summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to 'old')
-rw-r--r--old/20110815-37098-0.txt7246
-rw-r--r--old/20110815-37098-0.zipbin0 -> 164549 bytes
2 files changed, 7246 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20110815-37098-0.txt b/old/20110815-37098-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..d37188c
--- /dev/null
+++ b/old/20110815-37098-0.txt
@@ -0,0 +1,7246 @@
+The Project Gutenberg EBook of Das Kapital, by Karl Marx
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.net
+
+
+Title: Das Kapital
+ Summary Paul Lafargue - Prologue by Vifredo Pareto
+
+Author: Karl Marx
+
+Commentator: Vilfredo Pareto
+
+Release Date: August 15, 2011 [EBook #37098]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAS KAPITAL ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
+The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
+italics are included in _, while bold words in &. Footnotes have
+been converted to endnotes.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
+έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _, ενώ με
+έντονους σε &. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο
+τέλος του βιβλίου.
+
+
+
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+
+ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ — ΘΕΑΤΡΟΝ — ΚΑΛΑΙ ΤΕΧΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ — ΔΙΚΑΙΟΝ ΚΑΙ
+ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΦΥΣΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΙΑΤΡΙΚΗ — ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΣ —
+ΙΣΤΟΡΙΑ — ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ — ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ — ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ — ΤΑΞΙΔΙΑ —
+ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ — ΕΜΠΟΡΙΟΝ — ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ — ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
+— ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ — ΠΟΙΚΙΛΑ
+
+Η «Γενική Βιβλιοθήκη» δημοσιεύει μηνιαίως 3 — 5 τόμους, θα
+περιλάβη δε όλους τους κλάδους των ανθρωπίνων γνώσεων, αποτελούσα
+ούτω πλήρη
+
+ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑΝ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ
+
+συντασσομένην υπό των εξοχωτέρων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
+
+ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ ΔΩΡΕΑΝ
+
+
+
+ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
+(KARL MARX)
+
+
+
+ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
+
+
+
+"ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922
+
+
+
+ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
+
+
+
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921
+
+
+ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
+(KARL MARX)
+
+ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
+
+Π Ε Ρ I Λ Η Ψ Ι Σ
+
+ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΦΑΡΓΚ
+ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
+Β. ΠΑΡΕΤΟ
+
+
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921
+
+Τύποις Π. Λ. Πετράκου — Αθήναι
+
+
+
+ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
+
+ΚΑΡΟΛΟΥ Μ Α Ρ Ξ
+
+
+
+Ο Κάρολος Μαρξ εγεννήθη εις Τρεβ την 2αν Μαΐου 1918, εξ
+ισραηλιτικής οικογενείας. Ο πατήρ του ήτο σύμβουλος των
+μεταλλείων. Αφού έκαμε λαμπράς σπουδάς του δικαίου εν Βόννη
+επανήλθεν εις Τρεβ και ενυμφεύθη τω 1843 την Τζέννυ Βεσφάλεν, ης ο
+αδελφός διετέλεσε μέλος του υπό τον Μαντόιφελ Πρωσσικού
+Υπουργείου. Ο Μαρξ επεδόθη εις την σπουδήν της φιλοσοφίας και της
+Πολιτικής Οικονομίας και ειδικώς των κοινωνικών ζητημάτων. Έλαβε
+μέρος εις τας τάξεις της ριζοσπαστικής αντιπολιτεύσεως και εγένετο
+συνεργάτης, είτα διευθυντής της παλαιάς «Εφημερίδος του Ρήνου».
+Παυθείσης της εφημερίδος ταύτης ο Μαρξ κατέφυγεν εις Παρισίους,
+όπου εδημοσίευσεν εν συνεργασία μετά του Αρνόλδου Ruge, τα «Γάλλο
+— Γερμανικά Χρονικά» (Deutsch — Französische Jahrbücher) και
+μετά του Ερρίκου Άινε την εφημερίδα «Εμπρός» (Vorwærts).
+Εξωρίσθη εκ Γαλλίας κατά το 1844 και μετέβη τότε εις Βέλγιον.
+
+Το 1841 έγραψε το βιβλίον «Αθλιότης της Φιλοσοφίας» απάντησιν εις
+την «Φιλοσοφίαν της αθλιότητος» του Προυδόν. Κατά το αυτό έτος
+συνέταξε μετά του Έγκελς το Μανιφέστον του Κομμουνιστικού Κόμματος
+εις το οποίον εύρηνται αι δυο αρχαί, αίτινες έμελλον να εμπνέουν
+το σοσιαλιστικόν κόμμα: 1ον ότι το συμφέρον των εργατών είνε
+απέναντι των κεφαλαιοκρατών παντού το αυτό και ότι συνεπώς είνε
+επικρατέστερον των εθνικών ζητημάτων και 2ον ότι οι εργάται επί
+ουδενός άλλου, πλην εαυτών, πρέπει να βασίζωνται, ίνα
+απελευθερωθώσι και ότι έχουσιν ανάγκην κατά πρώτον να αποκτήσωσι
+πολιτικά δικαιώματα.
+
+Εξορισθείς εκ Βελγίου την 2 Μαρτίου 1848 επανήλθεν εις Γερμανίαν
+και εξέδωκεν εν Κολωνία, επί τινας μήνας, την «Νέαν Εφημερίδα του
+Ρήνου», ην συνέτασσε τη συνεργασία των Έγκελς, Λασάλ, Βολφ και
+Φράιλιγρατ και άλλων τινών συγγραφέων. Τω 1810 η εφημερίς αύτη
+επαύθη και ο Καρλ Μαρξ καταδιωχθείς κατέφυγεν εις Λονδίνον, όπου
+έμεινε μέχρι του θανάτου του.
+
+Τω 1859 εδημοσίευσε την &Κριτικήν της Πολιτικής Οικονομίας& και
+τέλος τω 1867 το σημαντικότερον έργον του το &Κεφάλαιον&.
+
+Η κατά το 1866 ιδρυθείσα &Διεθνής& σκοπόν είχε να θέση εις
+εφαρμογήν τας εν τω Μανιφέστω τεθείσας αρχάς. Ο Μαρξ ενέπνευσε το
+καταστατικόν αυτής, όπερ εξεργασθέν εν Λονδίνω εψηφίσθη άνευ τινός
+τροποποιήσεως εις το συνέδριον της Γενεύης. Προετίθετο να δώση
+ενιαίαν κατεύθυνσιν εις την σοσιαλιστικήν κίνησιν των διαφόρων
+χωρών, αφιεμένης, εννοείται, αρκετά μεγάλης αυτονομίας εις τας
+διαφόρους εθνικάς ομάδας, ας περιελάμβανεν η Ένωσις αύτη. Η
+επιρροή του υπήρξε μεγάλη εις την Διεθνή μέχρι του 1872, αλλ' η
+εξουσία, ην ήσκει εκίνησε ζηλοτυπίαν. Εις το εν Χάγη (7βριος 1872)
+συνέδριον έσχε σφοδράς επιθέσεις, σχίσματα προεκλήθησαν και η προς
+αυτόν εκτίμησις, βαθύτατα πληγείσα, εμειώθη ταχέως. Οι οπαδοί του
+έκαμαν ακόμη εν Συνέδριον, εν Γενεύη, τον 7βριον του 1873, αλλ' ήτο
+το τελευταίον. Ο Μαρξ έζησεν έκτοτε μακράν της κινήσεως και
+απέθανεν εις Λονδίνον την 15 Μαρτίου 1883.
+
+
+
+ΒΙΛΦΡΕΔΟΥ ΠΑΡΕΤΟ
+
+
+
+ΕΙΣΑΓΩΓΗ
+Ε I Σ
+ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
+
+ΤΟΥ
+
+ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
+
+
+
+I
+
+Η κριτική του βιβλίου του Κ. Μαρξ δεν είνε πλέον αναγκαία. Εύρηται
+όχι μόνον εις ειδικάς μονογραφίας, αίτινες εδημοσιεύθησαν επ'
+αυτού, αλλ' ακόμη και προ πάντων εις τας τροποποιήσεις τας
+επενεχθείσας επί του περί θεωρίας της αξίας κεφαλαίου της
+Πολιτικής Οικονομίας.
+
+Αι ολίγαι σελίδες, ας διαθέτομεν εδώ δεν θα μας επιτρέψουν ν'
+αναπτύξωμεν όλας τας παρατηρήσεις, ας προεκάλεσεν η θεωρία του Κ.
+Μαρξ. Θα αρκεσθώμεν εις περίληψιν λίαν συνοπτικήν, ως τοιαύτα
+είνε, εν συγκρίσει προς τον όγκον του έργου του συγγραφέως μας και
+τα εις τας σελίδας ταύτας αναφερόμενα αποσπάσματα αυτού.
+
+Η εξέτασις έργου τινός δύναται να γίνη κατά δύο μεθόδους. Η πρώτη,
+ήτις είνε κυρίως πολεμική, ουδαμώς ενδιαφέρεται να χωρίση την
+αλήθειαν από την πλάνην. Καταδικάζει εν τω συνόλω της μίαν
+θεωρίαν, προσπαθούσα κυρίως να εμφανίση τα ελαττώματά της, άτινα
+και υπερβάλλει και προσπαθεί να τα χρησιμοποιήση ως όπλα πολέμου
+κατ' αυτής. Κατά την μέθοδον ταύτην, όσον περισσότερον πρότασίς
+τις είνε προφανώς εσφαλμένη, τόσον περισσότερον ενδιατρίβει τις
+εις αυτήν και επιμένη, ίνα γνωρίση το σφάλμα, παρερχόμενος απλώς
+πάσαν άλλην πρότασιν περιέχουσαν δόσιν τινα αληθείας.
+
+Τουναντίον, η δευτέρα μέθοδος, ήτις είναι αξία του ονόματος
+επιστημονική, ουδένα άλλον σκοπόν έχει ή να διαχωρίση το αληθές
+από το ψευδές. Παρατηρών τις σφάλμα τι εις την μελετωμένην θεωρίαν
+δεν την απορρίπτει δια τούτο, άλλα εξετάζει, εάν, αποβαλλομένου ή
+διορθουμένου του μέρους τούτου, δύναται να ευρεθή εις το άλλο
+μέρος αλήθειά τις αξία προσοχής.
+
+Είναι σχεδόν περιττόν να είπωμεν ότι θα ακολουθήσωμεν την
+τελευταίαν μέθοδον. Ο Κ. Μαρξ, είναι αληθές, μετεχειρίσθη συχνά
+την πρώτην ομιλών περί των θεωριών της φιλελευθέρας πολιτικής
+οικονομίας, αλλ' είχεν άδικον και πρέπει τις να αποφύγη να τον
+μιμηθή.
+
+Θα προσπαθήσωμεν επίσης να ακολουθήσωμεν κατά το δυνατόν την
+ομολογίαν του Κ. Μαρξ. Θα εξετάσωμεν μόνον εις τι πραγματικώς
+αντιστοιχούσιν οι όροι, ους μεταχειρίζεται.
+
+Εν τη σημερινή καταστάσει της Επιστήμης, το καθ' ημάς, θεωρούμεν
+περιττήν κάθε συζήτησιν, ήτις σκοπόν έχει να γνωρίση τι εννοούμεν
+με τας λέξεις: &αξία, κεφάλαιον& ή άλλας αναλόγους εκφράσεις.
+Είναι τούτο ζήτημα φιλολογίας και όχι οικονομικής επιστήμης (1).
+
+Αι θετικαί επιστήμαι καθορίζουν τας μεταξύ των πραγμάτων και ουχί
+μεταξύ των λέξεων σχέσεις. Κάθε συγγραφεύς όθεν έχει το δικαίωμα
+να ορίζη τα πράγματα ταύτα, όπως αυτός τα εννοή. Εννοείται ότι
+τούτο δεν σημαίνει ότι δύναται να γίνη αυθαίρετος χρήσις του
+δικαιώματος τούτου, διότι καλοί όροι δύνανται πολύ να βοηθήσουν
+την πρόοδον της επιστήμης.
+
+Όταν αύτη αρχίζει να σχηματίζηται, δύναται να είναι ωφέλιμον ο
+συγγραφεύς να χρησιμοποιή λέξεις της κοινής ομιλίας, προσπαθών
+μόνον να καθορίζη καλώς την έννοιαν αυτών. Ωφελείται ούτω εκ
+σημαντικής τινος ιδιότητος της γλώσσης του να είναι δηλ. «ο
+συντηρητής της κτηθείσης πείρας». Δυστυχώς η γλώσσα δεν διατηρεί
+μόνον την κτηθείσαν πείραν, διατηρεί ακόμη και τας προλήψεις και
+σοφίσματα και προ πάντων αποδίδει εις πολλάς λέξεις έννοιαν
+συγκινήσεως, ήτις δύναται να μας πλανήση εις τους συλλογισμούς
+της. Τέλος είναι σχεδόν αδύνατον να απαλλάξωμεν τελείως μίαν λέξιν
+της κοινής ομιλίας από σειράν άλλων δευτερευουσών εννοιών, αίτινες
+είναι η αιτία πολλών συγχύσεων και σοφισμάτων.
+
+Έρχεται λοιπόν, εν τη αναπτύξει επιστήμης τινός, στιγμή καθ' ην
+μάλλον να χάση έχει τις ή να ωφεληθή εκ της χρήσεως λέξεων της
+κοινής ομιλίας. Η στιγμή αύτη, κατά την γνώμην μας, έχει ήδη προ
+πολλού φθάση εις την Οικονομικήν Επιστήμην και θα ωφελείτο αύτη
+πολύ, εάν εχρησιμοποίει μόνον ιδίους αυτής τεχνικούς όρους, καλώς
+καθωρισμένους. Αλλ' αφού τούτο δεν συνέβη ακόμη θα αρκεσθώμεν
+χρησιμοποιούντες τους σήμερον εν χρήσει όρους, προσπαθούντες μόνον
+να τους ορίσωμεν καλώς, ίνα αποφύγωμεν κάθε σύγχυσιν εν τη σκέψει
+μας.
+
+II
+
+Το βιβλίον του Κ. Μαρξ θα έπρεπε να ονομάζεται ο κεφαλαιούχος
+μάλλον ή το Κεφάλαιον, τουλάχιστον εάν της λέξεως ταύτης γίνεται
+χρήσις εν τη γενικώς παραδεδεγμένη εννοία οικονομικών αγαθών,
+προωρισμένων να ευκολύνουν την παραγωγήν άλλων αγαθών (2).
+
+Την έννοιαν ταύτην ο Κ. Μαρξ δίδει ενίοτε αλλ' ουχί πάντοτε εις
+την λέξιν κεφάλαιον.
+
+Ούτως, όταν λέγη: Τα πολυάριθμα κεφάλαια τα τοποθετημένα εις τον
+αυτόν κλάδον παραγωγής και λειτουργούντα εν ταις χερσί πλήθους
+κεφαλαιούχων, ανεξαρτήτων αλλήλων διαφέρουσι κατά το μάλλον ή
+ήττον κατά την σύνθεσιν, αλλά ο μέσος όρος της ιδίας αυτών
+συνθέσεως αποτελεί τον μέσον όρον συνθέσεως του εις τον κλάδον
+τούτον της παραγωγής αφιερωθέντος συνολικού κεφαλαίου».
+
+Είναι φανερόν ότι ο συγγραφεύς διακρίνει το κεφάλαιον, ως απλούν
+αγαθόν από το κεφάλαιον το λειτουργούν εις χείρας των
+κεφαλαιούχων. Αλλ' όταν ο Μαρξ λέγει: «η κυκλοφορία των
+εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του κεφαλαίου» και αναπτύσσει την
+πρότασιν ταύτην, είναι φανερόν ότι θέλει να κάμη λόγον περί του
+κεφαλαίου, όπερ ο κεφαλαιούχος οικειποιείται, διότι το απλούν
+κεφάλαιον υπάρχει βεβαίως άνευ τινός κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Ο
+Ροβινσών εν τη νήσω του είχεν οικονομικά αγαθά, άτινα
+εχρησιμοποίει διά την παραγωγήν άλλων αγαθών, δηλ. είχε κεφάλαια,
+αλλά δεν είχε καμμίαν κυκλοφορίαν ούτε εμπορευμάτων ούτε χρήματος.
+
+Προς αποφυγήν συγχύσεως, διατηρούντες κατά το δυνατόν την
+σημασιολογίαν του Μαρξ, θα ονομάζωμεν &απλούν κεφάλαιον& τα
+σχετικά αγαθά τα προωρισμένα εις παραγωγήν άλλων αγαθών και
+&οικειοποιημένον& (approprié) &κεφάλαιον&, το κεφάλαιον το
+λειτουργούν εις χείρας των κεφαλαιούχων.
+
+Το βιβλίον του Μαρξ στρέφεται προφανώς κατά της τελευταίας ταύτης
+κατηγορίας κεφαλαίων, ήτοι εν άλλαις λέξεσιν εναντίον των
+κεφαλαιούχων. Όσον αφορά το απλούν κεφάλαιον ο Μαρξ ουδαμώς
+παραγνωρίζει την σημασίαν αυτού. Δέχεται ότι δέον τούτο όχι μόνον
+να αναπαράγηται, αλλά να αυξάνηται ακόμη, διά να αναπτύξη «τας
+παραγωγικάς δυνάμεις και τους υλικούς όρους, οίτινες δύνανται να
+αποτελέσουν την βάσιν νέας και ανωτέρας κοινωνίας».
+
+Ο εχθρός είνε ο κεφαλαιούχος: «Διότι η προγενεστέρα εργασία των
+εργατών Α, Β, Γ κλπ. εν τω καπιταλιστικώ συστήματι παρουσιάζεται
+ως το ενεργητικόν του μη εργάτου Χ κλπ . . . . Αστοί δε οικονομολόγοι
+χύνουν ποταμούς δακρύων και εγκωμίων εις την παλαιοτέραν, νεκράν
+δε σήμερον, εργασίαν, προς ην ο Mac Culloch, το σκωτικόν δαιμόνιον
+πνεύμα, απονέμει ξεχωριστήν αμοιβήν, κοινώς καλουμένην τόκον,
+κέρδη, εισόδημα κλπ. Ούτω η επί μάλλον και μάλλον ισχυρά συμβολή,
+ην η νεκρά και προγενεστέρα εργασία προσφέρει εις την ζώσαν και
+σημερινήν τοιαύτην, αποδίδεται υπό των σοφών τούτων ουχί εις τον
+εργάτην, όστις έκαμε την εργασίαν (3), αλλ' εις τον
+κεφαλαιούχον, όστις την ωκειοποιήθη. Κατ' αυτούς το όργανον της
+εργασίας και ο χαρακτήρ αυτού ως κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) δεν
+δύνανται να χωρισθώσι πλέον, ως ο εργάτης διά τον καλλιεργητήν της
+Γεωργιανής χώρας δεν ειμπορεί να χωρισθή από τον χαρακτήρα του
+δούλου».
+
+Ο κεφαλαιούχος είναι άχρηστος. Το κεφάλαιον δύναται να αναπαραχθή
+και αυξηθή άνευ αυτού. «Εφ' όσον παράγει τις και καταναλίσκει
+περισσότερον, υποχρεούται να μετατρέψη περισσότερα προϊόντα εις
+νέα μέσα παραγωγής (4). Αλλ' η πράξις αύτη δεν παρουσιάζεται ούτε
+ως συσσώρευσις κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) ούτε ως λειτουργία του
+κεφαλαίου, εφ' όσον τα μέσα της παραγωγής του εργάτου και κατά
+συνέπειαν το προϊόν του και τα μέσα της ζωής του δεν φέρουν εισέτι
+τον τύπον του κοινοτικού αγαθού, όστις τα μετατρέπει εις κεφάλαιον
+(οικειοποιούμενον)».
+
+Τούτο ο Ριχάρδος Τζονς (Jones), διάδοχος του Μάλθου εις την έδραν
+της Πολιτικής Οικονομίας, απέδειξε διά του παραδείγματος των
+Ανατολικών Ινδιών . . . . , ότι εις τα εδάφη, ένθα η Αγγλική κατοχή
+μετέβαλλεν ολιγώτερον το παλαιόν σύστημα, οι μεγάλοι λαμβάνουν υπό
+τύπον φόρων και εγγείων προσόδων έν μέρος του καθαρού εισοδήματος
+της γεωργίας, το οποίον διαιρούν εις τρία μέρη. Το πρώτον
+καταναλίσκεται υπ' αυτών εις είδος, ενώ το δεύτερον μέρος
+μετατρέπεται δι' ιδίαν των χρήσιν εις είδος πολυτελείας και
+χρησιμοποιήσεως υπό εργατών μη γεωργών, τους οποίους αμείβουν διά
+του τρίτου μέρους. Οι εργάται ούτοι είναι τεχνίται κάτοχοι των
+εργαλείων της εργασίας των.
+
+Η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή βαδίζουν άνευ
+ουδεμιάς επεμβάσεως εκ μέρους του απεχθούς αυτού ιππότου, του
+κεφαλαιούχου μετερχομένου το αγαθόν έργον της αποχής από την
+εργασίαν.
+
+Το παράδειγμα τούτο δεν αποδεικνύει πολλά (5), διότι δεν δυνάμεθα
+να είπωμεν, ότι η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή
+είναι εις τας Ινδίας τόσον ταχεία, όσον και εν Αγγλία, όπου
+υπάρχει το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα.
+
+Είναι δυνατόν το σύστημα τούτο να μη έχη καμμίαν επιρροήν επί της
+παραγωγής και αναπαραγωγής εν Αγγλία, αλλ' εφ' όσον τούτο δεν
+αποδεικνύεται το παράδειγμα των Ινδιών θα είναι μάλλον κατά ή υπέρ
+της θεωρίας, ήτις αρνείται εις το κεφαλαιοκρατικόν καθεστώς κάθε
+ευμενή επίδρασιν. Κατά τον Μαρξ, το σύστημα τούτο είναι όχι μόνον
+ανωφελές αλλά και επιζήμιον εις την συσσώρευσιν του κεφαλαίου
+(απλού).
+
+«Οι κεφαλαιούχοι, οι συνιδιοκτήται των, οι υποτελείς των και αι
+κυβερνήσεις των (6) σπαταλούν κατ' έτος σημαντικόν ποσόν του
+καθαρού ετησίου εισοδήματος. Η μερίς του πλούτου, ήτις
+κεφαλαιοποιείται, ουδέποτε είναι όση ηδύνατο να είναι».
+
+Είναι βέβαιον ότι, εάν ηδυνάμεθα να διατηρήσωμεν τας υπηρεσίας,
+τας οποίας μας παρέχει ο κεφαλαιούχος και να εξαφανίσωμεν αυτόν,
+απολαμβάνοντες του έργου και εξαφανίζοντες τον εργάτην αυτού τότε
+το παν θα απέβαινεν εις όφελος της κοινωνίας. Αλλά είναι τούτο
+δυνατόν; Εις μάτην προσεπάθησεν ο Μαρξ να γελοιοποιήση την
+οικονομίαν (εξοικονόμησιν). Είνε εν τούτοις βέβαιον ότι αύτη έχει
+μέρος ουχί ολίγον σημαντικόν εν τω σχηματισμώ νέων κεφαλαίων. Ας
+αφήσωμεν κατά μέρος την οικονομίαν (εξοικονόμησιν) κεφαλαίου.
+Είναι φανερόν ότι εάν το κεφάλαιον δεν του ανήκει, το κέρδος το
+οποίον απολαύει δεν του ανήκει κατ' ίσον λόγον. Αρκεί να
+αναλογισθώμεν το χρήμα το συσσωρευμένον εις τα ταμιευτήρια διά να
+εννοήσωμεν ότι αι οικονομίαι του εργάτου αποδίδουν σημαντικόν
+προϊόν (7). Τα βιβλιάρια ταμιευτηρίου της μαγειρίσσης, του
+θυρωρού, του κηπουρού, του εργάτου, αντιπροσωπεύουν ποσά, τα οποία
+είναι βεβαίως το προϊόν της οικονομίας των εργατών τούτων. Όλοι
+αυτοί θ' αποταμιεύσουν τόσα, όταν δεν θα υπάρχη ιδιοκτησία του
+κεφαλαίου, όταν το κεφάλαιον όλον θα είναι κοινόν; Τούτο είναι
+εξεταστέον, άγνωστον δε, εάν η αποταμίευσις αύτη θα αποβή
+σημαντικωτέρα.
+
+Δεν αρκεί όμως να παραχθή το κεφάλαιον· πρέπει ακόμη και να
+χρησιμοποιηθή. Ας οργανωθή η κοινωνία όπως θέλει, πάντως όμως θα
+είναι ανάγκη ανθρώπινόν τι όν ν' αποφασίση εις ποίας ανάγκας εν
+προτιμήσει άλλων πρέπει να χρησιμοποιηθή το υφιστάμενον κεφάλαιον.
+Οι υπάλληλοι της κυβερνήσεως θ' αποφασίζουν καλύτερον των
+κεφαλαιούχων περί αυτού; Κατά γενικόν εν τούτοις κανόνα έχει
+παρατηρηθή ότι οι άνθρωποι φροντίζουν περισσότερον διά τα
+συμφέροντά των παρά διά τα ξένα. Διά να γνωρίσωμεν εάν το
+κεφάλαιον θα χρησιμοποιηθή επωφελέστερον εν τη κοινωνία εις την
+βιομηχανίαν Α αντί της Β, υπάρχει αποτελεσματικώτερον μέσον από
+του να θέσωμεν εις πλειοδοσίαν την χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου
+τούτου και να το κατακυρώσωμεν υπέρ της βιομηχανίας εκείνης, ήτις
+θα ηδύνατο να πληρώση τον μεγαλύτερον τόκον (8);
+
+Το κεφάλαιον είναι φθαρτόν. Σπαταλάται ευκόλως. Είναι άρα γε
+συντελεστικόν της ευημερίας της κοινωνίας και του ανθρωπίνου
+γένους η μειοψηφία να φέρη τα βάρη των διά της αφροσύνης ή των
+παθών της πλειοψηφίας προξενηθεισών απωλειών και δεν θα ήτο
+καλύτερον έκαστος να φέρη τας συνεπείας των πράξεών του;
+
+Οι κεφαλαιούχοι εις τας κοινωνίας μας επιζητούν να εξασφαλίσουν
+διά του κράτους μεγαλύτερον τόκον εκείνου, τον οποίον θα
+επετύγχανον ελευθέρως εν τη αγορά.
+
+Μεταξύ του αστικού τούτου σοσιαλισμού και του λαϊκού τοιούτου
+ουδόλως είναι αδύνατος συμβιβασμός και συνεννόησις,
+πραγματοποιούμενος υπό των εξ επαγγέλματος πολιτικών. Ήδη μάλιστα
+βαίνει συντελούμενος και η ημέρα δεν είναι μακράν, καθ' ην θα
+ευρεθώμεν προ τεραστίας φθοράς πλούτου, η οποία θα είναι η
+συνέπεια αυτού. Το λάθος εν τούτοις δεν θα βαρύνη το
+κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, αλλά το Κράτος, τροποποιήσαν αυθαιρέτως
+την διανομήν του πλούτου.
+
+Πάντοτε μεταξύ της φιλελευθέρας σχολής και της σοσιαλιστικής
+συνεζητήθη το ζήτημα, εάν ο κεφαλαιούχος είναι χρήσιμος ή
+άχρηστος. Εκείνο το οποίον ιδιαιτέρως ανήκει εις τον Κ. Μαρξ είναι
+η λύσις την οποίαν έδωσε και η οποία βασίζεται απολύτως επί της
+περιφήμου θεωρίας της &υπεραξίας&.
+
+III
+
+Ο Κ. Μαρξ δανείζεται από την «αστικήν πολιτικήν οικονομίαν» τους
+όρους &αξία χρήσεως& και &ανταλλακτική αξία&. Ο δανεισμός ούτος
+δεν είναι πολύ επιτυχής, διότι η χρήσις των δύο τούτων όρων, των
+οποίων συνήθως η σημασία δεν έχει καλώς καθορισθή, έδωκε λαβήν εις
+μέγαν αριθμόν σοφιστειών.
+
+Η &αξία χρήσεως& φαίνεται να είναι διά τον Κ. Μαρξ, όπως και διά
+τους οικονομολόγους «η ιδιότης του ικανοποιείν επιθυμίαν ή
+εξυπηρετείν σκοπόν» (9). Όθεν κατά βάθος έχομεν την &χρησιμότητα&
+(10) των νέων οικονομικών θεωριών.
+
+Ο Κ. Μαρξ υποπίπτει εις το σφάλμα, το οποίον διεπράττετο και
+διαπράττεται από πλείστους οικονομολόγους, δεν εδίδετο η δέουσα
+προσοχή εις το ότι η &αξία χρήσεως& δεν είναι ιδιότης εγγενής εις
+κάθε εμπόρευμα, όπως είναι η χημική σύνθεσις, το ειδικόν βάρος
+κ.τ.λ. Τουναντίον είναι απλή συμβατική σχέσις μεταξύ εμπορεύματος
+και ανθρώπου ή μεταξύ ανθρώπων. Το σφάλμα τούτο καταφαίνεται
+περισσότερον εις την &ανταλλακτικήν αξίαν&, και τούτο είναι μία
+των κυριωτέρων αιτιών, ήτις, κατά την γνώμην μας, περιέχεται εις
+την θεωρίαν της υπεραξίας.
+
+Ο Cairnes δίδει τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας «η σχέσις, εν
+τη οποία τα οικονομικά αγαθά ανταλλάσσονται τα μεν διά των δε επί
+ελευθέρας αγοράς».
+
+Ο ορισμός ούτος είναι ακριβέστερος των εν χρήσει προγενεστέρως, ως
+επί παραδείγματι του ορισμού του Mill, εν τούτοις όμως περιέχει
+κάτι το ακαθόριστον, όπερ πρέπει να αποβάλλωμεν.
+
+Πράγματι δεν υφίσταται ενιαία σχέσις, κατά την οποίαν
+ανταλλάσσονται τα οικονομικά αγαθά εις αγοράν τινα: συνήθως
+υπάρχουσι τόσαι σχέσεις, όσαι ανταλλαγαί πραγματικώς
+συνετελέσθησαν. Αι ανταλλαγαί αύται ή εάν θέλωμεν αι αγοραί και αι
+πωλήσεις αύται, είναι τα μόνα γνωστά μας γεγονότα. Αυτά μόνον
+δύνανται να στηρίξουν τον συλλογισμόν μας. Ημείς είμεθα ελεύθεροι
+να τα συνδυάσωμεν, καθ' ον τρόπον μας ευχαριστεί καλύτερον διά να
+έχωμεν τον μέσον όρον ή πάσαν άλλην αφαίρεσιν (abstraction), αλλ'
+εάν όμως θέλωμεν να σκεφθώμεν μετ' ακριβείας, δέον τότε να
+καθορίσωμεν σαφώς πώς διαμορφώνομεν τας αφηρημένας ταύτας
+οντότητας με τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία έχομεν προ ημών.
+
+Διά να αποφύγωμεν πάσαν σύγχυσιν με τους όρους, τους οποίους
+μεταχειρίζεται ο Κ. Μαρξ, θα δανεισθώμεν από τον &Jevons& την
+ονομασίαν μέτρον ανταλλαγής (taux d'échange) διά να δείξωμεν την
+σχέσιν, εν τη οποία αντηλλάγησαν πραγματικώς δύο εμπορεύματα &εν
+πραγματική τινι ανταλλαγή&.
+
+Μία πλήρης θεωρία της αξίας έδει να μας επιτρέπη να εξηγήσωμεν
+πάντα τα διάφορα &μέτρα ανταλλαγής&. Είναι ανάγκη άρα γε να
+προσθέσωμεν, ότι μία τοιαύτη θεωρία είναι αδύνατος εν τη σημερινή
+καταστάσει της επιστήμης και ότι τούτο θα συμβαίνει πάντοτε; Δέον
+όθεν να περιορισθώμεν πρώτον, όπως άλλως τε και εις τας φυσικάς
+επιστήμας, εις την μελέτην του κυρίου μέρους του φαινομένου και
+κατόπιν, εφ' όσον θα τελειοποιείται η επιστήμη, των άλλων μερών
+των ήττον σημαντικών (11).
+
+Οι ξένοι προς τας μαθηματικάς επιστήμας και ενίοτε δυστυχώς και οι
+κάτοχοι αυτών φέρονται ακατασχέτως εις το να χρησιμοποιούν ένα
+μέσον όρον διά να εύρουν το κύριον μέρος φαινομένου τινός.
+Πολλάκις λέγουν ο &μέσος όρος& μη γνωρίζοντες ή μάλλον
+λησμονούντες ότι υπάρχει απειρία μέσων όρων. Επί παραδείγματι ο
+μέσος όρος της αριθμητικής, της γεωμετρίας, της αρμονικής κ.τ.λ.
+
+Ο τρόπος ούτος του ενεργείν είναι αμφίβολος και οι μέσοι ούτοι
+όροι δεν παριστάνουν το φαινόμενον, το οποίον θέλομεν να
+εξακριβώσωμεν καλύτερον από όσον θα παρίστανε τούτο αριθμός
+λαμβανόμενος τυχαίως μεταξύ των άκρων ορίων δεδομένης σειράς
+αριθμών.
+
+Ο όρος &ανταλλακτική αξία&, τον οποίον χρησιμοποιεί ο Κ. Μαρξ,
+παριστά μίαν οντότητα, ην μόνη η ανάγνωσις του &Κεφαλαίου& δεν
+παρουσιάζει εις την ακριβή σχέσιν της με τα μέτρα ανταλλαγής,
+άτινα είναι τα μόνα πραγματικά γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν από
+της απόψεως ταύτης. Φαίνεται εν τούτοις ότι ο Κ. Μαρξ εννοεί διά
+της ανταλλακτικής αξίας ένα ανταλλακτικόν μέτρον, πέριξ του οποίου
+δέον να στρέφωνται αι πραγματικαί ανταλλαγαί ας παρατηρούμεν εις
+την αγοράν (12).
+
+Και διά να καθορίση την ανταλλακτικήν ταύτην αξίαν είχεν ίσως εν
+νω αντίληψιν ανάλογον εκείνης, ην εκθέτει ο Stuart Mill λέγων:
+«όταν η προσφορά και η ζήτησις κανονίζουν ούτω τας διακυμάνσεις
+της αξίας, υποκύπτουν και αύται εις ανωτέραν δύναμιν, η οποία
+περιστρέφει την αξίαν πέριξ του κόστους της παραγωγής και η οποία
+θα την εσταματούσεν εις το σημείον τούτο, εάν νέαι και συνεχείς
+αιτίαι διαταράξεων δεν την ηνάγκαζον να παρεκκλίνη ακαταπαύστως».
+
+Την εποχήν κατά την οποίαν ο Κ. Μαρξ ήρχιζε τας μελέτας του επί
+του κεφαλαίου, η «αστική πολιτική οικονομία» παρεδέχετο γενικώς
+ότι η ανταλλακτική αξία καθωρίζετο υπό του κόστους της παραγωγής.
+Ο Κ. Μαρξ αποδέχεται ως έχει την άποψιν ταύτην, εις ην όμως
+προσθέτει μίαν άλλην, δηλαδή ότι το κόστος τούτο της παραγωγής
+κανονίζεται από της «απλής» εργασίας χρησιμοποιουμένης διά την
+επίτευξιν του παραχθέντος εμπορεύματος.
+
+Η σύγχρονος πολιτική οικονομία καθορίζει σαφώς τας λειτουργίας
+ενός κεφαλαιούχου από τας του εργολάβου· ο Κ. Μαρξ δεν τας χωρίζει
+συνήθως. Αλλά τούτο δεν σημαίνει, ότι εξευρέθη το εναντίον της
+θεωρίας επιχείρημα· διότι επί τέλους η εργασία του εργολάβου
+δύναται να υπολογισθή εις την αξίαν του προϊόντος, όπως η εργασία
+παντός άλλου συνεργάτου της παραγωγής.
+
+Εξαρτών το κόστος της παραγωγής εκ της εργασίας μόνον, ο Κ. Μαρξ
+ακολουθεί απλώς την θεωρίαν του Ρικάρδο. Συγκρίνοντες όμως τους
+δύο ταύτους συγγραφείς, βλέπομεν αμέσως ότι ο Ρικάρδο διά του όρου
+«εργασία» εννοεί τόσον την παρούσαν, όσον και την προγενεστέραν
+τοιαύτην, ήτις παρέχει την συνδρομήν της εις την παραγωγήν υπό
+μορφήν κεφαλαίου, ενώ ο Κ. Μαρξ δεν έχει υπ' όψει του ειμή μόνον
+την παρούσαν εργασίαν και ουχί την προγενεστέραν, την οποίαν
+περιλαμβάνει εις τας συνήθεις συνθήκας της παραγωγής.
+
+Αι νέαι οικονομικαί θεωρίαι καθορίζουν τουναντίον, ότι εκ της
+ανταλλακτικής αξίας εξαρτάται το κόστος της παραγωγής, ήτοι ο
+καταβαλλόμενος διά την προμήθειαν των εμπορευμάτων κόπος (13).
+
+Θέλοντες να απομακρύνωμεν κατά το δυνατόν παν μη ουσιώδες
+επιχείρημα εν τη κριτική, την οποίαν ενεργούμεν, θα αφήσωμεν
+ενταύθα κατά μέρος πάσαν συζήτησιν επί του σημείου τούτου των
+οικονομικών θεωριών. Δυνάμεθα να ακολουθήσωμεν την οδόν ταύτην
+τοσούτον, ευκολώτερον, όσον εις το βάθος, αι δύο θεωρίαι συμφωνούν
+διά ν' αναγνωρίσουν τέλος την ισότητα της ανταλλακτικής αξίας προς
+το κόστος της παραγωγής, γεγονός σημαντικόν διά να δυνηθώμεν να
+συζητήσωμεν την άποψιν του Κ. Μαρξ, συμφώνως τη οποία η
+ανταλλακτική αξία δεν εξαρτάται ή εκ της «απλής» εργασίας της
+περιεχομένης εις εμπόρευμά τι και μετρείται ακριβώς διά της
+ποσότητος ταύτης της «απλής» εργασίας.
+
+Ο Κ. Μαρξ παρατηρεί, ότι ένα εμπόρευμα δύναται ν' ανταλλαγή μετ'
+άλλου εις διαφόρους αναλογίας. «Εν τούτοις η ανταλλακτική του αξία
+παραμένει αναλλοίωτος, όπως δήποτε και αν εκφρασθή αύτη, εις Χ
+σιγάρα, Ψ μέταξαν, Ω χρυσόν και ούτω καθ' εξής. Δέον όθεν αύτη να
+έχη περιεχόμενον διάφορον των εκδηλώσεων τούτων.» Το περιεχόμενον
+τούτο κατά τον Κ. Μαρξ είναι η αναγκαία ποσότης της απλής εργασίας
+διά την παραγωγήν του εμπορεύματος.
+
+Αναμφιβόλως υπάρχει κάτι διακριτικόν εις τας διαφόρους εκφράσεις,
+ας αναφέρει ο Κ. Μαρξ, αλλά τούτο δεν είναι «περιεχόμενον του
+εμπορεύματος», είναι όμως, όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής,
+η εκτίμησις, με την οποίαν οι ανταλλαγείς εκτιμούν την αξίαν
+χρήσεως των ανταλλασσομένων εμπορευμάτων.
+
+Ο Κ. Μαρξ αρνείται τούτο, διότι, κατ' αυτόν, είναι φανερόν ότι
+κάμνομεν αφαίρεσιν της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων, όταν
+ανταλλάσσωμεν ταύτα».
+
+Όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής το αντίθετον είναι φανερόν.
+Έχετε ύδωρ όσον σας χρειάζεται διά τας πλέον επειγούσας ανάγκας
+σας και σας προσφέρουν ένα βαρέλιον ύδατος εις αντάλλαγμα του
+ωρολογίου σας, σεις αρνείσθε την γελοίαν ταύτην πρότασιν. Διατί;
+διότι, υφ' ας συνθήκας ευρίσκεσθε, &η αξία χρήσεως& ενός βαρελίου
+ύδατος, προστιθεμένη εις την ποσότητα του ύδατος, την οποίαν έχετε
+ήδη είναι δι' υμάς πολύ μικροτέρα &της αξίας χρήσεως& του
+ωρολογίου σας. Αλλ' εάν έχετε απόλυτον ανάγκην ύδατος διά να
+κορέσετε την δίψαν σας, μετ' ευγνωμοσύνης θα αποδεχθήτε τοιαύτην
+πρότασιν, διότι τότε &η αξία χρήσεως της προσφερομένης εις υμάς
+ποσότητος ύδατος&, σας είναι πολύ μεγαλυτέρα &της αξίας χρήσεως&
+του ωρολογίου σας.
+
+Βλέπομεν όθεν, όταν πρόκειται μόνον περί μέτρου ανταλλαγής η
+αντίληψις της εις το εμπόρευμα περιεχομένης εργασίας δεν
+επεμβαίνει διά τον καθορισμόν των, είναι δε αδύνατον να θέσωμεν τα
+γεγονότα ταύτα εν αρμονία με την θεωρίαν την οποίαν εξετάζομεν.
+
+Ο Κ. Μαρξ όμως, θέτων την θεωρίαν ταύτην, έδει να έχη υπ' όψιν
+του, ως άλλως τε παρετηρήσαμεν, άλλο τι ή το μέτρον ανταλλαγής
+(taux d' echange).
+
+Ιδού τι θα ήτο δυνατόν να ελέγομεν. Είναι αληθές ότι ο στερούμενος
+ύδατος θα δώση μέγα ποσόν διά ν' αποκτήση, αλλά και τούτο θα
+εχρησίμευεν ως δόλωμα διά να ελκύση πολλούς κομιστάς ύδατος· ο δε
+συναγωνισμός των θα έχη ως αποτέλεσμα την πτώσιν &της
+ανταλλακτικής αξίας& του ύδατος και την διακύμανσιν ταύτης πέριξ
+μιας &κανονικής αξίας&. Την αξίαν ταύτην έχομεν υπ' όψει.
+
+ — Πώς θα ευρεθή το &κανονικόν αυτό μέτρον ανταλλαγής&; Εάν
+υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος έχει καθημερινώς ανάγκην
+ενός βαρελίου, ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον, τότε οι κομισταί
+του ύδατος θα εξακολουθήσουν τον συναγωνισμόν των μέχρι του
+σημείου, ώστε ο πόνος τον οποίον τοις προξενεί η μεταφορά του
+ύδατος, θα είναι ακριβώς ίσος με τον πόνον τον οποίον θα τοις
+επροξένει η στέρησις του εμπορεύματος το οποίον λαμβάνουν εις
+αντάλλαγμα της μεταφοράς ταύτης.
+
+ — Το φαινόμενον πράγματι δεν είναι και τόσον απλούν, διότι εφ'
+όσον η αξία του ύδατος ελαττούται η κατανάλωσίς του αυξάνει. Εν
+πάση όμως περιπτώσει το σημείον της ισορροπίας καθορίζεται εκ του
+γεγονότος, ότι αφ' ενός μεν ο καταναλωτής, διά μίαν νέαν λίτραν
+ύδατος προστιθεμένην εις την καθημερινήν κατανάλωσιν, θα είχεν
+ευχαρίστησιν ίσην εκείνης, ην θα απήλαυεν εκ της καταναλώσεως του
+εμπορεύματος, το οποίον έδει να έδιδε εις ανταλλαγήν της λίτρας
+ταύτης του ύδατος, και ότι αφ' ετέρου, οι φορείς του ύδατος, διά
+την μεταφοράν της νέας ταύτης λίτρας του ύδατος θα εδοκίμαζον
+πόνον ίσον προς εκείνον, τον οποίον θα τοις επροξένει η στέρησις
+του εμπορεύματος, το οποίον θα ελάμβανον ως αντάλλαγμα (14).
+
+ — Ουσιώδες επίσης είναι να παρατηρήσωμεν ότι οι ανταλλαγείς δεν
+οδηγούνται παρ' ενός μέσου όρου, αλλά κυρίως εκ της εκτιμήσεως της
+&αξίας χρήσεως& και του τελευταίου μορίου του ανταλλασσομένου
+εμπορεύματος. Εκ του γεγονότος τούτου γεννάται σειρά ολόκληρος
+σημαντικωτάτων φαινομένων, των οποίων ειδική περίπτωσις είναι η
+&έγγειος πρόσοδος& (rente) του Ρικάρδο. Άλλα τινά φαινόμενα
+εμελετήθησαν υπό συγχρόνων οικονομολόγων, οι οποίοι αντικατέστησαν
+τας λέξεις, &υπεραξίαν& (plus-value) και (moins-value) &υπό
+αξίαν& με την λέξιν &πρόσοδον& (15).
+
+Από μιας απόψεως, είναι αληθές ότι η &ανταλλακτική αξία& ενός
+εμπορεύματος απορρέει εκ της αξίας του &χρήσεως&. Η ανταλλακτική
+αξία δεν απορρέει κατ' ευθείαν, αλλ' είναι η συνέπεια της σχέσεως,
+την οποίαν εγκαθιστά πας συμβαλλόμενος μεταξύ της &αξίας χρήσεως&
+εκείνου που λαμβάνει και της &αξίας χρήσεως& εκείνου που δίδει.
+
+Πράγματι δεν αγοράζομεν εμπορεύματα· αγοράζομεν &αξίας χρήσεως&: Ο
+αγοράζων καφφέ δεν ενδιαφέρεται ποσώς εάν ο καφφές ούτος είναι
+σπόρος ωρισμένης χημικής συνθέσεως. Εκείνο το οποίον αγοράζει
+είναι η ευχαρίστησις, την οποίαν θα αισθανθή πίνων τον καφφέν του.
+Και την ευχαρίστησιν ταύτην συγκρίνει με την ευχαρίστησιν, της
+οποίας πρέπει να στερηθή δίδων εις αντάλλαγμα του καφφέ
+οικονομικόν τι αγαθόν, το οποίον ηδύνατο ν' απολαύση.
+
+Διά να ακολουθήσωμεν τον συγγραφέα δεν ελάβομεν υπ' όψει τας
+τυχαίας διακυμάνσεις του ανταλλακτικού μέτρου, ως επίσης και τα
+λίαν σημαντικά φαινόμενα της εγγείου προσόδου (16). Τούτο όμως δεν
+αρκεί διά να στηρίξωμεν την θεωρίαν ότι η ανταλλακτική αξία
+μετρείται υπό της εργασίας.
+
+Πράγματι ας υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος είναι
+υποδηματοποιός πληρώνων υποδήματα εις τους φορείς ύδατος, εκείνο
+το οποίον μας αποκαλύπτει το γεγονός της ανταλλαγής είναι η
+εκτίμησις της ισότητος, την οποίαν κάμνει ο υποδηματοποιός μεταξύ
+του κόπου του δαπανωμένου διά την κατασκευήν ενός ζεύγους
+υποδημάτων και του πόνου, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος ύδατος,
+το οποίον θα είχεν ως αντάλλαγμα· και εκ μιας άλλης παρομοίας
+εκτιμήσεως ισότητος, την οποίαν κάμνουν οι φορείς ύδατος μεταξύ
+του κόπου, τον οποίον θα τοις έδιδεν η μεταφορά μιας νέας
+ποσότητος ύδατος και του πόνου, τον οποίον θα εδοκίμαζον
+στερούμενοι των υποδημάτων, τα οποία θα τοις επρομήθευεν η
+μεταφορά της ποσότητος ταύτης του ύδατος.
+
+Αλλ' αι δύο αύται κεχωρισμέναι ισότητες δεν παρουσιάζουν τρίτην
+ισότητα μεταξύ του κόπου, τον οποίον προξενεί εις τον
+υποδηματοποιόν η κατασκευή του ζεύγους των υποδημάτων και του
+κόπου, τον οποίον προξενεί εις τους φορείς του ύδατος η μεταφορά
+της ποσότητος του εις αντάλλαγμα των υποδημάτων χορηγηθησομένου
+ύδατος. Αμφότεροι οι κόποι ούτοι είναι κυρίως υποκειμενικαί
+αντιθέσεις, αίτινες εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να συγκριθούν
+μεταξύ των, όταν πρόκειται περί διαφόρων ατόμων.
+
+Διά να πλησιάσωμεν εις την θεωρίαν του Κ. Μαρξ, ας παραδεχθώμεν,
+ότι οι κόποι ούτοι είναι ανάλογοι προς την &απλήν& εργασίαν διά
+την κατασκευήν των υποδημάτων ως και προς εκείνην της μεταφοράς
+του ύδατος. Τούτο όμως δεν αρκεί. Δέον να υποθέσωμεν εξ άλλου ότι
+ουδεμία περίπτωσις, ούτε έσωθεν ούτε έξωθεν εμποδίζει τους
+υποδηματοποιούς και τους φορείς του ύδατος ν' αλλάξουν επάγγελμα
+εις τρόπον ώστε να τοις είναι αδιάφορον, εάν θα προμηθευθούν το
+εμπόρευμα αμέσως ή δι' ανταλλαγής.
+
+Εν τοιαύτη περιπτώσει, πραγματικώς, ο κόπος, τον οποίον δοκιμάζει
+ο υποδηματοποιός διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων είναι
+ίσος με εκείνον, τον οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων το ύδωρ, το
+οποίον θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα. Διά τον κομιστήν του ύδατος ο
+κόπος είναι ο αυτός διά την μεταφοράν του ύδατος, το οποίον δίδει
+εις αντάλλαγμα του ζεύγους των υποδημάτων με εκείνον, τον οποίον
+θα εδοκίμαζε κατασκευάζων ο ίδιος το ζεύγος τούτο των υποδημάτων.
+
+Ούτω, αφού αμφότεροι οι κόποι υπολογίζονται υπό της απλής
+εργασίας, η οποία ενταύθα είναι σχετική, έπεται εκ τούτου ότι αι
+ποσότητες της απλής εργασίας αι περιεχόμεναι εις τα υποδήματα και
+το ύδωρ είναι ίσαι· έχομεν δηλαδή προ ημών το θεώρημα του Κ. Μαρξ
+(17).
+
+Δυστυχώς αι υποθέσεις, τας οποίας ηναγκάσθημεν να κάμωμεν διά να
+καθορίσωμεν την θεωρίαν ταύτην της αφαιρούν πάσαν αξίαν εάν
+θέλωμεν να τας χρησιμοποιήσωμεν διά να αποδείξωμεν ότι μόνη η
+εργασία, αποκλειομένου του κεφαλαίου, καθορίζει και μετρά την
+ανταλλακτικήν αξίαν. Πράγματι, μεταξύ των εξωτερικών
+(extrinsèques) περιστάσεων, αι οποίαι εμποδίζουν τον κομιστήν του
+ύδατος να γίνη υποδηματοποιός και τανάπαλιν, εμφανίζεται κυρίως η
+διάφορος ποσότης του (&απλού&) κεφαλαίου του αναγκαιούντος διά τας
+βιομηχανίας ταύτας.
+
+Η εξέτασις της απόψεως της χρησιμευούσης ως βάσις εις ολόκληρον
+την θεωρίαν του Κ. Μαρξ μας θέτει όθεν μεταξύ δύο σκοπέλων. Ή δεν
+δυνάμεθα να συμβιβάσωμεν την άποψιν ταύτην με τα πραγματικά
+γεγονότα, ή είμεθα υποχρεωμένοι να προστρέξωμεν εις υποθέσεις
+τοιαύτας, ώστε να μη καταλήγωμεν εις τίποτε άλλο ειμή εις την
+επανάληψίν των, όταν εκθέτωμεν την άποψιν ταύτην.
+
+Πράγματι είναι φανερό ν, ότι εάν ορίσωμεν το κόστος της παραγωγής
+— ίσον προς την ανταλλακτικήν αξίαν — κατά τρόπον αποκλείοντα την
+εξέτασιν της σχέσεως προς το (απλούν) κεφάλαιον, ουδεμίαν
+αισθανόμεθα ακολούθως δυσκολίαν όπως αποδείξωμεν ότι το κόστος της
+παραγωγής και το προς αυτό ίσον, η ανταλλακτική αξία ουδαμώς
+εξαρτώνται εκ της χρήσεως του κεφαλαίου.
+
+Ο Κ. Μαρξ δεν δύναται να κατηγορηθή διά τον κυκλικόν του τούτον
+συλλογισμόν· και δεν τον απέφυγε ειμή διότι επεφυλάχθη να δώση
+επακριβώς τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας χρησιμοποιήσας
+αορίστους εκφράσεις ως παρ. χάριν «αι κανονικαί συνθήκαι της
+παραγωγής», και άλλας παρομοίας.
+
+Ωφέλιμον είναι να εξετάσωμεν εκ του πλησίον πώς εσχηματίσθη το
+σόφισμα τούτο, όπερ ήγαγε εις το σφάλμα τον Κ. Μαρξ.
+
+Εις το βάθος πλείστων συζητήσεων επί ζητημάτων πολιτικής
+οικονομίας ευρίσκονται πάντοτε υπό μορφήν ολίγον διάφορον παρόμοια
+σοφίσματα. Διά ν' ανακαλύψωμεν το σφάλμα πρέπει ν'
+αντικαταστήσωμεν τας λέξεις διά των πραγμάτων, τα οποία συνήθως
+αντιπροσωπεύουν αύται, διότι συνηθέστατα ένεκα του διφορουμένου
+των ορισμών η &petitio principii& υπεισδύει εις τον συλλογισμόν.
+
+Ο Κ. Μαρξ θέλει να αποδείξη ότι, το μέρος της ανταλλακτικής αξίας,
+το οποίον λαμβάνει ο κεφαλαιούχος αφαιρείται εκ της εργασίας. Εάν
+η ανταλλακτική αξία του προϊόντος ήτο μεγαλειτέρα του ποσού της
+εργασίας (υπολογιζομένου τούτου με κατάλληλον μονάδα) της
+περιεχομένης εις το εμπόρευμα δυνάμεθα να είπωμεν ότι ο
+κεφαλαιούχος λαμβάνει το πλεόνασμα τούτου· αλλ' εάν η ανταλλακτική
+αξία του προϊόντος είναι ακριβώς ίση προς το ποσόν της
+περιεχομένης εις το εμπόρευμα εργασίας, είνε φανερόν ότι ο
+κεφαλαιούχος αφαιρεί μερίδα της εργασίας ταύτης.
+
+Εις την περιεχομένην εις το εμπόρευμα εργασίαν συμπεριλαμβάνεται
+εξ άλλου η αναγκαία εργασία διά την επιδιόρθωσιν των κτιρίων, των
+μηχανών κ.τ.λ. ως και γενικώς εκείνη διά την διατήρησιν του
+κεφαλαίου. Εις την χρήσιν μόνον του κεφαλαίου τούτου, ανεξαρτήτως
+της φθοράς του ο Κ. Μαρξ αρνείται ότι δύναται να παράγη
+ανταλλακτικήν αξίαν.
+
+Το πρόβλημα όθεν έχει ως εξής: το (απλούν) κεφάλαιον δύναται
+ανεξαρτήτως της φθοράς του να παράγη ανταλλακτικήν αξίαν; ή με
+άλλας λέξεις: Η χρήσις του κεφαλαίου τούτου αποτελεί ναι ή όχι
+μέρος του κόστους της παραγωγής;
+
+Κάθε οικονομικόν πρόβλημα εξαρτάται από ψυχολογικόν τι πρόβλημα,
+διότι κατά βάθος πρόκειται, ν' ανακαλύψωμεν τους κανόνας κατά τους
+οποίους ενεργούν οι άνθρωποι. Τα αίτια δε των ανθρωπίνων πράξεων
+είναι γενικώς πολυάριθμα και ως εκ τούτου πάσα θεωρία παραδεχομένη
+μόνον έν, και αποκλείουσα κάθε άλλο είναι ατελής. Είναι λοιπόν
+επάναγκες πάντοτε να βεβαιώμεθα, εάν αι αιτίαι τας οποίας
+παρημελήσαμεν δεν έχουν σημαντικήν επιρροήν επί των φαινομένων τα
+οποία μελετώμεν. Ιδού όμως πώς υποπίπτωμεν συνήθως εις λάθος.
+
+Εάν Α, Β, Γ . . . . . είναι αιτίαι παράγουσαι φαινόμενον τι, δεν
+είναι δύσκολον να εύρωμεν περιπτώσεις κατά τας οποίας ενώ η Α.
+αιτία παραμένει σταθερά, το φαινόμενον ποικίλλει, γεγονός
+αποκλείον την Α. αιτίαν από του να είναι η μόνη αιτία της
+παραγωγής του φαινομένου. Εις τούτο απαντώμεν είτε απορρίπτοντες
+τας αιτίας Β. Γ . . . . . εις τας λεγομένας «κανονικάς» συνθήκας
+των φαινομένων, ή αποδεχόμενοι τας αιτίας ταύτας ως
+χαρακτηριστικάς περιστάσεις της Α. αιτίας. Είτα αποκλείσαντες a
+priori τας Β και Γ . . . . . δεν δυσκολευόμεθα ν' αποδείξωμεν ότι
+η Α. αιτία είναι η μόνη αιτία του φαινομένου.
+
+Δεν ευρίσκεται μόνον η χρήσις του απλού κεφαλαίου εις σχέσιν με
+την αξίαν, αλλ' επίσης πάσαι αι περιπτώσει εν αις αύτη παράγεται.
+Ο Κ. Μαρξ αναγνωρίζει τούτο, αλλ' απαλλάσσεται της δυσκολίας
+ταύτης με τας «κανονικάς» συνθήκας της παραγωγής. «Ο κοινωνικώς
+αναγκαίος χρόνος εις την παραγωγήν των εμπορευμάτων είναι εκείνος,
+τον οποίον απαιτεί πάσα εργασία εκτελουμένη με τον μέσον βαθμόν
+της δεξιότητος και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αίτινες εν
+σχέσει προς το δοθέν κοινωνικόν περιβάλλον είναι κανονικαί».
+
+Αι &κανονικαί& όμως αύται συνθήκαι εξαρτώνται εκ της ποσότητος του
+κεφαλαίου του υπάρχοντος εις την χώραν και της διανομής της
+ποσότητος αυτής κεφαλαίου μεταξύ των διαφόρων βιομηχανιών.
+
+«Εάν εις δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, κλωστική μηχανή είναι το
+&κανονικόν& όργανον της νηματουργίας, δεν πρέπει να θέσωμεν εις
+τας χείρας του νηματουργού ένα κλώστην». Βεβαίως, αλλά διά να
+χρησιμοποιήσωμεν μίαν κλωστικήν μηχανήν πρέπει να την έχωμεν.
+
+Η ραπτομηχανή είναι προφανώς εις την κοινωνίαν μας το «κανονικόν»
+όργανον της ραπτικής· πόσαι όμως οικοδέσποιναι στερούνται μηχανών!
+Ποίος είναι ο κανονικός αριθμός των εν τη κοινωνία μας ραπτικών
+μηχανών; Είναι αδύνατον ν' απαντήσωμεν εις την ερώτησιν ταύτην
+χωρίς να υπεισέλθη κατά το μάλλον ή ήττον κεκαλυμμένως η έννοια
+του (απλού) κεφαλαίου.
+
+Εάν η εξήγησις του σοφίσματος, την οποίαν εδώσαμεν είναι αληθής,
+δυνάμεθα χρησιμοποιούντες τας ιδίας λέξεις να θεωρήσωμεν μίαν
+οιανδήποτε των αιτιών Β, Γ . . . . ως κυρίαν απορρίπτοντες τας
+άλλας μετά της Α αιτίας εις τας &κανονικάς& συνθήκας του
+φαινομένου.
+
+Τούτο θα επιχειρήσωμεν να επαληθεύσωμεν επί του παραδείγματος της
+θεωρίας του Κ. Μαρξ. Είναι εύκολον να ίδωμεν ότι δυνάμεθα
+αλλάσσοντες λέξεις τινάς της θεωρίας ταύτης, ν' αποδείξωμεν ότι η
+ανταλλακτική αξία (18) εξαρτάται αποκλειστικώς εκ του (απλού
+κεφαλαίου).
+
+Διά τούτο θα παρατηρήσωμεν κατ' αρχάς ότι τα εμπορεύματα έχουν
+ανάγκην διά την παραγωγήν των διαφόρων ποσοτήτων κεφαλαίου,
+χρησιμοποιουμένου κατά διάφορον χρονικά διαστήματα. Διά να πίωμεν
+ύδωρ, αρκεί να μεταβώμεν εις τον ρύακα. Διά να πίωμεν οίνον,
+πρέπει να σκάψωμεν το έδαφος, να φυτεύσωμεν την άμπελον, να
+εφοδιασθώμεν με πιεστήριον, βαρέλια, υπόγειον κ.λ.π. Διά να
+συλλέξωμεν κορόμηλα, αρκεί να μεταβώμεν εις το δένδρον διά να
+έχωμεν όμως δαμάσκηνα (reines claudte), δέον να εφοδιασθώμεν με
+αρπάγην.
+
+«Της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων τεθείσης κατά μέρος δεν
+απομένει πλέον εις αυτά ή μία ιδιότης, ότι ταύτα είναι προϊόντα
+του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (19).
+
+«Η ποσότης της αξίας ενός εμπορεύματος θα παρέμενε προφανώς
+σταθερά εάν ο αναγκαίος εις την παραγωγήν του χρόνος ήτο σταθερός.
+Αλλ' ο τελευταίος ούτος ποικίλλει εις κάθε τροποποίησιν της
+παραγωγικής δυνάμεως του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το οποίον και τούτο εξαρτάται
+εκ διαφόρων περιπτώσεων, μεταξύ άλλων της μέσης ικανότητος των
+εργατών . . . . . . των κανονικών συνδυασμών της παραγωγής,
+κ.λ.π.».
+
+Τούτου τεθέντος, δυνάμεθα να εξακολουθήσωμεν και να αποδείξωμεν
+ότι η εργασία σφετερίζεται μέρος της υπεραξίας της δημιουργηθείσης
+υπό του κεφαλαίου.
+
+Μία ράπτρια ενοικιάζει ραπτικήν μηχανήν αντί 30 λεπτών την ημέραν.
+Η εργασία 3 ωρών της μηχανής ταύτης παράγει: 1ο τα 30 λεπτά του
+ενοικίου της μηχανής· 2ο το ποσόν των 70 λεπτών, του οποίου έχει
+απαραιτήτως ανάγκην η εργάτρια διά να ζήση.
+
+Αλλά «Η ΕΡΓΑΤΡΙΑ» επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της εργασίας της
+ΜΗΧΑΝΗΣ· η χρήσις της λοιπόν κατά την ημέραν, και η εργασία μιας
+ολοκλήρου ημέρας της ανήκει. Τώρα, ότι η συντήρησις της ΜΗΧΑΝΗΣ
+ταύτης, δεν κοστίζει ειμή ΤΡΕΙΣ ΩΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ, αν
+και η μηχανή ηδύνατο να εργασθή ολόκληρον την ημέραν . . . . .
+τούτο είναι ιδιαιτέρας ευτυχής σύμπτωσις διά την ΕΡΓΑΤΡΙΑΝ ΑΥΤΗ
+προείδε την περίπτωσιν και δι' αυτό γελά». Εργάζεται την μηχανήν
+επί 6 ώρας και οικειοποιείται την αξίαν την δημιουργηθείσαν υπό
+της μηχανής κατά την τρίωρον ταύτην εργασίαν.
+
+Δυνάμεθα όθεν να συμπεράνωμεν ότι η υπό του Κ. Μαρξ διδομένη
+απόδειξις της απόψεως ότι η ανταλλακτική αξία μετράται ακριβώς υπό
+του ποσού της εργασίας της ενσωματωμένης εις το προϊόν περιέχει
+επανάληψιν αρχών.
+
+Η οικονομική παραγωγή μετατρέπει πράγματι αγαθά τινα εις άλλα, τα
+οποία δέον να έχουν &αξίαν τινά χρήσεως& (μίαν χρησιμότητα)
+μεγαλυτέραν εκείνης των οικονομικών αγαθών, εκ των οποίων ταύτα
+προέρχονται, άλλως κανείς δεν ήθελε συνεχίση την ταύτην. Το
+πλεόνασμα της ούτω παραχθείσης αξίας χρήσεως διανέμονται οι
+διάφοροι παράγοντες της παραγωγής, δηλαδή οι εργάται και οι
+ιδιοκτήται των οικονομικών αγαθών, οίτινες συνεργάζονται εις την
+παραγωγήν. Αυτή η εργασία είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως και όλα
+τα άλλα.
+
+Το προϊόν γεννάται οικονομικώς εκ της ενώσεως της παρελθούσης
+εργασίας (απλούν κεφάλαιον) και άλλων οικονομικών αγαθών μετά της
+παρούσης εργασίας, όπως το ύδωρ παράγεται εκ της χημικής ενώσεως
+του οξυγόνου και υδρογόνου. Δεν είναι δυνατόν ν' αποδώσωμεν το
+οικονομικόν προϊόν εις την παρούσαν εργασίαν μη συμβαλούσης της
+παρελθούσης ή τανάπαλιν, όπως δεν είναι δυνατόν ναποδώσωμεν την
+παραγωγήν του ύδατος εις το οξυγόνον αφαιρούντες το υδρογόνον ή
+και τανάπαλιν.
+
+Τώρα είναι βέβαιον ότι εάν το κράτος οικειοποιηθή όλα τα κεφάλαια
+θα δύναται να χορηγή ταύτα προς χρήσιν δωρεάν εις τους εργάτας
+εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Το αυτό θα συμβή εάν το κράτος
+υποδουλώσει όλους τους εργάτας, διότι τότε θα δύναται να χορηγήση
+δωρεάν εις τους κεφαλαιούχους την χρήσιν της εργασίας των εργατών,
+εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Τούτο όμως δεν είναι το
+απασχολούν ημάς ζήτημα, διότι ο Κ. Μαρξ καθορίζων τας απόψεις του
+επί της ανταλλακτικής αξίας και υπεραξίας, έχει βεβαίως υπ' όψει
+του τα σήμερον υπάρχοντα και όχι τα δυνάμενα να γίνουν υπό
+διαφόρους συνθήκας της οικονομικής οργανώσεως της κοινωνίας.
+
+Είναι αληθώς αξιοπαρατήρητος η δυσκολία την οποίαν δοκιμάζει όχι
+μόνον ο Κ. Μαρξ, αλλά και πολλοί άλλοι ακόμη προσπαθούντες να
+εννοήσουν τον ρόλον του κεφαλαίου εν τη παραγωγή. Μέρος της
+δυσκολίας ταύτης οφείλεται εις αίτια αισθηματικά, αλλά το κύριον
+μέρος πηγάζει εκ της ελλείψεως αυστηράς εφαρμογής των
+χρησιμοποιουμένων όρων.
+
+Εκείνο το οποίον επηύξησε την σύγχυσιν είναι ότι συγγραφείς τινές
+επεφορτίσθησαν να αποδείξουν ότι το κεφάλαιον έχει δικαίωμα — ή
+δεν έχει δικαίωμα εις αμοιβήν τινά.
+
+Η πολιτική οικονομία δεν ενδιαφέρεται διά τούτο. Μελετά μόνον τας
+συνθήκας υπό τας οποίας παράγεται και διανέμεται ο πλούτος και
+καθορίζει πώς δύναται τις να επιτύχη το μάξιμουμ του ηδονισμού διά
+το άτομον και το μάξιμουμ του ηδονισμού διά το είδος (20).
+
+Ο συλλογισμός τον οποίον πολλοί αντιτάσσουν εις τας θεωρίας του Κ.
+Μαρξ λέγοντες: «ο ιδιοκτήτης μιας οικίας δύναται να μη δεχθή εν
+αυτή ουδένα, έχει το λοιπόν το δικαίωμα, εάν δεχθή ενοικιαστήν, να
+ζητήση ενοίκιον», περιέχει μίαν επανάληψιν αρχών, διότι
+αμφισβητείται ακριβώς το δικαίωμα του ιδιοκτήτου να διαθέτη την
+οικίαν. Το πραγματικόν ζήτημα το οποίον πρέπει να λυθή είναι μόνον
+εάν, εις την ώθησιν των ανθρώπων προς ανέγερσιν οικιών, το δόλωμα
+του ενοικίου, το οποίον θα λάβη είναι ή όχι το μέσον το παράγον το
+μάξιμουμ της ευτυχίας εν τη κοινωνία. Άλλοι συγγραφείς, ομιλούντες
+επί της ανταλλακτικής αξίας φαίνονται να παραδέχονται ότι αύτη
+είναι &ποσόν ενεργείας — , όπως είναι η ζώσα δύναμις εις την
+μηχανικήν, μία δύναμις θερμότητος, ηλεκτρισμού κ.λ.π. — , ήτις
+δύναται μεν να τροποποιηθή ουχί όμως και να δημιουργηθή ή
+καταστραφή. Φαντάζονται τότε ότι εις το γεγονός ότι η χρήσις του
+κεφαλαίου δύναται ν' αυξήση την αξίαν, υπάρχει είδος τι
+δημιουργίας εκ του μηδενός, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να γίνη
+αποδεκτή. Αλλ' η αξία δεν είναι παρά σχέσις, ούτε δε είναι
+μυστήριον ότι η χρήσις του κεφαλαίου ή παντός άλλου τρόπου
+παραγωγής των εμπορευμάτων δύναται ν' αλλάξη την σχέσιν ταύτην.
+
+Μεταξύ των κυριωτέρων χαρακτήρων του κεφαλαίου ευρίσκομεν: ότι
+τούτο έχει την ιδιότητα της αυξήσεως της παραγωγικότητος της
+εργασίας (J. B. Say), ότι συνηθέστερον είναι ο καρπός της
+οικονομίας (Senior), ότι η δράσις του αυξάνεται εν τω χρόνω (Böhm
+— Bawerk). Έκαστον των χαρακτήρων τούτων εξέλεξαν κατά σειράν ως
+την αποκλειστικήν αιτίαν Α, η όποια παρουσιάζει το κεφάλαιον ως
+ένα των παραγόντων της παραγωγής και ημέλησαν τους άλλους
+χαρακτήρας Β, Γ . . . . . κλπ. των οποίων όμως δεν ηδύναντο να
+αρνηθώσι την επιρροήν είτε περιλαμβάνοντες αυτούς μεταξύ των δήθεν
+«κανονικών» συνθηκών, είτε χρησιμοποιούντες αυτούς, ως απλά
+χαρακτηριστικά του χαρακτήρος τον οποίον εξέλεξαν.
+
+Εις την πραγματικότητα το κεφάλαιον είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως
+όλα τα άλλα. Είναι αληθές ότι ο άνθρωπος διά της χρήσεώς του
+αποφεύγει ένα κόπον ή με άλλας λέξεις ικανοποιεί ανθρωπίνην
+ανάγκην. Εξ άλλου όμως τούτο υφίσταται εν περιωρισμένη ποσότητι,
+τουλάχιστον εις την κοινωνίαν μας. Κέκτηται όθεν ιδιότητες,
+αίτινες μας εχρησίμευσαν διά τον καθορισμόν των οικονομικών
+αγαθών, και οφείλομεν κατά συνέπειαν να το αναγνωρίσωμεν ως
+τοιούτον.
+
+Μία ύλη δύναται να λάβη διαφόρους οικονομικούς χαρακτήρας αναλόγως
+των χρήσεων, εις ας προσαρμόζεται. Επί παραδείγματι, η όρυζα
+δύναται να καταναλωθή απ' ευθείας υπό του κατόχου της — αυτός
+επίσης δύναται να την χρησιμοποιήση διά την διατροφήν ορνιθίων, τα
+οποία θα φάγη — δύναται αύτη να θρέψη εργάτας, οι οποίοι
+καλλιεργούν ορυζώνα — δύναται να θρέψη εργάτας, οι οποίοι θα
+κατασκευάσουν δίτροχον προς μεταφοράν της κατά την προσεχή
+εσοδείαν κ.λ.π.
+
+Η οικονομική επιστήμη πρέπει να διακρίνη πάντα τα γεγονότα ταύτα.
+Ολίγον ενδιαφέρουν αι ονομασίαι. Εις την πρώτην περίπτωσιν,
+δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η όρυζα είναι οικονομικόν αγαθόν πρώτης
+τάξεως, και ότι εις τας άλλας περιπτώσεις είναι οικονομικόν αγαθόν
+δευτέρας τάξεως, τρίτης τάξεως κ.λ.π. Δυνάμεθα ακόμη να είπωμεν
+ότι η όρυζα η χρησιμεύουσα διά την διατροφήν των καλλιεργούντων
+τον ορυζώνα εργατών, και η διά την διατροφήν των εργατών
+αμαξοποιών, είναι κεφάλαιον.
+
+Ανάλογα των προηγουμένων γεγονότων θα είναι και εκείνα κατά τα
+οποία, της ορύζης ανταλλασσομένης διά νομίσματος ο κάτοχος τούτου
+θα έθετε τούτου κατόπιν εις χρήσιν: ή διά να αγοράση την τροφήν
+του, ή διά να πληρώση την τροφήν των ορνιθίων του ή την των
+εργατών του ορυζώνος, ή των εργατών αμαξοποιών.
+
+Γενικώς όθεν όταν έν και το αυτό οικονομικόν αγαθόν — ή έν και το
+αυτό ποσόν χρημάτων — χρησιμοποιείται κατά διαφόρους τρόπους,
+εκάστη των δύο τούτων χρήσεων αντιπροσωπεύει διάφορον οικονομικήν
+οντότητα, εκάστη δε τούτων έχει ιδίαν αξίαν χρήσεως, διά την
+οποίαν προσφέρουν εις την αγοράν διαφόρους τιμάς, μέχρις ότου της
+μιας χρήσεως εκτεινομένης της άλλης περιοριζομένης, φθάνομεν διά
+του παιγνίου της προσφοράς και ζητήσεως εις την ισορροπίαν των
+τιμών.
+
+Αυτός ο Κ. Μαρξ μας δίδει παράδειγμα οικονομικών αγαθών
+φαινομενικώς ίσων, πραγματικώς όμως βαθέως διαφόρων, όταν παρατηρή
+ότι η ομαδική εργασία (travail collectif) αριθμού τινος εργατών
+είναι κατά πολύ παραγωγικωτέρα της εργασίας των ιδίων εργατών
+μεμονωμένων.
+
+Μεταξύ των όρων, οίτινες διαφοροποιούν την χρήσιν των οικονομικών
+αγαθών, είναι τις σημαντικώτατος, ο του χρόνου κατά τον οποίον
+δυνάμεθα ν' απολαύσωμεν είτε απ' ευθείας το οικονομικόν αγαθόν,
+είτε το προϊόν του. Ο κ. Böhm- Bawerk θαυμασίως ανέπτυξεν όλας
+τας συνεπείας της υπό του χρόνου διαφοροποιήσεως ταύτης της
+χρήσεως των οικονομικών αγαθών.
+
+Ο Κ. Μαρξ ονομάζει υπεραξίαν τον τόκον, τον οποίον ο κεφαλαιούχος
+λαμβάνει εις ενοίκιον του κεφαλαίου του. «Διαιρούντες το κατατεθέν
+κεφάλαιον διά της ετησίως καταναλισκομένης υπεραξίας, έχομεν τον
+αριθμόν των ετών, ή των περιόδων της παραγωγής, μετά την
+παρέλευσιν των οποίων το πρώτον κεφάλαιον κατηναλώθη υπό του
+κεφαλαιούχου και κατά συνέπειαν εξηφανίσθη».
+
+«Ο κεφαλαιούχος φαντάζεται αναμφιβόλως ότι κατηνάλωσε την
+υπεραξίαν και διετήρησε την αξίαν του κεφαλαίου, αλλ' η αντίληψις
+αύτη δεν αλλάζει το γεγονός ότι μετά περίοδον τινά η αξία του
+κεφαλαίου, το οποίον του ανήκει ισούται με το ποσόν της υπεραξίας,
+την οποίαν απέκτησε &δωρεάν& (21) κατά την αυτήν περίοδον, και ότι
+το ποσόν της καταναλωθείσης υπ' αυτού αξίας ισούται με το
+κατατεθέν τοιούτον (22).
+
+Εκ του παλαιού κεφαλαίου, το οποίον κατέθεσεν εκ των ιδίων του
+χρημάτων, δεν υφίσταται πλέον ούτε έν μόριον της αξίας».
+
+Ο συλλογισμός ούτος του Κ. Μαρξ προϋποθέτει, ότι ποσόν τι εξ
+100,000 δραχμών επί παραδείγματι, πληρωνόμενον σήμερον είναι το
+αυτό με δέκα ποσά εκ 10,000 δραχμών πληρωνομένων το πρώτον εντός
+ενός έτους, το δεύτερον εντός δύο ετών και ούτω καθ' εξής.
+
+Όθεν αι δύο αύται χρήσεις ενός και του αυτού οικονομικού αγαθού
+δεν είναι όμοιαι και δεν θα είναι όμοιαι εις κοινωνίαν ένθα το
+κεφάλαιον θα είναι κοινόν, εξαιρέσει πλέον, εάν το κεφάλαιον τούτο
+υφίστατο εις άπειρον ποσότητα (23). Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει δεν
+θα επληρώναμεν επίσης τίποτε διά την χρήσιν του κεφαλαίου εν
+κεφαλαιοκρατική κοινωνία.
+
+Ονομάσωμεν Α την χρήσιν οικονομικού τινος αγαθού διατιθεμένου
+σήμερον, και Β την χρήσιν του ιδίου αγαθού διατεθιμένου εις το
+τέλος χρονικού τινος διαστήματος.
+
+Εάν η αξία χρήσεως του Α ήτο δι' όλον τον κόσμον ακριβώς ίση προς
+την του Β ουδέποτε θα παρετηρείτο ανταλλαγή του Α διά του Β.
+
+Διά να λάβη χώραν η ανταλλαγή αύτη δέον όπως διά τον δανειζόμενον
+η αξία χρήσεως του Α να είναι μεγαλυτέρα της του Β, και την
+διαφοράν ταύτην των δύο τούτων αξιών χρήσεως αγοράζει πληρώνων τον
+τόκον.
+
+Η σύμβασις αύτη δεν διαφέρει καθόλου εκείνης, την οποίαν δύναται
+να συνάψη παραγωγός σίτου μετά παραγωγού οίνου. Ο πρώτος παραγωγός
+θα έδιδε: 1ο βάρος σίτου ίσου προς το βάρος του λαμβανομένου
+οίνου· 2ο έν υπόλοιπον εις χρήμα.
+
+Ποσόν χρημάτων διαθέσιμον σήμερον διαφέρει τόσον ενός ιδίου
+διαθεσίμου ποσού εντός ετών τινων, όσον ο οίνος διαφέρει του
+σίτου. Εν τη πρώτη περιπτώσει ο χρόνος (24) είναι εκείνος, ο
+οποίος επιφέρει την διάκρισιν των δύο οικονομικών αγαθών, εν δε τη
+δευτέρα σύνολόν τι των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων.
+
+Ως προείπομεν ήδη, εξετάζομεν ενταύθα μόνον τα γεγονότα ως ταύτα
+πραγματικώς εκτυλίσσονται και ουχί ως δυνατόν να εξετυλίσσοντο υπό
+διάφορον κοινωνικήν οργάνωσιν.
+
+Εννοείται βεβαίως ότι μία κυβέρνησις δύναται να υποχρεώση τον
+κάτοχον του οικονομικού αγαθού Α να το ανταλλάξη διά του Β χωρίς
+να ωφεληθή τόκον· ως επίσης ηδύνατο να υποχρεώση τον παραγωγόν του
+οίνου και ανταλλάξη ίσον βάρος οίνου διά του σίτου χωρίς ούτος να
+λάβη υπόλοιπον εις χρήμα.
+
+Αντιλέγουν συνήθως ότι αν το κεφάλαιον δεν ελάμβανε κανένα τόκον
+ουδείς θα εκοπίαζε διά την παραγωγήν και διατήρησιν του κεφαλαίου
+τούτου, ως επίσης ουδείς θα εκαλλιέργει πλέον την άμπελόν του εάν
+πρόκειται να υποχρεωθή να ανταλλάξη το προϊόν του με ίσον βάρος
+άλλου εμπορεύματος κατωτέρας αξίας. Αλλ' ο Κ. Μαρξ απαντά ότι το
+κράτος δύναται ν' αφαιρή από το προϊόν της εργασίας των πωλητών
+ό,τι αναγκαίον διά την εξασφάλισιν «της απλής και προοδευτικής
+αναπαραγωγής του κεφαλαίου άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως «του μαύρου
+ιππότου» του επονομασμένου κεφαλαιούχου.» Δυνάμεθα όμως να είπωμεν
+επίσης ότι το κράτος θ' αφαιρέση εκ της εργασίας των πολιτών ό,τι
+αναγκαίον διά την καλλιέργειαν της αμπέλου, της οποίας η απλή και
+προοδευτική αναπαραγωγή θα εξησφαλίζετο ούτως άνευ της επεμβάσεως
+του μαύρου τούτου ιππότου του επονομαζομένου αμπελουργού.
+
+Είναι ωφελιμώτερον διά την ευημερίαν της κοινωνίας να γίνηται η
+αναπαραγωγή του κεφαλαίου — ή η καλλιέργια της αμπέλου — διά μέσου
+αγγαρειών επιβαλομένων εις τους πολίτας ή ως αύτη γίνεται υπό το
+καθεστώς του ελευθέρου συναγωνισμού; τούτο είναι ζήτημα
+εξεταστέον, απολύτως όμως διακριτόν του άλλου του εάν η αξία των
+εμπορευμάτων δεν εξαρτάται ειμή εκ της «απλής» εργασίας
+χρησιμοποιουμένης διά την παραγωγήν των.
+
+Αλλά ποία είναι «η απλή» αύτη εργασία, η οποία μετρά την
+ανταλλακτικήν αξίαν (ή το κόστος, της παραγωγής);
+
+Η εργασία, της οποίας η διάρκεια μετρά την αξίαν είναι κατά τον Κ.
+Μαρξ» δαπάνη απλής δυνάμεως, την οποίαν πας κοινός άνθρωπος άνευ
+ειδικής τινος αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του.
+
+Ο μέσος όρος της απλής εργασίας είναι αληθές ότι είναι διάφορος
+κατά χώρας και εποχάς. Είναι όμως καθωρισμένος εν διδομένη
+κοινωνία. — Θα έπρεπε να προστεθή: με δεδομένον κεφάλαιον. — «Η
+σύνθετος εργασία είναι η απλή εργασία πολλαπλασιασμένη εις τρόπον
+ώστε μία δοθείσα ποσότης συνθέτου εργασίας αντιστοιχεί προς
+μεγαλυτέρα ποσότητα απλής εργασίας».
+
+Τούτο είναι έν των σημείων εκείνων επί των οποίων σοβαρώς
+προσεβλήθη η θεωρία του Κ. Μαρξ. Διερωτώμεθα πώς δυνάμεθα να
+καθορίσωμεν τας σχέσεις ταύτας μεταξύ της απλής και συνθέτου
+εργασίας. Είναι φανερόν ότι έδει να τας εξεύρωμεν ανεξαρτήτως της
+αξίας των προϊόντων της εργασίας, διότι άλλως, εάν μετρήσωμεν την
+εργασίαν διά της αξίας δεν θα δυνηθώμεν είτα να μετρήσωμεν την
+αξίαν διά της εργασίας.
+
+Φοβούμεθα εν τούτοις μήπως ο συγγραφεύς μας παρεσύρθη εις το
+σόφισμα τούτο, διότι λέγει: «Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων
+εμπορευμάτων εκφράζονται αδιακρίτως εις χρήμα, δηλαδή εις μάζαν
+τινά χρυσού ή αργύρου. Ως εκ τούτου τα διάφορα είδη της εργασίας,
+τα αντιπροσωπευόμενα υπό των αξιών τούτων, ηλλαττώθησαν κατά τας
+διαφόρους αντιλήψεις εις ωρισμένα ποσά ενός και του αυτού είδους
+κοινής εργασίας, της εργασίας της παραγούσης τον χρυσόν και τον
+άργυρον» (25).
+
+Εάν παραδεχθώμεν όθεν ότι τα διάφορα είδη εργασίας τα περιεχόμενα
+εις διάφορα εμπορεύματα δυνατόν να αναχθώσιν εις «απλήν» εργασίαν
+αναλόγως των εμπορευμάτων τούτων, ουδεμία πλέον υπάρχει δυσκολία
+διά να συμπεράνωμεν, ότι αι αξίαι αύται είναι ανάλογοι προς την
+περιεχομένην εις τα εμπορεύματα «απλήν» εργασίαν.
+
+Χωρίς πλέον να επιμείνωμεν επί της απόψεως ταύτης ας υποθέσωμεν
+ότι η αναγωγή των διαφόρων ειδών εργασίας εις απλήν εργασίαν
+δύναται να γίνη ανεξαρτήτως της αξίας, ας υποθέσωμεν ακόμη ότι
+υφίσταται κοινωνία άνευ οικειοποιημένου κεφαλαίου, εν τη οποία η
+κυκλοφορία:
+
+&χρήμα — εμπόρευμα — χρήμα&, απαγορεύεται απολύτως, και ότι αι
+αρχικαί συνθήκαι της κοινωνίας ταύτης είναι τοιαύται ώστε τα
+εμπορεύματα ν' ανταλλάσσονται εις αυστηράς ίσας αναλογίας με
+αναλογίας των διαφόρων ειδών της εργασίας των χρησιμοποιηθεισών
+διά την παραγωγήν των. Ίδωμεν ποίας συνεπείας δυνάμεθα να έχωμεν
+εκ των υποθέσεων τούτων, ακολουθούντες τας αρχάς του Κ. Μαρξ.
+
+Προς τούτο δέον κατ' αρχάς να έχωμεν υπ' όψει άλλην τινά άποψιν
+λίαν σημαντικήν του Κ. Μαρξ. Ούτος αναγνωρίζει «ότι εις αύξουσαν
+μάζαν υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή σύγχρονος ελάττωσις της
+αξίας του . . . οιαιδήποτε και αν είναι αι διακυμάνσεις της
+παραγωγικής του δυνάμεως, η αυτή εργασία, λειτουργούσα εν τω αυτώ
+χρόνω ορίζεται πάντοτε εν τη αυτή αξία. Παρέχει όμως εις ωρισμένον
+διάστημα περισσοτέρας αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική του δύναμις
+αυξάνει· ολιγωτέρας δ' εάν ελαττούται».
+
+Εκ τούτου εξάγεται ότι εν τη κοινωνία, ην έχομεν υπ' όψει, ουδείς
+παραγωγός θα έχη συμφέρον ν' αυξήση «την παραγωγικήν δύναμιν της
+εργασίας του», αν και έχη τουναντίον μέγα συμφέρον, όπως η
+παραγωγική δύναμις της εργασίας των άλλων παραγωγών αυξηθή.
+Πράγματι ο ράπτης π.χ., δεν έχει κανέν συμφέρον ν' ανακαλύψη νέαν
+μέθοδον επιτρέπουσαν αυτώ την ελάττωσιν εις το ήμισυ του αναγκαίου
+χρόνου διά την κατασκευήν ενός ενδύματος. Με την μέθοδον ταύτην,
+«δύο ενδύματα δεν έχουν περισσοτέραν αξίαν ενός ενδύματος
+προηγουμένως κατασκευασθέντος.» Εις αντάλλαγμα των δύο τούτων
+ενδυμάτων ο ράπτης δεν θα λάβη λοιπόν περισσότερα εμπορεύματα
+από όσα ελάμβανε προηγουμένως δι' ενός· εξ ου ποίον το συμφέρον
+του διά μίαν αύξησιν της εντατικότητος «της κοινωνικής αναγκαίας
+εργασίας» διά την κατασκευήν ενδυμάτων; περί τούτου ο αγοραστής
+μόνον δύναται να ενδιαφερθή: διότι της εντατικότητος ταύτης
+αυξανομένης, θα έχη δύο ενδυμασίας αντί μιας εις αντάλλαγμα του
+αυτού ποσού προϊόντων.
+
+Διατί ένας εργοστασιάρχης θα εχρησιμοποίει μηχανήν μη αποτελούσαν
+μέρος ακόμη «των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής», αφού η μηχανή
+αύτη «αναφέρει &ποτέ& περισσοτέραν αξίαν από όσην χάνει κατά μέσον
+όρον εκ της φθοράς της;»
+
+Οι καταναλωταί είναι οι μόνοι ενδιαφερόμενοι όπως αι μηχαναί επί
+μάλλον και μάλλον τελειοποιούμεναι αποτελέσουν μέρος «των
+κοινωνικών συνθηκών» της παραγωγής του εργοστασιάρχου.
+
+Διά να αποφύγωμεν την δυσκολίαν ταύτην δυνάμεθα ίσως ν'
+αφαιρέσωμεν την λέξιν &ποτέ& από την προαναφερθείσαν πρότασιν του
+Κ. Μαρξ και να παραδεχθώμεν ταύτην από της εννοίας ότι αι τιμαί
+φθάνουν σταθερόν επίπεδον ισορροπίας, τότε μόνον η μηχανή δεν
+αποφέρει περισσοτέραν αξίαν από όσην κατά μέσον όρον χάνει εκ της
+φθοράς της. Αλλά των τιμών μη φθανουσών το μόνιμον τούτο επίπεδον
+αμέσως μετά την εισαγωγήν μιας νέας μηχανής, θα διέλθη μικρόν τι
+χρονικόν διάστημα, καθ' ό η μεταβιβασθείσα αξία θα είναι
+μεγαλειτέρα της φθοράς της μηχανής, δηλαδή χρονικόν διάστημα, κατά
+το οποίον το απλούν κεφάλαιον, το οποίον αντιπροσώπευε θα παρήγεν
+αξίαν τινά, και τότε το πλεόνασμα τούτο της αξίας θα εχρησίμευεν
+ως αμοιβή διά τον εργοστασιάρχην, ίνα ούτος αποφασίση την
+χρησιμοποίησιν της μηχανής.
+
+Δυστυχώς απαλλασσόμεθα ούτω μιας δυσκολίας διά να υποπέσωμεν εις
+άλλην, διότι ανοίγομεν ούτω την θύραν εις τας αντιλήψεις περί
+υπεραξιών, τας οποίας απεμακρύναμεν, διά να δυνηθώμεν να
+παραδεχθώμεν την θεωρίαν του Κ. Μαρξ. Εάν το κεφάλαιον δύναται να
+παραγάγη ανταλλακτικήν αξίαν, εφ' όσον αι τιμαί δεν έφθασαν το
+σταθερόν σημείον της ισορροπίας δύναται πάντοτε να παραγάγη
+τοιαύτας, διότι η σταθερά αύτη ισορροπία των τιμών είναι μία
+καθαρά αφηρημένη έννοια (abstraction), ήτις δεν υφίσταται εις την
+φύσιν (26).
+
+Αι τιμαί αύται, «όπως εκφράζεται επιγραμματικώς ο Coleridge,
+ζητούν συνεχώς το επίπεδόν των, έκφρασις ομοιάζουσα κατά πολύ με
+ειρωνικόν ορισμόν θυέλλης (27), πρέπει λοιπόν να υποθέσωμεν ή ότι
+τα φαινόμενα της υπεραξίας δεν υφίστανται ή είναι μηδαμινής
+σημασίας εάν θελήσωμεν να προβώμεν εις κρίσεις υποθέτοντες
+επαληθεύσασαν την θεωρίαν, ότι η ανταλλακτική αξία ενός
+εμπορεύματος είναι ανάλογος με την ποσότητα της κοινωνικώς
+αναγκαίας διά την παραγωγήν του εμπορεύματος τούτου εργασίας. Εξ
+ού υποχρεούμεθα να παραδεχθώμεν ότι ο εργοστασιάρχης (όχι ο
+κεφαλαιούχος) δεν θα έχη συμφέρον εις την εισαγωγήν εν τη
+βιομηχανία του μεθόδου τινός, επιτρεπούσης την ελάττωσιν του
+αναγκαίου τούτου χρόνου διά την κατασκευήν. Τότε οι καταναλωταί θα
+είναι εκείνοι, οίτινες θα απευθυνθούν προς τα νομοθετικά σώματα
+διά να εύρουν δίκαιον εναντίον της ρουτίνας των εργοστασιαρχών,
+και διά να επιτύχουν (το απλούν) κεφάλαιον το αναγκαίον εις τας
+βιομηχανίας.
+
+Πρέπει να υποθέσωμεν — χωρίς να δυνηθώμεν να εξηγήσωμεν το
+θαυμάσιον τούτο φαινόμενον — ότι αι πλειοψηφίαι των βουλών τούτων
+θα είναι σωφρονέστεραι, αρμοδιώτεραι και κυρίως αμεροληπτότεραι
+από εκείνας, που έχομεν υπ' όψει.
+
+Αι νομοθετικαί αύται βουλαί της νέας κοινωνίας θα έχουν ν'
+αποφασίσουν επί παραδείγματι, ποίαν ακριβώς ημέραν το ήδη εν
+χρήσει σύστημα βυρσοδεψίας δεν θα πρέπη πλέον ν' αποτελή μέρος των
+«κανονικών συνθηκών της παραγωγής», και ποίαν ακριβώς ημέραν θα
+πρέπη να αντικατασταθή δι' ηλεκτρικής βυρσοδεψίας. Πρέπει επίσης
+όπως μη μείνη η απόφασις αύτη εις την απλήν κατάστασιν της
+θεωρητικής βεβαιώσεως, να ευρεθή το (απλούν) κεφάλαιον το
+αναγκαίον διά το νέον τούτο σύστημα.
+
+Ακόμη μικρότερον θ' απασχολήσουν αν όχι τας βουλάς τουλάχιστον
+τους υπαλλήλους των. Π. χ., είς τινα ύψη τα δαμάσκηνα τα
+καλλιεργούμενα εις δικτυωτόν είναι καλύτερα των καλλιεργουμένων
+εις ανοικτόν αέρα. Αλλ' εάν ο τοίχος επί του οποίου θα στηριχθή το
+δικτυωτόν δεν θα «αποφέρη εις τα δαμάσκηνα περισσοτέραν αξίαν όσης
+κατά μέσον όρον χάνει εκ της φθοράς του» ποίον όφελος θα είχεν ο
+κηπουρός διά να το κατασκευάση; Ο τοίχος αυτός είναι χρήσιμος
+μόνον εις τους ανθρώπους, οι όποιοι θα φάγουν τα δαμάσκηνα.
+
+Θα είναι πράγματι περίεργος κοινωνική κατάστασις εκείνη, εν τη
+οποία έκαστος αντί να επιβλέπη το ίδιόν του έργον, θα επιβλέπη το
+έργον του γείτονός του! Ό,τι γνωρίζομεν εκ της ανθρωπίνης φύσεως
+μας λέγει ότι η κατάστασις αύτη δεν θα είναι λίαν ευνοϊκή εις την
+πρόοδον της βιομηχανίας και εντός ολίγου θα αναγνωρισθή η ανάγκη
+να ψηφισθή νόμος, ο οποίος να καθορίζη την δραστηριότητα των
+παραγωγών. Και δυνάμει του νόμου τούτου, εάν π.χ. η έντιμος ένωσις
+των ραπτών ανακαλύψη και εφαρμόση μέθοδον ελαττούσαν «τον
+κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον» διά την κατασκευήν μιας ενδυμασίας θα
+ημείβετο παρά της κυβερνήσεως. Αλλά τότε η ανταλλακτική αξία των
+προϊόντων δεν θα είναι πλέον ανάλογος ακριβώς προς την ποσότητα
+της εργασίας, την οποίαν ταύτα περιέχουν, διότι ο αγοραστής θα
+οφείλει, επί πλέον της ποσότητος της εργασίας της περιεχομένης εις
+την ενδυμασίαν να πληρώση την μερίδα του επί της αμοιβής της
+ληφθείσης υπό των ραπτών. Ίνα μη τούτο λάβη χώραν θα έπρεπε κάθε
+παραγωγός ν' ανακαλύψη και να εφαρμόση συγχρόνως μίαν μέθοδον διά
+ν' αυξήση είς τινας καθιδρυομένας αναλογίας την αποδοτικότητα της
+εργασίας του. Τότε αι αμοιβαί, τας οποίας θα πληρώση ως συμβαλών,
+θα ηδύναντο να ανταμειφθούν δι' εκείνων, τας οποίας θα ελάμβανεν
+ως παραγωγός.
+
+Τούτο όμως δεν αρκεί. Είναι φόβος μήπως το (οικειοποιημένον)
+κεφάλαιον επεμβαίνον μεταμορφωμένον, μολύνει την κοινωνίαν ταύτην.
+
+Ας υποθέσωμεν την κοινωνίαν ταύτην εν Αυστραλία, αποτελουμένην εξ
+ενός γεωργού και ενός χρυσοθήρου. Πλην τούτων υπάρχει και
+κυβέρνησις· αύτη θα καθορίση την μερίδα, την οποίαν θα αφαιρή εκ
+του προϊόντος της εργασίας των πωλητών διά την συντήρησιν και
+αύξησιν του (απλού) κεφαλαίου της κοινότητος και θ' ασχολήται είτα
+εις την διανομήν του κεφαλαίου τούτου μεταξύ των διαφόρων χρήσεων,
+τας οποίας δύναται να κάμη.
+
+Δεν θα εξετάσωμεν εάν η κυβέρνησις θα δυνηθή να εκτελέση την
+διανομήν ταύτην καλύτερον από τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι θα
+επαγρυπνούν με την ελπίδα πλουτίσεως και με τον φόβον της απωλείας
+των κεφαλαίων των. Πολύ πιθανόν θα παρουσιάζοντο δυσαρέσκειαι, εάν
+η &καλή& διανομή της κυβερνήσεως θα επέφερεν ελάττωσιν της
+παραγωγής. Η μικροτέρα μερίς των 100 φράγκων &κακώς διανεμηθέντων&
+δύναται έστω να είναι μεγαλειτέρα της μερίδος των 10 φράγκων
+&καλώς διανεμηθείσης&.
+
+Αφήνομεν πάντα ταύτα. Τουλάχιστον όμως πρέπει να έχωμεν υπ' όψει
+ότι το (απλούν) κεφάλαιον το υφιστάμενον εις την κοινότητα αυτήν
+δεν είναι άπειρον.
+
+Εάν δ' ήτο εις άπειρον ποσότητα, ολίγον θα ενδιέφερε εάν το
+κεφάλαιον τούτο ήτο ή όχι οικειοποιημένον διότι, και εις αυτήν
+ακόμη την κεφαλαιοκρατικήν κοινωνίαν, τίποτε δεν θα επληρώνετο διά
+την ενοικίασίν του· έκαστος πολίτης δεν είναι λοιπόν δυνατόν να
+επιτύχη παρά της κυβερνήσεως όσον κεφάλαιον θέλει διά την
+βιομηχανίαν του. Εξ άλλου, η κυβέρνησις δεν θα θελήση να εμποδίση
+τους πολίτας από μίαν οικονομίαν προς όφελος μερίδος τινός των
+προϊόντων, που θα κατηνάλισκον. Ας υποθέσωμεν, ότι ο υφαντουργός
+εξοικονόμησε κάτι. Παρετήρησε ότι οι λαγωοί καταβροχθίζουν την
+εσοδείαν του γεωργού. Είναι αύτη μία περίπτωσις, η οποία, όπως η
+δυσμενής εσοδεία περί ης ομιλεί ο Κ. Μαρξ, κάμνει ώστε «η αυτή
+ποσότης της εργασίας (του γεωργού) να αντιπροσωπεύηται υπό
+τεσσάρων μεδίμνων (σίτου) αντί ν' αντιπροσωπεύεται υπό οκτώ».
+
+Αι καταστροφαί αι επενεχθείσαι υπό των λαγωών ηδύναντο ν'
+αποφευχθούν, εάν περιεκλείετο ο αγρός υπό τοίχου, τον οποίον ο
+υφαντουργός, χάρις εις τας οικονομίας του δύναται να κατασκευάση.
+
+Δεν θα απευθυνθή βεβαίως ο υφαντουργός προς τον γεωργόν. Ο
+τελευταίος ούτος δεν έχει τίποτε να κερδίση, να παραγάγη, διά την
+ανταλλαγήν οκτώ μεδίμνων, οι οποίοι θα είχον την αυτήν αξίαν των
+τεσσάρων, τους οποίους πρότερον παρήγαγε· ο υφαντουργός θα μεταβή
+προς αναζήτησιν του χρυσοθήρα και ιδού ο διάλογος, ο οποίος θα
+ελάμβανε μεταξύ των χώραν.
+
+&Υφαντουργός&. Δεν θέλω πλέον να είμαι υφαντουργός. Αναχωρώ
+παραλαμβάνων το όπλον μου, και θα καιροφυλακτώ ημέραν και νύκτα
+πέριξ του αγρού διά να φονεύσω όλους τους λαγωούς, οι οποίοι
+καταβροχθίζουν τον σίτον.
+
+Σήμερον ανταλλάσσετε 10 γραμμάρια χρυσού αντί 100 χιλιογράμμων
+σίτου. Η ποσότης της εργασίας σας, ήτις έχει «αποκρυσταλλωθή» εις
+τα 10 ταύτα γραμμάρια χρυσού είναι ακριβώς ίση, λαμβανομένης υπ'
+όψιν της ποιότητος, προς την ποσότητα της εργασίας του γεωργού της
+περιεχομένης εντός 100 χιλιογράμμων σίτου.
+
+Όταν θα φονεύσω τους λαγωούς, δεν θα υπάρχη πλέον εις τα 100
+χιλιόγραμμα του σίτου ειμή το ήμισυ της ποσότητος της υπαρχούσης
+νυν εργασίας του γεωργού, επί πλέον όμως θα υπάρχη εργασία. Η
+ποσότης της πραγματικής, θα είναι μεγαλειτέρα του ημίσεος, το
+οποίον θα λείψη από την εργασίαν του γεωργού, αλλά θα υπολογίσω
+καλώς και φαντάζομαι ότι θα υπάρξη ακριβές αντιστάθμισμα. Θα
+λάβητε λοιπόν διά τα 10 σας γραμμάρια χρυσού την αυτήν ποσότητα
+σίτου εις ην θα περιέχηται η αυτή ποσότης της αποκρυσταλλωθείσης
+εργασίας. Θα διαιρέσωμεν τα 10 γραμμάριά σας του χρυσού μεταξύ του
+γεωργού και εμού και θα έχομεν έκαστος ανά πέντε. Έχετε καμμίαν
+αντίρρησιν;
+
+&Χρυσοθήρας&. Ολίγον ενδιαφέρομαι διά τον τρόπον, με τον οποίον
+διανέμονται τον χρυσόν, τον οποίον δίδω εις αντάλλαγμα του σίτου.
+
+&Υφαντουργός&. Ε! λοιπόν! θα σας ομολογήσω, ότι ουδέποτε εσκέφθην
+να φυλάξω πέριξ του αγρού του γεωργού, έχω ένα μυστικόν προς
+καταστροφήν των λαγωών και θα σας κάμνη να επωφεληθήτε του
+πλεονεκτήματος, το οποίον παρουσιάζει. Με τα 10 γραμ. χρυσού δεν
+θα έχετε 100 χιλιόγραμμα σίτου αλλά 150. Μόνον θα πρέπη να
+διανείμητε ως εξής τα 10 γραμ. χρυσού: Θα δώσητε τα 7 1/2 εις τον
+γεωργόν, διότι εις τα 150 χιλιόγραμμα θα υφίσταται ποσόν τι εκ της
+αποκρυσταλλωθείσης εργασίας, ακριβώς ίσον με το ποσόν της εργασίας
+σας, το οποίον ευρίσκεται εις τα 7 1/2 γραμ. χρυσού. Τα άλλα 2 1/2
+θα δώσητε εις εμέ.
+
+&Χρυσοθήρας&. Αυτό με διαφέρει μεγάλως και σας παρακαλώ πολύ να με
+μυήσητε εις το μυστικόν σας διά να το χρησιμοποιήσω.
+
+&Υφαντουργός&. Μίαν στιγμήν. Δεν θέλω να σας εξαπατήσω. Έχετε υπ'
+όψει σας ότι διά τα 2 1/2 γραμ. χρυσού, τον οποίον θα μοι δώσητε,
+δεν θα έχετε εις αντάλλαγμα ειμή πολύ μικράν ποσότητα
+αποκρυσταλλωθείσης εργασίας. Ούτω διά τα 10 γραμμάρια χρυσού θα
+έχετε 150 χιλιόγραμμα σίτου και αποκρυσταλλωθείσαν εργασίαν μόνον
+διά 7 1/2 γραμμάρια.
+
+&Χρυσοθήρας&. Και τι μ' ενδιαφέρει αυτό! Μήπως τρώγω
+αποκρυσταλλωμένην εργασίαν; Γνωρίζω καλώς την γεύσιν του άρτου,
+ουδεμίαν όμως έχω ιδέαν περί της αποκρυσταλλωμένης εργασίας.
+
+&Υφαντουργός&. Δεν σας είπα ακόμη όλα. Δεν θα σας αποκρύψω ακόμη
+ότι δεν έχω μυστικόν κανένα. Σκέπτομαι απλώς να περιτοιχίσω τον
+τοίχον του γεωργού. Εάν θέλετε δύνασθε μόνος σας να το κάμετε.
+
+&Χρυσοθήρας&. Αλήθεια! Και πότε θα εύρω ευκαιρίαν; Γνωρίζετε καλώς
+ότι υποχρεούμαι να εργάζωμαι ένδεκα ώρας την ημέραν διά να κερδίσω
+τα προς το ζην. Πώς θα δυνηθώ να προσθέσω εις τας τόσας ημέρας
+εργασίας τον αναγκαίον αριθμόν των ωρών διά την κατασκευήν του
+τοίχου; Δεν είναι αληθές το λεγόμενον ότι η εργασία μετράται υπό
+του χρόνου της διαρκείας της. Μία ώρα εργασίας προστιθεμένη εις
+μίαν ημέραν εργασίας τριών ωρών δεν είνε ουδόλως τόσον κοπιώδης
+όσον η αυτή ώρα προστιθεμένη εις την ημέραν των ένδεκα ωρών (28).
+
+Και ούτω ας μείνωμεν σας παρακαλώ εις την πρώτην πρότασιν μου.
+
+Ιδού λοιπόν ο υφαντουργός μας γενόμενος κεφαλαιούχος χωρίς να
+φαίνεται. Είναι αληθές ότι δεν χρησιμοποιεί την κυκλοφορίαν &χρήμα
+— εμπόρευμα — χρήμα&.
+
+Είναι αληθές ότι δεν οικειοποιείται ουδεμίαν υπεραξίαν παραχθείσαν
+διά μιας υπερεργασίας του γεωργού, αλλά δεν εδίστασε να πωλήση την
+χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου του διά μίαν ετησίαν πρόσοδον.
+
+Είναι, θα είπη τις, περιπτώσεις φανταστικαί, &Ροβινσονιάδες&, όπως
+τας ονομάζει ο Κ. Μαρξ. Το πιστεύετε; Τι λοιπόν! Τουναντίον ταύτα
+είναι γεγονότα πραγματικά, τα οποία σήμερον παρατηρούνται και τα
+οποία θα καταστώσι συν τω χρόνω σημαντικώτερα, εφ' όσον η κοινωνία
+μας θα καθίσταται επί μάλλον και μάλλον σοσιαλιστική.
+
+Τι κάμνουν σήμερον οι κύριοι πολιτικολόγοι, όταν θέλουν να
+αφιερωθούν εις σοσιαλιστικόν τινα ή άλλο πείραμα; Δανείζονται από
+την κυβέρνησιν. Διά του μέσου των ταμιευτηρίων, συλλέγουν τους
+οβολούς των εργατών διά της εκδόσεως μετοχών και αξιών ηγγυημένων
+υπό του κράτους, σύρουν προς εαυτούς τα μεγάλα κεφάλαια.
+
+Διά να ομιλήσωμεν ειλικρινώς ο ούτω συσσωρευμένος πλούτος
+καταστρέφεται κατά μέγα μέρος υπ' αυτών, ας παραδεχθώμεν όμως ότι
+τον χρησιμοποιούν φρονίμως· η ετησία πρόσοδος την οποίαν εν
+τοιαύτη περιπτώσει πληρώνει το κράτος δεν είναι της αυτής φύσεως
+με εκείνην, την οποίαν ο υφαντουργός θα ελάμβανε παρά του
+χρυσοθήρα;
+
+Το λαϊκοσοσιαλιστικόν κράτος θα έχη ανάγκην να δανεισθή τόσον και
+περισσότερον από το αστικοσοσιαλιστικόν κράτος, εις το οποίον
+έχομεν την ευτυχίαν να ζώμεν σήμερον. Εάν δεν θέλη να πληρώση
+τίποτε διά την χρήσιν των ζητουμένων παρ' αυτού οικονομικών
+αγαθών, οι υπήκοοι του δεν θα σπεύσουν να του τα χορηγήσουν. Εάν
+πληρώση τι, ο κεφαλαιούχος γεννάται εκ νέου και εμφανίζεται πάλιν
+εν τη νέα κοινωνία. Θα είναι μάλιστα πολύ καλύτερα εκεί από την
+κοινωνίαν, εις την οποίαν μόνον ο ελεύθερος συναγωνισμός θα
+καθώριζε την διαμονήν του πλούτου, διότι συνεννοούμενος μετά των
+κυρίων πολιτικών — ανθρώπους, των οποίων η αρετή δεν είναι γενικώς
+μεγάλη — θα δυνηθή διά μιας τεχνητής αιτήσεως κεφαλαίων να υψώση
+το επιτόκιον και αφ' ετέρου δεν θα διατρέξη ουδένα κίνδυνον, εις
+όσους υπόκεινται οι κεφαλαιούχοι υποχρεωμένοι να διακινδυνεύουν τα
+κεφάλαιά των εις επιχειρήσεις κατά το μάλλον ή ήττον
+τυχοδιωκτικάς, εις τας οποίας δύνανται να χάσουν τόκον και
+κεφάλαιον (29).
+
+Είναι πολύ δύσκολον να καταστραφή η ιδιοκτησία των οικονομικών
+αγαθών τα οποία ονομάζομεν &κεφάλαια&, εάν δεν καταστρέψωμεν
+συγχρόνως και τα άλλα οικονομικά αγαθά. Τούτο καλώς ηνόησαν
+σοσιαλιστικαί τινες τάσεις.
+
+Ο Πέτρος Κροπότκιν έχει δίκαιον λέγων «ότι εις την κοινωνίαν μας
+υπάρχουν σχέσεις καθωρισμέναι, τας οποίας είναι υλικώς αδύνατον να
+τροποποιήσωμεν, εάν τας θίξωμεν μερικώς μόνον». (Η κατάκτησις του
+ψωμιού σελ. 57). Και είναι πολύ λογικός αρνούμενος να παραδεχθή
+την τιθεμένην υπό των σοσιαλιστών διάκρισιν, οι οποίοι λέγουν:
+«ζητούμεν την απαλλοτρίωσιν του εδάφους, του υπεδάφους, των
+εργοστασίων. Πάντα ταύτα είναι μέσα παραγωγής και θα ήτο δίκαιον
+να μετεβάλλοντο εις κοινήν ιδιοκτησίαν. Εκτός όμως τούτων υπάρχουν
+και τα αντικείμενα της καταναλώσεως: η τροφή, το ένδυμα, η
+κατοικία, τα οποία πρέπει να μείνουν ατομική ιδιοκτησία».
+
+Λογικώς υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ των θεωριών, αι οποίαι
+επιζητούν την καταστροφήν ενός μόνον είδους ιδιοκτησίας — της του
+κεφαλαίου — και των θεωριών, των επιζητουσών την καταστροφήν πάσης
+φύσεως ιδιοκτησίας μηδ' αυτής της &μπουκιάς& του άρθρου
+εξαιρουμένης.
+
+Αι πρώται ευρίσκουν αναρίθμητα εμπόδια εκ της αυθαιρέτου
+διακρίσεως, την οποίαν θέλουν να θέσουν μεταξύ των ιδιοκτησιών των
+οποίων την εξαφάνισιν επιζητούν, και εκείνων των οποίων θέλουν την
+διατήρησιν. Αι δεύτεραι αποφεύγουν τας δυσκολίας ταύτας
+υπερπηδώσαι δυσκολίας ακόμη μεγαλυτέρας, αίτινες είναι η συνέπεια
+της υποθέσεως ότι δυνατόν να παραμεληθή το άκρως ισχυρόν αίσθημα
+το ωθούν τον άνθρωπον και αυτό το ζώον εις την οικειοποίησιν των
+χρησίμων αυτώ αντικειμένων.
+
+Σοσιαλιστικαί τίνες τάσεις απομακρύνουν έτι την αφετηρίαν των
+δυσκολιών, τας οποίας δύνανται να συναντήσουν, παραδεχόμενοι ότι η
+ανθρωπίνη φύσις δύναται να γίνη τελείως διάφορος της σήμερον
+γνωστής (30). Εάν παραδεχθώμεν την υπό θέσιν ταύτην, η φαντασία
+τότε ελευθέρως δύναται να δημιουργή κοινωνικά συστήματα. Δεν
+δυνάμεθα εις τίποτε ν' αντιτείνωμεν, διότι θα είναι πάντοτε
+δυνατόν να φαντασθώμεν είδος ανθρωπίνης φύσεως αποδεχομένης το
+προτεινόμενον σύστημα. Η πολιτική οικονομία μελετά τας πράξεις του
+ανθρώπου, όπως ούτος υφίσταται και όχι όπως μας αρέσει να τον
+φανταζόμεθα.
+
+Δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν ότι ο συλλογισμός μας αναφορικώς προς
+την παραγωγικότητα της εργασίας παρουσιάζει την αξίαν χρήσεως
+αυξανομένην, αλλά δεν εξηγεί την αύξησιν, η οποία εν τούτοις
+παρουσιάζεται εν τη κοινωνία μας εις το ποσόν των ανταλλακτικών
+αξιών.
+
+Και τούτο διότι παρεδέχθημεν μίαν υπόθεσιν του Κ. Μαρξ η οποία δεν
+είναι εν αρμονία με τα γεγονότα. Όταν δι' ενός μέσου, το οποίον
+δεν είναι ευκόλως διαθέσιμον παρ' όλων παρουσιάζεται
+επαγγελματικόν μυστικόν, εφεύρεσις, η χρησιμοποίησις νέας
+ποσότητος κεφαλαίου, ελλαττούμεν κατά το ήμισυ τον αναγκαίον
+χρόνον διά να παραγάγωμεν ποσότητα τινά εμπορεύματος, τότε δεν
+είναι αληθές ότι και η ανταλλακτική αξία (τιμή) του εμπορεύματος
+τούτου ελλαττούται κατά το ήμισυ: Η νέα αύτη αξία θα είναι
+μεγαλυτέρα του ημίσεως της αρχικής αξίας, και ούτω η ανταλλακτική
+αξία του όλου της παραγωγής του εμπορεύματος τούτου θα είναι
+μεγαλυτέρα από ότι ήτο προηγουμένως.
+
+Πρέπει εισέτι να παρατηρήσωμεν ότι και όταν ακόμη θα επιτύχωμεν ν'
+αποδείξωμεν ότι το μέρος της ανταλλακτικής αξίας το υπό του
+κεφαλαιούχου λαμβανόμενον αφηρέθη εκ της εργασίας, δεν θα έχομεν
+αποδείξει ότι η επέμβασις του κεφαλαιούχου προξενεί βλάβην εις
+τους εργάτας.
+
+Ο Κ. Μαρξ το πιστεύει. Αλλ' εκείνο το οποίον φαντάζεται εις τον
+συλλογισμόν του, όπως και εις πολλούς άλλους και ιδίως εις τους
+συλλογισμούς των ευπίστων της σχολής του προστατευτικού εμπορίου
+παραδεχόμενος ότι υφίστανται τοιαύτα ακόμη μεταξύ των ανθρώπων των
+μη εχόντων ως δικαιολογίαν την άγνοιαν των οικονομικών νόμων = είναι
+ότι η λέξις &αξία& συγχέεται συνήθως με την λέξιν &πλούτος&. Είναι
+ολίγον αστείον να είπωμεν εις οιονδήποτε ότι του αφαιρούμεν μέρος
+ανταλλακτικών του αξιών και του αυξάνουμεν συγχρόνως την ευτυχίαν
+του· και εν τούτοις τούτο είναι πιθανώτατον διότι η ευτυχία μας
+εξαρτάται μόνον εκ των αξιών χρήσεως (οικονομικών χρησιμοτήτων)
+των αγαθών, τα οποία χρησιμοποιούμεν, και ουχί εκ των
+ανταλλακτικών αξιών.
+
+Ούτω και όταν θα ηθέλαμεν αποδεχθή μετά του Κ. Μαρξ, ότι ο
+κεφαλαιούχος οικειοποιείται μέρος της ανταλλακτικής αξίας της
+δημιουργηθείσης υπό του εργάτου, δεν θα είχομεν αποδείξει εισέτι,
+ότι ο κεφαλαιούχος είναι επιβλαβής, διότι πιθανόν ο εργάτης να
+είχε ακόμη εις την διάθεσίν του σημαντικωτέραν αξίαν χρήσεως, από
+εκείνην, την οποίαν θα έχη εις άλλο σύστημα κοινωνικής οργανώσεως.
+
+Θα έπρεπε να συμπληρωθή η θεωρία του Κ. Μαρξ διά του
+&ορειχαλκίνου& νόμου του Lassalle ίνα η απόδειξις συμπληρωθή. Εάν
+πράγματι το καπιταλιστικόν σύστημα ηνάγκαζε τον εργάτην να έχη το
+μίνιμουμ του απαραιτήτου διά να ζήση και αναπαραχθή, είναι φανερόν
+ότι εν πάσει περιπτώσει δεν θα είχε τίποτε να λάβη ή το παν να
+κερδίση επιχειρών την αλλαγήν του συστήματος.
+
+Αλλ' η θεωρία αύτη του Lassalle διαψεύδεται καθ' εκάστην υπό των
+γεγονότων (31), και δεν δυνάμεθα να την χρησιμοποιήσωμεν ως βάσιν
+επιστημονικού συλλογισμού.
+
+Η κριτική την οποίαν εκάμαμεν επί του έργου του Κ. Μαρξ είναι
+καθαρώς αρνητική.
+
+Είδομεν ότι δεν ήτο δυνατόν λογικώς να παραδεχθώμεν την απόδειξιν
+της αντιλήψεως ότι η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων μετράται
+υπό του ποσού της απλής εργασίας της περιεχομένης εις αυτά. Και
+εξετάσαμεν πώς εγγεννάτο το σόφισμα, το οποίο καθίστα εσφαλμένον
+τον συλλογισμόν.
+
+Ο Κ. Μαρξ παραγνωρίζει τον χαρακτήρα του κεφαλαίου, ότι είναι
+οικονομικόν αγαθόν όπως όλα τα άλλα και είς των πολλών παραγόντων
+της παραγωγής, της συνισταμένης απλώς εις τας τροποποιήσεις της
+εργασίας, των υπηρεσιών των κεφαλαίων και άλλων οικονομικών
+αγαθών, είς τινα οικονομικά αγαθά, τα οποία oνομάζομεν προϊόντα.
+
+Μία συνέπεια της εις το κεφάλαιον αποδόσεως ιδιότητος οικονομικού
+αγαθού είναι ότι έχει τους αυτούς λόγους να αποδεχθή ή να αρνηθή,
+ότι τούτο έχει χρησιμότητα εν τη κοινωνία, ότι η χρήσις του
+κεφαλαίου πρέπει να πληρώνηται, ή ότι η χρήσις παντός άλλου
+οικονομικού αγαθού συμβάλλοντος εις την παραγωγήν πρέπει ν'
+αμείβεται.
+
+Εξητάσαμεν επ' αυτού τας δυσκολίας τας οποίας συναντώμεν θέλοντες
+να καταστρέψωμεν την ιδιοκτησίαν επί του κεφαλαίου, ενώ
+διατηρούμεν την ιδιοκτησίαν επί των άλλων οικονομικών αγαθών.
+
+Τέλος, ίδωμεν ότι και εάν αποδεχθώμεν την βασικήν αρχήν του Κ.
+Μαρξ, δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι η ύπαρξις του κεφαλαιούχου
+είναι επιβλαβής εις την κοινωνίαν.
+
+Πάντα όμως ταύτα δεν μας γνωρίζουν τας θεωρίας, αίτινες δέον ν'
+αντικαταστήσουν τας του Κ. Μαρξ, ούτε τα μέσα διά να επιτύχωμεν το
+μάξιμουμ της ευημερίας διά την κοινωνίαν.
+
+Την απάντησιν εις τα ζητήματα ταύτα θα εύρωμεν εις την πολιτικήν
+οικονομίαν, των ζητημάτων δε τούτων η λύσις θα είναι η συνέπεια
+μιας πλήρους θεωρίας ανταλλαγής και παραγωγής.
+
+Προ πολλού ήδη η πολιτική οικονομία απέδειξε ότι ο ελεύθερος
+συναγωνισμός είναι ο αναγκαίος όρος, διά την επίτευξιν του
+μάξιμουμ της ευημερίας του ατόμου και του είδους, και αι
+τελευταίαι εργασίαι της επιστήμης απέδωσαν τόσην ακρίβειαν εις την
+απόδειξιν του θεωρήματος τούτου, ώστε δυνάμεθα σήμερον δικαίως να
+το θεωρώμεν ως το μάλλον ασφαλώς βέβαιον εις την κοινωνικήν
+επιστήμην.
+
+IV
+
+Το βιβλίον του Κ. Μαρξ περιέχει επίσης αρκετά σημαντικόν
+περιγραφικόν και ιστορικόν μέρος επί της αγγλικής βιομηχανίας. Η
+λογική του μέρους τούτου φαίνεται πολύ ελαφρά. Σπανίως βλέπομεν
+απόπειραν συλλογισμού αυστηρού διά την σύνδεσιν των γεγονότων, εκ
+των οποίων ο Κ. Μαρξ εξάγει τας συνεπείας, φαίνεται δε ότι
+επαφίεται την φροντίδα ταύτην εις απλήν συγκέντρωσιν ιδεών κατά το
+πλείστον ανηκουσών εις το κεφάλαιον της συγκινήσεως.
+
+Τούτο άλλως τε είναι το σύνηθες σύστημα των σοσιαλιστικών σχολών.
+Πρόκειται ν' αποδείξουν ότι γεγονότα αξιόμεμπτα είναι συνέπεια του
+κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Αποδεικνύουν, πράγμα που δεν είναι το
+ίδιον, ότι τα γεγονότα ταύτα συνυπάρχουν εις την κοινωνίαν μαζύ με
+το καπιταλιστικόν σύστημα (32). Ο συλλογισμός θα ήτο καλός μόνον
+δι' εκείνους, οι οποίοι διατείνονται, ότι τα πάντα είναι θαυμάσια
+εις τον κόσμον τούτον και ότι το καπιταλιστικόν σύστημα έχει την
+θαυματουργόν αρετήν να επιβάλη την δικαιοσύνην και τιμιότητα επί
+της γης.
+
+Βεβαίως υπήρχον πολλαί αστείαι προσωπικότητες έτοιμαι να εκφράσωσι
+τον θαυμασμόν των διά την υφισταμένην κατάστασιν των πραγμάτων, να
+ενθουσιασθούν διά τας αρετάς των και ν' ανακράζουν μετά του
+Βιργιλίου.
+
+Magnus ab integro sæclorum nascitur ordo. Jam redit er Virgo;
+redeunt Saturnian regna; Jam nova progenus cœlo dimittitur alto.
+
+Μετέβαινον να διδάξουν εις τους πτωχούς, την ταπείνωσιν, την
+υποταγήν και το σέβας προς τους μεγάλους της γης, κατορθώσαν δ'
+ακόμη και να συγκινηθούν διά την τύχην των μαύρων των εργαζομένων
+υπό το μαστίγιον των φυτευτών της Βιργινίας. Σήμερον λιβανίζουν
+τους πολιτευομένους και διαδίδουν σοφίσματα διά να δικαιολογήσουν
+την σπατάλην του δημοσίου ταμείου. «Επενόησαν δ' ακόμη, λέγει ο
+Παύλος Κουριέ, ατελή τινα υπηρεσίαν, ην και ο αυλικός θα ηρνείτο,
+ή τουλάχιστον δεν θα εθεώρει τιμήν του να την ενεργήση».
+
+Δεν είναι όμως μόνον οι βασιλείς, οίτινες έχουν αυλικούς, είχεν
+ακόμη και ο Δήμος εποχής του Αριστοφάνους· σήμερον δ' ακόμη δεν
+παρουσιάζεται έλλειψις τοιούτων. Αλλ' οι αυλικοί και οι συνένοχοι
+των πολιτευομένων αποτελούν λεγεώνα και πάντες ομού καταβροχθίζουν
+σοβαράν μερίδα πλούτου, τον οποίον παράγει η εργασία ηνωμένη με το
+κεφάλαιον.
+
+Ο κ. W. G. Summer απέδειξε (33) ότι χάρις εις την καταστροφήν
+αυτήν του πλούτου συμβαίνει, ώστε οι πλούσιοι να γίνωνται,
+πλουσιώτεροι και οι πτωχοί πτωχότεροι. Ιδέτε εις τας Ηνωμένας
+Πολιτείας τας μεγάλας περιουσίας, αι οποίαι εδημιουργήθησαν διά
+μέσου της προστασίας ή διά παντός άλλου είδους κλοπής
+επιτευχθεισών χάρις εις την βοήθειαν της κυβερνήσεως· σημειώσατε
+όμως ότι, εάν κεφαλαιούχοι τινές κατώρθωσαν να πλουτίσουν εις
+βάρος άλλων κεφαλαιούχων ουδέν όμως των (οικειοποιημένων)
+κεφαλαίων δεν εσχηματίσθη ούτως· τουναντίον η αλλοίωσις της
+φυσικής διανομής του πλούτου υπήρξε αιτία μιας τεραστίας
+καταστροφής δημιουργουμένων κεφαλαίων, παρεμποδίσασα επίσης την
+αύξησιν των γενικών κεφαλαίων της χώρας κατά τόσον βαθμόν, όσον θα
+επετυγχάνετο αύτη με την οικονομικήν ελευθερίαν.
+
+Και ούτως ο μέγας κλέπτης προξενεί εις την κοινωνίαν καταστροφήν
+μη υπολογιζομένην μόνον διά του ποσού του κλαπέντος πλούτου· διότι
+το μεγαλύτερον κακόν το παρεμποδίζον την παραγωγήν σημαντικής
+ποσότητος πλούτου είναι η έλλειψις ασφαλείας ήτις θα υπήρχε υπό
+σύστημα οικονομικής ελευθερίας.
+
+Διά παρομοίαν αιτίαν αι κοινότητες του Μεσαιώνος εύρον συμφέρον
+των να πληρώσουν ισχυρά ποσά διά ν' απαλλαγούν της προστασίας των
+κυρίων των. Και αν διά ν' απαλλαγούν σήμερον της προστασίας των
+πολιτευομένων ήτο δυνατόν να ακολουθηθή η αυτή οδός, πάντες θα το
+απεδέχοντο.
+
+Πλείστοι καταχρώνται των θεωριών της πολιτικής οικονομίας και
+ατιμάζουν την επιστήμην διά να δικαιολογήσουν τα κακουργήματα των
+πολιτευομένων. Διά των σοφισμάτων των ενθυμίζουν τους καζουιστάς
+ότι ο Πασχάλ έθεσε υπό το μαρτύριον εις τα Provemiales. Αι αυταί
+μέθοδοι, οι αυτοί συλλογισμοί, η αυτή απουσία ηθικού αισθήματος
+παρατηρούνται. Τας αρχάς της επιστήμης αναγνωρίζουν και αυτοί και
+διαδηλούν δημοσίως την αλήθειάν των, εν τούτοις όμως διά σειράς
+δολίων συλλογισμών εξάγουν συμπεράσματα άτινα αποκρούει ο κοινός
+νους.
+
+Πόσοι διακηρύσσουν εαυτούς συμπαθείς προς την ελευθέραν ανταλλαγήν
+και καταλήγουν επιδοκιμάζοντες τα μέτρα του προστατευτικού
+συστήματος. Πόσοι δήθεν οικονομολόγοι, αφού αξιωματικώς το κράτος
+διεκήρυξεν ότι το κράτος δέον να επαγρυπνή επί της ακεραιότητος
+των νομισμάτων, καταλήγουν, όπως δικαίως τους μέμφεται ο Κ. Μαρξ,
+εις το να επιδοκιμάζουν τας κυβερνήσεις, αι οποίαι τα
+κιβδηλοποιούν.
+
+Παρετηρήθησαν εις την Ιταλίαν κυβερνήσεις εκδίδουσαι κίβδηλον
+χαρτονόμισμα, το οποίον διένειμαν εις τας επιχειρήσεις τας
+διατελούσας υπό την προστασίαν των. Παρετηρήθησαν κυβερνήσεις,
+αίτινες αντί να επαγρυπνούν διά την εφαρμογήν του νόμου επίεζον
+τραπέζας εκδόσεως τραπεζογραμματίων εις το να τον παραβαίνουν.
+Κατέληξαν μέχρι του σημείου να κλείσουν τους οφθαλμούς των εις τα
+σκάνδαλα της Τραπέζης της Ρώμης, διότι η τράπεζα τοις παρέσχε
+υπηρεσίας και χρήμα διά τας εκλογάς.
+
+Άνθρωποι αποκαλούντες εαυτούς οικονομολόγους προσεπάθησαν να
+δικαιολογήσουν τας ενόχους ταύτας μηχανορραφίας υπαινισσόμενοι την
+«κατεύθυνσιν της προθέσεως» ήτις, κατ' αυτούς ήτο αγνή τιμία.
+
+Η πολιτική οικονομία δεν είναι υπεύθυνος διά τα σοφίσματα ταύτα·
+υπενθυμίζοντες την θεωρίαν κατά την οποίαν ελεύθερος συναγωνισμόν
+παράγει το μάξιμουμ της ευμερίας διά τον άνθρωπον και το είδος,
+δεν ηθελήσαμεν ουδ' επί στιγμήν να δικαιολογήσωμεν τας
+καταχρήσεις, αίτινες λαμβάνουν χώραν εν τη κοινωνία μας.
+
+Τας καταχρήσεις ταύτας, τας οποίας οι ελεύθεροι οικονομολόγοι
+πάντοτε απεδοκίμασαν, τας εγκαταλείπωμεν εξ ολοκλήρου εις την
+μήνιν των σοσιαλιστικών σχολών. Ας παρατηρηθή όμως ότι σχεδόν όλαι
+εδημιουργήθησαν ένεκα της επεμβάσεως του κράτους. Είναι δε τελείως
+απίθανον ότι η επέκτασις των δικαιωμάτων του κράτους θα θεραπεύση
+το κακόν. Ο αστικός σοσιαλισμός, ο οποίος κατέκλυσε την κοινωνίαν
+μας ενεργεί με τας αυτάς αρχάς, με τας οποίας και ο λαϊκός ο
+επιζητών την αντικατάστασιν του πρώτου. Αι καταχρήσεις του ενός
+μας κάμουν να προΐδωμεν τας καταχρήσεις του άλλου.
+
+Είναι δε τιμή και δόξα της πολιτικής οικονομίας το γεγονός ότι από
+του Adam Smith μέχρι σήμερον, απεκάλυψεν αύτη εις τον κόσμον τα
+δημιουργηθέντα κακά διά της αυθαιρέτου επεμβάσεως των κυβερνήσεων
+διανεμουσών εις τους οπαδούς των τον παραχθέντα εις την χώραν
+πλούτον· εις μάτην επεχείρησαν να υποβιβάσωσι την αξίαν των έργων
+του Bartiat και να εισαγάγουν εν τη επιστήμη μεταφυσικάς
+αντιλήψεις, εκ των οποίων αύτη είχεν απαλλαγή. Υπάρχει μεγαλυτέρα
+γνώσις, το σατυρικόν έργον του Bartiat, «la Physiologique de la
+Spoliation» παρά εις τους ογκώδεις τόμους των από καθέδρας
+σοσιαλιστών.
+
+Φυσικά ο Κ. Μαρξ απέχει πολύ από του να αναγνωρίση την ελαχίστην
+αξίαν εις τας θεωρίας της οικονομικής επιστήμης. Διευθύνει τα
+ισχυρότερα βέλη του εναντίον «της αστικής πολιτικής οικονομίας»,
+και την καθιστά υπεύθυνον διά πάσαν ανοησίαν, γραφομένην υπό
+παντός «αστού» συγγραφέως. Το μικρότερον ελάττωμα των
+οικονομολόγων είναι ότι είναι «συκοφάνται», ότι συγγράφουν
+«παιδαριώδεις θεωρίας».
+
+Εξ άλλου θέτει κατά μέρος τους φυσιοκράτας, αλλά συγκεντρώνει όλας
+τας άλλας οικονομικάς σχολάς, και ο αναγνώστης πρέπει να υπολογίζη
+επί των ιδίων φώτων διά να δυνηθή να χωρίση τα σφάλματα, με τα
+οποίαι επιβαρύνουν τους ελευθέρους οικονομολόγους από τα σφάλματα
+των άλλων συγγραφέων ως του Thiers, οι οποίοι δεν θα έπρεπε να
+υπολογισθούν μεταξύ των οπαδών του κατηραμένου laisser — faire.
+
+Ο Κ. Μαρξ αναφέρει καί τινα Edmond Potter, ο οποίος κατά το 1863
+ήθελε να εμποδίση την μετανάστευσιν των Άγγλων εργατών. Ο κύριος
+ούτος έγραφε: «ενθαρρύνετε ή &επιτρέπετε& την μετανάστευσιν της
+δυνάμεως της εργασίας και τι θα απογίνη ο κεφαλαιούχος; Ο Κ. Μαρξ
+μέμφεται δικαίως τας λέξεις ταύτας, αλλά διατί δεν λαμβάνει υπ'
+όψει ότι εις το σημείον αυτό τουλάχιστον οι &συκοφάνται& της
+ελευθέρας πολιτικής οικονομίας, «οι ιδεολόγοι του κεφαλαίου» έχουν
+την ευτυχίαν να συμφωνούν μετ' αυτού; Παν μέτρον τείνον εις την
+παρεμπόδισιν του εργάτου του διαθέτειν ελευθέρως την εργασίαν του
+και τον εαυτόν του κατηγορείται υπό της σχολής του laisser—faire·
+Νυν δε ο κ. de Molinari επέμεινε πολύ επί της
+πραγματοποιηθησομένης προόδου εν τη κοινωνία μας, ίνα ο εργάτης
+δυνηθή ευκόλως να προσφέρη την εργασίαν του εν τη αγορά, εν τη
+οποία αύτη αμείβεται καλύτερον (34).
+
+Δεν πρέπει επίσης να λησμονήσωμεν ότι αι προθέσεις των εργοδοτών
+περί παρεμποδίσεως της μεταναστεύσεως των εργατών ουδεμιάς έτυχον
+υποστηρίξεως παρά της Αγγλικής κυβερνήσεως, ωθουμένης από τας
+φιλελευθέρας αρχάς του Cobden και John Bright, ενώ τελευταίως εν
+Ιταλία, μία κυβέρνησις προστατευτική εξέδιδε διά να φανή ευάρεστος
+είς τινας γαιοκτήμονας φίλους της, αποφάσεις κανονιζούσας δήθεν
+την μετανάστευσιν κυρίως όμως δυσχεραινούσας αυτήν.
+
+Επί πολλών άλλων ακόμη σημείων οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι
+συμφωνούν με τον Κ. Μαρξ· π. χ. κατηγορούν την εκμετάλλευσιν της
+εργασίας των γυναικών και παιδίων από τα άτομα υπό την προστασίαν
+των οποίων διατελούν. Η συμφωνία όμως σταματά όταν πρόκειται να
+ευρεθή η αιτία των γεγονότων τούτων.
+
+Διά τον Κ. Μαρξ η αιτία ευρίσκεται μόνον εις το κεφαλαιοκρατικόν
+σύστημα· αλλ' εάν τούτο ήτο αληθές το αποτέλεσμα δεν θα
+εξηφανίζετο μετά της αιτίας του; Ενώ όλως τουναντίον παρατηρούμεν,
+διότι τας γυναίκας και τα παιδία τα κακομεταχειρίζονται
+περισσότερον εις τας πρώτας κοινωνίας, ένθα δεν υφίστατο
+κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, και όπου αύται ευρίσκονται εις
+πρωτόγονον κατάστασιν, ενώ εις την κοινωνίαν μας έτυχον αναπτύξεως
+σημαντικής (35).
+
+Βεβαίως αν δεν υπήρχον εργοστάσια ο πατήρ δεν θα ηδύνατο να
+απέστελλεν εκεί τα τέκνα του.
+
+Αλλά δεν υπάρχει άλλο μέσον διά να επωφεληθή αυτών; Η σωματεμπορία
+υφίσταται ακόμη εν Ευρώπη.
+
+Τελευταίως συνελήφθη εις Τεργέστην άτομόν τι αναχωρούν διά τας
+Ινδίας με πολλάς νεαράς κορασίδας, τας οποίας θα παρέδιδεν εις
+τους Radjahs. Ίσως και να ήσαν αφιερωμέναι εις τους μεγάλους
+τούτους, περί ων ομιλεί ο Κ. Μαρξ και θα επληρώνοντο με το ένα εκ
+των τριών μερών, του αφιερωμένου προϊόντος «διά την απλήν και
+προοδευτικήν παραγωγήν του κεφαλαίου». Εις την Νεάπολιν πατέρες
+πωλούν τα τέκνα των διά να επαιτούν εις τους δρόμους και να
+παίζουν όργανα. Η τύχη των πτωχών τούτων μικρών αθλίων δεν είναι
+ολιγώτερον σοβαρά εκείνης, την οποίαν περιγράφει ο Κ. Μαρξ,
+σχετικώς με τα παιδία τα εργαζόμενα εις τα αγγλικά εργοστάσια.
+
+Ίσως θα μας είπουν ότι η δυστυχία αναγκάζει τους πατέρας εις την
+ακρότητα ταύτην. Τούτο είναι αληθές, αλλά τι έπεται εκ τούτου; Η
+δυστυχία αύτη δεν είναι ο αποκλειστικός σκοπός του καπιταλιστικού
+συστήματος, αφού υφίσταται εις κοινωνίας, εις τας οποίας το
+σύστημα τούτο δεν υπάρχει. Εν πάση περιπτώσει είναι ανωφελές να
+σταματώμεν επί των αποτελεσμάτων της δυστυχίας, διότι αν υφίσταται
+σύστημα, διά του οποίου τούτο αποφεύγεται, ουδείς λογικός και
+τίμιος θα αντετίθετο.
+
+Διά να λύσωμεν έν τοιούτον πρόβλημα δεν αρκεί να σημειώσωμεν απλώς
+τα κακά εξ ων πάσχει η κοινωνία μας. Πρώτον διότι πρέπει να
+χωρίσωμεν τα παραγόμενα υπό του αστικού σοσιαλισμού, όστις χάρις
+εις τους πολιτευομένους κατακλύζει επί μάλλον και μάλλον την
+κοινωνικήν μας οργάνωσιν (36), από εκείνα τα οποία είνε συνέπεια
+του ελευθέρου συναγωνισμού. Κατόπιν διότι θα πρέπη να αποδείξωμεν
+ότι έν άλλο σύστημα θα περικλείη ολιγώτερα, και τούτο μέχρι
+σήμερον δεν έγεινεν.
+
+Η εν τούτω άποψις της πολιτικής οικονομίας θαυμασίως εξεφράσθη υπό
+του κ. Demolinari, του οποίου δεν έχομεν παρά να μεταφέρωμεν τας
+λέξεις.
+
+«Η παραγωγή ηύξησεν, ο πλούτος επολλαπλασιάσθη, η αλληλεγγύη
+επεξετάθη, ο πόλεμος έπαυσε να είναι αναγκαίος διά να περιφρουρήση
+τον πολιτισμόν, αλλ' η ομαδική και η ατομική κυβέρνησις δεν
+κατώρθωσεν εισέτι να συμμορφωθή προς τας νέας συνθήκας της ζωής,
+τας οποίας η οικονομική πρόοδος εδημιούργησεν εις τας κοινωνίας
+και τα άτομα. Η τήρησις των ομαδικών και ατομικών δικαιωμάτων και
+καθηκόντων δεν επραγματοποίησεν ουδεμίαν σημαντικήν πρόοδον·
+δυνάμεθα να υποστηρίξωμεν ακόμη όχι εάν επροώδευσεν είς τινα
+σημεία, εις άλλα οπισθοδρόμησε.
+
+Αντί να εφαρμόσουν ακριβέστερον τους θετικούς νόμους εις τα φυσικά
+δικαιώματα των ατόμων τι κάμνουν αι κυβερνήσεις; Επεκτείνουν καθ'
+εκάστην αυθαιρέτως διά των νόμων των μονοπωλίων και της
+προστασίας, την ιδιοκτησίαν και ελευθερίαν των μεν εις βάρος της
+ιδιοκτησίας και ελευθερίας των δε, προστατεύουν τα κέρδη των
+βιομηχάνων και τας προσόδους των ιδιοκτητών, εναντίον των
+ημερομισθίων των εργατών, μέχρις ότου οι εργάται κύριοι της
+μηχανής υπαγορεύσουν νόμους, προστατεύσουν τα ημερομίσθιά των εις
+βάρος των κερδών των βιομηχάνων και των προσόδων των ιδιοκτητών.
+Εξαναγκάζουν όλας τας υπάρξεις εις μίαν μόνιμον αστάθειαν πότε
+ανυψούσαι και πότε περιορίζουσαι τα εμπόδια, τα οποία έστησαν
+εναντίον της ελευθερίας της εργασίας και της ανταλλαγής. Αντί να
+συμφωνήσουν διά να εξασφαλίσουν την ειρήνην, όπως τούτο θα
+κατορθούτο με μίνιμουμ δαπάνης, επιδεινώνουν συνεχώς το βάρος της
+προετοιμασίας του πολέμου, αναμένουσαι την κατάλληλον στιγμήν διά
+να τον εξαπολύσουν καταστρεπτικώτερον και αιματηρότερον παρά ποτέ.
+Πανταχού αι κυβερνώσαι τάξεις έχουν υπ' όψιν των μόνον τα σημερινά
+και εγωιστικά συμφέροντά των και χρησιμοποιούν την εξουσίαν των
+διά την ικανοποίησίν των χωρίς να ενδιαφέρωνται να μάθουν εάν
+ταύτα είναι σύμφωνα ή όχι προς το γενικόν και μόνιμον συμφέρον της
+κοινωνίας».
+
+Το συμφέρον τούτο η Πολιτική οικονομία λέγει ότι δεν δύναται άλλως
+να επιτευχθή ειμή διά του ελευθέρου συναγωνισμού, ότι παν προ
+αυτού τιθέμενον εμπόδιον είναι επιβλαβές, ότι προστασία
+(προστατευτικόν σύστημα) σημαίνει &καταστροφή πλούτου&, και τέλος
+ότι το πλείστον των κακών, των παρατηρουμένων εν τη κοινωνία μας,
+προέρχεται, όπως λέγη ο κ. καθηγητής Todde, όχι από κατάχρησιν
+ελευθερίας, αλλά τουναντίον από την έλλειψιν της αναγκαίας
+ελευθερίας. Όλα τα γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν, μας οδηγούν εις
+το συμπέρασμα τούτο, όπως και κάθε νέον παρατηρούμενον γεγονός το
+επιβεβαιοί.
+
+Από οιονδήποτε μέρος και εάν προέρχεται πάσα προσβολή εναντίον της
+οικονομικής ελευθερίας είναι κακόν. Εάν η ελευθερία αύτη
+παραβιάζεται είτε εν ονόματι του αστικού σοσιαλισμού είτε εν
+ονόματι του λαϊκού τοιούτου το αποτέλεσμα είναι το ίδιον, δηλαδή
+καταστροφή πλούτου, η οποία εις το τέλος επιβαρύνει το πτωχότερον
+μέρος και κατά συνέπειαν τον πολυαριθμότερον πληθυσμόν, του οποίου
+τας δυστυχίας επιδεινώνει.
+
+ Vilfredo Pareto
+
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι.
+
+ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ
+
+
+
+I. Οι δύο συντελεσταί του εμπορεύματος: αξία χρήσεως και
+ανταλλακτική αξία ή κυρίως αξία.
+
+Το εμπόρευμα είναι αντικείμενον, όπερ αποκτώμενον διά της
+ανθρωπίνης εργασίας, αντί να καταναλίσκεται υπό του παραγωγού του
+ανταλλάσσεται και διά των ιδιοτήτων του ικανοποιεί πάσαν ανάγκην
+του ανθρώπου αμέσως μεν ως μέσον συντηρήσεως, εμμέσως δε ως μέσον
+παραγωγής.
+
+Η χρησιμότης είναι λοιπόν η πρώτη, η απαραίτητος ιδιότης του
+εμπορεύματος· η χρησιμότης, η εκδηλουμένη εν τη χρήσει ή εν τη
+καταναλώσει, του δίδει την &αξίαν χρήσεως&.
+
+Και ακριβώς διότι το εμπόρευμα κέκτηται αξίαν χρήσεως, αποκτά και
+ανταλλακτικήν αξίαν. Προϊόν τελείως άχρηστον δεν είναι δυνατόν να
+είναι ανταλλάξιμον. Εμπορεύματα φύσεως διαφόρου, ανταλλάσσονται
+εις αναλογίας διαφόρους· δεν ανταλλάσσομεν μίαν λίτραν σιδήρου
+αντί μιας λίρας χρυσής, ούτε λίτραν σίτου αντί λίτρας αδαμάντων
+αλλ' ανταλλάσσομεν πολλούς στατήρας σιδήρου αντί μιας λίρας χρυσής
+και πλείστα εκατόλιτρα σίτου αντί ενός αδάμαντος.
+
+Ίνα δύο εμπορεύματα φύσεως και αναλογίας διαφόρου δύνανται ν'
+αξίζουν εξ ίσου πρέπει και τα δύο να περιέχουν εν ίση ποσότητι
+&κοινήν σύμμετρον ύλην&.
+
+Τετράγωνον ισούται προς τρίγωνον, όταν αι γραμμαί του περιβάλουν
+ίσην επιφάνειαν· η επιφάνεια είναι το κοινόν γνώρισμα όλων των
+σχημάτων της επιπέδου γεωμετρίας.
+
+Τι το κοινόν το ενυπάρχον εις όλα τα εμπορεύματα; Δεν δύναται να
+είναι φυσική τις ιδιότης, αφού αι φυσικαί ιδιότητες είναι ακριβώς
+εκείναι, διά των οποίων διαφέρουν τα εμπορεύματα.
+
+Μήπως άραγε είναι η χρησιμότης, η ιδιότης εκείνη, η πράγματι κοινή
+εις όλα τα εμπορεύματα;
+
+Ούτε η χρησιμότης, αφού ανταλλάσσομεν αδάμαντα χρησιμότητος τόσον
+περιωρισμένης έναντι εκατολίτρων σίτου, του χρησιμοτέρου
+δημητριακού προς διατροφήν των ανθρώπων, και αφού δίδομεν διά μίαν
+χρυσήν λίραν, στατήρας ολοκλήρους σιδήρου, του χρησιμοτέρου των
+μετάλλων. Εις την Ομηρικήν εποχήν, ότε ο ορείχαλκος
+εχρησιμοποιείτο διά την κατασκευήν των ξιφών και διαφόρων άλλων
+οπλισμών, οι ήρωες της &Ιλιάδος& εθεώρουν τον σίδηρον ως πολύτιμον
+μέταλλον. Εις την πρόοδον της εκπολιτισμένης παραγωγής οφείλεται,
+ότι αντικείμενα πρώτης χρησιμότητος ανταλλάσσονται εν μεγαλυτέρα
+αναλογία έναντι αντικειμένων μικροτέρας χρησιμότητος.
+
+Παρ' εκτός της χρησιμότητος, τα εμπορεύματα έχουν και άλλην τινα
+κοινήν ιδιότητα: Είναι όλα προϊόντα της εργασίας του ανθρώπου και
+διά να δημιουργηθούν εχρειάσθη δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως.
+
+Ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν παρεσχέθη η εργασία, είτε
+δι' αναζήτησιν αδάμαντος, είτε διά μεταφοράν ύδατος ή ραφήν
+ενδύματος, παριστά πάντοτε φθοράν τινα της ανθρωπίνης μηχανής.
+Ούτως ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν καταναλίσκεται η
+θερμότης ενός τόννου άνθρακος είτε προς έλξιν βαγονιών, είτε προς
+ύφανσιν βάμβακος, εκτύπωσιν εφημερίδος, παραγωγήν ηλεκτρισμού και
+φωτός, είναι πάντοτε φθορά καυσίμου ύλης, δαπάνη θερμίδων και
+τέλος δαπάνη κινήσεως. Όταν δ' ο δόκτωρ Meyer εύρε το μηχανικόν
+ισοδύναμον της θερμότητος, οι φυσικοί ηδυνήθησαν να
+παρακολουθήσουν, εις όλας της τας μεταμορφώσεις την ενιαίαν
+δύναμιν, την κίνησιν. Η αξία είναι ο γόρδιος δεσμός της πολιτικής
+οικονομίας, ως παρετήρει ο Ricardo.
+
+Ο γνωρίζων το συστατικόν στοιχείον της αξίας κρατεί εις χείρας του
+το νήμα της Αριάδνης, το οποίον θα τον οδηγήση εις τον δαίδαλον
+της παραγωγής και ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Η δύναμις — εργασία
+του ανθρώπου, είναι η μόνη δύναμις η δημιουργούσα αξίας, και τα
+εμπορεύματα θεωρούνται &αξίαι&, διότι περιέχουν ανθρωπίνην
+εργασίαν.
+
+Το εμπόρευμα πριν εισέλθει εις την ανταλλαγήν είναι &αξία&, ήτοι
+αποταμιευτής ανθρωπίνης δυνάμεως και δεν ανταλλάσσεται παρά μόνον
+διότι είναι αξία. Το ύδωρ ποταμού και ο αήρ της ατμοσφαίρας, αν
+και απαραίτητα εις την ζωήν, δεν είναι αξίαι, ως μη περιέχοντα
+ανθρωπίνην εργασίαν.
+
+Εάν όμως χρησιμοποιούμεν ανθρωπίνην εργασίαν, πιέζοντες τον αέρα
+και μεταφέροντες ύδωρ εις οικίαν ή την Σαχάραν, αμέσως τότε το
+ύδωρ και ο αήρ αποβαίνουν αξίαι και ανταλλάσσονται.
+
+Κατά ποίον τρόπον μετράται η αξία;
+
+Τις ερωτών επί της τιμής δύο εμπορευμάτων της αυτής πρώτης ύλης
+και της αυτής χρησιμότητος, επί παραδείγματος δύο καθισμάτων εκ
+δρυός, ων το έν έχει τους πόδας στρεπτούς και το ερεισίνωτον
+επεξεργασμένον, δεν ήκουε τον κατασκευαστήν ν' απαντά:
+
+ — Το κάθισμα αυτό είναι ακριβώτερον διότι εχρειάσθη περισσοτέραν
+εργασίαν ή εκείνο, του οποίου οι πόδες και το ερεισίνωτον είναι
+απλά.
+
+Η τόσον συνήθης αύτη φράσις, ως αλήθεια de la Palisse, είναι η
+μόνη απάντησις εις την ανωτέρω τεθείσαν ερώτησιν. Διότι, λέγουν ο
+Α. Σμιθ και ο Ricardo: «το προϊόν δύο ημερών ή δύο ωρών εργασίας
+αξίζει το διπλάσιον εκείνου, όπερ συνήθως απαιτεί μία ημέρα ή μία
+ώρα εργασίας»(37).
+
+Αλλ' υπάρχει εργασία και εργασία, όπως υπάρχη θεωρία και θεωρία.
+Θα ηδύνατό τις να φαντασθή ότι η αξία ενός εμπορεύματος
+καθορίζεται υπό του ποσοστού της δαπανηθείσης κατά την παραγωγήν
+του εργασίας, το εμπόρευμα θα είχεν αξίαν τόσω μεγαλυτέραν, όσον ο
+άνθρωπος είναι οκνηρός και ανίκανος, διότι χρησιμοποιεί
+περισσότερον χρόνον εν τη κατασκευή του.
+
+Αλλ' η εργασία, η αποτελούσα την ουσίαν της αξίας των
+εμπορευμάτων, είναι εργασία ίση και αδιαίρετος, δαπάνη της αυτής
+δυνάμεως. Η δύναμις της εργασίας της κοινωνίας ολοκλήρου, η
+εκδηλουμένη εν τω συνόλω των αξιών, δεν υπολογίζεται κατά
+συνέπειαν ή ως ενιαία δύναμις αν και συγκειμένη εξ αναριθμήτων
+ατομικών δυνάμεων. Εκάστη ατομική δύναμις εργασίας είναι ίση προς
+πάσαν άλλην, εφ' όσον κέκτηται τουλάχιστον τον χαρακτήρα μιας
+μέσης κοινωνικής δυνάμεως και λειτουργεί ως τοιαύτη, ήτοι
+χρησιμοποιεί εν τη παραγωγή ενός εμπορεύματος κατά μέσον όρον τον
+αναγκαίον χρόνον εργασίας ή τον κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον
+εργασίας.
+
+Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εν τη παραγωγή των εμπορευμάτων
+είναι ο απαιτούμενος διά πάσαν εργασίαν εκτελουμένην διά του μέσου
+βαθμού της επιτηδειότητας και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αι
+οποίαι εν σχέσει προς το δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, είναι
+κανονικαί.
+
+Μετά την εις Αγγλίαν εισαγωγήν της δι' ατμού υφαντουργίας
+εχρειάσθη ίσως κατά ήμισυ ολιγωτέρα εργασία ή άλλοτε διά την
+μετατροπήν εις ύφασμα ποσότητος νήματος. Ο εργαζόμενος διά των
+χειρών υφαντουργός είχε πάντοτε ανάγκην του αυτού χρόνου διά να
+εκτελέση την μετατροπήν ταύτην. Έκτοτε όμως το προϊόν της ατομικής
+εργατικής του ώρας δεν αντεπροσώπευε πλέον ή το ήμισυ μιας
+κοινωνικής εργατικής ώρας και δεν απέδιδε πλέον παρά το ήμισυ της
+πρώτης αξίας.
+
+Το ποσοστόν λοιπόν μόνον της εργασίας ή ο χρόνος της εν δεδομένη
+κοινωνία αναγκαίας προς παραγωγήν ενός είδους εργασίας είνε
+εκείνος ο οποίος καθορίζει την ποσότητα της αξίας. Έκαστον κατ'
+ιδίαν εμπόρευμα θεωρείται γενικώς ως μέσον υπόδειγμα του είδους
+του. Τα εμπορεύματα εν οις περιέχονται ίσαι ποσότητες εργασίας ή
+τα οποία δύνανται να παραχθούν εν τω αυτώ χρονικώ διαστήματι,
+έχουν κατά συνέπειαν ίσην αξίαν. Η αξία εμπορεύματός τινος
+ευρίσκεται ως προς την αξίαν παντός άλλου εμπορεύματος, εις την
+αυτήν σχέσιν, εν η ο χρόνος της αναγκαίας διά την παραγωγήν του
+ενός ευρίσκεται προς τον χρόνον της αναγκαίας εργασίας διά την
+παραγωγήν του άλλου. Η ποσότης της αξίας εμπορεύματός τίνος θα
+παρέμενε προφανώς σταθερά, εάν ο αναγκαίος διά την παραγωγήν του
+χρόνος παρέμενεν ωσαύτως σταθερός. Αλλ' ο τελευταίος ούτος
+ποικίλει εις κάθε μετατροπήν της παραγωγικής δυνάμεως της
+εργασίας, ήτις πάλιν εξαρτάται εκ διαφόρων συνθηκών, ήτοι μεταξύ
+των άλλων εκ της μέσης ικανότητος των εργατών, εκ της αναπτύξεως
+της επιστήμης και του βαθμού της τεχνικής εφαρμογής της εκ των
+κοινωνικών συνδυασμών της παραγωγής, της εκτάσεως και
+αποτελεσματικότητος των μέσων της παραγωγής και των καθαρώς
+φυσικών συνθηκών. Η αυτή ποσότης εργασίας αντιπροσωπεύεται, π. χ.
+υπό οκτώ μεδίμνων σίτου, εάν η εποχή είναι ευνοϊκή και υπό
+τεσσάρων μόνον μεδίμνων εν εναντία περιπτώσει. Η αυτή ποσότης
+εργασίας αποδίδει περισσοτέραν ύλην μετάλλου εις τα πλούσια
+μεταλλεία παρά εις τα πτωχότερα κ.λ.π. Οι αδάμαντες παρουσιάζονται
+σπανίως εις τα ανώτερα στρώματα του γηίνου φλοιού. Ούτω χρειάζεται
+κατά μέσον όρον διά την ανεύρεσίν των ικανός χρόνος, εις τρόπον
+ώστε οι αδάμαντες παριστώσι πολλήν εργασίαν υπό μικρόν όγκον. Εις
+πλουσιώτερα μεταλλεία η αυτή ποσότης εργασίας θα απέδιδε
+μεγαλυτέραν ποσότητα αδαμάντων, των οποίων ούτω η αξία θα
+ηλαττούτο. Εάν επετυγχάνομεν να μεταβάλλωμεν με ολίγην εργασίαν
+τον άνθρακα εις αδάμαντα η αξία του τελευταίου τούτου θα κατέπιπτε
+ίσως κάτω της αξίας των γαιανθράκων. Εν γένει, όσον μεγαλυτέρα
+είναι η παραγωγική δύναμις της εργασίας, τόσον είναι βραχύτερος ο
+αναγκαίος χρόνος διά την παραγωγήν είδους τινός και όσον μικροτέρα
+είναι η μάζα της εν αυτώ αποκρυσταλλουμένης εργασίας, τόσον
+μικρότερα είναι η αξία του. Αντιθέτως όσον μικροτέρα είνε η
+παραγωγική δύναμις της εργασίας τόσον μεγαλείτερος είναι ο
+αναγκαίος διά την παραγωγήν του είδους χρόνος και τόσον
+μεγαλειτέρα η αξία του. Το ποσόν της αξίας ενός εμπορεύματος
+ποικίλλει λοιπόν κατ' ίσον λόγον του ποσοστού και κατ' αντίστροφον
+λόγον της παραγωγικής δυνάμεως της εργασίας, η οποία περιέχεται εν
+αυτώ.
+
+Γνωρίζομεν ήδη την ουσίαν της αξίας· είναι η εργασία. Γνωρίζομεν
+το μέτρον της ποσότητός της· είναι η διάρκεια της εργασίας.
+
+Πράγμα τι δύναται να αποτελή αξίαν χρήσεως χωρίς να είναι και
+αξία, αρκεί να είναι χρήσιμον εις τον άνθρωπον χωρίς να προέρχεται
+εκ της εργασίας του. Τοιαύτη αξία είναι ο αήρ, λειμώνες φυσικοί,
+παρθένον έδαφος κλπ. Πράγμα τι δύναται να είναι χρήσιμον και
+προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας χωρίς να είναι εμπόρευμα. Πας
+όστις, διά του προϊόντος του ικανοποιεί τας ιδίας του ανάγκας, δεν
+δημιουργεί ή ατομικάς &αξίας χρήσεως&.
+
+Διά να παραχθούν εμπορεύματα δέον, όχι μόνον να παραχθώσιν αξίαι
+χρήσεως, αλλά αξίαι χρήσεως δι' άλλους, αξίαι χρήσεως κοινωνικαί.
+Τέλος, ουδέν αντικείμενον δύναται να είναι αξία, εάν δεν είναι
+χρήσιμον. Εάν είναι άχρηστον, η εργασία, την οποίαν περιέχει,
+εδαπανήθη ανωφελώς και συνεπώς δεν δημιουργεί αξίαν.
+
+***
+
+Μία δυσκολία όμως παρουσιάζεται φύσεως τοιαύτης, ώστε να εμβάλη
+πολλούς εις αμηχανίαν.
+
+Είναι δυνατόν να συγκριθούν τα διάφορα είδη εργασίας μεταξύ των
+διά να ευρεθή κοινόν αυτών μέτρον; Είναι δυνατόν να συγκριθή η
+εργασία του αμαξοποιού και του γεωργού με την εργασίαν του
+καλλιτέχνου κοσμηματοπώλου και του γεωμέτρου;
+
+Η δυσκολία αύτη λύεται πρακτικώς καθ' εκάστην, αφού καθημερινώς
+ανταλάσσεται διά μέσου του χρήματος σίτος ή χειράμαξαι έναντι
+δακτυλίου ή γεωμετρικών σχεδίων. Και το γεγονός ότι δίδονται επί
+παραδ. εκατόν μέδιμνοι σίτου έναντι ενός δακτυλίου ή ενός
+γεωμετρικού σχεδίου αποδεικνύει, χωρίς να χρήζη ιδιαιτέρας
+αποδείξεως ότι προσδιωρίσθη η ποσότης της εργασίας του γεωργού,
+του αμαξοποιού και του γεωμέτρου η περιεχομένη εις τα διάφορα
+ταύτα αντικείμενα.
+
+Αλλ' ο άνθρωπος ανέπνευσε και εχώνευσε πριν να έχη θεωρητικάς
+γνώσεις της χωνεύσεως και της αναπνοής: πρόκειται λοιπόν να
+εξηγηθή θεωρητικώς το φαινόμενον της ανταλλαγής των εμπορευμάτων.
+
+Ας υποθέσωμεν ότι το αυτό άτομον είναι ταυτοχρόνως γεωργός,
+αμαξοποιός και γεωμέτρης· δύναται τότε να είπη: η χειράμαξα ή το
+σχέδιον των καλλιεργησίμων γαιών της κοινότητος μού στοιχίζουν,
+όσην εργασίαν και 100 μέδιμνοι σίτου· ολίγον ενδιαφέρει αυτόν υπό
+ποίαν μορφήν εδαπάνησε την δραστηριότητά του. Τα τρία παραχθέντα
+αντικείμενα αντιπροσωπεύουν την αυτήν ποσότητα εργασίας.
+
+Ουδόλως είναι φανταστική η υπόθεσις ατόμου συγχρόνως εξασκούντος
+τα επαγγέλματα του γεωργού, του αμαξοποιού και του γεωμέτρου. Εις
+τα υφιστάμενα ακόμη κολεκτιβιστικά χωρία της Ρωσσίας, η κατανομή
+των προς καλλιέργειαν γαιών γίνεται υπό των ιδίων χωρικών και οι
+εξ επαγγέλματος γεωμέτραι μένουν έκπληκτοι διά τον ακριβή τρόπον
+με τον οποίον καταμετρούνται και κατανέμονται εξ ίσου αι γαίαι.
+Σήμερον ακόμη παρατηρείται συνήθως εν Γαλλία ο συνδυασμός της
+εργασίας της καλλιεργείας μετά της βιομηχανικής εργασίας. Η
+μηχανική βιομηχανία ελλατώνουσα τας τεχνικάς δυσκολίας των
+επαγγελμάτων, επιτρέπει εις τον εργάτην της μεγάλης βιομηχανίας να
+διατρέξη αλληλοδιαδόχως, σειράν διαφόρων επαγγελμάτων. Δύναται
+όθεν να δαπανά τις ποικιλοτρόπως την εργατικήν του δύναμιν και να
+συγκρίνη ούτω τα εμπορεύματα, τα οποία παράγει. Αι πρόοδοι αύται
+της βιομηχανικής μηχανικής, επιτρέπουν εις δεδομένην ποσότητα
+εργασίας να προσφερθή, αναλόγως προς την ποικίλλουσαν φοράν της
+ζητήσεως της εργασίας, υπό μίαν ή άλλην μορφήν εργασίας.
+Οιαιδήποτε δε και αν είναι αι προξενούμεναι εκ των μεταβολών
+τούτων της μορφής της εργασίας δυσκολίαι, εν τούτοις αύται
+εκτελούνται.
+
+Τέλος πάσα παραγωγική δράσις, εξαιρουμένου του χρησίμου χαρακτήρος
+της, είναι δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως. Η καλλιέργεια, η αμαξοποιία
+και η γεωμετρική, παρά την μεταξύ των διαφοράν είναι και αι τρεις
+παραγωγική δαπάνη δυνάμεως εγκεφάλων, μυών, νεύρων, χειρών του
+ανθρώπου, και υπό την έννοιαν ταύτην ισοτίμου ανθρωπίνης εργασίας.
+Η εργατική δύναμις του ανθρώπου, ης η κίνησις αλλάσσει μορφήν εις
+τας διαφόρους παραγωγικάς δράσεις δέον ασφαλώς ν' αναπτυχθή, κατά
+το μάλλον και ήττον, διά να δυνηθή να δαπανηθή υπό την μίαν ή
+άλλην μορφήν. Αλλ' η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει απλώς
+την εργασίαν του ανθρώπου, τουτέστι δαπάνην εν γένει της
+ανθρωπίνης δυνάμεως.
+
+Όθεν, όπως εν τη αστική πολιτική κοινωνία, είς στρατηγός, είς
+τραπεζίτης παίζει μεγάλον ρόλον, ενώ ο αγαθός και αφελής άνθρωπος
+παρουσιάζει θλιβεράν εικόνα, ούτω συμβαίνει και με την εργασίαν
+του ανθρώπου. Είναι δαπάνη απλής δυνάμεως, ην πας άνευ ειδικής
+αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του. Η μέση απλή εργασία
+αλλάσσει, είναι αληθές, χαρακτήρα εις διαφόρους χώρας και αναλόγως
+των εποχών, αλλ' εν ωρισμένη κοινωνία είναι πάντοτε καθωρισμένη. Η
+σύνθετος εργασία δεν είναι παρά η απλή εργασία υψωμένη εις μίαν
+δύναμιν ή μάλλον δεν είναι παρά απλή πολλαπλασιασμένη εργασία εις
+τρόπον, ώστε μία ωρισμένη ποσότης εργασίας συνθέτου αντιστοιχεί
+προς μίαν ποσότητα μεγαλυτέραν απλής εργασίας. Η πείρα αποδεικνύει
+ότι η αναγωγή αύτη γίνεται συνεχώς.
+
+Και όταν ακόμη έν εμπόρευμα είναι προϊόν της πλέον συνθέτου
+εργασίας, η αξία του το ανάγει έν τινι αναλογία, εις προϊόν απλής
+εργασίας, ης συνεπώς αντιπροσωπεύει ωρισμένην ποσότητα. Αι
+διάφοροι αναλογίαι κατά τας οποίας διάφορα είδη εργασίας δύνανται
+ν' αναχθούν εις απλήν εργασίαν, ως εις μονάδα μετρήσεώς των
+υπάρχουν εις την κοινωνίαν εν αγνοία των παραγωγών και τοις
+παρουσιάζονται ως συνθήκαι κατά παράδοσιν.
+
+Το επακολούθημα τούτων είναι ότι εν τη αναλύσει της αξίας εκάστη
+ποικιλία εργασίας δέον να θεωρήται ως δύναμις απλής εργασίας (38).
+
+Εάν όθεν εις την αγοράν 100 μέδιμνοι σίτου ισούνται με μίαν
+χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα σχέδιον γεωμέτρου, τούτο σημαίνει
+ότι εις 1 μέδιμνον σίτου υπάρχει εκατοντάκις ολιγωτέρα εργασία από
+μίαν χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα γεωμετρικόν σχέδιον.
+
+Εάν, όσον αφορά την αξίαν χρήσεως, η περιεχομένη εις το εμπόρευμα
+εργασία δεν αξίζει ή ποιοτικώς, εν σχέσει προς το μέγεθος της
+αξίας, αυτή δεν υπολογίζεται ή ποσοτικώς. Εκεί πρόκειται να
+μάθωμεν πώς γίνεται η εργασία και τι παράγει. Εδώ πόσον χρόνον
+διαρκεί αύτη. Αφού το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος δεν
+αντιπροσωπεύει ή το ποσοστόν της εν αυτώ περιεχομένης εργασίας,
+έπεται όθεν εκ τούτου ότι όλα τα εμπορεύματα, έν τινι αναλογία,
+πρέπει να είναι αξίαι ίσαι.
+
+Η παραγωγική δύναμις όλων των εργασιών, των απαιτουμένων διά την
+παραγωγήν ενός οιουδήποτε εμπορεύματος κατασκευής ενδύματος λ. χ.
+παραμένει σταθερά; Η ποσότης της αξίας των ενδυμάτων αυξάνει
+αναλόγως του αριθμού τούτων. Εάν μία ενδυμασία αντιπροσωπεύει &Χ&
+ημέρας εργασίας, δύο ενδυμασίαι αντιπροσωπεύουν 2 &Χ& κ.ο.κ. Ας
+υποθέσωμεν όμως ότι η διάρκεια της αναγκαίας διά την κατασκευήν
+μιας ενδυμασίας εργασίας διπλασιάζεται ή ελαττούται κατά το ήμισυ.
+Εις την πρώτην περίπτωσιν έν ένδυμα έχει τόσην αξίαν όσην είχον
+προηγουμένως δύο. Εις την δευτέραν περίπτωσιν 2 ενδύματα δεν έχουν
+περισσοτέραν αξίαν εκείνης, ην είχε προηγουμένως έν μόνον ένδυμα,
+καίτοι και εις τας δύο περιπτώσεις η ενδυμασία αποδίδει και
+έπειτα, όπως και πριν τας αυτάς υπηρεσίας· και η χρήσιμος εργασία,
+εξ ης προέρχεται, είναι πάντοτε της αυτής δυνάμεως. Αλλά το
+ποσοστόν της δαπανηθείσης εν τη παραγωγή της εργασία δεν έμεινε το
+αυτό.
+
+Μία σημαντικωτέρα ποσότης αξιών χρήσεως αποτελεί προφανώς
+μεγαλύτερον &υλικόν πλούτον&. Με δύο ενδυμασίας ενδύονται δύο
+άνθρωποι, με μίαν ενδυμασίαν όμως ενδύεται είς μόνον κ.ο.κ. Εν
+τούτοις εις αύξοντα όγκον υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή μία
+ταυτόχρονος ελάττωσις της αξίας του.
+
+Η αντιφατική αύτη κίνησις προέρχεται εκ του διπλού χαρακτήρος της
+εργασίας. Η εν δεδομένω χρόνω αποτελεσματικότης μιας χρησίμου
+εργασίας εξαρτάται εκ της παραγωγικής της δυνάμεως. Η χρήσιμος
+εργασία αποβαίνει λοιπόν μία πηγή κατά το μάλλον ή ήττον άφθονος
+εις προϊόντα κατ' ευθείαν αναλόγως προς την αύξησιν ή την
+ελάττωσιν της παραγωγικής της δυνάμεως. Τουναντίον μία ποικιλία
+της τελευταίας ταύτης δυνάμεως δεν θίγει ποτέ αμέσως την εν τη
+αξία αντιπροσωπευομένην εργασίαν.
+
+Αφού η παραγωγική δύναμις ανήκει εις την συγκεκριμένην και
+χρήσιμον εργασίαν, ουδεμίαν πλέον σχέσιν δύναται να έχη με την
+εργασίαν ευθύς ως τη αφαιρεθή η χρήσιμός της μορφή οιαιδήποτε και
+αν είναι αι ποικιλίαι της παραγωγικής δυνάμεώς της, η αυτή εργασία
+δρώσα κατά το αυτό χρονικόν διάστημα παριστά πάντοτε την αυτήν
+αξίαν. Αλλ' η εργασία παράγει εν καθωρισμένω χρόνω περισσοτέρας
+αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική δύναμίς τις αυξάνει, ολιγωτέρας
+εάν ελαττούται. Πάσα αλλαγή εν τη παραγωγική δυνάμει, ήτις αυξάνει
+την γονιμότητα της εργασίας και συνεπώς το ποσόν των υπ' αυτής
+παρεχομένων αξιών χρήσεως, ελαττώνει την αξίαν του ούτω πως
+αυξηθέντος ποσού, εάν βραχύνη τον ολικόν χρόνον της αναγκαίας, διά
+την παραγωγήν της εργασίας. Και αντιστρόφως.
+
+Εκ των προηγουμένων εξάγεται ότι πάσα εργασία είναι αφ' ενός μεν
+δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως εν τη φυσιολογική εννοία, ως τοιαύτη δ'
+ίση ανθρωπίνη εργασία δημιουργεί την αξίαν των εμπορευμάτων, αφ'
+ετέρου δε δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως υπό τοιαύτην ή τοιαύτην
+μορφήν, καθοριζομένην υπό ιδιαιτέρου σκοπού και ως τοιαύτη
+συγκεκριμένη και χρήσιμος εργασία παράγει αξίας χρήσεως ή
+χρησιμότητας. Όπως το εμπόρευμα προ παντός άλλου, πρέπει να είναι
+μία χρησιμότης, διά να είναι αξία, ούτω και η εργασία πρέπει να
+είναι προ παντός άλλου χρήσιμος διά να θεωρηθή δαπάνη ανθρωπίνης
+δυνάμεως, ανθρωπίνης εργασίας εν τη αφηρημένη έννοια της λέξεως.
+
+Οι χημικοί διά να εισδύσουν εις το μυστήριον της εσωτερικής
+συνθέσεως των σωμάτων, εχρειάσθη να δεχθούν την των ατόμων θεωρίαν
+των Ελλήνων φιλοσόφων, πράγμα, το οποίον έκαμε τον Liebig να είπη
+ότι, η ατομική χημεία ήτο η χημεία των ανυπάρκτων σωμάτων. Ο
+οικονομολόγος διά να εννοήση την ανταλλαγήν εμπορευμάτων διαφόρου
+ποιότητος και ποσότητας, δέον επίσης να προστρέξη εις έννοιαν
+αφηρημένην &της απλής εργασίας& (39). Ούτω, η ουσία και το μέγεθος
+της αξίας είναι καθωρισμέναι· απομένει τώρα να αναλύσωμεν την
+μορφήν της αξίας, ήτις θα μας δώση την λύσιν του προβλήματος του
+νομίσματος.
+
+II. Μορφή της αξίας.
+
+Η αξία ενός εμπορεύματος εκδηλούται εν τη ανταλλαγή. Πράγματι, εις
+Ινδικήν κοινότητα, ένθα δεν υπάρχουν ανταλλαγαί, τα παραγόμενα υπό
+των μελών της αντικείμενα είναι αξίαι χρήσεως, αφού δεν
+εδημιουργήθησαν ή διά να καταναλωθούν. Είναι επίσης αξίαι, αφού
+περιέχουν ανθρωπίνην εργασίαν: αλλ' η αξία αύτη ευρίσκεται εν
+λανθανούση καταστάσει και εμφανίζεται, όταν τα αντικείμενα ταύτα
+ανταλλάσσονται έναντι άλλων εμπορευμάτων των άλλων κοινοτήτων.
+
+Εις τας πλέον ανεπτυγμένας κοινωνίας το χρυσούν και αργυρούν
+νόμισμα, είναι η μορφή την οποίαν ενδύεται, η αξία όλων των
+εμπορευμάτων. Ο Κ. Μαρξ είναι ο πρώτος οικονομολόγος, όστις έδωκε
+την εξήγησιν της γενέσεως της μορφής του νομίσματος, όστις εξήγησε
+την εκδήλωσιν της αξίας την περιεχομένην εις την σχέσιν αξίας των
+εμπορευμάτων, από της απλουστέρας και ολιγώτερον φανερής
+εμφανίσεώς της μέχρι της μορφής την οποίαν λαμβάνει διά του
+νομίσματος και διά της οποίας καθίσταται αντιληπτή εις πάντας.
+
+***
+
+Τα εμπορεύματα δεν έχουν εν γένει άλλας σχέσεις μεταξύ των παρά
+την σχέσιν αξίας ή ανταλλαγής, της οποίας η απλουστέρα μορφή
+είναι:
+
+ χ εμπόρευμα Α αξίζει ψ εμπόρευμα Β
+ ή χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β
+ 20 μέτρα υφάσματος αξίζουν μίαν ενδυμασίαν
+ ή 20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασίαν
+
+Το ύφασμα εκφράζει την αξίαν του εν τη ενδυμασία και αύτη
+χρησιμεύει ως ύλη διά την έκφρασιν ταύτην. Του πρώτου εμπορεύματος
+η αξία παρίσταται ως &σχετική αξία&, του δευτέρου λειτουργεί ως
+&ισοδύναμον&. Είμεθα υποχρεωμένοι ν' αντιστρέψωμεν την εξίσωσιν
+διά να εκφράσωμεν σχετικώς την αξίαν της ενδυμασίας και τότε το
+ύφασμα καθίσταται το ισοδύναμόν των. Το αυτό εμπόρευμα δεν δύναται
+όθεν να ενδυθή ταυτοχρόνως τας δύο ταύτας μορφάς εν τη ιδία
+εκφράσει της αξίας.
+
+Ένα εμπόρευμα δεν δύναται να εκφράση την αξίαν του ή εις άλλο
+εμπόρευμα, ήτοι σχετικώς· διότι εάν είπωμεν 20 μέτρα υφάσματος
+αξίζουν 20 μέτρα υφάσματος, εκφράζομεν μόνον ότι τα 20 μέτρα του
+υφάσματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά 20 μέτρα υφάσματος, δηλαδή
+είναι ποσόν τι αξίας χρήσεως.
+
+Αλλ' αφ' ης στιγμής έν εμπόρευμα τίθεται ως ισοδύναμον, τούτο
+σημαίνει ότι αν και διαφόρου είδους ετέρου αντιθέτου του, δύναται
+να το αντικαταστήση ως αξία και ν' ανταλλαγή αντ' εκείνου.
+Πιστοποιεί ότι περιέχει τόσην αξίαν, όσην αποκρυσταλλωθείσαν
+ανθρωπίνην εργασίαν.
+
+Ούτω η εξίσωσις:
+
+ 20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασία
+
+υποθέτει ότι τα δύο εμπορεύματα στοιχίζουν τόσην εργασίαν το έν
+όσον και το άλλο ή παράγονται κατά το αυτό χρονικόν διάστημα· αλλ'
+ο χρόνος ούτος ποικίλλει δι' έκαστου τούτων με κάθε μεταβολήν της
+παραγωγικής μορφής, ήτις το δημιουργεί.
+
+Εξετάσωμεν ήδη την επιρροήν των μεταβολών τούτων επί της σχετικής
+εκφράσεως του μεγέθους της αξίας.
+
+I. Ότι η αξία του υφάσματος αλλάσσει, ενώ η αξία της ενδυμασίας
+παραμένει σταθερά (40). Εάν ο διά την παραγωγήν της αναγκαίος
+χρόνος εργασίας, συνεπεία υποθέσωμεν μικροτέρας αποδόσεως του
+εδάφους του παράγοντος το λίνον διπλασιάζεται, τότε η αξία του
+διπλασιάζεται. Αντί 20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία θα έχωμεν:
+20 μέτρα υφάσματος = 2 ενδυμασίαι, διότι 1 ένδυμα περιέχει ήδη
+κατά το ήμισυ ολιγωτέραν εργασίαν. Εάν ο αναγκαίος χρόνος εργασίας
+εις την παραγωγήν του υφάσματος, αντιθέτως ελαττούται κατά το
+ήμισυ, συνεπεία τελειοποιήσεως του επαγγέλματος του υφαντουργού,
+τότε η αξία του ελαττούται κατά την αυτήν αναλογίαν. Και τότε 20
+&μέτρα υφάσματος& = 1/2 &ενδυμασία. Η σχετική αξία& του
+εμπορεύματος Α, ήτοι η αξία του εκφραζομένη εις το εμπόρευμα Β
+αυξάνει ή ελαττούται συνεπώς κατ' ευθύν λόγον προς την αξίαν του
+εμπορεύματος Α, εάν η αξία του εμπορεύματος Β παραμένει σταθερά.
+
+II. Ότι η αξία του υφάσματος παραμένει σταθερά, ενώ η αξία του
+ενδύματος ποικίλλει. Εάν ο αναγκαίος εις την κατασκευήν του
+ενδύματος χρόνος διπλασιασθή λόγω δυσμενούς, υποθέσωμεν, παραγωγής
+μαλλιού, τότε αντί &20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία& έχομεν 20
+μέτρα υφάσματος = 1/2 ενδυμασία. Εάν η αξία του ενδύματος
+τουναντίον ελαττωθή κατά το ήμισυ, τότε 20 μ. υφάσματος = 2
+ενδυμασίαι. Εάν η αξία του εμπορεύματος Α παραμένει σταθερά,
+βλέπομεν ότι η σχετική του αξία εκφραζομένη εν τω εμπορεύματι Β
+αυξάνει ή ελαττούται κατ' αντίστροφον λόγον της αλλαγής της αξίας
+Β.
+
+III. Αι αναγκαίαι ποσότητες εργασίας διά την παραγωγήν του
+υφάσματος και του ενδύματος αλλάσσουν ταυτοχρόνως, εν τη αύτη
+εννοία και τη αυτή αναλογία; Εις την περίπτωσιν ταύτην, &20 μ.
+υφάσματος = 1 ενδυμασία& ως και πρότερον, οιαδήποτε και αν είναι
+αι μεταβολαί της αξίας. Ανακαλύπτωμεν τας μεταβολάς ταύτας
+συγκρίνοντες με τρίτον εμπόρευμα, του οποίου η αξία παραμένει η
+αυτή. Εάν αι αξίαι όλων των εμπορευμάτων ηύξανον ή ηλαττούντο
+ταυτοχρόνως και εις την αυτήν αναλογίαν, αι σχετικαί των αξίαι
+ουδεμίαν θα υφίσταντο μεταβολήν. Η πραγματική μεταβολή της αξίας
+θ' ανεγνωρίζετο εκ του ότι κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας θα
+παρήγε γενικώς ποσότητα εμπορευμάτων κατά το μάλλον και ήττον
+μεγαλειτέραν ή πριν.
+
+IV. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του τε υφάσματος
+και ενδυμασίας ως και των αξιών των, δύναται ταυτοχρόνως ν'
+αλλάσση κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' εις διάφορον βαθμόν, ή κατ'
+αντίθετον τρόπον κλπ. Η επιρροή παντός δυνατού συνδυασμού του
+είδους τούτου επί της σχετικής αξίας ενός εμπορεύματος,
+υπολογίζεται ευκόλως διά της χρησιμοποιήσεως των περιπτώσεων I, II
+και III.
+
+Αι πραγματικαί μεταβολαί εις το μέγεθος της αξίας, δεν εκδηλούνται
+ποσώς ούτε σαφώς ούτε πλήρως εν τη σχετική των εκφράσει. Η σχετική
+ενός εμπορεύματος αξία δύναται ν' αλλάσση της αξίας του
+παραμενούσης σταθεράς και τανάπαλιν και τέλος μεταβολαί εν τη
+ποσότητι της αξίας και εν τη σχετική του εκφράσει δύνανται να
+είναι ταυτόχρονοι χωρίς να είναι ακριβώς αντίστοιχοι.
+
+***
+
+Έν εμπόρευμα μη δυνάμενον ν' αναχθή εις εαυτό ως ισοδύναμον, ούτε
+να εκδηλώση την αξίαν του διά της μορφής, δηλαδή της αξίας του
+χρήσεως, δέον κατ' ανάγκην να λάβη, ως ισοδύναμον, άλλο εμπόρευμα,
+του οποίου η αξία χρήσεως του χρησιμεύει ως μορφή αξίας. Ούτω
+λοιπόν οιονδήποτε σώμα, τεμάχιον ζαχάρεως π. χ. έν λίτρον οξυγόνου
+κλπ. διά να εκφράση το βάρος του δέον να λάβει, ως ισοδύναμον,
+άλλο τι σώμα, τεμάχια μετάλλου, των οποίων το βάρος είναι γνωστόν.
+Τα τεμάχια του μετάλλου δεν δίδουν βάρος εις την ζάχαριν και το
+αέριον, σημειούν μόνον το βάρος αυτών. Ωσαύτως η ενδυμασία ή παν
+άλλο εμπόρευμα, 10 γραμ. χρυσού, επί παραδειγμ. χρησιμεύοντα ως
+ισοδύναμα δεν δίδουν αξίαν εις το ένδυμα, αλλ' εκφράζουν την αξίαν
+του.
+
+Αφ' ού δεν πρόκειται ειμή περί απλής εκδηλώσεως ενός εμπορεύματος,
+οιονδήποτε εμπόρευμα δύναται να παίξη τον ρόλον τούτον.
+
+Διά τούτο και ο Όμηρος εκφράζει την αξίαν ενός πράγματος εις
+σειράν διαφόρων πραγμάτων (41). Αι εκφράσεις της αξίας ενός
+εμπορεύματος δύνανται όθεν να ποικίλλουν, τόσον όσον αι σχέσεις
+του μετ' άλλων εμπορευμάτων.
+
+Αναχωρούντες εκ του απλού τύπου:
+
+ χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β
+ 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία.
+
+Φθάνομεν εις τον αναπτυχθέντα τύπον:
+
+χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β = φ εμπόρευμα = υ εμπόρευμα Δ κ.λ.π.
+
+20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία = 10 λίτραι τεΐου = 40 λίτραι καφφέ
+= 10 γραμ. χρυσού = 1 στατήρ σιδήρου κ.λ.π.
+
+Η αξία ενός εμπορεύματος, π. χ., αντιπροσωπεύεται ήδη εις άλλα
+αναρίθμητα ισοδύναμα. Κατοπτρίζεται εις παν άλλο εμπόρευμα ως εις
+καθρέπτην. Ιδού διατί ομιλούν περί της εις ένδυμα αξίας του
+υφάσματος, όταν εκφράζουν την αξίαν του εις ενδύματα, την αξίαν
+του εις σίτον ή εις άργυρον. Εκάστη παρομοία έκφρασις μας δίδει να
+εννοήσωμεν ότι είναι αυτή η ιδία του αξία, ήτις εκδηλούται εις τας
+διαφόρους ταύτας αξίας χρήσεως.
+
+Πάσα άλλη εργασία, οποιαδήποτε και εάν είναι η φυσική μορφή της,
+σπορά, εξόρυξις σιδήρου, χρυσού κ.λ.π. είναι ίση προς την
+περιεχομένην εν τη αξία του υφάσματος εργασίαν, ήτις εμφανίζει
+ούτω τον χαρακτήρα ανθρωπίνης εργασίας.
+
+Η ολική μορφή της σχετικής αξίας, θέτει εμπόρευμά τι εις
+κοινωνικήν σχέσιν μεθ' όλων.
+
+Συγχρόνως η ατελείωτος σειρά των εκφράσεών της, αποδεικνύει ότι η
+αξία των εμπορευμάτων δύναται να ενδυθή αδιαφόρως ξεχωριστήν
+μορφήν αξίας χρήσεως.
+
+Εν τω πρώτω τύπω: &20 μ. υφάσματος =1 ενδυμασία&, δυνατόν να φανή
+ότι κατά τύχην τα δύο ταύτα εμπορεύματα είναι ανταλλάξιμα, εν τη
+καθορισθείσα ταύτη αναλογία. Εν τω δευτέρω τύπω, τουναντίον,
+διακρίνομεν αμέσως, εκείνο το οποίον κρύπτει η φαινομενικότης
+αύτη. Η αξία του υφάσματος παραμένει η αυτή, είτε εκφράζεται εις
+ενδύματα, καφφέ, σίδηρον, μέσω των αναριθμήτων εμπορευμάτων των
+ανηκόντων εις τους πλέον διαφόρους ανταλλάκτας. Είναι προφανές,
+ότι δεν είναι η ανταλλαγή η κανονίζουσα την ποσότητα της αξίας
+ενός εμπορεύματος, αλλά τουναντίον, η ποσότης της αξίας του
+εμπορεύματος, η οποία κανονίζει τας σχέσεις της της ανταλλαγής.
+
+Ο αναπτυχθείς τύπος της αξίας δύναται να γραφή ως ακολούθως, χωρίς
+να μεταβληθή ο χαρακτήρ
+
+ 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία
+ 20 μ. υφάσματος = 10 λίτραι τεΐου
+ 20 μ. υφάσματος = 40 λίτραι καφφέ
+ 20 μ. υφάσματος = 10 γραμ. χρυσού
+
+Ή ακόμη ως εξής:
+
+ 1 ενδυμασία = ]
+ 10 λίτραι τεΐου = ]
+ 40 λίτραι καφφέ = ]20 μ. υφάσματος
+ 10 γραμ. χρυσού = ]
+ κλπ. κλπ. κλπ. = ]
+
+Τα εμπορεύματα εκφράζουν νυν τας αξίας των: 1ον κατά τρόπον
+απλούν, διότι τας εκφράζουν εις έν μόνον είδος εμπορεύματος· 2ον
+συνολικώς, διότι τας εκφράζουν εις το αυτό είδος εμπορεύματος.
+
+Ο τύπος αξία είναι απλούς και κοινός και συνεπώς γενικός.
+
+Ελάβομεν ως παράδειγμα 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία. Θα ηδυνάμεθα
+επίσης να ελαμβάνομεν ως παράδειγμα 40 λίτρας καφφέ = 10 γραμ.
+χρυσού ή 10 λίτρας τεΐου = 16 στατήρ. σιδήρου κ.λ.π. Υπό τον τύπον
+τούτον διάφορα εμπορεύματα εκφράζουν την σχετικήν των αξίαν εις
+διάφορα άλλα εμπορεύματα· όπερ σημαίνει ότι τα εμπορεύματα
+ανταλλάσσονται απ' ευθείας μεταξύ των. Βεβαίως ο τύπος ούτος της
+ανταλλαγής παρουσιάζεται εν τη πράξει εις τας αρχεγόνους εποχάς,
+οπόταν τα προϊόντα της εργασίας δεν μεταβάλλονται εις εμπορεύματα
+παρά τυχαίως δι' ανταλλαγών τυχαίων και μεμονωμένων.
+
+Αλλά τον αρχέγονον τούτον τρόπον της ανταλλαγής αντικατέστησεν
+άλλος τις: κατά τον τρόπον τούτον τα εμπορεύματα εκλέγουν διά να
+εκφράσουν την αξίαν των, άλλο ειδικόν εμπόρευμα, το οποίον δύναται
+να είναι αδιαφόρως, ζώα, δούλοι, γυναίκες, χρυσός, σίδηρος κλπ. Ο
+τρόπος ούτος παρουσιάζεται εις την πραγματικότητα, ευθύς ως προϊόν
+τι εργασίας, το κτήνος π. χ. ανταλλάσσεται αντί άλλων
+εμπορευμάτων, όχι πλέον τυχαίως, αλλά κατά συνήθειαν. Το κτήνος
+γίνεται τότε το &κοινόν ισοδύναμον& των άλλων εμπορευμάτων.
+
+Ευθύς ως εμπόρευμά τι κατορθώσει να επιβληθή ως γενικόν
+ισοδύναμον, είναι δύσκολον να το μετατοπίση τις εκ του ρόλου
+τούτου και να εγκαταστήση εκ νέου την απ' ευθείας ανταλλαγήν των
+λοιπών εμπορευμάτων, όπως ενόμιζαν ότι θα κατώρθουν ο Proudhon και
+οι άλλοι ουτοπισταί της αυτής μικράς αξίας. Ο κόσμος των
+εμπορευμάτων δεν κατορθώνει να εγκαταστήση κοινόν τι ισοδύναμον,
+ειμή διότι όλα τα εμπορεύματα εξαιρέσει ενός αποκλείονται του
+τύπου, του ισοδυνάμου ή του τύπου υπό τον οποίον είναι απ' ευθείας
+και αμέσως ανταλλάξιμα.
+
+Το εμπόρευμα, το οποίον παίζει τον ρόλον του γενικού ισοδυνάμου
+δεν δύναται να χρησιμεύση δι' εαυτό ως ισοδύναμον.
+
+Ας υποθέσωμεν ότι το μέτρον υφάσματος είναι το κοινόν ισοδύναμον,
+θα είχομεν επί παραδ. 20 μ. υφάσματος = 20 μ. ύφασμ., ταυτολογία
+ουδέν εκφράζουσα, ούτε αξίαν, ούτε ποσότητα αξίας. Το εμπόρευμα
+τούτο δεν κέκτηται όθεν κοινόν ισοδύναμον, όπως τα άλλα
+εμπορεύματα, δέον δε να εκλέξη αυθαιρέτως έν εμπόρευμα διά να
+εκφράση την αξίαν του. Έν εμπόρευμα δεν αποβαίνει γενικόν
+ισοδύναμον, ει μη διότι πάντα τ' άλλα εμπορεύματα το διέκριναν και
+το ανύψωσαν εκ της θέσεώς του διά να παίζη τον ρόλον τούτον. Αφ'
+ης στιγμής ο αποκλειστικός ούτος χαρακτήρ έρχεται να προσκολληθή
+εις ειδικόν είδος εμπορεύματος η φυσική του μορφή εξομοιούται
+ολίγου κατ' ολίγον με την μορφήν του ισοδυνάμου, ήτις του απεδόθη,
+αποκτά κοινωνικήν αυθεντίαν, γίνεται εμπόρευμα — χρήμα ή
+λειτουργεί ως χρήμα. Η ιδιαιτέρα ειδική λειτουργία του και κατά
+συνέπειαν το κοινωνικόν μονοπώλιόν του, είναι να παίζη τον ρόλον
+του γενικού ισοδυνάμου μεταξύ των εμπορευμάτων.
+
+Εάν, εν τη μορφή του κοινού ισοδυνάμου, αντικαταστήσωμεν το
+εμπόρευμα ύφασμα διά του εμπορεύματος χρυσού, επιτυγχάνομεν κατ'
+εξοχήν την &μορφήν νόμισμα ή χρήμα.&
+
+ 20 μ. υφάσμ. =]
+ 1 ενδυμασία =]
+ 10 λίτραι τεΐου =]
+ 10 λίτραι καφφέ =] 10 γραμ. χρυσού.
+ 1 στατήρ σιδήρου =]
+ κ.λ.π. κ.λ.π.
+
+Ο τύπος ουδόλως ήλλαξεν, ειμή μόνον αντί του υφάσματος ο χρυσός
+τώρα κέκτηται την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου. Η πρόοδος
+έγκειται απλούστατα εις το ότι η μορφή της αμέσου και γενικής
+ανταλλακτικότητος η μορφή του γενικού ισοδυνάμου, ενεσωματώθη
+οριστικώς εν τη φυσική και ειδική μορφή του χρυσού.
+
+Ο χρυσός παίζει τον ρόλον του νομίσματος, έναντι των λοιπών
+εμπορευμάτων, διότι έπαιζε προηγουμένως, απέναντι τούτων τον ρόλον
+του εμπορεύματος. Όπως όλα εκείνα, ελειτούργει επίσης ως
+ισοδύναμον, είτε τυχαίως εις τας μεμονωμένας ανταλλαγάς είτε εις
+ιδιαίτερον ισοδύναμον παρά τα άλλα ισοδύναμα. Ολίγον κατ' ολίγον
+ελειτούργησεν εις όρια κατά το μάλλον ή ήττον ευρέα ως γενικόν
+ισοδύναμον. Ευθύς ως κατέκτησε το μονοπώλιον του ρόλου τούτου εν
+τη εκφράσει της αξίας των εμπορευμάτων, απέβη εμπόρευμα — χρήμα.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ II.
+
+ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΩΝ
+
+
+
+Όλα τα εμπορεύματα δεν είναι αξίαι χρήσεως διά τους κατέχοντας
+αυτά, και είναι αξίαι χρήσεως διά τους μη κατέχοντας αυτά. Ωσαύτως
+πρέπει να περάσουν από χειρός εις χείρα καθ' όλην την γραμμήν.
+Αλλ' η αλλαγή αύτη από χειρός εις χείρα αποτελεί την ανταλλαγήν
+των, και η ανταλλαγή των καθιδρύει τας σχέσεις των ως αξιών και τα
+μορφώνει εις αξίας. Πρέπει λοιπόν τα εμπορεύματα να παρουσιάζονται
+ως αξίαι πριν δυνηθούν να γίνουν αξίαι χρήσεως. Αλλ' αφ' ετέρου
+πρέπει η αξία των χρήσεως να έχη εξακριβωθή πριν ή εμφανισθούν ως
+καθ' εαυτό αξίαι, διότι η ανθρωπίνη εργασία η δαπανηθείσα εν τη
+παραγωγή των δεν υπολογίζεται ή εφ' όσον δαπανάται υπό χρήσιμον
+εις άλλους μορφήν. Μόνη όθεν η ανταλλαγή των δύναται ν' αποδείξη,
+εάν η εργασία αύτη είναι χρήσιμος εις άλλους, δηλ. εάν το προϊόν
+της δύναται να ικανοποιήση ανάγκας άλλων.
+
+Δι' έκαστον κάτοχον εμπορευμάτων, παν ξένον εμπόρευμα είναι
+ιδιαίτερον ισοδύναμον του ιδικού του. Το εμπόρευμά του είναι,
+συνεπώς το γενικόν ισοδύναμον πάντων των άλλων. Αλλ' επειδή όλοι
+οι ανταλλάκται ευρίσκονται εις την αυτήν θέσιν ουδέν εμπόρευμα
+είναι γενικόν ισοδύναμον και η σχετική αξία των εμπορευμάτων,
+ουδεμίαν γενικήν μορφήν κέκτηται, υπό την οποίαν να δύνανται ταύτα
+να συγκρίνονται ως ποσότητες αξίας. Εν μια λέξει ταύτα δεν
+παίζουν, τα μεν έναντι των δε τον ρόλον των εμπορευμάτων, αλλά τον
+ρόλον απλών προϊόντων ή αξιών χρήσεως.
+
+Οι ανταλλάκται δεν δύνανται να συγκρίνουν τα είδη των εις αξίας
+και συνεπώς ως εμπορεύματα ειμή συγκρίνοντες ταύτα προς άλλο
+οιοδήποτε εμπόρευμα τιθέμενον έναντι αυτών, ως γενικόν ισοδύναμον,
+ό,τι ακριβώς απεδείχθη ήδη διά της προηγουμένης αναλύσεως. Αλλά το
+γενικόν τούτο ισοδύναμον, δεν δύναται να είναι ή το αποτέλεσμα
+μιας κοινωνικής δράσεως. Έν ιδιαίτερον εμπόρευμα τίθεται λοιπόν
+διά κοινής πράξεως κατά μέρος των άλλων εμπορευμάτων και
+χρησιμεύει διά να εμφανίζη τας αμοιβαίας των αξίας. Η φυσική μορφή
+του εμπορεύματος τούτου αποβαίνει ούτω η ισοδύναμος μορφή, η
+κοινωνικώς ανεγνωρισμένη. Ο ρόλος του γενικού ισοδυνάμου είναι εις
+το εξής η ειδική κοινωνική λειτουργία του αποχωρισθέντος
+εμπορεύματος και καθίσταται χρήμα.
+
+Κατ' αρχάς, όταν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων ελάμβανε χώραν εκτός
+των κοινοτήτων, την ιδιότητα του γενικού ισοδυνάμου απέκτα, οτέ
+μεν εμπόρευμά τι οτέ δε άλλο τι κατά τας περιστάσεις. Αλλ' ευθύς
+ως εγκατέστη η ανταλλαγή εις το εσωτερικόν των κοινοτήτων, την
+ιδιότητα γενικού ισοδυνάμου προσέλαβεν αποκλειστικώς ιδιαίτερον
+είδος εμπορεύματος, το οποίον απεκρυσταλλώθη εις μορφήν χρήματος.
+Κατ' αρχάς η τύχη αποφασίζει ποίον είδος εμπορεύματος καθορίζεται
+προς τούτο.
+
+Δυνάμεθα εν τούτοις να είπωμεν ότι τούτο εξαρτάται γενικώς εκ δύο
+καθοριστικών συνθηκών. Η μορφή χρήμα αποδίδεται ή εις είδη
+εισαγωγής τα πλέον σημαντικά, τα οποία πρώτα εμφανίζουν
+πραγματικώς την ανταλλακτικήν αξίαν των εντοπίων προϊόντων ή εις
+αντικείμενα ή μάλλον εις χρήσιμον αντικείμενον, το οποίον τοις
+αποτελεί το κύριον στοιχείον του απαλλοτριωτού εντοπίου πλούτου,
+ως τα κτήνη επί παραδείγματι.
+
+Οι νομάδες λαοί πρώτοι αναπτύσσουν την μορφήν χρήμα, διότι όλη των
+η περιουσία και όλος των ο πλούτος ευρίσκεται υπό κινητήν μορφήν
+και κατά συνέπειαν αμέσως απολλοτριωτήν. Επί πλέον το είδος της
+ζωής τούς θέτει συνεχώς εις επαφήν μετά ξένων κοινωνιών και τους
+αναγκάζει εις ανταλλαγήν των προϊόντων των.
+
+Οι άνθρωποι πολλάκις εχρησιμοποίησαν αυτόν τούτον τον άνθρωπον εν
+τω προσώπω του δούλου, ως την πρώτην ύλην του χρήματός των·
+ουδέποτε συνέβη τούτο διά το έδαφός των. Μία τοιαύτη έννοια δεν
+ηδύνατο να γεννηθή ή εντός κοινωνίας αστικής ανεπτυγμένης ήδη,
+χρονολογείται δε από το τελευταίον τρίτον του δεκάτου εβδόμου
+αιώνος και η πραγματοποίησίς της δεν επεχειρήθη εις μεγάλην
+κλίμακα, υπό ολοκλήρου έθνους παρά ένα αιώνα αργότερον εν Γαλλία
+κατά την επανάστασιν του 1789.
+
+Κατόπιν η ανταλλαγή θραύει τα δεσμά της, τα καθαρώς τυπικά, και
+συνεπώς η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει επί πλέον και πλέον
+γενικώς την ανθρωπίνην εργασίαν, η μορφή χρήμα μεταπίπτει εις
+εμπορεύματα, τα οποία η φύσις καθιστή ικανά να εκπληρώσουν την
+κοινωνικήν λειτουργίαν του γενικού ισοδυνάμου, δηλ. εις τα
+πολύτιμα μέταλλα.
+
+Αν και ο χρυσός και ο άργυρος δεν είναι εκ φύσεως νόμισμα, εν
+τούτοις το νόμισμα είναι εκ φύσεως άργυρος και χρυσός, ως το
+αποδεικνύει και η προσαρμογή των φυσικών ιδιοτήτων των μετάλλων
+τούτων προς τας λειτουργίας του νομίσματος. Αλλά μέχρι τούδε δεν
+γνωρίζομεν παρά μίαν λειτουργίαν του νομίσματος, την υπηρεσίαν του
+να χρησιμεύη ως τρόπος εκδηλώσεως των εμπορευμάτων, ή ως ύλη, εν
+τη οποία η ποσότης των αξιών των εμπορευμάτων εκφράζεται
+κοινωνικώς. Όθεν, μία μόνον ύλη υπάρχει, δυναμένη να είναι μορφή
+ικανή διά να εκδηλώση την αξίαν ή να χρησιμεύση ως συγκεκριμένη
+εικών της αφηρημένης ανθρωπίνης εργασίας και συνεπώς ίσης εκείνης,
+της οποίας όλα τα αντίτυπα κέκτηνται την αυτήν ομοιόμορφον
+ιδιότητα. Αφ' ετέρου, καθώς αι αξίαι δεν αλλάσσουν ή κατά
+ποσότητα, το εμπόρευμα — νόμισμα δέον να είναι επιδεκτικόν των
+καθαρώς ποσοτικών διαφορών.
+
+Δέον να είναι διαιρετόν κατά βούλησιν και να δύναται να
+ανασυντίθεται εις το σύνολον όλων του των μερών. Έκαστος γνωρίζει
+ότι ο χρυσός και ο άργυρος κέκτηνται φυσικώς όλας τας ιδιότητας
+ταύτας. Η αξία χρήσεως του εμπορεύματος — χρήματος καθίσταται
+διπλασία. Εκτός της ιδιαιτέρας αξίας του χρήσεως, ως εμπορεύματος
+— χρήματος, ο χρυσός επί παραδείγματι χρησιμεύει ως πρώτη ύλη διά
+τα είδη πολυτελείας, διά να πληρώνη οδόντας κατεστραμμένους κλπ.,
+κέκτηται τυπικήν αξίαν χρήσεως, η οποία αρχήν έχει την ειδικήν της
+κοινωνικήν λειτουργίαν.
+
+Επειδή όλα τα εμπορεύματα δεν είναι παρά ισοδύναμα, ιδιαίτερα του
+χρήματος, όπερ πάλιν είναι το γενικόν ισοδύναμον, έπεται ότι το
+χρήμα παίζει απέναντι των εμπορευμάτων τον ρόλον του παγκοσμίου
+εμπορεύματος, ταύτα δε εμφανίζονται απέναντί του ως ιδιαίτερα
+εμπορεύματα.
+
+Είδομεν ότι ο τύπος χρήμα ή νόμισμα δεν είναι παρά η αντανάκλασις
+των σχέσεων της αξίας παντός είδους εμπορευμάτων εις έν είδος
+εμπορεύματος. Το ότι αυτό το χρήμα είναι εμπόρευμα τούτο δεν
+δύναται να είναι ανακάλυψις παρά δι' εκείνον μόνον, ο οποίος
+λαμβάνει ως σημείον αναχωρήσεως την συμπληρωμένην μορφήν του, διά
+να φθάση κατόπιν εις την ανάλυσίν του.
+
+Η κίνησις των ανταλλαγών δίδει εις το εμπόρευμα, το οποίον
+μετατρέπει εις χρήμα, όχι την αξίαν του, αλλά την ειδικήν μορφήν
+της αξίας του. Συγχέοντες δύο τόσον διάφορα πράγματα, έφθασαν να
+θεωρούν τον άργυρον και τον χρυσόν ως καθαρώς υποθετικάς αξίας. Το
+γεγονός, ότι το χρήμα είς τινας υπηρεσίας του, δύναται να
+αντικατασταθή δι' άλλων απλών εκφράσεών του, εδημιούργησε την
+πλάνην, ότι το χρήμα είναι απλή έκφρασις.
+
+Εξ άλλου, είναι αληθές, η πλάνη αύτη έκαμεν αισθητόν εκ των
+προτέρων ότι υπό την εμφάνισιν εξωτερικού τινος αντικειμένου, το
+νόμισμα αποκρύπτει εν τη πραγματικότητι κοινωνικήν τινα σχέσιν.
+Υπό την έννοιαν ταύτην παν εμπόρευμα θα ήτο έκφρασις, διότι δεν
+είναι αξία ή ως υλικόν περίβλημα της δαπανηθείσης διά την
+παραγωγήν του ανθρωπίνης εργασίας.
+
+Παρετηρήσαμεν ήδη ότι η ισοδύναμος μορφή εμπορεύματος δεν αφήνει
+τίποτε να γνωσθή επί του μεγέθους της ποσότητος της αξίας του. Εάν
+γνωρίζωμεν ότι ο χρυσός είναι νόμισμα, ήτοι ανταλλακτός με όλα τα
+εμπορεύματα, δεν γνωρίζομεν όμως πόσον στοιχίζουν επί παραδείγματι
+10 γραμ. χρυσού. Ως κάθε εμπόρευμα το χρήμα δεν δύναται να εκφράση
+την ιδίαν του ποσότητα αξίας ειμή εν σχέσει με άλλα εμπορεύματα. Η
+κυρίως αξία του καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας διά
+την παραγωγήν του και εκφράζεται εις το &ποσοστόν& (quantum)
+παντός άλλου εμπορεύματος, απαιτήσαντος εργασίαν της αυτής
+διαρκείας.
+
+Ο καθορισμός ούτος της ποσότητος της σχετικής του αξίας λαμβάνει
+χώραν εις αυτήν ταύτην την πηγήν της παραγωγής του εν τη πρώτη του
+ανταλλαγή. Ευθύς ως εισέλθη εν τη κυκλοφορία ως νόμισμα η αξία του
+είναι καθορισμένη. Ήδη κατά τα τελευταία έτη του 17ου αιώνος
+παρετηρήθη ότι το νόμισμα είνε εμπόρευμα· η ανάλυσις δεν
+ευρίσκεται εν τούτοις ή εις τα πρώτα της βήματα. Η δυσκολία δεν
+συνίσταται εις το να εννοήσωμεν ότι το νόμισμα είναι εμπόρευμα,
+αλλά να γνωρίσωμεν πώς και διατί εμπόρευμά τι γίνεται νόμισμα.
+
+Εμπόρευμά τι δεν φαίνεται ποτέ ότι γίνεται χρήμα, διότι τα άλλα
+εμπορεύματα εκφράζουν αμοιβαίως εν αυτώ τας αξίας των. Όλως
+τουναντίον αι τελευταίαι αύται φαίνονται να εκφράζουν δι' αυτού
+τας αξίας των διότι είναι χρήμα. Η κίνησις, η χρησιμεύσασα ως
+ενδιάμεσον, εξαφανίζεται εν τω ιδίω της αποτελέσματι χωρίς να
+αφήνη ουδέν ίχνος. Τα εμπορεύματα ευρίσκουν χωρίς να φαίνεται ότι
+συνέβαλον εις τίποτε, την ιδίαν των αξίαν αντιπροσωπευομένην και
+καθωρισμένην, εν τω σώματι εμπορεύματός τινος υφισταμένου παρά και
+εκτός τούτων. Τα απλά ταύτα πράγματα, άργυρος και χρυσός, ως ταύτα
+εξέρχονται των κόλπων της γης παρουσιάζονται αμέσως ως άμεσος
+ενσάρκωσις πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Εκείθεν η μαγεία του
+χρήματος.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ III.
+
+ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ
+
+
+
+I. Μέτρον των αξιών.
+
+Η πρώτη υπηρεσία του χρυσού (42) είναι να χορηγή εις το σύνολον
+των εμπορευμάτων την ύλην, εν τη οποία ταύτα εκφράζουν τας αξίας
+των ως ποσά της αυτής ονομασίας, της αυτής ποιότητος, και δυνάμενα
+να συγκριθώσι από της απόψεως της ποσότητος. Λειτουργεί όθεν ως
+παγκόσμιον μέτρον των αξιών και χάρις εις την υπηρεσίαν ταύτην, ο
+χρυσός το ισοδύναμον — εμπόρευμα αποβαίνει νόμισμα. Δεν είναι το
+νόμισμα εκείνο, το οποίον καθιστά τα εμπορεύματα σύμμετρα:
+τουναντίον. Ακριβώς διότι τα εμπορεύματα ως αξίαι είναι
+υλοποιειθείσα εργασία και κατά συνέπειαν σύμμετρα μεταξύ των,
+δύνανται να μετρήσουν όλα συγχρόνως τας αξίας των διά τινος
+ειδικού εμπορεύματος και να μεταβάλουν αυτό εις νόμισμα, ήτοι να
+καταστήσουν τούτο κοινόν μέτρον. Αλλά το μέτρον των αξιών διά του
+νομίσματος είναι η μορφή, την οποίαν δέον κατ' ανάγκην ν' ενδυθή
+το εν αυταίς μέτρον δηλ. ο χρόνος της εργασίας.
+
+Η έκφρασις της αξίας ενός εμπορεύματος εις χρόνον: Χ εμπόρευμα Α =
+Ψ εμπόρευμα — νόμισμα, είναι η εις νόμισμα μορφή του, δηλ. η τιμή
+του.
+
+Η τιμή ή η μορφή — νόμισμα των εμπορευμάτων ως η μορφή αξία εν
+γένει διακεκριμένη των σωμάτων της ή του φυσικού των σχήματος
+είναι φανταστικαί. Η αξία του σιδήρου, του υφάσματος, του σίτου
+κ.λ.π. παραμένει εις αυτά ταύτα τα πράγματα αν και αοράτως.
+Αντιπροσωπεύονται διά της ισότητός των προς τον χρυσόν, διά
+σχέσεως προς το μέταλλον τούτο, όπερ ευρίσκεται επί κεφαλής ούτως
+ειπείν των εμπορευμάτων. Ο ανταλλάκτης υποχρεούται όθεν είτε να το
+ονομάζη με την γλώσσαν των αυτήν, είτε να τοις αναρτήση επιγραφάς
+διά ν' αναγγείλη την τιμήν των εις τον εξωτερικόν κόσμον.
+
+Της εκφράσεως της αξίας των εμπορευμάτων εις χρυσόν ούσης
+απλούστατα ιδέας, δεν χρειάζεται διά την πράξιν ταύτην ή ιδέα
+υπάρχουσα μόνον εν τη φαντασία.
+
+Δεν υπάρχει παντοπώλης αγνοών ότι πολύ απέχει από του να κερδίση
+χρυσόν διά των εμπορευμάτων του, όταν δίδη εις την αξίαν των την
+μορφήν τιμήν, ή εν φαντασία την μορφήν χρυσόν και ότι δεν έχει
+ανάγκην πραγματικού κόκκου χρυσού διά να εκτιμήση εις χρυσόν
+εκατομμύρια αξιών εμπορευμάτων. Εν τη λειτουργία του ως μέτρου
+αξιών το χρήμα χρησιμοποιείται ως ιδεώδες νόμισμα. Η περίπτωσις
+αύτη έδωσε λαβήν εις τας πλέον τρελλάς θεωρίας. Αλλ' αν και το
+χρήμα ως μέτρον αξίας δεν λειτουργεί ειμή ιδεολογικώς, και ο
+χρυσός ο προς τον σκοπόν τούτον χρησιμοποιούμενος, δεν είναι κατά
+συνέπειαν ή φαντασιώδης χρυσός, η τιμή των εμπορευμάτων όμως δεν
+εξαρτάται ολιγώτερον απολύτως από την ύλην του νομίσματος. Η αξία,
+ήτοι το ποσοστόν της ανθρωπίνης εργασίας, το περιεχόμενον π. χ.
+εις τόννον σιδήρου, εκφράζεται φαντασταστικώς υπό του ποσοστού του
+εμπορεύματος νομίσματος στοιχίζοντος ακριβώς ίσην εργασίαν.
+
+Αφ' ης στιγμής τα εμπορεύματα διά να εκφράσουν την αξίαν των δέον
+ν' αναφερθούν εις ποσότητα χρυσού καθορισθείσαν ως μέτρον
+συγκρίσεως, εις μετρικήν μονάδα, η ποσότης αύτη του χρυσού, ίνα
+έχη κοινωνικήν αναγνώρισιν ρυθμίζεται υπό του νόμου. Η σταθερά
+αύτη ποσότης καθίσταται το υπόδειγμα των τιμών.
+
+Αι τιμαί ή τα ποσοστά του χρυσού, εν αις μεταβάλλονται ιδεολογικώς
+τα εμπορεύματα, εκφράζονται νυν υπό των νομισματικών ονομάτων του
+μετάλλου: ούτω αντί να είπωμεν 1 σάκκος σίτου αξίζει 10 γραμ.
+χρυσού, λέγωμεν ότι αξίζει 20 φράγκα.
+
+Η τιμή, το νομισματικόν όνομα της πραγματοποιηθείσης εν τω
+εμπορεύματι εργασίας, δεικνύει ότι είναι ανταλλακτή, διά του
+νομίσματος και ότι δέον ν' ανταλλαγή. Εξ άλλου ο χρυσός δεν
+λειτουργεί ως ιδεώδες μέτρον της αξίας παρά διότι ευρίσκεται ήδη
+εις την αγοράν ως εμπόρευμα νόμισμα.
+
+II. Μέσον κυκλοφορίας.
+
+α'. Η μεταμόρφωσις των εμπορευμάτων.
+
+Η ανταλλαγή κάμνει τα εμπορεύματα να διέρχωνται από χειρών, εις
+τας οποίας είναι όχι — αξίαι χρήσεως εις χείρας, εις τας οποίας
+ταύτα χρησιμεύουν ως αξίαι χρήσεως. Το προϊόν μιας χρησίμου
+εργασίας αντικαθιστά το προϊόν μιας άλλης χρησίμου εργασίας. Τούτο
+είναι η κοινωνική κυκλοφορία των αγαθών. Αφού το εμπόρευμα φθάσει
+εις το σημείον, εις το οποίον χρησιμοποιείται, ως αξία χρήσεως,
+μεταπίπτει από της σφαίρας των ανταλλαγών εις την σφαίραν της
+καταναλώσεως. Αλλ' η υλική αύτη κυκλοφορία πραγματοποιείται διά
+σειράς μεταβολής της μορφής, διά μιας μεταμορφώσεως του
+εμπορεύματος, την οποίαν θα μελετήσωμεν αμέσως.
+
+Ας μεταφερθώμεν προς στιγμήν επί του θεάτρου της δράσεως της
+αγοράς, ένθα ο χρυσός κατέχει τον ένα πόλον και όλα τα άλλα
+εμπορεύματα τον άλλον πόλον. Τι βλέπομεν;
+
+Οιοσδήποτε ανταλλάκτης, ένας υφαντουργός π. χ., μετατρέπει το
+εμπόρευμά του, 20 μ. υφάσματος εις τιμήν ωρισμένην 40 φρ. λ. χ. Το
+ανταλλάσσει αντί 40 φρ., κατόπιν δε ανταλλάσσει τα δυο ταύτα
+λουδοβίκια αντί μιας ενδυμασίας, της οποίας έχει ανάγκην διά
+προσωπικήν του χρήσιν. Δεν πραγματοποιείται λοιπόν ανταλλαγή, εάν
+δεν λάβουν χώραν δύο αντίθετοι μεταμορφώσεις συμπληρούμεναι
+αμοιβαίως — μεταβολή του εμπορεύματος εις χρήμα και μεταβολή
+τούτου εκ νέου εις εμπόρευμα — . Αι δύο αύται μεταμορφώσεις του
+εμπορεύματος παρουσιάζουν ταυτοχρόνως από απόψεως του ιδιοκτήτου
+των δύο πράξεις — πώλησιν, ανταλλαγήν του εμπορεύματος με χρήμα —
+αγοράν, ανταλλαγήν του χρήματος με εμπόρευμα — και το σύνολον των
+δύο τούτων πράξεων είναι: &Πωλείν διά το αγοράζειν&.
+
+Το συμπέρασμα διά τον υφαντουργόν εκ της υποθέσεως ταύτης είναι
+ότι ούτος έχει τώρα ένδυμα και όχι ύφασμα, αντί του εμπορεύματός
+του, άλλο ίσης αξίας, αλλά διαφόρου χρησιμότητος· η ανταλλαγή του
+εμπορεύματος επιβάλλει όθεν μεταλλαγάς του τύπου.
+
+ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ — ΧΡΗΜΑ — ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ
+ Ε — Χ — Ε
+
+Λαμβανομένης από της καθαράς υλιστικής απόψεώς της η κίνησις
+καταλήγει εις Ε — Ε, ανταλλαγή εμπορεύματος δι' εμπορεύματος,
+μετρατροπή των υλών της κοινωνικής εργασίας. Τοιούτον είναι το
+αποτέλεσμα, δι' ού εξαφανίζεται το φαινόμενον.
+
+Έχομεν νυν να εξετάσωμεν ιδιαιτέρως εκάστην των διαδοχικών
+μεταμορφώσεων, από τας οποίας θα διέλθη το εμπόρευμα.
+
+&Ε — Χ πρώτη μεταμόρφωσις του εμπορεύματος ή πώλησις.&
+
+Η αξία του εμπορεύματος εξέρχεται εκ του ιδίου της σώματος διά να
+εισέλθη εις το σώμα του χρυσού. Τούτο είναι το επικίνδυνον πήδημά
+της. Εάν αποτύχη δεν θα πάθη τίποτε, ο κάτοχός της όμως θα στερηθή
+ταύτης. Πολλαπλασιάζουσα τας ανάγκας της η κοινωνική διαίρεσις της
+εργασίας περιώρισε διά μιας την παραγωγικήν της ικανότητα και
+τούτο ακριβώς, διότι το προϊόν της τής χρησιμεύει ως ανταλλακτική
+αξία ή ως γενικόν ισοδύναμον. Πάντως όμως τον τύπον τούτον αποκτά
+μετατρεπόμενον εις χρήμα, το δε χρήμα ευρίσκεται εις άλλου
+θυλάκιον. Διά να εξέλθη εκείθεν, πρέπει το εμπόρευμα προ παντός
+άλλου να είναι αξία χρήσεως διά τον αγοραστήν, η εν αυτώ
+δαπανηθείσα εργασία να είναι τοιαύτη υπό μορφήν κοινωνικώς
+χρήσιμον ή να αποτελή κλάδον της κοινωνικής διαιρέσεως της
+εργασίας. Η διαίρεσις όμως της εργασίας δημιουργεί οργανισμόν
+παραγωγής αυθόρμητον, του οποίου τα νήματα υφάνθησαν και
+υφαίνονται ακόμη εν αγνοία των παραγωγών ανταλλακτών.
+
+Έν προϊόν ικανοποιεί σήμερον κοινωνικήν ανάγκην· αύριον θ'
+αντικατασταθή ίσως, μερικώς ή εξ ολοκλήρου, υπό αντιπάλου
+προϊόντος. Ακόμη και δι' εργασίαν, ως εκείνη του υφαντουργού μας,
+μέρος επίσημον της κοινωνικής διαιρέσεως της εργασίας, η αξία
+χρήσεως των 20 μέτρων του υφάσματος δεν είναι ακριβώς ηγγυημένη.
+Εάν η ανάγκη του υφάσματος εις την κοινωνίαν, η δε ανάγκη αύτη
+έχει το μέτρον της, ως παν άλλο πράγμα, έχει ήδη ικανοποιηθή υπό
+αντιπάλων υφαντουργών, το προϊόν του φίλου μας αποβαίνει πλεόνασμα
+και συνεπώς άχρηστον. Ας υποθέσωμεν εν τούτοις ότι η χρήσιμος αξία
+του προϊόντος του έχει εκτιμηθή και ότι το χρήμα έχει προσελκυσθή
+υπό του εμπορεύματος. Πόσον χρήμα; Ιδού πλέον το ζήτημα. Είναι
+αληθές ότι η απάντησις ευρίσκεται εκ των προτέρων εις την τιμήν
+του εμπορεύματος, εκθέτουσα ταύτην διά του μεγέθους της αξίας. Δεν
+λαμβάνομεν υπ' όψει την αδύνατον πλευράν του πωλητού, τα κατά το
+μάλλον ή ήττον σκόπιμα λάθη υπολογισμού, τα οποία άνευ οίκτου
+διορθούνται εις την αγοράν.
+
+Ας υποθέσωμεν ότι εδαπανήθη διά το προϊόν του ο ωρισμένος
+κοινωνικός χρόνος. Η τιμή του εμπορεύματος δεν είναι λοιπόν παρά
+το νομισματικόν όνομα του ποσοστού της εργασίας, την οποίαν
+απαιτεί κατά μέσον όρον παν είδος της αυτής φύσεως. Αλλ' εν αγνοία
+και άνευ της αδείας του υφαντουργού μας, αι παλαιαί μέθοδοι της
+υφαντουργίας ανεστατώθησαν. Ο χθες αναγκαίος κοινωνικός χρόνος της
+εργασίας, διά την παραγωγήν ενός μέτρου υφάσματος δεν υφίσταται
+πλέον, όπως σπεύδει να του το αποδείξη ο πλούσιος διά του
+τιμολογίου των συναγωνιστών του. Κατά δυστυχίαν του, υπάρχουν
+πολλοί υφαντουργοί εις τον κόσμον.
+
+Ας υποθέσωμεν τέλος ότι έκαστον τεμάχιον υφάσματος, ευρισκόμενον
+εις την αγοράν δεν εκόστισεν ή τον αναγκαίον χρόνον εργασίας· το
+ολικόν εν τούτοις ποσόν των τεμαχίων τούτων δύναται ν'
+αντιπροσωπεύη εργασίαν δαπανηθείσαν ασκόπως.
+
+Εάν ο στόμαχος της αγοράς δεν δύναται ν' απορροφήση όλον το ύφασμα
+εις την κανονικήν τιμήν των 2 φρ. κατά μέτρον, τούτο αποδεικνύει
+ότι πολύ μεγάλη μερίς κοινωνικής εργασίας εδαπανήθη υπό την μορφήν
+της υφαντουργίας. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, ως εάν έκαστος
+υφαντουργός, ιδιαιτέρως εχρησιμοποίει διά το ατομικόν του αγαθόν
+πλέον της κοινωνικής αναγκαίας εργασίας. Ενταύθα δυνάμεθα να
+είπωμεν κατά την Γερμανικήν παροιμίαν «μαζύ πιασμένοι, μαζύ
+κρεμασμένοι». Όλον το ύφασμα εις την αγοράν αποτελεί έν εμπόρευμα,
+του οποίου έκαστον τεμάχιον δεν είναι ή μέρος ποσοστόν.
+
+Ωσαύτως οι ανταλλάκται μας ανακαλύπτουν ότι η αυτή διαίρεσις της
+εργασίας, η οποία δημιουργεί τούτους ανεξαρτήτους ιδιωτικούς
+παραγωγούς, καθιστά την πορείαν της κοινωνικής παραγωγής και τας
+σχέσεις τας οποίας δημιουργεί, τελείως ανεξαρτήτους των θελήσεών
+των, εις τρόπον ώστε, η ανεξαρτησία των προσώπων των μεν και των
+δε, ευρίσκει το κατ' ανάγκην συμπλήρωμά του, έναντι εις σύστημα
+αμοιβαίας εξαρτήσεως, επιβληθείσας υπό των πραγμάτων.
+
+Η διαίρεσις της εργασίας μεταβάλλει το προϊόν της εργασίας εις
+εμπόρευμα και ως εκ τούτου επιβάλλει την μετατροπήν του εις τμήμα.
+Καθιστά δε συγχρόνως την επιτυχίαν της τοιαύτης μετουσιώσεως
+(transsubstantiation) τυχαίαν. Δυνάμεθα εν τούτοις να
+παρατηρήσωμεν το φαινόμενον, εν τη ολότητί του, οφείλομεν δε τότε
+να υποθέσωμεν ότι η πορεία του είναι κανονική. Εξ άλλου εάν το
+εμπόρευμα δεν είναι απολύτως άχρηστον, η αλλαγή της μορφής του
+γίνεται πάντοτε, οιαδήποτε και αν είναι η τιμή της πωλήσεώς του.
+Ας επιστρέψωμεν όμως εις την ανταλλαγήν. — Εκείνο που είναι
+φανερόν είναι ότι εμπόρευμα και χρυσός, 20 μ. υφάσματος και 2
+λουδοβίκια, αλλάσσουν χείρα ή θέσιν. Το εμπόρευμα πραγματοποιεί
+την τιμήν του, ήτοι αγοράζει χρυσόν διότι &πώλησις είναι αγορά&
+λέγει ο Quesnay ή &πωλείν είναι αγοράζειν&. Όθεν Ε — Χ είναι
+συγχρόνως Χ — Ε.
+
+Έως εδώ δεν εγνωρίζομεν μεταξύ των ανθρώπων, άλλην οικονομικήν
+σχέσιν, ειμή την σχέσιν των ανταλλακτών, σχέσιν εν τη οποία, ούτοι
+οικειοποιούνται το προϊόν ξένης εργασίας χορηγούντες το ιδικόν
+των.
+
+Εάν όθεν είς των ανταλλακτών παρουσιασθή εις τον άλλον ως κάτοχος
+χρήματος, τότε έν εκ των δύο συμβαίνει: ή το προϊόν της εργασίας
+του κέκτηται φυσικώς την μορφήν νόμισμα, δηλαδή το προϊόν του
+είναι χρυσός, άργυρος κλπ., εν μια λέξει, ύλη του νομίσματος, ή το
+εμπόρευμα ήλλαξεν ήδη μορφήν, επωλήθη και ως εκ τούτου απεγυμνώθη
+της πρώτης του μορφής. Διά να λειτουργήση ως νόμισμα ο χρυσός,
+οφείλει φυσικώς να παρουσιασθή εις την αγοράν εις οιονδήποτε
+σημείον. Εισέρχεται εν τη αγορά εις αυτήν την πηγήν της παραγωγής
+του, δηλ. εκεί ένθα ανταλλάσσεται ως προϊόν άμεσον της εργασίας
+έναντι άλλου προϊόντος της αυτής αξίας.
+
+Αλλ' από της στιγμής εκείνης αντιπροσωπεύει πάντοτε μίαν
+&πραγματοποιηθείσαν τιμήν εμπορεύματος&: ανεξαρτήτως της
+ανταλλαγής του χρυσού έναντι εμπορεύματος εν τη πηγή του της
+παραγωγής, ο χρυσός ευρίσκει εις τας χείρας εκάστου ανταλλάκτου —
+παραγωγού, το προϊόν της πωλησεως ή της πρώτης μεταμορφώσεως του
+εμπορεύματός του, Ε — Χ. Ο χρυσός κατέστη χρήμα ιδεώδες ή μέτρον
+αξιών, διότι τα εμπορεύματα εξέφραζον τας αξίας των εν αυτώ και
+ούτω εδημιούργουν την φανταστικήν μορφήν των — αξίαν αντίθετον των
+φυσικών των μορφών των χρησίμων προϊόντων· η κίνησις αύτη
+μετατρέπει πάσας εις χρυσόν και μεταβάλλει ως εκ τούτου εις χρυσόν
+την μεταμορφωθείσαν μορφήν των, όχι πλέον φανταστικώς, αλλά
+πραγματικώς. Το τελευταίον ίχνος των συνήθων μορφών και των
+συγκεκριμένων εργασιών των, εξ ων έλκουν την καταγωγήν,
+εξαφανισθέν ούτως, δεν καταλείπει πλέον ή ακαθόριστον και
+ομοιόχρωμον δείγμα της αυτής κοινωνικής εργασίας. Βλέποντες έν
+νόμισμα δεν δυνάμεθα να είπωμεν τι είδος μετετράπη εν αυτώ. Το
+νόμισμα δύναται όθεν να είναι βόρβορος ενώ ο βόρβορος δεν είναι
+νόμισμα.
+
+Ας υποθέσωμεν τώρα, ότι τα δύο χρυσά νομίσματα, διά των οποίων ο
+υφαντουργός μας εξεποίησε το εμπόρευμά του, προέρχονται εκ της
+μεταμορφώσεως ενός σάκκου σίτου.
+
+Η πώλησις του υφάσματος Ε — Χ, είναι συγχρόνως η αγορά του, Χ — Ε.
+Ενώ το ύφασμα είναι πωλημένον, το εμπόρευμα τούτο αρχίζει κίνησιν
+περατουμένην διά του αντιθέτου του, &της αγοράς της ενδυμασίας&.
+Ενώ το ύφασμα είναι ηγορασμένον, περατώνει κίνησιν, αρχίσασαν διά
+του αντιθέτου του, της πωλήσεως του σίτου, Ε — Χ (ύφασμα — χρήμα).
+Η πρώτη αύτη φάσις Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι
+συγχρόνως Χ — Ε (χρήμα — ύφασμα), η τελευταία φάσις μιας άλλης
+κινήσεως Ε — Χ — Ε (σίτος — χρήμα — ύφασμα).
+
+&Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος&, η διάβασίς του από της
+μορφής εμπορεύματος εις την μορφήν χρήμα, είναι πάντοτε &δευτέρα
+μεταμόρφωσις&, όλως αντίθετος &ενός άλλου εμπορεύματος&, της
+επιστροφής του εκ της μορφής χρήματος εις την μορφήν εμπόρευμα.
+
+&Χ — Ε δευτέρα και τελική μεταμόρφωσις. Αγορά.&
+
+Το χρήμα είναι το εμπόρευμα, το οποίον έχει ως χαρακτηριστικόν την
+απόλυτον εκποίησιν, διότι είναι το προϊόν της παγκοσμίου
+εκποιήσεως όλων των άλλων εμπορευμάτων. Αναγιγνώσκει όλας τας
+τιμάς αντιστρόφως και καθρεπτίζεται ούτω, εις τα σώματα όλων των
+προϊόντων, ως εις την ύλην, η οποία του παραδίδεται, διά να αποβή
+το ίδιον αξία χρήσεως. Συγχρόνως αι τιμαί ομοιάζουν ούτως ειπείν,
+τα ερωτικά βλέμματα τα εκτοξευόμενα προς αυτάς υπό των
+εμπορευμάτων, ορίζουν το όριον της μετατρεπτικής των ιδιότητος,
+ήτοι την ιδίαν των ποσότητα. Του εμπορεύματος εξαφανιζομένου εις
+την πράξιν της εις χρήμα μετατροπής του, το χρήμα το οποίον
+διαθέτει ιδιώτης τις δεν επιτρέπει να εξακριβώσωμεν, ούτε πώς
+έπεσεν εις χείρας του, ούτε τι πράγμα μετεβλήθη εν αυτώ. Αδύνατον
+να εννοηθή (non olet) πόθεν έλκει την καταγωγήν του, ενώ αφ' ενός
+αντιπροσωπεύει πωληθέντα εμπορεύματα, αφ' ετέρου αντιπροσωπεύει
+εμπορεύματα προς αγοράν.
+
+Χ — Ε, η αγορά, είναι ταυτοχρόνως πώλησις, Ε — Χ, η τελευταία
+μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, η πρώτη ενός άλλου. Διά τον
+υφαντουργόν μας το στάδιον του εμπορεύματός του τελειώνει εις το
+ένδυμα, εν τω οποίω μετέβαλε τα δύο του λουδοβίκια. Αλλ' ο πωλητής
+της ενδυμασίας δαπανά το ποσόν τούτο εις οινόπνευμα Χ — Ε, η
+τελευταία φάσις του Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι
+συγχρόνως Ε — Χ η πρώτη φάσις του Ε — Χ — Ε (ένδυμα — χρήμα —
+οινόπνευμα).
+
+Η κοινωνική διαίρεσις της εργασίας περιορίζει έκαστον ανταλλάκτην
+— παραγωγόν εις την κατασκευήν ενός ιδιαιτέρου είδους το οποίον
+συνήθως πωλεί χονδρικώς. Εξ άλλου αι διάφοροι ανάγκαι του, αι
+συνεχώς αναγεννώμεναι, τον υποχρεούν να χρησιμοποιήση το ούτω
+επιτευχθέν χρήμα εις αγοράς κατά το μάλλον ή ήττον πολυαρίθμους.
+
+Μία πώλησις αποβαίνει το σημείον της αναχωρήσεως διά τας διαφόρους
+αγοράς. Η τελική μεταμόρφωσις εμπορεύματός τινος αποτελεί ούτω
+ποσόν πρώτων μεταμορφώσεων άλλων εμπορευμάτων.
+
+Πώλησις και αγορά είναι πράξις &ταυτόσημοι&. ως αμοιβαία σχέσις
+&δύο προσώπων αντιθέτων τάσεων&, του κατόχου του εμπορεύματος και
+του κατόχου του χρήματος. Αποτελούν δύο πράξεις &αντιθέτων
+τάσεων&, ως πράξεις του &αυτού προσώπου&. Η ομοιότης της πωλήσεως
+και της αγοράς έχει ως συνέπειαν ότι το εμπόρευμα καθίσταται
+&άχρηστον&, εάν άπαξ ριφθέν εις την αλχημικήν χοάνην της
+κυκλοφορίας δεν εξέρχεται ως &χρήμα&. Εάν τις δεν αγοράση, ο άλλος
+δεν δύναται να πωλήση. Η ταυτότης αύτη προϋποθέτει επί πλέον, ότι
+η επιτυχία της συναλλαγής αποτελεί σταθμόν, ένα διάμεσον εν τη ζωή
+του εμπορεύματος, διάμεσον δυνάμενον να διαρκέση κατά το μάλλον ή
+ήττον επί μακρόν. Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, ούσα
+συγχρόνως πώλησις και αγορά, χωρίζεται ως εκ τούτου εκ της
+συμπληρωματικής μεταμορφώσεώς της. Ο αγοραστής έχει το εμπόρευμα,
+ο πωλητής το χρήμα, δηλαδή εμπόρευμα προικισμένον με μορφήν
+καθιστώσαν αυτό πάντοτε ευπρόσδεκτον εις την αγοράν, εις
+οιανδήποτε στιγμήν ήθελεν αναφανή εκεί. Ουδείς δύναται να πωλήση
+χωρίς άλλος να αγοράση, αλλ' ουδείς έχει ανάγκην ν' αγοράση
+αμέσως, διότι επώλησεν.
+
+Η κυκλοφορία αποτινάσσει τους φραγμούς, διά των οποίων ο χρόνος,
+το διάστημα και αι σχέσεις ατόμου προς άτομον, περιορίζουν την
+ανταλλαγήν των προϊόντων. Αλλά πώς; Εις το διά της ανταλλαγής
+εμπόριον ουδείς δύναται να εκποιήση το προϊόν του, χωρίς άλλο
+πρόσωπον να εκποιή ταυτοχρόνως το ιδικόν του. Την άμεσον ταυτότητα
+των δύο τούτων πράξεων, η κυκλοφορία την διαιρεί εισάγουσα την
+αντίθεσιν της πωλήσεως και της αγοράς. Αφού επώλησα δεν είμαι
+υποχρεωμένος ν' αγοράσω ούτε εις το αυτό μέρος, ούτε τον αυτόν
+χρόνον, ούτε εις το αυτό πρόσωπον, εις το οποίον επώλησα. Είναι
+αληθές ότι η αγορά είναι το καταναγκαστικόν συμπλήρωμα της
+πωλήσεως, δεν είναι όμως ολιγώτερον αληθές, ότι η μονάς των είναι
+μονάς των αντιθέτων. Εάν ο χωρισμός των δύο τούτων συμπληρωματικών
+φάσεων της μεταμορφώσεως των εμπορευμάτων παρατείνεται, εάν ο
+χωρισμός μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς οξύνεται, ο στενός
+σύνδεσμός των εκδηλούται διά μιας κρίσεως.
+
+β'. Κυκλοφορία του νομίσματος.
+
+Ευθύς ως ο πωλητής συμπληρώση την πώλησιν διά της αγοράς, το χρήμα
+εκφεύγει επίσης των χειρών του.
+
+Η αποτυπωθείσα εις το χρήμα κίνησις διά της κυκλοφορίας των
+εμπορευμάτων δεν είναι λοιπόν κυκλική. Το απομακρύνει των χειρών
+του κατόχου του, χωρίς ποτέ να του το επαναφέρη. Είναι αληθές ότι,
+εάν ο υφαντουργός αφού επώλησεν 20 μ. υφάσματος και ηγόρασε
+κατόπιν ένδυμα, πωλεί εκ νέου ύφασμα, το χρήμα θα του επανέλθη.
+Αλλά δεν θα προκύψη εκ της κυκλοφορίας των 20 μ. υφάσματος.
+
+Η επιστροφή του απαιτεί την &ανανέωσιν& ή την επανάληψιν της αυτής
+κυκλοφοριακής κινήσεως, διά νέου εμπορεύματος και τελειώνει διά
+του αυτού ως και πρότερον αποτελέσματος. Η κίνησις, την οποίαν η
+κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτυπώνει εις το χρήμα, απομακρύνει
+όθεν τούτο συνεχώς από το σημείον της αναχωρήσεως διά να το κάνη
+ν' αλλάσση συνεχώς χείρας. Τούτο ακριβώς ωνόμασαν κυκλοφορίαν του
+νομίσματος (Currency).
+
+Η κυκλοφορία του νομίσματος είναι η συνεχής και μονότονος
+επανάληψις της αυτής κινήσεως. Το εμπόρευμα ευρίσκεται πάντοτε εις
+τον πωλητήν, το χρήμα πάντοτε εις τον αγοραστήν &ως μέσον αγοράς&.
+Υπό τον τίτλον τούτον η υπηρεσία του είνε η πραγματοποίησις της
+τιμής των εμπορευμάτων. Πραγματοποιούν τας τιμάς των, αλλάσσει την
+θέσιν τούτων από του πωλητού εις τον αγοραστήν, ενώ και τούτο
+διέρχεται από του τελευταίου εις τον πρώτον διά να επαναλάβη την
+αυτήν κίνησιν με άλλο εμπόρευμα.
+
+Το νόμισμα φαίνεται ότι θέτει εις κυκλοφορίαν εμπορεύματα αφ'
+εαυτών ακίνητα και μεταβιβάζει ταύτα από της χειρός εν τη οποία
+είναι όχι — αξίαι χρήσεως, εις την χείραν ένθα είναι αξίαι χρήσεως
+με διεύθυνσιν πάντοτε αντίθετον της ιδικής του. Απομακρύνει
+διαρκώς τα εμπορεύματα της σφαίρας της κυκλοφορίας εγκαθιδρυόμενον
+συνεχώς εις την θέσιν των και εγκαταλείπον την ιδικήν του. Καίτοι
+η κίνησις του νομίσματος δεν είναι ή η έκφρασις της κυκλοφορίας
+των εμπορευμάτων, τουναντίον η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι
+εκείνη, η οποία φαίνεται ότι δεν απορρέει παρά εκ της κινήσεως του
+νομίσματος.
+
+Αφ' ετέρου το νόμισμα λειτουργεί ως μέσον κυκλοφορίας, διότι είναι
+πραγματοποιηθείσα μορφή αξίας των εμπορευμάτων. Η κίνησίς του
+πραγματικώς δεν είναι παρά η ιδία του αλλαγή της μορφής, ήτις κατά
+συνέπειαν πρέπει ν' αντανακλάται και ν' αποβαίνη ψηλαφητή εν τη
+κυκλοφορία του νομίσματος. Ό,τι άλλως τε και συμβαίνει. Το ύφασμα
+π. χ. αλλάσσει κατ' αρχάς την μορφήν του εμπόρευμα εις μορφήν
+χρήμα. Η τελευταία μορφή της πρώτης μεταμορφώσεώς του (Ε — Χ), η
+μορφή του χρήμα, είναι η πρώτη μορφή της τελευταίας μεταμορφώσεώς
+του, της μετατροπής του εκ νέου εις σύνηθες εμπόρευμα, εις ένδυμα
+(Χ — Ε). Αλλ' εκάστη των μεταβολών τούτων της μορφής
+πραγματοποιείται δι' ανταλλαγής μεταξύ εμπορεύματος και νομίσματος
+ή διά της αμοιβαίας μεταθέσεώς του. Τα αυτά νομίσματα αλλάσσουν
+εις την πρώτην πράξιν θέσιν με το ύφασμα, εις δε την δευτέραν με
+το ένδυμα. Μεταβάλλουν θέσιν δις. Η πρώτη μεταμόρφωσις του
+υφάσματος εισάγει ταύτα εις το θυλάκιον του υφαντουργού, η δε
+δευτέρα μεταμόρφωσις τα εξάγει, αι δύο αντίθετοι αλλαγαί μορφής,
+την οποίαν το αυτό εμπόρευμα υφίσταται, αντανακλώνται όθεν επί της
+διπλής αλλαγής της θέσεως εις αντίθετον διεύθυνσιν των ιδίων
+νομισμάτων. Εν τη συνεχεί επαναλήψει των ιδίων νομισμάτων δεν
+αντανακλάται πλέον μόνον η σειρά των μεταμορφώσεων, αλλ' επίσης
+και η συναρμογή παρομοίων μεταμορφώσεων των μεν εντός των δε.
+
+Έκαστον εμπόρευμα εις την πρώτην του αλλαγήν μορφής, εις το πρώτον
+του βήμα εν τη κυκλοφορία, εξαφανίζεται διά να αντικαθίσταται
+συνεχώς παρ' άλλου. Το χρήμα τουναντίον, ως μέσον ανταλλαγής,
+κατοικεί πάντοτε την σφαίραν της κυκλοφορίας και περιπατεί εκεί
+αδιακόπως. Πρόκειται νυν να γνωρίσωμεν, ποία είναι η ποσότης του
+νομίσματος, την οποίαν η σφαίρα αύτη δύναται να απορροφήση.
+
+Εις μίαν χώραν γίνονται ταυτοχρόνως και παρά των μεν και παρά των
+δε πωλήσεις κατά το μάλλον ή ήττον πολυάριθμοι ή μεταμορφώσεις
+τμηματικαί διαφόρων εμπορευμάτων. Η αξία των εμπορευμάτων τούτων
+εκφράζεται διά της τιμής των, δηλαδή εις ποσόν φανταστικόν χρυσού.
+
+Η ποσότης νομίσματος, την οποίαν απαιτεί η κυκλοφορία όλων των
+παρόντων εμπορευμάτων εις την αγοράν, είναι λοιπόν καθωρισμένη υπό
+του ολικού ποσού των τιμών των. Το νόμισμα δεν κάμνει τίποτε άλλο
+παρά ν' αντιπροσωπεύη πραγματικώς το ποσόν εκείνο του χρυσού, του
+ιδεολογικώς ήδη εκφρασθέντος εις το ποσόν της τιμής των
+εμπορευμάτων. Η ισότης των δύο τούτων ισοτήτων εννοείται όθεν αφ'
+εαυτής. Γνωρίζομεν εν τούτοις ότι, εάν αι αξίαι των εμπορευμάτων
+παραμένουν σταθεροί, αι τιμαί των ποικίλλουν με την αξίαν του
+χρυσού (της ύλης — νομίσματος), ανερχόμενοι αναλογικώς εις την
+πτώσιν του και κατερχόμενοι αναλογικώς εις την ύψωσίν του.
+Τοιαύται μεταβολαί εις το ποσόν των πραγματοποιηθησομένων τιμών
+συνεπιφέρουν κατ' ανάγκην μεταβολάς αναλόγους εις την ποσότητα του
+τρέχοντος νομίσματος. Αι μεταβολαί αύται προέρχονται τελικώς εξ
+αυτού του νομίσματος, εννοείται όμως, όχι διότι λειτουργεί ως
+όργανον της κυκλοφορίας, αλλά διότι λειτουργεί ως μέτρον των
+αξιών. Εις παρομοίας περιστάσεις, υπάρχουν πρώτον μεταβολαί εις
+την αξίαν του νομίσματος, έπειτα η τιμή των εμπορευμάτων ποικίλλει
+κατ' αντίστροφον λόγον της αξίας του νομίσματος· και τέλος η μάζα
+του τρέχοντος νομίσματος ποικίλλει κατ' ευθύν λόγον με την τιμήν
+των εμπορευμάτων.
+
+Ίδωμεν ότι η κυκλοφορία έχει θύραν, διά της οποίας ο χρυσός (ή
+κάθε άλλη ύλη — νόμισμα) εισέρχεται ως εμπόρευμα. Πριν λειτουργήση
+ως μέτρον αξιών, η κυρίως αξία του είναι καθωρισμένη. Μετεβλήθη
+νυν ή ηλαττώθη η τιμή του, θα παρατηρήσωμεν τούτο κατά πρώτον εις
+την πηγήν της παραγωγής του πολυτίμου μετάλλου, εκεί ένθα
+ανταλλάσσεται έναντι άλλων εμπορευμάτων. Αι τιμαί των θ'
+ανέρχονται, ενώ πολλά άλλα εμπορεύματα θα εξακολουθούν να
+εκτιμώνται εν τη παρελθούση και φανταστική πλέον αξία του μετάλλου
+— νομίσματος. Η κατάστασις αύτη των πραγμάτων δύναται να διαρκέση
+κατά το μάλλον ή ήττον επί μακρόν αναλόγως του βαθμού της
+αναπτύξεως της παγκοσμίου αγοράς. Εν τούτοις, ολίγον κατ' ολίγον,
+εμπόρευμά τι δέον να επηρεάζη άλλο τι εν τη προς αυτό σχέσει του,
+ως αξία.
+
+Αι τιμαί χρυσαί ή αργυραί των εμπορευμάτων τίθενται βαθμιαίως εν
+ισορροπία μετά των συγκριτικών αξιών, μέχρις ότου αι αξίαι όλων
+των εμπορευμάτων εκτιμηθούν τέλος κατά την αξίαν του μετάλλου —
+νομίσματος.
+
+Όλη αυτή η κίνησις συνοδεύεται με συνεχή αύξησιν του πολυτίμου
+μετάλλου, του αντικαταστήσαντος τα δι' αυτού ανταλλαχθέντα
+εμπορεύματα, εφ' όσον λοιπόν το διορθωθέν τιμολόγιον των
+εμπορευμάτων γενικοποιείται και κατά συνέπειαν υπάρχει γενική
+ύψωσις των τιμών, το πλεόνασμα του μετάλλου, το οποίον απαιτεί η
+πραγματοποίησίς των, ευρίσκεται ήδη διαθέσιμον εν τη αγορά. Ατελής
+παρατήρησις των γεγονότων, των επακολουθησάντων την ανακάλυψιν των
+νέων μεταλλείων χρυσού και αργύρου, ωδήγησε κατά τον 17ον και
+κυρίως κατά τον 18ον αιώνα εις το εσφαλμένον συμπέρασμα, ότι αι
+τιμαί των εμπορευμάτων ηυξήθησαν, επειδή μεγάλη ποσότης χρυσού και
+αργύρου ελειτούργει ως όργανον κυκλοφορίας. Εις τας ακολούθους
+παρατηρήσεις η αξία του χρυσού υποτίθεται ως &δεδομένη&, όπως
+πράγματι είναι, κατά την στιγμήν του καθορισμού των τιμών.
+
+Τούτου δοθέντος, η μάζα του κυκλοφορούντος χρυσού θα καθορισθή,
+όθεν διά της ολικής τιμής των υπό πραγματοποίησιν εμπορευμάτων.
+Εάν η τιμή εκάστου είδους εμπορεύματος είναι γνωστή, το ολικόν
+ποσόν των τιμών θα εξαρτηθή προφανώς εκ της μάζης των εν
+κυκλοφορία εμπορευμάτων. Δύναταί τις να εννοήση άνευ μεγάλου
+κόπου, ότι εάν 1 σάκκος σίτου στοιχίζει 2 λουδοβίκια, 100 σάκκοι
+θα στοιχίσουν 200 λουδοβίκια κ.ο.κ. και ότι με την μάζαν του σίτου
+πρέπει ν' αυξηθή η ποσότης του χρυσού, ο οποίος με την πώλησιν
+αλλάσσει θέσιν μετ' αυτού.
+
+Δοθείσης της μάζης των εμπορευμάτων, αι διακυμάνσεις των τιμών των
+δύνανται ν' αντιδράσουν επί της μάζης του κυκλοφορούντος
+νομίσματος. Η μάζα δύναται ν' ανέλθη ή να κατέλθη, εάν το ολικόν
+ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών αυξάνει ή ελλαττούται. Προς
+τούτο δεν είναι ανάγκη, όπως αι τιμαί όλων των εμπορευμάτων
+ανέρχονται ή κατέρχονται ταυτοχρόνως. Η ύψωσις ή πτώσις αριθμού
+τινός κυρίων ειδών αρκεί διά να επιδράση επί του ολικού ποσού των
+προς πραγματοποίησιν τιμών. Διότι η μεταβολή της τιμής των
+εμπορευμάτων αντανακλά πραγματικάς μεταβολάς αξιών ή προέρχεται εξ
+απλών διακυμάνσεων της αγοράς, διά τούτο το αποτέλεσμα το παραχθέν
+επί της ποσότητος του κυκλοφορούντος νομίσματος παραμένει το αυτό.
+
+Έστω αριθμός τις πωλήσεων ταυτοχρόνων, άνευ αμοιβαίου συνδέσμου
+και ως εκ τούτου εκπληρουμένων των μεν διά των δε ή εκ τμηματικών
+μεταμορφώσεων, π. χ. εξ ενός σάκκου σίτου 20 μ. υφάσματος, 1
+ένδυμα, 4 βαρέλια οινοπνεύματος. Εάν κάθε είδος στοιχίζει 2
+λουδοβίκια, το ποσόν των τιμών των είναι 8 λουδοβίκια και διά να
+τα πραγματοποιήσωμεν πρέπει να ρίψωμεν εις την κυκλοφορίαν 8
+λουδοβίκια. Τουναντίον, εάν τα αυτά εμπορεύματα αποτελούν την
+σειράν των γνωστών μεταμορφώσεων, 1 σάκκος σίτου — 2 λουδοβίκια —
+20 μ. υφάσματος — 2 λουδοβίκια — 1 ενδυμασία — 2 λουδοβίκια — 4
+βαρέλια ρακής — 2 λουδοβίκια, τότε τα 2 λουδοβίκια κυκλοφορούν εν
+τη υποδειχθείση τάξει, τα διάφορα δε ταύτα εμπορεύματα,
+πραγματοποιούντα διαδοχικώς τας τιμάς των, σταματούν τέλος εις τας
+χείρας του κατασκευαστού της ρακής. Πραγματοποιούν ούτω 4 γύρους.
+
+Η τετράκις επαναληφθείσα μετάθεσις των δύο λουδοβικίων, απορρέει
+εκ των πλήρων μεταμορφώσεων συνδεομένων μεταξύ των, του σίτου, του
+υφάσματος, του ενδύματος, περατουμένων δε διά της πρώτης
+μεταμορφώσεως της ρακής. Αι αντίθετοι και συμπληρωματικαί κινήσεις
+των μεν διά των δε, εκ των οποίων σχηματίζεται η σειρά αύτη,
+λαμβάνουν χώραν, διαδοχικώς και ουχί ταυτοχρόνως. Και διά να
+πραγματοποιηθούν χρειάζονται κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον. Η
+ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος μετράται λοιπόν διά του
+αριθμού των γύρων των ιδίων νομισμάτων εν δεδομένω χρόνω. Ας
+υποθέσωμεν η κυκλοφορία των 4 εμπορευμάτων διαρκεί μίαν ημέραν. Το
+ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών είναι 8 λουδοβίκια, ο αριθμός
+των γύρων εκάστου είδους κατά την ημέραν είναι 4, η μάζα του
+κυκλοφορούντος νομίσματος 2 λουδοβίκια θα έχομεν λοιπόν:
+
+&Ποσόν τιμών εμπορευμάτων& διαιρούμενον διά του αριθμού των γύρων
+των ειδών της αυτής ονομασίας, εν δεδομένω χρόνω,=ποσόν νομίσματος
+λειτουργούντος ως όργανον κυκλοφορίας.
+
+Ο νόμος αυτός είναι γενικός. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων εις
+μίαν χώραν εν δεδομένω χρόνω περιέχει πολλάς απομεμονωμένας
+πωλήσεις (ή αγοράς), δηλαδή τμηματικάς και ταυτοχρόνους
+μεταμορφώσεις, εν αις το νόμισμα αλλάσσει άπαξ θέσιν ή εκτελεί ένα
+μόνον γύρον, αφ' ετέρου υπάρχουν σειραί μεταμορφώσεων κατά το
+μάλλον ή ήττον διακλαδούμεναι, πραγματοποιούμεναι πλησίον αλλήλων
+ή συνδεόμεναι αι μεν διά των δε. Εκεί τα αυτά νομίσματα εκτελούν
+κατά το μάλλον ή ήττον γύρους πολυαρίθμους. Τα κατ' ιδίαν μέρη, εκ
+των οποίων σύγκειται το ολικόν ποσόν του εν κυκλοφορία νομίσματος,
+λειτουργούν όθεν εις βαθμούς ενεργείας διαφόρους, το ολικόν όμως
+των τεμαχίων εκάστης διαιρέσεως, πραγματοποιεί κατά την δοθείσαν
+περίοδον, ποσόν τι τιμών και αποκαθίσταται ούτω μέση ταχύτης της
+κυκλοφορίας του νομίσματος
+
+Η μάζα του χρήματος, η οποία π. χ. ρίπτεται εν δεδομένη στιγμή εις
+την κυκλοφορίαν, είναι φυσικώς καθορισμένη υπό της ολικής τιμής
+των εμπορευμάτων των πωληθέντων πλησίον αλλήλων. Αλλ' εις το ρεύμα
+τούτο της κυκλοφορίας έκαστον νόμισμα καθίσταται, ούτως ειπείν,
+υπεύθυνον διά το πλησίον του. Εάν το ένα αυξάνει την ταχύτητα της
+πορείας του, τ' άλλο την ελαττώνει ή μάλλον απορρίπτεται τελείως
+της σφαίρας της κυκλοφορίας, γνωστού όντος ότι αύτη δεν δύναται ν'
+απορροφήση παρά μάζαν χρυσού, ήτις πολλαπλασιαζομένη επί τον μέσον
+αριθμόν των στροφών της, ισούται προς το ποσόν, των υπό
+πραγματοποίησιν τιμών. Εάν αι στροφαί του νομίσματος αυξάνουν, η
+μάζα του ελαττούται· εάν οι στροφαί του ελαττούνται η μάζα του
+αυξάνει. Γνωστής ούσης της μέσης ταχύτητος του νομίσματος, η μάζα,
+η οποία δύναται να χρησιμεύση ως όργανον της κυκλοφορίας, είναι
+επίσης καθωρισμένη. Όθεν αρκέση, επί παραδείγματι, να ριφθή εις
+την κυκλοφορίαν αριθμός τις τραπεζιτικών χαρτονομισμάτων ενός
+λουδοβικίου διά να εξαχθούν ίσα λουδοβίκια εις χρυσόν, ανταλλαγή
+γνωστοτάτη εις όλας τας τραπέζας.
+
+Ούτω, καθώς η πορεία του νομίσματος εν γένει λαμβάνει την ώθησιν
+και διεύθυνσίν του εκ της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ούτω η
+ταχύτης της κινήσεώς του, δεν αντανακλά ή την ταχύτητα των
+μεταβολών των μορφής, την εξακολουθητικήν είσοδον σειρών
+μεταμορφώσεων, των μεν εντός των δε, την αιφνιδίαν εξαφάνισιν των
+εμπορευμάτων εκ της κυκλοφορίας και την ωσαύτως αιφνιδίαν
+αντικατάστασίν των υπό νέων εμπορευμάτων. Εν τη επιταχυντική
+πορεία του νομίσματος αναφαίνεται, ούτως, η ρευστή μονάς των
+αντιθέτων και συμπληρωματικών φάσεων, ως μετατροπή της μορφής
+χρήσεως των εμπορευμάτων, εν τη μορφή των αξία και εκ νέου
+μετατροπή από της μορφής αξίας εις την μορφήν των χρήσιν ή η μονάς
+της πωλήσεως και της αγοράς ως δύο πράξεις αλληλοδιαδόχως
+εκτελούμεναι υπό των ιδίων ανταλλακτών. Αντιθέτως, η επιβράδυνσις
+της πορείας του νομίσματος παρουσιάζει &τον χωρισμόν& των
+φαινομένων και &την τάσιν των προς απομόνωσιν εις αντίθεσιν του
+ενός εκ τον άλλου&, την διακοπήν των μεταλλαγών της μορφής και
+κατά συνέπειαν των μετατροπών των αντικειμένων. Η κυκλοφορία
+φυσικώς δεν μαρτυρεί πόθεν διέρχεται η διακοπή αύτη, δεικνύει
+μόνον το φαινόμενον.
+
+Όσον αφορά τον κοινόν άνθρωπον, ο οποίος εφ' όσον η κυκλοφορία του
+νομίσματος επιβραδύνεται, βλέπει το χρήμα να αναφαίνεται και να
+εξαφανίζεται ολιγώτερον συχνά, εφ' όλων των σημείων της
+περιφερείας της κυκλοφορίας, παρασύρεται εις την αναζήτησιν της
+εξηγήσεως του φαινομένου εν τη ανεπαρκεί ποσότητι του
+κυκλοφορούντος μετάλλου.
+
+Το ολικόν ποσοστόν του χρήματος του λειτουργούντος ως όργανον της
+κυκλοφορίας εν δοθείση περιόδω είναι όθεν καθωρισμένον, αφ' ενός
+υπό του &ποσού των τιμών&, όλων των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων,
+αφ' ετέρου δε υπό της σχετικής ταχύτητος των μεταμορφώσεών των.
+Αλλ' η ολική τιμή των εμπορευμάτων, εξαρτάται εκ &της μάζης& και
+εκ των τιμών εκάστου είδους εμπορεύματος. Οι τρεις ούτοι
+παράγοντες: &κίνησις των τιμών, μάζα κυκλοφορούντων εμπορευμάτων&
+και τέλος &ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος&, δύνανται να
+εναλλαγώσιν εν διαφόρω αναλογία και κατά διάφορον κατεύθυνσιν. Το
+ποσόν των &προς πραγματοποίησιν τιμών& και κατά συνέπειαν η μάζα
+των απαιτουμένων μέσων κυκλοφορίας δύναται να υποστή ωσαύτως
+συνδυασμούς πολυαρίθμους εκ των οποίως δεν θ' αναφέρωμεν ενταύθα ή
+τους σημαντικωτέρους εν τη ιστορία των τιμών.
+
+&Των τιμών παραμενουσών των αυτών&, η μάζα των μέσων της
+κυκλοφορίας δύναται να αυξήση, είτε διότι η μάζα των
+κυκλοφορούντων εμπορευμάτων αυξάνει, είτε διότι η ταχύτης της
+κυκλοφορίας του νομίσματος ελαττούται ή διότι αι δύο αύται αιτίαι
+ενεργούν ομού. Αντιθέτως, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται
+να ελαττωθή εάν η μάζα των εμπορευμάτων ελαττούται ή εάν το
+νόμισμα επιταχύνη την κυκλοφορίαν του.
+
+&Των τιμών των εμπορευμάτων υφισταμένων γενικήν ύψωσιν&, η μάζα
+των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να παραμένη η αυτή, εάν η μάζα
+των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων ελαττούται εν τη αύτη αναλογία εν
+τη οποία η τιμή των ανέρχεται, ή εάν η ταχύτης της κυκλοφορίας του
+νομίσματος αυξάνει τόσον ταχέως όσον η ύψωσις των τιμών, ενώ η
+μάζα των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων παραμένει η αυτή. Η μάζα των
+μέσων της κυκλοφορίας δύναται να κατέρχεται, είτε διότι η μάζα των
+εμπορευμάτων κατέρχεται, είτε διότι η ταχύτης της πορείας του
+χρήματος αυξάνει ταχύτερον των τιμών των.
+
+&Των τιμών των εμπορευμάτων υφισταμένων γενικήν πτώσιν&, η μάζα
+των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να μείνη η αυτή, εάν η μάζα των
+εμπορευμάτων αυξάνει εν τη αυτή αναλογία εν η αι τιμαί των
+πίπτουν, ή εάν η ταχύτης της πορείας του χρήματος ελαττούται εν τη
+αυτή αναλογία εν τη οποία και αι τιμαί των. Δύναται να αυξήση εάν
+η μάζα των εμπορευμάτων αυξάνει ταχύτερον, ή εάν η ταχύτης της
+κυκλοφορίας ελαττούται τόσον ταχύτερον, όσον αι τιμαί των πίπτουν.
+
+Αι διακυμάνσεις των διαφόρων παραγόντων δύνανται αμοιβαίως να
+αντισταθμισθούν, κατά τοιούτον τρόπον, ώστε παρά τας αιωνίας
+διακυμάνσεις των, το ολικόν ποσόν των τιμών προς πραγματοποίησιν,
+να παραμένη σταθερόν και ωσαύτως κατά συνέπειαν η μάζα του
+τρέχοντος νομίσματος. Πράγματι εάν παρατηρήσωμεν τας περιόδους
+διαρκείας τινός ευρίσκομεν τας παρεκκλίσεις εκ της μέσης
+επιφανείας μικροτέρας από ότι τας ανεμένομεν εκ πρώτης όψεως,
+εκτός ισχυρών, εννοείται, περιοδικών διαταράξεων προερχομένων
+σχεδόν πάντοτε εκ βιομηχανικών και εμπορικών κρίσεων, εξαιρετικώς
+δε εκ διακυμάνσεως εν αυτή τη αξία των πολυτίμων μετάλλων.
+
+Ο νόμος αυτός διά του οποίου η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας
+καθορίζεται διά του ποσού των τιμών των κυκλοφορούντων
+εμπορευμάτων και διά της μέσης ταχύτητος της πορείας του
+νομίσματος, καταλήγει εις το εξής: Δεδομένου του ποσού της αξίας
+των εμπορευμάτων και της μέσης ταχύτητος των μεταμορφώσεών των, η
+ποσότης του εν κυκλοφορία πολυτίμου μετάλλου εξαρτάται εκ της
+ιδίας του αξίας.
+
+Η υπόθεσις κατά την οποίαν αι τιμαί των εμπορευμάτων είναι
+τουναντίον καθορισμέναι υπό της μάζης της μέσης κυκλοφορίας και η
+μάζα αύτη διά της αφθονίας των πολυτίμων μετάλλων εις μίαν χώραν,
+βασίζεται αρχικώς επί της αφελούς υποθέσεως ότι τα εμπορεύματα και
+το χρήμα εισέρχονται εν τη κυκλοφορία το μεν άνευ τιμής, το δε
+άνευ αξίας και ότι ποσοστόν μέρος της μάζης των εμπορευμάτος
+ανταλλάσσεται κατόπιν εκεί αντί της αυτής μερίδος εκ του σωρού του
+περιέχοντος το μέταλλον τούτο.
+
+γ. Το νόμισμα ή τα είδη. — Το σημείον της αξίας.
+
+Το νόμισμα έλκει την καταγωγήν του εκ της λειτουργίας, την οποίαν
+η νομισματική μονάς εκπληροί ως όργανον της κυκλοφορίας. Τα βάρη
+του χρυσού, επί παραδείγματι, εκφρασμένα κατά τον επίσημον τύπον
+εις τας τιμάς ή τα νομισματικά ονόματα των εμπορευμάτων, πρέπει να
+τα αντιμετωπίσουν εις την αγοράν ως είδη χρυσού της αυτής
+ονομασίας ή ως νόμισμα. Όπως η εγκατάστασις του τύπου των τιμών,
+ούτω και η νομισματοποίησις είναι έργον το οποίον ανήκει εις το
+κράτος. Αι διάφοροι εθνικαί ενδυμασίαι, τας οποίας ο χρυσός και ο
+άργυρος ενδύεται ως νόμισμα, των οποίων όμως απαλλάσσονται εις την
+παγκόσμιον αγοράν, σημειούν καλώς τον χωρισμόν μεταξύ των εθνικών
+ή εσωτερικών σφαιρών και της γενικής σφαίρας της κυκλοφορίας των
+εμπορευμάτων.
+
+&Ο εις νόμισμα χρυσός και ο εις ράβδους τοιούτος&, δεν διαφέρουν
+ευθύς αμέσως ή εξ όψεως. Και ο χρυσός δύναται πάντοτε να
+περιέρχεται από της μιας εις την άλλην των μορφών τούτων.
+
+Εν τούτοις εξερχομένη του νομίσματος η νομισματική μονάς
+ευρίσκεται ήδη εν τη οδώ της δοκιμασίας. Τα χρυσά ή αργυρά
+νομίσματα φθείρονται εις την πορείαν των, τα μεν περισσότερον, τα
+δε ολιγώτερον. Δι' έκαστον βήμα το οποίον, έν λουδοβίκιον επί
+παραδείγματι, επιχειρή εν τη πορεία του, χάνει κάτι εκ του βάρους
+του, διατηρούν συγχρόνως την ονομασίαν του. Ο τίτλος και η ύλη, η
+μεταλλική ουσία και το νομισματικόν όνομα αρχίζουν ούτω ν'
+αποχωρίζωνται. Είδη της αυτής ονομασίας καθίστανται αξίαι άνισοι,
+ως μη όντα του ιδίου βάρους. Το βάρος του χρυσού, του
+υποδεικνυομένου υπό του τύπου των τιμών δεν ευρίσκεται πλέον εν τω
+κυκλοφορούντι χρυσώ, όστις παύει ακριβώς διότι δεν είναι
+πραγματικώς ίσος με τα εμπορεύματα των οποίων δέον να
+πραγματοποιήση τας τιμάς.
+
+Η ιστορία των νομισμάτων κατά τον μεσαίωνα και τους συγχρόνους
+καιρούς μέχρι του 18ου αιώνος, δεν είναι παρά η ιστορία της
+συγχύσεως ταύτης. Η φυσική τάσις της κυκλοφορίας να μετατρέπη τα
+χρυσά αντικείμενα εις ομοίωμα χρυσού, ή το νόμισμα εις σύμβολον
+του επισήμου μεταλλικού βάρους του, αναγνωρίζεται υπό των
+τελευταίων νόμων περί του βαθμού της απωλείας του μετάλλου, ήτις
+θέτει τα είδη εκτός της κυκλοφορίας, ή τα απονομισματίζει.
+
+Η κυκλοφορία του νομίσματος, επιχειρούσα διάσπασιν μεταξύ του
+πραγματικού περιεχομένου και του νομισματικού περιεχομένου, μεταξύ
+της μεταλλικής υπάρξεως και της λειτουργικής των ειδών τοιαύτης,
+επιφέρει ήδη, υπό μορφήν βραδείαν, την πιθανότητα της
+αντικαταστάσεώς των εν τη υπηρεσία των ως νομίσματος διά χαλκών
+νομισμάτων κτλ. Αι τεχνικαί δυσκολίαι της νομισματοκοπίας
+μικροτάτων μερών του βάρους του χρυσού ή του αργύρου και το
+γεγονός, ότι μέταλλα κατώτερα χρησιμεύουν ως μέτρον αξίας και
+κυκλοφορούν ως νόμισμα μέχρις ου το πολύτιμον μέταλλον τα
+εκθρονίση, εξηγούν ιστορικώς τον ρόλον των, ως συμβολικού
+νομίσματος. Αντικαθιστούν τον νομισματοποιημένον χρυσόν εις τας
+σφαίρας της κυκλοφορίας, ένθα η κυκλοφορία του νομίσματος είναι
+τουλάχιστον ταχυτέρα, δηλαδή ένθα αι πωλήσεις και αγοραί
+ανανεούνται διαρκώς επί της μικροτέρας κλίμακος. Διά να
+εμποδίσωμεν τους δορυφόρους τούτους να εγκαθιδρυθούν εις την θέσιν
+του χρυσού, αι αναλογίαι εις τας οποίας δέον να ώσιν αποδεκτοί εν
+τη πληρωμή καθορίζονται παρά των νόμων. Οι διάφοροι κύκλοι τους
+οποίους διατρέχουν τα διάφορα είδη του νομίσματος φυσικώς
+διασταυρούνται. Το συμπληρωτικόν νόμισμα, επί παραδείγματι,
+εμφανίζεται διά να πληρώση κλάσματα των ειδών χρυσού. Ο χρυσός
+εισέρχεται συνεχώς εν τη κυκλοφορία, αλλά και συνεχώς εκδιώκεται
+υπό του συμπληρωτικού νομίσματος, ανταλλασσόμενον αντ' αυτού.
+
+Η μεταλλική ουσία των κερμάτων αργύρου ή χαλκού καθορίζεται
+αυθαιρέτως παρά του νόμου: Εν τη κυκλοφορεία των φθείρονται ακόμη
+περισσότερον, των νομισμάτων χρυσού. Όθεν η λειτουργία των
+καθίσταται εκ των πραγμάτων τελείως ανεξάρτητος του βάρους των,
+δηλ. κάθε αξίας. Παρά ταύτα όμως, και είναι τούτο το κύριον
+σημείον, εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντικαταστάται των ειδών
+χρυσού. Η νομισματική λειτουργία του χρυσού απεσπασμένη τελείως
+της μεταλλικής της αξίας είναι όθεν φαινόμενον παραχθέν υπό των
+προστριβών αυτής ταύτης της κυκλοφορίας της. Δύναται όθεν ν'
+αντικατασταθή εις την λειτουργίαν ταύτην υπό αντικειμένων σχετικώς
+άνευ ουδεμιάς αξίας, οία τα χαρτονομίσματα. Εάν εις τα μεταλλικά
+κέρματα ο καθαρώς συμβολικός χαρακτήρ συγκαλύπτεται μέχρι ενός
+σημείου, εκδηλούται άνευ αμφιβολίας εις το χαρτονόμισμα. Ως
+είδομεν μόνον το πρώτον βήμα είναι δύσκολον.
+
+Πρόκειται ενταύθα &περί χαρτονομίσματος του κράτους μετ'
+αναγκαστικής κυκλοφορίας&. Τούτο γεννάται αυτομάτως εκ της
+μεταλλικής κυκλοφορίας. Το &πιστωτικόν νόμισμα& τουναντίον
+προϋποθέτει σύνολον συνθηκών, αίτινες από απόψεως απλής
+κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μάς είναι ακόμη άγνωστοι. Ας
+παρατηρήσωμεν εν τω μεταξύ ότι εάν το κυρίως χαρτονόμισμα
+προέρχεται εκ της λειτουργίας του χρήματος &ως μέσου κυκλοφορίας,
+το πιστωτικόν νόμισμα&, έχει την φυσικήν του ρίζαν εις την
+λειτουργίαν του χρήματος ως &μέσου πληρωμής&.
+
+Το κράτος ρίπτει εις κυκλοφορίαν χαρτονομίσματα, επί των οποίων
+αναγράφονται ονομασίαι του νομίσματος, ως π. χ. 1 λουδοβίκιον 5
+λουδ. κ. λ. π.
+
+Εφ' όσον τα γραμμάτια ταύτα κυκλοφορούσιν αντί βάρους χρυσού της
+αυτής ονομασίας, η κίνησίς των αντικατοπτρίζει μόνον τους νόμους
+της κυκλοφορίας του πραγματικού νομίσματος. Ειδικός νόμος της
+κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος δύναται να προκύψη εκ του ρόλου
+του τούτου, ως αντιπροσώπου του χρυσού ή του αργύρου. Είναι δε ο
+νόμος ούτος απλούς και συνίσταταται, εις το ότι η έκδοσις του
+χαρτονομίσματος δέον να είναι ανάλογος με την ποσότητα του χρυσού
+(ή του αργύρου), του οποίου είναι το σύμβολον, και ο οποίος ώφειλε
+πραγματικώς να κυκλοφορή. Η ποσότης του χρυσού, την οποίαν δύναται
+ν' απορροφήση η κυκλοφορία κυμαίνεται συνηθέστερον άνωθεν ή
+κάτωθεν ενός μέσου όρου. Εν τούτοις ουδέποτε πίπτει κάτωθεν &ενός
+μίνιμουμ& το οποίον εις εκάστην χώραν η πείρα μάς καθιστά γνωστόν.
+Ότι όμως η &μίνιμουμ& αύτη μάζα ανανεώνει αδιακόπως τα ακέραια
+μέρη της, δηλαδή έχει ένα &σύρε κ' έλα& των κατ' ιδίαν ειδών, των
+εισερχομένων και εξερχομένων εις αυτήν, τούτο δεν αλλάσσει φυσικά
+τίποτε, ούτε τας αναλογίας της ούτε την συνεχή κίνησίν της εις την
+σφαίραν της κυκλοφορίας.
+
+Ουδέν εμποδίζει όθεν την αντικατάστασίν της διά συμβόλων
+χαρτονομίσματος. Εάν τουναντίον αι διώρυγες της κυκλοφορίας
+πληρούνται χαρτονομίσματος μέχρι του ορίου της απορροφητικής
+ιδιότητός των διά το πολύτιμον μέταλλον, τότε η παραμικροτέρα
+διακύμανσις εις την τιμήν των εμπορευμάτων δυνατόν να τας κάμη να
+υπερεκχειλίσουν. Έκτοτε παν μέτρον μάταιον. Μη λαμβανομένης υπ'
+όψει μιας γενικής μειώσεως των πιστωτικών αξιών, ας υποθέσωμεν ότι
+το χαρτονόμισμα υπερβαίνει την κανονικήν του αναλογίαν. Κατόπιν ως
+και πρότερον δεν θα αντιπροσωπεύη εν τη κυκλοφορία των
+εμπορευμάτων ή το ποσοστόν του χρυσού του απαιτουμένου παρ' αυτού
+κατά τους υπάρχοντας νόμους του και το οποίον κατά συνέπειαν είναι
+το μόνον αντιπροσωπευτόν.
+
+Εάν επί παραδείγματι, η ολική μάζα του χαρτονομίσματος είναι
+διπλασία απ' ότι έδει να ήτο, έν γραμμάτιον εκατόν φράγκων
+αντιπροσωπεύον 50 γραμ. χρυσού δεν θ' αντιπροσωπεύη πλέον παρά 25
+μόνον. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, εάν ο χρυσός, εν τη λειτουργία
+του ως νομίσματος, ευρεθή αλλοιωμένος.
+
+Το χαρτονόμισμα είναι μορφή χρυσού ή σημείον νομίσματος. Η
+υφισταμένη σχέσις μεταξύ τούτου και των εμπορευμάτων συνίσταται
+απλούστατα εις τούτο: ότι αι αυταί ποσότητες χρυσού, αι
+ιδιεολογικώς εκφραζόμενοι εν τη τιμή των αντιπροσωπεύονται παρ'
+αυτού συμβολικώς. Όθεν το χαρτονόμισμα δεν είναι σημείον αξίας
+ειμή, εφ' όσον αντιπροσωπεύει ποσότητας χρυσού αίτινες ως πάσαι αι
+άλλαι ποσότητες εμπορευμάτων, είναι ωσαύτως ποσότητες αξίας.
+
+Ο αποκλειστικός χαρακτήρ της λειτουργίας ταύτης, δεν
+πραγματοποείται, είναι αληθές, διά τα χρυσά ή αργυρά νομίσματα
+κεχωρισμένως λαμβανόμενα αν και εκδηλούνται εις το γεγονός ότι
+εφθαρμένα κέρματα εξακολουθούν μόλα ταύτα να κυκλοφορούν. Έκαστον
+νόμισμα χρυσού δεν είναι απλώς όργανον κυκλοφορίας ειμή εφ' όσον
+κυκλοφορεί. Δεν συμβαίνει όμως το αυτό και διά την μίνιμουμ μάζαν
+χρυσού δυναμένην ν' αντικατασταθή παρά του χαρτονομίσματος. Η μάζα
+αύτη ανήκει πάντοτε εις την σφαίραν της κυκλοφορίας. Λειτουργεί
+αδιακόπως ως όργανόν της και υφίσταται αποκλειστικώς ως στήριγμα
+της λειτουργίας ταύτης. Η κυκλοφορία της αντιπροσωπεύει ούτω την
+συνεχή αλλοίωσιν των αντιθέτων κινήσεων της μεταμορφώσεως Ε — Χ —
+Ε, ένθα η όψις αξία των εμπορευμάτων, δεν τας αντιμετωπίζει ή διά
+να εξαφανισθή αμέσως, ένθα η αντικατάστασις ενός εμπορεύματος δι'
+άλλου κάμνει το χρήμα να ολισθαίνη αδιακόπως από χειρός εις χείρα.
+Η λειτουργική της ύπαρξις απορροφά, ούτως είπειν, την υλικήν της
+ύπαρξιν. Φευγαλέα αντανάκλασις των τιμών των εμπορευμάτων
+λειτουργεί ως σήμα εαυτής και δύναται κατά συνέπειαν ν'
+αντικατασταθή με άλλο σήμα. Πρέπει μόνον το σήμα του νομίσματος να
+είναι, όπως εκείνη κοινωνικώς ανεγνωρισμένον, καθίσταται δε
+τοιούτον διά της αναγκαστικής κυκλοφορίας. Η αναγκαστική αύτη
+δράσις του κράτους δεν δύναται να εξασκηθή ή εν τη εθνική περιοχή
+της κυκλοφορίας, εκεί δε μόνον δύναται ωσαύτως να περιορισθή η
+λειτουργία, την οποίαν το νόμισμα εκπληροί ως νομισματική μονάς.
+
+III. Το νόμισμα ή το χρήμα.
+
+Μέχρις εδώ εξητάσαμεν το πολύτιμον μέταλλον υπό την διπλήν του
+άποψιν, ως μέτρον αξιών και ως όργανον κυκλοφορίας. Ως νόμισμα
+ιδεατόν εκπληροί την πρώτην λειτουργίαν, εν δε τη δευτέρα δύναται
+ν' αντιπροσωπευθή υπό συμβόλων. Υπάρχουν όμως λειτουργίαι εις ας
+δέον να παρουσιάζηται εν τω μεταλλικώ του σώματι ως πραγματικόν
+ισοδύναμον των εμπορευμάτων ή ως εμπόρευμα — νόμισμα.
+
+Υπάρχει άλλη τις λειτουργία εισέτι, την οποίαν δύναται να
+εκπληρώση είτε προσωπικώς είτε δι' αναπληρωτών, αλλ' εις την
+οποίαν παρουσιάζεται πάντοτε έναντι των εν χρήσει εμπορευμάτων ως
+η μόνη φυσική ενσάρκωσις της αξίας των. Εις όλας τας περιπτώσεις
+ταύτας λέγομεν ότι λειτουργεί ως κυρίως νόμισμα ή κυρίως χρήμα εν
+αντιθέσει προς τας λειτουργίας του, ως μέτρου αξιών και
+νομίσματος.
+
+α') Θησαυρισμός.
+
+Η κυκλοφοριακή κίνησις των δύο αντιθέτων μεταμορφώσεων των
+εμπορευμάτων ή συνεχής αλλοίωσις της πωλήσεως και της αγοράς
+εκδηλούται υπό της ακαταπονήτου κυκλοφορίας του νομίσματος ή εν τη
+λειτουργία του ως &perpetum mobile&, ως αιωνίου κινητήρος της
+κυκλοφορίας. Ακινητεί ή μεταβάλλεται, όπως λέγει ο Boisguillebert,
+&από κινητόν εις ακίνητον&, από νομισματική μονάς εις &νόμισμα ή
+χρήμα&, ευθύς ως η σειρά των μεταμορφώσεων διακόπτεται, ευθύς ως η
+πώλησις δεν ακολουθείται αμέσως υπό της αγοράς.
+
+Ευθύς ως αναπτύσσεται η κυκλοφορία των εμπορευμάτων αναπτύσσεται η
+ανάγκη και η επιθυμία να στερεοποιηθή και διατηρηθή το προϊόν της
+πρώτης μεταμορφώσεως, το εμπόρευμα το μετατραπέν εις &χρυσαλίδα&
+χρυσού ή αργύρου. Έκτοτε πωλούν εμπορεύματα όχι μόνον διά ν'
+αγοράσουν άλλα, αλλά ωσαύτως διά ν' αντικαταστήσουν την μορφήν
+εμπορεύματα εις μορφήν χρήμα. Το νόμισμα σκοπίμως σταματηθέν εν τη
+κυκλοφορία του απολιθούται, ούτως ειπείν, αποβαίνων θησαυρός, ο δε
+πωλητής μεταβάλλεται εις θησαυριστήν.
+
+Κυρίως εν τη νηπιότητι της κυκλοφορίας ανταλλάσουν μόνον το
+πλεόνασμα αξιών χρήσεως με εμπόρευμα νόμισμα. Ο χρυσός και ο
+άργυρος αποβαίνουν, ούτω αφ' εαυτών η κοινωνική έκφρασις του
+πλεονάσματος και του πλούτου. Η αφελής αύτη μορφή του θησαυρισμού
+διαιωνίζεται παρά τοις λαοίς, των οποίων ο εκ παραδόσεως τρόπος
+παραγωγής ικανοποιεί απ' ευθείας στενόν κύκλον στασίμων αναγκών.
+
+Υπάρχει ολίγη κυκλοφορία και θησαυροί πολλοί, ό,τι ακριβώς
+συμβαίνει παρά τοις Ασιανοίς, ιδίως όμως παρά της Ινδοίς.
+
+Ευθύς ως η εμπορική παραγωγή λάβει ανάπτυξίν τινα, έκαστος
+παραγωγός δέον να προμηθευθή χρήμα. Τούτο είναι «κοινωνική
+εγγύησις» το nervus rerum, το νεύρον των πραγμάτων. Πράγματι, αι
+ανάγκαι του παραγωγού ανανεούνται αδιακόπως, και αδιακόπως του
+επιβάλουν την αγοράν ξένων εμπορευμάτων, ενώ η παραγωγή και η
+πώλησις των ιδικών του, απαιτούν κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον
+εξαρτάται δε εκ χιλίων συμπτώσεων. Διά να αγοράσωμεν χωρίς να
+πωλήσωμεν, πρέπει πρώτον ν' έχωμεν πωλήσει χωρίς να έχωμεν
+αγοράσει. Φαίνεται αντίφασις ότι η πράξις αύτη, δύναται γενικώς να
+πραγματοποιηθή. Εν τούτοις τα πολύτιμα μέταλλα ανταλλάσσονται εις
+την πηγήν των της παραγωγής αντί άλλων εμπορευμάτων. Ενταύθα, η
+πώλησις λαμβάνει χώραν (παρά του κατόχου των εμπορευμάτων) άνευ
+αγοράς (εκ μέρους του κατόχου του χρυσού και του αργύρου). Και
+μεταγενέστεραι πωλήσεις μη συμπληρωθείσαι παρ' αγορών επομένων,
+ουδέν άλλο πράττουν ή διανέμουν τα πολύτιμα μέταλλα μεταξύ όλων
+των ανταλλακτών. Σχηματίζεται ούτω εφ' όλων των σημείων των
+σχετιζομένων με εμπορικάς εργασίας, εφεδρείαι χρυσού και αργύρου
+εις τας πλέον διαφόρους αναλογίας. Η πιθανότης να κρατηθή και
+διατηρηθή το εμπόρευμα ως ανταλλακτική αξία ή ανταλλακτική αξία ως
+εμπόρευμα διεγείρει το πάθος του χρυσού. Εφ' όσον εκτείνεται η
+κυκλοφορία Κεφάλαιον και χρήμα των εμπορευμάτων, η δύναμις του
+νομίσματος αυξάνει ως απόλυτος και πάντοτε διαθέσιμος μορφή του
+κοινωνικού πλούτου.
+
+«Ο χρυσός είναι πράγμα θαυμάσιον! ο κατέχων τούτον είναι κύριος
+πάσης επιθυμίας του. Διά του χρυσού δύναταί τις ακόμη ν' ανοίξη
+εις τας ψυχάς τας θύρας του παραδείσου» (Κολόμβος. Επιστολή εκ της
+Ζαμαϊκής 1503).
+
+Της όψεως του νομίσματος ουδόλως προδιδούσης οποίον τι μετετράπη,
+το παν, εμπόρευμα ή άλλο τι, μεταβάλλεται εις νόμισμα. Η
+κυκλοφορία αποβαίνει ο μέγας κοινωνικός άμβυξ εις τον οποίον
+χύνεται το παν ίνα εξέλθη μεταμορφωμένον εις αποκρυσταλλωμένον
+νόμισμα. Τίποτε δεν ανθίσταται εις την αλχημείαν αυτήν, ούτε αυτά
+τα κόκκαλλα των αγίων, πολύ ολιγώτερον ακόμη τα πλέον λεπτά
+ημιάγια αντικείμενα, &res sacro santae extra commercium hominum&.
+Όπως πάσα ποσοτική των εμπορευμάτων διαφορά εξαφανίζεται εις το
+χρήμα, ούτω και αυτό ριζικός ισοπεδωτής, εξαφανίζει όλας τας
+διακρίσεις. Αλλά το χρήμα είναι και αυτό εμπόρευμα, αντικείμενον
+δυνάμενον να πέση εις οιουδήποτε χείρα, Η κοινωνική δύναμις
+αποβαίνει ούτω δύναμις ιδιωτική των ατόμων. Ούτω η αρχαία
+κοινωνία, το καταγγέλλει ως ανατρεπτικόν πράκτορα ως τον
+δραστικώτερον διαλυτήν της οικονομικής οργανώσεώς της και των
+λαϊκών ηθών.
+
+Η σύγχρονος κοινωνία χαιρετά εις τον χρυσόν, τον άγιόν της graal,
+την έκλαμπρον ενσάρκωσιν αυτής της αρχής της ζωής της.
+
+Το εμπόρευμα ως αξία χρήσεως ικανοποιεί ιδιαιτέραν ανάγκην και
+αποτελεί ιδιαίτερον στοιχείον του υλικού πλούτου. Αλλ' &η αξία&
+του εμπορεύματος μετρά τον βαθμόν της ελκτικής δυνάμεώς της, εφ'
+όλων των στοιχείων του πλούτου τούτου και κατά συνέπειαν &τον
+κοινωνικόν πλούτον& του κατέχοντος ταύτην. Ο ανταλλάκτης κατά το
+μάλλον ή ήττον βάρβαρος αυτός ακόμη, ο χωρικός της δυτικής
+Ευρώπης, ουδόλως γνωρίζει να χωρίζη την αξίαν της μορφής της. Δι'
+αυτόν αύξησις του αποθέματός του εις χρυσόν και εις άργυρον
+σημαίνει αύξησιν αξίας.
+
+Ασφαλώς η αξία του πολυτίμου μετάλλου αλλάσσει, κατόπιν των
+επενεχθεισών μεταβολών, είτε εν τη ιδία του αξία, είτε εν τη αξία
+των εμπορευμάτων. Αλλά τούτο δεν εμποδίζει αφ' ενός μεν, όπως 200
+γραμ. χρυσού περιέχουν κατόπιν ως και πρότερον περισσοτέραν αξίαν
+από 100 και 300 περισσοτέραν αξίαν από 200 κλπ., ούτε αφετέρου
+όπως η μεταλλική μορφή του νομίσματος παραμένει η γενική
+ισοδύναμος μορφή όλων των εμπορευμάτων, η κοινωνική ενσάρκωσις
+πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Ο έχων κλίσιν προς το θησαυρίζειν, δεν
+έχει εκ φύσεως ούτε κανόνα ούτε μέτρον. Το χρήμα θεωρούμενον από
+απόψεως ποιότητος ή μορφής, η παγκόσμιος αντιπροσώπευσις του
+υλικού πλούτου, δεν έχει όρια, διότι είναι αμέσως μεταβλητόν εις
+παν είδος εμπορεύματος, αλλ' έκαστον ποσόν πραγματικού χρήματος
+έχει το ποσοτικόν του όριον και κατά συνέπειαν δεν έχει ειμή
+περιωρισμένην αγοραστικήν δύναμιν. Η αντίθεσις αύτη μεταξύ της
+πάντοτε καθωρισμένης ποσότητος και της απροσδιορίστου ποιότητος
+της δυνάμεως του χρήματος, οδηγεί αδιακόπως τον θησαυριστήν εις
+την εργασίαν του Σισύφου. Ομοιάζει ως προς κατακτητήν, του οποίου
+πάσα νέα κατάκτησις δεν οδηγεί ή εις νέα σύνορα.
+
+Διά να κρατήσωμεν και διατηρήσωμεν το πολύτιμον μέταλλον ως
+νόμισμα και κατά συνέπειαν ως στοιχείον θησαυρισμού, πρέπει να το
+παρεμποδίσωμεν από του να κυκλοφορή ή ν' αποβαίνη &από μέσον
+αγοράς& μέσον απολαύσεως. Ο θησαυριστής θυσιάζει ούτω εις το
+είδωλον τούτο όλας τας επιθυμίας της σαρκός του, ουδείς
+περισσότερον αυτού λαμβάνει υπό σοβαράν έποψιν το ευαγγέλιον της
+εγκρατείας. Αφ' ετέρου δεν δύναται ν' αφαιρέση εις νόμισμα από την
+κυκλοφορίαν ή ό,τι του δίδουν εις εμπορεύματα.
+
+Όσον περισσότερον παράγει τόσον περισσότερον δύναται να πωλή.
+Βιομηχανία, οικονομία, φιλαργυρία, αύται είναι αι κύριαί του
+αρεταί. Αγοράζειν πολλά, πωλείν ολίγα, τούτο είναι το άπαν της
+πολιτικής του οικονομίας.
+
+Ο θησαυρός δεν έχει μόνον χονδροειδή μορφήν, έχει επίσης
+αισθητικήν μορφήν. Είναι η συσσώρευσις έργων χρυσοχοΐας
+αναπτυσσομένης με την αύξησιν του κοινωνικού πλούτου. «Ας ήμεθα
+πλούσιοι ή ας φαινόμεθα πλούσιοι» (Diderot ). Ούτω σχηματίζεται,
+αφ' ενός αγορά πλέον εκτεταμένη διά τα πολύτιμα μέταλλα, αφ'
+ετέρου βραδεία πηγή προμηθείας, εν τη οποία αντλούμεν κατά τας
+περιόδους της κοινωνικής κρίσεως.
+
+Εις την οικονομίαν της μεταλλικής κυκλοφορίας, οι θησαυροί
+εκπληρούν διαφόρους υπηρεσίας. Η πρώτη έλκει την καταγωγήν της εκ
+των συνθηκών των προεξαρχουσών εις την πορείαν του νομίσματος.
+Είδομεν πώς το κυκλοφορούν ποσόν του νομίσματος αυξάνει ή
+ελαττούται με τας σταθεράς διακυμάνσεις, τας οποίας δοκιμάζει η
+κυκλοφορία των εμπορευμάτων από απόψεως εκτάσεως, τιμών και
+ταχύτητος. Όθεν το ποσόν τούτο δέον να είναι ικανής αυξήσεως και
+ελαττώσεως.
+
+Μέρος του νομίσματος πότε δέον να εξέρχεται εκ της κυκλοφορίας,
+πότε να επιστρέφη. Ίνα η μάζα του τρέχοντος χρήματος αντιστοιχή
+εις τον βαθμόν, καθ' ον η σφαίρα της κυκλοφορίας ευρίσκεται
+πεπληρωμένη, δέον όπως η πραγματικώς κυκλοφορούσα ποσότης του
+χρυσού ή του αργύρου, αποτελεί μέρος του υπάρχοντος εις την χώραν
+πολυτίμου μετάλλου. Ο όρος ούτος εκπληρούται διά της μορφής
+θησαυρού του χρήματος. Αι αποθήκαι των θησαυρών χρησιμεύουν
+συγχρόνως και ως διώρυγες εκροής και αρδεύσεως, εις τρόπον ώστε αι
+διώρυγες κυκλοφορίας να μην εκχειλίζουν ποτέ.
+
+β') Μέσον πληρωμής.
+
+Εις την μέχρι τούδε εξετασθείσαν άμεσον μορφήν της κυκλοφορίας των
+εμπορευμάτων, η αυτή αξία παρουσιάζεται πάντοτε διττή, εμπόρευμα
+εις τον ένα πόλον, νόμισμα εις τον άλλον. Οι παραγωγοί ανταλλάκται
+ευρίσκονται, ως αντιπρόσωποι αντιμετώπων ισοδυνάμων. Εφ' όσον εν
+τούτοις αναπτύσσεται η κυκλοφορία, αναπτύσσονται ωσαύτως
+περιπτώσεις τείνουσαι, εις τον χωρισμόν της εκποιήσεως του
+εμπορεύματος από της πραγματοποιήσεως της τιμής του δι' ενός
+χρονικού διαστήματος. Ούτω π. χ. Είδος τι εμπορεύματος απαιτεί
+περισσότερον χρόνον διά την παραγωγήν του, ενώ έτερον είδος
+απαιτεί ολιγώτερον χρόνον. Αι εποχαί της παραγωγής δεν είναι αι
+αυταί διά τα διάφορα εμπορεύματα. Εάν εμπόρευμα παράγηται εις
+αυτόν τον τόπον της αγοράς του, έν άλλο δέον να ταξειδεύση διά να
+μεταβή εις απομεμακρυσμένην αγοράν. Είναι όθεν δυνατόν ο είς των
+ανταλλακτών να είναι έτοιμος προς πώλησιν, ενώ ο άλλος δεν είναι
+έτοιμος προς αγοράν. Όταν αι αυταί συναλλαγαί ανανεούνται μεταξύ
+των αυτών προσώπων, οι όροι της αγοράς και της πωλήσεως των
+εμπορευμάτων, θα κανονίζονται ολίγον κατ' ολίγον, συμφώνως προς
+τους όρους της παραγωγής των. Αφ' ετέρου πάλιν η χρήσις ειδών
+τινών εμπορευμάτων, οικίας π. χ. εκποιείται υπό προθεσμίαν και
+μόνον μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης ο αγοραστής
+επιτυγχάνει πραγματικώς την συμφωνηθείσαν αξίαν χρήσεως. Αγοράζει
+όθεν πριν πληρώση. Ο είς των ανταλλακτών πωλεί παρόν εμπόρευμα, ο
+άλλος αγοράζει ως αντιπρόσωπος του μέλλοντος ν' αφιχθή χρήματος. Ο
+πωλητής αποβαίνει πιστωτής, ο αγοραστής αποβαίνει οφειλέτης. Όπως
+η μεταμόρφωσις του εμπορεύματος λαμβάνει ενταύθα νέαν όψιν ούτω
+και το χρήμα αποκτά νέαν λειτουργίαν. Αποβαίνει μέσον πληρωμής· οι
+χαρακτήρες του πιστωτού και του οφειλέτου προέρχονται ενταύθα εκ
+της απλής κυκλοφορίας. Η αλλαγή της μορφής της εναποθέτει εις τε
+τον πωλητήν και αγοραστήν την νέαν των μορφήν. Κατ' αρχάς, οι νέοι
+ούτοι ρόλοι είναι διαβατικοί ως και οι παλαιοί, παιζόμενοι κατά
+σειράν υπό των ιδίων ηθοποιών, δεν έχουν όμως όψιν τόσον αγαθήν, η
+δε αντίθεσίς των αποβαίνει πλέον επιδεκτική αποκρυσταλλώσεως. Οι
+αυτοί χαρακτήρες δύνανται να παρουσιασθούν ανεξαρτήτως της
+κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εις την αρχαιότητα, η κίνησις της
+πάλης των τάξεων, έχει κυρίως την μορφήν πάλης συνεχώς
+ανανεουμένης μεταξύ πιστωτών και οφειλετών, ήτις εν Ρώμη καταλήγει
+εις την ήτταν και καταστροφήν, του οφειλέτου πληβείου,
+αντικατασταθέντος υπό του δούλου. Εις τον Μεσαίωνα η πάλη
+καταλήγει εις την καταστροφήν του φεουδάρχου οφειλέτου. Εκείνος
+χάνει την πολιτικήν δύναμιν ευθύς ως καταρρέει η οικονομική βάσις,
+ήτις ήτο το στήριγμά της. Εν τούτοις η νομισματική αύτη σχέσις
+πιστωτού προς οφειλέτην και εις τας δύο αυτάς εποχάς κατοπτρίζει
+εαυτήν επί της επιφανείας βαθυτέρων ανταγωνισμών.
+
+Ας επανέλθωμεν εις την κυκλοφορίαν των εμπορευμάτων. Η σύγχρονος
+εμφάνισις των ισοδυνάμων εμπορεύματος και χρήματος εις τους δύο
+πόλους της πωλήσεως έπαυσε. Τώρα το χρήμα λειτουργεί κατά πρώτον
+λόγον ως μέτρον αξίας εν τω καθορισμώ της τιμής του πωλουμένου
+εμπορεύματος. Η τιμή αύτη ορισθείσα διά συμφωνητικού εκδηλοί την
+υποχρέωσιν του αγοραστού ήτοι το ποσόν του χρήματος, διά το οποίον
+είναι υπόχρεος εις ωρισμένην προθεσμίαν.
+
+Είτα λειτουργεί ως φανταστικόν μέσον αγοράς. Αν και υφίσταται
+μόνον εις την υπόσχεσιν του αγοραστού, όμως ενεργεί ούτω την
+μετατόπισιν του εμπορεύματος. Μόνον μετά την λήξιν της προθεσμίας
+εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν ως μέσον πληρωμής, ήτοι μεταβαίνει
+από της χειρός του αγοραστού, εις την του πωλητού. Το μέσον της
+κυκλοφορίας μετετράπη εις θησαυρόν, διότι η κίνησις της
+κυκλοφορίας εσταμάτησεν εις το πρώτον ήμισυ. Το μέσον της πληρωμής
+εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν, τότε μόνον, όταν έχει ήδη εξέλθει
+το εμπόρευμα. Ο πωλητής μετέβαλε το εμπόρευμα εις χρήμα διά να
+ικανοποιήση τας ανάγκας του, ο θησαυριστής, διά να το διατηρήση
+εις την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου, — τέλος ο αγοραστής —
+οφειλέτης διά να δυνηθή να πληρώνη. Εάν δεν πληρώση λαμβάνει χώραν
+καταναγκαστική πώλησις. Η μετατροπή του εμπορεύματος εις την
+μορφήν — αξίαν, εις νόμισμα, αποβαίνει αύτη κοινωνική ανάγκη
+επιβαλλομένη εις τον παραγωγόν ανταλλάκτην ανεξαρτήτως των αναγκών
+του και των προσωπικών του ιδιοτροπιών.
+
+Ας υποθέσωμεν ότι ο χωρικός αγοράζει από τον υφαντουργόν 20 μ.
+υφάσματος εις την τιμήν των 2 λουδοβικίων, τα οποία είναι επίσης η
+τιμή ενός τετάρτου στατήρος σίτου, και τα οποία πληρώνει μετά ένα
+μήνα. Ο χωρικός μεταβάλλει τον σίτον εις ύφασμα πριν τον
+μετατρέψει εις χρήμα. Πραγματοποιεί όθεν, την τελευταίαν
+μεταμόρφωσιν του εμπορεύματός του, προ της πρώτης. Είτα πωλεί
+σίτον 2 λουδ., τα οποία δίδει εις τον υφαντουργόν κατά την
+ορισθείσαν προθεσμίαν.
+
+Το πραγματικόν νόμισμα δεν του χρησιμεύει πλέον ενταύθα ως μέσον
+υποκαταστάσεως του υφάσματος διά του σίτου. Δι' αυτόν το νόμισμα
+είναι τουναντίον η τελευταία λέξις της συναλλαγής, καθ' ό απόλυτος
+μορφή της αξίας, ην έχει να χορηγήση, καθ' ό παγκόσμιον νόμισμα.
+Όσον διά τον υφαντουργόν, το εμπόρευμά του εκυκλοφόρησε και
+επραγματοποίησε την τιμήν του, αλλά μόνον διά μέσου ενός τίτλου
+απορρέοντος εκ του πολιτικού δικαίου. Εισήλθεν εις την κατανάλωσιν
+άλλου εμπορεύματος πριν μετατραπή εις νόμισμα. Η πρώτη
+μεταμόρφωσις του υφάσματος παραμένει όθεν μετέωρος
+πραγματοποιουμένη εις την λήξιν της προθεσμίας του χρέους του
+χωρικού.
+
+Αι λήξασαι υποχρεώσεις εις καθορισθείσαν περίοδον αντιπροσωπεύουν
+την ολικήν μορφήν των πωληθέντων εμπορευμάτων. Η ποσότης του
+απαιτηθέντος νομίσματος διά την πραγματοποίησιν του ποσού τούτου,
+εξαρτάται πρώτον εκ της ταχύτητος της πορείας των μέσων πληρωμής.
+Δύο περιστατικά την κανονίζουν: 1ον Η σύνδεσις των σχέσεων
+πιστωτού προς οφειλέτην, όπως όταν Α π. χ., ο οποίος λαμβάνει
+χρήμα από τον οφειλέτην του Β τον πιστωτήν του Γ κ. λ. κ. 2ον Το
+χρονικόν διάστημα, το οποίον χωρίζει τας διαφόρους προθεσμίας,
+κατά τας οποίας ενεργούνται αι πληρωμαί. Η σειρά των αλλεπαλλήλων
+πληρωμών ή των πρώτων συμπληρωματικών μεταμορφώσεων, διακρίνεται
+τελείως εκ της διασταυρώσεως των σειρών μεταμορφώσεων, τας οποίας
+ανελύσαμεν προηγουμένως.
+
+Η σχέσις μεταξύ πωλητών και αγοραστών δεν εκδηλούται μόνον εις την
+κίνησιν των μέσων της κυκλοφορίας, αλλά γεννάται εν αυτή τη πορεία
+του νομίσματος. Η κίνησις του μέσου πληρωμής εκφράζει τουναντίον
+σύνολον, προϋπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων.
+
+Το ταυτόχρονον και συνεχές των πωλήσεων (ή αγορών), το οποίον
+κάμνει, ώστε η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας να μη δύναται
+πλέον να ικανοποιηθή υπό της ταχύτητος της πορείας του, αποτελεί
+νέον μοχλόν εν τη οικονομία μέσων πληρωμής. Με την συγκέντρωσιν
+των πληρωμών εις μίαν θέσιν αναπτύσσονται αυθορμήτως οργανώσεις
+και μέθοδοι, διά να αντισταθμίσουν έν τινι μέτρω αμοιβαίως. Ούτω
+π. χ. κατά τον Μεσαίωνα συνέβαινον εις Λυώνα, με τα virements. Αι
+πιστώσεις του Α εις τον Β, του Β εις τον Γ, του Γ εις τον Α και
+ούτω καθ' εξής δεν έχουν ανάγκην ή να συγκριθούν διά να ακυρωθούν
+αμοιβαίως, έν τινι μέτρω, αι θετικαί και αρνητικαί ποσότητες, και
+δεν απομένει πλέον ούτω, παρά να γίνη το ισοζύγιον του
+λογαριασμού. Όσον μεγαλυτέρα είναι η συγκέντρωσις των πληρωμών
+τόσον είναι σχετικώς μικρότερον το ισοζύγιόν των και ως εκ τούτου
+η μάζα των εν κυκλοφορία μέσων πληρωμής. Η λειτουργία του
+νομίσματος ως μέσου πληρωμής συνεπιφέρει αντίθεσιν άνευ μέσης
+προθεσμίας. Εφ' όσον αι πληρωμαί ισολογίζονται, το νόμισμα
+λειτουργεί μόνον ιδεολογικώς ως λογιστικόν νόμισμα και μέτρον
+αξιών ευθύς ως αι πληρωμαί πρόκειται να ενεργηθούν πραγματικώς, το
+νόμισμα παρουσιάζεται ως απλούν μέσον κυκλοφορίας, ως μεταβατική
+μορφή, χρησιμεύουσα ως μέσον εις την μετάθεσιν των προϊόντων χωρίς
+όμως να επεμβαίνη και ως ατομική ενσάρκωσις της κοινωνικής
+εργασίας, ως μόνη πραγματοποίησις της ανταλλακτικής αξίας, ως
+απόλυτον εμπόρευμα. Η αντίθεσις αύτη εκρήγνυται την στιγμήν των
+εμπορικών και βιομηχανικών κρίσεων, στιγμήν εις την οποίαν εδόθη η
+ονομασία της νομισματικής κρίσεως.
+
+Αύτη δημιουργείται εκεί ένθα αναπτύσσονται η άλυσσος των πληρωμών
+και τεχνικόν σύστημα προωρισμένον εις την αμοιβαίαν ικανοποίησίν
+των. Ο μηχανισμός ούτος διαταράσσεται παρ' οιασδήποτε αιτίας,
+ευθύς ως το χρήμα δι' αποτόμου στροφής και αμεταβιβάστως παύει να
+λειτουργή πλέον υπό την καθαρώς ιδεώδη μορφήν του ως λογιστικού
+χρήματος. Το νόμισμα ζητείται τότε ως χρήμα, τοις μετρητοίς και
+δεν δύναται πλέον ν' αντικατασταθή υπό «βεβήλων» εμπορευμάτων. Η
+χρησιμοποίησις του εμπορεύματος δεν λαμβάνεται υπ' όψει και η αξία
+του εξαφανίζεται, ενώπιον εκείνου, το οποίον δεν είναι ή η μορφή
+του. Την προηγουμένην ακόμη ημέραν ο αστός διά της πολυτελούς
+επαρκείας, την οποίαν του χορηγεί η ευμάρια, εδήλου ότι το χρήμα
+είναι φενάκη ματαία, μόνον το εμπόρευμα είναι χρήμα, εκραύγαζε.
+Μόνον το χρήμα είναι εμπόρευμα! είναι σήμερον η φωνή, ήτις αντηχεί
+κατά την παγκόσμιον αγοράν. Όπως η διψασμένη έλαφος κραυγάζει προ
+της πηγής δροσερού ύδατος, ούτω η ψυχή του αποκαλεί μεγαλοφώνως το
+χρήμα, τον μοναδικόν πλούτον. Η αντίθεσις η υφισταμένη μεταξύ του
+εμπορεύματος και της μορφής του αξίας, ωθείται κατά την διάρκειαν
+της κρίσεως μέχρι του απροχωρήτου. Το ιδιαίτερον γένος του
+νομίσματος δεν χρησιμεύει εις τίποτε. Η νομισματική ένδεια
+παραμένει η αυτή, είτε πρόκειται περί πληρωμών εις χρυσόν ή εις
+πιστωτικόν νόμισμα ή εις τραπεζογραμμάτια, επί παραδείγματι.
+
+Εάν εξετάσωμεν τώρα το ολικόν ποσόν του νομίσματος του
+κυκλοφορούντος εν δεδομένω χρονικώ διαστήματι, ευρίσκομεν ότι
+γνωστής ούσης της ταχύτητος των μέσων κυκλοφορίας και των μέσων
+πληρωμής, το νόμισμα ισούται προς το ποσόν των τιμών των υπό
+πραγματοποίησιν εμπορευμάτων επί πλέον του ποσού των πληρωμών,
+αίτινες έληξαν, μείον του ποσού των κυμαινομένων πληρωμών, τέλος
+μείον της διπλής ή συχνής χρήσεως των ιδίων νομισμάτων, διά την
+διπλήν λειτουργίαν ως μέσου κυκλοφορίας και μέσου πληρωμής. Επί
+παραδείγματι ο χωρικός επώλησε τον σίτον του αντί 2 λουδοβ. τα
+οποία ενεργούν ως μέσον κυκλοφορίας. Κατά την λήξιν της προθεσμίας
+τα δίδει εις τον υφαντουργόν. Τώρα λειτουργούν ως μέσον πληρωμής.
+Ο υφαντουργός αγοράζει δι' αυτών ένδυμα, εν τη αγορά δε ταύτη
+λειτουργούν εκ νέου, ως μέσον κυκλοφορίας κ. ο. κ.
+
+Δοθείσης της ταχύτητος της πορείας του νομίσματος, της οικονομίας
+των πληρωμών και των τιμών των εμπορευμάτων, βλέπομεν ότι η μάζα
+των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων δεν αντιστοιχεί πλέον προς την
+μάζαν του τρέχοντος νομίσματος εις περίοδόν τινα, μίαν ημέραν π.
+χ. Κυκλοφορεί νόμισμα αντιπροσωπεύον εμπορεύματα προ πολλού
+αποσυρθέντα εκ της κυκλοφορίας. Κυκλοφορούν εμπορεύματα, των
+οποίων το εις νόμισμα ισοδύναμον δεν θα παρουσιασθή ή πολύ
+αργότερον. Αφ' ετέρου, τα συναφθέντα δάνεια και τα λήξαντα τοιαύτα
+είναι καθ' εκάστην μεγέθη τελείως ασύμμετρα.
+
+Το πιστωτικόν νόμισμα έχει την άμεσον πηγήν του εν τη λειτουργία
+του χρήματος, ως μέσου πληρωμής. Πιστοποιητικά βεβαιούντα δάνεια
+συναφθέντα διά πωληθέντα εμπορεύματα κυκλοφορούν, το ίδιον με την
+σειράν των, διά να μεταβιβάσωσιν εις άλλους τας πιστώσεις. Εφ'
+όσον εκτείνεται το σύστημα της πιστώσεως, επί τοσούτον
+αναπτύσσεται η λειτουργία, την οποίαν το νόμισμα πληροί ως μέσον
+πληρωμής. Ως τοιούτον, ενδύεται, ιδιαιτέρας μορφάς υπάρξεως, εν
+αις εισέρχεται εις την σφαίραν των μεγάλων εμπορικών συναλλαγών,
+ενώ τα χρυσά και αργυρά νομίσματα απωθούνται εις την σφαίραν του
+λιανικού Εμπορίου. Όσον αναπτύσσεται και εκτείνεται η εμπορική
+παραγωγή, τόσον περιορίζεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας των
+προϊόντων η λειτουργία του νομίσματος ως μέσου πληρωμής. Το
+νόμισμα καθίσται το γενικόν εμπόρευμα των συμφωνητικών.
+
+Αι πρόσοδοι, οι φόροι κ. λ. π. πληρωνόμενοι έως τότε εις είδος,
+πληρώνονται σήμερον εις χρήμα. Γεγονός, το οποίον αποδεικνύει
+μεταξύ άλλων πόσον η αλλαγή αύτη εξαρτάται εκ των γενικών συνθηκών
+της παραγωγής είναι ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δις απέτυχεν
+αποπειραθείσα την άρσιν των χρηματικών φόρων. Η τεραστία δυστυχία
+των αγροτικών πληθυσμών εν Γαλλία επί Λουδοβίκου του 14ου
+περιγραφείσα με τόσον επιτυχίαν υπό του Boisguillebert και του
+στρατάρχου Vauban κτλ, δεν προήρχετο μόνον εκ της αυξήσεως των
+φόρων, αλλά και εκ της υποκαταστάσεως της φυσικής των μορφής διά
+της νομισματικής των τοιαύτης. Εις την Ασίαν η έγγειος πρόσοδος
+αποτελεί τα κύριον στοιχείον των φόρων και πληρώνεται εις είδος. Η
+μορφή αύτη της προσόδου η βασιζομένη επί στασίμων σχέσεων
+παραγωγής, διατηρεί τον παλαιόν τρόπον της παραγωγής. Τούτο είναι
+ένα από τα μυστικά της διατηρήσεως της Τουρκικής Αυτοκρατορίας.
+Όπως το ελεύθερον εμπόριον εισαχθέν εκ της Ευρώπης εις την
+Ιαπωνίαν φέρει εις την χώραν την μετατροπήν της προσόδου — είδος
+εις πρόσοδον — χρήμα, ούτω και η πρόγονος γεωργία της υπεβλήθη εις
+οικονομικάς συνθήκας λίαν στενάς διά να δυνηθή να ανθέξη εις μίαν
+τοιαύτην επανάστασιν. Εις εκάστην χώραν ορίζονται γενικαί τινές
+προθεσμίαι, κατά τας οποίας ενεργούνται εις μεγάλην κλίμακα αι
+πληρωμαί. Εάν τινές των προθεσμιών τούτων είναι καθαρώς
+συμβατικαί, βασίζονται γενικώς επί των περιοδικών και
+κυκλοφοριακών κινήσεων της παραγωγής συνδεομένων με τας περιοδικάς
+μεταβολάς των εποχών κ.λ.π. Αι γενικαί αύται προθεσμίαι κανονίζουν
+επίσης την εποχήν των πληρωμών, αι οποίαι δεν απορρέουν απ'
+ευθείας εκ της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όπως αι της προσόδου,
+της ενοικιάσεως, των φόρων κ.λ.π. Η ποσότης του νομίσματος, την
+οποίαν απαιτούν κατά τινας ημέρας του έτους, αι πληρωμαί αύται, αι
+διασκορπισμέναι εφ' όλης της περιφερείας χώρας τινός προξενεί
+περιοδικάς διαταράξεις, αλλά παντάπασιν ανωφελείς. Εκ του νόμου
+περί της ταχύτητος των μέσων πληρωμής, εξάγεται ότι, δι' όλας τας
+περιοδικάς πληρωμάς, οιαδήποτε και αν είναι η πηγή των, η αναγκαία
+μάζα των μέσων παραγωγής είναι κατ' αντίστροφον λόγον του μήκους
+των περιόδων.
+
+Η λειτουργία την οποίαν το χρήμα εκπληροί, ως μέσον πληρωμής
+αναγκαιοί την συσσώρευσιν των απαιτουμένων ποσών διά τας ημέρας
+της λήξεως, υπό μορφήν πλουτισμού. Η πρόσοδος της αστικής
+κοινωνίας, αποβάλλουσα τον θησαυρισμόν, ως μορφήν πλουτισμού,
+αναπτύσσει τούτον υπό την μορφήν της εφεδρείας των μέσων πληρωμής.
+
+γ) Το παγκόσμιον νόμισμα.
+
+Κατά την έξοδόν του εκ της εσωτερικής σφαίρας της κυκλοφορίας το
+χρήμα αποβάλλει τας τοπικάς μορφάς, τας οποίας είχεν ενδυθή,
+νομισματική μορφή, συμπληρωματικόν νόμισμα, τόπος τιμών, σημείον
+αξίας, διά να επιστρέψη εις την αρχικήν του μορφήν, την μορφήν του
+εις ράβδους ή μάζαν. Εις το εμπόριον μεταξύ εθνών,
+πραγματοποιείται παγκοσμίως η αξία των εμπορευμάτων. Εκεί επίσης η
+μορφή των αξία παρουσιάζεται υπό την μορφήν παγκοσμίου νομίσματος
+— &νόμισμα του κόσμου&, όπως το ονομάζει ο James Stewart. Νόμισμα
+της μεγάλης εμπορικής δημοκρατίας, όπως έλεγε μετ' αυτόν ο Α.
+Smith. Εις την παγκόσμιον αγοράν και μόνον εκεί λειτουργεί το
+νόμισμα εν όλη τη ισχύι του όρου, ως το εμπόρευμα του οποίου η
+φυσική μορφή είναι συγχρόνως και γενικώς η κοινωνική ενσάρκωσις
+της ανθρωπίνης εργασίας.
+
+Εν τη εθνική περιοχή της κυκλοφορίας, έν μόνον εμπόρευμα δύναται
+να χρησιμεύση ως μέτρον αξίας και κατά συνέπειαν ως μέτρον
+νομίσματος. Επί της παγκοσμίου αγοράς βασιλεύει διπλούν μέτρον
+αξίας, ο χρυσός και ο άργυρος.
+
+Το παγκόσμιον νόμισμα εκπληροί τας τρεις λειτουργίας του μέσου
+πληρωμής, του μέσου αγοράς, και γενικώς της κοινωνικής ύλης του
+πλούτου. Όταν πρόκειται να κανονισθούν οι διεθνείς λογαριασμοί
+κυριαρχεί η πρώτη λειτουργία εξ ου και η ονομασία του (Mercantile)
+συστήματος. Ο χρυσός και ο άργυρος χρησιμοποιούνται κυρίως ως
+μέσον αγοράς οσάκις η συνήθης ισορροπία, εν τη ανταλλαγή των ειδών
+μεταξύ διαφόρων εθνών διαταράσσεται. Τέλος λειτουργούν ως απόλυτος
+μορφή του πλούτου, όταν δεν πρόκειται πλέον, ούτε περί αγοράς,
+ούτε περί πληρωμής, αλλά περί μεταφοράς πλούτου υπό μορφήν
+εμπορεύματος, από μιας εις άλλην χώραν, μεταφοράς εμποδιζομένης
+είτε συνεπεία ενδεχομένων της αγοράς, είτε λόγω του σκοπού, τον
+οποίον θέλουν να επιτύχουν.
+
+Εκάστη χώρα έχει ανάγκην ενός αποθεματικού ποσού, τόσον διά το
+εξωτερικόν εμπόριόν της, όσον και διά την εσωτερικήν της
+κυκλοφορίαν. Αι λειτουργίαι των αποθεμάτων τούτων, συνδέονται
+όθεν, μερικώς μεν προς την λειτουργίαν του νομίσματος ως μέσου
+κυκλοφορίας και πληρωμής διά το εσωτερικόν, μερικώς δε προς την
+λειτουργίαν του ως παγκοσμίου νομίσματος. Εν τη τελευταία ταύτη
+λειτουργία, το υλικόν νόμισμα, ήτοι ο χρυσός και ο άργυρος είναι
+πάντοτε απαιτητόν. Διά τούτο ο James Stewart, διά να διακρίνη τον
+χρυσόν και τον άργυρον από τους καθαρώς τοπικούς αντικαταστάτας
+των, τους δίδει το όνομα money of the world.
+
+Ο ποταμός με τα αργυρά και χρυσά κύματα, κέκτηται διπλούν ρεύμα·
+αφ' ενός εκτείνεται από της πηγής του, εφ' ολοκλήρου της
+παγκοσμίου αγοράς, ένθα αι διάφοροι εθνικαί περιοχαί τον
+μετατρέπουν εις αναλογίας διαφόρους, διά να εισέλθη εις τας
+διώρυγας της εσωτερικής κυκλοφορίας των, αντικαθιστά τα φθαρέντα
+νομίσματά των, χορηγή την ύλην των ειδών πολυτελείας, και τέλος
+στερεοποιείται υπό μορφήν θησαυρού. Η πρώτη αύτη διεύθυνσίς του
+εντυπούται αυτώ υπό της χώρας ένθα τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται
+απ' ευθείας από τας πηγάς της παραγωγής των διά του χρυσού και
+αργύρου. Συγχρόνως τα πολύτιμα μέταλλα κυκλοφορούν πανταχού άνευ
+τέλους ή διακοπής, μεταξύ των σφαιρών κυκλοφορίας των διαφόρων
+χωρών, η δε κίνησις αύτη ακολουθεί τας ακαταπαύστους διακυμάνσεις
+του συναλλάγματος.
+
+Αι χώραι, εις τας οποίας η παραγωγή ανήλθεν εις μέγαν βαθμόν
+αναπτύξεως περιορίζουν εις το μίνιμουμ τους συσσωρευθέντας
+θησαυρούς εις τα χρηματωκιβώτια των τραπεζών. Εκτός εξαιρέσεων
+τινών η υπερεκχείλισις των αποθεμάτων τούτων, πολύ άνωθεν της
+μέσης επιφανείας των, είναι σημείον στασιμότητος εν τη κυκλοφορία
+των εμπορευμάτων ή σημείον διακοπής εν τη πορεία των μεταμορφώσεών
+των.
+
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
+
+ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
+
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IV.
+
+Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
+
+
+
+Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του Κεφαλαίου.
+Αναφαίνεται εκεί, ένθα η εμπορική παραγωγή και το εμπόριον έφθασαν
+ήδη βαθμόν τινά αναπτύξεως. Η σύγχρονος ιστορία του κεφαλαίου
+χρονολογείται από της δημιουργίας του εμπορίου και της αγοράς των
+δύο κόσμων κατά τον δέκατον έκτον αιώνα.
+
+Όταν μελετώμεν ιστορικώς το κεφάλαιον εν τη καταγωγή του, βλέπομεν
+τούτο πανταχού να ορθούται έναντι της ιδιοκτησίας της γης, υπό
+μορφήν χρήματος, είτε ως νομισματική περιουσία, είτε ως κεφάλαιον
+εμπορικόν, είτε ως τοκοφόρον τοιούτον. Σήμερον, όπως και άλλοτε,
+έκαστον νέον κεφάλαιον, ανέρχεται εις την σκηνήν, δηλαδή εις την
+αγοράν, αγοράν των προϊόντων, αγοράν της εργασίας, αγοράν του
+νομίσματος, υπό μορφήν χρήματος, χρήματος, όπερ διά των ιδιαιτέρων
+μεθόδων, δέον να τροποποιηθή εις κεφάλαιον.
+
+Το χρήμα εν τη ιδιότητί του ως χρήμα, και το χρήμα εν τη ιδιότητί
+του ως κεφάλαιον, δεν διακρίνονται ευθύς αμέσως, ή εκ των διαφόρων
+μορφών της κυκλοφορίας.
+
+Η άμεσος μορφή της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι Ε — Χ — Ε,
+μετατροπή του εμπορεύματος εις χρήμα και εκ νέου μετατροπή τούτου
+εις εμπόρευμα, &πωλείν διά το αγοράζειν&.
+
+Αλλά παρά την μορφήν ταύτην ευρίσκομεν άλλην τινα, όλως διάφορον,
+την μορφήν
+
+ Χ — Ε — Χ
+ Χρήμα — Εμπόρευμα — Χρήμα,
+
+μετατροπήν του χρήματος εις εμπόρευμα και εκ νέου μετατροπήν τούτο
+εις χρήμα, &αγοράζειν διά το πωλείν&. Παν χρήμα το οποίον εν τη
+κινήσει του διαγράφει τον τελευταίον τούτον κύκλον, μετατρέπεται
+εις κεφάλαιον, καθίσταται κεφάλαιον, και είναι ήδη ως εκ της
+κατευθύνσεώς του κεφάλαιον.
+
+Ας παρατηρήσωμεν εγγύτερον την κυκλοφορίαν Χ — Ε — Χ, όπως η απλή
+κυκλοφορία ούτω και αύτη διατρέχει δύο αντιθέτους φάσεις. Εν τη
+πρώτη φάσει Χ — Ε, αγορά, το χρήμα μετατρέπεται εις εμπόρευμα. Εν
+τη δευτέρα Ε — Χ, πωλήσει το εμπόρευμα μετατρέπεται εις χρήμα. Το
+σύνολον των δύο τούτων φάσεων εκφράζεται διά της κινήσεως της
+ανταλλασσούσης το νόμισμα έναντι του νομίσματος, αγοράζει διά να
+πωλήση, ή μάλλον εάν αμελήσωμεν τας μορφικάς διαφοράς της αγοράς
+και της πωλήσεως, αγοράζει με το χρήμα το εμπόρευμα και με το
+εμπόρευμα το χρήμα. Η κίνησις αύτη καταλήγει εις την ανταλλαγήν
+του χρήματος έναντι του χρήματος, Χ — Χ. Εάν αγοράσω δι' 100
+λουδοβικίων 2000 λίτρας βάμβακος και πωλήσω κατόπιν τας 2000
+ταύτας λίτρας βάμβακος αντί 110 λουδοβικίων, αντήλλαξα πραγματικώς
+100 λουδοβίκια αντί 110 λουδοβικίων, νόμισμα αντί νομίσματος.
+
+Εννοείται ότι η κυκλοφορία Χ — Ε — Χ θα ήτο περίεργος μέθοδος, εάν
+ηθέλομεν διά παρομίας στροφής να ανταλλάξωμεν ποσά χρήματος ίσα,
+100 λουδοβ. επί παραδείγματος έναντι 101 λουδοβ. Καλλίτερα τότε θα
+ήτο η μέθοδος του θησαυριστού, όστις φυλάττει ισχυρώς τα 100
+λουδοβίκια του, αντί να τα εκθέση εις τους κινδύνους της
+κυκλοφορίας. Αφ' ετέρου όμως πάλιν, είτε ο έμπορος πωλήσει εκ νέου
+αντί 110 λουδοβικίων τον βάμβακά τον οποίον ηγόρασε με 100
+λουδοβίκια, είτε υποχρεούται να τα παραδώση εις 100 και εις 50
+ακόμη λουδοβίκια· εις όλας τας περιπτώσεις ταύτας, το χρήμα του
+διαγράφει πάντοτε ιδιαιτέραν και περίεργον κίνησιν, τελείως
+διάφορον εκείνης την οποίαν διαγράφει το χρήμα του γεωργού λ. χ.
+του πωλούντος τον σίτον και αντ' αυτού αγοράζοντος ένδυμα.
+
+Ό,τι διακρίνει ευθύς αμέσως τας κινήσεις Χ — Ε και Χ — Ε — Χ,
+είναι η αντίστροφος τάξις των ιδίων αντιθέτων φάσεων. Η απλή
+κυκλοφορία άρχεται εκ της πωλήσεως και καταλήγει εις την αγοράν. Η
+κυκλοφορία του χρήματος, ως κεφαλαίου άρχεται εκ της αγοράς και
+καταλήγει εις την πώλησιν.
+
+Εκεί, η αφετηρία και το τέρμα είναι το εμπόρευμα, ενταύθα είναι το
+χρήμα. Εις την πρώτην μορφήν, το χρήμα είναι εκείνο το οποίον
+χρησιμεύει ως ενδιάμεσον. Εις την δευτέραν είναι το εμπόρευμα.
+
+Εν τη κυκλοφορία Ε — Χ — Ε, το χρήμα έχει τέλος μετατραπή εις
+εμπόρευμα χρησιμεύον ως αξία χρήσεως· εκεί όθεν οριστικώς —
+δαπανημένον.
+
+Εν τη αντιστρόφω μορφή Χ — Ε — Χ, ο αγοραστής δίδει το χρήμα του
+διά να το λάβη εκ νέου ως πωλητής. Διά της αγοράς του
+εμπορεύματος, ρίπτει εν τη κυκλοφορία το χρήμα το οποίον αποσύρει
+εκ νέου κατόπιν, διά της πωλήσεως του αυτού εμπορεύματος. Εάν το
+αφήση να αναχωρήση το πράττει, διότι έχει την δολίαν υστεροβουλίαν
+να το συλλάβη εκ νέου. Το χρήμα τούτο είναι όθεν απλώς —
+προκαταβληθέν.
+
+Η παλίρροια του χρήματος εις το σημείον της αναχωρήσεως δεν
+εξαρτάται εκ του ότι το εμπόρευμα έχει πωληθή ακριβώτερον από όσον
+ηγοράσθη. Η περίστασις αύτη δεν εξασκεί επιρροήν παρά επί του
+μεγέθους του επιστραφέντος ποσού. Το φαινόμενον της παλιρροίας
+λαμβάνει χώραν ευθύς ως το αγορασθέν εμπόρευμα πωληθή εκ νέου, δηλ
+ευθύς ως διαγραφή τελείως ο κύκλος Χ — Ε — Χ.
+
+Είναι τούτο διαφορά ψηλαφητή μεταξύ της κυκλοφορίας του χρήματος,
+ως κεφαλαίου και της κυκλοφορίας του ως απλού νομίσματος.
+
+Ο κύκλος Ε — Χ — Ε έχει τελείως διανυθή, ευθύς ως η πώλησις ενός
+εμπορεύματος αποδώση χρήμα προερχόμενον εκ της αγοράς ενός άλλου
+εμπορεύματος. Εάν εν τούτοις παλίρροια χρήματος λάβει κατόπιν
+χώραν, τούτο δεν συμβαίνει ίσως, ειμή διότι ολόκληρος η τροχιά του
+κύκλου έχει εκ νέου διανυθή. Εάν πωλήσω ένα σάκκον σίτου αντί 3
+λουδοβ. και αγοράσω ενδύματα διά των χρημάτων τούτων, τα 3 λουδοβ.
+έχουν δι' εμέ δαπανηθή οριστικώς και δεν μ' ενδιαφέρουν πλέον. Ο
+έμπορος ενδυμάτων τα έχει εις το θυλάκιόν του. Εις μάτην θα πωλήση
+δεύτερον σάκκον σίτου, το χρήμα το οποίον λαμβάνει, δεν προέρχεται
+εκ της πρώτης συναλλαγής, αλλ' εκ της επαναλήψεώς της.
+Απομακρύνεται εκ νέου απ' εμού, εάν φέρω εις πέρας την δευτέραν
+συναλλαγήν και αγοράσω εκ νέου. Εις την κυκλοφορίαν Ε — Χ — Ε, η
+δαπάνη του χρήματος ουδέν το κοινόν έχει λοιπόν με την επιστροφήν
+του. Όλως το αντίστροφον συμβαίνει εν τη κυκλοφορία Χ — Ε — Χ.
+Εκεί, εάν το χρήμα δεν επιστρέψη, η πράξις εχάθη· η κίνησις
+διακόπτεται ή παραμένει ατελής, διότι η δευτέρα του φάσις, δηλαδή
+η πώλησις, η συμπληρούσα την αγοράν, ελλείπει.
+
+Ο κύκλος Ε — Χ — Ε έχει αφετηρίαν εμπόρευμά τι και τέρμα άλλο
+εμπόρευμα, το οποίον δεν κυκλοφορεί πλέον και πίπτει εις την
+κατανάλωσιν. Η ικανοποίησις μιας ανάγκης, μιας αξίας χρήσεως,
+τοιούτος είναι όθεν ο τελικός του σκοπός. Τουναντίον ο κύκλος Χ —
+Ε — Χ έχει ως αρχικόν του σημείον το χρήμα και ως τελικόν τοιούτον
+πάλιν το χρήμα. Η αιτία του, ο καθωρισμένος σκοπός του είναι όθεν
+η ανταλλακτική αξία.
+
+Εν τη απλή κυκλοφορία, οι δύο άκροι όροι έχουν την αυτήν
+οικονομικήν μορφήν. Και οι δύο είναι εμπόρευμα. Είναι ωσαύτως
+εμπορεύματα της αυτής αξίας. Συγχρόνως όμως είναι αξίαι χρήσεως,
+διαφόρου ποιότητος, ως π. χ. σίτος και ένδυμα. Η κίνησις καταλήγει
+εις την ανταλλαγήν των προϊόντων, εις την ανταλλαγήν διαφόρων
+υλών, εν αις εκδηλούται η κοινωνική εργασία.
+
+Η κυκλοφορία Χ — Ε — Χ τουναντίον εμφανίζεται κενή εννοίας, ευθύς
+αμέσως διότι είναι ταυτόσημος. Τα δύο άκρα έχουν την αυτήν
+οικονομικήν μορφήν. Και τα δύο είναι χρήμα. Δεν διακρίνονται από
+απόψεως ποιοτικής, ως αξίαι χρήσεως, διότι το χρήμα είναι η
+μεταβεβλημένη άποψις των εμπορευμάτων, εν τη οποία αι ιδιαίτεραί
+των αξίαι χρήσεως έχουν αποσβεσθή. Το ανταλλάσσει εκατόν
+λουδοβίκια έναντι βάμβακος, και η εκ νέου ανταλλαγή του ιδίου
+βάμβακος, έναντι εκατόν λουδοβικίων, δηλαδή το ανταλλάσσειν διά
+μιας στροφής χρήμα έναντι χρήματος, όμοιον έναντι ομοίου, μία
+τοιαύτη πράξις φαίνεται τόσον ανόητος όσον και ανωφελής. Ποσόν τι
+χρήματος, εφ' όσον αντιπροσωπεύει αξίαν, δεν δύναται να διακριθή
+άλλου ποσού ειμή διά της ποσότητός του. Η κίνησις Χ — Ε — Χ δεν
+δικαιολογεί την ύπαρξίν της εξ ουδεμιάς ποιοτικής διαφοράς των
+άκρων της, διότι αμφότερα είναι χρήμα, αλλά μόνον εκ της ποσοτικής
+των διαφοράς.
+
+Τελικώς εκ της κυκλοφορίας αφαιρείται περισσότερον χρήμα από το εν
+αυτώ ριφθέν. Ο αγορασθείς βάμβαξ αντί 100 λουδοβικίων επωλήθη εκ
+νέου αντί 100+10 ή 110 λουδοβίκια. Η πλήρης μορφή της κινήσεως
+ταύτης είναι λοιπόν Χ — Ε — Χ' εν τω οποίω Χ'=Χ+Χ, δηλαδή ίσον με
+το πρώτον κατατεθέν ποσόν συν ενί πλεονάσματι. Το πλεόνασμα τούτο
+το ονομάζω υπεραξίαν, (Plus — value). Η κατατεθείσα λοιπόν αξία,
+όχι μόνον διατηρείται εν τη κυκλοφορία αλλ' αλλάσσει το μέγεθός
+της, προσθέτει επ' αυτού έν επί πλέον, αξίζει περισσότερον. Η
+κίνησις αύτη είναι εκείνη, η οποία μετατρέπει την αξίαν εις
+κεφάλαιον.
+
+Είναι δυνατόν τα άκρα Ε, Ε κυκλοφορίας Ε — Χ — Ε, σίτος — χρήμα —
+ένδυμα π. χ. να είναι ωσαύτως δυσαναλόγου αξίας. Ο αγρότης δύναται
+να πωλήση τον σίτον του περισσότερον της αξίας του ή ν' αγοράση
+ένδυμα ολιγωτέρας αξίας. Ούτος επίσης δυνατόν να απατηθή υπό του
+εμπόρου ενδυμάτων. Η δυσαναλογία όμως των ανταλλαχθεισών αξιών,
+δεν είναι ή συμβάν τυχαίον διά την μορφήν ταύτην της κυκλοφορίας.
+Ο κανονικός της χαρακτήρ είναι η ισότης των δύο της άκρων, ισότης,
+η οποία τουναντίον θ' αφήρει κάθε σημασίαν εις την κίνησιν Χ — Ε —
+Χ.
+
+Η ανανέωσις ή η επαναλήψις της πωλήσεως των εμπορευμάτων, διά την
+αγοράν άλλων εμπορευμάτων, θέτει εκτός της κυκλοφορίας έν όριον εν
+τη καταναλώσει, εν τη ικανοποιήσει των καθορισμένων αναγκών.
+Τουναντίον εις την αγοράν διά την πώλησιν, η αρχή και το τέλος
+είναι έν και το αυτό πράγμα, χρήμα, ανταλλακτική αξία, αύτη δε η
+ταυτότης των δύο της άκρων όρων, εμποδίζει τον τερματισμόν της
+κινήσεως. Είναι αληθές ότι Χ κατέστη Χ+Χ, ότι έχομεν 100+10
+λουδοβίκια αντί των 100. Από απόψεως όμως ποιότητος, 110 λουδ.
+είναι το αυτό με 100 λουδ., δηλαδή χρήμα, από ποσοτικής δε
+απόψεως, το πρώτον ποσόν, όπως και το δεύτερον είναι αξία
+ωρισμένη. Εάν τα 100 λουδ. εξοδευθώσιν ως χρήμα αλλάσσουν αμέσως
+ρόλον και παύουν να λειτουργούν ως κεφάλαιον. Εάν υπεξαιρεθώσιν
+εις την κυκλοφορίαν, στερεοποιούνται υπό μορφήν θησαυρού και δεν
+θ' αυξηθούν ούτε κατά έν νόμισμα και εάν παραμείνουν εκεί μέχρι
+της δευτέρας παρουσίας. Ευθύς ως η παρ' όλα ταύτα αύξησις της
+αξίας, απετέλει όθεν τον τελικόν σκοπόν της κινήσεως, τα 110 λουδ.
+αισθάνονται την αυτήν ανάγκην ν' αυξηθούν, οίαν και τα 100.
+
+Η αρχικώς παραχωρηθείσα αξία, διακρίνεται είναι αληθές προς
+στιγμήν, εκ της προστιθεμένης εις αυτήν υπεραξίας εν τη
+κυκλοφορία. Η διάκρισις όμως αύτη εξαφανίζεται αμέσως. Εκείνο, το
+οποίον τελικώς εξέρχεται εκ της κυκλοφορίας δεν είναι αφ' ενός η
+πρώτη αξία των 100 λουδ. και αφ' ετέρου η υπεραξία των 10 λουδ.
+είναι η αξία των 110 λουδ., η οποία ευρίσκεται εις την αυτήν
+μορφήν και τας αυτάς συνθήκας, εις ας και 100 λουδ., ετοίμη να
+παραλάβη το αυτό παίγνιον. Ο τελευταίος όρος εκάστου κύκλου Χ — Ε
+— Χ, πωλείν διά το αγοράζειν, είναι ο πρώτος όρος μιας νέας
+κυκλοφορίας του αυτού είδους. Η απλή κυκλοφορία — πωλείν διά το
+αγοράζειν — χρησιμεύει ως μέσον διά να επιτευχθή σκοπός τις
+ευρισκόμενος εκτός αυτής, δηλαδή η οικειοποίησις των αξιών
+χρήσεως, των πραγμάτων, προς ικανοποίησιν καθωρισμένων αναγκών. Η
+κυκλοφορία του χρήματος ως κεφαλαίου έχει τουναντίον τον σκοπόν
+του, εντός αυτής, διότι διά της κινήσεως ταύτης πάντοτε
+ανανεουμένης εξακολουθεί η αξία ν' αξίζη. Η κίνησις του κεφαλαίου
+δεν έχει όθεν όριον.
+
+Ως αντιπρόσωπος, ως συνειδητός υποστηρικτής της κινήσεως ταύτης, ο
+κάτοχος του χρήματος καθίσταται κεφαλαιούχος. Το πρόσωπον, ή
+μάλλον το θυλάκιόν του, είναι το σημείον της αναχωρήσεως ως και
+της επιστροφής του χρήματος. Το αντικειμενικόν περιεχόμενον της
+κυκλοφορίας Χ — Ε — Χ', δηλαδή η υπεραξία την οποίαν γεννά η αξία,
+αυτός είναι ο κρύφιος υποκειμενικός σκοπός του. Μόνον εφ' όσον η
+πάντοτε αύξουσα οικειοποίησις του αφηρημένου πλούτου είναι η μόνη
+καθωρισμένη αιτία των εργασιών του, μόνον τότε δρα ως κεφαλαιούχος
+ή εάν θέλωμεν, ως προσωποποιημένον κεφάλαιον, προικισμένον με
+συνείδησιν και θέλησιν.
+
+Η αξία χρήσεως δεν δύναται όθεν ποτέ να θεωρήται ως ο άμεσος
+σκοπός του κεφαλαιούχου, ούτε περισσότερον το μεμονωμένον κέρδος,
+αλλά πάντοτε η ακατάπαυστος κίνησις του διαρκώς ανανεουμένου
+κέρδους. Η απόλυτος αύτη τάσις προς πλουτισμόν, η μανιώδης αύτη
+επιδίωξις της ανταλλακτικής αξίας, είναι κοιναί μετά των του
+θησαυριστού.
+
+Αλλ' ενώ ο τελευταίος ούτος δεν είναι ή μανιακός κεφαλαιούχος, ο
+κεφαλαιούχος είναι λογικός θησαυριστής. Την αιώνιον ζωήν της
+αξίας, την οποίαν ο θησαυριστής ελπίζει να εξασφαλίση εις εαυτόν
+σώζων το χρήμα εκ των κινδύνων της κυκλοφορίας, επιδεξιώτερος ο
+κεφαλαιούχος την κερδίζει ρίπτων πάντοτε το χρήμα εις την
+κυκλοφορίαν.
+
+Η αξία καθίσταται όθεν προοδευτική αξία, χρήμα πάντοτε βλαστάνον,
+φυόμενον και ως τοιούτον κεφάλαιον.
+
+Εξέρχεται της κυκλοφορίας, επιστρέφει πάλιν, διατηρείται εκεί και
+πολλαπλασιάζεται εκεί, εξέρχεται εκ νέου ηυξημένον και
+επαναλαμβάνει αδιακόπως την αυτήν επιστροφήν. Χ — Χ', χρήμα το
+οποίον γεννά χρήμα, νόμισμα παράγον μικρά — money which begets
+money — τοιούτος είναι ωσαύτως ο ορισμός του κεφαλαίου εις το
+στόμα των πρώτων του διερμηνέων, των κερδοσκόπων. Αγοράζειν διά το
+πωλείν, ή μάλλον, αγοράζειν διά το πωλείν ακριβώτερον, Χ — Ε — Χ',
+ιδού μία μορφή ιδιάζουσα του εμπορικού κεφαλαίου. Αλλά το
+βιομηχανικόν κεφάλαιον είναι ωσαύτως χρήμα, μεταβαλλόμενον εις
+εμπόρευμα και διά της πωλήσεως του τελευταίου τούτου, μεταβάλλεται
+εκ νέου εις περισσότερον χρήμα.
+
+Ό,τι συμβαίνει μεταξύ της αγοράς και της πωλήσεως εκτός της
+σφαίρας της κυκλοφορίας, ουδέν αλλάσσει εις την μορφήν ταύτην της
+κινήσεως. Τέλος εν σχέσει προς το τοκοφόρον κεφάλαιον, η μορφή Χ —
+Ε — Χ' περιορίζεται εις τα δύο της άκρα άνευ μέσου όρου.
+Συνοψίζεται εις ύφος επιγραμματικόν, εις Χ — Χ', χρήμα αξίζον
+περισσότερον χρήμα, αξία μεγαλυτέρα εαυτής, Χ — Ε — Χ' είναι όθεν
+πραγματικώς, ο γενικός τύπος του κεφαλαίου, όπως ούτος εμφανίζεται
+εν τη κυκλοφορία.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ V.
+
+ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
+
+
+
+Η μορφή της κυκλοφορίας, διά της οποίας το χρήμα μεταμορφούται εις
+Κεφάλαιον, διαφέρει από όλους τους μέχρι τούδε αναπτυχθέντας
+νόμους επί της φύσεως του εμπορεύματος, του χρήματος και αυτής της
+κυκλοφορίας. Εκείνο το οποίον διακρίνει την κυκλοφορίαν του
+κεφαλαίου εκ της απλής κυκλοφορίας, είναι η τάξις της αντιστρόφου
+διαδοχής των δύο ομοίων αντιθέτων φάσεων, πωλήσεως και αγοράς. Πώς
+η διαφορά αύτη, η καθαρώς μορφική, θα ηδύνατο να επιφέρη εις την
+φύσιν αυτήν των φαινομένων τούτων μίαν μαγικήν αλλαγήν;
+
+Πώς θα ηδύνατο να επιτρέψη μίαν αύξησιν αξιών, δηλ τον σχηματισμόν
+της υπεραξίας;
+
+Ας λάβωμεν το φαινόμενον της κυκλοφορίας, εις μορφήν υπό την
+οποίαν παρουσιάζεται, ως απλή ανταλλαγή εμπορευμάτων. Τούτο
+συμβαίνει, οσάκις οι δύο παραγωγοί ανταλλάκται αγοράζουν ο είς εκ
+του άλλου, και όταν αι αμοιβαίοι πιστώσεις των μηδενίζονται την
+ημέραν της λήξεως. Το χρήμα εκεί δρα φανταστικώς ως λογιστικόν
+νόμισμα διά να εκφράση τας αξίας των εμπορευμάτων διά των τιμών
+των. Ευθύς ως πρόκειται περί των αξιών χρήσεως, είναι φανερόν ότι
+οι ανταλλάκται μας δύνανται να κερδίσουν αμφότεροι. Αμφότεροι
+απαλλοτριούν προϊόντα άχρηστα δι' αυτούς με άλλα των οποίων έχουν
+ανάγκην. Επί πλέον, ο Α πωλών οίνον και αγοράζων σίτον, παράγει
+ίσως περισσότερον οίνον απ' ότι θα ηδύνατο να παραγάγη ο Β κατά
+τον αυτόν χρόνον εργασίας. Ο δε Β κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας
+περισσότερον σίτον, από όσον θα ηδύνατο να παραγάγη ο Α. Ο πρώτος
+επιτυγχάνει ούτω, διά την αυτήν ανταλλακτικήν αξίαν περισσότερον
+σίτον, και ο δεύτερος περισσότερον οίνον, ως εάν έκαστος τούτων,
+άνευ ανταλλαγής, υπεχρεούτο να παραγάγη δι' εαυτόν τα δύο
+αντικείμενα της καταναλώσεως. Εάν πρόκειται περί της αξίας
+χρήσεως, τότε μετά βασιμότητος λέγομεν «ότι η ανταλλαγή είναι
+συναλλαγή, εν τη οποία κερδίζουν και οι δύο». Δεν συμβαίνει το
+αυτό διά την ανταλλακτικήν αξίαν. «Είς έχων πολύν οίνον και ολίγον
+σίτον εμπορεύεται με άλλον έχοντα πολύν σίτον και καθόλου οίνον.
+Μεταξύ των γίνεται ανταλλαγή μιας αξίας 50 εις σίτον έναντι 50 εις
+οίνον. Η ανταλλαγή αύτη δεν είναι δι' ουδένα εξ αυτών αύξησις
+πλούτου, διότι έκαστος τούτων προ της ανταλλαγής κατείχεν ίσην
+αξίαν, την οποίαν επρομηθεύθη διά του μέσου τούτου». Το ότι το
+χρήμα, ως όργανον κυκλοφορίας, χρησιμεύει ως ενδιάμεσον μεταξύ των
+εμπορευμάτων και ότι αι πράξεις μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς
+είναι ούτω κεχωρισμέναι, τούτο δεν μεταβάλλει το ζήτημα. Η αξία
+έχει εκφρασθή εις τας τιμάς των εμπορευμάτων πριν ή αύται
+εισέλθουν εις την κυκλοφορίαν, αντί να προκύψουν εκ ταύτης.
+
+Εάν αφαιρέσωμεν τας τυχαίας περιπτώσεις, αίτινες δεν προέρχονται
+εκ των υπαρχόντων εις την κυκλοφορίαν νόμων, πλην του της
+αντικαταστάσεως χρησίμου προϊόντος, δεν συμβαίνει τίποτε άλλο ειμή
+μεταμόρφωσις ή απλή αλλαγή της μορφής του εμπορεύματος. Η αυτή
+αξία, δηλαδή το αυτό ποσόν της πραγματοποιηθείσης κοινωνικής
+εργασίας, παραμένει πάντοτε εις χείρας του αυτού ανταλλάκτου, αν
+και κρατή ταύτην κατά σειράν υπό την μορφήν του ιδίου του
+προϊόντος, του χρήματος και του προϊόντος άλλου τινος. Η αλλαγή
+αύτη της μορφής ουδεμίαν επιφέρει αλλαγήν της ποσότητος της αξίας.
+Η μόνη αλλαγή την οποίαν δοκιμάζει η αξία του εμπορεύματος,
+περιωρίζεται εις αλλαγήν της μορφής — χρήματος. Παρουσιάζεται κατ'
+αρχάς η τιμή του προσφερθέντος εις την πώλησιν εμπορεύματος, είτα
+εις το αυτό ποσόν του εκδηλωθέντος εν τη τιμή ταύτη χρήματος,
+τέλος ως τιμή ισοδυνάμου εμπορεύματος.
+
+Η αλλαγή αύτη της μορφής δεν θίγει την ποσότητα της αξίας
+περισσότερον, απ' ότι θα έθιγεν αυτήν η αλλαγή ενός γραμματίου 100
+φρ. έναντι 4 λουδοβικ., 3 πενταδράχμων και 5 φρ. Όπως λοιπόν η
+κυκλοφορία, εν σχέσει προς την αξίαν των εμπορευμάτων δεν επιφέρει
+ή αλλαγήν μορφής, ούτω και εκείθεν δεν προκύπτει ειμή ανταλλαγή
+ισοδυνάμων. Διά τούτο και αυτή η κοινή οικονομία, οσάκις θέλει να
+μελετήση το φαινόμενον εν τη ολότητί του, υποθέτει πάντοτε ότι η
+προσφορά και η ζήτησις ισορροπούν, ήτοι ότι το αποτέλεσμά των επί
+της αξίας είναι μηδέν. Εάν λοιπόν, εν σχέσει προς την αξίαν
+χρήσεως, οι δύο ανταλλάκται δύνανται να κερδίσουν, δεν δύνανται
+όμως να κερδίσουν αμφότεροι, εν σχέσει προς την ανταλλακτικήν
+αξίαν. Ενταύθα εφαρμόζεται το γνωμικόν: « Εκεί όπου υπάρχει ισότης
+δεν υπάρχει κέρδος». Εμπορεύματα δύνανται να πωληθούν εις τιμάς
+απομεμακρυσμένας των αξιών των. Αλλ' η απομάκρυνσις αύτη
+εμφανίζεται ως μία παράβασις του νόμου της ανταλλαγής. Εις την
+κανονικήν της μορφήν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων είναι ανταλλαγή
+ισοδυνάμων και κατά συνέπειαν δεν δύναται να είναι μέσον
+κερδοσκοπίας. Εφ' όσον ανταλλάσσονται εμπορεύματα ή εμπορεύματα
+και χρήμα ίσης αξίας, δηλ. ισοδύναμα, είναι φανερόν ότι ουδείς
+αποσύρει της κυκλοφορίας περισσοτέραν αξίαν, αφ' όσην δίδει εις
+αυτήν, ουδείς σχηματισμός υπεραξίας δύναται να λάβη χώραν. Αλλ' αν
+και η κυκλοφορία, υπό την καθαράν μορφήν της, δεν αποδέχεται
+ανταλλαγήν ειμή μεταξύ ισοδυνάμων, γνωρίζομεν καλώς ότι εις την
+πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι τόσον καθαρά. Ας υποθέσωμεν
+λοιπόν ότι υπάρχει ανταλλαγή μεταξύ μη ισοδυνάμων.
+
+Εις όλας τας περιπτώσεις εις την αγοράν δεν υπάρχει παρά
+ανταλλάκτης έναντι ανταλλάκτου και η δύναμις την οποίαν εξασκούν
+τα πρόσωπα ταύτα αμφοτέρωθεν είναι η δύναμις των εμπορευμάτων των.
+Η υλική διαφορά η υφισταμένη μεταξύ των τελευταίων τούτων, είναι η
+ολική αιτία της ανταλλαγής και θέτει τους ανταλλάκτας εις σχετικήν
+αμοιβαίαν εξάρτησιν, υπό την έννοιαν ότι ουδείς τούτων έχει εις
+τας χείρας του το αντικείμενον το οποίον του αναγκαιοί και ότι
+έκαστος τούτων κέκτηται το αντικείμενον των αναγκών του άλλου.
+
+Εκτός της διαφοράς ταύτης μεταξύ των χρησιμοτήτων των, δεν
+υφίσταται πλέον μεταξύ των εμπορευμάτων παρά μία άλλη διαφορά, η
+διαφορά μεταξύ της φυσικής των μορφής και της μορφής των αξίας,
+του χρήματος. Ούτω οι ανταλλάκται μεταξύ των δεν διακρίνονται παρά
+μόνον εις το εξής σημείον: οι μεν είναι πωληταί κάτοχοι
+εμπορευμάτων οι άλλοι αγορασταί, κάτοχοι χρήματος.
+
+Ας παραδεχθώμεν τώρα ότι δι' αγνώστου τινός μυστηριώδους
+προνομίου, δίδεται εις τον πωλητήν, η ευκαιρία να πωλήση το
+εμπόρευμά του περισσότερον της αξίας του, 110 π. χ, όταν αξίζη
+μόνον 100, δηλαδή με πλουτισμόν 10%. Ο πωλητής αποταμιεύει όθεν
+μίαν υπεραξίαν εκ 10. Αλλά μετά την κατάστασίν του ως πωλητού
+γίνεται αγοραστής. Τρίτος τις ανταλλάκτης εμφανίζεται προ αυτού ως
+πωλητής και απολαμβάνει με την σειράν του, το δικαίωμα να πωλήση
+το εμπόρευμα 10% ακριβώτερον. Ο άνθρωπός μας εκέρδισε λοιπόν, αφ'
+ενός 10 διά να χάση αφ' ετέρου 10. Το οριστικόν αποτέλεσμα είναι
+εις την πραγματικότητα, ότι οι ανταλλάκται πωλούν αμοιβαίως τα
+εμπορεύματά των 10% περισσότερον της αξίας των, πράγμα που είναι
+το ίδιον, εάν επώλουν ταύτα εις την πραγματικήν των αξίαν.
+
+Μία παρομοία γενική ύψωσις των τιμών, παράγει το αυτό αποτέλεσμα,
+το οποίον και αι αξίαι των εμπορευμάτων εάν αντί να εκτιμώνται εις
+χρυσόν εξετιμώντο π. χ. εις άργυρον. Αι νομισματικαί των
+ονομασίαι, δηλαδή αι ονομαστικαί των τιμαί θα υψούντο, αλλ' αι
+σχέσεις των ως αξίαι θα παρέμενον αι αυταί.
+
+Ας υποθέσωμεν τουναντίον ότι το προνόμιον του αγοραστού είναι
+εκείνο, το οποίον κάμνει τα εμπορεύματα να πληρώνωνται ολιγώτερον
+της αξίας των. Δεν είναι καν ανάγκη ενταύθα να υπενθυμίσωμεν ότι ο
+αγοραστής καθίσταται εκ νέου πωλητής. Ήτο πωλητής πριν γίνη
+αγοραστής. Έχασεν ήδη 10% εις την πώλησιν: Το ότι κερδίζει 10% εις
+την αγοράν του τούτο δεν σημαίνει τίποτε αφού το παν παραμένει εις
+την αυτήν κατάστασιν.
+
+Ο σχηματισμός μιας υπεραξίας και κατά συνέπειαν η μετατροπή του
+χρήματος εις κεφάλαιον δεν προέρχονται όθεν, ούτε εκ του ότι οι
+πωληταί πωλούν τα εμπορεύματά των περισσότερον της αξίας των ούτε
+διότι οι αγορασταί τ' αγοράζουν ολιγώτερον.
+
+Οι συνεπείς υπερασπισταί της αυταπάτης ταύτης, οι οποίοι λέγουν,
+ότι η υπεραξία προέρχεται εκ μιας ονομαστικής υπερυψώσεως των
+τιμών ή του προνομίου, το οποίον θα είχεν ο πωλητής διά να πωλήση
+ακριβότερον το εμπόρευμά του, υποχρεούνται όθεν να παραδεχθούν
+μίαν τάξιν, η οποία πάντοτε αγοράζει, και ουδέποτε πωλεί, ή η
+οποία καταναλίσκει χωρίς να παράγη. Το χρήμα με το οποίον μία
+τοιαύτη τάξις αγοράζει συνεχώς, δέον συνεχώς να επιστρέψη από το
+χρηματοκιβώτιον των παραγωγών εις το ιδικόν της, δωρεάν άνευ
+ανταλλαγής, εκουσίως ή δυνάμει κτηθέντος δικαιώματος. Το πωλείν
+εις την τάξιν ταύτην τα εμπορεύματα υπεράνω της αξίας των, είναι
+ως να ανευρίσκη τις εν μέρει το χρήμα, το οποίον είχε προ ολίγου
+πενθήσει.
+
+Κατ' ανάγκην λοιπόν παραμένωμεν εις τα όρια της ανταλλαγής των
+εμπορευμάτων εις τα οποία οι πωληταί είναι αγορασταί και αγορασταί
+πωληταί. Η δυσκολία μας προέρχεται ίσως εκ του ότι μη λαμβάνοντες
+υπ' όψιν τους ατομικούς χαρακτήρας των πρακτόρων της κυκλοφορίας
+εδημιουργήσαμεν εκ τούτων προσωποποίησιν κατηγοριών. Ας υποθέσωμεν
+ότι ο ανταλλάκτης Α είναι πονηρός τις ρίπτων εις την παγίδα τους
+συντρόφους του Β και Γ, και ότι ούτοι παρ' όλην την καλήν των
+θέλησιν δύνανται να τον εκδικηθούν. Ο Α πωλεί εις τον Β οίνον, του
+οποίου η αξία είναι 10 λουδ. και λαμβάνει εις ανταλλαγήν σίτον
+αξίας 50 λουδ. Έκαμεν όθεν διά του χρήματος περισσότερον χρήμα και
+μετέτρεψε το εμπόρευμά του εις κεφάλαιον. Ας εξετάσωμεν το πράγμα
+πλησιέστερον. Προ της ανταλλαγής είχομεν 40 λουδ. οίνου εις τας
+χείρας του Β, ολικήν αξίαν 90 λουδ. Μετά την ανταλλαγήν έχομεν
+ακόμη την αυτήν ολικήν αξίαν. Η κυκλοφορούσα αξία δεν ηύξησεν ούτε
+κατά έν μόριον. Η μόνη αλλαγή είναι η διανομή της μεταξύ του Α και
+του Β. Η αυτή αλλαγή θα ελάμβανε χώραν, εάν ο Α έκλεπτεν
+απροκαλύπτως από τον Β 10 λουδοβ. Είναι φανερόν ότι ουδεμία αλλαγή
+εις την διανομήν των κυκλοφορουσών αξιών δύναται ν' αυξήση το
+ποσόν των, απαράλλακτα όπως ο Εβραίος δεν αυξάνει είς τινα χώραν
+την μάζαν των πολυτίμων μετάλλων, πωλών αντί μιας Γουινέας, ένα
+νόμισμα της βασιλίσσης Άννης. Ολόκληρος η τάξις των κεφαλαιούχων
+μιας χώρας δεν δύναται να κερδοσκοπήση επί του εαυτού της.
+
+Ότι δήποτε και αν ειπούν, ότι δήποτε και αν κάμουν, τα πράγματα
+παραμένουν πάντοτε εις το αυτό σημείον. Ανταλλάσσουν ισοδύναμα;
+Δεν παράγεται υπεραξία. Επίσης δεν παράγεται υπεραξία και αν
+ανταλλάσουν μη ισοδύναμα. Η κυκλοφορία ή η ανταλλαγή εμπορευμάτων
+ουδεμίαν δημιουργεί αξίαν.
+
+Ούτω το ποσόν των αξιών των ριφθεισών εν τη κυκλοφορία δεν δύναται
+να αυξήση, κατά συνέπειαν δέον εκτός αυτής να λάβη χώραν κάτι
+καθιστών δυνατόν τον σχηματισμόν μιας υπεραξίας. Αύτη όμως δύναται
+να παραχθή εκτός της κυκλοφορίας, η οποία ουδέν άλλο είναι ή το
+ολικόν ποσόν των αμοιβαίων σχέσεων των παραγωγών — ανταλλακτών.
+
+Ο παραγωγός δύναται διά της εργασίας του να δημιουργήση αξίας,
+αλλ' ουχί αξίας αι οποίαι αυξάνουν μόναι των. Δύναται να υψώση την
+αξίαν ενός εμπορεύματος προσθέτου διά μιας νέας εργασίας, μίαν
+νέαν αξίαν εις μίαν παρούσαν αξίαν, με το δέρμα κατασκευάζει π. χ.
+υποδήματα. Η αυτή ύλη αξίζει τώρα περισσότερον, διότι απερρόφησε
+περισσοτέραν εργασίαν. Τα υποδήματα έχουν όθεν περισσοτέραν αξίαν
+από το δέρμα· αλλ' η αξία του δέρματος παραμένει οία ήτο, δεν
+προσέθεσεν υπεραξίαν κατά την κατασκευήν των υποδημάτων. Φαίνεται
+λοιπόν τελείως αδύνατον, ότι εκτός της κυκλοφορίας, χωρίς να έλθη
+εις επαφήν μετ' άλλων ανταλλακτών ο παραγωγός — ανταλλάκτης θα
+δυνηθή να προσδώση αξίαν εις την αξίαν ή να της μεταδώση την
+ιδιότητα να δημιουργή υπεραξίαν. Αλλ' άνευ τούτου δεν υπάρχει
+μετατροπή του χρήματός του ή του εμπορεύματός του εις κεφάλαιον.
+
+Ούτω κατελήξαμεν εις διπλούν αποτέλεσμα. Η μετατροπή του χρήματος
+εις κεφάλαιον δύναται να εξηγηθή, εάν λάβωμεν ως βάσιν τους
+υπάρχοντας νόμους της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ώστε η
+ανταλλαγή των ισοδυνάμων να χρησιμεύση ως αφετηρία. Ο κάτοχος του
+χρήματός μας, ο οποίος δεν είναι ακόμη κεφαλαιούχος ή εν
+καταστάσει χρυσαλίδος, δέον κατ' αρχήν ν' αγοράση εμπορεύματα εις
+την ακριβή των αξίαν, κατόπιν να τα πωλήση όσον αξίζουν, και εν
+τούτοις εις το τέλος ν' αποσύρη περισσοτέραν αξίαν αφ' όσην
+εχορήγησεν. Η μεταμόρφωσις του ανθρώπου των σκούδων εις
+κεφαλαιούχον δέον να γίνεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας και
+συγχρόνως να μη γίνεται. Αυτοί είναι οι όροι του προβλήματος. Hic
+Rhodus hic salta.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VI.
+
+ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ (FORCE DE TRAVAIL)
+
+
+
+Η αύξησις της αξίας, καθ' ην το χρήμα μετατρέπεται εις κεφάλαιον,
+δεν δύναται να προέρχεται εκ του ιδίου τούτου χρήματος. Εάν έν
+μέσον πληρωμής, χρησιμεύη ως μέσον αγοράς πραγματοποιεί μόνον την
+τιμήν των εμπορευμάτων, τα οποία αγοράζει ή πληρώνει.
+
+Εάν παραμένη όπως είναι, εάν διατηρήση την ιδίαν του μορφήν δεν
+είναι πλέον, ή ούτως ειπείν αξία στερεοποιημένη.
+
+Πρέπει όθεν, η αλλαγή της εκφρασθείσης αξίας Χ — Ε — Χ', μετατροπή
+του χρήματος εις εμπόρευμα και τούτου πάλιν μετατροπή εις
+περισσότερον χρήμα, να προέρχηται εκ του εμπορεύματος. Δεν δύναται
+όμως να συμβή εν τη δευτέρα πράξει Ε — Χ', τη πωλήσει, ένθα το
+εμπόρευμα, αλλάσσει απλώς την φυσικήν του μορφήν με την μορφήν
+χρήμα. Εάν αντιμετωπίσωμεν τώρα την πρώτην πράξιν Χ — Ε την
+αγοράν, ευρίσκομεν ότι λαμβάνει χώραν ανταλλαγή μεταξύ ισοδυνάμων
+και ότι κατά συνέπειαν, το εμπόρευμα δεν έχει περισσοτέραν
+ανταλλακτικήν αξίαν από το μετατραπέν εις αυτήν χρήμα. Απομένει
+μία τελευταία υπόθεσις ήτοι ότι η αλλαγή προέρχεται εκ της αξίας
+χρήσεως του εμπορεύματος δηλαδή εκ της χρήσεώς του ή καταναλώσεώς
+του. Όθεν πρόκειται περί μιας αλλαγής εν τη ανταλλασσομένη αξία εκ
+της αυξήσεώς της. Διά να δυνηθώμεν να αρυσθώμεν ανταλλακτικήν
+αξίαν εκ της συνήθους αξίας ενός εμπορεύματος, θα έπρεπεν, ο
+άνθρωπος των σπουδών ν' ανακαλύψη εν τω μέσω της κυκλοφορίας, εις
+αυτήν ταύτην την αγοράν, εμπόρευμά τι, του οποίου η συνήθης αξία
+να κέκτηται το ιδιαίτερον προτέρημα, να είναι πηγή της
+ανταλλακτικής αξίας, εις τρόπον ώστε η κατανάλωσίς του θα εσήμαινε
+την πραγματοποίησιν της εργασίας και κατά συνέπειαν την
+δημιουργίαν της αξίας.
+
+Και ο άνθρωπος ούτος ευρίσκει πράγματι εις την αγοράν εμπόρευμα
+προικισμένον διά του ιδικού τούτου προτερήματος και ονομαζόμενον
+δύναμις της εργασίας ή εργατική δύναμις (force de travail).
+
+Υπό το όνομα τούτο, δέον να εννοώμεν το σύνολον των φυσικών και
+διανοητικών δυνάμεων, των υπαρχουσών εις το σώμα εκάστου ανθρώπου,
+εν τη ζώση προσωπικότητί του και το οποίον δέον να θέσωμεν εις
+κίνησιν διά να παραγάγωμεν ωφέλιμα πράγματα. Ίνα ο κάτοχος του
+χρήματος εύρη εις την αγοράν την εργατικήν δύναμιν ως εμπόρευμα,
+δέον να προϋπάρξουν διάφοροι συνθήκαι. Η ανταλλαγή των
+εμπορευμάτων καθ' εαυτήν, δεν συνεπιφέρει άλλας σχέσεις εξαρτήσεως
+ή εκείνας, αι οποίαι απορρέουν εκ της φύσεώς της.
+
+Η εργατική όμως δύναμις δεν δύναται να παρουσιασθή εις την αγοράν
+ως εμπόρευμα, ειμή μόνον εάν προσφερθή ή πωληθή υπό του ιδίου της
+κατόχου. Ούτος δέον κατά συνέπειαν να δύναται να την διαθέτη,
+δηλαδή να είναι ελεύθερος ιδιοκτήτης της εργατικής του δυνάμεως,
+του ιδίου εαυτού του. Ούτος συναντάται μετά του κατόχου χρήματος
+εις την αγοράν και εκεί συνάπτουν σχέσεις ως όμοιοι ανταλλάκται.
+Διαφέρουν μόνον κατά τούτο: Ο είς αγοράζει και ο άλλος πωλεί, όμως
+αμφότεροι είναι πρόσωπα νομικώς ίσα.
+
+Ίνα η σχέσις αύτη διατηρηθή πρέπει, όπως ο ιδιοκτήτης της
+εργατικής δυνάμεως μη πωλήση ταύτην ποτέ, ειμή δι' ωρισμένον
+χρονικόν διάστημα, διότι εάν την πωλήση ολικώς άπαξ διά παντός,
+πωλείται ο ίδιος και από ελεύθερος γίνεται δούλος, από έμπορος
+εμπόρευμα. Εάν θελήση να διατηρήση την προσωπικότητά του, δέον να
+μη διαθέση την εργατικήν του δύναμιν ειμή μόνον προσωρινώς, εις
+τρόπον ώστε απαλοτριών ταύτην να μη εγκαταλείπη ούτω την επ' αυτής
+ιδιοκτησίαν του.
+
+Ο δεύτερος ουσιώδης όρος, όπως ο άνθρωπος των σκούδων εύρη ν'
+αγοράση την εργατικήν δύναμιν, είναι ο κάτοχος της τελευταίας
+ταύτης, αντί να δυνηθή να πωλήση εμπορεύματα, εις τα οποία
+επραγματοποιήθη η εργασία του να υποχρεούται να προσφέρη ή να θέση
+εις πώλησιν, ως εμπόρευμα, αυτήν την εργατικήν δύναμίν του ήτις
+ευρίσκεται εις τον οργανισμόν του.
+
+Όστις θέλει να πωλήση εμπορεύματα διακεκριμένα της ιδίας εργατικής
+του δυνάμεως, δέον βεβαίως να κέκτηται μέσα παραγωγής, ως πρώτας
+ύλας, εργαλεία κ. λ. π. Του είναι αδύνατον π. χ. να κατασκευάση
+υποδήματα άνευ δέρματος, επί πλέον δε έχει ανάγκην και των μέσων
+της διατροφής. Ουδείς ουδ' αυτός ο μουσικός του μέλλοντος δεν
+δύναται να ζήση εκ των προϊόντων της μελλούσης εποχής, ούτε να
+επαρκέση μέσω αξιών χρήσεως ων η παραγωγή δεν έχει εισέτι
+περατωθή· σήμερον, όπως και κατά την πρώτην ημέραν της εμφανίσεώς
+του επί της κοσμικής σκηνής, ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να
+καταναλίσκη πριν παραγάγη και κατά το στάδιον της παραγωγής. Εάν
+τα προϊόντα είναι εμπορεύματα πρέπει να πωληθούν διά να δυνηθούν
+να ικανοποιήσουν τας ανάγκας του παραγώγου. Εις τον αναγκαίον
+χρόνον της παραγωγής προστίθεται ο αναγκαίος χρόνος της πωλήσεως.
+
+Η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον απαιτεί όθεν όπως ο κάτοχος
+του χρήματος ευρίσκει εις την αγοράν τον &ελεύθερον εργάτην&, και
+ελεύθερον από διπλής απόψεως. 1ον Ο εργάτης δέον να είναι πρόσωπον
+ελεύθερον, διαθέτον την δύναμιν της ελευθερίας του, ως ίδιον του
+εμπόρευμα. 2ον Δέον να μη έχη άλλο εμπόρευμα προς πώλησιν· να
+είναι ούτως ειπείν ελεύθερος τελείως, στερούμενος τελείως όλων των
+αναγκαίων διά την πραγματοποίησιν της εργατικής του δυνάμεως.
+
+Εξ άλλου, η ανταλλαγή των προϊόντων πρέπει ήδη να έχη την μορφήν
+της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ίνα δυνηθή ν' ανέλθη επί σκηνής
+το νόμισμα. Αι διάφοροί του λειτουργίαι, ως απλούν ισοδύναμον,
+μέσον κυκλοφορίας, μέσον πληρωμής, θησαυρού, αποθέματος κ.λ.π.
+δεικνύουν διαδοχικώς, διά της συγκριτικής επικρατήσεως της μεν επί
+της δε, φάσεις λίαν διαφόρους της κοινωνικής παραγωγής. Εν τούτοις
+η πείρα μας διδάσκει, ότι μία εμπορική κυκλοφορία, σχετικώς ολίγον
+ανεπτυγμένη, αρκεί όπως εκδηλώση όλας τας μορφάς ταύτας. Δεν
+συμβαίνει όμως το αυτό και διά το κεφάλαιον. Αι ιστορικαί συνθήκαι
+της υπάρξεώς του δεν συμπίπτουν με την κυκλοφορίαν των
+εμπορευμάτων και του νομίσματος. Το κεφάλαιον παράγεται εκεί ένθα
+ο κάτοχος των μέσων της παραγωγής και διατροφής, συναντά εν τη
+αγορά τον ελεύθερον εργάτην, ερχόμενον να πωλήση εκεί την
+εργατικήν του δύναμιν και ο μοναδικός ούτος ιστορικός όρος,
+περικλείει ολόκληρον νέον κόσμον. Το κεφάλαιον αγγέλλεται ευθύς εξ
+αρχής ως εποχή κοινωνικής παραγωγής (43).
+
+Μας μένει τώρα να εξετάσωμεν εγγύτερον την εργατικήν δύναμιν. Το
+εμπόρευμα τούτο, ως και παν άλλο κέκτηται αξίαν τινά. Πώς
+καθορίζεται αύτη; Διά του αναγκαιούντος προς παραγωγήν της χρόνου
+εργασίας.
+
+Ως αξία, η εργατική δύναμις αντιπροσωπεύει το ποσοστόν της
+κοινωνικής εργασίας της εν αυτή πραγματοποιηθείσης. Πραγματικώς
+όμως δεν υφίσταται ή ως δύναμις ή ως ιδιότης του ζώντος ατόμου.
+Εάν λάβωμεν υπ' όψει το άτομον, τούτο παράγει την ζωτικήν δύναμιν
+του αναπαραγόμενον ή αυτοδιατηρούμενον. Διά την συντήρησιν ή
+διατήρησίν του έχει ανάγκην ποσού τινος μέσων διατροφής. Ο
+αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν της εργατικής
+δυνάμεως, αναλύεται όθεν εις τον αναγκαίον χρόνον της εργασίας διά
+την παραγωγήν των μέσων τούτων της διατροφής. Ή μάλλον η εργατική
+δύναμις έχει ακριβώς την αξίαν των μέσων της διατροφής, των
+αναγκαιούντων εις εκείνον, ο οποίος την διαθέτει.
+
+Η εργατική δύναμις πραγματοποιείται διά της εξωτερικής εκδηλώσεώς
+της. Θεωρείται και βεβαιούται διά της εργασίας, ήτις και αυτή
+αναγκαιοί δαπάνην τινά μυώνων, νεύρων, ανθρωπίνου εγκεφάλου,
+δαπάνης χρηζούσης αντισταθμίσματος. Όσον περισσότερον η φθορά
+είναι μεγάλη τόσον περισσότερα είναι τα έξοδα της επιδιορθώσεως
+(44).
+
+Εάν ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως, ειργάσθη σήμερον, πρέπει να
+επαναλάβη τούτο την επαύριον και υπό ομοίους όρους δραστηριότητος
+και υγείας. Πρέπει λοιπόν, το ποσόν των μέσων διατροφής να είναι
+αρκετόν διά την συντήρησιν της κανονικής του ζωής.
+
+Αι φυσικαί ανάγκαι όπως η τροφή, τα ενδύματα, η θέρμανσις, η
+κατοικία κ.λ.π. διαφέρουν κατά το κλίμα και τας άλλας φυσικάς
+ιδιότητας χώρας τινός. Αφ' ετέρου ο αριθμός των λεγομένων φυσικών
+αναγκών, ως και ο τρόπος της ικανοποιήσεώς των, είναι ιστορικόν
+προϊόν και εξαρτάται ούτω κατά μέγα μέρος εκ του βαθμού του
+πολιτισμού.
+
+Η καταγωγή της ημερομισθίου τάξεως εν εκάστη χώρα, το ιστορικόν
+περιβάλλον ένθα εσχηματίσθη αύτη εξακολουθούν επί μακρόν να
+εξασκούν την μεγαλειτέραν επιρροήν, επί των συνηθειών των
+απαιτήσεων και κατά συνέπειαν των αναγκών, τας οποίας επιφέρει
+αύτη εν τη ζωή. Η εργατική δύναμις περικλείει όθεν, από απόψεως
+αξίας, ιστορικόν τι και ηθικόν στοιχείον, όπερ την διακρίνει των
+άλλων εμπορευμάτων. Αλλά εν δεδομένη εποχή και χώρα η αναγκαία
+αναλογία των μέσων της διατροφής είναι ωσαύτως δεδομένη.
+
+Οι ιδιοκτήται των εργατικών δυνάμεων είναι θνητοί. Διά να τους
+συναντήση τις εις την αγοράν, ως απαιτεί τούτο η συνεχής μετατροπή
+του χρήματος εις κεφάλαιον, δέον είναι αιώνιοι καθώς καθίσταται
+αιώνιον το άτομον διά του γένους. Αι εργατικαί δυνάμεις τας οποίας
+η φθορά και ο θάνατος αφαιρούν από την αγοράν δέον ν'
+αντικαθίστανται υπό αριθμού τουλάχιστον ίσου. Το ποσόν των μέσων
+των αναγκαιούντων διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως,
+περιλαμβάνει όθεν και τα μέσα διατροφής των αντικαταστατών, δηλαδή
+των τέκνων των εργατών, ίνα η περίεργος αύτη φυλή ανταλλακτών
+καταστή αιώνιος εις την αγοράν.
+
+Αφ' ετέρου, διά να τροποποιηθή η ανθρωπίνη φύσις εις τρόπον, ώστε
+ν' αποκτήση ικανότητα ακρίβειαν και ταχύτητα εις ωρισμένον είδος
+εργασίας δηλαδή διά να καταστή εργατική δύναμις ανεπτυγμένη προς
+ειδικήν κατεύθυνσιν, χρειάζεται ποιά τις εκπαίδευσις, ήτις και
+αύτη στοιχίζει ποσόν κατά το μάλλον ή ήττον μέγα ισοδύναμον εις
+εμπορεύματα. Το ποσόν τούτο ποικίλλει αναλόγως του χαρακτήρος κατά
+το μάλλον ή ήττον περιπλόκου της εργατικής δυνάμεως.
+
+Τα έξοδα της εκπαιδεύσεως ελάχιστα άλλως τε διά την απλήν δύναμιν
+εργασίας, εισέρχονται εις το ολικόν των αναγκαίων εμπορευμάτων διά
+την παραγωγήν της.
+
+Επειδή η δύναμις της εργασίας είναι ισοδύναμος προς ωρισμένον
+ποσόν μέσων συντηρήσεως, η αξία της αλλάσσει με την αξίαν των,
+δηλαδή αναλόγως προς τον αναγκαίον διά την παραγωγήν χρόνον
+εργασίας. Έν μέρος των μέσων συντηρήσεως των αποτελούντων π. χ.
+την τροφήν, την θέρμανσιν κ.λ.π. καταστρέφονται καθ' εκάστην υπό
+της καταναλώσεως και δέον καθ' εκάστην ν' αντικαθίστανται. Άλλα,
+ως τα ενδύματα, τα έπιπλα, κ.λ.π. φθείρονται βραδύτερον και έχουν
+ανάγκην αντικαταστάσεως, εις μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.
+Εμπορεύματα τινά δέον ν' αγοράζονται ή να πληρώνωνται καθημερινώς,
+άλλα εκάστην εβδομάδα, εκάστην εξαμηνίαν κ. λ. π. Αλλά καθ'
+οιονδήποτε τρόπον και αν διανέμωνται αι δαπάναι αύται εις το
+διάστημα του έτους, το ποσόν των πρέπει να είναι πάντοτε
+κεκαλυμμένον διά της μέσης ημερησίας εισπράξεως. Ας ονομάσωμεν την
+διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως απαιτουμένην καθ' εκάστην
+ποσότητα εμπορευμάτων Α, την απαιτουμένην δι' εκάστην εβδομάδα Β,
+την απαιτουμένην δι' εκάστην τριμηνίαν Γ κ. ο. κ. ο μέσος όρος των
+εμπορευμάτων τούτων θα είναι:
+
+
+
+365 Α + 52 Β + 4 Γ
+__________________ κ. λ. π.
+ 365
+
+Η αξία του αναγκαίου τούτου ποσού εμπορευμάτων διά την μέσην
+ημέραν δεν αντιπροσωπεύει ή το ποσόν της δαπανηθείσης εργασίας εν
+τη παραγωγή των, έστω 6 ώρας. Χρειάζεται τότε ημίσεια ημέρα
+εργασίας, διά να παραχθή καθ' εκάστην η εργατική δύναμις. Το
+ποσοστόν τούτο της εργασίας, το οποίον απαιτεί διά την ημερησίαν
+παραγωγήν της, καθορίζει την ημερησίαν αξίαν της. Ας υποθέσωμεν
+ακόμη ότι το κατά μέσον όρον παραγόμενον ποσόν χρυσού επί ημίσειαν
+ημέραν 6 ωρών, ισούται με 5 φρ. ή έν σκούδον. Τότε η τιμή ενός
+σκούδου εκφράζει την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως. Εάν ο
+ιδιοκτήτης της την πωλεί καθ' εκάστην αντί ενός σκούδου, την πωλεί
+τότε, εις την ακριβή της αξίαν και κατά την υπόθεσίν μας ο κάτοχος
+ούτος του χρήματος κατά την μετατροπήν των σκούδων εις κεφάλαιον
+καταδικάζεται και πληρώνει την αξίαν ταύτην.
+
+Η τιμή της εργατικής δυνάμεως φθάνει το μίνιμουμ όταν περιορίζεται
+εις την αξίαν των φυσιολογικώς απαραιτήτων μέσων διατροφής, δηλαδή
+εις την αξίαν ενός ποσού εμπορευμάτων το οποίον δεν δύνανται να
+ολιγοστεύση χωρίς ν' εκθέση εις κίνδυνον αυτήν την ζωήν του
+εργάτου. Όταν πίπτει εις το μίνιμουμ τούτο η τιμή κατέρχεται κάτω
+της αξίας της εργατικής δυνάμεως, ήτις τότε φυτοζωεί. Όθεν η αξία
+παντός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας,
+διά να δυνηθή να παραδοθή εις κανονικήν ποιότητα.
+
+Δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν όπως λέγει ο Rossi «την εργατικήν
+δύναμιν ανεξάρτητον των μέσων της διατροφής κατά την διάρκειαν του
+έργου της παραγωγής». Αλλ' ο λέγων εργατικήν δύναμιν δεν λέγει
+ακόμη εργασίαν, όπως η δύναμις της χωνεύσεως δεν σημαίνει
+χώνευσιν. Διά να φθάσωμεν εκεί χρειάζεται κάτι περισσότερον από
+καλόν στόμαχον. Εάν ο εργάτης δεν ευρίσκη να πωλήση την εργατικήν
+του δύναμιν, τότε μακράν του να χαρή, θα αισθανθή ως σκληράν
+φυσικήν ανάγκην, ότι η εργατική του δύναμις, ήτις ήδη απήτησε διά
+την παραγωγήν της ποσοστόν τι των μέσων συντηρήσεως απαιτεί και
+συνεχώς νέον ποσοστόν διά την αναπαραγωγήν της. Θα ανακαλύψη τότε
+μετά του Sismondi, ότι η δύναμις αύτη εάν δεν πωληθή δεν είναι
+τίποτε.
+
+Το μεταξύ πωλητών και αγοραστού δυνάμεως της εργασίας συμφωνητικόν
+παρουσιάζει την εξής λεπτομέρειαν: ότι εις πάσας τας χώρας ένθα
+βασιλεύει το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής, η εργατική
+δύναμις δεν πληρώνεται παρά μόνον μετά την εκτέλεσιν της
+λειτουργίας της, εις το τέλος του μηνός, του 15θημέρου, ή της
+εβδομάδος. Ο εργάτης προσφέρει λοιπόν πανταχού εις τον
+κεφαλαιούχον, την συνήθη αξίαν της δυνάμεώς του. Την αφήνει να
+καταλίσκεται υπό του αγοραστού, πριν επιτύχει την τιμήν της. Εν
+μια λέξει, του κάμνει πανταχού πίστωσιν, και εκείνο το οποίον
+αποδεικνύει ότι η πίστωσις αύτη δεν είναι ματαία χίμαιρα, δεν
+είναι μόνον η απώλεια του ημερομισθίου, όταν ο κεφαλαιούχος
+πτωχεύει, αλλ' ακόμη πλήθος άλλων συνεπειών ολιγώτερον τυχαίων.
+
+Η αξία χρήσεως της εργατικής δυνάμεως φαίνεται εν χρήσει μόνον, εν
+τη καταναλώσει της. Πάντα τ' αναγκαία εις την εκπλήρωσιν του έργου
+τούτου, πρώται ύλαι, όργανα κ.τ.λ. αγοράζονται εις την αγοράν των
+προϊόντων υπό του ανθρώπου των σκούδων και πληρώνονται εις την
+ακριβή τιμήν των. Η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως, είναι
+συγχρόνως, παραγωγή εμπορευμάτων και παραγωγή υπεραξίας. Η
+κατανάλωσις αύτη λαμβάνει χώραν, καθώς η κατανάλωσις παντός άλλου
+εμπορεύματος, εκτός της αγοράς ή της σφαίρας της κυκλοφορίας. Θα
+εγκαταλείψωμεν όθεν, ταυτοχρόνως μετά του κατόχου χρήματος και του
+κατόχου της εργατικής δυνάμεως, την θορυβώδη ταύτην σφαίραν ένθα
+το παν λαμβάνει χώραν εν τη επιφανεία και προ των ομμάτων όλων διά
+να τας ακολουθήσωμεν αμφοτέρας εις το μυστικόν εργαστήριον της
+παραγωγής, επί του κατωφλίου, του οποίου είναι γεγραμμένον: &no
+admittance except on business&. Εκεί θα είδωμεν όχι μόνον πώς
+παράγει το κεφάλαιον, αλλ' ακόμη πώς παράγεται το ίδιον. Η
+δημιουργία της υπεραξίας, το μέγα τούτο μυστικόν της συγχρόνου
+κοινωνίας πρόκειται τέλος να αποκαλυφθή.
+
+Η σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ένθα εκπληρούται η
+πώλησις και η αγορά της εργατικής δυνάμεως, είναι πραγματικώς
+αληθής Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου.
+Εκεί βασιλεύει μόνον η ελευθερία, η ισότης, η ιδιοκτησία και ο
+Beutham.
+
+&Ελευθερία&! διότι ούτε ο αγοραστής, ούτε ο πωλητής ενός
+εμπορεύματος ενεργούν αναγκαστικώς. Τουναντίον, αποφασίζουν μόνον
+με την ελεύθεραν των βούλησιν, συνάπτουν συμφωνίας ως πρόσωπα
+ελεύθερα έχοντα τα αυτά δικαιώματα. Η συμφωνία των είναι το
+ελεύθερον προϊόν, εν τω οποίω αι θελήσεις των λαμβάνουν κοινήν
+νομικήν έκφρασιν.
+
+&Ισότης&! διότι έρχονται αμφότεροι εις σχέσεις ως κάτοχοι του
+εμπορεύματος και ανταλλάσσουν ισοδύναμον αντί ισοδυνάμου.
+
+&Ιδιοκτησία&! διότι έκαστος διαθέτει ότι πωλεί.
+
+&Beutham&! διότι δι' έκαστον τούτων δεν πρόκειται ή περί του
+εαυτού του. Η μόνη δύναμις, ήτις θέτει αυτούς αντιμετώπους και
+φέρει αυτούς εις σχέσεις, είναι η δύναμις του εγωισμού των, του
+ιδιαιτέρου κέρδους των, των ιδιαιτέρων συμφερόντων των. Έκαστος
+σκέπτεται μόνον δι' εαυτόν, ουδείς ανησυχεί διά τον άλλον, και
+ακριβώς διά τούτο χάρις εις την προϋπάρχουσαν αρμονίαν των
+πραγμάτων ή υπό την αιγίδα της όλης ευφυούς ταύτης προνοίας,
+εργαζόμενος έκαστος δι' εαυτόν, έκαστος παρ' αυτώ, εργάζεται
+συγχρόνως διά την γενικήν χρησιμότητα, διά το κοινόν συμφέρον.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VII.
+
+ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΞΙΩΝ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ
+
+
+
+I. Παραγωγή αξιών χρήσεως.
+
+Η χρήσις ή η χρησιμοποίησις της εργατικής δυνάμεως, είναι η
+εργασία. Ο αγοραστής της δυνάμεως ταύτης την καταναλίσκει,
+υποχρεών εις εργασίαν τον πωλητήν. Ίνα ούτος παραγάγη εμπορεύματα,
+η εργασία του δέον να είναι χρήσιμος, ήτοι να πραγματοποιείται εις
+αξίας χρήσεως. Είναι όθεν μία ιδιαιτέρα αξία χρήσεως, ειδικόν
+είδος το οποίον ο κεφαλαιούχος παράγει διά του εργάτου. Ούτος δε
+δεν δύναται να παραγάγη ειμή εφ' όσον ο κεφαλαιούχος του χορηγήση
+πρώτην ύλην και τα εργαλεία της παραγωγής.
+
+Εν τη εκτελέσει της εργασίας, η δραστηριότης του ανθρώπου επιφέρει
+τη βοήθεια των μέσων της εργασίας, μίαν εκουσίαν τροποποίησιν της
+πρώτης ύλης.
+
+Η ενέργεια εξαφανίζεται εις το προϊόν, ήτοι εις αξίαν χρήσεως,
+φυσικήν τινα ύλην εφηρμοσμένην εις τας ανθρωπίνους ανάγκας διά
+μιας αλλαγής της μορφής. Η εργασία, συνενουμένη μετά του
+αντικειμένου της, υλοποιήθη, και η ύλη είναι κατειργασμένη. Ό,τι
+εις τον εργάτην ήτο κίνησις, εμφανίζεται τώρα εις το προϊόν ως
+ιδιότης εν ηρεμία. Ο εργάτης ύφανε και το προϊόν είναι ύφασμα.
+
+Εάν εξετάσωμεν το σύνολον της κινήσεως ταύτης, από απόψεως του
+αποτελέσματός της, τότε αμφότερα, μέσον και αντικείμενον εργασίας,
+παρουσιάζονται ως μέσα παραγωγής, και αυτή η εργασία, ως
+παραγωγική εργασία.
+
+Εάν η αξία της χρήσεως, είναι το προϊόν εργασίας, εισέρχονται εν
+αυτή άλλαι αξίαι χρήσεως, προϊόντα και ταύτα προηγουμένης
+εργασίας. Η αυτή αξία χρήσεως, προϊόν εργασίας τινός, καθίσταται
+το μέσον παραγωγής άλλου τινός. Τα προϊόντα δεν είναι λοιπόν μόνον
+αποτελέσματα, αλλ' ακόμη συνθήκαι της εκτελέσεως της εργασίας.
+
+Το αντικείμενον της εργασίας χορηγείται υπό μόνης της φύσεως εν τη
+εξαγωγική βιομηχανία — εκμετάλλευσις μεταλλείων, κυνηγίου, αλιείας
+κτλ. — και αυτή τη γεωργία, εφ' όσον περιορίζεται να εκχερσοί
+γαίας, εισέτι παρθένους. Όλοι οι άλλοι κλάδοι της βιομηχανίας
+επεξεργάζονται πρώτας ύλας, ήτοι αντικείμενα, άτινα επέρασαν ήδη
+από εργασίαν, ως π. χ. η σπορά εις την γεωργίαν.
+
+Τα ζώα και τα φυτά, τα οποία συνήθως διαιρούνται ως φυσικά
+προϊόντα, είναι εν τη βιομηχανική μορφή των, όχι μόνον ως προϊόντα
+της εργασίας του παρελθόντος έτους, αλλ' ακόμη μιας μεταβολής
+συνεχισθείσης επί αιώνας υπό την επίβλεψιν και την μεσολάβησιν της
+ανθρωπίνης εργασίας. Όσον διά τα κυρίως εργαλεία, τα πλείστα
+τούτων, εμφανίζουν και εις το πλέον επιπόλαιον βλέμμα ίχνη
+παρελθούσης εργασίας.
+
+Η πρώτη ύλη δύναται να σχηματίση την κυρίαν ουσίαν του προϊόντος ή
+να εισέλθη εν αυτώ υπό μορφήν βοηθητικής ύλης. Αύτη τότε
+καταναλίσκεται υπό του μέσου της εργασίας, ως ο γαιάνθραξ υπό του
+ατμοπλοίου, το έλαιον υπό του τροχού και η βρώμη υπό του ίππου, ή
+μάλλον συνενούνται με την πρώτην ύλην διά να ενεργήση μεταβολήν
+τινα, ως το χλώριον επί του αβράστου υφάσματος, ο άνθραξ επί του
+σιδήρου, το χρώμα επί του μαλλίου, ή ακόμη, βοηθεί αυτήν ταύτην
+την εργασίαν να εκπληρωθή, ως π. χ. αι φθαρείσαι ύλαι εις τον
+φωτισμόν και την θέρμανσιν του εργαστηρίου. Η διαφορά μεταξύ
+κυρίων υλών και βοηθητικών τοιούτων, συγχέεται εν τη κυρίως χημική
+κατασκευή, ένθα ουδεμία των χρησιμοποιηθείσας υλών, δεν
+εμφανίζεται εκ νέου ως ουσία του προϊόντος.
+
+Ως παν αντικείμενον κέκτηται διαφόρους ιδιότητας και είνε
+επιδεκτικόν, ως εκ τούτου, εις πλέον της μιας εφαρμογήν, το αυτό
+προϊόν είναι επιδεκτικόν σχηματισμού πρώτης ύλης εκ διαφόρων
+ενεργειών. Οι σπόροι χρησιμεύουν ούτω ως πρώτη ύλη εις τον
+μυλωθρόν και τον αμυλοποιόν, οινοπνευματοποιόν, εις τον
+κτηνοτρόφον κ.τ.λ. ως σπορά δε καθίστανται πρώτη ύλη της ιδίας των
+παραγωγής. Ούτω ο άνθραξ εξέρχεται ως προϊόν εκ της μεταλλουργικής
+βιομηχανίας, ενώ εισέρχεται εν αυτή ως μέσον παραγωγής.
+
+Εν τη αυτή πράξει, το αυτό προϊόν, δύναται να χρησιμεύση και ως
+μέσον εργασίας, και ως πρώτη ύλη· εν τη κτηνοτροφία π. χ. το ζώον,
+η επεξειργασμένη ύλη, λειτουργεί ωσαύτως ως μέσον διά την
+παραγωγήν της κόπρου.
+
+Προϊόν υφιστάμενον ήδη υπό μίαν μορφήν, καθιστώσαν τούτο
+κατάλληλον διά την κατανάλωσιν, δύναται εν τούτοις να καταστή
+κατόπιν πρώτη ύλη άλλου προϊόντος. Η σταφυλή είναι η πρώτη ύλη του
+οίνου. Υπάρχουν επίσης εργασίαι των οποίων τα προϊόντα είναι
+ακατάλληλα διά πάσαν άλλην υπηρεσίαν πλην της πρώτης ύλης. Εν
+τοιαύτη κατασταθεί το προϊόν δεν έλαβεν, ως λέγουν, ή ημιτελή
+εργασίαν (demi—façon), ενώ καλύτερον θα ήτο να ελέγομεν ότι ήτο
+προϊόν βαθμιαίον, ως π. χ. ο βάμβαξ, τα πλεκτά, το τσίτι κ.τ.λ. Η
+αρχική πρώτη ύλη, αν και παράγη η ιδία, δυνατόν να έχη να διατρέξη
+κλίμακας ολοκλήρους μεταβολών εν ταις οποίαις, υπό μορφήν
+μεταβεβλημένην, λειτουργεί πάντοτε ως πρώτη ύλη μέχρι της
+τελευταίας πράξεως, ήτις την καθορίζει ως αντικείμενον
+καταναλώσεως ή μέσον εργασίας.
+
+Βλέπομεν ότι ο χαρακτήρ του προϊόντος πρώτης ύλης, η του μέσου
+εργασίας, δεν αποδίδεται εις αξίαν χρήσεως ειμή αναλόγως της
+καθορισμένης θέσεως την οποίαν κατέχει εν τη πορεία της εργασίας,
+η δε αλλαγή της θέσεώς της αλλάσσει τον προσδιορισμόν της.
+
+Πάσα αξία χρήσεως, εισερχομένη εις νέας εργασίας ως μέσον
+παραγωγής, χάνει όθεν τον χαρακτήρα της ως προϊόντος και
+λειτουργεί εις το εξής ως παράγων ζώσης εργασίας. Ο κλώστης θεωρεί
+το κλωστήριον και το λίνον απλώς ως μέσον παραγωγής και
+αντικείμενον της εργασίας του. Είνε βέβαιον ότι δεν δυνάμεθα να
+πλέξωμεν άνευ εργαλείων και άνευ ύλης. Ούτω η ύπαρξις των
+προϊόντων τούτον υπονοείται ήδη πριν αρχίσωμεν το πλέξιμον. Αλλ'
+εν τη τελευταία ταύτη πράξει μας είνε τελείως αδιάφορον εάν το
+κλωστήριον και το λίνον είνε προϊόντα προγενεστέρας εργασίας, όπως
+είνε αδιάφορον εν τη ενεργεία της διατροφής, εάν ο άρτος είνε
+προϊόν προγενεστέρων εργασιών του καλλιεργητού, του μυλωθρού, του
+αρτοποιού κ.ο.κ. Όλως τουναντίον μόνον διά της ελλείψεώς των,
+τεθέντος πλέον εν κινήσει του έργου, τα μέσα της παραγωγής
+παρουσιάζουν την αξίαν του χαρακτήρος των ως προϊόντων. Μάχαιραι
+αίτινες δεν κόπτουν, κλωστή ήτις θραύεται ανά πάσαν στιγμήν,
+υπενθυμίζουν τους κατασκευαστάς των. Το καλόν προϊόν δεν κάμνει
+αισθητήν την εργασίαν, εξ ης έλκει τα ωφέλιμα προτερήματά του.
+
+Μηχανή μη χρησιμεύουσα εις την εργασίαν είναι άχρηστος. Εξ άλλου
+καταστρέφεται υπό την καταστρεπτικήν επιρροήν των φυσικών
+πρακτόρων. Ο σίδηρος οξιδούται, το ξύλον σήπεται, το μη
+κατεργασθέν μαλλίον κατατρώγεται υπό των σκωλήκων. Η ζώσα εργασία
+δέον να παραλάβη τα αντικείμενα ταύτα να τα αναστήση εκ νεκρών και
+να τα μετατρέψη από πιθανάς χρησιμότητας, εις πραγματικάς, εις
+χρησιμότητας. Λειχόμενα υπό της φλογός της εργασίας, μετατρεπόμενα
+εις όργανά της, καλούμενα διά της πνοής της να εκπληρώσουν τας
+ειδικάς των λειτουργίας, καταναλίσκονται ωσαύτως διά καθορισμένον
+σκοπόν, ως στοιχεία, σχηματίζονται νέα προϊόντα.
+
+Όθεν, τα προϊόντα είναι όχι μόνον το αποτέλεσμα, αλλ' ακόμη ο όρος
+της υπάρξεως της εργασίας, τότε μόνον όταν ταύτα ριφθούν ή τεθούν
+εις επαφήν με την ζώσαν εργασίαν, και όταν τα αποτελέσματα ταύτα
+της παρελθούσης εργασίας δυνηθούν να διατηρηθούν και
+χρησιμοποιηθούν.
+
+Η εργασία φθείρει τα υλικά της στοιχεία, το αντικείμενον και τα
+μέσα της, και είναι κατά συνέπειαν πράξις καταναλώσεως. Η
+παραγωγική αύτη κατανάλωσις διακρίνεται της ατομικής καταναλώσεως
+εκ του ότι αύτη καταναλίσκει τα προϊόντα ως μέσα απολαύσεως του
+ατόμου, ενώ εκείνα τα καταναλίσκει ως μέσα εκπληρώσεως της
+εργασίας. Το προϊόν της ατομικής καταναλώσεως είναι κατά
+συνέπειαν, αυτός ο καταναλωτής· το αποτέλεσμα της παραγωγικής
+καταναλώσεως είναι προϊόν διακριτόν του καταναλωτού.
+
+Εφ' όσον τα μέσα της και το αντικείμενόν της, είναι ήδη προϊόντα,
+η εργασία καταναλίσκει προϊόντα διά να παραγάγη προϊόντα, ή μάλλον
+χρησιμοποιεί προϊόντα ως μέσα παραγωγής νέων προϊόντων. Αλλ' η
+εργασία ήτις αρχικώς γίνεται μεταξύ του ανθρώπου και της γης, την
+οποίαν ευρίσκει, εκτός αυτού δεν παύει ποτέ χρησιμοποιούσα μέσα
+παραγωγής φυσικής προελεύσεως, μη αντιπροσωπεύοντα συνδυασμόν τινά
+μεταξύ των φυσικών στοιχείων και της ανθρωπίνης εργασίας.
+
+Ας επιστρέψωμεν όμως εις τον κεφαλαιούχον μας. Τον εχάσαμεν καθ'
+ην στιγμήν ήρχετο να αγοράση εις την αγοράν όλους τους αναγκαίους
+παράγοντας διά την εκπλήρωσιν της εργασίας, τους αντικειμενικούς
+παράγοντας — μέσα παραγωγής — και τον υποκειμενικόν παράγοντα —
+εργατικήν δύναμιν. Τους εξέλεξε ως γνώστης, ως έμπειρος, όπως τους
+χρειάζεται διά το ιδιαίτερον είδος της εργασίας του, διά την
+νηματουργίαν, την υποδηματοποιίαν κτλ. άρχεται λοιπόν να
+καταναλίσκη το εμπόρευμα το οποίον ηγόρασε, την δύναμιν της
+εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι καταναλίσκει τα μέσα της
+παραγωγής διά της εργασίας. Γενικώς η φύσις της εργασίας ουδόλως
+μετεβλήθη, διότι ο εργάτης εκπληροί την εργασίαν του όχι δι'
+εαυτόν, αλλά διά τον κεφαλαιούχον.
+
+Η εκτέλεσις της εργασίας, ως κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως
+υπό του κεφαλαίου, δεν δεικνύει ή δύο μόνον ιδιαίτερα φαινόμενα ο
+εργάτης εργάζεται υπό τον έλεγχον του κεφαλαιούχου, εις τον οποίον
+ανήκει η εργασία του· ο κεφαλαιούχος επαγρυπνεί όπως το έργον γίνη
+καλώς και τα μέσα της παραγωγής χρησιμοποιηθούν συμφώνως με τον
+επιζητούμενον σκοπόν, όπως μη σπαταληθή η πρώτη ύλη, και το
+εργαλείον της εργασίας μη υποστή παρά την απαραίτητον εκ της
+χρησιμοποιήσεώς του φθοράν.
+
+Δεύτερον, το προϊόν είναι ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου, και όχι του
+αμέσου παραγωγέως, του εργάτου. Ο κεφαλαιούχος πληρώνει π. χ. την
+ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως, ης η χρήσις συνεπώς του
+ανήκει διαρκούσης της ημέρας, ακριβώς παρομοίως με τον ίππον
+εκείνον τον οποίον ενοικιάζομεν με την ημέραν. Η χρήσις του
+εμπορεύματος ανήκει εις τον αγοραστήν, δίδων δε την εργασίαν του,
+ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως δίδει εις την πραγματικότητα την
+αξίαν χρήσεως, την οποίαν επώλησεν. Ευθύς άμα τη εισόδω του εις το
+εργαστήριον, η χρησιμότης της δυνάμεώς του, η εργασία, ανήκει εις
+τον κεφαλαιούχον. Αγοράζων την δύναμιν της εργασίας του, ο
+κεφαλαιούχος ενεσωμάτωσε την εργασίαν ως στοιχείον ζωής εις τα
+παθητικά στοιχεία προϊόντων, άτινα είχε προμηθευθή. Από της
+απόψεώς του, η εργασία δεν είναι άλλο τι ή η κατανάλωσις της
+εργατικής δυνάμεως του εμπορεύματος, το οποίον ηγόρασεν, αλλά το
+οποίον δεν θα κατηνάλισκεν, εάν δεν του προσέθετε μέσα παραγωγής.
+Η εργασία είναι ούτω πράξις επί πραγμάτων, τα οποία ηγόρασε· του
+ανήκουν. Όθεν το προϊόν της πράξεως ταύτης του ανήκει, κατά τον
+αυτόν λόγον καθ' ον και το προϊόν της ζυμώσεως εν τη οιναποθήκη
+του.
+
+II. Παραγωγή της υπεραξίας.
+
+Το προϊόν — ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου — είνε αξία χρήσεως,
+ύφασμα, υποδήματα κτλ. Αλλ' αν και τα υποδήματα π. χ. βοηθούν τον
+κόσμον να βαδίζη, ο δε κεφαλαιούχος μας είνε πραγματικός άνθρωπος
+της προόδου, όμως δεν κατασκευάζει υποδήματα εξ αγάπης ιδιαιτέρας
+προς αυτά. Γενικώς, εν τη εμπορική παραγωγή, η αξία χρήσεως, δεν
+είναι πράγμα το οποίον αγαπούν, ως αξίαν χρήσεως, χρησιμεύει μόνον
+ως φορεύς της αξίας. Όθεν, διά τον κεφαλαιούχον μας, το πρώτιστον
+είναι να παράγη χρήσιμον αντικείμενον, έχον ανταλλακτικήν αξίαν,
+είδος κατάλληλον διά πώλησιν, εμπόρευμα. Επί πλέον θέλει όπως η
+αξία του εμπορεύματος τούτου, υπερβαίνει την αξίαν των αναγκαίων
+διά την παραγωγήν του εμπορευμάτων, δηλαδή το ποσόν των αξιών των
+μέσων παραγωγής και της εργατικής δυνάμεως, διά τα οποία εδαπάνησε
+το χρήμα του, θέλει να παράγη όχι μόνον χρήσιμον αντικείμενον,
+αλλά μίαν αξίαν, και όχι μόνον αξίαν, αλλ' ακόμη μίαν υπεραξίαν.
+
+Καθώς το εμπόρευμα είναι συγχρόνως αξία χρήσεως και ανταλλακτική
+αξία, ούτω η παραγωγή του δέον να είναι σχηματισμός αξιών χρήσεως
+και σχηματισμού ανταλλακτικών αξιών.
+
+Γνωρίζομεν ότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του
+ποσοστού της υλοποιηθείσης εν αυτώ εργασίας, υπό του κοινωνικώς
+αναγκαίου χρόνου διά την παραγωγήν του. Δέον όθεν να υπολογίσωμεν
+την εργασίαν, την περιεχομένην τω προϊόντι, το οποίον ο
+κεφαλαιούχος μας κατεσκεύασε, ήτοι 10 λίτρας νήματος.
+
+Διά να παραγάγη νήμα, είχεν ανάγκην πρώτης ύλης, ας υποθέσωμεν 10
+λίτρας βάμβακος. Είναι ανωφελές να ζητήσωμεν τώρα, ποία είναι η
+αξία του βάμβακος τούτου, διότι ο κεφαλαιούχος τον ηγόρασεν εις
+την αγοράν, όσον ήξιζε, π. χ. 10 φράγκα. Εις την τιμήν ταύτην η
+απαιτηθείσα εργασία διά την παραγωγήν του βάμβακος τούτου
+αντιπροσωπεύεται ήδη ως μέση κοινωνική εργασία. Ας υποθέσωμεν
+ακόμη, ότι η φθορά των κλωστήρων — και ούτοι μας παρουσιάζουν όλα
+τα άλλα εν χρήσει μέσα εργασίας — ανέρχεται εις 2 φράγκα. Εάν μάζα
+χρυσού 12 φράγκων είναι το προϊόν είκοσι τεσσάρων ωρών εργασίας,
+έπεται εκ τούτου, ότι εις το νήμα επραγματοποιήθησαν 2 ημέραι
+εργασίας.
+
+Η περίπτωσις αύτη, ότι ο βάμβαξ ήλλαξε μορφήν και ότι η φθορά
+εξηφάνισε μέρος κλωστήρων, δεν πρέπει να μας αποπλανά. Κατά τον
+γενικόν νόμον των ανταλλαγών, 10 λίτραι νήματος είναι το
+ισοδύναμον 10 λιτρών βάμβακος και ενός τετάρτου του κλωστήρος, εάν
+η αξία των 40 λιτρών νήματος ισούται με την αξίαν 40 λιτρών
+βάμβακος, συν ενί ολοκλήρω κλωστήρι, δηλαδή εάν ο αυτός χρόνος
+εργασίας, είναι αναγκαίος διά να παραγάγη τον ένα μετά του άλλου
+όρου της εξισώσεως ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο αυτός χρόνος
+εργασίας αντιπροσωπεύεται την μεν πρώτην φοράν εις νήμα, την δε
+δευτέραν εις βάμβακα και κλωστήρα. Το γεγονός ότι κλωστήρ και
+βάμβαξ αντί να παραμονεύουν εν ηρεμία ο είς παρά τον άλλον,
+ηνώθησαν κατά το πλέξιμον, το οποίον αλλάσσον τας συνήθεις μορφάς
+των τα μετέτρεψε εις νήμα, δεν αποδίδει περισσοτέραν εργασίαν απ'
+ότι απέδιδεν η απλή του ανταλλαγή έναντι ισοδυνάμου ποσού νήματος.
+
+Ο χρόνος εργασίας, ο αναγκαιών διά την παραγωγήν του νήματος,
+περιλαμβάνει τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την παραγωγήν της
+πρώτης ύλης, του βάμβακος. Το αυτό συμβαίνει με τον αναγκαίον
+χρόνον διά την αναπαραγωγήν των φθαρέντων κλωστήρων.
+
+Πρέπει, εννοείται να εκπληρωθούν δύο όροι: πρώτον τα μέσα να
+εχρησίμευσαν πραγματικώς διά την παραγωγήν μιας αξίας χρήσεως, ως
+εν προκειμένω διά την παραγωγήν του νήματος. Ολίγον ενδιαφέρει την
+αξίαν το είδος της αξίας χρήσεως, το οποίον την υποβαστάζει: δέον
+όμως να υποστηρίζεται υπό μιας αξίας χρήσεως. Δεύτερον εννοείται
+ότι δεν χρησιμοποιείται ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας υπό τας
+κοινωνικάς συνθήκας της παραγωγής. Εάν μία λίτρα βάμβακος αρκεί
+κατά μέσον όρον, διά την κατασκευήν του νήματος, ώστε η αξία μιας
+λίτρας, βάμβακος θα καταλογισθή εις την αξίαν μιας λίτρας νήματος.
+Ο κεφαλαιούχος θα είχεν ίσως την ιδιοτροπίαν να χρησιμοποιήση
+χρυσούς κλωστήρας, εν τούτοις όμως εν τη αξία των εμπορευμάτων δεν
+θα υπελογίζετο ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του
+σιδηρού εργαλείου.
+
+Γνωρίζομεν τώρα την αξίαν την οποίαν ο βάμβαξ και η φθορά των
+κλωστήρων δίδουν εις το νήμα. Ισούται με 12 φράγκα — ενσωμάτωσιν 2
+ημερών εργασίας. Απομένει τώρα να αναζητήσωμεν πόσην αξίαν η
+εργασία του κλώστου προσθέτει εις το προϊόν.
+
+Η εργασία αύτη παρουσιάζεται ήδη υπό νέαν όψιν. Πρώτον επρόκειτο
+περί της ταχύτητος του κλώθειν. Όσον περισσότερον ήξιζεν η
+εργασία, τόσον περισσότερον ήξιζε το νήμα, πασών των άλλων
+περιπτώσεων μενουσών των αυτών. Η εργασία του κλώστου διεκρίνετο
+των άλλων παραγωγικών εργασιών εκ του σκοπού της, των τεχνικών της
+μεθόδων, των ιδιοτήτων του προϊόντος του και των ειδικών μέσων της
+παραγωγής του. Με τον βάμβακα και τους κλωστήρας τους οποίους
+χρησιμοποιεί ο κλώστης δεν θα ήτο δυνατόν να κατασκευασθούν
+ραβδωτά τηλεβόλα. Εξ άλλου, ως πηγή αξίας η εργασία του κλώστου
+ουδόλως διαφέρει της του χύτου των τηλεβόλων ή καλύτερα της του
+φυτευτού του βάμβακος ή του κατασκευαστού των κλωστήρων, δηλ. των
+πραγματοποιηθεισών εργασιών και τα μέσα της παραγωγής του νήματος.
+Εάν αι εργασίαι αύται, παρά την διαφοράν των χρησίμων μορφών των,
+δεν ανάγοντο εις φανταστικήν φύσιν, δεν θα ηδύναντο να διακριθούν,
+αδιαφόρως προς την ποσότητά των, της ολικής εν τω προϊόντι
+πραγματοποιηθείσης εργασίας.
+
+Έκτοτε αι αξίαι βάμβαξ και κλωστήρες, δεν θα απετέλουν επίσης
+ακέραια μέρη της υλικής αξίας του νήματος. Πράγματι, εκείνο το
+οποίον ενδιαφέρει ενταύθα, δεν είναι πλέον η ποιότης, αλλ' η
+ποσότης της εργασίας· μόνη αυτή υπολογίζεται. Ας παραδεχθώμεν ότι
+το πλέξιμον είναι μέσος όρος απλής εργασίας. Βραδύτερον θα ίδωμεν
+ότι η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλεν εις τίποτε το ζήτημα.
+
+Κατά την εκτέλεσιν της παραγωγής, η εργασία μεταβαίνει αδιακόπως
+από της δυναμικής της μορφής εις την διαβατικήν της τοιαύτην. Μία
+ώρα εργασίας π. χ., ήτοι η δαπάνη ζώσης δυνάμεως του κλώστου επί
+μίαν ώραν, αντιπροσωπεύεται εις ωρισμένην ποσότητα νήματος.
+
+Εκείνο, όπερ ενταύθα έχει μεγάλην σπουδαιότητα, είναι ότι κατά την
+διάρκειαν της μετατροπής του βάμβακος εις νήμα, δεν δαπανάται ή ο
+κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας. Εάν υπό τας κοινωνικάς
+συνθήκας, δηλαδή υπό τας συνθήκας των κοινωνικών όρων της
+παραγωγής, δέον όπως επί μίαν ώραν εργασίας Α λίτραι βάμβακος
+μετατραπούν εις Β λίτρας νήματος, δεν υπολογίζεται ως ημέρα
+εργασίας 12 ωρών ή η μετατρέπουσα 12 Χ Α λίτρας βάμβακος εις 12 Χ
+Β λίτρας νήματος. Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας είνε
+πράγματι ο μόνος όστις υπολογίζεται εν τω σχηματισμώ της αξίας.
+
+Θα παρατηρήση τις ότι όχι μόνον η εργασία, αλλ' ωσαύτως τα μέσα
+της παραγωγής και το προϊόν ήλλαξαν ήδη ρόλον. Η πρώτη ύλη
+ποτίζεται διά ποσότητός τινος εργασίας. Είναι αληθές ότι η
+απορρόφησις αύτη δεν μετατρέπεται εις νήμα, γνωστού όντος ότι η
+ζώσα δύναμις του εργάτου εδαπανήθη υπό μορφήν πλεξίματος, το
+προϊόν όμως εις νήμα δεν χρησιμεύει ή ως βαθμόμετρον δεικνύον την
+ποσότητα της υπό του βάμβακος απορροφηθείσης εργασίας: π. χ. 10
+λίτραι νήματος θα δεικνύουν 6 ώρας εργασίας και 1 ώρα αναγκαιοί
+διά το πλέξιμον 1 λίτρας και 2/3 βάμβακος. Ποσότητές τινες
+προϊόντος καθωρισθείσαι συμφώνως προς τα δεδομένα της πείρας δεν
+αντιπροσωπεύουν ή τας μάζας της στερεοποιηθείσης εργασίας — την
+υλοποίησιν μιας ώρας, 2 ωρών, μιας ημέρας κοινωνικής εργασίας.
+
+Το ότι η εργασία είναι κλώσις, η ύλη βάμβαξ και το κλωσθέν νήμα,
+τούτο είναι όλως αδιάφορον, ως είναι αδιάφορον εάν το αντικείμενον
+της εργασίας ήτο πρώτης ύλης προϊόν. Εάν ο εργάτης, αντί να
+απασχολήται εις την νηματουργίαν, χρησιμοποιηθή εις μεταλλείον
+γαιανθράκων, η φύσις θα του εχορήγει το αντικείμενον της εργασίας
+του. Εν τούτοις &ποσοστόν τι& ωρισμένου γαιάνθρακος εξαχθέν εκ του
+στρώματός του, είς στατήρ π. χ. θ' αντεπροσώπευε καθωρισμένον
+&ποσοστόν& απορροφηθείσης εργασίας.
+
+Κατά την πώλησιν της εργατικής δυνάμεως υπεννοείτο ότι η ημερησία
+αξία του 3 φράγκα ποσόν χρυσού, εν ώ ενσωματούνται 6 ώραι
+εργασίας, — και ότι, κατά συνέπειαν πρέπει να καταβληθή εργασία 6
+ωρών, διά να παραχθή το μέσον ποσόν των αναγκαίων διατροφών διά
+την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου. Όπως ο κλώστης μας
+μετατρέπει εντός 1 ώρας 1 λίτραν 2/3 βάμβακος εις 1 λ. 2/3 νήμα,
+ούτω 0ά μετατρέψη εντός 6 ωρών 10 λίτρ. βάμβακος εις 10 λίτρ.
+νήματος (45).
+
+Κατά την διάρκειαν της κλώσεώς του, ο βάμβαξ απορροφά όθεν ο ώρας
+εργασίας· Ο αυτός χρόνος εργασίας καθορίζεται και ποσόν τι χρυσού
+3 φράγκων ο κλώστης προσέθεσεν όθεν εις τον βάμβακα αξίαν 3
+φράγκων.
+
+Ας υπολογίσωμεν τώρα την ολικήν αξίαν του προϊόντος. Αι 10 λίτραι
+νήματος περιέχουν δύο ημέρας και ημίσειαν εργασίας· βάμβαξ και
+κλωστήρ περιέχουν δύο ημέρας· ημίσεια ημέρα απερροφήθη διά το
+κλώσιμον. Το αυτό ποσόν εργασίας καθορίζεται εις μάζαν χρυσού 15
+φράγκων. Η τιμή των 15 φράγκων εκφράζει όθεν την ακριβή αξίαν των
+10 λιτρών νήματος, η τιμή του 1 φρ. 50 την τιμήν μιας λίβρας.
+
+Ο κεφαλαιούχος μας μένει τότε άναυδος. Η αξία του προϊόντος
+ισούται με την αξίαν του χορηγηθέντος κεφαλαίου. Η χορηγηθείσα
+αξία δεν εγέννησε υπεραξίαν και το χρήμα κατά συνέπειαν, δεν
+μετεμορφώθη εις κεφάλαιον.
+
+Η τιμή των 10 λιτρών νήματος είναι 15 φράγκα και 15 φράγκα
+εδαπανήθησαν εις την αγοράν διά τα συστατικά στοιχεία του
+προϊόντος, ή, όπερ είναι το ίδιον, διά τους παράγοντας της
+εκτελέσεως της εργασίας, 10 φράγκα διά τον βάμβακα, 2 φράγκα διά
+την φθοράν των κλωστήρων και 3 φράγκα διά την εργατικήν δύναμιν.
+Εις ουδέν χρησιμεύει η εξόγκωσις της αξίας του νήματος, διότι αύτη
+δεν είναι ή το ποσόν των αξιών των πρότερον διενεμηθεισών επί των
+παραγόντων των, προσθέτοντες όθεν ταύτην, δεν την πολλαπλασιάζομεν
+(46).
+
+Πάσαι αι αξίαι αύται έχουν ήδη συγκεντρωθή επί ενός αντικειμένου,
+ήσαν όμως το ποσόν των 15 φράγκων και πριν ή ο κεφαλαιούχος τας
+εξαγάγη εκ του θυλακίου του διά να τας υποδιαιρέση εις τρεις
+αγοράς.
+
+Ουδέν το περίεργον εν τω αποτελέσματι τούτω. Η αξία μιας λίτρας
+νήματος αντιστοιχεί με 1 φρ. 50, εις δε την αγοράν ο κεφαλαιούχος
+μας θα αναγκασθή να πληρώση 15 φράγκα διά 10 λίτρας νήματος. Είτε
+αγοράζει ετοίμην την οικίαν του ή ο ίδιος αναλαμβάνει να την κτίση
+ιδίαις του δαπάναις, ουδεμία εκ των πράξεων τούτων δεν θ' αυξήση
+το χρησιμοποιηθέν διά την απόκτησιν της οικίας του ταύτης χρήμα.
+
+Ο κεφαλαιούχος, έφιππος επί της κοινής πολιτικής του οικονομίας,
+θα κραυγάση ίσως ότι εχορήγησε το χρήμα του με την πρόθεσιν να το
+πολλαπλασιάση. Αλλ' η οδός της κολάσεως είναι εστρωμένη με
+ευσεβείς πόθους και ουδείς δύναται να τον εμποδίση να δημιουργήση
+χρήμα χωρίς να παραγάγη. Ορκίζεται ότι δεν θα αποπλανηθή πλέον εις
+το μέλλον θα αγοράση εις την αγοράν εμπορεύματα έτοιμα αντί να τα
+κατασκευάση ο ίδιος. Αλλ' εάν όλοι οι κεφαλαιούχοι, ενεργήσουν
+παρομοίως, τότε πώς θα ευρεθούν τα εμπορεύματα εις την αγοράν; Εν
+τούτοις δεν δύναται να φάγη το χρήμα του. Άρχεται τότε να μας
+κατηχή. Έπρεπε να ληφθή υπ' όψιν η αποχή του, ενώ κάλλιστα θα
+ηδύνατο να διασκεδάση με τα 15 του φράγκα· αντί τούτου τα
+κατηνάλωσε παραγωγικώς και παρήγαγε νήμα. Είναι αληθές, αλλ' είναι
+επίσης αληθές ότι έχει νήμα και ουχί τύψιν συνειδότος. Ας λάβη τα
+μέτρα του διά να μη υποστή την τύχην του θησαυριστού, ο οποίος μας
+απέδειξε πού οδηγεί ο ασκητισμός.
+
+Άλλως τε εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτε, ο βασιλεύς χάνει τα
+δικαιώματά του. Όσον δήποτε αξιόλογος και εάν είναι η αποχή του,
+δεν ευρίσκει χρήμα διά να την πληρώση, αφ' ού η αξία του
+εμπορεύματος του εξερχομένου εκ της παραγωγής είναι ακριβώς ίση
+προς το ποσόν των εισελθουσών εις αυτό αξιών. Η παρηγορητική αύτη
+σκέψις ας είναι βάλσαμον δι' αυτόν: η αρετή πληρώνεται μόνον διά
+της αρετής. Αλλ' όχι! γίνεται ενοχλητική. Δεν ξεύρει τι να κάμη το
+νήμα του. Το παρήγαγε διά την πώλησιν. Ε! λοιπόν ας το πωλήση! ή,
+όπερ και απλούστερον, ας μη παραγάγη εις το μέλλον ειμή προϊόντα
+αναγκαία διά την ιδίαν του κατανάλωσιν: ο Mac Culloch, του
+υπέδειξεν ήδη την πανάκειαν ταύτην έναντι των επιδημικών υπερβολών
+της παραγωγής. Ιδού τον εκ νέου λακτίζη· ο εργάτης είχε ποτέ την
+σκέψιν να κινήση τον αέρα με τα δέκα του δάκτυλα, να παραγάγη
+εμπορεύματα χωρίς τίποτε; αυτός δεν τον εχορήγησε την πρώτην ύλην,
+εν τη οποία και διά της οποίας μόνης δύναται να δώση υπόστασιν εις
+την εργασίαν του; Και όπως το μεγαλύτερον μέρος της πολιτικής
+κοινωνίας αποτελείται από παρομοίους γυμνόποδας, δεν προσέφερε διά
+των μέσων της παραγωγής του βάμβακος και του ποσού υπηρεσίαν
+τεραστίαν εις την ως άνω κοινωνίαν, και κυρίως εις τον εργάτην εις
+τον οποίον εχορήγησε επί πλέον και την διατροφήν; Και να μη λάβη
+τίποτε έναντι της υπηρεσίας! Αλλά μήπως ο εργάτης δεν προσέφερεν
+υπηρεσίαν εις αντάλλαγμα, μετατροπή εις νήμα, τον βάμβακα και τους
+κλωστήρας του; Εξ άλλου δεν πρόκειται ενταύθα περί υπηρεσιών (47).
+Η υπηρεσία δεν είναι παρά το ωφέλιμον αποτέλεσμα μιας αξίας
+χρήσεως, είτε αύτη είνε εμπόρευμα, είτε εργασία. Πρόκειται μόνον
+περί της ανταλλακτικής αξίας. Επλήρωσε εις τον εργάτην αξίαν 3
+φράγκων. Ούτος πάλιν του αποδίδει το ακριβές ισοδύναμον προσθέτων
+την αξίαν των 3 φράγκων εις τον βάμβακα, αξίαν αντί αξίας. Ο
+κεφαλαιούχος μας λαμβάνει τότε την μετριοπαθή στάσιν ενός εργάτου.
+Μήπως και αυτός δεν ειργάσθη επίσης; Η εργασία του της επιβλέψεως
+και επιτηρήσεως δεν αποτελεί ωσαύτως αξίαν και ο Διευθυντής του
+εργοστασίου του και ο επιστάτης του υψώνουν τους ώμους. Εν τω
+μεταξύ ο κεφαλαιούχος προσέλαβε μετά πονηρού μειδιάματος, την
+προτέραν του μορφήν. Μας ενέπαιζε με τα παράπονά του. Ούτε
+διώβολον δεν δίδει δι' όλα αυτά.
+
+Αφίνει τας υπεκφυγάς ταύτας, τας κοινάς ταύτας διπλωματικότητας
+και τους καθηγητάς της πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι πληρώνονται
+διά τούτο, είναι το επάγγελμά των. Αυτός είναι άνθρωπος πρακτικός
+και εάν δεν σκέπτεται εις ότι λέγει εκτός των υποθέσεών του,
+γνωρίζει πάντοτε τι πράττει εις τας υποθέσεις του.
+
+Ας παρατηρήσωμεν όμως πλησιέστερον. Η ημερησία αξία της εργατικής
+δυνάμεως είναι 3 φρ., διότι χρειάζεται 1/2 ημέρα εργασίας διά την
+ημερησίαν παραγωγήν της δυνάμεως ταύτης, ήτοι ότι η αναγκαία
+διατροφή διά την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου στοιχίζει 1/2,
+ημέραν εργασίας. Αλλ' η παρελθούσα εργασία, την οποίαν η δύναμις
+της εργασίας εγκλείει, και η σημερινή εργασία, την οποίαν δύναται
+να εκτελέση, αι ημερήσιαι δαπάναι συντηρήσεώς του και η καθ'
+εκάστην δαπάνη, είναι δύο πράγματα τελείως διάφορα.
+
+Τα έξοδα της δυνάμεως καθωρίζουν την ανταλλακτικήν αξίαν, η δαπάνη
+της δυνάμεως αποτελεί την αξίαν χρήσεως. Εάν 1/2 ημέρα εργασίας
+αρκεί διά να ζήση ο εργάτης επί 24 ώρας, δεν έπεται εκ τούτου ότι
+δεν δύναται να εργασθή μίαν ολόκληρον ημέραν. Η αξία την οποίαν
+κέκτηται η δύναμις της εργασίας και η αξία την οποίαν δημιουργεί
+διαφέρουν όθεν κατά το μέγεθος. Την διαφοράν ταύτην της αξίας ο
+κεφαλαιούχος είχεν υπ' όψει, όταν ηγόρασε την εργατικήν δύναμιν. Η
+ικανότης αυτής εις την κατασκευήν νήματος ή υποδημάτων, ήτο όρος
+sine qua non, διότι η εργασία δέον να δαπανάται υπό χρήσιμον
+μορφήν διά να παράγη αξίαν.
+
+Αλλ' ότι τον έκαμε να αποφασίση ήτο η ειδική χρησιμότης του
+εμπορεύματος τούτου, να είναι δηλαδή πηγή αξίας και περισσοτέρας
+αξίας απ' ότι κέκτηται αύτη. Ταύτην την ειδικήν υπηρεσίαν ζητεί
+παρ' αυτής ο κεφαλαιούχος. Συμμορφούται εν τοιαύτη περιπτώσει με
+τους αιωνίους κανόνας της ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Πράγματι ο
+πωλητής της εργατικής δυνάμεως, ως ο πωλητής παντός άλλου
+εμπορεύματος, πραγματοποιεί την ανταλλακτικήν αξίαν και μετατρέπει
+την συνήθη μορφήν.
+
+Δεν θα επετύγχανε την πρώτην χωρίς να δώση την άλλην. Η αξία
+χρήσεως της εργατικής δυνάμεως δεν ανήκει εις τον πωλητήν, όπως
+δεν ανήκει εις τον παντοπώλην η αξία χρήσεως του πωληθέντος
+ελαίου. Ο άνθρωπος των σκούδων επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της
+εργατικής δυνάμεως· η χρήσις της κατά την διάρκειαν της ημέρας, η
+εργασία συνεπώς μιας ολοκλήρου ημέρας του ανήκει. Το ότι η
+ημερησία συντήρησις της δυνάμεως ταύτης στοιχίζει ημίσειαν ημέραν
+εργασίας, ενώ δύναται να λειτουργή και να εργάζεται ολόκληρον την
+ημέραν, δηλαδή το ότι η δημιουργηθείσα αξία διά της χρήσεώς της
+κατά την διάρκειαν μιας ημέρας, είναι το διπλάσιον ημερησίας
+ιδικής της αξίας, τούτο είναι ιδιαιτέρως ευτυχής σύμπτωσις διά τον
+αγοραστήν, ίσως όμως δεν βλάπτει και εις τίποτε το δικαίωμα του
+πωλητού.
+
+Ο κεφαλαιούχος μας προείδε την περίπτωσιν, και τούτο είναι και η
+αιτία της ευθυμίας του. Ο εργάτης ευρίσκει όθεν εις το εργαστήριον
+τα αναγκαία μέσα της παραγωγής διά μίαν ημέραν εργασίας ουχί 6
+αλλά 12 ωρών.
+
+Αφ' ου 10 λίτραι βάμβακος απερρόφησαν 6 ώρας εργασίας και
+μετεβλήθησαν εις 10 λίτρας νήματος, 20 λίτραι βάμβακος θ'
+απορροφήσουν 12 ώρας εργασίας και θα μετατραπούν εις 20 λίτρ.
+νήματος. Ας εξετάσωμεν ήδη το προϊόν της παραταθείσης εργασίας. Αι
+20 λίτρ. νήματος περιέχουν 5 ημέρας εργασίας εκ των οποίων
+τέσσαρες επραγματοποιήθησαν εις τον βάμβακα και τους
+καταναλωθέντας κλωστήρας. Όθεν η νομισματική έκφρασις των 5 ημερών
+εργασίας είναι 30 φράγκα. Αύτη είναι όθεν η τιμή των 20 λίτρ.
+νήματος. Μία λίτρα νήματος στοιχίζει νυν ως και πρότερον 1 φρ. 50.
+Αλλά το ποσόν της αξίας των χρησιμοποιηθέντων εμπορευμάτων εν τη
+πράξει δεν υπερβαίνει τα 27 φράγκα και η αξία του νήματος φθάνει
+τα 30 φράγκα. Η αξία του προϊόντος ηύξησε κατά 1/9 επί της
+χορηγηθείσης αξίας διά την παραγωγήν του. Τα χορηγηθέντα 27 φράγκα
+μετεβλήθησαν ήδη εις 30 φράγκα. Εγέννησαν μίαν υπεραξίαν 3
+φράγκων· ο κύκλος έγινε. Το χρήμα μετεμορφώθη εις κεφάλαιον.
+
+Το πρόβλημα ελύθη καθ' ολοκληρίαν ο νόμος των ανταλλαγών ετηρήθη
+αυστηρώς· ισοδύναμον προς ισοδύναμον. Εις την αγοράν, ο
+κεφαλαιούχος αγοράζει εις την ακριβή του αξίαν παν εμπόρευμα —
+βάμβακα, κλωστήρας, εργατικήν δύναμιν. Κατόπιν πράττει ό,τι πας
+αγοραστής, καταναλίσκει την αξίαν της χρήσεως. Η κατανάλωσις της
+εργατικής δυνάμεως, ούσα ταυτοχρόνως και παραγωγή εμπορευμάτων
+αποδίδει προϊόν 20 λιτρών νήματος εχουσών αξίαν 30 φράγκων. Τότε ο
+κεφαλαιούχος ο αφήσας την αγοράν ως αγοραστής επανέρχεται ως
+πωλητής. Πωλεί το νήμα προς 1.50 φρ. την λίτραν, ούτε οβολόν κάτω
+ή άνω της αξίας των, και εν τούτοις αποσύρει από την κυκλοφορίαν 3
+φράγκα περισσότερα από όσα εχορήγησεν. Η μετατροπή αύτη του
+χρήματός του εις κεφάλαιον λαμβάνει χώραν εις την σφαίραν της
+κυκλοφορίας. Η κυκλοφορία χρησιμεύει ως ενδιάμεσον. Εκεί, εις την
+αγοράν, πωλείται η εργατική δύναμις, διά να καταστή
+εκμεταλλεύσιμος εις την σφαίραν της παραγωγής, ένθα καθίσταται
+πηγή υπεραξίας, και το παν βαίνει τότε θαυμασίως.
+
+Η παραγωγή της υπεραξίας δεν είναι όθεν άλλο τι ή παραγωγή αξίας,
+παραταθείσα πέραν ωρισμένου σημείου. Εάν η εκτέλεσις της εργασίας
+διαρκέση μέχρι του σημείου εις το οποίον η αξία της εργατικής
+δυνάμεως πληρωθείσα υπό του κεφαλαίου, αντικατασταθή υπό νέου
+ισοδυνάμου, τότε απλώς μόνον παραγωγή αξίας υφίσταται. Όταν
+υπερβαίνει το όριον τούτο, υπάρχει παραγωγή υπεραξίας.
+
+Εξετάζοντες την παραγωγήν της υπεραξίας, υπεθέσαμεν ότι η
+οικειοποιηθείσα εργασία υπό του κεφαλαίου, είναι μέση απλή
+εργασία. Η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλε τίποτε. Ας
+υποθέσωμεν π. χ. ότι η εργασία του κλώστου συγκρινομένη προς την
+του κοσμηματοπώλου είναι εργασία εις ανωτέραν δύναμιν, ότι η μία
+είναι κοινή εργασία και η άλλη ειδική εργασία, ένθα εκδηλούται ως
+δύναμις δυσκολωτέρα εις τον σχηματισμόν, και ήτις όμως αποδίδει
+εις τον αυτόν χρόνον περισσοτέραν αξίαν. Οποιοσδήποτε όμως και εάν
+είναι ο βαθμός της διαφοράς μεταξύ των δύο τούτων εργασιών, η
+μερίς της εργασίας ένθα ο κοσμηματοπώλης παράγει υπεραξίαν διά τον
+κύριόν του, δεν διαφέρει εις τίποτε ποσοτικώς από την μερίδα της
+εργασίας ένθα αντικαθιστά με την αξίαν του ιδίου του ημερομισθίου.
+Νυν όπως και πρότερον, η υπεραξία δεν προέρχεται ως εκ της
+παραταθείσης διαρκείας της εργασίας, είτε του κλώστου είτε του
+κοσμηματοπώλου (48).
+
+Αφ' ετέρου, όταν πρόκειται περί παραγωγής αξίας, η ανωτέρα εργασία
+δέον πάντοτε να περιορίζεται εις τον μέσον όρον της κοινωνικής
+εργασίας, π. χ. μία ημέρα ειδικής εργασίας και 2 ημέραι απλής
+εργασίας. Εάν οι έχοντες συναίσθησιν του προορισμού των
+οικονομολόγοι διεμαρτυρήθησαν εναντίον της αυθαιρέτου ταύτης
+βεβαιώσεως, δεν δυνάμεθα να απαντήσωμεν ή διά της γερμανικής
+παροιμίας ότι «τα δένδρα τους εμποδίζουν να ίδουν το δάσος!».
+Εκείνο το οποίον κατηγορούν ως τεχνητήν ανάλυσιν, είναι απλούστατα
+μέθοδος, ήτις εφαρμόζεται καθ' εκάστην εις πάσαν γωνίαν της γης.
+Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων εμπορευμάτων αδιακρίτως
+εκφράζονται εις νόμισμα, δηλ. είς τινα μάζαν χρυσού ή αργύρου. Ως
+εκ τούτου αι διάφοροι ημέραι της εργασίας αντιπροσωπευύμεναι υπό
+των αξιών τούτων, περιωρίσθησαν υπό διαφόρους αναλογίας, εις ποσά
+καθορισθέντα υπό ενός μόνον και εις δύο είδη κοινής εργασίας, της
+εργασίας, ήτις παράγει τον χρυσόν ή τον άργυρον.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VIII.
+
+ΣΤΑΘΕΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
+
+
+
+Οι διάφοροι παράγοντες της εκτελέσεως της εργασίας λαμβάνουν
+διάφορον μέρος εις τον σχηματισμόν της αξίας των εμπορευμάτων.
+
+Ο εργάτης μεταδίδει μίαν νέαν αξίαν εις το αντικείμενον της
+εργασίας διά της προσθήκης μιας νέας δόσεως εργασίας, οιοσδήποτε
+και εάν είναι ο ωφέλιμος χαρακτήρ. Εξ άλλου, επανευρίσκομεν τας
+αξίας των μέσων της παραγωγής των καταναλωθέντων ως στοιχείων εν
+τη αξία του νήματος.
+
+Η μεταβίβασις αύτη λαμβάνει χώραν κατά το διάστημα της εργασίας,
+κατά την διάρκειαν της μετατροπής των μέσων της παραγωγής εις
+προϊόν. Η εργασία είναι όθεν το ενδιάμεσον. Αλλά κατά τίνα τρόπον;
+
+Ο εργάτης δεν εργάζεται διπλασίως κατά το αυτό χρονικόν διάστημα,
+άπαξ διά να προσθέση μίαν νέαν αξίαν εις τον βάμβακα, και είτα διά
+να διατηρήση την παλαιάν, ή όπερ έν και το αυτό, διά να μεταβιβάση
+εις το προϊόν, εις το νήμα, την αξίαν των κλωστήρων τους οποίους
+φθείρει και την του βάμβακος τον οποίον μετατρέπει. Ούτω διά της
+απλής προσθήκης μιας νέας αξίας διατηρεί την παλαιάν. Αλλ' όπως η
+προσθήκη μιας νέας αξίας εις το αντικείμενον της εργασίας και η
+διατήρησις των παλαιών αξιών εις το προϊόν είναι δυο αποτελέσματα
+τελείως διάφορα, τα οποία ο εργάτης επιτυγχάνει εις το αυτό
+χρονικόν διάστημα, ούτω το διπλούν τούτο αποτέλεσμα δεν δύναται
+προφανώς να απορρέη ή εκ του διπλού χαρακτήρος της εργασίας του. Η
+εργασία αυτή, δέον κατά την αυτήν στιγμήν, δυνάμει ιδιότητος τινος
+να δημιουργήση, και δυνάμει μιας άλλης ιδιότητος, να διατηρήση ή
+να μεταβιβάση την αξίαν.
+
+Πώς ο εργάτης προσθέτει εργασίαν και κατά συνέπειαν αξίαν; Υπό
+μορφήν χρησίμου εργασίας και μόνον υπό την μορφήν ταύτην, ο
+κλώστης προθέτει εργασίαν κλώθων, ο υφαντουργός, υφαίνων, ο
+σιδηρουργός, εργαζόμενος τον σίδηρον. Αλλ' ακριβώς η μορφή αύτη
+της νηματουργίας κτλ. εν μια λέξει η ειδική παραγωγική μορφή, εν
+τη οποία η εργατική δύναμις εδαπανήθη, αύτη μετατρέπει τα μέσα της
+παραγωγής, ως ο βάμβαξ και ο κλωστήρ, κλωστή και επάγγελμα
+υφαντού, σίδηρος και άκμων, εις μορφικά στοιχεία ενός προϊόντος,
+μιας νέας αξίας χρήσεως. Η παλαιά μορφή της αξίας των χρήσεων
+εξαφανίζεται μόνον διά να ενδυθή μίαν νέαν αξίαν. Όθεν, είδομεν
+ότι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν είδους τινός,
+περιλαμβάνει ωσαύτως τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την
+παραγωγήν των καταναλωθέντων ειδών εν τη ενεργεία της παραγωγής.
+Με άλλους λόγους, ο αναγκαίος χρόνος διά την δημιουργίαν των
+καταναλωθέντων μέσων της παραγωγής, υπολογίζεται εις το νέον
+προϊόν.
+
+Ο εργάτης διατηρεί όθεν την αξίαν των καταναλωθέντων μέσων της
+παραγωγής, την μεταβιβάζει εις το προϊόν ως συστατικόν μέρος της
+αξίας του, όχι διότι προσθέτει γενικώς εργασίαν, αλλά διά τον
+χρήσιμον χαρακτήρα, διά την παραγωγικήν μορφήν της προστεθείσης
+ταύτης εργασίας. Εφ' όσον είναι χρήσιμος, εφ' όσον είναι
+παραγωγική δραστηριότης, η εργασία, διά της απλής επαφής της μετά
+των μέσων της παραγωγής, τα ανασταίνει εκ νεκρών, τα δημιουργεί
+παράγοντας της ιδίας της κινήσεως και ενούται μετ' αυτών διά ν'
+αποτελέση προϊόντα.
+
+Εάν η ειδική παραγωγική εργασία του εργάτου δεν ήτο το κλώσιμον,
+δεν θα έκαμε νήμα και κατά συνέπειαν, δεν θα τοις μετεβίβαζε τας
+αξίας του βάμβακος και του κλωστήρος. Αλλά διά μίαν ημέραν
+εργασίας, ο αυτός εργάτης, εάν αλλάξη επάγγγελμα και γίνη π. χ.
+λεπτουργός, θα προσθέση ην ως και πρότερον αξίαν εις ύλας.
+Προσθέτει όθεν διά της εργασίας του θεωρουμένης ουχί ως εργασίας
+υφαντουργού ή λεπτουργού, αλλ' ανθρωπίνης εργασίας γενικώς, και
+προσθέτει μίαν ωρισμένην ποσότητα αξίας, ουχί διότι η εργασία του
+έχει ιδιαίτερον χρήσιμον χαρακτήρα αλλά διότι διαρκεί χρονικόν τι
+διάστημα.
+
+Δυνάμει λοιπόν της γενικής αφηρημένης ιδιότητός της, ως δαπάνης
+ζωτικής ανθρωπίνης δυνάμεως, η εργασία του κλώστου προσθέτει μίαν
+νέαν αξίαν εις τας αξίας του βάμβακος και του κλωστήρος και
+δυνάμει της ιδιαιτέρας συγκεκριμένης ιδιότητός της, της χρησίμου
+ιδιότητος ως κλωσίματος, μεταβιβάζει την αξίαν των μέσων τούτων
+της παραγωγής εις το προϊόν και την διατηρεί ούτω εν αυτώ. Εκείθεν
+ο απλούς χαρακτήρ του αποτελέσματός του εν τω αυτώ χρονικώ
+διαστήματι.
+
+Διά μιας απλής προσθήκης, διά μιας ποσότητος νέας εργασίας, μία
+νέα αξία προστίθεται. Διά της ποιότητος της προστεθείσης εργασίας,
+αι παλαιαί αξίαι των μέσων της παραγωγής διατηρούνται εις το
+προϊόν. Το διπλούν τούτο αποτέλεσμα της ιδίας εργασίας, κατόπιν
+του διπλού του χαρακτήρος, καθίσταται αντιληπτόν εις πληθώραν
+φαινομένων.
+
+Υποθέσατε ότι μία οιαδήποτε εφεύρεσις επιτρέπει εις τον εργάτην να
+κλώθη εις 6 ώρας όσον βάμβακα θα έκλωθεν άλλοτε εις 36. Ως
+χρήσιμος δραστηριότης, παραγωγική, η δύναμις της εργασίας του
+εξαπλασιάσθη και το προϊόν του είναι 6άκις μεγαλύτερον, 36 λίτρ.
+νήματος αντί 6. Αλλ' αι 36 λίτραι βάμβακος δεν απορροφούν
+περισσοτέραν εργασίαν, απ' όσην απερρόφουν 6 εν τη πρώτη
+περιπτώσει. Τοις προσετέθη μόνον 1/6 εργασίας, την οποίαν θ'
+απήτει η παλαιά μέθοδος και κατά συνέπειαν 1/6 μόνον νέας αξίας.
+Εξ άλλου η εξαπλασία αξία του βάμβακος υφίσταται νυν εις το
+προϊόν, 36 λίτραι νήμα. Κατά τας 6 ώρας κλωστικής εργασίας, μία
+αξία εξάκις μεγαλυτέρα εις πρώτας ύλας, διετηρήθη και μετεβιβάσθη
+εις το προϊόν, αν και η νέα αξία προστεθείσα εις αυτήν ταύτην την
+αξίαν, είναι εξάκις μικροτέρα.
+
+Τούτο αποδεικνύει πως η ιδιότης, δυνάμει της οποίας η εργασία
+διατηρεί αξίαν, είναι ουσιωδώς διάφορος της ιδιότητος, δυνάμει της
+οποίας δημιουργεί αύτη αξίαν. Όσον περισσοτέρα αναγκαία εργασία
+μεταβιβάζεται κατά το κλώσιμον εις την αυτήν ποσότητα του
+βάμβακος, τόσον μεγαλυτέρα είναι η νέα αξία η προστιθεμένη εις
+αυτό. Αλλ' όσον περισσότεραι λίτραι βάμβακος κλώθονται εις τον
+αυτόν χρόνον εργασίας, τόσον μεγαλυτέρα είναι η παλαιά αξία η
+διατηρουμένη εις το προϊόν.
+
+Ας υποθέσωμεν τουναντίον, ότι η παραγωγικότης της εργασίας
+παραμένει σταθερά, ότι χρειάζεται κατά συνέπειαν εις τον κλώστην
+πάντοτε ο αυτός χρόνος διά να μετατρέψη μίαν λίτραν βάμβακος εις
+νήμα, αλλ' ότι η ανταλλακτική αξία του βάμβακος ποικίλλει και ότι
+μία λίτρα βάμβακος αξίζει 6άκις περισσότερον ή ολιγώτερον από
+άλλοτε. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο κλώστης εξακολουθεί να
+προσθέτη το αυτό &ποσοστόν& εργασίας εις την αυτήν ποσότητα
+εργασίας, ήτοι την αυτήν αξίαν, και εις τας δύο περιπτώσεις
+παραγάγει κατά τον αυτόν χρόνον την αυτήν ποσότητα νήματος. Εν
+τούτοις η αξία την οποίαν μεταβιβάζει εκ του βάμβακος εις το νήμα,
+ως προϊόν, είναι εις την μίαν περίπτωσιν 6άκις μικροτέρα και εις
+την άλλην 6άκις μεγαλυτέρα από άλλοτε. Το αυτό συμβαίνει όταν τα
+εργαλεία της εργασίας ακριβαίνουν ή ευθηναίνουν, αλλ' αποδίδουν
+πάντοτε την αυτήν υπηρεσίαν.
+
+Εάν αι τεχνικαί συνθήκαι της κλωστικής παραμένουν αι αυταί, τα δε
+μέσα της παραγωγής ουδεμίαν υφίστανται αλλαγήν αξίας, ο κλώστης
+εξακολουθεί να καταναλίσκη, εις δεδομένους χρόνους, δεδομένας
+ποσότητας πρώτης ύλης και μηχανών των οποίων η αξία παραμένει κατά
+συνέπειαν πάντοτε η αυτή. Η αξία την οποίαν διατηρεί εις το προϊόν
+είναι τότε κατ' ευθύν λόγον της νέας αξίας την οποίαν προσθέτει.
+Εις δύο εβδομάδας, προσθέτει δις περισσοτέραν εργασίαν από όσην
+εντός μιας εβδομάδος, όθεν δις περισσοτέραν αξίαν, και συγχρόνως
+φθείρει δις περισσοτέρας μηχανάς. Διατηρεί ούτω εις το προϊόν των
+δύο εβδομάδων δις περισσοτέραν αξίαν ή εις το προϊόν μιας μόνον.
+Υπό συνθήκας αμεταβλήτους ο εργάτης διατηρεί τόσον περισσοτέραν
+αξίαν όσον περισσοτέραν προσθέτει. Εν τούτοις, δεν διατηρεί
+περισσοτέραν αξίαν διότι προσθέτει περισσοτέραν, αλλά διότι την
+προσθέτει εις αμεταβλήτους και ανεξαρτήτους περιστάσεις της
+εργασίας του.
+
+Εν τούτοις, δυνάμεθα να είπωμεν, εις σχετικήν έννοιαν, ότι ο
+εργάτης διατηρεί πάντοτε παλαιάς αξίας, εφ' όσον προσθέτει μίαν
+νέαν αξίαν. Τώρα, εάν ο βάμβαξ υψωθή ή καταπέση κατά 1 φράγκον, η
+αξία του, η διατηρηθείσα εις το προϊόν μιας ώρας, ουδέποτε θα
+είναι η αξία η οποία ευρίσκεται εις το προϊόν των δύο ωρών. Ούτω,
+εάν η παραγωγικότης της εργασίας ποικίλλει, εάν αυξηθή ή ελαττωθή,
+θα κλώση εις μίαν ώραν π. χ. περισσότερον ή ολιγώτερον βάμβακα από
+πρότερον, και κατά συνέπειαν θα διατηρήση εις το προϊόν μιας ώρας
+την αξίαν του περισσοτέρου ή του ολιγωτέρου βάμβακος. Αλλ' εν
+οιαδήποτε περιπτώσει, θα διατηρήση πάντοτε εις δύο ώρας εργασίας
+δις περισσοτέραν αξίαν παρ' όσην εν μια μόνη.
+
+Αφαιρουμένης της καθαράς συμβολικής παραστάσεώς της, η αξία δεν
+υφίσταται ή ως χρήσιμον πράγμα, ως αντικείμενον (αυτός ο άνθρωπος,
+ως απλή ύπαρξις δυνάμεως εργασίας, είναι φυσικόν αντικείμενον ζων
+και συνειδητόν, και η εργασία δεν είναι ειμή εξωτερική εκδήλωσις,
+υλική, της δυνάμεως ταύτης). Εάν όθεν η αξία χρήσεως απόλλυται, η
+ανταλλακτική αξία απόλλυται επίσης. Τα μέσα της παραγωγής τα οποία
+χάνουν την αξίαν της χρήσεως, δεν χάνουν συγχρόνως την αξίαν των,
+διότι η τέλεσις της εργασίας τους κάμνει να χάνουν την αρχικήν των
+μορφήν χρησιμότητος διά να τους δώση εις το προϊόν την μορφήν μιας
+νέας χρησιμότητος. Και πόσον σημαντική είναι διά την αξίαν η
+ύπαρξις της εντός οιουδήποτε χρησίμου αντικειμένου, η μεταμόρφωσις
+των εμπορευμάτων μας απέδειξε ότι ολίγον ενδιαφέρεται τι είδους
+είναι το αντικείμενον. Έπεται εκ τούτου ότι το προϊόν δεν απορροφά
+εις το διάστημα της εργασίας την αξίαν του μέσου της παραγωγής, ή
+εφ' όσον τούτο, χάνει την χρησιμότητά του, χάνει επίσης την αξίαν
+του. Δεν μεταβιβάζει εις το προϊόν ειμή την αξίαν την οποίαν χάνει
+ως μέσον παραγωγής. Αλλ' υπό την άποψιν ταύτην οι υλικοί
+παράγοντες της εργασίας συμπεριφέρονται διαφοροτρόπως.
+
+Ο άνθραξ διά του οποίου θερμαίνει την μηχανήν εξαφανίζεται χωρίς
+να αφήση ίχνος, ομοίως το λίπος διά του οποίου λιπαίνουν τον άξονα
+του τροχού και ούτω καθεξής. Τα χρώματα και άλλαι βοηθητικαί ύλαι,
+εξαφανίζονται επίσης, αλλ' εμφανίζονται εις τας ιδιότητας του
+προϊόντος, του οποίου η πρώτη ύλη αποτελεί την ουσίαν, αλλ' αφού
+ήλλαξε μορφήν. Πρώται ύλαι και βοηθητικαί ύλαι χάνουν όθεν την
+όψιν την οποίαν είχον εισερχόμεναι ως αξίαι χρήσεως εν τη
+εκτελέσει της εργασίας. Άλλως όμως συμβαίνει διά τα κυρίως
+εργαλεία. Έν οιονδήποτε εργαλείον, μία μηχανή, έν εργοστάσιον, έν
+δοχείον, δεν χρησιμεύουν εις την εργασίαν ειμή κατά τον χρόνον τον
+οποίον διατηρούν την αρχικήν των μορφήν.
+
+Όπως και κατά τον βίον των, δηλαδή κατά το διάστημα της εργασίας,
+διατηρούν την κυρίαν μορφήν των έναντι του προϊόντος, ούτω
+διατηρούν αυτήν και μετά τον θάνατόν των. Τα πτώματα των μηχανών,
+των εργαλείων, των εργαστηρίων κτλ. εξακολουθούν υφιστάμενα
+ανεξαρτήτως και κεχωρισμένως των προϊόντων τα οποία συνέβαλλον εις
+την κατασκευήν.
+
+Εάν θεωρήσωμεν ολόκληρον την περίοδον κατά οποίαν εργαλείον τι
+εργασίας εκτελεί την υπηρεσίαν του, από της ημέρας της εισόδου του
+εις το εργαστήριον μέχρι της ημέρας καθ' ην τίθεται εν αχρηστία,
+βλέπομεν ότι η αξία του χρήσεως κατά την περίοδον ταύτην
+κατηναλώθη εξ ολοκλήρου υπό της εργασίας και κατά συνέπειαν, η
+αξία του μετεβιβάσθη εξ ολοκλήρου εις το προϊόν. Μία κλωστική
+μηχανή π. χ. διήρκεσε μίαν δεκαετίαν; Κατά την δεκαετή λειτουργίαν
+της η ολική της αξία ενεσωματώθη εις τα προϊόντα των δέκα ετών. Η
+περίοδος της ζωής ενός τοιούτου εργαλείου περιλαμβάνει ούτω ένα
+μεγαλύτερον ή μικρότερον αριθμόν ιδίων εργασιών αδιακόπως
+ανανεουμένων τη βοηθεία των.
+
+Και το όργανον της εργασίας είναι όπως ο άνθρωπος. Έκαστος
+αποθνήσκει ανά πάσαν ημέραν 24 ωρών. Είναι όμως αδύνατον να
+γνωρίσωμεν εις την απλήν όψιν ενός ανθρώπου πόσον ημερών είναι
+νεκρός.
+
+Τούτο εν τούτοις δεν εμποδίζει τας ασφαλιστικάς εταιρίας να
+εξάγουν εκ της μέσης ζωής του ανθρώπου συμπεράσματα ασφαλέστατα
+και όπερ περισσότερον τους ενδιαφέρει, συμπεράσματα επικερδή.
+Επίσης είναι εκ πείρας γνωστόν πόσον χρόνον, κατά μέσον όρον,
+διαρκεί έν όργανον εργασίας π. χ. μία μηχανή κλωστικής. Εάν
+υποθέσωμεν ότι η χρησιμότης διατηρείται 6 μόνον ημέρας εις την
+τεθείσαν εις ενέργειαν εργασίαν, χάνει καθ' εκάστην, κατά μέσον
+όρον, 1/6 της αξίας της χρήσεως και μεταβιβάζει κατά συνέπειαν 1/6
+της ανταλλακτικής του αξίας εις το ημερήσιον προϊόν. Ούτω
+υπολογίζεται η ημερησία φθορά όλων των οργάνων της εργασίας και
+εκείνο το οποίον καθ' εκάστην μεταβιβάζουν εκ της ιδίας των αξίας
+εις την αξίαν του προϊόντος.
+
+Βλέπομεν ενταύθα κατά τρόπον λίαν εμφαντικόν, ότι μέσον τι
+παραγωγής ουδέποτε μεταβιβάζει εις το προϊόν περισσοτέραν αξίαν
+απ' όσην χάνει το ίδιον διά της εξαφανίσεώς του κατά το διάστημα
+της εργασίας. Εάν δεν υπήρξε καμμία αξία διά να χαθή, ήτοι εάν το
+ίδιον δεν ήτο προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας, δεν θα ηδύνατο να
+μεταδώση εις το προϊόν καμμίαν αξίαν. Θα εχρησίμευεν εις το να
+σχηματίση συνήθη αντικείμενα χωρίς να χρησιμεύση διά τον
+σχηματισμόν αξιών.
+
+Η περίπτωσις αύτη παρουσιάζεται με όλα τα μέσα της παραγωγής, τα
+οποία παράγει η φύσις, χωρίς ο άνθρωπος να υπολογίζεται, με την
+γην, το ύδωρ, τον άνεμον, τον σίδηρον εν τη μεταλλική βλάβη, το
+ξύλον εις το πρωτόγονον δάσος κ. ο. κ.
+
+Συναντώμεν ενταύθα έν άλλο σημαντικόν φαινόμενον. Ας υποθέσωμεν
+ότι μία μηχανή αξίζει π. χ. 1000 φράγκα και ότι φθείρεται εις 1000
+ημέρας· εν τοιαύτη περιπτώσει μεταβιβάζεται καθ' εκάστην εις το
+ημερήσιον προϊόν της· αλλ' η μηχανή, αν και με πάντοτε
+ελαττουμένην ζωτικότητα, λειτουργεί πάντοτε ολόκληρος εν τη πορεία
+της εργασίας. Όθεν, αν είς παράγων εργασίας εισέρχεται ολόκληρος
+εις την παραγωγήν αξίας χρήσεως, τότε εισέρχεται μερικώς εις τον
+σχηματισμόν της αξίας. Η διαφορά μεταξύ των δύο τούτων έργων,
+αντανακλά ούτως εις τους υλικούς παράγοντας, αφού εις την αυτήν
+πράξιν έν και μόνον μέσον παραγωγής υπολογίζεται ακεραίως ως
+στοιχείον πρώτου έργου και κατά τμήματα μόνον ως στοιχείον του
+δευτέρου.
+
+Αντιθέτως, έν μέσον παραγωγής δύναται να εισέλθη ολόκληρον εν τω
+σχηματισμώ της αξίας, αν και μερικώς μόνον εν τη παραγωγή των
+αξιών χρήσεως, επί 115 λίτρ. βάμβακος, 15 θα χαθούν, δηλαδή
+αίτινες απετέλουν αντί νήματος εκείνο το οποίον οι Άγγλοι
+ονομάζουν την σκόνιν του διαβόλου (devil's durt). Εάν εν τούτοις η
+απόρριψις του 1% είναι κοινωνική και αναπόφευκτος εν τη κατασκευή,
+η αξία των 15 τούτων λιτρών βάμβακος, αι οποίαι δεν αποτελούν
+ουδέν στοιχείον νήματος, εισέρχεται πάντως εν τη αξία του όπως αι
+100 λίτρ. αι οποίαι αποτελούν την ουσίαν του. Δέον όπως 15 λίτραι
+βάμβακος εξακολουθούν διά να δυνηθούν να κατασκευάσουν 100 λίτρ.
+νήματος.
+
+Και ακριβώς διότι η απώλεια αύτη είναι είς όρος της παραγωγής, διά
+τούτο ο απωλεσθείς βάμβαξ μεταβιβάζει εις το νήμα την αξίαν του.
+Και συμβαίνει το αυτό διά πάντα τα περιττώματα της εργασίας. Εφ'
+όσον εννοείται δεν χρησιμεύουν πλέον εις τον σχηματισμόν νέων
+μέσων παραγωγής και συνεπώς νέων αξιών χρήσεως. Ούτω, βλέπομεν,
+εις τα μεγάλα εργοστάσια του Manchester, όρη ολόκληρα περιττωμάτων
+σιδήρου, αφαιρεθέντα παρά τεραστίων μηχανών ως ροκανίδια υπό της
+ροκάνης, να μεταβαίνουν το εσπέρας από το εργοστάσιον εις το
+χυτήριον και να επανέρχονται την επαύριον εκ του χυτηρίου εις το
+εργοστάσιον εις μάζας όγκων σιδήρου.
+
+Τα μέσα της παραγωγής δεν μεταβιβάζουν την αξίαν εις το νέον
+προϊόν ή εφ' όσον χάνουν από την παλαιάν μορφήν των χρησιμότητος.
+
+Το μάξιμουμ της αξίας την οποίαν δύνανται να χάσουν κατά την
+διάρκειαν της εργασίας, έχει ως όριον το μέγεθος της αρχικής αξίας
+την οποίαν είχον εισερχόμενα εν τη πράξει, ή τον χρόνον τον οποίον
+απήτησεν η παραγωγή των. Τα μέσα της παραγωγής δεν δύνανται όθεν
+να προσθέσουν εις το προϊόν περισσοτέραν αξίαν εκείνης ην κατέχουν
+τα ίδια. Οιαδήποτε και εάν είναι η χρησιμότης μιας πρώτης ύλης,
+μιας μηχανής, ενός μέσου παραγωγής, εάν στοιχίζη 150 λουδοβίκια
+ήτοι πεντακοσίας ημέρας εργασίας, δεν προσθέτει εις το ολικόν
+προϊόν εις τον σχηματισμόν του οποίου συμβάλλει, ποτέ περισσότερα
+από 150 λουδοβίκια. Η αξία του καθορίζεται ουχί υπό της εργασίας,
+ένθα εισέρχεται ως μέσον παραγωγής, αλλά δι' εκείνης εξ ου
+εξέρχεται ως προϊόν. Εν τη πράξει εις την οποίαν το χρησιμοποιούν
+δεν χρησιμεύει ή ως αξία χρήσεως, ήτις κέκτηται χρησίμους
+ιδιότητας· εάν πριν εισέλθη εις την πράξιν ταύτην, ουδεμίαν
+κατείχεν αξίαν, ουδεμίαν αξίαν θα έδιδεν εις το προϊόν.
+
+Ενώ η παραγωγική εργασία μεταβάλλει τα μέσα της παραγωγής εις
+μορφικά στοιχεία ενός νέου προϊόντος, η αξία των υπόκειται εις
+είδος τι μετεμψυχώσεως. Μεταβαίνει από του καταναλωθέντος σώματος
+εις το άρτι σχηματισθέν. Αλλ' η μεταβίβασις αύτη εκτελείται εν
+αγνοία της πραγματικής εργασίας, ο εργάτης δεν δύναται να προσθέση
+μίαν νέαν εργασίαν, να δημιουργήση κατά συνέπειαν μίαν νέαν αξίαν,
+χωρίς να διατηρήση παλαιάς αξίας, διότι δέον να προσθέση, την
+εργασίαν ταύτην υπό χρήσιμον μορφήν, και τούτο δεν δύναται να γίνη
+χωρίς να μετατρέψη τα προϊόντα εις μέσα παραγωγής ενός νέου
+προϊόντος εις το οποίον μεταβιβάζει ως εκ τούτου την αξίαν των. Η
+δύναμις της εργασίας εν δράσει, η ζώσα εργασία, έχει όθεν την
+ιδιότητα της διατηρήσεως της αξίας προσθέτουσα αξίαν. Τούτο είναι
+φυσικόν χάρισμα μη στοιχίζον τίποτε εις τον εργάτην, αλλ' αποφέρον
+πολλά εις τον κεφαλαιούχον. Του οφείλει την διατήρησιν της
+σημερινής αξίας του κεφαλαίου του.
+
+Εφ' όσον αι επιχειρήσεις προοδεύουν, ο κεφαλαιούχος απορροφάται με
+την δημιουργίαν της υπεραξίας, ώστε δεν διακρίνει το δωρεάν τούτο
+χάρισμα της εργασίας. Βίαιαι διακοπαί, ως π. χ. αι κρίσεις, τον
+αναγκάζουν αποτόμως να το παρατηρήση (49). Εκείνο το οποίον
+καταναλίσκεται εις τα μέσα της παραγωγής, είναι η αξία της χρήσεως
+την οποίαν η κατανάλωσις διά της εργασίας σχηματίζει προϊόντα.
+
+Ό,τι αφορά την αξίαν των, δεν είχεν εν τη πραγματικότητι
+καταναλωθή και δύναται κατά συνέπειαν να αναπαραχθή. Διατηρείται
+ουχί δυνάμει μιας πράξεως την οποίαν υφίσταται κατά το διάστημα
+της εργασίας, αλλά διότι το αντικείμενον εις ό υφίσταται από της
+πρώτης στιγμής, εξαφανίζεται προσλαμβάνον χρήσιμον μορφήν. Η αξία
+των μέσων της παραγωγής αναφαίνεται όθεν εν τη αξία του προϊόντος·
+δεν έχει όμως, κυρίως ειπείν, αναπαραχθή. Ό,τι παρήχθη, είναι η
+νέα αξία χρήσεως εν τη οποία η παλαιά αξία αναφαίνεται εκ νέου.
+
+Άλλως συμβαίνει διά τον υποκειμενικόν παραγοντα της παραγωγής,
+δηλαδή την εν δράσει δύναμιν της εργασίας. Ενώ διά της μορφής την
+οποίαν ο σκοπός της της καθορίζει η εργασία διατηρεί και
+μεταβιβάζει την αξίαν των μέσων της παραγωγής εις το προϊόν, η
+κίνησις δημιουργεί ανά πάσαν στιγμήν μίαν προσθετήν αξίαν, μίαν
+νέαν αξίαν.
+
+Ας υποθέσωμεν ότι η παραγωγή σταματά εις το σημείον, εις το οποίον
+ο εργάτης εχορήγησε το ισοδύναμον της ημερησίας αξίας της ιδίας
+του δυνάμεως, όταν π. χ. προσέθετε διά μιας εξαώρου εργασίας,
+αξίαν 3 φράγκων. Η αξία αύτη αποτελεί το πλεόνασμα της αξίας του
+προϊόντος επί του στοιχείου της αξίας ταύτης της προερχομένης εκ
+των μέσων της παραγωγής. Είναι η μόνη αρχική αξία η οποία παρήχθη,
+το μόνον μέρος της αξίας του προϊόντος, γεννηθέν εν τη πορεία του
+σχηματισμού της. Ικανοποιεί το υπό του κεφαλαιούχου κατατεθέν
+χρήμα διά την αγοράν της δυνάμεως της εργασίας, και την οποίαν ο
+εργάτης δαπανά κατόπιν προς διατροφήν. Εν σχέσει προς τα
+δαπανηθέντα 3 φράγκα, η νέα αξία των 3 φρ. εμφανίζεται ως απλή
+αναπαραγωγή. Αλλ' η αξία αύτη αναπαρήχθη πραγματικώς και ουχί
+φαινομενικώς ως η αξία των μέσων της παραγωγής. Εάν μία αξία
+αντικατεστάθη ενταύθα υπό μιας άλλης, τούτο συμβαίνει χάρις εις
+την νέαν δημιουργίαν.
+
+Εν τούτοις γνωρίζομεν ότι η διάρκεια της εργασίας υπερβαίνει το
+σημείον εις ό απλούν ισοδύναμον της αξίας της δυνάμεως της
+εργασίας θα αναπαρήγετο και θα προσετίθετο εις το δουλευθέν
+αντικείμενον. Αντί 6 ωρών, αίτινες θα ήρκουν προς τούτο, η πράξις
+διαρκεί 12 ή περισσότερον. Όθεν, η εν ενεργεία δύναμις της
+εργασίας, δεν παράγει μόνον την ιδίαν της αξίαν, αλλ' ακόμη και
+επί πλέον αξίαν. Η υπεραξία αύτη αποτελεί το πλεόνασμα της αξίας
+του προϊόντος επί της αξίας των καταναλωθέντων παραγόντων, ήτοι
+των μέσων της παραγωγής και της διατηρήσεως της εργασίας.
+
+Εκθέτοντες τους διαφόρους ρόλους τους οποίους παίζουν εν τω
+σχηματισμώ της αξίας του προϊόντος, οι διάφοροι παράγοντες της
+εργασίας, εχαρακτηρίσαμεν πράγματι τας λειτουργίας των διαφόρων
+στοιχείων του κεφαλαίου εν τω σχηματισμώ της υπεραξίας. Το
+πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί της αξίας των συστατικών του
+στοιχείων, είναι το πλεόνασμα του κεφαλαίου αυξηθέντος εκ της
+υπεραξίας του επί του κατατεθέντος κεφαλαίου. Μέσα παραγωγής ως
+και δύναμις εργασίας, είναι αι διάφοροι μορφαί υπάρξεως ας ενεδύθη
+η αξία — κεφάλαιον όταν μετεβλήθη από χρήμα εις παράγοντα της
+εκτελέσεως της εργασίας.
+
+Κατά το διάστημα της παραγωγής, το μέρος του κεφαλαίου, το
+μετατρεπόμενον εις μέσον παραγωγής, δηλ. εις πρώτας ύλας, ουδόλως
+μεταβάλλει το μέγεθος της αξίας του. Διά τούτο το ονομάζομεν
+σταθερόν μέρος του κεφαλαίου ή συντομώτερον &σταθερόν κεφάλαιον&.
+
+Το μέρος του κεφαλαίου, το μετατραπέν εις εργατικήν δύναμιν,
+αλλάσσει τουναντίον αξίαν, κατά το διάστημα της παραγωγής.
+Αναπαράγει το ίδιον ισοδύναμόν του και επί πλέον πλεόνασμά τι,
+μίαν υπεραξίαν, ήτις και αύτη δύναται να ποικίλλη και είναι κατά
+το μάλλον ή ήττον μεγάλη. Το μέρος τούτο του κεφαλαίου
+μεταβάλλεται αδιακόπως από σταθερόν μέγεθος εις μεταβλητόν
+τοιούτον. Διά τούτο το ονομάζομεν μέρος μεταβλητόν του κεφαλαίου ή
+συντομώτερον &μεταβλητόν κεφάλαιον&. Τα αυτά στοιχεία του
+κεφαλαίου, τα οποία από απόψεως παραγωγής αξιών χρήσεως,
+διακρίνονται μεταξύ των ως υποκειμενικοί και αντικειμενικοί
+παράγοντες, ως μέσα παραγωγής και δύναμις εργασίας, διακρίνονται
+από της απόψεως του σχηματισμού της αξίας, εις σταθερόν ή
+μεταβλητόν κεφάλαιον.
+
+Η γνώσις του σταθερού κεφαλαίου κατ' ουδένα λόγον αποκλείει
+αλλαγήν τινά της αξίας εις τα συστατικά της στοιχεία. Ας
+υποθέσωμεν ότι η λίτρα του βάμβακος στοιχίζει σήμερον 1/2 φράγκου
+και αύριον ανέρχεται εις 1 φράγκον. Ο παλαιός βάμβαξ, ο
+εξακολουθών να μετατρέπεται, ηγοράσθη εις την τιμήν του 1/2 φρ.
+αλλά νυν προσετέθη εις το προϊόν μία αξία 1 φράγκου. Και εκείνος ο
+οποίος έχει ήδη κλωσθή και ο οποίος κυκλοφορεί ίσως εις την αγοράν
+υπό μορφήν νήματος, προσθέτει επίσης εις το προϊόν το διπλάσιον
+της πρώτης του αξίας. Βλέπομεν εν τούτοις ότι αι αλλαγαί αύται
+είναι ανεξάρτητοι της αυξήσεως της αξίας την οποίαν επιτυγχάνει ο
+βάμβαξ διά του νήματος. Εάν ο παλαιός βάμβαξ δεν έχει ήδη αρχίση
+να κατεργάζεται, δύναται νυν να πωληθή εκ νέου 1 φράγκον αντί 1/2.
+Όπου υπέστη ολιγωτέρας τροποποιήσεις, τόσον βεβαιότερον είναι το
+αποτέλεσμα τούτο. Ωσαύτως, όταν επέρχωνται παρόμοιαι επαναστάσεις
+εν τη αξία, πρόκειται μάλλον περί κερδοσκοπείας επί της πρώτης
+ύλης, εν τη ολιγώτερον μεταβληθείση υπό της εργασίας μορφή. Και
+επί του νήματος περισσότερον ή επί της κλωστής, και επί του
+βάμβακος. Η αλλαγή της αξίας γεννάται εν τη εργασία, η οποία
+παράγει τον βάμβακα και ουχί εν εκείνη εν τη οποία, ο βάμβαξ
+λειτουργεί ως μέσον παραγωγής, και κατά συνέπειαν ως σταθερόν
+κεφάλαιον. Η αξία είνε αληθές, υπολογίζεται υπό του &ποσοστού της
+πραγματοποιηθείσης εργασίας εις εμπόρευμά τι, αλλά το &ποσοστόν&
+τούτο είναι κοινωνικώς καθωρισμένον.
+
+Εάν ο κοινωνικός χρόνος εργασίας τον οποίον απαιτεί η παραγωγή
+ενός είδους υφίσταται διακυμάνσεις, — και το αυτό &ποσοστόν& του
+βάμβακος π. χ. αντιπροσωπεύει σημαντικώτερον &ποσοστόν& εργασίας,
+όταν η εσοδεία είναι κοινή παρ' όταν είναι ικανοποιητική, — τότε
+το παλαιόν εμπόρευμα, το οποίον υπολογίζεται μόνον ως δείγμα του
+είδους του, αισθάνεται αμέσως τον αντίκτυπον, διότι η αξία του
+υπολογίζεται πάντοτε υπό της κοινωνικώς αναγκαίας εργασίας, όπερ
+σημαίνει της αναγκαίας εργασίας προς τας σημερινάς συνθήκας της
+κοινωνίας. Ως η αξία των υλών, η αξία των εργαλείων εργασίας των
+χρησιμοποιηθέντων ήδη εν τη παραγωγή, μηχαναί, κατασκευαί κτλ.
+δύναται ν' αλλάξη και ως εκ τούτου και η μερίς της αξίας την
+οποίαν μεταβιβάζουν εις το προϊόν. Εάν π. χ., κατόπιν μιας νέας
+εφευρέσεως, μία μηχανή δύναται να αναπαραχθή με ολιγωτέραν δαπάνην
+εργασίας, η του αυτού είδους παλαιά μηχανή, χάνει κατά το μάλλον ή
+ήττον εκ της αξίας της και αποδίδει κατά συνέπειαν αναλογικώς
+μικροτέραν αξίαν εις το προϊόν. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, ως και
+εν τη προηγουμένη, η αλλαγή της αξίας γεννάται εκτός της ενεργείας
+της παραγωγής, ένθα η μηχανή λειτουργεί ως όργανον. Εν τη ενεργεία
+ταύτη ουδέποτε μεταβιβάζει περισσοτέραν αξίαν όσης κέκτηται η
+ιδία.
+
+Όπως μία αλλαγή εν τη αξία των μέσων της παραγωγής παρά την επ'
+αυτών εξασκουμένην υπ' αυτών αντίδρασιν, ακόμη και μετά την
+είσοδόν των εν τη ενεργεία της εργασίας, εις τίποτε δεν μεταβάλλει
+τον χαρακτήρα των ως σταθερού κεφαλαίου, ούτω μία αλλαγή
+επενεχθείσα εν αναλογία, μεταξύ του σταθερού και μεταβλητού
+κεφαλαίου, εις τίποτε δεν μεταβάλλει την λειτουργικήν διαφοράν
+των. Ας υποθέσωμεν ότι αι τεχνικαί συνθήκαι της εργασίας
+μεταβάλλονται κατά τοιούτον τρόπον ώστε εκεί ένθα π. χ. 10 εργάται
+με 10 όργανα μικράς αξίας κατειργάζοντο μάζαν πρώτης ύλης
+αναλογικώς μικράν, είς εργάτης εργάζεται σήμερον με μίαν δαπανηράν
+μηχανήν, μάζαν εκατοντάκις μεγαλυτέραν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το
+σταθερόν κεφάλαιον, δηλαδή η αξία των χρησιμοποιηθέντων μέσων της
+παραγωγής, θα ηύξανε σημαντικώς, το δε μετατραπέν μέρος του
+κεφαλαίου εις δύναμιν εργασίας σημαντικώς θα ηλαττούτο. Η αλλαγή
+αύτη μεταβάλλει μόνον την σχέσιν μεγέθους μεταξύ σταθερού και
+μεταβλητού κεφαλαίου, ή αναλογίαν συμφώνως τη οποία το ολικόν
+κεφάλαιον αποσυντίθεται εις σταθερά και μεταβλητά στοιχεία, δεν
+μεταβάλλει όμως την λειτουργικήν διαφοράν των.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IX.
+
+ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ
+
+
+
+Το σταθερόν κεφάλαιον καταναλωθέν εν τη ενεργεία της παραγωγής υπό
+μορφήν φθοράς των μηχανών, των βοηθητικών υλών και των πρώτων
+υλών, αναφαινόμενον εις το προϊόν χωρίς να του προσθέτη νέαν
+αξίαν, δύναται να μην υπολογισθή διά να ευρεθή το ποσοστόν της
+υπεραξίας. Το μεταβλητόν κεφάλαιον θυσιασθέν διά την αγοράν της
+εργατικής δυνάμεως, ον τουναντίον ο δημιουργός της υπεραξίας,
+καθορίζει προφανώς το ποσοστόν της υπεραξίας ταύτης, είναι η
+σχέσις της υπεραξίας προς το μεταβλητόν κεφάλαιον: ή
+
+ υ
+ ___
+ μ
+
+υ αντιπροσωπεύη την υπεραξίαν και μ το μεταβλητόν κεφάλαιον.
+
+Είδομεν ότι ο εργάτης, κατά το διάστημα μέρους του χρόνου το
+οποίον απαιτεί μία δοθείσα παραγωγική πράξις, δεν παράγει ή την
+αξίαν της εργατικής του δυνάμεως, δηλαδή, την αξίαν των αναγκαίων
+μέσων διατροφής διά την συντήρησίν του. Το περιβάλλον εν τω οποίω
+παράγει, οργανωμένον διά της αυτομάτου κατανομής της κοινοτικής
+εργασίας παράγει τα μέσα της συντηρήσεώς του, ουχί αμέσως, αλλ'
+υπό μορφήν ενός ιδιαιτέρου εμπορεύματος, υπό μορφήν νήματος π. χ.
+των οποίων η αξία ισούται με την αξίαν των μέσων της παραγωγής του
+ή του χρήματος διά του οποίου τα αγοράζει. Το μέρος της εργατικής
+του ημέρας το οποίον χρησιμοποιεί εις τούτο είναι κατά το μάλλον ή
+ήττον μέγα, αναλόγως της μέσης αξίας της ημερησίας διατροφής του ή
+του μέσου χρόνου εργασίας του καθ' εκάστην απαιτουμένου διά την
+παραγωγήν της. Και εάν ακόμη δεν θα ειργάζετο διά τον
+κεφαλαιούχον, αλλά μόνον δι' εαυτόν, έδει, των συνθηκών
+παραμενουσών των αυτών, να εργασθή κατά μέσον όρον, νυν ως και
+πρότερον, το αυτό ποσόν μέρος της ημέρας διά να κερδίση την ζωήν
+του. Αλλ' όπως και διά το μέρος της ημέρας κατά το οποίον παράγει
+την ημερησίαν αξίαν της δυνάμεως της εργασίας του, ήτοι 3 φράγκα,
+δεν παράγει ειμή το ισοδύναμον μιας αξίας ήδη πληρωθείσης υπό του
+κεφαλαίου, οπόταν ικανοποιεί μίαν αξίαν διά μιας άλλης, ούτω και η
+παραγωγή αύτη δεν είναι ειμή απλή τις αναπαραγωγή. Ονομάζω όθεν
+&αναγκαίον χρόνον εργασίας&, το μέρος της ημέρας, ένθα η
+αναπαραγωγή αυτών εκπληρούται, και &αναγκαίαν εργασίαν& την
+δαπανηθείσαν κατά τον χρόνον τούτον εργασίαν· αναγκαίαν διά τον
+εργάτην διότι αύτη είναι ανεξάρτητος κοινωνικής μορφής της
+εργασίας του· αναγκαίαν διά το κεφάλαιον και τον καπιταλιστικόν
+κόσμον, διότι ο κόσμος ούτος έχει ως βάσιν την ύπαρξιν του
+εργάτου.
+
+Η περίοδος της δράσεως της υπερβαινούσης τα όρια της αναγκαίας
+εργασίας, στοιχίζει, είναι αληθές, εργασίαν εις τον εργάτην,
+δαπάνην δυνάμεως, αλλά ουδεμίαν δι' αυτόν σχηματίζει αξίαν.
+Σχηματίζει μίαν υπεραξίαν ήτις διά τον κεφαλαιούχον έχει όλα τα
+θέλγητρα μιας εκ του μηδενός δημιουργίας.
+
+Ονομάζω το μέρος τούτο της ημέρας της εργασίας &εξαιρετικόν
+χρόνον& και την εν αυτώ δαπανηθείσαν εργασίαν, &υπερεργασίαν&. Εάν
+διά την κατανόησιν της αξίας εν γένει, είναι μεγάλης
+σπουδαιότητος, να βλέπωμεν εν αυτή απλήν πήξιν του χρόνου της
+εργασίας, ή της πραγματοποιηθείσης εργασίας, είναι παρομοίας
+σπουδαιότητος διά την κατανόησιν της υπεραξίας να την εννοήσωμεν
+ως απλήν πήξιν της εξαιρετικής, ή της πραγματοποιηθείσης
+υπερεργασίας. Αι διάφοραι οικονομικαί μορφαί τας οποίας ενεδύθη η
+κοινωνία, η δουλεία, π. χ. και το ημερομίσθιον δεν διακρίνονται ή
+εκ του τύπου διά του οποίου η υπερεργασία αύτη επεβλήθη και
+εξεβίασε τον άμεσον παραγωγόν, τον εργάτην.
+
+Εκ του γεγονότος τούτου, ότι η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου
+ισούται με την αξίαν της δυνάμεως της εργασίας, την οποίαν
+αγοράζει, ότι η αξία της δυνάμεως ταύτης της εργασίας καθορίζει το
+αναγκαίον μέρος της εργατικής ημέρας και ότι η υπεραξία και αύτη
+καθορίζεται υπό του εξαιρετικού μέρους της ιδίας ταύτης ημέρας,
+έπεται ότι: η υπεραξία είναι προς το μεταβλητόν κεφάλαιον ως η
+υπερεργασία προς την αναγκαίαν εργασίαν ή το ποσοστόν της
+υπεραξίας
+
+ υ υπερεργασία
+___ = ________________
+ μ αναγκαία εργασία
+
+Αι δυο αναλογίαι παρουσιάζουν την αυτήν σχέσιν υπό διάφορον
+μορφήν. Μίαν φοράν υπό μορφήν πραγματοποιηθείσης εργασίας, μίαν
+άλλην υπό μορφήν εργασίας εν κινήσει.
+
+Το ποσοστόν της υπεραξίας είναι όθεν η ακριβής έκφρασις του βαθμού
+της εκμεταλλεύσεως της δυνάμεως της εργασίας υπό του κεφαλαίου ή
+του εργάτου υπό του κεφαλαιούχου.
+
+Αύτη είναι λοιπόν εν περιλήψει η χρησιμοποιουμένη μέθοδος διά τον
+υπολογισμόν του ποσοστού της υπεραξίας. Λαμβάνομεν ολόκληρον την
+αξίαν του προϊόντος και θέτομεν ίσην προς το μηδέν την αξίαν του
+σταθερού κεφαλαίου το οποίον δεν κάμνει άλλο τι ή να εμφανίζεται
+εκ νέου. Το ποσόν της υπολοίπου αξίας είναι η μόνη πραγματική αξία
+πραγματοποιηθείσα κατά την παραγωγήν του εμπορεύματος. Εάν η
+υπεραξία είναι γνωστή, δέον να την αφαιρέσωμεν του ποσού τούτου
+διά να εύρωμεν το μεταβλητόν κεφάλαιον. Το αντίθετον συμβαίνει εάν
+το τελευταίον τούτο είναι γνωστόν, οπόταν ζητείται η υπεραξία. Εάν
+αμφότερα είναι γνωστά δεν μένει πλέον η τελική πράξις, ο
+υπολογισμός του υ / μ της σχέσεως της υπεραξίας προς το μεταβλητόν
+κεφάλαιον
+
+οσονδήποτε απλώς και εάν είναι η μέθοδος αύτη, καλόν είναι να
+εξασκηθή ο αναγνώστης διά τινων παραδειγμάτων τα οποία θα του
+διευκολύνουν την εφαρμογήν.
+
+Ας εισέλθωμεν κατά πρώτον εις νηματουργείον. Τα ακόλουθα δεδομένα
+ανήκουν εις το έτος 1871 και μοι εδόθησαν υπό του ιδίου
+εργοστασιάρχου. Το εργοστάσιον θέτει εις κίνησιν 10.000 κλωστήρας
+κλώθον με αμερικανικόν βάμβακα νήμα αρ. 32 και παράγει εκάστην
+εβδομάδα μίαν λίτραν νήματος κατά κλωστήρα. Το απόρριμμα του
+βάμβακος ανέρχεται εις 6%· ούτω λοιπόν καθ' εβδομάδα 10,600 λίτρας
+βάμβακος μεταβάλλονται υπό της εργασίας εις 10.000 λίτρας νήματος
+και 600 λίτρας απορριμμάτων.
+
+Τον Απρίλιον του 1871 ο βάμβαξ εστοίχιζε φρ. 806 κατά λίτραν και
+συνεπώς διά 10.600 λίτρας, το στρογγυλόν ποσόν των 8.550 φρ. Οι
+10.000 κλωστήρες συμπεριλαμβανομένης της κλωστικής μηχανής και της
+ατμομηχανής, στοιχίζουν 25 φρ. εκάστη ήτοι 250.000 φρ. Η φθορά των
+ανέρχεται εις 10% = 25.000 φρ. ή εκάστην εβδομάδα 500 φρ. Το
+ενοίκιον των κτιρίων είναι 150 φρ. εβδομαδιαίως, ο άνθραξ (100 φρ.
+την ώραν και κατά δύναμιν ίππων, επί δυνάμεως 1000 ίππων διδομένη
+υπό του δείκτου και 60 ώρας καθ' εβδομάδα συμπεριλαμβανομένης και
+της θερμάνσεως του κτιρίου) ανέρχεται καθ' εβδομάδα τον αριθμόν
+των 11 τόννων και προς 10 φρ. 60 τον τόννον, στοιχίζει καθ'
+εβδομάδα 116 φρ. 60, η κατανάλωσις καθ' εβδομάδα διά το αεριόφως
+ισούται με 25 φρ., διά το έλαιον 112 φρ. 50, δι' όλας τας λοιπάς
+βοηθητικάς ύλας 250 φρ. Η μερίς της σταθεράς αξίας ανέρχεται κατά
+συνέπειαν εις 9450 φρ. αφού δεν παίζει ουδένα ρόλον εν τη παραγωγή
+της εβδομαδιαίας αξίας, την θέτομεν ίσην προς το μηδέν.
+
+Το ημερομίσθιον των εργατών ανέρχεται εις 1.300 φρ. καθ' εβδομάδα,
+η τιμή του νήματος προς 1 φρ. 275 την λίτρ. είναι διά 10.000 λίτρ.
+12.750 φρ. Όθεν η παραγομένη εβδομαδιαίως αξία είναι κατά
+συνέπειαν 12.750 — 9.450 f. = 3.300 φρ.
+
+Εάν ήδη αφαιρέσωμεν εκ τούτων το μεταβλητό κεφάλαιον (ημερομίσθιον
+των εργατών) = 1.300 φρ. απομένει μία υπεραξία 2.000 φρ.
+
+Ο τόκος της υπεραξίας είναι λοιπόν:
+
+= 200 = 153,84%
+ _____
+ 1300
+
+Διά μίαν μέσην ημέραν 10 ωρών κατά συνέπειαν, η αναγκαία εργασία =
+3 @ 3/33 και η υπερεργασία = 6 @ 2/33.
+
+Ιδού άλλος υπολογισμός, λίαν ελαττωματικός, είναι αληθές, διότι
+ελλείπουν πλείστα δεδομένα, αλλ' αρκετός διά τον σκοπόν μας.
+Δανειζόμεθα τους αριθμούς από το βιβλίον του Jacob επί του νόμου
+των δημητριακών (1815). Η τιμή του σίτου είναι 80 σελίνια κατά 8
+μεδίμνους και η μέση απόδοσις κατά πεντάπλεθρον (5 στρεμ.) είναι
+22 μέδιμνοι, εις τρόπον ώστε το πεντάπλεθρον αποφέρει 275 φρ.
+
+ Παραγωγή ενός πενταπλέθρου.
+
+ ΣΤΑΘΕΡΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
+ Σπορά...........36.25 Δεκάτη, φόρος . . . 26.20
+ Λίπος ..........62.50 Έγγειος πρόσοδος. . 35. —
+
+ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κέρδη του αγρονόμ.
+ Ημερομίσθια.....27.55 και τόκοι κεφαλ. 27.55
+ 88.75 186.25
+
+Η υπεραξία, πάντοτε αφού η τιμή του προϊόντος ισούται προς την
+αξίαν του, ευρίσκεται ενταύθα διανεμημένη εις το κέρδος του τόκου,
+την δεκάτην κ.τ.λ. Αδιαφορούντες διά ταύτα, τα προσθέτομεν όλα
+ομού και επιτυγχάνομεν ούτω υπεραξίαν 88 φρ. 75. Όσον διά τα 98
+φρ. 75 διά την σποράν και λίπος, τα θέτομεν ίσα προς το μηδέν ως
+μέρος σταθερόν του κεφαλαίου. Απομένει το μεταβλητόν κεφάλαιον των
+87 φρ. 50 εις την θέσιν του οποίου μία νέα αξία 87φρ. 50 + 88φρ.
+75 παρήχθη. Ο τόκος της υπεραξίας
+
+ υ 88.75
+ ___ _____ = πλέον των 100 — ·
+ μ 87.50
+
+Ο γεωργός χρησιμοποιεί όθεν πλέον του ημίσεως της ημέρας του
+εργασίας διά την παραγωγήν μιας υπεραξίας την οποίαν πολλά πρόσωπα
+διανέμονται μεταξύ των υπό διάφορα προσχήματα.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
+ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΦΑΡΓΚ
+
+
+
+I
+
+
+
+Η Πολιτική οικονομία του XVIII αιώνος, δύο είχε γνώμας επί της
+πηγής της αξίας.
+
+Οι φυσιοκράται έφθανον μέχρι της γης, και διά της γης δέον επίσης
+να εννοούμεν το ύδωρ, ως πηγήν αρχικήν και μόνον της αξίας: δεν
+απέδιδον την ονομασίαν &της παραγωγικής βιομηχανίας&, ειμή μόνον
+εις την βιομηχανίαν ήτις προμηθεύει νέας ύλας, εις την βιομηχανίαν
+του γεωργού, του μεταλλουργού και του αλιέως, Η εργασία του
+τεχνίτου δεν εδημιούργει ή &ψευδή προϊόντα& έλεγε ο Mercier de la
+Rivière, διότι η αξία την οποίαν προσέθετεν εις την πρώτην ύλην
+μετατρέπουσα ταύτην, αντεπροσωπεύετο ακριβώς υπό της αξίας των
+μέσων της παραγωγής του διαρκούσης της δημιουργίας της παραγωγής:
+αι ανάγκαι του κατέστρεφον αφ' ενός ό,τι η εργασία του παρήγαγε,
+και ουδεμία αύξησις πλούτου εγένετο διά την κοινωνίαν.
+
+Ο A. Smith και αργότερον ο Ricardo, εθεώρουν την εργασίαν ως «την
+πηγήν και το μέτρον της αξίας» εννοείται, εργασία βοηθουμένη υπό
+της γης και των άλλων φυσικών δυνάμεων, άνευ της συνδρομής των
+οποίων ουδέν θα εδημιουργείτο.
+
+«Η αξία ενός εμπορεύματος, λέγει ο Α. Smith, ισούται με την
+ποσότητα της εργασίας, ην το εμπόρευμα τούτο επιτρέπει εις τον
+κάτοχόν του να αγοράση ή παραγγείλη. Η εργασία είναι όθεν το
+πραγματικόν μέτρον της ανταλλακτικής αξίας παντός εμπορεύματος».
+(Πλούτος των Εθνών. Βιβλ I, κεφ. V. Μετάφρ G. Garnier 1882).
+
+«Θεωρώ την εργασίαν, λέγει ο Ricardo, ως την πηγήν πάσης αξίας,
+και την σχετικήν της ποσότητα ως το μέτρον το κανονίζον σχεδόν
+απολύτως την σχετικήν αξίαν των εμπορεύματος». (Principes de
+l' Economie Politique et de l' impôt. Κεφ. I, τμ. II. — Μικρά
+οικονομ. βιβλιοθ.).
+
+Πριν ή ακόμη δώση τον ακριβή ορισμόν της ο Ricardo απαντά εις
+εκείνους οι οποίοι θα του αντέτεινον ότι υπάρχουν αντικείμενα των
+οποίων η αξία εξαρτάται εκ της σπάνεως . . . Ως π. χ. πολύτιμοι
+πίνακες, αγάλματα, βιβλία και μετάλλια σπάνια, οίνοι εξαισίας
+ποιότητος, των οποίων η ποσότης είναι λίαν περιωρισμένη . . . Δεν
+αποτελούν εν τούτοις ή πολύ μικρόν μέρος των εμπορευμάτων τα οποία
+ανταλλάσσονται καθ' εκάστην εις την αγοράν. Κατά το πλείστον, ο
+μεγαλύτερος αριθμός των αντικειμένων τα οποία επιθυμεί τις να
+κατέχη είναι τα προϊόντα της βιομηχανίας, δυνάμεθα δε να τα
+πολλαπλασιάσωμεν όχι μόνον εις μίαν χώραν, αλλ' εις πλείστας, εις
+βαθμόν του οποίου είναι σχεδόν αδύνατον να καθορίσωμεν τα όρια,
+οσάκις θα ηθέλομεν να θυσιάσωμεν την αναγκαίαν βιομηχανίαν διά την
+δημιουργίαν των. (Ιδίου κεφ. I, τμήμα I.).
+
+«Αφ' ού είναι βέβαιον λέγει ο Destutt de Tracy, ότι αι φυσικαί μας
+και ηθικαί δυνάμεις, είναι ο μόνος αρχικός μας πλούτος, και ότι η
+χρησιμοποίησις των δυνάμεών μας, οιαδήποτε εργασία, είναι ο μόνος
+αρχικός θησαυρός και ότι διά της χρησιμοποιήσεως τούτων γεννώνται
+πάντα τα οποία ονομάζομεν αγαθά . . . Είναι βέβαιον ότι πάντα τα
+αγαθά ταύτα δεν αντιπροσωπεύουν ει μη την εργασίαν, ήτις τα
+εγέννησε, και ότι εάν έχουν αξίαν τινα, ή ακόμη δύο κεχωρισμένας,
+δεν δύνανται να επιτύχουν τας αξίας των ει μη εκ της αξίας της
+εργασίας εξ ης προέρχονται». (Eléments d' Ideologie. Παρισ. 1826
+σ. 35 — 36).
+
+«Όπως το εμπόριον γενικώς, λέγει ο Benjamin Fraklin, δεν είναι
+άλλο τι ή ανταλλαγή εργασίας, ούτω διά της εργασίας εκτιμάται
+ακριβέστερον η αξία παντός πράγματος». (The works of B. Frankin,
+edited by Sparks. Boston 1836. Τόμ. VI. σ. 267).
+
+«Άνθρωπός τις ησχολήθη επί μίαν εβδομάδα διά να παραγάγη
+αντικείμενον τι αναγκαίον εις την ζωήν, και εκείνος ο οποίος του
+δίδει άλλο τι εις αντάλλαγμα, δεν δύναται καλλίτερα να εκτιμήση
+ότι είναι το ισοδύναμον εκείνου, ειμή υπολογίζων ότι του
+εστοίχισεν ακριβώς τον αυτόν χρόνον εργασίας. Πράγματι είναι
+ανταλλαγή της εργασίας ενός ανθρώπου επί αντικειμένου τινός, επί
+τι χρονικόν διάστημα, έναντι της εργασίας άλλου ανθρώπου επί άλλου
+αντικειμένου επί το αυτό χρονικόν διάστημα». (Anonym Some thoughts
+on the interest of money in general and particularly in the public
+funds, London 1739).
+
+Ο J. B. Say δεν έχει γνώμην αλλά πλούτον γνωμών επί της αξίας:
+
+Της καθώρισεν, ως ο Α. Smith, διά της αγοραστικής της δυνάμεως.
+
+«Η αξία είναι η ποσότης κάθε αντικειμένου το οποίον δυνάμεθα να
+επιτύχωμεν εις αντάλλαγμα του αντικειμένου αφ' ου θέλομεν ν'
+απαλλαγώμεν». (Traité d' Econ. Pol. Ed. Rapilly 1826 τόμ. II.
+Βιβλ II, κεφ. IV. σ. 220).
+
+«Αι δυο βάσεις της αξίας είναι: 1ον &η χρησιμότης&, ήτις καθορίζει
+την ζήτησίν της. 2ον &Τα έξοδα της παραγωγής της&, τα οποία
+περιορίζουν την ένστασιν της ζητήσεως ταύτης· διότι παύει τις να
+ζητεί ό,τι στοιχίζει πολλά έξοδα παραγωγής». (Ιδίου Τόμ. III.
+Epitome σ. 308).
+
+«Δεν είναι μόνον τα έξοδα της παραγωγής, εκείνα άτινα κανονίζουν
+την ανταλλακτικήν αξίαν ενός εμπορεύματος . . . διότι η
+ανταλλακτική αξία δεν δύναται να ανέλθη όπως και τα έξοδα της
+παραγωγής, διότι τότε έδει η σχέσις της προσφοράς και της ζητήσεως
+να είναι η ιδία. Έδει και η ζήτησις να αυξηθή ωσαύτως», Oeuvres
+complets de D. Ricardo 1847. Σημειώσεις του Say 6, 8 και 9.
+
+Ο Say λέγει ότι ο Smith διέπραξε διπλούν σφάλμα καθορίζων την
+εργασίαν ως το μέτρον της αξίας· διότι όλα τα αγαθά του κόσμου δεν
+ηγοράσθησαν υπό της εργασίας του ανθρώπου. Η φύσις έχει μέρος είς
+τινας παραγωγάς· και η εργασία του δίδει προσθετήν αξίαν εις την
+αξίαν του ανθρώπου. Τούτο είναι προφανές εν τη γεωργική
+βιομηχανία, της οποίας τα προϊόντα πληρώνομεν εκτός του
+ημερομισθίου της βιομηχανίας του ανθρώπου και των κερδών του
+κεφαλαίου (το οποίον δύναται τέλος να αντιπροσωπεύη
+&συσσωρευμένην& εργασίαν), μίαν έγγειον πρόσοδον».
+
+(A. Smith Richesses des Nations Edit. Blanqui. Σημ. Τόμ. I. σ.
+37). Ο Say τίθεται αντιμέτωπος της θεωρίας των φυσιοκρατών επί της
+αξίας και παραδέχεται την γην ως την πηγήν αξίας.
+
+Δυνάμεθα να αρυσθώμεν εκ της &Πολιτικής οικονομίας& του Say μίαν
+άλλην γνώμην κατά την οποίαν η εργασία την οποίαν ονομάζει
+βιομηχανίαν του ανθρώπου, είναι η μόνη δημιουργός της αξίας.
+
+Ο Say αντιλέγων εις τον Smith προσθέτει: «Η μερίς της χρησιμότητος
+την οποίαν η φύσις μετεβίβασεν εις την αξίαν άνευ της επεμβάσεως
+του ανθρώπου ή των εργαλείων του, δεν αποτελεί μέρος του
+προϊόντος. Είναι φυσικός πλούτος όστις δεν εστοίχισε έξοδα
+παραγωγής». (Ίδ. τόμ. III. Epitome σ. 111).
+
+Ο Say διακρίνει τους φυσικούς αγωγούς «οικειοποιήσεως, ως αγρός,
+ρύαξ», και εκείνους οίτινες μη δυνάμενοι να αποκτηθούν παραμένουν
+κοιναί ιδιοκτησίαι, ως «η θάλασσα, οι ποταμοί, ο άνεμος, η φυσική
+ή χημική ενέργεια των υλών των μεν επί των δε κτλ» (Ίδ. τόμ. I
+κεφ. IV σ. 41 — 42).
+
+«Η μηχανή υποχρεοί τας φυσικάς δυνάμεις, τας διαφόρους ιδιότητας
+των φυσικών αγωγών, να εργασθούν διά την χρησιμότητα του ανθρώπου:
+το κέρδος είναι προφανές. Πάντοτε υπάρχει αύξησις προϊόντος ή
+ελάττωσις εξόδων παραγωγής». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. VII. σ. 68
+— 69).
+
+«Δύναται τις, γενικεύων περισσότερον, να θεωρήση, εάν θέλη, την
+γην ως μεγάλην τινά μηχανήν διά μέσου της οποίας κατασκευάζομεν
+σίτον, μηχανήν την οποίαν θέτομεν εις κίνησιν, καλλιεργούντες
+αυτήν». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. VII σ. 65).
+
+Εφ' όσον μία μηχανή, όπως η γη, παραμένει το μονοπώλιον ενός
+ατόμου, η παραχθείσα οικονομία αποβαίνει υπέρ του οικειοποιήσαντος
+ταύτην. «Πράγματι, όταν είς καταστηματάρχης, τη βοηθεία ιδικής του
+μεθόδου, κατορθώνει να κατασκευάζη προς 15 φράγκα το προϊόν το
+οποίον πρότερον του εστοίχιζεν 20, κερδίζει 5 φράγκα εφ' όσον η
+μέθοδός του παραμένει μυστική, αυτός δε μόνος επωφελείται της
+δωρεάν εργασίας της φύσεως. Όταν όμως η μέθοδος καταστή γνωστή και
+ο συναγωνισμός υποχρεώνει τον παραγωγόν να χαμηλώση την τιμήν του
+προϊόντος του από 20 εις 15 φράγκα, τότε οι κερδίζοντες τα 5
+φράγκα είναι οι καταναλωταί». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. IV. σ. 36
+— 37).
+
+Κατά συνέπειαν, τα έξοδα της παραγωγής ενός εμπορεύματος,
+αντιπροσωπεύονται υπό της εργασίας του ανθρώπου, της φθοράς των
+μηχανών και των εργαλείων τα οποία προσθέτομεν εις τους βραχίονάς
+μας διά να αυξήσωμεν την δύναμίν των, διά να επιτύχωμεν την
+συνδρομήν των φυσικών παραγόντων». (Ίδε βιβλ. I, κεφ. VII. σ. 65).
+
+Εάν λοιπόν η γη, η οποία είναι μηχανή κατασκευής σίτου, δεν ήτο
+οικειοποιημένη, δεν θα προσέθετεν εις το προϊόν την έγγειον
+πρόσοδον, αλλά την απλήν φθοράν της, δηλαδή την τιμήν των
+αναγκαίων λιπασμάτων και της εργασίας διά την αύξησιν της
+παραγωγικότητός της.
+
+Οπωσδήποτε και εάν εξετασθή το ζήτημα, υποχρεούμεθα να
+επιστρέψωμεν εις την παρατήρησιν του A. Smith και του Ricardo ότι
+η εργασία είναι η «πηγή και το μέτρον πάσης αξίας».
+
+II
+
+Αν και ο Μαρξ πασιφανώς απέδειζεν ότι η υπερεργασία, η μη
+πληρωνομένη του διανοουμένου και χειρώνακτος παραγωγού, αποτελεί
+την υπεραξίαν ή τα κέρδη του κεφαλαίου, εν τούτοις οι
+οικονομολόγοι είχον ήδη αορίστως υποδείξει το γεγονός.
+
+Ο Ricardo λέγει: «Ολόκληρος η αξία των ειδών του εργάτου και του
+εργοστασιάρχου χωρίζεται εις δύο μόνον μερίδας, εκ των οποίων η
+μεν αποτελεί τα κέρδη του κεφαλαίου, η δε αφιερούται εις το
+ημερομίσθιον των εργατών . . . Εάν εργοστασιάρχης τις έδιδε
+πάντοτε τα εμπορεύματά του αντί του ιδίου ποσού χρημάτων, διά 1000
+αγγλικάς λίρας π. χ., τα κέρδη θα εξηρτώντο εκ της τιμής της
+αναγκαίας εργασίας διά την κατασκευήν των. Θα ήσαν μικρότερα με
+ημερομίσθια 800 λιρών ή με άλλα 600. Εφ' όσον λοιπόν τα
+ημερομίσθια θα ηύξανον, τα κέρδη θα ηλαττούντο». (Ricardo,
+Principe d' Ec. Politiq. Κ. VI. Μικρά Οικονομ. Berl. σ. 175 —
+176).
+
+Ο Smith λέγει: «Εις την πρωτόγονον ταύτην κατάστασιν, ήτις
+προηγείται της απαλλοτριώσεως των γαιών και της συσσωρεύσεως των
+κεφαλαίων, ολόκληρον το προϊόν της εργασίας ανήκει εις τον
+εργάτην. Δεν υπάρχει ούτε ιδιοκτήτης, ούτε κύριος με τον οποίον
+υποχρεούται να το μοιρασθή.
+
+«Εάν η κατάστασις αύτη εξηκολούθει, το ημερομίσθιον ή η φυσική
+αμοιβή της εργασίας θα ηύξανεν, εφ' όσον αι παραγωγικαί του
+δυνάμεις θα απέκτων πάσας τας βελτιώσεις, ας επιτρέπει
+καταμερισμός των έργων». (Πλούτος των Εθνών μετάφρ. G. Garnier Β.
+I. Κεφ. VIII).
+
+«Η αξία, την οποίαν οι εργάται προσθέτουν εις την ύλην χωρίζεται
+εις δύο μέρη, εξ ων το έν πληρώνει τα ημερομίσθια του εργάτου και
+το άλλο τα κέρδη τα οποία πραγματοποιεί ο εργολάβος επί του ποσού
+των χρημάτων τα οποία του εχρησίμευσαν διά να χορηγήση τα
+ημερομίσθια ταύτα και την προς κατεργασίαν ύλην». (Smith ίδ. β. I
+κεφ. VI).
+
+«Ο κύριος λαμβάνει μέρος εις το προϊόν της εργασίας των εργατών ή
+εις την αξίαν εις την οποίαν η εργασία αύτη προσετέθη, εις ην
+προσηρμόσθη, και το μέρος τούτο είναι εκείνο το οποίον αποτελεί το
+κέρδος του». (Smith ίδ. κεφ. VIII).
+
+Ο J. Β. Say καθορίζει τον εργάτην «ως εκείνον, όστις ενοικιάζει
+την βιομηχανικήν ικανότητά του, ή όστις πωλεί την εργασίαν του και
+όστις κατά συνέπειαν εγκαταλείπει τα βιομηχανικά του κέρδη δι'
+ημερομίσθιον τι». (Traité d' Ec. Pol. τόμ. III. Epitom. σ. 306).
+
+«Οι οικονομολόγοι του XVIII αιώνος, λέγει ο Say, διετείνοντο ότι η
+εργασία δεν παράγει ουδεμίαν αξίαν χωρίς να καταναλώση ισοδύναμον
+τινα αξίαν και ότι κατά συνέπειαν, ουδένα αφίνει πλεόνασμα, ουδέν
+&καθαρόν κέρδος& και ότι μόνη η γη, χορηγούσα δωρεάν μίαν αξίαν,
+δύναται μόνη να δώση καθαρόν κέρδος . . . Όθεν τα γεγονότα
+αποδεικνύουν ότι αι παραχθείσαι αξίαι οφείλονται εις την δράσιν
+και την συνδρομήν της βιομηχανίας, των κεφαλαίων και των φυσικών
+αγωγών . . . και ότι ουδεμία άλλη των τριών τούτων πηγών παράγει
+αξίαν τινα, νέον πλούτον». (Ίδ. βιβλ I, κεφ. IV σ. 40 και 41).
+
+Ας εξετάσωμεν κατά τον ίδιον Say το εκτελεστικόν μέρος εκάστης των
+τριών τούτων πηγών εν τη δημιουργία του καθαρού κέρδους ή της
+υπεραξίας.
+
+1ον &Φυσικοί παράγοντες&: «Θα αντιτείνουν ίσως ότι οι μη
+οικειοποιημένοι φυσικοί παράγοντες, ως η πίεσις της ατμοσφαίρας
+εις τας ατμομηχανάς, δεν είναι παραγωγικαί αξιών. Της συνδρομής
+των ούσης δωρεάς, λέγουν, ουδεμία αύξησις γίνεται εν τη
+ανταλλακτική αξία των προϊόντων, του μόνου μέτρου πλούτου. Αλλά θα
+ίδουν ολίγον περαιτέρω ότι πάσα παραγομένη χρησιμότης ήτις δεν
+πληρώνεται εις τον καταναλωτήν, ισούται με δώρον γινόμενον προς
+αυτόν, με αύξησιν της προσόδου του». (Say ίδ. τ. I. β. I. Κεφ. IV.
+σ. 43).
+
+2ον &Κεφάλαια&. Πάσα μηχανή εν η «εχρησιμοποίησαν μίαν κεφαλαιώδη
+αξίαν» δεν παράγει κέρδη διά τον ιδιοκτήτην της, ή εφ' όσον
+παραμένει μυστική· αλλά είνε αδύνατον το μυστικόν να διατηρηθή επί
+μακρόν. Το παν μανθάνεται, κυρίως δε ό,τι το προσωπικόν συμφέρει
+ευθύς ν' ανακαλυφθή . . . Έκτοτε, ο συναγωνισμός υποβιβάζει την
+αξίαν του προϊόντος όλης της οικονομίας της γενομένης επί των
+εξόδων της παραγωγής· τότε ακριβώς έρχεται το κέρδος του
+καταναλωτού», (Say ίδ. τ. Ι, β. I. κ. VII σ. 72). Ούτω η μηχανή
+αναπαραγάγη την κεφαλαιώδη αξίαν της» αλλά δεν δημιουργεί
+υπεραξίαν. Ώστε διά να παραγάγη τα ημερομίσθια και τα κέρδη του
+κεφαλαιούχου δεν απομένει παρά η βιομηχανία, η χαρακτηρισθείσα υπό
+του Say ως «αι φυσικαί και ηθικαί δυνάμεις του ανθρώπου αι
+προσαρμοσθείσαι εις την παραγωγήν».
+
+III
+
+Η αξία της δυνάμεως — εργασίας κατά τον Μαρξ καθορίζεται υπό της
+αξίας των αναγκαίων προϊόντων διά την ημερησίαν συντήρησίν της,
+την οικογενειακήν αναπαραγωγήν της και την τεχνικήν μόρφωσίν της:
+η αξία αύτη ποικίλλει αναλόγως των χωρών και των εποχών. Τούτο
+ακριβώς ονομάζει ιστορικόν και ηθικόν της αξίας στοιχείον· ο Μαρξ
+δεν δύναται λοιπόν να είναι υπεύθυνος, όπως γίνεται συνήθως, διά
+&τον ορειχάλκινον νόμον& των ημερομισθίων, τον οποίον ο Lassalle
+περισσότερον προπαγανδιστής και κυρίως περισσότερον νομικός ή
+οικονομολόγος, καθώρισε διά τας ανάγκας της προπαγάνδας του, και
+τον οποίον ο Ιούλιος Guesde έσχε το σφάλμα να εισαγάγη εν Γαλλία
+χωρίς να μελετήση την επιστημονικήν του αξίαν.
+
+Ο Γενικός και άκαμπτος &ορειχάλκινος νόμος& δεν δύναται να
+συγκρίνη τας διακυμάνσεις των ημερομισθίων μιας βιομηχανίας, προς
+μίαν άλλην εν τη αυτή χώρα, ούτε διά τα ημερομίσθια μιας ιδίας
+βιομηχανίας της ιδίας χώρας και διαφόρων χωρών. Δεν δύναται να
+εξηγήση την σταθεράν ελλάττωσιν των ημερομισθίων εις την αυτήν
+βιομηχανίαν και την αυτήν χώραν, εφ' όσον οι εργάται πιεζόμενοι
+υπό του αμοιβαίου συναγωνισμού των συνειθίσουν εις το να
+ελαττώνουν τας ανάγκας των και να ικανοποιούνται με τας πλέον
+χονδροειδείς τροφάς.
+
+Ο Smith λέγει ότι κατά την εποχήν του το ημερομίσθιον εν τη Μεγάλη
+Βρεττανία «ήτο προφανώς κατώτερον του επακριβώς αναγκαίου διά να
+δυνηθούν οι εργάται να αναπτύξουν την οικογένειάν των». Αφού αι
+γυναίκες και τα παιδία δεν προσελαμβάνοντο εις τα εργοστάσια,
+έπρεπε το ημερομίσθιον του ανδρός να αντιπροσωπεύη τα μέσα της
+υπάρξεώς των. Το ημερομίσθιον τούτο ήτο τόσον υψωμένον, ώστε και
+κατά την εποχήν ακόμη του Smith, ο νόμος καθώριζε το μάξιμουμ το
+οποίον δεν ηδύνατο να υπερπηδηθή. (Richesses des Nations β. I,
+κεφ. VIII).
+
+Ο καθορισμός των ημερομισθίων υπήρξε γενικός εις όλας τας
+ευρωπαϊκάς χώρας. Οι εργάται εύρισκον πανταχού ότι ήσαν λίαν
+σημαντικά και ότι το κέρδος τριών ή τεσσάρων ημερών επέτρεπεν εις
+τον εργάτην να αναπαύεται πολλάς ημέρας καθ' εβδομάδα. Το γεγονός
+ότι εις ουδέν καπιταλιστικόν έθνος υπάρχη νόμος διά να καθορίζη το
+μάξιμουμ των ημερομισθίων, είναι η πλέον πειστική απόδειξις, ότι η
+εργατική τάξις, εν τη ολότητι, έμαθε να ελαττώνη τας ανάγκας της,
+τας διασκεδάσεις της υπάρξεώς της εις αναλογίας αι οποίαι ήσαν
+αδύνατοι κατά τον XVIII αιώνα.
+
+Ο Lasalle με τον &ορειχάλκινον νόμον& του, επανέλαβεν εκ νέου
+μόνον τας γνώμας οικονομολόγων τινων, μεταξύ δε άλλων και του J.
+Β. Say. «Το ημερομίσθιον των απλών και χονδροειδών εργασιών λέγει
+ο Say δεν υπερβαίνει ποτέ δι' εκάστην χώραν το αυστηρώς αναγκαίον
+όριον προς το ζην. (Traité d' Ec. Pol. τ. II. β. II. κεφ. VIII.
+σ. 277). Το ημερομίσθιον τούτο υπελογίσθη με ορειχάλκινον
+ακρίβειαν διότι εν τη τάξει της οποίας η πρόσοδος (ανάγνωθι
+ημερομίσθιον) ευρίσκεται εις το αυτό επίπεδον με το αυστηρώς
+αναγκαίον, ελάττωσις προσόδου θα εσήμαινε καταδίκην εις θάνατον
+εάν όχι του εργάτου, τουλάχιστον μέρος της οικογενείας του. (Ίδ.
+σ. 283).
+
+Είναι αληθές ότι ο Say αναφέρει τας συνηθείας, αίτινες έπηρεάζουσι
+την έκτασιν των αναγκών και αντιδρούν επί του τρόπου των
+ημερομισθίων. «Όσον περισσότερον η αξία της καταναλώσεως του
+εργάτου είναι μικρά, τόσον περισσότερον ο συνήθης τόκος του
+ημερομισθίου του δύναται να κατέλθη». Και σπεύδει να προσθέση «ότι
+δεν φοβείται μήπως αι καταναλώσεις της εργατικής τάξεως επεκταθούν
+περαιτέρω, χάρις εις το μειονέκτημα της θέσεώς των. Η ανθρωπότης,
+θα επεθύμει να τους έβλεπεν, αυτούς και την οικογένειάν των,
+ενδεδυμένους αναλόγως προς το κλίμα και την εποχήν θα ήθελεν εις
+την κατοικίαν των να ηδύναντο να εύρουν το διάστημα, τον αέρα και
+την θέρμανσιν, πάντα ταύτα αναγκαία εις την υγείαν των· η τροφή
+των να είναι υγειής και αρκετά άφθονος· και ακόμη να δύνανται να
+προβαίνουν εις αλλαγήν τινα και ποικιλίαν. Αλλ' είναι ολίγαι αι
+χώραι, ένθα αι ανάγκαι, αι τόσον μέτριαι, εκλαμβάνονται ως
+υπερβαίνουσαι τα όρια του αυστηρώς αναγκαίου και ένθα, κατά
+συνέπειαν, δύνανται να ικανοποιούνται με τα ημερομίσθια της
+τελευταίας τάξεως των εργατών». (Ίδ. σ. 287).
+
+Ο Say είναι περισσότερον ακόμη απαισιόδοξος διά το ημερομίσθιον
+των γυναικών.
+
+«Επί παραδείγματι, κλώστριαι εις χωρία τινά, ούτε το ήμισυ της
+δαπάνης των κερδίζουν, αν και η δαπάνη των είναι μετρία· πρέπει να
+τραφούν υπ' αυτού μητέρα, κόρη, αδελφή, θεία και πενθερά εργάτου,
+και όταν ακόμη δεν κερδίζει απολύτως τίποτε . . . Τούτο δύναται να
+εφαρμοσθή εις όλα τα γυναικεία έργα. Γενικώς ταύτα πληρώνονται
+πολύ ολίγον, διά τον λόγον ότι μέγας αριθμός εκ των γυναικών
+διατηρούνται άλλως πως ή εκ της εργασίας των και δύνανται να
+θέτουν εις κυκλοφορίαν το είδος της ασχολίας των κάτω της τιμής
+την οποίαν θα καθώριζεν η έκτασις των αναγκών των». (Ίδ. σ. 281).
+
+ Paul Lafargue
+
+
+
+1 ) Βλ. επί τούτου, περί αξίας, &Maffeo Pantaleoni&, Principii di
+Economia Pura. Firenze 1889.
+
+2) Ο υπό του Warlas _Elements d' Economie Politique Pure Lausanne_
+1889, σ. 177, διδόμενος ορισμός μάς φαίνεται ο καλύτερος από
+απόψεως ακριβείας.
+
+3) Δεν αρκεί ο εργάτης να εκτελέση έργον τι, πρέπει ακόμη: 1) να
+διατηρήση το προϊόν του, αντί να το καταναλώση αμέσως, 2) να
+χρησιμοποιήση το προϊόν τούτο μετά περισκέψεως. Εάν το εμπιστευθή
+εις τον πρώτον τυχόντα εργοστοσιάρχην, ούτος δυνατόν να το
+σπαταλήση.
+
+Ο &Molinari&, _Notions fondamentales d' Economie polit.,_ σ. 183,
+λέγει: «ο κεφαλαιούχος εκτελεί όθεν σημαντικάς λειτουργίας: η
+πρώτη συνίσταται εις τον σχηματισμόν του κεφαλαίου, η δευτέρα εις
+την διατήρησίν του». Βλέπομεν ότι ο συγγραφεύς ούτος, όπως πολλοί
+άλλοι οικονομολόγοι, δεν διαπράττουν την σύγχυσιν διά την οποίαν ο
+Μαρξ παραπονείται μεταξύ οργάνου εργασίας και του χαρακτήρος του,
+ως κεφαλαίου (οικειοποιουμένου).
+
+Εδημοσιεύθη στατιστική των πτωχεύσεων, αίτινες έλαβον χώραν εν
+Αμερική κατά τα έτη 1890, 1891, 1892 με κατάταξιν αναλόγως των
+αιτίων των. Τω 1892 έλαβον χώραν 10 χιλ. πτωχεύσεις με 54,774,106
+δολλ. ενεργητικόν και 108,549,248 δολλ. παθητικόν.
+
+ΑΙΤΙΑΙ ΑΡΙΘ. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΝ ΠΑΘΗΤΙΚΟΝ
+ ΔΟΛΛΑΡΙΑ ΔΟΛΛΑΡΙΑ
+Ανεπιτηδειότης...... 1986 6,599,692 13,445,228
+Έλλειψις πείρας..... 532 1,436,699 3,320,950
+Ανεπάρκεια κεφαλαίου 3343 15,209,975 23,576,617
+Αφροσύνη........... 148 819,942 1,707,050
+Αμέλεια............ 311 812,761 1,750,000
+
+Αι πτωχεύσεις, αίτινες έχουσι τας ανωτέρω αιτίας, παρουσιάζουσι
+σπατάλην απλού κεφαλαίου. Όταν το κεφάλαιον θα είναι κοινόν, τότε
+θα σπαταληθή περισσότερον, ή ολιγώτερον;
+
+4) Τα πράγματα αληθώς φαίνεται να αποδεικνύουσιν ότι το αντίθετον
+συμβαίνει, δηλαδή πρέπει &1ον& να έχωμεν τα μέσα παραγωγής διά να
+παραγάγωμεν και να καταναλώσωμεν περισσότερα. Είνε αληθές ότι το
+παν καταλήγει εις τον καταναλωτήν, αλλά το κεφάλαιον παράγομεν
+ουχί καταναλίσκοντες αλλ' απέχοντες από την κατανάλωσιν.
+
+5) _Victor Jacquemont_, Lettres: «Αι Ινδίαι είναι η ουτοπία της
+κοινωνικής τάξεως καθώς παραδέχονται οι &όπως πρέπει& άνθρωποι. Εν
+Ευρώπη οι πτωχοί βαστάζουν τους πλουσίους επί των ώμων των, αλλά
+μεταφορικώς. Εν Ινδίαις τούτο συμβαίνει πραγματικώς. Αντί εργατών
+και εκμεταλλευτών κυβερνωμένων και κυβερνώντων, διακρίσεις λεπταί
+της ευρωπαϊκής πολιτικής, εν Ινδίαις η διάκρισις είναι σαφεστέρα,
+βασταζόντων και βασταζομένων. — Τοιαύτη κοινωνική κατάστασις
+αξίζει να μας δοθή ως παράδειγμα; Οι Άγγλοι εργάται δύναται να
+ζηλεύσουν τι των Ινδών;
+
+6) Όσον δια τας κυβερνήσεις ο Μαρξ έχει εντελώς δίκαιον. Το ποσόν
+του πλούτου, τον οποίον καταστρέφουσιν ή και εμποδίζουσι να
+σχηματισθή είναι αφαντάστως μέγα. Εις το γεγονός τούτο μάλιστα
+ημείς αποδίδομεν την κυρίαν αιτίαν των αθλιοτήτων, τας οποίας
+άριστα περιέγραψεν ο Κ. Μαρξ και διά τας οποίας λυπούμεθα και
+ημείς όσον και αυτός.
+
+Ήδη θα έπρεπε να καταδειχθή ότι κυβέρνησις κοινωνίας, εν η το
+κεφάλαιον είναι κοινόν θα ήτο ολιγώτερον δαπανηρά από την
+κυβέρνησιν της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Τούτο ουδαμώς είναι a
+priori φανερόν, μάλιστα το εναντίον φαίνεται πιθανόν.
+
+Είναι βέβαιον ότι εάν οι κεφαλαιούχοι εξαφανισθούν ουδέν θα
+δύνανται πλέον να οικειοποιηθούν, θα καταστή αδύνατος πάσα πλέον
+κατάχρησις; Δεν είναι δυνατόν να παρεισφρύσουν καταχρήσεις και εις
+πολιτείαν, όπου η ατομική ιδιοκτησία δεν θα υπάρχει και όπου θα
+διανέμονται δελτία καταναλώσεως; Κατ' αυτάς αι εφημερίδες
+εδημοσίευσαν τας λεπτομερείας συμποσίων τινών των δημοτικών
+συμβούλων Παρισίων κατά περιοδείαν τινά ανά τα φρενοκομεία. Η κατ'
+άτομον δαπάνη κάθε γεύματος ανήλθεν εις φράγκα 35. Τι θα γίνωμεν
+φευ! εάν αι βιομηχανίαι επιθεωρώνται κατ' αυτόν τον τρόπον; Θα
+εξωδεύαμεν ολιγώτερα και θα είχομεν καλύτερα αποτελέσματα, παρά
+εάν αφίναμεν εις μόνους τους βιομηχάνους την φροντίδα της
+επιθεωρήσεώς των;
+
+7) ΕΤΗ ΠΟΣΑ ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ
+ οφειλόμενα εις καταθέτας πιστώσεις λο-
+ την 31 Δεκεμβρίου (συμπε- γαριασμού εκά-
+ ριλαμβανομένων τόκων) στου καταθέτου
+ 1882 47.601.368 φρ. 224.97 φρ.
+ 1885 154.155.572 » 222.59 »
+ 1890 413.439.048 » 274.76 »
+ 1891 506.379.931 » 292.05 »
+
+8) Πράγματι ο τόκος εν τη καταστάσει της ισορροπίας, αποβαίνει ο
+αυτός δι' όλας τας βιομηχανίας (λαμβανομένων υπ' όψει των
+αποσβέσεων ένεκα κινδύνων κλπ.). Η δι' εκάστην δε βιομηχανίαν
+ποσότης διά των μεταβολών της διατηρεί την ισορροπίαν αυτήν.
+
+9) Stuart Mill Στοιχεία πολιτ. οικονομίας, Γαλ. μεταφράσεως,
+Παρίσιοι Guillaumin τόμ. 1 σ. 503.
+
+10) Η χρησιμότης είναι ο αφηρημένος όρος, όστις δεικνύει το
+ευχάριστον αποτέλεσμα, ήτοι &το ηδονιστικόν& (εκ του Ελληνικού
+&ηδονή&, ευχαρίστησις, απόλαυσις) οφειλόμενον εις το σύνολον των
+συνθηκών, αίτινες καθιστούν πράγμα τι οικονομικόν αγαθόν
+Pantaleoni loc. cit., σελ. 87, όρα Walras, Menger, Jevons,
+Marshall, Edgeworth. κ.λ.π. Η λέξις αύτη &χρησιμότης& έχει κακώς
+εκλεχθή, διότι έχει ήδη εις την κοινήν γλώσσαν σημασίαν τελείως
+διάφορον της εν τη πολιτική οικονομία. Εν τη καθημερινή χρήσει
+&ωφέλιμος, χρήσιμος&, είναι το αντίθετον του &βλαβερός, άχρηστος&.
+Λέγομεν επί παραδείγματι ότι η Μορφίνη μακράν του να είναι
+ωφέλιμος εις τον μορφινομανή, είναι τουναντίον λίαν βλαβερά. «Η
+πολιτική οικονομία ουδεμίαν έχει σχέσιν με την εκτίμησιν, την
+οποίαν δύναται να κάμη των διαφόρων χρησιμοτήτων είς φιλόσοφος,
+είς ηθικολόγος».
+
+11) Η έλλειψις χώρου δεν μας επιτρέπει ν' αναφέρωμεν ενταύθα ειμή
+λίαν περιληπτικώς τας σκέψεις ταύτας. Τας ανεπτύξαμεν όμως εν τω
+Giornale degli Economisti Roma Μάιος 1892 σ. 401 και επ.
+
+12) Ο Κ. Μαρξ λέγει: «Ο σχηματισμός κεφαλαίου είναι δυνατός τότε
+μόνον, όταν η τιμή των εμπορευμάτων είναι ίση προς την αξίαν των.
+Ο σχηματισμός ούτος δεν εξηγείται διά μιας διαφοράς, μιας
+αποστάσεως των αξιών από των τιμών τούτων. Εάν αι τιμαί διαφέρουν
+των αξιών δέον να τας εξισώσωμεν, δηλαδή να θεωρήσωμεν την
+διαφοράν ταύτην ως κάτι καθαρώς τυχαίον . . . . γνωρίζομεν εξ
+άλλου ότι η εξίσωσις αύτη δεν είναι τρόπος ενεργείας καθαρός
+επιστημονικός.
+
+Αι συνεχείς διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς, η πτώσις και η
+ύψωσίς των αντισταθμίζονται και μηδενίζονται αμοιβαίως και
+ανάγονται μόναι των εις μέσην τιμήν κατά φυσικόν των κανόνα». Ο Κ.
+Μαρξ εξακολουθεί: «: . . . . . πώς είναι δυνατόν να παράγεται
+κεφάλαιον, όταν αι τιμαί κανονίζωνται επί τη βάσει της μέσης
+τιμής, οριστικώς δε επί τη βάσει της αξίας των εμπορευμάτων; Λέγω
+οριστικώς, διότι αι μέσαι τιμαί δεν συμπίπτουν απ' ευθείας με τας
+αξίας των εμπορευμάτων, όπως τα πιστεύουν ο Α. Smith, ο Rιcardi
+και άλλοι». Διατί να τίθενται ούτω αινίγματα και να μη καθορίζεται
+αμέσως τι είναι η &αξία;& Εις ολόκληρον τα βιβλίον του κεφαλαίου
+γίνεται λόγος περί της αξίας χωρίς να καθορίζεται η έννοια αυτής.
+
+13) Διά να εκφρασθώμεν μετ' ακριβείας πρέπει να είπωμεν ότι η
+ανταλλακτική αξία, ήτις εξαρτάται εκ του &τελικού βαθμού της
+χρησιμότητος&, καθορίζει τας κατασκευαζομένας ποσότητας.
+
+14) Ο αναγνώστης ο γνωρίζων τας θεωρίας &της οικονομικής
+χρησιμότητος& θα παρετήρησεν ήδη ότι τας εφηρμόσαμεν εις το
+παράδειγμα τούτο. Εις μάτην εζητήσαμεν άλλο μέσον διά να
+εξηγήσωμεν σαφώς το ζήτημα όπερ εξετάζομεν.
+
+Δέον να νοηθή όχι δεν πρόκειται ενταύθα ειμή περί εμπορευμάτων
+δυναμένων ν' αναπαραχθούν, όπερ κυρίως λαμβάνει υπ' όψιν ο Μαρξ εν
+προκειμένω.
+
+15) G. de Molinari «Notions fondamentales d' Economie politique»
+1891 σ. 186.
+
+Τα φαινόμενα της υπεραξίας ευρίσκονται εις αντίθεσιν με την
+θεωρίαν του Κ. Μαρξ, όστις καθορίζει την αξίαν μόνον εκ της
+εργασίας. Από μιας άλλης όμως απόψεως ευρίσκομεν εκεί
+οικειοποίησιν του τύπου της αξίας, την οποίαν ο Κ. Μαρξ
+καταδικάζει. Δεν είναι αποδεδειγμένον ότι η οικειοποίησις αύτη
+είναι χρήσιμος διά την επίτευξιν του μάξιμουμ του ηδονισμού του
+ατόμου και του είδους, είναι δε πρόβλημα δύσκολον η εξεύρεσις του
+μέσου όρου διά να αποφευχθή η οικειοποίησις αύτη. (Όρα Herbert
+Spencer Δικαιοσύνη κεφ. XI παράρτημα Β.).
+
+16) Τα φαινόμενα ταύτα περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα του γεγονότος
+ότι ο κόπος, τον οποίον προξενεί η παραγωγή πολλών εμπορευμάτων
+δεν είναι μόνιμος διά πάσαν μονάδα. Διά τινα εμπορεύματα, όταν η
+παραχθείσα ποσότης αυξάνει ο κόπος ούτος αυξάνει επίσης. Δι' άλλα
+εμπορεύματα ελαττούται.
+
+17) Εξηγούμεθα περισσότερον χρησιμοπσιούντες τα αλγεβρικά σημεία.
+Όταν η ανταλλαγή παύη να λαμβάνη χώραν· έστω, διά τον
+υποδηματοποιόν: Α, ο κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζε διά την
+κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων· Β, ο πόνος, τον οποίον
+δοκιμάζει στερούμενος του ύδατος, το οποίον θα ελάμβανε εις
+αντάλλαγμα. Και διά τον κομιστήν του ύδατος: Γ, ο κόπος, τον
+οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων την ποσότητα ταύτην του ύδατος·
+Δ, ο πόνος, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος των υποδημάτων, τα
+οποία θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα.
+
+Το γεγονός ότι η ανταλλαγή γίνεται ακριβής εις το σημείον τούτο
+μας παρουσιάζει τας δύο ακολούθους εξισώσεις:
+
+Α=Β, Γ=Δ.
+
+Αι εξισώσεις δε αύται ουδόλως μας φέρουν εις την ισότητα του Α.
+και του Γ.
+
+Αλλ' εάν υποθέσωμεν τον διά της απλής εργασίας μετρούμενον κόπον,
+και ότι: Ε είναι η &απλή& εργασία διά την κατασκευήν ενός ζεύγους
+υποδημάτων, ε δ' η απλή εργασία διά την μεταφοράν του ύδατος, το
+οποίον ανταλλάσσεται μετά του ζεύγους των υποδημάτων, θα έχωμεν:
+
+Α=αΕ, Γ=βε
+
+Εξ άλλου, εάν Β1 είναι ο κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζεν ο
+υποδηματοποιός μεταβαίνων απ' ευθείας εις αναζήτησιν ύδατος, Δ1 ο
+κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζον οι κομισταί του ύδατος
+κατασκευάζοντες τα ζεύγος των υποδημάτων θα έχομεν ακόμη:
+
+Β1=αε, Δ1=βΕ
+
+εξ ού το θεώρημα του Κ. Μαρξ, το οποίον λέγει:
+
+ε=Ε
+
+και εν τοιαύτη περιπτώσει διά των προηγουμένων εξισώσεων έχομεν το
+αποτέλεσμα:
+
+Β=Β1 Δ=Δ1
+
+αποτέλεσμα ανταποκρινόμενον με τας δευτέρας περιπτώσεις τας
+αναφερομένας εις το κείμενον.
+
+18 (1) Διά να είμεθα εν τάξει με τας νέας θεωρίας πρέπει ενταύθα
+να είπωμεν: &το κόστος της παραγωγής&. Υπενθυμίζομεν διά μίαν
+φοράν ακόμη ότι το κόστος της παραγωγής ισούται με την
+ανταλλακτικήν αξίαν.
+
+19) Αι λέξεις με κεφαλαία γράμματα είναι εκείναι, τας οποίας
+αλλάσσομεν εις το κείμενον του Κ. Μαρξ.
+
+20) Ο Μαρξ είχε δίκαιον βλέπων μίαν αντίφασιν εις το γεγονός «να
+εξάγεται το ιδεώδες της δικαιοσύνης εκ νομικών σχέσεων πηγαζουσών
+εκ κοινωνίας βασιζομένης επί της εμπορικής παραγωγής» και να
+λαμβάνεται είτα το ιδεώδες τούτο ως στήριγμα διά την αναμόρφωσιν
+της κοινωνίας αυτής και του δικαίου της. Αλλά μήπως δεν ακολουθεί
+και αυτός κάπως τον δρόμον αυτόν ισχυριζόμενος ότι ολόκληρον το
+προϊόν της εργασίας δέον να ανήκη εις τον εργάτην;
+
+21) Η λέξις αύτη προϋποθέτει ήδη την λύσιν του προβλήματος του Κ.
+Μαρξ, ενώ οι οικονομολόγοι διατίνονται ακριβώς ότι η υπεραξία δεν
+απεκτήθη δωρεάν.
+
+22) Η ισότης αύτη αμφισβητείται. Ο Κ. Μαρξ, αναφέρων παράδειγμα
+χημικής ισομερείας, ηδύνατο να προΐδη το αντίθετον ότι δύο ποσά
+αριθμητικώς ίσα δύνανται να είναι οικονομικώς διάφορα. Εκείνο που
+ενταύθα τα διακρίνει είναι ο χρόνος.
+
+23) Ή καλύτερον, εάν η υφισταμένη ποσότης ήτο μεγαλυτέρα ή ίση
+εκείνης, την οποίαν θα επεθυμούμεν.
+
+24) Και άλλαι επίσης περιπτώσεις ως η πιθανότης της απολαύσεως
+μελλοντικού αγαθού κλπ., επί των οποίων δεν είναι ανάγκη να
+σταματήσωμεν τώρα.
+
+25) Ο κ. Block δεν θα επρόσεξε επί της σημαντικής ταύτης
+περικοπής, διότι λέγει: «Η ωρισμένη Τιμή (tarif) είναι η ένδειξις
+διά κάθε επάγγελμα πόσαι ώραι ενός εργάτου ισούνται με μίαν ώραν
+της εργασίας του: π. χ. η ώρα του ράπτου δύο, η ώρα του
+κλειθροποιού τρεις . . . . . προκαλώ οιονδήποτε να ορίση τιμήν η
+οποία να ευχαριστή ένα επί τοις εκατόν. Ιδού διατί απέφυγεν ο Κ.
+Μαρξ τον καθορισμόν τούτον». (Βλ. &Αι πρόοδοι της οικονομικής
+επιστήμης& I σ. 507). Η κρίσις αύτη όμως δεν είναι ορθή, διότι ο
+Κ. Μαρξ δεν απέφυγε να το καθορίση, αφού υποδεικνύει τρόπον, όστις
+κατ' αυτόν έδει να χρησιμεύση ως καθορισμός της τιμής ταύτης.
+
+26) Ιδού επί παραδείγματι τα warrants των χυτοσιδηρουργείων της
+Γλασκώβης εις σελήνια και πέννας κατά τόννον:
+
+ Έτη 1833 1834 1835 1836 1837
+ Υψηλοτέρα τιμή 81/1 92/0 83/6 81/0 82/6
+ Χαμηλοτέρα τιμή 49/0 64/0 54/0 68/0 48/6
+ Μέση τιμή 61/6 79/9 70/9 72/6 69/2
+
+ Έτη 1838 1839 1860 1861 1862
+ Υψηλοτέρα τιμή 60/0 58/6 61/6 52/6 57/6
+ Χαμηλοτέρα τιμή 52/0 47/0 49/6 47/0 48/6
+ Μέση τιμή 54/5 51/11 53/8 49/3 53/0
+
+ Έτη 1863 1864 1865 1866 1867
+ Υψηλοτέρα τιμή 67/3 66/0 65/0 82/0 55/6
+ Χαμηλοτέρα τιμή 50/6 49/6 65/3 51/0 51/6
+ Μέση τιμή 55/9 57/4 49/6 60/6 53/6
+
+ Έτη 1868 1869 1870 1871 1872
+ Υψηλοτέρα τιμή 54/6 58/6 60/0 72/9 137/6
+ Χαμηλοτέρα τιμή 51/9 50/6 50/5 51/0 73/0
+ Μέση τιμή 52/9 53/3 54/4 58/11 102/0
+
+ Έτη 1873 1874 1875 1876 1877
+ Υψηλοτέρα τιμή 145/7 108/9 75/0 66/6 57/9
+ Χαμηλοτέρα τιμή 101/0 72/6 57/6 56/0 51/6
+ Μέση τιμή 117/3 87/6 65/9 58/6 54/4
+
+ Έτη 1878 1879 1880 1881 1882
+ Υψηλοτέρα τιμή 52/4 68/6 73/3 53/6 53/1
+ Χαμηλοτέρα τιμή 42/3 40/0 44/6 45/0 46/8
+ Μέση τιμή 48/5 47/0 54/6 49/4 49/4
+
+Αι τιμαί αύται δεν φαίνονται να σταματούν εις μόνιμον επίπεδον.
+Συνεχώς ποικίλλουν. Όθεν επί πραγματικών γεγονότων πρέπει να
+συζητώμεν και ουχί επί γεγονότων της φαντασίας μας.
+
+27) J. Stuart Mill &Λογική& γαλλ. μετάφρ. τόμ. II, σ. 385.
+
+28) Είναι η αρχή της ελαττώσεως του &τελικού βαθμού της
+χρησιμότητος&. Εν γενικαίς γραμμαίς την θεωρούμεν ορθήν, εκτός
+μερικών εξαιρέσεων. (Giornale degli Economisti, Roma Ιανουάριος
+1893. Όρα Edgeworth, _Mathematical psychics_ σ 34-35).
+
+29) Είναι αληθές ότι εις την ελάττωσιν ταύτην των κινδύνων
+αντιστοιχεί ελάττωσις του τόκου, του κράτους δανειζομένου με
+μικρότερον τόκον του επιτυγχανομένου εις τας βιομηχανίας, αι
+οποίαι διατρέχουν κινδύνους. Αλλά τούτο είναι μία σχετική
+ελάττωσις ενός ολικού τεχνητώς υψωθέντος.
+
+Ας υποθέσωμεν πράγματι ότι το ελεύθερον εμπόριον ορίζει εν
+δεδομένη στιγμή επιτόκιον Χ διά τον τόκον, και το επιτόκιον τούτο
+αντιστοιχεί προς το 5% το πληρωνόμενον υπό του κράτους, η διαφορά
+δε διά τους κινδύνους του κεφαλαίου είναι η πληρωτέα αμοιβή. Έστω
+10 εκατομ. το χρησιμοποιούμενον κεφάλαιον με επιτόκιον Χ· δυνάμεθα
+να υπολογίσωμεν ως εάν τούτο εχρησιμοποιείτο προς 5% άνευ
+κινδύνου.
+
+Αι βιομηχανίαι της χώρας θα ηδύναντο να χρησιμοποιήσουν ακόμη έν
+εκατομμύριον, αλλά μόνον εις επιτόκιον, αντιστοιχούν προς 4% των
+προσόδων του κράτους, επί του ολικού κεφαλαίου.
+
+Εν τοιαύτη περιπτώσει ελαττούντες, διά της αφαιρέσεως όλων των
+πληρωτέων αμοιβών διά τους κινδύνους, πάντα τα επιτόκια από τα
+πληρωθέντα τοιαύτα υπό του κράτους, θα δυνηθώμεν να είπωμεν ότι,
+οι κεφαλαιούχοι δύνανται να χρησιμοποιήσουν 10 εκ. προς 5%, ή 11
+εκατομ. προς 4%.
+
+Αλλά το κράτος επεμβαίνει όταν ο τόκος ακόμη 5%. Ζητεί από την
+αγοράν έν επί πλέον εκατομμύριον, πράγμα, που αυξάνει το επιτόκιον
+και το υψώνει ας υποθέσωμεν 5,1%. Το εκατομμύριον τούτο χορηγείται
+εις τας βιομηχανίας, αι οποίαι δεν δύνανται να πληρώσουν ειμή 4%,
+και οι συμβάλλοντες επιβαρύνονται με την διαφοράν.
+
+Κατά τον τρόπον τούτον οι κεφαλαιούχοι χρησιμοποιούν 11 εκατομ.
+προς 5,1% αντί των 4%.
+
+Εξαιρέσει των αριθμών, οι οποίοι εδόθησαν ενταύθα ως παράδειγμα, η
+υποθετική αύτη περίπτωσις επραγματοποιήθη εις τα συναφθέντα υπό
+των κυβερνήσεων δάνεια διά την κατασκευήν των σιδηροδρόμων.
+
+Ίνα εξετασθή κατά βάθος η άποψις αύτη και διά να μη παρασυρθώμεν
+εις ατελεύτητα συμπεράσματα, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσωμεν την
+αριθμητικήν.
+
+30) Η απάντησις αύτη εδόθη εις μερικάς μας αντιρρήσεις τας οποίας
+εξεφράσαμεν επί του έργου του μέλλοντος σοσιαλιστικού κράτους, υπό
+επισήμου Σοσιαλιστικής Επιθεωρήσεως La critica sociale του
+Μιλάνου.
+
+31) Ιδού μικρός πίναξ αποδεικνύων, ως λέγει ο Schoenhofs, ότι η
+πρόοδος της μηχανικής παραγωγής έσχεν ως αποτέλεσμα την ελάττωσιν
+της τιμής του γαιάνθρακος και την ΑΥΞΗΣΙΝ των ημερομισθίων.
+
+ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΑ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΑ ΤΙΜΗ ΓΑΙΑΝΘΡΑΚΟΣ
+ Ετήσια κατά τόννον κατά τόννον
+ 1880 1890 1880 1890 1880 1890
+ δολλάρια σεντς δολλάρια
+ Tennesee 332 392 68 82 1,27 1,21
+ Kentucky 261 334 73 70 1,20 0,99
+ West Virginia 295 391 72 60 1,10 0,82
+ Ohio 320 352 86 69 1,29 0,91
+ Illinois 382 357 99 69 1,44 0,97
+
+Επ' αυτού δέον να προστρέξωμεν εις το έργον του κ. Paul Leroy —
+Beauler (&Δοκίμιον διανομής του πλούτου& και &Ο κολλεκτιβισμός&
+του αυτού συγγραφέως).
+
+32) Ο Κ. Μαρξ εκτείνεται επί της νοθείας των εμπορευμάτων. Δεν
+δυνάμεθα να εννοήσωμεν, πώς η νοθεία αυτή δεν θα λαμβάνη χώραν, αν
+δεν υπάρχη οικειοποιημένον κεφάλαιον. Μήπως διότι το κράτος θα
+ασχοληθή διά την παραγωγήν των εμπορευμάτων; Εις την Γαλλίαν τα
+πυρεία του μονοπωλίου ουδέποτε ανάβουν και τούτο ουδέποτε είναι
+ευνοϊκόν διά τας βιομηχανίας τας οποίας θα αναλάβη το κράτος.
+
+33) Τhe Populair Sciènce Monthly. Ιανουάριος 1887. Ο Κ. Μαρξ
+ηπατήθη υποθέτων ότι η &πτωχεία& θα ηύξανεν εις την Αγγλίαν. Όρ.
+Giffen Essays in Finance Σ. Π. The progress of the working classes
+in the last half century. Further notes on the working classes.
+
+Ιδού αριθμοί τινές: ημερομίσθια απλής εργασίας (unskilled labour)
+την εποχήν κατά την οποίαν έγραφεν ο κ. Giffen (1886) και
+πεντήκοντα έτη πρότερον (1836) σελ. 425.
+
+ 1836 1886
+ σελ. δην. σελ. δην.
+ Εργάτης Λονδίνου 15 — 25 —
+ Βοηθός κτίστης Manchestey 12 — 21 9
+ Κτίστης Manchestey (μάξιμουμ) 15 — 22 —
+ Βοηθός κτίστης Glasgow 9 — 18 —
+ Εργάτης Londo viderry 8 — 16 —
+
+ Αποτελέσματα του Income taxe σελ. 398.
+
+ Πρόσοδοι 1843 1876 — 1880
+ Αριθ. προσώπων
+ Από 150 λίρες μέχρι 200 29.366 130.101
+ 200 — 300 28.370 88.455
+ 300 — 400 13.429 39.896
+ 400 — 500 6.781 16.501
+ 500 — 600 4.780 11.317
+ 600 — 700 2.672 6.894
+ 700 — 800 1.874 4.054
+ 800 — 900 1.442 3.555
+ 900 — 1000 894 1.396
+ 1000 — 2000 4.228 10.352
+ 2000 — 3000 1.235 3.131
+ 3000 — 4000 526 1.430
+ 4000 — 5000 339 758
+ 5000 — 10000 493 1.439
+ 10000 — 50000 200 785
+ 50000 και άνω 8 68
+
+ Σύνολον...... 106.637 320.162
+
+Ιδού δια την Ιταλίαν τα καλά αποτελέσματα του κ. Bodio, διευθυντού
+του τμήματος της στατιστικής.
+
+Η σημαντική βελτίωσις των συνθηκών της εργατικής τάξεως εσταμάτησε
+τω 1887 ένεκα των τρελών δαπανών των εξοπλισμών, του (νομίμου)
+κιβδήλου νομίσματος εκδοθέντος υπό των τραπεζών τη συνενοχή της
+κυβερνήσεως και εν γένει της υπό των πολιτευομένων προξενηθείσης
+καταστροφής σημαντικής μερίδος του πλούτου της χώρας.
+
+Το σύστημα των «αστών οικονομολόγων» Cobden, John Bright κλπ.
+είναι ωφέλιμον, διότι τούτο ακολουθήσα η Αγγλία απέφυγε τα κακά
+ταύτα.
+
+Εδημοσιεύσαμεν εις την Εφημερίδα των Οικονομολόγων (Παρίσιοι,
+Δεκέμβριος), ότι το ποσόν, το οποίον οι πολίται δέον να πληρώσουν
+χάρις εις την προστασίαν της σιδηρουργικής βιομηχανίας εν Ιταλία
+είναι μεγαλύτερον του ποσού των ημερομισθίων, τα οποία λαμβάνουσιν
+οι εργάται της προστατευομένης βιομηχανίας.
+
+Ιδού περίληψις αριθμών τινών.
+
+ Έτη 1886 1890
+ Μέσος όρος των δικαιωμάτων
+ επί 100 χιλιογράμ. Περα-
+ τωθέντων εμπορευμάτων . . 4 φρ. 476 7 φρ. 444
+ Το αυτό επί του χυτοσιδήρου 0 φρ. 1 φρ.
+ Σύνολον δικαιωμάτων εισπρα-
+ χθέντων παρά του τελω-
+ νείου, χιλιάδες φράγκα . . . . 8.718 8.056
+ Ποσότης σιδήρου και χαλκού
+ καταναλωθέντος εν Ιτα-
+ λία, χιλιάδες τόννοι . . 334 105
+
+Τω 1890, η χώρα επλήρωσε χάρις εις την προστασίαν ποσόν περίπου
+30,156,0011 φράγκων. Αφαιρούντες εκ του ποσού τούτου τα 8,056,000
+φράγκα εισπραχθέντα υπό των τελωνείων, υπολείπεται, ποσόν
+22,100,000 φράγκων.
+
+Κατά το &Δελτίον της στατιστικής&, ο αριθμός των χρησιμοποιουμένων
+εις την βιομηχανίαν ταύτην εργατών ανέρχεται εις 14,518. Εάν
+διένεμον μεταξύ των το ποσόν των 30,156,000 φράγκων έκαστος θα
+είχεν ετησίως 2,077 φράγκων και εάν διένεμον το ποσόν 22,100,000
+φρ. έκαστος εργάτης θα είχε 1522 φρ. Όθεν το Δελτίον της
+στατιστικής μας γνωρίζει ότι το μέσον ημερομίσθιον των εργατών
+ενός σιδηρουργείου της Άνω Ιταλίας δεν είναι παρά 918 φρ.
+
+Η σιδηρουργική βιομηχανία πολύ απέχει από του να έχη προοδεύση.
+Εάν εις τα ποσά, τα οποία κερδίζει διά του προστατευτικού
+συστήματος, προσετίθεντο τα υπό των πολιτευομένων εισπραχθέντα
+ποσά διά την χορήγησιν της προστασίας, ίσως να μη επετυγχάνετο
+ούτε το δέκατον του ποσού του πλούτου του αμέσως καταστρεφομένου
+υπό του προστατευτικού τούτου συστήματος.
+
+34) Η αύξησις της κινητοποιήσεως της εργασίας, είναι η πρόοδος,
+την οποίαν πρέπει να πραγματοποιήσωμεν διά να λύσωμεν τα εργατικόν
+ζήτημα. Η πρόοδος αύτη υπόκειται εις δύο όρους: ο πρώτος, είναι ο
+πολλαπλασιασμός και η ελάττωσις της τιμής των μέσων της μεταφοράς
+ή της κινητοποιήσεως της εργασίας και η απλοποίησις των φυσικών
+και τεχνικών εμποδίων, άτινα δυσχεραίνουν την κινητοποίησιν
+ταύτην· ο δεύτερος είναι η ανάπτυξις των διαμέσων της εμπορίας της
+εργασίας, ομοίων προς τα διάμεσα της εμπορίας των κινητών
+κεφαλαίων και των προϊόντων. (Notions find, d' Econ. polit. σ.
+406. Βλ. Les bourses de travail υπό του αυτού συγγραφέως).
+
+35) Τα γεγονότα είναι πολύ γνωστά και ευρίσκονται εις όλους τους
+συγγραφείς τους περιγράψαντας τα ήθη των αγρίων. Όρα μεταξύ άλλων
+τον Letourneau &η Κοινωνιολογία&. Παρίσιοι 1880 σ. 133: «Ο Sturt
+διηγείται ότι Αυστραλιανός τις του εσωτερικού εχρησιμοποίησε δι'
+εαυτόν το ασθενές του τέκνον θραύσας την κεφαλήν του και
+καταβροχθίσας αυτό αφού το έψησεν . . . Εις φυλάς τινας της
+μεσημβρινής Αφρικής οι ιθαγενείς διαθέτουν προς σύλληψιν των
+λεόντων, οι οποίοι τους ανησυχούν μεγάλας παγίδας πετρίνας, όπου
+σωρεύουν τα τέκνα των». σελ. 160: «Εις την Αυστραλίαν η γυνή είναι
+ζώον οικιακόν χρησιμεύον διά την γεννητικήν ηδονήν, διά την
+αναπαραγωγήν και εις περίπτωσιν πείνας και προς διατροφήν». Σελ·
+163: «Παντού εν Αφρική ο άνθρωπος είναι κυνηγός ή πολεμιστής. Κατά
+τας πολυαρίθμους ώρας της αναπαύσεώς του κοιμάται υπό την σκιάν
+των δένδρων, καπνίζει ή συζητεί, καθ' ην στιγμήν η σύζυγός του
+σκάπτει ή εκτελεί τα δυσκολώτερα έργα».
+
+36) Επί τη 50ετηρίδι της Εταιρίας της Πολιτικής Οικονομίας εις
+λόγον του ο Leon Say έλεγεν: «Η ελευθερία της εργασίας είναι ο
+ακρογωνιαίος λίθος της Γαλλικής επαναστάσεως. Εάν αύτη εξαφανισθή
+ολόκληρον το κίνημα της επαναστάσεως καταρρέει. Αι αρχαί του 1789
+δύνανται, μη το λησμονώμεν ποτέ, να χαθούν εις την πάλην, η οποία
+γίνεται μεταξύ των προσβαλόντων την ελευθερίαν της εργασίας και
+ενός παλαιού καθεστώτος. Νέον δε σύστημα δύναται ν' αναφανή από
+την πάλην την οποίαν έχομεν να υποστηρίξωμεν.
+
+37) Η περικοπή αύτη του Α. Σμιθ, ευρισκομένη εν τω έργω του «Ο
+πλούτος των εθνών», αναφέρεται υπό του Ricardo εν τω κεφαλαίω του
+«της κανονικής ή φυσικής αξίας».
+
+38) Ο Smith και ο Ricardo, οίτινες αμφότεροι θεωρούν την εργασίαν
+ως την «πηγήν και το μέτρον της αξίας», αναγνωρίζουν επίσης ότι αι
+εργασίαι παρά την διαφοράν των, «τον κόπον της εντατικότητος και
+της δραστηριότητος συνεκρίνοντο μεταξύ των μετ' αρκετής ακριβείας
+διά να ικανοποιηθούν όλαι αι πρακτικαί ανάγκαι». Αλλ' ούτε ο είς
+ούτε ο άλλος δεν εθεώρησαν όλας τας εργασίας ως πολλαπλάσια της
+απλής εργασίας, είναι δε αύτη ο μόνος υπολογισμός δι' ου δύναταί
+τις να κατανοήση τα φαινόμενα της ανταλλαγής.
+
+39) Ο Trosne έλεγε: «πάσα παραγωγή του αυτού είδους αποτελεί
+ποσόν, ου η τιμή καθορίζεται γενικώς και ανεξαρτήτως ιδιαιτέρων
+περιστάσεων» (De l' intérêt Social. E. Daix 1893.) Ο J. B. Say
+προσέτρεξε εις μίαν ανάλογον αφαίρεσιν, ήτις αφαιρεί τας διαφόρους
+ποιότητας των εργασιών, αίτινες συνετέλεσαν εις την παραγωγήν των
+εμπορευμάτων και λέγει· «Η εκτίμησις της παραγομένης αξίας γίνεται
+διά της αναγωγής όλων των αξιών εις μίαν, ενός ωρισμένου είδους π.
+χ. όλαι αι παραγόμεναι εν Γαλλία αξίαι κατά το διάστημα ενός έτους
+είναι ίσον προς την αξίαν 500 εκατομ. εκτολίτρων σίτου (Traité d'
+Econ. Politiq. Ed. Rabilly 1826. II. III. ο. 289.) Η αναγωγή αύτη
+όλων των αξιών εις την αξίαν ενός εμπορεύματος, του σίτου π. χ.,
+αναγωγήν, την οποίαν και ο Α. Smith εδέχθη, ισοδυναμεί τέλος προς
+την αναγωγήν όλων των εργασιών, αίτινες συντελούν εις την
+δημιουργίαν των εμπορευμάτων, εις την απλήν εργασίαν του γεωργού.
+
+40) Της εκφράσεως &αξία& γίνεται χρήσις ενταύθα, όπως πολλάκις η
+&ποσότης αξίας&.
+
+41) Ιλιάς VII 472-475.
+
+42) Προς απλοποίησιν των πραγμάτων υποτίθεται ότι ο χρυσός είναι
+τα εμπόρευμα το οποίον εκπληροί τας υπηρεσίας του νομίσματος.
+
+43) Ό,τι χαρακτηρίζει την κεφαλαιοκρατικήν εποχήν είναι ότι η
+εργατική δύναμις αποκτά διά τον ίδιον εργάτην την μορφήν του
+εμπορεύματος, το οποίον του ανήκει και κατά συνέπειαν η εργασία
+του την μορφήν της ημερομισθίου εργασίας. Αφ' ετέρου μόνον από της
+στιγμής ταύτης η των προϊόντων μορφή εμπορευμάτων καθίσταται
+κυριαρχούσα κοινωνική μορφή.
+
+44) Εις την αρχαίαν Ρώμην ο villicus, ο επί κεφαλής των γεωργικών
+δούλων οικονόμος, ελάμβανε μικροτέραν μερίδα, διότι η εργασία του
+ήτο ολιγώτερον κοπιώδης Όρα Th. Mommsen 1856. Ρωμ. ιστορ. σ. 810.
+
+45) Οι αριθμοί ούτοι είνε τελείως υποθετικοί.
+
+46) Κυρίως επί της απόψεως ταύτης ο βιομήχανος εργάτης προσέθεσεν
+εις την πρώτην όλην την αξίαν της διατροφής του και όχι νέαν
+αξίαν, επί της οποίας οι φυσιοκράται βασίζουν το δόγμα των της μη
+παραγωγής πάσης μη γεωργικής εργασίας, δόγμα αλάνθαστον διά τους
+οικονομολόγους τους αντικρούοντας την θεωρίαν της υπεραξίας του
+Μαρξ. Και ο τρόπος ούτος του καταλογισμού εις έν αντικείμενον της
+αξίας πολλών άλλων (π. χ. και το λινόν, τα υπό του υφαντουργού
+καταναλώσιμα), της εφαρμογής ούτως ειπείν στρώματος επί στρώμα,
+πλείστων αξιών επί μιας μόνης, κάμνει ώστε και αύτη να αυξάνη
+επίσης . . . . ο όρος πρόσθεσις παριστά καλώς τον τρόπον διά του
+οποίου σχηματίζεται η τιμή των έργων της χειρός· η τιμή αύτη δεν
+είναι ή το υλικόν πλείστων αξιών καταναλωθεισών και προστεθεισών
+ομού· εξ ου το προσθέτειν δεν σημαίνει πολλαπλασιάζειν». (Mercier
+de la Rivière).
+
+47) Η θεωρία των υπηρεσιών διά να εξηγήση τα κέρδη των
+κεφαλαιούχων, η υπερασπιζομένη υπό του J. R. Say, δεν στηρίζεται
+ούτε επί του πεδίου εις ό θέλει να σταθή. Πράγματι, εάν το
+απολαμβανόμενον κέρδος έδει να ήτο ανάλογον προς την προσφερομένην
+υπηρεσίαν, ο γεωργός σπείρων τον σίτον και οι εργάται οι
+μετατρέποντες αυτόν εις άλευρον και άρτον, θα έπρεπε να είναι οι
+καλλίτερον αποζημιούμενοι, ενώ είναι εκείνοι οι οποίοι λαμβάνουν
+το πλέον γλίσχρον ημερομίσθιον. — Εξ άλλου πάσαι αι υπηρεσίαι
+προσφέρονται υπό των εργατών, οι οποίοι, λέγει ο Α. Smith,
+«τρέφουν, ενδύουν και εξευρίσκουν τας κατοικίας ολοκλήρου του
+έθνους». &Πλούτος των εθνών. Β. Ι. Κεφ VIII.
+
+48) Η διαίρεσις μεταξύ της ειδικής εργασίας και της απλής τοιαύτης
+(Skilled and unskilled labour), βασίζεται συνήθως επί καθαρών
+φαντασιοπληξιών, ή τουλάχιστον επί διαφορών αίτινες από καιρού δεν
+κέκτηνται ουδεμίαν πραγματικότητα και δεν υφίσταται εισέτι ει μη
+εκ παραδόσεων.
+
+Τούτο είναι συνήθως τρόπος του ομιλείν προτιθέμενος να χρωματίση
+το ξηρόν τούτο γεγονός, ότι ομάδες τινές της εργατικής τάξεως, π.
+χ. οι γεωργοί, ευρίσκονται εις χειροτέραν από άλλους θέσιν διά να
+αποσπάσουν την αξίαν της εργατικής δυνάμεως. Τυχαίαι περιπτώσεις
+παίζουν τόσον μέγαν ρόλον, ώστε δυνάμεθα να ίδωμεν εργασίας του
+αυτού είδους να αλλάσσουν θέσιν με την σειράν. Εκεί ένθα η φυσική
+συγκρότησις των εργατών είναι εξησθενημένη ή σχετικώς εξηντλημένη
+εκ του βιομηχανικού καθεστώτος, αι πραγματικώς κτηνώδεις εργασίαι,
+αίτινες απαιτούσι μεγάλην μυικήν δύναμιν, ανέρχονται την κλίμακα,
+ενώ εργασίαι πλέον λεπταί κατέρχονται εις το επίπεδον της απλής
+εργασίας. Η εργασία ενός κτίστου (bricklayer) κατέχει εν Αγγλία
+θέσιν υψηλοτέραν της θέσεως ενός δαμαστού, αφ' ετέρου, η εργασία
+ενός κόπτου ενδυμάτων (fustian cutter) θεωρείται ως απλή εργασία,
+αν και απαιτεί πολλάς σημαντικάς προσπαθείας, είναι δε και λίαν
+επιβλαβής εις την υγείαν. Άλλως τε δεν πρέπει να φαντάζεται τις
+ότι η θεωρουμένη ανωτέρα εργασία «skilled» κατέχει ευρείαν θέσιν
+εν τη εθνική εργασία. Κατά τον υπολογισμόν του Laing, υπήρχον το
+1843 εν Αγγλία, συμπεριλαμβανομένης και της επαρχίας Ουαλλίας, 11
+εκατομμύρια κατοίκων των οποίων η ύπαρξις εβασίζετο επί της απλής
+εργασίας. Αφαιρουμένων 1,000,000 αριστοκρατών και 1,000,000
+πτωχών, ληστών, κακούργων, εταιρών κτλ. επί 17,000,000
+αποτελούντων τον πληθυσμόν της χώρας κατά την εποχήν εκείνην,
+απομένουν 4,000,000 δια την μεσαίαν τάξιν, συμπεριλαμβανομένων των
+μικροαστών, υπαλλήλων, συγγραφέων, καλλιτεχνών, διδασκάλων κτλ.
+Διά να επιτύχη τα 4,000,000 ταύτα υπολογίζει εις την εργαζομένην
+μερίδα της μεσαίας τάξεως, εκτός των τραπεζιτών γαιοκτημόνων κτλ.
+και των εργατών εργοστασίων των καλλίτερον αποζημιουμένων! Αυτοί
+οι κτίσται, κατατάσσονται εις την δευτέραν δύναμιν! Του μένουν
+όθεν τα άνω 11,000,000 τα οποία ζουν διά της απλής εργασίας.
+Laing: (National distress etc. London 1844).
+
+Η μεγάλη τάξις, ήτις διά την τροφήν της δεν δύναται να δώση η
+κοινή εργασία, αποτελεί την μεγάλην μάζαν του λαού (James Mill
+art. Colony. Supplement of the Encyclop. Brit. 1831.)
+
+49) Ο «Χρόνος» της 20 Φ/βρίου 1862 γράφει: Εργοστασιάρχης τις
+απασχολών εν τω εργοστασίω του 800 εργάτας και καταναλίσκων
+εβδομαδιαίως 150 μπάλλες ινδικού βάμβακος κατά μέσον όρον, ή 130
+μπάλλες αμερικανικού τοιούτου, κουράζει το κοινόν διά των
+ιερεμιάδων του επί των ετησίων εξόδων τα οποία του στοιχίζει η
+αδιάλλακτος στάσις των εργατών του εν τω εργοστασίω του. Τα έξοδα
+ταύτα τα αναβιβάζει εις 6000. Μεταξύ των εξόδων τούτων ευρίσκεται
+αριθμός ειδών περί ων δεν έχομεν να ασχοληθώμεν, ως π. χ. έγγειος
+πρόσοδος, φόροι, ασφάλιστρα, ημερομίσθια εργατών προσλαμβανομένων
+δι' έν έτος, επιστάτης, λογιστής, μηχανικός κ. ο. κ. Υπολογίζει
+κατόπιν 150 διά θέρμανσιν του εργοστασίου ενίοτε, και της κινήσεως
+της ατμομηχανής, και επί πλέον το ημερομίσθιον των εργατών ων εις
+ωρισμένας περιπτώσεις έχει ανάγκην.
+
+Τέλος 1200 διά τας μηχανάς, γνωστού όντος, ότι η «θερμοκρασία και
+αι φυσικαί αρχαί της καταστροφής δεν διακόπτουν την δράσιν των,
+διότι δεν λειτουργούν αι μηχαναί». Παρατηρεί εμφαντικώς ότι εάν ο
+υπολογισμός του δεν υπερβαίνει κατά πολύ τα ποσόν των 1200 τούτο
+οφείλεται εις το ότι άπαν το υλικόν του είναι σχεδόν εκτός
+χρήσεως.
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Das Kapital, by Karl Marx
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAS KAPITAL ***
+
+***** This file should be named 37098-0.txt or 37098-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/7/0/9/37098/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.net/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.net
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.net),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.net
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/old/20110815-37098-0.zip b/old/20110815-37098-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..dcc30a9
--- /dev/null
+++ b/old/20110815-37098-0.zip
Binary files differ