρωρός είχε γείνει άφαντος.</p>
+
+<p>Ο λήσταρχος — διότι ενώπιον ληστών ευρισκόμεθα — έγεινε τότε έξω φρενών,
+κτυπών βαρβάρως τους δεσμίους.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα χρήματα! εφώναζε. Τα χρήματα! επανελάμβανεν. Ογλήγορα τα
+χρήματα, έλεγε κ' εκτύπα τους δειλαίους μοναχούς ωχρούς και αφώνους προ του
+απροσδοκήτου θεάματος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πήγαινε 'ς το μαγειριό, Θανάση, να ετοιμάσης το λάδι. Είπε προς τον
+γνωστόν μας νεαρόν ληστήν ο αρχηγός, βλέπων ότι οι μοναχοί έμενον
+άναυδοι.</p>
+
+<p>Σιγή φοβερά επηκολούθησεν.</p>
+
+<p>Ο βορειοανατολικός έπνεε βίαιος σείων μετά τριγμού θλιβερού τους
+υελοπίνακας των παραθύρων, ων τα υελόφρακτα ημικυκλικά υπέρθυρα, τα
+ακίνητα, παρίστανον κομψά σχήματα ναών και κωδωνοστασίων, των διαφόρων
+διαιρέσεων της υάλου προσκολλωμένων δι' εξεχούσης λευκοτάτης γύψου μ'
+ευθυγράμμους κόψεις.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον εμφανίζεται πάλιν ο Θανάσης κατακόκκινος, κρατών μέγα μαύρον
+τηγάνιον, εν ώ ετσιτσίριζεν ακόμη σπαρακτικώς το έλαιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχετε εις το ταμείον χρήματα! Εμπρός τα κλειδιά· είπεν ο
+αρχιληστής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα έχει ο ηγούμενος, γενναιότατε, είπεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης.
+Εμείς δεν γνωρίζομεν.</p>
+
+<p>Αλλ' ο αρχιληστής εν γνώσει πάντων λέγει προς τον Θανάση:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ Θανάση!</p>
+
+<p>Ο Θανάσης επλησίασε το τσιτσιρίζον τηγάνιον άνω της κεφαλής του ρινοφώνου
+αρχοντάρη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τα κλειδιά! ωρύετο ο αρχιληστής. Είσαι ο οικονόμος! Σε γνωρίζω.
+Είσαι ο πάτερ-Σισώης ο δάσκαλος, ο κυρ Σωτηράκης. Επειδή πριν καλογερέψη είχε
+χρηματίσει διδάσκαλος εν τω χωρίω. Εσύ τα έχεις τα κλειδιά.</p>
+
+<p>Τότε ο γέρων οικονόμος, διότι αληθώς αυτός ήτο γραμματεύς και αρχοντάρης,
+εννοήσας ότι επροδόθησαν και βλέπων τον άφευκτον κίνδυνον να καή ζων διά του
+ελαίου είπε με την ρινόφωνον θλιβεράν φωνήν του, καταστάσαν ήδη
+θλιβερωτέραν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τα κλειδιά! κ' έδειξε διά νεύματος τον κόλπον του, μη δυνάμενος
+ν' απλώση την χείρα, δεδεμένος ως ήτο.</p>
+
+<p>Ο αρχιληστής ήρπασε πάραυτα τας κλείδας, έλυσε τον δέσμιον οικονόμον και
+λέγει αυτώ:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εμπρός!</p>
+
+<p>Κ' εξήλθον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! ηκούσθη θλιβερά τότε των δεσμίων φωνή, ως ν' απεσπάτο από
+της ρίζης η καρδία των.</p>
+
+<p>Ο αρχιληστής, κρατών εκ της χειρός τον τρέμοντα και ημιλιπόθυμον οικονόμον
+ανήλθε τον τρίτον όροφον, γνωρίζων όλα τα εν τω μοναστηρίω καλλίτερον από
+πολλούς των μοναχών, κ' έστη ενώπιον του ηγουμενείου, όπου ην και το
+ταμείον.</p>
+
+<p>Εκρότει πενθίμως η μεγάλη κόρδα εκείνη από τα βαρέα πατήματα του
+ληστού.</p>
+
+<p>Εισήλθον. Ήνοιξε το κιβώτιον ευκόλως ο αρχιληστής. Έλαβε τα χρήματα,
+περιεχόμενα εν δοχείω εκ λευκοσιδήρου, και εξήλθε κλειδώσας εντός τον γέροντα
+οικονόμον, οδυρόμενον εν εσχάτη οδύνη και απογνώσει.</p>
+
+<p>Ούτε ηθέλησε ν' ανερευνήση άλλο τι ο ληστής· αν και περιείχοντο εν τω
+κιβωτίω και άλλα αργυρά και χρυσά σκεύη, πολύτιμα βυζαντινά κειμήλια. Μόνον
+ήνοιξε το δοχείον, είδε το χρυσίον και εν μεγίστη βία επανακλείσας πάλιν τούτο
+επανήλθεν εις την αίθουσαν των ξένων κομίζων τον θησαυρόν της Μονής.</p>
+
+<p>Εκείθεν δε χωρίς να ομιλήση, έθεσε το βαρύ δοχείον μετά του χρυσίου εντός
+πεπαλαιωμένου και ρακοπλέκτου δισακκίου, όπερ ευρέθη προχείρως εκεί, εν τω
+ετέρω των σάκκων έθεσεν άρτους τινάς ξηρούς καλογηρικούς και προς τροφήν και
+διά το ισοστάθμισμα του δισακκίου και φορτώσας τούτο εις τον ώμον του πιστού
+Θανάση είπε να κρατή καλώς και μετά προσοχής τον εμπρόσθιον σάκκον. Και
+παραλαβών τους συμμορίτας ανήλθε προς το βουνόν εν βία, αφείς δεδεμένους
+τους μοναχούς. Αι αίγες δεν διασκελίζουσιν ετοιμότερον τα βράχη, ως διεσκέλιζον
+τους θάμνους οι τέσσαρες λησταί.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα μας προδώση ο πορτάρης· είπεν ο αρχηγός φρυάττων, όταν
+εξήλθον από του Μοναστηρίου.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Εις τα θεσσαλικά πεδία μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως του 54 και την
+διάλυσιν των επαναστατικών σωμάτων διάφοροι οπλίται περιεφέροντο γυμνοί
+σχεδόν, μ' εφθαρμένας στρατιωτικάς στολάς, κατηρτισμένας εξ ιματισμού παντός
+όπλου, άνευ άρτου διά την σήμερον και άνευ ελπίδος διά την αύριον, φεύγοντες
+την δίωξιν των αγρίων αλβανών, οίτινες με τα βαρέα πατήματα των
+ετσαλαπατούσαν τόσα ιερά όνειρα, φυέντα, ανθήσαντα και φυλλορροήσαντα εν
+μια μόνη νυκτί εις τας δυστυχείς εκείνας χώρας.</p>
+
+<p>Τότε συνηντήθησαν εκεί και τέσσαρες χωροφύλακες, μ' εμβαλωμένας στολάς
+πλην με καινουργή λαμπρά όπλα. Είχον λειποτακτήσει εκ των φρουρών της Λαμίας,
+ως έλεγον, και κατετάχθησαν εις τα επαναστατικά στρατόπεδα. Οι δύο εξ αυτών
+προήρχοντο εκ του σώματος του Αλμυρού της Θεσσαλίας, οι δε εκ του
+στρατοπέδου της Κασσάνδρας.</p>
+
+<p>Άγνωστον όμως αν οι τέσσαρες ούτοι αλήται ηγωνίσθησαν τωόντι είς τινα των
+συμπλοκών του Μαΐου. Εν ταις επαναστάσεσιν, ότε ανεφαίνοντο πρόσωπα και
+ονόματα άγνωστα έως τότε, ως να εξέρχωνται από των τρωγλών και των αδύτων
+της γης, ένθα μένουσι το λοιπόν της ζωής των διάστημα ως ναρκωμένα ερπετά, εν
+ταις τρικυμίαις εκείναις των εθνών, εν αις ως από ναυαγίων επιπλέουσι και πολλά
+άχρηστα πράγματα, δεν αγωνίζονται όλοι. Υπάρχουν επαναστάται διά την μάχην
+και επαναστάται διά το πλιάτσικο, αναφαινόμενοι αίφνης εις την μάχην. Εκ των
+δευτέρων τούτων ήσαν οι τέσσαρες αλήται με τας στολάς των χωροφυλάκων,
+οίτινες, ενώ οι άλλοι οι αληθείς πολεμισταί μετά την προκήρυξιν του υπουργείου
+Μαυροκορδάτου επανήλθον εις το ελληνικόν, εξηκολούθουν να περιφέρωνται περί
+τα πλούσια χωρία του Πηλίου ως λύκοι περί τας πολυάρνους μάνδρας,
+οσφραινόμενοι πού ήτο δυνατόν να περιτύχωσιν ακίνδυνον λείαν.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Γεώργης, ούτως εβαπτίσθη εν τη συμμορία, ήτο ανήρ τεσσαράκοντα
+ετών, μαυριδερός με ωραίον μαύρον μύστακα, τολμηρός εν ειρήνη και
+πρωτοπαλλήκαρο εις το πλιάτσικο, πονηρός όμως και πολυμήχανος. Αι δύο
+μεγάλαι γοργόνες αι γαλάζιαι, τας οποίας έφερεν επί των δύο σκληρών βραχιόνων
+του υπερηφάνως, γεγραμμένας διά βελόνης, εμβαπτισθείσης εν διαλύσει
+πυρίτιδος και ο μέγας δικέφαλος αετός εν μέσω του στήθους του με ανοικτάς τας
+πτέρυγας και τον σταυρόν εν τω μέσω κατά τον αυτόν τρόπον κεντηθείς,
+εμαρτύρουν γενναίον άνδρα παίζοντα με την πυρίτιδα και με το αίμα του. Πλην η
+ιστορία εκτός των επί του σώματός του αιματηρών τούτων ιστοριών ουδέν
+κατόρθωμα του πολεμικόν εμνημόνευσεν έως τότε. Είπον ουχ ήττον ότι ηγωνίσθη
+εις την μάχην του Καραντελή, πλησίον του Δομοκού, έχων παρά το πλευρόν του
+νεανίαν άλλον Θανάσην καλούμενον, μεθ' ου συνεδέθη διά στενής φιλίας,
+εκτιμήσας την πίστιν και αφοσίωσίν του κατά το σύντομον της ανταρσίας εκείνης
+διάστημα και την σκληρότητα της ψυχής του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έρχεσαι μαζί μου, Θανάση; λέγει ο καπετάν-Γεώργης προς τον πιστόν
+νεανίαν μετά την διάλυσιν του στρατοπέδου του Αλμυρού και την ματαίαν
+επιμονήν των περί την Καλαμπάκαν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έρχομαι· απήντησεν ο Θανάσης.</p>
+
+<p>Και αντί να εισέλθωσιν εις το Ελληνικόν εφάνησαν εις το Πήλιον, τας νύκτας
+μόνον περιπατούντες διά τον φόβον των τούρκων.</p>
+
+<p>Κατά την επικίνδυνον αυτήν πορείαν συνηντήθησαν περί το Πήλιον, προς
+άλλους δύο φυγάδας, της αυτής φύσεως, δύο σκληρούς και τυλώδεις γέροντας,
+προερχομένους από της Χαλκιδικής.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Και ούτως οι τέσσαρες ομού εκάθησαν νύκτα τινά περί τα τέλη του Μαΐου υπό
+βαθύσκιον καστανέαν του Πηλίου ν' αναπαυθώσι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να κάμωμεν τώρα παιδιά; είπεν ο καπετάν-Γεώργης, σιωπηλώς
+οικειοποιηθείς δικαιώματα αρχηγίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ό,τι διατάξης, καπετάνιε, απήντησαν οι δύο ξένοι, με ύφος
+υποταχθέντων παραχρήμα.</p>
+
+<p>Ο μαύρος μύσταξ του καπετάν-Γεώργη και το διαπεραστικόν και πανούργον
+βλέμμα του είχον επιβληθή εκ πρώτης όψεως εις τους δύο νέους
+συνοδοιπόρους.</p>
+
+<p>Ούτω φαίνεται ότι κατήρτιζε πάντοτε το καπετανάτον του ο καπετάν- Γεώργης.
+Από τα μάτια διέκρινε τους εταίρους του, οίτινες πάλιν από τα μάτια διέκρινον τον
+αρχηγόν των.</p>
+
+<p>Και τότε ήρχισεν ο καπετάν-Γεώργης να διηγήται περί της εν τη νήσω Ν . . .
+ιεράς μονής του Ευαγγελισμού. Είχεν υπηρετήσει προ χρόνων ως «βορδονάρης»
+περιποιούμενος τα υποζύγια και κτήνη της Μονής και ήκουσε και είδεν εκεί τον
+πλούτον αυτής.</p>
+
+<p>Η διήγησις του καπετάν-Γεώργη ήτο τόσον δελεαστική, η δε απελπισία των
+τεσσάρων εταίρων τόσον μεγάλη, ώστε εύκολον ήτο να καταστρωθή εκεί, υπό την
+μαύρην σκιάν του πυκνοφύλλου δένδρου, το δολερόν σχέδιον της ληστεύσεως του
+πλουσίου Κοινοβίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κατά τύχην είμεθα όλοι χωροφύλακες, είπεν ο καπετάν-Γεώργης,
+εγειρόμενος κ' επιδεικνύων χρυσίζοντα εν τω σκότει τα σειρίτια της στολής του.
+Έχουν μεν αι στολαί μας ελλείψεις τινάς αλλά δεν πειράζει — οι σκοτεινοί εταίροι
+ήρχισαν να περίμαζεύωσι και περιδένωσι τα ράκη του ιματισμού των. — Ποιος θα
+το καταλάβη; θα υποκριθώμεν τους χωροφύλακας της Κυβερνήσεως. Ως προς τα
+λοιπά μη σας μέλει.</p>
+
+<p>Εύρον εις τον Πλατανιάν, το επίνειον του Προμηρίου, καλήν τινα λέμβον, εν
+διαστήματι ωρών τινων διέπλευσαν τον μεταξύ πορθμόν και διεπεραιώθησαν εις
+την απέναντι νήσον Ν . . . όπου είδομεν αυτούς αποβάντας εις την Κεχρεάν και
+εκτελέσαντας τόσον επιτυχώς το ευφυές του καπετάν-Γεώργη σχέδιον.</p>
+
+<p>Τώρα εξηγείται το πώς ο αρχιληστής εγνώριζε τα μονοπάτια και τα βουνά της
+νήσου και τα του Μοναστηρίου ασφαλώς και βεβαίως. Ουδένα φόβον δε είχον
+μήπως αναγνωρισθώσι καθ' οδόν υπό των εγχωρίων, διότι εν εκείναις ταις ημέραις
+λησταί κ' επαναστάται περιεφέροντο ως μαύροι κόρακες εις τα βόρεια της Ελλάδος
+σύνορα, δεν ήτο δε παντάπασιν απροσδόκητος η αιφνιδία εμφάνισις
+χωροφυλάκων, καταδιωκόντων ληστάς, κ' ενίοτε ληστών, καταδιωκόντων
+χωροφύλακας.</p>
+
+<p>Διά τούτο όταν μετέβαινον εις την Μονήν το θάρρος των ήτο στερεόν και
+ακλόνητον. Αλλ' από της εξαφανίσεως του θυρωρού συνεταράχθησαν κ' εν βία
+ενήργουν. Εκλονίσθη η καρδία των κ' εν απεριγράπτω φόβω ανέβαινον το βουνόν,
+θέλοντες να επανέλθωσιν εις τον έρημον της Κεχρεάς όρμον, όπου είχον
+αποκρύψει την λέμβον των. Από της αγρίας εκείνης ακτής μέχρι του Μοναστηρίου
+η απόστασις είνε δίωρος.</p>
+
+<p>Όταν δ' οι λησταί μετά την διάπραξιν του ληστρικού των εγχειρήματος
+ανεχώρουν εκ της Μονής, η ώρα ην ωσεί ενδεκάτη της ημέρας. Δεν ηθέλησαν
+πλέον πρωί να εμφανισθώσιν εις τους μοναχούς, ίνα μη κινήσωσι το φιλύποπτον
+αυτών.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ήδη αι τέσσαρες θυγατέρες της Γερακούλας είχον συναθροίσει τα φύλλα των
+συκαμινεών· επλήρωσαν τους σάκκους αυτών, θέσασαι αυτούς υπό τας πλατάνους
+κάτω εις το ρεύμα, ίνα μη μαρανθώσι τα φύλλα, και ανέμενον να κλίνη η
+μεσημβρία, και ούτω με την δρόσον επανέλθωσιν εις την κώμην.</p>
+
+<p>Ο καύσων ήτο αφόρητος. Ο άνεμος είχε παύσει.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα είχεν ανέλθει εις την Παναγίαν, επάνω επί της οδού, ίνα ανάψη
+κατά το σύνηθες τας κανδήλας της εκκλησίας κ' ευχηθή. Ο δε καπετάν-Θοδωρής
+κάτω εις το ρεύμα εκάθητο — είχον γευματίσει πλέον — συνομιλών μετά των
+θυγατέρων του, αίτινες ένεκα του καύσωνος αποβαλούσαι τας λευκάς των
+μανδήλας και τα φουστάνια, εκρέμασαν αυτά από των πλατάνων κ' ενόμιζες
+τέσσαρες άλλαι γυναίκες κρέμανται κατά σειράν. Η μικροτέρα, επειδή σπανίως
+ήρχετο εις το μακρινόν τούτο κτήμα, όλη χαρά έτρεχεν από της μιας πλατάνου εις
+την ετέραν, και πότε έκοπτε δάφνας χλοεράς και μυροβόλους, πότε ευώδη φύλλα
+εκ των αγριολεμονεών και πότε ανεζήτει εις την πρασίνην του ρεύματος όχθην το
+πολυτρίχι, ου το εκχύλισμα έχει την ιδιότητα να μακραίνη τα μαλλιά. Ακολούθως
+εισήλθεν εις το ρεύμα αναζητούσα καρκίνους υπό τας ολισθηράς πέτρας. Αλλ' οι
+καρκίνοι των ρευμάτων είνε πονηρότατα όντα. Ανεγείρων την πέτραν, θολόνεις το
+ύδωρ, ο δε καρκίνος δεν φεύγει, ως οι καρκίνοι της βραχώδους ακτής, οίτινες
+εξαφανίζονται αστραπηδόν εις τας σχισμάς των υφάλων, αλλά μένει εκεί υπό τα
+θολά ύδατα ακίνητος. Ο δε φοβούμενος να εμβαπτίση την χείρα του εκεί εις τα
+θολά, όπου άγνωστον αν δεν συναντήση τα ανοικτά στόματα του οστράκου,
+σκληρά ως λαβίδα σιδηράν, δεν δύναται να συλλάβη καρκίνους.</p>
+
+<p>Η μεγαλειτέρα έχουσα την σπανίαν ευτυχίαν να βλέπη τον πατέρα της εις το
+κτήμα — πρώτην φοράν — διηγείτο προς αυτόν τας διαφόρους εκδρομάς των και
+τας εν τω ερήμω εκείνω δάσει ενασχολήσεις των και ιδίως πώς στήνουσα τας
+θηλειάς υπό τους θάμνους συνελάμβανε τους κοσσύφους τον χειμώνα με τα
+μαύρα πτερά και με την κιτρίνην μύτην τους κηρομίτας. Και ήκουε μετά το φαγητόν
+ο πατήρ, ευαρέστως διερχόμενος την καταμεσημβρινήν εκείνην ώραν.</p>
+
+<p>Και ήτο εύμορφος η σκηνή να βλέπης γυρμένον τον γέροντα επί σωρού
+μαλακής πτέρης, ην εκόμισαν τα κοράσια, διά ν' αναπαύσουν τα πρεσβυτικά μέλη
+του πατρός των, εγγύς του ηδέως μορμυρίζοντος ρεύματος, κ' εγγύς των ωραίων
+συμπλοκών της δάφνης, της μύρτου και της αγρίας ροιάς με τα κατακόκκινα άνθη
+της, τας οποίας επιχαρίτως εδέσμουν τα αγριόβατα, ενώ παραπέρα αι άγριαι
+λεμονέαι ως νύκτιαι νύμφαι ίσταντο κατά σειράν με τον κατάμαυρον ίσκιον
+των.</p>
+
+<p>Και ήκουεν ο γέρων και διηγούντο αι θυγατέρες κ' ενίοτε ετραγώδουν από τα
+σπάνια εκείνα και τρυφερά δίστιχα, τα οποία όλαι αι νεάνιδες του χωρίου εζήλευον
+εις τους γάμους. Και δεν υπήρξε πενθερά ήτις δεν κατέφυγε προς τας τέσσαρας της
+Γερακούλας θυγατέρας να της είπουν δίστιχα, διά να τραγουδήση την νύμφην της η
+μία, τον γαμβρόν της η άλλη.</p>
+
+<p>Και ιδού κοπαδάκι φαιών περιστερών προσέρχεται δειλά-δειλά με το ταχύ και
+νευρικόν πτερύγισμά του να ποτισθή εις το δροσερόν ρεύμα. Αλλ' αίφνης εν τη θέα
+των ξανθομάλλων παρθένων τρομάζει και χωρίς να πατήση εις τα βρεγμένα
+λιθάρια υποστρέφει πάλιν δειλά-δειλά.</p>
+
+<p>Δύο-δύο έφευγον αι φαιαί αγριοπεριστεραί. — Τι ώμορφα, πατέρα, τι ώμορφα,
+ανέκραξεν η Ελένη. — Γρήγορα θα έχωμεν γάμους, επροφήτευσεν ο γέρων. Τα
+βλέπετε; Δύο-δύο φεύγουν, και είνε οκτώ τα στακτερά περιστεράκια. Έτσι θα
+φύγετε και σεις δύο-δύο να πάτε ς' της φωλίτσες σας.</p>
+
+<p>Και ετραγούδησεν ο γέρων:</p>
+
+<p class="poem"><i>Σαν τα πουλιά που φτέρωσαν πετούνε ένα-ένα<br />
+τα όνειρα της νειότης μου τα μοσχοαναθρεμμένα.<br />
+Του κάκου απλόνω με στοργή την ορφανή αγκαλιά μου<br />
+τώρα όπου τανάθρεψα, πετούνε μακρυά μου.</i></p>
+
+<p>Εξεπλάγησαν αι καλαί θυγατέρες. Πρώτην φοράν ο πατήρ των με τόσην
+φαιδρότητα ωμιλούσε και ετραγουδούσε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άλλη φορά θα σε παίρνωμε πάντοτε μαζί, πατέρα. Σου κάμνει καλό η
+εξοχή· παρετήρησεν η δευτερότοκος η Μαργιώ.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Θοδωρής, αισθανθείς μετ' ολίγον μίαν ακτίνα του ηλίου να έρχεται
+πλαγίως, υπανηγέρθη και είδεν ότι ο ήλιος ήρχισε να κλίνη προς το μέρος της
+θαλάσσης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άργησεν η μητέρα, λέγει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάμε να την φωνάξωμεν, είπε και η Ελένη. Είνε ώρα να φύγωμεν. Δεν
+πρέπει ν' αργοπορήσωμεν, γιατί φόβος είνε ακόμα για τους κλέφτες,</p>
+
+<p>&nbsp;— Ομιλείς πολύ σωστά, κόρη μου, είπεν ο πατήρ.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Η Γερακούλα την στιγμήν εκείνην κατήρχετο από του υψηλού λόφου, κρατούσα
+κενόν το ελαστικόν, αφού ήναψε πλέον τας κανδήλας της Παναγίας της Κεχρεάς,
+ότε όπισθεν της ακούει βαρείς βηματισμούς ανθρώπου, όστις κατέβαινε την οδόν
+ορμητικώς ως κατρακυλών λίθος.</p>
+
+<p>Στρέφει και βλέπει κατέναντι αυτής τον Θανάσην, τον ληστήν, φορτωμένον το
+καλογηρικόν δισάκκιον και το όπλον του το υαλιστερόν. Η μορφή του η αγρία,
+εφάνη αγριωτέρα εν μέσω της ερημιάς και η Γερακούλα μετά δέους εζάρωσε,
+τρέμουσα ως οψάριον, παρά τινα σπηλαιώδη ρίζαν μεγάλης ελαίας.</p>
+
+<p>Ο ληστής εστάθη αποτόμως και έβλεπεν αγρίως προς το βαθύ ρεύμα κάτω,
+ωχρός και με υπόλευκα μελανιασμένα τα χείλη.</p>
+
+<p>Αν η Γερακούλα δεν κατεπλήσσετο αίφνης, θα παρετήρει ότι ο ληστής έτρεμε
+περισσότερον από αυτήν. Αλλ' εις ην δεινήν κατάπληξιν ευρίσκετο, δεν ήτο
+δυνατόν να κρίνη ασφαλώς.</p>
+
+<p>Ο ληστής, ως κεραυνόπληκτος σταματήσας, εξηκολούθει να βλέπη προς το
+ρεύμα κάτω, όπου διά μέσου των κλαδιών ελεύκαζον αι τέσσαρες κρεμάμεναι
+λευκαί μανδήλαι των τεσσάρων αδελφών, κινούμεναι ελαφρώς υπό της δροσεράς
+πνοής του ρεύματος.</p>
+
+<p>Εκ του μυστηριώδους τούτου θάμβους του ληστού, η Γερακούλα κατά
+παράδοξον αντίθεσιν ήρχισε ν' αναλαμβάνη θάρρος. Ο άγνωστος της εφαίνετο ως
+άνθρωπος δυνάμενος να ληστευθή παρά να ληστεύση. Διέκρινεν ήδη η Γερακούλα
+και τα κομβία της στολής του και το λευκόν βασιλικόν στέμμα επί του στρατιωτικού
+πίλου του. Δεν ήτο ληστής πλέον ο αίφνης εμφανισθείς εν μέσω της αγρίας εκείνης
+ερημίας, αλλά μάλλον ο δασοφύλαξ, άνθρωπος της βασιλικής χωροφυλακής.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα επανήλθεν εις τα λογικά της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Κορίτσια είνε εκείνα που ασπρίζουν 'ς το ρέμα; ερωτά ο ληστής
+υποτρέμων.</p>
+
+<p>Ήδη νέα φόβου εικών σχηματίζεται εν τη γυναικεία φαντασία της Γερακούλας.
+Η ερώτησις αύτη της παριστάνει τον ξένον κακόν και άγριον.</p>
+
+<p>«Αν επιτεθή κατά των κορασίων;» εσκέφθη. Η μικροτέρα των θυγατέρων της
+είχεν απομακρυνθή και απομονωθή απώτερον εν τω ρεύματι, αναζητούσα
+καρκίνους. Αν απαγάγη αυτήν ο κακοποιός άνθρωπος, πριν προφθάση ο γέρων να
+τον αποκρούση; Και πώς να προφθάση ο πάσχων και δυσκίνητος καπετάν-
+Θοδωρής!</p>
+
+<p>Εσκέφθη προς στιγμήν να κραυγάση, αλλ' εσυλλογίσθη ότι θα ενέβαλεν εις
+αιφνιδίαν και επικίνδυνον ταραχήν τας δειλάς γυναίκας. Όλον το ωχρόν δέος των
+παρελθουσών εβδομάδων θ' αναπαριστάνετο ωχρότερον και φοβερώτερον εν
+μέσω του σκοτεινού εκείνου ρεύματος. Εσιώπα και διελογίζετο τι να πράξη,
+ψελλίζουσα ένδον το «Θεοτόκε Παρθένε», ως να ευρίσκετο ενώπιον
+φαντάσματος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Νεράιδες είνε εκεί κάτω ς' το ρέμα που ασπρίζουν; Ερώτησε πάλιν ο
+ληστής.</p>
+
+<p>Τώρα μόλις ανέλαμψεν η φωτεινή ακτίς της θείας προνοίας εν τη ψυχή της
+Γερακούλας. Είδεν ότι είχεν ενώπιόν της δειλόν άνθρωπον και ήτο πλέον πρόχειρος
+ο τρόπος ν' αποκρούση την συνάντησιν αυτού μετά των θυγατέρων της.</p>
+
+<p>Ένθους ως εκ τινος μαρμαρυγής της εν τη ψυχή ιεράς φωτοβολίας του
+πεπρωμένου της η Γερακούλα υποκρίνεται ότι βλέπει και αυτή τας λευκαζούσας
+και κινουμένας μανδήλας κάτω εις τας πλατάνους, όθεν δεν ηδύνατο ν' αποσπάση
+τα βλέμματά του ο δειλός ληστής, και ανακράζει μετά τρόμου ποιούσα τον
+σταυρόν της:</p>
+
+<p>&nbsp;— Αναράιδες, παιδί μου! πω! πω! Αναράιδες! Τι να γένω!</p>
+
+<p>Και συνεμαζεύθη προς την ρίζαν της ελαίας, προσπεφυκυία ως τις μαύρος
+ρόζος του φλοιού.</p>
+
+<p>Ο δειλός Θανάσης ακούσας ταύτα και ιδών την γυναίκα πτήσσουσαν εις τα
+σπήλαια της ελαίας και συμπτυσσομένην ετράπη παράφορος προς το κατέναντι
+δάσος, δεινώς παραπατών και διασχίζων τας ακανθωτάς πρίνους ως ανθοφόρα
+κλαδιά εν φοβερώ κρότω των θραυομένων ξηρών του δάσους κλώνων.</p>
+
+<p>Ην και ο όγκος ο βαρύς του δισακκίου επί του ώμου του, περιπλεκόμενος κ'
+εμποδίζων αυτού την ελευθέραν διάβασιν.</p>
+
+<p>Η Γερακούλα τον είδε τότε βιαίως περιπεπλεγμένον εντός του δάσους, τον είδε
+κλονισθέντα μίαν στιγμήν ως να ήθελε να πέση κάτω και να κυλισθή — ήτο
+ανώμαλον και βραχώδες το έδαφος και ολισθηρόν συνάμα εκ των ξηρών φύλλων
+των πευκών — πλην τον είδε καταβαλόντα τελευταίαν αντίστασιν και διά της
+κεφαλής του προς τα εμπρός υπερνικήσαντα, εισδύσαντα εντός της λόχμης και
+γενόμενον άφαντον.</p>
+
+<p>Τόση ήτο του δειλού ληστού η βία και η προς φυγήν μανία, ώστε η Γερακούλα
+δις και τρις περιέβλεψε, μη τωόντι από του ρεύματος ενεφανίσθησαν τα πονηρά
+της ερημίας πνεύματα. Και τότε είδε δύο των θυγατέρων ν' αναβαίνωσι προς
+αναζήτησίν της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σωπάτε! ψιθυρίζει η μήτηρ, ιδούσα αυτάς θορυβούσας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι είνε; Ερωτά η Ελένη.</p>
+
+<p>Ηκούετο ακόμη ο συνεχής συρμός όπισθεν της λόχμης από των βιαίως
+σειομένων θάμνων, ως όταν από στενής ατραπού δάσους διέρχεται υποζύγιον
+φορτωμένον.</p>
+
+<p>Μετ' ολίγον προσήλθον και αι άλλαι δύο θυγατέρες και ο γέρων με τα ραβδία
+του.</p>
+
+<p>Έφερον και το ονάριον και τους σάκκους των φύλλων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κάμνομεν! ηρώτησεν ο καπετάν-Θοδωρής. Ώρα να
+πηγαίνωμεν.</p>
+
+<p>Η δε Γερακούλα διηγήθη τότε προς όλους το αστείον συμβάν του δειλού
+χωροφύλακος. «Χωροφύλακας, δασοφύλακας, να, ένας ξένος, δεν ξέρω»
+έλεγε.</p>
+
+<p>Αι δε νεάνιδες ανεκάγχασαν θορυβωδώς, ιδούσαι ότι το παρώνυμον, όπερ
+εμπαικτικώς απέδιδον εις αυτάς εν τη κώμη, εγένετο αφορμή να καταπλαγή ο
+ξένος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είπα να φωνάξω, εξηκολούθησεν η μήτηρ, αλλά φοβήθηκα, να σας
+πω. Ήτον ξένος. Πρώτη φορά τον είδα.</p>
+
+<p>Αι νεάνιδες εκ περιεργείας επροχώρησαν προς την λόχμην, όθεν εγένετο
+άφαντος ο ληστής και εθεώρουν το δάσος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα πώς πέρασε! Έλεγεν η Ελένη απορούσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ένας τενεκές! ανεφώνησεν αίφνης η μικροτέρα, ιδούσα εκεί εν μέσω
+των θάμνων δοχείον κυλινδρικόν εκ λευκοσιδήρου.</p>
+
+<p>Ο γέρων, ως αρχαίος πλοίαρχος, έχων γνώσιν τοιούτων εκτάκτων ευρημάτων,
+ητένισε περιέργως προς την Φανιώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Φέρε τον εδώ! λέγει.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είνε βαρύς! απαντά σπεύσασα η Γερακούλα και προσπαθούσα να
+μετακινήση το εύρημα.</p>
+
+<p>Ο γέρων εδιπλασίασε την περιέργειάν του και κουτσά-κουτσά με τα δύο ραβδία
+του προέβη μέχρι της λόχμης.</p>
+
+<p>Όλαι περικυκλούσι τότε τον γέροντα, καθήσαντα εκεί και προσπαθούντα ν'
+ανοίξη το δοχείον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν φοβάσαι πατέρα; υπέλαβον αι νεάνιδες, ως εάν ήτο το δοχείον
+εκείνο φωλεά όφεων</p>
+
+<p>&nbsp;— Σωπάτε! Εδώ μέσα είναι η τύχη σας· έλεγε γελών ο γέρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να ήταν τάχα του ξένου; ηρώτησεν η μικροτέρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπορεί! προσέθηκεν η μήτηρ, γιατί, μου φαίνεται, άκουσα ένα
+κρότον κούφιον. Ήταν φορτωμένος ένα δισάκκι 'ς τον ώμο του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτουνού θα είνε, επανέλαβεν η μικροτέρα. Να, ένα κομμάτι
+σχισμένο από το δισάκκι.</p>
+
+<p>Πράγματι ην εκεί και ράκος του περιπλακέντος εντός των αγκυλωτών θάμνων
+δισακκίου.</p>
+
+<p>Αι άλλαι έβλεπον τον πρεσβύτην καταγινόμενον ν' ανοίξη το δοχείον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εδώ σας λέγω είνε η τύχη σας, επανελάμβανεν ο γέρων. Οποιανού
+είνε, εδώ είνε η μοίρα σας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Παληό πράμμα! εθαύμαζεν η Γερακούλα. Τώρα δεν φκιάνουν τέτοια
+γερά! Κύττα χόνδρος! Κύττα σκαλίσματα εύμορφα!</p>
+
+<p>Το επικάλυμμα έφερεν ανάγλυπτον τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου. Πέριξ δε
+τα τοιχώματα έφερον γλυφάς άλλων αγίων και κοσμήματα και σταυρούς, κ' εν
+γένει το όλον εφαίνετο αρχαϊκόν τι εκκλησιαστικόν κατασκεύασμα εξ άλλου τινός
+πολυτιμοτέρου μετάλλου.</p>
+
+<p>Αίφνης τότε, διανοιγέντος του επικαλύμματος, εξεχύθησαν επί των χόρτων
+λάμποντα πολυάριθμα χρυσά νομίσματα.</p>
+
+<p>Προς την εξαφνικήν τούτων θέαν ο καπετάν-Θοδωρής ανετινάχθη ως να
+εξήλθον φλόγες εκ του δοχείου και προσέβαλον αυτού το πρόσωπον.</p>
+
+<p>Ωσαύτως και αι γυναίκες υπεχώρησαν, αναφωνήσασαι θαυμασμού κ'
+εκπλήξεως αναφωνήματα, τεθαμβωμέναι εκ της λάμψεως του χρυσίου.</p>
+
+<p>Και ως εξ ορμεμφύτου τινός κινήσεως ομοίως προσέβλεψαν πάσαι κύκλω τα
+βουνά και την ερημίαν.</p>
+
+<p>Ταχέως συνελθών ο καπετάν-Θοδωρής εκ της πρώτης εκπλήξεως συνήθροισε
+τα εκχυθέντα νομίσματα, τα οποία εξαισίως έλαμπον υπό τον φλέγοντα ήλιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σωπάτε! Δεν σας είπα ότι εδώ μέσα είνε η μοίρα σας; Γλήγορα να
+φύγωμεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν είνε του χωροφύλακα; ηρώτησεν η Φανιώ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό είνε θησαυρός κεκρυμμένος, είπεν ο πατήρ. Αυτό είνε παληό
+πράμμα.</p>
+
+<p>Και προσεπάθει να επανακλείση το δοχείον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σαν καινούργια δίλεπτα, είπε τις των θυγατέρων, παραδόξως
+συγχέουσα εν τη απλότητι αυτής το πολύτιμον μέταλλον προς τον χαλκόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να σας πω τη γνώμη μου. Αυτός ο ξένος, φαίνεται, θα είναι κανένας
+που γνώριζε εδώ τα μέρη. Εδώ έρχονται πολλές φορές ξένοι με οδηγίες και
+ανευρίσκουν θησαυρούς. Εδώ 'ς την επανάστασι πέρασαν πολλοί οπλαρχηγοί,
+πολλοί λιάπηδες και πολλοί κλέφτες. Και όσοι είχον χρήματα τα έχωνον βάζοντας
+σημάδια πέτρες ριζιμιές, κουφάλες μεγάλων δένδρων και βράχους, για να
+γυρίσουν αργότερα και τα λάβουν. Αλλά φαίνεται ότι άλλοι από αυτούς
+εσκοτώθησαν εις τον πόλεμον, άλλοι συνελήφθησαν και απέθανον εις τας φυλακάς
+και τα χρήματα έμειναν θαμμένα. Ο καπετάν Νικόλας δεν ηύρε πέρσυ εδώ 'ς τη
+Κεχρεά μία τζάρα γεμάτη φλωριά βενετικά κ' έφκιασε το καράβι; Άλλοι πάλιν τα
+ονειρεύονται εις τον ύπνον τους κ' έρχουνται νύχτα και σκάπτουν. Ο Γέρω-
+Διαμαντής δεν χάλασε όλα τα αρέα της Παναγίας-Ντομάν κ' εξερίζωσε της ρίζες
+των για ν' αύρη χρήματα, κρυμμένα; Αλλά πολλοί από αυτούς πεθαίνουν, γιατί
+τυχαίνει να είναι στοιχειωμένα. Και αυτός ο ξένος, που τα πέταξε κ' έφυγε σαν
+τρελλός, θα έπαθε φαίνεται.</p>
+
+<p>Εις το διάστημα τούτο, ενώ ωμίλει ο γέρων, συγχρόνως περιέκρυψε το δοχείον
+εντός σάκκου τινός των φύλλων, αι δε γυναίκες ητοιμάσθησαν προς
+αναχώρησιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα ήταν στοιχειωμένα! επανέλαβεν ο γέρων. — Λοιπόν τότε κ' ημείς;
+. . διέκοψεν η Ελένη εν φόβω . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Ημείς δεν πταίομεν, επανέλαβε λέγων ο πατήρ, ημείς δεν τα
+ηνοχλήσαμεν εις τα βάθη της γης τα στοιχειωμένα φλωρία. Ημείς τα ηύραμεν
+επάνω, όπου τα εκτύπησε πλέον ο καθαρός αέρας και έφυγε πάσα ακαθαρσία και
+κακή ενέργεια του δαίμονος. Δι' ημάς είνε δώρον του Θεού. Και επειδή ο καπετάν-
+Θοδωρής ήτο φιλακόλουθος και καλός χριστιανός κ' εγνώριζεν απέξω πολλά
+«γράμματα της Εκκλησίας» προσέθηκε:</p>
+
+<p>«Παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον»...</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Ο δειλός ληστής κάτω εις τον ορμίσκον τον έρημον ανέπνευσεν. Άλλως δεν απείχε
+πολύ εκείθεν η θάλασσα. Καθ' όλον το διάστημα τούτο ενόμιζεν ότι όπισθεν
+κατεδίωκον αυτόν τα φοβερά του ρεύματος φαντάσματα, αι άυλοι Νεράιδες. Τα
+αγκυλωτά κλαδία, άτινα εν τη λόχμη διηγκύλονον τας άκρας του στρατιωτικού του
+ιματίου και το όπισθεν κρεμάμενον βαρύ μέρος της εφθαρμένης πείρας,
+εξελάμβανεν ως τας σατανικάς χείρας των κακοποιών πνευμάτων, αίτινες
+απειροπληθείς, μακραί κ' αιχμηραί ημιλλώντο περί της συλλήψεώς του, η μία
+αφίνουσα αυτόν και η άλλη λαμβάνουσα ατελευτήτως κατά διαδοχήν κ' εθραύοντο
+κατά την αγωνιώδη διάβασιν τα ξηρά τσαρπάλια κ' εκρότουν αγρίως και τον κρότον
+εκείνον εξελάμβανεν ως την φοβεράν φωνήν των φαντασμάτων.</p>
+
+<p>Τότε κατά την εισβολήν του εν τω δρυμώ απέμεινεν εκεί, διαγκυλωθέν υπό
+τινος ακανθωτού και σκληρού θάμνου, το όπισθεν μέρος του δισακκίου, εν ώ
+περιείχετο τα χρυσίον, όπερ αισθανθείς εν τη ορμή του συλληφθέν, ενόμισεν ότι αι
+Νεράιδες, συλλαβούσαι, είλκον αυτό εν βία προς τα όπισθεν. Ο δε Θανάσης
+εναγκαλισθείς σφιγκτότερον τότε το εμπρόσθιον μέρος της πήρας, ενώ περιείχοντο
+οι ξηροί άρτοι, νομίζων ότι εβάσταζε το χρυσίον, ώρμησε βιαιότερον προς τα
+εμπρός, όπως ελευθερωθή από των χειρών, ως εφαντάζετο, των βεβακχευμένων
+γυναικών.</p>
+
+<p>Τότε θραυσθέντος του αιχμηρού ξηρού κλώνου, του εμπαγέντος εν τω όπισθεν
+σάκκω της πεπαλαιωμένης πήρας, διερράγη μέρος αυτής, δι' ου υποχώρησαν το
+βαρύ χρυσοφόρον δοχείον κατέπεσε, κυλισθέν επί των θάμνων κάτω.</p>
+
+<p>Εκεί παρ' ολίγον να πέση άπνους ο ληστής. Τότε εθόλωσεν ο νους του, ότε,
+κρατηθέντος του δισακκίου, ενόμισεν ότι ενεπάγη ακίνητος εκεί, ασφαλής λεία των
+φαντασμάτων. Μυρίαι όψεις τον περιεκύκλωσαν — ούτω διηγείτο κατόπιν —
+όψεις παραδόξως ωραίαι και παραδόξως δυσειδείς, κράμα τερατώδες νεάνιδος και
+γραίας, οφθαλμοί γλυκείς και άγριοι, λαμπροί κ' εσβεσμένοι, στόματα με οδόντας
+και χωρίς οδόντας, κεφαλαί με πτερά ταώνων, με λοφιάς τσαλαπετεινών, με
+παντοία κέρατα, σώματα ως γυναικών και σώματα ως κυνών, σατανάδες
+ανθρώπινοι, ενεδρεύοντες εν στιγμή τινι του βίου να συλλάβωσι την δύσποτμον
+λείαν των, την ριπτομένην υπό της τύχης εν τω μέσω του ορχουμένου θιάσου
+αυτών. Ούτω τερατωδώς εις τους οφθαλμούς του ενεφανίσθησαν τα ωραία και
+αγγελόμορφα φαντάσματα των Νεράιδων.</p>
+
+<p>Επήρε τον ανασασμόν του μια, όταν ηλευθερώθη από του ημίσεως φορτίου
+του, και μετ' ολίγον ευρέθη κάτω εις την παραλίαν. Όπισθεν της λόχμης ήτο ευρύ
+μονοπάτιον.</p>
+
+<p>Οι δύο άλλοι γέροντες λησταί φθάσαντες προ αυτού είχον ήδη έτοιμον την
+λέμβον εν τη θαλάσση κατά τας διαταγάς του αρχιληστού, όστις ενεφανίσθη και
+αυτός μετ' ολίγον, ασθμαίνων.</p>
+
+<p>Κατά την βεβιασμένην από του Μοναστηρίου αναχώρησιν, υποπτεύσας ο
+αρχιληστής ότι θα επροδόθη υπό του δραπετεύσαντος θυρωρού, επανήρχετο εις
+Κεχρεάν μετά πολλών προφυλάξεων. Όταν ανέβησαν επάνω εις την
+κορυφογραμμήν, από της οποίας εφαίνοντο εξ ενός η κώμη κ' εξ άλλου η Κεχρεά,
+διέταξεν οι μεν δύο γέροντες ως πρόσκοποι να βαδίζωσιν από των κορυφών,
+προσέχοντες προς το αντίθετον μέρος, ο δε Θανάσης, ο έχων το χρυσίον, ο
+αφωσιωμένος του σύντροφος, να καταβαίνη από του ομαλού διά της μεγάλης
+οδού και του ρεύματος. Ο αρχιληστής θα τον ηκολούθει. Ο καπετάν Γεώργης
+πονηρός και δόλιος, παρατηρήσας ότι ο πιστός αυτώ Θανάσης εκ του προς τες
+Νεράιδες φόβου του ανεκάλυπτε πρώτος πάσαν κίνησιν φύλλων και κλάδων,
+οσάκις διήρχοντο από ρευμάτων ή από δασών, διέτασσεν αυτόν να βαδίζη πάντοτε
+εμπρός, ίνα ανακαλύπτη ευκόλως πάσαν ενέδραν ή στρατιωτικήν κίνησιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Το καλλίτερο καραούλι είνε ο δειλός, έλεγε πολλάκις. Αλλά τότε ο
+αρχιληστής παρέμεινεν εις την κορυφήν επί μικρόν, διότι ενόμισεν ότι είδε κίνησιν
+ανθρώπων, εξερχομένων εκ της κώμης. Είχεν οξύ το βλέμμα ως άγριον πτηνόν.
+Άλλως η κώμη απείχεν εκείθεν μίαν και ημίσειαν ώραν κατωφερώς. Εσύριξε προς
+τον Θανάσην — σημείον ίνα σπεύδη — και μετ' ολίγον, αφού κατεσκόπευσε τα
+πέριξ καλώς, κατήλθε βιαίως και ούτος, αφού εβεβαιώθη ασφαλέστερον περί του
+επικειμένου κινδύνου, διότι οι αναφανέντες οπλοφόροι διηυθύνοντο προς το
+Μοναστήριον.</p>
+
+<p>Και τωόντι, όταν ο καπετάν-Θοδωρής και αι γυναίκες εθεώντο εν μυστηριώδει
+εκστάσει τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, θα διήρχετο από έμπροσθέν των
+ανύποπτος όλως ο αρχιληστής, αν το συμβάν εις τον Θανάσην δεν ηνάγκαζε και
+αυτόν να παραστρατήση προς το βουνόν. Ιδών δηλαδή μακρόθεν τον Θανάσην
+ορμώντα προς τα επάνω, και διασχίζοντα ως μαινόμενον την πυκνή λόχμην, έκρινεν
+ότι και αυτός θα έπραττε φρονίμως να τον ακολουθήση, αφίνων την πεπατημένην
+οδόν. Και ούτω και ο αρχιληστής περίφοβος, υποπτεύων ενέδραν, παρεξέκλινε, και
+διά των ορέων βαδίζων κατόπισθεν σχεδόν του Θανάση, κατήλθεν εις τον
+απόκεντρον όρμον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εμπρός 'ς τα κουπιά! διέταξεν ο αρχιληστής επιβάς τελευταίος εις την
+λέμβον, ήτις εκινήθη αποτόμως ένθεν και ένθεν εκ του βαρέος αυτού
+πατήματος.</p>
+
+<p>Ο Θανάσης ούτε ενόησε πώς ευρέθη εν τη λέμβω. Τόσον ήτο τεταραγμένος
+ακόμη. Εισήλθε και εκάθησε κρατών σφιγκτά μεταξύ των χειρών του εν τη αγκάλη
+του το εφθαρμένον δισάκκιον, βαρύ και δυσβάστακτον εκ των έμπροσθεν και
+κενόν εκ των όπισθεν.</p>
+
+<p>Έλαβον τας κώπας οι λοιποί και απεμακρύνθησαν ολίγον από της παραλίας
+κατευθυνόμενοι προς βορράν, αθέατοι, υπό τους υψηλούς βράχους, κατά πρώτον
+γιαλό-γιαλό πλέοντες.</p>
+
+<p>Και τότε μόνον ο αρχιληστής, καθησυχάσας, ανεζήτησε τον σάκκον, εν ώ
+περιείχετο το χρυσίον.</p>
+
+<p>Το δισάκκιον εκράτει σφιγκτά ακόμη ο πιστός Θανάσης.</p>
+
+<p>Πλην εκπλήσσεται ο αρχιληστής μη ανευρίσκων εντός το χρυσοφόρον
+δοχείον.</p>
+
+<p>Εκπλήσσεται και ο Θανάσης.</p>
+
+<p>Εκπλήσσονται και οι άλλοι δύο, οίτινες εκωπηλάτουν, οι δύο γέροντες.</p>
+
+<p>Ο αρχιληστής έκφρων εκκενώνει το ήμισυ δισάκκιον, και πίπτουσιν οι ξηροί του
+μοναστηρίου άρτοι, κτυπώντες επί των σανίδων της λέμβου θλιβερώς ως σκληροί
+λίθοι.</p>
+
+<p>Προσέβλεψεν αγρίως τότε τον Θανάσην ο αρχιληστής. Το βλέμμα του έπνεε
+πυρ και φλόγας. Όλη η αγωνία της καρδίας του κατά την ύποπτον αυτήν πορείαν
+εξέσπασεν εις μανίαν.</p>
+
+<p>Υποπτεύει ότι ο Θανάσης κατεχράσθη την εμπιστοσύνην του, αποκρύψας το
+χρυσίον, και μαίνεται κ' εκ της μανίας δεν δύναται να αρθρώση λέξιν.</p>
+
+<p>Τότε μόλις εκ του νέου τούτου τρόμου συνήλθεν ο δειλός Θανάσης. Ο νέος
+φόβος απεδίωξε τον παλαιόν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα τα πήραν τα χρήματα αι Νεράιδες! λέγει με αφέλειαν μωρού
+ανθρώπου.</p>
+
+<p>Εις τους πυρίνους του αρχιληστού οφθαλμούς νέαι φλόγες απήστραψαν.</p>
+
+<p>Ο δε Θανάσης προσθέτει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όταν μου έδωσες το δισάκκι, τα χρήματα ήσαν εις το εμπροσθινόν
+μέρος, το οποίον εβαστούσα καλά με τα δυο μου χέρια 'ς την αγκαλιά μου. Αλλ'
+όταν επάνω εις το βουνόν εσταμάτησα διά να ξεκουρασθώ, άφησα το δισάκκι, και
+όταν το ξαναπήρα, κατά λάθος τα χρήματα ήσαν εις το πίσω μέρος και εγώ
+εκράτουν σφιγκτά το εμπροσθινόν με τα ψωμιά. Ω! Τι έπαθα!</p>
+
+<p>&nbsp;— Και πού είνε τα χρήματα τώρα! κραυγάζει πάλιν ο αρχιληστής
+αγριώτερον, μη εννοών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα τα πήραν αι Νεράιδες! επαναλαμβάνει ο Θανάσης. Ο αρχιληστής
+εβρυχάτο ως λέων, εκ της μανίας αδυνατών να κινηθή καν.</p>
+
+<p>Ο δε Θανάσης εξακολουθεί να διαμαρτύρεται προοιμιαζόμενος πάλιν ότι αν
+ήθελε να κλέψη τον αρχηγόν του, δεν θα είχε τόλμην να εμφανισθή πλέον ενώπιόν
+του, διότι εγνώριζεν ότι ήθελε κινήσει την οργήν του. Και θρηνεί.</p>
+
+<p>Και ούτω θρηνών αφηγείται το συμβάν επάνω εις το ρεύμα, υπό την γενικήν
+αγανάκτησιν των συντρόφων όλων.</p>
+
+<p>Παρ' ολίγον ν' ανατρέψη την λέμβον εκ της οργής ο αρχιληστής και να πνιγώσι
+πάντες εις την θάλασσαν.</p>
+
+<p>Οι δύο γέροντες προέτεινον ν' αποβιβασθώσι πάλιν κ' επανέλθωσιν εις το
+μέρος, όπου, ως έλεγεν ο Θανάσης, είδε τα φαντάσματα.</p>
+
+<p>Η πρότασις ήτο καλή.</p>
+
+<p>Αλλ' ήδη ηκούοντο επάνω εγγύς της παραλίας πυροβολισμοί συνεχείς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Σκύλε, Θανάση! είπε φρυάττων ο αρχιληστής.</p>
+
+<p>Έλαβον τότε οι λησταί τας κώπας, τέσσαρας μεγάλας και στερεάς, και
+απεμακρύνθησαν ταχέως προς την αλίμενον ακτήν του Πηλίου, σιωπηλοί και
+αγρίως κατηφείς, ως ν' απώλεσαν εν τη μάχη τον καλλίτερον σύντροφόν των.</p>
+
+<p>Τη επαύριον οι περιπολεύοντες ακόμη αγροφύλακες ανεκάλυψαν εις την
+έρημον εκείνην ακτήν της νήσου πτώμα χωροφύλακος, σχεδόν διαμελισμένον.</p>
+
+<p>Ήτο το πτώμα του δειλού Θανάση, ον ο αρχιληστής διεμέλισεν εν τη ληστρική
+οργή του.</p>
+
+<p>Οι μοναχοί, εις ους επεδείχθη υπό του δημάρχου, τον ανεγνώρισαν. Τόσην δ'
+αίσθησιν είχε προξενήσει εις αυτούς ο ληστής ούτος, ώστε και διαμελισμένον το
+σώμα τοις εφαίνετο ότι εκράτει ακόμη το τσιτσιρίζον τηγάνιον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτός είνε ο άθλιος, έλεγεν ο ρινόφωνος οικονόμος της Μονής πάτερ-
+Σισώης, προσθέτων και το ρητόν αργά-αργά: — Λάκκον ώρυξε και ανέσκαψεν
+αυτόν... ».</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ο στρογγύλος θυρωρός της Μονής, ότε ίστατο εμπρός εις το αρχονταρίκιον και
+ανέκρινε δευτέραν φοράν σιωπηλώς διά των οφθαλμών του τους ξένους εκείνους,
+τους τόσον οικείως εισελθόντας εις το Μοναστήριον, παρετήρησεν ότι από του
+φαινομένου αξιωματικού της χωροφυλακής έλειπον τα σύμβολα του βαθμού του
+— αι σαρδέλλες λεγόμεναι τότε — ένθεν κ' ένθεν του περιλαιμίου. Ο πονηρός
+μοναχός, διαμείνας άλλοτε εν Αθήναις, μετά πολλής περιεργείας εξηκρίβωνε τα
+του στρατού μάλιστα, έχων κλίσιν περί την πολεμικήν τέχνην.</p>
+
+<p>Πολλάκις ο άνθρωπος εμφανίζει κλίσεις εις πράγματα διά τα οποία είνε όλως
+διόλου ακατάλληλος.</p>
+
+<p>Παρετήρησε προσέτι, — τούτο ήτο λεπτότατον — ότι ο πίλος του
+υπομοιράρχου έφερεν έν σειρίτιον διαφόρου χρωματισμού των επί της στολής των
+άλλων.</p>
+
+<p>Ταύτα πάντα παρέσχον αυτώ υπονοίας περί των ξένων και εθεώρησε φρόνιμον
+να κυλίση τον κατήφορον κρυφά-κρυφά, διά να γνωστοποιήση τας υπονοίας του
+εις τον ηγούμενον. Διά τούτο αναζητηθείς τότε ο θυρωρός υπό των ληστών,
+περιφρονησάντων αυτόν διά το ανάστημά του κατά πρώτον, δεν ευρέθη.</p>
+
+<p>Και ιδού ότι ο άνθρωπος ουδένα πρέπει να περιφρονή εις αυτόν τον
+κόσμον.</p>
+
+<p>Και κατ' αρχάς μεν εξήρχετο της Μονής ο θυρωρός, χωρίς να έχη σαφή ιδέαν
+περί των πραγμάτων, αλλ' όταν επροχώρησεν ολίγον, και είδε να κλείηται και ν'
+ασφαλίζηται η πύλη διά του σιδηρού μοχλού, και ήκουσε τέλος — δεινόν ειπείν! —
+ήκουσε γοερώς αντηχούσαν την φωνήν του μαγείρου, κραυγάζοντος «κλέφτες!»,
+όταν τον είχε κτυπήσει ο αρχιληστής, ως είδομεν, τότε εκαθαρίσθησαν πλέον αι
+ιδέαι του στρογγύλου μοναχού, γενόμεναι στρογγυλώτεραι και μετά μίαν ώραν ήτο
+εις το Μετόχιον και μετά ταύτα εις την κώμην, όπου τον είδον περίφοβοι οι
+άνθρωποι, εις την αγοράν κυλιόμενον ως βαρέλιον διά της παραλίας και
+κραυγάζοντα «κλέφτες!» χωρίς να ίσταται και χωρίς να διασαφηνίζη το πράγμα,
+έως ου ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου. Πάραυτα κατόπιν διά συγκεχυμένων
+λόγων διεδόθη εν τη κώμη, η φοβερά είδησις.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάτησαν το Μοναστήρι! έλεγεν ο έτερος προς τον έτερον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάτησαν το καινούργιο Μοναστήρι! επανελάμβανεν άλλος. Και εις
+όλον το χωρίον αντήχει η βοή:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάτησαν το Μοναστήρι!</p>
+
+<p>Και έκλειον οι άνθρωποι τα μαγαζεία και ησφάλιζον αυτά, και έκλειον αι
+γυναίκες τας θύρας και τα παράθυρα. Αμέσως αι οδοί ηρημώθησαν.</p>
+
+<p>Και μόνον ο Γέρω-Γιάννης έτρεχεν, ο αστυνομικός κλητήρ, με τα τσακμάκια εις
+τα θυλάκια και το καρυοφύλλι του εις τον ώμον ανεβοκατεβαίνων την αγοράν και
+την δημαρχίαν, και εκάλει τους πολίτας εις τα όπλα κρούων τον μέγαν κώδωνα του
+ναού.</p>
+
+<p>Το παραχθέν αίσθημα ήτο και φόβος και θλίψις. Φόβος μεν, διότι δεν
+εγνώριζον περί της συμμορίας εκ πόσων συνέκειτο και τι σκοπούς ακόμη είχε·
+θλίψις δε, διότι εγνώριζον ότι η Μονή του Ευαγγελισμού είχεν αποταμιεύματα
+πλούσια.</p>
+
+<p>Και το εσέβοντο οι άνθρωποι το ιερόν Κοινόβιον και το ηγάπων. Οι πτωχοί το
+είχον ως πτωχοτροφείον και οι γέροντες ως γηροκομείον. Τας εορτάς του Πάσχα
+και των Χριστουγέννων φορτώματα εμοίραζε κάτω εις τον λαόν τον σίτον και το
+έλαιον.</p>
+
+<p>Ούτως ο δήμαρχος επί κεφαλής οπλοφόρων εξήλθεν εις τα όρη προς
+ανακάλυψιν των ληστών, παρακολουθούντος και του ηγουμένου. Κατά πρώτον
+μετέβησαν εις την Μονήν, όπου εύρον τους μοναχούς δεμένους ακόμη, κ' έμαθον
+ασφαλώς πλέον την γενομένην συμφοράν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ! έκλαιεν ακόμη θρηνών ο ρινόφωνος γραμματεύς και οικονόμος
+πάτερ-Σισώης, κλειδωμένος εν τω κενώ ταμείω.</p>
+
+<p>Και αντήχει γοερώς η φωνή του εις την έρημον κόρδαν των κελλίων ως
+νυκτικόρακος στεναγμός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μας επρόδωσαν, κύριε δήμαρχε! επανελάμβανεν ο γέρων
+αρχοντάρης. Μας επρόδωσαν! Τα εγνώριζον όλα. Ακόμη και τα κλειδιά, τα οποία
+είχον εις τον κόρφον μου!</p>
+
+<p>Μετά ταύτα διηρέθησαν εις δύο σώματα και ο μεν Γέρω-Γιάννης απήλθε προς
+το Κάστρον, ο δε δήμαρχος προς την Κεχριάν. Είνε τα δύο αγριώτερα και
+απροσιτώτερα μέρη της νήσου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον νου σου, και τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη, είπεν ο δήμαρχος,
+αποχωριζόμενος από τον κλητήρα του.</p>
+
+<p>Και κατήλθε προς την θάλασσαν, του ηγουμένου, ενός ασκητικού και
+ξηραγκενού μοναχού, λίαν ιεροπρεπούς, κατόπιν του πεζοπορούντος και αυτού,
+και μη δυναμένου ούτε λέξιν να εκστομίση εκ της θλίψεως.</p>
+
+<p>Εις το πέλαγος ουδεμία λέμβος εφαίνετο. Εις τα δάση και τα ρεύματα ουδέν
+σημείον ύποπτον παρετήρησαν. Και ότε, ιστάμενοι επί λόφου εγγύς της ακτής
+διελογίζοντο να επανέλθωσιν άπρακτοι, εξεκένωσαν τα όπλα των εις το πέλαγος,
+αγανακτούντες διά την αποτυχίαν των ερευνών των, τότε οι λησταί ακούσαντες
+τους πυροβολισμούς, απεμακρύνθησαν βορειότερον και είτα ετάχυνον διά του
+πελάγους. Και όταν ανήχθησαν πλέον μακράν, τότε είδον την λέμβον οι οπλοφόροι.
+Πάραυτα ο δήμαρχος έκρουσεν εξ απογνώσεως τας παλάμας του. Εννόησεν ότι οι
+λησταί διεξέφυγον εκ των χειρών των. Διότι ο λιμενάρχης είχε διατάξει ουδεμία
+λέμβος να εξέλθη του λιμένος την ημέραν εκείνην. Η δε ταχέως απομακρυνομένη
+των ακτών της νήσου βεβαίως δεν θα ήτο καλή λέμβος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάει, βρε παιδιά, μας γλυτώσανε! είπε τεθλιμμένος και
+επανεκτύπησε τας παλάμας του.</p>
+
+<p>Εξεκένωσαν τότε και δευτέραν φοράν τα όπλα των οι οπλοφόροι, άτινα
+αντήχησαν πενθίμως επί της λείας επιφανείας της θαλάσσης, αποχαιρετισμός
+ηχηρός προς τους απομακρυνομένους ληστάς και τας φευγούσας ελπίδας των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αιωνία των η μνήμη! είπεν ο δήμαρχος. Τι άλλο να είπη;</p>
+
+<p>Και θέλων να διασκεδάση την θλίψιν του ηγουμένου ηρώτησεν ολίγον
+ατόπως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τάλληρα ήτανε, γέροντα, ή λίρες;</p>
+
+<p>Ο ηγούμενος εξηκολούθει να ήνε άφωνος. Ενόμιζες ότι αι λευκαί τρίχες του
+παχέος μύστακος αυτού απέκρυψαν τελείως το στόμα του.</p>
+
+<p>Και μόνον ένα θρήνον τώρα εξέβαλεν υπόκωφον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τα είχαμε διά την ζωγραφίαν της Εκκλησίας! . . .</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ο καπετάν-Θοδωρής, επιβαίνων του οναρίου του, ως όταν από ευτυχούς ταξειδίου
+επανήρχετο με το βρίκιόν του φορτωμένος τάλληρα ισπανικά, — στιγμάς τινας
+μάλιστα εξέλαβε τας ευτελείς του ζώου ηνίας ως το μεγαλοπρεπές πηδάλιον του
+βρικίου του — μετά φαιδράς απαθείας εθεώρει τα βουνά και τα δένδρα, δι' ων
+διήρχετο σείων την κεφαλήν του κανονικώς, συμφώνως προς τας κινήσεις του
+οναρίου, και ονειρευόμενος ποικίλα σχέδια, κατά τα οποία διερρύθμιζε
+φρονιμώτερον τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, την πλουσίαν μοίραν των
+θυγατέρων του. Και συνεχώς δι' αιχμηρού ξυλαρίου εκέντα εις τα οπίσθια το βραδύ
+ζώον. Αι δε γυναίκες φορτωμέναι τα φύλλα ηκολούθουν κρυφομιλούσαι και αυταί
+και σχεδιάζουσαι μυρία όσα ευτυχή σχέδια, ουδέ ησθάνοντο το βάρος του
+συμπεπιεσμένου σάκκου εκ της χαράς, ήτις επλήρου την καρδίαν των τας
+ευδαίμονας εκείνας ώρας. Και δι' απατήτων ατραπών, αποφεύγουσαι τας
+συναντήσεις, έφθασαν εις την οικίαν των, χωρίς να εννοήσωσι και αυταί πώς τόσον
+ελαφρώς διήλθον το τρίωρον εκείνο διάστημα. Παρά πολύ δε κατεπλάγησαν
+ευρούσαι την ωραίαν κώμην σιωπηλήν, ως έρημον, και όλα εν αυτή κατάκλειστα
+και μόνον τους κύνας ανερευνώντας τροφήν.</p>
+
+<p>Μόλις δε είχον εισκομίσει τους σάκκους των φύλλων, προφυλάξασαι τον
+θησαυρόν αι γυναίκες εις ασφαλές μέρος, ίνα κατόπιν την νύκτα τακτοποιήσωσιν
+αυτόν, και ήρχισαν να ρίπτωσι με χαράν δροσερά φύλλα εις το καματερόν, το
+οποίον εθεώρουν και του χρυσίου πολυτιμότερον, και ιδού προσέρχεται η
+γειτόνισσα ασθμαίνουσα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, ήρθατε! Εγώ πλειο τρόμαξα 'ς το δρόμο. Αι γυναίκες ουδέν
+εννόουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάτησαν το Μοναστήρι! Δεν το μάθατε! Βούιξε όλο το χωριό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάτησαν το Μοναστήρι! Είπεν εκπεπληγμένος ο καπετάν-Θοδωρής,
+ως άνθρωπος του οποίου ωραίον όνειρον διέκοψε ξηρός κρότος ατακτούσης
+γαλής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ όταν κατέβαινα από το κτήμα, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είδα τον
+κόσμο που πήγαιναν ωπλισμένοι.</p>
+
+<p>Και διηγήθη τότε η φλύαρος γραία μετά πολλής ζωηρότητος όλην την ιστορίαν
+της ληστείας μετά περιγραφών γυναικείας φαντασίας.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Θοδωρής ήτο ευσεβής άνθρωπος. Η Γερακούλα, αυτή πλέον ήτο η
+προσωποποίησις της ευσεβείας και αρετής. Αι τέσσαρες θυγατέρες των, αι
+τέσσαρες ξανθαί αδελφαί, ήσαν τύπος και ομοίωμα της μητρός απαράλλακτον.
+Οικογένεια πάσχουσα, πλην φοβουμένη τον Θεόν.</p>
+
+<p>Ήκουσεν η Γερακούλα ότι οι λησταί παρουσιάσθησαν ως χωροφύλακες και ότι
+εντός δισακκίου εφορτώθη ο είς τούτων τον θησαυρόν, και ανεμνήσθη πάραυτα
+του δειλού εκείνου χωροφύλακος, ον πρώτην φοράν έβλεπον εις την νήσον.</p>
+
+<p>Ήκουσαν αι θυγατέρες ότι τον θησαυρόν του Μοναστηρίου έλαβον ως ήτο μετά
+του αρχαίου κυλινδρικού δοχείου, του οποίου το επικάλυμμα έφερε την εικόνα του
+Ευαγγελισμού, ήκουσε και ο καπετάν-Θοδωρής ότι ο θησαυρός απετελείτο εκ
+χρυσών νομισμάτων αυστριακών, γαλλικών και τουρκικών.</p>
+
+<p>Και επείσθησαν πάραυτα όλοι ότι ο θησαυρός των, ον μετά τόσης κρυφής
+χαράς εκόμιζον, ην ο θησαυρός της σεπτής της νήσου μονής.</p>
+
+<p>Και αντί ν' αφανισθή από των οφθαλμών των η χαρά, ως ήτο φυσικόν διά
+πάντα άλλον διάφορον έχοντα ανατροφήν, απ' εναντίας εμεγαλύνθη, επληθύνθη κ'
+εξέλαμπον εξαισίως τα πρόσωπα αυτών από της ηδίστης εκείνης ενδομύχου
+συναισθήσεως ότι εγένοντο αίτιοι να διασωθή ο θησαυρός πεφιλημένου
+Μοναστηρίου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τα δώσωμεν! Εφώνησαν αγαλλόμεναι, μια φωνή όλαι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τα δώσωμεν, πατέρα! επανέλαβον αι τέσσαρες θυγατέρες.</p>
+
+<p>Ο γέρων ητοιμάζετο να εξέλθη εις συνάντησιν του δημάρχου, όπως αναγγείλη
+αύτω την χαρμόσυνον είδησιν και τον αστείον της διασώσεως του θυσαυρού
+τρόπον, ότε η Γερακούλα βλέπει έξωθεν της οικίας των — έκειτο έξω εις το άκρον
+της πόλεως, εν τη κεντρική προς τας εξοχάς οδώ — διερχομένους τον δήμαρχον και
+τον ηγούμενον, οίτινες πλήρεις κόνεως και ακανθωτών κολλητσίδων εις τα
+ενδύματα, κάθιδροι και καταπεπονημένοι, επανήρχοντο κατηφείς εκ της ακάρπου
+καταδιώξεως των ληστών.</p>
+
+<p>Ο γέρων παρεκάλεσεν αυτούς να εισέλθωσι· και ανήγγειλεν αυτοίς πάραυτα
+την ανεύρεσιν του θησαυρού της Μονής.</p>
+
+<p>Ο ηγούμενος προς το άκουσμα τούτο προσήλωσε τους οφθαλμούς του
+ακίνητος εις το πρόσωπον του καπετάν-Θοδωρή.</p>
+
+<p>Ο δήμαρχος έκαμε κίνημα δυσεξηγήτου εκπλήξεως βλέπων προς την
+στέγην.</p>
+
+<p>Αι τέσσαρες θυγατέρες παρίσταντο μετά σεβασμού μ' εσταυρωμένας τας
+χείρας.</p>
+
+<p>Η δε Γερακούλα έσπευσε κ' εκόμισε το κυλινδρικόν χρυσοφόρον δοχείον, το
+ευρεθέν εν τω δάσει, ανέπαφον, φέρον επί του επικαλύμματος την εικόνα του
+Ευαγγελισμού.</p>
+
+<p>Τότε μόλις συνήλθεν από της εκπλήξεως ο ηγούμενος, αποκαθηλώσας τους επί
+του γέροντος ακινήτους οφθαλμούς του, και κινήσας αυτούς επανειλημμένως από
+του ανευρεθέντος θησαυρού προς τον δήμαρχον και από τούτου προς τον
+καπετάν-Θοδωρή. Προς τας γυναίκας ουδόλως έστρεφε το βλέμμα ο ερημικός
+μοναχός, των ασκητικών διατάξεων μη επιτρεπουσών τούτο.</p>
+
+<p>Και ήρχισε πάραυτα η Γερακούλα να διηγήται πώς συνηντήθη μετά του δειλού
+εκείνου χωροφύλακος εις Κεχριάν και πώς ενίσχυσε τον φόβον του, χωρίς να
+γνωρίζη ότι ήτο ληστής, και περιπλέον αγνοούσα ότι έφερε μεθ' εαυτού ληστεύσας
+τον θησαυρόν του Μοναστηρίου, «ως να την είχε φωτίση η Μεγαλόχαρη, που δεν
+ήθελε να χαθώσιν έτσι οι κόποι της».</p>
+
+<p>Ανεκλάλητος ήτο μετά ταύτα η χαρά και ο θαυμασμός του ηγουμένου και του
+δημάρχου. Δεν είξευρον τι να θαυμάσωσι περισσότερον, την ευφυά επίνοιαν της
+Γερακούλας, διασωζούσης τον θησαυρόν, ή την ευσέβειαν όλης της οικογενείας
+παραδιδούσης τα διασωθέντα.</p>
+
+<p>Εις τον κοσμικόν του δημάρχου νουν εφαίνετο υψηλότερον το δεύτερον, η
+παράδοσις του θησαυρού. Εις τον νηπτικόν όμως λογισμόν του ηγουμένου
+εξέλαμπε φαεινότερον ως μεγάλη πανηγυρική λαμπάς η λαμπρά επίνοια της
+Γερακούλας, υπό θείας αυγής φωτισθείσης την στιγμήν εκείνην εν τω δάσει, όπερ
+προϋποτίθησι την ευσέβειαν της γυναικός και της οικογενείας πάσης. Και αν δεν
+προϋπήρχεν αύτη εν τη καρδία των ανθρώπων τούτων, εσκέπτετο ο ηγούμενος,
+δεν εισέδυεν η φωτιστική εκείνη ακτίς, το αγνόν και θείον φως, όπερ εν τω κόσμω
+καλείται ευφυία, ήτις συνετέλεσεν εις την διάσωσιν των κλαπέντων.</p>
+
+<p>Έλαμπον τα πρόσωπα πάντων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ, εγώ, εφώνει η καλή Γερακούλα, έσωσα τον θησαυρόν. Και
+επανέλαβε μίαν ακόμη φοράν το περιστατικόν ως εγένετο, τελειότερον ήδη και
+ζωηρότερον, παρελθούσης της πρώτης συγκινήσεως, ως συμβαίνει πάντοτε εις τον
+νικητήν, όστις την πρώτην φοράν συγκεχυμένος θ' αφηγηθή τας ανδραγαθίας
+του.</p>
+
+<p>Και τώρα μόλις ο δήμαρχος και ο ηγούμενος καθησυχάσαντες, τώρα κατά την
+δευτέραν αφήγησιν ησθάνθησαν πάσαν την λεπτότητα της επινοίας της
+Γερακούλας, θαυμάσαντες την ευστοχίαν αυτής και τόλμην. Και συνδυάσαντες το
+αποδιδόμενον εις τας τέσσαρας ξανθοκόμους αδελφάς παρώνυμον προς την
+εκτύλιξιν του απροσδοκήτου γεγονότος, συνεπέραναν, πρώτου του ηγουμένου
+εκφράσαντος τούτο, ότι αι τέσσαρες αδελφαί ήσαν προωρισμέναι υπό των
+μυστικών βουλευμάτων της θείας προνοίας να περισώσωσι τον θησαυρόν της
+Μονής, όστις βεβαίως άλλως ήθελεν εξαφανισθή διά παντός.</p>
+
+<p>&nbsp;— Η Παναγία θέλει να ζωγραφισθή ο ναός της, είπεν ο ηγούμενος.</p>
+
+<p>Διότι αληθώς τα χρήματα μετά φειδούς και οικονομίας απεταμιεύοντο προς
+τούτον και μόνον τον σκοπόν, τον καλλωπισμόν του ωραίου Καθολικού.</p>
+
+<p>Ο ηγούμενος, υψώσας τας χείρας, ηυλόγησεν ιεροπρεπώς τους ευσεβείς γονείς
+πρώτον, και είτα τας σεμνάς θυγατέρας των, ευχηθείς ταχέως ο Ύψιστος ν'
+ανταμείψη αυτάς κ' εν τω κόσμω τούτω ως Δίκαιος και Πανάγαθος πατήρ.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Μετ' ολίγον όλον το χωρίον ωμίλει περί του συμβάντος και της οικογενείας του
+καπετάν-Θοδωρή.</p>
+
+<p>Ο δήμαρχος, κήρυξ στωμύλος, διατρέχων την αγοράν και τας οδούς εκήρυττε
+προς τους κατοίκους το γεγονός, οίτινες μετά θαυμασμού ήκουον και άλλοι μεν
+έκαμον τον Σταυρόν των, άλλοι δε εχαρακτήριζον όσον σεμνότερον ηδύναντο το
+πράγμα.</p>
+
+<p>Έπος ολόκληρον συνερράφη προχείρως κ' εψάλλοντο κ' εξυμνούντο αι
+ξανθόμαλλοι Νεράιδες της νήσου, του σατυρικού παρωνύμου αποκτήσαντες πλέον
+λάμψιν και κάλλος και γοητείαν. Και αν πρότερον αι άλλαι γυναίκες, λέγουσαι
+«Νεράιδες», εννόουν πτωχάς τινας νεάνιδας, καταδικασμένας υπό της σκληράς
+μοίρας να διέρχωνται τον βίον των εις τα ρεύματα και τα δάση, ανυπόδυτοι, εντός
+ακανθών και τριβόλων συνάζουσαι τον ξηρόν άρτον, την μόνην ευσπλαγχνίαν της
+πενομένης ζωής των, άνευ ελπίδος αποκαταστάσεως και άνευ μέλλοντος, ήδη
+εννόουν ωραίας και ξανθάς αδελφάς, ευλογημένας υπό του Θεού, πλήρεις
+ελπίδων, μ' ευγενή κ' ευσεβή την καρδίαν, ων το λαμπρόν μέλλον αυτή η Παναγία
+διά χρυσών γραμμών προδιέγραψε.</p>
+
+<p>Και αι ευλογίαι ήρχισαν να πραγματοποιώνται. Εν πρώτοις το
+ηγουμενοσυμβούλιον της Μονής εψήφισε δωρεάν τεσσάρων χιλιάδων δραχμών
+προς την ευσεβή του καπετάν-Θοδωρή οικογένειαν. Ο θησαυρός ο περισωθείς της
+μονής ανήρχετο εις 30,000 δραχμών. Το Δημοτικόν Συμβούλιον ωσαύτως, υπείκον
+εις εκφρασθείσαν επιθυμίαν γενικώς παρ' όλων των κατοίκων, εδώρησεν ανάλογον
+ποσόν εις περίθαλψιν του γέροντος πλοιάρχου και ανέγραψε τα ονόματα των
+τεσσάρων θυγατέρων και της μητρός εν τοις βιβλίοις του δήμου, ίνα διασώζωνται
+εις τιμήν αΐδιον.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, τι κάνετε: Είπε τας ημέρας εκείνας η φίλη των
+γειτόνισσα με το ξηρόν πρόσωπόν της και την πλέον ξηράν ομιλίαν της.</p>
+
+<p>Αι ωραίαι νεάνιδες ανεβασμέναι επί κλιμάκων «ξεκλάδωνον» το καματερόν.
+Είχον παρέλθει ικαναί ημέραι από των ανωτέρω γεγονότων και αι αγαθαί γυναίκες
+καταγινόμεναι περί την προσφιλή αυτών βομβυκοτροφίαν είχον «κλαδώση» προ
+ημερών και έφθασαν ήδη εις το ευφρόσυνον τέρμα, κ' εσύναζον από των κλαδίων
+τα σχηματισθέντα κουκκούλια. Καθαρά ιμάτια φέρουσαι, ως εν εορτή λευκά
+κολόβια και λευκούς χιτώνας περί τα άκρα των χειρίδων και της τραχηλιάς με
+κεντήματα δι' ερυθράς και πρασίνης μετάξης, και έχουσαι επιμελώς κεκαλυμμένην
+την ξανθήν των κόμην δια λευκών με χρυσούς κροσσούς μανδηλίων της
+Κωνσταντινουπόλεως, από πρωίας ενησχολούντο εις την ευχάριστον αυτήν
+εργασίαν, ήτις ως όασις δροσερά εμφανίζεται μετά τον τόσον μόχθον της
+ανατροφής του μεταξοσκώληκος, ιδίως όταν η ανάπτυξις αυτού επιτύχη και η
+συγκομιδή των κουκκουλίων είνε άφθονος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είνε αλήθεια πως
+ταύρατε τα χρήματα;</p>
+
+<p>Μετά την τελευταίαν συνάντησίν των, ότε πρώτη η γειτόνισσα ανήγγειλεν εις
+την Γερακούλαν και τας θυγατέρας της ότι επάτησαν το Μοναστήρι, ησθένησεν
+αύτη, καταληφθείσα υπό τινος δεινού των νεφρών πόνου — σύνηθες αυτή — και
+είχεν ημέρας να έλθη εις την οικίαν του καπετάν-Θοδωρή. Τώρα δε — πρώτη
+ημέρα της εξόδου της — ενεφανίσθη ωχροτέρα και ξηροτέρα, και διά να ίδη τα
+κουκκούλια των νεανίδων και διά να βεβαιωθή περί πολλών, τα οποία ήκουεν εν τη
+ασθενεία της και τα οποία δεν επιστευε και, ως εφαίνετο εκ του τρόπου της, θα
+επροτίμα μάλλον να μη είνε αληθή παρά να ευρίσκεται εις την δυσάρεστον θέσιν
+να τα πιστεύη.</p>
+
+<p>Είνε πλασμένοι πολλοί τοιούτοι άνθρωποι.</p>
+
+<p>Αι νεάνιδες και το δεύτερον δεν ήκουσαν. Εξηκολούθουν και αι τέσσαρες να
+ξεκλαδώνουν με χαράν και να τραγουδούν εύμορφα δίστιχα, χαιρετίζουσαι ούτως
+την πλουσίαν των κουκκουλίων εσοδείαν, την ευφρόσυνον απόλαυσιν τόσης
+φροντίδας, αλλά συνάμα και την αιτίαν τόσης ανακουφίσεως προς την πενομένην
+οικογένειάν των.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, είπε πάλιν η γειτόνισσα, μετά λαιμαργίας
+θεωρούσα τα κάνιστρα, τα πεπληρωμένα κουκκουλίων λευκών και κροκωτών ωσάν
+οι ξηροψημένοι λουκουμάδες, Αρί-σείς, κορίτσια, είνε αλήθεια πως τα δώσατε
+πίσω τα φλωριά;</p>
+
+<p>Εις όλον το χωρίον δεν ευρέθη άνθρωπος να εκφράση απορίαν διά τούτο.
+Είπομεν πόσου σεβασμού αντικείμενον ήτο και πόσης αγάπης το σεμνόν Κοινόβιον
+της νήσου, το γηροκομείον και πτωχοτροφείον αυτής.</p>
+
+<p>Και είτα προσέθηκε μετά τινος πικρίας.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αρί-σείς, κορίτσια, είνε αλήθεια πως σας δώσανε συνδρομή από το
+Μοναστήρι και από την Δημαρχία;</p>
+
+<p>Αι σεμναί και εντροπαλαί νεάνιδες, ήδη εις την υψηλοτέραν καλαμωτήν εγγύς
+των δοκών της στέγης, εξηκολούθουν να συνάζουσιν ένα-ένα τα κουκκούλια από
+των πεπληρωμένων κλαδίων, άτινα ως εύμορφα μεταξωτά άνθη απήστραπτον
+συμπεπλεγμένα ως διά μεταξίνης αράχνης εν μέσω των μαρανθέντων φύλλων των
+κλάδων.</p>
+
+<p>Ίσως κ' εκ της μελωδικής του άσματος αρμονίας δεν ήκουσαν αι νεάνιδες την
+ομιλούσαν κάτω γειτόνισσαν, ούτε την είδον, περιφρασσομένην από τον σωρόν
+των καταρριπτομένων αχρήστων πλέον κλαδίων, άτινα μετ' ολίγας ημέρας θα
+εχρησίμευον διά τας πυράς, τας αναπτομένας την νύκτα της Γεννήσεως του
+Προδρόμου προ των πυλών των οικιών, ίνα πηδήσωσιν επάνω αυτών και νέοι και
+νέαι «για το καλό», ούτως εν νυκτί ιερά και πλήρει μυστηρίου, υπό τας υψηλάς
+λάμψεις και τας ερυθρωπάς αυγάς ποικίλων φλογών, περατουμένης της
+συμπαθούς ιστορίας του καματερού, ότε καθ' όλον το χωρίον επάνω των οικίσκων
+εκ της φαιάς νεφέλης των αναριθμήτων πυρών δεύτερος ουρανός σχηματίζεται με
+φλογίνους μαρμαρυγάς, έχων αντί άστρων τους απείρους των φλογών σπινθήρας
+εκεί αφανιζομένους κ' εκεί υπό νέων άλλων αντικαθισταμένους.</p>
+
+<p>Διά τούτο η γειτόνισσα απήλθε κρατούσα τα νεφρά της από τον πόνον ακόμη,
+αλλ' ίσως από την θλίψιν ότι συνήντησεν εν τω οίκω του καπετάν-Θοδωρή τόσην
+χαράν, μεγαλειτέραν της παλαιάς, ην τοσάκις προσεπάθησε να μετριάση διά των
+θλιβερών παρατηρήσεών της.</p>
+
+<p>Πλην άλλη ήτο η χαρά η αληθής και μεγάλη του οίκου τούτου, η
+επακολουθήσασα μετά τα ανωτέρω συμβάντα, ένδειξις ευγενείας λεπτής των
+κατοίκων.</p>
+
+<p>Τέσσαρες νέοι εύμορφοι, τέσσαρα καπετανόπουλα, ως από ιερού
+ενθουσιασμού εμπνευσθέντες, όταν επανελθόντες από του ταξειδίου το
+φθινόπωρον, ήκουσαν αδόμενον και υμνούμενον το φαιδρόν συμβάν της
+διασώσεως του θησαυρού του Μοναστηρίου και την αρετήν της οικογενείας
+ταύτης, ήτις αν και ηδύνατο να αποκρύψη το χρυσίον, διότι ουδείς θα το
+εγνώριζεν, όμως παρέδωκε τούτο ανέπαφον ως ιερόν και άγιον χρήμα,
+απεφάσισαν εν τη στιγμή εκείνη της θείας εξάρσεως, καθ' ην ο άνθρωπος
+μεταβάλλεται όλος εις πνεύμα, υπερήφανος εν τη θεία του ευγενεία και
+ελευθεριότητι, απεφάσισαν να λάβωσιν ως συζύγους τας τέσσαρας ωραίας
+αδελφάς, άνευ προικός άλλης, μόνον με τας πλουσίας νυμφικάς ενδυμασίας των
+και τας λοιπάς επιπλώσεις του οίκου, προικιά κατασκευασθέντα διά της δωρεάς
+του Μοναστηρίου.</p>
+
+<p>Εξήλθον και οι τέσσαρες ευγενείς νέοι εις περίπατον, έξω εις τους κήπους του
+χωρίου, όπου ωραίαν τινά ημέραν και αι τέσσαρες ξανθαί αδελφαί, χαριτωμέναι κ'
+εύμορφοι «έβγαζαν το μετάξι», κομίζουσαι εντός κανίστρων εις τα μαγκάνια την
+άφθονον συγκομιδήν των κουκκουλίων των, εκεί όπου αι επιτήδειαι μαγκανάρισαι,
+βυθισμέναι μέχρι της οσφύος εντός λάκκου, με την μίαν χείρα ανακατόνουσι τα
+εντός εκτισμένης εκεί μεγάλης χύτρας βράζοντα κουκκούλια, ενώ με την άλλην
+γυρίζουσι μετά τέχνης τον μέγαν ξύλινον τροχόν του μαγκάνου, εν τω οποίω
+περιτυλίσσεται λεπτή και στίλβουσα ως χρυσός η λευκή και κιτρίνη μέταξα, των
+παρθένων παρισταμένων εν χαρά και υπηρετουσών. Αι νεάνιδες ιδούσαι
+κοντοσταθέντας τους νέους, ετάχυναν το βήμα περισσότερον, επί του ατάκτου
+λιθοστρώτου αργά βαίνουσαι και κατεβίβασαν προς τους οφθαλμούς αιδημόνως
+τας λευκάς μανδήλας των. Πλην οι τέσσαρες νέοι επρόλαβον και είδον την ξανθήν
+των καλλονήν και τον άφθονον πλούτον των νεανικών χαρισμάτων. Και ως ήτο η
+φαντασία των ζωηρά εκ των ακουσθέντων περί αυτών, εφάνησαν και αι τέσσαρες
+νεάνιδες εις τους οφθαλμούς των πολύ ωραιότεραι παρ' ό,τι ήσαν, ηπλωμένης περί
+αυτάς και χρυσής νεφέλης ευσεβείας και αρετής, υπό την οποίαν έθελγεν
+ακτινοβολούσα η σωματική καλλονή των, ως ο αδάμας εντός πλουσίου φωτός.</p>
+
+<p>Ο γέρων ευφροσύνως ήκουσε την ανέλπιστον πρότασιν. Η Γερακούλα, αν και αι
+αναμνήσεις της από της θαλάσσης ήσαν τόσον πικραί, με χαράν ωσαύτως το
+ήκουσε το χαρμόσυνον άγγελμα, θεωρήσασα τούτο ως άνωθεν προωρισμένον υπό
+της θείας προνοίας, δεν εσυλλογίσθη καν τας θλίψεις και την αβεβαιότητα του
+θαλασσινού βίου. Άλλως, τι εν τω κόσμω είνε βεβαιότερον;</p>
+
+<p>Και μετά τινας ημέρας, αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα, ετελέσθησαν οι
+τέσσαρες γάμοι εις τέσσαρας Κυριακάς εν σειρά, εορτάζοντος και χορεύοντος
+γάμους και χαράς όλου του χωρίου.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Με πόσην αγαλλίασιν τότε η αγαθή μήτηρ, η πτωχή πλην φαιδρά Γερακούλα,
+εκαμάρωνε την τελευταίαν Κυριακήν εις τον τελευταίον γάμον! Εστεφανώνετο η
+μικροτέρα και ξανθοτέρα θυγάτηρ, η αιθέριος και τρυφερά νύμφη, η τελευταία
+Νεράιδα του χωρίου, η εικοσαέτις Φανιώ.</p>
+
+<p>Ο καπετάν-Θοδωρής, καθήμενος εις τον καναπέ και ροφών τον ναργιλέ του τον
+πεφιλημένον, τον οποίον του ημπόδισαν οι ιατροί — έκαμνε κατάχρησιν τας
+ημέρας εκείνας — όλος χαρά και αγαλλίασις, ο υπερήφανος και ευγενής γέρων
+καπετάνιος, έβλεπε τον μέγαν χορόν, όστις εκλόνιζεν εκ θεμελίων την οικίαν όλην·
+κ' έτριζε το πάτωμα το καινουργές, κ' έτριζον τ' αγγειοπλαστικά κομψοτεχνήματα,
+ποτήρια και πινάκια επί των μακρών αραφίων. Εχόρευον αι τέσσαρες νύμφαι
+θυγατέρες του, αι τέσσαρες Νεράιδες με τα ξανθά μαλλιά και με τα χρυσά
+στολίδια, φέρουσαι ως πόρπας εις την χρυσήν ζώνην τα μαλαμμοκαπνισμένα
+τσαπράκια, δώρα γαμήλια του ευλαβούς του Μοναστηρίου ηγουμένου, όστις
+ουδέποτε έπαυσε να τας ευλογή και τας μνημονεύη τας εναρέτους αδελφάς.</p>
+
+<p>Εχόρευον οι τέσσαρες γαμβροί του καπετάν-Θοδωρή, ευγενή καπετανόπουλα,
+υπό τας ευλογίας του Θεού και τας ευχάς όλου του χωρίου, τέσσαρες σεμνοί νέοι,
+ευλογηθέντες μετά τεσσάρων σεμνών κ' ευσεβών παρθένων και ζηλευτών
+νοικοκυράδων. Και έσυρε τον χορόν τον μέγαν αυτόν του τελευταίου γάμου η
+Γερακούλα, η ευτυχής μήτηρ.</p>
+
+<p>Έλαμπον τα φώτα καθ' όλην την νύκτα, αιθερίως μαρμαίροντα επί των
+χρυσοκεντήτων των νυμφών στολισμάτων, κ' έλαμπον περισσότερον τα πρόσωπα
+των ωραίων και ξανθών νυμφών.</p>
+
+<p>Και μέσα εις τα τραγούδια των καλεσμένων, επανέλαβε και ο καπετάν-
+Θοδωρής το τραγουδάκι του, όπου πρώτην φοράν το είχε τραγουδήσει εις το
+Ρεύμα της Κεχριάς, αλλά υπό λυγμών ιεράς συγκινήσεως διακοπτόμενος τώρα,
+διότι είδε την επαλήθευσίν του. Και είτα εγερθείς, εστάθη εν μέσω των
+καλεσμένων, εκθάμβων ορώντων, έκαμε τον σταυρόν του, και εκφράζων και την
+πίστιν συνάμα της Γερακούλας του, απήγγειλεν ιεροπρεπώς τα λόγια όπου είπε
+ποτε ο τοπάρχης της Εδέσσης Αύγαρος, όταν εθεραπεύθη από τον Χριστόν, καθώς
+τα ενθυμείτο από τα Συναξάρια.</p>
+
+<p>&nbsp;— Χριστέ ο Θεός, ο ελπίζων επί σε ποτέ δεν χάνει!</p>
+
+<p>Και εξελθών εις τον εξώστην εξεκένωσε το ναυτικόν του τρομπόνιον χαιρετίζων
+τα ευλογημένα τέλη της ζωής του.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">
+ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ<br />(1901)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Και την πρωίαν εκείνην, κατά την συνήθειάν της η Αρφανούλα, πριν μεταβή εις το
+εργοστάσιον, διερχομένη, εμβήκεν εις την Καπνικαρέαν, κ' ελαφρά-ελαφρά, ως
+πτηνόν βηματίζουσα, με την ελαιόχρουν κοντήν μπερτίτσαν της και με το εκ
+μαύρου ψιαθίου καπελάκι της, ήναψε κηρίον εις το εικονοστάσιον, ησπάσθη
+ευλαβώς την εικόνα της Θεοτόκου και ρίψασα βιαστικά βλέμματα προς το βάθος
+όπου ετελείτο η θεία Μυσταγωγία, έκαμε πεντέξ σταυρούς ακόμη, βιαστικά, κ'
+εξήλθε πάλιν, ελαφρά-ελαφρά βηματίζουσα ως πτηνόν, η Αρφανούλα με την
+κοντήν μπερτίτσαν της, κατευθυνομένη με σπουδήν, προς την οδόν Ερμού, εις το
+εργοστάσιον, ως πτηνόν κυνηγημένον.</p>
+
+<p>Έξω του Ναού, παρά το Άγιον Βήμα, κατά σειράν, ικαναί ήδη τράπεζαι
+παιγνιοπωλών εστολίζοντο, παρατασσομένων επ' αυτών εν σωρώ διαφόρων
+παιγνιδίων, και αθυρμάτων εκ των ευθηνών, τα οποία αγοράζουσιν ιδίως οι παίδες
+του λαού. Εξημέρωνεν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Η οδός Ερμού ήτο έρημος
+ακόμη διαβατών· και μόνον οι υπάλληλοι των πλουσίων της οδού ταύτης
+καταστημάτων, αγρυπνήσαντες όλην την νύκτα, παρεσκεύαζον τα πλούσια
+κομψοτεχνήματα της Πρωτοχρονιάς με προσοχήν εξαιρετικήν, ως να έστηναν
+παγίδας να συλλάβωσι κοσσύφους, κ' εκάλλυνον εν παρατάξει τα χρυσόλαμπρα
+αθύρματα εντός των προθηκών, αίτινες ομοιάζουσι με τα βέλα πολλών κυριών,
+διακοσμούντες αυτά ούτως ώστε μία απλή επιθεώρησις αυτών ν' αρχίζη από
+περιέργειαν και να τελειώνη εις ίλιγγον, όπου ο αγοραστής να μη γνωρίζη τι θα
+δώση και τι θα πάρη. Άρτι δε και οι διευθυνταί και οι κύριοι των καταστημάτων,
+πρωί-πρωί ελθόντες από τας οικίας των, έστεκον ακόμη εις τα προαύλια, εν μέσω
+ανοιγμένων κασσών και στιβάδων χαρτίου και αχύρου, θεωρούντες άνω τον
+ουρανόν ως οι σταφιδοκτήμονες, όπου έχουν απλωμένην την σταφίδα των.</p>
+
+<p>Ο καιρός ήτο τωόντι βροχερός. Αν και προέβη η ημέρα, ούτε μία ακτίς ηλίου
+δεν είχε λάμψει ακόμη. Υγρασία παγερά κατέβαινεν από τους βρεγμένους τοίχους
+των υψηλών οικιών, ενώ άλλη παγερωτέρα ανέβαινεν από του μουσκευμένου
+εδάφους της στενοχωρημένης αυτής μεγάλης οδού.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα, κάμψασα την αριστεράν γωνίαν του ναού, άμα αξελθούσα
+επροχώρησε προς τας κοσμουμένας τραπέζας των παιγνιοπωλών και
+προσεγγίσασα μετά θάρρους προς μίαν αυτών είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλημέρα Σπύρο!</p>
+
+<p>Ο Σπύρος, ένας υψηλός και γεροντώδης άνθρωπος, με πρόσωπον μαλακόν ως
+προζύμιον και με χείρας πλαδαράς ωσαύτως, προσεπάθει αγωνιών, ιδρόνων,
+ζαλισμένος, να τακτοποιήση τα επί της τραπέζης του συσσωρευμένα παίγνια και
+αθύρματα, με αδέξιον όλως τρόπον, και με ύφος απαρεσκείας, ως να έλεγε μέσα
+του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι τρελλός που είνε αυτός ο κόσμος!</p>
+
+<p>Και βλέπων πάλιν προς το στήθος του, ως να συνεπλήρωνε την δοξασίαν του,
+μετ' ολίγον επέλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι τρελλότερος που είμαι εγώ!</p>
+
+<p>Ακούσας την φωνήν της Αρφανούλας, ανεσήκωσε τα όμματά του κ'
+ενεθαρρύνθη ολίγον.</p>
+
+<p>Σαν να έπηξε κατά τι το λυωμένον πρόσωπόν του, σαν να ενευρώθησαν αι
+χείρες του, αι ξεβιδωμέναι:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και σε είχα 'ς το νου μου, καϋμένη! Είπε.</p>
+
+<p>Και ενώ η Αρφανούλα, πεταχτά-πεταχτά ήρχισεν αμέσως να τακτοποιή τα
+ποικίλα εκείνα ξύλινα και μετάλλινα αθύρματα, με χάριν και δεξιότητα, με
+παίζοντας τους δύο μαύρους οφθαλμούς της, ως του αστρείτου του όφεως, ο
+Σπύρος απομείνας με κρεμασμένας τας χείρας, εν η στάσει ερωτούσι τους
+ποιμένας μερικοί ειρηνοδίκαι, έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Και ξέχασα όλως διόλου καϋμένη, τας τιμάς! Πώς μου τα είπες;
+Τάκαμα όλα σαλάτα μέσα 'ς το κεφάλι μου, όπως κι' επάνω 'ς το τραπέζι μου. Εδώ
+έγεινε, βλέπεις, σωστό εμπορικό.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν μου είπες πως τα θυμάσαι ψες, που σου τα είπα πέντε φοραίς;
+Όλως διόλου αδέξιος, καϋμένε Σπύρο; Γι' αυτό τα πρόκοψες 'ς το εμπορικάκι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα ένα σωρό πράγματα! Ανακατώθηκαν 'ς το κεφάλι μου όπως και 'ς
+το τραπέζι μου. Πόσα μου είπες η ροκάναις η μεγάλαις, πόσα η μικραίς και πόσα η
+σφυρίκτραις: Πού να θυμηθώ;</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα τον είδε με βλέμμα λύπης και απελπισίας, έσεισε την κεφαλήν
+της και είπεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Άκουσέ τα λοιπόν πάλιν γλήγωρα, γιατί βιάζομαι. Πενήντα η μεγάλαις
+η ροκάναις, τριάντα η μικρότεραις, είκοσι η πειο μικραίς.</p>
+
+<p>Αλλά την στιγμήν εκείνην την διέκοψαν ξηρά πατήματα εγγύς, τακ- τακ, ως
+κτυπά θλιβερώς παράθυρον την νύκτα, κινούμενον υπό του ανέμου κανονικώς:
+τακ-τακ.</p>
+
+<p>Εστράφη και είδεν η Αρφανούλα τον θείον της, τον μπάρμπα Σταυρή:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά που ήλθες! Τώρα κατάλαβα πως μας αγαπάς. Πες του,
+Μπάρμπα- Σταυρή, τας τιμάς, είπεν η Αρφανούλα, γιατί σήμερα — ημέρα που είνε
+— έχω 'ς το εργοστάσιον σωρό δουλειά και βιάζομαι. Να ζήσης, Μπάρμπα-Σταυρή.
+Ξέρεις εσύ, γιατί είχες μια φορά ψιλικατζίδικο. Εγώ θα σε παρακαλούσα από τα
+χθες, αλλά ντράπηκα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έννοια σου, Αρφανούλα μου, έννοια σου. Μπορούσα εγώ να σας
+αφήσω!</p>
+
+<p>Και ο Μπάρμπα-Σταυρής με τον ένα ξύλινον πόδα του, με δύο ξύλινα ραβδία
+επιστηριζόμενος επροχώρει προς την τράπεζαν, όπου η Αρφανούλα ετακτοποίει
+ακόμη τ' αθύρματα· έκυψε την τριγωνικήν μεγάλην κεφαλήν του — την βάσιν προς
+τα άνω και την κορυφήν του τριγώνου προς τα κάτω — ακούμβησεν εις τα δύο
+ξύλινα ραβδία του, ως να ήθελε να ειπή τον Άη-Βασίλην, και ήρχισεν αμέσως ν'
+απαριθμή τας τιμάς των διαφόρων αθυρμάτων προς τον εκθάμβως χαίνοντα
+ανεψιόν του. Οι γαμπροί εδώ οι ξύλινοι, μια δραχμή ο ένας, η νύμφες αυταίς ένα
+δίδραχμο. Τα κουκλάκια τριάντα λεπτά!</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά, μπάρμα-Σταυρή, καλά, είπεν ο Σπύρος, σείων θλιβερώς την
+κεφαλήν του, φθάνει, μη κουράζεσαι.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα έρριψεν ακόμη ένα τελευταίον χέρι εις την τακτοποίησιν και ένα
+τελευταίον βλέμμα εις την εστολισμένην πλέον τράπεζαν του Σπύρου, ήτις έστιλβεν
+ως κάνιστρον πλήρες αγροτικών ανθέων και απήλθεν ευχαριστημένη από την
+απροσδόκητον παρουσίαν εκεί του θείου της, ευχηθείσα «καλήν πούλησιν».</p>
+
+<p>Και με την κοντήν μπερτίτσαν της και τα μαύρο ψιάθινον καπελλάκι της απήλθε
+βιαστικά, ως πτηνόν κυνηγημένον και εισέδυσεν εις το εγγύς εκεί εργοστάσιον
+γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων, ενώ ο Μπάρμπα-Σταυρής
+εξηκολούθησε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πέντε δραχμαίς αυτή η βλαχοπούλα, και μια δεκάρα ο κάθε γαμπρός
+ο γύψινος. Αυτή η κεφαλή η άδεια πενήντα λεπτά, αυτή η κεφαλή γεμάτη αέρα μια
+δραχμή . . . . Μια πεντάρα η πάπια, μια πεντάρα η χήνα, μια πεντάρα ο πετεινός.
+Όλα τα πουλερικά μια πεντάρα. Κι' όλα τα άλλα ζώα και τα ανθρωπάκια μια
+δεκάρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα τώκαμες ρόιδο! Στάσου να τα γράψω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι κουτός που είσαι; Κυττάζουν τέτοια μέρα τιμολόγια; Όσα θέλεις
+λέγε, και όσα θέλεις παίρνε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ε, τώρα κατάλαβα, Έτσι, πες μου ντε!</p>
+
+<p>&nbsp;— Μόνον να θυμάσαι πρώτα-πρώτα να λες τα πειο πολλά από ό,τι
+περιμένεις να πάρης. Ταις άλλαις ημέραις οι έμποροι λένε ό,τι βαστά η ψυχή τους,
+σήμερα λένε ό,τι τους κατέβη . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα κατάλαβα. Έννοιά σου!</p>
+
+<p>Ο Μπάρμπα-Σταυρής εγνώριζεν από το ψιλικατζίδικο όπου είχε μια φορά κ' ένα
+καιρόν, αλλ' εγνώριζεν ασφαλέστερον από το εργοστάσιον, όπου ειργάζετο η
+ανεψιά του Αρφανούλα, συχνά επισκεπτόμενος τούτο, διότι αυτός την συνώδευε
+μικράν εις την εργασίαν κ' έβλεπε και ήκουεν εκεί τας τιμάς των γυναικείων πίλων
+και πτερών και πτηνών και ανθέων, μεταξύ των αθυρμάτων και ψευδοπαιγνίων
+κατατάσσων και το είδος τούτο του γυναικείου στολισμού. Και εξηγήσας εις τον
+Σπύρον όλα πάλιν εκ νέου, τακ-τακ, έλαβε πάλιν τον ξύλινον πόδα του και τα δύο
+ξύλινα ραβδία του και απήλθεν ειπών προς τον ανεψιόν του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πάρε τώρα μια ροκάνα και γύριζε.</p>
+
+<p>Και ετράπη προς τα κηράδικα ο Μπάρμπα-Σταυρής, ενώ κατόπιν του έφθανον
+θρηνώδεις και πένθιμοι οι βραχνοί της ροκάνας του Σπύρου κροταλισμοί, θαρρείς
+κ' έκρωζον μαύροι κόρακες άνω του λευκού άστεως, μοιρολογούντες την
+τελευταίαν ημέραν του έτους.</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+Ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, του περιφήμου κηπουρού των Σεπολίων, όστις πρώτος
+εκαλλιέργησε φράουλαις εν Αθήναις, λαβών τον σπόρον από τα εξακουστά
+περιβόλια του Βοσπόρου, ήτο πρεσβύτερος αδελφός της Αρφανούλας. Αλλ' όσον
+αυτός ήτο πλαδαρός και ξεβιδωμένος και άγαρμπος σαν μονόκλαδος βάτος, τόσον
+η Αρφανούλα ήτο επιδέξια και δραστηρία εις κάθε έργον της επισπώσα την
+συμπάθειαν και τους επαίνους.</p>
+
+<p>Μικρός ο Σπύρος επήγαινεν εις το σχολείον κ' εδείκνυεν ότι θα έστρωνεν, ως
+μερικά σκολιά φυτά, τα οποία συν τη αναπτύξει ορθούνται εύμορφα· αλλ'
+αποτόμως εσταμάτησεν εις την δευτέραν του γυμνασίου, χωρίς να το εννοήση και
+ο ίδιος· εκάθητο έπειτα όλην την ημέραν εις την δροσεράν εξοχήν, αναγινώσκων
+εφημερίδας και μυθιστορήματα και εκλέγων τας ευχυμωτέρας οπώρας του
+πατρικού κήπου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βρε Σπύρο μου, βρε Σπυράκη μου, βρε Σπυρέτο μου!, τω έλεγεν ο
+Γέρω-Λαχανάς, ένας χαρωπός γέρων, με λάμπουσαν εξ αγαθότητας ψυχήν ως το
+λαμπρόν πρόσωπόν του, πνιγμένος μέσα εις τον ιδρώτα, με την σκαπάνην εις τας
+χείρας, μέσα εις τα χώματα των αυλακιών μέχρι γονάτων. Δεν κάνεις καλά, βρε
+Σπυράκο μου! Αλλ' αυτό μόνον έλεγε. Καθώς ο γέρων Ηλεί της Παλαιάς Γραφής.
+Δεν έπαιρνε και κανένα ξύλο από τον κήπον του. Και κατόπιν ο μεν Γέρω-Λαχανάς
+μετέβαινε εις άλλα αυλάκια, ο δε Σπύρος ο υιός του εγύριζε άλλην σελίδα του εις
+χείρας του μυθιστορήματος, ή ανήρχετο εις άλλο δένδρον. Τα δύο εκείνα λόγια του
+Γέρω-Λαχανά έμβαινον εις το ένα αυτί του και έβγαιναν αμέσως από το άλλο,
+χωρίς να επιψαύσωσι διόλου τον εγκέφαλόν του, κλεισμένον μέσα εις χονδρά
+κόκκαλα. Ώστε μετά τον θάνατον του πατρός του ο Σπύρος ευρέθη, είκοσιδύο ετών
+νέος, χωρίς εργασίαν και χωρίς επάγγελμα. Χωρίς διόλου να το καταλάβη και ο
+ίδιος πώς συνέβη αυτό το παράδοξον.</p>
+
+<p>Η μητέρα των δύο παιδίων είχε προαποθάνει. Τότε ένας θείος των εφρόντισε
+και το μεν περιβόλιον παρέδωκεν εις ξένον κηπουρόν επί μισθώματι, την δε
+Αρφανούλαν δεκαπενταέτιδα πλέον κορασίδα, εισήγαγεν εις τι μέγα εργοστάσιον
+γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων.</p>
+
+<p>Ο θείος των αυτός, αδελφός της μητρός των, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο
+Ξυλοπόδαρος, ήτο ένας τετραπέρατος άνθρωπος.</p>
+
+<p>Με το ξύλινον ποδάρι του στηριζόμενος εις δύο ραβδία περιήρχετο όλας τας
+οδούς των Αθηνών καθ' εκάστην, μανθάνων όλα τα νέα και βλέπων όλα τα
+περίεργα, ενώ εξ άλλου έχων τετραγωνικόν νουν εις μίαν μεγάλην τριγωνικήν
+κεφαλήν — την βάσιν προς τάνω και την κορυφήν προς τα κάτω — , έκρινεν
+ευφυώς και ασφαλώς, άλλος Γέρω- Νίκος του Πηλίου, έξω εκεί εις τα Σεπόλια, ο
+Ξυλόσοφος αποκαλούμενος διά τα ξύλα ίσως όπου έφερεν επάνω του, τον ένα
+πόδα και τα δύο ραβδία. Είδεν αυτός ότι ο ανεψιός του ο Σπύρος δεν ήτο διά
+τίποτε. Τον έβλεπεν αυτός από πολλού αυξανόμενον κατά το ανάστημα ως λεύκαν
+του περιβολίου των άνευ της παραμικράς ελπίδος να καρποφορήση, ένας
+κρεμανταλάς και ανάξιος, κ' έλεγεν εις τον Γέρω-Λαχανά:</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν εφύτευες, καϋμένε, κανένα πεύκο να σου κάνη τουλάχιστον
+κουνέλια για το ρετσινάτο, να τα ρίχνης εις τα βαρέλια να μοσχοβολούν;</p>
+
+<p>Διά τούτο ο μπάμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος εφρόντισε κ' εύρεν ένα καλόν
+κηπουρόν εργατικόν και δραστήριον προς ον εμίσθωσε το περιβόλιον μετά τον
+θάνατον του αγαθού κηπουρού.</p>
+
+<p>Κατά δε τους περιπάτους του εν Αθήναις ανεκάλυψεν ότι το αρτιπαγές
+εμπόριον των γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων θα προέβαινεν εις
+θαμβωτικήν προκοπήν εις μίαν πόλιν όπου τα αθύρματα και τα ψεύδη τιμώνται
+πολύ ακριβώτερα από την αλήθειαν και σταθερότητα, και εισήγαγε την
+Αρφανούλαν εις το εργοστάσιον των γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων, όπου
+η δροσογενής Σεπολιώτισσα δεξιά τον νουν, με δύο μαύρα μάτια, ως του αστρείτου
+του όφεως παίζοντα, εγένετο μετ' ολίγα έτη αρχιεργάτρια, αυτή δίδουσα όλα τα
+σχέδια των πίλων και ψευδοστεφάνων.</p>
+
+<p>Από μικρά η Αρφανούλα βλέπουσα τους θαυμασίους συνδυασμούς των
+χρωμάτων εις τα αγριολούλουδα των Σεπολίων, μελετώσα τας ωραίας και
+καλλιτεχνικάς συμπλοκάς και περιπτύξεις κισσών και γιασεμιών, αγιοκλήματος και
+αγριάμπελης, εμβαθύνουσα δ' εις τα μυστήρια των ανθοφόρων κλάδων του κήπου
+των, κατήρτιζε, συν τη μικρά συνδρομή των ευρωπαϊκών φιγουρινιών, θαυμάσια
+συμπλέγματα ψευδοστεφάνων και υπέρκαλα στολίσματα ανθοφόρων πιλιδίων.
+Και είχεν η Αρφανούλα το σχέδιον, σύμφωνα με τας ιδέας του Μπάρμπα-Σταυρή,
+με τον καιρόν, ν' ανοίξη ίδιον εργοστάσιον, ώστε να μη καρπούται άλλος τα κέρδη
+της ευφυίας της.</p>
+
+<p>Αλλ' ο Σπύρος ο αδελφός της, αργός από πρωίας έως εσπέρας, εγένετο πάντοτε
+κώλυμα ανυπέρβλητον εις τα σχέδιά της εκείνα.</p>
+
+<p>Πώς να τον αφήση; Τον αγαπούσε. Τον επροστάτευεν. Είχε κληρονομήση την
+βλαπτικήν απλότητα του Γέρω-Λαχανά και η Αρφανούλα, και δεν εβάστα η ψυχή
+της να τα χαλάση με τον αδελφόν της. Να μη τον πικράνη.</p>
+
+<p>Ο θειός της όμως, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ελυπείτο δι' αυτό και
+προέβλεπεν ατυχήματα:</p>
+
+<p>&nbsp;— Βρε κορίτσι μου, έλεγε. Γιατί χαλνάς τα λεπτά σου;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα τι να κάμω;</p>
+
+<p>&nbsp;— Να τον διώξης! . . .</p>
+
+<p>&nbsp;— Και πού να πάγη;</p>
+
+<p>&nbsp;— Ν' αυρή δουλειά! </p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>Η φράουλα μετά τινα έτη είχε διαδοθή και εις άλλα προάστεια. Το δε
+μεγαλείτερον κέρδος του περιφήμου κήπου του Γέρω-Λαχανά εμειώθη. Εμειώθη
+και το μίσθωμα. Μία δύο πλημμύραι προς τούτοις είχον καταστρέψει μέρος του
+περιβολίου, αφορία δε άλλη και ξηρασία έβλαψαν τα λαχανικά. Το έτος εκείνο δεν
+έδωκε μίσθωμα ο ενοικιαστής. Ο Σπύρος εκάθητο μίαν πρωίαν ανοίξεως
+συλλογισμένος. Εις τα προαύλιον του οικίσκου των του εξοχικού διεχύνοντο
+μεθυστικά αρώματα διαφόρων ανθέων, τα οποία εκεί παραπέρα έλαμπον εις τας
+ακτίνας του ηλίου με ανεκλαλήτους χρωματισμούς, ονειρώδους λειμώνος. Ζωύφια
+εβόμβουν κύκλω, πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων. Ο Σπύρος ανεπόλει
+διαφόρους αναγνώσεις του, θεωρών τα περί αυτόν φαιδρά αντικείμενα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποίος ενδύει τόσον μεγαλοπρεπώς τα κρίνα του αγρού, οπού ουδέ ο
+μέγας Σολομών με όλην την σοφίαν του δεν ημπόρεσε να ενδυθή με τέτοιαν
+λάμψιν; Ποίος τρέφει τα πουλάκια τα μικρά; Διατί ο άνθρωπος να μη είνε πάντοτε
+γελαστός και χαρούμενος ως τα πτηνά; Διατί και ο άνθρωπος να μη είνε
+στολισμένος ως τα κρίνα του αγρού; Διατί να σκάπτη την γην; Διατί να ιδρώνη και
+να κρυώνη; Να πεινά; Να κλαίη; Διατί να μη τραγουδή πάντοτε ως τα πτηνά; Ποίος
+τον έκαμε τον άνθρωπον, το εκλαμπρότερον δημιούργημα, σκοτεινόν, χωρίς
+άρωμα, χαμερπή, γυμνόν, πειναλέον . . .</p>
+
+<p>Ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος ερχόμενος και ακούσας, τας τελευταίας
+λέξεις του Σπύρου, επροχώρησε με τον ξύλινον πόδα του, τακ-τακ με την
+τριγωνικήν μεγάλην κεφαλήν του, σείων αυτήν δεξιά και αριστερά, με τα δύο
+ξύλινα ραβδία, τακ-τακ, και καθίσας πλησίον του Σπύρου, εθώπευσεν αυτόν
+πατρικώς εις τους ώμους και είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Εγώ να σου το πω, Σπύρε μου, ποίος τον έκαμε τον άνθρωπον γυμνόν
+και πειναλέον. Τον έκαμεν ο ίδιος ο άνθρωπος. Ξέρεις τι λέγανε μια φορά οι
+παππούδες μας; Γλυκός ο ύπνος την αυγή, γύμνια και πείνα την Λαμπρή! . . .</p>
+
+<p>Ο Σπύρος εγέλασε και είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλνά σε είπανε ξυλόσοφο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Το ξέρεις λοιπόν, κατεργαράκο μου, εξηκολούθησεν ο Μπάρμπα-
+Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος. Λυπάσαι γιατί χάλασε το μισό περιβόλι και φθονείς τα
+πουλιά και ζηλεύεις τα λουλούδια! Μόλις έπαθες μια μικρή ζημία και κάθεσαι και
+συλλογιέσαι. Και πού νακούσης τι δυστυχίαις μεγαλείτερες μας περιμένουν.
+Ήμουνα σήμερα, παιδί μου, εις τα βιβλιοπωλείον του Νάκη και ήταν εκεί ένας
+ροδοκόκκινος γέρος, με γελαστά μάγουλα και γελαστά μουστάκια και γελαστά
+γένεια, και τους εδιάβαζε τον Χρονογράφον και τους έλεγε για την Πόλι ότι
+πλησιάζει ο καιρός της και τους έκαμεν όλους να συλλογίζωνται. Και τους είπεν
+ύστερα ότι στην Αθήνα θάρθουν ακρίβειαις μεγάλαις, θάρθουν δυστυχίαις, θαρθή
+πείνα και κακή ασθένεια, θάρθουν — έλεγεν ο Χρονογράφος — θάρθουν από την
+Πόλι και από την Λόντρα οι «ομογενείς» στην Αθήνα, και θα μας φέρουν ακρίβεια
+και την κακή ασθένεια και θα μας φέρουν πείνα και θ' ακριβήνουν όλα τα
+πράγματα, θ' ακριβήνουν τ' αυγά, θ' ακριβήνουν η κότταις. Θα συνάξουν από τον
+κόσμον τα «υπέρπυρα» και θα τον φορτώσουν με «πτυκτά». Και την κακήν
+ασθένειαν όπου έλεγεν ο Χρονογράφος, εκείνος ο γέρος ο γελαστός την εξηγούσε
+ότι είνε τα λούσα τα μεγάλα που θα μας φέρουν οι «ομογενείς», γιατί τα λούσα
+είνε κακή ασθένεια κολλητική σαν την πανούκλα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι είνε τάχα αυτοί οι «ομογενείς;» Ηρώτησεν ο Σπύρος,
+συγκινηθείς ολίγον και ακούων μετά προσοχής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ποιος ξέρει, απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταυρής. Ο γέρος ο γελαστός
+που ξηγούσεν εκεί τον Χρονογράφον, δεν είπε τίποτε. Μα εγώ θαρρώ πώς θενάνε,
+παιδί μου, τίποτε άνθρωποι, θηρία αρπακτικά δεν πιστεύω να είνε οι ομογενείς.
+Θενάνε τίποτε φαγάδες, τίποτε μπερεκετλήοες και θαρθούν εις την Αθήνα και θα
+μας ακριβήνουν τα πράγματα. Και θα μας πάρουν τα «υπέρπυρα» δηλαδή της
+λίραις, τον χρυσόν, που λάμπει περισσότερον από την φωτιά και θαμβόνουν τα
+ασυνήθιστα μάτια των ελλήνων, και θα μας φορτώσουν με τα «<i>πτυκτά</i>»
+δηλαδή με μετοχάς και χρεώγραφα, τα οποία είνε <i>πτυκτά</i> χαρτιά,
+διπλωμένα ώμορφα. Έτσι τα εξηγώ εγώ αυτά. Γιατί ούτε ο «Χρονογράφος» τα
+ξεκαθαρίζει, ούτε ο γέρος ο γελαστός ήξευρε να τα εξηγήση
+(<span style='font-size: small;'><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>).</p>
+
+<p>&nbsp;— Και γιατί μου τα λέγεις αυτά, μπάρμπα Σταυρή; Παρετήρησε
+πειραγμένος ολίγον ο Σπύρος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο νοών νοείτω! απήντησεν ο Ξυλοπόδαρος κτυπήσας με κρότον εις
+την γην τον ξύλινον πόδα του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, επανέλαβεν ο Ξυλοπόδαρος και
+κτυπήσας άλλην μίαν φοράν τον ξύλινον πόδα του έλαβε τα δύο ξύλινα ραβδία
+του, και τακ-τακ απήλθε να περιέλθη κατά την συνήθειάν του τας συνοικίας της
+πόλεως, ενώ τα ποικιλόχρωμα άνθη του κήπου διέχυνον το μεθυστικόν άρωμά των
+περί τον έκθαμβον απομείναντα υιόν του Γέρω-Λαχανά, και τα πτηνά εκελάδουν
+επί των δένδρων την αιωνίαν προς τον Πλάστην μελωδίαν των. Και ενώ ο μπάρμπα
+Σταυρής έκλειε την αυλόπορταν σταθείς είπε:</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλό είνε παιδί μου, το καθησιό, μα το ξάπλωμα είνε ακόμα
+καλλίτερο!</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+
+<p>
+&nbsp;— Δεν θα σ' ενοχλώ πλεια, Αρφανούλα μου, είπε με χαράν μίαν εσπέραν
+μετά ταύτα ο Σπύρος προς την αδελφήν του. Μ' εσύστησαν εις τον κυρ Νίκον, τον
+υποψήφιον βουλευτήν, να διαβάζω τους εκλογικούς καταλόγους 'στής ημέραις των
+εκλογών και να σημειώνουν οι κομματάρχαι ποιοί είνε ζωντανοί και ποιοί είνε
+πεθαμένοι, θα τρώγω μεσημέρι-βράδυ 'ς το σπίτι του. Και όταν επιτύχη 'ς της
+εκλογαίς, θα με διορίση.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα εχάρη κ' εδόξασε τον Θεόν. Πρώτην φοράν έβλεπεν αυτό το
+θαύμα, του οποίου εργάτης βεβαίως ήτο ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ο
+νέος θαυματουργός των Σεπολίων με τον ξύλινον πόδα του και με την ως ραβδίον
+πλήττουσαν ξυλίνην φιλοσοφίαν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μου είπε να με διορίση από τώρα, εξηκολούθησεν ο Σπύρος,
+τελωνοφύλακα. Αλλά πού να τρέχω και να ξενυχτώ για τα λαθρεμπόρια. Μου είπε
+να με βάλη στο Καπνοκοπτήριο, μα ο καπνός μου μυρίζει και δεν βαστάω διόλου.
+Εγώ του είπα ότι προτιμώ να με στείλη επόπτην εκεί που θα φορτώνουν την
+σταφίδα 'ς την Πάτρα, να στέκωμαι και να βλέπω. Αυτήν την υπηρεσίαν, κυρ Νίκο,
+του είπα, σου υπόσχομαι να την κάμω καλλίτερα από κάθε άλλον. Δυστυχώς όμως
+ο Νίκος απέτυχεν εις τας εκλογάς και ο Σπύρος έμεινε πάλιν άνευ έργου,
+υπότροφος της αδελφής του. Αλλ' όταν μία καταστρεπτική πλημμύρα του
+Κηφισσού, η οποία κατέστρεψεν όλας σχεδόν τας εξοχάς των Αθηνών, εξηφάνισεν
+ολοτελώς και το περίφημον περιβόλιον του Γέρω-Λαχανά, τα δε παιδία μόλις
+εσώθησαν επί της στέγης της οικίας των, ο Σπύρος ήρχισε να συλλογίζηται πάλιν ως
+και την άλλην φοράν και να θέλη να φιλοσοφήση επί των καταιγίδων και των
+πλημμυρών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα τι να κάμωμεν!</p>
+
+<p>Είπεν η Αρφανούλα προς τον αδελφόν της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Λες να γλύτωσεν η Βουλή, από τον φοβερόν αυτόν καταποντισμόν;
+είπεν ο Σπύρος, αναμένων πάντοτε εκλογάς.</p>
+
+<p>&nbsp;— Εθεμέλιωσεν ο γέρως, Σπύρο μου, εθεμέλιωσε. Δεν πέφτει, έλεγεν ο
+Μπάρμπα-Σταυρής, εκεί παρών, μόνον κύτταξε να πιάσης την τσάπα του γέρω
+Λαχανά. Αυτό που σου λέγω!</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τι να σκαλίσω; Τα χαλίκια που μου χάρισεν ο ποταμός;</p>
+
+<p>&nbsp;— Αυτό που σου λέγω!</p>
+
+<p>Είχε μαλακυνθή όλως διόλου ο δυστυχής από την αργίαν. Αι σάρκες του ήσαν
+απαλαί, αι παρειαί του ως εκ προζυμίου, αι χείρες του ως ξεβιδωμέναι. Αι τρίχες
+της κόμης του άσπρισαν και αυταί. Τι να κάμη: Η αδελφή του, τη επιμόνω
+παρατηρήσει του μπάρμπα Σταυρή είχε σκληρυνθή ολίγον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τον παίρνεις στον λαιμόν σου, άφησέ τον, της έλεγεν ο Ξυλοπόδαρος.
+Αργός μη εσθιέτω. Θα σε κανονίση ο παπα-Μεθόδιος. Δεν πας να ιδής; Αργός μη
+εσθιέτω! Εις τον κόσμον αυτόν χέρι με χέρι όλα γίνονται. Πάρε δουλειά, νά φαΐ . .
+.</p>
+
+<p>Εν τη εσχάτη εκείνη ανάγκη ο Σπύρος προσεκολλήθη παρά τινι
+συμβολαιογραφείω, ν' αντιγράφη συμβόλαια αντί δραχμής από πρωίας μέχρι
+νυκτός. Το βράδυ, ότε επέστρεφεν η Αρφανούλα από το εργοστάσιον, με λύπην της
+τον έβλεπε τον αδελφόν της κατακομμένον ως να έσκαπτε, με τους δακτύλους της
+δεξιάς του πληγωμένους και καταμελανωμένους. Αλλά δεν ωμίλει, μήπως και
+συνειθίση. Ούτε ο Σπύρος ωμίλει μήπως και συνειθίση. Πλην μετά μίαν εβδομάδα
+η Αρφανούλα έξαφνα ακούει τα παράπονά του:</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου; Εσύ πιστεύεις τον Μπάρμπα-
+Σταυρή και δεν πιστεύεις εμένα. Με κυνηγά η ατυχία καϋμένη. Τι να σου κάμω! Το
+συμβολαιογραφείο το έκλεισαν διά μίαν κατάχρησιν του συμβολαιογράφου!</p>
+
+<p>Τότε ο Μπάρμπα-Σταυρής λυπούμενος περισσότερον την Αρφανούλαν τον
+συνέστησεν εις άλλο συμβολαιογραφείον. Αλλά μετά δύο ημέρας ήλθεν ο Σπύρος
+έξω φρενών.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μέβαλες σ' αυτόν τον μασώνον, σ' αυτόν τον άθεον!.. Ο τετράγωνος
+νους του Μπάρμπα-Σταυρή, ο περικλεισμένος μέσα εις την τριγωνικήν κεφαλήν
+του εξήναψε μετά ταύτα άλλην ιδέαν φαεινήν και είπεν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ο γέρως εθεμελίωσε, παιδί μου. Δεν είνε ελπίς να πέση και να
+διαλυθή η Βουλή. Άνοιξέ μου ένα καφενείο, εκεί κατά την Βάθεια. Περνώ εγώ από
+κει και βλέπω ότι είνε μεγάλη ανάγκη. Δεν υπάρχει κανένα καφενείον σ' εκείνη την
+γειτονιά, και αναγκάζονται οι νοικοκυραίοι να φεύγουν εις τα μακρυνά, εις τα
+Χαυτεία, και φωνάζουν οι γυναίκες τους γιατί τους αλλαργεύουν πολύ οι άνδρες
+του και έχουν καρδιοχτύπι την νύκτα μεγάλο, μη πάθουν τίποτε οι καϋμένοι...</p>
+
+<p>Αφού μάλιστα η ιδέα προήρχετο από τον Μπάρμπα-Σταυρήν, ο Σπύρος ευρέθη
+μετ' ολίγον ευκόλως διευθυντής ενός ωραίου καφενείου εις την Βάθειαν, με μίαν
+μεγάλην λεύκαν εμπρός. «Εις την <i>Λεύκα</i>» με το όνομα. Ο νταμπής έψηνε
+τους καφέδες, ο σερβιτόρος τους εμοίραζε, και ο Σπύρος εκάθητο από το πρωί έως
+το βράδυ στον μπάγκο αναγινώσκων εφημερίδας και διαλεγόμενος περί εκλογών.
+Οσάκις δε εγίνετο λόγος περί εργασιών ή θέσεων έλεγε προς τον Μπάρμπα-
+Σταυρήν, όστις συχνά τον επεσκέπτετο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Ωχ, αδερφέ, βαρέθηκα να κάθωμαι από το πρωί ως το βράδυ εδώ
+στον μπάγκο. Επόπτης εις την σταφίδα. Εκείνη η εργασία μου αρέσει. Γλυκεία,
+σταφιδένια θεσούλα. Μα που θα μου πάη. Δεν θα τον ρίξουν τον γέρω καμμιά
+φορά...</p>
+
+<p>Ας παρεπονείτο ο Σπύρος. Έτσι το έκαμνε. Διά να δείξη εις τον Μπάρμπα-
+Σταυρή, ότι ενδιαφέρεται πλέον διά τα ζωτικά ζητήματα, δια τα ζητήματα της
+ημέρας, διά τα ζητήματα του εαυτού του, διά την αποκατάστασιν της αδελφής
+του.</p>
+
+<p>Ήτο πολύ ευχαριστημένος με την διεύθυνσιν του καφενείου. Και η Αρφανούλα
+ήτο όλη χαρά. Κάθε βράδυ εις τας ένδεκα της έφερνε πότε δέκα δραχμάς και πότε
+είκοσι, κέρδος. Αλλά μετά τρεις μήνας, έξαφνα έρχεται θυμωμένος ο Σπύρος και
+της λέγει:</p>
+
+<p>&nbsp;— Πες του χαιρετίσματα του Μπάρμπα-Σταυρή, Αρφανούλα μου. Ο
+Σπύρος δεν είνε τεμπέλης. Έχω τρεις μέραις να πιάσω δεκάρα, και χρεωστώ
+μισθούς εις τον σερβιτόρο, και χρεωστώ το ενοίκιον. Δεν σ' αφίνει ο φθόνος,
+Αρφανούλα μου. Ήλθε δίπλα μου ένας άλλος και άνοιξεν άλλο καφενείο, και μου
+πήρε όλους τους μουστερήδες,</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν πάγαινες, κακομοίρη, παρακάτω, τω είπα. Το μέλι έχει αυτή η
+θέσις;</p>
+
+<p>Αληθώς άλλος τις φίλεργος και δραστήριος, ιδών την ανάγκην εκεί της
+συνοικίας, ιδών και τον Σπύρον από πρωίας έως νυκτός καθήμενον και μη
+κινούμενον διόλου εις περιποίησιν και κολακείαν των πελατών, ήνοιξεν άλλο
+καφενείον παραπλεύρως, και μόνος περιποιούμενος τους πελάτας προθύμως,
+αφήρεσεν όλην την πελατείαν του Σπύρου, όστις τέλος ηναγκάσθη να κλείση το
+καφενείον του, πωλήσας τα έπιπλα εις ευτελεστάτην τιμήν και ζημιώσας την
+Αρφανούλαν υπέρ τας χιλίας δραχμάς.</p>
+
+<p>Τότε και η Αρφανούλα ήρχισε να εξυπνά. Όσα εξώδευε προς διατροφήν του
+αδελφού της και προς ενδυμασίαν, δεν υπελόγιζεν. Αλλά να ρίψη, χιλίας διακοσίας
+δραχμάς εις το πηγάδιον... τούτο την αφύπνισεν από του ληθάργου.</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχει δίκαιον ο Μπάρμπα-Σταυρής, είπεν.</p>
+
+<p>Αλλ' αυτήν την φοράν ο Μπάρμπα-Σταυρής ηλέγχετο ότι αυτός έγεινεν αίτιος
+της μεγάλης αυτής ζημίας της ορφανής κόρης.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου, έλεγε δικαιολογούμενος ο
+Ξυλοπόδαρος. Πρώτη φορά που εγελάσθηκα. Αλλά πάλιν δεν εγελάσθηκα. Η θέσις
+εκείνη ήτανε αληθινά διά καφενείον. Αλλά το καφενείον θέλει και καφετζήν. Ο
+Σπύρος ενόμισεν ότι ο καφετζής πρέπει να κάθεται και εδώ είνε που την έπαθε.
+Κανένας δεν πρέπει να κάθεται, Αρφανούλα μου, όταν έχη δουλειά. Και ο επόπτης
+της σταφίδος θαρρεί ο Σπύρος ότι κάθεται; δεν πιστεύω να κάθεται και αυτός. Κάτι
+θα κάμνη, κάτι θα σημειώνη· και σταφίδα να πάρη κανένα τσουβάλι, θα κουνηθή,
+θα δουλέψη. Εγνώριζα ότι ο αδελφός σου δεν είνε για τίποτε, ούτε για την
+σταφίδα, αλλά έλεγα ότι σε ένα δύο χρόνια θα προφθάση να κερδίση κάτι τι στη
+Βάθεια να πιάση μαγιά. Αλλά βλέπεις, σήμερα, Αρφανούλα μου, στέκουν οι
+άνθρωποι με ανοιχτό το στόμα να χάψουν τας ιδέας των άλλων. Και εδώ πλέον
+χρειάζεται ταχύτης: Όποιος πρόφτασε τον Κύριον εδόξασεν. Όλα έγειναν σήμερον
+«ηλεκτροπαραγωγά», είπεν ο Ξυλοπόδαρος, κτυπών τα τρία ξύλα του εις την γην
+με την νέαν αυτήν του συρμού λέξιν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Και τώρα; ηρώτησεν η Αρφανούλα, περιδεής.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα; 'Σαν ταποτώρα! απήντησεν ο Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ξύων
+την βάσιν της τριγωνικής κεφαλής του. Κάμε ό,τι θέλης. Μόνον να μη ξεχάσης τι
+προφητεύει ο Χρονογράφος για την Αθήνα κ' έχε τον νουν σου. Και κάμε λήγωρα
+να ανοίξης δικό σου εργοστάσιο. Γιατί θαρθούν ακρίβειαι εις την Αθήνα, θάρθουν
+από την Πόλι οι ομογενείς και από τη Λόνδρα και θα φέρουν 'ς την Αθήνα την
+ακρίβεια και την κακή ασθένεια, ήγουν τα λούσα. Έπειτα δεν θα πανδρευθής
+κιόλας; Το Σπύρο θα κάθεσαι να περετάς; Μη τον λυπάσαι. Η ανάγκη θα τον κάμη
+να κυττάξη ναυρή δουλειά. «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς...
+»</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ούτε ο γέρως όμως έπεφτεν, ούτε η βουλή διελύετο. Μόνον τα ιμάτια του Σπύρου
+διελύθησαν εις ράκη από της επονειδίστου «<i>αεργίης</i>». Η Αρφανούλα
+πεισθείσα εις τας συμβουλάς του «Γέρω-Νίκου» των Σεπολίων απεφάσισε να
+εγκαταλίπη πλέον τον αδελφόν της. Μόνον τον έτρεφε. Φορέματα τίποτε. Δραχμήν
+διά το καφενείον, τίποτε. Κατ' αρχάς εκείνος ήρχισε να την απειλή, ζητών να
+μοιράσουν την πατρικήν κληρονομίαν, τον παμπάλαιον οικίσκον των Σεπολίων. Τον
+περίφημον κήπον είχε μεταβάλει ο Κηφισσός εις κοίτην του. Εδέχετο δε να έλθη εις
+συμβιβασμόν μαζί της, αν του έδιδεν ολίγα κεφάλαια ν' ανοίξη ένα εμπορικάκι,
+εκεί κατά την Αγίαν Μαρίναν.</p>
+
+<p>Ήτο πληθυσμός παιδιών μικρών εις την εργατικήν εκείνην συνοικίαν κ' ήλπιζε
+να κερδίζη πολλά ο Σπύρος από το μικρόν εμπορικάκι ψευτολογών τα μικρά. Αλλά
+η Αρφανούλα ήτο άκαμπτος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Βάστα καλά! της έλεγε και ο Μπάρμπα-Σταυρής.</p>
+
+<p>Ιδών τότε ο Σπύρος ότι διά των απειλών ουδέν κατώρθου, αλλά μάλλον
+θόρυβος εγίνετο, απεφάσισε να μεταχειρισθή τας δεήσεις. Εις τα τοιαύτα, δεήσεις
+και δάκρυα, οι αργοί είνε θαυμάσιοι ημπορούν να κάμψουν και την σκληροτέραν
+καρδίαν, όχι την μαλακήν της Αρφανούλας καρδίτσαν όπου λαχταρούσε σαν του
+πουλιού. Ημπορούν να μεταπείσουν και αυτόν τον Μπάρμπα-Σταυρή να μεταβάλη
+γνώμην περί αυτών, όχι την γυναικείαν της Αρφανούλας διάνοιαν, η οποία
+επείθετο αμέσως ως το μικρόν παιδίον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη βλέπης, έλεγε κλαίων σχεδόν ο Σπύρος, μη ακούης, Αρφανούλα
+μου, με κυνηγά η ατυχία. Ξέρω εγώ την δουλειά μου. Ας μη άνοιγε το διπλανό
+καφενείο, και θ' άβλεπες σήμερα τον Σπύρο. Ας έπεφτε ο γέρως, να διαλυθή η
+βουλή, και θάβλεπες τον Σπύρο 'ς την Πάτρα, 'ς την σταφίδα να γυρίση πίσω με
+χρυσά ωρολόγια.</p>
+
+<p>Γυνή ήτο, αδελφή του ήτο, ευσπλαγχνική φύσις ήτο.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα εκάμφθη.</p>
+
+<p>Και ο Σπύρος μετά τινας ημέρας, εκεί παρά την Αγίαν Μαρίναν, χωμένος μέσα
+εις ένα μικρόν εμπορικάκι, γεμάτο ψυλικά ποικιλώνυμα, με κατάστιχα, με
+καλαμάρια, και πέννες να σημειώνη, με απομεινάρια του εργοστασίου της
+Αρφανούλας διά τας πτωχάς εκεί κορασίδας, που τρελλαίνονται για ένα φτερό, ή
+για ένα ψευδοάνθος, επώλει, χωρίς να γνωρίζη και ο ίδιος τι κάμνει. — Πήγες
+καμμιά μέρα, να ιδής τι κάμνει εκείνος ο αδελφός σου;</p>
+
+<p>Ηρώτησε μετά τινας μήνας την Αρφανούλαν ο Μπάρμπα-Σταυρής, θυμωμένος
+διότι δεν εισηκούσθη.</p>
+
+<p>&nbsp;— Είχα καιρόν; . . . Απήντησεν η Αρφανούλα.</p>
+
+<p>Ο Μπάρμπα-Σταυρής όμως, τακ-τακ, με τον ξύλινον πόδα του και τα ξύλινα
+ραβδία του, τακ-τακ — περιερχόμενος όλας τας συνοικίας καθ' εκάστην, είχε
+καιρόν. Και έμαθεν ότι εις την Αγίαν Μαρίναν άνοιξεν ένα εμπορικάκι που πωλεί
+φθηνά, πάμφθηνα, που δε ζητάει τα βερεσέδια ο εμποράκος, που δεν σημειόνει,
+που τον γελάνε τα παιδάκια και τα κοριτσάκια· που του κλέβουν τα κονδύλια και
+της πλάκαις και της κορδελίτσαις από μπροστά από τα μάτια του, και τόσα
+άλλα.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα τα είπεν αυτά εις τον αδελφόν της, χωρίς ν' αναφέρη τον
+Μπάρμπα-Σταυρήν. Αλλ' ο Σπύρος τα διέψευδεν. Έλεγεν ότι τα διαδίδει αυτά ένας
+φούρναρης εκεί δίπλα του, ο οποίος αφού είδεν ότι το μαγαζάκι του έκαμνε
+δουλειά, παρήγγειλε και αυτός και του έφκιασαν μέσα εις τον φούρνον μια μόστρα
+και έβαλε κάμποσα ψιλικά και αυτός και τα κατέβασεν ελεεινά, και η αλήθεια είνε
+ότι του έκοψε του Σπύρου τους μουστερήδες. Γιατί αυτός είνε κατεργάρης και όσα
+σπίτια δεν στέλνουν τα παιδιά τους να ψωνίσουν τα ψιλικά από αυτόν, δεν τους
+δίνει ψωμί κρέντιτο. Να, αυτά είνε τα σωστά. Ότι δηλαδή, Αρφανούλα μου, η
+ατυχία με κυνηγά· και να πης χαιρετίσματα εις τον Μπάρμπα-Σταυρήν ότι ο Σπύρος
+ειμπορεί να είνε άτυχος, τεμπέλης όμως δεν είνε.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα ένεκα συσσωρεύσεως παραγγελιών εν τω εργοστασίω, δεν έλαβε
+καιρόν να φροντίση εγκαίρως· και ούτως με την νέαν επιχείρησιν του αδελφού της
+εζημιώθη άλλας χιλίας δραχμάς.</p>
+
+<p>Επήγε να σκάση από τον θυμόν του ο Μπάρμπα-Σταυρής. Αλλ' ενόμιζε πλέον
+ότι η Αρφανούλα έβαλε γνώσιν, ότε την παραμονήν της Πρωτοχρονιάς ελθών να
+χαιρετίση την ανεψιάν του διά τα Χριστούγεννα, μετά τινα καιρόν, βλέπει και
+ητοίμαζε διάφορα παιγνιδάκια και αθύρματα πολλά, σωρόν μεγάλον.</p>
+
+<p>Ο Σπύρος έλειπε.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι είν' αυτά Αρφανούλα; ηρώτησεν ο θείος της. Κάτι πολλά δώρα θα
+κάμης εφέτος. Μήπως τον αρραβώνιασες τον Σπύρο, κρυφά από τον Μπάρμπα-
+Σταυρήν; Να σου πω, δεν θα ήταν άσχημα. Ο γάμος είνε σαν το τυπογραφικό
+πιεστήριον και μπορεί να στρώση και ο Σπύρος.</p>
+
+<p>Η Αρφανούλα εγέλασε. Και διηγήθη είτα εις τον θείον της τα συμβαίνοντα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τι να σου πω, Μπάρμπα-Σταυρή. Τον λυπήθηκα. Δεν βαστά η ψυχή
+μου. Δεν έχει παντελόνι να φορέση. Έπεσε 'ς τα πόδια μου με τα δάκρυα, σαν
+μωρό, και μου είπεν. Απ' τον Θεόν και στα χέρια σου, αδελφούλα μου. Άλλη φορά
+δεν θα σε βαρύνω. Δάνεισέ μου ένα κατοστάρικο να στήσω 'ς την Καπνικαρέα ένα
+τραπέζι να πωλήσω Πρωτοχρονιάτικα, να βγάλω μια φορεσιά ρούχα το ελάχιστο.
+Σε λίγαις ημέραις θα τον φάνε τον Γέρω, τέλος πάντων. Και άλλη φορά δεν θα σε
+βαρύνω. Το βλέπω κ' εγώ. Κοντζάμ άνδρας ως εκεί επάνω, να μένω χωρίς δουλειά!
+Φταίει και ο μακαρίτης ο Γέρω-Λαχανάς. Όταν μου έλεγε, βρε Σπυράκι μου, βρε
+Σπυρέτο μου, βουτηγμένος αυτός μέσα 'ς τον ιδρώτα και τα χώματα, έπρεπε να
+σηκώση την τσάπα του να μου κάμη μια τρύπα 'ς το ξερό μου, να έμβη μέσα ολίγη
+γνώσις.</p>
+
+<p>Και έκλαιεν ο καϋμένος . . .</p>
+
+<p>Τον λυπήθηκα Μπάρμπα-Σταυρή. Έπειτα να πούμε και του φτωχού το δίκαιο.
+Τον κυνηγά και η κακοτυχία. Δεν είνε μονάχη η κακομοιριά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μα δεν ξέρεις, κορίτσι μου, ότι όπου κακομοιριά, εκεί και κακοτυχία;
+. . .</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ούτω λοιπόν ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, με την πονηρίαν του και με την φυσικήν
+αγαθότητα της Αρφανούλας τα κατάφερε πάλιν και τον είδομεν την παραμονήν της
+πρωτοχρονιάς πρωί πρωί, παρά το Άγιον Βήμα της Καπνικαρέας, εμπρός εις μίαν
+τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα ευθηνά αθυρμάτια, στρέφοντα, τη συμβουλή του
+θείου του, μίαν τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν εκεί θρηνητικώς, πρώτην-πρώτην
+αυτήν, ως το εγερτήριον της μεγάλης εμπορικής οδού, την τρελλήν εκείνην
+ημέραν.</p>
+
+<p>Αλλά μόλις εξηφανίσθη ο Μπάρμπα-Σταυρής με τα τρία ξύλα του, ως είδομεν,
+και ψεκάδες πυκναί ήρχισαν να πίπτουν.</p>
+
+<p>Ο άνεμος ετράπη προς το βορειοανατολικόν του ορίζοντος και μετ' ολίγον
+βροχή δαρτή ήρχισε να πίπτη. Θόρυβος επηκολούθησε τότε και ταραχή μεγάλη εις
+τας πέριξ εκεί άλλας τραπέζας των παιγνιοπωλών, και φωναί και βλασφημίαι
+ηκούσθησαν. Άλλοι με λευκάς σινδόνας εσκέπαζον τα προς πώλησιν αθύρματα, ως
+να τα εσαβάνοναν, και άλλοι εισεκόμιζον τας τράπεζας των εις τα εγγύς εμπορικά.
+Οι έμποροι, απηλπισμένοι συνέκρουον τας χείρας των ως οι σταφιδοκτήμονες,
+βραχείσης της σταφίδος. Οι υπάλληλοί των εγελούσαν σκαστά.</p>
+
+<p>Ο Σπύρος τότε του Γέρω-Λαχανά, ανοίξας την ομβρέλλαν του, είχεν αυτήν την
+πρόνοιαν, με όλην την ανικανότητά του ήτο γεμάτος πονηρίαν, ανέμενε να παύση,
+η βροχή κ' εξηκολούθει να συστρέφη την τεραστίαν ροκάναν.</p>
+
+<p>Ουδείς διαβάτης ετόλμησε να προβάλη επί τόσας ώρας και εκινδύνευε να
+κηδευθή η τελευταία ημέρα του έτους εκείνου άνευ της προπομπής, αλλά μόνον
+με τους θρηνητικούς κρωγμούς της ροκάνας του Σπύρου, του υιού του Γέρω-
+Λαχανά.</p>
+
+<p>Διότι αληθώς μετ' ολίγον ορμητική θύελλα εκραγείσα, θαρρείς και απέλυσεν
+επί της πόλεως ολόκληρον τρούμπαν. Καταρράκται κατακλυσμού ανοίχθησαν και
+ρεύμα μετά ηχηράς βοής κατήλθεν αμέσως από του Συντάγματος, το οποίον
+παρέσυρε παν το πρόστυχον. Οι έμποροι έσπευδον ν' αποσύρωσιν από των θυρών
+των τα προς πώλησιν πράγματα. Η δε τράπεζα του Σπύρου, μη προνοήσαντος να
+την εισαγάγη εγκαίρως εις τι εμπορικόν, ως έπραξαν προ μικρού οι άλλοι
+παιγνιοπώλαι, ανετράπη φευ! και τα παίγνια όλα και όλα τα αθύρματα του οικτρώς
+παρεσύρθησαν υπό του χειμάρρου κ' εξηφανίσθησαν εις την εκεί πλησίον μεγάλην
+καταβόθραν.</p>
+
+<p>Και εσώθη μόνος ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, ως ο τελευταίος άγγελος του Ιώβ,
+ίνα αναγγείλη την θλιβεράν είδησιν εις την αδελφήν του.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πες χαιρετίσματα εις τον Μπάρμπα-Σταυρή, Είπε θρηνών ο Σπύρος,
+πες του που ξέρει να κάνη το ξυλόσοφο, ότι ο Σπύρος δεν είνε τεμπέλης, αλλά τον
+κατατρέχει η ατυχία....</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Κατόπιν, μετά μεσημβρίαν, ο ουρανός της Αττικής, ο απατεών, εξαστέρωσε κ'
+έγεινεν αρκετή κίνησις, ο δε σχηματισθείς βόρβορος συνετέλεσεν εις το να
+ανυψώση εις βακχικήν τελετήν, την γενομένην εκείνο το έτος παρέλασιν των
+Αθηναίων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεν ξεύρω, τέλος πάντων, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταυρής ο
+Ξυλοπόδαρος, ελθών την επαύριον να χαιρετίση την Αρφανούλαν, δεν ξεύρω ποίος
+πταίει, ο αδελφός σου ή η ατυχία του. Σου το είπα όμως και άλλαις φοραίς. Όπου
+κακομοιριά εκεί και ατυχία. Έπειτα εσύ διαβάζεις βιβλία. Δεν ξεύρεις ότι
+«κακομοίρης» θα πη άτυχος; Το βέβαιον όμως είνε, ετελείωσεν ο Μπάρμπα-
+Σταυρής, ότι αν ο Σπύρος επήγαινεν από μικρός σε κανένα Μοναστήρι, μπορούσε
+σήμερα να είνε κάτι τι. Κ' εκτύπησε τον ξύλινον πόδα του κραταιώς επί του
+πατώματος, ως να εκτυπούσε την κεφαλήν του, διότι δεν το είπεν αυτό, όταν
+έπρεπε.</p>
+
+<h4 style="margin-top: 3em">
+Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ<br />(1901)</h4>
+
+<p>
+<br />
+Με τα δύο καλαμοειδή χεράκια του και τα δύο σκολιά ποδαράκια του, ο Μιστόκλης
+ο Κοντούλης κατεγίνετο εν χαρά, τόσας ημέρας τώρα, με το νέον του επάγγελμα,
+όπερ ανέλαβε με χρυσάς ελπίδας, ωσάν κάθε νέος επαγγελματίας.</p>
+
+<p>Προσκολλών χαρτίνας ρωσσικάς εικόνας επί μικρών σανίδων, μετά προσοχής
+και δεξιότητος, ώστε να φαίνωνται ως εξ αρχής εζωγραφημέναι επί των σανίδων,
+και πλαισίων αυτάς είτα δι' απλών εκ λευκοσιδήρου κορνιζών, κατήρτιζε πλουσίαν
+συλλογήν, σκοπών ν' απέλθη εις Τήνον, κατά την πανήγυριν, και κερδίση ασφαλώς
+και ακόπως κέρδη από ευτελών και πτωχικών κεφαλαίων. Έξυπνος ο Μιστόκλης ο
+Κοντούλης, είχε κάμει πρό τινων ημερών δοκιμάς εις τα περίχωρα της Αττικής και
+είδεν ότι αι κομψώς πλαισιωμέναι εικονίτσες του ηγοράζοντο προθύμως υπό των
+χωρικών, εις τους περιεργοτέρους των οποίων ο Μιστόκλης ηναγκάζετο να
+περιγράφη την σπανίαν τέχνην του, εξαπατών ότι αυτός εζωγράφιζε διά της χειρός
+τας εικόνας, εκμαθών τάχα εν Κιέβω την ρωσσικήν αγιογραφίαν, μη βραδύνων να
+προσθέτη εις τους πλέον περιέργους ακόμη, ότι αυτός επί το εκκλησιαστικώτερον,
+ως απεκάλει την βυζαντινήν αγιογραφίαν, μετερρύθμιζε τα άκομψα και χονδροειδή
+ρωσσικά σχέδια. Τόσην δε πεποίθησιν είχε πλέον εις την επιτυχίαν του νέου του
+έργου, ώστε επανειλημμένως τω ήρχετο διάθεσις ν' ανακράξη προς την γυναίκα
+του «όξω φτώχια». Αλλά πολλά παθών έως τώρα, πολλά έμαθε, και, το καλλίτερον,
+έμαθε να σιωπά πλέον.</p>
+
+<p>Και αφού εκόλλησε τας χαρτίνας αγιογραφίας και ηλίαζε τας υγράς σανίδας,
+ήρχισε να ετοιμάζη και συλλογήν άλλην προσωπογραφιών της αυτοκρατορικής
+ρωσσικής οικογενείας.</p>
+
+<p>Εκεί πλησίον του, η σύζυγός του, φίλεργος και φιλόπονος γυνή, ξενοπλύνουσα
+είχε καθήσει επί σκάμνου, παρά μεγάλην και ασήκωτην κόφαν, μπουγαδιάζουσα
+τα πλυθέντα ιμάτια και αναπαυομένη προς στιγμήν, εθήλαζε χρονιάρικον βρέφος,
+μετά συνέσεως, περισφίγγουσα τους ατάκτους του πόδας επί της οσφύος της, εις
+ενδιαφέρουσαν ευρισκομένη κατάστασιν. Τρία άλλα παιδία, το έν μικρότερον του
+άλλου, έπαιζον παρά-πέρα εν τη ρυπαρά αυλή, καταβορβορωμένα μέσα εις τα
+νερά της πλύσεως.</p>
+
+<p>&nbsp;— Της προάλλαις, εις το Μενίδι, έλεγεν ο Μιστόκλης, προσβλέπων μετά
+τινος δισταγμού την βεβαρημένην της συζύγου του κοιλίαν, από κάθε εικόνα που
+μου κοστίζει — τέχνη και κόπος και κεφάλαια, — μια δεκάρα, έβγαλα δύο και τρεις
+δραχμαίς. Πρώτα ο Θεός, να πωλήσω εις την Τήνο από δυο και τρεις δραχμάς την
+μία, της πεντακόσιες εικόνες μόνον —</p>
+
+<p>Διεκόπη αίφνης, Τω ήλθε διάθεσις πάλιν να εκφώνηση «όξω φτώχια», αλλά
+συλλογισθείς τα παθήματά του, εδάγκασε την γλώσσαν του και εσιώπησεν.</p>
+
+<p>Η σύζυγός του, κάθιδρως, κουρασμένη από της επιμόχθου πλυντικής εργασίας
+ανεπαύετο ακόμη, θηλάζουσα και το βρέφος, το νήπιον, του οποίου περιέσφιγγε
+τους αεικίνητους πόδας επί της οσφύος της.</p>
+
+<p>&nbsp;— Δεκαπέντε δραχμαίς την χιλιάδα της αγόρασα από το παππά-Σάββα
+τον αγιορείτην, διηγείτο ο Μιστόκλης προς την γυναίκα του, ατενίζων μετά φόβου
+πάντοτε την βεβαρημένην της κοιλίαν· τα σανιδοκόμματα μου τα χάρισεν ο
+ξάδερφός σου ο μαραγκός, ώστε λίγη ψαρόκολλα μόνον αγόρασα και λίγες
+λωρίδες τενεκέ και λίγα τζάμια από το φαναρτσή, απομεινάρια. Πρώτα ο Θεός να
+της πωλήσω όλαις, και της χίλιαις, έστω και προς μία δραχμή την μίαν —</p>
+
+<p>Εδάγκασε και πάλιν την γλώσσαν του, ίνα μη εκφωνήση υπερήφανόν τινα
+καύχησιν. Και είχε πάθει πολλά έως τώρα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Πότε έχομε της Παναγίας; ηρώτησεν η σύζυγός του, αποθέσασα
+χαμαί, επί τινος σανίδος, το νήπιον, το οποίον απεκοιμήθη θηλάζον, και με το
+βάρος εκείνο της κοιλίας της, η πτωχή, επανήρχισε πάλιν το μπογάδιασμα των
+ιματίων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Την παραπάνω Κυριακή, απήντησεν ο Μιστόκλης, καρφώνων με
+προσοχήν μίαν ωραίαν ολόχρυσον Αγίαν Παρασκευήν. Και μετά δισταγμού και
+φόβου εμβλέπων προς αυτήν και προς το βάρος της, διά νευμάτων, σαν να εζήτει
+να μάθη τον χρόνον του τοκετού, εψιθύρισε κατ' ιδίαν μασσημένους λόγους:</p>
+
+<p>&nbsp;— Έχει γούστο εις την τόση χαρά μου για το ταξείδι, να μου
+παρουσιασθούν και γεννητούρια, και ν' απομείνη ο Μιστόκλης με της εικόνες στα
+χέρια! Εν τούτοις υπελόγιζε και εύρισκεν ότι ο τοκετός θα επέλθη μίαν εβδομάδα
+μετά την εορτήν της Παναγίας. Επρολάμβανε λοιπόν και εις την Τήνον να μεταβή
+και την λεχώ να θεραπεύση.</p>
+
+<p>Ουχ ήττον κάτι τι τον ετριβέλιζε μέσα εις την καρδίαν του. Μήπως έχει λάθος;
+μήπως ο λογαριασμός γίνεται χωρίς τον ξενοδόχον; Πολλά παθών, έμαθε
+πολλά...</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Εις όλα τα προηγούμενα επαγγέλματά του ο Μιστόκλης ο Κοντούλης, εις όλας τας
+επιχειρήσεις του, είχε διαψευσθή. Τας μακράς του χειμώνος νύκτας
+στενοχωρημένος από τας ανάγκας της πολυμελούς του οικογενείας, απηρίθμει εν
+απογνώσει όλα τ' αποτυχόντα παλαιά έργα του, εις μάτην ζητών ν' απολαύση
+απλήν τινα εις νεωτέραν επιχείρησιν επιτυχίαν.</p>
+
+<p>Πανταχού η μοίρα του, του πτωχού η μοίρα, παρουσιάζετο φοβερά ενώπιόν
+του, απελπιστική, καταστρέφουσα τας ελπίδας του, διαλύουσα τα όνειρά του, ώστε
+ν' αληθεύη πάντοτε το της παροιμίας «όπου πτωχός και η μοίρα του».</p>
+
+<p>Και εις αυτό το έργον της παιδοποιίας, εις το οποίον και μόνον τω έλεγεν ο
+γείτονας του ο κυρ-Γεώργης ο συνταξιούχος, ότι επέτυχε, θέλων να τον
+παρηγορήση παραπονούμενον, και εις αυτό ο Μιστόκλης έβλεπε την φοβεράν
+μοίραν του, του πτωχού την μοίραν, προαγγέλλουσαν αυτώ τας αποτυχίας
+του.</p>
+
+<p>Από την ημέραν που επρωτόπιασε εργασίαν, πρώτην φοράν ελθών εις την
+πρωτεύουσαν εκ των νήσων του Αιγαίου πελάγους, από τότε εφάνη ότι ούτε η
+μοίρα του επήρε με καλό μάτι τον Μιστόκλην, ούτε ο Μιστόκλης την μοίραν του.
+Αυτός, μικρός το ανάστημα, αλλά και υγιής τω σώματι και ευτραφής ως
+ουρανόπεμπτος εφάνη εις τον Γέροντα του Λυκαβητού, ένα σκληροτράχηλον και
+φιλάργυρον προεστώτα του Αγίου Γεωργίου, όστις «με το μέλι» κατ' αρχάς ομιλών,
+ήρχισεν εις το τέλος να τον ποτίση όξος και πικράν αλόην.</p>
+
+<p>Γνωρίζων ο Μιστόκλης τα γράμματα του ελληνικού σχολείου υπηρέτει καλώς εν
+τω ναΐσκω, συλλειτουργών τους ιερείς. Αλλ' ο γέρων βλέπων το ανθηρόν της υγείας
+του, μετ' ολίγον καιρόν επέβαλεν εις αυτόν να περιέρχηται την πόλιν μετά μεγάλου
+δισακκίου και να συνάζη ελέη των χριστιανών, διά τον Άγιον Γεώργιον. Εις το
+χωρίον του, είνε αληθές, ο Μιστόκλης εξετέλει και αγροτικάς εργασίας, αλλ' είχεν
+έλθει εις τας Αθήνας, αποβλέπων εις στάδιον ευγενέστερον. Διά τούτο βαρέως
+έβλεπε τους ώμους του εξασθενίζοντας από το αφόρητον άχθος του δισακκίου.
+Τότε κατά πρώτον είδε καθ' ύπνους την Μοίραν του ως άγριον και δυσαχθές
+γερόντιον, απεσκληρωμένον και πολιόν, να θεωρή τον νεαρόν νησιώτην ως τι
+μελιτωμένον πλακούντιον, έτοιμον εις βρώσιν.</p>
+
+<p>Υπέμεινεν όμως ο Μιστόκλης όλας τας βαρείας υπηρεσίας του βράχου, ελπίζων
+ίσως διά της υπακοής του και ταπεινώσεως να μαλάξη τον σκληρόν γέροντα. Αλλ'
+εκείνος την υπακοήν του εκείνην και ταπείνωσιν εκλαβών ως ηλιθιότητα, τω
+επέβαλε να λαξεύη τον βράχον τον απρόσιτον, και να κατασκευάζη με την
+γλυπτικήν σμίλην βαθμίδας επί της ανωφερούς πέτρας, προς εύκολον ανάβασιν
+των προσκυνητών και έδρανα προς αναψυχήν των.</p>
+
+<p>Αλλ' η εργασία αύτη ήτο λίαν επαχθής· και μετ' ολίγα έτη ελάξευσε μεν ο
+ευτραφής Μιστόκλης τον απορρώγα βράχον, πλατείας ισοπεδώσας και πεζούλια
+υψώσας και δεξαμενάς γλύψας διά το βρόχινον ύδωρ, αλλά συγχρόνως, χωρίς να
+το εννοήση, ελάξευσε και το τρυφερόν σώμα του, καταντήσας με δύο καλαμοειδή
+χεράκια και δύο σκολιά ασθενή ποδαράκια και μίαν άκρεων πλατίτσαν. Έκτοτε, η
+Μοίρα του, εμφανιζομένη σκληρά, υπό την μορφήν του Γέροντος, κοντού και
+απηνούς, πολιού και εχθίστου, με πώγωνα βαθύν και επανωφόριον ποδήρες
+ρωσσικόν, συνετάραττε την νυκτερινήν ανάπαυσίν του· και αποκαμών επεθύμει
+την κατάβασίν του προς τα κάτω, όπου τω εφαίνετο ότι θα εύρισκεν ανάπαυσιν εις
+την μαλακά γύρω του βουνού, αναπαυομένην πόλιν.</p>
+
+<p>Όταν δε μίαν ημέραν, με το καύμα, αχθοφορικώς τοποθετών ογκώδεις λίθους,
+εις κατασκευήν πεζουλιών, προς συντήρησιν της διαρρεούσης πάντοτε από των
+όμβρων οδού, είδεν αίφνης να κυλίση βράχος προς την υπώρειαν, με ταχύτητα
+ακράτητον, ηυχήθη να εκύλιε και αυτός, χωρίς ο εαυτός του, ως άλλος Σίσυφος, να
+τον αναβιβάση πάλιν επάνω. Κ' εθάρρει ότι δεν θα εχάνετο εις μίαν πόλιν, τόσον
+μεγάλην και τόσον φιλάνθρωπον, όπου και πέντε αγαθοί να υπήρχον, θα έσωζον
+όλας τας άλλας μυριάδας, και αυτόν μαζί.</p>
+
+<p>Ο γλυκύς αυτός πόθος του δεν εβράδυνε να εκπληρωθή, διότι μίαν άλλην
+ημέραν φορτωμένος το δισσάκιον των ελεών, με τα χονδρά του ράκη και τα μεγάλα
+κρητικά υποδήματα, με τα λεπτοκαμωμένα και σκολιά ποδαράκια του, αναβαίνων
+τον ελικοειδή δρόμον, κατέπεσεν από του καύματος υπό τινα δροσεράν πευκών
+συστάδα, και ανακλιθείς, με προσκέφαλον το δισάκκιον, εβυθίσθη εις δροσερόν
+ύπνον, και εβράδυνε να κομίση προς τον Γέροντά του το δισάκκιον με τα ελέη,
+διαρπαγέντα, κατά τον ύπνον του, υπό λωποδυτών. Την νύκτα εκείνην, ως βαρύς
+λίθος, ο Μιστόκλης εκύλισε τωόντι κάτω, προς την υπώρειαν, αποδιωχθείς αγρίως
+υπό του Γέροντος, αυτός δε καμμίαν όρεξιν δεν είχε πλέον να γείνη Σίσυφος και ν'
+αναβιβάση πάλιν τον εαυτόν του επάνω.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τότε, πρώτα-πρώτα, ο Μιστόκλης ως έξυπνος όπου ήτο, επιθυμών να
+εργασθή πλέον εν τη πόλει, την οποίαν ως όνειρον έβλεπε πάντοτε από την
+κορυφήν του Λυκαβητού, να δράση και να προοδεύση, ως έβλεπεν από του ύψους
+εκείνου ότι έδρα και προώδευε κάτω τόσος κόσμος, εζήτησε κ' εύρε την παρά του
+Θεού ορισθείσαν τω ανθρώπω βοηθόν και σύντροφον εν τω βιωτικώ αγώνι και
+ήλθεν εις γάμον. Πλην όλα τα επαγγέλματα, εις τα οποία προχείρως επεδίδετο
+έκτοτε — τακτικόν τι έργον δεν είχεν εκμάθει — όλα, τον ωδήγουν από ατυχίας εις
+ατυχίαν. Τω εφαίνετο ότι, σαν να τον κατηράσθη ο Γέρων του Λυκαβητού διά τα
+ελέη, τα οποία του αφήρπασαν οι λωποδύται, και πολλάκις τον έβλεπε καθ' ύπνον
+κατά πάσαν αποτυγχάνουσαν εργασίαν του, κοντόν, χονδρόν, με λευκόν μέχρι του
+στήθους φθάνοντα πώγωνα, μ' έν χονδρόν και μακρόν επανωφόριον, ως ρωσσικόν
+επενδύτην, να τω φωνάζη αγρίως:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όπου φτωχός και η μοίρα του! Εσύ μου τάφαγες τα πρόσφορα και
+είπες πως σου τάκλεψαν οι λωποδύταις!</p>
+
+<p>Τον είδε τον Γέροντα, όταν τον εμπόδισεν η εξουσία να πωλή καπνά και
+σιγαρέττα, οπού, εκέρδιζεν αρκετά, χωρίς κανένα κόπον, διότι είχε ψηφισθή το
+μονοπώλιον. Κατόπιν τον ξαναείδε πάλιν, κοντόν και χονδρόν, κατάλευκον, με τον
+ρωσσικόν επενδύτην του, όταν πωλών κουλουράκια ζαχαρένια, όπου τα εζήμωνεν
+η γυναίκα του, εκέρδιζεν ικανάς δραχμάς την ημέραν. Ολίγας ημέρας μετά το
+όνειρον, εγέμισεν η Αθήνα από κουλουροπώλας, και έκαμε λογαριασμόν ότι τα
+πωλούμενα κουλούρια αναλογούσαν δέκα προς έκαστον Αθήναιον. Αν ήτο δυνατόν
+να προκόψη κανένας! έλεγεν αγανακτών ο Μιστόκλης.</p>
+
+<p>Αμυδρώς ενθυμείτο ότι τον είδε, τον φοβερόν Γέροντα, άγριον ως λύκον και
+όταν η γυναίκα του εγέννησε το πρώτον τέκνον των· και τω εφάνη ότι και τότε
+είπεν εις τον Μιστόκλην ο Γέρων.</p>
+
+<p>&nbsp;— Όπου φτωχός και η μοίρα του!</p>
+
+<p>Καλά-καλά δεν την εβεβαίωνε ταύτην την οπτασίαν, αλλά το να αποκτά κατ'
+έτος και από έν παιδίον, τούτο βεβαίως δεν ήτο πλουσίου ριζικόν, εσκέπετο ο
+Μιστόκλης.</p>
+
+<p>Και όταν ο Μιστόκλης πάλιν με την βούρτσαν του επ' ώμων, με τον τενεκέ των
+χρωμάτων παρά πόδας εις μάτην ανέμενε παρά την Νέαν Αγοράν, ως σουβατζής,
+να προσληφθή εις καμμίαν εργασίαν, υποχρεωμένος εκεί ναπαριθμή τους
+οψοπώλας και τους κομίζοντας πλήρεις οψωνίων τους καλάθους εις τας οικίας των
+ευδαιμόνων αστών, έλεγε:</p>
+
+<p>&nbsp;— 'Σ πολλά έτη, που ξενοπλένει η γυναίκα μου και βγάζουμε το ψωμάκι
+. . . .</p>
+
+<p>Εις τας δεινάς τότε στενοχωρίας του εσυλλογίζετο την πρώτην του εργασίαν και
+τω ήρχετο σκέψις ν' αναβή εις τον Άγιον Γεώργιον, να βάλη μετάνοιαν εις τον
+Γέροντα και να ζητήση συγχώρησιν από την Μοίραν του.</p>
+
+<p>Φοβεραί της στενοχωρίας του παρετείνοντο αι νύκτες τότε. Παρά τον μέγαν
+πύραυνον, εν τη ρυπαρά αυλή της κατοικίας των, παρά την Βλασταρούν, η γυναίκα
+του προσεπάθει να μπουγαδιάση, ρίπτουσα ολίγον κατ' ολίγον το βραστόν νερόν
+εις την βαθείαν της μπουγάδας κόφαν. Τα παιδία των ως γατάκια εκοιμώντο εις
+μίαν ψάθαν επάνω, όλα μαζί, μία τουφίτσα σαν ορφανά. Ο Μιστόκλης, στηρίζων
+την καθαράν από της αργίας βούρτζαν του επί του τοίχου, και καθήμενος είτα επί
+του κενού τενεκέ των χρωμάτων έβλεπε την βασανιζομένην γυναίκα του. Έβλεπε τα
+κοιμώμενα παιδία επί της ψάθης, ως να ήσαν εγκαταλελειμμένοι νεοσσοί, έβλεπε
+και την βεβαρημένην της μητρός κοιλίαν και διελογίζετο, αν δεν ήτο καλλίτερος ο
+πρώτος αχθοφορικός εκείνος βίος του, ότε κάθιδρως και ασθμαίνων αναβίβαζεν
+επί του Λυκαβητού το δισάκκιον των ελεών. Τότε έν δισάκκιον είχε μόνον, αλλά
+τώρα έχει τρία παιδιά και μίαν γυναίκα γαλακτοτροφούσαν και συνάμα έγκυον.
+Τότε ήτο ελεύθερος να το κάμη ό,τι ήθελε το δισάκκιον εκείνο, όπως ποτέ το έκαμε
+και προσκέφαλον. Ήτο ελεύθερος να το ρίψη κάτω από των ασθενικών του ώμων
+όπως και το έρριψε, διότι ήτο άψυχον και άπνουν δισάκκιον. Αλλά το δισάκκιον
+αυτό το ζωντανόν, το έμψυχον, που φέρει ήδη εις την αδύνατον και λαξευμένην
+πλατίτσαν του; Το κλαίον πολλάκις και πολλάκις γελών, το εκφράζον πόθους και
+ορέξεις, πείναν και δίψαν, γυμνότητα και στέρησιν; Το δισάκκιον το πλήρες
+ονείρων και σχεδίων, το πεπληρωμένον όχι ελεών διά τον Άγιον Γεώργιον, αλλά
+υπάρξεων τόσων διά τον κόσμον;</p>
+
+<p>Υπάρξεων, αίτινες έχουν χαράν, υπάρξεων, αίτινες έχουν λύπην; Ούτε να το
+ρίψη πλέον κάτω ημπορούσεν, αλλ' ούτε και να το μεταχειρισθή ως
+προσκέφαλον.</p>
+
+<p>Και πόσας απολαύσεις είχεν εκείνος ο βίος, όστις τότε τω εφαίνετο βαρύς και
+μοχθηρός. Την άνoιξιν ο κωνοειδής εύμορφος λόφος, ο άγονος το θέρος και
+κατάξηρος, ήτο παγκάλως εστολισμένος, ζωγραφισμένος με τόσα αγριολούλουδα,
+κ' ευωδίαζεν όλος ο βουνός από την νέαν του θύμου βλάστησιν.</p>
+
+<p>Πατών εις την καταπρασίνην εκείνην λόχμην και διά μέσου των τερπνών
+πεύκων αναβαίνων την βουστροφικήν οδόν του ο Μιστόκλης, ασθμαίνων από το
+βάρος του δισακκίου, ίστατο κατά δεκάδας βημάτων να ίδη πότε μεν τα γλαυκά
+του Σαρωνικού νερά και πότε τους θαλερούς αμπελώνας του Γουδίου. Απέθετε
+τότε το δισάκκιον ν' ανασάνη ολίγον και ανέπνεε την ευώδη της ανοίξεως δρόσον,
+αγνήν και αθάνατον, ενώ δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις, ως από τέλματος,
+εκάλυπτον κάτω την πόλιν. Και πάλιν ανελάμβανε το δισάκκιον και ανέβαινε· και
+πάλιν ίστατο διελθών ήδη τας ευσκίους υπωρείας και αναβαίνων τον απρόσιτον
+της κορυφής βράχον με τας ελικοειδείς υπ' αυτού λοξευθείσας καμπάς του,
+εστεφανωμένας με στέμματα χλοερά μαργαριτών και αιμοχρόων μυκώνων.</p>
+
+<p>Κ' ενθυμείτο τώρα ο Μιστόκλης εκείνο το τερπνόν πανόραμα όπερ από της
+κορυφής εκαμάρωνε κάθε πρωίαν, αναμένων εις τας επάλξεις του βράχου, να ίδη
+αν έρχωνται προσκυνηταί να κρούση τον κώδωνα. Ηπλούτο γύρω-γύρω η πόλις
+λευκή, κατάλευκος, με τους ναούς της και τα παλάτια της, με τας πλατείας της και
+τα καθαρά τετράγωνα των νέων συνοικισμών. Τι αν ίδρωνε να λοξεύση μίαν
+βαθμίδα, ή να κομίση το βαρύ δισάκκιον; Κατόπιν ήτο ελεύθερος — τω εφαίνετο
+τώρα — να χαίνη προς τον ευώδη του ύψους εκείνου αέρα....</p>
+
+<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80"
+height="4" alt="γραμμή" /></p>
+
+<p>
+Ετοποθέτησεν όμως τας εικόνας όλας εις τρεις μικράς κασσίτσας.</p>
+
+<p>Έθεσεν εντός καλάθου τα εφόδια του ταξειδίου, είπεν εις την γυναίκα του να
+ετοιμάση μίαν γουνίτσαν μ' έν κυλιμάκι μαζί, και ητοιμάζετο, αφού κοιμηθή ολίγον
+και ξεκουρασθή, να εξέλθη και μισθώση αχθοφόρον, ίνα μεταφέρη τα πράγματα
+εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου, εις Μοναστηράκι. Την εσπέραν εκείνην θ'
+ανεχώρει το πρώτον ατμόπλοιον διά την πανήγυριν της Τήνου.</p>
+
+<p>Το βρέφος το νήπιον εκοιμάτο προ μικρού θηλάσαν. Τα τρία άλλα παιδία,
+βαστάζοντα ανά έν τεμάχιον άρτου, ανεπιμέλητα, εβύθιζον αυτό εις τους ρύπους
+της αυλής, και είτα το έτρωγον. Η σύζυγός του, προς νέαν πλύσιν ετοιμαζομένη,
+παρεπονείτο ότι ησθάνετο αδιαθεσίαν και κόπωσιν αφόρητον.</p>
+
+<p>&nbsp;— Θα κρύωσες, είπεν ο Μιστόκλης, γιατί εψές, κατάλαβες, φυσούσε
+μπονέντες.</p>
+
+<p>Είπε και έγυρεν εκεί παρά την πυράν της καμίνου της πλύσεως, τυλιχθείς μ' έν
+παλαιόν ράκος.</p>
+
+<p>Η σύζυγός του ήρχισε την πλύσιν, κύπτουσα με όλον το βάρος της, παρά την
+μεγάλην και κτιστήν εκεί σκάφην του πλυντηρίου, ότε μετά μικρόν, σαν να
+ησθάνθη οδυνηρόν πόνον κ' έβαλε κραυγήν. Ο Μιστόκλης, καθεύδων έως τότε,
+εξηγέρθη αίφνης έντρομος και διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι ο Γέρων του
+Λυκαβηττού φοβερός και απάνθρωπος, με τον βαθύν λευκόν του πώγωνα και τον
+ποδήρη ρωσσικόν επενδύτην του, ενεφανίσθη πάλιν, και αφού τον εκύτταξε
+βλοσσυρώς εκραύγασεν:</p>
+
+<p>&nbsp;— Όπου φτωχός και η Μοίρα του.</p>
+
+<p>Αλλ' έως ου αποτελειώση το όνειρόν του ο Μιστόκλης, επήλθον εις την σύζυγόν
+του αι ωδίνες του τοκετού· και τότε ο πτωχός, αντί να φροντίση διά την
+αναχώρησίν του, μετέβη να καλέση την μαίαν.</p>
+
+<p>Δεν ηδύνατο πλέον ν' αναχωρήση εις Τήνον, αι δε εικόνες του έμειναν
+κεκλεισμένοι μέσα εις τας τρεις κασσίτσας. Ότε δε κατόπιν εκλαυθμήριζε το
+αρτιγέννητον βρέφος γοερώς, ο Μιστόκλης ο Κοντούλης, ίνα διευκολύνη την λεχώ
+και αποκοιμηθή ολίγον, βαστάζων αυτό εις τας αγκάλας του, επανελάμβανε
+θρηνωδώς:</p>
+
+<p>&nbsp;— Κλάψε, καϋμένο, κλάψε! Όπου φτωχός και η Μοίρα του!</p>
+
+<p>Ενώ αι εικονίτσες του, μέσα εις της τρεις κασσίτσαις κλεισμέναις σιωπηλαί και
+ακίνητοι, ούτε έτριζον καν εξ οικτιρμού...</p>
+
+<h5 style="margin-top: 3em">
+ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ</h5>
+
+<p>
+<br />
+Σελ. 73 όπισθέν μας, της Τροίας, Τενεδιό, αι θοαί νήες.</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p style="margin-top: 6em"><b>ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ —
+ΑΘΗΝΑΙ</b></p>
+
+<p>
+<br /><b>
+ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ<br /><br />
+
+ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ</b></p>
+
+<table>
+<tr><td></td><td></td><td align='right'>Δρ. </td></tr>
+<tr><td> ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ.</td><td><b>Αττικαί ημέραι</b> (διηγήματα και
+ευθυμογραφήματα) .</td><td align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td>»</td><td><b>Ζητείται υπηρέτης</b> (κωμωδία μονόπρακτος) </td><td
+align='right'>1. —</td></tr>
+<tr><td> ΒΑΒΕΑ Ν.</td><td> <b>Το Πέραν μας</b> (πρωτότυπον κοινωνικόν έργον
+από τα<br />
+παρασκήνια της ζωής μας) </td><td align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ.</td><td><b>Ανάλεκτα</b> (κρίσεις και εντυπώσεις 2 τόμ.)
+</td><td align='right'>8. —</td></tr>
+<tr><td> ΒΡΑΤΣΑΝΟΥ Μ.</td><td> <b>Τα κατά τον Θησέα</b> (Ιστορική και
+πολιτική<br />
+μυθογραφία)</td><td align='right'>7. —</td></tr>
+<tr><td> ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ.</td><td><b>Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού
+μου</b></td><td align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. Ι.</td><td><b>Σκαραβαίοι και Τερρακόττες</b> </td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I.</td><td><b>Ο Λυχνοστάτης</b> (κωμωδία)
+μονόπρακτος </td><td align='right'>1. —</td></tr>
+<tr><td> ΔΡΟΣΙΝΗ Γ.</td><td> <b>Φωτερά Σκοτάδια</b> (ποιήματα) </td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Κλειστά Βλέφαρα</b> (ποιήματα) </td><td align='right'>5.
+—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Αμαρυλλίς</b> (διήγημα)</td><td align='right'>5. —
+</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Αγροτικαί επιστολαί</b></td><td align='right'>5. —
+</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Ο Μπαρμπαδήμος</b> Διηγήσεις Αγωνιστού (μετά
+πολλών εικόνων)<br />
+Δ. Μπισκίνη </td><td align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ</td><td><b>Στο ανοιχτό παράθυρο</b></td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ.</td><td><b>Η Σιδηρά Διαθήκη</b>
+(Κοινωνική Φυσιολογία)</td><td align='right'>6. —</td></tr>
+<tr><td> ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ</td><td><b>(διηγήματα)</b></td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Όλοι μαζί</b></td><td align='right'>3.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Ο βάτραχος που βαριέται</b></td><td
+align='right'>1.40</td></tr>
+<tr><td> ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΩΝΗΣ</td><td><b>Ελληνικά ποιήματα, κατάλληλα γι'
+απαγγελία.</b></td><td align='right'></td></tr>
+<tr><td> ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ</td><td><b>Για την Πατρίδα άδετον</b></td><td
+align='right'>3.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Για την Πατρίδα</b> χαρτόδετον </td><td align='right'>5.
+—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Τα αναγνωστικά μας</b> </td><td align='right'>1. —
+</td></tr>
+<tr><td> ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ</td><td><b>Μύθοι και θρύλοι</b> </td><td
+align='right'>6. —</td></tr>
+<tr><td> ΘΕΡΟΥ ΑΓ.</td><td><b>Δημοτικά τραγούδια</b> (εκλογή)</td><td
+align='right'>3. —</td></tr>
+<tr><td> ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. </td><td><b>Ελληνική Μυθολογία</b> </td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ.</td><td><b>Κοντά στη φωτιά</b> (δράμα
+μονόπρακτον)</td><td align='right'>1. —</td></tr>
+<tr><td> ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ.</td><td> <b>Διηγήματα</b> </td><td align='right'>6.
+—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Το Σπητάκι του γιαλού</b> (Διήγημα)</td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td>ΜΩΡΑΪΤΙΝΗ Α.</td><td> <b>Διηγήματα</b></td><td align='right'>6. —
+</td></tr>
+<tr><td> ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ.</td><td><b>Ασφόδελοι</b> (ποιήματα)</td><td
+align='right'>5. —</td></tr>
+<tr><td> ΜΑΡΗ Μ.</td><td><b>Το θάρρος της αγνοίας</b> (κωμωδ.
+Μονόπρακτος) </td><td align='right'>1. —</td></tr>
+<tr><td> ΝΟΡΔΑΟΥ Μ.</td><td> <b>Τα κατά συνθήκην ψεύδη</b> </td><td
+align='right'>4.—</td></tr>
+<tr><td> ΠΑΛΑΜΑ Κ.</td><td><b>Τα παράκαιρα</b> (ποιήματα)</td><td
+align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Διηγήματα</b></td><td align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td> ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΚΗ Φ.</td><td> <b>Το Έγκλημα και η τιμωρία</b> (εις δύο
+τόμους)</td><td align='right'>6.—</td></tr>
+<tr><td> ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ — ΛΑΜΠΕΛΕΤ</td><td> <b>Τα χελιδόνια</b> (ποιήματα
+για παιδιά τονισμένα)</td><td align='right'> 10.—</td></tr>
+<tr><td> ΠΟΛΕΜΗ I.</td><td><b>Σπασμένα μάρμαρα</b> (ποιήματα)</td><td
+align='right'>6.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Λύρα</b> (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ.
+ποιήσεως)</td><td align='right'>6.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Η Γυναίκα</b> (κωμωδία μονόπρακτος) </td><td
+align='right'>1.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Ειρηνικά</b> (ποιήματα)</td><td align='right'>3.—
+</td></tr>
+<tr><td> ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α.</td><td><b> Η Φαίδρα</b></td><td align='right'>4.—
+</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Φάουστ του Γκαίτε</b> — (μετά πολλών εικόνων)</td><td
+align='right'></td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Ποιήματα</b> .</td><td align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td> ΣΗΜΗΡΙΩΤΗ ΑΓ.</td><td><b>Τραγούδια τον λυτρωμού</b> </td><td
+align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td> ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ.</td><td><b>Τραγούδια του νησιού</b> .</td><td
+align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td> ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ.</td><td> <b>Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου</b>
+(διηγήματα)</td><td align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Μακεδονικαί Ραψωδίαι</b> (διηγήματα) .</td><td
+align='right'>2.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Η Μεγαλόχαρη</b> (διήγημα)</td><td
+align='right'>2.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Άγγελος εξολοθρευτής</b> (πολεμ. διήγ. 1912-13)
+</td><td align='right'>3.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Μαύρες Πεταλούδες</b></td><td align='right'>5.—
+</td></tr>
+<tr><td> ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. </td><td><b>Ο Βασιλεύς της Ρέγκας</b> (μονόπρ.
+παιγνίδι)</td><td align='right'>1.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Βυζαντιναί γυναίκες</b> (διηγήματα) </td><td
+align='right'>5.—</td></tr>
+<tr><td> ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ.</td><td> <b>Φθινόπωρο</b> (μυθιστόρημα)</td><td
+align='right'>4.—</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Τραγούδια της Ερημιάς </b></td><td
+align='right'>3.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια</b> (ποιήματα )</td><td
+align='right'>3.50</td></tr>
+<tr><td>»</td><td> <b>Απλοί Τρόποι</b> (ποιήματα)</td><td align='right'>5.—
+</td></tr>
+<tr><td> AUGIER</td><td> <b>Οι Χαλκοπρόσωποι</b> (κωμ.) μετ. Αγγ. Βλάχου
+.</td><td align='right'>1.50</td></tr>
+<tr><td> BARRI?RE</td><td> <b>Οι Κουτοπόνηροι</b> (κωμωδ.) μετ. Αγγ. Βλάχου
+.</td><td align='right'>1.50</td></tr>
+</table>
+
+<p><br /><br /><br /></p>
+<hr></hr>
+<p id='fn1'>1) Βακούφ, λέξις τουρκική. Σημαίνει δε κτήματα και εν γένει ακίνητα
+μοναστηριακά, εξ αφιερωμάτων, ης γίνεται χρήσις εν ταις νήσοις εις
+χαρακτηρισμόν των μοναστηριακών εν γένει κτημάτων άτινα κοινώς «Βακούφια»
+λέγονται.<a href='#ref1' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p id='fn2'>2) Αρκετά αξιοπερίεργος είνε η πρόρρησίς αυτή του Συγγραφέως
+επαληθεύσασα μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών ύστερον από 19 χρόνια
+τώρα εις τας ημέρας μας.<a href='#ref2' title='πίσω'>&#8617;</a><br /><br /><br
+/></p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A ***
+
+***** This file should be named 37200-h.htm or 37200-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/7/2/0/37200/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License available with this file or online at
+ www.gutenberg.org/license.
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation information page at www.gutenberg.org
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at 809
+North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
+contact links and up to date contact information can be found at the
+Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit www.gutenberg.org/donate
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+
+
diff --git a/37200-h/images/1stpage.jpg b/37200-h/images/1stpage.jpg
new file mode 100644
index 0000000..f806ac2
--- /dev/null
+++ b/37200-h/images/1stpage.jpg
Binary files differ
diff --git a/37200-h/images/line.jpg b/37200-h/images/line.jpg
new file mode 100644
index 0000000..7aea2e8
--- /dev/null
+++ b/37200-h/images/line.jpg
Binary files differ
diff --git a/37200-h/images/moraitidis.jpg b/37200-h/images/moraitidis.jpg
new file mode 100644
index 0000000..969e9ba
--- /dev/null
+++ b/37200-h/images/moraitidis.jpg
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..7ea8bf0
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #37200 (https://www.gutenberg.org/ebooks/37200)
diff --git a/old/20110824-37200-0.txt b/old/20110824-37200-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..2de422d
--- /dev/null
+++ b/old/20110824-37200-0.txt
@@ -0,0 +1,7419 @@
+The Project Gutenberg EBook of Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.net
+
+
+Title: Novels Volume A
+
+Author: Alexandros Moraitidis
+
+Release Date: August 24, 2011 [EBook #37200]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed
+otherwise. Bold words are included in &, while words in italics in _.
+Footnotes have been transferred at the end of the book. A table of
+typing errors has been taken into account, with the exception of
+a correction in page 73. The page has been marked within the
+text, so that the reader might judge for himself, which text to
+correct.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
+έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις
+με πλαγίους σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί
+στο τέλος του βιβλίου. Ο πίνακας παραρομάτων έχει ληφθεί υπ’ όψη,
+εκτός μιας διόρθωσης στην σελίδα 73. Η σελίδα έχει σημειωθεί
+μέσα στο κείμενο, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει ο αναγνώστης
+ποιο κείμενο να αλλάξει.
+
+
+
+ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ
+
+
+
+ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
+
+ΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΚΑ. — ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ. — ΝΕΡΑΪΔΕΣ. — ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ. — Ο ΠΤΩΧΟΣ
+ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ
+
+ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ
+
+
+ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ
+ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
+
+
+ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921
+
+
+
+ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
+
+
+
+Πρέπει να αναγνωρισθή οιονεί επισήμως σήμερον, εν ευλογία της
+μεγάλης ημέρας, εν ευλογία των οφθαλμών όσοι εδάκρυσαν εκ των
+τόσων αυτού διηγημάτων και των καρδιών όσαι απαλύνθησαν εκ των
+τόσων αυτού εικόνων, και των ηθών όσα ελευκάνθησαν εκ των τόσων
+υπό την μαγικήν του γραφίδα ανατειλασών μετ' αρρήτου ευωδίας
+αρετών, να αναγνωρισθή ο αθόρυβος, ο μετριόφρων, ο σιωπηλός, ο
+ανεύρετος, ο αόρατος, ο ακοινώνητος, ο ιδιότροπος, ο ιδιόβιος
+συγγραφεύς, ως μία δύναμις έξοχος του κόσμου των γραμμάτων, ως είς
+πρωταγωνιστής απροσπελάστου ύψους της φιλολογικής σκηνής μας, ως
+έν πνεύμα καταπληκτικής γονιμότητος και πραξιτελείου κάλλους του
+γραμματικού ημών κόσμου, ως ποιητής, όστις θα ετίμα και θα εδόξαζε
+και θα εκάλλυνε πάσαν ξένην, νέαν ή παλαιάν φιλολογίαν.
+
+Τίποτε εκ μιμήσεως παρά τω κ. Α. Μωραϊτίδη, ιδίως τω νεωτέρω, ως
+ήρχισε να απλόνηται και να χρωματοβολή ως μάγον, ιωδοροδόχρουν
+λυκόφως δια των στηλών της «Ακροπόλεως» και της «Νέας Εφημερίδος».
+Διότι υπάρχει και αρχαιότερος Μωραϊτίδης. Ο προ εικοσαετίας. Ο
+χαρίεις κομψευόμενος με τους λάμποντας οφθαλμούς του και τα βαθέα
+ωραία χαρακτηριστικά του, εις α οι φίλοι του έβλεπον μεγάλην
+ομοιότητα μορφής μεταξύ αυτού και του Σαίξπηρ, με την ακατάσχετον
+αυτού φαιδρότητα και την αγάπην, ην προς αυτόν συνεκέντρου εκ
+μέρους όλων όσοι τον εγνώριζον, ανδρών ή γυναικών, δεσποινίδων ή
+νέων. Ο Μωραϊτίδης, ο δημιουργήσας τα αλησμόνητα Πρακτικά της
+Βουλής· ο Μωραϊτίδης ου τα ευφυογραφήματα εις σατυρικά φύλλα
+εγέμιζον γέλωτος τας οικίας και τας πλατείας· ο Μωραϊτίδης, ου τα
+δράματα εβραβεύοντο· ο Μωραϊτίδης, ου το βιβλίον περί Δημητρίου
+του Πολιορκητού ήξιζε να μεταφρασθή εις όλας τας ξένας γλώσσας.
+Αυτή ήτο η θορυβώδης, η κοσμική, η νεανική, η γελώσα του
+Μωραϊτίδου περίοδος.
+
+Εάν έζη εν Ευρώπη, τοιούτο νεαρόν ως σαρξ γιασουμιού μόλις
+ανθήσαντος πνεύμα, θα εύρισκε την ατμόσφαιράν του, και
+θωπευόμενον, θερμαινόμενον, καλλιεργούμενον, θ' ανήρχετο τας
+αναβαθμίδας της προόδου του, καταλαμβάνον υψίστην θέσιν εν τη
+φιλολογία του έθνους του. Αλλ' ο Μωραϊτίδης εν Αθήναις, μάλιστα
+κατά την προ εικοσαετίας εποχήν, ήτο σολοικισμός, ανορθογραφία,
+προσβολή εις τα χρηστά μας ήθη, παθολογικότης, παραδοξότης . . .
+Και ο Μωραϊτίδης εννοήσας ως άριστος ψυχολόγος την περί αυτόν
+κατάστασιν, απεσύρθη εις την καταπράσινην την ευωδιάζουσαν, την
+γαληνιώσαν ως ευσεβή ψυχήν, την πολύκολπον, την ευλίμενον, την
+δασοστεφή, την βοσπορίζουσαν, την περικαλλή Σκίαθον. Κ' έγινε . .
+. . δάσκαλος! Και είνε — όχι πλέον εν Σκιάθω, αλλ' εν Αθήναις,
+μέχρι σήμερον δάσκαλος, τουτέστι καθηγητής.
+
+Παρεβίασε την φύσιν, την δημιουργίαν του, τον εαυτόν του, την ζωήν
+του, το πνεύμα του, διά να μην έχη καμμίαν από την κοινωνίαν
+απαίτησιν, να την αφήση ήσυχον, ως το νερό που μένει και βρωμά, ως
+την νύκτα που αποσύρεται εις τα κρεββάτια του ο βίος και η
+κίνησις. Αλλά η φύσις δεν βιάζεται ατιμωρητί. Βάλε Πήλια χιόνος
+και Όσας πάγων επί ηφαιστείου, το ηφαίστειον, όταν έλθη η ώρα, θα
+κροτήση, θα βοήξη και θ' αναδώση την λαμπεράν, την βυσσινόχρουν
+του λάμψιν.
+
+Τοιαύται αναλαμπαί υπήρξαν η σειρά των ελληνικών, των πρωτοτύπων,
+των αυτοδημιουργημένων, των αυτοθαλλόντων διηγημάτων, τα οποία
+ήρχισε δημοσιεύων διά των εφημερίδων, και η άλωσις της
+Κωνσταντινουπόλεως η επαινεθείσα εις τον Λασσάνειον και ήτις, όταν
+θα παρασταθή, βεβαίως θα σημειώση νέαν περίοδον εν τη ελληνική
+δραματογραφία. Ποία δύναμις δραματική κρύπτεται εις τον
+μαυροβαθυπώγωνα αυτόν με τους δύο μεγάλους λάμποντας οφθαλμούς και
+την αέτειον ρίνα του και το αιώνων μειδίαμα εις τα λεπτά σατυρικά
+του χείλη! Εάν το ήξευρεν η απέχουσα βασιλεία, εάν το ήξευρον οι
+θηρεύοντες συγκινήσεις, εάν τον ήξευρον οι ερασταί υψηλοτέρων
+χαρών, θα ελιθοβολούντο όλοι αυτοί μόνοι των, διότι αφίνουν
+άκαρπον, άγονον, ανεκμετάλλευτον, τον Μωραϊτίδην, τον μυστικόν
+αυτόν λευχείμονα ιερέα της ελληνικής σκηνής, των ελληνικών
+γραμμάτων. Καθηγητής, διδάσκων γεωγραφίαν και Ξενοφώντα, αυτός,
+όστις θα εώρταζε την ανάστασιν της εθνικής μας ιστορίας εν τη
+σκηνή, σπαρταριστήν με ίριδας τριγύρω, με αστραπάς, με φωτιές, με
+κεραυνούς, με σαρκασμούς, με παρελθόν, με μέλλον. Καθηγητής αυτός,
+όστις θα εχρησίμευεν ως δύτης του εθνικού μας βίου, ως αλιεύς
+μαργαριτών διά να βγάλη έξω με χρώματα, με άνθη, με δροσιά, με
+κύματα, με νέφη, με ήλιον, του εθνικού μας βίου τας αρετάς, τα
+ήθη, την γλύκα, τους τύπους, τας εικόνας, τα σπλάγχνα, τα βάθη.
+
+Ουδέν παρθενικώτερον, ουδέν λευκότερον της φιλολογικής δυνάμεως
+του κ. Μωραϊτίδου. Τον ωνόμασαν ως διηγηματογράφον, πολύ δικαίως,
+Έλληνα Δίκενς. Ετούτο δεν σημαίνει ότι ο κ. Μωραϊτίδης ανέγνωσε
+τον Δίκενς κ' εμόρφωσεν εαυτόν κατ' εικόνα και ομοίωσιν εκείνου.
+Ίσως ούτε ν' ανέγνωσέ τι εκ του μεγάλου άγγλου. Ετούτο σημαίνει
+ότι εκεί που υψώθη ο συγγραφεύς των Χριστουγεννιάτικων Διηγημάτων
+διά το αγγλικόν έθνος, εκεί ακριβώς υψώθη διά το ελληνικόν ο
+Μωραϊτίδης. Ημείς κυρίως έν ευρίσκομεν κοινόν μεταξύ του ενός και
+του άλλου. Εις αμφοτέρους εφαρμοζομένην την οξείαν παρατήρησιν του
+μεγάλου κριτικού της Γαλλίας Ταιν, όστις είπεν ότι εις τα αγγλικά
+μυθιστορήματα δύναταί τις να σπουδάση την αγγλικήν κοινωνίαν, τον
+αγγλικόν βίον, τα αγγλικά ήθη, τας αγγλικάς ιδέας. Ενώ εις τα
+γαλλικά δεν σπουδάζει τίποτε. Ως παρά Δίκενς, ούτω και παρά τω
+Μωραϊτίδη, αποκαλύπτεται ως γυμνόν ζωγράφου, ως φύσις υπό διαυγή
+ουρανόν, ως ιδέα ευκρινούς συγγραφέως, ο ελληνικός βίος των
+χωριών, ο ελληνικός βίος των οικιών, ο ελληνικός βίος των καλυβών.
+Εκεί, εκεί, αλώβητον τηρείται το έθνος, όλον δικόν του,
+αμετάβλητον διά των αιώνων και της ιστορίας. Εκεί, εκεί αντλεί τα
+θέματά του και τους τύπους του και τας εικόνας του και τας
+αποκαλύψεις του ο Α. Μωραϊτίδης.
+
+Αλλά η τέχνη η φιλολογική του είνε υψίστης δυνάμεως, είνε απέφθου
+χρυσού, είνε αδάμαντος πρώτης ποιότητος, είνε σαπφείρου πρώτης
+ηδύτητος. Πώς συνέχει εις αδιάπτωτον αρμονίαν και εις αδιάλυτον
+αρραβώνα την ακανθωδεστέραν πραγματικότητα προς την λειοτέραν
+ποίησιν και πώς εκ της ενώσεως των δύο πηγάζει κρυσταλλίνη ως
+πηγαίον νάμα η κάθαρσις, στάζουσα ευωδιάζοντας κόμβους αρετής εις
+την ψυχήν του αναγνώστου! Πώς δε μέσω της δράσεως της υποθέσεως,
+ως εύμορφος ανθογεμισμένος κισσός περί κορμόν δένδρου, ως εύμορφη
+κίτρινη και λευκή γιασουμιά περί αναδενδράδα αμπέλου, πλέκεται και
+παρεμβάλλεται περιγραφή, ήτις θα ήξιζε και μόνη να φιγουράρη δίκην
+φλαμανδικής ελαιογραφίας φυσιολογικής σχολής, ως φέρ' ειπείν η της
+εργασίας του μεταξοσκώληκος εις _της Νεράιδες_ και η του χορού της
+καμάρας εις τα _Βαkούφικα_ και η της κατασκευής των __χαϊμαλιών_
+εις τον _Σκαλικάδζαρον_.
+
+Εάν η ποίησις παρά τω προνομιούχω συγγραφεί μας είνε κόρη αθώα,
+λευκή ως το κολόβιον του Χρυσού του εις το φετεινόν
+πρωτοχρονιάτικο διήγημά του ο «Μπάρμπα-Δήμαρχος», αλλ' η τέχνη
+αυτού είνε γυνή αρτία, μεγαλοπρεπής, ανδριάς κολοσσαίος Ήρας, ως
+παρίσταται εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως.
+
+Η πηγαία δροσερότης της ποιήσεως παρ' αυτώ μετά της κλασικής
+αρτιότητος της τέχνης, διαθετόμεναι υπό σαιξπηρείου πράγματι
+ευθυμίας και χρυσών φλεβών χριστιανικής αρετής και ευσεβείας,
+απήρτισαν τέλειον και μοναδικόν συγγραφέα, αναπολούντα χρόνους
+κλασικούς των ευρωπαϊκών φιλολογιών.
+
+Εν Αθήναις 1 Ιανουαρίου 1892.
+ Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
+
+
+
+ΤΑ ΒΑΦΟΥΦΙΚΑ (1)
+(Μάιος 1891)
+
+
+
+Η θειά-Ζωίτσα ήτο γραία πλέον, έως εξήκοντα ετών. Πλην εκ φύσεως
+ήτο σκληρά γυνή και κράσεως υγιούς, με δυο ροδινάς παρειάς, ως
+παρειάς μήλου, θαύμα διά την ηλικίαν της. Είχε σώμα λεπτόν και ην
+μικρά το ανάστημα ως συμμαζευμένη μέσα εις το μαύρο φουστανάκι
+της, όπερ έδιδεν εις τας κινήσεις της ασυνήθη κουφότητα κ'
+ελευθερίαν, και σχεδόν επετούσεν εις το περπάτημά της. Δεν την
+έφθανε καμμία, ούτε εκ των νεωτέρων την ηλικίαν.
+
+ — Σαν κοριτσάκι πλειο η θειά-Ζωίτσα! έλεγαν.
+
+Όταν ανήρχετο τον μέγαν και ατελείωτον ανήφορον του Αγίου
+Χαραλάμπους κατά την πανήγυριν, την εθαύμαζον όλαι. Αλλά και την
+εζήλευαν. Ιδίως άλλαι τινές «χονδροκοπής» γυναίκες, αι οποίαι μετ'
+αγωνίας και μόχθου, πνευστιώσαι, βήμα προς βήμα ανήρχοντο τους
+πρόποδας του ανωφερούς βουνού, εν ώ η ευσταλής γραία ήτο πλέον εις
+την κορυφήν με τους γυμνούς ποδίσκους της, φέρουσα εμπεπηγμένας
+εις την ζώνην της τας δύο εφθαρμένας εμβάδας — τα κατσάρια της —
+και κρατούσα βαρύ κοφίνιον με δύο μεγάλας προσφοράς διά τον άγιον,
+μίαν ιδικήν της και άλλην της γειτονίσσης της, Κρατερίτσας της
+πιασμένης. Ότε δε αι άλλαι εκείναι χονδροκαμωμέναι, πλέουσαι μέσα
+εις τον ιδρώτα και κοντανασαίνουσαι, έστρεφαν προς τ' άνω την
+κεφαλήν, και δεν έβλεπαν πλέον την θειά-Ζωίτσα, εισελθούσαν ήδη
+εις το πυκνόν δάσος του οροπεδίου, εν ώ η Εκκλησία του αγίου, δεν
+ηδύναντο να κρύψωσι τον φθόνον των κ' έλεγαν περιφρονητικώς:
+
+ — Αμ' η κακομοίρα η γρήτσα! δεν έχ' κρηάς! Ούλου κοκκαλάκια είνε!
+
+Ήτο χήρα από είκοσιν ετών κ' εφόρει τα μαύρα καθαρά-καθαρά.
+Ιδίως η μαύρη μανδήλα της εγυάλιζε πάντοτε ως νεοβαφής. Και τούτο
+εκίνει τον φθόνον των άλλων γραιών, αίτινες εις την γωνίαν της
+εκκλησίας κρίνουσαι περί πάντων ορατών και αοράτων, γνωστών και
+αγνώστων, δεν άφιναν και τούτο απαρατήρητον κ' έλεγαν
+προστατευτικώς τάχα:
+
+ — Δεν κυττάζ' τες θυγατέρες της που είναι για παντρειά, μόνον μ'
+θέλει καινούργια μανδήλα!
+
+Και δεν ήτο καινουργής της πτωχής! Αλλ' ακούραστος και
+τετραπέρατος γραία, συχνά την έβαφε μόνη της και ανεξόδως,
+κατασκευάζουσα το χρώμα από της γης τας βοτάνας, ων εγνώριζεν ως
+έμπειρος ιατρός την ιδιότητα και φύσιν.
+
+Αλλ' ούτω συμβαίνει εις αυτόν τον παληόκοσμον. Ο ράθυμος φθονεί
+πάντοτε τον φιλόπονον, κ' ευρίσκει πάντοτε τρόπον να εμπαίξη και
+υποβιβάση η οκνηρία τα έργα της φιλοπονίας.
+
+Διά την θειά-Ζωίτσα όμως ο φθόνος είχε τούτο το ίδιον, ότι
+εξεφράζετο επιμονώτερον και αποτομώτερον, και δι' αυτά τα ανάξια
+λόγου αντικείμενα.
+
+Διά τούτο πολλάκις έλεγεν η κακομοίρα με βαθύ παράπονον.
+
+ — Το αίμα μας τώχει!
+
+Τώρα τον μάϊον, την έβλεπον να κουβαλή εις την πτωχικήν της οικίαν
+τα ωραία εκείνα λευκά και μεγάλα σκόροδα, εις μακρούς ορμαθούς, τα
+οποία μόνη της εκαλλιέργει, την εζήλευον. Την έβλεπον να φέρη με
+τα κοφίνια εκείνα τα σπάνια πλατοκούκκια, τρυφερά και μεγάλα,
+ευωδιάζοντα άνοιξιν, και τες εύμορφες στρογγυλές και
+βυσσινοβαμμένες αγγινάρες, την εζήλευον. Την έβλεπον να φορτώνεται
+αβασταγιές το πρωί με την δρόσον τα τρυφερά μάραθα και τα
+δροσόπλαστα κρεμμυδάκια και το ευώδες ηδύοσμον, που ευωδίαζεν ο
+δρόμος όταν περνούσε με το πεταχτόν εκείνο βάδισμά της, την
+εζήλευον. Και άφινον οπίσω της ένα πάντοτε εμπαιγμόν:
+
+ — Τώρα και αυτή η περιβολάρισσα!
+
+Όμως εκείναι αι κακολογούσαι έτρωγον την μεσημβρίαν ξηρό ψωμί, η
+δε περιβολάρισσα θειά-Ζωίτσα είχε μαγείρευμα ευώδες να φάγη αυτή
+μετά των δύο θυγατέρων της και να μοιράση εις τους συγγενείς και
+γνωρίμους της.
+
+Μόνον όταν έτρωγεν η αγαθή γραία, δεν ηδύνατο να κρύψη το
+παράπονόν της κ' επανελάμβανε:
+
+ — Τώχ' το αίμα μας πλειο!
+
+Είχεν η θειά-Ζωίτσα και δύο θυγατέρας. Αυτό την εστενοχωρούσεν
+αρκετά. Πώς να τας αποκαταστήση γυνή αυτή και χήρα; Διά τούτο
+πολλάκις όταν εσκάλιζε τα κουκκιά υπό τον καυστικόν του μαρτίου
+ήλιον — τας θυγατέρας της δεν τας άφινε να εξέλθουν τον μάρτιον,
+μη τας μαυρίση ο ήλιος — κάτι εψιθύριζε μέσα εις τα δόντια της,
+κάτι έλεγεν, αλλά ποίος να το ακούση; Παράπονον ήτο; συγγνώμη ήτο;
+Ίσως συγγνώμη. Διότι ήτο ευλαβής γυνή. Θυγάτηρ ιερέως η γραία,
+ανατραφείσα δι' ιερών προσφορών και κολλύβων, εντός πλούτου ευχών
+και θυμιαμάτων, και είχεν ευγενή και συγχωρούσαν καρδίαν.
+
+Πολλάκις έχουν και αυτά την επιρροήν των.
+
+Και πόσον εκακοπάθησεν έως ου τας αναθρέψη! Τα παρέλαβεν ως χήρα
+νήπια σχεδόν, την μίαν οκταετή παιδίσκην και την άλλην πενταετή.
+Και ήδη η μεν ήγε το εικοστόν όγδοον της ηλικίας της η δε το
+εικοστόν πέμπτον. Αλλ' έως ου δυνηθώσι και αυταί να εργάζονται,
+ειργάζετο μόνη η γραία. Ήτο τεσσαράκοντα ετών τότε. Εξενοδούλευε
+και εξενόπλυνε και εξενόφαινεν η πτωχή. Αλλ' ήτο ευχαριστημένη,
+διότι οι κόποι της δεν εγίνοντο ματαίως. Και αι δύο ως προς μεν
+την γνώμην ήσαν όμοιαι προς αυτήν, αγαθαί, φιλεργοί και φιλόπονοι.
+
+ — Πώς υποφέρουν μερικές με σταυρωμένα τα χέρια; έλεγαν πολλάκις
+ενώ ειργάζοντο.
+
+Διότι και αυταί εξενόπλεκον, εξενόρραπτον, εξενόφαινον,
+εξενοδούλευον. Τα καλτσάκια εκείνα τα κομψά, τα οποία εφόρουν τα
+εύμορφα παιδάκια της ωραίας καπετάνισσας, και τα κομψά
+φορεματάκια, ήσαν έργα της πρώτης, της Δεσποινιώς· τα ωραία πάλιν
+χρυσά κεντήματα τα νυμφικά, άτινα εθαυμάσθησαν κατά τους
+τελευταίους γάμους, αι χειρίδες με τα ανθοφόρα κλαδία, αι
+λεπτόταται χρυσαί στίξεις του ποδογύρου και η πολύτιμος σκούφια με
+την μεγάλην ανθοφόρον γλάστραν εν τη κορυφή ήσαν όλα
+κομψοτεχνήματα της Σοφούλας, της μικροτέρας. Και αι δύο ήταν
+επιτήδειαι και ευφυείς. Πλην η μεν επετύγχανε περισσότερον εις τα
+εκ βάμβακος πλεκτά, η δε εις τα εκ χρυσού. Αλλά ποία πενθερά δεν
+εθαύμασε τα υφαντά της Δεσποινιώς; Τα βαρέα κυλίμια με τα
+χρωματιστά τετραγωνίδια και τους ρόμβους και τας ζώνας ποικίλων εν
+αρμονία χρωμάτων; τα τραπεζομάνδηλα τα μεταξωτά, θαύμα της
+υφαντικής υπερφυέστατον και τας μεγάλας εκείνας προσκεφαλάδας με
+τας ερυθράς και λευκάς ζώνας;
+
+Αλλά και τούτο εκίνει τον φθόνον.
+
+ — Έχει βιβλία! έλεγον περιφρονητικώς.
+
+Τωόντι η θειά-Ζωίτσα, η προοδευτική και πολιτισμένη Παπαδοπούλα,
+εφρόντισε να εισαγάγη τας θυγατέρας της, πρώτας-πρώτας, κατά την
+σύστασιν του σχολείου των θηλέων εν τη νήσω, προκαλέσασα την
+περιφρόνησιν πολλών, διότι εθεωρήθη ως νεωτερισμός επικίνδυνος
+τάχα.
+
+Αλλά ιδού τώρα πόσον ωφέλιμος επεφάνη ο νεωτερισμός εκείνος. Διότι
+εν τω σχολείω ωξύνθη ο νους των κορασίδων, ανεπτύχθη το ενυπάρχον
+εν τη απαλή καρδία τάλαντον και έλαβον τα πρώτα τεχνικά μαθήματα
+επί των διαφόρων κεντημάτων και πλεκτών χειροτεχνημάτων.
+
+Και ετέθησαν λοιπόν και τότε αι κακαί γλώσσαι εις κίνησιν, όταν
+έβλεπον τας δύο ορφανάς παιδίσκας να διέρχωνται την αγοράν και
+κρατούμεναι εκ της χειρός να μεταβαίνωσιν εις το σχολείον με τας
+μαύρας μανδήλας των και τα μαύρα φουστανάκια των, με πρόσωπα
+κατακίτρινα εκ του πένθους της ορφανίας.
+
+Και έλεγον:
+
+ — Τώρα και η θειά-Ζωίτσα, η ψωροπερίφανη! Γράμματα μ' θέλει!
+
+Ως προς την εξωτερικήν όμως μορφήν δεν ωμοίαζον διόλου προς την
+μητέρα. Ήσαν ωραίαι και περικαλλείς αμφότεραι εν σώματι αναλόγω μ'
+εύπλαστα κ' εύγραμμα τα μέλη, με μαύρους περιπαθείς οφθαλμούς και
+μαύρην κόμην γυαλιστερήν ως κόρακος πτερά, καταπίπτουσαν επί των
+νώτων υπό την μαβιάν μανδήλαν εις δύο παχείς οφιοειδώς
+πεπλεγμένους πλοκάμους.
+
+Διά της πολυτίμου και περιζήτητου εργασίας των δύο αδελφών
+επορίζετο η γραία από ετών ήδη τα του οίκου χρειώδη, επερίσσευον
+δε και ποσά τινα ευτελή, δι' ων αι δύο κόραι εφιλοτέχνουν την
+προίκα των, τα ασπρόρρουχα και τα επιστρώματα και τα λοιπά
+πολυτελή στολίδια, κεντώσαι ταύτα μετ' ιδιαζούσης προσοχής. Πλην
+φευ! Όλα αυτά τα χρυσά και σπάνια προτερήματα ήσαν άγνωστα εις
+τους γαμβρούς του χωρίου, οίτινες έν μόνον εγνώριζον ότι η θειά
+Ζωίτσα δεν έχει «μέτρημα!»
+
+Ο σημερινός υλιστικός βίος επέδρασε πανταχού, εισπνεύσας και εις
+αυτήν την διαυγεστέραν ατμοσφαίραν του χωρίου κ' εξηχρείωσε και
+εξηυτέλισε τα πάντα. Κάλλος, ευφυία, φιλοπονία, καλοκαγαθία, όλα
+εξαφανίζονται ενώπιον του αχρείου μετρήματος.
+
+ — Να είχα το ελάχιστον δέκα ρίζες εληές! έλεγε πολλάκις η γραία.
+
+Ο μακαρίτης ο άνδρας της, ο Μπάρμπα Δήμας, κτηματίας φιλόπονος,
+απέθανε κατάχρεως, πνιγμένος έως εις τον λαιμόν μέσα εις τα χρέη.
+
+Περιφρονήσας τας αγίας συμβουλάς του αγαθού πνευματικού του, και
+τας προτροπάς της συζύγου του ηγόρασε μοναστηριακά ότε επωλούντο
+κατά τμήματα, διαλυθέντων των μοναστηρίων, και δεν είδε προκοπήν
+έκτοτε· τουλάχιστον η θειά Ζωίτσα εις τούτο το συμβεβηκός απέδιδε
+την κατά πόδας καταδιώκουσαν αυτούς έκτοτε σκληράν ειμαρμένην.
+
+ — Δεν του τώλεγα! Δεν του τώλεγα! επανελάμβανε πολλάκις η αγαθή
+γραία ενώπιον του πνευματικού, όταν επήγαινε να εξομολογηθή εις
+τον «Παπά-Ερημίτη», ούτως αποκαλούσα κατά παραφθοράν εύκολον τον
+ενάρετον πνευματικόν της νήσου Παπά-Ιερεμίαν, ασκητεύοντα εις την
+δροσερωτέραν της νήσου εξοχήν.
+
+Ο μακαρίτης ο Μπάρμπα-Δήμας ήτο κύριος δύο λαμπρών ελαιώνων λίαν
+προσοδοφόρων, τόσον προσοδοφόρων, ώστε εις κάθε εσοδείαν του
+ελαιοκάρπου με την λαδωμένην βράκαν του καταγινόμενος εις το
+ελαιοτριβείον έλεγεν εξ αγαλλιάσεως:
+
+ — Όξω φτώχια, κυρά Ζωίτσα! Και εκρότει θλίβων τον αντίχειρα και
+μεσοδάκτυλον ως κάμνουν οι σύροντες τον χορόν.
+
+Αλλ' έχων ακράτητον προς την καλλιέργειαν της γης επιθυμίαν, δεν
+ηδυνήθη να κρατήση εαυτού, όταν επωλούντο τα μοναστηριακά. Και
+ακούων την πρόσκλησιν του κήρυκος: «έχει άλλος», προσήλθε παρά την
+τράπεζαν της πωλήσεως, προσέθηκε εις την τελευταίαν προσφοράν
+ποσόν τι υπέρτερον και κατεκυρώθησαν επ' ονόματί του δύο μεγάλοι
+ελαιώνες του Αγίου Χαραλάμπους.
+
+ — Τώρα να ιδής λάδια, κυρά Ζωίτσα! έλεγεν.
+
+Η θειά Ζωίτσα εκίνει τεθλιμμένη την κεφαλήν.
+
+ — Σου πήρε δύο κομμάτια ο Μπάρμπα Δήμας! παρετήρουν άλλοι τινές
+κτηματίαι μετά θαυμασμού. Όσα κι' αν έδωσε, χαλάλι!
+
+ — Καλά στερνά! προσέθετεν έτερος επιφυλακτικότερος. Εμένα μου τ'
+ώπεν ο Παπά Ιερεμίας. Τα μοναστηριακά είνε αφιερωμένα εις τον
+Θεόν. Και όποιος αγοράση από αυτά, είνε ωσάν να τα παίρνη πίσω από
+τον Θεόν και είνε αφορισμένος από την Εκκλησίαν και προκοπή δεν θα
+βγη. Είνε κανών φοβερός της Οικουμενικής Συνόδου.
+
+ — Ναι! Μακάρι' νάχες ν' αγοράσης και συ κανένα τεμάχιον. Τι έπαθε
+ο κυρ Θανασός που επήρε τον ελαιώνα της Κουνίστριας;
+
+Ούλο και παχαίνει. Αμ' ο καπετάν Καφαντάρας που εμάζωξεν όλα τα
+Προδρομίτικα; Πιθάρια νάχη για τα λάδια!
+
+ — Καλά στερνά! σου είπα.
+
+Και όμως, είπατε ό,τι θέλετε, ο Μπάρμπα Δήμας, αφότου ηγόρασε τα
+μοναστηριακά δεν είδε προκοπή. Ηκολούθησαν δι αυτόν έτη κατά
+σειράν αφορίας των ελαιών. Όχι μόνον τα μοναστηριακά δεν
+ευφόρησαν, αλλ' ουδέ τα ιδικά του, τα οποία ουδέποτε «ξεχνούσαν»,
+ως έλεγε. Και ο Μπάρμπα Δήμας μη έχων να πληρώση τα χρέη του,
+διότι εχρεώθη κρυφά από την γυναίκα του, ίνα πλειοδοτήση κατά την
+δημοπρασίαν, μετά τινα έτη, αυξηθέντος του χρέους, απελπισθείς ότι
+θα ηδύνατο πλέον να το εξοφλήση, ηναγκάσθη να παραχωρήση εις τον
+δανειστήν μέρος από τα δύο μοναστηριακά του, αν και μετά μεγάλης
+λύπης. Πλην το θλιβερώτερον είνε ότι ο δανειστής σκληρός
+τοκογλύφος, τοκίζων 18 τοις % και μετατρέπων κατ' έτος τους
+τόκους, εις κεφάλαιον, δεν υπεχώρει εις το παραμικρόν· και προς
+εξόφλησιν κατέσχε και τους δύο ελαιώνας του ατυχούς Μπάρμπα-Δήμα,
+όστις ούτως απέθανε μετ' ολίγον πάμπτωχος, αφού εθρήνησε τας
+τελευταίας ημέρας του και τον μονογενή υιόν του, ένα ωραιότατον
+έφηβον, όστις θα ήτο ήδη η αχώριστος βακτηρία της γραίας.
+
+Η δε θειά-Ζωίτσα απέμεινε χήρα με μίαν ωραίαν άμπελον,
+μοναστηριακήν και αυτήν, «Αη-Χαραλαμπήτικην», με τ' όνομα, εις την
+Αμμουδιά, φέρουσαν μίαν παχύσκιον καρυδέαν εν μέσω, την οποίαν ο
+πατέρας της είχεν αγοράσει κατά την πρώτην διάλυσιν των ιερών
+μονών, λεπτομέρειαν άγνωστον εις την ανήλικον τότε κόρην, και μίαν
+οικίαν, τα προικιά της, τα οποία δεν ηδυνήθη να κατάσχη ο
+άσπλαγχνος δανειστής προς τελείαν εξόφλησιν. Ατελείωτον γίνεται
+πάντοτε το χρέος. Πολλάκις δε μετά ταύτα ηπείλει και ανησύχει την
+τεθλιμμένην χήραν.
+
+ — Να σ' πω. Έχουμε κάτι λογαριασμούς ανοικτούς με τον μακαρίτην
+τον Μπάρμπα-Δήμαν.
+
+ — Κάμε καλά με τον Μπάρμπα Δήμα, απήντα οργίλως η θειά Ζωίτσα.
+
+ — Να σ' πω. Το αμπέλι προικιό σ' είνε;
+
+ — Δεν ξέρω, απήντα μετά σκαιάς περιφρονήσεως η χήρα, έχουσα
+πεποίθησιν εις το εκ του νόμου δίκαιον.
+
+ — Να σ' πω, το σπίτι προικιό σ' είνε;
+
+ — Δεν μ' αφίνεις ήσυχη, χριστιανέ; Απήντα πάλιν η χήρα μετά
+ζωηρότητος.
+
+Αλλ' ο σκληρός δανειστής δεν έπαυσε να την ανησυχή. Πολλάκις δε
+εκείνη τον έβλεπε να περιτριγυρίζΗ την οικίαν με ύφος λαιμάργου
+γαλής οσφρανθείσης οψάρια, προσπαθών ν' ανακαλύψη και καλά, επάνω
+εις τ' αγκωνάρια ίσως, ότι η οικία δεν ήτο προικώα. Πολλάκις
+περιήρχετο και την ωραίαν άμπελον μετρών αυτήν κλήμα προς κλήμα,
+και πολλάκις ανεδίφησε τα κεκονιαμένα του συμβολαιογραφείου βιβλία
+ερωτών τον γέροντα διοπτροφόρον συμβολαιογράφον.
+
+ — Να σ' πω. Έχουν καμμιάν αξίαν αυτά τα βιβλία; Σαν παληά μου
+φαίνονται.
+
+Και πάλιν επανελάμβανε προπετώς:
+
+ — Να σ' πω, κύριε συμβολαιογράφε. Λέγει ο νόμος ότι η προιξ δεν
+κατάσχεται;
+
+Ο συμβολαιογράφος αντί πάσης απαντήσεως εις την αυθάδη αυτήν
+ερώτησιν ηρκέσθη να ρίψη εις το πρόσωπον του αχρείου δανειστού το
+στίλβον φως των διόπτρων του.
+
+Ούτω λοιπόν η θειά-Ζωίτσα μετά τον θάνατον του συζύγου της ευρέθη
+άνευ κινητής περιουσίας, με την ασήμαντον προίκα της, τας δύο
+θυγατέρας, και τας βαρβάρους ενοχλήσεις του δανειστού, ένεκα των
+οποίων πολλάκις ηναγκάσθη, με όλην την πεποίθησιν ην είχεν εις το
+δίκαιόν της, να καταφύγη εις την συμβουλήν του μόνου δικολάβου της
+κώμης, φέρουσα και μίαν παχείαν όρνιθα, ίνα ερωτήση αν πραγματικώς
+η προιξ δεν κατάσχεται.
+
+Ο δικολάβος πονηρός άνθρωπος απήντησε προς την χήραν με κάτι
+διφορούμενα. Και τότε εκείνη μετέβη παρ' αυτώ και δευτέραν φοράν,
+φέρουσα ήδη δύο παχείας όρνιθας. Αλλά και πάλιν δεν ηδυνήθη να
+λάβη σαφή και επαρκή απάντησιν.
+
+Διά τούτο ηκούσθη λέγουσα ένα πρωί:
+
+ — Κρίμα 'ς τες κοττίτσες μου!
+
+Έως ότου ήλθεν εις το χωρίον ο πρώτος επίσημος εκ του
+Πανεπιστημίου δικηγόρος, ένας ζωηρός και ροδοκόκκινος έφηβος, όλος
+καρδιά και γεμάτος ειλικρίνειαν και αγαθότητα, όστις την εβεβαίωσε
+πλέον την γραίαν.
+
+ — Σώπα, θειά Ζωίτσα, μη φοβάσαι.
+
+ — Του Χριστού την ευχίτσα να έχης γυιόκα μ'! του Χριστού την ευχή
+και της Παναγίας γυιέ μ'!
+
+Έκτοτε περιωρίσθησαν και ο δικολάβος και ο δανειστής. Διότι δεν
+επερνούσε πλέον η μπογιά των. Αλλά διά τρόπου αξιοπρεπούς και οι
+δύο.
+
+ — Καλά, κυρά, είπε μίαν ημέραν ο δανειστής με γλυκύτερον ύφος.
+Ησύχασε. Αργότερα πάλι βλέπομεν. Ούτε εγώ να αδικηθώ, ούτε συ.
+
+ — Έχεις δίκαιον, κυρά Ζωίτσα, είπε και ο δικολάβος μετά
+θριαμβευτικής ευφραδείας. Ηύρα το άρθρον του νόμου. Μα εκοπίασα
+πολύ. Μη φοβήσαι. Η προιξ δεν κατάσχεται.
+
+Εν τούτοις τι εβγήκε; Με μίαν άμπελον και μίαν οικίαν πώς να
+υπανδρεύση δύο θυγατέρας, αίτινες έφθασαν ήδη εις την ηλικίαν του
+γάμου μετά ταχύτητος μυστηριώδους;
+
+ — Πώς μεγαλώνουν, παιδί μ', τα κορίτσια, έλεγεν η θειά-Ζωίτσα
+προς την φίλην της γειτόνισσαν, την Κρατερίτσαν την πιασμένην.
+Νάνε παλλικάρια, ζαρώνουν. Τα κορίτσια πετιώνται ως επάνω μάνε-
+μάνε.
+
+ — Εμ! τι κάθεσαι! τύλιξε την πρώτη.
+
+ — Αμ πώς, αδελφή; Δεν ξέρεις πως ακρίβαιναν οι γαμπροί;
+
+ — Ακρίβαιναν ε!
+
+Τας έβλεπε λοιπόν τας ωραίας θυγατέρας χωρίς ελπίδα αποκαταστάσεως
+κ' έφθινεν η γραία κ' εφθείρετο. Και αποδίδουσα και αυτήν την
+ατυχίαν εις τα μοναστηριακά, εφοβείτο ότι θ' απέθνησκε και θα τας
+άφινεν εις τους πέντε δρόμους. Και ανεστέναζε κρυφίως η γραία.
+
+ — Τι έχεις, μάννα μ'; Είπε μίαν ημέραν η Δεσποινιώ.
+
+ — Τι ν' άχω, κόρη μου!
+
+Ίσως το εννόησεν η ωραία κόρη, ίσως δεν το εννόησεν· όμως δεν
+ωμίλησε. Πλην τα πολλά παράπονά της η γραία, τον αληθινόν της
+καρδίας της πόνον εξεμυστηρεύετο μόνον εις τον «Παπά-Ερημίτη» όπου
+μετέβαινε κατά Κυριακήν μετά των θυγατέρων της ν' ακούση την
+ωραίαν ακολουθίαν, των σεμνών Κολλυβάδων ακολουθίαν, εκλείπουσαν
+ολονέν από της Ανατολής, των ερημιτών Κολλυβάδων, επτάκις της
+ημέρας υμνούντων τον Κύριον, κατά τον ψαλμόν. Εν όρθρω τη πρώτη
+ώρα της ημέρας, τη τρίτη, τη έκτη, τη ενάτη τω εσπερινώ και τω
+αποδείπνω.
+
+ — Ούλου διαβάζνι, Μα, έλεγεν η Σοφούλα ενίοτε, θελγομένη εκ της
+συχνής προσευχής. Σ' νακκλησιά δε διαβάζνι έτσι δα.
+
+Εκεί λοιπόν εύρισκε παρηγορίαν και ανακούφισιν η θειά-Ζωίτσα. Και
+όταν ο γέρων έκαμνε τας ωραίας αγρυπνίας κατά τας μεγάλας εορτάς,
+ήτο εκ των πρώτων η γραία. Κ' εκεί την νύκτα υπό την θείαν
+ανταύγειαν των οφθαλμών του Παπά-Ιερεμία, οίτινες έλαμπον
+ζωηρότερον από το μαρμαίρον γαλάζιον φως των κανδηλών του
+ασκητικού ευκτηρίου του, προσεπάθει η γραία μετά πόνου ν'
+ανακαλύψη, έστω και μακρόθεν φέγγουσαν, την συγγνώμην του βαρέος
+αμαρτήματος του μακαρίτου.
+
+ — Να, τώρα δεν έχουμε τίποτε πλεια, γέροντα, έλεγε κατά την
+εξομολόγησίν της. Έχασα τον άνδρα μου, έχασα το παιδί μου, αχ! το
+καλό μου παιδάκι, θα ήταν σήμερα γαμπρός φοβερός. Εχάσαμε το βιο
+μας. Δεν θα φωτίση ο Θεός κανένα καλόνε άνθρωπο, να πανδρεύσω το
+μεγάλο το κορίτσι μου; Μεγάλο καϋμό το έχω, γέροντά μου. Μου
+έρχεται 'σάν ντροπή. Τουλάχιστον το μεγάλο μου κορίτσι!
+
+Και ελησμονείτο η γραία χάσκουσα εις την έκθαμβον λάμψιν των
+μεγάλων του γέροντος οφθαλμών.
+
+ — «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον, από του νυν και έως του
+αιώνος», απήντα ο Παπά-Ιερεμίας, ως συνείθιζε διά ρητών της
+Γραφής, ξηρά-ξηρά απαγγέλλων τας λέξεις, ως ήτο ξηρόν το ασκητικόν
+του σώμα, ζωντανόν άγιον λείψανον, αποπνέον ευωδίαν αρετής και
+αγιότητος.
+
+Και επανελάμβανεν:
+
+ — «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον!»
+
+Και μόνη της η γραία αναγνωρίζουσα το αμάρτημα του οίκου της,
+έλεγε προλαμβάνουσα τον γέροντα:
+
+ — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα! τι τάθελε; Φωτιά
+βάλαμε 'ς το σπίτι μας από τότες.
+
+ — Ε, να παρακαλής, τέκνον μου, να προσεύχεσαι. Συνεβούλευεν ο
+γέρων Πνευματικός. Ο Θεός είναι εύσπλαγχνος προς τους
+μετανοούντας.
+
+Η δε γραία κατήρχετο την εσπέραν εις την πόλιν με μεγάλην
+ανακούφισιν και παρηγορίαν, κομίζουσα τας ευλογίας και τα τρυφερά
+βλασταράκια «που της εδώρει ο Παπά-Ερημίτης».
+
+Ούτως αι θυγατέρες της θειά-Ζωίτσας είχον αποκτήσει εν τοιαύτη
+αγωγή ουχί τόσον φιλοκόσμους έξεις. Ητοίμαζον μεν τα προικιά των,
+μετά σεμνότητος πάντοτε κ' εντός του κύκλου των δυνάμεών των, κατά
+το έθιμον της νήσου, πλην δεν εύρισκον τόσην ευχαρίστησιν εις την
+πόλιν. Ήθελον κατά τας εορτάς να παραμένωσι παρά τω Ιερεμία και ν'
+ακούωσι τα ωραία εκείνα συναξάρια. Εις την οικίαν των τραγούδι δεν
+ηκούσθη καθ' όλα της ορφανίας των τα έτη. Την _καμάραν_ δεν την
+εχόρευσαν καμμίαν ημέραν της Διακαινησίμου. Και τόσον τας έθελγεν
+ο σεμνός ούτος χορός! Ήτο το μόνον εκ των του κόσμου τερπνών, όπερ
+επενήργει επί της τρυφεράς καρδίας των. Ο ηρέμα κινούμενος εν
+λαμπρά μεγαλοπρεπεία κύκλος εκείνος της καμάρας είχε τι το
+εξαρτικόν εν τη πραεία των κορασίων φαντασία.
+
+Διά τούτο τας ημέρας του Πάσχα απέφευγον αι δύο θυγατέρες ν'
+αναβαίνωσιν εις τα βουνόν του Παπά-Ιερεμία, όστις μετά
+προστατευτικού μειδιάματος ηρώτα την γραίαν.
+
+ — Πώς δεν ήλθαν τα κορίτσια;
+
+ — Να, κάνουν χάζ' τ' καμάρα πλειο, απήντα η γραία.
+
+ — «Παγίς θηρευτών» ο χορός, «παγίς θηρευτών», έλεγεν ο γέρων
+Πνευματικός.
+
+Και είτα επανελάμβανε καθαρά.
+
+ — Να προσέχουν από τον χορό τα κορίτσια, να προσέχουν!
+
+Και όμως τον μέγαν και πομπικόν αυτόν χορόν ουδέποτε εχόρευσαν.
+Περιωρίζοντο μόνον τα ορφανά να κυττάζωσι κρυφίως διά των
+ημικλείστων παραθύρων, πλην ποτέ δεν μετέσχον μετά των άλλων
+νεανίδων, αι οποίαι συνηθροίζοντο καθ' εσπέραν τη εβδομάδα του
+Πάσχα εις την γειτονικήν πλατείαν κ' εχόρευον κ' έλεγον «θάλασσα»
+τα τραγούδια εκείνα τα εύμορφα.
+
+Η ιδέα ότι είνε ορφαναί κόραι, τας έκαμνε να συστέλλωνται και να
+διστάζωσι. Τι ήθελον αυταί μέσα εις την χαράν του κόσμου;
+
+Η γραία όμως όσην ευλάβειαν και αν είχεν εις τους σεμνούς λόγους
+του Παπά-Ιερεμία, ησθάνετο κοσμικωτέρους παλμούς εν τη γηραιά
+καρδία της.
+
+Ήθελε να καμαρώση μια φορά νύμφας τας θυγατέρας της — και τι
+ωραίας νύμφας! — Επεθύμει να σύρη τον χορόν εις τους γάμους της
+Δεσποινιώς της, και να κολλήση ένα μεγάλο ασημένιο εις το μέτωπον
+του παιγνιδιάτορος του γέρω Τζαχείλα οπού τον ετρόμαζαν όλα τα
+λαγούτα.
+
+Πλην ούτε ακτίς από το εύμορφον αυτό μέλλον υπέφεγγε. Και τούτο
+την εβασάνιζεν, έως ου τελευταίον ησθάνετο κόπωσιν εις τα γόνατα
+και πόνους εις την οσφύν, ελαττώσασα εσχάτως και την προσφιλή
+αυτής γεωπονικήν εργασίαν.
+
+Ούτως η αργοπορία της εκπληρώσεως των πόθων μας εξασθενίζει τα
+νεύρα, ως να είνε ταύτα εξηρτημένα από την ολονέν απομακρυνομένην
+επιθυμίαν μας.
+
+Εν τοιαύτη θλιβερά καταπτώσει ευρισκομένη η γραία, ηγέρθη εσχάτως
+μίαν πρωίαν σφόδρα κατηφής, αφυπνισθείσα υπό κακού ονείρου.
+
+ — Τι έχεις, Μα; ηρώτησαν μετά περιπαθείας αι δύο κυανοπλόκαμοι
+αδελφαί.
+
+ — Τίποτε παιδιά μ'! απήντησε. Και κάτω νεύουσα την κεφαλήν υπό
+την μαύρην σκιάν της μανδήλας της εψιθύρισεν ως προς εαυτήν:
+
+ — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη ανακατωθή 'ς τα βακούφκα! Κάτι άλλο
+κακό μεγαλείτερο θα μας εύρη!
+
+Εξημέρωνεν η πρωτομαγιά. Αι πρώται της αυγής ακτίνες διεπέρων ήδη
+τον μελανόν ορίζοντα όπισθεν του οποίου ήρχισε να οποφέγγη λαμπρά
+ημέρα· τα άστρα εξηφανίζοντο και εσβέννυντο το έν κατόπιν του
+άλλου ως σβέννυνται λαμπάδες μία-μία την ημέραν του Πάσχα. Τα
+νυκτοπούλια αισθανθέντα τον κρύον αέρα της αυγής έπαυσαν τον
+θλιβερόν και μονότονον κρωγμόν των, αφήσαντα ελεύθερον το στάδιον
+εις τα ποικιλόστομα πρωινά πουλιά, ων το γλυκύ κελάδημα διέτρεχε
+χαρμοσύνως το κενόν ως χαιρετισμός προς την αφυπνιζομένην
+πολίχνην. Κατά σειράν ένα-ένα εξεχωρίζοντο τα κατάφυτα βουνά, και
+μόνον οι αμπελώνες του κάμπου ήσαν ακόμη σκεπασμένοι από την
+σκοτεινήν της νυκτός ομίχλην. Σκέπη πυκνή κατεκάλυπτεν εισέτι και
+τον λιμένα, από την οποίαν εκάθευδον ακίνητα τα εύμορφα κόττερα
+και λοιπά πλοιάρια της θαλασσινής πολίχνης. Αύρα δροσερά κ' ευώδης
+ήρχισε να καταβαίνη από το βουνόν του Παπά-Ιερεμία ως ευλογία από
+της ολονυκτίου προσευχής του ασκητού, ηδέως αρωματισμένη εκ του
+θυμιάματος του ουρανού και των ανθέων του κόσμου. Τότε ηκούσθη και
+ο κώδων των Τριών Ιεραρχών διά τον όρθρον. Κ' ευθύς ηγέρθη η θειά-
+Ζωίτσα από της ξηράς κλίνης της, ήγειρε δε και τας δυο αδελφάς,
+αίτινες με χαράν επετάχθησαν, ν' απολαύσωσιν ως πάντοτε την ήρεμον
+εορτήν της πρωτομαγιάς εν τω ωραίω αμπελώνι αυτών.
+
+ — Μας πήρεν η 'μέρα, κορίτσια! είπεν η θειά-Ζωίτσα.
+
+ — Τώρα δα σήμανεν η εκκλησία, απήντησεν η Σοφούλα.
+
+ — Έπρεπε πιο νύχτα. Αλλά δεν ξέρω πώς δεν έχω όρεξι. Μου
+φαίνεται πώς είνε κομμένα τα ήπατά μου.
+
+ — Μήπως κάθεσαι καμμιά μέρα; Ούλου παλεύεις, είπεν η Δεσποινιώ.
+
+Και εχασμάτο η γραία, ενώ αι θυγατέρες της ενεδύοντο.
+
+ — Θα τα 'ρμάξνι κείνα τα 'κκιά! είπεν η θειά-Ζωίτσα.
+
+ — Αμ την καρυά;
+
+ — Καλά λες· είπε ζωντανεύσασα ολίγον η γραία. Κάμετε γλίγωρα.
+
+ — Η θειά-Ζωίτσα συνήθιζε κατ' έτος την πρωτομαγιά να μεταβαίνη
+εις τον αμπελώνα μετά των θυγατέρων της «νύχτα-νύχτα». Και διότι
+πιστή εις τα πάτρια δεν ήθελε να παραμελήση μίαν ωραίαν συνήθειαν,
+η ποιητικωτάτη την καρδίαν γραία, αλλά το σπουδαιότερον, διότι
+έπρεπε να προφυλάξη την ημέραν ταύτην από της διαρπαγής τα
+προσφιλή προϊόντα της, έργα των χειρών της, και μίαν μεγάλην
+πυκνόφυλλον και πλατύφυλλον καρυδέαν, ην απεμάδων τελείως οι
+παίδες και αι κορασίδες συμπλέκοντες τους στεφάνους των διά των
+πλατεών και χλοερών φύλλων του ωραίου δένδρου. Μια χρονιά που δεν
+ημπόρεσε να εξέλθη προς φύλαξίν της, την έκαμαν «παραστόλιο» την
+εύσκιον καρυδέαν, «που της ήλθε της γραίας να την κόψη με το
+τσεκούρι».
+
+ — Μήπως απόχτησε ποτέ τ' δήμαρχο αυτό το χωριό; έλεγε
+παραπονουμένη.
+
+Και είχε τόσα καλά να προφυλάξη ακόμη η γραία. Φύσει αγαπώσα την
+γεωργίαν ως είδομεν, είχε μεταβάλει τον αμπελώνα της εις αληθή
+κήπον. «Περιβολάκι» τον ωνόμαζε. Και ην αληθώς περιβολάκι.
+Εφύτευσεν οπωροφόρα δενδρύλλια εις τας άκρας, αμυγδαλέας και
+βερικοκκέας και κερασσέας που ήτον «ένα ρέος» να τα βλέπης ή με τα
+άνθη ή με τους καρπούς. Έσπαιρνε τα ωραία εκείνα πλατοκούκκια «που
+κανείς δεν τα είχε». Και «τόσο τα εσήκονεν ο τόπος!» Εφύτευσαν και
+αι θυγατέρες της εις μίαν άκραν διάφορα άνθη, απομιμούμεναι της
+μητρός τας έξεις, κιτρινωπά μαντζαράκια με τα βελούδινα άνθη των,
+και κρίνα λευκά και κόκκινα, και δύο τριανταφυλλέας όπου εύρισκον
+την χαράν των τα παιδία τώρα την άνοιξιν, οσάκις δεν ευρίσκετο
+εκεί η γραία. Αλλά ήτο να λείψη; Νύκτα πήγαινε, νύκτα έφευγε. Πλην
+καμμία φορά θα επιτύχη πάντοτε ο κλέπτης. Ιδίως όταν επήγαινεν εις
+τον Παπά-Ιερεμίαν, πάντοτε ήθελεν ανακαλύψη ζημίαν τινά.
+
+Άμα εγερθείσαι αι τρεις γυναίκες, εδάγκασαν κατά την συνήθειαν από
+την ξηράν κουλούραν του Πάσχα, ην εφύλαττον κρεμασμένην από
+καρφίου επίτηδες, «μη φωνάξη ο γάιδαρος». Έρριψαν το υπόλοιπον είς
+τινα μικρόν κάλαθον, έλαβον και τι πρόχειρον προσφάγιον και το
+απαραίτητον διά την πρωτομαγιάν σκόροδον «που καθαρίζει το αίμα»
+και εξήλθον, αφού εν τω μεταξύ η Σοφούλα πεταχθείσα εις το πηγάδι,
+εκόμισε κρύο-κρύο νερό, να υπάρχη όταν θα επανέλθουν την νύκτα.
+
+ — Ποιος ξέρει τι ώρα θα γυρίσουμε, είπεν η πτωχή νοικοκυροπούλα
+κόρη.
+
+Πλην η Δεαποινιώ βλέπουσα την μελαγχολίαν της μητρός της κατελήφθη
+και αυτή υπό τίνος μυστικής ανίας και δεν ήθελε ν' ακολουθήση και
+μόλις και μετά βίας την παρέπεισεν η γελαστικωτέρα Σοφούλα.
+
+ — Θα ζωσθούμε αγριαμπελιά, της είπε, θα μαζόξουμε λουλούδια, θα
+φάμε χλωρά 'κκιά με το τυρί κοντά 'ς τη βρύση, θα βρούμε γενόμενα
+κεράσια!
+
+ — Αχ! πώς μ' αρέσουν!
+
+Εκλείδωσαν την οικίαν και εξήλθον.
+
+Βωβά εκρότουν τα στερεά πατήματα των τριών γυναικών εις τους
+στενούς κ' ερήμους δρομίσκους της πολίχνης. Διήλθον τα αλώνια, το
+έξω της πολίχνης λειβάδιον. Η καταπράσινος και κατάλευκος εξ
+ανθέων χλόη εμαύριζε συγκεχυμένη εν τη σκοτία, και μόνον ως
+ασβεστωμένοι τόποι διεκρίνοντο υπολευκάζοντες εδώ και εκεί επί του
+μικρού πεδίου, τα μέρη ένθα εφύοντο τα σμήνη των χαμαιμήλων και αι
+άγριαι μαργαρίται.
+
+Η γραία ξεμουδιάσασα, αφού πλέον εξεκίνησεν, ανέκτησε πάλιν όλην
+την φαιδρότητά της και προηγείτο ελαφρά, παίζουσα και γελώσα με
+τας θυγατέρας της.
+
+Η δρόσος επεκάθητο άφθονος επί των θάμνων ως αδαμαντίνη βροχή, και
+εβράχησαν αι άκραι των ιματίων και των τριών γυναικών.
+
+Ανέβησαν ήδη εις τον λόφον. Έφεγγε καλά πλέον. Ευωδίαζεν ο τόπος.
+
+ — Τι εύμορφα! είπεν η Δεσποινιώ, σταματήσασα και πνέουσα βαθέως
+το μεθυστικόν εκείνο άρωμα της πρωίας, σφόδρα ζωτικόν.
+
+ — Και δεν ήθελες! διέκοψεν η Σοφούλα.
+
+Εξαίσιον ήτο το θέαμα. Κάτω έβλεπες την λευκήν πολίχνη ης οι
+οικίσκοι, μια τούφα συμμαζευτοί, ωμοίαζον προς νύμφας με τα λευκά
+κολοβόλια των, νύμφας θεωρούσας την θάλασσαν. Εξήρχοντο ήδη
+συντροφίαι φαιδραί διά την πρωτομαγιάν, ων η γελόεσσα ιαχή
+εξεχύνετο προς όλας τας διευθύνσεις κ' εχάνετο είτα μέσα εις τους
+θάμνους και τους κήπους και τους αγρούς. Δεξιά επρασίνιζον οι
+αμπελώνες. Αριστερά εκινούντο αιδημόνως ως καλημερίζοντα τας τρεις
+γυναίκας τα ευεργετικά λήια, τα καταπράσινα σπαρτά, αποτελούντα
+ελαφρότατον μορμυρισμόν ηδύτατον εις την ακοήν. Εδώ κ' εκεί αι
+ελαίαι εδείκνυον τα λευκά άνθη των «μπαμπάκι μοναχό», εφ' ων
+επακκουμβώσιν αι ελπίδες και τα όνειρα των κατοίκων.
+
+Ω! εις έν άνθος τρυφερόν στηρίζει ο πατήρ το παρόν και η παρθένος
+το μέλλον. Και όταν δεν συνδράμη ο καιρός; Όταν η θύελλα αρπάση το
+άνθος και ο αετός το πνίξη; Ω! τότε πνίγεται το παρόν του πατρός
+και της παρθένου το μέλλον!...
+
+«Ψεύσεται έργον ελαίας και τα πεδία ου ποιήσει βρώσιν!».
+
+Οι δε παρόδιοι φράκται διέχυνον συμμιγές άρωμα σχοίνου,
+συμπεπλεγμένου καλλιτεχνικώς μετ' αγιοκλήματος και βάτου και
+κομάρου και πρίνου του σκολιού με τας επί των ακανθωτών φύλλων
+μιζιθρίτσες του.
+
+Και όπου ο αγρός ην άσπαρτος, εκεί πλέον είχον αναφυή όλα τα
+αγριολούλουδα με τα αναρίθμητα χρώματά των. Εδώ τούφα από
+κατακόκκινες παπαρούνες, εκεί άγριαι μαργαρίται λευκαί και
+κίτριναι, παρέκει παντοία ανθύλλια έχοντα τα μικρά τριγωνικά φύλλα
+των, άλλα ως είδος ανεμομύλου και άλλα ως είδος σταυρού· τα
+λευκόστικτα άνθη της καυκαλίθρας, τα ψευδοτριαντάφυλλα της
+κολλώσης κουνούκλας και διαφόρων σχημάτων και μεγεθών
+ψευδοστάχυες. Τι άλλα ζεμπιλάκια και τι παραδάκια εν ορμαθώ, τα
+οποία μετά τινας ημέρας ξηρανθέντα υπό το καύμα του Μαΐου θα
+βροντούν αχυρώδη τινά ήχον, δι' ων θα «μερόνωσι» τα παιδία των αι
+μητέρες.
+
+Όλα τα είδη των φυτών και των βοτάνων και τα πλέον μικρά και τα
+πλέον καταφρονεμένα, και αυτά τα αόρατα, είχον το άνθος των. Και
+αυτή η ανακάνθη υψηλή εις τους φράκτας ως μανουάλιον είχεν εις την
+κορυφήν ωραίον ιόχρουν βελονωτόν άνθος.
+
+Εις την ωραίαν αυτήν νήσον, ένθα συμβαίνει η παρούσα διήγησις,
+ανθίζει και αυτή η γη και εμφανίζει κάτι χωματένια λουλουδάκια
+κοντά και στρογγυλά. Το άνθος του χώματος! Ως και η δηλητηριώδης
+και αχρεία χλαμπάτζα, από την οποίαν τρώγουν αι αμνάδες και
+χλαμπατζάζουν, είχε και αυτή τα λουλουδάκια της, ωχρά ως κρόκον
+ωού, διά τα οποία θα εσυγχώρει τις το κακόν ιδίωμά της.
+
+Μετ' ολίγον διερχόμεναι αι γυναίκες σιτοφόρον αγρόν εξηφανίσθησαν
+μέσα εις τους αστάχυς, υψηλούς λίαν.
+
+ — Μάννα, λέω! εφώνησε παρατείνουσα την φωνήν της η Δεσποινιώ,
+καλούσα δήθεν την άφαντον μητέρα της, ήτις ελαφρά βαδίζουσα
+πάντοτε προηγείτο.
+
+ — Θειά-Ζωίτσα! εφώνησε και η Σοφούλα, μάλλον λεπτύνασα την φωνήν
+της, επί το αστειότερον.
+
+Και επανέλαβεν η πρωινή ηχώ μέσα εις το βαθύ σπαρτόν.
+
+ — Θειά-Ζωίτσα!
+
+ — Αρί Δεσποινιώ! ηθέλησε να παίξη και η γραία, παρατείνουσα την
+τελευταίαν συλλαβήν και οξύνουσα επί το νεανικώτερον την φωνήν.
+
+Τα κορίτσια εγέλασαν.
+
+Ήδη ήσαν εντός της αμπέλου των, της ζηλευτής Αη-χαραλαμπήτικης
+αμπέλου.
+
+Η γραία κατά πρώτον έσπευσε προς την καρυδέαν, ην εύρε καλώς
+έχουσαν και ανέπνευσεν εξ ευχαριστήσεως. Το βαθύσκιον δένδρον ήτο
+ως να εξύπνησε προ μικρού κ' έσταζον ακόμη τα εύμορφα φύλλα του
+από την δρόσον, με την οποίαν τα ένιψεν η αυγή.
+
+Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει ακόμη.
+
+Η γραία ευχαριστημένη εκάθισε παρά την ρίζαν του δένδρου να
+ξεκουρασθή, ενώ τα κορίτσια πλήρη ζωηρότητος και δροσιάς εκίνησαν
+να υπάγουν εις το θαμνώδες μέρος, εν τω άκρω της αμπέλου, όπου
+υπήρχε και χάλασμα παλαιάς οικοδομής κ' εντός κρήνη μετά καθαρού
+και διαυγούς ύδατος. Εκεί είχε τους κυάμους της η γραία, εκεί τα
+καλούδια της. Εκεί ήτο το άδυτον της θειά-Ζωίτσας, εις το οποίον
+είχεν επιθυμίαν να μη εισδύη «ξένο μάτι». Εκεί εφύετο η
+πρασινωτέρα και ανθηροτέρα αγριαμπελιά, περιζήτητος εις όλην την
+πόλιν, ήτις ως πυκνός φράκτης περιέβαλλεν όλον εκείνο το ευώδες
+και μυστικόν κηπάριον.
+
+ — Έλα να μας κόψης αγριαμπελιά, είπεν η Δεσποινιώ προς την
+μητέρα.
+
+ — Κόψ' τε κ' έρχουμι, απήντησεν η γραία.
+
+ — Τι; Δεν είνε το φείδι; ηρώτησε μετά δειλίας η Σοφούλα.
+
+Η γραία διά να μη της πειράζουν τα ωραία εκείνα κηπουρικά προϊόντα
+είχε διαδώσει μετά τέχνης εις την κωμόπολιν ότι «μέσα εις εκείνο
+το χάλασμα βγαίνει ένα φείδι, χονδρό σαν το χέρι της» έλεγε. Τόσον
+δε πειστικώς διηγείτο τα κατ' αυτό, ώστε κατώρθωσε να την
+πιστεύσουν οι άνθρωποι. Τοιουτοτρόπως τα περισσότερα παιδία
+εφοβούντο να παρεισδύσωσιν εκεί. Και μόνον, οσάκις παρεσύροντο
+μέχρι της θέσεως εκείνης, περιωρίζοντο από μακρόθεν να θαυμάζωσι
+την ωραίαν αγριαμπελιάν και τα εύμορφα τριαντάφυλλα, και να
+οσφραίνωνται ως κυνάρια τα ευωδιάζοντα πλατοκούκκια της θειά-
+Ζωίτσας.
+
+Η μετά πονηρίας διασωθείσα αυτή φήμη υπό της γραίας τοσούτον είχε
+γενικευθή, ώστε και αι θυγατέρες της την επίστευον, και ιδού μόλις
+έφθασαν προ του ευώδους εκείνου θάμνου, εσταμάτησαν, καλέσασαι την
+μητέρα.
+
+Η γραία ήλθε και ως ήτο μικρά κ' ευσταλής, εισέδυσεν ευκόλως εις
+το πυκνότερον μέρος σκαλώνουσα ως αιξ ελαφρά επί του χάσματος του
+λιθίνου τοίχου, όπου ην η τρυφερωτέρα και μακροτέρα αγριαμπελιά.
+
+Αι δύο αδελφαί ίσταντο παραέξω, θαυμάζουσαι τας κουκκέας,
+φορτωμένας εκ του ευγεύστου της ανοίξεως καρπού.
+
+Αίφνης ακούεται από των υψηλοτέρων θάμνων, όπου και αγκαθωτοί
+βάτοι, συρμός συνεχής ως κινουμένου μεγάλου και ογκώδους ερπετού.
+
+ — Το φείδι! το φείδι! κραυγάζει η γραία μετά τρόμου και
+αποσύρεται. Αλλ' εν τη ταραχή της προσκρούει επί τινος ογκολίθου
+του ερειπίου και πίπτει μετά φωνών. Αλλ' ως ήτο γενναία πάλιν
+εγείρεται, πλην συλληφθείσα υπό της αυθάδους βάτου ξεσχίζει ολίγον
+το φουστάνι της, διά το οποίον αργότερα, παρελθόντος του φόβου,
+εφώναζε και εβλασφήμει ασκόπως.
+
+Αι δύο αδελφαί κατακίτρινοι εκ του τρόμου, είχον αποσυρθή μακράν
+εις το άκρον κάτω, χωρίς και αυταί να το αισθανθώσι καν.
+
+Η γραία ιδού πιστεύσασα και αύτη την ψευδή διάδοσίν της
+εσταμάτησεν έξω εις καθαρόν άνευ χλόης μέρος και προσεπάθει να ίδη
+πόσον μέγας ήτο ο όφις του μύθου της, όστις πραγματικώς τώρα
+ενεφανίζετο, ότε βλέπει εξερχόμενον εκ των θάμνων παίδα τινα,
+βοσκόν αγροίκον, όστις νύκτα-νύκτα είχε χωθή εκεί να δρέψη
+αγριαμπελιάν.
+
+ — Αρέ, Νιούδα, είπεν αναθαρρήσασα η γραία, ποιος σούδωσε την
+άδεια; Και επανέλαβε με υψηλοτέραν φωνήν πάλιν το αυτό, ίνα δείξη
+ότι δεν εφοβήθη.
+
+ — Να, θειά-Ζωίτσα, απήντησεν ο βοσκός, λίγη αγραμπελιά έκοψα για
+την καλή Χρονιά...
+
+Και έγεινεν άφαντος εις το βουνόν, σύρων τα πλέγμα του χλορού
+θάμνου της Πρωτομαγιάς, μίαν βαρείαν κουλούραν επί της κεφαλής
+του.
+
+Αι δύο κόραι ακούσασαι τον διάλογον και ιδούσαι και τον βοσκόν
+ανεθάρρησαν και αυταί και επανήλθον, ενώ η μήτηρ αφόβως πλέον
+εισδύσασα εκ νέου εις την ευωδιάζουσαν λόχμην έφερε μετ' ολίγον
+άφθονον αγριαμπελιάν, δι' ης εζώσθησαν αι θυγατέρες και η γραία
+ευχομένη:
+
+ — Σιδερένια η μέση μας! Και του χρόνου κορίτσια!
+
+Ήδη ο ήλιος καίων υψώθη εις τον ορίζοντα. Ουδεμία πνοή ανέμου
+ηκούετο και η ημέρα προηγγέλλετο θερμή ως ημέρα θέρους. Όλα τα
+λουλούδια της περί την άμπελον λόχμης και τα οπό τας ελαίας, εν τη
+χέρσω γη, θερμανθέντα ετάνυσαν και ήπλωσαν τα ποικιλόχρωμα φύλλα
+των, εφ' ων μετά βόμβου ήρχοντο να επικαθήσωσι μέλισσαι και σφήκες
+και ζούνες και άλλα ζωύφια διά της συχνής μετατοπίσεώς των
+δεικνύοντα την χαράν, την οποίαν ησθάνοντο, ως αυθένται του
+διηνθισμένου εκείνου λειμώνος.
+
+Αι δύο αδελφαί πλέξασαι προχείρους στεφάνους αγροτικούς εκ της
+αγριαμπελιάς και κοσμήσασαι τούτους με αγριολούλουδα και
+τριαντάφυλλα εν ωραία αντιθέσει χρωματισμών έθεσαν αυτούς εις την
+κεφαλήν των, και αποδιώκουσαι ούτω από του τρυφερού προσώπου των
+τας ακτίνας του οχληρού ηλίου έτρεχον εδώ και εκεί ως ψυχαί
+πτερωταί, ως νύμφαι ορεστιάδες επί των ανθέων εν χαρά και
+αγαλλιάσει μικρών παιδίων.
+
+Πόσον ο άνθρωπος γίνεται παιδί έξω εις την χλόην!
+
+ — Κοίταξε αυτή η παπαρούνα, έλεγεν η Σοφούλα, σαν τα μάγουλα της
+μητέρας δεν είνε;
+
+Και εγελούσαν.
+
+ — Να αυτοδά το μικρούτσικο, να τα ξεσκώσης, Σοφούλα, είπεν η
+Δεσποινιώ, παρουσιάζουσα μικρόν εύμορφον ανθύλλιον. Να το κεντήσης
+'σ το ποκάμισό σου το νυμφικό. Καμμιά δεν θα τώχη.
+
+ — Αχ! τι ώμορφο! Ναι, τα φυλλάκια θα τα κεντήσω με πράσινο
+μετάξι. Εδώ δα θα βάλω ολίγο κόκκινο και θαλασσί. Το λουλούδι θα
+γείνη με άσπρο χρυσάφι. Καταμεσής θα κεντήσω ένα κουμπάκι άλικο.
+Αχ! τι ώμορφο!
+
+Το εφίλησεν η αθώα κόρη το αγνόν ανθύλλιον και το έκρυψεν εις τον
+παρθενικόν κόλπον της, αυστηρώς περιωρισμένον.
+
+Και η θειά-Ζωίτσα εστεφανωμένη και αυτή με την αγριαμπελιάν και
+εζωσμένη την οσφύν, ομοία προς γραίαν υπηρέτιδα του αρχαίου θεού,
+περιήρχετο την άμπελον, ης τα φύλλα έλαμπον εκ των ακτίνων του
+ηλίου. Λοχερά-λοχερά τα κλήματα «ήτανε μια χαρά να τα βλέπη
+κανείς», ως έλεγεν η γραία, αποδίδουσα την υγιά κατάστασιν του
+κτήματός της εις τους κόπους της και μόνον εις τους κόπους της,
+και υπερηφανευομένη διά τούτο. Οι βλαστοί τρυφερώτατοι υψούμενοι
+προς διαφόρους διευθύνσεις ακτινωτώς άνω των κλημάτων με βαθέως
+πράσινα μεγάλα και απεσκληραμμένα τα κάτω φύλλα, μικρότερα και
+ανοικτοτέρου χρώματός τα υψηλότερα και τρυφερώτατα τα επάνω-επάνω
+βυσσινόχροα, ως να περιερραντίσθησαν δι' οίνου μαύρου, απέληγον
+εις άγκιστρα δίχαλα και κυρτά, τας λεγομένας τσούγκρας, δι' ων αι
+κορασίδες, αφού φάγουν τους βλαστούς παίζουσιν είτα
+κατασκευάζουσαι αγκυλωτάς βελόνας, τας οποίας διαγκιστρούσαι
+έλκουσιν αντιθέτως δι' ελαχίστης δυνάμεως, έως ου διαθλασθή η μία,
+η της ηττημένης. Αι σταφυλαί δεν είχον σχηματισθή ακόμη τελείως.
+
+ — Αύριον θα θειαφίσωμε, κορίτσια, εφώνησεν η θειά-Ζωίτσα από το
+μέσον της αμπέλου, μόλις διακρινομένης της θέσεως εν η ίστατο η
+κοντούλα γραία, εκ της ελαφράς κινήσεως των βλαστών.
+
+ — Να! άρχισεν η χολέρα! εφώνησε πάλιν η γραία επιθεωρούσα έν προς
+έν τα κλήματα μετά στοργής μητρός θωπευούσης τα νεογνά της.
+
+Αλλ' αι δύο θυγατέρες δεν ήκουσαν. Κάτω εις την άκραν ιστάμενοι,
+όπου διηνοίγετο ευρύ χωράφιον γειτονικόν, εθεώντο συντροφίαν
+πολυάριθμον τριών-τεσσάρων οικογενειών συγγενικών, αίτινες άρτι
+εξεπέζευον με θορυβώδη χαράν και γέλωτας και άσματα, ελθούσαι να
+διασκευάσωσι την φαιδράν της πρωτομαγιάς ημέραν.
+
+ — Κορίτσια! επανελάμβανεν η γραία εγγύτερον ελθούσα, αύριον θα
+θειαφίσωμε.
+
+Ερχομένη εις την άμπελον εθεώρει αμαρτίαν να μείνη αργή. Πάντοτε
+ήθελεν ανακαλύψει εργασίαν τινά.
+
+ — Ου, θα πω, και συ! την επείραζον ενίοτε αι θυγατέρες της, δεν
+κάθεσαι μια μέρα να ξαποστάσης!
+
+Εάν δεν είχεν άλλο τι να πράξη, το προχειρότερον ήτο να
+περισυλλέξη «ξηράδια» από των ελαιών και μηλεών και απιδεών,
+ξηρούς κλώνους, δι' ων το βράδυ θα συνεπλήρου το φορτίον της,
+θέτουσα ταύτα ως επικάλυμμα εις το καλάθιόν της, ίνα έχη εύκολα
+προσανάμματα την πρωίαν, αλλά κυρίως, ίνα μη καθ' οδόν ιταμοί
+διαβάται ανιχνεύωσιν εν τω πεπληρωμένω πάντοτε εκ των ωραίων
+προϊόντων της καλαθίω «και μαλάξωσι την ευωδιάζουσαν δροσερότητα
+αυτών». Φιλάργυρος δεν ήτο, αλλ' είχε συνηθίσει ότε επέστρεφεν εις
+την οικίαν να τοποθετή μόνη της τα προϊόντα του περιβολιού της
+εντός απλωτού ταψίου μετά προσοχής, εδώ τα κουκκιά, εκεί τα
+μάραθα, αλλού τα κρόμμυα, εκεί τας αγγινάρας. Και αφού επί ώραν τα
+εθαύμαζεν η φιλόπονος γραία τα έργα των χειρών της, εξηπλωμένη εις
+τας γυμνάς σανίδας του πατώματος έως ου ξεκουρασθή, εμοίραζεν είτα
+εις τους συγγενείς και φίλους της λίαν αφιλαργύρως.
+
+Αλλά καθ' οδόν δεν ήθελε να τα εγγίση τις.
+
+ — Σωρό πάλι τα πλατοκούκκια η θειά-Ζωίτσα, παρετήρουν αι
+γειτόνισσαι, όταν την έβλεπον επιστρέφουσαν φορτωμένην την γραίαν.
+
+ — Να, δυο ξλάκια πλειο για πρόσαναμμα! απήντα η θειά-Ζωίτσα η
+μυστική και εχάνετο απ' εμπρός των.
+
+Αι δύο αδελφαί εκάθησαν εις άκραν τινά και εθεώρουν την άρτι
+ελθούσαν πολυάριθμον φαιδράν συντροφίαν, προσπαθούσαι ήδη να
+γνωρίσωσι τίνες ήσαν.
+
+Αλλά φωναί της μητρός και βλασφημίαι τώρα τας εξήγειραν.
+
+Συνήντησεν η γραία είς τινα γωνίαν πυκνήν και αυθάδη αγριάδαν,
+απειλούσαν να καταστρέψη ικανά κλήματα και ήρχισε να φωνάζη κατά
+των σκαφέων, οίτινες την εξηπάτησαν. Δεν ηδύνατο να χωνεύση το
+ελάττωμα τούτο, τον δόλον.
+
+ — Σ' ακούνε οι λοχεμένοι! Να! τάπνιξε τα κλήματα, ταφάνισε η
+αγριάδα. Τρεχάτε κορίτσια!
+
+Και ήρχισε πάραυτα οχληράν και αγωνιώδη εργασίαν εκριζώσεως διά
+των χειρών της απεσκληραμμένης πλέον αγριάδας, «όπως δώση αέρα εις
+τα καϋμένα τα κλήματα, τα οποία είχαν ανάψει».
+
+Αι δύο αδελφαί αισθανθείσαι τον πόνον της γραίας ήλθον πάραυτα και
+έλαβον μέρος και αυταί εις την επίπονον εργασίαν.
+
+ — Μας ηύρε δλειά πάλι! είπεν η Σοφούλα.
+
+ — Καλά έλεγα εγώ να μη ρθω, προσέθηκε και η Δεσποινιώ γελώσα.
+
+Ο ήλιος έκαιεν.
+
+ — Να δγης, Μα, έλεγε κατά την εργασίαν η μικροτέρα. Ήρθαν κ'
+ήρθαν 'ς το χωράφι κάτω. Ο κυρ Γεώργης, ο καπετάν Μαθιός, ο Γιάννς
+τς Μαχώς.
+
+ — Έχνι σφαχτά, προσέθηκε και η Δεσποινιώ. Έχνι ψτά, γάλατα, τυριά
+χλωρά και μιζίθρες.
+
+ — Πήρανε κι' τ' νύφ'; ηρώτησεν και η γραία.
+
+ — Τν' έχνι.
+
+Η εργασία εξηκολούθει. Είχεν ήδη εξαχθή μέγας σωρός του αναιδούς
+αργοφυτού.
+
+Δύο-τρεις φορές εθεάθησαν παιδία και κορασίδες κατευθυνόμενα προς
+το ζηλευτόν άδυτον «το περιβολάκι» της γραίας, πλην επειδή είδον
+τας γυναίκας δεν επροχώρησαν. Εκαμάρωνον μόνον μακρόθεν τα ωραία
+κεράσια, τα οποία τώρα μόλις ήρχισαν να λάμπουν κοκκινίζοντα
+κρυμμένα από τα μεγάλα φύλλα ως να εντρέποντο με το παρθενικόν
+εκείνο χρώμα των, και υπέστρεψαν.
+
+Παρήλθεν η μεσημβρία. Τότε είχε καθαρισθή πλέον και η αγριάδα και
+αι τρεις γυναίκες κατάκοποι εκάθησαν υπό την καρυδέαν, εις τον
+δροσερόν ίσκιον της να ξεκουρασθώσι και να φάγωσι το λιτόν γεύμα
+των, άρτον, τυρόν και μοσχοβολούντα πλατοκούκκια αρτιδρεπή
+στάζοντα δρόσον ακόμη. Εις το αντικρυνόν χωράφιον εβούιζεν η χαρά
+και η φαιδρότης των ευθυμούντων. Φωναί παιδίων, άσματα νεανίδων,
+καγχασμοί γυναικών, διαταγαί ανδρών, προπόσεις πυκναί και
+γελαστικαί, κάκου κάπου κλαυθμός οξύς κανενός νηπίου απετέλουν
+πολύφωνον συναυλίαν συμποτικού γεύματος, όπερ είχε στρωθή υπό
+πυκνόφυλλον υψηλήν δρυν, εν μέσω του χωραφίου κειμένην. Αυτά είνε
+της εξοχής τα ηδέα και απλά.
+
+Ο άνθρωπος εκεί αφίνει το αίσθημά του ελεύθερον να πετά, να πηδά,
+να χορεύη, να τραγουδή, ως πετώσι και πηδώσι και χορεύουσι και
+τραγουδούσι τα ελεύθερα πουλιά κυνηγούμενα μεταξύ των μίαν ωραίαν
+πρωίαν από 'κλάδου εις κλάδον.
+
+Ο θόρυβος των συνευθυμούντων ως βοή, βοή του χειμάρρου του
+Πετραλώνου, έφθανε μέχρι της καρυδέας, οπού αι τρεις γυναίκες
+ησύχως και ηρέμα έτρωγον το λιτόν γεύμα των, συντροφευόμεναι υπό
+δύο κοσσύφων, οίτινες εις τα υψηλότερα κλωνάρια του ωραίου δένδρου
+συνεκρότησαν αγώνα άσματος επίμονον και φίλεριν, προς ερημικήν
+αηδόνα επί άλλου καθημένην κλώνου άλλου δένδρου και κατακηλούσαν
+ηδέως του θνητού την καρδίαν. Ετελείωνον οι κόσσυφοι και ήρχιζεν η
+αηδών.
+
+ — Να! χορεύουν τη καμάρα, επετάχθη πρώτη η γραία, ενωτισθείσα του
+ωραίου άσματος, το οποίον τοσάκις είχε τραγουδήσει εις τα νειάτα
+της.
+
+Αι δύο θυγατέρες ακροασθείσαι και αυταί ηγέρθησαν ως να επρόκειτο
+να λάβωσι μέρος εις τον χορόν. Άγνωστος δύναμις τας είχεν
+εξεγείρει αίφνης, ως όταν ανατινάσσεταί τις εις τον ύπνον του.
+
+Αληθώς, μετά το πλουσιώτατον γεύμα, είχεν αρχίσει κατά το σύνηθες
+ο χορός και ήδη διά μέσου των φυλλοφόρων βλαστών της αμπέλου
+έφθανον σαφώς μέχρι της καρυδέας αι λέξεις του άσματος της
+καμάρας:
+
+ _Καμάρα χτι Καμάρα χτι
+ Καμάρα χτίζω 'ς το γιαλό (δις)
+ Καμάρα δε στεργιόνει
+ να ζήτε λέει τ' αηδόνι_, (δις)
+
+ _Έλα το πουλί μου, έλα
+ μοσκοκάρφια και κανέλλα_.
+
+Αι δύο παρθένοι θελγόμεναι προσεπάθουν να διανοίξωσι χώρον διά
+μέσου των κλημάτων, ίνα ίδωσι τον πομπικόν του Πάσχα χορόν.
+Επήγαινον εδώ, έβλεπον εκεί, πλην δεν κατώρθονον να εύρωσι μέρος
+εκ του οποίου να βλέπουν χωρίς να βλέπωνται.
+
+ — Αναβήτε απάν 'σ τη καρυά! ανεφώνησεν αίφνης η μήτηρ, ης οι
+οφθαλμοί έλαμπον εξ αφάτου χαράς, ως να έσυρεν αυτή την καμάραν.
+
+Ω μοίρα κατηραμένη της γραίας! Τι ήθελες τοιαύτην ιδέαν να εμβάλης
+εις τα ξηρά χείλη της;
+
+Πάραυτα από μυστικού πόθου κινούμεναι αι δύο θυγατέρες της θειά-
+Ζωίτσας, ανήλθον μετά προσοχής βαίνουσαι επί των λείων και
+ολισθηρών κλάδων του δένδρου συνηθισμέναι, διότι ανέβαινον και
+εσύναζον τα κάρυα. Και σταθείσαι εις μέρος υψηλόν εθεώρουν διά
+μέσου των φύλλων τον μεγαλοπρεπή χορόν, όστις εν ευρεί κύκλω
+εχορεύετο εν μέσω του γειτονικού αγρού υπό φαιδρού ομίλου νέων και
+νεανίδων και γυναικών, ων οι συρόμενοι μετά τέχνης και χάριτος
+πόδες κατεπάτουν θλιβερώς και ασπλάγχνως τα ωραία αγριολούλουδα.
+
+Πόσον επαγωγώς θεαματικόν είνε να βλέπη τις τον χορόν τούτον. Οι
+χορεύοντες σχηματίζονται εις σφιγκτώς συνδεδεμένην άλυσιν, του
+πρώτου δίδοντος την δεξιάν εις την δεξιάν του δευτέρου και την
+αριστεράν εις την δεξιάν του τρίτου, ενώ του δευτέρου η αριστερά
+προτείνεται εις την δεξιάν του τετάρτου, ώστε να σχηματίζωνται
+χιαστοί σταυροί ρομβοειδώς συμπεπλεγμένοι. Και ίσως δι' αυτό ο
+χορός είνε καθιερωμένος εις τας κοσμικάς εορτάς του Πάσχα. Οι
+χρωματισμοί των ποικίλων ενδυμασιών των γυναικών απετέλουν
+εύμορφον αρμονίαν προς τον υπό των ποικίλων ανθέων χρωματισμόν του
+αγρού, τα λευκότατα πάλιν κολόβια των νεονύμφων άτινα επί τούτω
+είχον λευκανθή τον Μάρτιον εις τον χαλικόστρωτον αιγιαλόν του
+Κάστρου ήταν εις ευάρεστον αρμονίαν εγγύς των ερυθρών φουστανιών
+παιδισκών τινων, εν ώ τα χρυσά κεντήματα του διά κρεμέζης
+βεβαμένου χιτώνος επί του στήθους φαεινώς ηκτινοβόλουν κατέναντι
+των ακτίνων του λαμπρού ηλίου.
+
+Και ο ιστάμενος θεατής ευφραίνετο βλέπων πρόσωπα απαλά εξ ενός και
+χρυσάς κορυφάς εξ άλλου υπό την διαύγειαν λεπτοτάτης μεταξοϋφάντου
+μανδήλας, και εν γένει κομψά και θελκτικά κορμιά ερασμίων
+γυναικών, εν θρησκευτική προσοχή περιφερομένων κύκλω συνεκδοχικώς.
+Σεμνόν θέαμα! Κύκλος καμαρωτός με ωραία λάμποντα μάτια και χρυσώς
+ακτινοβολούντα στήθη, βαίνων αργώς βήμα προς βήμα, ώστε να
+υποφαίνηται ηδέως η χρυσόρραπτος κοντούρα, με χαριεστάτην ελαφράν
+κίνησιν του κορμού δεξιά και αριστερά, συμφώνως προς τους ιάμβους
+του άσματος, ως κινείται λέμβος ηδυπαθώς εν γαλήνη, ώστε ο χορεύων
+να μη αισθάνηται κόπον ταράσσοντα. Και αυτό το πήδημα κατά τον
+δεύτερον στίχον να είνε τόσον ελαφρόν, ώστε να νομίζη τις ότι
+εποχείται επί απαλού και δροσερού κύματος συρόμενος απαλά με το
+κύμα.
+
+Η γραία καταπεπονημένη — ήθελε να κοιμάται ολίγον πάντοτε την
+μεσημβρίαν — επακκουμβήσασα παρά την ρίζαν του γηραιού δένδρου
+παρηκολούθει σιγά-σιγά, πλην ηδέως, τους ιαμβικούς του άσματος
+στίχους, υποτονθορύζουσα αυτούς συμφώνως προς τον αναδιπλούμενον
+ρυθμόν του σεμνού χορού, επιλέγουσα εκάστοτε και την επαλλάσσουσαν
+επωδόν:
+
+ _Καμάρα χτίζω 'ς το 'γιαλό,
+ Καμάρα δε στεργιόνει.
+
+ Ένας κοντός κοντούτσικος,
+ κοντός και μ' ένα χέρι.
+
+ Τα μάρμαρα πελέκαε,
+ τις πέτρες πελεκούσε.
+
+ — Κοντέ μ', και πού ν' το χέρι σου,
+ και πελεκάς με τώνα;
+
+ — Βασιλοπούλα φίλησα,
+ και μούκοψαν το χέρι.
+
+ Ας την εξαναφίληγα,
+ κι' ας μούκοφταν και τ' άλλο_.
+
+Και αντηχεί καλλικέλαδος η ηχώ ανά τους εγγύς λόφους
+επαναλαμβάνουσα:
+
+ _Καμάρα δε στεργιόνει,
+ να ζήτε λέει τ' αηδόνι_.
+
+ — Να ιδής, Μα, εφώνησεν από της καρυδέας, κρυμμένη εντός των
+φύλλων, η Δεσποινιώ, «ξομπλιάζουσα», ήτοι παρατηρούσα και κρίνουσα
+τας ενδυμασίας. Να ιδής, το Μαργιώ τ' καπετάν Μαθιού, φορεί το
+καλλίτερο κολοβόλι. Τι ώμορφα που είνε βολτιασμένο! Σαν να ήνε από
+χαρτί!
+
+ — Ναι, καλά λες, προσέθηκεν η Σοφούλα, επί άλλου κλάδου ισταμένη.
+Σαν σκοπελίτικο είνε! Σαν το χιόνι λαμπέινο!
+
+ — Προσέχετε να μη πέσετε, εψιθύρισεν ησύχως η γραία ημικοιμωμένη.
+
+ — Να ιδής, Μα, εξηκολούθει η Δεσποινιώ. Τι ώμορφο που είνε το
+μπαμπουκλί της κυρά Γεώργαινας. Αχ! Λάμπει μέσα 'σ τον ήλιο.
+Φωτιές πετάει. Βελούδο κόκκινο, της τώφεραν από την Πόλι. Αχ! τι
+ώμορφο κορμί, Μάννα! Σήκω να ιδής.
+
+ — Της Λένης, προσέθηκεν η Σοφούλα, είνε σαν παληό το γουνάκι. Δεν
+έχει καμμιά θωριά!
+
+ — Αχ! Πώς λάμπει η σκούφια της κόρης της! παρετήρησεν η
+Δεσποινιώ. Θαμπόνουν τα μάτια.
+
+ — Εγώ την εκέντησα, υπέμνησεν η Σοφούλα. Έχει τριάντα δράμια
+χρυσάφι.
+
+ — Κορίτσια! να μη πέσετε! είπε πάλιν η γραία ως καθ' εαυτήν
+υποψιθυρίζουσα.
+
+ — Να! Να! εφώνησε μετά τινος θάμβους η Δεσποινιώ. Σηκώσανε τη
+νύφη να χορέψη. Μα, Μάννα, σήκω να ιδής τη νύφη.
+
+Πολύ ώμορφη μέση! Δαχτυλιδένια! Και πώς καμαρόνει! Μάννα!
+
+Η γραία είχεν αποκοιμηθή.
+
+Η δε Δεσποινιώ, εξακολουθούσα να θέλγεται εκ της θέας προσεπάθει
+να στερεωθή καλλίτερον επί του ολισθηρού κλώνου, όπως «ξομπλιάση»
+την νύμφην χορεύουσαν.
+
+Αλλά φαίνεται ότι η νύμφη «'ντροπαλή ως άβγαλτη» δεν εχόρευε τόσον
+καλώς. Διά τούτο η Σοφούλα, φαιδρότερου χαρακτήρας παρά η
+Δεσποινιώ, είπεν ευθύμως πως:
+
+ — Κρίμα 'ς το κολοβολάκι σ', κορίτσι μ'. Η κακομοίρα δεν ξέρει να
+πάρη τα ποδαράκια της.
+
+ — Την χαλνάει ο καπετάν Μαθιός, παρετήρησεν η Δεσποινιώ,
+σεμνότερα πάντοτε.
+
+ — Κείνος που ξέρ', κορίτσι μ', δεν χαλνιέται.
+
+Πώς έμαθον αυταί αι νεάνιδες να επικρίνωσι τον χορόν, αφού ποτέ
+των δεν εχόρευσαν!
+
+Είνε μερικά πράγματα τα οποία μανθάνει τις αυτομάτως. Άλλως δεν
+εχόρευσαν μεν, ως είπομεν, αλλά πολλάκις εθεώρησαν την καμάραν,
+τελουμένην εις την γειτονικήν της οικίας των πλατείαν.
+
+ — Να! Να! είπε γελώσα πάλιν η Σοφούλα. Έχασε την κουντούρα της η
+νύμφη. Σκύφτει για να την πάρη. Ω, ντροπής νυφίτσα μου! Κρίμα 'ς
+το ατλαζένιο μπαμπουκλί σου, νυφούλα μ'.
+
+ — Μποδίζουν τα χορτάρια, τι να σου κάμ'! Απήντησε πάλιν η
+Δεσποινιώ και αφηρείτο όλη εις του χορού το μεγαλοπρεπές θέαμα,
+όπερ εξήρθη ήδη σφόδρα, διότι έλαβον μέρος όλαι αι γυναίκες και
+όλοι οι άνδρες.
+
+Αλλ' αίφνης βαρύς κρότος αντήχησεν εντός των φυλλωμάτων της
+καρυδέας, ως να έπεσεν άνωθεν ογκώδης λίθος κ' έσεισε δεινώς τους
+χονδρούς κλάδους του πυκνού δένδρου. Έως ου ίδη καλώς η Σοφούλα
+πόθεν ήλθεν ο σεισμός ούτος ο αιφνίδιος, η μεγάλη αδελφή της, η
+ωραία Δεσποινιώ ευρέθη σωρός κάτω εις το έδαφος. Αφαιρεθείσα η
+δυστυχής παρεπάτησε και ολισθήσασα κατέπεσε πλησίον της
+αποκοιμηθείσης γραίας, βαλούσα οξείαν κραυγήν.
+
+ — Παναγία μ'! ανεφώνησεν εξεγερθείσα η θειά-Ζωίτσα. Κ' έλαβεν εις
+τας αγκάλας της την προσφιλή της θυγατέρα, ήτις έμεινεν ακίνητος
+και άφωνος.
+
+ — Νερό! Νερό! Σοφούλα, Νερό! εκραύγασεν η γραία. Αχ! Πάει το
+κορίτσι! Σκοτώθηκε! Τι να γένω!
+
+ — Η Σοφούλα καταβάσα ταχέως από του δένδρου περίτρομος ως να
+έπεσε και αυτή έσπευσεν εις την κρήνην ως πτερωτή κ' εκόμισε
+δροσερόν ύδωρ, δι' ου η γραία περιέβρεχε το μέτωπον και τας
+παρειάς της Δεσποινιώς, ήτις ωχρά ως νεκρωθείσα είχεν ημικλείστους
+ως ημίσβεστον λυχνίαν, τους ωραίους οφθαλμούς της.
+
+ — Πάει! Σκοτώθηκεν! Επανελάμβανεν έκφρων η γραία. Τι να γένω!
+
+Μετά τινας στιγμάς όμως συνήλθεν εις εαυτήν η Δεσποινιώ. Πλην δεν
+ηδύνατο να μετακινηθή εκ του εδάφους. Ανεκάθισεν ωχρά εκ του
+τρόμου της δεινής καταπτώσεως, με λευκά τα χείλη εκ της
+λιποψυχίας, με οφθαλμούς απλανώς βλέποντας, ως βλέπει εκείνος
+όστις εκ της ζάλης θεωρεί στριφογυρίζουσαν την γην ως σφονδύλιον,
+με λυτήν την μαύρην της κόμην, της μανδήλας τη παρασυρθείσης υπό
+των κλάδων του δένδρου εν τη πτώσει, κ' έβαλε τώρα κραυγήν
+οξυτέραν, διότι τώρα ησθάνετο της πτώσεως το βαρύ αποτέλεσμα.
+
+ — Χτύπησες παιδί μ; ηρώτα η γραία μετά περιπαθείας έκφρονος.
+
+ — Ωχ! επόνει η Δεσποινιώ, μη δυναμένη να μετακινηθή εκ του
+εδάφους.
+
+Και εθώπευε μαλακώς τον δεξιόν της πόδα.
+
+Είχε θραυσθή το οστούν του ποδός, άνω του γόνατος εν τω μηρώ.
+
+Απερίγραπτος είνε η θλίψις της γραίας και της άλλης αδελφής, ότε
+εβεβαπτίσθησαν περί του τρομερού παθήματος.
+
+ — Ωχ! Ωχ! Επανελάμβανε γογγύζουσα εκ του οξέος πόνου η κόρη.
+
+ — Πάει το παιδί μ'! Προσέθετε και η γραία άπελπις, η καλή και
+συμπαθής μήτηρ, τρωθείσα εις τα καίρια.
+
+Και η γειτονική ηχώ από του εξοχικού συμποσίου εκόμιζεν ως
+ειρωνικήν περιφρόνησιν προς το ατυχές συμβάν τους στίχους του
+άσματος της καμάρας:
+
+ _Κοντέ μ' και πού ν' το χέρι σου
+ Και πελεκάς με τώνα;
+ Έλα το πουλί μου ν' έλα . . . ._
+
+Η Σοφούλα σιωπηλή ίστατο ως απομαρμαρωθείσα. Η δε γραία
+εξηκολούθει να εκφέρη στεναγμούς και οιμωγάς οδυνηροτέρας της
+παθούσης ωραίας παρθένου:
+
+ — Αχ! πάει το κορίτσι! Τώχασα το κορίτσι!
+
+Κλαυθμηρώς και διακεκομμένως ως μοιρολόγημα επί νεκρώ προφέρουσα
+τας συλλαβάς.
+
+ — Δεν έσπαζα το πόδι μου να μην έλθω; Έλεγε συνεχώς· και τύπτουσα
+την κεφαλήν της επανελάμβανε:
+
+ — Η λαχταρισμένη! Η πλαντασμένη! Δεν βουβαινόμουνα που είπα να
+αναιβούνε 'ς τη καρυά!
+
+Κ' εκράτει σφιγκτά τους κροτάφους της· της εφαίνετο ότι ήθελε να
+'φύγη ο νους της.
+
+Ενίοτε δε διέκοπτε τας θρηνώδεις αναφωνήσεις της λέγουσα:
+
+ — Δεν τούπα να μη πάρ' βακούφκα! Να κακό πάλι που μας ηύρε!
+
+Όταν δε ενύκτωσε, διά να μη βλέπουν οι άνθρωποι, μήτηρ και
+θυγάτηρ, βαστάζουσαι εντός κυλιμίου την πανάτυχον Δεσποινιώ,
+εκόμισαν αυτήν εις την οικίαν των εν τω χωρίω, ως να εκόμισαν
+νεκρόν, υπό τας συγκινούσας αναφωνήσεις της θειά-Ζωίτσας, ήτις
+εθρήνει, ως να εθρήνει νεκρόν.
+
+
+Πρωίαν τινά θερινήν έν έτος μετά ταύτα είχον αναβή εις τον
+Προφήτην Ηλίαν να δροσισθώ υπό την σκιάν των δροσοκρατούντων
+πλατάνων και ασπασθώ την δεξιάν του Παπά-Ιερεμία, όστις εκεί είχε
+το απλούν και σεμνόν ερημητήριόν του, εκτισμένον εν μέσω των
+παχυσκίων δένδρων εγγύς δροσερού ύδατος, εκρέοντος από τινος
+μεγάλου βράχου, κεκαλυμμένου υπό πυκνού θάμνου, κισσού και αγρίων
+βάτων. Οικοδομή μεγάλη τετράγωνος, διώροφος, εν η ευρίσκοντο κατά
+σειράν τα κελλία, οικοδομή ασχεδίαστος του μακαρίτου Γέροντός του,
+ήτις ως στρατών έρημος υψούται εκεί ακόμη μελαψή και πένθιμος εις
+την δροσόπνοον εκείνην κορυφήν της νήσου.
+
+Ήτο περί το τέλος η Ακολουθία. Διέκριναν ψαλλόμενα τα Νεκρώσιμα
+Ευλογητάρια. Ετελείτο μνημόσυνον. Ως ήμην κατασκονισμένος εκ της
+κοπιώδους πορείας, πριν νιφθώ εις την δροσεράν πηγήν, έστην εις το
+κατώφλιον του ναΐσκου, παρασυρθείς υπό της γλυκείας μελωδίας του
+ψαλλομένου άσματος: «Μετά των αγίων ανάπαυσον. . . ». Από της
+θύρας, σκιαζομένης υπό τινος αγριελαίας, ηκροώμην του πενθίμου
+ύμνου, περιεργαζόμενος συνάμα τα εν τω μικρώ και απλώ εκείνω
+ευκτηρίω, το οποίον εν τω κάτω πατώματι προς την ανατολικήν
+πλευράν είχε προορίσει διά τα ασκητικάς προσευχάς του ο εν μακαρία
+τη λήξει Διονύσιος ο Λογιώτατος, ο Γέροντάς του, τελευταίος των
+Κολλυβάδων, αυστηρός και άκαμπτος, ανήκων εις μίαν των ισχυροτέρων
+οικογενειών της νήσου «ο Γέροντας» αποκαλούμενος. Ούτε τέμπλεον
+είχεν ούτε πολυελαίους, αλλ' ούτε στασίδια. Ολίγας εικόνας εις
+τους μαυρισμένους του τοίχους και μίαν Αγίαν Τράπεζαν εφ' ης
+έκειτο ευλαβώς φυλασσόμενον το πυξίον του Αγίου Άρτου διά την
+θείαν Μετάληψιν. Λειτουργίας δεν ετέλουν. Μόνον την τακτικήν
+ακολουθίαν εδιάβαζον, και μετελάμβανον όσοι ήσαν προετοιμασμένοι.
+Ο θάνατος του Γέροντος δεν επέτρεψε να συμπληρωθή το Ευκτήριον εις
+τακτικόν ναόν.
+
+Ο Παπά-Ιερεμίας 80 ετών γέρων, με λευκήν κόμην και λευκόν πώγωνα
+ως τολύπην βάμβακος, απήγγελλε τας ευχάς με το αυστηρόν εκείνο και
+πένθιμον ύφος του, όπερ όμως παραδόξως εγέννα εν τη καρδία μαλακά
+και πραέα αισθήματα παρηγορίας κ' ελπίδος. Δεξιά έψαλλε νεαρά
+μοναχή — διά τούτο ην γλυκύς τόσον ο ύμνος — φέρουσα μέχρι των
+οφθαλμών το μαύρον κουκκούλιόν της με τον μικρόν κόκκινον σταυρόν
+επί του μετώπου, και αφίνουσα ελευθέρας μόνον τας λευκάς εκ της
+ασκήσεως παρειάς, παρειάς νηστεύοντος αγγέλου. Εμπρός επί του
+στήθους της του παρθενικού, υπό τας πτυχάς του μαύρου ράσου,
+διεφαίνοντο τα Σχήματα της μοναχής, μέγας ερυθρός σταυρός με την
+Λόγχην και τον Σπόγγον ένθεν και ένθεν εν σχήματι τριγώνου,
+έχοντος προς τα κάτω την κορυφήν, όπου ήτο κεντημένον, ερυθρόν και
+αυτό, το γυμνόν κρανίον του Αδάμ. Η φωνή της ην ασθενής αλλά
+γλυκυτάτη, φωνή αγγελική. Κ' έμεινα εκστατικός εκεί εις την θύραν
+μέχρι τέλους, ρίπτων ενίοτε τους οφθαλμούς μου και επί των
+χρυσοκεντήτων ποδιών, αίτινες με βαρείας χρυσάς φούντας εκρέμαντο
+υπό τας ολίγας αγίας εικόνας, ποδιών ουχί επί τούτω εξ αρχής
+κεντηθεισών, ως μοι εφάνη. Το χρυσοΰφαντον εκείνο ύφασμα ίσως κατ'
+αρχάς θα ήτο προωρισμένον δι' άλλον σκοπόν, ίσως εχρησίμευσεν εις
+την προικώαν ενδυμασίαν νύμφης τινός, μετά τον θάνατον της οποίας,
+ακαίρως ίσως θανούσης, τα εχάρισεν εις την εκκλησίαν, χάρισμα
+πένθους ή και χηρείας.
+
+Την προσοχήν μου εφείλκυσε και ζεύγος νεαρών συζύγων, εν κατανύξει
+ισταμένων εγγύς της ψαλλούσης μοναχής. Εκτός κ' ενός άλλου
+μοναχού, του γηραιού Πέτρου, υπηρετούντος και ψάλλοντος με την
+άξεστον μεν χονδρήν φωνήν του κατανυκτικήν δε, ουδείς άλλος
+υπήρχεν εν τω ναΐσκω, ου τα ολίγα φώτα εχλώμαινον πενθίμως εν μέσω
+του ευώδους καπνού του θυμιάματος. Κ' έβλεπες τότε το γλυκύ λευκόν
+πρόσωπον της μοναχής ως εν μέσω νεφελών εν τοις ουρανοίς.
+
+Μετά το τέλος του μνημοσύνου ο ιερεύς φέρων την στολήν του, κρατών
+λαμπάδα και θυμιατόν, εξήλθε του ναού και κατόπιν αυτού η συμπαθής
+καλογραία, ήτις, μετά λύπης παρετήρησα ότι ην χωλή η δυστυχής,
+μετά δεινού κόπου σύρουσα τον έτερον των ποδών της, υποβασταζομένη
+περιπαθώς υπό του νεαρού ζεύγους των συζύγων. Μακρόθεν ηκολούθουν
+κ' εγώ, θελχθείς συμπαθώς υπό των προσώπων της ασκητικής αυτής
+συνοδείας. Μετά τινα βήματα έστησαν επάνω τάφου, φέροντος
+εμπεπηγμένον ξύλινον μαύρον σταυρόν. Ο ιερεύς, αφού εθυμίασεν,
+ήρχισε ν' αναγινώσκη το πένθιμον Τρισάγιον, οι δε λοιποί
+εγονυπέτησαν εν κατανύξει μεγάλη, ψιθυρίζοντες ευχάς αναμεμιγμένας
+με θρήνους, όταν μάλιστα ήκουσαν του ιερέως μνημονεύοντος: «υπέρ
+αναπαύσεως της ψυχής της δούλης του Θεού Ζωίτσας».
+
+Τότε έκθαμβος ανεγνώρισα τα συμπαθητικά πρόσωπα της παρούσης
+διηγήσεως.
+
+Ο νεοσκαφής τάφος με τον μαύρον ξύλινον σταυρόν, προς το ρίζωμα
+του οποίου είχον φυτρώσει, τις οίδε πώς, μεγάλη τις κουκκέα με
+δροσερά υπόφαια ως στακτωμένα φύλλα και ολίγα μαυροπράσινα μάραθα
+με τα κίτρινα άνθη των τα φουντωτά, ην ο τάφος της θειά-Ζωίτσας,
+ήτις απέθανε τρεις μήνας μετά το πάθημα της θυγατρός της, πονούσα
+βαθέως διότι έβλεπε χωλήν την ωραίαν θυγατέρα της. Αι τελευταίαι
+της λέξεις, όταν απέθνησκεν, ήσαν:
+
+ — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα!
+
+Ταύτα επρόφερεν η πτωχή με τα ξηρά του θανάτου χείλη ενώπιον του
+αγγέλου της, και έκλεισε διά παντός τους οφθαλμούς της.
+
+Η δε λευκή και χωλή μοναχή, ην η προσφιλής της θειά-Ζωίτσας
+θυγάτηρ, η ωραία και καλόκαρδος Δεσποινιώ, ήτις μετά νοσηλείαν
+επίπονον δύο μηνών, απομείνασα χωλή τον θραυσθέντα πόδα, εκάρη
+μοναχή παρά τω γέροντι Ιερεμία κ' έμεινε παρ' αυτώ.
+
+Το νεαρόν πάλιν ζεύγος των συζύγων, ην η μικροτέρα θυγάτηρ της
+θειά-Ζωίτσας, η καλή Σοφούλα, ην υπάνδρευσεν ο Παπά Ιερεμίας ως
+καλός πατήρ μετά τινος αγαθού ναύτου εργατικού και δραστηρίου,
+αρκεσθέντος εις την οικίαν, και μη θελήσαντος να εγγίση την
+εκκλησιαστικήν άμπελον.
+
+Αι χρυσοκέντητοι τέλος ποδιαί, αι στολίζουσαι το κομψόν τέμπλον
+του προχείρου εκείνου ναΐσκου τόσον λαμπρώς, ήσαν τα προικιά της
+Δεσποινιώς τα εύμορφα, τα οποία με τόσην αγνήν προσπάθειαν
+εφιλοτέχνησεν η καλή παρθένος, ως να ήξευρεν ότι έμελλον ποτε να
+στολίσωσι τας εικόνας του Χριστού και της Παναγίας.
+
+Αφού τέλος εμοιράσθησαν τα κόλλυβα, τα οποία ήσαν πολύ εύμορφα
+στολισμένα με σταφίδας, κουφέτα, βαράκια ολόχρυσα και φύλλα ευώδη,
+ο παπα-Ιερεμίας είπε τον επίλογον με την ξηράν πάντοτε και στεγνήν
+φωνήν του:
+
+ — Τα αναθήματα, τιμαλφή ταξίματα και τα βακούφικα, ήτοι κτήματα
+αφιερωθέντα άπαξ εις τον Θεόν, επ' ουδενί λόγω αναλαμβάνονται
+πλέον οπίσω. Όστις τα αφαιρέση, έστω και δι' αγοράς, είνε
+ιερόσυλος και υπόκειται εις την κατάραν του Θεού.
+
+
+
+ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ
+(1899)
+
+
+
+Α'.
+
+Καταπρασίνη. Με το γλυκύ, σαπφείρινον, του πόντου χρώμα. Νύμφη του
+γιαλού, με το λαχανί φόρεμά της. Εις τας απαλάς της, τας
+ονειρώδεις στρογγυλότητας της μάσκας της, εις τα λεία, τα χυτά
+πλευρά της, εις την κομψήν, την εύγραμμον, λαγόνα της, Νηρηίδος
+λαγόνα, παντού, θαρρείς και αντικατωπτρίζετο το σαπφείρινον του
+πόντου χρώμα.
+
+Μακρά, στενή, στιλάδο σκαρί, φορτωμένη διά Κωνσταντινούπολιν η
+σκούνα, ήτο αραγμένη εις τον ευρύν, τον ακύμαντον λιμένα, με τους
+υψηλούς δύο ιστούς της, ακινήτους ως τρόπαια. Με τα πανιά
+μαζευμένα, δεμένα εις τας θέσεις των, εις τα σταυροειδή πενά,
+έτοιμα, θαρρείς, εις μίαν πνοήν, πνοήν ελαφράν, ν' ανοίξουν, να
+γλυστρίσουν, μαλακά-μαλακά, ως νεφέλαι, λευκός πέπλος του Γάμου.
+
+Καμαρόνουσα, κούφη, ελαφρά σειομένη, ως κρεμαστή, εις το γλυκύ της
+αύρας φύσημα, με τ' αναρίθμητα, τα πολυώνυμα εκείνα σχοινία των
+ιστών, δίκτυον γραμμών και γωνιών πολύπλοκον, ως ζωγραφιστή
+εφαίνετο εν αιθερίω πίνακι, πανδαίδαλον ίνδαλμα των θαλασσών,
+όνειρον θελκτικόν του κοιμωμένου λιμένος.
+
+Καθρέπτης αργυρόχρυσος ο λιμήν. Και εις την κρυσταλλώδη, την
+στίλβουσαν αυγήν του, έβλεπες εν ρεμβασμώ, μίαν καταπράσινην,
+αραγμένην σκούναν.
+
+Κάθε βράδυ, μετά τον θαλασσινόν μου περίπατον, επερνούσα δίπλα
+της. Η μικρά φελούκα εσειάριζεν. Ανεκόπτετο ο δρόμος. Και
+ιστάμενος εν θάμβει, την εθεώρουν, την εκαμάρωνα, με πόθου διψαλέα
+όμματα, λαμποκοπούσαν εις την εσπερινήν φωτοβολίαν, με μίαν
+κάτασπρην γραμμήν, μεταβλητήν· εκ βρόχου χιονώδους ταινίαν,
+περιθέουσαν την άκραν του υψηλού της παραπέτου, με το σπιράγιο της
+πρύμνης κατάλευκον, τετράγωνον βωμόν του θαλασσινού Θεού, με τον
+Ηρακλέα ξύλινον, επί της υψηλής, της αρρενωπής πρώρας της, πολιόν
+αργοναύτην, λευκανθέντα εις των κυμάτων την πυκνήν βροχήν.
+
+Νικήτρια, ερρέμβαζε τρυφερώς την νίκην.
+
+Ανεπαύετο.
+
+***
+
+ — Ν' αρμένιζα μαζί της!
+
+Και ο αράπης, μπογαζιανός σκύλλαρος, υλακτών, έδακνε με τους
+αγρίους οδόντας του την κωπαστήν, καβαλαρωμένος επάνω, φύλαξ
+άγρυπνος της κοιμωμένης θαλασσονύμφης, κι' εξέβαλεν ενίοτε μετ'
+ωρυγών, το φοβερόν ρύγχος του, με το τραχύ, μαύρον τρίχωμα,
+πεταχτόν άνω των κροτάφων, υπό την σκιάν του οποίου αγρίως
+εγυάλιζον δύο πύρινοι οφθαλμοί, κ' εφάγκριζον φοβεροί κυνόδοντες,
+αγρίως πειναλέοι.
+
+***
+
+Ήρεμος, απαλή, πηκτή η γαλανή θάλασσα, την έφερεν ελαφράν εις τα
+δροσερά της νώτα, κούκλαν μικράν 'ς την καταπρασίνη αγκαλιά της,
+θαρρείς κ' η θάλασσα επλάσθη δι' αυτήν.
+
+Κ' εκείνη γλυκά-γλυκά την έψαυε, καταπρασίνη, αρμονικώς
+συνδυάζουσα το χρυσαυγές χρώμα της με το γλαυκόν της θαλάσσης
+χρώμα, θαρρείς κ' επλάσθη διά την θάλασσαν.
+
+ — Ν' αρμένιζα μαζί της!
+
+***
+
+Η θάλασσα, μπονάτσα — λάδι, κοιμάται. Κοιμάται κ' η σκούνα,
+τυλιγμένη μέσα εις αεροειδή πέπλον.
+
+Κι' αν εξυπνήση η θάλασσα μια φορά!
+
+Κι' αν εξυπνήση κ' η σκούνα μια φορά!
+
+ — Ν' αρμένιζα μαζί της!
+
+Με τα πανιά!
+
+Το γνήσιον, το αληθές, το καθ' αυτό ταξείδι.
+
+Με τα πανιά!
+
+Άρρητος ο πλους, αχόρταστος η απόλαυσις, τρυφερά η συγκίνησις.
+
+Με τα πανιά!
+
+Προφέρεις μόνον την δροσεράν λέξιν και αύραι μυρίζουσαι ως τα
+κρίνα, του πόντου τα μυροβόλα φύκη πλημμυρίζουν την καρδίαν σου.
+
+Με τα πανιά!
+
+Πτερωτός, μυθικός δαίμων, σε αφαρπάζει, ως επί νεφελών, ίνα σε
+μεταγάγη εις τον δροσερόν των κυμάτων κόσμον, όπου η φύσις
+ολόγυμνος κολυμβά, αφρός εν αφρώ.
+
+Θεωρείς κύματα, διαλογίζεσαι κύματα, ομιλείς με τα κύματα, την
+ηδέως κηλούσαν του ύδατος γλώσσαν, βόμβον εράσμιον ως από μυριάδων
+κυψελών. Τρώγεις 'ς τα κύματα, κοιμάσαι 'ς τα κύματα, κ' εξυπνάς
+'ς τα κύματα, ζης σαν γλάρος, του κύματος γλάρος.
+
+Με τον ατμόν είνε νόθος ο πλους.
+
+Μαύρη, κατάμαυρη αιθάλη σε αποπνίγει.
+
+Δεν προφθάνεις να ιδής, δεν προφθάνεις να φάγης, δεν προφθάνεις να
+κοιμηθής, δεν προφθάνεις να εξυπνήσης. Δαιμόνιος βόμβος, βόμβος
+συνταρασσομένου σιδηρού κόσμου, μαύρου κόσμου, εν πυρίνη κοιλία.
+Και συνταράσσονται όλα εν καταρράξει δεινή σιδήρου πριονιζομένου,
+εν βοή σιδηρού πύργου καταπίπτοντος, εν χαλασμώ σιδηρού κόσμου
+μηχανημάτων και τροχών κ' ελίκων και πλακών, και μοχλών και
+καρφίων και κοχλιών, εν σεισμώ σιδηράς πόλεως, ότε το παν τρέμει
+επάνω, ως ο Δαθάν, κ' υποχωρεί προς τα κάτω ως ο Αβειρών, να
+εξαφανισθή, θαρρείς, εν τη αβύσσω. Και ωρύεται σειόμενον πράγμα
+και φεύγει, ενώ αιφνίδιαι στοναχαί, τιναγμοί σιδηροδεμένων
+τιτάνων, σ' εξεγείρουσι κοιμώμενον, σε ανατινάσσουν δειπνούντα,
+έξαλλον, αγνοούντα, να φύγης, ενώ το παν θα διαρραγή, θαρρείς, εις
+δύο, εν μέσω του πελάγους.
+
+Και καίουσιν οι πύραυνοι εις την κοιλίαν του, ως το παμφάγον πυρ
+εν τω κέντρω της γης. Και ζέον ύδωρ εξερεύγουσιν αι σιδηραί
+πλευραί, και ζέουσα βροχή ανατινάσσεται από της μηχανής προς τάνω,
+ατμοί, και σπίθαι και φλόγες και μυκηθμοί αγρίου τέρατος, πλέοντος
+εν δεινώ άσθματι.
+
+Τρικυμία τεχνητή, ην εξιστάμενος θεωρεί ο πόντιος Θεός, ο
+κυανοπώγων Ποσειδών.
+
+Β'.
+
+ — Άιντε! Για την Πόλι!
+
+Με αφύπνισε τραχεία, άτακτος, ασχημάτιστος φωνή, παιδός φωνή, του
+νεαρού καμαρωτού η πρόσκλησις.
+
+Επετάχθην.
+
+Παις γαλανομμάτης, μ' ελαφρόν κούκκον εν τη ακτενίστω κεφαλή του,
+με γαλάζιαν βλούζαν, ανυπόδητος με γυμνάς τας κνήμας, βρεγμένος,
+ανασκουμπωμένος μέχρι γονάτων, ήλθε να παραλάβη την βαλίζαν μου, ο
+νεαρός καμαρώτος.
+
+***
+
+ — Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ!
+
+Πρωί-πρωί, χαράγματα, είχεν εξυπνήσει η σκούνα. Κ' η σιδηρά πόμπα
+της, ανασύρουσα την άγκυραν, διά ρυθμικών βραδέων και πενθίμων
+κρότων, απεχαιρέτιζε τον λιμένα, κλαίουσα ναϊάς.
+
+ — Τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ!
+
+***
+
+Σκαμπαβία μολυβδόχρους, ελαφρά ως εκ ναστοχάρτου, με τέσσαρα
+κωπιά, μας έφερε μετά του πλοιάρχου επάνω εις την αρμενίζουσαν ήδη
+σκούναν, ήτις μετά κομψής, χορευούσης παρθένου χάριτος, ανακόψασα
+ως εν χαιρετισμώ τον ελαφρόν της δρόμον υπέκλινε θαρρείς και μας
+εδέχθη, πηδήσαντας ευφροσύνως εις τας αγκάλας της, μητέρα τα
+παιδάκια της.
+
+Κ' ιδού εγώ τέλος επί της σκούνας. Εν τη θαλάσση.
+
+Με τα πανιά, επί του καθαρού καταστρώματος του πλέοντος, του ηδέως
+ολισθαίνοντος. Εν μέσω πολυπλόκων σχοινίων, τεταμένων σχοινίων,
+χαλαρωμένων, κρεμασμένων, κουλουριασμένων, σχοινίων πισσωμένων,
+κατραμωμένων, βρεγμένων, αβρέκτων, χρωματισμένων σχοινίων,
+αχρωματίστων σχοινίων, εν ατμοσφαίρα δροσερώς υγρά, αποπνεούση
+ευάρεστον, καραβίσιαν απόπνοιαν. Υπό τα ιστία όλα ανοικτά,
+κολπωμένα, έτοιμα να μας αναρπάσουν όλους, θαρρείς, με την σκούναν
+μαζί, προς τους αιθέρας.
+
+***
+
+Κατευόδιον!
+
+Εις τας δύο προκυμαίας, εις την πλατείαν την υψηλήν, εις τας θύρας
+των μαγαζείων της αγοράς, εις τα παράθυρα των οικιών, παντού μας
+καμαρώνουν.
+
+ — Η σκούνα! η σκούνα!
+
+ — Σηκώθη η σκούνα!
+
+Και διά πυροβολισμών μας χαιρετίζουν. Κ' η σκούνα παρέρχεται προ
+της πόλεως σκιρτώσα, χορεύουσα, εύμορφη, στιλάδο σκαρί, με τα
+πανιά κάτασπρα, με τα σινιάλα φαιδρά· και αποχαιρετίζει απαντώσα
+εις τους χαιρετισμούς της νήσου. Τρομπονισμός βοΐζει βαρύς απ'
+αυτής, ου ο υπόκωφος τρόμπος εν τρόμω κυλίεται επάνω εις την
+γαλανήν επιφάνειαν της θαλάσσης, ως να μιλή η εύμορφος σκούνα:
+
+ — Έχετε γεια!
+
+Δροσερός φυσά ο μπάτης ο πρωινός. Το κύμα παιγνιωδώς πιτσιλίζει
+την πρώραν, ως ποταμάκι ασημένιο. Και την ραντίζει ευλαβώς,
+επιχαρίτως ανασειομένην, με τον κάτασπρον Ηρακλέα της, θαρρείς και
+την θωπεύει, θαρρείς και την λούει, μητέρα το κύμα χαϊδεύουσα, το
+παιδάκι της.
+
+Μία γρηούλα, ως να προσεύχεται κάθηται συμμαζευμένη επί τινος
+βράχου λευκού, κατάμαυρη.
+
+Τίνος απερχομένου ναύτου να είνε η αγαπημένη μητέρα;
+
+Το δειλινόν εχάσαμεν την κώμην, κρυφθείσαν όπισθεν μιας άκρας
+στενής και μακράς. Κατευθυνόμεθα προς βορράν, ανοικτά, προς την
+Σκόπελον. Ο φάρος της Γλώσσης επί τινος βράχου, ως πύργος γλάρων
+επί αργιλλώδους, γυμνού εδάφους. Μικρόν κατά μικρόν εξαφανίζονται
+οι έρημοι όρμοι της Σκιάθου εις ευθείαν τεφρόχρουν γραμμήν. Οι
+ναύται, εν τη πρώρα, ξαλλάξαντες, παρεκάθησαν εις το λιτόν
+πρόγευμά των, το ανοιχτόκαρδον κολατσιό, συνομιλούντες ως αδελφοί,
+και με πόνου δακρυσμένα βλέμματα παρατηρούντες αδιακόπως την
+εξαφανιζομένην πατρίδα. Οι ναύται την αγαπούν την θάλασσαν, πολύ
+την αγαπούν, αλλά μόνον την στερεάν ονειροπολούν. Το σώμα των 'ς
+την θάλασσα κι' ο νους των 'ς την στεργιά.
+
+Ο πλοίαρχος, κοντός, χονδρός, ορθογώνιον τμήμα στερεοποιηθέντος
+σώματος, με χείρας χονδράς, επικαμπείς ως χηλάς καβούρας, με
+πρόσωπον πλατύ, με τον μύστακα ένθεν κ' ένθεν ως τα δύο του
+αλφαβήτου πνεύματα, ευχαριστημένος διότι τα πανιά εδούλευαν,
+ανοίξας τα δεφτέρια του, εξετάζει τους λογαριασμούς του.
+
+Και μόνος ο πηδαλιούχος, όρθιος, επί της πρύμνης, ελαφρά
+στηριζόμενος επί του τροχού του πηδαλίου, ον περιστρέφει,
+διευθύνει το πλοίον βλέπων ατενώς προς έν κατέμπροσθέν μας γαλανόν
+σημείον, μίαν μουνδζούραν του ορίζοντος.
+
+ — Ανοιχτά, κατά την Κυρά-Παναγιά.
+
+Είχε διατάξει ο πλοίαρχος, επιβοηθήσας αυτόν συνάμα εις την
+στροφήν.
+
+ — Τον ξέρεις, βρε, τον μπούσουλα;
+
+Ερώτησε χαριεντιζόμενος, ο αγαθός πλοίαρχος με ξηρομασημένας
+λέξεις, βαστάζων μεταξύ των οδόντων τεμάχιον μολυβδοκονδύλου.
+
+Ο πηδαλιούχος σαν να επειράχθη, αδιάφορος, χωρίς ν' απαντήση
+εκύτταζε προς το πέλαγος, κάτω, όπου η Σκιάθος ολονέν εξηφανίζετο
+υπό έναν γαλανόν πέπλον με κλαδιά ενώ κ' εκεί, χρυσά, λευκά,
+πράσινα, γαλάζια κλαδιά, κόκκινα κλαδιά.
+
+ — 'Σαν τον ξέρεις τον μπούσουλα, βρε Γιαννάκη, πες μου τώρα πού
+έχουμε πλώρη;
+
+Προσέθηκε μετ' ολίγον ο πλοίαρχος, σβύσας διά της μολυβδίδος
+αριθμούς τινας και σημειώσας άλλους.
+
+ — Να, γραίγο κάρτα τραμουντάνα!
+
+Απήντησε μετά ετοιμότητος αυταρέσκου ο νεανίσκος, υιός του
+πλοιάρχου πολυαγάπητος.
+
+ — Μπράβο, Γιαννάκη, μπράβο, Γιαννάκη! Εσύ μωρέ γυιε μου, τα
+ξεσκόλησες! Κοντεύεις να περάσης τον πατέρα σου.
+
+Είπεν ο πλοίαρχος κ' επαραμέρισε την ένθεν κ' ένθεν του στόματός
+του επικολλημένην δασείαν και ψιλήν, ως διά να γελάση ελεύθερα.
+
+Ο Γιαννάκης ήτο νεανίας, μόλις δεκαοκταετής. Αγένειος,
+μελανόφθαλμος, μελαψός, με κόμην άφθονον κατάμαυρην, εξέχουσαν
+γύρω, γύρω από τον κούκκον ως επικάλυμμα κυψέλης Και συνεχώς μετά
+τινος μελαγχολίας έστρεφεν οπίσω προς τη γαλανήν Σκίαθον, κυάνεον
+όγκον πλέον, κι εβύθιζε το βλέμμα του κάτω εκεί, παραμελών την
+πηδαλιουχίαν, και φέρων την σκούναν συνεχώς διά γραμμής
+τεθλασμένης.
+
+ — Τώρα θα μας κυττάζουν ακόμα. Μου είπε.
+
+ — Μας βλέπουν;
+
+ — Ακόμα δεν εχώνεψεν η σκούνα. Κάτω 'ς την άμμο, 'ς το Ξάνεμο, η
+μάννα μου θα μας αγναντεύη.
+
+Και μετά μικρόν τεθλιμμένος:
+
+ — Πηγαίνει 'ς τον Πύργο, ανάφτει τα καντήλια τ' Άη-Γιαννιού και
+ύστερα τραβάει 'ς το Ξάνεμο και κάθεται, ως να χωνέψουμε.
+«Παναγίτσα μπροστά τους! Παναγίτσα μπροστά τους!» όλο έτσι λέει
+και κάμνει τον σταυρόν της η καϋμένη η μάννα μου.
+
+ — Όλο ανοιχτά! όλο ανοιχτά!
+
+Διέκοψεν ήδη ο πλοίαρχος, αντιληφθείς αίφνης ότι τ' απόνερα της
+σκούνας εσχημάτιζον πάλιν τεθλασμένην μακράν γραμμήν.
+
+Μετ' ολίγον έπαυσε και ο νεανίας να κυττάζη την νήσον, ήτις,
+αγνώριστος πλέον, είχε διαιρεθή υπό της αποστάσεως εις τρεις
+μικράς νησίδας ξένου αρχιπελάγους. Εκβαλών βαθύν στεναγμόν, τον
+τελευταίον προς την πατρίδα του αποχαιρετισμόν, αφιερώθη εις την
+πηδαλιουχίαν, το έργον του, ενώ χονδρόν δάκρυ εκυλίετο εις τας
+ζωηράς παρειάς του.
+
+Στηρίζων το στήθος μου επί του υψηλού δρυφάκτου της πρύμνης, ως
+επί των χειλέων εξοχικού ανδήρου, με κρυφήν χαράν εισπνέω την
+δρόσον, την αμύθητον του πελάγους δρόσον, την αχώνευτον, την
+αλησμόνητον ζωήν.
+
+Δύο-τρία κοπαδάκια, σκιρτώντα μικρά ψαράκια, μικρούτσικες αθερίνες
+της Σκιάθου, μας παρηκολούθησαν από του λιμένος. Και σπεύδουν τα
+καϋμένα, και σείουν της ουρίτσες των ως να τρέμουν μη μας χάσουν.
+Αραιόνουν, πυκνούνται, αλαργεύουν, σιμόνουν, παρατάσσονται,
+ανακατόνονται. Χάνονται υπό το καταπράσινον κύμα, και πάλιν ιδού
+αναφαίνονται παρά το πλευρόν της σκούνας, η οποία ως διά μαγνήτου
+τα προσελκύει κοντά της, τα σύρει μαζύ της. Τώρα είνε πίσω. Τώρα
+ήλθαν 'ς την μέση. Ένα κοπαδάκι, δύο κοπαδάκια, τρία κοπαδάκια.
+Μικρά-μικρά. Με κοιλίαν άσπρην, με ματάκια μαύρα, ως γυαλιστερές
+χανδρίτσες. Ψίχουλα που τα τίναξαν, θαρρείς, οι ναύται από το
+δείπνον των κι' εζωντάνεψαν μέσα 'ς το κύμα. Και να, τσιμπούν την
+κοιλιάν της σκούνας, αναίσθητον, μπακιρωμένην. Τώρα έκαμαν κύκλον.
+Τώρα χορεύουν τον συρτόν. Τώρα κολυμβούν ένα-ένα. Τώρα
+παραβγαίνουν 'ς τ' αλάργα. Πλέουν και παίζουν. Παίζουν και πλέουν.
+Εξάγουν τα κεφαλάκια των να μας ιδούν και σχηματίζουν φυσαλίδας ως
+να επιπλέη εκεί τρυπημένον κόσκινον. Στρέφουν εξαίφνης προς το
+πέλαγος ως να κυνηγούν ψιχίον καταπεσόν, κ' αίφνης μετανοούν τάχα
+και το αφίνουν· και πάλιν ξαναμετανοούν και παρακολουθούν πάλιν
+όλα μαζύ, ένας σωρός, την σκούναν, της οποίας τα λευκά ιστία
+κεντώσιν ήδη με χρυσάφι πολίτικο αι χρυσαί της δύσεως ακτίνες.
+
+Γ'.
+
+Νυκτώνει. Όπισθέν μας, προς νότον, διαγράφονται αι σκιαί των
+βορείων Σποράδων, ογκώδεις, μαύραι, ως σύννεφα καταιγίδος. Εμπρός
+προς βορράν, μόλις σχηματίζονται, δεξιά, ως νέφη μελαψά, τα
+Ρημονήσια, και πέραν εκεί επάνω μακράν ως νεφέλωμα σκοτεινόν η
+πολυσχιδής Χαλκιδική.
+
+Οι ναύται κατακλίνονται επάνω εις το κατάστρωμα. Ο μεν εντός της
+μεγάλης σκαμπαβίας, στερεωμένης εν μέσω του καταστρώματος, ο δε
+δίπλα της, απ' έξω υπό την μάσκαν της, ως υπό στέγην, ο δε υπό το
+υπόστεγον της πρώρας και άλλος υπό την δρόσον του πλατέος τρίγκου
+του πλέον χαμηλού ιστίου, ως υπό τους κλώνους πυκνοφύλλου
+πλατάνου. Και μόνον η βάρδια αγρυπνεί, ο φρουρός, βλέπων πάντοτε
+εμπρός, εις απόστασιν, και ο τιμονιέρης βλέπων προς τον ουρανόν
+και προς τ' άρμενα της αγρυπνούσης σκούνας, ήτις προχωρεί
+αδιακόπως γλυκά συνομιλούσα με το κύμα.
+
+ — Βλέπεις εκείνο τ' άστρο, το γεμάτο; Εκεί να πηγαίνη το
+μπαστούνι σου. Και να παίζη ο κόντρας, το πλέον υψηλόν ιστίον.
+Ακούς, Γιαννάκη μου; Α! παιδί μου! Και να δης μια πατατούκα που θα
+σου πάρω στην Πόλι!
+
+Είπεν ο πλοίαρχος και εξηπλώθη επάνω εις το σπιράγιο της πρύμνης,
+τυλιχθείς ως κούτσουρον εντός βαρείας χλαίνης.
+
+Ο μπάτης, δυναμώσας την νύκτα, κολποί τα ιστία τα οποία θαμβά
+υψούνται κατά σειράν επί των δύο ιστών, ως σημαίαι πανηγυρικών
+αψίδων, λησμονηθείσαι την νύκτα.
+
+Η σκούνα σείεται όλη ελαφρώς, επιπλέουσα ως πτερόν.
+
+Ο ουρανός πλήρης αστέρων, απλούται ως απέραντος οροφή άνω του
+πελάγους, το οποίον μαυρίζει προς τα κάτω και χάνεται εις τα
+σκότη, αφ' ων αόριστος, μυστηριώδης αναδίδεται ψίθυρος ως αύρας
+πνεούσης μακράν εν τω δάσει. Ψίθυρος ευάρεστος, μορμυρισμός
+ρυακίου, ρέοντος υπό την χλόην, μαλακά, υποκώφως. Η λεία του
+πόντου επιφάνεια, ρυτιδουμένη, σχηματίζει μικρά κυματάκια, τα
+οποία παίζουν εν τη σκοτεινή εκτάσει κυνηγούμενα, και κυνηγούνται
+παίζοντα, και τρέχουν, και θορυβούν, και γελούν, θαρρείς,
+προσκρούοντα επί της πρώρας, ελαφρά, ως δεματάκια εκ βάμβακος.
+Φλοισβίζουν, φλυαρούν, αφρίζουν κ' ενίοτε αντικρύζοντα τον
+ελάτινον της πρώρας ημίθεον απαθή και ακίνητον ως εκ μετάλλου
+εξίστανται και αυτά.
+
+Αλμυρά, νόστιμος ευωδία πληροί την όσφρησίν μου. Φέρομαι επί των
+κυμάτων ως ένα κάρφος, ένα πτερόν. Παμποίκιλοι διαλογισμοί ως τα
+κύματα παίζουσιν εν τη ψυχή μου, δροσερά ως ο πόντος. Ενθυμήσεις
+αόριστοι, συγκεχυμέναι, ως η περί εμέ υγρά φύσις κατέχουν την
+διάνοιάν μου. Κόσμος σχοινίων πολυώνυμος, ξάρτια και παταράτσα και
+κάργα, κόσμος ιστίων, τρίγκοι και παπαφίγκοι και φλόκια και
+φλέσια, κόσμος εξαρτισμών και πλεγμάτων και τροχιακών και
+τρυμαλιών, καρχήσια πολύστομα και πλατύστομα, απλούνται επάνωθέν
+μου όλα συμπεφυρμένα εις τετράγωνα, εις κύκλους και ρόμβους και
+τρίγωνα, εις αναβαθμούς και αναρτήσεις κ' αιώρας, πέραν των οποίων
+σελαγίζουσιν αναρίθμητα άστρα, φωτόμορφοι αστερισμοί, αγύριστος
+κόσμος άλλου, μετεώρου πελάγους, με τα γαλακτώδη του Γαλαξίου
+νεφελώματα, ως πολυκαμπή οδόν των ψυχών και των πνευμάτων.
+
+ — Να παίζη ο κόντρας, βρε Γιάννη!
+
+Ακούεται αίφνης, διακόπτουσα τους ψιθυρισμούς της ψυχής, η τραχεία
+φωνή του πλοιάρχου ως ονειρευθέντος εκεί υπό την αναισθητούσαν
+χλαίναν του.
+
+Και ο Γιαννάκης μετά προσοχής θεωρεί τον μόλις εν τω ύψει και τη
+νυκτί διαγραφόμενον, ως φαιόν νέφος, κόντραν, προς τας κινήσεις
+του οποίου κανονίζεται η ευθυπλοΐα.
+
+ — Πήγες σ' την Πόλι; Κολακεύει πάλιν τον έφηβον υιόν του ο
+πλοίαρχος, ενισχύων αυτόν εν τη αγρυπνία του. Να πας σ' την Πόλι
+και να ιδής! Να ιδής αγάδες και να ιδής χανούμισσαις! Να ιδής
+αγάδες 'ς τα άλογα και χανούμισσαις 'ς τους μπιαντέδες σαν
+ζωγραφιαίς.
+
+Γλυκά-γλυκά κατέρχεται επί των βλεφάρων μου ο ύπνος ως ψεκάζουσα
+δρόσος από των Εστιών, άτινα συγχέονται προς την σκοτίαν πλέον,
+όγκοι σκοτεινόφαιοι ατμών και καταχνιάς.
+
+Διά τελευταίαν φοράν διακρίνω το κατακόκκινον φως του σιγάρου του
+πρωραίου φρουρού, αγρυπνούντος βαρδιάνου, ακινήτου ως ξυλίνου,
+όστις τυλιγμένος εις το αμπαδένιο καποτάκι του, ως εντός μιας
+δίπλας της νυκτός, τραγουδεί το τραγουδάκι του, το γλυκύ του
+νυσταγμού του αντιφάρμακον, όπερ ως νανούρισμα δι' εμέ κομίζει η
+νυκτία δρόσος προς την αυτοσχέδιον κλίνην μου, υπό την βαρείαν της
+μπούμας επιστέγασιν:
+
+ _Από ξένον τόπο
+ κι' απ' αλαργινόν —
+ γιάλα-γιάλα
+ Ήλθε το Μορφάκι,
+ ήλθε το καϋμένο
+ δώδεκα χρονών. . .
+ γιάλα-γιάλα._
+
+Τι όνειρον! Γλυκύ, δροσερόν όνειρον. Η πλατεία μπούμα, αγρυπνούσα
+με παρεφύλαττεν ως δροσερός άγγελος καθ' όλην την νύκτα. Αλλ'
+εκοιμήθην επί στρώματος εξ ανθέων; Εκοιμήθην επί του αφρού;
+Εκοιμήθην επί νεφέλης κούφης; Ελαφρά; Μαλακά; Εναέριος; Επί πτίλων
+περιστερών; Επί πετάλων ρόδων; Επί ερίων χρυσών; Κλίνη
+μυστηριώδης. Βυθίζουσα εις το αχανές. Ανάγουσα εις κόσμους
+μεταρσίους. Λιικνίζουσά με ως δι' αβροδιαίτων χειρών νυμφών και
+νηρηίδων, υπερκοσμίων πνευμάτων. Βαυκαλίζουσά με ηδέως. Εάν αι
+ψυχαί κοιμώνται εν τω παραδείσω, ο ύπνος των δεν θα είναι αλλοίος.
+
+Και ότε αφυπνίσθην, την αυγήν, εξηκολούθει ακόμη ο θείος όνειρος.
+
+Θέαμα ευρύ. Θέαμα ποικίλον, θέαμα απεριόριστον, απερίγραπτον,
+ασύλληπτον θέαμα. Σκηνογραφία έξοχος εξόχου γραφέως, την οποίαν
+διά μαγικού ελατηρίου ανύψωσεν επί του αιθρίου ορίζοντος η
+πολυέραστος πρωινή νύμφη φωτίσασα αίφνης διά μαλακού, καθηδύνοντος
+φωτός, το Αιγαίον.
+
+Ο σεμνότατος Άθως, τριγωνικός ως πυραμίς Αιγυπτιακή, εις το βάθος,
+επιβάλλων διά του μεγαλείου του και αναγκάζων σε, γονυκλινή, εις
+επιτακτικήν προσκύνησιν. Δεξιά τα Ρημονήσια, γιγάντια κήτη,
+νομίζεις, αναδύσαντα εκ του βυθού, μαυρογάλανα, οζώδη, φαλακρά.
+Πλέουσι, θαρρείς, εν μακρά γραμμή, κατά σειράν, εν εξαισία
+παρατάξει, συντροφία γιγάντων, να προσκυνήσουν τον ιερόν Άθωνα,
+αποκαλύψαντα την πολιάν κορυφήν του ως προς υποδοχήν, ενώ από τους
+μαύρους βοστρύχους του κρέμανται μοναί και ασκητήρια, καλιαί
+αββάδων.
+
+Ιδού η Αλόνησος με το σφαιρικόν όρος της και τον απόκρυφον λιμένα
+της, καταφύγιον των ναυαγών και των πειρατών.
+
+Ιδού παρέκει η Κυρά-Παναγιά με το καταγάλανον των δασών της χρώμα,
+ως με κυανούν πρωϊνόν μανδύαν περιβεβλημένη, υφ' ον βόσκουσι τα
+ποίμνια της Λαύρας, τα γαλακτερά. Ιδού τα αγριόμορφα, τα χοιρώδη
+Γιούρα, σιωπηλά και ακατοίκητα. Ο αλιεύς, ον η γαλήνη,
+καταδελεάσασα παρέσυρε μέχρι των αποτόμων ακτών του, έντρομος
+βλέπει την νύκτα να κατρακυλώσιν εν βρόντω σατανικώ βράχοι
+αμαξιαίοι, υπό αοράτων δαιμονίων ωθούμενοι, άτινα — λεγεών όλη —
+εξώσθησαν εκεί εκ του Άθωνος διά των προσευχών του οικιστού αυτού
+Πέτρου του Αθωνίτου. Όπισθεν αυτού, συνεσταλμένον, γαλανόχρουν, το
+έρημον Πιπέρι, με τ' άφθονα καυσόξυλά του και το ασκητικόν μετόχι
+του, οίκημα, θαρρείς, των μιαρών αμφιβίων.
+
+Κ' εμπρός-εμπρός ιδού η Ψαθούρα, μακρά, ομαλή, ηπλωμένη επί των
+κυμάτων, ως Αλεξανδρινή ψίαθος, με τον πύργον του φανού της εν
+μέσω, ως ιστόν πλοίου μακρόθεν φαινόμενον, πλοίου αγκυροβολήσαντος
+δι' άγνωστον αιτίαν εν μέσω εκεί του πελάγους. Την νύκτα όταν
+φέγγη γλυκά εκεί, μέσα εις την σιωπηλήν ερημίαν του πελάγους,
+θαρρείς και είναι κανδήλα ιερά ενώπιον αναμμένη του Γέρω-Άθωνος.
+
+Ω απερίγραπτον όνειρον πρωινόν.
+
+Αίφνης από μέσα από το πέλαγος προς ανατολάς κάτω, ανάπτει φως
+ερυθρόν· πυροφάνιον τερατώδες, τρίτωνός τινος τον οποίον τον
+επήρεν η ημέρα εις το ψάρευμα. Κατ' αρχάς φαίνεται ως κεφαλή
+σαρικοφόρου Τούρκου, αναδύοντος μεγαλοπρεπώς από των κυμάτων, είτα
+ως ωραιότατος τεράστιος μύκης, θαλασσίου λειμώνος, είτα ως χύτρα
+χαλκή κατακόκκινος επί της πυράς, χύτρα παμμεγέθης Γκέκιδων
+γεωργών. Προς στιγμήν μετεμορφώθη εις πάγκαλον ανθοδοχείον, μέγα,
+φοινικικόν, και τέλος από μέσα από την ακατανόητον αυτήν σύγχυσιν
+του φωτός, σύγχυσιν εις πράγματα και σύγχυσιν εις σχήματα,
+αναθρώσκει ο ήλιος, ως νυμφίος από του παστού, ακτινοβολών,
+φωτίζων, ζωογονών, και λύνων το παν, όπερ ελούσθη πλέον, θαρρείς,
+περιεβλήθη το αιώνιον φωτεινόν ιμάτιόν του, ζη.
+
+Άγριον, φοβερόν είνε το πέλαγος άνευ του ηλίου. Αι φωτοβόλοι του
+προσφιλούς άστρου ακτίνες παραμυθούσι, συντροφεύουν, λαλούν,
+αποδιώκουν την κρυεράν ερημίαν. Την νύκτα, με το πυκνό σκότος,
+άπασα η περικαλλής αύτη σκηνογραφία θα ήτο απαισία. Τα Ρημονήσια,
+δαίμονες σπεύδοντες να συμπλακώσι προς τον αρχηγόν του σκότους,
+τον φοβερόν Άθωνα. Τα κύματα, άγριοι οδόντες Αιθίοπος, απειλούντος
+φθοράν.
+
+Και νυν οποία μεταμόρφωσις ηπιότητος, ειρήνης και μειδιάματος.
+Λάμπουν τα Ρημονήσια, χορός Ναϊάδων. Αι ράχεις των ακτινοβολούν
+από χαράν, με ρόδινον ή κυανούν πέπλον ημφιεσμέναι. Γελούν αι
+γυμναί κορυφαί των, γελούν και η γυαλιστεραίς ακρογιαλιαίς των, μ'
+ευωδιάζοντα — δεν το πιστεύετε; — λαλαρίδια, ποικιλοσχήμους και
+ποικιλοχρώμους χάλικας, όπου θα επεθύμει να κυλίεται κανείς
+ολόγυμνος, κολυμβών εις την χρυσήν την άμμον και εις τον
+καταπράσινον αιγιαλόν των.
+
+Η ως ψίαθος ηπλωμένη Ψαθούρα, νομίζεις και ανακινείται,
+ανασηκόνεται ως νύμφη θαλασσόλουστος, ανατείνουσα τον πύργον του
+φανού της, ως διά να χαιρετίση ζητωκραυγάζουσα εις τιμήν του
+Άθωνος, όστις με ολόασπρον την κεφαλήν, φέρων τον βαθύ-κυανούν
+μανδύαν του, πατρικώς προσμειδιά, συγκρατών περί εαυτόν, ως
+εγγονάκια του, τα ώμορφα Ρημονήσια, τα οποία πρωί-πρωί θέλει να τα
+χορεύση επί των πρεσβυτικών γονάτων του, άδων, ο πολιός πάππος, το
+παλαιόν τραγούδι του, γλυκύ και δροσερόν ως ψίθυρον καστανέας:
+
+ _βρε σεις, βρε,
+ βρε σεις, βρε,
+ χάρισμά σας
+ τον τζιβρέ...._
+
+Τα κύματα δεν φοβίζουν πλέον. Ακτινοβολούν φως και ζωήν. Αρνάκια
+κάτασπρα, καμπουρωτά, σκιρτώσιν εν τη υγρά του Αιγαίου πεδιάδι και
+ακούεις τον γλυκύν βληχασμόν των. Χοροπηδούν. Κάθηνται. Γελούν.
+Φωνάζουν. Παίζουν. Συμπλέκονται. Φιλιούνται. Απορροφώνται.
+Χάνονται, κ' αίφνης αναγεννώνται.
+
+Το ζείδωρον ηλιακόν φως συνησθάνθησαν και τα εν τω πυθμένι τέρατα
+κ' ιδού εξάγουσι τας βοώδεις κεφαλάς των, τα φοβερά κήτη, οι
+ογκώδεις, ως φουσκωμένοι ασκοί, φυσητήρες, ζωντανοί πίδακες,
+ανατινάσσοντες εις ύψος την θάλασσαν, πρωί-πρωί, ως να λούωνται
+μετά συριστικού κρότου του λάρυγγος και των χειλέων των με
+γαργαρώδεις ανακογχυλιασμούς, γέροντος Τρίτωνος. Νομίζεις ότι
+θελγόμενα υπό της λειότητος του πελάγους θέλουν να πηλαλήσουν,
+ίπποι θαλάσσιοι, κ' ένεκα του όγκου των βυθίζονται ασθμαίνοντα,
+άσθμα ύστατον, αποπνηκτικόν άσθμα, της τελευταίας αγωνίας τον
+γοερόν μυκηθμόν, ενώ μετά πόνου εξέχει η βόειος κεφαλή των, με δύο
+μεγάλα αγελάδος όμματα, μιαρώς υαλίζοντα, εν τη θαλασσινή ερημία.
+Και από το κακόν των, που θα σκάσουν θαρρείς, φυσούν και
+αναρρίπτουν προς τ' άνω βροχήν ραγδαίαν το κύμα, μετά κρότου
+εκπωματιζομένων τεραστίων φιαλών. Και συναθροίζονται πέριξ των αι
+μικραί ταχύπτεροι αλκυόνες, και άλλα μαύρα μακροτράχηλα
+θαλασσοπούλια, αι μελαψαί Καλικαντζούναι, και τα τσιμπούν τ'
+αναίσθητα «γκαβοντόλια» και τα περιπαίζουν τα αχρεία κήτη,
+ταπρόσιτα του Αιγαίου θηρία.
+
+Ο πλοίαρχός μας ευχαριστημένος διά τον ωραίον καιρόν, εύρεν
+εργασίαν δι' έκαστον ναύτην.
+
+Άλλος λοιπόν ξαίνει στυπείον, άλλος εμβαλώνει διερρηγμένην
+γάμπιαν, άλλος χρωματίζει ξεβαμμένον κάπου το παραπέτο, άλλος
+αυτοσχέδιος τέκτων ομαλίζει ξύλον προς κώπην κατάλληλον διά την
+φελούκαν, και ο μάγειρος, χωμένος εις το ξύλινον μαγειρείον του,
+ετοιμάζει το γεύμα.
+
+ — Η χειροτέρα δουλειά είνε η τεμπελιά! έλεγεν ο πλοίαρχος προς
+τον Γιαννάκην, επιθεωρών την καθετήν, έτοιμος προς αλιείαν.
+
+Και βλέπων τον έφηβον αποκαμόντα εν τη μονοτόνω πηδαλιουχία του:
+
+ — Α! Γιαννάκη, και να πάμε εις την Πόλι ταχειά! Πήγες εις την
+Πόλι, βρε Γιαννάκη; Να πας εις την Πόλι και να ιδής! Να ιδής
+μιναρέδες και να ιδής κυπαρίσσια! — Ήτο πρωτοτάξειδος ο Γιαννάκης.
+Διελθών το μικρόν σχολείον του χωρίου του εμβαρκάρισεν ο νεανίας
+με του πατρός του την σκούναν, μικρός-μικρός ονειρευθείς την
+θάλασσαν ώς τινα θελκτικήν και ανέφελον ζωήν, θαρρών ότι ο εν
+πελάγει πλους ωμοίαζε προς το καραβάκι του το μικροσκοπικόν που το
+εκαράβιζεν εις την προ του οίκου των ήρεμον παραλίαν.
+
+Δ.'
+
+Καθ' όλην την ημέραν ησθανόμην αμύθητον αγαλλίασιν, κυττάζων την
+εξαισίαν αυτήν του Αιγαίου σκηνογραφίαν.
+
+Ο άνεμος έπνεεν από των Ερημονήσων και η σκούνα προήγε πάντοτε
+προς τα εμπρός, χρονιάρα νύμφη θαρρείς, και έβγαινεν εις τον κάβο
+του χορού με μανδήλι μεταξωτό, ασπρογάλαζο μανδήλι, τας γαλανάς
+νησίδας, τας οποίας, ιδού γελώσας, προσπαθεί να παρασύρη εις τον
+δρόμον της τον ταχύν, γαλανήν συντροφίαν.
+
+Προχωρούσης της ημέρας όμως ο άνεμος εκόπασε. Και τέλος έσβυσεν
+ολοτελώς. Γαλήνη πλέον. Έπηξεν η θάλασσα το δειλινόν. Έπηξεν εκεί
+και η σκούνα εν μέσω του πελάγους, ακίνητος, καθηλωμένη, με τα
+πανιά κρεμάμενα ως εσθήτας να στεγνώσουν εις το καύμα του
+Ιουλιανού ηλίου. Οι γλάροι εκλαβόντες αυτήν ως νησίδα καταπρασίνην
+την περιτριγυρίζουν παίζοντες, διαγράφοντες εν τη ταχεία πτήσει
+των ποικίλους ακανονίστους κύκλους, βυθίζοντες τα ράμφη των εις
+την θάλασσαν, ως διά να δροσισθώσι κ' εξαίφνης ανυψούμενοι προς
+τας κόφας και τα χρυσά κορζέτα της σκούνας, και πάλιν
+επαναβυθιζόμενοι και κολυμβώντες ολίγας οργυιάς ως εκ χάρτου
+βαρκάκια με ανοικτά τα πτερά, με κλειστά τα πτερά, χιονώδεις,
+βαμβακεροί, ζωηροί, όλοι ομού, στολίσκος παίζοντος παιδίου, ένας-
+ένας, γύρω-γύρω, εις την γραμμήν, μακράν, εγγύς, ως να εργάζωνται,
+ως να θέλωσι να κτίσωσι τας φωλεάς εκεί, επί της λαμποκοπούσης
+επιφανείας. Χορός δελφίνων παρέκει, ανακύψας αίφνης από του μαύρου
+βυθού, διαγράφει μελαψάς γραμμάς, αψιδωτάς γραμμάς, κατρακυλούντος
+ασκού γραμμάς. Του πελάγους δύται αμιλλώνται, θαρρείς, εις τας
+αναδύσεις και καταδύσεις· αροτήρες πελαγήσιοι οργώνουσι την
+μαλακήν επιφάνειαν. Θεωρών το κύμα από της κωπαστής διακρίνω τα
+ψαράκια πάλιν, τρία-τέσσαρα κοπαδάκια, ψαράκια μικρά, της πατρίδος
+μου ψαράκια, τα οποία μας παρηκολούθησαν από του λιμένος της
+Σκιάθου. Παιδάκια ορφανά, κυνηγούν την μητέρα των φεύγουσαν. Και
+πόσον αγάλλονται οπού την κατέφθασαν. Προσκολλώνται εις τα ύφαλα
+μη την χάσουν, αναπόσπαστα. Και την φιλούν και την τσιμπούν. Και
+παίζουν εις την ποδιάν της, θαρρείς, μαύρα ματάκια, από
+χανδρίτσαις ψεύτικα ματάκια.
+
+***
+
+Πυρίνη, κατακόκκινος ημικυκλική οπή, καίει τώρα προς δύσιν. Οπή
+καμίνου, ένδον της οποίας αναρριπίζονται δυσθεώρητοι φλόγες. Ούτω
+πυρίνους λάμψεις θα εξηκόντιζε και η φοβερά Βαβυλωνία κάμινος.
+Αφηρημένος προς το αιφνίδιον θέαμα, νομίζω πως διακρίνω ένδον της
+καιούσης καμίνου τους Τρεις Παίδας άδοντας και χορεύοντας: «Τον
+Κύριον υμνείτε πάντα τα έργα...» Στιγμάς τινας διαρκεί το φλογερόν
+θέαμα εν τη απλή κυανότητι ουρανού και θαλάσσης και είτα σβέννυται
+αυτοστιγμεί.
+
+Ο ήλιος έδυσε πλέον. Και φλόγες και κάμινοι εξαφανίζονται και
+απομένει περί ημάς το πέλαγος σιωπηλόν, σκοτειδιαζόμενον. Χειρ
+άγνωστος ήπλωσε περί ημάς καταγάλανον αερώδη πέπλον, όστις ελαφρά-
+ελαφρά μας επεκάλυψε μετ' ολίγον ως νυξ. Κ' εχάσαμεν πλέον τους
+χρυσούς λοφίσκους του Άη-Στράτη με τα κλιμακωτά αγρίδια του και
+της εύμορφαις ακρογιαλιαίς του.
+
+Το παν εβυθίσθη μετ' ολίγον εις σκοτίαν. Σκοτίαν που την
+αισθάνεσαι γύρω σου συνθλίβουσάν σε ως οι όχλοι τον Κύριον.
+Σκοτίαν ζωντανήν, υγράν σκοτίαν, του πελάγους σκοτίαν. Λεπτή
+αρωματώδης δρόσος επιπλέει πανταχού της θαλάσσης, ης ο γλυκύς
+ψίθυρος συγχέεται προς τον μαλακόν θρουν της πλεούσης σκούνας.
+
+Αλλά προχωρούσης της νυκτός ακούεται πέραν από του βάθους του
+αοράτου πόντου θορυβώδης αύρα, ως να σείωνται προς δυσμάς αθέατα
+δάση υπό στυγνού μαΐστρου, βοΐζοντος υποκώφως, λέγεις και
+κατέρχεται χείμαρρος αφανής από υψωμάτων. Προαγγέλλεται νυκτερινόν
+μελτέμι. Βίαιος άνεμος που παίρνει τα μεσάνυχτα. Υπό τας
+αστρολαμπάς διακρίνομεν τας ρυτιδώσεις του πελάγους ως πτυχάς
+ηπλωμένης οθόνης. Ο πλοίαρχος στηρίζει τας χείρας επί της οσφύος
+ως Αινήτικη λάγηνος, βλέπων σύννους προς τα ιστία, διατάσσει τους
+ναύτας, μόλις αποδειπνήσαντας να στερεώσωσιν αυτά τεζάροντες
+μανδάρια και μπράτσα, όπως ευρεθώμεν έτοιμοι εις υποδοχήν του
+επερχομένου ανέμου, αποστείλαντος ήδη τας προφυλακάς του, μερικά
+φουσκωμένα κύματα.
+
+ — Νέτα κάργο!
+
+ — Άλλα μπρούλια!
+
+Και ιδού αιφνίδιαι ριπαί καταφθάσασαι προσπίπτουσιν επί των
+ιστίων, άτινα τινάσσονται κυματοειδώς εν ηχηροίς πλαταγισμοίς, ως
+να προσέκρουσαν επ' αυτών αγέλαι πτηνών νυκτοβίων και κτυπώσι τας
+πτέρυγάς των. Τέλος κολπούνται εν κραδασμοίς και παλμικαίς
+κινήσεσι του σκάφους, όπερ μετά στεναγμόν ισχυρόν ανεκινήθη αίφνης
+— εξηπλωμένον όλην την ημέραν 'ς την λιακάδα — και ως προσωθηθέν
+ερρίφθη ακούσιον εις την ανοιγείσαν οδόν.
+
+ — Τα φανάρια σου!
+
+Προστάσσει τον παίδα ο πλοίαρχος, επιβλέπων τους επί των πλευρών
+μεγάλους του πλου φανούς, εξέχοντας ένθεν και ένθεν ως δύο μεγάλα
+όμματα αλλοιθόρου τέρατος, πράσινον και ερυθρόν.
+
+Και ιδού θρήνοι αντηχούσιν από του ύψους και των κορζετών, θρήνοι
+άρπας και λύρας. Οδυρμοί και γόοι αυλού φρυγικού, το φρύγιον
+αυλούντος. Μέλος νεκρώσιμον αοράτων πνευμάτων, εν νυκτίαις
+φοβεραίς ώραις επικαθησάντων, θαρρείς, επί των ακροτάτων της νεώς
+και θρηνούντων εν ιαχή του ερήμου πελάγους.
+
+Αθέατα τελώνια, κρεμάμενα από των πολυσχιδών σχοινίων των αρμένων,
+αρχίζουν να παίζουν τραγούδια τρελλά, τραγούδια μέθης, αποκρηάς
+τραγούδια, τραγούδια χορού, ζωής τραγούδια, θανάτου τραγούδια.
+Ανακατωμένα, σκοτεινά τραγούδια. Μοιρολογούν γυναίκες επί νεκρώ,
+κ' εξαίφνης αι ίδιαι καγχάζουν ως αι Βάκχαι. Τώρα αλαλάζουν
+τούρκοι εν εφόδω, τώρα ψαλμωδούν ψάλται κηδεύοντες. Από τα σκολιά
+εξάρτια, από τα υψηλά παταράτσα, από τα χιαστώς συμπλεκόμενα
+μαντάρια, πανταχόθεν αντηχούσιν οι θρήνοι και οι γέλωτες,
+ταχύπτεροι του μελτεμίου απόστολοι, το οποίον κατόπιν των να το,
+αφρίζει, ωρύεται, μυκάται. Ενίοτε κόρη καταμόναχη τραγουδεί,
+θαρρείς, επάνω εις τον υψηλόν κόντραν, κόρη τον ταξειδεύοντα
+μνηστήρα ονειροπολούσα. Κατόπιν μήτηρ κλαίει τα παιδάκι της μέσα
+εις ταις γάμπιαις τυλιγμένη, αόρατος. Στιγμάς τινας εξέχει
+οξύτατος ο ήχος της γλυκυτάτης φλογέρας, επάνω εις το πανύψηλον
+φλέσι, ως νεαρού βοσκού κελάειδημα από του ύψους όρους. Μετά δέους
+επαίρω τους οφθαλμούς μου προς τα ισχία, όθεν ο άνεμος διά των
+ποικίλων οπών του εξαρτισμού εισχωρών βιαίως, συρίζει. Συρίζει
+πενθίμως, συρίζει οξέως, συρίζει γοερώς. Τώρα μεν ακούω τας
+στοναχάς του σφαζομένου Αγαμέμνονος· τώρα δε τον γόον του
+αυτοκτονούντος Αίαντος και αύθις τους ολολυγμούς της Ηλέκτρας· και
+νυν τον κλαυθμόν τον ακατάσχετον του Πέτρου, και πάλιν της
+Μαγδαληνής τους λυγμούς. Περιβαλλόμεθα πάντοθεν υπό της σκοτίας
+και κατευθυνόμεθα εις αδιόρατον σκότος. Η πυξίς μόνη μας οδηγεί,
+και των άστρων η τρέμουσα φεγγοβολή.
+
+Ο κόντρας κτυπά, διπλούμενος εν εαυτώ, υπ' αντιθέτων ριπών
+συγκρουόμενος, ως αετός πληγωμένος θανασίμως. Το φλέσι κρούεται ως
+τύμπανον παρατάξεως. Η τρικυμία μυκάται ήδη, φωνάζει, ακούεται,
+βρυχάται μακράν ως βοή λεόντων και τίγρεων αμιλλωμένων εν διαύλω
+και δολίχω. Πυρκαϊά αθέατος, και φθάνουσιν οι κροταλισμοί των
+φλογών της. Τα κύματα πλακόνουν, επλάκωσαν.
+
+ — Μάϊνα φλέσι! Μάϊνα κόντρα!
+
+Είνε τα λεπτοφυέστερα, ούτως ειπείν, των ιστίων, κ' εν τη εισβολή
+του ανέμου πρώτα-πρώτα καταβιβάζονται, τα μονάκριβα παιδάκια της
+σκούνας να μη πέσουν από τόσον ύψος.
+
+Οι ναύται, παλαισταί έτοιμοι, ίστανται παρά τα μαντάρια με το
+τσιγάρο στο στόμα, ανασκουμπωμένοι.
+
+Η σκούνα τραντάζεται εγείρουσα υπερηφάνως την πρώραν της, λέων,
+ανατινάσσων βασιλικώς την χαίτην του, τίγρις, τρίζουσα τους
+οδόντας της, ως να λέγη:
+
+ — Εδώ είμαι!
+
+Βρυχάται το πέλαγος, σφυρίζει η σκούνα, τρίζουν τάρμενα. Οι ναύται
+ανασκουμπόνονται ολοένα.
+
+Η μάχη αρχίζει.
+
+Κύμα έν, όγκος μολύβδινος, ακτινοβολών υπό την αστροφεγγιάν·
+αποτρόπαιον ακτινοβολίαν, θραύεται κατά της χυτής μάσκας εν
+πλαταγισμώ, περιλούει τ' ακροστόλια κ' εισβάλλει εις την πρώραν εν
+αφρώ διασυρίζον ως σβεννυμένη ανθρακιά.
+
+ — Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα! ακούεται από της πρύμνης ο
+πλοίαρχος, ενθαρρύνων μετά μειδιάματος τους ναύτας, βαρυθύμους,
+διότι θα έχωσιν αγρυπνίαν απόψε.
+
+Το κατάστρωμα μέχρι της υψηλής πρύμνης είνε διάβροχον.
+
+Οι ναύται γυμνοκνήμιδες, ίστανται εις τας θέσεις των, βρεχόμενοι
+μέχρις αστραγάλων. Τα κύματα εισρέουσιν αδιακόπως ως ποταμός
+αφρίζων κ' εκρέουσιν από τ' ανοικτά πορτέλλα. Θαρρείς και το ήμισυ
+σκάφος πλέει υπό την θάλασσαν.
+
+Το πέλαγος εφούσκωσε πλέον, υψωθέν υπεράνω ημών επιφόβως, αλλ' η
+σκούνα, γυρμένη προς την δεξιάν πλευράν, — μούρα αριστερά — ως
+τυφλή εισχωρεί διαμελίζουσα εις δύο κραταιώς τους ατελευτήτους
+όγκους, τους οποίους το πέλαγος σωρεύει κατ' αυτής τον ένα μετά
+τον άλλον, θαλάσσιον τέρας η σκούνα, λυσσωδώς καταπατεί υπό την
+τρόπιν της τα ογκώδη κύματα, και του δίνει, μωρέ γέμου,
+λοξοδρομούσα προς ανατολάς, εν τριγμώ των ιστών και συριγμώ των
+καρχησίων, εν ώ όπισθέν μας αλαλαγμός και βοή και σύγχυσις και
+σκοτία και συμπλοκαί κυμάτων και ολοφυρμοί, εφ' ων πένθιμοι
+ακτίνες προσπίπτουσιν, ακτίνες πράσινοι και ερυθραί, το φως των
+φανών της γραμμής.
+
+Τα κύματα διωκόμενα μας φθάνουν· και βλέπομεν τας θραυομένας
+κορυφάς των ως στόματα αφρίζοντα εκ της οργής, φαγκρίζοντα, με
+στίλβοντας λευκούς οδόντας. Έρχονται από το σκότος και χάνονται
+εις το σκότος. Λόχοι με πυκνάς αργυράς λόγχας απαστράπτουσας εις
+την φωτοβολίαν των οίστρων, λόχοι λευκάσπιδες, πίπτοντες γενναίως
+επί του υγρού πεδίου, πλην πάραυτα αντικαθιστάμενοι υπό των
+ετοίμων εφεδρειών. Τέρατα άγνωστα με αργυρόξανθον φαεινόν τρίχωμα
+εις την κυρτήν των ράχιν.
+
+ — Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα!
+
+Επαναλαμβάνει πάλιν, ενισχύων, ο πλοίαρχος· και στρεφόμενος προς
+τον έφηβον, ευρεθέντα πάλιν εις την πηδαλιουχίαν, νουθετεί ηρέμα:
+
+ — Πρόσεχε, παιδί μου, πρόσεχε!
+
+Και ίσταται εκεί επάνω με τα ευρέως κολπούμενον υποκάμισόν του,
+αρχηγός, διευθύνων εκείθεν την συμπλοκήν.
+
+Η σκούνα, παλαίουσα, σκιρτά μετά ρώμης επί των κυμάτων,
+αντιπαρερχομένη, αναβαίνουσα, καταβαίνουσα, υψούσα τεραστίως την
+πρώραν της, στάζουσαν από του ιδρώτος, θαρρείς, με το μπαστούνι
+της προτεταμένον ως δόρυ μέγα, βριθύ, Αθηναίης δόρυ, ενώ η πρύμνη
+της, με τα υψηλά δρύφακτα, κατέρχεται προς τον ανοιγόμενον πόντον,
+βαρεία, να ταφή, νομίζεις, εκεί, εις λάκκον απρόσιτον, ανοιγέντα
+ένθεν κ' ένθεν. Και πάλιν αίφνης ιδού, ω τεραστία απόλαυσις! η
+πρύμνη ανέρχεται υψηλά, μετέωρος, να πετάξη, θαρρείς, προς τάστρα,
+ενώ ήδη η πρώρα βυθίζεται κάτω κατά του κύματος εμπήγουσα ως
+φάσγανον μέγα τον αρειμάνιον θαλασσομάχον της εις την καρδίαν του
+πόντου, να τον φονεύση εκεί, και ανοίγουσα δρόμον προχωρεί,
+πολεμιστής αγαθός, με τα μούτρα ορμώσα, τυφλή θεότυφλη, αψηφούσα
+τον θάνατον.
+
+Η μάχη είναι ατελείωτος. Αι αυταί κινήσεις επαναλαμβάνονται
+αδιακόπως, επάλληλοι, κανονικαί, ζαλίζουσαι. Ενώ ο ουρανός
+αστροβολών ανέρχεται και κατέρχεται και αυτός, κατά τας κινήσεις
+μας, ως δίσκος απέραντος, ως να σύρη αυτόν και απολύη, αόρατος
+χειρ δι' αοράτων ελατηρίων, από των ιστών της σκούνας
+αναρτηθέντων.
+
+Έρχονται στιγμαί που φοβείσαι μήπως όλον εκείνο το τεχνητόν
+πύργωμα αναρπαγή ως τι κούφον αερόστατον. Και όμως εκείνο, το
+οποίον μόλις, ως πτερόν θα διακρίνηται εν μέσω του πελάγους,
+παλαίει ακατάβλητον. Ίσταται μαχόμενον. Νικά και φεύγει.
+Φυλαττόμενον από τας απείρους ενέδρας διά της δεξιάς πηδαλιουχίας,
+θέτει την πρώραν του εις ωρισμένην διεύθυνσιν και προβαίνει εις το
+σκότος ως εν φωτί.
+
+Πάντες αγρυπνούσιν.
+
+Οι ναύται, γυμνόποδες, ίστανται ένθεν και ένθεν παρά τα μαντάρια,
+έτοιμοι εις πάσαν διαταγήν. Ο σκοπός ακίνητος εν τη πρώρα θεωρεί
+πάντοτε εμπρός, λησμονήσας και το τραγούδι του νυν, συμμαζευμένος
+μέσα εις την γούναν του, κατάβροχος, κρατούμενος καλώς μη
+αναρπαγή, κτυπώμενος συνεχώς υπό των κυμάτων ως να θέλουν να τον
+ρίψουν κάτω από την σκοπιάν του, τον φύλακα τον άγρυπνον, κ' εν
+εφόδω εισορμήσωσιν είτα.
+
+Καταβληθείς υπό της αγρίας συγκινήσεως κατήλθον κάτω εις το
+πρυμναίον. Το πάτωμα ως ξεκλειδωμένον ανέβαινε και κατέβαινε προς
+τας κινήσεις του πλοίου, χορεύον τον ίλιγγον — είδος θαλασσινού
+χορού — ότε ο άπειρος παραπαίει και σαλεύει ως ο μεθύων. Η βοή του
+ανέμου η βραχνή μόνη έφθανε κάτω διά της θυρίδος του ταμπουκιού
+ακλόνητος. Το πηδάλιον βιαίως συγκρατούμενον εν τη θέσει του,
+επάλαιε κατά της σιδηράς ορμής της θαλάσσης κ' εκρότει, κάπου
+συγκρουόμενον, ως του χαλκέως η σφύρα επί του άκμονος, να
+απελευθερωθή, θαρρείς, από των ορειχαλκίνων βελονίων του.
+
+Ο πλοίαρχος, κατελθών προς στιγμήν, ήναψε σιγάρον, σκυθρωπός,
+αμίλητος. Και πάλιν ανήλθεν επί του καταστρώματος σκυθρωπός,
+αμίλητος. Ο μικρός Γιαννάκης, κατελθών και αυτός, άπειρος προς τον
+κίνδυνον, ήνοιξε μικρόν κιβωτίδιον, έλαβε και έρριψεν εις τον
+ευρύν κόλπον του οπώρας τινάς φυλαγμένας εκεί, και ανήλθε δάκνων
+οπώραν και οποψελλίζων ως πτηνόν:
+
+ _από ξένον τόπο
+ κι' απ' αλαργινό . .
+ γιάλα-γιάλα . . ._
+
+Από τινος ημιανοίκτου κοιτωνίσκου εξήρχετο στεναγμός, παράπονον
+πάσχοντος, αγωνία θνήσκοντος, φαντάσματος παραλήρημα:
+
+ — Μάννα μου! Μάννα μου!
+
+Άλλος ναυτόπαις αυτός, ο καμαρώτος, ασυνείθιστος προς την
+τρικυμίαν, πρωτοτάξειδος, προσεβλήθη εις την καρδίαν κ' εξέπνεε,
+θαρρείς.
+
+Παρήλθον ώραι. Προσήγγιζεν ο όρθρος κ' η τρικυμία ωρύετο
+ισχυροτέρα. Ο άνεμος ετράπη εις βόρειον καθαρόν ως εν χειμώνι,
+μετά ψύχους και ψεκάδων χιόνος.
+
+Η σκούνα επροχώρει πλέον με βόλταις.
+
+Κατεκλίθην επί μικρόν. Αλλά παρά το ους ειργάζετο κλέπτης ν'
+ανοίξη την κλειδαριάν. Το κύμα, προσπίπτον εις την πλευράν του
+πλοίου από του φοβερού λαίλαπος, απετέλει τον κρότον εκείνον του
+νυκτοκλέπτου. Η καρδία μου επόθει αγρυπνίαν, αλλ' ο κάματος
+αντιπαλαίων κ' υπερισχύων έκλειε τα βλέφαρά μου. Μ' εφαίνετο ότι
+ευρισκόμενος επί αιώρας, από του ισχυρού κλώνου μεγάλης πλατάνου
+κρεμαμένης, εκραδαινόμην ακουσίως υπό ισχυροτάτων βραχιόνων,
+οίτινες από το άγνωστον με απώθουν προς το άγνωστον. Οι
+ημίκλειστοι οφθαλμοί μου μόλις διέκρινον έν φως μετακινούμενον
+ένθεν και ένθεν, το φως της κρεμαμένης λυχνίας, ήτις μεταμορφώθη
+εις την αποκαμούσαν διάνοιάν μου εις εκκρεμές φωτεινόν, τας
+κανονικάς κινήσεις του οποίου παρηκολούθουν, ότε ακούω επάνω
+κραυγήν γοεράν.
+
+ — Αλλέστα!
+
+Ανήλθον επί του καταστρώματος ως αποδιωχθείς υπ' αγνώστου φόβου. Ο
+ουρανός με τάστρα του τα λαμπρά, κυαναυγής, αίθριος, κατήρχετο
+προς τα κάτω, προς τους ιστούς της σκούνας, μ' εφαίνετο, και
+προσκόπτων προς τας χρυσάς αυτών κορζέτας ωθείτο μετά δυνάμεως
+προς τάνω, κ' υψούτο πάλιν με τάστρα του, κυαναυγής αίθριος, με
+τάστρα του τα οποία έπαιζον έπαιζον, ως ανοιγοκλείονται ματάκια,
+χρυσά ματάκια, αργυρά ματάκια. Η θάλασσα αδιακόπως εισερχομένη από
+της πρώρας και χυνομένη από τα πορτέλα, ορθάνοικτα, κατά
+κυματισμούς, εν αφρώ και βροχή ραγδαία, κατεπλημμύρισε το
+κατάστρωμα πλέον όπου οι ναύται ως πάπιαι, παρά τα χονδρά ξάρτια
+και τα κατραμωμένα παταράτσα, ανέμενον πάντοτε τας διαταγάς του
+πλοιάρχου, όστις ίστατο ακίνητος, τετράγωνος, ανεμιζόμενος,
+ασκεπής, με το τσιγάρο 'ς το στόμα, μισοφαγωμένο, επάνω εις την
+πρύμνην, κρατών τα ναυτικά δίοπτρα και βλέπων το ηγριωμένον
+πέλαγος, ατάραχος ως κορμός δρυός εν ώρα καταιγίδος. Σκότος
+βαθύτατον. Και μόνον φως έν προς το Σίγρι, κατακόκκινον, έφεγγε
+θλιβερώς κατενώπιον, ως πύρινος Κύκλωπος οφθαλμός, σβεννύμενον
+αίφνης και πάλιν αίφνης αναπτόμενον, ο φάρος του ακρωτηρίου της
+Μιτυλήνης.
+
+Η σκούνα με αριστεράν μούραν πάντοτε έκλινε προς την δεξιάν
+πλευράν, ολονέν πλαγιαζομένη υπό των κυμάτων, άτινα κάτωθεν ως
+μοχλοί προσεπάθουν να την ανατρέψουν, αλλ' έφευγε λοξώς πάντοτε
+προς τον φάρον της Μιτυλήνης πλέουσα, όστις ολονέν εμεγεθύνετο,
+φεγγοβολών εις απόστασιν τεραστίως.
+
+Ο πλοίαρχος υψούμενος επί της πτέρνης, καμπτόμενος ως κουλούρα,
+ανατείνων τον λαιμόν ως χην, κλίνων δεξιά, κλίνων αριστερά ως ει
+ησθάνετο πόνους περί την οσφύν, ακροώμενος με το ους προς τον
+φάρον ως ει εκάλει αυτόν πρωρεύς άγνωστος από του πελάγους,
+βαστάζων τα δίοπτρα, επάνω εις την υψηλήν πρύμνην, σχοινοβάτης επί
+θεατρικού ικριώματος, ηγωνίζετο υπερανθρώπως να υπολογίση την από
+της ξηράς απόστασιν, οδηγούμενος από του κρότου των επί της ακτής
+θραυομένων κυμάτων. Και όταν ενόμισεν ότι προσηγγίζομεν εις την
+ξηράν κ' ότι ήλθεν η στιγμή «να τα γυρίση», τότε εκραύγασεν
+«αλέστα» διατάσσων τους ναύτας να είνε έτοιμοι. Η διαταγή εκείνη
+γοερώς αντηχήσασα εν τη τρικυμία ως φωνή πνιγομένου, μ' ηνάγκασε
+ν' ανέλθω επί του καταστρώματος, ως είπον.
+
+ — Μόλα μπουρίνα! τίρα-μόλα!
+
+Ηκούσθη πάλιν εν μέσω της εξάλλου βοής του πελάγους, διατάσσων ο
+πλοίαρχος, με γλώσσαν άγνωστον εις εμέ, γλώσσαν βομβούσαν ως το
+άγριον μελτέμι με όλην την υγρότητα αυτής, της θαλάσσης την
+γλώσσαν.
+
+Ο επί της πρώρας ακοίμητος φρουρός είχεν αντιληφθή εγκαίρως του
+σχασίματος των κυμάτων, άτινα εθραύοντο κατά της αποτόμου του
+φάρου άκρας εν παρατεταμένη νεροποντή και έδωσε σημείον, ο δε
+πλοίαρχος, ακροώμενος ως είπομεν, παρεδέχθη του φρουρού την
+αντίληψιν και διέταξε να χαλαρώσωσι τα χονδρόν σχοινίον, την
+μπουρίναν, την συγκρατούσαν τον παμμέγιστον τρίγκον, όπως «τα
+γυρίσωσι» τα ιστία προς την αντίθετον κλίσιν.
+
+Ο πηδαλιούχος επιδέξιος τιμονιέρης, ακίνητος ως άγαλμα έως τότε,
+συγκρατών το πηδάλιον εις την θέσιν του, πάραυτα εκινήθη προς την
+διαταγήν. Έλαβε ζωήν εμψυχωθείς κ' έστρεψε τον κύκλον του πηδαλίου
+ταχέως, γύρους πολλούς, πολλούς ώστε να έλθη «το τιμόνι ς' την
+μπάντα».
+
+Εν τω άμα ο δρόμος ανεκόπη. Διότι συγχρόνως και οι ναύται,
+εκτελούντες το πρόσταγμα του πλοιάρχου έσυρον μετά ταχύτητος τα
+σχοινία των ιστίων, άτινα όλα ομού συνεστράφησαν προς την άλλην
+πλευράν υπό την διεύθυνσιν του ναυκλήρου:
+
+ — Γιάσσα-Γιάσσα! Όλοι μαζί!
+
+ — Γιάσσα-Γιάσσα! Άλλα παιδιά!
+
+Ο άνεμος εναντίος ήδη, κολπών τα ιστία, με λύσσαν, έγυρε προς την
+αριστεράν άλλην πλευράν την σκούναν, ήτις κλονισθείσα αποτόμως
+εφάνη ότι εστάθη. Η πρώρα της δεχθείσα αίφνης εις τας μάσκας της
+τα φοβερά ραπίσματα των μαινομένων κυμάτων ανυψώθη ως θαυμασίου
+ίππου κεφαλή αποφεύγουσα τους λακτισμούς του αντιπάλου και η
+πρύμνη φυσικά συσταλείσα εκ του σεισμικού τρόμου, υπεχώρησε προς
+τα κάτω ως κατακάθεται ηττημένος εν σταδίω ίππος· και ήφριζεν
+αγρίως εν τη νυκτί το πέλαγος γύρω ως να ήτο ο νικητής. Αλλά τα
+ιστία ισχυρώς τεταμένα, πληρωθέντα πνεύματος, ενίσχυσαν την
+σκούναν εν τω αγώνι. Η υπερήφανος πρώρα με τον Ηρακλέα της όρθιον
+εμπρός, κύπτουσα, κυάνεος ίππος, με την ωραίαν χαίτην του,
+καταπατεί γενναίως τους όγκους των νέων κυμάτων, θραύει αυτούς
+κινητικώς, και υπεγειρομένης της πρύμνης επιβοηθητικώς, ανοίγει
+οδόν προς την Λήμνον — μούρα δεξιά — επικροτούντων εν οξυτάτω
+συριγμώ των καρχησίων. Τα πανιά μπουκάρισαν πλέον. Η σκούνα τα
+πήρε. Ο φάρος της Μιτυλήνης εχάθη.
+
+Αναχθέντες συναντώμεν εν απολαύσει δεινού μεγαλείου δύο μπάρκα, με
+της γάμπιαις μόνον, ένθεν και ένθεν ημών, εκτελούντα την
+λοξοδρομίαν των προς την Μιτυλήνην, άτινα ως κήτη θαλάσσια με τας
+κοιλίας των θαρρείς εκυλίοντο πλησίον ημών, ασθμαίνοντα, στένοντα,
+υπό αφρών και άχνης καλυπτόμενα· ως δαιμόνια μαύρα οι ναύται
+ίσταντο παρά την κωπαστήν, κρατούντες τα σχοινία εις χείρας, οι δε
+πρωραίοι φρουροί των, κουλουριασμένοι κέρβεροι εις την πρώραν, ως
+ξύλινοι εκάθηντο εκεί μαύροι, κυματόβρεκτοι. Οι πλοίαρχοι και των
+δύο παρά τα πηδάλια, με τα δίοπτρα εις χείρας εκραύγαζον την
+στιγμήν εκείνην ως με θαλασσίαν σάλπιγγα, την οστρακώδη κοχύλαν:
+
+ — Μόλα-μπουρίνα! τίρα-μόλα!
+
+Κ' εβόϊζε το άγριον πέλαγος αντηχούν εις απόστασιν:
+
+ — Μόλα μπουρίνα! Τίρα-Μόλα!
+
+Μετ' ολίγον φως άλλο κατακόκκινον αστράψαν όπισθέν μας με
+κατετάραξεν, άπειρον της θαλάσσης, φοβηθέντα σύγκρουσιν προς
+ατμόπλοιον, αλλ' ήτο η σελήνη ήτις λειψίφωτος, την αυγήν
+ανατείλασα ως πεπυρακτωμένον κλαδευτήριον εφώτισε την σκούναν
+ημίπνικτον και το πέλαγος ηγριωμένον, του οποίου τα κύματα
+ελάμβανον φωνήν, θαρρείς, εν τη βιαία του ανέμου ορμή κ'
+εβλασφήμουν και έβριζον.
+
+Ε'.
+
+Εξημερώσαμεν παρά την Λήμνον. Ο άνεμος ηλαττώθη. Τα ιστία όλα
+πάλιν ανεπετάσθησαν και έπαιζεν ο κόντρας πρωί-πρωί γελαστός, ως
+νικηφόρος αεροναύτης.
+
+Η θάλασσα έστρωσε. Και όταν ανέτειλεν ο ήλιος έλαμπεν η σκούνα
+ολόκληρος μυρίζουσα θάλασσαν και άρωμα του πυθμένος. Αδάμαντες
+κατεστάλαζον από τ' ακροστόλια τα ύδατα, ο πώγων του ξυλίνου
+Ηρακλέους εγυάλιζεν ως ζωντανός ανακινούμενος. Ο καραβόσκυλος,
+σειόμενος παταγωδώς, ετίνασσεν από του στιλπνού τριχώματός του την
+θάλασσαν βραχείς και αυτός την νύκτα· αλλ' οι ναύται τυλιγμένοι εις
+τας κηρόχρους νιτζεράδες των με τα κηρωτά κασκέτα κεκαλυμμένοι
+μέχρι των ώτων, με τας χείρας αφανείς κρεμαμένας ως χηλάς
+οστρακοδέρμου με τους πόδας γυμνούς ωμοίαζον προς καβούρας με τας
+αγκυλωτάς των μύστακας αναμένοντες «να σκαντζάρη η βάρδια» ίνα
+ξαλλάξωσιν. Ο σκοπός ο πρωραίος, εσκυμμένος εκεί ημέρας υπό την
+κιτρίνην νιτζεράδα του, έσταζεν όλος ως άρτι αναδύσας εκ του
+βυθού, ο δε πηδαλιούχος με την μίαν χείρα κρατών τον τροχόν του
+πηδαλίου ασφαλώς, με την άλλην απέμασσεν από του πώγωνος και από
+του μετώπου την θάλασσαν, τον ιδρώτα του παλαίοντος ναύτου. Και
+εις έν τίναγμα αιφνίδιον — ριπής, τελευταίας του εκπνεύσαντος
+ανέμου — ανακινηθείσα η σκούνα εφάνη ότι άρτι αναδύσασα και αυτή
+ανετινάσσετο, ως ο καραβόσκυλος πρότερον, αποβάλλουσα την άλμην,
+αφροδίτη με κομψούς τιναγμούς αποσμήχουσα την μακράν της κόμην.
+
+***
+
+Μεγάλη απλούται η Λήμνος, μακρά και χθαμαλή με ωραία ακρωτήρια, με
+μεγάλους βαθυκόλπους λιμένας με χρυσοκιτρίνους αγρούς θερισμένους,
+με εύμορφαις ακρογιαλιαίς. Χωρίς δάση, χωρίς χωριά, έρημος,
+θαρρείς, ακατοίκητος.
+
+Από την Λήμνον έπειτα εις την Τρωάδα και από την Τρωάδα εις την
+πολύκωμον Ίμβρον κ' από την Ίμβρον εις την Τένεδον.
+
+Βόλταις. Θαλασσινοί περίπατοι, αι ναυτικαί λοξοδρομίαι.
+
+Συντροφιά με τους γλάρους.
+
+Ω! την ηγάπησα την συντροφιάν την λευκήν των γλάρων. Είνε αθώα, ως
+είνε κάτασπρα τα πτερά των. Σε διασκεδάζουν χωρίς να σε κουράζουν.
+Αγάπη κουράζουσα δεν είνε αγάπη. Σε συντροφεύουν χωρίς να σε
+ενοχλούν. Αθορύβως, σιωπηλώς. Ευγενώς. Είνε καλόγνωμος η συντροφιά
+των γλάρων. Εμφανίζονται ενώπιόν σου εκεί όπου δεν τους
+περιμένεις. Ως παλαιοί σου φίλοι. Δεν εξίστασαι δι' αυτό, ως να
+τους ανεζήτεις μετά κόπου. Νομίζεις κ' έπλευσες δι' αυτούς.
+Νομίζεις κ' υπέφερες δι' αυτούς. Κ' εκείνοι πάλιν ό,τι θέλεις διά
+να σε ευχαριστήσουν. Χορεύουν, βουτούν, παίζουν. Προηγούνται, ως
+να θέλουν να σε οδηγήσουν εις τας κατοικίας των, τας δροσεράς, τας
+υγράς φωλεάς των, όπου το κύμα φωσφορίζει φέγγον, όπου η δρόσος
+είνε αιωνία. Κ' εν ώ προβαίνουν ταχύπτεροι, αίφνης ίστανται και σε
+περιμένουν και σε κράζουν μετά μονοσύλλαβά των, γλαριστί:
+
+ — Καλώς τον φίλον μας! Καλώς τον φίλον μας!
+
+Κ' εν ώ περιμένουν, θωπεύουν τον αέρα με τας κυρτάς των ως
+δαμασκιά πτέρυγας, και φιλούν το κύμα με τα ράμφη των. Πόθεν
+ήλθον; Πού πηγαίνουν οι φίλοι μου, οι κάτασπροι γλάροι; Είνε
+γλάροι της Μιτυλήνης; Είνε γλάροι της Λήμνου; της Τρωάδος είνε οι
+γλάροι η της Τενέδου; Τους έβλεπον τάχα και οι Αχαιοί;
+
+Ω! η λευκή, η καλή συντροφιά μου, οι γλάροι του Αιγαίου! Καταμεσής
+'ς το πέλαγος αναμένουν να χαιρετίσωσι τους ταξειδεύοντας. Άγγελοι
+του αισίου πλου, υπάρξεις ποθηταί εν κρυερά του πόντου ερημία.
+Μειδίαμα γλυκύ εν τη πικρά μοναξία. Ελπίς ότι εγγύς που ο κόσμος.
+Αφορμή μελέτης διά τον σοφόν. Έμπνευσις διά τον ποιητήν. Δουλειά
+διά τον άεργον. Παραμυθία διά τον ναύτην, όστις επακουμβών επί της
+κωπαστής συνάπτει άφωνον διάλογον με τον λευκόν πτερωτόν του
+σύμπλουν. Ναύτης προς ναύτην. Θαλασσοδαρμένος προς
+θαλασσοδαρμένον. Γλάρος προς γλάρον.
+
+Και πετούν ενίοτε υψηλά. Πλησιάζουν εις τας κόφας του πλοίου,
+τρέχουν γύρω και χορεύουν περί τον θαλασσομάχον, τον ξύλινον της
+πρώρας αδελφόν των, όστις βουτά και αυτός καθώς αυτοί ως δίστομον
+στιλέτο κόπτον το κύμα. Και πολλάκις πολλοί-πολλοί περισυναχθέντες
+τριγυρίζουσι την σκούναν εν χαιρετισμοίς, μεγάλην γλαρίναν, μητέρα
+πολυπαθή των λογικών γλάρων.
+
+Εκόπασε πλέον ο σάλος· τα κύματα καταπονηθέντα καθ' όλην την νύκτα
+επραΰνθησαν. Η θάλασσα γαληνιάζει πάλιν. Δευτέραν φοράν διερχόμεθα
+εγγύς της πολυσχιδούς Λήμνου, ηρέμα, από της αντιθέτου πλευράς.
+Επί τινος χρησίζοντος λοφίσκου υπολευκάζει παρεκκλήσιον. Όλοι οι
+ναύται, προς αυτό ατενίζοντες ευλαβώς, κάμνουν τον σταυρόν των.
+
+ — Άη-Νικόλα!
+
+Λέγουσιν όλοι εγκαινιάζοντες το άγνωστον παρεκκλήσιον επ' ονόματι
+του θαλασσινού των αγίου.
+
+Μικρά βρατσέρα πλέει παρά την ακτήν φοβισμένη, μετά τον σάλον
+ξετρυπώσασα.
+
+Υπό τινα βράχον μοι φαίνεται πως διακρίνω την σκιάν του
+εκσφενδονισθέντος από του Ολύμπου άλλοτε χωλού Ηφαίστου και παρά
+τι σπήλαιον:
+
+«Ορώ κενήν οίκησιν ανθρώπων δίχα» την οίκησιν του Σοφοκλείου
+Φιλοκτήτου· καί τινας συκάς απέξω εκλαμβάνω ως ράκη, τα οποία
+ήπλωσεν εκεί ο έρημος ήρως «βαρείας του νοσηλείας πλέα».
+
+***
+
+Εξημέρωσε Κυριακή;
+
+Οι ναύται, απηυδηκότες από της παρελθούσης τρικυμιώδους νυκτός,
+κοιμώνται ακόμη, ενώ ο μάγειρος πρωιαίτερον εγερθείς, απολεπίζει
+ιχθύδιά τινα, σημαδιακούς χάνους εκατοστάρικους, πελαγίσιους
+χάνους, τους οποίους είχομεν αλιεύσει κατά την γαλήνην της
+προτεραίας. Μόνος ο πηδαλιούχος, κουκουλωμένος ακόμη με τον
+χειμερινόν μουσαμάν του, ίσταται παρά το πηδάλιον, και ο φρουρός
+της πρώρας, ανάψας το εικοστόν σιγάρον κατά την τετράωρον βάρδιάν
+του, βρεγμένος ακόμη με τον κηρωτόν μουσαμάν του, φρουρεί.
+
+Τα πανιά! όλα επάνω τώρα. Και ο μοναχογυιός κόντρας ο
+λεπτοκαμωμένος, ο γαλαζοαίματος.
+
+Ιστάμενος επί της πρώρας ως επί πύργου, καμαρόνει την ταχείαν
+σκούναν πετώσαν μαλακά-μαλακά. Άνευ τιναγμών πλέον προηγείται δύο
+άλλων ιστιοφόρων μεγάλων, άτινα μας παρακολουθούσι μετά σπουδής ως
+να θέλουν κάτι να μας ειπούν. Αλλ' η σκούνα φεύγει, πετά. Από του
+ύψους ένθα ίσταμαι νομίζω ότι δεν άπτεται καν της θαλάσσης. Τόσον
+γλυκά πνέει, θαρρείς και 'ς τα νύχια πατεί. Είνε υπερήφανος διά
+την νυκτερινήν νίκην.
+
+ — Σκάντζια-βάρδια:
+
+Ανακράζει ο ναύκληρος, ακούσας κροτήσαντα τα ξύλινα κρόταλα του
+πηδαλιούχου, σημάναντος την ογδόην ώραν της πρωίας, και συγχρόνως
+κρούει τον κώδωνα της πρώρας, τύπτων συνάμα το κατάστρωμα διά των
+ποδών του, άνω του θαλάμου των ναύτων, όπως εξεγείρη αυτούς.
+
+Ταυτοχρόνως γλυκύτατα αντηχούσιν όπισθέν μας εν τω πελάγει οι
+κώδωνες των δύο ιστιοφόρων ως παρεκκλήσια λειτουργούντα,
+σημαίνοντες την ογδόην ωσαύτως ώραν.
+
+Μετ' ολίγον οι ναύται νιφθέντες κ' ενδυθέντες κατέρχονται εις τον
+θάλαμον του πλοιάρχου, καλέσαντος αυτούς, όπως προσευχηθώσι —
+Κυριακή πρωί — κ' ευχαριστήσωσι τον άγιον Νικόλαον διασώσαντα
+αυτούς από της τρικυμίας.
+
+Ο φαιδρός και πρόθυμος πάντοτε Γιαννάκης, ο υιός του πλοιάρχου,
+αλλαγμένος γαλάζιαν βλούζαν, εκτελεί χρέη καμαρώτου, παθόντος εκ
+ναυτίας του τοιούτου και κοιμωμένου ακόμη, και ανάψας κηρίον και
+θέσας πυρ μετά θυμιάματος εις το ορειχάλκινον στιλπνόν
+θυμιατήριον, θυμιά πρώτον ευλαβώς την εικόνα του Αγίου Νικολάου,
+μικράν επάργυρον, κρεμαμένην από τινος δοκού εν τη άκρα του
+θαλάμου, και είτα πάντας τους λοιπούς, ψάλλων και το μεγαλυνάριον
+του Αγίου «Ορφανών προστάτην.... » Τέλος ασπάζονται πάντες την
+εικόνα του θαλασσινού ιεράρχου ευωδιάζουσαν θάλασσαν ως να
+ηγωνίζετο και ο Άγιος με τους ναύτας όλην την νύκτα παλαίων κατά
+των κυμάτων.
+
+Οι ναύται είτα ευφροσύνως πίνουσι το προσενεχθέν αυτοίς ποτήριον
+ρουμίου και ανέρχονται οι μεν ν' αντικαταστήσωσι την
+βάρδιαν, οι δε να τακτοποιήσωσι τα επί του καταστρώματος
+αντικείμενα μετακινηθέντα εκ του νυκτερινού σάλου.
+
+Τα πανιά δουλεύουν.
+
+***
+
+Αφίνομεν προς τα δεξιά τα λευκόν κτίριον του φανού του Σιτίλ-Βαχάρ
+εν τω στομίω του Ελλησπόντου και ιδού ξανοίγει η Ίμβρος, χθαμαλή,
+στρογγυλή, ιόχρους, με τα δάση των ελαίων της εδώ κ' εκεί και με
+τα οπωροφόρα δένδρα της.
+
+Η Ίμβρος με τα πολλά χωριά και με τας αμμώδεις ακτάς.
+Εγκατεσπαρμένοι σωροί όγκων φαιών και κοκκινωπών. Είνε τα χωριά τα
+πολυώνυμα της θρακικής νήσου. Δύο-τρεις καλύβαι εδώ, πεντέξ
+παρέκει, δεκάς οικίσκων αλλαχού. Επί των λοφίσκων, επί της ακτής.
+
+Ιδού έν μεγαλείτερον παρά το κύμα. Μικροκάικα πολλά σαλεύουν εγγύς
+της άμμου ως να παίζουν μετ' αυτής. Και άλλα πάλιν καϊκάκια με τα
+λευκά πανάκια των πηγαίνουν ν' αράξουν. Ένα τσερνίκι, φορτωμένον
+«ως τα μπούνια» με τα εκ πανίου παραπέτα, πετά σχεδόν ως
+θαλασσοπούλι με τον μακρύν λαιμόν του κατάμαυρον. Αγρόται
+αλωνίζουν εγγύς της ακτής, και όρνιθες εδώ κ' εκεί τσιμπούν με τα
+ράμφη των τους στίλβοντας ξηρούς χάλικας.
+
+Όπισθεν της Ίμβρου ουρανομήκης υψούται η κορυφή της αιπεινής
+Σαμοθράκης.
+
+Παραπλέομεν την Τένεδον μακράν και χθαμαλήν εν σχήματι μαχαίρας.
+Λόφοι γυμνοί και άθαμνοι. Καταπράσινοι αμπελώνες απόκρυφοι και
+πολυάριθμοι ανεμόμυλοι καταφανείς ένθεν και ένθεν της κώμης,
+συσσωρευμένης παρά τον αλίμενον αιγιαλόν. Μικρά καϊκάκια την
+συντροφεύουν αρόδο ιστάμενα.
+
+Έμπροσθέν της εκτείνεται του Ελλησπόντου η μεγαλοπρεπής είσοδος με
+το Σιτίλ Μπαχάρ το παμπάλαιον φρούριον. Τα ιστία των παμμεγίστων
+ιστιοφόρων λευκά κατάλευκα σχηματίζουσι [αρχή σελ. 73]
+αναριθμήτους χιονοστιβάδας κινουμένας ηρέμα κατά διαφόρους
+διευθύνσεις του εκτεταμένου όπισθέν μου Αιγαίου και ο καπνός των
+ατμοπλοίων, άτινα ως εκ της αποστάσεως ως καρκίνοι θαρρείς,
+βραδυπορούσι διατέμνοντα την απέραντον έκτασιν, αποτελούσι νέφη
+πυκνά συσκιάζοντα τον γαλανόν αιθέρα του. Πλαγιάζει η μυθική νησίς
+κατέναντι της Τρώας ως να την παρέσυρε προς τα εκεί το ισχυρόν του
+Ελλησπόντου ρεύμα το οποίον ορμητικόν εκχύνεται απλούμενον επί του
+Αιγαίου.
+
+Ο περίφημος κρυψώνας των Αχαιών σήμερον ευφημισμένος μόνον διά το
+λαμπρόν μαύρο κρασί του, το Τενέδιο κρασί, ακουστόν εις την Πόλιν
+και περιζήτητον εις τα ξενοδοχεία του Γαλατά.
+
+Επιάσαμεν εις την Τρωάδα. Ιδού τα έρημα πεδία της, μαύρα εκ των
+καταπεύκων θάμνων. Ιδού αι ακταί όπου αι θεαί των Αχαιών νήες δέκα
+όλα έτη ανέμενον. Ιδού τα Πέργαμα, ο Σκάμανδρος, αι Σκαιαί
+Πύλαι... Ω! τίποτε, τίποτε σήμερον δεν υπάρχει.
+
+ — Fuit Ilium...
+
+Τα Μπεσίκια με την δασώδη φυτείαν των κάμπων και με τον μέγαν
+κόλπον των. Τα βουνά της Ανατολής, μακρά, υψηλά, κατάφυτα.
+Ευλογημένα βουνά.
+
+ΣΤ'.
+
+Μετά το γεύμα εκαθήμην μετά του πληρώματος δίπλα του μαγειρείου.
+Είμεθα εξηπλωμένοι όλοι . . Αν και τον λυσίπονον επόθουν ύπνον,
+αγρυπνήσας όλην την νύκτα, όμως δεν με άφινον αι θελκτικαί
+διηγήσεις της Νεροφίδας. Ο γέρο-ναύτης ο Μπάρμπα-Μήτρος, η
+Νεροφίδα αποκαλούμενος μεταξύ των πληρωμάτων, διά την πονηρίαν
+του, γηράσασαν πονηρίαν, ο πάντοτε διολισθαίνων ως ποτάμια έγχελυς
+από μέσα από τα φοβερά δίκτυα του κινδύνου, μ' επείραζε συνεχώς με
+το νυκτερινόν κολύμβημα, ως απεκάλει της νυκτός την τρικυμίαν.
+
+ — Και τι, μωρέ παιδί μου; Τι εμαϊνάραμε; Μόνον τον [τέλος σελίδος
+73] κόντρα και τα φλέσα, κ' εδέσαμε και δυο μούδαις 'ς την μπούμα.
+Είδες εσύ, μωρέ παιδί μου, μπάρκο μπέστια· γάμπιαις συριακό σκαρί
+ξυλάρμενο, να θαλασσοδέρνη απόξω από τον Κάβο-Δόρο; Είδες σκούνα
+κασσώτικη, 28 χιλιαδώνε, συριανό σκαρί, με τα μικρά παρουκέτα
+μονάχα, να παραδέρνη απόξω από τον Κάβο-Μαλιά τρία ημερόνυκτα; Ο
+καιρός δεν μας έπαιρνε, θάλασσα-κιαμέτι! Μας έφαγε της γάμπαις ο
+χιονιάς και μας έσπασε τα τσιμπούκια ο βορειάς. Ο κόρφος δεν μας
+εδεχότανε, το Τσιρίγο μας έδιωχνε. Το βάλαμε κ' ημείς τραβέρσο,
+τρία ημερόνυχτα, με τον μέσα φλώκο μονάχα και με την μπούμα
+καταιβασμένη τρίγωνο. Λες κ' ήτανε κρασοβάρελο που το πετάξανε 'ς
+την θάλασσα κ' η θάλασσα το χτύπαε σαν αφωρισμένο. Δεν είχαμε και
+καπνό. Εξούσαμε τα παραπέτα με τους σουγιάδες μας κ' εφουμάραμε.
+Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή! Να, πλυθήκαμε κομμάτι.
+
+Και εκβαλών την καπνοσακκούλαν του επλήρου μικρόν τσιμπουκάκι μεθ'
+υπομονής και φιλοκαλίας θεργιακλή.
+
+ — Όντας εναυαγήσαμε πάλι 'ς το Ασπρονήσι, απόξω από την Σκιάθο;
+Ωχ! μωρέ γυιε μου, κάτι κύματα! . . . Βουνά τα ωργισμέγα. Και
+νύχτα! Πίσσα! Και χιονιάς! Κατεβαίναμε φορτωμένοι, από τον Ποταμό,
+γέννημα για τον Περαία, με διαταγή! Ωχ, μωρέ γυιε μου, και να σε
+είχα μέσα εκείνη τη βραδειά! Κανένας δεν εγλύτωσε. Μόνον ο
+υποφαινόμενος. Και πάλιν κ' εγώ με θαύμα. Εκεί που μ' εχτύπησεν η
+σκότα του κόντρα φλώκου, που εβγήκα να τον μαζέψω, μου δίνει μια
+να πέσω 'ς την θάλασσα και ξεγλυστρώ, μωρέ γυιε μου, και πέφτω
+απάνω σ' ένα κασσόνι. Λες και μου τώρριξεν εκειδά η μάννα μου.
+Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή!
+
+Και μετά μικρόν ανάψας το τσιμπουκάκι του η Νεροφίδα,
+αλλά-Ιγγλέζα, επανέλαβε:
+
+ — Πού να σε είχα, μωρέ παιδί μου, εδώ και πέντε χρόνια με του
+καπετάν Φώκα την πρωτοτάξειδη σκούνα. Φορτώσαμε κάρβουνο 'ς τον
+Όλυμπο για την Αλεξάντρα. Και κει που σηκωθήκαμε 'ς τα πανιά — ώρα
+εσπερινού — , καταιβάζει, μωρέ γυιέ μου! Θεέ Δημητρίου. Χειμώνας
+καιρός βλέπεις. Του Αγίου Αντρέως. Ο καιρός 'ς τον Μάστορη —
+Μαΐστρο-τραμουντάνα. Πού να μουνδάρωμε! Και μια νύχτα! Σκοτάδι —
+Πίσσα! Δεν έβλεπες από την πρύμη 'ς την πλώρη. Εγώ του είπα του
+καπετάν Φώκα: Καπετάν Φώκα, δεν μ' αρέσει ο καιρός. Μα εκείνος δεν
+μ' άκουσε. Μας τα δίνει, που λέτε, 'ς τα χέρια! Και που να ιδής!
+Τα Ρημονήσια έγειναν ένα. Μαϊνάρουμε τον κόντρα μας τρώει τον
+παπαφίγκο. Μας σπάζει το πρυμνιό τσιμπούκι με το φλέσι και
+κρεμνιέται και παραδέρνει σαν ξεμανίκωτο χέρι. Μετά πολλά
+ξανοίξαμε κατά την Μεγάλη Λήμνο. Τα κύματα βουνά! Και σου
+καταιβάζει κάτι κύματα τ' Άινόρος! Θεέ Δημητρίου! Μετά τα
+μεσάνυχτα όλοι αποκάμαμε. Ήμουνα 'ς το τιμόνι. Γυρίζω, τίποτε. Δεν
+τ' άκουε το τιμόνι πλεια. Βρε για το Θεό, καπετάν Φώκα. Λέγω 'ς
+τον καπετάνιο. Ο κακομοίρης ήλθε κ' εκέρωσεν αμέσως. Τα κύματα μας
+άρπαξαν πλεια την σκούνα από τα χέρια μας. Η θάλασσα την έκαμε
+ξέρα κ' έμπαινε κ' έβγαινεν ελεύθερα. Ύστερ' από τα τόσα
+τινάγματα, που έτριξαν τα παΐδια της, η σκούνα έγειρε με την μια
+μπάντα. Τότες πλεια όλοι τα χρειασθήκαμε. Σπάζει η ράντα της
+μπούμας, κάτω η γάμπιες κουρέλια. Μονάχα ένα κομμάτι απέμεινε ψηλά
+'ς της κόφαις κ' ενόμιζε λες κ' ήτανε σκιάχτρο για της κουρούναις
+'ς τα μποστάνια. Ο καπετάν-Φώκας τότες τάχασεν. Εγονάτισε και δεν
+μπορούσε ούτε το σταυρό του να κάμη. Γυναίκα, γυναικούλα μου!
+έκλαιε. Τα κύματα την επήραν πλεια από κάτω την σκούνα. Η κουβέρτα
+σαρώθηκε. Οι ναύταις όλοι κερωμένοι από τον φόβο, κρατούσαν ακόμα
+τα παταράτσα, εν ώ τα πανιά όλα είχανε φαγωθή. Ο καπετάν-Φώκας,
+ολοένα έκλαιε. Γυναίκα! Γυναικούλα μου! Τότες κάποιος ναύτης
+φωνάζει:
+
+ — Ανάθεμα σε Παπα-Δράκο!
+
+Και όλοι επαναλαμβάνουν·
+
+ — Ανάθεμά σε Παπα-Δράκο!
+
+Τότες θυμήθηκε και φωνάζει ο καπετάνιος:
+
+ — Ίσα τον Αράπη!
+
+ — Καρδιά παιδιά. Συνοδεύω κ' εγώ. Ίσα τον Αράπη!
+
+Και διακόπτων η Νεροφίδα την διήγησιν, μοι λέγει:
+
+ — Το βλέπεις, μωρέ παιδί μου, το βλέπεις εκείνο το πανί μπροστά
+'ς την πλώρη, το μέσα φλώκο, πού είνε θηλυκωμένο 'ς το πλωριό
+κατάρτι; Δεν μου λες, τανοίξαμε αυτό ψες; Αυτό, μωρέ παιδί μου,
+ανοίγει μονάχα, όταν όλα τα άλλα είνε καταιβασμένα. 'Σ τον
+μεγαλείτερο κίνδυνο, να πούμε. Τότε το καράβι μονάχα, με το πανί
+αυτό, παραδέρνει μισορρουφισμένο. Αυτό το πανί, μωρέ παιδί μου, το
+λένε Αράπη. Γιατί μαυρίζει από τον καΰμό του, σαν ανοίξη. Όλα τα
+στοιχεία το χτυπάνε. Το χτυπά ο αγέρας, το χτυπά η θάλασσα, το
+χτυπά το χιόνι, το χτυπούν οι κεραυνοί, τόσα άγρια δόντια να το
+φάνε. Πώς να μη μαυρίση το καϋμένο! Είνε να πούμε η σημαία και το
+σάββανο του καραβιού. Ή θα γλυτώση το καράβι και θα γείνη σημαία
+του, ή θα χαθή και θα γείνη σάββανό του.
+
+ — Ίσα τον Αράπη ξαναφωνάζω, έτσι 'ς τα ψέματα για να δώσω καρδιά
+'ς τους ναύταις. Μα ποιος άλλος μπορούσε να 'πάγη 'ς την πλώρη;
+
+Το κύμα θα τον ερροφούσεν όσο να πης τρία. Έτυχε νάχωμε 'ς το
+τσούρμο τον Παπα-Δράκο, της Παπαδράκαινας τον γυιό.
+Μάννα για τον Αράπη. — Θεός σχωρέσ' τονε!
+
+Ο Παπα-Δράκος της Παπαδράκαινας ο γυιος ήτανε ένα παιδί όλο
+κεφάλι. Από μικρό έδειχνε. Εγεννήθη μ' ένα μεγάλο κεφάλι. Ύστερα,
+εμεγάλωνε το παιδί, εμεγάλωνε και το κεφάλι του. Ένα τέρας. Η
+κακαίς η γλώσσαις καθήσανε και λογαριάσανε τους μήνους, από την
+ημέρα που γεννήθηκε, κ' εβγάλανε πως επιάσθη Μεγάλη Παρασκευή.
+Τόσο εβούιξεν ο κόσμος όλος. Ο Παπα-Δράκος, ο πατέρας του, ένας
+καλός χριστιανός, παπαδοπαίδι και αναγνώστης με μια ώμορφη
+γυναικούλα, μικρούλα σαν κουκλίτσα.
+
+Αναγκάσθη να φύγη για πάντα από το χωριό. Δεν μπορούσε να υποφέρη
+τον κατατρεγμό, και το κατηγόριο, κ' ουδέ να βλέπη ήθελε το παιδί
+του εκείνο με το μεγάλο κεφάλι, λες κ' ήτανε καταμαρτυρία της
+αμαρτίας του. Ένα βράδυ λοιπόν λέει στην Παπαδράκαινα: — «Έχε
+γεια, Παπαδράκαινα!» Έχωσε το κεφαλάκι της μέσα 'ς τα πυκνά γένεια
+του, ένα ώμορφο στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, και την εφίλησε, την
+εφίλησε την Παπαδράκαινα, κ' έφυγε, και δεν ξαναγύρισε πλεια.
+Απέθανε, είπαν, 'ς τα Καντουνάκια 'ς τ' Άινόρος. 'Σ την έρημο. Ο
+δε Παπαδράκος ο γυιος του εμεγάλωνεν, εμεγάλωνεν, είπαμε, και το
+κεφάλι του.
+
+ — Παπα-Δράκος να σε φάη! του φώναζεν η Παπαδράκαινα, για να το
+τρομάξη, όταν έκλαιε, που το εσυχαινότανε σαν την αμαρτία της.
+
+Και πάλιν, όταν καμμιά φορά ήθελε να το χορέψη — όταν ήτανε 'ς τα
+καλά της και το λυπότανε, λέει, το έπιανεν από τα δυο χεράκια του,
+με δυο μικρά-μικρά ποδαράκια και με μια κεφάλα σαν φλάσκα, και το
+χόρευε με το ίδιο φοβέρισμα πάλιν αντίς για τραγούδι έλεγε:
+
+ _Παπα-Δράκος να σε φάη!
+ Παπα-Δράκος να σε φάη!_
+
+Τέλος, να μη τα πολυλογούμε, εμεγάλωσεν ο Παπαδράκος, εμεγάλωσε
+και το κεφάλι του, και η ώμορφη Παπαδράκαινα με το
+στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, το έδιωξε το παιδί της:
+
+ — Να μη σε βλέπω μπροστά μου, σημειωμένο πράμα! Άιντε να βρης
+ψωμί! κ' εκείνο το καϋμένο πήγε με τα καράβια· με χρόνια έγεινε
+ακουστός ο Παπα-Δράκος ο γυιος της Παπα-Δράκαινας μέσα 'ς τα
+τσούρμα των καραβιών, 'ς τα πληρώματα καθώς λένε τώρα. Άξιος κ'
+επιδέξιος ναύτης, φημισμένος για την αποκοτιά του. Μα ήτανε
+άτυχος. Με όποιο καράβι μπαρκάριζε, κινδυνεύανε πάντοτε, και
+αυτόν, ως απόκοτον, έστελναν πάντοτε 'ς τον Αράπη. Ώστε σου έγεινε
+ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπά-δράκαινας, μάννα για τον Αράπη!
+
+'Σ τα ύστερα όμως εκατάλαβαν την ατυχία του, σαν να ήτανε
+καταραμένος, και δεν τον ετσουρμάριζαν.
+
+ — Δεν είμαι για τον Αράπη! έλεγαν οι καπετανέοι, όταν τους
+παρακαλούσε κλαίοντας να τον γράψουν 'ς τα χαρτιά.
+
+Κι' οι ναύταις πάλιν έλεγαν εις τους καπετανέους.
+
+ — Βάρδα από τον Παπαδράκο!
+
+Τόσον που κατάντησεν ο δυστυχής ο Παπαδράκος να πωλή αχινούς —
+πέντε 'ς το λεπτό — για να ζήση. Και έβλεπαν συχνά οι άνθρωποι,
+ένα μίλι μακρυά από το χωριό, μια φλάσκα μεγάλη-μεγάλη μέσ' 'ς τη
+θάλασσα να καραβίζη. Ήτανε ο Παπαδράκος με το μεγάλο κεφάλι που
+έβγαζε τους αχινούς.
+
+Η φελούκα του εχώνευε, και το κεφάλι του φαινότανε ακόμα ένα μίλι
+μακρυά!
+
+Ο καπετάν Φώκας δεν ήθελε να τον τσουρμάρη τελευταία, ούτε οι
+ναύταις του τον ήθελαν. Μα τι να κάμη; του έλειπεν ένας ναύτης. Το
+ξέρω, βρε παιδιά μου, έλεγε. Μα να χάσωμε το ναύλο; Και τον
+ετσουρμάρισε. Έτσι λες εσύ; Να κινδυνέψωμε για τον Αράπη.
+
+Α! Πάπα-Δράκο! παιδί μου! παρακαλεί ο καπετάνιος, λοιπόν είπαμε.
+Ίσα τον Αράπη!
+
+Ο Παπα-Δράκος ήτανε έτοιμος. Σαν να το είχε καταλάβει και πριν τον
+διατάξη ο καπετάνιος είχε τα μάτια του 'ς τον Αράπη. Άμα τον
+διέταξεν ο καπετάνιος, με το κεφάλι του το μεγάλο, ο Παπαδράκος
+ανασκουμπωμένος όπως ήτανε, χυμά 'ς την πλώρη. Τρώει ένα κύμα,
+τρώει δεύτερο, τρώει τρίτο. Τρεις φοραίς πέφτει πίστομα όσο ν'
+αναβή 'ς την πλώρη. Τρεις φοραίς σαν νεροβάρελο εκατρακύλισε 'ς
+την κουβέρτα και τρεις φοραίς σηκώθηκε. Τέλος ανοίγει τον Αράπη.
+Κι' αμέσως, μωρέ αδέρφια, εστάθηκε 'ς τα πόδια της η σκούνα. Μέσα
+'ς την νύχτα και 'ς την χιονιά ένα πράμα σαν σημαία σαν σάββανο
+φάνταξε μπροστά 'ς την πλώρη. Ήτανε ο Αράπης. Ο Παπα-Δράκος τον
+εκαργάρισε, τον εστερέωσε καλά κ' έτρεχαν τα νερά από πάνω του σαν
+κλάματα, της σκούνας τα κλάματα. Το καράβι ανάσανε αμέσως. Εκεί
+που ήτανε γονατισμένο, ξαναεσηκώθηκε πάλι.
+
+Λες κ' είχε χέρια ο Αράπης κ' έπιασε γερά την σκούνα και την
+εσήκωσε σαν μάννα του. Εσηκώθηκε αμέσως και ο καπετάν Φώκας. Όλοι
+εκάμαμε τον σταυρό μας. Άρχιζε τότες και να μολυβίζη. Εχάραζε και
+εβλέπαμε της στεριαίς.
+
+ — Γεια σου Παπαδράκο! φωνάξαμε όλοι, που τον εβλασφημούσαμε
+προτήτερα.
+
+Τα πρωί εξημερώσαμε ανοιχτά από την Σκύρο. Ανασάναμεν. Εξημέρωσεν
+ο Θεός την ημέρα. Άμα εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα ήμαστε καλά.
+Έπεσε κομμάτι κι' ο αγέρας. Μα είδαμε πως μας έλειπεν ένας από το
+τσούρμο. Ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπαδράκαινας. Ούτε φάνηκεν ο
+καϋμένος. Ψάχνομε παντού. Πουθενά ο Παπαδράκος. Φωνάζουμε εμπρός,
+πίσω, κάτω. Τίποτα! Πουθενά ο Παπαδράκος. Εκείνη τη φορά ο Αράπης
+τον έφαγε, θα τον άρπαξε, ως φαίνεται, κανένα κύμα εκεί που
+κατέβαινε από πάνω από την πλώρη 'ς την κουβέρτα. Γιατί τη στιγμή
+που άνοιξε τον Αράπη κι' εστάθη 'ς τα πόδια της η σκούνα,
+εκαταλάβαμε ένα δυνατό τίναγμα κ' εσείσθηκεν όλο το σκάφος. Πόσους
+τρώγει έτσι η θάλασσα!
+
+ — Παπαδράκο! εφώναξα τρεις φοραίς απόξω από τα Ψαρά, όταν
+καταλάβαμε πλεια πώς έλειπεν ο καϋμένος.
+
+ — Παπαδράκο! ακούσθηκεν άλλαις τρεις φοραίς τρεμουλιαστή βοή σαν
+κλάμα από την κατάξηρη των Ψαρών ράχη.
+
+ — Θεός σχωρέσ' τονε!
+
+Είπαμε όλοι τότε κ' εκάμαμε τον σταυρό μας. Κ' εβγάλαμε τα κασκέτα
+μας, ξεσκούφωτοι, σαν να περνούσεν από πάνω μας την ώρα εκείνη η
+ψυχή του Παπαδράκου, του γυιού της Παπα-δράκαινας, που έσωσε πέντε
+σπίτια εκείνη την νυχτιά κ' ένα καράβι. Εχάθη ο καϋμένος, σαν να
+μη ήθελε ν' ακούση ευχαριστίαις από στόματα που τον
+εβλασφημούσαν . . . .
+
+Ζ'.
+
+ — Μπούκα!
+
+Ακούομεν αίφνης την φωνήν του πλοιάρχου μας. Εγειρόμεθα όλοι. Οι
+ναύται τρέχουν εις τας θέσεις των.
+
+ — Μόλα-μπουρίνα — τίρα-μόλα!
+
+Εισήλθομεν εις τον Ελλήσποντον, διά χειρισμού δεξιού αποφεύγοντες
+το ισχυρόν ρεύμα. Δεξιά μας το Κουμ-καλέ, αριστερά το Συτίλ-
+Μπαχάρ, ορθάνοικτα φύλλα της πόρτας του γαλάζιου πορθμού.
+
+Άνεμος δροσερός μας αναρριπίζει όλους. Αύραι ζωνταναί, αι αύραι
+του Ελλησπόντου. Τας βλέπεις σχεδόν πνεούσας κυανάς από το Τσανάκ-
+καλέ, αόρατον όπισθεν μιας κυανής άκρας της ασιατικής παραλίας. Τα
+ιστία αναταράσσονται κατ' αρχάς χαρμοσύνως ως μανδήλια της σκούνας
+επισειόμενα προς χαιρετισμόν επί τω αισίω κατάπλω και πλαταγούσιν
+ηδέως ως πτερά όρνιθος ετοιμαζομένης να καθήση. Συρίζουν δε και τα
+καρχήσια εν αγαλλιάσει και τα «δίνουμε» σκιρτώντες διά τ' Άσπρα
+Γιάρια. Το ρεύμα ροχθούν, αφρίζον, περιδινούμενον μεθ' ορμής
+κατέρχεται προς τα κάτω, καθιστών αδύνατον τον περαιτέρω ανάπλουν.
+
+ — Μπρούλια τρίγκο.
+
+ — Μάϊνα κόντρα! Μάϊνα φλέσι!
+
+ — Μάϊνα γάμπιαις!
+
+ — Μάϊνα φλόκια!
+
+Αι διαταγαί του πλοιάρχου αλλεπάλληλοι αντηχούσαν εν τω κυανώ του
+Ελλησπόντου όρμω. Ο δρόμος ανακόπτεται και η σκούνα πλήττουσα τα
+κύματα, ως καλή οικοκυρά εισέρχεται εις τον θάλαμόν της ν'
+αναπαυθή μετά τόσον κοπιώδη πλουν.
+
+ — Πόντισον!
+
+Τελειόνει τας διαταγάς του ο πλοίαρχος και τρίβων τας χείρας του
+βηματίζει επί της πρύμνης· αμέριμνος πλέον ως εργάτης σχολάσας από
+την εργασίαν του. Σχοινία και ιστία, τα πολύπλοκα άρμενα όλα
+αναμίξ επί του καταστρώματος και άλλα επί των ιστών. Οι ναύται
+ερπύζοντες ανέρχονται επί των κεραιών και περιμαζεύουσι
+περιδένοντες πάντα εν τάξει.
+
+
+***
+
+Σκάφη παντοία ηγκυροβολημένα εν αταξία, καθώς ηυκολύνοντο,
+επλήρουν τ' Άσπρα Γιάρια, ένα μέγαν λιμένα του Ελλησπόντου προς
+την Ανατολήν. Τριίστια μπάρκα και σκούναι κομψαί και μπάρκα-
+μπέστια και τσερνίκια και τρεχαντήραι παμμέγισται λαδάδικαι,
+φορτωμένα και κενά. Μαύρα, φαιά, πράσινα, γαλάζια, με άσπρα
+μπούρδα, κατάμαυρα. Στιλπνά, καινουργή, παληοκάραβα ανθρακοφόρα.
+Αυστριακά παμπάλαια, του πετρελαίου μπάρκα, Σκιαθίτικα, Κασσώτικα,
+Χιώτικα, καράβια Γαλαξειδιώτικα, Ψαριανά καράβια όλα φύρδην μίγδην
+ανέμενον άλλα μεν να πνεύση νότος, ίνα πλεύσωσι προς την
+Προποντίδα, άλλα δ' εκαρτέρουν τα ρυμουλκά να τα ρυμουλκήσωσι δύο-
+δύο, τρία-τρία μέχρι του Αναγαρά.
+
+Καταγάλανα τα κύματα του Ελλησπόντου εχόρευον γύρω μας και αι
+ακταί αμμώδεις εξετείνοντο καθαραί, απαστράπτουσαι, ευωδιάζουσαι.
+Τα μαγαζάκια έξω του χωριού μέσα εις καταπρασίνους κήπους, γεμάτα
+πλοιάρχους, εγελοκοπούσαν, κ' η βάρκες εκουβαλούσαν πρωί-βράδυ
+τροφάς νωπάς, σφακτά τετράπαχα και δροσερά λαχανικά διά τον
+αραγμένον στολίσκον, ου τα πλείονα πλοία προωρισμένα διά την
+Μαύρην θάλασσαν ήθελαν ν' αποχαιρετίσωσι τα δροσερά της Ανατολής
+ζαρζαβατικά. Τινές δε πλοίαρχοι και συνεπλήρουν την αποθήκην των
+τροφών, ευρίσκοντες αυτόθι ευθηνότερα και καλλίτερα τα πράγματα.
+
+Η Θρακική Χερσόνησος απέναντι μας με τα θαμνώδη βουνάκια της
+εσκοτίνιαζεν ήδη. Ο κάβο-Φονιάς, επικίνδυνος, εις αβαθή ύδατα,
+άκρα, μας έκρυπτε το Τσανάκ-καλέ, όπου έπρεπε να παρουσιάση ο
+πλοίαρχός μας τα χαρτιά του κατά την τάξιν.
+
+Χαριεστάτη διήλθεν είτα η πρώτη της νυκτός φυλακή. Ο γλαυκός
+Ελλήσποντος ποικιλοτρόπως αντήχει από τους διαφόρους γλωσσικούς
+ιδιωτισμούς των ναυτικών Ελληνικών πόλεων, συγχεομένους όλους εις
+μίαν δροσερωτάτην αρμονίαν. Πλοίαρχοι και ναύται εκουβέντιαζαν από
+τα διάφορα πλοία ξεκουραζόμενοι μετά τον επίπονον πλουν,
+διηγούμενοι προς αλλήλους τα κατά τον πλουν και ερωτώντες «για της
+δουλιαίς πώς πάνε».
+
+***
+
+Πρωί-πρωί, οξύτατος συριγμός ρυμουλκού με αφύπνισεν. Ανήλθον.
+Γαλανή θάλασσα, γαλανά βουνά, γαλανός ουρανός, γαλανόν το
+ρυμουλκόν που μας ετραβούσε προς την Προποντίδα, εμάς και δύο άλλα
+τρεχαντήρια, ένθεν και ένθεν. Έτρεχε το ρυμουλκόν μετά δυνάμεως,
+και έφευγον επ' εδώ κ' απεκεί χειροπιασμένα ως εν χορώ βουνά και
+κάμποι και κάστρα και χωριά. Βουνά με τα δένδρα των και χωριά με
+τα σπίτια των όλα έφευγον, ως να τα είχε παρασύρει το ρεύμα του
+Ελλησπόντου ακατάσχετον. Έτρεχε το ρυμουλκόν ολοταχώς, έτρεχε και
+η σκούνα μαζί όπισθέν του, καμαρώνουσα, δεμένη, χαίρουσα. Νεόνυμφη
+που την εχόρευε ο μικρός κουμπάρος της, το ρυμουλκόν με συρματένιο
+μανδήλι. Καμμιά φορά ότε το ρεύμα ήτο ισχυρόν ήσθμαινε το
+ρυμουλκόν, εκοντοστέκετο και η σκούνα με τα δυο τρεχαντήρια ένθεν
+και ένθεν αρνουμένη να προχωρήση — κατάδικοι που τους επήγαινον να
+τους κρεμάσουν . . . . Ατμόπλοια διάφορα, φορτωμένα και κενά
+παραπλέουσι αναβαίνοντα και καταβαίνοντα σιωπηλά, βωβά, μη
+ανταλλάσσοντα ουδέ χαιρετισμόν από την βίαν των.
+
+ — Έτσι μπορώ να ταξειδεύω με κάθε καιρό!
+
+Έλεγεν η Νεροφίδα, ξαπλωμένος ο γέρων ναύτης, — έλεγε πώς ήτο
+αδιάθετος — παρά το μαγειρείον, οπόθεν εξήρχετο ευώδης η ορεκτική
+οσμή του παρασκευαζομένου αλιπάστου κρέατος διά το πρόγευμα. Περί
+αυτόν οι ναύται έξαινον στυππείον, διότι ο πλοίαρχος είχεν
+επαναλάβει πάλιν ειπών ότι «η μόνη τέχνη που δεν περνά είναι η
+τεμπελιά».
+
+ — Σαν αποχτήσω, βρε παιδιά, εξηκολούθησεν η Νεροφίδα, κ' εγώ
+καμμιά σκούνα, και γένω καπετάνιος, θα πάρω κ' ένα ρυμούλκι, να με
+τραβά πάντα. Κ' εγώ ξαπλωμένος θα φουμάρω το τσιμπουκάκι μου. Να
+με βλέπουν που λέτε η θάλασσαις και τα πέλαγα και να λένε: « — Να
+καπετάνιος μια φορά!» Να με βλέπουν οι σκούναις και τα μπάρκα και
+να λένε: « — Να καπετάνιος μια φορά!» Να με βλέπουν και η
+Μαυροθαλασσίτισσαις και μελαχροιναίς και να λένε και αυταίς:
+« — Να καπετάνιος μια φορά!»
+
+Και θωπεύων εγγύς του τον Αράπην, τον μπογαζιανόν σκύλλαρον της
+σκούνας, έλεγε χαριεντιζόμενος, θεωρών το ρυμουλκόν αφανές από
+τους αφρούς, έλκον ολοταχώς την σκούναν.
+
+ — Γεια σου, ξεφτέρι μου! |
+
+Κ' εξηκολούθει:
+
+ — Έπρεπε να σας είχα, μωρέ σεις παιδιά, με τούτη τη σκούνα.
+Εταξειδεύσαμε πάλι για τον Ποταμόν άδειοι.
+
+Ξανοίξαμε από τον Μαρμαρά και εκάμναμε μια μεγάλη βόλτα από την
+Ραιδεστό ς' την Καλόλημνο. Μόλις που ετεραμολάραμε, να τα
+γυρίσουμε, απάνω, που λέτε, ς' την στροφή, ς' την Καλόλημνο, να
+και πετιέται ανατολικά μπροστά μας πράσινο φανάρι, θηρίο ανήμερο
+ολοταχώς. Θάλασσα-κιαμέτι. Δεκέμβριος μήνας. Ο καπετάνιός μας,
+μόλις που άφησε τα κιάλια από τα χέρια του κι' ανάσανε γιατί τα
+πήραμε καλά, ακούει από την πλώρη:
+
+ — Πράσινο φανάρι!
+
+ — Πράσινο φανάρι! επαναλαμβάνει και ο πλοίαρχος σαν χαζός και
+γυρεύει πάλι τα κιάλια του.
+
+Από την πλώρη η βάρδα ξαναφωνάζει πάλιν:
+
+ — Πράσινο φανάρι!
+
+Αχ, μωρέ παιδιά μου, ένα πράσινο φανάρι! Το είδαμε κ' ηρχόντανε με
+θυμό κατεπάνω μας, να μας φάη. Ημείς διπλαρωμένοι ακόμα. Το είδαμε
+όλοι πλεια.
+
+ — Πάει μας τρακάρισε! φωνάζω με απελπισία. Έπρεπε να δείχνη
+κόκκινο, για να είνε σε τάξι.
+
+Το είδε κι' ο καπετάνιος το πράσινο φανάρι που ηρχότανε με
+βογγυτό. Εσάστισε.
+
+ — Άη-Νικόλα μ'! ασημένια σου την χαρίζω!
+
+Αυτό μονάχα πρόφθασε να ειπή ο καπετάνιος. Οι ναύταις όλοι βλέπαμε
+το πράσινο φανάρι που ερχότανε με κρότο.
+
+ — Ε! από το βαπόρι! Ε! από το βαπόρι! φωνάζαμε όλοι, αλλά ο
+αγέρας έπαιρνε προς τα κάτω της φωναίς μας. Ούτε ξεχώριζαν διόλου
+από την βοή του βοριά. Την καμπάνα! την καμπάνα!
+
+Ακούμε τότε μια φωνή, και αμέσως ακούμε και την καμπάνα που
+εβούιζεν άγρια ς' την πλώρη μας σαν σε λείψανο.
+
+Απάνω ς' το χτύπημα της καμπάνας ακούμε και δυνατό σφύριγμα,
+σφύριγμα μηχανής. Κ' ένα ξεθύμασμα βαθύ κατόπιν. Η σκούνα μας τα
+γύρισε και το πράσινο φανάρι σταμάτησε μπροστά μας, ένα θηρίο, ένα
+θεοπάπουρο!
+
+Ποιος φώναξε: — την καμπάνα; — Κανείς από μας δεν φώναξε. Πώς
+χτύπησεν η καμπάνα; Κανείς από μας δεν χτύπησεν. Ο μάγειρός μας,
+ένας που έκαμε σε μοναστήρια, έλεγε πως είδεν ένα γεροντάκι ζωηρό
+με άσπρα γένεια στρογγυλά σαν τον Άη-Νικόλα, που εχτύπησε μονάχος
+του την καμπάνα.
+
+Σ' την μέση θα μας έκοβεν, αν δεν μας εγλύτωνεν ο Άη-Νικόλας.
+
+Και μετ' ευλαβείας η Νεροφίδα διακόψας την διήγησιν έκαμε τον
+σταυρόν του. Όλοι τον εμιμήθημεν.
+
+ — Είδατε, μωρέ παιδιά, το ασημένιο καραβάκι; Εξηκολούθησε πάλιν η
+Νεροφίδα. Εκείνο το ασημένιο καραβάκι που κρέμεται από τον μεγάλον
+πολυέλαιον ς' τον Άη-Νικόλα; ς' την πατρίδα; Είν' η σκούνα μας
+αυτή που την έταξεν ασημένια ο καπετάνιος μας ς' τον Άη-Νικόλα
+τότες που μας εγλύτωσε. Όλη από καθαρό ασήμι, καλοδουλεμένο, της
+Ρωσίας ασήμι. Μισή οκά ασήμι. Σε πρώτο ταξείδι, όταν φθάσαμε με το
+καλό ς' το Ταϊγάνι, ο καπετάνιος μας αμέσως επαράγγειλε μια
+ασημένια σκούνα, μισή οκά, με τα κατάρτια της, με τα πανιά της
+ανοιχτά, με τα ξάρτια της, όλα ασημένια. Μπροστά 'ς την πλώρη ένα
+ασημένιο γεροντάκι με στρογγυλά ασημένια γένεια, ο Άης-Νικόλας,
+σημαίνει την καμπάνα την ασημένια. Πίσω ο καπετάνιος. Δεν λείπει
+κι' αυτός. Γονατιστός, ξεσκούφωτος, ασημένιος.
+
+Είνε τώρα κρεμασμένη 'ς τον πολυέλαιο του Άη-Νικόλα. Και όταν
+ανάφτη ο γέρω-Συμβίας της λαμπάδες, ς' την πανήγυριν, σ' την
+αγρυπνία και τον κουνή κατόπιν τον πολυέλαιο, κουνιέται κ' η
+σκούνα η ασημένια μαζί του πέρα-δω, ς' την αγρυπνία, κ' είνε μια
+χαρά να την βλέπης. Θαρρείς και ταξειδεύει ς' τη Μαύρη Θάλασσα.
+
+***
+
+Το ρυμουλκόν, αφού μας εξήγαγεν έξω από τα ρεύματα, μας άφησε
+πλέον. Επεράσαμεν τα Γαλατάρια. Αφήσαμεν οπίσω τον Αναγαράν.
+Εχώνεψεν η Καλλίπολις με τους μιναρέδες της, θαλασσωμένη μέσα εις
+τα γλαυκά της Προποντίδος κύματα. Χάθηκε το Λαμψάκι το ιστορικόν
+και το Τσαρδάκι δεν φαίνεται πλέον. Έκλεισεν ο Ελλήσποντος κ'
+ήνοιξεν η Προποντίς, ο κατακύανος Μαρμαράς και κατάκρυος. Θαρρείς
+και ανήλθες εις κυανούν της Μεσογείου θαλασσοπέδιον, υψηλά, προς
+τας κρυεράς αύρας, προς τα ολόδροσα μελτέμια.
+
+Η σκούνα, με όλα τα πανιά, χαριέντως κλίνουσα προς την μίαν
+πλευράν, ως επί κυανής κλίνης με το πλευρόν νύμφη, λοξοδρομούσα,
+προσεγγίζει οτέ μεν προς την Θράκην, οτέ δε προς την Ανατολήν.
+
+Ο Μαρμαράς, κατάξηρος, με τα λατομεία του και με τους κολιούς του
+τους μαρμαρινούς. Ατμόπλοια, γολέταις, τρεχαντήρια, βρίκια
+αναιβοκαταιβαίνουν σαν πουλιά ταξειδιάρικα. Χορταίνει η καρδία
+καθαρόν αέρα και η όρασις καταπρασίνην χλόην των αμπελώνων και
+φυτειών, αίτινες παχείαι περιβάλλουσι τα ονομαστά Γανόχωρα της
+Θράκης. Αφίνομεν την Ραιδεστόν, χαιρετίζομεν την Καλόλημνον ως
+πάπιαν εν μέσω της Προποντίδος παίζουσαν και ούτως εν χαρά πλέον
+με τα πανιά γιαλό-γιαλό από τον Άγιον Στέφανον ς' τους δύο
+Τσεκμετζέδες παραπλέοντες αράξαμεν μίαν αυγήν από κάτω από τα
+Ψωμαθειά της Πόλεως. Βόμβος αόριστος, ως ανέμου μακρυνού βόμβος,
+έφθανε προς ημάς, η βοή της μυριοποθήτου Βασιλευούσης. Όταν
+ανήλθον επί του καταστρώματος, έτριβον κ' επανέτριβον τους
+οφθαλμούς μου, έκθαμβος προ του πανοράματος εκείνου του ζωντανού,
+το οποίον ξετυλίσσετο ευφρόσυνον ενώπιόν μου. Σαν όνειρον, σαν
+χιλιόχρωμον ζωγραφίαν επί κυανού εδάφους εθεώρουν εν θαυμασμώ την
+μυριάνθρωπον Πόλιν, με την ανατολήν του ηλίου αναθρώσκουσαν από
+μέσα από την ομίχλην, ως αναδυομένην από των κυμάτων, σύμπλεγμα
+πολύμορφον κυπαρίσσων και μιναρέδων και θόλων, παλατίων και ναών.
+
+ — Είδες την Πόλιν, βρε Γιαννάκη;
+
+Έλεγεν ο πλοίαρχος προς τον έφηβον υιόν του, εν σιγή θεωρούντα την
+απροσδόκητον εκείνην οπτασίαν του χρυσού και φωτός και αφρού,
+άτινα μυστηριωδώς στερεοποιούμενα μετεμορφούντο εις την
+μυθοπλαστουμένην Πόλιν, την Πόλιν των αγαθών και του πλούτου, την
+Πόλιν της αναπαύσεως του κεκμηκότος ναύτου, εις τα δροσερά κύματα
+της οποίας γλυκαινόμενον το πλοίον, επαναλαμβάνει τον προς την
+Μαύρην θάλασσαν πικρόν πλουν.
+
+ — 'Σαν ψεύτικη, πατέρα!
+
+Είπε μετά ώραν, αφηρημένος προς το θέαμα ο έφηβος, με παλμούς
+ανυπομονησίας καρτερών πότε ν' απολαύση εγγύτερον, να ψαύση την
+εύμορφον εκείνην ζωγραφίαν της αιχμαλώτου μητροπόλεως του Γένους.
+
+ — Ινανμάσι γκελ ταμπάκ!
+
+Ετραγωδούσεν εκείνην την ώραν γλυκύτατα ο πωλητής του αφράτου
+μουχαλεμπιού από της υψηλής των Ψωμαθειών ακτής.
+
+ — Σαν δεν πιστεύης έλα να ιδής!...
+
+Η'.
+
+Μαύρα δάκρυα έχυσα την ημέραν, καθ' ην έμελλον ν' αποχωρισθώ πλέον
+της αγαπημένης μου σκούνας. Ναυαγός εάν ήμην, δεν θα έκλαιον τόσον
+την απολεσθείσαν περιουσίαν μου.
+
+ — Γιατί να μη έχω μίαν σκούναν ιδικήν μου!
+
+Έλεγεν ο λογισμός μου παραπονούμενος.
+
+ — Να ταξειδεύω! Να ταξειδεύω! Πάντα να ταξειδεύω!
+
+Επανελάμβανον οι πόθοι μου ορφανοί, πενθηφορούντες. Επί πολύν
+χρόνον μετά ταύτα, τας νύκτας, τα όνειρά μου εσχηματίζοντο εν μέσω
+σχοινίων κ' ιστών και ιστίων εν μέσω πελάγους και αφρού και
+κυμάτων. Πλέοντα, λοξοδρομούντα, καραβίζοντα όνειρα. Γαλήνης και
+τρικυμίας όνειρα. Με τα πανιά όνειρα!
+
+Έως ου αφυπνίσθην μίαν πρωίαν με υπολευκάζοντα τον βαθύν πώγωνα.
+Το λευκόν μοι επροξένησε ρίγος. Ο λογισμός μου δεν έχει πόθους
+πλωτούς πλέον. Μ' αρέσει τώρα να βλέπω την θάλασσαν από μακράν,
+έως ου έλθη καιρός να βλέπω και τον κόσμον από μακράν....
+
+Και μόνην ευχαρίστησιν πλέον αισθάνομαι να εκκλησιάζωμαι εις τον
+ναόν του αγίου Νικολάου — επάνω εις τα Κοτρόνια — εις την υψηλήν
+πετρώδη της νήσου κορυφήν. Και όταν ο Γέρω-Συμβίας ο κορακοζώητος,
+ανάπτη τον μέγαν πολυέλαιον και σείη αυτόν, μ' αρέσει να βλέπω να
+σείεται μετ' αυτού και η ασημένια σκούνα, η οποία κρέμεται από τον
+μέγαν του ναού πολυέλαιον, υπό τον θόλον, τάξιμον ευλαβές του
+πλοιάρχου μου. Απαράλλακτη η σκούνα μου, η καταπρασίνη, που μια
+φορά κ' έναν καιρόν ήταν αραγμένη εις τον βοσπορίζοντα λιμένα της
+νήσου. Με τα κατάρτια, με τα πανιά, με τα σχοινιά, με τάρμενα.
+Απαράλλακτη. Αλλά δεν είνε πρασίνη πλέον, ουδέ μεγάλη. Είνε μικρά
+και ασημένια όλη, τάξιμον ευλαβές του πλοιάρχου μου, που εγλύτωσε
+μια φορά από τράκο μέσα 'ς τη θάλασσα του Μαρμαρά, θαρρείς και
+είνε η ψυχή της καταπρασίνης σκούνας, μικρά, ασημένια σκουνίτσα.
+Και όταν σείεται ο πολυέλαιος και σείεται κι' αυτή μαζί της πέρα-
+δω, θαρρώ πως είμαι μέσα κ' εγώ, και ταξειδεύει, ο νους μου ακόμη
+με τα πανιά....
+
+
+
+ΝΕΡΑΙΔΕΣ
+(1891)
+
+
+
+Θερινήν τινα εσπέραν του έτους 1854 ασυνήθης κίνησις παρετηρείτο
+εν τω ορμίσκω της μικράς πολίχνης της νήσου. Εκεί ην και η λιθίνη
+αποβάθρα, όπου ηδύνατό τις ευκόλως ν' αποβιβασθή, αποφεύγων την
+προς τα δεξιά ημικυκλικήν κλίσιν της χαλικώδους ακτής, ένθα
+εκινδύνευε να βραχή, εμβαπτιζόμενος εν τω ύδατι μέχρις αστραγάλων,
+χωρίς να υπολογίση το _πλατσάνισμα,_ ούτινος θα εγίνετο πρόξενος
+πηδών εντός της αβαθούς θαλάσσης. Εκτός αν εξήρχετό τις πρώτον
+πατών εις το ύδωρ και σύρων είτα την λέμβον, αν ήτο ελαφρά, μέχρι
+των ποικιλοχρώμων οστράκων της παραλίας, άτινα εσώρευεν εκεί και
+ξηρά και θάλασσα, η μεν λεία, καθαρά και εστιλβωμένα εν τη
+προστριβή του κύματος, η δε ρυπαρά και ακάθαρτα, όσα θραύσματα
+έρριπτον οι κάτοικοι εις τον άνω της ακτής βράχον, γενικήν
+αποθήκην των σαρωμάτων. Εν τούτοις την εσπέραν εκείνην αι
+προσερχόμεναι από του πελάγους λέμβοι, συστέλλουσαι πρώτον το
+μικρόν πανίον, είτα διά των κωπίων σιγά-σιγά ως πάπιαι επλησίαζον
+κατά προτίμησιν ουχί εις την αποβάθραν, αλλά εις την αβαθή εκείνην
+παραλίαν. Έρριπτον το μικρόν αγκύριον, κατεβίβαζον οι ναύται τον
+ιστόν, διπλούντες αυτόν εν τω πανίω, και ησύχως μετά ταύτα
+εξεσφενδόνιζον επάνω εις τα υαλιστερά λαλαρίδια το φορτίον των,
+σάκκους τινάς πλήρεις, αλλά τοσούτον ελαφρούς ως να περιείχον
+άχυρον. Τούτο, και ιδίως ότι αι λέμβοι απέφευγον την αποβάθραν,
+έθεσεν εις πειρασμόν τον τελωνοφύλακα της νήσου, όστις ήρχισε ν'
+αναβοκαταιβαίνη εις τον επάνω της ακτής βράχον, χρησιμεύοντα και
+ως πλατείαν της μικράς πολίχνης. Οι σάκκοι έπιπτον τόσον αψοφητεί,
+ώστε, συνεπέρανεν ο τελωνοφύλαξ, το φορτίον θα ήτο αβαρές τι
+πράγμα.
+
+ — Να είνε άχυρα! διελογίζετα. Πλην δεν εθέρισαν ακόμη. Και μετ'
+ολίγον προσέθηκε:
+
+ — Να είνε μπαμπάκια! Αλλά δεν ήτο καιρός· της μπαμπακιές της
+εσκάλιζον ακόμη.
+
+Εκοντοστάθη ολίγον ο τελωνοφύλαξ εις την άκραν του βράχου, ως εάν
+προσεπάθει να ίδη από εκεί το περιεχόμενον των σάκκων, ή να
+διακρίνη εκ του υποκώφου κρότου, ον απετέλουν εκσφενδονιζόμενα επί
+των οστράκων τα πλήρη εκείνα σακκία. Και είτα ώρμησε να κατέλθη
+εις την παραλίαν, συμπεραίνων εν θριάμβω:
+
+ — Χωρίς άλλο θα είνε καπνά!
+
+Ήτο περί το τέλος του ο μάϊος. Και την νύκτα εκείνην έλαμπε
+μελιχρώς η σελήνη, διαχέουσα γλυκύτατον ωχρόλευκον φως επί της
+πολίχνης και του ορμίσκου, όστις έστιλβεν ως απέραντος καθρέπτης
+με χρυσά κροσσωτά πλαίσια, χρυσήν παίζουσαν ανταύγειαν του φωτάς
+της σελήνης. Ηδύνασο να διακρίνης εξ αποστάσεως ως αν ήτο ημέρα.
+Ιδίως δε μίαν γλυκείαν αργυρόχρυσον λάμψιν προσέλαβον οι προς
+αριστεράν του ορμίσκου λευκοί βράχοι και οι οικίσκοι της κώμης,
+επί των φαεινών τοίχων των οποίων εγράφοντο μαύραι γραφαί στεγών,
+εξωστών, γείσων, καπνοδόχων, κληματαριών και δένδρων, σκιάσματα
+πραγμάτων απεικονιζομένων επί του τοίχου ως τις πάντεχνος
+εικονογραφία. Ακόμη και γαλής τίνος η σκιά, ήτις εκαμάρωνεν ως
+νύμφη επί τινος στέγης, ρεμβάζουσα υπό το φως της σελήνης,
+εζωγραφίσθη καί αυτή, ακίνητος και μεγάλη, με τας κομψάς κλίσεις
+των γραμμών του ευτραφούς σώματός της. Νησίς τις πετρώδης και
+στρογγύλη, εν μέσω του ορμίσκου, έλαμπεν ως μέγα αυγόν, το οποίον
+αργότερον ως κλώσσα ήθελε καλύψη με τας πτέρυγάς της η μαύρη νυξ.
+
+Ήδη και άλλη λέμβος ενεφανίσθη εις την είσοδον του ορμίσκου. Κατ'
+αρχάς ηκούοντο απ' αυτής γυναικείων φωνών άσματα, τα οποία
+γλυκύτατα έπληττον τον ήρεμον πόντον, αντίθεσις φαιδρά προς τον
+πένθυμον κρωγμόν του νυκτοπουλιού, όπερ εστέναζεν από της
+σεληνοφώτου καμάρας του κωδωνοστασίου. Προσεγγιζούσης ολίγον κατ'
+ολίγον της λέμβου, έπαυσε το άσμα και ήκουες τώρα μόνον τον
+πλαδαρόν κρότον της κώπης, ήτις μαλακά-μαλακά εσκάλιζε την λείαν
+της θαλάσσης επιφάνειαν ως να εσκάλιζε φωτός τολύπην μαρμαίρουσαν
+κ' έβλεπες κατά την από της θαλάσσης ανύψωσίν της ν' αποστάζωσι
+φαειναί ρανίδες ύδατος ως ιλαράς φλογός σκορπίσματα με αδαμαντίνην
+λάμψιν.
+
+Το ιστίον της λέμβου ταύτης εκυμάτιζεν ελαφρώς εκ του δροσερού
+απογαίου σχηματίζον πτυχάς πλην μετά τινος νάρκης ως από κοπώσεως
+μακρού πλου, και μάλλον εκρέματο από του ιστού ως ιμάτιον βαρύ από
+καρφίου· πλην η λέμβος είχε δρόμον κ' εθραύετο ένθεν και ένθεν το
+αργυρόχρουν κύμα εις τας λείας παρειάς αυτής, κ' εσχηματίζετο
+όπισθεν αργυρόχρυσος άλλη αύλαξ, ην εθεώρει με τον ένα οφθαλμόν
+πλαγίως ακουμβισμένος ο γέρων πηδαλιούχος, προσπαθών ίσως να διίδη
+εις τα μυστικά βάθη του πόντου του κόσμου το όνειρον. Ήτο και
+ηλικιωμένη τις γυνή εν τη πρώρα, γυρμένη εκεί εις την χαμηλήν
+κωπαστήν υπό της νυκτός την αποναρκούσαν δρόσον, τρεις δε νεάνιδες
+με λυτά τα ξανθά μαλλιά των, πραέως ακτινοβολούντα, με βοστρύχους
+ως χρυσάς δέσμας, εκωπηλάτουν ως άνδρες κανονικώς και ισχυρώς,
+σπεύδουσαι να φθάσωσιν εις την παραλίαν.
+
+Ο τελωνοφύλαξ βέβαιος πλέον ότι θα συλλάβη τα λαθραία, εισέδυ υπό
+τινα σκιερόν του βράχου θάμνον και παρεφύλαττε την τελευταίαν
+ταύτην λέμβον, ήτις ήτο και μεγαλειτέρα.
+
+ — Αν δεν ήσαν λαθραία, είπε μετά πεποιθήσεως, θα πήγαινε 'σ τη
+σκάλα.
+
+Διότι πραγματικώς η λέμβος προσήγγισεν εις το απώτερον του
+ορμίσκου μέρος, όπερ περιφρασσόμενον υπό τίνων σχοίνων, ήτο
+σκοτεινόν και απρόσιτον.
+
+Ηκούσθη ο κρότος του αγκυρίου και συνάμα νεαρά φωνή γυναικεία από
+της ακτής:
+
+ — Ελάτε δα, χρονιάσατε!
+
+Από της λέμβου εξήλθε χαιρετισμός φαιδρός συγχρόνως παρ' όλων.
+
+ — Ξέρς πως φοβήθ'κα! επανέλαβεν η έξω φωνή της αναμενούσης
+νεανίδος.
+
+ — Η αγάπη γεννά τον φόβον· απεκρίθη ο γέρων πηδαλιούχος.
+
+ — Απαντήσατε τίποτε; ηρώτησεν η αναμένουσα.
+
+ — Δόξα σοι ο Θεός! ησυχία. Περάσαμε πολύ ώμορφα.
+
+Η ηλικιωμένη γυνή, άμα αισθανθείσα το επί της άμμου ξερόν σύρσιμον
+της λέμβου, ηγέρθη από της κωπαστής και ήρχισε να ρίπτη έξω
+σάκκους ένα-ένα, οίτινες έκαμνον έν πήδημα πρώτον ελαφρόν επί των
+οστράκων και είτα έμενον εκεί.
+
+Παραπέρα, όπου είχον αποβιβάσει τα φορτία των αι άλλαι λέμβοι,
+θόρυβος ηκούετο. Γυναίκες, κατελθούσαι από της ελικοειδούς ατραπού
+του βράχου, και νεάνιδες και παιδία με φλυαρίαν ατελείωτον
+προσεπάθουν να μετακομίσωσι τους σάκκους.
+
+Ο τελωνοφύλαξ, ως ιέραξ κεκρυμμένος εις το ύψος του καθήκοντός
+του, ητοιμάζετο με τους γαμψούς όνυχάς του να επιπέση κατά της
+αθώας λείας, ότε την ορμήν του ψυχραίνει γραία τις, φωνάζουσα μετά
+δακρύων σχεδόν.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, δος τε μου κ' εμένα δυο φ'λλάκια πλειο.
+Αρί-σείς θα ψουφίσ' 'κεινουδά του καματερό.
+
+Νεάνις τις, φορτωθείσα τον σάκκον μετά της νεαζούσης εκείνης
+προθυμίας και ορμής, την ετσαλαπάτησε την γραίαν ολολύζουσαν. Αλλ'
+αυτη ηγέρθη πάλιν και απετείνετο προ άλλην τώρα νεανίδα.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, δυο φ'λλάκια πλειο.
+
+Ο τελωνοφύλαξ έγρυξεν απολύσας από του στόματός του βραχνήν
+βλασφημίαν, εννοήσας πλέον περί τινος επρόκειτο και τι ην το
+ελαφρόν εκείνο φορτίον.
+
+ — Τουλάχιστον να μη ξεχνάμε την τέχνην είπε, και ανέβη εις τον
+βράχον, όπου είχον συναχθή περίεργοι τινες νησιώται, αμερίμνως
+καπνίζων το σιγάρον του ως να μη είδε τίποτε.
+
+Αι γυναίκες λαμβάνουσαι τους σάκκους, ελαφρούς ως αχυροδέματα
+έφευγον προς τας οικίας, γλήγορα-γλήγορα ανερχόμεναι τον βράχον,
+ίνα αποφεύγωσι των περιέργων τα βλέμματα. Διά τούτο αι λέμβοι
+απέφευγον και την αποβάθραν.
+
+Αι τρεις ξανθόμαλλοι νεάνιδες, εξελθούσαι επί της ακτής εγένοντο
+ήδη τέσσαρες μετά της έξω αναμενούσης, και αυτής ξανθομάλλου.
+Εξήλθε και η ηλικιωμένη γυνή, παρέλαβεν εις τας αγκάλας της και
+απεβίβασε και τον γέροντα πηδαλιούχον ως σάκκον πλήρη και αυτόν,
+όστις αμέσως με δύο χονδράς ράβδους επιστηριζόμενος ανήρχετο σιγά-
+σιγά τον ανήφορον, εν ώ αι τέσσαρες νεάνιδες και η άλλη γυνή,
+φορτωθείσαι ανά δύο ογκώδεις σάκκους, έσπευδον προς την οικίαν
+των, αφού προσέθεσαν εν ασφαλεία την λέμβον.
+
+ — Καλά που ήλθατε, είπε την τελευταίαν στιγμήν η έξω πρότερον
+αναμένουσα. Μου είπανε πως 'ς την Κεχρεά μας τα μαζώξανε τα φύλλα.
+
+ — Αύριο πρωί-πρωί θα πάμε όλοι· απήντησεν η ηλικιωμένη γυνή.
+
+ — Σου φέραμε κάτι φύλλα, Φανιώ, είπεν η μεγαλειτέρα των νεανίδων,
+που το καματερό μας θα βρη τη χαρά του. Να ιδής μεγάλα και
+τρυφερά. Γυρίσαμε όλη τη Γλώσσα.
+
+Και ετράπησαν όλαι αι γυναίκες προς τον ανήφορον, όπου ο γέρων
+πηδαλιούχος ανήρχετο ακόμη σιγά-σιγά χωλαίνων με τους δύο
+πρισμένους πόδας του και τα δύο χονδρά ραβδία του.
+
+ — Αρί-σείς, ηκούσθη όπισθεν πάλιν η φωνή της αιτούσης γραίας.
+Αρί-σείς, δος τε μου δυο φ'λλάκια πλειο· τι ήτανε! Μάλαμμα τα
+κάματε;
+
+Επειδή δε και αύται δεν έδωκαν προσοχήν εις τους λόγους της,
+κουρασμέναι από το ταξείδιον, η γραία, έρημος απομείνασα πλέον εις
+την έρημον παραλίαν, είπε μετά τινος οργής:
+
+ — Καλά σας είπανε _Αναράϊδες!_
+
+Αι τέσσαρες νεάνιδες, ακούσασαι το όνομα τούτο εταράχθησαν, πλην η
+άλλη γυνή η συνοδός αυτών, ήτις ωμοίαζεν ως μήτηρ, χωρίς παντάπασι
+να πειραχθή, αναγνωρίσασα την φίλην της γραίαν γειτόνισσαν, ολίγον
+κακόγλωσσον, είπε:
+
+ — Δεν έρχεσαι, καϋμένη, 'ς το σπίτι; μόνον ήλθες 'ς το γιαλό;
+Ημείς ξεπλατισθήκαμε 'ς το κουπί.
+
+
+Ο Καπετάν-Θοδωρής, γέρων 65 ετών, υπήρξεν είς των ικανωτέρων
+εμποροπλοιάρχων της νήσου. Διά του ιδρώτος του προσώπου του
+ευτυχήσας ν' αποκτήση μέγα βρίκιον, εταξείδευεν από της Ισπανίας
+μέχρι της Αζοφικής, έχων πλούτον και υπόληψιν, δύο πράγματα, τα
+οποία σπανίως συναντώνται επί ενός και του αυτού ατόμου. Πλην κατά
+τινα αποκλεισμόν των παραλίων της δυτικής Μεσογείου υπό του στόλου
+της Αγγλίας, ο καπετάν-Θοδωρής μη λαβών γνώσιν της προκηρύξεως
+αυτού, ότε απέπλεεν εκ Βαρκελώνης, ευρέθη αίφνης με το βρίκιόν του
+φορτωμένον εντός της αλύσεως των Αγγλικών πολεμικών.
+
+ — Στοπ!
+
+Πάραυτα το εσταμάτησαν το ωραίον βρίκιον οι άγριοι της θαλάσσης
+κατακτηταί, τα κατέσχον μετά του φορτίου, δυνάμει του πολεμικού
+αποκλεισμού και τον ατυχή καπετάν-Θοδωρή συνέλαβον κ' έρριψαν εις
+την ειρκτήν της ναυαρχίδος, απολύσαντες τους ναύτας, αφού πρώτον
+καλώς τους εμαστίγωσαν.
+
+Δύο έτη έκλαιον εν τη νήσω του καπετάν Θοδωρή, η σύζυγος αυτού
+Γερακούλα και τέσσαρες θυγατέρες του, ωραίαι και ξανθόμαλλοι,
+δροσεραί ως αφρός της θαλάσσης κ' εύμορφοι ως μυρσίνης κλωνάρια.
+Έμαθον το δυστύχημα πλην έκλαιον όχι το βρίκιον, αλλά τον καπετάν-
+Θοδωρή, όστις ήτο σιδηροδέσμιος εις τας ειρκτάς του αγγλικού
+πλοίου, βυθισμένος μέχρι της οσφύος εν τη θαλάσση επί ικανάς ώρας
+κατά τας πρώτας ημέρας, καθώς έλεγαν.
+
+Και η εύμορφος Γερακούλα έτρεχε με τας τέσσαρας θυγατέρας της,
+μικράς τότε, και ήναπτε τας κανδήλας των εξοχικών ναΐσκων και
+παρεκάλει κ' εδέετο. Τέλος μετά έν έτος πεισθέντες οι άγγλοι περί
+της αθωότητος του καπετάν-Θοδωρή — πόσον αργά πείθονται οι
+ισχυροί! — πεισθέντες ότι ο καπετάν-Θοδωρής ουχί εκ περιφρονήσεως
+χάριν κέρδους επισφαλούς αλλ' εξ αγνοίας ευρέθη εντός της γραμμής
+του αγρίου εκείνου στόλου, απέλυσαν αυτόν, δόντες μίαν ενδυμασίαν
+και μίαν λίραν — ελεημοσύνην ισχυρού προς ασθενή — ως πικράν
+ανάμνησιν της εν τη αγγλική ναυαρχίδι καθείρξεώς του.
+
+Πλην άλλη και πικροτέρα έμελλε να ήνε η από των άγγλων ανάμνησις
+του αγαθού εμποροπλοιάρχου. Ο καπετάν-Θοδωρής έχασε την υγείαν
+του. Εκ των συχνών αναγκαστικών λουτρών εν τη ειρκτή και των άλλων
+μαρτυρίων εν τοιαύταις ώραις έπαθεν εκ χρονίων ρευματισμών κ'
+εξήλθεν εις την πατρίδα του ως γέρων κυφός και πιασμένος, ο
+ανδρείος εκείνος καπετάν-Θοδωρής, όστις επατούσε κ' εσείετο η γη,
+όταν τον είδεν η ωραία Γερακούλα και τον ηγάπησε.
+
+Μόλις δύο έτη μετά ταύτα ήρχισε να βαδίζη κάπως ελευθερώτερον,
+πλην δεν ήτο πλέον δι' εργασίαν. Έφαγε και τα ολίγα αποταμιεύματά
+του και ήδη απέζη, αυτός και η οικογένειά τους εκ των μικρών
+προσόδων των κτημάτων του.
+
+Τα έτη παρήρχοντο. Αι εύμορφοι θυγατέρες του εμεγάλωνον και
+εγίνοντο ευμορφότεραι. Ο δε καπετάν-Θοδωρής το μόνον όπερ ηδύνατο
+να κάμνη ήτο να κατέλθη συρόμενος με τα δύο ραβδία του μέχρι της
+αγοράς εις το παρά την αποβάθραν καφενείον κ' εκεί να πίνη ένα
+καφέ, — τον προσφιλή του ναργιλέν απηγόρευσαν οι ιατροί — και να
+διηγείται τα παθήματά τους. Περί των λοιπών εφρόντιζεν η σύζυγός
+του η καλή Γερακούλα. Αύτη με όλην την πτωχίαν διετήρησε τον
+φαιδρότατον χαρακτήρα της δροσερόν και χαρμόσυνον, τρέχουσα εις τα
+κτήματά της με τας θυγατέρας της, χωρίς η παραμικρά κατήφεια να
+επισκιάση την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών.
+
+ — Καλομοίρα που είσαι! έλεγεν ενίοτε ο καπετάν-Θοδωρής, γυρμένος
+τον χειμώνα παρά την θερμήν εστίαν, ενώ παραπέρα εκάθηντο κατά
+σειράν τέσσαρες κόραι ξανθόμαλλοι, αι τέσσαρες της Γερακούλας
+θυγατέρες, με την κάλτσαν περί τον λαιμόν πλέκουσαι.
+
+ — Έχει ο Θεός! απήντα η φαιδρά Γερακούλα.
+
+Και όταν πάλιν η γραία πονηρά γειτόνισσά της, απόξω-απόξω, διά να
+μάθη, ωμίλει περί υπανδρείας προς την Γερακούλαν και ότι τάχα πώς
+θα ημπορέση σ' αυτόν τον δύσκολο καιρό να υπανδρεύση τέσσαρας
+θυγατέρας, — είχε και αυτή μίαν μόνην θυγατέρα κ' έκλαιε και
+ωδύρετο — η Γερακούλα απήντα πάλιν περιχαρής:
+
+ — Έχει ο Θεός!
+
+Και έλαμπον τα μαύρα τα μάτια της από την χαράν και από την
+ελπίδα, και περιήρχετο τα εξωκκλήσια κατά τας εορτάς ξένοιαστος κ'
+ελευθέρα παθών και βασάνων, ανάπτουσα τας κανδήλας και δεομένη του
+Δεσπότου Χριστού, όστις φροντίζων εν τη απείρω αυτού αγαθότητι
+περί των πετεινών του ουρανού, τα οποία ούτε σπείρουσιν ούτε
+θερίζουσι, πολύ περισσότερον φροντίζει περί των ευσεβών και αγαθών
+θυγατέρων.
+
+Εν τούτοις ο καιρός έφευγεν, ως φεύγει το κύμα, και αι θυγατέρες
+της Γερακούλας εμεγάλωναν.
+
+Ούτω, θυγατέρας της Γερακούλας, τας απεκάλει και ο γέρων πατήρ. Ο
+καπετάν-Θοδωρής δεν ελογάριαζε πλέον τον εαυτόν του μεταξύ των
+ζώντων.
+
+ — Δεν με πετάτε, καϋμένες, 'ς το γιαλό!
+
+Έλεγεν ενίοτε βαρυθυμών.
+
+ — Χριστός και Παναγία, καπετάν-Θοδωρή μου! εφώνει η σύζυγος.
+
+ — Χριστός και Παναγία, πατέρα! έλεγον και αι θυγατέρες του.
+
+Πλην όσον ηύξανεν η ηλικία των, τόσον ηύξανον και αι ελπίδες της
+μητρός, αίτινες ως κολοκύνθαι ανεβλάστανον, αι οποίαι όσον
+κόπτονται αι κορυφαί των, τόσον φύουσι νέα άνθη και νέους καρπούς.
+
+Κατά δε τας μακράς του χειμώνος νύκτας, ότε η Γερακούλα ενυκτέρευε
+μετά των τεσσάρων θυγατέρων της, ενώ ο καπετάν-Θοδωρής πιών τον
+τελευταίον καφέ του εκοιμάτο εγγύς της εστίας, έλεγε μετά
+θαυμαστής φαιδρότητος πάντοτε, δώρου ζηλευτού της θείας δυνάμεως,
+ήτις ενισχύει τους δούλους της εν ταις περιπετείαις και θλίψεσι
+του βίου, ως ενίσχυε τους μάρτυρας προ των βασάνων.
+
+Έλεγε λοιπόν η Γερακούλα προς την μεγάλην:
+
+ — Εσένα, Ελένη, θα σου δώσω κτηματία, να έχης αμπέλια και
+χωράφια.
+
+Αι θυγατέρες γελώσαι άφινον το πλέξιμον και έκαμνον ήδη
+μπαμπακούλες, τυλίσσουσαι λοβούς κροκωτούς αραβοσίτου εντός της
+καιούσης τέφρας της εστίας.
+
+ — Εσένα, έλεγεν είτα, αποτεινομένη προς την δευτερότοκον, την
+Μαριγώ, θα σου δώσω έμπορα.
+
+ — Τρακ! εκρότει η μπαμπακούλα, ο λοβός του αραβοσίτου·
+εκτινασσόμενος σχασμένος βαμβακόλευκος εκ της τέφρας και κροτών ως
+αι στράκαι την Μεγάλην Εβδομάδα.
+
+ — Θάχης πανικά, νήματα, καλούδια, εξηκολούθει η Γερακούλα.
+
+Και προς την τρίτην έλεγε:
+
+ — Εσένα θα σου δώσω, Μυρσινιώ μου, γραμματικό.
+
+ — Τρακ! εκρότει πάλιν από της τέφρας εκτινασσομένη αφράτη και
+άσπρη η μπαμπακούλα.
+
+ — Θάχης χαρτιά και καλαμάρια και πέννες.
+
+Τα κορίτσια εγελούσαν. Ήσαν και αυτά φαιδρά και καλοκάγαθα, σεμνά
+της καλής μητρός αποτυπώματα.
+
+ — Εσένα... εξηκολούθει η Γερακούλα...
+
+ — Πόσες θυγατέρες έχεις, θα πω; διέκοπτεν η μικροτέρα, φαιδροτέρα
+και ξανθοτέρα.
+
+ — Εσένα, Φανιώ μου, έλεγε προς την τελευταίαν, εσένα θα σου δώσω
+γιατρό!
+
+ — Ω! έκαμναν θόρυβον αι άλλαι, ζηλεύουσαι τάχα.
+
+ — Εγώ θέλω καπετάνιο, παρεπονείτο η Φανιώ, παίζουσα και
+αστεϊζομένη, κ' έκαμνε πως κατέβαζε τάχα τα μούτρα, καταγινομένη
+εις της μπαμπακούλες.
+
+ — Καπετάνιο! απεκρίνετο η Γερακούλα μετά τινος μυστικού πόνου·
+και εσιώπα, αφαιρουμένη εις τα ζωηρά της φλογός παιγνίδια.
+
+ — Aχ! ανεστέναξε τότε ο γέρων, ακούσας ως εν ονείρω την οδυνηράν
+λέξιν και αφυπνισθείς.
+
+ — Γιατρό, θα σου δώσω, γιατρό με το ψηλό καπέλλο, να σε πηγαίνη
+περίπατο, επανελάμβανε ζωηρότερον η καλή μήτηρ, διακόπτουσα την
+οδυνηράν ανάμνησιν.
+
+Και εκάγχαζον αι νεάνιδες και έτρωγον μπαμπακούλες και εκρότουν οι
+λοβοί του ξανθού αραβοσίτου εν τη τέφρα της εστίας επικροτούντες
+και αυτοί τας φαιδράς της μητρός αστειότητας.
+
+ — Γελάτε Αρί-σείς, παρετήρει η μήτηρ. Μεθαύριο βλέπετε.
+
+ — Σ' το πιθάρι τους έχεις, θειά-Γερακούλα, τους γαμπρούς; ηρώτα
+γελώσα πάλιν και παίζουσα η Φανιώ.
+
+
+Η προσφιλεστέρα όμως ενασχόλησις της Γερακούλας και των θυγατέρων
+της ήτο η έξω εις τα κτήματα των εργασία. Έμενεν η μία των
+θυγατέρων, συνήθως η μικροτέρα, εις την οικίαν παρά τω γέροντι «να
+σαρώση, να βολέψη το σπίτι, να ζυμώση, να μαγειρεύση» να
+περιποιηθή τον ασθενή πατέρα, αι δ' άλλαι ηκολούθουν την μητέρα.
+Ούτω δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα κορίτσια αυτά εν τη εξοχή
+ανετράφησαν. Διά τούτο έφερον εις το πρόσωπόν των την δροσερότητα
+των δασών και εις την κόμην των το χρυσούν του αστάχυος χρώμα. Ως
+να μη ήσαν τέκνα της Γερακούλας εφαίνοντο, αλλά βλαστήματα αγνά
+της αμωμήτου φύσεως, των βουνών, των δασών, των ρευμάτων. Τόσην
+αγάπην είχον προς την πρασίνην χλόην και τον δροσερόν αέρα της.
+Και οικιακήν αν είχον εργασίαν, απαιτούσαν την παρουσίαν και των
+τεσσάρων θυγατέρων, πάντοτε την πρωίαν ήθελον πεταχθή εις τον
+ελαιώνα ή την άμπελον, κάτι να ίδουν, κάτι να φέρουν, κάτι να
+αναπνεύσουν. Επιάνετο η αναπνοή των μέσα εις τον στενόν οικίσκον.
+
+Αλλ' όταν δεν είχον εργασίαν εν τη κώμη, τότε όλην την ημέραν
+διήρχοντο εν τη εξοχή μετά της μητρός των, ως αγαθού φρουρού, την
+δ' εσπέραν θαμπά-θαμπά επανήρχοντο φαιδραί, δροσεραί, με την
+πλουσίαν ξανθήν κόμην των αόρατον υπό την λευκήν ελαφράν μανδήλαν,
+πλήρεις αγροτικής ευωδίας και καλλονής ως άνθη του βουνού, τα
+οποία δρέπει τις εις την κορυφήν αποτόμου πέτρας. Και τι δεν
+έφερον τότε εις την οικίαν, εις τον αγαπητόν πατέρα των, όστις
+βαθύ παράπονον το είχε, διότι δεν ηδύνατο να περιπατήση μέχρι της
+αμπέλου τουλάχιστον. Και τι δεν έφερον! Λάχανα δροσερά, ευώδη και
+πολυώνυμα, λάπαθα, καυκαλίθρες, παπαρούνες και λεβοδιές. Αλλά και
+αμανίτας απαλάς και ευωδιάζοντα βουνόν κούμαρα. Και τότε την
+εσπέραν κατεσκεύαζον τα εύγευστα εκείνα «καλαπόδια» τυλίσσουσαι
+ημικυκλικώς εις φύλλον λεπτόν ζύμης ψιλοκομμένα λάχανα μετ' ελαίου
+και έψηνον αυτά ουχί εις τον φούρνον, αλλ' εν τη εστία επί πλακός
+τιθεμένης επί του τρίποδος και απλουμένων υπ' αυτήν αραιώς των
+ανθράκων. Και αν μεν ήτο καιρός εργασίας, αυταί εφρόντιζον περί
+πάντων, πλην του σκαψίματος και κλαδεύματος. Εκαθάριζον τας
+ελαίας, συνήθροιζον τον καρπόν, αργολογούσαν και εθειάφιζον την
+άμπελον, εκρεμούσαν τον ορεινόν εις την συκήν και επεμελούντο της
+επιμόχθου συγκομιδής των σύκων, ότε περισσότερον ηλιάζονται αι
+νεάνιδες παρά τα σύκα εν τω μέσω του αδένδρου αγρού, όπου
+τοποθετούνται αι ηλιάστραι υπό τας φλογεράς του θέρους ακτίνας·
+τέλος ετρυγούσαν την άμπελον. Πλήρης και ατελείωτος σειρά εργασίας
+περιφερομένη κυκλικώς μετά της περιόδου του ενιαυτού. Όταν δε
+πάλιν δεν είχον εργασίαν γεωργικήν, τότε ηρέσκοντο να πλέκωσι, να
+ράπτωσι και να νήθωσιν υπό την κατάμαυρον σκιάν της συκής, ή να
+κάμνωσιν ένα περίπατον μέχρι της παραλίας της Κεχρεάς προς άλλην
+άγνωστον ακτήν, διάφορον της συνήθους της κώμης παραλίας, και
+καθήμεναι παρά το ευώδες κύμα να ρίπτωσι στρογγυλούς χάλικας εις
+τον διαυγή πυθμένα και τα πράσινα νερά, ή να τρέχωσιν επί των
+στιλπνών οστράκων, τρικλίζουσαι μετά χάριτος, ως νύμφαι
+θαλασσιναί, άρτι αναδύσαι εκ του αλμυρού πόντου, αναζητούσαι επί
+της ευωδιαζούσης εκ της καθαρότητος παραλίας τα παμποίκιλλα εκείνα
+κελύφη των οστράκων, άτινα μετά τόσης λεπτότητος κατεργάζεται λεία
+και στιλπνά ο καλλιτέχνης πόντος, προστρίβων ταύτα έως ου
+αποκτήσωσι το χρυσίζον εκείνο, ή υπέρυθρον, ή πάλλευκον χρώμα. Ενώ
+η μήτηρ, καθημένη εγγύς του κύματος, αφηρείτο εις τας απέναντι
+νέας ακτάς και αγνώστους τόπους, θαυμάζουσα την απλουμένην
+μυστηριώδη καλλονήν του πελάγους.
+
+ — Τι ώμορφα! εψιθύριζεν η μήτηρ ως εν ονείρω, θεωρούσα τας κομψάς
+γραμμάς των θεσσαλικών ακτών και του Πηλίου τας ερυθρωπάς
+σχισμάδας· εν ώ ως κοπάδιον λευκών περιστερών υπελεύκαζον επάνω-
+ψηλά της Ζαγοράς αι οικίαι.
+
+Ούτως είνε ο άνθρωπος. Το άγνωστον καταπλήττει. Όσον ωραίον, όσον
+τερπνόν, όσον επαγωγόν και αν είνε το παρόν, το απτόν, γοητεύει
+πάντοτε το άγνωστον, το άοπτον και αόρατον.
+
+Κ' εκεί της εφαίνετο ότι έβλεπεν εις το βάθος πέραν του κυανού
+πόντου έν μαύρον βρίκιον με τα λευκά του ιστία ταχέως να διέρχηται
+ως αστραπή προ των οφθαλμών της, ως να το εκίνει ουχί άνεμος, αλλά
+η αμείλικτος του πεπρωμένου χειρ. Και τότε έκυπτεν η πτωχή εις το
+κύμα, ελάμβανεν αλμυρόν ύδωρ διά των χειρών της και απέπλυνε τα
+πικρά δάκρυά της.
+
+Ούτω διά δακρύων εχαιρέτιζε την οιχομένην ευδαιμονίαν της η αρχαία
+της νήσου καπετάνισσα.
+
+Ήτο η μόνη ανάμνησις, ήτις της έφερνε δάκρυα, νεφύδρια εις τον
+αίθριον ουρανόν των μαύρων της οφθαλμών.
+
+Αλλ' οποίαν τρυφήν ενετρύφων την μεσημβρίαν, ότε εις το σκοτεινόν
+ρεύμα της Κεχρεάς — εκεί πλησίον ήτο το κτήμα των — υπό τας
+πλατάνους και τα βαΐα και τας μύρτους μαζή με τους κοσσύφους, τας
+τρυγόνας και τας φαιάς αγριοπεριστεράς έτρωγον βρέχουσαι τον άρτον
+εις το κρύον του ρεύματος νερόν, παραμερίζουσαι τα βρύα και τα
+καταπράσινα πολυτρίχια, τα οποία φύονται εις τας πηγάς και τας
+κρήνας ως δροσεροί των υδάτων ανθισμοί. Και όταν το καύμα
+εδυναμούτο υπό τας πλατάνους, κ' έβλεπον πέραν εις το κενόν να
+παίζη η ατμοσφαίρα ως λεπτοτάτη και αόρατος σχεδόν αράχνη —
+σημείον υψίστης θερμότητος — τότε απέβαλλον αι θυγατέρες της
+Γερακούλας τα μαύρα φουστάνια, εκρεμούσαν την λεπτοΰφαντον λευκήν
+μανδήλαν από των κλώνων των χλοερών και μακροφύλλων βαΐων, και με
+τα λευκά κολόβια ενίπτοντο κ' ελούοντο εις το κρύον ρεύμα,
+δροσίζουσαι τον απαλόν και λευκόν αυτών λαιμόν ως κύκνοι και
+βρέχουσαι την μακράν ξανθήν των κόμην ως μεταξίνην χρησίζουσαν
+κυματοειδώς επί των νώτων.
+
+Και είτα ετραγωδούσαν με την γλυκείαν λεπτήν φωνήν των και αι
+τέσσαρες εν αρμονία θελγούση και πολλάκις εχόρευον. Ω! και έψαλλον
+καλλιφώνως, ναι, έψαλλον εις το ρεύμα αι ευσεβείς νεάνιδες το
+ωραίον τροπάριον της Παναγίας, της γειτονίσσης των, ως την
+απεκάλουν τρυφερώς αι τρυφεραί κόραι. «Εν τη Γεννήσει την
+Παρθενίαν εφύλαξας... »
+
+Κ' ησθάνετό τις γλυκύν τον αντίλαλον ν' αναβαίνη από του ρεύματος
+διά των φύλλων της μυρωμένης εκείνης λόχμης ως ένθους και
+γοητευτική αρμονία νυμφών, κατακηλούσα την ακοήν και καθηδύνουσα
+την καρδίαν.
+
+Διά τούτο αι φιλοσκώμμονες άλλαι γυναίκες τας απεκάλεσαν, κατά το
+εγχώριον γλωσσικόν ιδίωμα, _Αναράιδες_.
+
+ — Γιατί να μας λένε _Αναράιδες_; έλεγεν ενίοτε η μεγαλειτέρα.
+
+ — Ναι γιατί, Μα, να μας λένε; Εγώ δεν θέλω, επανελάμβανεν η
+μικροτέρα και ξανθοτέρα, ένα αιθέριον πλάσμα νύμφης και δρόσου και
+ορεινής ευωδίας, η ωραία και ξανθή Φανιώ.
+
+ — Μακάρι νάσαστε! έλεγεν η μήτηρ, πλύνουσα συγχρόνως εις το
+διαυγές ύδωρ την σκονισθείσαν εκ της πορείας μανδήλαν της.
+
+ — Τι λες και συ, θα πω;
+
+ — Μακάρι νάμαστε, να τους πάρουμε τη μιλιά, να μη μιλούνε για
+μας.
+
+Και ήρχιζε τότε η μήτηρ, βλέπουσα τα σειόμενα βρύα υπό του
+ρεύματος, να διηγήται προς τας θυγατέρας τον περί Νεράιδων μύθον,
+καλλωπίζουσα αυτόν κομψώς διά της αφελούς φαντασίας της:
+
+ — Αι Αναράιδες ήτανε ώμορφες γυναίκες, μα πολύ ώμορφες. Ψηλές,
+λιγνές, κάτασπρες, ροδοκόκκινες, με ξανθά μαλλιά, κ' ετραγωδούσαν
+εις τα ρεύματα σαν αηδόνια κ' εχόρευον ελαφρές σαν αέρας, καλή ώρα
+σαν εσάς. Εκειδά ήταν γυναίκες και εκειδά εγινόντανε αηδόνια.
+Εκειδά ήτανε κορίτσια και εκειδά γινόντανε άγγελοι με χρυσά μαλλιά
+και με χρυσές φτερούγιες.
+
+ — Τι λες, Μα; διέκοπτον αι θυγατέρες της.
+
+ — Ναι, επανελάμβανεν η μήτηρ. Τες βλέπανε οι άνθρωποι έξαφνα και
+τους έπαιρναν τη μιλιά! Από μερικούς έπαιρναν και τα μυαλά!
+
+ — Τι λες, Μα; διέκοπτον πάλιν γελώσαι αι εύμορφοι θυγατέρες της
+Γερακούλας.
+
+Ούτω παρήρχοντο αι ημέραι και νύκτες της αθώας αυτής οικογενείας.
+
+Ευδαίμονες γυναίκες!
+
+Έχε πλούτον, δεν έχεις χαράν, είσαι πένης. Έχε ξηρόν άρτον. Έχεις
+χαράν; Είσαι πλούσιος.
+
+Ευδαίμονες γυναίκες!
+
+
+Την άνοιξιν όμως πράγματι εμόχθουν η καλή μήτηρ και αι τέσσαρες
+θυγατέρες της.
+
+Κατεγίνοντο περί την βομβυκοτροφίαν, ήτις ιδίως κατά τα τελευταία
+έτη, καθ' ά συμβαίνει η παρούσα διήγησις, είχε λάβει μεγίστην
+ανάπτυξιν εν τη νήσω. Και ηυδοκίμει σφόδρα, αν ουχί και προς
+εξαγωγήν μεγάλην των μεταξοπλέκτων κουκκουλίων, αλλά προς
+παραγωγήν της απαιτουμένης διά τας πλουσιωτάτας προικώας
+ενδυμασίας των νεανίδων μετάξης, αίτινες μετά τρυφεράς
+προσπαθείας, αψηφούσαι πάντα κόπον και κίνδυνον, αρέσκονται εις
+την διατροφήν και ανάπτυξιν των ιδιοτρόπων και λεπτοφυών σκωλήκων
+από της πρώτης ως μαύρης μυίας μικροσκοπικής εμφανίσεως, μέχρι της
+ερωτικωτάτης αυτοθυσίας των, ότε αναβάς ο φαιόχρους με τους
+αιχμηρούς ποδίσκους του σκώληξ επί του δροσερού κλώνου της δρυός ή
+του ακανθωτού κιτρινανθέμου κλαδίου, βλέπει περιπαθώς δι' υστάτην
+φοράν την μετά τόσης στοργής περιέπουσαν αυτόν παρθένον και κινών
+τους ημίσεις του σώματός του δακτυλίους γοργώς κατά διαφόρους
+διευθύνσεις, πλέκει το μετάξινον δίκτυόν του και κλείεται εντός
+αυτού ως ο ερημίτης, ο εγκλεισμένος εν τω κελλίω του, ζων νεκρός,
+λέγων μυστηριωδώς: λάβε την πνοήν μου εις πολύτιμον μέταξαν, ω
+τρυφερά παρθένος, και κατασκεύασον το αραχνοϋφές ύφασμα, δι' ου θα
+περιβάλης το απαλόν σώμα σου την ημέραν των γάμων σου.
+
+Η ωραία νήσος αφθόνως εσκιάζετο υπό των συκαμινεών, ων τα φύλλα
+είνε η μόνη τροφή των μεταξοσκωλήκων. Οι περί την κώμην κήποι,
+αυταί αι αυλαί των κομψών οικίσκων επρασίνιζον θελκτικώς από τα
+πλατέα αμυγδαλοειδή φύλλα της μεταξοτρόφου συκομορέας εν αρμονία
+προς το λευκόν των τοίχων και το ερυθρωπόν των στεγών.
+
+Πλην επί μακράν σειράν ετών πρότερον ηστόχησεν η ζωηρά αύτη
+ενασχόλησις. Οι σκώληκες ηύξανον, ηύξανον γοργώς και όταν
+προσήγγιζεν ο καιρός της ανόδου των εις το κλαδίον, ησθένουν και
+απέθνησκον και αι καλαμωταί, τα καλάμινα απλωτά διαμονητήρια των
+σκωλήκων, ετινάσσοντο εις τα καταλύματα — οικτρόν θέαμα — υπό τους
+οδυρμούς τόσων μητέρων και τόσων παρθένων, αίτινες εις μάτην
+εμόχθησαν υπό το καύμα του μαΐου φυλλολογούσαι εν τοις αγροίς.
+
+Εις μάτην η πτωχή μήτηρ την ημέραν του Ευαγγελισμού εισήρχετο εις
+τον ναόν, φέρουσα εν τοις κόλποις της εντός μανδηλίου τον
+μικροσκοπικόν σπόρον του βόμβυκος, όστις λειτουργηθείς ούτως
+ετίθετο μετά ταύτα εγγύς της πυράς, ηυλογημένος, ίνα _ανοίξη_ επί
+απαλού πανιού κ' εμφανισθή ο σκωληκίσκος, η μέλλουσα μεταξωτή χαρά
+της παρθένου. Εις μάτην άλλη μήτηρ έδιδεν ωσαύτως τον σπόρον εις
+τον υιόν της να τον φέρη την μεγάλην Παρασκευήν εν τω ναώ, όπως
+αγιασθή πριν ανοίξη. Ουδεμία κόρη _εκλάδονεν_.
+
+Τότε απελπισθείσαι αι πτωχαί γυναίκες, φαίνεται ότι εγκατέλιπον
+εις το εξής επί πολλά έτη τους ματαίους μόχθους και έβλεπες ξηρά
+κούτσουρα τας συκαμινέας, εγκαταλειφθείσας εις την διάκρισιν άλλων
+σκωλήκων πλέον, μεταξωτών και αυτών, των σκληρών παιδίων του
+χωρίου, τα οποία αναβαίνοντα εις τα ωραία δένδρα, επλήρουν την
+κοιλίαν και τον κόλπον των από τα σακχαρωτά συκάμινα κ' έθραυον
+είτα τα ευλύγιστα κλωνάρια απομαδώντα τα τρυφερά φύλλα των εις
+διατροφήν των λαιμάργων αιγών και αμνάδων.
+
+Η αποτυχία κοινώς απεδόθη εις ασθένειαν του σπόρου, αδυνατούντος
+να παραγάγη γενναίον σκώληκα μέχρι του σχηματισμού των στιλπνών
+ωχρολεύκων κουκκουλίων.
+
+Όμως κατά τα έτη της διηγήσεώς μας η ανάπτυξις της βομβυκοτροφίας
+παρουσίασε νέαν θαυμασιωτέραν της παλαιάς ευδοκίμησιν. Η
+Κυβέρνησις εξαπέστειλεν εις τα χωρία χημικώς εξηρευνημένον
+βομβυκόσπορον της Προύσσης και η παραγωγή υπήρξε θαυμασιωτάτη.
+
+Και είδες πάραυτα ν' αναλάβη ζωήν το χωρίον κατά την άνοιξιν.
+Επρασίνισαν πάλιν αι αυλαί του από τας ευμόρφους συκομορέας κ'
+επανεφυτεύθησαν εις τους κήπους τα χλοερά δένδρα.
+
+Ανεκλάλητος χαρά ήτο διακεχυμένη έξω κατά το έαρ. Κόραι δε και
+γραίαι ημιλλώντο εις το άσμα κατά την επίπονον συλλογήν των
+φύλλων. Έλεγες ότι γενική εορτή τελείται εις το μικρόν χωρίον.
+
+Η ανάπτυξις του βόμβυκος προέβαινε λαμπρώς το έτος τούτο.
+
+Μόλις εφάνησαν τα πρώτα τρυφερά φυλλάκια εις τας συκαμινέας,
+ήνοιξε και ο σπόρος επί του θερμού πανίου εγγύς της εστίας. Πρέπει
+να συμπίπτη πάντοτε η άνοιξις του σπόρου με την άνοιξιν των
+μορεών.
+
+ — Καλορροίζικο, Μα, είπεν η μεγαλειτέρα κόρη της Γερακούλας, η
+Ελένη.
+
+ — Καλά κουκκούλια! ηυχήθη η μήτηρ.
+
+Και η Ελένη παρατηρήσασα ότι εσχηματίσθησαν όλα τα μαύρα
+σκωληκάρια, ενέθηκεν εκεί τρυφερόν φύλλον, εκόλλησαν όλα επ'
+αυτού, κινούμενα υπό της λαιμάργου ορμής προς το φαγητόν και ούτως
+η κόρη έθεσεν αυτά εις μεγαλείτερον ταψίον, όπερ ετοποθέτησεν επί
+καθέδρας, τους τέσσαρας πόδας της οποίας εστήριξεν εντός στάκτης,
+ίνα μη δύνανται οι μύρμηκες ν' αναβώσι και πνίξωσι τους μικρούς
+σκώληκας τους οποίους δεινώς καταδιώκουσι. Τώρα τρέφονται οι
+σκώληκες διά φύλλων, μετά προσοχής κοπτομένων, ψιλά-ψιλά, διά
+ψαλλίδος. Και αφού αυξηθώσι και είνε ανάγκη μεγαλειτέρου πάλιν
+χώρου, κατά τον αυτόν τρόπον τοποθετούσιν αυτούς εις μεγαλείτερα
+και περισσότερα ταψία, έως ου, αναπτυχθέντα τελείως πλέον τον
+ωραίον σκώληκα και γενόμενον φαιόχρουν, τοποθετήσωσιν επί ευρείας
+καλαμωτής, ην αποκρεμώσιν από των δοκών της οροφής διά τεσσάρων
+σχοινίων, επαλείφουσαι αυτά επάνω διά κατραμίου, ίνα μη κατέλθωσιν
+οι λαίμαργοι μύρμηκες.
+
+Και πλέον ησυχία απόλυτος εν τω οίκω. Ούτε ταραχή, ούτε φωνή, ούτε
+άσμα. Είνε δειλοί οι μεταξοσκώληκες. Ο παραμικρός κρότος τους
+εκφοβίζει και τότε δεν αναβαίνουσιν εις το κλαδίον και δεν
+κάμνουσι κουκκούλια. Κατά την περίοδον ταύτην νομίζει τις ότι το
+χωρίον είνε έρημον.
+
+Και τρέχουν διά φύλλα αι νεάνιδες δις της ημέρας. Και προσέχουν να
+είνε τρυφερά και δροσερά, διότι τα πανιασμένα δεν τα τρώγουσιν οι
+ευγενείς μεταξοσκώληκες.
+
+Αυτό είνε το καματερό. Και πράγματι κάματος και πόνος συνοδεύει
+την ανάπτυξίν του.
+
+ — Πάλι για φύλλα Μα! έλεγε κάθε πρωΐαν η Ελένη προς την μητέρα
+της.
+
+Και έσπευδεν η Γερακούλα και αι θυγατέρες της εις την άμπελον και
+εις την Κεχρεάν, όπου είχον χλοεράς συκαμινέας. Είχον ανοίξει
+εφέτος περισσότερον. Υπελόγιζον να εξαγάγωσι δέκα οκάδας μέταξαν,
+ήτοι έπρεπε να καταρτίσωσι κουκκούλια 100 οκάδων. Κατ' έτος
+εισέπραττον 250 δραχμάς. Εφέτος υπελόγιζον να εισπράξωσι 500.
+Εγέμισεν η οικία των καλαμωτάς, τέσσαρας-τέσσαρας, κρεμαμένας την
+μίαν επάνω της άλλης. Τον γέροντα τον εστρίμωξαν κάτω εις μίαν
+γωνίαν του ισογαίου.
+
+ — Καλοκαίρι είνε, πατέρα, είπεν η Ελένη. Και ήκουες ένα βρυχηθμόν
+λαίμαργον, όταν έρριπτον τα φύλλα εις τας καλαμωτάς, ως όταν πνέη
+ξηρός άνεμος διά μέσου ξηρών φύλλων. Εις την στιγμήν τα πλατέα
+φύλλα εγίνοντο άφαντα, εν πατάγω καταβροχθιζόμενα υπό του
+στακτερού σκώληκος.
+
+ — Πώς τρώει, θα πω! έλεγεν η Ελένη, κουρασθείσα να κουβαλή φύλλα.
+
+ — Χριστός και Παναγία! διέκοπτεν η Γερακούλα. Φτύσε το μη το
+βασκάνης!
+
+Και ανεζήτει εν μέσω των αεικίνητων σκωλήκων η μήτηρ, που ήτο
+τρόμος να βλέπης τους απείρους μαύρους οφθαλμούς με τα στακτερά
+σωληνοειδή σώματα, ανεζήτει υπό τα φύλλα κρυπτόμενα τα
+_ακαμάτικα_, τα οποία _δεν κάμνουν κουκκούλια, δεν προκόπτουν_, τα
+ανεύρισκε, διακρίνουσα ταύτα μετ' επιτηδειότητος, και τα έρριπτεν
+εκ του παραθύρου εις την οδόν, επιλέγουσα σιγά-σιγά:
+
+ — Άιντε, ακαμάτες, που είσθε σεις για κουκκούλια!
+
+Άλλοτε πάλιν εφρόντιζε διά πανίων να περιφράξη τας καλαμωτάς, όταν
+ποτέ εσύριζεν ο βορράς και χειμών όψιμος προηγγέλλετο. Και
+περιέφρασσε και τας θύρας ακόμη και τα παράθυρα. Τόσον το
+λεπτοϋφές, το μεταξωτόν καματερό επηρεάζεται εκ του ψύχους.
+
+ — Να ιδώ πλειο το καματερό σας, είπε ποτε εισελθούσα η γραία
+γειτόνισσα αίφνης, ευρούσα την θύραν ημιάνοικτον, εν ώ η Γερακούλα
+αναιβασμένη επί καθίσματος υψηλού, ανεσκάλευε τους ακαμάτες εν τη
+επάνω καλαμωτή. Και επειδή η Γερακούλα δεν ήκουσεν, επανέλαβεν η
+γειτόνισσα πλησιάζουσα:
+
+ — Να ιδώ το καματερό σας πλειο!
+
+ — Ου! δεν έχω, δεν έχω. Ψόφησε, το πέταξα. Απεκρίθη η Γερακούλα
+και κατήλθε, σύρουσα την ξένην προς την θύραν βιαίως. Κ'
+επανελάμβανε·
+
+ — Ψόφησε!
+
+Εν ω αντήχει ο φοβερός τριγμός των ροκανιζομένων φύλλων.
+
+Κατά πρόληψιν παλαιάν δεν πρέπει «ξένο μάτι» να ίδη το καματερό.
+
+Και όταν ίδουν ότι οι σκώληκες ηλάττωσαν την τροφήν των και υψούσι
+προς τ' άνω τας κεφαλάς των μετά του ημίσεως σώματος ως να ζητούσι
+ν' αναβώσι που, καί τινες αρχίζουσι ν' αναρριχώνται εις της
+καλαμωτής τα σχοινία, τότε πλησιάζει το «κλάδωμα». Θα μεταβώσιν αι
+παρθένοι εις το βουνόν, θα φέρωσι «ζαλίκα» επί των νώτων, τους
+ωραίους φουντωτούς θάμνους, το κλαδί, θα τοποθετήσωσιν αυτούς
+πέριξ των καλαμωτών κ' εν μέσω σταυροειδώς, και θ' αναβαίνωσιν
+ένας ένας οι σκώληκες να πλέξωσι τον κυλινδρικόν τάφον των, τα
+μεταξοφόρα κουκκούλια, τον καρπόν τόσου καμάτου του επιμόχθου
+καματερού.
+
+
+Πρωίαν τινά του Μαΐου του έτους εκείνου εν τη ακμή της
+βομβυκοτροφίας εγένετο ανάστατον το μικρόν χωρίον έκ τινος
+κοινοποιήσεως υπό του δημάρχου αναγνωσθείσης εν τη εκκλησία.
+
+Η κοινοποίησις αύτη ην έγγραφον του Υπουργείου, αποτεινόμενον προς
+τους κατοίκους των βορείων της Ελλάδος παραλίων, ων εφιστάτο η
+προσοχή επί των αναφανέντων ληστρικών στιφών.
+
+Αληθώς κατά τας ημέρας εκείνας του Μαΐου, μετά την αποτυχίαν των
+Καλαμπακικών, των «Αγγλογάλλων» καταλαβόντων τον Πειραιά και
+αναγκασθέντος του βασιλέως Όθωνος να διακηρύξη εις τους πρέσβεις
+Αγγλίας και Γαλλίας, ότι θα τηρήση πλήρη και αυστηράν ουδετερότητα
+απέναντι της Τουρκίας επί του Κριμαϊκού πολέμου, ήρχισαν να
+διαλύωνται τα επαναστατικά σώματα, τινές δε, οι αρειμανιώτεροι
+τάχα; δεινώς πάσχοντες εκ της πενίας, ετράπησαν προς τον ληστρικόν
+βίον και είχον αναγγελθή ήδη καί τινες ληστρικαί πράξεις αυτών επί
+των θεσσαλικών μεθορίων προς την Φθιώτιδα.
+
+Δύνασθε να φαντασθήτε τον φόβον, ον παρήγαγεν είδησις τοιαύτη της
+Κυβερνήσεως εις την φιλήσυχον κωμόπολιν της διηγήσεώς μας, όπου αι
+γυναίκες πλεονάζουσι, διότι οι άνδρες ταξειδεύουσιν.
+
+Αι νυκτοφυλακαί της μικράς κώμης ετριπλασιάσθησαν. Οι πολίται
+άπαντες, πλην των γερόντων, κατετάχθησαν εις λόχους κατά συνοικίας
+και κατά σειράν εφρούρουν από της δύσεως του ηλίου μέχρι της
+ανατολής. Όπλα υπήρχον αρκετά εν τη δημαρχία. Η νήσος αύτη
+εχρησίμευσε πολλάκις ως καταφύγιον ή ορμητήριον επαναστατικών
+σωμάτων επί των ορίων του Βασιλείου κειμένη, και αυτομάτως, ούτως
+ειπείν, είχε σχηματισθή εκεί μικρά αποθήκη εκ καρυοφυλλίων του
+εικοσιένα και καραμπινών του τακτικού στρατού, άτινα εγκατέλιπον ή
+επώλουν τα διαλυόμενα εκάστοτε ανταρτικά σώματα.
+
+Μίαν ώραν μετά την ανάγνωσιν του φοβερού εγγράφου, ο είς και μόνος
+κλητήρ της δημαρχίας, καλέσας εν τω δημαρχείω και τους δύο
+αγροφύλακας, είπε με ύφος αρχηγού:
+
+ — Τώρα θα γείνη το ρωμαίικο, παιδιά! Χωρίς άλλο!
+
+Και παρουσίασε προς αυτούς σωρείαν εσκωριασμένων όπλων, ράκη τινά
+εριούχου και πινάκια ελαίου.
+
+ — Να τα καθαρίσουμε γλήγορα, παιδιά. Χωρίς άλλο θα γείνη το
+ρωμαίικο!
+
+Ο πτωχός αστυνομικός κλητήρ, γηραιός πολεμιστής του εικοσιένα, δεν
+ενόει άλλον πόλεμον παρά τον προς απελευθέρωσιν των δούλων
+αδελφών, δεν ενόει να καθαρίζη όπλα παρά προς πόλεμον κατά του
+εχθρού.
+
+ — Μ' αυτή τη σκουργιά θα γείνη το ρωμαίικο; Παρετήρησαν οι δύο
+αγροφύλακες, μάλλον από νωθρότητα ή από φιλοτιμίαν.
+
+ — Με ό,τι έχουμε, και ό,τι δεν έχουμε, επανέλαβεν ο κλητήρ. Ούτως
+εις διάστημα τριών ωρών εκαθαρίσθησαν τρεις δεκάδες όπλων, δι' ων
+ωπλίζοντο τας εκτάκτους αυτάς νύκτας αι __βάρδιες_ της μικράς
+νήσου.
+
+Την επαύριον έδειξε σημεία ζωής και ο λιμενάρχης, εμφανισθείς
+πρώτην φοράν εις την αγοράν και διατάξας να ετοιμάσωσι μίαν
+πολεμικήν λέμβον, ην είχεν αφήσει εκεί η «Ματθίλδη» πανάρχαιον
+πολεμικόν πλοίον. Οι κάτοικοι τω προσήνεγκον άλλην καινουργή και
+στερεάν, πλην ο κ. λιμενάρχης συνειθισμένος εις τα πολεμικά ήθελε
+«βασιλική βάρκα» να την ίδουν από μακράν οι πειραταί και να
+τρομάξουν. Εστύπωσεν οπάς τινας, περιήλειψεν αυτάς διά πίσσης,
+έβαψεν είτα την λέμβον διά φαιού χρώματος στιλπνού και επιβιβάσας
+εν αυτή δύο γέροντας ναύτας, ων ο έτερος μονόχειρ, διέταξε να
+περιπλέωσι την νήσον μέχρι του Κάστρου προς βορράν κατέναντι της
+Χαλκιδικής.
+
+Την πρώτην νύκτα ο κλητήρ ηγρύπνησε μέχρι της πρωίας μετά μεγάλης
+δυσαρεσκείας. Όταν την πρωίαν ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου, το
+πρόσωπόν του ήτο στενόν και μακρόν, ως όταν παρατηρεί τις εντός
+τεθραυσμένου καθρέπτου. Συνειθισμένος να κτυπά τον κώδωνα της
+βάρδιας αφ' εσπέρας και να κοιμάται, εταλαιπωρήθη ο αγαθός εντός
+μιας νυκτός. Και αι χείρες του και οι πόδες του ήσαν πλαδαραί ως
+πλόκαμοι οκτάποδος.
+
+ — Ε, τι νέα Γέρω-Γιάννη; ηρώτησεν αυτόν ο δήμαρχος.
+
+ — Ησυχία και ασφάλεια, κύριε δήμαρχε.
+
+ — Μπράβο, Γέρω-Γιάννη! Αρματώθηκες βλέπω σαν αστακός.
+
+Ο Γέρω-Γιάννης έρριψεν υπερήφανον βλέμμα εις τες ασημένιες
+παλάσκες του και το υαλιστερόν όπλον, καρυοφύλλι μ' επαργυρωμένον
+κοντάκιον.
+
+ — Έτσι νάσαι πάντοτε! ηυχήθη αυτώ ο δήμαρχος.
+
+ — Κύριε δήμαρχε, έτσι είμαι πάντοτε. Και εις πυρ και εις θάνατον.
+
+Ο δήμαρχος τότε περισκοπών το στιλπνόν καρυοφύλλι είδεν ότι
+έλειπεν ο πυρίτης λίθος.
+
+ — Αμ' πού είνε η τσακμακόπετρα Γέρω-Γιάννη; Έτσι θα γένη το
+ρωμαίικο;
+
+Ο Γέρω-Γιάννης ερυθριάσας ολίγον εξήγαγεν εκ του θυλακίου του
+τετράγωνον μυτερήν εις τας άκρας τσακμακόπετραν.
+
+ — Την είχα εις την τσέπη μου! είπε μετ' αφελούς ετοιμότητος.
+
+Μετά τινας ημέρας ο δήμαρχος διέταξε τους αγροφύλακας να
+περιοδεύσωσιν εις τα ενδότερα της νήσου, κάμνοντες διαφόρους
+κατοπτεύσεις εις πολλά μέρη, παραλαβόντες καί τινας ακόμη
+οπλοφόρους. Ητοιμάζετο δε να γνωστοποιήση εις το υπουργείον ότι
+ησυχία και ασφάλεια επικρατεί εις την νήσον, ότε ενεφανίσθη προ
+του λιμένος μεγάλη και πολύκωπος λέμβος, μετά τάχους κατευθυνομένη
+προς την πολίχνην.
+
+Εταράχθη ολίγον. Πλην ίνα μη αποφανή, λέγει προς τον παριστάμενον
+πάνοπλον κλητήρα.
+
+ — Τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη!
+
+Ο κλητήρ παρατηρήσας πάραυτα το ωραίον καρυοφύλλιόν του είδεν ότι
+έλειπε πάλιν η τσακμακόπετρα. Πλην ετοίμως εξάγει αυτήν εκ του
+θυλακίου και την τοποθετεί καταλλήλως, περισφίγγων αυτήν.
+
+ — Πάλι ς' τη τσέπη; παρετήρησεν ο δήμαρχος. Έτσι θα κάμωμε το
+ρωμαίικο;
+
+ — Δεν ξεύρω τι συμβαίνει, κύριε δήμαρχε, μου την παίρνουν τα
+ποντίκια, και γι' αυτό την προφυλάττω.
+
+Την στιγμήν εκείνην προσήλθε και ο λιμενάρχης τεθορυβημένος.
+
+ — Τι κάμνομεν κ. δήμαρχε; οι λησταί. Δεν τους βλέπετε; Εξήλθον
+όλοι εις τον εξώστην· ο δήμαρχος με το πονηρόν του βλέμμα, ο
+λιμενάρχης ωχρός ολίγον, και ο κλητήρ προσπαθών να βιδώση καλώς
+την τσακμακόπετραν. Κάτω οι άνθρωποι ατάραχοι έβλεπον την
+προσεγγίζουσαν λέμβον. Τινές δ' άλλοι προσήρχοντο δρομαίοι, αντί
+όπλων, ως ανέμενεν ο λιμενάρχης, κρατούντες εις χείρας πινάκια
+κίτρινα και πράσινα του Τσανάκ-καλέ.
+
+ — Είνε ο γρίπος, εφώνησε θριαμβευτικώς ο Γέρω-Γιάννης, βλέπων
+μετά προσοχής την πλησιάζουσαν μεγάλην και πολύκωπον λέμβον.
+
+ — Μα έχεις μια μύτη, Γέρω-Γιάννη!
+
+ — Και μάτια και αυτιά, κ. δήμαρχε. Με συγχωρείτε.
+
+ — Αληθώς ήδη ηκούετο και το ζωηρόν των τσεσμελήδων αλιέων
+κέλευσμα:
+
+ _Ο γρίπος μας, η τράτα μας!
+ Άλ-λά, παιδιά!_
+
+Αλλά και ο δήμαρχος είχε δίκαιον να μη ανησυχήση και ο λιμενάρχης
+είχε δίκαιον ν' ανησυχήση. Εις τας εκτάκτους περιστάσεις όλοι οι
+εν τη εξουσία έχουσι δίκαιον.
+
+Εν τούτοις η περίστασις αύτη ήτο ατυχής διά την μικράν νήσον,
+ανοικτήν πανταχόθεν εις την επιδρομήν των ληστών. Ωχρόν δέος
+εζωγραφίζετο κατά τας ημέρας εκείνας εις τα πρόσωπα πάντων. Αι
+εργασίαι αι γεωργικαί διεκόπησαν και πάντες έμενον εν τη αγορά
+διερωτώντες αλλήλους περί των συμβαινόντων. Συνεχώς δε τρις και
+τετράκις της ημέρας κατήρχοντο από του υψηλοτέρου βουνου οι
+αγροφύλακες, οπόθεν κατεσκόπευον το πέλαγος κ' εκόμιζον ειδήσεις
+εις τον δήμαρχον.
+
+Ουδέν όμως υπέστη τοσαύτην καταστροφήν όσον η βομβυκοτροφία. Τα
+καματερά, τα οποία, ως είδομεν, έκτακτον εσοδείαν προεμήνυον
+εφέτος, ηπειλούντο διά τελείας καταστροφής, στερούμενα τροφής.
+Θρήνος και οδυρμός μεταξύ των γυναικών. Πώς να εξέλθωσιν εις τους
+αγρούς προς συλλογήν φύλλων μετά την ύποπτον είδησιν περί ληστών;
+Ο δήμαρχος εφρόντισε και κατήρτισε σώματα οπλοφόρων, τα οποία
+προεφύλαττον πάσας τας παρόδους και τας κορυφάς, όπως ευκολύνηται
+η συλλογή των φύλλων. Πλην τι τρόμος ήτο εκείνος εν τοις αγροίς! Η
+ευωδιάζουσα από μυρίων αρωμάτων εξοχή, η πάγκαλος εκείνη φύσις της
+χλοεράς νήσου, είχε μεταβληθή εις σιωπηλήν και στυγνήν κοιλάδα
+πένθους. Εις τους τρομασμένους οφθαλμούς των εξερχομένων γυναικών
+τα δροσερά και μυριόχρωμα άνθη εφαίνοντο μαραμένα και άχροα. Και
+αυτά τα καταπράσινα των συκαμινεών φύλλα μαύρα εφαίνοντο. Τα
+αναρίθμητα κελαδήματα των πτηνών ούτε ηκούοντο καν υπό των
+καταπεπληγμένων γυναικών και πάσα κίνησις φύλλων υπό του δροσερού
+ανέμου αναπαρίστανεν εις την έκπληκτον φαντασίαν των δειλών
+εκείνων όντων την αυχμηράν όψιν ληστού ή λιάπη!
+
+Πόσον ο τρόμος μεταβάλλει την όψιν των πραγμάτων!
+
+Αι περισσότεραι ούτε εξήλθον καν τας τρεις πρώτας ημέρας. Όσαι
+είχον άνδρας, έστειλαν βεβαίως τους άνδρας των, αλλ' όσαι δεν
+είχον, ή ηγόρασαν φύλλα παρά τινων αγαθών γειτονισσών ή
+εγκατέλιπον τα καματερά εις την τύχην των.
+
+Και ήκουες:
+
+ — Πάει το καματερό!
+
+ — Αρί-καϋμένη, πάει πλειο. Κρίμα και κρίμα!
+
+Και ηκούσθη και γραία τις θρηνούσα αληθώς υψηλά εις τον βράχον ως
+επί απωλεία ανθρώπου επανειλημμένως οδυρομένη «Καματερό μου,
+καματεράκι μου!»
+
+Τωόντι τινές τα επέταξαν εις τον βράχον, όπου αι όρνιθες εύρον την
+χαράν των, καταβροχθίζουσαι λαιμάργως τους τεφρόχρους εκείνους
+σκώληκας μεγάλους και μαλακούς ως βούκας ζύμης.
+
+Η Γερακούλα ευτυχώς κατώρθωσε να εξοικονομή φύλλα κατά τας δεινάς
+εκείνας ημέρας. Αναβιβάσασα επί οναρίου τον καπετάν-Θοδωρή,
+πληρώσαντα καλώς έν ωραίον τρομπόνιον, το μόνον λείψανον του
+απολεσθέντος βρικίου του, εξήρχετο μετά της μεγαλειτέρας των
+θυγατέρων της και συνέλεγε φύλλα εις τα πλησιέστερα κτήματα,
+δίδουσα αυτά εις το καματερό της μετά φειδούς. Εις το μέγα κτήμα
+όμως, εις την Κεχρεάν, δεν ετόλμησε να μεταβή.
+
+Αλλά μετά παρέλευσιν ημερών τινων, επειδή ουδέν εγένετο εξ όσων
+εφοβούντο οι άνθρωποι, ουδέ ληστρική συμμορία επεφάνη, επανήλθε
+και πάλιν η ησυχία και το θάρρος εις την πολίχνην.
+
+Αι νυκτοφυλακαί έπαυσαν, οι άνθρωποι ήρχισαν να εξέρχωνται εις τας
+εργασίας των και την νύκτα μέχρι του μεσονυκτίου μόνος ο Γέρω-
+Γιάννης, ο δημαρχικός κλητήρ, περιήρχετο την έρημον κώμην, φέρων
+το ωραίον καρυοφύλλι εις τον ώμον του και την τσακμακόπετραν εις
+το θυλάκιόν του. Και αν τον έβλεπες υπό την φαεινήν ακτινοβολίαν
+της σελήνης, εθεώρεις ότι περισσότερον ζωντανόν ήτο το αργυρούν
+καρυοφύλλι, ου αι γλυφαί έπαιζον ως φολίδες έρποντος όφεως υπό τας
+μαρμαρυγάς του αργυρού φωτός, παρά ο φέρων αυτό Γέρω-Γιάννης,
+όστις σιγά-σιγά με κλειστά τα μάτια εβάδιζεν ως άνθρωπος έχων αντί
+ψυχής καρυοφύλλι.
+
+Τέλος το υπουργείον απέστειλε νέον έγγραφον προς τον δήμαρχον της
+μικράς νήσου, αναγγέλλον ότι αι συμμορίαι εκείναι των ληστών
+διελύθησαν και καλούν τους νησιώτας να επαναλάβωσιν αφόβως τα έργα
+των.
+
+Διά τούτο είδομεν εν αρχή της διηγήσεώς μας τόσαι λέμβοι μετά
+γυναικών ιδίως ν' αποβιβάζωσι σάκκους φύλλων συκομορέας εις την
+παραλίαν υπό το φως της σελήνης.
+
+Επειδή δε και μετά την καταστροφήν πολλών καματερών, πάλιν αι
+συκομορέαι της νήσου δεν επήρκουν εις την διατροφήν των
+απομεινάντων, — τόσων λαμπρώς έβαινεν εφέτος η ανάπτυξις του
+μεταξοσκώληκος — πολλαί γυναίκες παραλαβούσαι και τους συζύγους
+των ή άλλους συγγενείς των, μετέβησαν εις την εγγύς κωμόπολιν
+Γλώσσαν, επί άλλης γειτονικής νήσου, όπου έμαθον ότι υπάρχουν
+φύλλα άφθονα άνευ καματερών.
+
+Ούτω και η φιλόπονος Γερακούλα, παραλαβούσα τας τρεις θυγατέρας
+της και τον καπετάν-Θοδωρή με το τρομπόνιον πλήρες, την άλλην
+θυγατέρα άφησε προς φύλαξιν της οικίας, μετέβη εις Γλώσσαν κ'
+εκόμισεν, ως είδομεν, τόσους σάκκους δροσερών φύλλων.
+
+
+Μόλις ανεπαύθη την νύκτα η φιλόπονος αύτη οικογένεια από του
+κόπου του διημέρου εκείνου ταξειδίου, και ητοιμάζετο λίαν πρωί να
+μεταβή εις Κεχρεάν, εις το μακρινόν εκείνο κτήμα της, όπου κατά
+τας δύο ημέρας της απουσίας ουδείς μετέβη και όπου υπήρχον αι
+χλοερώτεραι συκομορέαι.
+
+ — Θεια Γερακούλα, ηκούσθη φωνή την αυγήν έξωθεν εκ γειτονικού
+παραθύρου, η φωνή της γραίας ξηράς και ωχράς γειτονίσσης.
+
+ — Ποιος είνε; απήντησεν η Γερακούλα.
+
+ — Να, εγώ είμαι, θα πάτε ς' Κεχρεά;
+
+ — Λέμε να πάμε· τι να κάμουμε!
+
+ — 'Σαν είνε, ναρθώ κ' εγώ μαζί σας.
+
+ — Καλώς ναρθής.
+
+ — Ξέρεις, φοβάμαι μοναχή μ'. Τώρα δεν έρχουνται οι αγρουφύλακες
+κ' εγώ φοβάμαι μοναχή μ'!
+
+ — Μη φοβάσαι. Δεν είναι τίποτα. Ημείς πήγαμε 'ς τη Γλώσσα. Δεν
+είνε τίποτα.
+
+ — Ξέρω κ' εγώ. Ρέματα είνε, αλάργα είνε, φόβος είνε.
+
+ — Χριστός και Παναγία! Δεν είνε τίποτα.
+
+ — Θαρθή κι' ου καπετάν-Θοδωρής;
+
+ — Θαρθή.
+
+ — Ναρθή.
+
+Αληθώς μετ' ολίγον ο καπετάν-Θοδωρής εξεκίνησε πρώτος, αναβάς επί
+του οναρίου, κρατών και το βαρύ τρομπόνιον πλήρες.
+
+Η Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες της, έφερον εκάστη από ένα
+σάκκον κενόν και εντός καλάθου έλαιον διά τα κανδήλια της
+Παναγίας. Επί άλλου καλάθου, ον εκρέμασαν επί του οναρίου έθεσαν
+τον άρτον και το προσφάγιον. Θα επέστρεφον μετά το δειλινόν. Έως
+τότε υπελόγιζον ότι θα εσύναζον όλα τα υπάρχοντα εις τας εκεί
+συκομορέας φύλλα. Επί του οναρίου ο καπετάν-Θοδωρής εφόρτωσε και
+τους ψευδείς πόδας του, τα δύο χονδρά ραβδία, τα οποία
+μετεχειρίζετο ως αληθινούς του πόδας. Οι άλλοι δύο πόδες του, οι
+αληθινοί, εκρέμαντο από του οναρίου ξεκλειδωμένοι ως ψευδείς.
+
+Η Γερακούλα ήρχετο τελευταία, συνομιλούσα μετά της γειτονίσσης
+της.
+
+Καθ' οδόν συνήντησαν άλλας πολλάς συντροφίας, αίτινες προς τον
+αυτόν σκοπόν μετέβαινον εις τα κτήματα, άλλαι φλυαρούσαι, άλλαι
+άδουσαι. Και δεν διέκρινες ποίαι ομιλούν, και ποίαι τραγουδούν. Η
+ομιλία εν φαιδρά συντροφία εις τα βουνά ούτως ερρύθμως
+απαγγέλλεται, ώστε εκ της ηχούς της αντηχούσης εντός των βαθέων
+γευμάτων, ουδόλως διαφέρει του άσματος.
+
+Αλλ' όταν ανέβησαν εις το βουνόν κ' έμελλον να κλίνωσι προς το
+μέγα της Κεχρεάς ρεύμα, έπαυσαν πλέον να συναντώσι νέας
+συντροφίας. Προς τούτο το μέρος υπήρχον περισσότερα δάση και ολίγα
+κτήματα. Μόνον το μέγα της Γερακούλας κτήμα εξετείνετο κάτω εις το
+ρεύμα, και έν άλλο πλησίον, της γειτονίσσης της, καί τινα ακόμη
+προς την θάλασσαν κατά τας δυτικάς ακτάς της νήσου.
+
+Ενόησαν ότι εισήλθον πλέον εις ερημίαν, ης η νεκρά νάρκη
+εζωογονείτο κατά τι εκ των φαιδρών συνομιλιών των τεσσάρων
+αδελφών, προς ας ο γέρων πατήρ, προηγούμενος, διηγείτο διάφορα
+επεισόδια του ναυτικού του βίου, όστις συνεκρούσθη προς τας
+τρικυμίας και τα πάθη της ζωής τόσον, όσον αι μαύραι δρύες, εν
+μέσω των οποίων ήδη εβάδιζον, επάλαισαν προς τους κεραυνούς και
+τας καταιγίδας. Αλλ' αν δεν κατώρθουν αι ολίγαι αυταί ανθρώπιναι
+ομιλίαι να διασπάσωσι της ερήμου την νεκρικήν σιωπήν, τα
+αναρίθμητα όμως πτηνά κατωτέρω, κεκρυμμένα εντός των γηραιών του
+δάσους δένδρων, τόσην ζωήν, τόσην κίνησιν εμαρτύρουν με τα
+αρμονικά αυτών κελαδήματα, ώστε αν έκλειες τους οφθαλμούς να μη
+βλέπης την μαύρην ατελείωτον σειράν των σιωπηλών δένδρων με τους
+σκληρούς κορμούς και το πυκνόν φύλλωμα, θα ενόμιζες ότι ευρίσκεσαι
+εν μέσω του Παραδείσου, περικυκλούμενος υπό μυριάδων αγγελικών
+όντων ως πτηνών κελαδούντων.
+
+Η Γερακούλα και η γειτόνισσα συνομιλούσαι έμενον ολίγον όπισθεν.
+
+Αι τέσσαρες θυγατέρες η μία κατόπιν της άλλης προέβαινον έχουσαι
+σκεπασμένην την ξανθήν κόμην των, ίν' αποφύγωσι πρωινήν δρόσον.
+
+ — Ελπίζεις, χριστιανή μ, λέγει αίφνης η γειτόνισσα σταματήσασα,
+ελπίζεις να πανδρεύσης τέσσερες θυγατέρες; Εγώ μία την έχω, και
+απελπίσθηκα πλεια.
+
+Έχουσα θάρρος πάντοτε ενώπιον της αγαθής Γερακούλας η ωχρά
+γειτόνισσα, επενέβαινεν άκλητος εις τοιαύτας οικογενειακάς
+συζητήσεις. Και μη ανεχομένη να βλέπη τόσον εύελπιν την
+καλοκάγαθον γυναίκα, επεθύμει να την ακούση μια φορά να
+βλασφημήση, διά να χαρή.
+
+ — Καϋμό τώχω! έλεγε πολλάκις.
+
+ — Ελπίζω λες; απήντησε τότε η Γερακούλα, πλήρης χριστιανικής
+λάμψεως. Και τι θαρρείς; Είνε 'ς το χέρι μας; Αυτά είνε του Θεού.
+Όποιος πιστεύει εις τον Θεόν, αυτός ελπίζει. Ποτέ μου, γειτόνισσα,
+δεν απελπίσθηκα. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει
+πώς θα τα οικονομήση. Σώπα, γιατί τώχω σε κακό μου να μου κόπτουν
+την ελπίδα. Όποιος κόπτει την ελπίδα από τον άλλον, του κόπτει την
+ζωήν. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού.
+
+ — Αμ' δεν είνε του Θεού! 'Σ τα ρίξανε, κακομοίρα. Αχ! 'ς τα
+ρίξανε και τι έχεις να υποφέρης!
+
+Ενόει η γειτόνισσα την επικρατούσαν αφελή πλάνην, καθ' ην την ώραν
+του στεφανώματος εν τω γάμω οι εχθροί συνοικεσίου τινός διά
+μαγείας προορίζουσι τον τοκετόν τόσων θυγατέρων, προς δυστυχίαν
+του νέου ζεύγους, μέλλοντος να πάθη βάσανα και πειρασμούς, μέχρις
+ου αποκαταστήση αυτάς, ιδίως εις τας δυστυχείς ταύτας ημέρας.
+
+ — Σώπα, γειτόνισσα! Μου το είπες κι' άλλη φορά. Σώπα. Εγώ σου
+είπα πολλές φορές, τα μάγια δεν τα πιστεύω. Τα μάγια είνε ψευτιές
+για να ψευτοπερνούν μερικοί 'ς τον ψεύτικο κόσμο.
+
+Είπεν η Γερακούλα κ' έρριψεν αίφνης το πλήρες ελπίδων βλέμμα της
+εις τας τέσσαρας θυγατέρας της.
+
+Είχον σταθή εις την κορυφήν του τελευταίου λόφου να ίδουν την
+ανατολήν του ηλίου. Αφήρεσαν τας μανδήλας των, θερμανθείσαι εκ της
+πορείας και αι ακτίνες του ηλίου πίπτουσαι εις την χρυσήν των
+κόμην, θαυμασίως αυτήν κατηύγαζον. Ενόμιζες ότι κύμα χυτόν χρυσού
+έλουε τας κορυφάς των τεσσάρων αυτών θυγατέρων, χρυσού παίζοντος
+εις τους παρθενικούς αυτών ώμους μ' εξαισίαν στιλβηδόνα κ'
+έκλαμψιν, χρυσού μαλακού, μαλακώς καταρρέοντος μέχρι της οσφύος.
+
+Φρίκη κρυφή διέτρεξε τα μέλη της Γερακούλας.
+
+Η μεγαλειτέρα ήτο 27 ετών, αι άλλαι ανά δύο έτη κατά σειράν
+μικρότεραι και η τελευταία 21 ετών. Όλαι εις την ακμήν του γάμου.
+
+Και ως από μυστικής τινος ορμής κινηθείσα η πτωχή μήτηρ, ήρχισε να
+μετρά επί των δακτύλων: μία, δύο, τρεις, . . . .
+
+Και εσταμάτησε κατηφής γενομένη, ως να εκάλυψε μαύρη σκέπη την
+γελόεσσαν του προσώπου της αίγλην.
+
+Ούτως ο Σατανάς παρασύρει εις την παγίδα της αμαρτίας τον
+άνθρωπον.
+
+Και η στρυφνή γειτόνισσα παρ' ολίγον με την θνητήν παρατήρησίν της,
+παρ' ολίγον να ρίψη εις τα δίκτυα της αμαρτίας την ενάρετον
+Γερακούλαν, ης το στόμα ουδέποτε έπαυσε να επικαλήται τον Κύριον,
+και ης η καρδία ουδέποτε έπαυσε να ελπίζη εις τον Θεόν.
+
+Αλλ' η θεία χάρις σκέπει πάντοτε τον κοπιάσαντα εν τη αρετή, όστις
+αποκτά ούτως ειπείν δικαιώματα επί της θείας δικαιοσύνης και δεν
+τον αφίνει να πέση εις βλασφημίαν, καθώς τον δίκαιον Ιώβ.
+
+Έπτυσεν εις την γην η αγαθή Γερακούλα, ως να απέπτυσε την
+βλασφημίαν, και ποιήσασα το σημείον του Σταυρού.
+
+ — Δόξα σοι ο Θεός! εφώνησεν εκ βάθους στενάξασα ως από των
+εγκάτων των σπλάγχνων της.
+
+Και επανέλαβε:
+
+ — Έτσι που λες, γειτόνισσα. Εγώ τα κορίτσια μου τα άφησα εις τον
+Θεόν. Ο Παντοδύναμος θα τα οικονομήση.
+
+Η αιγλήεσσα αιθρία επανήλθε πάλιν εις το πρόσωπον της Γερακούλας.
+
+Ήδη η γειτόνισσα απεχωρίζετο. Έφθανεν εις το κτήμα της.
+Απεχαιρέτισε τας καλάς συντρόφους της, αίτινες έκλιναν ήδη προς το
+σκοτεινόν μέγα ρεύμα, και εισήλθεν εις το κτήμα της.
+
+Αλλά μετ' ολίγον κραυγάζει ως να είχε λησμονήσει να το είπη
+πρότερον.
+
+ — Νάχετε το νου σας, κορίτσια. Είνε, ακόμα κλέφτες! τα μάτια σας
+τέσσερα! κορίτσια!
+
+Και επανέλαβεν οξέως παρατείνουσα την ξηράν φωνήν της.
+
+ — Κλέφτες!
+
+Και η ηχώ δεινή και άχαρις επανέλαβε δις·
+
+ — Κλέφτες!
+
+Και εβούισεν έως κάτω το βαθύ ρεύμα βοήν φοβεράν, ως εάν εβούισε
+τουφεκιά, καταπλήξασαν τα πτηνά, τα οποία εσίγησαν εις τας
+δροσεράς κρύπτας των.
+
+Η μεγαλητέρα, η Ελένη, 'σαν να ήκουσε την φωνήν την δευτέραν
+φοράν. Εκοντοστάθη ολίγον μετά τινος αγνώστου τρόμου, αλλ' είτα
+επειδή τα πτηνά επανέλαβον το κελάδημά των, απέδωκε τον φόβον εις
+την ύποπτον του ανθρώπου φαντασίαν και εξηκολούθησε τον δρόμον
+χωρίς να είπη τι.
+
+Γειτόνισσαί τινες είνε πεπρωμένον να προβλέπωσι πάντοτε το κακόν,
+με την διαφοράν ότι τούτο ως επί το πλείστον αποβαίνει εις αγαθόν.
+
+
+Την ώραν καθ' ην είχον εξέλθη της πόλεως ο καπετάν Θοδωρής, η
+Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες των, αυγή-αυγή, τέσσαρες
+οπλοφόροι επεβιβάζοντο είς τινα σκοτεινόν και απότομον της Κεχρεάς
+ορμίσκον, Μανδράκι καλούμενον, προς τας δυτικάς της νήσου ακτάς.
+Έφερον και οι τέσσαρες στολάς πεπαλαιωμένας της χωροφυλακής, πλην
+αντί υποδημάτων εφόρουν τσαρούχια ελαφρά και είχον τα πανταλόνια
+κομμένα και περιδεδεμένα άνω του γόνατος, καλύπτοντες τον πήχυν
+του ποδός διά της συνήθους βλαχόκαλτσας.
+
+Έσυραν την λέμβον των υπό τινα πυκνόν θάμνον, αόρατον εν μέσω των
+βράχων εκάλυψαν ακόμη αυτήν και διά τινων πυκνών και ακανθωτών
+αγριοβάτων και ανήλθον ως έλαφοι την άνω του ορμίσκου σκληράν της
+γης λοφιάν, βραχώδη μεν και ολισθηράν, πλην κεκαλυμμένην υπό
+δάσους ερείκων, κομάρων, πρίνων και σκολιών τινων πευκών, τας
+κορυφάς των οποίων φαρμακόνει η άλμη του κύματος ως άχνη
+ανερχομένη έως επάνω όταν μαίνεται κάτω η τρικυμία. Έως ότου
+έλθωσιν εις το μονοπάτιον οι τέσσαρες ξένοι, υπέστησαν παλλάς
+αμυχάς εις τας χείρας και τας παρειάς. Αλλ' επειδή ήσαν ένοπλοι με
+υαλιστεράς καινουργείς καραμπίνας ευκόλως διήνοιγον τας άκρας των
+σκληρών θάμνων και επερνούσαν παρεισδύοντες ως εν μέσω
+ακανθοχοίρων μετά προσοχής.
+
+Επλησίαζαν τα χαράγματα. Η ημέρα προεμηνύετο ωραία αν και νέφη
+τινά μαύρα, ως κάπαι ποιμενικαί, έτρεχον γοργά, ακολουθούντα του
+πρωινού βορρά το ρεύμα. Άμα τη ανατολή του ηλίου θα έπνεεν ο
+βορειοανατολικός, το δροσερόν μελτέμι, και ήδη παρεσκευάζετο το
+ευρύ μετέωρον στάδιον του ουρανού, εν ώ ήθελεν αγωνισθή άνευ
+αντιπάλου ο θερινός ούτος άνεμος, ου η ζωογόνος βία λυγίζει τας
+κορυφάς των αριών, μεταβάλλουσα εις στακτερόν το πράσινον χρώμα
+του δάσους, και λευκαίνει τον κυανούν πόντον μεταμορφούσα τα
+κύματα εις αγέλας λευκών περιστερών.
+
+Οι τέσσαρες άνδρες εξελθόντες εις την ατραπόν, έστησαν προς
+στιγμήν, ως διστάζοντες, αλλά μάλλον διότι ο είς τούτων, ο
+φαινόμενος ως αρχηγός, προσεπάθει να διακρίνη τα μέρη ως άνθρωπος
+θέλων ν' αναμνησθή παλαιάν γνωριμίαν.
+
+Ούτος έφερεν εν τη στολή του και χρυσά τινα σειρήτια και ράκος
+χρυσού θυσάνου εν τη εσκωριασμένη σπάθη, τα δε κομβία τη στολής
+του ήσαν μετά πλείονος επιμελείας εστιλβωμένα, ώστε ηδύνατό τις να
+εκλάβη αυτόν τουλάχιστον ως υπομοίραρχον. Περί την οσφύν του μετά
+χάριτος περιδεδεμένον ζεύγος μαλαμμοκαπνισμένων παλασκών εξέπεμπε
+χρυσάς λάμψεις. Ήτο τεσσαρακονταετής περίπου την ηλικίαν, έπαιζον
+δε γοργοί κ' ευκίνητοι οι μαύροι οφθαλμοί του εν αρμονία προς την
+ηλιοκαυμένην όψιν του και την μαύρην στιλβηδόνα της μαύρης κόμης
+του. Η χροιά και του προσώπου και των χειρών του ωμοίαζε προς το
+βαθύχρουν δέρμα κήτους. Οι άλλοι δύο ήσαν ηλιοκαείς γέροντες
+σχεδόν με σκληράς σάρκας κ' εξηγριωμένα χαρακτηριστικά, ο δε
+τέταρτος έφηβος συμπαθητικός με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και
+μαύρην κόμην, με λευκόν και απαλόν δέρμα, τον οποίον όμως
+τερατωδώς ασχήμιζεν η ρακώδης ενδυμασία και η μετά των άλλων
+αγριωπών ανθρώπων συντροφία.
+
+Τόσον δε πεπαλαιωμένη και εφθαρμένη ήτο η στολή των τριών τούτων,
+ώστε μόλις εκ του στέμματος διεκρίνοντο ότι είνε χωροφύλακες.
+
+Προέβησαν ολίγα βήματα προς το δάσος, πλην και πάλιν έστησαν.
+
+Ο αρχηγός τότε ο μαυριδερός, έρριψε λοξόν βλέμμα επί των συντρόφων
+του, ων ο νεώτερος είχε καταληφθή υπό τινος μυστικού φόβου όπερ
+τον ηνάγκαζε να βραδυπορή· οι δ' άλλοι ακουσίως εβραδυπόρουν και
+αυτοί, ως όταν σκοντάπτη κανείς επί λίθου.
+
+Υπέκλινε δις και τρις τον υψηλόν αυχένα ο νεώτερος, ως να
+κατεπλάγη, ιδών αίφνης εξαπλούμενα προ των οφθαλμών του τα μαύρα
+της Κεχρεάς δάση εις τα οποία δεν είχον εισδύσει ακόμη της αυγής
+αι ασθενείς ακτίνες, αποφρασσομένης της ανατολής από υψηλού όρους.
+Μαύρη επλανάτο επάνωθέν των η νυξ και πλέον μαύροι παρετάσσοντο
+των γηραιών δρυών οι ακίνητοι όγκοι, άνωθεν των οποίων εσύριζεν ως
+όφις παρερχόμενος ο πρωινός άνεμος.
+
+Η σελήνη είχε δύσει πρό τινων στιγμών και μόνον ως φλοξ ερυθρά
+καιομένης ασβεστοκαμίνου μακρόθεν έφεγγεν όπισθεν του Προμηρίου
+της Θετταλομαγνησίας ο αιμόχρους κύκλος της.
+
+ — Κύτταξε καλά, Θανάση, έγρυξεν ο αρχηγός εν μέσω της ερημίας
+αποτεινόμενος προς τον νεώτερον των συντρόφων. Μη μου πης ότι
+φοβήθηκες της Νεράιδες. Ντροπή! Σ' το Καραντελή θάμαξα την
+παλληκαριά σου. Και γι' αυτό δεν θα σ' αφήσω πλειο από κοντά μου.
+Βλέπω και κοντοστέκεσαι.
+
+ — Καπετάνιο, ξέρεις το ελάττωμά μου, απήντησε μετά δειλίας ο
+Θανάσης. Το θέλω κ' εγώ; Να, έτσι κάνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια μου.
+
+Και έδειξε πέραν προς τον μαύρον δρυμόν, όπου υπελεύκαζον όγκοι
+τινές υψηλοί.
+
+ — Είνε βράχια, απήντησεν ο αρχηγός. Ντροπή σου!
+
+ — Ήμουν δεκαπέντε χρόνων, σου το είπα. Επερνούσα από το ρέμα, ένα
+μεγάλο και σκοτεινό ρέμα, μαύρο, κατάμαυρο, όπως μαυρίζει εκεί —
+και έδειξε πέραν το δάσος. — Ήτον καταμεσήμερο, και της ηύρα κ'
+εχόρευαν. Ήσαν ως τριάντα Νεράιδες, γυναίκες κάτασπρες, με άσπρους
+λαιμούς, άσπρα χρυσοκεντημένα φορέματα και ξανθά μαλλιά. Αντί να
+κάμω προς το βουνό, από τη σαστιμάρα μου έπεσα μέσα στο χορό.
+Έφερναν γύρω σαν να φέρνη γύρω αέρας. Μπερδεύθηκα μέσα σε
+ολόχρυσες πολυθρόνες, που κάθονταν οι βιολιτζήδες με τα χρυσά
+βιολιά και τ' αργυρά λαγούτα. Από την γλυκειά μουσική εβούλωσαν τ'
+αυτιά μου, από την χρυσή λάμψι των μαλλιών των εθάμπωσαν τα μάτια
+μου. Κάμνω να μιλήσω, δεν ημπορούσα. Μου πήραν την μιλιά γιατί
+τους χάλασα τον χορό. Έκαμα τρεις μήνες να μιλήσω. Από τότες μου
+απόμεινε ένας φόβος 'ς την καρδιά και κάμνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια
+μου μερικές φορές. 'Σ τον πόλεμο με είδες, καπετάνιε, αλλά 'ς της
+Νεράιδες να μη με ιδής. Καλλίτερα να μη με ιδής.
+
+Ο αρχηγός εγέλασεν, ακούσας επαναλαμβανομένην την αφελή διήγησιν
+του Θανάση. Και θωπεύσας αυτόν εις τον ώμον μετά πατρικής στοργής,
+είπε:
+
+ — Αι, μη φοβάσαι πλεια! Σήμερα θα πάμε σε μαυροφόραις. Μη
+φοβάσαι. Σήμερα θα κάμνουν μαύρα-μαύρα τα μάτια σου.
+
+Και αφού περιέσφιγξεν ο μαυριδερός την οσφύν του ως εστηρίζετο
+εκεί όλον το θάρρος του, κ' εκρότησαν ηδέως αι παλάσκαι, ετράπη
+ταχύς προς το βουνόν ως άνθρωπος γνωρίζων τα «κατατόπια». Και μετ'
+ολίγον έχων προ αυτού πάντοτε τον νεαρόν Θανάσην, έκλινεν όπισθεν
+του όρους προς ανατολάς, όπου ηγείρετο η Μονή του Ευαγγελισμού.
+
+Οι δύο άλλοι ηκολούθουν.
+
+
+Εν μέσω βαθείας χαράδρας αθέατος μεταξύ των βράχων, ολίγον
+υψηλότερα του διαρρέοντος τον πετρώδη αύλακα χειμάρρου, ήτο
+κτισμένη η Μονή του Ευαγγελισμού. Προς το βορειοδυτικόν της
+χαράδρας υψούτο αμέσως άνωθεν του χειμάρρου μέγα και πετρώδες
+τριγωνικόν βουνόν φαλακρόν εν τη οξεία κορυφή, αλλά σκιαζόμενον
+προς τα κάτω υπό πυκνού δάσους δρυών, ων αι ρίζαι και οι κορμοί
+συνεχέοντο προς τους φαιούς βράχους του, απροσίτους εις τους πόδας
+του αγρότου, ως ήτο απρόσιτον εις την γλώσσαν το βάρβαρον όνομά
+του. Και μόνον αι αίγες είχον εκεί την προσφιλή των διαμονήν με τα
+μηκάσματά των και τους κωδωνίσκους των διασκεδάζουσαι τους
+μοναχούς. Προς δε το νοτιοανατολικόν άνω του χειμάρρου υψούτο πολύ
+ταπεινώτερος άλλος βραχώδης λόφος, εις την βορειοανατολικήν
+πλευράν του οποίου λειανθείσαν, φαίνεται, εκτίσθη η Μονή του
+Ευαγγελισμού. Σχοίνοι φουντωτοί και σφένδαμνοι υψηλαί και θάμνοι
+άγριοι παντοίων συμπλεγμάτων φυτών και αναδενδράδων εσκίαζον το
+μέρος τούτο, όπου ο γεωργός αντί βώλου γης ανασκάπτει πέτρας,
+θραύων τας αξίνας του.
+
+Ο χείμαρρος διευθύνεται προς τας ανατολικάς ακτάς της νήσου,
+διαρρέων παρακάτω από τα τείχη της Μονής ορμητικώς μεταξύ των
+παρασυρομένων βράχων παρά τους χονδρούς κορμούς, καρυών και
+πλατάνων, αίτινες μαγευτικήν όψιν παρέχουσιν εις το άγριον ρεύμα.
+
+Και μόνον προς ανατολάς καταβαίνει από του βράχου κλιτύς λιπαράς
+γης, εν η πρασινίζουσιν ωραίοι αμπελώνες με τας υψηλάς κυπαρίσσους
+των, απολήγοντες πλαγίως και προς βορράν εις το ρεύμα πάλιν, όπου
+κρέμανται κλιμακηδόν οι θαλεροί της Μονής κήποι, ο είς επί του
+άλλου, αρχόμενοι από της μεγάλης τετραγώνου στέρνας της δεχομένης
+τα άφθονα του ρεύματος ύδατα, δι' ων κινούνται οι μύλοι και
+ποτίζονται τα λαχανικά. Ο κατερχόμενος την ωραίαν των αμπελώνων
+κλιτύν παρελθών το αλώνιον επί της ομαλής κορυφής του γεώδους
+λόφου, διακρίνει αίφνης, χωρίς καν να το υποπτεύση, κάτω προς το
+ρεύμα, ως προσπεφυκυίας επί του βράχου τας στακτεράς της Μονής
+στέγας, εστεγασμένης όλης διά φαιών πλακών του βουνού. Μακρόθεν δε
+από του πελάγους αύτη φαίνεται ως κρεμαμένη από του βράχου προς ον
+συγχέεται. Βαρεία θολωτή καμάρα διά κτιστών δύο τετραγώνων κιόνων,
+των καλουμένων υπό των βυζαντινών πινσών υποβασταζόντων το
+παρεκκλήσιον του αγίου Δημητρίου με τον κομψόν θολίσκον του,
+σκιάζει τον πυλώνα με την μαύρην μεγάλην πύλην, ης αι οριζόντιοι
+διά χονδρών ήλων προσηλωμέναι χονδραί ορθόπλευροι σανίδες ως εκ
+σιδήρου παχέα φαίνονται ελάσματα. Μικρόν δ' επί του δεξιού
+θυροφύλλου πυλίδιον, το πορτέλλον, υπανοιγόμενον την νύκτα παρέχει
+είσοδον εις τους ξένους χωρίς ν' ανοιγώσι τα βαρέα της πύλης
+θυρόφυλλα. Ένδον διά των τεσσάρων ορθοπλεύρων πτερύγων, ανίσων το
+ύψος, τας οροφάς και την ηλικίαν, εφ' ων κατά σειράν υπάρχουσι τα
+κελλία των μοναχών, σχηματίζεται αυλή πλακόστρωτος, εν μέσω της
+οποίας κείται το εύμορφον Καθολικόν της Μονής με τας στρογγύλας
+γραμμάς του και τους δι' ερυθρού κονιάματος κεχρισμένους τρεις
+θόλους του, εστεγασμένους και αυτούς διά φαιών πλακών.
+
+Η μονή αύτη ήκμαζε τότε, πλούσια κατέχουσα κτήματα ελαιώνων και
+αμπελώνων, ων οι ευώδεις μοσχάτοι οίνοι _αλυπιακοί_ καλούμενοι έκ
+τινος των παλαιών ηγουμένων και κτητόρων, του Αλυπίου, ιδιαιτέρως
+σκευάζοντος αυτούς, πολλάκις εθαυμάσθησαν εν Αθήναις, εις τας
+τραπέζας των Συνοδικών. Θεμελιωθείσα περί τα τέλη του
+προπαρελθόντος αιώνος και μετά ταύτα ολονέν συμπληρουμένη διά
+προσθήκης οροφών και πτερύγων, δι' α εδαπάνα αφειδώς τον
+ατελείωτον πλούτον του πλουσιόπαις νησιώτης, καθιερώσας εκεί και
+την ζωήν του, έστιλβε καινουργής, «Καινούργιο μοναστήρι»
+καλουμένη, εις αντίθεσιν των παλαιών άλλων τριών μοναστηρίων της
+Νήσου. Η σεμνή πρόσοψις άνω του πυλώνος και οι τοίχοι όλοι έξω
+ήσαν κεχρισμένοι δι' ερυθρού ασβεστοκονιάματος ως οι θόλοι, όπερ
+παρείχεν επιβάλλουσαν ερημικήν σεμνότητα εις την όλην του κτιρίου
+όψιν. Σήμερον όμως τα ωραία κονιάματα κατετρίβησαν υπό των υετών
+και των καταιγίδων, οι τοίχοι εις πολλά μέρη κατερειπώθησαν και
+μονάζουσιν εν αυτή περισσότεραι γλαύκες ή μοναχοί...
+
+Την αυτήν πρωίαν ο θυρωρός της Μονής μοναχός ανήρ 35 ετών ως
+κοντός τετράγωνος κορμός πεύκης, μάλλον στρογγυλός κ' έχων σχεδόν
+μόνον κεφαλήν και κοιλίαν, μετά περιεργείας είδε τέσσαρας ξένους
+χωροφύλακας, ων ο είς έφερεν αργυράς επωμίδας υπομοιράρχου άνευ
+κροσσών.
+
+ — Μμμμ, ηθέλησε ν' αρθρώση λέξεις τινάς ο θυρωρός, συγκεχυμένος
+το σώμα και τον νουν, ιδών βαίνοντας τους ξένους ευθαρσώς προς τα
+έσω, ως ανθρώπους οικείους, αλλά παρατηρήσας τα όπλα αυτών τα
+καινουργή και τα ξίφη των και τα ξεφτισμένα του μαυριδερού αρχηγού
+σειρήτια ηρκέσθη να χαιρετίση στρατιωτικώς μετά βίας υπανεγείρων
+την κοντήν δεξιάν του προς το μέτωπον, μέγα και πλατύ ως τεμάχιον
+σανίδος.
+
+Οι ξένοι προχωρήσαντες σοβαρώς, κροτούτος του αρχηγού το ξίφος
+θορυβωδώς, ανήλθον μικρόν ξύλινον εξώστην προς τα δεξιά
+εκτεινόμενον και εισήλθον μόνοι των κατ' ευθείαν εις το
+αρχονταρίκιον — την αίθουσαν των ξένων — ανοικτήν πάντοτε και
+φέρουσαν εστρωμένους επί των μενδερίων κύκλω ωραίους περσικούς
+τάπητας. Προ πολλού είχε τελειώσει ο όρθρος, τινές δε των μοναχών
+λίαν πρωί είχον εξέλθει εις τους κήπους και τας αμπέλους προς
+εργασίαν.
+
+Ο μαυριδερός αρχηγός καθήσας σταυροποδητεί επί του μενδερίου και
+θωπεύων τον μαύρον αυτού μύστακα εζήτησε πάραυτα τον ηγούμενον.
+Αλλ' ο εμφανισθείς αρχοντάρης, γέρων ρινόφωνος, είπεν ότι ο
+ηγούμενος απουσιάζει εις το Μετόχιον προ ημερών, αλλ' ότι εν
+ανάγκη δύνανται να τον καλέσωσι. Και έβλεπε τον μαυριδερόν
+αξιωματικόν μετά περιεργείας ως να ενόμιζεν ότι κάπου τον
+ξαναείδεν.
+
+ — Δεν πειράζει, είπεν ο άγνωστος, ημείς θα φύγωμεν αμέσως, διότι
+βιαζόμεθα.
+
+Και μετά τέχνης απέφευγε τα πονηρά βλέμματα του γέροντος
+αρχοντάρη.
+
+ — Θα έρχεσθε διά την καταδίωξιν των ληστών; ηρώτησεν ο γέρων
+μοναχός διά της ρινός του, όστις ήτο γραμματεύς και οικονόμος
+συνάμα της μονής και ανεγίνωσκε την «Αθηνάν».
+
+ — Ακριβώς δι' αυτό, απήντησεν ο αρχηγός, ευχαριστημένος ότι ο
+αρχοντάρης, χωρίς να το υποπτεύη, διευκόλυνε μεγάλως την υπόθεσίν
+του.
+
+Καθ' όλον αυτό το διάστημα οι τρεις άλλοι άγνωστοι χωροφύλακες
+ίσταντο άφωνοι εγγύς της θύρας, βλέποντες μετά προσοχής και
+περιεργείας την άνω αυτής κρεμαμένην μεγάλην χαρτίνην εικόνα,
+παριστάνουσαν διά ζωηρών ερυθρών και μαύρων χρωμάτων τα επτά
+θανάσιμα αμαρτήματα, επτά ωχράς ψυχάς εχούσας εν τω μέσω επί της
+καρδίας ενθρονισμένον μαύρον βασιλικόν δαίμονα.
+
+Ήδη ο στρογγυλός θυρωρός, φοβερός ωτακουστής, ακούσας έσπευδε να
+καλέση τους μοναχούς προλαβών του υπομοιράρχου τας σκέψεις.
+
+ — Να έλθουν όλοι, διέταξε τότε ο αρχηγός, λαβών όλον το ύφος το
+σκληρόν αρχηγού αποσπάσματος, καταδιώκοντος ληστάς διότι έχω να
+σας αναγνώσω σπουδαίον έγγραφον της Κυβερνήσεως περί των ληστών.
+
+Ο θυρωρός έτρεχε με όλας τας δυνάμεις του κινών κεφαλήν και
+κοιλίαν και τας κοντάς χείρας του εις την αυλήν· και πονηρός ως
+ήτο εκτύπησε τον μικρόν κώδωνα, προς μεγάλην των χωροφυλάκων
+δυσαρέσκειαν, οίτινες ηυχαριστούντο μάλλον να εργάζωνται αθορύβως
+και χωρίς κώδωνας.
+
+Μετά μικρόν εισήλθον εις την αίθουσαν των ξένων πάντες οι μοναχοί
+με τα πρόσωπα αυτών τα ωχρά και τα βλέμματα τα απλανή πλην
+περίεργα και τους πώγωνας τους μακρούς. Ο αρχηγός εξήγαγεν ήδη
+ογκώδη φάκελλον, ον προσεπάθει ν' ανοίξη, οι δε μοναχοί
+προσήγγιζον εν κύκλω διά ν' ακούσωσιν.
+
+Ήτο εκεί ο κηπουρός με τον μικρόν σκαλιστήρα, διακόψας την
+εργασίαν του. Δύο άλλοι νεώτεροι με κίτρινον τον πώγωνα εκ λεπτής
+κόνεως θείου, κρατούντες και τα εκ λευκοσιδήρου θειαφιστήρια·
+είχον εξέλθει προ μικρού μόλις ετελείωσεν η Ακολουθία, διά να
+θειαφίσωσι την άμπελον «πριν πάρη το μελτέμι». Ήλθε και ο
+μάγειρος, ανασφουγκωμένος τας χείρας και κρατών μεγάλην ξυλίνην
+του μαγειρείου κουτάλαν. Εν όλω πέντε μοναχοί μετά του αρχοντάρη.
+
+ — Δεν είνε άλλοι; ηρώτησεν ο αρχηγός των χωροφυλάκων.
+
+ — Όχι γενναιότατε, απήντησεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης, χαίρων διότι
+επέτυχεν εις τον τίτλον, δι' ον τόσην ώραν εσυλλογίζετο. Δυο τρεις
+φορές του ήλθε να τον ονομάση ενδοξότατον, αλλά δεν του εφάνη
+καλόν, άγνωστον διατί.
+
+ — Προσέξετε, είπε μετά φωνής σθεναράς ο αρχηγός. Μήπως απεκρύψατε
+κανένα;
+
+ — Όχι, γενναιότατε! επανέλαβε πάλιν ο ρινόφωνος, οι άλλοι δέκα
+είνε με τον ηγούμενον εις το Μετόχι, θειαφίζουν τα αμπέλια και
+άλλοι λείπουν εις το Νησί, τον Τσουγκριά, (μίαν δροσεράν Νησίδα
+προ του λιμένος, ανήκουσαν εις την Μονήν).
+
+ — Θα έλθουν τώρα;
+
+ — Θα έλθουν την Κυριακήν, μετά τέσσαρας ημέρας.
+
+ — Πολύ καλά, είπεν ο μαυριδερός αρχηγός, εγερθείς εν θορύβω των
+όπλων του.
+
+Και πάραυτα ως να ήτο σύνθημα το «πολύ καλά» τούτο, οι τρεις
+χωροφύλακες, καταβιβάσαντες τους οφθαλμούς των από την φοβεράν
+χαρτίνην εικόνα εξήγαγον εκ της οσφύος των μακρά και λεπτά σχοινία
+και επιπεσόντες κατά των μονοχών εξαίφνης περιέδεσαν αυτούς μετά
+πολλής ευκολίας, ενώ ο αρχηγός ίστατο με γυμνήν την σπάθην του προ
+της θύρας. Μόνον ο μάγειρος, ο ζωηρότερος πάντων, διαμένων εν τη
+μονή εξόριστος εξ άλλου μοναστηρίου ένεκα εγκλήματος, Γεδεών ο
+καραβάς καλούμενος, διότι υπήρξε ναυτικός, ηθέλησε ν' αντισταθή
+και προχωρήσας μάλιστα προς την θύραν ίνα διεξέλθη, εκτύπησε τον
+αρχηγόν διά της ξυλίνης κουτάλας, εκστομίσας συγχρόνως μετά βοής
+και την λέξιν _κλέφτες_. Πλην ως αστραπή η χειρ του αρχηγού
+εφίμωσε το στόμα του, διά δε του πλατέος του ξίφους του επάταξε
+αυτόν εις τον ώμον σκληρώς. Και τότε είς των χωροφυλάκων σπεύσας
+έκλεισε και ησφάλισε την πύλην του Μοναστηρίου.
+
+ — Ο πορτάρης! εκραύγασεν αίφνης ο αρχηγός. Πού είνε ο πορτάρης;
+
+Και έβλεπε περιδεής δεξιά και αριστερά. Ο θυρωρός είχε γείνει
+άφαντος.
+
+Ο λήσταρχος — διότι ενώπιον ληστών ευρισκόμεθα — έγεινε τότε έξω
+φρενών, κτυπών βαρβάρως τους δεσμίους.
+
+ — Τα χρήματα! εφώναζε. Τα χρήματα! επανελάμβανεν. Ογλήγορα τα
+χρήματα, έλεγε κ' εκτύπα τους δειλαίους μοναχούς ωχρούς και
+αφώνους προ του απροσδοκήτου θεάματος.
+
+ — Πήγαινε 'ς το μαγειριό, Θανάση, να ετοιμάσης το λάδι. Είπε προς
+τον γνωστόν μας νεαρόν ληστήν ο αρχηγός, βλέπων ότι οι μοναχοί
+έμενον άναυδοι.
+
+Σιγή φοβερά επηκολούθησεν.
+
+Ο βορειοανατολικός έπνεε βίαιος σείων μετά τριγμού θλιβερού τους
+υελοπίνακας των παραθύρων, ων τα υελόφρακτα ημικυκλικά υπέρθυρα,
+τα ακίνητα, παρίστανον κομψά σχήματα ναών και κωδωνοστασίων, των
+διαφόρων διαιρέσεων της υάλου προσκολλωμένων δι' εξεχούσης
+λευκοτάτης γύψου μ' ευθυγράμμους κόψεις.
+
+Μετ' ολίγον εμφανίζεται πάλιν ο Θανάσης κατακόκκινος, κρατών μέγα
+μαύρον τηγάνιον, εν ώ ετσιτσίριζεν ακόμη σπαρακτικώς το έλαιον.
+
+ — Έχετε εις το ταμείον χρήματα! Εμπρός τα κλειδιά· είπεν ο
+αρχιληστής.
+
+ — Τα έχει ο ηγούμενος, γενναιότατε, είπεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης.
+Εμείς δεν γνωρίζομεν.
+
+Αλλ' ο αρχιληστής εν γνώσει πάντων λέγει προς τον Θανάση:
+
+ — Εδώ Θανάση!
+
+Ο Θανάσης επλησίασε το τσιτσιρίζον τηγάνιον άνω της κεφαλής του
+ρινοφώνου αρχοντάρη.
+
+ — Τα κλειδιά! ωρύετο ο αρχιληστής. Είσαι ο οικονόμος! Σε γνωρίζω.
+Είσαι ο πάτερ-Σισώης ο δάσκαλος, ο κυρ Σωτηράκης. Επειδή πριν
+καλογερέψη είχε χρηματίσει διδάσκαλος εν τω χωρίω. Εσύ τα έχεις τα
+κλειδιά.
+
+Τότε ο γέρων οικονόμος, διότι αληθώς αυτός ήτο γραμματεύς και
+αρχοντάρης, εννοήσας ότι επροδόθησαν και βλέπων τον άφευκτον
+κίνδυνον να καή ζων διά του ελαίου είπε με την ρινόφωνον θλιβεράν
+φωνήν του, καταστάσαν ήδη θλιβερωτέραν:
+
+ — Να τα κλειδιά! κ' έδειξε διά νεύματος τον κόλπον του, μη
+δυνάμενος ν' απλώση την χείρα, δεδεμένος ως ήτο.
+
+Ο αρχιληστής ήρπασε πάραυτα τας κλείδας, έλυσε τον δέσμιον
+οικονόμον και λέγει αυτώ:
+
+ — Εμπρός!
+
+Κ' εξήλθον.
+
+ — Αχ! ηκούσθη θλιβερά τότε των δεσμίων φωνή, ως ν' απεσπάτο από
+της ρίζης η καρδία των.
+
+Ο αρχιληστής, κρατών εκ της χειρός τον τρέμοντα και ημιλιπόθυμον
+οικονόμον ανήλθε τον τρίτον όροφον, γνωρίζων όλα τα εν τω
+μοναστηρίω καλλίτερον από πολλούς των μοναχών, κ' έστη ενώπιον του
+ηγουμενείου, όπου ην και το ταμείον.
+
+Εκρότει πενθίμως η μεγάλη κόρδα εκείνη από τα βαρέα πατήματα του
+ληστού.
+
+Εισήλθον. Ήνοιξε το κιβώτιον ευκόλως ο αρχιληστής. Έλαβε τα
+χρήματα, περιεχόμενα εν δοχείω εκ λευκοσιδήρου, και εξήλθε
+κλειδώσας εντός τον γέροντα οικονόμον, οδυρόμενον εν εσχάτη οδύνη
+και απογνώσει.
+
+Ούτε ηθέλησε ν' ανερευνήση άλλο τι ο ληστής· αν και περιείχοντο εν
+τω κιβωτίω και άλλα αργυρά και χρυσά σκεύη, πολύτιμα βυζαντινά
+κειμήλια. Μόνον ήνοιξε το δοχείον, είδε το χρυσίον και εν μεγίστη
+βία επανακλείσας πάλιν τούτο επανήλθεν εις την αίθουσαν των ξένων
+κομίζων τον θησαυρόν της Μονής.
+
+Εκείθεν δε χωρίς να ομιλήση, έθεσε το βαρύ δοχείον μετά του
+χρυσίου εντός πεπαλαιωμένου και ρακοπλέκτου δισακκίου, όπερ ευρέθη
+προχείρως εκεί, εν τω ετέρω των σάκκων έθεσεν άρτους τινάς ξηρούς
+καλογηρικούς και προς τροφήν και διά το ισοστάθμισμα του δισακκίου
+και φορτώσας τούτο εις τον ώμον του πιστού Θανάση είπε να κρατή
+καλώς και μετά προσοχής τον εμπρόσθιον σάκκον. Και παραλαβών τους
+συμμορίτας ανήλθε προς το βουνόν εν βία, αφείς δεδεμένους τους
+μοναχούς. Αι αίγες δεν διασκελίζουσιν ετοιμότερον τα βράχη, ως
+διεσκέλιζον τους θάμνους οι τέσσαρες λησταί.
+
+ — Θα μας προδώση ο πορτάρης· είπεν ο αρχηγός φρυάττων, όταν
+εξήλθον από του Μοναστηρίου.
+
+
+Εις τα θεσσαλικά πεδία μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως του 54
+και την διάλυσιν των επαναστατικών σωμάτων διάφοροι οπλίται
+περιεφέροντο γυμνοί σχεδόν, μ' εφθαρμένας στρατιωτικάς στολάς,
+κατηρτισμένας εξ ιματισμού παντός όπλου, άνευ άρτου διά την
+σήμερον και άνευ ελπίδος διά την αύριον, φεύγοντες την δίωξιν των
+αγρίων αλβανών, οίτινες με τα βαρέα πατήματα των ετσαλαπατούσαν
+τόσα ιερά όνειρα, φυέντα, ανθήσαντα και φυλλορροήσαντα εν μια μόνη
+νυκτί εις τας δυστυχείς εκείνας χώρας.
+
+Τότε συνηντήθησαν εκεί και τέσσαρες χωροφύλακες, μ' εμβαλωμένας
+στολάς πλην με καινουργή λαμπρά όπλα. Είχον λειποτακτήσει εκ των
+φρουρών της Λαμίας, ως έλεγον, και κατετάχθησαν εις τα
+επαναστατικά στρατόπεδα. Οι δύο εξ αυτών προήρχοντο εκ του σώματος
+του Αλμυρού της Θεσσαλίας, οι δε εκ του στρατοπέδου της
+Κασσάνδρας.
+
+Άγνωστον όμως αν οι τέσσαρες ούτοι αλήται ηγωνίσθησαν τωόντι είς
+τινα των συμπλοκών του Μαΐου. Εν ταις επαναστάσεσιν, ότε
+ανεφαίνοντο πρόσωπα και ονόματα άγνωστα έως τότε, ως να εξέρχωνται
+από των τρωγλών και των αδύτων της γης, ένθα μένουσι το λοιπόν της
+ζωής των διάστημα ως ναρκωμένα ερπετά, εν ταις τρικυμίαις εκείναις
+των εθνών, εν αις ως από ναυαγίων επιπλέουσι και πολλά άχρηστα
+πράγματα, δεν αγωνίζονται όλοι. Υπάρχουν επαναστάται διά την μάχην
+και επαναστάται διά το πλιάτσικο, αναφαινόμενοι αίφνης εις την
+μάχην. Εκ των δευτέρων τούτων ήσαν οι τέσσαρες αλήται με τας
+στολάς των χωροφυλάκων, οίτινες, ενώ οι άλλοι οι αληθείς
+πολεμισταί μετά την προκήρυξιν του υπουργείου Μαυροκορδάτου
+επανήλθον εις το ελληνικόν, εξηκολούθουν να περιφέρωνται περί τα
+πλούσια χωρία του Πηλίου ως λύκοι περί τας πολυάρνους μάνδρας,
+οσφραινόμενοι πού ήτο δυνατόν να περιτύχωσιν ακίνδυνον λείαν.
+
+Ο καπετάν-Γεώργης, ούτως εβαπτίσθη εν τη συμμορία, ήτο ανήρ
+τεσσαράκοντα ετών, μαυριδερός με ωραίον μαύρον μύστακα, τολμηρός
+εν ειρήνη και πρωτοπαλλήκαρο εις το πλιάτσικο, πονηρός όμως και
+πολυμήχανος. Αι δύο μεγάλαι γοργόνες αι γαλάζιαι, τας οποίας
+έφερεν επί των δύο σκληρών βραχιόνων του υπερηφάνως, γεγραμμένας
+διά βελόνης, εμβαπτισθείσης εν διαλύσει πυρίτιδος και ο μέγας
+δικέφαλος αετός εν μέσω του στήθους του με ανοικτάς τας πτέρυγας
+και τον σταυρόν εν τω μέσω κατά τον αυτόν τρόπον κεντηθείς,
+εμαρτύρουν γενναίον άνδρα παίζοντα με την πυρίτιδα και με το αίμα
+του. Πλην η ιστορία εκτός των επί του σώματός του αιματηρών τούτων
+ιστοριών ουδέν κατόρθωμα του πολεμικόν εμνημόνευσεν έως τότε.
+Είπον ουχ ήττον ότι ηγωνίσθη εις την μάχην του Καραντελή, πλησίον
+του Δομοκού, έχων παρά το πλευρόν του νεανίαν άλλον Θανάσην
+καλούμενον, μεθ' ου συνεδέθη διά στενής φιλίας, εκτιμήσας την
+πίστιν και αφοσίωσίν του κατά το σύντομον της ανταρσίας εκείνης
+διάστημα και την σκληρότητα της ψυχής του.
+
+ — Έρχεσαι μαζί μου, Θανάση; λέγει ο καπετάν-Γεώργης προς τον
+πιστόν νεανίαν μετά την διάλυσιν του στρατοπέδου του Αλμυρού και
+την ματαίαν επιμονήν των περί την Καλαμπάκαν.
+
+ — Έρχομαι· απήντησεν ο Θανάσης.
+
+Και αντί να εισέλθωσιν εις το Ελληνικόν εφάνησαν εις το Πήλιον,
+τας νύκτας μόνον περιπατούντες διά τον φόβον των τούρκων.
+
+Κατά την επικίνδυνον αυτήν πορείαν συνηντήθησαν περί το Πήλιον,
+προς άλλους δύο φυγάδας, της αυτής φύσεως, δύο σκληρούς και
+τυλώδεις γέροντας, προερχομένους από της Χαλκιδικής.
+
+Και ούτως οι τέσσαρες ομού εκάθησαν νύκτα τινά περί τα τέλη του
+Μαΐου υπό βαθύσκιον καστανέαν του Πηλίου ν' αναπαυθώσι.
+
+ — Τι να κάμωμεν τώρα παιδιά; είπεν ο καπετάν-Γεώργης, σιωπηλώς
+οικειοποιηθείς δικαιώματα αρχηγίας.
+
+ — Ό,τι διατάξης, καπετάνιε, απήντησαν οι δύο ξένοι, με ύφος
+υποταχθέντων παραχρήμα.
+
+Ο μαύρος μύσταξ του καπετάν-Γεώργη και το διαπεραστικόν και
+πανούργον βλέμμα του είχον επιβληθή εκ πρώτης όψεως εις τους δύο
+νέους συνοδοιπόρους.
+
+Ούτω φαίνεται ότι κατήρτιζε πάντοτε το καπετανάτον του ο καπετάν-
+Γεώργης. Από τα μάτια διέκρινε τους εταίρους του, οίτινες πάλιν
+από τα μάτια διέκρινον τον αρχηγόν των.
+
+Και τότε ήρχισεν ο καπετάν-Γεώργης να διηγήται περί της εν τη νήσω
+Ν . . . ιεράς μονής του Ευαγγελισμού. Είχεν υπηρετήσει προ χρόνων
+ως «βορδονάρης» περιποιούμενος τα υποζύγια και κτήνη της Μονής και
+ήκουσε και είδεν εκεί τον πλούτον αυτής.
+
+Η διήγησις του καπετάν-Γεώργη ήτο τόσον δελεαστική, η δε απελπισία
+των τεσσάρων εταίρων τόσον μεγάλη, ώστε εύκολον ήτο να καταστρωθή
+εκεί, υπό την μαύρην σκιάν του πυκνοφύλλου δένδρου, το δολερόν
+σχέδιον της ληστεύσεως του πλουσίου Κοινοβίου.
+
+ — Κατά τύχην είμεθα όλοι χωροφύλακες, είπεν ο καπετάν-Γεώργης,
+εγειρόμενος κ' επιδεικνύων χρυσίζοντα εν τω σκότει τα σειρίτια της
+στολής του. Έχουν μεν αι στολαί μας ελλείψεις τινάς αλλά δεν
+πειράζει — οι σκοτεινοί εταίροι ήρχισαν να περίμαζεύωσι και
+περιδένωσι τα ράκη του ιματισμού των. — Ποιος θα το καταλάβη; θα
+υποκριθώμεν τους χωροφύλακας της Κυβερνήσεως. Ως προς τα λοιπά μη
+σας μέλει.
+
+Εύρον εις τον Πλατανιάν, το επίνειον του Προμηρίου, καλήν τινα
+λέμβον, εν διαστήματι ωρών τινων διέπλευσαν τον μεταξύ πορθμόν και
+διεπεραιώθησαν εις την απέναντι νήσον Ν . . . όπου είδομεν αυτούς
+αποβάντας εις την Κεχρεάν και εκτελέσαντας τόσον επιτυχώς το
+ευφυές του καπετάν-Γεώργη σχέδιον.
+
+Τώρα εξηγείται το πώς ο αρχιληστής εγνώριζε τα μονοπάτια και τα
+βουνά της νήσου και τα του Μοναστηρίου ασφαλώς και βεβαίως. Ουδένα
+φόβον δε είχον μήπως αναγνωρισθώσι καθ' οδόν υπό των εγχωρίων,
+διότι εν εκείναις ταις ημέραις λησταί κ' επαναστάται περιεφέροντο
+ως μαύροι κόρακες εις τα βόρεια της Ελλάδος σύνορα, δεν ήτο δε
+παντάπασιν απροσδόκητος η αιφνιδία εμφάνισις χωροφυλάκων,
+καταδιωκόντων ληστάς, κ' ενίοτε ληστών, καταδιωκόντων χωροφύλακας.
+
+Διά τούτο όταν μετέβαινον εις την Μονήν το θάρρος των ήτο στερεόν
+και ακλόνητον. Αλλ' από της εξαφανίσεως του θυρωρού συνεταράχθησαν
+κ' εν βία ενήργουν. Εκλονίσθη η καρδία των κ' εν απεριγράπτω φόβω
+ανέβαινον το βουνόν, θέλοντες να επανέλθωσιν εις τον έρημον της
+Κεχρεάς όρμον, όπου είχον αποκρύψει την λέμβον των. Από της αγρίας
+εκείνης ακτής μέχρι του Μοναστηρίου η απόστασις είνε δίωρος.
+
+Όταν δ' οι λησταί μετά την διάπραξιν του ληστρικού των
+εγχειρήματος ανεχώρουν εκ της Μονής, η ώρα ην ωσεί ενδεκάτη της
+ημέρας. Δεν ηθέλησαν πλέον πρωί να εμφανισθώσιν εις τους μοναχούς,
+ίνα μη κινήσωσι το φιλύποπτον αυτών.
+
+
+Ήδη αι τέσσαρες θυγατέρες της Γερακούλας είχον συναθροίσει τα
+φύλλα των συκαμινεών· επλήρωσαν τους σάκκους αυτών, θέσασαι αυτούς
+υπό τας πλατάνους κάτω εις το ρεύμα, ίνα μη μαρανθώσι τα φύλλα,
+και ανέμενον να κλίνη η μεσημβρία, και ούτω με την δρόσον
+επανέλθωσιν εις την κώμην.
+
+Ο καύσων ήτο αφόρητος. Ο άνεμος είχε παύσει.
+
+Η Γερακούλα είχεν ανέλθει εις την Παναγίαν, επάνω επί της οδού,
+ίνα ανάψη κατά το σύνηθες τας κανδήλας της εκκλησίας κ' ευχηθή. Ο
+δε καπετάν-Θοδωρής κάτω εις το ρεύμα εκάθητο — είχον γευματίσει
+πλέον — συνομιλών μετά των θυγατέρων του, αίτινες ένεκα του
+καύσωνος αποβαλούσαι τας λευκάς των μανδήλας και τα φουστάνια,
+εκρέμασαν αυτά από των πλατάνων κ' ενόμιζες τέσσαρες άλλαι
+γυναίκες κρέμανται κατά σειράν. Η μικροτέρα, επειδή σπανίως ήρχετο
+εις το μακρινόν τούτο κτήμα, όλη χαρά έτρεχεν από της μιας
+πλατάνου εις την ετέραν, και πότε έκοπτε δάφνας χλοεράς και
+μυροβόλους, πότε ευώδη φύλλα εκ των αγριολεμονεών και πότε
+ανεζήτει εις την πρασίνην του ρεύματος όχθην το πολυτρίχι, ου το
+εκχύλισμα έχει την ιδιότητα να μακραίνη τα μαλλιά. Ακολούθως
+εισήλθεν εις το ρεύμα αναζητούσα καρκίνους υπό τας ολισθηράς
+πέτρας. Αλλ' οι καρκίνοι των ρευμάτων είνε πονηρότατα όντα.
+Ανεγείρων την πέτραν, θολόνεις το ύδωρ, ο δε καρκίνος δεν φεύγει,
+ως οι καρκίνοι της βραχώδους ακτής, οίτινες εξαφανίζονται
+αστραπηδόν εις τας σχισμάς των υφάλων, αλλά μένει εκεί υπό τα θολά
+ύδατα ακίνητος. Ο δε φοβούμενος να εμβαπτίση την χείρα του εκεί
+εις τα θολά, όπου άγνωστον αν δεν συναντήση τα ανοικτά στόματα του
+οστράκου, σκληρά ως λαβίδα σιδηράν, δεν δύναται να συλλάβη
+καρκίνους.
+
+Η μεγαλειτέρα έχουσα την σπανίαν ευτυχίαν να βλέπη τον πατέρα της
+εις το κτήμα — πρώτην φοράν — διηγείτο προς αυτόν τας διαφόρους
+εκδρομάς των και τας εν τω ερήμω εκείνω δάσει ενασχολήσεις των και
+ιδίως πώς στήνουσα τας θηλειάς υπό τους θάμνους συνελάμβανε τους
+κοσσύφους τον χειμώνα με τα μαύρα πτερά και με την κιτρίνην μύτην
+τους κηρομίτας. Και ήκουε μετά το φαγητόν ο πατήρ, ευαρέστως
+διερχόμενος την καταμεσημβρινήν εκείνην ώραν.
+
+Και ήτο εύμορφος η σκηνή να βλέπης γυρμένον τον γέροντα επί σωρού
+μαλακής πτέρης, ην εκόμισαν τα κοράσια, διά ν' αναπαύσουν τα
+πρεσβυτικά μέλη του πατρός των, εγγύς του ηδέως μορμυρίζοντος
+ρεύματος, κ' εγγύς των ωραίων συμπλοκών της δάφνης, της μύρτου και
+της αγρίας ροιάς με τα κατακόκκινα άνθη της, τας οποίας επιχαρίτως
+εδέσμουν τα αγριόβατα, ενώ παραπέρα αι άγριαι λεμονέαι ως νύκτιαι
+νύμφαι ίσταντο κατά σειράν με τον κατάμαυρον ίσκιον των.
+
+Και ήκουεν ο γέρων και διηγούντο αι θυγατέρες κ' ενίοτε ετραγώδουν
+από τα σπάνια εκείνα και τρυφερά δίστιχα, τα οποία όλαι αι
+νεάνιδες του χωρίου εζήλευον εις τους γάμους. Και δεν υπήρξε
+πενθερά ήτις δεν κατέφυγε προς τας τέσσαρας της Γερακούλας
+θυγατέρας να της είπουν δίστιχα, διά να τραγουδήση την νύμφην της
+η μία, τον γαμβρόν της η άλλη.
+
+Και ιδού κοπαδάκι φαιών περιστερών προσέρχεται δειλά-δειλά με το
+ταχύ και νευρικόν πτερύγισμά του να ποτισθή εις το δροσερόν ρεύμα.
+Αλλ' αίφνης εν τη θέα των ξανθομάλλων παρθένων τρομάζει και χωρίς
+να πατήση εις τα βρεγμένα λιθάρια υποστρέφει πάλιν δειλά-δειλά.
+
+Δύο-δύο έφευγον αι φαιαί αγριοπεριστεραί. — Τι ώμορφα, πατέρα, τι
+ώμορφα, ανέκραξεν η Ελένη. — Γρήγορα θα έχωμεν γάμους,
+επροφήτευσεν ο γέρων. Τα βλέπετε; Δύο-δύο φεύγουν, και είνε οκτώ
+τα στακτερά περιστεράκια. Έτσι θα φύγετε και σεις δύο-δύο να πάτε
+ς' της φωλίτσες σας.
+
+Και ετραγούδησεν ο γέρων:
+
+ _Σαν τα πουλιά που φτέρωσαν πετούνε ένα-ένα
+ τα όνειρα της νειότης μου τα μοσχοαναθρεμμένα.
+ Του κάκου απλόνω με στοργή την ορφανή αγκαλιά μου
+ τώρα όπου τανάθρεψα, πετούνε μακρυά μου._
+
+Εξεπλάγησαν αι καλαί θυγατέρες. Πρώτην φοράν ο πατήρ των με τόσην
+φαιδρότητα ωμιλούσε και ετραγουδούσε.
+
+ — Άλλη φορά θα σε παίρνωμε πάντοτε μαζί, πατέρα. Σου κάμνει καλό
+η εξοχή· παρετήρησεν η δευτερότοκος η Μαργιώ.
+
+Ο καπετάν-Θοδωρής, αισθανθείς μετ' ολίγον μίαν ακτίνα του ηλίου να
+έρχεται πλαγίως, υπανηγέρθη και είδεν ότι ο ήλιος ήρχισε να κλίνη
+προς το μέρος της θαλάσσης.
+
+ — Άργησεν η μητέρα, λέγει.
+
+ — Πάμε να την φωνάξωμεν, είπε και η Ελένη. Είνε ώρα να φύγωμεν.
+Δεν πρέπει ν' αργοπορήσωμεν, γιατί φόβος είνε ακόμα για τους
+κλέφτες,
+
+ — Ομιλείς πολύ σωστά, κόρη μου, είπεν ο πατήρ.
+
+
+Η Γερακούλα την στιγμήν εκείνην κατήρχετο από του υψηλού λόφου,
+κρατούσα κενόν το ελαστικόν, αφού ήναψε πλέον τας κανδήλας της
+Παναγίας της Κεχρεάς, ότε όπισθεν της ακούει βαρείς βηματισμούς
+ανθρώπου, όστις κατέβαινε την οδόν ορμητικώς ως κατρακυλών λίθος.
+
+Στρέφει και βλέπει κατέναντι αυτής τον Θανάσην, τον ληστήν,
+φορτωμένον το καλογηρικόν δισάκκιον και το όπλον του το
+υαλιστερόν. Η μορφή του η αγρία, εφάνη αγριωτέρα εν μέσω της
+ερημιάς και η Γερακούλα μετά δέους εζάρωσε, τρέμουσα ως οψάριον,
+παρά τινα σπηλαιώδη ρίζαν μεγάλης ελαίας.
+
+Ο ληστής εστάθη αποτόμως και έβλεπεν αγρίως προς το βαθύ ρεύμα
+κάτω, ωχρός και με υπόλευκα μελανιασμένα τα χείλη.
+
+Αν η Γερακούλα δεν κατεπλήσσετο αίφνης, θα παρετήρει ότι ο ληστής
+έτρεμε περισσότερον από αυτήν. Αλλ' εις ην δεινήν κατάπληξιν
+ευρίσκετο, δεν ήτο δυνατόν να κρίνη ασφαλώς.
+
+Ο ληστής, ως κεραυνόπληκτος σταματήσας, εξηκολούθει να βλέπη προς
+το ρεύμα κάτω, όπου διά μέσου των κλαδιών ελεύκαζον αι τέσσαρες
+κρεμάμεναι λευκαί μανδήλαι των τεσσάρων αδελφών, κινούμεναι
+ελαφρώς υπό της δροσεράς πνοής του ρεύματος.
+
+Εκ του μυστηριώδους τούτου θάμβους του ληστού, η Γερακούλα κατά
+παράδοξον αντίθεσιν ήρχισε ν' αναλαμβάνη θάρρος. Ο άγνωστος της
+εφαίνετο ως άνθρωπος δυνάμενος να ληστευθή παρά να ληστεύση.
+Διέκρινεν ήδη η Γερακούλα και τα κομβία της στολής του και το
+λευκόν βασιλικόν στέμμα επί του στρατιωτικού πίλου του. Δεν ήτο
+ληστής πλέον ο αίφνης εμφανισθείς εν μέσω της αγρίας εκείνης
+ερημίας, αλλά μάλλον ο δασοφύλαξ, άνθρωπος της βασιλικής
+χωροφυλακής.
+
+Η Γερακούλα επανήλθεν εις τα λογικά της.
+
+ — Κορίτσια είνε εκείνα που ασπρίζουν 'ς το ρέμα; ερωτά ο ληστής
+υποτρέμων.
+
+Ήδη νέα φόβου εικών σχηματίζεται εν τη γυναικεία φαντασία της
+Γερακούλας. Η ερώτησις αύτη της παριστάνει τον ξένον κακόν και
+άγριον.
+
+«Αν επιτεθή κατά των κορασίων;» εσκέφθη. Η μικροτέρα των θυγατέρων
+της είχεν απομακρυνθή και απομονωθή απώτερον εν τω ρεύματι,
+αναζητούσα καρκίνους. Αν απαγάγη αυτήν ο κακοποιός άνθρωπος, πριν
+προφθάση ο γέρων να τον αποκρούση; Και πώς να προφθάση ο πάσχων
+και δυσκίνητος καπετάν-Θοδωρής!
+
+Εσκέφθη προς στιγμήν να κραυγάση, αλλ' εσυλλογίσθη ότι θα ενέβαλεν
+εις αιφνιδίαν και επικίνδυνον ταραχήν τας δειλάς γυναίκας. Όλον το
+ωχρόν δέος των παρελθουσών εβδομάδων θ' αναπαριστάνετο ωχρότερον
+και φοβερώτερον εν μέσω του σκοτεινού εκείνου ρεύματος. Εσιώπα και
+διελογίζετο τι να πράξη, ψελλίζουσα ένδον το «Θεοτόκε Παρθένε», ως
+να ευρίσκετο ενώπιον φαντάσματος.
+
+ — Νεράιδες είνε εκεί κάτω ς' το ρέμα που ασπρίζουν; Ερώτησε πάλιν
+ο ληστής.
+
+Τώρα μόλις ανέλαμψεν η φωτεινή ακτίς της θείας προνοίας εν τη ψυχή
+της Γερακούλας. Είδεν ότι είχεν ενώπιόν της δειλόν άνθρωπον και
+ήτο πλέον πρόχειρος ο τρόπος ν' αποκρούση την συνάντησιν αυτού
+μετά των θυγατέρων της.
+
+Ένθους ως εκ τινος μαρμαρυγής της εν τη ψυχή ιεράς φωτοβολίας του
+πεπρωμένου της η Γερακούλα υποκρίνεται ότι βλέπει και αυτή τας
+λευκαζούσας και κινουμένας μανδήλας κάτω εις τας πλατάνους, όθεν
+δεν ηδύνατο ν' αποσπάση τα βλέμματά του ο δειλός ληστής, και
+ανακράζει μετά τρόμου ποιούσα τον σταυρόν της:
+
+ — Αναράιδες, παιδί μου! πω! πω! Αναράιδες! Τι να γένω!
+
+Και συνεμαζεύθη προς την ρίζαν της ελαίας, προσπεφυκυία ως τις
+μαύρος ρόζος του φλοιού.
+
+Ο δειλός Θανάσης ακούσας ταύτα και ιδών την γυναίκα πτήσσουσαν εις
+τα σπήλαια της ελαίας και συμπτυσσομένην ετράπη παράφορος προς το
+κατέναντι δάσος, δεινώς παραπατών και διασχίζων τας ακανθωτάς
+πρίνους ως ανθοφόρα κλαδιά εν φοβερώ κρότω των θραυομένων ξηρών
+του δάσους κλώνων.
+
+Ην και ο όγκος ο βαρύς του δισακκίου επί του ώμου του,
+περιπλεκόμενος κ' εμποδίζων αυτού την ελευθέραν διάβασιν.
+
+Η Γερακούλα τον είδε τότε βιαίως περιπεπλεγμένον εντός του δάσους,
+τον είδε κλονισθέντα μίαν στιγμήν ως να ήθελε να πέση κάτω και να
+κυλισθή — ήτο ανώμαλον και βραχώδες το έδαφος και ολισθηρόν συνάμα
+εκ των ξηρών φύλλων των πευκών — πλην τον είδε καταβαλόντα
+τελευταίαν αντίστασιν και διά της κεφαλής του προς τα εμπρός
+υπερνικήσαντα, εισδύσαντα εντός της λόχμης και γενόμενον άφαντον.
+
+Τόση ήτο του δειλού ληστού η βία και η προς φυγήν μανία, ώστε η
+Γερακούλα δις και τρις περιέβλεψε, μη τωόντι από του ρεύματος
+ενεφανίσθησαν τα πονηρά της ερημίας πνεύματα. Και τότε είδε δύο
+των θυγατέρων ν' αναβαίνωσι προς αναζήτησίν της.
+
+ — Σωπάτε! ψιθυρίζει η μήτηρ, ιδούσα αυτάς θορυβούσας.
+
+ — Τι είνε; Ερωτά η Ελένη.
+
+Ηκούετο ακόμη ο συνεχής συρμός όπισθεν της λόχμης από των βιαίως
+σειομένων θάμνων, ως όταν από στενής ατραπού δάσους διέρχεται
+υποζύγιον φορτωμένον.
+
+Μετ' ολίγον προσήλθον και αι άλλαι δύο θυγατέρες και ο γέρων με τα
+ραβδία του.
+
+Έφερον και το ονάριον και τους σάκκους των φύλλων.
+
+ — Τι κάμνομεν! ηρώτησεν ο καπετάν-Θοδωρής. Ώρα να πηγαίνωμεν.
+
+Η δε Γερακούλα διηγήθη τότε προς όλους το αστείον συμβάν του
+δειλού χωροφύλακος. «Χωροφύλακας, δασοφύλακας, να, ένας ξένος, δεν
+ξέρω» έλεγε.
+
+Αι δε νεάνιδες ανεκάγχασαν θορυβωδώς, ιδούσαι ότι το παρώνυμον,
+όπερ εμπαικτικώς απέδιδον εις αυτάς εν τη κώμη, εγένετο αφορμή να
+καταπλαγή ο ξένος.
+
+ — Είπα να φωνάξω, εξηκολούθησεν η μήτηρ, αλλά φοβήθηκα, να σας
+πω. Ήτον ξένος. Πρώτη φορά τον είδα.
+
+Αι νεάνιδες εκ περιεργείας επροχώρησαν προς την λόχμην, όθεν
+εγένετο άφαντος ο ληστής και εθεώρουν το δάσος.
+
+ — Μα πώς πέρασε! Έλεγεν η Ελένη απορούσα.
+
+ — Ένας τενεκές! ανεφώνησεν αίφνης η μικροτέρα, ιδούσα εκεί εν
+μέσω των θάμνων δοχείον κυλινδρικόν εκ λευκοσιδήρου.
+
+Ο γέρων, ως αρχαίος πλοίαρχος, έχων γνώσιν τοιούτων εκτάκτων
+ευρημάτων, ητένισε περιέργως προς την Φανιώ.
+
+ — Φέρε τον εδώ! λέγει.
+
+ — Είνε βαρύς! απαντά σπεύσασα η Γερακούλα και προσπαθούσα να
+μετακινήση το εύρημα.
+
+Ο γέρων εδιπλασίασε την περιέργειάν του και κουτσά-κουτσά με τα
+δύο ραβδία του προέβη μέχρι της λόχμης.
+
+Όλαι περικυκλούσι τότε τον γέροντα, καθήσαντα εκεί και
+προσπαθούντα ν' ανοίξη το δοχείον.
+
+ — Δεν φοβάσαι πατέρα; υπέλαβον αι νεάνιδες, ως εάν ήτο το δοχείον
+εκείνο φωλεά όφεων
+
+ — Σωπάτε! Εδώ μέσα είναι η τύχη σας· έλεγε γελών ο γέρων.
+
+ — Να ήταν τάχα του ξένου; ηρώτησεν η μικροτέρα.
+
+ — Μπορεί! προσέθηκεν η μήτηρ, γιατί, μου φαίνεται, άκουσα ένα
+κρότον κούφιον. Ήταν φορτωμένος ένα δισάκκι 'ς τον ώμο του.
+
+ — Αυτουνού θα είνε, επανέλαβεν η μικροτέρα. Να, ένα κομμάτι
+σχισμένο από το δισάκκι.
+
+Πράγματι ην εκεί και ράκος του περιπλακέντος εντός των αγκυλωτών
+θάμνων δισακκίου.
+
+Αι άλλαι έβλεπον τον πρεσβύτην καταγινόμενον ν' ανοίξη το δοχείον.
+
+ — Εδώ σας λέγω είνε η τύχη σας, επανελάμβανεν ο γέρων. Οποιανού
+είνε, εδώ είνε η μοίρα σας.
+
+ — Παληό πράμμα! εθαύμαζεν η Γερακούλα. Τώρα δεν φκιάνουν τέτοια
+γερά! Κύττα χόνδρος! Κύττα σκαλίσματα εύμορφα!
+
+Το επικάλυμμα έφερεν ανάγλυπτον τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου.
+Πέριξ δε τα τοιχώματα έφερον γλυφάς άλλων αγίων και κοσμήματα και
+σταυρούς, κ' εν γένει το όλον εφαίνετο αρχαϊκόν τι εκκλησιαστικόν
+κατασκεύασμα εξ άλλου τινός πολυτιμοτέρου μετάλλου.
+
+Αίφνης τότε, διανοιγέντος του επικαλύμματος, εξεχύθησαν επί των
+χόρτων λάμποντα πολυάριθμα χρυσά νομίσματα.
+
+Προς την εξαφνικήν τούτων θέαν ο καπετάν-Θοδωρής ανετινάχθη ως να
+εξήλθον φλόγες εκ του δοχείου και προσέβαλον αυτού το πρόσωπον.
+
+Ωσαύτως και αι γυναίκες υπεχώρησαν, αναφωνήσασαι θαυμασμού κ'
+εκπλήξεως αναφωνήματα, τεθαμβωμέναι εκ της λάμψεως του χρυσίου.
+
+Και ως εξ ορμεμφύτου τινός κινήσεως ομοίως προσέβλεψαν πάσαι κύκλω
+τα βουνά και την ερημίαν.
+
+Ταχέως συνελθών ο καπετάν-Θοδωρής εκ της πρώτης εκπλήξεως
+συνήθροισε τα εκχυθέντα νομίσματα, τα οποία εξαισίως έλαμπον υπό
+τον φλέγοντα ήλιον.
+
+ — Σωπάτε! Δεν σας είπα ότι εδώ μέσα είνε η μοίρα σας; Γλήγορα να
+φύγωμεν.
+
+ — Σαν είνε του χωροφύλακα; ηρώτησεν η Φανιώ.
+
+ — Αυτό είνε θησαυρός κεκρυμμένος, είπεν ο πατήρ. Αυτό είνε παληό
+πράμμα.
+
+Και προσεπάθει να επανακλείση το δοχείον.
+
+ — Σαν καινούργια δίλεπτα, είπε τις των θυγατέρων, παραδόξως
+συγχέουσα εν τη απλότητι αυτής το πολύτιμον μέταλλον προς τον
+χαλκόν.
+
+ — Να σας πω τη γνώμη μου. Αυτός ο ξένος, φαίνεται, θα είναι
+κανένας που γνώριζε εδώ τα μέρη. Εδώ έρχονται πολλές φορές ξένοι
+με οδηγίες και ανευρίσκουν θησαυρούς. Εδώ 'ς την επανάστασι
+πέρασαν πολλοί οπλαρχηγοί, πολλοί λιάπηδες και πολλοί κλέφτες. Και
+όσοι είχον χρήματα τα έχωνον βάζοντας σημάδια πέτρες ριζιμιές,
+κουφάλες μεγάλων δένδρων και βράχους, για να γυρίσουν αργότερα και
+τα λάβουν. Αλλά φαίνεται ότι άλλοι από αυτούς εσκοτώθησαν εις τον
+πόλεμον, άλλοι συνελήφθησαν και απέθανον εις τας φυλακάς και τα
+χρήματα έμειναν θαμμένα. Ο καπετάν Νικόλας δεν ηύρε πέρσυ εδώ 'ς
+τη Κεχρεά μία τζάρα γεμάτη φλωριά βενετικά κ' έφκιασε το καράβι;
+Άλλοι πάλιν τα ονειρεύονται εις τον ύπνον τους κ' έρχουνται νύχτα
+και σκάπτουν. Ο Γέρω-Διαμαντής δεν χάλασε όλα τα αρέα της
+Παναγίας-Ντομάν κ' εξερίζωσε της ρίζες των για ν' αύρη χρήματα,
+κρυμμένα; Αλλά πολλοί από αυτούς πεθαίνουν, γιατί τυχαίνει να
+είναι στοιχειωμένα. Και αυτός ο ξένος, που τα πέταξε κ' έφυγε σαν
+τρελλός, θα έπαθε φαίνεται.
+
+Εις το διάστημα τούτο, ενώ ωμίλει ο γέρων, συγχρόνως περιέκρυψε το
+δοχείον εντός σάκκου τινός των φύλλων, αι δε γυναίκες ητοιμάσθησαν
+προς αναχώρησιν.
+
+ — Θα ήταν στοιχειωμένα! επανέλαβεν ο γέρων.
+
+ — Λοιπόν τότε κ' ημείς; . . διέκοψεν η Ελένη εν φόβω . .
+
+ — Ημείς δεν πταίομεν, επανέλαβε λέγων ο πατήρ, ημείς δεν τα
+ηνοχλήσαμεν εις τα βάθη της γης τα στοιχειωμένα φλωρία. Ημείς τα
+ηύραμεν επάνω, όπου τα εκτύπησε πλέον ο καθαρός αέρας και έφυγε
+πάσα ακαθαρσία και κακή ενέργεια του δαίμονος. Δι' ημάς είνε δώρον
+του Θεού. Και επειδή ο καπετάν-Θοδωρής ήτο φιλακόλουθος και καλός
+χριστιανός κ' εγνώριζεν απέξω πολλά «γράμματα της Εκκλησίας»
+προσέθηκε:
+
+«Παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον»...
+
+
+Ο δειλός ληστής κάτω εις τον ορμίσκον τον έρημον ανέπνευσεν. Άλλως
+δεν απείχε πολύ εκείθεν η θάλασσα. Καθ' όλον το διάστημα τούτο
+ενόμιζεν ότι όπισθεν κατεδίωκον αυτόν τα φοβερά του ρεύματος
+φαντάσματα, αι άυλοι Νεράιδες. Τα αγκυλωτά κλαδία, άτινα εν τη
+λόχμη διηγκύλονον τας άκρας του στρατιωτικού του ιματίου και το
+όπισθεν κρεμάμενον βαρύ μέρος της εφθαρμένης πείρας, εξελάμβανεν
+ως τας σατανικάς χείρας των κακοποιών πνευμάτων, αίτινες
+απειροπληθείς, μακραί κ' αιχμηραί ημιλλώντο περί της συλλήψεώς
+του, η μία αφίνουσα αυτόν και η άλλη λαμβάνουσα ατελευτήτως κατά
+διαδοχήν κ' εθραύοντο κατά την αγωνιώδη διάβασιν τα ξηρά τσαρπάλια
+κ' εκρότουν αγρίως και τον κρότον εκείνον εξελάμβανεν ως την
+φοβεράν φωνήν των φαντασμάτων.
+
+Τότε κατά την εισβολήν του εν τω δρυμώ απέμεινεν εκεί, διαγκυλωθέν
+υπό τινος ακανθωτού και σκληρού θάμνου, το όπισθεν μέρος του
+δισακκίου, εν ώ περιείχετο τα χρυσίον, όπερ αισθανθείς εν τη ορμή
+του συλληφθέν, ενόμισεν ότι αι Νεράιδες, συλλαβούσαι, είλκον αυτό
+εν βία προς τα όπισθεν. Ο δε Θανάσης εναγκαλισθείς σφιγκτότερον
+τότε το εμπρόσθιον μέρος της πήρας, ενώ περιείχοντο οι ξηροί
+άρτοι, νομίζων ότι εβάσταζε το χρυσίον, ώρμησε βιαιότερον προς τα
+εμπρός, όπως ελευθερωθή από των χειρών, ως εφαντάζετο, των
+βεβακχευμένων γυναικών.
+
+Τότε θραυσθέντος του αιχμηρού ξηρού κλώνου, του εμπαγέντος εν τω
+όπισθεν σάκκω της πεπαλαιωμένης πήρας, διερράγη μέρος αυτής, δι'
+ου υποχώρησαν το βαρύ χρυσοφόρον δοχείον κατέπεσε, κυλισθέν επί
+των θάμνων κάτω.
+
+Εκεί παρ' ολίγον να πέση άπνους ο ληστής. Τότε εθόλωσεν ο νους
+του, ότε, κρατηθέντος του δισακκίου, ενόμισεν ότι ενεπάγη ακίνητος
+εκεί, ασφαλής λεία των φαντασμάτων. Μυρίαι όψεις τον περιεκύκλωσαν
+— ούτω διηγείτο κατόπιν — όψεις παραδόξως ωραίαι και παραδόξως
+δυσειδείς, κράμα τερατώδες νεάνιδος και γραίας, οφθαλμοί γλυκείς
+και άγριοι, λαμπροί κ' εσβεσμένοι, στόματα με οδόντας και χωρίς
+οδόντας, κεφαλαί με πτερά ταώνων, με λοφιάς τσαλαπετεινών, με
+παντοία κέρατα, σώματα ως γυναικών και σώματα ως κυνών, σατανάδες
+ανθρώπινοι, ενεδρεύοντες εν στιγμή τινι του βίου να συλλάβωσι την
+δύσποτμον λείαν των, την ριπτομένην υπό της τύχης εν τω μέσω του
+ορχουμένου θιάσου αυτών. Ούτω τερατωδώς εις τους οφθαλμούς του
+ενεφανίσθησαν τα ωραία και αγγελόμορφα φαντάσματα των Νεράιδων.
+
+Επήρε τον ανασασμόν του μια, όταν ηλευθερώθη από του ημίσεως
+φορτίου του, και μετ' ολίγον ευρέθη κάτω εις την παραλίαν. Όπισθεν
+της λόχμης ήτο ευρύ μονοπάτιον.
+
+Οι δύο άλλοι γέροντες λησταί φθάσαντες προ αυτού είχον ήδη έτοιμον
+την λέμβον εν τη θαλάσση κατά τας διαταγάς του αρχιληστού, όστις
+ενεφανίσθη και αυτός μετ' ολίγον, ασθμαίνων.
+
+Κατά την βεβιασμένην από του Μοναστηρίου αναχώρησιν, υποπτεύσας ο
+αρχιληστής ότι θα επροδόθη υπό του δραπετεύσαντος θυρωρού,
+επανήρχετο εις Κεχρεάν μετά πολλών προφυλάξεων. Όταν ανέβησαν
+επάνω εις την κορυφογραμμήν, από της οποίας εφαίνοντο εξ ενός η
+κώμη κ' εξ άλλου η Κεχρεά, διέταξεν οι μεν δύο γέροντες ως
+πρόσκοποι να βαδίζωσιν από των κορυφών, προσέχοντες προς το
+αντίθετον μέρος, ο δε Θανάσης, ο έχων το χρυσίον, ο αφωσιωμένος
+του σύντροφος, να καταβαίνη από του ομαλού διά της μεγάλης οδού
+και του ρεύματος. Ο αρχιληστής θα τον ηκολούθει. Ο καπετάν Γεώργης
+πονηρός και δόλιος, παρατηρήσας ότι ο πιστός αυτώ Θανάσης εκ του
+προς τες Νεράιδες φόβου του ανεκάλυπτε πρώτος πάσαν κίνησιν φύλλων
+και κλάδων, οσάκις διήρχοντο από ρευμάτων ή από δασών, διέτασσεν
+αυτόν να βαδίζη πάντοτε εμπρός, ίνα ανακαλύπτη ευκόλως πάσαν
+ενέδραν ή στρατιωτικήν κίνησιν.
+
+ — Το καλλίτερο καραούλι είνε ο δειλός, έλεγε πολλάκις. Αλλά τότε
+ο αρχιληστής παρέμεινεν εις την κορυφήν επί μικρόν, διότι ενόμισεν
+ότι είδε κίνησιν ανθρώπων, εξερχομένων εκ της κώμης. Είχεν οξύ το
+βλέμμα ως άγριον πτηνόν. Άλλως η κώμη απείχεν εκείθεν μίαν και
+ημίσειαν ώραν κατωφερώς. Εσύριξε προς τον Θανάσην — σημείον ίνα
+σπεύδη — και μετ' ολίγον, αφού κατεσκόπευσε τα πέριξ καλώς,
+κατήλθε βιαίως και ούτος, αφού εβεβαιώθη ασφαλέστερον περί του
+επικειμένου κινδύνου, διότι οι αναφανέντες οπλοφόροι διηυθύνοντο
+προς το Μοναστήριον.
+
+Και τωόντι, όταν ο καπετάν-Θοδωρής και αι γυναίκες εθεώντο εν
+μυστηριώδει εκστάσει τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, θα διήρχετο από
+έμπροσθέν των ανύποπτος όλως ο αρχιληστής, αν το συμβάν εις τον
+Θανάσην δεν ηνάγκαζε και αυτόν να παραστρατήση προς το βουνόν.
+Ιδών δηλαδή μακρόθεν τον Θανάσην ορμώντα προς τα επάνω, και
+διασχίζοντα ως μαινόμενον την πυκνή λόχμην, έκρινεν ότι και αυτός
+θα έπραττε φρονίμως να τον ακολουθήση, αφίνων την πεπατημένην
+οδόν. Και ούτω και ο αρχιληστής περίφοβος, υποπτεύων ενέδραν,
+παρεξέκλινε, και διά των ορέων βαδίζων κατόπισθεν σχεδόν του
+Θανάση, κατήλθεν εις τον απόκεντρον όρμον.
+
+ — Εμπρός 'ς τα κουπιά! διέταξεν ο αρχιληστής επιβάς τελευταίος
+εις την λέμβον, ήτις εκινήθη αποτόμως ένθεν και ένθεν εκ του
+βαρέος αυτού πατήματος.
+
+Ο Θανάσης ούτε ενόησε πώς ευρέθη εν τη λέμβω. Τόσον ήτο
+τεταραγμένος ακόμη. Εισήλθε και εκάθησε κρατών σφιγκτά μεταξύ των
+χειρών του εν τη αγκάλη του το εφθαρμένον δισάκκιον, βαρύ και
+δυσβάστακτον εκ των έμπροσθεν και κενόν εκ των όπισθεν.
+
+Έλαβον τας κώπας οι λοιποί και απεμακρύνθησαν ολίγον από της
+παραλίας κατευθυνόμενοι προς βορράν, αθέατοι, υπό τους υψηλούς
+βράχους, κατά πρώτον γιαλό-γιαλό πλέοντες.
+
+Και τότε μόνον ο αρχιληστής, καθησυχάσας, ανεζήτησε τον σάκκον, εν
+ώ περιείχετο το χρυσίον.
+
+Το δισάκκιον εκράτει σφιγκτά ακόμη ο πιστός Θανάσης.
+
+Πλην εκπλήσσεται ο αρχιληστής μη ανευρίσκων εντός το χρυσοφόρον
+δοχείον.
+
+Εκπλήσσεται και ο Θανάσης.
+
+Εκπλήσσονται και οι άλλοι δύο, οίτινες εκωπηλάτουν, οι δύο
+γέροντες.
+
+Ο αρχιληστής έκφρων εκκενώνει το ήμισυ δισάκκιον, και πίπτουσιν οι
+ξηροί του μοναστηρίου άρτοι, κτυπώντες επί των σανίδων της λέμβου
+θλιβερώς ως σκληροί λίθοι.
+
+Προσέβλεψεν αγρίως τότε τον Θανάσην ο αρχιληστής. Το βλέμμα του
+έπνεε πυρ και φλόγας. Όλη η αγωνία της καρδίας του κατά την
+ύποπτον αυτήν πορείαν εξέσπασεν εις μανίαν.
+
+Υποπτεύει ότι ο Θανάσης κατεχράσθη την εμπιστοσύνην του, αποκρύψας
+το χρυσίον, και μαίνεται κ' εκ της μανίας δεν δύναται να αρθρώση
+λέξιν.
+
+Τότε μόλις εκ του νέου τούτου τρόμου συνήλθεν ο δειλός Θανάσης. Ο
+νέος φόβος απεδίωξε τον παλαιόν.
+
+ — Θα τα πήραν τα χρήματα αι Νεράιδες! λέγει με αφέλειαν μωρού
+ανθρώπου.
+
+Εις τους πυρίνους του αρχιληστού οφθαλμούς νέαι φλόγες απήστραψαν.
+
+Ο δε Θανάσης προσθέτει:
+
+ — Όταν μου έδωσες το δισάκκι, τα χρήματα ήσαν εις το εμπροσθινόν
+μέρος, το οποίον εβαστούσα καλά με τα δυο μου χέρια 'ς την αγκαλιά
+μου. Αλλ' όταν επάνω εις το βουνόν εσταμάτησα διά να ξεκουρασθώ,
+άφησα το δισάκκι, και όταν το ξαναπήρα, κατά λάθος τα χρήματα ήσαν
+εις το πίσω μέρος και εγώ εκράτουν σφιγκτά το εμπροσθινόν με τα
+ψωμιά. Ω! Τι έπαθα!
+
+ — Και πού είνε τα χρήματα τώρα! κραυγάζει πάλιν ο αρχιληστής
+αγριώτερον, μη εννοών.
+
+ — Θα τα πήραν αι Νεράιδες! επαναλαμβάνει ο Θανάσης. Ο αρχιληστής
+εβρυχάτο ως λέων, εκ της μανίας αδυνατών να κινηθή καν.
+
+Ο δε Θανάσης εξακολουθεί να διαμαρτύρεται προοιμιαζόμενος πάλιν
+ότι αν ήθελε να κλέψη τον αρχηγόν του, δεν θα είχε τόλμην να
+εμφανισθή πλέον ενώπιόν του, διότι εγνώριζεν ότι ήθελε κινήσει την
+οργήν του. Και θρηνεί.
+
+Και ούτω θρηνών αφηγείται το συμβάν επάνω εις το ρεύμα, υπό την
+γενικήν αγανάκτησιν των συντρόφων όλων.
+
+Παρ' ολίγον ν' ανατρέψη την λέμβον εκ της οργής ο αρχιληστής και
+να πνιγώσι πάντες εις την θάλασσαν.
+
+Οι δύο γέροντες προέτεινον ν' αποβιβασθώσι πάλιν κ' επανέλθωσιν
+εις το μέρος, όπου, ως έλεγεν ο Θανάσης, είδε τα φαντάσματα.
+
+Η πρότασις ήτο καλή.
+
+Αλλ' ήδη ηκούοντο επάνω εγγύς της παραλίας πυροβολισμοί συνεχείς.
+
+ — Σκύλε, Θανάση! είπε φρυάττων ο αρχιληστής.
+
+Έλαβον τότε οι λησταί τας κώπας, τέσσαρας μεγάλας και στερεάς, και
+απεμακρύνθησαν ταχέως προς την αλίμενον ακτήν του Πηλίου, σιωπηλοί
+και αγρίως κατηφείς, ως ν' απώλεσαν εν τη μάχη τον καλλίτερον
+σύντροφόν των.
+
+Τη επαύριον οι περιπολεύοντες ακόμη αγροφύλακες ανεκάλυψαν εις την
+έρημον εκείνην ακτήν της νήσου πτώμα χωροφύλακος, σχεδόν
+διαμελισμένον.
+
+Ήτο το πτώμα του δειλού Θανάση, ον ο αρχιληστής διεμέλισεν εν τη
+ληστρική οργή του.
+
+Οι μοναχοί, εις ους επεδείχθη υπό του δημάρχου, τον ανεγνώρισαν.
+Τόσην δ' αίσθησιν είχε προξενήσει εις αυτούς ο ληστής ούτος, ώστε
+και διαμελισμένον το σώμα τοις εφαίνετο ότι εκράτει ακόμη το
+τσιτσιρίζον τηγάνιον.
+
+ — Αυτός είνε ο άθλιος, έλεγεν ο ρινόφωνος οικονόμος της Μονής
+πάτερ-Σισώης, προσθέτων και το ρητόν αργά-αργά: — Λάκκον ώρυξε και
+ανέσκαψεν αυτόν... ».
+
+
+Ο στρογγύλος θυρωρός της Μονής, ότε ίστατο εμπρός εις το
+αρχονταρίκιον και ανέκρινε δευτέραν φοράν σιωπηλώς διά των
+οφθαλμών του τους ξένους εκείνους, τους τόσον οικείως εισελθόντας
+εις το Μοναστήριον, παρετήρησεν ότι από του φαινομένου αξιωματικού
+της χωροφυλακής έλειπον τα σύμβολα του βαθμού του — αι σαρδέλλες
+λεγόμεναι τότε — ένθεν κ' ένθεν του περιλαιμίου. Ο πονηρός
+μοναχός, διαμείνας άλλοτε εν Αθήναις, μετά πολλής περιεργείας
+εξηκρίβωνε τα του στρατού μάλιστα, έχων κλίσιν περί την πολεμικήν
+τέχνην.
+
+Πολλάκις ο άνθρωπος εμφανίζει κλίσεις εις πράγματα διά τα οποία
+είνε όλως διόλου ακατάλληλος.
+
+Παρετήρησε προσέτι, — τούτο ήτο λεπτότατον — ότι ο πίλος του
+υπομοιράρχου έφερεν έν σειρίτιον διαφόρου χρωματισμού των επί της
+στολής των άλλων.
+
+Ταύτα πάντα παρέσχον αυτώ υπονοίας περί των ξένων και εθεώρησε
+φρόνιμον να κυλίση τον κατήφορον κρυφά-κρυφά, διά να γνωστοποιήση
+τας υπονοίας του εις τον ηγούμενον. Διά τούτο αναζητηθείς τότε ο
+θυρωρός υπό των ληστών, περιφρονησάντων αυτόν διά το ανάστημά του
+κατά πρώτον, δεν ευρέθη.
+
+Και ιδού ότι ο άνθρωπος ουδένα πρέπει να περιφρονή εις αυτόν τον
+κόσμον.
+
+Και κατ' αρχάς μεν εξήρχετο της Μονής ο θυρωρός, χωρίς να έχη σαφή
+ιδέαν περί των πραγμάτων, αλλ' όταν επροχώρησεν ολίγον, και είδε
+να κλείηται και ν' ασφαλίζηται η πύλη διά του σιδηρού μοχλού, και
+ήκουσε τέλος — δεινόν ειπείν! — ήκουσε γοερώς αντηχούσαν την φωνήν
+του μαγείρου, κραυγάζοντος «κλέφτες!», όταν τον είχε κτυπήσει ο
+αρχιληστής, ως είδομεν, τότε εκαθαρίσθησαν πλέον αι ιδέαι του
+στρογγύλου μοναχού, γενόμεναι στρογγυλώτεραι και μετά μίαν ώραν
+ήτο εις το Μετόχιον και μετά ταύτα εις την κώμην, όπου τον είδον
+περίφοβοι οι άνθρωποι, εις την αγοράν κυλιόμενον ως βαρέλιον διά
+της παραλίας και κραυγάζοντα «κλέφτες!» χωρίς να ίσταται και χωρίς
+να διασαφηνίζη το πράγμα, έως ου ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου.
+Πάραυτα κατόπιν διά συγκεχυμένων λόγων διεδόθη εν τη κώμη, η
+φοβερά είδησις.
+
+ — Πάτησαν το Μοναστήρι! έλεγεν ο έτερος προς τον έτερον.
+
+ — Πάτησαν το καινούργιο Μοναστήρι! επανελάμβανεν άλλος. Και εις
+όλον το χωρίον αντήχει η βοή:
+
+ — Πάτησαν το Μοναστήρι!
+
+Και έκλειον οι άνθρωποι τα μαγαζεία και ησφάλιζον αυτά, και
+έκλειον αι γυναίκες τας θύρας και τα παράθυρα. Αμέσως αι οδοί
+ηρημώθησαν.
+
+Και μόνον ο Γέρω-Γιάννης έτρεχεν, ο αστυνομικός κλητήρ, με τα
+τσακμάκια εις τα θυλάκια και το καρυοφύλλι του εις τον ώμον
+ανεβοκατεβαίνων την αγοράν και την δημαρχίαν, και εκάλει τους
+πολίτας εις τα όπλα κρούων τον μέγαν κώδωνα του ναού.
+
+Το παραχθέν αίσθημα ήτο και φόβος και θλίψις. Φόβος μεν, διότι δεν
+εγνώριζον περί της συμμορίας εκ πόσων συνέκειτο και τι σκοπούς
+ακόμη είχε· θλίψις δε, διότι εγνώριζον ότι η Μονή του Ευαγγελισμού
+είχεν αποταμιεύματα πλούσια.
+
+Και το εσέβοντο οι άνθρωποι το ιερόν Κοινόβιον και το ηγάπων. Οι
+πτωχοί το είχον ως πτωχοτροφείον και οι γέροντες ως γηροκομείον.
+Τας εορτάς του Πάσχα και των Χριστουγέννων φορτώματα εμοίραζε κάτω
+εις τον λαόν τον σίτον και το έλαιον.
+
+Ούτως ο δήμαρχος επί κεφαλής οπλοφόρων εξήλθεν εις τα όρη προς
+ανακάλυψιν των ληστών, παρακολουθούντος και του ηγουμένου. Κατά
+πρώτον μετέβησαν εις την Μονήν, όπου εύρον τους μοναχούς δεμένους
+ακόμη, κ' έμαθον ασφαλώς πλέον την γενομένην συμφοράν.
+
+ — Ωχ! έκλαιεν ακόμη θρηνών ο ρινόφωνος γραμματεύς και οικονόμος
+πάτερ-Σισώης, κλειδωμένος εν τω κενώ ταμείω.
+
+Και αντήχει γοερώς η φωνή του εις την έρημον κόρδαν των κελλίων ως
+νυκτικόρακος στεναγμός.
+
+ — Μας επρόδωσαν, κύριε δήμαρχε! επανελάμβανεν ο γέρων αρχοντάρης.
+Μας επρόδωσαν! Τα εγνώριζον όλα. Ακόμη και τα κλειδιά, τα οποία
+είχον εις τον κόρφον μου!
+
+Μετά ταύτα διηρέθησαν εις δύο σώματα και ο μεν Γέρω-Γιάννης απήλθε
+προς το Κάστρον, ο δε δήμαρχος προς την Κεχριάν. Είνε τα δύο
+αγριώτερα και απροσιτώτερα μέρη της νήσου.
+
+ — Τον νου σου, και τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη, είπεν ο
+δήμαρχος, αποχωριζόμενος από τον κλητήρα του.
+
+Και κατήλθε προς την θάλασσαν, του ηγουμένου, ενός ασκητικού και
+ξηραγκενού μοναχού, λίαν ιεροπρεπούς, κατόπιν του πεζοπορούντος
+και αυτού, και μη δυναμένου ούτε λέξιν να εκστομίση εκ της
+θλίψεως.
+
+Εις το πέλαγος ουδεμία λέμβος εφαίνετο. Εις τα δάση και τα ρεύματα
+ουδέν σημείον ύποπτον παρετήρησαν. Και ότε, ιστάμενοι επί λόφου
+εγγύς της ακτής διελογίζοντο να επανέλθωσιν άπρακτοι, εξεκένωσαν
+τα όπλα των εις το πέλαγος, αγανακτούντες διά την αποτυχίαν των
+ερευνών των, τότε οι λησταί ακούσαντες τους πυροβολισμούς,
+απεμακρύνθησαν βορειότερον και είτα ετάχυνον διά του πελάγους. Και
+όταν ανήχθησαν πλέον μακράν, τότε είδον την λέμβον οι οπλοφόροι.
+Πάραυτα ο δήμαρχος έκρουσεν εξ απογνώσεως τας παλάμας του.
+Εννόησεν ότι οι λησταί διεξέφυγον εκ των χειρών των. Διότι ο
+λιμενάρχης είχε διατάξει ουδεμία λέμβος να εξέλθη του λιμένος την
+ημέραν εκείνην. Η δε ταχέως απομακρυνομένη των ακτών της νήσου
+βεβαίως δεν θα ήτο καλή λέμβος.
+
+ — Πάει, βρε παιδιά, μας γλυτώσανε! είπε τεθλιμμένος και
+επανεκτύπησε τας παλάμας του.
+
+Εξεκένωσαν τότε και δευτέραν φοράν τα όπλα των οι οπλοφόροι, άτινα
+αντήχησαν πενθίμως επί της λείας επιφανείας της θαλάσσης,
+αποχαιρετισμός ηχηρός προς τους απομακρυνομένους ληστάς και τας
+φευγούσας ελπίδας των.
+
+ — Αιωνία των η μνήμη! είπεν ο δήμαρχος. Τι άλλο να είπη;
+
+Και θέλων να διασκεδάση την θλίψιν του ηγουμένου ηρώτησεν ολίγον
+ατόπως:
+
+ — Τάλληρα ήτανε, γέροντα, ή λίρες;
+
+Ο ηγούμενος εξηκολούθει να ήνε άφωνος. Ενόμιζες ότι αι λευκαί
+τρίχες του παχέος μύστακος αυτού απέκρυψαν τελείως το στόμα του.
+
+Και μόνον ένα θρήνον τώρα εξέβαλεν υπόκωφον.
+
+ — Και τα είχαμε διά την ζωγραφίαν της Εκκλησίας! . . .
+
+
+Ο καπετάν-Θοδωρής, επιβαίνων του οναρίου του, ως όταν από ευτυχούς
+ταξειδίου επανήρχετο με το βρίκιόν του φορτωμένος τάλληρα
+ισπανικά, — στιγμάς τινας μάλιστα εξέλαβε τας ευτελείς του ζώου
+ηνίας ως το μεγαλοπρεπές πηδάλιον του βρικίου του — μετά φαιδράς
+απαθείας εθεώρει τα βουνά και τα δένδρα, δι' ων διήρχετο σείων την
+κεφαλήν του κανονικώς, συμφώνως προς τας κινήσεις του οναρίου, και
+ονειρευόμενος ποικίλα σχέδια, κατά τα οποία διερρύθμιζε
+φρονιμώτερον τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, την πλουσίαν μοίραν των
+θυγατέρων του. Και συνεχώς δι' αιχμηρού ξυλαρίου εκέντα εις τα
+οπίσθια το βραδύ ζώον. Αι δε γυναίκες φορτωμέναι τα φύλλα
+ηκολούθουν κρυφομιλούσαι και αυταί και σχεδιάζουσαι μυρία όσα
+ευτυχή σχέδια, ουδέ ησθάνοντο το βάρος του συμπεπιεσμένου σάκκου
+εκ της χαράς, ήτις επλήρου την καρδίαν των τας ευδαίμονας εκείνας
+ώρας. Και δι' απατήτων ατραπών, αποφεύγουσαι τας συναντήσεις,
+έφθασαν εις την οικίαν των, χωρίς να εννοήσωσι και αυταί πώς τόσον
+ελαφρώς διήλθον το τρίωρον εκείνο διάστημα. Παρά πολύ δε
+κατεπλάγησαν ευρούσαι την ωραίαν κώμην σιωπηλήν, ως έρημον, και
+όλα εν αυτή κατάκλειστα και μόνον τους κύνας ανερευνώντας τροφήν.
+
+Μόλις δε είχον εισκομίσει τους σάκκους των φύλλων, προφυλάξασαι
+τον θησαυρόν αι γυναίκες εις ασφαλές μέρος, ίνα κατόπιν την νύκτα
+τακτοποιήσωσιν αυτόν, και ήρχισαν να ρίπτωσι με χαράν δροσερά
+φύλλα εις το καματερόν, το οποίον εθεώρουν και του χρυσίου
+πολυτιμότερον, και ιδού προσέρχεται η γειτόνισσα ασθμαίνουσα.
+
+ — Αρί-σείς, ήρθατε! Εγώ πλειο τρόμαξα 'ς το δρόμο. Αι γυναίκες
+ουδέν εννόουν.
+
+ — Πάτησαν το Μοναστήρι! Δεν το μάθατε! Βούιξε όλο το χωριό.
+
+ — Πάτησαν το Μοναστήρι! Είπεν εκπεπληγμένος ο καπετάν-Θοδωρής, ως
+άνθρωπος του οποίου ωραίον όνειρον διέκοψε ξηρός κρότος ατακτούσης
+γαλής.
+
+ — Εγώ όταν κατέβαινα από το κτήμα, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είδα
+τον κόσμο που πήγαιναν ωπλισμένοι.
+
+Και διηγήθη τότε η φλύαρος γραία μετά πολλής ζωηρότητος όλην την
+ιστορίαν της ληστείας μετά περιγραφών γυναικείας φαντασίας.
+
+Ο καπετάν-Θοδωρής ήτο ευσεβής άνθρωπος. Η Γερακούλα, αυτή πλέον
+ήτο η προσωποποίησις της ευσεβείας και αρετής. Αι τέσσαρες
+θυγατέρες των, αι τέσσαρες ξανθαί αδελφαί, ήσαν τύπος και ομοίωμα
+της μητρός απαράλλακτον. Οικογένεια πάσχουσα, πλην φοβουμένη τον
+Θεόν.
+
+Ήκουσεν η Γερακούλα ότι οι λησταί παρουσιάσθησαν ως χωροφύλακες
+και ότι εντός δισακκίου εφορτώθη ο είς τούτων τον θησαυρόν, και
+ανεμνήσθη πάραυτα του δειλού εκείνου χωροφύλακος, ον πρώτην φοράν
+έβλεπον εις την νήσον.
+
+Ήκουσαν αι θυγατέρες ότι τον θησαυρόν του Μοναστηρίου έλαβον ως
+ήτο μετά του αρχαίου κυλινδρικού δοχείου, του οποίου το επικάλυμμα
+έφερε την εικόνα του Ευαγγελισμού, ήκουσε και ο καπετάν-Θοδωρής
+ότι ο θησαυρός απετελείτο εκ χρυσών νομισμάτων αυστριακών,
+γαλλικών και τουρκικών.
+
+Και επείσθησαν πάραυτα όλοι ότι ο θησαυρός των, ον μετά τόσης
+κρυφής χαράς εκόμιζον, ην ο θησαυρός της σεπτής της νήσου μονής.
+
+Και αντί ν' αφανισθή από των οφθαλμών των η χαρά, ως ήτο φυσικόν
+διά πάντα άλλον διάφορον έχοντα ανατροφήν, απ' εναντίας
+εμεγαλύνθη, επληθύνθη κ' εξέλαμπον εξαισίως τα πρόσωπα αυτών από
+της ηδίστης εκείνης ενδομύχου συναισθήσεως ότι εγένοντο αίτιοι να
+διασωθή ο θησαυρός πεφιλημένου Μοναστηρίου.
+
+ — Να τα δώσωμεν! Εφώνησαν αγαλλόμεναι, μια φωνή όλαι.
+
+ — Να τα δώσωμεν, πατέρα! επανέλαβον αι τέσσαρες θυγατέρες.
+
+Ο γέρων ητοιμάζετο να εξέλθη εις συνάντησιν του δημάρχου, όπως
+αναγγείλη αύτω την χαρμόσυνον είδησιν και τον αστείον της
+διασώσεως του θυσαυρού τρόπον, ότε η Γερακούλα βλέπει έξωθεν της
+οικίας των — έκειτο έξω εις το άκρον της πόλεως, εν τη κεντρική
+προς τας εξοχάς οδώ — διερχομένους τον δήμαρχον και τον ηγούμενον,
+οίτινες πλήρεις κόνεως και ακανθωτών κολλητσίδων εις τα ενδύματα,
+κάθιδροι και καταπεπονημένοι, επανήρχοντο κατηφείς εκ της ακάρπου
+καταδιώξεως των ληστών.
+
+Ο γέρων παρεκάλεσεν αυτούς να εισέλθωσι· και ανήγγειλεν αυτοίς
+πάραυτα την ανεύρεσιν του θησαυρού της Μονής.
+
+Ο ηγούμενος προς το άκουσμα τούτο προσήλωσε τους οφθαλμούς του
+ακίνητος εις το πρόσωπον του καπετάν-Θοδωρή.
+
+Ο δήμαρχος έκαμε κίνημα δυσεξηγήτου εκπλήξεως βλέπων προς την
+στέγην.
+
+Αι τέσσαρες θυγατέρες παρίσταντο μετά σεβασμού μ' εσταυρωμένας τας
+χείρας.
+
+Η δε Γερακούλα έσπευσε κ' εκόμισε το κυλινδρικόν χρυσοφόρον
+δοχείον, το ευρεθέν εν τω δάσει, ανέπαφον, φέρον επί του
+επικαλύμματος την εικόνα του Ευαγγελισμού.
+
+Τότε μόλις συνήλθεν από της εκπλήξεως ο ηγούμενος, αποκαθηλώσας
+τους επί του γέροντος ακινήτους οφθαλμούς του, και κινήσας αυτούς
+επανειλημμένως από του ανευρεθέντος θησαυρού προς τον δήμαρχον και
+από τούτου προς τον καπετάν-Θοδωρή. Προς τας γυναίκας ουδόλως
+έστρεφε το βλέμμα ο ερημικός μοναχός, των ασκητικών διατάξεων μη
+επιτρεπουσών τούτο.
+
+Και ήρχισε πάραυτα η Γερακούλα να διηγήται πώς συνηντήθη μετά του
+δειλού εκείνου χωροφύλακος εις Κεχριάν και πώς ενίσχυσε τον φόβον
+του, χωρίς να γνωρίζη ότι ήτο ληστής, και περιπλέον αγνοούσα ότι
+έφερε μεθ' εαυτού ληστεύσας τον θησαυρόν του Μοναστηρίου, «ως να
+την είχε φωτίση η Μεγαλόχαρη, που δεν ήθελε να χαθώσιν έτσι οι
+κόποι της».
+
+Ανεκλάλητος ήτο μετά ταύτα η χαρά και ο θαυμασμός του ηγουμένου
+και του δημάρχου. Δεν είξευρον τι να θαυμάσωσι περισσότερον, την
+ευφυά επίνοιαν της Γερακούλας, διασωζούσης τον θησαυρόν, ή την
+ευσέβειαν όλης της οικογενείας παραδιδούσης τα διασωθέντα.
+
+Εις τον κοσμικόν του δημάρχου νουν εφαίνετο υψηλότερον το
+δεύτερον, η παράδοσις του θησαυρού. Εις τον νηπτικόν όμως λογισμόν
+του ηγουμένου εξέλαμπε φαεινότερον ως μεγάλη πανηγυρική λαμπάς η
+λαμπρά επίνοια της Γερακούλας, υπό θείας αυγής φωτισθείσης την
+στιγμήν εκείνην εν τω δάσει, όπερ προϋποτίθησι την ευσέβειαν της
+γυναικός και της οικογενείας πάσης. Και αν δεν προϋπήρχεν αύτη εν
+τη καρδία των ανθρώπων τούτων, εσκέπτετο ο ηγούμενος, δεν εισέδυεν
+η φωτιστική εκείνη ακτίς, το αγνόν και θείον φως, όπερ εν τω κόσμω
+καλείται ευφυία, ήτις συνετέλεσεν εις την διάσωσιν των κλαπέντων.
+
+Έλαμπον τα πρόσωπα πάντων.
+
+ — Εγώ, εγώ, εφώνει η καλή Γερακούλα, έσωσα τον θησαυρόν. Και
+επανέλαβε μίαν ακόμη φοράν το περιστατικόν ως εγένετο, τελειότερον
+ήδη και ζωηρότερον, παρελθούσης της πρώτης συγκινήσεως, ως
+συμβαίνει πάντοτε εις τον νικητήν, όστις την πρώτην φοράν
+συγκεχυμένος θ' αφηγηθή τας ανδραγαθίας του.
+
+Και τώρα μόλις ο δήμαρχος και ο ηγούμενος καθησυχάσαντες, τώρα
+κατά την δευτέραν αφήγησιν ησθάνθησαν πάσαν την λεπτότητα της
+επινοίας της Γερακούλας, θαυμάσαντες την ευστοχίαν αυτής και
+τόλμην. Και συνδυάσαντες το αποδιδόμενον εις τας τέσσαρας
+ξανθοκόμους αδελφάς παρώνυμον προς την εκτύλιξιν του απροσδοκήτου
+γεγονότος, συνεπέραναν, πρώτου του ηγουμένου εκφράσαντος τούτο,
+ότι αι τέσσαρες αδελφαί ήσαν προωρισμέναι υπό των μυστικών
+βουλευμάτων της θείας προνοίας να περισώσωσι τον θησαυρόν της
+Μονής, όστις βεβαίως άλλως ήθελεν εξαφανισθή διά παντός.
+
+ — Η Παναγία θέλει να ζωγραφισθή ο ναός της, είπεν ο ηγούμενος.
+
+Διότι αληθώς τα χρήματα μετά φειδούς και οικονομίας απεταμιεύοντο
+προς τούτον και μόνον τον σκοπόν, τον καλλωπισμόν του ωραίου
+Καθολικού.
+
+Ο ηγούμενος, υψώσας τας χείρας, ηυλόγησεν ιεροπρεπώς τους ευσεβείς
+γονείς πρώτον, και είτα τας σεμνάς θυγατέρας των, ευχηθείς ταχέως
+ο Ύψιστος ν' ανταμείψη αυτάς κ' εν τω κόσμω τούτω ως Δίκαιος και
+Πανάγαθος πατήρ.
+
+
+Μετ' ολίγον όλον το χωρίον ωμίλει περί του συμβάντος και της
+οικογενείας του καπετάν-Θοδωρή.
+
+Ο δήμαρχος, κήρυξ στωμύλος, διατρέχων την αγοράν και τας οδούς
+εκήρυττε προς τους κατοίκους το γεγονός, οίτινες μετά θαυμασμού
+ήκουον και άλλοι μεν έκαμον τον Σταυρόν των, άλλοι δε
+εχαρακτήριζον όσον σεμνότερον ηδύναντο το πράγμα.
+
+Έπος ολόκληρον συνερράφη προχείρως κ' εψάλλοντο κ' εξυμνούντο αι
+ξανθόμαλλοι Νεράιδες της νήσου, του σατυρικού παρωνύμου
+αποκτήσαντες πλέον λάμψιν και κάλλος και γοητείαν. Και αν πρότερον
+αι άλλαι γυναίκες, λέγουσαι «Νεράιδες», εννόουν πτωχάς τινας
+νεάνιδας, καταδικασμένας υπό της σκληράς μοίρας να διέρχωνται τον
+βίον των εις τα ρεύματα και τα δάση, ανυπόδυτοι, εντός ακανθών και
+τριβόλων συνάζουσαι τον ξηρόν άρτον, την μόνην ευσπλαγχνίαν της
+πενομένης ζωής των, άνευ ελπίδος αποκαταστάσεως και άνευ
+μέλλοντος, ήδη εννόουν ωραίας και ξανθάς αδελφάς, ευλογημένας υπό
+του Θεού, πλήρεις ελπίδων, μ' ευγενή κ' ευσεβή την καρδίαν, ων το
+λαμπρόν μέλλον αυτή η Παναγία διά χρυσών γραμμών προδιέγραψε.
+
+Και αι ευλογίαι ήρχισαν να πραγματοποιώνται. Εν πρώτοις το
+ηγουμενοσυμβούλιον της Μονής εψήφισε δωρεάν τεσσάρων χιλιάδων
+δραχμών προς την ευσεβή του καπετάν-Θοδωρή οικογένειαν. Ο θησαυρός
+ο περισωθείς της μονής ανήρχετο εις 30,000 δραχμών. Το Δημοτικόν
+Συμβούλιον ωσαύτως, υπείκον εις εκφρασθείσαν επιθυμίαν γενικώς
+παρ' όλων των κατοίκων, εδώρησεν ανάλογον ποσόν εις περίθαλψιν του
+γέροντος πλοιάρχου και ανέγραψε τα ονόματα των τεσσάρων θυγατέρων
+και της μητρός εν τοις βιβλίοις του δήμου, ίνα διασώζωνται εις
+τιμήν αΐδιον.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, τι κάνετε: Είπε τας ημέρας εκείνας η φίλη
+των γειτόνισσα με το ξηρόν πρόσωπόν της και την πλέον ξηράν
+ομιλίαν της.
+
+Αι ωραίαι νεάνιδες ανεβασμέναι επί κλιμάκων «ξεκλάδωνον» το
+καματερόν. Είχον παρέλθει ικαναί ημέραι από των ανωτέρω γεγονότων
+και αι αγαθαί γυναίκες καταγινόμεναι περί την προσφιλή αυτών
+βομβυκοτροφίαν είχον «κλαδώση» προ ημερών και έφθασαν ήδη εις το
+ευφρόσυνον τέρμα, κ' εσύναζον από των κλαδίων τα σχηματισθέντα
+κουκκούλια. Καθαρά ιμάτια φέρουσαι, ως εν εορτή λευκά κολόβια και
+λευκούς χιτώνας περί τα άκρα των χειρίδων και της τραχηλιάς με
+κεντήματα δι' ερυθράς και πρασίνης μετάξης, και έχουσαι επιμελώς
+κεκαλυμμένην την ξανθήν των κόμην δια λευκών με χρυσούς κροσσούς
+μανδηλίων της Κωνσταντινουπόλεως, από πρωίας ενησχολούντο εις την
+ευχάριστον αυτήν εργασίαν, ήτις ως όασις δροσερά εμφανίζεται μετά
+τον τόσον μόχθον της ανατροφής του μεταξοσκώληκος, ιδίως όταν η
+ανάπτυξις αυτού επιτύχη και η συγκομιδή των κουκκουλίων είνε
+άφθονος.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είνε αλήθεια πως
+ταύρατε τα χρήματα;
+
+Μετά την τελευταίαν συνάντησίν των, ότε πρώτη η γειτόνισσα
+ανήγγειλεν εις την Γερακούλαν και τας θυγατέρας της ότι επάτησαν
+το Μοναστήρι, ησθένησεν αύτη, καταληφθείσα υπό τινος δεινού των
+νεφρών πόνου — σύνηθες αυτή — και είχεν ημέρας να έλθη εις την
+οικίαν του καπετάν-Θοδωρή. Τώρα δε — πρώτη ημέρα της εξόδου της —
+ενεφανίσθη ωχροτέρα και ξηροτέρα, και διά να ίδη τα κουκκούλια των
+νεανίδων και διά να βεβαιωθή περί πολλών, τα οποία ήκουεν εν τη
+ασθενεία της και τα οποία δεν επιστευε και, ως εφαίνετο εκ του
+τρόπου της, θα επροτίμα μάλλον να μη είνε αληθή παρά να ευρίσκεται
+εις την δυσάρεστον θέσιν να τα πιστεύη.
+
+Είνε πλασμένοι πολλοί τοιούτοι άνθρωποι.
+
+Αι νεάνιδες και το δεύτερον δεν ήκουσαν. Εξηκολούθουν και αι
+τέσσαρες να ξεκλαδώνουν με χαράν και να τραγουδούν εύμορφα
+δίστιχα, χαιρετίζουσαι ούτως την πλουσίαν των κουκκουλίων
+εσοδείαν, την ευφρόσυνον απόλαυσιν τόσης φροντίδας, αλλά συνάμα
+και την αιτίαν τόσης ανακουφίσεως προς την πενομένην οικογένειάν
+των.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, είπε πάλιν η γειτόνισσα, μετά λαιμαργίας
+θεωρούσα τα κάνιστρα, τα πεπληρωμένα κουκκουλίων λευκών και
+κροκωτών ωσάν οι ξηροψημένοι λουκουμάδες, Αρί-σείς, κορίτσια, είνε
+αλήθεια πως τα δώσατε πίσω τα φλωριά;
+
+Εις όλον το χωρίον δεν ευρέθη άνθρωπος να εκφράση απορίαν διά
+τούτο. Είπομεν πόσου σεβασμού αντικείμενον ήτο και πόσης αγάπης το
+σεμνόν Κοινόβιον της νήσου, το γηροκομείον και πτωχοτροφείον
+αυτής.
+
+Και είτα προσέθηκε μετά τινος πικρίας.
+
+ — Αρί-σείς, κορίτσια, είνε αλήθεια πως σας δώσανε συνδρομή από το
+Μοναστήρι και από την Δημαρχία;
+
+Αι σεμναί και εντροπαλαί νεάνιδες, ήδη εις την υψηλοτέραν
+καλαμωτήν εγγύς των δοκών της στέγης, εξηκολούθουν να συνάζουσιν
+ένα-ένα τα κουκκούλια από των πεπληρωμένων κλαδίων, άτινα ως
+εύμορφα μεταξωτά άνθη απήστραπτον συμπεπλεγμένα ως διά μεταξίνης
+αράχνης εν μέσω των μαρανθέντων φύλλων των κλάδων.
+
+Ίσως κ' εκ της μελωδικής του άσματος αρμονίας δεν ήκουσαν αι
+νεάνιδες την ομιλούσαν κάτω γειτόνισσαν, ούτε την είδον,
+περιφρασσομένην από τον σωρόν των καταρριπτομένων αχρήστων πλέον
+κλαδίων, άτινα μετ' ολίγας ημέρας θα εχρησίμευον διά τας πυράς,
+τας αναπτομένας την νύκτα της Γεννήσεως του Προδρόμου προ των
+πυλών των οικιών, ίνα πηδήσωσιν επάνω αυτών και νέοι και νέαι «για
+το καλό», ούτως εν νυκτί ιερά και πλήρει μυστηρίου, υπό τας υψηλάς
+λάμψεις και τας ερυθρωπάς αυγάς ποικίλων φλογών, περατουμένης της
+συμπαθούς ιστορίας του καματερού, ότε καθ' όλον το χωρίον επάνω
+των οικίσκων εκ της φαιάς νεφέλης των αναριθμήτων πυρών δεύτερος
+ουρανός σχηματίζεται με φλογίνους μαρμαρυγάς, έχων αντί άστρων
+τους απείρους των φλογών σπινθήρας εκεί αφανιζομένους κ' εκεί υπό
+νέων άλλων αντικαθισταμένους.
+
+Διά τούτο η γειτόνισσα απήλθε κρατούσα τα νεφρά της από τον πόνον
+ακόμη, αλλ' ίσως από την θλίψιν ότι συνήντησεν εν τω οίκω του
+καπετάν-Θοδωρή τόσην χαράν, μεγαλειτέραν της παλαιάς, ην τοσάκις
+προσεπάθησε να μετριάση διά των θλιβερών παρατηρήσεών της.
+
+Πλην άλλη ήτο η χαρά η αληθής και μεγάλη του οίκου τούτου, η
+επακολουθήσασα μετά τα ανωτέρω συμβάντα, ένδειξις ευγενείας λεπτής
+των κατοίκων.
+
+Τέσσαρες νέοι εύμορφοι, τέσσαρα καπετανόπουλα, ως από ιερού
+ενθουσιασμού εμπνευσθέντες, όταν επανελθόντες από του ταξειδίου το
+φθινόπωρον, ήκουσαν αδόμενον και υμνούμενον το φαιδρόν συμβάν της
+διασώσεως του θησαυρού του Μοναστηρίου και την αρετήν της
+οικογενείας ταύτης, ήτις αν και ηδύνατο να αποκρύψη το χρυσίον,
+διότι ουδείς θα το εγνώριζεν, όμως παρέδωκε τούτο ανέπαφον ως
+ιερόν και άγιον χρήμα, απεφάσισαν εν τη στιγμή εκείνη της θείας
+εξάρσεως, καθ' ην ο άνθρωπος μεταβάλλεται όλος εις πνεύμα,
+υπερήφανος εν τη θεία του ευγενεία και ελευθεριότητι, απεφάσισαν
+να λάβωσιν ως συζύγους τας τέσσαρας ωραίας αδελφάς, άνευ προικός
+άλλης, μόνον με τας πλουσίας νυμφικάς ενδυμασίας των και τας
+λοιπάς επιπλώσεις του οίκου, προικιά κατασκευασθέντα διά της
+δωρεάς του Μοναστηρίου.
+
+Εξήλθον και οι τέσσαρες ευγενείς νέοι εις περίπατον, έξω εις τους
+κήπους του χωρίου, όπου ωραίαν τινά ημέραν και αι τέσσαρες ξανθαί
+αδελφαί, χαριτωμέναι κ' εύμορφοι «έβγαζαν το μετάξι», κομίζουσαι
+εντός κανίστρων εις τα μαγκάνια την άφθονον συγκομιδήν των
+κουκκουλίων των, εκεί όπου αι επιτήδειαι μαγκανάρισαι, βυθισμέναι
+μέχρι της οσφύος εντός λάκκου, με την μίαν χείρα ανακατόνουσι τα
+εντός εκτισμένης εκεί μεγάλης χύτρας βράζοντα κουκκούλια, ενώ με
+την άλλην γυρίζουσι μετά τέχνης τον μέγαν ξύλινον τροχόν του
+μαγκάνου, εν τω οποίω περιτυλίσσεται λεπτή και στίλβουσα ως χρυσός
+η λευκή και κιτρίνη μέταξα, των παρθένων παρισταμένων εν χαρά και
+υπηρετουσών. Αι νεάνιδες ιδούσαι κοντοσταθέντας τους νέους,
+ετάχυναν το βήμα περισσότερον, επί του ατάκτου λιθοστρώτου αργά
+βαίνουσαι και κατεβίβασαν προς τους οφθαλμούς αιδημόνως τας λευκάς
+μανδήλας των. Πλην οι τέσσαρες νέοι επρόλαβον και είδον την ξανθήν
+των καλλονήν και τον άφθονον πλούτον των νεανικών χαρισμάτων. Και
+ως ήτο η φαντασία των ζωηρά εκ των ακουσθέντων περί αυτών,
+εφάνησαν και αι τέσσαρες νεάνιδες εις τους οφθαλμούς των πολύ
+ωραιότεραι παρ' ό,τι ήσαν, ηπλωμένης περί αυτάς και χρυσής νεφέλης
+ευσεβείας και αρετής, υπό την οποίαν έθελγεν ακτινοβολούσα η
+σωματική καλλονή των, ως ο αδάμας εντός πλουσίου φωτός.
+
+Ο γέρων ευφροσύνως ήκουσε την ανέλπιστον πρότασιν. Η Γερακούλα, αν
+και αι αναμνήσεις της από της θαλάσσης ήσαν τόσον πικραί, με χαράν
+ωσαύτως το ήκουσε το χαρμόσυνον άγγελμα, θεωρήσασα τούτο ως άνωθεν
+προωρισμένον υπό της θείας προνοίας, δεν εσυλλογίσθη καν τας
+θλίψεις και την αβεβαιότητα του θαλασσινού βίου. Άλλως, τι εν τω
+κόσμω είνε βεβαιότερον;
+
+Και μετά τινας ημέρας, αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα, ετελέσθησαν οι
+τέσσαρες γάμοι εις τέσσαρας Κυριακάς εν σειρά, εορτάζοντος και
+χορεύοντος γάμους και χαράς όλου του χωρίου.
+
+
+Με πόσην αγαλλίασιν τότε η αγαθή μήτηρ, η πτωχή πλην φαιδρά
+Γερακούλα, εκαμάρωνε την τελευταίαν Κυριακήν εις τον τελευταίον
+γάμον! Εστεφανώνετο η μικροτέρα και ξανθοτέρα θυγάτηρ, η αιθέριος
+και τρυφερά νύμφη, η τελευταία Νεράιδα του χωρίου, η εικοσαέτις
+Φανιώ.
+
+Ο καπετάν-Θοδωρής, καθήμενος εις τον καναπέ και ροφών τον ναργιλέ
+του τον πεφιλημένον, τον οποίον του ημπόδισαν οι ιατροί — έκαμνε
+κατάχρησιν τας ημέρας εκείνας — όλος χαρά και αγαλλίασις, ο
+υπερήφανος και ευγενής γέρων καπετάνιος, έβλεπε τον μέγαν χορόν,
+όστις εκλόνιζεν εκ θεμελίων την οικίαν όλην· κ' έτριζε το πάτωμα
+το καινουργές, κ' έτριζον τ' αγγειοπλαστικά κομψοτεχνήματα,
+ποτήρια και πινάκια επί των μακρών αραφίων. Εχόρευον αι τέσσαρες
+νύμφαι θυγατέρες του, αι τέσσαρες Νεράιδες με τα ξανθά μαλλιά και
+με τα χρυσά στολίδια, φέρουσαι ως πόρπας εις την χρυσήν ζώνην τα
+μαλαμμοκαπνισμένα τσαπράκια, δώρα γαμήλια του ευλαβούς του
+Μοναστηρίου ηγουμένου, όστις ουδέποτε έπαυσε να τας ευλογή και τας
+μνημονεύη τας εναρέτους αδελφάς.
+
+Εχόρευον οι τέσσαρες γαμβροί του καπετάν-Θοδωρή, ευγενή
+καπετανόπουλα, υπό τας ευλογίας του Θεού και τας ευχάς όλου του
+χωρίου, τέσσαρες σεμνοί νέοι, ευλογηθέντες μετά τεσσάρων σεμνών κ'
+ευσεβών παρθένων και ζηλευτών νοικοκυράδων. Και έσυρε τον χορόν
+τον μέγαν αυτόν του τελευταίου γάμου η Γερακούλα, η ευτυχής μήτηρ.
+
+Έλαμπον τα φώτα καθ' όλην την νύκτα, αιθερίως μαρμαίροντα επί των
+χρυσοκεντήτων των νυμφών στολισμάτων, κ' έλαμπον περισσότερον τα
+πρόσωπα των ωραίων και ξανθών νυμφών.
+
+Και μέσα εις τα τραγούδια των καλεσμένων, επανέλαβε και ο καπετάν-
+Θοδωρής το τραγουδάκι του, όπου πρώτην φοράν το είχε τραγουδήσει
+εις το Ρεύμα της Κεχριάς, αλλά υπό λυγμών ιεράς συγκινήσεως
+διακοπτόμενος τώρα, διότι είδε την επαλήθευσίν του. Και είτα
+εγερθείς, εστάθη εν μέσω των καλεσμένων, εκθάμβων ορώντων, έκαμε
+τον σταυρόν του, και εκφράζων και την πίστιν συνάμα της Γερακούλας
+του, απήγγειλεν ιεροπρεπώς τα λόγια όπου είπε ποτε ο τοπάρχης της
+Εδέσσης Αύγαρος, όταν εθεραπεύθη από τον Χριστόν, καθώς τα
+ενθυμείτο από τα Συναξάρια.
+
+ — Χριστέ ο Θεός, ο ελπίζων επί σε ποτέ δεν χάνει!
+
+Και εξελθών εις τον εξώστην εξεκένωσε το ναυτικόν του τρομπόνιον
+χαιρετίζων τα ευλογημένα τέλη της ζωής του.
+
+
+
+ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ
+(1901)
+
+
+
+Και την πρωίαν εκείνην, κατά την συνήθειάν της η Αρφανούλα, πριν
+μεταβή εις το εργοστάσιον, διερχομένη, εμβήκεν εις την
+Καπνικαρέαν, κ' ελαφρά-ελαφρά, ως πτηνόν βηματίζουσα, με την
+ελαιόχρουν κοντήν μπερτίτσαν της και με το εκ μαύρου ψιαθίου
+καπελάκι της, ήναψε κηρίον εις το εικονοστάσιον, ησπάσθη ευλαβώς
+την εικόνα της Θεοτόκου και ρίψασα βιαστικά βλέμματα προς το βάθος
+όπου ετελείτο η θεία Μυσταγωγία, έκαμε πεντέξ σταυρούς ακόμη,
+βιαστικά, κ' εξήλθε πάλιν, ελαφρά-ελαφρά βηματίζουσα ως πτηνόν, η
+Αρφανούλα με την κοντήν μπερτίτσαν της, κατευθυνομένη με σπουδήν,
+προς την οδόν Ερμού, εις το εργοστάσιον, ως πτηνόν κυνηγημένον.
+
+Έξω του Ναού, παρά το Άγιον Βήμα, κατά σειράν, ικαναί ήδη τράπεζαι
+παιγνιοπωλών εστολίζοντο, παρατασσομένων επ' αυτών εν σωρώ
+διαφόρων παιγνιδίων, και αθυρμάτων εκ των ευθηνών, τα οποία
+αγοράζουσιν ιδίως οι παίδες του λαού. Εξημέρωνεν η παραμονή της
+Πρωτοχρονιάς. Η οδός Ερμού ήτο έρημος ακόμη διαβατών· και μόνον οι
+υπάλληλοι των πλουσίων της οδού ταύτης καταστημάτων, αγρυπνήσαντες
+όλην την νύκτα, παρεσκεύαζον τα πλούσια κομψοτεχνήματα της
+Πρωτοχρονιάς με προσοχήν εξαιρετικήν, ως να έστηναν παγίδας να
+συλλάβωσι κοσσύφους, κ' εκάλλυνον εν παρατάξει τα χρυσόλαμπρα
+αθύρματα εντός των προθηκών, αίτινες ομοιάζουσι με τα βέλα πολλών
+κυριών, διακοσμούντες αυτά ούτως ώστε μία απλή επιθεώρησις αυτών
+ν' αρχίζη από περιέργειαν και να τελειώνη εις ίλιγγον, όπου ο
+αγοραστής να μη γνωρίζη τι θα δώση και τι θα πάρη. Άρτι δε και οι
+διευθυνταί και οι κύριοι των καταστημάτων, πρωί-πρωί ελθόντες από
+τας οικίας των, έστεκον ακόμη εις τα προαύλια, εν μέσω ανοιγμένων
+κασσών και στιβάδων χαρτίου και αχύρου, θεωρούντες άνω τον
+ουρανόν ως οι σταφιδοκτήμονες, όπου έχουν απλωμένην την σταφίδα
+των.
+
+Ο καιρός ήτο τωόντι βροχερός. Αν και προέβη η ημέρα, ούτε μία
+ακτίς ηλίου δεν είχε λάμψει ακόμη. Υγρασία παγερά κατέβαινεν από
+τους βρεγμένους τοίχους των υψηλών οικιών, ενώ άλλη παγερωτέρα
+ανέβαινεν από του μουσκευμένου εδάφους της στενοχωρημένης αυτής
+μεγάλης οδού.
+
+Η Αρφανούλα, κάμψασα την αριστεράν γωνίαν του ναού, άμα αξελθούσα
+επροχώρησε προς τας κοσμουμένας τραπέζας των παιγνιοπωλών και
+προσεγγίσασα μετά θάρρους προς μίαν αυτών είπε:
+
+ — Καλημέρα Σπύρο!
+
+Ο Σπύρος, ένας υψηλός και γεροντώδης άνθρωπος, με πρόσωπον μαλακόν
+ως προζύμιον και με χείρας πλαδαράς ωσαύτως, προσεπάθει αγωνιών,
+ιδρόνων, ζαλισμένος, να τακτοποιήση τα επί της τραπέζης του
+συσσωρευμένα παίγνια και αθύρματα, με αδέξιον όλως τρόπον, και με
+ύφος απαρεσκείας, ως να έλεγε μέσα του:
+
+ — Τι τρελλός που είνε αυτός ο κόσμος!
+
+Και βλέπων πάλιν προς το στήθος του, ως να συνεπλήρωνε την
+δοξασίαν του, μετ' ολίγον επέλεγε:
+
+ — Και τι τρελλότερος που είμαι εγώ!
+
+Ακούσας την φωνήν της Αρφανούλας, ανεσήκωσε τα όμματά του κ'
+ενεθαρρύνθη ολίγον.
+
+Σαν να έπηξε κατά τι το λυωμένον πρόσωπόν του, σαν να ενευρώθησαν
+αι χείρες του, αι ξεβιδωμέναι:
+
+ — Και σε είχα 'ς το νου μου, καϋμένη! Είπε.
+
+Και ενώ η Αρφανούλα, πεταχτά-πεταχτά ήρχισεν αμέσως να τακτοποιή
+τα ποικίλα εκείνα ξύλινα και μετάλλινα αθύρματα, με χάριν και
+δεξιότητα, με παίζοντας τους δύο μαύρους οφθαλμούς της, ως του
+αστρείτου του όφεως, ο Σπύρος απομείνας με κρεμασμένας τας χείρας,
+εν η στάσει ερωτούσι τους ποιμένας μερικοί ειρηνοδίκαι, έλεγε:
+
+ — Και ξέχασα όλως διόλου καϋμένη, τας τιμάς! Πώς μου τα είπες;
+Τάκαμα όλα σαλάτα μέσα 'ς το κεφάλι μου, όπως κι' επάνω 'ς το
+τραπέζι μου. Εδώ έγεινε, βλέπεις, σωστό εμπορικό.
+
+ — Δεν μου είπες πως τα θυμάσαι ψες, που σου τα είπα πέντε φοραίς;
+Όλως διόλου αδέξιος, καϋμένε Σπύρο; Γι' αυτό τα πρόκοψες 'ς το
+εμπορικάκι.
+
+ — Μα ένα σωρό πράγματα! Ανακατώθηκαν 'ς το κεφάλι μου όπως και 'ς
+το τραπέζι μου. Πόσα μου είπες η ροκάναις η μεγάλαις, πόσα η
+μικραίς και πόσα η σφυρίκτραις: Πού να θυμηθώ;
+
+Η Αρφανούλα τον είδε με βλέμμα λύπης και απελπισίας, έσεισε την
+κεφαλήν της και είπεν.
+
+ — Άκουσέ τα λοιπόν πάλιν γλήγωρα, γιατί βιάζομαι. Πενήντα η
+μεγάλαις η ροκάναις, τριάντα η μικρότεραις, είκοσι η πειο μικραίς.
+
+Αλλά την στιγμήν εκείνην την διέκοψαν ξηρά πατήματα εγγύς, τακ-
+τακ, ως κτυπά θλιβερώς παράθυρον την νύκτα, κινούμενον υπό του
+ανέμου κανονικώς: τακ-τακ.
+
+Εστράφη και είδεν η Αρφανούλα τον θείον της, τον μπάρμπα Σταυρή:
+
+ — Καλά που ήλθες! Τώρα κατάλαβα πως μας αγαπάς. Πες του, Μπάρμπα-
+Σταυρή, τας τιμάς, είπεν η Αρφανούλα, γιατί σήμερα — ημέρα που
+είνε — έχω 'ς το εργοστάσιον σωρό δουλειά και βιάζομαι. Να ζήσης,
+Μπάρμπα-Σταυρή. Ξέρεις εσύ, γιατί είχες μια φορά ψιλικατζίδικο.
+Εγώ θα σε παρακαλούσα από τα χθες, αλλά ντράπηκα.
+
+ — Έννοια σου, Αρφανούλα μου, έννοια σου. Μπορούσα εγώ να σας
+αφήσω!
+
+Και ο Μπάρμπα-Σταυρής με τον ένα ξύλινον πόδα του, με δύο ξύλινα
+ραβδία επιστηριζόμενος επροχώρει προς την τράπεζαν, όπου η
+Αρφανούλα ετακτοποίει ακόμη τ' αθύρματα· έκυψε την τριγωνικήν
+μεγάλην κεφαλήν του — την βάσιν προς τα άνω και την κορυφήν του
+τριγώνου προς τα κάτω — ακούμβησεν εις τα δύο ξύλινα ραβδία του,
+ως να ήθελε να ειπή τον Άη-Βασίλην, και ήρχισεν αμέσως ν' απαριθμή
+τας τιμάς των διαφόρων αθυρμάτων προς τον εκθάμβως χαίνοντα
+ανεψιόν του. Οι γαμπροί εδώ οι ξύλινοι, μια δραχμή ο ένας, η
+νύμφες αυταίς ένα δίδραχμο. Τα κουκλάκια τριάντα λεπτά!
+
+ — Καλά, μπάρμα-Σταυρή, καλά, είπεν ο Σπύρος, σείων θλιβερώς την
+κεφαλήν του, φθάνει, μη κουράζεσαι.
+
+Η Αρφανούλα έρριψεν ακόμη ένα τελευταίον χέρι εις την τακτοποίησιν
+και ένα τελευταίον βλέμμα εις την εστολισμένην πλέον τράπεζαν του
+Σπύρου, ήτις έστιλβεν ως κάνιστρον πλήρες αγροτικών ανθέων και
+απήλθεν ευχαριστημένη από την απροσδόκητον παρουσίαν εκεί του
+θείου της, ευχηθείσα «καλήν πούλησιν».
+
+Και με την κοντήν μπερτίτσαν της και τα μαύρο ψιάθινον καπελλάκι
+της απήλθε βιαστικά, ως πτηνόν κυνηγημένον και εισέδυσεν εις το
+εγγύς εκεί εργοστάσιον γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων, ενώ ο
+Μπάρμπα-Σταυρής εξηκολούθησε:
+
+ — Πέντε δραχμαίς αυτή η βλαχοπούλα, και μια δεκάρα ο κάθε γαμπρός
+ο γύψινος. Αυτή η κεφαλή η άδεια πενήντα λεπτά, αυτή η κεφαλή
+γεμάτη αέρα μια δραχμή . . . . Μια πεντάρα η πάπια, μια πεντάρα η
+χήνα, μια πεντάρα ο πετεινός. Όλα τα πουλερικά μια πεντάρα. Κι'
+όλα τα άλλα ζώα και τα ανθρωπάκια μια δεκάρα.
+
+ — Τώρα τώκαμες ρόιδο! Στάσου να τα γράψω.
+
+ — Τι κουτός που είσαι; Κυττάζουν τέτοια μέρα τιμολόγια; Όσα
+θέλεις λέγε, και όσα θέλεις παίρνε.
+
+ — Ε, τώρα κατάλαβα, Έτσι, πες μου ντε!
+
+ — Μόνον να θυμάσαι πρώτα-πρώτα να λες τα πειο πολλά από ό,τι
+περιμένεις να πάρης. Ταις άλλαις ημέραις οι έμποροι λένε ό,τι
+βαστά η ψυχή τους, σήμερα λένε ό,τι τους κατέβη . . .
+
+ — Τώρα κατάλαβα. Έννοιά σου!
+
+Ο Μπάρμπα-Σταυρής εγνώριζεν από το ψιλικατζίδικο όπου είχε μια
+φορά κ' ένα καιρόν, αλλ' εγνώριζεν ασφαλέστερον από το
+εργοστάσιον, όπου ειργάζετο η ανεψιά του Αρφανούλα, συχνά
+επισκεπτόμενος τούτο, διότι αυτός την συνώδευε μικράν εις την
+εργασίαν κ' έβλεπε και ήκουεν εκεί τας τιμάς των γυναικείων πίλων
+και πτερών και πτηνών και ανθέων, μεταξύ των αθυρμάτων και
+ψευδοπαιγνίων κατατάσσων και το είδος τούτο του γυναικείου
+στολισμού. Και εξηγήσας εις τον Σπύρον όλα πάλιν εκ νέου, τακ-τακ,
+έλαβε πάλιν τον ξύλινον πόδα του και τα δύο ξύλινα ραβδία του και
+απήλθεν ειπών προς τον ανεψιόν του:
+
+ — Πάρε τώρα μια ροκάνα και γύριζε.
+
+Και ετράπη προς τα κηράδικα ο Μπάρμπα-Σταυρής, ενώ κατόπιν του
+έφθανον θρηνώδεις και πένθιμοι οι βραχνοί της ροκάνας του Σπύρου
+κροταλισμοί, θαρρείς κ' έκρωζον μαύροι κόρακες άνω του λευκού
+άστεως, μοιρολογούντες την τελευταίαν ημέραν του έτους.
+
+
+Ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, του περιφήμου κηπουρού των Σεπολίων,
+όστις πρώτος εκαλλιέργησε φράουλαις εν Αθήναις, λαβών τον σπόρον
+από τα εξακουστά περιβόλια του Βοσπόρου, ήτο πρεσβύτερος αδελφός
+της Αρφανούλας. Αλλ' όσον αυτός ήτο πλαδαρός και ξεβιδωμένος και
+άγαρμπος σαν μονόκλαδος βάτος, τόσον η Αρφανούλα ήτο επιδέξια και
+δραστηρία εις κάθε έργον της επισπώσα την συμπάθειαν και τους
+επαίνους.
+
+Μικρός ο Σπύρος επήγαινεν εις το σχολείον κ' εδείκνυεν ότι θα
+έστρωνεν, ως μερικά σκολιά φυτά, τα οποία συν τη αναπτύξει
+ορθούνται εύμορφα· αλλ' αποτόμως εσταμάτησεν εις την δευτέραν του
+γυμνασίου, χωρίς να το εννοήση και ο ίδιος· εκάθητο έπειτα όλην
+την ημέραν εις την δροσεράν εξοχήν, αναγινώσκων εφημερίδας και
+μυθιστορήματα και εκλέγων τας ευχυμωτέρας οπώρας του πατρικού
+κήπου.
+
+ — Βρε Σπύρο μου, βρε Σπυράκη μου, βρε Σπυρέτο μου!, τω έλεγεν ο
+Γέρω-Λαχανάς, ένας χαρωπός γέρων, με λάμπουσαν εξ αγαθότητας ψυχήν
+ως το λαμπρόν πρόσωπόν του, πνιγμένος μέσα εις τον ιδρώτα, με την
+σκαπάνην εις τας χείρας, μέσα εις τα χώματα των αυλακιών μέχρι
+γονάτων. Δεν κάνεις καλά, βρε Σπυράκο μου! Αλλ' αυτό μόνον έλεγε.
+Καθώς ο γέρων Ηλεί της Παλαιάς Γραφής. Δεν έπαιρνε και κανένα ξύλο
+από τον κήπον του. Και κατόπιν ο μεν Γέρω-Λαχανάς μετέβαινε εις
+άλλα αυλάκια, ο δε Σπύρος ο υιός του εγύριζε άλλην σελίδα του εις
+χείρας του μυθιστορήματος, ή ανήρχετο εις άλλο δένδρον. Τα δύο
+εκείνα λόγια του Γέρω-Λαχανά έμβαινον εις το ένα αυτί του και
+έβγαιναν αμέσως από το άλλο, χωρίς να επιψαύσωσι διόλου τον
+εγκέφαλόν του, κλεισμένον μέσα εις χονδρά κόκκαλα. Ώστε μετά τον
+θάνατον του πατρός του ο Σπύρος ευρέθη, είκοσιδύο ετών νέος, χωρίς
+εργασίαν και χωρίς επάγγελμα. Χωρίς διόλου να το καταλάβη και ο
+ίδιος πώς συνέβη αυτό το παράδοξον.
+
+Η μητέρα των δύο παιδίων είχε προαποθάνει. Τότε ένας θείος των
+εφρόντισε και το μεν περιβόλιον παρέδωκεν εις ξένον κηπουρόν επί
+μισθώματι, την δε Αρφανούλαν δεκαπενταέτιδα πλέον κορασίδα,
+εισήγαγεν εις τι μέγα εργοστάσιον γυναικείων πίλων και
+ψευδοστεφάνων.
+
+Ο θείος των αυτός, αδελφός της μητρός των, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο
+Ξυλοπόδαρος, ήτο ένας τετραπέρατος άνθρωπος.
+
+Με το ξύλινον ποδάρι του στηριζόμενος εις δύο ραβδία περιήρχετο
+όλας τας οδούς των Αθηνών καθ' εκάστην, μανθάνων όλα τα νέα και
+βλέπων όλα τα περίεργα, ενώ εξ άλλου έχων τετραγωνικόν νουν εις
+μίαν μεγάλην τριγωνικήν κεφαλήν — την βάσιν προς τάνω και την
+κορυφήν προς τα κάτω — , έκρινεν ευφυώς και ασφαλώς, άλλος Γέρω-
+Νίκος του Πηλίου, έξω εκεί εις τα Σεπόλια, ο Ξυλόσοφος
+αποκαλούμενος διά τα ξύλα ίσως όπου έφερεν επάνω του, τον ένα πόδα
+και τα δύο ραβδία. Είδεν αυτός ότι ο ανεψιός του ο Σπύρος δεν ήτο
+διά τίποτε. Τον έβλεπεν αυτός από πολλού αυξανόμενον κατά το
+ανάστημα ως λεύκαν του περιβολίου των άνευ της παραμικράς ελπίδος
+να καρποφορήση, ένας κρεμανταλάς και ανάξιος, κ' έλεγεν εις τον
+Γέρω-Λαχανά:
+
+ — Δεν εφύτευες, καϋμένε, κανένα πεύκο να σου κάνη τουλάχιστον
+κουνέλια για το ρετσινάτο, να τα ρίχνης εις τα βαρέλια να
+μοσχοβολούν;
+
+Διά τούτο ο μπάμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος εφρόντισε κ' εύρεν ένα
+καλόν κηπουρόν εργατικόν και δραστήριον προς ον εμίσθωσε το
+περιβόλιον μετά τον θάνατον του αγαθού κηπουρού.
+
+Κατά δε τους περιπάτους του εν Αθήναις ανεκάλυψεν ότι το αρτιπαγές
+εμπόριον των γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων θα προέβαινεν εις
+θαμβωτικήν προκοπήν εις μίαν πόλιν όπου τα αθύρματα και τα ψεύδη
+τιμώνται πολύ ακριβώτερα από την αλήθειαν και σταθερότητα, και
+εισήγαγε την Αρφανούλαν εις το εργοστάσιον των γυναικείων πίλων
+και ψευδοστεφάνων, όπου η δροσογενής Σεπολιώτισσα δεξιά τον νουν,
+με δύο μαύρα μάτια, ως του αστρείτου του όφεως παίζοντα, εγένετο
+μετ' ολίγα έτη αρχιεργάτρια, αυτή δίδουσα όλα τα σχέδια των πίλων
+και ψευδοστεφάνων.
+
+Από μικρά η Αρφανούλα βλέπουσα τους θαυμασίους συνδυασμούς των
+χρωμάτων εις τα αγριολούλουδα των Σεπολίων, μελετώσα τας ωραίας
+και καλλιτεχνικάς συμπλοκάς και περιπτύξεις κισσών και γιασεμιών,
+αγιοκλήματος και αγριάμπελης, εμβαθύνουσα δ' εις τα μυστήρια των
+ανθοφόρων κλάδων του κήπου των, κατήρτιζε, συν τη μικρά συνδρομή
+των ευρωπαϊκών φιγουρινιών, θαυμάσια συμπλέγματα ψευδοστεφάνων και
+υπέρκαλα στολίσματα ανθοφόρων πιλιδίων. Και είχεν η Αρφανούλα το
+σχέδιον, σύμφωνα με τας ιδέας του Μπάρμπα-Σταυρή, με τον καιρόν,
+ν' ανοίξη ίδιον εργοστάσιον, ώστε να μη καρπούται άλλος τα κέρδη
+της ευφυίας της.
+
+Αλλ' ο Σπύρος ο αδελφός της, αργός από πρωίας έως εσπέρας, εγένετο
+πάντοτε κώλυμα ανυπέρβλητον εις τα σχέδιά της εκείνα.
+
+Πώς να τον αφήση; Τον αγαπούσε. Τον επροστάτευεν. Είχε κληρονομήση
+την βλαπτικήν απλότητα του Γέρω-Λαχανά και η Αρφανούλα, και δεν
+εβάστα η ψυχή της να τα χαλάση με τον αδελφόν της. Να μη τον
+πικράνη.
+
+Ο θειός της όμως, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ελυπείτο δι'
+αυτό και προέβλεπεν ατυχήματα:
+
+ — Βρε κορίτσι μου, έλεγε. Γιατί χαλνάς τα λεπτά σου;
+
+ — Μα τι να κάμω;
+
+ — Να τον διώξης! . . .
+
+ — Και πού να πάγη;
+
+ — Ν' αυρή δουλειά!
+
+
+Η φράουλα μετά τινα έτη είχε διαδοθή και εις άλλα προάστεια. Το δε
+μεγαλείτερον κέρδος του περιφήμου κήπου του Γέρω-Λαχανά εμειώθη.
+Εμειώθη και το μίσθωμα. Μία δύο πλημμύραι προς τούτοις είχον
+καταστρέψει μέρος του περιβολίου, αφορία δε άλλη και ξηρασία
+έβλαψαν τα λαχανικά. Το έτος εκείνο δεν έδωκε μίσθωμα ο
+ενοικιαστής. Ο Σπύρος εκάθητο μίαν πρωίαν ανοίξεως συλλογισμένος.
+Εις τα προαύλιον του οικίσκου των του εξοχικού διεχύνοντο
+μεθυστικά αρώματα διαφόρων ανθέων, τα οποία εκεί παραπέρα έλαμπον
+εις τας ακτίνας του ηλίου με ανεκλαλήτους χρωματισμούς, ονειρώδους
+λειμώνος. Ζωύφια εβόμβουν κύκλω, πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων.
+Ο Σπύρος ανεπόλει διαφόρους αναγνώσεις του, θεωρών τα περί αυτόν
+φαιδρά αντικείμενα.
+
+ — Ποίος ενδύει τόσον μεγαλοπρεπώς τα κρίνα του αγρού, οπού ουδέ ο
+μέγας Σολομών με όλην την σοφίαν του δεν ημπόρεσε να ενδυθή με
+τέτοιαν λάμψιν; Ποίος τρέφει τα πουλάκια τα μικρά; Διατί ο
+άνθρωπος να μη είνε πάντοτε γελαστός και χαρούμενος ως τα πτηνά;
+Διατί και ο άνθρωπος να μη είνε στολισμένος ως τα κρίνα του αγρού;
+Διατί να σκάπτη την γην; Διατί να ιδρώνη και να κρυώνη; Να πεινά;
+Να κλαίη; Διατί να μη τραγουδή πάντοτε ως τα πτηνά; Ποίος τον
+έκαμε τον άνθρωπον, το εκλαμπρότερον δημιούργημα, σκοτεινόν, χωρίς
+άρωμα, χαμερπή, γυμνόν, πειναλέον . . .
+
+Ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος ερχόμενος και ακούσας, τας
+τελευταίας λέξεις του Σπύρου, επροχώρησε με τον ξύλινον πόδα του,
+τακ-τακ με την τριγωνικήν μεγάλην κεφαλήν του, σείων αυτήν δεξιά
+και αριστερά, με τα δύο ξύλινα ραβδία, τακ-τακ, και καθίσας
+πλησίον του Σπύρου, εθώπευσεν αυτόν πατρικώς εις τους ώμους και
+είπε:
+
+ — Εγώ να σου το πω, Σπύρε μου, ποίος τον έκαμε τον άνθρωπον
+γυμνόν και πειναλέον. Τον έκαμεν ο ίδιος ο άνθρωπος. Ξέρεις τι
+λέγανε μια φορά οι παππούδες μας; Γλυκός ο ύπνος την αυγή, γύμνια
+και πείνα την Λαμπρή! . . .
+
+Ο Σπύρος εγέλασε και είπε:
+
+ — Καλνά σε είπανε ξυλόσοφο!
+
+ — Το ξέρεις λοιπόν, κατεργαράκο μου, εξηκολούθησεν ο Μπάρμπα-
+Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος. Λυπάσαι γιατί χάλασε το μισό περιβόλι και
+φθονείς τα πουλιά και ζηλεύεις τα λουλούδια! Μόλις έπαθες μια
+μικρή ζημία και κάθεσαι και συλλογιέσαι. Και πού νακούσης τι
+δυστυχίαις μεγαλείτερες μας περιμένουν. Ήμουνα σήμερα, παιδί μου,
+εις τα βιβλιοπωλείον του Νάκη και ήταν εκεί ένας ροδοκόκκινος
+γέρος, με γελαστά μάγουλα και γελαστά μουστάκια και γελαστά
+γένεια, και τους εδιάβαζε τον Χρονογράφον και τους έλεγε για την
+Πόλι ότι πλησιάζει ο καιρός της και τους έκαμεν όλους να
+συλλογίζωνται. Και τους είπεν ύστερα ότι στην Αθήνα θάρθουν
+ακρίβειαις μεγάλαις, θάρθουν δυστυχίαις, θαρθή πείνα και κακή
+ασθένεια, θάρθουν — έλεγεν ο Χρονογράφος — θάρθουν από την Πόλι
+και από την Λόντρα οι «ομογενείς» στην Αθήνα, και θα μας φέρουν
+ακρίβεια και την κακή ασθένεια και θα μας φέρουν πείνα και θ'
+ακριβήνουν όλα τα πράγματα, θ' ακριβήνουν τ' αυγά, θ' ακριβήνουν η
+κότταις. Θα συνάξουν από τον κόσμον τα «υπέρπυρα» και θα τον
+φορτώσουν με «πτυκτά». Και την κακήν ασθένειαν όπου έλεγεν ο
+Χρονογράφος, εκείνος ο γέρος ο γελαστός την εξηγούσε ότι είνε τα
+λούσα τα μεγάλα που θα μας φέρουν οι «ομογενείς», γιατί τα λούσα
+είνε κακή ασθένεια κολλητική σαν την πανούκλα.
+
+ — Και τι είνε τάχα αυτοί οι «ομογενείς;» Ηρώτησεν ο Σπύρος,
+συγκινηθείς ολίγον και ακούων μετά προσοχής.
+
+ — Ποιος ξέρει, απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταυρής. Ο γέρος ο γελαστός
+που ξηγούσεν εκεί τον Χρονογράφον, δεν είπε τίποτε. Μα εγώ θαρρώ
+πώς θενάνε, παιδί μου, τίποτε άνθρωποι, θηρία αρπακτικά δεν
+πιστεύω να είνε οι ομογενείς. Θενάνε τίποτε φαγάδες, τίποτε
+μπερεκετλήοες και θαρθούν εις την Αθήνα και θα μας ακριβήνουν τα
+πράγματα. Και θα μας πάρουν τα «υπέρπυρα» δηλαδή της λίραις, τον
+χρυσόν, που λάμπει περισσότερον από την φωτιά και θαμβόνουν τα
+ασυνήθιστα μάτια των ελλήνων, και θα μας φορτώσουν με τα
+«_πτυκτά_» δηλαδή με μετοχάς και χρεώγραφα, τα οποία είνε _πτυκτά_
+χαρτιά, διπλωμένα ώμορφα. Έτσι τα εξηγώ εγώ αυτά. Γιατί ούτε ο
+«Χρονογράφος» τα ξεκαθαρίζει, ούτε ο γέρος ο γελαστός ήξευρε να τα
+εξηγήση (2).
+
+ — Και γιατί μου τα λέγεις αυτά, μπάρμπα Σταυρή; Παρετήρησε
+πειραγμένος ολίγον ο Σπύρος.
+
+ — Ο νοών νοείτω! απήντησεν ο Ξυλοπόδαρος κτυπήσας με κρότον εις
+την γην τον ξύλινον πόδα του.
+
+ — Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, επανέλαβεν ο Ξυλοπόδαρος και
+κτυπήσας άλλην μίαν φοράν τον ξύλινον πόδα του έλαβε τα δύο ξύλινα
+ραβδία του, και τακ-τακ απήλθε να περιέλθη κατά την συνήθειάν του
+τας συνοικίας της πόλεως, ενώ τα ποικιλόχρωμα άνθη του κήπου
+διέχυνον το μεθυστικόν άρωμά των περί τον έκθαμβον απομείναντα
+υιόν του Γέρω-Λαχανά, και τα πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων την
+αιωνίαν προς τον Πλάστην μελωδίαν των. Και ενώ ο μπάρμπα Σταυρής
+έκλειε την αυλόπορταν σταθείς είπε:
+
+ — Καλό είνε παιδί μου, το καθησιό, μα το ξάπλωμα είνε ακόμα
+καλλίτερο!
+
+
+ — Δεν θα σ' ενοχλώ πλεια, Αρφανούλα μου, είπε με χαράν μίαν
+εσπέραν μετά ταύτα ο Σπύρος προς την αδελφήν του. Μ' εσύστησαν εις
+τον κυρ Νίκον, τον υποψήφιον βουλευτήν, να διαβάζω τους εκλογικούς
+καταλόγους 'στής ημέραις των εκλογών και να σημειώνουν οι
+κομματάρχαι ποιοί είνε ζωντανοί και ποιοί είνε πεθαμένοι, θα τρώγω
+μεσημέρι-βράδυ 'ς το σπίτι του. Και όταν επιτύχη 'ς της εκλογαίς,
+θα με διορίση.
+
+Η Αρφανούλα εχάρη κ' εδόξασε τον Θεόν. Πρώτην φοράν έβλεπεν αυτό
+το θαύμα, του οποίου εργάτης βεβαίως ήτο ο Μπάρμπα-Σταυρής ο
+Ξυλοπόδαρος, ο νέος θαυματουργός των Σεπολίων με τον ξύλινον πόδα
+του και με την ως ραβδίον πλήττουσαν ξυλίνην φιλοσοφίαν του.
+
+ — Μου είπε να με διορίση από τώρα, εξηκολούθησεν ο Σπύρος,
+τελωνοφύλακα. Αλλά πού να τρέχω και να ξενυχτώ για τα λαθρεμπόρια.
+Μου είπε να με βάλη στο Καπνοκοπτήριο, μα ο καπνός μου μυρίζει και
+δεν βαστάω διόλου. Εγώ του είπα ότι προτιμώ να με στείλη επόπτην
+εκεί που θα φορτώνουν την σταφίδα 'ς την Πάτρα, να στέκωμαι και να
+βλέπω. Αυτήν την υπηρεσίαν, κυρ Νίκο, του είπα, σου υπόσχομαι να
+την κάμω καλλίτερα από κάθε άλλον. Δυστυχώς όμως ο Νίκος απέτυχεν
+εις τας εκλογάς και ο Σπύρος έμεινε πάλιν άνευ έργου, υπότροφος
+της αδελφής του. Αλλ' όταν μία καταστρεπτική πλημμύρα του
+Κηφισσού, η οποία κατέστρεψεν όλας σχεδόν τας εξοχάς των Αθηνών,
+εξηφάνισεν ολοτελώς και το περίφημον περιβόλιον του Γέρω-Λαχανά,
+τα δε παιδία μόλις εσώθησαν επί της στέγης της οικίας των, ο
+Σπύρος ήρχισε να συλλογίζηται πάλιν ως και την άλλην φοράν και να
+θέλη να φιλοσοφήση επί των καταιγίδων και των πλημμυρών.
+
+ — Τώρα τι να κάμωμεν!
+
+Είπεν η Αρφανούλα προς τον αδελφόν της.
+
+ — Λες να γλύτωσεν η Βουλή, από τον φοβερόν αυτόν καταποντισμόν;
+είπεν ο Σπύρος, αναμένων πάντοτε εκλογάς.
+
+ — Εθεμέλιωσεν ο γέρως, Σπύρο μου, εθεμέλιωσε. Δεν πέφτει, έλεγεν
+ο Μπάρμπα-Σταυρής, εκεί παρών, μόνον κύτταξε να πιάσης την τσάπα
+του γέρω Λαχανά. Αυτό που σου λέγω!
+
+ — Και τι να σκαλίσω; Τα χαλίκια που μου χάρισεν ο ποταμός;
+
+ — Αυτό που σου λέγω!
+
+Είχε μαλακυνθή όλως διόλου ο δυστυχής από την αργίαν. Αι σάρκες
+του ήσαν απαλαί, αι παρειαί του ως εκ προζυμίου, αι χείρες του ως
+ξεβιδωμέναι. Αι τρίχες της κόμης του άσπρισαν και αυταί. Τι να
+κάμη: Η αδελφή του, τη επιμόνω παρατηρήσει του μπάρμπα Σταυρή είχε
+σκληρυνθή ολίγον.
+
+ — Τον παίρνεις στον λαιμόν σου, άφησέ τον, της έλεγεν ο
+Ξυλοπόδαρος. Αργός μη εσθιέτω. Θα σε κανονίση ο παπα-Μεθόδιος. Δεν
+πας να ιδής; Αργός μη εσθιέτω! Εις τον κόσμον αυτόν χέρι με χέρι
+όλα γίνονται. Πάρε δουλειά, νά φαΐ . . .
+
+Εν τη εσχάτη εκείνη ανάγκη ο Σπύρος προσεκολλήθη παρά τινι
+συμβολαιογραφείω, ν' αντιγράφη συμβόλαια αντί δραχμής από πρωίας
+μέχρι νυκτός. Το βράδυ, ότε επέστρεφεν η Αρφανούλα από το
+εργοστάσιον, με λύπην της τον έβλεπε τον αδελφόν της κατακομμένον
+ως να έσκαπτε, με τους δακτύλους της δεξιάς του πληγωμένους και
+καταμελανωμένους. Αλλά δεν ωμίλει, μήπως και συνειθίση. Ούτε ο
+Σπύρος ωμίλει μήπως και συνειθίση. Πλην μετά μίαν εβδομάδα η
+Αρφανούλα έξαφνα ακούει τα παράπονά του:
+
+ — Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου; Εσύ πιστεύεις τον Μπάρμπα-Σταυρή
+και δεν πιστεύεις εμένα. Με κυνηγά η ατυχία καϋμένη. Τι να σου
+κάμω! Το συμβολαιογραφείο το έκλεισαν διά μίαν κατάχρησιν του
+συμβολαιογράφου!
+
+Τότε ο Μπάρμπα-Σταυρής λυπούμενος περισσότερον την Αρφανούλαν τον
+συνέστησεν εις άλλο συμβολαιογραφείον. Αλλά μετά δύο ημέρας ήλθεν
+ο Σπύρος έξω φρενών.
+
+ — Μέβαλες σ' αυτόν τον μασώνον, σ' αυτόν τον άθεον!.. Ο
+τετράγωνος νους του Μπάρμπα-Σταυρή, ο περικλεισμένος μέσα εις την
+τριγωνικήν κεφαλήν του εξήναψε μετά ταύτα άλλην ιδέαν φαεινήν και
+είπεν.
+
+ — Ο γέρως εθεμελίωσε, παιδί μου. Δεν είνε ελπίς να πέση και να
+διαλυθή η Βουλή. Άνοιξέ μου ένα καφενείο, εκεί κατά την Βάθεια.
+Περνώ εγώ από κει και βλέπω ότι είνε μεγάλη ανάγκη. Δεν υπάρχει
+κανένα καφενείον σ' εκείνη την γειτονιά, και αναγκάζονται οι
+νοικοκυραίοι να φεύγουν εις τα μακρυνά, εις τα Χαυτεία, και
+φωνάζουν οι γυναίκες τους γιατί τους αλλαργεύουν πολύ οι άνδρες
+του και έχουν καρδιοχτύπι την νύκτα μεγάλο, μη πάθουν τίποτε οι
+καϋμένοι...
+
+Αφού μάλιστα η ιδέα προήρχετο από τον Μπάρμπα-Σταυρήν, ο Σπύρος
+ευρέθη μετ' ολίγον ευκόλως διευθυντής ενός ωραίου καφενείου εις
+την Βάθειαν, με μίαν μεγάλην λεύκαν εμπρός. «Εις την _Λεύκα_» με
+το όνομα. Ο νταμπής έψηνε τους καφέδες, ο σερβιτόρος τους
+εμοίραζε, και ο Σπύρος εκάθητο από το πρωί έως το βράδυ στον
+μπάγκο αναγινώσκων εφημερίδας και διαλεγόμενος περί εκλογών.
+Οσάκις δε εγίνετο λόγος περί εργασιών ή θέσεων έλεγε προς τον
+Μπάρμπα-Σταυρήν, όστις συχνά τον επεσκέπτετο.
+
+ — Ωχ, αδερφέ, βαρέθηκα να κάθωμαι από το πρωί ως το βράδυ εδώ
+στον μπάγκο. Επόπτης εις την σταφίδα. Εκείνη η εργασία μου αρέσει.
+Γλυκεία, σταφιδένια θεσούλα. Μα που θα μου πάη. Δεν θα τον ρίξουν
+τον γέρω καμμιά φορά...
+
+Ας παρεπονείτο ο Σπύρος. Έτσι το έκαμνε. Διά να δείξη εις τον
+Μπάρμπα-Σταυρή, ότι ενδιαφέρεται πλέον διά τα ζωτικά ζητήματα, δια
+τα ζητήματα της ημέρας, διά τα ζητήματα του εαυτού του, διά την
+αποκατάστασιν της αδελφής του.
+
+Ήτο πολύ ευχαριστημένος με την διεύθυνσιν του καφενείου. Και η
+Αρφανούλα ήτο όλη χαρά. Κάθε βράδυ εις τας ένδεκα της έφερνε πότε
+δέκα δραχμάς και πότε είκοσι, κέρδος. Αλλά μετά τρεις μήνας,
+έξαφνα έρχεται θυμωμένος ο Σπύρος και της λέγει:
+
+ — Πες του χαιρετίσματα του Μπάρμπα-Σταυρή, Αρφανούλα μου. Ο
+Σπύρος δεν είνε τεμπέλης. Έχω τρεις μέραις να πιάσω δεκάρα, και
+χρεωστώ μισθούς εις τον σερβιτόρο, και χρεωστώ το ενοίκιον. Δεν σ'
+αφίνει ο φθόνος, Αρφανούλα μου. Ήλθε δίπλα μου ένας άλλος και
+άνοιξεν άλλο καφενείο, και μου πήρε όλους τους μουστερήδες,
+
+ — Δεν πάγαινες, κακομοίρη, παρακάτω, τω είπα. Το μέλι έχει αυτή η
+θέσις;
+
+Αληθώς άλλος τις φίλεργος και δραστήριος, ιδών την ανάγκην εκεί
+της συνοικίας, ιδών και τον Σπύρον από πρωίας έως νυκτός καθήμενον
+και μη κινούμενον διόλου εις περιποίησιν και κολακείαν των
+πελατών, ήνοιξεν άλλο καφενείον παραπλεύρως, και μόνος
+περιποιούμενος τους πελάτας προθύμως, αφήρεσεν όλην την πελατείαν
+του Σπύρου, όστις τέλος ηναγκάσθη να κλείση το καφενείον του,
+πωλήσας τα έπιπλα εις ευτελεστάτην τιμήν και ζημιώσας την
+Αρφανούλαν υπέρ τας χιλίας δραχμάς.
+
+Τότε και η Αρφανούλα ήρχισε να εξυπνά. Όσα εξώδευε προς διατροφήν
+του αδελφού της και προς ενδυμασίαν, δεν υπελόγιζεν. Αλλά να ρίψη,
+χιλίας διακοσίας δραχμάς εις το πηγάδιον... τούτο την αφύπνισεν
+από του ληθάργου.
+
+ — Έχει δίκαιον ο Μπάρμπα-Σταυρής, είπεν.
+
+Αλλ' αυτήν την φοράν ο Μπάρμπα-Σταυρής ηλέγχετο ότι αυτός έγεινεν
+αίτιος της μεγάλης αυτής ζημίας της ορφανής κόρης.
+
+ — Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου, έλεγε δικαιολογούμενος ο
+Ξυλοπόδαρος. Πρώτη φορά που εγελάσθηκα. Αλλά πάλιν δεν εγελάσθηκα.
+Η θέσις εκείνη ήτανε αληθινά διά καφενείον. Αλλά το καφενείον
+θέλει και καφετζήν. Ο Σπύρος ενόμισεν ότι ο καφετζής πρέπει να
+κάθεται και εδώ είνε που την έπαθε. Κανένας δεν πρέπει να κάθεται,
+Αρφανούλα μου, όταν έχη δουλειά. Και ο επόπτης της σταφίδος θαρρεί
+ο Σπύρος ότι κάθεται; δεν πιστεύω να κάθεται και αυτός. Κάτι θα
+κάμνη, κάτι θα σημειώνη· και σταφίδα να πάρη κανένα τσουβάλι, θα
+κουνηθή, θα δουλέψη. Εγνώριζα ότι ο αδελφός σου δεν είνε για
+τίποτε, ούτε για την σταφίδα, αλλά έλεγα ότι σε ένα δύο χρόνια θα
+προφθάση να κερδίση κάτι τι στη Βάθεια να πιάση μαγιά. Αλλά
+βλέπεις, σήμερα, Αρφανούλα μου, στέκουν οι άνθρωποι με ανοιχτό το
+στόμα να χάψουν τας ιδέας των άλλων. Και εδώ πλέον χρειάζεται
+ταχύτης: Όποιος πρόφτασε τον Κύριον εδόξασεν. Όλα έγειναν σήμερον
+«ηλεκτροπαραγωγά», είπεν ο Ξυλοπόδαρος, κτυπών τα τρία ξύλα του
+εις την γην με την νέαν αυτήν του συρμού λέξιν.
+
+ — Και τώρα; ηρώτησεν η Αρφανούλα, περιδεής.
+
+ — Τώρα; 'Σαν ταποτώρα! απήντησεν ο Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ξύων
+την βάσιν της τριγωνικής κεφαλής του. Κάμε ό,τι θέλης. Μόνον να μη
+ξεχάσης τι προφητεύει ο Χρονογράφος για την Αθήνα κ' έχε τον νουν
+σου. Και κάμε λήγωρα να ανοίξης δικό σου εργοστάσιο. Γιατί θαρθούν
+ακρίβειαι εις την Αθήνα, θάρθουν από την Πόλι οι ομογενείς και από
+τη Λόνδρα και θα φέρουν 'ς την Αθήνα την ακρίβεια και την κακή
+ασθένεια, ήγουν τα λούσα. Έπειτα δεν θα πανδρευθής κιόλας; Το
+Σπύρο θα κάθεσαι να περετάς; Μη τον λυπάσαι. Η ανάγκη θα τον κάμη
+να κυττάξη ναυρή δουλειά. «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών
+νεκρούς... »
+
+
+Ούτε ο γέρως όμως έπεφτεν, ούτε η βουλή διελύετο. Μόνον τα ιμάτια
+του Σπύρου διελύθησαν εις ράκη από της επονειδίστου «_αεργίης_». Η
+Αρφανούλα πεισθείσα εις τας συμβουλάς του «Γέρω-Νίκου» των
+Σεπολίων απεφάσισε να εγκαταλίπη πλέον τον αδελφόν της. Μόνον τον
+έτρεφε. Φορέματα τίποτε. Δραχμήν διά το καφενείον, τίποτε. Κατ'
+αρχάς εκείνος ήρχισε να την απειλή, ζητών να μοιράσουν την
+πατρικήν κληρονομίαν, τον παμπάλαιον οικίσκον των Σεπολίων. Τον
+περίφημον κήπον είχε μεταβάλει ο Κηφισσός εις κοίτην του. Εδέχετο
+δε να έλθη εις συμβιβασμόν μαζί της, αν του έδιδεν ολίγα κεφάλαια
+ν' ανοίξη ένα εμπορικάκι, εκεί κατά την Αγίαν Μαρίναν.
+
+Ήτο πληθυσμός παιδιών μικρών εις την εργατικήν εκείνην συνοικίαν
+κ' ήλπιζε να κερδίζη πολλά ο Σπύρος από το μικρόν εμπορικάκι
+ψευτολογών τα μικρά. Αλλά η Αρφανούλα ήτο άκαμπτος.
+
+ — Βάστα καλά! της έλεγε και ο Μπάρμπα-Σταυρής.
+
+Ιδών τότε ο Σπύρος ότι διά των απειλών ουδέν κατώρθου, αλλά μάλλον
+θόρυβος εγίνετο, απεφάσισε να μεταχειρισθή τας δεήσεις. Εις τα
+τοιαύτα, δεήσεις και δάκρυα, οι αργοί είνε θαυμάσιοι ημπορούν να
+κάμψουν και την σκληροτέραν καρδίαν, όχι την μαλακήν της
+Αρφανούλας καρδίτσαν όπου λαχταρούσε σαν του πουλιού. Ημπορούν να
+μεταπείσουν και αυτόν τον Μπάρμπα-Σταυρή να μεταβάλη γνώμην περί
+αυτών, όχι την γυναικείαν της Αρφανούλας διάνοιαν, η οποία
+επείθετο αμέσως ως το μικρόν παιδίον.
+
+ — Μη βλέπης, έλεγε κλαίων σχεδόν ο Σπύρος, μη ακούης, Αρφανούλα
+μου, με κυνηγά η ατυχία. Ξέρω εγώ την δουλειά μου. Ας μη άνοιγε το
+διπλανό καφενείο, και θ' άβλεπες σήμερα τον Σπύρο. Ας έπεφτε ο
+γέρως, να διαλυθή η βουλή, και θάβλεπες τον Σπύρο 'ς την Πάτρα, 'ς
+την σταφίδα να γυρίση πίσω με χρυσά ωρολόγια.
+
+Γυνή ήτο, αδελφή του ήτο, ευσπλαγχνική φύσις ήτο.
+
+Η Αρφανούλα εκάμφθη.
+
+Και ο Σπύρος μετά τινας ημέρας, εκεί παρά την Αγίαν Μαρίναν,
+χωμένος μέσα εις ένα μικρόν εμπορικάκι, γεμάτο ψυλικά ποικιλώνυμα,
+με κατάστιχα, με καλαμάρια, και πέννες να σημειώνη, με απομεινάρια
+του εργοστασίου της Αρφανούλας διά τας πτωχάς εκεί κορασίδας, που
+τρελλαίνονται για ένα φτερό, ή για ένα ψευδοάνθος, επώλει, χωρίς
+να γνωρίζη και ο ίδιος τι κάμνει.
+
+ — Πήγες καμμιά μέρα, να ιδής τι κάμνει εκείνος ο αδελφός σου;
+
+Ηρώτησε μετά τινας μήνας την Αρφανούλαν ο Μπάρμπα-Σταυρής,
+θυμωμένος διότι δεν εισηκούσθη.
+
+ — Είχα καιρόν; . . . Απήντησεν η Αρφανούλα.
+
+Ο Μπάρμπα-Σταυρής όμως, τακ-τακ, με τον ξύλινον πόδα του και τα
+ξύλινα ραβδία του, τακ-τακ — περιερχόμενος όλας τας συνοικίας καθ'
+εκάστην, είχε καιρόν. Και έμαθεν ότι εις την Αγίαν Μαρίναν άνοιξεν
+ένα εμπορικάκι που πωλεί φθηνά, πάμφθηνα, που δε ζητάει τα
+βερεσέδια ο εμποράκος, που δεν σημειόνει, που τον γελάνε τα
+παιδάκια και τα κοριτσάκια· που του κλέβουν τα κονδύλια και της
+πλάκαις και της κορδελίτσαις από μπροστά από τα μάτια του, και
+τόσα άλλα.
+
+Η Αρφανούλα τα είπεν αυτά εις τον αδελφόν της, χωρίς ν' αναφέρη
+τον Μπάρμπα-Σταυρήν. Αλλ' ο Σπύρος τα διέψευδεν. Έλεγεν ότι τα
+διαδίδει αυτά ένας φούρναρης εκεί δίπλα του, ο οποίος αφού είδεν
+ότι το μαγαζάκι του έκαμνε δουλειά, παρήγγειλε και αυτός και του
+έφκιασαν μέσα εις τον φούρνον μια μόστρα και έβαλε κάμποσα ψιλικά
+και αυτός και τα κατέβασεν ελεεινά, και η αλήθεια είνε ότι του
+έκοψε του Σπύρου τους μουστερήδες. Γιατί αυτός είνε κατεργάρης και
+όσα σπίτια δεν στέλνουν τα παιδιά τους να ψωνίσουν τα ψιλικά από
+αυτόν, δεν τους δίνει ψωμί κρέντιτο. Να, αυτά είνε τα σωστά. Ότι
+δηλαδή, Αρφανούλα μου, η ατυχία με κυνηγά· και να πης χαιρετίσματα
+εις τον Μπάρμπα-Σταυρήν ότι ο Σπύρος ειμπορεί να είνε άτυχος,
+τεμπέλης όμως δεν είνε.
+
+Η Αρφανούλα ένεκα συσσωρεύσεως παραγγελιών εν τω εργοστασίω, δεν
+έλαβε καιρόν να φροντίση εγκαίρως· και ούτως με την νέαν
+επιχείρησιν του αδελφού της εζημιώθη άλλας χιλίας δραχμάς.
+
+Επήγε να σκάση από τον θυμόν του ο Μπάρμπα-Σταυρής. Αλλ' ενόμιζε
+πλέον ότι η Αρφανούλα έβαλε γνώσιν, ότε την παραμονήν της
+Πρωτοχρονιάς ελθών να χαιρετίση την ανεψιάν του διά τα
+Χριστούγεννα, μετά τινα καιρόν, βλέπει και ητοίμαζε διάφορα
+παιγνιδάκια και αθύρματα πολλά, σωρόν μεγάλον.
+
+Ο Σπύρος έλειπε.
+
+ — Τι είν' αυτά Αρφανούλα; ηρώτησεν ο θείος της. Κάτι πολλά δώρα
+θα κάμης εφέτος. Μήπως τον αρραβώνιασες τον Σπύρο, κρυφά από τον
+Μπάρμπα-Σταυρήν; Να σου πω, δεν θα ήταν άσχημα. Ο γάμος είνε σαν
+το τυπογραφικό πιεστήριον και μπορεί να στρώση και ο Σπύρος.
+
+Η Αρφανούλα εγέλασε. Και διηγήθη είτα εις τον θείον της τα
+συμβαίνοντα.
+
+ — Τι να σου πω, Μπάρμπα-Σταυρή. Τον λυπήθηκα. Δεν βαστά η ψυχή
+μου. Δεν έχει παντελόνι να φορέση. Έπεσε 'ς τα πόδια μου με τα
+δάκρυα, σαν μωρό, και μου είπεν. Απ' τον Θεόν και στα χέρια σου,
+αδελφούλα μου. Άλλη φορά δεν θα σε βαρύνω. Δάνεισέ μου ένα
+κατοστάρικο να στήσω 'ς την Καπνικαρέα ένα τραπέζι να πωλήσω
+Πρωτοχρονιάτικα, να βγάλω μια φορεσιά ρούχα το ελάχιστο. Σε λίγαις
+ημέραις θα τον φάνε τον Γέρω, τέλος πάντων. Και άλλη φορά δεν θα
+σε βαρύνω. Το βλέπω κ' εγώ. Κοντζάμ άνδρας ως εκεί επάνω, να μένω
+χωρίς δουλειά! Φταίει και ο μακαρίτης ο Γέρω-Λαχανάς. Όταν μου
+έλεγε, βρε Σπυράκι μου, βρε Σπυρέτο μου, βουτηγμένος αυτός μέσα 'ς
+τον ιδρώτα και τα χώματα, έπρεπε να σηκώση την τσάπα του να μου
+κάμη μια τρύπα 'ς το ξερό μου, να έμβη μέσα ολίγη γνώσις.
+
+Και έκλαιεν ο καϋμένος . . .
+
+Τον λυπήθηκα Μπάρμπα-Σταυρή. Έπειτα να πούμε και του φτωχού το
+δίκαιο. Τον κυνηγά και η κακοτυχία. Δεν είνε μονάχη η κακομοιριά.
+
+ — Μα δεν ξέρεις, κορίτσι μου, ότι όπου κακομοιριά, εκεί και
+κακοτυχία; . . .
+
+
+Ούτω λοιπόν ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, με την πονηρίαν του και με
+την φυσικήν αγαθότητα της Αρφανούλας τα κατάφερε πάλιν και τον
+είδομεν την παραμονήν της πρωτοχρονιάς πρωί πρωί, παρά το Άγιον
+Βήμα της Καπνικαρέας, εμπρός εις μίαν τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα
+ευθηνά αθυρμάτια, στρέφοντα, τη συμβουλή του θείου του, μίαν
+τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν εκεί θρηνητικώς, πρώτην-πρώτην αυτήν,
+ως το εγερτήριον της μεγάλης εμπορικής οδού, την τρελλήν εκείνην
+ημέραν.
+
+Αλλά μόλις εξηφανίσθη ο Μπάρμπα-Σταυρής με τα τρία ξύλα του, ως
+είδομεν, και ψεκάδες πυκναί ήρχισαν να πίπτουν.
+
+Ο άνεμος ετράπη προς το βορειοανατολικόν του ορίζοντος και μετ'
+ολίγον βροχή δαρτή ήρχισε να πίπτη. Θόρυβος επηκολούθησε τότε και
+ταραχή μεγάλη εις τας πέριξ εκεί άλλας τραπέζας των παιγνιοπωλών,
+και φωναί και βλασφημίαι ηκούσθησαν. Άλλοι με λευκάς σινδόνας
+εσκέπαζον τα προς πώλησιν αθύρματα, ως να τα εσαβάνοναν, και άλλοι
+εισεκόμιζον τας τράπεζας των εις τα εγγύς εμπορικά. Οι έμποροι,
+απηλπισμένοι συνέκρουον τας χείρας των ως οι σταφιδοκτήμονες,
+βραχείσης της σταφίδος. Οι υπάλληλοί των εγελούσαν σκαστά.
+
+Ο Σπύρος τότε του Γέρω-Λαχανά, ανοίξας την ομβρέλλαν του, είχεν
+αυτήν την πρόνοιαν, με όλην την ανικανότητά του ήτο γεμάτος
+πονηρίαν, ανέμενε να παύση, η βροχή κ' εξηκολούθει να συστρέφη την
+τεραστίαν ροκάναν.
+
+Ουδείς διαβάτης ετόλμησε να προβάλη επί τόσας ώρας και εκινδύνευε
+να κηδευθή η τελευταία ημέρα του έτους εκείνου άνευ της προπομπής,
+αλλά μόνον με τους θρηνητικούς κρωγμούς της ροκάνας του Σπύρου,
+του υιού του Γέρω-Λαχανά.
+
+Διότι αληθώς μετ' ολίγον ορμητική θύελλα εκραγείσα, θαρρείς και
+απέλυσεν επί της πόλεως ολόκληρον τρούμπαν. Καταρράκται
+κατακλυσμού ανοίχθησαν και ρεύμα μετά ηχηράς βοής κατήλθεν αμέσως
+από του Συντάγματος, το οποίον παρέσυρε παν το πρόστυχον. Οι
+έμποροι έσπευδον ν' αποσύρωσιν από των θυρών των τα προς πώλησιν
+πράγματα. Η δε τράπεζα του Σπύρου, μη προνοήσαντος να την εισαγάγη
+εγκαίρως εις τι εμπορικόν, ως έπραξαν προ μικρού οι άλλοι
+παιγνιοπώλαι, ανετράπη φευ! και τα παίγνια όλα και όλα τα αθύρματα
+του οικτρώς παρεσύρθησαν υπό του χειμάρρου κ' εξηφανίσθησαν εις
+την εκεί πλησίον μεγάλην καταβόθραν.
+
+Και εσώθη μόνος ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, ως ο τελευταίος άγγελος
+του Ιώβ, ίνα αναγγείλη την θλιβεράν είδησιν εις την αδελφήν του.
+
+ — Πες χαιρετίσματα εις τον Μπάρμπα-Σταυρή, Είπε θρηνών ο Σπύρος,
+πες του που ξέρει να κάνη το ξυλόσοφο, ότι ο Σπύρος δεν είνε
+τεμπέλης, αλλά τον κατατρέχει η ατυχία....
+
+
+Κατόπιν, μετά μεσημβρίαν, ο ουρανός της Αττικής, ο απατεών,
+εξαστέρωσε κ' έγεινεν αρκετή κίνησις, ο δε σχηματισθείς βόρβορος
+συνετέλεσεν εις το να ανυψώση εις βακχικήν τελετήν, την γενομένην
+εκείνο το έτος παρέλασιν των Αθηναίων.
+
+ — Δεν ξεύρω, τέλος πάντων, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταυρής ο
+Ξυλοπόδαρος, ελθών την επαύριον να χαιρετίση την Αρφανούλαν, δεν
+ξεύρω ποίος πταίει, ο αδελφός σου ή η ατυχία του. Σου το είπα όμως
+και άλλαις φοραίς. Όπου κακομοιριά εκεί και ατυχία. Έπειτα εσύ
+διαβάζεις βιβλία. Δεν ξεύρεις ότι «κακομοίρης» θα πη άτυχος; Το
+βέβαιον όμως είνε, ετελείωσεν ο Μπάρμπα-Σταυρής, ότι αν ο Σπύρος
+επήγαινεν από μικρός σε κανένα Μοναστήρι, μπορούσε σήμερα να είνε
+κάτι τι. Κ' εκτύπησε τον ξύλινον πόδα του κραταιώς επί του
+πατώματος, ως να εκτυπούσε την κεφαλήν του, διότι δεν το είπεν
+αυτό, όταν έπρεπε.
+
+
+
+Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ
+(1901)
+
+
+
+Με τα δύο καλαμοειδή χεράκια του και τα δύο σκολιά ποδαράκια του,
+ο Μιστόκλης ο Κοντούλης κατεγίνετο εν χαρά, τόσας ημέρας τώρα, με
+το νέον του επάγγελμα, όπερ ανέλαβε με χρυσάς ελπίδας, ωσάν κάθε
+νέος επαγγελματίας.
+
+Προσκολλών χαρτίνας ρωσσικάς εικόνας επί μικρών σανίδων, μετά
+προσοχής και δεξιότητος, ώστε να φαίνωνται ως εξ αρχής
+εζωγραφημέναι επί των σανίδων, και πλαισίων αυτάς είτα δι' απλών
+εκ λευκοσιδήρου κορνιζών, κατήρτιζε πλουσίαν συλλογήν, σκοπών ν'
+απέλθη εις Τήνον, κατά την πανήγυριν, και κερδίση ασφαλώς και
+ακόπως κέρδη από ευτελών και πτωχικών κεφαλαίων. Έξυπνος ο
+Μιστόκλης ο Κοντούλης, είχε κάμει πρό τινων ημερών δοκιμάς εις τα
+περίχωρα της Αττικής και είδεν ότι αι κομψώς πλαισιωμέναι
+εικονίτσες του ηγοράζοντο προθύμως υπό των χωρικών, εις τους
+περιεργοτέρους των οποίων ο Μιστόκλης ηναγκάζετο να περιγράφη την
+σπανίαν τέχνην του, εξαπατών ότι αυτός εζωγράφιζε διά της χειρός
+τας εικόνας, εκμαθών τάχα εν Κιέβω την ρωσσικήν αγιογραφίαν, μη
+βραδύνων να προσθέτη εις τους πλέον περιέργους ακόμη, ότι αυτός
+επί το εκκλησιαστικώτερον, ως απεκάλει την βυζαντινήν αγιογραφίαν,
+μετερρύθμιζε τα άκομψα και χονδροειδή ρωσσικά σχέδια. Τόσην δε
+πεποίθησιν είχε πλέον εις την επιτυχίαν του νέου του έργου, ώστε
+επανειλημμένως τω ήρχετο διάθεσις ν' ανακράξη προς την γυναίκα του
+«όξω φτώχια». Αλλά πολλά παθών έως τώρα, πολλά έμαθε, και, το
+καλλίτερον, έμαθε να σιωπά πλέον.
+
+Και αφού εκόλλησε τας χαρτίνας αγιογραφίας και ηλίαζε τας υγράς
+σανίδας, ήρχισε να ετοιμάζη και συλλογήν άλλην προσωπογραφιών της
+αυτοκρατορικής ρωσσικής οικογενείας.
+
+Εκεί πλησίον του, η σύζυγός του, φίλεργος και φιλόπονος γυνή,
+ξενοπλύνουσα είχε καθήσει επί σκάμνου, παρά μεγάλην και ασήκωτην
+κόφαν, μπουγαδιάζουσα τα πλυθέντα ιμάτια και αναπαυομένη προς
+στιγμήν, εθήλαζε χρονιάρικον βρέφος, μετά συνέσεως, περισφίγγουσα
+τους ατάκτους του πόδας επί της οσφύος της, εις ενδιαφέρουσαν
+ευρισκομένη κατάστασιν. Τρία άλλα παιδία, το έν μικρότερον του
+άλλου, έπαιζον παρά-πέρα εν τη ρυπαρά αυλή, καταβορβορωμένα μέσα
+εις τα νερά της πλύσεως.
+
+ — Της προάλλαις, εις το Μενίδι, έλεγεν ο Μιστόκλης, προσβλέπων
+μετά τινος δισταγμού την βεβαρημένην της συζύγου του κοιλίαν, από
+κάθε εικόνα που μου κοστίζει — τέχνη και κόπος και κεφάλαια, — μια
+δεκάρα, έβγαλα δύο και τρεις δραχμαίς. Πρώτα ο Θεός, να πωλήσω εις
+την Τήνο από δυο και τρεις δραχμάς την μία, της πεντακόσιες
+εικόνες μόνον —
+
+Διεκόπη αίφνης, Τω ήλθε διάθεσις πάλιν να εκφώνηση «όξω φτώχια»,
+αλλά συλλογισθείς τα παθήματά του, εδάγκασε την γλώσσαν του και
+εσιώπησεν.
+
+Η σύζυγός του, κάθιδρως, κουρασμένη από της επιμόχθου πλυντικής
+εργασίας ανεπαύετο ακόμη, θηλάζουσα και το βρέφος, το νήπιον, του
+οποίου περιέσφιγγε τους αεικίνητους πόδας επί της οσφύος της.
+
+ — Δεκαπέντε δραχμαίς την χιλιάδα της αγόρασα από το παππά-Σάββα
+τον αγιορείτην, διηγείτο ο Μιστόκλης προς την γυναίκα του,
+ατενίζων μετά φόβου πάντοτε την βεβαρημένην της κοιλίαν· τα
+σανιδοκόμματα μου τα χάρισεν ο ξάδερφός σου ο μαραγκός, ώστε λίγη
+ψαρόκολλα μόνον αγόρασα και λίγες λωρίδες τενεκέ και λίγα τζάμια
+από το φαναρτσή, απομεινάρια. Πρώτα ο Θεός να της πωλήσω όλαις,
+και της χίλιαις, έστω και προς μία δραχμή την μίαν —
+
+Εδάγκασε και πάλιν την γλώσσαν του, ίνα μη εκφωνήση υπερήφανόν
+τινα καύχησιν. Και είχε πάθει πολλά έως τώρα.
+
+ — Πότε έχομε της Παναγίας; ηρώτησεν η σύζυγός του, αποθέσασα
+χαμαί, επί τινος σανίδος, το νήπιον, το οποίον απεκοιμήθη θηλάζον,
+και με το βάρος εκείνο της κοιλίας της, η πτωχή, επανήρχισε πάλιν
+το μπογάδιασμα των ιματίων.
+
+ — Την παραπάνω Κυριακή, απήντησεν ο Μιστόκλης, καρφώνων με
+προσοχήν μίαν ωραίαν ολόχρυσον Αγίαν Παρασκευήν. Και μετά
+δισταγμού και φόβου εμβλέπων προς αυτήν και προς το βάρος της, διά
+νευμάτων, σαν να εζήτει να μάθη τον χρόνον του τοκετού, εψιθύρισε
+κατ' ιδίαν μασσημένους λόγους:
+
+ — Έχει γούστο εις την τόση χαρά μου για το ταξείδι, να μου
+παρουσιασθούν και γεννητούρια, και ν' απομείνη ο Μιστόκλης με της
+εικόνες στα χέρια! Εν τούτοις υπελόγιζε και εύρισκεν ότι ο τοκετός
+θα επέλθη μίαν εβδομάδα μετά την εορτήν της Παναγίας. Επρολάμβανε
+λοιπόν και εις την Τήνον να μεταβή και την λεχώ να θεραπεύση.
+
+Ουχ ήττον κάτι τι τον ετριβέλιζε μέσα εις την καρδίαν του. Μήπως
+έχει λάθος; μήπως ο λογαριασμός γίνεται χωρίς τον ξενοδόχον; Πολλά
+παθών, έμαθε πολλά...
+
+
+Εις όλα τα προηγούμενα επαγγέλματά του ο Μιστόκλης ο Κοντούλης,
+εις όλας τας επιχειρήσεις του, είχε διαψευσθή. Τας μακράς του
+χειμώνος νύκτας στενοχωρημένος από τας ανάγκας της πολυμελούς του
+οικογενείας, απηρίθμει εν απογνώσει όλα τ' αποτυχόντα παλαιά έργα
+του, εις μάτην ζητών ν' απολαύση απλήν τινα εις νεωτέραν
+επιχείρησιν επιτυχίαν.
+
+Πανταχού η μοίρα του, του πτωχού η μοίρα, παρουσιάζετο φοβερά
+ενώπιόν του, απελπιστική, καταστρέφουσα τας ελπίδας του, διαλύουσα
+τα όνειρά του, ώστε ν' αληθεύη πάντοτε το της παροιμίας «όπου
+πτωχός και η μοίρα του».
+
+Και εις αυτό το έργον της παιδοποιίας, εις το οποίον και μόνον τω
+έλεγεν ο γείτονας του ο κυρ-Γεώργης ο συνταξιούχος, ότι επέτυχε,
+θέλων να τον παρηγορήση παραπονούμενον, και εις αυτό ο Μιστόκλης
+έβλεπε την φοβεράν μοίραν του, του πτωχού την μοίραν,
+προαγγέλλουσαν αυτώ τας αποτυχίας του.
+
+Από την ημέραν που επρωτόπιασε εργασίαν, πρώτην φοράν ελθών εις
+την πρωτεύουσαν εκ των νήσων του Αιγαίου πελάγους, από τότε εφάνη
+ότι ούτε η μοίρα του επήρε με καλό μάτι τον Μιστόκλην, ούτε ο
+Μιστόκλης την μοίραν του. Αυτός, μικρός το ανάστημα, αλλά και
+υγιής τω σώματι και ευτραφής ως ουρανόπεμπτος εφάνη εις τον
+Γέροντα του Λυκαβητού, ένα σκληροτράχηλον και φιλάργυρον προεστώτα
+του Αγίου Γεωργίου, όστις «με το μέλι» κατ' αρχάς ομιλών, ήρχισεν
+εις το τέλος να τον ποτίση όξος και πικράν αλόην.
+
+Γνωρίζων ο Μιστόκλης τα γράμματα του ελληνικού σχολείου υπηρέτει
+καλώς εν τω ναΐσκω, συλλειτουργών τους ιερείς. Αλλ' ο γέρων βλέπων
+το ανθηρόν της υγείας του, μετ' ολίγον καιρόν επέβαλεν εις αυτόν
+να περιέρχηται την πόλιν μετά μεγάλου δισακκίου και να συνάζη ελέη
+των χριστιανών, διά τον Άγιον Γεώργιον. Εις το χωρίον του, είνε
+αληθές, ο Μιστόκλης εξετέλει και αγροτικάς εργασίας, αλλ' είχεν
+έλθει εις τας Αθήνας, αποβλέπων εις στάδιον ευγενέστερον. Διά
+τούτο βαρέως έβλεπε τους ώμους του εξασθενίζοντας από το αφόρητον
+άχθος του δισακκίου. Τότε κατά πρώτον είδε καθ' ύπνους την Μοίραν
+του ως άγριον και δυσαχθές γερόντιον, απεσκληρωμένον και πολιόν,
+να θεωρή τον νεαρόν νησιώτην ως τι μελιτωμένον πλακούντιον,
+έτοιμον εις βρώσιν.
+
+Υπέμεινεν όμως ο Μιστόκλης όλας τας βαρείας υπηρεσίας του βράχου,
+ελπίζων ίσως διά της υπακοής του και ταπεινώσεως να μαλάξη τον
+σκληρόν γέροντα. Αλλ' εκείνος την υπακοήν του εκείνην και
+ταπείνωσιν εκλαβών ως ηλιθιότητα, τω επέβαλε να λαξεύη τον βράχον
+τον απρόσιτον, και να κατασκευάζη με την γλυπτικήν σμίλην βαθμίδας
+επί της ανωφερούς πέτρας, προς εύκολον ανάβασιν των προσκυνητών
+και έδρανα προς αναψυχήν των.
+
+Αλλ' η εργασία αύτη ήτο λίαν επαχθής· και μετ' ολίγα έτη ελάξευσε
+μεν ο ευτραφής Μιστόκλης τον απορρώγα βράχον, πλατείας ισοπεδώσας
+και πεζούλια υψώσας και δεξαμενάς γλύψας διά το βρόχινον ύδωρ,
+αλλά συγχρόνως, χωρίς να το εννοήση, ελάξευσε και το τρυφερόν σώμα
+του, καταντήσας με δύο καλαμοειδή χεράκια και δύο σκολιά ασθενή
+ποδαράκια και μίαν άκρεων πλατίτσαν. Έκτοτε, η Μοίρα του,
+εμφανιζομένη σκληρά, υπό την μορφήν του Γέροντος, κοντού και
+απηνούς, πολιού και εχθίστου, με πώγωνα βαθύν και επανωφόριον
+ποδήρες ρωσσικόν, συνετάραττε την νυκτερινήν ανάπαυσίν του· και
+αποκαμών επεθύμει την κατάβασίν του προς τα κάτω, όπου τω εφαίνετο
+ότι θα εύρισκεν ανάπαυσιν εις την μαλακά γύρω του βουνού,
+αναπαυομένην πόλιν.
+
+Όταν δε μίαν ημέραν, με το καύμα, αχθοφορικώς τοποθετών ογκώδεις
+λίθους, εις κατασκευήν πεζουλιών, προς συντήρησιν της διαρρεούσης
+πάντοτε από των όμβρων οδού, είδεν αίφνης να κυλίση βράχος προς
+την υπώρειαν, με ταχύτητα ακράτητον, ηυχήθη να εκύλιε και αυτός,
+χωρίς ο εαυτός του, ως άλλος Σίσυφος, να τον αναβιβάση πάλιν
+επάνω. Κ' εθάρρει ότι δεν θα εχάνετο εις μίαν πόλιν, τόσον μεγάλην
+και τόσον φιλάνθρωπον, όπου και πέντε αγαθοί να υπήρχον, θα έσωζον
+όλας τας άλλας μυριάδας, και αυτόν μαζί.
+
+Ο γλυκύς αυτός πόθος του δεν εβράδυνε να εκπληρωθή, διότι μίαν
+άλλην ημέραν φορτωμένος το δισσάκιον των ελεών, με τα χονδρά του
+ράκη και τα μεγάλα κρητικά υποδήματα, με τα λεπτοκαμωμένα και
+σκολιά ποδαράκια του, αναβαίνων τον ελικοειδή δρόμον, κατέπεσεν
+από του καύματος υπό τινα δροσεράν πευκών συστάδα, και ανακλιθείς,
+με προσκέφαλον το δισάκκιον, εβυθίσθη εις δροσερόν ύπνον, και
+εβράδυνε να κομίση προς τον Γέροντά του το δισάκκιον με τα ελέη,
+διαρπαγέντα, κατά τον ύπνον του, υπό λωποδυτών. Την νύκτα εκείνην,
+ως βαρύς λίθος, ο Μιστόκλης εκύλισε τωόντι κάτω, προς την
+υπώρειαν, αποδιωχθείς αγρίως υπό του Γέροντος, αυτός δε καμμίαν
+όρεξιν δεν είχε πλέον να γείνη Σίσυφος και ν' αναβιβάση πάλιν τον
+εαυτόν του επάνω.
+
+ — Τότε, πρώτα-πρώτα, ο Μιστόκλης ως έξυπνος όπου ήτο, επιθυμών να
+εργασθή πλέον εν τη πόλει, την οποίαν ως όνειρον έβλεπε πάντοτε
+από την κορυφήν του Λυκαβητού, να δράση και να προοδεύση, ως
+έβλεπεν από του ύψους εκείνου ότι έδρα και προώδευε κάτω τόσος
+κόσμος, εζήτησε κ' εύρε την παρά του Θεού ορισθείσαν τω ανθρώπω
+βοηθόν και σύντροφον εν τω βιωτικώ αγώνι και ήλθεν εις γάμον. Πλην
+όλα τα επαγγέλματα, εις τα οποία προχείρως επεδίδετο έκτοτε —
+τακτικόν τι έργον δεν είχεν εκμάθει — όλα, τον ωδήγουν από ατυχίας
+εις ατυχίαν. Τω εφαίνετο ότι, σαν να τον κατηράσθη ο Γέρων του
+Λυκαβητού διά τα ελέη, τα οποία του αφήρπασαν οι λωποδύται, και
+πολλάκις τον έβλεπε καθ' ύπνον κατά πάσαν αποτυγχάνουσαν εργασίαν
+του, κοντόν, χονδρόν, με λευκόν μέχρι του στήθους φθάνοντα πώγωνα,
+μ' έν χονδρόν και μακρόν επανωφόριον, ως ρωσσικόν επενδύτην, να τω
+φωνάζη αγρίως:
+
+ — Όπου φτωχός και η μοίρα του! Εσύ μου τάφαγες τα πρόσφορα και
+είπες πως σου τάκλεψαν οι λωποδύταις!
+
+Τον είδε τον Γέροντα, όταν τον εμπόδισεν η εξουσία να πωλή καπνά
+και σιγαρέττα, οπού, εκέρδιζεν αρκετά, χωρίς κανένα κόπον, διότι
+είχε ψηφισθή το μονοπώλιον. Κατόπιν τον ξαναείδε πάλιν, κοντόν και
+χονδρόν, κατάλευκον, με τον ρωσσικόν επενδύτην του, όταν πωλών
+κουλουράκια ζαχαρένια, όπου τα εζήμωνεν η γυναίκα του, εκέρδιζεν
+ικανάς δραχμάς την ημέραν. Ολίγας ημέρας μετά το όνειρον, εγέμισεν
+η Αθήνα από κουλουροπώλας, και έκαμε λογαριασμόν ότι τα πωλούμενα
+κουλούρια αναλογούσαν δέκα προς έκαστον Αθήναιον. Αν ήτο δυνατόν
+να προκόψη κανένας! έλεγεν αγανακτών ο Μιστόκλης.
+
+Αμυδρώς ενθυμείτο ότι τον είδε, τον φοβερόν Γέροντα, άγριον ως
+λύκον και όταν η γυναίκα του εγέννησε το πρώτον τέκνον των· και τω
+εφάνη ότι και τότε είπεν εις τον Μιστόκλην ο Γέρων.
+
+ — Όπου φτωχός και η μοίρα του!
+
+Καλά-καλά δεν την εβεβαίωνε ταύτην την οπτασίαν, αλλά το να αποκτά
+κατ' έτος και από έν παιδίον, τούτο βεβαίως δεν ήτο πλουσίου
+ριζικόν, εσκέπετο ο Μιστόκλης.
+
+Και όταν ο Μιστόκλης πάλιν με την βούρτσαν του επ' ώμων, με τον
+τενεκέ των χρωμάτων παρά πόδας εις μάτην ανέμενε παρά την Νέαν
+Αγοράν, ως σουβατζής, να προσληφθή εις καμμίαν εργασίαν,
+υποχρεωμένος εκεί ναπαριθμή τους οψοπώλας και τους κομίζοντας
+πλήρεις οψωνίων τους καλάθους εις τας οικίας των ευδαιμόνων αστών,
+έλεγε:
+
+ — 'Σ πολλά έτη, που ξενοπλένει η γυναίκα μου και βγάζουμε το
+ψωμάκι . . . .
+
+Εις τας δεινάς τότε στενοχωρίας του εσυλλογίζετο την πρώτην του
+εργασίαν και τω ήρχετο σκέψις ν' αναβή εις τον Άγιον Γεώργιον, να
+βάλη μετάνοιαν εις τον Γέροντα και να ζητήση συγχώρησιν από την
+Μοίραν του.
+
+Φοβεραί της στενοχωρίας του παρετείνοντο αι νύκτες τότε. Παρά τον
+μέγαν πύραυνον, εν τη ρυπαρά αυλή της κατοικίας των, παρά την
+Βλασταρούν, η γυναίκα του προσεπάθει να μπουγαδιάση, ρίπτουσα
+ολίγον κατ' ολίγον το βραστόν νερόν εις την βαθείαν της μπουγάδας
+κόφαν. Τα παιδία των ως γατάκια εκοιμώντο εις μίαν ψάθαν επάνω,
+όλα μαζί, μία τουφίτσα σαν ορφανά. Ο Μιστόκλης, στηρίζων την
+καθαράν από της αργίας βούρτζαν του επί του τοίχου, και καθήμενος
+είτα επί του κενού τενεκέ των χρωμάτων έβλεπε την βασανιζομένην
+γυναίκα του. Έβλεπε τα κοιμώμενα παιδία επί της ψάθης, ως να ήσαν
+εγκαταλελειμμένοι νεοσσοί, έβλεπε και την βεβαρημένην της μητρός
+κοιλίαν και διελογίζετο, αν δεν ήτο καλλίτερος ο πρώτος
+αχθοφορικός εκείνος βίος του, ότε κάθιδρως και ασθμαίνων
+αναβίβαζεν επί του Λυκαβητού το δισάκκιον των ελεών. Τότε έν
+δισάκκιον είχε μόνον, αλλά τώρα έχει τρία παιδιά και μίαν γυναίκα
+γαλακτοτροφούσαν και συνάμα έγκυον. Τότε ήτο ελεύθερος να το κάμη
+ό,τι ήθελε το δισάκκιον εκείνο, όπως ποτέ το έκαμε και
+προσκέφαλον. Ήτο ελεύθερος να το ρίψη κάτω από των ασθενικών του
+ώμων όπως και το έρριψε, διότι ήτο άψυχον και άπνουν δισάκκιον.
+Αλλά το δισάκκιον αυτό το ζωντανόν, το έμψυχον, που φέρει ήδη εις
+την αδύνατον και λαξευμένην πλατίτσαν του; Το κλαίον πολλάκις και
+πολλάκις γελών, το εκφράζον πόθους και ορέξεις, πείναν και δίψαν,
+γυμνότητα και στέρησιν; Το δισάκκιον το πλήρες ονείρων και
+σχεδίων, το πεπληρωμένον όχι ελεών διά τον Άγιον Γεώργιον, αλλά
+υπάρξεων τόσων διά τον κόσμον;
+
+Υπάρξεων, αίτινες έχουν χαράν, υπάρξεων, αίτινες έχουν λύπην; Ούτε
+να το ρίψη πλέον κάτω ημπορούσεν, αλλ' ούτε και να το μεταχειρισθή
+ως προσκέφαλον.
+
+Και πόσας απολαύσεις είχεν εκείνος ο βίος, όστις τότε τω εφαίνετο
+βαρύς και μοχθηρός. Την άνoιξιν ο κωνοειδής εύμορφος λόφος, ο
+άγονος το θέρος και κατάξηρος, ήτο παγκάλως εστολισμένος,
+ζωγραφισμένος με τόσα αγριολούλουδα, κ' ευωδίαζεν όλος ο βουνός
+από την νέαν του θύμου βλάστησιν.
+
+Πατών εις την καταπρασίνην εκείνην λόχμην και διά μέσου των
+τερπνών πεύκων αναβαίνων την βουστροφικήν οδόν του ο Μιστόκλης,
+ασθμαίνων από το βάρος του δισακκίου, ίστατο κατά δεκάδας βημάτων
+να ίδη πότε μεν τα γλαυκά του Σαρωνικού νερά και πότε τους
+θαλερούς αμπελώνας του Γουδίου. Απέθετε τότε το δισάκκιον ν'
+ανασάνη ολίγον και ανέπνεε την ευώδη της ανοίξεως δρόσον, αγνήν
+και αθάνατον, ενώ δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις, ως από τέλματος,
+εκάλυπτον κάτω την πόλιν. Και πάλιν ανελάμβανε το δισάκκιον και
+ανέβαινε· και πάλιν ίστατο διελθών ήδη τας ευσκίους υπωρείας και
+αναβαίνων τον απρόσιτον της κορυφής βράχον με τας ελικοειδείς υπ'
+αυτού λοξευθείσας καμπάς του, εστεφανωμένας με στέμματα χλοερά
+μαργαριτών και αιμοχρόων μυκώνων.
+
+Κ' ενθυμείτο τώρα ο Μιστόκλης εκείνο το τερπνόν πανόραμα όπερ από
+της κορυφής εκαμάρωνε κάθε πρωίαν, αναμένων εις τας επάλξεις του
+βράχου, να ίδη αν έρχωνται προσκυνηταί να κρούση τον κώδωνα.
+Ηπλούτο γύρω-γύρω η πόλις λευκή, κατάλευκος, με τους ναούς της και
+τα παλάτια της, με τας πλατείας της και τα καθαρά τετράγωνα των
+νέων συνοικισμών. Τι αν ίδρωνε να λοξεύση μίαν βαθμίδα, ή να
+κομίση το βαρύ δισάκκιον; Κατόπιν ήτο ελεύθερος — τω εφαίνετο τώρα
+— να χαίνη προς τον ευώδη του ύψους εκείνου αέρα....
+
+
+Ετοποθέτησεν όμως τας εικόνας όλας εις τρεις μικράς κασσίτσας.
+
+Έθεσεν εντός καλάθου τα εφόδια του ταξειδίου, είπεν εις την
+γυναίκα του να ετοιμάση μίαν γουνίτσαν μ' έν κυλιμάκι μαζί, και
+ητοιμάζετο, αφού κοιμηθή ολίγον και ξεκουρασθή, να εξέλθη και
+μισθώση αχθοφόρον, ίνα μεταφέρη τα πράγματα εις τον σταθμόν του
+σιδηροδρόμου, εις Μοναστηράκι. Την εσπέραν εκείνην θ' ανεχώρει το
+πρώτον ατμόπλοιον διά την πανήγυριν της Τήνου.
+
+Το βρέφος το νήπιον εκοιμάτο προ μικρού θηλάσαν. Τα τρία άλλα
+παιδία, βαστάζοντα ανά έν τεμάχιον άρτου, ανεπιμέλητα, εβύθιζον
+αυτό εις τους ρύπους της αυλής, και είτα το έτρωγον. Η σύζυγός
+του, προς νέαν πλύσιν ετοιμαζομένη, παρεπονείτο ότι ησθάνετο
+αδιαθεσίαν και κόπωσιν αφόρητον.
+
+ — Θα κρύωσες, είπεν ο Μιστόκλης, γιατί εψές, κατάλαβες, φυσούσε
+μπονέντες.
+
+Είπε και έγυρεν εκεί παρά την πυράν της καμίνου της πλύσεως,
+τυλιχθείς μ' έν παλαιόν ράκος.
+
+Η σύζυγός του ήρχισε την πλύσιν, κύπτουσα με όλον το βάρος της,
+παρά την μεγάλην και κτιστήν εκεί σκάφην του πλυντηρίου, ότε μετά
+μικρόν, σαν να ησθάνθη οδυνηρόν πόνον κ' έβαλε κραυγήν. Ο
+Μιστόκλης, καθεύδων έως τότε, εξηγέρθη αίφνης έντρομος και
+διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι ο Γέρων του Λυκαβηττού φοβερός
+και απάνθρωπος, με τον βαθύν λευκόν του πώγωνα και τον ποδήρη
+ρωσσικόν επενδύτην του, ενεφανίσθη πάλιν, και αφού τον εκύτταξε
+βλοσσυρώς εκραύγασεν:
+
+ — Όπου φτωχός και η Μοίρα του.
+
+Αλλ' έως ου αποτελειώση το όνειρόν του ο Μιστόκλης, επήλθον εις
+την σύζυγόν του αι ωδίνες του τοκετού· και τότε ο πτωχός, αντί να
+φροντίση διά την αναχώρησίν του, μετέβη να καλέση την μαίαν.
+
+Δεν ηδύνατο πλέον ν' αναχωρήση εις Τήνον, αι δε εικόνες του
+έμειναν κεκλεισμένοι μέσα εις τας τρεις κασσίτσας. Ότε δε κατόπιν
+εκλαυθμήριζε το αρτιγέννητον βρέφος γοερώς, ο Μιστόκλης ο
+Κοντούλης, ίνα διευκολύνη την λεχώ και αποκοιμηθή ολίγον, βαστάζων
+αυτό εις τας αγκάλας του, επανελάμβανε θρηνωδώς:
+
+ — Κλάψε, καϋμένο, κλάψε! Όπου φτωχός και η Μοίρα του!
+
+Ενώ αι εικονίτσες του, μέσα εις της τρεις κασσίτσαις κλεισμέναις
+σιωπηλαί και ακίνητοι, ούτε έτριζον καν εξ οικτιρμού...
+
+
+
+ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ
+
+
+
+Σελ. 73 όπισθέν μας, της Τροίας, Τενεδιό, αι θοαί νήες.
+
+
+
+
+ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΑΘΗΝΑΙ
+
+
+
+ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ
+ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
+
+ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ
+
+ ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. &Αττικαί ημέραι& (διηγήματα και ευθυ-
+ μογραφήματα) . . . . . . . . . . . Δρ. 5. —
+ &Ζητείται υπηρέτης& (κωμωδία μονό-
+ πρακτος) . . . . . . . . . . . . . . 1. —
+ ΒΑΒΕΑ Ν. &Το Πέραν μας& (πρωτότυπον κοινωνικόν
+ έργον από τα παρασκήνια της ζωής
+ μας) . . . . . . . . . . . . . . . . 5. —
+ ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. &Ανάλεκτα& (κρίσεις και εντυπώσεις 2
+ τόμ.). . . . . . . . . . . . . . . . 8. —
+ ΒΡΑΤΣΑΝΟΥ Μ. &Τα κατά τον Θησέα& (Ιστορική και πο-
+ λιτική μυθογραφία) . . . . . . . . . 7. —
+ ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. &Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου& 5. —
+ ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. Ι. &Σκαραβαίοι και Τερρακόττες& . . . . 5. —
+ ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I.&Ο Λυχνοστάτης& (κωμωδία) μονόπρα-
+ κτος . . . . . . . . . . . . . . . . 1. —
+ ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. &Φωτερά Σκοτάδια& (ποιήματα) . . . . 5. —
+ » &Κλειστά Βλέφαρα& (ποιήματα) . . . . 5. —
+ » &Αμαρυλλίς& (διήγημα) . . . . . . . 5. —
+ » &Αγροτικαί επιστολαί& . . . . . . . 5. —
+ » &Ο Μπαρμπαδήμος& Διηγήσεις Αγω-
+ νιστού (μετά πολλών εικόνων) Δ.
+ Μπισκίνη . . . . . . . . . . . . . . 5. —
+ ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ &Στο ανοιχτό παράθυρο& . . . . . . 5. —
+ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ. &Η Σιδηρά Διαθήκη& (Κοινω
+ νική Φυσιολογία)& . . . . . . . . . 6. —
+ ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ (διηγήματα) . . . . . . . . . . . 5. —
+ » &Όλοι μαζί& . . . . . . . . . . . . 3.50
+ » &Ο βάτραχος που βαριέται& . . . . . 1.40
+ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΩΝΗΣ &Ελληνικά ποιήματα, κατάλληλα
+ γι' απαγγελία.&
+ ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ &Για την Πατρίδα άδετον& . . . . . 3.50
+ » &Για την Πατρίδα& χαρτόδετον . . . . 5. —
+ » &Τα αναγνωστικά μας& . . . . . . . . 1. —
+ ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ &Μύθοι και θρύλοι& . . . . . . . . 6. —
+ ΘΕΡΟΥ ΑΓ. &Δημοτικά τραγούδια& (εκλογή) . . . 3. —
+ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. &Ελληνική Μυθολογία& . . . . . . 5. —
+ ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ. &Κοντά στη φωτιά (δράμα μονόπρακτον) 1. —
+ ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ. &Διηγήματα . . . . . . . . . . . . . 6. —
+ » &Το Σπητάκι του γιαλού& (Διήγημα) . 5. —
+ ΜΩΡΑΪΤΙΝΗ Α. &Διηγήματα& . . . . . . . . . . . . 6. —
+ ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ. &Ασφόδελοι& (ποιήματα) . . . . . . . 5. —
+ ΜΑΡΗ Μ. &Το θάρρος της αγνοίας& (κωμωδ. Μονό-
+ πρακτος) . . . . . . . . . . . . . . 1. —
+ ΝΟΡΔΑΟΥ Μ. &Τα κατά συνθήκην ψεύδη& . . . . . . 4.—
+ ΠΑΛΑΜΑ Κ. &Τα παράκαιρα& (ποιήματα) . . . . . 5.—
+ » &Διηγήματα& . . . . . . . . . . . . 5.—
+ ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΚΗ Φ. &Το Έγκλημα και η τιμωρία (εις δύο
+ τόμους) . . . . . . . . . . . . . . 6.—
+ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ — ΛΑΜΠΕΛΕΤ &Τα χελιδόνια& (ποιήματα για
+ παιδιά τονισμένα) . . . . . . . . . 10.—
+ ΠΟΛΕΜΗ I. &Σπασμένα μάρμαρα& (ποιήματα) . . . 6.—
+ » &Λύρα& (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ.
+ ποιήσεως) . . . . . . . . . . . . . 6.—
+ » &Η Γυναίκα& (κωμωδία μονόπρακτος). . 1.—
+ » &Ειρηνικά& (ποιήματα) . . . . . . . 3.—
+ ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α.& Η Φαίδρα . . . . . . . . . . . . . 4.—
+ » &Φάουστ του Γκαίτε — (μετά πολλών
+ εικόνων)
+ » &Ποιήματα& . . . . . . . . . . . . . 5.—
+ ΣΗΜΗΡΙΩΤΗ ΑΓ. &Τραγούδια τον λυτρωμού& . . . . . . 5.—
+ ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ. &Τραγούδια του νησιού& . . . . . . . 5.—
+ ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ. &Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου&
+ (διηγήματα) . . . . . . . . . . . . 5.—
+ » &Μακεδονικαί Ραψωδίαι& (διηγήματα) . 2.50
+ » &Η Μεγαλόχαρη& (διήγημα) . . . . . . 2.50
+ » &Άγγελος εξολοθρευτής& (πολεμ. διήγ.
+ 1912-13) . . . . . . . . . . . . . . 3.—
+ » &Μαύρες Πεταλούδες& . . . . . . . . 5.—
+ ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. &Ο Βασιλεύς της Ρέγκας& (μονόπρ.
+ παιγνίδι) . . . . . . . . . . . . . 1.—
+ » &Βυζαντιναί γυναίκες& (διηγήματα). . 5.—
+ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ. &Φθινόπωρο& (μυθιστόρημα) . . . . . 4.—
+ » &Τραγούδια της Ερημιάς . . . . . . . 3.50
+ » &Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια& (ποιή
+ ματα . . . . . . . . . . . . . . . . 3.50
+ » &Απλοί Τρόποι& (ποιήματα) . . . . . 5.—
+ AUGIER &Οι Χαλκοπρόσωποι& (κωμ.) μετ. Αγγ.
+ Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.50
+ BARRIÈRE &Οι Κουτοπόνηροι& (κωμωδ.) μετ. Αγγ.
+ Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.50
+ &Ο Βασιλεύς Όθων&. Ιστορικόν εράνισμα επί τη 50ετηρίδι
+ του θανάτου του . . . . . . . . . . 3.—
+ &Κωνσταντινούπολις και Αγία Σοφία θρύλοι και παραδόσεις&
+ (Ιστορία) . . . . . . . . . . . . . 3.—
+ ΒΟΓΑΣΛΗ Δ. &Εκλεκτά χριστουγεννιάτικα και πρω-
+ τοχρονιάτικα διηγήματα& (εκ του
+ Γαλλ., Γερμαν. και Ρωσ.) . . . . . . 2.50
+ ΔΟΥΜΑ (ΥΙΟΥ) &Η Κυρία με τας Καμελίας& (μυθιστό-
+ ρημα) . . . . . . . . . . . . . . . 5.—
+ LABICHE &Εγώ και Ξυδάκης και Θανασούλης&
+ (κωμωδίαι) μετάφρασις Αγγέλου
+ Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.0
+ ΣΙΕΓΚΕΒΙΤΣ &Quo Vadis& (μυθιστόρημα) . . . . . 4.—
+ OCTAVE FEUILLET&Ιστορία ενός πτωχού νέου& . . . . . 5.—
+
+
+1) Βακούφ, λέξις τουρκική. Σημαίνει δε κτήματα και εν γένει
+ακίνητα μοναστηριακά, εξ αφιερωμάτων, ης γίνεται χρήσις εν ταις
+νήσοις εις χαρακτηρισμόν των μοναστηριακών εν γένει κτημάτων άτινα
+κοινώς «Βακούφια» λέγονται.
+
+2) Αρκετά αξιοπερίεργος είνε η πρόρρησίς αυτή του Συγγραφέως
+επαληθεύσασα μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών ύστερον από 19
+χρόνια τώρα εις τας ημέρας μας.
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A ***
+
+***** This file should be named 37200-0.txt or 37200-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/7/2/0/37200/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.net/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.net
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.net),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.net
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/old/20110824-37200-0.zip b/old/20110824-37200-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..317ccea
--- /dev/null
+++ b/old/20110824-37200-0.zip
Binary files differ