diff options
Diffstat (limited to 'old')
| -rw-r--r-- | old/20110815-37098-0.txt | 7246 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20110815-37098-0.zip | bin | 0 -> 164549 bytes |
2 files changed, 7246 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20110815-37098-0.txt b/old/20110815-37098-0.txt new file mode 100644 index 0000000..d37188c --- /dev/null +++ b/old/20110815-37098-0.txt @@ -0,0 +1,7246 @@ +The Project Gutenberg EBook of Das Kapital, by Karl Marx + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.net + + +Title: Das Kapital + Summary Paul Lafargue - Prologue by Vifredo Pareto + +Author: Karl Marx + +Commentator: Vilfredo Pareto + +Release Date: August 15, 2011 [EBook #37098] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAS KAPITAL *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in +italics are included in _, while bold words in &. Footnotes have +been converted to endnotes. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως +έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _, ενώ με +έντονους σε &. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο +τέλος του βιβλίου. + + + +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ + +ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ — ΘΕΑΤΡΟΝ — ΚΑΛΑΙ ΤΕΧΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ — ΔΙΚΑΙΟΝ ΚΑΙ +ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΦΥΣΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΙΑΤΡΙΚΗ — ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΣ — +ΙΣΤΟΡΙΑ — ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ — ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ — ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ — ΤΑΞΙΔΙΑ — +ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ — ΕΜΠΟΡΙΟΝ — ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ — ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ +— ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ — ΠΟΙΚΙΛΑ + +Η «Γενική Βιβλιοθήκη» δημοσιεύει μηνιαίως 3 — 5 τόμους, θα +περιλάβη δε όλους τους κλάδους των ανθρωπίνων γνώσεων, αποτελούσα +ούτω πλήρη + +ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑΝ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ + +συντασσομένην υπό των εξοχωτέρων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων + +ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ ΔΩΡΕΑΝ + + + +ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ +(KARL MARX) + + + +ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ + + + +"ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922 + + + +ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ + + + +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921 + + +ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ +(KARL MARX) + +ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ + +Π Ε Ρ I Λ Η Ψ Ι Σ + +ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΦΑΡΓΚ +ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ +Β. ΠΑΡΕΤΟ + + +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921 + +Τύποις Π. Λ. Πετράκου — Αθήναι + + + +ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ + +ΚΑΡΟΛΟΥ Μ Α Ρ Ξ + + + +Ο Κάρολος Μαρξ εγεννήθη εις Τρεβ την 2αν Μαΐου 1918, εξ +ισραηλιτικής οικογενείας. Ο πατήρ του ήτο σύμβουλος των +μεταλλείων. Αφού έκαμε λαμπράς σπουδάς του δικαίου εν Βόννη +επανήλθεν εις Τρεβ και ενυμφεύθη τω 1843 την Τζέννυ Βεσφάλεν, ης ο +αδελφός διετέλεσε μέλος του υπό τον Μαντόιφελ Πρωσσικού +Υπουργείου. Ο Μαρξ επεδόθη εις την σπουδήν της φιλοσοφίας και της +Πολιτικής Οικονομίας και ειδικώς των κοινωνικών ζητημάτων. Έλαβε +μέρος εις τας τάξεις της ριζοσπαστικής αντιπολιτεύσεως και εγένετο +συνεργάτης, είτα διευθυντής της παλαιάς «Εφημερίδος του Ρήνου». +Παυθείσης της εφημερίδος ταύτης ο Μαρξ κατέφυγεν εις Παρισίους, +όπου εδημοσίευσεν εν συνεργασία μετά του Αρνόλδου Ruge, τα «Γάλλο +— Γερμανικά Χρονικά» (Deutsch — Französische Jahrbücher) και +μετά του Ερρίκου Άινε την εφημερίδα «Εμπρός» (Vorwærts). +Εξωρίσθη εκ Γαλλίας κατά το 1844 και μετέβη τότε εις Βέλγιον. + +Το 1841 έγραψε το βιβλίον «Αθλιότης της Φιλοσοφίας» απάντησιν εις +την «Φιλοσοφίαν της αθλιότητος» του Προυδόν. Κατά το αυτό έτος +συνέταξε μετά του Έγκελς το Μανιφέστον του Κομμουνιστικού Κόμματος +εις το οποίον εύρηνται αι δυο αρχαί, αίτινες έμελλον να εμπνέουν +το σοσιαλιστικόν κόμμα: 1ον ότι το συμφέρον των εργατών είνε +απέναντι των κεφαλαιοκρατών παντού το αυτό και ότι συνεπώς είνε +επικρατέστερον των εθνικών ζητημάτων και 2ον ότι οι εργάται επί +ουδενός άλλου, πλην εαυτών, πρέπει να βασίζωνται, ίνα +απελευθερωθώσι και ότι έχουσιν ανάγκην κατά πρώτον να αποκτήσωσι +πολιτικά δικαιώματα. + +Εξορισθείς εκ Βελγίου την 2 Μαρτίου 1848 επανήλθεν εις Γερμανίαν +και εξέδωκεν εν Κολωνία, επί τινας μήνας, την «Νέαν Εφημερίδα του +Ρήνου», ην συνέτασσε τη συνεργασία των Έγκελς, Λασάλ, Βολφ και +Φράιλιγρατ και άλλων τινών συγγραφέων. Τω 1810 η εφημερίς αύτη +επαύθη και ο Καρλ Μαρξ καταδιωχθείς κατέφυγεν εις Λονδίνον, όπου +έμεινε μέχρι του θανάτου του. + +Τω 1859 εδημοσίευσε την &Κριτικήν της Πολιτικής Οικονομίας& και +τέλος τω 1867 το σημαντικότερον έργον του το &Κεφάλαιον&. + +Η κατά το 1866 ιδρυθείσα &Διεθνής& σκοπόν είχε να θέση εις +εφαρμογήν τας εν τω Μανιφέστω τεθείσας αρχάς. Ο Μαρξ ενέπνευσε το +καταστατικόν αυτής, όπερ εξεργασθέν εν Λονδίνω εψηφίσθη άνευ τινός +τροποποιήσεως εις το συνέδριον της Γενεύης. Προετίθετο να δώση +ενιαίαν κατεύθυνσιν εις την σοσιαλιστικήν κίνησιν των διαφόρων +χωρών, αφιεμένης, εννοείται, αρκετά μεγάλης αυτονομίας εις τας +διαφόρους εθνικάς ομάδας, ας περιελάμβανεν η Ένωσις αύτη. Η +επιρροή του υπήρξε μεγάλη εις την Διεθνή μέχρι του 1872, αλλ' η +εξουσία, ην ήσκει εκίνησε ζηλοτυπίαν. Εις το εν Χάγη (7βριος 1872) +συνέδριον έσχε σφοδράς επιθέσεις, σχίσματα προεκλήθησαν και η προς +αυτόν εκτίμησις, βαθύτατα πληγείσα, εμειώθη ταχέως. Οι οπαδοί του +έκαμαν ακόμη εν Συνέδριον, εν Γενεύη, τον 7βριον του 1873, αλλ' ήτο +το τελευταίον. Ο Μαρξ έζησεν έκτοτε μακράν της κινήσεως και +απέθανεν εις Λονδίνον την 15 Μαρτίου 1883. + + + +ΒΙΛΦΡΕΔΟΥ ΠΑΡΕΤΟ + + + +ΕΙΣΑΓΩΓΗ +Ε I Σ +ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ + +ΤΟΥ + +ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ + + + +I + +Η κριτική του βιβλίου του Κ. Μαρξ δεν είνε πλέον αναγκαία. Εύρηται +όχι μόνον εις ειδικάς μονογραφίας, αίτινες εδημοσιεύθησαν επ' +αυτού, αλλ' ακόμη και προ πάντων εις τας τροποποιήσεις τας +επενεχθείσας επί του περί θεωρίας της αξίας κεφαλαίου της +Πολιτικής Οικονομίας. + +Αι ολίγαι σελίδες, ας διαθέτομεν εδώ δεν θα μας επιτρέψουν ν' +αναπτύξωμεν όλας τας παρατηρήσεις, ας προεκάλεσεν η θεωρία του Κ. +Μαρξ. Θα αρκεσθώμεν εις περίληψιν λίαν συνοπτικήν, ως τοιαύτα +είνε, εν συγκρίσει προς τον όγκον του έργου του συγγραφέως μας και +τα εις τας σελίδας ταύτας αναφερόμενα αποσπάσματα αυτού. + +Η εξέτασις έργου τινός δύναται να γίνη κατά δύο μεθόδους. Η πρώτη, +ήτις είνε κυρίως πολεμική, ουδαμώς ενδιαφέρεται να χωρίση την +αλήθειαν από την πλάνην. Καταδικάζει εν τω συνόλω της μίαν +θεωρίαν, προσπαθούσα κυρίως να εμφανίση τα ελαττώματά της, άτινα +και υπερβάλλει και προσπαθεί να τα χρησιμοποιήση ως όπλα πολέμου +κατ' αυτής. Κατά την μέθοδον ταύτην, όσον περισσότερον πρότασίς +τις είνε προφανώς εσφαλμένη, τόσον περισσότερον ενδιατρίβει τις +εις αυτήν και επιμένη, ίνα γνωρίση το σφάλμα, παρερχόμενος απλώς +πάσαν άλλην πρότασιν περιέχουσαν δόσιν τινα αληθείας. + +Τουναντίον, η δευτέρα μέθοδος, ήτις είναι αξία του ονόματος +επιστημονική, ουδένα άλλον σκοπόν έχει ή να διαχωρίση το αληθές +από το ψευδές. Παρατηρών τις σφάλμα τι εις την μελετωμένην θεωρίαν +δεν την απορρίπτει δια τούτο, άλλα εξετάζει, εάν, αποβαλλομένου ή +διορθουμένου του μέρους τούτου, δύναται να ευρεθή εις το άλλο +μέρος αλήθειά τις αξία προσοχής. + +Είναι σχεδόν περιττόν να είπωμεν ότι θα ακολουθήσωμεν την +τελευταίαν μέθοδον. Ο Κ. Μαρξ, είναι αληθές, μετεχειρίσθη συχνά +την πρώτην ομιλών περί των θεωριών της φιλελευθέρας πολιτικής +οικονομίας, αλλ' είχεν άδικον και πρέπει τις να αποφύγη να τον +μιμηθή. + +Θα προσπαθήσωμεν επίσης να ακολουθήσωμεν κατά το δυνατόν την +ομολογίαν του Κ. Μαρξ. Θα εξετάσωμεν μόνον εις τι πραγματικώς +αντιστοιχούσιν οι όροι, ους μεταχειρίζεται. + +Εν τη σημερινή καταστάσει της Επιστήμης, το καθ' ημάς, θεωρούμεν +περιττήν κάθε συζήτησιν, ήτις σκοπόν έχει να γνωρίση τι εννοούμεν +με τας λέξεις: &αξία, κεφάλαιον& ή άλλας αναλόγους εκφράσεις. +Είναι τούτο ζήτημα φιλολογίας και όχι οικονομικής επιστήμης (1). + +Αι θετικαί επιστήμαι καθορίζουν τας μεταξύ των πραγμάτων και ουχί +μεταξύ των λέξεων σχέσεις. Κάθε συγγραφεύς όθεν έχει το δικαίωμα +να ορίζη τα πράγματα ταύτα, όπως αυτός τα εννοή. Εννοείται ότι +τούτο δεν σημαίνει ότι δύναται να γίνη αυθαίρετος χρήσις του +δικαιώματος τούτου, διότι καλοί όροι δύνανται πολύ να βοηθήσουν +την πρόοδον της επιστήμης. + +Όταν αύτη αρχίζει να σχηματίζηται, δύναται να είναι ωφέλιμον ο +συγγραφεύς να χρησιμοποιή λέξεις της κοινής ομιλίας, προσπαθών +μόνον να καθορίζη καλώς την έννοιαν αυτών. Ωφελείται ούτω εκ +σημαντικής τινος ιδιότητος της γλώσσης του να είναι δηλ. «ο +συντηρητής της κτηθείσης πείρας». Δυστυχώς η γλώσσα δεν διατηρεί +μόνον την κτηθείσαν πείραν, διατηρεί ακόμη και τας προλήψεις και +σοφίσματα και προ πάντων αποδίδει εις πολλάς λέξεις έννοιαν +συγκινήσεως, ήτις δύναται να μας πλανήση εις τους συλλογισμούς +της. Τέλος είναι σχεδόν αδύνατον να απαλλάξωμεν τελείως μίαν λέξιν +της κοινής ομιλίας από σειράν άλλων δευτερευουσών εννοιών, αίτινες +είναι η αιτία πολλών συγχύσεων και σοφισμάτων. + +Έρχεται λοιπόν, εν τη αναπτύξει επιστήμης τινός, στιγμή καθ' ην +μάλλον να χάση έχει τις ή να ωφεληθή εκ της χρήσεως λέξεων της +κοινής ομιλίας. Η στιγμή αύτη, κατά την γνώμην μας, έχει ήδη προ +πολλού φθάση εις την Οικονομικήν Επιστήμην και θα ωφελείτο αύτη +πολύ, εάν εχρησιμοποίει μόνον ιδίους αυτής τεχνικούς όρους, καλώς +καθωρισμένους. Αλλ' αφού τούτο δεν συνέβη ακόμη θα αρκεσθώμεν +χρησιμοποιούντες τους σήμερον εν χρήσει όρους, προσπαθούντες μόνον +να τους ορίσωμεν καλώς, ίνα αποφύγωμεν κάθε σύγχυσιν εν τη σκέψει +μας. + +II + +Το βιβλίον του Κ. Μαρξ θα έπρεπε να ονομάζεται ο κεφαλαιούχος +μάλλον ή το Κεφάλαιον, τουλάχιστον εάν της λέξεως ταύτης γίνεται +χρήσις εν τη γενικώς παραδεδεγμένη εννοία οικονομικών αγαθών, +προωρισμένων να ευκολύνουν την παραγωγήν άλλων αγαθών (2). + +Την έννοιαν ταύτην ο Κ. Μαρξ δίδει ενίοτε αλλ' ουχί πάντοτε εις +την λέξιν κεφάλαιον. + +Ούτως, όταν λέγη: Τα πολυάριθμα κεφάλαια τα τοποθετημένα εις τον +αυτόν κλάδον παραγωγής και λειτουργούντα εν ταις χερσί πλήθους +κεφαλαιούχων, ανεξαρτήτων αλλήλων διαφέρουσι κατά το μάλλον ή +ήττον κατά την σύνθεσιν, αλλά ο μέσος όρος της ιδίας αυτών +συνθέσεως αποτελεί τον μέσον όρον συνθέσεως του εις τον κλάδον +τούτον της παραγωγής αφιερωθέντος συνολικού κεφαλαίου». + +Είναι φανερόν ότι ο συγγραφεύς διακρίνει το κεφάλαιον, ως απλούν +αγαθόν από το κεφάλαιον το λειτουργούν εις χείρας των +κεφαλαιούχων. Αλλ' όταν ο Μαρξ λέγει: «η κυκλοφορία των +εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του κεφαλαίου» και αναπτύσσει την +πρότασιν ταύτην, είναι φανερόν ότι θέλει να κάμη λόγον περί του +κεφαλαίου, όπερ ο κεφαλαιούχος οικειποιείται, διότι το απλούν +κεφάλαιον υπάρχει βεβαίως άνευ τινός κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Ο +Ροβινσών εν τη νήσω του είχεν οικονομικά αγαθά, άτινα +εχρησιμοποίει διά την παραγωγήν άλλων αγαθών, δηλ. είχε κεφάλαια, +αλλά δεν είχε καμμίαν κυκλοφορίαν ούτε εμπορευμάτων ούτε χρήματος. + +Προς αποφυγήν συγχύσεως, διατηρούντες κατά το δυνατόν την +σημασιολογίαν του Μαρξ, θα ονομάζωμεν &απλούν κεφάλαιον& τα +σχετικά αγαθά τα προωρισμένα εις παραγωγήν άλλων αγαθών και +&οικειοποιημένον& (approprié) &κεφάλαιον&, το κεφάλαιον το +λειτουργούν εις χείρας των κεφαλαιούχων. + +Το βιβλίον του Μαρξ στρέφεται προφανώς κατά της τελευταίας ταύτης +κατηγορίας κεφαλαίων, ήτοι εν άλλαις λέξεσιν εναντίον των +κεφαλαιούχων. Όσον αφορά το απλούν κεφάλαιον ο Μαρξ ουδαμώς +παραγνωρίζει την σημασίαν αυτού. Δέχεται ότι δέον τούτο όχι μόνον +να αναπαράγηται, αλλά να αυξάνηται ακόμη, διά να αναπτύξη «τας +παραγωγικάς δυνάμεις και τους υλικούς όρους, οίτινες δύνανται να +αποτελέσουν την βάσιν νέας και ανωτέρας κοινωνίας». + +Ο εχθρός είνε ο κεφαλαιούχος: «Διότι η προγενεστέρα εργασία των +εργατών Α, Β, Γ κλπ. εν τω καπιταλιστικώ συστήματι παρουσιάζεται +ως το ενεργητικόν του μη εργάτου Χ κλπ . . . . Αστοί δε οικονομολόγοι +χύνουν ποταμούς δακρύων και εγκωμίων εις την παλαιοτέραν, νεκράν +δε σήμερον, εργασίαν, προς ην ο Mac Culloch, το σκωτικόν δαιμόνιον +πνεύμα, απονέμει ξεχωριστήν αμοιβήν, κοινώς καλουμένην τόκον, +κέρδη, εισόδημα κλπ. Ούτω η επί μάλλον και μάλλον ισχυρά συμβολή, +ην η νεκρά και προγενεστέρα εργασία προσφέρει εις την ζώσαν και +σημερινήν τοιαύτην, αποδίδεται υπό των σοφών τούτων ουχί εις τον +εργάτην, όστις έκαμε την εργασίαν (3), αλλ' εις τον +κεφαλαιούχον, όστις την ωκειοποιήθη. Κατ' αυτούς το όργανον της +εργασίας και ο χαρακτήρ αυτού ως κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) δεν +δύνανται να χωρισθώσι πλέον, ως ο εργάτης διά τον καλλιεργητήν της +Γεωργιανής χώρας δεν ειμπορεί να χωρισθή από τον χαρακτήρα του +δούλου». + +Ο κεφαλαιούχος είναι άχρηστος. Το κεφάλαιον δύναται να αναπαραχθή +και αυξηθή άνευ αυτού. «Εφ' όσον παράγει τις και καταναλίσκει +περισσότερον, υποχρεούται να μετατρέψη περισσότερα προϊόντα εις +νέα μέσα παραγωγής (4). Αλλ' η πράξις αύτη δεν παρουσιάζεται ούτε +ως συσσώρευσις κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) ούτε ως λειτουργία του +κεφαλαίου, εφ' όσον τα μέσα της παραγωγής του εργάτου και κατά +συνέπειαν το προϊόν του και τα μέσα της ζωής του δεν φέρουν εισέτι +τον τύπον του κοινοτικού αγαθού, όστις τα μετατρέπει εις κεφάλαιον +(οικειοποιούμενον)». + +Τούτο ο Ριχάρδος Τζονς (Jones), διάδοχος του Μάλθου εις την έδραν +της Πολιτικής Οικονομίας, απέδειξε διά του παραδείγματος των +Ανατολικών Ινδιών . . . . , ότι εις τα εδάφη, ένθα η Αγγλική κατοχή +μετέβαλλεν ολιγώτερον το παλαιόν σύστημα, οι μεγάλοι λαμβάνουν υπό +τύπον φόρων και εγγείων προσόδων έν μέρος του καθαρού εισοδήματος +της γεωργίας, το οποίον διαιρούν εις τρία μέρη. Το πρώτον +καταναλίσκεται υπ' αυτών εις είδος, ενώ το δεύτερον μέρος +μετατρέπεται δι' ιδίαν των χρήσιν εις είδος πολυτελείας και +χρησιμοποιήσεως υπό εργατών μη γεωργών, τους οποίους αμείβουν διά +του τρίτου μέρους. Οι εργάται ούτοι είναι τεχνίται κάτοχοι των +εργαλείων της εργασίας των. + +Η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή βαδίζουν άνευ +ουδεμιάς επεμβάσεως εκ μέρους του απεχθούς αυτού ιππότου, του +κεφαλαιούχου μετερχομένου το αγαθόν έργον της αποχής από την +εργασίαν. + +Το παράδειγμα τούτο δεν αποδεικνύει πολλά (5), διότι δεν δυνάμεθα +να είπωμεν, ότι η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή +είναι εις τας Ινδίας τόσον ταχεία, όσον και εν Αγγλία, όπου +υπάρχει το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα. + +Είναι δυνατόν το σύστημα τούτο να μη έχη καμμίαν επιρροήν επί της +παραγωγής και αναπαραγωγής εν Αγγλία, αλλ' εφ' όσον τούτο δεν +αποδεικνύεται το παράδειγμα των Ινδιών θα είναι μάλλον κατά ή υπέρ +της θεωρίας, ήτις αρνείται εις το κεφαλαιοκρατικόν καθεστώς κάθε +ευμενή επίδρασιν. Κατά τον Μαρξ, το σύστημα τούτο είναι όχι μόνον +ανωφελές αλλά και επιζήμιον εις την συσσώρευσιν του κεφαλαίου +(απλού). + +«Οι κεφαλαιούχοι, οι συνιδιοκτήται των, οι υποτελείς των και αι +κυβερνήσεις των (6) σπαταλούν κατ' έτος σημαντικόν ποσόν του +καθαρού ετησίου εισοδήματος. Η μερίς του πλούτου, ήτις +κεφαλαιοποιείται, ουδέποτε είναι όση ηδύνατο να είναι». + +Είναι βέβαιον ότι, εάν ηδυνάμεθα να διατηρήσωμεν τας υπηρεσίας, +τας οποίας μας παρέχει ο κεφαλαιούχος και να εξαφανίσωμεν αυτόν, +απολαμβάνοντες του έργου και εξαφανίζοντες τον εργάτην αυτού τότε +το παν θα απέβαινεν εις όφελος της κοινωνίας. Αλλά είναι τούτο +δυνατόν; Εις μάτην προσεπάθησεν ο Μαρξ να γελοιοποιήση την +οικονομίαν (εξοικονόμησιν). Είνε εν τούτοις βέβαιον ότι αύτη έχει +μέρος ουχί ολίγον σημαντικόν εν τω σχηματισμώ νέων κεφαλαίων. Ας +αφήσωμεν κατά μέρος την οικονομίαν (εξοικονόμησιν) κεφαλαίου. +Είναι φανερόν ότι εάν το κεφάλαιον δεν του ανήκει, το κέρδος το +οποίον απολαύει δεν του ανήκει κατ' ίσον λόγον. Αρκεί να +αναλογισθώμεν το χρήμα το συσσωρευμένον εις τα ταμιευτήρια διά να +εννοήσωμεν ότι αι οικονομίαι του εργάτου αποδίδουν σημαντικόν +προϊόν (7). Τα βιβλιάρια ταμιευτηρίου της μαγειρίσσης, του +θυρωρού, του κηπουρού, του εργάτου, αντιπροσωπεύουν ποσά, τα οποία +είναι βεβαίως το προϊόν της οικονομίας των εργατών τούτων. Όλοι +αυτοί θ' αποταμιεύσουν τόσα, όταν δεν θα υπάρχη ιδιοκτησία του +κεφαλαίου, όταν το κεφάλαιον όλον θα είναι κοινόν; Τούτο είναι +εξεταστέον, άγνωστον δε, εάν η αποταμίευσις αύτη θα αποβή +σημαντικωτέρα. + +Δεν αρκεί όμως να παραχθή το κεφάλαιον· πρέπει ακόμη και να +χρησιμοποιηθή. Ας οργανωθή η κοινωνία όπως θέλει, πάντως όμως θα +είναι ανάγκη ανθρώπινόν τι όν ν' αποφασίση εις ποίας ανάγκας εν +προτιμήσει άλλων πρέπει να χρησιμοποιηθή το υφιστάμενον κεφάλαιον. +Οι υπάλληλοι της κυβερνήσεως θ' αποφασίζουν καλύτερον των +κεφαλαιούχων περί αυτού; Κατά γενικόν εν τούτοις κανόνα έχει +παρατηρηθή ότι οι άνθρωποι φροντίζουν περισσότερον διά τα +συμφέροντά των παρά διά τα ξένα. Διά να γνωρίσωμεν εάν το +κεφάλαιον θα χρησιμοποιηθή επωφελέστερον εν τη κοινωνία εις την +βιομηχανίαν Α αντί της Β, υπάρχει αποτελεσματικώτερον μέσον από +του να θέσωμεν εις πλειοδοσίαν την χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου +τούτου και να το κατακυρώσωμεν υπέρ της βιομηχανίας εκείνης, ήτις +θα ηδύνατο να πληρώση τον μεγαλύτερον τόκον (8); + +Το κεφάλαιον είναι φθαρτόν. Σπαταλάται ευκόλως. Είναι άρα γε +συντελεστικόν της ευημερίας της κοινωνίας και του ανθρωπίνου +γένους η μειοψηφία να φέρη τα βάρη των διά της αφροσύνης ή των +παθών της πλειοψηφίας προξενηθεισών απωλειών και δεν θα ήτο +καλύτερον έκαστος να φέρη τας συνεπείας των πράξεών του; + +Οι κεφαλαιούχοι εις τας κοινωνίας μας επιζητούν να εξασφαλίσουν +διά του κράτους μεγαλύτερον τόκον εκείνου, τον οποίον θα +επετύγχανον ελευθέρως εν τη αγορά. + +Μεταξύ του αστικού τούτου σοσιαλισμού και του λαϊκού τοιούτου +ουδόλως είναι αδύνατος συμβιβασμός και συνεννόησις, +πραγματοποιούμενος υπό των εξ επαγγέλματος πολιτικών. Ήδη μάλιστα +βαίνει συντελούμενος και η ημέρα δεν είναι μακράν, καθ' ην θα +ευρεθώμεν προ τεραστίας φθοράς πλούτου, η οποία θα είναι η +συνέπεια αυτού. Το λάθος εν τούτοις δεν θα βαρύνη το +κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, αλλά το Κράτος, τροποποιήσαν αυθαιρέτως +την διανομήν του πλούτου. + +Πάντοτε μεταξύ της φιλελευθέρας σχολής και της σοσιαλιστικής +συνεζητήθη το ζήτημα, εάν ο κεφαλαιούχος είναι χρήσιμος ή +άχρηστος. Εκείνο το οποίον ιδιαιτέρως ανήκει εις τον Κ. Μαρξ είναι +η λύσις την οποίαν έδωσε και η οποία βασίζεται απολύτως επί της +περιφήμου θεωρίας της &υπεραξίας&. + +III + +Ο Κ. Μαρξ δανείζεται από την «αστικήν πολιτικήν οικονομίαν» τους +όρους &αξία χρήσεως& και &ανταλλακτική αξία&. Ο δανεισμός ούτος +δεν είναι πολύ επιτυχής, διότι η χρήσις των δύο τούτων όρων, των +οποίων συνήθως η σημασία δεν έχει καλώς καθορισθή, έδωκε λαβήν εις +μέγαν αριθμόν σοφιστειών. + +Η &αξία χρήσεως& φαίνεται να είναι διά τον Κ. Μαρξ, όπως και διά +τους οικονομολόγους «η ιδιότης του ικανοποιείν επιθυμίαν ή +εξυπηρετείν σκοπόν» (9). Όθεν κατά βάθος έχομεν την &χρησιμότητα& +(10) των νέων οικονομικών θεωριών. + +Ο Κ. Μαρξ υποπίπτει εις το σφάλμα, το οποίον διεπράττετο και +διαπράττεται από πλείστους οικονομολόγους, δεν εδίδετο η δέουσα +προσοχή εις το ότι η &αξία χρήσεως& δεν είναι ιδιότης εγγενής εις +κάθε εμπόρευμα, όπως είναι η χημική σύνθεσις, το ειδικόν βάρος +κ.τ.λ. Τουναντίον είναι απλή συμβατική σχέσις μεταξύ εμπορεύματος +και ανθρώπου ή μεταξύ ανθρώπων. Το σφάλμα τούτο καταφαίνεται +περισσότερον εις την &ανταλλακτικήν αξίαν&, και τούτο είναι μία +των κυριωτέρων αιτιών, ήτις, κατά την γνώμην μας, περιέχεται εις +την θεωρίαν της υπεραξίας. + +Ο Cairnes δίδει τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας «η σχέσις, εν +τη οποία τα οικονομικά αγαθά ανταλλάσσονται τα μεν διά των δε επί +ελευθέρας αγοράς». + +Ο ορισμός ούτος είναι ακριβέστερος των εν χρήσει προγενεστέρως, ως +επί παραδείγματι του ορισμού του Mill, εν τούτοις όμως περιέχει +κάτι το ακαθόριστον, όπερ πρέπει να αποβάλλωμεν. + +Πράγματι δεν υφίσταται ενιαία σχέσις, κατά την οποίαν +ανταλλάσσονται τα οικονομικά αγαθά εις αγοράν τινα: συνήθως +υπάρχουσι τόσαι σχέσεις, όσαι ανταλλαγαί πραγματικώς +συνετελέσθησαν. Αι ανταλλαγαί αύται ή εάν θέλωμεν αι αγοραί και αι +πωλήσεις αύται, είναι τα μόνα γνωστά μας γεγονότα. Αυτά μόνον +δύνανται να στηρίξουν τον συλλογισμόν μας. Ημείς είμεθα ελεύθεροι +να τα συνδυάσωμεν, καθ' ον τρόπον μας ευχαριστεί καλύτερον διά να +έχωμεν τον μέσον όρον ή πάσαν άλλην αφαίρεσιν (abstraction), αλλ' +εάν όμως θέλωμεν να σκεφθώμεν μετ' ακριβείας, δέον τότε να +καθορίσωμεν σαφώς πώς διαμορφώνομεν τας αφηρημένας ταύτας +οντότητας με τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία έχομεν προ ημών. + +Διά να αποφύγωμεν πάσαν σύγχυσιν με τους όρους, τους οποίους +μεταχειρίζεται ο Κ. Μαρξ, θα δανεισθώμεν από τον &Jevons& την +ονομασίαν μέτρον ανταλλαγής (taux d'échange) διά να δείξωμεν την +σχέσιν, εν τη οποία αντηλλάγησαν πραγματικώς δύο εμπορεύματα &εν +πραγματική τινι ανταλλαγή&. + +Μία πλήρης θεωρία της αξίας έδει να μας επιτρέπη να εξηγήσωμεν +πάντα τα διάφορα &μέτρα ανταλλαγής&. Είναι ανάγκη άρα γε να +προσθέσωμεν, ότι μία τοιαύτη θεωρία είναι αδύνατος εν τη σημερινή +καταστάσει της επιστήμης και ότι τούτο θα συμβαίνει πάντοτε; Δέον +όθεν να περιορισθώμεν πρώτον, όπως άλλως τε και εις τας φυσικάς +επιστήμας, εις την μελέτην του κυρίου μέρους του φαινομένου και +κατόπιν, εφ' όσον θα τελειοποιείται η επιστήμη, των άλλων μερών +των ήττον σημαντικών (11). + +Οι ξένοι προς τας μαθηματικάς επιστήμας και ενίοτε δυστυχώς και οι +κάτοχοι αυτών φέρονται ακατασχέτως εις το να χρησιμοποιούν ένα +μέσον όρον διά να εύρουν το κύριον μέρος φαινομένου τινός. +Πολλάκις λέγουν ο &μέσος όρος& μη γνωρίζοντες ή μάλλον +λησμονούντες ότι υπάρχει απειρία μέσων όρων. Επί παραδείγματι ο +μέσος όρος της αριθμητικής, της γεωμετρίας, της αρμονικής κ.τ.λ. + +Ο τρόπος ούτος του ενεργείν είναι αμφίβολος και οι μέσοι ούτοι +όροι δεν παριστάνουν το φαινόμενον, το οποίον θέλομεν να +εξακριβώσωμεν καλύτερον από όσον θα παρίστανε τούτο αριθμός +λαμβανόμενος τυχαίως μεταξύ των άκρων ορίων δεδομένης σειράς +αριθμών. + +Ο όρος &ανταλλακτική αξία&, τον οποίον χρησιμοποιεί ο Κ. Μαρξ, +παριστά μίαν οντότητα, ην μόνη η ανάγνωσις του &Κεφαλαίου& δεν +παρουσιάζει εις την ακριβή σχέσιν της με τα μέτρα ανταλλαγής, +άτινα είναι τα μόνα πραγματικά γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν από +της απόψεως ταύτης. Φαίνεται εν τούτοις ότι ο Κ. Μαρξ εννοεί διά +της ανταλλακτικής αξίας ένα ανταλλακτικόν μέτρον, πέριξ του οποίου +δέον να στρέφωνται αι πραγματικαί ανταλλαγαί ας παρατηρούμεν εις +την αγοράν (12). + +Και διά να καθορίση την ανταλλακτικήν ταύτην αξίαν είχεν ίσως εν +νω αντίληψιν ανάλογον εκείνης, ην εκθέτει ο Stuart Mill λέγων: +«όταν η προσφορά και η ζήτησις κανονίζουν ούτω τας διακυμάνσεις +της αξίας, υποκύπτουν και αύται εις ανωτέραν δύναμιν, η οποία +περιστρέφει την αξίαν πέριξ του κόστους της παραγωγής και η οποία +θα την εσταματούσεν εις το σημείον τούτο, εάν νέαι και συνεχείς +αιτίαι διαταράξεων δεν την ηνάγκαζον να παρεκκλίνη ακαταπαύστως». + +Την εποχήν κατά την οποίαν ο Κ. Μαρξ ήρχιζε τας μελέτας του επί +του κεφαλαίου, η «αστική πολιτική οικονομία» παρεδέχετο γενικώς +ότι η ανταλλακτική αξία καθωρίζετο υπό του κόστους της παραγωγής. +Ο Κ. Μαρξ αποδέχεται ως έχει την άποψιν ταύτην, εις ην όμως +προσθέτει μίαν άλλην, δηλαδή ότι το κόστος τούτο της παραγωγής +κανονίζεται από της «απλής» εργασίας χρησιμοποιουμένης διά την +επίτευξιν του παραχθέντος εμπορεύματος. + +Η σύγχρονος πολιτική οικονομία καθορίζει σαφώς τας λειτουργίας +ενός κεφαλαιούχου από τας του εργολάβου· ο Κ. Μαρξ δεν τας χωρίζει +συνήθως. Αλλά τούτο δεν σημαίνει, ότι εξευρέθη το εναντίον της +θεωρίας επιχείρημα· διότι επί τέλους η εργασία του εργολάβου +δύναται να υπολογισθή εις την αξίαν του προϊόντος, όπως η εργασία +παντός άλλου συνεργάτου της παραγωγής. + +Εξαρτών το κόστος της παραγωγής εκ της εργασίας μόνον, ο Κ. Μαρξ +ακολουθεί απλώς την θεωρίαν του Ρικάρδο. Συγκρίνοντες όμως τους +δύο ταύτους συγγραφείς, βλέπομεν αμέσως ότι ο Ρικάρδο διά του όρου +«εργασία» εννοεί τόσον την παρούσαν, όσον και την προγενεστέραν +τοιαύτην, ήτις παρέχει την συνδρομήν της εις την παραγωγήν υπό +μορφήν κεφαλαίου, ενώ ο Κ. Μαρξ δεν έχει υπ' όψει του ειμή μόνον +την παρούσαν εργασίαν και ουχί την προγενεστέραν, την οποίαν +περιλαμβάνει εις τας συνήθεις συνθήκας της παραγωγής. + +Αι νέαι οικονομικαί θεωρίαι καθορίζουν τουναντίον, ότι εκ της +ανταλλακτικής αξίας εξαρτάται το κόστος της παραγωγής, ήτοι ο +καταβαλλόμενος διά την προμήθειαν των εμπορευμάτων κόπος (13). + +Θέλοντες να απομακρύνωμεν κατά το δυνατόν παν μη ουσιώδες +επιχείρημα εν τη κριτική, την οποίαν ενεργούμεν, θα αφήσωμεν +ενταύθα κατά μέρος πάσαν συζήτησιν επί του σημείου τούτου των +οικονομικών θεωριών. Δυνάμεθα να ακολουθήσωμεν την οδόν ταύτην +τοσούτον, ευκολώτερον, όσον εις το βάθος, αι δύο θεωρίαι συμφωνούν +διά ν' αναγνωρίσουν τέλος την ισότητα της ανταλλακτικής αξίας προς +το κόστος της παραγωγής, γεγονός σημαντικόν διά να δυνηθώμεν να +συζητήσωμεν την άποψιν του Κ. Μαρξ, συμφώνως τη οποία η +ανταλλακτική αξία δεν εξαρτάται ή εκ της «απλής» εργασίας της +περιεχομένης εις εμπόρευμά τι και μετρείται ακριβώς διά της +ποσότητος ταύτης της «απλής» εργασίας. + +Ο Κ. Μαρξ παρατηρεί, ότι ένα εμπόρευμα δύναται ν' ανταλλαγή μετ' +άλλου εις διαφόρους αναλογίας. «Εν τούτοις η ανταλλακτική του αξία +παραμένει αναλλοίωτος, όπως δήποτε και αν εκφρασθή αύτη, εις Χ +σιγάρα, Ψ μέταξαν, Ω χρυσόν και ούτω καθ' εξής. Δέον όθεν αύτη να +έχη περιεχόμενον διάφορον των εκδηλώσεων τούτων.» Το περιεχόμενον +τούτο κατά τον Κ. Μαρξ είναι η αναγκαία ποσότης της απλής εργασίας +διά την παραγωγήν του εμπορεύματος. + +Αναμφιβόλως υπάρχει κάτι διακριτικόν εις τας διαφόρους εκφράσεις, +ας αναφέρει ο Κ. Μαρξ, αλλά τούτο δεν είναι «περιεχόμενον του +εμπορεύματος», είναι όμως, όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής, +η εκτίμησις, με την οποίαν οι ανταλλαγείς εκτιμούν την αξίαν +χρήσεως των ανταλλασσομένων εμπορευμάτων. + +Ο Κ. Μαρξ αρνείται τούτο, διότι, κατ' αυτόν, είναι φανερόν ότι +κάμνομεν αφαίρεσιν της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων, όταν +ανταλλάσσωμεν ταύτα». + +Όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής το αντίθετον είναι φανερόν. +Έχετε ύδωρ όσον σας χρειάζεται διά τας πλέον επειγούσας ανάγκας +σας και σας προσφέρουν ένα βαρέλιον ύδατος εις αντάλλαγμα του +ωρολογίου σας, σεις αρνείσθε την γελοίαν ταύτην πρότασιν. Διατί; +διότι, υφ' ας συνθήκας ευρίσκεσθε, &η αξία χρήσεως& ενός βαρελίου +ύδατος, προστιθεμένη εις την ποσότητα του ύδατος, την οποίαν έχετε +ήδη είναι δι' υμάς πολύ μικροτέρα &της αξίας χρήσεως& του +ωρολογίου σας. Αλλ' εάν έχετε απόλυτον ανάγκην ύδατος διά να +κορέσετε την δίψαν σας, μετ' ευγνωμοσύνης θα αποδεχθήτε τοιαύτην +πρότασιν, διότι τότε &η αξία χρήσεως της προσφερομένης εις υμάς +ποσότητος ύδατος&, σας είναι πολύ μεγαλυτέρα &της αξίας χρήσεως& +του ωρολογίου σας. + +Βλέπομεν όθεν, όταν πρόκειται μόνον περί μέτρου ανταλλαγής η +αντίληψις της εις το εμπόρευμα περιεχομένης εργασίας δεν +επεμβαίνει διά τον καθορισμόν των, είναι δε αδύνατον να θέσωμεν τα +γεγονότα ταύτα εν αρμονία με την θεωρίαν την οποίαν εξετάζομεν. + +Ο Κ. Μαρξ όμως, θέτων την θεωρίαν ταύτην, έδει να έχη υπ' όψιν +του, ως άλλως τε παρετηρήσαμεν, άλλο τι ή το μέτρον ανταλλαγής +(taux d' echange). + +Ιδού τι θα ήτο δυνατόν να ελέγομεν. Είναι αληθές ότι ο στερούμενος +ύδατος θα δώση μέγα ποσόν διά ν' αποκτήση, αλλά και τούτο θα +εχρησίμευεν ως δόλωμα διά να ελκύση πολλούς κομιστάς ύδατος· ο δε +συναγωνισμός των θα έχη ως αποτέλεσμα την πτώσιν &της +ανταλλακτικής αξίας& του ύδατος και την διακύμανσιν ταύτης πέριξ +μιας &κανονικής αξίας&. Την αξίαν ταύτην έχομεν υπ' όψει. + + — Πώς θα ευρεθή το &κανονικόν αυτό μέτρον ανταλλαγής&; Εάν +υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος έχει καθημερινώς ανάγκην +ενός βαρελίου, ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον, τότε οι κομισταί +του ύδατος θα εξακολουθήσουν τον συναγωνισμόν των μέχρι του +σημείου, ώστε ο πόνος τον οποίον τοις προξενεί η μεταφορά του +ύδατος, θα είναι ακριβώς ίσος με τον πόνον τον οποίον θα τοις +επροξένει η στέρησις του εμπορεύματος το οποίον λαμβάνουν εις +αντάλλαγμα της μεταφοράς ταύτης. + + — Το φαινόμενον πράγματι δεν είναι και τόσον απλούν, διότι εφ' +όσον η αξία του ύδατος ελαττούται η κατανάλωσίς του αυξάνει. Εν +πάση όμως περιπτώσει το σημείον της ισορροπίας καθορίζεται εκ του +γεγονότος, ότι αφ' ενός μεν ο καταναλωτής, διά μίαν νέαν λίτραν +ύδατος προστιθεμένην εις την καθημερινήν κατανάλωσιν, θα είχεν +ευχαρίστησιν ίσην εκείνης, ην θα απήλαυεν εκ της καταναλώσεως του +εμπορεύματος, το οποίον έδει να έδιδε εις ανταλλαγήν της λίτρας +ταύτης του ύδατος, και ότι αφ' ετέρου, οι φορείς του ύδατος, διά +την μεταφοράν της νέας ταύτης λίτρας του ύδατος θα εδοκίμαζον +πόνον ίσον προς εκείνον, τον οποίον θα τοις επροξένει η στέρησις +του εμπορεύματος, το οποίον θα ελάμβανον ως αντάλλαγμα (14). + + — Ουσιώδες επίσης είναι να παρατηρήσωμεν ότι οι ανταλλαγείς δεν +οδηγούνται παρ' ενός μέσου όρου, αλλά κυρίως εκ της εκτιμήσεως της +&αξίας χρήσεως& και του τελευταίου μορίου του ανταλλασσομένου +εμπορεύματος. Εκ του γεγονότος τούτου γεννάται σειρά ολόκληρος +σημαντικωτάτων φαινομένων, των οποίων ειδική περίπτωσις είναι η +&έγγειος πρόσοδος& (rente) του Ρικάρδο. Άλλα τινά φαινόμενα +εμελετήθησαν υπό συγχρόνων οικονομολόγων, οι οποίοι αντικατέστησαν +τας λέξεις, &υπεραξίαν& (plus-value) και (moins-value) &υπό +αξίαν& με την λέξιν &πρόσοδον& (15). + +Από μιας απόψεως, είναι αληθές ότι η &ανταλλακτική αξία& ενός +εμπορεύματος απορρέει εκ της αξίας του &χρήσεως&. Η ανταλλακτική +αξία δεν απορρέει κατ' ευθείαν, αλλ' είναι η συνέπεια της σχέσεως, +την οποίαν εγκαθιστά πας συμβαλλόμενος μεταξύ της &αξίας χρήσεως& +εκείνου που λαμβάνει και της &αξίας χρήσεως& εκείνου που δίδει. + +Πράγματι δεν αγοράζομεν εμπορεύματα· αγοράζομεν &αξίας χρήσεως&: Ο +αγοράζων καφφέ δεν ενδιαφέρεται ποσώς εάν ο καφφές ούτος είναι +σπόρος ωρισμένης χημικής συνθέσεως. Εκείνο το οποίον αγοράζει +είναι η ευχαρίστησις, την οποίαν θα αισθανθή πίνων τον καφφέν του. +Και την ευχαρίστησιν ταύτην συγκρίνει με την ευχαρίστησιν, της +οποίας πρέπει να στερηθή δίδων εις αντάλλαγμα του καφφέ +οικονομικόν τι αγαθόν, το οποίον ηδύνατο ν' απολαύση. + +Διά να ακολουθήσωμεν τον συγγραφέα δεν ελάβομεν υπ' όψει τας +τυχαίας διακυμάνσεις του ανταλλακτικού μέτρου, ως επίσης και τα +λίαν σημαντικά φαινόμενα της εγγείου προσόδου (16). Τούτο όμως δεν +αρκεί διά να στηρίξωμεν την θεωρίαν ότι η ανταλλακτική αξία +μετρείται υπό της εργασίας. + +Πράγματι ας υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος είναι +υποδηματοποιός πληρώνων υποδήματα εις τους φορείς ύδατος, εκείνο +το οποίον μας αποκαλύπτει το γεγονός της ανταλλαγής είναι η +εκτίμησις της ισότητος, την οποίαν κάμνει ο υποδηματοποιός μεταξύ +του κόπου του δαπανωμένου διά την κατασκευήν ενός ζεύγους +υποδημάτων και του πόνου, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος ύδατος, +το οποίον θα είχεν ως αντάλλαγμα· και εκ μιας άλλης παρομοίας +εκτιμήσεως ισότητος, την οποίαν κάμνουν οι φορείς ύδατος μεταξύ +του κόπου, τον οποίον θα τοις έδιδεν η μεταφορά μιας νέας +ποσότητος ύδατος και του πόνου, τον οποίον θα εδοκίμαζον +στερούμενοι των υποδημάτων, τα οποία θα τοις επρομήθευεν η +μεταφορά της ποσότητος ταύτης του ύδατος. + +Αλλ' αι δύο αύται κεχωρισμέναι ισότητες δεν παρουσιάζουν τρίτην +ισότητα μεταξύ του κόπου, τον οποίον προξενεί εις τον +υποδηματοποιόν η κατασκευή του ζεύγους των υποδημάτων και του +κόπου, τον οποίον προξενεί εις τους φορείς του ύδατος η μεταφορά +της ποσότητος του εις αντάλλαγμα των υποδημάτων χορηγηθησομένου +ύδατος. Αμφότεροι οι κόποι ούτοι είναι κυρίως υποκειμενικαί +αντιθέσεις, αίτινες εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να συγκριθούν +μεταξύ των, όταν πρόκειται περί διαφόρων ατόμων. + +Διά να πλησιάσωμεν εις την θεωρίαν του Κ. Μαρξ, ας παραδεχθώμεν, +ότι οι κόποι ούτοι είναι ανάλογοι προς την &απλήν& εργασίαν διά +την κατασκευήν των υποδημάτων ως και προς εκείνην της μεταφοράς +του ύδατος. Τούτο όμως δεν αρκεί. Δέον να υποθέσωμεν εξ άλλου ότι +ουδεμία περίπτωσις, ούτε έσωθεν ούτε έξωθεν εμποδίζει τους +υποδηματοποιούς και τους φορείς του ύδατος ν' αλλάξουν επάγγελμα +εις τρόπον ώστε να τοις είναι αδιάφορον, εάν θα προμηθευθούν το +εμπόρευμα αμέσως ή δι' ανταλλαγής. + +Εν τοιαύτη περιπτώσει, πραγματικώς, ο κόπος, τον οποίον δοκιμάζει +ο υποδηματοποιός διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων είναι +ίσος με εκείνον, τον οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων το ύδωρ, το +οποίον θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα. Διά τον κομιστήν του ύδατος ο +κόπος είναι ο αυτός διά την μεταφοράν του ύδατος, το οποίον δίδει +εις αντάλλαγμα του ζεύγους των υποδημάτων με εκείνον, τον οποίον +θα εδοκίμαζε κατασκευάζων ο ίδιος το ζεύγος τούτο των υποδημάτων. + +Ούτω, αφού αμφότεροι οι κόποι υπολογίζονται υπό της απλής +εργασίας, η οποία ενταύθα είναι σχετική, έπεται εκ τούτου ότι αι +ποσότητες της απλής εργασίας αι περιεχόμεναι εις τα υποδήματα και +το ύδωρ είναι ίσαι· έχομεν δηλαδή προ ημών το θεώρημα του Κ. Μαρξ +(17). + +Δυστυχώς αι υποθέσεις, τας οποίας ηναγκάσθημεν να κάμωμεν διά να +καθορίσωμεν την θεωρίαν ταύτην της αφαιρούν πάσαν αξίαν εάν +θέλωμεν να τας χρησιμοποιήσωμεν διά να αποδείξωμεν ότι μόνη η +εργασία, αποκλειομένου του κεφαλαίου, καθορίζει και μετρά την +ανταλλακτικήν αξίαν. Πράγματι, μεταξύ των εξωτερικών +(extrinsèques) περιστάσεων, αι οποίαι εμποδίζουν τον κομιστήν του +ύδατος να γίνη υποδηματοποιός και τανάπαλιν, εμφανίζεται κυρίως η +διάφορος ποσότης του (&απλού&) κεφαλαίου του αναγκαιούντος διά τας +βιομηχανίας ταύτας. + +Η εξέτασις της απόψεως της χρησιμευούσης ως βάσις εις ολόκληρον +την θεωρίαν του Κ. Μαρξ μας θέτει όθεν μεταξύ δύο σκοπέλων. Ή δεν +δυνάμεθα να συμβιβάσωμεν την άποψιν ταύτην με τα πραγματικά +γεγονότα, ή είμεθα υποχρεωμένοι να προστρέξωμεν εις υποθέσεις +τοιαύτας, ώστε να μη καταλήγωμεν εις τίποτε άλλο ειμή εις την +επανάληψίν των, όταν εκθέτωμεν την άποψιν ταύτην. + +Πράγματι είναι φανερό ν, ότι εάν ορίσωμεν το κόστος της παραγωγής +— ίσον προς την ανταλλακτικήν αξίαν — κατά τρόπον αποκλείοντα την +εξέτασιν της σχέσεως προς το (απλούν) κεφάλαιον, ουδεμίαν +αισθανόμεθα ακολούθως δυσκολίαν όπως αποδείξωμεν ότι το κόστος της +παραγωγής και το προς αυτό ίσον, η ανταλλακτική αξία ουδαμώς +εξαρτώνται εκ της χρήσεως του κεφαλαίου. + +Ο Κ. Μαρξ δεν δύναται να κατηγορηθή διά τον κυκλικόν του τούτον +συλλογισμόν· και δεν τον απέφυγε ειμή διότι επεφυλάχθη να δώση +επακριβώς τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας χρησιμοποιήσας +αορίστους εκφράσεις ως παρ. χάριν «αι κανονικαί συνθήκαι της +παραγωγής», και άλλας παρομοίας. + +Ωφέλιμον είναι να εξετάσωμεν εκ του πλησίον πώς εσχηματίσθη το +σόφισμα τούτο, όπερ ήγαγε εις το σφάλμα τον Κ. Μαρξ. + +Εις το βάθος πλείστων συζητήσεων επί ζητημάτων πολιτικής +οικονομίας ευρίσκονται πάντοτε υπό μορφήν ολίγον διάφορον παρόμοια +σοφίσματα. Διά ν' ανακαλύψωμεν το σφάλμα πρέπει ν' +αντικαταστήσωμεν τας λέξεις διά των πραγμάτων, τα οποία συνήθως +αντιπροσωπεύουν αύται, διότι συνηθέστατα ένεκα του διφορουμένου +των ορισμών η &petitio principii& υπεισδύει εις τον συλλογισμόν. + +Ο Κ. Μαρξ θέλει να αποδείξη ότι, το μέρος της ανταλλακτικής αξίας, +το οποίον λαμβάνει ο κεφαλαιούχος αφαιρείται εκ της εργασίας. Εάν +η ανταλλακτική αξία του προϊόντος ήτο μεγαλειτέρα του ποσού της +εργασίας (υπολογιζομένου τούτου με κατάλληλον μονάδα) της +περιεχομένης εις το εμπόρευμα δυνάμεθα να είπωμεν ότι ο +κεφαλαιούχος λαμβάνει το πλεόνασμα τούτου· αλλ' εάν η ανταλλακτική +αξία του προϊόντος είναι ακριβώς ίση προς το ποσόν της +περιεχομένης εις το εμπόρευμα εργασίας, είνε φανερόν ότι ο +κεφαλαιούχος αφαιρεί μερίδα της εργασίας ταύτης. + +Εις την περιεχομένην εις το εμπόρευμα εργασίαν συμπεριλαμβάνεται +εξ άλλου η αναγκαία εργασία διά την επιδιόρθωσιν των κτιρίων, των +μηχανών κ.τ.λ. ως και γενικώς εκείνη διά την διατήρησιν του +κεφαλαίου. Εις την χρήσιν μόνον του κεφαλαίου τούτου, ανεξαρτήτως +της φθοράς του ο Κ. Μαρξ αρνείται ότι δύναται να παράγη +ανταλλακτικήν αξίαν. + +Το πρόβλημα όθεν έχει ως εξής: το (απλούν) κεφάλαιον δύναται +ανεξαρτήτως της φθοράς του να παράγη ανταλλακτικήν αξίαν; ή με +άλλας λέξεις: Η χρήσις του κεφαλαίου τούτου αποτελεί ναι ή όχι +μέρος του κόστους της παραγωγής; + +Κάθε οικονομικόν πρόβλημα εξαρτάται από ψυχολογικόν τι πρόβλημα, +διότι κατά βάθος πρόκειται, ν' ανακαλύψωμεν τους κανόνας κατά τους +οποίους ενεργούν οι άνθρωποι. Τα αίτια δε των ανθρωπίνων πράξεων +είναι γενικώς πολυάριθμα και ως εκ τούτου πάσα θεωρία παραδεχομένη +μόνον έν, και αποκλείουσα κάθε άλλο είναι ατελής. Είναι λοιπόν +επάναγκες πάντοτε να βεβαιώμεθα, εάν αι αιτίαι τας οποίας +παρημελήσαμεν δεν έχουν σημαντικήν επιρροήν επί των φαινομένων τα +οποία μελετώμεν. Ιδού όμως πώς υποπίπτωμεν συνήθως εις λάθος. + +Εάν Α, Β, Γ . . . . . είναι αιτίαι παράγουσαι φαινόμενον τι, δεν +είναι δύσκολον να εύρωμεν περιπτώσεις κατά τας οποίας ενώ η Α. +αιτία παραμένει σταθερά, το φαινόμενον ποικίλλει, γεγονός +αποκλείον την Α. αιτίαν από του να είναι η μόνη αιτία της +παραγωγής του φαινομένου. Εις τούτο απαντώμεν είτε απορρίπτοντες +τας αιτίας Β. Γ . . . . . εις τας λεγομένας «κανονικάς» συνθήκας +των φαινομένων, ή αποδεχόμενοι τας αιτίας ταύτας ως +χαρακτηριστικάς περιστάσεις της Α. αιτίας. Είτα αποκλείσαντες a +priori τας Β και Γ . . . . . δεν δυσκολευόμεθα ν' αποδείξωμεν ότι +η Α. αιτία είναι η μόνη αιτία του φαινομένου. + +Δεν ευρίσκεται μόνον η χρήσις του απλού κεφαλαίου εις σχέσιν με +την αξίαν, αλλ' επίσης πάσαι αι περιπτώσει εν αις αύτη παράγεται. +Ο Κ. Μαρξ αναγνωρίζει τούτο, αλλ' απαλλάσσεται της δυσκολίας +ταύτης με τας «κανονικάς» συνθήκας της παραγωγής. «Ο κοινωνικώς +αναγκαίος χρόνος εις την παραγωγήν των εμπορευμάτων είναι εκείνος, +τον οποίον απαιτεί πάσα εργασία εκτελουμένη με τον μέσον βαθμόν +της δεξιότητος και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αίτινες εν +σχέσει προς το δοθέν κοινωνικόν περιβάλλον είναι κανονικαί». + +Αι &κανονικαί& όμως αύται συνθήκαι εξαρτώνται εκ της ποσότητος του +κεφαλαίου του υπάρχοντος εις την χώραν και της διανομής της +ποσότητος αυτής κεφαλαίου μεταξύ των διαφόρων βιομηχανιών. + +«Εάν εις δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, κλωστική μηχανή είναι το +&κανονικόν& όργανον της νηματουργίας, δεν πρέπει να θέσωμεν εις +τας χείρας του νηματουργού ένα κλώστην». Βεβαίως, αλλά διά να +χρησιμοποιήσωμεν μίαν κλωστικήν μηχανήν πρέπει να την έχωμεν. + +Η ραπτομηχανή είναι προφανώς εις την κοινωνίαν μας το «κανονικόν» +όργανον της ραπτικής· πόσαι όμως οικοδέσποιναι στερούνται μηχανών! +Ποίος είναι ο κανονικός αριθμός των εν τη κοινωνία μας ραπτικών +μηχανών; Είναι αδύνατον ν' απαντήσωμεν εις την ερώτησιν ταύτην +χωρίς να υπεισέλθη κατά το μάλλον ή ήττον κεκαλυμμένως η έννοια +του (απλού) κεφαλαίου. + +Εάν η εξήγησις του σοφίσματος, την οποίαν εδώσαμεν είναι αληθής, +δυνάμεθα χρησιμοποιούντες τας ιδίας λέξεις να θεωρήσωμεν μίαν +οιανδήποτε των αιτιών Β, Γ . . . . ως κυρίαν απορρίπτοντες τας +άλλας μετά της Α αιτίας εις τας &κανονικάς& συνθήκας του +φαινομένου. + +Τούτο θα επιχειρήσωμεν να επαληθεύσωμεν επί του παραδείγματος της +θεωρίας του Κ. Μαρξ. Είναι εύκολον να ίδωμεν ότι δυνάμεθα +αλλάσσοντες λέξεις τινάς της θεωρίας ταύτης, ν' αποδείξωμεν ότι η +ανταλλακτική αξία (18) εξαρτάται αποκλειστικώς εκ του (απλού +κεφαλαίου). + +Διά τούτο θα παρατηρήσωμεν κατ' αρχάς ότι τα εμπορεύματα έχουν +ανάγκην διά την παραγωγήν των διαφόρων ποσοτήτων κεφαλαίου, +χρησιμοποιουμένου κατά διάφορον χρονικά διαστήματα. Διά να πίωμεν +ύδωρ, αρκεί να μεταβώμεν εις τον ρύακα. Διά να πίωμεν οίνον, +πρέπει να σκάψωμεν το έδαφος, να φυτεύσωμεν την άμπελον, να +εφοδιασθώμεν με πιεστήριον, βαρέλια, υπόγειον κ.λ.π. Διά να +συλλέξωμεν κορόμηλα, αρκεί να μεταβώμεν εις το δένδρον διά να +έχωμεν όμως δαμάσκηνα (reines claudte), δέον να εφοδιασθώμεν με +αρπάγην. + +«Της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων τεθείσης κατά μέρος δεν +απομένει πλέον εις αυτά ή μία ιδιότης, ότι ταύτα είναι προϊόντα +του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (19). + +«Η ποσότης της αξίας ενός εμπορεύματος θα παρέμενε προφανώς +σταθερά εάν ο αναγκαίος εις την παραγωγήν του χρόνος ήτο σταθερός. +Αλλ' ο τελευταίος ούτος ποικίλλει εις κάθε τροποποίησιν της +παραγωγικής δυνάμεως του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το οποίον και τούτο εξαρτάται +εκ διαφόρων περιπτώσεων, μεταξύ άλλων της μέσης ικανότητος των +εργατών . . . . . . των κανονικών συνδυασμών της παραγωγής, +κ.λ.π.». + +Τούτου τεθέντος, δυνάμεθα να εξακολουθήσωμεν και να αποδείξωμεν +ότι η εργασία σφετερίζεται μέρος της υπεραξίας της δημιουργηθείσης +υπό του κεφαλαίου. + +Μία ράπτρια ενοικιάζει ραπτικήν μηχανήν αντί 30 λεπτών την ημέραν. +Η εργασία 3 ωρών της μηχανής ταύτης παράγει: 1ο τα 30 λεπτά του +ενοικίου της μηχανής· 2ο το ποσόν των 70 λεπτών, του οποίου έχει +απαραιτήτως ανάγκην η εργάτρια διά να ζήση. + +Αλλά «Η ΕΡΓΑΤΡΙΑ» επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της εργασίας της +ΜΗΧΑΝΗΣ· η χρήσις της λοιπόν κατά την ημέραν, και η εργασία μιας +ολοκλήρου ημέρας της ανήκει. Τώρα, ότι η συντήρησις της ΜΗΧΑΝΗΣ +ταύτης, δεν κοστίζει ειμή ΤΡΕΙΣ ΩΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ, αν +και η μηχανή ηδύνατο να εργασθή ολόκληρον την ημέραν . . . . . +τούτο είναι ιδιαιτέρας ευτυχής σύμπτωσις διά την ΕΡΓΑΤΡΙΑΝ ΑΥΤΗ +προείδε την περίπτωσιν και δι' αυτό γελά». Εργάζεται την μηχανήν +επί 6 ώρας και οικειοποιείται την αξίαν την δημιουργηθείσαν υπό +της μηχανής κατά την τρίωρον ταύτην εργασίαν. + +Δυνάμεθα όθεν να συμπεράνωμεν ότι η υπό του Κ. Μαρξ διδομένη +απόδειξις της απόψεως ότι η ανταλλακτική αξία μετράται ακριβώς υπό +του ποσού της εργασίας της ενσωματωμένης εις το προϊόν περιέχει +επανάληψιν αρχών. + +Η οικονομική παραγωγή μετατρέπει πράγματι αγαθά τινα εις άλλα, τα +οποία δέον να έχουν &αξίαν τινά χρήσεως& (μίαν χρησιμότητα) +μεγαλυτέραν εκείνης των οικονομικών αγαθών, εκ των οποίων ταύτα +προέρχονται, άλλως κανείς δεν ήθελε συνεχίση την ταύτην. Το +πλεόνασμα της ούτω παραχθείσης αξίας χρήσεως διανέμονται οι +διάφοροι παράγοντες της παραγωγής, δηλαδή οι εργάται και οι +ιδιοκτήται των οικονομικών αγαθών, οίτινες συνεργάζονται εις την +παραγωγήν. Αυτή η εργασία είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως και όλα +τα άλλα. + +Το προϊόν γεννάται οικονομικώς εκ της ενώσεως της παρελθούσης +εργασίας (απλούν κεφάλαιον) και άλλων οικονομικών αγαθών μετά της +παρούσης εργασίας, όπως το ύδωρ παράγεται εκ της χημικής ενώσεως +του οξυγόνου και υδρογόνου. Δεν είναι δυνατόν ν' αποδώσωμεν το +οικονομικόν προϊόν εις την παρούσαν εργασίαν μη συμβαλούσης της +παρελθούσης ή τανάπαλιν, όπως δεν είναι δυνατόν ναποδώσωμεν την +παραγωγήν του ύδατος εις το οξυγόνον αφαιρούντες το υδρογόνον ή +και τανάπαλιν. + +Τώρα είναι βέβαιον ότι εάν το κράτος οικειοποιηθή όλα τα κεφάλαια +θα δύναται να χορηγή ταύτα προς χρήσιν δωρεάν εις τους εργάτας +εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Το αυτό θα συμβή εάν το κράτος +υποδουλώσει όλους τους εργάτας, διότι τότε θα δύναται να χορηγήση +δωρεάν εις τους κεφαλαιούχους την χρήσιν της εργασίας των εργατών, +εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Τούτο όμως δεν είναι το +απασχολούν ημάς ζήτημα, διότι ο Κ. Μαρξ καθορίζων τας απόψεις του +επί της ανταλλακτικής αξίας και υπεραξίας, έχει βεβαίως υπ' όψει +του τα σήμερον υπάρχοντα και όχι τα δυνάμενα να γίνουν υπό +διαφόρους συνθήκας της οικονομικής οργανώσεως της κοινωνίας. + +Είναι αληθώς αξιοπαρατήρητος η δυσκολία την οποίαν δοκιμάζει όχι +μόνον ο Κ. Μαρξ, αλλά και πολλοί άλλοι ακόμη προσπαθούντες να +εννοήσουν τον ρόλον του κεφαλαίου εν τη παραγωγή. Μέρος της +δυσκολίας ταύτης οφείλεται εις αίτια αισθηματικά, αλλά το κύριον +μέρος πηγάζει εκ της ελλείψεως αυστηράς εφαρμογής των +χρησιμοποιουμένων όρων. + +Εκείνο το οποίον επηύξησε την σύγχυσιν είναι ότι συγγραφείς τινές +επεφορτίσθησαν να αποδείξουν ότι το κεφάλαιον έχει δικαίωμα — ή +δεν έχει δικαίωμα εις αμοιβήν τινά. + +Η πολιτική οικονομία δεν ενδιαφέρεται διά τούτο. Μελετά μόνον τας +συνθήκας υπό τας οποίας παράγεται και διανέμεται ο πλούτος και +καθορίζει πώς δύναται τις να επιτύχη το μάξιμουμ του ηδονισμού διά +το άτομον και το μάξιμουμ του ηδονισμού διά το είδος (20). + +Ο συλλογισμός τον οποίον πολλοί αντιτάσσουν εις τας θεωρίας του Κ. +Μαρξ λέγοντες: «ο ιδιοκτήτης μιας οικίας δύναται να μη δεχθή εν +αυτή ουδένα, έχει το λοιπόν το δικαίωμα, εάν δεχθή ενοικιαστήν, να +ζητήση ενοίκιον», περιέχει μίαν επανάληψιν αρχών, διότι +αμφισβητείται ακριβώς το δικαίωμα του ιδιοκτήτου να διαθέτη την +οικίαν. Το πραγματικόν ζήτημα το οποίον πρέπει να λυθή είναι μόνον +εάν, εις την ώθησιν των ανθρώπων προς ανέγερσιν οικιών, το δόλωμα +του ενοικίου, το οποίον θα λάβη είναι ή όχι το μέσον το παράγον το +μάξιμουμ της ευτυχίας εν τη κοινωνία. Άλλοι συγγραφείς, ομιλούντες +επί της ανταλλακτικής αξίας φαίνονται να παραδέχονται ότι αύτη +είναι &ποσόν ενεργείας — , όπως είναι η ζώσα δύναμις εις την +μηχανικήν, μία δύναμις θερμότητος, ηλεκτρισμού κ.λ.π. — , ήτις +δύναται μεν να τροποποιηθή ουχί όμως και να δημιουργηθή ή +καταστραφή. Φαντάζονται τότε ότι εις το γεγονός ότι η χρήσις του +κεφαλαίου δύναται ν' αυξήση την αξίαν, υπάρχει είδος τι +δημιουργίας εκ του μηδενός, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να γίνη +αποδεκτή. Αλλ' η αξία δεν είναι παρά σχέσις, ούτε δε είναι +μυστήριον ότι η χρήσις του κεφαλαίου ή παντός άλλου τρόπου +παραγωγής των εμπορευμάτων δύναται ν' αλλάξη την σχέσιν ταύτην. + +Μεταξύ των κυριωτέρων χαρακτήρων του κεφαλαίου ευρίσκομεν: ότι +τούτο έχει την ιδιότητα της αυξήσεως της παραγωγικότητος της +εργασίας (J. B. Say), ότι συνηθέστερον είναι ο καρπός της +οικονομίας (Senior), ότι η δράσις του αυξάνεται εν τω χρόνω (Böhm +— Bawerk). Έκαστον των χαρακτήρων τούτων εξέλεξαν κατά σειράν ως +την αποκλειστικήν αιτίαν Α, η όποια παρουσιάζει το κεφάλαιον ως +ένα των παραγόντων της παραγωγής και ημέλησαν τους άλλους +χαρακτήρας Β, Γ . . . . . κλπ. των οποίων όμως δεν ηδύναντο να +αρνηθώσι την επιρροήν είτε περιλαμβάνοντες αυτούς μεταξύ των δήθεν +«κανονικών» συνθηκών, είτε χρησιμοποιούντες αυτούς, ως απλά +χαρακτηριστικά του χαρακτήρος τον οποίον εξέλεξαν. + +Εις την πραγματικότητα το κεφάλαιον είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως +όλα τα άλλα. Είναι αληθές ότι ο άνθρωπος διά της χρήσεώς του +αποφεύγει ένα κόπον ή με άλλας λέξεις ικανοποιεί ανθρωπίνην +ανάγκην. Εξ άλλου όμως τούτο υφίσταται εν περιωρισμένη ποσότητι, +τουλάχιστον εις την κοινωνίαν μας. Κέκτηται όθεν ιδιότητες, +αίτινες μας εχρησίμευσαν διά τον καθορισμόν των οικονομικών +αγαθών, και οφείλομεν κατά συνέπειαν να το αναγνωρίσωμεν ως +τοιούτον. + +Μία ύλη δύναται να λάβη διαφόρους οικονομικούς χαρακτήρας αναλόγως +των χρήσεων, εις ας προσαρμόζεται. Επί παραδείγματι, η όρυζα +δύναται να καταναλωθή απ' ευθείας υπό του κατόχου της — αυτός +επίσης δύναται να την χρησιμοποιήση διά την διατροφήν ορνιθίων, τα +οποία θα φάγη — δύναται αύτη να θρέψη εργάτας, οι οποίοι +καλλιεργούν ορυζώνα — δύναται να θρέψη εργάτας, οι οποίοι θα +κατασκευάσουν δίτροχον προς μεταφοράν της κατά την προσεχή +εσοδείαν κ.λ.π. + +Η οικονομική επιστήμη πρέπει να διακρίνη πάντα τα γεγονότα ταύτα. +Ολίγον ενδιαφέρουν αι ονομασίαι. Εις την πρώτην περίπτωσιν, +δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η όρυζα είναι οικονομικόν αγαθόν πρώτης +τάξεως, και ότι εις τας άλλας περιπτώσεις είναι οικονομικόν αγαθόν +δευτέρας τάξεως, τρίτης τάξεως κ.λ.π. Δυνάμεθα ακόμη να είπωμεν +ότι η όρυζα η χρησιμεύουσα διά την διατροφήν των καλλιεργούντων +τον ορυζώνα εργατών, και η διά την διατροφήν των εργατών +αμαξοποιών, είναι κεφάλαιον. + +Ανάλογα των προηγουμένων γεγονότων θα είναι και εκείνα κατά τα +οποία, της ορύζης ανταλλασσομένης διά νομίσματος ο κάτοχος τούτου +θα έθετε τούτου κατόπιν εις χρήσιν: ή διά να αγοράση την τροφήν +του, ή διά να πληρώση την τροφήν των ορνιθίων του ή την των +εργατών του ορυζώνος, ή των εργατών αμαξοποιών. + +Γενικώς όθεν όταν έν και το αυτό οικονομικόν αγαθόν — ή έν και το +αυτό ποσόν χρημάτων — χρησιμοποιείται κατά διαφόρους τρόπους, +εκάστη των δύο τούτων χρήσεων αντιπροσωπεύει διάφορον οικονομικήν +οντότητα, εκάστη δε τούτων έχει ιδίαν αξίαν χρήσεως, διά την +οποίαν προσφέρουν εις την αγοράν διαφόρους τιμάς, μέχρις ότου της +μιας χρήσεως εκτεινομένης της άλλης περιοριζομένης, φθάνομεν διά +του παιγνίου της προσφοράς και ζητήσεως εις την ισορροπίαν των +τιμών. + +Αυτός ο Κ. Μαρξ μας δίδει παράδειγμα οικονομικών αγαθών +φαινομενικώς ίσων, πραγματικώς όμως βαθέως διαφόρων, όταν παρατηρή +ότι η ομαδική εργασία (travail collectif) αριθμού τινος εργατών +είναι κατά πολύ παραγωγικωτέρα της εργασίας των ιδίων εργατών +μεμονωμένων. + +Μεταξύ των όρων, οίτινες διαφοροποιούν την χρήσιν των οικονομικών +αγαθών, είναι τις σημαντικώτατος, ο του χρόνου κατά τον οποίον +δυνάμεθα ν' απολαύσωμεν είτε απ' ευθείας το οικονομικόν αγαθόν, +είτε το προϊόν του. Ο κ. Böhm- Bawerk θαυμασίως ανέπτυξεν όλας +τας συνεπείας της υπό του χρόνου διαφοροποιήσεως ταύτης της +χρήσεως των οικονομικών αγαθών. + +Ο Κ. Μαρξ ονομάζει υπεραξίαν τον τόκον, τον οποίον ο κεφαλαιούχος +λαμβάνει εις ενοίκιον του κεφαλαίου του. «Διαιρούντες το κατατεθέν +κεφάλαιον διά της ετησίως καταναλισκομένης υπεραξίας, έχομεν τον +αριθμόν των ετών, ή των περιόδων της παραγωγής, μετά την +παρέλευσιν των οποίων το πρώτον κεφάλαιον κατηναλώθη υπό του +κεφαλαιούχου και κατά συνέπειαν εξηφανίσθη». + +«Ο κεφαλαιούχος φαντάζεται αναμφιβόλως ότι κατηνάλωσε την +υπεραξίαν και διετήρησε την αξίαν του κεφαλαίου, αλλ' η αντίληψις +αύτη δεν αλλάζει το γεγονός ότι μετά περίοδον τινά η αξία του +κεφαλαίου, το οποίον του ανήκει ισούται με το ποσόν της υπεραξίας, +την οποίαν απέκτησε &δωρεάν& (21) κατά την αυτήν περίοδον, και ότι +το ποσόν της καταναλωθείσης υπ' αυτού αξίας ισούται με το +κατατεθέν τοιούτον (22). + +Εκ του παλαιού κεφαλαίου, το οποίον κατέθεσεν εκ των ιδίων του +χρημάτων, δεν υφίσταται πλέον ούτε έν μόριον της αξίας». + +Ο συλλογισμός ούτος του Κ. Μαρξ προϋποθέτει, ότι ποσόν τι εξ +100,000 δραχμών επί παραδείγματι, πληρωνόμενον σήμερον είναι το +αυτό με δέκα ποσά εκ 10,000 δραχμών πληρωνομένων το πρώτον εντός +ενός έτους, το δεύτερον εντός δύο ετών και ούτω καθ' εξής. + +Όθεν αι δύο αύται χρήσεις ενός και του αυτού οικονομικού αγαθού +δεν είναι όμοιαι και δεν θα είναι όμοιαι εις κοινωνίαν ένθα το +κεφάλαιον θα είναι κοινόν, εξαιρέσει πλέον, εάν το κεφάλαιον τούτο +υφίστατο εις άπειρον ποσότητα (23). Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει δεν +θα επληρώναμεν επίσης τίποτε διά την χρήσιν του κεφαλαίου εν +κεφαλαιοκρατική κοινωνία. + +Ονομάσωμεν Α την χρήσιν οικονομικού τινος αγαθού διατιθεμένου +σήμερον, και Β την χρήσιν του ιδίου αγαθού διατεθιμένου εις το +τέλος χρονικού τινος διαστήματος. + +Εάν η αξία χρήσεως του Α ήτο δι' όλον τον κόσμον ακριβώς ίση προς +την του Β ουδέποτε θα παρετηρείτο ανταλλαγή του Α διά του Β. + +Διά να λάβη χώραν η ανταλλαγή αύτη δέον όπως διά τον δανειζόμενον +η αξία χρήσεως του Α να είναι μεγαλυτέρα της του Β, και την +διαφοράν ταύτην των δύο τούτων αξιών χρήσεως αγοράζει πληρώνων τον +τόκον. + +Η σύμβασις αύτη δεν διαφέρει καθόλου εκείνης, την οποίαν δύναται +να συνάψη παραγωγός σίτου μετά παραγωγού οίνου. Ο πρώτος παραγωγός +θα έδιδε: 1ο βάρος σίτου ίσου προς το βάρος του λαμβανομένου +οίνου· 2ο έν υπόλοιπον εις χρήμα. + +Ποσόν χρημάτων διαθέσιμον σήμερον διαφέρει τόσον ενός ιδίου +διαθεσίμου ποσού εντός ετών τινων, όσον ο οίνος διαφέρει του +σίτου. Εν τη πρώτη περιπτώσει ο χρόνος (24) είναι εκείνος, ο +οποίος επιφέρει την διάκρισιν των δύο οικονομικών αγαθών, εν δε τη +δευτέρα σύνολόν τι των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων. + +Ως προείπομεν ήδη, εξετάζομεν ενταύθα μόνον τα γεγονότα ως ταύτα +πραγματικώς εκτυλίσσονται και ουχί ως δυνατόν να εξετυλίσσοντο υπό +διάφορον κοινωνικήν οργάνωσιν. + +Εννοείται βεβαίως ότι μία κυβέρνησις δύναται να υποχρεώση τον +κάτοχον του οικονομικού αγαθού Α να το ανταλλάξη διά του Β χωρίς +να ωφεληθή τόκον· ως επίσης ηδύνατο να υποχρεώση τον παραγωγόν του +οίνου και ανταλλάξη ίσον βάρος οίνου διά του σίτου χωρίς ούτος να +λάβη υπόλοιπον εις χρήμα. + +Αντιλέγουν συνήθως ότι αν το κεφάλαιον δεν ελάμβανε κανένα τόκον +ουδείς θα εκοπίαζε διά την παραγωγήν και διατήρησιν του κεφαλαίου +τούτου, ως επίσης ουδείς θα εκαλλιέργει πλέον την άμπελόν του εάν +πρόκειται να υποχρεωθή να ανταλλάξη το προϊόν του με ίσον βάρος +άλλου εμπορεύματος κατωτέρας αξίας. Αλλ' ο Κ. Μαρξ απαντά ότι το +κράτος δύναται ν' αφαιρή από το προϊόν της εργασίας των πωλητών +ό,τι αναγκαίον διά την εξασφάλισιν «της απλής και προοδευτικής +αναπαραγωγής του κεφαλαίου άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως «του μαύρου +ιππότου» του επονομασμένου κεφαλαιούχου.» Δυνάμεθα όμως να είπωμεν +επίσης ότι το κράτος θ' αφαιρέση εκ της εργασίας των πολιτών ό,τι +αναγκαίον διά την καλλιέργειαν της αμπέλου, της οποίας η απλή και +προοδευτική αναπαραγωγή θα εξησφαλίζετο ούτως άνευ της επεμβάσεως +του μαύρου τούτου ιππότου του επονομαζομένου αμπελουργού. + +Είναι ωφελιμώτερον διά την ευημερίαν της κοινωνίας να γίνηται η +αναπαραγωγή του κεφαλαίου — ή η καλλιέργια της αμπέλου — διά μέσου +αγγαρειών επιβαλομένων εις τους πολίτας ή ως αύτη γίνεται υπό το +καθεστώς του ελευθέρου συναγωνισμού; τούτο είναι ζήτημα +εξεταστέον, απολύτως όμως διακριτόν του άλλου του εάν η αξία των +εμπορευμάτων δεν εξαρτάται ειμή εκ της «απλής» εργασίας +χρησιμοποιουμένης διά την παραγωγήν των. + +Αλλά ποία είναι «η απλή» αύτη εργασία, η οποία μετρά την +ανταλλακτικήν αξίαν (ή το κόστος, της παραγωγής); + +Η εργασία, της οποίας η διάρκεια μετρά την αξίαν είναι κατά τον Κ. +Μαρξ» δαπάνη απλής δυνάμεως, την οποίαν πας κοινός άνθρωπος άνευ +ειδικής τινος αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του. + +Ο μέσος όρος της απλής εργασίας είναι αληθές ότι είναι διάφορος +κατά χώρας και εποχάς. Είναι όμως καθωρισμένος εν διδομένη +κοινωνία. — Θα έπρεπε να προστεθή: με δεδομένον κεφάλαιον. — «Η +σύνθετος εργασία είναι η απλή εργασία πολλαπλασιασμένη εις τρόπον +ώστε μία δοθείσα ποσότης συνθέτου εργασίας αντιστοιχεί προς +μεγαλυτέρα ποσότητα απλής εργασίας». + +Τούτο είναι έν των σημείων εκείνων επί των οποίων σοβαρώς +προσεβλήθη η θεωρία του Κ. Μαρξ. Διερωτώμεθα πώς δυνάμεθα να +καθορίσωμεν τας σχέσεις ταύτας μεταξύ της απλής και συνθέτου +εργασίας. Είναι φανερόν ότι έδει να τας εξεύρωμεν ανεξαρτήτως της +αξίας των προϊόντων της εργασίας, διότι άλλως, εάν μετρήσωμεν την +εργασίαν διά της αξίας δεν θα δυνηθώμεν είτα να μετρήσωμεν την +αξίαν διά της εργασίας. + +Φοβούμεθα εν τούτοις μήπως ο συγγραφεύς μας παρεσύρθη εις το +σόφισμα τούτο, διότι λέγει: «Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων +εμπορευμάτων εκφράζονται αδιακρίτως εις χρήμα, δηλαδή εις μάζαν +τινά χρυσού ή αργύρου. Ως εκ τούτου τα διάφορα είδη της εργασίας, +τα αντιπροσωπευόμενα υπό των αξιών τούτων, ηλλαττώθησαν κατά τας +διαφόρους αντιλήψεις εις ωρισμένα ποσά ενός και του αυτού είδους +κοινής εργασίας, της εργασίας της παραγούσης τον χρυσόν και τον +άργυρον» (25). + +Εάν παραδεχθώμεν όθεν ότι τα διάφορα είδη εργασίας τα περιεχόμενα +εις διάφορα εμπορεύματα δυνατόν να αναχθώσιν εις «απλήν» εργασίαν +αναλόγως των εμπορευμάτων τούτων, ουδεμία πλέον υπάρχει δυσκολία +διά να συμπεράνωμεν, ότι αι αξίαι αύται είναι ανάλογοι προς την +περιεχομένην εις τα εμπορεύματα «απλήν» εργασίαν. + +Χωρίς πλέον να επιμείνωμεν επί της απόψεως ταύτης ας υποθέσωμεν +ότι η αναγωγή των διαφόρων ειδών εργασίας εις απλήν εργασίαν +δύναται να γίνη ανεξαρτήτως της αξίας, ας υποθέσωμεν ακόμη ότι +υφίσταται κοινωνία άνευ οικειοποιημένου κεφαλαίου, εν τη οποία η +κυκλοφορία: + +&χρήμα — εμπόρευμα — χρήμα&, απαγορεύεται απολύτως, και ότι αι +αρχικαί συνθήκαι της κοινωνίας ταύτης είναι τοιαύται ώστε τα +εμπορεύματα ν' ανταλλάσσονται εις αυστηράς ίσας αναλογίας με +αναλογίας των διαφόρων ειδών της εργασίας των χρησιμοποιηθεισών +διά την παραγωγήν των. Ίδωμεν ποίας συνεπείας δυνάμεθα να έχωμεν +εκ των υποθέσεων τούτων, ακολουθούντες τας αρχάς του Κ. Μαρξ. + +Προς τούτο δέον κατ' αρχάς να έχωμεν υπ' όψει άλλην τινά άποψιν +λίαν σημαντικήν του Κ. Μαρξ. Ούτος αναγνωρίζει «ότι εις αύξουσαν +μάζαν υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή σύγχρονος ελάττωσις της +αξίας του . . . οιαιδήποτε και αν είναι αι διακυμάνσεις της +παραγωγικής του δυνάμεως, η αυτή εργασία, λειτουργούσα εν τω αυτώ +χρόνω ορίζεται πάντοτε εν τη αυτή αξία. Παρέχει όμως εις ωρισμένον +διάστημα περισσοτέρας αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική του δύναμις +αυξάνει· ολιγωτέρας δ' εάν ελαττούται». + +Εκ τούτου εξάγεται ότι εν τη κοινωνία, ην έχομεν υπ' όψει, ουδείς +παραγωγός θα έχη συμφέρον ν' αυξήση «την παραγωγικήν δύναμιν της +εργασίας του», αν και έχη τουναντίον μέγα συμφέρον, όπως η +παραγωγική δύναμις της εργασίας των άλλων παραγωγών αυξηθή. +Πράγματι ο ράπτης π.χ., δεν έχει κανέν συμφέρον ν' ανακαλύψη νέαν +μέθοδον επιτρέπουσαν αυτώ την ελάττωσιν εις το ήμισυ του αναγκαίου +χρόνου διά την κατασκευήν ενός ενδύματος. Με την μέθοδον ταύτην, +«δύο ενδύματα δεν έχουν περισσοτέραν αξίαν ενός ενδύματος +προηγουμένως κατασκευασθέντος.» Εις αντάλλαγμα των δύο τούτων +ενδυμάτων ο ράπτης δεν θα λάβη λοιπόν περισσότερα εμπορεύματα +από όσα ελάμβανε προηγουμένως δι' ενός· εξ ου ποίον το συμφέρον +του διά μίαν αύξησιν της εντατικότητος «της κοινωνικής αναγκαίας +εργασίας» διά την κατασκευήν ενδυμάτων; περί τούτου ο αγοραστής +μόνον δύναται να ενδιαφερθή: διότι της εντατικότητος ταύτης +αυξανομένης, θα έχη δύο ενδυμασίας αντί μιας εις αντάλλαγμα του +αυτού ποσού προϊόντων. + +Διατί ένας εργοστασιάρχης θα εχρησιμοποίει μηχανήν μη αποτελούσαν +μέρος ακόμη «των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής», αφού η μηχανή +αύτη «αναφέρει &ποτέ& περισσοτέραν αξίαν από όσην χάνει κατά μέσον +όρον εκ της φθοράς της;» + +Οι καταναλωταί είναι οι μόνοι ενδιαφερόμενοι όπως αι μηχαναί επί +μάλλον και μάλλον τελειοποιούμεναι αποτελέσουν μέρος «των +κοινωνικών συνθηκών» της παραγωγής του εργοστασιάρχου. + +Διά να αποφύγωμεν την δυσκολίαν ταύτην δυνάμεθα ίσως ν' +αφαιρέσωμεν την λέξιν &ποτέ& από την προαναφερθείσαν πρότασιν του +Κ. Μαρξ και να παραδεχθώμεν ταύτην από της εννοίας ότι αι τιμαί +φθάνουν σταθερόν επίπεδον ισορροπίας, τότε μόνον η μηχανή δεν +αποφέρει περισσοτέραν αξίαν από όσην κατά μέσον όρον χάνει εκ της +φθοράς της. Αλλά των τιμών μη φθανουσών το μόνιμον τούτο επίπεδον +αμέσως μετά την εισαγωγήν μιας νέας μηχανής, θα διέλθη μικρόν τι +χρονικόν διάστημα, καθ' ό η μεταβιβασθείσα αξία θα είναι +μεγαλειτέρα της φθοράς της μηχανής, δηλαδή χρονικόν διάστημα, κατά +το οποίον το απλούν κεφάλαιον, το οποίον αντιπροσώπευε θα παρήγεν +αξίαν τινά, και τότε το πλεόνασμα τούτο της αξίας θα εχρησίμευεν +ως αμοιβή διά τον εργοστασιάρχην, ίνα ούτος αποφασίση την +χρησιμοποίησιν της μηχανής. + +Δυστυχώς απαλλασσόμεθα ούτω μιας δυσκολίας διά να υποπέσωμεν εις +άλλην, διότι ανοίγομεν ούτω την θύραν εις τας αντιλήψεις περί +υπεραξιών, τας οποίας απεμακρύναμεν, διά να δυνηθώμεν να +παραδεχθώμεν την θεωρίαν του Κ. Μαρξ. Εάν το κεφάλαιον δύναται να +παραγάγη ανταλλακτικήν αξίαν, εφ' όσον αι τιμαί δεν έφθασαν το +σταθερόν σημείον της ισορροπίας δύναται πάντοτε να παραγάγη +τοιαύτας, διότι η σταθερά αύτη ισορροπία των τιμών είναι μία +καθαρά αφηρημένη έννοια (abstraction), ήτις δεν υφίσταται εις την +φύσιν (26). + +Αι τιμαί αύται, «όπως εκφράζεται επιγραμματικώς ο Coleridge, +ζητούν συνεχώς το επίπεδόν των, έκφρασις ομοιάζουσα κατά πολύ με +ειρωνικόν ορισμόν θυέλλης (27), πρέπει λοιπόν να υποθέσωμεν ή ότι +τα φαινόμενα της υπεραξίας δεν υφίστανται ή είναι μηδαμινής +σημασίας εάν θελήσωμεν να προβώμεν εις κρίσεις υποθέτοντες +επαληθεύσασαν την θεωρίαν, ότι η ανταλλακτική αξία ενός +εμπορεύματος είναι ανάλογος με την ποσότητα της κοινωνικώς +αναγκαίας διά την παραγωγήν του εμπορεύματος τούτου εργασίας. Εξ +ού υποχρεούμεθα να παραδεχθώμεν ότι ο εργοστασιάρχης (όχι ο +κεφαλαιούχος) δεν θα έχη συμφέρον εις την εισαγωγήν εν τη +βιομηχανία του μεθόδου τινός, επιτρεπούσης την ελάττωσιν του +αναγκαίου τούτου χρόνου διά την κατασκευήν. Τότε οι καταναλωταί θα +είναι εκείνοι, οίτινες θα απευθυνθούν προς τα νομοθετικά σώματα +διά να εύρουν δίκαιον εναντίον της ρουτίνας των εργοστασιαρχών, +και διά να επιτύχουν (το απλούν) κεφάλαιον το αναγκαίον εις τας +βιομηχανίας. + +Πρέπει να υποθέσωμεν — χωρίς να δυνηθώμεν να εξηγήσωμεν το +θαυμάσιον τούτο φαινόμενον — ότι αι πλειοψηφίαι των βουλών τούτων +θα είναι σωφρονέστεραι, αρμοδιώτεραι και κυρίως αμεροληπτότεραι +από εκείνας, που έχομεν υπ' όψει. + +Αι νομοθετικαί αύται βουλαί της νέας κοινωνίας θα έχουν ν' +αποφασίσουν επί παραδείγματι, ποίαν ακριβώς ημέραν το ήδη εν +χρήσει σύστημα βυρσοδεψίας δεν θα πρέπη πλέον ν' αποτελή μέρος των +«κανονικών συνθηκών της παραγωγής», και ποίαν ακριβώς ημέραν θα +πρέπη να αντικατασταθή δι' ηλεκτρικής βυρσοδεψίας. Πρέπει επίσης +όπως μη μείνη η απόφασις αύτη εις την απλήν κατάστασιν της +θεωρητικής βεβαιώσεως, να ευρεθή το (απλούν) κεφάλαιον το +αναγκαίον διά το νέον τούτο σύστημα. + +Ακόμη μικρότερον θ' απασχολήσουν αν όχι τας βουλάς τουλάχιστον +τους υπαλλήλους των. Π. χ., είς τινα ύψη τα δαμάσκηνα τα +καλλιεργούμενα εις δικτυωτόν είναι καλύτερα των καλλιεργουμένων +εις ανοικτόν αέρα. Αλλ' εάν ο τοίχος επί του οποίου θα στηριχθή το +δικτυωτόν δεν θα «αποφέρη εις τα δαμάσκηνα περισσοτέραν αξίαν όσης +κατά μέσον όρον χάνει εκ της φθοράς του» ποίον όφελος θα είχεν ο +κηπουρός διά να το κατασκευάση; Ο τοίχος αυτός είναι χρήσιμος +μόνον εις τους ανθρώπους, οι όποιοι θα φάγουν τα δαμάσκηνα. + +Θα είναι πράγματι περίεργος κοινωνική κατάστασις εκείνη, εν τη +οποία έκαστος αντί να επιβλέπη το ίδιόν του έργον, θα επιβλέπη το +έργον του γείτονός του! Ό,τι γνωρίζομεν εκ της ανθρωπίνης φύσεως +μας λέγει ότι η κατάστασις αύτη δεν θα είναι λίαν ευνοϊκή εις την +πρόοδον της βιομηχανίας και εντός ολίγου θα αναγνωρισθή η ανάγκη +να ψηφισθή νόμος, ο οποίος να καθορίζη την δραστηριότητα των +παραγωγών. Και δυνάμει του νόμου τούτου, εάν π.χ. η έντιμος ένωσις +των ραπτών ανακαλύψη και εφαρμόση μέθοδον ελαττούσαν «τον +κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον» διά την κατασκευήν μιας ενδυμασίας θα +ημείβετο παρά της κυβερνήσεως. Αλλά τότε η ανταλλακτική αξία των +προϊόντων δεν θα είναι πλέον ανάλογος ακριβώς προς την ποσότητα +της εργασίας, την οποίαν ταύτα περιέχουν, διότι ο αγοραστής θα +οφείλει, επί πλέον της ποσότητος της εργασίας της περιεχομένης εις +την ενδυμασίαν να πληρώση την μερίδα του επί της αμοιβής της +ληφθείσης υπό των ραπτών. Ίνα μη τούτο λάβη χώραν θα έπρεπε κάθε +παραγωγός ν' ανακαλύψη και να εφαρμόση συγχρόνως μίαν μέθοδον διά +ν' αυξήση είς τινας καθιδρυομένας αναλογίας την αποδοτικότητα της +εργασίας του. Τότε αι αμοιβαί, τας οποίας θα πληρώση ως συμβαλών, +θα ηδύναντο να ανταμειφθούν δι' εκείνων, τας οποίας θα ελάμβανεν +ως παραγωγός. + +Τούτο όμως δεν αρκεί. Είναι φόβος μήπως το (οικειοποιημένον) +κεφάλαιον επεμβαίνον μεταμορφωμένον, μολύνει την κοινωνίαν ταύτην. + +Ας υποθέσωμεν την κοινωνίαν ταύτην εν Αυστραλία, αποτελουμένην εξ +ενός γεωργού και ενός χρυσοθήρου. Πλην τούτων υπάρχει και +κυβέρνησις· αύτη θα καθορίση την μερίδα, την οποίαν θα αφαιρή εκ +του προϊόντος της εργασίας των πωλητών διά την συντήρησιν και +αύξησιν του (απλού) κεφαλαίου της κοινότητος και θ' ασχολήται είτα +εις την διανομήν του κεφαλαίου τούτου μεταξύ των διαφόρων χρήσεων, +τας οποίας δύναται να κάμη. + +Δεν θα εξετάσωμεν εάν η κυβέρνησις θα δυνηθή να εκτελέση την +διανομήν ταύτην καλύτερον από τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι θα +επαγρυπνούν με την ελπίδα πλουτίσεως και με τον φόβον της απωλείας +των κεφαλαίων των. Πολύ πιθανόν θα παρουσιάζοντο δυσαρέσκειαι, εάν +η &καλή& διανομή της κυβερνήσεως θα επέφερεν ελάττωσιν της +παραγωγής. Η μικροτέρα μερίς των 100 φράγκων &κακώς διανεμηθέντων& +δύναται έστω να είναι μεγαλειτέρα της μερίδος των 10 φράγκων +&καλώς διανεμηθείσης&. + +Αφήνομεν πάντα ταύτα. Τουλάχιστον όμως πρέπει να έχωμεν υπ' όψει +ότι το (απλούν) κεφάλαιον το υφιστάμενον εις την κοινότητα αυτήν +δεν είναι άπειρον. + +Εάν δ' ήτο εις άπειρον ποσότητα, ολίγον θα ενδιέφερε εάν το +κεφάλαιον τούτο ήτο ή όχι οικειοποιημένον διότι, και εις αυτήν +ακόμη την κεφαλαιοκρατικήν κοινωνίαν, τίποτε δεν θα επληρώνετο διά +την ενοικίασίν του· έκαστος πολίτης δεν είναι λοιπόν δυνατόν να +επιτύχη παρά της κυβερνήσεως όσον κεφάλαιον θέλει διά την +βιομηχανίαν του. Εξ άλλου, η κυβέρνησις δεν θα θελήση να εμποδίση +τους πολίτας από μίαν οικονομίαν προς όφελος μερίδος τινός των +προϊόντων, που θα κατηνάλισκον. Ας υποθέσωμεν, ότι ο υφαντουργός +εξοικονόμησε κάτι. Παρετήρησε ότι οι λαγωοί καταβροχθίζουν την +εσοδείαν του γεωργού. Είναι αύτη μία περίπτωσις, η οποία, όπως η +δυσμενής εσοδεία περί ης ομιλεί ο Κ. Μαρξ, κάμνει ώστε «η αυτή +ποσότης της εργασίας (του γεωργού) να αντιπροσωπεύηται υπό +τεσσάρων μεδίμνων (σίτου) αντί ν' αντιπροσωπεύεται υπό οκτώ». + +Αι καταστροφαί αι επενεχθείσαι υπό των λαγωών ηδύναντο ν' +αποφευχθούν, εάν περιεκλείετο ο αγρός υπό τοίχου, τον οποίον ο +υφαντουργός, χάρις εις τας οικονομίας του δύναται να κατασκευάση. + +Δεν θα απευθυνθή βεβαίως ο υφαντουργός προς τον γεωργόν. Ο +τελευταίος ούτος δεν έχει τίποτε να κερδίση, να παραγάγη, διά την +ανταλλαγήν οκτώ μεδίμνων, οι οποίοι θα είχον την αυτήν αξίαν των +τεσσάρων, τους οποίους πρότερον παρήγαγε· ο υφαντουργός θα μεταβή +προς αναζήτησιν του χρυσοθήρα και ιδού ο διάλογος, ο οποίος θα +ελάμβανε μεταξύ των χώραν. + +&Υφαντουργός&. Δεν θέλω πλέον να είμαι υφαντουργός. Αναχωρώ +παραλαμβάνων το όπλον μου, και θα καιροφυλακτώ ημέραν και νύκτα +πέριξ του αγρού διά να φονεύσω όλους τους λαγωούς, οι οποίοι +καταβροχθίζουν τον σίτον. + +Σήμερον ανταλλάσσετε 10 γραμμάρια χρυσού αντί 100 χιλιογράμμων +σίτου. Η ποσότης της εργασίας σας, ήτις έχει «αποκρυσταλλωθή» εις +τα 10 ταύτα γραμμάρια χρυσού είναι ακριβώς ίση, λαμβανομένης υπ' +όψιν της ποιότητος, προς την ποσότητα της εργασίας του γεωργού της +περιεχομένης εντός 100 χιλιογράμμων σίτου. + +Όταν θα φονεύσω τους λαγωούς, δεν θα υπάρχη πλέον εις τα 100 +χιλιόγραμμα του σίτου ειμή το ήμισυ της ποσότητος της υπαρχούσης +νυν εργασίας του γεωργού, επί πλέον όμως θα υπάρχη εργασία. Η +ποσότης της πραγματικής, θα είναι μεγαλειτέρα του ημίσεος, το +οποίον θα λείψη από την εργασίαν του γεωργού, αλλά θα υπολογίσω +καλώς και φαντάζομαι ότι θα υπάρξη ακριβές αντιστάθμισμα. Θα +λάβητε λοιπόν διά τα 10 σας γραμμάρια χρυσού την αυτήν ποσότητα +σίτου εις ην θα περιέχηται η αυτή ποσότης της αποκρυσταλλωθείσης +εργασίας. Θα διαιρέσωμεν τα 10 γραμμάριά σας του χρυσού μεταξύ του +γεωργού και εμού και θα έχομεν έκαστος ανά πέντε. Έχετε καμμίαν +αντίρρησιν; + +&Χρυσοθήρας&. Ολίγον ενδιαφέρομαι διά τον τρόπον, με τον οποίον +διανέμονται τον χρυσόν, τον οποίον δίδω εις αντάλλαγμα του σίτου. + +&Υφαντουργός&. Ε! λοιπόν! θα σας ομολογήσω, ότι ουδέποτε εσκέφθην +να φυλάξω πέριξ του αγρού του γεωργού, έχω ένα μυστικόν προς +καταστροφήν των λαγωών και θα σας κάμνη να επωφεληθήτε του +πλεονεκτήματος, το οποίον παρουσιάζει. Με τα 10 γραμ. χρυσού δεν +θα έχετε 100 χιλιόγραμμα σίτου αλλά 150. Μόνον θα πρέπη να +διανείμητε ως εξής τα 10 γραμ. χρυσού: Θα δώσητε τα 7 1/2 εις τον +γεωργόν, διότι εις τα 150 χιλιόγραμμα θα υφίσταται ποσόν τι εκ της +αποκρυσταλλωθείσης εργασίας, ακριβώς ίσον με το ποσόν της εργασίας +σας, το οποίον ευρίσκεται εις τα 7 1/2 γραμ. χρυσού. Τα άλλα 2 1/2 +θα δώσητε εις εμέ. + +&Χρυσοθήρας&. Αυτό με διαφέρει μεγάλως και σας παρακαλώ πολύ να με +μυήσητε εις το μυστικόν σας διά να το χρησιμοποιήσω. + +&Υφαντουργός&. Μίαν στιγμήν. Δεν θέλω να σας εξαπατήσω. Έχετε υπ' +όψει σας ότι διά τα 2 1/2 γραμ. χρυσού, τον οποίον θα μοι δώσητε, +δεν θα έχετε εις αντάλλαγμα ειμή πολύ μικράν ποσότητα +αποκρυσταλλωθείσης εργασίας. Ούτω διά τα 10 γραμμάρια χρυσού θα +έχετε 150 χιλιόγραμμα σίτου και αποκρυσταλλωθείσαν εργασίαν μόνον +διά 7 1/2 γραμμάρια. + +&Χρυσοθήρας&. Και τι μ' ενδιαφέρει αυτό! Μήπως τρώγω +αποκρυσταλλωμένην εργασίαν; Γνωρίζω καλώς την γεύσιν του άρτου, +ουδεμίαν όμως έχω ιδέαν περί της αποκρυσταλλωμένης εργασίας. + +&Υφαντουργός&. Δεν σας είπα ακόμη όλα. Δεν θα σας αποκρύψω ακόμη +ότι δεν έχω μυστικόν κανένα. Σκέπτομαι απλώς να περιτοιχίσω τον +τοίχον του γεωργού. Εάν θέλετε δύνασθε μόνος σας να το κάμετε. + +&Χρυσοθήρας&. Αλήθεια! Και πότε θα εύρω ευκαιρίαν; Γνωρίζετε καλώς +ότι υποχρεούμαι να εργάζωμαι ένδεκα ώρας την ημέραν διά να κερδίσω +τα προς το ζην. Πώς θα δυνηθώ να προσθέσω εις τας τόσας ημέρας +εργασίας τον αναγκαίον αριθμόν των ωρών διά την κατασκευήν του +τοίχου; Δεν είναι αληθές το λεγόμενον ότι η εργασία μετράται υπό +του χρόνου της διαρκείας της. Μία ώρα εργασίας προστιθεμένη εις +μίαν ημέραν εργασίας τριών ωρών δεν είνε ουδόλως τόσον κοπιώδης +όσον η αυτή ώρα προστιθεμένη εις την ημέραν των ένδεκα ωρών (28). + +Και ούτω ας μείνωμεν σας παρακαλώ εις την πρώτην πρότασιν μου. + +Ιδού λοιπόν ο υφαντουργός μας γενόμενος κεφαλαιούχος χωρίς να +φαίνεται. Είναι αληθές ότι δεν χρησιμοποιεί την κυκλοφορίαν &χρήμα +— εμπόρευμα — χρήμα&. + +Είναι αληθές ότι δεν οικειοποιείται ουδεμίαν υπεραξίαν παραχθείσαν +διά μιας υπερεργασίας του γεωργού, αλλά δεν εδίστασε να πωλήση την +χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου του διά μίαν ετησίαν πρόσοδον. + +Είναι, θα είπη τις, περιπτώσεις φανταστικαί, &Ροβινσονιάδες&, όπως +τας ονομάζει ο Κ. Μαρξ. Το πιστεύετε; Τι λοιπόν! Τουναντίον ταύτα +είναι γεγονότα πραγματικά, τα οποία σήμερον παρατηρούνται και τα +οποία θα καταστώσι συν τω χρόνω σημαντικώτερα, εφ' όσον η κοινωνία +μας θα καθίσταται επί μάλλον και μάλλον σοσιαλιστική. + +Τι κάμνουν σήμερον οι κύριοι πολιτικολόγοι, όταν θέλουν να +αφιερωθούν εις σοσιαλιστικόν τινα ή άλλο πείραμα; Δανείζονται από +την κυβέρνησιν. Διά του μέσου των ταμιευτηρίων, συλλέγουν τους +οβολούς των εργατών διά της εκδόσεως μετοχών και αξιών ηγγυημένων +υπό του κράτους, σύρουν προς εαυτούς τα μεγάλα κεφάλαια. + +Διά να ομιλήσωμεν ειλικρινώς ο ούτω συσσωρευμένος πλούτος +καταστρέφεται κατά μέγα μέρος υπ' αυτών, ας παραδεχθώμεν όμως ότι +τον χρησιμοποιούν φρονίμως· η ετησία πρόσοδος την οποίαν εν +τοιαύτη περιπτώσει πληρώνει το κράτος δεν είναι της αυτής φύσεως +με εκείνην, την οποίαν ο υφαντουργός θα ελάμβανε παρά του +χρυσοθήρα; + +Το λαϊκοσοσιαλιστικόν κράτος θα έχη ανάγκην να δανεισθή τόσον και +περισσότερον από το αστικοσοσιαλιστικόν κράτος, εις το οποίον +έχομεν την ευτυχίαν να ζώμεν σήμερον. Εάν δεν θέλη να πληρώση +τίποτε διά την χρήσιν των ζητουμένων παρ' αυτού οικονομικών +αγαθών, οι υπήκοοι του δεν θα σπεύσουν να του τα χορηγήσουν. Εάν +πληρώση τι, ο κεφαλαιούχος γεννάται εκ νέου και εμφανίζεται πάλιν +εν τη νέα κοινωνία. Θα είναι μάλιστα πολύ καλύτερα εκεί από την +κοινωνίαν, εις την οποίαν μόνον ο ελεύθερος συναγωνισμός θα +καθώριζε την διαμονήν του πλούτου, διότι συνεννοούμενος μετά των +κυρίων πολιτικών — ανθρώπους, των οποίων η αρετή δεν είναι γενικώς +μεγάλη — θα δυνηθή διά μιας τεχνητής αιτήσεως κεφαλαίων να υψώση +το επιτόκιον και αφ' ετέρου δεν θα διατρέξη ουδένα κίνδυνον, εις +όσους υπόκεινται οι κεφαλαιούχοι υποχρεωμένοι να διακινδυνεύουν τα +κεφάλαιά των εις επιχειρήσεις κατά το μάλλον ή ήττον +τυχοδιωκτικάς, εις τας οποίας δύνανται να χάσουν τόκον και +κεφάλαιον (29). + +Είναι πολύ δύσκολον να καταστραφή η ιδιοκτησία των οικονομικών +αγαθών τα οποία ονομάζομεν &κεφάλαια&, εάν δεν καταστρέψωμεν +συγχρόνως και τα άλλα οικονομικά αγαθά. Τούτο καλώς ηνόησαν +σοσιαλιστικαί τινες τάσεις. + +Ο Πέτρος Κροπότκιν έχει δίκαιον λέγων «ότι εις την κοινωνίαν μας +υπάρχουν σχέσεις καθωρισμέναι, τας οποίας είναι υλικώς αδύνατον να +τροποποιήσωμεν, εάν τας θίξωμεν μερικώς μόνον». (Η κατάκτησις του +ψωμιού σελ. 57). Και είναι πολύ λογικός αρνούμενος να παραδεχθή +την τιθεμένην υπό των σοσιαλιστών διάκρισιν, οι οποίοι λέγουν: +«ζητούμεν την απαλλοτρίωσιν του εδάφους, του υπεδάφους, των +εργοστασίων. Πάντα ταύτα είναι μέσα παραγωγής και θα ήτο δίκαιον +να μετεβάλλοντο εις κοινήν ιδιοκτησίαν. Εκτός όμως τούτων υπάρχουν +και τα αντικείμενα της καταναλώσεως: η τροφή, το ένδυμα, η +κατοικία, τα οποία πρέπει να μείνουν ατομική ιδιοκτησία». + +Λογικώς υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ των θεωριών, αι οποίαι +επιζητούν την καταστροφήν ενός μόνον είδους ιδιοκτησίας — της του +κεφαλαίου — και των θεωριών, των επιζητουσών την καταστροφήν πάσης +φύσεως ιδιοκτησίας μηδ' αυτής της &μπουκιάς& του άρθρου +εξαιρουμένης. + +Αι πρώται ευρίσκουν αναρίθμητα εμπόδια εκ της αυθαιρέτου +διακρίσεως, την οποίαν θέλουν να θέσουν μεταξύ των ιδιοκτησιών των +οποίων την εξαφάνισιν επιζητούν, και εκείνων των οποίων θέλουν την +διατήρησιν. Αι δεύτεραι αποφεύγουν τας δυσκολίας ταύτας +υπερπηδώσαι δυσκολίας ακόμη μεγαλυτέρας, αίτινες είναι η συνέπεια +της υποθέσεως ότι δυνατόν να παραμεληθή το άκρως ισχυρόν αίσθημα +το ωθούν τον άνθρωπον και αυτό το ζώον εις την οικειοποίησιν των +χρησίμων αυτώ αντικειμένων. + +Σοσιαλιστικαί τίνες τάσεις απομακρύνουν έτι την αφετηρίαν των +δυσκολιών, τας οποίας δύνανται να συναντήσουν, παραδεχόμενοι ότι η +ανθρωπίνη φύσις δύναται να γίνη τελείως διάφορος της σήμερον +γνωστής (30). Εάν παραδεχθώμεν την υπό θέσιν ταύτην, η φαντασία +τότε ελευθέρως δύναται να δημιουργή κοινωνικά συστήματα. Δεν +δυνάμεθα εις τίποτε ν' αντιτείνωμεν, διότι θα είναι πάντοτε +δυνατόν να φαντασθώμεν είδος ανθρωπίνης φύσεως αποδεχομένης το +προτεινόμενον σύστημα. Η πολιτική οικονομία μελετά τας πράξεις του +ανθρώπου, όπως ούτος υφίσταται και όχι όπως μας αρέσει να τον +φανταζόμεθα. + +Δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν ότι ο συλλογισμός μας αναφορικώς προς +την παραγωγικότητα της εργασίας παρουσιάζει την αξίαν χρήσεως +αυξανομένην, αλλά δεν εξηγεί την αύξησιν, η οποία εν τούτοις +παρουσιάζεται εν τη κοινωνία μας εις το ποσόν των ανταλλακτικών +αξιών. + +Και τούτο διότι παρεδέχθημεν μίαν υπόθεσιν του Κ. Μαρξ η οποία δεν +είναι εν αρμονία με τα γεγονότα. Όταν δι' ενός μέσου, το οποίον +δεν είναι ευκόλως διαθέσιμον παρ' όλων παρουσιάζεται +επαγγελματικόν μυστικόν, εφεύρεσις, η χρησιμοποίησις νέας +ποσότητος κεφαλαίου, ελλαττούμεν κατά το ήμισυ τον αναγκαίον +χρόνον διά να παραγάγωμεν ποσότητα τινά εμπορεύματος, τότε δεν +είναι αληθές ότι και η ανταλλακτική αξία (τιμή) του εμπορεύματος +τούτου ελλαττούται κατά το ήμισυ: Η νέα αύτη αξία θα είναι +μεγαλυτέρα του ημίσεως της αρχικής αξίας, και ούτω η ανταλλακτική +αξία του όλου της παραγωγής του εμπορεύματος τούτου θα είναι +μεγαλυτέρα από ότι ήτο προηγουμένως. + +Πρέπει εισέτι να παρατηρήσωμεν ότι και όταν ακόμη θα επιτύχωμεν ν' +αποδείξωμεν ότι το μέρος της ανταλλακτικής αξίας το υπό του +κεφαλαιούχου λαμβανόμενον αφηρέθη εκ της εργασίας, δεν θα έχομεν +αποδείξει ότι η επέμβασις του κεφαλαιούχου προξενεί βλάβην εις +τους εργάτας. + +Ο Κ. Μαρξ το πιστεύει. Αλλ' εκείνο το οποίον φαντάζεται εις τον +συλλογισμόν του, όπως και εις πολλούς άλλους και ιδίως εις τους +συλλογισμούς των ευπίστων της σχολής του προστατευτικού εμπορίου +παραδεχόμενος ότι υφίστανται τοιαύτα ακόμη μεταξύ των ανθρώπων των +μη εχόντων ως δικαιολογίαν την άγνοιαν των οικονομικών νόμων = είναι +ότι η λέξις &αξία& συγχέεται συνήθως με την λέξιν &πλούτος&. Είναι +ολίγον αστείον να είπωμεν εις οιονδήποτε ότι του αφαιρούμεν μέρος +ανταλλακτικών του αξιών και του αυξάνουμεν συγχρόνως την ευτυχίαν +του· και εν τούτοις τούτο είναι πιθανώτατον διότι η ευτυχία μας +εξαρτάται μόνον εκ των αξιών χρήσεως (οικονομικών χρησιμοτήτων) +των αγαθών, τα οποία χρησιμοποιούμεν, και ουχί εκ των +ανταλλακτικών αξιών. + +Ούτω και όταν θα ηθέλαμεν αποδεχθή μετά του Κ. Μαρξ, ότι ο +κεφαλαιούχος οικειοποιείται μέρος της ανταλλακτικής αξίας της +δημιουργηθείσης υπό του εργάτου, δεν θα είχομεν αποδείξει εισέτι, +ότι ο κεφαλαιούχος είναι επιβλαβής, διότι πιθανόν ο εργάτης να +είχε ακόμη εις την διάθεσίν του σημαντικωτέραν αξίαν χρήσεως, από +εκείνην, την οποίαν θα έχη εις άλλο σύστημα κοινωνικής οργανώσεως. + +Θα έπρεπε να συμπληρωθή η θεωρία του Κ. Μαρξ διά του +&ορειχαλκίνου& νόμου του Lassalle ίνα η απόδειξις συμπληρωθή. Εάν +πράγματι το καπιταλιστικόν σύστημα ηνάγκαζε τον εργάτην να έχη το +μίνιμουμ του απαραιτήτου διά να ζήση και αναπαραχθή, είναι φανερόν +ότι εν πάσει περιπτώσει δεν θα είχε τίποτε να λάβη ή το παν να +κερδίση επιχειρών την αλλαγήν του συστήματος. + +Αλλ' η θεωρία αύτη του Lassalle διαψεύδεται καθ' εκάστην υπό των +γεγονότων (31), και δεν δυνάμεθα να την χρησιμοποιήσωμεν ως βάσιν +επιστημονικού συλλογισμού. + +Η κριτική την οποίαν εκάμαμεν επί του έργου του Κ. Μαρξ είναι +καθαρώς αρνητική. + +Είδομεν ότι δεν ήτο δυνατόν λογικώς να παραδεχθώμεν την απόδειξιν +της αντιλήψεως ότι η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων μετράται +υπό του ποσού της απλής εργασίας της περιεχομένης εις αυτά. Και +εξετάσαμεν πώς εγγεννάτο το σόφισμα, το οποίο καθίστα εσφαλμένον +τον συλλογισμόν. + +Ο Κ. Μαρξ παραγνωρίζει τον χαρακτήρα του κεφαλαίου, ότι είναι +οικονομικόν αγαθόν όπως όλα τα άλλα και είς των πολλών παραγόντων +της παραγωγής, της συνισταμένης απλώς εις τας τροποποιήσεις της +εργασίας, των υπηρεσιών των κεφαλαίων και άλλων οικονομικών +αγαθών, είς τινα οικονομικά αγαθά, τα οποία oνομάζομεν προϊόντα. + +Μία συνέπεια της εις το κεφάλαιον αποδόσεως ιδιότητος οικονομικού +αγαθού είναι ότι έχει τους αυτούς λόγους να αποδεχθή ή να αρνηθή, +ότι τούτο έχει χρησιμότητα εν τη κοινωνία, ότι η χρήσις του +κεφαλαίου πρέπει να πληρώνηται, ή ότι η χρήσις παντός άλλου +οικονομικού αγαθού συμβάλλοντος εις την παραγωγήν πρέπει ν' +αμείβεται. + +Εξητάσαμεν επ' αυτού τας δυσκολίας τας οποίας συναντώμεν θέλοντες +να καταστρέψωμεν την ιδιοκτησίαν επί του κεφαλαίου, ενώ +διατηρούμεν την ιδιοκτησίαν επί των άλλων οικονομικών αγαθών. + +Τέλος, ίδωμεν ότι και εάν αποδεχθώμεν την βασικήν αρχήν του Κ. +Μαρξ, δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι η ύπαρξις του κεφαλαιούχου +είναι επιβλαβής εις την κοινωνίαν. + +Πάντα όμως ταύτα δεν μας γνωρίζουν τας θεωρίας, αίτινες δέον ν' +αντικαταστήσουν τας του Κ. Μαρξ, ούτε τα μέσα διά να επιτύχωμεν το +μάξιμουμ της ευημερίας διά την κοινωνίαν. + +Την απάντησιν εις τα ζητήματα ταύτα θα εύρωμεν εις την πολιτικήν +οικονομίαν, των ζητημάτων δε τούτων η λύσις θα είναι η συνέπεια +μιας πλήρους θεωρίας ανταλλαγής και παραγωγής. + +Προ πολλού ήδη η πολιτική οικονομία απέδειξε ότι ο ελεύθερος +συναγωνισμός είναι ο αναγκαίος όρος, διά την επίτευξιν του +μάξιμουμ της ευημερίας του ατόμου και του είδους, και αι +τελευταίαι εργασίαι της επιστήμης απέδωσαν τόσην ακρίβειαν εις την +απόδειξιν του θεωρήματος τούτου, ώστε δυνάμεθα σήμερον δικαίως να +το θεωρώμεν ως το μάλλον ασφαλώς βέβαιον εις την κοινωνικήν +επιστήμην. + +IV + +Το βιβλίον του Κ. Μαρξ περιέχει επίσης αρκετά σημαντικόν +περιγραφικόν και ιστορικόν μέρος επί της αγγλικής βιομηχανίας. Η +λογική του μέρους τούτου φαίνεται πολύ ελαφρά. Σπανίως βλέπομεν +απόπειραν συλλογισμού αυστηρού διά την σύνδεσιν των γεγονότων, εκ +των οποίων ο Κ. Μαρξ εξάγει τας συνεπείας, φαίνεται δε ότι +επαφίεται την φροντίδα ταύτην εις απλήν συγκέντρωσιν ιδεών κατά το +πλείστον ανηκουσών εις το κεφάλαιον της συγκινήσεως. + +Τούτο άλλως τε είναι το σύνηθες σύστημα των σοσιαλιστικών σχολών. +Πρόκειται ν' αποδείξουν ότι γεγονότα αξιόμεμπτα είναι συνέπεια του +κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Αποδεικνύουν, πράγμα που δεν είναι το +ίδιον, ότι τα γεγονότα ταύτα συνυπάρχουν εις την κοινωνίαν μαζύ με +το καπιταλιστικόν σύστημα (32). Ο συλλογισμός θα ήτο καλός μόνον +δι' εκείνους, οι οποίοι διατείνονται, ότι τα πάντα είναι θαυμάσια +εις τον κόσμον τούτον και ότι το καπιταλιστικόν σύστημα έχει την +θαυματουργόν αρετήν να επιβάλη την δικαιοσύνην και τιμιότητα επί +της γης. + +Βεβαίως υπήρχον πολλαί αστείαι προσωπικότητες έτοιμαι να εκφράσωσι +τον θαυμασμόν των διά την υφισταμένην κατάστασιν των πραγμάτων, να +ενθουσιασθούν διά τας αρετάς των και ν' ανακράζουν μετά του +Βιργιλίου. + +Magnus ab integro sæclorum nascitur ordo. Jam redit er Virgo; +redeunt Saturnian regna; Jam nova progenus cœlo dimittitur alto. + +Μετέβαινον να διδάξουν εις τους πτωχούς, την ταπείνωσιν, την +υποταγήν και το σέβας προς τους μεγάλους της γης, κατορθώσαν δ' +ακόμη και να συγκινηθούν διά την τύχην των μαύρων των εργαζομένων +υπό το μαστίγιον των φυτευτών της Βιργινίας. Σήμερον λιβανίζουν +τους πολιτευομένους και διαδίδουν σοφίσματα διά να δικαιολογήσουν +την σπατάλην του δημοσίου ταμείου. «Επενόησαν δ' ακόμη, λέγει ο +Παύλος Κουριέ, ατελή τινα υπηρεσίαν, ην και ο αυλικός θα ηρνείτο, +ή τουλάχιστον δεν θα εθεώρει τιμήν του να την ενεργήση». + +Δεν είναι όμως μόνον οι βασιλείς, οίτινες έχουν αυλικούς, είχεν +ακόμη και ο Δήμος εποχής του Αριστοφάνους· σήμερον δ' ακόμη δεν +παρουσιάζεται έλλειψις τοιούτων. Αλλ' οι αυλικοί και οι συνένοχοι +των πολιτευομένων αποτελούν λεγεώνα και πάντες ομού καταβροχθίζουν +σοβαράν μερίδα πλούτου, τον οποίον παράγει η εργασία ηνωμένη με το +κεφάλαιον. + +Ο κ. W. G. Summer απέδειξε (33) ότι χάρις εις την καταστροφήν +αυτήν του πλούτου συμβαίνει, ώστε οι πλούσιοι να γίνωνται, +πλουσιώτεροι και οι πτωχοί πτωχότεροι. Ιδέτε εις τας Ηνωμένας +Πολιτείας τας μεγάλας περιουσίας, αι οποίαι εδημιουργήθησαν διά +μέσου της προστασίας ή διά παντός άλλου είδους κλοπής +επιτευχθεισών χάρις εις την βοήθειαν της κυβερνήσεως· σημειώσατε +όμως ότι, εάν κεφαλαιούχοι τινές κατώρθωσαν να πλουτίσουν εις +βάρος άλλων κεφαλαιούχων ουδέν όμως των (οικειοποιημένων) +κεφαλαίων δεν εσχηματίσθη ούτως· τουναντίον η αλλοίωσις της +φυσικής διανομής του πλούτου υπήρξε αιτία μιας τεραστίας +καταστροφής δημιουργουμένων κεφαλαίων, παρεμποδίσασα επίσης την +αύξησιν των γενικών κεφαλαίων της χώρας κατά τόσον βαθμόν, όσον θα +επετυγχάνετο αύτη με την οικονομικήν ελευθερίαν. + +Και ούτως ο μέγας κλέπτης προξενεί εις την κοινωνίαν καταστροφήν +μη υπολογιζομένην μόνον διά του ποσού του κλαπέντος πλούτου· διότι +το μεγαλύτερον κακόν το παρεμποδίζον την παραγωγήν σημαντικής +ποσότητος πλούτου είναι η έλλειψις ασφαλείας ήτις θα υπήρχε υπό +σύστημα οικονομικής ελευθερίας. + +Διά παρομοίαν αιτίαν αι κοινότητες του Μεσαιώνος εύρον συμφέρον +των να πληρώσουν ισχυρά ποσά διά ν' απαλλαγούν της προστασίας των +κυρίων των. Και αν διά ν' απαλλαγούν σήμερον της προστασίας των +πολιτευομένων ήτο δυνατόν να ακολουθηθή η αυτή οδός, πάντες θα το +απεδέχοντο. + +Πλείστοι καταχρώνται των θεωριών της πολιτικής οικονομίας και +ατιμάζουν την επιστήμην διά να δικαιολογήσουν τα κακουργήματα των +πολιτευομένων. Διά των σοφισμάτων των ενθυμίζουν τους καζουιστάς +ότι ο Πασχάλ έθεσε υπό το μαρτύριον εις τα Provemiales. Αι αυταί +μέθοδοι, οι αυτοί συλλογισμοί, η αυτή απουσία ηθικού αισθήματος +παρατηρούνται. Τας αρχάς της επιστήμης αναγνωρίζουν και αυτοί και +διαδηλούν δημοσίως την αλήθειάν των, εν τούτοις όμως διά σειράς +δολίων συλλογισμών εξάγουν συμπεράσματα άτινα αποκρούει ο κοινός +νους. + +Πόσοι διακηρύσσουν εαυτούς συμπαθείς προς την ελευθέραν ανταλλαγήν +και καταλήγουν επιδοκιμάζοντες τα μέτρα του προστατευτικού +συστήματος. Πόσοι δήθεν οικονομολόγοι, αφού αξιωματικώς το κράτος +διεκήρυξεν ότι το κράτος δέον να επαγρυπνή επί της ακεραιότητος +των νομισμάτων, καταλήγουν, όπως δικαίως τους μέμφεται ο Κ. Μαρξ, +εις το να επιδοκιμάζουν τας κυβερνήσεις, αι οποίαι τα +κιβδηλοποιούν. + +Παρετηρήθησαν εις την Ιταλίαν κυβερνήσεις εκδίδουσαι κίβδηλον +χαρτονόμισμα, το οποίον διένειμαν εις τας επιχειρήσεις τας +διατελούσας υπό την προστασίαν των. Παρετηρήθησαν κυβερνήσεις, +αίτινες αντί να επαγρυπνούν διά την εφαρμογήν του νόμου επίεζον +τραπέζας εκδόσεως τραπεζογραμματίων εις το να τον παραβαίνουν. +Κατέληξαν μέχρι του σημείου να κλείσουν τους οφθαλμούς των εις τα +σκάνδαλα της Τραπέζης της Ρώμης, διότι η τράπεζα τοις παρέσχε +υπηρεσίας και χρήμα διά τας εκλογάς. + +Άνθρωποι αποκαλούντες εαυτούς οικονομολόγους προσεπάθησαν να +δικαιολογήσουν τας ενόχους ταύτας μηχανορραφίας υπαινισσόμενοι την +«κατεύθυνσιν της προθέσεως» ήτις, κατ' αυτούς ήτο αγνή τιμία. + +Η πολιτική οικονομία δεν είναι υπεύθυνος διά τα σοφίσματα ταύτα· +υπενθυμίζοντες την θεωρίαν κατά την οποίαν ελεύθερος συναγωνισμόν +παράγει το μάξιμουμ της ευμερίας διά τον άνθρωπον και το είδος, +δεν ηθελήσαμεν ουδ' επί στιγμήν να δικαιολογήσωμεν τας +καταχρήσεις, αίτινες λαμβάνουν χώραν εν τη κοινωνία μας. + +Τας καταχρήσεις ταύτας, τας οποίας οι ελεύθεροι οικονομολόγοι +πάντοτε απεδοκίμασαν, τας εγκαταλείπωμεν εξ ολοκλήρου εις την +μήνιν των σοσιαλιστικών σχολών. Ας παρατηρηθή όμως ότι σχεδόν όλαι +εδημιουργήθησαν ένεκα της επεμβάσεως του κράτους. Είναι δε τελείως +απίθανον ότι η επέκτασις των δικαιωμάτων του κράτους θα θεραπεύση +το κακόν. Ο αστικός σοσιαλισμός, ο οποίος κατέκλυσε την κοινωνίαν +μας ενεργεί με τας αυτάς αρχάς, με τας οποίας και ο λαϊκός ο +επιζητών την αντικατάστασιν του πρώτου. Αι καταχρήσεις του ενός +μας κάμουν να προΐδωμεν τας καταχρήσεις του άλλου. + +Είναι δε τιμή και δόξα της πολιτικής οικονομίας το γεγονός ότι από +του Adam Smith μέχρι σήμερον, απεκάλυψεν αύτη εις τον κόσμον τα +δημιουργηθέντα κακά διά της αυθαιρέτου επεμβάσεως των κυβερνήσεων +διανεμουσών εις τους οπαδούς των τον παραχθέντα εις την χώραν +πλούτον· εις μάτην επεχείρησαν να υποβιβάσωσι την αξίαν των έργων +του Bartiat και να εισαγάγουν εν τη επιστήμη μεταφυσικάς +αντιλήψεις, εκ των οποίων αύτη είχεν απαλλαγή. Υπάρχει μεγαλυτέρα +γνώσις, το σατυρικόν έργον του Bartiat, «la Physiologique de la +Spoliation» παρά εις τους ογκώδεις τόμους των από καθέδρας +σοσιαλιστών. + +Φυσικά ο Κ. Μαρξ απέχει πολύ από του να αναγνωρίση την ελαχίστην +αξίαν εις τας θεωρίας της οικονομικής επιστήμης. Διευθύνει τα +ισχυρότερα βέλη του εναντίον «της αστικής πολιτικής οικονομίας», +και την καθιστά υπεύθυνον διά πάσαν ανοησίαν, γραφομένην υπό +παντός «αστού» συγγραφέως. Το μικρότερον ελάττωμα των +οικονομολόγων είναι ότι είναι «συκοφάνται», ότι συγγράφουν +«παιδαριώδεις θεωρίας». + +Εξ άλλου θέτει κατά μέρος τους φυσιοκράτας, αλλά συγκεντρώνει όλας +τας άλλας οικονομικάς σχολάς, και ο αναγνώστης πρέπει να υπολογίζη +επί των ιδίων φώτων διά να δυνηθή να χωρίση τα σφάλματα, με τα +οποίαι επιβαρύνουν τους ελευθέρους οικονομολόγους από τα σφάλματα +των άλλων συγγραφέων ως του Thiers, οι οποίοι δεν θα έπρεπε να +υπολογισθούν μεταξύ των οπαδών του κατηραμένου laisser — faire. + +Ο Κ. Μαρξ αναφέρει καί τινα Edmond Potter, ο οποίος κατά το 1863 +ήθελε να εμποδίση την μετανάστευσιν των Άγγλων εργατών. Ο κύριος +ούτος έγραφε: «ενθαρρύνετε ή &επιτρέπετε& την μετανάστευσιν της +δυνάμεως της εργασίας και τι θα απογίνη ο κεφαλαιούχος; Ο Κ. Μαρξ +μέμφεται δικαίως τας λέξεις ταύτας, αλλά διατί δεν λαμβάνει υπ' +όψει ότι εις το σημείον αυτό τουλάχιστον οι &συκοφάνται& της +ελευθέρας πολιτικής οικονομίας, «οι ιδεολόγοι του κεφαλαίου» έχουν +την ευτυχίαν να συμφωνούν μετ' αυτού; Παν μέτρον τείνον εις την +παρεμπόδισιν του εργάτου του διαθέτειν ελευθέρως την εργασίαν του +και τον εαυτόν του κατηγορείται υπό της σχολής του laisser—faire· +Νυν δε ο κ. de Molinari επέμεινε πολύ επί της +πραγματοποιηθησομένης προόδου εν τη κοινωνία μας, ίνα ο εργάτης +δυνηθή ευκόλως να προσφέρη την εργασίαν του εν τη αγορά, εν τη +οποία αύτη αμείβεται καλύτερον (34). + +Δεν πρέπει επίσης να λησμονήσωμεν ότι αι προθέσεις των εργοδοτών +περί παρεμποδίσεως της μεταναστεύσεως των εργατών ουδεμιάς έτυχον +υποστηρίξεως παρά της Αγγλικής κυβερνήσεως, ωθουμένης από τας +φιλελευθέρας αρχάς του Cobden και John Bright, ενώ τελευταίως εν +Ιταλία, μία κυβέρνησις προστατευτική εξέδιδε διά να φανή ευάρεστος +είς τινας γαιοκτήμονας φίλους της, αποφάσεις κανονιζούσας δήθεν +την μετανάστευσιν κυρίως όμως δυσχεραινούσας αυτήν. + +Επί πολλών άλλων ακόμη σημείων οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι +συμφωνούν με τον Κ. Μαρξ· π. χ. κατηγορούν την εκμετάλλευσιν της +εργασίας των γυναικών και παιδίων από τα άτομα υπό την προστασίαν +των οποίων διατελούν. Η συμφωνία όμως σταματά όταν πρόκειται να +ευρεθή η αιτία των γεγονότων τούτων. + +Διά τον Κ. Μαρξ η αιτία ευρίσκεται μόνον εις το κεφαλαιοκρατικόν +σύστημα· αλλ' εάν τούτο ήτο αληθές το αποτέλεσμα δεν θα +εξηφανίζετο μετά της αιτίας του; Ενώ όλως τουναντίον παρατηρούμεν, +διότι τας γυναίκας και τα παιδία τα κακομεταχειρίζονται +περισσότερον εις τας πρώτας κοινωνίας, ένθα δεν υφίστατο +κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, και όπου αύται ευρίσκονται εις +πρωτόγονον κατάστασιν, ενώ εις την κοινωνίαν μας έτυχον αναπτύξεως +σημαντικής (35). + +Βεβαίως αν δεν υπήρχον εργοστάσια ο πατήρ δεν θα ηδύνατο να +απέστελλεν εκεί τα τέκνα του. + +Αλλά δεν υπάρχει άλλο μέσον διά να επωφεληθή αυτών; Η σωματεμπορία +υφίσταται ακόμη εν Ευρώπη. + +Τελευταίως συνελήφθη εις Τεργέστην άτομόν τι αναχωρούν διά τας +Ινδίας με πολλάς νεαράς κορασίδας, τας οποίας θα παρέδιδεν εις +τους Radjahs. Ίσως και να ήσαν αφιερωμέναι εις τους μεγάλους +τούτους, περί ων ομιλεί ο Κ. Μαρξ και θα επληρώνοντο με το ένα εκ +των τριών μερών, του αφιερωμένου προϊόντος «διά την απλήν και +προοδευτικήν παραγωγήν του κεφαλαίου». Εις την Νεάπολιν πατέρες +πωλούν τα τέκνα των διά να επαιτούν εις τους δρόμους και να +παίζουν όργανα. Η τύχη των πτωχών τούτων μικρών αθλίων δεν είναι +ολιγώτερον σοβαρά εκείνης, την οποίαν περιγράφει ο Κ. Μαρξ, +σχετικώς με τα παιδία τα εργαζόμενα εις τα αγγλικά εργοστάσια. + +Ίσως θα μας είπουν ότι η δυστυχία αναγκάζει τους πατέρας εις την +ακρότητα ταύτην. Τούτο είναι αληθές, αλλά τι έπεται εκ τούτου; Η +δυστυχία αύτη δεν είναι ο αποκλειστικός σκοπός του καπιταλιστικού +συστήματος, αφού υφίσταται εις κοινωνίας, εις τας οποίας το +σύστημα τούτο δεν υπάρχει. Εν πάση περιπτώσει είναι ανωφελές να +σταματώμεν επί των αποτελεσμάτων της δυστυχίας, διότι αν υφίσταται +σύστημα, διά του οποίου τούτο αποφεύγεται, ουδείς λογικός και +τίμιος θα αντετίθετο. + +Διά να λύσωμεν έν τοιούτον πρόβλημα δεν αρκεί να σημειώσωμεν απλώς +τα κακά εξ ων πάσχει η κοινωνία μας. Πρώτον διότι πρέπει να +χωρίσωμεν τα παραγόμενα υπό του αστικού σοσιαλισμού, όστις χάρις +εις τους πολιτευομένους κατακλύζει επί μάλλον και μάλλον την +κοινωνικήν μας οργάνωσιν (36), από εκείνα τα οποία είνε συνέπεια +του ελευθέρου συναγωνισμού. Κατόπιν διότι θα πρέπη να αποδείξωμεν +ότι έν άλλο σύστημα θα περικλείη ολιγώτερα, και τούτο μέχρι +σήμερον δεν έγεινεν. + +Η εν τούτω άποψις της πολιτικής οικονομίας θαυμασίως εξεφράσθη υπό +του κ. Demolinari, του οποίου δεν έχομεν παρά να μεταφέρωμεν τας +λέξεις. + +«Η παραγωγή ηύξησεν, ο πλούτος επολλαπλασιάσθη, η αλληλεγγύη +επεξετάθη, ο πόλεμος έπαυσε να είναι αναγκαίος διά να περιφρουρήση +τον πολιτισμόν, αλλ' η ομαδική και η ατομική κυβέρνησις δεν +κατώρθωσεν εισέτι να συμμορφωθή προς τας νέας συνθήκας της ζωής, +τας οποίας η οικονομική πρόοδος εδημιούργησεν εις τας κοινωνίας +και τα άτομα. Η τήρησις των ομαδικών και ατομικών δικαιωμάτων και +καθηκόντων δεν επραγματοποίησεν ουδεμίαν σημαντικήν πρόοδον· +δυνάμεθα να υποστηρίξωμεν ακόμη όχι εάν επροώδευσεν είς τινα +σημεία, εις άλλα οπισθοδρόμησε. + +Αντί να εφαρμόσουν ακριβέστερον τους θετικούς νόμους εις τα φυσικά +δικαιώματα των ατόμων τι κάμνουν αι κυβερνήσεις; Επεκτείνουν καθ' +εκάστην αυθαιρέτως διά των νόμων των μονοπωλίων και της +προστασίας, την ιδιοκτησίαν και ελευθερίαν των μεν εις βάρος της +ιδιοκτησίας και ελευθερίας των δε, προστατεύουν τα κέρδη των +βιομηχάνων και τας προσόδους των ιδιοκτητών, εναντίον των +ημερομισθίων των εργατών, μέχρις ότου οι εργάται κύριοι της +μηχανής υπαγορεύσουν νόμους, προστατεύσουν τα ημερομίσθιά των εις +βάρος των κερδών των βιομηχάνων και των προσόδων των ιδιοκτητών. +Εξαναγκάζουν όλας τας υπάρξεις εις μίαν μόνιμον αστάθειαν πότε +ανυψούσαι και πότε περιορίζουσαι τα εμπόδια, τα οποία έστησαν +εναντίον της ελευθερίας της εργασίας και της ανταλλαγής. Αντί να +συμφωνήσουν διά να εξασφαλίσουν την ειρήνην, όπως τούτο θα +κατορθούτο με μίνιμουμ δαπάνης, επιδεινώνουν συνεχώς το βάρος της +προετοιμασίας του πολέμου, αναμένουσαι την κατάλληλον στιγμήν διά +να τον εξαπολύσουν καταστρεπτικώτερον και αιματηρότερον παρά ποτέ. +Πανταχού αι κυβερνώσαι τάξεις έχουν υπ' όψιν των μόνον τα σημερινά +και εγωιστικά συμφέροντά των και χρησιμοποιούν την εξουσίαν των +διά την ικανοποίησίν των χωρίς να ενδιαφέρωνται να μάθουν εάν +ταύτα είναι σύμφωνα ή όχι προς το γενικόν και μόνιμον συμφέρον της +κοινωνίας». + +Το συμφέρον τούτο η Πολιτική οικονομία λέγει ότι δεν δύναται άλλως +να επιτευχθή ειμή διά του ελευθέρου συναγωνισμού, ότι παν προ +αυτού τιθέμενον εμπόδιον είναι επιβλαβές, ότι προστασία +(προστατευτικόν σύστημα) σημαίνει &καταστροφή πλούτου&, και τέλος +ότι το πλείστον των κακών, των παρατηρουμένων εν τη κοινωνία μας, +προέρχεται, όπως λέγη ο κ. καθηγητής Todde, όχι από κατάχρησιν +ελευθερίας, αλλά τουναντίον από την έλλειψιν της αναγκαίας +ελευθερίας. Όλα τα γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν, μας οδηγούν εις +το συμπέρασμα τούτο, όπως και κάθε νέον παρατηρούμενον γεγονός το +επιβεβαιοί. + +Από οιονδήποτε μέρος και εάν προέρχεται πάσα προσβολή εναντίον της +οικονομικής ελευθερίας είναι κακόν. Εάν η ελευθερία αύτη +παραβιάζεται είτε εν ονόματι του αστικού σοσιαλισμού είτε εν +ονόματι του λαϊκού τοιούτου το αποτέλεσμα είναι το ίδιον, δηλαδή +καταστροφή πλούτου, η οποία εις το τέλος επιβαρύνει το πτωχότερον +μέρος και κατά συνέπειαν τον πολυαριθμότερον πληθυσμόν, του οποίου +τας δυστυχίας επιδεινώνει. + + Vilfredo Pareto + + + + +ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι. + +ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ + + + +I. Οι δύο συντελεσταί του εμπορεύματος: αξία χρήσεως και +ανταλλακτική αξία ή κυρίως αξία. + +Το εμπόρευμα είναι αντικείμενον, όπερ αποκτώμενον διά της +ανθρωπίνης εργασίας, αντί να καταναλίσκεται υπό του παραγωγού του +ανταλλάσσεται και διά των ιδιοτήτων του ικανοποιεί πάσαν ανάγκην +του ανθρώπου αμέσως μεν ως μέσον συντηρήσεως, εμμέσως δε ως μέσον +παραγωγής. + +Η χρησιμότης είναι λοιπόν η πρώτη, η απαραίτητος ιδιότης του +εμπορεύματος· η χρησιμότης, η εκδηλουμένη εν τη χρήσει ή εν τη +καταναλώσει, του δίδει την &αξίαν χρήσεως&. + +Και ακριβώς διότι το εμπόρευμα κέκτηται αξίαν χρήσεως, αποκτά και +ανταλλακτικήν αξίαν. Προϊόν τελείως άχρηστον δεν είναι δυνατόν να +είναι ανταλλάξιμον. Εμπορεύματα φύσεως διαφόρου, ανταλλάσσονται +εις αναλογίας διαφόρους· δεν ανταλλάσσομεν μίαν λίτραν σιδήρου +αντί μιας λίρας χρυσής, ούτε λίτραν σίτου αντί λίτρας αδαμάντων +αλλ' ανταλλάσσομεν πολλούς στατήρας σιδήρου αντί μιας λίρας χρυσής +και πλείστα εκατόλιτρα σίτου αντί ενός αδάμαντος. + +Ίνα δύο εμπορεύματα φύσεως και αναλογίας διαφόρου δύνανται ν' +αξίζουν εξ ίσου πρέπει και τα δύο να περιέχουν εν ίση ποσότητι +&κοινήν σύμμετρον ύλην&. + +Τετράγωνον ισούται προς τρίγωνον, όταν αι γραμμαί του περιβάλουν +ίσην επιφάνειαν· η επιφάνεια είναι το κοινόν γνώρισμα όλων των +σχημάτων της επιπέδου γεωμετρίας. + +Τι το κοινόν το ενυπάρχον εις όλα τα εμπορεύματα; Δεν δύναται να +είναι φυσική τις ιδιότης, αφού αι φυσικαί ιδιότητες είναι ακριβώς +εκείναι, διά των οποίων διαφέρουν τα εμπορεύματα. + +Μήπως άραγε είναι η χρησιμότης, η ιδιότης εκείνη, η πράγματι κοινή +εις όλα τα εμπορεύματα; + +Ούτε η χρησιμότης, αφού ανταλλάσσομεν αδάμαντα χρησιμότητος τόσον +περιωρισμένης έναντι εκατολίτρων σίτου, του χρησιμοτέρου +δημητριακού προς διατροφήν των ανθρώπων, και αφού δίδομεν διά μίαν +χρυσήν λίραν, στατήρας ολοκλήρους σιδήρου, του χρησιμοτέρου των +μετάλλων. Εις την Ομηρικήν εποχήν, ότε ο ορείχαλκος +εχρησιμοποιείτο διά την κατασκευήν των ξιφών και διαφόρων άλλων +οπλισμών, οι ήρωες της &Ιλιάδος& εθεώρουν τον σίδηρον ως πολύτιμον +μέταλλον. Εις την πρόοδον της εκπολιτισμένης παραγωγής οφείλεται, +ότι αντικείμενα πρώτης χρησιμότητος ανταλλάσσονται εν μεγαλυτέρα +αναλογία έναντι αντικειμένων μικροτέρας χρησιμότητος. + +Παρ' εκτός της χρησιμότητος, τα εμπορεύματα έχουν και άλλην τινα +κοινήν ιδιότητα: Είναι όλα προϊόντα της εργασίας του ανθρώπου και +διά να δημιουργηθούν εχρειάσθη δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως. + +Ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν παρεσχέθη η εργασία, είτε +δι' αναζήτησιν αδάμαντος, είτε διά μεταφοράν ύδατος ή ραφήν +ενδύματος, παριστά πάντοτε φθοράν τινα της ανθρωπίνης μηχανής. +Ούτως ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν καταναλίσκεται η +θερμότης ενός τόννου άνθρακος είτε προς έλξιν βαγονιών, είτε προς +ύφανσιν βάμβακος, εκτύπωσιν εφημερίδος, παραγωγήν ηλεκτρισμού και +φωτός, είναι πάντοτε φθορά καυσίμου ύλης, δαπάνη θερμίδων και +τέλος δαπάνη κινήσεως. Όταν δ' ο δόκτωρ Meyer εύρε το μηχανικόν +ισοδύναμον της θερμότητος, οι φυσικοί ηδυνήθησαν να +παρακολουθήσουν, εις όλας της τας μεταμορφώσεις την ενιαίαν +δύναμιν, την κίνησιν. Η αξία είναι ο γόρδιος δεσμός της πολιτικής +οικονομίας, ως παρετήρει ο Ricardo. + +Ο γνωρίζων το συστατικόν στοιχείον της αξίας κρατεί εις χείρας του +το νήμα της Αριάδνης, το οποίον θα τον οδηγήση εις τον δαίδαλον +της παραγωγής και ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Η δύναμις — εργασία +του ανθρώπου, είναι η μόνη δύναμις η δημιουργούσα αξίας, και τα +εμπορεύματα θεωρούνται &αξίαι&, διότι περιέχουν ανθρωπίνην +εργασίαν. + +Το εμπόρευμα πριν εισέλθει εις την ανταλλαγήν είναι &αξία&, ήτοι +αποταμιευτής ανθρωπίνης δυνάμεως και δεν ανταλλάσσεται παρά μόνον +διότι είναι αξία. Το ύδωρ ποταμού και ο αήρ της ατμοσφαίρας, αν +και απαραίτητα εις την ζωήν, δεν είναι αξίαι, ως μη περιέχοντα +ανθρωπίνην εργασίαν. + +Εάν όμως χρησιμοποιούμεν ανθρωπίνην εργασίαν, πιέζοντες τον αέρα +και μεταφέροντες ύδωρ εις οικίαν ή την Σαχάραν, αμέσως τότε το +ύδωρ και ο αήρ αποβαίνουν αξίαι και ανταλλάσσονται. + +Κατά ποίον τρόπον μετράται η αξία; + +Τις ερωτών επί της τιμής δύο εμπορευμάτων της αυτής πρώτης ύλης +και της αυτής χρησιμότητος, επί παραδείγματος δύο καθισμάτων εκ +δρυός, ων το έν έχει τους πόδας στρεπτούς και το ερεισίνωτον +επεξεργασμένον, δεν ήκουε τον κατασκευαστήν ν' απαντά: + + — Το κάθισμα αυτό είναι ακριβώτερον διότι εχρειάσθη περισσοτέραν +εργασίαν ή εκείνο, του οποίου οι πόδες και το ερεισίνωτον είναι +απλά. + +Η τόσον συνήθης αύτη φράσις, ως αλήθεια de la Palisse, είναι η +μόνη απάντησις εις την ανωτέρω τεθείσαν ερώτησιν. Διότι, λέγουν ο +Α. Σμιθ και ο Ricardo: «το προϊόν δύο ημερών ή δύο ωρών εργασίας +αξίζει το διπλάσιον εκείνου, όπερ συνήθως απαιτεί μία ημέρα ή μία +ώρα εργασίας»(37). + +Αλλ' υπάρχει εργασία και εργασία, όπως υπάρχη θεωρία και θεωρία. +Θα ηδύνατό τις να φαντασθή ότι η αξία ενός εμπορεύματος +καθορίζεται υπό του ποσοστού της δαπανηθείσης κατά την παραγωγήν +του εργασίας, το εμπόρευμα θα είχεν αξίαν τόσω μεγαλυτέραν, όσον ο +άνθρωπος είναι οκνηρός και ανίκανος, διότι χρησιμοποιεί +περισσότερον χρόνον εν τη κατασκευή του. + +Αλλ' η εργασία, η αποτελούσα την ουσίαν της αξίας των +εμπορευμάτων, είναι εργασία ίση και αδιαίρετος, δαπάνη της αυτής +δυνάμεως. Η δύναμις της εργασίας της κοινωνίας ολοκλήρου, η +εκδηλουμένη εν τω συνόλω των αξιών, δεν υπολογίζεται κατά +συνέπειαν ή ως ενιαία δύναμις αν και συγκειμένη εξ αναριθμήτων +ατομικών δυνάμεων. Εκάστη ατομική δύναμις εργασίας είναι ίση προς +πάσαν άλλην, εφ' όσον κέκτηται τουλάχιστον τον χαρακτήρα μιας +μέσης κοινωνικής δυνάμεως και λειτουργεί ως τοιαύτη, ήτοι +χρησιμοποιεί εν τη παραγωγή ενός εμπορεύματος κατά μέσον όρον τον +αναγκαίον χρόνον εργασίας ή τον κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον +εργασίας. + +Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εν τη παραγωγή των εμπορευμάτων +είναι ο απαιτούμενος διά πάσαν εργασίαν εκτελουμένην διά του μέσου +βαθμού της επιτηδειότητας και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αι +οποίαι εν σχέσει προς το δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, είναι +κανονικαί. + +Μετά την εις Αγγλίαν εισαγωγήν της δι' ατμού υφαντουργίας +εχρειάσθη ίσως κατά ήμισυ ολιγωτέρα εργασία ή άλλοτε διά την +μετατροπήν εις ύφασμα ποσότητος νήματος. Ο εργαζόμενος διά των +χειρών υφαντουργός είχε πάντοτε ανάγκην του αυτού χρόνου διά να +εκτελέση την μετατροπήν ταύτην. Έκτοτε όμως το προϊόν της ατομικής +εργατικής του ώρας δεν αντεπροσώπευε πλέον ή το ήμισυ μιας +κοινωνικής εργατικής ώρας και δεν απέδιδε πλέον παρά το ήμισυ της +πρώτης αξίας. + +Το ποσοστόν λοιπόν μόνον της εργασίας ή ο χρόνος της εν δεδομένη +κοινωνία αναγκαίας προς παραγωγήν ενός είδους εργασίας είνε +εκείνος ο οποίος καθορίζει την ποσότητα της αξίας. Έκαστον κατ' +ιδίαν εμπόρευμα θεωρείται γενικώς ως μέσον υπόδειγμα του είδους +του. Τα εμπορεύματα εν οις περιέχονται ίσαι ποσότητες εργασίας ή +τα οποία δύνανται να παραχθούν εν τω αυτώ χρονικώ διαστήματι, +έχουν κατά συνέπειαν ίσην αξίαν. Η αξία εμπορεύματός τινος +ευρίσκεται ως προς την αξίαν παντός άλλου εμπορεύματος, εις την +αυτήν σχέσιν, εν η ο χρόνος της αναγκαίας διά την παραγωγήν του +ενός ευρίσκεται προς τον χρόνον της αναγκαίας εργασίας διά την +παραγωγήν του άλλου. Η ποσότης της αξίας εμπορεύματός τίνος θα +παρέμενε προφανώς σταθερά, εάν ο αναγκαίος διά την παραγωγήν του +χρόνος παρέμενεν ωσαύτως σταθερός. Αλλ' ο τελευταίος ούτος +ποικίλει εις κάθε μετατροπήν της παραγωγικής δυνάμεως της +εργασίας, ήτις πάλιν εξαρτάται εκ διαφόρων συνθηκών, ήτοι μεταξύ +των άλλων εκ της μέσης ικανότητος των εργατών, εκ της αναπτύξεως +της επιστήμης και του βαθμού της τεχνικής εφαρμογής της εκ των +κοινωνικών συνδυασμών της παραγωγής, της εκτάσεως και +αποτελεσματικότητος των μέσων της παραγωγής και των καθαρώς +φυσικών συνθηκών. Η αυτή ποσότης εργασίας αντιπροσωπεύεται, π. χ. +υπό οκτώ μεδίμνων σίτου, εάν η εποχή είναι ευνοϊκή και υπό +τεσσάρων μόνον μεδίμνων εν εναντία περιπτώσει. Η αυτή ποσότης +εργασίας αποδίδει περισσοτέραν ύλην μετάλλου εις τα πλούσια +μεταλλεία παρά εις τα πτωχότερα κ.λ.π. Οι αδάμαντες παρουσιάζονται +σπανίως εις τα ανώτερα στρώματα του γηίνου φλοιού. Ούτω χρειάζεται +κατά μέσον όρον διά την ανεύρεσίν των ικανός χρόνος, εις τρόπον +ώστε οι αδάμαντες παριστώσι πολλήν εργασίαν υπό μικρόν όγκον. Εις +πλουσιώτερα μεταλλεία η αυτή ποσότης εργασίας θα απέδιδε +μεγαλυτέραν ποσότητα αδαμάντων, των οποίων ούτω η αξία θα +ηλαττούτο. Εάν επετυγχάνομεν να μεταβάλλωμεν με ολίγην εργασίαν +τον άνθρακα εις αδάμαντα η αξία του τελευταίου τούτου θα κατέπιπτε +ίσως κάτω της αξίας των γαιανθράκων. Εν γένει, όσον μεγαλυτέρα +είναι η παραγωγική δύναμις της εργασίας, τόσον είναι βραχύτερος ο +αναγκαίος χρόνος διά την παραγωγήν είδους τινός και όσον μικροτέρα +είναι η μάζα της εν αυτώ αποκρυσταλλουμένης εργασίας, τόσον +μικρότερα είναι η αξία του. Αντιθέτως όσον μικροτέρα είνε η +παραγωγική δύναμις της εργασίας τόσον μεγαλείτερος είναι ο +αναγκαίος διά την παραγωγήν του είδους χρόνος και τόσον +μεγαλειτέρα η αξία του. Το ποσόν της αξίας ενός εμπορεύματος +ποικίλλει λοιπόν κατ' ίσον λόγον του ποσοστού και κατ' αντίστροφον +λόγον της παραγωγικής δυνάμεως της εργασίας, η οποία περιέχεται εν +αυτώ. + +Γνωρίζομεν ήδη την ουσίαν της αξίας· είναι η εργασία. Γνωρίζομεν +το μέτρον της ποσότητός της· είναι η διάρκεια της εργασίας. + +Πράγμα τι δύναται να αποτελή αξίαν χρήσεως χωρίς να είναι και +αξία, αρκεί να είναι χρήσιμον εις τον άνθρωπον χωρίς να προέρχεται +εκ της εργασίας του. Τοιαύτη αξία είναι ο αήρ, λειμώνες φυσικοί, +παρθένον έδαφος κλπ. Πράγμα τι δύναται να είναι χρήσιμον και +προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας χωρίς να είναι εμπόρευμα. Πας +όστις, διά του προϊόντος του ικανοποιεί τας ιδίας του ανάγκας, δεν +δημιουργεί ή ατομικάς &αξίας χρήσεως&. + +Διά να παραχθούν εμπορεύματα δέον, όχι μόνον να παραχθώσιν αξίαι +χρήσεως, αλλά αξίαι χρήσεως δι' άλλους, αξίαι χρήσεως κοινωνικαί. +Τέλος, ουδέν αντικείμενον δύναται να είναι αξία, εάν δεν είναι +χρήσιμον. Εάν είναι άχρηστον, η εργασία, την οποίαν περιέχει, +εδαπανήθη ανωφελώς και συνεπώς δεν δημιουργεί αξίαν. + +*** + +Μία δυσκολία όμως παρουσιάζεται φύσεως τοιαύτης, ώστε να εμβάλη +πολλούς εις αμηχανίαν. + +Είναι δυνατόν να συγκριθούν τα διάφορα είδη εργασίας μεταξύ των +διά να ευρεθή κοινόν αυτών μέτρον; Είναι δυνατόν να συγκριθή η +εργασία του αμαξοποιού και του γεωργού με την εργασίαν του +καλλιτέχνου κοσμηματοπώλου και του γεωμέτρου; + +Η δυσκολία αύτη λύεται πρακτικώς καθ' εκάστην, αφού καθημερινώς +ανταλάσσεται διά μέσου του χρήματος σίτος ή χειράμαξαι έναντι +δακτυλίου ή γεωμετρικών σχεδίων. Και το γεγονός ότι δίδονται επί +παραδ. εκατόν μέδιμνοι σίτου έναντι ενός δακτυλίου ή ενός +γεωμετρικού σχεδίου αποδεικνύει, χωρίς να χρήζη ιδιαιτέρας +αποδείξεως ότι προσδιωρίσθη η ποσότης της εργασίας του γεωργού, +του αμαξοποιού και του γεωμέτρου η περιεχομένη εις τα διάφορα +ταύτα αντικείμενα. + +Αλλ' ο άνθρωπος ανέπνευσε και εχώνευσε πριν να έχη θεωρητικάς +γνώσεις της χωνεύσεως και της αναπνοής: πρόκειται λοιπόν να +εξηγηθή θεωρητικώς το φαινόμενον της ανταλλαγής των εμπορευμάτων. + +Ας υποθέσωμεν ότι το αυτό άτομον είναι ταυτοχρόνως γεωργός, +αμαξοποιός και γεωμέτρης· δύναται τότε να είπη: η χειράμαξα ή το +σχέδιον των καλλιεργησίμων γαιών της κοινότητος μού στοιχίζουν, +όσην εργασίαν και 100 μέδιμνοι σίτου· ολίγον ενδιαφέρει αυτόν υπό +ποίαν μορφήν εδαπάνησε την δραστηριότητά του. Τα τρία παραχθέντα +αντικείμενα αντιπροσωπεύουν την αυτήν ποσότητα εργασίας. + +Ουδόλως είναι φανταστική η υπόθεσις ατόμου συγχρόνως εξασκούντος +τα επαγγέλματα του γεωργού, του αμαξοποιού και του γεωμέτρου. Εις +τα υφιστάμενα ακόμη κολεκτιβιστικά χωρία της Ρωσσίας, η κατανομή +των προς καλλιέργειαν γαιών γίνεται υπό των ιδίων χωρικών και οι +εξ επαγγέλματος γεωμέτραι μένουν έκπληκτοι διά τον ακριβή τρόπον +με τον οποίον καταμετρούνται και κατανέμονται εξ ίσου αι γαίαι. +Σήμερον ακόμη παρατηρείται συνήθως εν Γαλλία ο συνδυασμός της +εργασίας της καλλιεργείας μετά της βιομηχανικής εργασίας. Η +μηχανική βιομηχανία ελλατώνουσα τας τεχνικάς δυσκολίας των +επαγγελμάτων, επιτρέπει εις τον εργάτην της μεγάλης βιομηχανίας να +διατρέξη αλληλοδιαδόχως, σειράν διαφόρων επαγγελμάτων. Δύναται +όθεν να δαπανά τις ποικιλοτρόπως την εργατικήν του δύναμιν και να +συγκρίνη ούτω τα εμπορεύματα, τα οποία παράγει. Αι πρόοδοι αύται +της βιομηχανικής μηχανικής, επιτρέπουν εις δεδομένην ποσότητα +εργασίας να προσφερθή, αναλόγως προς την ποικίλλουσαν φοράν της +ζητήσεως της εργασίας, υπό μίαν ή άλλην μορφήν εργασίας. +Οιαιδήποτε δε και αν είναι αι προξενούμεναι εκ των μεταβολών +τούτων της μορφής της εργασίας δυσκολίαι, εν τούτοις αύται +εκτελούνται. + +Τέλος πάσα παραγωγική δράσις, εξαιρουμένου του χρησίμου χαρακτήρος +της, είναι δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως. Η καλλιέργεια, η αμαξοποιία +και η γεωμετρική, παρά την μεταξύ των διαφοράν είναι και αι τρεις +παραγωγική δαπάνη δυνάμεως εγκεφάλων, μυών, νεύρων, χειρών του +ανθρώπου, και υπό την έννοιαν ταύτην ισοτίμου ανθρωπίνης εργασίας. +Η εργατική δύναμις του ανθρώπου, ης η κίνησις αλλάσσει μορφήν εις +τας διαφόρους παραγωγικάς δράσεις δέον ασφαλώς ν' αναπτυχθή, κατά +το μάλλον και ήττον, διά να δυνηθή να δαπανηθή υπό την μίαν ή +άλλην μορφήν. Αλλ' η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει απλώς +την εργασίαν του ανθρώπου, τουτέστι δαπάνην εν γένει της +ανθρωπίνης δυνάμεως. + +Όθεν, όπως εν τη αστική πολιτική κοινωνία, είς στρατηγός, είς +τραπεζίτης παίζει μεγάλον ρόλον, ενώ ο αγαθός και αφελής άνθρωπος +παρουσιάζει θλιβεράν εικόνα, ούτω συμβαίνει και με την εργασίαν +του ανθρώπου. Είναι δαπάνη απλής δυνάμεως, ην πας άνευ ειδικής +αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του. Η μέση απλή εργασία +αλλάσσει, είναι αληθές, χαρακτήρα εις διαφόρους χώρας και αναλόγως +των εποχών, αλλ' εν ωρισμένη κοινωνία είναι πάντοτε καθωρισμένη. Η +σύνθετος εργασία δεν είναι παρά η απλή εργασία υψωμένη εις μίαν +δύναμιν ή μάλλον δεν είναι παρά απλή πολλαπλασιασμένη εργασία εις +τρόπον, ώστε μία ωρισμένη ποσότης εργασίας συνθέτου αντιστοιχεί +προς μίαν ποσότητα μεγαλυτέραν απλής εργασίας. Η πείρα αποδεικνύει +ότι η αναγωγή αύτη γίνεται συνεχώς. + +Και όταν ακόμη έν εμπόρευμα είναι προϊόν της πλέον συνθέτου +εργασίας, η αξία του το ανάγει έν τινι αναλογία, εις προϊόν απλής +εργασίας, ης συνεπώς αντιπροσωπεύει ωρισμένην ποσότητα. Αι +διάφοροι αναλογίαι κατά τας οποίας διάφορα είδη εργασίας δύνανται +ν' αναχθούν εις απλήν εργασίαν, ως εις μονάδα μετρήσεώς των +υπάρχουν εις την κοινωνίαν εν αγνοία των παραγωγών και τοις +παρουσιάζονται ως συνθήκαι κατά παράδοσιν. + +Το επακολούθημα τούτων είναι ότι εν τη αναλύσει της αξίας εκάστη +ποικιλία εργασίας δέον να θεωρήται ως δύναμις απλής εργασίας (38). + +Εάν όθεν εις την αγοράν 100 μέδιμνοι σίτου ισούνται με μίαν +χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα σχέδιον γεωμέτρου, τούτο σημαίνει +ότι εις 1 μέδιμνον σίτου υπάρχει εκατοντάκις ολιγωτέρα εργασία από +μίαν χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα γεωμετρικόν σχέδιον. + +Εάν, όσον αφορά την αξίαν χρήσεως, η περιεχομένη εις το εμπόρευμα +εργασία δεν αξίζει ή ποιοτικώς, εν σχέσει προς το μέγεθος της +αξίας, αυτή δεν υπολογίζεται ή ποσοτικώς. Εκεί πρόκειται να +μάθωμεν πώς γίνεται η εργασία και τι παράγει. Εδώ πόσον χρόνον +διαρκεί αύτη. Αφού το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος δεν +αντιπροσωπεύει ή το ποσοστόν της εν αυτώ περιεχομένης εργασίας, +έπεται όθεν εκ τούτου ότι όλα τα εμπορεύματα, έν τινι αναλογία, +πρέπει να είναι αξίαι ίσαι. + +Η παραγωγική δύναμις όλων των εργασιών, των απαιτουμένων διά την +παραγωγήν ενός οιουδήποτε εμπορεύματος κατασκευής ενδύματος λ. χ. +παραμένει σταθερά; Η ποσότης της αξίας των ενδυμάτων αυξάνει +αναλόγως του αριθμού τούτων. Εάν μία ενδυμασία αντιπροσωπεύει &Χ& +ημέρας εργασίας, δύο ενδυμασίαι αντιπροσωπεύουν 2 &Χ& κ.ο.κ. Ας +υποθέσωμεν όμως ότι η διάρκεια της αναγκαίας διά την κατασκευήν +μιας ενδυμασίας εργασίας διπλασιάζεται ή ελαττούται κατά το ήμισυ. +Εις την πρώτην περίπτωσιν έν ένδυμα έχει τόσην αξίαν όσην είχον +προηγουμένως δύο. Εις την δευτέραν περίπτωσιν 2 ενδύματα δεν έχουν +περισσοτέραν αξίαν εκείνης, ην είχε προηγουμένως έν μόνον ένδυμα, +καίτοι και εις τας δύο περιπτώσεις η ενδυμασία αποδίδει και +έπειτα, όπως και πριν τας αυτάς υπηρεσίας· και η χρήσιμος εργασία, +εξ ης προέρχεται, είναι πάντοτε της αυτής δυνάμεως. Αλλά το +ποσοστόν της δαπανηθείσης εν τη παραγωγή της εργασία δεν έμεινε το +αυτό. + +Μία σημαντικωτέρα ποσότης αξιών χρήσεως αποτελεί προφανώς +μεγαλύτερον &υλικόν πλούτον&. Με δύο ενδυμασίας ενδύονται δύο +άνθρωποι, με μίαν ενδυμασίαν όμως ενδύεται είς μόνον κ.ο.κ. Εν +τούτοις εις αύξοντα όγκον υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή μία +ταυτόχρονος ελάττωσις της αξίας του. + +Η αντιφατική αύτη κίνησις προέρχεται εκ του διπλού χαρακτήρος της +εργασίας. Η εν δεδομένω χρόνω αποτελεσματικότης μιας χρησίμου +εργασίας εξαρτάται εκ της παραγωγικής της δυνάμεως. Η χρήσιμος +εργασία αποβαίνει λοιπόν μία πηγή κατά το μάλλον ή ήττον άφθονος +εις προϊόντα κατ' ευθείαν αναλόγως προς την αύξησιν ή την +ελάττωσιν της παραγωγικής της δυνάμεως. Τουναντίον μία ποικιλία +της τελευταίας ταύτης δυνάμεως δεν θίγει ποτέ αμέσως την εν τη +αξία αντιπροσωπευομένην εργασίαν. + +Αφού η παραγωγική δύναμις ανήκει εις την συγκεκριμένην και +χρήσιμον εργασίαν, ουδεμίαν πλέον σχέσιν δύναται να έχη με την +εργασίαν ευθύς ως τη αφαιρεθή η χρήσιμός της μορφή οιαιδήποτε και +αν είναι αι ποικιλίαι της παραγωγικής δυνάμεώς της, η αυτή εργασία +δρώσα κατά το αυτό χρονικόν διάστημα παριστά πάντοτε την αυτήν +αξίαν. Αλλ' η εργασία παράγει εν καθωρισμένω χρόνω περισσοτέρας +αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική δύναμίς τις αυξάνει, ολιγωτέρας +εάν ελαττούται. Πάσα αλλαγή εν τη παραγωγική δυνάμει, ήτις αυξάνει +την γονιμότητα της εργασίας και συνεπώς το ποσόν των υπ' αυτής +παρεχομένων αξιών χρήσεως, ελαττώνει την αξίαν του ούτω πως +αυξηθέντος ποσού, εάν βραχύνη τον ολικόν χρόνον της αναγκαίας, διά +την παραγωγήν της εργασίας. Και αντιστρόφως. + +Εκ των προηγουμένων εξάγεται ότι πάσα εργασία είναι αφ' ενός μεν +δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως εν τη φυσιολογική εννοία, ως τοιαύτη δ' +ίση ανθρωπίνη εργασία δημιουργεί την αξίαν των εμπορευμάτων, αφ' +ετέρου δε δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως υπό τοιαύτην ή τοιαύτην +μορφήν, καθοριζομένην υπό ιδιαιτέρου σκοπού και ως τοιαύτη +συγκεκριμένη και χρήσιμος εργασία παράγει αξίας χρήσεως ή +χρησιμότητας. Όπως το εμπόρευμα προ παντός άλλου, πρέπει να είναι +μία χρησιμότης, διά να είναι αξία, ούτω και η εργασία πρέπει να +είναι προ παντός άλλου χρήσιμος διά να θεωρηθή δαπάνη ανθρωπίνης +δυνάμεως, ανθρωπίνης εργασίας εν τη αφηρημένη έννοια της λέξεως. + +Οι χημικοί διά να εισδύσουν εις το μυστήριον της εσωτερικής +συνθέσεως των σωμάτων, εχρειάσθη να δεχθούν την των ατόμων θεωρίαν +των Ελλήνων φιλοσόφων, πράγμα, το οποίον έκαμε τον Liebig να είπη +ότι, η ατομική χημεία ήτο η χημεία των ανυπάρκτων σωμάτων. Ο +οικονομολόγος διά να εννοήση την ανταλλαγήν εμπορευμάτων διαφόρου +ποιότητος και ποσότητας, δέον επίσης να προστρέξη εις έννοιαν +αφηρημένην &της απλής εργασίας& (39). Ούτω, η ουσία και το μέγεθος +της αξίας είναι καθωρισμέναι· απομένει τώρα να αναλύσωμεν την +μορφήν της αξίας, ήτις θα μας δώση την λύσιν του προβλήματος του +νομίσματος. + +II. Μορφή της αξίας. + +Η αξία ενός εμπορεύματος εκδηλούται εν τη ανταλλαγή. Πράγματι, εις +Ινδικήν κοινότητα, ένθα δεν υπάρχουν ανταλλαγαί, τα παραγόμενα υπό +των μελών της αντικείμενα είναι αξίαι χρήσεως, αφού δεν +εδημιουργήθησαν ή διά να καταναλωθούν. Είναι επίσης αξίαι, αφού +περιέχουν ανθρωπίνην εργασίαν: αλλ' η αξία αύτη ευρίσκεται εν +λανθανούση καταστάσει και εμφανίζεται, όταν τα αντικείμενα ταύτα +ανταλλάσσονται έναντι άλλων εμπορευμάτων των άλλων κοινοτήτων. + +Εις τας πλέον ανεπτυγμένας κοινωνίας το χρυσούν και αργυρούν +νόμισμα, είναι η μορφή την οποίαν ενδύεται, η αξία όλων των +εμπορευμάτων. Ο Κ. Μαρξ είναι ο πρώτος οικονομολόγος, όστις έδωκε +την εξήγησιν της γενέσεως της μορφής του νομίσματος, όστις εξήγησε +την εκδήλωσιν της αξίας την περιεχομένην εις την σχέσιν αξίας των +εμπορευμάτων, από της απλουστέρας και ολιγώτερον φανερής +εμφανίσεώς της μέχρι της μορφής την οποίαν λαμβάνει διά του +νομίσματος και διά της οποίας καθίσταται αντιληπτή εις πάντας. + +*** + +Τα εμπορεύματα δεν έχουν εν γένει άλλας σχέσεις μεταξύ των παρά +την σχέσιν αξίας ή ανταλλαγής, της οποίας η απλουστέρα μορφή +είναι: + + χ εμπόρευμα Α αξίζει ψ εμπόρευμα Β + ή χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β + 20 μέτρα υφάσματος αξίζουν μίαν ενδυμασίαν + ή 20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασίαν + +Το ύφασμα εκφράζει την αξίαν του εν τη ενδυμασία και αύτη +χρησιμεύει ως ύλη διά την έκφρασιν ταύτην. Του πρώτου εμπορεύματος +η αξία παρίσταται ως &σχετική αξία&, του δευτέρου λειτουργεί ως +&ισοδύναμον&. Είμεθα υποχρεωμένοι ν' αντιστρέψωμεν την εξίσωσιν +διά να εκφράσωμεν σχετικώς την αξίαν της ενδυμασίας και τότε το +ύφασμα καθίσταται το ισοδύναμόν των. Το αυτό εμπόρευμα δεν δύναται +όθεν να ενδυθή ταυτοχρόνως τας δύο ταύτας μορφάς εν τη ιδία +εκφράσει της αξίας. + +Ένα εμπόρευμα δεν δύναται να εκφράση την αξίαν του ή εις άλλο +εμπόρευμα, ήτοι σχετικώς· διότι εάν είπωμεν 20 μέτρα υφάσματος +αξίζουν 20 μέτρα υφάσματος, εκφράζομεν μόνον ότι τα 20 μέτρα του +υφάσματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά 20 μέτρα υφάσματος, δηλαδή +είναι ποσόν τι αξίας χρήσεως. + +Αλλ' αφ' ης στιγμής έν εμπόρευμα τίθεται ως ισοδύναμον, τούτο +σημαίνει ότι αν και διαφόρου είδους ετέρου αντιθέτου του, δύναται +να το αντικαταστήση ως αξία και ν' ανταλλαγή αντ' εκείνου. +Πιστοποιεί ότι περιέχει τόσην αξίαν, όσην αποκρυσταλλωθείσαν +ανθρωπίνην εργασίαν. + +Ούτω η εξίσωσις: + + 20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασία + +υποθέτει ότι τα δύο εμπορεύματα στοιχίζουν τόσην εργασίαν το έν +όσον και το άλλο ή παράγονται κατά το αυτό χρονικόν διάστημα· αλλ' +ο χρόνος ούτος ποικίλλει δι' έκαστου τούτων με κάθε μεταβολήν της +παραγωγικής μορφής, ήτις το δημιουργεί. + +Εξετάσωμεν ήδη την επιρροήν των μεταβολών τούτων επί της σχετικής +εκφράσεως του μεγέθους της αξίας. + +I. Ότι η αξία του υφάσματος αλλάσσει, ενώ η αξία της ενδυμασίας +παραμένει σταθερά (40). Εάν ο διά την παραγωγήν της αναγκαίος +χρόνος εργασίας, συνεπεία υποθέσωμεν μικροτέρας αποδόσεως του +εδάφους του παράγοντος το λίνον διπλασιάζεται, τότε η αξία του +διπλασιάζεται. Αντί 20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία θα έχωμεν: +20 μέτρα υφάσματος = 2 ενδυμασίαι, διότι 1 ένδυμα περιέχει ήδη +κατά το ήμισυ ολιγωτέραν εργασίαν. Εάν ο αναγκαίος χρόνος εργασίας +εις την παραγωγήν του υφάσματος, αντιθέτως ελαττούται κατά το +ήμισυ, συνεπεία τελειοποιήσεως του επαγγέλματος του υφαντουργού, +τότε η αξία του ελαττούται κατά την αυτήν αναλογίαν. Και τότε 20 +&μέτρα υφάσματος& = 1/2 &ενδυμασία. Η σχετική αξία& του +εμπορεύματος Α, ήτοι η αξία του εκφραζομένη εις το εμπόρευμα Β +αυξάνει ή ελαττούται συνεπώς κατ' ευθύν λόγον προς την αξίαν του +εμπορεύματος Α, εάν η αξία του εμπορεύματος Β παραμένει σταθερά. + +II. Ότι η αξία του υφάσματος παραμένει σταθερά, ενώ η αξία του +ενδύματος ποικίλλει. Εάν ο αναγκαίος εις την κατασκευήν του +ενδύματος χρόνος διπλασιασθή λόγω δυσμενούς, υποθέσωμεν, παραγωγής +μαλλιού, τότε αντί &20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία& έχομεν 20 +μέτρα υφάσματος = 1/2 ενδυμασία. Εάν η αξία του ενδύματος +τουναντίον ελαττωθή κατά το ήμισυ, τότε 20 μ. υφάσματος = 2 +ενδυμασίαι. Εάν η αξία του εμπορεύματος Α παραμένει σταθερά, +βλέπομεν ότι η σχετική του αξία εκφραζομένη εν τω εμπορεύματι Β +αυξάνει ή ελαττούται κατ' αντίστροφον λόγον της αλλαγής της αξίας +Β. + +III. Αι αναγκαίαι ποσότητες εργασίας διά την παραγωγήν του +υφάσματος και του ενδύματος αλλάσσουν ταυτοχρόνως, εν τη αύτη +εννοία και τη αυτή αναλογία; Εις την περίπτωσιν ταύτην, &20 μ. +υφάσματος = 1 ενδυμασία& ως και πρότερον, οιαδήποτε και αν είναι +αι μεταβολαί της αξίας. Ανακαλύπτωμεν τας μεταβολάς ταύτας +συγκρίνοντες με τρίτον εμπόρευμα, του οποίου η αξία παραμένει η +αυτή. Εάν αι αξίαι όλων των εμπορευμάτων ηύξανον ή ηλαττούντο +ταυτοχρόνως και εις την αυτήν αναλογίαν, αι σχετικαί των αξίαι +ουδεμίαν θα υφίσταντο μεταβολήν. Η πραγματική μεταβολή της αξίας +θ' ανεγνωρίζετο εκ του ότι κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας θα +παρήγε γενικώς ποσότητα εμπορευμάτων κατά το μάλλον και ήττον +μεγαλειτέραν ή πριν. + +IV. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του τε υφάσματος +και ενδυμασίας ως και των αξιών των, δύναται ταυτοχρόνως ν' +αλλάσση κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' εις διάφορον βαθμόν, ή κατ' +αντίθετον τρόπον κλπ. Η επιρροή παντός δυνατού συνδυασμού του +είδους τούτου επί της σχετικής αξίας ενός εμπορεύματος, +υπολογίζεται ευκόλως διά της χρησιμοποιήσεως των περιπτώσεων I, II +και III. + +Αι πραγματικαί μεταβολαί εις το μέγεθος της αξίας, δεν εκδηλούνται +ποσώς ούτε σαφώς ούτε πλήρως εν τη σχετική των εκφράσει. Η σχετική +ενός εμπορεύματος αξία δύναται ν' αλλάσση της αξίας του +παραμενούσης σταθεράς και τανάπαλιν και τέλος μεταβολαί εν τη +ποσότητι της αξίας και εν τη σχετική του εκφράσει δύνανται να +είναι ταυτόχρονοι χωρίς να είναι ακριβώς αντίστοιχοι. + +*** + +Έν εμπόρευμα μη δυνάμενον ν' αναχθή εις εαυτό ως ισοδύναμον, ούτε +να εκδηλώση την αξίαν του διά της μορφής, δηλαδή της αξίας του +χρήσεως, δέον κατ' ανάγκην να λάβη, ως ισοδύναμον, άλλο εμπόρευμα, +του οποίου η αξία χρήσεως του χρησιμεύει ως μορφή αξίας. Ούτω +λοιπόν οιονδήποτε σώμα, τεμάχιον ζαχάρεως π. χ. έν λίτρον οξυγόνου +κλπ. διά να εκφράση το βάρος του δέον να λάβει, ως ισοδύναμον, +άλλο τι σώμα, τεμάχια μετάλλου, των οποίων το βάρος είναι γνωστόν. +Τα τεμάχια του μετάλλου δεν δίδουν βάρος εις την ζάχαριν και το +αέριον, σημειούν μόνον το βάρος αυτών. Ωσαύτως η ενδυμασία ή παν +άλλο εμπόρευμα, 10 γραμ. χρυσού, επί παραδειγμ. χρησιμεύοντα ως +ισοδύναμα δεν δίδουν αξίαν εις το ένδυμα, αλλ' εκφράζουν την αξίαν +του. + +Αφ' ού δεν πρόκειται ειμή περί απλής εκδηλώσεως ενός εμπορεύματος, +οιονδήποτε εμπόρευμα δύναται να παίξη τον ρόλον τούτον. + +Διά τούτο και ο Όμηρος εκφράζει την αξίαν ενός πράγματος εις +σειράν διαφόρων πραγμάτων (41). Αι εκφράσεις της αξίας ενός +εμπορεύματος δύνανται όθεν να ποικίλλουν, τόσον όσον αι σχέσεις +του μετ' άλλων εμπορευμάτων. + +Αναχωρούντες εκ του απλού τύπου: + + χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β + 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία. + +Φθάνομεν εις τον αναπτυχθέντα τύπον: + +χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β = φ εμπόρευμα = υ εμπόρευμα Δ κ.λ.π. + +20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία = 10 λίτραι τεΐου = 40 λίτραι καφφέ += 10 γραμ. χρυσού = 1 στατήρ σιδήρου κ.λ.π. + +Η αξία ενός εμπορεύματος, π. χ., αντιπροσωπεύεται ήδη εις άλλα +αναρίθμητα ισοδύναμα. Κατοπτρίζεται εις παν άλλο εμπόρευμα ως εις +καθρέπτην. Ιδού διατί ομιλούν περί της εις ένδυμα αξίας του +υφάσματος, όταν εκφράζουν την αξίαν του εις ενδύματα, την αξίαν +του εις σίτον ή εις άργυρον. Εκάστη παρομοία έκφρασις μας δίδει να +εννοήσωμεν ότι είναι αυτή η ιδία του αξία, ήτις εκδηλούται εις τας +διαφόρους ταύτας αξίας χρήσεως. + +Πάσα άλλη εργασία, οποιαδήποτε και εάν είναι η φυσική μορφή της, +σπορά, εξόρυξις σιδήρου, χρυσού κ.λ.π. είναι ίση προς την +περιεχομένην εν τη αξία του υφάσματος εργασίαν, ήτις εμφανίζει +ούτω τον χαρακτήρα ανθρωπίνης εργασίας. + +Η ολική μορφή της σχετικής αξίας, θέτει εμπόρευμά τι εις +κοινωνικήν σχέσιν μεθ' όλων. + +Συγχρόνως η ατελείωτος σειρά των εκφράσεών της, αποδεικνύει ότι η +αξία των εμπορευμάτων δύναται να ενδυθή αδιαφόρως ξεχωριστήν +μορφήν αξίας χρήσεως. + +Εν τω πρώτω τύπω: &20 μ. υφάσματος =1 ενδυμασία&, δυνατόν να φανή +ότι κατά τύχην τα δύο ταύτα εμπορεύματα είναι ανταλλάξιμα, εν τη +καθορισθείσα ταύτη αναλογία. Εν τω δευτέρω τύπω, τουναντίον, +διακρίνομεν αμέσως, εκείνο το οποίον κρύπτει η φαινομενικότης +αύτη. Η αξία του υφάσματος παραμένει η αυτή, είτε εκφράζεται εις +ενδύματα, καφφέ, σίδηρον, μέσω των αναριθμήτων εμπορευμάτων των +ανηκόντων εις τους πλέον διαφόρους ανταλλάκτας. Είναι προφανές, +ότι δεν είναι η ανταλλαγή η κανονίζουσα την ποσότητα της αξίας +ενός εμπορεύματος, αλλά τουναντίον, η ποσότης της αξίας του +εμπορεύματος, η οποία κανονίζει τας σχέσεις της της ανταλλαγής. + +Ο αναπτυχθείς τύπος της αξίας δύναται να γραφή ως ακολούθως, χωρίς +να μεταβληθή ο χαρακτήρ + + 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία + 20 μ. υφάσματος = 10 λίτραι τεΐου + 20 μ. υφάσματος = 40 λίτραι καφφέ + 20 μ. υφάσματος = 10 γραμ. χρυσού + +Ή ακόμη ως εξής: + + 1 ενδυμασία = ] + 10 λίτραι τεΐου = ] + 40 λίτραι καφφέ = ]20 μ. υφάσματος + 10 γραμ. χρυσού = ] + κλπ. κλπ. κλπ. = ] + +Τα εμπορεύματα εκφράζουν νυν τας αξίας των: 1ον κατά τρόπον +απλούν, διότι τας εκφράζουν εις έν μόνον είδος εμπορεύματος· 2ον +συνολικώς, διότι τας εκφράζουν εις το αυτό είδος εμπορεύματος. + +Ο τύπος αξία είναι απλούς και κοινός και συνεπώς γενικός. + +Ελάβομεν ως παράδειγμα 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία. Θα ηδυνάμεθα +επίσης να ελαμβάνομεν ως παράδειγμα 40 λίτρας καφφέ = 10 γραμ. +χρυσού ή 10 λίτρας τεΐου = 16 στατήρ. σιδήρου κ.λ.π. Υπό τον τύπον +τούτον διάφορα εμπορεύματα εκφράζουν την σχετικήν των αξίαν εις +διάφορα άλλα εμπορεύματα· όπερ σημαίνει ότι τα εμπορεύματα +ανταλλάσσονται απ' ευθείας μεταξύ των. Βεβαίως ο τύπος ούτος της +ανταλλαγής παρουσιάζεται εν τη πράξει εις τας αρχεγόνους εποχάς, +οπόταν τα προϊόντα της εργασίας δεν μεταβάλλονται εις εμπορεύματα +παρά τυχαίως δι' ανταλλαγών τυχαίων και μεμονωμένων. + +Αλλά τον αρχέγονον τούτον τρόπον της ανταλλαγής αντικατέστησεν +άλλος τις: κατά τον τρόπον τούτον τα εμπορεύματα εκλέγουν διά να +εκφράσουν την αξίαν των, άλλο ειδικόν εμπόρευμα, το οποίον δύναται +να είναι αδιαφόρως, ζώα, δούλοι, γυναίκες, χρυσός, σίδηρος κλπ. Ο +τρόπος ούτος παρουσιάζεται εις την πραγματικότητα, ευθύς ως προϊόν +τι εργασίας, το κτήνος π. χ. ανταλλάσσεται αντί άλλων +εμπορευμάτων, όχι πλέον τυχαίως, αλλά κατά συνήθειαν. Το κτήνος +γίνεται τότε το &κοινόν ισοδύναμον& των άλλων εμπορευμάτων. + +Ευθύς ως εμπόρευμά τι κατορθώσει να επιβληθή ως γενικόν +ισοδύναμον, είναι δύσκολον να το μετατοπίση τις εκ του ρόλου +τούτου και να εγκαταστήση εκ νέου την απ' ευθείας ανταλλαγήν των +λοιπών εμπορευμάτων, όπως ενόμιζαν ότι θα κατώρθουν ο Proudhon και +οι άλλοι ουτοπισταί της αυτής μικράς αξίας. Ο κόσμος των +εμπορευμάτων δεν κατορθώνει να εγκαταστήση κοινόν τι ισοδύναμον, +ειμή διότι όλα τα εμπορεύματα εξαιρέσει ενός αποκλείονται του +τύπου, του ισοδυνάμου ή του τύπου υπό τον οποίον είναι απ' ευθείας +και αμέσως ανταλλάξιμα. + +Το εμπόρευμα, το οποίον παίζει τον ρόλον του γενικού ισοδυνάμου +δεν δύναται να χρησιμεύση δι' εαυτό ως ισοδύναμον. + +Ας υποθέσωμεν ότι το μέτρον υφάσματος είναι το κοινόν ισοδύναμον, +θα είχομεν επί παραδ. 20 μ. υφάσματος = 20 μ. ύφασμ., ταυτολογία +ουδέν εκφράζουσα, ούτε αξίαν, ούτε ποσότητα αξίας. Το εμπόρευμα +τούτο δεν κέκτηται όθεν κοινόν ισοδύναμον, όπως τα άλλα +εμπορεύματα, δέον δε να εκλέξη αυθαιρέτως έν εμπόρευμα διά να +εκφράση την αξίαν του. Έν εμπόρευμα δεν αποβαίνει γενικόν +ισοδύναμον, ει μη διότι πάντα τ' άλλα εμπορεύματα το διέκριναν και +το ανύψωσαν εκ της θέσεώς του διά να παίζη τον ρόλον τούτον. Αφ' +ης στιγμής ο αποκλειστικός ούτος χαρακτήρ έρχεται να προσκολληθή +εις ειδικόν είδος εμπορεύματος η φυσική του μορφή εξομοιούται +ολίγου κατ' ολίγον με την μορφήν του ισοδυνάμου, ήτις του απεδόθη, +αποκτά κοινωνικήν αυθεντίαν, γίνεται εμπόρευμα — χρήμα ή +λειτουργεί ως χρήμα. Η ιδιαιτέρα ειδική λειτουργία του και κατά +συνέπειαν το κοινωνικόν μονοπώλιόν του, είναι να παίζη τον ρόλον +του γενικού ισοδυνάμου μεταξύ των εμπορευμάτων. + +Εάν, εν τη μορφή του κοινού ισοδυνάμου, αντικαταστήσωμεν το +εμπόρευμα ύφασμα διά του εμπορεύματος χρυσού, επιτυγχάνομεν κατ' +εξοχήν την &μορφήν νόμισμα ή χρήμα.& + + 20 μ. υφάσμ. =] + 1 ενδυμασία =] + 10 λίτραι τεΐου =] + 10 λίτραι καφφέ =] 10 γραμ. χρυσού. + 1 στατήρ σιδήρου =] + κ.λ.π. κ.λ.π. + +Ο τύπος ουδόλως ήλλαξεν, ειμή μόνον αντί του υφάσματος ο χρυσός +τώρα κέκτηται την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου. Η πρόοδος +έγκειται απλούστατα εις το ότι η μορφή της αμέσου και γενικής +ανταλλακτικότητος η μορφή του γενικού ισοδυνάμου, ενεσωματώθη +οριστικώς εν τη φυσική και ειδική μορφή του χρυσού. + +Ο χρυσός παίζει τον ρόλον του νομίσματος, έναντι των λοιπών +εμπορευμάτων, διότι έπαιζε προηγουμένως, απέναντι τούτων τον ρόλον +του εμπορεύματος. Όπως όλα εκείνα, ελειτούργει επίσης ως +ισοδύναμον, είτε τυχαίως εις τας μεμονωμένας ανταλλαγάς είτε εις +ιδιαίτερον ισοδύναμον παρά τα άλλα ισοδύναμα. Ολίγον κατ' ολίγον +ελειτούργησεν εις όρια κατά το μάλλον ή ήττον ευρέα ως γενικόν +ισοδύναμον. Ευθύς ως κατέκτησε το μονοπώλιον του ρόλου τούτου εν +τη εκφράσει της αξίας των εμπορευμάτων, απέβη εμπόρευμα — χρήμα. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ II. + +ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΩΝ + + + +Όλα τα εμπορεύματα δεν είναι αξίαι χρήσεως διά τους κατέχοντας +αυτά, και είναι αξίαι χρήσεως διά τους μη κατέχοντας αυτά. Ωσαύτως +πρέπει να περάσουν από χειρός εις χείρα καθ' όλην την γραμμήν. +Αλλ' η αλλαγή αύτη από χειρός εις χείρα αποτελεί την ανταλλαγήν +των, και η ανταλλαγή των καθιδρύει τας σχέσεις των ως αξιών και τα +μορφώνει εις αξίας. Πρέπει λοιπόν τα εμπορεύματα να παρουσιάζονται +ως αξίαι πριν δυνηθούν να γίνουν αξίαι χρήσεως. Αλλ' αφ' ετέρου +πρέπει η αξία των χρήσεως να έχη εξακριβωθή πριν ή εμφανισθούν ως +καθ' εαυτό αξίαι, διότι η ανθρωπίνη εργασία η δαπανηθείσα εν τη +παραγωγή των δεν υπολογίζεται ή εφ' όσον δαπανάται υπό χρήσιμον +εις άλλους μορφήν. Μόνη όθεν η ανταλλαγή των δύναται ν' αποδείξη, +εάν η εργασία αύτη είναι χρήσιμος εις άλλους, δηλ. εάν το προϊόν +της δύναται να ικανοποιήση ανάγκας άλλων. + +Δι' έκαστον κάτοχον εμπορευμάτων, παν ξένον εμπόρευμα είναι +ιδιαίτερον ισοδύναμον του ιδικού του. Το εμπόρευμά του είναι, +συνεπώς το γενικόν ισοδύναμον πάντων των άλλων. Αλλ' επειδή όλοι +οι ανταλλάκται ευρίσκονται εις την αυτήν θέσιν ουδέν εμπόρευμα +είναι γενικόν ισοδύναμον και η σχετική αξία των εμπορευμάτων, +ουδεμίαν γενικήν μορφήν κέκτηται, υπό την οποίαν να δύνανται ταύτα +να συγκρίνονται ως ποσότητες αξίας. Εν μια λέξει ταύτα δεν +παίζουν, τα μεν έναντι των δε τον ρόλον των εμπορευμάτων, αλλά τον +ρόλον απλών προϊόντων ή αξιών χρήσεως. + +Οι ανταλλάκται δεν δύνανται να συγκρίνουν τα είδη των εις αξίας +και συνεπώς ως εμπορεύματα ειμή συγκρίνοντες ταύτα προς άλλο +οιοδήποτε εμπόρευμα τιθέμενον έναντι αυτών, ως γενικόν ισοδύναμον, +ό,τι ακριβώς απεδείχθη ήδη διά της προηγουμένης αναλύσεως. Αλλά το +γενικόν τούτο ισοδύναμον, δεν δύναται να είναι ή το αποτέλεσμα +μιας κοινωνικής δράσεως. Έν ιδιαίτερον εμπόρευμα τίθεται λοιπόν +διά κοινής πράξεως κατά μέρος των άλλων εμπορευμάτων και +χρησιμεύει διά να εμφανίζη τας αμοιβαίας των αξίας. Η φυσική μορφή +του εμπορεύματος τούτου αποβαίνει ούτω η ισοδύναμος μορφή, η +κοινωνικώς ανεγνωρισμένη. Ο ρόλος του γενικού ισοδυνάμου είναι εις +το εξής η ειδική κοινωνική λειτουργία του αποχωρισθέντος +εμπορεύματος και καθίσταται χρήμα. + +Κατ' αρχάς, όταν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων ελάμβανε χώραν εκτός +των κοινοτήτων, την ιδιότητα του γενικού ισοδυνάμου απέκτα, οτέ +μεν εμπόρευμά τι οτέ δε άλλο τι κατά τας περιστάσεις. Αλλ' ευθύς +ως εγκατέστη η ανταλλαγή εις το εσωτερικόν των κοινοτήτων, την +ιδιότητα γενικού ισοδυνάμου προσέλαβεν αποκλειστικώς ιδιαίτερον +είδος εμπορεύματος, το οποίον απεκρυσταλλώθη εις μορφήν χρήματος. +Κατ' αρχάς η τύχη αποφασίζει ποίον είδος εμπορεύματος καθορίζεται +προς τούτο. + +Δυνάμεθα εν τούτοις να είπωμεν ότι τούτο εξαρτάται γενικώς εκ δύο +καθοριστικών συνθηκών. Η μορφή χρήμα αποδίδεται ή εις είδη +εισαγωγής τα πλέον σημαντικά, τα οποία πρώτα εμφανίζουν +πραγματικώς την ανταλλακτικήν αξίαν των εντοπίων προϊόντων ή εις +αντικείμενα ή μάλλον εις χρήσιμον αντικείμενον, το οποίον τοις +αποτελεί το κύριον στοιχείον του απαλλοτριωτού εντοπίου πλούτου, +ως τα κτήνη επί παραδείγματι. + +Οι νομάδες λαοί πρώτοι αναπτύσσουν την μορφήν χρήμα, διότι όλη των +η περιουσία και όλος των ο πλούτος ευρίσκεται υπό κινητήν μορφήν +και κατά συνέπειαν αμέσως απολλοτριωτήν. Επί πλέον το είδος της +ζωής τούς θέτει συνεχώς εις επαφήν μετά ξένων κοινωνιών και τους +αναγκάζει εις ανταλλαγήν των προϊόντων των. + +Οι άνθρωποι πολλάκις εχρησιμοποίησαν αυτόν τούτον τον άνθρωπον εν +τω προσώπω του δούλου, ως την πρώτην ύλην του χρήματός των· +ουδέποτε συνέβη τούτο διά το έδαφός των. Μία τοιαύτη έννοια δεν +ηδύνατο να γεννηθή ή εντός κοινωνίας αστικής ανεπτυγμένης ήδη, +χρονολογείται δε από το τελευταίον τρίτον του δεκάτου εβδόμου +αιώνος και η πραγματοποίησίς της δεν επεχειρήθη εις μεγάλην +κλίμακα, υπό ολοκλήρου έθνους παρά ένα αιώνα αργότερον εν Γαλλία +κατά την επανάστασιν του 1789. + +Κατόπιν η ανταλλαγή θραύει τα δεσμά της, τα καθαρώς τυπικά, και +συνεπώς η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει επί πλέον και πλέον +γενικώς την ανθρωπίνην εργασίαν, η μορφή χρήμα μεταπίπτει εις +εμπορεύματα, τα οποία η φύσις καθιστή ικανά να εκπληρώσουν την +κοινωνικήν λειτουργίαν του γενικού ισοδυνάμου, δηλ. εις τα +πολύτιμα μέταλλα. + +Αν και ο χρυσός και ο άργυρος δεν είναι εκ φύσεως νόμισμα, εν +τούτοις το νόμισμα είναι εκ φύσεως άργυρος και χρυσός, ως το +αποδεικνύει και η προσαρμογή των φυσικών ιδιοτήτων των μετάλλων +τούτων προς τας λειτουργίας του νομίσματος. Αλλά μέχρι τούδε δεν +γνωρίζομεν παρά μίαν λειτουργίαν του νομίσματος, την υπηρεσίαν του +να χρησιμεύη ως τρόπος εκδηλώσεως των εμπορευμάτων, ή ως ύλη, εν +τη οποία η ποσότης των αξιών των εμπορευμάτων εκφράζεται +κοινωνικώς. Όθεν, μία μόνον ύλη υπάρχει, δυναμένη να είναι μορφή +ικανή διά να εκδηλώση την αξίαν ή να χρησιμεύση ως συγκεκριμένη +εικών της αφηρημένης ανθρωπίνης εργασίας και συνεπώς ίσης εκείνης, +της οποίας όλα τα αντίτυπα κέκτηνται την αυτήν ομοιόμορφον +ιδιότητα. Αφ' ετέρου, καθώς αι αξίαι δεν αλλάσσουν ή κατά +ποσότητα, το εμπόρευμα — νόμισμα δέον να είναι επιδεκτικόν των +καθαρώς ποσοτικών διαφορών. + +Δέον να είναι διαιρετόν κατά βούλησιν και να δύναται να +ανασυντίθεται εις το σύνολον όλων του των μερών. Έκαστος γνωρίζει +ότι ο χρυσός και ο άργυρος κέκτηνται φυσικώς όλας τας ιδιότητας +ταύτας. Η αξία χρήσεως του εμπορεύματος — χρήματος καθίσταται +διπλασία. Εκτός της ιδιαιτέρας αξίας του χρήσεως, ως εμπορεύματος +— χρήματος, ο χρυσός επί παραδείγματι χρησιμεύει ως πρώτη ύλη διά +τα είδη πολυτελείας, διά να πληρώνη οδόντας κατεστραμμένους κλπ., +κέκτηται τυπικήν αξίαν χρήσεως, η οποία αρχήν έχει την ειδικήν της +κοινωνικήν λειτουργίαν. + +Επειδή όλα τα εμπορεύματα δεν είναι παρά ισοδύναμα, ιδιαίτερα του +χρήματος, όπερ πάλιν είναι το γενικόν ισοδύναμον, έπεται ότι το +χρήμα παίζει απέναντι των εμπορευμάτων τον ρόλον του παγκοσμίου +εμπορεύματος, ταύτα δε εμφανίζονται απέναντί του ως ιδιαίτερα +εμπορεύματα. + +Είδομεν ότι ο τύπος χρήμα ή νόμισμα δεν είναι παρά η αντανάκλασις +των σχέσεων της αξίας παντός είδους εμπορευμάτων εις έν είδος +εμπορεύματος. Το ότι αυτό το χρήμα είναι εμπόρευμα τούτο δεν +δύναται να είναι ανακάλυψις παρά δι' εκείνον μόνον, ο οποίος +λαμβάνει ως σημείον αναχωρήσεως την συμπληρωμένην μορφήν του, διά +να φθάση κατόπιν εις την ανάλυσίν του. + +Η κίνησις των ανταλλαγών δίδει εις το εμπόρευμα, το οποίον +μετατρέπει εις χρήμα, όχι την αξίαν του, αλλά την ειδικήν μορφήν +της αξίας του. Συγχέοντες δύο τόσον διάφορα πράγματα, έφθασαν να +θεωρούν τον άργυρον και τον χρυσόν ως καθαρώς υποθετικάς αξίας. Το +γεγονός, ότι το χρήμα είς τινας υπηρεσίας του, δύναται να +αντικατασταθή δι' άλλων απλών εκφράσεών του, εδημιούργησε την +πλάνην, ότι το χρήμα είναι απλή έκφρασις. + +Εξ άλλου, είναι αληθές, η πλάνη αύτη έκαμεν αισθητόν εκ των +προτέρων ότι υπό την εμφάνισιν εξωτερικού τινος αντικειμένου, το +νόμισμα αποκρύπτει εν τη πραγματικότητι κοινωνικήν τινα σχέσιν. +Υπό την έννοιαν ταύτην παν εμπόρευμα θα ήτο έκφρασις, διότι δεν +είναι αξία ή ως υλικόν περίβλημα της δαπανηθείσης διά την +παραγωγήν του ανθρωπίνης εργασίας. + +Παρετηρήσαμεν ήδη ότι η ισοδύναμος μορφή εμπορεύματος δεν αφήνει +τίποτε να γνωσθή επί του μεγέθους της ποσότητος της αξίας του. Εάν +γνωρίζωμεν ότι ο χρυσός είναι νόμισμα, ήτοι ανταλλακτός με όλα τα +εμπορεύματα, δεν γνωρίζομεν όμως πόσον στοιχίζουν επί παραδείγματι +10 γραμ. χρυσού. Ως κάθε εμπόρευμα το χρήμα δεν δύναται να εκφράση +την ιδίαν του ποσότητα αξίας ειμή εν σχέσει με άλλα εμπορεύματα. Η +κυρίως αξία του καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας διά +την παραγωγήν του και εκφράζεται εις το &ποσοστόν& (quantum) +παντός άλλου εμπορεύματος, απαιτήσαντος εργασίαν της αυτής +διαρκείας. + +Ο καθορισμός ούτος της ποσότητος της σχετικής του αξίας λαμβάνει +χώραν εις αυτήν ταύτην την πηγήν της παραγωγής του εν τη πρώτη του +ανταλλαγή. Ευθύς ως εισέλθη εν τη κυκλοφορία ως νόμισμα η αξία του +είναι καθορισμένη. Ήδη κατά τα τελευταία έτη του 17ου αιώνος +παρετηρήθη ότι το νόμισμα είνε εμπόρευμα· η ανάλυσις δεν +ευρίσκεται εν τούτοις ή εις τα πρώτα της βήματα. Η δυσκολία δεν +συνίσταται εις το να εννοήσωμεν ότι το νόμισμα είναι εμπόρευμα, +αλλά να γνωρίσωμεν πώς και διατί εμπόρευμά τι γίνεται νόμισμα. + +Εμπόρευμά τι δεν φαίνεται ποτέ ότι γίνεται χρήμα, διότι τα άλλα +εμπορεύματα εκφράζουν αμοιβαίως εν αυτώ τας αξίας των. Όλως +τουναντίον αι τελευταίαι αύται φαίνονται να εκφράζουν δι' αυτού +τας αξίας των διότι είναι χρήμα. Η κίνησις, η χρησιμεύσασα ως +ενδιάμεσον, εξαφανίζεται εν τω ιδίω της αποτελέσματι χωρίς να +αφήνη ουδέν ίχνος. Τα εμπορεύματα ευρίσκουν χωρίς να φαίνεται ότι +συνέβαλον εις τίποτε, την ιδίαν των αξίαν αντιπροσωπευομένην και +καθωρισμένην, εν τω σώματι εμπορεύματός τινος υφισταμένου παρά και +εκτός τούτων. Τα απλά ταύτα πράγματα, άργυρος και χρυσός, ως ταύτα +εξέρχονται των κόλπων της γης παρουσιάζονται αμέσως ως άμεσος +ενσάρκωσις πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Εκείθεν η μαγεία του +χρήματος. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ III. + +ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ + + + +I. Μέτρον των αξιών. + +Η πρώτη υπηρεσία του χρυσού (42) είναι να χορηγή εις το σύνολον +των εμπορευμάτων την ύλην, εν τη οποία ταύτα εκφράζουν τας αξίας +των ως ποσά της αυτής ονομασίας, της αυτής ποιότητος, και δυνάμενα +να συγκριθώσι από της απόψεως της ποσότητος. Λειτουργεί όθεν ως +παγκόσμιον μέτρον των αξιών και χάρις εις την υπηρεσίαν ταύτην, ο +χρυσός το ισοδύναμον — εμπόρευμα αποβαίνει νόμισμα. Δεν είναι το +νόμισμα εκείνο, το οποίον καθιστά τα εμπορεύματα σύμμετρα: +τουναντίον. Ακριβώς διότι τα εμπορεύματα ως αξίαι είναι +υλοποιειθείσα εργασία και κατά συνέπειαν σύμμετρα μεταξύ των, +δύνανται να μετρήσουν όλα συγχρόνως τας αξίας των διά τινος +ειδικού εμπορεύματος και να μεταβάλουν αυτό εις νόμισμα, ήτοι να +καταστήσουν τούτο κοινόν μέτρον. Αλλά το μέτρον των αξιών διά του +νομίσματος είναι η μορφή, την οποίαν δέον κατ' ανάγκην ν' ενδυθή +το εν αυταίς μέτρον δηλ. ο χρόνος της εργασίας. + +Η έκφρασις της αξίας ενός εμπορεύματος εις χρόνον: Χ εμπόρευμα Α = +Ψ εμπόρευμα — νόμισμα, είναι η εις νόμισμα μορφή του, δηλ. η τιμή +του. + +Η τιμή ή η μορφή — νόμισμα των εμπορευμάτων ως η μορφή αξία εν +γένει διακεκριμένη των σωμάτων της ή του φυσικού των σχήματος +είναι φανταστικαί. Η αξία του σιδήρου, του υφάσματος, του σίτου +κ.λ.π. παραμένει εις αυτά ταύτα τα πράγματα αν και αοράτως. +Αντιπροσωπεύονται διά της ισότητός των προς τον χρυσόν, διά +σχέσεως προς το μέταλλον τούτο, όπερ ευρίσκεται επί κεφαλής ούτως +ειπείν των εμπορευμάτων. Ο ανταλλάκτης υποχρεούται όθεν είτε να το +ονομάζη με την γλώσσαν των αυτήν, είτε να τοις αναρτήση επιγραφάς +διά ν' αναγγείλη την τιμήν των εις τον εξωτερικόν κόσμον. + +Της εκφράσεως της αξίας των εμπορευμάτων εις χρυσόν ούσης +απλούστατα ιδέας, δεν χρειάζεται διά την πράξιν ταύτην ή ιδέα +υπάρχουσα μόνον εν τη φαντασία. + +Δεν υπάρχει παντοπώλης αγνοών ότι πολύ απέχει από του να κερδίση +χρυσόν διά των εμπορευμάτων του, όταν δίδη εις την αξίαν των την +μορφήν τιμήν, ή εν φαντασία την μορφήν χρυσόν και ότι δεν έχει +ανάγκην πραγματικού κόκκου χρυσού διά να εκτιμήση εις χρυσόν +εκατομμύρια αξιών εμπορευμάτων. Εν τη λειτουργία του ως μέτρου +αξιών το χρήμα χρησιμοποιείται ως ιδεώδες νόμισμα. Η περίπτωσις +αύτη έδωσε λαβήν εις τας πλέον τρελλάς θεωρίας. Αλλ' αν και το +χρήμα ως μέτρον αξίας δεν λειτουργεί ειμή ιδεολογικώς, και ο +χρυσός ο προς τον σκοπόν τούτον χρησιμοποιούμενος, δεν είναι κατά +συνέπειαν ή φαντασιώδης χρυσός, η τιμή των εμπορευμάτων όμως δεν +εξαρτάται ολιγώτερον απολύτως από την ύλην του νομίσματος. Η αξία, +ήτοι το ποσοστόν της ανθρωπίνης εργασίας, το περιεχόμενον π. χ. +εις τόννον σιδήρου, εκφράζεται φαντασταστικώς υπό του ποσοστού του +εμπορεύματος νομίσματος στοιχίζοντος ακριβώς ίσην εργασίαν. + +Αφ' ης στιγμής τα εμπορεύματα διά να εκφράσουν την αξίαν των δέον +ν' αναφερθούν εις ποσότητα χρυσού καθορισθείσαν ως μέτρον +συγκρίσεως, εις μετρικήν μονάδα, η ποσότης αύτη του χρυσού, ίνα +έχη κοινωνικήν αναγνώρισιν ρυθμίζεται υπό του νόμου. Η σταθερά +αύτη ποσότης καθίσταται το υπόδειγμα των τιμών. + +Αι τιμαί ή τα ποσοστά του χρυσού, εν αις μεταβάλλονται ιδεολογικώς +τα εμπορεύματα, εκφράζονται νυν υπό των νομισματικών ονομάτων του +μετάλλου: ούτω αντί να είπωμεν 1 σάκκος σίτου αξίζει 10 γραμ. +χρυσού, λέγωμεν ότι αξίζει 20 φράγκα. + +Η τιμή, το νομισματικόν όνομα της πραγματοποιηθείσης εν τω +εμπορεύματι εργασίας, δεικνύει ότι είναι ανταλλακτή, διά του +νομίσματος και ότι δέον ν' ανταλλαγή. Εξ άλλου ο χρυσός δεν +λειτουργεί ως ιδεώδες μέτρον της αξίας παρά διότι ευρίσκεται ήδη +εις την αγοράν ως εμπόρευμα νόμισμα. + +II. Μέσον κυκλοφορίας. + +α'. Η μεταμόρφωσις των εμπορευμάτων. + +Η ανταλλαγή κάμνει τα εμπορεύματα να διέρχωνται από χειρών, εις +τας οποίας είναι όχι — αξίαι χρήσεως εις χείρας, εις τας οποίας +ταύτα χρησιμεύουν ως αξίαι χρήσεως. Το προϊόν μιας χρησίμου +εργασίας αντικαθιστά το προϊόν μιας άλλης χρησίμου εργασίας. Τούτο +είναι η κοινωνική κυκλοφορία των αγαθών. Αφού το εμπόρευμα φθάσει +εις το σημείον, εις το οποίον χρησιμοποιείται, ως αξία χρήσεως, +μεταπίπτει από της σφαίρας των ανταλλαγών εις την σφαίραν της +καταναλώσεως. Αλλ' η υλική αύτη κυκλοφορία πραγματοποιείται διά +σειράς μεταβολής της μορφής, διά μιας μεταμορφώσεως του +εμπορεύματος, την οποίαν θα μελετήσωμεν αμέσως. + +Ας μεταφερθώμεν προς στιγμήν επί του θεάτρου της δράσεως της +αγοράς, ένθα ο χρυσός κατέχει τον ένα πόλον και όλα τα άλλα +εμπορεύματα τον άλλον πόλον. Τι βλέπομεν; + +Οιοσδήποτε ανταλλάκτης, ένας υφαντουργός π. χ., μετατρέπει το +εμπόρευμά του, 20 μ. υφάσματος εις τιμήν ωρισμένην 40 φρ. λ. χ. Το +ανταλλάσσει αντί 40 φρ., κατόπιν δε ανταλλάσσει τα δυο ταύτα +λουδοβίκια αντί μιας ενδυμασίας, της οποίας έχει ανάγκην διά +προσωπικήν του χρήσιν. Δεν πραγματοποιείται λοιπόν ανταλλαγή, εάν +δεν λάβουν χώραν δύο αντίθετοι μεταμορφώσεις συμπληρούμεναι +αμοιβαίως — μεταβολή του εμπορεύματος εις χρήμα και μεταβολή +τούτου εκ νέου εις εμπόρευμα — . Αι δύο αύται μεταμορφώσεις του +εμπορεύματος παρουσιάζουν ταυτοχρόνως από απόψεως του ιδιοκτήτου +των δύο πράξεις — πώλησιν, ανταλλαγήν του εμπορεύματος με χρήμα — +αγοράν, ανταλλαγήν του χρήματος με εμπόρευμα — και το σύνολον των +δύο τούτων πράξεων είναι: &Πωλείν διά το αγοράζειν&. + +Το συμπέρασμα διά τον υφαντουργόν εκ της υποθέσεως ταύτης είναι +ότι ούτος έχει τώρα ένδυμα και όχι ύφασμα, αντί του εμπορεύματός +του, άλλο ίσης αξίας, αλλά διαφόρου χρησιμότητος· η ανταλλαγή του +εμπορεύματος επιβάλλει όθεν μεταλλαγάς του τύπου. + + ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ — ΧΡΗΜΑ — ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ + Ε — Χ — Ε + +Λαμβανομένης από της καθαράς υλιστικής απόψεώς της η κίνησις +καταλήγει εις Ε — Ε, ανταλλαγή εμπορεύματος δι' εμπορεύματος, +μετρατροπή των υλών της κοινωνικής εργασίας. Τοιούτον είναι το +αποτέλεσμα, δι' ού εξαφανίζεται το φαινόμενον. + +Έχομεν νυν να εξετάσωμεν ιδιαιτέρως εκάστην των διαδοχικών +μεταμορφώσεων, από τας οποίας θα διέλθη το εμπόρευμα. + +&Ε — Χ πρώτη μεταμόρφωσις του εμπορεύματος ή πώλησις.& + +Η αξία του εμπορεύματος εξέρχεται εκ του ιδίου της σώματος διά να +εισέλθη εις το σώμα του χρυσού. Τούτο είναι το επικίνδυνον πήδημά +της. Εάν αποτύχη δεν θα πάθη τίποτε, ο κάτοχός της όμως θα στερηθή +ταύτης. Πολλαπλασιάζουσα τας ανάγκας της η κοινωνική διαίρεσις της +εργασίας περιώρισε διά μιας την παραγωγικήν της ικανότητα και +τούτο ακριβώς, διότι το προϊόν της τής χρησιμεύει ως ανταλλακτική +αξία ή ως γενικόν ισοδύναμον. Πάντως όμως τον τύπον τούτον αποκτά +μετατρεπόμενον εις χρήμα, το δε χρήμα ευρίσκεται εις άλλου +θυλάκιον. Διά να εξέλθη εκείθεν, πρέπει το εμπόρευμα προ παντός +άλλου να είναι αξία χρήσεως διά τον αγοραστήν, η εν αυτώ +δαπανηθείσα εργασία να είναι τοιαύτη υπό μορφήν κοινωνικώς +χρήσιμον ή να αποτελή κλάδον της κοινωνικής διαιρέσεως της +εργασίας. Η διαίρεσις όμως της εργασίας δημιουργεί οργανισμόν +παραγωγής αυθόρμητον, του οποίου τα νήματα υφάνθησαν και +υφαίνονται ακόμη εν αγνοία των παραγωγών ανταλλακτών. + +Έν προϊόν ικανοποιεί σήμερον κοινωνικήν ανάγκην· αύριον θ' +αντικατασταθή ίσως, μερικώς ή εξ ολοκλήρου, υπό αντιπάλου +προϊόντος. Ακόμη και δι' εργασίαν, ως εκείνη του υφαντουργού μας, +μέρος επίσημον της κοινωνικής διαιρέσεως της εργασίας, η αξία +χρήσεως των 20 μέτρων του υφάσματος δεν είναι ακριβώς ηγγυημένη. +Εάν η ανάγκη του υφάσματος εις την κοινωνίαν, η δε ανάγκη αύτη +έχει το μέτρον της, ως παν άλλο πράγμα, έχει ήδη ικανοποιηθή υπό +αντιπάλων υφαντουργών, το προϊόν του φίλου μας αποβαίνει πλεόνασμα +και συνεπώς άχρηστον. Ας υποθέσωμεν εν τούτοις ότι η χρήσιμος αξία +του προϊόντος του έχει εκτιμηθή και ότι το χρήμα έχει προσελκυσθή +υπό του εμπορεύματος. Πόσον χρήμα; Ιδού πλέον το ζήτημα. Είναι +αληθές ότι η απάντησις ευρίσκεται εκ των προτέρων εις την τιμήν +του εμπορεύματος, εκθέτουσα ταύτην διά του μεγέθους της αξίας. Δεν +λαμβάνομεν υπ' όψει την αδύνατον πλευράν του πωλητού, τα κατά το +μάλλον ή ήττον σκόπιμα λάθη υπολογισμού, τα οποία άνευ οίκτου +διορθούνται εις την αγοράν. + +Ας υποθέσωμεν ότι εδαπανήθη διά το προϊόν του ο ωρισμένος +κοινωνικός χρόνος. Η τιμή του εμπορεύματος δεν είναι λοιπόν παρά +το νομισματικόν όνομα του ποσοστού της εργασίας, την οποίαν +απαιτεί κατά μέσον όρον παν είδος της αυτής φύσεως. Αλλ' εν αγνοία +και άνευ της αδείας του υφαντουργού μας, αι παλαιαί μέθοδοι της +υφαντουργίας ανεστατώθησαν. Ο χθες αναγκαίος κοινωνικός χρόνος της +εργασίας, διά την παραγωγήν ενός μέτρου υφάσματος δεν υφίσταται +πλέον, όπως σπεύδει να του το αποδείξη ο πλούσιος διά του +τιμολογίου των συναγωνιστών του. Κατά δυστυχίαν του, υπάρχουν +πολλοί υφαντουργοί εις τον κόσμον. + +Ας υποθέσωμεν τέλος ότι έκαστον τεμάχιον υφάσματος, ευρισκόμενον +εις την αγοράν δεν εκόστισεν ή τον αναγκαίον χρόνον εργασίας· το +ολικόν εν τούτοις ποσόν των τεμαχίων τούτων δύναται ν' +αντιπροσωπεύη εργασίαν δαπανηθείσαν ασκόπως. + +Εάν ο στόμαχος της αγοράς δεν δύναται ν' απορροφήση όλον το ύφασμα +εις την κανονικήν τιμήν των 2 φρ. κατά μέτρον, τούτο αποδεικνύει +ότι πολύ μεγάλη μερίς κοινωνικής εργασίας εδαπανήθη υπό την μορφήν +της υφαντουργίας. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, ως εάν έκαστος +υφαντουργός, ιδιαιτέρως εχρησιμοποίει διά το ατομικόν του αγαθόν +πλέον της κοινωνικής αναγκαίας εργασίας. Ενταύθα δυνάμεθα να +είπωμεν κατά την Γερμανικήν παροιμίαν «μαζύ πιασμένοι, μαζύ +κρεμασμένοι». Όλον το ύφασμα εις την αγοράν αποτελεί έν εμπόρευμα, +του οποίου έκαστον τεμάχιον δεν είναι ή μέρος ποσοστόν. + +Ωσαύτως οι ανταλλάκται μας ανακαλύπτουν ότι η αυτή διαίρεσις της +εργασίας, η οποία δημιουργεί τούτους ανεξαρτήτους ιδιωτικούς +παραγωγούς, καθιστά την πορείαν της κοινωνικής παραγωγής και τας +σχέσεις τας οποίας δημιουργεί, τελείως ανεξαρτήτους των θελήσεών +των, εις τρόπον ώστε, η ανεξαρτησία των προσώπων των μεν και των +δε, ευρίσκει το κατ' ανάγκην συμπλήρωμά του, έναντι εις σύστημα +αμοιβαίας εξαρτήσεως, επιβληθείσας υπό των πραγμάτων. + +Η διαίρεσις της εργασίας μεταβάλλει το προϊόν της εργασίας εις +εμπόρευμα και ως εκ τούτου επιβάλλει την μετατροπήν του εις τμήμα. +Καθιστά δε συγχρόνως την επιτυχίαν της τοιαύτης μετουσιώσεως +(transsubstantiation) τυχαίαν. Δυνάμεθα εν τούτοις να +παρατηρήσωμεν το φαινόμενον, εν τη ολότητί του, οφείλομεν δε τότε +να υποθέσωμεν ότι η πορεία του είναι κανονική. Εξ άλλου εάν το +εμπόρευμα δεν είναι απολύτως άχρηστον, η αλλαγή της μορφής του +γίνεται πάντοτε, οιαδήποτε και αν είναι η τιμή της πωλήσεώς του. +Ας επιστρέψωμεν όμως εις την ανταλλαγήν. — Εκείνο που είναι +φανερόν είναι ότι εμπόρευμα και χρυσός, 20 μ. υφάσματος και 2 +λουδοβίκια, αλλάσσουν χείρα ή θέσιν. Το εμπόρευμα πραγματοποιεί +την τιμήν του, ήτοι αγοράζει χρυσόν διότι &πώλησις είναι αγορά& +λέγει ο Quesnay ή &πωλείν είναι αγοράζειν&. Όθεν Ε — Χ είναι +συγχρόνως Χ — Ε. + +Έως εδώ δεν εγνωρίζομεν μεταξύ των ανθρώπων, άλλην οικονομικήν +σχέσιν, ειμή την σχέσιν των ανταλλακτών, σχέσιν εν τη οποία, ούτοι +οικειοποιούνται το προϊόν ξένης εργασίας χορηγούντες το ιδικόν +των. + +Εάν όθεν είς των ανταλλακτών παρουσιασθή εις τον άλλον ως κάτοχος +χρήματος, τότε έν εκ των δύο συμβαίνει: ή το προϊόν της εργασίας +του κέκτηται φυσικώς την μορφήν νόμισμα, δηλαδή το προϊόν του +είναι χρυσός, άργυρος κλπ., εν μια λέξει, ύλη του νομίσματος, ή το +εμπόρευμα ήλλαξεν ήδη μορφήν, επωλήθη και ως εκ τούτου απεγυμνώθη +της πρώτης του μορφής. Διά να λειτουργήση ως νόμισμα ο χρυσός, +οφείλει φυσικώς να παρουσιασθή εις την αγοράν εις οιονδήποτε +σημείον. Εισέρχεται εν τη αγορά εις αυτήν την πηγήν της παραγωγής +του, δηλ. εκεί ένθα ανταλλάσσεται ως προϊόν άμεσον της εργασίας +έναντι άλλου προϊόντος της αυτής αξίας. + +Αλλ' από της στιγμής εκείνης αντιπροσωπεύει πάντοτε μίαν +&πραγματοποιηθείσαν τιμήν εμπορεύματος&: ανεξαρτήτως της +ανταλλαγής του χρυσού έναντι εμπορεύματος εν τη πηγή του της +παραγωγής, ο χρυσός ευρίσκει εις τας χείρας εκάστου ανταλλάκτου — +παραγωγού, το προϊόν της πωλησεως ή της πρώτης μεταμορφώσεως του +εμπορεύματός του, Ε — Χ. Ο χρυσός κατέστη χρήμα ιδεώδες ή μέτρον +αξιών, διότι τα εμπορεύματα εξέφραζον τας αξίας των εν αυτώ και +ούτω εδημιούργουν την φανταστικήν μορφήν των — αξίαν αντίθετον των +φυσικών των μορφών των χρησίμων προϊόντων· η κίνησις αύτη +μετατρέπει πάσας εις χρυσόν και μεταβάλλει ως εκ τούτου εις χρυσόν +την μεταμορφωθείσαν μορφήν των, όχι πλέον φανταστικώς, αλλά +πραγματικώς. Το τελευταίον ίχνος των συνήθων μορφών και των +συγκεκριμένων εργασιών των, εξ ων έλκουν την καταγωγήν, +εξαφανισθέν ούτως, δεν καταλείπει πλέον ή ακαθόριστον και +ομοιόχρωμον δείγμα της αυτής κοινωνικής εργασίας. Βλέποντες έν +νόμισμα δεν δυνάμεθα να είπωμεν τι είδος μετετράπη εν αυτώ. Το +νόμισμα δύναται όθεν να είναι βόρβορος ενώ ο βόρβορος δεν είναι +νόμισμα. + +Ας υποθέσωμεν τώρα, ότι τα δύο χρυσά νομίσματα, διά των οποίων ο +υφαντουργός μας εξεποίησε το εμπόρευμά του, προέρχονται εκ της +μεταμορφώσεως ενός σάκκου σίτου. + +Η πώλησις του υφάσματος Ε — Χ, είναι συγχρόνως η αγορά του, Χ — Ε. +Ενώ το ύφασμα είναι πωλημένον, το εμπόρευμα τούτο αρχίζει κίνησιν +περατουμένην διά του αντιθέτου του, &της αγοράς της ενδυμασίας&. +Ενώ το ύφασμα είναι ηγορασμένον, περατώνει κίνησιν, αρχίσασαν διά +του αντιθέτου του, της πωλήσεως του σίτου, Ε — Χ (ύφασμα — χρήμα). +Η πρώτη αύτη φάσις Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι +συγχρόνως Χ — Ε (χρήμα — ύφασμα), η τελευταία φάσις μιας άλλης +κινήσεως Ε — Χ — Ε (σίτος — χρήμα — ύφασμα). + +&Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος&, η διάβασίς του από της +μορφής εμπορεύματος εις την μορφήν χρήμα, είναι πάντοτε &δευτέρα +μεταμόρφωσις&, όλως αντίθετος &ενός άλλου εμπορεύματος&, της +επιστροφής του εκ της μορφής χρήματος εις την μορφήν εμπόρευμα. + +&Χ — Ε δευτέρα και τελική μεταμόρφωσις. Αγορά.& + +Το χρήμα είναι το εμπόρευμα, το οποίον έχει ως χαρακτηριστικόν την +απόλυτον εκποίησιν, διότι είναι το προϊόν της παγκοσμίου +εκποιήσεως όλων των άλλων εμπορευμάτων. Αναγιγνώσκει όλας τας +τιμάς αντιστρόφως και καθρεπτίζεται ούτω, εις τα σώματα όλων των +προϊόντων, ως εις την ύλην, η οποία του παραδίδεται, διά να αποβή +το ίδιον αξία χρήσεως. Συγχρόνως αι τιμαί ομοιάζουν ούτως ειπείν, +τα ερωτικά βλέμματα τα εκτοξευόμενα προς αυτάς υπό των +εμπορευμάτων, ορίζουν το όριον της μετατρεπτικής των ιδιότητος, +ήτοι την ιδίαν των ποσότητα. Του εμπορεύματος εξαφανιζομένου εις +την πράξιν της εις χρήμα μετατροπής του, το χρήμα το οποίον +διαθέτει ιδιώτης τις δεν επιτρέπει να εξακριβώσωμεν, ούτε πώς +έπεσεν εις χείρας του, ούτε τι πράγμα μετεβλήθη εν αυτώ. Αδύνατον +να εννοηθή (non olet) πόθεν έλκει την καταγωγήν του, ενώ αφ' ενός +αντιπροσωπεύει πωληθέντα εμπορεύματα, αφ' ετέρου αντιπροσωπεύει +εμπορεύματα προς αγοράν. + +Χ — Ε, η αγορά, είναι ταυτοχρόνως πώλησις, Ε — Χ, η τελευταία +μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, η πρώτη ενός άλλου. Διά τον +υφαντουργόν μας το στάδιον του εμπορεύματός του τελειώνει εις το +ένδυμα, εν τω οποίω μετέβαλε τα δύο του λουδοβίκια. Αλλ' ο πωλητής +της ενδυμασίας δαπανά το ποσόν τούτο εις οινόπνευμα Χ — Ε, η +τελευταία φάσις του Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι +συγχρόνως Ε — Χ η πρώτη φάσις του Ε — Χ — Ε (ένδυμα — χρήμα — +οινόπνευμα). + +Η κοινωνική διαίρεσις της εργασίας περιορίζει έκαστον ανταλλάκτην +— παραγωγόν εις την κατασκευήν ενός ιδιαιτέρου είδους το οποίον +συνήθως πωλεί χονδρικώς. Εξ άλλου αι διάφοροι ανάγκαι του, αι +συνεχώς αναγεννώμεναι, τον υποχρεούν να χρησιμοποιήση το ούτω +επιτευχθέν χρήμα εις αγοράς κατά το μάλλον ή ήττον πολυαρίθμους. + +Μία πώλησις αποβαίνει το σημείον της αναχωρήσεως διά τας διαφόρους +αγοράς. Η τελική μεταμόρφωσις εμπορεύματός τινος αποτελεί ούτω +ποσόν πρώτων μεταμορφώσεων άλλων εμπορευμάτων. + +Πώλησις και αγορά είναι πράξις &ταυτόσημοι&. ως αμοιβαία σχέσις +&δύο προσώπων αντιθέτων τάσεων&, του κατόχου του εμπορεύματος και +του κατόχου του χρήματος. Αποτελούν δύο πράξεις &αντιθέτων +τάσεων&, ως πράξεις του &αυτού προσώπου&. Η ομοιότης της πωλήσεως +και της αγοράς έχει ως συνέπειαν ότι το εμπόρευμα καθίσταται +&άχρηστον&, εάν άπαξ ριφθέν εις την αλχημικήν χοάνην της +κυκλοφορίας δεν εξέρχεται ως &χρήμα&. Εάν τις δεν αγοράση, ο άλλος +δεν δύναται να πωλήση. Η ταυτότης αύτη προϋποθέτει επί πλέον, ότι +η επιτυχία της συναλλαγής αποτελεί σταθμόν, ένα διάμεσον εν τη ζωή +του εμπορεύματος, διάμεσον δυνάμενον να διαρκέση κατά το μάλλον ή +ήττον επί μακρόν. Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, ούσα +συγχρόνως πώλησις και αγορά, χωρίζεται ως εκ τούτου εκ της +συμπληρωματικής μεταμορφώσεώς της. Ο αγοραστής έχει το εμπόρευμα, +ο πωλητής το χρήμα, δηλαδή εμπόρευμα προικισμένον με μορφήν +καθιστώσαν αυτό πάντοτε ευπρόσδεκτον εις την αγοράν, εις +οιανδήποτε στιγμήν ήθελεν αναφανή εκεί. Ουδείς δύναται να πωλήση +χωρίς άλλος να αγοράση, αλλ' ουδείς έχει ανάγκην ν' αγοράση +αμέσως, διότι επώλησεν. + +Η κυκλοφορία αποτινάσσει τους φραγμούς, διά των οποίων ο χρόνος, +το διάστημα και αι σχέσεις ατόμου προς άτομον, περιορίζουν την +ανταλλαγήν των προϊόντων. Αλλά πώς; Εις το διά της ανταλλαγής +εμπόριον ουδείς δύναται να εκποιήση το προϊόν του, χωρίς άλλο +πρόσωπον να εκποιή ταυτοχρόνως το ιδικόν του. Την άμεσον ταυτότητα +των δύο τούτων πράξεων, η κυκλοφορία την διαιρεί εισάγουσα την +αντίθεσιν της πωλήσεως και της αγοράς. Αφού επώλησα δεν είμαι +υποχρεωμένος ν' αγοράσω ούτε εις το αυτό μέρος, ούτε τον αυτόν +χρόνον, ούτε εις το αυτό πρόσωπον, εις το οποίον επώλησα. Είναι +αληθές ότι η αγορά είναι το καταναγκαστικόν συμπλήρωμα της +πωλήσεως, δεν είναι όμως ολιγώτερον αληθές, ότι η μονάς των είναι +μονάς των αντιθέτων. Εάν ο χωρισμός των δύο τούτων συμπληρωματικών +φάσεων της μεταμορφώσεως των εμπορευμάτων παρατείνεται, εάν ο +χωρισμός μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς οξύνεται, ο στενός +σύνδεσμός των εκδηλούται διά μιας κρίσεως. + +β'. Κυκλοφορία του νομίσματος. + +Ευθύς ως ο πωλητής συμπληρώση την πώλησιν διά της αγοράς, το χρήμα +εκφεύγει επίσης των χειρών του. + +Η αποτυπωθείσα εις το χρήμα κίνησις διά της κυκλοφορίας των +εμπορευμάτων δεν είναι λοιπόν κυκλική. Το απομακρύνει των χειρών +του κατόχου του, χωρίς ποτέ να του το επαναφέρη. Είναι αληθές ότι, +εάν ο υφαντουργός αφού επώλησεν 20 μ. υφάσματος και ηγόρασε +κατόπιν ένδυμα, πωλεί εκ νέου ύφασμα, το χρήμα θα του επανέλθη. +Αλλά δεν θα προκύψη εκ της κυκλοφορίας των 20 μ. υφάσματος. + +Η επιστροφή του απαιτεί την &ανανέωσιν& ή την επανάληψιν της αυτής +κυκλοφοριακής κινήσεως, διά νέου εμπορεύματος και τελειώνει διά +του αυτού ως και πρότερον αποτελέσματος. Η κίνησις, την οποίαν η +κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτυπώνει εις το χρήμα, απομακρύνει +όθεν τούτο συνεχώς από το σημείον της αναχωρήσεως διά να το κάνη +ν' αλλάσση συνεχώς χείρας. Τούτο ακριβώς ωνόμασαν κυκλοφορίαν του +νομίσματος (Currency). + +Η κυκλοφορία του νομίσματος είναι η συνεχής και μονότονος +επανάληψις της αυτής κινήσεως. Το εμπόρευμα ευρίσκεται πάντοτε εις +τον πωλητήν, το χρήμα πάντοτε εις τον αγοραστήν &ως μέσον αγοράς&. +Υπό τον τίτλον τούτον η υπηρεσία του είνε η πραγματοποίησις της +τιμής των εμπορευμάτων. Πραγματοποιούν τας τιμάς των, αλλάσσει την +θέσιν τούτων από του πωλητού εις τον αγοραστήν, ενώ και τούτο +διέρχεται από του τελευταίου εις τον πρώτον διά να επαναλάβη την +αυτήν κίνησιν με άλλο εμπόρευμα. + +Το νόμισμα φαίνεται ότι θέτει εις κυκλοφορίαν εμπορεύματα αφ' +εαυτών ακίνητα και μεταβιβάζει ταύτα από της χειρός εν τη οποία +είναι όχι — αξίαι χρήσεως, εις την χείραν ένθα είναι αξίαι χρήσεως +με διεύθυνσιν πάντοτε αντίθετον της ιδικής του. Απομακρύνει +διαρκώς τα εμπορεύματα της σφαίρας της κυκλοφορίας εγκαθιδρυόμενον +συνεχώς εις την θέσιν των και εγκαταλείπον την ιδικήν του. Καίτοι +η κίνησις του νομίσματος δεν είναι ή η έκφρασις της κυκλοφορίας +των εμπορευμάτων, τουναντίον η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι +εκείνη, η οποία φαίνεται ότι δεν απορρέει παρά εκ της κινήσεως του +νομίσματος. + +Αφ' ετέρου το νόμισμα λειτουργεί ως μέσον κυκλοφορίας, διότι είναι +πραγματοποιηθείσα μορφή αξίας των εμπορευμάτων. Η κίνησίς του +πραγματικώς δεν είναι παρά η ιδία του αλλαγή της μορφής, ήτις κατά +συνέπειαν πρέπει ν' αντανακλάται και ν' αποβαίνη ψηλαφητή εν τη +κυκλοφορία του νομίσματος. Ό,τι άλλως τε και συμβαίνει. Το ύφασμα +π. χ. αλλάσσει κατ' αρχάς την μορφήν του εμπόρευμα εις μορφήν +χρήμα. Η τελευταία μορφή της πρώτης μεταμορφώσεώς του (Ε — Χ), η +μορφή του χρήμα, είναι η πρώτη μορφή της τελευταίας μεταμορφώσεώς +του, της μετατροπής του εκ νέου εις σύνηθες εμπόρευμα, εις ένδυμα +(Χ — Ε). Αλλ' εκάστη των μεταβολών τούτων της μορφής +πραγματοποιείται δι' ανταλλαγής μεταξύ εμπορεύματος και νομίσματος +ή διά της αμοιβαίας μεταθέσεώς του. Τα αυτά νομίσματα αλλάσσουν +εις την πρώτην πράξιν θέσιν με το ύφασμα, εις δε την δευτέραν με +το ένδυμα. Μεταβάλλουν θέσιν δις. Η πρώτη μεταμόρφωσις του +υφάσματος εισάγει ταύτα εις το θυλάκιον του υφαντουργού, η δε +δευτέρα μεταμόρφωσις τα εξάγει, αι δύο αντίθετοι αλλαγαί μορφής, +την οποίαν το αυτό εμπόρευμα υφίσταται, αντανακλώνται όθεν επί της +διπλής αλλαγής της θέσεως εις αντίθετον διεύθυνσιν των ιδίων +νομισμάτων. Εν τη συνεχεί επαναλήψει των ιδίων νομισμάτων δεν +αντανακλάται πλέον μόνον η σειρά των μεταμορφώσεων, αλλ' επίσης +και η συναρμογή παρομοίων μεταμορφώσεων των μεν εντός των δε. + +Έκαστον εμπόρευμα εις την πρώτην του αλλαγήν μορφής, εις το πρώτον +του βήμα εν τη κυκλοφορία, εξαφανίζεται διά να αντικαθίσταται +συνεχώς παρ' άλλου. Το χρήμα τουναντίον, ως μέσον ανταλλαγής, +κατοικεί πάντοτε την σφαίραν της κυκλοφορίας και περιπατεί εκεί +αδιακόπως. Πρόκειται νυν να γνωρίσωμεν, ποία είναι η ποσότης του +νομίσματος, την οποίαν η σφαίρα αύτη δύναται να απορροφήση. + +Εις μίαν χώραν γίνονται ταυτοχρόνως και παρά των μεν και παρά των +δε πωλήσεις κατά το μάλλον ή ήττον πολυάριθμοι ή μεταμορφώσεις +τμηματικαί διαφόρων εμπορευμάτων. Η αξία των εμπορευμάτων τούτων +εκφράζεται διά της τιμής των, δηλαδή εις ποσόν φανταστικόν χρυσού. + +Η ποσότης νομίσματος, την οποίαν απαιτεί η κυκλοφορία όλων των +παρόντων εμπορευμάτων εις την αγοράν, είναι λοιπόν καθωρισμένη υπό +του ολικού ποσού των τιμών των. Το νόμισμα δεν κάμνει τίποτε άλλο +παρά ν' αντιπροσωπεύη πραγματικώς το ποσόν εκείνο του χρυσού, του +ιδεολογικώς ήδη εκφρασθέντος εις το ποσόν της τιμής των +εμπορευμάτων. Η ισότης των δύο τούτων ισοτήτων εννοείται όθεν αφ' +εαυτής. Γνωρίζομεν εν τούτοις ότι, εάν αι αξίαι των εμπορευμάτων +παραμένουν σταθεροί, αι τιμαί των ποικίλλουν με την αξίαν του +χρυσού (της ύλης — νομίσματος), ανερχόμενοι αναλογικώς εις την +πτώσιν του και κατερχόμενοι αναλογικώς εις την ύψωσίν του. +Τοιαύται μεταβολαί εις το ποσόν των πραγματοποιηθησομένων τιμών +συνεπιφέρουν κατ' ανάγκην μεταβολάς αναλόγους εις την ποσότητα του +τρέχοντος νομίσματος. Αι μεταβολαί αύται προέρχονται τελικώς εξ +αυτού του νομίσματος, εννοείται όμως, όχι διότι λειτουργεί ως +όργανον της κυκλοφορίας, αλλά διότι λειτουργεί ως μέτρον των +αξιών. Εις παρομοίας περιστάσεις, υπάρχουν πρώτον μεταβολαί εις +την αξίαν του νομίσματος, έπειτα η τιμή των εμπορευμάτων ποικίλλει +κατ' αντίστροφον λόγον της αξίας του νομίσματος· και τέλος η μάζα +του τρέχοντος νομίσματος ποικίλλει κατ' ευθύν λόγον με την τιμήν +των εμπορευμάτων. + +Ίδωμεν ότι η κυκλοφορία έχει θύραν, διά της οποίας ο χρυσός (ή +κάθε άλλη ύλη — νόμισμα) εισέρχεται ως εμπόρευμα. Πριν λειτουργήση +ως μέτρον αξιών, η κυρίως αξία του είναι καθωρισμένη. Μετεβλήθη +νυν ή ηλαττώθη η τιμή του, θα παρατηρήσωμεν τούτο κατά πρώτον εις +την πηγήν της παραγωγής του πολυτίμου μετάλλου, εκεί ένθα +ανταλλάσσεται έναντι άλλων εμπορευμάτων. Αι τιμαί των θ' +ανέρχονται, ενώ πολλά άλλα εμπορεύματα θα εξακολουθούν να +εκτιμώνται εν τη παρελθούση και φανταστική πλέον αξία του μετάλλου +— νομίσματος. Η κατάστασις αύτη των πραγμάτων δύναται να διαρκέση +κατά το μάλλον ή ήττον επί μακρόν αναλόγως του βαθμού της +αναπτύξεως της παγκοσμίου αγοράς. Εν τούτοις, ολίγον κατ' ολίγον, +εμπόρευμά τι δέον να επηρεάζη άλλο τι εν τη προς αυτό σχέσει του, +ως αξία. + +Αι τιμαί χρυσαί ή αργυραί των εμπορευμάτων τίθενται βαθμιαίως εν +ισορροπία μετά των συγκριτικών αξιών, μέχρις ότου αι αξίαι όλων +των εμπορευμάτων εκτιμηθούν τέλος κατά την αξίαν του μετάλλου — +νομίσματος. + +Όλη αυτή η κίνησις συνοδεύεται με συνεχή αύξησιν του πολυτίμου +μετάλλου, του αντικαταστήσαντος τα δι' αυτού ανταλλαχθέντα +εμπορεύματα, εφ' όσον λοιπόν το διορθωθέν τιμολόγιον των +εμπορευμάτων γενικοποιείται και κατά συνέπειαν υπάρχει γενική +ύψωσις των τιμών, το πλεόνασμα του μετάλλου, το οποίον απαιτεί η +πραγματοποίησίς των, ευρίσκεται ήδη διαθέσιμον εν τη αγορά. Ατελής +παρατήρησις των γεγονότων, των επακολουθησάντων την ανακάλυψιν των +νέων μεταλλείων χρυσού και αργύρου, ωδήγησε κατά τον 17ον και +κυρίως κατά τον 18ον αιώνα εις το εσφαλμένον συμπέρασμα, ότι αι +τιμαί των εμπορευμάτων ηυξήθησαν, επειδή μεγάλη ποσότης χρυσού και +αργύρου ελειτούργει ως όργανον κυκλοφορίας. Εις τας ακολούθους +παρατηρήσεις η αξία του χρυσού υποτίθεται ως &δεδομένη&, όπως +πράγματι είναι, κατά την στιγμήν του καθορισμού των τιμών. + +Τούτου δοθέντος, η μάζα του κυκλοφορούντος χρυσού θα καθορισθή, +όθεν διά της ολικής τιμής των υπό πραγματοποίησιν εμπορευμάτων. +Εάν η τιμή εκάστου είδους εμπορεύματος είναι γνωστή, το ολικόν +ποσόν των τιμών θα εξαρτηθή προφανώς εκ της μάζης των εν +κυκλοφορία εμπορευμάτων. Δύναταί τις να εννοήση άνευ μεγάλου +κόπου, ότι εάν 1 σάκκος σίτου στοιχίζει 2 λουδοβίκια, 100 σάκκοι +θα στοιχίσουν 200 λουδοβίκια κ.ο.κ. και ότι με την μάζαν του σίτου +πρέπει ν' αυξηθή η ποσότης του χρυσού, ο οποίος με την πώλησιν +αλλάσσει θέσιν μετ' αυτού. + +Δοθείσης της μάζης των εμπορευμάτων, αι διακυμάνσεις των τιμών των +δύνανται ν' αντιδράσουν επί της μάζης του κυκλοφορούντος +νομίσματος. Η μάζα δύναται ν' ανέλθη ή να κατέλθη, εάν το ολικόν +ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών αυξάνει ή ελλαττούται. Προς +τούτο δεν είναι ανάγκη, όπως αι τιμαί όλων των εμπορευμάτων +ανέρχονται ή κατέρχονται ταυτοχρόνως. Η ύψωσις ή πτώσις αριθμού +τινός κυρίων ειδών αρκεί διά να επιδράση επί του ολικού ποσού των +προς πραγματοποίησιν τιμών. Διότι η μεταβολή της τιμής των +εμπορευμάτων αντανακλά πραγματικάς μεταβολάς αξιών ή προέρχεται εξ +απλών διακυμάνσεων της αγοράς, διά τούτο το αποτέλεσμα το παραχθέν +επί της ποσότητος του κυκλοφορούντος νομίσματος παραμένει το αυτό. + +Έστω αριθμός τις πωλήσεων ταυτοχρόνων, άνευ αμοιβαίου συνδέσμου +και ως εκ τούτου εκπληρουμένων των μεν διά των δε ή εκ τμηματικών +μεταμορφώσεων, π. χ. εξ ενός σάκκου σίτου 20 μ. υφάσματος, 1 +ένδυμα, 4 βαρέλια οινοπνεύματος. Εάν κάθε είδος στοιχίζει 2 +λουδοβίκια, το ποσόν των τιμών των είναι 8 λουδοβίκια και διά να +τα πραγματοποιήσωμεν πρέπει να ρίψωμεν εις την κυκλοφορίαν 8 +λουδοβίκια. Τουναντίον, εάν τα αυτά εμπορεύματα αποτελούν την +σειράν των γνωστών μεταμορφώσεων, 1 σάκκος σίτου — 2 λουδοβίκια — +20 μ. υφάσματος — 2 λουδοβίκια — 1 ενδυμασία — 2 λουδοβίκια — 4 +βαρέλια ρακής — 2 λουδοβίκια, τότε τα 2 λουδοβίκια κυκλοφορούν εν +τη υποδειχθείση τάξει, τα διάφορα δε ταύτα εμπορεύματα, +πραγματοποιούντα διαδοχικώς τας τιμάς των, σταματούν τέλος εις τας +χείρας του κατασκευαστού της ρακής. Πραγματοποιούν ούτω 4 γύρους. + +Η τετράκις επαναληφθείσα μετάθεσις των δύο λουδοβικίων, απορρέει +εκ των πλήρων μεταμορφώσεων συνδεομένων μεταξύ των, του σίτου, του +υφάσματος, του ενδύματος, περατουμένων δε διά της πρώτης +μεταμορφώσεως της ρακής. Αι αντίθετοι και συμπληρωματικαί κινήσεις +των μεν διά των δε, εκ των οποίων σχηματίζεται η σειρά αύτη, +λαμβάνουν χώραν, διαδοχικώς και ουχί ταυτοχρόνως. Και διά να +πραγματοποιηθούν χρειάζονται κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον. Η +ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος μετράται λοιπόν διά του +αριθμού των γύρων των ιδίων νομισμάτων εν δεδομένω χρόνω. Ας +υποθέσωμεν η κυκλοφορία των 4 εμπορευμάτων διαρκεί μίαν ημέραν. Το +ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών είναι 8 λουδοβίκια, ο αριθμός +των γύρων εκάστου είδους κατά την ημέραν είναι 4, η μάζα του +κυκλοφορούντος νομίσματος 2 λουδοβίκια θα έχομεν λοιπόν: + +&Ποσόν τιμών εμπορευμάτων& διαιρούμενον διά του αριθμού των γύρων +των ειδών της αυτής ονομασίας, εν δεδομένω χρόνω,=ποσόν νομίσματος +λειτουργούντος ως όργανον κυκλοφορίας. + +Ο νόμος αυτός είναι γενικός. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων εις +μίαν χώραν εν δεδομένω χρόνω περιέχει πολλάς απομεμονωμένας +πωλήσεις (ή αγοράς), δηλαδή τμηματικάς και ταυτοχρόνους +μεταμορφώσεις, εν αις το νόμισμα αλλάσσει άπαξ θέσιν ή εκτελεί ένα +μόνον γύρον, αφ' ετέρου υπάρχουν σειραί μεταμορφώσεων κατά το +μάλλον ή ήττον διακλαδούμεναι, πραγματοποιούμεναι πλησίον αλλήλων +ή συνδεόμεναι αι μεν διά των δε. Εκεί τα αυτά νομίσματα εκτελούν +κατά το μάλλον ή ήττον γύρους πολυαρίθμους. Τα κατ' ιδίαν μέρη, εκ +των οποίων σύγκειται το ολικόν ποσόν του εν κυκλοφορία νομίσματος, +λειτουργούν όθεν εις βαθμούς ενεργείας διαφόρους, το ολικόν όμως +των τεμαχίων εκάστης διαιρέσεως, πραγματοποιεί κατά την δοθείσαν +περίοδον, ποσόν τι τιμών και αποκαθίσταται ούτω μέση ταχύτης της +κυκλοφορίας του νομίσματος + +Η μάζα του χρήματος, η οποία π. χ. ρίπτεται εν δεδομένη στιγμή εις +την κυκλοφορίαν, είναι φυσικώς καθορισμένη υπό της ολικής τιμής +των εμπορευμάτων των πωληθέντων πλησίον αλλήλων. Αλλ' εις το ρεύμα +τούτο της κυκλοφορίας έκαστον νόμισμα καθίσταται, ούτως ειπείν, +υπεύθυνον διά το πλησίον του. Εάν το ένα αυξάνει την ταχύτητα της +πορείας του, τ' άλλο την ελαττώνει ή μάλλον απορρίπτεται τελείως +της σφαίρας της κυκλοφορίας, γνωστού όντος ότι αύτη δεν δύναται ν' +απορροφήση παρά μάζαν χρυσού, ήτις πολλαπλασιαζομένη επί τον μέσον +αριθμόν των στροφών της, ισούται προς το ποσόν, των υπό +πραγματοποίησιν τιμών. Εάν αι στροφαί του νομίσματος αυξάνουν, η +μάζα του ελαττούται· εάν οι στροφαί του ελαττούνται η μάζα του +αυξάνει. Γνωστής ούσης της μέσης ταχύτητος του νομίσματος, η μάζα, +η οποία δύναται να χρησιμεύση ως όργανον της κυκλοφορίας, είναι +επίσης καθωρισμένη. Όθεν αρκέση, επί παραδείγματι, να ριφθή εις +την κυκλοφορίαν αριθμός τις τραπεζιτικών χαρτονομισμάτων ενός +λουδοβικίου διά να εξαχθούν ίσα λουδοβίκια εις χρυσόν, ανταλλαγή +γνωστοτάτη εις όλας τας τραπέζας. + +Ούτω, καθώς η πορεία του νομίσματος εν γένει λαμβάνει την ώθησιν +και διεύθυνσίν του εκ της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ούτω η +ταχύτης της κινήσεώς του, δεν αντανακλά ή την ταχύτητα των +μεταβολών των μορφής, την εξακολουθητικήν είσοδον σειρών +μεταμορφώσεων, των μεν εντός των δε, την αιφνιδίαν εξαφάνισιν των +εμπορευμάτων εκ της κυκλοφορίας και την ωσαύτως αιφνιδίαν +αντικατάστασίν των υπό νέων εμπορευμάτων. Εν τη επιταχυντική +πορεία του νομίσματος αναφαίνεται, ούτως, η ρευστή μονάς των +αντιθέτων και συμπληρωματικών φάσεων, ως μετατροπή της μορφής +χρήσεως των εμπορευμάτων, εν τη μορφή των αξία και εκ νέου +μετατροπή από της μορφής αξίας εις την μορφήν των χρήσιν ή η μονάς +της πωλήσεως και της αγοράς ως δύο πράξεις αλληλοδιαδόχως +εκτελούμεναι υπό των ιδίων ανταλλακτών. Αντιθέτως, η επιβράδυνσις +της πορείας του νομίσματος παρουσιάζει &τον χωρισμόν& των +φαινομένων και &την τάσιν των προς απομόνωσιν εις αντίθεσιν του +ενός εκ τον άλλου&, την διακοπήν των μεταλλαγών της μορφής και +κατά συνέπειαν των μετατροπών των αντικειμένων. Η κυκλοφορία +φυσικώς δεν μαρτυρεί πόθεν διέρχεται η διακοπή αύτη, δεικνύει +μόνον το φαινόμενον. + +Όσον αφορά τον κοινόν άνθρωπον, ο οποίος εφ' όσον η κυκλοφορία του +νομίσματος επιβραδύνεται, βλέπει το χρήμα να αναφαίνεται και να +εξαφανίζεται ολιγώτερον συχνά, εφ' όλων των σημείων της +περιφερείας της κυκλοφορίας, παρασύρεται εις την αναζήτησιν της +εξηγήσεως του φαινομένου εν τη ανεπαρκεί ποσότητι του +κυκλοφορούντος μετάλλου. + +Το ολικόν ποσοστόν του χρήματος του λειτουργούντος ως όργανον της +κυκλοφορίας εν δοθείση περιόδω είναι όθεν καθωρισμένον, αφ' ενός +υπό του &ποσού των τιμών&, όλων των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων, +αφ' ετέρου δε υπό της σχετικής ταχύτητος των μεταμορφώσεών των. +Αλλ' η ολική τιμή των εμπορευμάτων, εξαρτάται εκ &της μάζης& και +εκ των τιμών εκάστου είδους εμπορεύματος. Οι τρεις ούτοι +παράγοντες: &κίνησις των τιμών, μάζα κυκλοφορούντων εμπορευμάτων& +και τέλος &ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος&, δύνανται να +εναλλαγώσιν εν διαφόρω αναλογία και κατά διάφορον κατεύθυνσιν. Το +ποσόν των &προς πραγματοποίησιν τιμών& και κατά συνέπειαν η μάζα +των απαιτουμένων μέσων κυκλοφορίας δύναται να υποστή ωσαύτως +συνδυασμούς πολυαρίθμους εκ των οποίως δεν θ' αναφέρωμεν ενταύθα ή +τους σημαντικωτέρους εν τη ιστορία των τιμών. + +&Των τιμών παραμενουσών των αυτών&, η μάζα των μέσων της +κυκλοφορίας δύναται να αυξήση, είτε διότι η μάζα των +κυκλοφορούντων εμπορευμάτων αυξάνει, είτε διότι η ταχύτης της +κυκλοφορίας του νομίσματος ελαττούται ή διότι αι δύο αύται αιτίαι +ενεργούν ομού. Αντιθέτως, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται +να ελαττωθή εάν η μάζα των εμπορευμάτων ελαττούται ή εάν το +νόμισμα επιταχύνη την κυκλοφορίαν του. + +&Των τιμών των εμπορευμάτων υφισταμένων γενικήν ύψωσιν&, η μάζα +των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να παραμένη η αυτή, εάν η μάζα +των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων ελαττούται εν τη αύτη αναλογία εν +τη οποία η τιμή των ανέρχεται, ή εάν η ταχύτης της κυκλοφορίας του +νομίσματος αυξάνει τόσον ταχέως όσον η ύψωσις των τιμών, ενώ η +μάζα των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων παραμένει η αυτή. Η μάζα των +μέσων της κυκλοφορίας δύναται να κατέρχεται, είτε διότι η μάζα των +εμπορευμάτων κατέρχεται, είτε διότι η ταχύτης της πορείας του +χρήματος αυξάνει ταχύτερον των τιμών των. + +&Των τιμών των εμπορευμάτων υφισταμένων γενικήν πτώσιν&, η μάζα +των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να μείνη η αυτή, εάν η μάζα των +εμπορευμάτων αυξάνει εν τη αυτή αναλογία εν η αι τιμαί των +πίπτουν, ή εάν η ταχύτης της πορείας του χρήματος ελαττούται εν τη +αυτή αναλογία εν τη οποία και αι τιμαί των. Δύναται να αυξήση εάν +η μάζα των εμπορευμάτων αυξάνει ταχύτερον, ή εάν η ταχύτης της +κυκλοφορίας ελαττούται τόσον ταχύτερον, όσον αι τιμαί των πίπτουν. + +Αι διακυμάνσεις των διαφόρων παραγόντων δύνανται αμοιβαίως να +αντισταθμισθούν, κατά τοιούτον τρόπον, ώστε παρά τας αιωνίας +διακυμάνσεις των, το ολικόν ποσόν των τιμών προς πραγματοποίησιν, +να παραμένη σταθερόν και ωσαύτως κατά συνέπειαν η μάζα του +τρέχοντος νομίσματος. Πράγματι εάν παρατηρήσωμεν τας περιόδους +διαρκείας τινός ευρίσκομεν τας παρεκκλίσεις εκ της μέσης +επιφανείας μικροτέρας από ότι τας ανεμένομεν εκ πρώτης όψεως, +εκτός ισχυρών, εννοείται, περιοδικών διαταράξεων προερχομένων +σχεδόν πάντοτε εκ βιομηχανικών και εμπορικών κρίσεων, εξαιρετικώς +δε εκ διακυμάνσεως εν αυτή τη αξία των πολυτίμων μετάλλων. + +Ο νόμος αυτός διά του οποίου η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας +καθορίζεται διά του ποσού των τιμών των κυκλοφορούντων +εμπορευμάτων και διά της μέσης ταχύτητος της πορείας του +νομίσματος, καταλήγει εις το εξής: Δεδομένου του ποσού της αξίας +των εμπορευμάτων και της μέσης ταχύτητος των μεταμορφώσεών των, η +ποσότης του εν κυκλοφορία πολυτίμου μετάλλου εξαρτάται εκ της +ιδίας του αξίας. + +Η υπόθεσις κατά την οποίαν αι τιμαί των εμπορευμάτων είναι +τουναντίον καθορισμέναι υπό της μάζης της μέσης κυκλοφορίας και η +μάζα αύτη διά της αφθονίας των πολυτίμων μετάλλων εις μίαν χώραν, +βασίζεται αρχικώς επί της αφελούς υποθέσεως ότι τα εμπορεύματα και +το χρήμα εισέρχονται εν τη κυκλοφορία το μεν άνευ τιμής, το δε +άνευ αξίας και ότι ποσοστόν μέρος της μάζης των εμπορευμάτος +ανταλλάσσεται κατόπιν εκεί αντί της αυτής μερίδος εκ του σωρού του +περιέχοντος το μέταλλον τούτο. + +γ. Το νόμισμα ή τα είδη. — Το σημείον της αξίας. + +Το νόμισμα έλκει την καταγωγήν του εκ της λειτουργίας, την οποίαν +η νομισματική μονάς εκπληροί ως όργανον της κυκλοφορίας. Τα βάρη +του χρυσού, επί παραδείγματι, εκφρασμένα κατά τον επίσημον τύπον +εις τας τιμάς ή τα νομισματικά ονόματα των εμπορευμάτων, πρέπει να +τα αντιμετωπίσουν εις την αγοράν ως είδη χρυσού της αυτής +ονομασίας ή ως νόμισμα. Όπως η εγκατάστασις του τύπου των τιμών, +ούτω και η νομισματοποίησις είναι έργον το οποίον ανήκει εις το +κράτος. Αι διάφοροι εθνικαί ενδυμασίαι, τας οποίας ο χρυσός και ο +άργυρος ενδύεται ως νόμισμα, των οποίων όμως απαλλάσσονται εις την +παγκόσμιον αγοράν, σημειούν καλώς τον χωρισμόν μεταξύ των εθνικών +ή εσωτερικών σφαιρών και της γενικής σφαίρας της κυκλοφορίας των +εμπορευμάτων. + +&Ο εις νόμισμα χρυσός και ο εις ράβδους τοιούτος&, δεν διαφέρουν +ευθύς αμέσως ή εξ όψεως. Και ο χρυσός δύναται πάντοτε να +περιέρχεται από της μιας εις την άλλην των μορφών τούτων. + +Εν τούτοις εξερχομένη του νομίσματος η νομισματική μονάς +ευρίσκεται ήδη εν τη οδώ της δοκιμασίας. Τα χρυσά ή αργυρά +νομίσματα φθείρονται εις την πορείαν των, τα μεν περισσότερον, τα +δε ολιγώτερον. Δι' έκαστον βήμα το οποίον, έν λουδοβίκιον επί +παραδείγματι, επιχειρή εν τη πορεία του, χάνει κάτι εκ του βάρους +του, διατηρούν συγχρόνως την ονομασίαν του. Ο τίτλος και η ύλη, η +μεταλλική ουσία και το νομισματικόν όνομα αρχίζουν ούτω ν' +αποχωρίζωνται. Είδη της αυτής ονομασίας καθίστανται αξίαι άνισοι, +ως μη όντα του ιδίου βάρους. Το βάρος του χρυσού, του +υποδεικνυομένου υπό του τύπου των τιμών δεν ευρίσκεται πλέον εν τω +κυκλοφορούντι χρυσώ, όστις παύει ακριβώς διότι δεν είναι +πραγματικώς ίσος με τα εμπορεύματα των οποίων δέον να +πραγματοποιήση τας τιμάς. + +Η ιστορία των νομισμάτων κατά τον μεσαίωνα και τους συγχρόνους +καιρούς μέχρι του 18ου αιώνος, δεν είναι παρά η ιστορία της +συγχύσεως ταύτης. Η φυσική τάσις της κυκλοφορίας να μετατρέπη τα +χρυσά αντικείμενα εις ομοίωμα χρυσού, ή το νόμισμα εις σύμβολον +του επισήμου μεταλλικού βάρους του, αναγνωρίζεται υπό των +τελευταίων νόμων περί του βαθμού της απωλείας του μετάλλου, ήτις +θέτει τα είδη εκτός της κυκλοφορίας, ή τα απονομισματίζει. + +Η κυκλοφορία του νομίσματος, επιχειρούσα διάσπασιν μεταξύ του +πραγματικού περιεχομένου και του νομισματικού περιεχομένου, μεταξύ +της μεταλλικής υπάρξεως και της λειτουργικής των ειδών τοιαύτης, +επιφέρει ήδη, υπό μορφήν βραδείαν, την πιθανότητα της +αντικαταστάσεώς των εν τη υπηρεσία των ως νομίσματος διά χαλκών +νομισμάτων κτλ. Αι τεχνικαί δυσκολίαι της νομισματοκοπίας +μικροτάτων μερών του βάρους του χρυσού ή του αργύρου και το +γεγονός, ότι μέταλλα κατώτερα χρησιμεύουν ως μέτρον αξίας και +κυκλοφορούν ως νόμισμα μέχρις ου το πολύτιμον μέταλλον τα +εκθρονίση, εξηγούν ιστορικώς τον ρόλον των, ως συμβολικού +νομίσματος. Αντικαθιστούν τον νομισματοποιημένον χρυσόν εις τας +σφαίρας της κυκλοφορίας, ένθα η κυκλοφορία του νομίσματος είναι +τουλάχιστον ταχυτέρα, δηλαδή ένθα αι πωλήσεις και αγοραί +ανανεούνται διαρκώς επί της μικροτέρας κλίμακος. Διά να +εμποδίσωμεν τους δορυφόρους τούτους να εγκαθιδρυθούν εις την θέσιν +του χρυσού, αι αναλογίαι εις τας οποίας δέον να ώσιν αποδεκτοί εν +τη πληρωμή καθορίζονται παρά των νόμων. Οι διάφοροι κύκλοι τους +οποίους διατρέχουν τα διάφορα είδη του νομίσματος φυσικώς +διασταυρούνται. Το συμπληρωτικόν νόμισμα, επί παραδείγματι, +εμφανίζεται διά να πληρώση κλάσματα των ειδών χρυσού. Ο χρυσός +εισέρχεται συνεχώς εν τη κυκλοφορία, αλλά και συνεχώς εκδιώκεται +υπό του συμπληρωτικού νομίσματος, ανταλλασσόμενον αντ' αυτού. + +Η μεταλλική ουσία των κερμάτων αργύρου ή χαλκού καθορίζεται +αυθαιρέτως παρά του νόμου: Εν τη κυκλοφορεία των φθείρονται ακόμη +περισσότερον, των νομισμάτων χρυσού. Όθεν η λειτουργία των +καθίσταται εκ των πραγμάτων τελείως ανεξάρτητος του βάρους των, +δηλ. κάθε αξίας. Παρά ταύτα όμως, και είναι τούτο το κύριον +σημείον, εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντικαταστάται των ειδών +χρυσού. Η νομισματική λειτουργία του χρυσού απεσπασμένη τελείως +της μεταλλικής της αξίας είναι όθεν φαινόμενον παραχθέν υπό των +προστριβών αυτής ταύτης της κυκλοφορίας της. Δύναται όθεν ν' +αντικατασταθή εις την λειτουργίαν ταύτην υπό αντικειμένων σχετικώς +άνευ ουδεμιάς αξίας, οία τα χαρτονομίσματα. Εάν εις τα μεταλλικά +κέρματα ο καθαρώς συμβολικός χαρακτήρ συγκαλύπτεται μέχρι ενός +σημείου, εκδηλούται άνευ αμφιβολίας εις το χαρτονόμισμα. Ως +είδομεν μόνον το πρώτον βήμα είναι δύσκολον. + +Πρόκειται ενταύθα &περί χαρτονομίσματος του κράτους μετ' +αναγκαστικής κυκλοφορίας&. Τούτο γεννάται αυτομάτως εκ της +μεταλλικής κυκλοφορίας. Το &πιστωτικόν νόμισμα& τουναντίον +προϋποθέτει σύνολον συνθηκών, αίτινες από απόψεως απλής +κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μάς είναι ακόμη άγνωστοι. Ας +παρατηρήσωμεν εν τω μεταξύ ότι εάν το κυρίως χαρτονόμισμα +προέρχεται εκ της λειτουργίας του χρήματος &ως μέσου κυκλοφορίας, +το πιστωτικόν νόμισμα&, έχει την φυσικήν του ρίζαν εις την +λειτουργίαν του χρήματος ως &μέσου πληρωμής&. + +Το κράτος ρίπτει εις κυκλοφορίαν χαρτονομίσματα, επί των οποίων +αναγράφονται ονομασίαι του νομίσματος, ως π. χ. 1 λουδοβίκιον 5 +λουδ. κ. λ. π. + +Εφ' όσον τα γραμμάτια ταύτα κυκλοφορούσιν αντί βάρους χρυσού της +αυτής ονομασίας, η κίνησίς των αντικατοπτρίζει μόνον τους νόμους +της κυκλοφορίας του πραγματικού νομίσματος. Ειδικός νόμος της +κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος δύναται να προκύψη εκ του ρόλου +του τούτου, ως αντιπροσώπου του χρυσού ή του αργύρου. Είναι δε ο +νόμος ούτος απλούς και συνίσταταται, εις το ότι η έκδοσις του +χαρτονομίσματος δέον να είναι ανάλογος με την ποσότητα του χρυσού +(ή του αργύρου), του οποίου είναι το σύμβολον, και ο οποίος ώφειλε +πραγματικώς να κυκλοφορή. Η ποσότης του χρυσού, την οποίαν δύναται +ν' απορροφήση η κυκλοφορία κυμαίνεται συνηθέστερον άνωθεν ή +κάτωθεν ενός μέσου όρου. Εν τούτοις ουδέποτε πίπτει κάτωθεν &ενός +μίνιμουμ& το οποίον εις εκάστην χώραν η πείρα μάς καθιστά γνωστόν. +Ότι όμως η &μίνιμουμ& αύτη μάζα ανανεώνει αδιακόπως τα ακέραια +μέρη της, δηλαδή έχει ένα &σύρε κ' έλα& των κατ' ιδίαν ειδών, των +εισερχομένων και εξερχομένων εις αυτήν, τούτο δεν αλλάσσει φυσικά +τίποτε, ούτε τας αναλογίας της ούτε την συνεχή κίνησίν της εις την +σφαίραν της κυκλοφορίας. + +Ουδέν εμποδίζει όθεν την αντικατάστασίν της διά συμβόλων +χαρτονομίσματος. Εάν τουναντίον αι διώρυγες της κυκλοφορίας +πληρούνται χαρτονομίσματος μέχρι του ορίου της απορροφητικής +ιδιότητός των διά το πολύτιμον μέταλλον, τότε η παραμικροτέρα +διακύμανσις εις την τιμήν των εμπορευμάτων δυνατόν να τας κάμη να +υπερεκχειλίσουν. Έκτοτε παν μέτρον μάταιον. Μη λαμβανομένης υπ' +όψει μιας γενικής μειώσεως των πιστωτικών αξιών, ας υποθέσωμεν ότι +το χαρτονόμισμα υπερβαίνει την κανονικήν του αναλογίαν. Κατόπιν ως +και πρότερον δεν θα αντιπροσωπεύη εν τη κυκλοφορία των +εμπορευμάτων ή το ποσοστόν του χρυσού του απαιτουμένου παρ' αυτού +κατά τους υπάρχοντας νόμους του και το οποίον κατά συνέπειαν είναι +το μόνον αντιπροσωπευτόν. + +Εάν επί παραδείγματι, η ολική μάζα του χαρτονομίσματος είναι +διπλασία απ' ότι έδει να ήτο, έν γραμμάτιον εκατόν φράγκων +αντιπροσωπεύον 50 γραμ. χρυσού δεν θ' αντιπροσωπεύη πλέον παρά 25 +μόνον. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, εάν ο χρυσός, εν τη λειτουργία +του ως νομίσματος, ευρεθή αλλοιωμένος. + +Το χαρτονόμισμα είναι μορφή χρυσού ή σημείον νομίσματος. Η +υφισταμένη σχέσις μεταξύ τούτου και των εμπορευμάτων συνίσταται +απλούστατα εις τούτο: ότι αι αυταί ποσότητες χρυσού, αι +ιδιεολογικώς εκφραζόμενοι εν τη τιμή των αντιπροσωπεύονται παρ' +αυτού συμβολικώς. Όθεν το χαρτονόμισμα δεν είναι σημείον αξίας +ειμή, εφ' όσον αντιπροσωπεύει ποσότητας χρυσού αίτινες ως πάσαι αι +άλλαι ποσότητες εμπορευμάτων, είναι ωσαύτως ποσότητες αξίας. + +Ο αποκλειστικός χαρακτήρ της λειτουργίας ταύτης, δεν +πραγματοποείται, είναι αληθές, διά τα χρυσά ή αργυρά νομίσματα +κεχωρισμένως λαμβανόμενα αν και εκδηλούνται εις το γεγονός ότι +εφθαρμένα κέρματα εξακολουθούν μόλα ταύτα να κυκλοφορούν. Έκαστον +νόμισμα χρυσού δεν είναι απλώς όργανον κυκλοφορίας ειμή εφ' όσον +κυκλοφορεί. Δεν συμβαίνει όμως το αυτό και διά την μίνιμουμ μάζαν +χρυσού δυναμένην ν' αντικατασταθή παρά του χαρτονομίσματος. Η μάζα +αύτη ανήκει πάντοτε εις την σφαίραν της κυκλοφορίας. Λειτουργεί +αδιακόπως ως όργανόν της και υφίσταται αποκλειστικώς ως στήριγμα +της λειτουργίας ταύτης. Η κυκλοφορία της αντιπροσωπεύει ούτω την +συνεχή αλλοίωσιν των αντιθέτων κινήσεων της μεταμορφώσεως Ε — Χ — +Ε, ένθα η όψις αξία των εμπορευμάτων, δεν τας αντιμετωπίζει ή διά +να εξαφανισθή αμέσως, ένθα η αντικατάστασις ενός εμπορεύματος δι' +άλλου κάμνει το χρήμα να ολισθαίνη αδιακόπως από χειρός εις χείρα. +Η λειτουργική της ύπαρξις απορροφά, ούτως είπειν, την υλικήν της +ύπαρξιν. Φευγαλέα αντανάκλασις των τιμών των εμπορευμάτων +λειτουργεί ως σήμα εαυτής και δύναται κατά συνέπειαν ν' +αντικατασταθή με άλλο σήμα. Πρέπει μόνον το σήμα του νομίσματος να +είναι, όπως εκείνη κοινωνικώς ανεγνωρισμένον, καθίσταται δε +τοιούτον διά της αναγκαστικής κυκλοφορίας. Η αναγκαστική αύτη +δράσις του κράτους δεν δύναται να εξασκηθή ή εν τη εθνική περιοχή +της κυκλοφορίας, εκεί δε μόνον δύναται ωσαύτως να περιορισθή η +λειτουργία, την οποίαν το νόμισμα εκπληροί ως νομισματική μονάς. + +III. Το νόμισμα ή το χρήμα. + +Μέχρις εδώ εξητάσαμεν το πολύτιμον μέταλλον υπό την διπλήν του +άποψιν, ως μέτρον αξιών και ως όργανον κυκλοφορίας. Ως νόμισμα +ιδεατόν εκπληροί την πρώτην λειτουργίαν, εν δε τη δευτέρα δύναται +ν' αντιπροσωπευθή υπό συμβόλων. Υπάρχουν όμως λειτουργίαι εις ας +δέον να παρουσιάζηται εν τω μεταλλικώ του σώματι ως πραγματικόν +ισοδύναμον των εμπορευμάτων ή ως εμπόρευμα — νόμισμα. + +Υπάρχει άλλη τις λειτουργία εισέτι, την οποίαν δύναται να +εκπληρώση είτε προσωπικώς είτε δι' αναπληρωτών, αλλ' εις την +οποίαν παρουσιάζεται πάντοτε έναντι των εν χρήσει εμπορευμάτων ως +η μόνη φυσική ενσάρκωσις της αξίας των. Εις όλας τας περιπτώσεις +ταύτας λέγομεν ότι λειτουργεί ως κυρίως νόμισμα ή κυρίως χρήμα εν +αντιθέσει προς τας λειτουργίας του, ως μέτρου αξιών και +νομίσματος. + +α') Θησαυρισμός. + +Η κυκλοφοριακή κίνησις των δύο αντιθέτων μεταμορφώσεων των +εμπορευμάτων ή συνεχής αλλοίωσις της πωλήσεως και της αγοράς +εκδηλούται υπό της ακαταπονήτου κυκλοφορίας του νομίσματος ή εν τη +λειτουργία του ως &perpetum mobile&, ως αιωνίου κινητήρος της +κυκλοφορίας. Ακινητεί ή μεταβάλλεται, όπως λέγει ο Boisguillebert, +&από κινητόν εις ακίνητον&, από νομισματική μονάς εις &νόμισμα ή +χρήμα&, ευθύς ως η σειρά των μεταμορφώσεων διακόπτεται, ευθύς ως η +πώλησις δεν ακολουθείται αμέσως υπό της αγοράς. + +Ευθύς ως αναπτύσσεται η κυκλοφορία των εμπορευμάτων αναπτύσσεται η +ανάγκη και η επιθυμία να στερεοποιηθή και διατηρηθή το προϊόν της +πρώτης μεταμορφώσεως, το εμπόρευμα το μετατραπέν εις &χρυσαλίδα& +χρυσού ή αργύρου. Έκτοτε πωλούν εμπορεύματα όχι μόνον διά ν' +αγοράσουν άλλα, αλλά ωσαύτως διά ν' αντικαταστήσουν την μορφήν +εμπορεύματα εις μορφήν χρήμα. Το νόμισμα σκοπίμως σταματηθέν εν τη +κυκλοφορία του απολιθούται, ούτως ειπείν, αποβαίνων θησαυρός, ο δε +πωλητής μεταβάλλεται εις θησαυριστήν. + +Κυρίως εν τη νηπιότητι της κυκλοφορίας ανταλλάσουν μόνον το +πλεόνασμα αξιών χρήσεως με εμπόρευμα νόμισμα. Ο χρυσός και ο +άργυρος αποβαίνουν, ούτω αφ' εαυτών η κοινωνική έκφρασις του +πλεονάσματος και του πλούτου. Η αφελής αύτη μορφή του θησαυρισμού +διαιωνίζεται παρά τοις λαοίς, των οποίων ο εκ παραδόσεως τρόπος +παραγωγής ικανοποιεί απ' ευθείας στενόν κύκλον στασίμων αναγκών. + +Υπάρχει ολίγη κυκλοφορία και θησαυροί πολλοί, ό,τι ακριβώς +συμβαίνει παρά τοις Ασιανοίς, ιδίως όμως παρά της Ινδοίς. + +Ευθύς ως η εμπορική παραγωγή λάβει ανάπτυξίν τινα, έκαστος +παραγωγός δέον να προμηθευθή χρήμα. Τούτο είναι «κοινωνική +εγγύησις» το nervus rerum, το νεύρον των πραγμάτων. Πράγματι, αι +ανάγκαι του παραγωγού ανανεούνται αδιακόπως, και αδιακόπως του +επιβάλουν την αγοράν ξένων εμπορευμάτων, ενώ η παραγωγή και η +πώλησις των ιδικών του, απαιτούν κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον +εξαρτάται δε εκ χιλίων συμπτώσεων. Διά να αγοράσωμεν χωρίς να +πωλήσωμεν, πρέπει πρώτον ν' έχωμεν πωλήσει χωρίς να έχωμεν +αγοράσει. Φαίνεται αντίφασις ότι η πράξις αύτη, δύναται γενικώς να +πραγματοποιηθή. Εν τούτοις τα πολύτιμα μέταλλα ανταλλάσσονται εις +την πηγήν των της παραγωγής αντί άλλων εμπορευμάτων. Ενταύθα, η +πώλησις λαμβάνει χώραν (παρά του κατόχου των εμπορευμάτων) άνευ +αγοράς (εκ μέρους του κατόχου του χρυσού και του αργύρου). Και +μεταγενέστεραι πωλήσεις μη συμπληρωθείσαι παρ' αγορών επομένων, +ουδέν άλλο πράττουν ή διανέμουν τα πολύτιμα μέταλλα μεταξύ όλων +των ανταλλακτών. Σχηματίζεται ούτω εφ' όλων των σημείων των +σχετιζομένων με εμπορικάς εργασίας, εφεδρείαι χρυσού και αργύρου +εις τας πλέον διαφόρους αναλογίας. Η πιθανότης να κρατηθή και +διατηρηθή το εμπόρευμα ως ανταλλακτική αξία ή ανταλλακτική αξία ως +εμπόρευμα διεγείρει το πάθος του χρυσού. Εφ' όσον εκτείνεται η +κυκλοφορία Κεφάλαιον και χρήμα των εμπορευμάτων, η δύναμις του +νομίσματος αυξάνει ως απόλυτος και πάντοτε διαθέσιμος μορφή του +κοινωνικού πλούτου. + +«Ο χρυσός είναι πράγμα θαυμάσιον! ο κατέχων τούτον είναι κύριος +πάσης επιθυμίας του. Διά του χρυσού δύναταί τις ακόμη ν' ανοίξη +εις τας ψυχάς τας θύρας του παραδείσου» (Κολόμβος. Επιστολή εκ της +Ζαμαϊκής 1503). + +Της όψεως του νομίσματος ουδόλως προδιδούσης οποίον τι μετετράπη, +το παν, εμπόρευμα ή άλλο τι, μεταβάλλεται εις νόμισμα. Η +κυκλοφορία αποβαίνει ο μέγας κοινωνικός άμβυξ εις τον οποίον +χύνεται το παν ίνα εξέλθη μεταμορφωμένον εις αποκρυσταλλωμένον +νόμισμα. Τίποτε δεν ανθίσταται εις την αλχημείαν αυτήν, ούτε αυτά +τα κόκκαλλα των αγίων, πολύ ολιγώτερον ακόμη τα πλέον λεπτά +ημιάγια αντικείμενα, &res sacro santae extra commercium hominum&. +Όπως πάσα ποσοτική των εμπορευμάτων διαφορά εξαφανίζεται εις το +χρήμα, ούτω και αυτό ριζικός ισοπεδωτής, εξαφανίζει όλας τας +διακρίσεις. Αλλά το χρήμα είναι και αυτό εμπόρευμα, αντικείμενον +δυνάμενον να πέση εις οιουδήποτε χείρα, Η κοινωνική δύναμις +αποβαίνει ούτω δύναμις ιδιωτική των ατόμων. Ούτω η αρχαία +κοινωνία, το καταγγέλλει ως ανατρεπτικόν πράκτορα ως τον +δραστικώτερον διαλυτήν της οικονομικής οργανώσεώς της και των +λαϊκών ηθών. + +Η σύγχρονος κοινωνία χαιρετά εις τον χρυσόν, τον άγιόν της graal, +την έκλαμπρον ενσάρκωσιν αυτής της αρχής της ζωής της. + +Το εμπόρευμα ως αξία χρήσεως ικανοποιεί ιδιαιτέραν ανάγκην και +αποτελεί ιδιαίτερον στοιχείον του υλικού πλούτου. Αλλ' &η αξία& +του εμπορεύματος μετρά τον βαθμόν της ελκτικής δυνάμεώς της, εφ' +όλων των στοιχείων του πλούτου τούτου και κατά συνέπειαν &τον +κοινωνικόν πλούτον& του κατέχοντος ταύτην. Ο ανταλλάκτης κατά το +μάλλον ή ήττον βάρβαρος αυτός ακόμη, ο χωρικός της δυτικής +Ευρώπης, ουδόλως γνωρίζει να χωρίζη την αξίαν της μορφής της. Δι' +αυτόν αύξησις του αποθέματός του εις χρυσόν και εις άργυρον +σημαίνει αύξησιν αξίας. + +Ασφαλώς η αξία του πολυτίμου μετάλλου αλλάσσει, κατόπιν των +επενεχθεισών μεταβολών, είτε εν τη ιδία του αξία, είτε εν τη αξία +των εμπορευμάτων. Αλλά τούτο δεν εμποδίζει αφ' ενός μεν, όπως 200 +γραμ. χρυσού περιέχουν κατόπιν ως και πρότερον περισσοτέραν αξίαν +από 100 και 300 περισσοτέραν αξίαν από 200 κλπ., ούτε αφετέρου +όπως η μεταλλική μορφή του νομίσματος παραμένει η γενική +ισοδύναμος μορφή όλων των εμπορευμάτων, η κοινωνική ενσάρκωσις +πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Ο έχων κλίσιν προς το θησαυρίζειν, δεν +έχει εκ φύσεως ούτε κανόνα ούτε μέτρον. Το χρήμα θεωρούμενον από +απόψεως ποιότητος ή μορφής, η παγκόσμιος αντιπροσώπευσις του +υλικού πλούτου, δεν έχει όρια, διότι είναι αμέσως μεταβλητόν εις +παν είδος εμπορεύματος, αλλ' έκαστον ποσόν πραγματικού χρήματος +έχει το ποσοτικόν του όριον και κατά συνέπειαν δεν έχει ειμή +περιωρισμένην αγοραστικήν δύναμιν. Η αντίθεσις αύτη μεταξύ της +πάντοτε καθωρισμένης ποσότητος και της απροσδιορίστου ποιότητος +της δυνάμεως του χρήματος, οδηγεί αδιακόπως τον θησαυριστήν εις +την εργασίαν του Σισύφου. Ομοιάζει ως προς κατακτητήν, του οποίου +πάσα νέα κατάκτησις δεν οδηγεί ή εις νέα σύνορα. + +Διά να κρατήσωμεν και διατηρήσωμεν το πολύτιμον μέταλλον ως +νόμισμα και κατά συνέπειαν ως στοιχείον θησαυρισμού, πρέπει να το +παρεμποδίσωμεν από του να κυκλοφορή ή ν' αποβαίνη &από μέσον +αγοράς& μέσον απολαύσεως. Ο θησαυριστής θυσιάζει ούτω εις το +είδωλον τούτο όλας τας επιθυμίας της σαρκός του, ουδείς +περισσότερον αυτού λαμβάνει υπό σοβαράν έποψιν το ευαγγέλιον της +εγκρατείας. Αφ' ετέρου δεν δύναται ν' αφαιρέση εις νόμισμα από την +κυκλοφορίαν ή ό,τι του δίδουν εις εμπορεύματα. + +Όσον περισσότερον παράγει τόσον περισσότερον δύναται να πωλή. +Βιομηχανία, οικονομία, φιλαργυρία, αύται είναι αι κύριαί του +αρεταί. Αγοράζειν πολλά, πωλείν ολίγα, τούτο είναι το άπαν της +πολιτικής του οικονομίας. + +Ο θησαυρός δεν έχει μόνον χονδροειδή μορφήν, έχει επίσης +αισθητικήν μορφήν. Είναι η συσσώρευσις έργων χρυσοχοΐας +αναπτυσσομένης με την αύξησιν του κοινωνικού πλούτου. «Ας ήμεθα +πλούσιοι ή ας φαινόμεθα πλούσιοι» (Diderot ). Ούτω σχηματίζεται, +αφ' ενός αγορά πλέον εκτεταμένη διά τα πολύτιμα μέταλλα, αφ' +ετέρου βραδεία πηγή προμηθείας, εν τη οποία αντλούμεν κατά τας +περιόδους της κοινωνικής κρίσεως. + +Εις την οικονομίαν της μεταλλικής κυκλοφορίας, οι θησαυροί +εκπληρούν διαφόρους υπηρεσίας. Η πρώτη έλκει την καταγωγήν της εκ +των συνθηκών των προεξαρχουσών εις την πορείαν του νομίσματος. +Είδομεν πώς το κυκλοφορούν ποσόν του νομίσματος αυξάνει ή +ελαττούται με τας σταθεράς διακυμάνσεις, τας οποίας δοκιμάζει η +κυκλοφορία των εμπορευμάτων από απόψεως εκτάσεως, τιμών και +ταχύτητος. Όθεν το ποσόν τούτο δέον να είναι ικανής αυξήσεως και +ελαττώσεως. + +Μέρος του νομίσματος πότε δέον να εξέρχεται εκ της κυκλοφορίας, +πότε να επιστρέφη. Ίνα η μάζα του τρέχοντος χρήματος αντιστοιχή +εις τον βαθμόν, καθ' ον η σφαίρα της κυκλοφορίας ευρίσκεται +πεπληρωμένη, δέον όπως η πραγματικώς κυκλοφορούσα ποσότης του +χρυσού ή του αργύρου, αποτελεί μέρος του υπάρχοντος εις την χώραν +πολυτίμου μετάλλου. Ο όρος ούτος εκπληρούται διά της μορφής +θησαυρού του χρήματος. Αι αποθήκαι των θησαυρών χρησιμεύουν +συγχρόνως και ως διώρυγες εκροής και αρδεύσεως, εις τρόπον ώστε αι +διώρυγες κυκλοφορίας να μην εκχειλίζουν ποτέ. + +β') Μέσον πληρωμής. + +Εις την μέχρι τούδε εξετασθείσαν άμεσον μορφήν της κυκλοφορίας των +εμπορευμάτων, η αυτή αξία παρουσιάζεται πάντοτε διττή, εμπόρευμα +εις τον ένα πόλον, νόμισμα εις τον άλλον. Οι παραγωγοί ανταλλάκται +ευρίσκονται, ως αντιπρόσωποι αντιμετώπων ισοδυνάμων. Εφ' όσον εν +τούτοις αναπτύσσεται η κυκλοφορία, αναπτύσσονται ωσαύτως +περιπτώσεις τείνουσαι, εις τον χωρισμόν της εκποιήσεως του +εμπορεύματος από της πραγματοποιήσεως της τιμής του δι' ενός +χρονικού διαστήματος. Ούτω π. χ. Είδος τι εμπορεύματος απαιτεί +περισσότερον χρόνον διά την παραγωγήν του, ενώ έτερον είδος +απαιτεί ολιγώτερον χρόνον. Αι εποχαί της παραγωγής δεν είναι αι +αυταί διά τα διάφορα εμπορεύματα. Εάν εμπόρευμα παράγηται εις +αυτόν τον τόπον της αγοράς του, έν άλλο δέον να ταξειδεύση διά να +μεταβή εις απομεμακρυσμένην αγοράν. Είναι όθεν δυνατόν ο είς των +ανταλλακτών να είναι έτοιμος προς πώλησιν, ενώ ο άλλος δεν είναι +έτοιμος προς αγοράν. Όταν αι αυταί συναλλαγαί ανανεούνται μεταξύ +των αυτών προσώπων, οι όροι της αγοράς και της πωλήσεως των +εμπορευμάτων, θα κανονίζονται ολίγον κατ' ολίγον, συμφώνως προς +τους όρους της παραγωγής των. Αφ' ετέρου πάλιν η χρήσις ειδών +τινών εμπορευμάτων, οικίας π. χ. εκποιείται υπό προθεσμίαν και +μόνον μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης ο αγοραστής +επιτυγχάνει πραγματικώς την συμφωνηθείσαν αξίαν χρήσεως. Αγοράζει +όθεν πριν πληρώση. Ο είς των ανταλλακτών πωλεί παρόν εμπόρευμα, ο +άλλος αγοράζει ως αντιπρόσωπος του μέλλοντος ν' αφιχθή χρήματος. Ο +πωλητής αποβαίνει πιστωτής, ο αγοραστής αποβαίνει οφειλέτης. Όπως +η μεταμόρφωσις του εμπορεύματος λαμβάνει ενταύθα νέαν όψιν ούτω +και το χρήμα αποκτά νέαν λειτουργίαν. Αποβαίνει μέσον πληρωμής· οι +χαρακτήρες του πιστωτού και του οφειλέτου προέρχονται ενταύθα εκ +της απλής κυκλοφορίας. Η αλλαγή της μορφής της εναποθέτει εις τε +τον πωλητήν και αγοραστήν την νέαν των μορφήν. Κατ' αρχάς, οι νέοι +ούτοι ρόλοι είναι διαβατικοί ως και οι παλαιοί, παιζόμενοι κατά +σειράν υπό των ιδίων ηθοποιών, δεν έχουν όμως όψιν τόσον αγαθήν, η +δε αντίθεσίς των αποβαίνει πλέον επιδεκτική αποκρυσταλλώσεως. Οι +αυτοί χαρακτήρες δύνανται να παρουσιασθούν ανεξαρτήτως της +κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εις την αρχαιότητα, η κίνησις της +πάλης των τάξεων, έχει κυρίως την μορφήν πάλης συνεχώς +ανανεουμένης μεταξύ πιστωτών και οφειλετών, ήτις εν Ρώμη καταλήγει +εις την ήτταν και καταστροφήν, του οφειλέτου πληβείου, +αντικατασταθέντος υπό του δούλου. Εις τον Μεσαίωνα η πάλη +καταλήγει εις την καταστροφήν του φεουδάρχου οφειλέτου. Εκείνος +χάνει την πολιτικήν δύναμιν ευθύς ως καταρρέει η οικονομική βάσις, +ήτις ήτο το στήριγμά της. Εν τούτοις η νομισματική αύτη σχέσις +πιστωτού προς οφειλέτην και εις τας δύο αυτάς εποχάς κατοπτρίζει +εαυτήν επί της επιφανείας βαθυτέρων ανταγωνισμών. + +Ας επανέλθωμεν εις την κυκλοφορίαν των εμπορευμάτων. Η σύγχρονος +εμφάνισις των ισοδυνάμων εμπορεύματος και χρήματος εις τους δύο +πόλους της πωλήσεως έπαυσε. Τώρα το χρήμα λειτουργεί κατά πρώτον +λόγον ως μέτρον αξίας εν τω καθορισμώ της τιμής του πωλουμένου +εμπορεύματος. Η τιμή αύτη ορισθείσα διά συμφωνητικού εκδηλοί την +υποχρέωσιν του αγοραστού ήτοι το ποσόν του χρήματος, διά το οποίον +είναι υπόχρεος εις ωρισμένην προθεσμίαν. + +Είτα λειτουργεί ως φανταστικόν μέσον αγοράς. Αν και υφίσταται +μόνον εις την υπόσχεσιν του αγοραστού, όμως ενεργεί ούτω την +μετατόπισιν του εμπορεύματος. Μόνον μετά την λήξιν της προθεσμίας +εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν ως μέσον πληρωμής, ήτοι μεταβαίνει +από της χειρός του αγοραστού, εις την του πωλητού. Το μέσον της +κυκλοφορίας μετετράπη εις θησαυρόν, διότι η κίνησις της +κυκλοφορίας εσταμάτησεν εις το πρώτον ήμισυ. Το μέσον της πληρωμής +εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν, τότε μόνον, όταν έχει ήδη εξέλθει +το εμπόρευμα. Ο πωλητής μετέβαλε το εμπόρευμα εις χρήμα διά να +ικανοποιήση τας ανάγκας του, ο θησαυριστής, διά να το διατηρήση +εις την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου, — τέλος ο αγοραστής — +οφειλέτης διά να δυνηθή να πληρώνη. Εάν δεν πληρώση λαμβάνει χώραν +καταναγκαστική πώλησις. Η μετατροπή του εμπορεύματος εις την +μορφήν — αξίαν, εις νόμισμα, αποβαίνει αύτη κοινωνική ανάγκη +επιβαλλομένη εις τον παραγωγόν ανταλλάκτην ανεξαρτήτως των αναγκών +του και των προσωπικών του ιδιοτροπιών. + +Ας υποθέσωμεν ότι ο χωρικός αγοράζει από τον υφαντουργόν 20 μ. +υφάσματος εις την τιμήν των 2 λουδοβικίων, τα οποία είναι επίσης η +τιμή ενός τετάρτου στατήρος σίτου, και τα οποία πληρώνει μετά ένα +μήνα. Ο χωρικός μεταβάλλει τον σίτον εις ύφασμα πριν τον +μετατρέψει εις χρήμα. Πραγματοποιεί όθεν, την τελευταίαν +μεταμόρφωσιν του εμπορεύματός του, προ της πρώτης. Είτα πωλεί +σίτον 2 λουδ., τα οποία δίδει εις τον υφαντουργόν κατά την +ορισθείσαν προθεσμίαν. + +Το πραγματικόν νόμισμα δεν του χρησιμεύει πλέον ενταύθα ως μέσον +υποκαταστάσεως του υφάσματος διά του σίτου. Δι' αυτόν το νόμισμα +είναι τουναντίον η τελευταία λέξις της συναλλαγής, καθ' ό απόλυτος +μορφή της αξίας, ην έχει να χορηγήση, καθ' ό παγκόσμιον νόμισμα. +Όσον διά τον υφαντουργόν, το εμπόρευμά του εκυκλοφόρησε και +επραγματοποίησε την τιμήν του, αλλά μόνον διά μέσου ενός τίτλου +απορρέοντος εκ του πολιτικού δικαίου. Εισήλθεν εις την κατανάλωσιν +άλλου εμπορεύματος πριν μετατραπή εις νόμισμα. Η πρώτη +μεταμόρφωσις του υφάσματος παραμένει όθεν μετέωρος +πραγματοποιουμένη εις την λήξιν της προθεσμίας του χρέους του +χωρικού. + +Αι λήξασαι υποχρεώσεις εις καθορισθείσαν περίοδον αντιπροσωπεύουν +την ολικήν μορφήν των πωληθέντων εμπορευμάτων. Η ποσότης του +απαιτηθέντος νομίσματος διά την πραγματοποίησιν του ποσού τούτου, +εξαρτάται πρώτον εκ της ταχύτητος της πορείας των μέσων πληρωμής. +Δύο περιστατικά την κανονίζουν: 1ον Η σύνδεσις των σχέσεων +πιστωτού προς οφειλέτην, όπως όταν Α π. χ., ο οποίος λαμβάνει +χρήμα από τον οφειλέτην του Β τον πιστωτήν του Γ κ. λ. κ. 2ον Το +χρονικόν διάστημα, το οποίον χωρίζει τας διαφόρους προθεσμίας, +κατά τας οποίας ενεργούνται αι πληρωμαί. Η σειρά των αλλεπαλλήλων +πληρωμών ή των πρώτων συμπληρωματικών μεταμορφώσεων, διακρίνεται +τελείως εκ της διασταυρώσεως των σειρών μεταμορφώσεων, τας οποίας +ανελύσαμεν προηγουμένως. + +Η σχέσις μεταξύ πωλητών και αγοραστών δεν εκδηλούται μόνον εις την +κίνησιν των μέσων της κυκλοφορίας, αλλά γεννάται εν αυτή τη πορεία +του νομίσματος. Η κίνησις του μέσου πληρωμής εκφράζει τουναντίον +σύνολον, προϋπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων. + +Το ταυτόχρονον και συνεχές των πωλήσεων (ή αγορών), το οποίον +κάμνει, ώστε η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας να μη δύναται +πλέον να ικανοποιηθή υπό της ταχύτητος της πορείας του, αποτελεί +νέον μοχλόν εν τη οικονομία μέσων πληρωμής. Με την συγκέντρωσιν +των πληρωμών εις μίαν θέσιν αναπτύσσονται αυθορμήτως οργανώσεις +και μέθοδοι, διά να αντισταθμίσουν έν τινι μέτρω αμοιβαίως. Ούτω +π. χ. κατά τον Μεσαίωνα συνέβαινον εις Λυώνα, με τα virements. Αι +πιστώσεις του Α εις τον Β, του Β εις τον Γ, του Γ εις τον Α και +ούτω καθ' εξής δεν έχουν ανάγκην ή να συγκριθούν διά να ακυρωθούν +αμοιβαίως, έν τινι μέτρω, αι θετικαί και αρνητικαί ποσότητες, και +δεν απομένει πλέον ούτω, παρά να γίνη το ισοζύγιον του +λογαριασμού. Όσον μεγαλυτέρα είναι η συγκέντρωσις των πληρωμών +τόσον είναι σχετικώς μικρότερον το ισοζύγιόν των και ως εκ τούτου +η μάζα των εν κυκλοφορία μέσων πληρωμής. Η λειτουργία του +νομίσματος ως μέσου πληρωμής συνεπιφέρει αντίθεσιν άνευ μέσης +προθεσμίας. Εφ' όσον αι πληρωμαί ισολογίζονται, το νόμισμα +λειτουργεί μόνον ιδεολογικώς ως λογιστικόν νόμισμα και μέτρον +αξιών ευθύς ως αι πληρωμαί πρόκειται να ενεργηθούν πραγματικώς, το +νόμισμα παρουσιάζεται ως απλούν μέσον κυκλοφορίας, ως μεταβατική +μορφή, χρησιμεύουσα ως μέσον εις την μετάθεσιν των προϊόντων χωρίς +όμως να επεμβαίνη και ως ατομική ενσάρκωσις της κοινωνικής +εργασίας, ως μόνη πραγματοποίησις της ανταλλακτικής αξίας, ως +απόλυτον εμπόρευμα. Η αντίθεσις αύτη εκρήγνυται την στιγμήν των +εμπορικών και βιομηχανικών κρίσεων, στιγμήν εις την οποίαν εδόθη η +ονομασία της νομισματικής κρίσεως. + +Αύτη δημιουργείται εκεί ένθα αναπτύσσονται η άλυσσος των πληρωμών +και τεχνικόν σύστημα προωρισμένον εις την αμοιβαίαν ικανοποίησίν +των. Ο μηχανισμός ούτος διαταράσσεται παρ' οιασδήποτε αιτίας, +ευθύς ως το χρήμα δι' αποτόμου στροφής και αμεταβιβάστως παύει να +λειτουργή πλέον υπό την καθαρώς ιδεώδη μορφήν του ως λογιστικού +χρήματος. Το νόμισμα ζητείται τότε ως χρήμα, τοις μετρητοίς και +δεν δύναται πλέον ν' αντικατασταθή υπό «βεβήλων» εμπορευμάτων. Η +χρησιμοποίησις του εμπορεύματος δεν λαμβάνεται υπ' όψει και η αξία +του εξαφανίζεται, ενώπιον εκείνου, το οποίον δεν είναι ή η μορφή +του. Την προηγουμένην ακόμη ημέραν ο αστός διά της πολυτελούς +επαρκείας, την οποίαν του χορηγεί η ευμάρια, εδήλου ότι το χρήμα +είναι φενάκη ματαία, μόνον το εμπόρευμα είναι χρήμα, εκραύγαζε. +Μόνον το χρήμα είναι εμπόρευμα! είναι σήμερον η φωνή, ήτις αντηχεί +κατά την παγκόσμιον αγοράν. Όπως η διψασμένη έλαφος κραυγάζει προ +της πηγής δροσερού ύδατος, ούτω η ψυχή του αποκαλεί μεγαλοφώνως το +χρήμα, τον μοναδικόν πλούτον. Η αντίθεσις η υφισταμένη μεταξύ του +εμπορεύματος και της μορφής του αξίας, ωθείται κατά την διάρκειαν +της κρίσεως μέχρι του απροχωρήτου. Το ιδιαίτερον γένος του +νομίσματος δεν χρησιμεύει εις τίποτε. Η νομισματική ένδεια +παραμένει η αυτή, είτε πρόκειται περί πληρωμών εις χρυσόν ή εις +πιστωτικόν νόμισμα ή εις τραπεζογραμμάτια, επί παραδείγματι. + +Εάν εξετάσωμεν τώρα το ολικόν ποσόν του νομίσματος του +κυκλοφορούντος εν δεδομένω χρονικώ διαστήματι, ευρίσκομεν ότι +γνωστής ούσης της ταχύτητος των μέσων κυκλοφορίας και των μέσων +πληρωμής, το νόμισμα ισούται προς το ποσόν των τιμών των υπό +πραγματοποίησιν εμπορευμάτων επί πλέον του ποσού των πληρωμών, +αίτινες έληξαν, μείον του ποσού των κυμαινομένων πληρωμών, τέλος +μείον της διπλής ή συχνής χρήσεως των ιδίων νομισμάτων, διά την +διπλήν λειτουργίαν ως μέσου κυκλοφορίας και μέσου πληρωμής. Επί +παραδείγματι ο χωρικός επώλησε τον σίτον του αντί 2 λουδοβ. τα +οποία ενεργούν ως μέσον κυκλοφορίας. Κατά την λήξιν της προθεσμίας +τα δίδει εις τον υφαντουργόν. Τώρα λειτουργούν ως μέσον πληρωμής. +Ο υφαντουργός αγοράζει δι' αυτών ένδυμα, εν τη αγορά δε ταύτη +λειτουργούν εκ νέου, ως μέσον κυκλοφορίας κ. ο. κ. + +Δοθείσης της ταχύτητος της πορείας του νομίσματος, της οικονομίας +των πληρωμών και των τιμών των εμπορευμάτων, βλέπομεν ότι η μάζα +των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων δεν αντιστοιχεί πλέον προς την +μάζαν του τρέχοντος νομίσματος εις περίοδόν τινα, μίαν ημέραν π. +χ. Κυκλοφορεί νόμισμα αντιπροσωπεύον εμπορεύματα προ πολλού +αποσυρθέντα εκ της κυκλοφορίας. Κυκλοφορούν εμπορεύματα, των +οποίων το εις νόμισμα ισοδύναμον δεν θα παρουσιασθή ή πολύ +αργότερον. Αφ' ετέρου, τα συναφθέντα δάνεια και τα λήξαντα τοιαύτα +είναι καθ' εκάστην μεγέθη τελείως ασύμμετρα. + +Το πιστωτικόν νόμισμα έχει την άμεσον πηγήν του εν τη λειτουργία +του χρήματος, ως μέσου πληρωμής. Πιστοποιητικά βεβαιούντα δάνεια +συναφθέντα διά πωληθέντα εμπορεύματα κυκλοφορούν, το ίδιον με την +σειράν των, διά να μεταβιβάσωσιν εις άλλους τας πιστώσεις. Εφ' +όσον εκτείνεται το σύστημα της πιστώσεως, επί τοσούτον +αναπτύσσεται η λειτουργία, την οποίαν το νόμισμα πληροί ως μέσον +πληρωμής. Ως τοιούτον, ενδύεται, ιδιαιτέρας μορφάς υπάρξεως, εν +αις εισέρχεται εις την σφαίραν των μεγάλων εμπορικών συναλλαγών, +ενώ τα χρυσά και αργυρά νομίσματα απωθούνται εις την σφαίραν του +λιανικού Εμπορίου. Όσον αναπτύσσεται και εκτείνεται η εμπορική +παραγωγή, τόσον περιορίζεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας των +προϊόντων η λειτουργία του νομίσματος ως μέσου πληρωμής. Το +νόμισμα καθίσται το γενικόν εμπόρευμα των συμφωνητικών. + +Αι πρόσοδοι, οι φόροι κ. λ. π. πληρωνόμενοι έως τότε εις είδος, +πληρώνονται σήμερον εις χρήμα. Γεγονός, το οποίον αποδεικνύει +μεταξύ άλλων πόσον η αλλαγή αύτη εξαρτάται εκ των γενικών συνθηκών +της παραγωγής είναι ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δις απέτυχεν +αποπειραθείσα την άρσιν των χρηματικών φόρων. Η τεραστία δυστυχία +των αγροτικών πληθυσμών εν Γαλλία επί Λουδοβίκου του 14ου +περιγραφείσα με τόσον επιτυχίαν υπό του Boisguillebert και του +στρατάρχου Vauban κτλ, δεν προήρχετο μόνον εκ της αυξήσεως των +φόρων, αλλά και εκ της υποκαταστάσεως της φυσικής των μορφής διά +της νομισματικής των τοιαύτης. Εις την Ασίαν η έγγειος πρόσοδος +αποτελεί τα κύριον στοιχείον των φόρων και πληρώνεται εις είδος. Η +μορφή αύτη της προσόδου η βασιζομένη επί στασίμων σχέσεων +παραγωγής, διατηρεί τον παλαιόν τρόπον της παραγωγής. Τούτο είναι +ένα από τα μυστικά της διατηρήσεως της Τουρκικής Αυτοκρατορίας. +Όπως το ελεύθερον εμπόριον εισαχθέν εκ της Ευρώπης εις την +Ιαπωνίαν φέρει εις την χώραν την μετατροπήν της προσόδου — είδος +εις πρόσοδον — χρήμα, ούτω και η πρόγονος γεωργία της υπεβλήθη εις +οικονομικάς συνθήκας λίαν στενάς διά να δυνηθή να ανθέξη εις μίαν +τοιαύτην επανάστασιν. Εις εκάστην χώραν ορίζονται γενικαί τινές +προθεσμίαι, κατά τας οποίας ενεργούνται εις μεγάλην κλίμακα αι +πληρωμαί. Εάν τινές των προθεσμιών τούτων είναι καθαρώς +συμβατικαί, βασίζονται γενικώς επί των περιοδικών και +κυκλοφοριακών κινήσεων της παραγωγής συνδεομένων με τας περιοδικάς +μεταβολάς των εποχών κ.λ.π. Αι γενικαί αύται προθεσμίαι κανονίζουν +επίσης την εποχήν των πληρωμών, αι οποίαι δεν απορρέουν απ' +ευθείας εκ της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όπως αι της προσόδου, +της ενοικιάσεως, των φόρων κ.λ.π. Η ποσότης του νομίσματος, την +οποίαν απαιτούν κατά τινας ημέρας του έτους, αι πληρωμαί αύται, αι +διασκορπισμέναι εφ' όλης της περιφερείας χώρας τινός προξενεί +περιοδικάς διαταράξεις, αλλά παντάπασιν ανωφελείς. Εκ του νόμου +περί της ταχύτητος των μέσων πληρωμής, εξάγεται ότι, δι' όλας τας +περιοδικάς πληρωμάς, οιαδήποτε και αν είναι η πηγή των, η αναγκαία +μάζα των μέσων παραγωγής είναι κατ' αντίστροφον λόγον του μήκους +των περιόδων. + +Η λειτουργία την οποίαν το χρήμα εκπληροί, ως μέσον πληρωμής +αναγκαιοί την συσσώρευσιν των απαιτουμένων ποσών διά τας ημέρας +της λήξεως, υπό μορφήν πλουτισμού. Η πρόσοδος της αστικής +κοινωνίας, αποβάλλουσα τον θησαυρισμόν, ως μορφήν πλουτισμού, +αναπτύσσει τούτον υπό την μορφήν της εφεδρείας των μέσων πληρωμής. + +γ) Το παγκόσμιον νόμισμα. + +Κατά την έξοδόν του εκ της εσωτερικής σφαίρας της κυκλοφορίας το +χρήμα αποβάλλει τας τοπικάς μορφάς, τας οποίας είχεν ενδυθή, +νομισματική μορφή, συμπληρωματικόν νόμισμα, τόπος τιμών, σημείον +αξίας, διά να επιστρέψη εις την αρχικήν του μορφήν, την μορφήν του +εις ράβδους ή μάζαν. Εις το εμπόριον μεταξύ εθνών, +πραγματοποιείται παγκοσμίως η αξία των εμπορευμάτων. Εκεί επίσης η +μορφή των αξία παρουσιάζεται υπό την μορφήν παγκοσμίου νομίσματος +— &νόμισμα του κόσμου&, όπως το ονομάζει ο James Stewart. Νόμισμα +της μεγάλης εμπορικής δημοκρατίας, όπως έλεγε μετ' αυτόν ο Α. +Smith. Εις την παγκόσμιον αγοράν και μόνον εκεί λειτουργεί το +νόμισμα εν όλη τη ισχύι του όρου, ως το εμπόρευμα του οποίου η +φυσική μορφή είναι συγχρόνως και γενικώς η κοινωνική ενσάρκωσις +της ανθρωπίνης εργασίας. + +Εν τη εθνική περιοχή της κυκλοφορίας, έν μόνον εμπόρευμα δύναται +να χρησιμεύση ως μέτρον αξίας και κατά συνέπειαν ως μέτρον +νομίσματος. Επί της παγκοσμίου αγοράς βασιλεύει διπλούν μέτρον +αξίας, ο χρυσός και ο άργυρος. + +Το παγκόσμιον νόμισμα εκπληροί τας τρεις λειτουργίας του μέσου +πληρωμής, του μέσου αγοράς, και γενικώς της κοινωνικής ύλης του +πλούτου. Όταν πρόκειται να κανονισθούν οι διεθνείς λογαριασμοί +κυριαρχεί η πρώτη λειτουργία εξ ου και η ονομασία του (Mercantile) +συστήματος. Ο χρυσός και ο άργυρος χρησιμοποιούνται κυρίως ως +μέσον αγοράς οσάκις η συνήθης ισορροπία, εν τη ανταλλαγή των ειδών +μεταξύ διαφόρων εθνών διαταράσσεται. Τέλος λειτουργούν ως απόλυτος +μορφή του πλούτου, όταν δεν πρόκειται πλέον, ούτε περί αγοράς, +ούτε περί πληρωμής, αλλά περί μεταφοράς πλούτου υπό μορφήν +εμπορεύματος, από μιας εις άλλην χώραν, μεταφοράς εμποδιζομένης +είτε συνεπεία ενδεχομένων της αγοράς, είτε λόγω του σκοπού, τον +οποίον θέλουν να επιτύχουν. + +Εκάστη χώρα έχει ανάγκην ενός αποθεματικού ποσού, τόσον διά το +εξωτερικόν εμπόριόν της, όσον και διά την εσωτερικήν της +κυκλοφορίαν. Αι λειτουργίαι των αποθεμάτων τούτων, συνδέονται +όθεν, μερικώς μεν προς την λειτουργίαν του νομίσματος ως μέσου +κυκλοφορίας και πληρωμής διά το εσωτερικόν, μερικώς δε προς την +λειτουργίαν του ως παγκοσμίου νομίσματος. Εν τη τελευταία ταύτη +λειτουργία, το υλικόν νόμισμα, ήτοι ο χρυσός και ο άργυρος είναι +πάντοτε απαιτητόν. Διά τούτο ο James Stewart, διά να διακρίνη τον +χρυσόν και τον άργυρον από τους καθαρώς τοπικούς αντικαταστάτας +των, τους δίδει το όνομα money of the world. + +Ο ποταμός με τα αργυρά και χρυσά κύματα, κέκτηται διπλούν ρεύμα· +αφ' ενός εκτείνεται από της πηγής του, εφ' ολοκλήρου της +παγκοσμίου αγοράς, ένθα αι διάφοροι εθνικαί περιοχαί τον +μετατρέπουν εις αναλογίας διαφόρους, διά να εισέλθη εις τας +διώρυγας της εσωτερικής κυκλοφορίας των, αντικαθιστά τα φθαρέντα +νομίσματά των, χορηγή την ύλην των ειδών πολυτελείας, και τέλος +στερεοποιείται υπό μορφήν θησαυρού. Η πρώτη αύτη διεύθυνσίς του +εντυπούται αυτώ υπό της χώρας ένθα τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται +απ' ευθείας από τας πηγάς της παραγωγής των διά του χρυσού και +αργύρου. Συγχρόνως τα πολύτιμα μέταλλα κυκλοφορούν πανταχού άνευ +τέλους ή διακοπής, μεταξύ των σφαιρών κυκλοφορίας των διαφόρων +χωρών, η δε κίνησις αύτη ακολουθεί τας ακαταπαύστους διακυμάνσεις +του συναλλάγματος. + +Αι χώραι, εις τας οποίας η παραγωγή ανήλθεν εις μέγαν βαθμόν +αναπτύξεως περιορίζουν εις το μίνιμουμ τους συσσωρευθέντας +θησαυρούς εις τα χρηματωκιβώτια των τραπεζών. Εκτός εξαιρέσεων +τινών η υπερεκχείλισις των αποθεμάτων τούτων, πολύ άνωθεν της +μέσης επιφανείας των, είναι σημείον στασιμότητος εν τη κυκλοφορία +των εμπορευμάτων ή σημείον διακοπής εν τη πορεία των μεταμορφώσεών +των. + + + + +ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ + +ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ + + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IV. + +Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ + + + +Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του Κεφαλαίου. +Αναφαίνεται εκεί, ένθα η εμπορική παραγωγή και το εμπόριον έφθασαν +ήδη βαθμόν τινά αναπτύξεως. Η σύγχρονος ιστορία του κεφαλαίου +χρονολογείται από της δημιουργίας του εμπορίου και της αγοράς των +δύο κόσμων κατά τον δέκατον έκτον αιώνα. + +Όταν μελετώμεν ιστορικώς το κεφάλαιον εν τη καταγωγή του, βλέπομεν +τούτο πανταχού να ορθούται έναντι της ιδιοκτησίας της γης, υπό +μορφήν χρήματος, είτε ως νομισματική περιουσία, είτε ως κεφάλαιον +εμπορικόν, είτε ως τοκοφόρον τοιούτον. Σήμερον, όπως και άλλοτε, +έκαστον νέον κεφάλαιον, ανέρχεται εις την σκηνήν, δηλαδή εις την +αγοράν, αγοράν των προϊόντων, αγοράν της εργασίας, αγοράν του +νομίσματος, υπό μορφήν χρήματος, χρήματος, όπερ διά των ιδιαιτέρων +μεθόδων, δέον να τροποποιηθή εις κεφάλαιον. + +Το χρήμα εν τη ιδιότητί του ως χρήμα, και το χρήμα εν τη ιδιότητί +του ως κεφάλαιον, δεν διακρίνονται ευθύς αμέσως, ή εκ των διαφόρων +μορφών της κυκλοφορίας. + +Η άμεσος μορφή της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι Ε — Χ — Ε, +μετατροπή του εμπορεύματος εις χρήμα και εκ νέου μετατροπή τούτου +εις εμπόρευμα, &πωλείν διά το αγοράζειν&. + +Αλλά παρά την μορφήν ταύτην ευρίσκομεν άλλην τινα, όλως διάφορον, +την μορφήν + + Χ — Ε — Χ + Χρήμα — Εμπόρευμα — Χρήμα, + +μετατροπήν του χρήματος εις εμπόρευμα και εκ νέου μετατροπήν τούτο +εις χρήμα, &αγοράζειν διά το πωλείν&. Παν χρήμα το οποίον εν τη +κινήσει του διαγράφει τον τελευταίον τούτον κύκλον, μετατρέπεται +εις κεφάλαιον, καθίσταται κεφάλαιον, και είναι ήδη ως εκ της +κατευθύνσεώς του κεφάλαιον. + +Ας παρατηρήσωμεν εγγύτερον την κυκλοφορίαν Χ — Ε — Χ, όπως η απλή +κυκλοφορία ούτω και αύτη διατρέχει δύο αντιθέτους φάσεις. Εν τη +πρώτη φάσει Χ — Ε, αγορά, το χρήμα μετατρέπεται εις εμπόρευμα. Εν +τη δευτέρα Ε — Χ, πωλήσει το εμπόρευμα μετατρέπεται εις χρήμα. Το +σύνολον των δύο τούτων φάσεων εκφράζεται διά της κινήσεως της +ανταλλασσούσης το νόμισμα έναντι του νομίσματος, αγοράζει διά να +πωλήση, ή μάλλον εάν αμελήσωμεν τας μορφικάς διαφοράς της αγοράς +και της πωλήσεως, αγοράζει με το χρήμα το εμπόρευμα και με το +εμπόρευμα το χρήμα. Η κίνησις αύτη καταλήγει εις την ανταλλαγήν +του χρήματος έναντι του χρήματος, Χ — Χ. Εάν αγοράσω δι' 100 +λουδοβικίων 2000 λίτρας βάμβακος και πωλήσω κατόπιν τας 2000 +ταύτας λίτρας βάμβακος αντί 110 λουδοβικίων, αντήλλαξα πραγματικώς +100 λουδοβίκια αντί 110 λουδοβικίων, νόμισμα αντί νομίσματος. + +Εννοείται ότι η κυκλοφορία Χ — Ε — Χ θα ήτο περίεργος μέθοδος, εάν +ηθέλομεν διά παρομίας στροφής να ανταλλάξωμεν ποσά χρήματος ίσα, +100 λουδοβ. επί παραδείγματος έναντι 101 λουδοβ. Καλλίτερα τότε θα +ήτο η μέθοδος του θησαυριστού, όστις φυλάττει ισχυρώς τα 100 +λουδοβίκια του, αντί να τα εκθέση εις τους κινδύνους της +κυκλοφορίας. Αφ' ετέρου όμως πάλιν, είτε ο έμπορος πωλήσει εκ νέου +αντί 110 λουδοβικίων τον βάμβακά τον οποίον ηγόρασε με 100 +λουδοβίκια, είτε υποχρεούται να τα παραδώση εις 100 και εις 50 +ακόμη λουδοβίκια· εις όλας τας περιπτώσεις ταύτας, το χρήμα του +διαγράφει πάντοτε ιδιαιτέραν και περίεργον κίνησιν, τελείως +διάφορον εκείνης την οποίαν διαγράφει το χρήμα του γεωργού λ. χ. +του πωλούντος τον σίτον και αντ' αυτού αγοράζοντος ένδυμα. + +Ό,τι διακρίνει ευθύς αμέσως τας κινήσεις Χ — Ε και Χ — Ε — Χ, +είναι η αντίστροφος τάξις των ιδίων αντιθέτων φάσεων. Η απλή +κυκλοφορία άρχεται εκ της πωλήσεως και καταλήγει εις την αγοράν. Η +κυκλοφορία του χρήματος, ως κεφαλαίου άρχεται εκ της αγοράς και +καταλήγει εις την πώλησιν. + +Εκεί, η αφετηρία και το τέρμα είναι το εμπόρευμα, ενταύθα είναι το +χρήμα. Εις την πρώτην μορφήν, το χρήμα είναι εκείνο το οποίον +χρησιμεύει ως ενδιάμεσον. Εις την δευτέραν είναι το εμπόρευμα. + +Εν τη κυκλοφορία Ε — Χ — Ε, το χρήμα έχει τέλος μετατραπή εις +εμπόρευμα χρησιμεύον ως αξία χρήσεως· εκεί όθεν οριστικώς — +δαπανημένον. + +Εν τη αντιστρόφω μορφή Χ — Ε — Χ, ο αγοραστής δίδει το χρήμα του +διά να το λάβη εκ νέου ως πωλητής. Διά της αγοράς του +εμπορεύματος, ρίπτει εν τη κυκλοφορία το χρήμα το οποίον αποσύρει +εκ νέου κατόπιν, διά της πωλήσεως του αυτού εμπορεύματος. Εάν το +αφήση να αναχωρήση το πράττει, διότι έχει την δολίαν υστεροβουλίαν +να το συλλάβη εκ νέου. Το χρήμα τούτο είναι όθεν απλώς — +προκαταβληθέν. + +Η παλίρροια του χρήματος εις το σημείον της αναχωρήσεως δεν +εξαρτάται εκ του ότι το εμπόρευμα έχει πωληθή ακριβώτερον από όσον +ηγοράσθη. Η περίστασις αύτη δεν εξασκεί επιρροήν παρά επί του +μεγέθους του επιστραφέντος ποσού. Το φαινόμενον της παλιρροίας +λαμβάνει χώραν ευθύς ως το αγορασθέν εμπόρευμα πωληθή εκ νέου, δηλ +ευθύς ως διαγραφή τελείως ο κύκλος Χ — Ε — Χ. + +Είναι τούτο διαφορά ψηλαφητή μεταξύ της κυκλοφορίας του χρήματος, +ως κεφαλαίου και της κυκλοφορίας του ως απλού νομίσματος. + +Ο κύκλος Ε — Χ — Ε έχει τελείως διανυθή, ευθύς ως η πώλησις ενός +εμπορεύματος αποδώση χρήμα προερχόμενον εκ της αγοράς ενός άλλου +εμπορεύματος. Εάν εν τούτοις παλίρροια χρήματος λάβει κατόπιν +χώραν, τούτο δεν συμβαίνει ίσως, ειμή διότι ολόκληρος η τροχιά του +κύκλου έχει εκ νέου διανυθή. Εάν πωλήσω ένα σάκκον σίτου αντί 3 +λουδοβ. και αγοράσω ενδύματα διά των χρημάτων τούτων, τα 3 λουδοβ. +έχουν δι' εμέ δαπανηθή οριστικώς και δεν μ' ενδιαφέρουν πλέον. Ο +έμπορος ενδυμάτων τα έχει εις το θυλάκιόν του. Εις μάτην θα πωλήση +δεύτερον σάκκον σίτου, το χρήμα το οποίον λαμβάνει, δεν προέρχεται +εκ της πρώτης συναλλαγής, αλλ' εκ της επαναλήψεώς της. +Απομακρύνεται εκ νέου απ' εμού, εάν φέρω εις πέρας την δευτέραν +συναλλαγήν και αγοράσω εκ νέου. Εις την κυκλοφορίαν Ε — Χ — Ε, η +δαπάνη του χρήματος ουδέν το κοινόν έχει λοιπόν με την επιστροφήν +του. Όλως το αντίστροφον συμβαίνει εν τη κυκλοφορία Χ — Ε — Χ. +Εκεί, εάν το χρήμα δεν επιστρέψη, η πράξις εχάθη· η κίνησις +διακόπτεται ή παραμένει ατελής, διότι η δευτέρα του φάσις, δηλαδή +η πώλησις, η συμπληρούσα την αγοράν, ελλείπει. + +Ο κύκλος Ε — Χ — Ε έχει αφετηρίαν εμπόρευμά τι και τέρμα άλλο +εμπόρευμα, το οποίον δεν κυκλοφορεί πλέον και πίπτει εις την +κατανάλωσιν. Η ικανοποίησις μιας ανάγκης, μιας αξίας χρήσεως, +τοιούτος είναι όθεν ο τελικός του σκοπός. Τουναντίον ο κύκλος Χ — +Ε — Χ έχει ως αρχικόν του σημείον το χρήμα και ως τελικόν τοιούτον +πάλιν το χρήμα. Η αιτία του, ο καθωρισμένος σκοπός του είναι όθεν +η ανταλλακτική αξία. + +Εν τη απλή κυκλοφορία, οι δύο άκροι όροι έχουν την αυτήν +οικονομικήν μορφήν. Και οι δύο είναι εμπόρευμα. Είναι ωσαύτως +εμπορεύματα της αυτής αξίας. Συγχρόνως όμως είναι αξίαι χρήσεως, +διαφόρου ποιότητος, ως π. χ. σίτος και ένδυμα. Η κίνησις καταλήγει +εις την ανταλλαγήν των προϊόντων, εις την ανταλλαγήν διαφόρων +υλών, εν αις εκδηλούται η κοινωνική εργασία. + +Η κυκλοφορία Χ — Ε — Χ τουναντίον εμφανίζεται κενή εννοίας, ευθύς +αμέσως διότι είναι ταυτόσημος. Τα δύο άκρα έχουν την αυτήν +οικονομικήν μορφήν. Και τα δύο είναι χρήμα. Δεν διακρίνονται από +απόψεως ποιοτικής, ως αξίαι χρήσεως, διότι το χρήμα είναι η +μεταβεβλημένη άποψις των εμπορευμάτων, εν τη οποία αι ιδιαίτεραί +των αξίαι χρήσεως έχουν αποσβεσθή. Το ανταλλάσσει εκατόν +λουδοβίκια έναντι βάμβακος, και η εκ νέου ανταλλαγή του ιδίου +βάμβακος, έναντι εκατόν λουδοβικίων, δηλαδή το ανταλλάσσειν διά +μιας στροφής χρήμα έναντι χρήματος, όμοιον έναντι ομοίου, μία +τοιαύτη πράξις φαίνεται τόσον ανόητος όσον και ανωφελής. Ποσόν τι +χρήματος, εφ' όσον αντιπροσωπεύει αξίαν, δεν δύναται να διακριθή +άλλου ποσού ειμή διά της ποσότητός του. Η κίνησις Χ — Ε — Χ δεν +δικαιολογεί την ύπαρξίν της εξ ουδεμιάς ποιοτικής διαφοράς των +άκρων της, διότι αμφότερα είναι χρήμα, αλλά μόνον εκ της ποσοτικής +των διαφοράς. + +Τελικώς εκ της κυκλοφορίας αφαιρείται περισσότερον χρήμα από το εν +αυτώ ριφθέν. Ο αγορασθείς βάμβαξ αντί 100 λουδοβικίων επωλήθη εκ +νέου αντί 100+10 ή 110 λουδοβίκια. Η πλήρης μορφή της κινήσεως +ταύτης είναι λοιπόν Χ — Ε — Χ' εν τω οποίω Χ'=Χ+Χ, δηλαδή ίσον με +το πρώτον κατατεθέν ποσόν συν ενί πλεονάσματι. Το πλεόνασμα τούτο +το ονομάζω υπεραξίαν, (Plus — value). Η κατατεθείσα λοιπόν αξία, +όχι μόνον διατηρείται εν τη κυκλοφορία αλλ' αλλάσσει το μέγεθός +της, προσθέτει επ' αυτού έν επί πλέον, αξίζει περισσότερον. Η +κίνησις αύτη είναι εκείνη, η οποία μετατρέπει την αξίαν εις +κεφάλαιον. + +Είναι δυνατόν τα άκρα Ε, Ε κυκλοφορίας Ε — Χ — Ε, σίτος — χρήμα — +ένδυμα π. χ. να είναι ωσαύτως δυσαναλόγου αξίας. Ο αγρότης δύναται +να πωλήση τον σίτον του περισσότερον της αξίας του ή ν' αγοράση +ένδυμα ολιγωτέρας αξίας. Ούτος επίσης δυνατόν να απατηθή υπό του +εμπόρου ενδυμάτων. Η δυσαναλογία όμως των ανταλλαχθεισών αξιών, +δεν είναι ή συμβάν τυχαίον διά την μορφήν ταύτην της κυκλοφορίας. +Ο κανονικός της χαρακτήρ είναι η ισότης των δύο της άκρων, ισότης, +η οποία τουναντίον θ' αφήρει κάθε σημασίαν εις την κίνησιν Χ — Ε — +Χ. + +Η ανανέωσις ή η επαναλήψις της πωλήσεως των εμπορευμάτων, διά την +αγοράν άλλων εμπορευμάτων, θέτει εκτός της κυκλοφορίας έν όριον εν +τη καταναλώσει, εν τη ικανοποιήσει των καθορισμένων αναγκών. +Τουναντίον εις την αγοράν διά την πώλησιν, η αρχή και το τέλος +είναι έν και το αυτό πράγμα, χρήμα, ανταλλακτική αξία, αύτη δε η +ταυτότης των δύο της άκρων όρων, εμποδίζει τον τερματισμόν της +κινήσεως. Είναι αληθές ότι Χ κατέστη Χ+Χ, ότι έχομεν 100+10 +λουδοβίκια αντί των 100. Από απόψεως όμως ποιότητος, 110 λουδ. +είναι το αυτό με 100 λουδ., δηλαδή χρήμα, από ποσοτικής δε +απόψεως, το πρώτον ποσόν, όπως και το δεύτερον είναι αξία +ωρισμένη. Εάν τα 100 λουδ. εξοδευθώσιν ως χρήμα αλλάσσουν αμέσως +ρόλον και παύουν να λειτουργούν ως κεφάλαιον. Εάν υπεξαιρεθώσιν +εις την κυκλοφορίαν, στερεοποιούνται υπό μορφήν θησαυρού και δεν +θ' αυξηθούν ούτε κατά έν νόμισμα και εάν παραμείνουν εκεί μέχρι +της δευτέρας παρουσίας. Ευθύς ως η παρ' όλα ταύτα αύξησις της +αξίας, απετέλει όθεν τον τελικόν σκοπόν της κινήσεως, τα 110 λουδ. +αισθάνονται την αυτήν ανάγκην ν' αυξηθούν, οίαν και τα 100. + +Η αρχικώς παραχωρηθείσα αξία, διακρίνεται είναι αληθές προς +στιγμήν, εκ της προστιθεμένης εις αυτήν υπεραξίας εν τη +κυκλοφορία. Η διάκρισις όμως αύτη εξαφανίζεται αμέσως. Εκείνο, το +οποίον τελικώς εξέρχεται εκ της κυκλοφορίας δεν είναι αφ' ενός η +πρώτη αξία των 100 λουδ. και αφ' ετέρου η υπεραξία των 10 λουδ. +είναι η αξία των 110 λουδ., η οποία ευρίσκεται εις την αυτήν +μορφήν και τας αυτάς συνθήκας, εις ας και 100 λουδ., ετοίμη να +παραλάβη το αυτό παίγνιον. Ο τελευταίος όρος εκάστου κύκλου Χ — Ε +— Χ, πωλείν διά το αγοράζειν, είναι ο πρώτος όρος μιας νέας +κυκλοφορίας του αυτού είδους. Η απλή κυκλοφορία — πωλείν διά το +αγοράζειν — χρησιμεύει ως μέσον διά να επιτευχθή σκοπός τις +ευρισκόμενος εκτός αυτής, δηλαδή η οικειοποίησις των αξιών +χρήσεως, των πραγμάτων, προς ικανοποίησιν καθωρισμένων αναγκών. Η +κυκλοφορία του χρήματος ως κεφαλαίου έχει τουναντίον τον σκοπόν +του, εντός αυτής, διότι διά της κινήσεως ταύτης πάντοτε +ανανεουμένης εξακολουθεί η αξία ν' αξίζη. Η κίνησις του κεφαλαίου +δεν έχει όθεν όριον. + +Ως αντιπρόσωπος, ως συνειδητός υποστηρικτής της κινήσεως ταύτης, ο +κάτοχος του χρήματος καθίσταται κεφαλαιούχος. Το πρόσωπον, ή +μάλλον το θυλάκιόν του, είναι το σημείον της αναχωρήσεως ως και +της επιστροφής του χρήματος. Το αντικειμενικόν περιεχόμενον της +κυκλοφορίας Χ — Ε — Χ', δηλαδή η υπεραξία την οποίαν γεννά η αξία, +αυτός είναι ο κρύφιος υποκειμενικός σκοπός του. Μόνον εφ' όσον η +πάντοτε αύξουσα οικειοποίησις του αφηρημένου πλούτου είναι η μόνη +καθωρισμένη αιτία των εργασιών του, μόνον τότε δρα ως κεφαλαιούχος +ή εάν θέλωμεν, ως προσωποποιημένον κεφάλαιον, προικισμένον με +συνείδησιν και θέλησιν. + +Η αξία χρήσεως δεν δύναται όθεν ποτέ να θεωρήται ως ο άμεσος +σκοπός του κεφαλαιούχου, ούτε περισσότερον το μεμονωμένον κέρδος, +αλλά πάντοτε η ακατάπαυστος κίνησις του διαρκώς ανανεουμένου +κέρδους. Η απόλυτος αύτη τάσις προς πλουτισμόν, η μανιώδης αύτη +επιδίωξις της ανταλλακτικής αξίας, είναι κοιναί μετά των του +θησαυριστού. + +Αλλ' ενώ ο τελευταίος ούτος δεν είναι ή μανιακός κεφαλαιούχος, ο +κεφαλαιούχος είναι λογικός θησαυριστής. Την αιώνιον ζωήν της +αξίας, την οποίαν ο θησαυριστής ελπίζει να εξασφαλίση εις εαυτόν +σώζων το χρήμα εκ των κινδύνων της κυκλοφορίας, επιδεξιώτερος ο +κεφαλαιούχος την κερδίζει ρίπτων πάντοτε το χρήμα εις την +κυκλοφορίαν. + +Η αξία καθίσταται όθεν προοδευτική αξία, χρήμα πάντοτε βλαστάνον, +φυόμενον και ως τοιούτον κεφάλαιον. + +Εξέρχεται της κυκλοφορίας, επιστρέφει πάλιν, διατηρείται εκεί και +πολλαπλασιάζεται εκεί, εξέρχεται εκ νέου ηυξημένον και +επαναλαμβάνει αδιακόπως την αυτήν επιστροφήν. Χ — Χ', χρήμα το +οποίον γεννά χρήμα, νόμισμα παράγον μικρά — money which begets +money — τοιούτος είναι ωσαύτως ο ορισμός του κεφαλαίου εις το +στόμα των πρώτων του διερμηνέων, των κερδοσκόπων. Αγοράζειν διά το +πωλείν, ή μάλλον, αγοράζειν διά το πωλείν ακριβώτερον, Χ — Ε — Χ', +ιδού μία μορφή ιδιάζουσα του εμπορικού κεφαλαίου. Αλλά το +βιομηχανικόν κεφάλαιον είναι ωσαύτως χρήμα, μεταβαλλόμενον εις +εμπόρευμα και διά της πωλήσεως του τελευταίου τούτου, μεταβάλλεται +εκ νέου εις περισσότερον χρήμα. + +Ό,τι συμβαίνει μεταξύ της αγοράς και της πωλήσεως εκτός της +σφαίρας της κυκλοφορίας, ουδέν αλλάσσει εις την μορφήν ταύτην της +κινήσεως. Τέλος εν σχέσει προς το τοκοφόρον κεφάλαιον, η μορφή Χ — +Ε — Χ' περιορίζεται εις τα δύο της άκρα άνευ μέσου όρου. +Συνοψίζεται εις ύφος επιγραμματικόν, εις Χ — Χ', χρήμα αξίζον +περισσότερον χρήμα, αξία μεγαλυτέρα εαυτής, Χ — Ε — Χ' είναι όθεν +πραγματικώς, ο γενικός τύπος του κεφαλαίου, όπως ούτος εμφανίζεται +εν τη κυκλοφορία. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ V. + +ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ + + + +Η μορφή της κυκλοφορίας, διά της οποίας το χρήμα μεταμορφούται εις +Κεφάλαιον, διαφέρει από όλους τους μέχρι τούδε αναπτυχθέντας +νόμους επί της φύσεως του εμπορεύματος, του χρήματος και αυτής της +κυκλοφορίας. Εκείνο το οποίον διακρίνει την κυκλοφορίαν του +κεφαλαίου εκ της απλής κυκλοφορίας, είναι η τάξις της αντιστρόφου +διαδοχής των δύο ομοίων αντιθέτων φάσεων, πωλήσεως και αγοράς. Πώς +η διαφορά αύτη, η καθαρώς μορφική, θα ηδύνατο να επιφέρη εις την +φύσιν αυτήν των φαινομένων τούτων μίαν μαγικήν αλλαγήν; + +Πώς θα ηδύνατο να επιτρέψη μίαν αύξησιν αξιών, δηλ τον σχηματισμόν +της υπεραξίας; + +Ας λάβωμεν το φαινόμενον της κυκλοφορίας, εις μορφήν υπό την +οποίαν παρουσιάζεται, ως απλή ανταλλαγή εμπορευμάτων. Τούτο +συμβαίνει, οσάκις οι δύο παραγωγοί ανταλλάκται αγοράζουν ο είς εκ +του άλλου, και όταν αι αμοιβαίοι πιστώσεις των μηδενίζονται την +ημέραν της λήξεως. Το χρήμα εκεί δρα φανταστικώς ως λογιστικόν +νόμισμα διά να εκφράση τας αξίας των εμπορευμάτων διά των τιμών +των. Ευθύς ως πρόκειται περί των αξιών χρήσεως, είναι φανερόν ότι +οι ανταλλάκται μας δύνανται να κερδίσουν αμφότεροι. Αμφότεροι +απαλλοτριούν προϊόντα άχρηστα δι' αυτούς με άλλα των οποίων έχουν +ανάγκην. Επί πλέον, ο Α πωλών οίνον και αγοράζων σίτον, παράγει +ίσως περισσότερον οίνον απ' ότι θα ηδύνατο να παραγάγη ο Β κατά +τον αυτόν χρόνον εργασίας. Ο δε Β κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας +περισσότερον σίτον, από όσον θα ηδύνατο να παραγάγη ο Α. Ο πρώτος +επιτυγχάνει ούτω, διά την αυτήν ανταλλακτικήν αξίαν περισσότερον +σίτον, και ο δεύτερος περισσότερον οίνον, ως εάν έκαστος τούτων, +άνευ ανταλλαγής, υπεχρεούτο να παραγάγη δι' εαυτόν τα δύο +αντικείμενα της καταναλώσεως. Εάν πρόκειται περί της αξίας +χρήσεως, τότε μετά βασιμότητος λέγομεν «ότι η ανταλλαγή είναι +συναλλαγή, εν τη οποία κερδίζουν και οι δύο». Δεν συμβαίνει το +αυτό διά την ανταλλακτικήν αξίαν. «Είς έχων πολύν οίνον και ολίγον +σίτον εμπορεύεται με άλλον έχοντα πολύν σίτον και καθόλου οίνον. +Μεταξύ των γίνεται ανταλλαγή μιας αξίας 50 εις σίτον έναντι 50 εις +οίνον. Η ανταλλαγή αύτη δεν είναι δι' ουδένα εξ αυτών αύξησις +πλούτου, διότι έκαστος τούτων προ της ανταλλαγής κατείχεν ίσην +αξίαν, την οποίαν επρομηθεύθη διά του μέσου τούτου». Το ότι το +χρήμα, ως όργανον κυκλοφορίας, χρησιμεύει ως ενδιάμεσον μεταξύ των +εμπορευμάτων και ότι αι πράξεις μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς +είναι ούτω κεχωρισμέναι, τούτο δεν μεταβάλλει το ζήτημα. Η αξία +έχει εκφρασθή εις τας τιμάς των εμπορευμάτων πριν ή αύται +εισέλθουν εις την κυκλοφορίαν, αντί να προκύψουν εκ ταύτης. + +Εάν αφαιρέσωμεν τας τυχαίας περιπτώσεις, αίτινες δεν προέρχονται +εκ των υπαρχόντων εις την κυκλοφορίαν νόμων, πλην του της +αντικαταστάσεως χρησίμου προϊόντος, δεν συμβαίνει τίποτε άλλο ειμή +μεταμόρφωσις ή απλή αλλαγή της μορφής του εμπορεύματος. Η αυτή +αξία, δηλαδή το αυτό ποσόν της πραγματοποιηθείσης κοινωνικής +εργασίας, παραμένει πάντοτε εις χείρας του αυτού ανταλλάκτου, αν +και κρατή ταύτην κατά σειράν υπό την μορφήν του ιδίου του +προϊόντος, του χρήματος και του προϊόντος άλλου τινος. Η αλλαγή +αύτη της μορφής ουδεμίαν επιφέρει αλλαγήν της ποσότητος της αξίας. +Η μόνη αλλαγή την οποίαν δοκιμάζει η αξία του εμπορεύματος, +περιωρίζεται εις αλλαγήν της μορφής — χρήματος. Παρουσιάζεται κατ' +αρχάς η τιμή του προσφερθέντος εις την πώλησιν εμπορεύματος, είτα +εις το αυτό ποσόν του εκδηλωθέντος εν τη τιμή ταύτη χρήματος, +τέλος ως τιμή ισοδυνάμου εμπορεύματος. + +Η αλλαγή αύτη της μορφής δεν θίγει την ποσότητα της αξίας +περισσότερον, απ' ότι θα έθιγεν αυτήν η αλλαγή ενός γραμματίου 100 +φρ. έναντι 4 λουδοβικ., 3 πενταδράχμων και 5 φρ. Όπως λοιπόν η +κυκλοφορία, εν σχέσει προς την αξίαν των εμπορευμάτων δεν επιφέρει +ή αλλαγήν μορφής, ούτω και εκείθεν δεν προκύπτει ειμή ανταλλαγή +ισοδυνάμων. Διά τούτο και αυτή η κοινή οικονομία, οσάκις θέλει να +μελετήση το φαινόμενον εν τη ολότητί του, υποθέτει πάντοτε ότι η +προσφορά και η ζήτησις ισορροπούν, ήτοι ότι το αποτέλεσμά των επί +της αξίας είναι μηδέν. Εάν λοιπόν, εν σχέσει προς την αξίαν +χρήσεως, οι δύο ανταλλάκται δύνανται να κερδίσουν, δεν δύνανται +όμως να κερδίσουν αμφότεροι, εν σχέσει προς την ανταλλακτικήν +αξίαν. Ενταύθα εφαρμόζεται το γνωμικόν: « Εκεί όπου υπάρχει ισότης +δεν υπάρχει κέρδος». Εμπορεύματα δύνανται να πωληθούν εις τιμάς +απομεμακρυσμένας των αξιών των. Αλλ' η απομάκρυνσις αύτη +εμφανίζεται ως μία παράβασις του νόμου της ανταλλαγής. Εις την +κανονικήν της μορφήν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων είναι ανταλλαγή +ισοδυνάμων και κατά συνέπειαν δεν δύναται να είναι μέσον +κερδοσκοπίας. Εφ' όσον ανταλλάσσονται εμπορεύματα ή εμπορεύματα +και χρήμα ίσης αξίας, δηλ. ισοδύναμα, είναι φανερόν ότι ουδείς +αποσύρει της κυκλοφορίας περισσοτέραν αξίαν, αφ' όσην δίδει εις +αυτήν, ουδείς σχηματισμός υπεραξίας δύναται να λάβη χώραν. Αλλ' αν +και η κυκλοφορία, υπό την καθαράν μορφήν της, δεν αποδέχεται +ανταλλαγήν ειμή μεταξύ ισοδυνάμων, γνωρίζομεν καλώς ότι εις την +πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι τόσον καθαρά. Ας υποθέσωμεν +λοιπόν ότι υπάρχει ανταλλαγή μεταξύ μη ισοδυνάμων. + +Εις όλας τας περιπτώσεις εις την αγοράν δεν υπάρχει παρά +ανταλλάκτης έναντι ανταλλάκτου και η δύναμις την οποίαν εξασκούν +τα πρόσωπα ταύτα αμφοτέρωθεν είναι η δύναμις των εμπορευμάτων των. +Η υλική διαφορά η υφισταμένη μεταξύ των τελευταίων τούτων, είναι η +ολική αιτία της ανταλλαγής και θέτει τους ανταλλάκτας εις σχετικήν +αμοιβαίαν εξάρτησιν, υπό την έννοιαν ότι ουδείς τούτων έχει εις +τας χείρας του το αντικείμενον το οποίον του αναγκαιοί και ότι +έκαστος τούτων κέκτηται το αντικείμενον των αναγκών του άλλου. + +Εκτός της διαφοράς ταύτης μεταξύ των χρησιμοτήτων των, δεν +υφίσταται πλέον μεταξύ των εμπορευμάτων παρά μία άλλη διαφορά, η +διαφορά μεταξύ της φυσικής των μορφής και της μορφής των αξίας, +του χρήματος. Ούτω οι ανταλλάκται μεταξύ των δεν διακρίνονται παρά +μόνον εις το εξής σημείον: οι μεν είναι πωληταί κάτοχοι +εμπορευμάτων οι άλλοι αγορασταί, κάτοχοι χρήματος. + +Ας παραδεχθώμεν τώρα ότι δι' αγνώστου τινός μυστηριώδους +προνομίου, δίδεται εις τον πωλητήν, η ευκαιρία να πωλήση το +εμπόρευμά του περισσότερον της αξίας του, 110 π. χ, όταν αξίζη +μόνον 100, δηλαδή με πλουτισμόν 10%. Ο πωλητής αποταμιεύει όθεν +μίαν υπεραξίαν εκ 10. Αλλά μετά την κατάστασίν του ως πωλητού +γίνεται αγοραστής. Τρίτος τις ανταλλάκτης εμφανίζεται προ αυτού ως +πωλητής και απολαμβάνει με την σειράν του, το δικαίωμα να πωλήση +το εμπόρευμα 10% ακριβώτερον. Ο άνθρωπός μας εκέρδισε λοιπόν, αφ' +ενός 10 διά να χάση αφ' ετέρου 10. Το οριστικόν αποτέλεσμα είναι +εις την πραγματικότητα, ότι οι ανταλλάκται πωλούν αμοιβαίως τα +εμπορεύματά των 10% περισσότερον της αξίας των, πράγμα που είναι +το ίδιον, εάν επώλουν ταύτα εις την πραγματικήν των αξίαν. + +Μία παρομοία γενική ύψωσις των τιμών, παράγει το αυτό αποτέλεσμα, +το οποίον και αι αξίαι των εμπορευμάτων εάν αντί να εκτιμώνται εις +χρυσόν εξετιμώντο π. χ. εις άργυρον. Αι νομισματικαί των +ονομασίαι, δηλαδή αι ονομαστικαί των τιμαί θα υψούντο, αλλ' αι +σχέσεις των ως αξίαι θα παρέμενον αι αυταί. + +Ας υποθέσωμεν τουναντίον ότι το προνόμιον του αγοραστού είναι +εκείνο, το οποίον κάμνει τα εμπορεύματα να πληρώνωνται ολιγώτερον +της αξίας των. Δεν είναι καν ανάγκη ενταύθα να υπενθυμίσωμεν ότι ο +αγοραστής καθίσταται εκ νέου πωλητής. Ήτο πωλητής πριν γίνη +αγοραστής. Έχασεν ήδη 10% εις την πώλησιν: Το ότι κερδίζει 10% εις +την αγοράν του τούτο δεν σημαίνει τίποτε αφού το παν παραμένει εις +την αυτήν κατάστασιν. + +Ο σχηματισμός μιας υπεραξίας και κατά συνέπειαν η μετατροπή του +χρήματος εις κεφάλαιον δεν προέρχονται όθεν, ούτε εκ του ότι οι +πωληταί πωλούν τα εμπορεύματά των περισσότερον της αξίας των ούτε +διότι οι αγορασταί τ' αγοράζουν ολιγώτερον. + +Οι συνεπείς υπερασπισταί της αυταπάτης ταύτης, οι οποίοι λέγουν, +ότι η υπεραξία προέρχεται εκ μιας ονομαστικής υπερυψώσεως των +τιμών ή του προνομίου, το οποίον θα είχεν ο πωλητής διά να πωλήση +ακριβότερον το εμπόρευμά του, υποχρεούνται όθεν να παραδεχθούν +μίαν τάξιν, η οποία πάντοτε αγοράζει, και ουδέποτε πωλεί, ή η +οποία καταναλίσκει χωρίς να παράγη. Το χρήμα με το οποίον μία +τοιαύτη τάξις αγοράζει συνεχώς, δέον συνεχώς να επιστρέψη από το +χρηματοκιβώτιον των παραγωγών εις το ιδικόν της, δωρεάν άνευ +ανταλλαγής, εκουσίως ή δυνάμει κτηθέντος δικαιώματος. Το πωλείν +εις την τάξιν ταύτην τα εμπορεύματα υπεράνω της αξίας των, είναι +ως να ανευρίσκη τις εν μέρει το χρήμα, το οποίον είχε προ ολίγου +πενθήσει. + +Κατ' ανάγκην λοιπόν παραμένωμεν εις τα όρια της ανταλλαγής των +εμπορευμάτων εις τα οποία οι πωληταί είναι αγορασταί και αγορασταί +πωληταί. Η δυσκολία μας προέρχεται ίσως εκ του ότι μη λαμβάνοντες +υπ' όψιν τους ατομικούς χαρακτήρας των πρακτόρων της κυκλοφορίας +εδημιουργήσαμεν εκ τούτων προσωποποίησιν κατηγοριών. Ας υποθέσωμεν +ότι ο ανταλλάκτης Α είναι πονηρός τις ρίπτων εις την παγίδα τους +συντρόφους του Β και Γ, και ότι ούτοι παρ' όλην την καλήν των +θέλησιν δύνανται να τον εκδικηθούν. Ο Α πωλεί εις τον Β οίνον, του +οποίου η αξία είναι 10 λουδ. και λαμβάνει εις ανταλλαγήν σίτον +αξίας 50 λουδ. Έκαμεν όθεν διά του χρήματος περισσότερον χρήμα και +μετέτρεψε το εμπόρευμά του εις κεφάλαιον. Ας εξετάσωμεν το πράγμα +πλησιέστερον. Προ της ανταλλαγής είχομεν 40 λουδ. οίνου εις τας +χείρας του Β, ολικήν αξίαν 90 λουδ. Μετά την ανταλλαγήν έχομεν +ακόμη την αυτήν ολικήν αξίαν. Η κυκλοφορούσα αξία δεν ηύξησεν ούτε +κατά έν μόριον. Η μόνη αλλαγή είναι η διανομή της μεταξύ του Α και +του Β. Η αυτή αλλαγή θα ελάμβανε χώραν, εάν ο Α έκλεπτεν +απροκαλύπτως από τον Β 10 λουδοβ. Είναι φανερόν ότι ουδεμία αλλαγή +εις την διανομήν των κυκλοφορουσών αξιών δύναται ν' αυξήση το +ποσόν των, απαράλλακτα όπως ο Εβραίος δεν αυξάνει είς τινα χώραν +την μάζαν των πολυτίμων μετάλλων, πωλών αντί μιας Γουινέας, ένα +νόμισμα της βασιλίσσης Άννης. Ολόκληρος η τάξις των κεφαλαιούχων +μιας χώρας δεν δύναται να κερδοσκοπήση επί του εαυτού της. + +Ότι δήποτε και αν ειπούν, ότι δήποτε και αν κάμουν, τα πράγματα +παραμένουν πάντοτε εις το αυτό σημείον. Ανταλλάσσουν ισοδύναμα; +Δεν παράγεται υπεραξία. Επίσης δεν παράγεται υπεραξία και αν +ανταλλάσουν μη ισοδύναμα. Η κυκλοφορία ή η ανταλλαγή εμπορευμάτων +ουδεμίαν δημιουργεί αξίαν. + +Ούτω το ποσόν των αξιών των ριφθεισών εν τη κυκλοφορία δεν δύναται +να αυξήση, κατά συνέπειαν δέον εκτός αυτής να λάβη χώραν κάτι +καθιστών δυνατόν τον σχηματισμόν μιας υπεραξίας. Αύτη όμως δύναται +να παραχθή εκτός της κυκλοφορίας, η οποία ουδέν άλλο είναι ή το +ολικόν ποσόν των αμοιβαίων σχέσεων των παραγωγών — ανταλλακτών. + +Ο παραγωγός δύναται διά της εργασίας του να δημιουργήση αξίας, +αλλ' ουχί αξίας αι οποίαι αυξάνουν μόναι των. Δύναται να υψώση την +αξίαν ενός εμπορεύματος προσθέτου διά μιας νέας εργασίας, μίαν +νέαν αξίαν εις μίαν παρούσαν αξίαν, με το δέρμα κατασκευάζει π. χ. +υποδήματα. Η αυτή ύλη αξίζει τώρα περισσότερον, διότι απερρόφησε +περισσοτέραν εργασίαν. Τα υποδήματα έχουν όθεν περισσοτέραν αξίαν +από το δέρμα· αλλ' η αξία του δέρματος παραμένει οία ήτο, δεν +προσέθεσεν υπεραξίαν κατά την κατασκευήν των υποδημάτων. Φαίνεται +λοιπόν τελείως αδύνατον, ότι εκτός της κυκλοφορίας, χωρίς να έλθη +εις επαφήν μετ' άλλων ανταλλακτών ο παραγωγός — ανταλλάκτης θα +δυνηθή να προσδώση αξίαν εις την αξίαν ή να της μεταδώση την +ιδιότητα να δημιουργή υπεραξίαν. Αλλ' άνευ τούτου δεν υπάρχει +μετατροπή του χρήματός του ή του εμπορεύματός του εις κεφάλαιον. + +Ούτω κατελήξαμεν εις διπλούν αποτέλεσμα. Η μετατροπή του χρήματος +εις κεφάλαιον δύναται να εξηγηθή, εάν λάβωμεν ως βάσιν τους +υπάρχοντας νόμους της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ώστε η +ανταλλαγή των ισοδυνάμων να χρησιμεύση ως αφετηρία. Ο κάτοχος του +χρήματός μας, ο οποίος δεν είναι ακόμη κεφαλαιούχος ή εν +καταστάσει χρυσαλίδος, δέον κατ' αρχήν ν' αγοράση εμπορεύματα εις +την ακριβή των αξίαν, κατόπιν να τα πωλήση όσον αξίζουν, και εν +τούτοις εις το τέλος ν' αποσύρη περισσοτέραν αξίαν αφ' όσην +εχορήγησεν. Η μεταμόρφωσις του ανθρώπου των σκούδων εις +κεφαλαιούχον δέον να γίνεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας και +συγχρόνως να μη γίνεται. Αυτοί είναι οι όροι του προβλήματος. Hic +Rhodus hic salta. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VI. + +ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ (FORCE DE TRAVAIL) + + + +Η αύξησις της αξίας, καθ' ην το χρήμα μετατρέπεται εις κεφάλαιον, +δεν δύναται να προέρχεται εκ του ιδίου τούτου χρήματος. Εάν έν +μέσον πληρωμής, χρησιμεύη ως μέσον αγοράς πραγματοποιεί μόνον την +τιμήν των εμπορευμάτων, τα οποία αγοράζει ή πληρώνει. + +Εάν παραμένη όπως είναι, εάν διατηρήση την ιδίαν του μορφήν δεν +είναι πλέον, ή ούτως ειπείν αξία στερεοποιημένη. + +Πρέπει όθεν, η αλλαγή της εκφρασθείσης αξίας Χ — Ε — Χ', μετατροπή +του χρήματος εις εμπόρευμα και τούτου πάλιν μετατροπή εις +περισσότερον χρήμα, να προέρχηται εκ του εμπορεύματος. Δεν δύναται +όμως να συμβή εν τη δευτέρα πράξει Ε — Χ', τη πωλήσει, ένθα το +εμπόρευμα, αλλάσσει απλώς την φυσικήν του μορφήν με την μορφήν +χρήμα. Εάν αντιμετωπίσωμεν τώρα την πρώτην πράξιν Χ — Ε την +αγοράν, ευρίσκομεν ότι λαμβάνει χώραν ανταλλαγή μεταξύ ισοδυνάμων +και ότι κατά συνέπειαν, το εμπόρευμα δεν έχει περισσοτέραν +ανταλλακτικήν αξίαν από το μετατραπέν εις αυτήν χρήμα. Απομένει +μία τελευταία υπόθεσις ήτοι ότι η αλλαγή προέρχεται εκ της αξίας +χρήσεως του εμπορεύματος δηλαδή εκ της χρήσεώς του ή καταναλώσεώς +του. Όθεν πρόκειται περί μιας αλλαγής εν τη ανταλλασσομένη αξία εκ +της αυξήσεώς της. Διά να δυνηθώμεν να αρυσθώμεν ανταλλακτικήν +αξίαν εκ της συνήθους αξίας ενός εμπορεύματος, θα έπρεπεν, ο +άνθρωπος των σπουδών ν' ανακαλύψη εν τω μέσω της κυκλοφορίας, εις +αυτήν ταύτην την αγοράν, εμπόρευμά τι, του οποίου η συνήθης αξία +να κέκτηται το ιδιαίτερον προτέρημα, να είναι πηγή της +ανταλλακτικής αξίας, εις τρόπον ώστε η κατανάλωσίς του θα εσήμαινε +την πραγματοποίησιν της εργασίας και κατά συνέπειαν την +δημιουργίαν της αξίας. + +Και ο άνθρωπος ούτος ευρίσκει πράγματι εις την αγοράν εμπόρευμα +προικισμένον διά του ιδικού τούτου προτερήματος και ονομαζόμενον +δύναμις της εργασίας ή εργατική δύναμις (force de travail). + +Υπό το όνομα τούτο, δέον να εννοώμεν το σύνολον των φυσικών και +διανοητικών δυνάμεων, των υπαρχουσών εις το σώμα εκάστου ανθρώπου, +εν τη ζώση προσωπικότητί του και το οποίον δέον να θέσωμεν εις +κίνησιν διά να παραγάγωμεν ωφέλιμα πράγματα. Ίνα ο κάτοχος του +χρήματος εύρη εις την αγοράν την εργατικήν δύναμιν ως εμπόρευμα, +δέον να προϋπάρξουν διάφοροι συνθήκαι. Η ανταλλαγή των +εμπορευμάτων καθ' εαυτήν, δεν συνεπιφέρει άλλας σχέσεις εξαρτήσεως +ή εκείνας, αι οποίαι απορρέουν εκ της φύσεώς της. + +Η εργατική όμως δύναμις δεν δύναται να παρουσιασθή εις την αγοράν +ως εμπόρευμα, ειμή μόνον εάν προσφερθή ή πωληθή υπό του ιδίου της +κατόχου. Ούτος δέον κατά συνέπειαν να δύναται να την διαθέτη, +δηλαδή να είναι ελεύθερος ιδιοκτήτης της εργατικής του δυνάμεως, +του ιδίου εαυτού του. Ούτος συναντάται μετά του κατόχου χρήματος +εις την αγοράν και εκεί συνάπτουν σχέσεις ως όμοιοι ανταλλάκται. +Διαφέρουν μόνον κατά τούτο: Ο είς αγοράζει και ο άλλος πωλεί, όμως +αμφότεροι είναι πρόσωπα νομικώς ίσα. + +Ίνα η σχέσις αύτη διατηρηθή πρέπει, όπως ο ιδιοκτήτης της +εργατικής δυνάμεως μη πωλήση ταύτην ποτέ, ειμή δι' ωρισμένον +χρονικόν διάστημα, διότι εάν την πωλήση ολικώς άπαξ διά παντός, +πωλείται ο ίδιος και από ελεύθερος γίνεται δούλος, από έμπορος +εμπόρευμα. Εάν θελήση να διατηρήση την προσωπικότητά του, δέον να +μη διαθέση την εργατικήν του δύναμιν ειμή μόνον προσωρινώς, εις +τρόπον ώστε απαλοτριών ταύτην να μη εγκαταλείπη ούτω την επ' αυτής +ιδιοκτησίαν του. + +Ο δεύτερος ουσιώδης όρος, όπως ο άνθρωπος των σκούδων εύρη ν' +αγοράση την εργατικήν δύναμιν, είναι ο κάτοχος της τελευταίας +ταύτης, αντί να δυνηθή να πωλήση εμπορεύματα, εις τα οποία +επραγματοποιήθη η εργασία του να υποχρεούται να προσφέρη ή να θέση +εις πώλησιν, ως εμπόρευμα, αυτήν την εργατικήν δύναμίν του ήτις +ευρίσκεται εις τον οργανισμόν του. + +Όστις θέλει να πωλήση εμπορεύματα διακεκριμένα της ιδίας εργατικής +του δυνάμεως, δέον βεβαίως να κέκτηται μέσα παραγωγής, ως πρώτας +ύλας, εργαλεία κ. λ. π. Του είναι αδύνατον π. χ. να κατασκευάση +υποδήματα άνευ δέρματος, επί πλέον δε έχει ανάγκην και των μέσων +της διατροφής. Ουδείς ουδ' αυτός ο μουσικός του μέλλοντος δεν +δύναται να ζήση εκ των προϊόντων της μελλούσης εποχής, ούτε να +επαρκέση μέσω αξιών χρήσεως ων η παραγωγή δεν έχει εισέτι +περατωθή· σήμερον, όπως και κατά την πρώτην ημέραν της εμφανίσεώς +του επί της κοσμικής σκηνής, ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να +καταναλίσκη πριν παραγάγη και κατά το στάδιον της παραγωγής. Εάν +τα προϊόντα είναι εμπορεύματα πρέπει να πωληθούν διά να δυνηθούν +να ικανοποιήσουν τας ανάγκας του παραγώγου. Εις τον αναγκαίον +χρόνον της παραγωγής προστίθεται ο αναγκαίος χρόνος της πωλήσεως. + +Η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον απαιτεί όθεν όπως ο κάτοχος +του χρήματος ευρίσκει εις την αγοράν τον &ελεύθερον εργάτην&, και +ελεύθερον από διπλής απόψεως. 1ον Ο εργάτης δέον να είναι πρόσωπον +ελεύθερον, διαθέτον την δύναμιν της ελευθερίας του, ως ίδιον του +εμπόρευμα. 2ον Δέον να μη έχη άλλο εμπόρευμα προς πώλησιν· να +είναι ούτως ειπείν ελεύθερος τελείως, στερούμενος τελείως όλων των +αναγκαίων διά την πραγματοποίησιν της εργατικής του δυνάμεως. + +Εξ άλλου, η ανταλλαγή των προϊόντων πρέπει ήδη να έχη την μορφήν +της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ίνα δυνηθή ν' ανέλθη επί σκηνής +το νόμισμα. Αι διάφοροί του λειτουργίαι, ως απλούν ισοδύναμον, +μέσον κυκλοφορίας, μέσον πληρωμής, θησαυρού, αποθέματος κ.λ.π. +δεικνύουν διαδοχικώς, διά της συγκριτικής επικρατήσεως της μεν επί +της δε, φάσεις λίαν διαφόρους της κοινωνικής παραγωγής. Εν τούτοις +η πείρα μας διδάσκει, ότι μία εμπορική κυκλοφορία, σχετικώς ολίγον +ανεπτυγμένη, αρκεί όπως εκδηλώση όλας τας μορφάς ταύτας. Δεν +συμβαίνει όμως το αυτό και διά το κεφάλαιον. Αι ιστορικαί συνθήκαι +της υπάρξεώς του δεν συμπίπτουν με την κυκλοφορίαν των +εμπορευμάτων και του νομίσματος. Το κεφάλαιον παράγεται εκεί ένθα +ο κάτοχος των μέσων της παραγωγής και διατροφής, συναντά εν τη +αγορά τον ελεύθερον εργάτην, ερχόμενον να πωλήση εκεί την +εργατικήν του δύναμιν και ο μοναδικός ούτος ιστορικός όρος, +περικλείει ολόκληρον νέον κόσμον. Το κεφάλαιον αγγέλλεται ευθύς εξ +αρχής ως εποχή κοινωνικής παραγωγής (43). + +Μας μένει τώρα να εξετάσωμεν εγγύτερον την εργατικήν δύναμιν. Το +εμπόρευμα τούτο, ως και παν άλλο κέκτηται αξίαν τινά. Πώς +καθορίζεται αύτη; Διά του αναγκαιούντος προς παραγωγήν της χρόνου +εργασίας. + +Ως αξία, η εργατική δύναμις αντιπροσωπεύει το ποσοστόν της +κοινωνικής εργασίας της εν αυτή πραγματοποιηθείσης. Πραγματικώς +όμως δεν υφίσταται ή ως δύναμις ή ως ιδιότης του ζώντος ατόμου. +Εάν λάβωμεν υπ' όψει το άτομον, τούτο παράγει την ζωτικήν δύναμιν +του αναπαραγόμενον ή αυτοδιατηρούμενον. Διά την συντήρησιν ή +διατήρησίν του έχει ανάγκην ποσού τινος μέσων διατροφής. Ο +αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν της εργατικής +δυνάμεως, αναλύεται όθεν εις τον αναγκαίον χρόνον της εργασίας διά +την παραγωγήν των μέσων τούτων της διατροφής. Ή μάλλον η εργατική +δύναμις έχει ακριβώς την αξίαν των μέσων της διατροφής, των +αναγκαιούντων εις εκείνον, ο οποίος την διαθέτει. + +Η εργατική δύναμις πραγματοποιείται διά της εξωτερικής εκδηλώσεώς +της. Θεωρείται και βεβαιούται διά της εργασίας, ήτις και αυτή +αναγκαιοί δαπάνην τινά μυώνων, νεύρων, ανθρωπίνου εγκεφάλου, +δαπάνης χρηζούσης αντισταθμίσματος. Όσον περισσότερον η φθορά +είναι μεγάλη τόσον περισσότερα είναι τα έξοδα της επιδιορθώσεως +(44). + +Εάν ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως, ειργάσθη σήμερον, πρέπει να +επαναλάβη τούτο την επαύριον και υπό ομοίους όρους δραστηριότητος +και υγείας. Πρέπει λοιπόν, το ποσόν των μέσων διατροφής να είναι +αρκετόν διά την συντήρησιν της κανονικής του ζωής. + +Αι φυσικαί ανάγκαι όπως η τροφή, τα ενδύματα, η θέρμανσις, η +κατοικία κ.λ.π. διαφέρουν κατά το κλίμα και τας άλλας φυσικάς +ιδιότητας χώρας τινός. Αφ' ετέρου ο αριθμός των λεγομένων φυσικών +αναγκών, ως και ο τρόπος της ικανοποιήσεώς των, είναι ιστορικόν +προϊόν και εξαρτάται ούτω κατά μέγα μέρος εκ του βαθμού του +πολιτισμού. + +Η καταγωγή της ημερομισθίου τάξεως εν εκάστη χώρα, το ιστορικόν +περιβάλλον ένθα εσχηματίσθη αύτη εξακολουθούν επί μακρόν να +εξασκούν την μεγαλειτέραν επιρροήν, επί των συνηθειών των +απαιτήσεων και κατά συνέπειαν των αναγκών, τας οποίας επιφέρει +αύτη εν τη ζωή. Η εργατική δύναμις περικλείει όθεν, από απόψεως +αξίας, ιστορικόν τι και ηθικόν στοιχείον, όπερ την διακρίνει των +άλλων εμπορευμάτων. Αλλά εν δεδομένη εποχή και χώρα η αναγκαία +αναλογία των μέσων της διατροφής είναι ωσαύτως δεδομένη. + +Οι ιδιοκτήται των εργατικών δυνάμεων είναι θνητοί. Διά να τους +συναντήση τις εις την αγοράν, ως απαιτεί τούτο η συνεχής μετατροπή +του χρήματος εις κεφάλαιον, δέον είναι αιώνιοι καθώς καθίσταται +αιώνιον το άτομον διά του γένους. Αι εργατικαί δυνάμεις τας οποίας +η φθορά και ο θάνατος αφαιρούν από την αγοράν δέον ν' +αντικαθίστανται υπό αριθμού τουλάχιστον ίσου. Το ποσόν των μέσων +των αναγκαιούντων διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως, +περιλαμβάνει όθεν και τα μέσα διατροφής των αντικαταστατών, δηλαδή +των τέκνων των εργατών, ίνα η περίεργος αύτη φυλή ανταλλακτών +καταστή αιώνιος εις την αγοράν. + +Αφ' ετέρου, διά να τροποποιηθή η ανθρωπίνη φύσις εις τρόπον, ώστε +ν' αποκτήση ικανότητα ακρίβειαν και ταχύτητα εις ωρισμένον είδος +εργασίας δηλαδή διά να καταστή εργατική δύναμις ανεπτυγμένη προς +ειδικήν κατεύθυνσιν, χρειάζεται ποιά τις εκπαίδευσις, ήτις και +αύτη στοιχίζει ποσόν κατά το μάλλον ή ήττον μέγα ισοδύναμον εις +εμπορεύματα. Το ποσόν τούτο ποικίλλει αναλόγως του χαρακτήρος κατά +το μάλλον ή ήττον περιπλόκου της εργατικής δυνάμεως. + +Τα έξοδα της εκπαιδεύσεως ελάχιστα άλλως τε διά την απλήν δύναμιν +εργασίας, εισέρχονται εις το ολικόν των αναγκαίων εμπορευμάτων διά +την παραγωγήν της. + +Επειδή η δύναμις της εργασίας είναι ισοδύναμος προς ωρισμένον +ποσόν μέσων συντηρήσεως, η αξία της αλλάσσει με την αξίαν των, +δηλαδή αναλόγως προς τον αναγκαίον διά την παραγωγήν χρόνον +εργασίας. Έν μέρος των μέσων συντηρήσεως των αποτελούντων π. χ. +την τροφήν, την θέρμανσιν κ.λ.π. καταστρέφονται καθ' εκάστην υπό +της καταναλώσεως και δέον καθ' εκάστην ν' αντικαθίστανται. Άλλα, +ως τα ενδύματα, τα έπιπλα, κ.λ.π. φθείρονται βραδύτερον και έχουν +ανάγκην αντικαταστάσεως, εις μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. +Εμπορεύματα τινά δέον ν' αγοράζονται ή να πληρώνωνται καθημερινώς, +άλλα εκάστην εβδομάδα, εκάστην εξαμηνίαν κ. λ. π. Αλλά καθ' +οιονδήποτε τρόπον και αν διανέμωνται αι δαπάναι αύται εις το +διάστημα του έτους, το ποσόν των πρέπει να είναι πάντοτε +κεκαλυμμένον διά της μέσης ημερησίας εισπράξεως. Ας ονομάσωμεν την +διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως απαιτουμένην καθ' εκάστην +ποσότητα εμπορευμάτων Α, την απαιτουμένην δι' εκάστην εβδομάδα Β, +την απαιτουμένην δι' εκάστην τριμηνίαν Γ κ. ο. κ. ο μέσος όρος των +εμπορευμάτων τούτων θα είναι: + + + +365 Α + 52 Β + 4 Γ +__________________ κ. λ. π. + 365 + +Η αξία του αναγκαίου τούτου ποσού εμπορευμάτων διά την μέσην +ημέραν δεν αντιπροσωπεύει ή το ποσόν της δαπανηθείσης εργασίας εν +τη παραγωγή των, έστω 6 ώρας. Χρειάζεται τότε ημίσεια ημέρα +εργασίας, διά να παραχθή καθ' εκάστην η εργατική δύναμις. Το +ποσοστόν τούτο της εργασίας, το οποίον απαιτεί διά την ημερησίαν +παραγωγήν της, καθορίζει την ημερησίαν αξίαν της. Ας υποθέσωμεν +ακόμη ότι το κατά μέσον όρον παραγόμενον ποσόν χρυσού επί ημίσειαν +ημέραν 6 ωρών, ισούται με 5 φρ. ή έν σκούδον. Τότε η τιμή ενός +σκούδου εκφράζει την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως. Εάν ο +ιδιοκτήτης της την πωλεί καθ' εκάστην αντί ενός σκούδου, την πωλεί +τότε, εις την ακριβή της αξίαν και κατά την υπόθεσίν μας ο κάτοχος +ούτος του χρήματος κατά την μετατροπήν των σκούδων εις κεφάλαιον +καταδικάζεται και πληρώνει την αξίαν ταύτην. + +Η τιμή της εργατικής δυνάμεως φθάνει το μίνιμουμ όταν περιορίζεται +εις την αξίαν των φυσιολογικώς απαραιτήτων μέσων διατροφής, δηλαδή +εις την αξίαν ενός ποσού εμπορευμάτων το οποίον δεν δύνανται να +ολιγοστεύση χωρίς ν' εκθέση εις κίνδυνον αυτήν την ζωήν του +εργάτου. Όταν πίπτει εις το μίνιμουμ τούτο η τιμή κατέρχεται κάτω +της αξίας της εργατικής δυνάμεως, ήτις τότε φυτοζωεί. Όθεν η αξία +παντός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας, +διά να δυνηθή να παραδοθή εις κανονικήν ποιότητα. + +Δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν όπως λέγει ο Rossi «την εργατικήν +δύναμιν ανεξάρτητον των μέσων της διατροφής κατά την διάρκειαν του +έργου της παραγωγής». Αλλ' ο λέγων εργατικήν δύναμιν δεν λέγει +ακόμη εργασίαν, όπως η δύναμις της χωνεύσεως δεν σημαίνει +χώνευσιν. Διά να φθάσωμεν εκεί χρειάζεται κάτι περισσότερον από +καλόν στόμαχον. Εάν ο εργάτης δεν ευρίσκη να πωλήση την εργατικήν +του δύναμιν, τότε μακράν του να χαρή, θα αισθανθή ως σκληράν +φυσικήν ανάγκην, ότι η εργατική του δύναμις, ήτις ήδη απήτησε διά +την παραγωγήν της ποσοστόν τι των μέσων συντηρήσεως απαιτεί και +συνεχώς νέον ποσοστόν διά την αναπαραγωγήν της. Θα ανακαλύψη τότε +μετά του Sismondi, ότι η δύναμις αύτη εάν δεν πωληθή δεν είναι +τίποτε. + +Το μεταξύ πωλητών και αγοραστού δυνάμεως της εργασίας συμφωνητικόν +παρουσιάζει την εξής λεπτομέρειαν: ότι εις πάσας τας χώρας ένθα +βασιλεύει το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής, η εργατική +δύναμις δεν πληρώνεται παρά μόνον μετά την εκτέλεσιν της +λειτουργίας της, εις το τέλος του μηνός, του 15θημέρου, ή της +εβδομάδος. Ο εργάτης προσφέρει λοιπόν πανταχού εις τον +κεφαλαιούχον, την συνήθη αξίαν της δυνάμεώς του. Την αφήνει να +καταλίσκεται υπό του αγοραστού, πριν επιτύχει την τιμήν της. Εν +μια λέξει, του κάμνει πανταχού πίστωσιν, και εκείνο το οποίον +αποδεικνύει ότι η πίστωσις αύτη δεν είναι ματαία χίμαιρα, δεν +είναι μόνον η απώλεια του ημερομισθίου, όταν ο κεφαλαιούχος +πτωχεύει, αλλ' ακόμη πλήθος άλλων συνεπειών ολιγώτερον τυχαίων. + +Η αξία χρήσεως της εργατικής δυνάμεως φαίνεται εν χρήσει μόνον, εν +τη καταναλώσει της. Πάντα τ' αναγκαία εις την εκπλήρωσιν του έργου +τούτου, πρώται ύλαι, όργανα κ.τ.λ. αγοράζονται εις την αγοράν των +προϊόντων υπό του ανθρώπου των σκούδων και πληρώνονται εις την +ακριβή τιμήν των. Η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως, είναι +συγχρόνως, παραγωγή εμπορευμάτων και παραγωγή υπεραξίας. Η +κατανάλωσις αύτη λαμβάνει χώραν, καθώς η κατανάλωσις παντός άλλου +εμπορεύματος, εκτός της αγοράς ή της σφαίρας της κυκλοφορίας. Θα +εγκαταλείψωμεν όθεν, ταυτοχρόνως μετά του κατόχου χρήματος και του +κατόχου της εργατικής δυνάμεως, την θορυβώδη ταύτην σφαίραν ένθα +το παν λαμβάνει χώραν εν τη επιφανεία και προ των ομμάτων όλων διά +να τας ακολουθήσωμεν αμφοτέρας εις το μυστικόν εργαστήριον της +παραγωγής, επί του κατωφλίου, του οποίου είναι γεγραμμένον: &no +admittance except on business&. Εκεί θα είδωμεν όχι μόνον πώς +παράγει το κεφάλαιον, αλλ' ακόμη πώς παράγεται το ίδιον. Η +δημιουργία της υπεραξίας, το μέγα τούτο μυστικόν της συγχρόνου +κοινωνίας πρόκειται τέλος να αποκαλυφθή. + +Η σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ένθα εκπληρούται η +πώλησις και η αγορά της εργατικής δυνάμεως, είναι πραγματικώς +αληθής Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου. +Εκεί βασιλεύει μόνον η ελευθερία, η ισότης, η ιδιοκτησία και ο +Beutham. + +&Ελευθερία&! διότι ούτε ο αγοραστής, ούτε ο πωλητής ενός +εμπορεύματος ενεργούν αναγκαστικώς. Τουναντίον, αποφασίζουν μόνον +με την ελεύθεραν των βούλησιν, συνάπτουν συμφωνίας ως πρόσωπα +ελεύθερα έχοντα τα αυτά δικαιώματα. Η συμφωνία των είναι το +ελεύθερον προϊόν, εν τω οποίω αι θελήσεις των λαμβάνουν κοινήν +νομικήν έκφρασιν. + +&Ισότης&! διότι έρχονται αμφότεροι εις σχέσεις ως κάτοχοι του +εμπορεύματος και ανταλλάσσουν ισοδύναμον αντί ισοδυνάμου. + +&Ιδιοκτησία&! διότι έκαστος διαθέτει ότι πωλεί. + +&Beutham&! διότι δι' έκαστον τούτων δεν πρόκειται ή περί του +εαυτού του. Η μόνη δύναμις, ήτις θέτει αυτούς αντιμετώπους και +φέρει αυτούς εις σχέσεις, είναι η δύναμις του εγωισμού των, του +ιδιαιτέρου κέρδους των, των ιδιαιτέρων συμφερόντων των. Έκαστος +σκέπτεται μόνον δι' εαυτόν, ουδείς ανησυχεί διά τον άλλον, και +ακριβώς διά τούτο χάρις εις την προϋπάρχουσαν αρμονίαν των +πραγμάτων ή υπό την αιγίδα της όλης ευφυούς ταύτης προνοίας, +εργαζόμενος έκαστος δι' εαυτόν, έκαστος παρ' αυτώ, εργάζεται +συγχρόνως διά την γενικήν χρησιμότητα, διά το κοινόν συμφέρον. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VII. + +ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΞΙΩΝ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ + + + +I. Παραγωγή αξιών χρήσεως. + +Η χρήσις ή η χρησιμοποίησις της εργατικής δυνάμεως, είναι η +εργασία. Ο αγοραστής της δυνάμεως ταύτης την καταναλίσκει, +υποχρεών εις εργασίαν τον πωλητήν. Ίνα ούτος παραγάγη εμπορεύματα, +η εργασία του δέον να είναι χρήσιμος, ήτοι να πραγματοποιείται εις +αξίας χρήσεως. Είναι όθεν μία ιδιαιτέρα αξία χρήσεως, ειδικόν +είδος το οποίον ο κεφαλαιούχος παράγει διά του εργάτου. Ούτος δε +δεν δύναται να παραγάγη ειμή εφ' όσον ο κεφαλαιούχος του χορηγήση +πρώτην ύλην και τα εργαλεία της παραγωγής. + +Εν τη εκτελέσει της εργασίας, η δραστηριότης του ανθρώπου επιφέρει +τη βοήθεια των μέσων της εργασίας, μίαν εκουσίαν τροποποίησιν της +πρώτης ύλης. + +Η ενέργεια εξαφανίζεται εις το προϊόν, ήτοι εις αξίαν χρήσεως, +φυσικήν τινα ύλην εφηρμοσμένην εις τας ανθρωπίνους ανάγκας διά +μιας αλλαγής της μορφής. Η εργασία, συνενουμένη μετά του +αντικειμένου της, υλοποιήθη, και η ύλη είναι κατειργασμένη. Ό,τι +εις τον εργάτην ήτο κίνησις, εμφανίζεται τώρα εις το προϊόν ως +ιδιότης εν ηρεμία. Ο εργάτης ύφανε και το προϊόν είναι ύφασμα. + +Εάν εξετάσωμεν το σύνολον της κινήσεως ταύτης, από απόψεως του +αποτελέσματός της, τότε αμφότερα, μέσον και αντικείμενον εργασίας, +παρουσιάζονται ως μέσα παραγωγής, και αυτή η εργασία, ως +παραγωγική εργασία. + +Εάν η αξία της χρήσεως, είναι το προϊόν εργασίας, εισέρχονται εν +αυτή άλλαι αξίαι χρήσεως, προϊόντα και ταύτα προηγουμένης +εργασίας. Η αυτή αξία χρήσεως, προϊόν εργασίας τινός, καθίσταται +το μέσον παραγωγής άλλου τινός. Τα προϊόντα δεν είναι λοιπόν μόνον +αποτελέσματα, αλλ' ακόμη συνθήκαι της εκτελέσεως της εργασίας. + +Το αντικείμενον της εργασίας χορηγείται υπό μόνης της φύσεως εν τη +εξαγωγική βιομηχανία — εκμετάλλευσις μεταλλείων, κυνηγίου, αλιείας +κτλ. — και αυτή τη γεωργία, εφ' όσον περιορίζεται να εκχερσοί +γαίας, εισέτι παρθένους. Όλοι οι άλλοι κλάδοι της βιομηχανίας +επεξεργάζονται πρώτας ύλας, ήτοι αντικείμενα, άτινα επέρασαν ήδη +από εργασίαν, ως π. χ. η σπορά εις την γεωργίαν. + +Τα ζώα και τα φυτά, τα οποία συνήθως διαιρούνται ως φυσικά +προϊόντα, είναι εν τη βιομηχανική μορφή των, όχι μόνον ως προϊόντα +της εργασίας του παρελθόντος έτους, αλλ' ακόμη μιας μεταβολής +συνεχισθείσης επί αιώνας υπό την επίβλεψιν και την μεσολάβησιν της +ανθρωπίνης εργασίας. Όσον διά τα κυρίως εργαλεία, τα πλείστα +τούτων, εμφανίζουν και εις το πλέον επιπόλαιον βλέμμα ίχνη +παρελθούσης εργασίας. + +Η πρώτη ύλη δύναται να σχηματίση την κυρίαν ουσίαν του προϊόντος ή +να εισέλθη εν αυτώ υπό μορφήν βοηθητικής ύλης. Αύτη τότε +καταναλίσκεται υπό του μέσου της εργασίας, ως ο γαιάνθραξ υπό του +ατμοπλοίου, το έλαιον υπό του τροχού και η βρώμη υπό του ίππου, ή +μάλλον συνενούνται με την πρώτην ύλην διά να ενεργήση μεταβολήν +τινα, ως το χλώριον επί του αβράστου υφάσματος, ο άνθραξ επί του +σιδήρου, το χρώμα επί του μαλλίου, ή ακόμη, βοηθεί αυτήν ταύτην +την εργασίαν να εκπληρωθή, ως π. χ. αι φθαρείσαι ύλαι εις τον +φωτισμόν και την θέρμανσιν του εργαστηρίου. Η διαφορά μεταξύ +κυρίων υλών και βοηθητικών τοιούτων, συγχέεται εν τη κυρίως χημική +κατασκευή, ένθα ουδεμία των χρησιμοποιηθείσας υλών, δεν +εμφανίζεται εκ νέου ως ουσία του προϊόντος. + +Ως παν αντικείμενον κέκτηται διαφόρους ιδιότητας και είνε +επιδεκτικόν, ως εκ τούτου, εις πλέον της μιας εφαρμογήν, το αυτό +προϊόν είναι επιδεκτικόν σχηματισμού πρώτης ύλης εκ διαφόρων +ενεργειών. Οι σπόροι χρησιμεύουν ούτω ως πρώτη ύλη εις τον +μυλωθρόν και τον αμυλοποιόν, οινοπνευματοποιόν, εις τον +κτηνοτρόφον κ.τ.λ. ως σπορά δε καθίστανται πρώτη ύλη της ιδίας των +παραγωγής. Ούτω ο άνθραξ εξέρχεται ως προϊόν εκ της μεταλλουργικής +βιομηχανίας, ενώ εισέρχεται εν αυτή ως μέσον παραγωγής. + +Εν τη αυτή πράξει, το αυτό προϊόν, δύναται να χρησιμεύση και ως +μέσον εργασίας, και ως πρώτη ύλη· εν τη κτηνοτροφία π. χ. το ζώον, +η επεξειργασμένη ύλη, λειτουργεί ωσαύτως ως μέσον διά την +παραγωγήν της κόπρου. + +Προϊόν υφιστάμενον ήδη υπό μίαν μορφήν, καθιστώσαν τούτο +κατάλληλον διά την κατανάλωσιν, δύναται εν τούτοις να καταστή +κατόπιν πρώτη ύλη άλλου προϊόντος. Η σταφυλή είναι η πρώτη ύλη του +οίνου. Υπάρχουν επίσης εργασίαι των οποίων τα προϊόντα είναι +ακατάλληλα διά πάσαν άλλην υπηρεσίαν πλην της πρώτης ύλης. Εν +τοιαύτη κατασταθεί το προϊόν δεν έλαβεν, ως λέγουν, ή ημιτελή +εργασίαν (demi—façon), ενώ καλύτερον θα ήτο να ελέγομεν ότι ήτο +προϊόν βαθμιαίον, ως π. χ. ο βάμβαξ, τα πλεκτά, το τσίτι κ.τ.λ. Η +αρχική πρώτη ύλη, αν και παράγη η ιδία, δυνατόν να έχη να διατρέξη +κλίμακας ολοκλήρους μεταβολών εν ταις οποίαις, υπό μορφήν +μεταβεβλημένην, λειτουργεί πάντοτε ως πρώτη ύλη μέχρι της +τελευταίας πράξεως, ήτις την καθορίζει ως αντικείμενον +καταναλώσεως ή μέσον εργασίας. + +Βλέπομεν ότι ο χαρακτήρ του προϊόντος πρώτης ύλης, η του μέσου +εργασίας, δεν αποδίδεται εις αξίαν χρήσεως ειμή αναλόγως της +καθορισμένης θέσεως την οποίαν κατέχει εν τη πορεία της εργασίας, +η δε αλλαγή της θέσεώς της αλλάσσει τον προσδιορισμόν της. + +Πάσα αξία χρήσεως, εισερχομένη εις νέας εργασίας ως μέσον +παραγωγής, χάνει όθεν τον χαρακτήρα της ως προϊόντος και +λειτουργεί εις το εξής ως παράγων ζώσης εργασίας. Ο κλώστης θεωρεί +το κλωστήριον και το λίνον απλώς ως μέσον παραγωγής και +αντικείμενον της εργασίας του. Είνε βέβαιον ότι δεν δυνάμεθα να +πλέξωμεν άνευ εργαλείων και άνευ ύλης. Ούτω η ύπαρξις των +προϊόντων τούτον υπονοείται ήδη πριν αρχίσωμεν το πλέξιμον. Αλλ' +εν τη τελευταία ταύτη πράξει μας είνε τελείως αδιάφορον εάν το +κλωστήριον και το λίνον είνε προϊόντα προγενεστέρας εργασίας, όπως +είνε αδιάφορον εν τη ενεργεία της διατροφής, εάν ο άρτος είνε +προϊόν προγενεστέρων εργασιών του καλλιεργητού, του μυλωθρού, του +αρτοποιού κ.ο.κ. Όλως τουναντίον μόνον διά της ελλείψεώς των, +τεθέντος πλέον εν κινήσει του έργου, τα μέσα της παραγωγής +παρουσιάζουν την αξίαν του χαρακτήρος των ως προϊόντων. Μάχαιραι +αίτινες δεν κόπτουν, κλωστή ήτις θραύεται ανά πάσαν στιγμήν, +υπενθυμίζουν τους κατασκευαστάς των. Το καλόν προϊόν δεν κάμνει +αισθητήν την εργασίαν, εξ ης έλκει τα ωφέλιμα προτερήματά του. + +Μηχανή μη χρησιμεύουσα εις την εργασίαν είναι άχρηστος. Εξ άλλου +καταστρέφεται υπό την καταστρεπτικήν επιρροήν των φυσικών +πρακτόρων. Ο σίδηρος οξιδούται, το ξύλον σήπεται, το μη +κατεργασθέν μαλλίον κατατρώγεται υπό των σκωλήκων. Η ζώσα εργασία +δέον να παραλάβη τα αντικείμενα ταύτα να τα αναστήση εκ νεκρών και +να τα μετατρέψη από πιθανάς χρησιμότητας, εις πραγματικάς, εις +χρησιμότητας. Λειχόμενα υπό της φλογός της εργασίας, μετατρεπόμενα +εις όργανά της, καλούμενα διά της πνοής της να εκπληρώσουν τας +ειδικάς των λειτουργίας, καταναλίσκονται ωσαύτως διά καθορισμένον +σκοπόν, ως στοιχεία, σχηματίζονται νέα προϊόντα. + +Όθεν, τα προϊόντα είναι όχι μόνον το αποτέλεσμα, αλλ' ακόμη ο όρος +της υπάρξεως της εργασίας, τότε μόνον όταν ταύτα ριφθούν ή τεθούν +εις επαφήν με την ζώσαν εργασίαν, και όταν τα αποτελέσματα ταύτα +της παρελθούσης εργασίας δυνηθούν να διατηρηθούν και +χρησιμοποιηθούν. + +Η εργασία φθείρει τα υλικά της στοιχεία, το αντικείμενον και τα +μέσα της, και είναι κατά συνέπειαν πράξις καταναλώσεως. Η +παραγωγική αύτη κατανάλωσις διακρίνεται της ατομικής καταναλώσεως +εκ του ότι αύτη καταναλίσκει τα προϊόντα ως μέσα απολαύσεως του +ατόμου, ενώ εκείνα τα καταναλίσκει ως μέσα εκπληρώσεως της +εργασίας. Το προϊόν της ατομικής καταναλώσεως είναι κατά +συνέπειαν, αυτός ο καταναλωτής· το αποτέλεσμα της παραγωγικής +καταναλώσεως είναι προϊόν διακριτόν του καταναλωτού. + +Εφ' όσον τα μέσα της και το αντικείμενόν της, είναι ήδη προϊόντα, +η εργασία καταναλίσκει προϊόντα διά να παραγάγη προϊόντα, ή μάλλον +χρησιμοποιεί προϊόντα ως μέσα παραγωγής νέων προϊόντων. Αλλ' η +εργασία ήτις αρχικώς γίνεται μεταξύ του ανθρώπου και της γης, την +οποίαν ευρίσκει, εκτός αυτού δεν παύει ποτέ χρησιμοποιούσα μέσα +παραγωγής φυσικής προελεύσεως, μη αντιπροσωπεύοντα συνδυασμόν τινά +μεταξύ των φυσικών στοιχείων και της ανθρωπίνης εργασίας. + +Ας επιστρέψωμεν όμως εις τον κεφαλαιούχον μας. Τον εχάσαμεν καθ' +ην στιγμήν ήρχετο να αγοράση εις την αγοράν όλους τους αναγκαίους +παράγοντας διά την εκπλήρωσιν της εργασίας, τους αντικειμενικούς +παράγοντας — μέσα παραγωγής — και τον υποκειμενικόν παράγοντα — +εργατικήν δύναμιν. Τους εξέλεξε ως γνώστης, ως έμπειρος, όπως τους +χρειάζεται διά το ιδιαίτερον είδος της εργασίας του, διά την +νηματουργίαν, την υποδηματοποιίαν κτλ. άρχεται λοιπόν να +καταναλίσκη το εμπόρευμα το οποίον ηγόρασε, την δύναμιν της +εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι καταναλίσκει τα μέσα της +παραγωγής διά της εργασίας. Γενικώς η φύσις της εργασίας ουδόλως +μετεβλήθη, διότι ο εργάτης εκπληροί την εργασίαν του όχι δι' +εαυτόν, αλλά διά τον κεφαλαιούχον. + +Η εκτέλεσις της εργασίας, ως κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως +υπό του κεφαλαίου, δεν δεικνύει ή δύο μόνον ιδιαίτερα φαινόμενα ο +εργάτης εργάζεται υπό τον έλεγχον του κεφαλαιούχου, εις τον οποίον +ανήκει η εργασία του· ο κεφαλαιούχος επαγρυπνεί όπως το έργον γίνη +καλώς και τα μέσα της παραγωγής χρησιμοποιηθούν συμφώνως με τον +επιζητούμενον σκοπόν, όπως μη σπαταληθή η πρώτη ύλη, και το +εργαλείον της εργασίας μη υποστή παρά την απαραίτητον εκ της +χρησιμοποιήσεώς του φθοράν. + +Δεύτερον, το προϊόν είναι ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου, και όχι του +αμέσου παραγωγέως, του εργάτου. Ο κεφαλαιούχος πληρώνει π. χ. την +ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως, ης η χρήσις συνεπώς του +ανήκει διαρκούσης της ημέρας, ακριβώς παρομοίως με τον ίππον +εκείνον τον οποίον ενοικιάζομεν με την ημέραν. Η χρήσις του +εμπορεύματος ανήκει εις τον αγοραστήν, δίδων δε την εργασίαν του, +ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως δίδει εις την πραγματικότητα την +αξίαν χρήσεως, την οποίαν επώλησεν. Ευθύς άμα τη εισόδω του εις το +εργαστήριον, η χρησιμότης της δυνάμεώς του, η εργασία, ανήκει εις +τον κεφαλαιούχον. Αγοράζων την δύναμιν της εργασίας του, ο +κεφαλαιούχος ενεσωμάτωσε την εργασίαν ως στοιχείον ζωής εις τα +παθητικά στοιχεία προϊόντων, άτινα είχε προμηθευθή. Από της +απόψεώς του, η εργασία δεν είναι άλλο τι ή η κατανάλωσις της +εργατικής δυνάμεως του εμπορεύματος, το οποίον ηγόρασεν, αλλά το +οποίον δεν θα κατηνάλισκεν, εάν δεν του προσέθετε μέσα παραγωγής. +Η εργασία είναι ούτω πράξις επί πραγμάτων, τα οποία ηγόρασε· του +ανήκουν. Όθεν το προϊόν της πράξεως ταύτης του ανήκει, κατά τον +αυτόν λόγον καθ' ον και το προϊόν της ζυμώσεως εν τη οιναποθήκη +του. + +II. Παραγωγή της υπεραξίας. + +Το προϊόν — ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου — είνε αξία χρήσεως, +ύφασμα, υποδήματα κτλ. Αλλ' αν και τα υποδήματα π. χ. βοηθούν τον +κόσμον να βαδίζη, ο δε κεφαλαιούχος μας είνε πραγματικός άνθρωπος +της προόδου, όμως δεν κατασκευάζει υποδήματα εξ αγάπης ιδιαιτέρας +προς αυτά. Γενικώς, εν τη εμπορική παραγωγή, η αξία χρήσεως, δεν +είναι πράγμα το οποίον αγαπούν, ως αξίαν χρήσεως, χρησιμεύει μόνον +ως φορεύς της αξίας. Όθεν, διά τον κεφαλαιούχον μας, το πρώτιστον +είναι να παράγη χρήσιμον αντικείμενον, έχον ανταλλακτικήν αξίαν, +είδος κατάλληλον διά πώλησιν, εμπόρευμα. Επί πλέον θέλει όπως η +αξία του εμπορεύματος τούτου, υπερβαίνει την αξίαν των αναγκαίων +διά την παραγωγήν του εμπορευμάτων, δηλαδή το ποσόν των αξιών των +μέσων παραγωγής και της εργατικής δυνάμεως, διά τα οποία εδαπάνησε +το χρήμα του, θέλει να παράγη όχι μόνον χρήσιμον αντικείμενον, +αλλά μίαν αξίαν, και όχι μόνον αξίαν, αλλ' ακόμη μίαν υπεραξίαν. + +Καθώς το εμπόρευμα είναι συγχρόνως αξία χρήσεως και ανταλλακτική +αξία, ούτω η παραγωγή του δέον να είναι σχηματισμός αξιών χρήσεως +και σχηματισμού ανταλλακτικών αξιών. + +Γνωρίζομεν ότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του +ποσοστού της υλοποιηθείσης εν αυτώ εργασίας, υπό του κοινωνικώς +αναγκαίου χρόνου διά την παραγωγήν του. Δέον όθεν να υπολογίσωμεν +την εργασίαν, την περιεχομένην τω προϊόντι, το οποίον ο +κεφαλαιούχος μας κατεσκεύασε, ήτοι 10 λίτρας νήματος. + +Διά να παραγάγη νήμα, είχεν ανάγκην πρώτης ύλης, ας υποθέσωμεν 10 +λίτρας βάμβακος. Είναι ανωφελές να ζητήσωμεν τώρα, ποία είναι η +αξία του βάμβακος τούτου, διότι ο κεφαλαιούχος τον ηγόρασεν εις +την αγοράν, όσον ήξιζε, π. χ. 10 φράγκα. Εις την τιμήν ταύτην η +απαιτηθείσα εργασία διά την παραγωγήν του βάμβακος τούτου +αντιπροσωπεύεται ήδη ως μέση κοινωνική εργασία. Ας υποθέσωμεν +ακόμη, ότι η φθορά των κλωστήρων — και ούτοι μας παρουσιάζουν όλα +τα άλλα εν χρήσει μέσα εργασίας — ανέρχεται εις 2 φράγκα. Εάν μάζα +χρυσού 12 φράγκων είναι το προϊόν είκοσι τεσσάρων ωρών εργασίας, +έπεται εκ τούτου, ότι εις το νήμα επραγματοποιήθησαν 2 ημέραι +εργασίας. + +Η περίπτωσις αύτη, ότι ο βάμβαξ ήλλαξε μορφήν και ότι η φθορά +εξηφάνισε μέρος κλωστήρων, δεν πρέπει να μας αποπλανά. Κατά τον +γενικόν νόμον των ανταλλαγών, 10 λίτραι νήματος είναι το +ισοδύναμον 10 λιτρών βάμβακος και ενός τετάρτου του κλωστήρος, εάν +η αξία των 40 λιτρών νήματος ισούται με την αξίαν 40 λιτρών +βάμβακος, συν ενί ολοκλήρω κλωστήρι, δηλαδή εάν ο αυτός χρόνος +εργασίας, είναι αναγκαίος διά να παραγάγη τον ένα μετά του άλλου +όρου της εξισώσεως ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο αυτός χρόνος +εργασίας αντιπροσωπεύεται την μεν πρώτην φοράν εις νήμα, την δε +δευτέραν εις βάμβακα και κλωστήρα. Το γεγονός ότι κλωστήρ και +βάμβαξ αντί να παραμονεύουν εν ηρεμία ο είς παρά τον άλλον, +ηνώθησαν κατά το πλέξιμον, το οποίον αλλάσσον τας συνήθεις μορφάς +των τα μετέτρεψε εις νήμα, δεν αποδίδει περισσοτέραν εργασίαν απ' +ότι απέδιδεν η απλή του ανταλλαγή έναντι ισοδυνάμου ποσού νήματος. + +Ο χρόνος εργασίας, ο αναγκαιών διά την παραγωγήν του νήματος, +περιλαμβάνει τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την παραγωγήν της +πρώτης ύλης, του βάμβακος. Το αυτό συμβαίνει με τον αναγκαίον +χρόνον διά την αναπαραγωγήν των φθαρέντων κλωστήρων. + +Πρέπει, εννοείται να εκπληρωθούν δύο όροι: πρώτον τα μέσα να +εχρησίμευσαν πραγματικώς διά την παραγωγήν μιας αξίας χρήσεως, ως +εν προκειμένω διά την παραγωγήν του νήματος. Ολίγον ενδιαφέρει την +αξίαν το είδος της αξίας χρήσεως, το οποίον την υποβαστάζει: δέον +όμως να υποστηρίζεται υπό μιας αξίας χρήσεως. Δεύτερον εννοείται +ότι δεν χρησιμοποιείται ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας υπό τας +κοινωνικάς συνθήκας της παραγωγής. Εάν μία λίτρα βάμβακος αρκεί +κατά μέσον όρον, διά την κατασκευήν του νήματος, ώστε η αξία μιας +λίτρας, βάμβακος θα καταλογισθή εις την αξίαν μιας λίτρας νήματος. +Ο κεφαλαιούχος θα είχεν ίσως την ιδιοτροπίαν να χρησιμοποιήση +χρυσούς κλωστήρας, εν τούτοις όμως εν τη αξία των εμπορευμάτων δεν +θα υπελογίζετο ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του +σιδηρού εργαλείου. + +Γνωρίζομεν τώρα την αξίαν την οποίαν ο βάμβαξ και η φθορά των +κλωστήρων δίδουν εις το νήμα. Ισούται με 12 φράγκα — ενσωμάτωσιν 2 +ημερών εργασίας. Απομένει τώρα να αναζητήσωμεν πόσην αξίαν η +εργασία του κλώστου προσθέτει εις το προϊόν. + +Η εργασία αύτη παρουσιάζεται ήδη υπό νέαν όψιν. Πρώτον επρόκειτο +περί της ταχύτητος του κλώθειν. Όσον περισσότερον ήξιζεν η +εργασία, τόσον περισσότερον ήξιζε το νήμα, πασών των άλλων +περιπτώσεων μενουσών των αυτών. Η εργασία του κλώστου διεκρίνετο +των άλλων παραγωγικών εργασιών εκ του σκοπού της, των τεχνικών της +μεθόδων, των ιδιοτήτων του προϊόντος του και των ειδικών μέσων της +παραγωγής του. Με τον βάμβακα και τους κλωστήρας τους οποίους +χρησιμοποιεί ο κλώστης δεν θα ήτο δυνατόν να κατασκευασθούν +ραβδωτά τηλεβόλα. Εξ άλλου, ως πηγή αξίας η εργασία του κλώστου +ουδόλως διαφέρει της του χύτου των τηλεβόλων ή καλύτερα της του +φυτευτού του βάμβακος ή του κατασκευαστού των κλωστήρων, δηλ. των +πραγματοποιηθεισών εργασιών και τα μέσα της παραγωγής του νήματος. +Εάν αι εργασίαι αύται, παρά την διαφοράν των χρησίμων μορφών των, +δεν ανάγοντο εις φανταστικήν φύσιν, δεν θα ηδύναντο να διακριθούν, +αδιαφόρως προς την ποσότητά των, της ολικής εν τω προϊόντι +πραγματοποιηθείσης εργασίας. + +Έκτοτε αι αξίαι βάμβαξ και κλωστήρες, δεν θα απετέλουν επίσης +ακέραια μέρη της υλικής αξίας του νήματος. Πράγματι, εκείνο το +οποίον ενδιαφέρει ενταύθα, δεν είναι πλέον η ποιότης, αλλ' η +ποσότης της εργασίας· μόνη αυτή υπολογίζεται. Ας παραδεχθώμεν ότι +το πλέξιμον είναι μέσος όρος απλής εργασίας. Βραδύτερον θα ίδωμεν +ότι η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλεν εις τίποτε το ζήτημα. + +Κατά την εκτέλεσιν της παραγωγής, η εργασία μεταβαίνει αδιακόπως +από της δυναμικής της μορφής εις την διαβατικήν της τοιαύτην. Μία +ώρα εργασίας π. χ., ήτοι η δαπάνη ζώσης δυνάμεως του κλώστου επί +μίαν ώραν, αντιπροσωπεύεται εις ωρισμένην ποσότητα νήματος. + +Εκείνο, όπερ ενταύθα έχει μεγάλην σπουδαιότητα, είναι ότι κατά την +διάρκειαν της μετατροπής του βάμβακος εις νήμα, δεν δαπανάται ή ο +κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας. Εάν υπό τας κοινωνικάς +συνθήκας, δηλαδή υπό τας συνθήκας των κοινωνικών όρων της +παραγωγής, δέον όπως επί μίαν ώραν εργασίας Α λίτραι βάμβακος +μετατραπούν εις Β λίτρας νήματος, δεν υπολογίζεται ως ημέρα +εργασίας 12 ωρών ή η μετατρέπουσα 12 Χ Α λίτρας βάμβακος εις 12 Χ +Β λίτρας νήματος. Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας είνε +πράγματι ο μόνος όστις υπολογίζεται εν τω σχηματισμώ της αξίας. + +Θα παρατηρήση τις ότι όχι μόνον η εργασία, αλλ' ωσαύτως τα μέσα +της παραγωγής και το προϊόν ήλλαξαν ήδη ρόλον. Η πρώτη ύλη +ποτίζεται διά ποσότητός τινος εργασίας. Είναι αληθές ότι η +απορρόφησις αύτη δεν μετατρέπεται εις νήμα, γνωστού όντος ότι η +ζώσα δύναμις του εργάτου εδαπανήθη υπό μορφήν πλεξίματος, το +προϊόν όμως εις νήμα δεν χρησιμεύει ή ως βαθμόμετρον δεικνύον την +ποσότητα της υπό του βάμβακος απορροφηθείσης εργασίας: π. χ. 10 +λίτραι νήματος θα δεικνύουν 6 ώρας εργασίας και 1 ώρα αναγκαιοί +διά το πλέξιμον 1 λίτρας και 2/3 βάμβακος. Ποσότητές τινες +προϊόντος καθωρισθείσαι συμφώνως προς τα δεδομένα της πείρας δεν +αντιπροσωπεύουν ή τας μάζας της στερεοποιηθείσης εργασίας — την +υλοποίησιν μιας ώρας, 2 ωρών, μιας ημέρας κοινωνικής εργασίας. + +Το ότι η εργασία είναι κλώσις, η ύλη βάμβαξ και το κλωσθέν νήμα, +τούτο είναι όλως αδιάφορον, ως είναι αδιάφορον εάν το αντικείμενον +της εργασίας ήτο πρώτης ύλης προϊόν. Εάν ο εργάτης, αντί να +απασχολήται εις την νηματουργίαν, χρησιμοποιηθή εις μεταλλείον +γαιανθράκων, η φύσις θα του εχορήγει το αντικείμενον της εργασίας +του. Εν τούτοις &ποσοστόν τι& ωρισμένου γαιάνθρακος εξαχθέν εκ του +στρώματός του, είς στατήρ π. χ. θ' αντεπροσώπευε καθωρισμένον +&ποσοστόν& απορροφηθείσης εργασίας. + +Κατά την πώλησιν της εργατικής δυνάμεως υπεννοείτο ότι η ημερησία +αξία του 3 φράγκα ποσόν χρυσού, εν ώ ενσωματούνται 6 ώραι +εργασίας, — και ότι, κατά συνέπειαν πρέπει να καταβληθή εργασία 6 +ωρών, διά να παραχθή το μέσον ποσόν των αναγκαίων διατροφών διά +την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου. Όπως ο κλώστης μας +μετατρέπει εντός 1 ώρας 1 λίτραν 2/3 βάμβακος εις 1 λ. 2/3 νήμα, +ούτω 0ά μετατρέψη εντός 6 ωρών 10 λίτρ. βάμβακος εις 10 λίτρ. +νήματος (45). + +Κατά την διάρκειαν της κλώσεώς του, ο βάμβαξ απορροφά όθεν ο ώρας +εργασίας· Ο αυτός χρόνος εργασίας καθορίζεται και ποσόν τι χρυσού +3 φράγκων ο κλώστης προσέθεσεν όθεν εις τον βάμβακα αξίαν 3 +φράγκων. + +Ας υπολογίσωμεν τώρα την ολικήν αξίαν του προϊόντος. Αι 10 λίτραι +νήματος περιέχουν δύο ημέρας και ημίσειαν εργασίας· βάμβαξ και +κλωστήρ περιέχουν δύο ημέρας· ημίσεια ημέρα απερροφήθη διά το +κλώσιμον. Το αυτό ποσόν εργασίας καθορίζεται εις μάζαν χρυσού 15 +φράγκων. Η τιμή των 15 φράγκων εκφράζει όθεν την ακριβή αξίαν των +10 λιτρών νήματος, η τιμή του 1 φρ. 50 την τιμήν μιας λίβρας. + +Ο κεφαλαιούχος μας μένει τότε άναυδος. Η αξία του προϊόντος +ισούται με την αξίαν του χορηγηθέντος κεφαλαίου. Η χορηγηθείσα +αξία δεν εγέννησε υπεραξίαν και το χρήμα κατά συνέπειαν, δεν +μετεμορφώθη εις κεφάλαιον. + +Η τιμή των 10 λιτρών νήματος είναι 15 φράγκα και 15 φράγκα +εδαπανήθησαν εις την αγοράν διά τα συστατικά στοιχεία του +προϊόντος, ή, όπερ είναι το ίδιον, διά τους παράγοντας της +εκτελέσεως της εργασίας, 10 φράγκα διά τον βάμβακα, 2 φράγκα διά +την φθοράν των κλωστήρων και 3 φράγκα διά την εργατικήν δύναμιν. +Εις ουδέν χρησιμεύει η εξόγκωσις της αξίας του νήματος, διότι αύτη +δεν είναι ή το ποσόν των αξιών των πρότερον διενεμηθεισών επί των +παραγόντων των, προσθέτοντες όθεν ταύτην, δεν την πολλαπλασιάζομεν +(46). + +Πάσαι αι αξίαι αύται έχουν ήδη συγκεντρωθή επί ενός αντικειμένου, +ήσαν όμως το ποσόν των 15 φράγκων και πριν ή ο κεφαλαιούχος τας +εξαγάγη εκ του θυλακίου του διά να τας υποδιαιρέση εις τρεις +αγοράς. + +Ουδέν το περίεργον εν τω αποτελέσματι τούτω. Η αξία μιας λίτρας +νήματος αντιστοιχεί με 1 φρ. 50, εις δε την αγοράν ο κεφαλαιούχος +μας θα αναγκασθή να πληρώση 15 φράγκα διά 10 λίτρας νήματος. Είτε +αγοράζει ετοίμην την οικίαν του ή ο ίδιος αναλαμβάνει να την κτίση +ιδίαις του δαπάναις, ουδεμία εκ των πράξεων τούτων δεν θ' αυξήση +το χρησιμοποιηθέν διά την απόκτησιν της οικίας του ταύτης χρήμα. + +Ο κεφαλαιούχος, έφιππος επί της κοινής πολιτικής του οικονομίας, +θα κραυγάση ίσως ότι εχορήγησε το χρήμα του με την πρόθεσιν να το +πολλαπλασιάση. Αλλ' η οδός της κολάσεως είναι εστρωμένη με +ευσεβείς πόθους και ουδείς δύναται να τον εμποδίση να δημιουργήση +χρήμα χωρίς να παραγάγη. Ορκίζεται ότι δεν θα αποπλανηθή πλέον εις +το μέλλον θα αγοράση εις την αγοράν εμπορεύματα έτοιμα αντί να τα +κατασκευάση ο ίδιος. Αλλ' εάν όλοι οι κεφαλαιούχοι, ενεργήσουν +παρομοίως, τότε πώς θα ευρεθούν τα εμπορεύματα εις την αγοράν; Εν +τούτοις δεν δύναται να φάγη το χρήμα του. Άρχεται τότε να μας +κατηχή. Έπρεπε να ληφθή υπ' όψιν η αποχή του, ενώ κάλλιστα θα +ηδύνατο να διασκεδάση με τα 15 του φράγκα· αντί τούτου τα +κατηνάλωσε παραγωγικώς και παρήγαγε νήμα. Είναι αληθές, αλλ' είναι +επίσης αληθές ότι έχει νήμα και ουχί τύψιν συνειδότος. Ας λάβη τα +μέτρα του διά να μη υποστή την τύχην του θησαυριστού, ο οποίος μας +απέδειξε πού οδηγεί ο ασκητισμός. + +Άλλως τε εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτε, ο βασιλεύς χάνει τα +δικαιώματά του. Όσον δήποτε αξιόλογος και εάν είναι η αποχή του, +δεν ευρίσκει χρήμα διά να την πληρώση, αφ' ού η αξία του +εμπορεύματος του εξερχομένου εκ της παραγωγής είναι ακριβώς ίση +προς το ποσόν των εισελθουσών εις αυτό αξιών. Η παρηγορητική αύτη +σκέψις ας είναι βάλσαμον δι' αυτόν: η αρετή πληρώνεται μόνον διά +της αρετής. Αλλ' όχι! γίνεται ενοχλητική. Δεν ξεύρει τι να κάμη το +νήμα του. Το παρήγαγε διά την πώλησιν. Ε! λοιπόν ας το πωλήση! ή, +όπερ και απλούστερον, ας μη παραγάγη εις το μέλλον ειμή προϊόντα +αναγκαία διά την ιδίαν του κατανάλωσιν: ο Mac Culloch, του +υπέδειξεν ήδη την πανάκειαν ταύτην έναντι των επιδημικών υπερβολών +της παραγωγής. Ιδού τον εκ νέου λακτίζη· ο εργάτης είχε ποτέ την +σκέψιν να κινήση τον αέρα με τα δέκα του δάκτυλα, να παραγάγη +εμπορεύματα χωρίς τίποτε; αυτός δεν τον εχορήγησε την πρώτην ύλην, +εν τη οποία και διά της οποίας μόνης δύναται να δώση υπόστασιν εις +την εργασίαν του; Και όπως το μεγαλύτερον μέρος της πολιτικής +κοινωνίας αποτελείται από παρομοίους γυμνόποδας, δεν προσέφερε διά +των μέσων της παραγωγής του βάμβακος και του ποσού υπηρεσίαν +τεραστίαν εις την ως άνω κοινωνίαν, και κυρίως εις τον εργάτην εις +τον οποίον εχορήγησε επί πλέον και την διατροφήν; Και να μη λάβη +τίποτε έναντι της υπηρεσίας! Αλλά μήπως ο εργάτης δεν προσέφερεν +υπηρεσίαν εις αντάλλαγμα, μετατροπή εις νήμα, τον βάμβακα και τους +κλωστήρας του; Εξ άλλου δεν πρόκειται ενταύθα περί υπηρεσιών (47). +Η υπηρεσία δεν είναι παρά το ωφέλιμον αποτέλεσμα μιας αξίας +χρήσεως, είτε αύτη είνε εμπόρευμα, είτε εργασία. Πρόκειται μόνον +περί της ανταλλακτικής αξίας. Επλήρωσε εις τον εργάτην αξίαν 3 +φράγκων. Ούτος πάλιν του αποδίδει το ακριβές ισοδύναμον προσθέτων +την αξίαν των 3 φράγκων εις τον βάμβακα, αξίαν αντί αξίας. Ο +κεφαλαιούχος μας λαμβάνει τότε την μετριοπαθή στάσιν ενός εργάτου. +Μήπως και αυτός δεν ειργάσθη επίσης; Η εργασία του της επιβλέψεως +και επιτηρήσεως δεν αποτελεί ωσαύτως αξίαν και ο Διευθυντής του +εργοστασίου του και ο επιστάτης του υψώνουν τους ώμους. Εν τω +μεταξύ ο κεφαλαιούχος προσέλαβε μετά πονηρού μειδιάματος, την +προτέραν του μορφήν. Μας ενέπαιζε με τα παράπονά του. Ούτε +διώβολον δεν δίδει δι' όλα αυτά. + +Αφίνει τας υπεκφυγάς ταύτας, τας κοινάς ταύτας διπλωματικότητας +και τους καθηγητάς της πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι πληρώνονται +διά τούτο, είναι το επάγγελμά των. Αυτός είναι άνθρωπος πρακτικός +και εάν δεν σκέπτεται εις ότι λέγει εκτός των υποθέσεών του, +γνωρίζει πάντοτε τι πράττει εις τας υποθέσεις του. + +Ας παρατηρήσωμεν όμως πλησιέστερον. Η ημερησία αξία της εργατικής +δυνάμεως είναι 3 φρ., διότι χρειάζεται 1/2 ημέρα εργασίας διά την +ημερησίαν παραγωγήν της δυνάμεως ταύτης, ήτοι ότι η αναγκαία +διατροφή διά την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου στοιχίζει 1/2, +ημέραν εργασίας. Αλλ' η παρελθούσα εργασία, την οποίαν η δύναμις +της εργασίας εγκλείει, και η σημερινή εργασία, την οποίαν δύναται +να εκτελέση, αι ημερήσιαι δαπάναι συντηρήσεώς του και η καθ' +εκάστην δαπάνη, είναι δύο πράγματα τελείως διάφορα. + +Τα έξοδα της δυνάμεως καθωρίζουν την ανταλλακτικήν αξίαν, η δαπάνη +της δυνάμεως αποτελεί την αξίαν χρήσεως. Εάν 1/2 ημέρα εργασίας +αρκεί διά να ζήση ο εργάτης επί 24 ώρας, δεν έπεται εκ τούτου ότι +δεν δύναται να εργασθή μίαν ολόκληρον ημέραν. Η αξία την οποίαν +κέκτηται η δύναμις της εργασίας και η αξία την οποίαν δημιουργεί +διαφέρουν όθεν κατά το μέγεθος. Την διαφοράν ταύτην της αξίας ο +κεφαλαιούχος είχεν υπ' όψει, όταν ηγόρασε την εργατικήν δύναμιν. Η +ικανότης αυτής εις την κατασκευήν νήματος ή υποδημάτων, ήτο όρος +sine qua non, διότι η εργασία δέον να δαπανάται υπό χρήσιμον +μορφήν διά να παράγη αξίαν. + +Αλλ' ότι τον έκαμε να αποφασίση ήτο η ειδική χρησιμότης του +εμπορεύματος τούτου, να είναι δηλαδή πηγή αξίας και περισσοτέρας +αξίας απ' ότι κέκτηται αύτη. Ταύτην την ειδικήν υπηρεσίαν ζητεί +παρ' αυτής ο κεφαλαιούχος. Συμμορφούται εν τοιαύτη περιπτώσει με +τους αιωνίους κανόνας της ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Πράγματι ο +πωλητής της εργατικής δυνάμεως, ως ο πωλητής παντός άλλου +εμπορεύματος, πραγματοποιεί την ανταλλακτικήν αξίαν και μετατρέπει +την συνήθη μορφήν. + +Δεν θα επετύγχανε την πρώτην χωρίς να δώση την άλλην. Η αξία +χρήσεως της εργατικής δυνάμεως δεν ανήκει εις τον πωλητήν, όπως +δεν ανήκει εις τον παντοπώλην η αξία χρήσεως του πωληθέντος +ελαίου. Ο άνθρωπος των σκούδων επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της +εργατικής δυνάμεως· η χρήσις της κατά την διάρκειαν της ημέρας, η +εργασία συνεπώς μιας ολοκλήρου ημέρας του ανήκει. Το ότι η +ημερησία συντήρησις της δυνάμεως ταύτης στοιχίζει ημίσειαν ημέραν +εργασίας, ενώ δύναται να λειτουργή και να εργάζεται ολόκληρον την +ημέραν, δηλαδή το ότι η δημιουργηθείσα αξία διά της χρήσεώς της +κατά την διάρκειαν μιας ημέρας, είναι το διπλάσιον ημερησίας +ιδικής της αξίας, τούτο είναι ιδιαιτέρως ευτυχής σύμπτωσις διά τον +αγοραστήν, ίσως όμως δεν βλάπτει και εις τίποτε το δικαίωμα του +πωλητού. + +Ο κεφαλαιούχος μας προείδε την περίπτωσιν, και τούτο είναι και η +αιτία της ευθυμίας του. Ο εργάτης ευρίσκει όθεν εις το εργαστήριον +τα αναγκαία μέσα της παραγωγής διά μίαν ημέραν εργασίας ουχί 6 +αλλά 12 ωρών. + +Αφ' ου 10 λίτραι βάμβακος απερρόφησαν 6 ώρας εργασίας και +μετεβλήθησαν εις 10 λίτρας νήματος, 20 λίτραι βάμβακος θ' +απορροφήσουν 12 ώρας εργασίας και θα μετατραπούν εις 20 λίτρ. +νήματος. Ας εξετάσωμεν ήδη το προϊόν της παραταθείσης εργασίας. Αι +20 λίτρ. νήματος περιέχουν 5 ημέρας εργασίας εκ των οποίων +τέσσαρες επραγματοποιήθησαν εις τον βάμβακα και τους +καταναλωθέντας κλωστήρας. Όθεν η νομισματική έκφρασις των 5 ημερών +εργασίας είναι 30 φράγκα. Αύτη είναι όθεν η τιμή των 20 λίτρ. +νήματος. Μία λίτρα νήματος στοιχίζει νυν ως και πρότερον 1 φρ. 50. +Αλλά το ποσόν της αξίας των χρησιμοποιηθέντων εμπορευμάτων εν τη +πράξει δεν υπερβαίνει τα 27 φράγκα και η αξία του νήματος φθάνει +τα 30 φράγκα. Η αξία του προϊόντος ηύξησε κατά 1/9 επί της +χορηγηθείσης αξίας διά την παραγωγήν του. Τα χορηγηθέντα 27 φράγκα +μετεβλήθησαν ήδη εις 30 φράγκα. Εγέννησαν μίαν υπεραξίαν 3 +φράγκων· ο κύκλος έγινε. Το χρήμα μετεμορφώθη εις κεφάλαιον. + +Το πρόβλημα ελύθη καθ' ολοκληρίαν ο νόμος των ανταλλαγών ετηρήθη +αυστηρώς· ισοδύναμον προς ισοδύναμον. Εις την αγοράν, ο +κεφαλαιούχος αγοράζει εις την ακριβή του αξίαν παν εμπόρευμα — +βάμβακα, κλωστήρας, εργατικήν δύναμιν. Κατόπιν πράττει ό,τι πας +αγοραστής, καταναλίσκει την αξίαν της χρήσεως. Η κατανάλωσις της +εργατικής δυνάμεως, ούσα ταυτοχρόνως και παραγωγή εμπορευμάτων +αποδίδει προϊόν 20 λιτρών νήματος εχουσών αξίαν 30 φράγκων. Τότε ο +κεφαλαιούχος ο αφήσας την αγοράν ως αγοραστής επανέρχεται ως +πωλητής. Πωλεί το νήμα προς 1.50 φρ. την λίτραν, ούτε οβολόν κάτω +ή άνω της αξίας των, και εν τούτοις αποσύρει από την κυκλοφορίαν 3 +φράγκα περισσότερα από όσα εχορήγησεν. Η μετατροπή αύτη του +χρήματός του εις κεφάλαιον λαμβάνει χώραν εις την σφαίραν της +κυκλοφορίας. Η κυκλοφορία χρησιμεύει ως ενδιάμεσον. Εκεί, εις την +αγοράν, πωλείται η εργατική δύναμις, διά να καταστή +εκμεταλλεύσιμος εις την σφαίραν της παραγωγής, ένθα καθίσταται +πηγή υπεραξίας, και το παν βαίνει τότε θαυμασίως. + +Η παραγωγή της υπεραξίας δεν είναι όθεν άλλο τι ή παραγωγή αξίας, +παραταθείσα πέραν ωρισμένου σημείου. Εάν η εκτέλεσις της εργασίας +διαρκέση μέχρι του σημείου εις το οποίον η αξία της εργατικής +δυνάμεως πληρωθείσα υπό του κεφαλαίου, αντικατασταθή υπό νέου +ισοδυνάμου, τότε απλώς μόνον παραγωγή αξίας υφίσταται. Όταν +υπερβαίνει το όριον τούτο, υπάρχει παραγωγή υπεραξίας. + +Εξετάζοντες την παραγωγήν της υπεραξίας, υπεθέσαμεν ότι η +οικειοποιηθείσα εργασία υπό του κεφαλαίου, είναι μέση απλή +εργασία. Η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλε τίποτε. Ας +υποθέσωμεν π. χ. ότι η εργασία του κλώστου συγκρινομένη προς την +του κοσμηματοπώλου είναι εργασία εις ανωτέραν δύναμιν, ότι η μία +είναι κοινή εργασία και η άλλη ειδική εργασία, ένθα εκδηλούται ως +δύναμις δυσκολωτέρα εις τον σχηματισμόν, και ήτις όμως αποδίδει +εις τον αυτόν χρόνον περισσοτέραν αξίαν. Οποιοσδήποτε όμως και εάν +είναι ο βαθμός της διαφοράς μεταξύ των δύο τούτων εργασιών, η +μερίς της εργασίας ένθα ο κοσμηματοπώλης παράγει υπεραξίαν διά τον +κύριόν του, δεν διαφέρει εις τίποτε ποσοτικώς από την μερίδα της +εργασίας ένθα αντικαθιστά με την αξίαν του ιδίου του ημερομισθίου. +Νυν όπως και πρότερον, η υπεραξία δεν προέρχεται ως εκ της +παραταθείσης διαρκείας της εργασίας, είτε του κλώστου είτε του +κοσμηματοπώλου (48). + +Αφ' ετέρου, όταν πρόκειται περί παραγωγής αξίας, η ανωτέρα εργασία +δέον πάντοτε να περιορίζεται εις τον μέσον όρον της κοινωνικής +εργασίας, π. χ. μία ημέρα ειδικής εργασίας και 2 ημέραι απλής +εργασίας. Εάν οι έχοντες συναίσθησιν του προορισμού των +οικονομολόγοι διεμαρτυρήθησαν εναντίον της αυθαιρέτου ταύτης +βεβαιώσεως, δεν δυνάμεθα να απαντήσωμεν ή διά της γερμανικής +παροιμίας ότι «τα δένδρα τους εμποδίζουν να ίδουν το δάσος!». +Εκείνο το οποίον κατηγορούν ως τεχνητήν ανάλυσιν, είναι απλούστατα +μέθοδος, ήτις εφαρμόζεται καθ' εκάστην εις πάσαν γωνίαν της γης. +Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων εμπορευμάτων αδιακρίτως +εκφράζονται εις νόμισμα, δηλ. είς τινα μάζαν χρυσού ή αργύρου. Ως +εκ τούτου αι διάφοροι ημέραι της εργασίας αντιπροσωπευύμεναι υπό +των αξιών τούτων, περιωρίσθησαν υπό διαφόρους αναλογίας, εις ποσά +καθορισθέντα υπό ενός μόνον και εις δύο είδη κοινής εργασίας, της +εργασίας, ήτις παράγει τον χρυσόν ή τον άργυρον. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VIII. + +ΣΤΑΘΕΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ + + + +Οι διάφοροι παράγοντες της εκτελέσεως της εργασίας λαμβάνουν +διάφορον μέρος εις τον σχηματισμόν της αξίας των εμπορευμάτων. + +Ο εργάτης μεταδίδει μίαν νέαν αξίαν εις το αντικείμενον της +εργασίας διά της προσθήκης μιας νέας δόσεως εργασίας, οιοσδήποτε +και εάν είναι ο ωφέλιμος χαρακτήρ. Εξ άλλου, επανευρίσκομεν τας +αξίας των μέσων της παραγωγής των καταναλωθέντων ως στοιχείων εν +τη αξία του νήματος. + +Η μεταβίβασις αύτη λαμβάνει χώραν κατά το διάστημα της εργασίας, +κατά την διάρκειαν της μετατροπής των μέσων της παραγωγής εις +προϊόν. Η εργασία είναι όθεν το ενδιάμεσον. Αλλά κατά τίνα τρόπον; + +Ο εργάτης δεν εργάζεται διπλασίως κατά το αυτό χρονικόν διάστημα, +άπαξ διά να προσθέση μίαν νέαν αξίαν εις τον βάμβακα, και είτα διά +να διατηρήση την παλαιάν, ή όπερ έν και το αυτό, διά να μεταβιβάση +εις το προϊόν, εις το νήμα, την αξίαν των κλωστήρων τους οποίους +φθείρει και την του βάμβακος τον οποίον μετατρέπει. Ούτω διά της +απλής προσθήκης μιας νέας αξίας διατηρεί την παλαιάν. Αλλ' όπως η +προσθήκη μιας νέας αξίας εις το αντικείμενον της εργασίας και η +διατήρησις των παλαιών αξιών εις το προϊόν είναι δυο αποτελέσματα +τελείως διάφορα, τα οποία ο εργάτης επιτυγχάνει εις το αυτό +χρονικόν διάστημα, ούτω το διπλούν τούτο αποτέλεσμα δεν δύναται +προφανώς να απορρέη ή εκ του διπλού χαρακτήρος της εργασίας του. Η +εργασία αυτή, δέον κατά την αυτήν στιγμήν, δυνάμει ιδιότητος τινος +να δημιουργήση, και δυνάμει μιας άλλης ιδιότητος, να διατηρήση ή +να μεταβιβάση την αξίαν. + +Πώς ο εργάτης προσθέτει εργασίαν και κατά συνέπειαν αξίαν; Υπό +μορφήν χρησίμου εργασίας και μόνον υπό την μορφήν ταύτην, ο +κλώστης προθέτει εργασίαν κλώθων, ο υφαντουργός, υφαίνων, ο +σιδηρουργός, εργαζόμενος τον σίδηρον. Αλλ' ακριβώς η μορφή αύτη +της νηματουργίας κτλ. εν μια λέξει η ειδική παραγωγική μορφή, εν +τη οποία η εργατική δύναμις εδαπανήθη, αύτη μετατρέπει τα μέσα της +παραγωγής, ως ο βάμβαξ και ο κλωστήρ, κλωστή και επάγγελμα +υφαντού, σίδηρος και άκμων, εις μορφικά στοιχεία ενός προϊόντος, +μιας νέας αξίας χρήσεως. Η παλαιά μορφή της αξίας των χρήσεων +εξαφανίζεται μόνον διά να ενδυθή μίαν νέαν αξίαν. Όθεν, είδομεν +ότι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν είδους τινός, +περιλαμβάνει ωσαύτως τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την +παραγωγήν των καταναλωθέντων ειδών εν τη ενεργεία της παραγωγής. +Με άλλους λόγους, ο αναγκαίος χρόνος διά την δημιουργίαν των +καταναλωθέντων μέσων της παραγωγής, υπολογίζεται εις το νέον +προϊόν. + +Ο εργάτης διατηρεί όθεν την αξίαν των καταναλωθέντων μέσων της +παραγωγής, την μεταβιβάζει εις το προϊόν ως συστατικόν μέρος της +αξίας του, όχι διότι προσθέτει γενικώς εργασίαν, αλλά διά τον +χρήσιμον χαρακτήρα, διά την παραγωγικήν μορφήν της προστεθείσης +ταύτης εργασίας. Εφ' όσον είναι χρήσιμος, εφ' όσον είναι +παραγωγική δραστηριότης, η εργασία, διά της απλής επαφής της μετά +των μέσων της παραγωγής, τα ανασταίνει εκ νεκρών, τα δημιουργεί +παράγοντας της ιδίας της κινήσεως και ενούται μετ' αυτών διά ν' +αποτελέση προϊόντα. + +Εάν η ειδική παραγωγική εργασία του εργάτου δεν ήτο το κλώσιμον, +δεν θα έκαμε νήμα και κατά συνέπειαν, δεν θα τοις μετεβίβαζε τας +αξίας του βάμβακος και του κλωστήρος. Αλλά διά μίαν ημέραν +εργασίας, ο αυτός εργάτης, εάν αλλάξη επάγγγελμα και γίνη π. χ. +λεπτουργός, θα προσθέση ην ως και πρότερον αξίαν εις ύλας. +Προσθέτει όθεν διά της εργασίας του θεωρουμένης ουχί ως εργασίας +υφαντουργού ή λεπτουργού, αλλ' ανθρωπίνης εργασίας γενικώς, και +προσθέτει μίαν ωρισμένην ποσότητα αξίας, ουχί διότι η εργασία του +έχει ιδιαίτερον χρήσιμον χαρακτήρα αλλά διότι διαρκεί χρονικόν τι +διάστημα. + +Δυνάμει λοιπόν της γενικής αφηρημένης ιδιότητός της, ως δαπάνης +ζωτικής ανθρωπίνης δυνάμεως, η εργασία του κλώστου προσθέτει μίαν +νέαν αξίαν εις τας αξίας του βάμβακος και του κλωστήρος και +δυνάμει της ιδιαιτέρας συγκεκριμένης ιδιότητός της, της χρησίμου +ιδιότητος ως κλωσίματος, μεταβιβάζει την αξίαν των μέσων τούτων +της παραγωγής εις το προϊόν και την διατηρεί ούτω εν αυτώ. Εκείθεν +ο απλούς χαρακτήρ του αποτελέσματός του εν τω αυτώ χρονικώ +διαστήματι. + +Διά μιας απλής προσθήκης, διά μιας ποσότητος νέας εργασίας, μία +νέα αξία προστίθεται. Διά της ποιότητος της προστεθείσης εργασίας, +αι παλαιαί αξίαι των μέσων της παραγωγής διατηρούνται εις το +προϊόν. Το διπλούν τούτο αποτέλεσμα της ιδίας εργασίας, κατόπιν +του διπλού του χαρακτήρος, καθίσταται αντιληπτόν εις πληθώραν +φαινομένων. + +Υποθέσατε ότι μία οιαδήποτε εφεύρεσις επιτρέπει εις τον εργάτην να +κλώθη εις 6 ώρας όσον βάμβακα θα έκλωθεν άλλοτε εις 36. Ως +χρήσιμος δραστηριότης, παραγωγική, η δύναμις της εργασίας του +εξαπλασιάσθη και το προϊόν του είναι 6άκις μεγαλύτερον, 36 λίτρ. +νήματος αντί 6. Αλλ' αι 36 λίτραι βάμβακος δεν απορροφούν +περισσοτέραν εργασίαν, απ' όσην απερρόφουν 6 εν τη πρώτη +περιπτώσει. Τοις προσετέθη μόνον 1/6 εργασίας, την οποίαν θ' +απήτει η παλαιά μέθοδος και κατά συνέπειαν 1/6 μόνον νέας αξίας. +Εξ άλλου η εξαπλασία αξία του βάμβακος υφίσταται νυν εις το +προϊόν, 36 λίτραι νήμα. Κατά τας 6 ώρας κλωστικής εργασίας, μία +αξία εξάκις μεγαλυτέρα εις πρώτας ύλας, διετηρήθη και μετεβιβάσθη +εις το προϊόν, αν και η νέα αξία προστεθείσα εις αυτήν ταύτην την +αξίαν, είναι εξάκις μικροτέρα. + +Τούτο αποδεικνύει πως η ιδιότης, δυνάμει της οποίας η εργασία +διατηρεί αξίαν, είναι ουσιωδώς διάφορος της ιδιότητος, δυνάμει της +οποίας δημιουργεί αύτη αξίαν. Όσον περισσοτέρα αναγκαία εργασία +μεταβιβάζεται κατά το κλώσιμον εις την αυτήν ποσότητα του +βάμβακος, τόσον μεγαλυτέρα είναι η νέα αξία η προστιθεμένη εις +αυτό. Αλλ' όσον περισσότεραι λίτραι βάμβακος κλώθονται εις τον +αυτόν χρόνον εργασίας, τόσον μεγαλυτέρα είναι η παλαιά αξία η +διατηρουμένη εις το προϊόν. + +Ας υποθέσωμεν τουναντίον, ότι η παραγωγικότης της εργασίας +παραμένει σταθερά, ότι χρειάζεται κατά συνέπειαν εις τον κλώστην +πάντοτε ο αυτός χρόνος διά να μετατρέψη μίαν λίτραν βάμβακος εις +νήμα, αλλ' ότι η ανταλλακτική αξία του βάμβακος ποικίλλει και ότι +μία λίτρα βάμβακος αξίζει 6άκις περισσότερον ή ολιγώτερον από +άλλοτε. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο κλώστης εξακολουθεί να +προσθέτη το αυτό &ποσοστόν& εργασίας εις την αυτήν ποσότητα +εργασίας, ήτοι την αυτήν αξίαν, και εις τας δύο περιπτώσεις +παραγάγει κατά τον αυτόν χρόνον την αυτήν ποσότητα νήματος. Εν +τούτοις η αξία την οποίαν μεταβιβάζει εκ του βάμβακος εις το νήμα, +ως προϊόν, είναι εις την μίαν περίπτωσιν 6άκις μικροτέρα και εις +την άλλην 6άκις μεγαλυτέρα από άλλοτε. Το αυτό συμβαίνει όταν τα +εργαλεία της εργασίας ακριβαίνουν ή ευθηναίνουν, αλλ' αποδίδουν +πάντοτε την αυτήν υπηρεσίαν. + +Εάν αι τεχνικαί συνθήκαι της κλωστικής παραμένουν αι αυταί, τα δε +μέσα της παραγωγής ουδεμίαν υφίστανται αλλαγήν αξίας, ο κλώστης +εξακολουθεί να καταναλίσκη, εις δεδομένους χρόνους, δεδομένας +ποσότητας πρώτης ύλης και μηχανών των οποίων η αξία παραμένει κατά +συνέπειαν πάντοτε η αυτή. Η αξία την οποίαν διατηρεί εις το προϊόν +είναι τότε κατ' ευθύν λόγον της νέας αξίας την οποίαν προσθέτει. +Εις δύο εβδομάδας, προσθέτει δις περισσοτέραν εργασίαν από όσην +εντός μιας εβδομάδος, όθεν δις περισσοτέραν αξίαν, και συγχρόνως +φθείρει δις περισσοτέρας μηχανάς. Διατηρεί ούτω εις το προϊόν των +δύο εβδομάδων δις περισσοτέραν αξίαν ή εις το προϊόν μιας μόνον. +Υπό συνθήκας αμεταβλήτους ο εργάτης διατηρεί τόσον περισσοτέραν +αξίαν όσον περισσοτέραν προσθέτει. Εν τούτοις, δεν διατηρεί +περισσοτέραν αξίαν διότι προσθέτει περισσοτέραν, αλλά διότι την +προσθέτει εις αμεταβλήτους και ανεξαρτήτους περιστάσεις της +εργασίας του. + +Εν τούτοις, δυνάμεθα να είπωμεν, εις σχετικήν έννοιαν, ότι ο +εργάτης διατηρεί πάντοτε παλαιάς αξίας, εφ' όσον προσθέτει μίαν +νέαν αξίαν. Τώρα, εάν ο βάμβαξ υψωθή ή καταπέση κατά 1 φράγκον, η +αξία του, η διατηρηθείσα εις το προϊόν μιας ώρας, ουδέποτε θα +είναι η αξία η οποία ευρίσκεται εις το προϊόν των δύο ωρών. Ούτω, +εάν η παραγωγικότης της εργασίας ποικίλλει, εάν αυξηθή ή ελαττωθή, +θα κλώση εις μίαν ώραν π. χ. περισσότερον ή ολιγώτερον βάμβακα από +πρότερον, και κατά συνέπειαν θα διατηρήση εις το προϊόν μιας ώρας +την αξίαν του περισσοτέρου ή του ολιγωτέρου βάμβακος. Αλλ' εν +οιαδήποτε περιπτώσει, θα διατηρήση πάντοτε εις δύο ώρας εργασίας +δις περισσοτέραν αξίαν παρ' όσην εν μια μόνη. + +Αφαιρουμένης της καθαράς συμβολικής παραστάσεώς της, η αξία δεν +υφίσταται ή ως χρήσιμον πράγμα, ως αντικείμενον (αυτός ο άνθρωπος, +ως απλή ύπαρξις δυνάμεως εργασίας, είναι φυσικόν αντικείμενον ζων +και συνειδητόν, και η εργασία δεν είναι ειμή εξωτερική εκδήλωσις, +υλική, της δυνάμεως ταύτης). Εάν όθεν η αξία χρήσεως απόλλυται, η +ανταλλακτική αξία απόλλυται επίσης. Τα μέσα της παραγωγής τα οποία +χάνουν την αξίαν της χρήσεως, δεν χάνουν συγχρόνως την αξίαν των, +διότι η τέλεσις της εργασίας τους κάμνει να χάνουν την αρχικήν των +μορφήν χρησιμότητος διά να τους δώση εις το προϊόν την μορφήν μιας +νέας χρησιμότητος. Και πόσον σημαντική είναι διά την αξίαν η +ύπαρξις της εντός οιουδήποτε χρησίμου αντικειμένου, η μεταμόρφωσις +των εμπορευμάτων μας απέδειξε ότι ολίγον ενδιαφέρεται τι είδους +είναι το αντικείμενον. Έπεται εκ τούτου ότι το προϊόν δεν απορροφά +εις το διάστημα της εργασίας την αξίαν του μέσου της παραγωγής, ή +εφ' όσον τούτο, χάνει την χρησιμότητά του, χάνει επίσης την αξίαν +του. Δεν μεταβιβάζει εις το προϊόν ειμή την αξίαν την οποίαν χάνει +ως μέσον παραγωγής. Αλλ' υπό την άποψιν ταύτην οι υλικοί +παράγοντες της εργασίας συμπεριφέρονται διαφοροτρόπως. + +Ο άνθραξ διά του οποίου θερμαίνει την μηχανήν εξαφανίζεται χωρίς +να αφήση ίχνος, ομοίως το λίπος διά του οποίου λιπαίνουν τον άξονα +του τροχού και ούτω καθεξής. Τα χρώματα και άλλαι βοηθητικαί ύλαι, +εξαφανίζονται επίσης, αλλ' εμφανίζονται εις τας ιδιότητας του +προϊόντος, του οποίου η πρώτη ύλη αποτελεί την ουσίαν, αλλ' αφού +ήλλαξε μορφήν. Πρώται ύλαι και βοηθητικαί ύλαι χάνουν όθεν την +όψιν την οποίαν είχον εισερχόμεναι ως αξίαι χρήσεως εν τη +εκτελέσει της εργασίας. Άλλως όμως συμβαίνει διά τα κυρίως +εργαλεία. Έν οιονδήποτε εργαλείον, μία μηχανή, έν εργοστάσιον, έν +δοχείον, δεν χρησιμεύουν εις την εργασίαν ειμή κατά τον χρόνον τον +οποίον διατηρούν την αρχικήν των μορφήν. + +Όπως και κατά τον βίον των, δηλαδή κατά το διάστημα της εργασίας, +διατηρούν την κυρίαν μορφήν των έναντι του προϊόντος, ούτω +διατηρούν αυτήν και μετά τον θάνατόν των. Τα πτώματα των μηχανών, +των εργαλείων, των εργαστηρίων κτλ. εξακολουθούν υφιστάμενα +ανεξαρτήτως και κεχωρισμένως των προϊόντων τα οποία συνέβαλλον εις +την κατασκευήν. + +Εάν θεωρήσωμεν ολόκληρον την περίοδον κατά οποίαν εργαλείον τι +εργασίας εκτελεί την υπηρεσίαν του, από της ημέρας της εισόδου του +εις το εργαστήριον μέχρι της ημέρας καθ' ην τίθεται εν αχρηστία, +βλέπομεν ότι η αξία του χρήσεως κατά την περίοδον ταύτην +κατηναλώθη εξ ολοκλήρου υπό της εργασίας και κατά συνέπειαν, η +αξία του μετεβιβάσθη εξ ολοκλήρου εις το προϊόν. Μία κλωστική +μηχανή π. χ. διήρκεσε μίαν δεκαετίαν; Κατά την δεκαετή λειτουργίαν +της η ολική της αξία ενεσωματώθη εις τα προϊόντα των δέκα ετών. Η +περίοδος της ζωής ενός τοιούτου εργαλείου περιλαμβάνει ούτω ένα +μεγαλύτερον ή μικρότερον αριθμόν ιδίων εργασιών αδιακόπως +ανανεουμένων τη βοηθεία των. + +Και το όργανον της εργασίας είναι όπως ο άνθρωπος. Έκαστος +αποθνήσκει ανά πάσαν ημέραν 24 ωρών. Είναι όμως αδύνατον να +γνωρίσωμεν εις την απλήν όψιν ενός ανθρώπου πόσον ημερών είναι +νεκρός. + +Τούτο εν τούτοις δεν εμποδίζει τας ασφαλιστικάς εταιρίας να +εξάγουν εκ της μέσης ζωής του ανθρώπου συμπεράσματα ασφαλέστατα +και όπερ περισσότερον τους ενδιαφέρει, συμπεράσματα επικερδή. +Επίσης είναι εκ πείρας γνωστόν πόσον χρόνον, κατά μέσον όρον, +διαρκεί έν όργανον εργασίας π. χ. μία μηχανή κλωστικής. Εάν +υποθέσωμεν ότι η χρησιμότης διατηρείται 6 μόνον ημέρας εις την +τεθείσαν εις ενέργειαν εργασίαν, χάνει καθ' εκάστην, κατά μέσον +όρον, 1/6 της αξίας της χρήσεως και μεταβιβάζει κατά συνέπειαν 1/6 +της ανταλλακτικής του αξίας εις το ημερήσιον προϊόν. Ούτω +υπολογίζεται η ημερησία φθορά όλων των οργάνων της εργασίας και +εκείνο το οποίον καθ' εκάστην μεταβιβάζουν εκ της ιδίας των αξίας +εις την αξίαν του προϊόντος. + +Βλέπομεν ενταύθα κατά τρόπον λίαν εμφαντικόν, ότι μέσον τι +παραγωγής ουδέποτε μεταβιβάζει εις το προϊόν περισσοτέραν αξίαν +απ' όσην χάνει το ίδιον διά της εξαφανίσεώς του κατά το διάστημα +της εργασίας. Εάν δεν υπήρξε καμμία αξία διά να χαθή, ήτοι εάν το +ίδιον δεν ήτο προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας, δεν θα ηδύνατο να +μεταδώση εις το προϊόν καμμίαν αξίαν. Θα εχρησίμευεν εις το να +σχηματίση συνήθη αντικείμενα χωρίς να χρησιμεύση διά τον +σχηματισμόν αξιών. + +Η περίπτωσις αύτη παρουσιάζεται με όλα τα μέσα της παραγωγής, τα +οποία παράγει η φύσις, χωρίς ο άνθρωπος να υπολογίζεται, με την +γην, το ύδωρ, τον άνεμον, τον σίδηρον εν τη μεταλλική βλάβη, το +ξύλον εις το πρωτόγονον δάσος κ. ο. κ. + +Συναντώμεν ενταύθα έν άλλο σημαντικόν φαινόμενον. Ας υποθέσωμεν +ότι μία μηχανή αξίζει π. χ. 1000 φράγκα και ότι φθείρεται εις 1000 +ημέρας· εν τοιαύτη περιπτώσει μεταβιβάζεται καθ' εκάστην εις το +ημερήσιον προϊόν της· αλλ' η μηχανή, αν και με πάντοτε +ελαττουμένην ζωτικότητα, λειτουργεί πάντοτε ολόκληρος εν τη πορεία +της εργασίας. Όθεν, αν είς παράγων εργασίας εισέρχεται ολόκληρος +εις την παραγωγήν αξίας χρήσεως, τότε εισέρχεται μερικώς εις τον +σχηματισμόν της αξίας. Η διαφορά μεταξύ των δύο τούτων έργων, +αντανακλά ούτως εις τους υλικούς παράγοντας, αφού εις την αυτήν +πράξιν έν και μόνον μέσον παραγωγής υπολογίζεται ακεραίως ως +στοιχείον πρώτου έργου και κατά τμήματα μόνον ως στοιχείον του +δευτέρου. + +Αντιθέτως, έν μέσον παραγωγής δύναται να εισέλθη ολόκληρον εν τω +σχηματισμώ της αξίας, αν και μερικώς μόνον εν τη παραγωγή των +αξιών χρήσεως, επί 115 λίτρ. βάμβακος, 15 θα χαθούν, δηλαδή +αίτινες απετέλουν αντί νήματος εκείνο το οποίον οι Άγγλοι +ονομάζουν την σκόνιν του διαβόλου (devil's durt). Εάν εν τούτοις η +απόρριψις του 1% είναι κοινωνική και αναπόφευκτος εν τη κατασκευή, +η αξία των 15 τούτων λιτρών βάμβακος, αι οποίαι δεν αποτελούν +ουδέν στοιχείον νήματος, εισέρχεται πάντως εν τη αξία του όπως αι +100 λίτρ. αι οποίαι αποτελούν την ουσίαν του. Δέον όπως 15 λίτραι +βάμβακος εξακολουθούν διά να δυνηθούν να κατασκευάσουν 100 λίτρ. +νήματος. + +Και ακριβώς διότι η απώλεια αύτη είναι είς όρος της παραγωγής, διά +τούτο ο απωλεσθείς βάμβαξ μεταβιβάζει εις το νήμα την αξίαν του. +Και συμβαίνει το αυτό διά πάντα τα περιττώματα της εργασίας. Εφ' +όσον εννοείται δεν χρησιμεύουν πλέον εις τον σχηματισμόν νέων +μέσων παραγωγής και συνεπώς νέων αξιών χρήσεως. Ούτω, βλέπομεν, +εις τα μεγάλα εργοστάσια του Manchester, όρη ολόκληρα περιττωμάτων +σιδήρου, αφαιρεθέντα παρά τεραστίων μηχανών ως ροκανίδια υπό της +ροκάνης, να μεταβαίνουν το εσπέρας από το εργοστάσιον εις το +χυτήριον και να επανέρχονται την επαύριον εκ του χυτηρίου εις το +εργοστάσιον εις μάζας όγκων σιδήρου. + +Τα μέσα της παραγωγής δεν μεταβιβάζουν την αξίαν εις το νέον +προϊόν ή εφ' όσον χάνουν από την παλαιάν μορφήν των χρησιμότητος. + +Το μάξιμουμ της αξίας την οποίαν δύνανται να χάσουν κατά την +διάρκειαν της εργασίας, έχει ως όριον το μέγεθος της αρχικής αξίας +την οποίαν είχον εισερχόμενα εν τη πράξει, ή τον χρόνον τον οποίον +απήτησεν η παραγωγή των. Τα μέσα της παραγωγής δεν δύνανται όθεν +να προσθέσουν εις το προϊόν περισσοτέραν αξίαν εκείνης ην κατέχουν +τα ίδια. Οιαδήποτε και εάν είναι η χρησιμότης μιας πρώτης ύλης, +μιας μηχανής, ενός μέσου παραγωγής, εάν στοιχίζη 150 λουδοβίκια +ήτοι πεντακοσίας ημέρας εργασίας, δεν προσθέτει εις το ολικόν +προϊόν εις τον σχηματισμόν του οποίου συμβάλλει, ποτέ περισσότερα +από 150 λουδοβίκια. Η αξία του καθορίζεται ουχί υπό της εργασίας, +ένθα εισέρχεται ως μέσον παραγωγής, αλλά δι' εκείνης εξ ου +εξέρχεται ως προϊόν. Εν τη πράξει εις την οποίαν το χρησιμοποιούν +δεν χρησιμεύει ή ως αξία χρήσεως, ήτις κέκτηται χρησίμους +ιδιότητας· εάν πριν εισέλθη εις την πράξιν ταύτην, ουδεμίαν +κατείχεν αξίαν, ουδεμίαν αξίαν θα έδιδεν εις το προϊόν. + +Ενώ η παραγωγική εργασία μεταβάλλει τα μέσα της παραγωγής εις +μορφικά στοιχεία ενός νέου προϊόντος, η αξία των υπόκειται εις +είδος τι μετεμψυχώσεως. Μεταβαίνει από του καταναλωθέντος σώματος +εις το άρτι σχηματισθέν. Αλλ' η μεταβίβασις αύτη εκτελείται εν +αγνοία της πραγματικής εργασίας, ο εργάτης δεν δύναται να προσθέση +μίαν νέαν εργασίαν, να δημιουργήση κατά συνέπειαν μίαν νέαν αξίαν, +χωρίς να διατηρήση παλαιάς αξίας, διότι δέον να προσθέση, την +εργασίαν ταύτην υπό χρήσιμον μορφήν, και τούτο δεν δύναται να γίνη +χωρίς να μετατρέψη τα προϊόντα εις μέσα παραγωγής ενός νέου +προϊόντος εις το οποίον μεταβιβάζει ως εκ τούτου την αξίαν των. Η +δύναμις της εργασίας εν δράσει, η ζώσα εργασία, έχει όθεν την +ιδιότητα της διατηρήσεως της αξίας προσθέτουσα αξίαν. Τούτο είναι +φυσικόν χάρισμα μη στοιχίζον τίποτε εις τον εργάτην, αλλ' αποφέρον +πολλά εις τον κεφαλαιούχον. Του οφείλει την διατήρησιν της +σημερινής αξίας του κεφαλαίου του. + +Εφ' όσον αι επιχειρήσεις προοδεύουν, ο κεφαλαιούχος απορροφάται με +την δημιουργίαν της υπεραξίας, ώστε δεν διακρίνει το δωρεάν τούτο +χάρισμα της εργασίας. Βίαιαι διακοπαί, ως π. χ. αι κρίσεις, τον +αναγκάζουν αποτόμως να το παρατηρήση (49). Εκείνο το οποίον +καταναλίσκεται εις τα μέσα της παραγωγής, είναι η αξία της χρήσεως +την οποίαν η κατανάλωσις διά της εργασίας σχηματίζει προϊόντα. + +Ό,τι αφορά την αξίαν των, δεν είχεν εν τη πραγματικότητι +καταναλωθή και δύναται κατά συνέπειαν να αναπαραχθή. Διατηρείται +ουχί δυνάμει μιας πράξεως την οποίαν υφίσταται κατά το διάστημα +της εργασίας, αλλά διότι το αντικείμενον εις ό υφίσταται από της +πρώτης στιγμής, εξαφανίζεται προσλαμβάνον χρήσιμον μορφήν. Η αξία +των μέσων της παραγωγής αναφαίνεται όθεν εν τη αξία του προϊόντος· +δεν έχει όμως, κυρίως ειπείν, αναπαραχθή. Ό,τι παρήχθη, είναι η +νέα αξία χρήσεως εν τη οποία η παλαιά αξία αναφαίνεται εκ νέου. + +Άλλως συμβαίνει διά τον υποκειμενικόν παραγοντα της παραγωγής, +δηλαδή την εν δράσει δύναμιν της εργασίας. Ενώ διά της μορφής την +οποίαν ο σκοπός της της καθορίζει η εργασία διατηρεί και +μεταβιβάζει την αξίαν των μέσων της παραγωγής εις το προϊόν, η +κίνησις δημιουργεί ανά πάσαν στιγμήν μίαν προσθετήν αξίαν, μίαν +νέαν αξίαν. + +Ας υποθέσωμεν ότι η παραγωγή σταματά εις το σημείον, εις το οποίον +ο εργάτης εχορήγησε το ισοδύναμον της ημερησίας αξίας της ιδίας +του δυνάμεως, όταν π. χ. προσέθετε διά μιας εξαώρου εργασίας, +αξίαν 3 φράγκων. Η αξία αύτη αποτελεί το πλεόνασμα της αξίας του +προϊόντος επί του στοιχείου της αξίας ταύτης της προερχομένης εκ +των μέσων της παραγωγής. Είναι η μόνη αρχική αξία η οποία παρήχθη, +το μόνον μέρος της αξίας του προϊόντος, γεννηθέν εν τη πορεία του +σχηματισμού της. Ικανοποιεί το υπό του κεφαλαιούχου κατατεθέν +χρήμα διά την αγοράν της δυνάμεως της εργασίας, και την οποίαν ο +εργάτης δαπανά κατόπιν προς διατροφήν. Εν σχέσει προς τα +δαπανηθέντα 3 φράγκα, η νέα αξία των 3 φρ. εμφανίζεται ως απλή +αναπαραγωγή. Αλλ' η αξία αύτη αναπαρήχθη πραγματικώς και ουχί +φαινομενικώς ως η αξία των μέσων της παραγωγής. Εάν μία αξία +αντικατεστάθη ενταύθα υπό μιας άλλης, τούτο συμβαίνει χάρις εις +την νέαν δημιουργίαν. + +Εν τούτοις γνωρίζομεν ότι η διάρκεια της εργασίας υπερβαίνει το +σημείον εις ό απλούν ισοδύναμον της αξίας της δυνάμεως της +εργασίας θα αναπαρήγετο και θα προσετίθετο εις το δουλευθέν +αντικείμενον. Αντί 6 ωρών, αίτινες θα ήρκουν προς τούτο, η πράξις +διαρκεί 12 ή περισσότερον. Όθεν, η εν ενεργεία δύναμις της +εργασίας, δεν παράγει μόνον την ιδίαν της αξίαν, αλλ' ακόμη και +επί πλέον αξίαν. Η υπεραξία αύτη αποτελεί το πλεόνασμα της αξίας +του προϊόντος επί της αξίας των καταναλωθέντων παραγόντων, ήτοι +των μέσων της παραγωγής και της διατηρήσεως της εργασίας. + +Εκθέτοντες τους διαφόρους ρόλους τους οποίους παίζουν εν τω +σχηματισμώ της αξίας του προϊόντος, οι διάφοροι παράγοντες της +εργασίας, εχαρακτηρίσαμεν πράγματι τας λειτουργίας των διαφόρων +στοιχείων του κεφαλαίου εν τω σχηματισμώ της υπεραξίας. Το +πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί της αξίας των συστατικών του +στοιχείων, είναι το πλεόνασμα του κεφαλαίου αυξηθέντος εκ της +υπεραξίας του επί του κατατεθέντος κεφαλαίου. Μέσα παραγωγής ως +και δύναμις εργασίας, είναι αι διάφοροι μορφαί υπάρξεως ας ενεδύθη +η αξία — κεφάλαιον όταν μετεβλήθη από χρήμα εις παράγοντα της +εκτελέσεως της εργασίας. + +Κατά το διάστημα της παραγωγής, το μέρος του κεφαλαίου, το +μετατρεπόμενον εις μέσον παραγωγής, δηλ. εις πρώτας ύλας, ουδόλως +μεταβάλλει το μέγεθος της αξίας του. Διά τούτο το ονομάζομεν +σταθερόν μέρος του κεφαλαίου ή συντομώτερον &σταθερόν κεφάλαιον&. + +Το μέρος του κεφαλαίου, το μετατραπέν εις εργατικήν δύναμιν, +αλλάσσει τουναντίον αξίαν, κατά το διάστημα της παραγωγής. +Αναπαράγει το ίδιον ισοδύναμόν του και επί πλέον πλεόνασμά τι, +μίαν υπεραξίαν, ήτις και αύτη δύναται να ποικίλλη και είναι κατά +το μάλλον ή ήττον μεγάλη. Το μέρος τούτο του κεφαλαίου +μεταβάλλεται αδιακόπως από σταθερόν μέγεθος εις μεταβλητόν +τοιούτον. Διά τούτο το ονομάζομεν μέρος μεταβλητόν του κεφαλαίου ή +συντομώτερον &μεταβλητόν κεφάλαιον&. Τα αυτά στοιχεία του +κεφαλαίου, τα οποία από απόψεως παραγωγής αξιών χρήσεως, +διακρίνονται μεταξύ των ως υποκειμενικοί και αντικειμενικοί +παράγοντες, ως μέσα παραγωγής και δύναμις εργασίας, διακρίνονται +από της απόψεως του σχηματισμού της αξίας, εις σταθερόν ή +μεταβλητόν κεφάλαιον. + +Η γνώσις του σταθερού κεφαλαίου κατ' ουδένα λόγον αποκλείει +αλλαγήν τινά της αξίας εις τα συστατικά της στοιχεία. Ας +υποθέσωμεν ότι η λίτρα του βάμβακος στοιχίζει σήμερον 1/2 φράγκου +και αύριον ανέρχεται εις 1 φράγκον. Ο παλαιός βάμβαξ, ο +εξακολουθών να μετατρέπεται, ηγοράσθη εις την τιμήν του 1/2 φρ. +αλλά νυν προσετέθη εις το προϊόν μία αξία 1 φράγκου. Και εκείνος ο +οποίος έχει ήδη κλωσθή και ο οποίος κυκλοφορεί ίσως εις την αγοράν +υπό μορφήν νήματος, προσθέτει επίσης εις το προϊόν το διπλάσιον +της πρώτης του αξίας. Βλέπομεν εν τούτοις ότι αι αλλαγαί αύται +είναι ανεξάρτητοι της αυξήσεως της αξίας την οποίαν επιτυγχάνει ο +βάμβαξ διά του νήματος. Εάν ο παλαιός βάμβαξ δεν έχει ήδη αρχίση +να κατεργάζεται, δύναται νυν να πωληθή εκ νέου 1 φράγκον αντί 1/2. +Όπου υπέστη ολιγωτέρας τροποποιήσεις, τόσον βεβαιότερον είναι το +αποτέλεσμα τούτο. Ωσαύτως, όταν επέρχωνται παρόμοιαι επαναστάσεις +εν τη αξία, πρόκειται μάλλον περί κερδοσκοπείας επί της πρώτης +ύλης, εν τη ολιγώτερον μεταβληθείση υπό της εργασίας μορφή. Και +επί του νήματος περισσότερον ή επί της κλωστής, και επί του +βάμβακος. Η αλλαγή της αξίας γεννάται εν τη εργασία, η οποία +παράγει τον βάμβακα και ουχί εν εκείνη εν τη οποία, ο βάμβαξ +λειτουργεί ως μέσον παραγωγής, και κατά συνέπειαν ως σταθερόν +κεφάλαιον. Η αξία είνε αληθές, υπολογίζεται υπό του &ποσοστού της +πραγματοποιηθείσης εργασίας εις εμπόρευμά τι, αλλά το &ποσοστόν& +τούτο είναι κοινωνικώς καθωρισμένον. + +Εάν ο κοινωνικός χρόνος εργασίας τον οποίον απαιτεί η παραγωγή +ενός είδους υφίσταται διακυμάνσεις, — και το αυτό &ποσοστόν& του +βάμβακος π. χ. αντιπροσωπεύει σημαντικώτερον &ποσοστόν& εργασίας, +όταν η εσοδεία είναι κοινή παρ' όταν είναι ικανοποιητική, — τότε +το παλαιόν εμπόρευμα, το οποίον υπολογίζεται μόνον ως δείγμα του +είδους του, αισθάνεται αμέσως τον αντίκτυπον, διότι η αξία του +υπολογίζεται πάντοτε υπό της κοινωνικώς αναγκαίας εργασίας, όπερ +σημαίνει της αναγκαίας εργασίας προς τας σημερινάς συνθήκας της +κοινωνίας. Ως η αξία των υλών, η αξία των εργαλείων εργασίας των +χρησιμοποιηθέντων ήδη εν τη παραγωγή, μηχαναί, κατασκευαί κτλ. +δύναται ν' αλλάξη και ως εκ τούτου και η μερίς της αξίας την +οποίαν μεταβιβάζουν εις το προϊόν. Εάν π. χ., κατόπιν μιας νέας +εφευρέσεως, μία μηχανή δύναται να αναπαραχθή με ολιγωτέραν δαπάνην +εργασίας, η του αυτού είδους παλαιά μηχανή, χάνει κατά το μάλλον ή +ήττον εκ της αξίας της και αποδίδει κατά συνέπειαν αναλογικώς +μικροτέραν αξίαν εις το προϊόν. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, ως και +εν τη προηγουμένη, η αλλαγή της αξίας γεννάται εκτός της ενεργείας +της παραγωγής, ένθα η μηχανή λειτουργεί ως όργανον. Εν τη ενεργεία +ταύτη ουδέποτε μεταβιβάζει περισσοτέραν αξίαν όσης κέκτηται η +ιδία. + +Όπως μία αλλαγή εν τη αξία των μέσων της παραγωγής παρά την επ' +αυτών εξασκουμένην υπ' αυτών αντίδρασιν, ακόμη και μετά την +είσοδόν των εν τη ενεργεία της εργασίας, εις τίποτε δεν μεταβάλλει +τον χαρακτήρα των ως σταθερού κεφαλαίου, ούτω μία αλλαγή +επενεχθείσα εν αναλογία, μεταξύ του σταθερού και μεταβλητού +κεφαλαίου, εις τίποτε δεν μεταβάλλει την λειτουργικήν διαφοράν +των. Ας υποθέσωμεν ότι αι τεχνικαί συνθήκαι της εργασίας +μεταβάλλονται κατά τοιούτον τρόπον ώστε εκεί ένθα π. χ. 10 εργάται +με 10 όργανα μικράς αξίας κατειργάζοντο μάζαν πρώτης ύλης +αναλογικώς μικράν, είς εργάτης εργάζεται σήμερον με μίαν δαπανηράν +μηχανήν, μάζαν εκατοντάκις μεγαλυτέραν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το +σταθερόν κεφάλαιον, δηλαδή η αξία των χρησιμοποιηθέντων μέσων της +παραγωγής, θα ηύξανε σημαντικώς, το δε μετατραπέν μέρος του +κεφαλαίου εις δύναμιν εργασίας σημαντικώς θα ηλαττούτο. Η αλλαγή +αύτη μεταβάλλει μόνον την σχέσιν μεγέθους μεταξύ σταθερού και +μεταβλητού κεφαλαίου, ή αναλογίαν συμφώνως τη οποία το ολικόν +κεφάλαιον αποσυντίθεται εις σταθερά και μεταβλητά στοιχεία, δεν +μεταβάλλει όμως την λειτουργικήν διαφοράν των. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IX. + +ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ + + + +Το σταθερόν κεφάλαιον καταναλωθέν εν τη ενεργεία της παραγωγής υπό +μορφήν φθοράς των μηχανών, των βοηθητικών υλών και των πρώτων +υλών, αναφαινόμενον εις το προϊόν χωρίς να του προσθέτη νέαν +αξίαν, δύναται να μην υπολογισθή διά να ευρεθή το ποσοστόν της +υπεραξίας. Το μεταβλητόν κεφάλαιον θυσιασθέν διά την αγοράν της +εργατικής δυνάμεως, ον τουναντίον ο δημιουργός της υπεραξίας, +καθορίζει προφανώς το ποσοστόν της υπεραξίας ταύτης, είναι η +σχέσις της υπεραξίας προς το μεταβλητόν κεφάλαιον: ή + + υ + ___ + μ + +υ αντιπροσωπεύη την υπεραξίαν και μ το μεταβλητόν κεφάλαιον. + +Είδομεν ότι ο εργάτης, κατά το διάστημα μέρους του χρόνου το +οποίον απαιτεί μία δοθείσα παραγωγική πράξις, δεν παράγει ή την +αξίαν της εργατικής του δυνάμεως, δηλαδή, την αξίαν των αναγκαίων +μέσων διατροφής διά την συντήρησίν του. Το περιβάλλον εν τω οποίω +παράγει, οργανωμένον διά της αυτομάτου κατανομής της κοινοτικής +εργασίας παράγει τα μέσα της συντηρήσεώς του, ουχί αμέσως, αλλ' +υπό μορφήν ενός ιδιαιτέρου εμπορεύματος, υπό μορφήν νήματος π. χ. +των οποίων η αξία ισούται με την αξίαν των μέσων της παραγωγής του +ή του χρήματος διά του οποίου τα αγοράζει. Το μέρος της εργατικής +του ημέρας το οποίον χρησιμοποιεί εις τούτο είναι κατά το μάλλον ή +ήττον μέγα, αναλόγως της μέσης αξίας της ημερησίας διατροφής του ή +του μέσου χρόνου εργασίας του καθ' εκάστην απαιτουμένου διά την +παραγωγήν της. Και εάν ακόμη δεν θα ειργάζετο διά τον +κεφαλαιούχον, αλλά μόνον δι' εαυτόν, έδει, των συνθηκών +παραμενουσών των αυτών, να εργασθή κατά μέσον όρον, νυν ως και +πρότερον, το αυτό ποσόν μέρος της ημέρας διά να κερδίση την ζωήν +του. Αλλ' όπως και διά το μέρος της ημέρας κατά το οποίον παράγει +την ημερησίαν αξίαν της δυνάμεως της εργασίας του, ήτοι 3 φράγκα, +δεν παράγει ειμή το ισοδύναμον μιας αξίας ήδη πληρωθείσης υπό του +κεφαλαίου, οπόταν ικανοποιεί μίαν αξίαν διά μιας άλλης, ούτω και η +παραγωγή αύτη δεν είναι ειμή απλή τις αναπαραγωγή. Ονομάζω όθεν +&αναγκαίον χρόνον εργασίας&, το μέρος της ημέρας, ένθα η +αναπαραγωγή αυτών εκπληρούται, και &αναγκαίαν εργασίαν& την +δαπανηθείσαν κατά τον χρόνον τούτον εργασίαν· αναγκαίαν διά τον +εργάτην διότι αύτη είναι ανεξάρτητος κοινωνικής μορφής της +εργασίας του· αναγκαίαν διά το κεφάλαιον και τον καπιταλιστικόν +κόσμον, διότι ο κόσμος ούτος έχει ως βάσιν την ύπαρξιν του +εργάτου. + +Η περίοδος της δράσεως της υπερβαινούσης τα όρια της αναγκαίας +εργασίας, στοιχίζει, είναι αληθές, εργασίαν εις τον εργάτην, +δαπάνην δυνάμεως, αλλά ουδεμίαν δι' αυτόν σχηματίζει αξίαν. +Σχηματίζει μίαν υπεραξίαν ήτις διά τον κεφαλαιούχον έχει όλα τα +θέλγητρα μιας εκ του μηδενός δημιουργίας. + +Ονομάζω το μέρος τούτο της ημέρας της εργασίας &εξαιρετικόν +χρόνον& και την εν αυτώ δαπανηθείσαν εργασίαν, &υπερεργασίαν&. Εάν +διά την κατανόησιν της αξίας εν γένει, είναι μεγάλης +σπουδαιότητος, να βλέπωμεν εν αυτή απλήν πήξιν του χρόνου της +εργασίας, ή της πραγματοποιηθείσης εργασίας, είναι παρομοίας +σπουδαιότητος διά την κατανόησιν της υπεραξίας να την εννοήσωμεν +ως απλήν πήξιν της εξαιρετικής, ή της πραγματοποιηθείσης +υπερεργασίας. Αι διάφοραι οικονομικαί μορφαί τας οποίας ενεδύθη η +κοινωνία, η δουλεία, π. χ. και το ημερομίσθιον δεν διακρίνονται ή +εκ του τύπου διά του οποίου η υπερεργασία αύτη επεβλήθη και +εξεβίασε τον άμεσον παραγωγόν, τον εργάτην. + +Εκ του γεγονότος τούτου, ότι η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου +ισούται με την αξίαν της δυνάμεως της εργασίας, την οποίαν +αγοράζει, ότι η αξία της δυνάμεως ταύτης της εργασίας καθορίζει το +αναγκαίον μέρος της εργατικής ημέρας και ότι η υπεραξία και αύτη +καθορίζεται υπό του εξαιρετικού μέρους της ιδίας ταύτης ημέρας, +έπεται ότι: η υπεραξία είναι προς το μεταβλητόν κεφάλαιον ως η +υπερεργασία προς την αναγκαίαν εργασίαν ή το ποσοστόν της +υπεραξίας + + υ υπερεργασία +___ = ________________ + μ αναγκαία εργασία + +Αι δυο αναλογίαι παρουσιάζουν την αυτήν σχέσιν υπό διάφορον +μορφήν. Μίαν φοράν υπό μορφήν πραγματοποιηθείσης εργασίας, μίαν +άλλην υπό μορφήν εργασίας εν κινήσει. + +Το ποσοστόν της υπεραξίας είναι όθεν η ακριβής έκφρασις του βαθμού +της εκμεταλλεύσεως της δυνάμεως της εργασίας υπό του κεφαλαίου ή +του εργάτου υπό του κεφαλαιούχου. + +Αύτη είναι λοιπόν εν περιλήψει η χρησιμοποιουμένη μέθοδος διά τον +υπολογισμόν του ποσοστού της υπεραξίας. Λαμβάνομεν ολόκληρον την +αξίαν του προϊόντος και θέτομεν ίσην προς το μηδέν την αξίαν του +σταθερού κεφαλαίου το οποίον δεν κάμνει άλλο τι ή να εμφανίζεται +εκ νέου. Το ποσόν της υπολοίπου αξίας είναι η μόνη πραγματική αξία +πραγματοποιηθείσα κατά την παραγωγήν του εμπορεύματος. Εάν η +υπεραξία είναι γνωστή, δέον να την αφαιρέσωμεν του ποσού τούτου +διά να εύρωμεν το μεταβλητόν κεφάλαιον. Το αντίθετον συμβαίνει εάν +το τελευταίον τούτο είναι γνωστόν, οπόταν ζητείται η υπεραξία. Εάν +αμφότερα είναι γνωστά δεν μένει πλέον η τελική πράξις, ο +υπολογισμός του υ / μ της σχέσεως της υπεραξίας προς το μεταβλητόν +κεφάλαιον + +οσονδήποτε απλώς και εάν είναι η μέθοδος αύτη, καλόν είναι να +εξασκηθή ο αναγνώστης διά τινων παραδειγμάτων τα οποία θα του +διευκολύνουν την εφαρμογήν. + +Ας εισέλθωμεν κατά πρώτον εις νηματουργείον. Τα ακόλουθα δεδομένα +ανήκουν εις το έτος 1871 και μοι εδόθησαν υπό του ιδίου +εργοστασιάρχου. Το εργοστάσιον θέτει εις κίνησιν 10.000 κλωστήρας +κλώθον με αμερικανικόν βάμβακα νήμα αρ. 32 και παράγει εκάστην +εβδομάδα μίαν λίτραν νήματος κατά κλωστήρα. Το απόρριμμα του +βάμβακος ανέρχεται εις 6%· ούτω λοιπόν καθ' εβδομάδα 10,600 λίτρας +βάμβακος μεταβάλλονται υπό της εργασίας εις 10.000 λίτρας νήματος +και 600 λίτρας απορριμμάτων. + +Τον Απρίλιον του 1871 ο βάμβαξ εστοίχιζε φρ. 806 κατά λίτραν και +συνεπώς διά 10.600 λίτρας, το στρογγυλόν ποσόν των 8.550 φρ. Οι +10.000 κλωστήρες συμπεριλαμβανομένης της κλωστικής μηχανής και της +ατμομηχανής, στοιχίζουν 25 φρ. εκάστη ήτοι 250.000 φρ. Η φθορά των +ανέρχεται εις 10% = 25.000 φρ. ή εκάστην εβδομάδα 500 φρ. Το +ενοίκιον των κτιρίων είναι 150 φρ. εβδομαδιαίως, ο άνθραξ (100 φρ. +την ώραν και κατά δύναμιν ίππων, επί δυνάμεως 1000 ίππων διδομένη +υπό του δείκτου και 60 ώρας καθ' εβδομάδα συμπεριλαμβανομένης και +της θερμάνσεως του κτιρίου) ανέρχεται καθ' εβδομάδα τον αριθμόν +των 11 τόννων και προς 10 φρ. 60 τον τόννον, στοιχίζει καθ' +εβδομάδα 116 φρ. 60, η κατανάλωσις καθ' εβδομάδα διά το αεριόφως +ισούται με 25 φρ., διά το έλαιον 112 φρ. 50, δι' όλας τας λοιπάς +βοηθητικάς ύλας 250 φρ. Η μερίς της σταθεράς αξίας ανέρχεται κατά +συνέπειαν εις 9450 φρ. αφού δεν παίζει ουδένα ρόλον εν τη παραγωγή +της εβδομαδιαίας αξίας, την θέτομεν ίσην προς το μηδέν. + +Το ημερομίσθιον των εργατών ανέρχεται εις 1.300 φρ. καθ' εβδομάδα, +η τιμή του νήματος προς 1 φρ. 275 την λίτρ. είναι διά 10.000 λίτρ. +12.750 φρ. Όθεν η παραγομένη εβδομαδιαίως αξία είναι κατά +συνέπειαν 12.750 — 9.450 f. = 3.300 φρ. + +Εάν ήδη αφαιρέσωμεν εκ τούτων το μεταβλητό κεφάλαιον (ημερομίσθιον +των εργατών) = 1.300 φρ. απομένει μία υπεραξία 2.000 φρ. + +Ο τόκος της υπεραξίας είναι λοιπόν: + += 200 = 153,84% + _____ + 1300 + +Διά μίαν μέσην ημέραν 10 ωρών κατά συνέπειαν, η αναγκαία εργασία = +3 @ 3/33 και η υπερεργασία = 6 @ 2/33. + +Ιδού άλλος υπολογισμός, λίαν ελαττωματικός, είναι αληθές, διότι +ελλείπουν πλείστα δεδομένα, αλλ' αρκετός διά τον σκοπόν μας. +Δανειζόμεθα τους αριθμούς από το βιβλίον του Jacob επί του νόμου +των δημητριακών (1815). Η τιμή του σίτου είναι 80 σελίνια κατά 8 +μεδίμνους και η μέση απόδοσις κατά πεντάπλεθρον (5 στρεμ.) είναι +22 μέδιμνοι, εις τρόπον ώστε το πεντάπλεθρον αποφέρει 275 φρ. + + Παραγωγή ενός πενταπλέθρου. + + ΣΤΑΘΕΡΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ + Σπορά...........36.25 Δεκάτη, φόρος . . . 26.20 + Λίπος ..........62.50 Έγγειος πρόσοδος. . 35. — + + ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κέρδη του αγρονόμ. + Ημερομίσθια.....27.55 και τόκοι κεφαλ. 27.55 + 88.75 186.25 + +Η υπεραξία, πάντοτε αφού η τιμή του προϊόντος ισούται προς την +αξίαν του, ευρίσκεται ενταύθα διανεμημένη εις το κέρδος του τόκου, +την δεκάτην κ.τ.λ. Αδιαφορούντες διά ταύτα, τα προσθέτομεν όλα +ομού και επιτυγχάνομεν ούτω υπεραξίαν 88 φρ. 75. Όσον διά τα 98 +φρ. 75 διά την σποράν και λίπος, τα θέτομεν ίσα προς το μηδέν ως +μέρος σταθερόν του κεφαλαίου. Απομένει το μεταβλητόν κεφάλαιον των +87 φρ. 50 εις την θέσιν του οποίου μία νέα αξία 87φρ. 50 + 88φρ. +75 παρήχθη. Ο τόκος της υπεραξίας + + υ 88.75 + ___ _____ = πλέον των 100 — · + μ 87.50 + +Ο γεωργός χρησιμοποιεί όθεν πλέον του ημίσεως της ημέρας του +εργασίας διά την παραγωγήν μιας υπεραξίας την οποίαν πολλά πρόσωπα +διανέμονται μεταξύ των υπό διάφορα προσχήματα. + + + +ΤΕΛΟΣ + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ +ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΦΑΡΓΚ + + + +I + + + +Η Πολιτική οικονομία του XVIII αιώνος, δύο είχε γνώμας επί της +πηγής της αξίας. + +Οι φυσιοκράται έφθανον μέχρι της γης, και διά της γης δέον επίσης +να εννοούμεν το ύδωρ, ως πηγήν αρχικήν και μόνον της αξίας: δεν +απέδιδον την ονομασίαν &της παραγωγικής βιομηχανίας&, ειμή μόνον +εις την βιομηχανίαν ήτις προμηθεύει νέας ύλας, εις την βιομηχανίαν +του γεωργού, του μεταλλουργού και του αλιέως, Η εργασία του +τεχνίτου δεν εδημιούργει ή &ψευδή προϊόντα& έλεγε ο Mercier de la +Rivière, διότι η αξία την οποίαν προσέθετεν εις την πρώτην ύλην +μετατρέπουσα ταύτην, αντεπροσωπεύετο ακριβώς υπό της αξίας των +μέσων της παραγωγής του διαρκούσης της δημιουργίας της παραγωγής: +αι ανάγκαι του κατέστρεφον αφ' ενός ό,τι η εργασία του παρήγαγε, +και ουδεμία αύξησις πλούτου εγένετο διά την κοινωνίαν. + +Ο A. Smith και αργότερον ο Ricardo, εθεώρουν την εργασίαν ως «την +πηγήν και το μέτρον της αξίας» εννοείται, εργασία βοηθουμένη υπό +της γης και των άλλων φυσικών δυνάμεων, άνευ της συνδρομής των +οποίων ουδέν θα εδημιουργείτο. + +«Η αξία ενός εμπορεύματος, λέγει ο Α. Smith, ισούται με την +ποσότητα της εργασίας, ην το εμπόρευμα τούτο επιτρέπει εις τον +κάτοχόν του να αγοράση ή παραγγείλη. Η εργασία είναι όθεν το +πραγματικόν μέτρον της ανταλλακτικής αξίας παντός εμπορεύματος». +(Πλούτος των Εθνών. Βιβλ I, κεφ. V. Μετάφρ G. Garnier 1882). + +«Θεωρώ την εργασίαν, λέγει ο Ricardo, ως την πηγήν πάσης αξίας, +και την σχετικήν της ποσότητα ως το μέτρον το κανονίζον σχεδόν +απολύτως την σχετικήν αξίαν των εμπορεύματος». (Principes de +l' Economie Politique et de l' impôt. Κεφ. I, τμ. II. — Μικρά +οικονομ. βιβλιοθ.). + +Πριν ή ακόμη δώση τον ακριβή ορισμόν της ο Ricardo απαντά εις +εκείνους οι οποίοι θα του αντέτεινον ότι υπάρχουν αντικείμενα των +οποίων η αξία εξαρτάται εκ της σπάνεως . . . Ως π. χ. πολύτιμοι +πίνακες, αγάλματα, βιβλία και μετάλλια σπάνια, οίνοι εξαισίας +ποιότητος, των οποίων η ποσότης είναι λίαν περιωρισμένη . . . Δεν +αποτελούν εν τούτοις ή πολύ μικρόν μέρος των εμπορευμάτων τα οποία +ανταλλάσσονται καθ' εκάστην εις την αγοράν. Κατά το πλείστον, ο +μεγαλύτερος αριθμός των αντικειμένων τα οποία επιθυμεί τις να +κατέχη είναι τα προϊόντα της βιομηχανίας, δυνάμεθα δε να τα +πολλαπλασιάσωμεν όχι μόνον εις μίαν χώραν, αλλ' εις πλείστας, εις +βαθμόν του οποίου είναι σχεδόν αδύνατον να καθορίσωμεν τα όρια, +οσάκις θα ηθέλομεν να θυσιάσωμεν την αναγκαίαν βιομηχανίαν διά την +δημιουργίαν των. (Ιδίου κεφ. I, τμήμα I.). + +«Αφ' ού είναι βέβαιον λέγει ο Destutt de Tracy, ότι αι φυσικαί μας +και ηθικαί δυνάμεις, είναι ο μόνος αρχικός μας πλούτος, και ότι η +χρησιμοποίησις των δυνάμεών μας, οιαδήποτε εργασία, είναι ο μόνος +αρχικός θησαυρός και ότι διά της χρησιμοποιήσεως τούτων γεννώνται +πάντα τα οποία ονομάζομεν αγαθά . . . Είναι βέβαιον ότι πάντα τα +αγαθά ταύτα δεν αντιπροσωπεύουν ει μη την εργασίαν, ήτις τα +εγέννησε, και ότι εάν έχουν αξίαν τινα, ή ακόμη δύο κεχωρισμένας, +δεν δύνανται να επιτύχουν τας αξίας των ει μη εκ της αξίας της +εργασίας εξ ης προέρχονται». (Eléments d' Ideologie. Παρισ. 1826 +σ. 35 — 36). + +«Όπως το εμπόριον γενικώς, λέγει ο Benjamin Fraklin, δεν είναι +άλλο τι ή ανταλλαγή εργασίας, ούτω διά της εργασίας εκτιμάται +ακριβέστερον η αξία παντός πράγματος». (The works of B. Frankin, +edited by Sparks. Boston 1836. Τόμ. VI. σ. 267). + +«Άνθρωπός τις ησχολήθη επί μίαν εβδομάδα διά να παραγάγη +αντικείμενον τι αναγκαίον εις την ζωήν, και εκείνος ο οποίος του +δίδει άλλο τι εις αντάλλαγμα, δεν δύναται καλλίτερα να εκτιμήση +ότι είναι το ισοδύναμον εκείνου, ειμή υπολογίζων ότι του +εστοίχισεν ακριβώς τον αυτόν χρόνον εργασίας. Πράγματι είναι +ανταλλαγή της εργασίας ενός ανθρώπου επί αντικειμένου τινός, επί +τι χρονικόν διάστημα, έναντι της εργασίας άλλου ανθρώπου επί άλλου +αντικειμένου επί το αυτό χρονικόν διάστημα». (Anonym Some thoughts +on the interest of money in general and particularly in the public +funds, London 1739). + +Ο J. B. Say δεν έχει γνώμην αλλά πλούτον γνωμών επί της αξίας: + +Της καθώρισεν, ως ο Α. Smith, διά της αγοραστικής της δυνάμεως. + +«Η αξία είναι η ποσότης κάθε αντικειμένου το οποίον δυνάμεθα να +επιτύχωμεν εις αντάλλαγμα του αντικειμένου αφ' ου θέλομεν ν' +απαλλαγώμεν». (Traité d' Econ. Pol. Ed. Rapilly 1826 τόμ. II. +Βιβλ II, κεφ. IV. σ. 220). + +«Αι δυο βάσεις της αξίας είναι: 1ον &η χρησιμότης&, ήτις καθορίζει +την ζήτησίν της. 2ον &Τα έξοδα της παραγωγής της&, τα οποία +περιορίζουν την ένστασιν της ζητήσεως ταύτης· διότι παύει τις να +ζητεί ό,τι στοιχίζει πολλά έξοδα παραγωγής». (Ιδίου Τόμ. III. +Epitome σ. 308). + +«Δεν είναι μόνον τα έξοδα της παραγωγής, εκείνα άτινα κανονίζουν +την ανταλλακτικήν αξίαν ενός εμπορεύματος . . . διότι η +ανταλλακτική αξία δεν δύναται να ανέλθη όπως και τα έξοδα της +παραγωγής, διότι τότε έδει η σχέσις της προσφοράς και της ζητήσεως +να είναι η ιδία. Έδει και η ζήτησις να αυξηθή ωσαύτως», Oeuvres +complets de D. Ricardo 1847. Σημειώσεις του Say 6, 8 και 9. + +Ο Say λέγει ότι ο Smith διέπραξε διπλούν σφάλμα καθορίζων την +εργασίαν ως το μέτρον της αξίας· διότι όλα τα αγαθά του κόσμου δεν +ηγοράσθησαν υπό της εργασίας του ανθρώπου. Η φύσις έχει μέρος είς +τινας παραγωγάς· και η εργασία του δίδει προσθετήν αξίαν εις την +αξίαν του ανθρώπου. Τούτο είναι προφανές εν τη γεωργική +βιομηχανία, της οποίας τα προϊόντα πληρώνομεν εκτός του +ημερομισθίου της βιομηχανίας του ανθρώπου και των κερδών του +κεφαλαίου (το οποίον δύναται τέλος να αντιπροσωπεύη +&συσσωρευμένην& εργασίαν), μίαν έγγειον πρόσοδον». + +(A. Smith Richesses des Nations Edit. Blanqui. Σημ. Τόμ. I. σ. +37). Ο Say τίθεται αντιμέτωπος της θεωρίας των φυσιοκρατών επί της +αξίας και παραδέχεται την γην ως την πηγήν αξίας. + +Δυνάμεθα να αρυσθώμεν εκ της &Πολιτικής οικονομίας& του Say μίαν +άλλην γνώμην κατά την οποίαν η εργασία την οποίαν ονομάζει +βιομηχανίαν του ανθρώπου, είναι η μόνη δημιουργός της αξίας. + +Ο Say αντιλέγων εις τον Smith προσθέτει: «Η μερίς της χρησιμότητος +την οποίαν η φύσις μετεβίβασεν εις την αξίαν άνευ της επεμβάσεως +του ανθρώπου ή των εργαλείων του, δεν αποτελεί μέρος του +προϊόντος. Είναι φυσικός πλούτος όστις δεν εστοίχισε έξοδα +παραγωγής». (Ίδ. τόμ. III. Epitome σ. 111). + +Ο Say διακρίνει τους φυσικούς αγωγούς «οικειοποιήσεως, ως αγρός, +ρύαξ», και εκείνους οίτινες μη δυνάμενοι να αποκτηθούν παραμένουν +κοιναί ιδιοκτησίαι, ως «η θάλασσα, οι ποταμοί, ο άνεμος, η φυσική +ή χημική ενέργεια των υλών των μεν επί των δε κτλ» (Ίδ. τόμ. I +κεφ. IV σ. 41 — 42). + +«Η μηχανή υποχρεοί τας φυσικάς δυνάμεις, τας διαφόρους ιδιότητας +των φυσικών αγωγών, να εργασθούν διά την χρησιμότητα του ανθρώπου: +το κέρδος είναι προφανές. Πάντοτε υπάρχει αύξησις προϊόντος ή +ελάττωσις εξόδων παραγωγής». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. VII. σ. 68 +— 69). + +«Δύναται τις, γενικεύων περισσότερον, να θεωρήση, εάν θέλη, την +γην ως μεγάλην τινά μηχανήν διά μέσου της οποίας κατασκευάζομεν +σίτον, μηχανήν την οποίαν θέτομεν εις κίνησιν, καλλιεργούντες +αυτήν». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. VII σ. 65). + +Εφ' όσον μία μηχανή, όπως η γη, παραμένει το μονοπώλιον ενός +ατόμου, η παραχθείσα οικονομία αποβαίνει υπέρ του οικειοποιήσαντος +ταύτην. «Πράγματι, όταν είς καταστηματάρχης, τη βοηθεία ιδικής του +μεθόδου, κατορθώνει να κατασκευάζη προς 15 φράγκα το προϊόν το +οποίον πρότερον του εστοίχιζεν 20, κερδίζει 5 φράγκα εφ' όσον η +μέθοδός του παραμένει μυστική, αυτός δε μόνος επωφελείται της +δωρεάν εργασίας της φύσεως. Όταν όμως η μέθοδος καταστή γνωστή και +ο συναγωνισμός υποχρεώνει τον παραγωγόν να χαμηλώση την τιμήν του +προϊόντος του από 20 εις 15 φράγκα, τότε οι κερδίζοντες τα 5 +φράγκα είναι οι καταναλωταί». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. IV. σ. 36 +— 37). + +Κατά συνέπειαν, τα έξοδα της παραγωγής ενός εμπορεύματος, +αντιπροσωπεύονται υπό της εργασίας του ανθρώπου, της φθοράς των +μηχανών και των εργαλείων τα οποία προσθέτομεν εις τους βραχίονάς +μας διά να αυξήσωμεν την δύναμίν των, διά να επιτύχωμεν την +συνδρομήν των φυσικών παραγόντων». (Ίδε βιβλ. I, κεφ. VII. σ. 65). + +Εάν λοιπόν η γη, η οποία είναι μηχανή κατασκευής σίτου, δεν ήτο +οικειοποιημένη, δεν θα προσέθετεν εις το προϊόν την έγγειον +πρόσοδον, αλλά την απλήν φθοράν της, δηλαδή την τιμήν των +αναγκαίων λιπασμάτων και της εργασίας διά την αύξησιν της +παραγωγικότητός της. + +Οπωσδήποτε και εάν εξετασθή το ζήτημα, υποχρεούμεθα να +επιστρέψωμεν εις την παρατήρησιν του A. Smith και του Ricardo ότι +η εργασία είναι η «πηγή και το μέτρον πάσης αξίας». + +II + +Αν και ο Μαρξ πασιφανώς απέδειζεν ότι η υπερεργασία, η μη +πληρωνομένη του διανοουμένου και χειρώνακτος παραγωγού, αποτελεί +την υπεραξίαν ή τα κέρδη του κεφαλαίου, εν τούτοις οι +οικονομολόγοι είχον ήδη αορίστως υποδείξει το γεγονός. + +Ο Ricardo λέγει: «Ολόκληρος η αξία των ειδών του εργάτου και του +εργοστασιάρχου χωρίζεται εις δύο μόνον μερίδας, εκ των οποίων η +μεν αποτελεί τα κέρδη του κεφαλαίου, η δε αφιερούται εις το +ημερομίσθιον των εργατών . . . Εάν εργοστασιάρχης τις έδιδε +πάντοτε τα εμπορεύματά του αντί του ιδίου ποσού χρημάτων, διά 1000 +αγγλικάς λίρας π. χ., τα κέρδη θα εξηρτώντο εκ της τιμής της +αναγκαίας εργασίας διά την κατασκευήν των. Θα ήσαν μικρότερα με +ημερομίσθια 800 λιρών ή με άλλα 600. Εφ' όσον λοιπόν τα +ημερομίσθια θα ηύξανον, τα κέρδη θα ηλαττούντο». (Ricardo, +Principe d' Ec. Politiq. Κ. VI. Μικρά Οικονομ. Berl. σ. 175 — +176). + +Ο Smith λέγει: «Εις την πρωτόγονον ταύτην κατάστασιν, ήτις +προηγείται της απαλλοτριώσεως των γαιών και της συσσωρεύσεως των +κεφαλαίων, ολόκληρον το προϊόν της εργασίας ανήκει εις τον +εργάτην. Δεν υπάρχει ούτε ιδιοκτήτης, ούτε κύριος με τον οποίον +υποχρεούται να το μοιρασθή. + +«Εάν η κατάστασις αύτη εξηκολούθει, το ημερομίσθιον ή η φυσική +αμοιβή της εργασίας θα ηύξανεν, εφ' όσον αι παραγωγικαί του +δυνάμεις θα απέκτων πάσας τας βελτιώσεις, ας επιτρέπει +καταμερισμός των έργων». (Πλούτος των Εθνών μετάφρ. G. Garnier Β. +I. Κεφ. VIII). + +«Η αξία, την οποίαν οι εργάται προσθέτουν εις την ύλην χωρίζεται +εις δύο μέρη, εξ ων το έν πληρώνει τα ημερομίσθια του εργάτου και +το άλλο τα κέρδη τα οποία πραγματοποιεί ο εργολάβος επί του ποσού +των χρημάτων τα οποία του εχρησίμευσαν διά να χορηγήση τα +ημερομίσθια ταύτα και την προς κατεργασίαν ύλην». (Smith ίδ. β. I +κεφ. VI). + +«Ο κύριος λαμβάνει μέρος εις το προϊόν της εργασίας των εργατών ή +εις την αξίαν εις την οποίαν η εργασία αύτη προσετέθη, εις ην +προσηρμόσθη, και το μέρος τούτο είναι εκείνο το οποίον αποτελεί το +κέρδος του». (Smith ίδ. κεφ. VIII). + +Ο J. Β. Say καθορίζει τον εργάτην «ως εκείνον, όστις ενοικιάζει +την βιομηχανικήν ικανότητά του, ή όστις πωλεί την εργασίαν του και +όστις κατά συνέπειαν εγκαταλείπει τα βιομηχανικά του κέρδη δι' +ημερομίσθιον τι». (Traité d' Ec. Pol. τόμ. III. Epitom. σ. 306). + +«Οι οικονομολόγοι του XVIII αιώνος, λέγει ο Say, διετείνοντο ότι η +εργασία δεν παράγει ουδεμίαν αξίαν χωρίς να καταναλώση ισοδύναμον +τινα αξίαν και ότι κατά συνέπειαν, ουδένα αφίνει πλεόνασμα, ουδέν +&καθαρόν κέρδος& και ότι μόνη η γη, χορηγούσα δωρεάν μίαν αξίαν, +δύναται μόνη να δώση καθαρόν κέρδος . . . Όθεν τα γεγονότα +αποδεικνύουν ότι αι παραχθείσαι αξίαι οφείλονται εις την δράσιν +και την συνδρομήν της βιομηχανίας, των κεφαλαίων και των φυσικών +αγωγών . . . και ότι ουδεμία άλλη των τριών τούτων πηγών παράγει +αξίαν τινα, νέον πλούτον». (Ίδ. βιβλ I, κεφ. IV σ. 40 και 41). + +Ας εξετάσωμεν κατά τον ίδιον Say το εκτελεστικόν μέρος εκάστης των +τριών τούτων πηγών εν τη δημιουργία του καθαρού κέρδους ή της +υπεραξίας. + +1ον &Φυσικοί παράγοντες&: «Θα αντιτείνουν ίσως ότι οι μη +οικειοποιημένοι φυσικοί παράγοντες, ως η πίεσις της ατμοσφαίρας +εις τας ατμομηχανάς, δεν είναι παραγωγικαί αξιών. Της συνδρομής +των ούσης δωρεάς, λέγουν, ουδεμία αύξησις γίνεται εν τη +ανταλλακτική αξία των προϊόντων, του μόνου μέτρου πλούτου. Αλλά θα +ίδουν ολίγον περαιτέρω ότι πάσα παραγομένη χρησιμότης ήτις δεν +πληρώνεται εις τον καταναλωτήν, ισούται με δώρον γινόμενον προς +αυτόν, με αύξησιν της προσόδου του». (Say ίδ. τ. I. β. I. Κεφ. IV. +σ. 43). + +2ον &Κεφάλαια&. Πάσα μηχανή εν η «εχρησιμοποίησαν μίαν κεφαλαιώδη +αξίαν» δεν παράγει κέρδη διά τον ιδιοκτήτην της, ή εφ' όσον +παραμένει μυστική· αλλά είνε αδύνατον το μυστικόν να διατηρηθή επί +μακρόν. Το παν μανθάνεται, κυρίως δε ό,τι το προσωπικόν συμφέρει +ευθύς ν' ανακαλυφθή . . . Έκτοτε, ο συναγωνισμός υποβιβάζει την +αξίαν του προϊόντος όλης της οικονομίας της γενομένης επί των +εξόδων της παραγωγής· τότε ακριβώς έρχεται το κέρδος του +καταναλωτού», (Say ίδ. τ. Ι, β. I. κ. VII σ. 72). Ούτω η μηχανή +αναπαραγάγη την κεφαλαιώδη αξίαν της» αλλά δεν δημιουργεί +υπεραξίαν. Ώστε διά να παραγάγη τα ημερομίσθια και τα κέρδη του +κεφαλαιούχου δεν απομένει παρά η βιομηχανία, η χαρακτηρισθείσα υπό +του Say ως «αι φυσικαί και ηθικαί δυνάμεις του ανθρώπου αι +προσαρμοσθείσαι εις την παραγωγήν». + +III + +Η αξία της δυνάμεως — εργασίας κατά τον Μαρξ καθορίζεται υπό της +αξίας των αναγκαίων προϊόντων διά την ημερησίαν συντήρησίν της, +την οικογενειακήν αναπαραγωγήν της και την τεχνικήν μόρφωσίν της: +η αξία αύτη ποικίλλει αναλόγως των χωρών και των εποχών. Τούτο +ακριβώς ονομάζει ιστορικόν και ηθικόν της αξίας στοιχείον· ο Μαρξ +δεν δύναται λοιπόν να είναι υπεύθυνος, όπως γίνεται συνήθως, διά +&τον ορειχάλκινον νόμον& των ημερομισθίων, τον οποίον ο Lassalle +περισσότερον προπαγανδιστής και κυρίως περισσότερον νομικός ή +οικονομολόγος, καθώρισε διά τας ανάγκας της προπαγάνδας του, και +τον οποίον ο Ιούλιος Guesde έσχε το σφάλμα να εισαγάγη εν Γαλλία +χωρίς να μελετήση την επιστημονικήν του αξίαν. + +Ο Γενικός και άκαμπτος &ορειχάλκινος νόμος& δεν δύναται να +συγκρίνη τας διακυμάνσεις των ημερομισθίων μιας βιομηχανίας, προς +μίαν άλλην εν τη αυτή χώρα, ούτε διά τα ημερομίσθια μιας ιδίας +βιομηχανίας της ιδίας χώρας και διαφόρων χωρών. Δεν δύναται να +εξηγήση την σταθεράν ελλάττωσιν των ημερομισθίων εις την αυτήν +βιομηχανίαν και την αυτήν χώραν, εφ' όσον οι εργάται πιεζόμενοι +υπό του αμοιβαίου συναγωνισμού των συνειθίσουν εις το να +ελαττώνουν τας ανάγκας των και να ικανοποιούνται με τας πλέον +χονδροειδείς τροφάς. + +Ο Smith λέγει ότι κατά την εποχήν του το ημερομίσθιον εν τη Μεγάλη +Βρεττανία «ήτο προφανώς κατώτερον του επακριβώς αναγκαίου διά να +δυνηθούν οι εργάται να αναπτύξουν την οικογένειάν των». Αφού αι +γυναίκες και τα παιδία δεν προσελαμβάνοντο εις τα εργοστάσια, +έπρεπε το ημερομίσθιον του ανδρός να αντιπροσωπεύη τα μέσα της +υπάρξεώς των. Το ημερομίσθιον τούτο ήτο τόσον υψωμένον, ώστε και +κατά την εποχήν ακόμη του Smith, ο νόμος καθώριζε το μάξιμουμ το +οποίον δεν ηδύνατο να υπερπηδηθή. (Richesses des Nations β. I, +κεφ. VIII). + +Ο καθορισμός των ημερομισθίων υπήρξε γενικός εις όλας τας +ευρωπαϊκάς χώρας. Οι εργάται εύρισκον πανταχού ότι ήσαν λίαν +σημαντικά και ότι το κέρδος τριών ή τεσσάρων ημερών επέτρεπεν εις +τον εργάτην να αναπαύεται πολλάς ημέρας καθ' εβδομάδα. Το γεγονός +ότι εις ουδέν καπιταλιστικόν έθνος υπάρχη νόμος διά να καθορίζη το +μάξιμουμ των ημερομισθίων, είναι η πλέον πειστική απόδειξις, ότι η +εργατική τάξις, εν τη ολότητι, έμαθε να ελαττώνη τας ανάγκας της, +τας διασκεδάσεις της υπάρξεώς της εις αναλογίας αι οποίαι ήσαν +αδύνατοι κατά τον XVIII αιώνα. + +Ο Lasalle με τον &ορειχάλκινον νόμον& του, επανέλαβεν εκ νέου +μόνον τας γνώμας οικονομολόγων τινων, μεταξύ δε άλλων και του J. +Β. Say. «Το ημερομίσθιον των απλών και χονδροειδών εργασιών λέγει +ο Say δεν υπερβαίνει ποτέ δι' εκάστην χώραν το αυστηρώς αναγκαίον +όριον προς το ζην. (Traité d' Ec. Pol. τ. II. β. II. κεφ. VIII. +σ. 277). Το ημερομίσθιον τούτο υπελογίσθη με ορειχάλκινον +ακρίβειαν διότι εν τη τάξει της οποίας η πρόσοδος (ανάγνωθι +ημερομίσθιον) ευρίσκεται εις το αυτό επίπεδον με το αυστηρώς +αναγκαίον, ελάττωσις προσόδου θα εσήμαινε καταδίκην εις θάνατον +εάν όχι του εργάτου, τουλάχιστον μέρος της οικογενείας του. (Ίδ. +σ. 283). + +Είναι αληθές ότι ο Say αναφέρει τας συνηθείας, αίτινες έπηρεάζουσι +την έκτασιν των αναγκών και αντιδρούν επί του τρόπου των +ημερομισθίων. «Όσον περισσότερον η αξία της καταναλώσεως του +εργάτου είναι μικρά, τόσον περισσότερον ο συνήθης τόκος του +ημερομισθίου του δύναται να κατέλθη». Και σπεύδει να προσθέση «ότι +δεν φοβείται μήπως αι καταναλώσεις της εργατικής τάξεως επεκταθούν +περαιτέρω, χάρις εις το μειονέκτημα της θέσεώς των. Η ανθρωπότης, +θα επεθύμει να τους έβλεπεν, αυτούς και την οικογένειάν των, +ενδεδυμένους αναλόγως προς το κλίμα και την εποχήν θα ήθελεν εις +την κατοικίαν των να ηδύναντο να εύρουν το διάστημα, τον αέρα και +την θέρμανσιν, πάντα ταύτα αναγκαία εις την υγείαν των· η τροφή +των να είναι υγειής και αρκετά άφθονος· και ακόμη να δύνανται να +προβαίνουν εις αλλαγήν τινα και ποικιλίαν. Αλλ' είναι ολίγαι αι +χώραι, ένθα αι ανάγκαι, αι τόσον μέτριαι, εκλαμβάνονται ως +υπερβαίνουσαι τα όρια του αυστηρώς αναγκαίου και ένθα, κατά +συνέπειαν, δύνανται να ικανοποιούνται με τα ημερομίσθια της +τελευταίας τάξεως των εργατών». (Ίδ. σ. 287). + +Ο Say είναι περισσότερον ακόμη απαισιόδοξος διά το ημερομίσθιον +των γυναικών. + +«Επί παραδείγματι, κλώστριαι εις χωρία τινά, ούτε το ήμισυ της +δαπάνης των κερδίζουν, αν και η δαπάνη των είναι μετρία· πρέπει να +τραφούν υπ' αυτού μητέρα, κόρη, αδελφή, θεία και πενθερά εργάτου, +και όταν ακόμη δεν κερδίζει απολύτως τίποτε . . . Τούτο δύναται να +εφαρμοσθή εις όλα τα γυναικεία έργα. Γενικώς ταύτα πληρώνονται +πολύ ολίγον, διά τον λόγον ότι μέγας αριθμός εκ των γυναικών +διατηρούνται άλλως πως ή εκ της εργασίας των και δύνανται να +θέτουν εις κυκλοφορίαν το είδος της ασχολίας των κάτω της τιμής +την οποίαν θα καθώριζεν η έκτασις των αναγκών των». (Ίδ. σ. 281). + + Paul Lafargue + + + +1 ) Βλ. επί τούτου, περί αξίας, &Maffeo Pantaleoni&, Principii di +Economia Pura. Firenze 1889. + +2) Ο υπό του Warlas _Elements d' Economie Politique Pure Lausanne_ +1889, σ. 177, διδόμενος ορισμός μάς φαίνεται ο καλύτερος από +απόψεως ακριβείας. + +3) Δεν αρκεί ο εργάτης να εκτελέση έργον τι, πρέπει ακόμη: 1) να +διατηρήση το προϊόν του, αντί να το καταναλώση αμέσως, 2) να +χρησιμοποιήση το προϊόν τούτο μετά περισκέψεως. Εάν το εμπιστευθή +εις τον πρώτον τυχόντα εργοστοσιάρχην, ούτος δυνατόν να το +σπαταλήση. + +Ο &Molinari&, _Notions fondamentales d' Economie polit.,_ σ. 183, +λέγει: «ο κεφαλαιούχος εκτελεί όθεν σημαντικάς λειτουργίας: η +πρώτη συνίσταται εις τον σχηματισμόν του κεφαλαίου, η δευτέρα εις +την διατήρησίν του». Βλέπομεν ότι ο συγγραφεύς ούτος, όπως πολλοί +άλλοι οικονομολόγοι, δεν διαπράττουν την σύγχυσιν διά την οποίαν ο +Μαρξ παραπονείται μεταξύ οργάνου εργασίας και του χαρακτήρος του, +ως κεφαλαίου (οικειοποιουμένου). + +Εδημοσιεύθη στατιστική των πτωχεύσεων, αίτινες έλαβον χώραν εν +Αμερική κατά τα έτη 1890, 1891, 1892 με κατάταξιν αναλόγως των +αιτίων των. Τω 1892 έλαβον χώραν 10 χιλ. πτωχεύσεις με 54,774,106 +δολλ. ενεργητικόν και 108,549,248 δολλ. παθητικόν. + +ΑΙΤΙΑΙ ΑΡΙΘ. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΝ ΠΑΘΗΤΙΚΟΝ + ΔΟΛΛΑΡΙΑ ΔΟΛΛΑΡΙΑ +Ανεπιτηδειότης...... 1986 6,599,692 13,445,228 +Έλλειψις πείρας..... 532 1,436,699 3,320,950 +Ανεπάρκεια κεφαλαίου 3343 15,209,975 23,576,617 +Αφροσύνη........... 148 819,942 1,707,050 +Αμέλεια............ 311 812,761 1,750,000 + +Αι πτωχεύσεις, αίτινες έχουσι τας ανωτέρω αιτίας, παρουσιάζουσι +σπατάλην απλού κεφαλαίου. Όταν το κεφάλαιον θα είναι κοινόν, τότε +θα σπαταληθή περισσότερον, ή ολιγώτερον; + +4) Τα πράγματα αληθώς φαίνεται να αποδεικνύουσιν ότι το αντίθετον +συμβαίνει, δηλαδή πρέπει &1ον& να έχωμεν τα μέσα παραγωγής διά να +παραγάγωμεν και να καταναλώσωμεν περισσότερα. Είνε αληθές ότι το +παν καταλήγει εις τον καταναλωτήν, αλλά το κεφάλαιον παράγομεν +ουχί καταναλίσκοντες αλλ' απέχοντες από την κατανάλωσιν. + +5) _Victor Jacquemont_, Lettres: «Αι Ινδίαι είναι η ουτοπία της +κοινωνικής τάξεως καθώς παραδέχονται οι &όπως πρέπει& άνθρωποι. Εν +Ευρώπη οι πτωχοί βαστάζουν τους πλουσίους επί των ώμων των, αλλά +μεταφορικώς. Εν Ινδίαις τούτο συμβαίνει πραγματικώς. Αντί εργατών +και εκμεταλλευτών κυβερνωμένων και κυβερνώντων, διακρίσεις λεπταί +της ευρωπαϊκής πολιτικής, εν Ινδίαις η διάκρισις είναι σαφεστέρα, +βασταζόντων και βασταζομένων. — Τοιαύτη κοινωνική κατάστασις +αξίζει να μας δοθή ως παράδειγμα; Οι Άγγλοι εργάται δύναται να +ζηλεύσουν τι των Ινδών; + +6) Όσον δια τας κυβερνήσεις ο Μαρξ έχει εντελώς δίκαιον. Το ποσόν +του πλούτου, τον οποίον καταστρέφουσιν ή και εμποδίζουσι να +σχηματισθή είναι αφαντάστως μέγα. Εις το γεγονός τούτο μάλιστα +ημείς αποδίδομεν την κυρίαν αιτίαν των αθλιοτήτων, τας οποίας +άριστα περιέγραψεν ο Κ. Μαρξ και διά τας οποίας λυπούμεθα και +ημείς όσον και αυτός. + +Ήδη θα έπρεπε να καταδειχθή ότι κυβέρνησις κοινωνίας, εν η το +κεφάλαιον είναι κοινόν θα ήτο ολιγώτερον δαπανηρά από την +κυβέρνησιν της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Τούτο ουδαμώς είναι a +priori φανερόν, μάλιστα το εναντίον φαίνεται πιθανόν. + +Είναι βέβαιον ότι εάν οι κεφαλαιούχοι εξαφανισθούν ουδέν θα +δύνανται πλέον να οικειοποιηθούν, θα καταστή αδύνατος πάσα πλέον +κατάχρησις; Δεν είναι δυνατόν να παρεισφρύσουν καταχρήσεις και εις +πολιτείαν, όπου η ατομική ιδιοκτησία δεν θα υπάρχει και όπου θα +διανέμονται δελτία καταναλώσεως; Κατ' αυτάς αι εφημερίδες +εδημοσίευσαν τας λεπτομερείας συμποσίων τινών των δημοτικών +συμβούλων Παρισίων κατά περιοδείαν τινά ανά τα φρενοκομεία. Η κατ' +άτομον δαπάνη κάθε γεύματος ανήλθεν εις φράγκα 35. Τι θα γίνωμεν +φευ! εάν αι βιομηχανίαι επιθεωρώνται κατ' αυτόν τον τρόπον; Θα +εξωδεύαμεν ολιγώτερα και θα είχομεν καλύτερα αποτελέσματα, παρά +εάν αφίναμεν εις μόνους τους βιομηχάνους την φροντίδα της +επιθεωρήσεώς των; + +7) ΕΤΗ ΠΟΣΑ ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ + οφειλόμενα εις καταθέτας πιστώσεις λο- + την 31 Δεκεμβρίου (συμπε- γαριασμού εκά- + ριλαμβανομένων τόκων) στου καταθέτου + 1882 47.601.368 φρ. 224.97 φρ. + 1885 154.155.572 » 222.59 » + 1890 413.439.048 » 274.76 » + 1891 506.379.931 » 292.05 » + +8) Πράγματι ο τόκος εν τη καταστάσει της ισορροπίας, αποβαίνει ο +αυτός δι' όλας τας βιομηχανίας (λαμβανομένων υπ' όψει των +αποσβέσεων ένεκα κινδύνων κλπ.). Η δι' εκάστην δε βιομηχανίαν +ποσότης διά των μεταβολών της διατηρεί την ισορροπίαν αυτήν. + +9) Stuart Mill Στοιχεία πολιτ. οικονομίας, Γαλ. μεταφράσεως, +Παρίσιοι Guillaumin τόμ. 1 σ. 503. + +10) Η χρησιμότης είναι ο αφηρημένος όρος, όστις δεικνύει το +ευχάριστον αποτέλεσμα, ήτοι &το ηδονιστικόν& (εκ του Ελληνικού +&ηδονή&, ευχαρίστησις, απόλαυσις) οφειλόμενον εις το σύνολον των +συνθηκών, αίτινες καθιστούν πράγμα τι οικονομικόν αγαθόν +Pantaleoni loc. cit., σελ. 87, όρα Walras, Menger, Jevons, +Marshall, Edgeworth. κ.λ.π. Η λέξις αύτη &χρησιμότης& έχει κακώς +εκλεχθή, διότι έχει ήδη εις την κοινήν γλώσσαν σημασίαν τελείως +διάφορον της εν τη πολιτική οικονομία. Εν τη καθημερινή χρήσει +&ωφέλιμος, χρήσιμος&, είναι το αντίθετον του &βλαβερός, άχρηστος&. +Λέγομεν επί παραδείγματι ότι η Μορφίνη μακράν του να είναι +ωφέλιμος εις τον μορφινομανή, είναι τουναντίον λίαν βλαβερά. «Η +πολιτική οικονομία ουδεμίαν έχει σχέσιν με την εκτίμησιν, την +οποίαν δύναται να κάμη των διαφόρων χρησιμοτήτων είς φιλόσοφος, +είς ηθικολόγος». + +11) Η έλλειψις χώρου δεν μας επιτρέπει ν' αναφέρωμεν ενταύθα ειμή +λίαν περιληπτικώς τας σκέψεις ταύτας. Τας ανεπτύξαμεν όμως εν τω +Giornale degli Economisti Roma Μάιος 1892 σ. 401 και επ. + +12) Ο Κ. Μαρξ λέγει: «Ο σχηματισμός κεφαλαίου είναι δυνατός τότε +μόνον, όταν η τιμή των εμπορευμάτων είναι ίση προς την αξίαν των. +Ο σχηματισμός ούτος δεν εξηγείται διά μιας διαφοράς, μιας +αποστάσεως των αξιών από των τιμών τούτων. Εάν αι τιμαί διαφέρουν +των αξιών δέον να τας εξισώσωμεν, δηλαδή να θεωρήσωμεν την +διαφοράν ταύτην ως κάτι καθαρώς τυχαίον . . . . γνωρίζομεν εξ +άλλου ότι η εξίσωσις αύτη δεν είναι τρόπος ενεργείας καθαρός +επιστημονικός. + +Αι συνεχείς διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς, η πτώσις και η +ύψωσίς των αντισταθμίζονται και μηδενίζονται αμοιβαίως και +ανάγονται μόναι των εις μέσην τιμήν κατά φυσικόν των κανόνα». Ο Κ. +Μαρξ εξακολουθεί: «: . . . . . πώς είναι δυνατόν να παράγεται +κεφάλαιον, όταν αι τιμαί κανονίζωνται επί τη βάσει της μέσης +τιμής, οριστικώς δε επί τη βάσει της αξίας των εμπορευμάτων; Λέγω +οριστικώς, διότι αι μέσαι τιμαί δεν συμπίπτουν απ' ευθείας με τας +αξίας των εμπορευμάτων, όπως τα πιστεύουν ο Α. Smith, ο Rιcardi +και άλλοι». Διατί να τίθενται ούτω αινίγματα και να μη καθορίζεται +αμέσως τι είναι η &αξία;& Εις ολόκληρον τα βιβλίον του κεφαλαίου +γίνεται λόγος περί της αξίας χωρίς να καθορίζεται η έννοια αυτής. + +13) Διά να εκφρασθώμεν μετ' ακριβείας πρέπει να είπωμεν ότι η +ανταλλακτική αξία, ήτις εξαρτάται εκ του &τελικού βαθμού της +χρησιμότητος&, καθορίζει τας κατασκευαζομένας ποσότητας. + +14) Ο αναγνώστης ο γνωρίζων τας θεωρίας &της οικονομικής +χρησιμότητος& θα παρετήρησεν ήδη ότι τας εφηρμόσαμεν εις το +παράδειγμα τούτο. Εις μάτην εζητήσαμεν άλλο μέσον διά να +εξηγήσωμεν σαφώς το ζήτημα όπερ εξετάζομεν. + +Δέον να νοηθή όχι δεν πρόκειται ενταύθα ειμή περί εμπορευμάτων +δυναμένων ν' αναπαραχθούν, όπερ κυρίως λαμβάνει υπ' όψιν ο Μαρξ εν +προκειμένω. + +15) G. de Molinari «Notions fondamentales d' Economie politique» +1891 σ. 186. + +Τα φαινόμενα της υπεραξίας ευρίσκονται εις αντίθεσιν με την +θεωρίαν του Κ. Μαρξ, όστις καθορίζει την αξίαν μόνον εκ της +εργασίας. Από μιας άλλης όμως απόψεως ευρίσκομεν εκεί +οικειοποίησιν του τύπου της αξίας, την οποίαν ο Κ. Μαρξ +καταδικάζει. Δεν είναι αποδεδειγμένον ότι η οικειοποίησις αύτη +είναι χρήσιμος διά την επίτευξιν του μάξιμουμ του ηδονισμού του +ατόμου και του είδους, είναι δε πρόβλημα δύσκολον η εξεύρεσις του +μέσου όρου διά να αποφευχθή η οικειοποίησις αύτη. (Όρα Herbert +Spencer Δικαιοσύνη κεφ. XI παράρτημα Β.). + +16) Τα φαινόμενα ταύτα περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα του γεγονότος +ότι ο κόπος, τον οποίον προξενεί η παραγωγή πολλών εμπορευμάτων +δεν είναι μόνιμος διά πάσαν μονάδα. Διά τινα εμπορεύματα, όταν η +παραχθείσα ποσότης αυξάνει ο κόπος ούτος αυξάνει επίσης. Δι' άλλα +εμπορεύματα ελαττούται. + +17) Εξηγούμεθα περισσότερον χρησιμοπσιούντες τα αλγεβρικά σημεία. +Όταν η ανταλλαγή παύη να λαμβάνη χώραν· έστω, διά τον +υποδηματοποιόν: Α, ο κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζε διά την +κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων· Β, ο πόνος, τον οποίον +δοκιμάζει στερούμενος του ύδατος, το οποίον θα ελάμβανε εις +αντάλλαγμα. Και διά τον κομιστήν του ύδατος: Γ, ο κόπος, τον +οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων την ποσότητα ταύτην του ύδατος· +Δ, ο πόνος, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος των υποδημάτων, τα +οποία θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα. + +Το γεγονός ότι η ανταλλαγή γίνεται ακριβής εις το σημείον τούτο +μας παρουσιάζει τας δύο ακολούθους εξισώσεις: + +Α=Β, Γ=Δ. + +Αι εξισώσεις δε αύται ουδόλως μας φέρουν εις την ισότητα του Α. +και του Γ. + +Αλλ' εάν υποθέσωμεν τον διά της απλής εργασίας μετρούμενον κόπον, +και ότι: Ε είναι η &απλή& εργασία διά την κατασκευήν ενός ζεύγους +υποδημάτων, ε δ' η απλή εργασία διά την μεταφοράν του ύδατος, το +οποίον ανταλλάσσεται μετά του ζεύγους των υποδημάτων, θα έχωμεν: + +Α=αΕ, Γ=βε + +Εξ άλλου, εάν Β1 είναι ο κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζεν ο +υποδηματοποιός μεταβαίνων απ' ευθείας εις αναζήτησιν ύδατος, Δ1 ο +κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζον οι κομισταί του ύδατος +κατασκευάζοντες τα ζεύγος των υποδημάτων θα έχομεν ακόμη: + +Β1=αε, Δ1=βΕ + +εξ ού το θεώρημα του Κ. Μαρξ, το οποίον λέγει: + +ε=Ε + +και εν τοιαύτη περιπτώσει διά των προηγουμένων εξισώσεων έχομεν το +αποτέλεσμα: + +Β=Β1 Δ=Δ1 + +αποτέλεσμα ανταποκρινόμενον με τας δευτέρας περιπτώσεις τας +αναφερομένας εις το κείμενον. + +18 (1) Διά να είμεθα εν τάξει με τας νέας θεωρίας πρέπει ενταύθα +να είπωμεν: &το κόστος της παραγωγής&. Υπενθυμίζομεν διά μίαν +φοράν ακόμη ότι το κόστος της παραγωγής ισούται με την +ανταλλακτικήν αξίαν. + +19) Αι λέξεις με κεφαλαία γράμματα είναι εκείναι, τας οποίας +αλλάσσομεν εις το κείμενον του Κ. Μαρξ. + +20) Ο Μαρξ είχε δίκαιον βλέπων μίαν αντίφασιν εις το γεγονός «να +εξάγεται το ιδεώδες της δικαιοσύνης εκ νομικών σχέσεων πηγαζουσών +εκ κοινωνίας βασιζομένης επί της εμπορικής παραγωγής» και να +λαμβάνεται είτα το ιδεώδες τούτο ως στήριγμα διά την αναμόρφωσιν +της κοινωνίας αυτής και του δικαίου της. Αλλά μήπως δεν ακολουθεί +και αυτός κάπως τον δρόμον αυτόν ισχυριζόμενος ότι ολόκληρον το +προϊόν της εργασίας δέον να ανήκη εις τον εργάτην; + +21) Η λέξις αύτη προϋποθέτει ήδη την λύσιν του προβλήματος του Κ. +Μαρξ, ενώ οι οικονομολόγοι διατίνονται ακριβώς ότι η υπεραξία δεν +απεκτήθη δωρεάν. + +22) Η ισότης αύτη αμφισβητείται. Ο Κ. Μαρξ, αναφέρων παράδειγμα +χημικής ισομερείας, ηδύνατο να προΐδη το αντίθετον ότι δύο ποσά +αριθμητικώς ίσα δύνανται να είναι οικονομικώς διάφορα. Εκείνο που +ενταύθα τα διακρίνει είναι ο χρόνος. + +23) Ή καλύτερον, εάν η υφισταμένη ποσότης ήτο μεγαλυτέρα ή ίση +εκείνης, την οποίαν θα επεθυμούμεν. + +24) Και άλλαι επίσης περιπτώσεις ως η πιθανότης της απολαύσεως +μελλοντικού αγαθού κλπ., επί των οποίων δεν είναι ανάγκη να +σταματήσωμεν τώρα. + +25) Ο κ. Block δεν θα επρόσεξε επί της σημαντικής ταύτης +περικοπής, διότι λέγει: «Η ωρισμένη Τιμή (tarif) είναι η ένδειξις +διά κάθε επάγγελμα πόσαι ώραι ενός εργάτου ισούνται με μίαν ώραν +της εργασίας του: π. χ. η ώρα του ράπτου δύο, η ώρα του +κλειθροποιού τρεις . . . . . προκαλώ οιονδήποτε να ορίση τιμήν η +οποία να ευχαριστή ένα επί τοις εκατόν. Ιδού διατί απέφυγεν ο Κ. +Μαρξ τον καθορισμόν τούτον». (Βλ. &Αι πρόοδοι της οικονομικής +επιστήμης& I σ. 507). Η κρίσις αύτη όμως δεν είναι ορθή, διότι ο +Κ. Μαρξ δεν απέφυγε να το καθορίση, αφού υποδεικνύει τρόπον, όστις +κατ' αυτόν έδει να χρησιμεύση ως καθορισμός της τιμής ταύτης. + +26) Ιδού επί παραδείγματι τα warrants των χυτοσιδηρουργείων της +Γλασκώβης εις σελήνια και πέννας κατά τόννον: + + Έτη 1833 1834 1835 1836 1837 + Υψηλοτέρα τιμή 81/1 92/0 83/6 81/0 82/6 + Χαμηλοτέρα τιμή 49/0 64/0 54/0 68/0 48/6 + Μέση τιμή 61/6 79/9 70/9 72/6 69/2 + + Έτη 1838 1839 1860 1861 1862 + Υψηλοτέρα τιμή 60/0 58/6 61/6 52/6 57/6 + Χαμηλοτέρα τιμή 52/0 47/0 49/6 47/0 48/6 + Μέση τιμή 54/5 51/11 53/8 49/3 53/0 + + Έτη 1863 1864 1865 1866 1867 + Υψηλοτέρα τιμή 67/3 66/0 65/0 82/0 55/6 + Χαμηλοτέρα τιμή 50/6 49/6 65/3 51/0 51/6 + Μέση τιμή 55/9 57/4 49/6 60/6 53/6 + + Έτη 1868 1869 1870 1871 1872 + Υψηλοτέρα τιμή 54/6 58/6 60/0 72/9 137/6 + Χαμηλοτέρα τιμή 51/9 50/6 50/5 51/0 73/0 + Μέση τιμή 52/9 53/3 54/4 58/11 102/0 + + Έτη 1873 1874 1875 1876 1877 + Υψηλοτέρα τιμή 145/7 108/9 75/0 66/6 57/9 + Χαμηλοτέρα τιμή 101/0 72/6 57/6 56/0 51/6 + Μέση τιμή 117/3 87/6 65/9 58/6 54/4 + + Έτη 1878 1879 1880 1881 1882 + Υψηλοτέρα τιμή 52/4 68/6 73/3 53/6 53/1 + Χαμηλοτέρα τιμή 42/3 40/0 44/6 45/0 46/8 + Μέση τιμή 48/5 47/0 54/6 49/4 49/4 + +Αι τιμαί αύται δεν φαίνονται να σταματούν εις μόνιμον επίπεδον. +Συνεχώς ποικίλλουν. Όθεν επί πραγματικών γεγονότων πρέπει να +συζητώμεν και ουχί επί γεγονότων της φαντασίας μας. + +27) J. Stuart Mill &Λογική& γαλλ. μετάφρ. τόμ. II, σ. 385. + +28) Είναι η αρχή της ελαττώσεως του &τελικού βαθμού της +χρησιμότητος&. Εν γενικαίς γραμμαίς την θεωρούμεν ορθήν, εκτός +μερικών εξαιρέσεων. (Giornale degli Economisti, Roma Ιανουάριος +1893. Όρα Edgeworth, _Mathematical psychics_ σ 34-35). + +29) Είναι αληθές ότι εις την ελάττωσιν ταύτην των κινδύνων +αντιστοιχεί ελάττωσις του τόκου, του κράτους δανειζομένου με +μικρότερον τόκον του επιτυγχανομένου εις τας βιομηχανίας, αι +οποίαι διατρέχουν κινδύνους. Αλλά τούτο είναι μία σχετική +ελάττωσις ενός ολικού τεχνητώς υψωθέντος. + +Ας υποθέσωμεν πράγματι ότι το ελεύθερον εμπόριον ορίζει εν +δεδομένη στιγμή επιτόκιον Χ διά τον τόκον, και το επιτόκιον τούτο +αντιστοιχεί προς το 5% το πληρωνόμενον υπό του κράτους, η διαφορά +δε διά τους κινδύνους του κεφαλαίου είναι η πληρωτέα αμοιβή. Έστω +10 εκατομ. το χρησιμοποιούμενον κεφάλαιον με επιτόκιον Χ· δυνάμεθα +να υπολογίσωμεν ως εάν τούτο εχρησιμοποιείτο προς 5% άνευ +κινδύνου. + +Αι βιομηχανίαι της χώρας θα ηδύναντο να χρησιμοποιήσουν ακόμη έν +εκατομμύριον, αλλά μόνον εις επιτόκιον, αντιστοιχούν προς 4% των +προσόδων του κράτους, επί του ολικού κεφαλαίου. + +Εν τοιαύτη περιπτώσει ελαττούντες, διά της αφαιρέσεως όλων των +πληρωτέων αμοιβών διά τους κινδύνους, πάντα τα επιτόκια από τα +πληρωθέντα τοιαύτα υπό του κράτους, θα δυνηθώμεν να είπωμεν ότι, +οι κεφαλαιούχοι δύνανται να χρησιμοποιήσουν 10 εκ. προς 5%, ή 11 +εκατομ. προς 4%. + +Αλλά το κράτος επεμβαίνει όταν ο τόκος ακόμη 5%. Ζητεί από την +αγοράν έν επί πλέον εκατομμύριον, πράγμα, που αυξάνει το επιτόκιον +και το υψώνει ας υποθέσωμεν 5,1%. Το εκατομμύριον τούτο χορηγείται +εις τας βιομηχανίας, αι οποίαι δεν δύνανται να πληρώσουν ειμή 4%, +και οι συμβάλλοντες επιβαρύνονται με την διαφοράν. + +Κατά τον τρόπον τούτον οι κεφαλαιούχοι χρησιμοποιούν 11 εκατομ. +προς 5,1% αντί των 4%. + +Εξαιρέσει των αριθμών, οι οποίοι εδόθησαν ενταύθα ως παράδειγμα, η +υποθετική αύτη περίπτωσις επραγματοποιήθη εις τα συναφθέντα υπό +των κυβερνήσεων δάνεια διά την κατασκευήν των σιδηροδρόμων. + +Ίνα εξετασθή κατά βάθος η άποψις αύτη και διά να μη παρασυρθώμεν +εις ατελεύτητα συμπεράσματα, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσωμεν την +αριθμητικήν. + +30) Η απάντησις αύτη εδόθη εις μερικάς μας αντιρρήσεις τας οποίας +εξεφράσαμεν επί του έργου του μέλλοντος σοσιαλιστικού κράτους, υπό +επισήμου Σοσιαλιστικής Επιθεωρήσεως La critica sociale του +Μιλάνου. + +31) Ιδού μικρός πίναξ αποδεικνύων, ως λέγει ο Schoenhofs, ότι η +πρόοδος της μηχανικής παραγωγής έσχεν ως αποτέλεσμα την ελάττωσιν +της τιμής του γαιάνθρακος και την ΑΥΞΗΣΙΝ των ημερομισθίων. + + ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΑ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΑ ΤΙΜΗ ΓΑΙΑΝΘΡΑΚΟΣ + Ετήσια κατά τόννον κατά τόννον + 1880 1890 1880 1890 1880 1890 + δολλάρια σεντς δολλάρια + Tennesee 332 392 68 82 1,27 1,21 + Kentucky 261 334 73 70 1,20 0,99 + West Virginia 295 391 72 60 1,10 0,82 + Ohio 320 352 86 69 1,29 0,91 + Illinois 382 357 99 69 1,44 0,97 + +Επ' αυτού δέον να προστρέξωμεν εις το έργον του κ. Paul Leroy — +Beauler (&Δοκίμιον διανομής του πλούτου& και &Ο κολλεκτιβισμός& +του αυτού συγγραφέως). + +32) Ο Κ. Μαρξ εκτείνεται επί της νοθείας των εμπορευμάτων. Δεν +δυνάμεθα να εννοήσωμεν, πώς η νοθεία αυτή δεν θα λαμβάνη χώραν, αν +δεν υπάρχη οικειοποιημένον κεφάλαιον. Μήπως διότι το κράτος θα +ασχοληθή διά την παραγωγήν των εμπορευμάτων; Εις την Γαλλίαν τα +πυρεία του μονοπωλίου ουδέποτε ανάβουν και τούτο ουδέποτε είναι +ευνοϊκόν διά τας βιομηχανίας τας οποίας θα αναλάβη το κράτος. + +33) Τhe Populair Sciènce Monthly. Ιανουάριος 1887. Ο Κ. Μαρξ +ηπατήθη υποθέτων ότι η &πτωχεία& θα ηύξανεν εις την Αγγλίαν. Όρ. +Giffen Essays in Finance Σ. Π. The progress of the working classes +in the last half century. Further notes on the working classes. + +Ιδού αριθμοί τινές: ημερομίσθια απλής εργασίας (unskilled labour) +την εποχήν κατά την οποίαν έγραφεν ο κ. Giffen (1886) και +πεντήκοντα έτη πρότερον (1836) σελ. 425. + + 1836 1886 + σελ. δην. σελ. δην. + Εργάτης Λονδίνου 15 — 25 — + Βοηθός κτίστης Manchestey 12 — 21 9 + Κτίστης Manchestey (μάξιμουμ) 15 — 22 — + Βοηθός κτίστης Glasgow 9 — 18 — + Εργάτης Londo viderry 8 — 16 — + + Αποτελέσματα του Income taxe σελ. 398. + + Πρόσοδοι 1843 1876 — 1880 + Αριθ. προσώπων + Από 150 λίρες μέχρι 200 29.366 130.101 + 200 — 300 28.370 88.455 + 300 — 400 13.429 39.896 + 400 — 500 6.781 16.501 + 500 — 600 4.780 11.317 + 600 — 700 2.672 6.894 + 700 — 800 1.874 4.054 + 800 — 900 1.442 3.555 + 900 — 1000 894 1.396 + 1000 — 2000 4.228 10.352 + 2000 — 3000 1.235 3.131 + 3000 — 4000 526 1.430 + 4000 — 5000 339 758 + 5000 — 10000 493 1.439 + 10000 — 50000 200 785 + 50000 και άνω 8 68 + + Σύνολον...... 106.637 320.162 + +Ιδού δια την Ιταλίαν τα καλά αποτελέσματα του κ. Bodio, διευθυντού +του τμήματος της στατιστικής. + +Η σημαντική βελτίωσις των συνθηκών της εργατικής τάξεως εσταμάτησε +τω 1887 ένεκα των τρελών δαπανών των εξοπλισμών, του (νομίμου) +κιβδήλου νομίσματος εκδοθέντος υπό των τραπεζών τη συνενοχή της +κυβερνήσεως και εν γένει της υπό των πολιτευομένων προξενηθείσης +καταστροφής σημαντικής μερίδος του πλούτου της χώρας. + +Το σύστημα των «αστών οικονομολόγων» Cobden, John Bright κλπ. +είναι ωφέλιμον, διότι τούτο ακολουθήσα η Αγγλία απέφυγε τα κακά +ταύτα. + +Εδημοσιεύσαμεν εις την Εφημερίδα των Οικονομολόγων (Παρίσιοι, +Δεκέμβριος), ότι το ποσόν, το οποίον οι πολίται δέον να πληρώσουν +χάρις εις την προστασίαν της σιδηρουργικής βιομηχανίας εν Ιταλία +είναι μεγαλύτερον του ποσού των ημερομισθίων, τα οποία λαμβάνουσιν +οι εργάται της προστατευομένης βιομηχανίας. + +Ιδού περίληψις αριθμών τινών. + + Έτη 1886 1890 + Μέσος όρος των δικαιωμάτων + επί 100 χιλιογράμ. Περα- + τωθέντων εμπορευμάτων . . 4 φρ. 476 7 φρ. 444 + Το αυτό επί του χυτοσιδήρου 0 φρ. 1 φρ. + Σύνολον δικαιωμάτων εισπρα- + χθέντων παρά του τελω- + νείου, χιλιάδες φράγκα . . . . 8.718 8.056 + Ποσότης σιδήρου και χαλκού + καταναλωθέντος εν Ιτα- + λία, χιλιάδες τόννοι . . 334 105 + +Τω 1890, η χώρα επλήρωσε χάρις εις την προστασίαν ποσόν περίπου +30,156,0011 φράγκων. Αφαιρούντες εκ του ποσού τούτου τα 8,056,000 +φράγκα εισπραχθέντα υπό των τελωνείων, υπολείπεται, ποσόν +22,100,000 φράγκων. + +Κατά το &Δελτίον της στατιστικής&, ο αριθμός των χρησιμοποιουμένων +εις την βιομηχανίαν ταύτην εργατών ανέρχεται εις 14,518. Εάν +διένεμον μεταξύ των το ποσόν των 30,156,000 φράγκων έκαστος θα +είχεν ετησίως 2,077 φράγκων και εάν διένεμον το ποσόν 22,100,000 +φρ. έκαστος εργάτης θα είχε 1522 φρ. Όθεν το Δελτίον της +στατιστικής μας γνωρίζει ότι το μέσον ημερομίσθιον των εργατών +ενός σιδηρουργείου της Άνω Ιταλίας δεν είναι παρά 918 φρ. + +Η σιδηρουργική βιομηχανία πολύ απέχει από του να έχη προοδεύση. +Εάν εις τα ποσά, τα οποία κερδίζει διά του προστατευτικού +συστήματος, προσετίθεντο τα υπό των πολιτευομένων εισπραχθέντα +ποσά διά την χορήγησιν της προστασίας, ίσως να μη επετυγχάνετο +ούτε το δέκατον του ποσού του πλούτου του αμέσως καταστρεφομένου +υπό του προστατευτικού τούτου συστήματος. + +34) Η αύξησις της κινητοποιήσεως της εργασίας, είναι η πρόοδος, +την οποίαν πρέπει να πραγματοποιήσωμεν διά να λύσωμεν τα εργατικόν +ζήτημα. Η πρόοδος αύτη υπόκειται εις δύο όρους: ο πρώτος, είναι ο +πολλαπλασιασμός και η ελάττωσις της τιμής των μέσων της μεταφοράς +ή της κινητοποιήσεως της εργασίας και η απλοποίησις των φυσικών +και τεχνικών εμποδίων, άτινα δυσχεραίνουν την κινητοποίησιν +ταύτην· ο δεύτερος είναι η ανάπτυξις των διαμέσων της εμπορίας της +εργασίας, ομοίων προς τα διάμεσα της εμπορίας των κινητών +κεφαλαίων και των προϊόντων. (Notions find, d' Econ. polit. σ. +406. Βλ. Les bourses de travail υπό του αυτού συγγραφέως). + +35) Τα γεγονότα είναι πολύ γνωστά και ευρίσκονται εις όλους τους +συγγραφείς τους περιγράψαντας τα ήθη των αγρίων. Όρα μεταξύ άλλων +τον Letourneau &η Κοινωνιολογία&. Παρίσιοι 1880 σ. 133: «Ο Sturt +διηγείται ότι Αυστραλιανός τις του εσωτερικού εχρησιμοποίησε δι' +εαυτόν το ασθενές του τέκνον θραύσας την κεφαλήν του και +καταβροχθίσας αυτό αφού το έψησεν . . . Εις φυλάς τινας της +μεσημβρινής Αφρικής οι ιθαγενείς διαθέτουν προς σύλληψιν των +λεόντων, οι οποίοι τους ανησυχούν μεγάλας παγίδας πετρίνας, όπου +σωρεύουν τα τέκνα των». σελ. 160: «Εις την Αυστραλίαν η γυνή είναι +ζώον οικιακόν χρησιμεύον διά την γεννητικήν ηδονήν, διά την +αναπαραγωγήν και εις περίπτωσιν πείνας και προς διατροφήν». Σελ· +163: «Παντού εν Αφρική ο άνθρωπος είναι κυνηγός ή πολεμιστής. Κατά +τας πολυαρίθμους ώρας της αναπαύσεώς του κοιμάται υπό την σκιάν +των δένδρων, καπνίζει ή συζητεί, καθ' ην στιγμήν η σύζυγός του +σκάπτει ή εκτελεί τα δυσκολώτερα έργα». + +36) Επί τη 50ετηρίδι της Εταιρίας της Πολιτικής Οικονομίας εις +λόγον του ο Leon Say έλεγεν: «Η ελευθερία της εργασίας είναι ο +ακρογωνιαίος λίθος της Γαλλικής επαναστάσεως. Εάν αύτη εξαφανισθή +ολόκληρον το κίνημα της επαναστάσεως καταρρέει. Αι αρχαί του 1789 +δύνανται, μη το λησμονώμεν ποτέ, να χαθούν εις την πάλην, η οποία +γίνεται μεταξύ των προσβαλόντων την ελευθερίαν της εργασίας και +ενός παλαιού καθεστώτος. Νέον δε σύστημα δύναται ν' αναφανή από +την πάλην την οποίαν έχομεν να υποστηρίξωμεν. + +37) Η περικοπή αύτη του Α. Σμιθ, ευρισκομένη εν τω έργω του «Ο +πλούτος των εθνών», αναφέρεται υπό του Ricardo εν τω κεφαλαίω του +«της κανονικής ή φυσικής αξίας». + +38) Ο Smith και ο Ricardo, οίτινες αμφότεροι θεωρούν την εργασίαν +ως την «πηγήν και το μέτρον της αξίας», αναγνωρίζουν επίσης ότι αι +εργασίαι παρά την διαφοράν των, «τον κόπον της εντατικότητος και +της δραστηριότητος συνεκρίνοντο μεταξύ των μετ' αρκετής ακριβείας +διά να ικανοποιηθούν όλαι αι πρακτικαί ανάγκαι». Αλλ' ούτε ο είς +ούτε ο άλλος δεν εθεώρησαν όλας τας εργασίας ως πολλαπλάσια της +απλής εργασίας, είναι δε αύτη ο μόνος υπολογισμός δι' ου δύναταί +τις να κατανοήση τα φαινόμενα της ανταλλαγής. + +39) Ο Trosne έλεγε: «πάσα παραγωγή του αυτού είδους αποτελεί +ποσόν, ου η τιμή καθορίζεται γενικώς και ανεξαρτήτως ιδιαιτέρων +περιστάσεων» (De l' intérêt Social. E. Daix 1893.) Ο J. B. Say +προσέτρεξε εις μίαν ανάλογον αφαίρεσιν, ήτις αφαιρεί τας διαφόρους +ποιότητας των εργασιών, αίτινες συνετέλεσαν εις την παραγωγήν των +εμπορευμάτων και λέγει· «Η εκτίμησις της παραγομένης αξίας γίνεται +διά της αναγωγής όλων των αξιών εις μίαν, ενός ωρισμένου είδους π. +χ. όλαι αι παραγόμεναι εν Γαλλία αξίαι κατά το διάστημα ενός έτους +είναι ίσον προς την αξίαν 500 εκατομ. εκτολίτρων σίτου (Traité d' +Econ. Politiq. Ed. Rabilly 1826. II. III. ο. 289.) Η αναγωγή αύτη +όλων των αξιών εις την αξίαν ενός εμπορεύματος, του σίτου π. χ., +αναγωγήν, την οποίαν και ο Α. Smith εδέχθη, ισοδυναμεί τέλος προς +την αναγωγήν όλων των εργασιών, αίτινες συντελούν εις την +δημιουργίαν των εμπορευμάτων, εις την απλήν εργασίαν του γεωργού. + +40) Της εκφράσεως &αξία& γίνεται χρήσις ενταύθα, όπως πολλάκις η +&ποσότης αξίας&. + +41) Ιλιάς VII 472-475. + +42) Προς απλοποίησιν των πραγμάτων υποτίθεται ότι ο χρυσός είναι +τα εμπόρευμα το οποίον εκπληροί τας υπηρεσίας του νομίσματος. + +43) Ό,τι χαρακτηρίζει την κεφαλαιοκρατικήν εποχήν είναι ότι η +εργατική δύναμις αποκτά διά τον ίδιον εργάτην την μορφήν του +εμπορεύματος, το οποίον του ανήκει και κατά συνέπειαν η εργασία +του την μορφήν της ημερομισθίου εργασίας. Αφ' ετέρου μόνον από της +στιγμής ταύτης η των προϊόντων μορφή εμπορευμάτων καθίσταται +κυριαρχούσα κοινωνική μορφή. + +44) Εις την αρχαίαν Ρώμην ο villicus, ο επί κεφαλής των γεωργικών +δούλων οικονόμος, ελάμβανε μικροτέραν μερίδα, διότι η εργασία του +ήτο ολιγώτερον κοπιώδης Όρα Th. Mommsen 1856. Ρωμ. ιστορ. σ. 810. + +45) Οι αριθμοί ούτοι είνε τελείως υποθετικοί. + +46) Κυρίως επί της απόψεως ταύτης ο βιομήχανος εργάτης προσέθεσεν +εις την πρώτην όλην την αξίαν της διατροφής του και όχι νέαν +αξίαν, επί της οποίας οι φυσιοκράται βασίζουν το δόγμα των της μη +παραγωγής πάσης μη γεωργικής εργασίας, δόγμα αλάνθαστον διά τους +οικονομολόγους τους αντικρούοντας την θεωρίαν της υπεραξίας του +Μαρξ. Και ο τρόπος ούτος του καταλογισμού εις έν αντικείμενον της +αξίας πολλών άλλων (π. χ. και το λινόν, τα υπό του υφαντουργού +καταναλώσιμα), της εφαρμογής ούτως ειπείν στρώματος επί στρώμα, +πλείστων αξιών επί μιας μόνης, κάμνει ώστε και αύτη να αυξάνη +επίσης . . . . ο όρος πρόσθεσις παριστά καλώς τον τρόπον διά του +οποίου σχηματίζεται η τιμή των έργων της χειρός· η τιμή αύτη δεν +είναι ή το υλικόν πλείστων αξιών καταναλωθεισών και προστεθεισών +ομού· εξ ου το προσθέτειν δεν σημαίνει πολλαπλασιάζειν». (Mercier +de la Rivière). + +47) Η θεωρία των υπηρεσιών διά να εξηγήση τα κέρδη των +κεφαλαιούχων, η υπερασπιζομένη υπό του J. R. Say, δεν στηρίζεται +ούτε επί του πεδίου εις ό θέλει να σταθή. Πράγματι, εάν το +απολαμβανόμενον κέρδος έδει να ήτο ανάλογον προς την προσφερομένην +υπηρεσίαν, ο γεωργός σπείρων τον σίτον και οι εργάται οι +μετατρέποντες αυτόν εις άλευρον και άρτον, θα έπρεπε να είναι οι +καλλίτερον αποζημιούμενοι, ενώ είναι εκείνοι οι οποίοι λαμβάνουν +το πλέον γλίσχρον ημερομίσθιον. — Εξ άλλου πάσαι αι υπηρεσίαι +προσφέρονται υπό των εργατών, οι οποίοι, λέγει ο Α. Smith, +«τρέφουν, ενδύουν και εξευρίσκουν τας κατοικίας ολοκλήρου του +έθνους». &Πλούτος των εθνών. Β. Ι. Κεφ VIII. + +48) Η διαίρεσις μεταξύ της ειδικής εργασίας και της απλής τοιαύτης +(Skilled and unskilled labour), βασίζεται συνήθως επί καθαρών +φαντασιοπληξιών, ή τουλάχιστον επί διαφορών αίτινες από καιρού δεν +κέκτηνται ουδεμίαν πραγματικότητα και δεν υφίσταται εισέτι ει μη +εκ παραδόσεων. + +Τούτο είναι συνήθως τρόπος του ομιλείν προτιθέμενος να χρωματίση +το ξηρόν τούτο γεγονός, ότι ομάδες τινές της εργατικής τάξεως, π. +χ. οι γεωργοί, ευρίσκονται εις χειροτέραν από άλλους θέσιν διά να +αποσπάσουν την αξίαν της εργατικής δυνάμεως. Τυχαίαι περιπτώσεις +παίζουν τόσον μέγαν ρόλον, ώστε δυνάμεθα να ίδωμεν εργασίας του +αυτού είδους να αλλάσσουν θέσιν με την σειράν. Εκεί ένθα η φυσική +συγκρότησις των εργατών είναι εξησθενημένη ή σχετικώς εξηντλημένη +εκ του βιομηχανικού καθεστώτος, αι πραγματικώς κτηνώδεις εργασίαι, +αίτινες απαιτούσι μεγάλην μυικήν δύναμιν, ανέρχονται την κλίμακα, +ενώ εργασίαι πλέον λεπταί κατέρχονται εις το επίπεδον της απλής +εργασίας. Η εργασία ενός κτίστου (bricklayer) κατέχει εν Αγγλία +θέσιν υψηλοτέραν της θέσεως ενός δαμαστού, αφ' ετέρου, η εργασία +ενός κόπτου ενδυμάτων (fustian cutter) θεωρείται ως απλή εργασία, +αν και απαιτεί πολλάς σημαντικάς προσπαθείας, είναι δε και λίαν +επιβλαβής εις την υγείαν. Άλλως τε δεν πρέπει να φαντάζεται τις +ότι η θεωρουμένη ανωτέρα εργασία «skilled» κατέχει ευρείαν θέσιν +εν τη εθνική εργασία. Κατά τον υπολογισμόν του Laing, υπήρχον το +1843 εν Αγγλία, συμπεριλαμβανομένης και της επαρχίας Ουαλλίας, 11 +εκατομμύρια κατοίκων των οποίων η ύπαρξις εβασίζετο επί της απλής +εργασίας. Αφαιρουμένων 1,000,000 αριστοκρατών και 1,000,000 +πτωχών, ληστών, κακούργων, εταιρών κτλ. επί 17,000,000 +αποτελούντων τον πληθυσμόν της χώρας κατά την εποχήν εκείνην, +απομένουν 4,000,000 δια την μεσαίαν τάξιν, συμπεριλαμβανομένων των +μικροαστών, υπαλλήλων, συγγραφέων, καλλιτεχνών, διδασκάλων κτλ. +Διά να επιτύχη τα 4,000,000 ταύτα υπολογίζει εις την εργαζομένην +μερίδα της μεσαίας τάξεως, εκτός των τραπεζιτών γαιοκτημόνων κτλ. +και των εργατών εργοστασίων των καλλίτερον αποζημιουμένων! Αυτοί +οι κτίσται, κατατάσσονται εις την δευτέραν δύναμιν! Του μένουν +όθεν τα άνω 11,000,000 τα οποία ζουν διά της απλής εργασίας. +Laing: (National distress etc. London 1844). + +Η μεγάλη τάξις, ήτις διά την τροφήν της δεν δύναται να δώση η +κοινή εργασία, αποτελεί την μεγάλην μάζαν του λαού (James Mill +art. Colony. Supplement of the Encyclop. Brit. 1831.) + +49) Ο «Χρόνος» της 20 Φ/βρίου 1862 γράφει: Εργοστασιάρχης τις +απασχολών εν τω εργοστασίω του 800 εργάτας και καταναλίσκων +εβδομαδιαίως 150 μπάλλες ινδικού βάμβακος κατά μέσον όρον, ή 130 +μπάλλες αμερικανικού τοιούτου, κουράζει το κοινόν διά των +ιερεμιάδων του επί των ετησίων εξόδων τα οποία του στοιχίζει η +αδιάλλακτος στάσις των εργατών του εν τω εργοστασίω του. Τα έξοδα +ταύτα τα αναβιβάζει εις 6000. Μεταξύ των εξόδων τούτων ευρίσκεται +αριθμός ειδών περί ων δεν έχομεν να ασχοληθώμεν, ως π. χ. έγγειος +πρόσοδος, φόροι, ασφάλιστρα, ημερομίσθια εργατών προσλαμβανομένων +δι' έν έτος, επιστάτης, λογιστής, μηχανικός κ. ο. κ. Υπολογίζει +κατόπιν 150 διά θέρμανσιν του εργοστασίου ενίοτε, και της κινήσεως +της ατμομηχανής, και επί πλέον το ημερομίσθιον των εργατών ων εις +ωρισμένας περιπτώσεις έχει ανάγκην. + +Τέλος 1200 διά τας μηχανάς, γνωστού όντος, ότι η «θερμοκρασία και +αι φυσικαί αρχαί της καταστροφής δεν διακόπτουν την δράσιν των, +διότι δεν λειτουργούν αι μηχαναί». Παρατηρεί εμφαντικώς ότι εάν ο +υπολογισμός του δεν υπερβαίνει κατά πολύ τα ποσόν των 1200 τούτο +οφείλεται εις το ότι άπαν το υλικόν του είναι σχεδόν εκτός +χρήσεως. + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Das Kapital, by Karl Marx + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAS KAPITAL *** + +***** This file should be named 37098-0.txt or 37098-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/7/0/9/37098/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.net/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.net + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.net), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.net + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/old/20110815-37098-0.zip b/old/20110815-37098-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..dcc30a9 --- /dev/null +++ b/old/20110815-37098-0.zip |
