diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:07:24 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:07:24 -0700 |
| commit | 2b0b99fbaa12d4308d97a373464ea9f3e388bc87 (patch) | |
| tree | 684456e66d77b648df2f46856f94121c7554d475 | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 37200-0.txt | 7423 | ||||
| -rw-r--r-- | 37200-0.zip | bin | 0 -> 175922 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 37200-h.zip | bin | 0 -> 335276 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 37200-h/37200-h.htm | 7075 | ||||
| -rw-r--r-- | 37200-h/images/1stpage.jpg | bin | 0 -> 34370 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 37200-h/images/line.jpg | bin | 0 -> 1574 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 37200-h/images/moraitidis.jpg | bin | 0 -> 123723 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20110824-37200-0.txt | 7419 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20110824-37200-0.zip | bin | 0 -> 175959 bytes |
12 files changed, 21933 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/37200-0.txt b/37200-0.txt new file mode 100644 index 0000000..5da7bf2 --- /dev/null +++ b/37200-0.txt @@ -0,0 +1,7423 @@ +The Project Gutenberg EBook of Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Novels Volume A + +Author: Alexandros Moraitidis + +Posting Date: May 9, 2012 [EBook #37200] +First posted: August 24, 2011 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Bold words are included in &, while words in italics in _. +Footnotes have been transferred at the end of the book. A table of +typing errors has been taken into account, with the exception of +a correction in page 73. The page has been marked within the +text, so that the reader might judge for himself, which text to +correct. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως +έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις +με πλαγίους σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί +στο τέλος του βιβλίου. Ο πίνακας παραρομάτων έχει ληφθεί υπ’ όψη, +εκτός μιας διόρθωσης στην σελίδα 73. Η σελίδα έχει σημειωθεί +μέσα στο κείμενο, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει ο αναγνώστης +ποιο κείμενο να αλλάξει. + + + +ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ + + + +ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ + +ΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΚΑ. — ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ. — ΝΕΡΑΪΔΕΣ. — ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ. — Ο ΠΤΩΧΟΣ +ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ + +ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ + + +ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ +ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ + + +ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921 + + + +ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ + + + +Πρέπει να αναγνωρισθή οιονεί επισήμως σήμερον, εν ευλογία της +μεγάλης ημέρας, εν ευλογία των οφθαλμών όσοι εδάκρυσαν εκ των +τόσων αυτού διηγημάτων και των καρδιών όσαι απαλύνθησαν εκ των +τόσων αυτού εικόνων, και των ηθών όσα ελευκάνθησαν εκ των τόσων +υπό την μαγικήν του γραφίδα ανατειλασών μετ' αρρήτου ευωδίας +αρετών, να αναγνωρισθή ο αθόρυβος, ο μετριόφρων, ο σιωπηλός, ο +ανεύρετος, ο αόρατος, ο ακοινώνητος, ο ιδιότροπος, ο ιδιόβιος +συγγραφεύς, ως μία δύναμις έξοχος του κόσμου των γραμμάτων, ως είς +πρωταγωνιστής απροσπελάστου ύψους της φιλολογικής σκηνής μας, ως +έν πνεύμα καταπληκτικής γονιμότητος και πραξιτελείου κάλλους του +γραμματικού ημών κόσμου, ως ποιητής, όστις θα ετίμα και θα εδόξαζε +και θα εκάλλυνε πάσαν ξένην, νέαν ή παλαιάν φιλολογίαν. + +Τίποτε εκ μιμήσεως παρά τω κ. Α. Μωραϊτίδη, ιδίως τω νεωτέρω, ως +ήρχισε να απλόνηται και να χρωματοβολή ως μάγον, ιωδοροδόχρουν +λυκόφως δια των στηλών της «Ακροπόλεως» και της «Νέας Εφημερίδος». +Διότι υπάρχει και αρχαιότερος Μωραϊτίδης. Ο προ εικοσαετίας. Ο +χαρίεις κομψευόμενος με τους λάμποντας οφθαλμούς του και τα βαθέα +ωραία χαρακτηριστικά του, εις α οι φίλοι του έβλεπον μεγάλην +ομοιότητα μορφής μεταξύ αυτού και του Σαίξπηρ, με την ακατάσχετον +αυτού φαιδρότητα και την αγάπην, ην προς αυτόν συνεκέντρου εκ +μέρους όλων όσοι τον εγνώριζον, ανδρών ή γυναικών, δεσποινίδων ή +νέων. Ο Μωραϊτίδης, ο δημιουργήσας τα αλησμόνητα Πρακτικά της +Βουλής· ο Μωραϊτίδης ου τα ευφυογραφήματα εις σατυρικά φύλλα +εγέμιζον γέλωτος τας οικίας και τας πλατείας· ο Μωραϊτίδης, ου τα +δράματα εβραβεύοντο· ο Μωραϊτίδης, ου το βιβλίον περί Δημητρίου +του Πολιορκητού ήξιζε να μεταφρασθή εις όλας τας ξένας γλώσσας. +Αυτή ήτο η θορυβώδης, η κοσμική, η νεανική, η γελώσα του +Μωραϊτίδου περίοδος. + +Εάν έζη εν Ευρώπη, τοιούτο νεαρόν ως σαρξ γιασουμιού μόλις +ανθήσαντος πνεύμα, θα εύρισκε την ατμόσφαιράν του, και +θωπευόμενον, θερμαινόμενον, καλλιεργούμενον, θ' ανήρχετο τας +αναβαθμίδας της προόδου του, καταλαμβάνον υψίστην θέσιν εν τη +φιλολογία του έθνους του. Αλλ' ο Μωραϊτίδης εν Αθήναις, μάλιστα +κατά την προ εικοσαετίας εποχήν, ήτο σολοικισμός, ανορθογραφία, +προσβολή εις τα χρηστά μας ήθη, παθολογικότης, παραδοξότης . . . +Και ο Μωραϊτίδης εννοήσας ως άριστος ψυχολόγος την περί αυτόν +κατάστασιν, απεσύρθη εις την καταπράσινην την ευωδιάζουσαν, την +γαληνιώσαν ως ευσεβή ψυχήν, την πολύκολπον, την ευλίμενον, την +δασοστεφή, την βοσπορίζουσαν, την περικαλλή Σκίαθον. Κ' έγινε . . +. . δάσκαλος! Και είνε — όχι πλέον εν Σκιάθω, αλλ' εν Αθήναις, +μέχρι σήμερον δάσκαλος, τουτέστι καθηγητής. + +Παρεβίασε την φύσιν, την δημιουργίαν του, τον εαυτόν του, την ζωήν +του, το πνεύμα του, διά να μην έχη καμμίαν από την κοινωνίαν +απαίτησιν, να την αφήση ήσυχον, ως το νερό που μένει και βρωμά, ως +την νύκτα που αποσύρεται εις τα κρεββάτια του ο βίος και η +κίνησις. Αλλά η φύσις δεν βιάζεται ατιμωρητί. Βάλε Πήλια χιόνος +και Όσας πάγων επί ηφαιστείου, το ηφαίστειον, όταν έλθη η ώρα, θα +κροτήση, θα βοήξη και θ' αναδώση την λαμπεράν, την βυσσινόχρουν +του λάμψιν. + +Τοιαύται αναλαμπαί υπήρξαν η σειρά των ελληνικών, των πρωτοτύπων, +των αυτοδημιουργημένων, των αυτοθαλλόντων διηγημάτων, τα οποία +ήρχισε δημοσιεύων διά των εφημερίδων, και η άλωσις της +Κωνσταντινουπόλεως η επαινεθείσα εις τον Λασσάνειον και ήτις, όταν +θα παρασταθή, βεβαίως θα σημειώση νέαν περίοδον εν τη ελληνική +δραματογραφία. Ποία δύναμις δραματική κρύπτεται εις τον +μαυροβαθυπώγωνα αυτόν με τους δύο μεγάλους λάμποντας οφθαλμούς και +την αέτειον ρίνα του και το αιώνων μειδίαμα εις τα λεπτά σατυρικά +του χείλη! Εάν το ήξευρεν η απέχουσα βασιλεία, εάν το ήξευρον οι +θηρεύοντες συγκινήσεις, εάν τον ήξευρον οι ερασταί υψηλοτέρων +χαρών, θα ελιθοβολούντο όλοι αυτοί μόνοι των, διότι αφίνουν +άκαρπον, άγονον, ανεκμετάλλευτον, τον Μωραϊτίδην, τον μυστικόν +αυτόν λευχείμονα ιερέα της ελληνικής σκηνής, των ελληνικών +γραμμάτων. Καθηγητής, διδάσκων γεωγραφίαν και Ξενοφώντα, αυτός, +όστις θα εώρταζε την ανάστασιν της εθνικής μας ιστορίας εν τη +σκηνή, σπαρταριστήν με ίριδας τριγύρω, με αστραπάς, με φωτιές, με +κεραυνούς, με σαρκασμούς, με παρελθόν, με μέλλον. Καθηγητής αυτός, +όστις θα εχρησίμευεν ως δύτης του εθνικού μας βίου, ως αλιεύς +μαργαριτών διά να βγάλη έξω με χρώματα, με άνθη, με δροσιά, με +κύματα, με νέφη, με ήλιον, του εθνικού μας βίου τας αρετάς, τα +ήθη, την γλύκα, τους τύπους, τας εικόνας, τα σπλάγχνα, τα βάθη. + +Ουδέν παρθενικώτερον, ουδέν λευκότερον της φιλολογικής δυνάμεως +του κ. Μωραϊτίδου. Τον ωνόμασαν ως διηγηματογράφον, πολύ δικαίως, +Έλληνα Δίκενς. Ετούτο δεν σημαίνει ότι ο κ. Μωραϊτίδης ανέγνωσε +τον Δίκενς κ' εμόρφωσεν εαυτόν κατ' εικόνα και ομοίωσιν εκείνου. +Ίσως ούτε ν' ανέγνωσέ τι εκ του μεγάλου άγγλου. Ετούτο σημαίνει +ότι εκεί που υψώθη ο συγγραφεύς των Χριστουγεννιάτικων Διηγημάτων +διά το αγγλικόν έθνος, εκεί ακριβώς υψώθη διά το ελληνικόν ο +Μωραϊτίδης. Ημείς κυρίως έν ευρίσκομεν κοινόν μεταξύ του ενός και +του άλλου. Εις αμφοτέρους εφαρμοζομένην την οξείαν παρατήρησιν του +μεγάλου κριτικού της Γαλλίας Ταιν, όστις είπεν ότι εις τα αγγλικά +μυθιστορήματα δύναταί τις να σπουδάση την αγγλικήν κοινωνίαν, τον +αγγλικόν βίον, τα αγγλικά ήθη, τας αγγλικάς ιδέας. Ενώ εις τα +γαλλικά δεν σπουδάζει τίποτε. Ως παρά Δίκενς, ούτω και παρά τω +Μωραϊτίδη, αποκαλύπτεται ως γυμνόν ζωγράφου, ως φύσις υπό διαυγή +ουρανόν, ως ιδέα ευκρινούς συγγραφέως, ο ελληνικός βίος των +χωριών, ο ελληνικός βίος των οικιών, ο ελληνικός βίος των καλυβών. +Εκεί, εκεί, αλώβητον τηρείται το έθνος, όλον δικόν του, +αμετάβλητον διά των αιώνων και της ιστορίας. Εκεί, εκεί αντλεί τα +θέματά του και τους τύπους του και τας εικόνας του και τας +αποκαλύψεις του ο Α. Μωραϊτίδης. + +Αλλά η τέχνη η φιλολογική του είνε υψίστης δυνάμεως, είνε απέφθου +χρυσού, είνε αδάμαντος πρώτης ποιότητος, είνε σαπφείρου πρώτης +ηδύτητος. Πώς συνέχει εις αδιάπτωτον αρμονίαν και εις αδιάλυτον +αρραβώνα την ακανθωδεστέραν πραγματικότητα προς την λειοτέραν +ποίησιν και πώς εκ της ενώσεως των δύο πηγάζει κρυσταλλίνη ως +πηγαίον νάμα η κάθαρσις, στάζουσα ευωδιάζοντας κόμβους αρετής εις +την ψυχήν του αναγνώστου! Πώς δε μέσω της δράσεως της υποθέσεως, +ως εύμορφος ανθογεμισμένος κισσός περί κορμόν δένδρου, ως εύμορφη +κίτρινη και λευκή γιασουμιά περί αναδενδράδα αμπέλου, πλέκεται και +παρεμβάλλεται περιγραφή, ήτις θα ήξιζε και μόνη να φιγουράρη δίκην +φλαμανδικής ελαιογραφίας φυσιολογικής σχολής, ως φέρ' ειπείν η της +εργασίας του μεταξοσκώληκος εις _της Νεράιδες_ και η του χορού της +καμάρας εις τα _Βαkούφικα_ και η της κατασκευής των __χαϊμαλιών_ +εις τον _Σκαλικάδζαρον_. + +Εάν η ποίησις παρά τω προνομιούχω συγγραφεί μας είνε κόρη αθώα, +λευκή ως το κολόβιον του Χρυσού του εις το φετεινόν +πρωτοχρονιάτικο διήγημά του ο «Μπάρμπα-Δήμαρχος», αλλ' η τέχνη +αυτού είνε γυνή αρτία, μεγαλοπρεπής, ανδριάς κολοσσαίος Ήρας, ως +παρίσταται εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως. + +Η πηγαία δροσερότης της ποιήσεως παρ' αυτώ μετά της κλασικής +αρτιότητος της τέχνης, διαθετόμεναι υπό σαιξπηρείου πράγματι +ευθυμίας και χρυσών φλεβών χριστιανικής αρετής και ευσεβείας, +απήρτισαν τέλειον και μοναδικόν συγγραφέα, αναπολούντα χρόνους +κλασικούς των ευρωπαϊκών φιλολογιών. + +Εν Αθήναις 1 Ιανουαρίου 1892. + Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ + + + +ΤΑ ΒΑΦΟΥΦΙΚΑ (1) +(Μάιος 1891) + + + +Η θειά-Ζωίτσα ήτο γραία πλέον, έως εξήκοντα ετών. Πλην εκ φύσεως +ήτο σκληρά γυνή και κράσεως υγιούς, με δυο ροδινάς παρειάς, ως +παρειάς μήλου, θαύμα διά την ηλικίαν της. Είχε σώμα λεπτόν και ην +μικρά το ανάστημα ως συμμαζευμένη μέσα εις το μαύρο φουστανάκι +της, όπερ έδιδεν εις τας κινήσεις της ασυνήθη κουφότητα κ' +ελευθερίαν, και σχεδόν επετούσεν εις το περπάτημά της. Δεν την +έφθανε καμμία, ούτε εκ των νεωτέρων την ηλικίαν. + + — Σαν κοριτσάκι πλειο η θειά-Ζωίτσα! έλεγαν. + +Όταν ανήρχετο τον μέγαν και ατελείωτον ανήφορον του Αγίου +Χαραλάμπους κατά την πανήγυριν, την εθαύμαζον όλαι. Αλλά και την +εζήλευαν. Ιδίως άλλαι τινές «χονδροκοπής» γυναίκες, αι οποίαι μετ' +αγωνίας και μόχθου, πνευστιώσαι, βήμα προς βήμα ανήρχοντο τους +πρόποδας του ανωφερούς βουνού, εν ώ η ευσταλής γραία ήτο πλέον εις +την κορυφήν με τους γυμνούς ποδίσκους της, φέρουσα εμπεπηγμένας +εις την ζώνην της τας δύο εφθαρμένας εμβάδας — τα κατσάρια της — +και κρατούσα βαρύ κοφίνιον με δύο μεγάλας προσφοράς διά τον άγιον, +μίαν ιδικήν της και άλλην της γειτονίσσης της, Κρατερίτσας της +πιασμένης. Ότε δε αι άλλαι εκείναι χονδροκαμωμέναι, πλέουσαι μέσα +εις τον ιδρώτα και κοντανασαίνουσαι, έστρεφαν προς τ' άνω την +κεφαλήν, και δεν έβλεπαν πλέον την θειά-Ζωίτσα, εισελθούσαν ήδη +εις το πυκνόν δάσος του οροπεδίου, εν ώ η Εκκλησία του αγίου, δεν +ηδύναντο να κρύψωσι τον φθόνον των κ' έλεγαν περιφρονητικώς: + + — Αμ' η κακομοίρα η γρήτσα! δεν έχ' κρηάς! Ούλου κοκκαλάκια είνε! + +Ήτο χήρα από είκοσιν ετών κ' εφόρει τα μαύρα καθαρά-καθαρά. +Ιδίως η μαύρη μανδήλα της εγυάλιζε πάντοτε ως νεοβαφής. Και τούτο +εκίνει τον φθόνον των άλλων γραιών, αίτινες εις την γωνίαν της +εκκλησίας κρίνουσαι περί πάντων ορατών και αοράτων, γνωστών και +αγνώστων, δεν άφιναν και τούτο απαρατήρητον κ' έλεγαν +προστατευτικώς τάχα: + + — Δεν κυττάζ' τες θυγατέρες της που είναι για παντρειά, μόνον μ' +θέλει καινούργια μανδήλα! + +Και δεν ήτο καινουργής της πτωχής! Αλλ' ακούραστος και +τετραπέρατος γραία, συχνά την έβαφε μόνη της και ανεξόδως, +κατασκευάζουσα το χρώμα από της γης τας βοτάνας, ων εγνώριζεν ως +έμπειρος ιατρός την ιδιότητα και φύσιν. + +Αλλ' ούτω συμβαίνει εις αυτόν τον παληόκοσμον. Ο ράθυμος φθονεί +πάντοτε τον φιλόπονον, κ' ευρίσκει πάντοτε τρόπον να εμπαίξη και +υποβιβάση η οκνηρία τα έργα της φιλοπονίας. + +Διά την θειά-Ζωίτσα όμως ο φθόνος είχε τούτο το ίδιον, ότι +εξεφράζετο επιμονώτερον και αποτομώτερον, και δι' αυτά τα ανάξια +λόγου αντικείμενα. + +Διά τούτο πολλάκις έλεγεν η κακομοίρα με βαθύ παράπονον. + + — Το αίμα μας τώχει! + +Τώρα τον μάϊον, την έβλεπον να κουβαλή εις την πτωχικήν της οικίαν +τα ωραία εκείνα λευκά και μεγάλα σκόροδα, εις μακρούς ορμαθούς, τα +οποία μόνη της εκαλλιέργει, την εζήλευον. Την έβλεπον να φέρη με +τα κοφίνια εκείνα τα σπάνια πλατοκούκκια, τρυφερά και μεγάλα, +ευωδιάζοντα άνοιξιν, και τες εύμορφες στρογγυλές και +βυσσινοβαμμένες αγγινάρες, την εζήλευον. Την έβλεπον να φορτώνεται +αβασταγιές το πρωί με την δρόσον τα τρυφερά μάραθα και τα +δροσόπλαστα κρεμμυδάκια και το ευώδες ηδύοσμον, που ευωδίαζεν ο +δρόμος όταν περνούσε με το πεταχτόν εκείνο βάδισμά της, την +εζήλευον. Και άφινον οπίσω της ένα πάντοτε εμπαιγμόν: + + — Τώρα και αυτή η περιβολάρισσα! + +Όμως εκείναι αι κακολογούσαι έτρωγον την μεσημβρίαν ξηρό ψωμί, η +δε περιβολάρισσα θειά-Ζωίτσα είχε μαγείρευμα ευώδες να φάγη αυτή +μετά των δύο θυγατέρων της και να μοιράση εις τους συγγενείς και +γνωρίμους της. + +Μόνον όταν έτρωγεν η αγαθή γραία, δεν ηδύνατο να κρύψη το +παράπονόν της κ' επανελάμβανε: + + — Τώχ' το αίμα μας πλειο! + +Είχεν η θειά-Ζωίτσα και δύο θυγατέρας. Αυτό την εστενοχωρούσεν +αρκετά. Πώς να τας αποκαταστήση γυνή αυτή και χήρα; Διά τούτο +πολλάκις όταν εσκάλιζε τα κουκκιά υπό τον καυστικόν του μαρτίου +ήλιον — τας θυγατέρας της δεν τας άφινε να εξέλθουν τον μάρτιον, +μη τας μαυρίση ο ήλιος — κάτι εψιθύριζε μέσα εις τα δόντια της, +κάτι έλεγεν, αλλά ποίος να το ακούση; Παράπονον ήτο; συγγνώμη ήτο; +Ίσως συγγνώμη. Διότι ήτο ευλαβής γυνή. Θυγάτηρ ιερέως η γραία, +ανατραφείσα δι' ιερών προσφορών και κολλύβων, εντός πλούτου ευχών +και θυμιαμάτων, και είχεν ευγενή και συγχωρούσαν καρδίαν. + +Πολλάκις έχουν και αυτά την επιρροήν των. + +Και πόσον εκακοπάθησεν έως ου τας αναθρέψη! Τα παρέλαβεν ως χήρα +νήπια σχεδόν, την μίαν οκταετή παιδίσκην και την άλλην πενταετή. +Και ήδη η μεν ήγε το εικοστόν όγδοον της ηλικίας της η δε το +εικοστόν πέμπτον. Αλλ' έως ου δυνηθώσι και αυταί να εργάζονται, +ειργάζετο μόνη η γραία. Ήτο τεσσαράκοντα ετών τότε. Εξενοδούλευε +και εξενόπλυνε και εξενόφαινεν η πτωχή. Αλλ' ήτο ευχαριστημένη, +διότι οι κόποι της δεν εγίνοντο ματαίως. Και αι δύο ως προς μεν +την γνώμην ήσαν όμοιαι προς αυτήν, αγαθαί, φιλεργοί και φιλόπονοι. + + — Πώς υποφέρουν μερικές με σταυρωμένα τα χέρια; έλεγαν πολλάκις +ενώ ειργάζοντο. + +Διότι και αυταί εξενόπλεκον, εξενόρραπτον, εξενόφαινον, +εξενοδούλευον. Τα καλτσάκια εκείνα τα κομψά, τα οποία εφόρουν τα +εύμορφα παιδάκια της ωραίας καπετάνισσας, και τα κομψά +φορεματάκια, ήσαν έργα της πρώτης, της Δεσποινιώς· τα ωραία πάλιν +χρυσά κεντήματα τα νυμφικά, άτινα εθαυμάσθησαν κατά τους +τελευταίους γάμους, αι χειρίδες με τα ανθοφόρα κλαδία, αι +λεπτόταται χρυσαί στίξεις του ποδογύρου και η πολύτιμος σκούφια με +την μεγάλην ανθοφόρον γλάστραν εν τη κορυφή ήσαν όλα +κομψοτεχνήματα της Σοφούλας, της μικροτέρας. Και αι δύο ήταν +επιτήδειαι και ευφυείς. Πλην η μεν επετύγχανε περισσότερον εις τα +εκ βάμβακος πλεκτά, η δε εις τα εκ χρυσού. Αλλά ποία πενθερά δεν +εθαύμασε τα υφαντά της Δεσποινιώς; Τα βαρέα κυλίμια με τα +χρωματιστά τετραγωνίδια και τους ρόμβους και τας ζώνας ποικίλων εν +αρμονία χρωμάτων; τα τραπεζομάνδηλα τα μεταξωτά, θαύμα της +υφαντικής υπερφυέστατον και τας μεγάλας εκείνας προσκεφαλάδας με +τας ερυθράς και λευκάς ζώνας; + +Αλλά και τούτο εκίνει τον φθόνον. + + — Έχει βιβλία! έλεγον περιφρονητικώς. + +Τωόντι η θειά-Ζωίτσα, η προοδευτική και πολιτισμένη Παπαδοπούλα, +εφρόντισε να εισαγάγη τας θυγατέρας της, πρώτας-πρώτας, κατά την +σύστασιν του σχολείου των θηλέων εν τη νήσω, προκαλέσασα την +περιφρόνησιν πολλών, διότι εθεωρήθη ως νεωτερισμός επικίνδυνος +τάχα. + +Αλλά ιδού τώρα πόσον ωφέλιμος επεφάνη ο νεωτερισμός εκείνος. Διότι +εν τω σχολείω ωξύνθη ο νους των κορασίδων, ανεπτύχθη το ενυπάρχον +εν τη απαλή καρδία τάλαντον και έλαβον τα πρώτα τεχνικά μαθήματα +επί των διαφόρων κεντημάτων και πλεκτών χειροτεχνημάτων. + +Και ετέθησαν λοιπόν και τότε αι κακαί γλώσσαι εις κίνησιν, όταν +έβλεπον τας δύο ορφανάς παιδίσκας να διέρχωνται την αγοράν και +κρατούμεναι εκ της χειρός να μεταβαίνωσιν εις το σχολείον με τας +μαύρας μανδήλας των και τα μαύρα φουστανάκια των, με πρόσωπα +κατακίτρινα εκ του πένθους της ορφανίας. + +Και έλεγον: + + — Τώρα και η θειά-Ζωίτσα, η ψωροπερίφανη! Γράμματα μ' θέλει! + +Ως προς την εξωτερικήν όμως μορφήν δεν ωμοίαζον διόλου προς την +μητέρα. Ήσαν ωραίαι και περικαλλείς αμφότεραι εν σώματι αναλόγω μ' +εύπλαστα κ' εύγραμμα τα μέλη, με μαύρους περιπαθείς οφθαλμούς και +μαύρην κόμην γυαλιστερήν ως κόρακος πτερά, καταπίπτουσαν επί των +νώτων υπό την μαβιάν μανδήλαν εις δύο παχείς οφιοειδώς +πεπλεγμένους πλοκάμους. + +Διά της πολυτίμου και περιζήτητου εργασίας των δύο αδελφών +επορίζετο η γραία από ετών ήδη τα του οίκου χρειώδη, επερίσσευον +δε και ποσά τινα ευτελή, δι' ων αι δύο κόραι εφιλοτέχνουν την +προίκα των, τα ασπρόρρουχα και τα επιστρώματα και τα λοιπά +πολυτελή στολίδια, κεντώσαι ταύτα μετ' ιδιαζούσης προσοχής. Πλην +φευ! Όλα αυτά τα χρυσά και σπάνια προτερήματα ήσαν άγνωστα εις +τους γαμβρούς του χωρίου, οίτινες έν μόνον εγνώριζον ότι η θειά +Ζωίτσα δεν έχει «μέτρημα!» + +Ο σημερινός υλιστικός βίος επέδρασε πανταχού, εισπνεύσας και εις +αυτήν την διαυγεστέραν ατμοσφαίραν του χωρίου κ' εξηχρείωσε και +εξηυτέλισε τα πάντα. Κάλλος, ευφυία, φιλοπονία, καλοκαγαθία, όλα +εξαφανίζονται ενώπιον του αχρείου μετρήματος. + + — Να είχα το ελάχιστον δέκα ρίζες εληές! έλεγε πολλάκις η γραία. + +Ο μακαρίτης ο άνδρας της, ο Μπάρμπα Δήμας, κτηματίας φιλόπονος, +απέθανε κατάχρεως, πνιγμένος έως εις τον λαιμόν μέσα εις τα χρέη. + +Περιφρονήσας τας αγίας συμβουλάς του αγαθού πνευματικού του, και +τας προτροπάς της συζύγου του ηγόρασε μοναστηριακά ότε επωλούντο +κατά τμήματα, διαλυθέντων των μοναστηρίων, και δεν είδε προκοπήν +έκτοτε· τουλάχιστον η θειά Ζωίτσα εις τούτο το συμβεβηκός απέδιδε +την κατά πόδας καταδιώκουσαν αυτούς έκτοτε σκληράν ειμαρμένην. + + — Δεν του τώλεγα! Δεν του τώλεγα! επανελάμβανε πολλάκις η αγαθή +γραία ενώπιον του πνευματικού, όταν επήγαινε να εξομολογηθή εις +τον «Παπά-Ερημίτη», ούτως αποκαλούσα κατά παραφθοράν εύκολον τον +ενάρετον πνευματικόν της νήσου Παπά-Ιερεμίαν, ασκητεύοντα εις την +δροσερωτέραν της νήσου εξοχήν. + +Ο μακαρίτης ο Μπάρμπα-Δήμας ήτο κύριος δύο λαμπρών ελαιώνων λίαν +προσοδοφόρων, τόσον προσοδοφόρων, ώστε εις κάθε εσοδείαν του +ελαιοκάρπου με την λαδωμένην βράκαν του καταγινόμενος εις το +ελαιοτριβείον έλεγεν εξ αγαλλιάσεως: + + — Όξω φτώχια, κυρά Ζωίτσα! Και εκρότει θλίβων τον αντίχειρα και +μεσοδάκτυλον ως κάμνουν οι σύροντες τον χορόν. + +Αλλ' έχων ακράτητον προς την καλλιέργειαν της γης επιθυμίαν, δεν +ηδυνήθη να κρατήση εαυτού, όταν επωλούντο τα μοναστηριακά. Και +ακούων την πρόσκλησιν του κήρυκος: «έχει άλλος», προσήλθε παρά την +τράπεζαν της πωλήσεως, προσέθηκε εις την τελευταίαν προσφοράν +ποσόν τι υπέρτερον και κατεκυρώθησαν επ' ονόματί του δύο μεγάλοι +ελαιώνες του Αγίου Χαραλάμπους. + + — Τώρα να ιδής λάδια, κυρά Ζωίτσα! έλεγεν. + +Η θειά Ζωίτσα εκίνει τεθλιμμένη την κεφαλήν. + + — Σου πήρε δύο κομμάτια ο Μπάρμπα Δήμας! παρετήρουν άλλοι τινές +κτηματίαι μετά θαυμασμού. Όσα κι' αν έδωσε, χαλάλι! + + — Καλά στερνά! προσέθετεν έτερος επιφυλακτικότερος. Εμένα μου τ' +ώπεν ο Παπά Ιερεμίας. Τα μοναστηριακά είνε αφιερωμένα εις τον +Θεόν. Και όποιος αγοράση από αυτά, είνε ωσάν να τα παίρνη πίσω από +τον Θεόν και είνε αφορισμένος από την Εκκλησίαν και προκοπή δεν θα +βγη. Είνε κανών φοβερός της Οικουμενικής Συνόδου. + + — Ναι! Μακάρι' νάχες ν' αγοράσης και συ κανένα τεμάχιον. Τι έπαθε +ο κυρ Θανασός που επήρε τον ελαιώνα της Κουνίστριας; + +Ούλο και παχαίνει. Αμ' ο καπετάν Καφαντάρας που εμάζωξεν όλα τα +Προδρομίτικα; Πιθάρια νάχη για τα λάδια! + + — Καλά στερνά! σου είπα. + +Και όμως, είπατε ό,τι θέλετε, ο Μπάρμπα Δήμας, αφότου ηγόρασε τα +μοναστηριακά δεν είδε προκοπή. Ηκολούθησαν δι αυτόν έτη κατά +σειράν αφορίας των ελαιών. Όχι μόνον τα μοναστηριακά δεν +ευφόρησαν, αλλ' ουδέ τα ιδικά του, τα οποία ουδέποτε «ξεχνούσαν», +ως έλεγε. Και ο Μπάρμπα Δήμας μη έχων να πληρώση τα χρέη του, +διότι εχρεώθη κρυφά από την γυναίκα του, ίνα πλειοδοτήση κατά την +δημοπρασίαν, μετά τινα έτη, αυξηθέντος του χρέους, απελπισθείς ότι +θα ηδύνατο πλέον να το εξοφλήση, ηναγκάσθη να παραχωρήση εις τον +δανειστήν μέρος από τα δύο μοναστηριακά του, αν και μετά μεγάλης +λύπης. Πλην το θλιβερώτερον είνε ότι ο δανειστής σκληρός +τοκογλύφος, τοκίζων 18 τοις % και μετατρέπων κατ' έτος τους +τόκους, εις κεφάλαιον, δεν υπεχώρει εις το παραμικρόν· και προς +εξόφλησιν κατέσχε και τους δύο ελαιώνας του ατυχούς Μπάρμπα-Δήμα, +όστις ούτως απέθανε μετ' ολίγον πάμπτωχος, αφού εθρήνησε τας +τελευταίας ημέρας του και τον μονογενή υιόν του, ένα ωραιότατον +έφηβον, όστις θα ήτο ήδη η αχώριστος βακτηρία της γραίας. + +Η δε θειά-Ζωίτσα απέμεινε χήρα με μίαν ωραίαν άμπελον, +μοναστηριακήν και αυτήν, «Αη-Χαραλαμπήτικην», με τ' όνομα, εις την +Αμμουδιά, φέρουσαν μίαν παχύσκιον καρυδέαν εν μέσω, την οποίαν ο +πατέρας της είχεν αγοράσει κατά την πρώτην διάλυσιν των ιερών +μονών, λεπτομέρειαν άγνωστον εις την ανήλικον τότε κόρην, και μίαν +οικίαν, τα προικιά της, τα οποία δεν ηδυνήθη να κατάσχη ο +άσπλαγχνος δανειστής προς τελείαν εξόφλησιν. Ατελείωτον γίνεται +πάντοτε το χρέος. Πολλάκις δε μετά ταύτα ηπείλει και ανησύχει την +τεθλιμμένην χήραν. + + — Να σ' πω. Έχουμε κάτι λογαριασμούς ανοικτούς με τον μακαρίτην +τον Μπάρμπα-Δήμαν. + + — Κάμε καλά με τον Μπάρμπα Δήμα, απήντα οργίλως η θειά Ζωίτσα. + + — Να σ' πω. Το αμπέλι προικιό σ' είνε; + + — Δεν ξέρω, απήντα μετά σκαιάς περιφρονήσεως η χήρα, έχουσα +πεποίθησιν εις το εκ του νόμου δίκαιον. + + — Να σ' πω, το σπίτι προικιό σ' είνε; + + — Δεν μ' αφίνεις ήσυχη, χριστιανέ; Απήντα πάλιν η χήρα μετά +ζωηρότητος. + +Αλλ' ο σκληρός δανειστής δεν έπαυσε να την ανησυχή. Πολλάκις δε +εκείνη τον έβλεπε να περιτριγυρίζΗ την οικίαν με ύφος λαιμάργου +γαλής οσφρανθείσης οψάρια, προσπαθών ν' ανακαλύψη και καλά, επάνω +εις τ' αγκωνάρια ίσως, ότι η οικία δεν ήτο προικώα. Πολλάκις +περιήρχετο και την ωραίαν άμπελον μετρών αυτήν κλήμα προς κλήμα, +και πολλάκις ανεδίφησε τα κεκονιαμένα του συμβολαιογραφείου βιβλία +ερωτών τον γέροντα διοπτροφόρον συμβολαιογράφον. + + — Να σ' πω. Έχουν καμμιάν αξίαν αυτά τα βιβλία; Σαν παληά μου +φαίνονται. + +Και πάλιν επανελάμβανε προπετώς: + + — Να σ' πω, κύριε συμβολαιογράφε. Λέγει ο νόμος ότι η προιξ δεν +κατάσχεται; + +Ο συμβολαιογράφος αντί πάσης απαντήσεως εις την αυθάδη αυτήν +ερώτησιν ηρκέσθη να ρίψη εις το πρόσωπον του αχρείου δανειστού το +στίλβον φως των διόπτρων του. + +Ούτω λοιπόν η θειά-Ζωίτσα μετά τον θάνατον του συζύγου της ευρέθη +άνευ κινητής περιουσίας, με την ασήμαντον προίκα της, τας δύο +θυγατέρας, και τας βαρβάρους ενοχλήσεις του δανειστού, ένεκα των +οποίων πολλάκις ηναγκάσθη, με όλην την πεποίθησιν ην είχεν εις το +δίκαιόν της, να καταφύγη εις την συμβουλήν του μόνου δικολάβου της +κώμης, φέρουσα και μίαν παχείαν όρνιθα, ίνα ερωτήση αν πραγματικώς +η προιξ δεν κατάσχεται. + +Ο δικολάβος πονηρός άνθρωπος απήντησε προς την χήραν με κάτι +διφορούμενα. Και τότε εκείνη μετέβη παρ' αυτώ και δευτέραν φοράν, +φέρουσα ήδη δύο παχείας όρνιθας. Αλλά και πάλιν δεν ηδυνήθη να +λάβη σαφή και επαρκή απάντησιν. + +Διά τούτο ηκούσθη λέγουσα ένα πρωί: + + — Κρίμα 'ς τες κοττίτσες μου! + +Έως ότου ήλθεν εις το χωρίον ο πρώτος επίσημος εκ του +Πανεπιστημίου δικηγόρος, ένας ζωηρός και ροδοκόκκινος έφηβος, όλος +καρδιά και γεμάτος ειλικρίνειαν και αγαθότητα, όστις την εβεβαίωσε +πλέον την γραίαν. + + — Σώπα, θειά Ζωίτσα, μη φοβάσαι. + + — Του Χριστού την ευχίτσα να έχης γυιόκα μ'! του Χριστού την ευχή +και της Παναγίας γυιέ μ'! + +Έκτοτε περιωρίσθησαν και ο δικολάβος και ο δανειστής. Διότι δεν +επερνούσε πλέον η μπογιά των. Αλλά διά τρόπου αξιοπρεπούς και οι +δύο. + + — Καλά, κυρά, είπε μίαν ημέραν ο δανειστής με γλυκύτερον ύφος. +Ησύχασε. Αργότερα πάλι βλέπομεν. Ούτε εγώ να αδικηθώ, ούτε συ. + + — Έχεις δίκαιον, κυρά Ζωίτσα, είπε και ο δικολάβος μετά +θριαμβευτικής ευφραδείας. Ηύρα το άρθρον του νόμου. Μα εκοπίασα +πολύ. Μη φοβήσαι. Η προιξ δεν κατάσχεται. + +Εν τούτοις τι εβγήκε; Με μίαν άμπελον και μίαν οικίαν πώς να +υπανδρεύση δύο θυγατέρας, αίτινες έφθασαν ήδη εις την ηλικίαν του +γάμου μετά ταχύτητος μυστηριώδους; + + — Πώς μεγαλώνουν, παιδί μ', τα κορίτσια, έλεγεν η θειά-Ζωίτσα +προς την φίλην της γειτόνισσαν, την Κρατερίτσαν την πιασμένην. +Νάνε παλλικάρια, ζαρώνουν. Τα κορίτσια πετιώνται ως επάνω μάνε- +μάνε. + + — Εμ! τι κάθεσαι! τύλιξε την πρώτη. + + — Αμ πώς, αδελφή; Δεν ξέρεις πως ακρίβαιναν οι γαμπροί; + + — Ακρίβαιναν ε! + +Τας έβλεπε λοιπόν τας ωραίας θυγατέρας χωρίς ελπίδα αποκαταστάσεως +κ' έφθινεν η γραία κ' εφθείρετο. Και αποδίδουσα και αυτήν την +ατυχίαν εις τα μοναστηριακά, εφοβείτο ότι θ' απέθνησκε και θα τας +άφινεν εις τους πέντε δρόμους. Και ανεστέναζε κρυφίως η γραία. + + — Τι έχεις, μάννα μ'; Είπε μίαν ημέραν η Δεσποινιώ. + + — Τι ν' άχω, κόρη μου! + +Ίσως το εννόησεν η ωραία κόρη, ίσως δεν το εννόησεν· όμως δεν +ωμίλησε. Πλην τα πολλά παράπονά της η γραία, τον αληθινόν της +καρδίας της πόνον εξεμυστηρεύετο μόνον εις τον «Παπά-Ερημίτη» όπου +μετέβαινε κατά Κυριακήν μετά των θυγατέρων της ν' ακούση την +ωραίαν ακολουθίαν, των σεμνών Κολλυβάδων ακολουθίαν, εκλείπουσαν +ολονέν από της Ανατολής, των ερημιτών Κολλυβάδων, επτάκις της +ημέρας υμνούντων τον Κύριον, κατά τον ψαλμόν. Εν όρθρω τη πρώτη +ώρα της ημέρας, τη τρίτη, τη έκτη, τη ενάτη τω εσπερινώ και τω +αποδείπνω. + + — Ούλου διαβάζνι, Μα, έλεγεν η Σοφούλα ενίοτε, θελγομένη εκ της +συχνής προσευχής. Σ' νακκλησιά δε διαβάζνι έτσι δα. + +Εκεί λοιπόν εύρισκε παρηγορίαν και ανακούφισιν η θειά-Ζωίτσα. Και +όταν ο γέρων έκαμνε τας ωραίας αγρυπνίας κατά τας μεγάλας εορτάς, +ήτο εκ των πρώτων η γραία. Κ' εκεί την νύκτα υπό την θείαν +ανταύγειαν των οφθαλμών του Παπά-Ιερεμία, οίτινες έλαμπον +ζωηρότερον από το μαρμαίρον γαλάζιον φως των κανδηλών του +ασκητικού ευκτηρίου του, προσεπάθει η γραία μετά πόνου ν' +ανακαλύψη, έστω και μακρόθεν φέγγουσαν, την συγγνώμην του βαρέος +αμαρτήματος του μακαρίτου. + + — Να, τώρα δεν έχουμε τίποτε πλεια, γέροντα, έλεγε κατά την +εξομολόγησίν της. Έχασα τον άνδρα μου, έχασα το παιδί μου, αχ! το +καλό μου παιδάκι, θα ήταν σήμερα γαμπρός φοβερός. Εχάσαμε το βιο +μας. Δεν θα φωτίση ο Θεός κανένα καλόνε άνθρωπο, να πανδρεύσω το +μεγάλο το κορίτσι μου; Μεγάλο καϋμό το έχω, γέροντά μου. Μου +έρχεται 'σάν ντροπή. Τουλάχιστον το μεγάλο μου κορίτσι! + +Και ελησμονείτο η γραία χάσκουσα εις την έκθαμβον λάμψιν των +μεγάλων του γέροντος οφθαλμών. + + — «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον, από του νυν και έως του +αιώνος», απήντα ο Παπά-Ιερεμίας, ως συνείθιζε διά ρητών της +Γραφής, ξηρά-ξηρά απαγγέλλων τας λέξεις, ως ήτο ξηρόν το ασκητικόν +του σώμα, ζωντανόν άγιον λείψανον, αποπνέον ευωδίαν αρετής και +αγιότητος. + +Και επανελάμβανεν: + + — «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον!» + +Και μόνη της η γραία αναγνωρίζουσα το αμάρτημα του οίκου της, +έλεγε προλαμβάνουσα τον γέροντα: + + — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα! τι τάθελε; Φωτιά +βάλαμε 'ς το σπίτι μας από τότες. + + — Ε, να παρακαλής, τέκνον μου, να προσεύχεσαι. Συνεβούλευεν ο +γέρων Πνευματικός. Ο Θεός είναι εύσπλαγχνος προς τους +μετανοούντας. + +Η δε γραία κατήρχετο την εσπέραν εις την πόλιν με μεγάλην +ανακούφισιν και παρηγορίαν, κομίζουσα τας ευλογίας και τα τρυφερά +βλασταράκια «που της εδώρει ο Παπά-Ερημίτης». + +Ούτως αι θυγατέρες της θειά-Ζωίτσας είχον αποκτήσει εν τοιαύτη +αγωγή ουχί τόσον φιλοκόσμους έξεις. Ητοίμαζον μεν τα προικιά των, +μετά σεμνότητος πάντοτε κ' εντός του κύκλου των δυνάμεών των, κατά +το έθιμον της νήσου, πλην δεν εύρισκον τόσην ευχαρίστησιν εις την +πόλιν. Ήθελον κατά τας εορτάς να παραμένωσι παρά τω Ιερεμία και ν' +ακούωσι τα ωραία εκείνα συναξάρια. Εις την οικίαν των τραγούδι δεν +ηκούσθη καθ' όλα της ορφανίας των τα έτη. Την _καμάραν_ δεν την +εχόρευσαν καμμίαν ημέραν της Διακαινησίμου. Και τόσον τας έθελγεν +ο σεμνός ούτος χορός! Ήτο το μόνον εκ των του κόσμου τερπνών, όπερ +επενήργει επί της τρυφεράς καρδίας των. Ο ηρέμα κινούμενος εν +λαμπρά μεγαλοπρεπεία κύκλος εκείνος της καμάρας είχε τι το +εξαρτικόν εν τη πραεία των κορασίων φαντασία. + +Διά τούτο τας ημέρας του Πάσχα απέφευγον αι δύο θυγατέρες ν' +αναβαίνωσιν εις τα βουνόν του Παπά-Ιερεμία, όστις μετά +προστατευτικού μειδιάματος ηρώτα την γραίαν. + + — Πώς δεν ήλθαν τα κορίτσια; + + — Να, κάνουν χάζ' τ' καμάρα πλειο, απήντα η γραία. + + — «Παγίς θηρευτών» ο χορός, «παγίς θηρευτών», έλεγεν ο γέρων +Πνευματικός. + +Και είτα επανελάμβανε καθαρά. + + — Να προσέχουν από τον χορό τα κορίτσια, να προσέχουν! + +Και όμως τον μέγαν και πομπικόν αυτόν χορόν ουδέποτε εχόρευσαν. +Περιωρίζοντο μόνον τα ορφανά να κυττάζωσι κρυφίως διά των +ημικλείστων παραθύρων, πλην ποτέ δεν μετέσχον μετά των άλλων +νεανίδων, αι οποίαι συνηθροίζοντο καθ' εσπέραν τη εβδομάδα του +Πάσχα εις την γειτονικήν πλατείαν κ' εχόρευον κ' έλεγον «θάλασσα» +τα τραγούδια εκείνα τα εύμορφα. + +Η ιδέα ότι είνε ορφαναί κόραι, τας έκαμνε να συστέλλωνται και να +διστάζωσι. Τι ήθελον αυταί μέσα εις την χαράν του κόσμου; + +Η γραία όμως όσην ευλάβειαν και αν είχεν εις τους σεμνούς λόγους +του Παπά-Ιερεμία, ησθάνετο κοσμικωτέρους παλμούς εν τη γηραιά +καρδία της. + +Ήθελε να καμαρώση μια φορά νύμφας τας θυγατέρας της — και τι +ωραίας νύμφας! — Επεθύμει να σύρη τον χορόν εις τους γάμους της +Δεσποινιώς της, και να κολλήση ένα μεγάλο ασημένιο εις το μέτωπον +του παιγνιδιάτορος του γέρω Τζαχείλα οπού τον ετρόμαζαν όλα τα +λαγούτα. + +Πλην ούτε ακτίς από το εύμορφον αυτό μέλλον υπέφεγγε. Και τούτο +την εβασάνιζεν, έως ου τελευταίον ησθάνετο κόπωσιν εις τα γόνατα +και πόνους εις την οσφύν, ελαττώσασα εσχάτως και την προσφιλή +αυτής γεωπονικήν εργασίαν. + +Ούτως η αργοπορία της εκπληρώσεως των πόθων μας εξασθενίζει τα +νεύρα, ως να είνε ταύτα εξηρτημένα από την ολονέν απομακρυνομένην +επιθυμίαν μας. + +Εν τοιαύτη θλιβερά καταπτώσει ευρισκομένη η γραία, ηγέρθη εσχάτως +μίαν πρωίαν σφόδρα κατηφής, αφυπνισθείσα υπό κακού ονείρου. + + — Τι έχεις, Μα; ηρώτησαν μετά περιπαθείας αι δύο κυανοπλόκαμοι +αδελφαί. + + — Τίποτε παιδιά μ'! απήντησε. Και κάτω νεύουσα την κεφαλήν υπό +την μαύρην σκιάν της μανδήλας της εψιθύρισεν ως προς εαυτήν: + + — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη ανακατωθή 'ς τα βακούφκα! Κάτι άλλο +κακό μεγαλείτερο θα μας εύρη! + +Εξημέρωνεν η πρωτομαγιά. Αι πρώται της αυγής ακτίνες διεπέρων ήδη +τον μελανόν ορίζοντα όπισθεν του οποίου ήρχισε να οποφέγγη λαμπρά +ημέρα· τα άστρα εξηφανίζοντο και εσβέννυντο το έν κατόπιν του +άλλου ως σβέννυνται λαμπάδες μία-μία την ημέραν του Πάσχα. Τα +νυκτοπούλια αισθανθέντα τον κρύον αέρα της αυγής έπαυσαν τον +θλιβερόν και μονότονον κρωγμόν των, αφήσαντα ελεύθερον το στάδιον +εις τα ποικιλόστομα πρωινά πουλιά, ων το γλυκύ κελάδημα διέτρεχε +χαρμοσύνως το κενόν ως χαιρετισμός προς την αφυπνιζομένην +πολίχνην. Κατά σειράν ένα-ένα εξεχωρίζοντο τα κατάφυτα βουνά, και +μόνον οι αμπελώνες του κάμπου ήσαν ακόμη σκεπασμένοι από την +σκοτεινήν της νυκτός ομίχλην. Σκέπη πυκνή κατεκάλυπτεν εισέτι και +τον λιμένα, από την οποίαν εκάθευδον ακίνητα τα εύμορφα κόττερα +και λοιπά πλοιάρια της θαλασσινής πολίχνης. Αύρα δροσερά κ' ευώδης +ήρχισε να καταβαίνη από το βουνόν του Παπά-Ιερεμία ως ευλογία από +της ολονυκτίου προσευχής του ασκητού, ηδέως αρωματισμένη εκ του +θυμιάματος του ουρανού και των ανθέων του κόσμου. Τότε ηκούσθη και +ο κώδων των Τριών Ιεραρχών διά τον όρθρον. Κ' ευθύς ηγέρθη η θειά- +Ζωίτσα από της ξηράς κλίνης της, ήγειρε δε και τας δυο αδελφάς, +αίτινες με χαράν επετάχθησαν, ν' απολαύσωσιν ως πάντοτε την ήρεμον +εορτήν της πρωτομαγιάς εν τω ωραίω αμπελώνι αυτών. + + — Μας πήρεν η 'μέρα, κορίτσια! είπεν η θειά-Ζωίτσα. + + — Τώρα δα σήμανεν η εκκλησία, απήντησεν η Σοφούλα. + + — Έπρεπε πιο νύχτα. Αλλά δεν ξέρω πώς δεν έχω όρεξι. Μου +φαίνεται πώς είνε κομμένα τα ήπατά μου. + + — Μήπως κάθεσαι καμμιά μέρα; Ούλου παλεύεις, είπεν η Δεσποινιώ. + +Και εχασμάτο η γραία, ενώ αι θυγατέρες της ενεδύοντο. + + — Θα τα 'ρμάξνι κείνα τα 'κκιά! είπεν η θειά-Ζωίτσα. + + — Αμ την καρυά; + + — Καλά λες· είπε ζωντανεύσασα ολίγον η γραία. Κάμετε γλίγωρα. + + — Η θειά-Ζωίτσα συνήθιζε κατ' έτος την πρωτομαγιά να μεταβαίνη +εις τον αμπελώνα μετά των θυγατέρων της «νύχτα-νύχτα». Και διότι +πιστή εις τα πάτρια δεν ήθελε να παραμελήση μίαν ωραίαν συνήθειαν, +η ποιητικωτάτη την καρδίαν γραία, αλλά το σπουδαιότερον, διότι +έπρεπε να προφυλάξη την ημέραν ταύτην από της διαρπαγής τα +προσφιλή προϊόντα της, έργα των χειρών της, και μίαν μεγάλην +πυκνόφυλλον και πλατύφυλλον καρυδέαν, ην απεμάδων τελείως οι +παίδες και αι κορασίδες συμπλέκοντες τους στεφάνους των διά των +πλατεών και χλοερών φύλλων του ωραίου δένδρου. Μια χρονιά που δεν +ημπόρεσε να εξέλθη προς φύλαξίν της, την έκαμαν «παραστόλιο» την +εύσκιον καρυδέαν, «που της ήλθε της γραίας να την κόψη με το +τσεκούρι». + + — Μήπως απόχτησε ποτέ τ' δήμαρχο αυτό το χωριό; έλεγε +παραπονουμένη. + +Και είχε τόσα καλά να προφυλάξη ακόμη η γραία. Φύσει αγαπώσα την +γεωργίαν ως είδομεν, είχε μεταβάλει τον αμπελώνα της εις αληθή +κήπον. «Περιβολάκι» τον ωνόμαζε. Και ην αληθώς περιβολάκι. +Εφύτευσεν οπωροφόρα δενδρύλλια εις τας άκρας, αμυγδαλέας και +βερικοκκέας και κερασσέας που ήτον «ένα ρέος» να τα βλέπης ή με τα +άνθη ή με τους καρπούς. Έσπαιρνε τα ωραία εκείνα πλατοκούκκια «που +κανείς δεν τα είχε». Και «τόσο τα εσήκονεν ο τόπος!» Εφύτευσαν και +αι θυγατέρες της εις μίαν άκραν διάφορα άνθη, απομιμούμεναι της +μητρός τας έξεις, κιτρινωπά μαντζαράκια με τα βελούδινα άνθη των, +και κρίνα λευκά και κόκκινα, και δύο τριανταφυλλέας όπου εύρισκον +την χαράν των τα παιδία τώρα την άνοιξιν, οσάκις δεν ευρίσκετο +εκεί η γραία. Αλλά ήτο να λείψη; Νύκτα πήγαινε, νύκτα έφευγε. Πλην +καμμία φορά θα επιτύχη πάντοτε ο κλέπτης. Ιδίως όταν επήγαινεν εις +τον Παπά-Ιερεμίαν, πάντοτε ήθελεν ανακαλύψη ζημίαν τινά. + +Άμα εγερθείσαι αι τρεις γυναίκες, εδάγκασαν κατά την συνήθειαν από +την ξηράν κουλούραν του Πάσχα, ην εφύλαττον κρεμασμένην από +καρφίου επίτηδες, «μη φωνάξη ο γάιδαρος». Έρριψαν το υπόλοιπον είς +τινα μικρόν κάλαθον, έλαβον και τι πρόχειρον προσφάγιον και το +απαραίτητον διά την πρωτομαγιάν σκόροδον «που καθαρίζει το αίμα» +και εξήλθον, αφού εν τω μεταξύ η Σοφούλα πεταχθείσα εις το πηγάδι, +εκόμισε κρύο-κρύο νερό, να υπάρχη όταν θα επανέλθουν την νύκτα. + + — Ποιος ξέρει τι ώρα θα γυρίσουμε, είπεν η πτωχή νοικοκυροπούλα +κόρη. + +Πλην η Δεαποινιώ βλέπουσα την μελαγχολίαν της μητρός της κατελήφθη +και αυτή υπό τίνος μυστικής ανίας και δεν ήθελε ν' ακολουθήση και +μόλις και μετά βίας την παρέπεισεν η γελαστικωτέρα Σοφούλα. + + — Θα ζωσθούμε αγριαμπελιά, της είπε, θα μαζόξουμε λουλούδια, θα +φάμε χλωρά 'κκιά με το τυρί κοντά 'ς τη βρύση, θα βρούμε γενόμενα +κεράσια! + + — Αχ! πώς μ' αρέσουν! + +Εκλείδωσαν την οικίαν και εξήλθον. + +Βωβά εκρότουν τα στερεά πατήματα των τριών γυναικών εις τους +στενούς κ' ερήμους δρομίσκους της πολίχνης. Διήλθον τα αλώνια, το +έξω της πολίχνης λειβάδιον. Η καταπράσινος και κατάλευκος εξ +ανθέων χλόη εμαύριζε συγκεχυμένη εν τη σκοτία, και μόνον ως +ασβεστωμένοι τόποι διεκρίνοντο υπολευκάζοντες εδώ και εκεί επί του +μικρού πεδίου, τα μέρη ένθα εφύοντο τα σμήνη των χαμαιμήλων και αι +άγριαι μαργαρίται. + +Η γραία ξεμουδιάσασα, αφού πλέον εξεκίνησεν, ανέκτησε πάλιν όλην +την φαιδρότητά της και προηγείτο ελαφρά, παίζουσα και γελώσα με +τας θυγατέρας της. + +Η δρόσος επεκάθητο άφθονος επί των θάμνων ως αδαμαντίνη βροχή, και +εβράχησαν αι άκραι των ιματίων και των τριών γυναικών. + +Ανέβησαν ήδη εις τον λόφον. Έφεγγε καλά πλέον. Ευωδίαζεν ο τόπος. + + — Τι εύμορφα! είπεν η Δεσποινιώ, σταματήσασα και πνέουσα βαθέως +το μεθυστικόν εκείνο άρωμα της πρωίας, σφόδρα ζωτικόν. + + — Και δεν ήθελες! διέκοψεν η Σοφούλα. + +Εξαίσιον ήτο το θέαμα. Κάτω έβλεπες την λευκήν πολίχνη ης οι +οικίσκοι, μια τούφα συμμαζευτοί, ωμοίαζον προς νύμφας με τα λευκά +κολοβόλια των, νύμφας θεωρούσας την θάλασσαν. Εξήρχοντο ήδη +συντροφίαι φαιδραί διά την πρωτομαγιάν, ων η γελόεσσα ιαχή +εξεχύνετο προς όλας τας διευθύνσεις κ' εχάνετο είτα μέσα εις τους +θάμνους και τους κήπους και τους αγρούς. Δεξιά επρασίνιζον οι +αμπελώνες. Αριστερά εκινούντο αιδημόνως ως καλημερίζοντα τας τρεις +γυναίκας τα ευεργετικά λήια, τα καταπράσινα σπαρτά, αποτελούντα +ελαφρότατον μορμυρισμόν ηδύτατον εις την ακοήν. Εδώ κ' εκεί αι +ελαίαι εδείκνυον τα λευκά άνθη των «μπαμπάκι μοναχό», εφ' ων +επακκουμβώσιν αι ελπίδες και τα όνειρα των κατοίκων. + +Ω! εις έν άνθος τρυφερόν στηρίζει ο πατήρ το παρόν και η παρθένος +το μέλλον. Και όταν δεν συνδράμη ο καιρός; Όταν η θύελλα αρπάση το +άνθος και ο αετός το πνίξη; Ω! τότε πνίγεται το παρόν του πατρός +και της παρθένου το μέλλον!... + +«Ψεύσεται έργον ελαίας και τα πεδία ου ποιήσει βρώσιν!». + +Οι δε παρόδιοι φράκται διέχυνον συμμιγές άρωμα σχοίνου, +συμπεπλεγμένου καλλιτεχνικώς μετ' αγιοκλήματος και βάτου και +κομάρου και πρίνου του σκολιού με τας επί των ακανθωτών φύλλων +μιζιθρίτσες του. + +Και όπου ο αγρός ην άσπαρτος, εκεί πλέον είχον αναφυή όλα τα +αγριολούλουδα με τα αναρίθμητα χρώματά των. Εδώ τούφα από +κατακόκκινες παπαρούνες, εκεί άγριαι μαργαρίται λευκαί και +κίτριναι, παρέκει παντοία ανθύλλια έχοντα τα μικρά τριγωνικά φύλλα +των, άλλα ως είδος ανεμομύλου και άλλα ως είδος σταυρού· τα +λευκόστικτα άνθη της καυκαλίθρας, τα ψευδοτριαντάφυλλα της +κολλώσης κουνούκλας και διαφόρων σχημάτων και μεγεθών +ψευδοστάχυες. Τι άλλα ζεμπιλάκια και τι παραδάκια εν ορμαθώ, τα +οποία μετά τινας ημέρας ξηρανθέντα υπό το καύμα του Μαΐου θα +βροντούν αχυρώδη τινά ήχον, δι' ων θα «μερόνωσι» τα παιδία των αι +μητέρες. + +Όλα τα είδη των φυτών και των βοτάνων και τα πλέον μικρά και τα +πλέον καταφρονεμένα, και αυτά τα αόρατα, είχον το άνθος των. Και +αυτή η ανακάνθη υψηλή εις τους φράκτας ως μανουάλιον είχεν εις την +κορυφήν ωραίον ιόχρουν βελονωτόν άνθος. + +Εις την ωραίαν αυτήν νήσον, ένθα συμβαίνει η παρούσα διήγησις, +ανθίζει και αυτή η γη και εμφανίζει κάτι χωματένια λουλουδάκια +κοντά και στρογγυλά. Το άνθος του χώματος! Ως και η δηλητηριώδης +και αχρεία χλαμπάτζα, από την οποίαν τρώγουν αι αμνάδες και +χλαμπατζάζουν, είχε και αυτή τα λουλουδάκια της, ωχρά ως κρόκον +ωού, διά τα οποία θα εσυγχώρει τις το κακόν ιδίωμά της. + +Μετ' ολίγον διερχόμεναι αι γυναίκες σιτοφόρον αγρόν εξηφανίσθησαν +μέσα εις τους αστάχυς, υψηλούς λίαν. + + — Μάννα, λέω! εφώνησε παρατείνουσα την φωνήν της η Δεσποινιώ, +καλούσα δήθεν την άφαντον μητέρα της, ήτις ελαφρά βαδίζουσα +πάντοτε προηγείτο. + + — Θειά-Ζωίτσα! εφώνησε και η Σοφούλα, μάλλον λεπτύνασα την φωνήν +της, επί το αστειότερον. + +Και επανέλαβεν η πρωινή ηχώ μέσα εις το βαθύ σπαρτόν. + + — Θειά-Ζωίτσα! + + — Αρί Δεσποινιώ! ηθέλησε να παίξη και η γραία, παρατείνουσα την +τελευταίαν συλλαβήν και οξύνουσα επί το νεανικώτερον την φωνήν. + +Τα κορίτσια εγέλασαν. + +Ήδη ήσαν εντός της αμπέλου των, της ζηλευτής Αη-χαραλαμπήτικης +αμπέλου. + +Η γραία κατά πρώτον έσπευσε προς την καρυδέαν, ην εύρε καλώς +έχουσαν και ανέπνευσεν εξ ευχαριστήσεως. Το βαθύσκιον δένδρον ήτο +ως να εξύπνησε προ μικρού κ' έσταζον ακόμη τα εύμορφα φύλλα του +από την δρόσον, με την οποίαν τα ένιψεν η αυγή. + +Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει ακόμη. + +Η γραία ευχαριστημένη εκάθισε παρά την ρίζαν του δένδρου να +ξεκουρασθή, ενώ τα κορίτσια πλήρη ζωηρότητος και δροσιάς εκίνησαν +να υπάγουν εις το θαμνώδες μέρος, εν τω άκρω της αμπέλου, όπου +υπήρχε και χάλασμα παλαιάς οικοδομής κ' εντός κρήνη μετά καθαρού +και διαυγούς ύδατος. Εκεί είχε τους κυάμους της η γραία, εκεί τα +καλούδια της. Εκεί ήτο το άδυτον της θειά-Ζωίτσας, εις το οποίον +είχεν επιθυμίαν να μη εισδύη «ξένο μάτι». Εκεί εφύετο η +πρασινωτέρα και ανθηροτέρα αγριαμπελιά, περιζήτητος εις όλην την +πόλιν, ήτις ως πυκνός φράκτης περιέβαλλεν όλον εκείνο το ευώδες +και μυστικόν κηπάριον. + + — Έλα να μας κόψης αγριαμπελιά, είπεν η Δεσποινιώ προς την +μητέρα. + + — Κόψ' τε κ' έρχουμι, απήντησεν η γραία. + + — Τι; Δεν είνε το φείδι; ηρώτησε μετά δειλίας η Σοφούλα. + +Η γραία διά να μη της πειράζουν τα ωραία εκείνα κηπουρικά προϊόντα +είχε διαδώσει μετά τέχνης εις την κωμόπολιν ότι «μέσα εις εκείνο +το χάλασμα βγαίνει ένα φείδι, χονδρό σαν το χέρι της» έλεγε. Τόσον +δε πειστικώς διηγείτο τα κατ' αυτό, ώστε κατώρθωσε να την +πιστεύσουν οι άνθρωποι. Τοιουτοτρόπως τα περισσότερα παιδία +εφοβούντο να παρεισδύσωσιν εκεί. Και μόνον, οσάκις παρεσύροντο +μέχρι της θέσεως εκείνης, περιωρίζοντο από μακρόθεν να θαυμάζωσι +την ωραίαν αγριαμπελιάν και τα εύμορφα τριαντάφυλλα, και να +οσφραίνωνται ως κυνάρια τα ευωδιάζοντα πλατοκούκκια της θειά- +Ζωίτσας. + +Η μετά πονηρίας διασωθείσα αυτή φήμη υπό της γραίας τοσούτον είχε +γενικευθή, ώστε και αι θυγατέρες της την επίστευον, και ιδού μόλις +έφθασαν προ του ευώδους εκείνου θάμνου, εσταμάτησαν, καλέσασαι την +μητέρα. + +Η γραία ήλθε και ως ήτο μικρά κ' ευσταλής, εισέδυσεν ευκόλως εις +το πυκνότερον μέρος σκαλώνουσα ως αιξ ελαφρά επί του χάσματος του +λιθίνου τοίχου, όπου ην η τρυφερωτέρα και μακροτέρα αγριαμπελιά. + +Αι δύο αδελφαί ίσταντο παραέξω, θαυμάζουσαι τας κουκκέας, +φορτωμένας εκ του ευγεύστου της ανοίξεως καρπού. + +Αίφνης ακούεται από των υψηλοτέρων θάμνων, όπου και αγκαθωτοί +βάτοι, συρμός συνεχής ως κινουμένου μεγάλου και ογκώδους ερπετού. + + — Το φείδι! το φείδι! κραυγάζει η γραία μετά τρόμου και +αποσύρεται. Αλλ' εν τη ταραχή της προσκρούει επί τινος ογκολίθου +του ερειπίου και πίπτει μετά φωνών. Αλλ' ως ήτο γενναία πάλιν +εγείρεται, πλην συλληφθείσα υπό της αυθάδους βάτου ξεσχίζει ολίγον +το φουστάνι της, διά το οποίον αργότερα, παρελθόντος του φόβου, +εφώναζε και εβλασφήμει ασκόπως. + +Αι δύο αδελφαί κατακίτρινοι εκ του τρόμου, είχον αποσυρθή μακράν +εις το άκρον κάτω, χωρίς και αυταί να το αισθανθώσι καν. + +Η γραία ιδού πιστεύσασα και αύτη την ψευδή διάδοσίν της +εσταμάτησεν έξω εις καθαρόν άνευ χλόης μέρος και προσεπάθει να ίδη +πόσον μέγας ήτο ο όφις του μύθου της, όστις πραγματικώς τώρα +ενεφανίζετο, ότε βλέπει εξερχόμενον εκ των θάμνων παίδα τινα, +βοσκόν αγροίκον, όστις νύκτα-νύκτα είχε χωθή εκεί να δρέψη +αγριαμπελιάν. + + — Αρέ, Νιούδα, είπεν αναθαρρήσασα η γραία, ποιος σούδωσε την +άδεια; Και επανέλαβε με υψηλοτέραν φωνήν πάλιν το αυτό, ίνα δείξη +ότι δεν εφοβήθη. + + — Να, θειά-Ζωίτσα, απήντησεν ο βοσκός, λίγη αγραμπελιά έκοψα για +την καλή Χρονιά... + +Και έγεινεν άφαντος εις το βουνόν, σύρων τα πλέγμα του χλορού +θάμνου της Πρωτομαγιάς, μίαν βαρείαν κουλούραν επί της κεφαλής +του. + +Αι δύο κόραι ακούσασαι τον διάλογον και ιδούσαι και τον βοσκόν +ανεθάρρησαν και αυταί και επανήλθον, ενώ η μήτηρ αφόβως πλέον +εισδύσασα εκ νέου εις την ευωδιάζουσαν λόχμην έφερε μετ' ολίγον +άφθονον αγριαμπελιάν, δι' ης εζώσθησαν αι θυγατέρες και η γραία +ευχομένη: + + — Σιδερένια η μέση μας! Και του χρόνου κορίτσια! + +Ήδη ο ήλιος καίων υψώθη εις τον ορίζοντα. Ουδεμία πνοή ανέμου +ηκούετο και η ημέρα προηγγέλλετο θερμή ως ημέρα θέρους. Όλα τα +λουλούδια της περί την άμπελον λόχμης και τα οπό τας ελαίας, εν τη +χέρσω γη, θερμανθέντα ετάνυσαν και ήπλωσαν τα ποικιλόχρωμα φύλλα +των, εφ' ων μετά βόμβου ήρχοντο να επικαθήσωσι μέλισσαι και σφήκες +και ζούνες και άλλα ζωύφια διά της συχνής μετατοπίσεώς των +δεικνύοντα την χαράν, την οποίαν ησθάνοντο, ως αυθένται του +διηνθισμένου εκείνου λειμώνος. + +Αι δύο αδελφαί πλέξασαι προχείρους στεφάνους αγροτικούς εκ της +αγριαμπελιάς και κοσμήσασαι τούτους με αγριολούλουδα και +τριαντάφυλλα εν ωραία αντιθέσει χρωματισμών έθεσαν αυτούς εις την +κεφαλήν των, και αποδιώκουσαι ούτω από του τρυφερού προσώπου των +τας ακτίνας του οχληρού ηλίου έτρεχον εδώ και εκεί ως ψυχαί +πτερωταί, ως νύμφαι ορεστιάδες επί των ανθέων εν χαρά και +αγαλλιάσει μικρών παιδίων. + +Πόσον ο άνθρωπος γίνεται παιδί έξω εις την χλόην! + + — Κοίταξε αυτή η παπαρούνα, έλεγεν η Σοφούλα, σαν τα μάγουλα της +μητέρας δεν είνε; + +Και εγελούσαν. + + — Να αυτοδά το μικρούτσικο, να τα ξεσκώσης, Σοφούλα, είπεν η +Δεσποινιώ, παρουσιάζουσα μικρόν εύμορφον ανθύλλιον. Να το κεντήσης +'σ το ποκάμισό σου το νυμφικό. Καμμιά δεν θα τώχη. + + — Αχ! τι ώμορφο! Ναι, τα φυλλάκια θα τα κεντήσω με πράσινο +μετάξι. Εδώ δα θα βάλω ολίγο κόκκινο και θαλασσί. Το λουλούδι θα +γείνη με άσπρο χρυσάφι. Καταμεσής θα κεντήσω ένα κουμπάκι άλικο. +Αχ! τι ώμορφο! + +Το εφίλησεν η αθώα κόρη το αγνόν ανθύλλιον και το έκρυψεν εις τον +παρθενικόν κόλπον της, αυστηρώς περιωρισμένον. + +Και η θειά-Ζωίτσα εστεφανωμένη και αυτή με την αγριαμπελιάν και +εζωσμένη την οσφύν, ομοία προς γραίαν υπηρέτιδα του αρχαίου θεού, +περιήρχετο την άμπελον, ης τα φύλλα έλαμπον εκ των ακτίνων του +ηλίου. Λοχερά-λοχερά τα κλήματα «ήτανε μια χαρά να τα βλέπη +κανείς», ως έλεγεν η γραία, αποδίδουσα την υγιά κατάστασιν του +κτήματός της εις τους κόπους της και μόνον εις τους κόπους της, +και υπερηφανευομένη διά τούτο. Οι βλαστοί τρυφερώτατοι υψούμενοι +προς διαφόρους διευθύνσεις ακτινωτώς άνω των κλημάτων με βαθέως +πράσινα μεγάλα και απεσκληραμμένα τα κάτω φύλλα, μικρότερα και +ανοικτοτέρου χρώματός τα υψηλότερα και τρυφερώτατα τα επάνω-επάνω +βυσσινόχροα, ως να περιερραντίσθησαν δι' οίνου μαύρου, απέληγον +εις άγκιστρα δίχαλα και κυρτά, τας λεγομένας τσούγκρας, δι' ων αι +κορασίδες, αφού φάγουν τους βλαστούς παίζουσιν είτα +κατασκευάζουσαι αγκυλωτάς βελόνας, τας οποίας διαγκιστρούσαι +έλκουσιν αντιθέτως δι' ελαχίστης δυνάμεως, έως ου διαθλασθή η μία, +η της ηττημένης. Αι σταφυλαί δεν είχον σχηματισθή ακόμη τελείως. + + — Αύριον θα θειαφίσωμε, κορίτσια, εφώνησεν η θειά-Ζωίτσα από το +μέσον της αμπέλου, μόλις διακρινομένης της θέσεως εν η ίστατο η +κοντούλα γραία, εκ της ελαφράς κινήσεως των βλαστών. + + — Να! άρχισεν η χολέρα! εφώνησε πάλιν η γραία επιθεωρούσα έν προς +έν τα κλήματα μετά στοργής μητρός θωπευούσης τα νεογνά της. + +Αλλ' αι δύο θυγατέρες δεν ήκουσαν. Κάτω εις την άκραν ιστάμενοι, +όπου διηνοίγετο ευρύ χωράφιον γειτονικόν, εθεώντο συντροφίαν +πολυάριθμον τριών-τεσσάρων οικογενειών συγγενικών, αίτινες άρτι +εξεπέζευον με θορυβώδη χαράν και γέλωτας και άσματα, ελθούσαι να +διασκευάσωσι την φαιδράν της πρωτομαγιάς ημέραν. + + — Κορίτσια! επανελάμβανεν η γραία εγγύτερον ελθούσα, αύριον θα +θειαφίσωμε. + +Ερχομένη εις την άμπελον εθεώρει αμαρτίαν να μείνη αργή. Πάντοτε +ήθελεν ανακαλύψει εργασίαν τινά. + + — Ου, θα πω, και συ! την επείραζον ενίοτε αι θυγατέρες της, δεν +κάθεσαι μια μέρα να ξαποστάσης! + +Εάν δεν είχεν άλλο τι να πράξη, το προχειρότερον ήτο να +περισυλλέξη «ξηράδια» από των ελαιών και μηλεών και απιδεών, +ξηρούς κλώνους, δι' ων το βράδυ θα συνεπλήρου το φορτίον της, +θέτουσα ταύτα ως επικάλυμμα εις το καλάθιόν της, ίνα έχη εύκολα +προσανάμματα την πρωίαν, αλλά κυρίως, ίνα μη καθ' οδόν ιταμοί +διαβάται ανιχνεύωσιν εν τω πεπληρωμένω πάντοτε εκ των ωραίων +προϊόντων της καλαθίω «και μαλάξωσι την ευωδιάζουσαν δροσερότητα +αυτών». Φιλάργυρος δεν ήτο, αλλ' είχε συνηθίσει ότε επέστρεφεν εις +την οικίαν να τοποθετή μόνη της τα προϊόντα του περιβολιού της +εντός απλωτού ταψίου μετά προσοχής, εδώ τα κουκκιά, εκεί τα +μάραθα, αλλού τα κρόμμυα, εκεί τας αγγινάρας. Και αφού επί ώραν τα +εθαύμαζεν η φιλόπονος γραία τα έργα των χειρών της, εξηπλωμένη εις +τας γυμνάς σανίδας του πατώματος έως ου ξεκουρασθή, εμοίραζεν είτα +εις τους συγγενείς και φίλους της λίαν αφιλαργύρως. + +Αλλά καθ' οδόν δεν ήθελε να τα εγγίση τις. + + — Σωρό πάλι τα πλατοκούκκια η θειά-Ζωίτσα, παρετήρουν αι +γειτόνισσαι, όταν την έβλεπον επιστρέφουσαν φορτωμένην την γραίαν. + + — Να, δυο ξλάκια πλειο για πρόσαναμμα! απήντα η θειά-Ζωίτσα η +μυστική και εχάνετο απ' εμπρός των. + +Αι δύο αδελφαί εκάθησαν εις άκραν τινά και εθεώρουν την άρτι +ελθούσαν πολυάριθμον φαιδράν συντροφίαν, προσπαθούσαι ήδη να +γνωρίσωσι τίνες ήσαν. + +Αλλά φωναί της μητρός και βλασφημίαι τώρα τας εξήγειραν. + +Συνήντησεν η γραία είς τινα γωνίαν πυκνήν και αυθάδη αγριάδαν, +απειλούσαν να καταστρέψη ικανά κλήματα και ήρχισε να φωνάζη κατά +των σκαφέων, οίτινες την εξηπάτησαν. Δεν ηδύνατο να χωνεύση το +ελάττωμα τούτο, τον δόλον. + + — Σ' ακούνε οι λοχεμένοι! Να! τάπνιξε τα κλήματα, ταφάνισε η +αγριάδα. Τρεχάτε κορίτσια! + +Και ήρχισε πάραυτα οχληράν και αγωνιώδη εργασίαν εκριζώσεως διά +των χειρών της απεσκληραμμένης πλέον αγριάδας, «όπως δώση αέρα εις +τα καϋμένα τα κλήματα, τα οποία είχαν ανάψει». + +Αι δύο αδελφαί αισθανθείσαι τον πόνον της γραίας ήλθον πάραυτα και +έλαβον μέρος και αυταί εις την επίπονον εργασίαν. + + — Μας ηύρε δλειά πάλι! είπεν η Σοφούλα. + + — Καλά έλεγα εγώ να μη ρθω, προσέθηκε και η Δεσποινιώ γελώσα. + +Ο ήλιος έκαιεν. + + — Να δγης, Μα, έλεγε κατά την εργασίαν η μικροτέρα. Ήρθαν κ' +ήρθαν 'ς το χωράφι κάτω. Ο κυρ Γεώργης, ο καπετάν Μαθιός, ο Γιάννς +τς Μαχώς. + + — Έχνι σφαχτά, προσέθηκε και η Δεσποινιώ. Έχνι ψτά, γάλατα, τυριά +χλωρά και μιζίθρες. + + — Πήρανε κι' τ' νύφ'; ηρώτησεν και η γραία. + + — Τν' έχνι. + +Η εργασία εξηκολούθει. Είχεν ήδη εξαχθή μέγας σωρός του αναιδούς +αργοφυτού. + +Δύο-τρεις φορές εθεάθησαν παιδία και κορασίδες κατευθυνόμενα προς +το ζηλευτόν άδυτον «το περιβολάκι» της γραίας, πλην επειδή είδον +τας γυναίκας δεν επροχώρησαν. Εκαμάρωνον μόνον μακρόθεν τα ωραία +κεράσια, τα οποία τώρα μόλις ήρχισαν να λάμπουν κοκκινίζοντα +κρυμμένα από τα μεγάλα φύλλα ως να εντρέποντο με το παρθενικόν +εκείνο χρώμα των, και υπέστρεψαν. + +Παρήλθεν η μεσημβρία. Τότε είχε καθαρισθή πλέον και η αγριάδα και +αι τρεις γυναίκες κατάκοποι εκάθησαν υπό την καρυδέαν, εις τον +δροσερόν ίσκιον της να ξεκουρασθώσι και να φάγωσι το λιτόν γεύμα +των, άρτον, τυρόν και μοσχοβολούντα πλατοκούκκια αρτιδρεπή +στάζοντα δρόσον ακόμη. Εις το αντικρυνόν χωράφιον εβούιζεν η χαρά +και η φαιδρότης των ευθυμούντων. Φωναί παιδίων, άσματα νεανίδων, +καγχασμοί γυναικών, διαταγαί ανδρών, προπόσεις πυκναί και +γελαστικαί, κάκου κάπου κλαυθμός οξύς κανενός νηπίου απετέλουν +πολύφωνον συναυλίαν συμποτικού γεύματος, όπερ είχε στρωθή υπό +πυκνόφυλλον υψηλήν δρυν, εν μέσω του χωραφίου κειμένην. Αυτά είνε +της εξοχής τα ηδέα και απλά. + +Ο άνθρωπος εκεί αφίνει το αίσθημά του ελεύθερον να πετά, να πηδά, +να χορεύη, να τραγουδή, ως πετώσι και πηδώσι και χορεύουσι και +τραγουδούσι τα ελεύθερα πουλιά κυνηγούμενα μεταξύ των μίαν ωραίαν +πρωίαν από 'κλάδου εις κλάδον. + +Ο θόρυβος των συνευθυμούντων ως βοή, βοή του χειμάρρου του +Πετραλώνου, έφθανε μέχρι της καρυδέας, οπού αι τρεις γυναίκες +ησύχως και ηρέμα έτρωγον το λιτόν γεύμα των, συντροφευόμεναι υπό +δύο κοσσύφων, οίτινες εις τα υψηλότερα κλωνάρια του ωραίου δένδρου +συνεκρότησαν αγώνα άσματος επίμονον και φίλεριν, προς ερημικήν +αηδόνα επί άλλου καθημένην κλώνου άλλου δένδρου και κατακηλούσαν +ηδέως του θνητού την καρδίαν. Ετελείωνον οι κόσσυφοι και ήρχιζεν η +αηδών. + + — Να! χορεύουν τη καμάρα, επετάχθη πρώτη η γραία, ενωτισθείσα του +ωραίου άσματος, το οποίον τοσάκις είχε τραγουδήσει εις τα νειάτα +της. + +Αι δύο θυγατέρες ακροασθείσαι και αυταί ηγέρθησαν ως να επρόκειτο +να λάβωσι μέρος εις τον χορόν. Άγνωστος δύναμις τας είχεν +εξεγείρει αίφνης, ως όταν ανατινάσσεταί τις εις τον ύπνον του. + +Αληθώς, μετά το πλουσιώτατον γεύμα, είχεν αρχίσει κατά το σύνηθες +ο χορός και ήδη διά μέσου των φυλλοφόρων βλαστών της αμπέλου +έφθανον σαφώς μέχρι της καρυδέας αι λέξεις του άσματος της +καμάρας: + + _Καμάρα χτι Καμάρα χτι + Καμάρα χτίζω 'ς το γιαλό (δις) + Καμάρα δε στεργιόνει + να ζήτε λέει τ' αηδόνι_, (δις) + + _Έλα το πουλί μου, έλα + μοσκοκάρφια και κανέλλα_. + +Αι δύο παρθένοι θελγόμεναι προσεπάθουν να διανοίξωσι χώρον διά +μέσου των κλημάτων, ίνα ίδωσι τον πομπικόν του Πάσχα χορόν. +Επήγαινον εδώ, έβλεπον εκεί, πλην δεν κατώρθονον να εύρωσι μέρος +εκ του οποίου να βλέπουν χωρίς να βλέπωνται. + + — Αναβήτε απάν 'σ τη καρυά! ανεφώνησεν αίφνης η μήτηρ, ης οι +οφθαλμοί έλαμπον εξ αφάτου χαράς, ως να έσυρεν αυτή την καμάραν. + +Ω μοίρα κατηραμένη της γραίας! Τι ήθελες τοιαύτην ιδέαν να εμβάλης +εις τα ξηρά χείλη της; + +Πάραυτα από μυστικού πόθου κινούμεναι αι δύο θυγατέρες της θειά- +Ζωίτσας, ανήλθον μετά προσοχής βαίνουσαι επί των λείων και +ολισθηρών κλάδων του δένδρου συνηθισμέναι, διότι ανέβαινον και +εσύναζον τα κάρυα. Και σταθείσαι εις μέρος υψηλόν εθεώρουν διά +μέσου των φύλλων τον μεγαλοπρεπή χορόν, όστις εν ευρεί κύκλω +εχορεύετο εν μέσω του γειτονικού αγρού υπό φαιδρού ομίλου νέων και +νεανίδων και γυναικών, ων οι συρόμενοι μετά τέχνης και χάριτος +πόδες κατεπάτουν θλιβερώς και ασπλάγχνως τα ωραία αγριολούλουδα. + +Πόσον επαγωγώς θεαματικόν είνε να βλέπη τις τον χορόν τούτον. Οι +χορεύοντες σχηματίζονται εις σφιγκτώς συνδεδεμένην άλυσιν, του +πρώτου δίδοντος την δεξιάν εις την δεξιάν του δευτέρου και την +αριστεράν εις την δεξιάν του τρίτου, ενώ του δευτέρου η αριστερά +προτείνεται εις την δεξιάν του τετάρτου, ώστε να σχηματίζωνται +χιαστοί σταυροί ρομβοειδώς συμπεπλεγμένοι. Και ίσως δι' αυτό ο +χορός είνε καθιερωμένος εις τας κοσμικάς εορτάς του Πάσχα. Οι +χρωματισμοί των ποικίλων ενδυμασιών των γυναικών απετέλουν +εύμορφον αρμονίαν προς τον υπό των ποικίλων ανθέων χρωματισμόν του +αγρού, τα λευκότατα πάλιν κολόβια των νεονύμφων άτινα επί τούτω +είχον λευκανθή τον Μάρτιον εις τον χαλικόστρωτον αιγιαλόν του +Κάστρου ήταν εις ευάρεστον αρμονίαν εγγύς των ερυθρών φουστανιών +παιδισκών τινων, εν ώ τα χρυσά κεντήματα του διά κρεμέζης +βεβαμένου χιτώνος επί του στήθους φαεινώς ηκτινοβόλουν κατέναντι +των ακτίνων του λαμπρού ηλίου. + +Και ο ιστάμενος θεατής ευφραίνετο βλέπων πρόσωπα απαλά εξ ενός και +χρυσάς κορυφάς εξ άλλου υπό την διαύγειαν λεπτοτάτης μεταξοϋφάντου +μανδήλας, και εν γένει κομψά και θελκτικά κορμιά ερασμίων +γυναικών, εν θρησκευτική προσοχή περιφερομένων κύκλω συνεκδοχικώς. +Σεμνόν θέαμα! Κύκλος καμαρωτός με ωραία λάμποντα μάτια και χρυσώς +ακτινοβολούντα στήθη, βαίνων αργώς βήμα προς βήμα, ώστε να +υποφαίνηται ηδέως η χρυσόρραπτος κοντούρα, με χαριεστάτην ελαφράν +κίνησιν του κορμού δεξιά και αριστερά, συμφώνως προς τους ιάμβους +του άσματος, ως κινείται λέμβος ηδυπαθώς εν γαλήνη, ώστε ο χορεύων +να μη αισθάνηται κόπον ταράσσοντα. Και αυτό το πήδημα κατά τον +δεύτερον στίχον να είνε τόσον ελαφρόν, ώστε να νομίζη τις ότι +εποχείται επί απαλού και δροσερού κύματος συρόμενος απαλά με το +κύμα. + +Η γραία καταπεπονημένη — ήθελε να κοιμάται ολίγον πάντοτε την +μεσημβρίαν — επακκουμβήσασα παρά την ρίζαν του γηραιού δένδρου +παρηκολούθει σιγά-σιγά, πλην ηδέως, τους ιαμβικούς του άσματος +στίχους, υποτονθορύζουσα αυτούς συμφώνως προς τον αναδιπλούμενον +ρυθμόν του σεμνού χορού, επιλέγουσα εκάστοτε και την επαλλάσσουσαν +επωδόν: + + _Καμάρα χτίζω 'ς το 'γιαλό, + Καμάρα δε στεργιόνει. + + Ένας κοντός κοντούτσικος, + κοντός και μ' ένα χέρι. + + Τα μάρμαρα πελέκαε, + τις πέτρες πελεκούσε. + + — Κοντέ μ', και πού ν' το χέρι σου, + και πελεκάς με τώνα; + + — Βασιλοπούλα φίλησα, + και μούκοψαν το χέρι. + + Ας την εξαναφίληγα, + κι' ας μούκοφταν και τ' άλλο_. + +Και αντηχεί καλλικέλαδος η ηχώ ανά τους εγγύς λόφους +επαναλαμβάνουσα: + + _Καμάρα δε στεργιόνει, + να ζήτε λέει τ' αηδόνι_. + + — Να ιδής, Μα, εφώνησεν από της καρυδέας, κρυμμένη εντός των +φύλλων, η Δεσποινιώ, «ξομπλιάζουσα», ήτοι παρατηρούσα και κρίνουσα +τας ενδυμασίας. Να ιδής, το Μαργιώ τ' καπετάν Μαθιού, φορεί το +καλλίτερο κολοβόλι. Τι ώμορφα που είνε βολτιασμένο! Σαν να ήνε από +χαρτί! + + — Ναι, καλά λες, προσέθηκεν η Σοφούλα, επί άλλου κλάδου ισταμένη. +Σαν σκοπελίτικο είνε! Σαν το χιόνι λαμπέινο! + + — Προσέχετε να μη πέσετε, εψιθύρισεν ησύχως η γραία ημικοιμωμένη. + + — Να ιδής, Μα, εξηκολούθει η Δεσποινιώ. Τι ώμορφο που είνε το +μπαμπουκλί της κυρά Γεώργαινας. Αχ! Λάμπει μέσα 'σ τον ήλιο. +Φωτιές πετάει. Βελούδο κόκκινο, της τώφεραν από την Πόλι. Αχ! τι +ώμορφο κορμί, Μάννα! Σήκω να ιδής. + + — Της Λένης, προσέθηκεν η Σοφούλα, είνε σαν παληό το γουνάκι. Δεν +έχει καμμιά θωριά! + + — Αχ! Πώς λάμπει η σκούφια της κόρης της! παρετήρησεν η +Δεσποινιώ. Θαμπόνουν τα μάτια. + + — Εγώ την εκέντησα, υπέμνησεν η Σοφούλα. Έχει τριάντα δράμια +χρυσάφι. + + — Κορίτσια! να μη πέσετε! είπε πάλιν η γραία ως καθ' εαυτήν +υποψιθυρίζουσα. + + — Να! Να! εφώνησε μετά τινος θάμβους η Δεσποινιώ. Σηκώσανε τη +νύφη να χορέψη. Μα, Μάννα, σήκω να ιδής τη νύφη. + +Πολύ ώμορφη μέση! Δαχτυλιδένια! Και πώς καμαρόνει! Μάννα! + +Η γραία είχεν αποκοιμηθή. + +Η δε Δεσποινιώ, εξακολουθούσα να θέλγεται εκ της θέας προσεπάθει +να στερεωθή καλλίτερον επί του ολισθηρού κλώνου, όπως «ξομπλιάση» +την νύμφην χορεύουσαν. + +Αλλά φαίνεται ότι η νύμφη «'ντροπαλή ως άβγαλτη» δεν εχόρευε τόσον +καλώς. Διά τούτο η Σοφούλα, φαιδρότερου χαρακτήρας παρά η +Δεσποινιώ, είπεν ευθύμως πως: + + — Κρίμα 'ς το κολοβολάκι σ', κορίτσι μ'. Η κακομοίρα δεν ξέρει να +πάρη τα ποδαράκια της. + + — Την χαλνάει ο καπετάν Μαθιός, παρετήρησεν η Δεσποινιώ, +σεμνότερα πάντοτε. + + — Κείνος που ξέρ', κορίτσι μ', δεν χαλνιέται. + +Πώς έμαθον αυταί αι νεάνιδες να επικρίνωσι τον χορόν, αφού ποτέ +των δεν εχόρευσαν! + +Είνε μερικά πράγματα τα οποία μανθάνει τις αυτομάτως. Άλλως δεν +εχόρευσαν μεν, ως είπομεν, αλλά πολλάκις εθεώρησαν την καμάραν, +τελουμένην εις την γειτονικήν της οικίας των πλατείαν. + + — Να! Να! είπε γελώσα πάλιν η Σοφούλα. Έχασε την κουντούρα της η +νύμφη. Σκύφτει για να την πάρη. Ω, ντροπής νυφίτσα μου! Κρίμα 'ς +το ατλαζένιο μπαμπουκλί σου, νυφούλα μ'. + + — Μποδίζουν τα χορτάρια, τι να σου κάμ'! Απήντησε πάλιν η +Δεσποινιώ και αφηρείτο όλη εις του χορού το μεγαλοπρεπές θέαμα, +όπερ εξήρθη ήδη σφόδρα, διότι έλαβον μέρος όλαι αι γυναίκες και +όλοι οι άνδρες. + +Αλλ' αίφνης βαρύς κρότος αντήχησεν εντός των φυλλωμάτων της +καρυδέας, ως να έπεσεν άνωθεν ογκώδης λίθος κ' έσεισε δεινώς τους +χονδρούς κλάδους του πυκνού δένδρου. Έως ου ίδη καλώς η Σοφούλα +πόθεν ήλθεν ο σεισμός ούτος ο αιφνίδιος, η μεγάλη αδελφή της, η +ωραία Δεσποινιώ ευρέθη σωρός κάτω εις το έδαφος. Αφαιρεθείσα η +δυστυχής παρεπάτησε και ολισθήσασα κατέπεσε πλησίον της +αποκοιμηθείσης γραίας, βαλούσα οξείαν κραυγήν. + + — Παναγία μ'! ανεφώνησεν εξεγερθείσα η θειά-Ζωίτσα. Κ' έλαβεν εις +τας αγκάλας της την προσφιλή της θυγατέρα, ήτις έμεινεν ακίνητος +και άφωνος. + + — Νερό! Νερό! Σοφούλα, Νερό! εκραύγασεν η γραία. Αχ! Πάει το +κορίτσι! Σκοτώθηκε! Τι να γένω! + + — Η Σοφούλα καταβάσα ταχέως από του δένδρου περίτρομος ως να +έπεσε και αυτή έσπευσεν εις την κρήνην ως πτερωτή κ' εκόμισε +δροσερόν ύδωρ, δι' ου η γραία περιέβρεχε το μέτωπον και τας +παρειάς της Δεσποινιώς, ήτις ωχρά ως νεκρωθείσα είχεν ημικλείστους +ως ημίσβεστον λυχνίαν, τους ωραίους οφθαλμούς της. + + — Πάει! Σκοτώθηκεν! Επανελάμβανεν έκφρων η γραία. Τι να γένω! + +Μετά τινας στιγμάς όμως συνήλθεν εις εαυτήν η Δεσποινιώ. Πλην δεν +ηδύνατο να μετακινηθή εκ του εδάφους. Ανεκάθισεν ωχρά εκ του +τρόμου της δεινής καταπτώσεως, με λευκά τα χείλη εκ της +λιποψυχίας, με οφθαλμούς απλανώς βλέποντας, ως βλέπει εκείνος +όστις εκ της ζάλης θεωρεί στριφογυρίζουσαν την γην ως σφονδύλιον, +με λυτήν την μαύρην της κόμην, της μανδήλας τη παρασυρθείσης υπό +των κλάδων του δένδρου εν τη πτώσει, κ' έβαλε τώρα κραυγήν +οξυτέραν, διότι τώρα ησθάνετο της πτώσεως το βαρύ αποτέλεσμα. + + — Χτύπησες παιδί μ; ηρώτα η γραία μετά περιπαθείας έκφρονος. + + — Ωχ! επόνει η Δεσποινιώ, μη δυναμένη να μετακινηθή εκ του +εδάφους. + +Και εθώπευε μαλακώς τον δεξιόν της πόδα. + +Είχε θραυσθή το οστούν του ποδός, άνω του γόνατος εν τω μηρώ. + +Απερίγραπτος είνε η θλίψις της γραίας και της άλλης αδελφής, ότε +εβεβαπτίσθησαν περί του τρομερού παθήματος. + + — Ωχ! Ωχ! Επανελάμβανε γογγύζουσα εκ του οξέος πόνου η κόρη. + + — Πάει το παιδί μ'! Προσέθετε και η γραία άπελπις, η καλή και +συμπαθής μήτηρ, τρωθείσα εις τα καίρια. + +Και η γειτονική ηχώ από του εξοχικού συμποσίου εκόμιζεν ως +ειρωνικήν περιφρόνησιν προς το ατυχές συμβάν τους στίχους του +άσματος της καμάρας: + + _Κοντέ μ' και πού ν' το χέρι σου + Και πελεκάς με τώνα; + Έλα το πουλί μου ν' έλα . . . ._ + +Η Σοφούλα σιωπηλή ίστατο ως απομαρμαρωθείσα. Η δε γραία +εξηκολούθει να εκφέρη στεναγμούς και οιμωγάς οδυνηροτέρας της +παθούσης ωραίας παρθένου: + + — Αχ! πάει το κορίτσι! Τώχασα το κορίτσι! + +Κλαυθμηρώς και διακεκομμένως ως μοιρολόγημα επί νεκρώ προφέρουσα +τας συλλαβάς. + + — Δεν έσπαζα το πόδι μου να μην έλθω; Έλεγε συνεχώς· και τύπτουσα +την κεφαλήν της επανελάμβανε: + + — Η λαχταρισμένη! Η πλαντασμένη! Δεν βουβαινόμουνα που είπα να +αναιβούνε 'ς τη καρυά! + +Κ' εκράτει σφιγκτά τους κροτάφους της· της εφαίνετο ότι ήθελε να +'φύγη ο νους της. + +Ενίοτε δε διέκοπτε τας θρηνώδεις αναφωνήσεις της λέγουσα: + + — Δεν τούπα να μη πάρ' βακούφκα! Να κακό πάλι που μας ηύρε! + +Όταν δε ενύκτωσε, διά να μη βλέπουν οι άνθρωποι, μήτηρ και +θυγάτηρ, βαστάζουσαι εντός κυλιμίου την πανάτυχον Δεσποινιώ, +εκόμισαν αυτήν εις την οικίαν των εν τω χωρίω, ως να εκόμισαν +νεκρόν, υπό τας συγκινούσας αναφωνήσεις της θειά-Ζωίτσας, ήτις +εθρήνει, ως να εθρήνει νεκρόν. + + +Πρωίαν τινά θερινήν έν έτος μετά ταύτα είχον αναβή εις τον +Προφήτην Ηλίαν να δροσισθώ υπό την σκιάν των δροσοκρατούντων +πλατάνων και ασπασθώ την δεξιάν του Παπά-Ιερεμία, όστις εκεί είχε +το απλούν και σεμνόν ερημητήριόν του, εκτισμένον εν μέσω των +παχυσκίων δένδρων εγγύς δροσερού ύδατος, εκρέοντος από τινος +μεγάλου βράχου, κεκαλυμμένου υπό πυκνού θάμνου, κισσού και αγρίων +βάτων. Οικοδομή μεγάλη τετράγωνος, διώροφος, εν η ευρίσκοντο κατά +σειράν τα κελλία, οικοδομή ασχεδίαστος του μακαρίτου Γέροντός του, +ήτις ως στρατών έρημος υψούται εκεί ακόμη μελαψή και πένθιμος εις +την δροσόπνοον εκείνην κορυφήν της νήσου. + +Ήτο περί το τέλος η Ακολουθία. Διέκριναν ψαλλόμενα τα Νεκρώσιμα +Ευλογητάρια. Ετελείτο μνημόσυνον. Ως ήμην κατασκονισμένος εκ της +κοπιώδους πορείας, πριν νιφθώ εις την δροσεράν πηγήν, έστην εις το +κατώφλιον του ναΐσκου, παρασυρθείς υπό της γλυκείας μελωδίας του +ψαλλομένου άσματος: «Μετά των αγίων ανάπαυσον. . . ». Από της +θύρας, σκιαζομένης υπό τινος αγριελαίας, ηκροώμην του πενθίμου +ύμνου, περιεργαζόμενος συνάμα τα εν τω μικρώ και απλώ εκείνω +ευκτηρίω, το οποίον εν τω κάτω πατώματι προς την ανατολικήν +πλευράν είχε προορίσει διά τα ασκητικάς προσευχάς του ο εν μακαρία +τη λήξει Διονύσιος ο Λογιώτατος, ο Γέροντάς του, τελευταίος των +Κολλυβάδων, αυστηρός και άκαμπτος, ανήκων εις μίαν των ισχυροτέρων +οικογενειών της νήσου «ο Γέροντας» αποκαλούμενος. Ούτε τέμπλεον +είχεν ούτε πολυελαίους, αλλ' ούτε στασίδια. Ολίγας εικόνας εις +τους μαυρισμένους του τοίχους και μίαν Αγίαν Τράπεζαν εφ' ης +έκειτο ευλαβώς φυλασσόμενον το πυξίον του Αγίου Άρτου διά την +θείαν Μετάληψιν. Λειτουργίας δεν ετέλουν. Μόνον την τακτικήν +ακολουθίαν εδιάβαζον, και μετελάμβανον όσοι ήσαν προετοιμασμένοι. +Ο θάνατος του Γέροντος δεν επέτρεψε να συμπληρωθή το Ευκτήριον εις +τακτικόν ναόν. + +Ο Παπά-Ιερεμίας 80 ετών γέρων, με λευκήν κόμην και λευκόν πώγωνα +ως τολύπην βάμβακος, απήγγελλε τας ευχάς με το αυστηρόν εκείνο και +πένθιμον ύφος του, όπερ όμως παραδόξως εγέννα εν τη καρδία μαλακά +και πραέα αισθήματα παρηγορίας κ' ελπίδος. Δεξιά έψαλλε νεαρά +μοναχή — διά τούτο ην γλυκύς τόσον ο ύμνος — φέρουσα μέχρι των +οφθαλμών το μαύρον κουκκούλιόν της με τον μικρόν κόκκινον σταυρόν +επί του μετώπου, και αφίνουσα ελευθέρας μόνον τας λευκάς εκ της +ασκήσεως παρειάς, παρειάς νηστεύοντος αγγέλου. Εμπρός επί του +στήθους της του παρθενικού, υπό τας πτυχάς του μαύρου ράσου, +διεφαίνοντο τα Σχήματα της μοναχής, μέγας ερυθρός σταυρός με την +Λόγχην και τον Σπόγγον ένθεν και ένθεν εν σχήματι τριγώνου, +έχοντος προς τα κάτω την κορυφήν, όπου ήτο κεντημένον, ερυθρόν και +αυτό, το γυμνόν κρανίον του Αδάμ. Η φωνή της ην ασθενής αλλά +γλυκυτάτη, φωνή αγγελική. Κ' έμεινα εκστατικός εκεί εις την θύραν +μέχρι τέλους, ρίπτων ενίοτε τους οφθαλμούς μου και επί των +χρυσοκεντήτων ποδιών, αίτινες με βαρείας χρυσάς φούντας εκρέμαντο +υπό τας ολίγας αγίας εικόνας, ποδιών ουχί επί τούτω εξ αρχής +κεντηθεισών, ως μοι εφάνη. Το χρυσοΰφαντον εκείνο ύφασμα ίσως κατ' +αρχάς θα ήτο προωρισμένον δι' άλλον σκοπόν, ίσως εχρησίμευσεν εις +την προικώαν ενδυμασίαν νύμφης τινός, μετά τον θάνατον της οποίας, +ακαίρως ίσως θανούσης, τα εχάρισεν εις την εκκλησίαν, χάρισμα +πένθους ή και χηρείας. + +Την προσοχήν μου εφείλκυσε και ζεύγος νεαρών συζύγων, εν κατανύξει +ισταμένων εγγύς της ψαλλούσης μοναχής. Εκτός κ' ενός άλλου +μοναχού, του γηραιού Πέτρου, υπηρετούντος και ψάλλοντος με την +άξεστον μεν χονδρήν φωνήν του κατανυκτικήν δε, ουδείς άλλος +υπήρχεν εν τω ναΐσκω, ου τα ολίγα φώτα εχλώμαινον πενθίμως εν μέσω +του ευώδους καπνού του θυμιάματος. Κ' έβλεπες τότε το γλυκύ λευκόν +πρόσωπον της μοναχής ως εν μέσω νεφελών εν τοις ουρανοίς. + +Μετά το τέλος του μνημοσύνου ο ιερεύς φέρων την στολήν του, κρατών +λαμπάδα και θυμιατόν, εξήλθε του ναού και κατόπιν αυτού η συμπαθής +καλογραία, ήτις, μετά λύπης παρετήρησα ότι ην χωλή η δυστυχής, +μετά δεινού κόπου σύρουσα τον έτερον των ποδών της, υποβασταζομένη +περιπαθώς υπό του νεαρού ζεύγους των συζύγων. Μακρόθεν ηκολούθουν +κ' εγώ, θελχθείς συμπαθώς υπό των προσώπων της ασκητικής αυτής +συνοδείας. Μετά τινα βήματα έστησαν επάνω τάφου, φέροντος +εμπεπηγμένον ξύλινον μαύρον σταυρόν. Ο ιερεύς, αφού εθυμίασεν, +ήρχισε ν' αναγινώσκη το πένθιμον Τρισάγιον, οι δε λοιποί +εγονυπέτησαν εν κατανύξει μεγάλη, ψιθυρίζοντες ευχάς αναμεμιγμένας +με θρήνους, όταν μάλιστα ήκουσαν του ιερέως μνημονεύοντος: «υπέρ +αναπαύσεως της ψυχής της δούλης του Θεού Ζωίτσας». + +Τότε έκθαμβος ανεγνώρισα τα συμπαθητικά πρόσωπα της παρούσης +διηγήσεως. + +Ο νεοσκαφής τάφος με τον μαύρον ξύλινον σταυρόν, προς το ρίζωμα +του οποίου είχον φυτρώσει, τις οίδε πώς, μεγάλη τις κουκκέα με +δροσερά υπόφαια ως στακτωμένα φύλλα και ολίγα μαυροπράσινα μάραθα +με τα κίτρινα άνθη των τα φουντωτά, ην ο τάφος της θειά-Ζωίτσας, +ήτις απέθανε τρεις μήνας μετά το πάθημα της θυγατρός της, πονούσα +βαθέως διότι έβλεπε χωλήν την ωραίαν θυγατέρα της. Αι τελευταίαι +της λέξεις, όταν απέθνησκεν, ήσαν: + + — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα! + +Ταύτα επρόφερεν η πτωχή με τα ξηρά του θανάτου χείλη ενώπιον του +αγγέλου της, και έκλεισε διά παντός τους οφθαλμούς της. + +Η δε λευκή και χωλή μοναχή, ην η προσφιλής της θειά-Ζωίτσας +θυγάτηρ, η ωραία και καλόκαρδος Δεσποινιώ, ήτις μετά νοσηλείαν +επίπονον δύο μηνών, απομείνασα χωλή τον θραυσθέντα πόδα, εκάρη +μοναχή παρά τω γέροντι Ιερεμία κ' έμεινε παρ' αυτώ. + +Το νεαρόν πάλιν ζεύγος των συζύγων, ην η μικροτέρα θυγάτηρ της +θειά-Ζωίτσας, η καλή Σοφούλα, ην υπάνδρευσεν ο Παπά Ιερεμίας ως +καλός πατήρ μετά τινος αγαθού ναύτου εργατικού και δραστηρίου, +αρκεσθέντος εις την οικίαν, και μη θελήσαντος να εγγίση την +εκκλησιαστικήν άμπελον. + +Αι χρυσοκέντητοι τέλος ποδιαί, αι στολίζουσαι το κομψόν τέμπλον +του προχείρου εκείνου ναΐσκου τόσον λαμπρώς, ήσαν τα προικιά της +Δεσποινιώς τα εύμορφα, τα οποία με τόσην αγνήν προσπάθειαν +εφιλοτέχνησεν η καλή παρθένος, ως να ήξευρεν ότι έμελλον ποτε να +στολίσωσι τας εικόνας του Χριστού και της Παναγίας. + +Αφού τέλος εμοιράσθησαν τα κόλλυβα, τα οποία ήσαν πολύ εύμορφα +στολισμένα με σταφίδας, κουφέτα, βαράκια ολόχρυσα και φύλλα ευώδη, +ο παπα-Ιερεμίας είπε τον επίλογον με την ξηράν πάντοτε και στεγνήν +φωνήν του: + + — Τα αναθήματα, τιμαλφή ταξίματα και τα βακούφικα, ήτοι κτήματα +αφιερωθέντα άπαξ εις τον Θεόν, επ' ουδενί λόγω αναλαμβάνονται +πλέον οπίσω. Όστις τα αφαιρέση, έστω και δι' αγοράς, είνε +ιερόσυλος και υπόκειται εις την κατάραν του Θεού. + + + +ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ +(1899) + + + +Α'. + +Καταπρασίνη. Με το γλυκύ, σαπφείρινον, του πόντου χρώμα. Νύμφη του +γιαλού, με το λαχανί φόρεμά της. Εις τας απαλάς της, τας +ονειρώδεις στρογγυλότητας της μάσκας της, εις τα λεία, τα χυτά +πλευρά της, εις την κομψήν, την εύγραμμον, λαγόνα της, Νηρηίδος +λαγόνα, παντού, θαρρείς και αντικατωπτρίζετο το σαπφείρινον του +πόντου χρώμα. + +Μακρά, στενή, στιλάδο σκαρί, φορτωμένη διά Κωνσταντινούπολιν η +σκούνα, ήτο αραγμένη εις τον ευρύν, τον ακύμαντον λιμένα, με τους +υψηλούς δύο ιστούς της, ακινήτους ως τρόπαια. Με τα πανιά +μαζευμένα, δεμένα εις τας θέσεις των, εις τα σταυροειδή πενά, +έτοιμα, θαρρείς, εις μίαν πνοήν, πνοήν ελαφράν, ν' ανοίξουν, να +γλυστρίσουν, μαλακά-μαλακά, ως νεφέλαι, λευκός πέπλος του Γάμου. + +Καμαρόνουσα, κούφη, ελαφρά σειομένη, ως κρεμαστή, εις το γλυκύ της +αύρας φύσημα, με τ' αναρίθμητα, τα πολυώνυμα εκείνα σχοινία των +ιστών, δίκτυον γραμμών και γωνιών πολύπλοκον, ως ζωγραφιστή +εφαίνετο εν αιθερίω πίνακι, πανδαίδαλον ίνδαλμα των θαλασσών, +όνειρον θελκτικόν του κοιμωμένου λιμένος. + +Καθρέπτης αργυρόχρυσος ο λιμήν. Και εις την κρυσταλλώδη, την +στίλβουσαν αυγήν του, έβλεπες εν ρεμβασμώ, μίαν καταπράσινην, +αραγμένην σκούναν. + +Κάθε βράδυ, μετά τον θαλασσινόν μου περίπατον, επερνούσα δίπλα +της. Η μικρά φελούκα εσειάριζεν. Ανεκόπτετο ο δρόμος. Και +ιστάμενος εν θάμβει, την εθεώρουν, την εκαμάρωνα, με πόθου διψαλέα +όμματα, λαμποκοπούσαν εις την εσπερινήν φωτοβολίαν, με μίαν +κάτασπρην γραμμήν, μεταβλητήν· εκ βρόχου χιονώδους ταινίαν, +περιθέουσαν την άκραν του υψηλού της παραπέτου, με το σπιράγιο της +πρύμνης κατάλευκον, τετράγωνον βωμόν του θαλασσινού Θεού, με τον +Ηρακλέα ξύλινον, επί της υψηλής, της αρρενωπής πρώρας της, πολιόν +αργοναύτην, λευκανθέντα εις των κυμάτων την πυκνήν βροχήν. + +Νικήτρια, ερρέμβαζε τρυφερώς την νίκην. + +Ανεπαύετο. + +*** + + — Ν' αρμένιζα μαζί της! + +Και ο αράπης, μπογαζιανός σκύλλαρος, υλακτών, έδακνε με τους +αγρίους οδόντας του την κωπαστήν, καβαλαρωμένος επάνω, φύλαξ +άγρυπνος της κοιμωμένης θαλασσονύμφης, κι' εξέβαλεν ενίοτε μετ' +ωρυγών, το φοβερόν ρύγχος του, με το τραχύ, μαύρον τρίχωμα, +πεταχτόν άνω των κροτάφων, υπό την σκιάν του οποίου αγρίως +εγυάλιζον δύο πύρινοι οφθαλμοί, κ' εφάγκριζον φοβεροί κυνόδοντες, +αγρίως πειναλέοι. + +*** + +Ήρεμος, απαλή, πηκτή η γαλανή θάλασσα, την έφερεν ελαφράν εις τα +δροσερά της νώτα, κούκλαν μικράν 'ς την καταπρασίνη αγκαλιά της, +θαρρείς κ' η θάλασσα επλάσθη δι' αυτήν. + +Κ' εκείνη γλυκά-γλυκά την έψαυε, καταπρασίνη, αρμονικώς +συνδυάζουσα το χρυσαυγές χρώμα της με το γλαυκόν της θαλάσσης +χρώμα, θαρρείς κ' επλάσθη διά την θάλασσαν. + + — Ν' αρμένιζα μαζί της! + +*** + +Η θάλασσα, μπονάτσα — λάδι, κοιμάται. Κοιμάται κ' η σκούνα, +τυλιγμένη μέσα εις αεροειδή πέπλον. + +Κι' αν εξυπνήση η θάλασσα μια φορά! + +Κι' αν εξυπνήση κ' η σκούνα μια φορά! + + — Ν' αρμένιζα μαζί της! + +Με τα πανιά! + +Το γνήσιον, το αληθές, το καθ' αυτό ταξείδι. + +Με τα πανιά! + +Άρρητος ο πλους, αχόρταστος η απόλαυσις, τρυφερά η συγκίνησις. + +Με τα πανιά! + +Προφέρεις μόνον την δροσεράν λέξιν και αύραι μυρίζουσαι ως τα +κρίνα, του πόντου τα μυροβόλα φύκη πλημμυρίζουν την καρδίαν σου. + +Με τα πανιά! + +Πτερωτός, μυθικός δαίμων, σε αφαρπάζει, ως επί νεφελών, ίνα σε +μεταγάγη εις τον δροσερόν των κυμάτων κόσμον, όπου η φύσις +ολόγυμνος κολυμβά, αφρός εν αφρώ. + +Θεωρείς κύματα, διαλογίζεσαι κύματα, ομιλείς με τα κύματα, την +ηδέως κηλούσαν του ύδατος γλώσσαν, βόμβον εράσμιον ως από μυριάδων +κυψελών. Τρώγεις 'ς τα κύματα, κοιμάσαι 'ς τα κύματα, κ' εξυπνάς +'ς τα κύματα, ζης σαν γλάρος, του κύματος γλάρος. + +Με τον ατμόν είνε νόθος ο πλους. + +Μαύρη, κατάμαυρη αιθάλη σε αποπνίγει. + +Δεν προφθάνεις να ιδής, δεν προφθάνεις να φάγης, δεν προφθάνεις να +κοιμηθής, δεν προφθάνεις να εξυπνήσης. Δαιμόνιος βόμβος, βόμβος +συνταρασσομένου σιδηρού κόσμου, μαύρου κόσμου, εν πυρίνη κοιλία. +Και συνταράσσονται όλα εν καταρράξει δεινή σιδήρου πριονιζομένου, +εν βοή σιδηρού πύργου καταπίπτοντος, εν χαλασμώ σιδηρού κόσμου +μηχανημάτων και τροχών κ' ελίκων και πλακών, και μοχλών και +καρφίων και κοχλιών, εν σεισμώ σιδηράς πόλεως, ότε το παν τρέμει +επάνω, ως ο Δαθάν, κ' υποχωρεί προς τα κάτω ως ο Αβειρών, να +εξαφανισθή, θαρρείς, εν τη αβύσσω. Και ωρύεται σειόμενον πράγμα +και φεύγει, ενώ αιφνίδιαι στοναχαί, τιναγμοί σιδηροδεμένων +τιτάνων, σ' εξεγείρουσι κοιμώμενον, σε ανατινάσσουν δειπνούντα, +έξαλλον, αγνοούντα, να φύγης, ενώ το παν θα διαρραγή, θαρρείς, εις +δύο, εν μέσω του πελάγους. + +Και καίουσιν οι πύραυνοι εις την κοιλίαν του, ως το παμφάγον πυρ +εν τω κέντρω της γης. Και ζέον ύδωρ εξερεύγουσιν αι σιδηραί +πλευραί, και ζέουσα βροχή ανατινάσσεται από της μηχανής προς τάνω, +ατμοί, και σπίθαι και φλόγες και μυκηθμοί αγρίου τέρατος, πλέοντος +εν δεινώ άσθματι. + +Τρικυμία τεχνητή, ην εξιστάμενος θεωρεί ο πόντιος Θεός, ο +κυανοπώγων Ποσειδών. + +Β'. + + — Άιντε! Για την Πόλι! + +Με αφύπνισε τραχεία, άτακτος, ασχημάτιστος φωνή, παιδός φωνή, του +νεαρού καμαρωτού η πρόσκλησις. + +Επετάχθην. + +Παις γαλανομμάτης, μ' ελαφρόν κούκκον εν τη ακτενίστω κεφαλή του, +με γαλάζιαν βλούζαν, ανυπόδητος με γυμνάς τας κνήμας, βρεγμένος, +ανασκουμπωμένος μέχρι γονάτων, ήλθε να παραλάβη την βαλίζαν μου, ο +νεαρός καμαρώτος. + +*** + + — Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ! + +Πρωί-πρωί, χαράγματα, είχεν εξυπνήσει η σκούνα. Κ' η σιδηρά πόμπα +της, ανασύρουσα την άγκυραν, διά ρυθμικών βραδέων και πενθίμων +κρότων, απεχαιρέτιζε τον λιμένα, κλαίουσα ναϊάς. + + — Τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ! + +*** + +Σκαμπαβία μολυβδόχρους, ελαφρά ως εκ ναστοχάρτου, με τέσσαρα +κωπιά, μας έφερε μετά του πλοιάρχου επάνω εις την αρμενίζουσαν ήδη +σκούναν, ήτις μετά κομψής, χορευούσης παρθένου χάριτος, ανακόψασα +ως εν χαιρετισμώ τον ελαφρόν της δρόμον υπέκλινε θαρρείς και μας +εδέχθη, πηδήσαντας ευφροσύνως εις τας αγκάλας της, μητέρα τα +παιδάκια της. + +Κ' ιδού εγώ τέλος επί της σκούνας. Εν τη θαλάσση. + +Με τα πανιά, επί του καθαρού καταστρώματος του πλέοντος, του ηδέως +ολισθαίνοντος. Εν μέσω πολυπλόκων σχοινίων, τεταμένων σχοινίων, +χαλαρωμένων, κρεμασμένων, κουλουριασμένων, σχοινίων πισσωμένων, +κατραμωμένων, βρεγμένων, αβρέκτων, χρωματισμένων σχοινίων, +αχρωματίστων σχοινίων, εν ατμοσφαίρα δροσερώς υγρά, αποπνεούση +ευάρεστον, καραβίσιαν απόπνοιαν. Υπό τα ιστία όλα ανοικτά, +κολπωμένα, έτοιμα να μας αναρπάσουν όλους, θαρρείς, με την σκούναν +μαζί, προς τους αιθέρας. + +*** + +Κατευόδιον! + +Εις τας δύο προκυμαίας, εις την πλατείαν την υψηλήν, εις τας θύρας +των μαγαζείων της αγοράς, εις τα παράθυρα των οικιών, παντού μας +καμαρώνουν. + + — Η σκούνα! η σκούνα! + + — Σηκώθη η σκούνα! + +Και διά πυροβολισμών μας χαιρετίζουν. Κ' η σκούνα παρέρχεται προ +της πόλεως σκιρτώσα, χορεύουσα, εύμορφη, στιλάδο σκαρί, με τα +πανιά κάτασπρα, με τα σινιάλα φαιδρά· και αποχαιρετίζει απαντώσα +εις τους χαιρετισμούς της νήσου. Τρομπονισμός βοΐζει βαρύς απ' +αυτής, ου ο υπόκωφος τρόμπος εν τρόμω κυλίεται επάνω εις την +γαλανήν επιφάνειαν της θαλάσσης, ως να μιλή η εύμορφος σκούνα: + + — Έχετε γεια! + +Δροσερός φυσά ο μπάτης ο πρωινός. Το κύμα παιγνιωδώς πιτσιλίζει +την πρώραν, ως ποταμάκι ασημένιο. Και την ραντίζει ευλαβώς, +επιχαρίτως ανασειομένην, με τον κάτασπρον Ηρακλέα της, θαρρείς και +την θωπεύει, θαρρείς και την λούει, μητέρα το κύμα χαϊδεύουσα, το +παιδάκι της. + +Μία γρηούλα, ως να προσεύχεται κάθηται συμμαζευμένη επί τινος +βράχου λευκού, κατάμαυρη. + +Τίνος απερχομένου ναύτου να είνε η αγαπημένη μητέρα; + +Το δειλινόν εχάσαμεν την κώμην, κρυφθείσαν όπισθεν μιας άκρας +στενής και μακράς. Κατευθυνόμεθα προς βορράν, ανοικτά, προς την +Σκόπελον. Ο φάρος της Γλώσσης επί τινος βράχου, ως πύργος γλάρων +επί αργιλλώδους, γυμνού εδάφους. Μικρόν κατά μικρόν εξαφανίζονται +οι έρημοι όρμοι της Σκιάθου εις ευθείαν τεφρόχρουν γραμμήν. Οι +ναύται, εν τη πρώρα, ξαλλάξαντες, παρεκάθησαν εις το λιτόν +πρόγευμά των, το ανοιχτόκαρδον κολατσιό, συνομιλούντες ως αδελφοί, +και με πόνου δακρυσμένα βλέμματα παρατηρούντες αδιακόπως την +εξαφανιζομένην πατρίδα. Οι ναύται την αγαπούν την θάλασσαν, πολύ +την αγαπούν, αλλά μόνον την στερεάν ονειροπολούν. Το σώμα των 'ς +την θάλασσα κι' ο νους των 'ς την στεργιά. + +Ο πλοίαρχος, κοντός, χονδρός, ορθογώνιον τμήμα στερεοποιηθέντος +σώματος, με χείρας χονδράς, επικαμπείς ως χηλάς καβούρας, με +πρόσωπον πλατύ, με τον μύστακα ένθεν κ' ένθεν ως τα δύο του +αλφαβήτου πνεύματα, ευχαριστημένος διότι τα πανιά εδούλευαν, +ανοίξας τα δεφτέρια του, εξετάζει τους λογαριασμούς του. + +Και μόνος ο πηδαλιούχος, όρθιος, επί της πρύμνης, ελαφρά +στηριζόμενος επί του τροχού του πηδαλίου, ον περιστρέφει, +διευθύνει το πλοίον βλέπων ατενώς προς έν κατέμπροσθέν μας γαλανόν +σημείον, μίαν μουνδζούραν του ορίζοντος. + + — Ανοιχτά, κατά την Κυρά-Παναγιά. + +Είχε διατάξει ο πλοίαρχος, επιβοηθήσας αυτόν συνάμα εις την +στροφήν. + + — Τον ξέρεις, βρε, τον μπούσουλα; + +Ερώτησε χαριεντιζόμενος, ο αγαθός πλοίαρχος με ξηρομασημένας +λέξεις, βαστάζων μεταξύ των οδόντων τεμάχιον μολυβδοκονδύλου. + +Ο πηδαλιούχος σαν να επειράχθη, αδιάφορος, χωρίς ν' απαντήση +εκύτταζε προς το πέλαγος, κάτω, όπου η Σκιάθος ολονέν εξηφανίζετο +υπό έναν γαλανόν πέπλον με κλαδιά ενώ κ' εκεί, χρυσά, λευκά, +πράσινα, γαλάζια κλαδιά, κόκκινα κλαδιά. + + — 'Σαν τον ξέρεις τον μπούσουλα, βρε Γιαννάκη, πες μου τώρα πού +έχουμε πλώρη; + +Προσέθηκε μετ' ολίγον ο πλοίαρχος, σβύσας διά της μολυβδίδος +αριθμούς τινας και σημειώσας άλλους. + + — Να, γραίγο κάρτα τραμουντάνα! + +Απήντησε μετά ετοιμότητος αυταρέσκου ο νεανίσκος, υιός του +πλοιάρχου πολυαγάπητος. + + — Μπράβο, Γιαννάκη, μπράβο, Γιαννάκη! Εσύ μωρέ γυιε μου, τα +ξεσκόλησες! Κοντεύεις να περάσης τον πατέρα σου. + +Είπεν ο πλοίαρχος κ' επαραμέρισε την ένθεν κ' ένθεν του στόματός +του επικολλημένην δασείαν και ψιλήν, ως διά να γελάση ελεύθερα. + +Ο Γιαννάκης ήτο νεανίας, μόλις δεκαοκταετής. Αγένειος, +μελανόφθαλμος, μελαψός, με κόμην άφθονον κατάμαυρην, εξέχουσαν +γύρω, γύρω από τον κούκκον ως επικάλυμμα κυψέλης Και συνεχώς μετά +τινος μελαγχολίας έστρεφεν οπίσω προς τη γαλανήν Σκίαθον, κυάνεον +όγκον πλέον, κι εβύθιζε το βλέμμα του κάτω εκεί, παραμελών την +πηδαλιουχίαν, και φέρων την σκούναν συνεχώς διά γραμμής +τεθλασμένης. + + — Τώρα θα μας κυττάζουν ακόμα. Μου είπε. + + — Μας βλέπουν; + + — Ακόμα δεν εχώνεψεν η σκούνα. Κάτω 'ς την άμμο, 'ς το Ξάνεμο, η +μάννα μου θα μας αγναντεύη. + +Και μετά μικρόν τεθλιμμένος: + + — Πηγαίνει 'ς τον Πύργο, ανάφτει τα καντήλια τ' Άη-Γιαννιού και +ύστερα τραβάει 'ς το Ξάνεμο και κάθεται, ως να χωνέψουμε. +«Παναγίτσα μπροστά τους! Παναγίτσα μπροστά τους!» όλο έτσι λέει +και κάμνει τον σταυρόν της η καϋμένη η μάννα μου. + + — Όλο ανοιχτά! όλο ανοιχτά! + +Διέκοψεν ήδη ο πλοίαρχος, αντιληφθείς αίφνης ότι τ' απόνερα της +σκούνας εσχημάτιζον πάλιν τεθλασμένην μακράν γραμμήν. + +Μετ' ολίγον έπαυσε και ο νεανίας να κυττάζη την νήσον, ήτις, +αγνώριστος πλέον, είχε διαιρεθή υπό της αποστάσεως εις τρεις +μικράς νησίδας ξένου αρχιπελάγους. Εκβαλών βαθύν στεναγμόν, τον +τελευταίον προς την πατρίδα του αποχαιρετισμόν, αφιερώθη εις την +πηδαλιουχίαν, το έργον του, ενώ χονδρόν δάκρυ εκυλίετο εις τας +ζωηράς παρειάς του. + +Στηρίζων το στήθος μου επί του υψηλού δρυφάκτου της πρύμνης, ως +επί των χειλέων εξοχικού ανδήρου, με κρυφήν χαράν εισπνέω την +δρόσον, την αμύθητον του πελάγους δρόσον, την αχώνευτον, την +αλησμόνητον ζωήν. + +Δύο-τρία κοπαδάκια, σκιρτώντα μικρά ψαράκια, μικρούτσικες αθερίνες +της Σκιάθου, μας παρηκολούθησαν από του λιμένος. Και σπεύδουν τα +καϋμένα, και σείουν της ουρίτσες των ως να τρέμουν μη μας χάσουν. +Αραιόνουν, πυκνούνται, αλαργεύουν, σιμόνουν, παρατάσσονται, +ανακατόνονται. Χάνονται υπό το καταπράσινον κύμα, και πάλιν ιδού +αναφαίνονται παρά το πλευρόν της σκούνας, η οποία ως διά μαγνήτου +τα προσελκύει κοντά της, τα σύρει μαζύ της. Τώρα είνε πίσω. Τώρα +ήλθαν 'ς την μέση. Ένα κοπαδάκι, δύο κοπαδάκια, τρία κοπαδάκια. +Μικρά-μικρά. Με κοιλίαν άσπρην, με ματάκια μαύρα, ως γυαλιστερές +χανδρίτσες. Ψίχουλα που τα τίναξαν, θαρρείς, οι ναύται από το +δείπνον των κι' εζωντάνεψαν μέσα 'ς το κύμα. Και να, τσιμπούν την +κοιλιάν της σκούνας, αναίσθητον, μπακιρωμένην. Τώρα έκαμαν κύκλον. +Τώρα χορεύουν τον συρτόν. Τώρα κολυμβούν ένα-ένα. Τώρα +παραβγαίνουν 'ς τ' αλάργα. Πλέουν και παίζουν. Παίζουν και πλέουν. +Εξάγουν τα κεφαλάκια των να μας ιδούν και σχηματίζουν φυσαλίδας ως +να επιπλέη εκεί τρυπημένον κόσκινον. Στρέφουν εξαίφνης προς το +πέλαγος ως να κυνηγούν ψιχίον καταπεσόν, κ' αίφνης μετανοούν τάχα +και το αφίνουν· και πάλιν ξαναμετανοούν και παρακολουθούν πάλιν +όλα μαζύ, ένας σωρός, την σκούναν, της οποίας τα λευκά ιστία +κεντώσιν ήδη με χρυσάφι πολίτικο αι χρυσαί της δύσεως ακτίνες. + +Γ'. + +Νυκτώνει. Όπισθέν μας, προς νότον, διαγράφονται αι σκιαί των +βορείων Σποράδων, ογκώδεις, μαύραι, ως σύννεφα καταιγίδος. Εμπρός +προς βορράν, μόλις σχηματίζονται, δεξιά, ως νέφη μελαψά, τα +Ρημονήσια, και πέραν εκεί επάνω μακράν ως νεφέλωμα σκοτεινόν η +πολυσχιδής Χαλκιδική. + +Οι ναύται κατακλίνονται επάνω εις το κατάστρωμα. Ο μεν εντός της +μεγάλης σκαμπαβίας, στερεωμένης εν μέσω του καταστρώματος, ο δε +δίπλα της, απ' έξω υπό την μάσκαν της, ως υπό στέγην, ο δε υπό το +υπόστεγον της πρώρας και άλλος υπό την δρόσον του πλατέος τρίγκου +του πλέον χαμηλού ιστίου, ως υπό τους κλώνους πυκνοφύλλου +πλατάνου. Και μόνον η βάρδια αγρυπνεί, ο φρουρός, βλέπων πάντοτε +εμπρός, εις απόστασιν, και ο τιμονιέρης βλέπων προς τον ουρανόν +και προς τ' άρμενα της αγρυπνούσης σκούνας, ήτις προχωρεί +αδιακόπως γλυκά συνομιλούσα με το κύμα. + + — Βλέπεις εκείνο τ' άστρο, το γεμάτο; Εκεί να πηγαίνη το +μπαστούνι σου. Και να παίζη ο κόντρας, το πλέον υψηλόν ιστίον. +Ακούς, Γιαννάκη μου; Α! παιδί μου! Και να δης μια πατατούκα που θα +σου πάρω στην Πόλι! + +Είπεν ο πλοίαρχος και εξηπλώθη επάνω εις το σπιράγιο της πρύμνης, +τυλιχθείς ως κούτσουρον εντός βαρείας χλαίνης. + +Ο μπάτης, δυναμώσας την νύκτα, κολποί τα ιστία τα οποία θαμβά +υψούνται κατά σειράν επί των δύο ιστών, ως σημαίαι πανηγυρικών +αψίδων, λησμονηθείσαι την νύκτα. + +Η σκούνα σείεται όλη ελαφρώς, επιπλέουσα ως πτερόν. + +Ο ουρανός πλήρης αστέρων, απλούται ως απέραντος οροφή άνω του +πελάγους, το οποίον μαυρίζει προς τα κάτω και χάνεται εις τα +σκότη, αφ' ων αόριστος, μυστηριώδης αναδίδεται ψίθυρος ως αύρας +πνεούσης μακράν εν τω δάσει. Ψίθυρος ευάρεστος, μορμυρισμός +ρυακίου, ρέοντος υπό την χλόην, μαλακά, υποκώφως. Η λεία του +πόντου επιφάνεια, ρυτιδουμένη, σχηματίζει μικρά κυματάκια, τα +οποία παίζουν εν τη σκοτεινή εκτάσει κυνηγούμενα, και κυνηγούνται +παίζοντα, και τρέχουν, και θορυβούν, και γελούν, θαρρείς, +προσκρούοντα επί της πρώρας, ελαφρά, ως δεματάκια εκ βάμβακος. +Φλοισβίζουν, φλυαρούν, αφρίζουν κ' ενίοτε αντικρύζοντα τον +ελάτινον της πρώρας ημίθεον απαθή και ακίνητον ως εκ μετάλλου +εξίστανται και αυτά. + +Αλμυρά, νόστιμος ευωδία πληροί την όσφρησίν μου. Φέρομαι επί των +κυμάτων ως ένα κάρφος, ένα πτερόν. Παμποίκιλοι διαλογισμοί ως τα +κύματα παίζουσιν εν τη ψυχή μου, δροσερά ως ο πόντος. Ενθυμήσεις +αόριστοι, συγκεχυμέναι, ως η περί εμέ υγρά φύσις κατέχουν την +διάνοιάν μου. Κόσμος σχοινίων πολυώνυμος, ξάρτια και παταράτσα και +κάργα, κόσμος ιστίων, τρίγκοι και παπαφίγκοι και φλόκια και +φλέσια, κόσμος εξαρτισμών και πλεγμάτων και τροχιακών και +τρυμαλιών, καρχήσια πολύστομα και πλατύστομα, απλούνται επάνωθέν +μου όλα συμπεφυρμένα εις τετράγωνα, εις κύκλους και ρόμβους και +τρίγωνα, εις αναβαθμούς και αναρτήσεις κ' αιώρας, πέραν των οποίων +σελαγίζουσιν αναρίθμητα άστρα, φωτόμορφοι αστερισμοί, αγύριστος +κόσμος άλλου, μετεώρου πελάγους, με τα γαλακτώδη του Γαλαξίου +νεφελώματα, ως πολυκαμπή οδόν των ψυχών και των πνευμάτων. + + — Να παίζη ο κόντρας, βρε Γιάννη! + +Ακούεται αίφνης, διακόπτουσα τους ψιθυρισμούς της ψυχής, η τραχεία +φωνή του πλοιάρχου ως ονειρευθέντος εκεί υπό την αναισθητούσαν +χλαίναν του. + +Και ο Γιαννάκης μετά προσοχής θεωρεί τον μόλις εν τω ύψει και τη +νυκτί διαγραφόμενον, ως φαιόν νέφος, κόντραν, προς τας κινήσεις +του οποίου κανονίζεται η ευθυπλοΐα. + + — Πήγες σ' την Πόλι; Κολακεύει πάλιν τον έφηβον υιόν του ο +πλοίαρχος, ενισχύων αυτόν εν τη αγρυπνία του. Να πας σ' την Πόλι +και να ιδής! Να ιδής αγάδες και να ιδής χανούμισσαις! Να ιδής +αγάδες 'ς τα άλογα και χανούμισσαις 'ς τους μπιαντέδες σαν +ζωγραφιαίς. + +Γλυκά-γλυκά κατέρχεται επί των βλεφάρων μου ο ύπνος ως ψεκάζουσα +δρόσος από των Εστιών, άτινα συγχέονται προς την σκοτίαν πλέον, +όγκοι σκοτεινόφαιοι ατμών και καταχνιάς. + +Διά τελευταίαν φοράν διακρίνω το κατακόκκινον φως του σιγάρου του +πρωραίου φρουρού, αγρυπνούντος βαρδιάνου, ακινήτου ως ξυλίνου, +όστις τυλιγμένος εις το αμπαδένιο καποτάκι του, ως εντός μιας +δίπλας της νυκτός, τραγουδεί το τραγουδάκι του, το γλυκύ του +νυσταγμού του αντιφάρμακον, όπερ ως νανούρισμα δι' εμέ κομίζει η +νυκτία δρόσος προς την αυτοσχέδιον κλίνην μου, υπό την βαρείαν της +μπούμας επιστέγασιν: + + _Από ξένον τόπο + κι' απ' αλαργινόν — + γιάλα-γιάλα + Ήλθε το Μορφάκι, + ήλθε το καϋμένο + δώδεκα χρονών. . . + γιάλα-γιάλα._ + +Τι όνειρον! Γλυκύ, δροσερόν όνειρον. Η πλατεία μπούμα, αγρυπνούσα +με παρεφύλαττεν ως δροσερός άγγελος καθ' όλην την νύκτα. Αλλ' +εκοιμήθην επί στρώματος εξ ανθέων; Εκοιμήθην επί του αφρού; +Εκοιμήθην επί νεφέλης κούφης; Ελαφρά; Μαλακά; Εναέριος; Επί πτίλων +περιστερών; Επί πετάλων ρόδων; Επί ερίων χρυσών; Κλίνη +μυστηριώδης. Βυθίζουσα εις το αχανές. Ανάγουσα εις κόσμους +μεταρσίους. Λιικνίζουσά με ως δι' αβροδιαίτων χειρών νυμφών και +νηρηίδων, υπερκοσμίων πνευμάτων. Βαυκαλίζουσά με ηδέως. Εάν αι +ψυχαί κοιμώνται εν τω παραδείσω, ο ύπνος των δεν θα είναι αλλοίος. + +Και ότε αφυπνίσθην, την αυγήν, εξηκολούθει ακόμη ο θείος όνειρος. + +Θέαμα ευρύ. Θέαμα ποικίλον, θέαμα απεριόριστον, απερίγραπτον, +ασύλληπτον θέαμα. Σκηνογραφία έξοχος εξόχου γραφέως, την οποίαν +διά μαγικού ελατηρίου ανύψωσεν επί του αιθρίου ορίζοντος η +πολυέραστος πρωινή νύμφη φωτίσασα αίφνης διά μαλακού, καθηδύνοντος +φωτός, το Αιγαίον. + +Ο σεμνότατος Άθως, τριγωνικός ως πυραμίς Αιγυπτιακή, εις το βάθος, +επιβάλλων διά του μεγαλείου του και αναγκάζων σε, γονυκλινή, εις +επιτακτικήν προσκύνησιν. Δεξιά τα Ρημονήσια, γιγάντια κήτη, +νομίζεις, αναδύσαντα εκ του βυθού, μαυρογάλανα, οζώδη, φαλακρά. +Πλέουσι, θαρρείς, εν μακρά γραμμή, κατά σειράν, εν εξαισία +παρατάξει, συντροφία γιγάντων, να προσκυνήσουν τον ιερόν Άθωνα, +αποκαλύψαντα την πολιάν κορυφήν του ως προς υποδοχήν, ενώ από τους +μαύρους βοστρύχους του κρέμανται μοναί και ασκητήρια, καλιαί +αββάδων. + +Ιδού η Αλόνησος με το σφαιρικόν όρος της και τον απόκρυφον λιμένα +της, καταφύγιον των ναυαγών και των πειρατών. + +Ιδού παρέκει η Κυρά-Παναγιά με το καταγάλανον των δασών της χρώμα, +ως με κυανούν πρωϊνόν μανδύαν περιβεβλημένη, υφ' ον βόσκουσι τα +ποίμνια της Λαύρας, τα γαλακτερά. Ιδού τα αγριόμορφα, τα χοιρώδη +Γιούρα, σιωπηλά και ακατοίκητα. Ο αλιεύς, ον η γαλήνη, +καταδελεάσασα παρέσυρε μέχρι των αποτόμων ακτών του, έντρομος +βλέπει την νύκτα να κατρακυλώσιν εν βρόντω σατανικώ βράχοι +αμαξιαίοι, υπό αοράτων δαιμονίων ωθούμενοι, άτινα — λεγεών όλη — +εξώσθησαν εκεί εκ του Άθωνος διά των προσευχών του οικιστού αυτού +Πέτρου του Αθωνίτου. Όπισθεν αυτού, συνεσταλμένον, γαλανόχρουν, το +έρημον Πιπέρι, με τ' άφθονα καυσόξυλά του και το ασκητικόν μετόχι +του, οίκημα, θαρρείς, των μιαρών αμφιβίων. + +Κ' εμπρός-εμπρός ιδού η Ψαθούρα, μακρά, ομαλή, ηπλωμένη επί των +κυμάτων, ως Αλεξανδρινή ψίαθος, με τον πύργον του φανού της εν +μέσω, ως ιστόν πλοίου μακρόθεν φαινόμενον, πλοίου αγκυροβολήσαντος +δι' άγνωστον αιτίαν εν μέσω εκεί του πελάγους. Την νύκτα όταν +φέγγη γλυκά εκεί, μέσα εις την σιωπηλήν ερημίαν του πελάγους, +θαρρείς και είναι κανδήλα ιερά ενώπιον αναμμένη του Γέρω-Άθωνος. + +Ω απερίγραπτον όνειρον πρωινόν. + +Αίφνης από μέσα από το πέλαγος προς ανατολάς κάτω, ανάπτει φως +ερυθρόν· πυροφάνιον τερατώδες, τρίτωνός τινος τον οποίον τον +επήρεν η ημέρα εις το ψάρευμα. Κατ' αρχάς φαίνεται ως κεφαλή +σαρικοφόρου Τούρκου, αναδύοντος μεγαλοπρεπώς από των κυμάτων, είτα +ως ωραιότατος τεράστιος μύκης, θαλασσίου λειμώνος, είτα ως χύτρα +χαλκή κατακόκκινος επί της πυράς, χύτρα παμμεγέθης Γκέκιδων +γεωργών. Προς στιγμήν μετεμορφώθη εις πάγκαλον ανθοδοχείον, μέγα, +φοινικικόν, και τέλος από μέσα από την ακατανόητον αυτήν σύγχυσιν +του φωτός, σύγχυσιν εις πράγματα και σύγχυσιν εις σχήματα, +αναθρώσκει ο ήλιος, ως νυμφίος από του παστού, ακτινοβολών, +φωτίζων, ζωογονών, και λύνων το παν, όπερ ελούσθη πλέον, θαρρείς, +περιεβλήθη το αιώνιον φωτεινόν ιμάτιόν του, ζη. + +Άγριον, φοβερόν είνε το πέλαγος άνευ του ηλίου. Αι φωτοβόλοι του +προσφιλούς άστρου ακτίνες παραμυθούσι, συντροφεύουν, λαλούν, +αποδιώκουν την κρυεράν ερημίαν. Την νύκτα, με το πυκνό σκότος, +άπασα η περικαλλής αύτη σκηνογραφία θα ήτο απαισία. Τα Ρημονήσια, +δαίμονες σπεύδοντες να συμπλακώσι προς τον αρχηγόν του σκότους, +τον φοβερόν Άθωνα. Τα κύματα, άγριοι οδόντες Αιθίοπος, απειλούντος +φθοράν. + +Και νυν οποία μεταμόρφωσις ηπιότητος, ειρήνης και μειδιάματος. +Λάμπουν τα Ρημονήσια, χορός Ναϊάδων. Αι ράχεις των ακτινοβολούν +από χαράν, με ρόδινον ή κυανούν πέπλον ημφιεσμέναι. Γελούν αι +γυμναί κορυφαί των, γελούν και η γυαλιστεραίς ακρογιαλιαίς των, μ' +ευωδιάζοντα — δεν το πιστεύετε; — λαλαρίδια, ποικιλοσχήμους και +ποικιλοχρώμους χάλικας, όπου θα επεθύμει να κυλίεται κανείς +ολόγυμνος, κολυμβών εις την χρυσήν την άμμον και εις τον +καταπράσινον αιγιαλόν των. + +Η ως ψίαθος ηπλωμένη Ψαθούρα, νομίζεις και ανακινείται, +ανασηκόνεται ως νύμφη θαλασσόλουστος, ανατείνουσα τον πύργον του +φανού της, ως διά να χαιρετίση ζητωκραυγάζουσα εις τιμήν του +Άθωνος, όστις με ολόασπρον την κεφαλήν, φέρων τον βαθύ-κυανούν +μανδύαν του, πατρικώς προσμειδιά, συγκρατών περί εαυτόν, ως +εγγονάκια του, τα ώμορφα Ρημονήσια, τα οποία πρωί-πρωί θέλει να τα +χορεύση επί των πρεσβυτικών γονάτων του, άδων, ο πολιός πάππος, το +παλαιόν τραγούδι του, γλυκύ και δροσερόν ως ψίθυρον καστανέας: + + _βρε σεις, βρε, + βρε σεις, βρε, + χάρισμά σας + τον τζιβρέ...._ + +Τα κύματα δεν φοβίζουν πλέον. Ακτινοβολούν φως και ζωήν. Αρνάκια +κάτασπρα, καμπουρωτά, σκιρτώσιν εν τη υγρά του Αιγαίου πεδιάδι και +ακούεις τον γλυκύν βληχασμόν των. Χοροπηδούν. Κάθηνται. Γελούν. +Φωνάζουν. Παίζουν. Συμπλέκονται. Φιλιούνται. Απορροφώνται. +Χάνονται, κ' αίφνης αναγεννώνται. + +Το ζείδωρον ηλιακόν φως συνησθάνθησαν και τα εν τω πυθμένι τέρατα +κ' ιδού εξάγουσι τας βοώδεις κεφαλάς των, τα φοβερά κήτη, οι +ογκώδεις, ως φουσκωμένοι ασκοί, φυσητήρες, ζωντανοί πίδακες, +ανατινάσσοντες εις ύψος την θάλασσαν, πρωί-πρωί, ως να λούωνται +μετά συριστικού κρότου του λάρυγγος και των χειλέων των με +γαργαρώδεις ανακογχυλιασμούς, γέροντος Τρίτωνος. Νομίζεις ότι +θελγόμενα υπό της λειότητος του πελάγους θέλουν να πηλαλήσουν, +ίπποι θαλάσσιοι, κ' ένεκα του όγκου των βυθίζονται ασθμαίνοντα, +άσθμα ύστατον, αποπνηκτικόν άσθμα, της τελευταίας αγωνίας τον +γοερόν μυκηθμόν, ενώ μετά πόνου εξέχει η βόειος κεφαλή των, με δύο +μεγάλα αγελάδος όμματα, μιαρώς υαλίζοντα, εν τη θαλασσινή ερημία. +Και από το κακόν των, που θα σκάσουν θαρρείς, φυσούν και +αναρρίπτουν προς τ' άνω βροχήν ραγδαίαν το κύμα, μετά κρότου +εκπωματιζομένων τεραστίων φιαλών. Και συναθροίζονται πέριξ των αι +μικραί ταχύπτεροι αλκυόνες, και άλλα μαύρα μακροτράχηλα +θαλασσοπούλια, αι μελαψαί Καλικαντζούναι, και τα τσιμπούν τ' +αναίσθητα «γκαβοντόλια» και τα περιπαίζουν τα αχρεία κήτη, +ταπρόσιτα του Αιγαίου θηρία. + +Ο πλοίαρχός μας ευχαριστημένος διά τον ωραίον καιρόν, εύρεν +εργασίαν δι' έκαστον ναύτην. + +Άλλος λοιπόν ξαίνει στυπείον, άλλος εμβαλώνει διερρηγμένην +γάμπιαν, άλλος χρωματίζει ξεβαμμένον κάπου το παραπέτο, άλλος +αυτοσχέδιος τέκτων ομαλίζει ξύλον προς κώπην κατάλληλον διά την +φελούκαν, και ο μάγειρος, χωμένος εις το ξύλινον μαγειρείον του, +ετοιμάζει το γεύμα. + + — Η χειροτέρα δουλειά είνε η τεμπελιά! έλεγεν ο πλοίαρχος προς +τον Γιαννάκην, επιθεωρών την καθετήν, έτοιμος προς αλιείαν. + +Και βλέπων τον έφηβον αποκαμόντα εν τη μονοτόνω πηδαλιουχία του: + + — Α! Γιαννάκη, και να πάμε εις την Πόλι ταχειά! Πήγες εις την +Πόλι, βρε Γιαννάκη; Να πας εις την Πόλι και να ιδής! Να ιδής +μιναρέδες και να ιδής κυπαρίσσια! — Ήτο πρωτοτάξειδος ο Γιαννάκης. +Διελθών το μικρόν σχολείον του χωρίου του εμβαρκάρισεν ο νεανίας +με του πατρός του την σκούναν, μικρός-μικρός ονειρευθείς την +θάλασσαν ώς τινα θελκτικήν και ανέφελον ζωήν, θαρρών ότι ο εν +πελάγει πλους ωμοίαζε προς το καραβάκι του το μικροσκοπικόν που το +εκαράβιζεν εις την προ του οίκου των ήρεμον παραλίαν. + +Δ.' + +Καθ' όλην την ημέραν ησθανόμην αμύθητον αγαλλίασιν, κυττάζων την +εξαισίαν αυτήν του Αιγαίου σκηνογραφίαν. + +Ο άνεμος έπνεεν από των Ερημονήσων και η σκούνα προήγε πάντοτε +προς τα εμπρός, χρονιάρα νύμφη θαρρείς, και έβγαινεν εις τον κάβο +του χορού με μανδήλι μεταξωτό, ασπρογάλαζο μανδήλι, τας γαλανάς +νησίδας, τας οποίας, ιδού γελώσας, προσπαθεί να παρασύρη εις τον +δρόμον της τον ταχύν, γαλανήν συντροφίαν. + +Προχωρούσης της ημέρας όμως ο άνεμος εκόπασε. Και τέλος έσβυσεν +ολοτελώς. Γαλήνη πλέον. Έπηξεν η θάλασσα το δειλινόν. Έπηξεν εκεί +και η σκούνα εν μέσω του πελάγους, ακίνητος, καθηλωμένη, με τα +πανιά κρεμάμενα ως εσθήτας να στεγνώσουν εις το καύμα του +Ιουλιανού ηλίου. Οι γλάροι εκλαβόντες αυτήν ως νησίδα καταπρασίνην +την περιτριγυρίζουν παίζοντες, διαγράφοντες εν τη ταχεία πτήσει +των ποικίλους ακανονίστους κύκλους, βυθίζοντες τα ράμφη των εις +την θάλασσαν, ως διά να δροσισθώσι κ' εξαίφνης ανυψούμενοι προς +τας κόφας και τα χρυσά κορζέτα της σκούνας, και πάλιν +επαναβυθιζόμενοι και κολυμβώντες ολίγας οργυιάς ως εκ χάρτου +βαρκάκια με ανοικτά τα πτερά, με κλειστά τα πτερά, χιονώδεις, +βαμβακεροί, ζωηροί, όλοι ομού, στολίσκος παίζοντος παιδίου, ένας- +ένας, γύρω-γύρω, εις την γραμμήν, μακράν, εγγύς, ως να εργάζωνται, +ως να θέλωσι να κτίσωσι τας φωλεάς εκεί, επί της λαμποκοπούσης +επιφανείας. Χορός δελφίνων παρέκει, ανακύψας αίφνης από του μαύρου +βυθού, διαγράφει μελαψάς γραμμάς, αψιδωτάς γραμμάς, κατρακυλούντος +ασκού γραμμάς. Του πελάγους δύται αμιλλώνται, θαρρείς, εις τας +αναδύσεις και καταδύσεις· αροτήρες πελαγήσιοι οργώνουσι την +μαλακήν επιφάνειαν. Θεωρών το κύμα από της κωπαστής διακρίνω τα +ψαράκια πάλιν, τρία-τέσσαρα κοπαδάκια, ψαράκια μικρά, της πατρίδος +μου ψαράκια, τα οποία μας παρηκολούθησαν από του λιμένος της +Σκιάθου. Παιδάκια ορφανά, κυνηγούν την μητέρα των φεύγουσαν. Και +πόσον αγάλλονται οπού την κατέφθασαν. Προσκολλώνται εις τα ύφαλα +μη την χάσουν, αναπόσπαστα. Και την φιλούν και την τσιμπούν. Και +παίζουν εις την ποδιάν της, θαρρείς, μαύρα ματάκια, από +χανδρίτσαις ψεύτικα ματάκια. + +*** + +Πυρίνη, κατακόκκινος ημικυκλική οπή, καίει τώρα προς δύσιν. Οπή +καμίνου, ένδον της οποίας αναρριπίζονται δυσθεώρητοι φλόγες. Ούτω +πυρίνους λάμψεις θα εξηκόντιζε και η φοβερά Βαβυλωνία κάμινος. +Αφηρημένος προς το αιφνίδιον θέαμα, νομίζω πως διακρίνω ένδον της +καιούσης καμίνου τους Τρεις Παίδας άδοντας και χορεύοντας: «Τον +Κύριον υμνείτε πάντα τα έργα...» Στιγμάς τινας διαρκεί το φλογερόν +θέαμα εν τη απλή κυανότητι ουρανού και θαλάσσης και είτα σβέννυται +αυτοστιγμεί. + +Ο ήλιος έδυσε πλέον. Και φλόγες και κάμινοι εξαφανίζονται και +απομένει περί ημάς το πέλαγος σιωπηλόν, σκοτειδιαζόμενον. Χειρ +άγνωστος ήπλωσε περί ημάς καταγάλανον αερώδη πέπλον, όστις ελαφρά- +ελαφρά μας επεκάλυψε μετ' ολίγον ως νυξ. Κ' εχάσαμεν πλέον τους +χρυσούς λοφίσκους του Άη-Στράτη με τα κλιμακωτά αγρίδια του και +της εύμορφαις ακρογιαλιαίς του. + +Το παν εβυθίσθη μετ' ολίγον εις σκοτίαν. Σκοτίαν που την +αισθάνεσαι γύρω σου συνθλίβουσάν σε ως οι όχλοι τον Κύριον. +Σκοτίαν ζωντανήν, υγράν σκοτίαν, του πελάγους σκοτίαν. Λεπτή +αρωματώδης δρόσος επιπλέει πανταχού της θαλάσσης, ης ο γλυκύς +ψίθυρος συγχέεται προς τον μαλακόν θρουν της πλεούσης σκούνας. + +Αλλά προχωρούσης της νυκτός ακούεται πέραν από του βάθους του +αοράτου πόντου θορυβώδης αύρα, ως να σείωνται προς δυσμάς αθέατα +δάση υπό στυγνού μαΐστρου, βοΐζοντος υποκώφως, λέγεις και +κατέρχεται χείμαρρος αφανής από υψωμάτων. Προαγγέλλεται νυκτερινόν +μελτέμι. Βίαιος άνεμος που παίρνει τα μεσάνυχτα. Υπό τας +αστρολαμπάς διακρίνομεν τας ρυτιδώσεις του πελάγους ως πτυχάς +ηπλωμένης οθόνης. Ο πλοίαρχος στηρίζει τας χείρας επί της οσφύος +ως Αινήτικη λάγηνος, βλέπων σύννους προς τα ιστία, διατάσσει τους +ναύτας, μόλις αποδειπνήσαντας να στερεώσωσιν αυτά τεζάροντες +μανδάρια και μπράτσα, όπως ευρεθώμεν έτοιμοι εις υποδοχήν του +επερχομένου ανέμου, αποστείλαντος ήδη τας προφυλακάς του, μερικά +φουσκωμένα κύματα. + + — Νέτα κάργο! + + — Άλλα μπρούλια! + +Και ιδού αιφνίδιαι ριπαί καταφθάσασαι προσπίπτουσιν επί των +ιστίων, άτινα τινάσσονται κυματοειδώς εν ηχηροίς πλαταγισμοίς, ως +να προσέκρουσαν επ' αυτών αγέλαι πτηνών νυκτοβίων και κτυπώσι τας +πτέρυγάς των. Τέλος κολπούνται εν κραδασμοίς και παλμικαίς +κινήσεσι του σκάφους, όπερ μετά στεναγμόν ισχυρόν ανεκινήθη αίφνης +— εξηπλωμένον όλην την ημέραν 'ς την λιακάδα — και ως προσωθηθέν +ερρίφθη ακούσιον εις την ανοιγείσαν οδόν. + + — Τα φανάρια σου! + +Προστάσσει τον παίδα ο πλοίαρχος, επιβλέπων τους επί των πλευρών +μεγάλους του πλου φανούς, εξέχοντας ένθεν και ένθεν ως δύο μεγάλα +όμματα αλλοιθόρου τέρατος, πράσινον και ερυθρόν. + +Και ιδού θρήνοι αντηχούσιν από του ύψους και των κορζετών, θρήνοι +άρπας και λύρας. Οδυρμοί και γόοι αυλού φρυγικού, το φρύγιον +αυλούντος. Μέλος νεκρώσιμον αοράτων πνευμάτων, εν νυκτίαις +φοβεραίς ώραις επικαθησάντων, θαρρείς, επί των ακροτάτων της νεώς +και θρηνούντων εν ιαχή του ερήμου πελάγους. + +Αθέατα τελώνια, κρεμάμενα από των πολυσχιδών σχοινίων των αρμένων, +αρχίζουν να παίζουν τραγούδια τρελλά, τραγούδια μέθης, αποκρηάς +τραγούδια, τραγούδια χορού, ζωής τραγούδια, θανάτου τραγούδια. +Ανακατωμένα, σκοτεινά τραγούδια. Μοιρολογούν γυναίκες επί νεκρώ, +κ' εξαίφνης αι ίδιαι καγχάζουν ως αι Βάκχαι. Τώρα αλαλάζουν +τούρκοι εν εφόδω, τώρα ψαλμωδούν ψάλται κηδεύοντες. Από τα σκολιά +εξάρτια, από τα υψηλά παταράτσα, από τα χιαστώς συμπλεκόμενα +μαντάρια, πανταχόθεν αντηχούσιν οι θρήνοι και οι γέλωτες, +ταχύπτεροι του μελτεμίου απόστολοι, το οποίον κατόπιν των να το, +αφρίζει, ωρύεται, μυκάται. Ενίοτε κόρη καταμόναχη τραγουδεί, +θαρρείς, επάνω εις τον υψηλόν κόντραν, κόρη τον ταξειδεύοντα +μνηστήρα ονειροπολούσα. Κατόπιν μήτηρ κλαίει τα παιδάκι της μέσα +εις ταις γάμπιαις τυλιγμένη, αόρατος. Στιγμάς τινας εξέχει +οξύτατος ο ήχος της γλυκυτάτης φλογέρας, επάνω εις το πανύψηλον +φλέσι, ως νεαρού βοσκού κελάειδημα από του ύψους όρους. Μετά δέους +επαίρω τους οφθαλμούς μου προς τα ισχία, όθεν ο άνεμος διά των +ποικίλων οπών του εξαρτισμού εισχωρών βιαίως, συρίζει. Συρίζει +πενθίμως, συρίζει οξέως, συρίζει γοερώς. Τώρα μεν ακούω τας +στοναχάς του σφαζομένου Αγαμέμνονος· τώρα δε τον γόον του +αυτοκτονούντος Αίαντος και αύθις τους ολολυγμούς της Ηλέκτρας· και +νυν τον κλαυθμόν τον ακατάσχετον του Πέτρου, και πάλιν της +Μαγδαληνής τους λυγμούς. Περιβαλλόμεθα πάντοθεν υπό της σκοτίας +και κατευθυνόμεθα εις αδιόρατον σκότος. Η πυξίς μόνη μας οδηγεί, +και των άστρων η τρέμουσα φεγγοβολή. + +Ο κόντρας κτυπά, διπλούμενος εν εαυτώ, υπ' αντιθέτων ριπών +συγκρουόμενος, ως αετός πληγωμένος θανασίμως. Το φλέσι κρούεται ως +τύμπανον παρατάξεως. Η τρικυμία μυκάται ήδη, φωνάζει, ακούεται, +βρυχάται μακράν ως βοή λεόντων και τίγρεων αμιλλωμένων εν διαύλω +και δολίχω. Πυρκαϊά αθέατος, και φθάνουσιν οι κροταλισμοί των +φλογών της. Τα κύματα πλακόνουν, επλάκωσαν. + + — Μάϊνα φλέσι! Μάϊνα κόντρα! + +Είνε τα λεπτοφυέστερα, ούτως ειπείν, των ιστίων, κ' εν τη εισβολή +του ανέμου πρώτα-πρώτα καταβιβάζονται, τα μονάκριβα παιδάκια της +σκούνας να μη πέσουν από τόσον ύψος. + +Οι ναύται, παλαισταί έτοιμοι, ίστανται παρά τα μαντάρια με το +τσιγάρο στο στόμα, ανασκουμπωμένοι. + +Η σκούνα τραντάζεται εγείρουσα υπερηφάνως την πρώραν της, λέων, +ανατινάσσων βασιλικώς την χαίτην του, τίγρις, τρίζουσα τους +οδόντας της, ως να λέγη: + + — Εδώ είμαι! + +Βρυχάται το πέλαγος, σφυρίζει η σκούνα, τρίζουν τάρμενα. Οι ναύται +ανασκουμπόνονται ολοένα. + +Η μάχη αρχίζει. + +Κύμα έν, όγκος μολύβδινος, ακτινοβολών υπό την αστροφεγγιάν· +αποτρόπαιον ακτινοβολίαν, θραύεται κατά της χυτής μάσκας εν +πλαταγισμώ, περιλούει τ' ακροστόλια κ' εισβάλλει εις την πρώραν εν +αφρώ διασυρίζον ως σβεννυμένη ανθρακιά. + + — Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα! ακούεται από της πρύμνης ο +πλοίαρχος, ενθαρρύνων μετά μειδιάματος τους ναύτας, βαρυθύμους, +διότι θα έχωσιν αγρυπνίαν απόψε. + +Το κατάστρωμα μέχρι της υψηλής πρύμνης είνε διάβροχον. + +Οι ναύται γυμνοκνήμιδες, ίστανται εις τας θέσεις των, βρεχόμενοι +μέχρις αστραγάλων. Τα κύματα εισρέουσιν αδιακόπως ως ποταμός +αφρίζων κ' εκρέουσιν από τ' ανοικτά πορτέλλα. Θαρρείς και το ήμισυ +σκάφος πλέει υπό την θάλασσαν. + +Το πέλαγος εφούσκωσε πλέον, υψωθέν υπεράνω ημών επιφόβως, αλλ' η +σκούνα, γυρμένη προς την δεξιάν πλευράν, — μούρα αριστερά — ως +τυφλή εισχωρεί διαμελίζουσα εις δύο κραταιώς τους ατελευτήτους +όγκους, τους οποίους το πέλαγος σωρεύει κατ' αυτής τον ένα μετά +τον άλλον, θαλάσσιον τέρας η σκούνα, λυσσωδώς καταπατεί υπό την +τρόπιν της τα ογκώδη κύματα, και του δίνει, μωρέ γέμου, +λοξοδρομούσα προς ανατολάς, εν τριγμώ των ιστών και συριγμώ των +καρχησίων, εν ώ όπισθέν μας αλαλαγμός και βοή και σύγχυσις και +σκοτία και συμπλοκαί κυμάτων και ολοφυρμοί, εφ' ων πένθιμοι +ακτίνες προσπίπτουσιν, ακτίνες πράσινοι και ερυθραί, το φως των +φανών της γραμμής. + +Τα κύματα διωκόμενα μας φθάνουν· και βλέπομεν τας θραυομένας +κορυφάς των ως στόματα αφρίζοντα εκ της οργής, φαγκρίζοντα, με +στίλβοντας λευκούς οδόντας. Έρχονται από το σκότος και χάνονται +εις το σκότος. Λόχοι με πυκνάς αργυράς λόγχας απαστράπτουσας εις +την φωτοβολίαν των οίστρων, λόχοι λευκάσπιδες, πίπτοντες γενναίως +επί του υγρού πεδίου, πλην πάραυτα αντικαθιστάμενοι υπό των +ετοίμων εφεδρειών. Τέρατα άγνωστα με αργυρόξανθον φαεινόν τρίχωμα +εις την κυρτήν των ράχιν. + + — Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα! + +Επαναλαμβάνει πάλιν, ενισχύων, ο πλοίαρχος· και στρεφόμενος προς +τον έφηβον, ευρεθέντα πάλιν εις την πηδαλιουχίαν, νουθετεί ηρέμα: + + — Πρόσεχε, παιδί μου, πρόσεχε! + +Και ίσταται εκεί επάνω με τα ευρέως κολπούμενον υποκάμισόν του, +αρχηγός, διευθύνων εκείθεν την συμπλοκήν. + +Η σκούνα, παλαίουσα, σκιρτά μετά ρώμης επί των κυμάτων, +αντιπαρερχομένη, αναβαίνουσα, καταβαίνουσα, υψούσα τεραστίως την +πρώραν της, στάζουσαν από του ιδρώτος, θαρρείς, με το μπαστούνι +της προτεταμένον ως δόρυ μέγα, βριθύ, Αθηναίης δόρυ, ενώ η πρύμνη +της, με τα υψηλά δρύφακτα, κατέρχεται προς τον ανοιγόμενον πόντον, +βαρεία, να ταφή, νομίζεις, εκεί, εις λάκκον απρόσιτον, ανοιγέντα +ένθεν κ' ένθεν. Και πάλιν αίφνης ιδού, ω τεραστία απόλαυσις! η +πρύμνη ανέρχεται υψηλά, μετέωρος, να πετάξη, θαρρείς, προς τάστρα, +ενώ ήδη η πρώρα βυθίζεται κάτω κατά του κύματος εμπήγουσα ως +φάσγανον μέγα τον αρειμάνιον θαλασσομάχον της εις την καρδίαν του +πόντου, να τον φονεύση εκεί, και ανοίγουσα δρόμον προχωρεί, +πολεμιστής αγαθός, με τα μούτρα ορμώσα, τυφλή θεότυφλη, αψηφούσα +τον θάνατον. + +Η μάχη είναι ατελείωτος. Αι αυταί κινήσεις επαναλαμβάνονται +αδιακόπως, επάλληλοι, κανονικαί, ζαλίζουσαι. Ενώ ο ουρανός +αστροβολών ανέρχεται και κατέρχεται και αυτός, κατά τας κινήσεις +μας, ως δίσκος απέραντος, ως να σύρη αυτόν και απολύη, αόρατος +χειρ δι' αοράτων ελατηρίων, από των ιστών της σκούνας +αναρτηθέντων. + +Έρχονται στιγμαί που φοβείσαι μήπως όλον εκείνο το τεχνητόν +πύργωμα αναρπαγή ως τι κούφον αερόστατον. Και όμως εκείνο, το +οποίον μόλις, ως πτερόν θα διακρίνηται εν μέσω του πελάγους, +παλαίει ακατάβλητον. Ίσταται μαχόμενον. Νικά και φεύγει. +Φυλαττόμενον από τας απείρους ενέδρας διά της δεξιάς πηδαλιουχίας, +θέτει την πρώραν του εις ωρισμένην διεύθυνσιν και προβαίνει εις το +σκότος ως εν φωτί. + +Πάντες αγρυπνούσιν. + +Οι ναύται, γυμνόποδες, ίστανται ένθεν και ένθεν παρά τα μαντάρια, +έτοιμοι εις πάσαν διαταγήν. Ο σκοπός ακίνητος εν τη πρώρα θεωρεί +πάντοτε εμπρός, λησμονήσας και το τραγούδι του νυν, συμμαζευμένος +μέσα εις την γούναν του, κατάβροχος, κρατούμενος καλώς μη +αναρπαγή, κτυπώμενος συνεχώς υπό των κυμάτων ως να θέλουν να τον +ρίψουν κάτω από την σκοπιάν του, τον φύλακα τον άγρυπνον, κ' εν +εφόδω εισορμήσωσιν είτα. + +Καταβληθείς υπό της αγρίας συγκινήσεως κατήλθον κάτω εις το +πρυμναίον. Το πάτωμα ως ξεκλειδωμένον ανέβαινε και κατέβαινε προς +τας κινήσεις του πλοίου, χορεύον τον ίλιγγον — είδος θαλασσινού +χορού — ότε ο άπειρος παραπαίει και σαλεύει ως ο μεθύων. Η βοή του +ανέμου η βραχνή μόνη έφθανε κάτω διά της θυρίδος του ταμπουκιού +ακλόνητος. Το πηδάλιον βιαίως συγκρατούμενον εν τη θέσει του, +επάλαιε κατά της σιδηράς ορμής της θαλάσσης κ' εκρότει, κάπου +συγκρουόμενον, ως του χαλκέως η σφύρα επί του άκμονος, να +απελευθερωθή, θαρρείς, από των ορειχαλκίνων βελονίων του. + +Ο πλοίαρχος, κατελθών προς στιγμήν, ήναψε σιγάρον, σκυθρωπός, +αμίλητος. Και πάλιν ανήλθεν επί του καταστρώματος σκυθρωπός, +αμίλητος. Ο μικρός Γιαννάκης, κατελθών και αυτός, άπειρος προς τον +κίνδυνον, ήνοιξε μικρόν κιβωτίδιον, έλαβε και έρριψεν εις τον +ευρύν κόλπον του οπώρας τινάς φυλαγμένας εκεί, και ανήλθε δάκνων +οπώραν και οποψελλίζων ως πτηνόν: + + _από ξένον τόπο + κι' απ' αλαργινό . . + γιάλα-γιάλα . . ._ + +Από τινος ημιανοίκτου κοιτωνίσκου εξήρχετο στεναγμός, παράπονον +πάσχοντος, αγωνία θνήσκοντος, φαντάσματος παραλήρημα: + + — Μάννα μου! Μάννα μου! + +Άλλος ναυτόπαις αυτός, ο καμαρώτος, ασυνείθιστος προς την +τρικυμίαν, πρωτοτάξειδος, προσεβλήθη εις την καρδίαν κ' εξέπνεε, +θαρρείς. + +Παρήλθον ώραι. Προσήγγιζεν ο όρθρος κ' η τρικυμία ωρύετο +ισχυροτέρα. Ο άνεμος ετράπη εις βόρειον καθαρόν ως εν χειμώνι, +μετά ψύχους και ψεκάδων χιόνος. + +Η σκούνα επροχώρει πλέον με βόλταις. + +Κατεκλίθην επί μικρόν. Αλλά παρά το ους ειργάζετο κλέπτης ν' +ανοίξη την κλειδαριάν. Το κύμα, προσπίπτον εις την πλευράν του +πλοίου από του φοβερού λαίλαπος, απετέλει τον κρότον εκείνον του +νυκτοκλέπτου. Η καρδία μου επόθει αγρυπνίαν, αλλ' ο κάματος +αντιπαλαίων κ' υπερισχύων έκλειε τα βλέφαρά μου. Μ' εφαίνετο ότι +ευρισκόμενος επί αιώρας, από του ισχυρού κλώνου μεγάλης πλατάνου +κρεμαμένης, εκραδαινόμην ακουσίως υπό ισχυροτάτων βραχιόνων, +οίτινες από το άγνωστον με απώθουν προς το άγνωστον. Οι +ημίκλειστοι οφθαλμοί μου μόλις διέκρινον έν φως μετακινούμενον +ένθεν και ένθεν, το φως της κρεμαμένης λυχνίας, ήτις μεταμορφώθη +εις την αποκαμούσαν διάνοιάν μου εις εκκρεμές φωτεινόν, τας +κανονικάς κινήσεις του οποίου παρηκολούθουν, ότε ακούω επάνω +κραυγήν γοεράν. + + — Αλλέστα! + +Ανήλθον επί του καταστρώματος ως αποδιωχθείς υπ' αγνώστου φόβου. Ο +ουρανός με τάστρα του τα λαμπρά, κυαναυγής, αίθριος, κατήρχετο +προς τα κάτω, προς τους ιστούς της σκούνας, μ' εφαίνετο, και +προσκόπτων προς τας χρυσάς αυτών κορζέτας ωθείτο μετά δυνάμεως +προς τάνω, κ' υψούτο πάλιν με τάστρα του, κυαναυγής αίθριος, με +τάστρα του τα οποία έπαιζον έπαιζον, ως ανοιγοκλείονται ματάκια, +χρυσά ματάκια, αργυρά ματάκια. Η θάλασσα αδιακόπως εισερχομένη από +της πρώρας και χυνομένη από τα πορτέλα, ορθάνοικτα, κατά +κυματισμούς, εν αφρώ και βροχή ραγδαία, κατεπλημμύρισε το +κατάστρωμα πλέον όπου οι ναύται ως πάπιαι, παρά τα χονδρά ξάρτια +και τα κατραμωμένα παταράτσα, ανέμενον πάντοτε τας διαταγάς του +πλοιάρχου, όστις ίστατο ακίνητος, τετράγωνος, ανεμιζόμενος, +ασκεπής, με το τσιγάρο 'ς το στόμα, μισοφαγωμένο, επάνω εις την +πρύμνην, κρατών τα ναυτικά δίοπτρα και βλέπων το ηγριωμένον +πέλαγος, ατάραχος ως κορμός δρυός εν ώρα καταιγίδος. Σκότος +βαθύτατον. Και μόνον φως έν προς το Σίγρι, κατακόκκινον, έφεγγε +θλιβερώς κατενώπιον, ως πύρινος Κύκλωπος οφθαλμός, σβεννύμενον +αίφνης και πάλιν αίφνης αναπτόμενον, ο φάρος του ακρωτηρίου της +Μιτυλήνης. + +Η σκούνα με αριστεράν μούραν πάντοτε έκλινε προς την δεξιάν +πλευράν, ολονέν πλαγιαζομένη υπό των κυμάτων, άτινα κάτωθεν ως +μοχλοί προσεπάθουν να την ανατρέψουν, αλλ' έφευγε λοξώς πάντοτε +προς τον φάρον της Μιτυλήνης πλέουσα, όστις ολονέν εμεγεθύνετο, +φεγγοβολών εις απόστασιν τεραστίως. + +Ο πλοίαρχος υψούμενος επί της πτέρνης, καμπτόμενος ως κουλούρα, +ανατείνων τον λαιμόν ως χην, κλίνων δεξιά, κλίνων αριστερά ως ει +ησθάνετο πόνους περί την οσφύν, ακροώμενος με το ους προς τον +φάρον ως ει εκάλει αυτόν πρωρεύς άγνωστος από του πελάγους, +βαστάζων τα δίοπτρα, επάνω εις την υψηλήν πρύμνην, σχοινοβάτης επί +θεατρικού ικριώματος, ηγωνίζετο υπερανθρώπως να υπολογίση την από +της ξηράς απόστασιν, οδηγούμενος από του κρότου των επί της ακτής +θραυομένων κυμάτων. Και όταν ενόμισεν ότι προσηγγίζομεν εις την +ξηράν κ' ότι ήλθεν η στιγμή «να τα γυρίση», τότε εκραύγασεν +«αλέστα» διατάσσων τους ναύτας να είνε έτοιμοι. Η διαταγή εκείνη +γοερώς αντηχήσασα εν τη τρικυμία ως φωνή πνιγομένου, μ' ηνάγκασε +ν' ανέλθω επί του καταστρώματος, ως είπον. + + — Μόλα μπουρίνα! τίρα-μόλα! + +Ηκούσθη πάλιν εν μέσω της εξάλλου βοής του πελάγους, διατάσσων ο +πλοίαρχος, με γλώσσαν άγνωστον εις εμέ, γλώσσαν βομβούσαν ως το +άγριον μελτέμι με όλην την υγρότητα αυτής, της θαλάσσης την +γλώσσαν. + +Ο επί της πρώρας ακοίμητος φρουρός είχεν αντιληφθή εγκαίρως του +σχασίματος των κυμάτων, άτινα εθραύοντο κατά της αποτόμου του +φάρου άκρας εν παρατεταμένη νεροποντή και έδωσε σημείον, ο δε +πλοίαρχος, ακροώμενος ως είπομεν, παρεδέχθη του φρουρού την +αντίληψιν και διέταξε να χαλαρώσωσι τα χονδρόν σχοινίον, την +μπουρίναν, την συγκρατούσαν τον παμμέγιστον τρίγκον, όπως «τα +γυρίσωσι» τα ιστία προς την αντίθετον κλίσιν. + +Ο πηδαλιούχος επιδέξιος τιμονιέρης, ακίνητος ως άγαλμα έως τότε, +συγκρατών το πηδάλιον εις την θέσιν του, πάραυτα εκινήθη προς την +διαταγήν. Έλαβε ζωήν εμψυχωθείς κ' έστρεψε τον κύκλον του πηδαλίου +ταχέως, γύρους πολλούς, πολλούς ώστε να έλθη «το τιμόνι ς' την +μπάντα». + +Εν τω άμα ο δρόμος ανεκόπη. Διότι συγχρόνως και οι ναύται, +εκτελούντες το πρόσταγμα του πλοιάρχου έσυρον μετά ταχύτητος τα +σχοινία των ιστίων, άτινα όλα ομού συνεστράφησαν προς την άλλην +πλευράν υπό την διεύθυνσιν του ναυκλήρου: + + — Γιάσσα-Γιάσσα! Όλοι μαζί! + + — Γιάσσα-Γιάσσα! Άλλα παιδιά! + +Ο άνεμος εναντίος ήδη, κολπών τα ιστία, με λύσσαν, έγυρε προς την +αριστεράν άλλην πλευράν την σκούναν, ήτις κλονισθείσα αποτόμως +εφάνη ότι εστάθη. Η πρώρα της δεχθείσα αίφνης εις τας μάσκας της +τα φοβερά ραπίσματα των μαινομένων κυμάτων ανυψώθη ως θαυμασίου +ίππου κεφαλή αποφεύγουσα τους λακτισμούς του αντιπάλου και η +πρύμνη φυσικά συσταλείσα εκ του σεισμικού τρόμου, υπεχώρησε προς +τα κάτω ως κατακάθεται ηττημένος εν σταδίω ίππος· και ήφριζεν +αγρίως εν τη νυκτί το πέλαγος γύρω ως να ήτο ο νικητής. Αλλά τα +ιστία ισχυρώς τεταμένα, πληρωθέντα πνεύματος, ενίσχυσαν την +σκούναν εν τω αγώνι. Η υπερήφανος πρώρα με τον Ηρακλέα της όρθιον +εμπρός, κύπτουσα, κυάνεος ίππος, με την ωραίαν χαίτην του, +καταπατεί γενναίως τους όγκους των νέων κυμάτων, θραύει αυτούς +κινητικώς, και υπεγειρομένης της πρύμνης επιβοηθητικώς, ανοίγει +οδόν προς την Λήμνον — μούρα δεξιά — επικροτούντων εν οξυτάτω +συριγμώ των καρχησίων. Τα πανιά μπουκάρισαν πλέον. Η σκούνα τα +πήρε. Ο φάρος της Μιτυλήνης εχάθη. + +Αναχθέντες συναντώμεν εν απολαύσει δεινού μεγαλείου δύο μπάρκα, με +της γάμπιαις μόνον, ένθεν και ένθεν ημών, εκτελούντα την +λοξοδρομίαν των προς την Μιτυλήνην, άτινα ως κήτη θαλάσσια με τας +κοιλίας των θαρρείς εκυλίοντο πλησίον ημών, ασθμαίνοντα, στένοντα, +υπό αφρών και άχνης καλυπτόμενα· ως δαιμόνια μαύρα οι ναύται +ίσταντο παρά την κωπαστήν, κρατούντες τα σχοινία εις χείρας, οι δε +πρωραίοι φρουροί των, κουλουριασμένοι κέρβεροι εις την πρώραν, ως +ξύλινοι εκάθηντο εκεί μαύροι, κυματόβρεκτοι. Οι πλοίαρχοι και των +δύο παρά τα πηδάλια, με τα δίοπτρα εις χείρας εκραύγαζον την +στιγμήν εκείνην ως με θαλασσίαν σάλπιγγα, την οστρακώδη κοχύλαν: + + — Μόλα-μπουρίνα! τίρα-μόλα! + +Κ' εβόϊζε το άγριον πέλαγος αντηχούν εις απόστασιν: + + — Μόλα μπουρίνα! Τίρα-Μόλα! + +Μετ' ολίγον φως άλλο κατακόκκινον αστράψαν όπισθέν μας με +κατετάραξεν, άπειρον της θαλάσσης, φοβηθέντα σύγκρουσιν προς +ατμόπλοιον, αλλ' ήτο η σελήνη ήτις λειψίφωτος, την αυγήν +ανατείλασα ως πεπυρακτωμένον κλαδευτήριον εφώτισε την σκούναν +ημίπνικτον και το πέλαγος ηγριωμένον, του οποίου τα κύματα +ελάμβανον φωνήν, θαρρείς, εν τη βιαία του ανέμου ορμή κ' +εβλασφήμουν και έβριζον. + +Ε'. + +Εξημερώσαμεν παρά την Λήμνον. Ο άνεμος ηλαττώθη. Τα ιστία όλα +πάλιν ανεπετάσθησαν και έπαιζεν ο κόντρας πρωί-πρωί γελαστός, ως +νικηφόρος αεροναύτης. + +Η θάλασσα έστρωσε. Και όταν ανέτειλεν ο ήλιος έλαμπεν η σκούνα +ολόκληρος μυρίζουσα θάλασσαν και άρωμα του πυθμένος. Αδάμαντες +κατεστάλαζον από τ' ακροστόλια τα ύδατα, ο πώγων του ξυλίνου +Ηρακλέους εγυάλιζεν ως ζωντανός ανακινούμενος. Ο καραβόσκυλος, +σειόμενος παταγωδώς, ετίνασσεν από του στιλπνού τριχώματός του την +θάλασσαν βραχείς και αυτός την νύκτα· αλλ' οι ναύται τυλιγμένοι εις +τας κηρόχρους νιτζεράδες των με τα κηρωτά κασκέτα κεκαλυμμένοι +μέχρι των ώτων, με τας χείρας αφανείς κρεμαμένας ως χηλάς +οστρακοδέρμου με τους πόδας γυμνούς ωμοίαζον προς καβούρας με τας +αγκυλωτάς των μύστακας αναμένοντες «να σκαντζάρη η βάρδια» ίνα +ξαλλάξωσιν. Ο σκοπός ο πρωραίος, εσκυμμένος εκεί ημέρας υπό την +κιτρίνην νιτζεράδα του, έσταζεν όλος ως άρτι αναδύσας εκ του +βυθού, ο δε πηδαλιούχος με την μίαν χείρα κρατών τον τροχόν του +πηδαλίου ασφαλώς, με την άλλην απέμασσεν από του πώγωνος και από +του μετώπου την θάλασσαν, τον ιδρώτα του παλαίοντος ναύτου. Και +εις έν τίναγμα αιφνίδιον — ριπής, τελευταίας του εκπνεύσαντος +ανέμου — ανακινηθείσα η σκούνα εφάνη ότι άρτι αναδύσασα και αυτή +ανετινάσσετο, ως ο καραβόσκυλος πρότερον, αποβάλλουσα την άλμην, +αφροδίτη με κομψούς τιναγμούς αποσμήχουσα την μακράν της κόμην. + +*** + +Μεγάλη απλούται η Λήμνος, μακρά και χθαμαλή με ωραία ακρωτήρια, με +μεγάλους βαθυκόλπους λιμένας με χρυσοκιτρίνους αγρούς θερισμένους, +με εύμορφαις ακρογιαλιαίς. Χωρίς δάση, χωρίς χωριά, έρημος, +θαρρείς, ακατοίκητος. + +Από την Λήμνον έπειτα εις την Τρωάδα και από την Τρωάδα εις την +πολύκωμον Ίμβρον κ' από την Ίμβρον εις την Τένεδον. + +Βόλταις. Θαλασσινοί περίπατοι, αι ναυτικαί λοξοδρομίαι. + +Συντροφιά με τους γλάρους. + +Ω! την ηγάπησα την συντροφιάν την λευκήν των γλάρων. Είνε αθώα, ως +είνε κάτασπρα τα πτερά των. Σε διασκεδάζουν χωρίς να σε κουράζουν. +Αγάπη κουράζουσα δεν είνε αγάπη. Σε συντροφεύουν χωρίς να σε +ενοχλούν. Αθορύβως, σιωπηλώς. Ευγενώς. Είνε καλόγνωμος η συντροφιά +των γλάρων. Εμφανίζονται ενώπιόν σου εκεί όπου δεν τους +περιμένεις. Ως παλαιοί σου φίλοι. Δεν εξίστασαι δι' αυτό, ως να +τους ανεζήτεις μετά κόπου. Νομίζεις κ' έπλευσες δι' αυτούς. +Νομίζεις κ' υπέφερες δι' αυτούς. Κ' εκείνοι πάλιν ό,τι θέλεις διά +να σε ευχαριστήσουν. Χορεύουν, βουτούν, παίζουν. Προηγούνται, ως +να θέλουν να σε οδηγήσουν εις τας κατοικίας των, τας δροσεράς, τας +υγράς φωλεάς των, όπου το κύμα φωσφορίζει φέγγον, όπου η δρόσος +είνε αιωνία. Κ' εν ώ προβαίνουν ταχύπτεροι, αίφνης ίστανται και σε +περιμένουν και σε κράζουν μετά μονοσύλλαβά των, γλαριστί: + + — Καλώς τον φίλον μας! Καλώς τον φίλον μας! + +Κ' εν ώ περιμένουν, θωπεύουν τον αέρα με τας κυρτάς των ως +δαμασκιά πτέρυγας, και φιλούν το κύμα με τα ράμφη των. Πόθεν +ήλθον; Πού πηγαίνουν οι φίλοι μου, οι κάτασπροι γλάροι; Είνε +γλάροι της Μιτυλήνης; Είνε γλάροι της Λήμνου; της Τρωάδος είνε οι +γλάροι η της Τενέδου; Τους έβλεπον τάχα και οι Αχαιοί; + +Ω! η λευκή, η καλή συντροφιά μου, οι γλάροι του Αιγαίου! Καταμεσής +'ς το πέλαγος αναμένουν να χαιρετίσωσι τους ταξειδεύοντας. Άγγελοι +του αισίου πλου, υπάρξεις ποθηταί εν κρυερά του πόντου ερημία. +Μειδίαμα γλυκύ εν τη πικρά μοναξία. Ελπίς ότι εγγύς που ο κόσμος. +Αφορμή μελέτης διά τον σοφόν. Έμπνευσις διά τον ποιητήν. Δουλειά +διά τον άεργον. Παραμυθία διά τον ναύτην, όστις επακουμβών επί της +κωπαστής συνάπτει άφωνον διάλογον με τον λευκόν πτερωτόν του +σύμπλουν. Ναύτης προς ναύτην. Θαλασσοδαρμένος προς +θαλασσοδαρμένον. Γλάρος προς γλάρον. + +Και πετούν ενίοτε υψηλά. Πλησιάζουν εις τας κόφας του πλοίου, +τρέχουν γύρω και χορεύουν περί τον θαλασσομάχον, τον ξύλινον της +πρώρας αδελφόν των, όστις βουτά και αυτός καθώς αυτοί ως δίστομον +στιλέτο κόπτον το κύμα. Και πολλάκις πολλοί-πολλοί περισυναχθέντες +τριγυρίζουσι την σκούναν εν χαιρετισμοίς, μεγάλην γλαρίναν, μητέρα +πολυπαθή των λογικών γλάρων. + +Εκόπασε πλέον ο σάλος· τα κύματα καταπονηθέντα καθ' όλην την νύκτα +επραΰνθησαν. Η θάλασσα γαληνιάζει πάλιν. Δευτέραν φοράν διερχόμεθα +εγγύς της πολυσχιδούς Λήμνου, ηρέμα, από της αντιθέτου πλευράς. +Επί τινος χρησίζοντος λοφίσκου υπολευκάζει παρεκκλήσιον. Όλοι οι +ναύται, προς αυτό ατενίζοντες ευλαβώς, κάμνουν τον σταυρόν των. + + — Άη-Νικόλα! + +Λέγουσιν όλοι εγκαινιάζοντες το άγνωστον παρεκκλήσιον επ' ονόματι +του θαλασσινού των αγίου. + +Μικρά βρατσέρα πλέει παρά την ακτήν φοβισμένη, μετά τον σάλον +ξετρυπώσασα. + +Υπό τινα βράχον μοι φαίνεται πως διακρίνω την σκιάν του +εκσφενδονισθέντος από του Ολύμπου άλλοτε χωλού Ηφαίστου και παρά +τι σπήλαιον: + +«Ορώ κενήν οίκησιν ανθρώπων δίχα» την οίκησιν του Σοφοκλείου +Φιλοκτήτου· καί τινας συκάς απέξω εκλαμβάνω ως ράκη, τα οποία +ήπλωσεν εκεί ο έρημος ήρως «βαρείας του νοσηλείας πλέα». + +*** + +Εξημέρωσε Κυριακή; + +Οι ναύται, απηυδηκότες από της παρελθούσης τρικυμιώδους νυκτός, +κοιμώνται ακόμη, ενώ ο μάγειρος πρωιαίτερον εγερθείς, απολεπίζει +ιχθύδιά τινα, σημαδιακούς χάνους εκατοστάρικους, πελαγίσιους +χάνους, τους οποίους είχομεν αλιεύσει κατά την γαλήνην της +προτεραίας. Μόνος ο πηδαλιούχος, κουκουλωμένος ακόμη με τον +χειμερινόν μουσαμάν του, ίσταται παρά το πηδάλιον, και ο φρουρός +της πρώρας, ανάψας το εικοστόν σιγάρον κατά την τετράωρον βάρδιάν +του, βρεγμένος ακόμη με τον κηρωτόν μουσαμάν του, φρουρεί. + +Τα πανιά! όλα επάνω τώρα. Και ο μοναχογυιός κόντρας ο +λεπτοκαμωμένος, ο γαλαζοαίματος. + +Ιστάμενος επί της πρώρας ως επί πύργου, καμαρόνει την ταχείαν +σκούναν πετώσαν μαλακά-μαλακά. Άνευ τιναγμών πλέον προηγείται δύο +άλλων ιστιοφόρων μεγάλων, άτινα μας παρακολουθούσι μετά σπουδής ως +να θέλουν κάτι να μας ειπούν. Αλλ' η σκούνα φεύγει, πετά. Από του +ύψους ένθα ίσταμαι νομίζω ότι δεν άπτεται καν της θαλάσσης. Τόσον +γλυκά πνέει, θαρρείς και 'ς τα νύχια πατεί. Είνε υπερήφανος διά +την νυκτερινήν νίκην. + + — Σκάντζια-βάρδια: + +Ανακράζει ο ναύκληρος, ακούσας κροτήσαντα τα ξύλινα κρόταλα του +πηδαλιούχου, σημάναντος την ογδόην ώραν της πρωίας, και συγχρόνως +κρούει τον κώδωνα της πρώρας, τύπτων συνάμα το κατάστρωμα διά των +ποδών του, άνω του θαλάμου των ναύτων, όπως εξεγείρη αυτούς. + +Ταυτοχρόνως γλυκύτατα αντηχούσιν όπισθέν μας εν τω πελάγει οι +κώδωνες των δύο ιστιοφόρων ως παρεκκλήσια λειτουργούντα, +σημαίνοντες την ογδόην ωσαύτως ώραν. + +Μετ' ολίγον οι ναύται νιφθέντες κ' ενδυθέντες κατέρχονται εις τον +θάλαμον του πλοιάρχου, καλέσαντος αυτούς, όπως προσευχηθώσι — +Κυριακή πρωί — κ' ευχαριστήσωσι τον άγιον Νικόλαον διασώσαντα +αυτούς από της τρικυμίας. + +Ο φαιδρός και πρόθυμος πάντοτε Γιαννάκης, ο υιός του πλοιάρχου, +αλλαγμένος γαλάζιαν βλούζαν, εκτελεί χρέη καμαρώτου, παθόντος εκ +ναυτίας του τοιούτου και κοιμωμένου ακόμη, και ανάψας κηρίον και +θέσας πυρ μετά θυμιάματος εις το ορειχάλκινον στιλπνόν +θυμιατήριον, θυμιά πρώτον ευλαβώς την εικόνα του Αγίου Νικολάου, +μικράν επάργυρον, κρεμαμένην από τινος δοκού εν τη άκρα του +θαλάμου, και είτα πάντας τους λοιπούς, ψάλλων και το μεγαλυνάριον +του Αγίου «Ορφανών προστάτην.... » Τέλος ασπάζονται πάντες την +εικόνα του θαλασσινού ιεράρχου ευωδιάζουσαν θάλασσαν ως να +ηγωνίζετο και ο Άγιος με τους ναύτας όλην την νύκτα παλαίων κατά +των κυμάτων. + +Οι ναύται είτα ευφροσύνως πίνουσι το προσενεχθέν αυτοίς ποτήριον +ρουμίου και ανέρχονται οι μεν ν' αντικαταστήσωσι την +βάρδιαν, οι δε να τακτοποιήσωσι τα επί του καταστρώματος +αντικείμενα μετακινηθέντα εκ του νυκτερινού σάλου. + +Τα πανιά δουλεύουν. + +*** + +Αφίνομεν προς τα δεξιά τα λευκόν κτίριον του φανού του Σιτίλ-Βαχάρ +εν τω στομίω του Ελλησπόντου και ιδού ξανοίγει η Ίμβρος, χθαμαλή, +στρογγυλή, ιόχρους, με τα δάση των ελαίων της εδώ κ' εκεί και με +τα οπωροφόρα δένδρα της. + +Η Ίμβρος με τα πολλά χωριά και με τας αμμώδεις ακτάς. +Εγκατεσπαρμένοι σωροί όγκων φαιών και κοκκινωπών. Είνε τα χωριά τα +πολυώνυμα της θρακικής νήσου. Δύο-τρεις καλύβαι εδώ, πεντέξ +παρέκει, δεκάς οικίσκων αλλαχού. Επί των λοφίσκων, επί της ακτής. + +Ιδού έν μεγαλείτερον παρά το κύμα. Μικροκάικα πολλά σαλεύουν εγγύς +της άμμου ως να παίζουν μετ' αυτής. Και άλλα πάλιν καϊκάκια με τα +λευκά πανάκια των πηγαίνουν ν' αράξουν. Ένα τσερνίκι, φορτωμένον +«ως τα μπούνια» με τα εκ πανίου παραπέτα, πετά σχεδόν ως +θαλασσοπούλι με τον μακρύν λαιμόν του κατάμαυρον. Αγρόται +αλωνίζουν εγγύς της ακτής, και όρνιθες εδώ κ' εκεί τσιμπούν με τα +ράμφη των τους στίλβοντας ξηρούς χάλικας. + +Όπισθεν της Ίμβρου ουρανομήκης υψούται η κορυφή της αιπεινής +Σαμοθράκης. + +Παραπλέομεν την Τένεδον μακράν και χθαμαλήν εν σχήματι μαχαίρας. +Λόφοι γυμνοί και άθαμνοι. Καταπράσινοι αμπελώνες απόκρυφοι και +πολυάριθμοι ανεμόμυλοι καταφανείς ένθεν και ένθεν της κώμης, +συσσωρευμένης παρά τον αλίμενον αιγιαλόν. Μικρά καϊκάκια την +συντροφεύουν αρόδο ιστάμενα. + +Έμπροσθέν της εκτείνεται του Ελλησπόντου η μεγαλοπρεπής είσοδος με +το Σιτίλ Μπαχάρ το παμπάλαιον φρούριον. Τα ιστία των παμμεγίστων +ιστιοφόρων λευκά κατάλευκα σχηματίζουσι [αρχή σελ. 73] +αναριθμήτους χιονοστιβάδας κινουμένας ηρέμα κατά διαφόρους +διευθύνσεις του εκτεταμένου όπισθέν μου Αιγαίου και ο καπνός των +ατμοπλοίων, άτινα ως εκ της αποστάσεως ως καρκίνοι θαρρείς, +βραδυπορούσι διατέμνοντα την απέραντον έκτασιν, αποτελούσι νέφη +πυκνά συσκιάζοντα τον γαλανόν αιθέρα του. Πλαγιάζει η μυθική νησίς +κατέναντι της Τρώας ως να την παρέσυρε προς τα εκεί το ισχυρόν του +Ελλησπόντου ρεύμα το οποίον ορμητικόν εκχύνεται απλούμενον επί του +Αιγαίου. + +Ο περίφημος κρυψώνας των Αχαιών σήμερον ευφημισμένος μόνον διά το +λαμπρόν μαύρο κρασί του, το Τενέδιο κρασί, ακουστόν εις την Πόλιν +και περιζήτητον εις τα ξενοδοχεία του Γαλατά. + +Επιάσαμεν εις την Τρωάδα. Ιδού τα έρημα πεδία της, μαύρα εκ των +καταπεύκων θάμνων. Ιδού αι ακταί όπου αι θεαί των Αχαιών νήες δέκα +όλα έτη ανέμενον. Ιδού τα Πέργαμα, ο Σκάμανδρος, αι Σκαιαί +Πύλαι... Ω! τίποτε, τίποτε σήμερον δεν υπάρχει. + + — Fuit Ilium... + +Τα Μπεσίκια με την δασώδη φυτείαν των κάμπων και με τον μέγαν +κόλπον των. Τα βουνά της Ανατολής, μακρά, υψηλά, κατάφυτα. +Ευλογημένα βουνά. + +ΣΤ'. + +Μετά το γεύμα εκαθήμην μετά του πληρώματος δίπλα του μαγειρείου. +Είμεθα εξηπλωμένοι όλοι . . Αν και τον λυσίπονον επόθουν ύπνον, +αγρυπνήσας όλην την νύκτα, όμως δεν με άφινον αι θελκτικαί +διηγήσεις της Νεροφίδας. Ο γέρο-ναύτης ο Μπάρμπα-Μήτρος, η +Νεροφίδα αποκαλούμενος μεταξύ των πληρωμάτων, διά την πονηρίαν +του, γηράσασαν πονηρίαν, ο πάντοτε διολισθαίνων ως ποτάμια έγχελυς +από μέσα από τα φοβερά δίκτυα του κινδύνου, μ' επείραζε συνεχώς με +το νυκτερινόν κολύμβημα, ως απεκάλει της νυκτός την τρικυμίαν. + + — Και τι, μωρέ παιδί μου; Τι εμαϊνάραμε; Μόνον τον [τέλος σελίδος +73] κόντρα και τα φλέσα, κ' εδέσαμε και δυο μούδαις 'ς την μπούμα. +Είδες εσύ, μωρέ παιδί μου, μπάρκο μπέστια· γάμπιαις συριακό σκαρί +ξυλάρμενο, να θαλασσοδέρνη απόξω από τον Κάβο-Δόρο; Είδες σκούνα +κασσώτικη, 28 χιλιαδώνε, συριανό σκαρί, με τα μικρά παρουκέτα +μονάχα, να παραδέρνη απόξω από τον Κάβο-Μαλιά τρία ημερόνυκτα; Ο +καιρός δεν μας έπαιρνε, θάλασσα-κιαμέτι! Μας έφαγε της γάμπαις ο +χιονιάς και μας έσπασε τα τσιμπούκια ο βορειάς. Ο κόρφος δεν μας +εδεχότανε, το Τσιρίγο μας έδιωχνε. Το βάλαμε κ' ημείς τραβέρσο, +τρία ημερόνυχτα, με τον μέσα φλώκο μονάχα και με την μπούμα +καταιβασμένη τρίγωνο. Λες κ' ήτανε κρασοβάρελο που το πετάξανε 'ς +την θάλασσα κ' η θάλασσα το χτύπαε σαν αφωρισμένο. Δεν είχαμε και +καπνό. Εξούσαμε τα παραπέτα με τους σουγιάδες μας κ' εφουμάραμε. +Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή! Να, πλυθήκαμε κομμάτι. + +Και εκβαλών την καπνοσακκούλαν του επλήρου μικρόν τσιμπουκάκι μεθ' +υπομονής και φιλοκαλίας θεργιακλή. + + — Όντας εναυαγήσαμε πάλι 'ς το Ασπρονήσι, απόξω από την Σκιάθο; +Ωχ! μωρέ γυιε μου, κάτι κύματα! . . . Βουνά τα ωργισμέγα. Και +νύχτα! Πίσσα! Και χιονιάς! Κατεβαίναμε φορτωμένοι, από τον Ποταμό, +γέννημα για τον Περαία, με διαταγή! Ωχ, μωρέ γυιε μου, και να σε +είχα μέσα εκείνη τη βραδειά! Κανένας δεν εγλύτωσε. Μόνον ο +υποφαινόμενος. Και πάλιν κ' εγώ με θαύμα. Εκεί που μ' εχτύπησεν η +σκότα του κόντρα φλώκου, που εβγήκα να τον μαζέψω, μου δίνει μια +να πέσω 'ς την θάλασσα και ξεγλυστρώ, μωρέ γυιε μου, και πέφτω +απάνω σ' ένα κασσόνι. Λες και μου τώρριξεν εκειδά η μάννα μου. +Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή! + +Και μετά μικρόν ανάψας το τσιμπουκάκι του η Νεροφίδα, +αλλά-Ιγγλέζα, επανέλαβε: + + — Πού να σε είχα, μωρέ παιδί μου, εδώ και πέντε χρόνια με του +καπετάν Φώκα την πρωτοτάξειδη σκούνα. Φορτώσαμε κάρβουνο 'ς τον +Όλυμπο για την Αλεξάντρα. Και κει που σηκωθήκαμε 'ς τα πανιά — ώρα +εσπερινού — , καταιβάζει, μωρέ γυιέ μου! Θεέ Δημητρίου. Χειμώνας +καιρός βλέπεις. Του Αγίου Αντρέως. Ο καιρός 'ς τον Μάστορη — +Μαΐστρο-τραμουντάνα. Πού να μουνδάρωμε! Και μια νύχτα! Σκοτάδι — +Πίσσα! Δεν έβλεπες από την πρύμη 'ς την πλώρη. Εγώ του είπα του +καπετάν Φώκα: Καπετάν Φώκα, δεν μ' αρέσει ο καιρός. Μα εκείνος δεν +μ' άκουσε. Μας τα δίνει, που λέτε, 'ς τα χέρια! Και που να ιδής! +Τα Ρημονήσια έγειναν ένα. Μαϊνάρουμε τον κόντρα μας τρώει τον +παπαφίγκο. Μας σπάζει το πρυμνιό τσιμπούκι με το φλέσι και +κρεμνιέται και παραδέρνει σαν ξεμανίκωτο χέρι. Μετά πολλά +ξανοίξαμε κατά την Μεγάλη Λήμνο. Τα κύματα βουνά! Και σου +καταιβάζει κάτι κύματα τ' Άινόρος! Θεέ Δημητρίου! Μετά τα +μεσάνυχτα όλοι αποκάμαμε. Ήμουνα 'ς το τιμόνι. Γυρίζω, τίποτε. Δεν +τ' άκουε το τιμόνι πλεια. Βρε για το Θεό, καπετάν Φώκα. Λέγω 'ς +τον καπετάνιο. Ο κακομοίρης ήλθε κ' εκέρωσεν αμέσως. Τα κύματα μας +άρπαξαν πλεια την σκούνα από τα χέρια μας. Η θάλασσα την έκαμε +ξέρα κ' έμπαινε κ' έβγαινεν ελεύθερα. Ύστερ' από τα τόσα +τινάγματα, που έτριξαν τα παΐδια της, η σκούνα έγειρε με την μια +μπάντα. Τότες πλεια όλοι τα χρειασθήκαμε. Σπάζει η ράντα της +μπούμας, κάτω η γάμπιες κουρέλια. Μονάχα ένα κομμάτι απέμεινε ψηλά +'ς της κόφαις κ' ενόμιζε λες κ' ήτανε σκιάχτρο για της κουρούναις +'ς τα μποστάνια. Ο καπετάν-Φώκας τότες τάχασεν. Εγονάτισε και δεν +μπορούσε ούτε το σταυρό του να κάμη. Γυναίκα, γυναικούλα μου! +έκλαιε. Τα κύματα την επήραν πλεια από κάτω την σκούνα. Η κουβέρτα +σαρώθηκε. Οι ναύταις όλοι κερωμένοι από τον φόβο, κρατούσαν ακόμα +τα παταράτσα, εν ώ τα πανιά όλα είχανε φαγωθή. Ο καπετάν-Φώκας, +ολοένα έκλαιε. Γυναίκα! Γυναικούλα μου! Τότες κάποιος ναύτης +φωνάζει: + + — Ανάθεμα σε Παπα-Δράκο! + +Και όλοι επαναλαμβάνουν· + + — Ανάθεμά σε Παπα-Δράκο! + +Τότες θυμήθηκε και φωνάζει ο καπετάνιος: + + — Ίσα τον Αράπη! + + — Καρδιά παιδιά. Συνοδεύω κ' εγώ. Ίσα τον Αράπη! + +Και διακόπτων η Νεροφίδα την διήγησιν, μοι λέγει: + + — Το βλέπεις, μωρέ παιδί μου, το βλέπεις εκείνο το πανί μπροστά +'ς την πλώρη, το μέσα φλώκο, πού είνε θηλυκωμένο 'ς το πλωριό +κατάρτι; Δεν μου λες, τανοίξαμε αυτό ψες; Αυτό, μωρέ παιδί μου, +ανοίγει μονάχα, όταν όλα τα άλλα είνε καταιβασμένα. 'Σ τον +μεγαλείτερο κίνδυνο, να πούμε. Τότε το καράβι μονάχα, με το πανί +αυτό, παραδέρνει μισορρουφισμένο. Αυτό το πανί, μωρέ παιδί μου, το +λένε Αράπη. Γιατί μαυρίζει από τον καΰμό του, σαν ανοίξη. Όλα τα +στοιχεία το χτυπάνε. Το χτυπά ο αγέρας, το χτυπά η θάλασσα, το +χτυπά το χιόνι, το χτυπούν οι κεραυνοί, τόσα άγρια δόντια να το +φάνε. Πώς να μη μαυρίση το καϋμένο! Είνε να πούμε η σημαία και το +σάββανο του καραβιού. Ή θα γλυτώση το καράβι και θα γείνη σημαία +του, ή θα χαθή και θα γείνη σάββανό του. + + — Ίσα τον Αράπη ξαναφωνάζω, έτσι 'ς τα ψέματα για να δώσω καρδιά +'ς τους ναύταις. Μα ποιος άλλος μπορούσε να 'πάγη 'ς την πλώρη; + +Το κύμα θα τον ερροφούσεν όσο να πης τρία. Έτυχε νάχωμε 'ς το +τσούρμο τον Παπα-Δράκο, της Παπαδράκαινας τον γυιό. +Μάννα για τον Αράπη. — Θεός σχωρέσ' τονε! + +Ο Παπα-Δράκος της Παπαδράκαινας ο γυιος ήτανε ένα παιδί όλο +κεφάλι. Από μικρό έδειχνε. Εγεννήθη μ' ένα μεγάλο κεφάλι. Ύστερα, +εμεγάλωνε το παιδί, εμεγάλωνε και το κεφάλι του. Ένα τέρας. Η +κακαίς η γλώσσαις καθήσανε και λογαριάσανε τους μήνους, από την +ημέρα που γεννήθηκε, κ' εβγάλανε πως επιάσθη Μεγάλη Παρασκευή. +Τόσο εβούιξεν ο κόσμος όλος. Ο Παπα-Δράκος, ο πατέρας του, ένας +καλός χριστιανός, παπαδοπαίδι και αναγνώστης με μια ώμορφη +γυναικούλα, μικρούλα σαν κουκλίτσα. + +Αναγκάσθη να φύγη για πάντα από το χωριό. Δεν μπορούσε να υποφέρη +τον κατατρεγμό, και το κατηγόριο, κ' ουδέ να βλέπη ήθελε το παιδί +του εκείνο με το μεγάλο κεφάλι, λες κ' ήτανε καταμαρτυρία της +αμαρτίας του. Ένα βράδυ λοιπόν λέει στην Παπαδράκαινα: — «Έχε +γεια, Παπαδράκαινα!» Έχωσε το κεφαλάκι της μέσα 'ς τα πυκνά γένεια +του, ένα ώμορφο στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, και την εφίλησε, την +εφίλησε την Παπαδράκαινα, κ' έφυγε, και δεν ξαναγύρισε πλεια. +Απέθανε, είπαν, 'ς τα Καντουνάκια 'ς τ' Άινόρος. 'Σ την έρημο. Ο +δε Παπαδράκος ο γυιος του εμεγάλωνεν, εμεγάλωνεν, είπαμε, και το +κεφάλι του. + + — Παπα-Δράκος να σε φάη! του φώναζεν η Παπαδράκαινα, για να το +τρομάξη, όταν έκλαιε, που το εσυχαινότανε σαν την αμαρτία της. + +Και πάλιν, όταν καμμιά φορά ήθελε να το χορέψη — όταν ήτανε 'ς τα +καλά της και το λυπότανε, λέει, το έπιανεν από τα δυο χεράκια του, +με δυο μικρά-μικρά ποδαράκια και με μια κεφάλα σαν φλάσκα, και το +χόρευε με το ίδιο φοβέρισμα πάλιν αντίς για τραγούδι έλεγε: + + _Παπα-Δράκος να σε φάη! + Παπα-Δράκος να σε φάη!_ + +Τέλος, να μη τα πολυλογούμε, εμεγάλωσεν ο Παπαδράκος, εμεγάλωσε +και το κεφάλι του, και η ώμορφη Παπαδράκαινα με το +στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, το έδιωξε το παιδί της: + + — Να μη σε βλέπω μπροστά μου, σημειωμένο πράμα! Άιντε να βρης +ψωμί! κ' εκείνο το καϋμένο πήγε με τα καράβια· με χρόνια έγεινε +ακουστός ο Παπα-Δράκος ο γυιος της Παπα-Δράκαινας μέσα 'ς τα +τσούρμα των καραβιών, 'ς τα πληρώματα καθώς λένε τώρα. Άξιος κ' +επιδέξιος ναύτης, φημισμένος για την αποκοτιά του. Μα ήτανε +άτυχος. Με όποιο καράβι μπαρκάριζε, κινδυνεύανε πάντοτε, και +αυτόν, ως απόκοτον, έστελναν πάντοτε 'ς τον Αράπη. Ώστε σου έγεινε +ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπά-δράκαινας, μάννα για τον Αράπη! + +'Σ τα ύστερα όμως εκατάλαβαν την ατυχία του, σαν να ήτανε +καταραμένος, και δεν τον ετσουρμάριζαν. + + — Δεν είμαι για τον Αράπη! έλεγαν οι καπετανέοι, όταν τους +παρακαλούσε κλαίοντας να τον γράψουν 'ς τα χαρτιά. + +Κι' οι ναύταις πάλιν έλεγαν εις τους καπετανέους. + + — Βάρδα από τον Παπαδράκο! + +Τόσον που κατάντησεν ο δυστυχής ο Παπαδράκος να πωλή αχινούς — +πέντε 'ς το λεπτό — για να ζήση. Και έβλεπαν συχνά οι άνθρωποι, +ένα μίλι μακρυά από το χωριό, μια φλάσκα μεγάλη-μεγάλη μέσ' 'ς τη +θάλασσα να καραβίζη. Ήτανε ο Παπαδράκος με το μεγάλο κεφάλι που +έβγαζε τους αχινούς. + +Η φελούκα του εχώνευε, και το κεφάλι του φαινότανε ακόμα ένα μίλι +μακρυά! + +Ο καπετάν Φώκας δεν ήθελε να τον τσουρμάρη τελευταία, ούτε οι +ναύταις του τον ήθελαν. Μα τι να κάμη; του έλειπεν ένας ναύτης. Το +ξέρω, βρε παιδιά μου, έλεγε. Μα να χάσωμε το ναύλο; Και τον +ετσουρμάρισε. Έτσι λες εσύ; Να κινδυνέψωμε για τον Αράπη. + +Α! Πάπα-Δράκο! παιδί μου! παρακαλεί ο καπετάνιος, λοιπόν είπαμε. +Ίσα τον Αράπη! + +Ο Παπα-Δράκος ήτανε έτοιμος. Σαν να το είχε καταλάβει και πριν τον +διατάξη ο καπετάνιος είχε τα μάτια του 'ς τον Αράπη. Άμα τον +διέταξεν ο καπετάνιος, με το κεφάλι του το μεγάλο, ο Παπαδράκος +ανασκουμπωμένος όπως ήτανε, χυμά 'ς την πλώρη. Τρώει ένα κύμα, +τρώει δεύτερο, τρώει τρίτο. Τρεις φοραίς πέφτει πίστομα όσο ν' +αναβή 'ς την πλώρη. Τρεις φοραίς σαν νεροβάρελο εκατρακύλισε 'ς +την κουβέρτα και τρεις φοραίς σηκώθηκε. Τέλος ανοίγει τον Αράπη. +Κι' αμέσως, μωρέ αδέρφια, εστάθηκε 'ς τα πόδια της η σκούνα. Μέσα +'ς την νύχτα και 'ς την χιονιά ένα πράμα σαν σημαία σαν σάββανο +φάνταξε μπροστά 'ς την πλώρη. Ήτανε ο Αράπης. Ο Παπα-Δράκος τον +εκαργάρισε, τον εστερέωσε καλά κ' έτρεχαν τα νερά από πάνω του σαν +κλάματα, της σκούνας τα κλάματα. Το καράβι ανάσανε αμέσως. Εκεί +που ήτανε γονατισμένο, ξαναεσηκώθηκε πάλι. + +Λες κ' είχε χέρια ο Αράπης κ' έπιασε γερά την σκούνα και την +εσήκωσε σαν μάννα του. Εσηκώθηκε αμέσως και ο καπετάν Φώκας. Όλοι +εκάμαμε τον σταυρό μας. Άρχιζε τότες και να μολυβίζη. Εχάραζε και +εβλέπαμε της στεριαίς. + + — Γεια σου Παπαδράκο! φωνάξαμε όλοι, που τον εβλασφημούσαμε +προτήτερα. + +Τα πρωί εξημερώσαμε ανοιχτά από την Σκύρο. Ανασάναμεν. Εξημέρωσεν +ο Θεός την ημέρα. Άμα εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα ήμαστε καλά. +Έπεσε κομμάτι κι' ο αγέρας. Μα είδαμε πως μας έλειπεν ένας από το +τσούρμο. Ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπαδράκαινας. Ούτε φάνηκεν ο +καϋμένος. Ψάχνομε παντού. Πουθενά ο Παπαδράκος. Φωνάζουμε εμπρός, +πίσω, κάτω. Τίποτα! Πουθενά ο Παπαδράκος. Εκείνη τη φορά ο Αράπης +τον έφαγε, θα τον άρπαξε, ως φαίνεται, κανένα κύμα εκεί που +κατέβαινε από πάνω από την πλώρη 'ς την κουβέρτα. Γιατί τη στιγμή +που άνοιξε τον Αράπη κι' εστάθη 'ς τα πόδια της η σκούνα, +εκαταλάβαμε ένα δυνατό τίναγμα κ' εσείσθηκεν όλο το σκάφος. Πόσους +τρώγει έτσι η θάλασσα! + + — Παπαδράκο! εφώναξα τρεις φοραίς απόξω από τα Ψαρά, όταν +καταλάβαμε πλεια πώς έλειπεν ο καϋμένος. + + — Παπαδράκο! ακούσθηκεν άλλαις τρεις φοραίς τρεμουλιαστή βοή σαν +κλάμα από την κατάξηρη των Ψαρών ράχη. + + — Θεός σχωρέσ' τονε! + +Είπαμε όλοι τότε κ' εκάμαμε τον σταυρό μας. Κ' εβγάλαμε τα κασκέτα +μας, ξεσκούφωτοι, σαν να περνούσεν από πάνω μας την ώρα εκείνη η +ψυχή του Παπαδράκου, του γυιού της Παπα-δράκαινας, που έσωσε πέντε +σπίτια εκείνη την νυχτιά κ' ένα καράβι. Εχάθη ο καϋμένος, σαν να +μη ήθελε ν' ακούση ευχαριστίαις από στόματα που τον +εβλασφημούσαν . . . . + +Ζ'. + + — Μπούκα! + +Ακούομεν αίφνης την φωνήν του πλοιάρχου μας. Εγειρόμεθα όλοι. Οι +ναύται τρέχουν εις τας θέσεις των. + + — Μόλα-μπουρίνα — τίρα-μόλα! + +Εισήλθομεν εις τον Ελλήσποντον, διά χειρισμού δεξιού αποφεύγοντες +το ισχυρόν ρεύμα. Δεξιά μας το Κουμ-καλέ, αριστερά το Συτίλ- +Μπαχάρ, ορθάνοικτα φύλλα της πόρτας του γαλάζιου πορθμού. + +Άνεμος δροσερός μας αναρριπίζει όλους. Αύραι ζωνταναί, αι αύραι +του Ελλησπόντου. Τας βλέπεις σχεδόν πνεούσας κυανάς από το Τσανάκ- +καλέ, αόρατον όπισθεν μιας κυανής άκρας της ασιατικής παραλίας. Τα +ιστία αναταράσσονται κατ' αρχάς χαρμοσύνως ως μανδήλια της σκούνας +επισειόμενα προς χαιρετισμόν επί τω αισίω κατάπλω και πλαταγούσιν +ηδέως ως πτερά όρνιθος ετοιμαζομένης να καθήση. Συρίζουν δε και τα +καρχήσια εν αγαλλιάσει και τα «δίνουμε» σκιρτώντες διά τ' Άσπρα +Γιάρια. Το ρεύμα ροχθούν, αφρίζον, περιδινούμενον μεθ' ορμής +κατέρχεται προς τα κάτω, καθιστών αδύνατον τον περαιτέρω ανάπλουν. + + — Μπρούλια τρίγκο. + + — Μάϊνα κόντρα! Μάϊνα φλέσι! + + — Μάϊνα γάμπιαις! + + — Μάϊνα φλόκια! + +Αι διαταγαί του πλοιάρχου αλλεπάλληλοι αντηχούσαν εν τω κυανώ του +Ελλησπόντου όρμω. Ο δρόμος ανακόπτεται και η σκούνα πλήττουσα τα +κύματα, ως καλή οικοκυρά εισέρχεται εις τον θάλαμόν της ν' +αναπαυθή μετά τόσον κοπιώδη πλουν. + + — Πόντισον! + +Τελειόνει τας διαταγάς του ο πλοίαρχος και τρίβων τας χείρας του +βηματίζει επί της πρύμνης· αμέριμνος πλέον ως εργάτης σχολάσας από +την εργασίαν του. Σχοινία και ιστία, τα πολύπλοκα άρμενα όλα +αναμίξ επί του καταστρώματος και άλλα επί των ιστών. Οι ναύται +ερπύζοντες ανέρχονται επί των κεραιών και περιμαζεύουσι +περιδένοντες πάντα εν τάξει. + + +*** + +Σκάφη παντοία ηγκυροβολημένα εν αταξία, καθώς ηυκολύνοντο, +επλήρουν τ' Άσπρα Γιάρια, ένα μέγαν λιμένα του Ελλησπόντου προς +την Ανατολήν. Τριίστια μπάρκα και σκούναι κομψαί και μπάρκα- +μπέστια και τσερνίκια και τρεχαντήραι παμμέγισται λαδάδικαι, +φορτωμένα και κενά. Μαύρα, φαιά, πράσινα, γαλάζια, με άσπρα +μπούρδα, κατάμαυρα. Στιλπνά, καινουργή, παληοκάραβα ανθρακοφόρα. +Αυστριακά παμπάλαια, του πετρελαίου μπάρκα, Σκιαθίτικα, Κασσώτικα, +Χιώτικα, καράβια Γαλαξειδιώτικα, Ψαριανά καράβια όλα φύρδην μίγδην +ανέμενον άλλα μεν να πνεύση νότος, ίνα πλεύσωσι προς την +Προποντίδα, άλλα δ' εκαρτέρουν τα ρυμουλκά να τα ρυμουλκήσωσι δύο- +δύο, τρία-τρία μέχρι του Αναγαρά. + +Καταγάλανα τα κύματα του Ελλησπόντου εχόρευον γύρω μας και αι +ακταί αμμώδεις εξετείνοντο καθαραί, απαστράπτουσαι, ευωδιάζουσαι. +Τα μαγαζάκια έξω του χωριού μέσα εις καταπρασίνους κήπους, γεμάτα +πλοιάρχους, εγελοκοπούσαν, κ' η βάρκες εκουβαλούσαν πρωί-βράδυ +τροφάς νωπάς, σφακτά τετράπαχα και δροσερά λαχανικά διά τον +αραγμένον στολίσκον, ου τα πλείονα πλοία προωρισμένα διά την +Μαύρην θάλασσαν ήθελαν ν' αποχαιρετίσωσι τα δροσερά της Ανατολής +ζαρζαβατικά. Τινές δε πλοίαρχοι και συνεπλήρουν την αποθήκην των +τροφών, ευρίσκοντες αυτόθι ευθηνότερα και καλλίτερα τα πράγματα. + +Η Θρακική Χερσόνησος απέναντι μας με τα θαμνώδη βουνάκια της +εσκοτίνιαζεν ήδη. Ο κάβο-Φονιάς, επικίνδυνος, εις αβαθή ύδατα, +άκρα, μας έκρυπτε το Τσανάκ-καλέ, όπου έπρεπε να παρουσιάση ο +πλοίαρχός μας τα χαρτιά του κατά την τάξιν. + +Χαριεστάτη διήλθεν είτα η πρώτη της νυκτός φυλακή. Ο γλαυκός +Ελλήσποντος ποικιλοτρόπως αντήχει από τους διαφόρους γλωσσικούς +ιδιωτισμούς των ναυτικών Ελληνικών πόλεων, συγχεομένους όλους εις +μίαν δροσερωτάτην αρμονίαν. Πλοίαρχοι και ναύται εκουβέντιαζαν από +τα διάφορα πλοία ξεκουραζόμενοι μετά τον επίπονον πλουν, +διηγούμενοι προς αλλήλους τα κατά τον πλουν και ερωτώντες «για της +δουλιαίς πώς πάνε». + +*** + +Πρωί-πρωί, οξύτατος συριγμός ρυμουλκού με αφύπνισεν. Ανήλθον. +Γαλανή θάλασσα, γαλανά βουνά, γαλανός ουρανός, γαλανόν το +ρυμουλκόν που μας ετραβούσε προς την Προποντίδα, εμάς και δύο άλλα +τρεχαντήρια, ένθεν και ένθεν. Έτρεχε το ρυμουλκόν μετά δυνάμεως, +και έφευγον επ' εδώ κ' απεκεί χειροπιασμένα ως εν χορώ βουνά και +κάμποι και κάστρα και χωριά. Βουνά με τα δένδρα των και χωριά με +τα σπίτια των όλα έφευγον, ως να τα είχε παρασύρει το ρεύμα του +Ελλησπόντου ακατάσχετον. Έτρεχε το ρυμουλκόν ολοταχώς, έτρεχε και +η σκούνα μαζί όπισθέν του, καμαρώνουσα, δεμένη, χαίρουσα. Νεόνυμφη +που την εχόρευε ο μικρός κουμπάρος της, το ρυμουλκόν με συρματένιο +μανδήλι. Καμμιά φορά ότε το ρεύμα ήτο ισχυρόν ήσθμαινε το +ρυμουλκόν, εκοντοστέκετο και η σκούνα με τα δυο τρεχαντήρια ένθεν +και ένθεν αρνουμένη να προχωρήση — κατάδικοι που τους επήγαινον να +τους κρεμάσουν . . . . Ατμόπλοια διάφορα, φορτωμένα και κενά +παραπλέουσι αναβαίνοντα και καταβαίνοντα σιωπηλά, βωβά, μη +ανταλλάσσοντα ουδέ χαιρετισμόν από την βίαν των. + + — Έτσι μπορώ να ταξειδεύω με κάθε καιρό! + +Έλεγεν η Νεροφίδα, ξαπλωμένος ο γέρων ναύτης, — έλεγε πώς ήτο +αδιάθετος — παρά το μαγειρείον, οπόθεν εξήρχετο ευώδης η ορεκτική +οσμή του παρασκευαζομένου αλιπάστου κρέατος διά το πρόγευμα. Περί +αυτόν οι ναύται έξαινον στυππείον, διότι ο πλοίαρχος είχεν +επαναλάβει πάλιν ειπών ότι «η μόνη τέχνη που δεν περνά είναι η +τεμπελιά». + + — Σαν αποχτήσω, βρε παιδιά, εξηκολούθησεν η Νεροφίδα, κ' εγώ +καμμιά σκούνα, και γένω καπετάνιος, θα πάρω κ' ένα ρυμούλκι, να με +τραβά πάντα. Κ' εγώ ξαπλωμένος θα φουμάρω το τσιμπουκάκι μου. Να +με βλέπουν που λέτε η θάλασσαις και τα πέλαγα και να λένε: « — Να +καπετάνιος μια φορά!» Να με βλέπουν οι σκούναις και τα μπάρκα και +να λένε: « — Να καπετάνιος μια φορά!» Να με βλέπουν και η +Μαυροθαλασσίτισσαις και μελαχροιναίς και να λένε και αυταίς: +« — Να καπετάνιος μια φορά!» + +Και θωπεύων εγγύς του τον Αράπην, τον μπογαζιανόν σκύλλαρον της +σκούνας, έλεγε χαριεντιζόμενος, θεωρών το ρυμουλκόν αφανές από +τους αφρούς, έλκον ολοταχώς την σκούναν. + + — Γεια σου, ξεφτέρι μου! | + +Κ' εξηκολούθει: + + — Έπρεπε να σας είχα, μωρέ σεις παιδιά, με τούτη τη σκούνα. +Εταξειδεύσαμε πάλι για τον Ποταμόν άδειοι. + +Ξανοίξαμε από τον Μαρμαρά και εκάμναμε μια μεγάλη βόλτα από την +Ραιδεστό ς' την Καλόλημνο. Μόλις που ετεραμολάραμε, να τα +γυρίσουμε, απάνω, που λέτε, ς' την στροφή, ς' την Καλόλημνο, να +και πετιέται ανατολικά μπροστά μας πράσινο φανάρι, θηρίο ανήμερο +ολοταχώς. Θάλασσα-κιαμέτι. Δεκέμβριος μήνας. Ο καπετάνιός μας, +μόλις που άφησε τα κιάλια από τα χέρια του κι' ανάσανε γιατί τα +πήραμε καλά, ακούει από την πλώρη: + + — Πράσινο φανάρι! + + — Πράσινο φανάρι! επαναλαμβάνει και ο πλοίαρχος σαν χαζός και +γυρεύει πάλι τα κιάλια του. + +Από την πλώρη η βάρδα ξαναφωνάζει πάλιν: + + — Πράσινο φανάρι! + +Αχ, μωρέ παιδιά μου, ένα πράσινο φανάρι! Το είδαμε κ' ηρχόντανε με +θυμό κατεπάνω μας, να μας φάη. Ημείς διπλαρωμένοι ακόμα. Το είδαμε +όλοι πλεια. + + — Πάει μας τρακάρισε! φωνάζω με απελπισία. Έπρεπε να δείχνη +κόκκινο, για να είνε σε τάξι. + +Το είδε κι' ο καπετάνιος το πράσινο φανάρι που ηρχότανε με +βογγυτό. Εσάστισε. + + — Άη-Νικόλα μ'! ασημένια σου την χαρίζω! + +Αυτό μονάχα πρόφθασε να ειπή ο καπετάνιος. Οι ναύταις όλοι βλέπαμε +το πράσινο φανάρι που ερχότανε με κρότο. + + — Ε! από το βαπόρι! Ε! από το βαπόρι! φωνάζαμε όλοι, αλλά ο +αγέρας έπαιρνε προς τα κάτω της φωναίς μας. Ούτε ξεχώριζαν διόλου +από την βοή του βοριά. Την καμπάνα! την καμπάνα! + +Ακούμε τότε μια φωνή, και αμέσως ακούμε και την καμπάνα που +εβούιζεν άγρια ς' την πλώρη μας σαν σε λείψανο. + +Απάνω ς' το χτύπημα της καμπάνας ακούμε και δυνατό σφύριγμα, +σφύριγμα μηχανής. Κ' ένα ξεθύμασμα βαθύ κατόπιν. Η σκούνα μας τα +γύρισε και το πράσινο φανάρι σταμάτησε μπροστά μας, ένα θηρίο, ένα +θεοπάπουρο! + +Ποιος φώναξε: — την καμπάνα; — Κανείς από μας δεν φώναξε. Πώς +χτύπησεν η καμπάνα; Κανείς από μας δεν χτύπησεν. Ο μάγειρός μας, +ένας που έκαμε σε μοναστήρια, έλεγε πως είδεν ένα γεροντάκι ζωηρό +με άσπρα γένεια στρογγυλά σαν τον Άη-Νικόλα, που εχτύπησε μονάχος +του την καμπάνα. + +Σ' την μέση θα μας έκοβεν, αν δεν μας εγλύτωνεν ο Άη-Νικόλας. + +Και μετ' ευλαβείας η Νεροφίδα διακόψας την διήγησιν έκαμε τον +σταυρόν του. Όλοι τον εμιμήθημεν. + + — Είδατε, μωρέ παιδιά, το ασημένιο καραβάκι; Εξηκολούθησε πάλιν η +Νεροφίδα. Εκείνο το ασημένιο καραβάκι που κρέμεται από τον μεγάλον +πολυέλαιον ς' τον Άη-Νικόλα; ς' την πατρίδα; Είν' η σκούνα μας +αυτή που την έταξεν ασημένια ο καπετάνιος μας ς' τον Άη-Νικόλα +τότες που μας εγλύτωσε. Όλη από καθαρό ασήμι, καλοδουλεμένο, της +Ρωσίας ασήμι. Μισή οκά ασήμι. Σε πρώτο ταξείδι, όταν φθάσαμε με το +καλό ς' το Ταϊγάνι, ο καπετάνιος μας αμέσως επαράγγειλε μια +ασημένια σκούνα, μισή οκά, με τα κατάρτια της, με τα πανιά της +ανοιχτά, με τα ξάρτια της, όλα ασημένια. Μπροστά 'ς την πλώρη ένα +ασημένιο γεροντάκι με στρογγυλά ασημένια γένεια, ο Άης-Νικόλας, +σημαίνει την καμπάνα την ασημένια. Πίσω ο καπετάνιος. Δεν λείπει +κι' αυτός. Γονατιστός, ξεσκούφωτος, ασημένιος. + +Είνε τώρα κρεμασμένη 'ς τον πολυέλαιο του Άη-Νικόλα. Και όταν +ανάφτη ο γέρω-Συμβίας της λαμπάδες, ς' την πανήγυριν, σ' την +αγρυπνία και τον κουνή κατόπιν τον πολυέλαιο, κουνιέται κ' η +σκούνα η ασημένια μαζί του πέρα-δω, ς' την αγρυπνία, κ' είνε μια +χαρά να την βλέπης. Θαρρείς και ταξειδεύει ς' τη Μαύρη Θάλασσα. + +*** + +Το ρυμουλκόν, αφού μας εξήγαγεν έξω από τα ρεύματα, μας άφησε +πλέον. Επεράσαμεν τα Γαλατάρια. Αφήσαμεν οπίσω τον Αναγαράν. +Εχώνεψεν η Καλλίπολις με τους μιναρέδες της, θαλασσωμένη μέσα εις +τα γλαυκά της Προποντίδος κύματα. Χάθηκε το Λαμψάκι το ιστορικόν +και το Τσαρδάκι δεν φαίνεται πλέον. Έκλεισεν ο Ελλήσποντος κ' +ήνοιξεν η Προποντίς, ο κατακύανος Μαρμαράς και κατάκρυος. Θαρρείς +και ανήλθες εις κυανούν της Μεσογείου θαλασσοπέδιον, υψηλά, προς +τας κρυεράς αύρας, προς τα ολόδροσα μελτέμια. + +Η σκούνα, με όλα τα πανιά, χαριέντως κλίνουσα προς την μίαν +πλευράν, ως επί κυανής κλίνης με το πλευρόν νύμφη, λοξοδρομούσα, +προσεγγίζει οτέ μεν προς την Θράκην, οτέ δε προς την Ανατολήν. + +Ο Μαρμαράς, κατάξηρος, με τα λατομεία του και με τους κολιούς του +τους μαρμαρινούς. Ατμόπλοια, γολέταις, τρεχαντήρια, βρίκια +αναιβοκαταιβαίνουν σαν πουλιά ταξειδιάρικα. Χορταίνει η καρδία +καθαρόν αέρα και η όρασις καταπρασίνην χλόην των αμπελώνων και +φυτειών, αίτινες παχείαι περιβάλλουσι τα ονομαστά Γανόχωρα της +Θράκης. Αφίνομεν την Ραιδεστόν, χαιρετίζομεν την Καλόλημνον ως +πάπιαν εν μέσω της Προποντίδος παίζουσαν και ούτως εν χαρά πλέον +με τα πανιά γιαλό-γιαλό από τον Άγιον Στέφανον ς' τους δύο +Τσεκμετζέδες παραπλέοντες αράξαμεν μίαν αυγήν από κάτω από τα +Ψωμαθειά της Πόλεως. Βόμβος αόριστος, ως ανέμου μακρυνού βόμβος, +έφθανε προς ημάς, η βοή της μυριοποθήτου Βασιλευούσης. Όταν +ανήλθον επί του καταστρώματος, έτριβον κ' επανέτριβον τους +οφθαλμούς μου, έκθαμβος προ του πανοράματος εκείνου του ζωντανού, +το οποίον ξετυλίσσετο ευφρόσυνον ενώπιόν μου. Σαν όνειρον, σαν +χιλιόχρωμον ζωγραφίαν επί κυανού εδάφους εθεώρουν εν θαυμασμώ την +μυριάνθρωπον Πόλιν, με την ανατολήν του ηλίου αναθρώσκουσαν από +μέσα από την ομίχλην, ως αναδυομένην από των κυμάτων, σύμπλεγμα +πολύμορφον κυπαρίσσων και μιναρέδων και θόλων, παλατίων και ναών. + + — Είδες την Πόλιν, βρε Γιαννάκη; + +Έλεγεν ο πλοίαρχος προς τον έφηβον υιόν του, εν σιγή θεωρούντα την +απροσδόκητον εκείνην οπτασίαν του χρυσού και φωτός και αφρού, +άτινα μυστηριωδώς στερεοποιούμενα μετεμορφούντο εις την +μυθοπλαστουμένην Πόλιν, την Πόλιν των αγαθών και του πλούτου, την +Πόλιν της αναπαύσεως του κεκμηκότος ναύτου, εις τα δροσερά κύματα +της οποίας γλυκαινόμενον το πλοίον, επαναλαμβάνει τον προς την +Μαύρην θάλασσαν πικρόν πλουν. + + — 'Σαν ψεύτικη, πατέρα! + +Είπε μετά ώραν, αφηρημένος προς το θέαμα ο έφηβος, με παλμούς +ανυπομονησίας καρτερών πότε ν' απολαύση εγγύτερον, να ψαύση την +εύμορφον εκείνην ζωγραφίαν της αιχμαλώτου μητροπόλεως του Γένους. + + — Ινανμάσι γκελ ταμπάκ! + +Ετραγωδούσεν εκείνην την ώραν γλυκύτατα ο πωλητής του αφράτου +μουχαλεμπιού από της υψηλής των Ψωμαθειών ακτής. + + — Σαν δεν πιστεύης έλα να ιδής!... + +Η'. + +Μαύρα δάκρυα έχυσα την ημέραν, καθ' ην έμελλον ν' αποχωρισθώ πλέον +της αγαπημένης μου σκούνας. Ναυαγός εάν ήμην, δεν θα έκλαιον τόσον +την απολεσθείσαν περιουσίαν μου. + + — Γιατί να μη έχω μίαν σκούναν ιδικήν μου! + +Έλεγεν ο λογισμός μου παραπονούμενος. + + — Να ταξειδεύω! Να ταξειδεύω! Πάντα να ταξειδεύω! + +Επανελάμβανον οι πόθοι μου ορφανοί, πενθηφορούντες. Επί πολύν +χρόνον μετά ταύτα, τας νύκτας, τα όνειρά μου εσχηματίζοντο εν μέσω +σχοινίων κ' ιστών και ιστίων εν μέσω πελάγους και αφρού και +κυμάτων. Πλέοντα, λοξοδρομούντα, καραβίζοντα όνειρα. Γαλήνης και +τρικυμίας όνειρα. Με τα πανιά όνειρα! + +Έως ου αφυπνίσθην μίαν πρωίαν με υπολευκάζοντα τον βαθύν πώγωνα. +Το λευκόν μοι επροξένησε ρίγος. Ο λογισμός μου δεν έχει πόθους +πλωτούς πλέον. Μ' αρέσει τώρα να βλέπω την θάλασσαν από μακράν, +έως ου έλθη καιρός να βλέπω και τον κόσμον από μακράν.... + +Και μόνην ευχαρίστησιν πλέον αισθάνομαι να εκκλησιάζωμαι εις τον +ναόν του αγίου Νικολάου — επάνω εις τα Κοτρόνια — εις την υψηλήν +πετρώδη της νήσου κορυφήν. Και όταν ο Γέρω-Συμβίας ο κορακοζώητος, +ανάπτη τον μέγαν πολυέλαιον και σείη αυτόν, μ' αρέσει να βλέπω να +σείεται μετ' αυτού και η ασημένια σκούνα, η οποία κρέμεται από τον +μέγαν του ναού πολυέλαιον, υπό τον θόλον, τάξιμον ευλαβές του +πλοιάρχου μου. Απαράλλακτη η σκούνα μου, η καταπρασίνη, που μια +φορά κ' έναν καιρόν ήταν αραγμένη εις τον βοσπορίζοντα λιμένα της +νήσου. Με τα κατάρτια, με τα πανιά, με τα σχοινιά, με τάρμενα. +Απαράλλακτη. Αλλά δεν είνε πρασίνη πλέον, ουδέ μεγάλη. Είνε μικρά +και ασημένια όλη, τάξιμον ευλαβές του πλοιάρχου μου, που εγλύτωσε +μια φορά από τράκο μέσα 'ς τη θάλασσα του Μαρμαρά, θαρρείς και +είνε η ψυχή της καταπρασίνης σκούνας, μικρά, ασημένια σκουνίτσα. +Και όταν σείεται ο πολυέλαιος και σείεται κι' αυτή μαζί της πέρα- +δω, θαρρώ πως είμαι μέσα κ' εγώ, και ταξειδεύει, ο νους μου ακόμη +με τα πανιά.... + + + +ΝΕΡΑΙΔΕΣ +(1891) + + + +Θερινήν τινα εσπέραν του έτους 1854 ασυνήθης κίνησις παρετηρείτο +εν τω ορμίσκω της μικράς πολίχνης της νήσου. Εκεί ην και η λιθίνη +αποβάθρα, όπου ηδύνατό τις ευκόλως ν' αποβιβασθή, αποφεύγων την +προς τα δεξιά ημικυκλικήν κλίσιν της χαλικώδους ακτής, ένθα +εκινδύνευε να βραχή, εμβαπτιζόμενος εν τω ύδατι μέχρις αστραγάλων, +χωρίς να υπολογίση το _πλατσάνισμα,_ ούτινος θα εγίνετο πρόξενος +πηδών εντός της αβαθούς θαλάσσης. Εκτός αν εξήρχετό τις πρώτον +πατών εις το ύδωρ και σύρων είτα την λέμβον, αν ήτο ελαφρά, μέχρι +των ποικιλοχρώμων οστράκων της παραλίας, άτινα εσώρευεν εκεί και +ξηρά και θάλασσα, η μεν λεία, καθαρά και εστιλβωμένα εν τη +προστριβή του κύματος, η δε ρυπαρά και ακάθαρτα, όσα θραύσματα +έρριπτον οι κάτοικοι εις τον άνω της ακτής βράχον, γενικήν +αποθήκην των σαρωμάτων. Εν τούτοις την εσπέραν εκείνην αι +προσερχόμεναι από του πελάγους λέμβοι, συστέλλουσαι πρώτον το +μικρόν πανίον, είτα διά των κωπίων σιγά-σιγά ως πάπιαι επλησίαζον +κατά προτίμησιν ουχί εις την αποβάθραν, αλλά εις την αβαθή εκείνην +παραλίαν. Έρριπτον το μικρόν αγκύριον, κατεβίβαζον οι ναύται τον +ιστόν, διπλούντες αυτόν εν τω πανίω, και ησύχως μετά ταύτα +εξεσφενδόνιζον επάνω εις τα υαλιστερά λαλαρίδια το φορτίον των, +σάκκους τινάς πλήρεις, αλλά τοσούτον ελαφρούς ως να περιείχον +άχυρον. Τούτο, και ιδίως ότι αι λέμβοι απέφευγον την αποβάθραν, +έθεσεν εις πειρασμόν τον τελωνοφύλακα της νήσου, όστις ήρχισε ν' +αναβοκαταιβαίνη εις τον επάνω της ακτής βράχον, χρησιμεύοντα και +ως πλατείαν της μικράς πολίχνης. Οι σάκκοι έπιπτον τόσον αψοφητεί, +ώστε, συνεπέρανεν ο τελωνοφύλαξ, το φορτίον θα ήτο αβαρές τι +πράγμα. + + — Να είνε άχυρα! διελογίζετα. Πλην δεν εθέρισαν ακόμη. Και μετ' +ολίγον προσέθηκε: + + — Να είνε μπαμπάκια! Αλλά δεν ήτο καιρός· της μπαμπακιές της +εσκάλιζον ακόμη. + +Εκοντοστάθη ολίγον ο τελωνοφύλαξ εις την άκραν του βράχου, ως εάν +προσεπάθει να ίδη από εκεί το περιεχόμενον των σάκκων, ή να +διακρίνη εκ του υποκώφου κρότου, ον απετέλουν εκσφενδονιζόμενα επί +των οστράκων τα πλήρη εκείνα σακκία. Και είτα ώρμησε να κατέλθη +εις την παραλίαν, συμπεραίνων εν θριάμβω: + + — Χωρίς άλλο θα είνε καπνά! + +Ήτο περί το τέλος του ο μάϊος. Και την νύκτα εκείνην έλαμπε +μελιχρώς η σελήνη, διαχέουσα γλυκύτατον ωχρόλευκον φως επί της +πολίχνης και του ορμίσκου, όστις έστιλβεν ως απέραντος καθρέπτης +με χρυσά κροσσωτά πλαίσια, χρυσήν παίζουσαν ανταύγειαν του φωτάς +της σελήνης. Ηδύνασο να διακρίνης εξ αποστάσεως ως αν ήτο ημέρα. +Ιδίως δε μίαν γλυκείαν αργυρόχρυσον λάμψιν προσέλαβον οι προς +αριστεράν του ορμίσκου λευκοί βράχοι και οι οικίσκοι της κώμης, +επί των φαεινών τοίχων των οποίων εγράφοντο μαύραι γραφαί στεγών, +εξωστών, γείσων, καπνοδόχων, κληματαριών και δένδρων, σκιάσματα +πραγμάτων απεικονιζομένων επί του τοίχου ως τις πάντεχνος +εικονογραφία. Ακόμη και γαλής τίνος η σκιά, ήτις εκαμάρωνεν ως +νύμφη επί τινος στέγης, ρεμβάζουσα υπό το φως της σελήνης, +εζωγραφίσθη καί αυτή, ακίνητος και μεγάλη, με τας κομψάς κλίσεις +των γραμμών του ευτραφούς σώματός της. Νησίς τις πετρώδης και +στρογγύλη, εν μέσω του ορμίσκου, έλαμπεν ως μέγα αυγόν, το οποίον +αργότερον ως κλώσσα ήθελε καλύψη με τας πτέρυγάς της η μαύρη νυξ. + +Ήδη και άλλη λέμβος ενεφανίσθη εις την είσοδον του ορμίσκου. Κατ' +αρχάς ηκούοντο απ' αυτής γυναικείων φωνών άσματα, τα οποία +γλυκύτατα έπληττον τον ήρεμον πόντον, αντίθεσις φαιδρά προς τον +πένθυμον κρωγμόν του νυκτοπουλιού, όπερ εστέναζεν από της +σεληνοφώτου καμάρας του κωδωνοστασίου. Προσεγγιζούσης ολίγον κατ' +ολίγον της λέμβου, έπαυσε το άσμα και ήκουες τώρα μόνον τον +πλαδαρόν κρότον της κώπης, ήτις μαλακά-μαλακά εσκάλιζε την λείαν +της θαλάσσης επιφάνειαν ως να εσκάλιζε φωτός τολύπην μαρμαίρουσαν +κ' έβλεπες κατά την από της θαλάσσης ανύψωσίν της ν' αποστάζωσι +φαειναί ρανίδες ύδατος ως ιλαράς φλογός σκορπίσματα με αδαμαντίνην +λάμψιν. + +Το ιστίον της λέμβου ταύτης εκυμάτιζεν ελαφρώς εκ του δροσερού +απογαίου σχηματίζον πτυχάς πλην μετά τινος νάρκης ως από κοπώσεως +μακρού πλου, και μάλλον εκρέματο από του ιστού ως ιμάτιον βαρύ από +καρφίου· πλην η λέμβος είχε δρόμον κ' εθραύετο ένθεν και ένθεν το +αργυρόχρουν κύμα εις τας λείας παρειάς αυτής, κ' εσχηματίζετο +όπισθεν αργυρόχρυσος άλλη αύλαξ, ην εθεώρει με τον ένα οφθαλμόν +πλαγίως ακουμβισμένος ο γέρων πηδαλιούχος, προσπαθών ίσως να διίδη +εις τα μυστικά βάθη του πόντου του κόσμου το όνειρον. Ήτο και +ηλικιωμένη τις γυνή εν τη πρώρα, γυρμένη εκεί εις την χαμηλήν +κωπαστήν υπό της νυκτός την αποναρκούσαν δρόσον, τρεις δε νεάνιδες +με λυτά τα ξανθά μαλλιά των, πραέως ακτινοβολούντα, με βοστρύχους +ως χρυσάς δέσμας, εκωπηλάτουν ως άνδρες κανονικώς και ισχυρώς, +σπεύδουσαι να φθάσωσιν εις την παραλίαν. + +Ο τελωνοφύλαξ βέβαιος πλέον ότι θα συλλάβη τα λαθραία, εισέδυ υπό +τινα σκιερόν του βράχου θάμνον και παρεφύλαττε την τελευταίαν +ταύτην λέμβον, ήτις ήτο και μεγαλειτέρα. + + — Αν δεν ήσαν λαθραία, είπε μετά πεποιθήσεως, θα πήγαινε 'σ τη +σκάλα. + +Διότι πραγματικώς η λέμβος προσήγγισεν εις το απώτερον του +ορμίσκου μέρος, όπερ περιφρασσόμενον υπό τίνων σχοίνων, ήτο +σκοτεινόν και απρόσιτον. + +Ηκούσθη ο κρότος του αγκυρίου και συνάμα νεαρά φωνή γυναικεία από +της ακτής: + + — Ελάτε δα, χρονιάσατε! + +Από της λέμβου εξήλθε χαιρετισμός φαιδρός συγχρόνως παρ' όλων. + + — Ξέρς πως φοβήθ'κα! επανέλαβεν η έξω φωνή της αναμενούσης +νεανίδος. + + — Η αγάπη γεννά τον φόβον· απεκρίθη ο γέρων πηδαλιούχος. + + — Απαντήσατε τίποτε; ηρώτησεν η αναμένουσα. + + — Δόξα σοι ο Θεός! ησυχία. Περάσαμε πολύ ώμορφα. + +Η ηλικιωμένη γυνή, άμα αισθανθείσα το επί της άμμου ξερόν σύρσιμον +της λέμβου, ηγέρθη από της κωπαστής και ήρχισε να ρίπτη έξω +σάκκους ένα-ένα, οίτινες έκαμνον έν πήδημα πρώτον ελαφρόν επί των +οστράκων και είτα έμενον εκεί. + +Παραπέρα, όπου είχον αποβιβάσει τα φορτία των αι άλλαι λέμβοι, +θόρυβος ηκούετο. Γυναίκες, κατελθούσαι από της ελικοειδούς ατραπού +του βράχου, και νεάνιδες και παιδία με φλυαρίαν ατελείωτον +προσεπάθουν να μετακομίσωσι τους σάκκους. + +Ο τελωνοφύλαξ, ως ιέραξ κεκρυμμένος εις το ύψος του καθήκοντός +του, ητοιμάζετο με τους γαμψούς όνυχάς του να επιπέση κατά της +αθώας λείας, ότε την ορμήν του ψυχραίνει γραία τις, φωνάζουσα μετά +δακρύων σχεδόν. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, δος τε μου κ' εμένα δυο φ'λλάκια πλειο. +Αρί-σείς θα ψουφίσ' 'κεινουδά του καματερό. + +Νεάνις τις, φορτωθείσα τον σάκκον μετά της νεαζούσης εκείνης +προθυμίας και ορμής, την ετσαλαπάτησε την γραίαν ολολύζουσαν. Αλλ' +αυτη ηγέρθη πάλιν και απετείνετο προ άλλην τώρα νεανίδα. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, δυο φ'λλάκια πλειο. + +Ο τελωνοφύλαξ έγρυξεν απολύσας από του στόματός του βραχνήν +βλασφημίαν, εννοήσας πλέον περί τινος επρόκειτο και τι ην το +ελαφρόν εκείνο φορτίον. + + — Τουλάχιστον να μη ξεχνάμε την τέχνην είπε, και ανέβη εις τον +βράχον, όπου είχον συναχθή περίεργοι τινες νησιώται, αμερίμνως +καπνίζων το σιγάρον του ως να μη είδε τίποτε. + +Αι γυναίκες λαμβάνουσαι τους σάκκους, ελαφρούς ως αχυροδέματα +έφευγον προς τας οικίας, γλήγορα-γλήγορα ανερχόμεναι τον βράχον, +ίνα αποφεύγωσι των περιέργων τα βλέμματα. Διά τούτο αι λέμβοι +απέφευγον και την αποβάθραν. + +Αι τρεις ξανθόμαλλοι νεάνιδες, εξελθούσαι επί της ακτής εγένοντο +ήδη τέσσαρες μετά της έξω αναμενούσης, και αυτής ξανθομάλλου. +Εξήλθε και η ηλικιωμένη γυνή, παρέλαβεν εις τας αγκάλας της και +απεβίβασε και τον γέροντα πηδαλιούχον ως σάκκον πλήρη και αυτόν, +όστις αμέσως με δύο χονδράς ράβδους επιστηριζόμενος ανήρχετο σιγά- +σιγά τον ανήφορον, εν ώ αι τέσσαρες νεάνιδες και η άλλη γυνή, +φορτωθείσαι ανά δύο ογκώδεις σάκκους, έσπευδον προς την οικίαν +των, αφού προσέθεσαν εν ασφαλεία την λέμβον. + + — Καλά που ήλθατε, είπε την τελευταίαν στιγμήν η έξω πρότερον +αναμένουσα. Μου είπανε πως 'ς την Κεχρεά μας τα μαζώξανε τα φύλλα. + + — Αύριο πρωί-πρωί θα πάμε όλοι· απήντησεν η ηλικιωμένη γυνή. + + — Σου φέραμε κάτι φύλλα, Φανιώ, είπεν η μεγαλειτέρα των νεανίδων, +που το καματερό μας θα βρη τη χαρά του. Να ιδής μεγάλα και +τρυφερά. Γυρίσαμε όλη τη Γλώσσα. + +Και ετράπησαν όλαι αι γυναίκες προς τον ανήφορον, όπου ο γέρων +πηδαλιούχος ανήρχετο ακόμη σιγά-σιγά χωλαίνων με τους δύο +πρισμένους πόδας του και τα δύο χονδρά ραβδία του. + + — Αρί-σείς, ηκούσθη όπισθεν πάλιν η φωνή της αιτούσης γραίας. +Αρί-σείς, δος τε μου δυο φ'λλάκια πλειο· τι ήτανε! Μάλαμμα τα +κάματε; + +Επειδή δε και αύται δεν έδωκαν προσοχήν εις τους λόγους της, +κουρασμέναι από το ταξείδιον, η γραία, έρημος απομείνασα πλέον εις +την έρημον παραλίαν, είπε μετά τινος οργής: + + — Καλά σας είπανε _Αναράϊδες!_ + +Αι τέσσαρες νεάνιδες, ακούσασαι το όνομα τούτο εταράχθησαν, πλην η +άλλη γυνή η συνοδός αυτών, ήτις ωμοίαζεν ως μήτηρ, χωρίς παντάπασι +να πειραχθή, αναγνωρίσασα την φίλην της γραίαν γειτόνισσαν, ολίγον +κακόγλωσσον, είπε: + + — Δεν έρχεσαι, καϋμένη, 'ς το σπίτι; μόνον ήλθες 'ς το γιαλό; +Ημείς ξεπλατισθήκαμε 'ς το κουπί. + + +Ο Καπετάν-Θοδωρής, γέρων 65 ετών, υπήρξεν είς των ικανωτέρων +εμποροπλοιάρχων της νήσου. Διά του ιδρώτος του προσώπου του +ευτυχήσας ν' αποκτήση μέγα βρίκιον, εταξείδευεν από της Ισπανίας +μέχρι της Αζοφικής, έχων πλούτον και υπόληψιν, δύο πράγματα, τα +οποία σπανίως συναντώνται επί ενός και του αυτού ατόμου. Πλην κατά +τινα αποκλεισμόν των παραλίων της δυτικής Μεσογείου υπό του στόλου +της Αγγλίας, ο καπετάν-Θοδωρής μη λαβών γνώσιν της προκηρύξεως +αυτού, ότε απέπλεεν εκ Βαρκελώνης, ευρέθη αίφνης με το βρίκιόν του +φορτωμένον εντός της αλύσεως των Αγγλικών πολεμικών. + + — Στοπ! + +Πάραυτα το εσταμάτησαν το ωραίον βρίκιον οι άγριοι της θαλάσσης +κατακτηταί, τα κατέσχον μετά του φορτίου, δυνάμει του πολεμικού +αποκλεισμού και τον ατυχή καπετάν-Θοδωρή συνέλαβον κ' έρριψαν εις +την ειρκτήν της ναυαρχίδος, απολύσαντες τους ναύτας, αφού πρώτον +καλώς τους εμαστίγωσαν. + +Δύο έτη έκλαιον εν τη νήσω του καπετάν Θοδωρή, η σύζυγος αυτού +Γερακούλα και τέσσαρες θυγατέρες του, ωραίαι και ξανθόμαλλοι, +δροσεραί ως αφρός της θαλάσσης κ' εύμορφοι ως μυρσίνης κλωνάρια. +Έμαθον το δυστύχημα πλην έκλαιον όχι το βρίκιον, αλλά τον καπετάν- +Θοδωρή, όστις ήτο σιδηροδέσμιος εις τας ειρκτάς του αγγλικού +πλοίου, βυθισμένος μέχρι της οσφύος εν τη θαλάσση επί ικανάς ώρας +κατά τας πρώτας ημέρας, καθώς έλεγαν. + +Και η εύμορφος Γερακούλα έτρεχε με τας τέσσαρας θυγατέρας της, +μικράς τότε, και ήναπτε τας κανδήλας των εξοχικών ναΐσκων και +παρεκάλει κ' εδέετο. Τέλος μετά έν έτος πεισθέντες οι άγγλοι περί +της αθωότητος του καπετάν-Θοδωρή — πόσον αργά πείθονται οι +ισχυροί! — πεισθέντες ότι ο καπετάν-Θοδωρής ουχί εκ περιφρονήσεως +χάριν κέρδους επισφαλούς αλλ' εξ αγνοίας ευρέθη εντός της γραμμής +του αγρίου εκείνου στόλου, απέλυσαν αυτόν, δόντες μίαν ενδυμασίαν +και μίαν λίραν — ελεημοσύνην ισχυρού προς ασθενή — ως πικράν +ανάμνησιν της εν τη αγγλική ναυαρχίδι καθείρξεώς του. + +Πλην άλλη και πικροτέρα έμελλε να ήνε η από των άγγλων ανάμνησις +του αγαθού εμποροπλοιάρχου. Ο καπετάν-Θοδωρής έχασε την υγείαν +του. Εκ των συχνών αναγκαστικών λουτρών εν τη ειρκτή και των άλλων +μαρτυρίων εν τοιαύταις ώραις έπαθεν εκ χρονίων ρευματισμών κ' +εξήλθεν εις την πατρίδα του ως γέρων κυφός και πιασμένος, ο +ανδρείος εκείνος καπετάν-Θοδωρής, όστις επατούσε κ' εσείετο η γη, +όταν τον είδεν η ωραία Γερακούλα και τον ηγάπησε. + +Μόλις δύο έτη μετά ταύτα ήρχισε να βαδίζη κάπως ελευθερώτερον, +πλην δεν ήτο πλέον δι' εργασίαν. Έφαγε και τα ολίγα αποταμιεύματά +του και ήδη απέζη, αυτός και η οικογένειά τους εκ των μικρών +προσόδων των κτημάτων του. + +Τα έτη παρήρχοντο. Αι εύμορφοι θυγατέρες του εμεγάλωνον και +εγίνοντο ευμορφότεραι. Ο δε καπετάν-Θοδωρής το μόνον όπερ ηδύνατο +να κάμνη ήτο να κατέλθη συρόμενος με τα δύο ραβδία του μέχρι της +αγοράς εις το παρά την αποβάθραν καφενείον κ' εκεί να πίνη ένα +καφέ, — τον προσφιλή του ναργιλέν απηγόρευσαν οι ιατροί — και να +διηγείται τα παθήματά τους. Περί των λοιπών εφρόντιζεν η σύζυγός +του η καλή Γερακούλα. Αύτη με όλην την πτωχίαν διετήρησε τον +φαιδρότατον χαρακτήρα της δροσερόν και χαρμόσυνον, τρέχουσα εις τα +κτήματά της με τας θυγατέρας της, χωρίς η παραμικρά κατήφεια να +επισκιάση την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών. + + — Καλομοίρα που είσαι! έλεγεν ενίοτε ο καπετάν-Θοδωρής, γυρμένος +τον χειμώνα παρά την θερμήν εστίαν, ενώ παραπέρα εκάθηντο κατά +σειράν τέσσαρες κόραι ξανθόμαλλοι, αι τέσσαρες της Γερακούλας +θυγατέρες, με την κάλτσαν περί τον λαιμόν πλέκουσαι. + + — Έχει ο Θεός! απήντα η φαιδρά Γερακούλα. + +Και όταν πάλιν η γραία πονηρά γειτόνισσά της, απόξω-απόξω, διά να +μάθη, ωμίλει περί υπανδρείας προς την Γερακούλαν και ότι τάχα πώς +θα ημπορέση σ' αυτόν τον δύσκολο καιρό να υπανδρεύση τέσσαρας +θυγατέρας, — είχε και αυτή μίαν μόνην θυγατέρα κ' έκλαιε και +ωδύρετο — η Γερακούλα απήντα πάλιν περιχαρής: + + — Έχει ο Θεός! + +Και έλαμπον τα μαύρα τα μάτια της από την χαράν και από την +ελπίδα, και περιήρχετο τα εξωκκλήσια κατά τας εορτάς ξένοιαστος κ' +ελευθέρα παθών και βασάνων, ανάπτουσα τας κανδήλας και δεομένη του +Δεσπότου Χριστού, όστις φροντίζων εν τη απείρω αυτού αγαθότητι +περί των πετεινών του ουρανού, τα οποία ούτε σπείρουσιν ούτε +θερίζουσι, πολύ περισσότερον φροντίζει περί των ευσεβών και αγαθών +θυγατέρων. + +Εν τούτοις ο καιρός έφευγεν, ως φεύγει το κύμα, και αι θυγατέρες +της Γερακούλας εμεγάλωναν. + +Ούτω, θυγατέρας της Γερακούλας, τας απεκάλει και ο γέρων πατήρ. Ο +καπετάν-Θοδωρής δεν ελογάριαζε πλέον τον εαυτόν του μεταξύ των +ζώντων. + + — Δεν με πετάτε, καϋμένες, 'ς το γιαλό! + +Έλεγεν ενίοτε βαρυθυμών. + + — Χριστός και Παναγία, καπετάν-Θοδωρή μου! εφώνει η σύζυγος. + + — Χριστός και Παναγία, πατέρα! έλεγον και αι θυγατέρες του. + +Πλην όσον ηύξανεν η ηλικία των, τόσον ηύξανον και αι ελπίδες της +μητρός, αίτινες ως κολοκύνθαι ανεβλάστανον, αι οποίαι όσον +κόπτονται αι κορυφαί των, τόσον φύουσι νέα άνθη και νέους καρπούς. + +Κατά δε τας μακράς του χειμώνος νύκτας, ότε η Γερακούλα ενυκτέρευε +μετά των τεσσάρων θυγατέρων της, ενώ ο καπετάν-Θοδωρής πιών τον +τελευταίον καφέ του εκοιμάτο εγγύς της εστίας, έλεγε μετά +θαυμαστής φαιδρότητος πάντοτε, δώρου ζηλευτού της θείας δυνάμεως, +ήτις ενισχύει τους δούλους της εν ταις περιπετείαις και θλίψεσι +του βίου, ως ενίσχυε τους μάρτυρας προ των βασάνων. + +Έλεγε λοιπόν η Γερακούλα προς την μεγάλην: + + — Εσένα, Ελένη, θα σου δώσω κτηματία, να έχης αμπέλια και +χωράφια. + +Αι θυγατέρες γελώσαι άφινον το πλέξιμον και έκαμνον ήδη +μπαμπακούλες, τυλίσσουσαι λοβούς κροκωτούς αραβοσίτου εντός της +καιούσης τέφρας της εστίας. + + — Εσένα, έλεγεν είτα, αποτεινομένη προς την δευτερότοκον, την +Μαριγώ, θα σου δώσω έμπορα. + + — Τρακ! εκρότει η μπαμπακούλα, ο λοβός του αραβοσίτου· +εκτινασσόμενος σχασμένος βαμβακόλευκος εκ της τέφρας και κροτών ως +αι στράκαι την Μεγάλην Εβδομάδα. + + — Θάχης πανικά, νήματα, καλούδια, εξηκολούθει η Γερακούλα. + +Και προς την τρίτην έλεγε: + + — Εσένα θα σου δώσω, Μυρσινιώ μου, γραμματικό. + + — Τρακ! εκρότει πάλιν από της τέφρας εκτινασσομένη αφράτη και +άσπρη η μπαμπακούλα. + + — Θάχης χαρτιά και καλαμάρια και πέννες. + +Τα κορίτσια εγελούσαν. Ήσαν και αυτά φαιδρά και καλοκάγαθα, σεμνά +της καλής μητρός αποτυπώματα. + + — Εσένα... εξηκολούθει η Γερακούλα... + + — Πόσες θυγατέρες έχεις, θα πω; διέκοπτεν η μικροτέρα, φαιδροτέρα +και ξανθοτέρα. + + — Εσένα, Φανιώ μου, έλεγε προς την τελευταίαν, εσένα θα σου δώσω +γιατρό! + + — Ω! έκαμναν θόρυβον αι άλλαι, ζηλεύουσαι τάχα. + + — Εγώ θέλω καπετάνιο, παρεπονείτο η Φανιώ, παίζουσα και +αστεϊζομένη, κ' έκαμνε πως κατέβαζε τάχα τα μούτρα, καταγινομένη +εις της μπαμπακούλες. + + — Καπετάνιο! απεκρίνετο η Γερακούλα μετά τινος μυστικού πόνου· +και εσιώπα, αφαιρουμένη εις τα ζωηρά της φλογός παιγνίδια. + + — Aχ! ανεστέναξε τότε ο γέρων, ακούσας ως εν ονείρω την οδυνηράν +λέξιν και αφυπνισθείς. + + — Γιατρό, θα σου δώσω, γιατρό με το ψηλό καπέλλο, να σε πηγαίνη +περίπατο, επανελάμβανε ζωηρότερον η καλή μήτηρ, διακόπτουσα την +οδυνηράν ανάμνησιν. + +Και εκάγχαζον αι νεάνιδες και έτρωγον μπαμπακούλες και εκρότουν οι +λοβοί του ξανθού αραβοσίτου εν τη τέφρα της εστίας επικροτούντες +και αυτοί τας φαιδράς της μητρός αστειότητας. + + — Γελάτε Αρί-σείς, παρετήρει η μήτηρ. Μεθαύριο βλέπετε. + + — Σ' το πιθάρι τους έχεις, θειά-Γερακούλα, τους γαμπρούς; ηρώτα +γελώσα πάλιν και παίζουσα η Φανιώ. + + +Η προσφιλεστέρα όμως ενασχόλησις της Γερακούλας και των θυγατέρων +της ήτο η έξω εις τα κτήματα των εργασία. Έμενεν η μία των +θυγατέρων, συνήθως η μικροτέρα, εις την οικίαν παρά τω γέροντι «να +σαρώση, να βολέψη το σπίτι, να ζυμώση, να μαγειρεύση» να +περιποιηθή τον ασθενή πατέρα, αι δ' άλλαι ηκολούθουν την μητέρα. +Ούτω δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα κορίτσια αυτά εν τη εξοχή +ανετράφησαν. Διά τούτο έφερον εις το πρόσωπόν των την δροσερότητα +των δασών και εις την κόμην των το χρυσούν του αστάχυος χρώμα. Ως +να μη ήσαν τέκνα της Γερακούλας εφαίνοντο, αλλά βλαστήματα αγνά +της αμωμήτου φύσεως, των βουνών, των δασών, των ρευμάτων. Τόσην +αγάπην είχον προς την πρασίνην χλόην και τον δροσερόν αέρα της. +Και οικιακήν αν είχον εργασίαν, απαιτούσαν την παρουσίαν και των +τεσσάρων θυγατέρων, πάντοτε την πρωίαν ήθελον πεταχθή εις τον +ελαιώνα ή την άμπελον, κάτι να ίδουν, κάτι να φέρουν, κάτι να +αναπνεύσουν. Επιάνετο η αναπνοή των μέσα εις τον στενόν οικίσκον. + +Αλλ' όταν δεν είχον εργασίαν εν τη κώμη, τότε όλην την ημέραν +διήρχοντο εν τη εξοχή μετά της μητρός των, ως αγαθού φρουρού, την +δ' εσπέραν θαμπά-θαμπά επανήρχοντο φαιδραί, δροσεραί, με την +πλουσίαν ξανθήν κόμην των αόρατον υπό την λευκήν ελαφράν μανδήλαν, +πλήρεις αγροτικής ευωδίας και καλλονής ως άνθη του βουνού, τα +οποία δρέπει τις εις την κορυφήν αποτόμου πέτρας. Και τι δεν +έφερον τότε εις την οικίαν, εις τον αγαπητόν πατέρα των, όστις +βαθύ παράπονον το είχε, διότι δεν ηδύνατο να περιπατήση μέχρι της +αμπέλου τουλάχιστον. Και τι δεν έφερον! Λάχανα δροσερά, ευώδη και +πολυώνυμα, λάπαθα, καυκαλίθρες, παπαρούνες και λεβοδιές. Αλλά και +αμανίτας απαλάς και ευωδιάζοντα βουνόν κούμαρα. Και τότε την +εσπέραν κατεσκεύαζον τα εύγευστα εκείνα «καλαπόδια» τυλίσσουσαι +ημικυκλικώς εις φύλλον λεπτόν ζύμης ψιλοκομμένα λάχανα μετ' ελαίου +και έψηνον αυτά ουχί εις τον φούρνον, αλλ' εν τη εστία επί πλακός +τιθεμένης επί του τρίποδος και απλουμένων υπ' αυτήν αραιώς των +ανθράκων. Και αν μεν ήτο καιρός εργασίας, αυταί εφρόντιζον περί +πάντων, πλην του σκαψίματος και κλαδεύματος. Εκαθάριζον τας +ελαίας, συνήθροιζον τον καρπόν, αργολογούσαν και εθειάφιζον την +άμπελον, εκρεμούσαν τον ορεινόν εις την συκήν και επεμελούντο της +επιμόχθου συγκομιδής των σύκων, ότε περισσότερον ηλιάζονται αι +νεάνιδες παρά τα σύκα εν τω μέσω του αδένδρου αγρού, όπου +τοποθετούνται αι ηλιάστραι υπό τας φλογεράς του θέρους ακτίνας· +τέλος ετρυγούσαν την άμπελον. Πλήρης και ατελείωτος σειρά εργασίας +περιφερομένη κυκλικώς μετά της περιόδου του ενιαυτού. Όταν δε +πάλιν δεν είχον εργασίαν γεωργικήν, τότε ηρέσκοντο να πλέκωσι, να +ράπτωσι και να νήθωσιν υπό την κατάμαυρον σκιάν της συκής, ή να +κάμνωσιν ένα περίπατον μέχρι της παραλίας της Κεχρεάς προς άλλην +άγνωστον ακτήν, διάφορον της συνήθους της κώμης παραλίας, και +καθήμεναι παρά το ευώδες κύμα να ρίπτωσι στρογγυλούς χάλικας εις +τον διαυγή πυθμένα και τα πράσινα νερά, ή να τρέχωσιν επί των +στιλπνών οστράκων, τρικλίζουσαι μετά χάριτος, ως νύμφαι +θαλασσιναί, άρτι αναδύσαι εκ του αλμυρού πόντου, αναζητούσαι επί +της ευωδιαζούσης εκ της καθαρότητος παραλίας τα παμποίκιλλα εκείνα +κελύφη των οστράκων, άτινα μετά τόσης λεπτότητος κατεργάζεται λεία +και στιλπνά ο καλλιτέχνης πόντος, προστρίβων ταύτα έως ου +αποκτήσωσι το χρυσίζον εκείνο, ή υπέρυθρον, ή πάλλευκον χρώμα. Ενώ +η μήτηρ, καθημένη εγγύς του κύματος, αφηρείτο εις τας απέναντι +νέας ακτάς και αγνώστους τόπους, θαυμάζουσα την απλουμένην +μυστηριώδη καλλονήν του πελάγους. + + — Τι ώμορφα! εψιθύριζεν η μήτηρ ως εν ονείρω, θεωρούσα τας κομψάς +γραμμάς των θεσσαλικών ακτών και του Πηλίου τας ερυθρωπάς +σχισμάδας· εν ώ ως κοπάδιον λευκών περιστερών υπελεύκαζον επάνω- +ψηλά της Ζαγοράς αι οικίαι. + +Ούτως είνε ο άνθρωπος. Το άγνωστον καταπλήττει. Όσον ωραίον, όσον +τερπνόν, όσον επαγωγόν και αν είνε το παρόν, το απτόν, γοητεύει +πάντοτε το άγνωστον, το άοπτον και αόρατον. + +Κ' εκεί της εφαίνετο ότι έβλεπεν εις το βάθος πέραν του κυανού +πόντου έν μαύρον βρίκιον με τα λευκά του ιστία ταχέως να διέρχηται +ως αστραπή προ των οφθαλμών της, ως να το εκίνει ουχί άνεμος, αλλά +η αμείλικτος του πεπρωμένου χειρ. Και τότε έκυπτεν η πτωχή εις το +κύμα, ελάμβανεν αλμυρόν ύδωρ διά των χειρών της και απέπλυνε τα +πικρά δάκρυά της. + +Ούτω διά δακρύων εχαιρέτιζε την οιχομένην ευδαιμονίαν της η αρχαία +της νήσου καπετάνισσα. + +Ήτο η μόνη ανάμνησις, ήτις της έφερνε δάκρυα, νεφύδρια εις τον +αίθριον ουρανόν των μαύρων της οφθαλμών. + +Αλλ' οποίαν τρυφήν ενετρύφων την μεσημβρίαν, ότε εις το σκοτεινόν +ρεύμα της Κεχρεάς — εκεί πλησίον ήτο το κτήμα των — υπό τας +πλατάνους και τα βαΐα και τας μύρτους μαζή με τους κοσσύφους, τας +τρυγόνας και τας φαιάς αγριοπεριστεράς έτρωγον βρέχουσαι τον άρτον +εις το κρύον του ρεύματος νερόν, παραμερίζουσαι τα βρύα και τα +καταπράσινα πολυτρίχια, τα οποία φύονται εις τας πηγάς και τας +κρήνας ως δροσεροί των υδάτων ανθισμοί. Και όταν το καύμα +εδυναμούτο υπό τας πλατάνους, κ' έβλεπον πέραν εις το κενόν να +παίζη η ατμοσφαίρα ως λεπτοτάτη και αόρατος σχεδόν αράχνη — +σημείον υψίστης θερμότητος — τότε απέβαλλον αι θυγατέρες της +Γερακούλας τα μαύρα φουστάνια, εκρεμούσαν την λεπτοΰφαντον λευκήν +μανδήλαν από των κλώνων των χλοερών και μακροφύλλων βαΐων, και με +τα λευκά κολόβια ενίπτοντο κ' ελούοντο εις το κρύον ρεύμα, +δροσίζουσαι τον απαλόν και λευκόν αυτών λαιμόν ως κύκνοι και +βρέχουσαι την μακράν ξανθήν των κόμην ως μεταξίνην χρησίζουσαν +κυματοειδώς επί των νώτων. + +Και είτα ετραγωδούσαν με την γλυκείαν λεπτήν φωνήν των και αι +τέσσαρες εν αρμονία θελγούση και πολλάκις εχόρευον. Ω! και έψαλλον +καλλιφώνως, ναι, έψαλλον εις το ρεύμα αι ευσεβείς νεάνιδες το +ωραίον τροπάριον της Παναγίας, της γειτονίσσης των, ως την +απεκάλουν τρυφερώς αι τρυφεραί κόραι. «Εν τη Γεννήσει την +Παρθενίαν εφύλαξας... » + +Κ' ησθάνετό τις γλυκύν τον αντίλαλον ν' αναβαίνη από του ρεύματος +διά των φύλλων της μυρωμένης εκείνης λόχμης ως ένθους και +γοητευτική αρμονία νυμφών, κατακηλούσα την ακοήν και καθηδύνουσα +την καρδίαν. + +Διά τούτο αι φιλοσκώμμονες άλλαι γυναίκες τας απεκάλεσαν, κατά το +εγχώριον γλωσσικόν ιδίωμα, _Αναράιδες_. + + — Γιατί να μας λένε _Αναράιδες_; έλεγεν ενίοτε η μεγαλειτέρα. + + — Ναι γιατί, Μα, να μας λένε; Εγώ δεν θέλω, επανελάμβανεν η +μικροτέρα και ξανθοτέρα, ένα αιθέριον πλάσμα νύμφης και δρόσου και +ορεινής ευωδίας, η ωραία και ξανθή Φανιώ. + + — Μακάρι νάσαστε! έλεγεν η μήτηρ, πλύνουσα συγχρόνως εις το +διαυγές ύδωρ την σκονισθείσαν εκ της πορείας μανδήλαν της. + + — Τι λες και συ, θα πω; + + — Μακάρι νάμαστε, να τους πάρουμε τη μιλιά, να μη μιλούνε για +μας. + +Και ήρχιζε τότε η μήτηρ, βλέπουσα τα σειόμενα βρύα υπό του +ρεύματος, να διηγήται προς τας θυγατέρας τον περί Νεράιδων μύθον, +καλλωπίζουσα αυτόν κομψώς διά της αφελούς φαντασίας της: + + — Αι Αναράιδες ήτανε ώμορφες γυναίκες, μα πολύ ώμορφες. Ψηλές, +λιγνές, κάτασπρες, ροδοκόκκινες, με ξανθά μαλλιά, κ' ετραγωδούσαν +εις τα ρεύματα σαν αηδόνια κ' εχόρευον ελαφρές σαν αέρας, καλή ώρα +σαν εσάς. Εκειδά ήταν γυναίκες και εκειδά εγινόντανε αηδόνια. +Εκειδά ήτανε κορίτσια και εκειδά γινόντανε άγγελοι με χρυσά μαλλιά +και με χρυσές φτερούγιες. + + — Τι λες, Μα; διέκοπτον αι θυγατέρες της. + + — Ναι, επανελάμβανεν η μήτηρ. Τες βλέπανε οι άνθρωποι έξαφνα και +τους έπαιρναν τη μιλιά! Από μερικούς έπαιρναν και τα μυαλά! + + — Τι λες, Μα; διέκοπτον πάλιν γελώσαι αι εύμορφοι θυγατέρες της +Γερακούλας. + +Ούτω παρήρχοντο αι ημέραι και νύκτες της αθώας αυτής οικογενείας. + +Ευδαίμονες γυναίκες! + +Έχε πλούτον, δεν έχεις χαράν, είσαι πένης. Έχε ξηρόν άρτον. Έχεις +χαράν; Είσαι πλούσιος. + +Ευδαίμονες γυναίκες! + + +Την άνοιξιν όμως πράγματι εμόχθουν η καλή μήτηρ και αι τέσσαρες +θυγατέρες της. + +Κατεγίνοντο περί την βομβυκοτροφίαν, ήτις ιδίως κατά τα τελευταία +έτη, καθ' ά συμβαίνει η παρούσα διήγησις, είχε λάβει μεγίστην +ανάπτυξιν εν τη νήσω. Και ηυδοκίμει σφόδρα, αν ουχί και προς +εξαγωγήν μεγάλην των μεταξοπλέκτων κουκκουλίων, αλλά προς +παραγωγήν της απαιτουμένης διά τας πλουσιωτάτας προικώας +ενδυμασίας των νεανίδων μετάξης, αίτινες μετά τρυφεράς +προσπαθείας, αψηφούσαι πάντα κόπον και κίνδυνον, αρέσκονται εις +την διατροφήν και ανάπτυξιν των ιδιοτρόπων και λεπτοφυών σκωλήκων +από της πρώτης ως μαύρης μυίας μικροσκοπικής εμφανίσεως, μέχρι της +ερωτικωτάτης αυτοθυσίας των, ότε αναβάς ο φαιόχρους με τους +αιχμηρούς ποδίσκους του σκώληξ επί του δροσερού κλώνου της δρυός ή +του ακανθωτού κιτρινανθέμου κλαδίου, βλέπει περιπαθώς δι' υστάτην +φοράν την μετά τόσης στοργής περιέπουσαν αυτόν παρθένον και κινών +τους ημίσεις του σώματός του δακτυλίους γοργώς κατά διαφόρους +διευθύνσεις, πλέκει το μετάξινον δίκτυόν του και κλείεται εντός +αυτού ως ο ερημίτης, ο εγκλεισμένος εν τω κελλίω του, ζων νεκρός, +λέγων μυστηριωδώς: λάβε την πνοήν μου εις πολύτιμον μέταξαν, ω +τρυφερά παρθένος, και κατασκεύασον το αραχνοϋφές ύφασμα, δι' ου θα +περιβάλης το απαλόν σώμα σου την ημέραν των γάμων σου. + +Η ωραία νήσος αφθόνως εσκιάζετο υπό των συκαμινεών, ων τα φύλλα +είνε η μόνη τροφή των μεταξοσκωλήκων. Οι περί την κώμην κήποι, +αυταί αι αυλαί των κομψών οικίσκων επρασίνιζον θελκτικώς από τα +πλατέα αμυγδαλοειδή φύλλα της μεταξοτρόφου συκομορέας εν αρμονία +προς το λευκόν των τοίχων και το ερυθρωπόν των στεγών. + +Πλην επί μακράν σειράν ετών πρότερον ηστόχησεν η ζωηρά αύτη +ενασχόλησις. Οι σκώληκες ηύξανον, ηύξανον γοργώς και όταν +προσήγγιζεν ο καιρός της ανόδου των εις το κλαδίον, ησθένουν και +απέθνησκον και αι καλαμωταί, τα καλάμινα απλωτά διαμονητήρια των +σκωλήκων, ετινάσσοντο εις τα καταλύματα — οικτρόν θέαμα — υπό τους +οδυρμούς τόσων μητέρων και τόσων παρθένων, αίτινες εις μάτην +εμόχθησαν υπό το καύμα του μαΐου φυλλολογούσαι εν τοις αγροίς. + +Εις μάτην η πτωχή μήτηρ την ημέραν του Ευαγγελισμού εισήρχετο εις +τον ναόν, φέρουσα εν τοις κόλποις της εντός μανδηλίου τον +μικροσκοπικόν σπόρον του βόμβυκος, όστις λειτουργηθείς ούτως +ετίθετο μετά ταύτα εγγύς της πυράς, ηυλογημένος, ίνα _ανοίξη_ επί +απαλού πανιού κ' εμφανισθή ο σκωληκίσκος, η μέλλουσα μεταξωτή χαρά +της παρθένου. Εις μάτην άλλη μήτηρ έδιδεν ωσαύτως τον σπόρον εις +τον υιόν της να τον φέρη την μεγάλην Παρασκευήν εν τω ναώ, όπως +αγιασθή πριν ανοίξη. Ουδεμία κόρη _εκλάδονεν_. + +Τότε απελπισθείσαι αι πτωχαί γυναίκες, φαίνεται ότι εγκατέλιπον +εις το εξής επί πολλά έτη τους ματαίους μόχθους και έβλεπες ξηρά +κούτσουρα τας συκαμινέας, εγκαταλειφθείσας εις την διάκρισιν άλλων +σκωλήκων πλέον, μεταξωτών και αυτών, των σκληρών παιδίων του +χωρίου, τα οποία αναβαίνοντα εις τα ωραία δένδρα, επλήρουν την +κοιλίαν και τον κόλπον των από τα σακχαρωτά συκάμινα κ' έθραυον +είτα τα ευλύγιστα κλωνάρια απομαδώντα τα τρυφερά φύλλα των εις +διατροφήν των λαιμάργων αιγών και αμνάδων. + +Η αποτυχία κοινώς απεδόθη εις ασθένειαν του σπόρου, αδυνατούντος +να παραγάγη γενναίον σκώληκα μέχρι του σχηματισμού των στιλπνών +ωχρολεύκων κουκκουλίων. + +Όμως κατά τα έτη της διηγήσεώς μας η ανάπτυξις της βομβυκοτροφίας +παρουσίασε νέαν θαυμασιωτέραν της παλαιάς ευδοκίμησιν. Η +Κυβέρνησις εξαπέστειλεν εις τα χωρία χημικώς εξηρευνημένον +βομβυκόσπορον της Προύσσης και η παραγωγή υπήρξε θαυμασιωτάτη. + +Και είδες πάραυτα ν' αναλάβη ζωήν το χωρίον κατά την άνοιξιν. +Επρασίνισαν πάλιν αι αυλαί του από τας ευμόρφους συκομορέας κ' +επανεφυτεύθησαν εις τους κήπους τα χλοερά δένδρα. + +Ανεκλάλητος χαρά ήτο διακεχυμένη έξω κατά το έαρ. Κόραι δε και +γραίαι ημιλλώντο εις το άσμα κατά την επίπονον συλλογήν των +φύλλων. Έλεγες ότι γενική εορτή τελείται εις το μικρόν χωρίον. + +Η ανάπτυξις του βόμβυκος προέβαινε λαμπρώς το έτος τούτο. + +Μόλις εφάνησαν τα πρώτα τρυφερά φυλλάκια εις τας συκαμινέας, +ήνοιξε και ο σπόρος επί του θερμού πανίου εγγύς της εστίας. Πρέπει +να συμπίπτη πάντοτε η άνοιξις του σπόρου με την άνοιξιν των +μορεών. + + — Καλορροίζικο, Μα, είπεν η μεγαλειτέρα κόρη της Γερακούλας, η +Ελένη. + + — Καλά κουκκούλια! ηυχήθη η μήτηρ. + +Και η Ελένη παρατηρήσασα ότι εσχηματίσθησαν όλα τα μαύρα +σκωληκάρια, ενέθηκεν εκεί τρυφερόν φύλλον, εκόλλησαν όλα επ' +αυτού, κινούμενα υπό της λαιμάργου ορμής προς το φαγητόν και ούτως +η κόρη έθεσεν αυτά εις μεγαλείτερον ταψίον, όπερ ετοποθέτησεν επί +καθέδρας, τους τέσσαρας πόδας της οποίας εστήριξεν εντός στάκτης, +ίνα μη δύνανται οι μύρμηκες ν' αναβώσι και πνίξωσι τους μικρούς +σκώληκας τους οποίους δεινώς καταδιώκουσι. Τώρα τρέφονται οι +σκώληκες διά φύλλων, μετά προσοχής κοπτομένων, ψιλά-ψιλά, διά +ψαλλίδος. Και αφού αυξηθώσι και είνε ανάγκη μεγαλειτέρου πάλιν +χώρου, κατά τον αυτόν τρόπον τοποθετούσιν αυτούς εις μεγαλείτερα +και περισσότερα ταψία, έως ου, αναπτυχθέντα τελείως πλέον τον +ωραίον σκώληκα και γενόμενον φαιόχρουν, τοποθετήσωσιν επί ευρείας +καλαμωτής, ην αποκρεμώσιν από των δοκών της οροφής διά τεσσάρων +σχοινίων, επαλείφουσαι αυτά επάνω διά κατραμίου, ίνα μη κατέλθωσιν +οι λαίμαργοι μύρμηκες. + +Και πλέον ησυχία απόλυτος εν τω οίκω. Ούτε ταραχή, ούτε φωνή, ούτε +άσμα. Είνε δειλοί οι μεταξοσκώληκες. Ο παραμικρός κρότος τους +εκφοβίζει και τότε δεν αναβαίνουσιν εις το κλαδίον και δεν +κάμνουσι κουκκούλια. Κατά την περίοδον ταύτην νομίζει τις ότι το +χωρίον είνε έρημον. + +Και τρέχουν διά φύλλα αι νεάνιδες δις της ημέρας. Και προσέχουν να +είνε τρυφερά και δροσερά, διότι τα πανιασμένα δεν τα τρώγουσιν οι +ευγενείς μεταξοσκώληκες. + +Αυτό είνε το καματερό. Και πράγματι κάματος και πόνος συνοδεύει +την ανάπτυξίν του. + + — Πάλι για φύλλα Μα! έλεγε κάθε πρωΐαν η Ελένη προς την μητέρα +της. + +Και έσπευδεν η Γερακούλα και αι θυγατέρες της εις την άμπελον και +εις την Κεχρεάν, όπου είχον χλοεράς συκαμινέας. Είχον ανοίξει +εφέτος περισσότερον. Υπελόγιζον να εξαγάγωσι δέκα οκάδας μέταξαν, +ήτοι έπρεπε να καταρτίσωσι κουκκούλια 100 οκάδων. Κατ' έτος +εισέπραττον 250 δραχμάς. Εφέτος υπελόγιζον να εισπράξωσι 500. +Εγέμισεν η οικία των καλαμωτάς, τέσσαρας-τέσσαρας, κρεμαμένας την +μίαν επάνω της άλλης. Τον γέροντα τον εστρίμωξαν κάτω εις μίαν +γωνίαν του ισογαίου. + + — Καλοκαίρι είνε, πατέρα, είπεν η Ελένη. Και ήκουες ένα βρυχηθμόν +λαίμαργον, όταν έρριπτον τα φύλλα εις τας καλαμωτάς, ως όταν πνέη +ξηρός άνεμος διά μέσου ξηρών φύλλων. Εις την στιγμήν τα πλατέα +φύλλα εγίνοντο άφαντα, εν πατάγω καταβροχθιζόμενα υπό του +στακτερού σκώληκος. + + — Πώς τρώει, θα πω! έλεγεν η Ελένη, κουρασθείσα να κουβαλή φύλλα. + + — Χριστός και Παναγία! διέκοπτεν η Γερακούλα. Φτύσε το μη το +βασκάνης! + +Και ανεζήτει εν μέσω των αεικίνητων σκωλήκων η μήτηρ, που ήτο +τρόμος να βλέπης τους απείρους μαύρους οφθαλμούς με τα στακτερά +σωληνοειδή σώματα, ανεζήτει υπό τα φύλλα κρυπτόμενα τα +_ακαμάτικα_, τα οποία _δεν κάμνουν κουκκούλια, δεν προκόπτουν_, τα +ανεύρισκε, διακρίνουσα ταύτα μετ' επιτηδειότητος, και τα έρριπτεν +εκ του παραθύρου εις την οδόν, επιλέγουσα σιγά-σιγά: + + — Άιντε, ακαμάτες, που είσθε σεις για κουκκούλια! + +Άλλοτε πάλιν εφρόντιζε διά πανίων να περιφράξη τας καλαμωτάς, όταν +ποτέ εσύριζεν ο βορράς και χειμών όψιμος προηγγέλλετο. Και +περιέφρασσε και τας θύρας ακόμη και τα παράθυρα. Τόσον το +λεπτοϋφές, το μεταξωτόν καματερό επηρεάζεται εκ του ψύχους. + + — Να ιδώ πλειο το καματερό σας, είπε ποτε εισελθούσα η γραία +γειτόνισσα αίφνης, ευρούσα την θύραν ημιάνοικτον, εν ώ η Γερακούλα +αναιβασμένη επί καθίσματος υψηλού, ανεσκάλευε τους ακαμάτες εν τη +επάνω καλαμωτή. Και επειδή η Γερακούλα δεν ήκουσεν, επανέλαβεν η +γειτόνισσα πλησιάζουσα: + + — Να ιδώ το καματερό σας πλειο! + + — Ου! δεν έχω, δεν έχω. Ψόφησε, το πέταξα. Απεκρίθη η Γερακούλα +και κατήλθε, σύρουσα την ξένην προς την θύραν βιαίως. Κ' +επανελάμβανε· + + — Ψόφησε! + +Εν ω αντήχει ο φοβερός τριγμός των ροκανιζομένων φύλλων. + +Κατά πρόληψιν παλαιάν δεν πρέπει «ξένο μάτι» να ίδη το καματερό. + +Και όταν ίδουν ότι οι σκώληκες ηλάττωσαν την τροφήν των και υψούσι +προς τ' άνω τας κεφαλάς των μετά του ημίσεως σώματος ως να ζητούσι +ν' αναβώσι που, καί τινες αρχίζουσι ν' αναρριχώνται εις της +καλαμωτής τα σχοινία, τότε πλησιάζει το «κλάδωμα». Θα μεταβώσιν αι +παρθένοι εις το βουνόν, θα φέρωσι «ζαλίκα» επί των νώτων, τους +ωραίους φουντωτούς θάμνους, το κλαδί, θα τοποθετήσωσιν αυτούς +πέριξ των καλαμωτών κ' εν μέσω σταυροειδώς, και θ' αναβαίνωσιν +ένας ένας οι σκώληκες να πλέξωσι τον κυλινδρικόν τάφον των, τα +μεταξοφόρα κουκκούλια, τον καρπόν τόσου καμάτου του επιμόχθου +καματερού. + + +Πρωίαν τινά του Μαΐου του έτους εκείνου εν τη ακμή της +βομβυκοτροφίας εγένετο ανάστατον το μικρόν χωρίον έκ τινος +κοινοποιήσεως υπό του δημάρχου αναγνωσθείσης εν τη εκκλησία. + +Η κοινοποίησις αύτη ην έγγραφον του Υπουργείου, αποτεινόμενον προς +τους κατοίκους των βορείων της Ελλάδος παραλίων, ων εφιστάτο η +προσοχή επί των αναφανέντων ληστρικών στιφών. + +Αληθώς κατά τας ημέρας εκείνας του Μαΐου, μετά την αποτυχίαν των +Καλαμπακικών, των «Αγγλογάλλων» καταλαβόντων τον Πειραιά και +αναγκασθέντος του βασιλέως Όθωνος να διακηρύξη εις τους πρέσβεις +Αγγλίας και Γαλλίας, ότι θα τηρήση πλήρη και αυστηράν ουδετερότητα +απέναντι της Τουρκίας επί του Κριμαϊκού πολέμου, ήρχισαν να +διαλύωνται τα επαναστατικά σώματα, τινές δε, οι αρειμανιώτεροι +τάχα; δεινώς πάσχοντες εκ της πενίας, ετράπησαν προς τον ληστρικόν +βίον και είχον αναγγελθή ήδη καί τινες ληστρικαί πράξεις αυτών επί +των θεσσαλικών μεθορίων προς την Φθιώτιδα. + +Δύνασθε να φαντασθήτε τον φόβον, ον παρήγαγεν είδησις τοιαύτη της +Κυβερνήσεως εις την φιλήσυχον κωμόπολιν της διηγήσεώς μας, όπου αι +γυναίκες πλεονάζουσι, διότι οι άνδρες ταξειδεύουσιν. + +Αι νυκτοφυλακαί της μικράς κώμης ετριπλασιάσθησαν. Οι πολίται +άπαντες, πλην των γερόντων, κατετάχθησαν εις λόχους κατά συνοικίας +και κατά σειράν εφρούρουν από της δύσεως του ηλίου μέχρι της +ανατολής. Όπλα υπήρχον αρκετά εν τη δημαρχία. Η νήσος αύτη +εχρησίμευσε πολλάκις ως καταφύγιον ή ορμητήριον επαναστατικών +σωμάτων επί των ορίων του Βασιλείου κειμένη, και αυτομάτως, ούτως +ειπείν, είχε σχηματισθή εκεί μικρά αποθήκη εκ καρυοφυλλίων του +εικοσιένα και καραμπινών του τακτικού στρατού, άτινα εγκατέλιπον ή +επώλουν τα διαλυόμενα εκάστοτε ανταρτικά σώματα. + +Μίαν ώραν μετά την ανάγνωσιν του φοβερού εγγράφου, ο είς και μόνος +κλητήρ της δημαρχίας, καλέσας εν τω δημαρχείω και τους δύο +αγροφύλακας, είπε με ύφος αρχηγού: + + — Τώρα θα γείνη το ρωμαίικο, παιδιά! Χωρίς άλλο! + +Και παρουσίασε προς αυτούς σωρείαν εσκωριασμένων όπλων, ράκη τινά +εριούχου και πινάκια ελαίου. + + — Να τα καθαρίσουμε γλήγορα, παιδιά. Χωρίς άλλο θα γείνη το +ρωμαίικο! + +Ο πτωχός αστυνομικός κλητήρ, γηραιός πολεμιστής του εικοσιένα, δεν +ενόει άλλον πόλεμον παρά τον προς απελευθέρωσιν των δούλων +αδελφών, δεν ενόει να καθαρίζη όπλα παρά προς πόλεμον κατά του +εχθρού. + + — Μ' αυτή τη σκουργιά θα γείνη το ρωμαίικο; Παρετήρησαν οι δύο +αγροφύλακες, μάλλον από νωθρότητα ή από φιλοτιμίαν. + + — Με ό,τι έχουμε, και ό,τι δεν έχουμε, επανέλαβεν ο κλητήρ. Ούτως +εις διάστημα τριών ωρών εκαθαρίσθησαν τρεις δεκάδες όπλων, δι' ων +ωπλίζοντο τας εκτάκτους αυτάς νύκτας αι __βάρδιες_ της μικράς +νήσου. + +Την επαύριον έδειξε σημεία ζωής και ο λιμενάρχης, εμφανισθείς +πρώτην φοράν εις την αγοράν και διατάξας να ετοιμάσωσι μίαν +πολεμικήν λέμβον, ην είχεν αφήσει εκεί η «Ματθίλδη» πανάρχαιον +πολεμικόν πλοίον. Οι κάτοικοι τω προσήνεγκον άλλην καινουργή και +στερεάν, πλην ο κ. λιμενάρχης συνειθισμένος εις τα πολεμικά ήθελε +«βασιλική βάρκα» να την ίδουν από μακράν οι πειραταί και να +τρομάξουν. Εστύπωσεν οπάς τινας, περιήλειψεν αυτάς διά πίσσης, +έβαψεν είτα την λέμβον διά φαιού χρώματος στιλπνού και επιβιβάσας +εν αυτή δύο γέροντας ναύτας, ων ο έτερος μονόχειρ, διέταξε να +περιπλέωσι την νήσον μέχρι του Κάστρου προς βορράν κατέναντι της +Χαλκιδικής. + +Την πρώτην νύκτα ο κλητήρ ηγρύπνησε μέχρι της πρωίας μετά μεγάλης +δυσαρεσκείας. Όταν την πρωίαν ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου, το +πρόσωπόν του ήτο στενόν και μακρόν, ως όταν παρατηρεί τις εντός +τεθραυσμένου καθρέπτου. Συνειθισμένος να κτυπά τον κώδωνα της +βάρδιας αφ' εσπέρας και να κοιμάται, εταλαιπωρήθη ο αγαθός εντός +μιας νυκτός. Και αι χείρες του και οι πόδες του ήσαν πλαδαραί ως +πλόκαμοι οκτάποδος. + + — Ε, τι νέα Γέρω-Γιάννη; ηρώτησεν αυτόν ο δήμαρχος. + + — Ησυχία και ασφάλεια, κύριε δήμαρχε. + + — Μπράβο, Γέρω-Γιάννη! Αρματώθηκες βλέπω σαν αστακός. + +Ο Γέρω-Γιάννης έρριψεν υπερήφανον βλέμμα εις τες ασημένιες +παλάσκες του και το υαλιστερόν όπλον, καρυοφύλλι μ' επαργυρωμένον +κοντάκιον. + + — Έτσι νάσαι πάντοτε! ηυχήθη αυτώ ο δήμαρχος. + + — Κύριε δήμαρχε, έτσι είμαι πάντοτε. Και εις πυρ και εις θάνατον. + +Ο δήμαρχος τότε περισκοπών το στιλπνόν καρυοφύλλι είδεν ότι +έλειπεν ο πυρίτης λίθος. + + — Αμ' πού είνε η τσακμακόπετρα Γέρω-Γιάννη; Έτσι θα γένη το +ρωμαίικο; + +Ο Γέρω-Γιάννης ερυθριάσας ολίγον εξήγαγεν εκ του θυλακίου του +τετράγωνον μυτερήν εις τας άκρας τσακμακόπετραν. + + — Την είχα εις την τσέπη μου! είπε μετ' αφελούς ετοιμότητος. + +Μετά τινας ημέρας ο δήμαρχος διέταξε τους αγροφύλακας να +περιοδεύσωσιν εις τα ενδότερα της νήσου, κάμνοντες διαφόρους +κατοπτεύσεις εις πολλά μέρη, παραλαβόντες καί τινας ακόμη +οπλοφόρους. Ητοιμάζετο δε να γνωστοποιήση εις το υπουργείον ότι +ησυχία και ασφάλεια επικρατεί εις την νήσον, ότε ενεφανίσθη προ +του λιμένος μεγάλη και πολύκωπος λέμβος, μετά τάχους κατευθυνομένη +προς την πολίχνην. + +Εταράχθη ολίγον. Πλην ίνα μη αποφανή, λέγει προς τον παριστάμενον +πάνοπλον κλητήρα. + + — Τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη! + +Ο κλητήρ παρατηρήσας πάραυτα το ωραίον καρυοφύλλιόν του είδεν ότι +έλειπε πάλιν η τσακμακόπετρα. Πλην ετοίμως εξάγει αυτήν εκ του +θυλακίου και την τοποθετεί καταλλήλως, περισφίγγων αυτήν. + + — Πάλι ς' τη τσέπη; παρετήρησεν ο δήμαρχος. Έτσι θα κάμωμε το +ρωμαίικο; + + — Δεν ξεύρω τι συμβαίνει, κύριε δήμαρχε, μου την παίρνουν τα +ποντίκια, και γι' αυτό την προφυλάττω. + +Την στιγμήν εκείνην προσήλθε και ο λιμενάρχης τεθορυβημένος. + + — Τι κάμνομεν κ. δήμαρχε; οι λησταί. Δεν τους βλέπετε; Εξήλθον +όλοι εις τον εξώστην· ο δήμαρχος με το πονηρόν του βλέμμα, ο +λιμενάρχης ωχρός ολίγον, και ο κλητήρ προσπαθών να βιδώση καλώς +την τσακμακόπετραν. Κάτω οι άνθρωποι ατάραχοι έβλεπον την +προσεγγίζουσαν λέμβον. Τινές δ' άλλοι προσήρχοντο δρομαίοι, αντί +όπλων, ως ανέμενεν ο λιμενάρχης, κρατούντες εις χείρας πινάκια +κίτρινα και πράσινα του Τσανάκ-καλέ. + + — Είνε ο γρίπος, εφώνησε θριαμβευτικώς ο Γέρω-Γιάννης, βλέπων +μετά προσοχής την πλησιάζουσαν μεγάλην και πολύκωπον λέμβον. + + — Μα έχεις μια μύτη, Γέρω-Γιάννη! + + — Και μάτια και αυτιά, κ. δήμαρχε. Με συγχωρείτε. + + — Αληθώς ήδη ηκούετο και το ζωηρόν των τσεσμελήδων αλιέων +κέλευσμα: + + _Ο γρίπος μας, η τράτα μας! + Άλ-λά, παιδιά!_ + +Αλλά και ο δήμαρχος είχε δίκαιον να μη ανησυχήση και ο λιμενάρχης +είχε δίκαιον ν' ανησυχήση. Εις τας εκτάκτους περιστάσεις όλοι οι +εν τη εξουσία έχουσι δίκαιον. + +Εν τούτοις η περίστασις αύτη ήτο ατυχής διά την μικράν νήσον, +ανοικτήν πανταχόθεν εις την επιδρομήν των ληστών. Ωχρόν δέος +εζωγραφίζετο κατά τας ημέρας εκείνας εις τα πρόσωπα πάντων. Αι +εργασίαι αι γεωργικαί διεκόπησαν και πάντες έμενον εν τη αγορά +διερωτώντες αλλήλους περί των συμβαινόντων. Συνεχώς δε τρις και +τετράκις της ημέρας κατήρχοντο από του υψηλοτέρου βουνου οι +αγροφύλακες, οπόθεν κατεσκόπευον το πέλαγος κ' εκόμιζον ειδήσεις +εις τον δήμαρχον. + +Ουδέν όμως υπέστη τοσαύτην καταστροφήν όσον η βομβυκοτροφία. Τα +καματερά, τα οποία, ως είδομεν, έκτακτον εσοδείαν προεμήνυον +εφέτος, ηπειλούντο διά τελείας καταστροφής, στερούμενα τροφής. +Θρήνος και οδυρμός μεταξύ των γυναικών. Πώς να εξέλθωσιν εις τους +αγρούς προς συλλογήν φύλλων μετά την ύποπτον είδησιν περί ληστών; +Ο δήμαρχος εφρόντισε και κατήρτισε σώματα οπλοφόρων, τα οποία +προεφύλαττον πάσας τας παρόδους και τας κορυφάς, όπως ευκολύνηται +η συλλογή των φύλλων. Πλην τι τρόμος ήτο εκείνος εν τοις αγροίς! Η +ευωδιάζουσα από μυρίων αρωμάτων εξοχή, η πάγκαλος εκείνη φύσις της +χλοεράς νήσου, είχε μεταβληθή εις σιωπηλήν και στυγνήν κοιλάδα +πένθους. Εις τους τρομασμένους οφθαλμούς των εξερχομένων γυναικών +τα δροσερά και μυριόχρωμα άνθη εφαίνοντο μαραμένα και άχροα. Και +αυτά τα καταπράσινα των συκαμινεών φύλλα μαύρα εφαίνοντο. Τα +αναρίθμητα κελαδήματα των πτηνών ούτε ηκούοντο καν υπό των +καταπεπληγμένων γυναικών και πάσα κίνησις φύλλων υπό του δροσερού +ανέμου αναπαρίστανεν εις την έκπληκτον φαντασίαν των δειλών +εκείνων όντων την αυχμηράν όψιν ληστού ή λιάπη! + +Πόσον ο τρόμος μεταβάλλει την όψιν των πραγμάτων! + +Αι περισσότεραι ούτε εξήλθον καν τας τρεις πρώτας ημέρας. Όσαι +είχον άνδρας, έστειλαν βεβαίως τους άνδρας των, αλλ' όσαι δεν +είχον, ή ηγόρασαν φύλλα παρά τινων αγαθών γειτονισσών ή +εγκατέλιπον τα καματερά εις την τύχην των. + +Και ήκουες: + + — Πάει το καματερό! + + — Αρί-καϋμένη, πάει πλειο. Κρίμα και κρίμα! + +Και ηκούσθη και γραία τις θρηνούσα αληθώς υψηλά εις τον βράχον ως +επί απωλεία ανθρώπου επανειλημμένως οδυρομένη «Καματερό μου, +καματεράκι μου!» + +Τωόντι τινές τα επέταξαν εις τον βράχον, όπου αι όρνιθες εύρον την +χαράν των, καταβροχθίζουσαι λαιμάργως τους τεφρόχρους εκείνους +σκώληκας μεγάλους και μαλακούς ως βούκας ζύμης. + +Η Γερακούλα ευτυχώς κατώρθωσε να εξοικονομή φύλλα κατά τας δεινάς +εκείνας ημέρας. Αναβιβάσασα επί οναρίου τον καπετάν-Θοδωρή, +πληρώσαντα καλώς έν ωραίον τρομπόνιον, το μόνον λείψανον του +απολεσθέντος βρικίου του, εξήρχετο μετά της μεγαλειτέρας των +θυγατέρων της και συνέλεγε φύλλα εις τα πλησιέστερα κτήματα, +δίδουσα αυτά εις το καματερό της μετά φειδούς. Εις το μέγα κτήμα +όμως, εις την Κεχρεάν, δεν ετόλμησε να μεταβή. + +Αλλά μετά παρέλευσιν ημερών τινων, επειδή ουδέν εγένετο εξ όσων +εφοβούντο οι άνθρωποι, ουδέ ληστρική συμμορία επεφάνη, επανήλθε +και πάλιν η ησυχία και το θάρρος εις την πολίχνην. + +Αι νυκτοφυλακαί έπαυσαν, οι άνθρωποι ήρχισαν να εξέρχωνται εις τας +εργασίας των και την νύκτα μέχρι του μεσονυκτίου μόνος ο Γέρω- +Γιάννης, ο δημαρχικός κλητήρ, περιήρχετο την έρημον κώμην, φέρων +το ωραίον καρυοφύλλι εις τον ώμον του και την τσακμακόπετραν εις +το θυλάκιόν του. Και αν τον έβλεπες υπό την φαεινήν ακτινοβολίαν +της σελήνης, εθεώρεις ότι περισσότερον ζωντανόν ήτο το αργυρούν +καρυοφύλλι, ου αι γλυφαί έπαιζον ως φολίδες έρποντος όφεως υπό τας +μαρμαρυγάς του αργυρού φωτός, παρά ο φέρων αυτό Γέρω-Γιάννης, +όστις σιγά-σιγά με κλειστά τα μάτια εβάδιζεν ως άνθρωπος έχων αντί +ψυχής καρυοφύλλι. + +Τέλος το υπουργείον απέστειλε νέον έγγραφον προς τον δήμαρχον της +μικράς νήσου, αναγγέλλον ότι αι συμμορίαι εκείναι των ληστών +διελύθησαν και καλούν τους νησιώτας να επαναλάβωσιν αφόβως τα έργα +των. + +Διά τούτο είδομεν εν αρχή της διηγήσεώς μας τόσαι λέμβοι μετά +γυναικών ιδίως ν' αποβιβάζωσι σάκκους φύλλων συκομορέας εις την +παραλίαν υπό το φως της σελήνης. + +Επειδή δε και μετά την καταστροφήν πολλών καματερών, πάλιν αι +συκομορέαι της νήσου δεν επήρκουν εις την διατροφήν των +απομεινάντων, — τόσων λαμπρώς έβαινεν εφέτος η ανάπτυξις του +μεταξοσκώληκος — πολλαί γυναίκες παραλαβούσαι και τους συζύγους +των ή άλλους συγγενείς των, μετέβησαν εις την εγγύς κωμόπολιν +Γλώσσαν, επί άλλης γειτονικής νήσου, όπου έμαθον ότι υπάρχουν +φύλλα άφθονα άνευ καματερών. + +Ούτω και η φιλόπονος Γερακούλα, παραλαβούσα τας τρεις θυγατέρας +της και τον καπετάν-Θοδωρή με το τρομπόνιον πλήρες, την άλλην +θυγατέρα άφησε προς φύλαξιν της οικίας, μετέβη εις Γλώσσαν κ' +εκόμισεν, ως είδομεν, τόσους σάκκους δροσερών φύλλων. + + +Μόλις ανεπαύθη την νύκτα η φιλόπονος αύτη οικογένεια από του +κόπου του διημέρου εκείνου ταξειδίου, και ητοιμάζετο λίαν πρωί να +μεταβή εις Κεχρεάν, εις το μακρινόν εκείνο κτήμα της, όπου κατά +τας δύο ημέρας της απουσίας ουδείς μετέβη και όπου υπήρχον αι +χλοερώτεραι συκομορέαι. + + — Θεια Γερακούλα, ηκούσθη φωνή την αυγήν έξωθεν εκ γειτονικού +παραθύρου, η φωνή της γραίας ξηράς και ωχράς γειτονίσσης. + + — Ποιος είνε; απήντησεν η Γερακούλα. + + — Να, εγώ είμαι, θα πάτε ς' Κεχρεά; + + — Λέμε να πάμε· τι να κάμουμε! + + — 'Σαν είνε, ναρθώ κ' εγώ μαζί σας. + + — Καλώς ναρθής. + + — Ξέρεις, φοβάμαι μοναχή μ'. Τώρα δεν έρχουνται οι αγρουφύλακες +κ' εγώ φοβάμαι μοναχή μ'! + + — Μη φοβάσαι. Δεν είναι τίποτα. Ημείς πήγαμε 'ς τη Γλώσσα. Δεν +είνε τίποτα. + + — Ξέρω κ' εγώ. Ρέματα είνε, αλάργα είνε, φόβος είνε. + + — Χριστός και Παναγία! Δεν είνε τίποτα. + + — Θαρθή κι' ου καπετάν-Θοδωρής; + + — Θαρθή. + + — Ναρθή. + +Αληθώς μετ' ολίγον ο καπετάν-Θοδωρής εξεκίνησε πρώτος, αναβάς επί +του οναρίου, κρατών και το βαρύ τρομπόνιον πλήρες. + +Η Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες της, έφερον εκάστη από ένα +σάκκον κενόν και εντός καλάθου έλαιον διά τα κανδήλια της +Παναγίας. Επί άλλου καλάθου, ον εκρέμασαν επί του οναρίου έθεσαν +τον άρτον και το προσφάγιον. Θα επέστρεφον μετά το δειλινόν. Έως +τότε υπελόγιζον ότι θα εσύναζον όλα τα υπάρχοντα εις τας εκεί +συκομορέας φύλλα. Επί του οναρίου ο καπετάν-Θοδωρής εφόρτωσε και +τους ψευδείς πόδας του, τα δύο χονδρά ραβδία, τα οποία +μετεχειρίζετο ως αληθινούς του πόδας. Οι άλλοι δύο πόδες του, οι +αληθινοί, εκρέμαντο από του οναρίου ξεκλειδωμένοι ως ψευδείς. + +Η Γερακούλα ήρχετο τελευταία, συνομιλούσα μετά της γειτονίσσης +της. + +Καθ' οδόν συνήντησαν άλλας πολλάς συντροφίας, αίτινες προς τον +αυτόν σκοπόν μετέβαινον εις τα κτήματα, άλλαι φλυαρούσαι, άλλαι +άδουσαι. Και δεν διέκρινες ποίαι ομιλούν, και ποίαι τραγουδούν. Η +ομιλία εν φαιδρά συντροφία εις τα βουνά ούτως ερρύθμως +απαγγέλλεται, ώστε εκ της ηχούς της αντηχούσης εντός των βαθέων +γευμάτων, ουδόλως διαφέρει του άσματος. + +Αλλ' όταν ανέβησαν εις το βουνόν κ' έμελλον να κλίνωσι προς το +μέγα της Κεχρεάς ρεύμα, έπαυσαν πλέον να συναντώσι νέας +συντροφίας. Προς τούτο το μέρος υπήρχον περισσότερα δάση και ολίγα +κτήματα. Μόνον το μέγα της Γερακούλας κτήμα εξετείνετο κάτω εις το +ρεύμα, και έν άλλο πλησίον, της γειτονίσσης της, καί τινα ακόμη +προς την θάλασσαν κατά τας δυτικάς ακτάς της νήσου. + +Ενόησαν ότι εισήλθον πλέον εις ερημίαν, ης η νεκρά νάρκη +εζωογονείτο κατά τι εκ των φαιδρών συνομιλιών των τεσσάρων +αδελφών, προς ας ο γέρων πατήρ, προηγούμενος, διηγείτο διάφορα +επεισόδια του ναυτικού του βίου, όστις συνεκρούσθη προς τας +τρικυμίας και τα πάθη της ζωής τόσον, όσον αι μαύραι δρύες, εν +μέσω των οποίων ήδη εβάδιζον, επάλαισαν προς τους κεραυνούς και +τας καταιγίδας. Αλλ' αν δεν κατώρθουν αι ολίγαι αυταί ανθρώπιναι +ομιλίαι να διασπάσωσι της ερήμου την νεκρικήν σιωπήν, τα +αναρίθμητα όμως πτηνά κατωτέρω, κεκρυμμένα εντός των γηραιών του +δάσους δένδρων, τόσην ζωήν, τόσην κίνησιν εμαρτύρουν με τα +αρμονικά αυτών κελαδήματα, ώστε αν έκλειες τους οφθαλμούς να μη +βλέπης την μαύρην ατελείωτον σειράν των σιωπηλών δένδρων με τους +σκληρούς κορμούς και το πυκνόν φύλλωμα, θα ενόμιζες ότι ευρίσκεσαι +εν μέσω του Παραδείσου, περικυκλούμενος υπό μυριάδων αγγελικών +όντων ως πτηνών κελαδούντων. + +Η Γερακούλα και η γειτόνισσα συνομιλούσαι έμενον ολίγον όπισθεν. + +Αι τέσσαρες θυγατέρες η μία κατόπιν της άλλης προέβαινον έχουσαι +σκεπασμένην την ξανθήν κόμην των, ίν' αποφύγωσι πρωινήν δρόσον. + + — Ελπίζεις, χριστιανή μ, λέγει αίφνης η γειτόνισσα σταματήσασα, +ελπίζεις να πανδρεύσης τέσσερες θυγατέρες; Εγώ μία την έχω, και +απελπίσθηκα πλεια. + +Έχουσα θάρρος πάντοτε ενώπιον της αγαθής Γερακούλας η ωχρά +γειτόνισσα, επενέβαινεν άκλητος εις τοιαύτας οικογενειακάς +συζητήσεις. Και μη ανεχομένη να βλέπη τόσον εύελπιν την +καλοκάγαθον γυναίκα, επεθύμει να την ακούση μια φορά να +βλασφημήση, διά να χαρή. + + — Καϋμό τώχω! έλεγε πολλάκις. + + — Ελπίζω λες; απήντησε τότε η Γερακούλα, πλήρης χριστιανικής +λάμψεως. Και τι θαρρείς; Είνε 'ς το χέρι μας; Αυτά είνε του Θεού. +Όποιος πιστεύει εις τον Θεόν, αυτός ελπίζει. Ποτέ μου, γειτόνισσα, +δεν απελπίσθηκα. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει +πώς θα τα οικονομήση. Σώπα, γιατί τώχω σε κακό μου να μου κόπτουν +την ελπίδα. Όποιος κόπτει την ελπίδα από τον άλλον, του κόπτει την +ζωήν. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού. + + — Αμ' δεν είνε του Θεού! 'Σ τα ρίξανε, κακομοίρα. Αχ! 'ς τα +ρίξανε και τι έχεις να υποφέρης! + +Ενόει η γειτόνισσα την επικρατούσαν αφελή πλάνην, καθ' ην την ώραν +του στεφανώματος εν τω γάμω οι εχθροί συνοικεσίου τινός διά +μαγείας προορίζουσι τον τοκετόν τόσων θυγατέρων, προς δυστυχίαν +του νέου ζεύγους, μέλλοντος να πάθη βάσανα και πειρασμούς, μέχρις +ου αποκαταστήση αυτάς, ιδίως εις τας δυστυχείς ταύτας ημέρας. + + — Σώπα, γειτόνισσα! Μου το είπες κι' άλλη φορά. Σώπα. Εγώ σου +είπα πολλές φορές, τα μάγια δεν τα πιστεύω. Τα μάγια είνε ψευτιές +για να ψευτοπερνούν μερικοί 'ς τον ψεύτικο κόσμο. + +Είπεν η Γερακούλα κ' έρριψεν αίφνης το πλήρες ελπίδων βλέμμα της +εις τας τέσσαρας θυγατέρας της. + +Είχον σταθή εις την κορυφήν του τελευταίου λόφου να ίδουν την +ανατολήν του ηλίου. Αφήρεσαν τας μανδήλας των, θερμανθείσαι εκ της +πορείας και αι ακτίνες του ηλίου πίπτουσαι εις την χρυσήν των +κόμην, θαυμασίως αυτήν κατηύγαζον. Ενόμιζες ότι κύμα χυτόν χρυσού +έλουε τας κορυφάς των τεσσάρων αυτών θυγατέρων, χρυσού παίζοντος +εις τους παρθενικούς αυτών ώμους μ' εξαισίαν στιλβηδόνα κ' +έκλαμψιν, χρυσού μαλακού, μαλακώς καταρρέοντος μέχρι της οσφύος. + +Φρίκη κρυφή διέτρεξε τα μέλη της Γερακούλας. + +Η μεγαλειτέρα ήτο 27 ετών, αι άλλαι ανά δύο έτη κατά σειράν +μικρότεραι και η τελευταία 21 ετών. Όλαι εις την ακμήν του γάμου. + +Και ως από μυστικής τινος ορμής κινηθείσα η πτωχή μήτηρ, ήρχισε να +μετρά επί των δακτύλων: μία, δύο, τρεις, . . . . + +Και εσταμάτησε κατηφής γενομένη, ως να εκάλυψε μαύρη σκέπη την +γελόεσσαν του προσώπου της αίγλην. + +Ούτως ο Σατανάς παρασύρει εις την παγίδα της αμαρτίας τον +άνθρωπον. + +Και η στρυφνή γειτόνισσα παρ' ολίγον με την θνητήν παρατήρησίν της, +παρ' ολίγον να ρίψη εις τα δίκτυα της αμαρτίας την ενάρετον +Γερακούλαν, ης το στόμα ουδέποτε έπαυσε να επικαλήται τον Κύριον, +και ης η καρδία ουδέποτε έπαυσε να ελπίζη εις τον Θεόν. + +Αλλ' η θεία χάρις σκέπει πάντοτε τον κοπιάσαντα εν τη αρετή, όστις +αποκτά ούτως ειπείν δικαιώματα επί της θείας δικαιοσύνης και δεν +τον αφίνει να πέση εις βλασφημίαν, καθώς τον δίκαιον Ιώβ. + +Έπτυσεν εις την γην η αγαθή Γερακούλα, ως να απέπτυσε την +βλασφημίαν, και ποιήσασα το σημείον του Σταυρού. + + — Δόξα σοι ο Θεός! εφώνησεν εκ βάθους στενάξασα ως από των +εγκάτων των σπλάγχνων της. + +Και επανέλαβε: + + — Έτσι που λες, γειτόνισσα. Εγώ τα κορίτσια μου τα άφησα εις τον +Θεόν. Ο Παντοδύναμος θα τα οικονομήση. + +Η αιγλήεσσα αιθρία επανήλθε πάλιν εις το πρόσωπον της Γερακούλας. + +Ήδη η γειτόνισσα απεχωρίζετο. Έφθανεν εις το κτήμα της. +Απεχαιρέτισε τας καλάς συντρόφους της, αίτινες έκλιναν ήδη προς το +σκοτεινόν μέγα ρεύμα, και εισήλθεν εις το κτήμα της. + +Αλλά μετ' ολίγον κραυγάζει ως να είχε λησμονήσει να το είπη +πρότερον. + + — Νάχετε το νου σας, κορίτσια. Είνε, ακόμα κλέφτες! τα μάτια σας +τέσσερα! κορίτσια! + +Και επανέλαβεν οξέως παρατείνουσα την ξηράν φωνήν της. + + — Κλέφτες! + +Και η ηχώ δεινή και άχαρις επανέλαβε δις· + + — Κλέφτες! + +Και εβούισεν έως κάτω το βαθύ ρεύμα βοήν φοβεράν, ως εάν εβούισε +τουφεκιά, καταπλήξασαν τα πτηνά, τα οποία εσίγησαν εις τας +δροσεράς κρύπτας των. + +Η μεγαλητέρα, η Ελένη, 'σαν να ήκουσε την φωνήν την δευτέραν +φοράν. Εκοντοστάθη ολίγον μετά τινος αγνώστου τρόμου, αλλ' είτα +επειδή τα πτηνά επανέλαβον το κελάδημά των, απέδωκε τον φόβον εις +την ύποπτον του ανθρώπου φαντασίαν και εξηκολούθησε τον δρόμον +χωρίς να είπη τι. + +Γειτόνισσαί τινες είνε πεπρωμένον να προβλέπωσι πάντοτε το κακόν, +με την διαφοράν ότι τούτο ως επί το πλείστον αποβαίνει εις αγαθόν. + + +Την ώραν καθ' ην είχον εξέλθη της πόλεως ο καπετάν Θοδωρής, η +Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες των, αυγή-αυγή, τέσσαρες +οπλοφόροι επεβιβάζοντο είς τινα σκοτεινόν και απότομον της Κεχρεάς +ορμίσκον, Μανδράκι καλούμενον, προς τας δυτικάς της νήσου ακτάς. +Έφερον και οι τέσσαρες στολάς πεπαλαιωμένας της χωροφυλακής, πλην +αντί υποδημάτων εφόρουν τσαρούχια ελαφρά και είχον τα πανταλόνια +κομμένα και περιδεδεμένα άνω του γόνατος, καλύπτοντες τον πήχυν +του ποδός διά της συνήθους βλαχόκαλτσας. + +Έσυραν την λέμβον των υπό τινα πυκνόν θάμνον, αόρατον εν μέσω των +βράχων εκάλυψαν ακόμη αυτήν και διά τινων πυκνών και ακανθωτών +αγριοβάτων και ανήλθον ως έλαφοι την άνω του ορμίσκου σκληράν της +γης λοφιάν, βραχώδη μεν και ολισθηράν, πλην κεκαλυμμένην υπό +δάσους ερείκων, κομάρων, πρίνων και σκολιών τινων πευκών, τας +κορυφάς των οποίων φαρμακόνει η άλμη του κύματος ως άχνη +ανερχομένη έως επάνω όταν μαίνεται κάτω η τρικυμία. Έως ότου +έλθωσιν εις το μονοπάτιον οι τέσσαρες ξένοι, υπέστησαν παλλάς +αμυχάς εις τας χείρας και τας παρειάς. Αλλ' επειδή ήσαν ένοπλοι με +υαλιστεράς καινουργείς καραμπίνας ευκόλως διήνοιγον τας άκρας των +σκληρών θάμνων και επερνούσαν παρεισδύοντες ως εν μέσω +ακανθοχοίρων μετά προσοχής. + +Επλησίαζαν τα χαράγματα. Η ημέρα προεμηνύετο ωραία αν και νέφη +τινά μαύρα, ως κάπαι ποιμενικαί, έτρεχον γοργά, ακολουθούντα του +πρωινού βορρά το ρεύμα. Άμα τη ανατολή του ηλίου θα έπνεεν ο +βορειοανατολικός, το δροσερόν μελτέμι, και ήδη παρεσκευάζετο το +ευρύ μετέωρον στάδιον του ουρανού, εν ώ ήθελεν αγωνισθή άνευ +αντιπάλου ο θερινός ούτος άνεμος, ου η ζωογόνος βία λυγίζει τας +κορυφάς των αριών, μεταβάλλουσα εις στακτερόν το πράσινον χρώμα +του δάσους, και λευκαίνει τον κυανούν πόντον μεταμορφούσα τα +κύματα εις αγέλας λευκών περιστερών. + +Οι τέσσαρες άνδρες εξελθόντες εις την ατραπόν, έστησαν προς +στιγμήν, ως διστάζοντες, αλλά μάλλον διότι ο είς τούτων, ο +φαινόμενος ως αρχηγός, προσεπάθει να διακρίνη τα μέρη ως άνθρωπος +θέλων ν' αναμνησθή παλαιάν γνωριμίαν. + +Ούτος έφερεν εν τη στολή του και χρυσά τινα σειρήτια και ράκος +χρυσού θυσάνου εν τη εσκωριασμένη σπάθη, τα δε κομβία τη στολής +του ήσαν μετά πλείονος επιμελείας εστιλβωμένα, ώστε ηδύνατό τις να +εκλάβη αυτόν τουλάχιστον ως υπομοίραρχον. Περί την οσφύν του μετά +χάριτος περιδεδεμένον ζεύγος μαλαμμοκαπνισμένων παλασκών εξέπεμπε +χρυσάς λάμψεις. Ήτο τεσσαρακονταετής περίπου την ηλικίαν, έπαιζον +δε γοργοί κ' ευκίνητοι οι μαύροι οφθαλμοί του εν αρμονία προς την +ηλιοκαυμένην όψιν του και την μαύρην στιλβηδόνα της μαύρης κόμης +του. Η χροιά και του προσώπου και των χειρών του ωμοίαζε προς το +βαθύχρουν δέρμα κήτους. Οι άλλοι δύο ήσαν ηλιοκαείς γέροντες +σχεδόν με σκληράς σάρκας κ' εξηγριωμένα χαρακτηριστικά, ο δε +τέταρτος έφηβος συμπαθητικός με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και +μαύρην κόμην, με λευκόν και απαλόν δέρμα, τον οποίον όμως +τερατωδώς ασχήμιζεν η ρακώδης ενδυμασία και η μετά των άλλων +αγριωπών ανθρώπων συντροφία. + +Τόσον δε πεπαλαιωμένη και εφθαρμένη ήτο η στολή των τριών τούτων, +ώστε μόλις εκ του στέμματος διεκρίνοντο ότι είνε χωροφύλακες. + +Προέβησαν ολίγα βήματα προς το δάσος, πλην και πάλιν έστησαν. + +Ο αρχηγός τότε ο μαυριδερός, έρριψε λοξόν βλέμμα επί των συντρόφων +του, ων ο νεώτερος είχε καταληφθή υπό τινος μυστικού φόβου όπερ +τον ηνάγκαζε να βραδυπορή· οι δ' άλλοι ακουσίως εβραδυπόρουν και +αυτοί, ως όταν σκοντάπτη κανείς επί λίθου. + +Υπέκλινε δις και τρις τον υψηλόν αυχένα ο νεώτερος, ως να +κατεπλάγη, ιδών αίφνης εξαπλούμενα προ των οφθαλμών του τα μαύρα +της Κεχρεάς δάση εις τα οποία δεν είχον εισδύσει ακόμη της αυγής +αι ασθενείς ακτίνες, αποφρασσομένης της ανατολής από υψηλού όρους. +Μαύρη επλανάτο επάνωθέν των η νυξ και πλέον μαύροι παρετάσσοντο +των γηραιών δρυών οι ακίνητοι όγκοι, άνωθεν των οποίων εσύριζεν ως +όφις παρερχόμενος ο πρωινός άνεμος. + +Η σελήνη είχε δύσει πρό τινων στιγμών και μόνον ως φλοξ ερυθρά +καιομένης ασβεστοκαμίνου μακρόθεν έφεγγεν όπισθεν του Προμηρίου +της Θετταλομαγνησίας ο αιμόχρους κύκλος της. + + — Κύτταξε καλά, Θανάση, έγρυξεν ο αρχηγός εν μέσω της ερημίας +αποτεινόμενος προς τον νεώτερον των συντρόφων. Μη μου πης ότι +φοβήθηκες της Νεράιδες. Ντροπή! Σ' το Καραντελή θάμαξα την +παλληκαριά σου. Και γι' αυτό δεν θα σ' αφήσω πλειο από κοντά μου. +Βλέπω και κοντοστέκεσαι. + + — Καπετάνιο, ξέρεις το ελάττωμά μου, απήντησε μετά δειλίας ο +Θανάσης. Το θέλω κ' εγώ; Να, έτσι κάνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια μου. + +Και έδειξε πέραν προς τον μαύρον δρυμόν, όπου υπελεύκαζον όγκοι +τινές υψηλοί. + + — Είνε βράχια, απήντησεν ο αρχηγός. Ντροπή σου! + + — Ήμουν δεκαπέντε χρόνων, σου το είπα. Επερνούσα από το ρέμα, ένα +μεγάλο και σκοτεινό ρέμα, μαύρο, κατάμαυρο, όπως μαυρίζει εκεί — +και έδειξε πέραν το δάσος. — Ήτον καταμεσήμερο, και της ηύρα κ' +εχόρευαν. Ήσαν ως τριάντα Νεράιδες, γυναίκες κάτασπρες, με άσπρους +λαιμούς, άσπρα χρυσοκεντημένα φορέματα και ξανθά μαλλιά. Αντί να +κάμω προς το βουνό, από τη σαστιμάρα μου έπεσα μέσα στο χορό. +Έφερναν γύρω σαν να φέρνη γύρω αέρας. Μπερδεύθηκα μέσα σε +ολόχρυσες πολυθρόνες, που κάθονταν οι βιολιτζήδες με τα χρυσά +βιολιά και τ' αργυρά λαγούτα. Από την γλυκειά μουσική εβούλωσαν τ' +αυτιά μου, από την χρυσή λάμψι των μαλλιών των εθάμπωσαν τα μάτια +μου. Κάμνω να μιλήσω, δεν ημπορούσα. Μου πήραν την μιλιά γιατί +τους χάλασα τον χορό. Έκαμα τρεις μήνες να μιλήσω. Από τότες μου +απόμεινε ένας φόβος 'ς την καρδιά και κάμνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια +μου μερικές φορές. 'Σ τον πόλεμο με είδες, καπετάνιε, αλλά 'ς της +Νεράιδες να μη με ιδής. Καλλίτερα να μη με ιδής. + +Ο αρχηγός εγέλασεν, ακούσας επαναλαμβανομένην την αφελή διήγησιν +του Θανάση. Και θωπεύσας αυτόν εις τον ώμον μετά πατρικής στοργής, +είπε: + + — Αι, μη φοβάσαι πλεια! Σήμερα θα πάμε σε μαυροφόραις. Μη +φοβάσαι. Σήμερα θα κάμνουν μαύρα-μαύρα τα μάτια σου. + +Και αφού περιέσφιγξεν ο μαυριδερός την οσφύν του ως εστηρίζετο +εκεί όλον το θάρρος του, κ' εκρότησαν ηδέως αι παλάσκαι, ετράπη +ταχύς προς το βουνόν ως άνθρωπος γνωρίζων τα «κατατόπια». Και μετ' +ολίγον έχων προ αυτού πάντοτε τον νεαρόν Θανάσην, έκλινεν όπισθεν +του όρους προς ανατολάς, όπου ηγείρετο η Μονή του Ευαγγελισμού. + +Οι δύο άλλοι ηκολούθουν. + + +Εν μέσω βαθείας χαράδρας αθέατος μεταξύ των βράχων, ολίγον +υψηλότερα του διαρρέοντος τον πετρώδη αύλακα χειμάρρου, ήτο +κτισμένη η Μονή του Ευαγγελισμού. Προς το βορειοδυτικόν της +χαράδρας υψούτο αμέσως άνωθεν του χειμάρρου μέγα και πετρώδες +τριγωνικόν βουνόν φαλακρόν εν τη οξεία κορυφή, αλλά σκιαζόμενον +προς τα κάτω υπό πυκνού δάσους δρυών, ων αι ρίζαι και οι κορμοί +συνεχέοντο προς τους φαιούς βράχους του, απροσίτους εις τους πόδας +του αγρότου, ως ήτο απρόσιτον εις την γλώσσαν το βάρβαρον όνομά +του. Και μόνον αι αίγες είχον εκεί την προσφιλή των διαμονήν με τα +μηκάσματά των και τους κωδωνίσκους των διασκεδάζουσαι τους +μοναχούς. Προς δε το νοτιοανατολικόν άνω του χειμάρρου υψούτο πολύ +ταπεινώτερος άλλος βραχώδης λόφος, εις την βορειοανατολικήν +πλευράν του οποίου λειανθείσαν, φαίνεται, εκτίσθη η Μονή του +Ευαγγελισμού. Σχοίνοι φουντωτοί και σφένδαμνοι υψηλαί και θάμνοι +άγριοι παντοίων συμπλεγμάτων φυτών και αναδενδράδων εσκίαζον το +μέρος τούτο, όπου ο γεωργός αντί βώλου γης ανασκάπτει πέτρας, +θραύων τας αξίνας του. + +Ο χείμαρρος διευθύνεται προς τας ανατολικάς ακτάς της νήσου, +διαρρέων παρακάτω από τα τείχη της Μονής ορμητικώς μεταξύ των +παρασυρομένων βράχων παρά τους χονδρούς κορμούς, καρυών και +πλατάνων, αίτινες μαγευτικήν όψιν παρέχουσιν εις το άγριον ρεύμα. + +Και μόνον προς ανατολάς καταβαίνει από του βράχου κλιτύς λιπαράς +γης, εν η πρασινίζουσιν ωραίοι αμπελώνες με τας υψηλάς κυπαρίσσους +των, απολήγοντες πλαγίως και προς βορράν εις το ρεύμα πάλιν, όπου +κρέμανται κλιμακηδόν οι θαλεροί της Μονής κήποι, ο είς επί του +άλλου, αρχόμενοι από της μεγάλης τετραγώνου στέρνας της δεχομένης +τα άφθονα του ρεύματος ύδατα, δι' ων κινούνται οι μύλοι και +ποτίζονται τα λαχανικά. Ο κατερχόμενος την ωραίαν των αμπελώνων +κλιτύν παρελθών το αλώνιον επί της ομαλής κορυφής του γεώδους +λόφου, διακρίνει αίφνης, χωρίς καν να το υποπτεύση, κάτω προς το +ρεύμα, ως προσπεφυκυίας επί του βράχου τας στακτεράς της Μονής +στέγας, εστεγασμένης όλης διά φαιών πλακών του βουνού. Μακρόθεν δε +από του πελάγους αύτη φαίνεται ως κρεμαμένη από του βράχου προς ον +συγχέεται. Βαρεία θολωτή καμάρα διά κτιστών δύο τετραγώνων κιόνων, +των καλουμένων υπό των βυζαντινών πινσών υποβασταζόντων το +παρεκκλήσιον του αγίου Δημητρίου με τον κομψόν θολίσκον του, +σκιάζει τον πυλώνα με την μαύρην μεγάλην πύλην, ης αι οριζόντιοι +διά χονδρών ήλων προσηλωμέναι χονδραί ορθόπλευροι σανίδες ως εκ +σιδήρου παχέα φαίνονται ελάσματα. Μικρόν δ' επί του δεξιού +θυροφύλλου πυλίδιον, το πορτέλλον, υπανοιγόμενον την νύκτα παρέχει +είσοδον εις τους ξένους χωρίς ν' ανοιγώσι τα βαρέα της πύλης +θυρόφυλλα. Ένδον διά των τεσσάρων ορθοπλεύρων πτερύγων, ανίσων το +ύψος, τας οροφάς και την ηλικίαν, εφ' ων κατά σειράν υπάρχουσι τα +κελλία των μοναχών, σχηματίζεται αυλή πλακόστρωτος, εν μέσω της +οποίας κείται το εύμορφον Καθολικόν της Μονής με τας στρογγύλας +γραμμάς του και τους δι' ερυθρού κονιάματος κεχρισμένους τρεις +θόλους του, εστεγασμένους και αυτούς διά φαιών πλακών. + +Η μονή αύτη ήκμαζε τότε, πλούσια κατέχουσα κτήματα ελαιώνων και +αμπελώνων, ων οι ευώδεις μοσχάτοι οίνοι _αλυπιακοί_ καλούμενοι έκ +τινος των παλαιών ηγουμένων και κτητόρων, του Αλυπίου, ιδιαιτέρως +σκευάζοντος αυτούς, πολλάκις εθαυμάσθησαν εν Αθήναις, εις τας +τραπέζας των Συνοδικών. Θεμελιωθείσα περί τα τέλη του +προπαρελθόντος αιώνος και μετά ταύτα ολονέν συμπληρουμένη διά +προσθήκης οροφών και πτερύγων, δι' α εδαπάνα αφειδώς τον +ατελείωτον πλούτον του πλουσιόπαις νησιώτης, καθιερώσας εκεί και +την ζωήν του, έστιλβε καινουργής, «Καινούργιο μοναστήρι» +καλουμένη, εις αντίθεσιν των παλαιών άλλων τριών μοναστηρίων της +Νήσου. Η σεμνή πρόσοψις άνω του πυλώνος και οι τοίχοι όλοι έξω +ήσαν κεχρισμένοι δι' ερυθρού ασβεστοκονιάματος ως οι θόλοι, όπερ +παρείχεν επιβάλλουσαν ερημικήν σεμνότητα εις την όλην του κτιρίου +όψιν. Σήμερον όμως τα ωραία κονιάματα κατετρίβησαν υπό των υετών +και των καταιγίδων, οι τοίχοι εις πολλά μέρη κατερειπώθησαν και +μονάζουσιν εν αυτή περισσότεραι γλαύκες ή μοναχοί... + +Την αυτήν πρωίαν ο θυρωρός της Μονής μοναχός ανήρ 35 ετών ως +κοντός τετράγωνος κορμός πεύκης, μάλλον στρογγυλός κ' έχων σχεδόν +μόνον κεφαλήν και κοιλίαν, μετά περιεργείας είδε τέσσαρας ξένους +χωροφύλακας, ων ο είς έφερεν αργυράς επωμίδας υπομοιράρχου άνευ +κροσσών. + + — Μμμμ, ηθέλησε ν' αρθρώση λέξεις τινάς ο θυρωρός, συγκεχυμένος +το σώμα και τον νουν, ιδών βαίνοντας τους ξένους ευθαρσώς προς τα +έσω, ως ανθρώπους οικείους, αλλά παρατηρήσας τα όπλα αυτών τα +καινουργή και τα ξίφη των και τα ξεφτισμένα του μαυριδερού αρχηγού +σειρήτια ηρκέσθη να χαιρετίση στρατιωτικώς μετά βίας υπανεγείρων +την κοντήν δεξιάν του προς το μέτωπον, μέγα και πλατύ ως τεμάχιον +σανίδος. + +Οι ξένοι προχωρήσαντες σοβαρώς, κροτούτος του αρχηγού το ξίφος +θορυβωδώς, ανήλθον μικρόν ξύλινον εξώστην προς τα δεξιά +εκτεινόμενον και εισήλθον μόνοι των κατ' ευθείαν εις το +αρχονταρίκιον — την αίθουσαν των ξένων — ανοικτήν πάντοτε και +φέρουσαν εστρωμένους επί των μενδερίων κύκλω ωραίους περσικούς +τάπητας. Προ πολλού είχε τελειώσει ο όρθρος, τινές δε των μοναχών +λίαν πρωί είχον εξέλθει εις τους κήπους και τας αμπέλους προς +εργασίαν. + +Ο μαυριδερός αρχηγός καθήσας σταυροποδητεί επί του μενδερίου και +θωπεύων τον μαύρον αυτού μύστακα εζήτησε πάραυτα τον ηγούμενον. +Αλλ' ο εμφανισθείς αρχοντάρης, γέρων ρινόφωνος, είπεν ότι ο +ηγούμενος απουσιάζει εις το Μετόχιον προ ημερών, αλλ' ότι εν +ανάγκη δύνανται να τον καλέσωσι. Και έβλεπε τον μαυριδερόν +αξιωματικόν μετά περιεργείας ως να ενόμιζεν ότι κάπου τον +ξαναείδεν. + + — Δεν πειράζει, είπεν ο άγνωστος, ημείς θα φύγωμεν αμέσως, διότι +βιαζόμεθα. + +Και μετά τέχνης απέφευγε τα πονηρά βλέμματα του γέροντος +αρχοντάρη. + + — Θα έρχεσθε διά την καταδίωξιν των ληστών; ηρώτησεν ο γέρων +μοναχός διά της ρινός του, όστις ήτο γραμματεύς και οικονόμος +συνάμα της μονής και ανεγίνωσκε την «Αθηνάν». + + — Ακριβώς δι' αυτό, απήντησεν ο αρχηγός, ευχαριστημένος ότι ο +αρχοντάρης, χωρίς να το υποπτεύη, διευκόλυνε μεγάλως την υπόθεσίν +του. + +Καθ' όλον αυτό το διάστημα οι τρεις άλλοι άγνωστοι χωροφύλακες +ίσταντο άφωνοι εγγύς της θύρας, βλέποντες μετά προσοχής και +περιεργείας την άνω αυτής κρεμαμένην μεγάλην χαρτίνην εικόνα, +παριστάνουσαν διά ζωηρών ερυθρών και μαύρων χρωμάτων τα επτά +θανάσιμα αμαρτήματα, επτά ωχράς ψυχάς εχούσας εν τω μέσω επί της +καρδίας ενθρονισμένον μαύρον βασιλικόν δαίμονα. + +Ήδη ο στρογγυλός θυρωρός, φοβερός ωτακουστής, ακούσας έσπευδε να +καλέση τους μοναχούς προλαβών του υπομοιράρχου τας σκέψεις. + + — Να έλθουν όλοι, διέταξε τότε ο αρχηγός, λαβών όλον το ύφος το +σκληρόν αρχηγού αποσπάσματος, καταδιώκοντος ληστάς διότι έχω να +σας αναγνώσω σπουδαίον έγγραφον της Κυβερνήσεως περί των ληστών. + +Ο θυρωρός έτρεχε με όλας τας δυνάμεις του κινών κεφαλήν και +κοιλίαν και τας κοντάς χείρας του εις την αυλήν· και πονηρός ως +ήτο εκτύπησε τον μικρόν κώδωνα, προς μεγάλην των χωροφυλάκων +δυσαρέσκειαν, οίτινες ηυχαριστούντο μάλλον να εργάζωνται αθορύβως +και χωρίς κώδωνας. + +Μετά μικρόν εισήλθον εις την αίθουσαν των ξένων πάντες οι μοναχοί +με τα πρόσωπα αυτών τα ωχρά και τα βλέμματα τα απλανή πλην +περίεργα και τους πώγωνας τους μακρούς. Ο αρχηγός εξήγαγεν ήδη +ογκώδη φάκελλον, ον προσεπάθει ν' ανοίξη, οι δε μοναχοί +προσήγγιζον εν κύκλω διά ν' ακούσωσιν. + +Ήτο εκεί ο κηπουρός με τον μικρόν σκαλιστήρα, διακόψας την +εργασίαν του. Δύο άλλοι νεώτεροι με κίτρινον τον πώγωνα εκ λεπτής +κόνεως θείου, κρατούντες και τα εκ λευκοσιδήρου θειαφιστήρια· +είχον εξέλθει προ μικρού μόλις ετελείωσεν η Ακολουθία, διά να +θειαφίσωσι την άμπελον «πριν πάρη το μελτέμι». Ήλθε και ο +μάγειρος, ανασφουγκωμένος τας χείρας και κρατών μεγάλην ξυλίνην +του μαγειρείου κουτάλαν. Εν όλω πέντε μοναχοί μετά του αρχοντάρη. + + — Δεν είνε άλλοι; ηρώτησεν ο αρχηγός των χωροφυλάκων. + + — Όχι γενναιότατε, απήντησεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης, χαίρων διότι +επέτυχεν εις τον τίτλον, δι' ον τόσην ώραν εσυλλογίζετο. Δυο τρεις +φορές του ήλθε να τον ονομάση ενδοξότατον, αλλά δεν του εφάνη +καλόν, άγνωστον διατί. + + — Προσέξετε, είπε μετά φωνής σθεναράς ο αρχηγός. Μήπως απεκρύψατε +κανένα; + + — Όχι, γενναιότατε! επανέλαβε πάλιν ο ρινόφωνος, οι άλλοι δέκα +είνε με τον ηγούμενον εις το Μετόχι, θειαφίζουν τα αμπέλια και +άλλοι λείπουν εις το Νησί, τον Τσουγκριά, (μίαν δροσεράν Νησίδα +προ του λιμένος, ανήκουσαν εις την Μονήν). + + — Θα έλθουν τώρα; + + — Θα έλθουν την Κυριακήν, μετά τέσσαρας ημέρας. + + — Πολύ καλά, είπεν ο μαυριδερός αρχηγός, εγερθείς εν θορύβω των +όπλων του. + +Και πάραυτα ως να ήτο σύνθημα το «πολύ καλά» τούτο, οι τρεις +χωροφύλακες, καταβιβάσαντες τους οφθαλμούς των από την φοβεράν +χαρτίνην εικόνα εξήγαγον εκ της οσφύος των μακρά και λεπτά σχοινία +και επιπεσόντες κατά των μονοχών εξαίφνης περιέδεσαν αυτούς μετά +πολλής ευκολίας, ενώ ο αρχηγός ίστατο με γυμνήν την σπάθην του προ +της θύρας. Μόνον ο μάγειρος, ο ζωηρότερος πάντων, διαμένων εν τη +μονή εξόριστος εξ άλλου μοναστηρίου ένεκα εγκλήματος, Γεδεών ο +καραβάς καλούμενος, διότι υπήρξε ναυτικός, ηθέλησε ν' αντισταθή +και προχωρήσας μάλιστα προς την θύραν ίνα διεξέλθη, εκτύπησε τον +αρχηγόν διά της ξυλίνης κουτάλας, εκστομίσας συγχρόνως μετά βοής +και την λέξιν _κλέφτες_. Πλην ως αστραπή η χειρ του αρχηγού +εφίμωσε το στόμα του, διά δε του πλατέος του ξίφους του επάταξε +αυτόν εις τον ώμον σκληρώς. Και τότε είς των χωροφυλάκων σπεύσας +έκλεισε και ησφάλισε την πύλην του Μοναστηρίου. + + — Ο πορτάρης! εκραύγασεν αίφνης ο αρχηγός. Πού είνε ο πορτάρης; + +Και έβλεπε περιδεής δεξιά και αριστερά. Ο θυρωρός είχε γείνει +άφαντος. + +Ο λήσταρχος — διότι ενώπιον ληστών ευρισκόμεθα — έγεινε τότε έξω +φρενών, κτυπών βαρβάρως τους δεσμίους. + + — Τα χρήματα! εφώναζε. Τα χρήματα! επανελάμβανεν. Ογλήγορα τα +χρήματα, έλεγε κ' εκτύπα τους δειλαίους μοναχούς ωχρούς και +αφώνους προ του απροσδοκήτου θεάματος. + + — Πήγαινε 'ς το μαγειριό, Θανάση, να ετοιμάσης το λάδι. Είπε προς +τον γνωστόν μας νεαρόν ληστήν ο αρχηγός, βλέπων ότι οι μοναχοί +έμενον άναυδοι. + +Σιγή φοβερά επηκολούθησεν. + +Ο βορειοανατολικός έπνεε βίαιος σείων μετά τριγμού θλιβερού τους +υελοπίνακας των παραθύρων, ων τα υελόφρακτα ημικυκλικά υπέρθυρα, +τα ακίνητα, παρίστανον κομψά σχήματα ναών και κωδωνοστασίων, των +διαφόρων διαιρέσεων της υάλου προσκολλωμένων δι' εξεχούσης +λευκοτάτης γύψου μ' ευθυγράμμους κόψεις. + +Μετ' ολίγον εμφανίζεται πάλιν ο Θανάσης κατακόκκινος, κρατών μέγα +μαύρον τηγάνιον, εν ώ ετσιτσίριζεν ακόμη σπαρακτικώς το έλαιον. + + — Έχετε εις το ταμείον χρήματα! Εμπρός τα κλειδιά· είπεν ο +αρχιληστής. + + — Τα έχει ο ηγούμενος, γενναιότατε, είπεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης. +Εμείς δεν γνωρίζομεν. + +Αλλ' ο αρχιληστής εν γνώσει πάντων λέγει προς τον Θανάση: + + — Εδώ Θανάση! + +Ο Θανάσης επλησίασε το τσιτσιρίζον τηγάνιον άνω της κεφαλής του +ρινοφώνου αρχοντάρη. + + — Τα κλειδιά! ωρύετο ο αρχιληστής. Είσαι ο οικονόμος! Σε γνωρίζω. +Είσαι ο πάτερ-Σισώης ο δάσκαλος, ο κυρ Σωτηράκης. Επειδή πριν +καλογερέψη είχε χρηματίσει διδάσκαλος εν τω χωρίω. Εσύ τα έχεις τα +κλειδιά. + +Τότε ο γέρων οικονόμος, διότι αληθώς αυτός ήτο γραμματεύς και +αρχοντάρης, εννοήσας ότι επροδόθησαν και βλέπων τον άφευκτον +κίνδυνον να καή ζων διά του ελαίου είπε με την ρινόφωνον θλιβεράν +φωνήν του, καταστάσαν ήδη θλιβερωτέραν: + + — Να τα κλειδιά! κ' έδειξε διά νεύματος τον κόλπον του, μη +δυνάμενος ν' απλώση την χείρα, δεδεμένος ως ήτο. + +Ο αρχιληστής ήρπασε πάραυτα τας κλείδας, έλυσε τον δέσμιον +οικονόμον και λέγει αυτώ: + + — Εμπρός! + +Κ' εξήλθον. + + — Αχ! ηκούσθη θλιβερά τότε των δεσμίων φωνή, ως ν' απεσπάτο από +της ρίζης η καρδία των. + +Ο αρχιληστής, κρατών εκ της χειρός τον τρέμοντα και ημιλιπόθυμον +οικονόμον ανήλθε τον τρίτον όροφον, γνωρίζων όλα τα εν τω +μοναστηρίω καλλίτερον από πολλούς των μοναχών, κ' έστη ενώπιον του +ηγουμενείου, όπου ην και το ταμείον. + +Εκρότει πενθίμως η μεγάλη κόρδα εκείνη από τα βαρέα πατήματα του +ληστού. + +Εισήλθον. Ήνοιξε το κιβώτιον ευκόλως ο αρχιληστής. Έλαβε τα +χρήματα, περιεχόμενα εν δοχείω εκ λευκοσιδήρου, και εξήλθε +κλειδώσας εντός τον γέροντα οικονόμον, οδυρόμενον εν εσχάτη οδύνη +και απογνώσει. + +Ούτε ηθέλησε ν' ανερευνήση άλλο τι ο ληστής· αν και περιείχοντο εν +τω κιβωτίω και άλλα αργυρά και χρυσά σκεύη, πολύτιμα βυζαντινά +κειμήλια. Μόνον ήνοιξε το δοχείον, είδε το χρυσίον και εν μεγίστη +βία επανακλείσας πάλιν τούτο επανήλθεν εις την αίθουσαν των ξένων +κομίζων τον θησαυρόν της Μονής. + +Εκείθεν δε χωρίς να ομιλήση, έθεσε το βαρύ δοχείον μετά του +χρυσίου εντός πεπαλαιωμένου και ρακοπλέκτου δισακκίου, όπερ ευρέθη +προχείρως εκεί, εν τω ετέρω των σάκκων έθεσεν άρτους τινάς ξηρούς +καλογηρικούς και προς τροφήν και διά το ισοστάθμισμα του δισακκίου +και φορτώσας τούτο εις τον ώμον του πιστού Θανάση είπε να κρατή +καλώς και μετά προσοχής τον εμπρόσθιον σάκκον. Και παραλαβών τους +συμμορίτας ανήλθε προς το βουνόν εν βία, αφείς δεδεμένους τους +μοναχούς. Αι αίγες δεν διασκελίζουσιν ετοιμότερον τα βράχη, ως +διεσκέλιζον τους θάμνους οι τέσσαρες λησταί. + + — Θα μας προδώση ο πορτάρης· είπεν ο αρχηγός φρυάττων, όταν +εξήλθον από του Μοναστηρίου. + + +Εις τα θεσσαλικά πεδία μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως του 54 +και την διάλυσιν των επαναστατικών σωμάτων διάφοροι οπλίται +περιεφέροντο γυμνοί σχεδόν, μ' εφθαρμένας στρατιωτικάς στολάς, +κατηρτισμένας εξ ιματισμού παντός όπλου, άνευ άρτου διά την +σήμερον και άνευ ελπίδος διά την αύριον, φεύγοντες την δίωξιν των +αγρίων αλβανών, οίτινες με τα βαρέα πατήματα των ετσαλαπατούσαν +τόσα ιερά όνειρα, φυέντα, ανθήσαντα και φυλλορροήσαντα εν μια μόνη +νυκτί εις τας δυστυχείς εκείνας χώρας. + +Τότε συνηντήθησαν εκεί και τέσσαρες χωροφύλακες, μ' εμβαλωμένας +στολάς πλην με καινουργή λαμπρά όπλα. Είχον λειποτακτήσει εκ των +φρουρών της Λαμίας, ως έλεγον, και κατετάχθησαν εις τα +επαναστατικά στρατόπεδα. Οι δύο εξ αυτών προήρχοντο εκ του σώματος +του Αλμυρού της Θεσσαλίας, οι δε εκ του στρατοπέδου της +Κασσάνδρας. + +Άγνωστον όμως αν οι τέσσαρες ούτοι αλήται ηγωνίσθησαν τωόντι είς +τινα των συμπλοκών του Μαΐου. Εν ταις επαναστάσεσιν, ότε +ανεφαίνοντο πρόσωπα και ονόματα άγνωστα έως τότε, ως να εξέρχωνται +από των τρωγλών και των αδύτων της γης, ένθα μένουσι το λοιπόν της +ζωής των διάστημα ως ναρκωμένα ερπετά, εν ταις τρικυμίαις εκείναις +των εθνών, εν αις ως από ναυαγίων επιπλέουσι και πολλά άχρηστα +πράγματα, δεν αγωνίζονται όλοι. Υπάρχουν επαναστάται διά την μάχην +και επαναστάται διά το πλιάτσικο, αναφαινόμενοι αίφνης εις την +μάχην. Εκ των δευτέρων τούτων ήσαν οι τέσσαρες αλήται με τας +στολάς των χωροφυλάκων, οίτινες, ενώ οι άλλοι οι αληθείς +πολεμισταί μετά την προκήρυξιν του υπουργείου Μαυροκορδάτου +επανήλθον εις το ελληνικόν, εξηκολούθουν να περιφέρωνται περί τα +πλούσια χωρία του Πηλίου ως λύκοι περί τας πολυάρνους μάνδρας, +οσφραινόμενοι πού ήτο δυνατόν να περιτύχωσιν ακίνδυνον λείαν. + +Ο καπετάν-Γεώργης, ούτως εβαπτίσθη εν τη συμμορία, ήτο ανήρ +τεσσαράκοντα ετών, μαυριδερός με ωραίον μαύρον μύστακα, τολμηρός +εν ειρήνη και πρωτοπαλλήκαρο εις το πλιάτσικο, πονηρός όμως και +πολυμήχανος. Αι δύο μεγάλαι γοργόνες αι γαλάζιαι, τας οποίας +έφερεν επί των δύο σκληρών βραχιόνων του υπερηφάνως, γεγραμμένας +διά βελόνης, εμβαπτισθείσης εν διαλύσει πυρίτιδος και ο μέγας +δικέφαλος αετός εν μέσω του στήθους του με ανοικτάς τας πτέρυγας +και τον σταυρόν εν τω μέσω κατά τον αυτόν τρόπον κεντηθείς, +εμαρτύρουν γενναίον άνδρα παίζοντα με την πυρίτιδα και με το αίμα +του. Πλην η ιστορία εκτός των επί του σώματός του αιματηρών τούτων +ιστοριών ουδέν κατόρθωμα του πολεμικόν εμνημόνευσεν έως τότε. +Είπον ουχ ήττον ότι ηγωνίσθη εις την μάχην του Καραντελή, πλησίον +του Δομοκού, έχων παρά το πλευρόν του νεανίαν άλλον Θανάσην +καλούμενον, μεθ' ου συνεδέθη διά στενής φιλίας, εκτιμήσας την +πίστιν και αφοσίωσίν του κατά το σύντομον της ανταρσίας εκείνης +διάστημα και την σκληρότητα της ψυχής του. + + — Έρχεσαι μαζί μου, Θανάση; λέγει ο καπετάν-Γεώργης προς τον +πιστόν νεανίαν μετά την διάλυσιν του στρατοπέδου του Αλμυρού και +την ματαίαν επιμονήν των περί την Καλαμπάκαν. + + — Έρχομαι· απήντησεν ο Θανάσης. + +Και αντί να εισέλθωσιν εις το Ελληνικόν εφάνησαν εις το Πήλιον, +τας νύκτας μόνον περιπατούντες διά τον φόβον των τούρκων. + +Κατά την επικίνδυνον αυτήν πορείαν συνηντήθησαν περί το Πήλιον, +προς άλλους δύο φυγάδας, της αυτής φύσεως, δύο σκληρούς και +τυλώδεις γέροντας, προερχομένους από της Χαλκιδικής. + +Και ούτως οι τέσσαρες ομού εκάθησαν νύκτα τινά περί τα τέλη του +Μαΐου υπό βαθύσκιον καστανέαν του Πηλίου ν' αναπαυθώσι. + + — Τι να κάμωμεν τώρα παιδιά; είπεν ο καπετάν-Γεώργης, σιωπηλώς +οικειοποιηθείς δικαιώματα αρχηγίας. + + — Ό,τι διατάξης, καπετάνιε, απήντησαν οι δύο ξένοι, με ύφος +υποταχθέντων παραχρήμα. + +Ο μαύρος μύσταξ του καπετάν-Γεώργη και το διαπεραστικόν και +πανούργον βλέμμα του είχον επιβληθή εκ πρώτης όψεως εις τους δύο +νέους συνοδοιπόρους. + +Ούτω φαίνεται ότι κατήρτιζε πάντοτε το καπετανάτον του ο καπετάν- +Γεώργης. Από τα μάτια διέκρινε τους εταίρους του, οίτινες πάλιν +από τα μάτια διέκρινον τον αρχηγόν των. + +Και τότε ήρχισεν ο καπετάν-Γεώργης να διηγήται περί της εν τη νήσω +Ν . . . ιεράς μονής του Ευαγγελισμού. Είχεν υπηρετήσει προ χρόνων +ως «βορδονάρης» περιποιούμενος τα υποζύγια και κτήνη της Μονής και +ήκουσε και είδεν εκεί τον πλούτον αυτής. + +Η διήγησις του καπετάν-Γεώργη ήτο τόσον δελεαστική, η δε απελπισία +των τεσσάρων εταίρων τόσον μεγάλη, ώστε εύκολον ήτο να καταστρωθή +εκεί, υπό την μαύρην σκιάν του πυκνοφύλλου δένδρου, το δολερόν +σχέδιον της ληστεύσεως του πλουσίου Κοινοβίου. + + — Κατά τύχην είμεθα όλοι χωροφύλακες, είπεν ο καπετάν-Γεώργης, +εγειρόμενος κ' επιδεικνύων χρυσίζοντα εν τω σκότει τα σειρίτια της +στολής του. Έχουν μεν αι στολαί μας ελλείψεις τινάς αλλά δεν +πειράζει — οι σκοτεινοί εταίροι ήρχισαν να περίμαζεύωσι και +περιδένωσι τα ράκη του ιματισμού των. — Ποιος θα το καταλάβη; θα +υποκριθώμεν τους χωροφύλακας της Κυβερνήσεως. Ως προς τα λοιπά μη +σας μέλει. + +Εύρον εις τον Πλατανιάν, το επίνειον του Προμηρίου, καλήν τινα +λέμβον, εν διαστήματι ωρών τινων διέπλευσαν τον μεταξύ πορθμόν και +διεπεραιώθησαν εις την απέναντι νήσον Ν . . . όπου είδομεν αυτούς +αποβάντας εις την Κεχρεάν και εκτελέσαντας τόσον επιτυχώς το +ευφυές του καπετάν-Γεώργη σχέδιον. + +Τώρα εξηγείται το πώς ο αρχιληστής εγνώριζε τα μονοπάτια και τα +βουνά της νήσου και τα του Μοναστηρίου ασφαλώς και βεβαίως. Ουδένα +φόβον δε είχον μήπως αναγνωρισθώσι καθ' οδόν υπό των εγχωρίων, +διότι εν εκείναις ταις ημέραις λησταί κ' επαναστάται περιεφέροντο +ως μαύροι κόρακες εις τα βόρεια της Ελλάδος σύνορα, δεν ήτο δε +παντάπασιν απροσδόκητος η αιφνιδία εμφάνισις χωροφυλάκων, +καταδιωκόντων ληστάς, κ' ενίοτε ληστών, καταδιωκόντων χωροφύλακας. + +Διά τούτο όταν μετέβαινον εις την Μονήν το θάρρος των ήτο στερεόν +και ακλόνητον. Αλλ' από της εξαφανίσεως του θυρωρού συνεταράχθησαν +κ' εν βία ενήργουν. Εκλονίσθη η καρδία των κ' εν απεριγράπτω φόβω +ανέβαινον το βουνόν, θέλοντες να επανέλθωσιν εις τον έρημον της +Κεχρεάς όρμον, όπου είχον αποκρύψει την λέμβον των. Από της αγρίας +εκείνης ακτής μέχρι του Μοναστηρίου η απόστασις είνε δίωρος. + +Όταν δ' οι λησταί μετά την διάπραξιν του ληστρικού των +εγχειρήματος ανεχώρουν εκ της Μονής, η ώρα ην ωσεί ενδεκάτη της +ημέρας. Δεν ηθέλησαν πλέον πρωί να εμφανισθώσιν εις τους μοναχούς, +ίνα μη κινήσωσι το φιλύποπτον αυτών. + + +Ήδη αι τέσσαρες θυγατέρες της Γερακούλας είχον συναθροίσει τα +φύλλα των συκαμινεών· επλήρωσαν τους σάκκους αυτών, θέσασαι αυτούς +υπό τας πλατάνους κάτω εις το ρεύμα, ίνα μη μαρανθώσι τα φύλλα, +και ανέμενον να κλίνη η μεσημβρία, και ούτω με την δρόσον +επανέλθωσιν εις την κώμην. + +Ο καύσων ήτο αφόρητος. Ο άνεμος είχε παύσει. + +Η Γερακούλα είχεν ανέλθει εις την Παναγίαν, επάνω επί της οδού, +ίνα ανάψη κατά το σύνηθες τας κανδήλας της εκκλησίας κ' ευχηθή. Ο +δε καπετάν-Θοδωρής κάτω εις το ρεύμα εκάθητο — είχον γευματίσει +πλέον — συνομιλών μετά των θυγατέρων του, αίτινες ένεκα του +καύσωνος αποβαλούσαι τας λευκάς των μανδήλας και τα φουστάνια, +εκρέμασαν αυτά από των πλατάνων κ' ενόμιζες τέσσαρες άλλαι +γυναίκες κρέμανται κατά σειράν. Η μικροτέρα, επειδή σπανίως ήρχετο +εις το μακρινόν τούτο κτήμα, όλη χαρά έτρεχεν από της μιας +πλατάνου εις την ετέραν, και πότε έκοπτε δάφνας χλοεράς και +μυροβόλους, πότε ευώδη φύλλα εκ των αγριολεμονεών και πότε +ανεζήτει εις την πρασίνην του ρεύματος όχθην το πολυτρίχι, ου το +εκχύλισμα έχει την ιδιότητα να μακραίνη τα μαλλιά. Ακολούθως +εισήλθεν εις το ρεύμα αναζητούσα καρκίνους υπό τας ολισθηράς +πέτρας. Αλλ' οι καρκίνοι των ρευμάτων είνε πονηρότατα όντα. +Ανεγείρων την πέτραν, θολόνεις το ύδωρ, ο δε καρκίνος δεν φεύγει, +ως οι καρκίνοι της βραχώδους ακτής, οίτινες εξαφανίζονται +αστραπηδόν εις τας σχισμάς των υφάλων, αλλά μένει εκεί υπό τα θολά +ύδατα ακίνητος. Ο δε φοβούμενος να εμβαπτίση την χείρα του εκεί +εις τα θολά, όπου άγνωστον αν δεν συναντήση τα ανοικτά στόματα του +οστράκου, σκληρά ως λαβίδα σιδηράν, δεν δύναται να συλλάβη +καρκίνους. + +Η μεγαλειτέρα έχουσα την σπανίαν ευτυχίαν να βλέπη τον πατέρα της +εις το κτήμα — πρώτην φοράν — διηγείτο προς αυτόν τας διαφόρους +εκδρομάς των και τας εν τω ερήμω εκείνω δάσει ενασχολήσεις των και +ιδίως πώς στήνουσα τας θηλειάς υπό τους θάμνους συνελάμβανε τους +κοσσύφους τον χειμώνα με τα μαύρα πτερά και με την κιτρίνην μύτην +τους κηρομίτας. Και ήκουε μετά το φαγητόν ο πατήρ, ευαρέστως +διερχόμενος την καταμεσημβρινήν εκείνην ώραν. + +Και ήτο εύμορφος η σκηνή να βλέπης γυρμένον τον γέροντα επί σωρού +μαλακής πτέρης, ην εκόμισαν τα κοράσια, διά ν' αναπαύσουν τα +πρεσβυτικά μέλη του πατρός των, εγγύς του ηδέως μορμυρίζοντος +ρεύματος, κ' εγγύς των ωραίων συμπλοκών της δάφνης, της μύρτου και +της αγρίας ροιάς με τα κατακόκκινα άνθη της, τας οποίας επιχαρίτως +εδέσμουν τα αγριόβατα, ενώ παραπέρα αι άγριαι λεμονέαι ως νύκτιαι +νύμφαι ίσταντο κατά σειράν με τον κατάμαυρον ίσκιον των. + +Και ήκουεν ο γέρων και διηγούντο αι θυγατέρες κ' ενίοτε ετραγώδουν +από τα σπάνια εκείνα και τρυφερά δίστιχα, τα οποία όλαι αι +νεάνιδες του χωρίου εζήλευον εις τους γάμους. Και δεν υπήρξε +πενθερά ήτις δεν κατέφυγε προς τας τέσσαρας της Γερακούλας +θυγατέρας να της είπουν δίστιχα, διά να τραγουδήση την νύμφην της +η μία, τον γαμβρόν της η άλλη. + +Και ιδού κοπαδάκι φαιών περιστερών προσέρχεται δειλά-δειλά με το +ταχύ και νευρικόν πτερύγισμά του να ποτισθή εις το δροσερόν ρεύμα. +Αλλ' αίφνης εν τη θέα των ξανθομάλλων παρθένων τρομάζει και χωρίς +να πατήση εις τα βρεγμένα λιθάρια υποστρέφει πάλιν δειλά-δειλά. + +Δύο-δύο έφευγον αι φαιαί αγριοπεριστεραί. — Τι ώμορφα, πατέρα, τι +ώμορφα, ανέκραξεν η Ελένη. — Γρήγορα θα έχωμεν γάμους, +επροφήτευσεν ο γέρων. Τα βλέπετε; Δύο-δύο φεύγουν, και είνε οκτώ +τα στακτερά περιστεράκια. Έτσι θα φύγετε και σεις δύο-δύο να πάτε +ς' της φωλίτσες σας. + +Και ετραγούδησεν ο γέρων: + + _Σαν τα πουλιά που φτέρωσαν πετούνε ένα-ένα + τα όνειρα της νειότης μου τα μοσχοαναθρεμμένα. + Του κάκου απλόνω με στοργή την ορφανή αγκαλιά μου + τώρα όπου τανάθρεψα, πετούνε μακρυά μου._ + +Εξεπλάγησαν αι καλαί θυγατέρες. Πρώτην φοράν ο πατήρ των με τόσην +φαιδρότητα ωμιλούσε και ετραγουδούσε. + + — Άλλη φορά θα σε παίρνωμε πάντοτε μαζί, πατέρα. Σου κάμνει καλό +η εξοχή· παρετήρησεν η δευτερότοκος η Μαργιώ. + +Ο καπετάν-Θοδωρής, αισθανθείς μετ' ολίγον μίαν ακτίνα του ηλίου να +έρχεται πλαγίως, υπανηγέρθη και είδεν ότι ο ήλιος ήρχισε να κλίνη +προς το μέρος της θαλάσσης. + + — Άργησεν η μητέρα, λέγει. + + — Πάμε να την φωνάξωμεν, είπε και η Ελένη. Είνε ώρα να φύγωμεν. +Δεν πρέπει ν' αργοπορήσωμεν, γιατί φόβος είνε ακόμα για τους +κλέφτες, + + — Ομιλείς πολύ σωστά, κόρη μου, είπεν ο πατήρ. + + +Η Γερακούλα την στιγμήν εκείνην κατήρχετο από του υψηλού λόφου, +κρατούσα κενόν το ελαστικόν, αφού ήναψε πλέον τας κανδήλας της +Παναγίας της Κεχρεάς, ότε όπισθεν της ακούει βαρείς βηματισμούς +ανθρώπου, όστις κατέβαινε την οδόν ορμητικώς ως κατρακυλών λίθος. + +Στρέφει και βλέπει κατέναντι αυτής τον Θανάσην, τον ληστήν, +φορτωμένον το καλογηρικόν δισάκκιον και το όπλον του το +υαλιστερόν. Η μορφή του η αγρία, εφάνη αγριωτέρα εν μέσω της +ερημιάς και η Γερακούλα μετά δέους εζάρωσε, τρέμουσα ως οψάριον, +παρά τινα σπηλαιώδη ρίζαν μεγάλης ελαίας. + +Ο ληστής εστάθη αποτόμως και έβλεπεν αγρίως προς το βαθύ ρεύμα +κάτω, ωχρός και με υπόλευκα μελανιασμένα τα χείλη. + +Αν η Γερακούλα δεν κατεπλήσσετο αίφνης, θα παρετήρει ότι ο ληστής +έτρεμε περισσότερον από αυτήν. Αλλ' εις ην δεινήν κατάπληξιν +ευρίσκετο, δεν ήτο δυνατόν να κρίνη ασφαλώς. + +Ο ληστής, ως κεραυνόπληκτος σταματήσας, εξηκολούθει να βλέπη προς +το ρεύμα κάτω, όπου διά μέσου των κλαδιών ελεύκαζον αι τέσσαρες +κρεμάμεναι λευκαί μανδήλαι των τεσσάρων αδελφών, κινούμεναι +ελαφρώς υπό της δροσεράς πνοής του ρεύματος. + +Εκ του μυστηριώδους τούτου θάμβους του ληστού, η Γερακούλα κατά +παράδοξον αντίθεσιν ήρχισε ν' αναλαμβάνη θάρρος. Ο άγνωστος της +εφαίνετο ως άνθρωπος δυνάμενος να ληστευθή παρά να ληστεύση. +Διέκρινεν ήδη η Γερακούλα και τα κομβία της στολής του και το +λευκόν βασιλικόν στέμμα επί του στρατιωτικού πίλου του. Δεν ήτο +ληστής πλέον ο αίφνης εμφανισθείς εν μέσω της αγρίας εκείνης +ερημίας, αλλά μάλλον ο δασοφύλαξ, άνθρωπος της βασιλικής +χωροφυλακής. + +Η Γερακούλα επανήλθεν εις τα λογικά της. + + — Κορίτσια είνε εκείνα που ασπρίζουν 'ς το ρέμα; ερωτά ο ληστής +υποτρέμων. + +Ήδη νέα φόβου εικών σχηματίζεται εν τη γυναικεία φαντασία της +Γερακούλας. Η ερώτησις αύτη της παριστάνει τον ξένον κακόν και +άγριον. + +«Αν επιτεθή κατά των κορασίων;» εσκέφθη. Η μικροτέρα των θυγατέρων +της είχεν απομακρυνθή και απομονωθή απώτερον εν τω ρεύματι, +αναζητούσα καρκίνους. Αν απαγάγη αυτήν ο κακοποιός άνθρωπος, πριν +προφθάση ο γέρων να τον αποκρούση; Και πώς να προφθάση ο πάσχων +και δυσκίνητος καπετάν-Θοδωρής! + +Εσκέφθη προς στιγμήν να κραυγάση, αλλ' εσυλλογίσθη ότι θα ενέβαλεν +εις αιφνιδίαν και επικίνδυνον ταραχήν τας δειλάς γυναίκας. Όλον το +ωχρόν δέος των παρελθουσών εβδομάδων θ' αναπαριστάνετο ωχρότερον +και φοβερώτερον εν μέσω του σκοτεινού εκείνου ρεύματος. Εσιώπα και +διελογίζετο τι να πράξη, ψελλίζουσα ένδον το «Θεοτόκε Παρθένε», ως +να ευρίσκετο ενώπιον φαντάσματος. + + — Νεράιδες είνε εκεί κάτω ς' το ρέμα που ασπρίζουν; Ερώτησε πάλιν +ο ληστής. + +Τώρα μόλις ανέλαμψεν η φωτεινή ακτίς της θείας προνοίας εν τη ψυχή +της Γερακούλας. Είδεν ότι είχεν ενώπιόν της δειλόν άνθρωπον και +ήτο πλέον πρόχειρος ο τρόπος ν' αποκρούση την συνάντησιν αυτού +μετά των θυγατέρων της. + +Ένθους ως εκ τινος μαρμαρυγής της εν τη ψυχή ιεράς φωτοβολίας του +πεπρωμένου της η Γερακούλα υποκρίνεται ότι βλέπει και αυτή τας +λευκαζούσας και κινουμένας μανδήλας κάτω εις τας πλατάνους, όθεν +δεν ηδύνατο ν' αποσπάση τα βλέμματά του ο δειλός ληστής, και +ανακράζει μετά τρόμου ποιούσα τον σταυρόν της: + + — Αναράιδες, παιδί μου! πω! πω! Αναράιδες! Τι να γένω! + +Και συνεμαζεύθη προς την ρίζαν της ελαίας, προσπεφυκυία ως τις +μαύρος ρόζος του φλοιού. + +Ο δειλός Θανάσης ακούσας ταύτα και ιδών την γυναίκα πτήσσουσαν εις +τα σπήλαια της ελαίας και συμπτυσσομένην ετράπη παράφορος προς το +κατέναντι δάσος, δεινώς παραπατών και διασχίζων τας ακανθωτάς +πρίνους ως ανθοφόρα κλαδιά εν φοβερώ κρότω των θραυομένων ξηρών +του δάσους κλώνων. + +Ην και ο όγκος ο βαρύς του δισακκίου επί του ώμου του, +περιπλεκόμενος κ' εμποδίζων αυτού την ελευθέραν διάβασιν. + +Η Γερακούλα τον είδε τότε βιαίως περιπεπλεγμένον εντός του δάσους, +τον είδε κλονισθέντα μίαν στιγμήν ως να ήθελε να πέση κάτω και να +κυλισθή — ήτο ανώμαλον και βραχώδες το έδαφος και ολισθηρόν συνάμα +εκ των ξηρών φύλλων των πευκών — πλην τον είδε καταβαλόντα +τελευταίαν αντίστασιν και διά της κεφαλής του προς τα εμπρός +υπερνικήσαντα, εισδύσαντα εντός της λόχμης και γενόμενον άφαντον. + +Τόση ήτο του δειλού ληστού η βία και η προς φυγήν μανία, ώστε η +Γερακούλα δις και τρις περιέβλεψε, μη τωόντι από του ρεύματος +ενεφανίσθησαν τα πονηρά της ερημίας πνεύματα. Και τότε είδε δύο +των θυγατέρων ν' αναβαίνωσι προς αναζήτησίν της. + + — Σωπάτε! ψιθυρίζει η μήτηρ, ιδούσα αυτάς θορυβούσας. + + — Τι είνε; Ερωτά η Ελένη. + +Ηκούετο ακόμη ο συνεχής συρμός όπισθεν της λόχμης από των βιαίως +σειομένων θάμνων, ως όταν από στενής ατραπού δάσους διέρχεται +υποζύγιον φορτωμένον. + +Μετ' ολίγον προσήλθον και αι άλλαι δύο θυγατέρες και ο γέρων με τα +ραβδία του. + +Έφερον και το ονάριον και τους σάκκους των φύλλων. + + — Τι κάμνομεν! ηρώτησεν ο καπετάν-Θοδωρής. Ώρα να πηγαίνωμεν. + +Η δε Γερακούλα διηγήθη τότε προς όλους το αστείον συμβάν του +δειλού χωροφύλακος. «Χωροφύλακας, δασοφύλακας, να, ένας ξένος, δεν +ξέρω» έλεγε. + +Αι δε νεάνιδες ανεκάγχασαν θορυβωδώς, ιδούσαι ότι το παρώνυμον, +όπερ εμπαικτικώς απέδιδον εις αυτάς εν τη κώμη, εγένετο αφορμή να +καταπλαγή ο ξένος. + + — Είπα να φωνάξω, εξηκολούθησεν η μήτηρ, αλλά φοβήθηκα, να σας +πω. Ήτον ξένος. Πρώτη φορά τον είδα. + +Αι νεάνιδες εκ περιεργείας επροχώρησαν προς την λόχμην, όθεν +εγένετο άφαντος ο ληστής και εθεώρουν το δάσος. + + — Μα πώς πέρασε! Έλεγεν η Ελένη απορούσα. + + — Ένας τενεκές! ανεφώνησεν αίφνης η μικροτέρα, ιδούσα εκεί εν +μέσω των θάμνων δοχείον κυλινδρικόν εκ λευκοσιδήρου. + +Ο γέρων, ως αρχαίος πλοίαρχος, έχων γνώσιν τοιούτων εκτάκτων +ευρημάτων, ητένισε περιέργως προς την Φανιώ. + + — Φέρε τον εδώ! λέγει. + + — Είνε βαρύς! απαντά σπεύσασα η Γερακούλα και προσπαθούσα να +μετακινήση το εύρημα. + +Ο γέρων εδιπλασίασε την περιέργειάν του και κουτσά-κουτσά με τα +δύο ραβδία του προέβη μέχρι της λόχμης. + +Όλαι περικυκλούσι τότε τον γέροντα, καθήσαντα εκεί και +προσπαθούντα ν' ανοίξη το δοχείον. + + — Δεν φοβάσαι πατέρα; υπέλαβον αι νεάνιδες, ως εάν ήτο το δοχείον +εκείνο φωλεά όφεων + + — Σωπάτε! Εδώ μέσα είναι η τύχη σας· έλεγε γελών ο γέρων. + + — Να ήταν τάχα του ξένου; ηρώτησεν η μικροτέρα. + + — Μπορεί! προσέθηκεν η μήτηρ, γιατί, μου φαίνεται, άκουσα ένα +κρότον κούφιον. Ήταν φορτωμένος ένα δισάκκι 'ς τον ώμο του. + + — Αυτουνού θα είνε, επανέλαβεν η μικροτέρα. Να, ένα κομμάτι +σχισμένο από το δισάκκι. + +Πράγματι ην εκεί και ράκος του περιπλακέντος εντός των αγκυλωτών +θάμνων δισακκίου. + +Αι άλλαι έβλεπον τον πρεσβύτην καταγινόμενον ν' ανοίξη το δοχείον. + + — Εδώ σας λέγω είνε η τύχη σας, επανελάμβανεν ο γέρων. Οποιανού +είνε, εδώ είνε η μοίρα σας. + + — Παληό πράμμα! εθαύμαζεν η Γερακούλα. Τώρα δεν φκιάνουν τέτοια +γερά! Κύττα χόνδρος! Κύττα σκαλίσματα εύμορφα! + +Το επικάλυμμα έφερεν ανάγλυπτον τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου. +Πέριξ δε τα τοιχώματα έφερον γλυφάς άλλων αγίων και κοσμήματα και +σταυρούς, κ' εν γένει το όλον εφαίνετο αρχαϊκόν τι εκκλησιαστικόν +κατασκεύασμα εξ άλλου τινός πολυτιμοτέρου μετάλλου. + +Αίφνης τότε, διανοιγέντος του επικαλύμματος, εξεχύθησαν επί των +χόρτων λάμποντα πολυάριθμα χρυσά νομίσματα. + +Προς την εξαφνικήν τούτων θέαν ο καπετάν-Θοδωρής ανετινάχθη ως να +εξήλθον φλόγες εκ του δοχείου και προσέβαλον αυτού το πρόσωπον. + +Ωσαύτως και αι γυναίκες υπεχώρησαν, αναφωνήσασαι θαυμασμού κ' +εκπλήξεως αναφωνήματα, τεθαμβωμέναι εκ της λάμψεως του χρυσίου. + +Και ως εξ ορμεμφύτου τινός κινήσεως ομοίως προσέβλεψαν πάσαι κύκλω +τα βουνά και την ερημίαν. + +Ταχέως συνελθών ο καπετάν-Θοδωρής εκ της πρώτης εκπλήξεως +συνήθροισε τα εκχυθέντα νομίσματα, τα οποία εξαισίως έλαμπον υπό +τον φλέγοντα ήλιον. + + — Σωπάτε! Δεν σας είπα ότι εδώ μέσα είνε η μοίρα σας; Γλήγορα να +φύγωμεν. + + — Σαν είνε του χωροφύλακα; ηρώτησεν η Φανιώ. + + — Αυτό είνε θησαυρός κεκρυμμένος, είπεν ο πατήρ. Αυτό είνε παληό +πράμμα. + +Και προσεπάθει να επανακλείση το δοχείον. + + — Σαν καινούργια δίλεπτα, είπε τις των θυγατέρων, παραδόξως +συγχέουσα εν τη απλότητι αυτής το πολύτιμον μέταλλον προς τον +χαλκόν. + + — Να σας πω τη γνώμη μου. Αυτός ο ξένος, φαίνεται, θα είναι +κανένας που γνώριζε εδώ τα μέρη. Εδώ έρχονται πολλές φορές ξένοι +με οδηγίες και ανευρίσκουν θησαυρούς. Εδώ 'ς την επανάστασι +πέρασαν πολλοί οπλαρχηγοί, πολλοί λιάπηδες και πολλοί κλέφτες. Και +όσοι είχον χρήματα τα έχωνον βάζοντας σημάδια πέτρες ριζιμιές, +κουφάλες μεγάλων δένδρων και βράχους, για να γυρίσουν αργότερα και +τα λάβουν. Αλλά φαίνεται ότι άλλοι από αυτούς εσκοτώθησαν εις τον +πόλεμον, άλλοι συνελήφθησαν και απέθανον εις τας φυλακάς και τα +χρήματα έμειναν θαμμένα. Ο καπετάν Νικόλας δεν ηύρε πέρσυ εδώ 'ς +τη Κεχρεά μία τζάρα γεμάτη φλωριά βενετικά κ' έφκιασε το καράβι; +Άλλοι πάλιν τα ονειρεύονται εις τον ύπνον τους κ' έρχουνται νύχτα +και σκάπτουν. Ο Γέρω-Διαμαντής δεν χάλασε όλα τα αρέα της +Παναγίας-Ντομάν κ' εξερίζωσε της ρίζες των για ν' αύρη χρήματα, +κρυμμένα; Αλλά πολλοί από αυτούς πεθαίνουν, γιατί τυχαίνει να +είναι στοιχειωμένα. Και αυτός ο ξένος, που τα πέταξε κ' έφυγε σαν +τρελλός, θα έπαθε φαίνεται. + +Εις το διάστημα τούτο, ενώ ωμίλει ο γέρων, συγχρόνως περιέκρυψε το +δοχείον εντός σάκκου τινός των φύλλων, αι δε γυναίκες ητοιμάσθησαν +προς αναχώρησιν. + + — Θα ήταν στοιχειωμένα! επανέλαβεν ο γέρων. + + — Λοιπόν τότε κ' ημείς; . . διέκοψεν η Ελένη εν φόβω . . + + — Ημείς δεν πταίομεν, επανέλαβε λέγων ο πατήρ, ημείς δεν τα +ηνοχλήσαμεν εις τα βάθη της γης τα στοιχειωμένα φλωρία. Ημείς τα +ηύραμεν επάνω, όπου τα εκτύπησε πλέον ο καθαρός αέρας και έφυγε +πάσα ακαθαρσία και κακή ενέργεια του δαίμονος. Δι' ημάς είνε δώρον +του Θεού. Και επειδή ο καπετάν-Θοδωρής ήτο φιλακόλουθος και καλός +χριστιανός κ' εγνώριζεν απέξω πολλά «γράμματα της Εκκλησίας» +προσέθηκε: + +«Παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον»... + + +Ο δειλός ληστής κάτω εις τον ορμίσκον τον έρημον ανέπνευσεν. Άλλως +δεν απείχε πολύ εκείθεν η θάλασσα. Καθ' όλον το διάστημα τούτο +ενόμιζεν ότι όπισθεν κατεδίωκον αυτόν τα φοβερά του ρεύματος +φαντάσματα, αι άυλοι Νεράιδες. Τα αγκυλωτά κλαδία, άτινα εν τη +λόχμη διηγκύλονον τας άκρας του στρατιωτικού του ιματίου και το +όπισθεν κρεμάμενον βαρύ μέρος της εφθαρμένης πείρας, εξελάμβανεν +ως τας σατανικάς χείρας των κακοποιών πνευμάτων, αίτινες +απειροπληθείς, μακραί κ' αιχμηραί ημιλλώντο περί της συλλήψεώς +του, η μία αφίνουσα αυτόν και η άλλη λαμβάνουσα ατελευτήτως κατά +διαδοχήν κ' εθραύοντο κατά την αγωνιώδη διάβασιν τα ξηρά τσαρπάλια +κ' εκρότουν αγρίως και τον κρότον εκείνον εξελάμβανεν ως την +φοβεράν φωνήν των φαντασμάτων. + +Τότε κατά την εισβολήν του εν τω δρυμώ απέμεινεν εκεί, διαγκυλωθέν +υπό τινος ακανθωτού και σκληρού θάμνου, το όπισθεν μέρος του +δισακκίου, εν ώ περιείχετο τα χρυσίον, όπερ αισθανθείς εν τη ορμή +του συλληφθέν, ενόμισεν ότι αι Νεράιδες, συλλαβούσαι, είλκον αυτό +εν βία προς τα όπισθεν. Ο δε Θανάσης εναγκαλισθείς σφιγκτότερον +τότε το εμπρόσθιον μέρος της πήρας, ενώ περιείχοντο οι ξηροί +άρτοι, νομίζων ότι εβάσταζε το χρυσίον, ώρμησε βιαιότερον προς τα +εμπρός, όπως ελευθερωθή από των χειρών, ως εφαντάζετο, των +βεβακχευμένων γυναικών. + +Τότε θραυσθέντος του αιχμηρού ξηρού κλώνου, του εμπαγέντος εν τω +όπισθεν σάκκω της πεπαλαιωμένης πήρας, διερράγη μέρος αυτής, δι' +ου υποχώρησαν το βαρύ χρυσοφόρον δοχείον κατέπεσε, κυλισθέν επί +των θάμνων κάτω. + +Εκεί παρ' ολίγον να πέση άπνους ο ληστής. Τότε εθόλωσεν ο νους +του, ότε, κρατηθέντος του δισακκίου, ενόμισεν ότι ενεπάγη ακίνητος +εκεί, ασφαλής λεία των φαντασμάτων. Μυρίαι όψεις τον περιεκύκλωσαν +— ούτω διηγείτο κατόπιν — όψεις παραδόξως ωραίαι και παραδόξως +δυσειδείς, κράμα τερατώδες νεάνιδος και γραίας, οφθαλμοί γλυκείς +και άγριοι, λαμπροί κ' εσβεσμένοι, στόματα με οδόντας και χωρίς +οδόντας, κεφαλαί με πτερά ταώνων, με λοφιάς τσαλαπετεινών, με +παντοία κέρατα, σώματα ως γυναικών και σώματα ως κυνών, σατανάδες +ανθρώπινοι, ενεδρεύοντες εν στιγμή τινι του βίου να συλλάβωσι την +δύσποτμον λείαν των, την ριπτομένην υπό της τύχης εν τω μέσω του +ορχουμένου θιάσου αυτών. Ούτω τερατωδώς εις τους οφθαλμούς του +ενεφανίσθησαν τα ωραία και αγγελόμορφα φαντάσματα των Νεράιδων. + +Επήρε τον ανασασμόν του μια, όταν ηλευθερώθη από του ημίσεως +φορτίου του, και μετ' ολίγον ευρέθη κάτω εις την παραλίαν. Όπισθεν +της λόχμης ήτο ευρύ μονοπάτιον. + +Οι δύο άλλοι γέροντες λησταί φθάσαντες προ αυτού είχον ήδη έτοιμον +την λέμβον εν τη θαλάσση κατά τας διαταγάς του αρχιληστού, όστις +ενεφανίσθη και αυτός μετ' ολίγον, ασθμαίνων. + +Κατά την βεβιασμένην από του Μοναστηρίου αναχώρησιν, υποπτεύσας ο +αρχιληστής ότι θα επροδόθη υπό του δραπετεύσαντος θυρωρού, +επανήρχετο εις Κεχρεάν μετά πολλών προφυλάξεων. Όταν ανέβησαν +επάνω εις την κορυφογραμμήν, από της οποίας εφαίνοντο εξ ενός η +κώμη κ' εξ άλλου η Κεχρεά, διέταξεν οι μεν δύο γέροντες ως +πρόσκοποι να βαδίζωσιν από των κορυφών, προσέχοντες προς το +αντίθετον μέρος, ο δε Θανάσης, ο έχων το χρυσίον, ο αφωσιωμένος +του σύντροφος, να καταβαίνη από του ομαλού διά της μεγάλης οδού +και του ρεύματος. Ο αρχιληστής θα τον ηκολούθει. Ο καπετάν Γεώργης +πονηρός και δόλιος, παρατηρήσας ότι ο πιστός αυτώ Θανάσης εκ του +προς τες Νεράιδες φόβου του ανεκάλυπτε πρώτος πάσαν κίνησιν φύλλων +και κλάδων, οσάκις διήρχοντο από ρευμάτων ή από δασών, διέτασσεν +αυτόν να βαδίζη πάντοτε εμπρός, ίνα ανακαλύπτη ευκόλως πάσαν +ενέδραν ή στρατιωτικήν κίνησιν. + + — Το καλλίτερο καραούλι είνε ο δειλός, έλεγε πολλάκις. Αλλά τότε +ο αρχιληστής παρέμεινεν εις την κορυφήν επί μικρόν, διότι ενόμισεν +ότι είδε κίνησιν ανθρώπων, εξερχομένων εκ της κώμης. Είχεν οξύ το +βλέμμα ως άγριον πτηνόν. Άλλως η κώμη απείχεν εκείθεν μίαν και +ημίσειαν ώραν κατωφερώς. Εσύριξε προς τον Θανάσην — σημείον ίνα +σπεύδη — και μετ' ολίγον, αφού κατεσκόπευσε τα πέριξ καλώς, +κατήλθε βιαίως και ούτος, αφού εβεβαιώθη ασφαλέστερον περί του +επικειμένου κινδύνου, διότι οι αναφανέντες οπλοφόροι διηυθύνοντο +προς το Μοναστήριον. + +Και τωόντι, όταν ο καπετάν-Θοδωρής και αι γυναίκες εθεώντο εν +μυστηριώδει εκστάσει τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, θα διήρχετο από +έμπροσθέν των ανύποπτος όλως ο αρχιληστής, αν το συμβάν εις τον +Θανάσην δεν ηνάγκαζε και αυτόν να παραστρατήση προς το βουνόν. +Ιδών δηλαδή μακρόθεν τον Θανάσην ορμώντα προς τα επάνω, και +διασχίζοντα ως μαινόμενον την πυκνή λόχμην, έκρινεν ότι και αυτός +θα έπραττε φρονίμως να τον ακολουθήση, αφίνων την πεπατημένην +οδόν. Και ούτω και ο αρχιληστής περίφοβος, υποπτεύων ενέδραν, +παρεξέκλινε, και διά των ορέων βαδίζων κατόπισθεν σχεδόν του +Θανάση, κατήλθεν εις τον απόκεντρον όρμον. + + — Εμπρός 'ς τα κουπιά! διέταξεν ο αρχιληστής επιβάς τελευταίος +εις την λέμβον, ήτις εκινήθη αποτόμως ένθεν και ένθεν εκ του +βαρέος αυτού πατήματος. + +Ο Θανάσης ούτε ενόησε πώς ευρέθη εν τη λέμβω. Τόσον ήτο +τεταραγμένος ακόμη. Εισήλθε και εκάθησε κρατών σφιγκτά μεταξύ των +χειρών του εν τη αγκάλη του το εφθαρμένον δισάκκιον, βαρύ και +δυσβάστακτον εκ των έμπροσθεν και κενόν εκ των όπισθεν. + +Έλαβον τας κώπας οι λοιποί και απεμακρύνθησαν ολίγον από της +παραλίας κατευθυνόμενοι προς βορράν, αθέατοι, υπό τους υψηλούς +βράχους, κατά πρώτον γιαλό-γιαλό πλέοντες. + +Και τότε μόνον ο αρχιληστής, καθησυχάσας, ανεζήτησε τον σάκκον, εν +ώ περιείχετο το χρυσίον. + +Το δισάκκιον εκράτει σφιγκτά ακόμη ο πιστός Θανάσης. + +Πλην εκπλήσσεται ο αρχιληστής μη ανευρίσκων εντός το χρυσοφόρον +δοχείον. + +Εκπλήσσεται και ο Θανάσης. + +Εκπλήσσονται και οι άλλοι δύο, οίτινες εκωπηλάτουν, οι δύο +γέροντες. + +Ο αρχιληστής έκφρων εκκενώνει το ήμισυ δισάκκιον, και πίπτουσιν οι +ξηροί του μοναστηρίου άρτοι, κτυπώντες επί των σανίδων της λέμβου +θλιβερώς ως σκληροί λίθοι. + +Προσέβλεψεν αγρίως τότε τον Θανάσην ο αρχιληστής. Το βλέμμα του +έπνεε πυρ και φλόγας. Όλη η αγωνία της καρδίας του κατά την +ύποπτον αυτήν πορείαν εξέσπασεν εις μανίαν. + +Υποπτεύει ότι ο Θανάσης κατεχράσθη την εμπιστοσύνην του, αποκρύψας +το χρυσίον, και μαίνεται κ' εκ της μανίας δεν δύναται να αρθρώση +λέξιν. + +Τότε μόλις εκ του νέου τούτου τρόμου συνήλθεν ο δειλός Θανάσης. Ο +νέος φόβος απεδίωξε τον παλαιόν. + + — Θα τα πήραν τα χρήματα αι Νεράιδες! λέγει με αφέλειαν μωρού +ανθρώπου. + +Εις τους πυρίνους του αρχιληστού οφθαλμούς νέαι φλόγες απήστραψαν. + +Ο δε Θανάσης προσθέτει: + + — Όταν μου έδωσες το δισάκκι, τα χρήματα ήσαν εις το εμπροσθινόν +μέρος, το οποίον εβαστούσα καλά με τα δυο μου χέρια 'ς την αγκαλιά +μου. Αλλ' όταν επάνω εις το βουνόν εσταμάτησα διά να ξεκουρασθώ, +άφησα το δισάκκι, και όταν το ξαναπήρα, κατά λάθος τα χρήματα ήσαν +εις το πίσω μέρος και εγώ εκράτουν σφιγκτά το εμπροσθινόν με τα +ψωμιά. Ω! Τι έπαθα! + + — Και πού είνε τα χρήματα τώρα! κραυγάζει πάλιν ο αρχιληστής +αγριώτερον, μη εννοών. + + — Θα τα πήραν αι Νεράιδες! επαναλαμβάνει ο Θανάσης. Ο αρχιληστής +εβρυχάτο ως λέων, εκ της μανίας αδυνατών να κινηθή καν. + +Ο δε Θανάσης εξακολουθεί να διαμαρτύρεται προοιμιαζόμενος πάλιν +ότι αν ήθελε να κλέψη τον αρχηγόν του, δεν θα είχε τόλμην να +εμφανισθή πλέον ενώπιόν του, διότι εγνώριζεν ότι ήθελε κινήσει την +οργήν του. Και θρηνεί. + +Και ούτω θρηνών αφηγείται το συμβάν επάνω εις το ρεύμα, υπό την +γενικήν αγανάκτησιν των συντρόφων όλων. + +Παρ' ολίγον ν' ανατρέψη την λέμβον εκ της οργής ο αρχιληστής και +να πνιγώσι πάντες εις την θάλασσαν. + +Οι δύο γέροντες προέτεινον ν' αποβιβασθώσι πάλιν κ' επανέλθωσιν +εις το μέρος, όπου, ως έλεγεν ο Θανάσης, είδε τα φαντάσματα. + +Η πρότασις ήτο καλή. + +Αλλ' ήδη ηκούοντο επάνω εγγύς της παραλίας πυροβολισμοί συνεχείς. + + — Σκύλε, Θανάση! είπε φρυάττων ο αρχιληστής. + +Έλαβον τότε οι λησταί τας κώπας, τέσσαρας μεγάλας και στερεάς, και +απεμακρύνθησαν ταχέως προς την αλίμενον ακτήν του Πηλίου, σιωπηλοί +και αγρίως κατηφείς, ως ν' απώλεσαν εν τη μάχη τον καλλίτερον +σύντροφόν των. + +Τη επαύριον οι περιπολεύοντες ακόμη αγροφύλακες ανεκάλυψαν εις την +έρημον εκείνην ακτήν της νήσου πτώμα χωροφύλακος, σχεδόν +διαμελισμένον. + +Ήτο το πτώμα του δειλού Θανάση, ον ο αρχιληστής διεμέλισεν εν τη +ληστρική οργή του. + +Οι μοναχοί, εις ους επεδείχθη υπό του δημάρχου, τον ανεγνώρισαν. +Τόσην δ' αίσθησιν είχε προξενήσει εις αυτούς ο ληστής ούτος, ώστε +και διαμελισμένον το σώμα τοις εφαίνετο ότι εκράτει ακόμη το +τσιτσιρίζον τηγάνιον. + + — Αυτός είνε ο άθλιος, έλεγεν ο ρινόφωνος οικονόμος της Μονής +πάτερ-Σισώης, προσθέτων και το ρητόν αργά-αργά: — Λάκκον ώρυξε και +ανέσκαψεν αυτόν... ». + + +Ο στρογγύλος θυρωρός της Μονής, ότε ίστατο εμπρός εις το +αρχονταρίκιον και ανέκρινε δευτέραν φοράν σιωπηλώς διά των +οφθαλμών του τους ξένους εκείνους, τους τόσον οικείως εισελθόντας +εις το Μοναστήριον, παρετήρησεν ότι από του φαινομένου αξιωματικού +της χωροφυλακής έλειπον τα σύμβολα του βαθμού του — αι σαρδέλλες +λεγόμεναι τότε — ένθεν κ' ένθεν του περιλαιμίου. Ο πονηρός +μοναχός, διαμείνας άλλοτε εν Αθήναις, μετά πολλής περιεργείας +εξηκρίβωνε τα του στρατού μάλιστα, έχων κλίσιν περί την πολεμικήν +τέχνην. + +Πολλάκις ο άνθρωπος εμφανίζει κλίσεις εις πράγματα διά τα οποία +είνε όλως διόλου ακατάλληλος. + +Παρετήρησε προσέτι, — τούτο ήτο λεπτότατον — ότι ο πίλος του +υπομοιράρχου έφερεν έν σειρίτιον διαφόρου χρωματισμού των επί της +στολής των άλλων. + +Ταύτα πάντα παρέσχον αυτώ υπονοίας περί των ξένων και εθεώρησε +φρόνιμον να κυλίση τον κατήφορον κρυφά-κρυφά, διά να γνωστοποιήση +τας υπονοίας του εις τον ηγούμενον. Διά τούτο αναζητηθείς τότε ο +θυρωρός υπό των ληστών, περιφρονησάντων αυτόν διά το ανάστημά του +κατά πρώτον, δεν ευρέθη. + +Και ιδού ότι ο άνθρωπος ουδένα πρέπει να περιφρονή εις αυτόν τον +κόσμον. + +Και κατ' αρχάς μεν εξήρχετο της Μονής ο θυρωρός, χωρίς να έχη σαφή +ιδέαν περί των πραγμάτων, αλλ' όταν επροχώρησεν ολίγον, και είδε +να κλείηται και ν' ασφαλίζηται η πύλη διά του σιδηρού μοχλού, και +ήκουσε τέλος — δεινόν ειπείν! — ήκουσε γοερώς αντηχούσαν την φωνήν +του μαγείρου, κραυγάζοντος «κλέφτες!», όταν τον είχε κτυπήσει ο +αρχιληστής, ως είδομεν, τότε εκαθαρίσθησαν πλέον αι ιδέαι του +στρογγύλου μοναχού, γενόμεναι στρογγυλώτεραι και μετά μίαν ώραν +ήτο εις το Μετόχιον και μετά ταύτα εις την κώμην, όπου τον είδον +περίφοβοι οι άνθρωποι, εις την αγοράν κυλιόμενον ως βαρέλιον διά +της παραλίας και κραυγάζοντα «κλέφτες!» χωρίς να ίσταται και χωρίς +να διασαφηνίζη το πράγμα, έως ου ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου. +Πάραυτα κατόπιν διά συγκεχυμένων λόγων διεδόθη εν τη κώμη, η +φοβερά είδησις. + + — Πάτησαν το Μοναστήρι! έλεγεν ο έτερος προς τον έτερον. + + — Πάτησαν το καινούργιο Μοναστήρι! επανελάμβανεν άλλος. Και εις +όλον το χωρίον αντήχει η βοή: + + — Πάτησαν το Μοναστήρι! + +Και έκλειον οι άνθρωποι τα μαγαζεία και ησφάλιζον αυτά, και +έκλειον αι γυναίκες τας θύρας και τα παράθυρα. Αμέσως αι οδοί +ηρημώθησαν. + +Και μόνον ο Γέρω-Γιάννης έτρεχεν, ο αστυνομικός κλητήρ, με τα +τσακμάκια εις τα θυλάκια και το καρυοφύλλι του εις τον ώμον +ανεβοκατεβαίνων την αγοράν και την δημαρχίαν, και εκάλει τους +πολίτας εις τα όπλα κρούων τον μέγαν κώδωνα του ναού. + +Το παραχθέν αίσθημα ήτο και φόβος και θλίψις. Φόβος μεν, διότι δεν +εγνώριζον περί της συμμορίας εκ πόσων συνέκειτο και τι σκοπούς +ακόμη είχε· θλίψις δε, διότι εγνώριζον ότι η Μονή του Ευαγγελισμού +είχεν αποταμιεύματα πλούσια. + +Και το εσέβοντο οι άνθρωποι το ιερόν Κοινόβιον και το ηγάπων. Οι +πτωχοί το είχον ως πτωχοτροφείον και οι γέροντες ως γηροκομείον. +Τας εορτάς του Πάσχα και των Χριστουγέννων φορτώματα εμοίραζε κάτω +εις τον λαόν τον σίτον και το έλαιον. + +Ούτως ο δήμαρχος επί κεφαλής οπλοφόρων εξήλθεν εις τα όρη προς +ανακάλυψιν των ληστών, παρακολουθούντος και του ηγουμένου. Κατά +πρώτον μετέβησαν εις την Μονήν, όπου εύρον τους μοναχούς δεμένους +ακόμη, κ' έμαθον ασφαλώς πλέον την γενομένην συμφοράν. + + — Ωχ! έκλαιεν ακόμη θρηνών ο ρινόφωνος γραμματεύς και οικονόμος +πάτερ-Σισώης, κλειδωμένος εν τω κενώ ταμείω. + +Και αντήχει γοερώς η φωνή του εις την έρημον κόρδαν των κελλίων ως +νυκτικόρακος στεναγμός. + + — Μας επρόδωσαν, κύριε δήμαρχε! επανελάμβανεν ο γέρων αρχοντάρης. +Μας επρόδωσαν! Τα εγνώριζον όλα. Ακόμη και τα κλειδιά, τα οποία +είχον εις τον κόρφον μου! + +Μετά ταύτα διηρέθησαν εις δύο σώματα και ο μεν Γέρω-Γιάννης απήλθε +προς το Κάστρον, ο δε δήμαρχος προς την Κεχριάν. Είνε τα δύο +αγριώτερα και απροσιτώτερα μέρη της νήσου. + + — Τον νου σου, και τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη, είπεν ο +δήμαρχος, αποχωριζόμενος από τον κλητήρα του. + +Και κατήλθε προς την θάλασσαν, του ηγουμένου, ενός ασκητικού και +ξηραγκενού μοναχού, λίαν ιεροπρεπούς, κατόπιν του πεζοπορούντος +και αυτού, και μη δυναμένου ούτε λέξιν να εκστομίση εκ της +θλίψεως. + +Εις το πέλαγος ουδεμία λέμβος εφαίνετο. Εις τα δάση και τα ρεύματα +ουδέν σημείον ύποπτον παρετήρησαν. Και ότε, ιστάμενοι επί λόφου +εγγύς της ακτής διελογίζοντο να επανέλθωσιν άπρακτοι, εξεκένωσαν +τα όπλα των εις το πέλαγος, αγανακτούντες διά την αποτυχίαν των +ερευνών των, τότε οι λησταί ακούσαντες τους πυροβολισμούς, +απεμακρύνθησαν βορειότερον και είτα ετάχυνον διά του πελάγους. Και +όταν ανήχθησαν πλέον μακράν, τότε είδον την λέμβον οι οπλοφόροι. +Πάραυτα ο δήμαρχος έκρουσεν εξ απογνώσεως τας παλάμας του. +Εννόησεν ότι οι λησταί διεξέφυγον εκ των χειρών των. Διότι ο +λιμενάρχης είχε διατάξει ουδεμία λέμβος να εξέλθη του λιμένος την +ημέραν εκείνην. Η δε ταχέως απομακρυνομένη των ακτών της νήσου +βεβαίως δεν θα ήτο καλή λέμβος. + + — Πάει, βρε παιδιά, μας γλυτώσανε! είπε τεθλιμμένος και +επανεκτύπησε τας παλάμας του. + +Εξεκένωσαν τότε και δευτέραν φοράν τα όπλα των οι οπλοφόροι, άτινα +αντήχησαν πενθίμως επί της λείας επιφανείας της θαλάσσης, +αποχαιρετισμός ηχηρός προς τους απομακρυνομένους ληστάς και τας +φευγούσας ελπίδας των. + + — Αιωνία των η μνήμη! είπεν ο δήμαρχος. Τι άλλο να είπη; + +Και θέλων να διασκεδάση την θλίψιν του ηγουμένου ηρώτησεν ολίγον +ατόπως: + + — Τάλληρα ήτανε, γέροντα, ή λίρες; + +Ο ηγούμενος εξηκολούθει να ήνε άφωνος. Ενόμιζες ότι αι λευκαί +τρίχες του παχέος μύστακος αυτού απέκρυψαν τελείως το στόμα του. + +Και μόνον ένα θρήνον τώρα εξέβαλεν υπόκωφον. + + — Και τα είχαμε διά την ζωγραφίαν της Εκκλησίας! . . . + + +Ο καπετάν-Θοδωρής, επιβαίνων του οναρίου του, ως όταν από ευτυχούς +ταξειδίου επανήρχετο με το βρίκιόν του φορτωμένος τάλληρα +ισπανικά, — στιγμάς τινας μάλιστα εξέλαβε τας ευτελείς του ζώου +ηνίας ως το μεγαλοπρεπές πηδάλιον του βρικίου του — μετά φαιδράς +απαθείας εθεώρει τα βουνά και τα δένδρα, δι' ων διήρχετο σείων την +κεφαλήν του κανονικώς, συμφώνως προς τας κινήσεις του οναρίου, και +ονειρευόμενος ποικίλα σχέδια, κατά τα οποία διερρύθμιζε +φρονιμώτερον τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, την πλουσίαν μοίραν των +θυγατέρων του. Και συνεχώς δι' αιχμηρού ξυλαρίου εκέντα εις τα +οπίσθια το βραδύ ζώον. Αι δε γυναίκες φορτωμέναι τα φύλλα +ηκολούθουν κρυφομιλούσαι και αυταί και σχεδιάζουσαι μυρία όσα +ευτυχή σχέδια, ουδέ ησθάνοντο το βάρος του συμπεπιεσμένου σάκκου +εκ της χαράς, ήτις επλήρου την καρδίαν των τας ευδαίμονας εκείνας +ώρας. Και δι' απατήτων ατραπών, αποφεύγουσαι τας συναντήσεις, +έφθασαν εις την οικίαν των, χωρίς να εννοήσωσι και αυταί πώς τόσον +ελαφρώς διήλθον το τρίωρον εκείνο διάστημα. Παρά πολύ δε +κατεπλάγησαν ευρούσαι την ωραίαν κώμην σιωπηλήν, ως έρημον, και +όλα εν αυτή κατάκλειστα και μόνον τους κύνας ανερευνώντας τροφήν. + +Μόλις δε είχον εισκομίσει τους σάκκους των φύλλων, προφυλάξασαι +τον θησαυρόν αι γυναίκες εις ασφαλές μέρος, ίνα κατόπιν την νύκτα +τακτοποιήσωσιν αυτόν, και ήρχισαν να ρίπτωσι με χαράν δροσερά +φύλλα εις το καματερόν, το οποίον εθεώρουν και του χρυσίου +πολυτιμότερον, και ιδού προσέρχεται η γειτόνισσα ασθμαίνουσα. + + — Αρί-σείς, ήρθατε! Εγώ πλειο τρόμαξα 'ς το δρόμο. Αι γυναίκες +ουδέν εννόουν. + + — Πάτησαν το Μοναστήρι! Δεν το μάθατε! Βούιξε όλο το χωριό. + + — Πάτησαν το Μοναστήρι! Είπεν εκπεπληγμένος ο καπετάν-Θοδωρής, ως +άνθρωπος του οποίου ωραίον όνειρον διέκοψε ξηρός κρότος ατακτούσης +γαλής. + + — Εγώ όταν κατέβαινα από το κτήμα, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είδα +τον κόσμο που πήγαιναν ωπλισμένοι. + +Και διηγήθη τότε η φλύαρος γραία μετά πολλής ζωηρότητος όλην την +ιστορίαν της ληστείας μετά περιγραφών γυναικείας φαντασίας. + +Ο καπετάν-Θοδωρής ήτο ευσεβής άνθρωπος. Η Γερακούλα, αυτή πλέον +ήτο η προσωποποίησις της ευσεβείας και αρετής. Αι τέσσαρες +θυγατέρες των, αι τέσσαρες ξανθαί αδελφαί, ήσαν τύπος και ομοίωμα +της μητρός απαράλλακτον. Οικογένεια πάσχουσα, πλην φοβουμένη τον +Θεόν. + +Ήκουσεν η Γερακούλα ότι οι λησταί παρουσιάσθησαν ως χωροφύλακες +και ότι εντός δισακκίου εφορτώθη ο είς τούτων τον θησαυρόν, και +ανεμνήσθη πάραυτα του δειλού εκείνου χωροφύλακος, ον πρώτην φοράν +έβλεπον εις την νήσον. + +Ήκουσαν αι θυγατέρες ότι τον θησαυρόν του Μοναστηρίου έλαβον ως +ήτο μετά του αρχαίου κυλινδρικού δοχείου, του οποίου το επικάλυμμα +έφερε την εικόνα του Ευαγγελισμού, ήκουσε και ο καπετάν-Θοδωρής +ότι ο θησαυρός απετελείτο εκ χρυσών νομισμάτων αυστριακών, +γαλλικών και τουρκικών. + +Και επείσθησαν πάραυτα όλοι ότι ο θησαυρός των, ον μετά τόσης +κρυφής χαράς εκόμιζον, ην ο θησαυρός της σεπτής της νήσου μονής. + +Και αντί ν' αφανισθή από των οφθαλμών των η χαρά, ως ήτο φυσικόν +διά πάντα άλλον διάφορον έχοντα ανατροφήν, απ' εναντίας +εμεγαλύνθη, επληθύνθη κ' εξέλαμπον εξαισίως τα πρόσωπα αυτών από +της ηδίστης εκείνης ενδομύχου συναισθήσεως ότι εγένοντο αίτιοι να +διασωθή ο θησαυρός πεφιλημένου Μοναστηρίου. + + — Να τα δώσωμεν! Εφώνησαν αγαλλόμεναι, μια φωνή όλαι. + + — Να τα δώσωμεν, πατέρα! επανέλαβον αι τέσσαρες θυγατέρες. + +Ο γέρων ητοιμάζετο να εξέλθη εις συνάντησιν του δημάρχου, όπως +αναγγείλη αύτω την χαρμόσυνον είδησιν και τον αστείον της +διασώσεως του θυσαυρού τρόπον, ότε η Γερακούλα βλέπει έξωθεν της +οικίας των — έκειτο έξω εις το άκρον της πόλεως, εν τη κεντρική +προς τας εξοχάς οδώ — διερχομένους τον δήμαρχον και τον ηγούμενον, +οίτινες πλήρεις κόνεως και ακανθωτών κολλητσίδων εις τα ενδύματα, +κάθιδροι και καταπεπονημένοι, επανήρχοντο κατηφείς εκ της ακάρπου +καταδιώξεως των ληστών. + +Ο γέρων παρεκάλεσεν αυτούς να εισέλθωσι· και ανήγγειλεν αυτοίς +πάραυτα την ανεύρεσιν του θησαυρού της Μονής. + +Ο ηγούμενος προς το άκουσμα τούτο προσήλωσε τους οφθαλμούς του +ακίνητος εις το πρόσωπον του καπετάν-Θοδωρή. + +Ο δήμαρχος έκαμε κίνημα δυσεξηγήτου εκπλήξεως βλέπων προς την +στέγην. + +Αι τέσσαρες θυγατέρες παρίσταντο μετά σεβασμού μ' εσταυρωμένας τας +χείρας. + +Η δε Γερακούλα έσπευσε κ' εκόμισε το κυλινδρικόν χρυσοφόρον +δοχείον, το ευρεθέν εν τω δάσει, ανέπαφον, φέρον επί του +επικαλύμματος την εικόνα του Ευαγγελισμού. + +Τότε μόλις συνήλθεν από της εκπλήξεως ο ηγούμενος, αποκαθηλώσας +τους επί του γέροντος ακινήτους οφθαλμούς του, και κινήσας αυτούς +επανειλημμένως από του ανευρεθέντος θησαυρού προς τον δήμαρχον και +από τούτου προς τον καπετάν-Θοδωρή. Προς τας γυναίκας ουδόλως +έστρεφε το βλέμμα ο ερημικός μοναχός, των ασκητικών διατάξεων μη +επιτρεπουσών τούτο. + +Και ήρχισε πάραυτα η Γερακούλα να διηγήται πώς συνηντήθη μετά του +δειλού εκείνου χωροφύλακος εις Κεχριάν και πώς ενίσχυσε τον φόβον +του, χωρίς να γνωρίζη ότι ήτο ληστής, και περιπλέον αγνοούσα ότι +έφερε μεθ' εαυτού ληστεύσας τον θησαυρόν του Μοναστηρίου, «ως να +την είχε φωτίση η Μεγαλόχαρη, που δεν ήθελε να χαθώσιν έτσι οι +κόποι της». + +Ανεκλάλητος ήτο μετά ταύτα η χαρά και ο θαυμασμός του ηγουμένου +και του δημάρχου. Δεν είξευρον τι να θαυμάσωσι περισσότερον, την +ευφυά επίνοιαν της Γερακούλας, διασωζούσης τον θησαυρόν, ή την +ευσέβειαν όλης της οικογενείας παραδιδούσης τα διασωθέντα. + +Εις τον κοσμικόν του δημάρχου νουν εφαίνετο υψηλότερον το +δεύτερον, η παράδοσις του θησαυρού. Εις τον νηπτικόν όμως λογισμόν +του ηγουμένου εξέλαμπε φαεινότερον ως μεγάλη πανηγυρική λαμπάς η +λαμπρά επίνοια της Γερακούλας, υπό θείας αυγής φωτισθείσης την +στιγμήν εκείνην εν τω δάσει, όπερ προϋποτίθησι την ευσέβειαν της +γυναικός και της οικογενείας πάσης. Και αν δεν προϋπήρχεν αύτη εν +τη καρδία των ανθρώπων τούτων, εσκέπτετο ο ηγούμενος, δεν εισέδυεν +η φωτιστική εκείνη ακτίς, το αγνόν και θείον φως, όπερ εν τω κόσμω +καλείται ευφυία, ήτις συνετέλεσεν εις την διάσωσιν των κλαπέντων. + +Έλαμπον τα πρόσωπα πάντων. + + — Εγώ, εγώ, εφώνει η καλή Γερακούλα, έσωσα τον θησαυρόν. Και +επανέλαβε μίαν ακόμη φοράν το περιστατικόν ως εγένετο, τελειότερον +ήδη και ζωηρότερον, παρελθούσης της πρώτης συγκινήσεως, ως +συμβαίνει πάντοτε εις τον νικητήν, όστις την πρώτην φοράν +συγκεχυμένος θ' αφηγηθή τας ανδραγαθίας του. + +Και τώρα μόλις ο δήμαρχος και ο ηγούμενος καθησυχάσαντες, τώρα +κατά την δευτέραν αφήγησιν ησθάνθησαν πάσαν την λεπτότητα της +επινοίας της Γερακούλας, θαυμάσαντες την ευστοχίαν αυτής και +τόλμην. Και συνδυάσαντες το αποδιδόμενον εις τας τέσσαρας +ξανθοκόμους αδελφάς παρώνυμον προς την εκτύλιξιν του απροσδοκήτου +γεγονότος, συνεπέραναν, πρώτου του ηγουμένου εκφράσαντος τούτο, +ότι αι τέσσαρες αδελφαί ήσαν προωρισμέναι υπό των μυστικών +βουλευμάτων της θείας προνοίας να περισώσωσι τον θησαυρόν της +Μονής, όστις βεβαίως άλλως ήθελεν εξαφανισθή διά παντός. + + — Η Παναγία θέλει να ζωγραφισθή ο ναός της, είπεν ο ηγούμενος. + +Διότι αληθώς τα χρήματα μετά φειδούς και οικονομίας απεταμιεύοντο +προς τούτον και μόνον τον σκοπόν, τον καλλωπισμόν του ωραίου +Καθολικού. + +Ο ηγούμενος, υψώσας τας χείρας, ηυλόγησεν ιεροπρεπώς τους ευσεβείς +γονείς πρώτον, και είτα τας σεμνάς θυγατέρας των, ευχηθείς ταχέως +ο Ύψιστος ν' ανταμείψη αυτάς κ' εν τω κόσμω τούτω ως Δίκαιος και +Πανάγαθος πατήρ. + + +Μετ' ολίγον όλον το χωρίον ωμίλει περί του συμβάντος και της +οικογενείας του καπετάν-Θοδωρή. + +Ο δήμαρχος, κήρυξ στωμύλος, διατρέχων την αγοράν και τας οδούς +εκήρυττε προς τους κατοίκους το γεγονός, οίτινες μετά θαυμασμού +ήκουον και άλλοι μεν έκαμον τον Σταυρόν των, άλλοι δε +εχαρακτήριζον όσον σεμνότερον ηδύναντο το πράγμα. + +Έπος ολόκληρον συνερράφη προχείρως κ' εψάλλοντο κ' εξυμνούντο αι +ξανθόμαλλοι Νεράιδες της νήσου, του σατυρικού παρωνύμου +αποκτήσαντες πλέον λάμψιν και κάλλος και γοητείαν. Και αν πρότερον +αι άλλαι γυναίκες, λέγουσαι «Νεράιδες», εννόουν πτωχάς τινας +νεάνιδας, καταδικασμένας υπό της σκληράς μοίρας να διέρχωνται τον +βίον των εις τα ρεύματα και τα δάση, ανυπόδυτοι, εντός ακανθών και +τριβόλων συνάζουσαι τον ξηρόν άρτον, την μόνην ευσπλαγχνίαν της +πενομένης ζωής των, άνευ ελπίδος αποκαταστάσεως και άνευ +μέλλοντος, ήδη εννόουν ωραίας και ξανθάς αδελφάς, ευλογημένας υπό +του Θεού, πλήρεις ελπίδων, μ' ευγενή κ' ευσεβή την καρδίαν, ων το +λαμπρόν μέλλον αυτή η Παναγία διά χρυσών γραμμών προδιέγραψε. + +Και αι ευλογίαι ήρχισαν να πραγματοποιώνται. Εν πρώτοις το +ηγουμενοσυμβούλιον της Μονής εψήφισε δωρεάν τεσσάρων χιλιάδων +δραχμών προς την ευσεβή του καπετάν-Θοδωρή οικογένειαν. Ο θησαυρός +ο περισωθείς της μονής ανήρχετο εις 30,000 δραχμών. Το Δημοτικόν +Συμβούλιον ωσαύτως, υπείκον εις εκφρασθείσαν επιθυμίαν γενικώς +παρ' όλων των κατοίκων, εδώρησεν ανάλογον ποσόν εις περίθαλψιν του +γέροντος πλοιάρχου και ανέγραψε τα ονόματα των τεσσάρων θυγατέρων +και της μητρός εν τοις βιβλίοις του δήμου, ίνα διασώζωνται εις +τιμήν αΐδιον. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, τι κάνετε: Είπε τας ημέρας εκείνας η φίλη +των γειτόνισσα με το ξηρόν πρόσωπόν της και την πλέον ξηράν +ομιλίαν της. + +Αι ωραίαι νεάνιδες ανεβασμέναι επί κλιμάκων «ξεκλάδωνον» το +καματερόν. Είχον παρέλθει ικαναί ημέραι από των ανωτέρω γεγονότων +και αι αγαθαί γυναίκες καταγινόμεναι περί την προσφιλή αυτών +βομβυκοτροφίαν είχον «κλαδώση» προ ημερών και έφθασαν ήδη εις το +ευφρόσυνον τέρμα, κ' εσύναζον από των κλαδίων τα σχηματισθέντα +κουκκούλια. Καθαρά ιμάτια φέρουσαι, ως εν εορτή λευκά κολόβια και +λευκούς χιτώνας περί τα άκρα των χειρίδων και της τραχηλιάς με +κεντήματα δι' ερυθράς και πρασίνης μετάξης, και έχουσαι επιμελώς +κεκαλυμμένην την ξανθήν των κόμην δια λευκών με χρυσούς κροσσούς +μανδηλίων της Κωνσταντινουπόλεως, από πρωίας ενησχολούντο εις την +ευχάριστον αυτήν εργασίαν, ήτις ως όασις δροσερά εμφανίζεται μετά +τον τόσον μόχθον της ανατροφής του μεταξοσκώληκος, ιδίως όταν η +ανάπτυξις αυτού επιτύχη και η συγκομιδή των κουκκουλίων είνε +άφθονος. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είνε αλήθεια πως +ταύρατε τα χρήματα; + +Μετά την τελευταίαν συνάντησίν των, ότε πρώτη η γειτόνισσα +ανήγγειλεν εις την Γερακούλαν και τας θυγατέρας της ότι επάτησαν +το Μοναστήρι, ησθένησεν αύτη, καταληφθείσα υπό τινος δεινού των +νεφρών πόνου — σύνηθες αυτή — και είχεν ημέρας να έλθη εις την +οικίαν του καπετάν-Θοδωρή. Τώρα δε — πρώτη ημέρα της εξόδου της — +ενεφανίσθη ωχροτέρα και ξηροτέρα, και διά να ίδη τα κουκκούλια των +νεανίδων και διά να βεβαιωθή περί πολλών, τα οποία ήκουεν εν τη +ασθενεία της και τα οποία δεν επιστευε και, ως εφαίνετο εκ του +τρόπου της, θα επροτίμα μάλλον να μη είνε αληθή παρά να ευρίσκεται +εις την δυσάρεστον θέσιν να τα πιστεύη. + +Είνε πλασμένοι πολλοί τοιούτοι άνθρωποι. + +Αι νεάνιδες και το δεύτερον δεν ήκουσαν. Εξηκολούθουν και αι +τέσσαρες να ξεκλαδώνουν με χαράν και να τραγουδούν εύμορφα +δίστιχα, χαιρετίζουσαι ούτως την πλουσίαν των κουκκουλίων +εσοδείαν, την ευφρόσυνον απόλαυσιν τόσης φροντίδας, αλλά συνάμα +και την αιτίαν τόσης ανακουφίσεως προς την πενομένην οικογένειάν +των. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, είπε πάλιν η γειτόνισσα, μετά λαιμαργίας +θεωρούσα τα κάνιστρα, τα πεπληρωμένα κουκκουλίων λευκών και +κροκωτών ωσάν οι ξηροψημένοι λουκουμάδες, Αρί-σείς, κορίτσια, είνε +αλήθεια πως τα δώσατε πίσω τα φλωριά; + +Εις όλον το χωρίον δεν ευρέθη άνθρωπος να εκφράση απορίαν διά +τούτο. Είπομεν πόσου σεβασμού αντικείμενον ήτο και πόσης αγάπης το +σεμνόν Κοινόβιον της νήσου, το γηροκομείον και πτωχοτροφείον +αυτής. + +Και είτα προσέθηκε μετά τινος πικρίας. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, είνε αλήθεια πως σας δώσανε συνδρομή από το +Μοναστήρι και από την Δημαρχία; + +Αι σεμναί και εντροπαλαί νεάνιδες, ήδη εις την υψηλοτέραν +καλαμωτήν εγγύς των δοκών της στέγης, εξηκολούθουν να συνάζουσιν +ένα-ένα τα κουκκούλια από των πεπληρωμένων κλαδίων, άτινα ως +εύμορφα μεταξωτά άνθη απήστραπτον συμπεπλεγμένα ως διά μεταξίνης +αράχνης εν μέσω των μαρανθέντων φύλλων των κλάδων. + +Ίσως κ' εκ της μελωδικής του άσματος αρμονίας δεν ήκουσαν αι +νεάνιδες την ομιλούσαν κάτω γειτόνισσαν, ούτε την είδον, +περιφρασσομένην από τον σωρόν των καταρριπτομένων αχρήστων πλέον +κλαδίων, άτινα μετ' ολίγας ημέρας θα εχρησίμευον διά τας πυράς, +τας αναπτομένας την νύκτα της Γεννήσεως του Προδρόμου προ των +πυλών των οικιών, ίνα πηδήσωσιν επάνω αυτών και νέοι και νέαι «για +το καλό», ούτως εν νυκτί ιερά και πλήρει μυστηρίου, υπό τας υψηλάς +λάμψεις και τας ερυθρωπάς αυγάς ποικίλων φλογών, περατουμένης της +συμπαθούς ιστορίας του καματερού, ότε καθ' όλον το χωρίον επάνω +των οικίσκων εκ της φαιάς νεφέλης των αναριθμήτων πυρών δεύτερος +ουρανός σχηματίζεται με φλογίνους μαρμαρυγάς, έχων αντί άστρων +τους απείρους των φλογών σπινθήρας εκεί αφανιζομένους κ' εκεί υπό +νέων άλλων αντικαθισταμένους. + +Διά τούτο η γειτόνισσα απήλθε κρατούσα τα νεφρά της από τον πόνον +ακόμη, αλλ' ίσως από την θλίψιν ότι συνήντησεν εν τω οίκω του +καπετάν-Θοδωρή τόσην χαράν, μεγαλειτέραν της παλαιάς, ην τοσάκις +προσεπάθησε να μετριάση διά των θλιβερών παρατηρήσεών της. + +Πλην άλλη ήτο η χαρά η αληθής και μεγάλη του οίκου τούτου, η +επακολουθήσασα μετά τα ανωτέρω συμβάντα, ένδειξις ευγενείας λεπτής +των κατοίκων. + +Τέσσαρες νέοι εύμορφοι, τέσσαρα καπετανόπουλα, ως από ιερού +ενθουσιασμού εμπνευσθέντες, όταν επανελθόντες από του ταξειδίου το +φθινόπωρον, ήκουσαν αδόμενον και υμνούμενον το φαιδρόν συμβάν της +διασώσεως του θησαυρού του Μοναστηρίου και την αρετήν της +οικογενείας ταύτης, ήτις αν και ηδύνατο να αποκρύψη το χρυσίον, +διότι ουδείς θα το εγνώριζεν, όμως παρέδωκε τούτο ανέπαφον ως +ιερόν και άγιον χρήμα, απεφάσισαν εν τη στιγμή εκείνη της θείας +εξάρσεως, καθ' ην ο άνθρωπος μεταβάλλεται όλος εις πνεύμα, +υπερήφανος εν τη θεία του ευγενεία και ελευθεριότητι, απεφάσισαν +να λάβωσιν ως συζύγους τας τέσσαρας ωραίας αδελφάς, άνευ προικός +άλλης, μόνον με τας πλουσίας νυμφικάς ενδυμασίας των και τας +λοιπάς επιπλώσεις του οίκου, προικιά κατασκευασθέντα διά της +δωρεάς του Μοναστηρίου. + +Εξήλθον και οι τέσσαρες ευγενείς νέοι εις περίπατον, έξω εις τους +κήπους του χωρίου, όπου ωραίαν τινά ημέραν και αι τέσσαρες ξανθαί +αδελφαί, χαριτωμέναι κ' εύμορφοι «έβγαζαν το μετάξι», κομίζουσαι +εντός κανίστρων εις τα μαγκάνια την άφθονον συγκομιδήν των +κουκκουλίων των, εκεί όπου αι επιτήδειαι μαγκανάρισαι, βυθισμέναι +μέχρι της οσφύος εντός λάκκου, με την μίαν χείρα ανακατόνουσι τα +εντός εκτισμένης εκεί μεγάλης χύτρας βράζοντα κουκκούλια, ενώ με +την άλλην γυρίζουσι μετά τέχνης τον μέγαν ξύλινον τροχόν του +μαγκάνου, εν τω οποίω περιτυλίσσεται λεπτή και στίλβουσα ως χρυσός +η λευκή και κιτρίνη μέταξα, των παρθένων παρισταμένων εν χαρά και +υπηρετουσών. Αι νεάνιδες ιδούσαι κοντοσταθέντας τους νέους, +ετάχυναν το βήμα περισσότερον, επί του ατάκτου λιθοστρώτου αργά +βαίνουσαι και κατεβίβασαν προς τους οφθαλμούς αιδημόνως τας λευκάς +μανδήλας των. Πλην οι τέσσαρες νέοι επρόλαβον και είδον την ξανθήν +των καλλονήν και τον άφθονον πλούτον των νεανικών χαρισμάτων. Και +ως ήτο η φαντασία των ζωηρά εκ των ακουσθέντων περί αυτών, +εφάνησαν και αι τέσσαρες νεάνιδες εις τους οφθαλμούς των πολύ +ωραιότεραι παρ' ό,τι ήσαν, ηπλωμένης περί αυτάς και χρυσής νεφέλης +ευσεβείας και αρετής, υπό την οποίαν έθελγεν ακτινοβολούσα η +σωματική καλλονή των, ως ο αδάμας εντός πλουσίου φωτός. + +Ο γέρων ευφροσύνως ήκουσε την ανέλπιστον πρότασιν. Η Γερακούλα, αν +και αι αναμνήσεις της από της θαλάσσης ήσαν τόσον πικραί, με χαράν +ωσαύτως το ήκουσε το χαρμόσυνον άγγελμα, θεωρήσασα τούτο ως άνωθεν +προωρισμένον υπό της θείας προνοίας, δεν εσυλλογίσθη καν τας +θλίψεις και την αβεβαιότητα του θαλασσινού βίου. Άλλως, τι εν τω +κόσμω είνε βεβαιότερον; + +Και μετά τινας ημέρας, αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα, ετελέσθησαν οι +τέσσαρες γάμοι εις τέσσαρας Κυριακάς εν σειρά, εορτάζοντος και +χορεύοντος γάμους και χαράς όλου του χωρίου. + + +Με πόσην αγαλλίασιν τότε η αγαθή μήτηρ, η πτωχή πλην φαιδρά +Γερακούλα, εκαμάρωνε την τελευταίαν Κυριακήν εις τον τελευταίον +γάμον! Εστεφανώνετο η μικροτέρα και ξανθοτέρα θυγάτηρ, η αιθέριος +και τρυφερά νύμφη, η τελευταία Νεράιδα του χωρίου, η εικοσαέτις +Φανιώ. + +Ο καπετάν-Θοδωρής, καθήμενος εις τον καναπέ και ροφών τον ναργιλέ +του τον πεφιλημένον, τον οποίον του ημπόδισαν οι ιατροί — έκαμνε +κατάχρησιν τας ημέρας εκείνας — όλος χαρά και αγαλλίασις, ο +υπερήφανος και ευγενής γέρων καπετάνιος, έβλεπε τον μέγαν χορόν, +όστις εκλόνιζεν εκ θεμελίων την οικίαν όλην· κ' έτριζε το πάτωμα +το καινουργές, κ' έτριζον τ' αγγειοπλαστικά κομψοτεχνήματα, +ποτήρια και πινάκια επί των μακρών αραφίων. Εχόρευον αι τέσσαρες +νύμφαι θυγατέρες του, αι τέσσαρες Νεράιδες με τα ξανθά μαλλιά και +με τα χρυσά στολίδια, φέρουσαι ως πόρπας εις την χρυσήν ζώνην τα +μαλαμμοκαπνισμένα τσαπράκια, δώρα γαμήλια του ευλαβούς του +Μοναστηρίου ηγουμένου, όστις ουδέποτε έπαυσε να τας ευλογή και τας +μνημονεύη τας εναρέτους αδελφάς. + +Εχόρευον οι τέσσαρες γαμβροί του καπετάν-Θοδωρή, ευγενή +καπετανόπουλα, υπό τας ευλογίας του Θεού και τας ευχάς όλου του +χωρίου, τέσσαρες σεμνοί νέοι, ευλογηθέντες μετά τεσσάρων σεμνών κ' +ευσεβών παρθένων και ζηλευτών νοικοκυράδων. Και έσυρε τον χορόν +τον μέγαν αυτόν του τελευταίου γάμου η Γερακούλα, η ευτυχής μήτηρ. + +Έλαμπον τα φώτα καθ' όλην την νύκτα, αιθερίως μαρμαίροντα επί των +χρυσοκεντήτων των νυμφών στολισμάτων, κ' έλαμπον περισσότερον τα +πρόσωπα των ωραίων και ξανθών νυμφών. + +Και μέσα εις τα τραγούδια των καλεσμένων, επανέλαβε και ο καπετάν- +Θοδωρής το τραγουδάκι του, όπου πρώτην φοράν το είχε τραγουδήσει +εις το Ρεύμα της Κεχριάς, αλλά υπό λυγμών ιεράς συγκινήσεως +διακοπτόμενος τώρα, διότι είδε την επαλήθευσίν του. Και είτα +εγερθείς, εστάθη εν μέσω των καλεσμένων, εκθάμβων ορώντων, έκαμε +τον σταυρόν του, και εκφράζων και την πίστιν συνάμα της Γερακούλας +του, απήγγειλεν ιεροπρεπώς τα λόγια όπου είπε ποτε ο τοπάρχης της +Εδέσσης Αύγαρος, όταν εθεραπεύθη από τον Χριστόν, καθώς τα +ενθυμείτο από τα Συναξάρια. + + — Χριστέ ο Θεός, ο ελπίζων επί σε ποτέ δεν χάνει! + +Και εξελθών εις τον εξώστην εξεκένωσε το ναυτικόν του τρομπόνιον +χαιρετίζων τα ευλογημένα τέλη της ζωής του. + + + +ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ +(1901) + + + +Και την πρωίαν εκείνην, κατά την συνήθειάν της η Αρφανούλα, πριν +μεταβή εις το εργοστάσιον, διερχομένη, εμβήκεν εις την +Καπνικαρέαν, κ' ελαφρά-ελαφρά, ως πτηνόν βηματίζουσα, με την +ελαιόχρουν κοντήν μπερτίτσαν της και με το εκ μαύρου ψιαθίου +καπελάκι της, ήναψε κηρίον εις το εικονοστάσιον, ησπάσθη ευλαβώς +την εικόνα της Θεοτόκου και ρίψασα βιαστικά βλέμματα προς το βάθος +όπου ετελείτο η θεία Μυσταγωγία, έκαμε πεντέξ σταυρούς ακόμη, +βιαστικά, κ' εξήλθε πάλιν, ελαφρά-ελαφρά βηματίζουσα ως πτηνόν, η +Αρφανούλα με την κοντήν μπερτίτσαν της, κατευθυνομένη με σπουδήν, +προς την οδόν Ερμού, εις το εργοστάσιον, ως πτηνόν κυνηγημένον. + +Έξω του Ναού, παρά το Άγιον Βήμα, κατά σειράν, ικαναί ήδη τράπεζαι +παιγνιοπωλών εστολίζοντο, παρατασσομένων επ' αυτών εν σωρώ +διαφόρων παιγνιδίων, και αθυρμάτων εκ των ευθηνών, τα οποία +αγοράζουσιν ιδίως οι παίδες του λαού. Εξημέρωνεν η παραμονή της +Πρωτοχρονιάς. Η οδός Ερμού ήτο έρημος ακόμη διαβατών· και μόνον οι +υπάλληλοι των πλουσίων της οδού ταύτης καταστημάτων, αγρυπνήσαντες +όλην την νύκτα, παρεσκεύαζον τα πλούσια κομψοτεχνήματα της +Πρωτοχρονιάς με προσοχήν εξαιρετικήν, ως να έστηναν παγίδας να +συλλάβωσι κοσσύφους, κ' εκάλλυνον εν παρατάξει τα χρυσόλαμπρα +αθύρματα εντός των προθηκών, αίτινες ομοιάζουσι με τα βέλα πολλών +κυριών, διακοσμούντες αυτά ούτως ώστε μία απλή επιθεώρησις αυτών +ν' αρχίζη από περιέργειαν και να τελειώνη εις ίλιγγον, όπου ο +αγοραστής να μη γνωρίζη τι θα δώση και τι θα πάρη. Άρτι δε και οι +διευθυνταί και οι κύριοι των καταστημάτων, πρωί-πρωί ελθόντες από +τας οικίας των, έστεκον ακόμη εις τα προαύλια, εν μέσω ανοιγμένων +κασσών και στιβάδων χαρτίου και αχύρου, θεωρούντες άνω τον +ουρανόν ως οι σταφιδοκτήμονες, όπου έχουν απλωμένην την σταφίδα +των. + +Ο καιρός ήτο τωόντι βροχερός. Αν και προέβη η ημέρα, ούτε μία +ακτίς ηλίου δεν είχε λάμψει ακόμη. Υγρασία παγερά κατέβαινεν από +τους βρεγμένους τοίχους των υψηλών οικιών, ενώ άλλη παγερωτέρα +ανέβαινεν από του μουσκευμένου εδάφους της στενοχωρημένης αυτής +μεγάλης οδού. + +Η Αρφανούλα, κάμψασα την αριστεράν γωνίαν του ναού, άμα αξελθούσα +επροχώρησε προς τας κοσμουμένας τραπέζας των παιγνιοπωλών και +προσεγγίσασα μετά θάρρους προς μίαν αυτών είπε: + + — Καλημέρα Σπύρο! + +Ο Σπύρος, ένας υψηλός και γεροντώδης άνθρωπος, με πρόσωπον μαλακόν +ως προζύμιον και με χείρας πλαδαράς ωσαύτως, προσεπάθει αγωνιών, +ιδρόνων, ζαλισμένος, να τακτοποιήση τα επί της τραπέζης του +συσσωρευμένα παίγνια και αθύρματα, με αδέξιον όλως τρόπον, και με +ύφος απαρεσκείας, ως να έλεγε μέσα του: + + — Τι τρελλός που είνε αυτός ο κόσμος! + +Και βλέπων πάλιν προς το στήθος του, ως να συνεπλήρωνε την +δοξασίαν του, μετ' ολίγον επέλεγε: + + — Και τι τρελλότερος που είμαι εγώ! + +Ακούσας την φωνήν της Αρφανούλας, ανεσήκωσε τα όμματά του κ' +ενεθαρρύνθη ολίγον. + +Σαν να έπηξε κατά τι το λυωμένον πρόσωπόν του, σαν να ενευρώθησαν +αι χείρες του, αι ξεβιδωμέναι: + + — Και σε είχα 'ς το νου μου, καϋμένη! Είπε. + +Και ενώ η Αρφανούλα, πεταχτά-πεταχτά ήρχισεν αμέσως να τακτοποιή +τα ποικίλα εκείνα ξύλινα και μετάλλινα αθύρματα, με χάριν και +δεξιότητα, με παίζοντας τους δύο μαύρους οφθαλμούς της, ως του +αστρείτου του όφεως, ο Σπύρος απομείνας με κρεμασμένας τας χείρας, +εν η στάσει ερωτούσι τους ποιμένας μερικοί ειρηνοδίκαι, έλεγε: + + — Και ξέχασα όλως διόλου καϋμένη, τας τιμάς! Πώς μου τα είπες; +Τάκαμα όλα σαλάτα μέσα 'ς το κεφάλι μου, όπως κι' επάνω 'ς το +τραπέζι μου. Εδώ έγεινε, βλέπεις, σωστό εμπορικό. + + — Δεν μου είπες πως τα θυμάσαι ψες, που σου τα είπα πέντε φοραίς; +Όλως διόλου αδέξιος, καϋμένε Σπύρο; Γι' αυτό τα πρόκοψες 'ς το +εμπορικάκι. + + — Μα ένα σωρό πράγματα! Ανακατώθηκαν 'ς το κεφάλι μου όπως και 'ς +το τραπέζι μου. Πόσα μου είπες η ροκάναις η μεγάλαις, πόσα η +μικραίς και πόσα η σφυρίκτραις: Πού να θυμηθώ; + +Η Αρφανούλα τον είδε με βλέμμα λύπης και απελπισίας, έσεισε την +κεφαλήν της και είπεν. + + — Άκουσέ τα λοιπόν πάλιν γλήγωρα, γιατί βιάζομαι. Πενήντα η +μεγάλαις η ροκάναις, τριάντα η μικρότεραις, είκοσι η πειο μικραίς. + +Αλλά την στιγμήν εκείνην την διέκοψαν ξηρά πατήματα εγγύς, τακ- +τακ, ως κτυπά θλιβερώς παράθυρον την νύκτα, κινούμενον υπό του +ανέμου κανονικώς: τακ-τακ. + +Εστράφη και είδεν η Αρφανούλα τον θείον της, τον μπάρμπα Σταυρή: + + — Καλά που ήλθες! Τώρα κατάλαβα πως μας αγαπάς. Πες του, Μπάρμπα- +Σταυρή, τας τιμάς, είπεν η Αρφανούλα, γιατί σήμερα — ημέρα που +είνε — έχω 'ς το εργοστάσιον σωρό δουλειά και βιάζομαι. Να ζήσης, +Μπάρμπα-Σταυρή. Ξέρεις εσύ, γιατί είχες μια φορά ψιλικατζίδικο. +Εγώ θα σε παρακαλούσα από τα χθες, αλλά ντράπηκα. + + — Έννοια σου, Αρφανούλα μου, έννοια σου. Μπορούσα εγώ να σας +αφήσω! + +Και ο Μπάρμπα-Σταυρής με τον ένα ξύλινον πόδα του, με δύο ξύλινα +ραβδία επιστηριζόμενος επροχώρει προς την τράπεζαν, όπου η +Αρφανούλα ετακτοποίει ακόμη τ' αθύρματα· έκυψε την τριγωνικήν +μεγάλην κεφαλήν του — την βάσιν προς τα άνω και την κορυφήν του +τριγώνου προς τα κάτω — ακούμβησεν εις τα δύο ξύλινα ραβδία του, +ως να ήθελε να ειπή τον Άη-Βασίλην, και ήρχισεν αμέσως ν' απαριθμή +τας τιμάς των διαφόρων αθυρμάτων προς τον εκθάμβως χαίνοντα +ανεψιόν του. Οι γαμπροί εδώ οι ξύλινοι, μια δραχμή ο ένας, η +νύμφες αυταίς ένα δίδραχμο. Τα κουκλάκια τριάντα λεπτά! + + — Καλά, μπάρμα-Σταυρή, καλά, είπεν ο Σπύρος, σείων θλιβερώς την +κεφαλήν του, φθάνει, μη κουράζεσαι. + +Η Αρφανούλα έρριψεν ακόμη ένα τελευταίον χέρι εις την τακτοποίησιν +και ένα τελευταίον βλέμμα εις την εστολισμένην πλέον τράπεζαν του +Σπύρου, ήτις έστιλβεν ως κάνιστρον πλήρες αγροτικών ανθέων και +απήλθεν ευχαριστημένη από την απροσδόκητον παρουσίαν εκεί του +θείου της, ευχηθείσα «καλήν πούλησιν». + +Και με την κοντήν μπερτίτσαν της και τα μαύρο ψιάθινον καπελλάκι +της απήλθε βιαστικά, ως πτηνόν κυνηγημένον και εισέδυσεν εις το +εγγύς εκεί εργοστάσιον γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων, ενώ ο +Μπάρμπα-Σταυρής εξηκολούθησε: + + — Πέντε δραχμαίς αυτή η βλαχοπούλα, και μια δεκάρα ο κάθε γαμπρός +ο γύψινος. Αυτή η κεφαλή η άδεια πενήντα λεπτά, αυτή η κεφαλή +γεμάτη αέρα μια δραχμή . . . . Μια πεντάρα η πάπια, μια πεντάρα η +χήνα, μια πεντάρα ο πετεινός. Όλα τα πουλερικά μια πεντάρα. Κι' +όλα τα άλλα ζώα και τα ανθρωπάκια μια δεκάρα. + + — Τώρα τώκαμες ρόιδο! Στάσου να τα γράψω. + + — Τι κουτός που είσαι; Κυττάζουν τέτοια μέρα τιμολόγια; Όσα +θέλεις λέγε, και όσα θέλεις παίρνε. + + — Ε, τώρα κατάλαβα, Έτσι, πες μου ντε! + + — Μόνον να θυμάσαι πρώτα-πρώτα να λες τα πειο πολλά από ό,τι +περιμένεις να πάρης. Ταις άλλαις ημέραις οι έμποροι λένε ό,τι +βαστά η ψυχή τους, σήμερα λένε ό,τι τους κατέβη . . . + + — Τώρα κατάλαβα. Έννοιά σου! + +Ο Μπάρμπα-Σταυρής εγνώριζεν από το ψιλικατζίδικο όπου είχε μια +φορά κ' ένα καιρόν, αλλ' εγνώριζεν ασφαλέστερον από το +εργοστάσιον, όπου ειργάζετο η ανεψιά του Αρφανούλα, συχνά +επισκεπτόμενος τούτο, διότι αυτός την συνώδευε μικράν εις την +εργασίαν κ' έβλεπε και ήκουεν εκεί τας τιμάς των γυναικείων πίλων +και πτερών και πτηνών και ανθέων, μεταξύ των αθυρμάτων και +ψευδοπαιγνίων κατατάσσων και το είδος τούτο του γυναικείου +στολισμού. Και εξηγήσας εις τον Σπύρον όλα πάλιν εκ νέου, τακ-τακ, +έλαβε πάλιν τον ξύλινον πόδα του και τα δύο ξύλινα ραβδία του και +απήλθεν ειπών προς τον ανεψιόν του: + + — Πάρε τώρα μια ροκάνα και γύριζε. + +Και ετράπη προς τα κηράδικα ο Μπάρμπα-Σταυρής, ενώ κατόπιν του +έφθανον θρηνώδεις και πένθιμοι οι βραχνοί της ροκάνας του Σπύρου +κροταλισμοί, θαρρείς κ' έκρωζον μαύροι κόρακες άνω του λευκού +άστεως, μοιρολογούντες την τελευταίαν ημέραν του έτους. + + +Ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, του περιφήμου κηπουρού των Σεπολίων, +όστις πρώτος εκαλλιέργησε φράουλαις εν Αθήναις, λαβών τον σπόρον +από τα εξακουστά περιβόλια του Βοσπόρου, ήτο πρεσβύτερος αδελφός +της Αρφανούλας. Αλλ' όσον αυτός ήτο πλαδαρός και ξεβιδωμένος και +άγαρμπος σαν μονόκλαδος βάτος, τόσον η Αρφανούλα ήτο επιδέξια και +δραστηρία εις κάθε έργον της επισπώσα την συμπάθειαν και τους +επαίνους. + +Μικρός ο Σπύρος επήγαινεν εις το σχολείον κ' εδείκνυεν ότι θα +έστρωνεν, ως μερικά σκολιά φυτά, τα οποία συν τη αναπτύξει +ορθούνται εύμορφα· αλλ' αποτόμως εσταμάτησεν εις την δευτέραν του +γυμνασίου, χωρίς να το εννοήση και ο ίδιος· εκάθητο έπειτα όλην +την ημέραν εις την δροσεράν εξοχήν, αναγινώσκων εφημερίδας και +μυθιστορήματα και εκλέγων τας ευχυμωτέρας οπώρας του πατρικού +κήπου. + + — Βρε Σπύρο μου, βρε Σπυράκη μου, βρε Σπυρέτο μου!, τω έλεγεν ο +Γέρω-Λαχανάς, ένας χαρωπός γέρων, με λάμπουσαν εξ αγαθότητας ψυχήν +ως το λαμπρόν πρόσωπόν του, πνιγμένος μέσα εις τον ιδρώτα, με την +σκαπάνην εις τας χείρας, μέσα εις τα χώματα των αυλακιών μέχρι +γονάτων. Δεν κάνεις καλά, βρε Σπυράκο μου! Αλλ' αυτό μόνον έλεγε. +Καθώς ο γέρων Ηλεί της Παλαιάς Γραφής. Δεν έπαιρνε και κανένα ξύλο +από τον κήπον του. Και κατόπιν ο μεν Γέρω-Λαχανάς μετέβαινε εις +άλλα αυλάκια, ο δε Σπύρος ο υιός του εγύριζε άλλην σελίδα του εις +χείρας του μυθιστορήματος, ή ανήρχετο εις άλλο δένδρον. Τα δύο +εκείνα λόγια του Γέρω-Λαχανά έμβαινον εις το ένα αυτί του και +έβγαιναν αμέσως από το άλλο, χωρίς να επιψαύσωσι διόλου τον +εγκέφαλόν του, κλεισμένον μέσα εις χονδρά κόκκαλα. Ώστε μετά τον +θάνατον του πατρός του ο Σπύρος ευρέθη, είκοσιδύο ετών νέος, χωρίς +εργασίαν και χωρίς επάγγελμα. Χωρίς διόλου να το καταλάβη και ο +ίδιος πώς συνέβη αυτό το παράδοξον. + +Η μητέρα των δύο παιδίων είχε προαποθάνει. Τότε ένας θείος των +εφρόντισε και το μεν περιβόλιον παρέδωκεν εις ξένον κηπουρόν επί +μισθώματι, την δε Αρφανούλαν δεκαπενταέτιδα πλέον κορασίδα, +εισήγαγεν εις τι μέγα εργοστάσιον γυναικείων πίλων και +ψευδοστεφάνων. + +Ο θείος των αυτός, αδελφός της μητρός των, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο +Ξυλοπόδαρος, ήτο ένας τετραπέρατος άνθρωπος. + +Με το ξύλινον ποδάρι του στηριζόμενος εις δύο ραβδία περιήρχετο +όλας τας οδούς των Αθηνών καθ' εκάστην, μανθάνων όλα τα νέα και +βλέπων όλα τα περίεργα, ενώ εξ άλλου έχων τετραγωνικόν νουν εις +μίαν μεγάλην τριγωνικήν κεφαλήν — την βάσιν προς τάνω και την +κορυφήν προς τα κάτω — , έκρινεν ευφυώς και ασφαλώς, άλλος Γέρω- +Νίκος του Πηλίου, έξω εκεί εις τα Σεπόλια, ο Ξυλόσοφος +αποκαλούμενος διά τα ξύλα ίσως όπου έφερεν επάνω του, τον ένα πόδα +και τα δύο ραβδία. Είδεν αυτός ότι ο ανεψιός του ο Σπύρος δεν ήτο +διά τίποτε. Τον έβλεπεν αυτός από πολλού αυξανόμενον κατά το +ανάστημα ως λεύκαν του περιβολίου των άνευ της παραμικράς ελπίδος +να καρποφορήση, ένας κρεμανταλάς και ανάξιος, κ' έλεγεν εις τον +Γέρω-Λαχανά: + + — Δεν εφύτευες, καϋμένε, κανένα πεύκο να σου κάνη τουλάχιστον +κουνέλια για το ρετσινάτο, να τα ρίχνης εις τα βαρέλια να +μοσχοβολούν; + +Διά τούτο ο μπάμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος εφρόντισε κ' εύρεν ένα +καλόν κηπουρόν εργατικόν και δραστήριον προς ον εμίσθωσε το +περιβόλιον μετά τον θάνατον του αγαθού κηπουρού. + +Κατά δε τους περιπάτους του εν Αθήναις ανεκάλυψεν ότι το αρτιπαγές +εμπόριον των γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων θα προέβαινεν εις +θαμβωτικήν προκοπήν εις μίαν πόλιν όπου τα αθύρματα και τα ψεύδη +τιμώνται πολύ ακριβώτερα από την αλήθειαν και σταθερότητα, και +εισήγαγε την Αρφανούλαν εις το εργοστάσιον των γυναικείων πίλων +και ψευδοστεφάνων, όπου η δροσογενής Σεπολιώτισσα δεξιά τον νουν, +με δύο μαύρα μάτια, ως του αστρείτου του όφεως παίζοντα, εγένετο +μετ' ολίγα έτη αρχιεργάτρια, αυτή δίδουσα όλα τα σχέδια των πίλων +και ψευδοστεφάνων. + +Από μικρά η Αρφανούλα βλέπουσα τους θαυμασίους συνδυασμούς των +χρωμάτων εις τα αγριολούλουδα των Σεπολίων, μελετώσα τας ωραίας +και καλλιτεχνικάς συμπλοκάς και περιπτύξεις κισσών και γιασεμιών, +αγιοκλήματος και αγριάμπελης, εμβαθύνουσα δ' εις τα μυστήρια των +ανθοφόρων κλάδων του κήπου των, κατήρτιζε, συν τη μικρά συνδρομή +των ευρωπαϊκών φιγουρινιών, θαυμάσια συμπλέγματα ψευδοστεφάνων και +υπέρκαλα στολίσματα ανθοφόρων πιλιδίων. Και είχεν η Αρφανούλα το +σχέδιον, σύμφωνα με τας ιδέας του Μπάρμπα-Σταυρή, με τον καιρόν, +ν' ανοίξη ίδιον εργοστάσιον, ώστε να μη καρπούται άλλος τα κέρδη +της ευφυίας της. + +Αλλ' ο Σπύρος ο αδελφός της, αργός από πρωίας έως εσπέρας, εγένετο +πάντοτε κώλυμα ανυπέρβλητον εις τα σχέδιά της εκείνα. + +Πώς να τον αφήση; Τον αγαπούσε. Τον επροστάτευεν. Είχε κληρονομήση +την βλαπτικήν απλότητα του Γέρω-Λαχανά και η Αρφανούλα, και δεν +εβάστα η ψυχή της να τα χαλάση με τον αδελφόν της. Να μη τον +πικράνη. + +Ο θειός της όμως, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ελυπείτο δι' +αυτό και προέβλεπεν ατυχήματα: + + — Βρε κορίτσι μου, έλεγε. Γιατί χαλνάς τα λεπτά σου; + + — Μα τι να κάμω; + + — Να τον διώξης! . . . + + — Και πού να πάγη; + + — Ν' αυρή δουλειά! + + +Η φράουλα μετά τινα έτη είχε διαδοθή και εις άλλα προάστεια. Το δε +μεγαλείτερον κέρδος του περιφήμου κήπου του Γέρω-Λαχανά εμειώθη. +Εμειώθη και το μίσθωμα. Μία δύο πλημμύραι προς τούτοις είχον +καταστρέψει μέρος του περιβολίου, αφορία δε άλλη και ξηρασία +έβλαψαν τα λαχανικά. Το έτος εκείνο δεν έδωκε μίσθωμα ο +ενοικιαστής. Ο Σπύρος εκάθητο μίαν πρωίαν ανοίξεως συλλογισμένος. +Εις τα προαύλιον του οικίσκου των του εξοχικού διεχύνοντο +μεθυστικά αρώματα διαφόρων ανθέων, τα οποία εκεί παραπέρα έλαμπον +εις τας ακτίνας του ηλίου με ανεκλαλήτους χρωματισμούς, ονειρώδους +λειμώνος. Ζωύφια εβόμβουν κύκλω, πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων. +Ο Σπύρος ανεπόλει διαφόρους αναγνώσεις του, θεωρών τα περί αυτόν +φαιδρά αντικείμενα. + + — Ποίος ενδύει τόσον μεγαλοπρεπώς τα κρίνα του αγρού, οπού ουδέ ο +μέγας Σολομών με όλην την σοφίαν του δεν ημπόρεσε να ενδυθή με +τέτοιαν λάμψιν; Ποίος τρέφει τα πουλάκια τα μικρά; Διατί ο +άνθρωπος να μη είνε πάντοτε γελαστός και χαρούμενος ως τα πτηνά; +Διατί και ο άνθρωπος να μη είνε στολισμένος ως τα κρίνα του αγρού; +Διατί να σκάπτη την γην; Διατί να ιδρώνη και να κρυώνη; Να πεινά; +Να κλαίη; Διατί να μη τραγουδή πάντοτε ως τα πτηνά; Ποίος τον +έκαμε τον άνθρωπον, το εκλαμπρότερον δημιούργημα, σκοτεινόν, χωρίς +άρωμα, χαμερπή, γυμνόν, πειναλέον . . . + +Ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος ερχόμενος και ακούσας, τας +τελευταίας λέξεις του Σπύρου, επροχώρησε με τον ξύλινον πόδα του, +τακ-τακ με την τριγωνικήν μεγάλην κεφαλήν του, σείων αυτήν δεξιά +και αριστερά, με τα δύο ξύλινα ραβδία, τακ-τακ, και καθίσας +πλησίον του Σπύρου, εθώπευσεν αυτόν πατρικώς εις τους ώμους και +είπε: + + — Εγώ να σου το πω, Σπύρε μου, ποίος τον έκαμε τον άνθρωπον +γυμνόν και πειναλέον. Τον έκαμεν ο ίδιος ο άνθρωπος. Ξέρεις τι +λέγανε μια φορά οι παππούδες μας; Γλυκός ο ύπνος την αυγή, γύμνια +και πείνα την Λαμπρή! . . . + +Ο Σπύρος εγέλασε και είπε: + + — Καλνά σε είπανε ξυλόσοφο! + + — Το ξέρεις λοιπόν, κατεργαράκο μου, εξηκολούθησεν ο Μπάρμπα- +Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος. Λυπάσαι γιατί χάλασε το μισό περιβόλι και +φθονείς τα πουλιά και ζηλεύεις τα λουλούδια! Μόλις έπαθες μια +μικρή ζημία και κάθεσαι και συλλογιέσαι. Και πού νακούσης τι +δυστυχίαις μεγαλείτερες μας περιμένουν. Ήμουνα σήμερα, παιδί μου, +εις τα βιβλιοπωλείον του Νάκη και ήταν εκεί ένας ροδοκόκκινος +γέρος, με γελαστά μάγουλα και γελαστά μουστάκια και γελαστά +γένεια, και τους εδιάβαζε τον Χρονογράφον και τους έλεγε για την +Πόλι ότι πλησιάζει ο καιρός της και τους έκαμεν όλους να +συλλογίζωνται. Και τους είπεν ύστερα ότι στην Αθήνα θάρθουν +ακρίβειαις μεγάλαις, θάρθουν δυστυχίαις, θαρθή πείνα και κακή +ασθένεια, θάρθουν — έλεγεν ο Χρονογράφος — θάρθουν από την Πόλι +και από την Λόντρα οι «ομογενείς» στην Αθήνα, και θα μας φέρουν +ακρίβεια και την κακή ασθένεια και θα μας φέρουν πείνα και θ' +ακριβήνουν όλα τα πράγματα, θ' ακριβήνουν τ' αυγά, θ' ακριβήνουν η +κότταις. Θα συνάξουν από τον κόσμον τα «υπέρπυρα» και θα τον +φορτώσουν με «πτυκτά». Και την κακήν ασθένειαν όπου έλεγεν ο +Χρονογράφος, εκείνος ο γέρος ο γελαστός την εξηγούσε ότι είνε τα +λούσα τα μεγάλα που θα μας φέρουν οι «ομογενείς», γιατί τα λούσα +είνε κακή ασθένεια κολλητική σαν την πανούκλα. + + — Και τι είνε τάχα αυτοί οι «ομογενείς;» Ηρώτησεν ο Σπύρος, +συγκινηθείς ολίγον και ακούων μετά προσοχής. + + — Ποιος ξέρει, απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταυρής. Ο γέρος ο γελαστός +που ξηγούσεν εκεί τον Χρονογράφον, δεν είπε τίποτε. Μα εγώ θαρρώ +πώς θενάνε, παιδί μου, τίποτε άνθρωποι, θηρία αρπακτικά δεν +πιστεύω να είνε οι ομογενείς. Θενάνε τίποτε φαγάδες, τίποτε +μπερεκετλήοες και θαρθούν εις την Αθήνα και θα μας ακριβήνουν τα +πράγματα. Και θα μας πάρουν τα «υπέρπυρα» δηλαδή της λίραις, τον +χρυσόν, που λάμπει περισσότερον από την φωτιά και θαμβόνουν τα +ασυνήθιστα μάτια των ελλήνων, και θα μας φορτώσουν με τα +«_πτυκτά_» δηλαδή με μετοχάς και χρεώγραφα, τα οποία είνε _πτυκτά_ +χαρτιά, διπλωμένα ώμορφα. Έτσι τα εξηγώ εγώ αυτά. Γιατί ούτε ο +«Χρονογράφος» τα ξεκαθαρίζει, ούτε ο γέρος ο γελαστός ήξευρε να τα +εξηγήση (2). + + — Και γιατί μου τα λέγεις αυτά, μπάρμπα Σταυρή; Παρετήρησε +πειραγμένος ολίγον ο Σπύρος. + + — Ο νοών νοείτω! απήντησεν ο Ξυλοπόδαρος κτυπήσας με κρότον εις +την γην τον ξύλινον πόδα του. + + — Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, επανέλαβεν ο Ξυλοπόδαρος και +κτυπήσας άλλην μίαν φοράν τον ξύλινον πόδα του έλαβε τα δύο ξύλινα +ραβδία του, και τακ-τακ απήλθε να περιέλθη κατά την συνήθειάν του +τας συνοικίας της πόλεως, ενώ τα ποικιλόχρωμα άνθη του κήπου +διέχυνον το μεθυστικόν άρωμά των περί τον έκθαμβον απομείναντα +υιόν του Γέρω-Λαχανά, και τα πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων την +αιωνίαν προς τον Πλάστην μελωδίαν των. Και ενώ ο μπάρμπα Σταυρής +έκλειε την αυλόπορταν σταθείς είπε: + + — Καλό είνε παιδί μου, το καθησιό, μα το ξάπλωμα είνε ακόμα +καλλίτερο! + + + — Δεν θα σ' ενοχλώ πλεια, Αρφανούλα μου, είπε με χαράν μίαν +εσπέραν μετά ταύτα ο Σπύρος προς την αδελφήν του. Μ' εσύστησαν εις +τον κυρ Νίκον, τον υποψήφιον βουλευτήν, να διαβάζω τους εκλογικούς +καταλόγους 'στής ημέραις των εκλογών και να σημειώνουν οι +κομματάρχαι ποιοί είνε ζωντανοί και ποιοί είνε πεθαμένοι, θα τρώγω +μεσημέρι-βράδυ 'ς το σπίτι του. Και όταν επιτύχη 'ς της εκλογαίς, +θα με διορίση. + +Η Αρφανούλα εχάρη κ' εδόξασε τον Θεόν. Πρώτην φοράν έβλεπεν αυτό +το θαύμα, του οποίου εργάτης βεβαίως ήτο ο Μπάρμπα-Σταυρής ο +Ξυλοπόδαρος, ο νέος θαυματουργός των Σεπολίων με τον ξύλινον πόδα +του και με την ως ραβδίον πλήττουσαν ξυλίνην φιλοσοφίαν του. + + — Μου είπε να με διορίση από τώρα, εξηκολούθησεν ο Σπύρος, +τελωνοφύλακα. Αλλά πού να τρέχω και να ξενυχτώ για τα λαθρεμπόρια. +Μου είπε να με βάλη στο Καπνοκοπτήριο, μα ο καπνός μου μυρίζει και +δεν βαστάω διόλου. Εγώ του είπα ότι προτιμώ να με στείλη επόπτην +εκεί που θα φορτώνουν την σταφίδα 'ς την Πάτρα, να στέκωμαι και να +βλέπω. Αυτήν την υπηρεσίαν, κυρ Νίκο, του είπα, σου υπόσχομαι να +την κάμω καλλίτερα από κάθε άλλον. Δυστυχώς όμως ο Νίκος απέτυχεν +εις τας εκλογάς και ο Σπύρος έμεινε πάλιν άνευ έργου, υπότροφος +της αδελφής του. Αλλ' όταν μία καταστρεπτική πλημμύρα του +Κηφισσού, η οποία κατέστρεψεν όλας σχεδόν τας εξοχάς των Αθηνών, +εξηφάνισεν ολοτελώς και το περίφημον περιβόλιον του Γέρω-Λαχανά, +τα δε παιδία μόλις εσώθησαν επί της στέγης της οικίας των, ο +Σπύρος ήρχισε να συλλογίζηται πάλιν ως και την άλλην φοράν και να +θέλη να φιλοσοφήση επί των καταιγίδων και των πλημμυρών. + + — Τώρα τι να κάμωμεν! + +Είπεν η Αρφανούλα προς τον αδελφόν της. + + — Λες να γλύτωσεν η Βουλή, από τον φοβερόν αυτόν καταποντισμόν; +είπεν ο Σπύρος, αναμένων πάντοτε εκλογάς. + + — Εθεμέλιωσεν ο γέρως, Σπύρο μου, εθεμέλιωσε. Δεν πέφτει, έλεγεν +ο Μπάρμπα-Σταυρής, εκεί παρών, μόνον κύτταξε να πιάσης την τσάπα +του γέρω Λαχανά. Αυτό που σου λέγω! + + — Και τι να σκαλίσω; Τα χαλίκια που μου χάρισεν ο ποταμός; + + — Αυτό που σου λέγω! + +Είχε μαλακυνθή όλως διόλου ο δυστυχής από την αργίαν. Αι σάρκες +του ήσαν απαλαί, αι παρειαί του ως εκ προζυμίου, αι χείρες του ως +ξεβιδωμέναι. Αι τρίχες της κόμης του άσπρισαν και αυταί. Τι να +κάμη: Η αδελφή του, τη επιμόνω παρατηρήσει του μπάρμπα Σταυρή είχε +σκληρυνθή ολίγον. + + — Τον παίρνεις στον λαιμόν σου, άφησέ τον, της έλεγεν ο +Ξυλοπόδαρος. Αργός μη εσθιέτω. Θα σε κανονίση ο παπα-Μεθόδιος. Δεν +πας να ιδής; Αργός μη εσθιέτω! Εις τον κόσμον αυτόν χέρι με χέρι +όλα γίνονται. Πάρε δουλειά, νά φαΐ . . . + +Εν τη εσχάτη εκείνη ανάγκη ο Σπύρος προσεκολλήθη παρά τινι +συμβολαιογραφείω, ν' αντιγράφη συμβόλαια αντί δραχμής από πρωίας +μέχρι νυκτός. Το βράδυ, ότε επέστρεφεν η Αρφανούλα από το +εργοστάσιον, με λύπην της τον έβλεπε τον αδελφόν της κατακομμένον +ως να έσκαπτε, με τους δακτύλους της δεξιάς του πληγωμένους και +καταμελανωμένους. Αλλά δεν ωμίλει, μήπως και συνειθίση. Ούτε ο +Σπύρος ωμίλει μήπως και συνειθίση. Πλην μετά μίαν εβδομάδα η +Αρφανούλα έξαφνα ακούει τα παράπονά του: + + — Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου; Εσύ πιστεύεις τον Μπάρμπα-Σταυρή +και δεν πιστεύεις εμένα. Με κυνηγά η ατυχία καϋμένη. Τι να σου +κάμω! Το συμβολαιογραφείο το έκλεισαν διά μίαν κατάχρησιν του +συμβολαιογράφου! + +Τότε ο Μπάρμπα-Σταυρής λυπούμενος περισσότερον την Αρφανούλαν τον +συνέστησεν εις άλλο συμβολαιογραφείον. Αλλά μετά δύο ημέρας ήλθεν +ο Σπύρος έξω φρενών. + + — Μέβαλες σ' αυτόν τον μασώνον, σ' αυτόν τον άθεον!.. Ο +τετράγωνος νους του Μπάρμπα-Σταυρή, ο περικλεισμένος μέσα εις την +τριγωνικήν κεφαλήν του εξήναψε μετά ταύτα άλλην ιδέαν φαεινήν και +είπεν. + + — Ο γέρως εθεμελίωσε, παιδί μου. Δεν είνε ελπίς να πέση και να +διαλυθή η Βουλή. Άνοιξέ μου ένα καφενείο, εκεί κατά την Βάθεια. +Περνώ εγώ από κει και βλέπω ότι είνε μεγάλη ανάγκη. Δεν υπάρχει +κανένα καφενείον σ' εκείνη την γειτονιά, και αναγκάζονται οι +νοικοκυραίοι να φεύγουν εις τα μακρυνά, εις τα Χαυτεία, και +φωνάζουν οι γυναίκες τους γιατί τους αλλαργεύουν πολύ οι άνδρες +του και έχουν καρδιοχτύπι την νύκτα μεγάλο, μη πάθουν τίποτε οι +καϋμένοι... + +Αφού μάλιστα η ιδέα προήρχετο από τον Μπάρμπα-Σταυρήν, ο Σπύρος +ευρέθη μετ' ολίγον ευκόλως διευθυντής ενός ωραίου καφενείου εις +την Βάθειαν, με μίαν μεγάλην λεύκαν εμπρός. «Εις την _Λεύκα_» με +το όνομα. Ο νταμπής έψηνε τους καφέδες, ο σερβιτόρος τους +εμοίραζε, και ο Σπύρος εκάθητο από το πρωί έως το βράδυ στον +μπάγκο αναγινώσκων εφημερίδας και διαλεγόμενος περί εκλογών. +Οσάκις δε εγίνετο λόγος περί εργασιών ή θέσεων έλεγε προς τον +Μπάρμπα-Σταυρήν, όστις συχνά τον επεσκέπτετο. + + — Ωχ, αδερφέ, βαρέθηκα να κάθωμαι από το πρωί ως το βράδυ εδώ +στον μπάγκο. Επόπτης εις την σταφίδα. Εκείνη η εργασία μου αρέσει. +Γλυκεία, σταφιδένια θεσούλα. Μα που θα μου πάη. Δεν θα τον ρίξουν +τον γέρω καμμιά φορά... + +Ας παρεπονείτο ο Σπύρος. Έτσι το έκαμνε. Διά να δείξη εις τον +Μπάρμπα-Σταυρή, ότι ενδιαφέρεται πλέον διά τα ζωτικά ζητήματα, δια +τα ζητήματα της ημέρας, διά τα ζητήματα του εαυτού του, διά την +αποκατάστασιν της αδελφής του. + +Ήτο πολύ ευχαριστημένος με την διεύθυνσιν του καφενείου. Και η +Αρφανούλα ήτο όλη χαρά. Κάθε βράδυ εις τας ένδεκα της έφερνε πότε +δέκα δραχμάς και πότε είκοσι, κέρδος. Αλλά μετά τρεις μήνας, +έξαφνα έρχεται θυμωμένος ο Σπύρος και της λέγει: + + — Πες του χαιρετίσματα του Μπάρμπα-Σταυρή, Αρφανούλα μου. Ο +Σπύρος δεν είνε τεμπέλης. Έχω τρεις μέραις να πιάσω δεκάρα, και +χρεωστώ μισθούς εις τον σερβιτόρο, και χρεωστώ το ενοίκιον. Δεν σ' +αφίνει ο φθόνος, Αρφανούλα μου. Ήλθε δίπλα μου ένας άλλος και +άνοιξεν άλλο καφενείο, και μου πήρε όλους τους μουστερήδες, + + — Δεν πάγαινες, κακομοίρη, παρακάτω, τω είπα. Το μέλι έχει αυτή η +θέσις; + +Αληθώς άλλος τις φίλεργος και δραστήριος, ιδών την ανάγκην εκεί +της συνοικίας, ιδών και τον Σπύρον από πρωίας έως νυκτός καθήμενον +και μη κινούμενον διόλου εις περιποίησιν και κολακείαν των +πελατών, ήνοιξεν άλλο καφενείον παραπλεύρως, και μόνος +περιποιούμενος τους πελάτας προθύμως, αφήρεσεν όλην την πελατείαν +του Σπύρου, όστις τέλος ηναγκάσθη να κλείση το καφενείον του, +πωλήσας τα έπιπλα εις ευτελεστάτην τιμήν και ζημιώσας την +Αρφανούλαν υπέρ τας χιλίας δραχμάς. + +Τότε και η Αρφανούλα ήρχισε να εξυπνά. Όσα εξώδευε προς διατροφήν +του αδελφού της και προς ενδυμασίαν, δεν υπελόγιζεν. Αλλά να ρίψη, +χιλίας διακοσίας δραχμάς εις το πηγάδιον... τούτο την αφύπνισεν +από του ληθάργου. + + — Έχει δίκαιον ο Μπάρμπα-Σταυρής, είπεν. + +Αλλ' αυτήν την φοράν ο Μπάρμπα-Σταυρής ηλέγχετο ότι αυτός έγεινεν +αίτιος της μεγάλης αυτής ζημίας της ορφανής κόρης. + + — Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου, έλεγε δικαιολογούμενος ο +Ξυλοπόδαρος. Πρώτη φορά που εγελάσθηκα. Αλλά πάλιν δεν εγελάσθηκα. +Η θέσις εκείνη ήτανε αληθινά διά καφενείον. Αλλά το καφενείον +θέλει και καφετζήν. Ο Σπύρος ενόμισεν ότι ο καφετζής πρέπει να +κάθεται και εδώ είνε που την έπαθε. Κανένας δεν πρέπει να κάθεται, +Αρφανούλα μου, όταν έχη δουλειά. Και ο επόπτης της σταφίδος θαρρεί +ο Σπύρος ότι κάθεται; δεν πιστεύω να κάθεται και αυτός. Κάτι θα +κάμνη, κάτι θα σημειώνη· και σταφίδα να πάρη κανένα τσουβάλι, θα +κουνηθή, θα δουλέψη. Εγνώριζα ότι ο αδελφός σου δεν είνε για +τίποτε, ούτε για την σταφίδα, αλλά έλεγα ότι σε ένα δύο χρόνια θα +προφθάση να κερδίση κάτι τι στη Βάθεια να πιάση μαγιά. Αλλά +βλέπεις, σήμερα, Αρφανούλα μου, στέκουν οι άνθρωποι με ανοιχτό το +στόμα να χάψουν τας ιδέας των άλλων. Και εδώ πλέον χρειάζεται +ταχύτης: Όποιος πρόφτασε τον Κύριον εδόξασεν. Όλα έγειναν σήμερον +«ηλεκτροπαραγωγά», είπεν ο Ξυλοπόδαρος, κτυπών τα τρία ξύλα του +εις την γην με την νέαν αυτήν του συρμού λέξιν. + + — Και τώρα; ηρώτησεν η Αρφανούλα, περιδεής. + + — Τώρα; 'Σαν ταποτώρα! απήντησεν ο Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ξύων +την βάσιν της τριγωνικής κεφαλής του. Κάμε ό,τι θέλης. Μόνον να μη +ξεχάσης τι προφητεύει ο Χρονογράφος για την Αθήνα κ' έχε τον νουν +σου. Και κάμε λήγωρα να ανοίξης δικό σου εργοστάσιο. Γιατί θαρθούν +ακρίβειαι εις την Αθήνα, θάρθουν από την Πόλι οι ομογενείς και από +τη Λόνδρα και θα φέρουν 'ς την Αθήνα την ακρίβεια και την κακή +ασθένεια, ήγουν τα λούσα. Έπειτα δεν θα πανδρευθής κιόλας; Το +Σπύρο θα κάθεσαι να περετάς; Μη τον λυπάσαι. Η ανάγκη θα τον κάμη +να κυττάξη ναυρή δουλειά. «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών +νεκρούς... » + + +Ούτε ο γέρως όμως έπεφτεν, ούτε η βουλή διελύετο. Μόνον τα ιμάτια +του Σπύρου διελύθησαν εις ράκη από της επονειδίστου «_αεργίης_». Η +Αρφανούλα πεισθείσα εις τας συμβουλάς του «Γέρω-Νίκου» των +Σεπολίων απεφάσισε να εγκαταλίπη πλέον τον αδελφόν της. Μόνον τον +έτρεφε. Φορέματα τίποτε. Δραχμήν διά το καφενείον, τίποτε. Κατ' +αρχάς εκείνος ήρχισε να την απειλή, ζητών να μοιράσουν την +πατρικήν κληρονομίαν, τον παμπάλαιον οικίσκον των Σεπολίων. Τον +περίφημον κήπον είχε μεταβάλει ο Κηφισσός εις κοίτην του. Εδέχετο +δε να έλθη εις συμβιβασμόν μαζί της, αν του έδιδεν ολίγα κεφάλαια +ν' ανοίξη ένα εμπορικάκι, εκεί κατά την Αγίαν Μαρίναν. + +Ήτο πληθυσμός παιδιών μικρών εις την εργατικήν εκείνην συνοικίαν +κ' ήλπιζε να κερδίζη πολλά ο Σπύρος από το μικρόν εμπορικάκι +ψευτολογών τα μικρά. Αλλά η Αρφανούλα ήτο άκαμπτος. + + — Βάστα καλά! της έλεγε και ο Μπάρμπα-Σταυρής. + +Ιδών τότε ο Σπύρος ότι διά των απειλών ουδέν κατώρθου, αλλά μάλλον +θόρυβος εγίνετο, απεφάσισε να μεταχειρισθή τας δεήσεις. Εις τα +τοιαύτα, δεήσεις και δάκρυα, οι αργοί είνε θαυμάσιοι ημπορούν να +κάμψουν και την σκληροτέραν καρδίαν, όχι την μαλακήν της +Αρφανούλας καρδίτσαν όπου λαχταρούσε σαν του πουλιού. Ημπορούν να +μεταπείσουν και αυτόν τον Μπάρμπα-Σταυρή να μεταβάλη γνώμην περί +αυτών, όχι την γυναικείαν της Αρφανούλας διάνοιαν, η οποία +επείθετο αμέσως ως το μικρόν παιδίον. + + — Μη βλέπης, έλεγε κλαίων σχεδόν ο Σπύρος, μη ακούης, Αρφανούλα +μου, με κυνηγά η ατυχία. Ξέρω εγώ την δουλειά μου. Ας μη άνοιγε το +διπλανό καφενείο, και θ' άβλεπες σήμερα τον Σπύρο. Ας έπεφτε ο +γέρως, να διαλυθή η βουλή, και θάβλεπες τον Σπύρο 'ς την Πάτρα, 'ς +την σταφίδα να γυρίση πίσω με χρυσά ωρολόγια. + +Γυνή ήτο, αδελφή του ήτο, ευσπλαγχνική φύσις ήτο. + +Η Αρφανούλα εκάμφθη. + +Και ο Σπύρος μετά τινας ημέρας, εκεί παρά την Αγίαν Μαρίναν, +χωμένος μέσα εις ένα μικρόν εμπορικάκι, γεμάτο ψυλικά ποικιλώνυμα, +με κατάστιχα, με καλαμάρια, και πέννες να σημειώνη, με απομεινάρια +του εργοστασίου της Αρφανούλας διά τας πτωχάς εκεί κορασίδας, που +τρελλαίνονται για ένα φτερό, ή για ένα ψευδοάνθος, επώλει, χωρίς +να γνωρίζη και ο ίδιος τι κάμνει. + + — Πήγες καμμιά μέρα, να ιδής τι κάμνει εκείνος ο αδελφός σου; + +Ηρώτησε μετά τινας μήνας την Αρφανούλαν ο Μπάρμπα-Σταυρής, +θυμωμένος διότι δεν εισηκούσθη. + + — Είχα καιρόν; . . . Απήντησεν η Αρφανούλα. + +Ο Μπάρμπα-Σταυρής όμως, τακ-τακ, με τον ξύλινον πόδα του και τα +ξύλινα ραβδία του, τακ-τακ — περιερχόμενος όλας τας συνοικίας καθ' +εκάστην, είχε καιρόν. Και έμαθεν ότι εις την Αγίαν Μαρίναν άνοιξεν +ένα εμπορικάκι που πωλεί φθηνά, πάμφθηνα, που δε ζητάει τα +βερεσέδια ο εμποράκος, που δεν σημειόνει, που τον γελάνε τα +παιδάκια και τα κοριτσάκια· που του κλέβουν τα κονδύλια και της +πλάκαις και της κορδελίτσαις από μπροστά από τα μάτια του, και +τόσα άλλα. + +Η Αρφανούλα τα είπεν αυτά εις τον αδελφόν της, χωρίς ν' αναφέρη +τον Μπάρμπα-Σταυρήν. Αλλ' ο Σπύρος τα διέψευδεν. Έλεγεν ότι τα +διαδίδει αυτά ένας φούρναρης εκεί δίπλα του, ο οποίος αφού είδεν +ότι το μαγαζάκι του έκαμνε δουλειά, παρήγγειλε και αυτός και του +έφκιασαν μέσα εις τον φούρνον μια μόστρα και έβαλε κάμποσα ψιλικά +και αυτός και τα κατέβασεν ελεεινά, και η αλήθεια είνε ότι του +έκοψε του Σπύρου τους μουστερήδες. Γιατί αυτός είνε κατεργάρης και +όσα σπίτια δεν στέλνουν τα παιδιά τους να ψωνίσουν τα ψιλικά από +αυτόν, δεν τους δίνει ψωμί κρέντιτο. Να, αυτά είνε τα σωστά. Ότι +δηλαδή, Αρφανούλα μου, η ατυχία με κυνηγά· και να πης χαιρετίσματα +εις τον Μπάρμπα-Σταυρήν ότι ο Σπύρος ειμπορεί να είνε άτυχος, +τεμπέλης όμως δεν είνε. + +Η Αρφανούλα ένεκα συσσωρεύσεως παραγγελιών εν τω εργοστασίω, δεν +έλαβε καιρόν να φροντίση εγκαίρως· και ούτως με την νέαν +επιχείρησιν του αδελφού της εζημιώθη άλλας χιλίας δραχμάς. + +Επήγε να σκάση από τον θυμόν του ο Μπάρμπα-Σταυρής. Αλλ' ενόμιζε +πλέον ότι η Αρφανούλα έβαλε γνώσιν, ότε την παραμονήν της +Πρωτοχρονιάς ελθών να χαιρετίση την ανεψιάν του διά τα +Χριστούγεννα, μετά τινα καιρόν, βλέπει και ητοίμαζε διάφορα +παιγνιδάκια και αθύρματα πολλά, σωρόν μεγάλον. + +Ο Σπύρος έλειπε. + + — Τι είν' αυτά Αρφανούλα; ηρώτησεν ο θείος της. Κάτι πολλά δώρα +θα κάμης εφέτος. Μήπως τον αρραβώνιασες τον Σπύρο, κρυφά από τον +Μπάρμπα-Σταυρήν; Να σου πω, δεν θα ήταν άσχημα. Ο γάμος είνε σαν +το τυπογραφικό πιεστήριον και μπορεί να στρώση και ο Σπύρος. + +Η Αρφανούλα εγέλασε. Και διηγήθη είτα εις τον θείον της τα +συμβαίνοντα. + + — Τι να σου πω, Μπάρμπα-Σταυρή. Τον λυπήθηκα. Δεν βαστά η ψυχή +μου. Δεν έχει παντελόνι να φορέση. Έπεσε 'ς τα πόδια μου με τα +δάκρυα, σαν μωρό, και μου είπεν. Απ' τον Θεόν και στα χέρια σου, +αδελφούλα μου. Άλλη φορά δεν θα σε βαρύνω. Δάνεισέ μου ένα +κατοστάρικο να στήσω 'ς την Καπνικαρέα ένα τραπέζι να πωλήσω +Πρωτοχρονιάτικα, να βγάλω μια φορεσιά ρούχα το ελάχιστο. Σε λίγαις +ημέραις θα τον φάνε τον Γέρω, τέλος πάντων. Και άλλη φορά δεν θα +σε βαρύνω. Το βλέπω κ' εγώ. Κοντζάμ άνδρας ως εκεί επάνω, να μένω +χωρίς δουλειά! Φταίει και ο μακαρίτης ο Γέρω-Λαχανάς. Όταν μου +έλεγε, βρε Σπυράκι μου, βρε Σπυρέτο μου, βουτηγμένος αυτός μέσα 'ς +τον ιδρώτα και τα χώματα, έπρεπε να σηκώση την τσάπα του να μου +κάμη μια τρύπα 'ς το ξερό μου, να έμβη μέσα ολίγη γνώσις. + +Και έκλαιεν ο καϋμένος . . . + +Τον λυπήθηκα Μπάρμπα-Σταυρή. Έπειτα να πούμε και του φτωχού το +δίκαιο. Τον κυνηγά και η κακοτυχία. Δεν είνε μονάχη η κακομοιριά. + + — Μα δεν ξέρεις, κορίτσι μου, ότι όπου κακομοιριά, εκεί και +κακοτυχία; . . . + + +Ούτω λοιπόν ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, με την πονηρίαν του και με +την φυσικήν αγαθότητα της Αρφανούλας τα κατάφερε πάλιν και τον +είδομεν την παραμονήν της πρωτοχρονιάς πρωί πρωί, παρά το Άγιον +Βήμα της Καπνικαρέας, εμπρός εις μίαν τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα +ευθηνά αθυρμάτια, στρέφοντα, τη συμβουλή του θείου του, μίαν +τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν εκεί θρηνητικώς, πρώτην-πρώτην αυτήν, +ως το εγερτήριον της μεγάλης εμπορικής οδού, την τρελλήν εκείνην +ημέραν. + +Αλλά μόλις εξηφανίσθη ο Μπάρμπα-Σταυρής με τα τρία ξύλα του, ως +είδομεν, και ψεκάδες πυκναί ήρχισαν να πίπτουν. + +Ο άνεμος ετράπη προς το βορειοανατολικόν του ορίζοντος και μετ' +ολίγον βροχή δαρτή ήρχισε να πίπτη. Θόρυβος επηκολούθησε τότε και +ταραχή μεγάλη εις τας πέριξ εκεί άλλας τραπέζας των παιγνιοπωλών, +και φωναί και βλασφημίαι ηκούσθησαν. Άλλοι με λευκάς σινδόνας +εσκέπαζον τα προς πώλησιν αθύρματα, ως να τα εσαβάνοναν, και άλλοι +εισεκόμιζον τας τράπεζας των εις τα εγγύς εμπορικά. Οι έμποροι, +απηλπισμένοι συνέκρουον τας χείρας των ως οι σταφιδοκτήμονες, +βραχείσης της σταφίδος. Οι υπάλληλοί των εγελούσαν σκαστά. + +Ο Σπύρος τότε του Γέρω-Λαχανά, ανοίξας την ομβρέλλαν του, είχεν +αυτήν την πρόνοιαν, με όλην την ανικανότητά του ήτο γεμάτος +πονηρίαν, ανέμενε να παύση, η βροχή κ' εξηκολούθει να συστρέφη την +τεραστίαν ροκάναν. + +Ουδείς διαβάτης ετόλμησε να προβάλη επί τόσας ώρας και εκινδύνευε +να κηδευθή η τελευταία ημέρα του έτους εκείνου άνευ της προπομπής, +αλλά μόνον με τους θρηνητικούς κρωγμούς της ροκάνας του Σπύρου, +του υιού του Γέρω-Λαχανά. + +Διότι αληθώς μετ' ολίγον ορμητική θύελλα εκραγείσα, θαρρείς και +απέλυσεν επί της πόλεως ολόκληρον τρούμπαν. Καταρράκται +κατακλυσμού ανοίχθησαν και ρεύμα μετά ηχηράς βοής κατήλθεν αμέσως +από του Συντάγματος, το οποίον παρέσυρε παν το πρόστυχον. Οι +έμποροι έσπευδον ν' αποσύρωσιν από των θυρών των τα προς πώλησιν +πράγματα. Η δε τράπεζα του Σπύρου, μη προνοήσαντος να την εισαγάγη +εγκαίρως εις τι εμπορικόν, ως έπραξαν προ μικρού οι άλλοι +παιγνιοπώλαι, ανετράπη φευ! και τα παίγνια όλα και όλα τα αθύρματα +του οικτρώς παρεσύρθησαν υπό του χειμάρρου κ' εξηφανίσθησαν εις +την εκεί πλησίον μεγάλην καταβόθραν. + +Και εσώθη μόνος ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, ως ο τελευταίος άγγελος +του Ιώβ, ίνα αναγγείλη την θλιβεράν είδησιν εις την αδελφήν του. + + — Πες χαιρετίσματα εις τον Μπάρμπα-Σταυρή, Είπε θρηνών ο Σπύρος, +πες του που ξέρει να κάνη το ξυλόσοφο, ότι ο Σπύρος δεν είνε +τεμπέλης, αλλά τον κατατρέχει η ατυχία.... + + +Κατόπιν, μετά μεσημβρίαν, ο ουρανός της Αττικής, ο απατεών, +εξαστέρωσε κ' έγεινεν αρκετή κίνησις, ο δε σχηματισθείς βόρβορος +συνετέλεσεν εις το να ανυψώση εις βακχικήν τελετήν, την γενομένην +εκείνο το έτος παρέλασιν των Αθηναίων. + + — Δεν ξεύρω, τέλος πάντων, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταυρής ο +Ξυλοπόδαρος, ελθών την επαύριον να χαιρετίση την Αρφανούλαν, δεν +ξεύρω ποίος πταίει, ο αδελφός σου ή η ατυχία του. Σου το είπα όμως +και άλλαις φοραίς. Όπου κακομοιριά εκεί και ατυχία. Έπειτα εσύ +διαβάζεις βιβλία. Δεν ξεύρεις ότι «κακομοίρης» θα πη άτυχος; Το +βέβαιον όμως είνε, ετελείωσεν ο Μπάρμπα-Σταυρής, ότι αν ο Σπύρος +επήγαινεν από μικρός σε κανένα Μοναστήρι, μπορούσε σήμερα να είνε +κάτι τι. Κ' εκτύπησε τον ξύλινον πόδα του κραταιώς επί του +πατώματος, ως να εκτυπούσε την κεφαλήν του, διότι δεν το είπεν +αυτό, όταν έπρεπε. + + + +Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ +(1901) + + + +Με τα δύο καλαμοειδή χεράκια του και τα δύο σκολιά ποδαράκια του, +ο Μιστόκλης ο Κοντούλης κατεγίνετο εν χαρά, τόσας ημέρας τώρα, με +το νέον του επάγγελμα, όπερ ανέλαβε με χρυσάς ελπίδας, ωσάν κάθε +νέος επαγγελματίας. + +Προσκολλών χαρτίνας ρωσσικάς εικόνας επί μικρών σανίδων, μετά +προσοχής και δεξιότητος, ώστε να φαίνωνται ως εξ αρχής +εζωγραφημέναι επί των σανίδων, και πλαισίων αυτάς είτα δι' απλών +εκ λευκοσιδήρου κορνιζών, κατήρτιζε πλουσίαν συλλογήν, σκοπών ν' +απέλθη εις Τήνον, κατά την πανήγυριν, και κερδίση ασφαλώς και +ακόπως κέρδη από ευτελών και πτωχικών κεφαλαίων. Έξυπνος ο +Μιστόκλης ο Κοντούλης, είχε κάμει πρό τινων ημερών δοκιμάς εις τα +περίχωρα της Αττικής και είδεν ότι αι κομψώς πλαισιωμέναι +εικονίτσες του ηγοράζοντο προθύμως υπό των χωρικών, εις τους +περιεργοτέρους των οποίων ο Μιστόκλης ηναγκάζετο να περιγράφη την +σπανίαν τέχνην του, εξαπατών ότι αυτός εζωγράφιζε διά της χειρός +τας εικόνας, εκμαθών τάχα εν Κιέβω την ρωσσικήν αγιογραφίαν, μη +βραδύνων να προσθέτη εις τους πλέον περιέργους ακόμη, ότι αυτός +επί το εκκλησιαστικώτερον, ως απεκάλει την βυζαντινήν αγιογραφίαν, +μετερρύθμιζε τα άκομψα και χονδροειδή ρωσσικά σχέδια. Τόσην δε +πεποίθησιν είχε πλέον εις την επιτυχίαν του νέου του έργου, ώστε +επανειλημμένως τω ήρχετο διάθεσις ν' ανακράξη προς την γυναίκα του +«όξω φτώχια». Αλλά πολλά παθών έως τώρα, πολλά έμαθε, και, το +καλλίτερον, έμαθε να σιωπά πλέον. + +Και αφού εκόλλησε τας χαρτίνας αγιογραφίας και ηλίαζε τας υγράς +σανίδας, ήρχισε να ετοιμάζη και συλλογήν άλλην προσωπογραφιών της +αυτοκρατορικής ρωσσικής οικογενείας. + +Εκεί πλησίον του, η σύζυγός του, φίλεργος και φιλόπονος γυνή, +ξενοπλύνουσα είχε καθήσει επί σκάμνου, παρά μεγάλην και ασήκωτην +κόφαν, μπουγαδιάζουσα τα πλυθέντα ιμάτια και αναπαυομένη προς +στιγμήν, εθήλαζε χρονιάρικον βρέφος, μετά συνέσεως, περισφίγγουσα +τους ατάκτους του πόδας επί της οσφύος της, εις ενδιαφέρουσαν +ευρισκομένη κατάστασιν. Τρία άλλα παιδία, το έν μικρότερον του +άλλου, έπαιζον παρά-πέρα εν τη ρυπαρά αυλή, καταβορβορωμένα μέσα +εις τα νερά της πλύσεως. + + — Της προάλλαις, εις το Μενίδι, έλεγεν ο Μιστόκλης, προσβλέπων +μετά τινος δισταγμού την βεβαρημένην της συζύγου του κοιλίαν, από +κάθε εικόνα που μου κοστίζει — τέχνη και κόπος και κεφάλαια, — μια +δεκάρα, έβγαλα δύο και τρεις δραχμαίς. Πρώτα ο Θεός, να πωλήσω εις +την Τήνο από δυο και τρεις δραχμάς την μία, της πεντακόσιες +εικόνες μόνον — + +Διεκόπη αίφνης, Τω ήλθε διάθεσις πάλιν να εκφώνηση «όξω φτώχια», +αλλά συλλογισθείς τα παθήματά του, εδάγκασε την γλώσσαν του και +εσιώπησεν. + +Η σύζυγός του, κάθιδρως, κουρασμένη από της επιμόχθου πλυντικής +εργασίας ανεπαύετο ακόμη, θηλάζουσα και το βρέφος, το νήπιον, του +οποίου περιέσφιγγε τους αεικίνητους πόδας επί της οσφύος της. + + — Δεκαπέντε δραχμαίς την χιλιάδα της αγόρασα από το παππά-Σάββα +τον αγιορείτην, διηγείτο ο Μιστόκλης προς την γυναίκα του, +ατενίζων μετά φόβου πάντοτε την βεβαρημένην της κοιλίαν· τα +σανιδοκόμματα μου τα χάρισεν ο ξάδερφός σου ο μαραγκός, ώστε λίγη +ψαρόκολλα μόνον αγόρασα και λίγες λωρίδες τενεκέ και λίγα τζάμια +από το φαναρτσή, απομεινάρια. Πρώτα ο Θεός να της πωλήσω όλαις, +και της χίλιαις, έστω και προς μία δραχμή την μίαν — + +Εδάγκασε και πάλιν την γλώσσαν του, ίνα μη εκφωνήση υπερήφανόν +τινα καύχησιν. Και είχε πάθει πολλά έως τώρα. + + — Πότε έχομε της Παναγίας; ηρώτησεν η σύζυγός του, αποθέσασα +χαμαί, επί τινος σανίδος, το νήπιον, το οποίον απεκοιμήθη θηλάζον, +και με το βάρος εκείνο της κοιλίας της, η πτωχή, επανήρχισε πάλιν +το μπογάδιασμα των ιματίων. + + — Την παραπάνω Κυριακή, απήντησεν ο Μιστόκλης, καρφώνων με +προσοχήν μίαν ωραίαν ολόχρυσον Αγίαν Παρασκευήν. Και μετά +δισταγμού και φόβου εμβλέπων προς αυτήν και προς το βάρος της, διά +νευμάτων, σαν να εζήτει να μάθη τον χρόνον του τοκετού, εψιθύρισε +κατ' ιδίαν μασσημένους λόγους: + + — Έχει γούστο εις την τόση χαρά μου για το ταξείδι, να μου +παρουσιασθούν και γεννητούρια, και ν' απομείνη ο Μιστόκλης με της +εικόνες στα χέρια! Εν τούτοις υπελόγιζε και εύρισκεν ότι ο τοκετός +θα επέλθη μίαν εβδομάδα μετά την εορτήν της Παναγίας. Επρολάμβανε +λοιπόν και εις την Τήνον να μεταβή και την λεχώ να θεραπεύση. + +Ουχ ήττον κάτι τι τον ετριβέλιζε μέσα εις την καρδίαν του. Μήπως +έχει λάθος; μήπως ο λογαριασμός γίνεται χωρίς τον ξενοδόχον; Πολλά +παθών, έμαθε πολλά... + + +Εις όλα τα προηγούμενα επαγγέλματά του ο Μιστόκλης ο Κοντούλης, +εις όλας τας επιχειρήσεις του, είχε διαψευσθή. Τας μακράς του +χειμώνος νύκτας στενοχωρημένος από τας ανάγκας της πολυμελούς του +οικογενείας, απηρίθμει εν απογνώσει όλα τ' αποτυχόντα παλαιά έργα +του, εις μάτην ζητών ν' απολαύση απλήν τινα εις νεωτέραν +επιχείρησιν επιτυχίαν. + +Πανταχού η μοίρα του, του πτωχού η μοίρα, παρουσιάζετο φοβερά +ενώπιόν του, απελπιστική, καταστρέφουσα τας ελπίδας του, διαλύουσα +τα όνειρά του, ώστε ν' αληθεύη πάντοτε το της παροιμίας «όπου +πτωχός και η μοίρα του». + +Και εις αυτό το έργον της παιδοποιίας, εις το οποίον και μόνον τω +έλεγεν ο γείτονας του ο κυρ-Γεώργης ο συνταξιούχος, ότι επέτυχε, +θέλων να τον παρηγορήση παραπονούμενον, και εις αυτό ο Μιστόκλης +έβλεπε την φοβεράν μοίραν του, του πτωχού την μοίραν, +προαγγέλλουσαν αυτώ τας αποτυχίας του. + +Από την ημέραν που επρωτόπιασε εργασίαν, πρώτην φοράν ελθών εις +την πρωτεύουσαν εκ των νήσων του Αιγαίου πελάγους, από τότε εφάνη +ότι ούτε η μοίρα του επήρε με καλό μάτι τον Μιστόκλην, ούτε ο +Μιστόκλης την μοίραν του. Αυτός, μικρός το ανάστημα, αλλά και +υγιής τω σώματι και ευτραφής ως ουρανόπεμπτος εφάνη εις τον +Γέροντα του Λυκαβητού, ένα σκληροτράχηλον και φιλάργυρον προεστώτα +του Αγίου Γεωργίου, όστις «με το μέλι» κατ' αρχάς ομιλών, ήρχισεν +εις το τέλος να τον ποτίση όξος και πικράν αλόην. + +Γνωρίζων ο Μιστόκλης τα γράμματα του ελληνικού σχολείου υπηρέτει +καλώς εν τω ναΐσκω, συλλειτουργών τους ιερείς. Αλλ' ο γέρων βλέπων +το ανθηρόν της υγείας του, μετ' ολίγον καιρόν επέβαλεν εις αυτόν +να περιέρχηται την πόλιν μετά μεγάλου δισακκίου και να συνάζη ελέη +των χριστιανών, διά τον Άγιον Γεώργιον. Εις το χωρίον του, είνε +αληθές, ο Μιστόκλης εξετέλει και αγροτικάς εργασίας, αλλ' είχεν +έλθει εις τας Αθήνας, αποβλέπων εις στάδιον ευγενέστερον. Διά +τούτο βαρέως έβλεπε τους ώμους του εξασθενίζοντας από το αφόρητον +άχθος του δισακκίου. Τότε κατά πρώτον είδε καθ' ύπνους την Μοίραν +του ως άγριον και δυσαχθές γερόντιον, απεσκληρωμένον και πολιόν, +να θεωρή τον νεαρόν νησιώτην ως τι μελιτωμένον πλακούντιον, +έτοιμον εις βρώσιν. + +Υπέμεινεν όμως ο Μιστόκλης όλας τας βαρείας υπηρεσίας του βράχου, +ελπίζων ίσως διά της υπακοής του και ταπεινώσεως να μαλάξη τον +σκληρόν γέροντα. Αλλ' εκείνος την υπακοήν του εκείνην και +ταπείνωσιν εκλαβών ως ηλιθιότητα, τω επέβαλε να λαξεύη τον βράχον +τον απρόσιτον, και να κατασκευάζη με την γλυπτικήν σμίλην βαθμίδας +επί της ανωφερούς πέτρας, προς εύκολον ανάβασιν των προσκυνητών +και έδρανα προς αναψυχήν των. + +Αλλ' η εργασία αύτη ήτο λίαν επαχθής· και μετ' ολίγα έτη ελάξευσε +μεν ο ευτραφής Μιστόκλης τον απορρώγα βράχον, πλατείας ισοπεδώσας +και πεζούλια υψώσας και δεξαμενάς γλύψας διά το βρόχινον ύδωρ, +αλλά συγχρόνως, χωρίς να το εννοήση, ελάξευσε και το τρυφερόν σώμα +του, καταντήσας με δύο καλαμοειδή χεράκια και δύο σκολιά ασθενή +ποδαράκια και μίαν άκρεων πλατίτσαν. Έκτοτε, η Μοίρα του, +εμφανιζομένη σκληρά, υπό την μορφήν του Γέροντος, κοντού και +απηνούς, πολιού και εχθίστου, με πώγωνα βαθύν και επανωφόριον +ποδήρες ρωσσικόν, συνετάραττε την νυκτερινήν ανάπαυσίν του· και +αποκαμών επεθύμει την κατάβασίν του προς τα κάτω, όπου τω εφαίνετο +ότι θα εύρισκεν ανάπαυσιν εις την μαλακά γύρω του βουνού, +αναπαυομένην πόλιν. + +Όταν δε μίαν ημέραν, με το καύμα, αχθοφορικώς τοποθετών ογκώδεις +λίθους, εις κατασκευήν πεζουλιών, προς συντήρησιν της διαρρεούσης +πάντοτε από των όμβρων οδού, είδεν αίφνης να κυλίση βράχος προς +την υπώρειαν, με ταχύτητα ακράτητον, ηυχήθη να εκύλιε και αυτός, +χωρίς ο εαυτός του, ως άλλος Σίσυφος, να τον αναβιβάση πάλιν +επάνω. Κ' εθάρρει ότι δεν θα εχάνετο εις μίαν πόλιν, τόσον μεγάλην +και τόσον φιλάνθρωπον, όπου και πέντε αγαθοί να υπήρχον, θα έσωζον +όλας τας άλλας μυριάδας, και αυτόν μαζί. + +Ο γλυκύς αυτός πόθος του δεν εβράδυνε να εκπληρωθή, διότι μίαν +άλλην ημέραν φορτωμένος το δισσάκιον των ελεών, με τα χονδρά του +ράκη και τα μεγάλα κρητικά υποδήματα, με τα λεπτοκαμωμένα και +σκολιά ποδαράκια του, αναβαίνων τον ελικοειδή δρόμον, κατέπεσεν +από του καύματος υπό τινα δροσεράν πευκών συστάδα, και ανακλιθείς, +με προσκέφαλον το δισάκκιον, εβυθίσθη εις δροσερόν ύπνον, και +εβράδυνε να κομίση προς τον Γέροντά του το δισάκκιον με τα ελέη, +διαρπαγέντα, κατά τον ύπνον του, υπό λωποδυτών. Την νύκτα εκείνην, +ως βαρύς λίθος, ο Μιστόκλης εκύλισε τωόντι κάτω, προς την +υπώρειαν, αποδιωχθείς αγρίως υπό του Γέροντος, αυτός δε καμμίαν +όρεξιν δεν είχε πλέον να γείνη Σίσυφος και ν' αναβιβάση πάλιν τον +εαυτόν του επάνω. + + — Τότε, πρώτα-πρώτα, ο Μιστόκλης ως έξυπνος όπου ήτο, επιθυμών να +εργασθή πλέον εν τη πόλει, την οποίαν ως όνειρον έβλεπε πάντοτε +από την κορυφήν του Λυκαβητού, να δράση και να προοδεύση, ως +έβλεπεν από του ύψους εκείνου ότι έδρα και προώδευε κάτω τόσος +κόσμος, εζήτησε κ' εύρε την παρά του Θεού ορισθείσαν τω ανθρώπω +βοηθόν και σύντροφον εν τω βιωτικώ αγώνι και ήλθεν εις γάμον. Πλην +όλα τα επαγγέλματα, εις τα οποία προχείρως επεδίδετο έκτοτε — +τακτικόν τι έργον δεν είχεν εκμάθει — όλα, τον ωδήγουν από ατυχίας +εις ατυχίαν. Τω εφαίνετο ότι, σαν να τον κατηράσθη ο Γέρων του +Λυκαβητού διά τα ελέη, τα οποία του αφήρπασαν οι λωποδύται, και +πολλάκις τον έβλεπε καθ' ύπνον κατά πάσαν αποτυγχάνουσαν εργασίαν +του, κοντόν, χονδρόν, με λευκόν μέχρι του στήθους φθάνοντα πώγωνα, +μ' έν χονδρόν και μακρόν επανωφόριον, ως ρωσσικόν επενδύτην, να τω +φωνάζη αγρίως: + + — Όπου φτωχός και η μοίρα του! Εσύ μου τάφαγες τα πρόσφορα και +είπες πως σου τάκλεψαν οι λωποδύταις! + +Τον είδε τον Γέροντα, όταν τον εμπόδισεν η εξουσία να πωλή καπνά +και σιγαρέττα, οπού, εκέρδιζεν αρκετά, χωρίς κανένα κόπον, διότι +είχε ψηφισθή το μονοπώλιον. Κατόπιν τον ξαναείδε πάλιν, κοντόν και +χονδρόν, κατάλευκον, με τον ρωσσικόν επενδύτην του, όταν πωλών +κουλουράκια ζαχαρένια, όπου τα εζήμωνεν η γυναίκα του, εκέρδιζεν +ικανάς δραχμάς την ημέραν. Ολίγας ημέρας μετά το όνειρον, εγέμισεν +η Αθήνα από κουλουροπώλας, και έκαμε λογαριασμόν ότι τα πωλούμενα +κουλούρια αναλογούσαν δέκα προς έκαστον Αθήναιον. Αν ήτο δυνατόν +να προκόψη κανένας! έλεγεν αγανακτών ο Μιστόκλης. + +Αμυδρώς ενθυμείτο ότι τον είδε, τον φοβερόν Γέροντα, άγριον ως +λύκον και όταν η γυναίκα του εγέννησε το πρώτον τέκνον των· και τω +εφάνη ότι και τότε είπεν εις τον Μιστόκλην ο Γέρων. + + — Όπου φτωχός και η μοίρα του! + +Καλά-καλά δεν την εβεβαίωνε ταύτην την οπτασίαν, αλλά το να αποκτά +κατ' έτος και από έν παιδίον, τούτο βεβαίως δεν ήτο πλουσίου +ριζικόν, εσκέπετο ο Μιστόκλης. + +Και όταν ο Μιστόκλης πάλιν με την βούρτσαν του επ' ώμων, με τον +τενεκέ των χρωμάτων παρά πόδας εις μάτην ανέμενε παρά την Νέαν +Αγοράν, ως σουβατζής, να προσληφθή εις καμμίαν εργασίαν, +υποχρεωμένος εκεί ναπαριθμή τους οψοπώλας και τους κομίζοντας +πλήρεις οψωνίων τους καλάθους εις τας οικίας των ευδαιμόνων αστών, +έλεγε: + + — 'Σ πολλά έτη, που ξενοπλένει η γυναίκα μου και βγάζουμε το +ψωμάκι . . . . + +Εις τας δεινάς τότε στενοχωρίας του εσυλλογίζετο την πρώτην του +εργασίαν και τω ήρχετο σκέψις ν' αναβή εις τον Άγιον Γεώργιον, να +βάλη μετάνοιαν εις τον Γέροντα και να ζητήση συγχώρησιν από την +Μοίραν του. + +Φοβεραί της στενοχωρίας του παρετείνοντο αι νύκτες τότε. Παρά τον +μέγαν πύραυνον, εν τη ρυπαρά αυλή της κατοικίας των, παρά την +Βλασταρούν, η γυναίκα του προσεπάθει να μπουγαδιάση, ρίπτουσα +ολίγον κατ' ολίγον το βραστόν νερόν εις την βαθείαν της μπουγάδας +κόφαν. Τα παιδία των ως γατάκια εκοιμώντο εις μίαν ψάθαν επάνω, +όλα μαζί, μία τουφίτσα σαν ορφανά. Ο Μιστόκλης, στηρίζων την +καθαράν από της αργίας βούρτζαν του επί του τοίχου, και καθήμενος +είτα επί του κενού τενεκέ των χρωμάτων έβλεπε την βασανιζομένην +γυναίκα του. Έβλεπε τα κοιμώμενα παιδία επί της ψάθης, ως να ήσαν +εγκαταλελειμμένοι νεοσσοί, έβλεπε και την βεβαρημένην της μητρός +κοιλίαν και διελογίζετο, αν δεν ήτο καλλίτερος ο πρώτος +αχθοφορικός εκείνος βίος του, ότε κάθιδρως και ασθμαίνων +αναβίβαζεν επί του Λυκαβητού το δισάκκιον των ελεών. Τότε έν +δισάκκιον είχε μόνον, αλλά τώρα έχει τρία παιδιά και μίαν γυναίκα +γαλακτοτροφούσαν και συνάμα έγκυον. Τότε ήτο ελεύθερος να το κάμη +ό,τι ήθελε το δισάκκιον εκείνο, όπως ποτέ το έκαμε και +προσκέφαλον. Ήτο ελεύθερος να το ρίψη κάτω από των ασθενικών του +ώμων όπως και το έρριψε, διότι ήτο άψυχον και άπνουν δισάκκιον. +Αλλά το δισάκκιον αυτό το ζωντανόν, το έμψυχον, που φέρει ήδη εις +την αδύνατον και λαξευμένην πλατίτσαν του; Το κλαίον πολλάκις και +πολλάκις γελών, το εκφράζον πόθους και ορέξεις, πείναν και δίψαν, +γυμνότητα και στέρησιν; Το δισάκκιον το πλήρες ονείρων και +σχεδίων, το πεπληρωμένον όχι ελεών διά τον Άγιον Γεώργιον, αλλά +υπάρξεων τόσων διά τον κόσμον; + +Υπάρξεων, αίτινες έχουν χαράν, υπάρξεων, αίτινες έχουν λύπην; Ούτε +να το ρίψη πλέον κάτω ημπορούσεν, αλλ' ούτε και να το μεταχειρισθή +ως προσκέφαλον. + +Και πόσας απολαύσεις είχεν εκείνος ο βίος, όστις τότε τω εφαίνετο +βαρύς και μοχθηρός. Την άνoιξιν ο κωνοειδής εύμορφος λόφος, ο +άγονος το θέρος και κατάξηρος, ήτο παγκάλως εστολισμένος, +ζωγραφισμένος με τόσα αγριολούλουδα, κ' ευωδίαζεν όλος ο βουνός +από την νέαν του θύμου βλάστησιν. + +Πατών εις την καταπρασίνην εκείνην λόχμην και διά μέσου των +τερπνών πεύκων αναβαίνων την βουστροφικήν οδόν του ο Μιστόκλης, +ασθμαίνων από το βάρος του δισακκίου, ίστατο κατά δεκάδας βημάτων +να ίδη πότε μεν τα γλαυκά του Σαρωνικού νερά και πότε τους +θαλερούς αμπελώνας του Γουδίου. Απέθετε τότε το δισάκκιον ν' +ανασάνη ολίγον και ανέπνεε την ευώδη της ανοίξεως δρόσον, αγνήν +και αθάνατον, ενώ δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις, ως από τέλματος, +εκάλυπτον κάτω την πόλιν. Και πάλιν ανελάμβανε το δισάκκιον και +ανέβαινε· και πάλιν ίστατο διελθών ήδη τας ευσκίους υπωρείας και +αναβαίνων τον απρόσιτον της κορυφής βράχον με τας ελικοειδείς υπ' +αυτού λοξευθείσας καμπάς του, εστεφανωμένας με στέμματα χλοερά +μαργαριτών και αιμοχρόων μυκώνων. + +Κ' ενθυμείτο τώρα ο Μιστόκλης εκείνο το τερπνόν πανόραμα όπερ από +της κορυφής εκαμάρωνε κάθε πρωίαν, αναμένων εις τας επάλξεις του +βράχου, να ίδη αν έρχωνται προσκυνηταί να κρούση τον κώδωνα. +Ηπλούτο γύρω-γύρω η πόλις λευκή, κατάλευκος, με τους ναούς της και +τα παλάτια της, με τας πλατείας της και τα καθαρά τετράγωνα των +νέων συνοικισμών. Τι αν ίδρωνε να λοξεύση μίαν βαθμίδα, ή να +κομίση το βαρύ δισάκκιον; Κατόπιν ήτο ελεύθερος — τω εφαίνετο τώρα +— να χαίνη προς τον ευώδη του ύψους εκείνου αέρα.... + + +Ετοποθέτησεν όμως τας εικόνας όλας εις τρεις μικράς κασσίτσας. + +Έθεσεν εντός καλάθου τα εφόδια του ταξειδίου, είπεν εις την +γυναίκα του να ετοιμάση μίαν γουνίτσαν μ' έν κυλιμάκι μαζί, και +ητοιμάζετο, αφού κοιμηθή ολίγον και ξεκουρασθή, να εξέλθη και +μισθώση αχθοφόρον, ίνα μεταφέρη τα πράγματα εις τον σταθμόν του +σιδηροδρόμου, εις Μοναστηράκι. Την εσπέραν εκείνην θ' ανεχώρει το +πρώτον ατμόπλοιον διά την πανήγυριν της Τήνου. + +Το βρέφος το νήπιον εκοιμάτο προ μικρού θηλάσαν. Τα τρία άλλα +παιδία, βαστάζοντα ανά έν τεμάχιον άρτου, ανεπιμέλητα, εβύθιζον +αυτό εις τους ρύπους της αυλής, και είτα το έτρωγον. Η σύζυγός +του, προς νέαν πλύσιν ετοιμαζομένη, παρεπονείτο ότι ησθάνετο +αδιαθεσίαν και κόπωσιν αφόρητον. + + — Θα κρύωσες, είπεν ο Μιστόκλης, γιατί εψές, κατάλαβες, φυσούσε +μπονέντες. + +Είπε και έγυρεν εκεί παρά την πυράν της καμίνου της πλύσεως, +τυλιχθείς μ' έν παλαιόν ράκος. + +Η σύζυγός του ήρχισε την πλύσιν, κύπτουσα με όλον το βάρος της, +παρά την μεγάλην και κτιστήν εκεί σκάφην του πλυντηρίου, ότε μετά +μικρόν, σαν να ησθάνθη οδυνηρόν πόνον κ' έβαλε κραυγήν. Ο +Μιστόκλης, καθεύδων έως τότε, εξηγέρθη αίφνης έντρομος και +διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι ο Γέρων του Λυκαβηττού φοβερός +και απάνθρωπος, με τον βαθύν λευκόν του πώγωνα και τον ποδήρη +ρωσσικόν επενδύτην του, ενεφανίσθη πάλιν, και αφού τον εκύτταξε +βλοσσυρώς εκραύγασεν: + + — Όπου φτωχός και η Μοίρα του. + +Αλλ' έως ου αποτελειώση το όνειρόν του ο Μιστόκλης, επήλθον εις +την σύζυγόν του αι ωδίνες του τοκετού· και τότε ο πτωχός, αντί να +φροντίση διά την αναχώρησίν του, μετέβη να καλέση την μαίαν. + +Δεν ηδύνατο πλέον ν' αναχωρήση εις Τήνον, αι δε εικόνες του +έμειναν κεκλεισμένοι μέσα εις τας τρεις κασσίτσας. Ότε δε κατόπιν +εκλαυθμήριζε το αρτιγέννητον βρέφος γοερώς, ο Μιστόκλης ο +Κοντούλης, ίνα διευκολύνη την λεχώ και αποκοιμηθή ολίγον, βαστάζων +αυτό εις τας αγκάλας του, επανελάμβανε θρηνωδώς: + + — Κλάψε, καϋμένο, κλάψε! Όπου φτωχός και η Μοίρα του! + +Ενώ αι εικονίτσες του, μέσα εις της τρεις κασσίτσαις κλεισμέναις +σιωπηλαί και ακίνητοι, ούτε έτριζον καν εξ οικτιρμού... + + + +ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ + + + +Σελ. 73 όπισθέν μας, της Τροίας, Τενεδιό, αι θοαί νήες. + + + + +ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΑΘΗΝΑΙ + + + +ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ +ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ + +ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ + + ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. &Αττικαί ημέραι& (διηγήματα και ευθυ- + μογραφήματα) . . . . . . . . . . . Δρ. 5. — + &Ζητείται υπηρέτης& (κωμωδία μονό- + πρακτος) . . . . . . . . . . . . . . 1. — + ΒΑΒΕΑ Ν. &Το Πέραν μας& (πρωτότυπον κοινωνικόν + έργον από τα παρασκήνια της ζωής + μας) . . . . . . . . . . . . . . . . 5. — + ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. &Ανάλεκτα& (κρίσεις και εντυπώσεις 2 + τόμ.). . . . . . . . . . . . . . . . 8. — + ΒΡΑΤΣΑΝΟΥ Μ. &Τα κατά τον Θησέα& (Ιστορική και πο- + λιτική μυθογραφία) . . . . . . . . . 7. — + ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. &Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου& 5. — + ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. Ι. &Σκαραβαίοι και Τερρακόττες& . . . . 5. — + ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I.&Ο Λυχνοστάτης& (κωμωδία) μονόπρα- + κτος . . . . . . . . . . . . . . . . 1. — + ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. &Φωτερά Σκοτάδια& (ποιήματα) . . . . 5. — + » &Κλειστά Βλέφαρα& (ποιήματα) . . . . 5. — + » &Αμαρυλλίς& (διήγημα) . . . . . . . 5. — + » &Αγροτικαί επιστολαί& . . . . . . . 5. — + » &Ο Μπαρμπαδήμος& Διηγήσεις Αγω- + νιστού (μετά πολλών εικόνων) Δ. + Μπισκίνη . . . . . . . . . . . . . . 5. — + ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ &Στο ανοιχτό παράθυρο& . . . . . . 5. — + ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ. &Η Σιδηρά Διαθήκη& (Κοινω + νική Φυσιολογία)& . . . . . . . . . 6. — + ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ (διηγήματα) . . . . . . . . . . . 5. — + » &Όλοι μαζί& . . . . . . . . . . . . 3.50 + » &Ο βάτραχος που βαριέται& . . . . . 1.40 + ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΩΝΗΣ &Ελληνικά ποιήματα, κατάλληλα + γι' απαγγελία.& + ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ &Για την Πατρίδα άδετον& . . . . . 3.50 + » &Για την Πατρίδα& χαρτόδετον . . . . 5. — + » &Τα αναγνωστικά μας& . . . . . . . . 1. — + ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ &Μύθοι και θρύλοι& . . . . . . . . 6. — + ΘΕΡΟΥ ΑΓ. &Δημοτικά τραγούδια& (εκλογή) . . . 3. — + ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. &Ελληνική Μυθολογία& . . . . . . 5. — + ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ. &Κοντά στη φωτιά (δράμα μονόπρακτον) 1. — + ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ. &Διηγήματα . . . . . . . . . . . . . 6. — + » &Το Σπητάκι του γιαλού& (Διήγημα) . 5. — + ΜΩΡΑΪΤΙΝΗ Α. &Διηγήματα& . . . . . . . . . . . . 6. — + ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ. &Ασφόδελοι& (ποιήματα) . . . . . . . 5. — + ΜΑΡΗ Μ. &Το θάρρος της αγνοίας& (κωμωδ. Μονό- + πρακτος) . . . . . . . . . . . . . . 1. — + ΝΟΡΔΑΟΥ Μ. &Τα κατά συνθήκην ψεύδη& . . . . . . 4.— + ΠΑΛΑΜΑ Κ. &Τα παράκαιρα& (ποιήματα) . . . . . 5.— + » &Διηγήματα& . . . . . . . . . . . . 5.— + ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΚΗ Φ. &Το Έγκλημα και η τιμωρία (εις δύο + τόμους) . . . . . . . . . . . . . . 6.— + ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ — ΛΑΜΠΕΛΕΤ &Τα χελιδόνια& (ποιήματα για + παιδιά τονισμένα) . . . . . . . . . 10.— + ΠΟΛΕΜΗ I. &Σπασμένα μάρμαρα& (ποιήματα) . . . 6.— + » &Λύρα& (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ. + ποιήσεως) . . . . . . . . . . . . . 6.— + » &Η Γυναίκα& (κωμωδία μονόπρακτος). . 1.— + » &Ειρηνικά& (ποιήματα) . . . . . . . 3.— + ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α.& Η Φαίδρα . . . . . . . . . . . . . 4.— + » &Φάουστ του Γκαίτε — (μετά πολλών + εικόνων) + » &Ποιήματα& . . . . . . . . . . . . . 5.— + ΣΗΜΗΡΙΩΤΗ ΑΓ. &Τραγούδια τον λυτρωμού& . . . . . . 5.— + ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ. &Τραγούδια του νησιού& . . . . . . . 5.— + ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ. &Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου& + (διηγήματα) . . . . . . . . . . . . 5.— + » &Μακεδονικαί Ραψωδίαι& (διηγήματα) . 2.50 + » &Η Μεγαλόχαρη& (διήγημα) . . . . . . 2.50 + » &Άγγελος εξολοθρευτής& (πολεμ. διήγ. + 1912-13) . . . . . . . . . . . . . . 3.— + » &Μαύρες Πεταλούδες& . . . . . . . . 5.— + ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. &Ο Βασιλεύς της Ρέγκας& (μονόπρ. + παιγνίδι) . . . . . . . . . . . . . 1.— + » &Βυζαντιναί γυναίκες& (διηγήματα). . 5.— + ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ. &Φθινόπωρο& (μυθιστόρημα) . . . . . 4.— + » &Τραγούδια της Ερημιάς . . . . . . . 3.50 + » &Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια& (ποιή + ματα . . . . . . . . . . . . . . . . 3.50 + » &Απλοί Τρόποι& (ποιήματα) . . . . . 5.— + AUGIER &Οι Χαλκοπρόσωποι& (κωμ.) μετ. Αγγ. + Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.50 + BARRIÈRE &Οι Κουτοπόνηροι& (κωμωδ.) μετ. Αγγ. + Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.50 + &Ο Βασιλεύς Όθων&. Ιστορικόν εράνισμα επί τη 50ετηρίδι + του θανάτου του . . . . . . . . . . 3.— + &Κωνσταντινούπολις και Αγία Σοφία θρύλοι και παραδόσεις& + (Ιστορία) . . . . . . . . . . . . . 3.— + ΒΟΓΑΣΛΗ Δ. &Εκλεκτά χριστουγεννιάτικα και πρω- + τοχρονιάτικα διηγήματα& (εκ του + Γαλλ., Γερμαν. και Ρωσ.) . . . . . . 2.50 + ΔΟΥΜΑ (ΥΙΟΥ) &Η Κυρία με τας Καμελίας& (μυθιστό- + ρημα) . . . . . . . . . . . . . . . 5.— + LABICHE &Εγώ και Ξυδάκης και Θανασούλης& + (κωμωδίαι) μετάφρασις Αγγέλου + Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.0 + ΣΙΕΓΚΕΒΙΤΣ &Quo Vadis& (μυθιστόρημα) . . . . . 4.— + OCTAVE FEUILLET&Ιστορία ενός πτωχού νέου& . . . . . 5.— + + +1) Βακούφ, λέξις τουρκική. Σημαίνει δε κτήματα και εν γένει +ακίνητα μοναστηριακά, εξ αφιερωμάτων, ης γίνεται χρήσις εν ταις +νήσοις εις χαρακτηρισμόν των μοναστηριακών εν γένει κτημάτων άτινα +κοινώς «Βακούφια» λέγονται. + +2) Αρκετά αξιοπερίεργος είνε η πρόρρησίς αυτή του Συγγραφέως +επαληθεύσασα μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών ύστερον από 19 +χρόνια τώρα εις τας ημέρας μας. + + + + + + + + + + +End of Project Gutenberg's Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A *** + +***** This file should be named 37200-0.txt or 37200-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/7/2/0/37200/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License available with this file or online at + www.gutenberg.org/license. + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation information page at www.gutenberg.org + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at 809 +North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email +contact links and up to date contact information can be found at the +Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit www.gutenberg.org/donate + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For forty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/37200-0.zip b/37200-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..5c89625 --- /dev/null +++ b/37200-0.zip diff --git a/37200-h.zip b/37200-h.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..3b7c666 --- /dev/null +++ b/37200-h.zip diff --git a/37200-h/37200-h.htm b/37200-h/37200-h.htm new file mode 100644 index 0000000..5ba05ac --- /dev/null +++ b/37200-h/37200-h.htm @@ -0,0 +1,7075 @@ +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" + "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> + +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Μωραϊτίδης Διηγήματα Τόμος A" /> + +<title>Διηγήματα A</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 5%; +margin-right: 5%; +} + +h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; } +h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; } +h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; } +h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; } +h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; } +h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; } + +p{ + text-align: justify; + margin-top: 1em; + margin-bottom: 1em; +} + +hr{ + width: 65%; +} + +.poem { + FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%; +} + +.sp{ + letter-spacing:3px +} + +</style> + +</head> +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Novels Volume A + +Author: Alexandros Moraitidis + +Posting Date: May 9, 2012 [EBook #37200] +First posted: August 24, 2011 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + + +</pre> + + + +<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic +to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes +have been transferred at the end of the book. A table of typing errors has been +taken into account, with the exception of a correction in page 73. The page has +been marked within the text, so that the reader might judge for himself, which text +to correct.// + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η +ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των +σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Ο πίνακας παραρομάτων έχει +ληφθεί υπ’ όψη, εκτός μιας διόρθωσης στην σελίδα 73. Η σελίδα έχει σημειωθεί +μέσα στο κείμενο, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει ο αναγνώστης ποιο κείμενο να +αλλάξει.</p> +<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/1stpage.jpg" width="407" +height="600" +alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p> + +<h3 style="margin-top: 5em">ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ</h3> + +<h1 style="margin-top: 5em">ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</h1> + +<h5 style="margin-top: 3em"> +ΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΚΑ. — ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ. — ΝΕΡΑΪΔΕΣ. — ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ.<br /> +Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ</h5> + +<h4 style="margin-top: 5em">ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ</h4> + +<h4 style="margin-top: 4em"> +ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ<br />ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ</h4> + +<h4 style="margin-top: 9em"> +ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921</h4> +<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/moraitidis.jpg" width="335" +height="500" +alt="Μωραϊτίδης" border="2" /><br /></p> +<h4 style="margin-top: 6em"> +ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ</h4> + +<p> +<br /> +Πρέπει να αναγνωρισθή οιονεί επισήμως σήμερον, εν ευλογία της μεγάλης ημέρας, +εν ευλογία των οφθαλμών όσοι εδάκρυσαν εκ των τόσων αυτού διηγημάτων και +των καρδιών όσαι απαλύνθησαν εκ των τόσων αυτού εικόνων, και των ηθών όσα +ελευκάνθησαν εκ των τόσων υπό την μαγικήν του γραφίδα ανατειλασών μετ' +αρρήτου ευωδίας αρετών, να αναγνωρισθή ο αθόρυβος, ο μετριόφρων, ο +σιωπηλός, ο ανεύρετος, ο αόρατος, ο ακοινώνητος, ο ιδιότροπος, ο ιδιόβιος +συγγραφεύς, ως μία δύναμις έξοχος του κόσμου των γραμμάτων, ως είς +πρωταγωνιστής απροσπελάστου ύψους της φιλολογικής σκηνής μας, ως έν πνεύμα +καταπληκτικής γονιμότητος και πραξιτελείου κάλλους του γραμματικού ημών +κόσμου, ως ποιητής, όστις θα ετίμα και θα εδόξαζε και θα εκάλλυνε πάσαν ξένην, +νέαν ή παλαιάν φιλολογίαν.</p> + +<p>Τίποτε εκ μιμήσεως παρά τω κ. Α. Μωραϊτίδη, ιδίως τω νεωτέρω, ως ήρχισε να +απλόνηται και να χρωματοβολή ως μάγον, ιωδοροδόχρουν λυκόφως δια των +στηλών της «Ακροπόλεως» και της «Νέας Εφημερίδος». Διότι υπάρχει και +αρχαιότερος Μωραϊτίδης. Ο προ εικοσαετίας. Ο χαρίεις κομψευόμενος με τους +λάμποντας οφθαλμούς του και τα βαθέα ωραία χαρακτηριστικά του, εις α οι φίλοι +του έβλεπον μεγάλην ομοιότητα μορφής μεταξύ αυτού και του Σαίξπηρ, με την +ακατάσχετον αυτού φαιδρότητα και την αγάπην, ην προς αυτόν συνεκέντρου εκ +μέρους όλων όσοι τον εγνώριζον, ανδρών ή γυναικών, δεσποινίδων ή νέων. Ο +Μωραϊτίδης, ο δημιουργήσας τα αλησμόνητα Πρακτικά της Βουλής· ο Μωραϊτίδης +ου τα ευφυογραφήματα εις σατυρικά φύλλα εγέμιζον γέλωτος τας οικίας και τας +πλατείας· ο Μωραϊτίδης, ου τα δράματα εβραβεύοντο· ο Μωραϊτίδης, ου το +βιβλίον περί Δημητρίου του Πολιορκητού ήξιζε να μεταφρασθή εις όλας τας ξένας +γλώσσας. Αυτή ήτο η θορυβώδης, η κοσμική, η νεανική, η γελώσα του Μωραϊτίδου +περίοδος.</p> + +<p>Εάν έζη εν Ευρώπη, τοιούτο νεαρόν ως σαρξ γιασουμιού μόλις ανθήσαντος +πνεύμα, θα εύρισκε την ατμόσφαιράν του, και θωπευόμενον, θερμαινόμενον, +καλλιεργούμενον, θ' ανήρχετο τας αναβαθμίδας της προόδου του, καταλαμβάνον +υψίστην θέσιν εν τη φιλολογία του έθνους του. Αλλ' ο Μωραϊτίδης εν Αθήναις, +μάλιστα κατά την προ εικοσαετίας εποχήν, ήτο σολοικισμός, ανορθογραφία, +προσβολή εις τα χρηστά μας ήθη, παθολογικότης, παραδοξότης . . . Και ο +Μωραϊτίδης εννοήσας ως άριστος ψυχολόγος την περί αυτόν κατάστασιν, +απεσύρθη εις την καταπράσινην την ευωδιάζουσαν, την γαληνιώσαν ως ευσεβή +ψυχήν, την πολύκολπον, την ευλίμενον, την δασοστεφή, την βοσπορίζουσαν, την +περικαλλή Σκίαθον. Κ' έγινε . . . . δάσκαλος! Και είνε — όχι πλέον εν Σκιάθω, αλλ' εν +Αθήναις, μέχρι σήμερον δάσκαλος, τουτέστι καθηγητής.</p> + +<p>Παρεβίασε την φύσιν, την δημιουργίαν του, τον εαυτόν του, την ζωήν του, το +πνεύμα του, διά να μην έχη καμμίαν από την κοινωνίαν απαίτησιν, να την αφήση +ήσυχον, ως το νερό που μένει και βρωμά, ως την νύκτα που αποσύρεται εις τα +κρεββάτια του ο βίος και η κίνησις. Αλλά η φύσις δεν βιάζεται ατιμωρητί. Βάλε +Πήλια χιόνος και Όσας πάγων επί ηφαιστείου, το ηφαίστειον, όταν έλθη η ώρα, θα +κροτήση, θα βοήξη και θ' αναδώση την λαμπεράν, την βυσσινόχρουν του +λάμψιν.</p> + +<p>Τοιαύται αναλαμπαί υπήρξαν η σειρά των ελληνικών, των πρωτοτύπων, των +αυτοδημιουργημένων, των αυτοθαλλόντων διηγημάτων, τα οποία ήρχισε +δημοσιεύων διά των εφημερίδων, και η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως η +επαινεθείσα εις τον Λασσάνειον και ήτις, όταν θα παρασταθή, βεβαίως θα +σημειώση νέαν περίοδον εν τη ελληνική δραματογραφία. Ποία δύναμις δραματική +κρύπτεται εις τον μαυροβαθυπώγωνα αυτόν με τους δύο μεγάλους λάμποντας +οφθαλμούς και την αέτειον ρίνα του και το αιώνων μειδίαμα εις τα λεπτά σατυρικά +του χείλη! Εάν το ήξευρεν η απέχουσα βασιλεία, εάν το ήξευρον οι θηρεύοντες +συγκινήσεις, εάν τον ήξευρον οι ερασταί υψηλοτέρων χαρών, θα ελιθοβολούντο +όλοι αυτοί μόνοι των, διότι αφίνουν άκαρπον, άγονον, ανεκμετάλλευτον, τον +Μωραϊτίδην, τον μυστικόν αυτόν λευχείμονα ιερέα της ελληνικής σκηνής, των +ελληνικών γραμμάτων. Καθηγητής, διδάσκων γεωγραφίαν και Ξενοφώντα, αυτός, +όστις θα εώρταζε την ανάστασιν της εθνικής μας ιστορίας εν τη σκηνή, +σπαρταριστήν με ίριδας τριγύρω, με αστραπάς, με φωτιές, με κεραυνούς, με +σαρκασμούς, με παρελθόν, με μέλλον. Καθηγητής αυτός, όστις θα εχρησίμευεν ως +δύτης του εθνικού μας βίου, ως αλιεύς μαργαριτών διά να βγάλη έξω με χρώματα, +με άνθη, με δροσιά, με κύματα, με νέφη, με ήλιον, του εθνικού μας βίου τας +αρετάς, τα ήθη, την γλύκα, τους τύπους, τας εικόνας, τα σπλάγχνα, τα βάθη.</p> + +<p>Ουδέν παρθενικώτερον, ουδέν λευκότερον της φιλολογικής δυνάμεως του κ. +Μωραϊτίδου. Τον ωνόμασαν ως διηγηματογράφον, πολύ δικαίως, Έλληνα Δίκενς. +Ετούτο δεν σημαίνει ότι ο κ. Μωραϊτίδης ανέγνωσε τον Δίκενς κ' εμόρφωσεν +εαυτόν κατ' εικόνα και ομοίωσιν εκείνου. Ίσως ούτε ν' ανέγνωσέ τι εκ του μεγάλου +άγγλου. Ετούτο σημαίνει ότι εκεί που υψώθη ο συγγραφεύς των +Χριστουγεννιάτικων Διηγημάτων διά το αγγλικόν έθνος, εκεί ακριβώς υψώθη διά +το ελληνικόν ο Μωραϊτίδης. Ημείς κυρίως έν ευρίσκομεν κοινόν μεταξύ του ενός +και του άλλου. Εις αμφοτέρους εφαρμοζομένην την οξείαν παρατήρησιν του +μεγάλου κριτικού της Γαλλίας Ταιν, όστις είπεν ότι εις τα αγγλικά μυθιστορήματα +δύναταί τις να σπουδάση την αγγλικήν κοινωνίαν, τον αγγλικόν βίον, τα αγγλικά +ήθη, τας αγγλικάς ιδέας. Ενώ εις τα γαλλικά δεν σπουδάζει τίποτε. Ως παρά Δίκενς, +ούτω και παρά τω Μωραϊτίδη, αποκαλύπτεται ως γυμνόν ζωγράφου, ως φύσις υπό +διαυγή ουρανόν, ως ιδέα ευκρινούς συγγραφέως, ο ελληνικός βίος των χωριών, ο +ελληνικός βίος των οικιών, ο ελληνικός βίος των καλυβών. Εκεί, εκεί, αλώβητον +τηρείται το έθνος, όλον δικόν του, αμετάβλητον διά των αιώνων και της ιστορίας. +Εκεί, εκεί αντλεί τα θέματά του και τους τύπους του και τας εικόνας του και τας +αποκαλύψεις του ο Α. Μωραϊτίδης.</p> + +<p>Αλλά η τέχνη η φιλολογική του είνε υψίστης δυνάμεως, είνε απέφθου χρυσού, +είνε αδάμαντος πρώτης ποιότητος, είνε σαπφείρου πρώτης ηδύτητος. Πώς συνέχει +εις αδιάπτωτον αρμονίαν και εις αδιάλυτον αρραβώνα την ακανθωδεστέραν +πραγματικότητα προς την λειοτέραν ποίησιν και πώς εκ της ενώσεως των δύο +πηγάζει κρυσταλλίνη ως πηγαίον νάμα η κάθαρσις, στάζουσα ευωδιάζοντας +κόμβους αρετής εις την ψυχήν του αναγνώστου! Πώς δε μέσω της δράσεως της +υποθέσεως, ως εύμορφος ανθογεμισμένος κισσός περί κορμόν δένδρου, ως +εύμορφη κίτρινη και λευκή γιασουμιά περί αναδενδράδα αμπέλου, πλέκεται και +παρεμβάλλεται περιγραφή, ήτις θα ήξιζε και μόνη να φιγουράρη δίκην +φλαμανδικής ελαιογραφίας φυσιολογικής σχολής, ως φέρ' ειπείν η της εργασίας +του μεταξοσκώληκος εις <i>της Νεράιδες</i> και η του χορού της καμάρας εις τα +<i>Βαkούφικα</i> και η της κατασκευής των <i>χαϊμαλιών</i> εις τον +<i>Σκαλικάδζαρον</i>.</p> + +<p>Εάν η ποίησις παρά τω προνομιούχω συγγραφεί μας είνε κόρη αθώα, λευκή ως +το κολόβιον του Χρυσού του εις το φετεινόν πρωτοχρονιάτικο διήγημά του ο +«Μπάρμπα-Δήμαρχος», αλλ' η τέχνη αυτού είνε γυνή αρτία, μεγαλοπρεπής, +ανδριάς κολοσσαίος Ήρας, ως παρίσταται εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως.</p> + +<p>Η πηγαία δροσερότης της ποιήσεως παρ' αυτώ μετά της κλασικής αρτιότητος +της τέχνης, διαθετόμεναι υπό σαιξπηρείου πράγματι ευθυμίας και χρυσών φλεβών +χριστιανικής αρετής και ευσεβείας, απήρτισαν τέλειον και μοναδικόν συγγραφέα, +αναπολούντα χρόνους κλασικούς των ευρωπαϊκών φιλολογιών.</p> + +<p>Εν Αθήναις 1 Ιανουαρίου 1892.</p> +<p style='text-align: right;'>Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΤΑ ΒΑΦΟΥΦΙΚΑ +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>) +<br />(Μάιος 1891)</h4> + +<p> +<br /> +Η θειά-Ζωίτσα ήτο γραία πλέον, έως εξήκοντα ετών. Πλην εκ φύσεως ήτο σκληρά +γυνή και κράσεως υγιούς, με δυο ροδινάς παρειάς, ως παρειάς μήλου, θαύμα διά +την ηλικίαν της. Είχε σώμα λεπτόν και ην μικρά το ανάστημα ως συμμαζευμένη +μέσα εις το μαύρο φουστανάκι της, όπερ έδιδεν εις τας κινήσεις της ασυνήθη +κουφότητα κ' ελευθερίαν, και σχεδόν επετούσεν εις το περπάτημά της. Δεν την +έφθανε καμμία, ούτε εκ των νεωτέρων την ηλικίαν.</p> + +<p> — Σαν κοριτσάκι πλειο η θειά-Ζωίτσα! έλεγαν.</p> + +<p>Όταν ανήρχετο τον μέγαν και ατελείωτον ανήφορον του Αγίου Χαραλάμπους +κατά την πανήγυριν, την εθαύμαζον όλαι. Αλλά και την εζήλευαν. Ιδίως άλλαι τινές +«χονδροκοπής» γυναίκες, αι οποίαι μετ' αγωνίας και μόχθου, πνευστιώσαι, βήμα +προς βήμα ανήρχοντο τους πρόποδας του ανωφερούς βουνού, εν ώ η ευσταλής +γραία ήτο πλέον εις την κορυφήν με τους γυμνούς ποδίσκους της, φέρουσα +εμπεπηγμένας εις την ζώνην της τας δύο εφθαρμένας εμβάδας — τα κατσάρια της +— και κρατούσα βαρύ κοφίνιον με δύο μεγάλας προσφοράς διά τον άγιον, μίαν +ιδικήν της και άλλην της γειτονίσσης της, Κρατερίτσας της πιασμένης. Ότε δε αι +άλλαι εκείναι χονδροκαμωμέναι, πλέουσαι μέσα εις τον ιδρώτα και +κοντανασαίνουσαι, έστρεφαν προς τ' άνω την κεφαλήν, και δεν έβλεπαν πλέον την +θειά-Ζωίτσα, εισελθούσαν ήδη εις το πυκνόν δάσος του οροπεδίου, εν ώ η +Εκκλησία του αγίου, δεν ηδύναντο να κρύψωσι τον φθόνον των κ' έλεγαν +περιφρονητικώς:</p> + +<p> — Αμ' η κακομοίρα η γρήτσα! δεν έχ' κρηάς! Ούλου κοκκαλάκια +είνε!</p> + +<p>Ήτο χήρα από είκοσιν ετών κ' εφόρει τα μαύρα καθαρά-καθαρά. Ιδίως η μαύρη +μανδήλα της εγυάλιζε πάντοτε ως νεοβαφής. Και τούτο εκίνει τον φθόνον των +άλλων γραιών, αίτινες εις την γωνίαν της εκκλησίας κρίνουσαι περί πάντων ορατών +και αοράτων, γνωστών και αγνώστων, δεν άφιναν και τούτο απαρατήρητον κ' +έλεγαν προστατευτικώς τάχα:</p> + +<p> — Δεν κυττάζ' τες θυγατέρες της που είναι για παντρειά, μόνον μ' θέλει +καινούργια μανδήλα!</p> + +<p>Και δεν ήτο καινουργής της πτωχής! Αλλ' ακούραστος και τετραπέρατος γραία, +συχνά την έβαφε μόνη της και ανεξόδως, κατασκευάζουσα το χρώμα από της γης +τας βοτάνας, ων εγνώριζεν ως έμπειρος ιατρός την ιδιότητα και φύσιν.</p> + +<p>Αλλ' ούτω συμβαίνει εις αυτόν τον παληόκοσμον. Ο ράθυμος φθονεί πάντοτε +τον φιλόπονον, κ' ευρίσκει πάντοτε τρόπον να εμπαίξη και υποβιβάση η οκνηρία τα +έργα της φιλοπονίας.</p> + +<p>Διά την θειά-Ζωίτσα όμως ο φθόνος είχε τούτο το ίδιον, ότι εξεφράζετο +επιμονώτερον και αποτομώτερον, και δι' αυτά τα ανάξια λόγου αντικείμενα.</p> + +<p>Διά τούτο πολλάκις έλεγεν η κακομοίρα με βαθύ παράπονον.</p> + +<p> — Το αίμα μας τώχει!</p> + +<p>Τώρα τον μάϊον, την έβλεπον να κουβαλή εις την πτωχικήν της οικίαν τα ωραία +εκείνα λευκά και μεγάλα σκόροδα, εις μακρούς ορμαθούς, τα οποία μόνη της +εκαλλιέργει, την εζήλευον. Την έβλεπον να φέρη με τα κοφίνια εκείνα τα σπάνια +πλατοκούκκια, τρυφερά και μεγάλα, ευωδιάζοντα άνοιξιν, και τες εύμορφες +στρογγυλές και βυσσινοβαμμένες αγγινάρες, την εζήλευον. Την έβλεπον να +φορτώνεται αβασταγιές το πρωί με την δρόσον τα τρυφερά μάραθα και τα +δροσόπλαστα κρεμμυδάκια και το ευώδες ηδύοσμον, που ευωδίαζεν ο δρόμος +όταν περνούσε με το πεταχτόν εκείνο βάδισμά της, την εζήλευον. Και άφινον οπίσω +της ένα πάντοτε εμπαιγμόν:</p> + +<p> — Τώρα και αυτή η περιβολάρισσα!</p> + +<p>Όμως εκείναι αι κακολογούσαι έτρωγον την μεσημβρίαν ξηρό ψωμί, η δε +περιβολάρισσα θειά-Ζωίτσα είχε μαγείρευμα ευώδες να φάγη αυτή μετά των δύο +θυγατέρων της και να μοιράση εις τους συγγενείς και γνωρίμους της.</p> + +<p>Μόνον όταν έτρωγεν η αγαθή γραία, δεν ηδύνατο να κρύψη το παράπονόν της +κ' επανελάμβανε:</p> + +<p> — Τώχ' το αίμα μας πλειο!</p> + +<p>Είχεν η θειά-Ζωίτσα και δύο θυγατέρας. Αυτό την εστενοχωρούσεν αρκετά. Πώς +να τας αποκαταστήση γυνή αυτή και χήρα; Διά τούτο πολλάκις όταν εσκάλιζε τα +κουκκιά υπό τον καυστικόν του μαρτίου ήλιον — τας θυγατέρας της δεν τας άφινε +να εξέλθουν τον μάρτιον, μη τας μαυρίση ο ήλιος — κάτι εψιθύριζε μέσα εις τα +δόντια της, κάτι έλεγεν, αλλά ποίος να το ακούση; Παράπονον ήτο; συγγνώμη ήτο; +Ίσως συγγνώμη. Διότι ήτο ευλαβής γυνή. Θυγάτηρ ιερέως η γραία, ανατραφείσα δι' +ιερών προσφορών και κολλύβων, εντός πλούτου ευχών και θυμιαμάτων, και είχεν +ευγενή και συγχωρούσαν καρδίαν.</p> + +<p>Πολλάκις έχουν και αυτά την επιρροήν των.</p> + +<p>Και πόσον εκακοπάθησεν έως ου τας αναθρέψη! Τα παρέλαβεν ως χήρα νήπια +σχεδόν, την μίαν οκταετή παιδίσκην και την άλλην πενταετή. Και ήδη η μεν ήγε το +εικοστόν όγδοον της ηλικίας της η δε το εικοστόν πέμπτον. Αλλ' έως ου δυνηθώσι +και αυταί να εργάζονται, ειργάζετο μόνη η γραία. Ήτο τεσσαράκοντα ετών τότε. +Εξενοδούλευε και εξενόπλυνε και εξενόφαινεν η πτωχή. Αλλ' ήτο ευχαριστημένη, +διότι οι κόποι της δεν εγίνοντο ματαίως. Και αι δύο ως προς μεν την γνώμην ήσαν +όμοιαι προς αυτήν, αγαθαί, φιλεργοί και φιλόπονοι.</p> + +<p> — Πώς υποφέρουν μερικές με σταυρωμένα τα χέρια; έλεγαν πολλάκις +ενώ ειργάζοντο.</p> + +<p>Διότι και αυταί εξενόπλεκον, εξενόρραπτον, εξενόφαινον, εξενοδούλευον. Τα +καλτσάκια εκείνα τα κομψά, τα οποία εφόρουν τα εύμορφα παιδάκια της ωραίας +καπετάνισσας, και τα κομψά φορεματάκια, ήσαν έργα της πρώτης, της Δεσποινιώς· +τα ωραία πάλιν χρυσά κεντήματα τα νυμφικά, άτινα εθαυμάσθησαν κατά τους +τελευταίους γάμους, αι χειρίδες με τα ανθοφόρα κλαδία, αι λεπτόταται χρυσαί +στίξεις του ποδογύρου και η πολύτιμος σκούφια με την μεγάλην ανθοφόρον +γλάστραν εν τη κορυφή ήσαν όλα κομψοτεχνήματα της Σοφούλας, της μικροτέρας. +Και αι δύο ήταν επιτήδειαι και ευφυείς. Πλην η μεν επετύγχανε περισσότερον εις +τα εκ βάμβακος πλεκτά, η δε εις τα εκ χρυσού. Αλλά ποία πενθερά δεν εθαύμασε +τα υφαντά της Δεσποινιώς; Τα βαρέα κυλίμια με τα χρωματιστά τετραγωνίδια και +τους ρόμβους και τας ζώνας ποικίλων εν αρμονία χρωμάτων; τα τραπεζομάνδηλα +τα μεταξωτά, θαύμα της υφαντικής υπερφυέστατον και τας μεγάλας εκείνας +προσκεφαλάδας με τας ερυθράς και λευκάς ζώνας;</p> + +<p>Αλλά και τούτο εκίνει τον φθόνον.</p> + +<p> — Έχει βιβλία! έλεγον περιφρονητικώς.</p> + +<p>Τωόντι η θειά-Ζωίτσα, η προοδευτική και πολιτισμένη Παπαδοπούλα, +εφρόντισε να εισαγάγη τας θυγατέρας της, πρώτας-πρώτας, κατά την σύστασιν του +σχολείου των θηλέων εν τη νήσω, προκαλέσασα την περιφρόνησιν πολλών, διότι +εθεωρήθη ως νεωτερισμός επικίνδυνος τάχα.</p> + +<p>Αλλά ιδού τώρα πόσον ωφέλιμος επεφάνη ο νεωτερισμός εκείνος. Διότι εν τω +σχολείω ωξύνθη ο νους των κορασίδων, ανεπτύχθη το ενυπάρχον εν τη απαλή +καρδία τάλαντον και έλαβον τα πρώτα τεχνικά μαθήματα επί των διαφόρων +κεντημάτων και πλεκτών χειροτεχνημάτων.</p> + +<p>Και ετέθησαν λοιπόν και τότε αι κακαί γλώσσαι εις κίνησιν, όταν έβλεπον τας +δύο ορφανάς παιδίσκας να διέρχωνται την αγοράν και κρατούμεναι εκ της χειρός +να μεταβαίνωσιν εις το σχολείον με τας μαύρας μανδήλας των και τα μαύρα +φουστανάκια των, με πρόσωπα κατακίτρινα εκ του πένθους της ορφανίας.</p> + +<p>Και έλεγον:</p> + +<p> — Τώρα και η θειά-Ζωίτσα, η ψωροπερίφανη! Γράμματα μ' θέλει!</p> + +<p>Ως προς την εξωτερικήν όμως μορφήν δεν ωμοίαζον διόλου προς την μητέρα. +Ήσαν ωραίαι και περικαλλείς αμφότεραι εν σώματι αναλόγω μ' εύπλαστα κ' +εύγραμμα τα μέλη, με μαύρους περιπαθείς οφθαλμούς και μαύρην κόμην +γυαλιστερήν ως κόρακος πτερά, καταπίπτουσαν επί των νώτων υπό την μαβιάν +μανδήλαν εις δύο παχείς οφιοειδώς πεπλεγμένους πλοκάμους.</p> + +<p>Διά της πολυτίμου και περιζήτητου εργασίας των δύο αδελφών επορίζετο η +γραία από ετών ήδη τα του οίκου χρειώδη, επερίσσευον δε και ποσά τινα ευτελή, +δι' ων αι δύο κόραι εφιλοτέχνουν την προίκα των, τα ασπρόρρουχα και τα +επιστρώματα και τα λοιπά πολυτελή στολίδια, κεντώσαι ταύτα μετ' ιδιαζούσης +προσοχής. Πλην φευ! Όλα αυτά τα χρυσά και σπάνια προτερήματα ήσαν άγνωστα +εις τους γαμβρούς του χωρίου, οίτινες έν μόνον εγνώριζον ότι η θειά Ζωίτσα δεν +έχει «μέτρημα!»</p> + +<p>Ο σημερινός υλιστικός βίος επέδρασε πανταχού, εισπνεύσας και εις αυτήν την +διαυγεστέραν ατμοσφαίραν του χωρίου κ' εξηχρείωσε και εξηυτέλισε τα πάντα. +Κάλλος, ευφυία, φιλοπονία, καλοκαγαθία, όλα εξαφανίζονται ενώπιον του αχρείου +μετρήματος.</p> + +<p> — Να είχα το ελάχιστον δέκα ρίζες εληές! έλεγε πολλάκις η γραία.</p> + +<p>Ο μακαρίτης ο άνδρας της, ο Μπάρμπα Δήμας, κτηματίας φιλόπονος, απέθανε +κατάχρεως, πνιγμένος έως εις τον λαιμόν μέσα εις τα χρέη.</p> + +<p>Περιφρονήσας τας αγίας συμβουλάς του αγαθού πνευματικού του, και τας +προτροπάς της συζύγου του ηγόρασε μοναστηριακά ότε επωλούντο κατά τμήματα, +διαλυθέντων των μοναστηρίων, και δεν είδε προκοπήν έκτοτε· τουλάχιστον η θειά +Ζωίτσα εις τούτο το συμβεβηκός απέδιδε την κατά πόδας καταδιώκουσαν αυτούς +έκτοτε σκληράν ειμαρμένην.</p> + +<p> — Δεν του τώλεγα! Δεν του τώλεγα! επανελάμβανε πολλάκις η αγαθή +γραία ενώπιον του πνευματικού, όταν επήγαινε να εξομολογηθή εις τον «Παπά- +Ερημίτη», ούτως αποκαλούσα κατά παραφθοράν εύκολον τον ενάρετον +πνευματικόν της νήσου Παπά-Ιερεμίαν, ασκητεύοντα εις την δροσερωτέραν της +νήσου εξοχήν.</p> + +<p>Ο μακαρίτης ο Μπάρμπα-Δήμας ήτο κύριος δύο λαμπρών ελαιώνων λίαν +προσοδοφόρων, τόσον προσοδοφόρων, ώστε εις κάθε εσοδείαν του ελαιοκάρπου +με την λαδωμένην βράκαν του καταγινόμενος εις το ελαιοτριβείον έλεγεν εξ +αγαλλιάσεως:</p> + +<p> — Όξω φτώχια, κυρά Ζωίτσα! Και εκρότει θλίβων τον αντίχειρα και +μεσοδάκτυλον ως κάμνουν οι σύροντες τον χορόν.</p> + +<p>Αλλ' έχων ακράτητον προς την καλλιέργειαν της γης επιθυμίαν, δεν ηδυνήθη να +κρατήση εαυτού, όταν επωλούντο τα μοναστηριακά. Και ακούων την πρόσκλησιν +του κήρυκος: «έχει άλλος», προσήλθε παρά την τράπεζαν της πωλήσεως, +προσέθηκε εις την τελευταίαν προσφοράν ποσόν τι υπέρτερον και κατεκυρώθησαν +επ' ονόματί του δύο μεγάλοι ελαιώνες του Αγίου Χαραλάμπους.</p> + +<p> — Τώρα να ιδής λάδια, κυρά Ζωίτσα! έλεγεν.</p> + +<p>Η θειά Ζωίτσα εκίνει τεθλιμμένη την κεφαλήν.</p> + +<p> — Σου πήρε δύο κομμάτια ο Μπάρμπα Δήμας! παρετήρουν άλλοι τινές +κτηματίαι μετά θαυμασμού. Όσα κι' αν έδωσε, χαλάλι!</p> + +<p> — Καλά στερνά! προσέθετεν έτερος επιφυλακτικότερος. Εμένα μου τ' +ώπεν ο Παπά Ιερεμίας. Τα μοναστηριακά είνε αφιερωμένα εις τον Θεόν. Και όποιος +αγοράση από αυτά, είνε ωσάν να τα παίρνη πίσω από τον Θεόν και είνε +αφορισμένος από την Εκκλησίαν και προκοπή δεν θα βγη. Είνε κανών φοβερός της +Οικουμενικής Συνόδου.</p> + +<p> — Ναι! Μακάρι' νάχες ν' αγοράσης και συ κανένα τεμάχιον. Τι έπαθε ο +κυρ Θανασός που επήρε τον ελαιώνα της Κουνίστριας;</p> + +<p>Ούλο και παχαίνει. Αμ' ο καπετάν Καφαντάρας που εμάζωξεν όλα τα +Προδρομίτικα; Πιθάρια νάχη για τα λάδια!</p> + +<p> — Καλά στερνά! σου είπα.</p> + +<p>Και όμως, είπατε ό,τι θέλετε, ο Μπάρμπα Δήμας, αφότου ηγόρασε τα +μοναστηριακά δεν είδε προκοπή. Ηκολούθησαν δι αυτόν έτη κατά σειράν αφορίας +των ελαιών. Όχι μόνον τα μοναστηριακά δεν ευφόρησαν, αλλ' ουδέ τα ιδικά του, τα +οποία ουδέποτε «ξεχνούσαν», ως έλεγε. Και ο Μπάρμπα Δήμας μη έχων να +πληρώση τα χρέη του, διότι εχρεώθη κρυφά από την γυναίκα του, ίνα πλειοδοτήση +κατά την δημοπρασίαν, μετά τινα έτη, αυξηθέντος του χρέους, απελπισθείς ότι θα +ηδύνατο πλέον να το εξοφλήση, ηναγκάσθη να παραχωρήση εις τον δανειστήν +μέρος από τα δύο μοναστηριακά του, αν και μετά μεγάλης λύπης. Πλην το +θλιβερώτερον είνε ότι ο δανειστής σκληρός τοκογλύφος, τοκίζων 18 τοις % και +μετατρέπων κατ' έτος τους τόκους, εις κεφάλαιον, δεν υπεχώρει εις το παραμικρόν· +και προς εξόφλησιν κατέσχε και τους δύο ελαιώνας του ατυχούς Μπάρμπα-Δήμα, +όστις ούτως απέθανε μετ' ολίγον πάμπτωχος, αφού εθρήνησε τας τελευταίας +ημέρας του και τον μονογενή υιόν του, ένα ωραιότατον έφηβον, όστις θα ήτο ήδη η +αχώριστος βακτηρία της γραίας.</p> + +<p>Η δε θειά-Ζωίτσα απέμεινε χήρα με μίαν ωραίαν άμπελον, μοναστηριακήν και +αυτήν, «Αη-Χαραλαμπήτικην», με τ' όνομα, εις την Αμμουδιά, φέρουσαν μίαν +παχύσκιον καρυδέαν εν μέσω, την οποίαν ο πατέρας της είχεν αγοράσει κατά την +πρώτην διάλυσιν των ιερών μονών, λεπτομέρειαν άγνωστον εις την ανήλικον τότε +κόρην, και μίαν οικίαν, τα προικιά της, τα οποία δεν ηδυνήθη να κατάσχη ο +άσπλαγχνος δανειστής προς τελείαν εξόφλησιν. Ατελείωτον γίνεται πάντοτε το +χρέος. Πολλάκις δε μετά ταύτα ηπείλει και ανησύχει την τεθλιμμένην χήραν.</p> + +<p> — Να σ' πω. Έχουμε κάτι λογαριασμούς ανοικτούς με τον μακαρίτην τον +Μπάρμπα-Δήμαν.</p> + +<p> — Κάμε καλά με τον Μπάρμπα Δήμα, απήντα οργίλως η θειά +Ζωίτσα.</p> + +<p> — Να σ' πω. Το αμπέλι προικιό σ' είνε;</p> + +<p> — Δεν ξέρω, απήντα μετά σκαιάς περιφρονήσεως η χήρα, έχουσα +πεποίθησιν εις το εκ του νόμου δίκαιον.</p> + +<p> — Να σ' πω, το σπίτι προικιό σ' είνε;</p> + +<p> — Δεν μ' αφίνεις ήσυχη, χριστιανέ; Απήντα πάλιν η χήρα μετά +ζωηρότητος.</p> + +<p>Αλλ' ο σκληρός δανειστής δεν έπαυσε να την ανησυχή. Πολλάκις δε εκείνη τον +έβλεπε να περιτριγυρίζΗ την οικίαν με ύφος λαιμάργου γαλής οσφρανθείσης +οψάρια, προσπαθών ν' ανακαλύψη και καλά, επάνω εις τ' αγκωνάρια ίσως, ότι η +οικία δεν ήτο προικώα. Πολλάκις περιήρχετο και την ωραίαν άμπελον μετρών +αυτήν κλήμα προς κλήμα, και πολλάκις ανεδίφησε τα κεκονιαμένα του +συμβολαιογραφείου βιβλία ερωτών τον γέροντα διοπτροφόρον +συμβολαιογράφον.</p> + +<p> — Να σ' πω. Έχουν καμμιάν αξίαν αυτά τα βιβλία; Σαν παληά μου +φαίνονται.</p> + +<p>Και πάλιν επανελάμβανε προπετώς:</p> + +<p> — Να σ' πω, κύριε συμβολαιογράφε. Λέγει ο νόμος ότι η προιξ δεν +κατάσχεται;</p> + +<p>Ο συμβολαιογράφος αντί πάσης απαντήσεως εις την αυθάδη αυτήν ερώτησιν +ηρκέσθη να ρίψη εις το πρόσωπον του αχρείου δανειστού το στίλβον φως των +διόπτρων του.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p>Ούτω λοιπόν η θειά-Ζωίτσα μετά τον θάνατον του συζύγου της ευρέθη άνευ +κινητής περιουσίας, με την ασήμαντον προίκα της, τας δύο θυγατέρας, και τας +βαρβάρους ενοχλήσεις του δανειστού, ένεκα των οποίων πολλάκις ηναγκάσθη, με +όλην την πεποίθησιν ην είχεν εις το δίκαιόν της, να καταφύγη εις την συμβουλήν +του μόνου δικολάβου της κώμης, φέρουσα και μίαν παχείαν όρνιθα, ίνα ερωτήση +αν πραγματικώς η προιξ δεν κατάσχεται.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p>Ο δικολάβος πονηρός άνθρωπος απήντησε προς την χήραν με κάτι +διφορούμενα. Και τότε εκείνη μετέβη παρ' αυτώ και δευτέραν φοράν, φέρουσα +ήδη δύο παχείας όρνιθας. Αλλά και πάλιν δεν ηδυνήθη να λάβη σαφή και επαρκή +απάντησιν.</p> + +<p>Διά τούτο ηκούσθη λέγουσα ένα πρωί:</p> + +<p> — Κρίμα 'ς τες κοττίτσες μου!</p> + +<p>Έως ότου ήλθεν εις το χωρίον ο πρώτος επίσημος εκ του Πανεπιστημίου +δικηγόρος, ένας ζωηρός και ροδοκόκκινος έφηβος, όλος καρδιά και γεμάτος +ειλικρίνειαν και αγαθότητα, όστις την εβεβαίωσε πλέον την γραίαν.</p> + +<p> — Σώπα, θειά Ζωίτσα, μη φοβάσαι.</p> + +<p> — Του Χριστού την ευχίτσα να έχης γυιόκα μ'! του Χριστού την ευχή και +της Παναγίας γυιέ μ'!</p> + +<p>Έκτοτε περιωρίσθησαν και ο δικολάβος και ο δανειστής. Διότι δεν επερνούσε +πλέον η μπογιά των. Αλλά διά τρόπου αξιοπρεπούς και οι δύο.</p> + +<p> — Καλά, κυρά, είπε μίαν ημέραν ο δανειστής με γλυκύτερον ύφος. +Ησύχασε. Αργότερα πάλι βλέπομεν. Ούτε εγώ να αδικηθώ, ούτε συ.</p> + +<p> — Έχεις δίκαιον, κυρά Ζωίτσα, είπε και ο δικολάβος μετά θριαμβευτικής +ευφραδείας. Ηύρα το άρθρον του νόμου. Μα εκοπίασα πολύ. Μη φοβήσαι. Η προιξ +δεν κατάσχεται.</p> + +<p>Εν τούτοις τι εβγήκε; Με μίαν άμπελον και μίαν οικίαν πώς να υπανδρεύση δύο +θυγατέρας, αίτινες έφθασαν ήδη εις την ηλικίαν του γάμου μετά ταχύτητος +μυστηριώδους;</p> + +<p> — Πώς μεγαλώνουν, παιδί μ', τα κορίτσια, έλεγεν η θειά-Ζωίτσα προς +την φίλην της γειτόνισσαν, την Κρατερίτσαν την πιασμένην. Νάνε παλλικάρια, +ζαρώνουν. Τα κορίτσια πετιώνται ως επάνω μάνε- μάνε.</p> + +<p> — Εμ! τι κάθεσαι! τύλιξε την πρώτη.</p> + +<p> — Αμ πώς, αδελφή; Δεν ξέρεις πως ακρίβαιναν οι γαμπροί;</p> + +<p> — Ακρίβαιναν ε!</p> + +<p>Τας έβλεπε λοιπόν τας ωραίας θυγατέρας χωρίς ελπίδα αποκαταστάσεως κ' +έφθινεν η γραία κ' εφθείρετο. Και αποδίδουσα και αυτήν την ατυχίαν εις τα +μοναστηριακά, εφοβείτο ότι θ' απέθνησκε και θα τας άφινεν εις τους πέντε +δρόμους. Και ανεστέναζε κρυφίως η γραία.</p> + +<p> — Τι έχεις, μάννα μ'; Είπε μίαν ημέραν η Δεσποινιώ.</p> + +<p> — Τι ν' άχω, κόρη μου!</p> + +<p>Ίσως το εννόησεν η ωραία κόρη, ίσως δεν το εννόησεν· όμως δεν ωμίλησε. +Πλην τα πολλά παράπονά της η γραία, τον αληθινόν της καρδίας της πόνον +εξεμυστηρεύετο μόνον εις τον «Παπά-Ερημίτη» όπου μετέβαινε κατά Κυριακήν +μετά των θυγατέρων της ν' ακούση την ωραίαν ακολουθίαν, των σεμνών +Κολλυβάδων ακολουθίαν, εκλείπουσαν ολονέν από της Ανατολής, των ερημιτών +Κολλυβάδων, επτάκις της ημέρας υμνούντων τον Κύριον, κατά τον ψαλμόν. Εν +όρθρω τη πρώτη ώρα της ημέρας, τη τρίτη, τη έκτη, τη ενάτη τω εσπερινώ και τω +αποδείπνω.</p> + +<p> — Ούλου διαβάζνι, Μα, έλεγεν η Σοφούλα ενίοτε, θελγομένη εκ της +συχνής προσευχής. Σ' νακκλησιά δε διαβάζνι έτσι δα.</p> + +<p>Εκεί λοιπόν εύρισκε παρηγορίαν και ανακούφισιν η θειά-Ζωίτσα. Και όταν ο +γέρων έκαμνε τας ωραίας αγρυπνίας κατά τας μεγάλας εορτάς, ήτο εκ των πρώτων +η γραία. Κ' εκεί την νύκτα υπό την θείαν ανταύγειαν των οφθαλμών του Παπά- +Ιερεμία, οίτινες έλαμπον ζωηρότερον από το μαρμαίρον γαλάζιον φως των +κανδηλών του ασκητικού ευκτηρίου του, προσεπάθει η γραία μετά πόνου ν' +ανακαλύψη, έστω και μακρόθεν φέγγουσαν, την συγγνώμην του βαρέος +αμαρτήματος του μακαρίτου.</p> + +<p> — Να, τώρα δεν έχουμε τίποτε πλεια, γέροντα, έλεγε κατά την +εξομολόγησίν της. Έχασα τον άνδρα μου, έχασα το παιδί μου, αχ! το καλό μου +παιδάκι, θα ήταν σήμερα γαμπρός φοβερός. Εχάσαμε το βιο μας. Δεν θα φωτίση ο +Θεός κανένα καλόνε άνθρωπο, να πανδρεύσω το μεγάλο το κορίτσι μου; Μεγάλο +καϋμό το έχω, γέροντά μου. Μου έρχεται 'σάν ντροπή. Τουλάχιστον το μεγάλο μου +κορίτσι!</p> + +<p>Και ελησμονείτο η γραία χάσκουσα εις την έκθαμβον λάμψιν των μεγάλων του +γέροντος οφθαλμών.</p> + +<p> — «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον, από του νυν και έως του αιώνος», +απήντα ο Παπά-Ιερεμίας, ως συνείθιζε διά ρητών της Γραφής, ξηρά-ξηρά +απαγγέλλων τας λέξεις, ως ήτο ξηρόν το ασκητικόν του σώμα, ζωντανόν άγιον +λείψανον, αποπνέον ευωδίαν αρετής και αγιότητος.</p> + +<p>Και επανελάμβανεν:</p> + +<p> — «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον!»</p> + +<p>Και μόνη της η γραία αναγνωρίζουσα το αμάρτημα του οίκου της, έλεγε +προλαμβάνουσα τον γέροντα:</p> + +<p> — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα! τι τάθελε; Φωτιά +βάλαμε 'ς το σπίτι μας από τότες.</p> + +<p> — Ε, να παρακαλής, τέκνον μου, να προσεύχεσαι. Συνεβούλευεν ο +γέρων Πνευματικός. Ο Θεός είναι εύσπλαγχνος προς τους μετανοούντας.</p> + +<p>Η δε γραία κατήρχετο την εσπέραν εις την πόλιν με μεγάλην ανακούφισιν και +παρηγορίαν, κομίζουσα τας ευλογίας και τα τρυφερά βλασταράκια «που της +εδώρει ο Παπά-Ερημίτης».</p> + +<p>Ούτως αι θυγατέρες της θειά-Ζωίτσας είχον αποκτήσει εν τοιαύτη αγωγή ουχί +τόσον φιλοκόσμους έξεις. Ητοίμαζον μεν τα προικιά των, μετά σεμνότητος πάντοτε +κ' εντός του κύκλου των δυνάμεών των, κατά το έθιμον της νήσου, πλην δεν +εύρισκον τόσην ευχαρίστησιν εις την πόλιν. Ήθελον κατά τας εορτάς να +παραμένωσι παρά τω Ιερεμία και ν' ακούωσι τα ωραία εκείνα συναξάρια. Εις την +οικίαν των τραγούδι δεν ηκούσθη καθ' όλα της ορφανίας των τα έτη. Την +<i>καμάραν</i> δεν την εχόρευσαν καμμίαν ημέραν της Διακαινησίμου. Και τόσον +τας έθελγεν ο σεμνός ούτος χορός! Ήτο το μόνον εκ των του κόσμου τερπνών, όπερ +επενήργει επί της τρυφεράς καρδίας των. Ο ηρέμα κινούμενος εν λαμπρά +μεγαλοπρεπεία κύκλος εκείνος της καμάρας είχε τι το εξαρτικόν εν τη πραεία των +κορασίων φαντασία.</p> + +<p>Διά τούτο τας ημέρας του Πάσχα απέφευγον αι δύο θυγατέρες ν' αναβαίνωσιν +εις τα βουνόν του Παπά-Ιερεμία, όστις μετά προστατευτικού μειδιάματος ηρώτα +την γραίαν.</p> + +<p> — Πώς δεν ήλθαν τα κορίτσια;</p> + +<p> — Να, κάνουν χάζ' τ' καμάρα πλειο, απήντα η γραία.</p> + +<p> — «Παγίς θηρευτών» ο χορός, «παγίς θηρευτών», έλεγεν ο γέρων +Πνευματικός.</p> + +<p>Και είτα επανελάμβανε καθαρά.</p> + +<p> — Να προσέχουν από τον χορό τα κορίτσια, να προσέχουν!</p> + +<p>Και όμως τον μέγαν και πομπικόν αυτόν χορόν ουδέποτε εχόρευσαν. +Περιωρίζοντο μόνον τα ορφανά να κυττάζωσι κρυφίως διά των ημικλείστων +παραθύρων, πλην ποτέ δεν μετέσχον μετά των άλλων νεανίδων, αι οποίαι +συνηθροίζοντο καθ' εσπέραν τη εβδομάδα του Πάσχα εις την γειτονικήν πλατείαν +κ' εχόρευον κ' έλεγον «θάλασσα» τα τραγούδια εκείνα τα εύμορφα.</p> + +<p>Η ιδέα ότι είνε ορφαναί κόραι, τας έκαμνε να συστέλλωνται και να διστάζωσι. +Τι ήθελον αυταί μέσα εις την χαράν του κόσμου;</p> + +<p>Η γραία όμως όσην ευλάβειαν και αν είχεν εις τους σεμνούς λόγους του Παπά- +Ιερεμία, ησθάνετο κοσμικωτέρους παλμούς εν τη γηραιά καρδία της.</p> + +<p>Ήθελε να καμαρώση μια φορά νύμφας τας θυγατέρας της — και τι ωραίας +νύμφας! — Επεθύμει να σύρη τον χορόν εις τους γάμους της Δεσποινιώς της, και +να κολλήση ένα μεγάλο ασημένιο εις το μέτωπον του παιγνιδιάτορος του γέρω +Τζαχείλα οπού τον ετρόμαζαν όλα τα λαγούτα.</p> + +<p>Πλην ούτε ακτίς από το εύμορφον αυτό μέλλον υπέφεγγε. Και τούτο την +εβασάνιζεν, έως ου τελευταίον ησθάνετο κόπωσιν εις τα γόνατα και πόνους εις την +οσφύν, ελαττώσασα εσχάτως και την προσφιλή αυτής γεωπονικήν εργασίαν.</p> + +<p>Ούτως η αργοπορία της εκπληρώσεως των πόθων μας εξασθενίζει τα νεύρα, ως +να είνε ταύτα εξηρτημένα από την ολονέν απομακρυνομένην επιθυμίαν μας.</p> + +<p>Εν τοιαύτη θλιβερά καταπτώσει ευρισκομένη η γραία, ηγέρθη εσχάτως μίαν +πρωίαν σφόδρα κατηφής, αφυπνισθείσα υπό κακού ονείρου.</p> + +<p> — Τι έχεις, Μα; ηρώτησαν μετά περιπαθείας αι δύο κυανοπλόκαμοι +αδελφαί.</p> + +<p> — Τίποτε παιδιά μ'! απήντησε. Και κάτω νεύουσα την κεφαλήν υπό την +μαύρην σκιάν της μανδήλας της εψιθύρισεν ως προς εαυτήν:</p> + +<p> — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη ανακατωθή 'ς τα βακούφκα! Κάτι άλλο +κακό μεγαλείτερο θα μας εύρη!</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p>Εξημέρωνεν η πρωτομαγιά. Αι πρώται της αυγής ακτίνες διεπέρων ήδη τον +μελανόν ορίζοντα όπισθεν του οποίου ήρχισε να οποφέγγη λαμπρά ημέρα· τα +άστρα εξηφανίζοντο και εσβέννυντο το έν κατόπιν του άλλου ως σβέννυνται +λαμπάδες μία-μία την ημέραν του Πάσχα. Τα νυκτοπούλια αισθανθέντα τον κρύον +αέρα της αυγής έπαυσαν τον θλιβερόν και μονότονον κρωγμόν των, αφήσαντα +ελεύθερον το στάδιον εις τα ποικιλόστομα πρωινά πουλιά, ων το γλυκύ κελάδημα +διέτρεχε χαρμοσύνως το κενόν ως χαιρετισμός προς την αφυπνιζομένην πολίχνην. +Κατά σειράν ένα-ένα εξεχωρίζοντο τα κατάφυτα βουνά, και μόνον οι αμπελώνες +του κάμπου ήσαν ακόμη σκεπασμένοι από την σκοτεινήν της νυκτός ομίχλην. Σκέπη +πυκνή κατεκάλυπτεν εισέτι και τον λιμένα, από την οποίαν εκάθευδον ακίνητα τα +εύμορφα κόττερα και λοιπά πλοιάρια της θαλασσινής πολίχνης. Αύρα δροσερά κ' +ευώδης ήρχισε να καταβαίνη από το βουνόν του Παπά-Ιερεμία ως ευλογία από της +ολονυκτίου προσευχής του ασκητού, ηδέως αρωματισμένη εκ του θυμιάματος του +ουρανού και των ανθέων του κόσμου. Τότε ηκούσθη και ο κώδων των Τριών +Ιεραρχών διά τον όρθρον. Κ' ευθύς ηγέρθη η θειά- Ζωίτσα από της ξηράς κλίνης +της, ήγειρε δε και τας δυο αδελφάς, αίτινες με χαράν επετάχθησαν, ν' +απολαύσωσιν ως πάντοτε την ήρεμον εορτήν της πρωτομαγιάς εν τω ωραίω +αμπελώνι αυτών.</p> + +<p> — Μας πήρεν η 'μέρα, κορίτσια! είπεν η θειά-Ζωίτσα.</p> + +<p> — Τώρα δα σήμανεν η εκκλησία, απήντησεν η Σοφούλα.</p> + +<p> — Έπρεπε πιο νύχτα. Αλλά δεν ξέρω πώς δεν έχω όρεξι. Μου φαίνεται +πώς είνε κομμένα τα ήπατά μου.</p> + +<p> — Μήπως κάθεσαι καμμιά μέρα; Ούλου παλεύεις, είπεν η +Δεσποινιώ.</p> + +<p>Και εχασμάτο η γραία, ενώ αι θυγατέρες της ενεδύοντο.</p> + +<p> — Θα τα 'ρμάξνι κείνα τα 'κκιά! είπεν η θειά-Ζωίτσα.</p> + +<p> — Αμ την καρυά;</p> + +<p> — Καλά λες· είπε ζωντανεύσασα ολίγον η γραία. Κάμετε γλίγωρα.</p> + +<p> — Η θειά-Ζωίτσα συνήθιζε κατ' έτος την πρωτομαγιά να μεταβαίνη εις +τον αμπελώνα μετά των θυγατέρων της «νύχτα-νύχτα». Και διότι πιστή εις τα +πάτρια δεν ήθελε να παραμελήση μίαν ωραίαν συνήθειαν, η ποιητικωτάτη την +καρδίαν γραία, αλλά το σπουδαιότερον, διότι έπρεπε να προφυλάξη την ημέραν +ταύτην από της διαρπαγής τα προσφιλή προϊόντα της, έργα των χειρών της, και +μίαν μεγάλην πυκνόφυλλον και πλατύφυλλον καρυδέαν, ην απεμάδων τελείως οι +παίδες και αι κορασίδες συμπλέκοντες τους στεφάνους των διά των πλατεών και +χλοερών φύλλων του ωραίου δένδρου. Μια χρονιά που δεν ημπόρεσε να εξέλθη +προς φύλαξίν της, την έκαμαν «παραστόλιο» την εύσκιον καρυδέαν, «που της ήλθε +της γραίας να την κόψη με το τσεκούρι».</p> + +<p> — Μήπως απόχτησε ποτέ τ' δήμαρχο αυτό το χωριό; έλεγε +παραπονουμένη.</p> + +<p>Και είχε τόσα καλά να προφυλάξη ακόμη η γραία. Φύσει αγαπώσα την +γεωργίαν ως είδομεν, είχε μεταβάλει τον αμπελώνα της εις αληθή κήπον. +«Περιβολάκι» τον ωνόμαζε. Και ην αληθώς περιβολάκι. Εφύτευσεν οπωροφόρα +δενδρύλλια εις τας άκρας, αμυγδαλέας και βερικοκκέας και κερασσέας που ήτον +«ένα ρέος» να τα βλέπης ή με τα άνθη ή με τους καρπούς. Έσπαιρνε τα ωραία +εκείνα πλατοκούκκια «που κανείς δεν τα είχε». Και «τόσο τα εσήκονεν ο τόπος!» +Εφύτευσαν και αι θυγατέρες της εις μίαν άκραν διάφορα άνθη, απομιμούμεναι της +μητρός τας έξεις, κιτρινωπά μαντζαράκια με τα βελούδινα άνθη των, και κρίνα +λευκά και κόκκινα, και δύο τριανταφυλλέας όπου εύρισκον την χαράν των τα +παιδία τώρα την άνοιξιν, οσάκις δεν ευρίσκετο εκεί η γραία. Αλλά ήτο να λείψη; +Νύκτα πήγαινε, νύκτα έφευγε. Πλην καμμία φορά θα επιτύχη πάντοτε ο κλέπτης. +Ιδίως όταν επήγαινεν εις τον Παπά-Ιερεμίαν, πάντοτε ήθελεν ανακαλύψη ζημίαν +τινά.</p> + +<p>Άμα εγερθείσαι αι τρεις γυναίκες, εδάγκασαν κατά την συνήθειαν από την +ξηράν κουλούραν του Πάσχα, ην εφύλαττον κρεμασμένην από καρφίου επίτηδες, +«μη φωνάξη ο γάιδαρος». Έρριψαν το υπόλοιπον είς τινα μικρόν κάλαθον, έλαβον +και τι πρόχειρον προσφάγιον και το απαραίτητον διά την πρωτομαγιάν σκόροδον +«που καθαρίζει το αίμα» και εξήλθον, αφού εν τω μεταξύ η Σοφούλα πεταχθείσα +εις το πηγάδι, εκόμισε κρύο-κρύο νερό, να υπάρχη όταν θα επανέλθουν την +νύκτα.</p> + +<p> — Ποιος ξέρει τι ώρα θα γυρίσουμε, είπεν η πτωχή νοικοκυροπούλα +κόρη.</p> + +<p>Πλην η Δεαποινιώ βλέπουσα την μελαγχολίαν της μητρός της κατελήφθη και +αυτή υπό τίνος μυστικής ανίας και δεν ήθελε ν' ακολουθήση και μόλις και μετά +βίας την παρέπεισεν η γελαστικωτέρα Σοφούλα.</p> + +<p> — Θα ζωσθούμε αγριαμπελιά, της είπε, θα μαζόξουμε λουλούδια, θα +φάμε χλωρά 'κκιά με το τυρί κοντά 'ς τη βρύση, θα βρούμε γενόμενα κεράσια!</p> + +<p> — Αχ! πώς μ' αρέσουν!</p> + +<p>Εκλείδωσαν την οικίαν και εξήλθον.</p> + +<p>Βωβά εκρότουν τα στερεά πατήματα των τριών γυναικών εις τους στενούς κ' +ερήμους δρομίσκους της πολίχνης. Διήλθον τα αλώνια, το έξω της πολίχνης +λειβάδιον. Η καταπράσινος και κατάλευκος εξ ανθέων χλόη εμαύριζε συγκεχυμένη +εν τη σκοτία, και μόνον ως ασβεστωμένοι τόποι διεκρίνοντο υπολευκάζοντες εδώ +και εκεί επί του μικρού πεδίου, τα μέρη ένθα εφύοντο τα σμήνη των χαμαιμήλων +και αι άγριαι μαργαρίται.</p> + +<p>Η γραία ξεμουδιάσασα, αφού πλέον εξεκίνησεν, ανέκτησε πάλιν όλην την +φαιδρότητά της και προηγείτο ελαφρά, παίζουσα και γελώσα με τας θυγατέρας +της.</p> + +<p>Η δρόσος επεκάθητο άφθονος επί των θάμνων ως αδαμαντίνη βροχή, και +εβράχησαν αι άκραι των ιματίων και των τριών γυναικών.</p> + +<p>Ανέβησαν ήδη εις τον λόφον. Έφεγγε καλά πλέον. Ευωδίαζεν ο τόπος.</p> + +<p> — Τι εύμορφα! είπεν η Δεσποινιώ, σταματήσασα και πνέουσα βαθέως +το μεθυστικόν εκείνο άρωμα της πρωίας, σφόδρα ζωτικόν.</p> + +<p> — Και δεν ήθελες! διέκοψεν η Σοφούλα.</p> + +<p>Εξαίσιον ήτο το θέαμα. Κάτω έβλεπες την λευκήν πολίχνη ης οι οικίσκοι, μια +τούφα συμμαζευτοί, ωμοίαζον προς νύμφας με τα λευκά κολοβόλια των, νύμφας +θεωρούσας την θάλασσαν. Εξήρχοντο ήδη συντροφίαι φαιδραί διά την +πρωτομαγιάν, ων η γελόεσσα ιαχή εξεχύνετο προς όλας τας διευθύνσεις κ' εχάνετο +είτα μέσα εις τους θάμνους και τους κήπους και τους αγρούς. Δεξιά επρασίνιζον οι +αμπελώνες. Αριστερά εκινούντο αιδημόνως ως καλημερίζοντα τας τρεις γυναίκας +τα ευεργετικά λήια, τα καταπράσινα σπαρτά, αποτελούντα ελαφρότατον +μορμυρισμόν ηδύτατον εις την ακοήν. Εδώ κ' εκεί αι ελαίαι εδείκνυον τα λευκά +άνθη των «μπαμπάκι μοναχό», εφ' ων επακκουμβώσιν αι ελπίδες και τα όνειρα των +κατοίκων.</p> + +<p>Ω! εις έν άνθος τρυφερόν στηρίζει ο πατήρ το παρόν και η παρθένος το μέλλον. +Και όταν δεν συνδράμη ο καιρός; Όταν η θύελλα αρπάση το άνθος και ο αετός το +πνίξη; Ω! τότε πνίγεται το παρόν του πατρός και της παρθένου το μέλλον!...</p> + +<p>«Ψεύσεται έργον ελαίας και τα πεδία ου ποιήσει βρώσιν!».</p> + +<p>Οι δε παρόδιοι φράκται διέχυνον συμμιγές άρωμα σχοίνου, συμπεπλεγμένου +καλλιτεχνικώς μετ' αγιοκλήματος και βάτου και κομάρου και πρίνου του σκολιού με +τας επί των ακανθωτών φύλλων μιζιθρίτσες του.</p> + +<p>Και όπου ο αγρός ην άσπαρτος, εκεί πλέον είχον αναφυή όλα τα +αγριολούλουδα με τα αναρίθμητα χρώματά των. Εδώ τούφα από κατακόκκινες +παπαρούνες, εκεί άγριαι μαργαρίται λευκαί και κίτριναι, παρέκει παντοία ανθύλλια +έχοντα τα μικρά τριγωνικά φύλλα των, άλλα ως είδος ανεμομύλου και άλλα ως +είδος σταυρού· τα λευκόστικτα άνθη της καυκαλίθρας, τα ψευδοτριαντάφυλλα της +κολλώσης κουνούκλας και διαφόρων σχημάτων και μεγεθών ψευδοστάχυες. Τι +άλλα ζεμπιλάκια και τι παραδάκια εν ορμαθώ, τα οποία μετά τινας ημέρας +ξηρανθέντα υπό το καύμα του Μαΐου θα βροντούν αχυρώδη τινά ήχον, δι' ων θα +«μερόνωσι» τα παιδία των αι μητέρες.</p> + +<p>Όλα τα είδη των φυτών και των βοτάνων και τα πλέον μικρά και τα πλέον +καταφρονεμένα, και αυτά τα αόρατα, είχον το άνθος των. Και αυτή η ανακάνθη +υψηλή εις τους φράκτας ως μανουάλιον είχεν εις την κορυφήν ωραίον ιόχρουν +βελονωτόν άνθος.</p> + +<p>Εις την ωραίαν αυτήν νήσον, ένθα συμβαίνει η παρούσα διήγησις, ανθίζει και +αυτή η γη και εμφανίζει κάτι χωματένια λουλουδάκια κοντά και στρογγυλά. Το +άνθος του χώματος! Ως και η δηλητηριώδης και αχρεία χλαμπάτζα, από την οποίαν +τρώγουν αι αμνάδες και χλαμπατζάζουν, είχε και αυτή τα λουλουδάκια της, ωχρά +ως κρόκον ωού, διά τα οποία θα εσυγχώρει τις το κακόν ιδίωμά της.</p> + +<p>Μετ' ολίγον διερχόμεναι αι γυναίκες σιτοφόρον αγρόν εξηφανίσθησαν μέσα εις +τους αστάχυς, υψηλούς λίαν.</p> + +<p> — Μάννα, λέω! εφώνησε παρατείνουσα την φωνήν της η Δεσποινιώ, +καλούσα δήθεν την άφαντον μητέρα της, ήτις ελαφρά βαδίζουσα πάντοτε +προηγείτο.</p> + +<p> — Θειά-Ζωίτσα! εφώνησε και η Σοφούλα, μάλλον λεπτύνασα την φωνήν +της, επί το αστειότερον.</p> + +<p>Και επανέλαβεν η πρωινή ηχώ μέσα εις το βαθύ σπαρτόν.</p> + +<p> — Θειά-Ζωίτσα!</p> + +<p> — Αρί Δεσποινιώ! ηθέλησε να παίξη και η γραία, παρατείνουσα την +τελευταίαν συλλαβήν και οξύνουσα επί το νεανικώτερον την φωνήν.</p> + +<p>Τα κορίτσια εγέλασαν.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p>Ήδη ήσαν εντός της αμπέλου των, της ζηλευτής Αη-χαραλαμπήτικης +αμπέλου.</p> + +<p>Η γραία κατά πρώτον έσπευσε προς την καρυδέαν, ην εύρε καλώς έχουσαν και +ανέπνευσεν εξ ευχαριστήσεως. Το βαθύσκιον δένδρον ήτο ως να εξύπνησε προ +μικρού κ' έσταζον ακόμη τα εύμορφα φύλλα του από την δρόσον, με την οποίαν τα +ένιψεν η αυγή.</p> + +<p>Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει ακόμη.</p> + +<p>Η γραία ευχαριστημένη εκάθισε παρά την ρίζαν του δένδρου να ξεκουρασθή, +ενώ τα κορίτσια πλήρη ζωηρότητος και δροσιάς εκίνησαν να υπάγουν εις το +θαμνώδες μέρος, εν τω άκρω της αμπέλου, όπου υπήρχε και χάλασμα παλαιάς +οικοδομής κ' εντός κρήνη μετά καθαρού και διαυγούς ύδατος. Εκεί είχε τους +κυάμους της η γραία, εκεί τα καλούδια της. Εκεί ήτο το άδυτον της θειά-Ζωίτσας, +εις το οποίον είχεν επιθυμίαν να μη εισδύη «ξένο μάτι». Εκεί εφύετο η +πρασινωτέρα και ανθηροτέρα αγριαμπελιά, περιζήτητος εις όλην την πόλιν, ήτις ως +πυκνός φράκτης περιέβαλλεν όλον εκείνο το ευώδες και μυστικόν κηπάριον.</p> + +<p> — Έλα να μας κόψης αγριαμπελιά, είπεν η Δεσποινιώ προς την +μητέρα.</p> + +<p> — Κόψ' τε κ' έρχουμι, απήντησεν η γραία.</p> + +<p> — Τι; Δεν είνε το φείδι; ηρώτησε μετά δειλίας η Σοφούλα.</p> + +<p>Η γραία διά να μη της πειράζουν τα ωραία εκείνα κηπουρικά προϊόντα είχε +διαδώσει μετά τέχνης εις την κωμόπολιν ότι «μέσα εις εκείνο το χάλασμα βγαίνει +ένα φείδι, χονδρό σαν το χέρι της» έλεγε. Τόσον δε πειστικώς διηγείτο τα κατ' +αυτό, ώστε κατώρθωσε να την πιστεύσουν οι άνθρωποι. Τοιουτοτρόπως τα +περισσότερα παιδία εφοβούντο να παρεισδύσωσιν εκεί. Και μόνον, οσάκις +παρεσύροντο μέχρι της θέσεως εκείνης, περιωρίζοντο από μακρόθεν να θαυμάζωσι +την ωραίαν αγριαμπελιάν και τα εύμορφα τριαντάφυλλα, και να οσφραίνωνται ως +κυνάρια τα ευωδιάζοντα πλατοκούκκια της θειά- Ζωίτσας.</p> + +<p>Η μετά πονηρίας διασωθείσα αυτή φήμη υπό της γραίας τοσούτον είχε +γενικευθή, ώστε και αι θυγατέρες της την επίστευον, και ιδού μόλις έφθασαν προ +του ευώδους εκείνου θάμνου, εσταμάτησαν, καλέσασαι την μητέρα.</p> + +<p>Η γραία ήλθε και ως ήτο μικρά κ' ευσταλής, εισέδυσεν ευκόλως εις το +πυκνότερον μέρος σκαλώνουσα ως αιξ ελαφρά επί του χάσματος του λιθίνου +τοίχου, όπου ην η τρυφερωτέρα και μακροτέρα αγριαμπελιά.</p> + +<p>Αι δύο αδελφαί ίσταντο παραέξω, θαυμάζουσαι τας κουκκέας, φορτωμένας εκ +του ευγεύστου της ανοίξεως καρπού.</p> + +<p>Αίφνης ακούεται από των υψηλοτέρων θάμνων, όπου και αγκαθωτοί βάτοι, +συρμός συνεχής ως κινουμένου μεγάλου και ογκώδους ερπετού.</p> + +<p> — Το φείδι! το φείδι! κραυγάζει η γραία μετά τρόμου και αποσύρεται. +Αλλ' εν τη ταραχή της προσκρούει επί τινος ογκολίθου του ερειπίου και πίπτει μετά +φωνών. Αλλ' ως ήτο γενναία πάλιν εγείρεται, πλην συλληφθείσα υπό της αυθάδους +βάτου ξεσχίζει ολίγον το φουστάνι της, διά το οποίον αργότερα, παρελθόντος του +φόβου, εφώναζε και εβλασφήμει ασκόπως.</p> + +<p>Αι δύο αδελφαί κατακίτρινοι εκ του τρόμου, είχον αποσυρθή μακράν εις το +άκρον κάτω, χωρίς και αυταί να το αισθανθώσι καν.</p> + +<p>Η γραία ιδού πιστεύσασα και αύτη την ψευδή διάδοσίν της εσταμάτησεν έξω +εις καθαρόν άνευ χλόης μέρος και προσεπάθει να ίδη πόσον μέγας ήτο ο όφις του +μύθου της, όστις πραγματικώς τώρα ενεφανίζετο, ότε βλέπει εξερχόμενον εκ των +θάμνων παίδα τινα, βοσκόν αγροίκον, όστις νύκτα-νύκτα είχε χωθή εκεί να δρέψη +αγριαμπελιάν.</p> + +<p> — Αρέ, Νιούδα, είπεν αναθαρρήσασα η γραία, ποιος σούδωσε την +άδεια; Και επανέλαβε με υψηλοτέραν φωνήν πάλιν το αυτό, ίνα δείξη ότι δεν +εφοβήθη.</p> + +<p> — Να, θειά-Ζωίτσα, απήντησεν ο βοσκός, λίγη αγραμπελιά έκοψα για +την καλή Χρονιά...</p> + +<p>Και έγεινεν άφαντος εις το βουνόν, σύρων τα πλέγμα του χλορού θάμνου της +Πρωτομαγιάς, μίαν βαρείαν κουλούραν επί της κεφαλής του.</p> + +<p>Αι δύο κόραι ακούσασαι τον διάλογον και ιδούσαι και τον βοσκόν +ανεθάρρησαν και αυταί και επανήλθον, ενώ η μήτηρ αφόβως πλέον εισδύσασα εκ +νέου εις την ευωδιάζουσαν λόχμην έφερε μετ' ολίγον άφθονον αγριαμπελιάν, δι' +ης εζώσθησαν αι θυγατέρες και η γραία ευχομένη:</p> + +<p> — Σιδερένια η μέση μας! Και του χρόνου κορίτσια!</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p>Ήδη ο ήλιος καίων υψώθη εις τον ορίζοντα. Ουδεμία πνοή ανέμου ηκούετο και +η ημέρα προηγγέλλετο θερμή ως ημέρα θέρους. Όλα τα λουλούδια της περί την +άμπελον λόχμης και τα οπό τας ελαίας, εν τη χέρσω γη, θερμανθέντα ετάνυσαν και +ήπλωσαν τα ποικιλόχρωμα φύλλα των, εφ' ων μετά βόμβου ήρχοντο να +επικαθήσωσι μέλισσαι και σφήκες και ζούνες και άλλα ζωύφια διά της συχνής +μετατοπίσεώς των δεικνύοντα την χαράν, την οποίαν ησθάνοντο, ως αυθένται του +διηνθισμένου εκείνου λειμώνος.</p> + +<p>Αι δύο αδελφαί πλέξασαι προχείρους στεφάνους αγροτικούς εκ της +αγριαμπελιάς και κοσμήσασαι τούτους με αγριολούλουδα και τριαντάφυλλα εν +ωραία αντιθέσει χρωματισμών έθεσαν αυτούς εις την κεφαλήν των, και +αποδιώκουσαι ούτω από του τρυφερού προσώπου των τας ακτίνας του οχληρού +ηλίου έτρεχον εδώ και εκεί ως ψυχαί πτερωταί, ως νύμφαι ορεστιάδες επί των +ανθέων εν χαρά και αγαλλιάσει μικρών παιδίων.</p> + +<p>Πόσον ο άνθρωπος γίνεται παιδί έξω εις την χλόην!</p> + +<p> — Κοίταξε αυτή η παπαρούνα, έλεγεν η Σοφούλα, σαν τα μάγουλα της +μητέρας δεν είνε;</p> + +<p>Και εγελούσαν.</p> + +<p> — Να αυτοδά το μικρούτσικο, να τα ξεσκώσης, Σοφούλα, είπεν η +Δεσποινιώ, παρουσιάζουσα μικρόν εύμορφον ανθύλλιον. Να το κεντήσης 'σ το +ποκάμισό σου το νυμφικό. Καμμιά δεν θα τώχη.</p> + +<p> — Αχ! τι ώμορφο! Ναι, τα φυλλάκια θα τα κεντήσω με πράσινο μετάξι. +Εδώ δα θα βάλω ολίγο κόκκινο και θαλασσί. Το λουλούδι θα γείνη με άσπρο +χρυσάφι. Καταμεσής θα κεντήσω ένα κουμπάκι άλικο. Αχ! τι ώμορφο!</p> + +<p>Το εφίλησεν η αθώα κόρη το αγνόν ανθύλλιον και το έκρυψεν εις τον +παρθενικόν κόλπον της, αυστηρώς περιωρισμένον.</p> + +<p>Και η θειά-Ζωίτσα εστεφανωμένη και αυτή με την αγριαμπελιάν και εζωσμένη +την οσφύν, ομοία προς γραίαν υπηρέτιδα του αρχαίου θεού, περιήρχετο την +άμπελον, ης τα φύλλα έλαμπον εκ των ακτίνων του ηλίου. Λοχερά-λοχερά τα +κλήματα «ήτανε μια χαρά να τα βλέπη κανείς», ως έλεγεν η γραία, αποδίδουσα την +υγιά κατάστασιν του κτήματός της εις τους κόπους της και μόνον εις τους κόπους +της, και υπερηφανευομένη διά τούτο. Οι βλαστοί τρυφερώτατοι υψούμενοι προς +διαφόρους διευθύνσεις ακτινωτώς άνω των κλημάτων με βαθέως πράσινα μεγάλα +και απεσκληραμμένα τα κάτω φύλλα, μικρότερα και ανοικτοτέρου χρώματός τα +υψηλότερα και τρυφερώτατα τα επάνω-επάνω βυσσινόχροα, ως να +περιερραντίσθησαν δι' οίνου μαύρου, απέληγον εις άγκιστρα δίχαλα και κυρτά, τας +λεγομένας τσούγκρας, δι' ων αι κορασίδες, αφού φάγουν τους βλαστούς παίζουσιν +είτα κατασκευάζουσαι αγκυλωτάς βελόνας, τας οποίας διαγκιστρούσαι έλκουσιν +αντιθέτως δι' ελαχίστης δυνάμεως, έως ου διαθλασθή η μία, η της ηττημένης. Αι +σταφυλαί δεν είχον σχηματισθή ακόμη τελείως.</p> + +<p> — Αύριον θα θειαφίσωμε, κορίτσια, εφώνησεν η θειά-Ζωίτσα από το +μέσον της αμπέλου, μόλις διακρινομένης της θέσεως εν η ίστατο η κοντούλα γραία, +εκ της ελαφράς κινήσεως των βλαστών.</p> + +<p> — Να! άρχισεν η χολέρα! εφώνησε πάλιν η γραία επιθεωρούσα έν προς +έν τα κλήματα μετά στοργής μητρός θωπευούσης τα νεογνά της.</p> + +<p>Αλλ' αι δύο θυγατέρες δεν ήκουσαν. Κάτω εις την άκραν ιστάμενοι, όπου +διηνοίγετο ευρύ χωράφιον γειτονικόν, εθεώντο συντροφίαν πολυάριθμον τριών- +τεσσάρων οικογενειών συγγενικών, αίτινες άρτι εξεπέζευον με θορυβώδη χαράν +και γέλωτας και άσματα, ελθούσαι να διασκευάσωσι την φαιδράν της πρωτομαγιάς +ημέραν.</p> + +<p> — Κορίτσια! επανελάμβανεν η γραία εγγύτερον ελθούσα, αύριον θα +θειαφίσωμε.</p> + +<p>Ερχομένη εις την άμπελον εθεώρει αμαρτίαν να μείνη αργή. Πάντοτε ήθελεν +ανακαλύψει εργασίαν τινά.</p> + +<p> — Ου, θα πω, και συ! την επείραζον ενίοτε αι θυγατέρες της, δεν +κάθεσαι μια μέρα να ξαποστάσης!</p> + +<p>Εάν δεν είχεν άλλο τι να πράξη, το προχειρότερον ήτο να περισυλλέξη +«ξηράδια» από των ελαιών και μηλεών και απιδεών, ξηρούς κλώνους, δι' ων το +βράδυ θα συνεπλήρου το φορτίον της, θέτουσα ταύτα ως επικάλυμμα εις το +καλάθιόν της, ίνα έχη εύκολα προσανάμματα την πρωίαν, αλλά κυρίως, ίνα μη καθ' +οδόν ιταμοί διαβάται ανιχνεύωσιν εν τω πεπληρωμένω πάντοτε εκ των ωραίων +προϊόντων της καλαθίω «και μαλάξωσι την ευωδιάζουσαν δροσερότητα αυτών». +Φιλάργυρος δεν ήτο, αλλ' είχε συνηθίσει ότε επέστρεφεν εις την οικίαν να +τοποθετή μόνη της τα προϊόντα του περιβολιού της εντός απλωτού ταψίου μετά +προσοχής, εδώ τα κουκκιά, εκεί τα μάραθα, αλλού τα κρόμμυα, εκεί τας αγγινάρας. +Και αφού επί ώραν τα εθαύμαζεν η φιλόπονος γραία τα έργα των χειρών της, +εξηπλωμένη εις τας γυμνάς σανίδας του πατώματος έως ου ξεκουρασθή, εμοίραζεν +είτα εις τους συγγενείς και φίλους της λίαν αφιλαργύρως.</p> + +<p>Αλλά καθ' οδόν δεν ήθελε να τα εγγίση τις.</p> + +<p> — Σωρό πάλι τα πλατοκούκκια η θειά-Ζωίτσα, παρετήρουν αι +γειτόνισσαι, όταν την έβλεπον επιστρέφουσαν φορτωμένην την γραίαν.</p> + +<p> — Να, δυο ξλάκια πλειο για πρόσαναμμα! απήντα η θειά-Ζωίτσα η +μυστική και εχάνετο απ' εμπρός των.</p> + +<p>Αι δύο αδελφαί εκάθησαν εις άκραν τινά και εθεώρουν την άρτι ελθούσαν +πολυάριθμον φαιδράν συντροφίαν, προσπαθούσαι ήδη να γνωρίσωσι τίνες +ήσαν.</p> + +<p>Αλλά φωναί της μητρός και βλασφημίαι τώρα τας εξήγειραν.</p> + +<p>Συνήντησεν η γραία είς τινα γωνίαν πυκνήν και αυθάδη αγριάδαν, απειλούσαν +να καταστρέψη ικανά κλήματα και ήρχισε να φωνάζη κατά των σκαφέων, οίτινες +την εξηπάτησαν. Δεν ηδύνατο να χωνεύση το ελάττωμα τούτο, τον δόλον.</p> + +<p> — Σ' ακούνε οι λοχεμένοι! Να! τάπνιξε τα κλήματα, ταφάνισε η αγριάδα. +Τρεχάτε κορίτσια!</p> + +<p>Και ήρχισε πάραυτα οχληράν και αγωνιώδη εργασίαν εκριζώσεως διά των +χειρών της απεσκληραμμένης πλέον αγριάδας, «όπως δώση αέρα εις τα καϋμένα +τα κλήματα, τα οποία είχαν ανάψει».</p> + +<p>Αι δύο αδελφαί αισθανθείσαι τον πόνον της γραίας ήλθον πάραυτα και έλαβον +μέρος και αυταί εις την επίπονον εργασίαν.</p> + +<p> — Μας ηύρε δλειά πάλι! είπεν η Σοφούλα.</p> + +<p> — Καλά έλεγα εγώ να μη ρθω, προσέθηκε και η Δεσποινιώ γελώσα.</p> + +<p>Ο ήλιος έκαιεν.</p> + +<p> — Να δγης, Μα, έλεγε κατά την εργασίαν η μικροτέρα. Ήρθαν κ' ήρθαν +'ς το χωράφι κάτω. Ο κυρ Γεώργης, ο καπετάν Μαθιός, ο Γιάννς τς Μαχώς.</p> + +<p> — Έχνι σφαχτά, προσέθηκε και η Δεσποινιώ. Έχνι ψτά, γάλατα, τυριά +χλωρά και μιζίθρες.</p> + +<p> — Πήρανε κι' τ' νύφ'; ηρώτησεν και η γραία.</p> + +<p> — Τν' έχνι.</p> + +<p>Η εργασία εξηκολούθει. Είχεν ήδη εξαχθή μέγας σωρός του αναιδούς +αργοφυτού.</p> + +<p>Δύο-τρεις φορές εθεάθησαν παιδία και κορασίδες κατευθυνόμενα προς το +ζηλευτόν άδυτον «το περιβολάκι» της γραίας, πλην επειδή είδον τας γυναίκας δεν +επροχώρησαν. Εκαμάρωνον μόνον μακρόθεν τα ωραία κεράσια, τα οποία τώρα +μόλις ήρχισαν να λάμπουν κοκκινίζοντα κρυμμένα από τα μεγάλα φύλλα ως να +εντρέποντο με το παρθενικόν εκείνο χρώμα των, και υπέστρεψαν.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> +<p>Παρήλθεν η μεσημβρία. Τότε είχε καθαρισθή πλέον και η αγριάδα και αι τρεις +γυναίκες κατάκοποι εκάθησαν υπό την καρυδέαν, εις τον δροσερόν ίσκιον της να +ξεκουρασθώσι και να φάγωσι το λιτόν γεύμα των, άρτον, τυρόν και μοσχοβολούντα +πλατοκούκκια αρτιδρεπή στάζοντα δρόσον ακόμη. Εις το αντικρυνόν χωράφιον +εβούιζεν η χαρά και η φαιδρότης των ευθυμούντων. Φωναί παιδίων, άσματα +νεανίδων, καγχασμοί γυναικών, διαταγαί ανδρών, προπόσεις πυκναί και +γελαστικαί, κάκου κάπου κλαυθμός οξύς κανενός νηπίου απετέλουν πολύφωνον +συναυλίαν συμποτικού γεύματος, όπερ είχε στρωθή υπό πυκνόφυλλον υψηλήν +δρυν, εν μέσω του χωραφίου κειμένην. Αυτά είνε της εξοχής τα ηδέα και απλά.</p> + +<p>Ο άνθρωπος εκεί αφίνει το αίσθημά του ελεύθερον να πετά, να πηδά, να +χορεύη, να τραγουδή, ως πετώσι και πηδώσι και χορεύουσι και τραγουδούσι τα +ελεύθερα πουλιά κυνηγούμενα μεταξύ των μίαν ωραίαν πρωίαν από 'κλάδου εις +κλάδον.</p> + +<p>Ο θόρυβος των συνευθυμούντων ως βοή, βοή του χειμάρρου του Πετραλώνου, +έφθανε μέχρι της καρυδέας, οπού αι τρεις γυναίκες ησύχως και ηρέμα έτρωγον το +λιτόν γεύμα των, συντροφευόμεναι υπό δύο κοσσύφων, οίτινες εις τα υψηλότερα +κλωνάρια του ωραίου δένδρου συνεκρότησαν αγώνα άσματος επίμονον και +φίλεριν, προς ερημικήν αηδόνα επί άλλου καθημένην κλώνου άλλου δένδρου και +κατακηλούσαν ηδέως του θνητού την καρδίαν. Ετελείωνον οι κόσσυφοι και ήρχιζεν +η αηδών.</p> + +<p> — Να! χορεύουν τη καμάρα, επετάχθη πρώτη η γραία, ενωτισθείσα του +ωραίου άσματος, το οποίον τοσάκις είχε τραγουδήσει εις τα νειάτα της.</p> + +<p>Αι δύο θυγατέρες ακροασθείσαι και αυταί ηγέρθησαν ως να επρόκειτο να +λάβωσι μέρος εις τον χορόν. Άγνωστος δύναμις τας είχεν εξεγείρει αίφνης, ως όταν +ανατινάσσεταί τις εις τον ύπνον του.</p> + +<p>Αληθώς, μετά το πλουσιώτατον γεύμα, είχεν αρχίσει κατά το σύνηθες ο χορός +και ήδη διά μέσου των φυλλοφόρων βλαστών της αμπέλου έφθανον σαφώς μέχρι +της καρυδέας αι λέξεις του άσματος της καμάρας:</p> + +<p class="poem"><i>Καμάρα χτι Καμάρα χτι-<br /> +Καμάρα χτίζω 'ς το γιαλό (δις)<br /> +Καμάρα δε στεργιόνει<br /> +να ζήτε λέει τ' αηδόνι, (δις)<br /> + <img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /><br /> +Έλα το πουλί μου, έλα<br /> +μοσκοκάρφια και κανέλλα</i>.</p> + +<p>Αι δύο παρθένοι θελγόμεναι προσεπάθουν να διανοίξωσι χώρον διά μέσου των +κλημάτων, ίνα ίδωσι τον πομπικόν του Πάσχα χορόν. Επήγαινον εδώ, έβλεπον εκεί, +πλην δεν κατώρθονον να εύρωσι μέρος εκ του οποίου να βλέπουν χωρίς να +βλέπωνται.</p> + +<p> — Αναβήτε απάν 'σ τη καρυά! ανεφώνησεν αίφνης η μήτηρ, ης οι +οφθαλμοί έλαμπον εξ αφάτου χαράς, ως να έσυρεν αυτή την καμάραν.</p> + +<p>Ω μοίρα κατηραμένη της γραίας! Τι ήθελες τοιαύτην ιδέαν να εμβάλης εις τα +ξηρά χείλη της;</p> + +<p>Πάραυτα από μυστικού πόθου κινούμεναι αι δύο θυγατέρες της θειά- Ζωίτσας, +ανήλθον μετά προσοχής βαίνουσαι επί των λείων και ολισθηρών κλάδων του +δένδρου συνηθισμέναι, διότι ανέβαινον και εσύναζον τα κάρυα. Και σταθείσαι εις +μέρος υψηλόν εθεώρουν διά μέσου των φύλλων τον μεγαλοπρεπή χορόν, όστις εν +ευρεί κύκλω εχορεύετο εν μέσω του γειτονικού αγρού υπό φαιδρού ομίλου νέων +και νεανίδων και γυναικών, ων οι συρόμενοι μετά τέχνης και χάριτος πόδες +κατεπάτουν θλιβερώς και ασπλάγχνως τα ωραία αγριολούλουδα.</p> + +<p>Πόσον επαγωγώς θεαματικόν είνε να βλέπη τις τον χορόν τούτον. Οι +χορεύοντες σχηματίζονται εις σφιγκτώς συνδεδεμένην άλυσιν, του πρώτου +δίδοντος την δεξιάν εις την δεξιάν του δευτέρου και την αριστεράν εις την δεξιάν +του τρίτου, ενώ του δευτέρου η αριστερά προτείνεται εις την δεξιάν του τετάρτου, +ώστε να σχηματίζωνται χιαστοί σταυροί ρομβοειδώς συμπεπλεγμένοι. Και ίσως δι' +αυτό ο χορός είνε καθιερωμένος εις τας κοσμικάς εορτάς του Πάσχα. Οι +χρωματισμοί των ποικίλων ενδυμασιών των γυναικών απετέλουν εύμορφον +αρμονίαν προς τον υπό των ποικίλων ανθέων χρωματισμόν του αγρού, τα +λευκότατα πάλιν κολόβια των νεονύμφων άτινα επί τούτω είχον λευκανθή τον +Μάρτιον εις τον χαλικόστρωτον αιγιαλόν του Κάστρου ήταν εις ευάρεστον +αρμονίαν εγγύς των ερυθρών φουστανιών παιδισκών τινων, εν ώ τα χρυσά +κεντήματα του διά κρεμέζης βεβαμένου χιτώνος επί του στήθους φαεινώς +ηκτινοβόλουν κατέναντι των ακτίνων του λαμπρού ηλίου.</p> + +<p>Και ο ιστάμενος θεατής ευφραίνετο βλέπων πρόσωπα απαλά εξ ενός και +χρυσάς κορυφάς εξ άλλου υπό την διαύγειαν λεπτοτάτης μεταξοϋφάντου +μανδήλας, και εν γένει κομψά και θελκτικά κορμιά ερασμίων γυναικών, εν +θρησκευτική προσοχή περιφερομένων κύκλω συνεκδοχικώς. Σεμνόν θέαμα! +Κύκλος καμαρωτός με ωραία λάμποντα μάτια και χρυσώς ακτινοβολούντα στήθη, +βαίνων αργώς βήμα προς βήμα, ώστε να υποφαίνηται ηδέως η χρυσόρραπτος +κοντούρα, με χαριεστάτην ελαφράν κίνησιν του κορμού δεξιά και αριστερά, +συμφώνως προς τους ιάμβους του άσματος, ως κινείται λέμβος ηδυπαθώς εν +γαλήνη, ώστε ο χορεύων να μη αισθάνηται κόπον ταράσσοντα. Και αυτό το πήδημα +κατά τον δεύτερον στίχον να είνε τόσον ελαφρόν, ώστε να νομίζη τις ότι εποχείται +επί απαλού και δροσερού κύματος συρόμενος απαλά με το κύμα.</p> + +<p>Η γραία καταπεπονημένη — ήθελε να κοιμάται ολίγον πάντοτε την μεσημβρίαν +— επακκουμβήσασα παρά την ρίζαν του γηραιού δένδρου παρηκολούθει σιγά- +σιγά, πλην ηδέως, τους ιαμβικούς του άσματος στίχους, υποτονθορύζουσα αυτούς +συμφώνως προς τον αναδιπλούμενον ρυθμόν του σεμνού χορού, επιλέγουσα +εκάστοτε και την επαλλάσσουσαν επωδόν:</p> + +<p class="poem"><i>Καμάρα χτίζω 'ς το 'γιαλό,<br /> +Καμάρα δε στεργιόνει.<br /> + + <img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br /> + +Ένας κοντός κοντούτσικος,<br /> +κοντός και μ' ένα χέρι.<br /> + + + <img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br /> + +Το μάρμαρο πελέκαε<br /> +τις πέτρες πελεκούσε.<br /> + + <img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br /> + + — Κοντέ μ', και πού ν' το χέρι σου,<br /> +και πελεκάς με τώνα;<br /> + + <img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br /> + + — Βασιλοπούλα φίλησα,<br /> +και μούκοψαν το χέρι.<br /> + + <img src ="images/line.jpg" width="20" height="4" alt="γραμμή" /><br /> + + Ας την εξαναφίληγα,<br /> +κι' ας μούκοφταν και τ' άλλο</i>.</p> + +<p>Και αντηχεί καλλικέλαδος η ηχώ ανά τους εγγύς λόφους +επαναλαμβάνουσα:</p> + +<p class="poem"> <i>Καμάρα δε στεργιόνει,<br /> +να ζήτε λέει τ' αηδόνι</i>.</p> + +<p> — Να ιδής, Μα, εφώνησεν από της καρυδέας, κρυμμένη εντός των +φύλλων, η Δεσποινιώ, «ξομπλιάζουσα», ήτοι παρατηρούσα και κρίνουσα τας +ενδυμασίας. Να ιδής, το Μαργιώ τ' καπετάν Μαθιού, φορεί το καλλίτερο κολοβόλι. +Τι ώμορφα που είνε βολτιασμένο! Σαν να ήνε από χαρτί!</p> + +<p> — Ναι, καλά λες, προσέθηκεν η Σοφούλα, επί άλλου κλάδου ισταμένη. +Σαν σκοπελίτικο είνε! Σαν το χιόνι λαμπέινο!</p> + +<p> — Προσέχετε να μη πέσετε, εψιθύρισεν ησύχως η γραία +ημικοιμωμένη.</p> + +<p> — Να ιδής, Μα, εξηκολούθει η Δεσποινιώ. Τι ώμορφο που είνε το +μπαμπουκλί της κυρά Γεώργαινας. Αχ! Λάμπει μέσα 'σ τον ήλιο. Φωτιές πετάει. +Βελούδο κόκκινο, της τώφεραν από την Πόλι. Αχ! τι ώμορφο κορμί, Μάννα! Σήκω +να ιδής.</p> + +<p> — Της Λένης, προσέθηκεν η Σοφούλα, είνε σαν παληό το γουνάκι. Δεν +έχει καμμιά θωριά!</p> + +<p> — Αχ! Πώς λάμπει η σκούφια της κόρης της! παρετήρησεν η Δεσποινιώ. +Θαμπόνουν τα μάτια.</p> + +<p> — Εγώ την εκέντησα, υπέμνησεν η Σοφούλα. Έχει τριάντα δράμια +χρυσάφι.</p> + +<p> — Κορίτσια! να μη πέσετε! είπε πάλιν η γραία ως καθ' εαυτήν +υποψιθυρίζουσα.</p> + +<p> — Να! Να! εφώνησε μετά τινος θάμβους η Δεσποινιώ. Σηκώσανε τη +νύφη να χορέψη. Μα, Μάννα, σήκω να ιδής τη νύφη.</p> + +<p>Πολύ ώμορφη μέση! Δαχτυλιδένια! Και πώς καμαρόνει! Μάννα!</p> + +<p>Η γραία είχεν αποκοιμηθή.</p> + +<p>Η δε Δεσποινιώ, εξακολουθούσα να θέλγεται εκ της θέας προσεπάθει να +στερεωθή καλλίτερον επί του ολισθηρού κλώνου, όπως «ξομπλιάση» την νύμφην +χορεύουσαν.</p> + +<p>Αλλά φαίνεται ότι η νύμφη «'ντροπαλή ως άβγαλτη» δεν εχόρευε τόσον καλώς. +Διά τούτο η Σοφούλα, φαιδρότερου χαρακτήρας παρά η Δεσποινιώ, είπεν ευθύμως +πως:</p> + +<p> — Κρίμα 'ς το κολοβολάκι σ', κορίτσι μ'. Η κακομοίρα δεν ξέρει να πάρη +τα ποδαράκια της.</p> + +<p> — Την χαλνάει ο καπετάν Μαθιός, παρετήρησεν η Δεσποινιώ, +σεμνότερα πάντοτε.</p> + +<p> — Κείνος που ξέρ', κορίτσι μ', δεν χαλνιέται.</p> + +<p>Πώς έμαθον αυταί αι νεάνιδες να επικρίνωσι τον χορόν, αφού ποτέ των δεν +εχόρευσαν!</p> + +<p>Είνε μερικά πράγματα τα οποία μανθάνει τις αυτομάτως. Άλλως δεν εχόρευσαν +μεν, ως είπομεν, αλλά πολλάκις εθεώρησαν την καμάραν, τελουμένην εις την +γειτονικήν της οικίας των πλατείαν.</p> + +<p> — Να! Να! είπε γελώσα πάλιν η Σοφούλα. Έχασε την κουντούρα της η +νύμφη. Σκύφτει για να την πάρη. Ω, ντροπής νυφίτσα μου! Κρίμα 'ς το ατλαζένιο +μπαμπουκλί σου, νυφούλα μ'.</p> + +<p> — Μποδίζουν τα χορτάρια, τι να σου κάμ'! Απήντησε πάλιν η Δεσποινιώ +και αφηρείτο όλη εις του χορού το μεγαλοπρεπές θέαμα, όπερ εξήρθη ήδη +σφόδρα, διότι έλαβον μέρος όλαι αι γυναίκες και όλοι οι άνδρες.</p> + +<p>Αλλ' αίφνης βαρύς κρότος αντήχησεν εντός των φυλλωμάτων της καρυδέας, ως +να έπεσεν άνωθεν ογκώδης λίθος κ' έσεισε δεινώς τους χονδρούς κλάδους του +πυκνού δένδρου. Έως ου ίδη καλώς η Σοφούλα πόθεν ήλθεν ο σεισμός ούτος ο +αιφνίδιος, η μεγάλη αδελφή της, η ωραία Δεσποινιώ ευρέθη σωρός κάτω εις το +έδαφος. Αφαιρεθείσα η δυστυχής παρεπάτησε και ολισθήσασα κατέπεσε πλησίον +της αποκοιμηθείσης γραίας, βαλούσα οξείαν κραυγήν.</p> + +<p> — Παναγία μ'! ανεφώνησεν εξεγερθείσα η θειά-Ζωίτσα. Κ' έλαβεν εις +τας αγκάλας της την προσφιλή της θυγατέρα, ήτις έμεινεν ακίνητος και +άφωνος.</p> + +<p> — Νερό! Νερό! Σοφούλα, Νερό! εκραύγασεν η γραία. Αχ! Πάει το +κορίτσι! Σκοτώθηκε! Τι να γένω!</p> + +<p> — Η Σοφούλα καταβάσα ταχέως από του δένδρου περίτρομος ως να +έπεσε και αυτή έσπευσεν εις την κρήνην ως πτερωτή κ' εκόμισε δροσερόν ύδωρ, δι' +ου η γραία περιέβρεχε το μέτωπον και τας παρειάς της Δεσποινιώς, ήτις ωχρά ως +νεκρωθείσα είχεν ημικλείστους ως ημίσβεστον λυχνίαν, τους ωραίους οφθαλμούς +της.</p> + +<p> — Πάει! Σκοτώθηκεν! Επανελάμβανεν έκφρων η γραία. Τι να γένω!</p> + +<p>Μετά τινας στιγμάς όμως συνήλθεν εις εαυτήν η Δεσποινιώ. Πλην δεν ηδύνατο +να μετακινηθή εκ του εδάφους. Ανεκάθισεν ωχρά εκ του τρόμου της δεινής +καταπτώσεως, με λευκά τα χείλη εκ της λιποψυχίας, με οφθαλμούς απλανώς +βλέποντας, ως βλέπει εκείνος όστις εκ της ζάλης θεωρεί στριφογυρίζουσαν την γην +ως σφονδύλιον, με λυτήν την μαύρην της κόμην, της μανδήλας τη παρασυρθείσης +υπό των κλάδων του δένδρου εν τη πτώσει, κ' έβαλε τώρα κραυγήν οξυτέραν, διότι +τώρα ησθάνετο της πτώσεως το βαρύ αποτέλεσμα.</p> + +<p> — Χτύπησες παιδί μ; ηρώτα η γραία μετά περιπαθείας έκφρονος.</p> + +<p> — Ωχ! επόνει η Δεσποινιώ, μη δυναμένη να μετακινηθή εκ του +εδάφους.</p> + +<p>Και εθώπευε μαλακώς τον δεξιόν της πόδα.</p> + +<p>Είχε θραυσθή το οστούν του ποδός, άνω του γόνατος εν τω μηρώ.</p> + +<p>Απερίγραπτος είνε η θλίψις της γραίας και της άλλης αδελφής, ότε +εβεβαπτίσθησαν περί του τρομερού παθήματος.</p> + +<p> — Ωχ! Ωχ! Επανελάμβανε γογγύζουσα εκ του οξέος πόνου η κόρη.</p> + +<p> — Πάει το παιδί μ'! Προσέθετε και η γραία άπελπις, η καλή και +συμπαθής μήτηρ, τρωθείσα εις τα καίρια.</p> + +<p>Και η γειτονική ηχώ από του εξοχικού συμποσίου εκόμιζεν ως ειρωνικήν +περιφρόνησιν προς το ατυχές συμβάν τους στίχους του άσματος της καμάρας:</p> + +<p class="poem"> <i>Κοντέ μ' και πού ν' το χέρι σου<br /> +Και πελεκάς με τώνα; <br /> +Έλα το πουλί μου ν' έλα . . . .</i></p> + +<p>Η Σοφούλα σιωπηλή ίστατο ως απομαρμαρωθείσα. Η δε γραία εξηκολούθει να +εκφέρη στεναγμούς και οιμωγάς οδυνηροτέρας της παθούσης ωραίας +παρθένου:</p> + +<p> — Αχ! πάει το κορίτσι! Τώχασα το κορίτσι!</p> + +<p>Κλαυθμηρώς και διακεκομμένως ως μοιρολόγημα επί νεκρώ προφέρουσα τας +συλλαβάς.</p> + +<p> — Δεν έσπαζα το πόδι μου να μην έλθω; Έλεγε συνεχώς· και τύπτουσα +την κεφαλήν της επανελάμβανε:</p> + +<p> — Η λαχταρισμένη! Η πλαντασμένη! Δεν βουβαινόμουνα που είπα να +αναιβούνε 'ς τη καρυά!</p> + +<p>Κ' εκράτει σφιγκτά τους κροτάφους της· της εφαίνετο ότι ήθελε να 'φύγη ο νους +της.</p> + +<p>Ενίοτε δε διέκοπτε τας θρηνώδεις αναφωνήσεις της λέγουσα:</p> + +<p> — Δεν τούπα να μη πάρ' βακούφκα! Να κακό πάλι που μας ηύρε!</p> + +<p>Όταν δε ενύκτωσε, διά να μη βλέπουν οι άνθρωποι, μήτηρ και θυγάτηρ, +βαστάζουσαι εντός κυλιμίου την πανάτυχον Δεσποινιώ, εκόμισαν αυτήν εις την +οικίαν των εν τω χωρίω, ως να εκόμισαν νεκρόν, υπό τας συγκινούσας +αναφωνήσεις της θειά-Ζωίτσας, ήτις εθρήνει, ως να εθρήνει νεκρόν.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p>Πρωίαν τινά θερινήν έν έτος μετά ταύτα είχον αναβή εις τον Προφήτην Ηλίαν να +δροσισθώ υπό την σκιάν των δροσοκρατούντων πλατάνων και ασπασθώ την δεξιάν +του Παπά-Ιερεμία, όστις εκεί είχε το απλούν και σεμνόν ερημητήριόν του, +εκτισμένον εν μέσω των παχυσκίων δένδρων εγγύς δροσερού ύδατος, εκρέοντος +από τινος μεγάλου βράχου, κεκαλυμμένου υπό πυκνού θάμνου, κισσού και αγρίων +βάτων. Οικοδομή μεγάλη τετράγωνος, διώροφος, εν η ευρίσκοντο κατά σειράν τα +κελλία, οικοδομή ασχεδίαστος του μακαρίτου Γέροντός του, ήτις ως στρατών +έρημος υψούται εκεί ακόμη μελαψή και πένθιμος εις την δροσόπνοον εκείνην +κορυφήν της νήσου.</p> + +<p>Ήτο περί το τέλος η Ακολουθία. Διέκριναν ψαλλόμενα τα Νεκρώσιμα +Ευλογητάρια. Ετελείτο μνημόσυνον. Ως ήμην κατασκονισμένος εκ της κοπιώδους +πορείας, πριν νιφθώ εις την δροσεράν πηγήν, έστην εις το κατώφλιον του ναΐσκου, +παρασυρθείς υπό της γλυκείας μελωδίας του ψαλλομένου άσματος: «Μετά των +αγίων ανάπαυσον. . . ». Από της θύρας, σκιαζομένης υπό τινος αγριελαίας, +ηκροώμην του πενθίμου ύμνου, περιεργαζόμενος συνάμα τα εν τω μικρώ και απλώ +εκείνω ευκτηρίω, το οποίον εν τω κάτω πατώματι προς την ανατολικήν πλευράν +είχε προορίσει διά τα ασκητικάς προσευχάς του ο εν μακαρία τη λήξει Διονύσιος ο +Λογιώτατος, ο Γέροντάς του, τελευταίος των Κολλυβάδων, αυστηρός και άκαμπτος, +ανήκων εις μίαν των ισχυροτέρων οικογενειών της νήσου «ο Γέροντας» +αποκαλούμενος. Ούτε τέμπλεον είχεν ούτε πολυελαίους, αλλ' ούτε στασίδια. +Ολίγας εικόνας εις τους μαυρισμένους του τοίχους και μίαν Αγίαν Τράπεζαν εφ' ης +έκειτο ευλαβώς φυλασσόμενον το πυξίον του Αγίου Άρτου διά την θείαν +Μετάληψιν. Λειτουργίας δεν ετέλουν. Μόνον την τακτικήν ακολουθίαν εδιάβαζον, +και μετελάμβανον όσοι ήσαν προετοιμασμένοι. Ο θάνατος του Γέροντος δεν +επέτρεψε να συμπληρωθή το Ευκτήριον εις τακτικόν ναόν.</p> + +<p>Ο Παπά-Ιερεμίας 80 ετών γέρων, με λευκήν κόμην και λευκόν πώγωνα ως +τολύπην βάμβακος, απήγγελλε τας ευχάς με το αυστηρόν εκείνο και πένθιμον ύφος +του, όπερ όμως παραδόξως εγέννα εν τη καρδία μαλακά και πραέα αισθήματα +παρηγορίας κ' ελπίδος. Δεξιά έψαλλε νεαρά μοναχή — διά τούτο ην γλυκύς τόσον +ο ύμνος — φέρουσα μέχρι των οφθαλμών το μαύρον κουκκούλιόν της με τον +μικρόν κόκκινον σταυρόν επί του μετώπου, και αφίνουσα ελευθέρας μόνον τας +λευκάς εκ της ασκήσεως παρειάς, παρειάς νηστεύοντος αγγέλου. Εμπρός επί του +στήθους της του παρθενικού, υπό τας πτυχάς του μαύρου ράσου, διεφαίνοντο τα +Σχήματα της μοναχής, μέγας ερυθρός σταυρός με την Λόγχην και τον Σπόγγον +ένθεν και ένθεν εν σχήματι τριγώνου, έχοντος προς τα κάτω την κορυφήν, όπου ήτο +κεντημένον, ερυθρόν και αυτό, το γυμνόν κρανίον του Αδάμ. Η φωνή της ην +ασθενής αλλά γλυκυτάτη, φωνή αγγελική. Κ' έμεινα εκστατικός εκεί εις την θύραν +μέχρι τέλους, ρίπτων ενίοτε τους οφθαλμούς μου και επί των χρυσοκεντήτων +ποδιών, αίτινες με βαρείας χρυσάς φούντας εκρέμαντο υπό τας ολίγας αγίας +εικόνας, ποδιών ουχί επί τούτω εξ αρχής κεντηθεισών, ως μοι εφάνη. Το +χρυσοΰφαντον εκείνο ύφασμα ίσως κατ' αρχάς θα ήτο προωρισμένον δι' άλλον +σκοπόν, ίσως εχρησίμευσεν εις την προικώαν ενδυμασίαν νύμφης τινός, μετά τον +θάνατον της οποίας, ακαίρως ίσως θανούσης, τα εχάρισεν εις την εκκλησίαν, +χάρισμα πένθους ή και χηρείας.</p> + +<p>Την προσοχήν μου εφείλκυσε και ζεύγος νεαρών συζύγων, εν κατανύξει +ισταμένων εγγύς της ψαλλούσης μοναχής. Εκτός κ' ενός άλλου μοναχού, του +γηραιού Πέτρου, υπηρετούντος και ψάλλοντος με την άξεστον μεν χονδρήν φωνήν +του κατανυκτικήν δε, ουδείς άλλος υπήρχεν εν τω ναΐσκω, ου τα ολίγα φώτα +εχλώμαινον πενθίμως εν μέσω του ευώδους καπνού του θυμιάματος. Κ' έβλεπες +τότε το γλυκύ λευκόν πρόσωπον της μοναχής ως εν μέσω νεφελών εν τοις +ουρανοίς.</p> + +<p>Μετά το τέλος του μνημοσύνου ο ιερεύς φέρων την στολήν του, κρατών +λαμπάδα και θυμιατόν, εξήλθε του ναού και κατόπιν αυτού η συμπαθής +καλογραία, ήτις, μετά λύπης παρετήρησα ότι ην χωλή η δυστυχής, μετά δεινού +κόπου σύρουσα τον έτερον των ποδών της, υποβασταζομένη περιπαθώς υπό του +νεαρού ζεύγους των συζύγων. Μακρόθεν ηκολούθουν κ' εγώ, θελχθείς συμπαθώς +υπό των προσώπων της ασκητικής αυτής συνοδείας. Μετά τινα βήματα έστησαν +επάνω τάφου, φέροντος εμπεπηγμένον ξύλινον μαύρον σταυρόν. Ο ιερεύς, αφού +εθυμίασεν, ήρχισε ν' αναγινώσκη το πένθιμον Τρισάγιον, οι δε λοιποί +εγονυπέτησαν εν κατανύξει μεγάλη, ψιθυρίζοντες ευχάς αναμεμιγμένας με +θρήνους, όταν μάλιστα ήκουσαν του ιερέως μνημονεύοντος: «υπέρ αναπαύσεως +της ψυχής της δούλης του Θεού Ζωίτσας».</p> + +<p>Τότε έκθαμβος ανεγνώρισα τα συμπαθητικά πρόσωπα της παρούσης +διηγήσεως.</p> + +<p>Ο νεοσκαφής τάφος με τον μαύρον ξύλινον σταυρόν, προς το ρίζωμα του +οποίου είχον φυτρώσει, τις οίδε πώς, μεγάλη τις κουκκέα με δροσερά υπόφαια ως +στακτωμένα φύλλα και ολίγα μαυροπράσινα μάραθα με τα κίτρινα άνθη των τα +φουντωτά, ην ο τάφος της θειά-Ζωίτσας, ήτις απέθανε τρεις μήνας μετά το πάθημα +της θυγατρός της, πονούσα βαθέως διότι έβλεπε χωλήν την ωραίαν θυγατέρα της. +Αι τελευταίαι της λέξεις, όταν απέθνησκεν, ήσαν:</p> + +<p> — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα!</p> + +<p>Ταύτα επρόφερεν η πτωχή με τα ξηρά του θανάτου χείλη ενώπιον του αγγέλου +της, και έκλεισε διά παντός τους οφθαλμούς της.</p> + +<p>Η δε λευκή και χωλή μοναχή, ην η προσφιλής της θειά-Ζωίτσας θυγάτηρ, η +ωραία και καλόκαρδος Δεσποινιώ, ήτις μετά νοσηλείαν επίπονον δύο μηνών, +απομείνασα χωλή τον θραυσθέντα πόδα, εκάρη μοναχή παρά τω γέροντι Ιερεμία κ' +έμεινε παρ' αυτώ.</p> + +<p>Το νεαρόν πάλιν ζεύγος των συζύγων, ην η μικροτέρα θυγάτηρ της θειά- +Ζωίτσας, η καλή Σοφούλα, ην υπάνδρευσεν ο Παπά Ιερεμίας ως καλός πατήρ μετά +τινος αγαθού ναύτου εργατικού και δραστηρίου, αρκεσθέντος εις την οικίαν, και μη +θελήσαντος να εγγίση την εκκλησιαστικήν άμπελον.</p> + +<p>Αι χρυσοκέντητοι τέλος ποδιαί, αι στολίζουσαι το κομψόν τέμπλον του +προχείρου εκείνου ναΐσκου τόσον λαμπρώς, ήσαν τα προικιά της Δεσποινιώς τα +εύμορφα, τα οποία με τόσην αγνήν προσπάθειαν εφιλοτέχνησεν η καλή παρθένος, +ως να ήξευρεν ότι έμελλον ποτε να στολίσωσι τας εικόνας του Χριστού και της +Παναγίας.</p> + +<p>Αφού τέλος εμοιράσθησαν τα κόλλυβα, τα οποία ήσαν πολύ εύμορφα +στολισμένα με σταφίδας, κουφέτα, βαράκια ολόχρυσα και φύλλα ευώδη, ο παπα- +Ιερεμίας είπε τον επίλογον με την ξηράν πάντοτε και στεγνήν φωνήν του:</p> + +<p> — Τα αναθήματα, τιμαλφή ταξίματα και τα βακούφικα, ήτοι κτήματα +αφιερωθέντα άπαξ εις τον Θεόν, επ' ουδενί λόγω αναλαμβάνονται πλέον οπίσω. +Όστις τα αφαιρέση, έστω και δι' αγοράς, είνε ιερόσυλος και υπόκειται εις την +κατάραν του Θεού.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ<br />(1899)</h4> + +<h5 style="margin-top: 3em">Α'.</h5> + +<p>Καταπρασίνη. Με το γλυκύ, σαπφείρινον, του πόντου χρώμα. Νύμφη του +γιαλού, με το λαχανί φόρεμά της. Εις τας απαλάς της, τας ονειρώδεις +στρογγυλότητας της μάσκας της, εις τα λεία, τα χυτά πλευρά της, εις την κομψήν, +την εύγραμμον, λαγόνα της, Νηρηίδος λαγόνα, παντού, θαρρείς και +αντικατωπτρίζετο το σαπφείρινον του πόντου χρώμα.</p> + +<p>Μακρά, στενή, στιλάδο σκαρί, φορτωμένη διά Κωνσταντινούπολιν η σκούνα, +ήτο αραγμένη εις τον ευρύν, τον ακύμαντον λιμένα, με τους υψηλούς δύο ιστούς +της, ακινήτους ως τρόπαια. Με τα πανιά μαζευμένα, δεμένα εις τας θέσεις των, εις +τα σταυροειδή πενά, έτοιμα, θαρρείς, εις μίαν πνοήν, πνοήν ελαφράν, ν' ανοίξουν, +να γλυστρίσουν, μαλακά-μαλακά, ως νεφέλαι, λευκός πέπλος του Γάμου.</p> + +<p>Καμαρόνουσα, κούφη, ελαφρά σειομένη, ως κρεμαστή, εις το γλυκύ της αύρας +φύσημα, με τ' αναρίθμητα, τα πολυώνυμα εκείνα σχοινία των ιστών, δίκτυον +γραμμών και γωνιών πολύπλοκον, ως ζωγραφιστή εφαίνετο εν αιθερίω πίνακι, +πανδαίδαλον ίνδαλμα των θαλασσών, όνειρον θελκτικόν του κοιμωμένου +λιμένος.</p> + +<p>Καθρέπτης αργυρόχρυσος ο λιμήν. Και εις την κρυσταλλώδη, την στίλβουσαν +αυγήν του, έβλεπες εν ρεμβασμώ, μίαν καταπράσινην, αραγμένην σκούναν.</p> + +<p>Κάθε βράδυ, μετά τον θαλασσινόν μου περίπατον, επερνούσα δίπλα της. Η +μικρά φελούκα εσειάριζεν. Ανεκόπτετο ο δρόμος. Και ιστάμενος εν θάμβει, την +εθεώρουν, την εκαμάρωνα, με πόθου διψαλέα όμματα, λαμποκοπούσαν εις την +εσπερινήν φωτοβολίαν, με μίαν κάτασπρην γραμμήν, μεταβλητήν· εκ βρόχου +χιονώδους ταινίαν, περιθέουσαν την άκραν του υψηλού της παραπέτου, με το +σπιράγιο της πρύμνης κατάλευκον, τετράγωνον βωμόν του θαλασσινού Θεού, με +τον Ηρακλέα ξύλινον, επί της υψηλής, της αρρενωπής πρώρας της, πολιόν +αργοναύτην, λευκανθέντα εις των κυμάτων την πυκνήν βροχήν.</p> + +<p>Νικήτρια, ερρέμβαζε τρυφερώς την νίκην.</p> + +<p>Ανεπαύετο.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p> — Ν' αρμένιζα μαζί της!</p> + +<p>Και ο αράπης, μπογαζιανός σκύλλαρος, υλακτών, έδακνε με τους αγρίους +οδόντας του την κωπαστήν, καβαλαρωμένος επάνω, φύλαξ άγρυπνος της +κοιμωμένης θαλασσονύμφης, κι' εξέβαλεν ενίοτε μετ' ωρυγών, το φοβερόν ρύγχος +του, με το τραχύ, μαύρον τρίχωμα, πεταχτόν άνω των κροτάφων, υπό την σκιάν του +οποίου αγρίως εγυάλιζον δύο πύρινοι οφθαλμοί, κ' εφάγκριζον φοβεροί +κυνόδοντες, αγρίως πειναλέοι.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Ήρεμος, απαλή, πηκτή η γαλανή θάλασσα, την έφερεν ελαφράν εις τα δροσερά +της νώτα, κούκλαν μικράν 'ς την καταπρασίνη αγκαλιά της, θαρρείς κ' η θάλασσα +επλάσθη δι' αυτήν.</p> + +<p>Κ' εκείνη γλυκά-γλυκά την έψαυε, καταπρασίνη, αρμονικώς συνδυάζουσα το +χρυσαυγές χρώμα της με το γλαυκόν της θαλάσσης χρώμα, θαρρείς κ' επλάσθη διά +την θάλασσαν.</p> + +<p> — Ν' αρμένιζα μαζί της!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Η θάλασσα, μπονάτσα — λάδι, κοιμάται. Κοιμάται κ' η σκούνα, τυλιγμένη μέσα +εις αεροειδή πέπλον.</p> + +<p>Κι' αν εξυπνήση η θάλασσα μια φορά!</p> + +<p>Κι' αν εξυπνήση κ' η σκούνα μια φορά!</p> + +<p> — Ν' αρμένιζα μαζί της!</p> + +<p>Με τα πανιά!</p> + +<p>Το γνήσιον, το αληθές, το καθ' αυτό ταξείδι.</p> + +<p>Με τα πανιά!</p> + +<p>Άρρητος ο πλους, αχόρταστος η απόλαυσις, τρυφερά η συγκίνησις.</p> + +<p>Με τα πανιά!</p> + +<p>Προφέρεις μόνον την δροσεράν λέξιν και αύραι μυρίζουσαι ως τα κρίνα, του +πόντου τα μυροβόλα φύκη πλημμυρίζουν την καρδίαν σου.</p> + +<p>Με τα πανιά!</p> + +<p>Πτερωτός, μυθικός δαίμων, σε αφαρπάζει, ως επί νεφελών, ίνα σε μεταγάγη εις +τον δροσερόν των κυμάτων κόσμον, όπου η φύσις ολόγυμνος κολυμβά, αφρός εν +αφρώ.</p> + +<p>Θεωρείς κύματα, διαλογίζεσαι κύματα, ομιλείς με τα κύματα, την ηδέως +κηλούσαν του ύδατος γλώσσαν, βόμβον εράσμιον ως από μυριάδων κυψελών. +Τρώγεις 'ς τα κύματα, κοιμάσαι 'ς τα κύματα, κ' εξυπνάς 'ς τα κύματα, ζης σαν +γλάρος, του κύματος γλάρος.</p> + +<p>Με τον ατμόν είνε νόθος ο πλους.</p> + +<p>Μαύρη, κατάμαυρη αιθάλη σε αποπνίγει.</p> + +<p>Δεν προφθάνεις να ιδής, δεν προφθάνεις να φάγης, δεν προφθάνεις να +κοιμηθής, δεν προφθάνεις να εξυπνήσης. Δαιμόνιος βόμβος, βόμβος +συνταρασσομένου σιδηρού κόσμου, μαύρου κόσμου, εν πυρίνη κοιλία. Και +συνταράσσονται όλα εν καταρράξει δεινή σιδήρου πριονιζομένου, εν βοή σιδηρού +πύργου καταπίπτοντος, εν χαλασμώ σιδηρού κόσμου μηχανημάτων και τροχών κ' +ελίκων και πλακών, και μοχλών και καρφίων και κοχλιών, εν σεισμώ σιδηράς +πόλεως, ότε το παν τρέμει επάνω, ως ο Δαθάν, κ' υποχωρεί προς τα κάτω ως ο +Αβειρών, να εξαφανισθή, θαρρείς, εν τη αβύσσω. Και ωρύεται σειόμενον πράγμα +και φεύγει, ενώ αιφνίδιαι στοναχαί, τιναγμοί σιδηροδεμένων τιτάνων, σ' +εξεγείρουσι κοιμώμενον, σε ανατινάσσουν δειπνούντα, έξαλλον, αγνοούντα, να +φύγης, ενώ το παν θα διαρραγή, θαρρείς, εις δύο, εν μέσω του πελάγους.</p> + +<p>Και καίουσιν οι πύραυνοι εις την κοιλίαν του, ως το παμφάγον πυρ εν τω +κέντρω της γης. Και ζέον ύδωρ εξερεύγουσιν αι σιδηραί πλευραί, και ζέουσα βροχή +ανατινάσσεται από της μηχανής προς τάνω, ατμοί, και σπίθαι και φλόγες και +μυκηθμοί αγρίου τέρατος, πλέοντος εν δεινώ άσθματι.</p> + +<p>Τρικυμία τεχνητή, ην εξιστάμενος θεωρεί ο πόντιος Θεός, ο κυανοπώγων +Ποσειδών.</p> + +<h5 style="margin-top: 3em">Β'.</h5> + +<p> — Άιντε! Για την Πόλι!</p> + +<p>Με αφύπνισε τραχεία, άτακτος, ασχημάτιστος φωνή, παιδός φωνή, του νεαρού +καμαρωτού η πρόσκλησις.</p> + +<p>Επετάχθην.</p> + +<p>Παις γαλανομμάτης, μ' ελαφρόν κούκκον εν τη ακτενίστω κεφαλή του, με +γαλάζιαν βλούζαν, ανυπόδητος με γυμνάς τας κνήμας, βρεγμένος, +ανασκουμπωμένος μέχρι γονάτων, ήλθε να παραλάβη την βαλίζαν μου, ο νεαρός +καμαρώτος.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p> — Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ!</p> + +<p>Πρωί-πρωί, χαράγματα, είχεν εξυπνήσει η σκούνα. Κ' η σιδηρά πόμπα της, +ανασύρουσα την άγκυραν, διά ρυθμικών βραδέων και πενθίμων κρότων, +απεχαιρέτιζε τον λιμένα, κλαίουσα ναϊάς.</p> + +<p> — Τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ!</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Σκαμπαβία μολυβδόχρους, ελαφρά ως εκ ναστοχάρτου, με τέσσαρα κωπιά, μας +έφερε μετά του πλοιάρχου επάνω εις την αρμενίζουσαν ήδη σκούναν, ήτις μετά +κομψής, χορευούσης παρθένου χάριτος, ανακόψασα ως εν χαιρετισμώ τον +ελαφρόν της δρόμον υπέκλινε θαρρείς και μας εδέχθη, πηδήσαντας ευφροσύνως +εις τας αγκάλας της, μητέρα τα παιδάκια της.</p> + +<p>Κ' ιδού εγώ τέλος επί της σκούνας. Εν τη θαλάσση.</p> + +<p>Με τα πανιά, επί του καθαρού καταστρώματος του πλέοντος, του ηδέως +ολισθαίνοντος. Εν μέσω πολυπλόκων σχοινίων, τεταμένων σχοινίων, +χαλαρωμένων, κρεμασμένων, κουλουριασμένων, σχοινίων πισσωμένων, +κατραμωμένων, βρεγμένων, αβρέκτων, χρωματισμένων σχοινίων, αχρωματίστων +σχοινίων, εν ατμοσφαίρα δροσερώς υγρά, αποπνεούση ευάρεστον, καραβίσιαν +απόπνοιαν. Υπό τα ιστία όλα ανοικτά, κολπωμένα, έτοιμα να μας αναρπάσουν +όλους, θαρρείς, με την σκούναν μαζί, προς τους αιθέρας.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Κατευόδιον!</p> + +<p>Εις τας δύο προκυμαίας, εις την πλατείαν την υψηλήν, εις τας θύρας των +μαγαζείων της αγοράς, εις τα παράθυρα των οικιών, παντού μας καμαρώνουν.</p> + +<p> — Η σκούνα! η σκούνα!</p> + +<p> — Σηκώθη η σκούνα!</p> + +<p>Και διά πυροβολισμών μας χαιρετίζουν. Κ' η σκούνα παρέρχεται προ της +πόλεως σκιρτώσα, χορεύουσα, εύμορφη, στιλάδο σκαρί, με τα πανιά κάτασπρα, με +τα σινιάλα φαιδρά· και αποχαιρετίζει απαντώσα εις τους χαιρετισμούς της νήσου. +Τρομπονισμός βοΐζει βαρύς απ' αυτής, ου ο υπόκωφος τρόμπος εν τρόμω κυλίεται +επάνω εις την γαλανήν επιφάνειαν της θαλάσσης, ως να μιλή η εύμορφος +σκούνα:</p> + +<p> — Έχετε γεια!</p> + +<p>Δροσερός φυσά ο μπάτης ο πρωινός. Το κύμα παιγνιωδώς πιτσιλίζει την +πρώραν, ως ποταμάκι ασημένιο. Και την ραντίζει ευλαβώς, επιχαρίτως +ανασειομένην, με τον κάτασπρον Ηρακλέα της, θαρρείς και την θωπεύει, θαρρείς +και την λούει, μητέρα το κύμα χαϊδεύουσα, το παιδάκι της.</p> + +<p>Μία γρηούλα, ως να προσεύχεται κάθηται συμμαζευμένη επί τινος βράχου +λευκού, κατάμαυρη.</p> + +<p>Τίνος απερχομένου ναύτου να είνε η αγαπημένη μητέρα;</p> + +<p>Το δειλινόν εχάσαμεν την κώμην, κρυφθείσαν όπισθεν μιας άκρας στενής και +μακράς. Κατευθυνόμεθα προς βορράν, ανοικτά, προς την Σκόπελον. Ο φάρος της +Γλώσσης επί τινος βράχου, ως πύργος γλάρων επί αργιλλώδους, γυμνού εδάφους. +Μικρόν κατά μικρόν εξαφανίζονται οι έρημοι όρμοι της Σκιάθου εις ευθείαν +τεφρόχρουν γραμμήν. Οι ναύται, εν τη πρώρα, ξαλλάξαντες, παρεκάθησαν εις το +λιτόν πρόγευμά των, το ανοιχτόκαρδον κολατσιό, συνομιλούντες ως αδελφοί, και +με πόνου δακρυσμένα βλέμματα παρατηρούντες αδιακόπως την εξαφανιζομένην +πατρίδα. Οι ναύται την αγαπούν την θάλασσαν, πολύ την αγαπούν, αλλά μόνον την +στερεάν ονειροπολούν. Το σώμα των 'ς την θάλασσα κι' ο νους των 'ς την +στεργιά.</p> + +<p>Ο πλοίαρχος, κοντός, χονδρός, ορθογώνιον τμήμα στερεοποιηθέντος σώματος, +με χείρας χονδράς, επικαμπείς ως χηλάς καβούρας, με πρόσωπον πλατύ, με τον +μύστακα ένθεν κ' ένθεν ως τα δύο του αλφαβήτου πνεύματα, ευχαριστημένος διότι +τα πανιά εδούλευαν, ανοίξας τα δεφτέρια του, εξετάζει τους λογαριασμούς +του.</p> + +<p>Και μόνος ο πηδαλιούχος, όρθιος, επί της πρύμνης, ελαφρά στηριζόμενος επί +του τροχού του πηδαλίου, ον περιστρέφει, διευθύνει το πλοίον βλέπων ατενώς +προς έν κατέμπροσθέν μας γαλανόν σημείον, μίαν μουνδζούραν του +ορίζοντος.</p> + +<p> — Ανοιχτά, κατά την Κυρά-Παναγιά.</p> + +<p>Είχε διατάξει ο πλοίαρχος, επιβοηθήσας αυτόν συνάμα εις την στροφήν.</p> + +<p> — Τον ξέρεις, βρε, τον μπούσουλα;</p> + +<p>Ερώτησε χαριεντιζόμενος, ο αγαθός πλοίαρχος με ξηρομασημένας λέξεις, +βαστάζων μεταξύ των οδόντων τεμάχιον μολυβδοκονδύλου.</p> + +<p>Ο πηδαλιούχος σαν να επειράχθη, αδιάφορος, χωρίς ν' απαντήση εκύτταζε +προς το πέλαγος, κάτω, όπου η Σκιάθος ολονέν εξηφανίζετο υπό έναν γαλανόν +πέπλον με κλαδιά ενώ κ' εκεί, χρυσά, λευκά, πράσινα, γαλάζια κλαδιά, κόκκινα +κλαδιά.</p> + +<p> — 'Σαν τον ξέρεις τον μπούσουλα, βρε Γιαννάκη, πες μου τώρα πού +έχουμε πλώρη;</p> + +<p>Προσέθηκε μετ' ολίγον ο πλοίαρχος, σβύσας διά της μολυβδίδος αριθμούς +τινας και σημειώσας άλλους.</p> + +<p> — Να, γραίγο κάρτα τραμουντάνα!</p> + +<p>Απήντησε μετά ετοιμότητος αυταρέσκου ο νεανίσκος, υιός του πλοιάρχου +πολυαγάπητος.</p> + +<p> — Μπράβο, Γιαννάκη, μπράβο, Γιαννάκη! Εσύ μωρέ γυιε μου, τα +ξεσκόλησες! Κοντεύεις να περάσης τον πατέρα σου.</p> + +<p>Είπεν ο πλοίαρχος κ' επαραμέρισε την ένθεν κ' ένθεν του στόματός του +επικολλημένην δασείαν και ψιλήν, ως διά να γελάση ελεύθερα.</p> + +<p>Ο Γιαννάκης ήτο νεανίας, μόλις δεκαοκταετής. Αγένειος, μελανόφθαλμος, +μελαψός, με κόμην άφθονον κατάμαυρην, εξέχουσαν γύρω, γύρω από τον κούκκον +ως επικάλυμμα κυψέλης Και συνεχώς μετά τινος μελαγχολίας έστρεφεν οπίσω +προς τη γαλανήν Σκίαθον, κυάνεον όγκον πλέον, κι εβύθιζε το βλέμμα του κάτω +εκεί, παραμελών την πηδαλιουχίαν, και φέρων την σκούναν συνεχώς διά γραμμής +τεθλασμένης.</p> + +<p> — Τώρα θα μας κυττάζουν ακόμα. Μου είπε.</p> + +<p> — Μας βλέπουν;</p> + +<p> — Ακόμα δεν εχώνεψεν η σκούνα. Κάτω 'ς την άμμο, 'ς το Ξάνεμο, η +μάννα μου θα μας αγναντεύη.</p> + +<p>Και μετά μικρόν τεθλιμμένος:</p> + +<p> — Πηγαίνει 'ς τον Πύργο, ανάφτει τα καντήλια τ' Άη-Γιαννιού και ύστερα +τραβάει 'ς το Ξάνεμο και κάθεται, ως να χωνέψουμε. «Παναγίτσα μπροστά τους! +Παναγίτσα μπροστά τους!» όλο έτσι λέει και κάμνει τον σταυρόν της η καϋμένη η +μάννα μου.</p> + +<p> — Όλο ανοιχτά! όλο ανοιχτά!</p> + +<p>Διέκοψεν ήδη ο πλοίαρχος, αντιληφθείς αίφνης ότι τ' απόνερα της σκούνας +εσχημάτιζον πάλιν τεθλασμένην μακράν γραμμήν.</p> + +<p>Μετ' ολίγον έπαυσε και ο νεανίας να κυττάζη την νήσον, ήτις, αγνώριστος +πλέον, είχε διαιρεθή υπό της αποστάσεως εις τρεις μικράς νησίδας ξένου +αρχιπελάγους. Εκβαλών βαθύν στεναγμόν, τον τελευταίον προς την πατρίδα του +αποχαιρετισμόν, αφιερώθη εις την πηδαλιουχίαν, το έργον του, ενώ χονδρόν +δάκρυ εκυλίετο εις τας ζωηράς παρειάς του.</p> + +<p>Στηρίζων το στήθος μου επί του υψηλού δρυφάκτου της πρύμνης, ως επί των +χειλέων εξοχικού ανδήρου, με κρυφήν χαράν εισπνέω την δρόσον, την αμύθητον +του πελάγους δρόσον, την αχώνευτον, την αλησμόνητον ζωήν.</p> + +<p>Δύο-τρία κοπαδάκια, σκιρτώντα μικρά ψαράκια, μικρούτσικες αθερίνες της +Σκιάθου, μας παρηκολούθησαν από του λιμένος. Και σπεύδουν τα καϋμένα, και +σείουν της ουρίτσες των ως να τρέμουν μη μας χάσουν. Αραιόνουν, πυκνούνται, +αλαργεύουν, σιμόνουν, παρατάσσονται, ανακατόνονται. Χάνονται υπό το +καταπράσινον κύμα, και πάλιν ιδού αναφαίνονται παρά το πλευρόν της σκούνας, η +οποία ως διά μαγνήτου τα προσελκύει κοντά της, τα σύρει μαζύ της. Τώρα είνε +πίσω. Τώρα ήλθαν 'ς την μέση. Ένα κοπαδάκι, δύο κοπαδάκια, τρία κοπαδάκια. +Μικρά-μικρά. Με κοιλίαν άσπρην, με ματάκια μαύρα, ως γυαλιστερές χανδρίτσες. +Ψίχουλα που τα τίναξαν, θαρρείς, οι ναύται από το δείπνον των κι' εζωντάνεψαν +μέσα 'ς το κύμα. Και να, τσιμπούν την κοιλιάν της σκούνας, αναίσθητον, +μπακιρωμένην. Τώρα έκαμαν κύκλον. Τώρα χορεύουν τον συρτόν. Τώρα +κολυμβούν ένα-ένα. Τώρα παραβγαίνουν 'ς τ' αλάργα. Πλέουν και παίζουν. +Παίζουν και πλέουν. Εξάγουν τα κεφαλάκια των να μας ιδούν και σχηματίζουν +φυσαλίδας ως να επιπλέη εκεί τρυπημένον κόσκινον. Στρέφουν εξαίφνης προς το +πέλαγος ως να κυνηγούν ψιχίον καταπεσόν, κ' αίφνης μετανοούν τάχα και το +αφίνουν· και πάλιν ξαναμετανοούν και παρακολουθούν πάλιν όλα μαζύ, ένας +σωρός, την σκούναν, της οποίας τα λευκά ιστία κεντώσιν ήδη με χρυσάφι πολίτικο +αι χρυσαί της δύσεως ακτίνες.</p> + +<h5 style="margin-top: 3em">Γ'.</h5> + +<p>Νυκτώνει. Όπισθέν μας, προς νότον, διαγράφονται αι σκιαί των βορείων +Σποράδων, ογκώδεις, μαύραι, ως σύννεφα καταιγίδος. Εμπρός προς βορράν, μόλις +σχηματίζονται, δεξιά, ως νέφη μελαψά, τα Ρημονήσια, και πέραν εκεί επάνω +μακράν ως νεφέλωμα σκοτεινόν η πολυσχιδής Χαλκιδική.</p> + +<p>Οι ναύται κατακλίνονται επάνω εις το κατάστρωμα. Ο μεν εντός της μεγάλης +σκαμπαβίας, στερεωμένης εν μέσω του καταστρώματος, ο δε δίπλα της, απ' έξω +υπό την μάσκαν της, ως υπό στέγην, ο δε υπό το υπόστεγον της πρώρας και άλλος +υπό την δρόσον του πλατέος τρίγκου του πλέον χαμηλού ιστίου, ως υπό τους +κλώνους πυκνοφύλλου πλατάνου. Και μόνον η βάρδια αγρυπνεί, ο φρουρός, +βλέπων πάντοτε εμπρός, εις απόστασιν, και ο τιμονιέρης βλέπων προς τον ουρανόν +και προς τ' άρμενα της αγρυπνούσης σκούνας, ήτις προχωρεί αδιακόπως γλυκά +συνομιλούσα με το κύμα.</p> + +<p> — Βλέπεις εκείνο τ' άστρο, το γεμάτο; Εκεί να πηγαίνη το μπαστούνι +σου. Και να παίζη ο κόντρας, το πλέον υψηλόν ιστίον. Ακούς, Γιαννάκη μου; Α! +παιδί μου! Και να δης μια πατατούκα που θα σου πάρω στην Πόλι!</p> + +<p>Είπεν ο πλοίαρχος και εξηπλώθη επάνω εις το σπιράγιο της πρύμνης, τυλιχθείς +ως κούτσουρον εντός βαρείας χλαίνης.</p> + +<p>Ο μπάτης, δυναμώσας την νύκτα, κολποί τα ιστία τα οποία θαμβά υψούνται +κατά σειράν επί των δύο ιστών, ως σημαίαι πανηγυρικών αψίδων, λησμονηθείσαι +την νύκτα.</p> + +<p>Η σκούνα σείεται όλη ελαφρώς, επιπλέουσα ως πτερόν.</p> + +<p>Ο ουρανός πλήρης αστέρων, απλούται ως απέραντος οροφή άνω του +πελάγους, το οποίον μαυρίζει προς τα κάτω και χάνεται εις τα σκότη, αφ' ων +αόριστος, μυστηριώδης αναδίδεται ψίθυρος ως αύρας πνεούσης μακράν εν τω +δάσει. Ψίθυρος ευάρεστος, μορμυρισμός ρυακίου, ρέοντος υπό την χλόην, μαλακά, +υποκώφως. Η λεία του πόντου επιφάνεια, ρυτιδουμένη, σχηματίζει μικρά +κυματάκια, τα οποία παίζουν εν τη σκοτεινή εκτάσει κυνηγούμενα, και κυνηγούνται +παίζοντα, και τρέχουν, και θορυβούν, και γελούν, θαρρείς, προσκρούοντα επί της +πρώρας, ελαφρά, ως δεματάκια εκ βάμβακος. Φλοισβίζουν, φλυαρούν, αφρίζουν κ' +ενίοτε αντικρύζοντα τον ελάτινον της πρώρας ημίθεον απαθή και ακίνητον ως εκ +μετάλλου εξίστανται και αυτά.</p> + +<p>Αλμυρά, νόστιμος ευωδία πληροί την όσφρησίν μου. Φέρομαι επί των κυμάτων +ως ένα κάρφος, ένα πτερόν. Παμποίκιλοι διαλογισμοί ως τα κύματα παίζουσιν εν τη +ψυχή μου, δροσερά ως ο πόντος. Ενθυμήσεις αόριστοι, συγκεχυμέναι, ως η περί +εμέ υγρά φύσις κατέχουν την διάνοιάν μου. Κόσμος σχοινίων πολυώνυμος, ξάρτια +και παταράτσα και κάργα, κόσμος ιστίων, τρίγκοι και παπαφίγκοι και φλόκια και +φλέσια, κόσμος εξαρτισμών και πλεγμάτων και τροχιακών και τρυμαλιών, καρχήσια +πολύστομα και πλατύστομα, απλούνται επάνωθέν μου όλα συμπεφυρμένα εις +τετράγωνα, εις κύκλους και ρόμβους και τρίγωνα, εις αναβαθμούς και αναρτήσεις +κ' αιώρας, πέραν των οποίων σελαγίζουσιν αναρίθμητα άστρα, φωτόμορφοι +αστερισμοί, αγύριστος κόσμος άλλου, μετεώρου πελάγους, με τα γαλακτώδη του +Γαλαξίου νεφελώματα, ως πολυκαμπή οδόν των ψυχών και των πνευμάτων.</p> + +<p> — Να παίζη ο κόντρας, βρε Γιάννη!</p> + +<p>Ακούεται αίφνης, διακόπτουσα τους ψιθυρισμούς της ψυχής, η τραχεία φωνή +του πλοιάρχου ως ονειρευθέντος εκεί υπό την αναισθητούσαν χλαίναν του.</p> + +<p>Και ο Γιαννάκης μετά προσοχής θεωρεί τον μόλις εν τω ύψει και τη νυκτί +διαγραφόμενον, ως φαιόν νέφος, κόντραν, προς τας κινήσεις του οποίου +κανονίζεται η ευθυπλοΐα.</p> + +<p> — Πήγες σ' την Πόλι; Κολακεύει πάλιν τον έφηβον υιόν του ο πλοίαρχος, +ενισχύων αυτόν εν τη αγρυπνία του. Να πας σ' την Πόλι και να ιδής! Να ιδής +αγάδες και να ιδής χανούμισσαις! Να ιδής αγάδες 'ς τα άλογα και χανούμισσαις 'ς +τους μπιαντέδες σαν ζωγραφιαίς.</p> + +<p>Γλυκά-γλυκά κατέρχεται επί των βλεφάρων μου ο ύπνος ως ψεκάζουσα δρόσος +από των Εστιών, άτινα συγχέονται προς την σκοτίαν πλέον, όγκοι σκοτεινόφαιοι +ατμών και καταχνιάς.</p> + +<p>Διά τελευταίαν φοράν διακρίνω το κατακόκκινον φως του σιγάρου του +πρωραίου φρουρού, αγρυπνούντος βαρδιάνου, ακινήτου ως ξυλίνου, όστις +τυλιγμένος εις το αμπαδένιο καποτάκι του, ως εντός μιας δίπλας της νυκτός, +τραγουδεί το τραγουδάκι του, το γλυκύ του νυσταγμού του αντιφάρμακον, όπερ ως +νανούρισμα δι' εμέ κομίζει η νυκτία δρόσος προς την αυτοσχέδιον κλίνην μου, υπό +την βαρείαν της μπούμας επιστέγασιν:</p> + +<p class="poem"><i>Από ξένον τόπο<br /> +κι' απ' αλαργινόν — <br /> +γιάλα-γιάλα <br /> +Ήλθε το Μορφάκι, <br /> +ήλθε το καϋμένο <br /> +δώδεκα χρονών. . . <br /> +γιάλα-γιάλα.</i></p> + +<p>Τι όνειρον! Γλυκύ, δροσερόν όνειρον. Η πλατεία μπούμα, αγρυπνούσα με +παρεφύλαττεν ως δροσερός άγγελος καθ' όλην την νύκτα. Αλλ' εκοιμήθην επί +στρώματος εξ ανθέων; Εκοιμήθην επί του αφρού; Εκοιμήθην επί νεφέλης κούφης; +Ελαφρά; Μαλακά; Εναέριος; Επί πτίλων περιστερών; Επί πετάλων ρόδων; Επί ερίων +χρυσών; Κλίνη μυστηριώδης. Βυθίζουσα εις το αχανές. Ανάγουσα εις κόσμους +μεταρσίους. Λιικνίζουσά με ως δι' αβροδιαίτων χειρών νυμφών και νηρηίδων, +υπερκοσμίων πνευμάτων. Βαυκαλίζουσά με ηδέως. Εάν αι ψυχαί κοιμώνται εν τω +παραδείσω, ο ύπνος των δεν θα είναι αλλοίος.</p> + +<p>Και ότε αφυπνίσθην, την αυγήν, εξηκολούθει ακόμη ο θείος όνειρος.</p> + +<p>Θέαμα ευρύ. Θέαμα ποικίλον, θέαμα απεριόριστον, απερίγραπτον, ασύλληπτον +θέαμα. Σκηνογραφία έξοχος εξόχου γραφέως, την οποίαν διά μαγικού ελατηρίου +ανύψωσεν επί του αιθρίου ορίζοντος η πολυέραστος πρωινή νύμφη φωτίσασα +αίφνης διά μαλακού, καθηδύνοντος φωτός, το Αιγαίον.</p> + +<p>Ο σεμνότατος Άθως, τριγωνικός ως πυραμίς Αιγυπτιακή, εις το βάθος, +επιβάλλων διά του μεγαλείου του και αναγκάζων σε, γονυκλινή, εις επιτακτικήν +προσκύνησιν. Δεξιά τα Ρημονήσια, γιγάντια κήτη, νομίζεις, αναδύσαντα εκ του +βυθού, μαυρογάλανα, οζώδη, φαλακρά. Πλέουσι, θαρρείς, εν μακρά γραμμή, κατά +σειράν, εν εξαισία παρατάξει, συντροφία γιγάντων, να προσκυνήσουν τον ιερόν +Άθωνα, αποκαλύψαντα την πολιάν κορυφήν του ως προς υποδοχήν, ενώ από τους +μαύρους βοστρύχους του κρέμανται μοναί και ασκητήρια, καλιαί αββάδων.</p> + +<p>Ιδού η Αλόνησος με το σφαιρικόν όρος της και τον απόκρυφον λιμένα της, +καταφύγιον των ναυαγών και των πειρατών.</p> + +<p>Ιδού παρέκει η Κυρά-Παναγιά με το καταγάλανον των δασών της χρώμα, ως με +κυανούν πρωϊνόν μανδύαν περιβεβλημένη, υφ' ον βόσκουσι τα ποίμνια της +Λαύρας, τα γαλακτερά. Ιδού τα αγριόμορφα, τα χοιρώδη Γιούρα, σιωπηλά και +ακατοίκητα. Ο αλιεύς, ον η γαλήνη, καταδελεάσασα παρέσυρε μέχρι των +αποτόμων ακτών του, έντρομος βλέπει την νύκτα να κατρακυλώσιν εν βρόντω +σατανικώ βράχοι αμαξιαίοι, υπό αοράτων δαιμονίων ωθούμενοι, άτινα — λεγεών +όλη — εξώσθησαν εκεί εκ του Άθωνος διά των προσευχών του οικιστού αυτού +Πέτρου του Αθωνίτου. Όπισθεν αυτού, συνεσταλμένον, γαλανόχρουν, το έρημον +Πιπέρι, με τ' άφθονα καυσόξυλά του και το ασκητικόν μετόχι του, οίκημα, θαρρείς, +των μιαρών αμφιβίων.</p> + +<p>Κ' εμπρός-εμπρός ιδού η Ψαθούρα, μακρά, ομαλή, ηπλωμένη επί των κυμάτων, +ως Αλεξανδρινή ψίαθος, με τον πύργον του φανού της εν μέσω, ως ιστόν πλοίου +μακρόθεν φαινόμενον, πλοίου αγκυροβολήσαντος δι' άγνωστον αιτίαν εν μέσω +εκεί του πελάγους. Την νύκτα όταν φέγγη γλυκά εκεί, μέσα εις την σιωπηλήν +ερημίαν του πελάγους, θαρρείς και είναι κανδήλα ιερά ενώπιον αναμμένη του +Γέρω-Άθωνος.</p> + +<p>Ω απερίγραπτον όνειρον πρωινόν.</p> + +<p>Αίφνης από μέσα από το πέλαγος προς ανατολάς κάτω, ανάπτει φως ερυθρόν· +πυροφάνιον τερατώδες, τρίτωνός τινος τον οποίον τον επήρεν η ημέρα εις το +ψάρευμα. Κατ' αρχάς φαίνεται ως κεφαλή σαρικοφόρου Τούρκου, αναδύοντος +μεγαλοπρεπώς από των κυμάτων, είτα ως ωραιότατος τεράστιος μύκης, θαλασσίου +λειμώνος, είτα ως χύτρα χαλκή κατακόκκινος επί της πυράς, χύτρα παμμεγέθης +Γκέκιδων γεωργών. Προς στιγμήν μετεμορφώθη εις πάγκαλον ανθοδοχείον, μέγα, +φοινικικόν, και τέλος από μέσα από την ακατανόητον αυτήν σύγχυσιν του φωτός, +σύγχυσιν εις πράγματα και σύγχυσιν εις σχήματα, αναθρώσκει ο ήλιος, ως νυμφίος +από του παστού, ακτινοβολών, φωτίζων, ζωογονών, και λύνων το παν, όπερ +ελούσθη πλέον, θαρρείς, περιεβλήθη το αιώνιον φωτεινόν ιμάτιόν του, ζη.</p> + +<p>Άγριον, φοβερόν είνε το πέλαγος άνευ του ηλίου. Αι φωτοβόλοι του +προσφιλούς άστρου ακτίνες παραμυθούσι, συντροφεύουν, λαλούν, αποδιώκουν +την κρυεράν ερημίαν. Την νύκτα, με το πυκνό σκότος, άπασα η περικαλλής αύτη +σκηνογραφία θα ήτο απαισία. Τα Ρημονήσια, δαίμονες σπεύδοντες να συμπλακώσι +προς τον αρχηγόν του σκότους, τον φοβερόν Άθωνα. Τα κύματα, άγριοι οδόντες +Αιθίοπος, απειλούντος φθοράν.</p> + +<p>Και νυν οποία μεταμόρφωσις ηπιότητος, ειρήνης και μειδιάματος. Λάμπουν τα +Ρημονήσια, χορός Ναϊάδων. Αι ράχεις των ακτινοβολούν από χαράν, με ρόδινον ή +κυανούν πέπλον ημφιεσμέναι. Γελούν αι γυμναί κορυφαί των, γελούν και η +γυαλιστεραίς ακρογιαλιαίς των, μ' ευωδιάζοντα — δεν το πιστεύετε; — λαλαρίδια, +ποικιλοσχήμους και ποικιλοχρώμους χάλικας, όπου θα επεθύμει να κυλίεται κανείς +ολόγυμνος, κολυμβών εις την χρυσήν την άμμον και εις τον καταπράσινον αιγιαλόν +των.</p> + +<p>Η ως ψίαθος ηπλωμένη Ψαθούρα, νομίζεις και ανακινείται, ανασηκόνεται ως +νύμφη θαλασσόλουστος, ανατείνουσα τον πύργον του φανού της, ως διά να +χαιρετίση ζητωκραυγάζουσα εις τιμήν του Άθωνος, όστις με ολόασπρον την +κεφαλήν, φέρων τον βαθύ-κυανούν μανδύαν του, πατρικώς προσμειδιά, +συγκρατών περί εαυτόν, ως εγγονάκια του, τα ώμορφα Ρημονήσια, τα οποία πρωί- +πρωί θέλει να τα χορεύση επί των πρεσβυτικών γονάτων του, άδων, ο πολιός +πάππος, το παλαιόν τραγούδι του, γλυκύ και δροσερόν ως ψίθυρον +καστανέας:</p> + +<p class="poem"><i>βρε σεις,βρε,<br /> +βρε σεις, βρε,<br /> + χάρισμά σας<br /> +τον τζιβρέ....</i></p> + +<p>Τα κύματα δεν φοβίζουν πλέον. Ακτινοβολούν φως και ζωήν. Αρνάκια +κάτασπρα, καμπουρωτά, σκιρτώσιν εν τη υγρά του Αιγαίου πεδιάδι και ακούεις τον +γλυκύν βληχασμόν των. Χοροπηδούν. Κάθηνται. Γελούν. Φωνάζουν. Παίζουν. +Συμπλέκονται. Φιλιούνται. Απορροφώνται. Χάνονται, κ' αίφνης αναγεννώνται.</p> + +<p>Το ζείδωρον ηλιακόν φως συνησθάνθησαν και τα εν τω πυθμένι τέρατα κ' ιδού +εξάγουσι τας βοώδεις κεφαλάς των, τα φοβερά κήτη, οι ογκώδεις, ως φουσκωμένοι +ασκοί, φυσητήρες, ζωντανοί πίδακες, ανατινάσσοντες εις ύψος την θάλασσαν, +πρωί-πρωί, ως να λούωνται μετά συριστικού κρότου του λάρυγγος και των χειλέων +των με γαργαρώδεις ανακογχυλιασμούς, γέροντος Τρίτωνος. Νομίζεις ότι +θελγόμενα υπό της λειότητος του πελάγους θέλουν να πηλαλήσουν, ίπποι +θαλάσσιοι, κ' ένεκα του όγκου των βυθίζονται ασθμαίνοντα, άσθμα ύστατον, +αποπνηκτικόν άσθμα, της τελευταίας αγωνίας τον γοερόν μυκηθμόν, ενώ μετά +πόνου εξέχει η βόειος κεφαλή των, με δύο μεγάλα αγελάδος όμματα, μιαρώς +υαλίζοντα, εν τη θαλασσινή ερημία. Και από το κακόν των, που θα σκάσουν +θαρρείς, φυσούν και αναρρίπτουν προς τ' άνω βροχήν ραγδαίαν το κύμα, μετά +κρότου εκπωματιζομένων τεραστίων φιαλών. Και συναθροίζονται πέριξ των αι +μικραί ταχύπτεροι αλκυόνες, και άλλα μαύρα μακροτράχηλα θαλασσοπούλια, αι +μελαψαί Καλικαντζούναι, και τα τσιμπούν τ' αναίσθητα «γκαβοντόλια» και τα +περιπαίζουν τα αχρεία κήτη, ταπρόσιτα του Αιγαίου θηρία.</p> + +<p>Ο πλοίαρχός μας ευχαριστημένος διά τον ωραίον καιρόν, εύρεν εργασίαν δι' +έκαστον ναύτην.</p> + +<p>Άλλος λοιπόν ξαίνει στυπείον, άλλος εμβαλώνει διερρηγμένην γάμπιαν, άλλος +χρωματίζει ξεβαμμένον κάπου το παραπέτο, άλλος αυτοσχέδιος τέκτων ομαλίζει +ξύλον προς κώπην κατάλληλον διά την φελούκαν, και ο μάγειρος, χωμένος εις το +ξύλινον μαγειρείον του, ετοιμάζει το γεύμα.</p> + +<p> — Η χειροτέρα δουλειά είνε η τεμπελιά! έλεγεν ο πλοίαρχος προς τον +Γιαννάκην, επιθεωρών την καθετήν, έτοιμος προς αλιείαν.</p> + +<p>Και βλέπων τον έφηβον αποκαμόντα εν τη μονοτόνω πηδαλιουχία του:</p> + +<p> — Α! Γιαννάκη, και να πάμε εις την Πόλι ταχειά! Πήγες εις την Πόλι, βρε +Γιαννάκη; Να πας εις την Πόλι και να ιδής! Να ιδής μιναρέδες και να ιδής +κυπαρίσσια! — Ήτο πρωτοτάξειδος ο Γιαννάκης. Διελθών το μικρόν σχολείον του +χωρίου του εμβαρκάρισεν ο νεανίας με του πατρός του την σκούναν, μικρός-μικρός +ονειρευθείς την θάλασσαν ώς τινα θελκτικήν και ανέφελον ζωήν, θαρρών ότι ο εν +πελάγει πλους ωμοίαζε προς το καραβάκι του το μικροσκοπικόν που το εκαράβιζεν +εις την προ του οίκου των ήρεμον παραλίαν.</p> + + +<h5 style="margin-top: 3em">Δ.'</h5> + +<p>Καθ' όλην την ημέραν ησθανόμην αμύθητον αγαλλίασιν, κυττάζων την εξαισίαν +αυτήν του Αιγαίου σκηνογραφίαν.</p> + +<p>Ο άνεμος έπνεεν από των Ερημονήσων και η σκούνα προήγε πάντοτε προς τα +εμπρός, χρονιάρα νύμφη θαρρείς, και έβγαινεν εις τον κάβο του χορού με μανδήλι +μεταξωτό, ασπρογάλαζο μανδήλι, τας γαλανάς νησίδας, τας οποίας, ιδού γελώσας, +προσπαθεί να παρασύρη εις τον δρόμον της τον ταχύν, γαλανήν συντροφίαν.</p> + +<p>Προχωρούσης της ημέρας όμως ο άνεμος εκόπασε. Και τέλος έσβυσεν +ολοτελώς. Γαλήνη πλέον. Έπηξεν η θάλασσα το δειλινόν. Έπηξεν εκεί και η σκούνα +εν μέσω του πελάγους, ακίνητος, καθηλωμένη, με τα πανιά κρεμάμενα ως εσθήτας +να στεγνώσουν εις το καύμα του Ιουλιανού ηλίου. Οι γλάροι εκλαβόντες αυτήν ως +νησίδα καταπρασίνην την περιτριγυρίζουν παίζοντες, διαγράφοντες εν τη ταχεία +πτήσει των ποικίλους ακανονίστους κύκλους, βυθίζοντες τα ράμφη των εις την +θάλασσαν, ως διά να δροσισθώσι κ' εξαίφνης ανυψούμενοι προς τας κόφας και τα +χρυσά κορζέτα της σκούνας, και πάλιν επαναβυθιζόμενοι και κολυμβώντες ολίγας +οργυιάς ως εκ χάρτου βαρκάκια με ανοικτά τα πτερά, με κλειστά τα πτερά, +χιονώδεις, βαμβακεροί, ζωηροί, όλοι ομού, στολίσκος παίζοντος παιδίου, ένας- +ένας, γύρω-γύρω, εις την γραμμήν, μακράν, εγγύς, ως να εργάζωνται, ως να θέλωσι +να κτίσωσι τας φωλεάς εκεί, επί της λαμποκοπούσης επιφανείας. Χορός δελφίνων +παρέκει, ανακύψας αίφνης από του μαύρου βυθού, διαγράφει μελαψάς γραμμάς, +αψιδωτάς γραμμάς, κατρακυλούντος ασκού γραμμάς. Του πελάγους δύται +αμιλλώνται, θαρρείς, εις τας αναδύσεις και καταδύσεις· αροτήρες πελαγήσιοι +οργώνουσι την μαλακήν επιφάνειαν. Θεωρών το κύμα από της κωπαστής διακρίνω +τα ψαράκια πάλιν, τρία-τέσσαρα κοπαδάκια, ψαράκια μικρά, της πατρίδος μου +ψαράκια, τα οποία μας παρηκολούθησαν από του λιμένος της Σκιάθου. Παιδάκια +ορφανά, κυνηγούν την μητέρα των φεύγουσαν. Και πόσον αγάλλονται οπού την +κατέφθασαν. Προσκολλώνται εις τα ύφαλα μη την χάσουν, αναπόσπαστα. Και την +φιλούν και την τσιμπούν. Και παίζουν εις την ποδιάν της, θαρρείς, μαύρα ματάκια, +από χανδρίτσαις ψεύτικα ματάκια.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Πυρίνη, κατακόκκινος ημικυκλική οπή, καίει τώρα προς δύσιν. Οπή καμίνου, +ένδον της οποίας αναρριπίζονται δυσθεώρητοι φλόγες. Ούτω πυρίνους λάμψεις θα +εξηκόντιζε και η φοβερά Βαβυλωνία κάμινος. Αφηρημένος προς το αιφνίδιον +θέαμα, νομίζω πως διακρίνω ένδον της καιούσης καμίνου τους Τρεις Παίδας +άδοντας και χορεύοντας: «Τον Κύριον υμνείτε πάντα τα έργα...» Στιγμάς τινας +διαρκεί το φλογερόν θέαμα εν τη απλή κυανότητι ουρανού και θαλάσσης και είτα +σβέννυται αυτοστιγμεί.</p> + +<p>Ο ήλιος έδυσε πλέον. Και φλόγες και κάμινοι εξαφανίζονται και απομένει περί +ημάς το πέλαγος σιωπηλόν, σκοτειδιαζόμενον. Χειρ άγνωστος ήπλωσε περί ημάς +καταγάλανον αερώδη πέπλον, όστις ελαφρά- ελαφρά μας επεκάλυψε μετ' ολίγον +ως νυξ. Κ' εχάσαμεν πλέον τους χρυσούς λοφίσκους του Άη-Στράτη με τα +κλιμακωτά αγρίδια του και της εύμορφαις ακρογιαλιαίς του.</p> + +<p>Το παν εβυθίσθη μετ' ολίγον εις σκοτίαν. Σκοτίαν που την αισθάνεσαι γύρω σου +συνθλίβουσάν σε ως οι όχλοι τον Κύριον. Σκοτίαν ζωντανήν, υγράν σκοτίαν, του +πελάγους σκοτίαν. Λεπτή αρωματώδης δρόσος επιπλέει πανταχού της θαλάσσης, +ης ο γλυκύς ψίθυρος συγχέεται προς τον μαλακόν θρουν της πλεούσης +σκούνας.</p> + +<p>Αλλά προχωρούσης της νυκτός ακούεται πέραν από του βάθους του αοράτου +πόντου θορυβώδης αύρα, ως να σείωνται προς δυσμάς αθέατα δάση υπό στυγνού +μαΐστρου, βοΐζοντος υποκώφως, λέγεις και κατέρχεται χείμαρρος αφανής από +υψωμάτων. Προαγγέλλεται νυκτερινόν μελτέμι. Βίαιος άνεμος που παίρνει τα +μεσάνυχτα. Υπό τας αστρολαμπάς διακρίνομεν τας ρυτιδώσεις του πελάγους ως +πτυχάς ηπλωμένης οθόνης. Ο πλοίαρχος στηρίζει τας χείρας επί της οσφύος ως +Αινήτικη λάγηνος, βλέπων σύννους προς τα ιστία, διατάσσει τους ναύτας, μόλις +αποδειπνήσαντας να στερεώσωσιν αυτά τεζάροντες μανδάρια και μπράτσα, όπως +ευρεθώμεν έτοιμοι εις υποδοχήν του επερχομένου ανέμου, αποστείλαντος ήδη τας +προφυλακάς του, μερικά φουσκωμένα κύματα.</p> + +<p> — Νέτα κάργο!</p> + +<p> — Άλλα μπρούλια!</p> + +<p>Και ιδού αιφνίδιαι ριπαί καταφθάσασαι προσπίπτουσιν επί των ιστίων, άτινα +τινάσσονται κυματοειδώς εν ηχηροίς πλαταγισμοίς, ως να προσέκρουσαν επ' +αυτών αγέλαι πτηνών νυκτοβίων και κτυπώσι τας πτέρυγάς των. Τέλος κολπούνται +εν κραδασμοίς και παλμικαίς κινήσεσι του σκάφους, όπερ μετά στεναγμόν ισχυρόν +ανεκινήθη αίφνης — εξηπλωμένον όλην την ημέραν 'ς την λιακάδα — και ως +προσωθηθέν ερρίφθη ακούσιον εις την ανοιγείσαν οδόν.</p> + +<p> — Τα φανάρια σου!</p> + +<p>Προστάσσει τον παίδα ο πλοίαρχος, επιβλέπων τους επί των πλευρών μεγάλους +του πλου φανούς, εξέχοντας ένθεν και ένθεν ως δύο μεγάλα όμματα αλλοιθόρου +τέρατος, πράσινον και ερυθρόν.</p> + +<p>Και ιδού θρήνοι αντηχούσιν από του ύψους και των κορζετών, θρήνοι άρπας +και λύρας. Οδυρμοί και γόοι αυλού φρυγικού, το φρύγιον αυλούντος. Μέλος +νεκρώσιμον αοράτων πνευμάτων, εν νυκτίαις φοβεραίς ώραις επικαθησάντων, +θαρρείς, επί των ακροτάτων της νεώς και θρηνούντων εν ιαχή του ερήμου +πελάγους.</p> + +<p>Αθέατα τελώνια, κρεμάμενα από των πολυσχιδών σχοινίων των αρμένων, +αρχίζουν να παίζουν τραγούδια τρελλά, τραγούδια μέθης, αποκρηάς τραγούδια, +τραγούδια χορού, ζωής τραγούδια, θανάτου τραγούδια. Ανακατωμένα, σκοτεινά +τραγούδια. Μοιρολογούν γυναίκες επί νεκρώ, κ' εξαίφνης αι ίδιαι καγχάζουν ως αι +Βάκχαι. Τώρα αλαλάζουν τούρκοι εν εφόδω, τώρα ψαλμωδούν ψάλται κηδεύοντες. +Από τα σκολιά εξάρτια, από τα υψηλά παταράτσα, από τα χιαστώς συμπλεκόμενα +μαντάρια, πανταχόθεν αντηχούσιν οι θρήνοι και οι γέλωτες, ταχύπτεροι του +μελτεμίου απόστολοι, το οποίον κατόπιν των να το, αφρίζει, ωρύεται, μυκάται. +Ενίοτε κόρη καταμόναχη τραγουδεί, θαρρείς, επάνω εις τον υψηλόν κόντραν, κόρη +τον ταξειδεύοντα μνηστήρα ονειροπολούσα. Κατόπιν μήτηρ κλαίει τα παιδάκι της +μέσα εις ταις γάμπιαις τυλιγμένη, αόρατος. Στιγμάς τινας εξέχει οξύτατος ο ήχος +της γλυκυτάτης φλογέρας, επάνω εις το πανύψηλον φλέσι, ως νεαρού βοσκού +κελάειδημα από του ύψους όρους. Μετά δέους επαίρω τους οφθαλμούς μου προς +τα ισχία, όθεν ο άνεμος διά των ποικίλων οπών του εξαρτισμού εισχωρών βιαίως, +συρίζει. Συρίζει πενθίμως, συρίζει οξέως, συρίζει γοερώς. Τώρα μεν ακούω τας +στοναχάς του σφαζομένου Αγαμέμνονος· τώρα δε τον γόον του αυτοκτονούντος +Αίαντος και αύθις τους ολολυγμούς της Ηλέκτρας· και νυν τον κλαυθμόν τον +ακατάσχετον του Πέτρου, και πάλιν της Μαγδαληνής τους λυγμούς. +Περιβαλλόμεθα πάντοθεν υπό της σκοτίας και κατευθυνόμεθα εις αδιόρατον +σκότος. Η πυξίς μόνη μας οδηγεί, και των άστρων η τρέμουσα φεγγοβολή.</p> + +<p>Ο κόντρας κτυπά, διπλούμενος εν εαυτώ, υπ' αντιθέτων ριπών συγκρουόμενος, +ως αετός πληγωμένος θανασίμως. Το φλέσι κρούεται ως τύμπανον παρατάξεως. Η +τρικυμία μυκάται ήδη, φωνάζει, ακούεται, βρυχάται μακράν ως βοή λεόντων και +τίγρεων αμιλλωμένων εν διαύλω και δολίχω. Πυρκαϊά αθέατος, και φθάνουσιν οι +κροταλισμοί των φλογών της. Τα κύματα πλακόνουν, επλάκωσαν.</p> + +<p> — Μάϊνα φλέσι! Μάϊνα κόντρα!</p> + +<p>Είνε τα λεπτοφυέστερα, ούτως ειπείν, των ιστίων, κ' εν τη εισβολή του ανέμου +πρώτα-πρώτα καταβιβάζονται, τα μονάκριβα παιδάκια της σκούνας να μη πέσουν +από τόσον ύψος.</p> + +<p>Οι ναύται, παλαισταί έτοιμοι, ίστανται παρά τα μαντάρια με το τσιγάρο στο +στόμα, ανασκουμπωμένοι.</p> + +<p>Η σκούνα τραντάζεται εγείρουσα υπερηφάνως την πρώραν της, λέων, +ανατινάσσων βασιλικώς την χαίτην του, τίγρις, τρίζουσα τους οδόντας της, ως να +λέγη:</p> + +<p> — Εδώ είμαι!</p> + +<p>Βρυχάται το πέλαγος, σφυρίζει η σκούνα, τρίζουν τάρμενα. Οι ναύται +ανασκουμπόνονται ολοένα.</p> + +<p>Η μάχη αρχίζει.</p> + +<p>Κύμα έν, όγκος μολύβδινος, ακτινοβολών υπό την αστροφεγγιάν· αποτρόπαιον +ακτινοβολίαν, θραύεται κατά της χυτής μάσκας εν πλαταγισμώ, περιλούει τ' +ακροστόλια κ' εισβάλλει εις την πρώραν εν αφρώ διασυρίζον ως σβεννυμένη +ανθρακιά.</p> + +<p> — Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα! ακούεται από της πρύμνης ο +πλοίαρχος, ενθαρρύνων μετά μειδιάματος τους ναύτας, βαρυθύμους, διότι θα +έχωσιν αγρυπνίαν απόψε.</p> + +<p>Το κατάστρωμα μέχρι της υψηλής πρύμνης είνε διάβροχον.</p> + +<p>Οι ναύται γυμνοκνήμιδες, ίστανται εις τας θέσεις των, βρεχόμενοι μέχρις +αστραγάλων. Τα κύματα εισρέουσιν αδιακόπως ως ποταμός αφρίζων κ' εκρέουσιν +από τ' ανοικτά πορτέλλα. Θαρρείς και το ήμισυ σκάφος πλέει υπό την +θάλασσαν.</p> + +<p>Το πέλαγος εφούσκωσε πλέον, υψωθέν υπεράνω ημών επιφόβως, αλλ' η +σκούνα, γυρμένη προς την δεξιάν πλευράν, — μούρα αριστερά — ως τυφλή +εισχωρεί διαμελίζουσα εις δύο κραταιώς τους ατελευτήτους όγκους, τους οποίους +το πέλαγος σωρεύει κατ' αυτής τον ένα μετά τον άλλον, θαλάσσιον τέρας η σκούνα, +λυσσωδώς καταπατεί υπό την τρόπιν της τα ογκώδη κύματα, και του δίνει, μωρέ +γέμου, λοξοδρομούσα προς ανατολάς, εν τριγμώ των ιστών και συριγμώ των +καρχησίων, εν ώ όπισθέν μας αλαλαγμός και βοή και σύγχυσις και σκοτία και +συμπλοκαί κυμάτων και ολοφυρμοί, εφ' ων πένθιμοι ακτίνες προσπίπτουσιν, +ακτίνες πράσινοι και ερυθραί, το φως των φανών της γραμμής.</p> + +<p>Τα κύματα διωκόμενα μας φθάνουν· και βλέπομεν τας θραυομένας κορυφάς +των ως στόματα αφρίζοντα εκ της οργής, φαγκρίζοντα, με στίλβοντας λευκούς +οδόντας. Έρχονται από το σκότος και χάνονται εις το σκότος. Λόχοι με πυκνάς +αργυράς λόγχας απαστράπτουσας εις την φωτοβολίαν των οίστρων, λόχοι +λευκάσπιδες, πίπτοντες γενναίως επί του υγρού πεδίου, πλην πάραυτα +αντικαθιστάμενοι υπό των ετοίμων εφεδρειών. Τέρατα άγνωστα με αργυρόξανθον +φαεινόν τρίχωμα εις την κυρτήν των ράχιν.</p> + +<p> — Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα!</p> + +<p>Επαναλαμβάνει πάλιν, ενισχύων, ο πλοίαρχος· και στρεφόμενος προς τον +έφηβον, ευρεθέντα πάλιν εις την πηδαλιουχίαν, νουθετεί ηρέμα:</p> + +<p> — Πρόσεχε, παιδί μου, πρόσεχε!</p> + +<p>Και ίσταται εκεί επάνω με τα ευρέως κολπούμενον υποκάμισόν του, αρχηγός, +διευθύνων εκείθεν την συμπλοκήν.</p> + +<p>Η σκούνα, παλαίουσα, σκιρτά μετά ρώμης επί των κυμάτων, αντιπαρερχομένη, +αναβαίνουσα, καταβαίνουσα, υψούσα τεραστίως την πρώραν της, στάζουσαν από +του ιδρώτος, θαρρείς, με το μπαστούνι της προτεταμένον ως δόρυ μέγα, βριθύ, +Αθηναίης δόρυ, ενώ η πρύμνη της, με τα υψηλά δρύφακτα, κατέρχεται προς τον +ανοιγόμενον πόντον, βαρεία, να ταφή, νομίζεις, εκεί, εις λάκκον απρόσιτον, +ανοιγέντα ένθεν κ' ένθεν. Και πάλιν αίφνης ιδού, ω τεραστία απόλαυσις! η πρύμνη +ανέρχεται υψηλά, μετέωρος, να πετάξη, θαρρείς, προς τάστρα, ενώ ήδη η πρώρα +βυθίζεται κάτω κατά του κύματος εμπήγουσα ως φάσγανον μέγα τον αρειμάνιον +θαλασσομάχον της εις την καρδίαν του πόντου, να τον φονεύση εκεί, και +ανοίγουσα δρόμον προχωρεί, πολεμιστής αγαθός, με τα μούτρα ορμώσα, τυφλή +θεότυφλη, αψηφούσα τον θάνατον.</p> + +<p>Η μάχη είναι ατελείωτος. Αι αυταί κινήσεις επαναλαμβάνονται αδιακόπως, +επάλληλοι, κανονικαί, ζαλίζουσαι. Ενώ ο ουρανός αστροβολών ανέρχεται και +κατέρχεται και αυτός, κατά τας κινήσεις μας, ως δίσκος απέραντος, ως να σύρη +αυτόν και απολύη, αόρατος χειρ δι' αοράτων ελατηρίων, από των ιστών της +σκούνας αναρτηθέντων.</p> + +<p>Έρχονται στιγμαί που φοβείσαι μήπως όλον εκείνο το τεχνητόν πύργωμα +αναρπαγή ως τι κούφον αερόστατον. Και όμως εκείνο, το οποίον μόλις, ως πτερόν +θα διακρίνηται εν μέσω του πελάγους, παλαίει ακατάβλητον. Ίσταται μαχόμενον. +Νικά και φεύγει. Φυλαττόμενον από τας απείρους ενέδρας διά της δεξιάς +πηδαλιουχίας, θέτει την πρώραν του εις ωρισμένην διεύθυνσιν και προβαίνει εις το +σκότος ως εν φωτί.</p> + +<p>Πάντες αγρυπνούσιν.</p> + +<p>Οι ναύται, γυμνόποδες, ίστανται ένθεν και ένθεν παρά τα μαντάρια, έτοιμοι εις +πάσαν διαταγήν. Ο σκοπός ακίνητος εν τη πρώρα θεωρεί πάντοτε εμπρός, +λησμονήσας και το τραγούδι του νυν, συμμαζευμένος μέσα εις την γούναν του, +κατάβροχος, κρατούμενος καλώς μη αναρπαγή, κτυπώμενος συνεχώς υπό των +κυμάτων ως να θέλουν να τον ρίψουν κάτω από την σκοπιάν του, τον φύλακα τον +άγρυπνον, κ' εν εφόδω εισορμήσωσιν είτα.</p> + +<p>Καταβληθείς υπό της αγρίας συγκινήσεως κατήλθον κάτω εις το πρυμναίον. Το +πάτωμα ως ξεκλειδωμένον ανέβαινε και κατέβαινε προς τας κινήσεις του πλοίου, +χορεύον τον ίλιγγον — είδος θαλασσινού χορού — ότε ο άπειρος παραπαίει και +σαλεύει ως ο μεθύων. Η βοή του ανέμου η βραχνή μόνη έφθανε κάτω διά της +θυρίδος του ταμπουκιού ακλόνητος. Το πηδάλιον βιαίως συγκρατούμενον εν τη +θέσει του, επάλαιε κατά της σιδηράς ορμής της θαλάσσης κ' εκρότει, κάπου +συγκρουόμενον, ως του χαλκέως η σφύρα επί του άκμονος, να απελευθερωθή, +θαρρείς, από των ορειχαλκίνων βελονίων του.</p> + +<p>Ο πλοίαρχος, κατελθών προς στιγμήν, ήναψε σιγάρον, σκυθρωπός, αμίλητος. +Και πάλιν ανήλθεν επί του καταστρώματος σκυθρωπός, αμίλητος. Ο μικρός +Γιαννάκης, κατελθών και αυτός, άπειρος προς τον κίνδυνον, ήνοιξε μικρόν +κιβωτίδιον, έλαβε και έρριψεν εις τον ευρύν κόλπον του οπώρας τινάς φυλαγμένας +εκεί, και ανήλθε δάκνων οπώραν και οποψελλίζων ως πτηνόν:</p> + +<p class="poem"><i>από ξένον τόπο<br /> +κι' απ' αλαργινό . .<br /> +γιάλα-γιάλα . . .</i></p> + +<p>Από τινος ημιανοίκτου κοιτωνίσκου εξήρχετο στεναγμός, παράπονον +πάσχοντος, αγωνία θνήσκοντος, φαντάσματος παραλήρημα:</p> + +<p> — Μάννα μου! Μάννα μου!</p> + +<p>Άλλος ναυτόπαις αυτός, ο καμαρώτος, ασυνείθιστος προς την τρικυμίαν, +πρωτοτάξειδος, προσεβλήθη εις την καρδίαν κ' εξέπνεε, θαρρείς.</p> + +<p>Παρήλθον ώραι. Προσήγγιζεν ο όρθρος κ' η τρικυμία ωρύετο ισχυροτέρα. Ο +άνεμος ετράπη εις βόρειον καθαρόν ως εν χειμώνι, μετά ψύχους και ψεκάδων +χιόνος.</p> + +<p>Η σκούνα επροχώρει πλέον με βόλταις.</p> + +<p>Κατεκλίθην επί μικρόν. Αλλά παρά το ους ειργάζετο κλέπτης ν' ανοίξη την +κλειδαριάν. Το κύμα, προσπίπτον εις την πλευράν του πλοίου από του φοβερού +λαίλαπος, απετέλει τον κρότον εκείνον του νυκτοκλέπτου. Η καρδία μου επόθει +αγρυπνίαν, αλλ' ο κάματος αντιπαλαίων κ' υπερισχύων έκλειε τα βλέφαρά μου. Μ' +εφαίνετο ότι ευρισκόμενος επί αιώρας, από του ισχυρού κλώνου μεγάλης +πλατάνου κρεμαμένης, εκραδαινόμην ακουσίως υπό ισχυροτάτων βραχιόνων, +οίτινες από το άγνωστον με απώθουν προς το άγνωστον. Οι ημίκλειστοι οφθαλμοί +μου μόλις διέκρινον έν φως μετακινούμενον ένθεν και ένθεν, το φως της +κρεμαμένης λυχνίας, ήτις μεταμορφώθη εις την αποκαμούσαν διάνοιάν μου εις +εκκρεμές φωτεινόν, τας κανονικάς κινήσεις του οποίου παρηκολούθουν, ότε +ακούω επάνω κραυγήν γοεράν.</p> + + +<p> — Αλλέστα!</p> + +<p>Ανήλθον επί του καταστρώματος ως αποδιωχθείς υπ' αγνώστου φόβου. Ο +ουρανός με τάστρα του τα λαμπρά, κυαναυγής, αίθριος, κατήρχετο προς τα κάτω, +προς τους ιστούς της σκούνας, μ' εφαίνετο, και προσκόπτων προς τας χρυσάς +αυτών κορζέτας ωθείτο μετά δυνάμεως προς τάνω, κ' υψούτο πάλιν με τάστρα του, +κυαναυγής αίθριος, με τάστρα του τα οποία έπαιζον έπαιζον, ως ανοιγοκλείονται +ματάκια, χρυσά ματάκια, αργυρά ματάκια. Η θάλασσα αδιακόπως εισερχομένη +από της πρώρας και χυνομένη από τα πορτέλα, ορθάνοικτα, κατά κυματισμούς, εν +αφρώ και βροχή ραγδαία, κατεπλημμύρισε το κατάστρωμα πλέον όπου οι ναύται +ως πάπιαι, παρά τα χονδρά ξάρτια και τα κατραμωμένα παταράτσα, ανέμενον +πάντοτε τας διαταγάς του πλοιάρχου, όστις ίστατο ακίνητος, τετράγωνος, +ανεμιζόμενος, ασκεπής, με το τσιγάρο 'ς το στόμα, μισοφαγωμένο, επάνω εις την +πρύμνην, κρατών τα ναυτικά δίοπτρα και βλέπων το ηγριωμένον πέλαγος, +ατάραχος ως κορμός δρυός εν ώρα καταιγίδος. Σκότος βαθύτατον. Και μόνον φως +έν προς το Σίγρι, κατακόκκινον, έφεγγε θλιβερώς κατενώπιον, ως πύρινος +Κύκλωπος οφθαλμός, σβεννύμενον αίφνης και πάλιν αίφνης αναπτόμενον, ο +φάρος του ακρωτηρίου της Μιτυλήνης.</p> + +<p>Η σκούνα με αριστεράν μούραν πάντοτε έκλινε προς την δεξιάν πλευράν, +ολονέν πλαγιαζομένη υπό των κυμάτων, άτινα κάτωθεν ως μοχλοί προσεπάθουν να +την ανατρέψουν, αλλ' έφευγε λοξώς πάντοτε προς τον φάρον της Μιτυλήνης +πλέουσα, όστις ολονέν εμεγεθύνετο, φεγγοβολών εις απόστασιν τεραστίως.</p> + +<p>Ο πλοίαρχος υψούμενος επί της πτέρνης, καμπτόμενος ως κουλούρα, +ανατείνων τον λαιμόν ως χην, κλίνων δεξιά, κλίνων αριστερά ως ει ησθάνετο +πόνους περί την οσφύν, ακροώμενος με το ους προς τον φάρον ως ει εκάλει αυτόν +πρωρεύς άγνωστος από του πελάγους, βαστάζων τα δίοπτρα, επάνω εις την +υψηλήν πρύμνην, σχοινοβάτης επί θεατρικού ικριώματος, ηγωνίζετο +υπερανθρώπως να υπολογίση την από της ξηράς απόστασιν, οδηγούμενος από του +κρότου των επί της ακτής θραυομένων κυμάτων. Και όταν ενόμισεν ότι +προσηγγίζομεν εις την ξηράν κ' ότι ήλθεν η στιγμή «να τα γυρίση», τότε +εκραύγασεν «αλέστα» διατάσσων τους ναύτας να είνε έτοιμοι. Η διαταγή εκείνη +γοερώς αντηχήσασα εν τη τρικυμία ως φωνή πνιγομένου, μ' ηνάγκασε ν' ανέλθω +επί του καταστρώματος, ως είπον.</p> + +<p> — Μόλα μπουρίνα! τίρα-μόλα!</p> + +<p>Ηκούσθη πάλιν εν μέσω της εξάλλου βοής του πελάγους, διατάσσων ο +πλοίαρχος, με γλώσσαν άγνωστον εις εμέ, γλώσσαν βομβούσαν ως το άγριον +μελτέμι με όλην την υγρότητα αυτής, της θαλάσσης την γλώσσαν.</p> + +<p>Ο επί της πρώρας ακοίμητος φρουρός είχεν αντιληφθή εγκαίρως του +σχασίματος των κυμάτων, άτινα εθραύοντο κατά της αποτόμου του φάρου άκρας +εν παρατεταμένη νεροποντή και έδωσε σημείον, ο δε πλοίαρχος, ακροώμενος ως +είπομεν, παρεδέχθη του φρουρού την αντίληψιν και διέταξε να χαλαρώσωσι τα +χονδρόν σχοινίον, την μπουρίναν, την συγκρατούσαν τον παμμέγιστον τρίγκον, +όπως «τα γυρίσωσι» τα ιστία προς την αντίθετον κλίσιν.</p> + +<p>Ο πηδαλιούχος επιδέξιος τιμονιέρης, ακίνητος ως άγαλμα έως τότε, συγκρατών +το πηδάλιον εις την θέσιν του, πάραυτα εκινήθη προς την διαταγήν. Έλαβε ζωήν +εμψυχωθείς κ' έστρεψε τον κύκλον του πηδαλίου ταχέως, γύρους πολλούς, +πολλούς ώστε να έλθη «το τιμόνι ς' την μπάντα».</p> + +<p>Εν τω άμα ο δρόμος ανεκόπη. Διότι συγχρόνως και οι ναύται, εκτελούντες το +πρόσταγμα του πλοιάρχου έσυρον μετά ταχύτητος τα σχοινία των ιστίων, άτινα όλα +ομού συνεστράφησαν προς την άλλην πλευράν υπό την διεύθυνσιν του +ναυκλήρου:</p> + +<p> — Γιάσσα-Γιάσσα! Όλοι μαζί!</p> + +<p> — Γιάσσα-Γιάσσα! Άλλα παιδιά!</p> + +<p>Ο άνεμος εναντίος ήδη, κολπών τα ιστία, με λύσσαν, έγυρε προς την αριστεράν +άλλην πλευράν την σκούναν, ήτις κλονισθείσα αποτόμως εφάνη ότι εστάθη. Η +πρώρα της δεχθείσα αίφνης εις τας μάσκας της τα φοβερά ραπίσματα των +μαινομένων κυμάτων ανυψώθη ως θαυμασίου ίππου κεφαλή αποφεύγουσα τους +λακτισμούς του αντιπάλου και η πρύμνη φυσικά συσταλείσα εκ του σεισμικού +τρόμου, υπεχώρησε προς τα κάτω ως κατακάθεται ηττημένος εν σταδίω ίππος· και +ήφριζεν αγρίως εν τη νυκτί το πέλαγος γύρω ως να ήτο ο νικητής. Αλλά τα ιστία +ισχυρώς τεταμένα, πληρωθέντα πνεύματος, ενίσχυσαν την σκούναν εν τω αγώνι. Η +υπερήφανος πρώρα με τον Ηρακλέα της όρθιον εμπρός, κύπτουσα, κυάνεος ίππος, +με την ωραίαν χαίτην του, καταπατεί γενναίως τους όγκους των νέων κυμάτων, +θραύει αυτούς κινητικώς, και υπεγειρομένης της πρύμνης επιβοηθητικώς, ανοίγει +οδόν προς την Λήμνον — μούρα δεξιά — επικροτούντων εν οξυτάτω συριγμώ των +καρχησίων. Τα πανιά μπουκάρισαν πλέον. Η σκούνα τα πήρε. Ο φάρος της +Μιτυλήνης εχάθη.</p> + +<p>Αναχθέντες συναντώμεν εν απολαύσει δεινού μεγαλείου δύο μπάρκα, με της +γάμπιαις μόνον, ένθεν και ένθεν ημών, εκτελούντα την λοξοδρομίαν των προς την +Μιτυλήνην, άτινα ως κήτη θαλάσσια με τας κοιλίας των θαρρείς εκυλίοντο πλησίον +ημών, ασθμαίνοντα, στένοντα, υπό αφρών και άχνης καλυπτόμενα· ως δαιμόνια +μαύρα οι ναύται ίσταντο παρά την κωπαστήν, κρατούντες τα σχοινία εις χείρας, οι +δε πρωραίοι φρουροί των, κουλουριασμένοι κέρβεροι εις την πρώραν, ως ξύλινοι +εκάθηντο εκεί μαύροι, κυματόβρεκτοι. Οι πλοίαρχοι και των δύο παρά τα πηδάλια, +με τα δίοπτρα εις χείρας εκραύγαζον την στιγμήν εκείνην ως με θαλασσίαν +σάλπιγγα, την οστρακώδη κοχύλαν:</p> + +<p> — Μόλα-μπουρίνα! τίρα-μόλα!</p> + +<p>Κ' εβόϊζε το άγριον πέλαγος αντηχούν εις απόστασιν:</p> + +<p> — Μόλα μπουρίνα! Τίρα-Μόλα!</p> + +<p>Μετ' ολίγον φως άλλο κατακόκκινον αστράψαν όπισθέν μας με κατετάραξεν, +άπειρον της θαλάσσης, φοβηθέντα σύγκρουσιν προς ατμόπλοιον, αλλ' ήτο η +σελήνη ήτις λειψίφωτος, την αυγήν ανατείλασα ως πεπυρακτωμένον κλαδευτήριον +εφώτισε την σκούναν ημίπνικτον και το πέλαγος ηγριωμένον, του οποίου τα +κύματα ελάμβανον φωνήν, θαρρείς, εν τη βιαία του ανέμου ορμή κ' εβλασφήμουν +και έβριζον.</p> + +<h5 style="margin-top: 3em">Ε'.</h5> + +<p>Εξημερώσαμεν παρά την Λήμνον. Ο άνεμος ηλαττώθη. Τα ιστία όλα πάλιν +ανεπετάσθησαν και έπαιζεν ο κόντρας πρωί-πρωί γελαστός, ως νικηφόρος +αεροναύτης.</p> + +<p>Η θάλασσα έστρωσε. Και όταν ανέτειλεν ο ήλιος έλαμπεν η σκούνα ολόκληρος +μυρίζουσα θάλασσαν και άρωμα του πυθμένος. Αδάμαντες κατεστάλαζον από τ' +ακροστόλια τα ύδατα, ο πώγων του ξυλίνου Ηρακλέους εγυάλιζεν ως ζωντανός +ανακινούμενος. Ο καραβόσκυλος, σειόμενος παταγωδώς, ετίνασσεν από του +στιλπνού τριχώματός του την θάλασσαν βραχείς και αυτός την νύκτα· αλλ' οι +ναύται τυλιγμένοι εις τας κηρόχρους νιτζεράδες των με τα κηρωτά κασκέτα +κεκαλυμμένοι μέχρι των ώτων, με τας χείρας αφανείς κρεμαμένας ως χηλάς +οστρακοδέρμου με τους πόδας γυμνούς ωμοίαζον προς καβούρας με τας +αγκυλωτάς των μύστακας αναμένοντες «να σκαντζάρη η βάρδια» ίνα ξαλλάξωσιν. +Ο σκοπός ο πρωραίος, εσκυμμένος εκεί ημέρας υπό την κιτρίνην νιτζεράδα του, +έσταζεν όλος ως άρτι αναδύσας εκ του βυθού, ο δε πηδαλιούχος με την μίαν χείρα +κρατών τον τροχόν του πηδαλίου ασφαλώς, με την άλλην απέμασσεν από του +πώγωνος και από του μετώπου την θάλασσαν, τον ιδρώτα του παλαίοντος ναύτου. +Και εις έν τίναγμα αιφνίδιον — ριπής, τελευταίας του εκπνεύσαντος ανέμου — +ανακινηθείσα η σκούνα εφάνη ότι άρτι αναδύσασα και αυτή ανετινάσσετο, ως ο +καραβόσκυλος πρότερον, αποβάλλουσα την άλμην, αφροδίτη με κομψούς +τιναγμούς αποσμήχουσα την μακράν της κόμην.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Μεγάλη απλούται η Λήμνος, μακρά και χθαμαλή με ωραία ακρωτήρια, με +μεγάλους βαθυκόλπους λιμένας με χρυσοκιτρίνους αγρούς θερισμένους, με +εύμορφαις ακρογιαλιαίς. Χωρίς δάση, χωρίς χωριά, έρημος, θαρρείς, +ακατοίκητος.</p> + +<p>Από την Λήμνον έπειτα εις την Τρωάδα και από την Τρωάδα εις την πολύκωμον +Ίμβρον κ' από την Ίμβρον εις την Τένεδον.</p> + +<p>Βόλταις. Θαλασσινοί περίπατοι, αι ναυτικαί λοξοδρομίαι.</p> + +<p>Συντροφιά με τους γλάρους.</p> + +<p>Ω! την ηγάπησα την συντροφιάν την λευκήν των γλάρων. Είνε αθώα, ως είνε +κάτασπρα τα πτερά των. Σε διασκεδάζουν χωρίς να σε κουράζουν. Αγάπη +κουράζουσα δεν είνε αγάπη. Σε συντροφεύουν χωρίς να σε ενοχλούν. Αθορύβως, +σιωπηλώς. Ευγενώς. Είνε καλόγνωμος η συντροφιά των γλάρων. Εμφανίζονται +ενώπιόν σου εκεί όπου δεν τους περιμένεις. Ως παλαιοί σου φίλοι. Δεν εξίστασαι +δι' αυτό, ως να τους ανεζήτεις μετά κόπου. Νομίζεις κ' έπλευσες δι' αυτούς. +Νομίζεις κ' υπέφερες δι' αυτούς. Κ' εκείνοι πάλιν ό,τι θέλεις διά να σε +ευχαριστήσουν. Χορεύουν, βουτούν, παίζουν. Προηγούνται, ως να θέλουν να σε +οδηγήσουν εις τας κατοικίας των, τας δροσεράς, τας υγράς φωλεάς των, όπου το +κύμα φωσφορίζει φέγγον, όπου η δρόσος είνε αιωνία. Κ' εν ώ προβαίνουν +ταχύπτεροι, αίφνης ίστανται και σε περιμένουν και σε κράζουν μετά μονοσύλλαβά +των, γλαριστί:</p> + +<p> — Καλώς τον φίλον μας! Καλώς τον φίλον μας!</p> + +<p>Κ' εν ώ περιμένουν, θωπεύουν τον αέρα με τας κυρτάς των ως δαμασκιά +πτέρυγας, και φιλούν το κύμα με τα ράμφη των. Πόθεν ήλθον; Πού πηγαίνουν οι +φίλοι μου, οι κάτασπροι γλάροι; Είνε γλάροι της Μιτυλήνης; Είνε γλάροι της +Λήμνου; της Τρωάδος είνε οι γλάροι η της Τενέδου; Τους έβλεπον τάχα και οι +Αχαιοί;</p> + +<p>Ω! η λευκή, η καλή συντροφιά μου, οι γλάροι του Αιγαίου! Καταμεσής 'ς το +πέλαγος αναμένουν να χαιρετίσωσι τους ταξειδεύοντας. Άγγελοι του αισίου πλου, +υπάρξεις ποθηταί εν κρυερά του πόντου ερημία. Μειδίαμα γλυκύ εν τη πικρά +μοναξία. Ελπίς ότι εγγύς που ο κόσμος. Αφορμή μελέτης διά τον σοφόν. Έμπνευσις +διά τον ποιητήν. Δουλειά διά τον άεργον. Παραμυθία διά τον ναύτην, όστις +επακουμβών επί της κωπαστής συνάπτει άφωνον διάλογον με τον λευκόν +πτερωτόν του σύμπλουν. Ναύτης προς ναύτην. Θαλασσοδαρμένος προς +θαλασσοδαρμένον. Γλάρος προς γλάρον.</p> + +<p>Και πετούν ενίοτε υψηλά. Πλησιάζουν εις τας κόφας του πλοίου, τρέχουν γύρω +και χορεύουν περί τον θαλασσομάχον, τον ξύλινον της πρώρας αδελφόν των, όστις +βουτά και αυτός καθώς αυτοί ως δίστομον στιλέτο κόπτον το κύμα. Και πολλάκις +πολλοί-πολλοί περισυναχθέντες τριγυρίζουσι την σκούναν εν χαιρετισμοίς, +μεγάλην γλαρίναν, μητέρα πολυπαθή των λογικών γλάρων.</p> + +<p>Εκόπασε πλέον ο σάλος· τα κύματα καταπονηθέντα καθ' όλην την νύκτα +επραΰνθησαν. Η θάλασσα γαληνιάζει πάλιν. Δευτέραν φοράν διερχόμεθα εγγύς +της πολυσχιδούς Λήμνου, ηρέμα, από της αντιθέτου πλευράς. Επί τινος +χρησίζοντος λοφίσκου υπολευκάζει παρεκκλήσιον. Όλοι οι ναύται, προς αυτό +ατενίζοντες ευλαβώς, κάμνουν τον σταυρόν των.</p> + +<p> — Άη-Νικόλα!</p> + +<p>Λέγουσιν όλοι εγκαινιάζοντες το άγνωστον παρεκκλήσιον επ' ονόματι του +θαλασσινού των αγίου.</p> + +<p>Μικρά βρατσέρα πλέει παρά την ακτήν φοβισμένη, μετά τον σάλον +ξετρυπώσασα.</p> + +<p>Υπό τινα βράχον μοι φαίνεται πως διακρίνω την σκιάν του εκσφενδονισθέντος +από του Ολύμπου άλλοτε χωλού Ηφαίστου και παρά τι σπήλαιον:</p> + +<p>«Ορώ κενήν οίκησιν ανθρώπων δίχα» την οίκησιν του Σοφοκλείου Φιλοκτήτου· +καί τινας συκάς απέξω εκλαμβάνω ως ράκη, τα οποία ήπλωσεν εκεί ο έρημος ήρως +«βαρείας του νοσηλείας πλέα».</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Εξημέρωσε Κυριακή;</p> + +<p>Οι ναύται, απηυδηκότες από της παρελθούσης τρικυμιώδους νυκτός, κοιμώνται +ακόμη, ενώ ο μάγειρος πρωιαίτερον εγερθείς, απολεπίζει ιχθύδιά τινα, +σημαδιακούς χάνους εκατοστάρικους, πελαγίσιους χάνους, τους οποίους είχομεν +αλιεύσει κατά την γαλήνην της προτεραίας. Μόνος ο πηδαλιούχος, κουκουλωμένος +ακόμη με τον χειμερινόν μουσαμάν του, ίσταται παρά το πηδάλιον, και ο φρουρός +της πρώρας, ανάψας το εικοστόν σιγάρον κατά την τετράωρον βάρδιάν του, +βρεγμένος ακόμη με τον κηρωτόν μουσαμάν του, φρουρεί.</p> + +<p>Τα πανιά! όλα επάνω τώρα. Και ο μοναχογυιός κόντρας ο λεπτοκαμωμένος, ο +γαλαζοαίματος.</p> + +<p>Ιστάμενος επί της πρώρας ως επί πύργου, καμαρόνει την ταχείαν σκούναν +πετώσαν μαλακά-μαλακά. Άνευ τιναγμών πλέον προηγείται δύο άλλων ιστιοφόρων +μεγάλων, άτινα μας παρακολουθούσι μετά σπουδής ως να θέλουν κάτι να μας +ειπούν. Αλλ' η σκούνα φεύγει, πετά. Από του ύψους ένθα ίσταμαι νομίζω ότι δεν +άπτεται καν της θαλάσσης. Τόσον γλυκά πνέει, θαρρείς και 'ς τα νύχια πατεί. Είνε +υπερήφανος διά την νυκτερινήν νίκην.</p> + +<p> — Σκάντζια-βάρδια:</p> + +<p>Ανακράζει ο ναύκληρος, ακούσας κροτήσαντα τα ξύλινα κρόταλα του +πηδαλιούχου, σημάναντος την ογδόην ώραν της πρωίας, και συγχρόνως κρούει τον +κώδωνα της πρώρας, τύπτων συνάμα το κατάστρωμα διά των ποδών του, άνω του +θαλάμου των ναύτων, όπως εξεγείρη αυτούς.</p> + +<p>Ταυτοχρόνως γλυκύτατα αντηχούσιν όπισθέν μας εν τω πελάγει οι κώδωνες +των δύο ιστιοφόρων ως παρεκκλήσια λειτουργούντα, σημαίνοντες την ογδόην +ωσαύτως ώραν.</p> + +<p>Μετ' ολίγον οι ναύται νιφθέντες κ' ενδυθέντες κατέρχονται εις τον θάλαμον του +πλοιάρχου, καλέσαντος αυτούς, όπως προσευχηθώσι — Κυριακή πρωί — κ' +ευχαριστήσωσι τον άγιον Νικόλαον διασώσαντα αυτούς από της τρικυμίας.</p> + +<p>Ο φαιδρός και πρόθυμος πάντοτε Γιαννάκης, ο υιός του πλοιάρχου, αλλαγμένος +γαλάζιαν βλούζαν, εκτελεί χρέη καμαρώτου, παθόντος εκ ναυτίας του τοιούτου και +κοιμωμένου ακόμη, και ανάψας κηρίον και θέσας πυρ μετά θυμιάματος εις το +ορειχάλκινον στιλπνόν θυμιατήριον, θυμιά πρώτον ευλαβώς την εικόνα του Αγίου +Νικολάου, μικράν επάργυρον, κρεμαμένην από τινος δοκού εν τη άκρα του +θαλάμου, και είτα πάντας τους λοιπούς, ψάλλων και το μεγαλυνάριον του Αγίου +«Ορφανών προστάτην.... » Τέλος ασπάζονται πάντες την εικόνα του θαλασσινού +ιεράρχου ευωδιάζουσαν θάλασσαν ως να ηγωνίζετο και ο Άγιος με τους ναύτας +όλην την νύκτα παλαίων κατά των κυμάτων.</p> + +<p>Οι ναύται είτα ευφροσύνως πίνουσι το προσενεχθέν αυτοίς ποτήριον ρουμίου +και ανέρχονται οι μεν ν' αντικαταστήσωσι την βάρδιαν, οι δε να τακτοποιήσωσι τα +επί του καταστρώματος αντικείμενα μετακινηθέντα εκ του νυκτερινού σάλου.</p> + +<p>Τα πανιά δουλεύουν.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Αφίνομεν προς τα δεξιά τα λευκόν κτίριον του φανού του Σιτίλ-Βαχάρ εν τω +στομίω του Ελλησπόντου και ιδού ξανοίγει η Ίμβρος, χθαμαλή, στρογγυλή, ιόχρους, +με τα δάση των ελαίων της εδώ κ' εκεί και με τα οπωροφόρα δένδρα της.</p> + +<p>Η Ίμβρος με τα πολλά χωριά και με τας αμμώδεις ακτάς. Εγκατεσπαρμένοι +σωροί όγκων φαιών και κοκκινωπών. Είνε τα χωριά τα πολυώνυμα της θρακικής +νήσου. Δύο-τρεις καλύβαι εδώ, πεντέξ παρέκει, δεκάς οικίσκων αλλαχού. Επί των +λοφίσκων, επί της ακτής.</p> + +<p>Ιδού έν μεγαλείτερον παρά το κύμα. Μικροκάικα πολλά σαλεύουν εγγύς της +άμμου ως να παίζουν μετ' αυτής. Και άλλα πάλιν καϊκάκια με τα λευκά πανάκια των +πηγαίνουν ν' αράξουν. Ένα τσερνίκι, φορτωμένον «ως τα μπούνια» με τα εκ πανίου +παραπέτα, πετά σχεδόν ως θαλασσοπούλι με τον μακρύν λαιμόν του κατάμαυρον. +Αγρόται αλωνίζουν εγγύς της ακτής, και όρνιθες εδώ κ' εκεί τσιμπούν με τα ράμφη +των τους στίλβοντας ξηρούς χάλικας.</p> + +<p>Όπισθεν της Ίμβρου ουρανομήκης υψούται η κορυφή της αιπεινής +Σαμοθράκης.</p> + +<p>Παραπλέομεν την Τένεδον μακράν και χθαμαλήν εν σχήματι μαχαίρας. Λόφοι +γυμνοί και άθαμνοι. Καταπράσινοι αμπελώνες απόκρυφοι και πολυάριθμοι +ανεμόμυλοι καταφανείς ένθεν και ένθεν της κώμης, συσσωρευμένης παρά τον +αλίμενον αιγιαλόν. Μικρά καϊκάκια την συντροφεύουν αρόδο ιστάμενα.</p> + +<p>Έμπροσθέν της εκτείνεται του Ελλησπόντου η μεγαλοπρεπής είσοδος με το +Σιτίλ Μπαχάρ το παμπάλαιον φρούριον. Τα ιστία των παμμεγίστων ιστιοφόρων +λευκά κατάλευκα σχηματίζουσι [αρχή σελ. 73] αναριθμήτους χιονοστιβάδας +κινουμένας ηρέμα κατά διαφόρους διευθύνσεις του εκτεταμένου όπισθέν μου +Αιγαίου και ο καπνός των ατμοπλοίων, άτινα ως εκ της αποστάσεως ως καρκίνοι +θαρρείς, βραδυπορούσι διατέμνοντα την απέραντον έκτασιν, αποτελούσι νέφη +πυκνά συσκιάζοντα τον γαλανόν αιθέρα του. Πλαγιάζει η μυθική νησίς κατέναντι +της Τρώας ως να την παρέσυρε προς τα εκεί το ισχυρόν του Ελλησπόντου ρεύμα το +οποίον ορμητικόν εκχύνεται απλούμενον επί του Αιγαίου.</p> + +<p>Ο περίφημος κρυψώνας των Αχαιών σήμερον ευφημισμένος μόνον διά το +λαμπρόν μαύρο κρασί του, το Τενέδιο κρασί, ακουστόν εις την Πόλιν και +περιζήτητον εις τα ξενοδοχεία του Γαλατά.</p> + +<p>Επιάσαμεν εις την Τρωάδα. Ιδού τα έρημα πεδία της, μαύρα εκ των +καταπεύκων θάμνων. Ιδού αι ακταί όπου αι θεαί των Αχαιών νήες δέκα όλα έτη +ανέμενον. Ιδού τα Πέργαμα, ο Σκάμανδρος, αι Σκαιαί Πύλαι... Ω! τίποτε, τίποτε +σήμερον δεν υπάρχει.</p> + +<p> — Fuit Ilium...</p> + +<p>Τα Μπεσίκια με την δασώδη φυτείαν των κάμπων και με τον μέγαν κόλπον των. +Τα βουνά της Ανατολής, μακρά, υψηλά, κατάφυτα. Ευλογημένα βουνά.</p> + +<h5 style="margin-top: 3em">ΣΤ'.</h5> + +<p>Μετά το γεύμα εκαθήμην μετά του πληρώματος δίπλα του μαγειρείου. Είμεθα +εξηπλωμένοι όλοι . . Αν και τον λυσίπονον επόθουν ύπνον, αγρυπνήσας όλην την +νύκτα, όμως δεν με άφινον αι θελκτικαί διηγήσεις της Νεροφίδας. Ο γέρο-ναύτης ο +Μπάρμπα-Μήτρος, η Νεροφίδα αποκαλούμενος μεταξύ των πληρωμάτων, διά την +πονηρίαν του, γηράσασαν πονηρίαν, ο πάντοτε διολισθαίνων ως ποτάμια έγχελυς +από μέσα από τα φοβερά δίκτυα του κινδύνου, μ' επείραζε συνεχώς με το +νυκτερινόν κολύμβημα, ως απεκάλει της νυκτός την τρικυμίαν.</p> + +<p> — Και τι, μωρέ παιδί μου; Τι εμαϊνάραμε; Μόνον τον [τέλος σελίδος 73] +κόντρα και τα φλέσα, κ' εδέσαμε και δυο μούδαις 'ς την μπούμα. Είδες εσύ, μωρέ +παιδί μου, μπάρκο μπέστια· γάμπιαις συριακό σκαρί ξυλάρμενο, να θαλασσοδέρνη +απόξω από τον Κάβο-Δόρο; Είδες σκούνα κασσώτικη, 28 χιλιαδώνε, συριανό σκαρί, +με τα μικρά παρουκέτα μονάχα, να παραδέρνη απόξω από τον Κάβο-Μαλιά τρία +ημερόνυκτα; Ο καιρός δεν μας έπαιρνε, θάλασσα-κιαμέτι! Μας έφαγε της γάμπαις +ο χιονιάς και μας έσπασε τα τσιμπούκια ο βορειάς. Ο κόρφος δεν μας εδεχότανε, το +Τσιρίγο μας έδιωχνε. Το βάλαμε κ' ημείς τραβέρσο, τρία ημερόνυχτα, με τον μέσα +φλώκο μονάχα και με την μπούμα καταιβασμένη τρίγωνο. Λες κ' ήτανε +κρασοβάρελο που το πετάξανε 'ς την θάλασσα κ' η θάλασσα το χτύπαε σαν +αφωρισμένο. Δεν είχαμε και καπνό. Εξούσαμε τα παραπέτα με τους σουγιάδες μας +κ' εφουμάραμε. Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή! Να, πλυθήκαμε κομμάτι.</p> + +<p>Και εκβαλών την καπνοσακκούλαν του επλήρου μικρόν τσιμπουκάκι μεθ' +υπομονής και φιλοκαλίας θεργιακλή.</p> + +<p> — Όντας εναυαγήσαμε πάλι 'ς το Ασπρονήσι, απόξω από την Σκιάθο; +Ωχ! μωρέ γυιε μου, κάτι κύματα! . . . Βουνά τα ωργισμέγα. Και νύχτα! Πίσσα! Και +χιονιάς! Κατεβαίναμε φορτωμένοι, από τον Ποταμό, γέννημα για τον Περαία, με +διαταγή! Ωχ, μωρέ γυιε μου, και να σε είχα μέσα εκείνη τη βραδειά! Κανένας δεν +εγλύτωσε. Μόνον ο υποφαινόμενος. Και πάλιν κ' εγώ με θαύμα. Εκεί που μ' +εχτύπησεν η σκότα του κόντρα φλώκου, που εβγήκα να τον μαζέψω, μου δίνει μια +να πέσω 'ς την θάλασσα και ξεγλυστρώ, μωρέ γυιε μου, και πέφτω απάνω σ' ένα +κασσόνι. Λες και μου τώρριξεν εκειδά η μάννα μου. Τρικυμία, λέει, κ' η +ψεσινή!</p> + +<p>Και μετά μικρόν ανάψας το τσιμπουκάκι του η Νεροφίδα, αλλά-Ιγγλέζα, +επανέλαβε:</p> + +<p> — Πού να σε είχα, μωρέ παιδί μου, εδώ και πέντε χρόνια με του +καπετάν Φώκα την πρωτοτάξειδη σκούνα. Φορτώσαμε κάρβουνο 'ς τον Όλυμπο για +την Αλεξάντρα. Και κει που σηκωθήκαμε 'ς τα πανιά — ώρα εσπερινού — , +καταιβάζει, μωρέ γυιέ μου! Θεέ Δημητρίου. Χειμώνας καιρός βλέπεις. Του Αγίου +Αντρέως. Ο καιρός 'ς τον Μάστορη — Μαΐστρο-τραμουντάνα. Πού να μουνδάρωμε! +Και μια νύχτα! Σκοτάδι — Πίσσα! Δεν έβλεπες από την πρύμη 'ς την πλώρη. Εγώ +του είπα του καπετάν Φώκα: Καπετάν Φώκα, δεν μ' αρέσει ο καιρός. Μα εκείνος +δεν μ' άκουσε. Μας τα δίνει, που λέτε, 'ς τα χέρια! Και που να ιδής! Τα Ρημονήσια +έγειναν ένα. Μαϊνάρουμε τον κόντρα μας τρώει τον παπαφίγκο. Μας σπάζει το +πρυμνιό τσιμπούκι με το φλέσι και κρεμνιέται και παραδέρνει σαν ξεμανίκωτο χέρι. +Μετά πολλά ξανοίξαμε κατά την Μεγάλη Λήμνο. Τα κύματα βουνά! Και σου +καταιβάζει κάτι κύματα τ' Άινόρος! Θεέ Δημητρίου! Μετά τα μεσάνυχτα όλοι +αποκάμαμε. Ήμουνα 'ς το τιμόνι. Γυρίζω, τίποτε. Δεν τ' άκουε το τιμόνι πλεια. Βρε +για το Θεό, καπετάν Φώκα. Λέγω 'ς τον καπετάνιο. Ο κακομοίρης ήλθε κ' εκέρωσεν +αμέσως. Τα κύματα μας άρπαξαν πλεια την σκούνα από τα χέρια μας. Η θάλασσα +την έκαμε ξέρα κ' έμπαινε κ' έβγαινεν ελεύθερα. Ύστερ' από τα τόσα τινάγματα, +που έτριξαν τα παΐδια της, η σκούνα έγειρε με την μια μπάντα. Τότες πλεια όλοι τα +χρειασθήκαμε. Σπάζει η ράντα της μπούμας, κάτω η γάμπιες κουρέλια. Μονάχα +ένα κομμάτι απέμεινε ψηλά 'ς της κόφαις κ' ενόμιζε λες κ' ήτανε σκιάχτρο για της +κουρούναις 'ς τα μποστάνια. Ο καπετάν-Φώκας τότες τάχασεν. Εγονάτισε και δεν +μπορούσε ούτε το σταυρό του να κάμη. Γυναίκα, γυναικούλα μου! έκλαιε. Τα +κύματα την επήραν πλεια από κάτω την σκούνα. Η κουβέρτα σαρώθηκε. Οι ναύταις +όλοι κερωμένοι από τον φόβο, κρατούσαν ακόμα τα παταράτσα, εν ώ τα πανιά όλα +είχανε φαγωθή. Ο καπετάν-Φώκας, ολοένα έκλαιε. Γυναίκα! Γυναικούλα μου! +Τότες κάποιος ναύτης φωνάζει:</p> + +<p> — Ανάθεμα σε Παπα-Δράκο!</p> + +<p>Και όλοι επαναλαμβάνουν·</p> + +<p> — Ανάθεμά σε Παπα-Δράκο!</p> + +<p>Τότες θυμήθηκε και φωνάζει ο καπετάνιος:</p> + +<p> — Ίσα τον Αράπη!</p> + +<p> — Καρδιά παιδιά. Συνοδεύω κ' εγώ. Ίσα τον Αράπη!</p> + +<p>Και διακόπτων η Νεροφίδα την διήγησιν, μοι λέγει:</p> + +<p> — Το βλέπεις, μωρέ παιδί μου, το βλέπεις εκείνο το πανί μπροστά 'ς την +πλώρη, το μέσα φλώκο, πού είνε θηλυκωμένο 'ς το πλωριό κατάρτι; Δεν μου λες, +τανοίξαμε αυτό ψες; Αυτό, μωρέ παιδί μου, ανοίγει μονάχα, όταν όλα τα άλλα είνε +καταιβασμένα. 'Σ τον μεγαλείτερο κίνδυνο, να πούμε. Τότε το καράβι μονάχα, με το +πανί αυτό, παραδέρνει μισορρουφισμένο. Αυτό το πανί, μωρέ παιδί μου, το λένε +Αράπη. Γιατί μαυρίζει από τον καΰμό του, σαν ανοίξη. Όλα τα στοιχεία το χτυπάνε. +Το χτυπά ο αγέρας, το χτυπά η θάλασσα, το χτυπά το χιόνι, το χτυπούν οι κεραυνοί, +τόσα άγρια δόντια να το φάνε. Πώς να μη μαυρίση το καϋμένο! Είνε να πούμε η +σημαία και το σάββανο του καραβιού. Ή θα γλυτώση το καράβι και θα γείνη +σημαία του, ή θα χαθή και θα γείνη σάββανό του.</p> + +<p> — Ίσα τον Αράπη ξαναφωνάζω, έτσι 'ς τα ψέματα για να δώσω καρδιά 'ς +τους ναύταις. Μα ποιος άλλος μπορούσε να 'πάγη 'ς την πλώρη;</p> + +<p>Το κύμα θα τον ερροφούσεν όσο να πης τρία. Έτυχε νάχωμε 'ς το τσούρμο τον +Παπα-Δράκο, της Παπαδράκαινας τον γυιό. Μάννα για τον Αράπη. — Θεός σχωρέσ' +τονε!</p> + +<p>Ο Παπα-Δράκος της Παπαδράκαινας ο γυιος ήτανε ένα παιδί όλο κεφάλι. Από +μικρό έδειχνε. Εγεννήθη μ' ένα μεγάλο κεφάλι. Ύστερα, εμεγάλωνε το παιδί, +εμεγάλωνε και το κεφάλι του. Ένα τέρας. Η κακαίς η γλώσσαις καθήσανε και +λογαριάσανε τους μήνους, από την ημέρα που γεννήθηκε, κ' εβγάλανε πως +επιάσθη Μεγάλη Παρασκευή. Τόσο εβούιξεν ο κόσμος όλος. Ο Παπα-Δράκος, ο +πατέρας του, ένας καλός χριστιανός, παπαδοπαίδι και αναγνώστης με μια ώμορφη +γυναικούλα, μικρούλα σαν κουκλίτσα.</p> + +<p>Αναγκάσθη να φύγη για πάντα από το χωριό. Δεν μπορούσε να υποφέρη τον +κατατρεγμό, και το κατηγόριο, κ' ουδέ να βλέπη ήθελε το παιδί του εκείνο με το +μεγάλο κεφάλι, λες κ' ήτανε καταμαρτυρία της αμαρτίας του. Ένα βράδυ λοιπόν +λέει στην Παπαδράκαινα: — «Έχε γεια, Παπαδράκαινα!» Έχωσε το κεφαλάκι της +μέσα 'ς τα πυκνά γένεια του, ένα ώμορφο στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, και την +εφίλησε, την εφίλησε την Παπαδράκαινα, κ' έφυγε, και δεν ξαναγύρισε πλεια. +Απέθανε, είπαν, 'ς τα Καντουνάκια 'ς τ' Άινόρος. 'Σ την έρημο. Ο δε Παπαδράκος ο +γυιος του εμεγάλωνεν, εμεγάλωνεν, είπαμε, και το κεφάλι του.</p> + +<p> — Παπα-Δράκος να σε φάη! του φώναζεν η Παπαδράκαινα, για να το +τρομάξη, όταν έκλαιε, που το εσυχαινότανε σαν την αμαρτία της.</p> + +<p>Και πάλιν, όταν καμμιά φορά ήθελε να το χορέψη — όταν ήτανε 'ς τα καλά της +και το λυπότανε, λέει, το έπιανεν από τα δυο χεράκια του, με δυο μικρά-μικρά +ποδαράκια και με μια κεφάλα σαν φλάσκα, και το χόρευε με το ίδιο φοβέρισμα +πάλιν αντίς για τραγούδι έλεγε:</p> + +<p class="poem"><i>Παπα-Δράκος να σε φάη!<br /> +Παπα-Δράκος να σε φάη!</i></p> + +<p>Τέλος, να μη τα πολυλογούμε, εμεγάλωσεν ο Παπαδράκος, εμεγάλωσε και το +κεφάλι του, και η ώμορφη Παπαδράκαινα με το στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, το +έδιωξε το παιδί της:</p> + +<p> — Να μη σε βλέπω μπροστά μου, σημειωμένο πράμα! Άιντε να βρης +ψωμί! κ' εκείνο το καϋμένο πήγε με τα καράβια· με χρόνια έγεινε ακουστός ο +Παπα-Δράκος ο γυιος της Παπα-Δράκαινας μέσα 'ς τα τσούρμα των καραβιών, 'ς τα +πληρώματα καθώς λένε τώρα. Άξιος κ' επιδέξιος ναύτης, φημισμένος για την +αποκοτιά του. Μα ήτανε άτυχος. Με όποιο καράβι μπαρκάριζε, κινδυνεύανε +πάντοτε, και αυτόν, ως απόκοτον, έστελναν πάντοτε 'ς τον Αράπη. Ώστε σου έγεινε +ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπά-δράκαινας, μάννα για τον Αράπη!</p> + +<p>'Σ τα ύστερα όμως εκατάλαβαν την ατυχία του, σαν να ήτανε καταραμένος, και +δεν τον ετσουρμάριζαν.</p> + +<p> — Δεν είμαι για τον Αράπη! έλεγαν οι καπετανέοι, όταν τους +παρακαλούσε κλαίοντας να τον γράψουν 'ς τα χαρτιά.</p> + +<p>Κι' οι ναύταις πάλιν έλεγαν εις τους καπετανέους.</p> + +<p> — Βάρδα από τον Παπαδράκο!</p> + +<p>Τόσον που κατάντησεν ο δυστυχής ο Παπαδράκος να πωλή αχινούς — πέντε 'ς +το λεπτό — για να ζήση. Και έβλεπαν συχνά οι άνθρωποι, ένα μίλι μακρυά από το +χωριό, μια φλάσκα μεγάλη-μεγάλη μέσ' 'ς τη θάλασσα να καραβίζη. Ήτανε ο +Παπαδράκος με το μεγάλο κεφάλι που έβγαζε τους αχινούς.</p> + +<p>Η φελούκα του εχώνευε, και το κεφάλι του φαινότανε ακόμα ένα μίλι +μακρυά!</p> + +<p>Ο καπετάν Φώκας δεν ήθελε να τον τσουρμάρη τελευταία, ούτε οι ναύταις του +τον ήθελαν. Μα τι να κάμη; του έλειπεν ένας ναύτης. Το ξέρω, βρε παιδιά μου, +έλεγε. Μα να χάσωμε το ναύλο; Και τον ετσουρμάρισε. Έτσι λες εσύ; Να +κινδυνέψωμε για τον Αράπη.</p> + +<p>Α! Πάπα-Δράκο! παιδί μου! παρακαλεί ο καπετάνιος, λοιπόν είπαμε. Ίσα τον +Αράπη!</p> + +<p>Ο Παπα-Δράκος ήτανε έτοιμος. Σαν να το είχε καταλάβει και πριν τον διατάξη ο +καπετάνιος είχε τα μάτια του 'ς τον Αράπη. Άμα τον διέταξεν ο καπετάνιος, με το +κεφάλι του το μεγάλο, ο Παπαδράκος ανασκουμπωμένος όπως ήτανε, χυμά 'ς την +πλώρη. Τρώει ένα κύμα, τρώει δεύτερο, τρώει τρίτο. Τρεις φοραίς πέφτει πίστομα +όσο ν' αναβή 'ς την πλώρη. Τρεις φοραίς σαν νεροβάρελο εκατρακύλισε 'ς την +κουβέρτα και τρεις φοραίς σηκώθηκε. Τέλος ανοίγει τον Αράπη. Κι' αμέσως, μωρέ +αδέρφια, εστάθηκε 'ς τα πόδια της η σκούνα. Μέσα 'ς την νύχτα και 'ς την χιονιά +ένα πράμα σαν σημαία σαν σάββανο φάνταξε μπροστά 'ς την πλώρη. Ήτανε ο +Αράπης. Ο Παπα-Δράκος τον εκαργάρισε, τον εστερέωσε καλά κ' έτρεχαν τα νερά +από πάνω του σαν κλάματα, της σκούνας τα κλάματα. Το καράβι ανάσανε αμέσως. +Εκεί που ήτανε γονατισμένο, ξαναεσηκώθηκε πάλι.</p> + +<p>Λες κ' είχε χέρια ο Αράπης κ' έπιασε γερά την σκούνα και την εσήκωσε σαν +μάννα του. Εσηκώθηκε αμέσως και ο καπετάν Φώκας. Όλοι εκάμαμε τον σταυρό +μας. Άρχιζε τότες και να μολυβίζη. Εχάραζε και εβλέπαμε της στεριαίς.</p> + +<p> — Γεια σου Παπαδράκο! φωνάξαμε όλοι, που τον εβλασφημούσαμε +προτήτερα.</p> + +<p>Τα πρωί εξημερώσαμε ανοιχτά από την Σκύρο. Ανασάναμεν. Εξημέρωσεν ο +Θεός την ημέρα. Άμα εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα ήμαστε καλά. Έπεσε κομμάτι +κι' ο αγέρας. Μα είδαμε πως μας έλειπεν ένας από το τσούρμο. Ο Παπαδράκος, ο +γυιος της Παπαδράκαινας. Ούτε φάνηκεν ο καϋμένος. Ψάχνομε παντού. Πουθενά ο +Παπαδράκος. Φωνάζουμε εμπρός, πίσω, κάτω. Τίποτα! Πουθενά ο Παπαδράκος. +Εκείνη τη φορά ο Αράπης τον έφαγε, θα τον άρπαξε, ως φαίνεται, κανένα κύμα εκεί +που κατέβαινε από πάνω από την πλώρη 'ς την κουβέρτα. Γιατί τη στιγμή που +άνοιξε τον Αράπη κι' εστάθη 'ς τα πόδια της η σκούνα, εκαταλάβαμε ένα δυνατό +τίναγμα κ' εσείσθηκεν όλο το σκάφος. Πόσους τρώγει έτσι η θάλασσα!</p> + +<p> — Παπαδράκο! εφώναξα τρεις φοραίς απόξω από τα Ψαρά, όταν +καταλάβαμε πλεια πώς έλειπεν ο καϋμένος.</p> + +<p> — Παπαδράκο! ακούσθηκεν άλλαις τρεις φοραίς τρεμουλιαστή βοή σαν +κλάμα από την κατάξηρη των Ψαρών ράχη.</p> + +<p> — Θεός σχωρέσ' τονε!</p> + +<p>Είπαμε όλοι τότε κ' εκάμαμε τον σταυρό μας. Κ' εβγάλαμε τα κασκέτα μας, +ξεσκούφωτοι, σαν να περνούσεν από πάνω μας την ώρα εκείνη η ψυχή του +Παπαδράκου, του γυιού της Παπα-δράκαινας, που έσωσε πέντε σπίτια εκείνη την +νυχτιά κ' ένα καράβι. Εχάθη ο καϋμένος, σαν να μη ήθελε ν' ακούση ευχαριστίαις +από στόματα που τον εβλασφημούσαν . . . .</p> + +<h5 style="margin-top: 3em">Ζ'.</h5> + +<p> — Μπούκα!</p> + +<p>Ακούομεν αίφνης την φωνήν του πλοιάρχου μας. Εγειρόμεθα όλοι. Οι ναύται +τρέχουν εις τας θέσεις των.</p> + +<p> — Μόλα-μπουρίνα — τίρα-μόλα!</p> + +<p>Εισήλθομεν εις τον Ελλήσποντον, διά χειρισμού δεξιού αποφεύγοντες το +ισχυρόν ρεύμα. Δεξιά μας το Κουμ-καλέ, αριστερά το Συτίλ- Μπαχάρ, ορθάνοικτα +φύλλα της πόρτας του γαλάζιου πορθμού.</p> + +<p>Άνεμος δροσερός μας αναρριπίζει όλους. Αύραι ζωνταναί, αι αύραι του +Ελλησπόντου. Τας βλέπεις σχεδόν πνεούσας κυανάς από το Τσανάκ- καλέ, αόρατον +όπισθεν μιας κυανής άκρας της ασιατικής παραλίας. Τα ιστία αναταράσσονται κατ' +αρχάς χαρμοσύνως ως μανδήλια της σκούνας επισειόμενα προς χαιρετισμόν επί τω +αισίω κατάπλω και πλαταγούσιν ηδέως ως πτερά όρνιθος ετοιμαζομένης να +καθήση. Συρίζουν δε και τα καρχήσια εν αγαλλιάσει και τα «δίνουμε» σκιρτώντες +διά τ' Άσπρα Γιάρια. Το ρεύμα ροχθούν, αφρίζον, περιδινούμενον μεθ' ορμής +κατέρχεται προς τα κάτω, καθιστών αδύνατον τον περαιτέρω ανάπλουν.</p> + +<p> — Μπρούλια τρίγκο.</p> + +<p> — Μάϊνα κόντρα! Μάϊνα φλέσι!</p> + +<p> — Μάϊνα γάμπιαις!</p> + +<p> — Μάϊνα φλόκια!</p> + +<p>Αι διαταγαί του πλοιάρχου αλλεπάλληλοι αντηχούσαν εν τω κυανώ του +Ελλησπόντου όρμω. Ο δρόμος ανακόπτεται και η σκούνα πλήττουσα τα κύματα, ως +καλή οικοκυρά εισέρχεται εις τον θάλαμόν της ν' αναπαυθή μετά τόσον κοπιώδη +πλουν.</p> + +<p> — Πόντισον!</p> + +<p>Τελειόνει τας διαταγάς του ο πλοίαρχος και τρίβων τας χείρας του βηματίζει επί +της πρύμνης· αμέριμνος πλέον ως εργάτης σχολάσας από την εργασίαν του. Σχοινία +και ιστία, τα πολύπλοκα άρμενα όλα αναμίξ επί του καταστρώματος και άλλα επί +των ιστών. Οι ναύται ερπύζοντες ανέρχονται επί των κεραιών και περιμαζεύουσι +περιδένοντες πάντα εν τάξει.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Σκάφη παντοία ηγκυροβολημένα εν αταξία, καθώς ηυκολύνοντο, επλήρουν τ' +Άσπρα Γιάρια, ένα μέγαν λιμένα του Ελλησπόντου προς την Ανατολήν. Τριίστια +μπάρκα και σκούναι κομψαί και μπάρκα- μπέστια και τσερνίκια και τρεχαντήραι +παμμέγισται λαδάδικαι, φορτωμένα και κενά. Μαύρα, φαιά, πράσινα, γαλάζια, με +άσπρα μπούρδα, κατάμαυρα. Στιλπνά, καινουργή, παληοκάραβα ανθρακοφόρα. +Αυστριακά παμπάλαια, του πετρελαίου μπάρκα, Σκιαθίτικα, Κασσώτικα, Χιώτικα, +καράβια Γαλαξειδιώτικα, Ψαριανά καράβια όλα φύρδην μίγδην ανέμενον άλλα μεν +να πνεύση νότος, ίνα πλεύσωσι προς την Προποντίδα, άλλα δ' εκαρτέρουν τα +ρυμουλκά να τα ρυμουλκήσωσι δύο- δύο, τρία-τρία μέχρι του Αναγαρά.</p> + +<p>Καταγάλανα τα κύματα του Ελλησπόντου εχόρευον γύρω μας και αι ακταί +αμμώδεις εξετείνοντο καθαραί, απαστράπτουσαι, ευωδιάζουσαι. Τα μαγαζάκια +έξω του χωριού μέσα εις καταπρασίνους κήπους, γεμάτα πλοιάρχους, +εγελοκοπούσαν, κ' η βάρκες εκουβαλούσαν πρωί-βράδυ τροφάς νωπάς, σφακτά +τετράπαχα και δροσερά λαχανικά διά τον αραγμένον στολίσκον, ου τα πλείονα +πλοία προωρισμένα διά την Μαύρην θάλασσαν ήθελαν ν' αποχαιρετίσωσι τα +δροσερά της Ανατολής ζαρζαβατικά. Τινές δε πλοίαρχοι και συνεπλήρουν την +αποθήκην των τροφών, ευρίσκοντες αυτόθι ευθηνότερα και καλλίτερα τα +πράγματα.</p> + +<p>Η Θρακική Χερσόνησος απέναντι μας με τα θαμνώδη βουνάκια της εσκοτίνιαζεν +ήδη. Ο κάβο-Φονιάς, επικίνδυνος, εις αβαθή ύδατα, άκρα, μας έκρυπτε το Τσανάκ- +καλέ, όπου έπρεπε να παρουσιάση ο πλοίαρχός μας τα χαρτιά του κατά την +τάξιν.</p> + +<p>Χαριεστάτη διήλθεν είτα η πρώτη της νυκτός φυλακή. Ο γλαυκός Ελλήσποντος +ποικιλοτρόπως αντήχει από τους διαφόρους γλωσσικούς ιδιωτισμούς των ναυτικών +Ελληνικών πόλεων, συγχεομένους όλους εις μίαν δροσερωτάτην αρμονίαν. +Πλοίαρχοι και ναύται εκουβέντιαζαν από τα διάφορα πλοία ξεκουραζόμενοι μετά +τον επίπονον πλουν, διηγούμενοι προς αλλήλους τα κατά τον πλουν και ερωτώντες +«για της δουλιαίς πώς πάνε».</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Πρωί-πρωί, οξύτατος συριγμός ρυμουλκού με αφύπνισεν. Ανήλθον. Γαλανή +θάλασσα, γαλανά βουνά, γαλανός ουρανός, γαλανόν το ρυμουλκόν που μας +ετραβούσε προς την Προποντίδα, εμάς και δύο άλλα τρεχαντήρια, ένθεν και ένθεν. +Έτρεχε το ρυμουλκόν μετά δυνάμεως, και έφευγον επ' εδώ κ' απεκεί +χειροπιασμένα ως εν χορώ βουνά και κάμποι και κάστρα και χωριά. Βουνά με τα +δένδρα των και χωριά με τα σπίτια των όλα έφευγον, ως να τα είχε παρασύρει το +ρεύμα του Ελλησπόντου ακατάσχετον. Έτρεχε το ρυμουλκόν ολοταχώς, έτρεχε και +η σκούνα μαζί όπισθέν του, καμαρώνουσα, δεμένη, χαίρουσα. Νεόνυμφη που την +εχόρευε ο μικρός κουμπάρος της, το ρυμουλκόν με συρματένιο μανδήλι. Καμμιά +φορά ότε το ρεύμα ήτο ισχυρόν ήσθμαινε το ρυμουλκόν, εκοντοστέκετο και η +σκούνα με τα δυο τρεχαντήρια ένθεν και ένθεν αρνουμένη να προχωρήση — +κατάδικοι που τους επήγαινον να τους κρεμάσουν . . . . Ατμόπλοια διάφορα, +φορτωμένα και κενά παραπλέουσι αναβαίνοντα και καταβαίνοντα σιωπηλά, βωβά, +μη ανταλλάσσοντα ουδέ χαιρετισμόν από την βίαν των.</p> + +<p> — Έτσι μπορώ να ταξειδεύω με κάθε καιρό!</p> + +<p>Έλεγεν η Νεροφίδα, ξαπλωμένος ο γέρων ναύτης, — έλεγε πώς ήτο αδιάθετος +— παρά το μαγειρείον, οπόθεν εξήρχετο ευώδης η ορεκτική οσμή του +παρασκευαζομένου αλιπάστου κρέατος διά το πρόγευμα. Περί αυτόν οι ναύται +έξαινον στυππείον, διότι ο πλοίαρχος είχεν επαναλάβει πάλιν ειπών ότι «η μόνη +τέχνη που δεν περνά είναι η τεμπελιά».</p> + +<p> — Σαν αποχτήσω, βρε παιδιά, εξηκολούθησεν η Νεροφίδα, κ' εγώ +καμμιά σκούνα, και γένω καπετάνιος, θα πάρω κ' ένα ρυμούλκι, να με τραβά +πάντα. Κ' εγώ ξαπλωμένος θα φουμάρω το τσιμπουκάκι μου. Να με βλέπουν που +λέτε η θάλασσαις και τα πέλαγα και να λένε: « — Να καπετάνιος μια φορά!» Να με +βλέπουν οι σκούναις και τα μπάρκα και να λένε: « — Να καπετάνιος μια φορά!» Να +με βλέπουν και η Μαυροθαλασσίτισσαις και μελαχροιναίς και να λένε και αυταίς: « +— Να καπετάνιος μια φορά!»</p> + +<p>Και θωπεύων εγγύς του τον Αράπην, τον μπογαζιανόν σκύλλαρον της σκούνας, +έλεγε χαριεντιζόμενος, θεωρών το ρυμουλκόν αφανές από τους αφρούς, έλκον +ολοταχώς την σκούναν.</p> + +<p> — Γεια σου, ξεφτέρι μου! |</p> + +<p>Κ' εξηκολούθει:</p> + +<p> — Έπρεπε να σας είχα, μωρέ σεις παιδιά, με τούτη τη σκούνα. +Εταξειδεύσαμε πάλι για τον Ποταμόν άδειοι.</p> + +<p>Ξανοίξαμε από τον Μαρμαρά και εκάμναμε μια μεγάλη βόλτα από την +Ραιδεστό ς' την Καλόλημνο. Μόλις που ετεραμολάραμε, να τα γυρίσουμε, απάνω, +που λέτε, ς' την στροφή, ς' την Καλόλημνο, να και πετιέται ανατολικά μπροστά μας +πράσινο φανάρι, θηρίο ανήμερο ολοταχώς. Θάλασσα-κιαμέτι. Δεκέμβριος μήνας. Ο +καπετάνιός μας, μόλις που άφησε τα κιάλια από τα χέρια του κι' ανάσανε γιατί τα +πήραμε καλά, ακούει από την πλώρη:</p> + +<p> — Πράσινο φανάρι!</p> + +<p> — Πράσινο φανάρι! επαναλαμβάνει και ο πλοίαρχος σαν χαζός και +γυρεύει πάλι τα κιάλια του.</p> + +<p>Από την πλώρη η βάρδα ξαναφωνάζει πάλιν:</p> + +<p> — Πράσινο φανάρι!</p> + +<p>Αχ, μωρέ παιδιά μου, ένα πράσινο φανάρι! Το είδαμε κ' ηρχόντανε με θυμό +κατεπάνω μας, να μας φάη. Ημείς διπλαρωμένοι ακόμα. Το είδαμε όλοι πλεια.</p> + +<p> — Πάει μας τρακάρισε! φωνάζω με απελπισία. Έπρεπε να δείχνη +κόκκινο, για να είνε σε τάξι.</p> + +<p>Το είδε κι' ο καπετάνιος το πράσινο φανάρι που ηρχότανε με βογγυτό. +Εσάστισε.</p> + +<p> — Άη-Νικόλα μ'! ασημένια σου την χαρίζω!</p> + +<p>Αυτό μονάχα πρόφθασε να ειπή ο καπετάνιος. Οι ναύταις όλοι βλέπαμε το +πράσινο φανάρι που ερχότανε με κρότο.</p> + +<p> — Ε! από το βαπόρι! Ε! από το βαπόρι! φωνάζαμε όλοι, αλλά ο αγέρας +έπαιρνε προς τα κάτω της φωναίς μας. Ούτε ξεχώριζαν διόλου από την βοή του +βοριά. Την καμπάνα! την καμπάνα!</p> + +<p>Ακούμε τότε μια φωνή, και αμέσως ακούμε και την καμπάνα που εβούιζεν +άγρια ς' την πλώρη μας σαν σε λείψανο.</p> + +<p>Απάνω ς' το χτύπημα της καμπάνας ακούμε και δυνατό σφύριγμα, σφύριγμα +μηχανής. Κ' ένα ξεθύμασμα βαθύ κατόπιν. Η σκούνα μας τα γύρισε και το πράσινο +φανάρι σταμάτησε μπροστά μας, ένα θηρίο, ένα θεοπάπουρο!</p> + +<p>Ποιος φώναξε: — την καμπάνα; — Κανείς από μας δεν φώναξε. Πώς χτύπησεν η +καμπάνα; Κανείς από μας δεν χτύπησεν. Ο μάγειρός μας, ένας που έκαμε σε +μοναστήρια, έλεγε πως είδεν ένα γεροντάκι ζωηρό με άσπρα γένεια στρογγυλά σαν +τον Άη-Νικόλα, που εχτύπησε μονάχος του την καμπάνα.</p> + +<p>Σ' την μέση θα μας έκοβεν, αν δεν μας εγλύτωνεν ο Άη-Νικόλας.</p> + +<p>Και μετ' ευλαβείας η Νεροφίδα διακόψας την διήγησιν έκαμε τον σταυρόν του. +Όλοι τον εμιμήθημεν.</p> + +<p> — Είδατε, μωρέ παιδιά, το ασημένιο καραβάκι; Εξηκολούθησε πάλιν η +Νεροφίδα. Εκείνο το ασημένιο καραβάκι που κρέμεται από τον μεγάλον +πολυέλαιον ς' τον Άη-Νικόλα; ς' την πατρίδα; Είν' η σκούνα μας αυτή που την +έταξεν ασημένια ο καπετάνιος μας ς' τον Άη-Νικόλα τότες που μας εγλύτωσε. Όλη +από καθαρό ασήμι, καλοδουλεμένο, της Ρωσίας ασήμι. Μισή οκά ασήμι. Σε πρώτο +ταξείδι, όταν φθάσαμε με το καλό ς' το Ταϊγάνι, ο καπετάνιος μας αμέσως +επαράγγειλε μια ασημένια σκούνα, μισή οκά, με τα κατάρτια της, με τα πανιά της +ανοιχτά, με τα ξάρτια της, όλα ασημένια. Μπροστά 'ς την πλώρη ένα ασημένιο +γεροντάκι με στρογγυλά ασημένια γένεια, ο Άης-Νικόλας, σημαίνει την καμπάνα +την ασημένια. Πίσω ο καπετάνιος. Δεν λείπει κι' αυτός. Γονατιστός, ξεσκούφωτος, +ασημένιος.</p> + +<p>Είνε τώρα κρεμασμένη 'ς τον πολυέλαιο του Άη-Νικόλα. Και όταν ανάφτη ο +γέρω-Συμβίας της λαμπάδες, ς' την πανήγυριν, σ' την αγρυπνία και τον κουνή +κατόπιν τον πολυέλαιο, κουνιέται κ' η σκούνα η ασημένια μαζί του πέρα-δω, ς' την +αγρυπνία, κ' είνε μια χαρά να την βλέπης. Θαρρείς και ταξειδεύει ς' τη Μαύρη +Θάλασσα.</p> + +<p style="text-align: center;">* *<br />*</p> + +<p>Το ρυμουλκόν, αφού μας εξήγαγεν έξω από τα ρεύματα, μας άφησε πλέον. +Επεράσαμεν τα Γαλατάρια. Αφήσαμεν οπίσω τον Αναγαράν. Εχώνεψεν η +Καλλίπολις με τους μιναρέδες της, θαλασσωμένη μέσα εις τα γλαυκά της +Προποντίδος κύματα. Χάθηκε το Λαμψάκι το ιστορικόν και το Τσαρδάκι δεν +φαίνεται πλέον. Έκλεισεν ο Ελλήσποντος κ' ήνοιξεν η Προποντίς, ο κατακύανος +Μαρμαράς και κατάκρυος. Θαρρείς και ανήλθες εις κυανούν της Μεσογείου +θαλασσοπέδιον, υψηλά, προς τας κρυεράς αύρας, προς τα ολόδροσα +μελτέμια.</p> + +<p>Η σκούνα, με όλα τα πανιά, χαριέντως κλίνουσα προς την μίαν πλευράν, ως επί +κυανής κλίνης με το πλευρόν νύμφη, λοξοδρομούσα, προσεγγίζει οτέ μεν προς την +Θράκην, οτέ δε προς την Ανατολήν.</p> + +<p>Ο Μαρμαράς, κατάξηρος, με τα λατομεία του και με τους κολιούς του τους +μαρμαρινούς. Ατμόπλοια, γολέταις, τρεχαντήρια, βρίκια αναιβοκαταιβαίνουν σαν +πουλιά ταξειδιάρικα. Χορταίνει η καρδία καθαρόν αέρα και η όρασις καταπρασίνην +χλόην των αμπελώνων και φυτειών, αίτινες παχείαι περιβάλλουσι τα ονομαστά +Γανόχωρα της Θράκης. Αφίνομεν την Ραιδεστόν, χαιρετίζομεν την Καλόλημνον ως +πάπιαν εν μέσω της Προποντίδος παίζουσαν και ούτως εν χαρά πλέον με τα πανιά +γιαλό-γιαλό από τον Άγιον Στέφανον ς' τους δύο Τσεκμετζέδες παραπλέοντες +αράξαμεν μίαν αυγήν από κάτω από τα Ψωμαθειά της Πόλεως. Βόμβος αόριστος, +ως ανέμου μακρυνού βόμβος, έφθανε προς ημάς, η βοή της μυριοποθήτου +Βασιλευούσης. Όταν ανήλθον επί του καταστρώματος, έτριβον κ' επανέτριβον τους +οφθαλμούς μου, έκθαμβος προ του πανοράματος εκείνου του ζωντανού, το οποίον +ξετυλίσσετο ευφρόσυνον ενώπιόν μου. Σαν όνειρον, σαν χιλιόχρωμον ζωγραφίαν +επί κυανού εδάφους εθεώρουν εν θαυμασμώ την μυριάνθρωπον Πόλιν, με την +ανατολήν του ηλίου αναθρώσκουσαν από μέσα από την ομίχλην, ως αναδυομένην +από των κυμάτων, σύμπλεγμα πολύμορφον κυπαρίσσων και μιναρέδων και θόλων, +παλατίων και ναών.</p> + +<p> — Είδες την Πόλιν, βρε Γιαννάκη;</p> + +<p>Έλεγεν ο πλοίαρχος προς τον έφηβον υιόν του, εν σιγή θεωρούντα την +απροσδόκητον εκείνην οπτασίαν του χρυσού και φωτός και αφρού, άτινα +μυστηριωδώς στερεοποιούμενα μετεμορφούντο εις την μυθοπλαστουμένην Πόλιν, +την Πόλιν των αγαθών και του πλούτου, την Πόλιν της αναπαύσεως του +κεκμηκότος ναύτου, εις τα δροσερά κύματα της οποίας γλυκαινόμενον το πλοίον, +επαναλαμβάνει τον προς την Μαύρην θάλασσαν πικρόν πλουν.</p> + +<p> — 'Σαν ψεύτικη, πατέρα!</p> + +<p>Είπε μετά ώραν, αφηρημένος προς το θέαμα ο έφηβος, με παλμούς +ανυπομονησίας καρτερών πότε ν' απολαύση εγγύτερον, να ψαύση την εύμορφον +εκείνην ζωγραφίαν της αιχμαλώτου μητροπόλεως του Γένους.</p> + +<p> — Ινανμάσι γκελ ταμπάκ!</p> + +<p>Ετραγωδούσεν εκείνην την ώραν γλυκύτατα ο πωλητής του αφράτου +μουχαλεμπιού από της υψηλής των Ψωμαθειών ακτής.</p> + +<p> — Σαν δεν πιστεύης έλα να ιδής!...</p> + +<h5 style="margin-top: 3em">Η'.</h5> + +<p>Μαύρα δάκρυα έχυσα την ημέραν, καθ' ην έμελλον ν' αποχωρισθώ πλέον της +αγαπημένης μου σκούνας. Ναυαγός εάν ήμην, δεν θα έκλαιον τόσον την +απολεσθείσαν περιουσίαν μου.</p> + +<p> — Γιατί να μη έχω μίαν σκούναν ιδικήν μου!</p> + +<p>Έλεγεν ο λογισμός μου παραπονούμενος.</p> + +<p> — Να ταξειδεύω! Να ταξειδεύω! Πάντα να ταξειδεύω!</p> + +<p>Επανελάμβανον οι πόθοι μου ορφανοί, πενθηφορούντες. Επί πολύν χρόνον +μετά ταύτα, τας νύκτας, τα όνειρά μου εσχηματίζοντο εν μέσω σχοινίων κ' ιστών +και ιστίων εν μέσω πελάγους και αφρού και κυμάτων. Πλέοντα, λοξοδρομούντα, +καραβίζοντα όνειρα. Γαλήνης και τρικυμίας όνειρα. Με τα πανιά όνειρα!</p> + +<p>Έως ου αφυπνίσθην μίαν πρωίαν με υπολευκάζοντα τον βαθύν πώγωνα. Το +λευκόν μοι επροξένησε ρίγος. Ο λογισμός μου δεν έχει πόθους πλωτούς πλέον. Μ' +αρέσει τώρα να βλέπω την θάλασσαν από μακράν, έως ου έλθη καιρός να βλέπω +και τον κόσμον από μακράν....</p> + +<p>Και μόνην ευχαρίστησιν πλέον αισθάνομαι να εκκλησιάζωμαι εις τον ναόν του +αγίου Νικολάου — επάνω εις τα Κοτρόνια — εις την υψηλήν πετρώδη της νήσου +κορυφήν. Και όταν ο Γέρω-Συμβίας ο κορακοζώητος, ανάπτη τον μέγαν πολυέλαιον +και σείη αυτόν, μ' αρέσει να βλέπω να σείεται μετ' αυτού και η ασημένια σκούνα, η +οποία κρέμεται από τον μέγαν του ναού πολυέλαιον, υπό τον θόλον, τάξιμον +ευλαβές του πλοιάρχου μου. Απαράλλακτη η σκούνα μου, η καταπρασίνη, που μια +φορά κ' έναν καιρόν ήταν αραγμένη εις τον βοσπορίζοντα λιμένα της νήσου. Με τα +κατάρτια, με τα πανιά, με τα σχοινιά, με τάρμενα. Απαράλλακτη. Αλλά δεν είνε +πρασίνη πλέον, ουδέ μεγάλη. Είνε μικρά και ασημένια όλη, τάξιμον ευλαβές του +πλοιάρχου μου, που εγλύτωσε μια φορά από τράκο μέσα 'ς τη θάλασσα του +Μαρμαρά, θαρρείς και είνε η ψυχή της καταπρασίνης σκούνας, μικρά, ασημένια +σκουνίτσα. Και όταν σείεται ο πολυέλαιος και σείεται κι' αυτή μαζί της πέρα- δω, +θαρρώ πως είμαι μέσα κ' εγώ, και ταξειδεύει, ο νους μου ακόμη με τα πανιά....</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΝΕΡΑΙΔΕΣ<br />(1891)</h4> + +<p> +<br /> +Θερινήν τινα εσπέραν του έτους 1854 ασυνήθης κίνησις παρετηρείτο εν τω +ορμίσκω της μικράς πολίχνης της νήσου. Εκεί ην και η λιθίνη αποβάθρα, όπου +ηδύνατό τις ευκόλως ν' αποβιβασθή, αποφεύγων την προς τα δεξιά ημικυκλικήν +κλίσιν της χαλικώδους ακτής, ένθα εκινδύνευε να βραχή, εμβαπτιζόμενος εν τω +ύδατι μέχρις αστραγάλων, χωρίς να υπολογίση το <i>πλατσάνισμα,</i> ούτινος θα +εγίνετο πρόξενος πηδών εντός της αβαθούς θαλάσσης. Εκτός αν εξήρχετό τις +πρώτον πατών εις το ύδωρ και σύρων είτα την λέμβον, αν ήτο ελαφρά, μέχρι των +ποικιλοχρώμων οστράκων της παραλίας, άτινα εσώρευεν εκεί και ξηρά και +θάλασσα, η μεν λεία, καθαρά και εστιλβωμένα εν τη προστριβή του κύματος, η δε +ρυπαρά και ακάθαρτα, όσα θραύσματα έρριπτον οι κάτοικοι εις τον άνω της ακτής +βράχον, γενικήν αποθήκην των σαρωμάτων. Εν τούτοις την εσπέραν εκείνην αι +προσερχόμεναι από του πελάγους λέμβοι, συστέλλουσαι πρώτον το μικρόν πανίον, +είτα διά των κωπίων σιγά-σιγά ως πάπιαι επλησίαζον κατά προτίμησιν ουχί εις την +αποβάθραν, αλλά εις την αβαθή εκείνην παραλίαν. Έρριπτον το μικρόν αγκύριον, +κατεβίβαζον οι ναύται τον ιστόν, διπλούντες αυτόν εν τω πανίω, και ησύχως μετά +ταύτα εξεσφενδόνιζον επάνω εις τα υαλιστερά λαλαρίδια το φορτίον των, σάκκους +τινάς πλήρεις, αλλά τοσούτον ελαφρούς ως να περιείχον άχυρον. Τούτο, και ιδίως +ότι αι λέμβοι απέφευγον την αποβάθραν, έθεσεν εις πειρασμόν τον τελωνοφύλακα +της νήσου, όστις ήρχισε ν' αναβοκαταιβαίνη εις τον επάνω της ακτής βράχον, +χρησιμεύοντα και ως πλατείαν της μικράς πολίχνης. Οι σάκκοι έπιπτον τόσον +αψοφητεί, ώστε, συνεπέρανεν ο τελωνοφύλαξ, το φορτίον θα ήτο αβαρές τι +πράγμα.</p> + +<p> — Να είνε άχυρα! διελογίζετα. Πλην δεν εθέρισαν ακόμη. Και μετ' +ολίγον προσέθηκε:</p> + +<p> — Να είνε μπαμπάκια! Αλλά δεν ήτο καιρός· της μπαμπακιές της +εσκάλιζον ακόμη.</p> + +<p>Εκοντοστάθη ολίγον ο τελωνοφύλαξ εις την άκραν του βράχου, ως εάν +προσεπάθει να ίδη από εκεί το περιεχόμενον των σάκκων, ή να διακρίνη εκ του +υποκώφου κρότου, ον απετέλουν εκσφενδονιζόμενα επί των οστράκων τα πλήρη +εκείνα σακκία. Και είτα ώρμησε να κατέλθη εις την παραλίαν, συμπεραίνων εν +θριάμβω:</p> + +<p> — Χωρίς άλλο θα είνε καπνά!</p> + +<p>Ήτο περί το τέλος του ο μάϊος. Και την νύκτα εκείνην έλαμπε μελιχρώς η +σελήνη, διαχέουσα γλυκύτατον ωχρόλευκον φως επί της πολίχνης και του +ορμίσκου, όστις έστιλβεν ως απέραντος καθρέπτης με χρυσά κροσσωτά πλαίσια, +χρυσήν παίζουσαν ανταύγειαν του φωτάς της σελήνης. Ηδύνασο να διακρίνης εξ +αποστάσεως ως αν ήτο ημέρα. Ιδίως δε μίαν γλυκείαν αργυρόχρυσον λάμψιν +προσέλαβον οι προς αριστεράν του ορμίσκου λευκοί βράχοι και οι οικίσκοι της +κώμης, επί των φαεινών τοίχων των οποίων εγράφοντο μαύραι γραφαί στεγών, +εξωστών, γείσων, καπνοδόχων, κληματαριών και δένδρων, σκιάσματα πραγμάτων +απεικονιζομένων επί του τοίχου ως τις πάντεχνος εικονογραφία. Ακόμη και γαλής +τίνος η σκιά, ήτις εκαμάρωνεν ως νύμφη επί τινος στέγης, ρεμβάζουσα υπό το φως +της σελήνης, εζωγραφίσθη καί αυτή, ακίνητος και μεγάλη, με τας κομψάς κλίσεις +των γραμμών του ευτραφούς σώματός της. Νησίς τις πετρώδης και στρογγύλη, εν +μέσω του ορμίσκου, έλαμπεν ως μέγα αυγόν, το οποίον αργότερον ως κλώσσα +ήθελε καλύψη με τας πτέρυγάς της η μαύρη νυξ.</p> + +<p>Ήδη και άλλη λέμβος ενεφανίσθη εις την είσοδον του ορμίσκου. Κατ' αρχάς +ηκούοντο απ' αυτής γυναικείων φωνών άσματα, τα οποία γλυκύτατα έπληττον τον +ήρεμον πόντον, αντίθεσις φαιδρά προς τον πένθυμον κρωγμόν του νυκτοπουλιού, +όπερ εστέναζεν από της σεληνοφώτου καμάρας του κωδωνοστασίου. +Προσεγγιζούσης ολίγον κατ' ολίγον της λέμβου, έπαυσε το άσμα και ήκουες τώρα +μόνον τον πλαδαρόν κρότον της κώπης, ήτις μαλακά-μαλακά εσκάλιζε την λείαν της +θαλάσσης επιφάνειαν ως να εσκάλιζε φωτός τολύπην μαρμαίρουσαν κ' έβλεπες +κατά την από της θαλάσσης ανύψωσίν της ν' αποστάζωσι φαειναί ρανίδες ύδατος +ως ιλαράς φλογός σκορπίσματα με αδαμαντίνην λάμψιν.</p> + +<p>Το ιστίον της λέμβου ταύτης εκυμάτιζεν ελαφρώς εκ του δροσερού απογαίου +σχηματίζον πτυχάς πλην μετά τινος νάρκης ως από κοπώσεως μακρού πλου, και +μάλλον εκρέματο από του ιστού ως ιμάτιον βαρύ από καρφίου· πλην η λέμβος είχε +δρόμον κ' εθραύετο ένθεν και ένθεν το αργυρόχρουν κύμα εις τας λείας παρειάς +αυτής, κ' εσχηματίζετο όπισθεν αργυρόχρυσος άλλη αύλαξ, ην εθεώρει με τον ένα +οφθαλμόν πλαγίως ακουμβισμένος ο γέρων πηδαλιούχος, προσπαθών ίσως να +διίδη εις τα μυστικά βάθη του πόντου του κόσμου το όνειρον. Ήτο και ηλικιωμένη +τις γυνή εν τη πρώρα, γυρμένη εκεί εις την χαμηλήν κωπαστήν υπό της νυκτός την +αποναρκούσαν δρόσον, τρεις δε νεάνιδες με λυτά τα ξανθά μαλλιά των, πραέως +ακτινοβολούντα, με βοστρύχους ως χρυσάς δέσμας, εκωπηλάτουν ως άνδρες +κανονικώς και ισχυρώς, σπεύδουσαι να φθάσωσιν εις την παραλίαν.</p> + +<p>Ο τελωνοφύλαξ βέβαιος πλέον ότι θα συλλάβη τα λαθραία, εισέδυ υπό τινα +σκιερόν του βράχου θάμνον και παρεφύλαττε την τελευταίαν ταύτην λέμβον, ήτις +ήτο και μεγαλειτέρα.</p> + +<p> — Αν δεν ήσαν λαθραία, είπε μετά πεποιθήσεως, θα πήγαινε 'σ τη +σκάλα.</p> + +<p>Διότι πραγματικώς η λέμβος προσήγγισεν εις το απώτερον του ορμίσκου μέρος, +όπερ περιφρασσόμενον υπό τίνων σχοίνων, ήτο σκοτεινόν και απρόσιτον.</p> + +<p>Ηκούσθη ο κρότος του αγκυρίου και συνάμα νεαρά φωνή γυναικεία από της +ακτής:</p> + +<p> — Ελάτε δα, χρονιάσατε!</p> + +<p>Από της λέμβου εξήλθε χαιρετισμός φαιδρός συγχρόνως παρ' όλων.</p> + +<p> — Ξέρς πως φοβήθ'κα! επανέλαβεν η έξω φωνή της αναμενούσης +νεανίδος.</p> + +<p> — Η αγάπη γεννά τον φόβον· απεκρίθη ο γέρων πηδαλιούχος.</p> + +<p> — Απαντήσατε τίποτε; ηρώτησεν η αναμένουσα.</p> + +<p> — Δόξα σοι ο Θεός! ησυχία. Περάσαμε πολύ ώμορφα.</p> + +<p>Η ηλικιωμένη γυνή, άμα αισθανθείσα το επί της άμμου ξερόν σύρσιμον της +λέμβου, ηγέρθη από της κωπαστής και ήρχισε να ρίπτη έξω σάκκους ένα-ένα, +οίτινες έκαμνον έν πήδημα πρώτον ελαφρόν επί των οστράκων και είτα έμενον +εκεί.</p> + +<p>Παραπέρα, όπου είχον αποβιβάσει τα φορτία των αι άλλαι λέμβοι, θόρυβος +ηκούετο. Γυναίκες, κατελθούσαι από της ελικοειδούς ατραπού του βράχου, και +νεάνιδες και παιδία με φλυαρίαν ατελείωτον προσεπάθουν να μετακομίσωσι τους +σάκκους.</p> + +<p>Ο τελωνοφύλαξ, ως ιέραξ κεκρυμμένος εις το ύψος του καθήκοντός του, +ητοιμάζετο με τους γαμψούς όνυχάς του να επιπέση κατά της αθώας λείας, ότε την +ορμήν του ψυχραίνει γραία τις, φωνάζουσα μετά δακρύων σχεδόν.</p> + +<p> — Αρί-σείς, κορίτσια, δος τε μου κ' εμένα δυο φ'λλάκια πλειο. Αρί-σείς +θα ψουφίσ' 'κεινουδά του καματερό.</p> + +<p>Νεάνις τις, φορτωθείσα τον σάκκον μετά της νεαζούσης εκείνης προθυμίας και +ορμής, την ετσαλαπάτησε την γραίαν ολολύζουσαν. Αλλ' αυτη ηγέρθη πάλιν και +απετείνετο προ άλλην τώρα νεανίδα.</p> + +<p> — Αρί-σείς, κορίτσια, δυο φ'λλάκια πλειο.</p> + +<p>Ο τελωνοφύλαξ έγρυξεν απολύσας από του στόματός του βραχνήν +βλασφημίαν, εννοήσας πλέον περί τινος επρόκειτο και τι ην το ελαφρόν εκείνο +φορτίον.</p> + +<p> — Τουλάχιστον να μη ξεχνάμε την τέχνην είπε, και ανέβη εις τον βράχον, +όπου είχον συναχθή περίεργοι τινες νησιώται, αμερίμνως καπνίζων το σιγάρον του +ως να μη είδε τίποτε.</p> + +<p>Αι γυναίκες λαμβάνουσαι τους σάκκους, ελαφρούς ως αχυροδέματα έφευγον +προς τας οικίας, γλήγορα-γλήγορα ανερχόμεναι τον βράχον, ίνα αποφεύγωσι των +περιέργων τα βλέμματα. Διά τούτο αι λέμβοι απέφευγον και την αποβάθραν.</p> + +<p>Αι τρεις ξανθόμαλλοι νεάνιδες, εξελθούσαι επί της ακτής εγένοντο ήδη +τέσσαρες μετά της έξω αναμενούσης, και αυτής ξανθομάλλου. Εξήλθε και η +ηλικιωμένη γυνή, παρέλαβεν εις τας αγκάλας της και απεβίβασε και τον γέροντα +πηδαλιούχον ως σάκκον πλήρη και αυτόν, όστις αμέσως με δύο χονδράς ράβδους +επιστηριζόμενος ανήρχετο σιγά- σιγά τον ανήφορον, εν ώ αι τέσσαρες νεάνιδες και +η άλλη γυνή, φορτωθείσαι ανά δύο ογκώδεις σάκκους, έσπευδον προς την οικίαν +των, αφού προσέθεσαν εν ασφαλεία την λέμβον.</p> + +<p> — Καλά που ήλθατε, είπε την τελευταίαν στιγμήν η έξω πρότερον +αναμένουσα. Μου είπανε πως 'ς την Κεχρεά μας τα μαζώξανε τα φύλλα.</p> + +<p> — Αύριο πρωί-πρωί θα πάμε όλοι· απήντησεν η ηλικιωμένη γυνή.</p> + +<p> — Σου φέραμε κάτι φύλλα, Φανιώ, είπεν η μεγαλειτέρα των νεανίδων, +που το καματερό μας θα βρη τη χαρά του. Να ιδής μεγάλα και τρυφερά. Γυρίσαμε +όλη τη Γλώσσα.</p> + +<p>Και ετράπησαν όλαι αι γυναίκες προς τον ανήφορον, όπου ο γέρων +πηδαλιούχος ανήρχετο ακόμη σιγά-σιγά χωλαίνων με τους δύο πρισμένους πόδας +του και τα δύο χονδρά ραβδία του.</p> + +<p> — Αρί-σείς, ηκούσθη όπισθεν πάλιν η φωνή της αιτούσης γραίας. Αρί- +σείς, δος τε μου δυο φ'λλάκια πλειο· τι ήτανε! Μάλαμμα τα κάματε;</p> + +<p>Επειδή δε και αύται δεν έδωκαν προσοχήν εις τους λόγους της, κουρασμέναι +από το ταξείδιον, η γραία, έρημος απομείνασα πλέον εις την έρημον παραλίαν, +είπε μετά τινος οργής:</p> + +<p> — Καλά σας είπανε <i>Αναράϊδες!</i></p> + +<p>Αι τέσσαρες νεάνιδες, ακούσασαι το όνομα τούτο εταράχθησαν, πλην η άλλη +γυνή η συνοδός αυτών, ήτις ωμοίαζεν ως μήτηρ, χωρίς παντάπασι να πειραχθή, +αναγνωρίσασα την φίλην της γραίαν γειτόνισσαν, ολίγον κακόγλωσσον, είπε:</p> + +<p> — Δεν έρχεσαι, καϋμένη, 'ς το σπίτι; μόνον ήλθες 'ς το γιαλό; Ημείς +ξεπλατισθήκαμε 'ς το κουπί.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Ο Καπετάν-Θοδωρής, γέρων 65 ετών, υπήρξεν είς των ικανωτέρων +εμποροπλοιάρχων της νήσου. Διά του ιδρώτος του προσώπου του ευτυχήσας ν' +αποκτήση μέγα βρίκιον, εταξείδευεν από της Ισπανίας μέχρι της Αζοφικής, έχων +πλούτον και υπόληψιν, δύο πράγματα, τα οποία σπανίως συναντώνται επί ενός και +του αυτού ατόμου. Πλην κατά τινα αποκλεισμόν των παραλίων της δυτικής +Μεσογείου υπό του στόλου της Αγγλίας, ο καπετάν-Θοδωρής μη λαβών γνώσιν της +προκηρύξεως αυτού, ότε απέπλεεν εκ Βαρκελώνης, ευρέθη αίφνης με το βρίκιόν +του φορτωμένον εντός της αλύσεως των Αγγλικών πολεμικών.</p> + +<p> — Στοπ!</p> + +<p>Πάραυτα το εσταμάτησαν το ωραίον βρίκιον οι άγριοι της θαλάσσης +κατακτηταί, τα κατέσχον μετά του φορτίου, δυνάμει του πολεμικού αποκλεισμού +και τον ατυχή καπετάν-Θοδωρή συνέλαβον κ' έρριψαν εις την ειρκτήν της +ναυαρχίδος, απολύσαντες τους ναύτας, αφού πρώτον καλώς τους +εμαστίγωσαν.</p> + +<p>Δύο έτη έκλαιον εν τη νήσω του καπετάν Θοδωρή, η σύζυγος αυτού Γερακούλα +και τέσσαρες θυγατέρες του, ωραίαι και ξανθόμαλλοι, δροσεραί ως αφρός της +θαλάσσης κ' εύμορφοι ως μυρσίνης κλωνάρια. Έμαθον το δυστύχημα πλην έκλαιον +όχι το βρίκιον, αλλά τον καπετάν- Θοδωρή, όστις ήτο σιδηροδέσμιος εις τας ειρκτάς +του αγγλικού πλοίου, βυθισμένος μέχρι της οσφύος εν τη θαλάσση επί ικανάς ώρας +κατά τας πρώτας ημέρας, καθώς έλεγαν.</p> + +<p>Και η εύμορφος Γερακούλα έτρεχε με τας τέσσαρας θυγατέρας της, μικράς +τότε, και ήναπτε τας κανδήλας των εξοχικών ναΐσκων και παρεκάλει κ' εδέετο. +Τέλος μετά έν έτος πεισθέντες οι άγγλοι περί της αθωότητος του καπετάν-Θοδωρή +— πόσον αργά πείθονται οι ισχυροί! — πεισθέντες ότι ο καπετάν-Θοδωρής ουχί εκ +περιφρονήσεως χάριν κέρδους επισφαλούς αλλ' εξ αγνοίας ευρέθη εντός της +γραμμής του αγρίου εκείνου στόλου, απέλυσαν αυτόν, δόντες μίαν ενδυμασίαν και +μίαν λίραν — ελεημοσύνην ισχυρού προς ασθενή — ως πικράν ανάμνησιν της εν τη +αγγλική ναυαρχίδι καθείρξεώς του.</p> + +<p>Πλην άλλη και πικροτέρα έμελλε να ήνε η από των άγγλων ανάμνησις του +αγαθού εμποροπλοιάρχου. Ο καπετάν-Θοδωρής έχασε την υγείαν του. Εκ των +συχνών αναγκαστικών λουτρών εν τη ειρκτή και των άλλων μαρτυρίων εν τοιαύταις +ώραις έπαθεν εκ χρονίων ρευματισμών κ' εξήλθεν εις την πατρίδα του ως γέρων +κυφός και πιασμένος, ο ανδρείος εκείνος καπετάν-Θοδωρής, όστις επατούσε κ' +εσείετο η γη, όταν τον είδεν η ωραία Γερακούλα και τον ηγάπησε.</p> + +<p>Μόλις δύο έτη μετά ταύτα ήρχισε να βαδίζη κάπως ελευθερώτερον, πλην δεν +ήτο πλέον δι' εργασίαν. Έφαγε και τα ολίγα αποταμιεύματά του και ήδη απέζη, +αυτός και η οικογένειά τους εκ των μικρών προσόδων των κτημάτων του.</p> + +<p>Τα έτη παρήρχοντο. Αι εύμορφοι θυγατέρες του εμεγάλωνον και εγίνοντο +ευμορφότεραι. Ο δε καπετάν-Θοδωρής το μόνον όπερ ηδύνατο να κάμνη ήτο να +κατέλθη συρόμενος με τα δύο ραβδία του μέχρι της αγοράς εις το παρά την +αποβάθραν καφενείον κ' εκεί να πίνη ένα καφέ, — τον προσφιλή του ναργιλέν +απηγόρευσαν οι ιατροί — και να διηγείται τα παθήματά τους. Περί των λοιπών +εφρόντιζεν η σύζυγός του η καλή Γερακούλα. Αύτη με όλην την πτωχίαν διετήρησε +τον φαιδρότατον χαρακτήρα της δροσερόν και χαρμόσυνον, τρέχουσα εις τα +κτήματά της με τας θυγατέρας της, χωρίς η παραμικρά κατήφεια να επισκιάση την +λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών.</p> + +<p> — Καλομοίρα που είσαι! έλεγεν ενίοτε ο καπετάν-Θοδωρής, γυρμένος +τον χειμώνα παρά την θερμήν εστίαν, ενώ παραπέρα εκάθηντο κατά σειράν +τέσσαρες κόραι ξανθόμαλλοι, αι τέσσαρες της Γερακούλας θυγατέρες, με την +κάλτσαν περί τον λαιμόν πλέκουσαι.</p> + + +<p> — Έχει ο Θεός! απήντα η φαιδρά Γερακούλα.</p> + +<p>Και όταν πάλιν η γραία πονηρά γειτόνισσά της, απόξω-απόξω, διά να μάθη, +ωμίλει περί υπανδρείας προς την Γερακούλαν και ότι τάχα πώς θα ημπορέση σ' +αυτόν τον δύσκολο καιρό να υπανδρεύση τέσσαρας θυγατέρας, — είχε και αυτή +μίαν μόνην θυγατέρα κ' έκλαιε και ωδύρετο — η Γερακούλα απήντα πάλιν +περιχαρής:</p> + +<p> — Έχει ο Θεός!</p> + +<p>Και έλαμπον τα μαύρα τα μάτια της από την χαράν και από την ελπίδα, και +περιήρχετο τα εξωκκλήσια κατά τας εορτάς ξένοιαστος κ' ελευθέρα παθών και +βασάνων, ανάπτουσα τας κανδήλας και δεομένη του Δεσπότου Χριστού, όστις +φροντίζων εν τη απείρω αυτού αγαθότητι περί των πετεινών του ουρανού, τα +οποία ούτε σπείρουσιν ούτε θερίζουσι, πολύ περισσότερον φροντίζει περί των +ευσεβών και αγαθών θυγατέρων.</p> + +<p>Εν τούτοις ο καιρός έφευγεν, ως φεύγει το κύμα, και αι θυγατέρες της +Γερακούλας εμεγάλωναν.</p> + +<p>Ούτω, θυγατέρας της Γερακούλας, τας απεκάλει και ο γέρων πατήρ. Ο καπετάν- +Θοδωρής δεν ελογάριαζε πλέον τον εαυτόν του μεταξύ των ζώντων.</p> + +<p> — Δεν με πετάτε, καϋμένες, 'ς το γιαλό!</p> + +<p>Έλεγεν ενίοτε βαρυθυμών.</p> + +<p> — Χριστός και Παναγία, καπετάν-Θοδωρή μου! εφώνει η σύζυγος.</p> + +<p> — Χριστός και Παναγία, πατέρα! έλεγον και αι θυγατέρες του.</p> + +<p>Πλην όσον ηύξανεν η ηλικία των, τόσον ηύξανον και αι ελπίδες της μητρός, +αίτινες ως κολοκύνθαι ανεβλάστανον, αι οποίαι όσον κόπτονται αι κορυφαί των, +τόσον φύουσι νέα άνθη και νέους καρπούς.</p> + +<p>Κατά δε τας μακράς του χειμώνος νύκτας, ότε η Γερακούλα ενυκτέρευε μετά +των τεσσάρων θυγατέρων της, ενώ ο καπετάν-Θοδωρής πιών τον τελευταίον καφέ +του εκοιμάτο εγγύς της εστίας, έλεγε μετά θαυμαστής φαιδρότητος πάντοτε, +δώρου ζηλευτού της θείας δυνάμεως, ήτις ενισχύει τους δούλους της εν ταις +περιπετείαις και θλίψεσι του βίου, ως ενίσχυε τους μάρτυρας προ των +βασάνων.</p> + +<p>Έλεγε λοιπόν η Γερακούλα προς την μεγάλην:</p> + +<p> — Εσένα, Ελένη, θα σου δώσω κτηματία, να έχης αμπέλια και +χωράφια.</p> + +<p>Αι θυγατέρες γελώσαι άφινον το πλέξιμον και έκαμνον ήδη μπαμπακούλες, +τυλίσσουσαι λοβούς κροκωτούς αραβοσίτου εντός της καιούσης τέφρας της +εστίας.</p> + +<p> — Εσένα, έλεγεν είτα, αποτεινομένη προς την δευτερότοκον, την +Μαριγώ, θα σου δώσω έμπορα.</p> + +<p> — Τρακ! εκρότει η μπαμπακούλα, ο λοβός του αραβοσίτου· +εκτινασσόμενος σχασμένος βαμβακόλευκος εκ της τέφρας και κροτών ως αι +στράκαι την Μεγάλην Εβδομάδα.</p> + +<p> — Θάχης πανικά, νήματα, καλούδια, εξηκολούθει η Γερακούλα.</p> + +<p>Και προς την τρίτην έλεγε:</p> + +<p> — Εσένα θα σου δώσω, Μυρσινιώ μου, γραμματικό.</p> + +<p> — Τρακ! εκρότει πάλιν από της τέφρας εκτινασσομένη αφράτη και +άσπρη η μπαμπακούλα.</p> + +<p> — Θάχης χαρτιά και καλαμάρια και πέννες.</p> + +<p>Τα κορίτσια εγελούσαν. Ήσαν και αυτά φαιδρά και καλοκάγαθα, σεμνά της +καλής μητρός αποτυπώματα.</p> + +<p> — Εσένα... εξηκολούθει η Γερακούλα...</p> + +<p> — Πόσες θυγατέρες έχεις, θα πω; διέκοπτεν η μικροτέρα, φαιδροτέρα +και ξανθοτέρα.</p> + +<p> — Εσένα, Φανιώ μου, έλεγε προς την τελευταίαν, εσένα θα σου δώσω +γιατρό!</p> + +<p> — Ω! έκαμναν θόρυβον αι άλλαι, ζηλεύουσαι τάχα.</p> + +<p> — Εγώ θέλω καπετάνιο, παρεπονείτο η Φανιώ, παίζουσα και +αστεϊζομένη, κ' έκαμνε πως κατέβαζε τάχα τα μούτρα, καταγινομένη εις της +μπαμπακούλες.</p> + +<p> — Καπετάνιο! απεκρίνετο η Γερακούλα μετά τινος μυστικού πόνου· και +εσιώπα, αφαιρουμένη εις τα ζωηρά της φλογός παιγνίδια.</p> + +<p> — Aχ! ανεστέναξε τότε ο γέρων, ακούσας ως εν ονείρω την οδυνηράν +λέξιν και αφυπνισθείς.</p> + +<p> — Γιατρό, θα σου δώσω, γιατρό με το ψηλό καπέλλο, να σε πηγαίνη +περίπατο, επανελάμβανε ζωηρότερον η καλή μήτηρ, διακόπτουσα την οδυνηράν +ανάμνησιν.</p> + +<p>Και εκάγχαζον αι νεάνιδες και έτρωγον μπαμπακούλες και εκρότουν οι λοβοί +του ξανθού αραβοσίτου εν τη τέφρα της εστίας επικροτούντες και αυτοί τας +φαιδράς της μητρός αστειότητας.</p> + +<p> — Γελάτε Αρί-σείς, παρετήρει η μήτηρ. Μεθαύριο βλέπετε.</p> + +<p> — Σ' το πιθάρι τους έχεις, θειά-Γερακούλα, τους γαμπρούς; ηρώτα +γελώσα πάλιν και παίζουσα η Φανιώ.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Η προσφιλεστέρα όμως ενασχόλησις της Γερακούλας και των θυγατέρων της ήτο η +έξω εις τα κτήματα των εργασία. Έμενεν η μία των θυγατέρων, συνήθως η +μικροτέρα, εις την οικίαν παρά τω γέροντι «να σαρώση, να βολέψη το σπίτι, να +ζυμώση, να μαγειρεύση» να περιποιηθή τον ασθενή πατέρα, αι δ' άλλαι +ηκολούθουν την μητέρα. Ούτω δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα κορίτσια αυτά εν τη +εξοχή ανετράφησαν. Διά τούτο έφερον εις το πρόσωπόν των την δροσερότητα των +δασών και εις την κόμην των το χρυσούν του αστάχυος χρώμα. Ως να μη ήσαν +τέκνα της Γερακούλας εφαίνοντο, αλλά βλαστήματα αγνά της αμωμήτου φύσεως, +των βουνών, των δασών, των ρευμάτων. Τόσην αγάπην είχον προς την πρασίνην +χλόην και τον δροσερόν αέρα της. Και οικιακήν αν είχον εργασίαν, απαιτούσαν την +παρουσίαν και των τεσσάρων θυγατέρων, πάντοτε την πρωίαν ήθελον πεταχθή εις +τον ελαιώνα ή την άμπελον, κάτι να ίδουν, κάτι να φέρουν, κάτι να αναπνεύσουν. +Επιάνετο η αναπνοή των μέσα εις τον στενόν οικίσκον.</p> + +<p>Αλλ' όταν δεν είχον εργασίαν εν τη κώμη, τότε όλην την ημέραν διήρχοντο εν τη +εξοχή μετά της μητρός των, ως αγαθού φρουρού, την δ' εσπέραν θαμπά-θαμπά +επανήρχοντο φαιδραί, δροσεραί, με την πλουσίαν ξανθήν κόμην των αόρατον υπό +την λευκήν ελαφράν μανδήλαν, πλήρεις αγροτικής ευωδίας και καλλονής ως άνθη +του βουνού, τα οποία δρέπει τις εις την κορυφήν αποτόμου πέτρας. Και τι δεν +έφερον τότε εις την οικίαν, εις τον αγαπητόν πατέρα των, όστις βαθύ παράπονον το +είχε, διότι δεν ηδύνατο να περιπατήση μέχρι της αμπέλου τουλάχιστον. Και τι δεν +έφερον! Λάχανα δροσερά, ευώδη και πολυώνυμα, λάπαθα, καυκαλίθρες, +παπαρούνες και λεβοδιές. Αλλά και αμανίτας απαλάς και ευωδιάζοντα βουνόν +κούμαρα. Και τότε την εσπέραν κατεσκεύαζον τα εύγευστα εκείνα «καλαπόδια» +τυλίσσουσαι ημικυκλικώς εις φύλλον λεπτόν ζύμης ψιλοκομμένα λάχανα μετ' +ελαίου και έψηνον αυτά ουχί εις τον φούρνον, αλλ' εν τη εστία επί πλακός +τιθεμένης επί του τρίποδος και απλουμένων υπ' αυτήν αραιώς των ανθράκων. Και +αν μεν ήτο καιρός εργασίας, αυταί εφρόντιζον περί πάντων, πλην του σκαψίματος +και κλαδεύματος. Εκαθάριζον τας ελαίας, συνήθροιζον τον καρπόν, αργολογούσαν +και εθειάφιζον την άμπελον, εκρεμούσαν τον ορεινόν εις την συκήν και +επεμελούντο της επιμόχθου συγκομιδής των σύκων, ότε περισσότερον ηλιάζονται +αι νεάνιδες παρά τα σύκα εν τω μέσω του αδένδρου αγρού, όπου τοποθετούνται αι +ηλιάστραι υπό τας φλογεράς του θέρους ακτίνας· τέλος ετρυγούσαν την άμπελον. +Πλήρης και ατελείωτος σειρά εργασίας περιφερομένη κυκλικώς μετά της περιόδου +του ενιαυτού. Όταν δε πάλιν δεν είχον εργασίαν γεωργικήν, τότε ηρέσκοντο να +πλέκωσι, να ράπτωσι και να νήθωσιν υπό την κατάμαυρον σκιάν της συκής, ή να +κάμνωσιν ένα περίπατον μέχρι της παραλίας της Κεχρεάς προς άλλην άγνωστον +ακτήν, διάφορον της συνήθους της κώμης παραλίας, και καθήμεναι παρά το +ευώδες κύμα να ρίπτωσι στρογγυλούς χάλικας εις τον διαυγή πυθμένα και τα +πράσινα νερά, ή να τρέχωσιν επί των στιλπνών οστράκων, τρικλίζουσαι μετά +χάριτος, ως νύμφαι θαλασσιναί, άρτι αναδύσαι εκ του αλμυρού πόντου, +αναζητούσαι επί της ευωδιαζούσης εκ της καθαρότητος παραλίας τα παμποίκιλλα +εκείνα κελύφη των οστράκων, άτινα μετά τόσης λεπτότητος κατεργάζεται λεία και +στιλπνά ο καλλιτέχνης πόντος, προστρίβων ταύτα έως ου αποκτήσωσι το χρυσίζον +εκείνο, ή υπέρυθρον, ή πάλλευκον χρώμα. Ενώ η μήτηρ, καθημένη εγγύς του +κύματος, αφηρείτο εις τας απέναντι νέας ακτάς και αγνώστους τόπους, +θαυμάζουσα την απλουμένην μυστηριώδη καλλονήν του πελάγους.</p> + +<p> — Τι ώμορφα! εψιθύριζεν η μήτηρ ως εν ονείρω, θεωρούσα τας κομψάς +γραμμάς των θεσσαλικών ακτών και του Πηλίου τας ερυθρωπάς σχισμάδας· εν ώ +ως κοπάδιον λευκών περιστερών υπελεύκαζον επάνω- ψηλά της Ζαγοράς αι +οικίαι.</p> + +<p>Ούτως είνε ο άνθρωπος. Το άγνωστον καταπλήττει. Όσον ωραίον, όσον +τερπνόν, όσον επαγωγόν και αν είνε το παρόν, το απτόν, γοητεύει πάντοτε το +άγνωστον, το άοπτον και αόρατον.</p> + +<p>Κ' εκεί της εφαίνετο ότι έβλεπεν εις το βάθος πέραν του κυανού πόντου έν +μαύρον βρίκιον με τα λευκά του ιστία ταχέως να διέρχηται ως αστραπή προ των +οφθαλμών της, ως να το εκίνει ουχί άνεμος, αλλά η αμείλικτος του πεπρωμένου +χειρ. Και τότε έκυπτεν η πτωχή εις το κύμα, ελάμβανεν αλμυρόν ύδωρ διά των +χειρών της και απέπλυνε τα πικρά δάκρυά της.</p> + +<p>Ούτω διά δακρύων εχαιρέτιζε την οιχομένην ευδαιμονίαν της η αρχαία της +νήσου καπετάνισσα.</p> + +<p>Ήτο η μόνη ανάμνησις, ήτις της έφερνε δάκρυα, νεφύδρια εις τον αίθριον +ουρανόν των μαύρων της οφθαλμών.</p> + +<p>Αλλ' οποίαν τρυφήν ενετρύφων την μεσημβρίαν, ότε εις το σκοτεινόν ρεύμα της +Κεχρεάς — εκεί πλησίον ήτο το κτήμα των — υπό τας πλατάνους και τα βαΐα και +τας μύρτους μαζή με τους κοσσύφους, τας τρυγόνας και τας φαιάς +αγριοπεριστεράς έτρωγον βρέχουσαι τον άρτον εις το κρύον του ρεύματος νερόν, +παραμερίζουσαι τα βρύα και τα καταπράσινα πολυτρίχια, τα οποία φύονται εις τας +πηγάς και τας κρήνας ως δροσεροί των υδάτων ανθισμοί. Και όταν το καύμα +εδυναμούτο υπό τας πλατάνους, κ' έβλεπον πέραν εις το κενόν να παίζη η +ατμοσφαίρα ως λεπτοτάτη και αόρατος σχεδόν αράχνη — σημείον υψίστης +θερμότητος — τότε απέβαλλον αι θυγατέρες της Γερακούλας τα μαύρα φουστάνια, +εκρεμούσαν την λεπτοΰφαντον λευκήν μανδήλαν από των κλώνων των χλοερών +και μακροφύλλων βαΐων, και με τα λευκά κολόβια ενίπτοντο κ' ελούοντο εις το +κρύον ρεύμα, δροσίζουσαι τον απαλόν και λευκόν αυτών λαιμόν ως κύκνοι και +βρέχουσαι την μακράν ξανθήν των κόμην ως μεταξίνην χρησίζουσαν κυματοειδώς +επί των νώτων.</p> + +<p>Και είτα ετραγωδούσαν με την γλυκείαν λεπτήν φωνήν των και αι τέσσαρες εν +αρμονία θελγούση και πολλάκις εχόρευον. Ω! και έψαλλον καλλιφώνως, ναι, +έψαλλον εις το ρεύμα αι ευσεβείς νεάνιδες το ωραίον τροπάριον της Παναγίας, της +γειτονίσσης των, ως την απεκάλουν τρυφερώς αι τρυφεραί κόραι. «Εν τη Γεννήσει +την Παρθενίαν εφύλαξας... »</p> + +<p>Κ' ησθάνετό τις γλυκύν τον αντίλαλον ν' αναβαίνη από του ρεύματος διά των +φύλλων της μυρωμένης εκείνης λόχμης ως ένθους και γοητευτική αρμονία +νυμφών, κατακηλούσα την ακοήν και καθηδύνουσα την καρδίαν.</p> + +<p>Διά τούτο αι φιλοσκώμμονες άλλαι γυναίκες τας απεκάλεσαν, κατά το εγχώριον +γλωσσικόν ιδίωμα, <i>Αναράιδες</i>.</p> + +<p> — Γιατί να μας λένε <i>Αναράιδες</i>; έλεγεν ενίοτε η μεγαλειτέρα.</p> + +<p> — Ναι γιατί, Μα, να μας λένε; Εγώ δεν θέλω, επανελάμβανεν η +μικροτέρα και ξανθοτέρα, ένα αιθέριον πλάσμα νύμφης και δρόσου και ορεινής +ευωδίας, η ωραία και ξανθή Φανιώ.</p> + +<p> — Μακάρι νάσαστε! έλεγεν η μήτηρ, πλύνουσα συγχρόνως εις το +διαυγές ύδωρ την σκονισθείσαν εκ της πορείας μανδήλαν της.</p> + +<p> — Τι λες και συ, θα πω;</p> + +<p> — Μακάρι νάμαστε, να τους πάρουμε τη μιλιά, να μη μιλούνε για +μας.</p> + +<p>Και ήρχιζε τότε η μήτηρ, βλέπουσα τα σειόμενα βρύα υπό του ρεύματος, να +διηγήται προς τας θυγατέρας τον περί Νεράιδων μύθον, καλλωπίζουσα αυτόν +κομψώς διά της αφελούς φαντασίας της:</p> + +<p> — Αι Αναράιδες ήτανε ώμορφες γυναίκες, μα πολύ ώμορφες. Ψηλές, +λιγνές, κάτασπρες, ροδοκόκκινες, με ξανθά μαλλιά, κ' ετραγωδούσαν εις τα +ρεύματα σαν αηδόνια κ' εχόρευον ελαφρές σαν αέρας, καλή ώρα σαν εσάς. Εκειδά +ήταν γυναίκες και εκειδά εγινόντανε αηδόνια. Εκειδά ήτανε κορίτσια και εκειδά +γινόντανε άγγελοι με χρυσά μαλλιά και με χρυσές φτερούγιες.</p> + +<p> — Τι λες, Μα; διέκοπτον αι θυγατέρες της.</p> + +<p> — Ναι, επανελάμβανεν η μήτηρ. Τες βλέπανε οι άνθρωποι έξαφνα και +τους έπαιρναν τη μιλιά! Από μερικούς έπαιρναν και τα μυαλά!</p> + +<p> — Τι λες, Μα; διέκοπτον πάλιν γελώσαι αι εύμορφοι θυγατέρες της +Γερακούλας.</p> + +<p>Ούτω παρήρχοντο αι ημέραι και νύκτες της αθώας αυτής οικογενείας.</p> + +<p>Ευδαίμονες γυναίκες!</p> + +<p>Έχε πλούτον, δεν έχεις χαράν, είσαι πένης. Έχε ξηρόν άρτον. Έχεις χαράν; Είσαι +πλούσιος.</p> + +<p>Ευδαίμονες γυναίκες!</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + + +<p> +Την άνοιξιν όμως πράγματι εμόχθουν η καλή μήτηρ και αι τέσσαρες θυγατέρες +της.</p> + +<p>Κατεγίνοντο περί την βομβυκοτροφίαν, ήτις ιδίως κατά τα τελευταία έτη, καθ' ά +συμβαίνει η παρούσα διήγησις, είχε λάβει μεγίστην ανάπτυξιν εν τη νήσω. Και +ηυδοκίμει σφόδρα, αν ουχί και προς εξαγωγήν μεγάλην των μεταξοπλέκτων +κουκκουλίων, αλλά προς παραγωγήν της απαιτουμένης διά τας πλουσιωτάτας +προικώας ενδυμασίας των νεανίδων μετάξης, αίτινες μετά τρυφεράς προσπαθείας, +αψηφούσαι πάντα κόπον και κίνδυνον, αρέσκονται εις την διατροφήν και +ανάπτυξιν των ιδιοτρόπων και λεπτοφυών σκωλήκων από της πρώτης ως μαύρης +μυίας μικροσκοπικής εμφανίσεως, μέχρι της ερωτικωτάτης αυτοθυσίας των, ότε +αναβάς ο φαιόχρους με τους αιχμηρούς ποδίσκους του σκώληξ επί του δροσερού +κλώνου της δρυός ή του ακανθωτού κιτρινανθέμου κλαδίου, βλέπει περιπαθώς δι' +υστάτην φοράν την μετά τόσης στοργής περιέπουσαν αυτόν παρθένον και κινών +τους ημίσεις του σώματός του δακτυλίους γοργώς κατά διαφόρους διευθύνσεις, +πλέκει το μετάξινον δίκτυόν του και κλείεται εντός αυτού ως ο ερημίτης, ο +εγκλεισμένος εν τω κελλίω του, ζων νεκρός, λέγων μυστηριωδώς: λάβε την πνοήν +μου εις πολύτιμον μέταξαν, ω τρυφερά παρθένος, και κατασκεύασον το +αραχνοϋφές ύφασμα, δι' ου θα περιβάλης το απαλόν σώμα σου την ημέραν των +γάμων σου.</p> + +<p>Η ωραία νήσος αφθόνως εσκιάζετο υπό των συκαμινεών, ων τα φύλλα είνε η +μόνη τροφή των μεταξοσκωλήκων. Οι περί την κώμην κήποι, αυταί αι αυλαί των +κομψών οικίσκων επρασίνιζον θελκτικώς από τα πλατέα αμυγδαλοειδή φύλλα της +μεταξοτρόφου συκομορέας εν αρμονία προς το λευκόν των τοίχων και το +ερυθρωπόν των στεγών.</p> + +<p>Πλην επί μακράν σειράν ετών πρότερον ηστόχησεν η ζωηρά αύτη ενασχόλησις. +Οι σκώληκες ηύξανον, ηύξανον γοργώς και όταν προσήγγιζεν ο καιρός της ανόδου +των εις το κλαδίον, ησθένουν και απέθνησκον και αι καλαμωταί, τα καλάμινα +απλωτά διαμονητήρια των σκωλήκων, ετινάσσοντο εις τα καταλύματα — οικτρόν +θέαμα — υπό τους οδυρμούς τόσων μητέρων και τόσων παρθένων, αίτινες εις +μάτην εμόχθησαν υπό το καύμα του μαΐου φυλλολογούσαι εν τοις αγροίς.</p> + +<p>Εις μάτην η πτωχή μήτηρ την ημέραν του Ευαγγελισμού εισήρχετο εις τον ναόν, +φέρουσα εν τοις κόλποις της εντός μανδηλίου τον μικροσκοπικόν σπόρον του +βόμβυκος, όστις λειτουργηθείς ούτως ετίθετο μετά ταύτα εγγύς της πυράς, +ηυλογημένος, ίνα <i>ανοίξη</i> επί απαλού πανιού κ' εμφανισθή ο σκωληκίσκος, η +μέλλουσα μεταξωτή χαρά της παρθένου. Εις μάτην άλλη μήτηρ έδιδεν ωσαύτως +τον σπόρον εις τον υιόν της να τον φέρη την μεγάλην Παρασκευήν εν τω ναώ, όπως +αγιασθή πριν ανοίξη. Ουδεμία κόρη <i>εκλάδονεν</i>.</p> + +<p>Τότε απελπισθείσαι αι πτωχαί γυναίκες, φαίνεται ότι εγκατέλιπον εις το εξής +επί πολλά έτη τους ματαίους μόχθους και έβλεπες ξηρά κούτσουρα τας +συκαμινέας, εγκαταλειφθείσας εις την διάκρισιν άλλων σκωλήκων πλέον, +μεταξωτών και αυτών, των σκληρών παιδίων του χωρίου, τα οποία αναβαίνοντα εις +τα ωραία δένδρα, επλήρουν την κοιλίαν και τον κόλπον των από τα σακχαρωτά +συκάμινα κ' έθραυον είτα τα ευλύγιστα κλωνάρια απομαδώντα τα τρυφερά φύλλα +των εις διατροφήν των λαιμάργων αιγών και αμνάδων.</p> + +<p>Η αποτυχία κοινώς απεδόθη εις ασθένειαν του σπόρου, αδυνατούντος να +παραγάγη γενναίον σκώληκα μέχρι του σχηματισμού των στιλπνών ωχρολεύκων +κουκκουλίων.</p> + +<p>Όμως κατά τα έτη της διηγήσεώς μας η ανάπτυξις της βομβυκοτροφίας +παρουσίασε νέαν θαυμασιωτέραν της παλαιάς ευδοκίμησιν. Η Κυβέρνησις +εξαπέστειλεν εις τα χωρία χημικώς εξηρευνημένον βομβυκόσπορον της Προύσσης +και η παραγωγή υπήρξε θαυμασιωτάτη.</p> + +<p>Και είδες πάραυτα ν' αναλάβη ζωήν το χωρίον κατά την άνοιξιν. Επρασίνισαν +πάλιν αι αυλαί του από τας ευμόρφους συκομορέας κ' επανεφυτεύθησαν εις τους +κήπους τα χλοερά δένδρα.</p> + +<p>Ανεκλάλητος χαρά ήτο διακεχυμένη έξω κατά το έαρ. Κόραι δε και γραίαι +ημιλλώντο εις το άσμα κατά την επίπονον συλλογήν των φύλλων. Έλεγες ότι γενική +εορτή τελείται εις το μικρόν χωρίον.</p> + +<p>Η ανάπτυξις του βόμβυκος προέβαινε λαμπρώς το έτος τούτο.</p> + +<p>Μόλις εφάνησαν τα πρώτα τρυφερά φυλλάκια εις τας συκαμινέας, ήνοιξε και ο +σπόρος επί του θερμού πανίου εγγύς της εστίας. Πρέπει να συμπίπτη πάντοτε η +άνοιξις του σπόρου με την άνοιξιν των μορεών.</p> + +<p> — Καλορροίζικο, Μα, είπεν η μεγαλειτέρα κόρη της Γερακούλας, η +Ελένη.</p> + +<p> — Καλά κουκκούλια! ηυχήθη η μήτηρ.</p> + +<p>Και η Ελένη παρατηρήσασα ότι εσχηματίσθησαν όλα τα μαύρα σκωληκάρια, +ενέθηκεν εκεί τρυφερόν φύλλον, εκόλλησαν όλα επ' αυτού, κινούμενα υπό της +λαιμάργου ορμής προς το φαγητόν και ούτως η κόρη έθεσεν αυτά εις μεγαλείτερον +ταψίον, όπερ ετοποθέτησεν επί καθέδρας, τους τέσσαρας πόδας της οποίας +εστήριξεν εντός στάκτης, ίνα μη δύνανται οι μύρμηκες ν' αναβώσι και πνίξωσι τους +μικρούς σκώληκας τους οποίους δεινώς καταδιώκουσι. Τώρα τρέφονται οι +σκώληκες διά φύλλων, μετά προσοχής κοπτομένων, ψιλά-ψιλά, διά ψαλλίδος. Και +αφού αυξηθώσι και είνε ανάγκη μεγαλειτέρου πάλιν χώρου, κατά τον αυτόν +τρόπον τοποθετούσιν αυτούς εις μεγαλείτερα και περισσότερα ταψία, έως ου, +αναπτυχθέντα τελείως πλέον τον ωραίον σκώληκα και γενόμενον φαιόχρουν, +τοποθετήσωσιν επί ευρείας καλαμωτής, ην αποκρεμώσιν από των δοκών της +οροφής διά τεσσάρων σχοινίων, επαλείφουσαι αυτά επάνω διά κατραμίου, ίνα μη +κατέλθωσιν οι λαίμαργοι μύρμηκες.</p> + +<p>Και πλέον ησυχία απόλυτος εν τω οίκω. Ούτε ταραχή, ούτε φωνή, ούτε άσμα. +Είνε δειλοί οι μεταξοσκώληκες. Ο παραμικρός κρότος τους εκφοβίζει και τότε δεν +αναβαίνουσιν εις το κλαδίον και δεν κάμνουσι κουκκούλια. Κατά την περίοδον +ταύτην νομίζει τις ότι το χωρίον είνε έρημον.</p> + +<p>Και τρέχουν διά φύλλα αι νεάνιδες δις της ημέρας. Και προσέχουν να είνε +τρυφερά και δροσερά, διότι τα πανιασμένα δεν τα τρώγουσιν οι ευγενείς +μεταξοσκώληκες.</p> + +<p>Αυτό είνε το καματερό. Και πράγματι κάματος και πόνος συνοδεύει την +ανάπτυξίν του.</p> + +<p> — Πάλι για φύλλα Μα! έλεγε κάθε πρωΐαν η Ελένη προς την μητέρα +της.</p> + +<p>Και έσπευδεν η Γερακούλα και αι θυγατέρες της εις την άμπελον και εις την +Κεχρεάν, όπου είχον χλοεράς συκαμινέας. Είχον ανοίξει εφέτος περισσότερον. +Υπελόγιζον να εξαγάγωσι δέκα οκάδας μέταξαν, ήτοι έπρεπε να καταρτίσωσι +κουκκούλια 100 οκάδων. Κατ' έτος εισέπραττον 250 δραχμάς. Εφέτος υπελόγιζον +να εισπράξωσι 500. Εγέμισεν η οικία των καλαμωτάς, τέσσαρας-τέσσαρας, +κρεμαμένας την μίαν επάνω της άλλης. Τον γέροντα τον εστρίμωξαν κάτω εις μίαν +γωνίαν του ισογαίου.</p> + +<p> — Καλοκαίρι είνε, πατέρα, είπεν η Ελένη. Και ήκουες ένα βρυχηθμόν +λαίμαργον, όταν έρριπτον τα φύλλα εις τας καλαμωτάς, ως όταν πνέη ξηρός άνεμος +διά μέσου ξηρών φύλλων. Εις την στιγμήν τα πλατέα φύλλα εγίνοντο άφαντα, εν +πατάγω καταβροχθιζόμενα υπό του στακτερού σκώληκος.</p> + +<p> — Πώς τρώει, θα πω! έλεγεν η Ελένη, κουρασθείσα να κουβαλή +φύλλα.</p> + +<p> — Χριστός και Παναγία! διέκοπτεν η Γερακούλα. Φτύσε το μη το +βασκάνης!</p> + +<p>Και ανεζήτει εν μέσω των αεικίνητων σκωλήκων η μήτηρ, που ήτο τρόμος να +βλέπης τους απείρους μαύρους οφθαλμούς με τα στακτερά σωληνοειδή σώματα, +ανεζήτει υπό τα φύλλα κρυπτόμενα τα <i>ακαμάτικα</i>, τα οποία <i>δεν κάμνουν +κουκκούλια, δεν προκόπτουν</i>, τα ανεύρισκε, διακρίνουσα ταύτα μετ' +επιτηδειότητος, και τα έρριπτεν εκ του παραθύρου εις την οδόν, επιλέγουσα σιγά- +σιγά:</p> + +<p> — Άιντε, ακαμάτες, που είσθε σεις για κουκκούλια!</p> + +<p>Άλλοτε πάλιν εφρόντιζε διά πανίων να περιφράξη τας καλαμωτάς, όταν ποτέ +εσύριζεν ο βορράς και χειμών όψιμος προηγγέλλετο. Και περιέφρασσε και τας +θύρας ακόμη και τα παράθυρα. Τόσον το λεπτοϋφές, το μεταξωτόν καματερό +επηρεάζεται εκ του ψύχους.</p> + +<p> — Να ιδώ πλειο το καματερό σας, είπε ποτε εισελθούσα η γραία +γειτόνισσα αίφνης, ευρούσα την θύραν ημιάνοικτον, εν ώ η Γερακούλα +αναιβασμένη επί καθίσματος υψηλού, ανεσκάλευε τους ακαμάτες εν τη επάνω +καλαμωτή. Και επειδή η Γερακούλα δεν ήκουσεν, επανέλαβεν η γειτόνισσα +πλησιάζουσα:</p> + +<p> — Να ιδώ το καματερό σας πλειο!</p> + +<p> — Ου! δεν έχω, δεν έχω. Ψόφησε, το πέταξα. Απεκρίθη η Γερακούλα και +κατήλθε, σύρουσα την ξένην προς την θύραν βιαίως. Κ' επανελάμβανε·</p> + +<p> — Ψόφησε!</p> + +<p>Εν ω αντήχει ο φοβερός τριγμός των ροκανιζομένων φύλλων.</p> + +<p>Κατά πρόληψιν παλαιάν δεν πρέπει «ξένο μάτι» να ίδη το καματερό.</p> + +<p>Και όταν ίδουν ότι οι σκώληκες ηλάττωσαν την τροφήν των και υψούσι προς τ' +άνω τας κεφαλάς των μετά του ημίσεως σώματος ως να ζητούσι ν' αναβώσι που, +καί τινες αρχίζουσι ν' αναρριχώνται εις της καλαμωτής τα σχοινία, τότε πλησιάζει +το «κλάδωμα». Θα μεταβώσιν αι παρθένοι εις το βουνόν, θα φέρωσι «ζαλίκα» επί +των νώτων, τους ωραίους φουντωτούς θάμνους, το κλαδί, θα τοποθετήσωσιν +αυτούς πέριξ των καλαμωτών κ' εν μέσω σταυροειδώς, και θ' αναβαίνωσιν ένας +ένας οι σκώληκες να πλέξωσι τον κυλινδρικόν τάφον των, τα μεταξοφόρα +κουκκούλια, τον καρπόν τόσου καμάτου του επιμόχθου καματερού.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Πρωίαν τινά του Μαΐου του έτους εκείνου εν τη ακμή της βομβυκοτροφίας εγένετο +ανάστατον το μικρόν χωρίον έκ τινος κοινοποιήσεως υπό του δημάρχου +αναγνωσθείσης εν τη εκκλησία.</p> + +<p>Η κοινοποίησις αύτη ην έγγραφον του Υπουργείου, αποτεινόμενον προς τους +κατοίκους των βορείων της Ελλάδος παραλίων, ων εφιστάτο η προσοχή επί των +αναφανέντων ληστρικών στιφών.</p> + +<p>Αληθώς κατά τας ημέρας εκείνας του Μαΐου, μετά την αποτυχίαν των +Καλαμπακικών, των «Αγγλογάλλων» καταλαβόντων τον Πειραιά και +αναγκασθέντος του βασιλέως Όθωνος να διακηρύξη εις τους πρέσβεις Αγγλίας και +Γαλλίας, ότι θα τηρήση πλήρη και αυστηράν ουδετερότητα απέναντι της Τουρκίας +επί του Κριμαϊκού πολέμου, ήρχισαν να διαλύωνται τα επαναστατικά σώματα, +τινές δε, οι αρειμανιώτεροι τάχα; δεινώς πάσχοντες εκ της πενίας, ετράπησαν προς +τον ληστρικόν βίον και είχον αναγγελθή ήδη καί τινες ληστρικαί πράξεις αυτών επί +των θεσσαλικών μεθορίων προς την Φθιώτιδα.</p> + +<p>Δύνασθε να φαντασθήτε τον φόβον, ον παρήγαγεν είδησις τοιαύτη της +Κυβερνήσεως εις την φιλήσυχον κωμόπολιν της διηγήσεώς μας, όπου αι γυναίκες +πλεονάζουσι, διότι οι άνδρες ταξειδεύουσιν.</p> + +<p>Αι νυκτοφυλακαί της μικράς κώμης ετριπλασιάσθησαν. Οι πολίται άπαντες, +πλην των γερόντων, κατετάχθησαν εις λόχους κατά συνοικίας και κατά σειράν +εφρούρουν από της δύσεως του ηλίου μέχρι της ανατολής. Όπλα υπήρχον αρκετά +εν τη δημαρχία. Η νήσος αύτη εχρησίμευσε πολλάκις ως καταφύγιον ή ορμητήριον +επαναστατικών σωμάτων επί των ορίων του Βασιλείου κειμένη, και αυτομάτως, +ούτως ειπείν, είχε σχηματισθή εκεί μικρά αποθήκη εκ καρυοφυλλίων του εικοσιένα +και καραμπινών του τακτικού στρατού, άτινα εγκατέλιπον ή επώλουν τα +διαλυόμενα εκάστοτε ανταρτικά σώματα.</p> + +<p>Μίαν ώραν μετά την ανάγνωσιν του φοβερού εγγράφου, ο είς και μόνος κλητήρ +της δημαρχίας, καλέσας εν τω δημαρχείω και τους δύο αγροφύλακας, είπε με ύφος +αρχηγού:</p> + +<p> — Τώρα θα γείνη το ρωμαίικο, παιδιά! Χωρίς άλλο!</p> + +<p>Και παρουσίασε προς αυτούς σωρείαν εσκωριασμένων όπλων, ράκη τινά +εριούχου και πινάκια ελαίου.</p> + +<p> — Να τα καθαρίσουμε γλήγορα, παιδιά. Χωρίς άλλο θα γείνη το +ρωμαίικο!</p> + +<p>Ο πτωχός αστυνομικός κλητήρ, γηραιός πολεμιστής του εικοσιένα, δεν ενόει +άλλον πόλεμον παρά τον προς απελευθέρωσιν των δούλων αδελφών, δεν ενόει να +καθαρίζη όπλα παρά προς πόλεμον κατά του εχθρού.</p> + +<p> — Μ' αυτή τη σκουργιά θα γείνη το ρωμαίικο; Παρετήρησαν οι δύο +αγροφύλακες, μάλλον από νωθρότητα ή από φιλοτιμίαν.</p> + +<p> — Με ό,τι έχουμε, και ό,τι δεν έχουμε, επανέλαβεν ο κλητήρ. Ούτως εις +διάστημα τριών ωρών εκαθαρίσθησαν τρεις δεκάδες όπλων, δι' ων ωπλίζοντο τας +εκτάκτους αυτάς νύκτας αι <i>βάρδιες</i> της μικράς νήσου.</p> + +<p>Την επαύριον έδειξε σημεία ζωής και ο λιμενάρχης, εμφανισθείς πρώτην φοράν +εις την αγοράν και διατάξας να ετοιμάσωσι μίαν πολεμικήν λέμβον, ην είχεν +αφήσει εκεί η «Ματθίλδη» πανάρχαιον πολεμικόν πλοίον. Οι κάτοικοι τω +προσήνεγκον άλλην καινουργή και στερεάν, πλην ο κ. λιμενάρχης συνειθισμένος +εις τα πολεμικά ήθελε «βασιλική βάρκα» να την ίδουν από μακράν οι πειραταί και +να τρομάξουν. Εστύπωσεν οπάς τινας, περιήλειψεν αυτάς διά πίσσης, έβαψεν είτα +την λέμβον διά φαιού χρώματος στιλπνού και επιβιβάσας εν αυτή δύο γέροντας +ναύτας, ων ο έτερος μονόχειρ, διέταξε να περιπλέωσι την νήσον μέχρι του Κάστρου +προς βορράν κατέναντι της Χαλκιδικής.</p> + +<p>Την πρώτην νύκτα ο κλητήρ ηγρύπνησε μέχρι της πρωίας μετά μεγάλης +δυσαρεσκείας. Όταν την πρωίαν ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου, το πρόσωπόν +του ήτο στενόν και μακρόν, ως όταν παρατηρεί τις εντός τεθραυσμένου καθρέπτου. +Συνειθισμένος να κτυπά τον κώδωνα της βάρδιας αφ' εσπέρας και να κοιμάται, +εταλαιπωρήθη ο αγαθός εντός μιας νυκτός. Και αι χείρες του και οι πόδες του ήσαν +πλαδαραί ως πλόκαμοι οκτάποδος.</p> + +<p> — Ε, τι νέα Γέρω-Γιάννη; ηρώτησεν αυτόν ο δήμαρχος.</p> + +<p> — Ησυχία και ασφάλεια, κύριε δήμαρχε.</p> + +<p> — Μπράβο, Γέρω-Γιάννη! Αρματώθηκες βλέπω σαν αστακός.</p> + +<p>Ο Γέρω-Γιάννης έρριψεν υπερήφανον βλέμμα εις τες ασημένιες παλάσκες του +και το υαλιστερόν όπλον, καρυοφύλλι μ' επαργυρωμένον κοντάκιον.</p> + +<p> — Έτσι νάσαι πάντοτε! ηυχήθη αυτώ ο δήμαρχος.</p> + +<p> — Κύριε δήμαρχε, έτσι είμαι πάντοτε. Και εις πυρ και εις θάνατον.</p> + +<p>Ο δήμαρχος τότε περισκοπών το στιλπνόν καρυοφύλλι είδεν ότι έλειπεν ο +πυρίτης λίθος.</p> + +<p> — Αμ' πού είνε η τσακμακόπετρα Γέρω-Γιάννη; Έτσι θα γένη το +ρωμαίικο;</p> + +<p>Ο Γέρω-Γιάννης ερυθριάσας ολίγον εξήγαγεν εκ του θυλακίου του τετράγωνον +μυτερήν εις τας άκρας τσακμακόπετραν.</p> + +<p> — Την είχα εις την τσέπη μου! είπε μετ' αφελούς ετοιμότητος.</p> + +<p>Μετά τινας ημέρας ο δήμαρχος διέταξε τους αγροφύλακας να περιοδεύσωσιν +εις τα ενδότερα της νήσου, κάμνοντες διαφόρους κατοπτεύσεις εις πολλά μέρη, +παραλαβόντες καί τινας ακόμη οπλοφόρους. Ητοιμάζετο δε να γνωστοποιήση εις +το υπουργείον ότι ησυχία και ασφάλεια επικρατεί εις την νήσον, ότε ενεφανίσθη +προ του λιμένος μεγάλη και πολύκωπος λέμβος, μετά τάχους κατευθυνομένη προς +την πολίχνην.</p> + +<p>Εταράχθη ολίγον. Πλην ίνα μη αποφανή, λέγει προς τον παριστάμενον +πάνοπλον κλητήρα.</p> + +<p> — Τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη!</p> + +<p>Ο κλητήρ παρατηρήσας πάραυτα το ωραίον καρυοφύλλιόν του είδεν ότι έλειπε +πάλιν η τσακμακόπετρα. Πλην ετοίμως εξάγει αυτήν εκ του θυλακίου και την +τοποθετεί καταλλήλως, περισφίγγων αυτήν.</p> + +<p> — Πάλι ς' τη τσέπη; παρετήρησεν ο δήμαρχος. Έτσι θα κάμωμε το +ρωμαίικο; — Δεν ξεύρω τι συμβαίνει, κύριε δήμαρχε, μου την παίρνουν τα +ποντίκια, και γι' αυτό την προφυλάττω.</p> + +<p>Την στιγμήν εκείνην προσήλθε και ο λιμενάρχης τεθορυβημένος.</p> + +<p> — Τι κάμνομεν κ. δήμαρχε; οι λησταί. Δεν τους βλέπετε; Εξήλθον όλοι +εις τον εξώστην· ο δήμαρχος με το πονηρόν του βλέμμα, ο λιμενάρχης ωχρός +ολίγον, και ο κλητήρ προσπαθών να βιδώση καλώς την τσακμακόπετραν. Κάτω οι +άνθρωποι ατάραχοι έβλεπον την προσεγγίζουσαν λέμβον. Τινές δ' άλλοι +προσήρχοντο δρομαίοι, αντί όπλων, ως ανέμενεν ο λιμενάρχης, κρατούντες εις +χείρας πινάκια κίτρινα και πράσινα του Τσανάκ-καλέ.</p> + +<p> — Είνε ο γρίπος, εφώνησε θριαμβευτικώς ο Γέρω-Γιάννης, βλέπων μετά +προσοχής την πλησιάζουσαν μεγάλην και πολύκωπον λέμβον.</p> + +<p> — Μα έχεις μια μύτη, Γέρω-Γιάννη!</p> + +<p> — Και μάτια και αυτιά, κ. δήμαρχε. Με συγχωρείτε.</p> + +<p> — Αληθώς ήδη ηκούετο και το ζωηρόν των τσεσμελήδων αλιέων +κέλευσμα:</p> + +<p class="poem"><i>Ο γρίπος μας, η τράτα μας!<br /> +Άλ-λά, παιδιά!</i></p> + +<p>Αλλά και ο δήμαρχος είχε δίκαιον να μη ανησυχήση και ο λιμενάρχης είχε +δίκαιον ν' ανησυχήση. Εις τας εκτάκτους περιστάσεις όλοι οι εν τη εξουσία έχουσι +δίκαιον.</p> + +<p>Εν τούτοις η περίστασις αύτη ήτο ατυχής διά την μικράν νήσον, ανοικτήν +πανταχόθεν εις την επιδρομήν των ληστών. Ωχρόν δέος εζωγραφίζετο κατά τας +ημέρας εκείνας εις τα πρόσωπα πάντων. Αι εργασίαι αι γεωργικαί διεκόπησαν και +πάντες έμενον εν τη αγορά διερωτώντες αλλήλους περί των συμβαινόντων. +Συνεχώς δε τρις και τετράκις της ημέρας κατήρχοντο από του υψηλοτέρου βουνου +οι αγροφύλακες, οπόθεν κατεσκόπευον το πέλαγος κ' εκόμιζον ειδήσεις εις τον +δήμαρχον.</p> + +<p>Ουδέν όμως υπέστη τοσαύτην καταστροφήν όσον η βομβυκοτροφία. Τα +καματερά, τα οποία, ως είδομεν, έκτακτον εσοδείαν προεμήνυον εφέτος, +ηπειλούντο διά τελείας καταστροφής, στερούμενα τροφής. Θρήνος και οδυρμός +μεταξύ των γυναικών. Πώς να εξέλθωσιν εις τους αγρούς προς συλλογήν φύλλων +μετά την ύποπτον είδησιν περί ληστών; Ο δήμαρχος εφρόντισε και κατήρτισε +σώματα οπλοφόρων, τα οποία προεφύλαττον πάσας τας παρόδους και τας +κορυφάς, όπως ευκολύνηται η συλλογή των φύλλων. Πλην τι τρόμος ήτο εκείνος εν +τοις αγροίς! Η ευωδιάζουσα από μυρίων αρωμάτων εξοχή, η πάγκαλος εκείνη +φύσις της χλοεράς νήσου, είχε μεταβληθή εις σιωπηλήν και στυγνήν κοιλάδα +πένθους. Εις τους τρομασμένους οφθαλμούς των εξερχομένων γυναικών τα +δροσερά και μυριόχρωμα άνθη εφαίνοντο μαραμένα και άχροα. Και αυτά τα +καταπράσινα των συκαμινεών φύλλα μαύρα εφαίνοντο. Τα αναρίθμητα +κελαδήματα των πτηνών ούτε ηκούοντο καν υπό των καταπεπληγμένων γυναικών +και πάσα κίνησις φύλλων υπό του δροσερού ανέμου αναπαρίστανεν εις την +έκπληκτον φαντασίαν των δειλών εκείνων όντων την αυχμηράν όψιν ληστού ή +λιάπη!</p> + +<p>Πόσον ο τρόμος μεταβάλλει την όψιν των πραγμάτων!</p> + +<p>Αι περισσότεραι ούτε εξήλθον καν τας τρεις πρώτας ημέρας. Όσαι είχον +άνδρας, έστειλαν βεβαίως τους άνδρας των, αλλ' όσαι δεν είχον, ή ηγόρασαν +φύλλα παρά τινων αγαθών γειτονισσών ή εγκατέλιπον τα καματερά εις την τύχην +των.</p> + +<p>Και ήκουες:</p> + +<p> — Πάει το καματερό!</p> + +<p> — Αρί-καϋμένη, πάει πλειο. Κρίμα και κρίμα!</p> + +<p>Και ηκούσθη και γραία τις θρηνούσα αληθώς υψηλά εις τον βράχον ως επί +απωλεία ανθρώπου επανειλημμένως οδυρομένη «Καματερό μου, καματεράκι +μου!»</p> + +<p>Τωόντι τινές τα επέταξαν εις τον βράχον, όπου αι όρνιθες εύρον την χαράν των, +καταβροχθίζουσαι λαιμάργως τους τεφρόχρους εκείνους σκώληκας μεγάλους και +μαλακούς ως βούκας ζύμης.</p> + +<p>Η Γερακούλα ευτυχώς κατώρθωσε να εξοικονομή φύλλα κατά τας δεινάς +εκείνας ημέρας. Αναβιβάσασα επί οναρίου τον καπετάν-Θοδωρή, πληρώσαντα +καλώς έν ωραίον τρομπόνιον, το μόνον λείψανον του απολεσθέντος βρικίου του, +εξήρχετο μετά της μεγαλειτέρας των θυγατέρων της και συνέλεγε φύλλα εις τα +πλησιέστερα κτήματα, δίδουσα αυτά εις το καματερό της μετά φειδούς. Εις το μέγα +κτήμα όμως, εις την Κεχρεάν, δεν ετόλμησε να μεταβή.</p> + +<p>Αλλά μετά παρέλευσιν ημερών τινων, επειδή ουδέν εγένετο εξ όσων +εφοβούντο οι άνθρωποι, ουδέ ληστρική συμμορία επεφάνη, επανήλθε και πάλιν η +ησυχία και το θάρρος εις την πολίχνην.</p> + +<p>Αι νυκτοφυλακαί έπαυσαν, οι άνθρωποι ήρχισαν να εξέρχωνται εις τας +εργασίας των και την νύκτα μέχρι του μεσονυκτίου μόνος ο Γέρω- Γιάννης, ο +δημαρχικός κλητήρ, περιήρχετο την έρημον κώμην, φέρων το ωραίον καρυοφύλλι +εις τον ώμον του και την τσακμακόπετραν εις το θυλάκιόν του. Και αν τον έβλεπες +υπό την φαεινήν ακτινοβολίαν της σελήνης, εθεώρεις ότι περισσότερον ζωντανόν +ήτο το αργυρούν καρυοφύλλι, ου αι γλυφαί έπαιζον ως φολίδες έρποντος όφεως +υπό τας μαρμαρυγάς του αργυρού φωτός, παρά ο φέρων αυτό Γέρω-Γιάννης, όστις +σιγά-σιγά με κλειστά τα μάτια εβάδιζεν ως άνθρωπος έχων αντί ψυχής +καρυοφύλλι.</p> + +<p>Τέλος το υπουργείον απέστειλε νέον έγγραφον προς τον δήμαρχον της μικράς +νήσου, αναγγέλλον ότι αι συμμορίαι εκείναι των ληστών διελύθησαν και καλούν +τους νησιώτας να επαναλάβωσιν αφόβως τα έργα των.</p> + +<p>Διά τούτο είδομεν εν αρχή της διηγήσεώς μας τόσαι λέμβοι μετά γυναικών +ιδίως ν' αποβιβάζωσι σάκκους φύλλων συκομορέας εις την παραλίαν υπό το φως +της σελήνης.</p> + +<p>Επειδή δε και μετά την καταστροφήν πολλών καματερών, πάλιν αι συκομορέαι +της νήσου δεν επήρκουν εις την διατροφήν των απομεινάντων, — τόσων λαμπρώς +έβαινεν εφέτος η ανάπτυξις του μεταξοσκώληκος — πολλαί γυναίκες +παραλαβούσαι και τους συζύγους των ή άλλους συγγενείς των, μετέβησαν εις την +εγγύς κωμόπολιν Γλώσσαν, επί άλλης γειτονικής νήσου, όπου έμαθον ότι υπάρχουν +φύλλα άφθονα άνευ καματερών.</p> + +<p>Ούτω και η φιλόπονος Γερακούλα, παραλαβούσα τας τρεις θυγατέρας της και +τον καπετάν-Θοδωρή με το τρομπόνιον πλήρες, την άλλην θυγατέρα άφησε προς +φύλαξιν της οικίας, μετέβη εις Γλώσσαν κ' εκόμισεν, ως είδομεν, τόσους σάκκους +δροσερών φύλλων.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + + +<p> +Μόλις ανεπαύθη την νύκτα η φιλόπονος αύτη οικογένεια από του κόπου του +διημέρου εκείνου ταξειδίου, και ητοιμάζετο λίαν πρωί να μεταβή εις Κεχρεάν, εις +το μακρινόν εκείνο κτήμα της, όπου κατά τας δύο ημέρας της απουσίας ουδείς +μετέβη και όπου υπήρχον αι χλοερώτεραι συκομορέαι.</p> + +<p> — Θεια Γερακούλα, ηκούσθη φωνή την αυγήν έξωθεν εκ γειτονικού +παραθύρου, η φωνή της γραίας ξηράς και ωχράς γειτονίσσης.</p> + +<p> — Ποιος είνε; απήντησεν η Γερακούλα.</p> + +<p> — Να, εγώ είμαι, θα πάτε ς' Κεχρεά;</p> + +<p> — Λέμε να πάμε· τι να κάμουμε!</p> + +<p> — 'Σαν είνε, ναρθώ κ' εγώ μαζί σας.</p> + +<p> — Καλώς ναρθής.</p> + +<p> — Ξέρεις, φοβάμαι μοναχή μ'. Τώρα δεν έρχουνται οι αγρουφύλακες κ' +εγώ φοβάμαι μοναχή μ'!</p> + +<p> — Μη φοβάσαι. Δεν είναι τίποτα. Ημείς πήγαμε 'ς τη Γλώσσα. Δεν είνε +τίποτα.</p> + +<p> — Ξέρω κ' εγώ. Ρέματα είνε, αλάργα είνε, φόβος είνε.</p> + +<p> — Χριστός και Παναγία! Δεν είνε τίποτα.</p> + +<p> — Θαρθή κι' ου καπετάν-Θοδωρής;</p> + +<p> — Θαρθή.</p> + +<p> — Ναρθή.</p> + +<p>Αληθώς μετ' ολίγον ο καπετάν-Θοδωρής εξεκίνησε πρώτος, αναβάς επί του +οναρίου, κρατών και το βαρύ τρομπόνιον πλήρες.</p> + +<p>Η Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες της, έφερον εκάστη από ένα σάκκον +κενόν και εντός καλάθου έλαιον διά τα κανδήλια της Παναγίας. Επί άλλου +καλάθου, ον εκρέμασαν επί του οναρίου έθεσαν τον άρτον και το προσφάγιον. Θα +επέστρεφον μετά το δειλινόν. Έως τότε υπελόγιζον ότι θα εσύναζον όλα τα +υπάρχοντα εις τας εκεί συκομορέας φύλλα. Επί του οναρίου ο καπετάν-Θοδωρής +εφόρτωσε και τους ψευδείς πόδας του, τα δύο χονδρά ραβδία, τα οποία +μετεχειρίζετο ως αληθινούς του πόδας. Οι άλλοι δύο πόδες του, οι αληθινοί, +εκρέμαντο από του οναρίου ξεκλειδωμένοι ως ψευδείς.</p> + +<p>Η Γερακούλα ήρχετο τελευταία, συνομιλούσα μετά της γειτονίσσης της.</p> + +<p>Καθ' οδόν συνήντησαν άλλας πολλάς συντροφίας, αίτινες προς τον αυτόν +σκοπόν μετέβαινον εις τα κτήματα, άλλαι φλυαρούσαι, άλλαι άδουσαι. Και δεν +διέκρινες ποίαι ομιλούν, και ποίαι τραγουδούν. Η ομιλία εν φαιδρά συντροφία εις +τα βουνά ούτως ερρύθμως απαγγέλλεται, ώστε εκ της ηχούς της αντηχούσης εντός +των βαθέων γευμάτων, ουδόλως διαφέρει του άσματος.</p> + +<p>Αλλ' όταν ανέβησαν εις το βουνόν κ' έμελλον να κλίνωσι προς το μέγα της +Κεχρεάς ρεύμα, έπαυσαν πλέον να συναντώσι νέας συντροφίας. Προς τούτο το +μέρος υπήρχον περισσότερα δάση και ολίγα κτήματα. Μόνον το μέγα της +Γερακούλας κτήμα εξετείνετο κάτω εις το ρεύμα, και έν άλλο πλησίον, της +γειτονίσσης της, καί τινα ακόμη προς την θάλασσαν κατά τας δυτικάς ακτάς της +νήσου.</p> + +<p>Ενόησαν ότι εισήλθον πλέον εις ερημίαν, ης η νεκρά νάρκη εζωογονείτο κατά τι +εκ των φαιδρών συνομιλιών των τεσσάρων αδελφών, προς ας ο γέρων πατήρ, +προηγούμενος, διηγείτο διάφορα επεισόδια του ναυτικού του βίου, όστις +συνεκρούσθη προς τας τρικυμίας και τα πάθη της ζωής τόσον, όσον αι μαύραι +δρύες, εν μέσω των οποίων ήδη εβάδιζον, επάλαισαν προς τους κεραυνούς και τας +καταιγίδας. Αλλ' αν δεν κατώρθουν αι ολίγαι αυταί ανθρώπιναι ομιλίαι να +διασπάσωσι της ερήμου την νεκρικήν σιωπήν, τα αναρίθμητα όμως πτηνά +κατωτέρω, κεκρυμμένα εντός των γηραιών του δάσους δένδρων, τόσην ζωήν, +τόσην κίνησιν εμαρτύρουν με τα αρμονικά αυτών κελαδήματα, ώστε αν έκλειες +τους οφθαλμούς να μη βλέπης την μαύρην ατελείωτον σειράν των σιωπηλών +δένδρων με τους σκληρούς κορμούς και το πυκνόν φύλλωμα, θα ενόμιζες ότι +ευρίσκεσαι εν μέσω του Παραδείσου, περικυκλούμενος υπό μυριάδων αγγελικών +όντων ως πτηνών κελαδούντων.</p> + +<p>Η Γερακούλα και η γειτόνισσα συνομιλούσαι έμενον ολίγον όπισθεν.</p> + +<p>Αι τέσσαρες θυγατέρες η μία κατόπιν της άλλης προέβαινον έχουσαι +σκεπασμένην την ξανθήν κόμην των, ίν' αποφύγωσι πρωινήν δρόσον.</p> + +<p> — Ελπίζεις, χριστιανή μ, λέγει αίφνης η γειτόνισσα σταματήσασα, +ελπίζεις να πανδρεύσης τέσσερες θυγατέρες; Εγώ μία την έχω, και απελπίσθηκα +πλεια.</p> + +<p>Έχουσα θάρρος πάντοτε ενώπιον της αγαθής Γερακούλας η ωχρά γειτόνισσα, +επενέβαινεν άκλητος εις τοιαύτας οικογενειακάς συζητήσεις. Και μη ανεχομένη να +βλέπη τόσον εύελπιν την καλοκάγαθον γυναίκα, επεθύμει να την ακούση μια φορά +να βλασφημήση, διά να χαρή.</p> + +<p> — Καϋμό τώχω! έλεγε πολλάκις.</p> + +<p> — Ελπίζω λες; απήντησε τότε η Γερακούλα, πλήρης χριστιανικής +λάμψεως. Και τι θαρρείς; Είνε 'ς το χέρι μας; Αυτά είνε του Θεού. Όποιος πιστεύει +εις τον Θεόν, αυτός ελπίζει. Ποτέ μου, γειτόνισσα, δεν απελπίσθηκα. Τα κορίτσια +μου είνε του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει πώς θα τα οικονομήση. Σώπα, γιατί τώχω σε +κακό μου να μου κόπτουν την ελπίδα. Όποιος κόπτει την ελπίδα από τον άλλον, του +κόπτει την ζωήν. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού.</p> + +<p> — Αμ' δεν είνε του Θεού! 'Σ τα ρίξανε, κακομοίρα. Αχ! 'ς τα ρίξανε και τι +έχεις να υποφέρης!</p> + +<p>Ενόει η γειτόνισσα την επικρατούσαν αφελή πλάνην, καθ' ην την ώραν του +στεφανώματος εν τω γάμω οι εχθροί συνοικεσίου τινός διά μαγείας προορίζουσι +τον τοκετόν τόσων θυγατέρων, προς δυστυχίαν του νέου ζεύγους, μέλλοντος να +πάθη βάσανα και πειρασμούς, μέχρις ου αποκαταστήση αυτάς, ιδίως εις τας +δυστυχείς ταύτας ημέρας.</p> + +<p> — Σώπα, γειτόνισσα! Μου το είπες κι' άλλη φορά. Σώπα. Εγώ σου είπα +πολλές φορές, τα μάγια δεν τα πιστεύω. Τα μάγια είνε ψευτιές για να +ψευτοπερνούν μερικοί 'ς τον ψεύτικο κόσμο.</p> + +<p>Είπεν η Γερακούλα κ' έρριψεν αίφνης το πλήρες ελπίδων βλέμμα της εις τας +τέσσαρας θυγατέρας της.</p> + +<p>Είχον σταθή εις την κορυφήν του τελευταίου λόφου να ίδουν την ανατολήν του +ηλίου. Αφήρεσαν τας μανδήλας των, θερμανθείσαι εκ της πορείας και αι ακτίνες +του ηλίου πίπτουσαι εις την χρυσήν των κόμην, θαυμασίως αυτήν κατηύγαζον. +Ενόμιζες ότι κύμα χυτόν χρυσού έλουε τας κορυφάς των τεσσάρων αυτών +θυγατέρων, χρυσού παίζοντος εις τους παρθενικούς αυτών ώμους μ' εξαισίαν +στιλβηδόνα κ' έκλαμψιν, χρυσού μαλακού, μαλακώς καταρρέοντος μέχρι της +οσφύος.</p> + +<p>Φρίκη κρυφή διέτρεξε τα μέλη της Γερακούλας.</p> + +<p>Η μεγαλειτέρα ήτο 27 ετών, αι άλλαι ανά δύο έτη κατά σειράν μικρότεραι και η +τελευταία 21 ετών. Όλαι εις την ακμήν του γάμου.</p> + +<p>Και ως από μυστικής τινος ορμής κινηθείσα η πτωχή μήτηρ, ήρχισε να μετρά επί +των δακτύλων: μία, δύο, τρεις, . . . .</p> + +<p>Και εσταμάτησε κατηφής γενομένη, ως να εκάλυψε μαύρη σκέπη την +γελόεσσαν του προσώπου της αίγλην.</p> + +<p>Ούτως ο Σατανάς παρασύρει εις την παγίδα της αμαρτίας τον άνθρωπον.</p> + +<p>Και η στρυφνή γειτόνισσα παρ' ολίγον με την θνητήν παρατήρησίν της, παρ' +ολίγον να ρίψη εις τα δίκτυα της αμαρτίας την ενάρετον Γερακούλαν, ης το στόμα +ουδέποτε έπαυσε να επικαλήται τον Κύριον, και ης η καρδία ουδέποτε έπαυσε να +ελπίζη εις τον Θεόν.</p> + +<p>Αλλ' η θεία χάρις σκέπει πάντοτε τον κοπιάσαντα εν τη αρετή, όστις αποκτά +ούτως ειπείν δικαιώματα επί της θείας δικαιοσύνης και δεν τον αφίνει να πέση εις +βλασφημίαν, καθώς τον δίκαιον Ιώβ.</p> + +<p>Έπτυσεν εις την γην η αγαθή Γερακούλα, ως να απέπτυσε την βλασφημίαν, και +ποιήσασα το σημείον του Σταυρού.</p> + +<p> — Δόξα σοι ο Θεός! εφώνησεν εκ βάθους στενάξασα ως από των +εγκάτων των σπλάγχνων της.</p> + +<p>Και επανέλαβε:</p> + +<p> — Έτσι που λες, γειτόνισσα. Εγώ τα κορίτσια μου τα άφησα εις τον Θεόν. +Ο Παντοδύναμος θα τα οικονομήση.</p> + +<p>Η αιγλήεσσα αιθρία επανήλθε πάλιν εις το πρόσωπον της Γερακούλας.</p> + +<p>Ήδη η γειτόνισσα απεχωρίζετο. Έφθανεν εις το κτήμα της. Απεχαιρέτισε τας +καλάς συντρόφους της, αίτινες έκλιναν ήδη προς το σκοτεινόν μέγα ρεύμα, και +εισήλθεν εις το κτήμα της.</p> + +<p>Αλλά μετ' ολίγον κραυγάζει ως να είχε λησμονήσει να το είπη πρότερον.</p> + +<p> — Νάχετε το νου σας, κορίτσια. Είνε, ακόμα κλέφτες! τα μάτια σας +τέσσερα! κορίτσια!</p> + +<p>Και επανέλαβεν οξέως παρατείνουσα την ξηράν φωνήν της.</p> + +<p> — Κλέφτες!</p> + +<p>Και η ηχώ δεινή και άχαρις επανέλαβε δις·</p> + +<p> — Κλέφτες!</p> + +<p>Και εβούισεν έως κάτω το βαθύ ρεύμα βοήν φοβεράν, ως εάν εβούισε +τουφεκιά, καταπλήξασαν τα πτηνά, τα οποία εσίγησαν εις τας δροσεράς κρύπτας +των.</p> + +<p>Η μεγαλητέρα, η Ελένη, 'σαν να ήκουσε την φωνήν την δευτέραν φοράν. +Εκοντοστάθη ολίγον μετά τινος αγνώστου τρόμου, αλλ' είτα επειδή τα πτηνά +επανέλαβον το κελάδημά των, απέδωκε τον φόβον εις την ύποπτον του ανθρώπου +φαντασίαν και εξηκολούθησε τον δρόμον χωρίς να είπη τι.</p> + +<p>Γειτόνισσαί τινες είνε πεπρωμένον να προβλέπωσι πάντοτε το κακόν, με την +διαφοράν ότι τούτο ως επί το πλείστον αποβαίνει εις αγαθόν.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Την ώραν καθ' ην είχον εξέλθη της πόλεως ο καπετάν Θοδωρής, η Γερακούλα και αι +τέσσαρες θυγατέρες των, αυγή-αυγή, τέσσαρες οπλοφόροι επεβιβάζοντο είς τινα +σκοτεινόν και απότομον της Κεχρεάς ορμίσκον, Μανδράκι καλούμενον, προς τας +δυτικάς της νήσου ακτάς. Έφερον και οι τέσσαρες στολάς πεπαλαιωμένας της +χωροφυλακής, πλην αντί υποδημάτων εφόρουν τσαρούχια ελαφρά και είχον τα +πανταλόνια κομμένα και περιδεδεμένα άνω του γόνατος, καλύπτοντες τον πήχυν +του ποδός διά της συνήθους βλαχόκαλτσας.</p> + +<p>Έσυραν την λέμβον των υπό τινα πυκνόν θάμνον, αόρατον εν μέσω των βράχων +εκάλυψαν ακόμη αυτήν και διά τινων πυκνών και ακανθωτών αγριοβάτων και +ανήλθον ως έλαφοι την άνω του ορμίσκου σκληράν της γης λοφιάν, βραχώδη μεν +και ολισθηράν, πλην κεκαλυμμένην υπό δάσους ερείκων, κομάρων, πρίνων και +σκολιών τινων πευκών, τας κορυφάς των οποίων φαρμακόνει η άλμη του κύματος +ως άχνη ανερχομένη έως επάνω όταν μαίνεται κάτω η τρικυμία. Έως ότου έλθωσιν +εις το μονοπάτιον οι τέσσαρες ξένοι, υπέστησαν παλλάς αμυχάς εις τας χείρας και +τας παρειάς. Αλλ' επειδή ήσαν ένοπλοι με υαλιστεράς καινουργείς καραμπίνας +ευκόλως διήνοιγον τας άκρας των σκληρών θάμνων και επερνούσαν +παρεισδύοντες ως εν μέσω ακανθοχοίρων μετά προσοχής.</p> + +<p>Επλησίαζαν τα χαράγματα. Η ημέρα προεμηνύετο ωραία αν και νέφη τινά +μαύρα, ως κάπαι ποιμενικαί, έτρεχον γοργά, ακολουθούντα του πρωινού βορρά το +ρεύμα. Άμα τη ανατολή του ηλίου θα έπνεεν ο βορειοανατολικός, το δροσερόν +μελτέμι, και ήδη παρεσκευάζετο το ευρύ μετέωρον στάδιον του ουρανού, εν ώ +ήθελεν αγωνισθή άνευ αντιπάλου ο θερινός ούτος άνεμος, ου η ζωογόνος βία +λυγίζει τας κορυφάς των αριών, μεταβάλλουσα εις στακτερόν το πράσινον χρώμα +του δάσους, και λευκαίνει τον κυανούν πόντον μεταμορφούσα τα κύματα εις +αγέλας λευκών περιστερών.</p> + +<p>Οι τέσσαρες άνδρες εξελθόντες εις την ατραπόν, έστησαν προς στιγμήν, ως +διστάζοντες, αλλά μάλλον διότι ο είς τούτων, ο φαινόμενος ως αρχηγός, +προσεπάθει να διακρίνη τα μέρη ως άνθρωπος θέλων ν' αναμνησθή παλαιάν +γνωριμίαν.</p> + +<p>Ούτος έφερεν εν τη στολή του και χρυσά τινα σειρήτια και ράκος χρυσού +θυσάνου εν τη εσκωριασμένη σπάθη, τα δε κομβία τη στολής του ήσαν μετά +πλείονος επιμελείας εστιλβωμένα, ώστε ηδύνατό τις να εκλάβη αυτόν τουλάχιστον +ως υπομοίραρχον. Περί την οσφύν του μετά χάριτος περιδεδεμένον ζεύγος +μαλαμμοκαπνισμένων παλασκών εξέπεμπε χρυσάς λάμψεις. Ήτο +τεσσαρακονταετής περίπου την ηλικίαν, έπαιζον δε γοργοί κ' ευκίνητοι οι μαύροι +οφθαλμοί του εν αρμονία προς την ηλιοκαυμένην όψιν του και την μαύρην +στιλβηδόνα της μαύρης κόμης του. Η χροιά και του προσώπου και των χειρών του +ωμοίαζε προς το βαθύχρουν δέρμα κήτους. Οι άλλοι δύο ήσαν ηλιοκαείς γέροντες +σχεδόν με σκληράς σάρκας κ' εξηγριωμένα χαρακτηριστικά, ο δε τέταρτος έφηβος +συμπαθητικός με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και μαύρην κόμην, με λευκόν και +απαλόν δέρμα, τον οποίον όμως τερατωδώς ασχήμιζεν η ρακώδης ενδυμασία και η +μετά των άλλων αγριωπών ανθρώπων συντροφία.</p> + +<p>Τόσον δε πεπαλαιωμένη και εφθαρμένη ήτο η στολή των τριών τούτων, ώστε +μόλις εκ του στέμματος διεκρίνοντο ότι είνε χωροφύλακες.</p> + +<p>Προέβησαν ολίγα βήματα προς το δάσος, πλην και πάλιν έστησαν.</p> + +<p>Ο αρχηγός τότε ο μαυριδερός, έρριψε λοξόν βλέμμα επί των συντρόφων του, +ων ο νεώτερος είχε καταληφθή υπό τινος μυστικού φόβου όπερ τον ηνάγκαζε να +βραδυπορή· οι δ' άλλοι ακουσίως εβραδυπόρουν και αυτοί, ως όταν σκοντάπτη +κανείς επί λίθου.</p> + +<p>Υπέκλινε δις και τρις τον υψηλόν αυχένα ο νεώτερος, ως να κατεπλάγη, ιδών +αίφνης εξαπλούμενα προ των οφθαλμών του τα μαύρα της Κεχρεάς δάση εις τα +οποία δεν είχον εισδύσει ακόμη της αυγής αι ασθενείς ακτίνες, αποφρασσομένης +της ανατολής από υψηλού όρους. Μαύρη επλανάτο επάνωθέν των η νυξ και πλέον +μαύροι παρετάσσοντο των γηραιών δρυών οι ακίνητοι όγκοι, άνωθεν των οποίων +εσύριζεν ως όφις παρερχόμενος ο πρωινός άνεμος.</p> + +<p>Η σελήνη είχε δύσει πρό τινων στιγμών και μόνον ως φλοξ ερυθρά καιομένης +ασβεστοκαμίνου μακρόθεν έφεγγεν όπισθεν του Προμηρίου της +Θετταλομαγνησίας ο αιμόχρους κύκλος της.</p> + +<p> — Κύτταξε καλά, Θανάση, έγρυξεν ο αρχηγός εν μέσω της ερημίας +αποτεινόμενος προς τον νεώτερον των συντρόφων. Μη μου πης ότι φοβήθηκες της +Νεράιδες. Ντροπή! Σ' το Καραντελή θάμαξα την παλληκαριά σου. Και γι' αυτό δεν +θα σ' αφήσω πλειο από κοντά μου. Βλέπω και κοντοστέκεσαι.</p> + +<p> — Καπετάνιο, ξέρεις το ελάττωμά μου, απήντησε μετά δειλίας ο +Θανάσης. Το θέλω κ' εγώ; Να, έτσι κάνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια μου.</p> + +<p>Και έδειξε πέραν προς τον μαύρον δρυμόν, όπου υπελεύκαζον όγκοι τινές +υψηλοί.</p> + +<p> — Είνε βράχια, απήντησεν ο αρχηγός. Ντροπή σου!</p> + +<p> — Ήμουν δεκαπέντε χρόνων, σου το είπα. Επερνούσα από το ρέμα, ένα +μεγάλο και σκοτεινό ρέμα, μαύρο, κατάμαυρο, όπως μαυρίζει εκεί — και έδειξε +πέραν το δάσος. — Ήτον καταμεσήμερο, και της ηύρα κ' εχόρευαν. Ήσαν ως +τριάντα Νεράιδες, γυναίκες κάτασπρες, με άσπρους λαιμούς, άσπρα +χρυσοκεντημένα φορέματα και ξανθά μαλλιά. Αντί να κάμω προς το βουνό, από τη +σαστιμάρα μου έπεσα μέσα στο χορό. Έφερναν γύρω σαν να φέρνη γύρω αέρας. +Μπερδεύθηκα μέσα σε ολόχρυσες πολυθρόνες, που κάθονταν οι βιολιτζήδες με τα +χρυσά βιολιά και τ' αργυρά λαγούτα. Από την γλυκειά μουσική εβούλωσαν τ' αυτιά +μου, από την χρυσή λάμψι των μαλλιών των εθάμπωσαν τα μάτια μου. Κάμνω να +μιλήσω, δεν ημπορούσα. Μου πήραν την μιλιά γιατί τους χάλασα τον χορό. Έκαμα +τρεις μήνες να μιλήσω. Από τότες μου απόμεινε ένας φόβος 'ς την καρδιά και +κάμνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια μου μερικές φορές. 'Σ τον πόλεμο με είδες, +καπετάνιε, αλλά 'ς της Νεράιδες να μη με ιδής. Καλλίτερα να μη με ιδής.</p> + +<p>Ο αρχηγός εγέλασεν, ακούσας επαναλαμβανομένην την αφελή διήγησιν του +Θανάση. Και θωπεύσας αυτόν εις τον ώμον μετά πατρικής στοργής, είπε:</p> + +<p> — Αι, μη φοβάσαι πλεια! Σήμερα θα πάμε σε μαυροφόραις. Μη +φοβάσαι. Σήμερα θα κάμνουν μαύρα-μαύρα τα μάτια σου.</p> + +<p>Και αφού περιέσφιγξεν ο μαυριδερός την οσφύν του ως εστηρίζετο εκεί όλον το +θάρρος του, κ' εκρότησαν ηδέως αι παλάσκαι, ετράπη ταχύς προς το βουνόν ως +άνθρωπος γνωρίζων τα «κατατόπια». Και μετ' ολίγον έχων προ αυτού πάντοτε τον +νεαρόν Θανάσην, έκλινεν όπισθεν του όρους προς ανατολάς, όπου ηγείρετο η +Μονή του Ευαγγελισμού.</p> + +<p>Οι δύο άλλοι ηκολούθουν.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + + +<p> Εν μέσω βαθείας χαράδρας αθέατος μεταξύ των βράχων, ολίγον +υψηλότερα του διαρρέοντος τον πετρώδη αύλακα χειμάρρου, ήτο κτισμένη η Μονή +του Ευαγγελισμού. Προς το βορειοδυτικόν της χαράδρας υψούτο αμέσως άνωθεν +του χειμάρρου μέγα και πετρώδες τριγωνικόν βουνόν φαλακρόν εν τη οξεία +κορυφή, αλλά σκιαζόμενον προς τα κάτω υπό πυκνού δάσους δρυών, ων αι ρίζαι +και οι κορμοί συνεχέοντο προς τους φαιούς βράχους του, απροσίτους εις τους +πόδας του αγρότου, ως ήτο απρόσιτον εις την γλώσσαν το βάρβαρον όνομά του. +Και μόνον αι αίγες είχον εκεί την προσφιλή των διαμονήν με τα μηκάσματά των και +τους κωδωνίσκους των διασκεδάζουσαι τους μοναχούς. Προς δε το +νοτιοανατολικόν άνω του χειμάρρου υψούτο πολύ ταπεινώτερος άλλος βραχώδης +λόφος, εις την βορειοανατολικήν πλευράν του οποίου λειανθείσαν, φαίνεται, +εκτίσθη η Μονή του Ευαγγελισμού. Σχοίνοι φουντωτοί και σφένδαμνοι υψηλαί και +θάμνοι άγριοι παντοίων συμπλεγμάτων φυτών και αναδενδράδων εσκίαζον το +μέρος τούτο, όπου ο γεωργός αντί βώλου γης ανασκάπτει πέτρας, θραύων τας +αξίνας του.</p> + +<p>Ο χείμαρρος διευθύνεται προς τας ανατολικάς ακτάς της νήσου, διαρρέων +παρακάτω από τα τείχη της Μονής ορμητικώς μεταξύ των παρασυρομένων βράχων +παρά τους χονδρούς κορμούς, καρυών και πλατάνων, αίτινες μαγευτικήν όψιν +παρέχουσιν εις το άγριον ρεύμα.</p> + + +<p>Και μόνον προς ανατολάς καταβαίνει από του βράχου κλιτύς λιπαράς γης, εν η +πρασινίζουσιν ωραίοι αμπελώνες με τας υψηλάς κυπαρίσσους των, απολήγοντες +πλαγίως και προς βορράν εις το ρεύμα πάλιν, όπου κρέμανται κλιμακηδόν οι +θαλεροί της Μονής κήποι, ο είς επί του άλλου, αρχόμενοι από της μεγάλης +τετραγώνου στέρνας της δεχομένης τα άφθονα του ρεύματος ύδατα, δι' ων +κινούνται οι μύλοι και ποτίζονται τα λαχανικά. Ο κατερχόμενος την ωραίαν των +αμπελώνων κλιτύν παρελθών το αλώνιον επί της ομαλής κορυφής του γεώδους +λόφου, διακρίνει αίφνης, χωρίς καν να το υποπτεύση, κάτω προς το ρεύμα, ως +προσπεφυκυίας επί του βράχου τας στακτεράς της Μονής στέγας, εστεγασμένης +όλης διά φαιών πλακών του βουνού. Μακρόθεν δε από του πελάγους αύτη +φαίνεται ως κρεμαμένη από του βράχου προς ον συγχέεται. Βαρεία θολωτή +καμάρα διά κτιστών δύο τετραγώνων κιόνων, των καλουμένων υπό των βυζαντινών +πινσών υποβασταζόντων το παρεκκλήσιον του αγίου Δημητρίου με τον κομψόν +θολίσκον του, σκιάζει τον πυλώνα με την μαύρην μεγάλην πύλην, ης αι οριζόντιοι +διά χονδρών ήλων προσηλωμέναι χονδραί ορθόπλευροι σανίδες ως εκ σιδήρου +παχέα φαίνονται ελάσματα. Μικρόν δ' επί του δεξιού θυροφύλλου πυλίδιον, το +πορτέλλον, υπανοιγόμενον την νύκτα παρέχει είσοδον εις τους ξένους χωρίς ν' +ανοιγώσι τα βαρέα της πύλης θυρόφυλλα. Ένδον διά των τεσσάρων ορθοπλεύρων +πτερύγων, ανίσων το ύψος, τας οροφάς και την ηλικίαν, εφ' ων κατά σειράν +υπάρχουσι τα κελλία των μοναχών, σχηματίζεται αυλή πλακόστρωτος, εν μέσω της +οποίας κείται το εύμορφον Καθολικόν της Μονής με τας στρογγύλας γραμμάς του +και τους δι' ερυθρού κονιάματος κεχρισμένους τρεις θόλους του, εστεγασμένους +και αυτούς διά φαιών πλακών.</p> + +<p>Η μονή αύτη ήκμαζε τότε, πλούσια κατέχουσα κτήματα ελαιώνων και +αμπελώνων, ων οι ευώδεις μοσχάτοι οίνοι <i>αλυπιακοί</i> καλούμενοι έκ τινος +των παλαιών ηγουμένων και κτητόρων, του Αλυπίου, ιδιαιτέρως σκευάζοντος +αυτούς, πολλάκις εθαυμάσθησαν εν Αθήναις, εις τας τραπέζας των Συνοδικών. +Θεμελιωθείσα περί τα τέλη του προπαρελθόντος αιώνος και μετά ταύτα ολονέν +συμπληρουμένη διά προσθήκης οροφών και πτερύγων, δι' α εδαπάνα αφειδώς τον +ατελείωτον πλούτον του πλουσιόπαις νησιώτης, καθιερώσας εκεί και την ζωήν του, +έστιλβε καινουργής, «Καινούργιο μοναστήρι» καλουμένη, εις αντίθεσιν των +παλαιών άλλων τριών μοναστηρίων της Νήσου. Η σεμνή πρόσοψις άνω του +πυλώνος και οι τοίχοι όλοι έξω ήσαν κεχρισμένοι δι' ερυθρού ασβεστοκονιάματος +ως οι θόλοι, όπερ παρείχεν επιβάλλουσαν ερημικήν σεμνότητα εις την όλην του +κτιρίου όψιν. Σήμερον όμως τα ωραία κονιάματα κατετρίβησαν υπό των υετών και +των καταιγίδων, οι τοίχοι εις πολλά μέρη κατερειπώθησαν και μονάζουσιν εν αυτή +περισσότεραι γλαύκες ή μοναχοί...</p> + +<p>Την αυτήν πρωίαν ο θυρωρός της Μονής μοναχός ανήρ 35 ετών ως κοντός +τετράγωνος κορμός πεύκης, μάλλον στρογγυλός κ' έχων σχεδόν μόνον κεφαλήν και +κοιλίαν, μετά περιεργείας είδε τέσσαρας ξένους χωροφύλακας, ων ο είς έφερεν +αργυράς επωμίδας υπομοιράρχου άνευ κροσσών.</p> + +<p> — Μμμμ, ηθέλησε ν' αρθρώση λέξεις τινάς ο θυρωρός, συγκεχυμένος το +σώμα και τον νουν, ιδών βαίνοντας τους ξένους ευθαρσώς προς τα έσω, ως +ανθρώπους οικείους, αλλά παρατηρήσας τα όπλα αυτών τα καινουργή και τα ξίφη +των και τα ξεφτισμένα του μαυριδερού αρχηγού σειρήτια ηρκέσθη να χαιρετίση +στρατιωτικώς μετά βίας υπανεγείρων την κοντήν δεξιάν του προς το μέτωπον, μέγα +και πλατύ ως τεμάχιον σανίδος.</p> + +<p>Οι ξένοι προχωρήσαντες σοβαρώς, κροτούτος του αρχηγού το ξίφος +θορυβωδώς, ανήλθον μικρόν ξύλινον εξώστην προς τα δεξιά εκτεινόμενον και +εισήλθον μόνοι των κατ' ευθείαν εις το αρχονταρίκιον — την αίθουσαν των ξένων +— ανοικτήν πάντοτε και φέρουσαν εστρωμένους επί των μενδερίων κύκλω +ωραίους περσικούς τάπητας. Προ πολλού είχε τελειώσει ο όρθρος, τινές δε των +μοναχών λίαν πρωί είχον εξέλθει εις τους κήπους και τας αμπέλους προς +εργασίαν.</p> + +<p>Ο μαυριδερός αρχηγός καθήσας σταυροποδητεί επί του μενδερίου και +θωπεύων τον μαύρον αυτού μύστακα εζήτησε πάραυτα τον ηγούμενον. Αλλ' ο +εμφανισθείς αρχοντάρης, γέρων ρινόφωνος, είπεν ότι ο ηγούμενος απουσιάζει εις +το Μετόχιον προ ημερών, αλλ' ότι εν ανάγκη δύνανται να τον καλέσωσι. Και έβλεπε +τον μαυριδερόν αξιωματικόν μετά περιεργείας ως να ενόμιζεν ότι κάπου τον +ξαναείδεν.</p> + +<p> — Δεν πειράζει, είπεν ο άγνωστος, ημείς θα φύγωμεν αμέσως, διότι +βιαζόμεθα.</p> + +<p>Και μετά τέχνης απέφευγε τα πονηρά βλέμματα του γέροντος αρχοντάρη.</p> + +<p> — Θα έρχεσθε διά την καταδίωξιν των ληστών; ηρώτησεν ο γέρων +μοναχός διά της ρινός του, όστις ήτο γραμματεύς και οικονόμος συνάμα της μονής +και ανεγίνωσκε την «Αθηνάν».</p> + +<p> — Ακριβώς δι' αυτό, απήντησεν ο αρχηγός, ευχαριστημένος ότι ο +αρχοντάρης, χωρίς να το υποπτεύη, διευκόλυνε μεγάλως την υπόθεσίν του.</p> + +<p>Καθ' όλον αυτό το διάστημα οι τρεις άλλοι άγνωστοι χωροφύλακες ίσταντο +άφωνοι εγγύς της θύρας, βλέποντες μετά προσοχής και περιεργείας την άνω αυτής +κρεμαμένην μεγάλην χαρτίνην εικόνα, παριστάνουσαν διά ζωηρών ερυθρών και +μαύρων χρωμάτων τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, επτά ωχράς ψυχάς εχούσας εν +τω μέσω επί της καρδίας ενθρονισμένον μαύρον βασιλικόν δαίμονα.</p> + +<p>Ήδη ο στρογγυλός θυρωρός, φοβερός ωτακουστής, ακούσας έσπευδε να +καλέση τους μοναχούς προλαβών του υπομοιράρχου τας σκέψεις.</p> + +<p> — Να έλθουν όλοι, διέταξε τότε ο αρχηγός, λαβών όλον το ύφος το +σκληρόν αρχηγού αποσπάσματος, καταδιώκοντος ληστάς διότι έχω να σας +αναγνώσω σπουδαίον έγγραφον της Κυβερνήσεως περί των ληστών.</p> + +<p>Ο θυρωρός έτρεχε με όλας τας δυνάμεις του κινών κεφαλήν και κοιλίαν και τας +κοντάς χείρας του εις την αυλήν· και πονηρός ως ήτο εκτύπησε τον μικρόν κώδωνα, +προς μεγάλην των χωροφυλάκων δυσαρέσκειαν, οίτινες ηυχαριστούντο μάλλον να +εργάζωνται αθορύβως και χωρίς κώδωνας.</p> + +<p>Μετά μικρόν εισήλθον εις την αίθουσαν των ξένων πάντες οι μοναχοί με τα +πρόσωπα αυτών τα ωχρά και τα βλέμματα τα απλανή πλην περίεργα και τους +πώγωνας τους μακρούς. Ο αρχηγός εξήγαγεν ήδη ογκώδη φάκελλον, ον +προσεπάθει ν' ανοίξη, οι δε μοναχοί προσήγγιζον εν κύκλω διά ν' ακούσωσιν.</p> + +<p>Ήτο εκεί ο κηπουρός με τον μικρόν σκαλιστήρα, διακόψας την εργασίαν του. +Δύο άλλοι νεώτεροι με κίτρινον τον πώγωνα εκ λεπτής κόνεως θείου, κρατούντες +και τα εκ λευκοσιδήρου θειαφιστήρια· είχον εξέλθει προ μικρού μόλις ετελείωσεν η +Ακολουθία, διά να θειαφίσωσι την άμπελον «πριν πάρη το μελτέμι». Ήλθε και ο +μάγειρος, ανασφουγκωμένος τας χείρας και κρατών μεγάλην ξυλίνην του +μαγειρείου κουτάλαν. Εν όλω πέντε μοναχοί μετά του αρχοντάρη.</p> + +<p> — Δεν είνε άλλοι; ηρώτησεν ο αρχηγός των χωροφυλάκων.</p> + +<p> — Όχι γενναιότατε, απήντησεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης, χαίρων διότι +επέτυχεν εις τον τίτλον, δι' ον τόσην ώραν εσυλλογίζετο. Δυο τρεις φορές του ήλθε +να τον ονομάση ενδοξότατον, αλλά δεν του εφάνη καλόν, άγνωστον διατί.</p> + +<p> — Προσέξετε, είπε μετά φωνής σθεναράς ο αρχηγός. Μήπως +απεκρύψατε κανένα;</p> + +<p> — Όχι, γενναιότατε! επανέλαβε πάλιν ο ρινόφωνος, οι άλλοι δέκα είνε +με τον ηγούμενον εις το Μετόχι, θειαφίζουν τα αμπέλια και άλλοι λείπουν εις το +Νησί, τον Τσουγκριά, (μίαν δροσεράν Νησίδα προ του λιμένος, ανήκουσαν εις την +Μονήν).</p> + +<p> — Θα έλθουν τώρα;</p> + +<p> — Θα έλθουν την Κυριακήν, μετά τέσσαρας ημέρας.</p> + +<p> — Πολύ καλά, είπεν ο μαυριδερός αρχηγός, εγερθείς εν θορύβω των +όπλων του.</p> + +<p>Και πάραυτα ως να ήτο σύνθημα το «πολύ καλά» τούτο, οι τρεις χωροφύλακες, +καταβιβάσαντες τους οφθαλμούς των από την φοβεράν χαρτίνην εικόνα εξήγαγον +εκ της οσφύος των μακρά και λεπτά σχοινία και επιπεσόντες κατά των μονοχών +εξαίφνης περιέδεσαν αυτούς μετά πολλής ευκολίας, ενώ ο αρχηγός ίστατο με +γυμνήν την σπάθην του προ της θύρας. Μόνον ο μάγειρος, ο ζωηρότερος πάντων, +διαμένων εν τη μονή εξόριστος εξ άλλου μοναστηρίου ένεκα εγκλήματος, Γεδεών ο +καραβάς καλούμενος, διότι υπήρξε ναυτικός, ηθέλησε ν' αντισταθή και +προχωρήσας μάλιστα προς την θύραν ίνα διεξέλθη, εκτύπησε τον αρχηγόν διά της +ξυλίνης κουτάλας, εκστομίσας συγχρόνως μετά βοής και την λέξιν <i>κλέφτες</i>. +Πλην ως αστραπή η χειρ του αρχηγού εφίμωσε το στόμα του, διά δε του πλατέος +του ξίφους του επάταξε αυτόν εις τον ώμον σκληρώς. Και τότε είς των +χωροφυλάκων σπεύσας έκλεισε και ησφάλισε την πύλην του Μοναστηρίου.</p> + +<p> — Ο πορτάρης! εκραύγασεν αίφνης ο αρχηγός. Πού είνε ο +πορτάρης;</p> + +<p>Και έβλεπε περιδεής δεξιά και αριστερά. Ο θυρωρός είχε γείνει άφαντος.</p> + +<p>Ο λήσταρχος — διότι ενώπιον ληστών ευρισκόμεθα — έγεινε τότε έξω φρενών, +κτυπών βαρβάρως τους δεσμίους.</p> + +<p> — Τα χρήματα! εφώναζε. Τα χρήματα! επανελάμβανεν. Ογλήγορα τα +χρήματα, έλεγε κ' εκτύπα τους δειλαίους μοναχούς ωχρούς και αφώνους προ του +απροσδοκήτου θεάματος.</p> + +<p> — Πήγαινε 'ς το μαγειριό, Θανάση, να ετοιμάσης το λάδι. Είπε προς τον +γνωστόν μας νεαρόν ληστήν ο αρχηγός, βλέπων ότι οι μοναχοί έμενον +άναυδοι.</p> + +<p>Σιγή φοβερά επηκολούθησεν.</p> + +<p>Ο βορειοανατολικός έπνεε βίαιος σείων μετά τριγμού θλιβερού τους +υελοπίνακας των παραθύρων, ων τα υελόφρακτα ημικυκλικά υπέρθυρα, τα +ακίνητα, παρίστανον κομψά σχήματα ναών και κωδωνοστασίων, των διαφόρων +διαιρέσεων της υάλου προσκολλωμένων δι' εξεχούσης λευκοτάτης γύψου μ' +ευθυγράμμους κόψεις.</p> + +<p>Μετ' ολίγον εμφανίζεται πάλιν ο Θανάσης κατακόκκινος, κρατών μέγα μαύρον +τηγάνιον, εν ώ ετσιτσίριζεν ακόμη σπαρακτικώς το έλαιον.</p> + +<p> — Έχετε εις το ταμείον χρήματα! Εμπρός τα κλειδιά· είπεν ο +αρχιληστής.</p> + +<p> — Τα έχει ο ηγούμενος, γενναιότατε, είπεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης. +Εμείς δεν γνωρίζομεν.</p> + +<p>Αλλ' ο αρχιληστής εν γνώσει πάντων λέγει προς τον Θανάση:</p> + +<p> — Εδώ Θανάση!</p> + +<p>Ο Θανάσης επλησίασε το τσιτσιρίζον τηγάνιον άνω της κεφαλής του ρινοφώνου +αρχοντάρη.</p> + +<p> — Τα κλειδιά! ωρύετο ο αρχιληστής. Είσαι ο οικονόμος! Σε γνωρίζω. +Είσαι ο πάτερ-Σισώης ο δάσκαλος, ο κυρ Σωτηράκης. Επειδή πριν καλογερέψη είχε +χρηματίσει διδάσκαλος εν τω χωρίω. Εσύ τα έχεις τα κλειδιά.</p> + +<p>Τότε ο γέρων οικονόμος, διότι αληθώς αυτός ήτο γραμματεύς και αρχοντάρης, +εννοήσας ότι επροδόθησαν και βλέπων τον άφευκτον κίνδυνον να καή ζων διά του +ελαίου είπε με την ρινόφωνον θλιβεράν φωνήν του, καταστάσαν ήδη +θλιβερωτέραν:</p> + +<p> — Να τα κλειδιά! κ' έδειξε διά νεύματος τον κόλπον του, μη δυνάμενος +ν' απλώση την χείρα, δεδεμένος ως ήτο.</p> + +<p>Ο αρχιληστής ήρπασε πάραυτα τας κλείδας, έλυσε τον δέσμιον οικονόμον και +λέγει αυτώ:</p> + +<p> — Εμπρός!</p> + +<p>Κ' εξήλθον.</p> + +<p> — Αχ! ηκούσθη θλιβερά τότε των δεσμίων φωνή, ως ν' απεσπάτο από +της ρίζης η καρδία των.</p> + +<p>Ο αρχιληστής, κρατών εκ της χειρός τον τρέμοντα και ημιλιπόθυμον οικονόμον +ανήλθε τον τρίτον όροφον, γνωρίζων όλα τα εν τω μοναστηρίω καλλίτερον από +πολλούς των μοναχών, κ' έστη ενώπιον του ηγουμενείου, όπου ην και το +ταμείον.</p> + +<p>Εκρότει πενθίμως η μεγάλη κόρδα εκείνη από τα βαρέα πατήματα του +ληστού.</p> + +<p>Εισήλθον. Ήνοιξε το κιβώτιον ευκόλως ο αρχιληστής. Έλαβε τα χρήματα, +περιεχόμενα εν δοχείω εκ λευκοσιδήρου, και εξήλθε κλειδώσας εντός τον γέροντα +οικονόμον, οδυρόμενον εν εσχάτη οδύνη και απογνώσει.</p> + +<p>Ούτε ηθέλησε ν' ανερευνήση άλλο τι ο ληστής· αν και περιείχοντο εν τω +κιβωτίω και άλλα αργυρά και χρυσά σκεύη, πολύτιμα βυζαντινά κειμήλια. Μόνον +ήνοιξε το δοχείον, είδε το χρυσίον και εν μεγίστη βία επανακλείσας πάλιν τούτο +επανήλθεν εις την αίθουσαν των ξένων κομίζων τον θησαυρόν της Μονής.</p> + +<p>Εκείθεν δε χωρίς να ομιλήση, έθεσε το βαρύ δοχείον μετά του χρυσίου εντός +πεπαλαιωμένου και ρακοπλέκτου δισακκίου, όπερ ευρέθη προχείρως εκεί, εν τω +ετέρω των σάκκων έθεσεν άρτους τινάς ξηρούς καλογηρικούς και προς τροφήν και +διά το ισοστάθμισμα του δισακκίου και φορτώσας τούτο εις τον ώμον του πιστού +Θανάση είπε να κρατή καλώς και μετά προσοχής τον εμπρόσθιον σάκκον. Και +παραλαβών τους συμμορίτας ανήλθε προς το βουνόν εν βία, αφείς δεδεμένους +τους μοναχούς. Αι αίγες δεν διασκελίζουσιν ετοιμότερον τα βράχη, ως διεσκέλιζον +τους θάμνους οι τέσσαρες λησταί.</p> + +<p> — Θα μας προδώση ο πορτάρης· είπεν ο αρχηγός φρυάττων, όταν +εξήλθον από του Μοναστηρίου.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + + +<p> +Εις τα θεσσαλικά πεδία μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως του 54 και την +διάλυσιν των επαναστατικών σωμάτων διάφοροι οπλίται περιεφέροντο γυμνοί +σχεδόν, μ' εφθαρμένας στρατιωτικάς στολάς, κατηρτισμένας εξ ιματισμού παντός +όπλου, άνευ άρτου διά την σήμερον και άνευ ελπίδος διά την αύριον, φεύγοντες +την δίωξιν των αγρίων αλβανών, οίτινες με τα βαρέα πατήματα των +ετσαλαπατούσαν τόσα ιερά όνειρα, φυέντα, ανθήσαντα και φυλλορροήσαντα εν +μια μόνη νυκτί εις τας δυστυχείς εκείνας χώρας.</p> + +<p>Τότε συνηντήθησαν εκεί και τέσσαρες χωροφύλακες, μ' εμβαλωμένας στολάς +πλην με καινουργή λαμπρά όπλα. Είχον λειποτακτήσει εκ των φρουρών της Λαμίας, +ως έλεγον, και κατετάχθησαν εις τα επαναστατικά στρατόπεδα. Οι δύο εξ αυτών +προήρχοντο εκ του σώματος του Αλμυρού της Θεσσαλίας, οι δε εκ του +στρατοπέδου της Κασσάνδρας.</p> + +<p>Άγνωστον όμως αν οι τέσσαρες ούτοι αλήται ηγωνίσθησαν τωόντι είς τινα των +συμπλοκών του Μαΐου. Εν ταις επαναστάσεσιν, ότε ανεφαίνοντο πρόσωπα και +ονόματα άγνωστα έως τότε, ως να εξέρχωνται από των τρωγλών και των αδύτων +της γης, ένθα μένουσι το λοιπόν της ζωής των διάστημα ως ναρκωμένα ερπετά, εν +ταις τρικυμίαις εκείναις των εθνών, εν αις ως από ναυαγίων επιπλέουσι και πολλά +άχρηστα πράγματα, δεν αγωνίζονται όλοι. Υπάρχουν επαναστάται διά την μάχην +και επαναστάται διά το πλιάτσικο, αναφαινόμενοι αίφνης εις την μάχην. Εκ των +δευτέρων τούτων ήσαν οι τέσσαρες αλήται με τας στολάς των χωροφυλάκων, +οίτινες, ενώ οι άλλοι οι αληθείς πολεμισταί μετά την προκήρυξιν του υπουργείου +Μαυροκορδάτου επανήλθον εις το ελληνικόν, εξηκολούθουν να περιφέρωνται περί +τα πλούσια χωρία του Πηλίου ως λύκοι περί τας πολυάρνους μάνδρας, +οσφραινόμενοι πού ήτο δυνατόν να περιτύχωσιν ακίνδυνον λείαν.</p> + +<p>Ο καπετάν-Γεώργης, ούτως εβαπτίσθη εν τη συμμορία, ήτο ανήρ τεσσαράκοντα +ετών, μαυριδερός με ωραίον μαύρον μύστακα, τολμηρός εν ειρήνη και +πρωτοπαλλήκαρο εις το πλιάτσικο, πονηρός όμως και πολυμήχανος. Αι δύο +μεγάλαι γοργόνες αι γαλάζιαι, τας οποίας έφερεν επί των δύο σκληρών βραχιόνων +του υπερηφάνως, γεγραμμένας διά βελόνης, εμβαπτισθείσης εν διαλύσει +πυρίτιδος και ο μέγας δικέφαλος αετός εν μέσω του στήθους του με ανοικτάς τας +πτέρυγας και τον σταυρόν εν τω μέσω κατά τον αυτόν τρόπον κεντηθείς, +εμαρτύρουν γενναίον άνδρα παίζοντα με την πυρίτιδα και με το αίμα του. Πλην η +ιστορία εκτός των επί του σώματός του αιματηρών τούτων ιστοριών ουδέν +κατόρθωμα του πολεμικόν εμνημόνευσεν έως τότε. Είπον ουχ ήττον ότι ηγωνίσθη +εις την μάχην του Καραντελή, πλησίον του Δομοκού, έχων παρά το πλευρόν του +νεανίαν άλλον Θανάσην καλούμενον, μεθ' ου συνεδέθη διά στενής φιλίας, +εκτιμήσας την πίστιν και αφοσίωσίν του κατά το σύντομον της ανταρσίας εκείνης +διάστημα και την σκληρότητα της ψυχής του.</p> + +<p> — Έρχεσαι μαζί μου, Θανάση; λέγει ο καπετάν-Γεώργης προς τον πιστόν +νεανίαν μετά την διάλυσιν του στρατοπέδου του Αλμυρού και την ματαίαν +επιμονήν των περί την Καλαμπάκαν.</p> + +<p> — Έρχομαι· απήντησεν ο Θανάσης.</p> + +<p>Και αντί να εισέλθωσιν εις το Ελληνικόν εφάνησαν εις το Πήλιον, τας νύκτας +μόνον περιπατούντες διά τον φόβον των τούρκων.</p> + +<p>Κατά την επικίνδυνον αυτήν πορείαν συνηντήθησαν περί το Πήλιον, προς +άλλους δύο φυγάδας, της αυτής φύσεως, δύο σκληρούς και τυλώδεις γέροντας, +προερχομένους από της Χαλκιδικής.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p>Και ούτως οι τέσσαρες ομού εκάθησαν νύκτα τινά περί τα τέλη του Μαΐου υπό +βαθύσκιον καστανέαν του Πηλίου ν' αναπαυθώσι.</p> + +<p> — Τι να κάμωμεν τώρα παιδιά; είπεν ο καπετάν-Γεώργης, σιωπηλώς +οικειοποιηθείς δικαιώματα αρχηγίας.</p> + +<p> — Ό,τι διατάξης, καπετάνιε, απήντησαν οι δύο ξένοι, με ύφος +υποταχθέντων παραχρήμα.</p> + +<p>Ο μαύρος μύσταξ του καπετάν-Γεώργη και το διαπεραστικόν και πανούργον +βλέμμα του είχον επιβληθή εκ πρώτης όψεως εις τους δύο νέους +συνοδοιπόρους.</p> + +<p>Ούτω φαίνεται ότι κατήρτιζε πάντοτε το καπετανάτον του ο καπετάν- Γεώργης. +Από τα μάτια διέκρινε τους εταίρους του, οίτινες πάλιν από τα μάτια διέκρινον τον +αρχηγόν των.</p> + +<p>Και τότε ήρχισεν ο καπετάν-Γεώργης να διηγήται περί της εν τη νήσω Ν . . . +ιεράς μονής του Ευαγγελισμού. Είχεν υπηρετήσει προ χρόνων ως «βορδονάρης» +περιποιούμενος τα υποζύγια και κτήνη της Μονής και ήκουσε και είδεν εκεί τον +πλούτον αυτής.</p> + +<p>Η διήγησις του καπετάν-Γεώργη ήτο τόσον δελεαστική, η δε απελπισία των +τεσσάρων εταίρων τόσον μεγάλη, ώστε εύκολον ήτο να καταστρωθή εκεί, υπό την +μαύρην σκιάν του πυκνοφύλλου δένδρου, το δολερόν σχέδιον της ληστεύσεως του +πλουσίου Κοινοβίου.</p> + +<p> — Κατά τύχην είμεθα όλοι χωροφύλακες, είπεν ο καπετάν-Γεώργης, +εγειρόμενος κ' επιδεικνύων χρυσίζοντα εν τω σκότει τα σειρίτια της στολής του. +Έχουν μεν αι στολαί μας ελλείψεις τινάς αλλά δεν πειράζει — οι σκοτεινοί εταίροι +ήρχισαν να περίμαζεύωσι και περιδένωσι τα ράκη του ιματισμού των. — Ποιος θα +το καταλάβη; θα υποκριθώμεν τους χωροφύλακας της Κυβερνήσεως. Ως προς τα +λοιπά μη σας μέλει.</p> + +<p>Εύρον εις τον Πλατανιάν, το επίνειον του Προμηρίου, καλήν τινα λέμβον, εν +διαστήματι ωρών τινων διέπλευσαν τον μεταξύ πορθμόν και διεπεραιώθησαν εις +την απέναντι νήσον Ν . . . όπου είδομεν αυτούς αποβάντας εις την Κεχρεάν και +εκτελέσαντας τόσον επιτυχώς το ευφυές του καπετάν-Γεώργη σχέδιον.</p> + +<p>Τώρα εξηγείται το πώς ο αρχιληστής εγνώριζε τα μονοπάτια και τα βουνά της +νήσου και τα του Μοναστηρίου ασφαλώς και βεβαίως. Ουδένα φόβον δε είχον +μήπως αναγνωρισθώσι καθ' οδόν υπό των εγχωρίων, διότι εν εκείναις ταις ημέραις +λησταί κ' επαναστάται περιεφέροντο ως μαύροι κόρακες εις τα βόρεια της Ελλάδος +σύνορα, δεν ήτο δε παντάπασιν απροσδόκητος η αιφνιδία εμφάνισις +χωροφυλάκων, καταδιωκόντων ληστάς, κ' ενίοτε ληστών, καταδιωκόντων +χωροφύλακας.</p> + +<p>Διά τούτο όταν μετέβαινον εις την Μονήν το θάρρος των ήτο στερεόν και +ακλόνητον. Αλλ' από της εξαφανίσεως του θυρωρού συνεταράχθησαν κ' εν βία +ενήργουν. Εκλονίσθη η καρδία των κ' εν απεριγράπτω φόβω ανέβαινον το βουνόν, +θέλοντες να επανέλθωσιν εις τον έρημον της Κεχρεάς όρμον, όπου είχον +αποκρύψει την λέμβον των. Από της αγρίας εκείνης ακτής μέχρι του Μοναστηρίου +η απόστασις είνε δίωρος.</p> + +<p>Όταν δ' οι λησταί μετά την διάπραξιν του ληστρικού των εγχειρήματος +ανεχώρουν εκ της Μονής, η ώρα ην ωσεί ενδεκάτη της ημέρας. Δεν ηθέλησαν +πλέον πρωί να εμφανισθώσιν εις τους μοναχούς, ίνα μη κινήσωσι το φιλύποπτον +αυτών.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Ήδη αι τέσσαρες θυγατέρες της Γερακούλας είχον συναθροίσει τα φύλλα των +συκαμινεών· επλήρωσαν τους σάκκους αυτών, θέσασαι αυτούς υπό τας πλατάνους +κάτω εις το ρεύμα, ίνα μη μαρανθώσι τα φύλλα, και ανέμενον να κλίνη η +μεσημβρία, και ούτω με την δρόσον επανέλθωσιν εις την κώμην.</p> + +<p>Ο καύσων ήτο αφόρητος. Ο άνεμος είχε παύσει.</p> + +<p>Η Γερακούλα είχεν ανέλθει εις την Παναγίαν, επάνω επί της οδού, ίνα ανάψη +κατά το σύνηθες τας κανδήλας της εκκλησίας κ' ευχηθή. Ο δε καπετάν-Θοδωρής +κάτω εις το ρεύμα εκάθητο — είχον γευματίσει πλέον — συνομιλών μετά των +θυγατέρων του, αίτινες ένεκα του καύσωνος αποβαλούσαι τας λευκάς των +μανδήλας και τα φουστάνια, εκρέμασαν αυτά από των πλατάνων κ' ενόμιζες +τέσσαρες άλλαι γυναίκες κρέμανται κατά σειράν. Η μικροτέρα, επειδή σπανίως +ήρχετο εις το μακρινόν τούτο κτήμα, όλη χαρά έτρεχεν από της μιας πλατάνου εις +την ετέραν, και πότε έκοπτε δάφνας χλοεράς και μυροβόλους, πότε ευώδη φύλλα +εκ των αγριολεμονεών και πότε ανεζήτει εις την πρασίνην του ρεύματος όχθην το +πολυτρίχι, ου το εκχύλισμα έχει την ιδιότητα να μακραίνη τα μαλλιά. Ακολούθως +εισήλθεν εις το ρεύμα αναζητούσα καρκίνους υπό τας ολισθηράς πέτρας. Αλλ' οι +καρκίνοι των ρευμάτων είνε πονηρότατα όντα. Ανεγείρων την πέτραν, θολόνεις το +ύδωρ, ο δε καρκίνος δεν φεύγει, ως οι καρκίνοι της βραχώδους ακτής, οίτινες +εξαφανίζονται αστραπηδόν εις τας σχισμάς των υφάλων, αλλά μένει εκεί υπό τα +θολά ύδατα ακίνητος. Ο δε φοβούμενος να εμβαπτίση την χείρα του εκεί εις τα +θολά, όπου άγνωστον αν δεν συναντήση τα ανοικτά στόματα του οστράκου, +σκληρά ως λαβίδα σιδηράν, δεν δύναται να συλλάβη καρκίνους.</p> + +<p>Η μεγαλειτέρα έχουσα την σπανίαν ευτυχίαν να βλέπη τον πατέρα της εις το +κτήμα — πρώτην φοράν — διηγείτο προς αυτόν τας διαφόρους εκδρομάς των και +τας εν τω ερήμω εκείνω δάσει ενασχολήσεις των και ιδίως πώς στήνουσα τας +θηλειάς υπό τους θάμνους συνελάμβανε τους κοσσύφους τον χειμώνα με τα +μαύρα πτερά και με την κιτρίνην μύτην τους κηρομίτας. Και ήκουε μετά το φαγητόν +ο πατήρ, ευαρέστως διερχόμενος την καταμεσημβρινήν εκείνην ώραν.</p> + +<p>Και ήτο εύμορφος η σκηνή να βλέπης γυρμένον τον γέροντα επί σωρού +μαλακής πτέρης, ην εκόμισαν τα κοράσια, διά ν' αναπαύσουν τα πρεσβυτικά μέλη +του πατρός των, εγγύς του ηδέως μορμυρίζοντος ρεύματος, κ' εγγύς των ωραίων +συμπλοκών της δάφνης, της μύρτου και της αγρίας ροιάς με τα κατακόκκινα άνθη +της, τας οποίας επιχαρίτως εδέσμουν τα αγριόβατα, ενώ παραπέρα αι άγριαι +λεμονέαι ως νύκτιαι νύμφαι ίσταντο κατά σειράν με τον κατάμαυρον ίσκιον +των.</p> + +<p>Και ήκουεν ο γέρων και διηγούντο αι θυγατέρες κ' ενίοτε ετραγώδουν από τα +σπάνια εκείνα και τρυφερά δίστιχα, τα οποία όλαι αι νεάνιδες του χωρίου εζήλευον +εις τους γάμους. Και δεν υπήρξε πενθερά ήτις δεν κατέφυγε προς τας τέσσαρας της +Γερακούλας θυγατέρας να της είπουν δίστιχα, διά να τραγουδήση την νύμφην της η +μία, τον γαμβρόν της η άλλη.</p> + +<p>Και ιδού κοπαδάκι φαιών περιστερών προσέρχεται δειλά-δειλά με το ταχύ και +νευρικόν πτερύγισμά του να ποτισθή εις το δροσερόν ρεύμα. Αλλ' αίφνης εν τη θέα +των ξανθομάλλων παρθένων τρομάζει και χωρίς να πατήση εις τα βρεγμένα +λιθάρια υποστρέφει πάλιν δειλά-δειλά.</p> + +<p>Δύο-δύο έφευγον αι φαιαί αγριοπεριστεραί. — Τι ώμορφα, πατέρα, τι ώμορφα, +ανέκραξεν η Ελένη. — Γρήγορα θα έχωμεν γάμους, επροφήτευσεν ο γέρων. Τα +βλέπετε; Δύο-δύο φεύγουν, και είνε οκτώ τα στακτερά περιστεράκια. Έτσι θα +φύγετε και σεις δύο-δύο να πάτε ς' της φωλίτσες σας.</p> + +<p>Και ετραγούδησεν ο γέρων:</p> + +<p class="poem"><i>Σαν τα πουλιά που φτέρωσαν πετούνε ένα-ένα<br /> +τα όνειρα της νειότης μου τα μοσχοαναθρεμμένα.<br /> +Του κάκου απλόνω με στοργή την ορφανή αγκαλιά μου<br /> +τώρα όπου τανάθρεψα, πετούνε μακρυά μου.</i></p> + +<p>Εξεπλάγησαν αι καλαί θυγατέρες. Πρώτην φοράν ο πατήρ των με τόσην +φαιδρότητα ωμιλούσε και ετραγουδούσε.</p> + +<p> — Άλλη φορά θα σε παίρνωμε πάντοτε μαζί, πατέρα. Σου κάμνει καλό η +εξοχή· παρετήρησεν η δευτερότοκος η Μαργιώ.</p> + +<p>Ο καπετάν-Θοδωρής, αισθανθείς μετ' ολίγον μίαν ακτίνα του ηλίου να έρχεται +πλαγίως, υπανηγέρθη και είδεν ότι ο ήλιος ήρχισε να κλίνη προς το μέρος της +θαλάσσης.</p> + +<p> — Άργησεν η μητέρα, λέγει.</p> + +<p> — Πάμε να την φωνάξωμεν, είπε και η Ελένη. Είνε ώρα να φύγωμεν. Δεν +πρέπει ν' αργοπορήσωμεν, γιατί φόβος είνε ακόμα για τους κλέφτες,</p> + +<p> — Ομιλείς πολύ σωστά, κόρη μου, είπεν ο πατήρ.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + + +<p> +Η Γερακούλα την στιγμήν εκείνην κατήρχετο από του υψηλού λόφου, κρατούσα +κενόν το ελαστικόν, αφού ήναψε πλέον τας κανδήλας της Παναγίας της Κεχρεάς, +ότε όπισθεν της ακούει βαρείς βηματισμούς ανθρώπου, όστις κατέβαινε την οδόν +ορμητικώς ως κατρακυλών λίθος.</p> + +<p>Στρέφει και βλέπει κατέναντι αυτής τον Θανάσην, τον ληστήν, φορτωμένον το +καλογηρικόν δισάκκιον και το όπλον του το υαλιστερόν. Η μορφή του η αγρία, +εφάνη αγριωτέρα εν μέσω της ερημιάς και η Γερακούλα μετά δέους εζάρωσε, +τρέμουσα ως οψάριον, παρά τινα σπηλαιώδη ρίζαν μεγάλης ελαίας.</p> + +<p>Ο ληστής εστάθη αποτόμως και έβλεπεν αγρίως προς το βαθύ ρεύμα κάτω, +ωχρός και με υπόλευκα μελανιασμένα τα χείλη.</p> + +<p>Αν η Γερακούλα δεν κατεπλήσσετο αίφνης, θα παρετήρει ότι ο ληστής έτρεμε +περισσότερον από αυτήν. Αλλ' εις ην δεινήν κατάπληξιν ευρίσκετο, δεν ήτο +δυνατόν να κρίνη ασφαλώς.</p> + +<p>Ο ληστής, ως κεραυνόπληκτος σταματήσας, εξηκολούθει να βλέπη προς το +ρεύμα κάτω, όπου διά μέσου των κλαδιών ελεύκαζον αι τέσσαρες κρεμάμεναι +λευκαί μανδήλαι των τεσσάρων αδελφών, κινούμεναι ελαφρώς υπό της δροσεράς +πνοής του ρεύματος.</p> + +<p>Εκ του μυστηριώδους τούτου θάμβους του ληστού, η Γερακούλα κατά +παράδοξον αντίθεσιν ήρχισε ν' αναλαμβάνη θάρρος. Ο άγνωστος της εφαίνετο ως +άνθρωπος δυνάμενος να ληστευθή παρά να ληστεύση. Διέκρινεν ήδη η Γερακούλα +και τα κομβία της στολής του και το λευκόν βασιλικόν στέμμα επί του στρατιωτικού +πίλου του. Δεν ήτο ληστής πλέον ο αίφνης εμφανισθείς εν μέσω της αγρίας εκείνης +ερημίας, αλλά μάλλον ο δασοφύλαξ, άνθρωπος της βασιλικής χωροφυλακής.</p> + +<p>Η Γερακούλα επανήλθεν εις τα λογικά της.</p> + +<p> — Κορίτσια είνε εκείνα που ασπρίζουν 'ς το ρέμα; ερωτά ο ληστής +υποτρέμων.</p> + +<p>Ήδη νέα φόβου εικών σχηματίζεται εν τη γυναικεία φαντασία της Γερακούλας. +Η ερώτησις αύτη της παριστάνει τον ξένον κακόν και άγριον.</p> + +<p>«Αν επιτεθή κατά των κορασίων;» εσκέφθη. Η μικροτέρα των θυγατέρων της +είχεν απομακρυνθή και απομονωθή απώτερον εν τω ρεύματι, αναζητούσα +καρκίνους. Αν απαγάγη αυτήν ο κακοποιός άνθρωπος, πριν προφθάση ο γέρων να +τον αποκρούση; Και πώς να προφθάση ο πάσχων και δυσκίνητος καπετάν- +Θοδωρής!</p> + +<p>Εσκέφθη προς στιγμήν να κραυγάση, αλλ' εσυλλογίσθη ότι θα ενέβαλεν εις +αιφνιδίαν και επικίνδυνον ταραχήν τας δειλάς γυναίκας. Όλον το ωχρόν δέος των +παρελθουσών εβδομάδων θ' αναπαριστάνετο ωχρότερον και φοβερώτερον εν +μέσω του σκοτεινού εκείνου ρεύματος. Εσιώπα και διελογίζετο τι να πράξη, +ψελλίζουσα ένδον το «Θεοτόκε Παρθένε», ως να ευρίσκετο ενώπιον +φαντάσματος.</p> + +<p> — Νεράιδες είνε εκεί κάτω ς' το ρέμα που ασπρίζουν; Ερώτησε πάλιν ο +ληστής.</p> + +<p>Τώρα μόλις ανέλαμψεν η φωτεινή ακτίς της θείας προνοίας εν τη ψυχή της +Γερακούλας. Είδεν ότι είχεν ενώπιόν της δειλόν άνθρωπον και ήτο πλέον πρόχειρος +ο τρόπος ν' αποκρούση την συνάντησιν αυτού μετά των θυγατέρων της.</p> + +<p>Ένθους ως εκ τινος μαρμαρυγής της εν τη ψυχή ιεράς φωτοβολίας του +πεπρωμένου της η Γερακούλα υποκρίνεται ότι βλέπει και αυτή τας λευκαζούσας +και κινουμένας μανδήλας κάτω εις τας πλατάνους, όθεν δεν ηδύνατο ν' αποσπάση +τα βλέμματά του ο δειλός ληστής, και ανακράζει μετά τρόμου ποιούσα τον +σταυρόν της:</p> + +<p> — Αναράιδες, παιδί μου! πω! πω! Αναράιδες! Τι να γένω!</p> + +<p>Και συνεμαζεύθη προς την ρίζαν της ελαίας, προσπεφυκυία ως τις μαύρος +ρόζος του φλοιού.</p> + +<p>Ο δειλός Θανάσης ακούσας ταύτα και ιδών την γυναίκα πτήσσουσαν εις τα +σπήλαια της ελαίας και συμπτυσσομένην ετράπη παράφορος προς το κατέναντι +δάσος, δεινώς παραπατών και διασχίζων τας ακανθωτάς πρίνους ως ανθοφόρα +κλαδιά εν φοβερώ κρότω των θραυομένων ξηρών του δάσους κλώνων.</p> + +<p>Ην και ο όγκος ο βαρύς του δισακκίου επί του ώμου του, περιπλεκόμενος κ' +εμποδίζων αυτού την ελευθέραν διάβασιν.</p> + +<p>Η Γερακούλα τον είδε τότε βιαίως περιπεπλεγμένον εντός του δάσους, τον είδε +κλονισθέντα μίαν στιγμήν ως να ήθελε να πέση κάτω και να κυλισθή — ήτο +ανώμαλον και βραχώδες το έδαφος και ολισθηρόν συνάμα εκ των ξηρών φύλλων +των πευκών — πλην τον είδε καταβαλόντα τελευταίαν αντίστασιν και διά της +κεφαλής του προς τα εμπρός υπερνικήσαντα, εισδύσαντα εντός της λόχμης και +γενόμενον άφαντον.</p> + +<p>Τόση ήτο του δειλού ληστού η βία και η προς φυγήν μανία, ώστε η Γερακούλα +δις και τρις περιέβλεψε, μη τωόντι από του ρεύματος ενεφανίσθησαν τα πονηρά +της ερημίας πνεύματα. Και τότε είδε δύο των θυγατέρων ν' αναβαίνωσι προς +αναζήτησίν της.</p> + +<p> — Σωπάτε! ψιθυρίζει η μήτηρ, ιδούσα αυτάς θορυβούσας.</p> + +<p> — Τι είνε; Ερωτά η Ελένη.</p> + +<p>Ηκούετο ακόμη ο συνεχής συρμός όπισθεν της λόχμης από των βιαίως +σειομένων θάμνων, ως όταν από στενής ατραπού δάσους διέρχεται υποζύγιον +φορτωμένον.</p> + +<p>Μετ' ολίγον προσήλθον και αι άλλαι δύο θυγατέρες και ο γέρων με τα ραβδία +του.</p> + +<p>Έφερον και το ονάριον και τους σάκκους των φύλλων.</p> + +<p> — Τι κάμνομεν! ηρώτησεν ο καπετάν-Θοδωρής. Ώρα να +πηγαίνωμεν.</p> + +<p>Η δε Γερακούλα διηγήθη τότε προς όλους το αστείον συμβάν του δειλού +χωροφύλακος. «Χωροφύλακας, δασοφύλακας, να, ένας ξένος, δεν ξέρω» +έλεγε.</p> + +<p>Αι δε νεάνιδες ανεκάγχασαν θορυβωδώς, ιδούσαι ότι το παρώνυμον, όπερ +εμπαικτικώς απέδιδον εις αυτάς εν τη κώμη, εγένετο αφορμή να καταπλαγή ο +ξένος.</p> + +<p> — Είπα να φωνάξω, εξηκολούθησεν η μήτηρ, αλλά φοβήθηκα, να σας +πω. Ήτον ξένος. Πρώτη φορά τον είδα.</p> + +<p>Αι νεάνιδες εκ περιεργείας επροχώρησαν προς την λόχμην, όθεν εγένετο +άφαντος ο ληστής και εθεώρουν το δάσος.</p> + +<p> — Μα πώς πέρασε! Έλεγεν η Ελένη απορούσα.</p> + +<p> — Ένας τενεκές! ανεφώνησεν αίφνης η μικροτέρα, ιδούσα εκεί εν μέσω +των θάμνων δοχείον κυλινδρικόν εκ λευκοσιδήρου.</p> + +<p>Ο γέρων, ως αρχαίος πλοίαρχος, έχων γνώσιν τοιούτων εκτάκτων ευρημάτων, +ητένισε περιέργως προς την Φανιώ.</p> + +<p> — Φέρε τον εδώ! λέγει.</p> + +<p> — Είνε βαρύς! απαντά σπεύσασα η Γερακούλα και προσπαθούσα να +μετακινήση το εύρημα.</p> + +<p>Ο γέρων εδιπλασίασε την περιέργειάν του και κουτσά-κουτσά με τα δύο ραβδία +του προέβη μέχρι της λόχμης.</p> + +<p>Όλαι περικυκλούσι τότε τον γέροντα, καθήσαντα εκεί και προσπαθούντα ν' +ανοίξη το δοχείον.</p> + +<p> — Δεν φοβάσαι πατέρα; υπέλαβον αι νεάνιδες, ως εάν ήτο το δοχείον +εκείνο φωλεά όφεων</p> + +<p> — Σωπάτε! Εδώ μέσα είναι η τύχη σας· έλεγε γελών ο γέρων.</p> + +<p> — Να ήταν τάχα του ξένου; ηρώτησεν η μικροτέρα.</p> + +<p> — Μπορεί! προσέθηκεν η μήτηρ, γιατί, μου φαίνεται, άκουσα ένα +κρότον κούφιον. Ήταν φορτωμένος ένα δισάκκι 'ς τον ώμο του.</p> + +<p> — Αυτουνού θα είνε, επανέλαβεν η μικροτέρα. Να, ένα κομμάτι +σχισμένο από το δισάκκι.</p> + +<p>Πράγματι ην εκεί και ράκος του περιπλακέντος εντός των αγκυλωτών θάμνων +δισακκίου.</p> + +<p>Αι άλλαι έβλεπον τον πρεσβύτην καταγινόμενον ν' ανοίξη το δοχείον.</p> + +<p> — Εδώ σας λέγω είνε η τύχη σας, επανελάμβανεν ο γέρων. Οποιανού +είνε, εδώ είνε η μοίρα σας.</p> + +<p> — Παληό πράμμα! εθαύμαζεν η Γερακούλα. Τώρα δεν φκιάνουν τέτοια +γερά! Κύττα χόνδρος! Κύττα σκαλίσματα εύμορφα!</p> + +<p>Το επικάλυμμα έφερεν ανάγλυπτον τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου. Πέριξ δε +τα τοιχώματα έφερον γλυφάς άλλων αγίων και κοσμήματα και σταυρούς, κ' εν +γένει το όλον εφαίνετο αρχαϊκόν τι εκκλησιαστικόν κατασκεύασμα εξ άλλου τινός +πολυτιμοτέρου μετάλλου.</p> + +<p>Αίφνης τότε, διανοιγέντος του επικαλύμματος, εξεχύθησαν επί των χόρτων +λάμποντα πολυάριθμα χρυσά νομίσματα.</p> + +<p>Προς την εξαφνικήν τούτων θέαν ο καπετάν-Θοδωρής ανετινάχθη ως να +εξήλθον φλόγες εκ του δοχείου και προσέβαλον αυτού το πρόσωπον.</p> + +<p>Ωσαύτως και αι γυναίκες υπεχώρησαν, αναφωνήσασαι θαυμασμού κ' +εκπλήξεως αναφωνήματα, τεθαμβωμέναι εκ της λάμψεως του χρυσίου.</p> + +<p>Και ως εξ ορμεμφύτου τινός κινήσεως ομοίως προσέβλεψαν πάσαι κύκλω τα +βουνά και την ερημίαν.</p> + +<p>Ταχέως συνελθών ο καπετάν-Θοδωρής εκ της πρώτης εκπλήξεως συνήθροισε +τα εκχυθέντα νομίσματα, τα οποία εξαισίως έλαμπον υπό τον φλέγοντα ήλιον.</p> + +<p> — Σωπάτε! Δεν σας είπα ότι εδώ μέσα είνε η μοίρα σας; Γλήγορα να +φύγωμεν.</p> + +<p> — Σαν είνε του χωροφύλακα; ηρώτησεν η Φανιώ.</p> + +<p> — Αυτό είνε θησαυρός κεκρυμμένος, είπεν ο πατήρ. Αυτό είνε παληό +πράμμα.</p> + +<p>Και προσεπάθει να επανακλείση το δοχείον.</p> + +<p> — Σαν καινούργια δίλεπτα, είπε τις των θυγατέρων, παραδόξως +συγχέουσα εν τη απλότητι αυτής το πολύτιμον μέταλλον προς τον χαλκόν.</p> + +<p> — Να σας πω τη γνώμη μου. Αυτός ο ξένος, φαίνεται, θα είναι κανένας +που γνώριζε εδώ τα μέρη. Εδώ έρχονται πολλές φορές ξένοι με οδηγίες και +ανευρίσκουν θησαυρούς. Εδώ 'ς την επανάστασι πέρασαν πολλοί οπλαρχηγοί, +πολλοί λιάπηδες και πολλοί κλέφτες. Και όσοι είχον χρήματα τα έχωνον βάζοντας +σημάδια πέτρες ριζιμιές, κουφάλες μεγάλων δένδρων και βράχους, για να +γυρίσουν αργότερα και τα λάβουν. Αλλά φαίνεται ότι άλλοι από αυτούς +εσκοτώθησαν εις τον πόλεμον, άλλοι συνελήφθησαν και απέθανον εις τας φυλακάς +και τα χρήματα έμειναν θαμμένα. Ο καπετάν Νικόλας δεν ηύρε πέρσυ εδώ 'ς τη +Κεχρεά μία τζάρα γεμάτη φλωριά βενετικά κ' έφκιασε το καράβι; Άλλοι πάλιν τα +ονειρεύονται εις τον ύπνον τους κ' έρχουνται νύχτα και σκάπτουν. Ο Γέρω- +Διαμαντής δεν χάλασε όλα τα αρέα της Παναγίας-Ντομάν κ' εξερίζωσε της ρίζες +των για ν' αύρη χρήματα, κρυμμένα; Αλλά πολλοί από αυτούς πεθαίνουν, γιατί +τυχαίνει να είναι στοιχειωμένα. Και αυτός ο ξένος, που τα πέταξε κ' έφυγε σαν +τρελλός, θα έπαθε φαίνεται.</p> + +<p>Εις το διάστημα τούτο, ενώ ωμίλει ο γέρων, συγχρόνως περιέκρυψε το δοχείον +εντός σάκκου τινός των φύλλων, αι δε γυναίκες ητοιμάσθησαν προς +αναχώρησιν.</p> + +<p> — Θα ήταν στοιχειωμένα! επανέλαβεν ο γέρων. — Λοιπόν τότε κ' ημείς; +. . διέκοψεν η Ελένη εν φόβω . .</p> + +<p> — Ημείς δεν πταίομεν, επανέλαβε λέγων ο πατήρ, ημείς δεν τα +ηνοχλήσαμεν εις τα βάθη της γης τα στοιχειωμένα φλωρία. Ημείς τα ηύραμεν +επάνω, όπου τα εκτύπησε πλέον ο καθαρός αέρας και έφυγε πάσα ακαθαρσία και +κακή ενέργεια του δαίμονος. Δι' ημάς είνε δώρον του Θεού. Και επειδή ο καπετάν- +Θοδωρής ήτο φιλακόλουθος και καλός χριστιανός κ' εγνώριζεν απέξω πολλά +«γράμματα της Εκκλησίας» προσέθηκε:</p> + +<p>«Παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον»...</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + + +<p> +Ο δειλός ληστής κάτω εις τον ορμίσκον τον έρημον ανέπνευσεν. Άλλως δεν απείχε +πολύ εκείθεν η θάλασσα. Καθ' όλον το διάστημα τούτο ενόμιζεν ότι όπισθεν +κατεδίωκον αυτόν τα φοβερά του ρεύματος φαντάσματα, αι άυλοι Νεράιδες. Τα +αγκυλωτά κλαδία, άτινα εν τη λόχμη διηγκύλονον τας άκρας του στρατιωτικού του +ιματίου και το όπισθεν κρεμάμενον βαρύ μέρος της εφθαρμένης πείρας, +εξελάμβανεν ως τας σατανικάς χείρας των κακοποιών πνευμάτων, αίτινες +απειροπληθείς, μακραί κ' αιχμηραί ημιλλώντο περί της συλλήψεώς του, η μία +αφίνουσα αυτόν και η άλλη λαμβάνουσα ατελευτήτως κατά διαδοχήν κ' εθραύοντο +κατά την αγωνιώδη διάβασιν τα ξηρά τσαρπάλια κ' εκρότουν αγρίως και τον κρότον +εκείνον εξελάμβανεν ως την φοβεράν φωνήν των φαντασμάτων.</p> + +<p>Τότε κατά την εισβολήν του εν τω δρυμώ απέμεινεν εκεί, διαγκυλωθέν υπό +τινος ακανθωτού και σκληρού θάμνου, το όπισθεν μέρος του δισακκίου, εν ώ +περιείχετο τα χρυσίον, όπερ αισθανθείς εν τη ορμή του συλληφθέν, ενόμισεν ότι αι +Νεράιδες, συλλαβούσαι, είλκον αυτό εν βία προς τα όπισθεν. Ο δε Θανάσης +εναγκαλισθείς σφιγκτότερον τότε το εμπρόσθιον μέρος της πήρας, ενώ περιείχοντο +οι ξηροί άρτοι, νομίζων ότι εβάσταζε το χρυσίον, ώρμησε βιαιότερον προς τα +εμπρός, όπως ελευθερωθή από των χειρών, ως εφαντάζετο, των βεβακχευμένων +γυναικών.</p> + +<p>Τότε θραυσθέντος του αιχμηρού ξηρού κλώνου, του εμπαγέντος εν τω όπισθεν +σάκκω της πεπαλαιωμένης πήρας, διερράγη μέρος αυτής, δι' ου υποχώρησαν το +βαρύ χρυσοφόρον δοχείον κατέπεσε, κυλισθέν επί των θάμνων κάτω.</p> + +<p>Εκεί παρ' ολίγον να πέση άπνους ο ληστής. Τότε εθόλωσεν ο νους του, ότε, +κρατηθέντος του δισακκίου, ενόμισεν ότι ενεπάγη ακίνητος εκεί, ασφαλής λεία των +φαντασμάτων. Μυρίαι όψεις τον περιεκύκλωσαν — ούτω διηγείτο κατόπιν — +όψεις παραδόξως ωραίαι και παραδόξως δυσειδείς, κράμα τερατώδες νεάνιδος και +γραίας, οφθαλμοί γλυκείς και άγριοι, λαμπροί κ' εσβεσμένοι, στόματα με οδόντας +και χωρίς οδόντας, κεφαλαί με πτερά ταώνων, με λοφιάς τσαλαπετεινών, με +παντοία κέρατα, σώματα ως γυναικών και σώματα ως κυνών, σατανάδες +ανθρώπινοι, ενεδρεύοντες εν στιγμή τινι του βίου να συλλάβωσι την δύσποτμον +λείαν των, την ριπτομένην υπό της τύχης εν τω μέσω του ορχουμένου θιάσου +αυτών. Ούτω τερατωδώς εις τους οφθαλμούς του ενεφανίσθησαν τα ωραία και +αγγελόμορφα φαντάσματα των Νεράιδων.</p> + +<p>Επήρε τον ανασασμόν του μια, όταν ηλευθερώθη από του ημίσεως φορτίου +του, και μετ' ολίγον ευρέθη κάτω εις την παραλίαν. Όπισθεν της λόχμης ήτο ευρύ +μονοπάτιον.</p> + +<p>Οι δύο άλλοι γέροντες λησταί φθάσαντες προ αυτού είχον ήδη έτοιμον την +λέμβον εν τη θαλάσση κατά τας διαταγάς του αρχιληστού, όστις ενεφανίσθη και +αυτός μετ' ολίγον, ασθμαίνων.</p> + +<p>Κατά την βεβιασμένην από του Μοναστηρίου αναχώρησιν, υποπτεύσας ο +αρχιληστής ότι θα επροδόθη υπό του δραπετεύσαντος θυρωρού, επανήρχετο εις +Κεχρεάν μετά πολλών προφυλάξεων. Όταν ανέβησαν επάνω εις την +κορυφογραμμήν, από της οποίας εφαίνοντο εξ ενός η κώμη κ' εξ άλλου η Κεχρεά, +διέταξεν οι μεν δύο γέροντες ως πρόσκοποι να βαδίζωσιν από των κορυφών, +προσέχοντες προς το αντίθετον μέρος, ο δε Θανάσης, ο έχων το χρυσίον, ο +αφωσιωμένος του σύντροφος, να καταβαίνη από του ομαλού διά της μεγάλης +οδού και του ρεύματος. Ο αρχιληστής θα τον ηκολούθει. Ο καπετάν Γεώργης +πονηρός και δόλιος, παρατηρήσας ότι ο πιστός αυτώ Θανάσης εκ του προς τες +Νεράιδες φόβου του ανεκάλυπτε πρώτος πάσαν κίνησιν φύλλων και κλάδων, +οσάκις διήρχοντο από ρευμάτων ή από δασών, διέτασσεν αυτόν να βαδίζη πάντοτε +εμπρός, ίνα ανακαλύπτη ευκόλως πάσαν ενέδραν ή στρατιωτικήν κίνησιν.</p> + +<p> — Το καλλίτερο καραούλι είνε ο δειλός, έλεγε πολλάκις. Αλλά τότε ο +αρχιληστής παρέμεινεν εις την κορυφήν επί μικρόν, διότι ενόμισεν ότι είδε κίνησιν +ανθρώπων, εξερχομένων εκ της κώμης. Είχεν οξύ το βλέμμα ως άγριον πτηνόν. +Άλλως η κώμη απείχεν εκείθεν μίαν και ημίσειαν ώραν κατωφερώς. Εσύριξε προς +τον Θανάσην — σημείον ίνα σπεύδη — και μετ' ολίγον, αφού κατεσκόπευσε τα +πέριξ καλώς, κατήλθε βιαίως και ούτος, αφού εβεβαιώθη ασφαλέστερον περί του +επικειμένου κινδύνου, διότι οι αναφανέντες οπλοφόροι διηυθύνοντο προς το +Μοναστήριον.</p> + +<p>Και τωόντι, όταν ο καπετάν-Θοδωρής και αι γυναίκες εθεώντο εν μυστηριώδει +εκστάσει τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, θα διήρχετο από έμπροσθέν των +ανύποπτος όλως ο αρχιληστής, αν το συμβάν εις τον Θανάσην δεν ηνάγκαζε και +αυτόν να παραστρατήση προς το βουνόν. Ιδών δηλαδή μακρόθεν τον Θανάσην +ορμώντα προς τα επάνω, και διασχίζοντα ως μαινόμενον την πυκνή λόχμην, έκρινεν +ότι και αυτός θα έπραττε φρονίμως να τον ακολουθήση, αφίνων την πεπατημένην +οδόν. Και ούτω και ο αρχιληστής περίφοβος, υποπτεύων ενέδραν, παρεξέκλινε, και +διά των ορέων βαδίζων κατόπισθεν σχεδόν του Θανάση, κατήλθεν εις τον +απόκεντρον όρμον.</p> + +<p> — Εμπρός 'ς τα κουπιά! διέταξεν ο αρχιληστής επιβάς τελευταίος εις την +λέμβον, ήτις εκινήθη αποτόμως ένθεν και ένθεν εκ του βαρέος αυτού +πατήματος.</p> + +<p>Ο Θανάσης ούτε ενόησε πώς ευρέθη εν τη λέμβω. Τόσον ήτο τεταραγμένος +ακόμη. Εισήλθε και εκάθησε κρατών σφιγκτά μεταξύ των χειρών του εν τη αγκάλη +του το εφθαρμένον δισάκκιον, βαρύ και δυσβάστακτον εκ των έμπροσθεν και +κενόν εκ των όπισθεν.</p> + +<p>Έλαβον τας κώπας οι λοιποί και απεμακρύνθησαν ολίγον από της παραλίας +κατευθυνόμενοι προς βορράν, αθέατοι, υπό τους υψηλούς βράχους, κατά πρώτον +γιαλό-γιαλό πλέοντες.</p> + +<p>Και τότε μόνον ο αρχιληστής, καθησυχάσας, ανεζήτησε τον σάκκον, εν ώ +περιείχετο το χρυσίον.</p> + +<p>Το δισάκκιον εκράτει σφιγκτά ακόμη ο πιστός Θανάσης.</p> + +<p>Πλην εκπλήσσεται ο αρχιληστής μη ανευρίσκων εντός το χρυσοφόρον +δοχείον.</p> + +<p>Εκπλήσσεται και ο Θανάσης.</p> + +<p>Εκπλήσσονται και οι άλλοι δύο, οίτινες εκωπηλάτουν, οι δύο γέροντες.</p> + +<p>Ο αρχιληστής έκφρων εκκενώνει το ήμισυ δισάκκιον, και πίπτουσιν οι ξηροί του +μοναστηρίου άρτοι, κτυπώντες επί των σανίδων της λέμβου θλιβερώς ως σκληροί +λίθοι.</p> + +<p>Προσέβλεψεν αγρίως τότε τον Θανάσην ο αρχιληστής. Το βλέμμα του έπνεε +πυρ και φλόγας. Όλη η αγωνία της καρδίας του κατά την ύποπτον αυτήν πορείαν +εξέσπασεν εις μανίαν.</p> + +<p>Υποπτεύει ότι ο Θανάσης κατεχράσθη την εμπιστοσύνην του, αποκρύψας το +χρυσίον, και μαίνεται κ' εκ της μανίας δεν δύναται να αρθρώση λέξιν.</p> + +<p>Τότε μόλις εκ του νέου τούτου τρόμου συνήλθεν ο δειλός Θανάσης. Ο νέος +φόβος απεδίωξε τον παλαιόν.</p> + +<p> — Θα τα πήραν τα χρήματα αι Νεράιδες! λέγει με αφέλειαν μωρού +ανθρώπου.</p> + +<p>Εις τους πυρίνους του αρχιληστού οφθαλμούς νέαι φλόγες απήστραψαν.</p> + +<p>Ο δε Θανάσης προσθέτει:</p> + +<p> — Όταν μου έδωσες το δισάκκι, τα χρήματα ήσαν εις το εμπροσθινόν +μέρος, το οποίον εβαστούσα καλά με τα δυο μου χέρια 'ς την αγκαλιά μου. Αλλ' +όταν επάνω εις το βουνόν εσταμάτησα διά να ξεκουρασθώ, άφησα το δισάκκι, και +όταν το ξαναπήρα, κατά λάθος τα χρήματα ήσαν εις το πίσω μέρος και εγώ +εκράτουν σφιγκτά το εμπροσθινόν με τα ψωμιά. Ω! Τι έπαθα!</p> + +<p> — Και πού είνε τα χρήματα τώρα! κραυγάζει πάλιν ο αρχιληστής +αγριώτερον, μη εννοών.</p> + +<p> — Θα τα πήραν αι Νεράιδες! επαναλαμβάνει ο Θανάσης. Ο αρχιληστής +εβρυχάτο ως λέων, εκ της μανίας αδυνατών να κινηθή καν.</p> + +<p>Ο δε Θανάσης εξακολουθεί να διαμαρτύρεται προοιμιαζόμενος πάλιν ότι αν +ήθελε να κλέψη τον αρχηγόν του, δεν θα είχε τόλμην να εμφανισθή πλέον ενώπιόν +του, διότι εγνώριζεν ότι ήθελε κινήσει την οργήν του. Και θρηνεί.</p> + +<p>Και ούτω θρηνών αφηγείται το συμβάν επάνω εις το ρεύμα, υπό την γενικήν +αγανάκτησιν των συντρόφων όλων.</p> + +<p>Παρ' ολίγον ν' ανατρέψη την λέμβον εκ της οργής ο αρχιληστής και να πνιγώσι +πάντες εις την θάλασσαν.</p> + +<p>Οι δύο γέροντες προέτεινον ν' αποβιβασθώσι πάλιν κ' επανέλθωσιν εις το +μέρος, όπου, ως έλεγεν ο Θανάσης, είδε τα φαντάσματα.</p> + +<p>Η πρότασις ήτο καλή.</p> + +<p>Αλλ' ήδη ηκούοντο επάνω εγγύς της παραλίας πυροβολισμοί συνεχείς.</p> + +<p> — Σκύλε, Θανάση! είπε φρυάττων ο αρχιληστής.</p> + +<p>Έλαβον τότε οι λησταί τας κώπας, τέσσαρας μεγάλας και στερεάς, και +απεμακρύνθησαν ταχέως προς την αλίμενον ακτήν του Πηλίου, σιωπηλοί και +αγρίως κατηφείς, ως ν' απώλεσαν εν τη μάχη τον καλλίτερον σύντροφόν των.</p> + +<p>Τη επαύριον οι περιπολεύοντες ακόμη αγροφύλακες ανεκάλυψαν εις την +έρημον εκείνην ακτήν της νήσου πτώμα χωροφύλακος, σχεδόν διαμελισμένον.</p> + +<p>Ήτο το πτώμα του δειλού Θανάση, ον ο αρχιληστής διεμέλισεν εν τη ληστρική +οργή του.</p> + +<p>Οι μοναχοί, εις ους επεδείχθη υπό του δημάρχου, τον ανεγνώρισαν. Τόσην δ' +αίσθησιν είχε προξενήσει εις αυτούς ο ληστής ούτος, ώστε και διαμελισμένον το +σώμα τοις εφαίνετο ότι εκράτει ακόμη το τσιτσιρίζον τηγάνιον.</p> + +<p> — Αυτός είνε ο άθλιος, έλεγεν ο ρινόφωνος οικονόμος της Μονής πάτερ- +Σισώης, προσθέτων και το ρητόν αργά-αργά: — Λάκκον ώρυξε και ανέσκαψεν +αυτόν... ».</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Ο στρογγύλος θυρωρός της Μονής, ότε ίστατο εμπρός εις το αρχονταρίκιον και +ανέκρινε δευτέραν φοράν σιωπηλώς διά των οφθαλμών του τους ξένους εκείνους, +τους τόσον οικείως εισελθόντας εις το Μοναστήριον, παρετήρησεν ότι από του +φαινομένου αξιωματικού της χωροφυλακής έλειπον τα σύμβολα του βαθμού του +— αι σαρδέλλες λεγόμεναι τότε — ένθεν κ' ένθεν του περιλαιμίου. Ο πονηρός +μοναχός, διαμείνας άλλοτε εν Αθήναις, μετά πολλής περιεργείας εξηκρίβωνε τα +του στρατού μάλιστα, έχων κλίσιν περί την πολεμικήν τέχνην.</p> + +<p>Πολλάκις ο άνθρωπος εμφανίζει κλίσεις εις πράγματα διά τα οποία είνε όλως +διόλου ακατάλληλος.</p> + +<p>Παρετήρησε προσέτι, — τούτο ήτο λεπτότατον — ότι ο πίλος του +υπομοιράρχου έφερεν έν σειρίτιον διαφόρου χρωματισμού των επί της στολής των +άλλων.</p> + +<p>Ταύτα πάντα παρέσχον αυτώ υπονοίας περί των ξένων και εθεώρησε φρόνιμον +να κυλίση τον κατήφορον κρυφά-κρυφά, διά να γνωστοποιήση τας υπονοίας του +εις τον ηγούμενον. Διά τούτο αναζητηθείς τότε ο θυρωρός υπό των ληστών, +περιφρονησάντων αυτόν διά το ανάστημά του κατά πρώτον, δεν ευρέθη.</p> + +<p>Και ιδού ότι ο άνθρωπος ουδένα πρέπει να περιφρονή εις αυτόν τον +κόσμον.</p> + +<p>Και κατ' αρχάς μεν εξήρχετο της Μονής ο θυρωρός, χωρίς να έχη σαφή ιδέαν +περί των πραγμάτων, αλλ' όταν επροχώρησεν ολίγον, και είδε να κλείηται και ν' +ασφαλίζηται η πύλη διά του σιδηρού μοχλού, και ήκουσε τέλος — δεινόν ειπείν! — +ήκουσε γοερώς αντηχούσαν την φωνήν του μαγείρου, κραυγάζοντος «κλέφτες!», +όταν τον είχε κτυπήσει ο αρχιληστής, ως είδομεν, τότε εκαθαρίσθησαν πλέον αι +ιδέαι του στρογγύλου μοναχού, γενόμεναι στρογγυλώτεραι και μετά μίαν ώραν ήτο +εις το Μετόχιον και μετά ταύτα εις την κώμην, όπου τον είδον περίφοβοι οι +άνθρωποι, εις την αγοράν κυλιόμενον ως βαρέλιον διά της παραλίας και +κραυγάζοντα «κλέφτες!» χωρίς να ίσταται και χωρίς να διασαφηνίζη το πράγμα, +έως ου ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου. Πάραυτα κατόπιν διά συγκεχυμένων +λόγων διεδόθη εν τη κώμη, η φοβερά είδησις.</p> + +<p> — Πάτησαν το Μοναστήρι! έλεγεν ο έτερος προς τον έτερον.</p> + +<p> — Πάτησαν το καινούργιο Μοναστήρι! επανελάμβανεν άλλος. Και εις +όλον το χωρίον αντήχει η βοή:</p> + +<p> — Πάτησαν το Μοναστήρι!</p> + +<p>Και έκλειον οι άνθρωποι τα μαγαζεία και ησφάλιζον αυτά, και έκλειον αι +γυναίκες τας θύρας και τα παράθυρα. Αμέσως αι οδοί ηρημώθησαν.</p> + +<p>Και μόνον ο Γέρω-Γιάννης έτρεχεν, ο αστυνομικός κλητήρ, με τα τσακμάκια εις +τα θυλάκια και το καρυοφύλλι του εις τον ώμον ανεβοκατεβαίνων την αγοράν και +την δημαρχίαν, και εκάλει τους πολίτας εις τα όπλα κρούων τον μέγαν κώδωνα του +ναού.</p> + +<p>Το παραχθέν αίσθημα ήτο και φόβος και θλίψις. Φόβος μεν, διότι δεν +εγνώριζον περί της συμμορίας εκ πόσων συνέκειτο και τι σκοπούς ακόμη είχε· +θλίψις δε, διότι εγνώριζον ότι η Μονή του Ευαγγελισμού είχεν αποταμιεύματα +πλούσια.</p> + +<p>Και το εσέβοντο οι άνθρωποι το ιερόν Κοινόβιον και το ηγάπων. Οι πτωχοί το +είχον ως πτωχοτροφείον και οι γέροντες ως γηροκομείον. Τας εορτάς του Πάσχα +και των Χριστουγέννων φορτώματα εμοίραζε κάτω εις τον λαόν τον σίτον και το +έλαιον.</p> + +<p>Ούτως ο δήμαρχος επί κεφαλής οπλοφόρων εξήλθεν εις τα όρη προς +ανακάλυψιν των ληστών, παρακολουθούντος και του ηγουμένου. Κατά πρώτον +μετέβησαν εις την Μονήν, όπου εύρον τους μοναχούς δεμένους ακόμη, κ' έμαθον +ασφαλώς πλέον την γενομένην συμφοράν.</p> + +<p> — Ωχ! έκλαιεν ακόμη θρηνών ο ρινόφωνος γραμματεύς και οικονόμος +πάτερ-Σισώης, κλειδωμένος εν τω κενώ ταμείω.</p> + +<p>Και αντήχει γοερώς η φωνή του εις την έρημον κόρδαν των κελλίων ως +νυκτικόρακος στεναγμός.</p> + +<p> — Μας επρόδωσαν, κύριε δήμαρχε! επανελάμβανεν ο γέρων +αρχοντάρης. Μας επρόδωσαν! Τα εγνώριζον όλα. Ακόμη και τα κλειδιά, τα οποία +είχον εις τον κόρφον μου!</p> + +<p>Μετά ταύτα διηρέθησαν εις δύο σώματα και ο μεν Γέρω-Γιάννης απήλθε προς +το Κάστρον, ο δε δήμαρχος προς την Κεχριάν. Είνε τα δύο αγριώτερα και +απροσιτώτερα μέρη της νήσου.</p> + +<p> — Τον νου σου, και τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη, είπεν ο δήμαρχος, +αποχωριζόμενος από τον κλητήρα του.</p> + +<p>Και κατήλθε προς την θάλασσαν, του ηγουμένου, ενός ασκητικού και +ξηραγκενού μοναχού, λίαν ιεροπρεπούς, κατόπιν του πεζοπορούντος και αυτού, +και μη δυναμένου ούτε λέξιν να εκστομίση εκ της θλίψεως.</p> + +<p>Εις το πέλαγος ουδεμία λέμβος εφαίνετο. Εις τα δάση και τα ρεύματα ουδέν +σημείον ύποπτον παρετήρησαν. Και ότε, ιστάμενοι επί λόφου εγγύς της ακτής +διελογίζοντο να επανέλθωσιν άπρακτοι, εξεκένωσαν τα όπλα των εις το πέλαγος, +αγανακτούντες διά την αποτυχίαν των ερευνών των, τότε οι λησταί ακούσαντες +τους πυροβολισμούς, απεμακρύνθησαν βορειότερον και είτα ετάχυνον διά του +πελάγους. Και όταν ανήχθησαν πλέον μακράν, τότε είδον την λέμβον οι οπλοφόροι. +Πάραυτα ο δήμαρχος έκρουσεν εξ απογνώσεως τας παλάμας του. Εννόησεν ότι οι +λησταί διεξέφυγον εκ των χειρών των. Διότι ο λιμενάρχης είχε διατάξει ουδεμία +λέμβος να εξέλθη του λιμένος την ημέραν εκείνην. Η δε ταχέως απομακρυνομένη +των ακτών της νήσου βεβαίως δεν θα ήτο καλή λέμβος.</p> + +<p> — Πάει, βρε παιδιά, μας γλυτώσανε! είπε τεθλιμμένος και +επανεκτύπησε τας παλάμας του.</p> + +<p>Εξεκένωσαν τότε και δευτέραν φοράν τα όπλα των οι οπλοφόροι, άτινα +αντήχησαν πενθίμως επί της λείας επιφανείας της θαλάσσης, αποχαιρετισμός +ηχηρός προς τους απομακρυνομένους ληστάς και τας φευγούσας ελπίδας των.</p> + +<p> — Αιωνία των η μνήμη! είπεν ο δήμαρχος. Τι άλλο να είπη;</p> + +<p>Και θέλων να διασκεδάση την θλίψιν του ηγουμένου ηρώτησεν ολίγον +ατόπως:</p> + +<p> — Τάλληρα ήτανε, γέροντα, ή λίρες;</p> + +<p>Ο ηγούμενος εξηκολούθει να ήνε άφωνος. Ενόμιζες ότι αι λευκαί τρίχες του +παχέος μύστακος αυτού απέκρυψαν τελείως το στόμα του.</p> + +<p>Και μόνον ένα θρήνον τώρα εξέβαλεν υπόκωφον.</p> + +<p> — Και τα είχαμε διά την ζωγραφίαν της Εκκλησίας! . . .</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Ο καπετάν-Θοδωρής, επιβαίνων του οναρίου του, ως όταν από ευτυχούς ταξειδίου +επανήρχετο με το βρίκιόν του φορτωμένος τάλληρα ισπανικά, — στιγμάς τινας +μάλιστα εξέλαβε τας ευτελείς του ζώου ηνίας ως το μεγαλοπρεπές πηδάλιον του +βρικίου του — μετά φαιδράς απαθείας εθεώρει τα βουνά και τα δένδρα, δι' ων +διήρχετο σείων την κεφαλήν του κανονικώς, συμφώνως προς τας κινήσεις του +οναρίου, και ονειρευόμενος ποικίλα σχέδια, κατά τα οποία διερρύθμιζε +φρονιμώτερον τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, την πλουσίαν μοίραν των +θυγατέρων του. Και συνεχώς δι' αιχμηρού ξυλαρίου εκέντα εις τα οπίσθια το βραδύ +ζώον. Αι δε γυναίκες φορτωμέναι τα φύλλα ηκολούθουν κρυφομιλούσαι και αυταί +και σχεδιάζουσαι μυρία όσα ευτυχή σχέδια, ουδέ ησθάνοντο το βάρος του +συμπεπιεσμένου σάκκου εκ της χαράς, ήτις επλήρου την καρδίαν των τας +ευδαίμονας εκείνας ώρας. Και δι' απατήτων ατραπών, αποφεύγουσαι τας +συναντήσεις, έφθασαν εις την οικίαν των, χωρίς να εννοήσωσι και αυταί πώς τόσον +ελαφρώς διήλθον το τρίωρον εκείνο διάστημα. Παρά πολύ δε κατεπλάγησαν +ευρούσαι την ωραίαν κώμην σιωπηλήν, ως έρημον, και όλα εν αυτή κατάκλειστα +και μόνον τους κύνας ανερευνώντας τροφήν.</p> + +<p>Μόλις δε είχον εισκομίσει τους σάκκους των φύλλων, προφυλάξασαι τον +θησαυρόν αι γυναίκες εις ασφαλές μέρος, ίνα κατόπιν την νύκτα τακτοποιήσωσιν +αυτόν, και ήρχισαν να ρίπτωσι με χαράν δροσερά φύλλα εις το καματερόν, το +οποίον εθεώρουν και του χρυσίου πολυτιμότερον, και ιδού προσέρχεται η +γειτόνισσα ασθμαίνουσα.</p> + +<p> — Αρί-σείς, ήρθατε! Εγώ πλειο τρόμαξα 'ς το δρόμο. Αι γυναίκες ουδέν +εννόουν.</p> + +<p> — Πάτησαν το Μοναστήρι! Δεν το μάθατε! Βούιξε όλο το χωριό.</p> + +<p> — Πάτησαν το Μοναστήρι! Είπεν εκπεπληγμένος ο καπετάν-Θοδωρής, +ως άνθρωπος του οποίου ωραίον όνειρον διέκοψε ξηρός κρότος ατακτούσης +γαλής.</p> + +<p> — Εγώ όταν κατέβαινα από το κτήμα, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είδα τον +κόσμο που πήγαιναν ωπλισμένοι.</p> + +<p>Και διηγήθη τότε η φλύαρος γραία μετά πολλής ζωηρότητος όλην την ιστορίαν +της ληστείας μετά περιγραφών γυναικείας φαντασίας.</p> + +<p>Ο καπετάν-Θοδωρής ήτο ευσεβής άνθρωπος. Η Γερακούλα, αυτή πλέον ήτο η +προσωποποίησις της ευσεβείας και αρετής. Αι τέσσαρες θυγατέρες των, αι +τέσσαρες ξανθαί αδελφαί, ήσαν τύπος και ομοίωμα της μητρός απαράλλακτον. +Οικογένεια πάσχουσα, πλην φοβουμένη τον Θεόν.</p> + +<p>Ήκουσεν η Γερακούλα ότι οι λησταί παρουσιάσθησαν ως χωροφύλακες και ότι +εντός δισακκίου εφορτώθη ο είς τούτων τον θησαυρόν, και ανεμνήσθη πάραυτα +του δειλού εκείνου χωροφύλακος, ον πρώτην φοράν έβλεπον εις την νήσον.</p> + +<p>Ήκουσαν αι θυγατέρες ότι τον θησαυρόν του Μοναστηρίου έλαβον ως ήτο μετά +του αρχαίου κυλινδρικού δοχείου, του οποίου το επικάλυμμα έφερε την εικόνα του +Ευαγγελισμού, ήκουσε και ο καπετάν-Θοδωρής ότι ο θησαυρός απετελείτο εκ +χρυσών νομισμάτων αυστριακών, γαλλικών και τουρκικών.</p> + +<p>Και επείσθησαν πάραυτα όλοι ότι ο θησαυρός των, ον μετά τόσης κρυφής +χαράς εκόμιζον, ην ο θησαυρός της σεπτής της νήσου μονής.</p> + +<p>Και αντί ν' αφανισθή από των οφθαλμών των η χαρά, ως ήτο φυσικόν διά +πάντα άλλον διάφορον έχοντα ανατροφήν, απ' εναντίας εμεγαλύνθη, επληθύνθη κ' +εξέλαμπον εξαισίως τα πρόσωπα αυτών από της ηδίστης εκείνης ενδομύχου +συναισθήσεως ότι εγένοντο αίτιοι να διασωθή ο θησαυρός πεφιλημένου +Μοναστηρίου.</p> + +<p> — Να τα δώσωμεν! Εφώνησαν αγαλλόμεναι, μια φωνή όλαι.</p> + +<p> — Να τα δώσωμεν, πατέρα! επανέλαβον αι τέσσαρες θυγατέρες.</p> + +<p>Ο γέρων ητοιμάζετο να εξέλθη εις συνάντησιν του δημάρχου, όπως αναγγείλη +αύτω την χαρμόσυνον είδησιν και τον αστείον της διασώσεως του θυσαυρού +τρόπον, ότε η Γερακούλα βλέπει έξωθεν της οικίας των — έκειτο έξω εις το άκρον +της πόλεως, εν τη κεντρική προς τας εξοχάς οδώ — διερχομένους τον δήμαρχον και +τον ηγούμενον, οίτινες πλήρεις κόνεως και ακανθωτών κολλητσίδων εις τα +ενδύματα, κάθιδροι και καταπεπονημένοι, επανήρχοντο κατηφείς εκ της ακάρπου +καταδιώξεως των ληστών.</p> + +<p>Ο γέρων παρεκάλεσεν αυτούς να εισέλθωσι· και ανήγγειλεν αυτοίς πάραυτα +την ανεύρεσιν του θησαυρού της Μονής.</p> + +<p>Ο ηγούμενος προς το άκουσμα τούτο προσήλωσε τους οφθαλμούς του +ακίνητος εις το πρόσωπον του καπετάν-Θοδωρή.</p> + +<p>Ο δήμαρχος έκαμε κίνημα δυσεξηγήτου εκπλήξεως βλέπων προς την +στέγην.</p> + +<p>Αι τέσσαρες θυγατέρες παρίσταντο μετά σεβασμού μ' εσταυρωμένας τας +χείρας.</p> + +<p>Η δε Γερακούλα έσπευσε κ' εκόμισε το κυλινδρικόν χρυσοφόρον δοχείον, το +ευρεθέν εν τω δάσει, ανέπαφον, φέρον επί του επικαλύμματος την εικόνα του +Ευαγγελισμού.</p> + +<p>Τότε μόλις συνήλθεν από της εκπλήξεως ο ηγούμενος, αποκαθηλώσας τους επί +του γέροντος ακινήτους οφθαλμούς του, και κινήσας αυτούς επανειλημμένως από +του ανευρεθέντος θησαυρού προς τον δήμαρχον και από τούτου προς τον +καπετάν-Θοδωρή. Προς τας γυναίκας ουδόλως έστρεφε το βλέμμα ο ερημικός +μοναχός, των ασκητικών διατάξεων μη επιτρεπουσών τούτο.</p> + +<p>Και ήρχισε πάραυτα η Γερακούλα να διηγήται πώς συνηντήθη μετά του δειλού +εκείνου χωροφύλακος εις Κεχριάν και πώς ενίσχυσε τον φόβον του, χωρίς να +γνωρίζη ότι ήτο ληστής, και περιπλέον αγνοούσα ότι έφερε μεθ' εαυτού ληστεύσας +τον θησαυρόν του Μοναστηρίου, «ως να την είχε φωτίση η Μεγαλόχαρη, που δεν +ήθελε να χαθώσιν έτσι οι κόποι της».</p> + +<p>Ανεκλάλητος ήτο μετά ταύτα η χαρά και ο θαυμασμός του ηγουμένου και του +δημάρχου. Δεν είξευρον τι να θαυμάσωσι περισσότερον, την ευφυά επίνοιαν της +Γερακούλας, διασωζούσης τον θησαυρόν, ή την ευσέβειαν όλης της οικογενείας +παραδιδούσης τα διασωθέντα.</p> + +<p>Εις τον κοσμικόν του δημάρχου νουν εφαίνετο υψηλότερον το δεύτερον, η +παράδοσις του θησαυρού. Εις τον νηπτικόν όμως λογισμόν του ηγουμένου +εξέλαμπε φαεινότερον ως μεγάλη πανηγυρική λαμπάς η λαμπρά επίνοια της +Γερακούλας, υπό θείας αυγής φωτισθείσης την στιγμήν εκείνην εν τω δάσει, όπερ +προϋποτίθησι την ευσέβειαν της γυναικός και της οικογενείας πάσης. Και αν δεν +προϋπήρχεν αύτη εν τη καρδία των ανθρώπων τούτων, εσκέπτετο ο ηγούμενος, +δεν εισέδυεν η φωτιστική εκείνη ακτίς, το αγνόν και θείον φως, όπερ εν τω κόσμω +καλείται ευφυία, ήτις συνετέλεσεν εις την διάσωσιν των κλαπέντων.</p> + +<p>Έλαμπον τα πρόσωπα πάντων.</p> + +<p> — Εγώ, εγώ, εφώνει η καλή Γερακούλα, έσωσα τον θησαυρόν. Και +επανέλαβε μίαν ακόμη φοράν το περιστατικόν ως εγένετο, τελειότερον ήδη και +ζωηρότερον, παρελθούσης της πρώτης συγκινήσεως, ως συμβαίνει πάντοτε εις τον +νικητήν, όστις την πρώτην φοράν συγκεχυμένος θ' αφηγηθή τας ανδραγαθίας +του.</p> + +<p>Και τώρα μόλις ο δήμαρχος και ο ηγούμενος καθησυχάσαντες, τώρα κατά την +δευτέραν αφήγησιν ησθάνθησαν πάσαν την λεπτότητα της επινοίας της +Γερακούλας, θαυμάσαντες την ευστοχίαν αυτής και τόλμην. Και συνδυάσαντες το +αποδιδόμενον εις τας τέσσαρας ξανθοκόμους αδελφάς παρώνυμον προς την +εκτύλιξιν του απροσδοκήτου γεγονότος, συνεπέραναν, πρώτου του ηγουμένου +εκφράσαντος τούτο, ότι αι τέσσαρες αδελφαί ήσαν προωρισμέναι υπό των +μυστικών βουλευμάτων της θείας προνοίας να περισώσωσι τον θησαυρόν της +Μονής, όστις βεβαίως άλλως ήθελεν εξαφανισθή διά παντός.</p> + +<p> — Η Παναγία θέλει να ζωγραφισθή ο ναός της, είπεν ο ηγούμενος.</p> + +<p>Διότι αληθώς τα χρήματα μετά φειδούς και οικονομίας απεταμιεύοντο προς +τούτον και μόνον τον σκοπόν, τον καλλωπισμόν του ωραίου Καθολικού.</p> + +<p>Ο ηγούμενος, υψώσας τας χείρας, ηυλόγησεν ιεροπρεπώς τους ευσεβείς γονείς +πρώτον, και είτα τας σεμνάς θυγατέρας των, ευχηθείς ταχέως ο Ύψιστος ν' +ανταμείψη αυτάς κ' εν τω κόσμω τούτω ως Δίκαιος και Πανάγαθος πατήρ.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Μετ' ολίγον όλον το χωρίον ωμίλει περί του συμβάντος και της οικογενείας του +καπετάν-Θοδωρή.</p> + +<p>Ο δήμαρχος, κήρυξ στωμύλος, διατρέχων την αγοράν και τας οδούς εκήρυττε +προς τους κατοίκους το γεγονός, οίτινες μετά θαυμασμού ήκουον και άλλοι μεν +έκαμον τον Σταυρόν των, άλλοι δε εχαρακτήριζον όσον σεμνότερον ηδύναντο το +πράγμα.</p> + +<p>Έπος ολόκληρον συνερράφη προχείρως κ' εψάλλοντο κ' εξυμνούντο αι +ξανθόμαλλοι Νεράιδες της νήσου, του σατυρικού παρωνύμου αποκτήσαντες πλέον +λάμψιν και κάλλος και γοητείαν. Και αν πρότερον αι άλλαι γυναίκες, λέγουσαι +«Νεράιδες», εννόουν πτωχάς τινας νεάνιδας, καταδικασμένας υπό της σκληράς +μοίρας να διέρχωνται τον βίον των εις τα ρεύματα και τα δάση, ανυπόδυτοι, εντός +ακανθών και τριβόλων συνάζουσαι τον ξηρόν άρτον, την μόνην ευσπλαγχνίαν της +πενομένης ζωής των, άνευ ελπίδος αποκαταστάσεως και άνευ μέλλοντος, ήδη +εννόουν ωραίας και ξανθάς αδελφάς, ευλογημένας υπό του Θεού, πλήρεις +ελπίδων, μ' ευγενή κ' ευσεβή την καρδίαν, ων το λαμπρόν μέλλον αυτή η Παναγία +διά χρυσών γραμμών προδιέγραψε.</p> + +<p>Και αι ευλογίαι ήρχισαν να πραγματοποιώνται. Εν πρώτοις το +ηγουμενοσυμβούλιον της Μονής εψήφισε δωρεάν τεσσάρων χιλιάδων δραχμών +προς την ευσεβή του καπετάν-Θοδωρή οικογένειαν. Ο θησαυρός ο περισωθείς της +μονής ανήρχετο εις 30,000 δραχμών. Το Δημοτικόν Συμβούλιον ωσαύτως, υπείκον +εις εκφρασθείσαν επιθυμίαν γενικώς παρ' όλων των κατοίκων, εδώρησεν ανάλογον +ποσόν εις περίθαλψιν του γέροντος πλοιάρχου και ανέγραψε τα ονόματα των +τεσσάρων θυγατέρων και της μητρός εν τοις βιβλίοις του δήμου, ίνα διασώζωνται +εις τιμήν αΐδιον.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + + +<p> — Αρί-σείς, κορίτσια, τι κάνετε: Είπε τας ημέρας εκείνας η φίλη των +γειτόνισσα με το ξηρόν πρόσωπόν της και την πλέον ξηράν ομιλίαν της.</p> + +<p>Αι ωραίαι νεάνιδες ανεβασμέναι επί κλιμάκων «ξεκλάδωνον» το καματερόν. +Είχον παρέλθει ικαναί ημέραι από των ανωτέρω γεγονότων και αι αγαθαί γυναίκες +καταγινόμεναι περί την προσφιλή αυτών βομβυκοτροφίαν είχον «κλαδώση» προ +ημερών και έφθασαν ήδη εις το ευφρόσυνον τέρμα, κ' εσύναζον από των κλαδίων +τα σχηματισθέντα κουκκούλια. Καθαρά ιμάτια φέρουσαι, ως εν εορτή λευκά +κολόβια και λευκούς χιτώνας περί τα άκρα των χειρίδων και της τραχηλιάς με +κεντήματα δι' ερυθράς και πρασίνης μετάξης, και έχουσαι επιμελώς κεκαλυμμένην +την ξανθήν των κόμην δια λευκών με χρυσούς κροσσούς μανδηλίων της +Κωνσταντινουπόλεως, από πρωίας ενησχολούντο εις την ευχάριστον αυτήν +εργασίαν, ήτις ως όασις δροσερά εμφανίζεται μετά τον τόσον μόχθον της +ανατροφής του μεταξοσκώληκος, ιδίως όταν η ανάπτυξις αυτού επιτύχη και η +συγκομιδή των κουκκουλίων είνε άφθονος.</p> + +<p> — Αρί-σείς, κορίτσια, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είνε αλήθεια πως +ταύρατε τα χρήματα;</p> + +<p>Μετά την τελευταίαν συνάντησίν των, ότε πρώτη η γειτόνισσα ανήγγειλεν εις +την Γερακούλαν και τας θυγατέρας της ότι επάτησαν το Μοναστήρι, ησθένησεν +αύτη, καταληφθείσα υπό τινος δεινού των νεφρών πόνου — σύνηθες αυτή — και +είχεν ημέρας να έλθη εις την οικίαν του καπετάν-Θοδωρή. Τώρα δε — πρώτη +ημέρα της εξόδου της — ενεφανίσθη ωχροτέρα και ξηροτέρα, και διά να ίδη τα +κουκκούλια των νεανίδων και διά να βεβαιωθή περί πολλών, τα οποία ήκουεν εν τη +ασθενεία της και τα οποία δεν επιστευε και, ως εφαίνετο εκ του τρόπου της, θα +επροτίμα μάλλον να μη είνε αληθή παρά να ευρίσκεται εις την δυσάρεστον θέσιν +να τα πιστεύη.</p> + +<p>Είνε πλασμένοι πολλοί τοιούτοι άνθρωποι.</p> + +<p>Αι νεάνιδες και το δεύτερον δεν ήκουσαν. Εξηκολούθουν και αι τέσσαρες να +ξεκλαδώνουν με χαράν και να τραγουδούν εύμορφα δίστιχα, χαιρετίζουσαι ούτως +την πλουσίαν των κουκκουλίων εσοδείαν, την ευφρόσυνον απόλαυσιν τόσης +φροντίδας, αλλά συνάμα και την αιτίαν τόσης ανακουφίσεως προς την πενομένην +οικογένειάν των.</p> + +<p> — Αρί-σείς, κορίτσια, είπε πάλιν η γειτόνισσα, μετά λαιμαργίας +θεωρούσα τα κάνιστρα, τα πεπληρωμένα κουκκουλίων λευκών και κροκωτών ωσάν +οι ξηροψημένοι λουκουμάδες, Αρί-σείς, κορίτσια, είνε αλήθεια πως τα δώσατε +πίσω τα φλωριά;</p> + +<p>Εις όλον το χωρίον δεν ευρέθη άνθρωπος να εκφράση απορίαν διά τούτο. +Είπομεν πόσου σεβασμού αντικείμενον ήτο και πόσης αγάπης το σεμνόν Κοινόβιον +της νήσου, το γηροκομείον και πτωχοτροφείον αυτής.</p> + +<p>Και είτα προσέθηκε μετά τινος πικρίας.</p> + +<p> — Αρί-σείς, κορίτσια, είνε αλήθεια πως σας δώσανε συνδρομή από το +Μοναστήρι και από την Δημαρχία;</p> + +<p>Αι σεμναί και εντροπαλαί νεάνιδες, ήδη εις την υψηλοτέραν καλαμωτήν εγγύς +των δοκών της στέγης, εξηκολούθουν να συνάζουσιν ένα-ένα τα κουκκούλια από +των πεπληρωμένων κλαδίων, άτινα ως εύμορφα μεταξωτά άνθη απήστραπτον +συμπεπλεγμένα ως διά μεταξίνης αράχνης εν μέσω των μαρανθέντων φύλλων των +κλάδων.</p> + +<p>Ίσως κ' εκ της μελωδικής του άσματος αρμονίας δεν ήκουσαν αι νεάνιδες την +ομιλούσαν κάτω γειτόνισσαν, ούτε την είδον, περιφρασσομένην από τον σωρόν +των καταρριπτομένων αχρήστων πλέον κλαδίων, άτινα μετ' ολίγας ημέρας θα +εχρησίμευον διά τας πυράς, τας αναπτομένας την νύκτα της Γεννήσεως του +Προδρόμου προ των πυλών των οικιών, ίνα πηδήσωσιν επάνω αυτών και νέοι και +νέαι «για το καλό», ούτως εν νυκτί ιερά και πλήρει μυστηρίου, υπό τας υψηλάς +λάμψεις και τας ερυθρωπάς αυγάς ποικίλων φλογών, περατουμένης της +συμπαθούς ιστορίας του καματερού, ότε καθ' όλον το χωρίον επάνω των οικίσκων +εκ της φαιάς νεφέλης των αναριθμήτων πυρών δεύτερος ουρανός σχηματίζεται με +φλογίνους μαρμαρυγάς, έχων αντί άστρων τους απείρους των φλογών σπινθήρας +εκεί αφανιζομένους κ' εκεί υπό νέων άλλων αντικαθισταμένους.</p> + +<p>Διά τούτο η γειτόνισσα απήλθε κρατούσα τα νεφρά της από τον πόνον ακόμη, +αλλ' ίσως από την θλίψιν ότι συνήντησεν εν τω οίκω του καπετάν-Θοδωρή τόσην +χαράν, μεγαλειτέραν της παλαιάς, ην τοσάκις προσεπάθησε να μετριάση διά των +θλιβερών παρατηρήσεών της.</p> + +<p>Πλην άλλη ήτο η χαρά η αληθής και μεγάλη του οίκου τούτου, η +επακολουθήσασα μετά τα ανωτέρω συμβάντα, ένδειξις ευγενείας λεπτής των +κατοίκων.</p> + +<p>Τέσσαρες νέοι εύμορφοι, τέσσαρα καπετανόπουλα, ως από ιερού +ενθουσιασμού εμπνευσθέντες, όταν επανελθόντες από του ταξειδίου το +φθινόπωρον, ήκουσαν αδόμενον και υμνούμενον το φαιδρόν συμβάν της +διασώσεως του θησαυρού του Μοναστηρίου και την αρετήν της οικογενείας +ταύτης, ήτις αν και ηδύνατο να αποκρύψη το χρυσίον, διότι ουδείς θα το +εγνώριζεν, όμως παρέδωκε τούτο ανέπαφον ως ιερόν και άγιον χρήμα, +απεφάσισαν εν τη στιγμή εκείνη της θείας εξάρσεως, καθ' ην ο άνθρωπος +μεταβάλλεται όλος εις πνεύμα, υπερήφανος εν τη θεία του ευγενεία και +ελευθεριότητι, απεφάσισαν να λάβωσιν ως συζύγους τας τέσσαρας ωραίας +αδελφάς, άνευ προικός άλλης, μόνον με τας πλουσίας νυμφικάς ενδυμασίας των +και τας λοιπάς επιπλώσεις του οίκου, προικιά κατασκευασθέντα διά της δωρεάς +του Μοναστηρίου.</p> + +<p>Εξήλθον και οι τέσσαρες ευγενείς νέοι εις περίπατον, έξω εις τους κήπους του +χωρίου, όπου ωραίαν τινά ημέραν και αι τέσσαρες ξανθαί αδελφαί, χαριτωμέναι κ' +εύμορφοι «έβγαζαν το μετάξι», κομίζουσαι εντός κανίστρων εις τα μαγκάνια την +άφθονον συγκομιδήν των κουκκουλίων των, εκεί όπου αι επιτήδειαι μαγκανάρισαι, +βυθισμέναι μέχρι της οσφύος εντός λάκκου, με την μίαν χείρα ανακατόνουσι τα +εντός εκτισμένης εκεί μεγάλης χύτρας βράζοντα κουκκούλια, ενώ με την άλλην +γυρίζουσι μετά τέχνης τον μέγαν ξύλινον τροχόν του μαγκάνου, εν τω οποίω +περιτυλίσσεται λεπτή και στίλβουσα ως χρυσός η λευκή και κιτρίνη μέταξα, των +παρθένων παρισταμένων εν χαρά και υπηρετουσών. Αι νεάνιδες ιδούσαι +κοντοσταθέντας τους νέους, ετάχυναν το βήμα περισσότερον, επί του ατάκτου +λιθοστρώτου αργά βαίνουσαι και κατεβίβασαν προς τους οφθαλμούς αιδημόνως +τας λευκάς μανδήλας των. Πλην οι τέσσαρες νέοι επρόλαβον και είδον την ξανθήν +των καλλονήν και τον άφθονον πλούτον των νεανικών χαρισμάτων. Και ως ήτο η +φαντασία των ζωηρά εκ των ακουσθέντων περί αυτών, εφάνησαν και αι τέσσαρες +νεάνιδες εις τους οφθαλμούς των πολύ ωραιότεραι παρ' ό,τι ήσαν, ηπλωμένης περί +αυτάς και χρυσής νεφέλης ευσεβείας και αρετής, υπό την οποίαν έθελγεν +ακτινοβολούσα η σωματική καλλονή των, ως ο αδάμας εντός πλουσίου φωτός.</p> + +<p>Ο γέρων ευφροσύνως ήκουσε την ανέλπιστον πρότασιν. Η Γερακούλα, αν και αι +αναμνήσεις της από της θαλάσσης ήσαν τόσον πικραί, με χαράν ωσαύτως το +ήκουσε το χαρμόσυνον άγγελμα, θεωρήσασα τούτο ως άνωθεν προωρισμένον υπό +της θείας προνοίας, δεν εσυλλογίσθη καν τας θλίψεις και την αβεβαιότητα του +θαλασσινού βίου. Άλλως, τι εν τω κόσμω είνε βεβαιότερον;</p> + +<p>Και μετά τινας ημέρας, αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα, ετελέσθησαν οι +τέσσαρες γάμοι εις τέσσαρας Κυριακάς εν σειρά, εορτάζοντος και χορεύοντος +γάμους και χαράς όλου του χωρίου.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + + +<p> +Με πόσην αγαλλίασιν τότε η αγαθή μήτηρ, η πτωχή πλην φαιδρά Γερακούλα, +εκαμάρωνε την τελευταίαν Κυριακήν εις τον τελευταίον γάμον! Εστεφανώνετο η +μικροτέρα και ξανθοτέρα θυγάτηρ, η αιθέριος και τρυφερά νύμφη, η τελευταία +Νεράιδα του χωρίου, η εικοσαέτις Φανιώ.</p> + +<p>Ο καπετάν-Θοδωρής, καθήμενος εις τον καναπέ και ροφών τον ναργιλέ του τον +πεφιλημένον, τον οποίον του ημπόδισαν οι ιατροί — έκαμνε κατάχρησιν τας +ημέρας εκείνας — όλος χαρά και αγαλλίασις, ο υπερήφανος και ευγενής γέρων +καπετάνιος, έβλεπε τον μέγαν χορόν, όστις εκλόνιζεν εκ θεμελίων την οικίαν όλην· +κ' έτριζε το πάτωμα το καινουργές, κ' έτριζον τ' αγγειοπλαστικά κομψοτεχνήματα, +ποτήρια και πινάκια επί των μακρών αραφίων. Εχόρευον αι τέσσαρες νύμφαι +θυγατέρες του, αι τέσσαρες Νεράιδες με τα ξανθά μαλλιά και με τα χρυσά +στολίδια, φέρουσαι ως πόρπας εις την χρυσήν ζώνην τα μαλαμμοκαπνισμένα +τσαπράκια, δώρα γαμήλια του ευλαβούς του Μοναστηρίου ηγουμένου, όστις +ουδέποτε έπαυσε να τας ευλογή και τας μνημονεύη τας εναρέτους αδελφάς.</p> + +<p>Εχόρευον οι τέσσαρες γαμβροί του καπετάν-Θοδωρή, ευγενή καπετανόπουλα, +υπό τας ευλογίας του Θεού και τας ευχάς όλου του χωρίου, τέσσαρες σεμνοί νέοι, +ευλογηθέντες μετά τεσσάρων σεμνών κ' ευσεβών παρθένων και ζηλευτών +νοικοκυράδων. Και έσυρε τον χορόν τον μέγαν αυτόν του τελευταίου γάμου η +Γερακούλα, η ευτυχής μήτηρ.</p> + +<p>Έλαμπον τα φώτα καθ' όλην την νύκτα, αιθερίως μαρμαίροντα επί των +χρυσοκεντήτων των νυμφών στολισμάτων, κ' έλαμπον περισσότερον τα πρόσωπα +των ωραίων και ξανθών νυμφών.</p> + +<p>Και μέσα εις τα τραγούδια των καλεσμένων, επανέλαβε και ο καπετάν- +Θοδωρής το τραγουδάκι του, όπου πρώτην φοράν το είχε τραγουδήσει εις το +Ρεύμα της Κεχριάς, αλλά υπό λυγμών ιεράς συγκινήσεως διακοπτόμενος τώρα, +διότι είδε την επαλήθευσίν του. Και είτα εγερθείς, εστάθη εν μέσω των +καλεσμένων, εκθάμβων ορώντων, έκαμε τον σταυρόν του, και εκφράζων και την +πίστιν συνάμα της Γερακούλας του, απήγγειλεν ιεροπρεπώς τα λόγια όπου είπε +ποτε ο τοπάρχης της Εδέσσης Αύγαρος, όταν εθεραπεύθη από τον Χριστόν, καθώς +τα ενθυμείτο από τα Συναξάρια.</p> + +<p> — Χριστέ ο Θεός, ο ελπίζων επί σε ποτέ δεν χάνει!</p> + +<p>Και εξελθών εις τον εξώστην εξεκένωσε το ναυτικόν του τρομπόνιον χαιρετίζων +τα ευλογημένα τέλη της ζωής του.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ<br />(1901)</h4> + +<p> +<br /> +Και την πρωίαν εκείνην, κατά την συνήθειάν της η Αρφανούλα, πριν μεταβή εις το +εργοστάσιον, διερχομένη, εμβήκεν εις την Καπνικαρέαν, κ' ελαφρά-ελαφρά, ως +πτηνόν βηματίζουσα, με την ελαιόχρουν κοντήν μπερτίτσαν της και με το εκ +μαύρου ψιαθίου καπελάκι της, ήναψε κηρίον εις το εικονοστάσιον, ησπάσθη +ευλαβώς την εικόνα της Θεοτόκου και ρίψασα βιαστικά βλέμματα προς το βάθος +όπου ετελείτο η θεία Μυσταγωγία, έκαμε πεντέξ σταυρούς ακόμη, βιαστικά, κ' +εξήλθε πάλιν, ελαφρά-ελαφρά βηματίζουσα ως πτηνόν, η Αρφανούλα με την +κοντήν μπερτίτσαν της, κατευθυνομένη με σπουδήν, προς την οδόν Ερμού, εις το +εργοστάσιον, ως πτηνόν κυνηγημένον.</p> + +<p>Έξω του Ναού, παρά το Άγιον Βήμα, κατά σειράν, ικαναί ήδη τράπεζαι +παιγνιοπωλών εστολίζοντο, παρατασσομένων επ' αυτών εν σωρώ διαφόρων +παιγνιδίων, και αθυρμάτων εκ των ευθηνών, τα οποία αγοράζουσιν ιδίως οι παίδες +του λαού. Εξημέρωνεν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Η οδός Ερμού ήτο έρημος +ακόμη διαβατών· και μόνον οι υπάλληλοι των πλουσίων της οδού ταύτης +καταστημάτων, αγρυπνήσαντες όλην την νύκτα, παρεσκεύαζον τα πλούσια +κομψοτεχνήματα της Πρωτοχρονιάς με προσοχήν εξαιρετικήν, ως να έστηναν +παγίδας να συλλάβωσι κοσσύφους, κ' εκάλλυνον εν παρατάξει τα χρυσόλαμπρα +αθύρματα εντός των προθηκών, αίτινες ομοιάζουσι με τα βέλα πολλών κυριών, +διακοσμούντες αυτά ούτως ώστε μία απλή επιθεώρησις αυτών ν' αρχίζη από +περιέργειαν και να τελειώνη εις ίλιγγον, όπου ο αγοραστής να μη γνωρίζη τι θα +δώση και τι θα πάρη. Άρτι δε και οι διευθυνταί και οι κύριοι των καταστημάτων, +πρωί-πρωί ελθόντες από τας οικίας των, έστεκον ακόμη εις τα προαύλια, εν μέσω +ανοιγμένων κασσών και στιβάδων χαρτίου και αχύρου, θεωρούντες άνω τον +ουρανόν ως οι σταφιδοκτήμονες, όπου έχουν απλωμένην την σταφίδα των.</p> + +<p>Ο καιρός ήτο τωόντι βροχερός. Αν και προέβη η ημέρα, ούτε μία ακτίς ηλίου +δεν είχε λάμψει ακόμη. Υγρασία παγερά κατέβαινεν από τους βρεγμένους τοίχους +των υψηλών οικιών, ενώ άλλη παγερωτέρα ανέβαινεν από του μουσκευμένου +εδάφους της στενοχωρημένης αυτής μεγάλης οδού.</p> + +<p>Η Αρφανούλα, κάμψασα την αριστεράν γωνίαν του ναού, άμα αξελθούσα +επροχώρησε προς τας κοσμουμένας τραπέζας των παιγνιοπωλών και +προσεγγίσασα μετά θάρρους προς μίαν αυτών είπε:</p> + +<p> — Καλημέρα Σπύρο!</p> + +<p>Ο Σπύρος, ένας υψηλός και γεροντώδης άνθρωπος, με πρόσωπον μαλακόν ως +προζύμιον και με χείρας πλαδαράς ωσαύτως, προσεπάθει αγωνιών, ιδρόνων, +ζαλισμένος, να τακτοποιήση τα επί της τραπέζης του συσσωρευμένα παίγνια και +αθύρματα, με αδέξιον όλως τρόπον, και με ύφος απαρεσκείας, ως να έλεγε μέσα +του:</p> + +<p> — Τι τρελλός που είνε αυτός ο κόσμος!</p> + +<p>Και βλέπων πάλιν προς το στήθος του, ως να συνεπλήρωνε την δοξασίαν του, +μετ' ολίγον επέλεγε:</p> + +<p> — Και τι τρελλότερος που είμαι εγώ!</p> + +<p>Ακούσας την φωνήν της Αρφανούλας, ανεσήκωσε τα όμματά του κ' +ενεθαρρύνθη ολίγον.</p> + +<p>Σαν να έπηξε κατά τι το λυωμένον πρόσωπόν του, σαν να ενευρώθησαν αι +χείρες του, αι ξεβιδωμέναι:</p> + +<p> — Και σε είχα 'ς το νου μου, καϋμένη! Είπε.</p> + +<p>Και ενώ η Αρφανούλα, πεταχτά-πεταχτά ήρχισεν αμέσως να τακτοποιή τα +ποικίλα εκείνα ξύλινα και μετάλλινα αθύρματα, με χάριν και δεξιότητα, με +παίζοντας τους δύο μαύρους οφθαλμούς της, ως του αστρείτου του όφεως, ο +Σπύρος απομείνας με κρεμασμένας τας χείρας, εν η στάσει ερωτούσι τους +ποιμένας μερικοί ειρηνοδίκαι, έλεγε:</p> + +<p> — Και ξέχασα όλως διόλου καϋμένη, τας τιμάς! Πώς μου τα είπες; +Τάκαμα όλα σαλάτα μέσα 'ς το κεφάλι μου, όπως κι' επάνω 'ς το τραπέζι μου. Εδώ +έγεινε, βλέπεις, σωστό εμπορικό.</p> + +<p> — Δεν μου είπες πως τα θυμάσαι ψες, που σου τα είπα πέντε φοραίς; +Όλως διόλου αδέξιος, καϋμένε Σπύρο; Γι' αυτό τα πρόκοψες 'ς το εμπορικάκι.</p> + +<p> — Μα ένα σωρό πράγματα! Ανακατώθηκαν 'ς το κεφάλι μου όπως και 'ς +το τραπέζι μου. Πόσα μου είπες η ροκάναις η μεγάλαις, πόσα η μικραίς και πόσα η +σφυρίκτραις: Πού να θυμηθώ;</p> + +<p>Η Αρφανούλα τον είδε με βλέμμα λύπης και απελπισίας, έσεισε την κεφαλήν +της και είπεν.</p> + +<p> — Άκουσέ τα λοιπόν πάλιν γλήγωρα, γιατί βιάζομαι. Πενήντα η μεγάλαις +η ροκάναις, τριάντα η μικρότεραις, είκοσι η πειο μικραίς.</p> + +<p>Αλλά την στιγμήν εκείνην την διέκοψαν ξηρά πατήματα εγγύς, τακ- τακ, ως +κτυπά θλιβερώς παράθυρον την νύκτα, κινούμενον υπό του ανέμου κανονικώς: +τακ-τακ.</p> + +<p>Εστράφη και είδεν η Αρφανούλα τον θείον της, τον μπάρμπα Σταυρή:</p> + +<p> — Καλά που ήλθες! Τώρα κατάλαβα πως μας αγαπάς. Πες του, +Μπάρμπα- Σταυρή, τας τιμάς, είπεν η Αρφανούλα, γιατί σήμερα — ημέρα που είνε +— έχω 'ς το εργοστάσιον σωρό δουλειά και βιάζομαι. Να ζήσης, Μπάρμπα-Σταυρή. +Ξέρεις εσύ, γιατί είχες μια φορά ψιλικατζίδικο. Εγώ θα σε παρακαλούσα από τα +χθες, αλλά ντράπηκα.</p> + +<p> — Έννοια σου, Αρφανούλα μου, έννοια σου. Μπορούσα εγώ να σας +αφήσω!</p> + +<p>Και ο Μπάρμπα-Σταυρής με τον ένα ξύλινον πόδα του, με δύο ξύλινα ραβδία +επιστηριζόμενος επροχώρει προς την τράπεζαν, όπου η Αρφανούλα ετακτοποίει +ακόμη τ' αθύρματα· έκυψε την τριγωνικήν μεγάλην κεφαλήν του — την βάσιν προς +τα άνω και την κορυφήν του τριγώνου προς τα κάτω — ακούμβησεν εις τα δύο +ξύλινα ραβδία του, ως να ήθελε να ειπή τον Άη-Βασίλην, και ήρχισεν αμέσως ν' +απαριθμή τας τιμάς των διαφόρων αθυρμάτων προς τον εκθάμβως χαίνοντα +ανεψιόν του. Οι γαμπροί εδώ οι ξύλινοι, μια δραχμή ο ένας, η νύμφες αυταίς ένα +δίδραχμο. Τα κουκλάκια τριάντα λεπτά!</p> + +<p> — Καλά, μπάρμα-Σταυρή, καλά, είπεν ο Σπύρος, σείων θλιβερώς την +κεφαλήν του, φθάνει, μη κουράζεσαι.</p> + +<p>Η Αρφανούλα έρριψεν ακόμη ένα τελευταίον χέρι εις την τακτοποίησιν και ένα +τελευταίον βλέμμα εις την εστολισμένην πλέον τράπεζαν του Σπύρου, ήτις έστιλβεν +ως κάνιστρον πλήρες αγροτικών ανθέων και απήλθεν ευχαριστημένη από την +απροσδόκητον παρουσίαν εκεί του θείου της, ευχηθείσα «καλήν πούλησιν».</p> + +<p>Και με την κοντήν μπερτίτσαν της και τα μαύρο ψιάθινον καπελλάκι της απήλθε +βιαστικά, ως πτηνόν κυνηγημένον και εισέδυσεν εις το εγγύς εκεί εργοστάσιον +γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων, ενώ ο Μπάρμπα-Σταυρής +εξηκολούθησε:</p> + +<p> — Πέντε δραχμαίς αυτή η βλαχοπούλα, και μια δεκάρα ο κάθε γαμπρός +ο γύψινος. Αυτή η κεφαλή η άδεια πενήντα λεπτά, αυτή η κεφαλή γεμάτη αέρα μια +δραχμή . . . . Μια πεντάρα η πάπια, μια πεντάρα η χήνα, μια πεντάρα ο πετεινός. +Όλα τα πουλερικά μια πεντάρα. Κι' όλα τα άλλα ζώα και τα ανθρωπάκια μια +δεκάρα.</p> + +<p> — Τώρα τώκαμες ρόιδο! Στάσου να τα γράψω.</p> + +<p> — Τι κουτός που είσαι; Κυττάζουν τέτοια μέρα τιμολόγια; Όσα θέλεις +λέγε, και όσα θέλεις παίρνε.</p> + +<p> — Ε, τώρα κατάλαβα, Έτσι, πες μου ντε!</p> + +<p> — Μόνον να θυμάσαι πρώτα-πρώτα να λες τα πειο πολλά από ό,τι +περιμένεις να πάρης. Ταις άλλαις ημέραις οι έμποροι λένε ό,τι βαστά η ψυχή τους, +σήμερα λένε ό,τι τους κατέβη . . .</p> + +<p> — Τώρα κατάλαβα. Έννοιά σου!</p> + +<p>Ο Μπάρμπα-Σταυρής εγνώριζεν από το ψιλικατζίδικο όπου είχε μια φορά κ' ένα +καιρόν, αλλ' εγνώριζεν ασφαλέστερον από το εργοστάσιον, όπου ειργάζετο η +ανεψιά του Αρφανούλα, συχνά επισκεπτόμενος τούτο, διότι αυτός την συνώδευε +μικράν εις την εργασίαν κ' έβλεπε και ήκουεν εκεί τας τιμάς των γυναικείων πίλων +και πτερών και πτηνών και ανθέων, μεταξύ των αθυρμάτων και ψευδοπαιγνίων +κατατάσσων και το είδος τούτο του γυναικείου στολισμού. Και εξηγήσας εις τον +Σπύρον όλα πάλιν εκ νέου, τακ-τακ, έλαβε πάλιν τον ξύλινον πόδα του και τα δύο +ξύλινα ραβδία του και απήλθεν ειπών προς τον ανεψιόν του:</p> + +<p> — Πάρε τώρα μια ροκάνα και γύριζε.</p> + +<p>Και ετράπη προς τα κηράδικα ο Μπάρμπα-Σταυρής, ενώ κατόπιν του έφθανον +θρηνώδεις και πένθιμοι οι βραχνοί της ροκάνας του Σπύρου κροταλισμοί, θαρρείς +κ' έκρωζον μαύροι κόρακες άνω του λευκού άστεως, μοιρολογούντες την +τελευταίαν ημέραν του έτους.</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + + +<p> +Ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, του περιφήμου κηπουρού των Σεπολίων, όστις πρώτος +εκαλλιέργησε φράουλαις εν Αθήναις, λαβών τον σπόρον από τα εξακουστά +περιβόλια του Βοσπόρου, ήτο πρεσβύτερος αδελφός της Αρφανούλας. Αλλ' όσον +αυτός ήτο πλαδαρός και ξεβιδωμένος και άγαρμπος σαν μονόκλαδος βάτος, τόσον +η Αρφανούλα ήτο επιδέξια και δραστηρία εις κάθε έργον της επισπώσα την +συμπάθειαν και τους επαίνους.</p> + +<p>Μικρός ο Σπύρος επήγαινεν εις το σχολείον κ' εδείκνυεν ότι θα έστρωνεν, ως +μερικά σκολιά φυτά, τα οποία συν τη αναπτύξει ορθούνται εύμορφα· αλλ' +αποτόμως εσταμάτησεν εις την δευτέραν του γυμνασίου, χωρίς να το εννοήση και +ο ίδιος· εκάθητο έπειτα όλην την ημέραν εις την δροσεράν εξοχήν, αναγινώσκων +εφημερίδας και μυθιστορήματα και εκλέγων τας ευχυμωτέρας οπώρας του +πατρικού κήπου.</p> + +<p> — Βρε Σπύρο μου, βρε Σπυράκη μου, βρε Σπυρέτο μου!, τω έλεγεν ο +Γέρω-Λαχανάς, ένας χαρωπός γέρων, με λάμπουσαν εξ αγαθότητας ψυχήν ως το +λαμπρόν πρόσωπόν του, πνιγμένος μέσα εις τον ιδρώτα, με την σκαπάνην εις τας +χείρας, μέσα εις τα χώματα των αυλακιών μέχρι γονάτων. Δεν κάνεις καλά, βρε +Σπυράκο μου! Αλλ' αυτό μόνον έλεγε. Καθώς ο γέρων Ηλεί της Παλαιάς Γραφής. +Δεν έπαιρνε και κανένα ξύλο από τον κήπον του. Και κατόπιν ο μεν Γέρω-Λαχανάς +μετέβαινε εις άλλα αυλάκια, ο δε Σπύρος ο υιός του εγύριζε άλλην σελίδα του εις +χείρας του μυθιστορήματος, ή ανήρχετο εις άλλο δένδρον. Τα δύο εκείνα λόγια του +Γέρω-Λαχανά έμβαινον εις το ένα αυτί του και έβγαιναν αμέσως από το άλλο, +χωρίς να επιψαύσωσι διόλου τον εγκέφαλόν του, κλεισμένον μέσα εις χονδρά +κόκκαλα. Ώστε μετά τον θάνατον του πατρός του ο Σπύρος ευρέθη, είκοσιδύο ετών +νέος, χωρίς εργασίαν και χωρίς επάγγελμα. Χωρίς διόλου να το καταλάβη και ο +ίδιος πώς συνέβη αυτό το παράδοξον.</p> + +<p>Η μητέρα των δύο παιδίων είχε προαποθάνει. Τότε ένας θείος των εφρόντισε +και το μεν περιβόλιον παρέδωκεν εις ξένον κηπουρόν επί μισθώματι, την δε +Αρφανούλαν δεκαπενταέτιδα πλέον κορασίδα, εισήγαγεν εις τι μέγα εργοστάσιον +γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων.</p> + +<p>Ο θείος των αυτός, αδελφός της μητρός των, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο +Ξυλοπόδαρος, ήτο ένας τετραπέρατος άνθρωπος.</p> + +<p>Με το ξύλινον ποδάρι του στηριζόμενος εις δύο ραβδία περιήρχετο όλας τας +οδούς των Αθηνών καθ' εκάστην, μανθάνων όλα τα νέα και βλέπων όλα τα +περίεργα, ενώ εξ άλλου έχων τετραγωνικόν νουν εις μίαν μεγάλην τριγωνικήν +κεφαλήν — την βάσιν προς τάνω και την κορυφήν προς τα κάτω — , έκρινεν +ευφυώς και ασφαλώς, άλλος Γέρω- Νίκος του Πηλίου, έξω εκεί εις τα Σεπόλια, ο +Ξυλόσοφος αποκαλούμενος διά τα ξύλα ίσως όπου έφερεν επάνω του, τον ένα +πόδα και τα δύο ραβδία. Είδεν αυτός ότι ο ανεψιός του ο Σπύρος δεν ήτο διά +τίποτε. Τον έβλεπεν αυτός από πολλού αυξανόμενον κατά το ανάστημα ως λεύκαν +του περιβολίου των άνευ της παραμικράς ελπίδος να καρποφορήση, ένας +κρεμανταλάς και ανάξιος, κ' έλεγεν εις τον Γέρω-Λαχανά:</p> + +<p> — Δεν εφύτευες, καϋμένε, κανένα πεύκο να σου κάνη τουλάχιστον +κουνέλια για το ρετσινάτο, να τα ρίχνης εις τα βαρέλια να μοσχοβολούν;</p> + +<p>Διά τούτο ο μπάμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος εφρόντισε κ' εύρεν ένα καλόν +κηπουρόν εργατικόν και δραστήριον προς ον εμίσθωσε το περιβόλιον μετά τον +θάνατον του αγαθού κηπουρού.</p> + +<p>Κατά δε τους περιπάτους του εν Αθήναις ανεκάλυψεν ότι το αρτιπαγές +εμπόριον των γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων θα προέβαινεν εις +θαμβωτικήν προκοπήν εις μίαν πόλιν όπου τα αθύρματα και τα ψεύδη τιμώνται +πολύ ακριβώτερα από την αλήθειαν και σταθερότητα, και εισήγαγε την +Αρφανούλαν εις το εργοστάσιον των γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων, όπου +η δροσογενής Σεπολιώτισσα δεξιά τον νουν, με δύο μαύρα μάτια, ως του αστρείτου +του όφεως παίζοντα, εγένετο μετ' ολίγα έτη αρχιεργάτρια, αυτή δίδουσα όλα τα +σχέδια των πίλων και ψευδοστεφάνων.</p> + +<p>Από μικρά η Αρφανούλα βλέπουσα τους θαυμασίους συνδυασμούς των +χρωμάτων εις τα αγριολούλουδα των Σεπολίων, μελετώσα τας ωραίας και +καλλιτεχνικάς συμπλοκάς και περιπτύξεις κισσών και γιασεμιών, αγιοκλήματος και +αγριάμπελης, εμβαθύνουσα δ' εις τα μυστήρια των ανθοφόρων κλάδων του κήπου +των, κατήρτιζε, συν τη μικρά συνδρομή των ευρωπαϊκών φιγουρινιών, θαυμάσια +συμπλέγματα ψευδοστεφάνων και υπέρκαλα στολίσματα ανθοφόρων πιλιδίων. +Και είχεν η Αρφανούλα το σχέδιον, σύμφωνα με τας ιδέας του Μπάρμπα-Σταυρή, +με τον καιρόν, ν' ανοίξη ίδιον εργοστάσιον, ώστε να μη καρπούται άλλος τα κέρδη +της ευφυίας της.</p> + +<p>Αλλ' ο Σπύρος ο αδελφός της, αργός από πρωίας έως εσπέρας, εγένετο πάντοτε +κώλυμα ανυπέρβλητον εις τα σχέδιά της εκείνα.</p> + +<p>Πώς να τον αφήση; Τον αγαπούσε. Τον επροστάτευεν. Είχε κληρονομήση την +βλαπτικήν απλότητα του Γέρω-Λαχανά και η Αρφανούλα, και δεν εβάστα η ψυχή +της να τα χαλάση με τον αδελφόν της. Να μη τον πικράνη.</p> + +<p>Ο θειός της όμως, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ελυπείτο δι' αυτό και +προέβλεπεν ατυχήματα:</p> + +<p> — Βρε κορίτσι μου, έλεγε. Γιατί χαλνάς τα λεπτά σου;</p> + +<p> — Μα τι να κάμω;</p> + +<p> — Να τον διώξης! . . .</p> + +<p> — Και πού να πάγη;</p> + +<p> — Ν' αυρή δουλειά! </p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p>Η φράουλα μετά τινα έτη είχε διαδοθή και εις άλλα προάστεια. Το δε +μεγαλείτερον κέρδος του περιφήμου κήπου του Γέρω-Λαχανά εμειώθη. Εμειώθη +και το μίσθωμα. Μία δύο πλημμύραι προς τούτοις είχον καταστρέψει μέρος του +περιβολίου, αφορία δε άλλη και ξηρασία έβλαψαν τα λαχανικά. Το έτος εκείνο δεν +έδωκε μίσθωμα ο ενοικιαστής. Ο Σπύρος εκάθητο μίαν πρωίαν ανοίξεως +συλλογισμένος. Εις τα προαύλιον του οικίσκου των του εξοχικού διεχύνοντο +μεθυστικά αρώματα διαφόρων ανθέων, τα οποία εκεί παραπέρα έλαμπον εις τας +ακτίνας του ηλίου με ανεκλαλήτους χρωματισμούς, ονειρώδους λειμώνος. Ζωύφια +εβόμβουν κύκλω, πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων. Ο Σπύρος ανεπόλει +διαφόρους αναγνώσεις του, θεωρών τα περί αυτόν φαιδρά αντικείμενα.</p> + +<p> — Ποίος ενδύει τόσον μεγαλοπρεπώς τα κρίνα του αγρού, οπού ουδέ ο +μέγας Σολομών με όλην την σοφίαν του δεν ημπόρεσε να ενδυθή με τέτοιαν +λάμψιν; Ποίος τρέφει τα πουλάκια τα μικρά; Διατί ο άνθρωπος να μη είνε πάντοτε +γελαστός και χαρούμενος ως τα πτηνά; Διατί και ο άνθρωπος να μη είνε +στολισμένος ως τα κρίνα του αγρού; Διατί να σκάπτη την γην; Διατί να ιδρώνη και +να κρυώνη; Να πεινά; Να κλαίη; Διατί να μη τραγουδή πάντοτε ως τα πτηνά; Ποίος +τον έκαμε τον άνθρωπον, το εκλαμπρότερον δημιούργημα, σκοτεινόν, χωρίς +άρωμα, χαμερπή, γυμνόν, πειναλέον . . .</p> + +<p>Ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος ερχόμενος και ακούσας, τας τελευταίας +λέξεις του Σπύρου, επροχώρησε με τον ξύλινον πόδα του, τακ-τακ με την +τριγωνικήν μεγάλην κεφαλήν του, σείων αυτήν δεξιά και αριστερά, με τα δύο +ξύλινα ραβδία, τακ-τακ, και καθίσας πλησίον του Σπύρου, εθώπευσεν αυτόν +πατρικώς εις τους ώμους και είπε:</p> + +<p> — Εγώ να σου το πω, Σπύρε μου, ποίος τον έκαμε τον άνθρωπον γυμνόν +και πειναλέον. Τον έκαμεν ο ίδιος ο άνθρωπος. Ξέρεις τι λέγανε μια φορά οι +παππούδες μας; Γλυκός ο ύπνος την αυγή, γύμνια και πείνα την Λαμπρή! . . .</p> + +<p>Ο Σπύρος εγέλασε και είπε:</p> + +<p> — Καλνά σε είπανε ξυλόσοφο!</p> + +<p> — Το ξέρεις λοιπόν, κατεργαράκο μου, εξηκολούθησεν ο Μπάρμπα- +Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος. Λυπάσαι γιατί χάλασε το μισό περιβόλι και φθονείς τα +πουλιά και ζηλεύεις τα λουλούδια! Μόλις έπαθες μια μικρή ζημία και κάθεσαι και +συλλογιέσαι. Και πού νακούσης τι δυστυχίαις μεγαλείτερες μας περιμένουν. +Ήμουνα σήμερα, παιδί μου, εις τα βιβλιοπωλείον του Νάκη και ήταν εκεί ένας +ροδοκόκκινος γέρος, με γελαστά μάγουλα και γελαστά μουστάκια και γελαστά +γένεια, και τους εδιάβαζε τον Χρονογράφον και τους έλεγε για την Πόλι ότι +πλησιάζει ο καιρός της και τους έκαμεν όλους να συλλογίζωνται. Και τους είπεν +ύστερα ότι στην Αθήνα θάρθουν ακρίβειαις μεγάλαις, θάρθουν δυστυχίαις, θαρθή +πείνα και κακή ασθένεια, θάρθουν — έλεγεν ο Χρονογράφος — θάρθουν από την +Πόλι και από την Λόντρα οι «ομογενείς» στην Αθήνα, και θα μας φέρουν ακρίβεια +και την κακή ασθένεια και θα μας φέρουν πείνα και θ' ακριβήνουν όλα τα +πράγματα, θ' ακριβήνουν τ' αυγά, θ' ακριβήνουν η κότταις. Θα συνάξουν από τον +κόσμον τα «υπέρπυρα» και θα τον φορτώσουν με «πτυκτά». Και την κακήν +ασθένειαν όπου έλεγεν ο Χρονογράφος, εκείνος ο γέρος ο γελαστός την εξηγούσε +ότι είνε τα λούσα τα μεγάλα που θα μας φέρουν οι «ομογενείς», γιατί τα λούσα +είνε κακή ασθένεια κολλητική σαν την πανούκλα.</p> + +<p> — Και τι είνε τάχα αυτοί οι «ομογενείς;» Ηρώτησεν ο Σπύρος, +συγκινηθείς ολίγον και ακούων μετά προσοχής.</p> + +<p> — Ποιος ξέρει, απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταυρής. Ο γέρος ο γελαστός +που ξηγούσεν εκεί τον Χρονογράφον, δεν είπε τίποτε. Μα εγώ θαρρώ πώς θενάνε, +παιδί μου, τίποτε άνθρωποι, θηρία αρπακτικά δεν πιστεύω να είνε οι ομογενείς. +Θενάνε τίποτε φαγάδες, τίποτε μπερεκετλήοες και θαρθούν εις την Αθήνα και θα +μας ακριβήνουν τα πράγματα. Και θα μας πάρουν τα «υπέρπυρα» δηλαδή της +λίραις, τον χρυσόν, που λάμπει περισσότερον από την φωτιά και θαμβόνουν τα +ασυνήθιστα μάτια των ελλήνων, και θα μας φορτώσουν με τα «<i>πτυκτά</i>» +δηλαδή με μετοχάς και χρεώγραφα, τα οποία είνε <i>πτυκτά</i> χαρτιά, +διπλωμένα ώμορφα. Έτσι τα εξηγώ εγώ αυτά. Γιατί ούτε ο «Χρονογράφος» τα +ξεκαθαρίζει, ούτε ο γέρος ο γελαστός ήξευρε να τα εξηγήση +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>).</p> + +<p> — Και γιατί μου τα λέγεις αυτά, μπάρμπα Σταυρή; Παρετήρησε +πειραγμένος ολίγον ο Σπύρος.</p> + +<p> — Ο νοών νοείτω! απήντησεν ο Ξυλοπόδαρος κτυπήσας με κρότον εις +την γην τον ξύλινον πόδα του.</p> + +<p> — Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, επανέλαβεν ο Ξυλοπόδαρος και +κτυπήσας άλλην μίαν φοράν τον ξύλινον πόδα του έλαβε τα δύο ξύλινα ραβδία +του, και τακ-τακ απήλθε να περιέλθη κατά την συνήθειάν του τας συνοικίας της +πόλεως, ενώ τα ποικιλόχρωμα άνθη του κήπου διέχυνον το μεθυστικόν άρωμά των +περί τον έκθαμβον απομείναντα υιόν του Γέρω-Λαχανά, και τα πτηνά εκελάδουν +επί των δένδρων την αιωνίαν προς τον Πλάστην μελωδίαν των. Και ενώ ο μπάρμπα +Σταυρής έκλειε την αυλόπορταν σταθείς είπε:</p> + +<p> — Καλό είνε παιδί μου, το καθησιό, μα το ξάπλωμα είνε ακόμα +καλλίτερο!</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + + +<p> + — Δεν θα σ' ενοχλώ πλεια, Αρφανούλα μου, είπε με χαράν μίαν εσπέραν +μετά ταύτα ο Σπύρος προς την αδελφήν του. Μ' εσύστησαν εις τον κυρ Νίκον, τον +υποψήφιον βουλευτήν, να διαβάζω τους εκλογικούς καταλόγους 'στής ημέραις των +εκλογών και να σημειώνουν οι κομματάρχαι ποιοί είνε ζωντανοί και ποιοί είνε +πεθαμένοι, θα τρώγω μεσημέρι-βράδυ 'ς το σπίτι του. Και όταν επιτύχη 'ς της +εκλογαίς, θα με διορίση.</p> + +<p>Η Αρφανούλα εχάρη κ' εδόξασε τον Θεόν. Πρώτην φοράν έβλεπεν αυτό το +θαύμα, του οποίου εργάτης βεβαίως ήτο ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ο +νέος θαυματουργός των Σεπολίων με τον ξύλινον πόδα του και με την ως ραβδίον +πλήττουσαν ξυλίνην φιλοσοφίαν του.</p> + +<p> — Μου είπε να με διορίση από τώρα, εξηκολούθησεν ο Σπύρος, +τελωνοφύλακα. Αλλά πού να τρέχω και να ξενυχτώ για τα λαθρεμπόρια. Μου είπε +να με βάλη στο Καπνοκοπτήριο, μα ο καπνός μου μυρίζει και δεν βαστάω διόλου. +Εγώ του είπα ότι προτιμώ να με στείλη επόπτην εκεί που θα φορτώνουν την +σταφίδα 'ς την Πάτρα, να στέκωμαι και να βλέπω. Αυτήν την υπηρεσίαν, κυρ Νίκο, +του είπα, σου υπόσχομαι να την κάμω καλλίτερα από κάθε άλλον. Δυστυχώς όμως +ο Νίκος απέτυχεν εις τας εκλογάς και ο Σπύρος έμεινε πάλιν άνευ έργου, +υπότροφος της αδελφής του. Αλλ' όταν μία καταστρεπτική πλημμύρα του +Κηφισσού, η οποία κατέστρεψεν όλας σχεδόν τας εξοχάς των Αθηνών, εξηφάνισεν +ολοτελώς και το περίφημον περιβόλιον του Γέρω-Λαχανά, τα δε παιδία μόλις +εσώθησαν επί της στέγης της οικίας των, ο Σπύρος ήρχισε να συλλογίζηται πάλιν ως +και την άλλην φοράν και να θέλη να φιλοσοφήση επί των καταιγίδων και των +πλημμυρών.</p> + +<p> — Τώρα τι να κάμωμεν!</p> + +<p>Είπεν η Αρφανούλα προς τον αδελφόν της.</p> + +<p> — Λες να γλύτωσεν η Βουλή, από τον φοβερόν αυτόν καταποντισμόν; +είπεν ο Σπύρος, αναμένων πάντοτε εκλογάς.</p> + +<p> — Εθεμέλιωσεν ο γέρως, Σπύρο μου, εθεμέλιωσε. Δεν πέφτει, έλεγεν ο +Μπάρμπα-Σταυρής, εκεί παρών, μόνον κύτταξε να πιάσης την τσάπα του γέρω +Λαχανά. Αυτό που σου λέγω!</p> + +<p> — Και τι να σκαλίσω; Τα χαλίκια που μου χάρισεν ο ποταμός;</p> + +<p> — Αυτό που σου λέγω!</p> + +<p>Είχε μαλακυνθή όλως διόλου ο δυστυχής από την αργίαν. Αι σάρκες του ήσαν +απαλαί, αι παρειαί του ως εκ προζυμίου, αι χείρες του ως ξεβιδωμέναι. Αι τρίχες +της κόμης του άσπρισαν και αυταί. Τι να κάμη: Η αδελφή του, τη επιμόνω +παρατηρήσει του μπάρμπα Σταυρή είχε σκληρυνθή ολίγον.</p> + +<p> — Τον παίρνεις στον λαιμόν σου, άφησέ τον, της έλεγεν ο Ξυλοπόδαρος. +Αργός μη εσθιέτω. Θα σε κανονίση ο παπα-Μεθόδιος. Δεν πας να ιδής; Αργός μη +εσθιέτω! Εις τον κόσμον αυτόν χέρι με χέρι όλα γίνονται. Πάρε δουλειά, νά φαΐ . . +.</p> + +<p>Εν τη εσχάτη εκείνη ανάγκη ο Σπύρος προσεκολλήθη παρά τινι +συμβολαιογραφείω, ν' αντιγράφη συμβόλαια αντί δραχμής από πρωίας μέχρι +νυκτός. Το βράδυ, ότε επέστρεφεν η Αρφανούλα από το εργοστάσιον, με λύπην της +τον έβλεπε τον αδελφόν της κατακομμένον ως να έσκαπτε, με τους δακτύλους της +δεξιάς του πληγωμένους και καταμελανωμένους. Αλλά δεν ωμίλει, μήπως και +συνειθίση. Ούτε ο Σπύρος ωμίλει μήπως και συνειθίση. Πλην μετά μίαν εβδομάδα +η Αρφανούλα έξαφνα ακούει τα παράπονά του:</p> + +<p> — Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου; Εσύ πιστεύεις τον Μπάρμπα- +Σταυρή και δεν πιστεύεις εμένα. Με κυνηγά η ατυχία καϋμένη. Τι να σου κάμω! Το +συμβολαιογραφείο το έκλεισαν διά μίαν κατάχρησιν του συμβολαιογράφου!</p> + +<p>Τότε ο Μπάρμπα-Σταυρής λυπούμενος περισσότερον την Αρφανούλαν τον +συνέστησεν εις άλλο συμβολαιογραφείον. Αλλά μετά δύο ημέρας ήλθεν ο Σπύρος +έξω φρενών.</p> + +<p> — Μέβαλες σ' αυτόν τον μασώνον, σ' αυτόν τον άθεον!.. Ο τετράγωνος +νους του Μπάρμπα-Σταυρή, ο περικλεισμένος μέσα εις την τριγωνικήν κεφαλήν +του εξήναψε μετά ταύτα άλλην ιδέαν φαεινήν και είπεν.</p> + +<p> — Ο γέρως εθεμελίωσε, παιδί μου. Δεν είνε ελπίς να πέση και να +διαλυθή η Βουλή. Άνοιξέ μου ένα καφενείο, εκεί κατά την Βάθεια. Περνώ εγώ από +κει και βλέπω ότι είνε μεγάλη ανάγκη. Δεν υπάρχει κανένα καφενείον σ' εκείνη την +γειτονιά, και αναγκάζονται οι νοικοκυραίοι να φεύγουν εις τα μακρυνά, εις τα +Χαυτεία, και φωνάζουν οι γυναίκες τους γιατί τους αλλαργεύουν πολύ οι άνδρες +του και έχουν καρδιοχτύπι την νύκτα μεγάλο, μη πάθουν τίποτε οι καϋμένοι...</p> + +<p>Αφού μάλιστα η ιδέα προήρχετο από τον Μπάρμπα-Σταυρήν, ο Σπύρος ευρέθη +μετ' ολίγον ευκόλως διευθυντής ενός ωραίου καφενείου εις την Βάθειαν, με μίαν +μεγάλην λεύκαν εμπρός. «Εις την <i>Λεύκα</i>» με το όνομα. Ο νταμπής έψηνε +τους καφέδες, ο σερβιτόρος τους εμοίραζε, και ο Σπύρος εκάθητο από το πρωί έως +το βράδυ στον μπάγκο αναγινώσκων εφημερίδας και διαλεγόμενος περί εκλογών. +Οσάκις δε εγίνετο λόγος περί εργασιών ή θέσεων έλεγε προς τον Μπάρμπα- +Σταυρήν, όστις συχνά τον επεσκέπτετο.</p> + +<p> — Ωχ, αδερφέ, βαρέθηκα να κάθωμαι από το πρωί ως το βράδυ εδώ +στον μπάγκο. Επόπτης εις την σταφίδα. Εκείνη η εργασία μου αρέσει. Γλυκεία, +σταφιδένια θεσούλα. Μα που θα μου πάη. Δεν θα τον ρίξουν τον γέρω καμμιά +φορά...</p> + +<p>Ας παρεπονείτο ο Σπύρος. Έτσι το έκαμνε. Διά να δείξη εις τον Μπάρμπα- +Σταυρή, ότι ενδιαφέρεται πλέον διά τα ζωτικά ζητήματα, δια τα ζητήματα της +ημέρας, διά τα ζητήματα του εαυτού του, διά την αποκατάστασιν της αδελφής +του.</p> + +<p>Ήτο πολύ ευχαριστημένος με την διεύθυνσιν του καφενείου. Και η Αρφανούλα +ήτο όλη χαρά. Κάθε βράδυ εις τας ένδεκα της έφερνε πότε δέκα δραχμάς και πότε +είκοσι, κέρδος. Αλλά μετά τρεις μήνας, έξαφνα έρχεται θυμωμένος ο Σπύρος και +της λέγει:</p> + +<p> — Πες του χαιρετίσματα του Μπάρμπα-Σταυρή, Αρφανούλα μου. Ο +Σπύρος δεν είνε τεμπέλης. Έχω τρεις μέραις να πιάσω δεκάρα, και χρεωστώ +μισθούς εις τον σερβιτόρο, και χρεωστώ το ενοίκιον. Δεν σ' αφίνει ο φθόνος, +Αρφανούλα μου. Ήλθε δίπλα μου ένας άλλος και άνοιξεν άλλο καφενείο, και μου +πήρε όλους τους μουστερήδες,</p> + +<p> — Δεν πάγαινες, κακομοίρη, παρακάτω, τω είπα. Το μέλι έχει αυτή η +θέσις;</p> + +<p>Αληθώς άλλος τις φίλεργος και δραστήριος, ιδών την ανάγκην εκεί της +συνοικίας, ιδών και τον Σπύρον από πρωίας έως νυκτός καθήμενον και μη +κινούμενον διόλου εις περιποίησιν και κολακείαν των πελατών, ήνοιξεν άλλο +καφενείον παραπλεύρως, και μόνος περιποιούμενος τους πελάτας προθύμως, +αφήρεσεν όλην την πελατείαν του Σπύρου, όστις τέλος ηναγκάσθη να κλείση το +καφενείον του, πωλήσας τα έπιπλα εις ευτελεστάτην τιμήν και ζημιώσας την +Αρφανούλαν υπέρ τας χιλίας δραχμάς.</p> + +<p>Τότε και η Αρφανούλα ήρχισε να εξυπνά. Όσα εξώδευε προς διατροφήν του +αδελφού της και προς ενδυμασίαν, δεν υπελόγιζεν. Αλλά να ρίψη, χιλίας διακοσίας +δραχμάς εις το πηγάδιον... τούτο την αφύπνισεν από του ληθάργου.</p> + +<p> — Έχει δίκαιον ο Μπάρμπα-Σταυρής, είπεν.</p> + +<p>Αλλ' αυτήν την φοράν ο Μπάρμπα-Σταυρής ηλέγχετο ότι αυτός έγεινεν αίτιος +της μεγάλης αυτής ζημίας της ορφανής κόρης.</p> + +<p> — Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου, έλεγε δικαιολογούμενος ο +Ξυλοπόδαρος. Πρώτη φορά που εγελάσθηκα. Αλλά πάλιν δεν εγελάσθηκα. Η θέσις +εκείνη ήτανε αληθινά διά καφενείον. Αλλά το καφενείον θέλει και καφετζήν. Ο +Σπύρος ενόμισεν ότι ο καφετζής πρέπει να κάθεται και εδώ είνε που την έπαθε. +Κανένας δεν πρέπει να κάθεται, Αρφανούλα μου, όταν έχη δουλειά. Και ο επόπτης +της σταφίδος θαρρεί ο Σπύρος ότι κάθεται; δεν πιστεύω να κάθεται και αυτός. Κάτι +θα κάμνη, κάτι θα σημειώνη· και σταφίδα να πάρη κανένα τσουβάλι, θα κουνηθή, +θα δουλέψη. Εγνώριζα ότι ο αδελφός σου δεν είνε για τίποτε, ούτε για την +σταφίδα, αλλά έλεγα ότι σε ένα δύο χρόνια θα προφθάση να κερδίση κάτι τι στη +Βάθεια να πιάση μαγιά. Αλλά βλέπεις, σήμερα, Αρφανούλα μου, στέκουν οι +άνθρωποι με ανοιχτό το στόμα να χάψουν τας ιδέας των άλλων. Και εδώ πλέον +χρειάζεται ταχύτης: Όποιος πρόφτασε τον Κύριον εδόξασεν. Όλα έγειναν σήμερον +«ηλεκτροπαραγωγά», είπεν ο Ξυλοπόδαρος, κτυπών τα τρία ξύλα του εις την γην +με την νέαν αυτήν του συρμού λέξιν.</p> + +<p> — Και τώρα; ηρώτησεν η Αρφανούλα, περιδεής.</p> + +<p> — Τώρα; 'Σαν ταποτώρα! απήντησεν ο Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ξύων +την βάσιν της τριγωνικής κεφαλής του. Κάμε ό,τι θέλης. Μόνον να μη ξεχάσης τι +προφητεύει ο Χρονογράφος για την Αθήνα κ' έχε τον νουν σου. Και κάμε λήγωρα +να ανοίξης δικό σου εργοστάσιο. Γιατί θαρθούν ακρίβειαι εις την Αθήνα, θάρθουν +από την Πόλι οι ομογενείς και από τη Λόνδρα και θα φέρουν 'ς την Αθήνα την +ακρίβεια και την κακή ασθένεια, ήγουν τα λούσα. Έπειτα δεν θα πανδρευθής +κιόλας; Το Σπύρο θα κάθεσαι να περετάς; Μη τον λυπάσαι. Η ανάγκη θα τον κάμη +να κυττάξη ναυρή δουλειά. «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς... +»</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Ούτε ο γέρως όμως έπεφτεν, ούτε η βουλή διελύετο. Μόνον τα ιμάτια του Σπύρου +διελύθησαν εις ράκη από της επονειδίστου «<i>αεργίης</i>». Η Αρφανούλα +πεισθείσα εις τας συμβουλάς του «Γέρω-Νίκου» των Σεπολίων απεφάσισε να +εγκαταλίπη πλέον τον αδελφόν της. Μόνον τον έτρεφε. Φορέματα τίποτε. Δραχμήν +διά το καφενείον, τίποτε. Κατ' αρχάς εκείνος ήρχισε να την απειλή, ζητών να +μοιράσουν την πατρικήν κληρονομίαν, τον παμπάλαιον οικίσκον των Σεπολίων. Τον +περίφημον κήπον είχε μεταβάλει ο Κηφισσός εις κοίτην του. Εδέχετο δε να έλθη εις +συμβιβασμόν μαζί της, αν του έδιδεν ολίγα κεφάλαια ν' ανοίξη ένα εμπορικάκι, +εκεί κατά την Αγίαν Μαρίναν.</p> + +<p>Ήτο πληθυσμός παιδιών μικρών εις την εργατικήν εκείνην συνοικίαν κ' ήλπιζε +να κερδίζη πολλά ο Σπύρος από το μικρόν εμπορικάκι ψευτολογών τα μικρά. Αλλά +η Αρφανούλα ήτο άκαμπτος.</p> + +<p> — Βάστα καλά! της έλεγε και ο Μπάρμπα-Σταυρής.</p> + +<p>Ιδών τότε ο Σπύρος ότι διά των απειλών ουδέν κατώρθου, αλλά μάλλον +θόρυβος εγίνετο, απεφάσισε να μεταχειρισθή τας δεήσεις. Εις τα τοιαύτα, δεήσεις +και δάκρυα, οι αργοί είνε θαυμάσιοι ημπορούν να κάμψουν και την σκληροτέραν +καρδίαν, όχι την μαλακήν της Αρφανούλας καρδίτσαν όπου λαχταρούσε σαν του +πουλιού. Ημπορούν να μεταπείσουν και αυτόν τον Μπάρμπα-Σταυρή να μεταβάλη +γνώμην περί αυτών, όχι την γυναικείαν της Αρφανούλας διάνοιαν, η οποία +επείθετο αμέσως ως το μικρόν παιδίον.</p> + +<p> — Μη βλέπης, έλεγε κλαίων σχεδόν ο Σπύρος, μη ακούης, Αρφανούλα +μου, με κυνηγά η ατυχία. Ξέρω εγώ την δουλειά μου. Ας μη άνοιγε το διπλανό +καφενείο, και θ' άβλεπες σήμερα τον Σπύρο. Ας έπεφτε ο γέρως, να διαλυθή η +βουλή, και θάβλεπες τον Σπύρο 'ς την Πάτρα, 'ς την σταφίδα να γυρίση πίσω με +χρυσά ωρολόγια.</p> + +<p>Γυνή ήτο, αδελφή του ήτο, ευσπλαγχνική φύσις ήτο.</p> + +<p>Η Αρφανούλα εκάμφθη.</p> + +<p>Και ο Σπύρος μετά τινας ημέρας, εκεί παρά την Αγίαν Μαρίναν, χωμένος μέσα +εις ένα μικρόν εμπορικάκι, γεμάτο ψυλικά ποικιλώνυμα, με κατάστιχα, με +καλαμάρια, και πέννες να σημειώνη, με απομεινάρια του εργοστασίου της +Αρφανούλας διά τας πτωχάς εκεί κορασίδας, που τρελλαίνονται για ένα φτερό, ή +για ένα ψευδοάνθος, επώλει, χωρίς να γνωρίζη και ο ίδιος τι κάμνει. — Πήγες +καμμιά μέρα, να ιδής τι κάμνει εκείνος ο αδελφός σου;</p> + +<p>Ηρώτησε μετά τινας μήνας την Αρφανούλαν ο Μπάρμπα-Σταυρής, θυμωμένος +διότι δεν εισηκούσθη.</p> + +<p> — Είχα καιρόν; . . . Απήντησεν η Αρφανούλα.</p> + +<p>Ο Μπάρμπα-Σταυρής όμως, τακ-τακ, με τον ξύλινον πόδα του και τα ξύλινα +ραβδία του, τακ-τακ — περιερχόμενος όλας τας συνοικίας καθ' εκάστην, είχε +καιρόν. Και έμαθεν ότι εις την Αγίαν Μαρίναν άνοιξεν ένα εμπορικάκι που πωλεί +φθηνά, πάμφθηνα, που δε ζητάει τα βερεσέδια ο εμποράκος, που δεν σημειόνει, +που τον γελάνε τα παιδάκια και τα κοριτσάκια· που του κλέβουν τα κονδύλια και +της πλάκαις και της κορδελίτσαις από μπροστά από τα μάτια του, και τόσα +άλλα.</p> + +<p>Η Αρφανούλα τα είπεν αυτά εις τον αδελφόν της, χωρίς ν' αναφέρη τον +Μπάρμπα-Σταυρήν. Αλλ' ο Σπύρος τα διέψευδεν. Έλεγεν ότι τα διαδίδει αυτά ένας +φούρναρης εκεί δίπλα του, ο οποίος αφού είδεν ότι το μαγαζάκι του έκαμνε +δουλειά, παρήγγειλε και αυτός και του έφκιασαν μέσα εις τον φούρνον μια μόστρα +και έβαλε κάμποσα ψιλικά και αυτός και τα κατέβασεν ελεεινά, και η αλήθεια είνε +ότι του έκοψε του Σπύρου τους μουστερήδες. Γιατί αυτός είνε κατεργάρης και όσα +σπίτια δεν στέλνουν τα παιδιά τους να ψωνίσουν τα ψιλικά από αυτόν, δεν τους +δίνει ψωμί κρέντιτο. Να, αυτά είνε τα σωστά. Ότι δηλαδή, Αρφανούλα μου, η +ατυχία με κυνηγά· και να πης χαιρετίσματα εις τον Μπάρμπα-Σταυρήν ότι ο Σπύρος +ειμπορεί να είνε άτυχος, τεμπέλης όμως δεν είνε.</p> + +<p>Η Αρφανούλα ένεκα συσσωρεύσεως παραγγελιών εν τω εργοστασίω, δεν έλαβε +καιρόν να φροντίση εγκαίρως· και ούτως με την νέαν επιχείρησιν του αδελφού της +εζημιώθη άλλας χιλίας δραχμάς.</p> + +<p>Επήγε να σκάση από τον θυμόν του ο Μπάρμπα-Σταυρής. Αλλ' ενόμιζε πλέον +ότι η Αρφανούλα έβαλε γνώσιν, ότε την παραμονήν της Πρωτοχρονιάς ελθών να +χαιρετίση την ανεψιάν του διά τα Χριστούγεννα, μετά τινα καιρόν, βλέπει και +ητοίμαζε διάφορα παιγνιδάκια και αθύρματα πολλά, σωρόν μεγάλον.</p> + +<p>Ο Σπύρος έλειπε.</p> + +<p> — Τι είν' αυτά Αρφανούλα; ηρώτησεν ο θείος της. Κάτι πολλά δώρα θα +κάμης εφέτος. Μήπως τον αρραβώνιασες τον Σπύρο, κρυφά από τον Μπάρμπα- +Σταυρήν; Να σου πω, δεν θα ήταν άσχημα. Ο γάμος είνε σαν το τυπογραφικό +πιεστήριον και μπορεί να στρώση και ο Σπύρος.</p> + +<p>Η Αρφανούλα εγέλασε. Και διηγήθη είτα εις τον θείον της τα συμβαίνοντα.</p> + +<p> — Τι να σου πω, Μπάρμπα-Σταυρή. Τον λυπήθηκα. Δεν βαστά η ψυχή +μου. Δεν έχει παντελόνι να φορέση. Έπεσε 'ς τα πόδια μου με τα δάκρυα, σαν +μωρό, και μου είπεν. Απ' τον Θεόν και στα χέρια σου, αδελφούλα μου. Άλλη φορά +δεν θα σε βαρύνω. Δάνεισέ μου ένα κατοστάρικο να στήσω 'ς την Καπνικαρέα ένα +τραπέζι να πωλήσω Πρωτοχρονιάτικα, να βγάλω μια φορεσιά ρούχα το ελάχιστο. +Σε λίγαις ημέραις θα τον φάνε τον Γέρω, τέλος πάντων. Και άλλη φορά δεν θα σε +βαρύνω. Το βλέπω κ' εγώ. Κοντζάμ άνδρας ως εκεί επάνω, να μένω χωρίς δουλειά! +Φταίει και ο μακαρίτης ο Γέρω-Λαχανάς. Όταν μου έλεγε, βρε Σπυράκι μου, βρε +Σπυρέτο μου, βουτηγμένος αυτός μέσα 'ς τον ιδρώτα και τα χώματα, έπρεπε να +σηκώση την τσάπα του να μου κάμη μια τρύπα 'ς το ξερό μου, να έμβη μέσα ολίγη +γνώσις.</p> + +<p>Και έκλαιεν ο καϋμένος . . .</p> + +<p>Τον λυπήθηκα Μπάρμπα-Σταυρή. Έπειτα να πούμε και του φτωχού το δίκαιο. +Τον κυνηγά και η κακοτυχία. Δεν είνε μονάχη η κακομοιριά.</p> + +<p> — Μα δεν ξέρεις, κορίτσι μου, ότι όπου κακομοιριά, εκεί και κακοτυχία; +. . .</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Ούτω λοιπόν ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, με την πονηρίαν του και με την φυσικήν +αγαθότητα της Αρφανούλας τα κατάφερε πάλιν και τον είδομεν την παραμονήν της +πρωτοχρονιάς πρωί πρωί, παρά το Άγιον Βήμα της Καπνικαρέας, εμπρός εις μίαν +τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα ευθηνά αθυρμάτια, στρέφοντα, τη συμβουλή του +θείου του, μίαν τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν εκεί θρηνητικώς, πρώτην-πρώτην +αυτήν, ως το εγερτήριον της μεγάλης εμπορικής οδού, την τρελλήν εκείνην +ημέραν.</p> + +<p>Αλλά μόλις εξηφανίσθη ο Μπάρμπα-Σταυρής με τα τρία ξύλα του, ως είδομεν, +και ψεκάδες πυκναί ήρχισαν να πίπτουν.</p> + +<p>Ο άνεμος ετράπη προς το βορειοανατολικόν του ορίζοντος και μετ' ολίγον +βροχή δαρτή ήρχισε να πίπτη. Θόρυβος επηκολούθησε τότε και ταραχή μεγάλη εις +τας πέριξ εκεί άλλας τραπέζας των παιγνιοπωλών, και φωναί και βλασφημίαι +ηκούσθησαν. Άλλοι με λευκάς σινδόνας εσκέπαζον τα προς πώλησιν αθύρματα, ως +να τα εσαβάνοναν, και άλλοι εισεκόμιζον τας τράπεζας των εις τα εγγύς εμπορικά. +Οι έμποροι, απηλπισμένοι συνέκρουον τας χείρας των ως οι σταφιδοκτήμονες, +βραχείσης της σταφίδος. Οι υπάλληλοί των εγελούσαν σκαστά.</p> + +<p>Ο Σπύρος τότε του Γέρω-Λαχανά, ανοίξας την ομβρέλλαν του, είχεν αυτήν την +πρόνοιαν, με όλην την ανικανότητά του ήτο γεμάτος πονηρίαν, ανέμενε να παύση, +η βροχή κ' εξηκολούθει να συστρέφη την τεραστίαν ροκάναν.</p> + +<p>Ουδείς διαβάτης ετόλμησε να προβάλη επί τόσας ώρας και εκινδύνευε να +κηδευθή η τελευταία ημέρα του έτους εκείνου άνευ της προπομπής, αλλά μόνον +με τους θρηνητικούς κρωγμούς της ροκάνας του Σπύρου, του υιού του Γέρω- +Λαχανά.</p> + +<p>Διότι αληθώς μετ' ολίγον ορμητική θύελλα εκραγείσα, θαρρείς και απέλυσεν +επί της πόλεως ολόκληρον τρούμπαν. Καταρράκται κατακλυσμού ανοίχθησαν και +ρεύμα μετά ηχηράς βοής κατήλθεν αμέσως από του Συντάγματος, το οποίον +παρέσυρε παν το πρόστυχον. Οι έμποροι έσπευδον ν' αποσύρωσιν από των θυρών +των τα προς πώλησιν πράγματα. Η δε τράπεζα του Σπύρου, μη προνοήσαντος να +την εισαγάγη εγκαίρως εις τι εμπορικόν, ως έπραξαν προ μικρού οι άλλοι +παιγνιοπώλαι, ανετράπη φευ! και τα παίγνια όλα και όλα τα αθύρματα του οικτρώς +παρεσύρθησαν υπό του χειμάρρου κ' εξηφανίσθησαν εις την εκεί πλησίον μεγάλην +καταβόθραν.</p> + +<p>Και εσώθη μόνος ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, ως ο τελευταίος άγγελος του Ιώβ, +ίνα αναγγείλη την θλιβεράν είδησιν εις την αδελφήν του.</p> + +<p> — Πες χαιρετίσματα εις τον Μπάρμπα-Σταυρή, Είπε θρηνών ο Σπύρος, +πες του που ξέρει να κάνη το ξυλόσοφο, ότι ο Σπύρος δεν είνε τεμπέλης, αλλά τον +κατατρέχει η ατυχία....</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Κατόπιν, μετά μεσημβρίαν, ο ουρανός της Αττικής, ο απατεών, εξαστέρωσε κ' +έγεινεν αρκετή κίνησις, ο δε σχηματισθείς βόρβορος συνετέλεσεν εις το να +ανυψώση εις βακχικήν τελετήν, την γενομένην εκείνο το έτος παρέλασιν των +Αθηναίων.</p> + +<p> — Δεν ξεύρω, τέλος πάντων, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταυρής ο +Ξυλοπόδαρος, ελθών την επαύριον να χαιρετίση την Αρφανούλαν, δεν ξεύρω ποίος +πταίει, ο αδελφός σου ή η ατυχία του. Σου το είπα όμως και άλλαις φοραίς. Όπου +κακομοιριά εκεί και ατυχία. Έπειτα εσύ διαβάζεις βιβλία. Δεν ξεύρεις ότι +«κακομοίρης» θα πη άτυχος; Το βέβαιον όμως είνε, ετελείωσεν ο Μπάρμπα- +Σταυρής, ότι αν ο Σπύρος επήγαινεν από μικρός σε κανένα Μοναστήρι, μπορούσε +σήμερα να είνε κάτι τι. Κ' εκτύπησε τον ξύλινον πόδα του κραταιώς επί του +πατώματος, ως να εκτυπούσε την κεφαλήν του, διότι δεν το είπεν αυτό, όταν +έπρεπε.</p> + +<h4 style="margin-top: 3em"> +Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ<br />(1901)</h4> + +<p> +<br /> +Με τα δύο καλαμοειδή χεράκια του και τα δύο σκολιά ποδαράκια του, ο Μιστόκλης +ο Κοντούλης κατεγίνετο εν χαρά, τόσας ημέρας τώρα, με το νέον του επάγγελμα, +όπερ ανέλαβε με χρυσάς ελπίδας, ωσάν κάθε νέος επαγγελματίας.</p> + +<p>Προσκολλών χαρτίνας ρωσσικάς εικόνας επί μικρών σανίδων, μετά προσοχής +και δεξιότητος, ώστε να φαίνωνται ως εξ αρχής εζωγραφημέναι επί των σανίδων, +και πλαισίων αυτάς είτα δι' απλών εκ λευκοσιδήρου κορνιζών, κατήρτιζε πλουσίαν +συλλογήν, σκοπών ν' απέλθη εις Τήνον, κατά την πανήγυριν, και κερδίση ασφαλώς +και ακόπως κέρδη από ευτελών και πτωχικών κεφαλαίων. Έξυπνος ο Μιστόκλης ο +Κοντούλης, είχε κάμει πρό τινων ημερών δοκιμάς εις τα περίχωρα της Αττικής και +είδεν ότι αι κομψώς πλαισιωμέναι εικονίτσες του ηγοράζοντο προθύμως υπό των +χωρικών, εις τους περιεργοτέρους των οποίων ο Μιστόκλης ηναγκάζετο να +περιγράφη την σπανίαν τέχνην του, εξαπατών ότι αυτός εζωγράφιζε διά της χειρός +τας εικόνας, εκμαθών τάχα εν Κιέβω την ρωσσικήν αγιογραφίαν, μη βραδύνων να +προσθέτη εις τους πλέον περιέργους ακόμη, ότι αυτός επί το εκκλησιαστικώτερον, +ως απεκάλει την βυζαντινήν αγιογραφίαν, μετερρύθμιζε τα άκομψα και χονδροειδή +ρωσσικά σχέδια. Τόσην δε πεποίθησιν είχε πλέον εις την επιτυχίαν του νέου του +έργου, ώστε επανειλημμένως τω ήρχετο διάθεσις ν' ανακράξη προς την γυναίκα +του «όξω φτώχια». Αλλά πολλά παθών έως τώρα, πολλά έμαθε, και, το καλλίτερον, +έμαθε να σιωπά πλέον.</p> + +<p>Και αφού εκόλλησε τας χαρτίνας αγιογραφίας και ηλίαζε τας υγράς σανίδας, +ήρχισε να ετοιμάζη και συλλογήν άλλην προσωπογραφιών της αυτοκρατορικής +ρωσσικής οικογενείας.</p> + +<p>Εκεί πλησίον του, η σύζυγός του, φίλεργος και φιλόπονος γυνή, ξενοπλύνουσα +είχε καθήσει επί σκάμνου, παρά μεγάλην και ασήκωτην κόφαν, μπουγαδιάζουσα +τα πλυθέντα ιμάτια και αναπαυομένη προς στιγμήν, εθήλαζε χρονιάρικον βρέφος, +μετά συνέσεως, περισφίγγουσα τους ατάκτους του πόδας επί της οσφύος της, εις +ενδιαφέρουσαν ευρισκομένη κατάστασιν. Τρία άλλα παιδία, το έν μικρότερον του +άλλου, έπαιζον παρά-πέρα εν τη ρυπαρά αυλή, καταβορβορωμένα μέσα εις τα +νερά της πλύσεως.</p> + +<p> — Της προάλλαις, εις το Μενίδι, έλεγεν ο Μιστόκλης, προσβλέπων μετά +τινος δισταγμού την βεβαρημένην της συζύγου του κοιλίαν, από κάθε εικόνα που +μου κοστίζει — τέχνη και κόπος και κεφάλαια, — μια δεκάρα, έβγαλα δύο και τρεις +δραχμαίς. Πρώτα ο Θεός, να πωλήσω εις την Τήνο από δυο και τρεις δραχμάς την +μία, της πεντακόσιες εικόνες μόνον —</p> + +<p>Διεκόπη αίφνης, Τω ήλθε διάθεσις πάλιν να εκφώνηση «όξω φτώχια», αλλά +συλλογισθείς τα παθήματά του, εδάγκασε την γλώσσαν του και εσιώπησεν.</p> + +<p>Η σύζυγός του, κάθιδρως, κουρασμένη από της επιμόχθου πλυντικής εργασίας +ανεπαύετο ακόμη, θηλάζουσα και το βρέφος, το νήπιον, του οποίου περιέσφιγγε +τους αεικίνητους πόδας επί της οσφύος της.</p> + +<p> — Δεκαπέντε δραχμαίς την χιλιάδα της αγόρασα από το παππά-Σάββα +τον αγιορείτην, διηγείτο ο Μιστόκλης προς την γυναίκα του, ατενίζων μετά φόβου +πάντοτε την βεβαρημένην της κοιλίαν· τα σανιδοκόμματα μου τα χάρισεν ο +ξάδερφός σου ο μαραγκός, ώστε λίγη ψαρόκολλα μόνον αγόρασα και λίγες +λωρίδες τενεκέ και λίγα τζάμια από το φαναρτσή, απομεινάρια. Πρώτα ο Θεός να +της πωλήσω όλαις, και της χίλιαις, έστω και προς μία δραχμή την μίαν —</p> + +<p>Εδάγκασε και πάλιν την γλώσσαν του, ίνα μη εκφωνήση υπερήφανόν τινα +καύχησιν. Και είχε πάθει πολλά έως τώρα.</p> + +<p> — Πότε έχομε της Παναγίας; ηρώτησεν η σύζυγός του, αποθέσασα +χαμαί, επί τινος σανίδος, το νήπιον, το οποίον απεκοιμήθη θηλάζον, και με το +βάρος εκείνο της κοιλίας της, η πτωχή, επανήρχισε πάλιν το μπογάδιασμα των +ιματίων.</p> + +<p> — Την παραπάνω Κυριακή, απήντησεν ο Μιστόκλης, καρφώνων με +προσοχήν μίαν ωραίαν ολόχρυσον Αγίαν Παρασκευήν. Και μετά δισταγμού και +φόβου εμβλέπων προς αυτήν και προς το βάρος της, διά νευμάτων, σαν να εζήτει +να μάθη τον χρόνον του τοκετού, εψιθύρισε κατ' ιδίαν μασσημένους λόγους:</p> + +<p> — Έχει γούστο εις την τόση χαρά μου για το ταξείδι, να μου +παρουσιασθούν και γεννητούρια, και ν' απομείνη ο Μιστόκλης με της εικόνες στα +χέρια! Εν τούτοις υπελόγιζε και εύρισκεν ότι ο τοκετός θα επέλθη μίαν εβδομάδα +μετά την εορτήν της Παναγίας. Επρολάμβανε λοιπόν και εις την Τήνον να μεταβή +και την λεχώ να θεραπεύση.</p> + +<p>Ουχ ήττον κάτι τι τον ετριβέλιζε μέσα εις την καρδίαν του. Μήπως έχει λάθος; +μήπως ο λογαριασμός γίνεται χωρίς τον ξενοδόχον; Πολλά παθών, έμαθε +πολλά...</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Εις όλα τα προηγούμενα επαγγέλματά του ο Μιστόκλης ο Κοντούλης, εις όλας τας +επιχειρήσεις του, είχε διαψευσθή. Τας μακράς του χειμώνος νύκτας +στενοχωρημένος από τας ανάγκας της πολυμελούς του οικογενείας, απηρίθμει εν +απογνώσει όλα τ' αποτυχόντα παλαιά έργα του, εις μάτην ζητών ν' απολαύση +απλήν τινα εις νεωτέραν επιχείρησιν επιτυχίαν.</p> + +<p>Πανταχού η μοίρα του, του πτωχού η μοίρα, παρουσιάζετο φοβερά ενώπιόν +του, απελπιστική, καταστρέφουσα τας ελπίδας του, διαλύουσα τα όνειρά του, ώστε +ν' αληθεύη πάντοτε το της παροιμίας «όπου πτωχός και η μοίρα του».</p> + +<p>Και εις αυτό το έργον της παιδοποιίας, εις το οποίον και μόνον τω έλεγεν ο +γείτονας του ο κυρ-Γεώργης ο συνταξιούχος, ότι επέτυχε, θέλων να τον +παρηγορήση παραπονούμενον, και εις αυτό ο Μιστόκλης έβλεπε την φοβεράν +μοίραν του, του πτωχού την μοίραν, προαγγέλλουσαν αυτώ τας αποτυχίας +του.</p> + +<p>Από την ημέραν που επρωτόπιασε εργασίαν, πρώτην φοράν ελθών εις την +πρωτεύουσαν εκ των νήσων του Αιγαίου πελάγους, από τότε εφάνη ότι ούτε η +μοίρα του επήρε με καλό μάτι τον Μιστόκλην, ούτε ο Μιστόκλης την μοίραν του. +Αυτός, μικρός το ανάστημα, αλλά και υγιής τω σώματι και ευτραφής ως +ουρανόπεμπτος εφάνη εις τον Γέροντα του Λυκαβητού, ένα σκληροτράχηλον και +φιλάργυρον προεστώτα του Αγίου Γεωργίου, όστις «με το μέλι» κατ' αρχάς ομιλών, +ήρχισεν εις το τέλος να τον ποτίση όξος και πικράν αλόην.</p> + +<p>Γνωρίζων ο Μιστόκλης τα γράμματα του ελληνικού σχολείου υπηρέτει καλώς εν +τω ναΐσκω, συλλειτουργών τους ιερείς. Αλλ' ο γέρων βλέπων το ανθηρόν της υγείας +του, μετ' ολίγον καιρόν επέβαλεν εις αυτόν να περιέρχηται την πόλιν μετά μεγάλου +δισακκίου και να συνάζη ελέη των χριστιανών, διά τον Άγιον Γεώργιον. Εις το +χωρίον του, είνε αληθές, ο Μιστόκλης εξετέλει και αγροτικάς εργασίας, αλλ' είχεν +έλθει εις τας Αθήνας, αποβλέπων εις στάδιον ευγενέστερον. Διά τούτο βαρέως +έβλεπε τους ώμους του εξασθενίζοντας από το αφόρητον άχθος του δισακκίου. +Τότε κατά πρώτον είδε καθ' ύπνους την Μοίραν του ως άγριον και δυσαχθές +γερόντιον, απεσκληρωμένον και πολιόν, να θεωρή τον νεαρόν νησιώτην ως τι +μελιτωμένον πλακούντιον, έτοιμον εις βρώσιν.</p> + +<p>Υπέμεινεν όμως ο Μιστόκλης όλας τας βαρείας υπηρεσίας του βράχου, ελπίζων +ίσως διά της υπακοής του και ταπεινώσεως να μαλάξη τον σκληρόν γέροντα. Αλλ' +εκείνος την υπακοήν του εκείνην και ταπείνωσιν εκλαβών ως ηλιθιότητα, τω +επέβαλε να λαξεύη τον βράχον τον απρόσιτον, και να κατασκευάζη με την +γλυπτικήν σμίλην βαθμίδας επί της ανωφερούς πέτρας, προς εύκολον ανάβασιν +των προσκυνητών και έδρανα προς αναψυχήν των.</p> + +<p>Αλλ' η εργασία αύτη ήτο λίαν επαχθής· και μετ' ολίγα έτη ελάξευσε μεν ο +ευτραφής Μιστόκλης τον απορρώγα βράχον, πλατείας ισοπεδώσας και πεζούλια +υψώσας και δεξαμενάς γλύψας διά το βρόχινον ύδωρ, αλλά συγχρόνως, χωρίς να +το εννοήση, ελάξευσε και το τρυφερόν σώμα του, καταντήσας με δύο καλαμοειδή +χεράκια και δύο σκολιά ασθενή ποδαράκια και μίαν άκρεων πλατίτσαν. Έκτοτε, η +Μοίρα του, εμφανιζομένη σκληρά, υπό την μορφήν του Γέροντος, κοντού και +απηνούς, πολιού και εχθίστου, με πώγωνα βαθύν και επανωφόριον ποδήρες +ρωσσικόν, συνετάραττε την νυκτερινήν ανάπαυσίν του· και αποκαμών επεθύμει +την κατάβασίν του προς τα κάτω, όπου τω εφαίνετο ότι θα εύρισκεν ανάπαυσιν εις +την μαλακά γύρω του βουνού, αναπαυομένην πόλιν.</p> + +<p>Όταν δε μίαν ημέραν, με το καύμα, αχθοφορικώς τοποθετών ογκώδεις λίθους, +εις κατασκευήν πεζουλιών, προς συντήρησιν της διαρρεούσης πάντοτε από των +όμβρων οδού, είδεν αίφνης να κυλίση βράχος προς την υπώρειαν, με ταχύτητα +ακράτητον, ηυχήθη να εκύλιε και αυτός, χωρίς ο εαυτός του, ως άλλος Σίσυφος, να +τον αναβιβάση πάλιν επάνω. Κ' εθάρρει ότι δεν θα εχάνετο εις μίαν πόλιν, τόσον +μεγάλην και τόσον φιλάνθρωπον, όπου και πέντε αγαθοί να υπήρχον, θα έσωζον +όλας τας άλλας μυριάδας, και αυτόν μαζί.</p> + +<p>Ο γλυκύς αυτός πόθος του δεν εβράδυνε να εκπληρωθή, διότι μίαν άλλην +ημέραν φορτωμένος το δισσάκιον των ελεών, με τα χονδρά του ράκη και τα μεγάλα +κρητικά υποδήματα, με τα λεπτοκαμωμένα και σκολιά ποδαράκια του, αναβαίνων +τον ελικοειδή δρόμον, κατέπεσεν από του καύματος υπό τινα δροσεράν πευκών +συστάδα, και ανακλιθείς, με προσκέφαλον το δισάκκιον, εβυθίσθη εις δροσερόν +ύπνον, και εβράδυνε να κομίση προς τον Γέροντά του το δισάκκιον με τα ελέη, +διαρπαγέντα, κατά τον ύπνον του, υπό λωποδυτών. Την νύκτα εκείνην, ως βαρύς +λίθος, ο Μιστόκλης εκύλισε τωόντι κάτω, προς την υπώρειαν, αποδιωχθείς αγρίως +υπό του Γέροντος, αυτός δε καμμίαν όρεξιν δεν είχε πλέον να γείνη Σίσυφος και ν' +αναβιβάση πάλιν τον εαυτόν του επάνω.</p> + +<p> — Τότε, πρώτα-πρώτα, ο Μιστόκλης ως έξυπνος όπου ήτο, επιθυμών να +εργασθή πλέον εν τη πόλει, την οποίαν ως όνειρον έβλεπε πάντοτε από την +κορυφήν του Λυκαβητού, να δράση και να προοδεύση, ως έβλεπεν από του ύψους +εκείνου ότι έδρα και προώδευε κάτω τόσος κόσμος, εζήτησε κ' εύρε την παρά του +Θεού ορισθείσαν τω ανθρώπω βοηθόν και σύντροφον εν τω βιωτικώ αγώνι και +ήλθεν εις γάμον. Πλην όλα τα επαγγέλματα, εις τα οποία προχείρως επεδίδετο +έκτοτε — τακτικόν τι έργον δεν είχεν εκμάθει — όλα, τον ωδήγουν από ατυχίας εις +ατυχίαν. Τω εφαίνετο ότι, σαν να τον κατηράσθη ο Γέρων του Λυκαβητού διά τα +ελέη, τα οποία του αφήρπασαν οι λωποδύται, και πολλάκις τον έβλεπε καθ' ύπνον +κατά πάσαν αποτυγχάνουσαν εργασίαν του, κοντόν, χονδρόν, με λευκόν μέχρι του +στήθους φθάνοντα πώγωνα, μ' έν χονδρόν και μακρόν επανωφόριον, ως ρωσσικόν +επενδύτην, να τω φωνάζη αγρίως:</p> + +<p> — Όπου φτωχός και η μοίρα του! Εσύ μου τάφαγες τα πρόσφορα και +είπες πως σου τάκλεψαν οι λωποδύταις!</p> + +<p>Τον είδε τον Γέροντα, όταν τον εμπόδισεν η εξουσία να πωλή καπνά και +σιγαρέττα, οπού, εκέρδιζεν αρκετά, χωρίς κανένα κόπον, διότι είχε ψηφισθή το +μονοπώλιον. Κατόπιν τον ξαναείδε πάλιν, κοντόν και χονδρόν, κατάλευκον, με τον +ρωσσικόν επενδύτην του, όταν πωλών κουλουράκια ζαχαρένια, όπου τα εζήμωνεν +η γυναίκα του, εκέρδιζεν ικανάς δραχμάς την ημέραν. Ολίγας ημέρας μετά το +όνειρον, εγέμισεν η Αθήνα από κουλουροπώλας, και έκαμε λογαριασμόν ότι τα +πωλούμενα κουλούρια αναλογούσαν δέκα προς έκαστον Αθήναιον. Αν ήτο δυνατόν +να προκόψη κανένας! έλεγεν αγανακτών ο Μιστόκλης.</p> + +<p>Αμυδρώς ενθυμείτο ότι τον είδε, τον φοβερόν Γέροντα, άγριον ως λύκον και +όταν η γυναίκα του εγέννησε το πρώτον τέκνον των· και τω εφάνη ότι και τότε +είπεν εις τον Μιστόκλην ο Γέρων.</p> + +<p> — Όπου φτωχός και η μοίρα του!</p> + +<p>Καλά-καλά δεν την εβεβαίωνε ταύτην την οπτασίαν, αλλά το να αποκτά κατ' +έτος και από έν παιδίον, τούτο βεβαίως δεν ήτο πλουσίου ριζικόν, εσκέπετο ο +Μιστόκλης.</p> + +<p>Και όταν ο Μιστόκλης πάλιν με την βούρτσαν του επ' ώμων, με τον τενεκέ των +χρωμάτων παρά πόδας εις μάτην ανέμενε παρά την Νέαν Αγοράν, ως σουβατζής, +να προσληφθή εις καμμίαν εργασίαν, υποχρεωμένος εκεί ναπαριθμή τους +οψοπώλας και τους κομίζοντας πλήρεις οψωνίων τους καλάθους εις τας οικίας των +ευδαιμόνων αστών, έλεγε:</p> + +<p> — 'Σ πολλά έτη, που ξενοπλένει η γυναίκα μου και βγάζουμε το ψωμάκι +. . . .</p> + +<p>Εις τας δεινάς τότε στενοχωρίας του εσυλλογίζετο την πρώτην του εργασίαν και +τω ήρχετο σκέψις ν' αναβή εις τον Άγιον Γεώργιον, να βάλη μετάνοιαν εις τον +Γέροντα και να ζητήση συγχώρησιν από την Μοίραν του.</p> + +<p>Φοβεραί της στενοχωρίας του παρετείνοντο αι νύκτες τότε. Παρά τον μέγαν +πύραυνον, εν τη ρυπαρά αυλή της κατοικίας των, παρά την Βλασταρούν, η γυναίκα +του προσεπάθει να μπουγαδιάση, ρίπτουσα ολίγον κατ' ολίγον το βραστόν νερόν +εις την βαθείαν της μπουγάδας κόφαν. Τα παιδία των ως γατάκια εκοιμώντο εις +μίαν ψάθαν επάνω, όλα μαζί, μία τουφίτσα σαν ορφανά. Ο Μιστόκλης, στηρίζων +την καθαράν από της αργίας βούρτζαν του επί του τοίχου, και καθήμενος είτα επί +του κενού τενεκέ των χρωμάτων έβλεπε την βασανιζομένην γυναίκα του. Έβλεπε τα +κοιμώμενα παιδία επί της ψάθης, ως να ήσαν εγκαταλελειμμένοι νεοσσοί, έβλεπε +και την βεβαρημένην της μητρός κοιλίαν και διελογίζετο, αν δεν ήτο καλλίτερος ο +πρώτος αχθοφορικός εκείνος βίος του, ότε κάθιδρως και ασθμαίνων αναβίβαζεν +επί του Λυκαβητού το δισάκκιον των ελεών. Τότε έν δισάκκιον είχε μόνον, αλλά +τώρα έχει τρία παιδιά και μίαν γυναίκα γαλακτοτροφούσαν και συνάμα έγκυον. +Τότε ήτο ελεύθερος να το κάμη ό,τι ήθελε το δισάκκιον εκείνο, όπως ποτέ το έκαμε +και προσκέφαλον. Ήτο ελεύθερος να το ρίψη κάτω από των ασθενικών του ώμων +όπως και το έρριψε, διότι ήτο άψυχον και άπνουν δισάκκιον. Αλλά το δισάκκιον +αυτό το ζωντανόν, το έμψυχον, που φέρει ήδη εις την αδύνατον και λαξευμένην +πλατίτσαν του; Το κλαίον πολλάκις και πολλάκις γελών, το εκφράζον πόθους και +ορέξεις, πείναν και δίψαν, γυμνότητα και στέρησιν; Το δισάκκιον το πλήρες +ονείρων και σχεδίων, το πεπληρωμένον όχι ελεών διά τον Άγιον Γεώργιον, αλλά +υπάρξεων τόσων διά τον κόσμον;</p> + +<p>Υπάρξεων, αίτινες έχουν χαράν, υπάρξεων, αίτινες έχουν λύπην; Ούτε να το +ρίψη πλέον κάτω ημπορούσεν, αλλ' ούτε και να το μεταχειρισθή ως +προσκέφαλον.</p> + +<p>Και πόσας απολαύσεις είχεν εκείνος ο βίος, όστις τότε τω εφαίνετο βαρύς και +μοχθηρός. Την άνoιξιν ο κωνοειδής εύμορφος λόφος, ο άγονος το θέρος και +κατάξηρος, ήτο παγκάλως εστολισμένος, ζωγραφισμένος με τόσα αγριολούλουδα, +κ' ευωδίαζεν όλος ο βουνός από την νέαν του θύμου βλάστησιν.</p> + +<p>Πατών εις την καταπρασίνην εκείνην λόχμην και διά μέσου των τερπνών +πεύκων αναβαίνων την βουστροφικήν οδόν του ο Μιστόκλης, ασθμαίνων από το +βάρος του δισακκίου, ίστατο κατά δεκάδας βημάτων να ίδη πότε μεν τα γλαυκά +του Σαρωνικού νερά και πότε τους θαλερούς αμπελώνας του Γουδίου. Απέθετε +τότε το δισάκκιον ν' ανασάνη ολίγον και ανέπνεε την ευώδη της ανοίξεως δρόσον, +αγνήν και αθάνατον, ενώ δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις, ως από τέλματος, +εκάλυπτον κάτω την πόλιν. Και πάλιν ανελάμβανε το δισάκκιον και ανέβαινε· και +πάλιν ίστατο διελθών ήδη τας ευσκίους υπωρείας και αναβαίνων τον απρόσιτον +της κορυφής βράχον με τας ελικοειδείς υπ' αυτού λοξευθείσας καμπάς του, +εστεφανωμένας με στέμματα χλοερά μαργαριτών και αιμοχρόων μυκώνων.</p> + +<p>Κ' ενθυμείτο τώρα ο Μιστόκλης εκείνο το τερπνόν πανόραμα όπερ από της +κορυφής εκαμάρωνε κάθε πρωίαν, αναμένων εις τας επάλξεις του βράχου, να ίδη +αν έρχωνται προσκυνηταί να κρούση τον κώδωνα. Ηπλούτο γύρω-γύρω η πόλις +λευκή, κατάλευκος, με τους ναούς της και τα παλάτια της, με τας πλατείας της και +τα καθαρά τετράγωνα των νέων συνοικισμών. Τι αν ίδρωνε να λοξεύση μίαν +βαθμίδα, ή να κομίση το βαρύ δισάκκιον; Κατόπιν ήτο ελεύθερος — τω εφαίνετο +τώρα — να χαίνη προς τον ευώδη του ύψους εκείνου αέρα....</p> + +<p style='text-align: center;'><img src ="images/line.jpg" width="80" +height="4" alt="γραμμή" /></p> + +<p> +Ετοποθέτησεν όμως τας εικόνας όλας εις τρεις μικράς κασσίτσας.</p> + +<p>Έθεσεν εντός καλάθου τα εφόδια του ταξειδίου, είπεν εις την γυναίκα του να +ετοιμάση μίαν γουνίτσαν μ' έν κυλιμάκι μαζί, και ητοιμάζετο, αφού κοιμηθή ολίγον +και ξεκουρασθή, να εξέλθη και μισθώση αχθοφόρον, ίνα μεταφέρη τα πράγματα +εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου, εις Μοναστηράκι. Την εσπέραν εκείνην θ' +ανεχώρει το πρώτον ατμόπλοιον διά την πανήγυριν της Τήνου.</p> + +<p>Το βρέφος το νήπιον εκοιμάτο προ μικρού θηλάσαν. Τα τρία άλλα παιδία, +βαστάζοντα ανά έν τεμάχιον άρτου, ανεπιμέλητα, εβύθιζον αυτό εις τους ρύπους +της αυλής, και είτα το έτρωγον. Η σύζυγός του, προς νέαν πλύσιν ετοιμαζομένη, +παρεπονείτο ότι ησθάνετο αδιαθεσίαν και κόπωσιν αφόρητον.</p> + +<p> — Θα κρύωσες, είπεν ο Μιστόκλης, γιατί εψές, κατάλαβες, φυσούσε +μπονέντες.</p> + +<p>Είπε και έγυρεν εκεί παρά την πυράν της καμίνου της πλύσεως, τυλιχθείς μ' έν +παλαιόν ράκος.</p> + +<p>Η σύζυγός του ήρχισε την πλύσιν, κύπτουσα με όλον το βάρος της, παρά την +μεγάλην και κτιστήν εκεί σκάφην του πλυντηρίου, ότε μετά μικρόν, σαν να +ησθάνθη οδυνηρόν πόνον κ' έβαλε κραυγήν. Ο Μιστόκλης, καθεύδων έως τότε, +εξηγέρθη αίφνης έντρομος και διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι ο Γέρων του +Λυκαβηττού φοβερός και απάνθρωπος, με τον βαθύν λευκόν του πώγωνα και τον +ποδήρη ρωσσικόν επενδύτην του, ενεφανίσθη πάλιν, και αφού τον εκύτταξε +βλοσσυρώς εκραύγασεν:</p> + +<p> — Όπου φτωχός και η Μοίρα του.</p> + +<p>Αλλ' έως ου αποτελειώση το όνειρόν του ο Μιστόκλης, επήλθον εις την σύζυγόν +του αι ωδίνες του τοκετού· και τότε ο πτωχός, αντί να φροντίση διά την +αναχώρησίν του, μετέβη να καλέση την μαίαν.</p> + +<p>Δεν ηδύνατο πλέον ν' αναχωρήση εις Τήνον, αι δε εικόνες του έμειναν +κεκλεισμένοι μέσα εις τας τρεις κασσίτσας. Ότε δε κατόπιν εκλαυθμήριζε το +αρτιγέννητον βρέφος γοερώς, ο Μιστόκλης ο Κοντούλης, ίνα διευκολύνη την λεχώ +και αποκοιμηθή ολίγον, βαστάζων αυτό εις τας αγκάλας του, επανελάμβανε +θρηνωδώς:</p> + +<p> — Κλάψε, καϋμένο, κλάψε! Όπου φτωχός και η Μοίρα του!</p> + +<p>Ενώ αι εικονίτσες του, μέσα εις της τρεις κασσίτσαις κλεισμέναις σιωπηλαί και +ακίνητοι, ούτε έτριζον καν εξ οικτιρμού...</p> + +<h5 style="margin-top: 3em"> +ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ</h5> + +<p> +<br /> +Σελ. 73 όπισθέν μας, της Τροίας, Τενεδιό, αι θοαί νήες.</p> + +<p> +</p> + +<p style="margin-top: 6em"><b>ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ — +ΑΘΗΝΑΙ</b></p> + +<p> +<br /><b> +ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ<br /><br /> + +ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ</b></p> + +<table> +<tr><td></td><td></td><td align='right'>Δρ. </td></tr> +<tr><td> ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ.</td><td><b>Αττικαί ημέραι</b> (διηγήματα και +ευθυμογραφήματα) .</td><td align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td>»</td><td><b>Ζητείται υπηρέτης</b> (κωμωδία μονόπρακτος) </td><td +align='right'>1. —</td></tr> +<tr><td> ΒΑΒΕΑ Ν.</td><td> <b>Το Πέραν μας</b> (πρωτότυπον κοινωνικόν έργον +από τα<br /> +παρασκήνια της ζωής μας) </td><td align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td> ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ.</td><td><b>Ανάλεκτα</b> (κρίσεις και εντυπώσεις 2 τόμ.) +</td><td align='right'>8. —</td></tr> +<tr><td> ΒΡΑΤΣΑΝΟΥ Μ.</td><td> <b>Τα κατά τον Θησέα</b> (Ιστορική και +πολιτική<br /> +μυθογραφία)</td><td align='right'>7. —</td></tr> +<tr><td> ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ.</td><td><b>Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού +μου</b></td><td align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td> ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. Ι.</td><td><b>Σκαραβαίοι και Τερρακόττες</b> </td><td +align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td> ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I.</td><td><b>Ο Λυχνοστάτης</b> (κωμωδία) +μονόπρακτος </td><td align='right'>1. —</td></tr> +<tr><td> ΔΡΟΣΙΝΗ Γ.</td><td> <b>Φωτερά Σκοτάδια</b> (ποιήματα) </td><td +align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Κλειστά Βλέφαρα</b> (ποιήματα) </td><td align='right'>5. +—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Αμαρυλλίς</b> (διήγημα)</td><td align='right'>5. — +</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Αγροτικαί επιστολαί</b></td><td align='right'>5. — +</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Ο Μπαρμπαδήμος</b> Διηγήσεις Αγωνιστού (μετά +πολλών εικόνων)<br /> +Δ. Μπισκίνη </td><td align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td> ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ</td><td><b>Στο ανοιχτό παράθυρο</b></td><td +align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td> ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ.</td><td><b>Η Σιδηρά Διαθήκη</b> +(Κοινωνική Φυσιολογία)</td><td align='right'>6. —</td></tr> +<tr><td> ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ</td><td><b>(διηγήματα)</b></td><td +align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Όλοι μαζί</b></td><td align='right'>3.50</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Ο βάτραχος που βαριέται</b></td><td +align='right'>1.40</td></tr> +<tr><td> ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΩΝΗΣ</td><td><b>Ελληνικά ποιήματα, κατάλληλα γι' +απαγγελία.</b></td><td align='right'></td></tr> +<tr><td> ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ</td><td><b>Για την Πατρίδα άδετον</b></td><td +align='right'>3.50</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Για την Πατρίδα</b> χαρτόδετον </td><td align='right'>5. +—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Τα αναγνωστικά μας</b> </td><td align='right'>1. — +</td></tr> +<tr><td> ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ</td><td><b>Μύθοι και θρύλοι</b> </td><td +align='right'>6. —</td></tr> +<tr><td> ΘΕΡΟΥ ΑΓ.</td><td><b>Δημοτικά τραγούδια</b> (εκλογή)</td><td +align='right'>3. —</td></tr> +<tr><td> ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. </td><td><b>Ελληνική Μυθολογία</b> </td><td +align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td> ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ.</td><td><b>Κοντά στη φωτιά</b> (δράμα +μονόπρακτον)</td><td align='right'>1. —</td></tr> +<tr><td> ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ.</td><td> <b>Διηγήματα</b> </td><td align='right'>6. +—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Το Σπητάκι του γιαλού</b> (Διήγημα)</td><td +align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td>ΜΩΡΑΪΤΙΝΗ Α.</td><td> <b>Διηγήματα</b></td><td align='right'>6. — +</td></tr> +<tr><td> ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ.</td><td><b>Ασφόδελοι</b> (ποιήματα)</td><td +align='right'>5. —</td></tr> +<tr><td> ΜΑΡΗ Μ.</td><td><b>Το θάρρος της αγνοίας</b> (κωμωδ. +Μονόπρακτος) </td><td align='right'>1. —</td></tr> +<tr><td> ΝΟΡΔΑΟΥ Μ.</td><td> <b>Τα κατά συνθήκην ψεύδη</b> </td><td +align='right'>4.—</td></tr> +<tr><td> ΠΑΛΑΜΑ Κ.</td><td><b>Τα παράκαιρα</b> (ποιήματα)</td><td +align='right'>5.—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Διηγήματα</b></td><td align='right'>5.—</td></tr> +<tr><td> ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΚΗ Φ.</td><td> <b>Το Έγκλημα και η τιμωρία</b> (εις δύο +τόμους)</td><td align='right'>6.—</td></tr> +<tr><td> ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ — ΛΑΜΠΕΛΕΤ</td><td> <b>Τα χελιδόνια</b> (ποιήματα +για παιδιά τονισμένα)</td><td align='right'> 10.—</td></tr> +<tr><td> ΠΟΛΕΜΗ I.</td><td><b>Σπασμένα μάρμαρα</b> (ποιήματα)</td><td +align='right'>6.—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Λύρα</b> (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ. +ποιήσεως)</td><td align='right'>6.—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Η Γυναίκα</b> (κωμωδία μονόπρακτος) </td><td +align='right'>1.—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Ειρηνικά</b> (ποιήματα)</td><td align='right'>3.— +</td></tr> +<tr><td> ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α.</td><td><b> Η Φαίδρα</b></td><td align='right'>4.— +</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Φάουστ του Γκαίτε</b> — (μετά πολλών εικόνων)</td><td +align='right'></td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Ποιήματα</b> .</td><td align='right'>5.—</td></tr> +<tr><td> ΣΗΜΗΡΙΩΤΗ ΑΓ.</td><td><b>Τραγούδια τον λυτρωμού</b> </td><td +align='right'>5.—</td></tr> +<tr><td> ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ.</td><td><b>Τραγούδια του νησιού</b> .</td><td +align='right'>5.—</td></tr> +<tr><td> ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ.</td><td> <b>Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου</b> +(διηγήματα)</td><td align='right'>5.—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Μακεδονικαί Ραψωδίαι</b> (διηγήματα) .</td><td +align='right'>2.50</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Η Μεγαλόχαρη</b> (διήγημα)</td><td +align='right'>2.50</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Άγγελος εξολοθρευτής</b> (πολεμ. διήγ. 1912-13) +</td><td align='right'>3.—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Μαύρες Πεταλούδες</b></td><td align='right'>5.— +</td></tr> +<tr><td> ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. </td><td><b>Ο Βασιλεύς της Ρέγκας</b> (μονόπρ. +παιγνίδι)</td><td align='right'>1.—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Βυζαντιναί γυναίκες</b> (διηγήματα) </td><td +align='right'>5.—</td></tr> +<tr><td> ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ.</td><td> <b>Φθινόπωρο</b> (μυθιστόρημα)</td><td +align='right'>4.—</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Τραγούδια της Ερημιάς </b></td><td +align='right'>3.50</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια</b> (ποιήματα )</td><td +align='right'>3.50</td></tr> +<tr><td>»</td><td> <b>Απλοί Τρόποι</b> (ποιήματα)</td><td align='right'>5.— +</td></tr> +<tr><td> AUGIER</td><td> <b>Οι Χαλκοπρόσωποι</b> (κωμ.) μετ. Αγγ. Βλάχου +.</td><td align='right'>1.50</td></tr> +<tr><td> BARRI?RE</td><td> <b>Οι Κουτοπόνηροι</b> (κωμωδ.) μετ. Αγγ. Βλάχου +.</td><td align='right'>1.50</td></tr> +</table> + +<p><br /><br /><br /></p> +<hr></hr> +<p id='fn1'>1) Βακούφ, λέξις τουρκική. Σημαίνει δε κτήματα και εν γένει ακίνητα +μοναστηριακά, εξ αφιερωμάτων, ης γίνεται χρήσις εν ταις νήσοις εις +χαρακτηρισμόν των μοναστηριακών εν γένει κτημάτων άτινα κοινώς «Βακούφια» +λέγονται.<a href='#ref1' title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id='fn2'>2) Αρκετά αξιοπερίεργος είνε η πρόρρησίς αυτή του Συγγραφέως +επαληθεύσασα μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών ύστερον από 19 χρόνια +τώρα εις τας ημέρας μας.<a href='#ref2' title='πίσω'>↩</a><br /><br /><br +/></p> + + + + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of Project Gutenberg's Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A *** + +***** This file should be named 37200-h.htm or 37200-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/7/2/0/37200/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License available with this file or online at + www.gutenberg.org/license. + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation information page at www.gutenberg.org + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at 809 +North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email +contact links and up to date contact information can be found at the +Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit www.gutenberg.org/donate + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For forty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + + + diff --git a/37200-h/images/1stpage.jpg b/37200-h/images/1stpage.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..f806ac2 --- /dev/null +++ b/37200-h/images/1stpage.jpg diff --git a/37200-h/images/line.jpg b/37200-h/images/line.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..7aea2e8 --- /dev/null +++ b/37200-h/images/line.jpg diff --git a/37200-h/images/moraitidis.jpg b/37200-h/images/moraitidis.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..969e9ba --- /dev/null +++ b/37200-h/images/moraitidis.jpg diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..7ea8bf0 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #37200 (https://www.gutenberg.org/ebooks/37200) diff --git a/old/20110824-37200-0.txt b/old/20110824-37200-0.txt new file mode 100644 index 0000000..2de422d --- /dev/null +++ b/old/20110824-37200-0.txt @@ -0,0 +1,7419 @@ +The Project Gutenberg EBook of Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.net + + +Title: Novels Volume A + +Author: Alexandros Moraitidis + +Release Date: August 24, 2011 [EBook #37200] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Bold words are included in &, while words in italics in _. +Footnotes have been transferred at the end of the book. A table of +typing errors has been taken into account, with the exception of +a correction in page 73. The page has been marked within the +text, so that the reader might judge for himself, which text to +correct. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως +έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις +με πλαγίους σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί +στο τέλος του βιβλίου. Ο πίνακας παραρομάτων έχει ληφθεί υπ’ όψη, +εκτός μιας διόρθωσης στην σελίδα 73. Η σελίδα έχει σημειωθεί +μέσα στο κείμενο, ώστε να μπορέσει να αποφασίσει ο αναγνώστης +ποιο κείμενο να αλλάξει. + + + +ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ + + + +ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ + +ΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΚΑ. — ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ. — ΝΕΡΑΪΔΕΣ. — ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ. — Ο ΠΤΩΧΟΣ +ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ + +ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ + + +ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ +ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ + + +ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921 + + + +ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ + + + +Πρέπει να αναγνωρισθή οιονεί επισήμως σήμερον, εν ευλογία της +μεγάλης ημέρας, εν ευλογία των οφθαλμών όσοι εδάκρυσαν εκ των +τόσων αυτού διηγημάτων και των καρδιών όσαι απαλύνθησαν εκ των +τόσων αυτού εικόνων, και των ηθών όσα ελευκάνθησαν εκ των τόσων +υπό την μαγικήν του γραφίδα ανατειλασών μετ' αρρήτου ευωδίας +αρετών, να αναγνωρισθή ο αθόρυβος, ο μετριόφρων, ο σιωπηλός, ο +ανεύρετος, ο αόρατος, ο ακοινώνητος, ο ιδιότροπος, ο ιδιόβιος +συγγραφεύς, ως μία δύναμις έξοχος του κόσμου των γραμμάτων, ως είς +πρωταγωνιστής απροσπελάστου ύψους της φιλολογικής σκηνής μας, ως +έν πνεύμα καταπληκτικής γονιμότητος και πραξιτελείου κάλλους του +γραμματικού ημών κόσμου, ως ποιητής, όστις θα ετίμα και θα εδόξαζε +και θα εκάλλυνε πάσαν ξένην, νέαν ή παλαιάν φιλολογίαν. + +Τίποτε εκ μιμήσεως παρά τω κ. Α. Μωραϊτίδη, ιδίως τω νεωτέρω, ως +ήρχισε να απλόνηται και να χρωματοβολή ως μάγον, ιωδοροδόχρουν +λυκόφως δια των στηλών της «Ακροπόλεως» και της «Νέας Εφημερίδος». +Διότι υπάρχει και αρχαιότερος Μωραϊτίδης. Ο προ εικοσαετίας. Ο +χαρίεις κομψευόμενος με τους λάμποντας οφθαλμούς του και τα βαθέα +ωραία χαρακτηριστικά του, εις α οι φίλοι του έβλεπον μεγάλην +ομοιότητα μορφής μεταξύ αυτού και του Σαίξπηρ, με την ακατάσχετον +αυτού φαιδρότητα και την αγάπην, ην προς αυτόν συνεκέντρου εκ +μέρους όλων όσοι τον εγνώριζον, ανδρών ή γυναικών, δεσποινίδων ή +νέων. Ο Μωραϊτίδης, ο δημιουργήσας τα αλησμόνητα Πρακτικά της +Βουλής· ο Μωραϊτίδης ου τα ευφυογραφήματα εις σατυρικά φύλλα +εγέμιζον γέλωτος τας οικίας και τας πλατείας· ο Μωραϊτίδης, ου τα +δράματα εβραβεύοντο· ο Μωραϊτίδης, ου το βιβλίον περί Δημητρίου +του Πολιορκητού ήξιζε να μεταφρασθή εις όλας τας ξένας γλώσσας. +Αυτή ήτο η θορυβώδης, η κοσμική, η νεανική, η γελώσα του +Μωραϊτίδου περίοδος. + +Εάν έζη εν Ευρώπη, τοιούτο νεαρόν ως σαρξ γιασουμιού μόλις +ανθήσαντος πνεύμα, θα εύρισκε την ατμόσφαιράν του, και +θωπευόμενον, θερμαινόμενον, καλλιεργούμενον, θ' ανήρχετο τας +αναβαθμίδας της προόδου του, καταλαμβάνον υψίστην θέσιν εν τη +φιλολογία του έθνους του. Αλλ' ο Μωραϊτίδης εν Αθήναις, μάλιστα +κατά την προ εικοσαετίας εποχήν, ήτο σολοικισμός, ανορθογραφία, +προσβολή εις τα χρηστά μας ήθη, παθολογικότης, παραδοξότης . . . +Και ο Μωραϊτίδης εννοήσας ως άριστος ψυχολόγος την περί αυτόν +κατάστασιν, απεσύρθη εις την καταπράσινην την ευωδιάζουσαν, την +γαληνιώσαν ως ευσεβή ψυχήν, την πολύκολπον, την ευλίμενον, την +δασοστεφή, την βοσπορίζουσαν, την περικαλλή Σκίαθον. Κ' έγινε . . +. . δάσκαλος! Και είνε — όχι πλέον εν Σκιάθω, αλλ' εν Αθήναις, +μέχρι σήμερον δάσκαλος, τουτέστι καθηγητής. + +Παρεβίασε την φύσιν, την δημιουργίαν του, τον εαυτόν του, την ζωήν +του, το πνεύμα του, διά να μην έχη καμμίαν από την κοινωνίαν +απαίτησιν, να την αφήση ήσυχον, ως το νερό που μένει και βρωμά, ως +την νύκτα που αποσύρεται εις τα κρεββάτια του ο βίος και η +κίνησις. Αλλά η φύσις δεν βιάζεται ατιμωρητί. Βάλε Πήλια χιόνος +και Όσας πάγων επί ηφαιστείου, το ηφαίστειον, όταν έλθη η ώρα, θα +κροτήση, θα βοήξη και θ' αναδώση την λαμπεράν, την βυσσινόχρουν +του λάμψιν. + +Τοιαύται αναλαμπαί υπήρξαν η σειρά των ελληνικών, των πρωτοτύπων, +των αυτοδημιουργημένων, των αυτοθαλλόντων διηγημάτων, τα οποία +ήρχισε δημοσιεύων διά των εφημερίδων, και η άλωσις της +Κωνσταντινουπόλεως η επαινεθείσα εις τον Λασσάνειον και ήτις, όταν +θα παρασταθή, βεβαίως θα σημειώση νέαν περίοδον εν τη ελληνική +δραματογραφία. Ποία δύναμις δραματική κρύπτεται εις τον +μαυροβαθυπώγωνα αυτόν με τους δύο μεγάλους λάμποντας οφθαλμούς και +την αέτειον ρίνα του και το αιώνων μειδίαμα εις τα λεπτά σατυρικά +του χείλη! Εάν το ήξευρεν η απέχουσα βασιλεία, εάν το ήξευρον οι +θηρεύοντες συγκινήσεις, εάν τον ήξευρον οι ερασταί υψηλοτέρων +χαρών, θα ελιθοβολούντο όλοι αυτοί μόνοι των, διότι αφίνουν +άκαρπον, άγονον, ανεκμετάλλευτον, τον Μωραϊτίδην, τον μυστικόν +αυτόν λευχείμονα ιερέα της ελληνικής σκηνής, των ελληνικών +γραμμάτων. Καθηγητής, διδάσκων γεωγραφίαν και Ξενοφώντα, αυτός, +όστις θα εώρταζε την ανάστασιν της εθνικής μας ιστορίας εν τη +σκηνή, σπαρταριστήν με ίριδας τριγύρω, με αστραπάς, με φωτιές, με +κεραυνούς, με σαρκασμούς, με παρελθόν, με μέλλον. Καθηγητής αυτός, +όστις θα εχρησίμευεν ως δύτης του εθνικού μας βίου, ως αλιεύς +μαργαριτών διά να βγάλη έξω με χρώματα, με άνθη, με δροσιά, με +κύματα, με νέφη, με ήλιον, του εθνικού μας βίου τας αρετάς, τα +ήθη, την γλύκα, τους τύπους, τας εικόνας, τα σπλάγχνα, τα βάθη. + +Ουδέν παρθενικώτερον, ουδέν λευκότερον της φιλολογικής δυνάμεως +του κ. Μωραϊτίδου. Τον ωνόμασαν ως διηγηματογράφον, πολύ δικαίως, +Έλληνα Δίκενς. Ετούτο δεν σημαίνει ότι ο κ. Μωραϊτίδης ανέγνωσε +τον Δίκενς κ' εμόρφωσεν εαυτόν κατ' εικόνα και ομοίωσιν εκείνου. +Ίσως ούτε ν' ανέγνωσέ τι εκ του μεγάλου άγγλου. Ετούτο σημαίνει +ότι εκεί που υψώθη ο συγγραφεύς των Χριστουγεννιάτικων Διηγημάτων +διά το αγγλικόν έθνος, εκεί ακριβώς υψώθη διά το ελληνικόν ο +Μωραϊτίδης. Ημείς κυρίως έν ευρίσκομεν κοινόν μεταξύ του ενός και +του άλλου. Εις αμφοτέρους εφαρμοζομένην την οξείαν παρατήρησιν του +μεγάλου κριτικού της Γαλλίας Ταιν, όστις είπεν ότι εις τα αγγλικά +μυθιστορήματα δύναταί τις να σπουδάση την αγγλικήν κοινωνίαν, τον +αγγλικόν βίον, τα αγγλικά ήθη, τας αγγλικάς ιδέας. Ενώ εις τα +γαλλικά δεν σπουδάζει τίποτε. Ως παρά Δίκενς, ούτω και παρά τω +Μωραϊτίδη, αποκαλύπτεται ως γυμνόν ζωγράφου, ως φύσις υπό διαυγή +ουρανόν, ως ιδέα ευκρινούς συγγραφέως, ο ελληνικός βίος των +χωριών, ο ελληνικός βίος των οικιών, ο ελληνικός βίος των καλυβών. +Εκεί, εκεί, αλώβητον τηρείται το έθνος, όλον δικόν του, +αμετάβλητον διά των αιώνων και της ιστορίας. Εκεί, εκεί αντλεί τα +θέματά του και τους τύπους του και τας εικόνας του και τας +αποκαλύψεις του ο Α. Μωραϊτίδης. + +Αλλά η τέχνη η φιλολογική του είνε υψίστης δυνάμεως, είνε απέφθου +χρυσού, είνε αδάμαντος πρώτης ποιότητος, είνε σαπφείρου πρώτης +ηδύτητος. Πώς συνέχει εις αδιάπτωτον αρμονίαν και εις αδιάλυτον +αρραβώνα την ακανθωδεστέραν πραγματικότητα προς την λειοτέραν +ποίησιν και πώς εκ της ενώσεως των δύο πηγάζει κρυσταλλίνη ως +πηγαίον νάμα η κάθαρσις, στάζουσα ευωδιάζοντας κόμβους αρετής εις +την ψυχήν του αναγνώστου! Πώς δε μέσω της δράσεως της υποθέσεως, +ως εύμορφος ανθογεμισμένος κισσός περί κορμόν δένδρου, ως εύμορφη +κίτρινη και λευκή γιασουμιά περί αναδενδράδα αμπέλου, πλέκεται και +παρεμβάλλεται περιγραφή, ήτις θα ήξιζε και μόνη να φιγουράρη δίκην +φλαμανδικής ελαιογραφίας φυσιολογικής σχολής, ως φέρ' ειπείν η της +εργασίας του μεταξοσκώληκος εις _της Νεράιδες_ και η του χορού της +καμάρας εις τα _Βαkούφικα_ και η της κατασκευής των __χαϊμαλιών_ +εις τον _Σκαλικάδζαρον_. + +Εάν η ποίησις παρά τω προνομιούχω συγγραφεί μας είνε κόρη αθώα, +λευκή ως το κολόβιον του Χρυσού του εις το φετεινόν +πρωτοχρονιάτικο διήγημά του ο «Μπάρμπα-Δήμαρχος», αλλ' η τέχνη +αυτού είνε γυνή αρτία, μεγαλοπρεπής, ανδριάς κολοσσαίος Ήρας, ως +παρίσταται εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως. + +Η πηγαία δροσερότης της ποιήσεως παρ' αυτώ μετά της κλασικής +αρτιότητος της τέχνης, διαθετόμεναι υπό σαιξπηρείου πράγματι +ευθυμίας και χρυσών φλεβών χριστιανικής αρετής και ευσεβείας, +απήρτισαν τέλειον και μοναδικόν συγγραφέα, αναπολούντα χρόνους +κλασικούς των ευρωπαϊκών φιλολογιών. + +Εν Αθήναις 1 Ιανουαρίου 1892. + Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ + + + +ΤΑ ΒΑΦΟΥΦΙΚΑ (1) +(Μάιος 1891) + + + +Η θειά-Ζωίτσα ήτο γραία πλέον, έως εξήκοντα ετών. Πλην εκ φύσεως +ήτο σκληρά γυνή και κράσεως υγιούς, με δυο ροδινάς παρειάς, ως +παρειάς μήλου, θαύμα διά την ηλικίαν της. Είχε σώμα λεπτόν και ην +μικρά το ανάστημα ως συμμαζευμένη μέσα εις το μαύρο φουστανάκι +της, όπερ έδιδεν εις τας κινήσεις της ασυνήθη κουφότητα κ' +ελευθερίαν, και σχεδόν επετούσεν εις το περπάτημά της. Δεν την +έφθανε καμμία, ούτε εκ των νεωτέρων την ηλικίαν. + + — Σαν κοριτσάκι πλειο η θειά-Ζωίτσα! έλεγαν. + +Όταν ανήρχετο τον μέγαν και ατελείωτον ανήφορον του Αγίου +Χαραλάμπους κατά την πανήγυριν, την εθαύμαζον όλαι. Αλλά και την +εζήλευαν. Ιδίως άλλαι τινές «χονδροκοπής» γυναίκες, αι οποίαι μετ' +αγωνίας και μόχθου, πνευστιώσαι, βήμα προς βήμα ανήρχοντο τους +πρόποδας του ανωφερούς βουνού, εν ώ η ευσταλής γραία ήτο πλέον εις +την κορυφήν με τους γυμνούς ποδίσκους της, φέρουσα εμπεπηγμένας +εις την ζώνην της τας δύο εφθαρμένας εμβάδας — τα κατσάρια της — +και κρατούσα βαρύ κοφίνιον με δύο μεγάλας προσφοράς διά τον άγιον, +μίαν ιδικήν της και άλλην της γειτονίσσης της, Κρατερίτσας της +πιασμένης. Ότε δε αι άλλαι εκείναι χονδροκαμωμέναι, πλέουσαι μέσα +εις τον ιδρώτα και κοντανασαίνουσαι, έστρεφαν προς τ' άνω την +κεφαλήν, και δεν έβλεπαν πλέον την θειά-Ζωίτσα, εισελθούσαν ήδη +εις το πυκνόν δάσος του οροπεδίου, εν ώ η Εκκλησία του αγίου, δεν +ηδύναντο να κρύψωσι τον φθόνον των κ' έλεγαν περιφρονητικώς: + + — Αμ' η κακομοίρα η γρήτσα! δεν έχ' κρηάς! Ούλου κοκκαλάκια είνε! + +Ήτο χήρα από είκοσιν ετών κ' εφόρει τα μαύρα καθαρά-καθαρά. +Ιδίως η μαύρη μανδήλα της εγυάλιζε πάντοτε ως νεοβαφής. Και τούτο +εκίνει τον φθόνον των άλλων γραιών, αίτινες εις την γωνίαν της +εκκλησίας κρίνουσαι περί πάντων ορατών και αοράτων, γνωστών και +αγνώστων, δεν άφιναν και τούτο απαρατήρητον κ' έλεγαν +προστατευτικώς τάχα: + + — Δεν κυττάζ' τες θυγατέρες της που είναι για παντρειά, μόνον μ' +θέλει καινούργια μανδήλα! + +Και δεν ήτο καινουργής της πτωχής! Αλλ' ακούραστος και +τετραπέρατος γραία, συχνά την έβαφε μόνη της και ανεξόδως, +κατασκευάζουσα το χρώμα από της γης τας βοτάνας, ων εγνώριζεν ως +έμπειρος ιατρός την ιδιότητα και φύσιν. + +Αλλ' ούτω συμβαίνει εις αυτόν τον παληόκοσμον. Ο ράθυμος φθονεί +πάντοτε τον φιλόπονον, κ' ευρίσκει πάντοτε τρόπον να εμπαίξη και +υποβιβάση η οκνηρία τα έργα της φιλοπονίας. + +Διά την θειά-Ζωίτσα όμως ο φθόνος είχε τούτο το ίδιον, ότι +εξεφράζετο επιμονώτερον και αποτομώτερον, και δι' αυτά τα ανάξια +λόγου αντικείμενα. + +Διά τούτο πολλάκις έλεγεν η κακομοίρα με βαθύ παράπονον. + + — Το αίμα μας τώχει! + +Τώρα τον μάϊον, την έβλεπον να κουβαλή εις την πτωχικήν της οικίαν +τα ωραία εκείνα λευκά και μεγάλα σκόροδα, εις μακρούς ορμαθούς, τα +οποία μόνη της εκαλλιέργει, την εζήλευον. Την έβλεπον να φέρη με +τα κοφίνια εκείνα τα σπάνια πλατοκούκκια, τρυφερά και μεγάλα, +ευωδιάζοντα άνοιξιν, και τες εύμορφες στρογγυλές και +βυσσινοβαμμένες αγγινάρες, την εζήλευον. Την έβλεπον να φορτώνεται +αβασταγιές το πρωί με την δρόσον τα τρυφερά μάραθα και τα +δροσόπλαστα κρεμμυδάκια και το ευώδες ηδύοσμον, που ευωδίαζεν ο +δρόμος όταν περνούσε με το πεταχτόν εκείνο βάδισμά της, την +εζήλευον. Και άφινον οπίσω της ένα πάντοτε εμπαιγμόν: + + — Τώρα και αυτή η περιβολάρισσα! + +Όμως εκείναι αι κακολογούσαι έτρωγον την μεσημβρίαν ξηρό ψωμί, η +δε περιβολάρισσα θειά-Ζωίτσα είχε μαγείρευμα ευώδες να φάγη αυτή +μετά των δύο θυγατέρων της και να μοιράση εις τους συγγενείς και +γνωρίμους της. + +Μόνον όταν έτρωγεν η αγαθή γραία, δεν ηδύνατο να κρύψη το +παράπονόν της κ' επανελάμβανε: + + — Τώχ' το αίμα μας πλειο! + +Είχεν η θειά-Ζωίτσα και δύο θυγατέρας. Αυτό την εστενοχωρούσεν +αρκετά. Πώς να τας αποκαταστήση γυνή αυτή και χήρα; Διά τούτο +πολλάκις όταν εσκάλιζε τα κουκκιά υπό τον καυστικόν του μαρτίου +ήλιον — τας θυγατέρας της δεν τας άφινε να εξέλθουν τον μάρτιον, +μη τας μαυρίση ο ήλιος — κάτι εψιθύριζε μέσα εις τα δόντια της, +κάτι έλεγεν, αλλά ποίος να το ακούση; Παράπονον ήτο; συγγνώμη ήτο; +Ίσως συγγνώμη. Διότι ήτο ευλαβής γυνή. Θυγάτηρ ιερέως η γραία, +ανατραφείσα δι' ιερών προσφορών και κολλύβων, εντός πλούτου ευχών +και θυμιαμάτων, και είχεν ευγενή και συγχωρούσαν καρδίαν. + +Πολλάκις έχουν και αυτά την επιρροήν των. + +Και πόσον εκακοπάθησεν έως ου τας αναθρέψη! Τα παρέλαβεν ως χήρα +νήπια σχεδόν, την μίαν οκταετή παιδίσκην και την άλλην πενταετή. +Και ήδη η μεν ήγε το εικοστόν όγδοον της ηλικίας της η δε το +εικοστόν πέμπτον. Αλλ' έως ου δυνηθώσι και αυταί να εργάζονται, +ειργάζετο μόνη η γραία. Ήτο τεσσαράκοντα ετών τότε. Εξενοδούλευε +και εξενόπλυνε και εξενόφαινεν η πτωχή. Αλλ' ήτο ευχαριστημένη, +διότι οι κόποι της δεν εγίνοντο ματαίως. Και αι δύο ως προς μεν +την γνώμην ήσαν όμοιαι προς αυτήν, αγαθαί, φιλεργοί και φιλόπονοι. + + — Πώς υποφέρουν μερικές με σταυρωμένα τα χέρια; έλεγαν πολλάκις +ενώ ειργάζοντο. + +Διότι και αυταί εξενόπλεκον, εξενόρραπτον, εξενόφαινον, +εξενοδούλευον. Τα καλτσάκια εκείνα τα κομψά, τα οποία εφόρουν τα +εύμορφα παιδάκια της ωραίας καπετάνισσας, και τα κομψά +φορεματάκια, ήσαν έργα της πρώτης, της Δεσποινιώς· τα ωραία πάλιν +χρυσά κεντήματα τα νυμφικά, άτινα εθαυμάσθησαν κατά τους +τελευταίους γάμους, αι χειρίδες με τα ανθοφόρα κλαδία, αι +λεπτόταται χρυσαί στίξεις του ποδογύρου και η πολύτιμος σκούφια με +την μεγάλην ανθοφόρον γλάστραν εν τη κορυφή ήσαν όλα +κομψοτεχνήματα της Σοφούλας, της μικροτέρας. Και αι δύο ήταν +επιτήδειαι και ευφυείς. Πλην η μεν επετύγχανε περισσότερον εις τα +εκ βάμβακος πλεκτά, η δε εις τα εκ χρυσού. Αλλά ποία πενθερά δεν +εθαύμασε τα υφαντά της Δεσποινιώς; Τα βαρέα κυλίμια με τα +χρωματιστά τετραγωνίδια και τους ρόμβους και τας ζώνας ποικίλων εν +αρμονία χρωμάτων; τα τραπεζομάνδηλα τα μεταξωτά, θαύμα της +υφαντικής υπερφυέστατον και τας μεγάλας εκείνας προσκεφαλάδας με +τας ερυθράς και λευκάς ζώνας; + +Αλλά και τούτο εκίνει τον φθόνον. + + — Έχει βιβλία! έλεγον περιφρονητικώς. + +Τωόντι η θειά-Ζωίτσα, η προοδευτική και πολιτισμένη Παπαδοπούλα, +εφρόντισε να εισαγάγη τας θυγατέρας της, πρώτας-πρώτας, κατά την +σύστασιν του σχολείου των θηλέων εν τη νήσω, προκαλέσασα την +περιφρόνησιν πολλών, διότι εθεωρήθη ως νεωτερισμός επικίνδυνος +τάχα. + +Αλλά ιδού τώρα πόσον ωφέλιμος επεφάνη ο νεωτερισμός εκείνος. Διότι +εν τω σχολείω ωξύνθη ο νους των κορασίδων, ανεπτύχθη το ενυπάρχον +εν τη απαλή καρδία τάλαντον και έλαβον τα πρώτα τεχνικά μαθήματα +επί των διαφόρων κεντημάτων και πλεκτών χειροτεχνημάτων. + +Και ετέθησαν λοιπόν και τότε αι κακαί γλώσσαι εις κίνησιν, όταν +έβλεπον τας δύο ορφανάς παιδίσκας να διέρχωνται την αγοράν και +κρατούμεναι εκ της χειρός να μεταβαίνωσιν εις το σχολείον με τας +μαύρας μανδήλας των και τα μαύρα φουστανάκια των, με πρόσωπα +κατακίτρινα εκ του πένθους της ορφανίας. + +Και έλεγον: + + — Τώρα και η θειά-Ζωίτσα, η ψωροπερίφανη! Γράμματα μ' θέλει! + +Ως προς την εξωτερικήν όμως μορφήν δεν ωμοίαζον διόλου προς την +μητέρα. Ήσαν ωραίαι και περικαλλείς αμφότεραι εν σώματι αναλόγω μ' +εύπλαστα κ' εύγραμμα τα μέλη, με μαύρους περιπαθείς οφθαλμούς και +μαύρην κόμην γυαλιστερήν ως κόρακος πτερά, καταπίπτουσαν επί των +νώτων υπό την μαβιάν μανδήλαν εις δύο παχείς οφιοειδώς +πεπλεγμένους πλοκάμους. + +Διά της πολυτίμου και περιζήτητου εργασίας των δύο αδελφών +επορίζετο η γραία από ετών ήδη τα του οίκου χρειώδη, επερίσσευον +δε και ποσά τινα ευτελή, δι' ων αι δύο κόραι εφιλοτέχνουν την +προίκα των, τα ασπρόρρουχα και τα επιστρώματα και τα λοιπά +πολυτελή στολίδια, κεντώσαι ταύτα μετ' ιδιαζούσης προσοχής. Πλην +φευ! Όλα αυτά τα χρυσά και σπάνια προτερήματα ήσαν άγνωστα εις +τους γαμβρούς του χωρίου, οίτινες έν μόνον εγνώριζον ότι η θειά +Ζωίτσα δεν έχει «μέτρημα!» + +Ο σημερινός υλιστικός βίος επέδρασε πανταχού, εισπνεύσας και εις +αυτήν την διαυγεστέραν ατμοσφαίραν του χωρίου κ' εξηχρείωσε και +εξηυτέλισε τα πάντα. Κάλλος, ευφυία, φιλοπονία, καλοκαγαθία, όλα +εξαφανίζονται ενώπιον του αχρείου μετρήματος. + + — Να είχα το ελάχιστον δέκα ρίζες εληές! έλεγε πολλάκις η γραία. + +Ο μακαρίτης ο άνδρας της, ο Μπάρμπα Δήμας, κτηματίας φιλόπονος, +απέθανε κατάχρεως, πνιγμένος έως εις τον λαιμόν μέσα εις τα χρέη. + +Περιφρονήσας τας αγίας συμβουλάς του αγαθού πνευματικού του, και +τας προτροπάς της συζύγου του ηγόρασε μοναστηριακά ότε επωλούντο +κατά τμήματα, διαλυθέντων των μοναστηρίων, και δεν είδε προκοπήν +έκτοτε· τουλάχιστον η θειά Ζωίτσα εις τούτο το συμβεβηκός απέδιδε +την κατά πόδας καταδιώκουσαν αυτούς έκτοτε σκληράν ειμαρμένην. + + — Δεν του τώλεγα! Δεν του τώλεγα! επανελάμβανε πολλάκις η αγαθή +γραία ενώπιον του πνευματικού, όταν επήγαινε να εξομολογηθή εις +τον «Παπά-Ερημίτη», ούτως αποκαλούσα κατά παραφθοράν εύκολον τον +ενάρετον πνευματικόν της νήσου Παπά-Ιερεμίαν, ασκητεύοντα εις την +δροσερωτέραν της νήσου εξοχήν. + +Ο μακαρίτης ο Μπάρμπα-Δήμας ήτο κύριος δύο λαμπρών ελαιώνων λίαν +προσοδοφόρων, τόσον προσοδοφόρων, ώστε εις κάθε εσοδείαν του +ελαιοκάρπου με την λαδωμένην βράκαν του καταγινόμενος εις το +ελαιοτριβείον έλεγεν εξ αγαλλιάσεως: + + — Όξω φτώχια, κυρά Ζωίτσα! Και εκρότει θλίβων τον αντίχειρα και +μεσοδάκτυλον ως κάμνουν οι σύροντες τον χορόν. + +Αλλ' έχων ακράτητον προς την καλλιέργειαν της γης επιθυμίαν, δεν +ηδυνήθη να κρατήση εαυτού, όταν επωλούντο τα μοναστηριακά. Και +ακούων την πρόσκλησιν του κήρυκος: «έχει άλλος», προσήλθε παρά την +τράπεζαν της πωλήσεως, προσέθηκε εις την τελευταίαν προσφοράν +ποσόν τι υπέρτερον και κατεκυρώθησαν επ' ονόματί του δύο μεγάλοι +ελαιώνες του Αγίου Χαραλάμπους. + + — Τώρα να ιδής λάδια, κυρά Ζωίτσα! έλεγεν. + +Η θειά Ζωίτσα εκίνει τεθλιμμένη την κεφαλήν. + + — Σου πήρε δύο κομμάτια ο Μπάρμπα Δήμας! παρετήρουν άλλοι τινές +κτηματίαι μετά θαυμασμού. Όσα κι' αν έδωσε, χαλάλι! + + — Καλά στερνά! προσέθετεν έτερος επιφυλακτικότερος. Εμένα μου τ' +ώπεν ο Παπά Ιερεμίας. Τα μοναστηριακά είνε αφιερωμένα εις τον +Θεόν. Και όποιος αγοράση από αυτά, είνε ωσάν να τα παίρνη πίσω από +τον Θεόν και είνε αφορισμένος από την Εκκλησίαν και προκοπή δεν θα +βγη. Είνε κανών φοβερός της Οικουμενικής Συνόδου. + + — Ναι! Μακάρι' νάχες ν' αγοράσης και συ κανένα τεμάχιον. Τι έπαθε +ο κυρ Θανασός που επήρε τον ελαιώνα της Κουνίστριας; + +Ούλο και παχαίνει. Αμ' ο καπετάν Καφαντάρας που εμάζωξεν όλα τα +Προδρομίτικα; Πιθάρια νάχη για τα λάδια! + + — Καλά στερνά! σου είπα. + +Και όμως, είπατε ό,τι θέλετε, ο Μπάρμπα Δήμας, αφότου ηγόρασε τα +μοναστηριακά δεν είδε προκοπή. Ηκολούθησαν δι αυτόν έτη κατά +σειράν αφορίας των ελαιών. Όχι μόνον τα μοναστηριακά δεν +ευφόρησαν, αλλ' ουδέ τα ιδικά του, τα οποία ουδέποτε «ξεχνούσαν», +ως έλεγε. Και ο Μπάρμπα Δήμας μη έχων να πληρώση τα χρέη του, +διότι εχρεώθη κρυφά από την γυναίκα του, ίνα πλειοδοτήση κατά την +δημοπρασίαν, μετά τινα έτη, αυξηθέντος του χρέους, απελπισθείς ότι +θα ηδύνατο πλέον να το εξοφλήση, ηναγκάσθη να παραχωρήση εις τον +δανειστήν μέρος από τα δύο μοναστηριακά του, αν και μετά μεγάλης +λύπης. Πλην το θλιβερώτερον είνε ότι ο δανειστής σκληρός +τοκογλύφος, τοκίζων 18 τοις % και μετατρέπων κατ' έτος τους +τόκους, εις κεφάλαιον, δεν υπεχώρει εις το παραμικρόν· και προς +εξόφλησιν κατέσχε και τους δύο ελαιώνας του ατυχούς Μπάρμπα-Δήμα, +όστις ούτως απέθανε μετ' ολίγον πάμπτωχος, αφού εθρήνησε τας +τελευταίας ημέρας του και τον μονογενή υιόν του, ένα ωραιότατον +έφηβον, όστις θα ήτο ήδη η αχώριστος βακτηρία της γραίας. + +Η δε θειά-Ζωίτσα απέμεινε χήρα με μίαν ωραίαν άμπελον, +μοναστηριακήν και αυτήν, «Αη-Χαραλαμπήτικην», με τ' όνομα, εις την +Αμμουδιά, φέρουσαν μίαν παχύσκιον καρυδέαν εν μέσω, την οποίαν ο +πατέρας της είχεν αγοράσει κατά την πρώτην διάλυσιν των ιερών +μονών, λεπτομέρειαν άγνωστον εις την ανήλικον τότε κόρην, και μίαν +οικίαν, τα προικιά της, τα οποία δεν ηδυνήθη να κατάσχη ο +άσπλαγχνος δανειστής προς τελείαν εξόφλησιν. Ατελείωτον γίνεται +πάντοτε το χρέος. Πολλάκις δε μετά ταύτα ηπείλει και ανησύχει την +τεθλιμμένην χήραν. + + — Να σ' πω. Έχουμε κάτι λογαριασμούς ανοικτούς με τον μακαρίτην +τον Μπάρμπα-Δήμαν. + + — Κάμε καλά με τον Μπάρμπα Δήμα, απήντα οργίλως η θειά Ζωίτσα. + + — Να σ' πω. Το αμπέλι προικιό σ' είνε; + + — Δεν ξέρω, απήντα μετά σκαιάς περιφρονήσεως η χήρα, έχουσα +πεποίθησιν εις το εκ του νόμου δίκαιον. + + — Να σ' πω, το σπίτι προικιό σ' είνε; + + — Δεν μ' αφίνεις ήσυχη, χριστιανέ; Απήντα πάλιν η χήρα μετά +ζωηρότητος. + +Αλλ' ο σκληρός δανειστής δεν έπαυσε να την ανησυχή. Πολλάκις δε +εκείνη τον έβλεπε να περιτριγυρίζΗ την οικίαν με ύφος λαιμάργου +γαλής οσφρανθείσης οψάρια, προσπαθών ν' ανακαλύψη και καλά, επάνω +εις τ' αγκωνάρια ίσως, ότι η οικία δεν ήτο προικώα. Πολλάκις +περιήρχετο και την ωραίαν άμπελον μετρών αυτήν κλήμα προς κλήμα, +και πολλάκις ανεδίφησε τα κεκονιαμένα του συμβολαιογραφείου βιβλία +ερωτών τον γέροντα διοπτροφόρον συμβολαιογράφον. + + — Να σ' πω. Έχουν καμμιάν αξίαν αυτά τα βιβλία; Σαν παληά μου +φαίνονται. + +Και πάλιν επανελάμβανε προπετώς: + + — Να σ' πω, κύριε συμβολαιογράφε. Λέγει ο νόμος ότι η προιξ δεν +κατάσχεται; + +Ο συμβολαιογράφος αντί πάσης απαντήσεως εις την αυθάδη αυτήν +ερώτησιν ηρκέσθη να ρίψη εις το πρόσωπον του αχρείου δανειστού το +στίλβον φως των διόπτρων του. + +Ούτω λοιπόν η θειά-Ζωίτσα μετά τον θάνατον του συζύγου της ευρέθη +άνευ κινητής περιουσίας, με την ασήμαντον προίκα της, τας δύο +θυγατέρας, και τας βαρβάρους ενοχλήσεις του δανειστού, ένεκα των +οποίων πολλάκις ηναγκάσθη, με όλην την πεποίθησιν ην είχεν εις το +δίκαιόν της, να καταφύγη εις την συμβουλήν του μόνου δικολάβου της +κώμης, φέρουσα και μίαν παχείαν όρνιθα, ίνα ερωτήση αν πραγματικώς +η προιξ δεν κατάσχεται. + +Ο δικολάβος πονηρός άνθρωπος απήντησε προς την χήραν με κάτι +διφορούμενα. Και τότε εκείνη μετέβη παρ' αυτώ και δευτέραν φοράν, +φέρουσα ήδη δύο παχείας όρνιθας. Αλλά και πάλιν δεν ηδυνήθη να +λάβη σαφή και επαρκή απάντησιν. + +Διά τούτο ηκούσθη λέγουσα ένα πρωί: + + — Κρίμα 'ς τες κοττίτσες μου! + +Έως ότου ήλθεν εις το χωρίον ο πρώτος επίσημος εκ του +Πανεπιστημίου δικηγόρος, ένας ζωηρός και ροδοκόκκινος έφηβος, όλος +καρδιά και γεμάτος ειλικρίνειαν και αγαθότητα, όστις την εβεβαίωσε +πλέον την γραίαν. + + — Σώπα, θειά Ζωίτσα, μη φοβάσαι. + + — Του Χριστού την ευχίτσα να έχης γυιόκα μ'! του Χριστού την ευχή +και της Παναγίας γυιέ μ'! + +Έκτοτε περιωρίσθησαν και ο δικολάβος και ο δανειστής. Διότι δεν +επερνούσε πλέον η μπογιά των. Αλλά διά τρόπου αξιοπρεπούς και οι +δύο. + + — Καλά, κυρά, είπε μίαν ημέραν ο δανειστής με γλυκύτερον ύφος. +Ησύχασε. Αργότερα πάλι βλέπομεν. Ούτε εγώ να αδικηθώ, ούτε συ. + + — Έχεις δίκαιον, κυρά Ζωίτσα, είπε και ο δικολάβος μετά +θριαμβευτικής ευφραδείας. Ηύρα το άρθρον του νόμου. Μα εκοπίασα +πολύ. Μη φοβήσαι. Η προιξ δεν κατάσχεται. + +Εν τούτοις τι εβγήκε; Με μίαν άμπελον και μίαν οικίαν πώς να +υπανδρεύση δύο θυγατέρας, αίτινες έφθασαν ήδη εις την ηλικίαν του +γάμου μετά ταχύτητος μυστηριώδους; + + — Πώς μεγαλώνουν, παιδί μ', τα κορίτσια, έλεγεν η θειά-Ζωίτσα +προς την φίλην της γειτόνισσαν, την Κρατερίτσαν την πιασμένην. +Νάνε παλλικάρια, ζαρώνουν. Τα κορίτσια πετιώνται ως επάνω μάνε- +μάνε. + + — Εμ! τι κάθεσαι! τύλιξε την πρώτη. + + — Αμ πώς, αδελφή; Δεν ξέρεις πως ακρίβαιναν οι γαμπροί; + + — Ακρίβαιναν ε! + +Τας έβλεπε λοιπόν τας ωραίας θυγατέρας χωρίς ελπίδα αποκαταστάσεως +κ' έφθινεν η γραία κ' εφθείρετο. Και αποδίδουσα και αυτήν την +ατυχίαν εις τα μοναστηριακά, εφοβείτο ότι θ' απέθνησκε και θα τας +άφινεν εις τους πέντε δρόμους. Και ανεστέναζε κρυφίως η γραία. + + — Τι έχεις, μάννα μ'; Είπε μίαν ημέραν η Δεσποινιώ. + + — Τι ν' άχω, κόρη μου! + +Ίσως το εννόησεν η ωραία κόρη, ίσως δεν το εννόησεν· όμως δεν +ωμίλησε. Πλην τα πολλά παράπονά της η γραία, τον αληθινόν της +καρδίας της πόνον εξεμυστηρεύετο μόνον εις τον «Παπά-Ερημίτη» όπου +μετέβαινε κατά Κυριακήν μετά των θυγατέρων της ν' ακούση την +ωραίαν ακολουθίαν, των σεμνών Κολλυβάδων ακολουθίαν, εκλείπουσαν +ολονέν από της Ανατολής, των ερημιτών Κολλυβάδων, επτάκις της +ημέρας υμνούντων τον Κύριον, κατά τον ψαλμόν. Εν όρθρω τη πρώτη +ώρα της ημέρας, τη τρίτη, τη έκτη, τη ενάτη τω εσπερινώ και τω +αποδείπνω. + + — Ούλου διαβάζνι, Μα, έλεγεν η Σοφούλα ενίοτε, θελγομένη εκ της +συχνής προσευχής. Σ' νακκλησιά δε διαβάζνι έτσι δα. + +Εκεί λοιπόν εύρισκε παρηγορίαν και ανακούφισιν η θειά-Ζωίτσα. Και +όταν ο γέρων έκαμνε τας ωραίας αγρυπνίας κατά τας μεγάλας εορτάς, +ήτο εκ των πρώτων η γραία. Κ' εκεί την νύκτα υπό την θείαν +ανταύγειαν των οφθαλμών του Παπά-Ιερεμία, οίτινες έλαμπον +ζωηρότερον από το μαρμαίρον γαλάζιον φως των κανδηλών του +ασκητικού ευκτηρίου του, προσεπάθει η γραία μετά πόνου ν' +ανακαλύψη, έστω και μακρόθεν φέγγουσαν, την συγγνώμην του βαρέος +αμαρτήματος του μακαρίτου. + + — Να, τώρα δεν έχουμε τίποτε πλεια, γέροντα, έλεγε κατά την +εξομολόγησίν της. Έχασα τον άνδρα μου, έχασα το παιδί μου, αχ! το +καλό μου παιδάκι, θα ήταν σήμερα γαμπρός φοβερός. Εχάσαμε το βιο +μας. Δεν θα φωτίση ο Θεός κανένα καλόνε άνθρωπο, να πανδρεύσω το +μεγάλο το κορίτσι μου; Μεγάλο καϋμό το έχω, γέροντά μου. Μου +έρχεται 'σάν ντροπή. Τουλάχιστον το μεγάλο μου κορίτσι! + +Και ελησμονείτο η γραία χάσκουσα εις την έκθαμβον λάμψιν των +μεγάλων του γέροντος οφθαλμών. + + — «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον, από του νυν και έως του +αιώνος», απήντα ο Παπά-Ιερεμίας, ως συνείθιζε διά ρητών της +Γραφής, ξηρά-ξηρά απαγγέλλων τας λέξεις, ως ήτο ξηρόν το ασκητικόν +του σώμα, ζωντανόν άγιον λείψανον, αποπνέον ευωδίαν αρετής και +αγιότητος. + +Και επανελάμβανεν: + + — «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον!» + +Και μόνη της η γραία αναγνωρίζουσα το αμάρτημα του οίκου της, +έλεγε προλαμβάνουσα τον γέροντα: + + — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα! τι τάθελε; Φωτιά +βάλαμε 'ς το σπίτι μας από τότες. + + — Ε, να παρακαλής, τέκνον μου, να προσεύχεσαι. Συνεβούλευεν ο +γέρων Πνευματικός. Ο Θεός είναι εύσπλαγχνος προς τους +μετανοούντας. + +Η δε γραία κατήρχετο την εσπέραν εις την πόλιν με μεγάλην +ανακούφισιν και παρηγορίαν, κομίζουσα τας ευλογίας και τα τρυφερά +βλασταράκια «που της εδώρει ο Παπά-Ερημίτης». + +Ούτως αι θυγατέρες της θειά-Ζωίτσας είχον αποκτήσει εν τοιαύτη +αγωγή ουχί τόσον φιλοκόσμους έξεις. Ητοίμαζον μεν τα προικιά των, +μετά σεμνότητος πάντοτε κ' εντός του κύκλου των δυνάμεών των, κατά +το έθιμον της νήσου, πλην δεν εύρισκον τόσην ευχαρίστησιν εις την +πόλιν. Ήθελον κατά τας εορτάς να παραμένωσι παρά τω Ιερεμία και ν' +ακούωσι τα ωραία εκείνα συναξάρια. Εις την οικίαν των τραγούδι δεν +ηκούσθη καθ' όλα της ορφανίας των τα έτη. Την _καμάραν_ δεν την +εχόρευσαν καμμίαν ημέραν της Διακαινησίμου. Και τόσον τας έθελγεν +ο σεμνός ούτος χορός! Ήτο το μόνον εκ των του κόσμου τερπνών, όπερ +επενήργει επί της τρυφεράς καρδίας των. Ο ηρέμα κινούμενος εν +λαμπρά μεγαλοπρεπεία κύκλος εκείνος της καμάρας είχε τι το +εξαρτικόν εν τη πραεία των κορασίων φαντασία. + +Διά τούτο τας ημέρας του Πάσχα απέφευγον αι δύο θυγατέρες ν' +αναβαίνωσιν εις τα βουνόν του Παπά-Ιερεμία, όστις μετά +προστατευτικού μειδιάματος ηρώτα την γραίαν. + + — Πώς δεν ήλθαν τα κορίτσια; + + — Να, κάνουν χάζ' τ' καμάρα πλειο, απήντα η γραία. + + — «Παγίς θηρευτών» ο χορός, «παγίς θηρευτών», έλεγεν ο γέρων +Πνευματικός. + +Και είτα επανελάμβανε καθαρά. + + — Να προσέχουν από τον χορό τα κορίτσια, να προσέχουν! + +Και όμως τον μέγαν και πομπικόν αυτόν χορόν ουδέποτε εχόρευσαν. +Περιωρίζοντο μόνον τα ορφανά να κυττάζωσι κρυφίως διά των +ημικλείστων παραθύρων, πλην ποτέ δεν μετέσχον μετά των άλλων +νεανίδων, αι οποίαι συνηθροίζοντο καθ' εσπέραν τη εβδομάδα του +Πάσχα εις την γειτονικήν πλατείαν κ' εχόρευον κ' έλεγον «θάλασσα» +τα τραγούδια εκείνα τα εύμορφα. + +Η ιδέα ότι είνε ορφαναί κόραι, τας έκαμνε να συστέλλωνται και να +διστάζωσι. Τι ήθελον αυταί μέσα εις την χαράν του κόσμου; + +Η γραία όμως όσην ευλάβειαν και αν είχεν εις τους σεμνούς λόγους +του Παπά-Ιερεμία, ησθάνετο κοσμικωτέρους παλμούς εν τη γηραιά +καρδία της. + +Ήθελε να καμαρώση μια φορά νύμφας τας θυγατέρας της — και τι +ωραίας νύμφας! — Επεθύμει να σύρη τον χορόν εις τους γάμους της +Δεσποινιώς της, και να κολλήση ένα μεγάλο ασημένιο εις το μέτωπον +του παιγνιδιάτορος του γέρω Τζαχείλα οπού τον ετρόμαζαν όλα τα +λαγούτα. + +Πλην ούτε ακτίς από το εύμορφον αυτό μέλλον υπέφεγγε. Και τούτο +την εβασάνιζεν, έως ου τελευταίον ησθάνετο κόπωσιν εις τα γόνατα +και πόνους εις την οσφύν, ελαττώσασα εσχάτως και την προσφιλή +αυτής γεωπονικήν εργασίαν. + +Ούτως η αργοπορία της εκπληρώσεως των πόθων μας εξασθενίζει τα +νεύρα, ως να είνε ταύτα εξηρτημένα από την ολονέν απομακρυνομένην +επιθυμίαν μας. + +Εν τοιαύτη θλιβερά καταπτώσει ευρισκομένη η γραία, ηγέρθη εσχάτως +μίαν πρωίαν σφόδρα κατηφής, αφυπνισθείσα υπό κακού ονείρου. + + — Τι έχεις, Μα; ηρώτησαν μετά περιπαθείας αι δύο κυανοπλόκαμοι +αδελφαί. + + — Τίποτε παιδιά μ'! απήντησε. Και κάτω νεύουσα την κεφαλήν υπό +την μαύρην σκιάν της μανδήλας της εψιθύρισεν ως προς εαυτήν: + + — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη ανακατωθή 'ς τα βακούφκα! Κάτι άλλο +κακό μεγαλείτερο θα μας εύρη! + +Εξημέρωνεν η πρωτομαγιά. Αι πρώται της αυγής ακτίνες διεπέρων ήδη +τον μελανόν ορίζοντα όπισθεν του οποίου ήρχισε να οποφέγγη λαμπρά +ημέρα· τα άστρα εξηφανίζοντο και εσβέννυντο το έν κατόπιν του +άλλου ως σβέννυνται λαμπάδες μία-μία την ημέραν του Πάσχα. Τα +νυκτοπούλια αισθανθέντα τον κρύον αέρα της αυγής έπαυσαν τον +θλιβερόν και μονότονον κρωγμόν των, αφήσαντα ελεύθερον το στάδιον +εις τα ποικιλόστομα πρωινά πουλιά, ων το γλυκύ κελάδημα διέτρεχε +χαρμοσύνως το κενόν ως χαιρετισμός προς την αφυπνιζομένην +πολίχνην. Κατά σειράν ένα-ένα εξεχωρίζοντο τα κατάφυτα βουνά, και +μόνον οι αμπελώνες του κάμπου ήσαν ακόμη σκεπασμένοι από την +σκοτεινήν της νυκτός ομίχλην. Σκέπη πυκνή κατεκάλυπτεν εισέτι και +τον λιμένα, από την οποίαν εκάθευδον ακίνητα τα εύμορφα κόττερα +και λοιπά πλοιάρια της θαλασσινής πολίχνης. Αύρα δροσερά κ' ευώδης +ήρχισε να καταβαίνη από το βουνόν του Παπά-Ιερεμία ως ευλογία από +της ολονυκτίου προσευχής του ασκητού, ηδέως αρωματισμένη εκ του +θυμιάματος του ουρανού και των ανθέων του κόσμου. Τότε ηκούσθη και +ο κώδων των Τριών Ιεραρχών διά τον όρθρον. Κ' ευθύς ηγέρθη η θειά- +Ζωίτσα από της ξηράς κλίνης της, ήγειρε δε και τας δυο αδελφάς, +αίτινες με χαράν επετάχθησαν, ν' απολαύσωσιν ως πάντοτε την ήρεμον +εορτήν της πρωτομαγιάς εν τω ωραίω αμπελώνι αυτών. + + — Μας πήρεν η 'μέρα, κορίτσια! είπεν η θειά-Ζωίτσα. + + — Τώρα δα σήμανεν η εκκλησία, απήντησεν η Σοφούλα. + + — Έπρεπε πιο νύχτα. Αλλά δεν ξέρω πώς δεν έχω όρεξι. Μου +φαίνεται πώς είνε κομμένα τα ήπατά μου. + + — Μήπως κάθεσαι καμμιά μέρα; Ούλου παλεύεις, είπεν η Δεσποινιώ. + +Και εχασμάτο η γραία, ενώ αι θυγατέρες της ενεδύοντο. + + — Θα τα 'ρμάξνι κείνα τα 'κκιά! είπεν η θειά-Ζωίτσα. + + — Αμ την καρυά; + + — Καλά λες· είπε ζωντανεύσασα ολίγον η γραία. Κάμετε γλίγωρα. + + — Η θειά-Ζωίτσα συνήθιζε κατ' έτος την πρωτομαγιά να μεταβαίνη +εις τον αμπελώνα μετά των θυγατέρων της «νύχτα-νύχτα». Και διότι +πιστή εις τα πάτρια δεν ήθελε να παραμελήση μίαν ωραίαν συνήθειαν, +η ποιητικωτάτη την καρδίαν γραία, αλλά το σπουδαιότερον, διότι +έπρεπε να προφυλάξη την ημέραν ταύτην από της διαρπαγής τα +προσφιλή προϊόντα της, έργα των χειρών της, και μίαν μεγάλην +πυκνόφυλλον και πλατύφυλλον καρυδέαν, ην απεμάδων τελείως οι +παίδες και αι κορασίδες συμπλέκοντες τους στεφάνους των διά των +πλατεών και χλοερών φύλλων του ωραίου δένδρου. Μια χρονιά που δεν +ημπόρεσε να εξέλθη προς φύλαξίν της, την έκαμαν «παραστόλιο» την +εύσκιον καρυδέαν, «που της ήλθε της γραίας να την κόψη με το +τσεκούρι». + + — Μήπως απόχτησε ποτέ τ' δήμαρχο αυτό το χωριό; έλεγε +παραπονουμένη. + +Και είχε τόσα καλά να προφυλάξη ακόμη η γραία. Φύσει αγαπώσα την +γεωργίαν ως είδομεν, είχε μεταβάλει τον αμπελώνα της εις αληθή +κήπον. «Περιβολάκι» τον ωνόμαζε. Και ην αληθώς περιβολάκι. +Εφύτευσεν οπωροφόρα δενδρύλλια εις τας άκρας, αμυγδαλέας και +βερικοκκέας και κερασσέας που ήτον «ένα ρέος» να τα βλέπης ή με τα +άνθη ή με τους καρπούς. Έσπαιρνε τα ωραία εκείνα πλατοκούκκια «που +κανείς δεν τα είχε». Και «τόσο τα εσήκονεν ο τόπος!» Εφύτευσαν και +αι θυγατέρες της εις μίαν άκραν διάφορα άνθη, απομιμούμεναι της +μητρός τας έξεις, κιτρινωπά μαντζαράκια με τα βελούδινα άνθη των, +και κρίνα λευκά και κόκκινα, και δύο τριανταφυλλέας όπου εύρισκον +την χαράν των τα παιδία τώρα την άνοιξιν, οσάκις δεν ευρίσκετο +εκεί η γραία. Αλλά ήτο να λείψη; Νύκτα πήγαινε, νύκτα έφευγε. Πλην +καμμία φορά θα επιτύχη πάντοτε ο κλέπτης. Ιδίως όταν επήγαινεν εις +τον Παπά-Ιερεμίαν, πάντοτε ήθελεν ανακαλύψη ζημίαν τινά. + +Άμα εγερθείσαι αι τρεις γυναίκες, εδάγκασαν κατά την συνήθειαν από +την ξηράν κουλούραν του Πάσχα, ην εφύλαττον κρεμασμένην από +καρφίου επίτηδες, «μη φωνάξη ο γάιδαρος». Έρριψαν το υπόλοιπον είς +τινα μικρόν κάλαθον, έλαβον και τι πρόχειρον προσφάγιον και το +απαραίτητον διά την πρωτομαγιάν σκόροδον «που καθαρίζει το αίμα» +και εξήλθον, αφού εν τω μεταξύ η Σοφούλα πεταχθείσα εις το πηγάδι, +εκόμισε κρύο-κρύο νερό, να υπάρχη όταν θα επανέλθουν την νύκτα. + + — Ποιος ξέρει τι ώρα θα γυρίσουμε, είπεν η πτωχή νοικοκυροπούλα +κόρη. + +Πλην η Δεαποινιώ βλέπουσα την μελαγχολίαν της μητρός της κατελήφθη +και αυτή υπό τίνος μυστικής ανίας και δεν ήθελε ν' ακολουθήση και +μόλις και μετά βίας την παρέπεισεν η γελαστικωτέρα Σοφούλα. + + — Θα ζωσθούμε αγριαμπελιά, της είπε, θα μαζόξουμε λουλούδια, θα +φάμε χλωρά 'κκιά με το τυρί κοντά 'ς τη βρύση, θα βρούμε γενόμενα +κεράσια! + + — Αχ! πώς μ' αρέσουν! + +Εκλείδωσαν την οικίαν και εξήλθον. + +Βωβά εκρότουν τα στερεά πατήματα των τριών γυναικών εις τους +στενούς κ' ερήμους δρομίσκους της πολίχνης. Διήλθον τα αλώνια, το +έξω της πολίχνης λειβάδιον. Η καταπράσινος και κατάλευκος εξ +ανθέων χλόη εμαύριζε συγκεχυμένη εν τη σκοτία, και μόνον ως +ασβεστωμένοι τόποι διεκρίνοντο υπολευκάζοντες εδώ και εκεί επί του +μικρού πεδίου, τα μέρη ένθα εφύοντο τα σμήνη των χαμαιμήλων και αι +άγριαι μαργαρίται. + +Η γραία ξεμουδιάσασα, αφού πλέον εξεκίνησεν, ανέκτησε πάλιν όλην +την φαιδρότητά της και προηγείτο ελαφρά, παίζουσα και γελώσα με +τας θυγατέρας της. + +Η δρόσος επεκάθητο άφθονος επί των θάμνων ως αδαμαντίνη βροχή, και +εβράχησαν αι άκραι των ιματίων και των τριών γυναικών. + +Ανέβησαν ήδη εις τον λόφον. Έφεγγε καλά πλέον. Ευωδίαζεν ο τόπος. + + — Τι εύμορφα! είπεν η Δεσποινιώ, σταματήσασα και πνέουσα βαθέως +το μεθυστικόν εκείνο άρωμα της πρωίας, σφόδρα ζωτικόν. + + — Και δεν ήθελες! διέκοψεν η Σοφούλα. + +Εξαίσιον ήτο το θέαμα. Κάτω έβλεπες την λευκήν πολίχνη ης οι +οικίσκοι, μια τούφα συμμαζευτοί, ωμοίαζον προς νύμφας με τα λευκά +κολοβόλια των, νύμφας θεωρούσας την θάλασσαν. Εξήρχοντο ήδη +συντροφίαι φαιδραί διά την πρωτομαγιάν, ων η γελόεσσα ιαχή +εξεχύνετο προς όλας τας διευθύνσεις κ' εχάνετο είτα μέσα εις τους +θάμνους και τους κήπους και τους αγρούς. Δεξιά επρασίνιζον οι +αμπελώνες. Αριστερά εκινούντο αιδημόνως ως καλημερίζοντα τας τρεις +γυναίκας τα ευεργετικά λήια, τα καταπράσινα σπαρτά, αποτελούντα +ελαφρότατον μορμυρισμόν ηδύτατον εις την ακοήν. Εδώ κ' εκεί αι +ελαίαι εδείκνυον τα λευκά άνθη των «μπαμπάκι μοναχό», εφ' ων +επακκουμβώσιν αι ελπίδες και τα όνειρα των κατοίκων. + +Ω! εις έν άνθος τρυφερόν στηρίζει ο πατήρ το παρόν και η παρθένος +το μέλλον. Και όταν δεν συνδράμη ο καιρός; Όταν η θύελλα αρπάση το +άνθος και ο αετός το πνίξη; Ω! τότε πνίγεται το παρόν του πατρός +και της παρθένου το μέλλον!... + +«Ψεύσεται έργον ελαίας και τα πεδία ου ποιήσει βρώσιν!». + +Οι δε παρόδιοι φράκται διέχυνον συμμιγές άρωμα σχοίνου, +συμπεπλεγμένου καλλιτεχνικώς μετ' αγιοκλήματος και βάτου και +κομάρου και πρίνου του σκολιού με τας επί των ακανθωτών φύλλων +μιζιθρίτσες του. + +Και όπου ο αγρός ην άσπαρτος, εκεί πλέον είχον αναφυή όλα τα +αγριολούλουδα με τα αναρίθμητα χρώματά των. Εδώ τούφα από +κατακόκκινες παπαρούνες, εκεί άγριαι μαργαρίται λευκαί και +κίτριναι, παρέκει παντοία ανθύλλια έχοντα τα μικρά τριγωνικά φύλλα +των, άλλα ως είδος ανεμομύλου και άλλα ως είδος σταυρού· τα +λευκόστικτα άνθη της καυκαλίθρας, τα ψευδοτριαντάφυλλα της +κολλώσης κουνούκλας και διαφόρων σχημάτων και μεγεθών +ψευδοστάχυες. Τι άλλα ζεμπιλάκια και τι παραδάκια εν ορμαθώ, τα +οποία μετά τινας ημέρας ξηρανθέντα υπό το καύμα του Μαΐου θα +βροντούν αχυρώδη τινά ήχον, δι' ων θα «μερόνωσι» τα παιδία των αι +μητέρες. + +Όλα τα είδη των φυτών και των βοτάνων και τα πλέον μικρά και τα +πλέον καταφρονεμένα, και αυτά τα αόρατα, είχον το άνθος των. Και +αυτή η ανακάνθη υψηλή εις τους φράκτας ως μανουάλιον είχεν εις την +κορυφήν ωραίον ιόχρουν βελονωτόν άνθος. + +Εις την ωραίαν αυτήν νήσον, ένθα συμβαίνει η παρούσα διήγησις, +ανθίζει και αυτή η γη και εμφανίζει κάτι χωματένια λουλουδάκια +κοντά και στρογγυλά. Το άνθος του χώματος! Ως και η δηλητηριώδης +και αχρεία χλαμπάτζα, από την οποίαν τρώγουν αι αμνάδες και +χλαμπατζάζουν, είχε και αυτή τα λουλουδάκια της, ωχρά ως κρόκον +ωού, διά τα οποία θα εσυγχώρει τις το κακόν ιδίωμά της. + +Μετ' ολίγον διερχόμεναι αι γυναίκες σιτοφόρον αγρόν εξηφανίσθησαν +μέσα εις τους αστάχυς, υψηλούς λίαν. + + — Μάννα, λέω! εφώνησε παρατείνουσα την φωνήν της η Δεσποινιώ, +καλούσα δήθεν την άφαντον μητέρα της, ήτις ελαφρά βαδίζουσα +πάντοτε προηγείτο. + + — Θειά-Ζωίτσα! εφώνησε και η Σοφούλα, μάλλον λεπτύνασα την φωνήν +της, επί το αστειότερον. + +Και επανέλαβεν η πρωινή ηχώ μέσα εις το βαθύ σπαρτόν. + + — Θειά-Ζωίτσα! + + — Αρί Δεσποινιώ! ηθέλησε να παίξη και η γραία, παρατείνουσα την +τελευταίαν συλλαβήν και οξύνουσα επί το νεανικώτερον την φωνήν. + +Τα κορίτσια εγέλασαν. + +Ήδη ήσαν εντός της αμπέλου των, της ζηλευτής Αη-χαραλαμπήτικης +αμπέλου. + +Η γραία κατά πρώτον έσπευσε προς την καρυδέαν, ην εύρε καλώς +έχουσαν και ανέπνευσεν εξ ευχαριστήσεως. Το βαθύσκιον δένδρον ήτο +ως να εξύπνησε προ μικρού κ' έσταζον ακόμη τα εύμορφα φύλλα του +από την δρόσον, με την οποίαν τα ένιψεν η αυγή. + +Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει ακόμη. + +Η γραία ευχαριστημένη εκάθισε παρά την ρίζαν του δένδρου να +ξεκουρασθή, ενώ τα κορίτσια πλήρη ζωηρότητος και δροσιάς εκίνησαν +να υπάγουν εις το θαμνώδες μέρος, εν τω άκρω της αμπέλου, όπου +υπήρχε και χάλασμα παλαιάς οικοδομής κ' εντός κρήνη μετά καθαρού +και διαυγούς ύδατος. Εκεί είχε τους κυάμους της η γραία, εκεί τα +καλούδια της. Εκεί ήτο το άδυτον της θειά-Ζωίτσας, εις το οποίον +είχεν επιθυμίαν να μη εισδύη «ξένο μάτι». Εκεί εφύετο η +πρασινωτέρα και ανθηροτέρα αγριαμπελιά, περιζήτητος εις όλην την +πόλιν, ήτις ως πυκνός φράκτης περιέβαλλεν όλον εκείνο το ευώδες +και μυστικόν κηπάριον. + + — Έλα να μας κόψης αγριαμπελιά, είπεν η Δεσποινιώ προς την +μητέρα. + + — Κόψ' τε κ' έρχουμι, απήντησεν η γραία. + + — Τι; Δεν είνε το φείδι; ηρώτησε μετά δειλίας η Σοφούλα. + +Η γραία διά να μη της πειράζουν τα ωραία εκείνα κηπουρικά προϊόντα +είχε διαδώσει μετά τέχνης εις την κωμόπολιν ότι «μέσα εις εκείνο +το χάλασμα βγαίνει ένα φείδι, χονδρό σαν το χέρι της» έλεγε. Τόσον +δε πειστικώς διηγείτο τα κατ' αυτό, ώστε κατώρθωσε να την +πιστεύσουν οι άνθρωποι. Τοιουτοτρόπως τα περισσότερα παιδία +εφοβούντο να παρεισδύσωσιν εκεί. Και μόνον, οσάκις παρεσύροντο +μέχρι της θέσεως εκείνης, περιωρίζοντο από μακρόθεν να θαυμάζωσι +την ωραίαν αγριαμπελιάν και τα εύμορφα τριαντάφυλλα, και να +οσφραίνωνται ως κυνάρια τα ευωδιάζοντα πλατοκούκκια της θειά- +Ζωίτσας. + +Η μετά πονηρίας διασωθείσα αυτή φήμη υπό της γραίας τοσούτον είχε +γενικευθή, ώστε και αι θυγατέρες της την επίστευον, και ιδού μόλις +έφθασαν προ του ευώδους εκείνου θάμνου, εσταμάτησαν, καλέσασαι την +μητέρα. + +Η γραία ήλθε και ως ήτο μικρά κ' ευσταλής, εισέδυσεν ευκόλως εις +το πυκνότερον μέρος σκαλώνουσα ως αιξ ελαφρά επί του χάσματος του +λιθίνου τοίχου, όπου ην η τρυφερωτέρα και μακροτέρα αγριαμπελιά. + +Αι δύο αδελφαί ίσταντο παραέξω, θαυμάζουσαι τας κουκκέας, +φορτωμένας εκ του ευγεύστου της ανοίξεως καρπού. + +Αίφνης ακούεται από των υψηλοτέρων θάμνων, όπου και αγκαθωτοί +βάτοι, συρμός συνεχής ως κινουμένου μεγάλου και ογκώδους ερπετού. + + — Το φείδι! το φείδι! κραυγάζει η γραία μετά τρόμου και +αποσύρεται. Αλλ' εν τη ταραχή της προσκρούει επί τινος ογκολίθου +του ερειπίου και πίπτει μετά φωνών. Αλλ' ως ήτο γενναία πάλιν +εγείρεται, πλην συλληφθείσα υπό της αυθάδους βάτου ξεσχίζει ολίγον +το φουστάνι της, διά το οποίον αργότερα, παρελθόντος του φόβου, +εφώναζε και εβλασφήμει ασκόπως. + +Αι δύο αδελφαί κατακίτρινοι εκ του τρόμου, είχον αποσυρθή μακράν +εις το άκρον κάτω, χωρίς και αυταί να το αισθανθώσι καν. + +Η γραία ιδού πιστεύσασα και αύτη την ψευδή διάδοσίν της +εσταμάτησεν έξω εις καθαρόν άνευ χλόης μέρος και προσεπάθει να ίδη +πόσον μέγας ήτο ο όφις του μύθου της, όστις πραγματικώς τώρα +ενεφανίζετο, ότε βλέπει εξερχόμενον εκ των θάμνων παίδα τινα, +βοσκόν αγροίκον, όστις νύκτα-νύκτα είχε χωθή εκεί να δρέψη +αγριαμπελιάν. + + — Αρέ, Νιούδα, είπεν αναθαρρήσασα η γραία, ποιος σούδωσε την +άδεια; Και επανέλαβε με υψηλοτέραν φωνήν πάλιν το αυτό, ίνα δείξη +ότι δεν εφοβήθη. + + — Να, θειά-Ζωίτσα, απήντησεν ο βοσκός, λίγη αγραμπελιά έκοψα για +την καλή Χρονιά... + +Και έγεινεν άφαντος εις το βουνόν, σύρων τα πλέγμα του χλορού +θάμνου της Πρωτομαγιάς, μίαν βαρείαν κουλούραν επί της κεφαλής +του. + +Αι δύο κόραι ακούσασαι τον διάλογον και ιδούσαι και τον βοσκόν +ανεθάρρησαν και αυταί και επανήλθον, ενώ η μήτηρ αφόβως πλέον +εισδύσασα εκ νέου εις την ευωδιάζουσαν λόχμην έφερε μετ' ολίγον +άφθονον αγριαμπελιάν, δι' ης εζώσθησαν αι θυγατέρες και η γραία +ευχομένη: + + — Σιδερένια η μέση μας! Και του χρόνου κορίτσια! + +Ήδη ο ήλιος καίων υψώθη εις τον ορίζοντα. Ουδεμία πνοή ανέμου +ηκούετο και η ημέρα προηγγέλλετο θερμή ως ημέρα θέρους. Όλα τα +λουλούδια της περί την άμπελον λόχμης και τα οπό τας ελαίας, εν τη +χέρσω γη, θερμανθέντα ετάνυσαν και ήπλωσαν τα ποικιλόχρωμα φύλλα +των, εφ' ων μετά βόμβου ήρχοντο να επικαθήσωσι μέλισσαι και σφήκες +και ζούνες και άλλα ζωύφια διά της συχνής μετατοπίσεώς των +δεικνύοντα την χαράν, την οποίαν ησθάνοντο, ως αυθένται του +διηνθισμένου εκείνου λειμώνος. + +Αι δύο αδελφαί πλέξασαι προχείρους στεφάνους αγροτικούς εκ της +αγριαμπελιάς και κοσμήσασαι τούτους με αγριολούλουδα και +τριαντάφυλλα εν ωραία αντιθέσει χρωματισμών έθεσαν αυτούς εις την +κεφαλήν των, και αποδιώκουσαι ούτω από του τρυφερού προσώπου των +τας ακτίνας του οχληρού ηλίου έτρεχον εδώ και εκεί ως ψυχαί +πτερωταί, ως νύμφαι ορεστιάδες επί των ανθέων εν χαρά και +αγαλλιάσει μικρών παιδίων. + +Πόσον ο άνθρωπος γίνεται παιδί έξω εις την χλόην! + + — Κοίταξε αυτή η παπαρούνα, έλεγεν η Σοφούλα, σαν τα μάγουλα της +μητέρας δεν είνε; + +Και εγελούσαν. + + — Να αυτοδά το μικρούτσικο, να τα ξεσκώσης, Σοφούλα, είπεν η +Δεσποινιώ, παρουσιάζουσα μικρόν εύμορφον ανθύλλιον. Να το κεντήσης +'σ το ποκάμισό σου το νυμφικό. Καμμιά δεν θα τώχη. + + — Αχ! τι ώμορφο! Ναι, τα φυλλάκια θα τα κεντήσω με πράσινο +μετάξι. Εδώ δα θα βάλω ολίγο κόκκινο και θαλασσί. Το λουλούδι θα +γείνη με άσπρο χρυσάφι. Καταμεσής θα κεντήσω ένα κουμπάκι άλικο. +Αχ! τι ώμορφο! + +Το εφίλησεν η αθώα κόρη το αγνόν ανθύλλιον και το έκρυψεν εις τον +παρθενικόν κόλπον της, αυστηρώς περιωρισμένον. + +Και η θειά-Ζωίτσα εστεφανωμένη και αυτή με την αγριαμπελιάν και +εζωσμένη την οσφύν, ομοία προς γραίαν υπηρέτιδα του αρχαίου θεού, +περιήρχετο την άμπελον, ης τα φύλλα έλαμπον εκ των ακτίνων του +ηλίου. Λοχερά-λοχερά τα κλήματα «ήτανε μια χαρά να τα βλέπη +κανείς», ως έλεγεν η γραία, αποδίδουσα την υγιά κατάστασιν του +κτήματός της εις τους κόπους της και μόνον εις τους κόπους της, +και υπερηφανευομένη διά τούτο. Οι βλαστοί τρυφερώτατοι υψούμενοι +προς διαφόρους διευθύνσεις ακτινωτώς άνω των κλημάτων με βαθέως +πράσινα μεγάλα και απεσκληραμμένα τα κάτω φύλλα, μικρότερα και +ανοικτοτέρου χρώματός τα υψηλότερα και τρυφερώτατα τα επάνω-επάνω +βυσσινόχροα, ως να περιερραντίσθησαν δι' οίνου μαύρου, απέληγον +εις άγκιστρα δίχαλα και κυρτά, τας λεγομένας τσούγκρας, δι' ων αι +κορασίδες, αφού φάγουν τους βλαστούς παίζουσιν είτα +κατασκευάζουσαι αγκυλωτάς βελόνας, τας οποίας διαγκιστρούσαι +έλκουσιν αντιθέτως δι' ελαχίστης δυνάμεως, έως ου διαθλασθή η μία, +η της ηττημένης. Αι σταφυλαί δεν είχον σχηματισθή ακόμη τελείως. + + — Αύριον θα θειαφίσωμε, κορίτσια, εφώνησεν η θειά-Ζωίτσα από το +μέσον της αμπέλου, μόλις διακρινομένης της θέσεως εν η ίστατο η +κοντούλα γραία, εκ της ελαφράς κινήσεως των βλαστών. + + — Να! άρχισεν η χολέρα! εφώνησε πάλιν η γραία επιθεωρούσα έν προς +έν τα κλήματα μετά στοργής μητρός θωπευούσης τα νεογνά της. + +Αλλ' αι δύο θυγατέρες δεν ήκουσαν. Κάτω εις την άκραν ιστάμενοι, +όπου διηνοίγετο ευρύ χωράφιον γειτονικόν, εθεώντο συντροφίαν +πολυάριθμον τριών-τεσσάρων οικογενειών συγγενικών, αίτινες άρτι +εξεπέζευον με θορυβώδη χαράν και γέλωτας και άσματα, ελθούσαι να +διασκευάσωσι την φαιδράν της πρωτομαγιάς ημέραν. + + — Κορίτσια! επανελάμβανεν η γραία εγγύτερον ελθούσα, αύριον θα +θειαφίσωμε. + +Ερχομένη εις την άμπελον εθεώρει αμαρτίαν να μείνη αργή. Πάντοτε +ήθελεν ανακαλύψει εργασίαν τινά. + + — Ου, θα πω, και συ! την επείραζον ενίοτε αι θυγατέρες της, δεν +κάθεσαι μια μέρα να ξαποστάσης! + +Εάν δεν είχεν άλλο τι να πράξη, το προχειρότερον ήτο να +περισυλλέξη «ξηράδια» από των ελαιών και μηλεών και απιδεών, +ξηρούς κλώνους, δι' ων το βράδυ θα συνεπλήρου το φορτίον της, +θέτουσα ταύτα ως επικάλυμμα εις το καλάθιόν της, ίνα έχη εύκολα +προσανάμματα την πρωίαν, αλλά κυρίως, ίνα μη καθ' οδόν ιταμοί +διαβάται ανιχνεύωσιν εν τω πεπληρωμένω πάντοτε εκ των ωραίων +προϊόντων της καλαθίω «και μαλάξωσι την ευωδιάζουσαν δροσερότητα +αυτών». Φιλάργυρος δεν ήτο, αλλ' είχε συνηθίσει ότε επέστρεφεν εις +την οικίαν να τοποθετή μόνη της τα προϊόντα του περιβολιού της +εντός απλωτού ταψίου μετά προσοχής, εδώ τα κουκκιά, εκεί τα +μάραθα, αλλού τα κρόμμυα, εκεί τας αγγινάρας. Και αφού επί ώραν τα +εθαύμαζεν η φιλόπονος γραία τα έργα των χειρών της, εξηπλωμένη εις +τας γυμνάς σανίδας του πατώματος έως ου ξεκουρασθή, εμοίραζεν είτα +εις τους συγγενείς και φίλους της λίαν αφιλαργύρως. + +Αλλά καθ' οδόν δεν ήθελε να τα εγγίση τις. + + — Σωρό πάλι τα πλατοκούκκια η θειά-Ζωίτσα, παρετήρουν αι +γειτόνισσαι, όταν την έβλεπον επιστρέφουσαν φορτωμένην την γραίαν. + + — Να, δυο ξλάκια πλειο για πρόσαναμμα! απήντα η θειά-Ζωίτσα η +μυστική και εχάνετο απ' εμπρός των. + +Αι δύο αδελφαί εκάθησαν εις άκραν τινά και εθεώρουν την άρτι +ελθούσαν πολυάριθμον φαιδράν συντροφίαν, προσπαθούσαι ήδη να +γνωρίσωσι τίνες ήσαν. + +Αλλά φωναί της μητρός και βλασφημίαι τώρα τας εξήγειραν. + +Συνήντησεν η γραία είς τινα γωνίαν πυκνήν και αυθάδη αγριάδαν, +απειλούσαν να καταστρέψη ικανά κλήματα και ήρχισε να φωνάζη κατά +των σκαφέων, οίτινες την εξηπάτησαν. Δεν ηδύνατο να χωνεύση το +ελάττωμα τούτο, τον δόλον. + + — Σ' ακούνε οι λοχεμένοι! Να! τάπνιξε τα κλήματα, ταφάνισε η +αγριάδα. Τρεχάτε κορίτσια! + +Και ήρχισε πάραυτα οχληράν και αγωνιώδη εργασίαν εκριζώσεως διά +των χειρών της απεσκληραμμένης πλέον αγριάδας, «όπως δώση αέρα εις +τα καϋμένα τα κλήματα, τα οποία είχαν ανάψει». + +Αι δύο αδελφαί αισθανθείσαι τον πόνον της γραίας ήλθον πάραυτα και +έλαβον μέρος και αυταί εις την επίπονον εργασίαν. + + — Μας ηύρε δλειά πάλι! είπεν η Σοφούλα. + + — Καλά έλεγα εγώ να μη ρθω, προσέθηκε και η Δεσποινιώ γελώσα. + +Ο ήλιος έκαιεν. + + — Να δγης, Μα, έλεγε κατά την εργασίαν η μικροτέρα. Ήρθαν κ' +ήρθαν 'ς το χωράφι κάτω. Ο κυρ Γεώργης, ο καπετάν Μαθιός, ο Γιάννς +τς Μαχώς. + + — Έχνι σφαχτά, προσέθηκε και η Δεσποινιώ. Έχνι ψτά, γάλατα, τυριά +χλωρά και μιζίθρες. + + — Πήρανε κι' τ' νύφ'; ηρώτησεν και η γραία. + + — Τν' έχνι. + +Η εργασία εξηκολούθει. Είχεν ήδη εξαχθή μέγας σωρός του αναιδούς +αργοφυτού. + +Δύο-τρεις φορές εθεάθησαν παιδία και κορασίδες κατευθυνόμενα προς +το ζηλευτόν άδυτον «το περιβολάκι» της γραίας, πλην επειδή είδον +τας γυναίκας δεν επροχώρησαν. Εκαμάρωνον μόνον μακρόθεν τα ωραία +κεράσια, τα οποία τώρα μόλις ήρχισαν να λάμπουν κοκκινίζοντα +κρυμμένα από τα μεγάλα φύλλα ως να εντρέποντο με το παρθενικόν +εκείνο χρώμα των, και υπέστρεψαν. + +Παρήλθεν η μεσημβρία. Τότε είχε καθαρισθή πλέον και η αγριάδα και +αι τρεις γυναίκες κατάκοποι εκάθησαν υπό την καρυδέαν, εις τον +δροσερόν ίσκιον της να ξεκουρασθώσι και να φάγωσι το λιτόν γεύμα +των, άρτον, τυρόν και μοσχοβολούντα πλατοκούκκια αρτιδρεπή +στάζοντα δρόσον ακόμη. Εις το αντικρυνόν χωράφιον εβούιζεν η χαρά +και η φαιδρότης των ευθυμούντων. Φωναί παιδίων, άσματα νεανίδων, +καγχασμοί γυναικών, διαταγαί ανδρών, προπόσεις πυκναί και +γελαστικαί, κάκου κάπου κλαυθμός οξύς κανενός νηπίου απετέλουν +πολύφωνον συναυλίαν συμποτικού γεύματος, όπερ είχε στρωθή υπό +πυκνόφυλλον υψηλήν δρυν, εν μέσω του χωραφίου κειμένην. Αυτά είνε +της εξοχής τα ηδέα και απλά. + +Ο άνθρωπος εκεί αφίνει το αίσθημά του ελεύθερον να πετά, να πηδά, +να χορεύη, να τραγουδή, ως πετώσι και πηδώσι και χορεύουσι και +τραγουδούσι τα ελεύθερα πουλιά κυνηγούμενα μεταξύ των μίαν ωραίαν +πρωίαν από 'κλάδου εις κλάδον. + +Ο θόρυβος των συνευθυμούντων ως βοή, βοή του χειμάρρου του +Πετραλώνου, έφθανε μέχρι της καρυδέας, οπού αι τρεις γυναίκες +ησύχως και ηρέμα έτρωγον το λιτόν γεύμα των, συντροφευόμεναι υπό +δύο κοσσύφων, οίτινες εις τα υψηλότερα κλωνάρια του ωραίου δένδρου +συνεκρότησαν αγώνα άσματος επίμονον και φίλεριν, προς ερημικήν +αηδόνα επί άλλου καθημένην κλώνου άλλου δένδρου και κατακηλούσαν +ηδέως του θνητού την καρδίαν. Ετελείωνον οι κόσσυφοι και ήρχιζεν η +αηδών. + + — Να! χορεύουν τη καμάρα, επετάχθη πρώτη η γραία, ενωτισθείσα του +ωραίου άσματος, το οποίον τοσάκις είχε τραγουδήσει εις τα νειάτα +της. + +Αι δύο θυγατέρες ακροασθείσαι και αυταί ηγέρθησαν ως να επρόκειτο +να λάβωσι μέρος εις τον χορόν. Άγνωστος δύναμις τας είχεν +εξεγείρει αίφνης, ως όταν ανατινάσσεταί τις εις τον ύπνον του. + +Αληθώς, μετά το πλουσιώτατον γεύμα, είχεν αρχίσει κατά το σύνηθες +ο χορός και ήδη διά μέσου των φυλλοφόρων βλαστών της αμπέλου +έφθανον σαφώς μέχρι της καρυδέας αι λέξεις του άσματος της +καμάρας: + + _Καμάρα χτι Καμάρα χτι + Καμάρα χτίζω 'ς το γιαλό (δις) + Καμάρα δε στεργιόνει + να ζήτε λέει τ' αηδόνι_, (δις) + + _Έλα το πουλί μου, έλα + μοσκοκάρφια και κανέλλα_. + +Αι δύο παρθένοι θελγόμεναι προσεπάθουν να διανοίξωσι χώρον διά +μέσου των κλημάτων, ίνα ίδωσι τον πομπικόν του Πάσχα χορόν. +Επήγαινον εδώ, έβλεπον εκεί, πλην δεν κατώρθονον να εύρωσι μέρος +εκ του οποίου να βλέπουν χωρίς να βλέπωνται. + + — Αναβήτε απάν 'σ τη καρυά! ανεφώνησεν αίφνης η μήτηρ, ης οι +οφθαλμοί έλαμπον εξ αφάτου χαράς, ως να έσυρεν αυτή την καμάραν. + +Ω μοίρα κατηραμένη της γραίας! Τι ήθελες τοιαύτην ιδέαν να εμβάλης +εις τα ξηρά χείλη της; + +Πάραυτα από μυστικού πόθου κινούμεναι αι δύο θυγατέρες της θειά- +Ζωίτσας, ανήλθον μετά προσοχής βαίνουσαι επί των λείων και +ολισθηρών κλάδων του δένδρου συνηθισμέναι, διότι ανέβαινον και +εσύναζον τα κάρυα. Και σταθείσαι εις μέρος υψηλόν εθεώρουν διά +μέσου των φύλλων τον μεγαλοπρεπή χορόν, όστις εν ευρεί κύκλω +εχορεύετο εν μέσω του γειτονικού αγρού υπό φαιδρού ομίλου νέων και +νεανίδων και γυναικών, ων οι συρόμενοι μετά τέχνης και χάριτος +πόδες κατεπάτουν θλιβερώς και ασπλάγχνως τα ωραία αγριολούλουδα. + +Πόσον επαγωγώς θεαματικόν είνε να βλέπη τις τον χορόν τούτον. Οι +χορεύοντες σχηματίζονται εις σφιγκτώς συνδεδεμένην άλυσιν, του +πρώτου δίδοντος την δεξιάν εις την δεξιάν του δευτέρου και την +αριστεράν εις την δεξιάν του τρίτου, ενώ του δευτέρου η αριστερά +προτείνεται εις την δεξιάν του τετάρτου, ώστε να σχηματίζωνται +χιαστοί σταυροί ρομβοειδώς συμπεπλεγμένοι. Και ίσως δι' αυτό ο +χορός είνε καθιερωμένος εις τας κοσμικάς εορτάς του Πάσχα. Οι +χρωματισμοί των ποικίλων ενδυμασιών των γυναικών απετέλουν +εύμορφον αρμονίαν προς τον υπό των ποικίλων ανθέων χρωματισμόν του +αγρού, τα λευκότατα πάλιν κολόβια των νεονύμφων άτινα επί τούτω +είχον λευκανθή τον Μάρτιον εις τον χαλικόστρωτον αιγιαλόν του +Κάστρου ήταν εις ευάρεστον αρμονίαν εγγύς των ερυθρών φουστανιών +παιδισκών τινων, εν ώ τα χρυσά κεντήματα του διά κρεμέζης +βεβαμένου χιτώνος επί του στήθους φαεινώς ηκτινοβόλουν κατέναντι +των ακτίνων του λαμπρού ηλίου. + +Και ο ιστάμενος θεατής ευφραίνετο βλέπων πρόσωπα απαλά εξ ενός και +χρυσάς κορυφάς εξ άλλου υπό την διαύγειαν λεπτοτάτης μεταξοϋφάντου +μανδήλας, και εν γένει κομψά και θελκτικά κορμιά ερασμίων +γυναικών, εν θρησκευτική προσοχή περιφερομένων κύκλω συνεκδοχικώς. +Σεμνόν θέαμα! Κύκλος καμαρωτός με ωραία λάμποντα μάτια και χρυσώς +ακτινοβολούντα στήθη, βαίνων αργώς βήμα προς βήμα, ώστε να +υποφαίνηται ηδέως η χρυσόρραπτος κοντούρα, με χαριεστάτην ελαφράν +κίνησιν του κορμού δεξιά και αριστερά, συμφώνως προς τους ιάμβους +του άσματος, ως κινείται λέμβος ηδυπαθώς εν γαλήνη, ώστε ο χορεύων +να μη αισθάνηται κόπον ταράσσοντα. Και αυτό το πήδημα κατά τον +δεύτερον στίχον να είνε τόσον ελαφρόν, ώστε να νομίζη τις ότι +εποχείται επί απαλού και δροσερού κύματος συρόμενος απαλά με το +κύμα. + +Η γραία καταπεπονημένη — ήθελε να κοιμάται ολίγον πάντοτε την +μεσημβρίαν — επακκουμβήσασα παρά την ρίζαν του γηραιού δένδρου +παρηκολούθει σιγά-σιγά, πλην ηδέως, τους ιαμβικούς του άσματος +στίχους, υποτονθορύζουσα αυτούς συμφώνως προς τον αναδιπλούμενον +ρυθμόν του σεμνού χορού, επιλέγουσα εκάστοτε και την επαλλάσσουσαν +επωδόν: + + _Καμάρα χτίζω 'ς το 'γιαλό, + Καμάρα δε στεργιόνει. + + Ένας κοντός κοντούτσικος, + κοντός και μ' ένα χέρι. + + Τα μάρμαρα πελέκαε, + τις πέτρες πελεκούσε. + + — Κοντέ μ', και πού ν' το χέρι σου, + και πελεκάς με τώνα; + + — Βασιλοπούλα φίλησα, + και μούκοψαν το χέρι. + + Ας την εξαναφίληγα, + κι' ας μούκοφταν και τ' άλλο_. + +Και αντηχεί καλλικέλαδος η ηχώ ανά τους εγγύς λόφους +επαναλαμβάνουσα: + + _Καμάρα δε στεργιόνει, + να ζήτε λέει τ' αηδόνι_. + + — Να ιδής, Μα, εφώνησεν από της καρυδέας, κρυμμένη εντός των +φύλλων, η Δεσποινιώ, «ξομπλιάζουσα», ήτοι παρατηρούσα και κρίνουσα +τας ενδυμασίας. Να ιδής, το Μαργιώ τ' καπετάν Μαθιού, φορεί το +καλλίτερο κολοβόλι. Τι ώμορφα που είνε βολτιασμένο! Σαν να ήνε από +χαρτί! + + — Ναι, καλά λες, προσέθηκεν η Σοφούλα, επί άλλου κλάδου ισταμένη. +Σαν σκοπελίτικο είνε! Σαν το χιόνι λαμπέινο! + + — Προσέχετε να μη πέσετε, εψιθύρισεν ησύχως η γραία ημικοιμωμένη. + + — Να ιδής, Μα, εξηκολούθει η Δεσποινιώ. Τι ώμορφο που είνε το +μπαμπουκλί της κυρά Γεώργαινας. Αχ! Λάμπει μέσα 'σ τον ήλιο. +Φωτιές πετάει. Βελούδο κόκκινο, της τώφεραν από την Πόλι. Αχ! τι +ώμορφο κορμί, Μάννα! Σήκω να ιδής. + + — Της Λένης, προσέθηκεν η Σοφούλα, είνε σαν παληό το γουνάκι. Δεν +έχει καμμιά θωριά! + + — Αχ! Πώς λάμπει η σκούφια της κόρης της! παρετήρησεν η +Δεσποινιώ. Θαμπόνουν τα μάτια. + + — Εγώ την εκέντησα, υπέμνησεν η Σοφούλα. Έχει τριάντα δράμια +χρυσάφι. + + — Κορίτσια! να μη πέσετε! είπε πάλιν η γραία ως καθ' εαυτήν +υποψιθυρίζουσα. + + — Να! Να! εφώνησε μετά τινος θάμβους η Δεσποινιώ. Σηκώσανε τη +νύφη να χορέψη. Μα, Μάννα, σήκω να ιδής τη νύφη. + +Πολύ ώμορφη μέση! Δαχτυλιδένια! Και πώς καμαρόνει! Μάννα! + +Η γραία είχεν αποκοιμηθή. + +Η δε Δεσποινιώ, εξακολουθούσα να θέλγεται εκ της θέας προσεπάθει +να στερεωθή καλλίτερον επί του ολισθηρού κλώνου, όπως «ξομπλιάση» +την νύμφην χορεύουσαν. + +Αλλά φαίνεται ότι η νύμφη «'ντροπαλή ως άβγαλτη» δεν εχόρευε τόσον +καλώς. Διά τούτο η Σοφούλα, φαιδρότερου χαρακτήρας παρά η +Δεσποινιώ, είπεν ευθύμως πως: + + — Κρίμα 'ς το κολοβολάκι σ', κορίτσι μ'. Η κακομοίρα δεν ξέρει να +πάρη τα ποδαράκια της. + + — Την χαλνάει ο καπετάν Μαθιός, παρετήρησεν η Δεσποινιώ, +σεμνότερα πάντοτε. + + — Κείνος που ξέρ', κορίτσι μ', δεν χαλνιέται. + +Πώς έμαθον αυταί αι νεάνιδες να επικρίνωσι τον χορόν, αφού ποτέ +των δεν εχόρευσαν! + +Είνε μερικά πράγματα τα οποία μανθάνει τις αυτομάτως. Άλλως δεν +εχόρευσαν μεν, ως είπομεν, αλλά πολλάκις εθεώρησαν την καμάραν, +τελουμένην εις την γειτονικήν της οικίας των πλατείαν. + + — Να! Να! είπε γελώσα πάλιν η Σοφούλα. Έχασε την κουντούρα της η +νύμφη. Σκύφτει για να την πάρη. Ω, ντροπής νυφίτσα μου! Κρίμα 'ς +το ατλαζένιο μπαμπουκλί σου, νυφούλα μ'. + + — Μποδίζουν τα χορτάρια, τι να σου κάμ'! Απήντησε πάλιν η +Δεσποινιώ και αφηρείτο όλη εις του χορού το μεγαλοπρεπές θέαμα, +όπερ εξήρθη ήδη σφόδρα, διότι έλαβον μέρος όλαι αι γυναίκες και +όλοι οι άνδρες. + +Αλλ' αίφνης βαρύς κρότος αντήχησεν εντός των φυλλωμάτων της +καρυδέας, ως να έπεσεν άνωθεν ογκώδης λίθος κ' έσεισε δεινώς τους +χονδρούς κλάδους του πυκνού δένδρου. Έως ου ίδη καλώς η Σοφούλα +πόθεν ήλθεν ο σεισμός ούτος ο αιφνίδιος, η μεγάλη αδελφή της, η +ωραία Δεσποινιώ ευρέθη σωρός κάτω εις το έδαφος. Αφαιρεθείσα η +δυστυχής παρεπάτησε και ολισθήσασα κατέπεσε πλησίον της +αποκοιμηθείσης γραίας, βαλούσα οξείαν κραυγήν. + + — Παναγία μ'! ανεφώνησεν εξεγερθείσα η θειά-Ζωίτσα. Κ' έλαβεν εις +τας αγκάλας της την προσφιλή της θυγατέρα, ήτις έμεινεν ακίνητος +και άφωνος. + + — Νερό! Νερό! Σοφούλα, Νερό! εκραύγασεν η γραία. Αχ! Πάει το +κορίτσι! Σκοτώθηκε! Τι να γένω! + + — Η Σοφούλα καταβάσα ταχέως από του δένδρου περίτρομος ως να +έπεσε και αυτή έσπευσεν εις την κρήνην ως πτερωτή κ' εκόμισε +δροσερόν ύδωρ, δι' ου η γραία περιέβρεχε το μέτωπον και τας +παρειάς της Δεσποινιώς, ήτις ωχρά ως νεκρωθείσα είχεν ημικλείστους +ως ημίσβεστον λυχνίαν, τους ωραίους οφθαλμούς της. + + — Πάει! Σκοτώθηκεν! Επανελάμβανεν έκφρων η γραία. Τι να γένω! + +Μετά τινας στιγμάς όμως συνήλθεν εις εαυτήν η Δεσποινιώ. Πλην δεν +ηδύνατο να μετακινηθή εκ του εδάφους. Ανεκάθισεν ωχρά εκ του +τρόμου της δεινής καταπτώσεως, με λευκά τα χείλη εκ της +λιποψυχίας, με οφθαλμούς απλανώς βλέποντας, ως βλέπει εκείνος +όστις εκ της ζάλης θεωρεί στριφογυρίζουσαν την γην ως σφονδύλιον, +με λυτήν την μαύρην της κόμην, της μανδήλας τη παρασυρθείσης υπό +των κλάδων του δένδρου εν τη πτώσει, κ' έβαλε τώρα κραυγήν +οξυτέραν, διότι τώρα ησθάνετο της πτώσεως το βαρύ αποτέλεσμα. + + — Χτύπησες παιδί μ; ηρώτα η γραία μετά περιπαθείας έκφρονος. + + — Ωχ! επόνει η Δεσποινιώ, μη δυναμένη να μετακινηθή εκ του +εδάφους. + +Και εθώπευε μαλακώς τον δεξιόν της πόδα. + +Είχε θραυσθή το οστούν του ποδός, άνω του γόνατος εν τω μηρώ. + +Απερίγραπτος είνε η θλίψις της γραίας και της άλλης αδελφής, ότε +εβεβαπτίσθησαν περί του τρομερού παθήματος. + + — Ωχ! Ωχ! Επανελάμβανε γογγύζουσα εκ του οξέος πόνου η κόρη. + + — Πάει το παιδί μ'! Προσέθετε και η γραία άπελπις, η καλή και +συμπαθής μήτηρ, τρωθείσα εις τα καίρια. + +Και η γειτονική ηχώ από του εξοχικού συμποσίου εκόμιζεν ως +ειρωνικήν περιφρόνησιν προς το ατυχές συμβάν τους στίχους του +άσματος της καμάρας: + + _Κοντέ μ' και πού ν' το χέρι σου + Και πελεκάς με τώνα; + Έλα το πουλί μου ν' έλα . . . ._ + +Η Σοφούλα σιωπηλή ίστατο ως απομαρμαρωθείσα. Η δε γραία +εξηκολούθει να εκφέρη στεναγμούς και οιμωγάς οδυνηροτέρας της +παθούσης ωραίας παρθένου: + + — Αχ! πάει το κορίτσι! Τώχασα το κορίτσι! + +Κλαυθμηρώς και διακεκομμένως ως μοιρολόγημα επί νεκρώ προφέρουσα +τας συλλαβάς. + + — Δεν έσπαζα το πόδι μου να μην έλθω; Έλεγε συνεχώς· και τύπτουσα +την κεφαλήν της επανελάμβανε: + + — Η λαχταρισμένη! Η πλαντασμένη! Δεν βουβαινόμουνα που είπα να +αναιβούνε 'ς τη καρυά! + +Κ' εκράτει σφιγκτά τους κροτάφους της· της εφαίνετο ότι ήθελε να +'φύγη ο νους της. + +Ενίοτε δε διέκοπτε τας θρηνώδεις αναφωνήσεις της λέγουσα: + + — Δεν τούπα να μη πάρ' βακούφκα! Να κακό πάλι που μας ηύρε! + +Όταν δε ενύκτωσε, διά να μη βλέπουν οι άνθρωποι, μήτηρ και +θυγάτηρ, βαστάζουσαι εντός κυλιμίου την πανάτυχον Δεσποινιώ, +εκόμισαν αυτήν εις την οικίαν των εν τω χωρίω, ως να εκόμισαν +νεκρόν, υπό τας συγκινούσας αναφωνήσεις της θειά-Ζωίτσας, ήτις +εθρήνει, ως να εθρήνει νεκρόν. + + +Πρωίαν τινά θερινήν έν έτος μετά ταύτα είχον αναβή εις τον +Προφήτην Ηλίαν να δροσισθώ υπό την σκιάν των δροσοκρατούντων +πλατάνων και ασπασθώ την δεξιάν του Παπά-Ιερεμία, όστις εκεί είχε +το απλούν και σεμνόν ερημητήριόν του, εκτισμένον εν μέσω των +παχυσκίων δένδρων εγγύς δροσερού ύδατος, εκρέοντος από τινος +μεγάλου βράχου, κεκαλυμμένου υπό πυκνού θάμνου, κισσού και αγρίων +βάτων. Οικοδομή μεγάλη τετράγωνος, διώροφος, εν η ευρίσκοντο κατά +σειράν τα κελλία, οικοδομή ασχεδίαστος του μακαρίτου Γέροντός του, +ήτις ως στρατών έρημος υψούται εκεί ακόμη μελαψή και πένθιμος εις +την δροσόπνοον εκείνην κορυφήν της νήσου. + +Ήτο περί το τέλος η Ακολουθία. Διέκριναν ψαλλόμενα τα Νεκρώσιμα +Ευλογητάρια. Ετελείτο μνημόσυνον. Ως ήμην κατασκονισμένος εκ της +κοπιώδους πορείας, πριν νιφθώ εις την δροσεράν πηγήν, έστην εις το +κατώφλιον του ναΐσκου, παρασυρθείς υπό της γλυκείας μελωδίας του +ψαλλομένου άσματος: «Μετά των αγίων ανάπαυσον. . . ». Από της +θύρας, σκιαζομένης υπό τινος αγριελαίας, ηκροώμην του πενθίμου +ύμνου, περιεργαζόμενος συνάμα τα εν τω μικρώ και απλώ εκείνω +ευκτηρίω, το οποίον εν τω κάτω πατώματι προς την ανατολικήν +πλευράν είχε προορίσει διά τα ασκητικάς προσευχάς του ο εν μακαρία +τη λήξει Διονύσιος ο Λογιώτατος, ο Γέροντάς του, τελευταίος των +Κολλυβάδων, αυστηρός και άκαμπτος, ανήκων εις μίαν των ισχυροτέρων +οικογενειών της νήσου «ο Γέροντας» αποκαλούμενος. Ούτε τέμπλεον +είχεν ούτε πολυελαίους, αλλ' ούτε στασίδια. Ολίγας εικόνας εις +τους μαυρισμένους του τοίχους και μίαν Αγίαν Τράπεζαν εφ' ης +έκειτο ευλαβώς φυλασσόμενον το πυξίον του Αγίου Άρτου διά την +θείαν Μετάληψιν. Λειτουργίας δεν ετέλουν. Μόνον την τακτικήν +ακολουθίαν εδιάβαζον, και μετελάμβανον όσοι ήσαν προετοιμασμένοι. +Ο θάνατος του Γέροντος δεν επέτρεψε να συμπληρωθή το Ευκτήριον εις +τακτικόν ναόν. + +Ο Παπά-Ιερεμίας 80 ετών γέρων, με λευκήν κόμην και λευκόν πώγωνα +ως τολύπην βάμβακος, απήγγελλε τας ευχάς με το αυστηρόν εκείνο και +πένθιμον ύφος του, όπερ όμως παραδόξως εγέννα εν τη καρδία μαλακά +και πραέα αισθήματα παρηγορίας κ' ελπίδος. Δεξιά έψαλλε νεαρά +μοναχή — διά τούτο ην γλυκύς τόσον ο ύμνος — φέρουσα μέχρι των +οφθαλμών το μαύρον κουκκούλιόν της με τον μικρόν κόκκινον σταυρόν +επί του μετώπου, και αφίνουσα ελευθέρας μόνον τας λευκάς εκ της +ασκήσεως παρειάς, παρειάς νηστεύοντος αγγέλου. Εμπρός επί του +στήθους της του παρθενικού, υπό τας πτυχάς του μαύρου ράσου, +διεφαίνοντο τα Σχήματα της μοναχής, μέγας ερυθρός σταυρός με την +Λόγχην και τον Σπόγγον ένθεν και ένθεν εν σχήματι τριγώνου, +έχοντος προς τα κάτω την κορυφήν, όπου ήτο κεντημένον, ερυθρόν και +αυτό, το γυμνόν κρανίον του Αδάμ. Η φωνή της ην ασθενής αλλά +γλυκυτάτη, φωνή αγγελική. Κ' έμεινα εκστατικός εκεί εις την θύραν +μέχρι τέλους, ρίπτων ενίοτε τους οφθαλμούς μου και επί των +χρυσοκεντήτων ποδιών, αίτινες με βαρείας χρυσάς φούντας εκρέμαντο +υπό τας ολίγας αγίας εικόνας, ποδιών ουχί επί τούτω εξ αρχής +κεντηθεισών, ως μοι εφάνη. Το χρυσοΰφαντον εκείνο ύφασμα ίσως κατ' +αρχάς θα ήτο προωρισμένον δι' άλλον σκοπόν, ίσως εχρησίμευσεν εις +την προικώαν ενδυμασίαν νύμφης τινός, μετά τον θάνατον της οποίας, +ακαίρως ίσως θανούσης, τα εχάρισεν εις την εκκλησίαν, χάρισμα +πένθους ή και χηρείας. + +Την προσοχήν μου εφείλκυσε και ζεύγος νεαρών συζύγων, εν κατανύξει +ισταμένων εγγύς της ψαλλούσης μοναχής. Εκτός κ' ενός άλλου +μοναχού, του γηραιού Πέτρου, υπηρετούντος και ψάλλοντος με την +άξεστον μεν χονδρήν φωνήν του κατανυκτικήν δε, ουδείς άλλος +υπήρχεν εν τω ναΐσκω, ου τα ολίγα φώτα εχλώμαινον πενθίμως εν μέσω +του ευώδους καπνού του θυμιάματος. Κ' έβλεπες τότε το γλυκύ λευκόν +πρόσωπον της μοναχής ως εν μέσω νεφελών εν τοις ουρανοίς. + +Μετά το τέλος του μνημοσύνου ο ιερεύς φέρων την στολήν του, κρατών +λαμπάδα και θυμιατόν, εξήλθε του ναού και κατόπιν αυτού η συμπαθής +καλογραία, ήτις, μετά λύπης παρετήρησα ότι ην χωλή η δυστυχής, +μετά δεινού κόπου σύρουσα τον έτερον των ποδών της, υποβασταζομένη +περιπαθώς υπό του νεαρού ζεύγους των συζύγων. Μακρόθεν ηκολούθουν +κ' εγώ, θελχθείς συμπαθώς υπό των προσώπων της ασκητικής αυτής +συνοδείας. Μετά τινα βήματα έστησαν επάνω τάφου, φέροντος +εμπεπηγμένον ξύλινον μαύρον σταυρόν. Ο ιερεύς, αφού εθυμίασεν, +ήρχισε ν' αναγινώσκη το πένθιμον Τρισάγιον, οι δε λοιποί +εγονυπέτησαν εν κατανύξει μεγάλη, ψιθυρίζοντες ευχάς αναμεμιγμένας +με θρήνους, όταν μάλιστα ήκουσαν του ιερέως μνημονεύοντος: «υπέρ +αναπαύσεως της ψυχής της δούλης του Θεού Ζωίτσας». + +Τότε έκθαμβος ανεγνώρισα τα συμπαθητικά πρόσωπα της παρούσης +διηγήσεως. + +Ο νεοσκαφής τάφος με τον μαύρον ξύλινον σταυρόν, προς το ρίζωμα +του οποίου είχον φυτρώσει, τις οίδε πώς, μεγάλη τις κουκκέα με +δροσερά υπόφαια ως στακτωμένα φύλλα και ολίγα μαυροπράσινα μάραθα +με τα κίτρινα άνθη των τα φουντωτά, ην ο τάφος της θειά-Ζωίτσας, +ήτις απέθανε τρεις μήνας μετά το πάθημα της θυγατρός της, πονούσα +βαθέως διότι έβλεπε χωλήν την ωραίαν θυγατέρα της. Αι τελευταίαι +της λέξεις, όταν απέθνησκεν, ήσαν: + + — Δεν τούπα τ' μακαρίτ' να μη πάρ' βακούφκα! + +Ταύτα επρόφερεν η πτωχή με τα ξηρά του θανάτου χείλη ενώπιον του +αγγέλου της, και έκλεισε διά παντός τους οφθαλμούς της. + +Η δε λευκή και χωλή μοναχή, ην η προσφιλής της θειά-Ζωίτσας +θυγάτηρ, η ωραία και καλόκαρδος Δεσποινιώ, ήτις μετά νοσηλείαν +επίπονον δύο μηνών, απομείνασα χωλή τον θραυσθέντα πόδα, εκάρη +μοναχή παρά τω γέροντι Ιερεμία κ' έμεινε παρ' αυτώ. + +Το νεαρόν πάλιν ζεύγος των συζύγων, ην η μικροτέρα θυγάτηρ της +θειά-Ζωίτσας, η καλή Σοφούλα, ην υπάνδρευσεν ο Παπά Ιερεμίας ως +καλός πατήρ μετά τινος αγαθού ναύτου εργατικού και δραστηρίου, +αρκεσθέντος εις την οικίαν, και μη θελήσαντος να εγγίση την +εκκλησιαστικήν άμπελον. + +Αι χρυσοκέντητοι τέλος ποδιαί, αι στολίζουσαι το κομψόν τέμπλον +του προχείρου εκείνου ναΐσκου τόσον λαμπρώς, ήσαν τα προικιά της +Δεσποινιώς τα εύμορφα, τα οποία με τόσην αγνήν προσπάθειαν +εφιλοτέχνησεν η καλή παρθένος, ως να ήξευρεν ότι έμελλον ποτε να +στολίσωσι τας εικόνας του Χριστού και της Παναγίας. + +Αφού τέλος εμοιράσθησαν τα κόλλυβα, τα οποία ήσαν πολύ εύμορφα +στολισμένα με σταφίδας, κουφέτα, βαράκια ολόχρυσα και φύλλα ευώδη, +ο παπα-Ιερεμίας είπε τον επίλογον με την ξηράν πάντοτε και στεγνήν +φωνήν του: + + — Τα αναθήματα, τιμαλφή ταξίματα και τα βακούφικα, ήτοι κτήματα +αφιερωθέντα άπαξ εις τον Θεόν, επ' ουδενί λόγω αναλαμβάνονται +πλέον οπίσω. Όστις τα αφαιρέση, έστω και δι' αγοράς, είνε +ιερόσυλος και υπόκειται εις την κατάραν του Θεού. + + + +ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ +(1899) + + + +Α'. + +Καταπρασίνη. Με το γλυκύ, σαπφείρινον, του πόντου χρώμα. Νύμφη του +γιαλού, με το λαχανί φόρεμά της. Εις τας απαλάς της, τας +ονειρώδεις στρογγυλότητας της μάσκας της, εις τα λεία, τα χυτά +πλευρά της, εις την κομψήν, την εύγραμμον, λαγόνα της, Νηρηίδος +λαγόνα, παντού, θαρρείς και αντικατωπτρίζετο το σαπφείρινον του +πόντου χρώμα. + +Μακρά, στενή, στιλάδο σκαρί, φορτωμένη διά Κωνσταντινούπολιν η +σκούνα, ήτο αραγμένη εις τον ευρύν, τον ακύμαντον λιμένα, με τους +υψηλούς δύο ιστούς της, ακινήτους ως τρόπαια. Με τα πανιά +μαζευμένα, δεμένα εις τας θέσεις των, εις τα σταυροειδή πενά, +έτοιμα, θαρρείς, εις μίαν πνοήν, πνοήν ελαφράν, ν' ανοίξουν, να +γλυστρίσουν, μαλακά-μαλακά, ως νεφέλαι, λευκός πέπλος του Γάμου. + +Καμαρόνουσα, κούφη, ελαφρά σειομένη, ως κρεμαστή, εις το γλυκύ της +αύρας φύσημα, με τ' αναρίθμητα, τα πολυώνυμα εκείνα σχοινία των +ιστών, δίκτυον γραμμών και γωνιών πολύπλοκον, ως ζωγραφιστή +εφαίνετο εν αιθερίω πίνακι, πανδαίδαλον ίνδαλμα των θαλασσών, +όνειρον θελκτικόν του κοιμωμένου λιμένος. + +Καθρέπτης αργυρόχρυσος ο λιμήν. Και εις την κρυσταλλώδη, την +στίλβουσαν αυγήν του, έβλεπες εν ρεμβασμώ, μίαν καταπράσινην, +αραγμένην σκούναν. + +Κάθε βράδυ, μετά τον θαλασσινόν μου περίπατον, επερνούσα δίπλα +της. Η μικρά φελούκα εσειάριζεν. Ανεκόπτετο ο δρόμος. Και +ιστάμενος εν θάμβει, την εθεώρουν, την εκαμάρωνα, με πόθου διψαλέα +όμματα, λαμποκοπούσαν εις την εσπερινήν φωτοβολίαν, με μίαν +κάτασπρην γραμμήν, μεταβλητήν· εκ βρόχου χιονώδους ταινίαν, +περιθέουσαν την άκραν του υψηλού της παραπέτου, με το σπιράγιο της +πρύμνης κατάλευκον, τετράγωνον βωμόν του θαλασσινού Θεού, με τον +Ηρακλέα ξύλινον, επί της υψηλής, της αρρενωπής πρώρας της, πολιόν +αργοναύτην, λευκανθέντα εις των κυμάτων την πυκνήν βροχήν. + +Νικήτρια, ερρέμβαζε τρυφερώς την νίκην. + +Ανεπαύετο. + +*** + + — Ν' αρμένιζα μαζί της! + +Και ο αράπης, μπογαζιανός σκύλλαρος, υλακτών, έδακνε με τους +αγρίους οδόντας του την κωπαστήν, καβαλαρωμένος επάνω, φύλαξ +άγρυπνος της κοιμωμένης θαλασσονύμφης, κι' εξέβαλεν ενίοτε μετ' +ωρυγών, το φοβερόν ρύγχος του, με το τραχύ, μαύρον τρίχωμα, +πεταχτόν άνω των κροτάφων, υπό την σκιάν του οποίου αγρίως +εγυάλιζον δύο πύρινοι οφθαλμοί, κ' εφάγκριζον φοβεροί κυνόδοντες, +αγρίως πειναλέοι. + +*** + +Ήρεμος, απαλή, πηκτή η γαλανή θάλασσα, την έφερεν ελαφράν εις τα +δροσερά της νώτα, κούκλαν μικράν 'ς την καταπρασίνη αγκαλιά της, +θαρρείς κ' η θάλασσα επλάσθη δι' αυτήν. + +Κ' εκείνη γλυκά-γλυκά την έψαυε, καταπρασίνη, αρμονικώς +συνδυάζουσα το χρυσαυγές χρώμα της με το γλαυκόν της θαλάσσης +χρώμα, θαρρείς κ' επλάσθη διά την θάλασσαν. + + — Ν' αρμένιζα μαζί της! + +*** + +Η θάλασσα, μπονάτσα — λάδι, κοιμάται. Κοιμάται κ' η σκούνα, +τυλιγμένη μέσα εις αεροειδή πέπλον. + +Κι' αν εξυπνήση η θάλασσα μια φορά! + +Κι' αν εξυπνήση κ' η σκούνα μια φορά! + + — Ν' αρμένιζα μαζί της! + +Με τα πανιά! + +Το γνήσιον, το αληθές, το καθ' αυτό ταξείδι. + +Με τα πανιά! + +Άρρητος ο πλους, αχόρταστος η απόλαυσις, τρυφερά η συγκίνησις. + +Με τα πανιά! + +Προφέρεις μόνον την δροσεράν λέξιν και αύραι μυρίζουσαι ως τα +κρίνα, του πόντου τα μυροβόλα φύκη πλημμυρίζουν την καρδίαν σου. + +Με τα πανιά! + +Πτερωτός, μυθικός δαίμων, σε αφαρπάζει, ως επί νεφελών, ίνα σε +μεταγάγη εις τον δροσερόν των κυμάτων κόσμον, όπου η φύσις +ολόγυμνος κολυμβά, αφρός εν αφρώ. + +Θεωρείς κύματα, διαλογίζεσαι κύματα, ομιλείς με τα κύματα, την +ηδέως κηλούσαν του ύδατος γλώσσαν, βόμβον εράσμιον ως από μυριάδων +κυψελών. Τρώγεις 'ς τα κύματα, κοιμάσαι 'ς τα κύματα, κ' εξυπνάς +'ς τα κύματα, ζης σαν γλάρος, του κύματος γλάρος. + +Με τον ατμόν είνε νόθος ο πλους. + +Μαύρη, κατάμαυρη αιθάλη σε αποπνίγει. + +Δεν προφθάνεις να ιδής, δεν προφθάνεις να φάγης, δεν προφθάνεις να +κοιμηθής, δεν προφθάνεις να εξυπνήσης. Δαιμόνιος βόμβος, βόμβος +συνταρασσομένου σιδηρού κόσμου, μαύρου κόσμου, εν πυρίνη κοιλία. +Και συνταράσσονται όλα εν καταρράξει δεινή σιδήρου πριονιζομένου, +εν βοή σιδηρού πύργου καταπίπτοντος, εν χαλασμώ σιδηρού κόσμου +μηχανημάτων και τροχών κ' ελίκων και πλακών, και μοχλών και +καρφίων και κοχλιών, εν σεισμώ σιδηράς πόλεως, ότε το παν τρέμει +επάνω, ως ο Δαθάν, κ' υποχωρεί προς τα κάτω ως ο Αβειρών, να +εξαφανισθή, θαρρείς, εν τη αβύσσω. Και ωρύεται σειόμενον πράγμα +και φεύγει, ενώ αιφνίδιαι στοναχαί, τιναγμοί σιδηροδεμένων +τιτάνων, σ' εξεγείρουσι κοιμώμενον, σε ανατινάσσουν δειπνούντα, +έξαλλον, αγνοούντα, να φύγης, ενώ το παν θα διαρραγή, θαρρείς, εις +δύο, εν μέσω του πελάγους. + +Και καίουσιν οι πύραυνοι εις την κοιλίαν του, ως το παμφάγον πυρ +εν τω κέντρω της γης. Και ζέον ύδωρ εξερεύγουσιν αι σιδηραί +πλευραί, και ζέουσα βροχή ανατινάσσεται από της μηχανής προς τάνω, +ατμοί, και σπίθαι και φλόγες και μυκηθμοί αγρίου τέρατος, πλέοντος +εν δεινώ άσθματι. + +Τρικυμία τεχνητή, ην εξιστάμενος θεωρεί ο πόντιος Θεός, ο +κυανοπώγων Ποσειδών. + +Β'. + + — Άιντε! Για την Πόλι! + +Με αφύπνισε τραχεία, άτακτος, ασχημάτιστος φωνή, παιδός φωνή, του +νεαρού καμαρωτού η πρόσκλησις. + +Επετάχθην. + +Παις γαλανομμάτης, μ' ελαφρόν κούκκον εν τη ακτενίστω κεφαλή του, +με γαλάζιαν βλούζαν, ανυπόδητος με γυμνάς τας κνήμας, βρεγμένος, +ανασκουμπωμένος μέχρι γονάτων, ήλθε να παραλάβη την βαλίζαν μου, ο +νεαρός καμαρώτος. + +*** + + — Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ! Τράγκα-Τρουγκ! + +Πρωί-πρωί, χαράγματα, είχεν εξυπνήσει η σκούνα. Κ' η σιδηρά πόμπα +της, ανασύρουσα την άγκυραν, διά ρυθμικών βραδέων και πενθίμων +κρότων, απεχαιρέτιζε τον λιμένα, κλαίουσα ναϊάς. + + — Τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ! τράγκα-τρουγκ! + +*** + +Σκαμπαβία μολυβδόχρους, ελαφρά ως εκ ναστοχάρτου, με τέσσαρα +κωπιά, μας έφερε μετά του πλοιάρχου επάνω εις την αρμενίζουσαν ήδη +σκούναν, ήτις μετά κομψής, χορευούσης παρθένου χάριτος, ανακόψασα +ως εν χαιρετισμώ τον ελαφρόν της δρόμον υπέκλινε θαρρείς και μας +εδέχθη, πηδήσαντας ευφροσύνως εις τας αγκάλας της, μητέρα τα +παιδάκια της. + +Κ' ιδού εγώ τέλος επί της σκούνας. Εν τη θαλάσση. + +Με τα πανιά, επί του καθαρού καταστρώματος του πλέοντος, του ηδέως +ολισθαίνοντος. Εν μέσω πολυπλόκων σχοινίων, τεταμένων σχοινίων, +χαλαρωμένων, κρεμασμένων, κουλουριασμένων, σχοινίων πισσωμένων, +κατραμωμένων, βρεγμένων, αβρέκτων, χρωματισμένων σχοινίων, +αχρωματίστων σχοινίων, εν ατμοσφαίρα δροσερώς υγρά, αποπνεούση +ευάρεστον, καραβίσιαν απόπνοιαν. Υπό τα ιστία όλα ανοικτά, +κολπωμένα, έτοιμα να μας αναρπάσουν όλους, θαρρείς, με την σκούναν +μαζί, προς τους αιθέρας. + +*** + +Κατευόδιον! + +Εις τας δύο προκυμαίας, εις την πλατείαν την υψηλήν, εις τας θύρας +των μαγαζείων της αγοράς, εις τα παράθυρα των οικιών, παντού μας +καμαρώνουν. + + — Η σκούνα! η σκούνα! + + — Σηκώθη η σκούνα! + +Και διά πυροβολισμών μας χαιρετίζουν. Κ' η σκούνα παρέρχεται προ +της πόλεως σκιρτώσα, χορεύουσα, εύμορφη, στιλάδο σκαρί, με τα +πανιά κάτασπρα, με τα σινιάλα φαιδρά· και αποχαιρετίζει απαντώσα +εις τους χαιρετισμούς της νήσου. Τρομπονισμός βοΐζει βαρύς απ' +αυτής, ου ο υπόκωφος τρόμπος εν τρόμω κυλίεται επάνω εις την +γαλανήν επιφάνειαν της θαλάσσης, ως να μιλή η εύμορφος σκούνα: + + — Έχετε γεια! + +Δροσερός φυσά ο μπάτης ο πρωινός. Το κύμα παιγνιωδώς πιτσιλίζει +την πρώραν, ως ποταμάκι ασημένιο. Και την ραντίζει ευλαβώς, +επιχαρίτως ανασειομένην, με τον κάτασπρον Ηρακλέα της, θαρρείς και +την θωπεύει, θαρρείς και την λούει, μητέρα το κύμα χαϊδεύουσα, το +παιδάκι της. + +Μία γρηούλα, ως να προσεύχεται κάθηται συμμαζευμένη επί τινος +βράχου λευκού, κατάμαυρη. + +Τίνος απερχομένου ναύτου να είνε η αγαπημένη μητέρα; + +Το δειλινόν εχάσαμεν την κώμην, κρυφθείσαν όπισθεν μιας άκρας +στενής και μακράς. Κατευθυνόμεθα προς βορράν, ανοικτά, προς την +Σκόπελον. Ο φάρος της Γλώσσης επί τινος βράχου, ως πύργος γλάρων +επί αργιλλώδους, γυμνού εδάφους. Μικρόν κατά μικρόν εξαφανίζονται +οι έρημοι όρμοι της Σκιάθου εις ευθείαν τεφρόχρουν γραμμήν. Οι +ναύται, εν τη πρώρα, ξαλλάξαντες, παρεκάθησαν εις το λιτόν +πρόγευμά των, το ανοιχτόκαρδον κολατσιό, συνομιλούντες ως αδελφοί, +και με πόνου δακρυσμένα βλέμματα παρατηρούντες αδιακόπως την +εξαφανιζομένην πατρίδα. Οι ναύται την αγαπούν την θάλασσαν, πολύ +την αγαπούν, αλλά μόνον την στερεάν ονειροπολούν. Το σώμα των 'ς +την θάλασσα κι' ο νους των 'ς την στεργιά. + +Ο πλοίαρχος, κοντός, χονδρός, ορθογώνιον τμήμα στερεοποιηθέντος +σώματος, με χείρας χονδράς, επικαμπείς ως χηλάς καβούρας, με +πρόσωπον πλατύ, με τον μύστακα ένθεν κ' ένθεν ως τα δύο του +αλφαβήτου πνεύματα, ευχαριστημένος διότι τα πανιά εδούλευαν, +ανοίξας τα δεφτέρια του, εξετάζει τους λογαριασμούς του. + +Και μόνος ο πηδαλιούχος, όρθιος, επί της πρύμνης, ελαφρά +στηριζόμενος επί του τροχού του πηδαλίου, ον περιστρέφει, +διευθύνει το πλοίον βλέπων ατενώς προς έν κατέμπροσθέν μας γαλανόν +σημείον, μίαν μουνδζούραν του ορίζοντος. + + — Ανοιχτά, κατά την Κυρά-Παναγιά. + +Είχε διατάξει ο πλοίαρχος, επιβοηθήσας αυτόν συνάμα εις την +στροφήν. + + — Τον ξέρεις, βρε, τον μπούσουλα; + +Ερώτησε χαριεντιζόμενος, ο αγαθός πλοίαρχος με ξηρομασημένας +λέξεις, βαστάζων μεταξύ των οδόντων τεμάχιον μολυβδοκονδύλου. + +Ο πηδαλιούχος σαν να επειράχθη, αδιάφορος, χωρίς ν' απαντήση +εκύτταζε προς το πέλαγος, κάτω, όπου η Σκιάθος ολονέν εξηφανίζετο +υπό έναν γαλανόν πέπλον με κλαδιά ενώ κ' εκεί, χρυσά, λευκά, +πράσινα, γαλάζια κλαδιά, κόκκινα κλαδιά. + + — 'Σαν τον ξέρεις τον μπούσουλα, βρε Γιαννάκη, πες μου τώρα πού +έχουμε πλώρη; + +Προσέθηκε μετ' ολίγον ο πλοίαρχος, σβύσας διά της μολυβδίδος +αριθμούς τινας και σημειώσας άλλους. + + — Να, γραίγο κάρτα τραμουντάνα! + +Απήντησε μετά ετοιμότητος αυταρέσκου ο νεανίσκος, υιός του +πλοιάρχου πολυαγάπητος. + + — Μπράβο, Γιαννάκη, μπράβο, Γιαννάκη! Εσύ μωρέ γυιε μου, τα +ξεσκόλησες! Κοντεύεις να περάσης τον πατέρα σου. + +Είπεν ο πλοίαρχος κ' επαραμέρισε την ένθεν κ' ένθεν του στόματός +του επικολλημένην δασείαν και ψιλήν, ως διά να γελάση ελεύθερα. + +Ο Γιαννάκης ήτο νεανίας, μόλις δεκαοκταετής. Αγένειος, +μελανόφθαλμος, μελαψός, με κόμην άφθονον κατάμαυρην, εξέχουσαν +γύρω, γύρω από τον κούκκον ως επικάλυμμα κυψέλης Και συνεχώς μετά +τινος μελαγχολίας έστρεφεν οπίσω προς τη γαλανήν Σκίαθον, κυάνεον +όγκον πλέον, κι εβύθιζε το βλέμμα του κάτω εκεί, παραμελών την +πηδαλιουχίαν, και φέρων την σκούναν συνεχώς διά γραμμής +τεθλασμένης. + + — Τώρα θα μας κυττάζουν ακόμα. Μου είπε. + + — Μας βλέπουν; + + — Ακόμα δεν εχώνεψεν η σκούνα. Κάτω 'ς την άμμο, 'ς το Ξάνεμο, η +μάννα μου θα μας αγναντεύη. + +Και μετά μικρόν τεθλιμμένος: + + — Πηγαίνει 'ς τον Πύργο, ανάφτει τα καντήλια τ' Άη-Γιαννιού και +ύστερα τραβάει 'ς το Ξάνεμο και κάθεται, ως να χωνέψουμε. +«Παναγίτσα μπροστά τους! Παναγίτσα μπροστά τους!» όλο έτσι λέει +και κάμνει τον σταυρόν της η καϋμένη η μάννα μου. + + — Όλο ανοιχτά! όλο ανοιχτά! + +Διέκοψεν ήδη ο πλοίαρχος, αντιληφθείς αίφνης ότι τ' απόνερα της +σκούνας εσχημάτιζον πάλιν τεθλασμένην μακράν γραμμήν. + +Μετ' ολίγον έπαυσε και ο νεανίας να κυττάζη την νήσον, ήτις, +αγνώριστος πλέον, είχε διαιρεθή υπό της αποστάσεως εις τρεις +μικράς νησίδας ξένου αρχιπελάγους. Εκβαλών βαθύν στεναγμόν, τον +τελευταίον προς την πατρίδα του αποχαιρετισμόν, αφιερώθη εις την +πηδαλιουχίαν, το έργον του, ενώ χονδρόν δάκρυ εκυλίετο εις τας +ζωηράς παρειάς του. + +Στηρίζων το στήθος μου επί του υψηλού δρυφάκτου της πρύμνης, ως +επί των χειλέων εξοχικού ανδήρου, με κρυφήν χαράν εισπνέω την +δρόσον, την αμύθητον του πελάγους δρόσον, την αχώνευτον, την +αλησμόνητον ζωήν. + +Δύο-τρία κοπαδάκια, σκιρτώντα μικρά ψαράκια, μικρούτσικες αθερίνες +της Σκιάθου, μας παρηκολούθησαν από του λιμένος. Και σπεύδουν τα +καϋμένα, και σείουν της ουρίτσες των ως να τρέμουν μη μας χάσουν. +Αραιόνουν, πυκνούνται, αλαργεύουν, σιμόνουν, παρατάσσονται, +ανακατόνονται. Χάνονται υπό το καταπράσινον κύμα, και πάλιν ιδού +αναφαίνονται παρά το πλευρόν της σκούνας, η οποία ως διά μαγνήτου +τα προσελκύει κοντά της, τα σύρει μαζύ της. Τώρα είνε πίσω. Τώρα +ήλθαν 'ς την μέση. Ένα κοπαδάκι, δύο κοπαδάκια, τρία κοπαδάκια. +Μικρά-μικρά. Με κοιλίαν άσπρην, με ματάκια μαύρα, ως γυαλιστερές +χανδρίτσες. Ψίχουλα που τα τίναξαν, θαρρείς, οι ναύται από το +δείπνον των κι' εζωντάνεψαν μέσα 'ς το κύμα. Και να, τσιμπούν την +κοιλιάν της σκούνας, αναίσθητον, μπακιρωμένην. Τώρα έκαμαν κύκλον. +Τώρα χορεύουν τον συρτόν. Τώρα κολυμβούν ένα-ένα. Τώρα +παραβγαίνουν 'ς τ' αλάργα. Πλέουν και παίζουν. Παίζουν και πλέουν. +Εξάγουν τα κεφαλάκια των να μας ιδούν και σχηματίζουν φυσαλίδας ως +να επιπλέη εκεί τρυπημένον κόσκινον. Στρέφουν εξαίφνης προς το +πέλαγος ως να κυνηγούν ψιχίον καταπεσόν, κ' αίφνης μετανοούν τάχα +και το αφίνουν· και πάλιν ξαναμετανοούν και παρακολουθούν πάλιν +όλα μαζύ, ένας σωρός, την σκούναν, της οποίας τα λευκά ιστία +κεντώσιν ήδη με χρυσάφι πολίτικο αι χρυσαί της δύσεως ακτίνες. + +Γ'. + +Νυκτώνει. Όπισθέν μας, προς νότον, διαγράφονται αι σκιαί των +βορείων Σποράδων, ογκώδεις, μαύραι, ως σύννεφα καταιγίδος. Εμπρός +προς βορράν, μόλις σχηματίζονται, δεξιά, ως νέφη μελαψά, τα +Ρημονήσια, και πέραν εκεί επάνω μακράν ως νεφέλωμα σκοτεινόν η +πολυσχιδής Χαλκιδική. + +Οι ναύται κατακλίνονται επάνω εις το κατάστρωμα. Ο μεν εντός της +μεγάλης σκαμπαβίας, στερεωμένης εν μέσω του καταστρώματος, ο δε +δίπλα της, απ' έξω υπό την μάσκαν της, ως υπό στέγην, ο δε υπό το +υπόστεγον της πρώρας και άλλος υπό την δρόσον του πλατέος τρίγκου +του πλέον χαμηλού ιστίου, ως υπό τους κλώνους πυκνοφύλλου +πλατάνου. Και μόνον η βάρδια αγρυπνεί, ο φρουρός, βλέπων πάντοτε +εμπρός, εις απόστασιν, και ο τιμονιέρης βλέπων προς τον ουρανόν +και προς τ' άρμενα της αγρυπνούσης σκούνας, ήτις προχωρεί +αδιακόπως γλυκά συνομιλούσα με το κύμα. + + — Βλέπεις εκείνο τ' άστρο, το γεμάτο; Εκεί να πηγαίνη το +μπαστούνι σου. Και να παίζη ο κόντρας, το πλέον υψηλόν ιστίον. +Ακούς, Γιαννάκη μου; Α! παιδί μου! Και να δης μια πατατούκα που θα +σου πάρω στην Πόλι! + +Είπεν ο πλοίαρχος και εξηπλώθη επάνω εις το σπιράγιο της πρύμνης, +τυλιχθείς ως κούτσουρον εντός βαρείας χλαίνης. + +Ο μπάτης, δυναμώσας την νύκτα, κολποί τα ιστία τα οποία θαμβά +υψούνται κατά σειράν επί των δύο ιστών, ως σημαίαι πανηγυρικών +αψίδων, λησμονηθείσαι την νύκτα. + +Η σκούνα σείεται όλη ελαφρώς, επιπλέουσα ως πτερόν. + +Ο ουρανός πλήρης αστέρων, απλούται ως απέραντος οροφή άνω του +πελάγους, το οποίον μαυρίζει προς τα κάτω και χάνεται εις τα +σκότη, αφ' ων αόριστος, μυστηριώδης αναδίδεται ψίθυρος ως αύρας +πνεούσης μακράν εν τω δάσει. Ψίθυρος ευάρεστος, μορμυρισμός +ρυακίου, ρέοντος υπό την χλόην, μαλακά, υποκώφως. Η λεία του +πόντου επιφάνεια, ρυτιδουμένη, σχηματίζει μικρά κυματάκια, τα +οποία παίζουν εν τη σκοτεινή εκτάσει κυνηγούμενα, και κυνηγούνται +παίζοντα, και τρέχουν, και θορυβούν, και γελούν, θαρρείς, +προσκρούοντα επί της πρώρας, ελαφρά, ως δεματάκια εκ βάμβακος. +Φλοισβίζουν, φλυαρούν, αφρίζουν κ' ενίοτε αντικρύζοντα τον +ελάτινον της πρώρας ημίθεον απαθή και ακίνητον ως εκ μετάλλου +εξίστανται και αυτά. + +Αλμυρά, νόστιμος ευωδία πληροί την όσφρησίν μου. Φέρομαι επί των +κυμάτων ως ένα κάρφος, ένα πτερόν. Παμποίκιλοι διαλογισμοί ως τα +κύματα παίζουσιν εν τη ψυχή μου, δροσερά ως ο πόντος. Ενθυμήσεις +αόριστοι, συγκεχυμέναι, ως η περί εμέ υγρά φύσις κατέχουν την +διάνοιάν μου. Κόσμος σχοινίων πολυώνυμος, ξάρτια και παταράτσα και +κάργα, κόσμος ιστίων, τρίγκοι και παπαφίγκοι και φλόκια και +φλέσια, κόσμος εξαρτισμών και πλεγμάτων και τροχιακών και +τρυμαλιών, καρχήσια πολύστομα και πλατύστομα, απλούνται επάνωθέν +μου όλα συμπεφυρμένα εις τετράγωνα, εις κύκλους και ρόμβους και +τρίγωνα, εις αναβαθμούς και αναρτήσεις κ' αιώρας, πέραν των οποίων +σελαγίζουσιν αναρίθμητα άστρα, φωτόμορφοι αστερισμοί, αγύριστος +κόσμος άλλου, μετεώρου πελάγους, με τα γαλακτώδη του Γαλαξίου +νεφελώματα, ως πολυκαμπή οδόν των ψυχών και των πνευμάτων. + + — Να παίζη ο κόντρας, βρε Γιάννη! + +Ακούεται αίφνης, διακόπτουσα τους ψιθυρισμούς της ψυχής, η τραχεία +φωνή του πλοιάρχου ως ονειρευθέντος εκεί υπό την αναισθητούσαν +χλαίναν του. + +Και ο Γιαννάκης μετά προσοχής θεωρεί τον μόλις εν τω ύψει και τη +νυκτί διαγραφόμενον, ως φαιόν νέφος, κόντραν, προς τας κινήσεις +του οποίου κανονίζεται η ευθυπλοΐα. + + — Πήγες σ' την Πόλι; Κολακεύει πάλιν τον έφηβον υιόν του ο +πλοίαρχος, ενισχύων αυτόν εν τη αγρυπνία του. Να πας σ' την Πόλι +και να ιδής! Να ιδής αγάδες και να ιδής χανούμισσαις! Να ιδής +αγάδες 'ς τα άλογα και χανούμισσαις 'ς τους μπιαντέδες σαν +ζωγραφιαίς. + +Γλυκά-γλυκά κατέρχεται επί των βλεφάρων μου ο ύπνος ως ψεκάζουσα +δρόσος από των Εστιών, άτινα συγχέονται προς την σκοτίαν πλέον, +όγκοι σκοτεινόφαιοι ατμών και καταχνιάς. + +Διά τελευταίαν φοράν διακρίνω το κατακόκκινον φως του σιγάρου του +πρωραίου φρουρού, αγρυπνούντος βαρδιάνου, ακινήτου ως ξυλίνου, +όστις τυλιγμένος εις το αμπαδένιο καποτάκι του, ως εντός μιας +δίπλας της νυκτός, τραγουδεί το τραγουδάκι του, το γλυκύ του +νυσταγμού του αντιφάρμακον, όπερ ως νανούρισμα δι' εμέ κομίζει η +νυκτία δρόσος προς την αυτοσχέδιον κλίνην μου, υπό την βαρείαν της +μπούμας επιστέγασιν: + + _Από ξένον τόπο + κι' απ' αλαργινόν — + γιάλα-γιάλα + Ήλθε το Μορφάκι, + ήλθε το καϋμένο + δώδεκα χρονών. . . + γιάλα-γιάλα._ + +Τι όνειρον! Γλυκύ, δροσερόν όνειρον. Η πλατεία μπούμα, αγρυπνούσα +με παρεφύλαττεν ως δροσερός άγγελος καθ' όλην την νύκτα. Αλλ' +εκοιμήθην επί στρώματος εξ ανθέων; Εκοιμήθην επί του αφρού; +Εκοιμήθην επί νεφέλης κούφης; Ελαφρά; Μαλακά; Εναέριος; Επί πτίλων +περιστερών; Επί πετάλων ρόδων; Επί ερίων χρυσών; Κλίνη +μυστηριώδης. Βυθίζουσα εις το αχανές. Ανάγουσα εις κόσμους +μεταρσίους. Λιικνίζουσά με ως δι' αβροδιαίτων χειρών νυμφών και +νηρηίδων, υπερκοσμίων πνευμάτων. Βαυκαλίζουσά με ηδέως. Εάν αι +ψυχαί κοιμώνται εν τω παραδείσω, ο ύπνος των δεν θα είναι αλλοίος. + +Και ότε αφυπνίσθην, την αυγήν, εξηκολούθει ακόμη ο θείος όνειρος. + +Θέαμα ευρύ. Θέαμα ποικίλον, θέαμα απεριόριστον, απερίγραπτον, +ασύλληπτον θέαμα. Σκηνογραφία έξοχος εξόχου γραφέως, την οποίαν +διά μαγικού ελατηρίου ανύψωσεν επί του αιθρίου ορίζοντος η +πολυέραστος πρωινή νύμφη φωτίσασα αίφνης διά μαλακού, καθηδύνοντος +φωτός, το Αιγαίον. + +Ο σεμνότατος Άθως, τριγωνικός ως πυραμίς Αιγυπτιακή, εις το βάθος, +επιβάλλων διά του μεγαλείου του και αναγκάζων σε, γονυκλινή, εις +επιτακτικήν προσκύνησιν. Δεξιά τα Ρημονήσια, γιγάντια κήτη, +νομίζεις, αναδύσαντα εκ του βυθού, μαυρογάλανα, οζώδη, φαλακρά. +Πλέουσι, θαρρείς, εν μακρά γραμμή, κατά σειράν, εν εξαισία +παρατάξει, συντροφία γιγάντων, να προσκυνήσουν τον ιερόν Άθωνα, +αποκαλύψαντα την πολιάν κορυφήν του ως προς υποδοχήν, ενώ από τους +μαύρους βοστρύχους του κρέμανται μοναί και ασκητήρια, καλιαί +αββάδων. + +Ιδού η Αλόνησος με το σφαιρικόν όρος της και τον απόκρυφον λιμένα +της, καταφύγιον των ναυαγών και των πειρατών. + +Ιδού παρέκει η Κυρά-Παναγιά με το καταγάλανον των δασών της χρώμα, +ως με κυανούν πρωϊνόν μανδύαν περιβεβλημένη, υφ' ον βόσκουσι τα +ποίμνια της Λαύρας, τα γαλακτερά. Ιδού τα αγριόμορφα, τα χοιρώδη +Γιούρα, σιωπηλά και ακατοίκητα. Ο αλιεύς, ον η γαλήνη, +καταδελεάσασα παρέσυρε μέχρι των αποτόμων ακτών του, έντρομος +βλέπει την νύκτα να κατρακυλώσιν εν βρόντω σατανικώ βράχοι +αμαξιαίοι, υπό αοράτων δαιμονίων ωθούμενοι, άτινα — λεγεών όλη — +εξώσθησαν εκεί εκ του Άθωνος διά των προσευχών του οικιστού αυτού +Πέτρου του Αθωνίτου. Όπισθεν αυτού, συνεσταλμένον, γαλανόχρουν, το +έρημον Πιπέρι, με τ' άφθονα καυσόξυλά του και το ασκητικόν μετόχι +του, οίκημα, θαρρείς, των μιαρών αμφιβίων. + +Κ' εμπρός-εμπρός ιδού η Ψαθούρα, μακρά, ομαλή, ηπλωμένη επί των +κυμάτων, ως Αλεξανδρινή ψίαθος, με τον πύργον του φανού της εν +μέσω, ως ιστόν πλοίου μακρόθεν φαινόμενον, πλοίου αγκυροβολήσαντος +δι' άγνωστον αιτίαν εν μέσω εκεί του πελάγους. Την νύκτα όταν +φέγγη γλυκά εκεί, μέσα εις την σιωπηλήν ερημίαν του πελάγους, +θαρρείς και είναι κανδήλα ιερά ενώπιον αναμμένη του Γέρω-Άθωνος. + +Ω απερίγραπτον όνειρον πρωινόν. + +Αίφνης από μέσα από το πέλαγος προς ανατολάς κάτω, ανάπτει φως +ερυθρόν· πυροφάνιον τερατώδες, τρίτωνός τινος τον οποίον τον +επήρεν η ημέρα εις το ψάρευμα. Κατ' αρχάς φαίνεται ως κεφαλή +σαρικοφόρου Τούρκου, αναδύοντος μεγαλοπρεπώς από των κυμάτων, είτα +ως ωραιότατος τεράστιος μύκης, θαλασσίου λειμώνος, είτα ως χύτρα +χαλκή κατακόκκινος επί της πυράς, χύτρα παμμεγέθης Γκέκιδων +γεωργών. Προς στιγμήν μετεμορφώθη εις πάγκαλον ανθοδοχείον, μέγα, +φοινικικόν, και τέλος από μέσα από την ακατανόητον αυτήν σύγχυσιν +του φωτός, σύγχυσιν εις πράγματα και σύγχυσιν εις σχήματα, +αναθρώσκει ο ήλιος, ως νυμφίος από του παστού, ακτινοβολών, +φωτίζων, ζωογονών, και λύνων το παν, όπερ ελούσθη πλέον, θαρρείς, +περιεβλήθη το αιώνιον φωτεινόν ιμάτιόν του, ζη. + +Άγριον, φοβερόν είνε το πέλαγος άνευ του ηλίου. Αι φωτοβόλοι του +προσφιλούς άστρου ακτίνες παραμυθούσι, συντροφεύουν, λαλούν, +αποδιώκουν την κρυεράν ερημίαν. Την νύκτα, με το πυκνό σκότος, +άπασα η περικαλλής αύτη σκηνογραφία θα ήτο απαισία. Τα Ρημονήσια, +δαίμονες σπεύδοντες να συμπλακώσι προς τον αρχηγόν του σκότους, +τον φοβερόν Άθωνα. Τα κύματα, άγριοι οδόντες Αιθίοπος, απειλούντος +φθοράν. + +Και νυν οποία μεταμόρφωσις ηπιότητος, ειρήνης και μειδιάματος. +Λάμπουν τα Ρημονήσια, χορός Ναϊάδων. Αι ράχεις των ακτινοβολούν +από χαράν, με ρόδινον ή κυανούν πέπλον ημφιεσμέναι. Γελούν αι +γυμναί κορυφαί των, γελούν και η γυαλιστεραίς ακρογιαλιαίς των, μ' +ευωδιάζοντα — δεν το πιστεύετε; — λαλαρίδια, ποικιλοσχήμους και +ποικιλοχρώμους χάλικας, όπου θα επεθύμει να κυλίεται κανείς +ολόγυμνος, κολυμβών εις την χρυσήν την άμμον και εις τον +καταπράσινον αιγιαλόν των. + +Η ως ψίαθος ηπλωμένη Ψαθούρα, νομίζεις και ανακινείται, +ανασηκόνεται ως νύμφη θαλασσόλουστος, ανατείνουσα τον πύργον του +φανού της, ως διά να χαιρετίση ζητωκραυγάζουσα εις τιμήν του +Άθωνος, όστις με ολόασπρον την κεφαλήν, φέρων τον βαθύ-κυανούν +μανδύαν του, πατρικώς προσμειδιά, συγκρατών περί εαυτόν, ως +εγγονάκια του, τα ώμορφα Ρημονήσια, τα οποία πρωί-πρωί θέλει να τα +χορεύση επί των πρεσβυτικών γονάτων του, άδων, ο πολιός πάππος, το +παλαιόν τραγούδι του, γλυκύ και δροσερόν ως ψίθυρον καστανέας: + + _βρε σεις, βρε, + βρε σεις, βρε, + χάρισμά σας + τον τζιβρέ...._ + +Τα κύματα δεν φοβίζουν πλέον. Ακτινοβολούν φως και ζωήν. Αρνάκια +κάτασπρα, καμπουρωτά, σκιρτώσιν εν τη υγρά του Αιγαίου πεδιάδι και +ακούεις τον γλυκύν βληχασμόν των. Χοροπηδούν. Κάθηνται. Γελούν. +Φωνάζουν. Παίζουν. Συμπλέκονται. Φιλιούνται. Απορροφώνται. +Χάνονται, κ' αίφνης αναγεννώνται. + +Το ζείδωρον ηλιακόν φως συνησθάνθησαν και τα εν τω πυθμένι τέρατα +κ' ιδού εξάγουσι τας βοώδεις κεφαλάς των, τα φοβερά κήτη, οι +ογκώδεις, ως φουσκωμένοι ασκοί, φυσητήρες, ζωντανοί πίδακες, +ανατινάσσοντες εις ύψος την θάλασσαν, πρωί-πρωί, ως να λούωνται +μετά συριστικού κρότου του λάρυγγος και των χειλέων των με +γαργαρώδεις ανακογχυλιασμούς, γέροντος Τρίτωνος. Νομίζεις ότι +θελγόμενα υπό της λειότητος του πελάγους θέλουν να πηλαλήσουν, +ίπποι θαλάσσιοι, κ' ένεκα του όγκου των βυθίζονται ασθμαίνοντα, +άσθμα ύστατον, αποπνηκτικόν άσθμα, της τελευταίας αγωνίας τον +γοερόν μυκηθμόν, ενώ μετά πόνου εξέχει η βόειος κεφαλή των, με δύο +μεγάλα αγελάδος όμματα, μιαρώς υαλίζοντα, εν τη θαλασσινή ερημία. +Και από το κακόν των, που θα σκάσουν θαρρείς, φυσούν και +αναρρίπτουν προς τ' άνω βροχήν ραγδαίαν το κύμα, μετά κρότου +εκπωματιζομένων τεραστίων φιαλών. Και συναθροίζονται πέριξ των αι +μικραί ταχύπτεροι αλκυόνες, και άλλα μαύρα μακροτράχηλα +θαλασσοπούλια, αι μελαψαί Καλικαντζούναι, και τα τσιμπούν τ' +αναίσθητα «γκαβοντόλια» και τα περιπαίζουν τα αχρεία κήτη, +ταπρόσιτα του Αιγαίου θηρία. + +Ο πλοίαρχός μας ευχαριστημένος διά τον ωραίον καιρόν, εύρεν +εργασίαν δι' έκαστον ναύτην. + +Άλλος λοιπόν ξαίνει στυπείον, άλλος εμβαλώνει διερρηγμένην +γάμπιαν, άλλος χρωματίζει ξεβαμμένον κάπου το παραπέτο, άλλος +αυτοσχέδιος τέκτων ομαλίζει ξύλον προς κώπην κατάλληλον διά την +φελούκαν, και ο μάγειρος, χωμένος εις το ξύλινον μαγειρείον του, +ετοιμάζει το γεύμα. + + — Η χειροτέρα δουλειά είνε η τεμπελιά! έλεγεν ο πλοίαρχος προς +τον Γιαννάκην, επιθεωρών την καθετήν, έτοιμος προς αλιείαν. + +Και βλέπων τον έφηβον αποκαμόντα εν τη μονοτόνω πηδαλιουχία του: + + — Α! Γιαννάκη, και να πάμε εις την Πόλι ταχειά! Πήγες εις την +Πόλι, βρε Γιαννάκη; Να πας εις την Πόλι και να ιδής! Να ιδής +μιναρέδες και να ιδής κυπαρίσσια! — Ήτο πρωτοτάξειδος ο Γιαννάκης. +Διελθών το μικρόν σχολείον του χωρίου του εμβαρκάρισεν ο νεανίας +με του πατρός του την σκούναν, μικρός-μικρός ονειρευθείς την +θάλασσαν ώς τινα θελκτικήν και ανέφελον ζωήν, θαρρών ότι ο εν +πελάγει πλους ωμοίαζε προς το καραβάκι του το μικροσκοπικόν που το +εκαράβιζεν εις την προ του οίκου των ήρεμον παραλίαν. + +Δ.' + +Καθ' όλην την ημέραν ησθανόμην αμύθητον αγαλλίασιν, κυττάζων την +εξαισίαν αυτήν του Αιγαίου σκηνογραφίαν. + +Ο άνεμος έπνεεν από των Ερημονήσων και η σκούνα προήγε πάντοτε +προς τα εμπρός, χρονιάρα νύμφη θαρρείς, και έβγαινεν εις τον κάβο +του χορού με μανδήλι μεταξωτό, ασπρογάλαζο μανδήλι, τας γαλανάς +νησίδας, τας οποίας, ιδού γελώσας, προσπαθεί να παρασύρη εις τον +δρόμον της τον ταχύν, γαλανήν συντροφίαν. + +Προχωρούσης της ημέρας όμως ο άνεμος εκόπασε. Και τέλος έσβυσεν +ολοτελώς. Γαλήνη πλέον. Έπηξεν η θάλασσα το δειλινόν. Έπηξεν εκεί +και η σκούνα εν μέσω του πελάγους, ακίνητος, καθηλωμένη, με τα +πανιά κρεμάμενα ως εσθήτας να στεγνώσουν εις το καύμα του +Ιουλιανού ηλίου. Οι γλάροι εκλαβόντες αυτήν ως νησίδα καταπρασίνην +την περιτριγυρίζουν παίζοντες, διαγράφοντες εν τη ταχεία πτήσει +των ποικίλους ακανονίστους κύκλους, βυθίζοντες τα ράμφη των εις +την θάλασσαν, ως διά να δροσισθώσι κ' εξαίφνης ανυψούμενοι προς +τας κόφας και τα χρυσά κορζέτα της σκούνας, και πάλιν +επαναβυθιζόμενοι και κολυμβώντες ολίγας οργυιάς ως εκ χάρτου +βαρκάκια με ανοικτά τα πτερά, με κλειστά τα πτερά, χιονώδεις, +βαμβακεροί, ζωηροί, όλοι ομού, στολίσκος παίζοντος παιδίου, ένας- +ένας, γύρω-γύρω, εις την γραμμήν, μακράν, εγγύς, ως να εργάζωνται, +ως να θέλωσι να κτίσωσι τας φωλεάς εκεί, επί της λαμποκοπούσης +επιφανείας. Χορός δελφίνων παρέκει, ανακύψας αίφνης από του μαύρου +βυθού, διαγράφει μελαψάς γραμμάς, αψιδωτάς γραμμάς, κατρακυλούντος +ασκού γραμμάς. Του πελάγους δύται αμιλλώνται, θαρρείς, εις τας +αναδύσεις και καταδύσεις· αροτήρες πελαγήσιοι οργώνουσι την +μαλακήν επιφάνειαν. Θεωρών το κύμα από της κωπαστής διακρίνω τα +ψαράκια πάλιν, τρία-τέσσαρα κοπαδάκια, ψαράκια μικρά, της πατρίδος +μου ψαράκια, τα οποία μας παρηκολούθησαν από του λιμένος της +Σκιάθου. Παιδάκια ορφανά, κυνηγούν την μητέρα των φεύγουσαν. Και +πόσον αγάλλονται οπού την κατέφθασαν. Προσκολλώνται εις τα ύφαλα +μη την χάσουν, αναπόσπαστα. Και την φιλούν και την τσιμπούν. Και +παίζουν εις την ποδιάν της, θαρρείς, μαύρα ματάκια, από +χανδρίτσαις ψεύτικα ματάκια. + +*** + +Πυρίνη, κατακόκκινος ημικυκλική οπή, καίει τώρα προς δύσιν. Οπή +καμίνου, ένδον της οποίας αναρριπίζονται δυσθεώρητοι φλόγες. Ούτω +πυρίνους λάμψεις θα εξηκόντιζε και η φοβερά Βαβυλωνία κάμινος. +Αφηρημένος προς το αιφνίδιον θέαμα, νομίζω πως διακρίνω ένδον της +καιούσης καμίνου τους Τρεις Παίδας άδοντας και χορεύοντας: «Τον +Κύριον υμνείτε πάντα τα έργα...» Στιγμάς τινας διαρκεί το φλογερόν +θέαμα εν τη απλή κυανότητι ουρανού και θαλάσσης και είτα σβέννυται +αυτοστιγμεί. + +Ο ήλιος έδυσε πλέον. Και φλόγες και κάμινοι εξαφανίζονται και +απομένει περί ημάς το πέλαγος σιωπηλόν, σκοτειδιαζόμενον. Χειρ +άγνωστος ήπλωσε περί ημάς καταγάλανον αερώδη πέπλον, όστις ελαφρά- +ελαφρά μας επεκάλυψε μετ' ολίγον ως νυξ. Κ' εχάσαμεν πλέον τους +χρυσούς λοφίσκους του Άη-Στράτη με τα κλιμακωτά αγρίδια του και +της εύμορφαις ακρογιαλιαίς του. + +Το παν εβυθίσθη μετ' ολίγον εις σκοτίαν. Σκοτίαν που την +αισθάνεσαι γύρω σου συνθλίβουσάν σε ως οι όχλοι τον Κύριον. +Σκοτίαν ζωντανήν, υγράν σκοτίαν, του πελάγους σκοτίαν. Λεπτή +αρωματώδης δρόσος επιπλέει πανταχού της θαλάσσης, ης ο γλυκύς +ψίθυρος συγχέεται προς τον μαλακόν θρουν της πλεούσης σκούνας. + +Αλλά προχωρούσης της νυκτός ακούεται πέραν από του βάθους του +αοράτου πόντου θορυβώδης αύρα, ως να σείωνται προς δυσμάς αθέατα +δάση υπό στυγνού μαΐστρου, βοΐζοντος υποκώφως, λέγεις και +κατέρχεται χείμαρρος αφανής από υψωμάτων. Προαγγέλλεται νυκτερινόν +μελτέμι. Βίαιος άνεμος που παίρνει τα μεσάνυχτα. Υπό τας +αστρολαμπάς διακρίνομεν τας ρυτιδώσεις του πελάγους ως πτυχάς +ηπλωμένης οθόνης. Ο πλοίαρχος στηρίζει τας χείρας επί της οσφύος +ως Αινήτικη λάγηνος, βλέπων σύννους προς τα ιστία, διατάσσει τους +ναύτας, μόλις αποδειπνήσαντας να στερεώσωσιν αυτά τεζάροντες +μανδάρια και μπράτσα, όπως ευρεθώμεν έτοιμοι εις υποδοχήν του +επερχομένου ανέμου, αποστείλαντος ήδη τας προφυλακάς του, μερικά +φουσκωμένα κύματα. + + — Νέτα κάργο! + + — Άλλα μπρούλια! + +Και ιδού αιφνίδιαι ριπαί καταφθάσασαι προσπίπτουσιν επί των +ιστίων, άτινα τινάσσονται κυματοειδώς εν ηχηροίς πλαταγισμοίς, ως +να προσέκρουσαν επ' αυτών αγέλαι πτηνών νυκτοβίων και κτυπώσι τας +πτέρυγάς των. Τέλος κολπούνται εν κραδασμοίς και παλμικαίς +κινήσεσι του σκάφους, όπερ μετά στεναγμόν ισχυρόν ανεκινήθη αίφνης +— εξηπλωμένον όλην την ημέραν 'ς την λιακάδα — και ως προσωθηθέν +ερρίφθη ακούσιον εις την ανοιγείσαν οδόν. + + — Τα φανάρια σου! + +Προστάσσει τον παίδα ο πλοίαρχος, επιβλέπων τους επί των πλευρών +μεγάλους του πλου φανούς, εξέχοντας ένθεν και ένθεν ως δύο μεγάλα +όμματα αλλοιθόρου τέρατος, πράσινον και ερυθρόν. + +Και ιδού θρήνοι αντηχούσιν από του ύψους και των κορζετών, θρήνοι +άρπας και λύρας. Οδυρμοί και γόοι αυλού φρυγικού, το φρύγιον +αυλούντος. Μέλος νεκρώσιμον αοράτων πνευμάτων, εν νυκτίαις +φοβεραίς ώραις επικαθησάντων, θαρρείς, επί των ακροτάτων της νεώς +και θρηνούντων εν ιαχή του ερήμου πελάγους. + +Αθέατα τελώνια, κρεμάμενα από των πολυσχιδών σχοινίων των αρμένων, +αρχίζουν να παίζουν τραγούδια τρελλά, τραγούδια μέθης, αποκρηάς +τραγούδια, τραγούδια χορού, ζωής τραγούδια, θανάτου τραγούδια. +Ανακατωμένα, σκοτεινά τραγούδια. Μοιρολογούν γυναίκες επί νεκρώ, +κ' εξαίφνης αι ίδιαι καγχάζουν ως αι Βάκχαι. Τώρα αλαλάζουν +τούρκοι εν εφόδω, τώρα ψαλμωδούν ψάλται κηδεύοντες. Από τα σκολιά +εξάρτια, από τα υψηλά παταράτσα, από τα χιαστώς συμπλεκόμενα +μαντάρια, πανταχόθεν αντηχούσιν οι θρήνοι και οι γέλωτες, +ταχύπτεροι του μελτεμίου απόστολοι, το οποίον κατόπιν των να το, +αφρίζει, ωρύεται, μυκάται. Ενίοτε κόρη καταμόναχη τραγουδεί, +θαρρείς, επάνω εις τον υψηλόν κόντραν, κόρη τον ταξειδεύοντα +μνηστήρα ονειροπολούσα. Κατόπιν μήτηρ κλαίει τα παιδάκι της μέσα +εις ταις γάμπιαις τυλιγμένη, αόρατος. Στιγμάς τινας εξέχει +οξύτατος ο ήχος της γλυκυτάτης φλογέρας, επάνω εις το πανύψηλον +φλέσι, ως νεαρού βοσκού κελάειδημα από του ύψους όρους. Μετά δέους +επαίρω τους οφθαλμούς μου προς τα ισχία, όθεν ο άνεμος διά των +ποικίλων οπών του εξαρτισμού εισχωρών βιαίως, συρίζει. Συρίζει +πενθίμως, συρίζει οξέως, συρίζει γοερώς. Τώρα μεν ακούω τας +στοναχάς του σφαζομένου Αγαμέμνονος· τώρα δε τον γόον του +αυτοκτονούντος Αίαντος και αύθις τους ολολυγμούς της Ηλέκτρας· και +νυν τον κλαυθμόν τον ακατάσχετον του Πέτρου, και πάλιν της +Μαγδαληνής τους λυγμούς. Περιβαλλόμεθα πάντοθεν υπό της σκοτίας +και κατευθυνόμεθα εις αδιόρατον σκότος. Η πυξίς μόνη μας οδηγεί, +και των άστρων η τρέμουσα φεγγοβολή. + +Ο κόντρας κτυπά, διπλούμενος εν εαυτώ, υπ' αντιθέτων ριπών +συγκρουόμενος, ως αετός πληγωμένος θανασίμως. Το φλέσι κρούεται ως +τύμπανον παρατάξεως. Η τρικυμία μυκάται ήδη, φωνάζει, ακούεται, +βρυχάται μακράν ως βοή λεόντων και τίγρεων αμιλλωμένων εν διαύλω +και δολίχω. Πυρκαϊά αθέατος, και φθάνουσιν οι κροταλισμοί των +φλογών της. Τα κύματα πλακόνουν, επλάκωσαν. + + — Μάϊνα φλέσι! Μάϊνα κόντρα! + +Είνε τα λεπτοφυέστερα, ούτως ειπείν, των ιστίων, κ' εν τη εισβολή +του ανέμου πρώτα-πρώτα καταβιβάζονται, τα μονάκριβα παιδάκια της +σκούνας να μη πέσουν από τόσον ύψος. + +Οι ναύται, παλαισταί έτοιμοι, ίστανται παρά τα μαντάρια με το +τσιγάρο στο στόμα, ανασκουμπωμένοι. + +Η σκούνα τραντάζεται εγείρουσα υπερηφάνως την πρώραν της, λέων, +ανατινάσσων βασιλικώς την χαίτην του, τίγρις, τρίζουσα τους +οδόντας της, ως να λέγη: + + — Εδώ είμαι! + +Βρυχάται το πέλαγος, σφυρίζει η σκούνα, τρίζουν τάρμενα. Οι ναύται +ανασκουμπόνονται ολοένα. + +Η μάχη αρχίζει. + +Κύμα έν, όγκος μολύβδινος, ακτινοβολών υπό την αστροφεγγιάν· +αποτρόπαιον ακτινοβολίαν, θραύεται κατά της χυτής μάσκας εν +πλαταγισμώ, περιλούει τ' ακροστόλια κ' εισβάλλει εις την πρώραν εν +αφρώ διασυρίζον ως σβεννυμένη ανθρακιά. + + — Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα! ακούεται από της πρύμνης ο +πλοίαρχος, ενθαρρύνων μετά μειδιάματος τους ναύτας, βαρυθύμους, +διότι θα έχωσιν αγρυπνίαν απόψε. + +Το κατάστρωμα μέχρι της υψηλής πρύμνης είνε διάβροχον. + +Οι ναύται γυμνοκνήμιδες, ίστανται εις τας θέσεις των, βρεχόμενοι +μέχρις αστραγάλων. Τα κύματα εισρέουσιν αδιακόπως ως ποταμός +αφρίζων κ' εκρέουσιν από τ' ανοικτά πορτέλλα. Θαρρείς και το ήμισυ +σκάφος πλέει υπό την θάλασσαν. + +Το πέλαγος εφούσκωσε πλέον, υψωθέν υπεράνω ημών επιφόβως, αλλ' η +σκούνα, γυρμένη προς την δεξιάν πλευράν, — μούρα αριστερά — ως +τυφλή εισχωρεί διαμελίζουσα εις δύο κραταιώς τους ατελευτήτους +όγκους, τους οποίους το πέλαγος σωρεύει κατ' αυτής τον ένα μετά +τον άλλον, θαλάσσιον τέρας η σκούνα, λυσσωδώς καταπατεί υπό την +τρόπιν της τα ογκώδη κύματα, και του δίνει, μωρέ γέμου, +λοξοδρομούσα προς ανατολάς, εν τριγμώ των ιστών και συριγμώ των +καρχησίων, εν ώ όπισθέν μας αλαλαγμός και βοή και σύγχυσις και +σκοτία και συμπλοκαί κυμάτων και ολοφυρμοί, εφ' ων πένθιμοι +ακτίνες προσπίπτουσιν, ακτίνες πράσινοι και ερυθραί, το φως των +φανών της γραμμής. + +Τα κύματα διωκόμενα μας φθάνουν· και βλέπομεν τας θραυομένας +κορυφάς των ως στόματα αφρίζοντα εκ της οργής, φαγκρίζοντα, με +στίλβοντας λευκούς οδόντας. Έρχονται από το σκότος και χάνονται +εις το σκότος. Λόχοι με πυκνάς αργυράς λόγχας απαστράπτουσας εις +την φωτοβολίαν των οίστρων, λόχοι λευκάσπιδες, πίπτοντες γενναίως +επί του υγρού πεδίου, πλην πάραυτα αντικαθιστάμενοι υπό των +ετοίμων εφεδρειών. Τέρατα άγνωστα με αργυρόξανθον φαεινόν τρίχωμα +εις την κυρτήν των ράχιν. + + — Να κολυμπήση κομμάτι η Αλαφίνα! + +Επαναλαμβάνει πάλιν, ενισχύων, ο πλοίαρχος· και στρεφόμενος προς +τον έφηβον, ευρεθέντα πάλιν εις την πηδαλιουχίαν, νουθετεί ηρέμα: + + — Πρόσεχε, παιδί μου, πρόσεχε! + +Και ίσταται εκεί επάνω με τα ευρέως κολπούμενον υποκάμισόν του, +αρχηγός, διευθύνων εκείθεν την συμπλοκήν. + +Η σκούνα, παλαίουσα, σκιρτά μετά ρώμης επί των κυμάτων, +αντιπαρερχομένη, αναβαίνουσα, καταβαίνουσα, υψούσα τεραστίως την +πρώραν της, στάζουσαν από του ιδρώτος, θαρρείς, με το μπαστούνι +της προτεταμένον ως δόρυ μέγα, βριθύ, Αθηναίης δόρυ, ενώ η πρύμνη +της, με τα υψηλά δρύφακτα, κατέρχεται προς τον ανοιγόμενον πόντον, +βαρεία, να ταφή, νομίζεις, εκεί, εις λάκκον απρόσιτον, ανοιγέντα +ένθεν κ' ένθεν. Και πάλιν αίφνης ιδού, ω τεραστία απόλαυσις! η +πρύμνη ανέρχεται υψηλά, μετέωρος, να πετάξη, θαρρείς, προς τάστρα, +ενώ ήδη η πρώρα βυθίζεται κάτω κατά του κύματος εμπήγουσα ως +φάσγανον μέγα τον αρειμάνιον θαλασσομάχον της εις την καρδίαν του +πόντου, να τον φονεύση εκεί, και ανοίγουσα δρόμον προχωρεί, +πολεμιστής αγαθός, με τα μούτρα ορμώσα, τυφλή θεότυφλη, αψηφούσα +τον θάνατον. + +Η μάχη είναι ατελείωτος. Αι αυταί κινήσεις επαναλαμβάνονται +αδιακόπως, επάλληλοι, κανονικαί, ζαλίζουσαι. Ενώ ο ουρανός +αστροβολών ανέρχεται και κατέρχεται και αυτός, κατά τας κινήσεις +μας, ως δίσκος απέραντος, ως να σύρη αυτόν και απολύη, αόρατος +χειρ δι' αοράτων ελατηρίων, από των ιστών της σκούνας +αναρτηθέντων. + +Έρχονται στιγμαί που φοβείσαι μήπως όλον εκείνο το τεχνητόν +πύργωμα αναρπαγή ως τι κούφον αερόστατον. Και όμως εκείνο, το +οποίον μόλις, ως πτερόν θα διακρίνηται εν μέσω του πελάγους, +παλαίει ακατάβλητον. Ίσταται μαχόμενον. Νικά και φεύγει. +Φυλαττόμενον από τας απείρους ενέδρας διά της δεξιάς πηδαλιουχίας, +θέτει την πρώραν του εις ωρισμένην διεύθυνσιν και προβαίνει εις το +σκότος ως εν φωτί. + +Πάντες αγρυπνούσιν. + +Οι ναύται, γυμνόποδες, ίστανται ένθεν και ένθεν παρά τα μαντάρια, +έτοιμοι εις πάσαν διαταγήν. Ο σκοπός ακίνητος εν τη πρώρα θεωρεί +πάντοτε εμπρός, λησμονήσας και το τραγούδι του νυν, συμμαζευμένος +μέσα εις την γούναν του, κατάβροχος, κρατούμενος καλώς μη +αναρπαγή, κτυπώμενος συνεχώς υπό των κυμάτων ως να θέλουν να τον +ρίψουν κάτω από την σκοπιάν του, τον φύλακα τον άγρυπνον, κ' εν +εφόδω εισορμήσωσιν είτα. + +Καταβληθείς υπό της αγρίας συγκινήσεως κατήλθον κάτω εις το +πρυμναίον. Το πάτωμα ως ξεκλειδωμένον ανέβαινε και κατέβαινε προς +τας κινήσεις του πλοίου, χορεύον τον ίλιγγον — είδος θαλασσινού +χορού — ότε ο άπειρος παραπαίει και σαλεύει ως ο μεθύων. Η βοή του +ανέμου η βραχνή μόνη έφθανε κάτω διά της θυρίδος του ταμπουκιού +ακλόνητος. Το πηδάλιον βιαίως συγκρατούμενον εν τη θέσει του, +επάλαιε κατά της σιδηράς ορμής της θαλάσσης κ' εκρότει, κάπου +συγκρουόμενον, ως του χαλκέως η σφύρα επί του άκμονος, να +απελευθερωθή, θαρρείς, από των ορειχαλκίνων βελονίων του. + +Ο πλοίαρχος, κατελθών προς στιγμήν, ήναψε σιγάρον, σκυθρωπός, +αμίλητος. Και πάλιν ανήλθεν επί του καταστρώματος σκυθρωπός, +αμίλητος. Ο μικρός Γιαννάκης, κατελθών και αυτός, άπειρος προς τον +κίνδυνον, ήνοιξε μικρόν κιβωτίδιον, έλαβε και έρριψεν εις τον +ευρύν κόλπον του οπώρας τινάς φυλαγμένας εκεί, και ανήλθε δάκνων +οπώραν και οποψελλίζων ως πτηνόν: + + _από ξένον τόπο + κι' απ' αλαργινό . . + γιάλα-γιάλα . . ._ + +Από τινος ημιανοίκτου κοιτωνίσκου εξήρχετο στεναγμός, παράπονον +πάσχοντος, αγωνία θνήσκοντος, φαντάσματος παραλήρημα: + + — Μάννα μου! Μάννα μου! + +Άλλος ναυτόπαις αυτός, ο καμαρώτος, ασυνείθιστος προς την +τρικυμίαν, πρωτοτάξειδος, προσεβλήθη εις την καρδίαν κ' εξέπνεε, +θαρρείς. + +Παρήλθον ώραι. Προσήγγιζεν ο όρθρος κ' η τρικυμία ωρύετο +ισχυροτέρα. Ο άνεμος ετράπη εις βόρειον καθαρόν ως εν χειμώνι, +μετά ψύχους και ψεκάδων χιόνος. + +Η σκούνα επροχώρει πλέον με βόλταις. + +Κατεκλίθην επί μικρόν. Αλλά παρά το ους ειργάζετο κλέπτης ν' +ανοίξη την κλειδαριάν. Το κύμα, προσπίπτον εις την πλευράν του +πλοίου από του φοβερού λαίλαπος, απετέλει τον κρότον εκείνον του +νυκτοκλέπτου. Η καρδία μου επόθει αγρυπνίαν, αλλ' ο κάματος +αντιπαλαίων κ' υπερισχύων έκλειε τα βλέφαρά μου. Μ' εφαίνετο ότι +ευρισκόμενος επί αιώρας, από του ισχυρού κλώνου μεγάλης πλατάνου +κρεμαμένης, εκραδαινόμην ακουσίως υπό ισχυροτάτων βραχιόνων, +οίτινες από το άγνωστον με απώθουν προς το άγνωστον. Οι +ημίκλειστοι οφθαλμοί μου μόλις διέκρινον έν φως μετακινούμενον +ένθεν και ένθεν, το φως της κρεμαμένης λυχνίας, ήτις μεταμορφώθη +εις την αποκαμούσαν διάνοιάν μου εις εκκρεμές φωτεινόν, τας +κανονικάς κινήσεις του οποίου παρηκολούθουν, ότε ακούω επάνω +κραυγήν γοεράν. + + — Αλλέστα! + +Ανήλθον επί του καταστρώματος ως αποδιωχθείς υπ' αγνώστου φόβου. Ο +ουρανός με τάστρα του τα λαμπρά, κυαναυγής, αίθριος, κατήρχετο +προς τα κάτω, προς τους ιστούς της σκούνας, μ' εφαίνετο, και +προσκόπτων προς τας χρυσάς αυτών κορζέτας ωθείτο μετά δυνάμεως +προς τάνω, κ' υψούτο πάλιν με τάστρα του, κυαναυγής αίθριος, με +τάστρα του τα οποία έπαιζον έπαιζον, ως ανοιγοκλείονται ματάκια, +χρυσά ματάκια, αργυρά ματάκια. Η θάλασσα αδιακόπως εισερχομένη από +της πρώρας και χυνομένη από τα πορτέλα, ορθάνοικτα, κατά +κυματισμούς, εν αφρώ και βροχή ραγδαία, κατεπλημμύρισε το +κατάστρωμα πλέον όπου οι ναύται ως πάπιαι, παρά τα χονδρά ξάρτια +και τα κατραμωμένα παταράτσα, ανέμενον πάντοτε τας διαταγάς του +πλοιάρχου, όστις ίστατο ακίνητος, τετράγωνος, ανεμιζόμενος, +ασκεπής, με το τσιγάρο 'ς το στόμα, μισοφαγωμένο, επάνω εις την +πρύμνην, κρατών τα ναυτικά δίοπτρα και βλέπων το ηγριωμένον +πέλαγος, ατάραχος ως κορμός δρυός εν ώρα καταιγίδος. Σκότος +βαθύτατον. Και μόνον φως έν προς το Σίγρι, κατακόκκινον, έφεγγε +θλιβερώς κατενώπιον, ως πύρινος Κύκλωπος οφθαλμός, σβεννύμενον +αίφνης και πάλιν αίφνης αναπτόμενον, ο φάρος του ακρωτηρίου της +Μιτυλήνης. + +Η σκούνα με αριστεράν μούραν πάντοτε έκλινε προς την δεξιάν +πλευράν, ολονέν πλαγιαζομένη υπό των κυμάτων, άτινα κάτωθεν ως +μοχλοί προσεπάθουν να την ανατρέψουν, αλλ' έφευγε λοξώς πάντοτε +προς τον φάρον της Μιτυλήνης πλέουσα, όστις ολονέν εμεγεθύνετο, +φεγγοβολών εις απόστασιν τεραστίως. + +Ο πλοίαρχος υψούμενος επί της πτέρνης, καμπτόμενος ως κουλούρα, +ανατείνων τον λαιμόν ως χην, κλίνων δεξιά, κλίνων αριστερά ως ει +ησθάνετο πόνους περί την οσφύν, ακροώμενος με το ους προς τον +φάρον ως ει εκάλει αυτόν πρωρεύς άγνωστος από του πελάγους, +βαστάζων τα δίοπτρα, επάνω εις την υψηλήν πρύμνην, σχοινοβάτης επί +θεατρικού ικριώματος, ηγωνίζετο υπερανθρώπως να υπολογίση την από +της ξηράς απόστασιν, οδηγούμενος από του κρότου των επί της ακτής +θραυομένων κυμάτων. Και όταν ενόμισεν ότι προσηγγίζομεν εις την +ξηράν κ' ότι ήλθεν η στιγμή «να τα γυρίση», τότε εκραύγασεν +«αλέστα» διατάσσων τους ναύτας να είνε έτοιμοι. Η διαταγή εκείνη +γοερώς αντηχήσασα εν τη τρικυμία ως φωνή πνιγομένου, μ' ηνάγκασε +ν' ανέλθω επί του καταστρώματος, ως είπον. + + — Μόλα μπουρίνα! τίρα-μόλα! + +Ηκούσθη πάλιν εν μέσω της εξάλλου βοής του πελάγους, διατάσσων ο +πλοίαρχος, με γλώσσαν άγνωστον εις εμέ, γλώσσαν βομβούσαν ως το +άγριον μελτέμι με όλην την υγρότητα αυτής, της θαλάσσης την +γλώσσαν. + +Ο επί της πρώρας ακοίμητος φρουρός είχεν αντιληφθή εγκαίρως του +σχασίματος των κυμάτων, άτινα εθραύοντο κατά της αποτόμου του +φάρου άκρας εν παρατεταμένη νεροποντή και έδωσε σημείον, ο δε +πλοίαρχος, ακροώμενος ως είπομεν, παρεδέχθη του φρουρού την +αντίληψιν και διέταξε να χαλαρώσωσι τα χονδρόν σχοινίον, την +μπουρίναν, την συγκρατούσαν τον παμμέγιστον τρίγκον, όπως «τα +γυρίσωσι» τα ιστία προς την αντίθετον κλίσιν. + +Ο πηδαλιούχος επιδέξιος τιμονιέρης, ακίνητος ως άγαλμα έως τότε, +συγκρατών το πηδάλιον εις την θέσιν του, πάραυτα εκινήθη προς την +διαταγήν. Έλαβε ζωήν εμψυχωθείς κ' έστρεψε τον κύκλον του πηδαλίου +ταχέως, γύρους πολλούς, πολλούς ώστε να έλθη «το τιμόνι ς' την +μπάντα». + +Εν τω άμα ο δρόμος ανεκόπη. Διότι συγχρόνως και οι ναύται, +εκτελούντες το πρόσταγμα του πλοιάρχου έσυρον μετά ταχύτητος τα +σχοινία των ιστίων, άτινα όλα ομού συνεστράφησαν προς την άλλην +πλευράν υπό την διεύθυνσιν του ναυκλήρου: + + — Γιάσσα-Γιάσσα! Όλοι μαζί! + + — Γιάσσα-Γιάσσα! Άλλα παιδιά! + +Ο άνεμος εναντίος ήδη, κολπών τα ιστία, με λύσσαν, έγυρε προς την +αριστεράν άλλην πλευράν την σκούναν, ήτις κλονισθείσα αποτόμως +εφάνη ότι εστάθη. Η πρώρα της δεχθείσα αίφνης εις τας μάσκας της +τα φοβερά ραπίσματα των μαινομένων κυμάτων ανυψώθη ως θαυμασίου +ίππου κεφαλή αποφεύγουσα τους λακτισμούς του αντιπάλου και η +πρύμνη φυσικά συσταλείσα εκ του σεισμικού τρόμου, υπεχώρησε προς +τα κάτω ως κατακάθεται ηττημένος εν σταδίω ίππος· και ήφριζεν +αγρίως εν τη νυκτί το πέλαγος γύρω ως να ήτο ο νικητής. Αλλά τα +ιστία ισχυρώς τεταμένα, πληρωθέντα πνεύματος, ενίσχυσαν την +σκούναν εν τω αγώνι. Η υπερήφανος πρώρα με τον Ηρακλέα της όρθιον +εμπρός, κύπτουσα, κυάνεος ίππος, με την ωραίαν χαίτην του, +καταπατεί γενναίως τους όγκους των νέων κυμάτων, θραύει αυτούς +κινητικώς, και υπεγειρομένης της πρύμνης επιβοηθητικώς, ανοίγει +οδόν προς την Λήμνον — μούρα δεξιά — επικροτούντων εν οξυτάτω +συριγμώ των καρχησίων. Τα πανιά μπουκάρισαν πλέον. Η σκούνα τα +πήρε. Ο φάρος της Μιτυλήνης εχάθη. + +Αναχθέντες συναντώμεν εν απολαύσει δεινού μεγαλείου δύο μπάρκα, με +της γάμπιαις μόνον, ένθεν και ένθεν ημών, εκτελούντα την +λοξοδρομίαν των προς την Μιτυλήνην, άτινα ως κήτη θαλάσσια με τας +κοιλίας των θαρρείς εκυλίοντο πλησίον ημών, ασθμαίνοντα, στένοντα, +υπό αφρών και άχνης καλυπτόμενα· ως δαιμόνια μαύρα οι ναύται +ίσταντο παρά την κωπαστήν, κρατούντες τα σχοινία εις χείρας, οι δε +πρωραίοι φρουροί των, κουλουριασμένοι κέρβεροι εις την πρώραν, ως +ξύλινοι εκάθηντο εκεί μαύροι, κυματόβρεκτοι. Οι πλοίαρχοι και των +δύο παρά τα πηδάλια, με τα δίοπτρα εις χείρας εκραύγαζον την +στιγμήν εκείνην ως με θαλασσίαν σάλπιγγα, την οστρακώδη κοχύλαν: + + — Μόλα-μπουρίνα! τίρα-μόλα! + +Κ' εβόϊζε το άγριον πέλαγος αντηχούν εις απόστασιν: + + — Μόλα μπουρίνα! Τίρα-Μόλα! + +Μετ' ολίγον φως άλλο κατακόκκινον αστράψαν όπισθέν μας με +κατετάραξεν, άπειρον της θαλάσσης, φοβηθέντα σύγκρουσιν προς +ατμόπλοιον, αλλ' ήτο η σελήνη ήτις λειψίφωτος, την αυγήν +ανατείλασα ως πεπυρακτωμένον κλαδευτήριον εφώτισε την σκούναν +ημίπνικτον και το πέλαγος ηγριωμένον, του οποίου τα κύματα +ελάμβανον φωνήν, θαρρείς, εν τη βιαία του ανέμου ορμή κ' +εβλασφήμουν και έβριζον. + +Ε'. + +Εξημερώσαμεν παρά την Λήμνον. Ο άνεμος ηλαττώθη. Τα ιστία όλα +πάλιν ανεπετάσθησαν και έπαιζεν ο κόντρας πρωί-πρωί γελαστός, ως +νικηφόρος αεροναύτης. + +Η θάλασσα έστρωσε. Και όταν ανέτειλεν ο ήλιος έλαμπεν η σκούνα +ολόκληρος μυρίζουσα θάλασσαν και άρωμα του πυθμένος. Αδάμαντες +κατεστάλαζον από τ' ακροστόλια τα ύδατα, ο πώγων του ξυλίνου +Ηρακλέους εγυάλιζεν ως ζωντανός ανακινούμενος. Ο καραβόσκυλος, +σειόμενος παταγωδώς, ετίνασσεν από του στιλπνού τριχώματός του την +θάλασσαν βραχείς και αυτός την νύκτα· αλλ' οι ναύται τυλιγμένοι εις +τας κηρόχρους νιτζεράδες των με τα κηρωτά κασκέτα κεκαλυμμένοι +μέχρι των ώτων, με τας χείρας αφανείς κρεμαμένας ως χηλάς +οστρακοδέρμου με τους πόδας γυμνούς ωμοίαζον προς καβούρας με τας +αγκυλωτάς των μύστακας αναμένοντες «να σκαντζάρη η βάρδια» ίνα +ξαλλάξωσιν. Ο σκοπός ο πρωραίος, εσκυμμένος εκεί ημέρας υπό την +κιτρίνην νιτζεράδα του, έσταζεν όλος ως άρτι αναδύσας εκ του +βυθού, ο δε πηδαλιούχος με την μίαν χείρα κρατών τον τροχόν του +πηδαλίου ασφαλώς, με την άλλην απέμασσεν από του πώγωνος και από +του μετώπου την θάλασσαν, τον ιδρώτα του παλαίοντος ναύτου. Και +εις έν τίναγμα αιφνίδιον — ριπής, τελευταίας του εκπνεύσαντος +ανέμου — ανακινηθείσα η σκούνα εφάνη ότι άρτι αναδύσασα και αυτή +ανετινάσσετο, ως ο καραβόσκυλος πρότερον, αποβάλλουσα την άλμην, +αφροδίτη με κομψούς τιναγμούς αποσμήχουσα την μακράν της κόμην. + +*** + +Μεγάλη απλούται η Λήμνος, μακρά και χθαμαλή με ωραία ακρωτήρια, με +μεγάλους βαθυκόλπους λιμένας με χρυσοκιτρίνους αγρούς θερισμένους, +με εύμορφαις ακρογιαλιαίς. Χωρίς δάση, χωρίς χωριά, έρημος, +θαρρείς, ακατοίκητος. + +Από την Λήμνον έπειτα εις την Τρωάδα και από την Τρωάδα εις την +πολύκωμον Ίμβρον κ' από την Ίμβρον εις την Τένεδον. + +Βόλταις. Θαλασσινοί περίπατοι, αι ναυτικαί λοξοδρομίαι. + +Συντροφιά με τους γλάρους. + +Ω! την ηγάπησα την συντροφιάν την λευκήν των γλάρων. Είνε αθώα, ως +είνε κάτασπρα τα πτερά των. Σε διασκεδάζουν χωρίς να σε κουράζουν. +Αγάπη κουράζουσα δεν είνε αγάπη. Σε συντροφεύουν χωρίς να σε +ενοχλούν. Αθορύβως, σιωπηλώς. Ευγενώς. Είνε καλόγνωμος η συντροφιά +των γλάρων. Εμφανίζονται ενώπιόν σου εκεί όπου δεν τους +περιμένεις. Ως παλαιοί σου φίλοι. Δεν εξίστασαι δι' αυτό, ως να +τους ανεζήτεις μετά κόπου. Νομίζεις κ' έπλευσες δι' αυτούς. +Νομίζεις κ' υπέφερες δι' αυτούς. Κ' εκείνοι πάλιν ό,τι θέλεις διά +να σε ευχαριστήσουν. Χορεύουν, βουτούν, παίζουν. Προηγούνται, ως +να θέλουν να σε οδηγήσουν εις τας κατοικίας των, τας δροσεράς, τας +υγράς φωλεάς των, όπου το κύμα φωσφορίζει φέγγον, όπου η δρόσος +είνε αιωνία. Κ' εν ώ προβαίνουν ταχύπτεροι, αίφνης ίστανται και σε +περιμένουν και σε κράζουν μετά μονοσύλλαβά των, γλαριστί: + + — Καλώς τον φίλον μας! Καλώς τον φίλον μας! + +Κ' εν ώ περιμένουν, θωπεύουν τον αέρα με τας κυρτάς των ως +δαμασκιά πτέρυγας, και φιλούν το κύμα με τα ράμφη των. Πόθεν +ήλθον; Πού πηγαίνουν οι φίλοι μου, οι κάτασπροι γλάροι; Είνε +γλάροι της Μιτυλήνης; Είνε γλάροι της Λήμνου; της Τρωάδος είνε οι +γλάροι η της Τενέδου; Τους έβλεπον τάχα και οι Αχαιοί; + +Ω! η λευκή, η καλή συντροφιά μου, οι γλάροι του Αιγαίου! Καταμεσής +'ς το πέλαγος αναμένουν να χαιρετίσωσι τους ταξειδεύοντας. Άγγελοι +του αισίου πλου, υπάρξεις ποθηταί εν κρυερά του πόντου ερημία. +Μειδίαμα γλυκύ εν τη πικρά μοναξία. Ελπίς ότι εγγύς που ο κόσμος. +Αφορμή μελέτης διά τον σοφόν. Έμπνευσις διά τον ποιητήν. Δουλειά +διά τον άεργον. Παραμυθία διά τον ναύτην, όστις επακουμβών επί της +κωπαστής συνάπτει άφωνον διάλογον με τον λευκόν πτερωτόν του +σύμπλουν. Ναύτης προς ναύτην. Θαλασσοδαρμένος προς +θαλασσοδαρμένον. Γλάρος προς γλάρον. + +Και πετούν ενίοτε υψηλά. Πλησιάζουν εις τας κόφας του πλοίου, +τρέχουν γύρω και χορεύουν περί τον θαλασσομάχον, τον ξύλινον της +πρώρας αδελφόν των, όστις βουτά και αυτός καθώς αυτοί ως δίστομον +στιλέτο κόπτον το κύμα. Και πολλάκις πολλοί-πολλοί περισυναχθέντες +τριγυρίζουσι την σκούναν εν χαιρετισμοίς, μεγάλην γλαρίναν, μητέρα +πολυπαθή των λογικών γλάρων. + +Εκόπασε πλέον ο σάλος· τα κύματα καταπονηθέντα καθ' όλην την νύκτα +επραΰνθησαν. Η θάλασσα γαληνιάζει πάλιν. Δευτέραν φοράν διερχόμεθα +εγγύς της πολυσχιδούς Λήμνου, ηρέμα, από της αντιθέτου πλευράς. +Επί τινος χρησίζοντος λοφίσκου υπολευκάζει παρεκκλήσιον. Όλοι οι +ναύται, προς αυτό ατενίζοντες ευλαβώς, κάμνουν τον σταυρόν των. + + — Άη-Νικόλα! + +Λέγουσιν όλοι εγκαινιάζοντες το άγνωστον παρεκκλήσιον επ' ονόματι +του θαλασσινού των αγίου. + +Μικρά βρατσέρα πλέει παρά την ακτήν φοβισμένη, μετά τον σάλον +ξετρυπώσασα. + +Υπό τινα βράχον μοι φαίνεται πως διακρίνω την σκιάν του +εκσφενδονισθέντος από του Ολύμπου άλλοτε χωλού Ηφαίστου και παρά +τι σπήλαιον: + +«Ορώ κενήν οίκησιν ανθρώπων δίχα» την οίκησιν του Σοφοκλείου +Φιλοκτήτου· καί τινας συκάς απέξω εκλαμβάνω ως ράκη, τα οποία +ήπλωσεν εκεί ο έρημος ήρως «βαρείας του νοσηλείας πλέα». + +*** + +Εξημέρωσε Κυριακή; + +Οι ναύται, απηυδηκότες από της παρελθούσης τρικυμιώδους νυκτός, +κοιμώνται ακόμη, ενώ ο μάγειρος πρωιαίτερον εγερθείς, απολεπίζει +ιχθύδιά τινα, σημαδιακούς χάνους εκατοστάρικους, πελαγίσιους +χάνους, τους οποίους είχομεν αλιεύσει κατά την γαλήνην της +προτεραίας. Μόνος ο πηδαλιούχος, κουκουλωμένος ακόμη με τον +χειμερινόν μουσαμάν του, ίσταται παρά το πηδάλιον, και ο φρουρός +της πρώρας, ανάψας το εικοστόν σιγάρον κατά την τετράωρον βάρδιάν +του, βρεγμένος ακόμη με τον κηρωτόν μουσαμάν του, φρουρεί. + +Τα πανιά! όλα επάνω τώρα. Και ο μοναχογυιός κόντρας ο +λεπτοκαμωμένος, ο γαλαζοαίματος. + +Ιστάμενος επί της πρώρας ως επί πύργου, καμαρόνει την ταχείαν +σκούναν πετώσαν μαλακά-μαλακά. Άνευ τιναγμών πλέον προηγείται δύο +άλλων ιστιοφόρων μεγάλων, άτινα μας παρακολουθούσι μετά σπουδής ως +να θέλουν κάτι να μας ειπούν. Αλλ' η σκούνα φεύγει, πετά. Από του +ύψους ένθα ίσταμαι νομίζω ότι δεν άπτεται καν της θαλάσσης. Τόσον +γλυκά πνέει, θαρρείς και 'ς τα νύχια πατεί. Είνε υπερήφανος διά +την νυκτερινήν νίκην. + + — Σκάντζια-βάρδια: + +Ανακράζει ο ναύκληρος, ακούσας κροτήσαντα τα ξύλινα κρόταλα του +πηδαλιούχου, σημάναντος την ογδόην ώραν της πρωίας, και συγχρόνως +κρούει τον κώδωνα της πρώρας, τύπτων συνάμα το κατάστρωμα διά των +ποδών του, άνω του θαλάμου των ναύτων, όπως εξεγείρη αυτούς. + +Ταυτοχρόνως γλυκύτατα αντηχούσιν όπισθέν μας εν τω πελάγει οι +κώδωνες των δύο ιστιοφόρων ως παρεκκλήσια λειτουργούντα, +σημαίνοντες την ογδόην ωσαύτως ώραν. + +Μετ' ολίγον οι ναύται νιφθέντες κ' ενδυθέντες κατέρχονται εις τον +θάλαμον του πλοιάρχου, καλέσαντος αυτούς, όπως προσευχηθώσι — +Κυριακή πρωί — κ' ευχαριστήσωσι τον άγιον Νικόλαον διασώσαντα +αυτούς από της τρικυμίας. + +Ο φαιδρός και πρόθυμος πάντοτε Γιαννάκης, ο υιός του πλοιάρχου, +αλλαγμένος γαλάζιαν βλούζαν, εκτελεί χρέη καμαρώτου, παθόντος εκ +ναυτίας του τοιούτου και κοιμωμένου ακόμη, και ανάψας κηρίον και +θέσας πυρ μετά θυμιάματος εις το ορειχάλκινον στιλπνόν +θυμιατήριον, θυμιά πρώτον ευλαβώς την εικόνα του Αγίου Νικολάου, +μικράν επάργυρον, κρεμαμένην από τινος δοκού εν τη άκρα του +θαλάμου, και είτα πάντας τους λοιπούς, ψάλλων και το μεγαλυνάριον +του Αγίου «Ορφανών προστάτην.... » Τέλος ασπάζονται πάντες την +εικόνα του θαλασσινού ιεράρχου ευωδιάζουσαν θάλασσαν ως να +ηγωνίζετο και ο Άγιος με τους ναύτας όλην την νύκτα παλαίων κατά +των κυμάτων. + +Οι ναύται είτα ευφροσύνως πίνουσι το προσενεχθέν αυτοίς ποτήριον +ρουμίου και ανέρχονται οι μεν ν' αντικαταστήσωσι την +βάρδιαν, οι δε να τακτοποιήσωσι τα επί του καταστρώματος +αντικείμενα μετακινηθέντα εκ του νυκτερινού σάλου. + +Τα πανιά δουλεύουν. + +*** + +Αφίνομεν προς τα δεξιά τα λευκόν κτίριον του φανού του Σιτίλ-Βαχάρ +εν τω στομίω του Ελλησπόντου και ιδού ξανοίγει η Ίμβρος, χθαμαλή, +στρογγυλή, ιόχρους, με τα δάση των ελαίων της εδώ κ' εκεί και με +τα οπωροφόρα δένδρα της. + +Η Ίμβρος με τα πολλά χωριά και με τας αμμώδεις ακτάς. +Εγκατεσπαρμένοι σωροί όγκων φαιών και κοκκινωπών. Είνε τα χωριά τα +πολυώνυμα της θρακικής νήσου. Δύο-τρεις καλύβαι εδώ, πεντέξ +παρέκει, δεκάς οικίσκων αλλαχού. Επί των λοφίσκων, επί της ακτής. + +Ιδού έν μεγαλείτερον παρά το κύμα. Μικροκάικα πολλά σαλεύουν εγγύς +της άμμου ως να παίζουν μετ' αυτής. Και άλλα πάλιν καϊκάκια με τα +λευκά πανάκια των πηγαίνουν ν' αράξουν. Ένα τσερνίκι, φορτωμένον +«ως τα μπούνια» με τα εκ πανίου παραπέτα, πετά σχεδόν ως +θαλασσοπούλι με τον μακρύν λαιμόν του κατάμαυρον. Αγρόται +αλωνίζουν εγγύς της ακτής, και όρνιθες εδώ κ' εκεί τσιμπούν με τα +ράμφη των τους στίλβοντας ξηρούς χάλικας. + +Όπισθεν της Ίμβρου ουρανομήκης υψούται η κορυφή της αιπεινής +Σαμοθράκης. + +Παραπλέομεν την Τένεδον μακράν και χθαμαλήν εν σχήματι μαχαίρας. +Λόφοι γυμνοί και άθαμνοι. Καταπράσινοι αμπελώνες απόκρυφοι και +πολυάριθμοι ανεμόμυλοι καταφανείς ένθεν και ένθεν της κώμης, +συσσωρευμένης παρά τον αλίμενον αιγιαλόν. Μικρά καϊκάκια την +συντροφεύουν αρόδο ιστάμενα. + +Έμπροσθέν της εκτείνεται του Ελλησπόντου η μεγαλοπρεπής είσοδος με +το Σιτίλ Μπαχάρ το παμπάλαιον φρούριον. Τα ιστία των παμμεγίστων +ιστιοφόρων λευκά κατάλευκα σχηματίζουσι [αρχή σελ. 73] +αναριθμήτους χιονοστιβάδας κινουμένας ηρέμα κατά διαφόρους +διευθύνσεις του εκτεταμένου όπισθέν μου Αιγαίου και ο καπνός των +ατμοπλοίων, άτινα ως εκ της αποστάσεως ως καρκίνοι θαρρείς, +βραδυπορούσι διατέμνοντα την απέραντον έκτασιν, αποτελούσι νέφη +πυκνά συσκιάζοντα τον γαλανόν αιθέρα του. Πλαγιάζει η μυθική νησίς +κατέναντι της Τρώας ως να την παρέσυρε προς τα εκεί το ισχυρόν του +Ελλησπόντου ρεύμα το οποίον ορμητικόν εκχύνεται απλούμενον επί του +Αιγαίου. + +Ο περίφημος κρυψώνας των Αχαιών σήμερον ευφημισμένος μόνον διά το +λαμπρόν μαύρο κρασί του, το Τενέδιο κρασί, ακουστόν εις την Πόλιν +και περιζήτητον εις τα ξενοδοχεία του Γαλατά. + +Επιάσαμεν εις την Τρωάδα. Ιδού τα έρημα πεδία της, μαύρα εκ των +καταπεύκων θάμνων. Ιδού αι ακταί όπου αι θεαί των Αχαιών νήες δέκα +όλα έτη ανέμενον. Ιδού τα Πέργαμα, ο Σκάμανδρος, αι Σκαιαί +Πύλαι... Ω! τίποτε, τίποτε σήμερον δεν υπάρχει. + + — Fuit Ilium... + +Τα Μπεσίκια με την δασώδη φυτείαν των κάμπων και με τον μέγαν +κόλπον των. Τα βουνά της Ανατολής, μακρά, υψηλά, κατάφυτα. +Ευλογημένα βουνά. + +ΣΤ'. + +Μετά το γεύμα εκαθήμην μετά του πληρώματος δίπλα του μαγειρείου. +Είμεθα εξηπλωμένοι όλοι . . Αν και τον λυσίπονον επόθουν ύπνον, +αγρυπνήσας όλην την νύκτα, όμως δεν με άφινον αι θελκτικαί +διηγήσεις της Νεροφίδας. Ο γέρο-ναύτης ο Μπάρμπα-Μήτρος, η +Νεροφίδα αποκαλούμενος μεταξύ των πληρωμάτων, διά την πονηρίαν +του, γηράσασαν πονηρίαν, ο πάντοτε διολισθαίνων ως ποτάμια έγχελυς +από μέσα από τα φοβερά δίκτυα του κινδύνου, μ' επείραζε συνεχώς με +το νυκτερινόν κολύμβημα, ως απεκάλει της νυκτός την τρικυμίαν. + + — Και τι, μωρέ παιδί μου; Τι εμαϊνάραμε; Μόνον τον [τέλος σελίδος +73] κόντρα και τα φλέσα, κ' εδέσαμε και δυο μούδαις 'ς την μπούμα. +Είδες εσύ, μωρέ παιδί μου, μπάρκο μπέστια· γάμπιαις συριακό σκαρί +ξυλάρμενο, να θαλασσοδέρνη απόξω από τον Κάβο-Δόρο; Είδες σκούνα +κασσώτικη, 28 χιλιαδώνε, συριανό σκαρί, με τα μικρά παρουκέτα +μονάχα, να παραδέρνη απόξω από τον Κάβο-Μαλιά τρία ημερόνυκτα; Ο +καιρός δεν μας έπαιρνε, θάλασσα-κιαμέτι! Μας έφαγε της γάμπαις ο +χιονιάς και μας έσπασε τα τσιμπούκια ο βορειάς. Ο κόρφος δεν μας +εδεχότανε, το Τσιρίγο μας έδιωχνε. Το βάλαμε κ' ημείς τραβέρσο, +τρία ημερόνυχτα, με τον μέσα φλώκο μονάχα και με την μπούμα +καταιβασμένη τρίγωνο. Λες κ' ήτανε κρασοβάρελο που το πετάξανε 'ς +την θάλασσα κ' η θάλασσα το χτύπαε σαν αφωρισμένο. Δεν είχαμε και +καπνό. Εξούσαμε τα παραπέτα με τους σουγιάδες μας κ' εφουμάραμε. +Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή! Να, πλυθήκαμε κομμάτι. + +Και εκβαλών την καπνοσακκούλαν του επλήρου μικρόν τσιμπουκάκι μεθ' +υπομονής και φιλοκαλίας θεργιακλή. + + — Όντας εναυαγήσαμε πάλι 'ς το Ασπρονήσι, απόξω από την Σκιάθο; +Ωχ! μωρέ γυιε μου, κάτι κύματα! . . . Βουνά τα ωργισμέγα. Και +νύχτα! Πίσσα! Και χιονιάς! Κατεβαίναμε φορτωμένοι, από τον Ποταμό, +γέννημα για τον Περαία, με διαταγή! Ωχ, μωρέ γυιε μου, και να σε +είχα μέσα εκείνη τη βραδειά! Κανένας δεν εγλύτωσε. Μόνον ο +υποφαινόμενος. Και πάλιν κ' εγώ με θαύμα. Εκεί που μ' εχτύπησεν η +σκότα του κόντρα φλώκου, που εβγήκα να τον μαζέψω, μου δίνει μια +να πέσω 'ς την θάλασσα και ξεγλυστρώ, μωρέ γυιε μου, και πέφτω +απάνω σ' ένα κασσόνι. Λες και μου τώρριξεν εκειδά η μάννα μου. +Τρικυμία, λέει, κ' η ψεσινή! + +Και μετά μικρόν ανάψας το τσιμπουκάκι του η Νεροφίδα, +αλλά-Ιγγλέζα, επανέλαβε: + + — Πού να σε είχα, μωρέ παιδί μου, εδώ και πέντε χρόνια με του +καπετάν Φώκα την πρωτοτάξειδη σκούνα. Φορτώσαμε κάρβουνο 'ς τον +Όλυμπο για την Αλεξάντρα. Και κει που σηκωθήκαμε 'ς τα πανιά — ώρα +εσπερινού — , καταιβάζει, μωρέ γυιέ μου! Θεέ Δημητρίου. Χειμώνας +καιρός βλέπεις. Του Αγίου Αντρέως. Ο καιρός 'ς τον Μάστορη — +Μαΐστρο-τραμουντάνα. Πού να μουνδάρωμε! Και μια νύχτα! Σκοτάδι — +Πίσσα! Δεν έβλεπες από την πρύμη 'ς την πλώρη. Εγώ του είπα του +καπετάν Φώκα: Καπετάν Φώκα, δεν μ' αρέσει ο καιρός. Μα εκείνος δεν +μ' άκουσε. Μας τα δίνει, που λέτε, 'ς τα χέρια! Και που να ιδής! +Τα Ρημονήσια έγειναν ένα. Μαϊνάρουμε τον κόντρα μας τρώει τον +παπαφίγκο. Μας σπάζει το πρυμνιό τσιμπούκι με το φλέσι και +κρεμνιέται και παραδέρνει σαν ξεμανίκωτο χέρι. Μετά πολλά +ξανοίξαμε κατά την Μεγάλη Λήμνο. Τα κύματα βουνά! Και σου +καταιβάζει κάτι κύματα τ' Άινόρος! Θεέ Δημητρίου! Μετά τα +μεσάνυχτα όλοι αποκάμαμε. Ήμουνα 'ς το τιμόνι. Γυρίζω, τίποτε. Δεν +τ' άκουε το τιμόνι πλεια. Βρε για το Θεό, καπετάν Φώκα. Λέγω 'ς +τον καπετάνιο. Ο κακομοίρης ήλθε κ' εκέρωσεν αμέσως. Τα κύματα μας +άρπαξαν πλεια την σκούνα από τα χέρια μας. Η θάλασσα την έκαμε +ξέρα κ' έμπαινε κ' έβγαινεν ελεύθερα. Ύστερ' από τα τόσα +τινάγματα, που έτριξαν τα παΐδια της, η σκούνα έγειρε με την μια +μπάντα. Τότες πλεια όλοι τα χρειασθήκαμε. Σπάζει η ράντα της +μπούμας, κάτω η γάμπιες κουρέλια. Μονάχα ένα κομμάτι απέμεινε ψηλά +'ς της κόφαις κ' ενόμιζε λες κ' ήτανε σκιάχτρο για της κουρούναις +'ς τα μποστάνια. Ο καπετάν-Φώκας τότες τάχασεν. Εγονάτισε και δεν +μπορούσε ούτε το σταυρό του να κάμη. Γυναίκα, γυναικούλα μου! +έκλαιε. Τα κύματα την επήραν πλεια από κάτω την σκούνα. Η κουβέρτα +σαρώθηκε. Οι ναύταις όλοι κερωμένοι από τον φόβο, κρατούσαν ακόμα +τα παταράτσα, εν ώ τα πανιά όλα είχανε φαγωθή. Ο καπετάν-Φώκας, +ολοένα έκλαιε. Γυναίκα! Γυναικούλα μου! Τότες κάποιος ναύτης +φωνάζει: + + — Ανάθεμα σε Παπα-Δράκο! + +Και όλοι επαναλαμβάνουν· + + — Ανάθεμά σε Παπα-Δράκο! + +Τότες θυμήθηκε και φωνάζει ο καπετάνιος: + + — Ίσα τον Αράπη! + + — Καρδιά παιδιά. Συνοδεύω κ' εγώ. Ίσα τον Αράπη! + +Και διακόπτων η Νεροφίδα την διήγησιν, μοι λέγει: + + — Το βλέπεις, μωρέ παιδί μου, το βλέπεις εκείνο το πανί μπροστά +'ς την πλώρη, το μέσα φλώκο, πού είνε θηλυκωμένο 'ς το πλωριό +κατάρτι; Δεν μου λες, τανοίξαμε αυτό ψες; Αυτό, μωρέ παιδί μου, +ανοίγει μονάχα, όταν όλα τα άλλα είνε καταιβασμένα. 'Σ τον +μεγαλείτερο κίνδυνο, να πούμε. Τότε το καράβι μονάχα, με το πανί +αυτό, παραδέρνει μισορρουφισμένο. Αυτό το πανί, μωρέ παιδί μου, το +λένε Αράπη. Γιατί μαυρίζει από τον καΰμό του, σαν ανοίξη. Όλα τα +στοιχεία το χτυπάνε. Το χτυπά ο αγέρας, το χτυπά η θάλασσα, το +χτυπά το χιόνι, το χτυπούν οι κεραυνοί, τόσα άγρια δόντια να το +φάνε. Πώς να μη μαυρίση το καϋμένο! Είνε να πούμε η σημαία και το +σάββανο του καραβιού. Ή θα γλυτώση το καράβι και θα γείνη σημαία +του, ή θα χαθή και θα γείνη σάββανό του. + + — Ίσα τον Αράπη ξαναφωνάζω, έτσι 'ς τα ψέματα για να δώσω καρδιά +'ς τους ναύταις. Μα ποιος άλλος μπορούσε να 'πάγη 'ς την πλώρη; + +Το κύμα θα τον ερροφούσεν όσο να πης τρία. Έτυχε νάχωμε 'ς το +τσούρμο τον Παπα-Δράκο, της Παπαδράκαινας τον γυιό. +Μάννα για τον Αράπη. — Θεός σχωρέσ' τονε! + +Ο Παπα-Δράκος της Παπαδράκαινας ο γυιος ήτανε ένα παιδί όλο +κεφάλι. Από μικρό έδειχνε. Εγεννήθη μ' ένα μεγάλο κεφάλι. Ύστερα, +εμεγάλωνε το παιδί, εμεγάλωνε και το κεφάλι του. Ένα τέρας. Η +κακαίς η γλώσσαις καθήσανε και λογαριάσανε τους μήνους, από την +ημέρα που γεννήθηκε, κ' εβγάλανε πως επιάσθη Μεγάλη Παρασκευή. +Τόσο εβούιξεν ο κόσμος όλος. Ο Παπα-Δράκος, ο πατέρας του, ένας +καλός χριστιανός, παπαδοπαίδι και αναγνώστης με μια ώμορφη +γυναικούλα, μικρούλα σαν κουκλίτσα. + +Αναγκάσθη να φύγη για πάντα από το χωριό. Δεν μπορούσε να υποφέρη +τον κατατρεγμό, και το κατηγόριο, κ' ουδέ να βλέπη ήθελε το παιδί +του εκείνο με το μεγάλο κεφάλι, λες κ' ήτανε καταμαρτυρία της +αμαρτίας του. Ένα βράδυ λοιπόν λέει στην Παπαδράκαινα: — «Έχε +γεια, Παπαδράκαινα!» Έχωσε το κεφαλάκι της μέσα 'ς τα πυκνά γένεια +του, ένα ώμορφο στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, και την εφίλησε, την +εφίλησε την Παπαδράκαινα, κ' έφυγε, και δεν ξαναγύρισε πλεια. +Απέθανε, είπαν, 'ς τα Καντουνάκια 'ς τ' Άινόρος. 'Σ την έρημο. Ο +δε Παπαδράκος ο γυιος του εμεγάλωνεν, εμεγάλωνεν, είπαμε, και το +κεφάλι του. + + — Παπα-Δράκος να σε φάη! του φώναζεν η Παπαδράκαινα, για να το +τρομάξη, όταν έκλαιε, που το εσυχαινότανε σαν την αμαρτία της. + +Και πάλιν, όταν καμμιά φορά ήθελε να το χορέψη — όταν ήτανε 'ς τα +καλά της και το λυπότανε, λέει, το έπιανεν από τα δυο χεράκια του, +με δυο μικρά-μικρά ποδαράκια και με μια κεφάλα σαν φλάσκα, και το +χόρευε με το ίδιο φοβέρισμα πάλιν αντίς για τραγούδι έλεγε: + + _Παπα-Δράκος να σε φάη! + Παπα-Δράκος να σε φάη!_ + +Τέλος, να μη τα πολυλογούμε, εμεγάλωσεν ο Παπαδράκος, εμεγάλωσε +και το κεφάλι του, και η ώμορφη Παπαδράκαινα με το +στρογγυλοπρόσωπο κεφαλάκι, το έδιωξε το παιδί της: + + — Να μη σε βλέπω μπροστά μου, σημειωμένο πράμα! Άιντε να βρης +ψωμί! κ' εκείνο το καϋμένο πήγε με τα καράβια· με χρόνια έγεινε +ακουστός ο Παπα-Δράκος ο γυιος της Παπα-Δράκαινας μέσα 'ς τα +τσούρμα των καραβιών, 'ς τα πληρώματα καθώς λένε τώρα. Άξιος κ' +επιδέξιος ναύτης, φημισμένος για την αποκοτιά του. Μα ήτανε +άτυχος. Με όποιο καράβι μπαρκάριζε, κινδυνεύανε πάντοτε, και +αυτόν, ως απόκοτον, έστελναν πάντοτε 'ς τον Αράπη. Ώστε σου έγεινε +ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπά-δράκαινας, μάννα για τον Αράπη! + +'Σ τα ύστερα όμως εκατάλαβαν την ατυχία του, σαν να ήτανε +καταραμένος, και δεν τον ετσουρμάριζαν. + + — Δεν είμαι για τον Αράπη! έλεγαν οι καπετανέοι, όταν τους +παρακαλούσε κλαίοντας να τον γράψουν 'ς τα χαρτιά. + +Κι' οι ναύταις πάλιν έλεγαν εις τους καπετανέους. + + — Βάρδα από τον Παπαδράκο! + +Τόσον που κατάντησεν ο δυστυχής ο Παπαδράκος να πωλή αχινούς — +πέντε 'ς το λεπτό — για να ζήση. Και έβλεπαν συχνά οι άνθρωποι, +ένα μίλι μακρυά από το χωριό, μια φλάσκα μεγάλη-μεγάλη μέσ' 'ς τη +θάλασσα να καραβίζη. Ήτανε ο Παπαδράκος με το μεγάλο κεφάλι που +έβγαζε τους αχινούς. + +Η φελούκα του εχώνευε, και το κεφάλι του φαινότανε ακόμα ένα μίλι +μακρυά! + +Ο καπετάν Φώκας δεν ήθελε να τον τσουρμάρη τελευταία, ούτε οι +ναύταις του τον ήθελαν. Μα τι να κάμη; του έλειπεν ένας ναύτης. Το +ξέρω, βρε παιδιά μου, έλεγε. Μα να χάσωμε το ναύλο; Και τον +ετσουρμάρισε. Έτσι λες εσύ; Να κινδυνέψωμε για τον Αράπη. + +Α! Πάπα-Δράκο! παιδί μου! παρακαλεί ο καπετάνιος, λοιπόν είπαμε. +Ίσα τον Αράπη! + +Ο Παπα-Δράκος ήτανε έτοιμος. Σαν να το είχε καταλάβει και πριν τον +διατάξη ο καπετάνιος είχε τα μάτια του 'ς τον Αράπη. Άμα τον +διέταξεν ο καπετάνιος, με το κεφάλι του το μεγάλο, ο Παπαδράκος +ανασκουμπωμένος όπως ήτανε, χυμά 'ς την πλώρη. Τρώει ένα κύμα, +τρώει δεύτερο, τρώει τρίτο. Τρεις φοραίς πέφτει πίστομα όσο ν' +αναβή 'ς την πλώρη. Τρεις φοραίς σαν νεροβάρελο εκατρακύλισε 'ς +την κουβέρτα και τρεις φοραίς σηκώθηκε. Τέλος ανοίγει τον Αράπη. +Κι' αμέσως, μωρέ αδέρφια, εστάθηκε 'ς τα πόδια της η σκούνα. Μέσα +'ς την νύχτα και 'ς την χιονιά ένα πράμα σαν σημαία σαν σάββανο +φάνταξε μπροστά 'ς την πλώρη. Ήτανε ο Αράπης. Ο Παπα-Δράκος τον +εκαργάρισε, τον εστερέωσε καλά κ' έτρεχαν τα νερά από πάνω του σαν +κλάματα, της σκούνας τα κλάματα. Το καράβι ανάσανε αμέσως. Εκεί +που ήτανε γονατισμένο, ξαναεσηκώθηκε πάλι. + +Λες κ' είχε χέρια ο Αράπης κ' έπιασε γερά την σκούνα και την +εσήκωσε σαν μάννα του. Εσηκώθηκε αμέσως και ο καπετάν Φώκας. Όλοι +εκάμαμε τον σταυρό μας. Άρχιζε τότες και να μολυβίζη. Εχάραζε και +εβλέπαμε της στεριαίς. + + — Γεια σου Παπαδράκο! φωνάξαμε όλοι, που τον εβλασφημούσαμε +προτήτερα. + +Τα πρωί εξημερώσαμε ανοιχτά από την Σκύρο. Ανασάναμεν. Εξημέρωσεν +ο Θεός την ημέρα. Άμα εξημέρωσεν ο Θεός την ημέρα ήμαστε καλά. +Έπεσε κομμάτι κι' ο αγέρας. Μα είδαμε πως μας έλειπεν ένας από το +τσούρμο. Ο Παπαδράκος, ο γυιος της Παπαδράκαινας. Ούτε φάνηκεν ο +καϋμένος. Ψάχνομε παντού. Πουθενά ο Παπαδράκος. Φωνάζουμε εμπρός, +πίσω, κάτω. Τίποτα! Πουθενά ο Παπαδράκος. Εκείνη τη φορά ο Αράπης +τον έφαγε, θα τον άρπαξε, ως φαίνεται, κανένα κύμα εκεί που +κατέβαινε από πάνω από την πλώρη 'ς την κουβέρτα. Γιατί τη στιγμή +που άνοιξε τον Αράπη κι' εστάθη 'ς τα πόδια της η σκούνα, +εκαταλάβαμε ένα δυνατό τίναγμα κ' εσείσθηκεν όλο το σκάφος. Πόσους +τρώγει έτσι η θάλασσα! + + — Παπαδράκο! εφώναξα τρεις φοραίς απόξω από τα Ψαρά, όταν +καταλάβαμε πλεια πώς έλειπεν ο καϋμένος. + + — Παπαδράκο! ακούσθηκεν άλλαις τρεις φοραίς τρεμουλιαστή βοή σαν +κλάμα από την κατάξηρη των Ψαρών ράχη. + + — Θεός σχωρέσ' τονε! + +Είπαμε όλοι τότε κ' εκάμαμε τον σταυρό μας. Κ' εβγάλαμε τα κασκέτα +μας, ξεσκούφωτοι, σαν να περνούσεν από πάνω μας την ώρα εκείνη η +ψυχή του Παπαδράκου, του γυιού της Παπα-δράκαινας, που έσωσε πέντε +σπίτια εκείνη την νυχτιά κ' ένα καράβι. Εχάθη ο καϋμένος, σαν να +μη ήθελε ν' ακούση ευχαριστίαις από στόματα που τον +εβλασφημούσαν . . . . + +Ζ'. + + — Μπούκα! + +Ακούομεν αίφνης την φωνήν του πλοιάρχου μας. Εγειρόμεθα όλοι. Οι +ναύται τρέχουν εις τας θέσεις των. + + — Μόλα-μπουρίνα — τίρα-μόλα! + +Εισήλθομεν εις τον Ελλήσποντον, διά χειρισμού δεξιού αποφεύγοντες +το ισχυρόν ρεύμα. Δεξιά μας το Κουμ-καλέ, αριστερά το Συτίλ- +Μπαχάρ, ορθάνοικτα φύλλα της πόρτας του γαλάζιου πορθμού. + +Άνεμος δροσερός μας αναρριπίζει όλους. Αύραι ζωνταναί, αι αύραι +του Ελλησπόντου. Τας βλέπεις σχεδόν πνεούσας κυανάς από το Τσανάκ- +καλέ, αόρατον όπισθεν μιας κυανής άκρας της ασιατικής παραλίας. Τα +ιστία αναταράσσονται κατ' αρχάς χαρμοσύνως ως μανδήλια της σκούνας +επισειόμενα προς χαιρετισμόν επί τω αισίω κατάπλω και πλαταγούσιν +ηδέως ως πτερά όρνιθος ετοιμαζομένης να καθήση. Συρίζουν δε και τα +καρχήσια εν αγαλλιάσει και τα «δίνουμε» σκιρτώντες διά τ' Άσπρα +Γιάρια. Το ρεύμα ροχθούν, αφρίζον, περιδινούμενον μεθ' ορμής +κατέρχεται προς τα κάτω, καθιστών αδύνατον τον περαιτέρω ανάπλουν. + + — Μπρούλια τρίγκο. + + — Μάϊνα κόντρα! Μάϊνα φλέσι! + + — Μάϊνα γάμπιαις! + + — Μάϊνα φλόκια! + +Αι διαταγαί του πλοιάρχου αλλεπάλληλοι αντηχούσαν εν τω κυανώ του +Ελλησπόντου όρμω. Ο δρόμος ανακόπτεται και η σκούνα πλήττουσα τα +κύματα, ως καλή οικοκυρά εισέρχεται εις τον θάλαμόν της ν' +αναπαυθή μετά τόσον κοπιώδη πλουν. + + — Πόντισον! + +Τελειόνει τας διαταγάς του ο πλοίαρχος και τρίβων τας χείρας του +βηματίζει επί της πρύμνης· αμέριμνος πλέον ως εργάτης σχολάσας από +την εργασίαν του. Σχοινία και ιστία, τα πολύπλοκα άρμενα όλα +αναμίξ επί του καταστρώματος και άλλα επί των ιστών. Οι ναύται +ερπύζοντες ανέρχονται επί των κεραιών και περιμαζεύουσι +περιδένοντες πάντα εν τάξει. + + +*** + +Σκάφη παντοία ηγκυροβολημένα εν αταξία, καθώς ηυκολύνοντο, +επλήρουν τ' Άσπρα Γιάρια, ένα μέγαν λιμένα του Ελλησπόντου προς +την Ανατολήν. Τριίστια μπάρκα και σκούναι κομψαί και μπάρκα- +μπέστια και τσερνίκια και τρεχαντήραι παμμέγισται λαδάδικαι, +φορτωμένα και κενά. Μαύρα, φαιά, πράσινα, γαλάζια, με άσπρα +μπούρδα, κατάμαυρα. Στιλπνά, καινουργή, παληοκάραβα ανθρακοφόρα. +Αυστριακά παμπάλαια, του πετρελαίου μπάρκα, Σκιαθίτικα, Κασσώτικα, +Χιώτικα, καράβια Γαλαξειδιώτικα, Ψαριανά καράβια όλα φύρδην μίγδην +ανέμενον άλλα μεν να πνεύση νότος, ίνα πλεύσωσι προς την +Προποντίδα, άλλα δ' εκαρτέρουν τα ρυμουλκά να τα ρυμουλκήσωσι δύο- +δύο, τρία-τρία μέχρι του Αναγαρά. + +Καταγάλανα τα κύματα του Ελλησπόντου εχόρευον γύρω μας και αι +ακταί αμμώδεις εξετείνοντο καθαραί, απαστράπτουσαι, ευωδιάζουσαι. +Τα μαγαζάκια έξω του χωριού μέσα εις καταπρασίνους κήπους, γεμάτα +πλοιάρχους, εγελοκοπούσαν, κ' η βάρκες εκουβαλούσαν πρωί-βράδυ +τροφάς νωπάς, σφακτά τετράπαχα και δροσερά λαχανικά διά τον +αραγμένον στολίσκον, ου τα πλείονα πλοία προωρισμένα διά την +Μαύρην θάλασσαν ήθελαν ν' αποχαιρετίσωσι τα δροσερά της Ανατολής +ζαρζαβατικά. Τινές δε πλοίαρχοι και συνεπλήρουν την αποθήκην των +τροφών, ευρίσκοντες αυτόθι ευθηνότερα και καλλίτερα τα πράγματα. + +Η Θρακική Χερσόνησος απέναντι μας με τα θαμνώδη βουνάκια της +εσκοτίνιαζεν ήδη. Ο κάβο-Φονιάς, επικίνδυνος, εις αβαθή ύδατα, +άκρα, μας έκρυπτε το Τσανάκ-καλέ, όπου έπρεπε να παρουσιάση ο +πλοίαρχός μας τα χαρτιά του κατά την τάξιν. + +Χαριεστάτη διήλθεν είτα η πρώτη της νυκτός φυλακή. Ο γλαυκός +Ελλήσποντος ποικιλοτρόπως αντήχει από τους διαφόρους γλωσσικούς +ιδιωτισμούς των ναυτικών Ελληνικών πόλεων, συγχεομένους όλους εις +μίαν δροσερωτάτην αρμονίαν. Πλοίαρχοι και ναύται εκουβέντιαζαν από +τα διάφορα πλοία ξεκουραζόμενοι μετά τον επίπονον πλουν, +διηγούμενοι προς αλλήλους τα κατά τον πλουν και ερωτώντες «για της +δουλιαίς πώς πάνε». + +*** + +Πρωί-πρωί, οξύτατος συριγμός ρυμουλκού με αφύπνισεν. Ανήλθον. +Γαλανή θάλασσα, γαλανά βουνά, γαλανός ουρανός, γαλανόν το +ρυμουλκόν που μας ετραβούσε προς την Προποντίδα, εμάς και δύο άλλα +τρεχαντήρια, ένθεν και ένθεν. Έτρεχε το ρυμουλκόν μετά δυνάμεως, +και έφευγον επ' εδώ κ' απεκεί χειροπιασμένα ως εν χορώ βουνά και +κάμποι και κάστρα και χωριά. Βουνά με τα δένδρα των και χωριά με +τα σπίτια των όλα έφευγον, ως να τα είχε παρασύρει το ρεύμα του +Ελλησπόντου ακατάσχετον. Έτρεχε το ρυμουλκόν ολοταχώς, έτρεχε και +η σκούνα μαζί όπισθέν του, καμαρώνουσα, δεμένη, χαίρουσα. Νεόνυμφη +που την εχόρευε ο μικρός κουμπάρος της, το ρυμουλκόν με συρματένιο +μανδήλι. Καμμιά φορά ότε το ρεύμα ήτο ισχυρόν ήσθμαινε το +ρυμουλκόν, εκοντοστέκετο και η σκούνα με τα δυο τρεχαντήρια ένθεν +και ένθεν αρνουμένη να προχωρήση — κατάδικοι που τους επήγαινον να +τους κρεμάσουν . . . . Ατμόπλοια διάφορα, φορτωμένα και κενά +παραπλέουσι αναβαίνοντα και καταβαίνοντα σιωπηλά, βωβά, μη +ανταλλάσσοντα ουδέ χαιρετισμόν από την βίαν των. + + — Έτσι μπορώ να ταξειδεύω με κάθε καιρό! + +Έλεγεν η Νεροφίδα, ξαπλωμένος ο γέρων ναύτης, — έλεγε πώς ήτο +αδιάθετος — παρά το μαγειρείον, οπόθεν εξήρχετο ευώδης η ορεκτική +οσμή του παρασκευαζομένου αλιπάστου κρέατος διά το πρόγευμα. Περί +αυτόν οι ναύται έξαινον στυππείον, διότι ο πλοίαρχος είχεν +επαναλάβει πάλιν ειπών ότι «η μόνη τέχνη που δεν περνά είναι η +τεμπελιά». + + — Σαν αποχτήσω, βρε παιδιά, εξηκολούθησεν η Νεροφίδα, κ' εγώ +καμμιά σκούνα, και γένω καπετάνιος, θα πάρω κ' ένα ρυμούλκι, να με +τραβά πάντα. Κ' εγώ ξαπλωμένος θα φουμάρω το τσιμπουκάκι μου. Να +με βλέπουν που λέτε η θάλασσαις και τα πέλαγα και να λένε: « — Να +καπετάνιος μια φορά!» Να με βλέπουν οι σκούναις και τα μπάρκα και +να λένε: « — Να καπετάνιος μια φορά!» Να με βλέπουν και η +Μαυροθαλασσίτισσαις και μελαχροιναίς και να λένε και αυταίς: +« — Να καπετάνιος μια φορά!» + +Και θωπεύων εγγύς του τον Αράπην, τον μπογαζιανόν σκύλλαρον της +σκούνας, έλεγε χαριεντιζόμενος, θεωρών το ρυμουλκόν αφανές από +τους αφρούς, έλκον ολοταχώς την σκούναν. + + — Γεια σου, ξεφτέρι μου! | + +Κ' εξηκολούθει: + + — Έπρεπε να σας είχα, μωρέ σεις παιδιά, με τούτη τη σκούνα. +Εταξειδεύσαμε πάλι για τον Ποταμόν άδειοι. + +Ξανοίξαμε από τον Μαρμαρά και εκάμναμε μια μεγάλη βόλτα από την +Ραιδεστό ς' την Καλόλημνο. Μόλις που ετεραμολάραμε, να τα +γυρίσουμε, απάνω, που λέτε, ς' την στροφή, ς' την Καλόλημνο, να +και πετιέται ανατολικά μπροστά μας πράσινο φανάρι, θηρίο ανήμερο +ολοταχώς. Θάλασσα-κιαμέτι. Δεκέμβριος μήνας. Ο καπετάνιός μας, +μόλις που άφησε τα κιάλια από τα χέρια του κι' ανάσανε γιατί τα +πήραμε καλά, ακούει από την πλώρη: + + — Πράσινο φανάρι! + + — Πράσινο φανάρι! επαναλαμβάνει και ο πλοίαρχος σαν χαζός και +γυρεύει πάλι τα κιάλια του. + +Από την πλώρη η βάρδα ξαναφωνάζει πάλιν: + + — Πράσινο φανάρι! + +Αχ, μωρέ παιδιά μου, ένα πράσινο φανάρι! Το είδαμε κ' ηρχόντανε με +θυμό κατεπάνω μας, να μας φάη. Ημείς διπλαρωμένοι ακόμα. Το είδαμε +όλοι πλεια. + + — Πάει μας τρακάρισε! φωνάζω με απελπισία. Έπρεπε να δείχνη +κόκκινο, για να είνε σε τάξι. + +Το είδε κι' ο καπετάνιος το πράσινο φανάρι που ηρχότανε με +βογγυτό. Εσάστισε. + + — Άη-Νικόλα μ'! ασημένια σου την χαρίζω! + +Αυτό μονάχα πρόφθασε να ειπή ο καπετάνιος. Οι ναύταις όλοι βλέπαμε +το πράσινο φανάρι που ερχότανε με κρότο. + + — Ε! από το βαπόρι! Ε! από το βαπόρι! φωνάζαμε όλοι, αλλά ο +αγέρας έπαιρνε προς τα κάτω της φωναίς μας. Ούτε ξεχώριζαν διόλου +από την βοή του βοριά. Την καμπάνα! την καμπάνα! + +Ακούμε τότε μια φωνή, και αμέσως ακούμε και την καμπάνα που +εβούιζεν άγρια ς' την πλώρη μας σαν σε λείψανο. + +Απάνω ς' το χτύπημα της καμπάνας ακούμε και δυνατό σφύριγμα, +σφύριγμα μηχανής. Κ' ένα ξεθύμασμα βαθύ κατόπιν. Η σκούνα μας τα +γύρισε και το πράσινο φανάρι σταμάτησε μπροστά μας, ένα θηρίο, ένα +θεοπάπουρο! + +Ποιος φώναξε: — την καμπάνα; — Κανείς από μας δεν φώναξε. Πώς +χτύπησεν η καμπάνα; Κανείς από μας δεν χτύπησεν. Ο μάγειρός μας, +ένας που έκαμε σε μοναστήρια, έλεγε πως είδεν ένα γεροντάκι ζωηρό +με άσπρα γένεια στρογγυλά σαν τον Άη-Νικόλα, που εχτύπησε μονάχος +του την καμπάνα. + +Σ' την μέση θα μας έκοβεν, αν δεν μας εγλύτωνεν ο Άη-Νικόλας. + +Και μετ' ευλαβείας η Νεροφίδα διακόψας την διήγησιν έκαμε τον +σταυρόν του. Όλοι τον εμιμήθημεν. + + — Είδατε, μωρέ παιδιά, το ασημένιο καραβάκι; Εξηκολούθησε πάλιν η +Νεροφίδα. Εκείνο το ασημένιο καραβάκι που κρέμεται από τον μεγάλον +πολυέλαιον ς' τον Άη-Νικόλα; ς' την πατρίδα; Είν' η σκούνα μας +αυτή που την έταξεν ασημένια ο καπετάνιος μας ς' τον Άη-Νικόλα +τότες που μας εγλύτωσε. Όλη από καθαρό ασήμι, καλοδουλεμένο, της +Ρωσίας ασήμι. Μισή οκά ασήμι. Σε πρώτο ταξείδι, όταν φθάσαμε με το +καλό ς' το Ταϊγάνι, ο καπετάνιος μας αμέσως επαράγγειλε μια +ασημένια σκούνα, μισή οκά, με τα κατάρτια της, με τα πανιά της +ανοιχτά, με τα ξάρτια της, όλα ασημένια. Μπροστά 'ς την πλώρη ένα +ασημένιο γεροντάκι με στρογγυλά ασημένια γένεια, ο Άης-Νικόλας, +σημαίνει την καμπάνα την ασημένια. Πίσω ο καπετάνιος. Δεν λείπει +κι' αυτός. Γονατιστός, ξεσκούφωτος, ασημένιος. + +Είνε τώρα κρεμασμένη 'ς τον πολυέλαιο του Άη-Νικόλα. Και όταν +ανάφτη ο γέρω-Συμβίας της λαμπάδες, ς' την πανήγυριν, σ' την +αγρυπνία και τον κουνή κατόπιν τον πολυέλαιο, κουνιέται κ' η +σκούνα η ασημένια μαζί του πέρα-δω, ς' την αγρυπνία, κ' είνε μια +χαρά να την βλέπης. Θαρρείς και ταξειδεύει ς' τη Μαύρη Θάλασσα. + +*** + +Το ρυμουλκόν, αφού μας εξήγαγεν έξω από τα ρεύματα, μας άφησε +πλέον. Επεράσαμεν τα Γαλατάρια. Αφήσαμεν οπίσω τον Αναγαράν. +Εχώνεψεν η Καλλίπολις με τους μιναρέδες της, θαλασσωμένη μέσα εις +τα γλαυκά της Προποντίδος κύματα. Χάθηκε το Λαμψάκι το ιστορικόν +και το Τσαρδάκι δεν φαίνεται πλέον. Έκλεισεν ο Ελλήσποντος κ' +ήνοιξεν η Προποντίς, ο κατακύανος Μαρμαράς και κατάκρυος. Θαρρείς +και ανήλθες εις κυανούν της Μεσογείου θαλασσοπέδιον, υψηλά, προς +τας κρυεράς αύρας, προς τα ολόδροσα μελτέμια. + +Η σκούνα, με όλα τα πανιά, χαριέντως κλίνουσα προς την μίαν +πλευράν, ως επί κυανής κλίνης με το πλευρόν νύμφη, λοξοδρομούσα, +προσεγγίζει οτέ μεν προς την Θράκην, οτέ δε προς την Ανατολήν. + +Ο Μαρμαράς, κατάξηρος, με τα λατομεία του και με τους κολιούς του +τους μαρμαρινούς. Ατμόπλοια, γολέταις, τρεχαντήρια, βρίκια +αναιβοκαταιβαίνουν σαν πουλιά ταξειδιάρικα. Χορταίνει η καρδία +καθαρόν αέρα και η όρασις καταπρασίνην χλόην των αμπελώνων και +φυτειών, αίτινες παχείαι περιβάλλουσι τα ονομαστά Γανόχωρα της +Θράκης. Αφίνομεν την Ραιδεστόν, χαιρετίζομεν την Καλόλημνον ως +πάπιαν εν μέσω της Προποντίδος παίζουσαν και ούτως εν χαρά πλέον +με τα πανιά γιαλό-γιαλό από τον Άγιον Στέφανον ς' τους δύο +Τσεκμετζέδες παραπλέοντες αράξαμεν μίαν αυγήν από κάτω από τα +Ψωμαθειά της Πόλεως. Βόμβος αόριστος, ως ανέμου μακρυνού βόμβος, +έφθανε προς ημάς, η βοή της μυριοποθήτου Βασιλευούσης. Όταν +ανήλθον επί του καταστρώματος, έτριβον κ' επανέτριβον τους +οφθαλμούς μου, έκθαμβος προ του πανοράματος εκείνου του ζωντανού, +το οποίον ξετυλίσσετο ευφρόσυνον ενώπιόν μου. Σαν όνειρον, σαν +χιλιόχρωμον ζωγραφίαν επί κυανού εδάφους εθεώρουν εν θαυμασμώ την +μυριάνθρωπον Πόλιν, με την ανατολήν του ηλίου αναθρώσκουσαν από +μέσα από την ομίχλην, ως αναδυομένην από των κυμάτων, σύμπλεγμα +πολύμορφον κυπαρίσσων και μιναρέδων και θόλων, παλατίων και ναών. + + — Είδες την Πόλιν, βρε Γιαννάκη; + +Έλεγεν ο πλοίαρχος προς τον έφηβον υιόν του, εν σιγή θεωρούντα την +απροσδόκητον εκείνην οπτασίαν του χρυσού και φωτός και αφρού, +άτινα μυστηριωδώς στερεοποιούμενα μετεμορφούντο εις την +μυθοπλαστουμένην Πόλιν, την Πόλιν των αγαθών και του πλούτου, την +Πόλιν της αναπαύσεως του κεκμηκότος ναύτου, εις τα δροσερά κύματα +της οποίας γλυκαινόμενον το πλοίον, επαναλαμβάνει τον προς την +Μαύρην θάλασσαν πικρόν πλουν. + + — 'Σαν ψεύτικη, πατέρα! + +Είπε μετά ώραν, αφηρημένος προς το θέαμα ο έφηβος, με παλμούς +ανυπομονησίας καρτερών πότε ν' απολαύση εγγύτερον, να ψαύση την +εύμορφον εκείνην ζωγραφίαν της αιχμαλώτου μητροπόλεως του Γένους. + + — Ινανμάσι γκελ ταμπάκ! + +Ετραγωδούσεν εκείνην την ώραν γλυκύτατα ο πωλητής του αφράτου +μουχαλεμπιού από της υψηλής των Ψωμαθειών ακτής. + + — Σαν δεν πιστεύης έλα να ιδής!... + +Η'. + +Μαύρα δάκρυα έχυσα την ημέραν, καθ' ην έμελλον ν' αποχωρισθώ πλέον +της αγαπημένης μου σκούνας. Ναυαγός εάν ήμην, δεν θα έκλαιον τόσον +την απολεσθείσαν περιουσίαν μου. + + — Γιατί να μη έχω μίαν σκούναν ιδικήν μου! + +Έλεγεν ο λογισμός μου παραπονούμενος. + + — Να ταξειδεύω! Να ταξειδεύω! Πάντα να ταξειδεύω! + +Επανελάμβανον οι πόθοι μου ορφανοί, πενθηφορούντες. Επί πολύν +χρόνον μετά ταύτα, τας νύκτας, τα όνειρά μου εσχηματίζοντο εν μέσω +σχοινίων κ' ιστών και ιστίων εν μέσω πελάγους και αφρού και +κυμάτων. Πλέοντα, λοξοδρομούντα, καραβίζοντα όνειρα. Γαλήνης και +τρικυμίας όνειρα. Με τα πανιά όνειρα! + +Έως ου αφυπνίσθην μίαν πρωίαν με υπολευκάζοντα τον βαθύν πώγωνα. +Το λευκόν μοι επροξένησε ρίγος. Ο λογισμός μου δεν έχει πόθους +πλωτούς πλέον. Μ' αρέσει τώρα να βλέπω την θάλασσαν από μακράν, +έως ου έλθη καιρός να βλέπω και τον κόσμον από μακράν.... + +Και μόνην ευχαρίστησιν πλέον αισθάνομαι να εκκλησιάζωμαι εις τον +ναόν του αγίου Νικολάου — επάνω εις τα Κοτρόνια — εις την υψηλήν +πετρώδη της νήσου κορυφήν. Και όταν ο Γέρω-Συμβίας ο κορακοζώητος, +ανάπτη τον μέγαν πολυέλαιον και σείη αυτόν, μ' αρέσει να βλέπω να +σείεται μετ' αυτού και η ασημένια σκούνα, η οποία κρέμεται από τον +μέγαν του ναού πολυέλαιον, υπό τον θόλον, τάξιμον ευλαβές του +πλοιάρχου μου. Απαράλλακτη η σκούνα μου, η καταπρασίνη, που μια +φορά κ' έναν καιρόν ήταν αραγμένη εις τον βοσπορίζοντα λιμένα της +νήσου. Με τα κατάρτια, με τα πανιά, με τα σχοινιά, με τάρμενα. +Απαράλλακτη. Αλλά δεν είνε πρασίνη πλέον, ουδέ μεγάλη. Είνε μικρά +και ασημένια όλη, τάξιμον ευλαβές του πλοιάρχου μου, που εγλύτωσε +μια φορά από τράκο μέσα 'ς τη θάλασσα του Μαρμαρά, θαρρείς και +είνε η ψυχή της καταπρασίνης σκούνας, μικρά, ασημένια σκουνίτσα. +Και όταν σείεται ο πολυέλαιος και σείεται κι' αυτή μαζί της πέρα- +δω, θαρρώ πως είμαι μέσα κ' εγώ, και ταξειδεύει, ο νους μου ακόμη +με τα πανιά.... + + + +ΝΕΡΑΙΔΕΣ +(1891) + + + +Θερινήν τινα εσπέραν του έτους 1854 ασυνήθης κίνησις παρετηρείτο +εν τω ορμίσκω της μικράς πολίχνης της νήσου. Εκεί ην και η λιθίνη +αποβάθρα, όπου ηδύνατό τις ευκόλως ν' αποβιβασθή, αποφεύγων την +προς τα δεξιά ημικυκλικήν κλίσιν της χαλικώδους ακτής, ένθα +εκινδύνευε να βραχή, εμβαπτιζόμενος εν τω ύδατι μέχρις αστραγάλων, +χωρίς να υπολογίση το _πλατσάνισμα,_ ούτινος θα εγίνετο πρόξενος +πηδών εντός της αβαθούς θαλάσσης. Εκτός αν εξήρχετό τις πρώτον +πατών εις το ύδωρ και σύρων είτα την λέμβον, αν ήτο ελαφρά, μέχρι +των ποικιλοχρώμων οστράκων της παραλίας, άτινα εσώρευεν εκεί και +ξηρά και θάλασσα, η μεν λεία, καθαρά και εστιλβωμένα εν τη +προστριβή του κύματος, η δε ρυπαρά και ακάθαρτα, όσα θραύσματα +έρριπτον οι κάτοικοι εις τον άνω της ακτής βράχον, γενικήν +αποθήκην των σαρωμάτων. Εν τούτοις την εσπέραν εκείνην αι +προσερχόμεναι από του πελάγους λέμβοι, συστέλλουσαι πρώτον το +μικρόν πανίον, είτα διά των κωπίων σιγά-σιγά ως πάπιαι επλησίαζον +κατά προτίμησιν ουχί εις την αποβάθραν, αλλά εις την αβαθή εκείνην +παραλίαν. Έρριπτον το μικρόν αγκύριον, κατεβίβαζον οι ναύται τον +ιστόν, διπλούντες αυτόν εν τω πανίω, και ησύχως μετά ταύτα +εξεσφενδόνιζον επάνω εις τα υαλιστερά λαλαρίδια το φορτίον των, +σάκκους τινάς πλήρεις, αλλά τοσούτον ελαφρούς ως να περιείχον +άχυρον. Τούτο, και ιδίως ότι αι λέμβοι απέφευγον την αποβάθραν, +έθεσεν εις πειρασμόν τον τελωνοφύλακα της νήσου, όστις ήρχισε ν' +αναβοκαταιβαίνη εις τον επάνω της ακτής βράχον, χρησιμεύοντα και +ως πλατείαν της μικράς πολίχνης. Οι σάκκοι έπιπτον τόσον αψοφητεί, +ώστε, συνεπέρανεν ο τελωνοφύλαξ, το φορτίον θα ήτο αβαρές τι +πράγμα. + + — Να είνε άχυρα! διελογίζετα. Πλην δεν εθέρισαν ακόμη. Και μετ' +ολίγον προσέθηκε: + + — Να είνε μπαμπάκια! Αλλά δεν ήτο καιρός· της μπαμπακιές της +εσκάλιζον ακόμη. + +Εκοντοστάθη ολίγον ο τελωνοφύλαξ εις την άκραν του βράχου, ως εάν +προσεπάθει να ίδη από εκεί το περιεχόμενον των σάκκων, ή να +διακρίνη εκ του υποκώφου κρότου, ον απετέλουν εκσφενδονιζόμενα επί +των οστράκων τα πλήρη εκείνα σακκία. Και είτα ώρμησε να κατέλθη +εις την παραλίαν, συμπεραίνων εν θριάμβω: + + — Χωρίς άλλο θα είνε καπνά! + +Ήτο περί το τέλος του ο μάϊος. Και την νύκτα εκείνην έλαμπε +μελιχρώς η σελήνη, διαχέουσα γλυκύτατον ωχρόλευκον φως επί της +πολίχνης και του ορμίσκου, όστις έστιλβεν ως απέραντος καθρέπτης +με χρυσά κροσσωτά πλαίσια, χρυσήν παίζουσαν ανταύγειαν του φωτάς +της σελήνης. Ηδύνασο να διακρίνης εξ αποστάσεως ως αν ήτο ημέρα. +Ιδίως δε μίαν γλυκείαν αργυρόχρυσον λάμψιν προσέλαβον οι προς +αριστεράν του ορμίσκου λευκοί βράχοι και οι οικίσκοι της κώμης, +επί των φαεινών τοίχων των οποίων εγράφοντο μαύραι γραφαί στεγών, +εξωστών, γείσων, καπνοδόχων, κληματαριών και δένδρων, σκιάσματα +πραγμάτων απεικονιζομένων επί του τοίχου ως τις πάντεχνος +εικονογραφία. Ακόμη και γαλής τίνος η σκιά, ήτις εκαμάρωνεν ως +νύμφη επί τινος στέγης, ρεμβάζουσα υπό το φως της σελήνης, +εζωγραφίσθη καί αυτή, ακίνητος και μεγάλη, με τας κομψάς κλίσεις +των γραμμών του ευτραφούς σώματός της. Νησίς τις πετρώδης και +στρογγύλη, εν μέσω του ορμίσκου, έλαμπεν ως μέγα αυγόν, το οποίον +αργότερον ως κλώσσα ήθελε καλύψη με τας πτέρυγάς της η μαύρη νυξ. + +Ήδη και άλλη λέμβος ενεφανίσθη εις την είσοδον του ορμίσκου. Κατ' +αρχάς ηκούοντο απ' αυτής γυναικείων φωνών άσματα, τα οποία +γλυκύτατα έπληττον τον ήρεμον πόντον, αντίθεσις φαιδρά προς τον +πένθυμον κρωγμόν του νυκτοπουλιού, όπερ εστέναζεν από της +σεληνοφώτου καμάρας του κωδωνοστασίου. Προσεγγιζούσης ολίγον κατ' +ολίγον της λέμβου, έπαυσε το άσμα και ήκουες τώρα μόνον τον +πλαδαρόν κρότον της κώπης, ήτις μαλακά-μαλακά εσκάλιζε την λείαν +της θαλάσσης επιφάνειαν ως να εσκάλιζε φωτός τολύπην μαρμαίρουσαν +κ' έβλεπες κατά την από της θαλάσσης ανύψωσίν της ν' αποστάζωσι +φαειναί ρανίδες ύδατος ως ιλαράς φλογός σκορπίσματα με αδαμαντίνην +λάμψιν. + +Το ιστίον της λέμβου ταύτης εκυμάτιζεν ελαφρώς εκ του δροσερού +απογαίου σχηματίζον πτυχάς πλην μετά τινος νάρκης ως από κοπώσεως +μακρού πλου, και μάλλον εκρέματο από του ιστού ως ιμάτιον βαρύ από +καρφίου· πλην η λέμβος είχε δρόμον κ' εθραύετο ένθεν και ένθεν το +αργυρόχρουν κύμα εις τας λείας παρειάς αυτής, κ' εσχηματίζετο +όπισθεν αργυρόχρυσος άλλη αύλαξ, ην εθεώρει με τον ένα οφθαλμόν +πλαγίως ακουμβισμένος ο γέρων πηδαλιούχος, προσπαθών ίσως να διίδη +εις τα μυστικά βάθη του πόντου του κόσμου το όνειρον. Ήτο και +ηλικιωμένη τις γυνή εν τη πρώρα, γυρμένη εκεί εις την χαμηλήν +κωπαστήν υπό της νυκτός την αποναρκούσαν δρόσον, τρεις δε νεάνιδες +με λυτά τα ξανθά μαλλιά των, πραέως ακτινοβολούντα, με βοστρύχους +ως χρυσάς δέσμας, εκωπηλάτουν ως άνδρες κανονικώς και ισχυρώς, +σπεύδουσαι να φθάσωσιν εις την παραλίαν. + +Ο τελωνοφύλαξ βέβαιος πλέον ότι θα συλλάβη τα λαθραία, εισέδυ υπό +τινα σκιερόν του βράχου θάμνον και παρεφύλαττε την τελευταίαν +ταύτην λέμβον, ήτις ήτο και μεγαλειτέρα. + + — Αν δεν ήσαν λαθραία, είπε μετά πεποιθήσεως, θα πήγαινε 'σ τη +σκάλα. + +Διότι πραγματικώς η λέμβος προσήγγισεν εις το απώτερον του +ορμίσκου μέρος, όπερ περιφρασσόμενον υπό τίνων σχοίνων, ήτο +σκοτεινόν και απρόσιτον. + +Ηκούσθη ο κρότος του αγκυρίου και συνάμα νεαρά φωνή γυναικεία από +της ακτής: + + — Ελάτε δα, χρονιάσατε! + +Από της λέμβου εξήλθε χαιρετισμός φαιδρός συγχρόνως παρ' όλων. + + — Ξέρς πως φοβήθ'κα! επανέλαβεν η έξω φωνή της αναμενούσης +νεανίδος. + + — Η αγάπη γεννά τον φόβον· απεκρίθη ο γέρων πηδαλιούχος. + + — Απαντήσατε τίποτε; ηρώτησεν η αναμένουσα. + + — Δόξα σοι ο Θεός! ησυχία. Περάσαμε πολύ ώμορφα. + +Η ηλικιωμένη γυνή, άμα αισθανθείσα το επί της άμμου ξερόν σύρσιμον +της λέμβου, ηγέρθη από της κωπαστής και ήρχισε να ρίπτη έξω +σάκκους ένα-ένα, οίτινες έκαμνον έν πήδημα πρώτον ελαφρόν επί των +οστράκων και είτα έμενον εκεί. + +Παραπέρα, όπου είχον αποβιβάσει τα φορτία των αι άλλαι λέμβοι, +θόρυβος ηκούετο. Γυναίκες, κατελθούσαι από της ελικοειδούς ατραπού +του βράχου, και νεάνιδες και παιδία με φλυαρίαν ατελείωτον +προσεπάθουν να μετακομίσωσι τους σάκκους. + +Ο τελωνοφύλαξ, ως ιέραξ κεκρυμμένος εις το ύψος του καθήκοντός +του, ητοιμάζετο με τους γαμψούς όνυχάς του να επιπέση κατά της +αθώας λείας, ότε την ορμήν του ψυχραίνει γραία τις, φωνάζουσα μετά +δακρύων σχεδόν. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, δος τε μου κ' εμένα δυο φ'λλάκια πλειο. +Αρί-σείς θα ψουφίσ' 'κεινουδά του καματερό. + +Νεάνις τις, φορτωθείσα τον σάκκον μετά της νεαζούσης εκείνης +προθυμίας και ορμής, την ετσαλαπάτησε την γραίαν ολολύζουσαν. Αλλ' +αυτη ηγέρθη πάλιν και απετείνετο προ άλλην τώρα νεανίδα. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, δυο φ'λλάκια πλειο. + +Ο τελωνοφύλαξ έγρυξεν απολύσας από του στόματός του βραχνήν +βλασφημίαν, εννοήσας πλέον περί τινος επρόκειτο και τι ην το +ελαφρόν εκείνο φορτίον. + + — Τουλάχιστον να μη ξεχνάμε την τέχνην είπε, και ανέβη εις τον +βράχον, όπου είχον συναχθή περίεργοι τινες νησιώται, αμερίμνως +καπνίζων το σιγάρον του ως να μη είδε τίποτε. + +Αι γυναίκες λαμβάνουσαι τους σάκκους, ελαφρούς ως αχυροδέματα +έφευγον προς τας οικίας, γλήγορα-γλήγορα ανερχόμεναι τον βράχον, +ίνα αποφεύγωσι των περιέργων τα βλέμματα. Διά τούτο αι λέμβοι +απέφευγον και την αποβάθραν. + +Αι τρεις ξανθόμαλλοι νεάνιδες, εξελθούσαι επί της ακτής εγένοντο +ήδη τέσσαρες μετά της έξω αναμενούσης, και αυτής ξανθομάλλου. +Εξήλθε και η ηλικιωμένη γυνή, παρέλαβεν εις τας αγκάλας της και +απεβίβασε και τον γέροντα πηδαλιούχον ως σάκκον πλήρη και αυτόν, +όστις αμέσως με δύο χονδράς ράβδους επιστηριζόμενος ανήρχετο σιγά- +σιγά τον ανήφορον, εν ώ αι τέσσαρες νεάνιδες και η άλλη γυνή, +φορτωθείσαι ανά δύο ογκώδεις σάκκους, έσπευδον προς την οικίαν +των, αφού προσέθεσαν εν ασφαλεία την λέμβον. + + — Καλά που ήλθατε, είπε την τελευταίαν στιγμήν η έξω πρότερον +αναμένουσα. Μου είπανε πως 'ς την Κεχρεά μας τα μαζώξανε τα φύλλα. + + — Αύριο πρωί-πρωί θα πάμε όλοι· απήντησεν η ηλικιωμένη γυνή. + + — Σου φέραμε κάτι φύλλα, Φανιώ, είπεν η μεγαλειτέρα των νεανίδων, +που το καματερό μας θα βρη τη χαρά του. Να ιδής μεγάλα και +τρυφερά. Γυρίσαμε όλη τη Γλώσσα. + +Και ετράπησαν όλαι αι γυναίκες προς τον ανήφορον, όπου ο γέρων +πηδαλιούχος ανήρχετο ακόμη σιγά-σιγά χωλαίνων με τους δύο +πρισμένους πόδας του και τα δύο χονδρά ραβδία του. + + — Αρί-σείς, ηκούσθη όπισθεν πάλιν η φωνή της αιτούσης γραίας. +Αρί-σείς, δος τε μου δυο φ'λλάκια πλειο· τι ήτανε! Μάλαμμα τα +κάματε; + +Επειδή δε και αύται δεν έδωκαν προσοχήν εις τους λόγους της, +κουρασμέναι από το ταξείδιον, η γραία, έρημος απομείνασα πλέον εις +την έρημον παραλίαν, είπε μετά τινος οργής: + + — Καλά σας είπανε _Αναράϊδες!_ + +Αι τέσσαρες νεάνιδες, ακούσασαι το όνομα τούτο εταράχθησαν, πλην η +άλλη γυνή η συνοδός αυτών, ήτις ωμοίαζεν ως μήτηρ, χωρίς παντάπασι +να πειραχθή, αναγνωρίσασα την φίλην της γραίαν γειτόνισσαν, ολίγον +κακόγλωσσον, είπε: + + — Δεν έρχεσαι, καϋμένη, 'ς το σπίτι; μόνον ήλθες 'ς το γιαλό; +Ημείς ξεπλατισθήκαμε 'ς το κουπί. + + +Ο Καπετάν-Θοδωρής, γέρων 65 ετών, υπήρξεν είς των ικανωτέρων +εμποροπλοιάρχων της νήσου. Διά του ιδρώτος του προσώπου του +ευτυχήσας ν' αποκτήση μέγα βρίκιον, εταξείδευεν από της Ισπανίας +μέχρι της Αζοφικής, έχων πλούτον και υπόληψιν, δύο πράγματα, τα +οποία σπανίως συναντώνται επί ενός και του αυτού ατόμου. Πλην κατά +τινα αποκλεισμόν των παραλίων της δυτικής Μεσογείου υπό του στόλου +της Αγγλίας, ο καπετάν-Θοδωρής μη λαβών γνώσιν της προκηρύξεως +αυτού, ότε απέπλεεν εκ Βαρκελώνης, ευρέθη αίφνης με το βρίκιόν του +φορτωμένον εντός της αλύσεως των Αγγλικών πολεμικών. + + — Στοπ! + +Πάραυτα το εσταμάτησαν το ωραίον βρίκιον οι άγριοι της θαλάσσης +κατακτηταί, τα κατέσχον μετά του φορτίου, δυνάμει του πολεμικού +αποκλεισμού και τον ατυχή καπετάν-Θοδωρή συνέλαβον κ' έρριψαν εις +την ειρκτήν της ναυαρχίδος, απολύσαντες τους ναύτας, αφού πρώτον +καλώς τους εμαστίγωσαν. + +Δύο έτη έκλαιον εν τη νήσω του καπετάν Θοδωρή, η σύζυγος αυτού +Γερακούλα και τέσσαρες θυγατέρες του, ωραίαι και ξανθόμαλλοι, +δροσεραί ως αφρός της θαλάσσης κ' εύμορφοι ως μυρσίνης κλωνάρια. +Έμαθον το δυστύχημα πλην έκλαιον όχι το βρίκιον, αλλά τον καπετάν- +Θοδωρή, όστις ήτο σιδηροδέσμιος εις τας ειρκτάς του αγγλικού +πλοίου, βυθισμένος μέχρι της οσφύος εν τη θαλάσση επί ικανάς ώρας +κατά τας πρώτας ημέρας, καθώς έλεγαν. + +Και η εύμορφος Γερακούλα έτρεχε με τας τέσσαρας θυγατέρας της, +μικράς τότε, και ήναπτε τας κανδήλας των εξοχικών ναΐσκων και +παρεκάλει κ' εδέετο. Τέλος μετά έν έτος πεισθέντες οι άγγλοι περί +της αθωότητος του καπετάν-Θοδωρή — πόσον αργά πείθονται οι +ισχυροί! — πεισθέντες ότι ο καπετάν-Θοδωρής ουχί εκ περιφρονήσεως +χάριν κέρδους επισφαλούς αλλ' εξ αγνοίας ευρέθη εντός της γραμμής +του αγρίου εκείνου στόλου, απέλυσαν αυτόν, δόντες μίαν ενδυμασίαν +και μίαν λίραν — ελεημοσύνην ισχυρού προς ασθενή — ως πικράν +ανάμνησιν της εν τη αγγλική ναυαρχίδι καθείρξεώς του. + +Πλην άλλη και πικροτέρα έμελλε να ήνε η από των άγγλων ανάμνησις +του αγαθού εμποροπλοιάρχου. Ο καπετάν-Θοδωρής έχασε την υγείαν +του. Εκ των συχνών αναγκαστικών λουτρών εν τη ειρκτή και των άλλων +μαρτυρίων εν τοιαύταις ώραις έπαθεν εκ χρονίων ρευματισμών κ' +εξήλθεν εις την πατρίδα του ως γέρων κυφός και πιασμένος, ο +ανδρείος εκείνος καπετάν-Θοδωρής, όστις επατούσε κ' εσείετο η γη, +όταν τον είδεν η ωραία Γερακούλα και τον ηγάπησε. + +Μόλις δύο έτη μετά ταύτα ήρχισε να βαδίζη κάπως ελευθερώτερον, +πλην δεν ήτο πλέον δι' εργασίαν. Έφαγε και τα ολίγα αποταμιεύματά +του και ήδη απέζη, αυτός και η οικογένειά τους εκ των μικρών +προσόδων των κτημάτων του. + +Τα έτη παρήρχοντο. Αι εύμορφοι θυγατέρες του εμεγάλωνον και +εγίνοντο ευμορφότεραι. Ο δε καπετάν-Θοδωρής το μόνον όπερ ηδύνατο +να κάμνη ήτο να κατέλθη συρόμενος με τα δύο ραβδία του μέχρι της +αγοράς εις το παρά την αποβάθραν καφενείον κ' εκεί να πίνη ένα +καφέ, — τον προσφιλή του ναργιλέν απηγόρευσαν οι ιατροί — και να +διηγείται τα παθήματά τους. Περί των λοιπών εφρόντιζεν η σύζυγός +του η καλή Γερακούλα. Αύτη με όλην την πτωχίαν διετήρησε τον +φαιδρότατον χαρακτήρα της δροσερόν και χαρμόσυνον, τρέχουσα εις τα +κτήματά της με τας θυγατέρας της, χωρίς η παραμικρά κατήφεια να +επισκιάση την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών. + + — Καλομοίρα που είσαι! έλεγεν ενίοτε ο καπετάν-Θοδωρής, γυρμένος +τον χειμώνα παρά την θερμήν εστίαν, ενώ παραπέρα εκάθηντο κατά +σειράν τέσσαρες κόραι ξανθόμαλλοι, αι τέσσαρες της Γερακούλας +θυγατέρες, με την κάλτσαν περί τον λαιμόν πλέκουσαι. + + — Έχει ο Θεός! απήντα η φαιδρά Γερακούλα. + +Και όταν πάλιν η γραία πονηρά γειτόνισσά της, απόξω-απόξω, διά να +μάθη, ωμίλει περί υπανδρείας προς την Γερακούλαν και ότι τάχα πώς +θα ημπορέση σ' αυτόν τον δύσκολο καιρό να υπανδρεύση τέσσαρας +θυγατέρας, — είχε και αυτή μίαν μόνην θυγατέρα κ' έκλαιε και +ωδύρετο — η Γερακούλα απήντα πάλιν περιχαρής: + + — Έχει ο Θεός! + +Και έλαμπον τα μαύρα τα μάτια της από την χαράν και από την +ελπίδα, και περιήρχετο τα εξωκκλήσια κατά τας εορτάς ξένοιαστος κ' +ελευθέρα παθών και βασάνων, ανάπτουσα τας κανδήλας και δεομένη του +Δεσπότου Χριστού, όστις φροντίζων εν τη απείρω αυτού αγαθότητι +περί των πετεινών του ουρανού, τα οποία ούτε σπείρουσιν ούτε +θερίζουσι, πολύ περισσότερον φροντίζει περί των ευσεβών και αγαθών +θυγατέρων. + +Εν τούτοις ο καιρός έφευγεν, ως φεύγει το κύμα, και αι θυγατέρες +της Γερακούλας εμεγάλωναν. + +Ούτω, θυγατέρας της Γερακούλας, τας απεκάλει και ο γέρων πατήρ. Ο +καπετάν-Θοδωρής δεν ελογάριαζε πλέον τον εαυτόν του μεταξύ των +ζώντων. + + — Δεν με πετάτε, καϋμένες, 'ς το γιαλό! + +Έλεγεν ενίοτε βαρυθυμών. + + — Χριστός και Παναγία, καπετάν-Θοδωρή μου! εφώνει η σύζυγος. + + — Χριστός και Παναγία, πατέρα! έλεγον και αι θυγατέρες του. + +Πλην όσον ηύξανεν η ηλικία των, τόσον ηύξανον και αι ελπίδες της +μητρός, αίτινες ως κολοκύνθαι ανεβλάστανον, αι οποίαι όσον +κόπτονται αι κορυφαί των, τόσον φύουσι νέα άνθη και νέους καρπούς. + +Κατά δε τας μακράς του χειμώνος νύκτας, ότε η Γερακούλα ενυκτέρευε +μετά των τεσσάρων θυγατέρων της, ενώ ο καπετάν-Θοδωρής πιών τον +τελευταίον καφέ του εκοιμάτο εγγύς της εστίας, έλεγε μετά +θαυμαστής φαιδρότητος πάντοτε, δώρου ζηλευτού της θείας δυνάμεως, +ήτις ενισχύει τους δούλους της εν ταις περιπετείαις και θλίψεσι +του βίου, ως ενίσχυε τους μάρτυρας προ των βασάνων. + +Έλεγε λοιπόν η Γερακούλα προς την μεγάλην: + + — Εσένα, Ελένη, θα σου δώσω κτηματία, να έχης αμπέλια και +χωράφια. + +Αι θυγατέρες γελώσαι άφινον το πλέξιμον και έκαμνον ήδη +μπαμπακούλες, τυλίσσουσαι λοβούς κροκωτούς αραβοσίτου εντός της +καιούσης τέφρας της εστίας. + + — Εσένα, έλεγεν είτα, αποτεινομένη προς την δευτερότοκον, την +Μαριγώ, θα σου δώσω έμπορα. + + — Τρακ! εκρότει η μπαμπακούλα, ο λοβός του αραβοσίτου· +εκτινασσόμενος σχασμένος βαμβακόλευκος εκ της τέφρας και κροτών ως +αι στράκαι την Μεγάλην Εβδομάδα. + + — Θάχης πανικά, νήματα, καλούδια, εξηκολούθει η Γερακούλα. + +Και προς την τρίτην έλεγε: + + — Εσένα θα σου δώσω, Μυρσινιώ μου, γραμματικό. + + — Τρακ! εκρότει πάλιν από της τέφρας εκτινασσομένη αφράτη και +άσπρη η μπαμπακούλα. + + — Θάχης χαρτιά και καλαμάρια και πέννες. + +Τα κορίτσια εγελούσαν. Ήσαν και αυτά φαιδρά και καλοκάγαθα, σεμνά +της καλής μητρός αποτυπώματα. + + — Εσένα... εξηκολούθει η Γερακούλα... + + — Πόσες θυγατέρες έχεις, θα πω; διέκοπτεν η μικροτέρα, φαιδροτέρα +και ξανθοτέρα. + + — Εσένα, Φανιώ μου, έλεγε προς την τελευταίαν, εσένα θα σου δώσω +γιατρό! + + — Ω! έκαμναν θόρυβον αι άλλαι, ζηλεύουσαι τάχα. + + — Εγώ θέλω καπετάνιο, παρεπονείτο η Φανιώ, παίζουσα και +αστεϊζομένη, κ' έκαμνε πως κατέβαζε τάχα τα μούτρα, καταγινομένη +εις της μπαμπακούλες. + + — Καπετάνιο! απεκρίνετο η Γερακούλα μετά τινος μυστικού πόνου· +και εσιώπα, αφαιρουμένη εις τα ζωηρά της φλογός παιγνίδια. + + — Aχ! ανεστέναξε τότε ο γέρων, ακούσας ως εν ονείρω την οδυνηράν +λέξιν και αφυπνισθείς. + + — Γιατρό, θα σου δώσω, γιατρό με το ψηλό καπέλλο, να σε πηγαίνη +περίπατο, επανελάμβανε ζωηρότερον η καλή μήτηρ, διακόπτουσα την +οδυνηράν ανάμνησιν. + +Και εκάγχαζον αι νεάνιδες και έτρωγον μπαμπακούλες και εκρότουν οι +λοβοί του ξανθού αραβοσίτου εν τη τέφρα της εστίας επικροτούντες +και αυτοί τας φαιδράς της μητρός αστειότητας. + + — Γελάτε Αρί-σείς, παρετήρει η μήτηρ. Μεθαύριο βλέπετε. + + — Σ' το πιθάρι τους έχεις, θειά-Γερακούλα, τους γαμπρούς; ηρώτα +γελώσα πάλιν και παίζουσα η Φανιώ. + + +Η προσφιλεστέρα όμως ενασχόλησις της Γερακούλας και των θυγατέρων +της ήτο η έξω εις τα κτήματα των εργασία. Έμενεν η μία των +θυγατέρων, συνήθως η μικροτέρα, εις την οικίαν παρά τω γέροντι «να +σαρώση, να βολέψη το σπίτι, να ζυμώση, να μαγειρεύση» να +περιποιηθή τον ασθενή πατέρα, αι δ' άλλαι ηκολούθουν την μητέρα. +Ούτω δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα κορίτσια αυτά εν τη εξοχή +ανετράφησαν. Διά τούτο έφερον εις το πρόσωπόν των την δροσερότητα +των δασών και εις την κόμην των το χρυσούν του αστάχυος χρώμα. Ως +να μη ήσαν τέκνα της Γερακούλας εφαίνοντο, αλλά βλαστήματα αγνά +της αμωμήτου φύσεως, των βουνών, των δασών, των ρευμάτων. Τόσην +αγάπην είχον προς την πρασίνην χλόην και τον δροσερόν αέρα της. +Και οικιακήν αν είχον εργασίαν, απαιτούσαν την παρουσίαν και των +τεσσάρων θυγατέρων, πάντοτε την πρωίαν ήθελον πεταχθή εις τον +ελαιώνα ή την άμπελον, κάτι να ίδουν, κάτι να φέρουν, κάτι να +αναπνεύσουν. Επιάνετο η αναπνοή των μέσα εις τον στενόν οικίσκον. + +Αλλ' όταν δεν είχον εργασίαν εν τη κώμη, τότε όλην την ημέραν +διήρχοντο εν τη εξοχή μετά της μητρός των, ως αγαθού φρουρού, την +δ' εσπέραν θαμπά-θαμπά επανήρχοντο φαιδραί, δροσεραί, με την +πλουσίαν ξανθήν κόμην των αόρατον υπό την λευκήν ελαφράν μανδήλαν, +πλήρεις αγροτικής ευωδίας και καλλονής ως άνθη του βουνού, τα +οποία δρέπει τις εις την κορυφήν αποτόμου πέτρας. Και τι δεν +έφερον τότε εις την οικίαν, εις τον αγαπητόν πατέρα των, όστις +βαθύ παράπονον το είχε, διότι δεν ηδύνατο να περιπατήση μέχρι της +αμπέλου τουλάχιστον. Και τι δεν έφερον! Λάχανα δροσερά, ευώδη και +πολυώνυμα, λάπαθα, καυκαλίθρες, παπαρούνες και λεβοδιές. Αλλά και +αμανίτας απαλάς και ευωδιάζοντα βουνόν κούμαρα. Και τότε την +εσπέραν κατεσκεύαζον τα εύγευστα εκείνα «καλαπόδια» τυλίσσουσαι +ημικυκλικώς εις φύλλον λεπτόν ζύμης ψιλοκομμένα λάχανα μετ' ελαίου +και έψηνον αυτά ουχί εις τον φούρνον, αλλ' εν τη εστία επί πλακός +τιθεμένης επί του τρίποδος και απλουμένων υπ' αυτήν αραιώς των +ανθράκων. Και αν μεν ήτο καιρός εργασίας, αυταί εφρόντιζον περί +πάντων, πλην του σκαψίματος και κλαδεύματος. Εκαθάριζον τας +ελαίας, συνήθροιζον τον καρπόν, αργολογούσαν και εθειάφιζον την +άμπελον, εκρεμούσαν τον ορεινόν εις την συκήν και επεμελούντο της +επιμόχθου συγκομιδής των σύκων, ότε περισσότερον ηλιάζονται αι +νεάνιδες παρά τα σύκα εν τω μέσω του αδένδρου αγρού, όπου +τοποθετούνται αι ηλιάστραι υπό τας φλογεράς του θέρους ακτίνας· +τέλος ετρυγούσαν την άμπελον. Πλήρης και ατελείωτος σειρά εργασίας +περιφερομένη κυκλικώς μετά της περιόδου του ενιαυτού. Όταν δε +πάλιν δεν είχον εργασίαν γεωργικήν, τότε ηρέσκοντο να πλέκωσι, να +ράπτωσι και να νήθωσιν υπό την κατάμαυρον σκιάν της συκής, ή να +κάμνωσιν ένα περίπατον μέχρι της παραλίας της Κεχρεάς προς άλλην +άγνωστον ακτήν, διάφορον της συνήθους της κώμης παραλίας, και +καθήμεναι παρά το ευώδες κύμα να ρίπτωσι στρογγυλούς χάλικας εις +τον διαυγή πυθμένα και τα πράσινα νερά, ή να τρέχωσιν επί των +στιλπνών οστράκων, τρικλίζουσαι μετά χάριτος, ως νύμφαι +θαλασσιναί, άρτι αναδύσαι εκ του αλμυρού πόντου, αναζητούσαι επί +της ευωδιαζούσης εκ της καθαρότητος παραλίας τα παμποίκιλλα εκείνα +κελύφη των οστράκων, άτινα μετά τόσης λεπτότητος κατεργάζεται λεία +και στιλπνά ο καλλιτέχνης πόντος, προστρίβων ταύτα έως ου +αποκτήσωσι το χρυσίζον εκείνο, ή υπέρυθρον, ή πάλλευκον χρώμα. Ενώ +η μήτηρ, καθημένη εγγύς του κύματος, αφηρείτο εις τας απέναντι +νέας ακτάς και αγνώστους τόπους, θαυμάζουσα την απλουμένην +μυστηριώδη καλλονήν του πελάγους. + + — Τι ώμορφα! εψιθύριζεν η μήτηρ ως εν ονείρω, θεωρούσα τας κομψάς +γραμμάς των θεσσαλικών ακτών και του Πηλίου τας ερυθρωπάς +σχισμάδας· εν ώ ως κοπάδιον λευκών περιστερών υπελεύκαζον επάνω- +ψηλά της Ζαγοράς αι οικίαι. + +Ούτως είνε ο άνθρωπος. Το άγνωστον καταπλήττει. Όσον ωραίον, όσον +τερπνόν, όσον επαγωγόν και αν είνε το παρόν, το απτόν, γοητεύει +πάντοτε το άγνωστον, το άοπτον και αόρατον. + +Κ' εκεί της εφαίνετο ότι έβλεπεν εις το βάθος πέραν του κυανού +πόντου έν μαύρον βρίκιον με τα λευκά του ιστία ταχέως να διέρχηται +ως αστραπή προ των οφθαλμών της, ως να το εκίνει ουχί άνεμος, αλλά +η αμείλικτος του πεπρωμένου χειρ. Και τότε έκυπτεν η πτωχή εις το +κύμα, ελάμβανεν αλμυρόν ύδωρ διά των χειρών της και απέπλυνε τα +πικρά δάκρυά της. + +Ούτω διά δακρύων εχαιρέτιζε την οιχομένην ευδαιμονίαν της η αρχαία +της νήσου καπετάνισσα. + +Ήτο η μόνη ανάμνησις, ήτις της έφερνε δάκρυα, νεφύδρια εις τον +αίθριον ουρανόν των μαύρων της οφθαλμών. + +Αλλ' οποίαν τρυφήν ενετρύφων την μεσημβρίαν, ότε εις το σκοτεινόν +ρεύμα της Κεχρεάς — εκεί πλησίον ήτο το κτήμα των — υπό τας +πλατάνους και τα βαΐα και τας μύρτους μαζή με τους κοσσύφους, τας +τρυγόνας και τας φαιάς αγριοπεριστεράς έτρωγον βρέχουσαι τον άρτον +εις το κρύον του ρεύματος νερόν, παραμερίζουσαι τα βρύα και τα +καταπράσινα πολυτρίχια, τα οποία φύονται εις τας πηγάς και τας +κρήνας ως δροσεροί των υδάτων ανθισμοί. Και όταν το καύμα +εδυναμούτο υπό τας πλατάνους, κ' έβλεπον πέραν εις το κενόν να +παίζη η ατμοσφαίρα ως λεπτοτάτη και αόρατος σχεδόν αράχνη — +σημείον υψίστης θερμότητος — τότε απέβαλλον αι θυγατέρες της +Γερακούλας τα μαύρα φουστάνια, εκρεμούσαν την λεπτοΰφαντον λευκήν +μανδήλαν από των κλώνων των χλοερών και μακροφύλλων βαΐων, και με +τα λευκά κολόβια ενίπτοντο κ' ελούοντο εις το κρύον ρεύμα, +δροσίζουσαι τον απαλόν και λευκόν αυτών λαιμόν ως κύκνοι και +βρέχουσαι την μακράν ξανθήν των κόμην ως μεταξίνην χρησίζουσαν +κυματοειδώς επί των νώτων. + +Και είτα ετραγωδούσαν με την γλυκείαν λεπτήν φωνήν των και αι +τέσσαρες εν αρμονία θελγούση και πολλάκις εχόρευον. Ω! και έψαλλον +καλλιφώνως, ναι, έψαλλον εις το ρεύμα αι ευσεβείς νεάνιδες το +ωραίον τροπάριον της Παναγίας, της γειτονίσσης των, ως την +απεκάλουν τρυφερώς αι τρυφεραί κόραι. «Εν τη Γεννήσει την +Παρθενίαν εφύλαξας... » + +Κ' ησθάνετό τις γλυκύν τον αντίλαλον ν' αναβαίνη από του ρεύματος +διά των φύλλων της μυρωμένης εκείνης λόχμης ως ένθους και +γοητευτική αρμονία νυμφών, κατακηλούσα την ακοήν και καθηδύνουσα +την καρδίαν. + +Διά τούτο αι φιλοσκώμμονες άλλαι γυναίκες τας απεκάλεσαν, κατά το +εγχώριον γλωσσικόν ιδίωμα, _Αναράιδες_. + + — Γιατί να μας λένε _Αναράιδες_; έλεγεν ενίοτε η μεγαλειτέρα. + + — Ναι γιατί, Μα, να μας λένε; Εγώ δεν θέλω, επανελάμβανεν η +μικροτέρα και ξανθοτέρα, ένα αιθέριον πλάσμα νύμφης και δρόσου και +ορεινής ευωδίας, η ωραία και ξανθή Φανιώ. + + — Μακάρι νάσαστε! έλεγεν η μήτηρ, πλύνουσα συγχρόνως εις το +διαυγές ύδωρ την σκονισθείσαν εκ της πορείας μανδήλαν της. + + — Τι λες και συ, θα πω; + + — Μακάρι νάμαστε, να τους πάρουμε τη μιλιά, να μη μιλούνε για +μας. + +Και ήρχιζε τότε η μήτηρ, βλέπουσα τα σειόμενα βρύα υπό του +ρεύματος, να διηγήται προς τας θυγατέρας τον περί Νεράιδων μύθον, +καλλωπίζουσα αυτόν κομψώς διά της αφελούς φαντασίας της: + + — Αι Αναράιδες ήτανε ώμορφες γυναίκες, μα πολύ ώμορφες. Ψηλές, +λιγνές, κάτασπρες, ροδοκόκκινες, με ξανθά μαλλιά, κ' ετραγωδούσαν +εις τα ρεύματα σαν αηδόνια κ' εχόρευον ελαφρές σαν αέρας, καλή ώρα +σαν εσάς. Εκειδά ήταν γυναίκες και εκειδά εγινόντανε αηδόνια. +Εκειδά ήτανε κορίτσια και εκειδά γινόντανε άγγελοι με χρυσά μαλλιά +και με χρυσές φτερούγιες. + + — Τι λες, Μα; διέκοπτον αι θυγατέρες της. + + — Ναι, επανελάμβανεν η μήτηρ. Τες βλέπανε οι άνθρωποι έξαφνα και +τους έπαιρναν τη μιλιά! Από μερικούς έπαιρναν και τα μυαλά! + + — Τι λες, Μα; διέκοπτον πάλιν γελώσαι αι εύμορφοι θυγατέρες της +Γερακούλας. + +Ούτω παρήρχοντο αι ημέραι και νύκτες της αθώας αυτής οικογενείας. + +Ευδαίμονες γυναίκες! + +Έχε πλούτον, δεν έχεις χαράν, είσαι πένης. Έχε ξηρόν άρτον. Έχεις +χαράν; Είσαι πλούσιος. + +Ευδαίμονες γυναίκες! + + +Την άνοιξιν όμως πράγματι εμόχθουν η καλή μήτηρ και αι τέσσαρες +θυγατέρες της. + +Κατεγίνοντο περί την βομβυκοτροφίαν, ήτις ιδίως κατά τα τελευταία +έτη, καθ' ά συμβαίνει η παρούσα διήγησις, είχε λάβει μεγίστην +ανάπτυξιν εν τη νήσω. Και ηυδοκίμει σφόδρα, αν ουχί και προς +εξαγωγήν μεγάλην των μεταξοπλέκτων κουκκουλίων, αλλά προς +παραγωγήν της απαιτουμένης διά τας πλουσιωτάτας προικώας +ενδυμασίας των νεανίδων μετάξης, αίτινες μετά τρυφεράς +προσπαθείας, αψηφούσαι πάντα κόπον και κίνδυνον, αρέσκονται εις +την διατροφήν και ανάπτυξιν των ιδιοτρόπων και λεπτοφυών σκωλήκων +από της πρώτης ως μαύρης μυίας μικροσκοπικής εμφανίσεως, μέχρι της +ερωτικωτάτης αυτοθυσίας των, ότε αναβάς ο φαιόχρους με τους +αιχμηρούς ποδίσκους του σκώληξ επί του δροσερού κλώνου της δρυός ή +του ακανθωτού κιτρινανθέμου κλαδίου, βλέπει περιπαθώς δι' υστάτην +φοράν την μετά τόσης στοργής περιέπουσαν αυτόν παρθένον και κινών +τους ημίσεις του σώματός του δακτυλίους γοργώς κατά διαφόρους +διευθύνσεις, πλέκει το μετάξινον δίκτυόν του και κλείεται εντός +αυτού ως ο ερημίτης, ο εγκλεισμένος εν τω κελλίω του, ζων νεκρός, +λέγων μυστηριωδώς: λάβε την πνοήν μου εις πολύτιμον μέταξαν, ω +τρυφερά παρθένος, και κατασκεύασον το αραχνοϋφές ύφασμα, δι' ου θα +περιβάλης το απαλόν σώμα σου την ημέραν των γάμων σου. + +Η ωραία νήσος αφθόνως εσκιάζετο υπό των συκαμινεών, ων τα φύλλα +είνε η μόνη τροφή των μεταξοσκωλήκων. Οι περί την κώμην κήποι, +αυταί αι αυλαί των κομψών οικίσκων επρασίνιζον θελκτικώς από τα +πλατέα αμυγδαλοειδή φύλλα της μεταξοτρόφου συκομορέας εν αρμονία +προς το λευκόν των τοίχων και το ερυθρωπόν των στεγών. + +Πλην επί μακράν σειράν ετών πρότερον ηστόχησεν η ζωηρά αύτη +ενασχόλησις. Οι σκώληκες ηύξανον, ηύξανον γοργώς και όταν +προσήγγιζεν ο καιρός της ανόδου των εις το κλαδίον, ησθένουν και +απέθνησκον και αι καλαμωταί, τα καλάμινα απλωτά διαμονητήρια των +σκωλήκων, ετινάσσοντο εις τα καταλύματα — οικτρόν θέαμα — υπό τους +οδυρμούς τόσων μητέρων και τόσων παρθένων, αίτινες εις μάτην +εμόχθησαν υπό το καύμα του μαΐου φυλλολογούσαι εν τοις αγροίς. + +Εις μάτην η πτωχή μήτηρ την ημέραν του Ευαγγελισμού εισήρχετο εις +τον ναόν, φέρουσα εν τοις κόλποις της εντός μανδηλίου τον +μικροσκοπικόν σπόρον του βόμβυκος, όστις λειτουργηθείς ούτως +ετίθετο μετά ταύτα εγγύς της πυράς, ηυλογημένος, ίνα _ανοίξη_ επί +απαλού πανιού κ' εμφανισθή ο σκωληκίσκος, η μέλλουσα μεταξωτή χαρά +της παρθένου. Εις μάτην άλλη μήτηρ έδιδεν ωσαύτως τον σπόρον εις +τον υιόν της να τον φέρη την μεγάλην Παρασκευήν εν τω ναώ, όπως +αγιασθή πριν ανοίξη. Ουδεμία κόρη _εκλάδονεν_. + +Τότε απελπισθείσαι αι πτωχαί γυναίκες, φαίνεται ότι εγκατέλιπον +εις το εξής επί πολλά έτη τους ματαίους μόχθους και έβλεπες ξηρά +κούτσουρα τας συκαμινέας, εγκαταλειφθείσας εις την διάκρισιν άλλων +σκωλήκων πλέον, μεταξωτών και αυτών, των σκληρών παιδίων του +χωρίου, τα οποία αναβαίνοντα εις τα ωραία δένδρα, επλήρουν την +κοιλίαν και τον κόλπον των από τα σακχαρωτά συκάμινα κ' έθραυον +είτα τα ευλύγιστα κλωνάρια απομαδώντα τα τρυφερά φύλλα των εις +διατροφήν των λαιμάργων αιγών και αμνάδων. + +Η αποτυχία κοινώς απεδόθη εις ασθένειαν του σπόρου, αδυνατούντος +να παραγάγη γενναίον σκώληκα μέχρι του σχηματισμού των στιλπνών +ωχρολεύκων κουκκουλίων. + +Όμως κατά τα έτη της διηγήσεώς μας η ανάπτυξις της βομβυκοτροφίας +παρουσίασε νέαν θαυμασιωτέραν της παλαιάς ευδοκίμησιν. Η +Κυβέρνησις εξαπέστειλεν εις τα χωρία χημικώς εξηρευνημένον +βομβυκόσπορον της Προύσσης και η παραγωγή υπήρξε θαυμασιωτάτη. + +Και είδες πάραυτα ν' αναλάβη ζωήν το χωρίον κατά την άνοιξιν. +Επρασίνισαν πάλιν αι αυλαί του από τας ευμόρφους συκομορέας κ' +επανεφυτεύθησαν εις τους κήπους τα χλοερά δένδρα. + +Ανεκλάλητος χαρά ήτο διακεχυμένη έξω κατά το έαρ. Κόραι δε και +γραίαι ημιλλώντο εις το άσμα κατά την επίπονον συλλογήν των +φύλλων. Έλεγες ότι γενική εορτή τελείται εις το μικρόν χωρίον. + +Η ανάπτυξις του βόμβυκος προέβαινε λαμπρώς το έτος τούτο. + +Μόλις εφάνησαν τα πρώτα τρυφερά φυλλάκια εις τας συκαμινέας, +ήνοιξε και ο σπόρος επί του θερμού πανίου εγγύς της εστίας. Πρέπει +να συμπίπτη πάντοτε η άνοιξις του σπόρου με την άνοιξιν των +μορεών. + + — Καλορροίζικο, Μα, είπεν η μεγαλειτέρα κόρη της Γερακούλας, η +Ελένη. + + — Καλά κουκκούλια! ηυχήθη η μήτηρ. + +Και η Ελένη παρατηρήσασα ότι εσχηματίσθησαν όλα τα μαύρα +σκωληκάρια, ενέθηκεν εκεί τρυφερόν φύλλον, εκόλλησαν όλα επ' +αυτού, κινούμενα υπό της λαιμάργου ορμής προς το φαγητόν και ούτως +η κόρη έθεσεν αυτά εις μεγαλείτερον ταψίον, όπερ ετοποθέτησεν επί +καθέδρας, τους τέσσαρας πόδας της οποίας εστήριξεν εντός στάκτης, +ίνα μη δύνανται οι μύρμηκες ν' αναβώσι και πνίξωσι τους μικρούς +σκώληκας τους οποίους δεινώς καταδιώκουσι. Τώρα τρέφονται οι +σκώληκες διά φύλλων, μετά προσοχής κοπτομένων, ψιλά-ψιλά, διά +ψαλλίδος. Και αφού αυξηθώσι και είνε ανάγκη μεγαλειτέρου πάλιν +χώρου, κατά τον αυτόν τρόπον τοποθετούσιν αυτούς εις μεγαλείτερα +και περισσότερα ταψία, έως ου, αναπτυχθέντα τελείως πλέον τον +ωραίον σκώληκα και γενόμενον φαιόχρουν, τοποθετήσωσιν επί ευρείας +καλαμωτής, ην αποκρεμώσιν από των δοκών της οροφής διά τεσσάρων +σχοινίων, επαλείφουσαι αυτά επάνω διά κατραμίου, ίνα μη κατέλθωσιν +οι λαίμαργοι μύρμηκες. + +Και πλέον ησυχία απόλυτος εν τω οίκω. Ούτε ταραχή, ούτε φωνή, ούτε +άσμα. Είνε δειλοί οι μεταξοσκώληκες. Ο παραμικρός κρότος τους +εκφοβίζει και τότε δεν αναβαίνουσιν εις το κλαδίον και δεν +κάμνουσι κουκκούλια. Κατά την περίοδον ταύτην νομίζει τις ότι το +χωρίον είνε έρημον. + +Και τρέχουν διά φύλλα αι νεάνιδες δις της ημέρας. Και προσέχουν να +είνε τρυφερά και δροσερά, διότι τα πανιασμένα δεν τα τρώγουσιν οι +ευγενείς μεταξοσκώληκες. + +Αυτό είνε το καματερό. Και πράγματι κάματος και πόνος συνοδεύει +την ανάπτυξίν του. + + — Πάλι για φύλλα Μα! έλεγε κάθε πρωΐαν η Ελένη προς την μητέρα +της. + +Και έσπευδεν η Γερακούλα και αι θυγατέρες της εις την άμπελον και +εις την Κεχρεάν, όπου είχον χλοεράς συκαμινέας. Είχον ανοίξει +εφέτος περισσότερον. Υπελόγιζον να εξαγάγωσι δέκα οκάδας μέταξαν, +ήτοι έπρεπε να καταρτίσωσι κουκκούλια 100 οκάδων. Κατ' έτος +εισέπραττον 250 δραχμάς. Εφέτος υπελόγιζον να εισπράξωσι 500. +Εγέμισεν η οικία των καλαμωτάς, τέσσαρας-τέσσαρας, κρεμαμένας την +μίαν επάνω της άλλης. Τον γέροντα τον εστρίμωξαν κάτω εις μίαν +γωνίαν του ισογαίου. + + — Καλοκαίρι είνε, πατέρα, είπεν η Ελένη. Και ήκουες ένα βρυχηθμόν +λαίμαργον, όταν έρριπτον τα φύλλα εις τας καλαμωτάς, ως όταν πνέη +ξηρός άνεμος διά μέσου ξηρών φύλλων. Εις την στιγμήν τα πλατέα +φύλλα εγίνοντο άφαντα, εν πατάγω καταβροχθιζόμενα υπό του +στακτερού σκώληκος. + + — Πώς τρώει, θα πω! έλεγεν η Ελένη, κουρασθείσα να κουβαλή φύλλα. + + — Χριστός και Παναγία! διέκοπτεν η Γερακούλα. Φτύσε το μη το +βασκάνης! + +Και ανεζήτει εν μέσω των αεικίνητων σκωλήκων η μήτηρ, που ήτο +τρόμος να βλέπης τους απείρους μαύρους οφθαλμούς με τα στακτερά +σωληνοειδή σώματα, ανεζήτει υπό τα φύλλα κρυπτόμενα τα +_ακαμάτικα_, τα οποία _δεν κάμνουν κουκκούλια, δεν προκόπτουν_, τα +ανεύρισκε, διακρίνουσα ταύτα μετ' επιτηδειότητος, και τα έρριπτεν +εκ του παραθύρου εις την οδόν, επιλέγουσα σιγά-σιγά: + + — Άιντε, ακαμάτες, που είσθε σεις για κουκκούλια! + +Άλλοτε πάλιν εφρόντιζε διά πανίων να περιφράξη τας καλαμωτάς, όταν +ποτέ εσύριζεν ο βορράς και χειμών όψιμος προηγγέλλετο. Και +περιέφρασσε και τας θύρας ακόμη και τα παράθυρα. Τόσον το +λεπτοϋφές, το μεταξωτόν καματερό επηρεάζεται εκ του ψύχους. + + — Να ιδώ πλειο το καματερό σας, είπε ποτε εισελθούσα η γραία +γειτόνισσα αίφνης, ευρούσα την θύραν ημιάνοικτον, εν ώ η Γερακούλα +αναιβασμένη επί καθίσματος υψηλού, ανεσκάλευε τους ακαμάτες εν τη +επάνω καλαμωτή. Και επειδή η Γερακούλα δεν ήκουσεν, επανέλαβεν η +γειτόνισσα πλησιάζουσα: + + — Να ιδώ το καματερό σας πλειο! + + — Ου! δεν έχω, δεν έχω. Ψόφησε, το πέταξα. Απεκρίθη η Γερακούλα +και κατήλθε, σύρουσα την ξένην προς την θύραν βιαίως. Κ' +επανελάμβανε· + + — Ψόφησε! + +Εν ω αντήχει ο φοβερός τριγμός των ροκανιζομένων φύλλων. + +Κατά πρόληψιν παλαιάν δεν πρέπει «ξένο μάτι» να ίδη το καματερό. + +Και όταν ίδουν ότι οι σκώληκες ηλάττωσαν την τροφήν των και υψούσι +προς τ' άνω τας κεφαλάς των μετά του ημίσεως σώματος ως να ζητούσι +ν' αναβώσι που, καί τινες αρχίζουσι ν' αναρριχώνται εις της +καλαμωτής τα σχοινία, τότε πλησιάζει το «κλάδωμα». Θα μεταβώσιν αι +παρθένοι εις το βουνόν, θα φέρωσι «ζαλίκα» επί των νώτων, τους +ωραίους φουντωτούς θάμνους, το κλαδί, θα τοποθετήσωσιν αυτούς +πέριξ των καλαμωτών κ' εν μέσω σταυροειδώς, και θ' αναβαίνωσιν +ένας ένας οι σκώληκες να πλέξωσι τον κυλινδρικόν τάφον των, τα +μεταξοφόρα κουκκούλια, τον καρπόν τόσου καμάτου του επιμόχθου +καματερού. + + +Πρωίαν τινά του Μαΐου του έτους εκείνου εν τη ακμή της +βομβυκοτροφίας εγένετο ανάστατον το μικρόν χωρίον έκ τινος +κοινοποιήσεως υπό του δημάρχου αναγνωσθείσης εν τη εκκλησία. + +Η κοινοποίησις αύτη ην έγγραφον του Υπουργείου, αποτεινόμενον προς +τους κατοίκους των βορείων της Ελλάδος παραλίων, ων εφιστάτο η +προσοχή επί των αναφανέντων ληστρικών στιφών. + +Αληθώς κατά τας ημέρας εκείνας του Μαΐου, μετά την αποτυχίαν των +Καλαμπακικών, των «Αγγλογάλλων» καταλαβόντων τον Πειραιά και +αναγκασθέντος του βασιλέως Όθωνος να διακηρύξη εις τους πρέσβεις +Αγγλίας και Γαλλίας, ότι θα τηρήση πλήρη και αυστηράν ουδετερότητα +απέναντι της Τουρκίας επί του Κριμαϊκού πολέμου, ήρχισαν να +διαλύωνται τα επαναστατικά σώματα, τινές δε, οι αρειμανιώτεροι +τάχα; δεινώς πάσχοντες εκ της πενίας, ετράπησαν προς τον ληστρικόν +βίον και είχον αναγγελθή ήδη καί τινες ληστρικαί πράξεις αυτών επί +των θεσσαλικών μεθορίων προς την Φθιώτιδα. + +Δύνασθε να φαντασθήτε τον φόβον, ον παρήγαγεν είδησις τοιαύτη της +Κυβερνήσεως εις την φιλήσυχον κωμόπολιν της διηγήσεώς μας, όπου αι +γυναίκες πλεονάζουσι, διότι οι άνδρες ταξειδεύουσιν. + +Αι νυκτοφυλακαί της μικράς κώμης ετριπλασιάσθησαν. Οι πολίται +άπαντες, πλην των γερόντων, κατετάχθησαν εις λόχους κατά συνοικίας +και κατά σειράν εφρούρουν από της δύσεως του ηλίου μέχρι της +ανατολής. Όπλα υπήρχον αρκετά εν τη δημαρχία. Η νήσος αύτη +εχρησίμευσε πολλάκις ως καταφύγιον ή ορμητήριον επαναστατικών +σωμάτων επί των ορίων του Βασιλείου κειμένη, και αυτομάτως, ούτως +ειπείν, είχε σχηματισθή εκεί μικρά αποθήκη εκ καρυοφυλλίων του +εικοσιένα και καραμπινών του τακτικού στρατού, άτινα εγκατέλιπον ή +επώλουν τα διαλυόμενα εκάστοτε ανταρτικά σώματα. + +Μίαν ώραν μετά την ανάγνωσιν του φοβερού εγγράφου, ο είς και μόνος +κλητήρ της δημαρχίας, καλέσας εν τω δημαρχείω και τους δύο +αγροφύλακας, είπε με ύφος αρχηγού: + + — Τώρα θα γείνη το ρωμαίικο, παιδιά! Χωρίς άλλο! + +Και παρουσίασε προς αυτούς σωρείαν εσκωριασμένων όπλων, ράκη τινά +εριούχου και πινάκια ελαίου. + + — Να τα καθαρίσουμε γλήγορα, παιδιά. Χωρίς άλλο θα γείνη το +ρωμαίικο! + +Ο πτωχός αστυνομικός κλητήρ, γηραιός πολεμιστής του εικοσιένα, δεν +ενόει άλλον πόλεμον παρά τον προς απελευθέρωσιν των δούλων +αδελφών, δεν ενόει να καθαρίζη όπλα παρά προς πόλεμον κατά του +εχθρού. + + — Μ' αυτή τη σκουργιά θα γείνη το ρωμαίικο; Παρετήρησαν οι δύο +αγροφύλακες, μάλλον από νωθρότητα ή από φιλοτιμίαν. + + — Με ό,τι έχουμε, και ό,τι δεν έχουμε, επανέλαβεν ο κλητήρ. Ούτως +εις διάστημα τριών ωρών εκαθαρίσθησαν τρεις δεκάδες όπλων, δι' ων +ωπλίζοντο τας εκτάκτους αυτάς νύκτας αι __βάρδιες_ της μικράς +νήσου. + +Την επαύριον έδειξε σημεία ζωής και ο λιμενάρχης, εμφανισθείς +πρώτην φοράν εις την αγοράν και διατάξας να ετοιμάσωσι μίαν +πολεμικήν λέμβον, ην είχεν αφήσει εκεί η «Ματθίλδη» πανάρχαιον +πολεμικόν πλοίον. Οι κάτοικοι τω προσήνεγκον άλλην καινουργή και +στερεάν, πλην ο κ. λιμενάρχης συνειθισμένος εις τα πολεμικά ήθελε +«βασιλική βάρκα» να την ίδουν από μακράν οι πειραταί και να +τρομάξουν. Εστύπωσεν οπάς τινας, περιήλειψεν αυτάς διά πίσσης, +έβαψεν είτα την λέμβον διά φαιού χρώματος στιλπνού και επιβιβάσας +εν αυτή δύο γέροντας ναύτας, ων ο έτερος μονόχειρ, διέταξε να +περιπλέωσι την νήσον μέχρι του Κάστρου προς βορράν κατέναντι της +Χαλκιδικής. + +Την πρώτην νύκτα ο κλητήρ ηγρύπνησε μέχρι της πρωίας μετά μεγάλης +δυσαρεσκείας. Όταν την πρωίαν ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου, το +πρόσωπόν του ήτο στενόν και μακρόν, ως όταν παρατηρεί τις εντός +τεθραυσμένου καθρέπτου. Συνειθισμένος να κτυπά τον κώδωνα της +βάρδιας αφ' εσπέρας και να κοιμάται, εταλαιπωρήθη ο αγαθός εντός +μιας νυκτός. Και αι χείρες του και οι πόδες του ήσαν πλαδαραί ως +πλόκαμοι οκτάποδος. + + — Ε, τι νέα Γέρω-Γιάννη; ηρώτησεν αυτόν ο δήμαρχος. + + — Ησυχία και ασφάλεια, κύριε δήμαρχε. + + — Μπράβο, Γέρω-Γιάννη! Αρματώθηκες βλέπω σαν αστακός. + +Ο Γέρω-Γιάννης έρριψεν υπερήφανον βλέμμα εις τες ασημένιες +παλάσκες του και το υαλιστερόν όπλον, καρυοφύλλι μ' επαργυρωμένον +κοντάκιον. + + — Έτσι νάσαι πάντοτε! ηυχήθη αυτώ ο δήμαρχος. + + — Κύριε δήμαρχε, έτσι είμαι πάντοτε. Και εις πυρ και εις θάνατον. + +Ο δήμαρχος τότε περισκοπών το στιλπνόν καρυοφύλλι είδεν ότι +έλειπεν ο πυρίτης λίθος. + + — Αμ' πού είνε η τσακμακόπετρα Γέρω-Γιάννη; Έτσι θα γένη το +ρωμαίικο; + +Ο Γέρω-Γιάννης ερυθριάσας ολίγον εξήγαγεν εκ του θυλακίου του +τετράγωνον μυτερήν εις τας άκρας τσακμακόπετραν. + + — Την είχα εις την τσέπη μου! είπε μετ' αφελούς ετοιμότητος. + +Μετά τινας ημέρας ο δήμαρχος διέταξε τους αγροφύλακας να +περιοδεύσωσιν εις τα ενδότερα της νήσου, κάμνοντες διαφόρους +κατοπτεύσεις εις πολλά μέρη, παραλαβόντες καί τινας ακόμη +οπλοφόρους. Ητοιμάζετο δε να γνωστοποιήση εις το υπουργείον ότι +ησυχία και ασφάλεια επικρατεί εις την νήσον, ότε ενεφανίσθη προ +του λιμένος μεγάλη και πολύκωπος λέμβος, μετά τάχους κατευθυνομένη +προς την πολίχνην. + +Εταράχθη ολίγον. Πλην ίνα μη αποφανή, λέγει προς τον παριστάμενον +πάνοπλον κλητήρα. + + — Τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη! + +Ο κλητήρ παρατηρήσας πάραυτα το ωραίον καρυοφύλλιόν του είδεν ότι +έλειπε πάλιν η τσακμακόπετρα. Πλην ετοίμως εξάγει αυτήν εκ του +θυλακίου και την τοποθετεί καταλλήλως, περισφίγγων αυτήν. + + — Πάλι ς' τη τσέπη; παρετήρησεν ο δήμαρχος. Έτσι θα κάμωμε το +ρωμαίικο; + + — Δεν ξεύρω τι συμβαίνει, κύριε δήμαρχε, μου την παίρνουν τα +ποντίκια, και γι' αυτό την προφυλάττω. + +Την στιγμήν εκείνην προσήλθε και ο λιμενάρχης τεθορυβημένος. + + — Τι κάμνομεν κ. δήμαρχε; οι λησταί. Δεν τους βλέπετε; Εξήλθον +όλοι εις τον εξώστην· ο δήμαρχος με το πονηρόν του βλέμμα, ο +λιμενάρχης ωχρός ολίγον, και ο κλητήρ προσπαθών να βιδώση καλώς +την τσακμακόπετραν. Κάτω οι άνθρωποι ατάραχοι έβλεπον την +προσεγγίζουσαν λέμβον. Τινές δ' άλλοι προσήρχοντο δρομαίοι, αντί +όπλων, ως ανέμενεν ο λιμενάρχης, κρατούντες εις χείρας πινάκια +κίτρινα και πράσινα του Τσανάκ-καλέ. + + — Είνε ο γρίπος, εφώνησε θριαμβευτικώς ο Γέρω-Γιάννης, βλέπων +μετά προσοχής την πλησιάζουσαν μεγάλην και πολύκωπον λέμβον. + + — Μα έχεις μια μύτη, Γέρω-Γιάννη! + + — Και μάτια και αυτιά, κ. δήμαρχε. Με συγχωρείτε. + + — Αληθώς ήδη ηκούετο και το ζωηρόν των τσεσμελήδων αλιέων +κέλευσμα: + + _Ο γρίπος μας, η τράτα μας! + Άλ-λά, παιδιά!_ + +Αλλά και ο δήμαρχος είχε δίκαιον να μη ανησυχήση και ο λιμενάρχης +είχε δίκαιον ν' ανησυχήση. Εις τας εκτάκτους περιστάσεις όλοι οι +εν τη εξουσία έχουσι δίκαιον. + +Εν τούτοις η περίστασις αύτη ήτο ατυχής διά την μικράν νήσον, +ανοικτήν πανταχόθεν εις την επιδρομήν των ληστών. Ωχρόν δέος +εζωγραφίζετο κατά τας ημέρας εκείνας εις τα πρόσωπα πάντων. Αι +εργασίαι αι γεωργικαί διεκόπησαν και πάντες έμενον εν τη αγορά +διερωτώντες αλλήλους περί των συμβαινόντων. Συνεχώς δε τρις και +τετράκις της ημέρας κατήρχοντο από του υψηλοτέρου βουνου οι +αγροφύλακες, οπόθεν κατεσκόπευον το πέλαγος κ' εκόμιζον ειδήσεις +εις τον δήμαρχον. + +Ουδέν όμως υπέστη τοσαύτην καταστροφήν όσον η βομβυκοτροφία. Τα +καματερά, τα οποία, ως είδομεν, έκτακτον εσοδείαν προεμήνυον +εφέτος, ηπειλούντο διά τελείας καταστροφής, στερούμενα τροφής. +Θρήνος και οδυρμός μεταξύ των γυναικών. Πώς να εξέλθωσιν εις τους +αγρούς προς συλλογήν φύλλων μετά την ύποπτον είδησιν περί ληστών; +Ο δήμαρχος εφρόντισε και κατήρτισε σώματα οπλοφόρων, τα οποία +προεφύλαττον πάσας τας παρόδους και τας κορυφάς, όπως ευκολύνηται +η συλλογή των φύλλων. Πλην τι τρόμος ήτο εκείνος εν τοις αγροίς! Η +ευωδιάζουσα από μυρίων αρωμάτων εξοχή, η πάγκαλος εκείνη φύσις της +χλοεράς νήσου, είχε μεταβληθή εις σιωπηλήν και στυγνήν κοιλάδα +πένθους. Εις τους τρομασμένους οφθαλμούς των εξερχομένων γυναικών +τα δροσερά και μυριόχρωμα άνθη εφαίνοντο μαραμένα και άχροα. Και +αυτά τα καταπράσινα των συκαμινεών φύλλα μαύρα εφαίνοντο. Τα +αναρίθμητα κελαδήματα των πτηνών ούτε ηκούοντο καν υπό των +καταπεπληγμένων γυναικών και πάσα κίνησις φύλλων υπό του δροσερού +ανέμου αναπαρίστανεν εις την έκπληκτον φαντασίαν των δειλών +εκείνων όντων την αυχμηράν όψιν ληστού ή λιάπη! + +Πόσον ο τρόμος μεταβάλλει την όψιν των πραγμάτων! + +Αι περισσότεραι ούτε εξήλθον καν τας τρεις πρώτας ημέρας. Όσαι +είχον άνδρας, έστειλαν βεβαίως τους άνδρας των, αλλ' όσαι δεν +είχον, ή ηγόρασαν φύλλα παρά τινων αγαθών γειτονισσών ή +εγκατέλιπον τα καματερά εις την τύχην των. + +Και ήκουες: + + — Πάει το καματερό! + + — Αρί-καϋμένη, πάει πλειο. Κρίμα και κρίμα! + +Και ηκούσθη και γραία τις θρηνούσα αληθώς υψηλά εις τον βράχον ως +επί απωλεία ανθρώπου επανειλημμένως οδυρομένη «Καματερό μου, +καματεράκι μου!» + +Τωόντι τινές τα επέταξαν εις τον βράχον, όπου αι όρνιθες εύρον την +χαράν των, καταβροχθίζουσαι λαιμάργως τους τεφρόχρους εκείνους +σκώληκας μεγάλους και μαλακούς ως βούκας ζύμης. + +Η Γερακούλα ευτυχώς κατώρθωσε να εξοικονομή φύλλα κατά τας δεινάς +εκείνας ημέρας. Αναβιβάσασα επί οναρίου τον καπετάν-Θοδωρή, +πληρώσαντα καλώς έν ωραίον τρομπόνιον, το μόνον λείψανον του +απολεσθέντος βρικίου του, εξήρχετο μετά της μεγαλειτέρας των +θυγατέρων της και συνέλεγε φύλλα εις τα πλησιέστερα κτήματα, +δίδουσα αυτά εις το καματερό της μετά φειδούς. Εις το μέγα κτήμα +όμως, εις την Κεχρεάν, δεν ετόλμησε να μεταβή. + +Αλλά μετά παρέλευσιν ημερών τινων, επειδή ουδέν εγένετο εξ όσων +εφοβούντο οι άνθρωποι, ουδέ ληστρική συμμορία επεφάνη, επανήλθε +και πάλιν η ησυχία και το θάρρος εις την πολίχνην. + +Αι νυκτοφυλακαί έπαυσαν, οι άνθρωποι ήρχισαν να εξέρχωνται εις τας +εργασίας των και την νύκτα μέχρι του μεσονυκτίου μόνος ο Γέρω- +Γιάννης, ο δημαρχικός κλητήρ, περιήρχετο την έρημον κώμην, φέρων +το ωραίον καρυοφύλλι εις τον ώμον του και την τσακμακόπετραν εις +το θυλάκιόν του. Και αν τον έβλεπες υπό την φαεινήν ακτινοβολίαν +της σελήνης, εθεώρεις ότι περισσότερον ζωντανόν ήτο το αργυρούν +καρυοφύλλι, ου αι γλυφαί έπαιζον ως φολίδες έρποντος όφεως υπό τας +μαρμαρυγάς του αργυρού φωτός, παρά ο φέρων αυτό Γέρω-Γιάννης, +όστις σιγά-σιγά με κλειστά τα μάτια εβάδιζεν ως άνθρωπος έχων αντί +ψυχής καρυοφύλλι. + +Τέλος το υπουργείον απέστειλε νέον έγγραφον προς τον δήμαρχον της +μικράς νήσου, αναγγέλλον ότι αι συμμορίαι εκείναι των ληστών +διελύθησαν και καλούν τους νησιώτας να επαναλάβωσιν αφόβως τα έργα +των. + +Διά τούτο είδομεν εν αρχή της διηγήσεώς μας τόσαι λέμβοι μετά +γυναικών ιδίως ν' αποβιβάζωσι σάκκους φύλλων συκομορέας εις την +παραλίαν υπό το φως της σελήνης. + +Επειδή δε και μετά την καταστροφήν πολλών καματερών, πάλιν αι +συκομορέαι της νήσου δεν επήρκουν εις την διατροφήν των +απομεινάντων, — τόσων λαμπρώς έβαινεν εφέτος η ανάπτυξις του +μεταξοσκώληκος — πολλαί γυναίκες παραλαβούσαι και τους συζύγους +των ή άλλους συγγενείς των, μετέβησαν εις την εγγύς κωμόπολιν +Γλώσσαν, επί άλλης γειτονικής νήσου, όπου έμαθον ότι υπάρχουν +φύλλα άφθονα άνευ καματερών. + +Ούτω και η φιλόπονος Γερακούλα, παραλαβούσα τας τρεις θυγατέρας +της και τον καπετάν-Θοδωρή με το τρομπόνιον πλήρες, την άλλην +θυγατέρα άφησε προς φύλαξιν της οικίας, μετέβη εις Γλώσσαν κ' +εκόμισεν, ως είδομεν, τόσους σάκκους δροσερών φύλλων. + + +Μόλις ανεπαύθη την νύκτα η φιλόπονος αύτη οικογένεια από του +κόπου του διημέρου εκείνου ταξειδίου, και ητοιμάζετο λίαν πρωί να +μεταβή εις Κεχρεάν, εις το μακρινόν εκείνο κτήμα της, όπου κατά +τας δύο ημέρας της απουσίας ουδείς μετέβη και όπου υπήρχον αι +χλοερώτεραι συκομορέαι. + + — Θεια Γερακούλα, ηκούσθη φωνή την αυγήν έξωθεν εκ γειτονικού +παραθύρου, η φωνή της γραίας ξηράς και ωχράς γειτονίσσης. + + — Ποιος είνε; απήντησεν η Γερακούλα. + + — Να, εγώ είμαι, θα πάτε ς' Κεχρεά; + + — Λέμε να πάμε· τι να κάμουμε! + + — 'Σαν είνε, ναρθώ κ' εγώ μαζί σας. + + — Καλώς ναρθής. + + — Ξέρεις, φοβάμαι μοναχή μ'. Τώρα δεν έρχουνται οι αγρουφύλακες +κ' εγώ φοβάμαι μοναχή μ'! + + — Μη φοβάσαι. Δεν είναι τίποτα. Ημείς πήγαμε 'ς τη Γλώσσα. Δεν +είνε τίποτα. + + — Ξέρω κ' εγώ. Ρέματα είνε, αλάργα είνε, φόβος είνε. + + — Χριστός και Παναγία! Δεν είνε τίποτα. + + — Θαρθή κι' ου καπετάν-Θοδωρής; + + — Θαρθή. + + — Ναρθή. + +Αληθώς μετ' ολίγον ο καπετάν-Θοδωρής εξεκίνησε πρώτος, αναβάς επί +του οναρίου, κρατών και το βαρύ τρομπόνιον πλήρες. + +Η Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες της, έφερον εκάστη από ένα +σάκκον κενόν και εντός καλάθου έλαιον διά τα κανδήλια της +Παναγίας. Επί άλλου καλάθου, ον εκρέμασαν επί του οναρίου έθεσαν +τον άρτον και το προσφάγιον. Θα επέστρεφον μετά το δειλινόν. Έως +τότε υπελόγιζον ότι θα εσύναζον όλα τα υπάρχοντα εις τας εκεί +συκομορέας φύλλα. Επί του οναρίου ο καπετάν-Θοδωρής εφόρτωσε και +τους ψευδείς πόδας του, τα δύο χονδρά ραβδία, τα οποία +μετεχειρίζετο ως αληθινούς του πόδας. Οι άλλοι δύο πόδες του, οι +αληθινοί, εκρέμαντο από του οναρίου ξεκλειδωμένοι ως ψευδείς. + +Η Γερακούλα ήρχετο τελευταία, συνομιλούσα μετά της γειτονίσσης +της. + +Καθ' οδόν συνήντησαν άλλας πολλάς συντροφίας, αίτινες προς τον +αυτόν σκοπόν μετέβαινον εις τα κτήματα, άλλαι φλυαρούσαι, άλλαι +άδουσαι. Και δεν διέκρινες ποίαι ομιλούν, και ποίαι τραγουδούν. Η +ομιλία εν φαιδρά συντροφία εις τα βουνά ούτως ερρύθμως +απαγγέλλεται, ώστε εκ της ηχούς της αντηχούσης εντός των βαθέων +γευμάτων, ουδόλως διαφέρει του άσματος. + +Αλλ' όταν ανέβησαν εις το βουνόν κ' έμελλον να κλίνωσι προς το +μέγα της Κεχρεάς ρεύμα, έπαυσαν πλέον να συναντώσι νέας +συντροφίας. Προς τούτο το μέρος υπήρχον περισσότερα δάση και ολίγα +κτήματα. Μόνον το μέγα της Γερακούλας κτήμα εξετείνετο κάτω εις το +ρεύμα, και έν άλλο πλησίον, της γειτονίσσης της, καί τινα ακόμη +προς την θάλασσαν κατά τας δυτικάς ακτάς της νήσου. + +Ενόησαν ότι εισήλθον πλέον εις ερημίαν, ης η νεκρά νάρκη +εζωογονείτο κατά τι εκ των φαιδρών συνομιλιών των τεσσάρων +αδελφών, προς ας ο γέρων πατήρ, προηγούμενος, διηγείτο διάφορα +επεισόδια του ναυτικού του βίου, όστις συνεκρούσθη προς τας +τρικυμίας και τα πάθη της ζωής τόσον, όσον αι μαύραι δρύες, εν +μέσω των οποίων ήδη εβάδιζον, επάλαισαν προς τους κεραυνούς και +τας καταιγίδας. Αλλ' αν δεν κατώρθουν αι ολίγαι αυταί ανθρώπιναι +ομιλίαι να διασπάσωσι της ερήμου την νεκρικήν σιωπήν, τα +αναρίθμητα όμως πτηνά κατωτέρω, κεκρυμμένα εντός των γηραιών του +δάσους δένδρων, τόσην ζωήν, τόσην κίνησιν εμαρτύρουν με τα +αρμονικά αυτών κελαδήματα, ώστε αν έκλειες τους οφθαλμούς να μη +βλέπης την μαύρην ατελείωτον σειράν των σιωπηλών δένδρων με τους +σκληρούς κορμούς και το πυκνόν φύλλωμα, θα ενόμιζες ότι ευρίσκεσαι +εν μέσω του Παραδείσου, περικυκλούμενος υπό μυριάδων αγγελικών +όντων ως πτηνών κελαδούντων. + +Η Γερακούλα και η γειτόνισσα συνομιλούσαι έμενον ολίγον όπισθεν. + +Αι τέσσαρες θυγατέρες η μία κατόπιν της άλλης προέβαινον έχουσαι +σκεπασμένην την ξανθήν κόμην των, ίν' αποφύγωσι πρωινήν δρόσον. + + — Ελπίζεις, χριστιανή μ, λέγει αίφνης η γειτόνισσα σταματήσασα, +ελπίζεις να πανδρεύσης τέσσερες θυγατέρες; Εγώ μία την έχω, και +απελπίσθηκα πλεια. + +Έχουσα θάρρος πάντοτε ενώπιον της αγαθής Γερακούλας η ωχρά +γειτόνισσα, επενέβαινεν άκλητος εις τοιαύτας οικογενειακάς +συζητήσεις. Και μη ανεχομένη να βλέπη τόσον εύελπιν την +καλοκάγαθον γυναίκα, επεθύμει να την ακούση μια φορά να +βλασφημήση, διά να χαρή. + + — Καϋμό τώχω! έλεγε πολλάκις. + + — Ελπίζω λες; απήντησε τότε η Γερακούλα, πλήρης χριστιανικής +λάμψεως. Και τι θαρρείς; Είνε 'ς το χέρι μας; Αυτά είνε του Θεού. +Όποιος πιστεύει εις τον Θεόν, αυτός ελπίζει. Ποτέ μου, γειτόνισσα, +δεν απελπίσθηκα. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει +πώς θα τα οικονομήση. Σώπα, γιατί τώχω σε κακό μου να μου κόπτουν +την ελπίδα. Όποιος κόπτει την ελπίδα από τον άλλον, του κόπτει την +ζωήν. Τα κορίτσια μου είνε του Θεού. + + — Αμ' δεν είνε του Θεού! 'Σ τα ρίξανε, κακομοίρα. Αχ! 'ς τα +ρίξανε και τι έχεις να υποφέρης! + +Ενόει η γειτόνισσα την επικρατούσαν αφελή πλάνην, καθ' ην την ώραν +του στεφανώματος εν τω γάμω οι εχθροί συνοικεσίου τινός διά +μαγείας προορίζουσι τον τοκετόν τόσων θυγατέρων, προς δυστυχίαν +του νέου ζεύγους, μέλλοντος να πάθη βάσανα και πειρασμούς, μέχρις +ου αποκαταστήση αυτάς, ιδίως εις τας δυστυχείς ταύτας ημέρας. + + — Σώπα, γειτόνισσα! Μου το είπες κι' άλλη φορά. Σώπα. Εγώ σου +είπα πολλές φορές, τα μάγια δεν τα πιστεύω. Τα μάγια είνε ψευτιές +για να ψευτοπερνούν μερικοί 'ς τον ψεύτικο κόσμο. + +Είπεν η Γερακούλα κ' έρριψεν αίφνης το πλήρες ελπίδων βλέμμα της +εις τας τέσσαρας θυγατέρας της. + +Είχον σταθή εις την κορυφήν του τελευταίου λόφου να ίδουν την +ανατολήν του ηλίου. Αφήρεσαν τας μανδήλας των, θερμανθείσαι εκ της +πορείας και αι ακτίνες του ηλίου πίπτουσαι εις την χρυσήν των +κόμην, θαυμασίως αυτήν κατηύγαζον. Ενόμιζες ότι κύμα χυτόν χρυσού +έλουε τας κορυφάς των τεσσάρων αυτών θυγατέρων, χρυσού παίζοντος +εις τους παρθενικούς αυτών ώμους μ' εξαισίαν στιλβηδόνα κ' +έκλαμψιν, χρυσού μαλακού, μαλακώς καταρρέοντος μέχρι της οσφύος. + +Φρίκη κρυφή διέτρεξε τα μέλη της Γερακούλας. + +Η μεγαλειτέρα ήτο 27 ετών, αι άλλαι ανά δύο έτη κατά σειράν +μικρότεραι και η τελευταία 21 ετών. Όλαι εις την ακμήν του γάμου. + +Και ως από μυστικής τινος ορμής κινηθείσα η πτωχή μήτηρ, ήρχισε να +μετρά επί των δακτύλων: μία, δύο, τρεις, . . . . + +Και εσταμάτησε κατηφής γενομένη, ως να εκάλυψε μαύρη σκέπη την +γελόεσσαν του προσώπου της αίγλην. + +Ούτως ο Σατανάς παρασύρει εις την παγίδα της αμαρτίας τον +άνθρωπον. + +Και η στρυφνή γειτόνισσα παρ' ολίγον με την θνητήν παρατήρησίν της, +παρ' ολίγον να ρίψη εις τα δίκτυα της αμαρτίας την ενάρετον +Γερακούλαν, ης το στόμα ουδέποτε έπαυσε να επικαλήται τον Κύριον, +και ης η καρδία ουδέποτε έπαυσε να ελπίζη εις τον Θεόν. + +Αλλ' η θεία χάρις σκέπει πάντοτε τον κοπιάσαντα εν τη αρετή, όστις +αποκτά ούτως ειπείν δικαιώματα επί της θείας δικαιοσύνης και δεν +τον αφίνει να πέση εις βλασφημίαν, καθώς τον δίκαιον Ιώβ. + +Έπτυσεν εις την γην η αγαθή Γερακούλα, ως να απέπτυσε την +βλασφημίαν, και ποιήσασα το σημείον του Σταυρού. + + — Δόξα σοι ο Θεός! εφώνησεν εκ βάθους στενάξασα ως από των +εγκάτων των σπλάγχνων της. + +Και επανέλαβε: + + — Έτσι που λες, γειτόνισσα. Εγώ τα κορίτσια μου τα άφησα εις τον +Θεόν. Ο Παντοδύναμος θα τα οικονομήση. + +Η αιγλήεσσα αιθρία επανήλθε πάλιν εις το πρόσωπον της Γερακούλας. + +Ήδη η γειτόνισσα απεχωρίζετο. Έφθανεν εις το κτήμα της. +Απεχαιρέτισε τας καλάς συντρόφους της, αίτινες έκλιναν ήδη προς το +σκοτεινόν μέγα ρεύμα, και εισήλθεν εις το κτήμα της. + +Αλλά μετ' ολίγον κραυγάζει ως να είχε λησμονήσει να το είπη +πρότερον. + + — Νάχετε το νου σας, κορίτσια. Είνε, ακόμα κλέφτες! τα μάτια σας +τέσσερα! κορίτσια! + +Και επανέλαβεν οξέως παρατείνουσα την ξηράν φωνήν της. + + — Κλέφτες! + +Και η ηχώ δεινή και άχαρις επανέλαβε δις· + + — Κλέφτες! + +Και εβούισεν έως κάτω το βαθύ ρεύμα βοήν φοβεράν, ως εάν εβούισε +τουφεκιά, καταπλήξασαν τα πτηνά, τα οποία εσίγησαν εις τας +δροσεράς κρύπτας των. + +Η μεγαλητέρα, η Ελένη, 'σαν να ήκουσε την φωνήν την δευτέραν +φοράν. Εκοντοστάθη ολίγον μετά τινος αγνώστου τρόμου, αλλ' είτα +επειδή τα πτηνά επανέλαβον το κελάδημά των, απέδωκε τον φόβον εις +την ύποπτον του ανθρώπου φαντασίαν και εξηκολούθησε τον δρόμον +χωρίς να είπη τι. + +Γειτόνισσαί τινες είνε πεπρωμένον να προβλέπωσι πάντοτε το κακόν, +με την διαφοράν ότι τούτο ως επί το πλείστον αποβαίνει εις αγαθόν. + + +Την ώραν καθ' ην είχον εξέλθη της πόλεως ο καπετάν Θοδωρής, η +Γερακούλα και αι τέσσαρες θυγατέρες των, αυγή-αυγή, τέσσαρες +οπλοφόροι επεβιβάζοντο είς τινα σκοτεινόν και απότομον της Κεχρεάς +ορμίσκον, Μανδράκι καλούμενον, προς τας δυτικάς της νήσου ακτάς. +Έφερον και οι τέσσαρες στολάς πεπαλαιωμένας της χωροφυλακής, πλην +αντί υποδημάτων εφόρουν τσαρούχια ελαφρά και είχον τα πανταλόνια +κομμένα και περιδεδεμένα άνω του γόνατος, καλύπτοντες τον πήχυν +του ποδός διά της συνήθους βλαχόκαλτσας. + +Έσυραν την λέμβον των υπό τινα πυκνόν θάμνον, αόρατον εν μέσω των +βράχων εκάλυψαν ακόμη αυτήν και διά τινων πυκνών και ακανθωτών +αγριοβάτων και ανήλθον ως έλαφοι την άνω του ορμίσκου σκληράν της +γης λοφιάν, βραχώδη μεν και ολισθηράν, πλην κεκαλυμμένην υπό +δάσους ερείκων, κομάρων, πρίνων και σκολιών τινων πευκών, τας +κορυφάς των οποίων φαρμακόνει η άλμη του κύματος ως άχνη +ανερχομένη έως επάνω όταν μαίνεται κάτω η τρικυμία. Έως ότου +έλθωσιν εις το μονοπάτιον οι τέσσαρες ξένοι, υπέστησαν παλλάς +αμυχάς εις τας χείρας και τας παρειάς. Αλλ' επειδή ήσαν ένοπλοι με +υαλιστεράς καινουργείς καραμπίνας ευκόλως διήνοιγον τας άκρας των +σκληρών θάμνων και επερνούσαν παρεισδύοντες ως εν μέσω +ακανθοχοίρων μετά προσοχής. + +Επλησίαζαν τα χαράγματα. Η ημέρα προεμηνύετο ωραία αν και νέφη +τινά μαύρα, ως κάπαι ποιμενικαί, έτρεχον γοργά, ακολουθούντα του +πρωινού βορρά το ρεύμα. Άμα τη ανατολή του ηλίου θα έπνεεν ο +βορειοανατολικός, το δροσερόν μελτέμι, και ήδη παρεσκευάζετο το +ευρύ μετέωρον στάδιον του ουρανού, εν ώ ήθελεν αγωνισθή άνευ +αντιπάλου ο θερινός ούτος άνεμος, ου η ζωογόνος βία λυγίζει τας +κορυφάς των αριών, μεταβάλλουσα εις στακτερόν το πράσινον χρώμα +του δάσους, και λευκαίνει τον κυανούν πόντον μεταμορφούσα τα +κύματα εις αγέλας λευκών περιστερών. + +Οι τέσσαρες άνδρες εξελθόντες εις την ατραπόν, έστησαν προς +στιγμήν, ως διστάζοντες, αλλά μάλλον διότι ο είς τούτων, ο +φαινόμενος ως αρχηγός, προσεπάθει να διακρίνη τα μέρη ως άνθρωπος +θέλων ν' αναμνησθή παλαιάν γνωριμίαν. + +Ούτος έφερεν εν τη στολή του και χρυσά τινα σειρήτια και ράκος +χρυσού θυσάνου εν τη εσκωριασμένη σπάθη, τα δε κομβία τη στολής +του ήσαν μετά πλείονος επιμελείας εστιλβωμένα, ώστε ηδύνατό τις να +εκλάβη αυτόν τουλάχιστον ως υπομοίραρχον. Περί την οσφύν του μετά +χάριτος περιδεδεμένον ζεύγος μαλαμμοκαπνισμένων παλασκών εξέπεμπε +χρυσάς λάμψεις. Ήτο τεσσαρακονταετής περίπου την ηλικίαν, έπαιζον +δε γοργοί κ' ευκίνητοι οι μαύροι οφθαλμοί του εν αρμονία προς την +ηλιοκαυμένην όψιν του και την μαύρην στιλβηδόνα της μαύρης κόμης +του. Η χροιά και του προσώπου και των χειρών του ωμοίαζε προς το +βαθύχρουν δέρμα κήτους. Οι άλλοι δύο ήσαν ηλιοκαείς γέροντες +σχεδόν με σκληράς σάρκας κ' εξηγριωμένα χαρακτηριστικά, ο δε +τέταρτος έφηβος συμπαθητικός με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και +μαύρην κόμην, με λευκόν και απαλόν δέρμα, τον οποίον όμως +τερατωδώς ασχήμιζεν η ρακώδης ενδυμασία και η μετά των άλλων +αγριωπών ανθρώπων συντροφία. + +Τόσον δε πεπαλαιωμένη και εφθαρμένη ήτο η στολή των τριών τούτων, +ώστε μόλις εκ του στέμματος διεκρίνοντο ότι είνε χωροφύλακες. + +Προέβησαν ολίγα βήματα προς το δάσος, πλην και πάλιν έστησαν. + +Ο αρχηγός τότε ο μαυριδερός, έρριψε λοξόν βλέμμα επί των συντρόφων +του, ων ο νεώτερος είχε καταληφθή υπό τινος μυστικού φόβου όπερ +τον ηνάγκαζε να βραδυπορή· οι δ' άλλοι ακουσίως εβραδυπόρουν και +αυτοί, ως όταν σκοντάπτη κανείς επί λίθου. + +Υπέκλινε δις και τρις τον υψηλόν αυχένα ο νεώτερος, ως να +κατεπλάγη, ιδών αίφνης εξαπλούμενα προ των οφθαλμών του τα μαύρα +της Κεχρεάς δάση εις τα οποία δεν είχον εισδύσει ακόμη της αυγής +αι ασθενείς ακτίνες, αποφρασσομένης της ανατολής από υψηλού όρους. +Μαύρη επλανάτο επάνωθέν των η νυξ και πλέον μαύροι παρετάσσοντο +των γηραιών δρυών οι ακίνητοι όγκοι, άνωθεν των οποίων εσύριζεν ως +όφις παρερχόμενος ο πρωινός άνεμος. + +Η σελήνη είχε δύσει πρό τινων στιγμών και μόνον ως φλοξ ερυθρά +καιομένης ασβεστοκαμίνου μακρόθεν έφεγγεν όπισθεν του Προμηρίου +της Θετταλομαγνησίας ο αιμόχρους κύκλος της. + + — Κύτταξε καλά, Θανάση, έγρυξεν ο αρχηγός εν μέσω της ερημίας +αποτεινόμενος προς τον νεώτερον των συντρόφων. Μη μου πης ότι +φοβήθηκες της Νεράιδες. Ντροπή! Σ' το Καραντελή θάμαξα την +παλληκαριά σου. Και γι' αυτό δεν θα σ' αφήσω πλειο από κοντά μου. +Βλέπω και κοντοστέκεσαι. + + — Καπετάνιο, ξέρεις το ελάττωμά μου, απήντησε μετά δειλίας ο +Θανάσης. Το θέλω κ' εγώ; Να, έτσι κάνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια μου. + +Και έδειξε πέραν προς τον μαύρον δρυμόν, όπου υπελεύκαζον όγκοι +τινές υψηλοί. + + — Είνε βράχια, απήντησεν ο αρχηγός. Ντροπή σου! + + — Ήμουν δεκαπέντε χρόνων, σου το είπα. Επερνούσα από το ρέμα, ένα +μεγάλο και σκοτεινό ρέμα, μαύρο, κατάμαυρο, όπως μαυρίζει εκεί — +και έδειξε πέραν το δάσος. — Ήτον καταμεσήμερο, και της ηύρα κ' +εχόρευαν. Ήσαν ως τριάντα Νεράιδες, γυναίκες κάτασπρες, με άσπρους +λαιμούς, άσπρα χρυσοκεντημένα φορέματα και ξανθά μαλλιά. Αντί να +κάμω προς το βουνό, από τη σαστιμάρα μου έπεσα μέσα στο χορό. +Έφερναν γύρω σαν να φέρνη γύρω αέρας. Μπερδεύθηκα μέσα σε +ολόχρυσες πολυθρόνες, που κάθονταν οι βιολιτζήδες με τα χρυσά +βιολιά και τ' αργυρά λαγούτα. Από την γλυκειά μουσική εβούλωσαν τ' +αυτιά μου, από την χρυσή λάμψι των μαλλιών των εθάμπωσαν τα μάτια +μου. Κάμνω να μιλήσω, δεν ημπορούσα. Μου πήραν την μιλιά γιατί +τους χάλασα τον χορό. Έκαμα τρεις μήνες να μιλήσω. Από τότες μου +απόμεινε ένας φόβος 'ς την καρδιά και κάμνουν άσπρα-άσπρα τα μάτια +μου μερικές φορές. 'Σ τον πόλεμο με είδες, καπετάνιε, αλλά 'ς της +Νεράιδες να μη με ιδής. Καλλίτερα να μη με ιδής. + +Ο αρχηγός εγέλασεν, ακούσας επαναλαμβανομένην την αφελή διήγησιν +του Θανάση. Και θωπεύσας αυτόν εις τον ώμον μετά πατρικής στοργής, +είπε: + + — Αι, μη φοβάσαι πλεια! Σήμερα θα πάμε σε μαυροφόραις. Μη +φοβάσαι. Σήμερα θα κάμνουν μαύρα-μαύρα τα μάτια σου. + +Και αφού περιέσφιγξεν ο μαυριδερός την οσφύν του ως εστηρίζετο +εκεί όλον το θάρρος του, κ' εκρότησαν ηδέως αι παλάσκαι, ετράπη +ταχύς προς το βουνόν ως άνθρωπος γνωρίζων τα «κατατόπια». Και μετ' +ολίγον έχων προ αυτού πάντοτε τον νεαρόν Θανάσην, έκλινεν όπισθεν +του όρους προς ανατολάς, όπου ηγείρετο η Μονή του Ευαγγελισμού. + +Οι δύο άλλοι ηκολούθουν. + + +Εν μέσω βαθείας χαράδρας αθέατος μεταξύ των βράχων, ολίγον +υψηλότερα του διαρρέοντος τον πετρώδη αύλακα χειμάρρου, ήτο +κτισμένη η Μονή του Ευαγγελισμού. Προς το βορειοδυτικόν της +χαράδρας υψούτο αμέσως άνωθεν του χειμάρρου μέγα και πετρώδες +τριγωνικόν βουνόν φαλακρόν εν τη οξεία κορυφή, αλλά σκιαζόμενον +προς τα κάτω υπό πυκνού δάσους δρυών, ων αι ρίζαι και οι κορμοί +συνεχέοντο προς τους φαιούς βράχους του, απροσίτους εις τους πόδας +του αγρότου, ως ήτο απρόσιτον εις την γλώσσαν το βάρβαρον όνομά +του. Και μόνον αι αίγες είχον εκεί την προσφιλή των διαμονήν με τα +μηκάσματά των και τους κωδωνίσκους των διασκεδάζουσαι τους +μοναχούς. Προς δε το νοτιοανατολικόν άνω του χειμάρρου υψούτο πολύ +ταπεινώτερος άλλος βραχώδης λόφος, εις την βορειοανατολικήν +πλευράν του οποίου λειανθείσαν, φαίνεται, εκτίσθη η Μονή του +Ευαγγελισμού. Σχοίνοι φουντωτοί και σφένδαμνοι υψηλαί και θάμνοι +άγριοι παντοίων συμπλεγμάτων φυτών και αναδενδράδων εσκίαζον το +μέρος τούτο, όπου ο γεωργός αντί βώλου γης ανασκάπτει πέτρας, +θραύων τας αξίνας του. + +Ο χείμαρρος διευθύνεται προς τας ανατολικάς ακτάς της νήσου, +διαρρέων παρακάτω από τα τείχη της Μονής ορμητικώς μεταξύ των +παρασυρομένων βράχων παρά τους χονδρούς κορμούς, καρυών και +πλατάνων, αίτινες μαγευτικήν όψιν παρέχουσιν εις το άγριον ρεύμα. + +Και μόνον προς ανατολάς καταβαίνει από του βράχου κλιτύς λιπαράς +γης, εν η πρασινίζουσιν ωραίοι αμπελώνες με τας υψηλάς κυπαρίσσους +των, απολήγοντες πλαγίως και προς βορράν εις το ρεύμα πάλιν, όπου +κρέμανται κλιμακηδόν οι θαλεροί της Μονής κήποι, ο είς επί του +άλλου, αρχόμενοι από της μεγάλης τετραγώνου στέρνας της δεχομένης +τα άφθονα του ρεύματος ύδατα, δι' ων κινούνται οι μύλοι και +ποτίζονται τα λαχανικά. Ο κατερχόμενος την ωραίαν των αμπελώνων +κλιτύν παρελθών το αλώνιον επί της ομαλής κορυφής του γεώδους +λόφου, διακρίνει αίφνης, χωρίς καν να το υποπτεύση, κάτω προς το +ρεύμα, ως προσπεφυκυίας επί του βράχου τας στακτεράς της Μονής +στέγας, εστεγασμένης όλης διά φαιών πλακών του βουνού. Μακρόθεν δε +από του πελάγους αύτη φαίνεται ως κρεμαμένη από του βράχου προς ον +συγχέεται. Βαρεία θολωτή καμάρα διά κτιστών δύο τετραγώνων κιόνων, +των καλουμένων υπό των βυζαντινών πινσών υποβασταζόντων το +παρεκκλήσιον του αγίου Δημητρίου με τον κομψόν θολίσκον του, +σκιάζει τον πυλώνα με την μαύρην μεγάλην πύλην, ης αι οριζόντιοι +διά χονδρών ήλων προσηλωμέναι χονδραί ορθόπλευροι σανίδες ως εκ +σιδήρου παχέα φαίνονται ελάσματα. Μικρόν δ' επί του δεξιού +θυροφύλλου πυλίδιον, το πορτέλλον, υπανοιγόμενον την νύκτα παρέχει +είσοδον εις τους ξένους χωρίς ν' ανοιγώσι τα βαρέα της πύλης +θυρόφυλλα. Ένδον διά των τεσσάρων ορθοπλεύρων πτερύγων, ανίσων το +ύψος, τας οροφάς και την ηλικίαν, εφ' ων κατά σειράν υπάρχουσι τα +κελλία των μοναχών, σχηματίζεται αυλή πλακόστρωτος, εν μέσω της +οποίας κείται το εύμορφον Καθολικόν της Μονής με τας στρογγύλας +γραμμάς του και τους δι' ερυθρού κονιάματος κεχρισμένους τρεις +θόλους του, εστεγασμένους και αυτούς διά φαιών πλακών. + +Η μονή αύτη ήκμαζε τότε, πλούσια κατέχουσα κτήματα ελαιώνων και +αμπελώνων, ων οι ευώδεις μοσχάτοι οίνοι _αλυπιακοί_ καλούμενοι έκ +τινος των παλαιών ηγουμένων και κτητόρων, του Αλυπίου, ιδιαιτέρως +σκευάζοντος αυτούς, πολλάκις εθαυμάσθησαν εν Αθήναις, εις τας +τραπέζας των Συνοδικών. Θεμελιωθείσα περί τα τέλη του +προπαρελθόντος αιώνος και μετά ταύτα ολονέν συμπληρουμένη διά +προσθήκης οροφών και πτερύγων, δι' α εδαπάνα αφειδώς τον +ατελείωτον πλούτον του πλουσιόπαις νησιώτης, καθιερώσας εκεί και +την ζωήν του, έστιλβε καινουργής, «Καινούργιο μοναστήρι» +καλουμένη, εις αντίθεσιν των παλαιών άλλων τριών μοναστηρίων της +Νήσου. Η σεμνή πρόσοψις άνω του πυλώνος και οι τοίχοι όλοι έξω +ήσαν κεχρισμένοι δι' ερυθρού ασβεστοκονιάματος ως οι θόλοι, όπερ +παρείχεν επιβάλλουσαν ερημικήν σεμνότητα εις την όλην του κτιρίου +όψιν. Σήμερον όμως τα ωραία κονιάματα κατετρίβησαν υπό των υετών +και των καταιγίδων, οι τοίχοι εις πολλά μέρη κατερειπώθησαν και +μονάζουσιν εν αυτή περισσότεραι γλαύκες ή μοναχοί... + +Την αυτήν πρωίαν ο θυρωρός της Μονής μοναχός ανήρ 35 ετών ως +κοντός τετράγωνος κορμός πεύκης, μάλλον στρογγυλός κ' έχων σχεδόν +μόνον κεφαλήν και κοιλίαν, μετά περιεργείας είδε τέσσαρας ξένους +χωροφύλακας, ων ο είς έφερεν αργυράς επωμίδας υπομοιράρχου άνευ +κροσσών. + + — Μμμμ, ηθέλησε ν' αρθρώση λέξεις τινάς ο θυρωρός, συγκεχυμένος +το σώμα και τον νουν, ιδών βαίνοντας τους ξένους ευθαρσώς προς τα +έσω, ως ανθρώπους οικείους, αλλά παρατηρήσας τα όπλα αυτών τα +καινουργή και τα ξίφη των και τα ξεφτισμένα του μαυριδερού αρχηγού +σειρήτια ηρκέσθη να χαιρετίση στρατιωτικώς μετά βίας υπανεγείρων +την κοντήν δεξιάν του προς το μέτωπον, μέγα και πλατύ ως τεμάχιον +σανίδος. + +Οι ξένοι προχωρήσαντες σοβαρώς, κροτούτος του αρχηγού το ξίφος +θορυβωδώς, ανήλθον μικρόν ξύλινον εξώστην προς τα δεξιά +εκτεινόμενον και εισήλθον μόνοι των κατ' ευθείαν εις το +αρχονταρίκιον — την αίθουσαν των ξένων — ανοικτήν πάντοτε και +φέρουσαν εστρωμένους επί των μενδερίων κύκλω ωραίους περσικούς +τάπητας. Προ πολλού είχε τελειώσει ο όρθρος, τινές δε των μοναχών +λίαν πρωί είχον εξέλθει εις τους κήπους και τας αμπέλους προς +εργασίαν. + +Ο μαυριδερός αρχηγός καθήσας σταυροποδητεί επί του μενδερίου και +θωπεύων τον μαύρον αυτού μύστακα εζήτησε πάραυτα τον ηγούμενον. +Αλλ' ο εμφανισθείς αρχοντάρης, γέρων ρινόφωνος, είπεν ότι ο +ηγούμενος απουσιάζει εις το Μετόχιον προ ημερών, αλλ' ότι εν +ανάγκη δύνανται να τον καλέσωσι. Και έβλεπε τον μαυριδερόν +αξιωματικόν μετά περιεργείας ως να ενόμιζεν ότι κάπου τον +ξαναείδεν. + + — Δεν πειράζει, είπεν ο άγνωστος, ημείς θα φύγωμεν αμέσως, διότι +βιαζόμεθα. + +Και μετά τέχνης απέφευγε τα πονηρά βλέμματα του γέροντος +αρχοντάρη. + + — Θα έρχεσθε διά την καταδίωξιν των ληστών; ηρώτησεν ο γέρων +μοναχός διά της ρινός του, όστις ήτο γραμματεύς και οικονόμος +συνάμα της μονής και ανεγίνωσκε την «Αθηνάν». + + — Ακριβώς δι' αυτό, απήντησεν ο αρχηγός, ευχαριστημένος ότι ο +αρχοντάρης, χωρίς να το υποπτεύη, διευκόλυνε μεγάλως την υπόθεσίν +του. + +Καθ' όλον αυτό το διάστημα οι τρεις άλλοι άγνωστοι χωροφύλακες +ίσταντο άφωνοι εγγύς της θύρας, βλέποντες μετά προσοχής και +περιεργείας την άνω αυτής κρεμαμένην μεγάλην χαρτίνην εικόνα, +παριστάνουσαν διά ζωηρών ερυθρών και μαύρων χρωμάτων τα επτά +θανάσιμα αμαρτήματα, επτά ωχράς ψυχάς εχούσας εν τω μέσω επί της +καρδίας ενθρονισμένον μαύρον βασιλικόν δαίμονα. + +Ήδη ο στρογγυλός θυρωρός, φοβερός ωτακουστής, ακούσας έσπευδε να +καλέση τους μοναχούς προλαβών του υπομοιράρχου τας σκέψεις. + + — Να έλθουν όλοι, διέταξε τότε ο αρχηγός, λαβών όλον το ύφος το +σκληρόν αρχηγού αποσπάσματος, καταδιώκοντος ληστάς διότι έχω να +σας αναγνώσω σπουδαίον έγγραφον της Κυβερνήσεως περί των ληστών. + +Ο θυρωρός έτρεχε με όλας τας δυνάμεις του κινών κεφαλήν και +κοιλίαν και τας κοντάς χείρας του εις την αυλήν· και πονηρός ως +ήτο εκτύπησε τον μικρόν κώδωνα, προς μεγάλην των χωροφυλάκων +δυσαρέσκειαν, οίτινες ηυχαριστούντο μάλλον να εργάζωνται αθορύβως +και χωρίς κώδωνας. + +Μετά μικρόν εισήλθον εις την αίθουσαν των ξένων πάντες οι μοναχοί +με τα πρόσωπα αυτών τα ωχρά και τα βλέμματα τα απλανή πλην +περίεργα και τους πώγωνας τους μακρούς. Ο αρχηγός εξήγαγεν ήδη +ογκώδη φάκελλον, ον προσεπάθει ν' ανοίξη, οι δε μοναχοί +προσήγγιζον εν κύκλω διά ν' ακούσωσιν. + +Ήτο εκεί ο κηπουρός με τον μικρόν σκαλιστήρα, διακόψας την +εργασίαν του. Δύο άλλοι νεώτεροι με κίτρινον τον πώγωνα εκ λεπτής +κόνεως θείου, κρατούντες και τα εκ λευκοσιδήρου θειαφιστήρια· +είχον εξέλθει προ μικρού μόλις ετελείωσεν η Ακολουθία, διά να +θειαφίσωσι την άμπελον «πριν πάρη το μελτέμι». Ήλθε και ο +μάγειρος, ανασφουγκωμένος τας χείρας και κρατών μεγάλην ξυλίνην +του μαγειρείου κουτάλαν. Εν όλω πέντε μοναχοί μετά του αρχοντάρη. + + — Δεν είνε άλλοι; ηρώτησεν ο αρχηγός των χωροφυλάκων. + + — Όχι γενναιότατε, απήντησεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης, χαίρων διότι +επέτυχεν εις τον τίτλον, δι' ον τόσην ώραν εσυλλογίζετο. Δυο τρεις +φορές του ήλθε να τον ονομάση ενδοξότατον, αλλά δεν του εφάνη +καλόν, άγνωστον διατί. + + — Προσέξετε, είπε μετά φωνής σθεναράς ο αρχηγός. Μήπως απεκρύψατε +κανένα; + + — Όχι, γενναιότατε! επανέλαβε πάλιν ο ρινόφωνος, οι άλλοι δέκα +είνε με τον ηγούμενον εις το Μετόχι, θειαφίζουν τα αμπέλια και +άλλοι λείπουν εις το Νησί, τον Τσουγκριά, (μίαν δροσεράν Νησίδα +προ του λιμένος, ανήκουσαν εις την Μονήν). + + — Θα έλθουν τώρα; + + — Θα έλθουν την Κυριακήν, μετά τέσσαρας ημέρας. + + — Πολύ καλά, είπεν ο μαυριδερός αρχηγός, εγερθείς εν θορύβω των +όπλων του. + +Και πάραυτα ως να ήτο σύνθημα το «πολύ καλά» τούτο, οι τρεις +χωροφύλακες, καταβιβάσαντες τους οφθαλμούς των από την φοβεράν +χαρτίνην εικόνα εξήγαγον εκ της οσφύος των μακρά και λεπτά σχοινία +και επιπεσόντες κατά των μονοχών εξαίφνης περιέδεσαν αυτούς μετά +πολλής ευκολίας, ενώ ο αρχηγός ίστατο με γυμνήν την σπάθην του προ +της θύρας. Μόνον ο μάγειρος, ο ζωηρότερος πάντων, διαμένων εν τη +μονή εξόριστος εξ άλλου μοναστηρίου ένεκα εγκλήματος, Γεδεών ο +καραβάς καλούμενος, διότι υπήρξε ναυτικός, ηθέλησε ν' αντισταθή +και προχωρήσας μάλιστα προς την θύραν ίνα διεξέλθη, εκτύπησε τον +αρχηγόν διά της ξυλίνης κουτάλας, εκστομίσας συγχρόνως μετά βοής +και την λέξιν _κλέφτες_. Πλην ως αστραπή η χειρ του αρχηγού +εφίμωσε το στόμα του, διά δε του πλατέος του ξίφους του επάταξε +αυτόν εις τον ώμον σκληρώς. Και τότε είς των χωροφυλάκων σπεύσας +έκλεισε και ησφάλισε την πύλην του Μοναστηρίου. + + — Ο πορτάρης! εκραύγασεν αίφνης ο αρχηγός. Πού είνε ο πορτάρης; + +Και έβλεπε περιδεής δεξιά και αριστερά. Ο θυρωρός είχε γείνει +άφαντος. + +Ο λήσταρχος — διότι ενώπιον ληστών ευρισκόμεθα — έγεινε τότε έξω +φρενών, κτυπών βαρβάρως τους δεσμίους. + + — Τα χρήματα! εφώναζε. Τα χρήματα! επανελάμβανεν. Ογλήγορα τα +χρήματα, έλεγε κ' εκτύπα τους δειλαίους μοναχούς ωχρούς και +αφώνους προ του απροσδοκήτου θεάματος. + + — Πήγαινε 'ς το μαγειριό, Θανάση, να ετοιμάσης το λάδι. Είπε προς +τον γνωστόν μας νεαρόν ληστήν ο αρχηγός, βλέπων ότι οι μοναχοί +έμενον άναυδοι. + +Σιγή φοβερά επηκολούθησεν. + +Ο βορειοανατολικός έπνεε βίαιος σείων μετά τριγμού θλιβερού τους +υελοπίνακας των παραθύρων, ων τα υελόφρακτα ημικυκλικά υπέρθυρα, +τα ακίνητα, παρίστανον κομψά σχήματα ναών και κωδωνοστασίων, των +διαφόρων διαιρέσεων της υάλου προσκολλωμένων δι' εξεχούσης +λευκοτάτης γύψου μ' ευθυγράμμους κόψεις. + +Μετ' ολίγον εμφανίζεται πάλιν ο Θανάσης κατακόκκινος, κρατών μέγα +μαύρον τηγάνιον, εν ώ ετσιτσίριζεν ακόμη σπαρακτικώς το έλαιον. + + — Έχετε εις το ταμείον χρήματα! Εμπρός τα κλειδιά· είπεν ο +αρχιληστής. + + — Τα έχει ο ηγούμενος, γενναιότατε, είπεν ο ρινόφωνος αρχοντάρης. +Εμείς δεν γνωρίζομεν. + +Αλλ' ο αρχιληστής εν γνώσει πάντων λέγει προς τον Θανάση: + + — Εδώ Θανάση! + +Ο Θανάσης επλησίασε το τσιτσιρίζον τηγάνιον άνω της κεφαλής του +ρινοφώνου αρχοντάρη. + + — Τα κλειδιά! ωρύετο ο αρχιληστής. Είσαι ο οικονόμος! Σε γνωρίζω. +Είσαι ο πάτερ-Σισώης ο δάσκαλος, ο κυρ Σωτηράκης. Επειδή πριν +καλογερέψη είχε χρηματίσει διδάσκαλος εν τω χωρίω. Εσύ τα έχεις τα +κλειδιά. + +Τότε ο γέρων οικονόμος, διότι αληθώς αυτός ήτο γραμματεύς και +αρχοντάρης, εννοήσας ότι επροδόθησαν και βλέπων τον άφευκτον +κίνδυνον να καή ζων διά του ελαίου είπε με την ρινόφωνον θλιβεράν +φωνήν του, καταστάσαν ήδη θλιβερωτέραν: + + — Να τα κλειδιά! κ' έδειξε διά νεύματος τον κόλπον του, μη +δυνάμενος ν' απλώση την χείρα, δεδεμένος ως ήτο. + +Ο αρχιληστής ήρπασε πάραυτα τας κλείδας, έλυσε τον δέσμιον +οικονόμον και λέγει αυτώ: + + — Εμπρός! + +Κ' εξήλθον. + + — Αχ! ηκούσθη θλιβερά τότε των δεσμίων φωνή, ως ν' απεσπάτο από +της ρίζης η καρδία των. + +Ο αρχιληστής, κρατών εκ της χειρός τον τρέμοντα και ημιλιπόθυμον +οικονόμον ανήλθε τον τρίτον όροφον, γνωρίζων όλα τα εν τω +μοναστηρίω καλλίτερον από πολλούς των μοναχών, κ' έστη ενώπιον του +ηγουμενείου, όπου ην και το ταμείον. + +Εκρότει πενθίμως η μεγάλη κόρδα εκείνη από τα βαρέα πατήματα του +ληστού. + +Εισήλθον. Ήνοιξε το κιβώτιον ευκόλως ο αρχιληστής. Έλαβε τα +χρήματα, περιεχόμενα εν δοχείω εκ λευκοσιδήρου, και εξήλθε +κλειδώσας εντός τον γέροντα οικονόμον, οδυρόμενον εν εσχάτη οδύνη +και απογνώσει. + +Ούτε ηθέλησε ν' ανερευνήση άλλο τι ο ληστής· αν και περιείχοντο εν +τω κιβωτίω και άλλα αργυρά και χρυσά σκεύη, πολύτιμα βυζαντινά +κειμήλια. Μόνον ήνοιξε το δοχείον, είδε το χρυσίον και εν μεγίστη +βία επανακλείσας πάλιν τούτο επανήλθεν εις την αίθουσαν των ξένων +κομίζων τον θησαυρόν της Μονής. + +Εκείθεν δε χωρίς να ομιλήση, έθεσε το βαρύ δοχείον μετά του +χρυσίου εντός πεπαλαιωμένου και ρακοπλέκτου δισακκίου, όπερ ευρέθη +προχείρως εκεί, εν τω ετέρω των σάκκων έθεσεν άρτους τινάς ξηρούς +καλογηρικούς και προς τροφήν και διά το ισοστάθμισμα του δισακκίου +και φορτώσας τούτο εις τον ώμον του πιστού Θανάση είπε να κρατή +καλώς και μετά προσοχής τον εμπρόσθιον σάκκον. Και παραλαβών τους +συμμορίτας ανήλθε προς το βουνόν εν βία, αφείς δεδεμένους τους +μοναχούς. Αι αίγες δεν διασκελίζουσιν ετοιμότερον τα βράχη, ως +διεσκέλιζον τους θάμνους οι τέσσαρες λησταί. + + — Θα μας προδώση ο πορτάρης· είπεν ο αρχηγός φρυάττων, όταν +εξήλθον από του Μοναστηρίου. + + +Εις τα θεσσαλικά πεδία μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως του 54 +και την διάλυσιν των επαναστατικών σωμάτων διάφοροι οπλίται +περιεφέροντο γυμνοί σχεδόν, μ' εφθαρμένας στρατιωτικάς στολάς, +κατηρτισμένας εξ ιματισμού παντός όπλου, άνευ άρτου διά την +σήμερον και άνευ ελπίδος διά την αύριον, φεύγοντες την δίωξιν των +αγρίων αλβανών, οίτινες με τα βαρέα πατήματα των ετσαλαπατούσαν +τόσα ιερά όνειρα, φυέντα, ανθήσαντα και φυλλορροήσαντα εν μια μόνη +νυκτί εις τας δυστυχείς εκείνας χώρας. + +Τότε συνηντήθησαν εκεί και τέσσαρες χωροφύλακες, μ' εμβαλωμένας +στολάς πλην με καινουργή λαμπρά όπλα. Είχον λειποτακτήσει εκ των +φρουρών της Λαμίας, ως έλεγον, και κατετάχθησαν εις τα +επαναστατικά στρατόπεδα. Οι δύο εξ αυτών προήρχοντο εκ του σώματος +του Αλμυρού της Θεσσαλίας, οι δε εκ του στρατοπέδου της +Κασσάνδρας. + +Άγνωστον όμως αν οι τέσσαρες ούτοι αλήται ηγωνίσθησαν τωόντι είς +τινα των συμπλοκών του Μαΐου. Εν ταις επαναστάσεσιν, ότε +ανεφαίνοντο πρόσωπα και ονόματα άγνωστα έως τότε, ως να εξέρχωνται +από των τρωγλών και των αδύτων της γης, ένθα μένουσι το λοιπόν της +ζωής των διάστημα ως ναρκωμένα ερπετά, εν ταις τρικυμίαις εκείναις +των εθνών, εν αις ως από ναυαγίων επιπλέουσι και πολλά άχρηστα +πράγματα, δεν αγωνίζονται όλοι. Υπάρχουν επαναστάται διά την μάχην +και επαναστάται διά το πλιάτσικο, αναφαινόμενοι αίφνης εις την +μάχην. Εκ των δευτέρων τούτων ήσαν οι τέσσαρες αλήται με τας +στολάς των χωροφυλάκων, οίτινες, ενώ οι άλλοι οι αληθείς +πολεμισταί μετά την προκήρυξιν του υπουργείου Μαυροκορδάτου +επανήλθον εις το ελληνικόν, εξηκολούθουν να περιφέρωνται περί τα +πλούσια χωρία του Πηλίου ως λύκοι περί τας πολυάρνους μάνδρας, +οσφραινόμενοι πού ήτο δυνατόν να περιτύχωσιν ακίνδυνον λείαν. + +Ο καπετάν-Γεώργης, ούτως εβαπτίσθη εν τη συμμορία, ήτο ανήρ +τεσσαράκοντα ετών, μαυριδερός με ωραίον μαύρον μύστακα, τολμηρός +εν ειρήνη και πρωτοπαλλήκαρο εις το πλιάτσικο, πονηρός όμως και +πολυμήχανος. Αι δύο μεγάλαι γοργόνες αι γαλάζιαι, τας οποίας +έφερεν επί των δύο σκληρών βραχιόνων του υπερηφάνως, γεγραμμένας +διά βελόνης, εμβαπτισθείσης εν διαλύσει πυρίτιδος και ο μέγας +δικέφαλος αετός εν μέσω του στήθους του με ανοικτάς τας πτέρυγας +και τον σταυρόν εν τω μέσω κατά τον αυτόν τρόπον κεντηθείς, +εμαρτύρουν γενναίον άνδρα παίζοντα με την πυρίτιδα και με το αίμα +του. Πλην η ιστορία εκτός των επί του σώματός του αιματηρών τούτων +ιστοριών ουδέν κατόρθωμα του πολεμικόν εμνημόνευσεν έως τότε. +Είπον ουχ ήττον ότι ηγωνίσθη εις την μάχην του Καραντελή, πλησίον +του Δομοκού, έχων παρά το πλευρόν του νεανίαν άλλον Θανάσην +καλούμενον, μεθ' ου συνεδέθη διά στενής φιλίας, εκτιμήσας την +πίστιν και αφοσίωσίν του κατά το σύντομον της ανταρσίας εκείνης +διάστημα και την σκληρότητα της ψυχής του. + + — Έρχεσαι μαζί μου, Θανάση; λέγει ο καπετάν-Γεώργης προς τον +πιστόν νεανίαν μετά την διάλυσιν του στρατοπέδου του Αλμυρού και +την ματαίαν επιμονήν των περί την Καλαμπάκαν. + + — Έρχομαι· απήντησεν ο Θανάσης. + +Και αντί να εισέλθωσιν εις το Ελληνικόν εφάνησαν εις το Πήλιον, +τας νύκτας μόνον περιπατούντες διά τον φόβον των τούρκων. + +Κατά την επικίνδυνον αυτήν πορείαν συνηντήθησαν περί το Πήλιον, +προς άλλους δύο φυγάδας, της αυτής φύσεως, δύο σκληρούς και +τυλώδεις γέροντας, προερχομένους από της Χαλκιδικής. + +Και ούτως οι τέσσαρες ομού εκάθησαν νύκτα τινά περί τα τέλη του +Μαΐου υπό βαθύσκιον καστανέαν του Πηλίου ν' αναπαυθώσι. + + — Τι να κάμωμεν τώρα παιδιά; είπεν ο καπετάν-Γεώργης, σιωπηλώς +οικειοποιηθείς δικαιώματα αρχηγίας. + + — Ό,τι διατάξης, καπετάνιε, απήντησαν οι δύο ξένοι, με ύφος +υποταχθέντων παραχρήμα. + +Ο μαύρος μύσταξ του καπετάν-Γεώργη και το διαπεραστικόν και +πανούργον βλέμμα του είχον επιβληθή εκ πρώτης όψεως εις τους δύο +νέους συνοδοιπόρους. + +Ούτω φαίνεται ότι κατήρτιζε πάντοτε το καπετανάτον του ο καπετάν- +Γεώργης. Από τα μάτια διέκρινε τους εταίρους του, οίτινες πάλιν +από τα μάτια διέκρινον τον αρχηγόν των. + +Και τότε ήρχισεν ο καπετάν-Γεώργης να διηγήται περί της εν τη νήσω +Ν . . . ιεράς μονής του Ευαγγελισμού. Είχεν υπηρετήσει προ χρόνων +ως «βορδονάρης» περιποιούμενος τα υποζύγια και κτήνη της Μονής και +ήκουσε και είδεν εκεί τον πλούτον αυτής. + +Η διήγησις του καπετάν-Γεώργη ήτο τόσον δελεαστική, η δε απελπισία +των τεσσάρων εταίρων τόσον μεγάλη, ώστε εύκολον ήτο να καταστρωθή +εκεί, υπό την μαύρην σκιάν του πυκνοφύλλου δένδρου, το δολερόν +σχέδιον της ληστεύσεως του πλουσίου Κοινοβίου. + + — Κατά τύχην είμεθα όλοι χωροφύλακες, είπεν ο καπετάν-Γεώργης, +εγειρόμενος κ' επιδεικνύων χρυσίζοντα εν τω σκότει τα σειρίτια της +στολής του. Έχουν μεν αι στολαί μας ελλείψεις τινάς αλλά δεν +πειράζει — οι σκοτεινοί εταίροι ήρχισαν να περίμαζεύωσι και +περιδένωσι τα ράκη του ιματισμού των. — Ποιος θα το καταλάβη; θα +υποκριθώμεν τους χωροφύλακας της Κυβερνήσεως. Ως προς τα λοιπά μη +σας μέλει. + +Εύρον εις τον Πλατανιάν, το επίνειον του Προμηρίου, καλήν τινα +λέμβον, εν διαστήματι ωρών τινων διέπλευσαν τον μεταξύ πορθμόν και +διεπεραιώθησαν εις την απέναντι νήσον Ν . . . όπου είδομεν αυτούς +αποβάντας εις την Κεχρεάν και εκτελέσαντας τόσον επιτυχώς το +ευφυές του καπετάν-Γεώργη σχέδιον. + +Τώρα εξηγείται το πώς ο αρχιληστής εγνώριζε τα μονοπάτια και τα +βουνά της νήσου και τα του Μοναστηρίου ασφαλώς και βεβαίως. Ουδένα +φόβον δε είχον μήπως αναγνωρισθώσι καθ' οδόν υπό των εγχωρίων, +διότι εν εκείναις ταις ημέραις λησταί κ' επαναστάται περιεφέροντο +ως μαύροι κόρακες εις τα βόρεια της Ελλάδος σύνορα, δεν ήτο δε +παντάπασιν απροσδόκητος η αιφνιδία εμφάνισις χωροφυλάκων, +καταδιωκόντων ληστάς, κ' ενίοτε ληστών, καταδιωκόντων χωροφύλακας. + +Διά τούτο όταν μετέβαινον εις την Μονήν το θάρρος των ήτο στερεόν +και ακλόνητον. Αλλ' από της εξαφανίσεως του θυρωρού συνεταράχθησαν +κ' εν βία ενήργουν. Εκλονίσθη η καρδία των κ' εν απεριγράπτω φόβω +ανέβαινον το βουνόν, θέλοντες να επανέλθωσιν εις τον έρημον της +Κεχρεάς όρμον, όπου είχον αποκρύψει την λέμβον των. Από της αγρίας +εκείνης ακτής μέχρι του Μοναστηρίου η απόστασις είνε δίωρος. + +Όταν δ' οι λησταί μετά την διάπραξιν του ληστρικού των +εγχειρήματος ανεχώρουν εκ της Μονής, η ώρα ην ωσεί ενδεκάτη της +ημέρας. Δεν ηθέλησαν πλέον πρωί να εμφανισθώσιν εις τους μοναχούς, +ίνα μη κινήσωσι το φιλύποπτον αυτών. + + +Ήδη αι τέσσαρες θυγατέρες της Γερακούλας είχον συναθροίσει τα +φύλλα των συκαμινεών· επλήρωσαν τους σάκκους αυτών, θέσασαι αυτούς +υπό τας πλατάνους κάτω εις το ρεύμα, ίνα μη μαρανθώσι τα φύλλα, +και ανέμενον να κλίνη η μεσημβρία, και ούτω με την δρόσον +επανέλθωσιν εις την κώμην. + +Ο καύσων ήτο αφόρητος. Ο άνεμος είχε παύσει. + +Η Γερακούλα είχεν ανέλθει εις την Παναγίαν, επάνω επί της οδού, +ίνα ανάψη κατά το σύνηθες τας κανδήλας της εκκλησίας κ' ευχηθή. Ο +δε καπετάν-Θοδωρής κάτω εις το ρεύμα εκάθητο — είχον γευματίσει +πλέον — συνομιλών μετά των θυγατέρων του, αίτινες ένεκα του +καύσωνος αποβαλούσαι τας λευκάς των μανδήλας και τα φουστάνια, +εκρέμασαν αυτά από των πλατάνων κ' ενόμιζες τέσσαρες άλλαι +γυναίκες κρέμανται κατά σειράν. Η μικροτέρα, επειδή σπανίως ήρχετο +εις το μακρινόν τούτο κτήμα, όλη χαρά έτρεχεν από της μιας +πλατάνου εις την ετέραν, και πότε έκοπτε δάφνας χλοεράς και +μυροβόλους, πότε ευώδη φύλλα εκ των αγριολεμονεών και πότε +ανεζήτει εις την πρασίνην του ρεύματος όχθην το πολυτρίχι, ου το +εκχύλισμα έχει την ιδιότητα να μακραίνη τα μαλλιά. Ακολούθως +εισήλθεν εις το ρεύμα αναζητούσα καρκίνους υπό τας ολισθηράς +πέτρας. Αλλ' οι καρκίνοι των ρευμάτων είνε πονηρότατα όντα. +Ανεγείρων την πέτραν, θολόνεις το ύδωρ, ο δε καρκίνος δεν φεύγει, +ως οι καρκίνοι της βραχώδους ακτής, οίτινες εξαφανίζονται +αστραπηδόν εις τας σχισμάς των υφάλων, αλλά μένει εκεί υπό τα θολά +ύδατα ακίνητος. Ο δε φοβούμενος να εμβαπτίση την χείρα του εκεί +εις τα θολά, όπου άγνωστον αν δεν συναντήση τα ανοικτά στόματα του +οστράκου, σκληρά ως λαβίδα σιδηράν, δεν δύναται να συλλάβη +καρκίνους. + +Η μεγαλειτέρα έχουσα την σπανίαν ευτυχίαν να βλέπη τον πατέρα της +εις το κτήμα — πρώτην φοράν — διηγείτο προς αυτόν τας διαφόρους +εκδρομάς των και τας εν τω ερήμω εκείνω δάσει ενασχολήσεις των και +ιδίως πώς στήνουσα τας θηλειάς υπό τους θάμνους συνελάμβανε τους +κοσσύφους τον χειμώνα με τα μαύρα πτερά και με την κιτρίνην μύτην +τους κηρομίτας. Και ήκουε μετά το φαγητόν ο πατήρ, ευαρέστως +διερχόμενος την καταμεσημβρινήν εκείνην ώραν. + +Και ήτο εύμορφος η σκηνή να βλέπης γυρμένον τον γέροντα επί σωρού +μαλακής πτέρης, ην εκόμισαν τα κοράσια, διά ν' αναπαύσουν τα +πρεσβυτικά μέλη του πατρός των, εγγύς του ηδέως μορμυρίζοντος +ρεύματος, κ' εγγύς των ωραίων συμπλοκών της δάφνης, της μύρτου και +της αγρίας ροιάς με τα κατακόκκινα άνθη της, τας οποίας επιχαρίτως +εδέσμουν τα αγριόβατα, ενώ παραπέρα αι άγριαι λεμονέαι ως νύκτιαι +νύμφαι ίσταντο κατά σειράν με τον κατάμαυρον ίσκιον των. + +Και ήκουεν ο γέρων και διηγούντο αι θυγατέρες κ' ενίοτε ετραγώδουν +από τα σπάνια εκείνα και τρυφερά δίστιχα, τα οποία όλαι αι +νεάνιδες του χωρίου εζήλευον εις τους γάμους. Και δεν υπήρξε +πενθερά ήτις δεν κατέφυγε προς τας τέσσαρας της Γερακούλας +θυγατέρας να της είπουν δίστιχα, διά να τραγουδήση την νύμφην της +η μία, τον γαμβρόν της η άλλη. + +Και ιδού κοπαδάκι φαιών περιστερών προσέρχεται δειλά-δειλά με το +ταχύ και νευρικόν πτερύγισμά του να ποτισθή εις το δροσερόν ρεύμα. +Αλλ' αίφνης εν τη θέα των ξανθομάλλων παρθένων τρομάζει και χωρίς +να πατήση εις τα βρεγμένα λιθάρια υποστρέφει πάλιν δειλά-δειλά. + +Δύο-δύο έφευγον αι φαιαί αγριοπεριστεραί. — Τι ώμορφα, πατέρα, τι +ώμορφα, ανέκραξεν η Ελένη. — Γρήγορα θα έχωμεν γάμους, +επροφήτευσεν ο γέρων. Τα βλέπετε; Δύο-δύο φεύγουν, και είνε οκτώ +τα στακτερά περιστεράκια. Έτσι θα φύγετε και σεις δύο-δύο να πάτε +ς' της φωλίτσες σας. + +Και ετραγούδησεν ο γέρων: + + _Σαν τα πουλιά που φτέρωσαν πετούνε ένα-ένα + τα όνειρα της νειότης μου τα μοσχοαναθρεμμένα. + Του κάκου απλόνω με στοργή την ορφανή αγκαλιά μου + τώρα όπου τανάθρεψα, πετούνε μακρυά μου._ + +Εξεπλάγησαν αι καλαί θυγατέρες. Πρώτην φοράν ο πατήρ των με τόσην +φαιδρότητα ωμιλούσε και ετραγουδούσε. + + — Άλλη φορά θα σε παίρνωμε πάντοτε μαζί, πατέρα. Σου κάμνει καλό +η εξοχή· παρετήρησεν η δευτερότοκος η Μαργιώ. + +Ο καπετάν-Θοδωρής, αισθανθείς μετ' ολίγον μίαν ακτίνα του ηλίου να +έρχεται πλαγίως, υπανηγέρθη και είδεν ότι ο ήλιος ήρχισε να κλίνη +προς το μέρος της θαλάσσης. + + — Άργησεν η μητέρα, λέγει. + + — Πάμε να την φωνάξωμεν, είπε και η Ελένη. Είνε ώρα να φύγωμεν. +Δεν πρέπει ν' αργοπορήσωμεν, γιατί φόβος είνε ακόμα για τους +κλέφτες, + + — Ομιλείς πολύ σωστά, κόρη μου, είπεν ο πατήρ. + + +Η Γερακούλα την στιγμήν εκείνην κατήρχετο από του υψηλού λόφου, +κρατούσα κενόν το ελαστικόν, αφού ήναψε πλέον τας κανδήλας της +Παναγίας της Κεχρεάς, ότε όπισθεν της ακούει βαρείς βηματισμούς +ανθρώπου, όστις κατέβαινε την οδόν ορμητικώς ως κατρακυλών λίθος. + +Στρέφει και βλέπει κατέναντι αυτής τον Θανάσην, τον ληστήν, +φορτωμένον το καλογηρικόν δισάκκιον και το όπλον του το +υαλιστερόν. Η μορφή του η αγρία, εφάνη αγριωτέρα εν μέσω της +ερημιάς και η Γερακούλα μετά δέους εζάρωσε, τρέμουσα ως οψάριον, +παρά τινα σπηλαιώδη ρίζαν μεγάλης ελαίας. + +Ο ληστής εστάθη αποτόμως και έβλεπεν αγρίως προς το βαθύ ρεύμα +κάτω, ωχρός και με υπόλευκα μελανιασμένα τα χείλη. + +Αν η Γερακούλα δεν κατεπλήσσετο αίφνης, θα παρετήρει ότι ο ληστής +έτρεμε περισσότερον από αυτήν. Αλλ' εις ην δεινήν κατάπληξιν +ευρίσκετο, δεν ήτο δυνατόν να κρίνη ασφαλώς. + +Ο ληστής, ως κεραυνόπληκτος σταματήσας, εξηκολούθει να βλέπη προς +το ρεύμα κάτω, όπου διά μέσου των κλαδιών ελεύκαζον αι τέσσαρες +κρεμάμεναι λευκαί μανδήλαι των τεσσάρων αδελφών, κινούμεναι +ελαφρώς υπό της δροσεράς πνοής του ρεύματος. + +Εκ του μυστηριώδους τούτου θάμβους του ληστού, η Γερακούλα κατά +παράδοξον αντίθεσιν ήρχισε ν' αναλαμβάνη θάρρος. Ο άγνωστος της +εφαίνετο ως άνθρωπος δυνάμενος να ληστευθή παρά να ληστεύση. +Διέκρινεν ήδη η Γερακούλα και τα κομβία της στολής του και το +λευκόν βασιλικόν στέμμα επί του στρατιωτικού πίλου του. Δεν ήτο +ληστής πλέον ο αίφνης εμφανισθείς εν μέσω της αγρίας εκείνης +ερημίας, αλλά μάλλον ο δασοφύλαξ, άνθρωπος της βασιλικής +χωροφυλακής. + +Η Γερακούλα επανήλθεν εις τα λογικά της. + + — Κορίτσια είνε εκείνα που ασπρίζουν 'ς το ρέμα; ερωτά ο ληστής +υποτρέμων. + +Ήδη νέα φόβου εικών σχηματίζεται εν τη γυναικεία φαντασία της +Γερακούλας. Η ερώτησις αύτη της παριστάνει τον ξένον κακόν και +άγριον. + +«Αν επιτεθή κατά των κορασίων;» εσκέφθη. Η μικροτέρα των θυγατέρων +της είχεν απομακρυνθή και απομονωθή απώτερον εν τω ρεύματι, +αναζητούσα καρκίνους. Αν απαγάγη αυτήν ο κακοποιός άνθρωπος, πριν +προφθάση ο γέρων να τον αποκρούση; Και πώς να προφθάση ο πάσχων +και δυσκίνητος καπετάν-Θοδωρής! + +Εσκέφθη προς στιγμήν να κραυγάση, αλλ' εσυλλογίσθη ότι θα ενέβαλεν +εις αιφνιδίαν και επικίνδυνον ταραχήν τας δειλάς γυναίκας. Όλον το +ωχρόν δέος των παρελθουσών εβδομάδων θ' αναπαριστάνετο ωχρότερον +και φοβερώτερον εν μέσω του σκοτεινού εκείνου ρεύματος. Εσιώπα και +διελογίζετο τι να πράξη, ψελλίζουσα ένδον το «Θεοτόκε Παρθένε», ως +να ευρίσκετο ενώπιον φαντάσματος. + + — Νεράιδες είνε εκεί κάτω ς' το ρέμα που ασπρίζουν; Ερώτησε πάλιν +ο ληστής. + +Τώρα μόλις ανέλαμψεν η φωτεινή ακτίς της θείας προνοίας εν τη ψυχή +της Γερακούλας. Είδεν ότι είχεν ενώπιόν της δειλόν άνθρωπον και +ήτο πλέον πρόχειρος ο τρόπος ν' αποκρούση την συνάντησιν αυτού +μετά των θυγατέρων της. + +Ένθους ως εκ τινος μαρμαρυγής της εν τη ψυχή ιεράς φωτοβολίας του +πεπρωμένου της η Γερακούλα υποκρίνεται ότι βλέπει και αυτή τας +λευκαζούσας και κινουμένας μανδήλας κάτω εις τας πλατάνους, όθεν +δεν ηδύνατο ν' αποσπάση τα βλέμματά του ο δειλός ληστής, και +ανακράζει μετά τρόμου ποιούσα τον σταυρόν της: + + — Αναράιδες, παιδί μου! πω! πω! Αναράιδες! Τι να γένω! + +Και συνεμαζεύθη προς την ρίζαν της ελαίας, προσπεφυκυία ως τις +μαύρος ρόζος του φλοιού. + +Ο δειλός Θανάσης ακούσας ταύτα και ιδών την γυναίκα πτήσσουσαν εις +τα σπήλαια της ελαίας και συμπτυσσομένην ετράπη παράφορος προς το +κατέναντι δάσος, δεινώς παραπατών και διασχίζων τας ακανθωτάς +πρίνους ως ανθοφόρα κλαδιά εν φοβερώ κρότω των θραυομένων ξηρών +του δάσους κλώνων. + +Ην και ο όγκος ο βαρύς του δισακκίου επί του ώμου του, +περιπλεκόμενος κ' εμποδίζων αυτού την ελευθέραν διάβασιν. + +Η Γερακούλα τον είδε τότε βιαίως περιπεπλεγμένον εντός του δάσους, +τον είδε κλονισθέντα μίαν στιγμήν ως να ήθελε να πέση κάτω και να +κυλισθή — ήτο ανώμαλον και βραχώδες το έδαφος και ολισθηρόν συνάμα +εκ των ξηρών φύλλων των πευκών — πλην τον είδε καταβαλόντα +τελευταίαν αντίστασιν και διά της κεφαλής του προς τα εμπρός +υπερνικήσαντα, εισδύσαντα εντός της λόχμης και γενόμενον άφαντον. + +Τόση ήτο του δειλού ληστού η βία και η προς φυγήν μανία, ώστε η +Γερακούλα δις και τρις περιέβλεψε, μη τωόντι από του ρεύματος +ενεφανίσθησαν τα πονηρά της ερημίας πνεύματα. Και τότε είδε δύο +των θυγατέρων ν' αναβαίνωσι προς αναζήτησίν της. + + — Σωπάτε! ψιθυρίζει η μήτηρ, ιδούσα αυτάς θορυβούσας. + + — Τι είνε; Ερωτά η Ελένη. + +Ηκούετο ακόμη ο συνεχής συρμός όπισθεν της λόχμης από των βιαίως +σειομένων θάμνων, ως όταν από στενής ατραπού δάσους διέρχεται +υποζύγιον φορτωμένον. + +Μετ' ολίγον προσήλθον και αι άλλαι δύο θυγατέρες και ο γέρων με τα +ραβδία του. + +Έφερον και το ονάριον και τους σάκκους των φύλλων. + + — Τι κάμνομεν! ηρώτησεν ο καπετάν-Θοδωρής. Ώρα να πηγαίνωμεν. + +Η δε Γερακούλα διηγήθη τότε προς όλους το αστείον συμβάν του +δειλού χωροφύλακος. «Χωροφύλακας, δασοφύλακας, να, ένας ξένος, δεν +ξέρω» έλεγε. + +Αι δε νεάνιδες ανεκάγχασαν θορυβωδώς, ιδούσαι ότι το παρώνυμον, +όπερ εμπαικτικώς απέδιδον εις αυτάς εν τη κώμη, εγένετο αφορμή να +καταπλαγή ο ξένος. + + — Είπα να φωνάξω, εξηκολούθησεν η μήτηρ, αλλά φοβήθηκα, να σας +πω. Ήτον ξένος. Πρώτη φορά τον είδα. + +Αι νεάνιδες εκ περιεργείας επροχώρησαν προς την λόχμην, όθεν +εγένετο άφαντος ο ληστής και εθεώρουν το δάσος. + + — Μα πώς πέρασε! Έλεγεν η Ελένη απορούσα. + + — Ένας τενεκές! ανεφώνησεν αίφνης η μικροτέρα, ιδούσα εκεί εν +μέσω των θάμνων δοχείον κυλινδρικόν εκ λευκοσιδήρου. + +Ο γέρων, ως αρχαίος πλοίαρχος, έχων γνώσιν τοιούτων εκτάκτων +ευρημάτων, ητένισε περιέργως προς την Φανιώ. + + — Φέρε τον εδώ! λέγει. + + — Είνε βαρύς! απαντά σπεύσασα η Γερακούλα και προσπαθούσα να +μετακινήση το εύρημα. + +Ο γέρων εδιπλασίασε την περιέργειάν του και κουτσά-κουτσά με τα +δύο ραβδία του προέβη μέχρι της λόχμης. + +Όλαι περικυκλούσι τότε τον γέροντα, καθήσαντα εκεί και +προσπαθούντα ν' ανοίξη το δοχείον. + + — Δεν φοβάσαι πατέρα; υπέλαβον αι νεάνιδες, ως εάν ήτο το δοχείον +εκείνο φωλεά όφεων + + — Σωπάτε! Εδώ μέσα είναι η τύχη σας· έλεγε γελών ο γέρων. + + — Να ήταν τάχα του ξένου; ηρώτησεν η μικροτέρα. + + — Μπορεί! προσέθηκεν η μήτηρ, γιατί, μου φαίνεται, άκουσα ένα +κρότον κούφιον. Ήταν φορτωμένος ένα δισάκκι 'ς τον ώμο του. + + — Αυτουνού θα είνε, επανέλαβεν η μικροτέρα. Να, ένα κομμάτι +σχισμένο από το δισάκκι. + +Πράγματι ην εκεί και ράκος του περιπλακέντος εντός των αγκυλωτών +θάμνων δισακκίου. + +Αι άλλαι έβλεπον τον πρεσβύτην καταγινόμενον ν' ανοίξη το δοχείον. + + — Εδώ σας λέγω είνε η τύχη σας, επανελάμβανεν ο γέρων. Οποιανού +είνε, εδώ είνε η μοίρα σας. + + — Παληό πράμμα! εθαύμαζεν η Γερακούλα. Τώρα δεν φκιάνουν τέτοια +γερά! Κύττα χόνδρος! Κύττα σκαλίσματα εύμορφα! + +Το επικάλυμμα έφερεν ανάγλυπτον τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου. +Πέριξ δε τα τοιχώματα έφερον γλυφάς άλλων αγίων και κοσμήματα και +σταυρούς, κ' εν γένει το όλον εφαίνετο αρχαϊκόν τι εκκλησιαστικόν +κατασκεύασμα εξ άλλου τινός πολυτιμοτέρου μετάλλου. + +Αίφνης τότε, διανοιγέντος του επικαλύμματος, εξεχύθησαν επί των +χόρτων λάμποντα πολυάριθμα χρυσά νομίσματα. + +Προς την εξαφνικήν τούτων θέαν ο καπετάν-Θοδωρής ανετινάχθη ως να +εξήλθον φλόγες εκ του δοχείου και προσέβαλον αυτού το πρόσωπον. + +Ωσαύτως και αι γυναίκες υπεχώρησαν, αναφωνήσασαι θαυμασμού κ' +εκπλήξεως αναφωνήματα, τεθαμβωμέναι εκ της λάμψεως του χρυσίου. + +Και ως εξ ορμεμφύτου τινός κινήσεως ομοίως προσέβλεψαν πάσαι κύκλω +τα βουνά και την ερημίαν. + +Ταχέως συνελθών ο καπετάν-Θοδωρής εκ της πρώτης εκπλήξεως +συνήθροισε τα εκχυθέντα νομίσματα, τα οποία εξαισίως έλαμπον υπό +τον φλέγοντα ήλιον. + + — Σωπάτε! Δεν σας είπα ότι εδώ μέσα είνε η μοίρα σας; Γλήγορα να +φύγωμεν. + + — Σαν είνε του χωροφύλακα; ηρώτησεν η Φανιώ. + + — Αυτό είνε θησαυρός κεκρυμμένος, είπεν ο πατήρ. Αυτό είνε παληό +πράμμα. + +Και προσεπάθει να επανακλείση το δοχείον. + + — Σαν καινούργια δίλεπτα, είπε τις των θυγατέρων, παραδόξως +συγχέουσα εν τη απλότητι αυτής το πολύτιμον μέταλλον προς τον +χαλκόν. + + — Να σας πω τη γνώμη μου. Αυτός ο ξένος, φαίνεται, θα είναι +κανένας που γνώριζε εδώ τα μέρη. Εδώ έρχονται πολλές φορές ξένοι +με οδηγίες και ανευρίσκουν θησαυρούς. Εδώ 'ς την επανάστασι +πέρασαν πολλοί οπλαρχηγοί, πολλοί λιάπηδες και πολλοί κλέφτες. Και +όσοι είχον χρήματα τα έχωνον βάζοντας σημάδια πέτρες ριζιμιές, +κουφάλες μεγάλων δένδρων και βράχους, για να γυρίσουν αργότερα και +τα λάβουν. Αλλά φαίνεται ότι άλλοι από αυτούς εσκοτώθησαν εις τον +πόλεμον, άλλοι συνελήφθησαν και απέθανον εις τας φυλακάς και τα +χρήματα έμειναν θαμμένα. Ο καπετάν Νικόλας δεν ηύρε πέρσυ εδώ 'ς +τη Κεχρεά μία τζάρα γεμάτη φλωριά βενετικά κ' έφκιασε το καράβι; +Άλλοι πάλιν τα ονειρεύονται εις τον ύπνον τους κ' έρχουνται νύχτα +και σκάπτουν. Ο Γέρω-Διαμαντής δεν χάλασε όλα τα αρέα της +Παναγίας-Ντομάν κ' εξερίζωσε της ρίζες των για ν' αύρη χρήματα, +κρυμμένα; Αλλά πολλοί από αυτούς πεθαίνουν, γιατί τυχαίνει να +είναι στοιχειωμένα. Και αυτός ο ξένος, που τα πέταξε κ' έφυγε σαν +τρελλός, θα έπαθε φαίνεται. + +Εις το διάστημα τούτο, ενώ ωμίλει ο γέρων, συγχρόνως περιέκρυψε το +δοχείον εντός σάκκου τινός των φύλλων, αι δε γυναίκες ητοιμάσθησαν +προς αναχώρησιν. + + — Θα ήταν στοιχειωμένα! επανέλαβεν ο γέρων. + + — Λοιπόν τότε κ' ημείς; . . διέκοψεν η Ελένη εν φόβω . . + + — Ημείς δεν πταίομεν, επανέλαβε λέγων ο πατήρ, ημείς δεν τα +ηνοχλήσαμεν εις τα βάθη της γης τα στοιχειωμένα φλωρία. Ημείς τα +ηύραμεν επάνω, όπου τα εκτύπησε πλέον ο καθαρός αέρας και έφυγε +πάσα ακαθαρσία και κακή ενέργεια του δαίμονος. Δι' ημάς είνε δώρον +του Θεού. Και επειδή ο καπετάν-Θοδωρής ήτο φιλακόλουθος και καλός +χριστιανός κ' εγνώριζεν απέξω πολλά «γράμματα της Εκκλησίας» +προσέθηκε: + +«Παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον»... + + +Ο δειλός ληστής κάτω εις τον ορμίσκον τον έρημον ανέπνευσεν. Άλλως +δεν απείχε πολύ εκείθεν η θάλασσα. Καθ' όλον το διάστημα τούτο +ενόμιζεν ότι όπισθεν κατεδίωκον αυτόν τα φοβερά του ρεύματος +φαντάσματα, αι άυλοι Νεράιδες. Τα αγκυλωτά κλαδία, άτινα εν τη +λόχμη διηγκύλονον τας άκρας του στρατιωτικού του ιματίου και το +όπισθεν κρεμάμενον βαρύ μέρος της εφθαρμένης πείρας, εξελάμβανεν +ως τας σατανικάς χείρας των κακοποιών πνευμάτων, αίτινες +απειροπληθείς, μακραί κ' αιχμηραί ημιλλώντο περί της συλλήψεώς +του, η μία αφίνουσα αυτόν και η άλλη λαμβάνουσα ατελευτήτως κατά +διαδοχήν κ' εθραύοντο κατά την αγωνιώδη διάβασιν τα ξηρά τσαρπάλια +κ' εκρότουν αγρίως και τον κρότον εκείνον εξελάμβανεν ως την +φοβεράν φωνήν των φαντασμάτων. + +Τότε κατά την εισβολήν του εν τω δρυμώ απέμεινεν εκεί, διαγκυλωθέν +υπό τινος ακανθωτού και σκληρού θάμνου, το όπισθεν μέρος του +δισακκίου, εν ώ περιείχετο τα χρυσίον, όπερ αισθανθείς εν τη ορμή +του συλληφθέν, ενόμισεν ότι αι Νεράιδες, συλλαβούσαι, είλκον αυτό +εν βία προς τα όπισθεν. Ο δε Θανάσης εναγκαλισθείς σφιγκτότερον +τότε το εμπρόσθιον μέρος της πήρας, ενώ περιείχοντο οι ξηροί +άρτοι, νομίζων ότι εβάσταζε το χρυσίον, ώρμησε βιαιότερον προς τα +εμπρός, όπως ελευθερωθή από των χειρών, ως εφαντάζετο, των +βεβακχευμένων γυναικών. + +Τότε θραυσθέντος του αιχμηρού ξηρού κλώνου, του εμπαγέντος εν τω +όπισθεν σάκκω της πεπαλαιωμένης πήρας, διερράγη μέρος αυτής, δι' +ου υποχώρησαν το βαρύ χρυσοφόρον δοχείον κατέπεσε, κυλισθέν επί +των θάμνων κάτω. + +Εκεί παρ' ολίγον να πέση άπνους ο ληστής. Τότε εθόλωσεν ο νους +του, ότε, κρατηθέντος του δισακκίου, ενόμισεν ότι ενεπάγη ακίνητος +εκεί, ασφαλής λεία των φαντασμάτων. Μυρίαι όψεις τον περιεκύκλωσαν +— ούτω διηγείτο κατόπιν — όψεις παραδόξως ωραίαι και παραδόξως +δυσειδείς, κράμα τερατώδες νεάνιδος και γραίας, οφθαλμοί γλυκείς +και άγριοι, λαμπροί κ' εσβεσμένοι, στόματα με οδόντας και χωρίς +οδόντας, κεφαλαί με πτερά ταώνων, με λοφιάς τσαλαπετεινών, με +παντοία κέρατα, σώματα ως γυναικών και σώματα ως κυνών, σατανάδες +ανθρώπινοι, ενεδρεύοντες εν στιγμή τινι του βίου να συλλάβωσι την +δύσποτμον λείαν των, την ριπτομένην υπό της τύχης εν τω μέσω του +ορχουμένου θιάσου αυτών. Ούτω τερατωδώς εις τους οφθαλμούς του +ενεφανίσθησαν τα ωραία και αγγελόμορφα φαντάσματα των Νεράιδων. + +Επήρε τον ανασασμόν του μια, όταν ηλευθερώθη από του ημίσεως +φορτίου του, και μετ' ολίγον ευρέθη κάτω εις την παραλίαν. Όπισθεν +της λόχμης ήτο ευρύ μονοπάτιον. + +Οι δύο άλλοι γέροντες λησταί φθάσαντες προ αυτού είχον ήδη έτοιμον +την λέμβον εν τη θαλάσση κατά τας διαταγάς του αρχιληστού, όστις +ενεφανίσθη και αυτός μετ' ολίγον, ασθμαίνων. + +Κατά την βεβιασμένην από του Μοναστηρίου αναχώρησιν, υποπτεύσας ο +αρχιληστής ότι θα επροδόθη υπό του δραπετεύσαντος θυρωρού, +επανήρχετο εις Κεχρεάν μετά πολλών προφυλάξεων. Όταν ανέβησαν +επάνω εις την κορυφογραμμήν, από της οποίας εφαίνοντο εξ ενός η +κώμη κ' εξ άλλου η Κεχρεά, διέταξεν οι μεν δύο γέροντες ως +πρόσκοποι να βαδίζωσιν από των κορυφών, προσέχοντες προς το +αντίθετον μέρος, ο δε Θανάσης, ο έχων το χρυσίον, ο αφωσιωμένος +του σύντροφος, να καταβαίνη από του ομαλού διά της μεγάλης οδού +και του ρεύματος. Ο αρχιληστής θα τον ηκολούθει. Ο καπετάν Γεώργης +πονηρός και δόλιος, παρατηρήσας ότι ο πιστός αυτώ Θανάσης εκ του +προς τες Νεράιδες φόβου του ανεκάλυπτε πρώτος πάσαν κίνησιν φύλλων +και κλάδων, οσάκις διήρχοντο από ρευμάτων ή από δασών, διέτασσεν +αυτόν να βαδίζη πάντοτε εμπρός, ίνα ανακαλύπτη ευκόλως πάσαν +ενέδραν ή στρατιωτικήν κίνησιν. + + — Το καλλίτερο καραούλι είνε ο δειλός, έλεγε πολλάκις. Αλλά τότε +ο αρχιληστής παρέμεινεν εις την κορυφήν επί μικρόν, διότι ενόμισεν +ότι είδε κίνησιν ανθρώπων, εξερχομένων εκ της κώμης. Είχεν οξύ το +βλέμμα ως άγριον πτηνόν. Άλλως η κώμη απείχεν εκείθεν μίαν και +ημίσειαν ώραν κατωφερώς. Εσύριξε προς τον Θανάσην — σημείον ίνα +σπεύδη — και μετ' ολίγον, αφού κατεσκόπευσε τα πέριξ καλώς, +κατήλθε βιαίως και ούτος, αφού εβεβαιώθη ασφαλέστερον περί του +επικειμένου κινδύνου, διότι οι αναφανέντες οπλοφόροι διηυθύνοντο +προς το Μοναστήριον. + +Και τωόντι, όταν ο καπετάν-Θοδωρής και αι γυναίκες εθεώντο εν +μυστηριώδει εκστάσει τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, θα διήρχετο από +έμπροσθέν των ανύποπτος όλως ο αρχιληστής, αν το συμβάν εις τον +Θανάσην δεν ηνάγκαζε και αυτόν να παραστρατήση προς το βουνόν. +Ιδών δηλαδή μακρόθεν τον Θανάσην ορμώντα προς τα επάνω, και +διασχίζοντα ως μαινόμενον την πυκνή λόχμην, έκρινεν ότι και αυτός +θα έπραττε φρονίμως να τον ακολουθήση, αφίνων την πεπατημένην +οδόν. Και ούτω και ο αρχιληστής περίφοβος, υποπτεύων ενέδραν, +παρεξέκλινε, και διά των ορέων βαδίζων κατόπισθεν σχεδόν του +Θανάση, κατήλθεν εις τον απόκεντρον όρμον. + + — Εμπρός 'ς τα κουπιά! διέταξεν ο αρχιληστής επιβάς τελευταίος +εις την λέμβον, ήτις εκινήθη αποτόμως ένθεν και ένθεν εκ του +βαρέος αυτού πατήματος. + +Ο Θανάσης ούτε ενόησε πώς ευρέθη εν τη λέμβω. Τόσον ήτο +τεταραγμένος ακόμη. Εισήλθε και εκάθησε κρατών σφιγκτά μεταξύ των +χειρών του εν τη αγκάλη του το εφθαρμένον δισάκκιον, βαρύ και +δυσβάστακτον εκ των έμπροσθεν και κενόν εκ των όπισθεν. + +Έλαβον τας κώπας οι λοιποί και απεμακρύνθησαν ολίγον από της +παραλίας κατευθυνόμενοι προς βορράν, αθέατοι, υπό τους υψηλούς +βράχους, κατά πρώτον γιαλό-γιαλό πλέοντες. + +Και τότε μόνον ο αρχιληστής, καθησυχάσας, ανεζήτησε τον σάκκον, εν +ώ περιείχετο το χρυσίον. + +Το δισάκκιον εκράτει σφιγκτά ακόμη ο πιστός Θανάσης. + +Πλην εκπλήσσεται ο αρχιληστής μη ανευρίσκων εντός το χρυσοφόρον +δοχείον. + +Εκπλήσσεται και ο Θανάσης. + +Εκπλήσσονται και οι άλλοι δύο, οίτινες εκωπηλάτουν, οι δύο +γέροντες. + +Ο αρχιληστής έκφρων εκκενώνει το ήμισυ δισάκκιον, και πίπτουσιν οι +ξηροί του μοναστηρίου άρτοι, κτυπώντες επί των σανίδων της λέμβου +θλιβερώς ως σκληροί λίθοι. + +Προσέβλεψεν αγρίως τότε τον Θανάσην ο αρχιληστής. Το βλέμμα του +έπνεε πυρ και φλόγας. Όλη η αγωνία της καρδίας του κατά την +ύποπτον αυτήν πορείαν εξέσπασεν εις μανίαν. + +Υποπτεύει ότι ο Θανάσης κατεχράσθη την εμπιστοσύνην του, αποκρύψας +το χρυσίον, και μαίνεται κ' εκ της μανίας δεν δύναται να αρθρώση +λέξιν. + +Τότε μόλις εκ του νέου τούτου τρόμου συνήλθεν ο δειλός Θανάσης. Ο +νέος φόβος απεδίωξε τον παλαιόν. + + — Θα τα πήραν τα χρήματα αι Νεράιδες! λέγει με αφέλειαν μωρού +ανθρώπου. + +Εις τους πυρίνους του αρχιληστού οφθαλμούς νέαι φλόγες απήστραψαν. + +Ο δε Θανάσης προσθέτει: + + — Όταν μου έδωσες το δισάκκι, τα χρήματα ήσαν εις το εμπροσθινόν +μέρος, το οποίον εβαστούσα καλά με τα δυο μου χέρια 'ς την αγκαλιά +μου. Αλλ' όταν επάνω εις το βουνόν εσταμάτησα διά να ξεκουρασθώ, +άφησα το δισάκκι, και όταν το ξαναπήρα, κατά λάθος τα χρήματα ήσαν +εις το πίσω μέρος και εγώ εκράτουν σφιγκτά το εμπροσθινόν με τα +ψωμιά. Ω! Τι έπαθα! + + — Και πού είνε τα χρήματα τώρα! κραυγάζει πάλιν ο αρχιληστής +αγριώτερον, μη εννοών. + + — Θα τα πήραν αι Νεράιδες! επαναλαμβάνει ο Θανάσης. Ο αρχιληστής +εβρυχάτο ως λέων, εκ της μανίας αδυνατών να κινηθή καν. + +Ο δε Θανάσης εξακολουθεί να διαμαρτύρεται προοιμιαζόμενος πάλιν +ότι αν ήθελε να κλέψη τον αρχηγόν του, δεν θα είχε τόλμην να +εμφανισθή πλέον ενώπιόν του, διότι εγνώριζεν ότι ήθελε κινήσει την +οργήν του. Και θρηνεί. + +Και ούτω θρηνών αφηγείται το συμβάν επάνω εις το ρεύμα, υπό την +γενικήν αγανάκτησιν των συντρόφων όλων. + +Παρ' ολίγον ν' ανατρέψη την λέμβον εκ της οργής ο αρχιληστής και +να πνιγώσι πάντες εις την θάλασσαν. + +Οι δύο γέροντες προέτεινον ν' αποβιβασθώσι πάλιν κ' επανέλθωσιν +εις το μέρος, όπου, ως έλεγεν ο Θανάσης, είδε τα φαντάσματα. + +Η πρότασις ήτο καλή. + +Αλλ' ήδη ηκούοντο επάνω εγγύς της παραλίας πυροβολισμοί συνεχείς. + + — Σκύλε, Θανάση! είπε φρυάττων ο αρχιληστής. + +Έλαβον τότε οι λησταί τας κώπας, τέσσαρας μεγάλας και στερεάς, και +απεμακρύνθησαν ταχέως προς την αλίμενον ακτήν του Πηλίου, σιωπηλοί +και αγρίως κατηφείς, ως ν' απώλεσαν εν τη μάχη τον καλλίτερον +σύντροφόν των. + +Τη επαύριον οι περιπολεύοντες ακόμη αγροφύλακες ανεκάλυψαν εις την +έρημον εκείνην ακτήν της νήσου πτώμα χωροφύλακος, σχεδόν +διαμελισμένον. + +Ήτο το πτώμα του δειλού Θανάση, ον ο αρχιληστής διεμέλισεν εν τη +ληστρική οργή του. + +Οι μοναχοί, εις ους επεδείχθη υπό του δημάρχου, τον ανεγνώρισαν. +Τόσην δ' αίσθησιν είχε προξενήσει εις αυτούς ο ληστής ούτος, ώστε +και διαμελισμένον το σώμα τοις εφαίνετο ότι εκράτει ακόμη το +τσιτσιρίζον τηγάνιον. + + — Αυτός είνε ο άθλιος, έλεγεν ο ρινόφωνος οικονόμος της Μονής +πάτερ-Σισώης, προσθέτων και το ρητόν αργά-αργά: — Λάκκον ώρυξε και +ανέσκαψεν αυτόν... ». + + +Ο στρογγύλος θυρωρός της Μονής, ότε ίστατο εμπρός εις το +αρχονταρίκιον και ανέκρινε δευτέραν φοράν σιωπηλώς διά των +οφθαλμών του τους ξένους εκείνους, τους τόσον οικείως εισελθόντας +εις το Μοναστήριον, παρετήρησεν ότι από του φαινομένου αξιωματικού +της χωροφυλακής έλειπον τα σύμβολα του βαθμού του — αι σαρδέλλες +λεγόμεναι τότε — ένθεν κ' ένθεν του περιλαιμίου. Ο πονηρός +μοναχός, διαμείνας άλλοτε εν Αθήναις, μετά πολλής περιεργείας +εξηκρίβωνε τα του στρατού μάλιστα, έχων κλίσιν περί την πολεμικήν +τέχνην. + +Πολλάκις ο άνθρωπος εμφανίζει κλίσεις εις πράγματα διά τα οποία +είνε όλως διόλου ακατάλληλος. + +Παρετήρησε προσέτι, — τούτο ήτο λεπτότατον — ότι ο πίλος του +υπομοιράρχου έφερεν έν σειρίτιον διαφόρου χρωματισμού των επί της +στολής των άλλων. + +Ταύτα πάντα παρέσχον αυτώ υπονοίας περί των ξένων και εθεώρησε +φρόνιμον να κυλίση τον κατήφορον κρυφά-κρυφά, διά να γνωστοποιήση +τας υπονοίας του εις τον ηγούμενον. Διά τούτο αναζητηθείς τότε ο +θυρωρός υπό των ληστών, περιφρονησάντων αυτόν διά το ανάστημά του +κατά πρώτον, δεν ευρέθη. + +Και ιδού ότι ο άνθρωπος ουδένα πρέπει να περιφρονή εις αυτόν τον +κόσμον. + +Και κατ' αρχάς μεν εξήρχετο της Μονής ο θυρωρός, χωρίς να έχη σαφή +ιδέαν περί των πραγμάτων, αλλ' όταν επροχώρησεν ολίγον, και είδε +να κλείηται και ν' ασφαλίζηται η πύλη διά του σιδηρού μοχλού, και +ήκουσε τέλος — δεινόν ειπείν! — ήκουσε γοερώς αντηχούσαν την φωνήν +του μαγείρου, κραυγάζοντος «κλέφτες!», όταν τον είχε κτυπήσει ο +αρχιληστής, ως είδομεν, τότε εκαθαρίσθησαν πλέον αι ιδέαι του +στρογγύλου μοναχού, γενόμεναι στρογγυλώτεραι και μετά μίαν ώραν +ήτο εις το Μετόχιον και μετά ταύτα εις την κώμην, όπου τον είδον +περίφοβοι οι άνθρωποι, εις την αγοράν κυλιόμενον ως βαρέλιον διά +της παραλίας και κραυγάζοντα «κλέφτες!» χωρίς να ίσταται και χωρίς +να διασαφηνίζη το πράγμα, έως ου ενεφανίσθη ενώπιον του δημάρχου. +Πάραυτα κατόπιν διά συγκεχυμένων λόγων διεδόθη εν τη κώμη, η +φοβερά είδησις. + + — Πάτησαν το Μοναστήρι! έλεγεν ο έτερος προς τον έτερον. + + — Πάτησαν το καινούργιο Μοναστήρι! επανελάμβανεν άλλος. Και εις +όλον το χωρίον αντήχει η βοή: + + — Πάτησαν το Μοναστήρι! + +Και έκλειον οι άνθρωποι τα μαγαζεία και ησφάλιζον αυτά, και +έκλειον αι γυναίκες τας θύρας και τα παράθυρα. Αμέσως αι οδοί +ηρημώθησαν. + +Και μόνον ο Γέρω-Γιάννης έτρεχεν, ο αστυνομικός κλητήρ, με τα +τσακμάκια εις τα θυλάκια και το καρυοφύλλι του εις τον ώμον +ανεβοκατεβαίνων την αγοράν και την δημαρχίαν, και εκάλει τους +πολίτας εις τα όπλα κρούων τον μέγαν κώδωνα του ναού. + +Το παραχθέν αίσθημα ήτο και φόβος και θλίψις. Φόβος μεν, διότι δεν +εγνώριζον περί της συμμορίας εκ πόσων συνέκειτο και τι σκοπούς +ακόμη είχε· θλίψις δε, διότι εγνώριζον ότι η Μονή του Ευαγγελισμού +είχεν αποταμιεύματα πλούσια. + +Και το εσέβοντο οι άνθρωποι το ιερόν Κοινόβιον και το ηγάπων. Οι +πτωχοί το είχον ως πτωχοτροφείον και οι γέροντες ως γηροκομείον. +Τας εορτάς του Πάσχα και των Χριστουγέννων φορτώματα εμοίραζε κάτω +εις τον λαόν τον σίτον και το έλαιον. + +Ούτως ο δήμαρχος επί κεφαλής οπλοφόρων εξήλθεν εις τα όρη προς +ανακάλυψιν των ληστών, παρακολουθούντος και του ηγουμένου. Κατά +πρώτον μετέβησαν εις την Μονήν, όπου εύρον τους μοναχούς δεμένους +ακόμη, κ' έμαθον ασφαλώς πλέον την γενομένην συμφοράν. + + — Ωχ! έκλαιεν ακόμη θρηνών ο ρινόφωνος γραμματεύς και οικονόμος +πάτερ-Σισώης, κλειδωμένος εν τω κενώ ταμείω. + +Και αντήχει γοερώς η φωνή του εις την έρημον κόρδαν των κελλίων ως +νυκτικόρακος στεναγμός. + + — Μας επρόδωσαν, κύριε δήμαρχε! επανελάμβανεν ο γέρων αρχοντάρης. +Μας επρόδωσαν! Τα εγνώριζον όλα. Ακόμη και τα κλειδιά, τα οποία +είχον εις τον κόρφον μου! + +Μετά ταύτα διηρέθησαν εις δύο σώματα και ο μεν Γέρω-Γιάννης απήλθε +προς το Κάστρον, ο δε δήμαρχος προς την Κεχριάν. Είνε τα δύο +αγριώτερα και απροσιτώτερα μέρη της νήσου. + + — Τον νου σου, και τα τσακμάκια σου, Γέρω-Γιάννη, είπεν ο +δήμαρχος, αποχωριζόμενος από τον κλητήρα του. + +Και κατήλθε προς την θάλασσαν, του ηγουμένου, ενός ασκητικού και +ξηραγκενού μοναχού, λίαν ιεροπρεπούς, κατόπιν του πεζοπορούντος +και αυτού, και μη δυναμένου ούτε λέξιν να εκστομίση εκ της +θλίψεως. + +Εις το πέλαγος ουδεμία λέμβος εφαίνετο. Εις τα δάση και τα ρεύματα +ουδέν σημείον ύποπτον παρετήρησαν. Και ότε, ιστάμενοι επί λόφου +εγγύς της ακτής διελογίζοντο να επανέλθωσιν άπρακτοι, εξεκένωσαν +τα όπλα των εις το πέλαγος, αγανακτούντες διά την αποτυχίαν των +ερευνών των, τότε οι λησταί ακούσαντες τους πυροβολισμούς, +απεμακρύνθησαν βορειότερον και είτα ετάχυνον διά του πελάγους. Και +όταν ανήχθησαν πλέον μακράν, τότε είδον την λέμβον οι οπλοφόροι. +Πάραυτα ο δήμαρχος έκρουσεν εξ απογνώσεως τας παλάμας του. +Εννόησεν ότι οι λησταί διεξέφυγον εκ των χειρών των. Διότι ο +λιμενάρχης είχε διατάξει ουδεμία λέμβος να εξέλθη του λιμένος την +ημέραν εκείνην. Η δε ταχέως απομακρυνομένη των ακτών της νήσου +βεβαίως δεν θα ήτο καλή λέμβος. + + — Πάει, βρε παιδιά, μας γλυτώσανε! είπε τεθλιμμένος και +επανεκτύπησε τας παλάμας του. + +Εξεκένωσαν τότε και δευτέραν φοράν τα όπλα των οι οπλοφόροι, άτινα +αντήχησαν πενθίμως επί της λείας επιφανείας της θαλάσσης, +αποχαιρετισμός ηχηρός προς τους απομακρυνομένους ληστάς και τας +φευγούσας ελπίδας των. + + — Αιωνία των η μνήμη! είπεν ο δήμαρχος. Τι άλλο να είπη; + +Και θέλων να διασκεδάση την θλίψιν του ηγουμένου ηρώτησεν ολίγον +ατόπως: + + — Τάλληρα ήτανε, γέροντα, ή λίρες; + +Ο ηγούμενος εξηκολούθει να ήνε άφωνος. Ενόμιζες ότι αι λευκαί +τρίχες του παχέος μύστακος αυτού απέκρυψαν τελείως το στόμα του. + +Και μόνον ένα θρήνον τώρα εξέβαλεν υπόκωφον. + + — Και τα είχαμε διά την ζωγραφίαν της Εκκλησίας! . . . + + +Ο καπετάν-Θοδωρής, επιβαίνων του οναρίου του, ως όταν από ευτυχούς +ταξειδίου επανήρχετο με το βρίκιόν του φορτωμένος τάλληρα +ισπανικά, — στιγμάς τινας μάλιστα εξέλαβε τας ευτελείς του ζώου +ηνίας ως το μεγαλοπρεπές πηδάλιον του βρικίου του — μετά φαιδράς +απαθείας εθεώρει τα βουνά και τα δένδρα, δι' ων διήρχετο σείων την +κεφαλήν του κανονικώς, συμφώνως προς τας κινήσεις του οναρίου, και +ονειρευόμενος ποικίλα σχέδια, κατά τα οποία διερρύθμιζε +φρονιμώτερον τον ανακαλυφθέντα θησαυρόν, την πλουσίαν μοίραν των +θυγατέρων του. Και συνεχώς δι' αιχμηρού ξυλαρίου εκέντα εις τα +οπίσθια το βραδύ ζώον. Αι δε γυναίκες φορτωμέναι τα φύλλα +ηκολούθουν κρυφομιλούσαι και αυταί και σχεδιάζουσαι μυρία όσα +ευτυχή σχέδια, ουδέ ησθάνοντο το βάρος του συμπεπιεσμένου σάκκου +εκ της χαράς, ήτις επλήρου την καρδίαν των τας ευδαίμονας εκείνας +ώρας. Και δι' απατήτων ατραπών, αποφεύγουσαι τας συναντήσεις, +έφθασαν εις την οικίαν των, χωρίς να εννοήσωσι και αυταί πώς τόσον +ελαφρώς διήλθον το τρίωρον εκείνο διάστημα. Παρά πολύ δε +κατεπλάγησαν ευρούσαι την ωραίαν κώμην σιωπηλήν, ως έρημον, και +όλα εν αυτή κατάκλειστα και μόνον τους κύνας ανερευνώντας τροφήν. + +Μόλις δε είχον εισκομίσει τους σάκκους των φύλλων, προφυλάξασαι +τον θησαυρόν αι γυναίκες εις ασφαλές μέρος, ίνα κατόπιν την νύκτα +τακτοποιήσωσιν αυτόν, και ήρχισαν να ρίπτωσι με χαράν δροσερά +φύλλα εις το καματερόν, το οποίον εθεώρουν και του χρυσίου +πολυτιμότερον, και ιδού προσέρχεται η γειτόνισσα ασθμαίνουσα. + + — Αρί-σείς, ήρθατε! Εγώ πλειο τρόμαξα 'ς το δρόμο. Αι γυναίκες +ουδέν εννόουν. + + — Πάτησαν το Μοναστήρι! Δεν το μάθατε! Βούιξε όλο το χωριό. + + — Πάτησαν το Μοναστήρι! Είπεν εκπεπληγμένος ο καπετάν-Θοδωρής, ως +άνθρωπος του οποίου ωραίον όνειρον διέκοψε ξηρός κρότος ατακτούσης +γαλής. + + — Εγώ όταν κατέβαινα από το κτήμα, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είδα +τον κόσμο που πήγαιναν ωπλισμένοι. + +Και διηγήθη τότε η φλύαρος γραία μετά πολλής ζωηρότητος όλην την +ιστορίαν της ληστείας μετά περιγραφών γυναικείας φαντασίας. + +Ο καπετάν-Θοδωρής ήτο ευσεβής άνθρωπος. Η Γερακούλα, αυτή πλέον +ήτο η προσωποποίησις της ευσεβείας και αρετής. Αι τέσσαρες +θυγατέρες των, αι τέσσαρες ξανθαί αδελφαί, ήσαν τύπος και ομοίωμα +της μητρός απαράλλακτον. Οικογένεια πάσχουσα, πλην φοβουμένη τον +Θεόν. + +Ήκουσεν η Γερακούλα ότι οι λησταί παρουσιάσθησαν ως χωροφύλακες +και ότι εντός δισακκίου εφορτώθη ο είς τούτων τον θησαυρόν, και +ανεμνήσθη πάραυτα του δειλού εκείνου χωροφύλακος, ον πρώτην φοράν +έβλεπον εις την νήσον. + +Ήκουσαν αι θυγατέρες ότι τον θησαυρόν του Μοναστηρίου έλαβον ως +ήτο μετά του αρχαίου κυλινδρικού δοχείου, του οποίου το επικάλυμμα +έφερε την εικόνα του Ευαγγελισμού, ήκουσε και ο καπετάν-Θοδωρής +ότι ο θησαυρός απετελείτο εκ χρυσών νομισμάτων αυστριακών, +γαλλικών και τουρκικών. + +Και επείσθησαν πάραυτα όλοι ότι ο θησαυρός των, ον μετά τόσης +κρυφής χαράς εκόμιζον, ην ο θησαυρός της σεπτής της νήσου μονής. + +Και αντί ν' αφανισθή από των οφθαλμών των η χαρά, ως ήτο φυσικόν +διά πάντα άλλον διάφορον έχοντα ανατροφήν, απ' εναντίας +εμεγαλύνθη, επληθύνθη κ' εξέλαμπον εξαισίως τα πρόσωπα αυτών από +της ηδίστης εκείνης ενδομύχου συναισθήσεως ότι εγένοντο αίτιοι να +διασωθή ο θησαυρός πεφιλημένου Μοναστηρίου. + + — Να τα δώσωμεν! Εφώνησαν αγαλλόμεναι, μια φωνή όλαι. + + — Να τα δώσωμεν, πατέρα! επανέλαβον αι τέσσαρες θυγατέρες. + +Ο γέρων ητοιμάζετο να εξέλθη εις συνάντησιν του δημάρχου, όπως +αναγγείλη αύτω την χαρμόσυνον είδησιν και τον αστείον της +διασώσεως του θυσαυρού τρόπον, ότε η Γερακούλα βλέπει έξωθεν της +οικίας των — έκειτο έξω εις το άκρον της πόλεως, εν τη κεντρική +προς τας εξοχάς οδώ — διερχομένους τον δήμαρχον και τον ηγούμενον, +οίτινες πλήρεις κόνεως και ακανθωτών κολλητσίδων εις τα ενδύματα, +κάθιδροι και καταπεπονημένοι, επανήρχοντο κατηφείς εκ της ακάρπου +καταδιώξεως των ληστών. + +Ο γέρων παρεκάλεσεν αυτούς να εισέλθωσι· και ανήγγειλεν αυτοίς +πάραυτα την ανεύρεσιν του θησαυρού της Μονής. + +Ο ηγούμενος προς το άκουσμα τούτο προσήλωσε τους οφθαλμούς του +ακίνητος εις το πρόσωπον του καπετάν-Θοδωρή. + +Ο δήμαρχος έκαμε κίνημα δυσεξηγήτου εκπλήξεως βλέπων προς την +στέγην. + +Αι τέσσαρες θυγατέρες παρίσταντο μετά σεβασμού μ' εσταυρωμένας τας +χείρας. + +Η δε Γερακούλα έσπευσε κ' εκόμισε το κυλινδρικόν χρυσοφόρον +δοχείον, το ευρεθέν εν τω δάσει, ανέπαφον, φέρον επί του +επικαλύμματος την εικόνα του Ευαγγελισμού. + +Τότε μόλις συνήλθεν από της εκπλήξεως ο ηγούμενος, αποκαθηλώσας +τους επί του γέροντος ακινήτους οφθαλμούς του, και κινήσας αυτούς +επανειλημμένως από του ανευρεθέντος θησαυρού προς τον δήμαρχον και +από τούτου προς τον καπετάν-Θοδωρή. Προς τας γυναίκας ουδόλως +έστρεφε το βλέμμα ο ερημικός μοναχός, των ασκητικών διατάξεων μη +επιτρεπουσών τούτο. + +Και ήρχισε πάραυτα η Γερακούλα να διηγήται πώς συνηντήθη μετά του +δειλού εκείνου χωροφύλακος εις Κεχριάν και πώς ενίσχυσε τον φόβον +του, χωρίς να γνωρίζη ότι ήτο ληστής, και περιπλέον αγνοούσα ότι +έφερε μεθ' εαυτού ληστεύσας τον θησαυρόν του Μοναστηρίου, «ως να +την είχε φωτίση η Μεγαλόχαρη, που δεν ήθελε να χαθώσιν έτσι οι +κόποι της». + +Ανεκλάλητος ήτο μετά ταύτα η χαρά και ο θαυμασμός του ηγουμένου +και του δημάρχου. Δεν είξευρον τι να θαυμάσωσι περισσότερον, την +ευφυά επίνοιαν της Γερακούλας, διασωζούσης τον θησαυρόν, ή την +ευσέβειαν όλης της οικογενείας παραδιδούσης τα διασωθέντα. + +Εις τον κοσμικόν του δημάρχου νουν εφαίνετο υψηλότερον το +δεύτερον, η παράδοσις του θησαυρού. Εις τον νηπτικόν όμως λογισμόν +του ηγουμένου εξέλαμπε φαεινότερον ως μεγάλη πανηγυρική λαμπάς η +λαμπρά επίνοια της Γερακούλας, υπό θείας αυγής φωτισθείσης την +στιγμήν εκείνην εν τω δάσει, όπερ προϋποτίθησι την ευσέβειαν της +γυναικός και της οικογενείας πάσης. Και αν δεν προϋπήρχεν αύτη εν +τη καρδία των ανθρώπων τούτων, εσκέπτετο ο ηγούμενος, δεν εισέδυεν +η φωτιστική εκείνη ακτίς, το αγνόν και θείον φως, όπερ εν τω κόσμω +καλείται ευφυία, ήτις συνετέλεσεν εις την διάσωσιν των κλαπέντων. + +Έλαμπον τα πρόσωπα πάντων. + + — Εγώ, εγώ, εφώνει η καλή Γερακούλα, έσωσα τον θησαυρόν. Και +επανέλαβε μίαν ακόμη φοράν το περιστατικόν ως εγένετο, τελειότερον +ήδη και ζωηρότερον, παρελθούσης της πρώτης συγκινήσεως, ως +συμβαίνει πάντοτε εις τον νικητήν, όστις την πρώτην φοράν +συγκεχυμένος θ' αφηγηθή τας ανδραγαθίας του. + +Και τώρα μόλις ο δήμαρχος και ο ηγούμενος καθησυχάσαντες, τώρα +κατά την δευτέραν αφήγησιν ησθάνθησαν πάσαν την λεπτότητα της +επινοίας της Γερακούλας, θαυμάσαντες την ευστοχίαν αυτής και +τόλμην. Και συνδυάσαντες το αποδιδόμενον εις τας τέσσαρας +ξανθοκόμους αδελφάς παρώνυμον προς την εκτύλιξιν του απροσδοκήτου +γεγονότος, συνεπέραναν, πρώτου του ηγουμένου εκφράσαντος τούτο, +ότι αι τέσσαρες αδελφαί ήσαν προωρισμέναι υπό των μυστικών +βουλευμάτων της θείας προνοίας να περισώσωσι τον θησαυρόν της +Μονής, όστις βεβαίως άλλως ήθελεν εξαφανισθή διά παντός. + + — Η Παναγία θέλει να ζωγραφισθή ο ναός της, είπεν ο ηγούμενος. + +Διότι αληθώς τα χρήματα μετά φειδούς και οικονομίας απεταμιεύοντο +προς τούτον και μόνον τον σκοπόν, τον καλλωπισμόν του ωραίου +Καθολικού. + +Ο ηγούμενος, υψώσας τας χείρας, ηυλόγησεν ιεροπρεπώς τους ευσεβείς +γονείς πρώτον, και είτα τας σεμνάς θυγατέρας των, ευχηθείς ταχέως +ο Ύψιστος ν' ανταμείψη αυτάς κ' εν τω κόσμω τούτω ως Δίκαιος και +Πανάγαθος πατήρ. + + +Μετ' ολίγον όλον το χωρίον ωμίλει περί του συμβάντος και της +οικογενείας του καπετάν-Θοδωρή. + +Ο δήμαρχος, κήρυξ στωμύλος, διατρέχων την αγοράν και τας οδούς +εκήρυττε προς τους κατοίκους το γεγονός, οίτινες μετά θαυμασμού +ήκουον και άλλοι μεν έκαμον τον Σταυρόν των, άλλοι δε +εχαρακτήριζον όσον σεμνότερον ηδύναντο το πράγμα. + +Έπος ολόκληρον συνερράφη προχείρως κ' εψάλλοντο κ' εξυμνούντο αι +ξανθόμαλλοι Νεράιδες της νήσου, του σατυρικού παρωνύμου +αποκτήσαντες πλέον λάμψιν και κάλλος και γοητείαν. Και αν πρότερον +αι άλλαι γυναίκες, λέγουσαι «Νεράιδες», εννόουν πτωχάς τινας +νεάνιδας, καταδικασμένας υπό της σκληράς μοίρας να διέρχωνται τον +βίον των εις τα ρεύματα και τα δάση, ανυπόδυτοι, εντός ακανθών και +τριβόλων συνάζουσαι τον ξηρόν άρτον, την μόνην ευσπλαγχνίαν της +πενομένης ζωής των, άνευ ελπίδος αποκαταστάσεως και άνευ +μέλλοντος, ήδη εννόουν ωραίας και ξανθάς αδελφάς, ευλογημένας υπό +του Θεού, πλήρεις ελπίδων, μ' ευγενή κ' ευσεβή την καρδίαν, ων το +λαμπρόν μέλλον αυτή η Παναγία διά χρυσών γραμμών προδιέγραψε. + +Και αι ευλογίαι ήρχισαν να πραγματοποιώνται. Εν πρώτοις το +ηγουμενοσυμβούλιον της Μονής εψήφισε δωρεάν τεσσάρων χιλιάδων +δραχμών προς την ευσεβή του καπετάν-Θοδωρή οικογένειαν. Ο θησαυρός +ο περισωθείς της μονής ανήρχετο εις 30,000 δραχμών. Το Δημοτικόν +Συμβούλιον ωσαύτως, υπείκον εις εκφρασθείσαν επιθυμίαν γενικώς +παρ' όλων των κατοίκων, εδώρησεν ανάλογον ποσόν εις περίθαλψιν του +γέροντος πλοιάρχου και ανέγραψε τα ονόματα των τεσσάρων θυγατέρων +και της μητρός εν τοις βιβλίοις του δήμου, ίνα διασώζωνται εις +τιμήν αΐδιον. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, τι κάνετε: Είπε τας ημέρας εκείνας η φίλη +των γειτόνισσα με το ξηρόν πρόσωπόν της και την πλέον ξηράν +ομιλίαν της. + +Αι ωραίαι νεάνιδες ανεβασμέναι επί κλιμάκων «ξεκλάδωνον» το +καματερόν. Είχον παρέλθει ικαναί ημέραι από των ανωτέρω γεγονότων +και αι αγαθαί γυναίκες καταγινόμεναι περί την προσφιλή αυτών +βομβυκοτροφίαν είχον «κλαδώση» προ ημερών και έφθασαν ήδη εις το +ευφρόσυνον τέρμα, κ' εσύναζον από των κλαδίων τα σχηματισθέντα +κουκκούλια. Καθαρά ιμάτια φέρουσαι, ως εν εορτή λευκά κολόβια και +λευκούς χιτώνας περί τα άκρα των χειρίδων και της τραχηλιάς με +κεντήματα δι' ερυθράς και πρασίνης μετάξης, και έχουσαι επιμελώς +κεκαλυμμένην την ξανθήν των κόμην δια λευκών με χρυσούς κροσσούς +μανδηλίων της Κωνσταντινουπόλεως, από πρωίας ενησχολούντο εις την +ευχάριστον αυτήν εργασίαν, ήτις ως όασις δροσερά εμφανίζεται μετά +τον τόσον μόχθον της ανατροφής του μεταξοσκώληκος, ιδίως όταν η +ανάπτυξις αυτού επιτύχη και η συγκομιδή των κουκκουλίων είνε +άφθονος. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, επανέλαβεν η γειτόνισσα, είνε αλήθεια πως +ταύρατε τα χρήματα; + +Μετά την τελευταίαν συνάντησίν των, ότε πρώτη η γειτόνισσα +ανήγγειλεν εις την Γερακούλαν και τας θυγατέρας της ότι επάτησαν +το Μοναστήρι, ησθένησεν αύτη, καταληφθείσα υπό τινος δεινού των +νεφρών πόνου — σύνηθες αυτή — και είχεν ημέρας να έλθη εις την +οικίαν του καπετάν-Θοδωρή. Τώρα δε — πρώτη ημέρα της εξόδου της — +ενεφανίσθη ωχροτέρα και ξηροτέρα, και διά να ίδη τα κουκκούλια των +νεανίδων και διά να βεβαιωθή περί πολλών, τα οποία ήκουεν εν τη +ασθενεία της και τα οποία δεν επιστευε και, ως εφαίνετο εκ του +τρόπου της, θα επροτίμα μάλλον να μη είνε αληθή παρά να ευρίσκεται +εις την δυσάρεστον θέσιν να τα πιστεύη. + +Είνε πλασμένοι πολλοί τοιούτοι άνθρωποι. + +Αι νεάνιδες και το δεύτερον δεν ήκουσαν. Εξηκολούθουν και αι +τέσσαρες να ξεκλαδώνουν με χαράν και να τραγουδούν εύμορφα +δίστιχα, χαιρετίζουσαι ούτως την πλουσίαν των κουκκουλίων +εσοδείαν, την ευφρόσυνον απόλαυσιν τόσης φροντίδας, αλλά συνάμα +και την αιτίαν τόσης ανακουφίσεως προς την πενομένην οικογένειάν +των. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, είπε πάλιν η γειτόνισσα, μετά λαιμαργίας +θεωρούσα τα κάνιστρα, τα πεπληρωμένα κουκκουλίων λευκών και +κροκωτών ωσάν οι ξηροψημένοι λουκουμάδες, Αρί-σείς, κορίτσια, είνε +αλήθεια πως τα δώσατε πίσω τα φλωριά; + +Εις όλον το χωρίον δεν ευρέθη άνθρωπος να εκφράση απορίαν διά +τούτο. Είπομεν πόσου σεβασμού αντικείμενον ήτο και πόσης αγάπης το +σεμνόν Κοινόβιον της νήσου, το γηροκομείον και πτωχοτροφείον +αυτής. + +Και είτα προσέθηκε μετά τινος πικρίας. + + — Αρί-σείς, κορίτσια, είνε αλήθεια πως σας δώσανε συνδρομή από το +Μοναστήρι και από την Δημαρχία; + +Αι σεμναί και εντροπαλαί νεάνιδες, ήδη εις την υψηλοτέραν +καλαμωτήν εγγύς των δοκών της στέγης, εξηκολούθουν να συνάζουσιν +ένα-ένα τα κουκκούλια από των πεπληρωμένων κλαδίων, άτινα ως +εύμορφα μεταξωτά άνθη απήστραπτον συμπεπλεγμένα ως διά μεταξίνης +αράχνης εν μέσω των μαρανθέντων φύλλων των κλάδων. + +Ίσως κ' εκ της μελωδικής του άσματος αρμονίας δεν ήκουσαν αι +νεάνιδες την ομιλούσαν κάτω γειτόνισσαν, ούτε την είδον, +περιφρασσομένην από τον σωρόν των καταρριπτομένων αχρήστων πλέον +κλαδίων, άτινα μετ' ολίγας ημέρας θα εχρησίμευον διά τας πυράς, +τας αναπτομένας την νύκτα της Γεννήσεως του Προδρόμου προ των +πυλών των οικιών, ίνα πηδήσωσιν επάνω αυτών και νέοι και νέαι «για +το καλό», ούτως εν νυκτί ιερά και πλήρει μυστηρίου, υπό τας υψηλάς +λάμψεις και τας ερυθρωπάς αυγάς ποικίλων φλογών, περατουμένης της +συμπαθούς ιστορίας του καματερού, ότε καθ' όλον το χωρίον επάνω +των οικίσκων εκ της φαιάς νεφέλης των αναριθμήτων πυρών δεύτερος +ουρανός σχηματίζεται με φλογίνους μαρμαρυγάς, έχων αντί άστρων +τους απείρους των φλογών σπινθήρας εκεί αφανιζομένους κ' εκεί υπό +νέων άλλων αντικαθισταμένους. + +Διά τούτο η γειτόνισσα απήλθε κρατούσα τα νεφρά της από τον πόνον +ακόμη, αλλ' ίσως από την θλίψιν ότι συνήντησεν εν τω οίκω του +καπετάν-Θοδωρή τόσην χαράν, μεγαλειτέραν της παλαιάς, ην τοσάκις +προσεπάθησε να μετριάση διά των θλιβερών παρατηρήσεών της. + +Πλην άλλη ήτο η χαρά η αληθής και μεγάλη του οίκου τούτου, η +επακολουθήσασα μετά τα ανωτέρω συμβάντα, ένδειξις ευγενείας λεπτής +των κατοίκων. + +Τέσσαρες νέοι εύμορφοι, τέσσαρα καπετανόπουλα, ως από ιερού +ενθουσιασμού εμπνευσθέντες, όταν επανελθόντες από του ταξειδίου το +φθινόπωρον, ήκουσαν αδόμενον και υμνούμενον το φαιδρόν συμβάν της +διασώσεως του θησαυρού του Μοναστηρίου και την αρετήν της +οικογενείας ταύτης, ήτις αν και ηδύνατο να αποκρύψη το χρυσίον, +διότι ουδείς θα το εγνώριζεν, όμως παρέδωκε τούτο ανέπαφον ως +ιερόν και άγιον χρήμα, απεφάσισαν εν τη στιγμή εκείνη της θείας +εξάρσεως, καθ' ην ο άνθρωπος μεταβάλλεται όλος εις πνεύμα, +υπερήφανος εν τη θεία του ευγενεία και ελευθεριότητι, απεφάσισαν +να λάβωσιν ως συζύγους τας τέσσαρας ωραίας αδελφάς, άνευ προικός +άλλης, μόνον με τας πλουσίας νυμφικάς ενδυμασίας των και τας +λοιπάς επιπλώσεις του οίκου, προικιά κατασκευασθέντα διά της +δωρεάς του Μοναστηρίου. + +Εξήλθον και οι τέσσαρες ευγενείς νέοι εις περίπατον, έξω εις τους +κήπους του χωρίου, όπου ωραίαν τινά ημέραν και αι τέσσαρες ξανθαί +αδελφαί, χαριτωμέναι κ' εύμορφοι «έβγαζαν το μετάξι», κομίζουσαι +εντός κανίστρων εις τα μαγκάνια την άφθονον συγκομιδήν των +κουκκουλίων των, εκεί όπου αι επιτήδειαι μαγκανάρισαι, βυθισμέναι +μέχρι της οσφύος εντός λάκκου, με την μίαν χείρα ανακατόνουσι τα +εντός εκτισμένης εκεί μεγάλης χύτρας βράζοντα κουκκούλια, ενώ με +την άλλην γυρίζουσι μετά τέχνης τον μέγαν ξύλινον τροχόν του +μαγκάνου, εν τω οποίω περιτυλίσσεται λεπτή και στίλβουσα ως χρυσός +η λευκή και κιτρίνη μέταξα, των παρθένων παρισταμένων εν χαρά και +υπηρετουσών. Αι νεάνιδες ιδούσαι κοντοσταθέντας τους νέους, +ετάχυναν το βήμα περισσότερον, επί του ατάκτου λιθοστρώτου αργά +βαίνουσαι και κατεβίβασαν προς τους οφθαλμούς αιδημόνως τας λευκάς +μανδήλας των. Πλην οι τέσσαρες νέοι επρόλαβον και είδον την ξανθήν +των καλλονήν και τον άφθονον πλούτον των νεανικών χαρισμάτων. Και +ως ήτο η φαντασία των ζωηρά εκ των ακουσθέντων περί αυτών, +εφάνησαν και αι τέσσαρες νεάνιδες εις τους οφθαλμούς των πολύ +ωραιότεραι παρ' ό,τι ήσαν, ηπλωμένης περί αυτάς και χρυσής νεφέλης +ευσεβείας και αρετής, υπό την οποίαν έθελγεν ακτινοβολούσα η +σωματική καλλονή των, ως ο αδάμας εντός πλουσίου φωτός. + +Ο γέρων ευφροσύνως ήκουσε την ανέλπιστον πρότασιν. Η Γερακούλα, αν +και αι αναμνήσεις της από της θαλάσσης ήσαν τόσον πικραί, με χαράν +ωσαύτως το ήκουσε το χαρμόσυνον άγγελμα, θεωρήσασα τούτο ως άνωθεν +προωρισμένον υπό της θείας προνοίας, δεν εσυλλογίσθη καν τας +θλίψεις και την αβεβαιότητα του θαλασσινού βίου. Άλλως, τι εν τω +κόσμω είνε βεβαιότερον; + +Και μετά τινας ημέρας, αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα, ετελέσθησαν οι +τέσσαρες γάμοι εις τέσσαρας Κυριακάς εν σειρά, εορτάζοντος και +χορεύοντος γάμους και χαράς όλου του χωρίου. + + +Με πόσην αγαλλίασιν τότε η αγαθή μήτηρ, η πτωχή πλην φαιδρά +Γερακούλα, εκαμάρωνε την τελευταίαν Κυριακήν εις τον τελευταίον +γάμον! Εστεφανώνετο η μικροτέρα και ξανθοτέρα θυγάτηρ, η αιθέριος +και τρυφερά νύμφη, η τελευταία Νεράιδα του χωρίου, η εικοσαέτις +Φανιώ. + +Ο καπετάν-Θοδωρής, καθήμενος εις τον καναπέ και ροφών τον ναργιλέ +του τον πεφιλημένον, τον οποίον του ημπόδισαν οι ιατροί — έκαμνε +κατάχρησιν τας ημέρας εκείνας — όλος χαρά και αγαλλίασις, ο +υπερήφανος και ευγενής γέρων καπετάνιος, έβλεπε τον μέγαν χορόν, +όστις εκλόνιζεν εκ θεμελίων την οικίαν όλην· κ' έτριζε το πάτωμα +το καινουργές, κ' έτριζον τ' αγγειοπλαστικά κομψοτεχνήματα, +ποτήρια και πινάκια επί των μακρών αραφίων. Εχόρευον αι τέσσαρες +νύμφαι θυγατέρες του, αι τέσσαρες Νεράιδες με τα ξανθά μαλλιά και +με τα χρυσά στολίδια, φέρουσαι ως πόρπας εις την χρυσήν ζώνην τα +μαλαμμοκαπνισμένα τσαπράκια, δώρα γαμήλια του ευλαβούς του +Μοναστηρίου ηγουμένου, όστις ουδέποτε έπαυσε να τας ευλογή και τας +μνημονεύη τας εναρέτους αδελφάς. + +Εχόρευον οι τέσσαρες γαμβροί του καπετάν-Θοδωρή, ευγενή +καπετανόπουλα, υπό τας ευλογίας του Θεού και τας ευχάς όλου του +χωρίου, τέσσαρες σεμνοί νέοι, ευλογηθέντες μετά τεσσάρων σεμνών κ' +ευσεβών παρθένων και ζηλευτών νοικοκυράδων. Και έσυρε τον χορόν +τον μέγαν αυτόν του τελευταίου γάμου η Γερακούλα, η ευτυχής μήτηρ. + +Έλαμπον τα φώτα καθ' όλην την νύκτα, αιθερίως μαρμαίροντα επί των +χρυσοκεντήτων των νυμφών στολισμάτων, κ' έλαμπον περισσότερον τα +πρόσωπα των ωραίων και ξανθών νυμφών. + +Και μέσα εις τα τραγούδια των καλεσμένων, επανέλαβε και ο καπετάν- +Θοδωρής το τραγουδάκι του, όπου πρώτην φοράν το είχε τραγουδήσει +εις το Ρεύμα της Κεχριάς, αλλά υπό λυγμών ιεράς συγκινήσεως +διακοπτόμενος τώρα, διότι είδε την επαλήθευσίν του. Και είτα +εγερθείς, εστάθη εν μέσω των καλεσμένων, εκθάμβων ορώντων, έκαμε +τον σταυρόν του, και εκφράζων και την πίστιν συνάμα της Γερακούλας +του, απήγγειλεν ιεροπρεπώς τα λόγια όπου είπε ποτε ο τοπάρχης της +Εδέσσης Αύγαρος, όταν εθεραπεύθη από τον Χριστόν, καθώς τα +ενθυμείτο από τα Συναξάρια. + + — Χριστέ ο Θεός, ο ελπίζων επί σε ποτέ δεν χάνει! + +Και εξελθών εις τον εξώστην εξεκένωσε το ναυτικόν του τρομπόνιον +χαιρετίζων τα ευλογημένα τέλη της ζωής του. + + + +ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ +(1901) + + + +Και την πρωίαν εκείνην, κατά την συνήθειάν της η Αρφανούλα, πριν +μεταβή εις το εργοστάσιον, διερχομένη, εμβήκεν εις την +Καπνικαρέαν, κ' ελαφρά-ελαφρά, ως πτηνόν βηματίζουσα, με την +ελαιόχρουν κοντήν μπερτίτσαν της και με το εκ μαύρου ψιαθίου +καπελάκι της, ήναψε κηρίον εις το εικονοστάσιον, ησπάσθη ευλαβώς +την εικόνα της Θεοτόκου και ρίψασα βιαστικά βλέμματα προς το βάθος +όπου ετελείτο η θεία Μυσταγωγία, έκαμε πεντέξ σταυρούς ακόμη, +βιαστικά, κ' εξήλθε πάλιν, ελαφρά-ελαφρά βηματίζουσα ως πτηνόν, η +Αρφανούλα με την κοντήν μπερτίτσαν της, κατευθυνομένη με σπουδήν, +προς την οδόν Ερμού, εις το εργοστάσιον, ως πτηνόν κυνηγημένον. + +Έξω του Ναού, παρά το Άγιον Βήμα, κατά σειράν, ικαναί ήδη τράπεζαι +παιγνιοπωλών εστολίζοντο, παρατασσομένων επ' αυτών εν σωρώ +διαφόρων παιγνιδίων, και αθυρμάτων εκ των ευθηνών, τα οποία +αγοράζουσιν ιδίως οι παίδες του λαού. Εξημέρωνεν η παραμονή της +Πρωτοχρονιάς. Η οδός Ερμού ήτο έρημος ακόμη διαβατών· και μόνον οι +υπάλληλοι των πλουσίων της οδού ταύτης καταστημάτων, αγρυπνήσαντες +όλην την νύκτα, παρεσκεύαζον τα πλούσια κομψοτεχνήματα της +Πρωτοχρονιάς με προσοχήν εξαιρετικήν, ως να έστηναν παγίδας να +συλλάβωσι κοσσύφους, κ' εκάλλυνον εν παρατάξει τα χρυσόλαμπρα +αθύρματα εντός των προθηκών, αίτινες ομοιάζουσι με τα βέλα πολλών +κυριών, διακοσμούντες αυτά ούτως ώστε μία απλή επιθεώρησις αυτών +ν' αρχίζη από περιέργειαν και να τελειώνη εις ίλιγγον, όπου ο +αγοραστής να μη γνωρίζη τι θα δώση και τι θα πάρη. Άρτι δε και οι +διευθυνταί και οι κύριοι των καταστημάτων, πρωί-πρωί ελθόντες από +τας οικίας των, έστεκον ακόμη εις τα προαύλια, εν μέσω ανοιγμένων +κασσών και στιβάδων χαρτίου και αχύρου, θεωρούντες άνω τον +ουρανόν ως οι σταφιδοκτήμονες, όπου έχουν απλωμένην την σταφίδα +των. + +Ο καιρός ήτο τωόντι βροχερός. Αν και προέβη η ημέρα, ούτε μία +ακτίς ηλίου δεν είχε λάμψει ακόμη. Υγρασία παγερά κατέβαινεν από +τους βρεγμένους τοίχους των υψηλών οικιών, ενώ άλλη παγερωτέρα +ανέβαινεν από του μουσκευμένου εδάφους της στενοχωρημένης αυτής +μεγάλης οδού. + +Η Αρφανούλα, κάμψασα την αριστεράν γωνίαν του ναού, άμα αξελθούσα +επροχώρησε προς τας κοσμουμένας τραπέζας των παιγνιοπωλών και +προσεγγίσασα μετά θάρρους προς μίαν αυτών είπε: + + — Καλημέρα Σπύρο! + +Ο Σπύρος, ένας υψηλός και γεροντώδης άνθρωπος, με πρόσωπον μαλακόν +ως προζύμιον και με χείρας πλαδαράς ωσαύτως, προσεπάθει αγωνιών, +ιδρόνων, ζαλισμένος, να τακτοποιήση τα επί της τραπέζης του +συσσωρευμένα παίγνια και αθύρματα, με αδέξιον όλως τρόπον, και με +ύφος απαρεσκείας, ως να έλεγε μέσα του: + + — Τι τρελλός που είνε αυτός ο κόσμος! + +Και βλέπων πάλιν προς το στήθος του, ως να συνεπλήρωνε την +δοξασίαν του, μετ' ολίγον επέλεγε: + + — Και τι τρελλότερος που είμαι εγώ! + +Ακούσας την φωνήν της Αρφανούλας, ανεσήκωσε τα όμματά του κ' +ενεθαρρύνθη ολίγον. + +Σαν να έπηξε κατά τι το λυωμένον πρόσωπόν του, σαν να ενευρώθησαν +αι χείρες του, αι ξεβιδωμέναι: + + — Και σε είχα 'ς το νου μου, καϋμένη! Είπε. + +Και ενώ η Αρφανούλα, πεταχτά-πεταχτά ήρχισεν αμέσως να τακτοποιή +τα ποικίλα εκείνα ξύλινα και μετάλλινα αθύρματα, με χάριν και +δεξιότητα, με παίζοντας τους δύο μαύρους οφθαλμούς της, ως του +αστρείτου του όφεως, ο Σπύρος απομείνας με κρεμασμένας τας χείρας, +εν η στάσει ερωτούσι τους ποιμένας μερικοί ειρηνοδίκαι, έλεγε: + + — Και ξέχασα όλως διόλου καϋμένη, τας τιμάς! Πώς μου τα είπες; +Τάκαμα όλα σαλάτα μέσα 'ς το κεφάλι μου, όπως κι' επάνω 'ς το +τραπέζι μου. Εδώ έγεινε, βλέπεις, σωστό εμπορικό. + + — Δεν μου είπες πως τα θυμάσαι ψες, που σου τα είπα πέντε φοραίς; +Όλως διόλου αδέξιος, καϋμένε Σπύρο; Γι' αυτό τα πρόκοψες 'ς το +εμπορικάκι. + + — Μα ένα σωρό πράγματα! Ανακατώθηκαν 'ς το κεφάλι μου όπως και 'ς +το τραπέζι μου. Πόσα μου είπες η ροκάναις η μεγάλαις, πόσα η +μικραίς και πόσα η σφυρίκτραις: Πού να θυμηθώ; + +Η Αρφανούλα τον είδε με βλέμμα λύπης και απελπισίας, έσεισε την +κεφαλήν της και είπεν. + + — Άκουσέ τα λοιπόν πάλιν γλήγωρα, γιατί βιάζομαι. Πενήντα η +μεγάλαις η ροκάναις, τριάντα η μικρότεραις, είκοσι η πειο μικραίς. + +Αλλά την στιγμήν εκείνην την διέκοψαν ξηρά πατήματα εγγύς, τακ- +τακ, ως κτυπά θλιβερώς παράθυρον την νύκτα, κινούμενον υπό του +ανέμου κανονικώς: τακ-τακ. + +Εστράφη και είδεν η Αρφανούλα τον θείον της, τον μπάρμπα Σταυρή: + + — Καλά που ήλθες! Τώρα κατάλαβα πως μας αγαπάς. Πες του, Μπάρμπα- +Σταυρή, τας τιμάς, είπεν η Αρφανούλα, γιατί σήμερα — ημέρα που +είνε — έχω 'ς το εργοστάσιον σωρό δουλειά και βιάζομαι. Να ζήσης, +Μπάρμπα-Σταυρή. Ξέρεις εσύ, γιατί είχες μια φορά ψιλικατζίδικο. +Εγώ θα σε παρακαλούσα από τα χθες, αλλά ντράπηκα. + + — Έννοια σου, Αρφανούλα μου, έννοια σου. Μπορούσα εγώ να σας +αφήσω! + +Και ο Μπάρμπα-Σταυρής με τον ένα ξύλινον πόδα του, με δύο ξύλινα +ραβδία επιστηριζόμενος επροχώρει προς την τράπεζαν, όπου η +Αρφανούλα ετακτοποίει ακόμη τ' αθύρματα· έκυψε την τριγωνικήν +μεγάλην κεφαλήν του — την βάσιν προς τα άνω και την κορυφήν του +τριγώνου προς τα κάτω — ακούμβησεν εις τα δύο ξύλινα ραβδία του, +ως να ήθελε να ειπή τον Άη-Βασίλην, και ήρχισεν αμέσως ν' απαριθμή +τας τιμάς των διαφόρων αθυρμάτων προς τον εκθάμβως χαίνοντα +ανεψιόν του. Οι γαμπροί εδώ οι ξύλινοι, μια δραχμή ο ένας, η +νύμφες αυταίς ένα δίδραχμο. Τα κουκλάκια τριάντα λεπτά! + + — Καλά, μπάρμα-Σταυρή, καλά, είπεν ο Σπύρος, σείων θλιβερώς την +κεφαλήν του, φθάνει, μη κουράζεσαι. + +Η Αρφανούλα έρριψεν ακόμη ένα τελευταίον χέρι εις την τακτοποίησιν +και ένα τελευταίον βλέμμα εις την εστολισμένην πλέον τράπεζαν του +Σπύρου, ήτις έστιλβεν ως κάνιστρον πλήρες αγροτικών ανθέων και +απήλθεν ευχαριστημένη από την απροσδόκητον παρουσίαν εκεί του +θείου της, ευχηθείσα «καλήν πούλησιν». + +Και με την κοντήν μπερτίτσαν της και τα μαύρο ψιάθινον καπελλάκι +της απήλθε βιαστικά, ως πτηνόν κυνηγημένον και εισέδυσεν εις το +εγγύς εκεί εργοστάσιον γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων, ενώ ο +Μπάρμπα-Σταυρής εξηκολούθησε: + + — Πέντε δραχμαίς αυτή η βλαχοπούλα, και μια δεκάρα ο κάθε γαμπρός +ο γύψινος. Αυτή η κεφαλή η άδεια πενήντα λεπτά, αυτή η κεφαλή +γεμάτη αέρα μια δραχμή . . . . Μια πεντάρα η πάπια, μια πεντάρα η +χήνα, μια πεντάρα ο πετεινός. Όλα τα πουλερικά μια πεντάρα. Κι' +όλα τα άλλα ζώα και τα ανθρωπάκια μια δεκάρα. + + — Τώρα τώκαμες ρόιδο! Στάσου να τα γράψω. + + — Τι κουτός που είσαι; Κυττάζουν τέτοια μέρα τιμολόγια; Όσα +θέλεις λέγε, και όσα θέλεις παίρνε. + + — Ε, τώρα κατάλαβα, Έτσι, πες μου ντε! + + — Μόνον να θυμάσαι πρώτα-πρώτα να λες τα πειο πολλά από ό,τι +περιμένεις να πάρης. Ταις άλλαις ημέραις οι έμποροι λένε ό,τι +βαστά η ψυχή τους, σήμερα λένε ό,τι τους κατέβη . . . + + — Τώρα κατάλαβα. Έννοιά σου! + +Ο Μπάρμπα-Σταυρής εγνώριζεν από το ψιλικατζίδικο όπου είχε μια +φορά κ' ένα καιρόν, αλλ' εγνώριζεν ασφαλέστερον από το +εργοστάσιον, όπου ειργάζετο η ανεψιά του Αρφανούλα, συχνά +επισκεπτόμενος τούτο, διότι αυτός την συνώδευε μικράν εις την +εργασίαν κ' έβλεπε και ήκουεν εκεί τας τιμάς των γυναικείων πίλων +και πτερών και πτηνών και ανθέων, μεταξύ των αθυρμάτων και +ψευδοπαιγνίων κατατάσσων και το είδος τούτο του γυναικείου +στολισμού. Και εξηγήσας εις τον Σπύρον όλα πάλιν εκ νέου, τακ-τακ, +έλαβε πάλιν τον ξύλινον πόδα του και τα δύο ξύλινα ραβδία του και +απήλθεν ειπών προς τον ανεψιόν του: + + — Πάρε τώρα μια ροκάνα και γύριζε. + +Και ετράπη προς τα κηράδικα ο Μπάρμπα-Σταυρής, ενώ κατόπιν του +έφθανον θρηνώδεις και πένθιμοι οι βραχνοί της ροκάνας του Σπύρου +κροταλισμοί, θαρρείς κ' έκρωζον μαύροι κόρακες άνω του λευκού +άστεως, μοιρολογούντες την τελευταίαν ημέραν του έτους. + + +Ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, του περιφήμου κηπουρού των Σεπολίων, +όστις πρώτος εκαλλιέργησε φράουλαις εν Αθήναις, λαβών τον σπόρον +από τα εξακουστά περιβόλια του Βοσπόρου, ήτο πρεσβύτερος αδελφός +της Αρφανούλας. Αλλ' όσον αυτός ήτο πλαδαρός και ξεβιδωμένος και +άγαρμπος σαν μονόκλαδος βάτος, τόσον η Αρφανούλα ήτο επιδέξια και +δραστηρία εις κάθε έργον της επισπώσα την συμπάθειαν και τους +επαίνους. + +Μικρός ο Σπύρος επήγαινεν εις το σχολείον κ' εδείκνυεν ότι θα +έστρωνεν, ως μερικά σκολιά φυτά, τα οποία συν τη αναπτύξει +ορθούνται εύμορφα· αλλ' αποτόμως εσταμάτησεν εις την δευτέραν του +γυμνασίου, χωρίς να το εννοήση και ο ίδιος· εκάθητο έπειτα όλην +την ημέραν εις την δροσεράν εξοχήν, αναγινώσκων εφημερίδας και +μυθιστορήματα και εκλέγων τας ευχυμωτέρας οπώρας του πατρικού +κήπου. + + — Βρε Σπύρο μου, βρε Σπυράκη μου, βρε Σπυρέτο μου!, τω έλεγεν ο +Γέρω-Λαχανάς, ένας χαρωπός γέρων, με λάμπουσαν εξ αγαθότητας ψυχήν +ως το λαμπρόν πρόσωπόν του, πνιγμένος μέσα εις τον ιδρώτα, με την +σκαπάνην εις τας χείρας, μέσα εις τα χώματα των αυλακιών μέχρι +γονάτων. Δεν κάνεις καλά, βρε Σπυράκο μου! Αλλ' αυτό μόνον έλεγε. +Καθώς ο γέρων Ηλεί της Παλαιάς Γραφής. Δεν έπαιρνε και κανένα ξύλο +από τον κήπον του. Και κατόπιν ο μεν Γέρω-Λαχανάς μετέβαινε εις +άλλα αυλάκια, ο δε Σπύρος ο υιός του εγύριζε άλλην σελίδα του εις +χείρας του μυθιστορήματος, ή ανήρχετο εις άλλο δένδρον. Τα δύο +εκείνα λόγια του Γέρω-Λαχανά έμβαινον εις το ένα αυτί του και +έβγαιναν αμέσως από το άλλο, χωρίς να επιψαύσωσι διόλου τον +εγκέφαλόν του, κλεισμένον μέσα εις χονδρά κόκκαλα. Ώστε μετά τον +θάνατον του πατρός του ο Σπύρος ευρέθη, είκοσιδύο ετών νέος, χωρίς +εργασίαν και χωρίς επάγγελμα. Χωρίς διόλου να το καταλάβη και ο +ίδιος πώς συνέβη αυτό το παράδοξον. + +Η μητέρα των δύο παιδίων είχε προαποθάνει. Τότε ένας θείος των +εφρόντισε και το μεν περιβόλιον παρέδωκεν εις ξένον κηπουρόν επί +μισθώματι, την δε Αρφανούλαν δεκαπενταέτιδα πλέον κορασίδα, +εισήγαγεν εις τι μέγα εργοστάσιον γυναικείων πίλων και +ψευδοστεφάνων. + +Ο θείος των αυτός, αδελφός της μητρός των, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο +Ξυλοπόδαρος, ήτο ένας τετραπέρατος άνθρωπος. + +Με το ξύλινον ποδάρι του στηριζόμενος εις δύο ραβδία περιήρχετο +όλας τας οδούς των Αθηνών καθ' εκάστην, μανθάνων όλα τα νέα και +βλέπων όλα τα περίεργα, ενώ εξ άλλου έχων τετραγωνικόν νουν εις +μίαν μεγάλην τριγωνικήν κεφαλήν — την βάσιν προς τάνω και την +κορυφήν προς τα κάτω — , έκρινεν ευφυώς και ασφαλώς, άλλος Γέρω- +Νίκος του Πηλίου, έξω εκεί εις τα Σεπόλια, ο Ξυλόσοφος +αποκαλούμενος διά τα ξύλα ίσως όπου έφερεν επάνω του, τον ένα πόδα +και τα δύο ραβδία. Είδεν αυτός ότι ο ανεψιός του ο Σπύρος δεν ήτο +διά τίποτε. Τον έβλεπεν αυτός από πολλού αυξανόμενον κατά το +ανάστημα ως λεύκαν του περιβολίου των άνευ της παραμικράς ελπίδος +να καρποφορήση, ένας κρεμανταλάς και ανάξιος, κ' έλεγεν εις τον +Γέρω-Λαχανά: + + — Δεν εφύτευες, καϋμένε, κανένα πεύκο να σου κάνη τουλάχιστον +κουνέλια για το ρετσινάτο, να τα ρίχνης εις τα βαρέλια να +μοσχοβολούν; + +Διά τούτο ο μπάμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος εφρόντισε κ' εύρεν ένα +καλόν κηπουρόν εργατικόν και δραστήριον προς ον εμίσθωσε το +περιβόλιον μετά τον θάνατον του αγαθού κηπουρού. + +Κατά δε τους περιπάτους του εν Αθήναις ανεκάλυψεν ότι το αρτιπαγές +εμπόριον των γυναικείων πίλων και ψευδοστεφάνων θα προέβαινεν εις +θαμβωτικήν προκοπήν εις μίαν πόλιν όπου τα αθύρματα και τα ψεύδη +τιμώνται πολύ ακριβώτερα από την αλήθειαν και σταθερότητα, και +εισήγαγε την Αρφανούλαν εις το εργοστάσιον των γυναικείων πίλων +και ψευδοστεφάνων, όπου η δροσογενής Σεπολιώτισσα δεξιά τον νουν, +με δύο μαύρα μάτια, ως του αστρείτου του όφεως παίζοντα, εγένετο +μετ' ολίγα έτη αρχιεργάτρια, αυτή δίδουσα όλα τα σχέδια των πίλων +και ψευδοστεφάνων. + +Από μικρά η Αρφανούλα βλέπουσα τους θαυμασίους συνδυασμούς των +χρωμάτων εις τα αγριολούλουδα των Σεπολίων, μελετώσα τας ωραίας +και καλλιτεχνικάς συμπλοκάς και περιπτύξεις κισσών και γιασεμιών, +αγιοκλήματος και αγριάμπελης, εμβαθύνουσα δ' εις τα μυστήρια των +ανθοφόρων κλάδων του κήπου των, κατήρτιζε, συν τη μικρά συνδρομή +των ευρωπαϊκών φιγουρινιών, θαυμάσια συμπλέγματα ψευδοστεφάνων και +υπέρκαλα στολίσματα ανθοφόρων πιλιδίων. Και είχεν η Αρφανούλα το +σχέδιον, σύμφωνα με τας ιδέας του Μπάρμπα-Σταυρή, με τον καιρόν, +ν' ανοίξη ίδιον εργοστάσιον, ώστε να μη καρπούται άλλος τα κέρδη +της ευφυίας της. + +Αλλ' ο Σπύρος ο αδελφός της, αργός από πρωίας έως εσπέρας, εγένετο +πάντοτε κώλυμα ανυπέρβλητον εις τα σχέδιά της εκείνα. + +Πώς να τον αφήση; Τον αγαπούσε. Τον επροστάτευεν. Είχε κληρονομήση +την βλαπτικήν απλότητα του Γέρω-Λαχανά και η Αρφανούλα, και δεν +εβάστα η ψυχή της να τα χαλάση με τον αδελφόν της. Να μη τον +πικράνη. + +Ο θειός της όμως, ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ελυπείτο δι' +αυτό και προέβλεπεν ατυχήματα: + + — Βρε κορίτσι μου, έλεγε. Γιατί χαλνάς τα λεπτά σου; + + — Μα τι να κάμω; + + — Να τον διώξης! . . . + + — Και πού να πάγη; + + — Ν' αυρή δουλειά! + + +Η φράουλα μετά τινα έτη είχε διαδοθή και εις άλλα προάστεια. Το δε +μεγαλείτερον κέρδος του περιφήμου κήπου του Γέρω-Λαχανά εμειώθη. +Εμειώθη και το μίσθωμα. Μία δύο πλημμύραι προς τούτοις είχον +καταστρέψει μέρος του περιβολίου, αφορία δε άλλη και ξηρασία +έβλαψαν τα λαχανικά. Το έτος εκείνο δεν έδωκε μίσθωμα ο +ενοικιαστής. Ο Σπύρος εκάθητο μίαν πρωίαν ανοίξεως συλλογισμένος. +Εις τα προαύλιον του οικίσκου των του εξοχικού διεχύνοντο +μεθυστικά αρώματα διαφόρων ανθέων, τα οποία εκεί παραπέρα έλαμπον +εις τας ακτίνας του ηλίου με ανεκλαλήτους χρωματισμούς, ονειρώδους +λειμώνος. Ζωύφια εβόμβουν κύκλω, πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων. +Ο Σπύρος ανεπόλει διαφόρους αναγνώσεις του, θεωρών τα περί αυτόν +φαιδρά αντικείμενα. + + — Ποίος ενδύει τόσον μεγαλοπρεπώς τα κρίνα του αγρού, οπού ουδέ ο +μέγας Σολομών με όλην την σοφίαν του δεν ημπόρεσε να ενδυθή με +τέτοιαν λάμψιν; Ποίος τρέφει τα πουλάκια τα μικρά; Διατί ο +άνθρωπος να μη είνε πάντοτε γελαστός και χαρούμενος ως τα πτηνά; +Διατί και ο άνθρωπος να μη είνε στολισμένος ως τα κρίνα του αγρού; +Διατί να σκάπτη την γην; Διατί να ιδρώνη και να κρυώνη; Να πεινά; +Να κλαίη; Διατί να μη τραγουδή πάντοτε ως τα πτηνά; Ποίος τον +έκαμε τον άνθρωπον, το εκλαμπρότερον δημιούργημα, σκοτεινόν, χωρίς +άρωμα, χαμερπή, γυμνόν, πειναλέον . . . + +Ο Μπάρμπα-Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος ερχόμενος και ακούσας, τας +τελευταίας λέξεις του Σπύρου, επροχώρησε με τον ξύλινον πόδα του, +τακ-τακ με την τριγωνικήν μεγάλην κεφαλήν του, σείων αυτήν δεξιά +και αριστερά, με τα δύο ξύλινα ραβδία, τακ-τακ, και καθίσας +πλησίον του Σπύρου, εθώπευσεν αυτόν πατρικώς εις τους ώμους και +είπε: + + — Εγώ να σου το πω, Σπύρε μου, ποίος τον έκαμε τον άνθρωπον +γυμνόν και πειναλέον. Τον έκαμεν ο ίδιος ο άνθρωπος. Ξέρεις τι +λέγανε μια φορά οι παππούδες μας; Γλυκός ο ύπνος την αυγή, γύμνια +και πείνα την Λαμπρή! . . . + +Ο Σπύρος εγέλασε και είπε: + + — Καλνά σε είπανε ξυλόσοφο! + + — Το ξέρεις λοιπόν, κατεργαράκο μου, εξηκολούθησεν ο Μπάρμπα- +Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος. Λυπάσαι γιατί χάλασε το μισό περιβόλι και +φθονείς τα πουλιά και ζηλεύεις τα λουλούδια! Μόλις έπαθες μια +μικρή ζημία και κάθεσαι και συλλογιέσαι. Και πού νακούσης τι +δυστυχίαις μεγαλείτερες μας περιμένουν. Ήμουνα σήμερα, παιδί μου, +εις τα βιβλιοπωλείον του Νάκη και ήταν εκεί ένας ροδοκόκκινος +γέρος, με γελαστά μάγουλα και γελαστά μουστάκια και γελαστά +γένεια, και τους εδιάβαζε τον Χρονογράφον και τους έλεγε για την +Πόλι ότι πλησιάζει ο καιρός της και τους έκαμεν όλους να +συλλογίζωνται. Και τους είπεν ύστερα ότι στην Αθήνα θάρθουν +ακρίβειαις μεγάλαις, θάρθουν δυστυχίαις, θαρθή πείνα και κακή +ασθένεια, θάρθουν — έλεγεν ο Χρονογράφος — θάρθουν από την Πόλι +και από την Λόντρα οι «ομογενείς» στην Αθήνα, και θα μας φέρουν +ακρίβεια και την κακή ασθένεια και θα μας φέρουν πείνα και θ' +ακριβήνουν όλα τα πράγματα, θ' ακριβήνουν τ' αυγά, θ' ακριβήνουν η +κότταις. Θα συνάξουν από τον κόσμον τα «υπέρπυρα» και θα τον +φορτώσουν με «πτυκτά». Και την κακήν ασθένειαν όπου έλεγεν ο +Χρονογράφος, εκείνος ο γέρος ο γελαστός την εξηγούσε ότι είνε τα +λούσα τα μεγάλα που θα μας φέρουν οι «ομογενείς», γιατί τα λούσα +είνε κακή ασθένεια κολλητική σαν την πανούκλα. + + — Και τι είνε τάχα αυτοί οι «ομογενείς;» Ηρώτησεν ο Σπύρος, +συγκινηθείς ολίγον και ακούων μετά προσοχής. + + — Ποιος ξέρει, απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταυρής. Ο γέρος ο γελαστός +που ξηγούσεν εκεί τον Χρονογράφον, δεν είπε τίποτε. Μα εγώ θαρρώ +πώς θενάνε, παιδί μου, τίποτε άνθρωποι, θηρία αρπακτικά δεν +πιστεύω να είνε οι ομογενείς. Θενάνε τίποτε φαγάδες, τίποτε +μπερεκετλήοες και θαρθούν εις την Αθήνα και θα μας ακριβήνουν τα +πράγματα. Και θα μας πάρουν τα «υπέρπυρα» δηλαδή της λίραις, τον +χρυσόν, που λάμπει περισσότερον από την φωτιά και θαμβόνουν τα +ασυνήθιστα μάτια των ελλήνων, και θα μας φορτώσουν με τα +«_πτυκτά_» δηλαδή με μετοχάς και χρεώγραφα, τα οποία είνε _πτυκτά_ +χαρτιά, διπλωμένα ώμορφα. Έτσι τα εξηγώ εγώ αυτά. Γιατί ούτε ο +«Χρονογράφος» τα ξεκαθαρίζει, ούτε ο γέρος ο γελαστός ήξευρε να τα +εξηγήση (2). + + — Και γιατί μου τα λέγεις αυτά, μπάρμπα Σταυρή; Παρετήρησε +πειραγμένος ολίγον ο Σπύρος. + + — Ο νοών νοείτω! απήντησεν ο Ξυλοπόδαρος κτυπήσας με κρότον εις +την γην τον ξύλινον πόδα του. + + — Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, επανέλαβεν ο Ξυλοπόδαρος και +κτυπήσας άλλην μίαν φοράν τον ξύλινον πόδα του έλαβε τα δύο ξύλινα +ραβδία του, και τακ-τακ απήλθε να περιέλθη κατά την συνήθειάν του +τας συνοικίας της πόλεως, ενώ τα ποικιλόχρωμα άνθη του κήπου +διέχυνον το μεθυστικόν άρωμά των περί τον έκθαμβον απομείναντα +υιόν του Γέρω-Λαχανά, και τα πτηνά εκελάδουν επί των δένδρων την +αιωνίαν προς τον Πλάστην μελωδίαν των. Και ενώ ο μπάρμπα Σταυρής +έκλειε την αυλόπορταν σταθείς είπε: + + — Καλό είνε παιδί μου, το καθησιό, μα το ξάπλωμα είνε ακόμα +καλλίτερο! + + + — Δεν θα σ' ενοχλώ πλεια, Αρφανούλα μου, είπε με χαράν μίαν +εσπέραν μετά ταύτα ο Σπύρος προς την αδελφήν του. Μ' εσύστησαν εις +τον κυρ Νίκον, τον υποψήφιον βουλευτήν, να διαβάζω τους εκλογικούς +καταλόγους 'στής ημέραις των εκλογών και να σημειώνουν οι +κομματάρχαι ποιοί είνε ζωντανοί και ποιοί είνε πεθαμένοι, θα τρώγω +μεσημέρι-βράδυ 'ς το σπίτι του. Και όταν επιτύχη 'ς της εκλογαίς, +θα με διορίση. + +Η Αρφανούλα εχάρη κ' εδόξασε τον Θεόν. Πρώτην φοράν έβλεπεν αυτό +το θαύμα, του οποίου εργάτης βεβαίως ήτο ο Μπάρμπα-Σταυρής ο +Ξυλοπόδαρος, ο νέος θαυματουργός των Σεπολίων με τον ξύλινον πόδα +του και με την ως ραβδίον πλήττουσαν ξυλίνην φιλοσοφίαν του. + + — Μου είπε να με διορίση από τώρα, εξηκολούθησεν ο Σπύρος, +τελωνοφύλακα. Αλλά πού να τρέχω και να ξενυχτώ για τα λαθρεμπόρια. +Μου είπε να με βάλη στο Καπνοκοπτήριο, μα ο καπνός μου μυρίζει και +δεν βαστάω διόλου. Εγώ του είπα ότι προτιμώ να με στείλη επόπτην +εκεί που θα φορτώνουν την σταφίδα 'ς την Πάτρα, να στέκωμαι και να +βλέπω. Αυτήν την υπηρεσίαν, κυρ Νίκο, του είπα, σου υπόσχομαι να +την κάμω καλλίτερα από κάθε άλλον. Δυστυχώς όμως ο Νίκος απέτυχεν +εις τας εκλογάς και ο Σπύρος έμεινε πάλιν άνευ έργου, υπότροφος +της αδελφής του. Αλλ' όταν μία καταστρεπτική πλημμύρα του +Κηφισσού, η οποία κατέστρεψεν όλας σχεδόν τας εξοχάς των Αθηνών, +εξηφάνισεν ολοτελώς και το περίφημον περιβόλιον του Γέρω-Λαχανά, +τα δε παιδία μόλις εσώθησαν επί της στέγης της οικίας των, ο +Σπύρος ήρχισε να συλλογίζηται πάλιν ως και την άλλην φοράν και να +θέλη να φιλοσοφήση επί των καταιγίδων και των πλημμυρών. + + — Τώρα τι να κάμωμεν! + +Είπεν η Αρφανούλα προς τον αδελφόν της. + + — Λες να γλύτωσεν η Βουλή, από τον φοβερόν αυτόν καταποντισμόν; +είπεν ο Σπύρος, αναμένων πάντοτε εκλογάς. + + — Εθεμέλιωσεν ο γέρως, Σπύρο μου, εθεμέλιωσε. Δεν πέφτει, έλεγεν +ο Μπάρμπα-Σταυρής, εκεί παρών, μόνον κύτταξε να πιάσης την τσάπα +του γέρω Λαχανά. Αυτό που σου λέγω! + + — Και τι να σκαλίσω; Τα χαλίκια που μου χάρισεν ο ποταμός; + + — Αυτό που σου λέγω! + +Είχε μαλακυνθή όλως διόλου ο δυστυχής από την αργίαν. Αι σάρκες +του ήσαν απαλαί, αι παρειαί του ως εκ προζυμίου, αι χείρες του ως +ξεβιδωμέναι. Αι τρίχες της κόμης του άσπρισαν και αυταί. Τι να +κάμη: Η αδελφή του, τη επιμόνω παρατηρήσει του μπάρμπα Σταυρή είχε +σκληρυνθή ολίγον. + + — Τον παίρνεις στον λαιμόν σου, άφησέ τον, της έλεγεν ο +Ξυλοπόδαρος. Αργός μη εσθιέτω. Θα σε κανονίση ο παπα-Μεθόδιος. Δεν +πας να ιδής; Αργός μη εσθιέτω! Εις τον κόσμον αυτόν χέρι με χέρι +όλα γίνονται. Πάρε δουλειά, νά φαΐ . . . + +Εν τη εσχάτη εκείνη ανάγκη ο Σπύρος προσεκολλήθη παρά τινι +συμβολαιογραφείω, ν' αντιγράφη συμβόλαια αντί δραχμής από πρωίας +μέχρι νυκτός. Το βράδυ, ότε επέστρεφεν η Αρφανούλα από το +εργοστάσιον, με λύπην της τον έβλεπε τον αδελφόν της κατακομμένον +ως να έσκαπτε, με τους δακτύλους της δεξιάς του πληγωμένους και +καταμελανωμένους. Αλλά δεν ωμίλει, μήπως και συνειθίση. Ούτε ο +Σπύρος ωμίλει μήπως και συνειθίση. Πλην μετά μίαν εβδομάδα η +Αρφανούλα έξαφνα ακούει τα παράπονά του: + + — Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου; Εσύ πιστεύεις τον Μπάρμπα-Σταυρή +και δεν πιστεύεις εμένα. Με κυνηγά η ατυχία καϋμένη. Τι να σου +κάμω! Το συμβολαιογραφείο το έκλεισαν διά μίαν κατάχρησιν του +συμβολαιογράφου! + +Τότε ο Μπάρμπα-Σταυρής λυπούμενος περισσότερον την Αρφανούλαν τον +συνέστησεν εις άλλο συμβολαιογραφείον. Αλλά μετά δύο ημέρας ήλθεν +ο Σπύρος έξω φρενών. + + — Μέβαλες σ' αυτόν τον μασώνον, σ' αυτόν τον άθεον!.. Ο +τετράγωνος νους του Μπάρμπα-Σταυρή, ο περικλεισμένος μέσα εις την +τριγωνικήν κεφαλήν του εξήναψε μετά ταύτα άλλην ιδέαν φαεινήν και +είπεν. + + — Ο γέρως εθεμελίωσε, παιδί μου. Δεν είνε ελπίς να πέση και να +διαλυθή η Βουλή. Άνοιξέ μου ένα καφενείο, εκεί κατά την Βάθεια. +Περνώ εγώ από κει και βλέπω ότι είνε μεγάλη ανάγκη. Δεν υπάρχει +κανένα καφενείον σ' εκείνη την γειτονιά, και αναγκάζονται οι +νοικοκυραίοι να φεύγουν εις τα μακρυνά, εις τα Χαυτεία, και +φωνάζουν οι γυναίκες τους γιατί τους αλλαργεύουν πολύ οι άνδρες +του και έχουν καρδιοχτύπι την νύκτα μεγάλο, μη πάθουν τίποτε οι +καϋμένοι... + +Αφού μάλιστα η ιδέα προήρχετο από τον Μπάρμπα-Σταυρήν, ο Σπύρος +ευρέθη μετ' ολίγον ευκόλως διευθυντής ενός ωραίου καφενείου εις +την Βάθειαν, με μίαν μεγάλην λεύκαν εμπρός. «Εις την _Λεύκα_» με +το όνομα. Ο νταμπής έψηνε τους καφέδες, ο σερβιτόρος τους +εμοίραζε, και ο Σπύρος εκάθητο από το πρωί έως το βράδυ στον +μπάγκο αναγινώσκων εφημερίδας και διαλεγόμενος περί εκλογών. +Οσάκις δε εγίνετο λόγος περί εργασιών ή θέσεων έλεγε προς τον +Μπάρμπα-Σταυρήν, όστις συχνά τον επεσκέπτετο. + + — Ωχ, αδερφέ, βαρέθηκα να κάθωμαι από το πρωί ως το βράδυ εδώ +στον μπάγκο. Επόπτης εις την σταφίδα. Εκείνη η εργασία μου αρέσει. +Γλυκεία, σταφιδένια θεσούλα. Μα που θα μου πάη. Δεν θα τον ρίξουν +τον γέρω καμμιά φορά... + +Ας παρεπονείτο ο Σπύρος. Έτσι το έκαμνε. Διά να δείξη εις τον +Μπάρμπα-Σταυρή, ότι ενδιαφέρεται πλέον διά τα ζωτικά ζητήματα, δια +τα ζητήματα της ημέρας, διά τα ζητήματα του εαυτού του, διά την +αποκατάστασιν της αδελφής του. + +Ήτο πολύ ευχαριστημένος με την διεύθυνσιν του καφενείου. Και η +Αρφανούλα ήτο όλη χαρά. Κάθε βράδυ εις τας ένδεκα της έφερνε πότε +δέκα δραχμάς και πότε είκοσι, κέρδος. Αλλά μετά τρεις μήνας, +έξαφνα έρχεται θυμωμένος ο Σπύρος και της λέγει: + + — Πες του χαιρετίσματα του Μπάρμπα-Σταυρή, Αρφανούλα μου. Ο +Σπύρος δεν είνε τεμπέλης. Έχω τρεις μέραις να πιάσω δεκάρα, και +χρεωστώ μισθούς εις τον σερβιτόρο, και χρεωστώ το ενοίκιον. Δεν σ' +αφίνει ο φθόνος, Αρφανούλα μου. Ήλθε δίπλα μου ένας άλλος και +άνοιξεν άλλο καφενείο, και μου πήρε όλους τους μουστερήδες, + + — Δεν πάγαινες, κακομοίρη, παρακάτω, τω είπα. Το μέλι έχει αυτή η +θέσις; + +Αληθώς άλλος τις φίλεργος και δραστήριος, ιδών την ανάγκην εκεί +της συνοικίας, ιδών και τον Σπύρον από πρωίας έως νυκτός καθήμενον +και μη κινούμενον διόλου εις περιποίησιν και κολακείαν των +πελατών, ήνοιξεν άλλο καφενείον παραπλεύρως, και μόνος +περιποιούμενος τους πελάτας προθύμως, αφήρεσεν όλην την πελατείαν +του Σπύρου, όστις τέλος ηναγκάσθη να κλείση το καφενείον του, +πωλήσας τα έπιπλα εις ευτελεστάτην τιμήν και ζημιώσας την +Αρφανούλαν υπέρ τας χιλίας δραχμάς. + +Τότε και η Αρφανούλα ήρχισε να εξυπνά. Όσα εξώδευε προς διατροφήν +του αδελφού της και προς ενδυμασίαν, δεν υπελόγιζεν. Αλλά να ρίψη, +χιλίας διακοσίας δραχμάς εις το πηγάδιον... τούτο την αφύπνισεν +από του ληθάργου. + + — Έχει δίκαιον ο Μπάρμπα-Σταυρής, είπεν. + +Αλλ' αυτήν την φοράν ο Μπάρμπα-Σταυρής ηλέγχετο ότι αυτός έγεινεν +αίτιος της μεγάλης αυτής ζημίας της ορφανής κόρης. + + — Τι να σου κάμω, Αρφανούλα μου, έλεγε δικαιολογούμενος ο +Ξυλοπόδαρος. Πρώτη φορά που εγελάσθηκα. Αλλά πάλιν δεν εγελάσθηκα. +Η θέσις εκείνη ήτανε αληθινά διά καφενείον. Αλλά το καφενείον +θέλει και καφετζήν. Ο Σπύρος ενόμισεν ότι ο καφετζής πρέπει να +κάθεται και εδώ είνε που την έπαθε. Κανένας δεν πρέπει να κάθεται, +Αρφανούλα μου, όταν έχη δουλειά. Και ο επόπτης της σταφίδος θαρρεί +ο Σπύρος ότι κάθεται; δεν πιστεύω να κάθεται και αυτός. Κάτι θα +κάμνη, κάτι θα σημειώνη· και σταφίδα να πάρη κανένα τσουβάλι, θα +κουνηθή, θα δουλέψη. Εγνώριζα ότι ο αδελφός σου δεν είνε για +τίποτε, ούτε για την σταφίδα, αλλά έλεγα ότι σε ένα δύο χρόνια θα +προφθάση να κερδίση κάτι τι στη Βάθεια να πιάση μαγιά. Αλλά +βλέπεις, σήμερα, Αρφανούλα μου, στέκουν οι άνθρωποι με ανοιχτό το +στόμα να χάψουν τας ιδέας των άλλων. Και εδώ πλέον χρειάζεται +ταχύτης: Όποιος πρόφτασε τον Κύριον εδόξασεν. Όλα έγειναν σήμερον +«ηλεκτροπαραγωγά», είπεν ο Ξυλοπόδαρος, κτυπών τα τρία ξύλα του +εις την γην με την νέαν αυτήν του συρμού λέξιν. + + — Και τώρα; ηρώτησεν η Αρφανούλα, περιδεής. + + — Τώρα; 'Σαν ταποτώρα! απήντησεν ο Σταυρής ο Ξυλοπόδαρος, ξύων +την βάσιν της τριγωνικής κεφαλής του. Κάμε ό,τι θέλης. Μόνον να μη +ξεχάσης τι προφητεύει ο Χρονογράφος για την Αθήνα κ' έχε τον νουν +σου. Και κάμε λήγωρα να ανοίξης δικό σου εργοστάσιο. Γιατί θαρθούν +ακρίβειαι εις την Αθήνα, θάρθουν από την Πόλι οι ομογενείς και από +τη Λόνδρα και θα φέρουν 'ς την Αθήνα την ακρίβεια και την κακή +ασθένεια, ήγουν τα λούσα. Έπειτα δεν θα πανδρευθής κιόλας; Το +Σπύρο θα κάθεσαι να περετάς; Μη τον λυπάσαι. Η ανάγκη θα τον κάμη +να κυττάξη ναυρή δουλειά. «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών +νεκρούς... » + + +Ούτε ο γέρως όμως έπεφτεν, ούτε η βουλή διελύετο. Μόνον τα ιμάτια +του Σπύρου διελύθησαν εις ράκη από της επονειδίστου «_αεργίης_». Η +Αρφανούλα πεισθείσα εις τας συμβουλάς του «Γέρω-Νίκου» των +Σεπολίων απεφάσισε να εγκαταλίπη πλέον τον αδελφόν της. Μόνον τον +έτρεφε. Φορέματα τίποτε. Δραχμήν διά το καφενείον, τίποτε. Κατ' +αρχάς εκείνος ήρχισε να την απειλή, ζητών να μοιράσουν την +πατρικήν κληρονομίαν, τον παμπάλαιον οικίσκον των Σεπολίων. Τον +περίφημον κήπον είχε μεταβάλει ο Κηφισσός εις κοίτην του. Εδέχετο +δε να έλθη εις συμβιβασμόν μαζί της, αν του έδιδεν ολίγα κεφάλαια +ν' ανοίξη ένα εμπορικάκι, εκεί κατά την Αγίαν Μαρίναν. + +Ήτο πληθυσμός παιδιών μικρών εις την εργατικήν εκείνην συνοικίαν +κ' ήλπιζε να κερδίζη πολλά ο Σπύρος από το μικρόν εμπορικάκι +ψευτολογών τα μικρά. Αλλά η Αρφανούλα ήτο άκαμπτος. + + — Βάστα καλά! της έλεγε και ο Μπάρμπα-Σταυρής. + +Ιδών τότε ο Σπύρος ότι διά των απειλών ουδέν κατώρθου, αλλά μάλλον +θόρυβος εγίνετο, απεφάσισε να μεταχειρισθή τας δεήσεις. Εις τα +τοιαύτα, δεήσεις και δάκρυα, οι αργοί είνε θαυμάσιοι ημπορούν να +κάμψουν και την σκληροτέραν καρδίαν, όχι την μαλακήν της +Αρφανούλας καρδίτσαν όπου λαχταρούσε σαν του πουλιού. Ημπορούν να +μεταπείσουν και αυτόν τον Μπάρμπα-Σταυρή να μεταβάλη γνώμην περί +αυτών, όχι την γυναικείαν της Αρφανούλας διάνοιαν, η οποία +επείθετο αμέσως ως το μικρόν παιδίον. + + — Μη βλέπης, έλεγε κλαίων σχεδόν ο Σπύρος, μη ακούης, Αρφανούλα +μου, με κυνηγά η ατυχία. Ξέρω εγώ την δουλειά μου. Ας μη άνοιγε το +διπλανό καφενείο, και θ' άβλεπες σήμερα τον Σπύρο. Ας έπεφτε ο +γέρως, να διαλυθή η βουλή, και θάβλεπες τον Σπύρο 'ς την Πάτρα, 'ς +την σταφίδα να γυρίση πίσω με χρυσά ωρολόγια. + +Γυνή ήτο, αδελφή του ήτο, ευσπλαγχνική φύσις ήτο. + +Η Αρφανούλα εκάμφθη. + +Και ο Σπύρος μετά τινας ημέρας, εκεί παρά την Αγίαν Μαρίναν, +χωμένος μέσα εις ένα μικρόν εμπορικάκι, γεμάτο ψυλικά ποικιλώνυμα, +με κατάστιχα, με καλαμάρια, και πέννες να σημειώνη, με απομεινάρια +του εργοστασίου της Αρφανούλας διά τας πτωχάς εκεί κορασίδας, που +τρελλαίνονται για ένα φτερό, ή για ένα ψευδοάνθος, επώλει, χωρίς +να γνωρίζη και ο ίδιος τι κάμνει. + + — Πήγες καμμιά μέρα, να ιδής τι κάμνει εκείνος ο αδελφός σου; + +Ηρώτησε μετά τινας μήνας την Αρφανούλαν ο Μπάρμπα-Σταυρής, +θυμωμένος διότι δεν εισηκούσθη. + + — Είχα καιρόν; . . . Απήντησεν η Αρφανούλα. + +Ο Μπάρμπα-Σταυρής όμως, τακ-τακ, με τον ξύλινον πόδα του και τα +ξύλινα ραβδία του, τακ-τακ — περιερχόμενος όλας τας συνοικίας καθ' +εκάστην, είχε καιρόν. Και έμαθεν ότι εις την Αγίαν Μαρίναν άνοιξεν +ένα εμπορικάκι που πωλεί φθηνά, πάμφθηνα, που δε ζητάει τα +βερεσέδια ο εμποράκος, που δεν σημειόνει, που τον γελάνε τα +παιδάκια και τα κοριτσάκια· που του κλέβουν τα κονδύλια και της +πλάκαις και της κορδελίτσαις από μπροστά από τα μάτια του, και +τόσα άλλα. + +Η Αρφανούλα τα είπεν αυτά εις τον αδελφόν της, χωρίς ν' αναφέρη +τον Μπάρμπα-Σταυρήν. Αλλ' ο Σπύρος τα διέψευδεν. Έλεγεν ότι τα +διαδίδει αυτά ένας φούρναρης εκεί δίπλα του, ο οποίος αφού είδεν +ότι το μαγαζάκι του έκαμνε δουλειά, παρήγγειλε και αυτός και του +έφκιασαν μέσα εις τον φούρνον μια μόστρα και έβαλε κάμποσα ψιλικά +και αυτός και τα κατέβασεν ελεεινά, και η αλήθεια είνε ότι του +έκοψε του Σπύρου τους μουστερήδες. Γιατί αυτός είνε κατεργάρης και +όσα σπίτια δεν στέλνουν τα παιδιά τους να ψωνίσουν τα ψιλικά από +αυτόν, δεν τους δίνει ψωμί κρέντιτο. Να, αυτά είνε τα σωστά. Ότι +δηλαδή, Αρφανούλα μου, η ατυχία με κυνηγά· και να πης χαιρετίσματα +εις τον Μπάρμπα-Σταυρήν ότι ο Σπύρος ειμπορεί να είνε άτυχος, +τεμπέλης όμως δεν είνε. + +Η Αρφανούλα ένεκα συσσωρεύσεως παραγγελιών εν τω εργοστασίω, δεν +έλαβε καιρόν να φροντίση εγκαίρως· και ούτως με την νέαν +επιχείρησιν του αδελφού της εζημιώθη άλλας χιλίας δραχμάς. + +Επήγε να σκάση από τον θυμόν του ο Μπάρμπα-Σταυρής. Αλλ' ενόμιζε +πλέον ότι η Αρφανούλα έβαλε γνώσιν, ότε την παραμονήν της +Πρωτοχρονιάς ελθών να χαιρετίση την ανεψιάν του διά τα +Χριστούγεννα, μετά τινα καιρόν, βλέπει και ητοίμαζε διάφορα +παιγνιδάκια και αθύρματα πολλά, σωρόν μεγάλον. + +Ο Σπύρος έλειπε. + + — Τι είν' αυτά Αρφανούλα; ηρώτησεν ο θείος της. Κάτι πολλά δώρα +θα κάμης εφέτος. Μήπως τον αρραβώνιασες τον Σπύρο, κρυφά από τον +Μπάρμπα-Σταυρήν; Να σου πω, δεν θα ήταν άσχημα. Ο γάμος είνε σαν +το τυπογραφικό πιεστήριον και μπορεί να στρώση και ο Σπύρος. + +Η Αρφανούλα εγέλασε. Και διηγήθη είτα εις τον θείον της τα +συμβαίνοντα. + + — Τι να σου πω, Μπάρμπα-Σταυρή. Τον λυπήθηκα. Δεν βαστά η ψυχή +μου. Δεν έχει παντελόνι να φορέση. Έπεσε 'ς τα πόδια μου με τα +δάκρυα, σαν μωρό, και μου είπεν. Απ' τον Θεόν και στα χέρια σου, +αδελφούλα μου. Άλλη φορά δεν θα σε βαρύνω. Δάνεισέ μου ένα +κατοστάρικο να στήσω 'ς την Καπνικαρέα ένα τραπέζι να πωλήσω +Πρωτοχρονιάτικα, να βγάλω μια φορεσιά ρούχα το ελάχιστο. Σε λίγαις +ημέραις θα τον φάνε τον Γέρω, τέλος πάντων. Και άλλη φορά δεν θα +σε βαρύνω. Το βλέπω κ' εγώ. Κοντζάμ άνδρας ως εκεί επάνω, να μένω +χωρίς δουλειά! Φταίει και ο μακαρίτης ο Γέρω-Λαχανάς. Όταν μου +έλεγε, βρε Σπυράκι μου, βρε Σπυρέτο μου, βουτηγμένος αυτός μέσα 'ς +τον ιδρώτα και τα χώματα, έπρεπε να σηκώση την τσάπα του να μου +κάμη μια τρύπα 'ς το ξερό μου, να έμβη μέσα ολίγη γνώσις. + +Και έκλαιεν ο καϋμένος . . . + +Τον λυπήθηκα Μπάρμπα-Σταυρή. Έπειτα να πούμε και του φτωχού το +δίκαιο. Τον κυνηγά και η κακοτυχία. Δεν είνε μονάχη η κακομοιριά. + + — Μα δεν ξέρεις, κορίτσι μου, ότι όπου κακομοιριά, εκεί και +κακοτυχία; . . . + + +Ούτω λοιπόν ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, με την πονηρίαν του και με +την φυσικήν αγαθότητα της Αρφανούλας τα κατάφερε πάλιν και τον +είδομεν την παραμονήν της πρωτοχρονιάς πρωί πρωί, παρά το Άγιον +Βήμα της Καπνικαρέας, εμπρός εις μίαν τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα +ευθηνά αθυρμάτια, στρέφοντα, τη συμβουλή του θείου του, μίαν +τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν εκεί θρηνητικώς, πρώτην-πρώτην αυτήν, +ως το εγερτήριον της μεγάλης εμπορικής οδού, την τρελλήν εκείνην +ημέραν. + +Αλλά μόλις εξηφανίσθη ο Μπάρμπα-Σταυρής με τα τρία ξύλα του, ως +είδομεν, και ψεκάδες πυκναί ήρχισαν να πίπτουν. + +Ο άνεμος ετράπη προς το βορειοανατολικόν του ορίζοντος και μετ' +ολίγον βροχή δαρτή ήρχισε να πίπτη. Θόρυβος επηκολούθησε τότε και +ταραχή μεγάλη εις τας πέριξ εκεί άλλας τραπέζας των παιγνιοπωλών, +και φωναί και βλασφημίαι ηκούσθησαν. Άλλοι με λευκάς σινδόνας +εσκέπαζον τα προς πώλησιν αθύρματα, ως να τα εσαβάνοναν, και άλλοι +εισεκόμιζον τας τράπεζας των εις τα εγγύς εμπορικά. Οι έμποροι, +απηλπισμένοι συνέκρουον τας χείρας των ως οι σταφιδοκτήμονες, +βραχείσης της σταφίδος. Οι υπάλληλοί των εγελούσαν σκαστά. + +Ο Σπύρος τότε του Γέρω-Λαχανά, ανοίξας την ομβρέλλαν του, είχεν +αυτήν την πρόνοιαν, με όλην την ανικανότητά του ήτο γεμάτος +πονηρίαν, ανέμενε να παύση, η βροχή κ' εξηκολούθει να συστρέφη την +τεραστίαν ροκάναν. + +Ουδείς διαβάτης ετόλμησε να προβάλη επί τόσας ώρας και εκινδύνευε +να κηδευθή η τελευταία ημέρα του έτους εκείνου άνευ της προπομπής, +αλλά μόνον με τους θρηνητικούς κρωγμούς της ροκάνας του Σπύρου, +του υιού του Γέρω-Λαχανά. + +Διότι αληθώς μετ' ολίγον ορμητική θύελλα εκραγείσα, θαρρείς και +απέλυσεν επί της πόλεως ολόκληρον τρούμπαν. Καταρράκται +κατακλυσμού ανοίχθησαν και ρεύμα μετά ηχηράς βοής κατήλθεν αμέσως +από του Συντάγματος, το οποίον παρέσυρε παν το πρόστυχον. Οι +έμποροι έσπευδον ν' αποσύρωσιν από των θυρών των τα προς πώλησιν +πράγματα. Η δε τράπεζα του Σπύρου, μη προνοήσαντος να την εισαγάγη +εγκαίρως εις τι εμπορικόν, ως έπραξαν προ μικρού οι άλλοι +παιγνιοπώλαι, ανετράπη φευ! και τα παίγνια όλα και όλα τα αθύρματα +του οικτρώς παρεσύρθησαν υπό του χειμάρρου κ' εξηφανίσθησαν εις +την εκεί πλησίον μεγάλην καταβόθραν. + +Και εσώθη μόνος ο Σπύρος του Γέρω-Λαχανά, ως ο τελευταίος άγγελος +του Ιώβ, ίνα αναγγείλη την θλιβεράν είδησιν εις την αδελφήν του. + + — Πες χαιρετίσματα εις τον Μπάρμπα-Σταυρή, Είπε θρηνών ο Σπύρος, +πες του που ξέρει να κάνη το ξυλόσοφο, ότι ο Σπύρος δεν είνε +τεμπέλης, αλλά τον κατατρέχει η ατυχία.... + + +Κατόπιν, μετά μεσημβρίαν, ο ουρανός της Αττικής, ο απατεών, +εξαστέρωσε κ' έγεινεν αρκετή κίνησις, ο δε σχηματισθείς βόρβορος +συνετέλεσεν εις το να ανυψώση εις βακχικήν τελετήν, την γενομένην +εκείνο το έτος παρέλασιν των Αθηναίων. + + — Δεν ξεύρω, τέλος πάντων, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταυρής ο +Ξυλοπόδαρος, ελθών την επαύριον να χαιρετίση την Αρφανούλαν, δεν +ξεύρω ποίος πταίει, ο αδελφός σου ή η ατυχία του. Σου το είπα όμως +και άλλαις φοραίς. Όπου κακομοιριά εκεί και ατυχία. Έπειτα εσύ +διαβάζεις βιβλία. Δεν ξεύρεις ότι «κακομοίρης» θα πη άτυχος; Το +βέβαιον όμως είνε, ετελείωσεν ο Μπάρμπα-Σταυρής, ότι αν ο Σπύρος +επήγαινεν από μικρός σε κανένα Μοναστήρι, μπορούσε σήμερα να είνε +κάτι τι. Κ' εκτύπησε τον ξύλινον πόδα του κραταιώς επί του +πατώματος, ως να εκτυπούσε την κεφαλήν του, διότι δεν το είπεν +αυτό, όταν έπρεπε. + + + +Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ +(1901) + + + +Με τα δύο καλαμοειδή χεράκια του και τα δύο σκολιά ποδαράκια του, +ο Μιστόκλης ο Κοντούλης κατεγίνετο εν χαρά, τόσας ημέρας τώρα, με +το νέον του επάγγελμα, όπερ ανέλαβε με χρυσάς ελπίδας, ωσάν κάθε +νέος επαγγελματίας. + +Προσκολλών χαρτίνας ρωσσικάς εικόνας επί μικρών σανίδων, μετά +προσοχής και δεξιότητος, ώστε να φαίνωνται ως εξ αρχής +εζωγραφημέναι επί των σανίδων, και πλαισίων αυτάς είτα δι' απλών +εκ λευκοσιδήρου κορνιζών, κατήρτιζε πλουσίαν συλλογήν, σκοπών ν' +απέλθη εις Τήνον, κατά την πανήγυριν, και κερδίση ασφαλώς και +ακόπως κέρδη από ευτελών και πτωχικών κεφαλαίων. Έξυπνος ο +Μιστόκλης ο Κοντούλης, είχε κάμει πρό τινων ημερών δοκιμάς εις τα +περίχωρα της Αττικής και είδεν ότι αι κομψώς πλαισιωμέναι +εικονίτσες του ηγοράζοντο προθύμως υπό των χωρικών, εις τους +περιεργοτέρους των οποίων ο Μιστόκλης ηναγκάζετο να περιγράφη την +σπανίαν τέχνην του, εξαπατών ότι αυτός εζωγράφιζε διά της χειρός +τας εικόνας, εκμαθών τάχα εν Κιέβω την ρωσσικήν αγιογραφίαν, μη +βραδύνων να προσθέτη εις τους πλέον περιέργους ακόμη, ότι αυτός +επί το εκκλησιαστικώτερον, ως απεκάλει την βυζαντινήν αγιογραφίαν, +μετερρύθμιζε τα άκομψα και χονδροειδή ρωσσικά σχέδια. Τόσην δε +πεποίθησιν είχε πλέον εις την επιτυχίαν του νέου του έργου, ώστε +επανειλημμένως τω ήρχετο διάθεσις ν' ανακράξη προς την γυναίκα του +«όξω φτώχια». Αλλά πολλά παθών έως τώρα, πολλά έμαθε, και, το +καλλίτερον, έμαθε να σιωπά πλέον. + +Και αφού εκόλλησε τας χαρτίνας αγιογραφίας και ηλίαζε τας υγράς +σανίδας, ήρχισε να ετοιμάζη και συλλογήν άλλην προσωπογραφιών της +αυτοκρατορικής ρωσσικής οικογενείας. + +Εκεί πλησίον του, η σύζυγός του, φίλεργος και φιλόπονος γυνή, +ξενοπλύνουσα είχε καθήσει επί σκάμνου, παρά μεγάλην και ασήκωτην +κόφαν, μπουγαδιάζουσα τα πλυθέντα ιμάτια και αναπαυομένη προς +στιγμήν, εθήλαζε χρονιάρικον βρέφος, μετά συνέσεως, περισφίγγουσα +τους ατάκτους του πόδας επί της οσφύος της, εις ενδιαφέρουσαν +ευρισκομένη κατάστασιν. Τρία άλλα παιδία, το έν μικρότερον του +άλλου, έπαιζον παρά-πέρα εν τη ρυπαρά αυλή, καταβορβορωμένα μέσα +εις τα νερά της πλύσεως. + + — Της προάλλαις, εις το Μενίδι, έλεγεν ο Μιστόκλης, προσβλέπων +μετά τινος δισταγμού την βεβαρημένην της συζύγου του κοιλίαν, από +κάθε εικόνα που μου κοστίζει — τέχνη και κόπος και κεφάλαια, — μια +δεκάρα, έβγαλα δύο και τρεις δραχμαίς. Πρώτα ο Θεός, να πωλήσω εις +την Τήνο από δυο και τρεις δραχμάς την μία, της πεντακόσιες +εικόνες μόνον — + +Διεκόπη αίφνης, Τω ήλθε διάθεσις πάλιν να εκφώνηση «όξω φτώχια», +αλλά συλλογισθείς τα παθήματά του, εδάγκασε την γλώσσαν του και +εσιώπησεν. + +Η σύζυγός του, κάθιδρως, κουρασμένη από της επιμόχθου πλυντικής +εργασίας ανεπαύετο ακόμη, θηλάζουσα και το βρέφος, το νήπιον, του +οποίου περιέσφιγγε τους αεικίνητους πόδας επί της οσφύος της. + + — Δεκαπέντε δραχμαίς την χιλιάδα της αγόρασα από το παππά-Σάββα +τον αγιορείτην, διηγείτο ο Μιστόκλης προς την γυναίκα του, +ατενίζων μετά φόβου πάντοτε την βεβαρημένην της κοιλίαν· τα +σανιδοκόμματα μου τα χάρισεν ο ξάδερφός σου ο μαραγκός, ώστε λίγη +ψαρόκολλα μόνον αγόρασα και λίγες λωρίδες τενεκέ και λίγα τζάμια +από το φαναρτσή, απομεινάρια. Πρώτα ο Θεός να της πωλήσω όλαις, +και της χίλιαις, έστω και προς μία δραχμή την μίαν — + +Εδάγκασε και πάλιν την γλώσσαν του, ίνα μη εκφωνήση υπερήφανόν +τινα καύχησιν. Και είχε πάθει πολλά έως τώρα. + + — Πότε έχομε της Παναγίας; ηρώτησεν η σύζυγός του, αποθέσασα +χαμαί, επί τινος σανίδος, το νήπιον, το οποίον απεκοιμήθη θηλάζον, +και με το βάρος εκείνο της κοιλίας της, η πτωχή, επανήρχισε πάλιν +το μπογάδιασμα των ιματίων. + + — Την παραπάνω Κυριακή, απήντησεν ο Μιστόκλης, καρφώνων με +προσοχήν μίαν ωραίαν ολόχρυσον Αγίαν Παρασκευήν. Και μετά +δισταγμού και φόβου εμβλέπων προς αυτήν και προς το βάρος της, διά +νευμάτων, σαν να εζήτει να μάθη τον χρόνον του τοκετού, εψιθύρισε +κατ' ιδίαν μασσημένους λόγους: + + — Έχει γούστο εις την τόση χαρά μου για το ταξείδι, να μου +παρουσιασθούν και γεννητούρια, και ν' απομείνη ο Μιστόκλης με της +εικόνες στα χέρια! Εν τούτοις υπελόγιζε και εύρισκεν ότι ο τοκετός +θα επέλθη μίαν εβδομάδα μετά την εορτήν της Παναγίας. Επρολάμβανε +λοιπόν και εις την Τήνον να μεταβή και την λεχώ να θεραπεύση. + +Ουχ ήττον κάτι τι τον ετριβέλιζε μέσα εις την καρδίαν του. Μήπως +έχει λάθος; μήπως ο λογαριασμός γίνεται χωρίς τον ξενοδόχον; Πολλά +παθών, έμαθε πολλά... + + +Εις όλα τα προηγούμενα επαγγέλματά του ο Μιστόκλης ο Κοντούλης, +εις όλας τας επιχειρήσεις του, είχε διαψευσθή. Τας μακράς του +χειμώνος νύκτας στενοχωρημένος από τας ανάγκας της πολυμελούς του +οικογενείας, απηρίθμει εν απογνώσει όλα τ' αποτυχόντα παλαιά έργα +του, εις μάτην ζητών ν' απολαύση απλήν τινα εις νεωτέραν +επιχείρησιν επιτυχίαν. + +Πανταχού η μοίρα του, του πτωχού η μοίρα, παρουσιάζετο φοβερά +ενώπιόν του, απελπιστική, καταστρέφουσα τας ελπίδας του, διαλύουσα +τα όνειρά του, ώστε ν' αληθεύη πάντοτε το της παροιμίας «όπου +πτωχός και η μοίρα του». + +Και εις αυτό το έργον της παιδοποιίας, εις το οποίον και μόνον τω +έλεγεν ο γείτονας του ο κυρ-Γεώργης ο συνταξιούχος, ότι επέτυχε, +θέλων να τον παρηγορήση παραπονούμενον, και εις αυτό ο Μιστόκλης +έβλεπε την φοβεράν μοίραν του, του πτωχού την μοίραν, +προαγγέλλουσαν αυτώ τας αποτυχίας του. + +Από την ημέραν που επρωτόπιασε εργασίαν, πρώτην φοράν ελθών εις +την πρωτεύουσαν εκ των νήσων του Αιγαίου πελάγους, από τότε εφάνη +ότι ούτε η μοίρα του επήρε με καλό μάτι τον Μιστόκλην, ούτε ο +Μιστόκλης την μοίραν του. Αυτός, μικρός το ανάστημα, αλλά και +υγιής τω σώματι και ευτραφής ως ουρανόπεμπτος εφάνη εις τον +Γέροντα του Λυκαβητού, ένα σκληροτράχηλον και φιλάργυρον προεστώτα +του Αγίου Γεωργίου, όστις «με το μέλι» κατ' αρχάς ομιλών, ήρχισεν +εις το τέλος να τον ποτίση όξος και πικράν αλόην. + +Γνωρίζων ο Μιστόκλης τα γράμματα του ελληνικού σχολείου υπηρέτει +καλώς εν τω ναΐσκω, συλλειτουργών τους ιερείς. Αλλ' ο γέρων βλέπων +το ανθηρόν της υγείας του, μετ' ολίγον καιρόν επέβαλεν εις αυτόν +να περιέρχηται την πόλιν μετά μεγάλου δισακκίου και να συνάζη ελέη +των χριστιανών, διά τον Άγιον Γεώργιον. Εις το χωρίον του, είνε +αληθές, ο Μιστόκλης εξετέλει και αγροτικάς εργασίας, αλλ' είχεν +έλθει εις τας Αθήνας, αποβλέπων εις στάδιον ευγενέστερον. Διά +τούτο βαρέως έβλεπε τους ώμους του εξασθενίζοντας από το αφόρητον +άχθος του δισακκίου. Τότε κατά πρώτον είδε καθ' ύπνους την Μοίραν +του ως άγριον και δυσαχθές γερόντιον, απεσκληρωμένον και πολιόν, +να θεωρή τον νεαρόν νησιώτην ως τι μελιτωμένον πλακούντιον, +έτοιμον εις βρώσιν. + +Υπέμεινεν όμως ο Μιστόκλης όλας τας βαρείας υπηρεσίας του βράχου, +ελπίζων ίσως διά της υπακοής του και ταπεινώσεως να μαλάξη τον +σκληρόν γέροντα. Αλλ' εκείνος την υπακοήν του εκείνην και +ταπείνωσιν εκλαβών ως ηλιθιότητα, τω επέβαλε να λαξεύη τον βράχον +τον απρόσιτον, και να κατασκευάζη με την γλυπτικήν σμίλην βαθμίδας +επί της ανωφερούς πέτρας, προς εύκολον ανάβασιν των προσκυνητών +και έδρανα προς αναψυχήν των. + +Αλλ' η εργασία αύτη ήτο λίαν επαχθής· και μετ' ολίγα έτη ελάξευσε +μεν ο ευτραφής Μιστόκλης τον απορρώγα βράχον, πλατείας ισοπεδώσας +και πεζούλια υψώσας και δεξαμενάς γλύψας διά το βρόχινον ύδωρ, +αλλά συγχρόνως, χωρίς να το εννοήση, ελάξευσε και το τρυφερόν σώμα +του, καταντήσας με δύο καλαμοειδή χεράκια και δύο σκολιά ασθενή +ποδαράκια και μίαν άκρεων πλατίτσαν. Έκτοτε, η Μοίρα του, +εμφανιζομένη σκληρά, υπό την μορφήν του Γέροντος, κοντού και +απηνούς, πολιού και εχθίστου, με πώγωνα βαθύν και επανωφόριον +ποδήρες ρωσσικόν, συνετάραττε την νυκτερινήν ανάπαυσίν του· και +αποκαμών επεθύμει την κατάβασίν του προς τα κάτω, όπου τω εφαίνετο +ότι θα εύρισκεν ανάπαυσιν εις την μαλακά γύρω του βουνού, +αναπαυομένην πόλιν. + +Όταν δε μίαν ημέραν, με το καύμα, αχθοφορικώς τοποθετών ογκώδεις +λίθους, εις κατασκευήν πεζουλιών, προς συντήρησιν της διαρρεούσης +πάντοτε από των όμβρων οδού, είδεν αίφνης να κυλίση βράχος προς +την υπώρειαν, με ταχύτητα ακράτητον, ηυχήθη να εκύλιε και αυτός, +χωρίς ο εαυτός του, ως άλλος Σίσυφος, να τον αναβιβάση πάλιν +επάνω. Κ' εθάρρει ότι δεν θα εχάνετο εις μίαν πόλιν, τόσον μεγάλην +και τόσον φιλάνθρωπον, όπου και πέντε αγαθοί να υπήρχον, θα έσωζον +όλας τας άλλας μυριάδας, και αυτόν μαζί. + +Ο γλυκύς αυτός πόθος του δεν εβράδυνε να εκπληρωθή, διότι μίαν +άλλην ημέραν φορτωμένος το δισσάκιον των ελεών, με τα χονδρά του +ράκη και τα μεγάλα κρητικά υποδήματα, με τα λεπτοκαμωμένα και +σκολιά ποδαράκια του, αναβαίνων τον ελικοειδή δρόμον, κατέπεσεν +από του καύματος υπό τινα δροσεράν πευκών συστάδα, και ανακλιθείς, +με προσκέφαλον το δισάκκιον, εβυθίσθη εις δροσερόν ύπνον, και +εβράδυνε να κομίση προς τον Γέροντά του το δισάκκιον με τα ελέη, +διαρπαγέντα, κατά τον ύπνον του, υπό λωποδυτών. Την νύκτα εκείνην, +ως βαρύς λίθος, ο Μιστόκλης εκύλισε τωόντι κάτω, προς την +υπώρειαν, αποδιωχθείς αγρίως υπό του Γέροντος, αυτός δε καμμίαν +όρεξιν δεν είχε πλέον να γείνη Σίσυφος και ν' αναβιβάση πάλιν τον +εαυτόν του επάνω. + + — Τότε, πρώτα-πρώτα, ο Μιστόκλης ως έξυπνος όπου ήτο, επιθυμών να +εργασθή πλέον εν τη πόλει, την οποίαν ως όνειρον έβλεπε πάντοτε +από την κορυφήν του Λυκαβητού, να δράση και να προοδεύση, ως +έβλεπεν από του ύψους εκείνου ότι έδρα και προώδευε κάτω τόσος +κόσμος, εζήτησε κ' εύρε την παρά του Θεού ορισθείσαν τω ανθρώπω +βοηθόν και σύντροφον εν τω βιωτικώ αγώνι και ήλθεν εις γάμον. Πλην +όλα τα επαγγέλματα, εις τα οποία προχείρως επεδίδετο έκτοτε — +τακτικόν τι έργον δεν είχεν εκμάθει — όλα, τον ωδήγουν από ατυχίας +εις ατυχίαν. Τω εφαίνετο ότι, σαν να τον κατηράσθη ο Γέρων του +Λυκαβητού διά τα ελέη, τα οποία του αφήρπασαν οι λωποδύται, και +πολλάκις τον έβλεπε καθ' ύπνον κατά πάσαν αποτυγχάνουσαν εργασίαν +του, κοντόν, χονδρόν, με λευκόν μέχρι του στήθους φθάνοντα πώγωνα, +μ' έν χονδρόν και μακρόν επανωφόριον, ως ρωσσικόν επενδύτην, να τω +φωνάζη αγρίως: + + — Όπου φτωχός και η μοίρα του! Εσύ μου τάφαγες τα πρόσφορα και +είπες πως σου τάκλεψαν οι λωποδύταις! + +Τον είδε τον Γέροντα, όταν τον εμπόδισεν η εξουσία να πωλή καπνά +και σιγαρέττα, οπού, εκέρδιζεν αρκετά, χωρίς κανένα κόπον, διότι +είχε ψηφισθή το μονοπώλιον. Κατόπιν τον ξαναείδε πάλιν, κοντόν και +χονδρόν, κατάλευκον, με τον ρωσσικόν επενδύτην του, όταν πωλών +κουλουράκια ζαχαρένια, όπου τα εζήμωνεν η γυναίκα του, εκέρδιζεν +ικανάς δραχμάς την ημέραν. Ολίγας ημέρας μετά το όνειρον, εγέμισεν +η Αθήνα από κουλουροπώλας, και έκαμε λογαριασμόν ότι τα πωλούμενα +κουλούρια αναλογούσαν δέκα προς έκαστον Αθήναιον. Αν ήτο δυνατόν +να προκόψη κανένας! έλεγεν αγανακτών ο Μιστόκλης. + +Αμυδρώς ενθυμείτο ότι τον είδε, τον φοβερόν Γέροντα, άγριον ως +λύκον και όταν η γυναίκα του εγέννησε το πρώτον τέκνον των· και τω +εφάνη ότι και τότε είπεν εις τον Μιστόκλην ο Γέρων. + + — Όπου φτωχός και η μοίρα του! + +Καλά-καλά δεν την εβεβαίωνε ταύτην την οπτασίαν, αλλά το να αποκτά +κατ' έτος και από έν παιδίον, τούτο βεβαίως δεν ήτο πλουσίου +ριζικόν, εσκέπετο ο Μιστόκλης. + +Και όταν ο Μιστόκλης πάλιν με την βούρτσαν του επ' ώμων, με τον +τενεκέ των χρωμάτων παρά πόδας εις μάτην ανέμενε παρά την Νέαν +Αγοράν, ως σουβατζής, να προσληφθή εις καμμίαν εργασίαν, +υποχρεωμένος εκεί ναπαριθμή τους οψοπώλας και τους κομίζοντας +πλήρεις οψωνίων τους καλάθους εις τας οικίας των ευδαιμόνων αστών, +έλεγε: + + — 'Σ πολλά έτη, που ξενοπλένει η γυναίκα μου και βγάζουμε το +ψωμάκι . . . . + +Εις τας δεινάς τότε στενοχωρίας του εσυλλογίζετο την πρώτην του +εργασίαν και τω ήρχετο σκέψις ν' αναβή εις τον Άγιον Γεώργιον, να +βάλη μετάνοιαν εις τον Γέροντα και να ζητήση συγχώρησιν από την +Μοίραν του. + +Φοβεραί της στενοχωρίας του παρετείνοντο αι νύκτες τότε. Παρά τον +μέγαν πύραυνον, εν τη ρυπαρά αυλή της κατοικίας των, παρά την +Βλασταρούν, η γυναίκα του προσεπάθει να μπουγαδιάση, ρίπτουσα +ολίγον κατ' ολίγον το βραστόν νερόν εις την βαθείαν της μπουγάδας +κόφαν. Τα παιδία των ως γατάκια εκοιμώντο εις μίαν ψάθαν επάνω, +όλα μαζί, μία τουφίτσα σαν ορφανά. Ο Μιστόκλης, στηρίζων την +καθαράν από της αργίας βούρτζαν του επί του τοίχου, και καθήμενος +είτα επί του κενού τενεκέ των χρωμάτων έβλεπε την βασανιζομένην +γυναίκα του. Έβλεπε τα κοιμώμενα παιδία επί της ψάθης, ως να ήσαν +εγκαταλελειμμένοι νεοσσοί, έβλεπε και την βεβαρημένην της μητρός +κοιλίαν και διελογίζετο, αν δεν ήτο καλλίτερος ο πρώτος +αχθοφορικός εκείνος βίος του, ότε κάθιδρως και ασθμαίνων +αναβίβαζεν επί του Λυκαβητού το δισάκκιον των ελεών. Τότε έν +δισάκκιον είχε μόνον, αλλά τώρα έχει τρία παιδιά και μίαν γυναίκα +γαλακτοτροφούσαν και συνάμα έγκυον. Τότε ήτο ελεύθερος να το κάμη +ό,τι ήθελε το δισάκκιον εκείνο, όπως ποτέ το έκαμε και +προσκέφαλον. Ήτο ελεύθερος να το ρίψη κάτω από των ασθενικών του +ώμων όπως και το έρριψε, διότι ήτο άψυχον και άπνουν δισάκκιον. +Αλλά το δισάκκιον αυτό το ζωντανόν, το έμψυχον, που φέρει ήδη εις +την αδύνατον και λαξευμένην πλατίτσαν του; Το κλαίον πολλάκις και +πολλάκις γελών, το εκφράζον πόθους και ορέξεις, πείναν και δίψαν, +γυμνότητα και στέρησιν; Το δισάκκιον το πλήρες ονείρων και +σχεδίων, το πεπληρωμένον όχι ελεών διά τον Άγιον Γεώργιον, αλλά +υπάρξεων τόσων διά τον κόσμον; + +Υπάρξεων, αίτινες έχουν χαράν, υπάρξεων, αίτινες έχουν λύπην; Ούτε +να το ρίψη πλέον κάτω ημπορούσεν, αλλ' ούτε και να το μεταχειρισθή +ως προσκέφαλον. + +Και πόσας απολαύσεις είχεν εκείνος ο βίος, όστις τότε τω εφαίνετο +βαρύς και μοχθηρός. Την άνoιξιν ο κωνοειδής εύμορφος λόφος, ο +άγονος το θέρος και κατάξηρος, ήτο παγκάλως εστολισμένος, +ζωγραφισμένος με τόσα αγριολούλουδα, κ' ευωδίαζεν όλος ο βουνός +από την νέαν του θύμου βλάστησιν. + +Πατών εις την καταπρασίνην εκείνην λόχμην και διά μέσου των +τερπνών πεύκων αναβαίνων την βουστροφικήν οδόν του ο Μιστόκλης, +ασθμαίνων από το βάρος του δισακκίου, ίστατο κατά δεκάδας βημάτων +να ίδη πότε μεν τα γλαυκά του Σαρωνικού νερά και πότε τους +θαλερούς αμπελώνας του Γουδίου. Απέθετε τότε το δισάκκιον ν' +ανασάνη ολίγον και ανέπνεε την ευώδη της ανοίξεως δρόσον, αγνήν +και αθάνατον, ενώ δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις, ως από τέλματος, +εκάλυπτον κάτω την πόλιν. Και πάλιν ανελάμβανε το δισάκκιον και +ανέβαινε· και πάλιν ίστατο διελθών ήδη τας ευσκίους υπωρείας και +αναβαίνων τον απρόσιτον της κορυφής βράχον με τας ελικοειδείς υπ' +αυτού λοξευθείσας καμπάς του, εστεφανωμένας με στέμματα χλοερά +μαργαριτών και αιμοχρόων μυκώνων. + +Κ' ενθυμείτο τώρα ο Μιστόκλης εκείνο το τερπνόν πανόραμα όπερ από +της κορυφής εκαμάρωνε κάθε πρωίαν, αναμένων εις τας επάλξεις του +βράχου, να ίδη αν έρχωνται προσκυνηταί να κρούση τον κώδωνα. +Ηπλούτο γύρω-γύρω η πόλις λευκή, κατάλευκος, με τους ναούς της και +τα παλάτια της, με τας πλατείας της και τα καθαρά τετράγωνα των +νέων συνοικισμών. Τι αν ίδρωνε να λοξεύση μίαν βαθμίδα, ή να +κομίση το βαρύ δισάκκιον; Κατόπιν ήτο ελεύθερος — τω εφαίνετο τώρα +— να χαίνη προς τον ευώδη του ύψους εκείνου αέρα.... + + +Ετοποθέτησεν όμως τας εικόνας όλας εις τρεις μικράς κασσίτσας. + +Έθεσεν εντός καλάθου τα εφόδια του ταξειδίου, είπεν εις την +γυναίκα του να ετοιμάση μίαν γουνίτσαν μ' έν κυλιμάκι μαζί, και +ητοιμάζετο, αφού κοιμηθή ολίγον και ξεκουρασθή, να εξέλθη και +μισθώση αχθοφόρον, ίνα μεταφέρη τα πράγματα εις τον σταθμόν του +σιδηροδρόμου, εις Μοναστηράκι. Την εσπέραν εκείνην θ' ανεχώρει το +πρώτον ατμόπλοιον διά την πανήγυριν της Τήνου. + +Το βρέφος το νήπιον εκοιμάτο προ μικρού θηλάσαν. Τα τρία άλλα +παιδία, βαστάζοντα ανά έν τεμάχιον άρτου, ανεπιμέλητα, εβύθιζον +αυτό εις τους ρύπους της αυλής, και είτα το έτρωγον. Η σύζυγός +του, προς νέαν πλύσιν ετοιμαζομένη, παρεπονείτο ότι ησθάνετο +αδιαθεσίαν και κόπωσιν αφόρητον. + + — Θα κρύωσες, είπεν ο Μιστόκλης, γιατί εψές, κατάλαβες, φυσούσε +μπονέντες. + +Είπε και έγυρεν εκεί παρά την πυράν της καμίνου της πλύσεως, +τυλιχθείς μ' έν παλαιόν ράκος. + +Η σύζυγός του ήρχισε την πλύσιν, κύπτουσα με όλον το βάρος της, +παρά την μεγάλην και κτιστήν εκεί σκάφην του πλυντηρίου, ότε μετά +μικρόν, σαν να ησθάνθη οδυνηρόν πόνον κ' έβαλε κραυγήν. Ο +Μιστόκλης, καθεύδων έως τότε, εξηγέρθη αίφνης έντρομος και +διηγείτο εις την σύζυγόν του ότι ο Γέρων του Λυκαβηττού φοβερός +και απάνθρωπος, με τον βαθύν λευκόν του πώγωνα και τον ποδήρη +ρωσσικόν επενδύτην του, ενεφανίσθη πάλιν, και αφού τον εκύτταξε +βλοσσυρώς εκραύγασεν: + + — Όπου φτωχός και η Μοίρα του. + +Αλλ' έως ου αποτελειώση το όνειρόν του ο Μιστόκλης, επήλθον εις +την σύζυγόν του αι ωδίνες του τοκετού· και τότε ο πτωχός, αντί να +φροντίση διά την αναχώρησίν του, μετέβη να καλέση την μαίαν. + +Δεν ηδύνατο πλέον ν' αναχωρήση εις Τήνον, αι δε εικόνες του +έμειναν κεκλεισμένοι μέσα εις τας τρεις κασσίτσας. Ότε δε κατόπιν +εκλαυθμήριζε το αρτιγέννητον βρέφος γοερώς, ο Μιστόκλης ο +Κοντούλης, ίνα διευκολύνη την λεχώ και αποκοιμηθή ολίγον, βαστάζων +αυτό εις τας αγκάλας του, επανελάμβανε θρηνωδώς: + + — Κλάψε, καϋμένο, κλάψε! Όπου φτωχός και η Μοίρα του! + +Ενώ αι εικονίτσες του, μέσα εις της τρεις κασσίτσαις κλεισμέναις +σιωπηλαί και ακίνητοι, ούτε έτριζον καν εξ οικτιρμού... + + + +ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ + + + +Σελ. 73 όπισθέν μας, της Τροίας, Τενεδιό, αι θοαί νήες. + + + + +ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΑΘΗΝΑΙ + + + +ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ +ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ + +ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ + + ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. &Αττικαί ημέραι& (διηγήματα και ευθυ- + μογραφήματα) . . . . . . . . . . . Δρ. 5. — + &Ζητείται υπηρέτης& (κωμωδία μονό- + πρακτος) . . . . . . . . . . . . . . 1. — + ΒΑΒΕΑ Ν. &Το Πέραν μας& (πρωτότυπον κοινωνικόν + έργον από τα παρασκήνια της ζωής + μας) . . . . . . . . . . . . . . . . 5. — + ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. &Ανάλεκτα& (κρίσεις και εντυπώσεις 2 + τόμ.). . . . . . . . . . . . . . . . 8. — + ΒΡΑΤΣΑΝΟΥ Μ. &Τα κατά τον Θησέα& (Ιστορική και πο- + λιτική μυθογραφία) . . . . . . . . . 7. — + ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. &Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου& 5. — + ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. Ι. &Σκαραβαίοι και Τερρακόττες& . . . . 5. — + ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I.&Ο Λυχνοστάτης& (κωμωδία) μονόπρα- + κτος . . . . . . . . . . . . . . . . 1. — + ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. &Φωτερά Σκοτάδια& (ποιήματα) . . . . 5. — + » &Κλειστά Βλέφαρα& (ποιήματα) . . . . 5. — + » &Αμαρυλλίς& (διήγημα) . . . . . . . 5. — + » &Αγροτικαί επιστολαί& . . . . . . . 5. — + » &Ο Μπαρμπαδήμος& Διηγήσεις Αγω- + νιστού (μετά πολλών εικόνων) Δ. + Μπισκίνη . . . . . . . . . . . . . . 5. — + ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ &Στο ανοιχτό παράθυρο& . . . . . . 5. — + ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ. &Η Σιδηρά Διαθήκη& (Κοινω + νική Φυσιολογία)& . . . . . . . . . 6. — + ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ (διηγήματα) . . . . . . . . . . . 5. — + » &Όλοι μαζί& . . . . . . . . . . . . 3.50 + » &Ο βάτραχος που βαριέται& . . . . . 1.40 + ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΩΝΗΣ &Ελληνικά ποιήματα, κατάλληλα + γι' απαγγελία.& + ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ &Για την Πατρίδα άδετον& . . . . . 3.50 + » &Για την Πατρίδα& χαρτόδετον . . . . 5. — + » &Τα αναγνωστικά μας& . . . . . . . . 1. — + ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ &Μύθοι και θρύλοι& . . . . . . . . 6. — + ΘΕΡΟΥ ΑΓ. &Δημοτικά τραγούδια& (εκλογή) . . . 3. — + ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. &Ελληνική Μυθολογία& . . . . . . 5. — + ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ. &Κοντά στη φωτιά (δράμα μονόπρακτον) 1. — + ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ. &Διηγήματα . . . . . . . . . . . . . 6. — + » &Το Σπητάκι του γιαλού& (Διήγημα) . 5. — + ΜΩΡΑΪΤΙΝΗ Α. &Διηγήματα& . . . . . . . . . . . . 6. — + ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ. &Ασφόδελοι& (ποιήματα) . . . . . . . 5. — + ΜΑΡΗ Μ. &Το θάρρος της αγνοίας& (κωμωδ. Μονό- + πρακτος) . . . . . . . . . . . . . . 1. — + ΝΟΡΔΑΟΥ Μ. &Τα κατά συνθήκην ψεύδη& . . . . . . 4.— + ΠΑΛΑΜΑ Κ. &Τα παράκαιρα& (ποιήματα) . . . . . 5.— + » &Διηγήματα& . . . . . . . . . . . . 5.— + ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΚΗ Φ. &Το Έγκλημα και η τιμωρία (εις δύο + τόμους) . . . . . . . . . . . . . . 6.— + ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ — ΛΑΜΠΕΛΕΤ &Τα χελιδόνια& (ποιήματα για + παιδιά τονισμένα) . . . . . . . . . 10.— + ΠΟΛΕΜΗ I. &Σπασμένα μάρμαρα& (ποιήματα) . . . 6.— + » &Λύρα& (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ. + ποιήσεως) . . . . . . . . . . . . . 6.— + » &Η Γυναίκα& (κωμωδία μονόπρακτος). . 1.— + » &Ειρηνικά& (ποιήματα) . . . . . . . 3.— + ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α.& Η Φαίδρα . . . . . . . . . . . . . 4.— + » &Φάουστ του Γκαίτε — (μετά πολλών + εικόνων) + » &Ποιήματα& . . . . . . . . . . . . . 5.— + ΣΗΜΗΡΙΩΤΗ ΑΓ. &Τραγούδια τον λυτρωμού& . . . . . . 5.— + ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ. &Τραγούδια του νησιού& . . . . . . . 5.— + ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ. &Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου& + (διηγήματα) . . . . . . . . . . . . 5.— + » &Μακεδονικαί Ραψωδίαι& (διηγήματα) . 2.50 + » &Η Μεγαλόχαρη& (διήγημα) . . . . . . 2.50 + » &Άγγελος εξολοθρευτής& (πολεμ. διήγ. + 1912-13) . . . . . . . . . . . . . . 3.— + » &Μαύρες Πεταλούδες& . . . . . . . . 5.— + ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. &Ο Βασιλεύς της Ρέγκας& (μονόπρ. + παιγνίδι) . . . . . . . . . . . . . 1.— + » &Βυζαντιναί γυναίκες& (διηγήματα). . 5.— + ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ. &Φθινόπωρο& (μυθιστόρημα) . . . . . 4.— + » &Τραγούδια της Ερημιάς . . . . . . . 3.50 + » &Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια& (ποιή + ματα . . . . . . . . . . . . . . . . 3.50 + » &Απλοί Τρόποι& (ποιήματα) . . . . . 5.— + AUGIER &Οι Χαλκοπρόσωποι& (κωμ.) μετ. Αγγ. + Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.50 + BARRIÈRE &Οι Κουτοπόνηροι& (κωμωδ.) μετ. Αγγ. + Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.50 + &Ο Βασιλεύς Όθων&. Ιστορικόν εράνισμα επί τη 50ετηρίδι + του θανάτου του . . . . . . . . . . 3.— + &Κωνσταντινούπολις και Αγία Σοφία θρύλοι και παραδόσεις& + (Ιστορία) . . . . . . . . . . . . . 3.— + ΒΟΓΑΣΛΗ Δ. &Εκλεκτά χριστουγεννιάτικα και πρω- + τοχρονιάτικα διηγήματα& (εκ του + Γαλλ., Γερμαν. και Ρωσ.) . . . . . . 2.50 + ΔΟΥΜΑ (ΥΙΟΥ) &Η Κυρία με τας Καμελίας& (μυθιστό- + ρημα) . . . . . . . . . . . . . . . 5.— + LABICHE &Εγώ και Ξυδάκης και Θανασούλης& + (κωμωδίαι) μετάφρασις Αγγέλου + Βλάχου . . . . . . . . . . . . . . . 1.0 + ΣΙΕΓΚΕΒΙΤΣ &Quo Vadis& (μυθιστόρημα) . . . . . 4.— + OCTAVE FEUILLET&Ιστορία ενός πτωχού νέου& . . . . . 5.— + + +1) Βακούφ, λέξις τουρκική. Σημαίνει δε κτήματα και εν γένει +ακίνητα μοναστηριακά, εξ αφιερωμάτων, ης γίνεται χρήσις εν ταις +νήσοις εις χαρακτηρισμόν των μοναστηριακών εν γένει κτημάτων άτινα +κοινώς «Βακούφια» λέγονται. + +2) Αρκετά αξιοπερίεργος είνε η πρόρρησίς αυτή του Συγγραφέως +επαληθεύσασα μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών ύστερον από 19 +χρόνια τώρα εις τας ημέρας μας. + + + + + + +End of Project Gutenberg's Novels Volume A, by Alexandros Moraitidis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NOVELS VOLUME A *** + +***** This file should be named 37200-0.txt or 37200-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/7/2/0/37200/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.net/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.net + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.net), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.net + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/old/20110824-37200-0.zip b/old/20110824-37200-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..317ccea --- /dev/null +++ b/old/20110824-37200-0.zip |
