summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--36850-0.txt3975
-rw-r--r--36850-0.zipbin0 -> 113882 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 3991 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/36850-0.txt b/36850-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..daacc83
--- /dev/null
+++ b/36850-0.txt
@@ -0,0 +1,3975 @@
+The Project Gutenberg EBook of Die Leiden des jungen Werther, by Johan Goethe
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Die Leiden des jungen Werther
+
+Author: Johan Goethe
+
+Translator: Ioannis Aretas
+
+Release Date: July 25, 2011 [EBook #36850]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DIE LEIDEN DES JUNGEN WERTHER ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Many thanks to George Canonis
+for his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
+The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words
+are included in &. Footnotes have been converted to endnotes.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.
+Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι
+υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
+
+
+
+
+ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+
+Σειρά έργων γραφέντων επί τη βάσει του συγχρόνου πολιτισμού και των
+τελευταίων προόδων των τεχνών και επιστημών.
+
+
+
+W. GOETHE (ΓΚΑΙΤΕ)
+ΒΕΡΘΕΡΟΣ
+
+ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
+
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+
+Ι. ΑΡΕΤΑ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+
+ΝΕΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ
+ΧΡΗΣΤΟΥ ΦΕΞΗ και ΒΑΣ. ΚΟΜΠΟΥΓΙΑ
+
+1922
+
+
+
+
+ΒΕΡΘΕΡΟΣ
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
+
+
+
+4 Μαΐου.
+
+Πόσον χαίρω που ανεχώρησα! Καλέ μου φίλε, τι πράγμα είναι η καρδιά
+του ανθρώπου! Να εγκαταλείψω σε που τόσον αγαπώ, που σου ήμουν
+αχώριστος, και να βρίσκωμ' ευχαριστημένος! Ηξεύρω ότι μου το
+συγχωρείς. Μήπως αι λοιπαί μου σχέσεις δεν εξελέγησαν επίτηδες από
+της τύχης για να στενοχωρούν μια καρδιά σαν την ιδική μου; Η καϋμένη
+Λεονώρα! Και όμως ήμουν αθώος. Έπταια εγώ ότι, ενώ τα ιδιότροπα
+θέλγητρα της αδελφής της μου παρείχαν ευχάριστον διασκέδασιν,
+εγεννήθη ένα αίσθημα, πάθος εις την δυστυχισμένη της καρδιά; Και όμως
+είμαι εντελώς αθώος. Δεν υπέθαλψα τα αισθήματά της; Δεν εγοητεύθηκα
+εγώ εκ των αληθεστάτων εκφράσεων της φύσεως, που τόσες φορές, μας
+έκαμαν να γελώμεν, όσον ολίγον γελοίαι και αν ήσαν; Δεν — ω, τι είναι
+ο άνθρωπος ώστε να παραπονήται διά τον εαυτόν του! Αγαπητέ μου φίλε,
+σου το υπόσχομαι, θα βελτιωθώ, δεν θ' αναμασσήσω πλέον κανένα μικρόν
+κακόν, το οποίον μας παραθέτει η τύχη, όπως έκαμα πάντοτε· θ'
+απολαύσω το παρόν, το δε παρελθόν θα μου είναι παρελθόν. Βέβαια,
+έχεις δίκαιον, φίλτατε, τα βάσανα θα ήσαν ολιγώτερα μεταξύ των
+ανθρώπων, αν δεν ησχολούντο (ο Θεός ηξεύρει διατί ούτω επλάσθησαν) με
+τόσην προθυμίαν της φαντασίας εις το ν' ανακαλούν αναμνήσεις του
+παρελθόντος κακού περισσότερο παρά να περνούν αδιάφορον παρόν.
+
+Κάμε μου την χάριν να πης εις την μητέρα μου ότι θα φροντίσω όσον το
+δυνατόν καλύτερα διά την υπόθεσίν της, και θα της δώσω εντός ολίγου
+είδησιν περί τούτου. Ωμίλησα με την θείαν μου και δεν την ηύρα
+καθόλου κακήν γυναίκα, ως μας την παριστάνουν· είναι φαιδρά και
+οξύθυμη γυναίκα με καλλίστην καρδίαν. Της εξέθεσα τα παράπονα της
+μητρός μου διά το κατακρατούμενον μερίδιον της κληρονομιάς· μου
+εξήγησε τους λόγους, τα αίτια και τους όρους, υπό τους οποίους θα ήτο
+πρόθυμη το παν να μας παραδώση και περισσότερα από όσα εζητούμεν —
+τέλος πάντων ας είναι, δεν θέλω τώρα τίποτε περί τούτου να γράψω, πες
+εις την μητέρα μου, πως όλα θα τελειώσουν καλά. Και ηύρα πάλιν
+αγαπητέ μου, στην μικρήν αυτήν υπόθεσιν, ότι αι παρεννοήσεις και η
+ραθυμία περισσότερα ίσως κακά γεννούν εις τον κόσμον παρά η πανουργία
+και η κακία. Τουλάχιστον τα τελευταία αυτά είναι βεβαίως σπανιώτερα.
+
+Άλλως ευρίσκομαι εδώ κάλλιστα. Η ερημία είναι διά την καρδίαν μου
+πολύτιμον βάλσαμον εις αυτήν την παραδείσιον χώραν, και αύτη η την
+νεότητα αποπνέουσα ώρα θερμαίνει με κάθε αφθονίαν την καρδίαν μου,
+που συχνά ριγεί. Κάθε δένδρον, κάθε θάμνος είναι δέσμη ανθέων, και θα
+επιθυμούσε κανείς να γίνη πεταλούδα, διά να δύναται να πετά εις το
+πέλαγος των ευωδιών, και να ευρίσκη εκεί κάθε τροφήν του.
+
+Η πόλις καθ' εαυτήν είναι δυσάρεστος· απ' εναντίας γύρω της
+ανέκφραστος ωραιότης της φύσεως. Τούτο παρεκίνησε τον μακαρίτην
+κόμητα Μ *** να εφοδιάση τον κήπον του επί ενός των λόφων, που με
+ωραιοτάτην ποικιλίαν διασταυρούνται και σχηματίζουν τας χαριεστάτας
+κοιλάδας. Ο κήπος είναι απλούς και αισθάνεται κανείς ευθύς άμα
+εισέλθη, ότι το σχέδιον δεν έχει διαγράψει επιστήμων κηπουρός, αλλά
+μία ευαίσθητος καρδία, που ήθελε να απολαύση τον εαυτόν της εδώ. Ήδη
+πολλά δάκρυα έχυσα διά τον μακαρίτην εις την ετοιμόρροπον έπαυλιν,
+όπου πολύ ηγάπα να διαμένη, και όπου και εγώ ευχαριστούμαι. Μετ'
+ολίγον θα γείνω κύριος του κήπου· ο κηπουρός με ευνοεί, αν και είναι
+μόλις δύο τρεις ημέραι που εγνωρίσθημεν, και δεν θα περάση κακά.
+
+10 Μαΐου.
+
+Θαυμαστή ευθυμία κατέλαβεν όλην την ψυχήν μου, ομοία προς τας
+γλυκείας πρωίας της ανοίξεως τας οποίας απολαύω με όλην μου την
+καρδίαν. Είμαι μόνος και χαίρομαι την ζωήν μου εις αυτήν την χώραν, η
+οποία επλάσθη διά τοιαύτας ψυχάς σαν την ιδική μου. Είμαι τόσον
+ευτυχής, φίλτατε μου, τόσον βυθισμένος εις το αίσθημα ησύχου
+υπάρξεως, ώστε ένεκα τούτου πάσχει η τέχνη μου. Δεν θα ηδυνάμην ήδη
+ουδέ γραμμή να χαράξω, και ουδέποτε υπήρξα μεγαλείτερος ζωγράφος ή
+εις τας στιγμάς αυτάς. Όταν η αγαπητή κοιλάς πέριξ μου αχνίζη και ο
+υψηλός ήλιος σταματά εις την επιφάνειαν του αδιαπεράστου σκότους του
+δάσους μου, και σποραδικαί μόνον ακτίνες τινές εισδύουν εις το ιερόν
+άλσος, εγώ δε είμαι εξαπλωμένος επί υψηλής χλόης κοντά εις το ρυάκι
+που κατρακυλά και με περιέργειαν παρατηρώ σιμώτερα εις την γην πλήθος
+χορταράκια· όταν πλησιέστερον εις την καρδίαν μου αισθάνωμαι το
+ψιθύρισμα του μικρού κόσμου μεταξύ των καλαμιών, τα αναρρίθμητα,
+αδιερεύνητα είδη των σκουληκιών, των κωνώπων, και αισθάνομαι την
+παρουσίαν του Παντοδυνάμου, που μας έπλασε κατά την εικόνα του, την
+πνοήν του Παναγάθου, που μας βαστάζει και διατηρεί εν αιωνία ηδονή
+αιωρουμένους — φίλε μου, όταν τότε φωτίζη μέσα μου — και ο γύρω μου
+κόσμος και ο ουρανός ολόκληρος εγκαθίστανται εις την ψυχήν μου, ως η
+εικών μιας ερωμένης· τότε συχνάκις μετά πόθου συλλογίζομαι· αχ! να
+ηδύνασο πάλιν να εκφράσης τούτο, να ηδύνασο να εμπνεύσης εις τον
+χάρτην αυτό που τόσον εντελώς, τόσον θερμώς εις εσέ ζη, ώστε να
+εγίνεσο καθρέπτης της ψυχής σου, ως η ψυχή σου είναι καθρέπτης του
+απείρου Θεού! — Φίλε μου — Αλλά καταστρέφομαι δι' αυτού, καταβάλλομαι
+υπό της δυνάμεως της λαμπρότητος τούτων των φαινομένων.
+
+12 Μαΐου.
+
+Δεν ξέρω αν πνεύματα απατηλά πετούν γύρω εις αυτήν εδώ την χώραν ή αν
+η θερμή της καρδίας μου ουρανική φαντασία παρουσιάζη το παν γύρω μου
+τόσον παραδείσιον. Αμέσως προ του χωρίου, παραδείγματος χάριν,
+υπάρχει μία βρύσις, με την οποίαν είμαι συνδεδεμένος, ως η Μελουσίνη
+και αι αδελφαί της. — Καταβαίνεις μικρόν λόφον και ευρίσκεσαι
+έμπροσθεν θόλου, όπου είκοσι περίπου βαθμίδες καταβαίνουν, και εκεί
+κάτω αναβλύζει το πλέον διαυγές νερό από μαρμαρίνους βράχους. Ο
+μικρός τοίχος, που άνω αποτελεί τον περίβολον, τα υψηλά δένδρα που
+γύρω καλύπτουν την θέσιν, η δροσερότης του τόπου, όλα αυτά έχουν κάτι
+το ελκυστικόν, κάτι το φρικαλέον. Καμμία ημέρα δεν περνά που να μη
+κάθωμαι εκεί μίαν ώραν. Τότε έρχονται εκεί αι νεανίδες της πόλεως και
+παίρνουν νερό, το αθωότατον και αναγκαιότατον έργον, που άλλοτε
+έκαμναν ως και αι θυγατέρες των βασιλέων. Όταν κάθωμαι εκεί, αναζή
+μέσα μου η πατριαρχική ιδέα πως όλοι οι προπάπποι εγνωρίζοντο στη
+βρύση και εμνηστεύοντο, και πως γύρω εις τας βρύσεις και τας πηγάς
+αγαθοποιά πνεύματα περιίπτανται. Ω, ουδέποτε θα ευφράνθηκε εις την
+δρόσον της βρύσης μετά επίπονον οδοιπορίαν θερινής ημέρας εκείνος που
+δεν δύναται να συναισθανθή τούτο!
+
+15 Μαΐου.
+
+Ερωτάς αν πρέπει να μου στείλης τα βιβλία μου. — Αγαπητέ μου, δι'
+όνομα Θεού σε παρακαλώ, μη μου τα φορτώσης! Δεν θέλω πλέον να
+οδηγούμαι, να παρορμώμαι, να παροτρύνομαι· αρκετά μάλιστα πάσχει η
+καρδία αφ' εαυτού της· έχω ανάγκην νανουρίσματος, και τούτο ηύρα
+αφθονώτατα εις τον Όμηρόν μου. Πόσες φορές αποκοιμίζω το
+αναστατωμένον αίμα μου· διότι τίποτε τόσω ανώμαλον, τόσω ασταθές δεν
+είδες παρά την καρδίαν αυτήν. Αλλ' αγαπητέ μου, μήπως έχω ανάγκην να
+ειπώ τούτο εις σε που τόσας φοράς ενωχλήθης βλέπων με μεταβαίνοντα
+από λύπην εις ακολασίαν, και από γλυκείαν μελαγχολίαν εις ολέθριον
+πάθος. Επί πλέον περιποιούμαι τη μικρή μου καρδιά, σαν άρρωστο παιδί,
+ενδίδω εις κάθε θέλησίν της. Αλλά μη το διαδώσης· υπάρχουν άνθρωποι
+που θα με έψεγαν διά τούτο.
+
+15 Μαΐου.
+
+Οι άνθρωποι του λαού εδώ με γνωρίζουν πλέον και με αγαπούν, ιδίως τα
+παιδιά. Όταν κατ' αρχάς τους επλησίαζα και φιλικώς ερωτούσα διά το
+ένα και τάλλο, ενόμιζαν κάποιοι ότι ήθελα να τους εμπαίξω, και πολύ
+αγροίκως με αποπήραν. Δεν μου εκακοφάνη· αισθάνθηκα μόνον ζωηρότατα
+τα εξής, που συχνάκις ήδη παρετήρησα· αφ' ενός μεν οι άνθρωποι
+ανωτέρας οπωσδήποτε τάξεως θα ίστανται πάντοτε εις ψυχράν απόστασιν
+από του όχλου, ως να επίστευαν ότι πλησιάζοντες θα έχαναν, αφ' ετέρου
+δε πάλιν υπάρχουν είρωνες και περιγελασταί, που φαίνονται
+καταδεκτικοί, διά να καταστήσουν περισσότερον επαισθητήν την
+υπερηφάνειάν των εις τον δυστυχή τον λαόν.
+
+Ηξεύρω καλά ότι δεν είμεθα όμοιοι ουδέ δυνάμεθα να είμεθα· αλλά
+διισχυρίζομαι ότι όποιος πιστεύει ότι έχει ανάγκην να μείνη μακράν
+του λεγομένου όχλου διά να διατηρήση την υπόληψίν του, είναι όχι
+ολιγώτερον ψεκτός του δειλού που κρύβεται από τον εχθρόν του, διότι
+φοβείται μήπως καταβληθή.
+
+Τώρα τελευταία ήλθα στη βρύση και ηύρα μίαν νεάνιδα υπηρέτριαν ήτις
+είχε βάλει το σταμνί της εις το τελευταίον σκαλοπάτι και εκύτταζε
+τριγύρω μήπως ήρχετο καμμία φιλενάδα της διά να την βοηθήση να το
+βάλη στο κεφάλι της. Κατέβην, και την εκύτταξα κατάματα. Να σε
+βοηθήσω, κορίτσι μου! της είπα. — Αυτή κατακοκκίνησε. Κύριέ μου,
+είπεν, ευχαρίστως! Ετοίμασε το στεφάνι της, και εγώ την εβοήθησα. Με
+ευχαρίστησε και ανέβη.
+
+17 Μαΐου.
+
+Έκαμα διαφόρους γνωριμίας, συντροφιά δεν ηύρα ακόμη καμμίαν. Δεν
+εξεύρω τι ελκυστικόν έχω διά τους ανθρώπους· με αγαπούν τόσοι απ'
+αυτούς και προσκολλώνται εις εμέ, και τότε λυπούμαι, όταν ο δρόμος
+μας μόνον επί μικρόν διάστημα είναι μαζί. Αν ερωτάς πώς είναι εδώ οι
+άνθρωποι, πρέπει να σου απαντήσω: καθώς παντού! Τι μονότονον πράγμα
+που είναι το ανθρώπινον γένος. Οι περισσότεροι δαπανούν το πλείστον
+του χρόνου διά να ζουν, το δε ελάχιστον της ελευθερίας, που τους
+περισσεύει, τόσον τους στενοχωρεί, ώστε παν μέσον επιζητούν διά ν'
+απαλλαγούν αυτού. Ω περιορισμέ του ανθρώπου!
+
+Αλλ' όμως είναι άνθρωποι καλής φύσεως! Αν κάποτε λησμονήσω τον εαυτόν
+μου, αν ενίοτε χαρώ μαζί τους τας ευθυμίας που ακόμη μένουν εις τους
+ανθρώπους να αστειεύωνται όταν κάθωνται σε πλούσια στρωμένο τραπέζι
+με όλην την απλότητα και αφέλειαν να κάμνουν κανένα περίπατον εφ'
+αμάξης, κανένα χορόν εις την ώραν του και τα παρόμοια, τούτο έχει
+καλλίστην επίδρασιν εις εμέ· μόνον δεν πρέπει τότε να ενθυμηθώ ότι
+και πάμπολλαι άλλαι δυνάμεις μέσα μου ηρεμούν, που μη
+χρησιμοποιούμεναι όλαι σήπονται, και τας οποίας επιμελώς πρέπει ν'
+αποκρύψω. Αχ! αυτό στενοχωρεί όλην μου την καρδίαν. — Και όμως, το να
+παρανοούμεθα είναι η τύχη όλων μας.
+
+Αχ! πού εχάθη η φίλη της νεότητας μου! αχ! πού την εγνώρισα ποτέ! —
+θα έλεγα είσαι μωρός· ζητείς ό,τι δεν ευρίσκεται εδώ κάτω. Αλλά την
+είχα· αισθάνθηκα την καρδίαν, την μεγάλην ψυχήν, που εμπρός της
+εφαινόμην ότι είμαι πλέον ή ό,τι ήμουν, διότι ήμουν ό,τι ηδυνάμην να
+είμαι. Θεέ μου, έμενε τότε άχρηστος μία μόνη δύναμις της ψυχής μου;
+δεν ηδυνάμην ν' αποκαλύψω ενώπιόν της όλον το θαυμάσιον αίσθημα, με
+το οποίον η καρδία μου περιβάλλει την φύσιν; Δεν ήτο η συναναστροφή
+μας αιωνία συμπλοκή των λεπτοτάτων αισθημάτων, των οξυτέρων
+αστεϊσμών, των οποίων όλαι αι βαθμίδες και μέχρι της αταξίας ακόμη
+έφεραν την σφραγίδα της ευφυίας; Και τώρα! Αχ τα χρόνια της, τα οποία
+είχε παραπάνω, την ωδήγησαν προτήτερα από εμέ εις τον τάφον. Ποτέ δεν
+θα την λησμονήσω, ποτέ δεν θα λησμονήσω την ευστάθειαν και την θείαν
+της υπομονήν.
+
+Πρό τινων ημερών συνήντα νέον τινά Φ . . . . . ελεύθερον νέον έχοντα πολύ
+ευτυχή την φυσιογνωμίαν. Προ ολίγου απεφοίτησεν από τας Ακαδημίας·
+δεν νομίζει μεν τον εαυτόν του σοφόν, αλλά πιστεύει ότι γνωρίζει
+περισσότερα από άλλους. Ήτο και επιμελής όπως από διάφορα περιστατικά
+καταλαμβάνω· γενικώς έχει καλάς γνώσεις. Ότε ήκουσεν ότι ιχνογράφουν
+συχνά και ότι ήξευρα ελληνικά (δύο έκτακτα φαινόμενα εις αυτόν εδώ
+τον τόπον), εστράφη προς εμέ και επεδείκνυε πολλάς γνώσεις από του
+Βatteux μέχρι του Wood από του de Ρiles μέχρι του Winckelmann και με
+διεβεβαίωνεν ότι είχεν αναγνώσει εντελώς το πρώτον μέρος της θεωρίας
+των ωραίων τεχνών του Sulzer, και ότι κατέχει έν χειρόγραφον του
+Heyne περί της σπουδής της αρχαιότητος. Έδειξα αδιαφορίαν.
+
+Ακόμη εγνώρισα και ένα λαμπρόν άνδρα, τον βασιλικόν έπαρχον, άνθρωπον
+ελεύθερον και ειλικρινή. Λέγουν ότι δεν δύναται να υπάρχη μεγαλειτέρα
+ευχαρίστησις, παρά να τον βλέπη κανείς μεταξύ των τέκνων του, που
+είναι εννέα· ιδίως γίνεται πολύς λόγος διά την μεγαλειτέραν του
+κόρην. Με προσεκάλεσε και προσεχώς θα τον επισκεφθώ. Κατοικεί εις
+μίαν έπαυλιν του ηγεμόνος, μιάμισυ ώραν απ' εδώ, όπου μετά τον
+θάνατον της γυναικός του έλαβε την άδειαν να μετοικήση, διότι η εις
+την πόλιν και το επαρχείον διαμονή του τον ελύπει πάρα πολύ.
+
+Πλην τούτων, έτυχε να συναντήσω και μερικούς αληθώς πρωτοτύπους
+άνθρωπους, που όλα των είναι ανυπόφορα, ανυπόφοροι δε μάλιστα αι
+ενδείξεις της φιλίας των.
+
+Υγίαινε! αυτή η επιστολή θα σου αρέση. Είναι τελείως αφηγηματική.
+
+22 Μαΐου.
+
+Ότι η ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρά όνειρον, τούτο πολλοί το
+εστοχάσθησαν ως τώρα· και εμέ δε τούτο το αίσθημα ακολουθεί παντού.
+Όταν βλέπω τα στενά όρια, διά των οποίων περιορίζονται αι πρακτικαί
+και θεωρητικαί δυνάμεις του ανθρώπου, όταν βλέπω ότι κάθε ενέργεια
+ημών σκοπεί μόνον να καταστήσωμεν δυνατήν την εκπλήρωσιν αναγκών, αι
+οποίαι πάλιν ουδένα άλλον σκοπόν έχουν ή να παρατείνουν την αθλίαν
+ημών ύπαρξιν, και έπειτα ότι το να μένη κανείς ευχαριστημένος εις
+διάφορα ζητήματα της ερεύνης τίποτε άλλο δεν είναι ή παραίτησις αυτών
+βασιζομένη εις ονειροπολήματα, διότι είναι ως να ζωγραφίζη τους
+τοίχους, εντός των οποίων κάθεται φυλακισμένος, διά ποικίλων μορφών
+και λαμπρών απόψεων, όλα αυτά, Γουλιέλμε, με κάμνουν άφωνον.
+Επιστρέφω εις τον εαυτόν μου και ευρίσκω όλόκληρον κόσμον. Και πάλιν
+είμαι μάλλον εν προαισθήσει και αμυδρά επιθυμία παρά εις τωρινήν και
+ζωντανήν δύναμιν. Και τότε πλέει το παν προ των αισθήσεών μου και
+μειδιώ προχωρών διά τοιούτων ονείρων περαιτέρω εις τον κόσμον.
+
+Ότι τα παιδιά δεν ηξεύρουν διατί θέλουν τι, περί τούτου όλοι οι
+γραμματισμένοι διδάσκαλοι και παιδαγωγοί συμφωνούν· ότι δε επίσης και
+οι ηλικιωμένοι, σαν τα παιδιά, τρικλίζουν επάνω εις την γην αυτήν
+και, ως εκείνα, δεν ηξεύρουν πόθεν έρχονται και πού πηγαίνουν, ουδέ
+με αληθινήν σκοπιμότητα ενεργούν, και ομοίως διοικούνται με παξιμάδια
+και γλυκίσματα και βέργες, τούτο κανείς δεν θέλει να πιστεύση· μου
+φαίνεται όμως φανερόν και δι' ένα τυφλόν ακόμη.
+
+Σου ομολογώ ευχαρίστως, διότι ηξεύρω τι θα μου αντέλεγες προς ταύτα:
+ότι εκείνοι είναι ευτυχέστατοι που σαν τα παιδιά ζουν αλύγιστοι,
+περιφέρουν τας κούκλας των, τας εκδύουν και ενδύουν, και μετά πολλού
+σεβασμού τριγυρίζουν το συρτάρι, όπου η μαμά έχει κλεισμένα
+παξιμάδια, και όταν τέλος αρπάξουν εκείνο που θέλουν, το τρώγουν με
+λαιμαργίαν και φωνάζουν: και άλλο. Αυτά είναι ευτυχή πλάσματα. Και
+εκείνοι περνούν καλά που δίδουν εις τας χυδαίας των ασχολίας ή και
+εις τα πάθη των μεγαλοπρεπείς τίτλους, και τα περνούν εις λογαριασμόν
+του ανθρωπίνου γένους ως γιγάντια έργα προς σωτηρίαν και ευδαιμονίαν
+αυτού. Ευτυχής εκείνος που δύναται να είναι τοιούτος! Όποιος όμως εις
+την ταπεινότητά του αναγνωρίζει πού όλ' αυτά καταλήγουν, όποιος
+βλέπει πόσον ευπρεπώς κάθε πολίτης ευτυχών ηξεύρει να καλλωπίζη τον
+κήπον του ωσάν παράδεισον, και πόσον αδιάκοπα ο δυστυχής ασθμαίνων
+υπό το φορτίον εξακολουθεί τον δρόμον του, και ότι όλοι την αυτήν
+πλεονεξίαν δεικνύουν να ιδούν το φως του ηλίου τούτου δι' έν ακόμη
+λεπτόν περισσότερον, ναι, εκείνος σιωπά, και σχηματίζει και αυτός τον
+κόσμον του από τον εαυτόν του, και είναι επίσης ευτυχής, διότι είναι
+άνθρωπος. Και τότε, όσον και αν είναι περιορισμένος διατηρεί πάντα
+εις την καρδίαν το γλυκύ αίσθημα της ελευθερίας και το ότι δύναται ν'
+αφήση αυτήν την φυλακήν, όταν θέλη.
+
+26 Μαΐου.
+
+Γνωρίζεις προ πολλού τον τρόπον μου, του να ακουμπώ εις κανένα
+ευχάριστον μέρος να κάμνω τη μικρή μου φωληά, και εκεί με όλον τον
+περιορισμόν να περνώ. Τοιουτοτρόπως και εδώ ευρήκα πάλιν μίαν γωνίαν,
+που με εμάγευσε.
+
+Μίαν ώραν σχεδόν μακράν της πόλεως κείται έν χωρίον που ονομάζεται
+Βαλάιμ (1). Η τοποθεσία του επί λόφου είναι γραφικωτάτη, και όταν
+από το άνωθεν μονοπάτι εξέρχεται κανείς από το χωριό, επιβλέπει διά
+μιας όλην την κοιλάδα. Μία καλή ξενοδόχος, χαρίεσσα και πρόθυμος διά
+την ηλικίαν της, δίδει κρασί, ζύθον, καφέ· και το καλύτερον από όλα
+δύο φιλύραι, που διά των απλωμένων κλώνων των καλύπτουν την μικράν
+προ της εκκλησίας πλατείαν, η οποία γύρω περικλείεται δι' οικιών,
+σιταποθηκών και καλυβών. Τόσον προσφιλή, τόσον οικείον δεν ηύρα
+εύκολα άλλον τόπον και εκεί διατάσσω και μου φέρουν από το
+ξενοδοχείον το τραπεζάκι μου και την καρέκλαν μου, πίνω τον καφέ μου
+εκεί και αναγινώσκω τον Όμηρόν μου. Όταν για πρώτη φοράς τυχαίως ένα
+απομεσήμερο ήλθα υπό τας φιλύρας, ηύρα τον τόπον ολότελα έρημον. Όλοι
+ήσαν εις τους αγρούς, μόνον έν παιδίον τεσσάρων περίπου χρόνων
+εκάθητο κατά γης και εκράτει έν άλλο παιδάκι, περίπου έξ μηνών, προ
+αυτού μεταξύ των ποδών του καθήμενον· και το έσφιγγε με τα δύο χέρια
+εις το στήθος του, ώστε εχρησίμευεν εις αυτό ως είδος καρέκλας, και
+με όλην την ζωηρότητα που εκύτταζε γύρω γύρω με τα μαύρα του μάτια
+εκάθητο πολύ ήσυχα. Τούτο το θέαμα μ' εγοήτευσεν· εκάθησα επί ενός
+αρότρου, που έκειτο απέναντι, και με πολλήν ευχαρίστησιν εζωγράφιζα
+την στάσιν των μικρών αδελφών, επρόσθεσα και τον πλησίον φράκτην, την
+θύραν μιας σιταποθήκης και μερικούς σπασμένους τροχούς αμάξης, όλα
+όπως εύρίσκοντο το ένα πίσω από τ' άλλο. και μετά παρέλευσιν μιας
+ώρας ηύρα ότι είχα κάμει εικόνα καλά διαταγμένην και πολύ
+ενδιαφέρουσαν, χωρίς το ελάχιστον εκ μέρους μου να προσθέσω. Τούτο με
+ενίσχυσεν εις την πρόθεσίν μου, να προσκολληθώ του λοιπού μόνον εις
+την φύσιν. Αυτή μόνη είνε απείρως πλουσία, και αυτή μόνη σχηματίζει
+τον μεγάλον καλλιτέχνην. Δύναταί τις υπέρ των κανόνων πολλά να είπη,
+σχεδόν ό,τι δύναται να είπη προς έπαινον της κοινωνίας. Ο μορφούμενος
+κατ' αυτούς ουδέποτε θα παραγάγη κάτι άνοστον και κακόν, ως ο
+μορφούμενος διά των νόμων και της ευπορίας ουδέποτε δύναται να γείνη
+οχληρός γείτων, ουδέποτε εξαιρετικός κακούργος· αλλ' όμως κάθε κανών,
+και ας λέγουν ό,τι θέλουν, θα καταστρέψη το αληθές της φύσεως αίσθημα
+και την αληθή αυτής έκφρασιν! Συ θα πης: τούτο είναι υπερβολικόν· ο
+κανών περιορίζει μόνον και αποκόπτει τας παραφυάδας κτλ. — Καλέ φίλε,
+να σου κάμω μίαν παραβολήν: Συμβαίνει το αυτό όπως και με τον έρωτα.
+Μία νεαρά καρδία αφιερώνεται εντελώς εις μίαν κόρην, διατρίβει όλας
+τας ώρας της ημέρας πλησίον της, καταναλίσκει όλας του τας δυνάμεις,
+όλην του την περιουσίαν, διά να της εκφράζη κάθε στιγμήν ότι
+αφοσιούται ολόκληρος εις αυτήν. Και τότε έρχεται ένας καλός
+νοικοκύρης, άνθρωπος εις δημοσίαν θέσιν ευρισκόμενος και του λέγει:
+Ευγενέστατε νεανία! το να αγαπά κανείς είνε ανθρώπινον, μόνον πρέπει
+να αγαπάτε ανθρωπίνως! Κανονίσατε τας ώρας σας, αφιερώσατε τας μεν
+δι' εργασίαν, τας δε της αναπαύσεως εις την ερωμένην σας. Λογίσατε
+την περιουσίαν σας, και ό,τι σας περισσεύει από τας ανάγκας σας,
+τούτο δεν σας εμποδίζω να το κάμετε δώρον, μόνον όχι τόσον συχνά:
+λόγου χάριν εις τα γενέθλιά της, εις την εορτήν του ονόματός της κλπ.
+Αν ακολουθήση τούτο ο άνθρωπος, τότε θ' αποβή χρήσιμος νέος, και εγώ
+αυτός θα εσυμβούλευα κάθε ηγεμόνα να τον κάμη σύμβουλον του κράτους·
+αλλ' ο έρως του πάει, και αν είναι καλλιτέχνης, πάει και η τέχνη του.
+Ω φίλοι μου! διατί ο χείμαρρος της μεγαλοφυίας τόσον σπανίως
+υπερχειλίζει, τόσον σπανίως μετά μεγάλων κυμάτων και μεγάλου βρόντου
+εισορμά και ταράσσει την έκθαμβον ψυχήν σας; — Αγαπητοί φίλοι εκεί
+εις τας δύο όχθας κατοικούν οι ήσυχοι και φρόνιμοι κύριοι, που αι
+επαύλεις των, αι πρασιαί των λαλέδων και οι αγροί των λαχάνων θα
+ηφανίζοντο, και που επομένως ηξεύρουν να προλαμβάνουν εγκαίρως τον
+μέλλοντα επαπειλούντα κίνδυνον με προχώματα και αυλάκια.
+
+
+27 Μαΐου.
+
+Ενέπεσα, ως βλέπω, εις ενθουσιασμόν, παραβολάς και ρητορείαν, και δι'
+αυτό ελησμόνησα να σου αφηγηθώ τι απέγειναν τα δύο παιδιά. Εκαθήμην,
+ολότελα βυθισμένος εις ζωγραφικόν αίσθημα, όπως το χθεσινόν μου
+γράμμα πολύ ασύνδετα σου παριστάνει, επάνω στο άροτρόν μου δύο ώρας
+περίπου. Το κοντόβραδο έρχεται εκεί προς τα παιδιά, τα οποία εν τω
+μεταξύ δεν είχαν κινηθή, μία νέα γυναίκα με ένα καλάθι εις τον
+βραχίονά της, και φωνάζει από μακράν: Φίλιππε, είσαι πολύ φρόνιμος.
+Με εχαιρέτησε, την ευχαρίστησα, εσηκώθηκα, επλησίασα και την ερώτησα
+αν ήτον η μητέρα των παιδιών. Αυτή είπε «ναι» και αφού έδωκεν εις το
+μεγαλύτερον ένα κουλουράκι, επήρε στην αγκαλιά το μικρό και το
+εφίλησε με όλην την μητρικήν αγάπην — Έδωκα, είπε, το μικρό εις τον
+Φίλιππον διά να το κρατή, και εγώ επήγα με το μεγαλύτερό μου στη χώρα
+για ν' αγοράσω ψωμί, ζάχαρι και ένα πήλινο τηγάνι. (Όλα αυτά τα είδα
+εις το κάνιστρον, που το σκέπασμα του ήτο πεσμένον). Το βράδυ θα
+βράσω σουπίτσα διά τον Γιαννάκη μου (αυτό ήτο το όνομα του
+μικροτέρου)• το κακόπαιδο, το μεγάλο, μου έσπασε χθες το τηγάνι, όταν
+εφιλονεικούσε με τον Φίλιππον για τα υπόλοιπα της πάστας. — Την
+ερώτησα πού ήτο το μεγαλύτερο, και μόλις μου είπεν ότι εκυνηγούσε στο
+λιβάδι ένα ζευγάρι χήναις, ιδού ήλθε πηδών και φέρον εις το μικρότερό
+του αδέλφι μια βέργα από λεπτοκαρυάν. Εξηκολούθησα την ομιλίαν με την
+γυναίκα και έμαθα ότι ήτο θυγάτηρ του διδασκάλου και ότι ο σύζυγός
+της είχε ταξειδεύσει εις Ελβετίαν διά να ζητήση την κληρονομίαν ενός
+εξαδέλφου. — Ηθέλησαν να του την πάρουν δι' απάτης, είπε, δεν του
+απαντούσαν εις τας επιστολάς του και λοιπόν επήγεν ο ίδιος εκεί.
+Μήπως τάχα του συνέβη κανένα δυστύχημα! δεν μανθάνω τίποτα απ' αυτόν.
+— Δύσκολον μου ήτο ν' αποχωρισθώ της γυναίκας, έδωκα εις τα δύο
+παιδιά από μια πεντάρα, της έδωκα και μίαν διά το μικρότερο, διά να
+του αγοράση ένα κουλούρι για την σούπαν, αν θα ξαναπήγαινε εις την
+χώραν, και έτσι απεχωρίσθημεν.
+
+Σε βεβαιώ, φίλτατέ μου, όταν τα αισθήματά μου δεν κρατούνται πλέον,
+τότε όλην μου την ταραχήν πραΰνει το βλέμμα ενός τοιούτου πλάσματος,
+που με μακαρίαν ησυχίαν διατρέχει τον στενόν κύκλον της υπάρξεώς του,
+μόλις συντηρείται από ημέρας εις ημέραν, βλέπει τα φύλλα των δένδρων
+να πίπτουν, και ουδέν άλλο με τούτο σκέπτεται παρ' ότι έρχεται ο
+χειμών.
+
+Από τότε πηγαίνω συχνά εκεί έξω. Τα παιδιά με συνήθισαν εντελώς,
+παίρνουν ζάχαριν, όταν πίνω καφέ, και το βράδυ μοιράζονται με εμέ το
+βουτυρόψωμο και το ξυνόγαλο. Την Κυριακήν ποτέ δεν τους λείπει η
+πεντάρα· και όταν δεν ευρίσκωμαι εκεί μετά την εκκλησίαν, έχει
+προσταγήν η ξενοδόχος να την πληρώνη.
+
+Είναι εξοικειωμένα μ' εμένα· μου διηγούνται χίλια δυο, και μάλιστα
+τέρπομαι εις τα πάθη των και τας αφελείς εκρήξεις της ζηλοτυπίας των,
+όταν και άλλα παιδιά συναθροίζωνται από το χωριό.
+
+Πολύν κόπον εδοκίμασα ν' απαλλάξω την μητέρα των του φόβου, που είχε,
+μήπως τα παιδιά ενοχλήσουν τον κύριον.
+
+30 Μαΐου.
+
+Ό,τι σου είπα τελευταία περί της ζωγραφικής, το ίδιο ισχύει επίσης
+και περί της ποιήσεως, αρκεί μόνον να αισθανθή κανείς το έξοχον και
+να τολμήση να το εκφράση· αυτά πράγματι είναι πολλά δι' ολίγων
+εκφραζόμενα. Σήμερον μου έτυχε μία σκηνή, που καθαρώς αντιγραφείσα θ'
+απετέλει το ωραιότατον ειδύλλιον του κόσμου· αλλά τι θέλει ποίησις,
+σκηνή, ειδύλλιον; μήπως πρέπει πάντοτε να προπαρασκευαζώμεθα, ωσάν να
+προπλασσώμεθα, όταν πρόκηται να λάβωμεν μέρος εις έν φαινόμενον της
+φύσεως;
+
+Αν εκ τούτου του προοιμίου περιμένης υψηλόν τι και έξοχον, οικτρώς
+πάλιν απατάσαι· δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παλληκάρι του χωριού
+που μου απέσπασε την ζωηράν αυτήν συμπάθειαν. — Ως συνήθως, θα
+διηγηθώ κακώς. Και συ, ως συνήθως, θα με εύρης, υποθέτω, υπερβολικόν.
+Πάλιν λοιπόν το Βαλάιμ και πάντοτε το Βαλάιμ παράγει τα σπάνια
+φαινόμενα.
+
+Εκεί υποκάτω εις τας φιλύρας ευρίσκετο μία συντροφιά διά να πιη καφέ.
+Επειδή δεν μου άρεσε τόσον πολύ, έμεινα μακράν με μίαν πρόφασιν.
+
+Ένα παλλικάρι εβγήκε από μίαν γειτονικήν οικίαν και ησχολείτο να
+διορθώση κάτι τι εις το άροτρον, το οποίον νεωστί είχα σχεδιάσει.
+Επειδή μου ήρεσε το παραστατικόν του, του ωμίλησα, τον ερώτησα διά τα
+κατ' αυτόν, εγνωρίσθημεν ευθύς, και, ως μου συμβαίνει συνήθως με
+τοιούτου είδους ανθρώπους, ευθύς ελάβαμεν οικειότητα μεταξύ μας. Μου
+διηγήθη ότι υπηρέτει εις μίαν χήραν, και ότι αυτή τον μετεχειρίζετο
+πολύ καλά. Τόσον πολύ ωμιλούσε περί αυτής και τόσον την επαινούσε,
+ώστε ευθύς ηδυνάμην να παρατηρήσω ότι με το σώμα του και με την ψυχήν
+του ήτο αφοσιωμένος προς αυτήν. Δεν είναι πλέον νέα, είπε, την
+μετεχειρίζετο πολύ κακά ο πρώτος της άνδρας, δεν θέλει πλέον να
+υπανδρευθή· και από την διήγησίν του τόσον φανερά εδείχνετο πόσον
+ωραία, πόσον θελκτική του εφαίνετο, πόσον δε πολύ επεθύμει να εκλέξη
+αυτόν, διά να εξαλείψη την ανάμνησιν των ελαττωμάτων του πρώτου
+ανδρός της, ώστε έπρεπε να σου επαναλάβω λέξιν προς λέξιν δια να σου
+καταστήσω φανεράν την καθαράν επιθυμίαν, την αγάπην, την πίστιν του
+ανθρώπου αυτού. Ναι, έπρεπε να έχω το δώρον του μεγίστου ποιητού, δια
+να δυνηθώ να σου παραστήσω εξ ίσου ζωηρά την έκφρασιν των σχημάτων
+του. Όχι, καμμία λέξις δεν εκφράζει την αβρότητα που υπήρχεν εις
+όλους τους τρόπους και την έκφρασίν του· ό,τι θα ηδυνάμην πάλιν ν'
+αναφέρω είναι σκαιόν και άκομψον. Ιδίως με συνεκίνησε το πώς εφοβείτο
+μήπως ήθελα σκεφθή διαφορετικά δια τας σχέσεις του με αυτήν και μήπως
+αμφέβαλλα περί της καλής διαγωγής του. Πόσον θελκτικόν ήτο όταν
+ωμίλει περί της μορφής της, περί του σώματός της, το οποίον άνευ του
+θελγήτρου της νεότητος τον κατέθελγε και τον εδέσμευε τούτο δεν
+δύναμαι παρά μόνον εις τα ενδότατα της ψυχής μου ν' αναπαραστήσω. Εις
+όλην την ζωήν μου δεν είδα την έντονον επιθυμίαν και τον θερμόν και
+δεινόν πόθον που υπήρχε μέσα εις την τόσην καθαρότητα, δύναμαι
+μάλιστα να πω εις την καθαρότητα αυτήν που ποτέ μου δεν εφαντάσθην
+ουδ' ωνειρεύθην. Μη με μέμφεσαι αν σου ειπώ ότι μου φλέγεται έως τα
+μύχια η ψυχή μου εις την ανάμνησιν αυτής της αθωότητος και αληθείας,
+και ότι η εικών της πίστεως αυτής και τρυφερότητος παντού με
+ακολουθεί, και ότι όπως εκείνος και εγώ από την αυτή φωτιά καίομαι
+και διψώ.
+
+Τώρα θα προσπαθήσω να την ίδω τάχιστα, ή μάλλον, αν σκεφθώ καλά, θέλω
+να το αποφύγω. Καλύτερα να την βλέπω διά των οφθαλμών του εραστού
+της· ίσως φανή προ των ιδίων μου οφθαλμών ουχί ως τώρα μου
+παρίσταται, και διατί να καταστρέψω την ωραίαν εικόνα;
+
+16 Ιουνίου.
+
+Διατί δεν σου γράφω: — Ερωτάς τούτο, ενώ είσαι και συ ένας από τους
+λογίους; Έπρεπε να μαντεύσης ότι ευρίσκομαι καλά, και μάλιστα — για
+να ομιλήσω σύντομα — έκαμα μίαν γνωριμίαν, η οποία εγγίζει
+πλησιέστερα την καρδίαν μου. Έκαμα — δεν ηξεύρω.
+
+Δύσκολον θα μου αποβή να σου διηγηθώ με τάξιν πώς συνέβη να γνωρίσω
+ένα των πλέον αξιεράστων πλασμάτων. Είμαι χαρούμενος και ευτυχής, και
+επομένως όχι καλώς ιστορικός.
+
+Ένα άγγελον! — Εντροπή! Έτσι ο καθένας ονομάζει την ερωμένην του·
+ψέμματα; Και όμως δεν είμαι εις κατάστασιν να σου ειπώ πόσον είναι
+τελεία, διατί είναι τελεία· εδέσμευσεν όλην μου την ψυχήν.
+
+Τόση απλότης με τόσην διάνοιαν, τόση αγαθότης με τόσην σταθερότητα
+και η αταραξία της ψυχής με την αληθή ζωήν και ενέργειαν.
+
+Αηδής φλυαρία είναι ό,τι και αν ειπώ δι' αυτήν, οικτραί αφηρημέναι
+έννοιαι, που κανένα χαρακτηριστικόν του εγώ της εκφράζουν. Άλλοτε —
+όχι, όχι άλλοτε, τώρα αμέσως θα σου το διηγηθώ. Αν δεν το κάμω τώρα,
+τότε ουδέποτε θα γείνη. Διότι, σου το εμπιστεύομαι, αφ' ότου ήρχισα
+να γράφω, τρεις φορές ήδη εσκέφθην να βάλω κάτω την πέννα, να διατάξω
+την επίσαξιν του ίππου μου και να υπάγω εκεί έξω. Και όμως ωρκίσθην
+σήμερον το πρωί να μην υπάγω εκεί πέρα, και όμως πηγαίνω κάθε στιγμήν
+εις το παράθυρον, διά να ίδω πόσον υψηλά είναι ακόμη ο ήλιος.
+
+Δεν ημπόρεσα να κατανικήσω τον εαυτόν μου, έπρεπε να υπάγω έξω προς
+αυτήν. Ιδού, επέστρεψα Γουλιέλμε, θα φάγω το βουτυρόψωμο ως δείπνον,
+και θα σου γράψω. Οποία ηδονή διά την ψυχήν μου, να την βλέπω εις τον
+κύκλον των αγαπητών φαιδρών παιδιών, των οκτώ αδελφών της.
+
+Αν εξακολουθήσω έτσι, εις το τέλος θα έχης μάθει τόσον, όσον και εις
+την αρχήν. Άκουε λοιπόν, θ' αναγκάσω τον εαυτόν μου να εισέλθω εις τα
+καθέκαστα.
+
+Σου έγραψα νεωστί πώς εγνώρισα τον έπαρχον Σ . . . . και πως με
+παρεκάλεσε να τον επισκεφθώ εις το ασκητήριόν του ή μάλλον εις το
+μικρόν του βασίλειον. Παρημέλησα τούτο και ίσως δεν θα επήγαινα, αν η
+τύχη δεν μου ανεκάλυπτε τον θησαυρόν που κείται κρυμμένος εις τον
+ήσυχον αυτόν τόπον.
+
+Οι νέοι μας είχαν συμφωνήσει διά χορόν εις την εξοχήν και σ' αυτό και
+εγώ ευρέθηκα πρόθυμος: Έδωκα το χέρι εις μίαν καλήν, ωραίαν, άλλως
+ασήμαντον νεανίδα του τόπου, και συνεφωνήθη να πάρω μίαν άμαξαν και
+να πάω με την χορεύτριάν μου και την εξαδέλφην της έξω εις τον τόπον
+της διασκεδάσεως, και να προσλάβω καθ' οδόν την Καρολίναν Σ . . . —
+Θα γνωρίσετε ωραίαν νέαν, είπεν ο σύντροφός μου, όταν διηρχόμεθα εφ'
+αμάξης διά του εκτεταμένου και αραιού δάσους προς την έπαυλιν.
+Προσέξατε, επρόσθεσεν η εξαδέλφη της, μήπως ερωτευθήτε! — Διατί
+τούτο; είπα. — Την έδωσαν ήδη, απεκρίθη εκείνη, εις ένα πολύ καλόν
+άνδρα, ο οποίος εταξίδευσε προς τακτοποίησιν των υποθέσεών του,
+επειδή απέθανεν ο πατήρ του, και διά να ζητήση επιφανή θέσιν. Η
+είδησις μου ήτο όλως αδιάφορος.
+
+Ο ήλιος απείχεν ακόμη από το όρος ένα τέταρτον, ότε η αμαξά μας
+εστάθη προ της θύρας της αυλής. Ο καιρός ήτο πνιγηρός, και αι
+δεσποινίδες εξέφραζαν τον φόβον των διά μίαν καταιγίδα, που εφαίνετο
+να προετοιμάζεται από τα σταχτερά και συμπυκνωμένα σύννεφα τριγύρω
+εις τον ορίζοντα. Εξηπάτησα τον φόβον των σφετερισθείς γνώσιν του
+καιρού, αν και ήρχισα και εγώ ο ίδιος να προαισθάνωμαι ότι η
+διασκέδασίς μας θα υφίστατο κάποιον ατύχημα.
+
+Είχα καταβή από την άμαξαν, και μία υπηρέτρια, η οποία ήλθεν εις την
+θύραν, μας παρεκάλεσε να περιμείνωμεν μίαν στιγμήν και θα έλθη αμέσως
+η δεσποινίς Καρολίνα. Επροχώρησα διά της αυλής προς την καλοκτισμένην
+οικίαν, και ότε ανέβην την εμπροσθινήν κλίμακα, και επάτησα το
+κατώφλιον της θύρας, μου έτυχε το θελκτικώτατον θέαμα από όσα ποτέ
+είδα. Εις τον πρόδρομον έξ παιδιά από ένδεκα μέχρι δύο ετών
+περιεκύκλωναν μίαν δεσποινίδα ωραίας μορφής, μέσου αναστήματος,
+φέρουσαν απλούν λευκόν ένδυμα με τριανταφυλλί φιόγκους εις τον
+βραχίονα και επί του στήθους. — Εκρατούσε ένα μαύρο ψωμί, και έκοπτεν
+εις τα μικρά της αδελφάκια γύρω γύρω εις καθένα το κομμάτι του
+αναλόγως της ηλικίας του και ορέξεως, το έδιδεν εις καθένα με πολλήν
+γλυκύτητα και καθέν ανεφώνει αφελώς: Ευχαριστώ! ενώ είχε σηκωμένα
+ψηλά τα μικρά του χεράκια, πολύ πριν ακόμη κοπή το κομμάτι που ήταν
+προωρισμένο γι' αυτόν· και έπειτα ευχαριστημένον μ' αυτό το ψωμί, το
+οποίον απετέλει τον δείπνον του, ή έφευγε πηδών, ή σύμφωνα προς τον
+μάλλον ήσυχον χαρακτήρα του απήρχετο προς την θύραν της αυλής, διά να
+ίδη τους ξένους και την άμαξαν, διά της οποίας η Καρλόττα των έμελλε
+να αναχωρήση. — Σας ζητώ συγγνώμην, είπε, που σας έδωκα κόπον να
+αναβήτε, και αναγκάζω τας κυρίας να περιμένουν. Ενδυομένη και
+διατάττουσα μερικά οικιακά τα όποια έπρεπε να εκτελεσθούν κατά την
+απουσίαν μου, ελησμόνησα να δώσω ψωμί εις τα παιδιά διά να
+δειπνήσουν, και δεν θέλουν να τους το κόψη κανένας άλλος παρά μόνον
+εγώ. — Της έκαμα κάποιο μικρό φιλοφρόνημα· ολόκληρος η ψυχή μου
+ανεπαύετο επί του αναστήματος του τόνου, του τρόπου της και μόλις
+έλαβα την ευκαιρίαν ν' αναλάβω εκ της εκπλήξεώς μου όταν έτρεξεν εις
+το δωμάτιον διά να πάρη τα γάντια της και το ριπίδιον. Τα μικρά με
+παρετήρουν εις κάποιαν απόστασιν από τα πλάγια, και εγώ επροχώρησα
+εις το μικρότατον, το οποίον είχε πολύ χαριτωμένην φυσιογνωμίαν. Αυτό
+απεσύρετο, καθ' ην στιγμήν ήδη η Καρολίνα εξήρχετο και είπε:
+«Λουδοβίκε, δος το χέρι σου εις τον εξάδελφον». Το έκαμε με πολλήν
+ελευθερίαν και δεν ηδυνήθην, μολονότι η μικρή του μύτη ήτο γεμάτη
+μύξες, να μη το φιλήσω με όλην μου την καρδίαν. — Εξάδελφος είπα, ενώ
+της έδιδα το χέρι· πιστεύετε ότι είμαι άξιος της ευτυχίας να είμαι
+συγγενής σας — Ω, είπε με ελαφρόν μειδίαμα, η συγγένειά μας είναι
+πολύ εκτεταμένη, και θα ελυπούμην αν θα είσθε ο πλέον μακρινός
+συγγενής μας. Φεύγουσα έδωκεν εντολήν της Σοφίας, της μεγαλυτέρας
+μετ' αυτήν αδελφής, κόρης ένδεκα περίπου ετών, να προσέχη καλά τα
+παιδιά και να υποδεχθή τον μπαμπά, όταν επιστρέψη από τον περίπατον.
+Και εις τα μικρά είπε να υπακούσουν εις την αδελφήν των Σοφίαν, ως να
+ήτον αυτή η ιδία· που της το υποσχέθηκαν όλα. Αλλά μία μικρή προπετής
+ξανθούλα περίπου έξ χρονών, είπεν: Αυτή όμως δεν είναι Καρολίνα·
+εμείς αγαπούμεν εσένα πιο πολύ. — Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά είχαν
+σκαλώσει ήδη εις το πίσω μέρος της αμάξης και με την παράκλησίν μου
+τους επέτρεψε να έλθουν μαζί μέχρι της αρχής του δάσους, αν υπόσχοντο
+ότι δεν θα κάμουν παιγνίδια, και ότι θα κρατούνται καλά.
+
+Μόλις ετοποθετήθημεν εις την άμαξαν, και αι νεανίδες εχαιρέτησαν,
+έκαμαν αμοιβαίως τας παρατηρήσεις των διά την ενδυμασίαν, και μάλιστα
+διά τα καπέλλα των, και επερίπαιξαν αρκετά την συντροφιάν που
+επερίμεναν, ότε η Καρολίνα διέταξε τον αμαξηλάτην να σταματήση και
+είπε στ' αδέλφια της να κατεβούν, αυτά εζήτησαν μίαν φοράν ακόμη να
+της φιλήσουν το χέρι· το μεγαλύτερο έκαμε μάλιστα τούτο με όλην την
+αβρότητα που μπορεί να έχη δεκαπέντε χρονών παιδί, το δε άλλο με
+πολλήν ορμήν και αδεξιότητα. Τους παρήγγειλε μίαν φοράν ακόμη να
+φιλήσουν τα μικρά, και εξεκινήσαμεν.
+
+Η εξαδέλφη την ερώτησεν αν είχε τελειώσει το βιβλίον που τελευταία
+της είχε στείλει. — Όχι, είπε η Καρολίνα, δεν μου αρέσει, θα σου το
+επιστρέψω. Και το προηγούμενον δεν ήτο καλύτερον. — Εξεπλάγη όταν
+ηρώτησα ποίου είδους βιβλία ήσαν, και μου απεκρίθη: . . . (2) — Ηύρα
+τόσον χαρακτήρα εις κάθε τι που έλεγεν, έβλεπα σε κάθε λέξιν νέα
+θέλγητρα, νέας ακτίνας του πνεύματος εξαστραπτούσας από τα
+χαρακτηριστικά της, τα οποία εφαίνοντο ότι βαθμηδόν εζωήρευαν, γιατί
+αισθανότουν ότι εγώ την εννούσα.
+
+ — Όταν ήμουν νεωτέρα, είπε, τίποτε άλλο δεν αγαπούσα πολύ, όσον τα
+μυθιστορήματα. Ο Θεός το ξεύρει πόσον ευχαριστούμην οσάκις ηδυνάμην
+να κάθωμαι την Κυριακήν σε μια γωνία και με όλην μου την καρδίαν να
+συμμερίζωμαι την ευτυχίαν και δυστυχίαν μιας Miss Jenny. Και δεν
+αρνούμαι ότι το είδος αυτό των βιβλίων έχει ακόμη δι εμέ μερικά
+θέλγητρα. Επειδή όμως τόσον σπανίως ευκαιρώ να πάρω ένα βιβλίον, θέλω
+να είναι όλως διόλου της ορέξεώς μου. Και εκείνος ο συγγραφεύς μου
+είναι ο πλέον αγαπητός, εις τον οποίον ανευρίσκω τον κόσμον μου, εις
+τον οποίον συμβαίνουν τα πράγματα όπως εις εμέ, και του οποίου η
+ιστορία μ' όλα ταύτα μου αποβαίνει τόσον ενδιαφέρουσα και τερπνή όσον
+αυτή η οικιακή μου ζωή, που δεν είναι παράδεισος, είναι όμως καθόλου
+πηγή κρυφής ευτυχίας.
+
+Επροσπάθησα ν' αποκρύψω την συγκίνησιν που μου έκαναν αι λέξεις
+αυταί. Αλλά δεν εκρατήθην επί πολύ· διότι ότε την ήκουσα να ομιλή εν
+παρόδω με τόσην αλήθειαν περί του Εφημερίου του Waketield, περί (3)
+— έγεινα διαχυτικώτατος, της είπα ό,τι ήξευρα και μόνον μετά τινα
+καιρόν, όταν η Καρολίνα απηύθυνε τον λόγον προς τας άλλας, ενόησα ότι
+κατά το διάστημα αυτό με ανοικτά τα μάτια εκάθηντο εκείνες, ως να μη
+ήσαν μαζί μας. Η εξαδέλφη πλέον ή άπαξ με εκύταξε σαρκαστικώς, εγώ
+όμως το αψήφησα όλως διόλου.
+
+Η ομιλία εστράφη εις την διασκέδασιν του χορού. — Και αν το πάθος
+τούτο είναι ελάττωμα, είπεν η Καρολίνα, σας ομολογώ ευχαρίστως ότι
+δι' εμέ δεν υπάρχει ανώτερον του χορού. Και όταν έχω κάτι που με
+στενοχωρεί και παίζω διά τον εαυτόν μου εις το ξεκουρδισμένον
+κλειδοκύμβαλόν μου μια καδρίλια μου περνούν όλα.
+
+Πόσον κατά την ομιλίαν εγοητευόμουν από τα μαύρα της μάτια! πόσον τα
+ρόδινά της χείλη και τα φαιδρά δροσερά μαγουλά της εφείλκυαν
+ολόκληρον την ψυχήν μου! πόσον, όλως βυθισμένος εις το λαμπρόν νόημα
+των λόγων της, συχνάκις δεν άκουα καθόλου τας λέξεις, διά των οποίων
+εξεφράζετο! — Περί τούτου έχεις ήδη μίαν ιδέαν, διότι με γνωρίζεις.
+Εν συντόμω, κατέβηκα από την άμαξαν σαν ονειρευόμενος, όταν
+εσταματήσαμεν εμπροστά στο σπίτι της διασκεδάσεως, και τόσον ήμουν
+βυθισμένος εις όνειρα μέσα εις τον σκοτεινά διαγραφόμενον κόσμον,
+ώστε μόλις επρόσεχα εις την μουσικήν η οποία εκ της φωταγωγημένης
+αιθούσης αντήχει κάτω προς ημάς.
+
+Οι δύο κύριοι, ο Αουδράνος και κάποιος Ν. Ν. — ποιος ενθυμείται όλα
+τα ονόματα! — οι οποίοι ήσαν χορευταί της εξαδέλφης και της
+Καρολίνας, μας υπεδέχθησαν παρά την θύραν της αμάξης, επήραν τις
+ντάμες των και εγώ ωδήγησα την ιδικήν μου.
+
+Εχορεύσαμεν τότε διάφορα μενουέτα· επροσκάλεσα την μίαν μετά την
+άλλην τας δεσποινίδας και ίσα ίσα αι ολιγώτερον συμπαθείς έκαμαν μίαν
+ώραν να προσφέρουν το χέρι διά να τελειώση το πράγμα. Η Καρολίνα και
+ο χορευτής της άρχισαν ένα αγγλικόν χορόν, και δύνασαι να φαντασθής
+πόσον ευχαριστήθηκα ότε εις την σειράν άρχισε την στροφήν μαζί μας!
+Ω! χορεύουσαν πρέπει να την ιδή κανείς! Βλέπεις παραδίδεται εις τον
+χορόν με όλην την καρδίαν, με όλην την ψυχήν· το σώμα της όλον είναι
+μία αρμονία. Είναι τόσον άφροντις, τόσον αφελής, ωσάν αυτό που έκαμνε
+να ήτο το παν ως να μη εσκέπτετο τίποτε άλλο, τίποτε να μη ησθάνετο·
+και εις την στιγμήν εκείνην βεβαίως όλα τα άλλα δεν υπάρχουν δι'
+αυτήν.
+
+Της εζήτησα την δευτέρα καδρίλλια· μου υπεσχέθη την τρίτην και με την
+πλέον θελκτικήν παρρησίαν, που δύνασαι να φαντασθής, με εβεβαίωσεν
+ότι εγκαρδίως αγαπούσε να χορεύη γερμανικόν χορόν. — Εδώ συνηθίζεται,
+επρόσθεσεν, ώστε κάθε ζεύγος που εχόρευε να μένη ηνωμένο εις τον
+γερμανικόν χορόν, ο δε καβαλλιέρος μου χορεύει κακά το βαλς, και θα
+μου είναι ευγνώμων, αν τον απαλλάξω του κόπου. Η ντάμα σας και αυτή
+δεν τον καταφέρει, και δεν θέλει, εγώ δε κατά τον αγγλικόν χορόν
+παρετήρησα ότι χορεύετε καλά το βαλς. Αν λοιπόν θέλετε να είμεθα μαζί
+εις τον γερμανικόν, πηγαίνετε και παρακαλέσετε τον καβαλλιέρο μου και
+εγώ θα παρακαλέσω την ντάμα σας. — Της έδωσα το χέρι εις σημείον
+παραδοχής, και εσυμφωνήσαμεν ώστε εν τω μεταξύ να ομιλή ο χορευτής
+της με την χορεύτριάν μου.
+
+Ήδη άρχισε ο χορός, και ευχαριστόμεθα κάμποσην ώραν, εις πολυειδείς
+περιπλοκάς των βραχιόνων. Με ποίαν χάριν, με πόσην ελαφρότητα
+εκινείτο! και ότε επί τέλους αρχίσαμεν το βαλς, και ως σφαίραι
+περιεστρεφόμεθα γύρω ο ένας του άλλου, έγεινε κατ' αρχάς ολίγη
+σύγχυσις, επειδή ολίγιστοι είναι εξησκημένοι. Είχαμεν την εξυπνάδα
+και τους αφήσαμεν να ξεθυμάνουν και όταν οι μάλλον ανεπιτήδειοι είχαν
+αποχωρήσει από τον κύκλον, αρχίσαμεν ημείς και εβαστάξαμεν γενναίως
+έως το τέλος με έν άλλο ζεύγος ακόμη με τον Αουδράνον και με την
+χορεύτριάν του. Ουδέποτε εκινήθηκαν τα πόδια μου τόσον εύκολα. Δεν
+ήμην πλέον άνθρωπος. Το πλέον αγαπητόν πλάσμα να έχω εις τους
+βραχίονας και να περιστρέφωμαι μαζί της ως αστραπή, ώστε τα πάντα
+περί εμέ εχάνοντο και — Γουλιέλμε, διά να είμαι ειλικρινής, ωρκίσθην
+μ' όλα ταύτα, ότι μία κόρη, την οποίαν θα ηγάπων, επί της οποίας θα
+είχον αξιώσεις, δεν θα εχόρευε ποτέ με άλλον παρά με εμέ, έστω και
+μέχρις εξαντλήοεως. Με εννοείς!
+
+Εκάμαμεν μερικούς γύρους, περπατούντες εις την αίθουσαν διά να
+ανασάνωμεν. Τότε εκάθησε, και τα πορτοκάλλια, τα οποία είχα βάλει
+κατά μέρος, και τα οποία τώρα ήσαν τα μόνα υπολειφθέντα, παρείχαν
+σπουδαίας υπηρεσίας, εκτός ότι εις κάθε κομμάτι, το οποίον εξ ανάγκης
+έδιδεν εις μίαν αδιάκριτον γειτόνισσαν, ησθανόμην μια μαχαιριά εις
+την καρδίαν.
+
+Εις τον τρίτον αγγλικόν χορόν είμεθα το δεύτερον ζεύγος. Ενώ
+χορεύοντες επερνούσαμεν την γραμμήν και εγώ — ο Θεός ξεύρει με πόσην
+ηδονήν — ήμην προσηλωμένος εις τον βραχίονα και τους οφθαλμούς της,
+που ήσαν πλήρεις αληθεστάτης εκφράσεως της αθωοτάτης και αγνοτάτης
+τέρψεως, φθάνομεν εις μίαν κυρίαν, η οποία διά του ερασμίου ύφους της
+επί προσώπου πλέον όχι νέου είχε κινήσει την προσοχήν μου. Προσβλέπει
+την Καρολίναν μειδειώσα, υψώνει απειλητικώς το δάκτυλο, και δύο φοράς
+στρεφομένη αναφωνεί το όνομα «Αλβέρτος» με σημαντικόν τόνον.
+
+ — Ποιος είναι ο Αλβέρτος, είπα εις την Καρολίναν, αν δεν είναι
+αδιακρισία να ερωτήσω: Ήταν έτοιμη ν' αποκριθή, ότε ηναγκάσθημεν να
+χωρισθώμεν διά να σχηματίσωμεν μεγάλην άλυσιν εν σχήματι ενός οκτώ,
+και μου εφάνη ότι διέβλεψα σκέψιν τινά εις το μέτωπόν της, όταν
+επερνούσαμεν ο είς από τον άλλον. — Τι να σας το αποκρύψω, είπεν, ενώ
+μου επρόσφερε το χέρι διά τον περίπατον. ο Αλβέρτος είναι καλός
+άνθρωπος, με τον οποίον πάνω κάτω είμαι αρραβωνιασμένη, — Τούτο μεν
+δεν μου ήτο νέον τι (διότι τα κορίτσια μου το είχαν ειπεί καθ' οδόν),
+αλλ' όμως μου ήτο τόσον πολύ νέον, επειδή δεν είχα σκεφθή σχετικώς
+προς αυτήν, που εις τόσον ολίγας στιγμάς μου έγινε τόσον ακριβή. Εν
+ενί λόγω εταράχθην, τα έχασα, και εισήλθα κατά λάθος μεταξύ άλλου
+ζεύγους, ώστε επήλθε μεγάλη σύγχυσις, και εχρειάσθη εκ μέρους της
+Καρολίνας όλη η παρουσία του πνεύματος και τράβηγμα απ' εδώ κι' απ'
+εκεί διά να επανέλθη γρήγορα η τάξις.
+
+Ο χορός δεν είχε τελειώσει ακόμη, όταν αι αστραπαί, τας οποίας προ
+πολλού ήδη εβλέπαμεν λαμπούσας εις τον ορίζοντα, και τας οποίας είχα
+πιστεύσει ως απλά αποτελέσματα της θερμότητας, άρχισαν να γίνωνται
+πολύ ισχυρότεραι, και αι βρονταί έπνιξαν την μουσικήν. Τρεις κυρίαι
+εξήλθαν από την γραμμήν, και οι καβαλλιέροι των τας ηκολούθουν· η
+αταξία κατήντησε γενική και η μουσική έπαυσεν. Είναι φυσικόν, όταν εν
+μέσω της ευθυμίας μας επέρχεται κανέν δυστύχημα ή κάτι φοβερόν, να
+μας προξενή ισχυροτέραν αίσθησιν παρ' άλλοτε, τούτο μεν ένεκα της
+αντιθέσεως την οποίαν τόσον ζωηράν αισθάνεται κανείς, τούτο δε, έτι
+μάλλον, διότι αι αισθήσεις μας είναι ανοικταί εις την ευαισθησίαν και
+επομένως τόσον ταχύτερα δέχονται μίαν εντύπωσιν. Εις αυτάς τας αιτίας
+θ' αποδώσω τους αλλοκότους μορφασμούς, εις τους οποίους είδα πολλάς
+κυρίας να ξεσπούν. Η πλέον φρόνιμη εκάθητο εις μίαν γωνίαν, με την
+ράχιν προς το παράθυρον, και εβούλωνε ταυτιά της. Μία άλλη εκάθητο
+γονατισμένη προ αυτής, και έκρυπτε την κεφαλήν της εις τον κόλπον της
+πρώτης. Μία τρίτη εισέδυσε μεταξύ των δύο, και αγκάλιαζε τις μικρές
+της αδελφές χύνουσα πολλά δάκρυα. Μερικαί ήθελαν ν' αναχωρήσουν·
+άλλαι, αι οποίαι ακόμη ολιγώτερον εγνώριζαν τι έκαμναν, δεν είχαν
+τόσην ετοιμότητα ώστε να περιορίσουν την θρασύτητα των νεαρών
+κατεργαρέων μας, οι οποίοι εφαίνοντο ασχολούμενοι εις το ν' αρπάξουν
+από τα χείλη των ωραίων στενοχωρουμένων τας περιφόβους προσευχάς, τας
+οποίας απηύθυναν προς τον ουρανόν. Μερικοί εκ των κυρίων μας είχαν
+καταβή διά να καπνίσουν ήσυχα· και η επίλοιπος συντροφιά δεν
+εναντιώθηκε, όταν η ξενοδόχος επρότεινεν την συνετήν ιδέαν να μας
+παραχωρήση έν δωμάτιον, το οποίον είχε παραθυρόφυλλα και
+παραπετάσματα. Μόλις εισήλθαμεν εκεί, ότε η Καρολίνα κατεγίνετο να
+σχηματίση κύκλον από Καρέκλας και αφού η συντροφιά κατά παράκλησίν
+της εκάθησεν, επρότεινεν ένα παιγνίδι.
+
+Είδα πολλούς, οι οποίοι ελπίζοντες από το παιγνίδι κανένα σημαντικό
+φιλί ετοίμαζαν προς τούτο τα χείλη των και ελύγιζαν. — Θα παίξωμεν το
+μέτρημα, είπε. Προσέχετε λοιπόν. Εγώ θα γυρίζω γύρω γύρω από τα δεξιά
+προς τα αριστερά, και έτσι θα μετράτε και σεις γύρω γύρω, καθένας τον
+αριθμόν που του πέφτει, και αυτό πρέπει να γείνη σαν αστραπή, και
+οποίος αργήση ή κάμη λάθος, θα φάη ένα μπατσο και ούτω καθεξής, ως το
+χίλια. — Ήτο θελκτικόν να το βλέπη κανείς. Εγύριζε γύρω γύρω με τον
+βραχίονα εκτεταμένον. Ένα, άρχισεν ο πρώτος, δύο ο δεύτερος, τρία ο
+ακόλουθος και ούτω καθεξής. Τότε άρχισε να γυρίζη γληγορώτερα, και
+ολονέν γληγορώτερα· ελάθευσε ένας, πατσ! ένα ράπισμα, και επάνω στα
+γέλια λαθεύει και ο ακόλουθος, άλλο πατσ! και ολονέν γληγορώτερα. Εγώ
+αυτός έλαβα δύο ραπίσματα, και με εγκάρδιαν ευχαρίστησιν παρετήρησα
+ότι ήσαν ισχυρότερα παρ' όσον εσυνήθιζε να τα δίδη εις τους άλλους.
+Γενικό γέλοιο και θόρυβος ετελείωσε το παιγνίδι, πριν μετρηθή ακόμη
+το χίλια. Οι πλέον σχετικοί ετράβηξαν ο ένας τον άλλον κατά μέρος, η
+καταιγίς επέρασε, εγώ δε ακολούθησα την Καρολίναν εις την αίθουσαν.
+Κατά την πορείαν μου είπε: τα ραπίσματα τους έκαμαν να λησμονήσουν
+την κακοκαιρίαν και τα πάντα! — Δεν ηδυνήθην να της αποκριθώ τίποτε.
+— Ήμουν επρόσθεσε, μία από τας μάλλον δειλάς, και ενώ υποκρινόμουν
+την θαρραλέαν, διά να ενθαρρύνω τας άλλας, έγεινα θαρραλέα. —
+Επήγαμεν εις το παράθυρον. Εβροντούσε πέρα μακράν, και λαμπρά βροχή
+έπιπτε θορυβωδώς επάνω εις την γην, και η πλέον τερπνή ευωδία με όλο
+το μέστωμα θερμής ατμοσφαίρας ανέβαινεν έως εμάς. Η Καρολίνα εστέκετο
+στηριγμένη εις τον αγκώνα της· το βλέμμα της διεπέρα την χώραν,
+έβλεπε προς τον ουρανόν και προς εμέ, είδα τα μάτια της γεμάτα από
+δάκρυα, έβαλε το χέρι της επάνω στο δικό μου και είπε: Κλοπστόκ!
+Εθυμήθηκα παρευθύς την λαμπράν ωδήν που είχεν εις τον νουν της, και
+εβυθίσθην εις τον χείμαρρον των αισθημάτων, τον οποίον διά του
+συνθήματος τούτου εξέχυσεν επάνω μου. Δεν εβάσταξα, έσκυψα στο χέρι
+της και το εφίλησα με γλυκύτατα δάκρυα, και εκύτταξα πάλιν εις τα
+μάτια της. — Θαυμαστέ ποιητή! να έβλεπες την αποθέωσίν του εις τούτο
+το βλέμμα, και εγώ είθε ποτέ πλέον να μη ακούσω προφερούμενον το
+τοσάκις βεβηλωθέν όνομά σου!
+
+19 Ιουνίου,
+
+Πού άφησα τελευταία την διαταγήν μου δεν εξεύρω πλέον· τούτο όμως
+ηξεύρω, ότι ήσαν δύο ώραι μετά τα μεσάνυχτα όταν επλάγιασα, και ότι,
+αν ηδυνάμην να σου ομιλήσω αντί να σου γράψω, θα σε εκράτουν ίσως ως
+το πρωί.
+
+Τι έγινε κατά την εκ του χορού επάνοδόν μας, δεν διηγήθηκα ακόμη· και
+σήμερον όμως δεν έχω προς τούτο διάθεσιν.
+
+Ήτον η λαμπροτάτη ανατολή του ηλίου! Τα στενάζοντα δένδρα του δάσους,
+και οι δροσισμένοι αγροί πέριξ! Αι συντρόφισσαί μας εκουτούλιζαν και
+απεκοιμήθησαν. Εκείνη δε με ηρώτησε μήπως ήθελα ν' ακολουθήσω το
+παράδειγμά των, και ως προς αυτήν να μη ανησυχώ. — Εφ' όσον βλέπω
+αυτά τα μάτια ανοικτά, είπα, προσβλέπων αυτήν δυνατά, δεν υπάρχει
+βέβαια φόβος να κλείσουν τα δικά μου. — Εβαστάξαμεν και οι δύο έως
+εις την θύραν της, ότε η υπηρέτρια ήσυχα ήσυχα της ξάνοιξε, και
+ερωτηθείσα εβεβαίωσεν ότι ο πατήρ και τα μικρά είναι καλά, και ότι
+όλοι ακόμη εκοιμώντο. Τότε την εγκατέλειψα, παρακαλέσας αυτήν να
+δυνηθώ να την ίδω την αυτήν ημέραν· μου το υπεσχέθη, και επήγα, και
+από τότε ο ήλιος, η σελήνη και οι αστέρες ας οικονομούνται όπως
+θέλουν· εγώ δεν εξεύρω πλέον πότε είναι ημέρα και πότε νύχτα, και ο
+κόσμος όλος είναι ως να μη υπάρχη περί εμέ.
+
+21 Ιουνίου.
+
+Ζω τόσον ευτυχείς ημέρας, οποίας ο Θεός φυλάττει διά τους αγίους του·
+και ας μου τύχη ό,τι θέλει, δεν θα δυνηθώ να είπω ότι δεν εχάρηκα τας
+ηδονάς, τας αγνοτάτας ηδονάς της ζωής. — Γνωρίζεις το Βαλάιμ μου·
+εκεί είμαι εντελώς αποκαταστημένος· εκείθεν μισή μόνον ώρα έχω έως
+της Καρολίνας· εκεί αισθάνομαι τον εαυτόν μου και κάθε ευτυχίαν, που
+επιτρέπεται εις τον άνθρωπον.
+
+Ηδυνάμην ποτέ να φαντασθώ, όταν εδιάλεξα το Βαλάιμ ως τέρμα των
+περιπάτων μου, ότι έκειτο τόσω πλησίον προς τον ουρανόν! Πόσας φοράς
+κατά τας εκτενεστέρας περιοδείας μου έβλεπα οτέ μεν από το όρος, οτέ
+δε από την πεδιάδα πέραν του ποταμού, την έπαυλιν, η οποία τώρα
+εγκλείει όλους τους πόθους μου.
+
+Φίλτατε Γουλιέλμε, πολλά εσκέφθην περί της επιθυμίας του ανθρώπου, να
+επεκτείνεται, να κάμνη νέας ανακαλύψεις, να περιπλανάται· και έπειτα
+πάλιν περί της εξωτερικής τάσεως, εκουσίως να περιορίζεται, να
+φέρεται εις την τροχιάν της συνηθείας, και να μη φροντίζη μήτε διά τα
+δεξιόθεν, μήτε διά τα αριστερόθεν.
+
+Είναι θαυμαστόν· καθώς ήλθα εδώ, και εκ του λόφου παρετήρουν την
+ωραίαν κοιλάδα, πώς το παν γύρω με προσείλκυεν. — Εκεί το μικρόν
+δάσος. — Αχ, να ηδύνασο ν' αναμιχθής με τας σκιάς του! — Εκεί του
+βουνού η κορυφή! — Αχ, να ηδύνασο εκείθεν να επιβλέπης τα εκτεταμένα
+περίχωρα! — Οι μεταξύ των συνδεδεμένοι λόφοι και αι προσφιλείς
+κοιλάδες; — Ω να εχανόμην εις αυτάς! — Έσπευδα εκεί, και επανηρχόμην,
+και δεν εύρισκα ό,τι ήλπιζα. Ω, συμβαίνει με την απόστασιν ό,τι και
+με το μέλλον! Μέγα τι αμυδρόν σύνολον υπάρχει προ της ψυχής μας το
+αίσθημά μας αφανίζεται καθώς μέσα σ' αυτό και ο οφθαλμός μας, και
+ποθούμεν, αλλοίμονον, να παραδώσωμεν όλην την ύπαρξίν μας διά να
+χορτάσωμεν την ηδονήν ενός μόνου, μεγάλου λαμπρού αισθήματος — και
+όταν σπεύδωμεν εκεί, όταν το εκεί γίνεται εδώ και τότε όλα είναι όπως
+και πριν, ξαναευρισκόμεθα εις την πτωχείαν μας, εις τα στενά μας
+όρια, και η ψυχή μας ποθεί μίαν ηδονήν που της εξέφυγε.
+
+Τοιουτοτρόπως ο πλέον ανήσυχος περιπλανώμενος άνθρωπος ποθεί τέλος
+πάλιν την πατρίδα του, και ευρίσκει εις την καλύβην του, εις την
+αγκάλην της συζύγου του, εις τον κύκλον των τέκνων του, εις τους
+κόπους προς συντήρησίν των την ηδονήν εκείνην που μάτην εζήτει μακράν
+εις τον ευρύχωρον κόσμον.
+
+Όταν το πρωί με την ανατολήν του ηλίου πηγαίνω έξω εις το Βαλάιμ μου,
+και εκεί εις τον κήπον του ξενοδοχείου εγώ ο ίδιος μαζεύω τα μπιζέλια
+μου, κάθωμαι, τα καθαρίζω και εν τω μεταξύ αναγινώσκω τον Όμηρόν μου·
+όταν εις το μικρόν μαγειρειό διαλέγω έν αγγείον, παίρνω βούτυρον,
+βάνω τα μπιζέλια μου στη φωτιά, τα σκεπάζω και κάθωμαι πλησίον για να
+τ' ανακατώνω κάποτε, τότε αισθάνομαι ζωηρά το πώς οι υπερήφανοι
+μνηστήρες της Πηνελόπης, έσφαζαν, έκοπταν και έψηναν βόδια και
+χοίρους. Τίποτε δεν με γεμίζει με τόσο σιγαλόν αληθινόν αίσθημα, όπως
+κείνοι οι χαρακτήρες του πατριαρχικού βίου, τους οποίους εγώ, δόξα τω
+θεώ δύναμαι δίχως επίδειξιν, να συνυφάνω με τον βίον μου.
+
+Πόσον ευχαριστούμαι που δύναται η καρδία μου να αισθάνεται την απλήν
+αθώαν ηδονήν του ανθρώπου εκείνου που φέρει στο τραπέζι του το
+λάχανον, το οποίον αυτός ο ίδιος εκαλλιέργησε, και που τώρα όχι μόνον
+λάχανον, αλλά και όλας τας καλάς ημέρας, τόμορφο πρωί που το εφύτευε,
+τις γλυκές βραδυές που το επότιζε και που εχαίρετο βλέπων προαγομένην
+την βλάστησιν, όλ' αυτά τα ξανααπολαύει σε μια στιγμή.
+
+29 Ιουνίου.
+
+Προχθές ήλθεν ο ιατρός από την πόλιν εδώ έξω προς τον έπαρχον και με
+ηύρε χάμω ανάμεσα στα παιδιά της Καρολίνας, ενώ μερικά εσκάλωναν
+επάνω μου, άλλα με επείραζαν, και εγώ τα εγαργάλιζα, και μαζί μ' αυτά
+έκαμνα μεγάλον θόρυβον. Ο ιατρός, που είναι λίαν δογματικόν
+νευρόσπαστον, που ενώ ομιλεί διορθώνει τα μανικέτια του και απαύστως
+επιδεικνύει το στήθος του υποκαμίσου του, ηύρε τούτο ανάξιον φρονίμου
+ανθρώπου· το κατάλαβα από τα πειράγματά του. Αλλά δεν εταράχθηκα
+διόλου· τον άφησα να πραγματεύεται σπουδαία πράγματα, και εξανάκτισα
+τα χάρτινα σπιτάκια των παιδιών που είχαν χαλάσει. Μόλις επέστρεψεν
+εις την πόλιν και παρεπονείτο λέγων ότι τα παιδιά του επάρχου είναι
+ήδη αρκετά ανάγωγα και ότι ο Βέρθερος τα χαλάει τώρα όλως διόλου.
+
+Ναι, αγαπητέ Γουλιέλμε, τα παιδιά χάμω στη γη είναι απ' όλα τα
+πράγματα πλησιέστερα εις την καρδίαν μου. Όταν τα παρατηρώ, και εις
+το μικρόν πλάσμα διαβλέπω τα σπέρματα όλων των αρετών, όλων των
+δυνάμεων, που κάποτε θα τας χρειάζωνται τόσον αναγκαίως· όταν εις την
+ισχυρογνωμοσύνην διακρίνω μέλλουσαν καρτερίαν και σταθερότητα του
+χαρακτήρος, εις δε την ζωηρότητα ευθυμίαν και ευκολίαν του να
+διαφεύγωνται οι κίνδυνοι του κόσμου, το παν τόσον αδιάφορον, τόσον
+πολύ! — πάντοτε, πάντοτε τότε επαναλαμβάνω τα χρυσά λόγια του
+διδασκάλου της ανθρωπότητος: «εάν μη γένησθε ως έν τούτων των
+παιδίων!» Και τώρα, αγαπητέ μου, αυτά, τα οποία, είναι όμοιά μας, τα
+οποία οφείλομεν να θεωρώμεν ως παραδείγματα ημών, τα μεταχειριζόμεθα
+ως υπήκοα. Δεν πρέπει να έχουν θέλησιν! — Μήπως και ημείς δεν έχομεν;
+Πού τότε έγκειται το προνόμιον; — Επειδή είμεθα μεγαλύτεροι και
+σωφρονέστεροι! — Καλέ Θεέ! από του ουρανού σου! μεγάλα παιδιά
+βλέπεις, και μικρά, και τίποτε παραπάνω· εις ποία δε ευχαριστείσαι
+περισσότερον, τούτο προ πολλού ήδη εκήρυξεν ο υιός Σου. Αλλά
+πιστεύουν αυτόν, και δεν τον ακούουν — και αυτό είναι παλαιά αλήθεια
+— και μορφώνουν τα παιδιά των κατά τον εαυτόν τους, και — υγίαινε
+Γουλιέλμε! δεν θέλω να φλυαρώ περισσότερον περί αυτού του ζητήματος.
+
+1 Ιουλίου.
+
+Ό,τι η Καρολίνα μπορεί να είναι για ένα ασθενή, αισθάνομαι απ' αυτήν
+την καϋμένην μου την καρδιά, η οποία είναι χειρότερη από πολλούς που
+φθίνουν άρρωστοι στο κρεββάτι. Θα περάση μερικάς ημέρας εις την πόλιν
+κοντά σε μία καλή κυρία, η οποία κατά το λέγειν των ιατρών πλησιάζει
+εις το τέλος της κατά τας τελευταίας αυτάς στιγμάς επιθυμεί να έχη
+κοντά της την Καρολίναν. Επήγα την παρελθούσαν εβδομάδα μαζί της, και
+επισκεφθήκαμε τον ιερέα Σ . . . ., ενός χωρίου, το οποίον κείται μίαν
+ώραν μακρυά στα βουνά. Εφθάσαμεν εκεί περί τας τέσσαρας. Η Καρολίνα
+είχε πάρει μαζί την δευτερότοκον αδελφήν της.
+
+Όταν εισήλθαμεν εις την αυλήν της οικίας του ιερέως την σκιαζομένην
+από δύο υψηλές καρυδιές, εκάθητο ο καλός γέρων εις ένα σκαμνί προ της
+θύρας της οικίας, και όταν είδε την Καρολίναν εφάνη ως εκ νέου
+ζωογονηθείς ελησμόνησε την πατερίτσα του, και αγωνίσθηκε να σηκωθή
+εις προϋπάντησίν της. Εκείνη έτρεξε προς αυτόν, τον ανάγκασε να
+καθήση καθήσασα πλησίον του, του επρόσφερε πολλούς χαιρετισμούς από
+τον πατέρα της, εφίλησε το άσχημον και βρώμικο μικρότερο παιδί του,
+το χαϊδεμένο παιδάκι του γήρατός του. Αν την έβλεπες πώς εκουβέντιαζε
+τον γέροντα, πώς ανύψωνε την φωνήν της διά να γείνη ακουστή στη
+μισοκουφαμάρα του, πώς του διηγείτο περί νέων ρωμαλέων ανθρώπων,
+απροσδοκήτως αποθανόντων, περί της ωφελείας των λουτρών του Κάρλσβαδ,
+και πώς επαινούσε την απόφασίν του να μεταβή εκεί το προσεχές θέρος,
+πώς τον εύρισκεν ότι εφαινότουν να είναι πολύ καλύτερα, πολύ
+ζωηρότερος, παρά την τελευταίαν φοράν που τον είδεν. — Εν τω μεταξύ
+εγώ ωμιλούσα με την παπαδιάν. Ο γέρων έγεινεν λίαν φαιδρός, και όταν
+δεν ηδυνάμην να μη επαινέσω τις ωραίες καρυδιές αι οποίαι τόσον
+στοργικά μας ίσκιωναν, άρχισε, αν και με κάποιαν δυσκολίαν, να μας
+εκθέτη την ιστορίαν των. — Την μεγάλην, είπε, δεν γνωρίζομεν ποιος
+την εφύτευσε· μερικοί λέγουν πως ο δείνα κι' άλλοι πως ο τάδε παπάς.
+Η μικροτέρα όμως εκεί κάτω έχει την ηλικίαν της γυναικός μου, τον
+Οκτώβριον θα είναι πενήντα ετών. Ο πατέρας της την εφύτευσε την
+πρωίαν της ημέρας που αυτή προς το εσπέρας εγεννήθη. Ήτον ο
+προκάτοχός μου εφημέριος, και πόσον αγαπητόν του ήτο το δένδρον, δεν
+δύναμαι να σας πω, αλλά και εις εμέ δεν είναι ολιγώτερον αγαπητόν. Η
+γυναίκα μου εκάθητο υποκάτω απ' αυτό επάνω εις ένα ξύλινο καθισμα και
+έπλεκεν, όταν εγώ προ είκοσι επτά ετών πτωχός σπουδαστής πρώτην φοράν
+ήλθα εδώ εις την αυλήν. — Η Καρολίνα ερώτησε περί της θυγατρός του·
+είπαν πως επήγε με τον κ. Σμιθ έξω στο λιβάδι εις τους εργάτας, και ο
+γέρων εξηκολούθησε την διήγησίν του, πόσον ο προκάτοχός του τον
+ηγάπησε και πόσον η κόρη του και πως έγινεν αναπληρωτής του πρώτα,
+έπειτα δε και διάδοχός του. Μόλις ετελείωσεν η ιστορία, ότε η
+παπαδοπούλα με τον ονομαζόμενον κύριον Σμιθ ήρχετο διά του κήπου·
+εφίλησε την Καρολίναν με διαχυτικότητα, και πρέπει να ομολογήσω ότι
+δεν την ηύρα άσχημην· μία μελαχροινούλα, ζωηρά και με ωραίον
+ανάστημα, που θα μπορούσε να καλοδιασκεδάση κανένα για λίγον καιρό
+εις την εξοχήν. Ο αγαπητικός της (γιατί τέτοιος εφάνη ευθύς ο κύριος
+Σμιθ), άνθρωπος με καλούς τρόπους, αλλά σιωπηλός, δεν ήθελε ν'
+αναμιχθή εις τας ομιλίας μας, αν και η Καρολίνα αδιακόπως τον
+επροκάλει εις τούτο. Εκείνο που με ελύπησεν ήτον ότι εφαινόμην
+ανακαλύπτων εις την φυσιογνωμίαν του ότι μάλλον ιδιοτροπία και κακή
+διάθεσις παρά ανοησία τον έκαμνε να δείχνεται έτσι. Ακολούθως μάλιστα
+τούτο έγινε φανερώτατον διότι όταν η Φρειδερίκα στον περίπατον
+επήγαινε με την Καρολίναν, ενίοτε δε και με εμέ, το πρόσωπον του
+κυρίου, το οποίον άλλως ήτο μελαχροινού χρώματος, έγινε τόσω
+σκυθρωπόν, ώστε ήτο καιρός να με τραβήξη η Καρολίνα από το μανίκι και
+να μου δώση να καταλάβω ότι εδείχθην παρά πολύ περιποιητικός προς την
+Φρειδερίκαν. Αλλά τίποτε δεν με λυπεί περισσότερον, παρ' όταν οι
+άνθρωποι βασανίζωνται αμοιβαίως, προ πάντων δε όταν νέοι άνθρωποι εις
+το άνθος της ηλικίας, όπου ηδύναντο να έχουν όλας τας τέρψεις,
+καταστρέφουν τας ολίγας καλάς ημέρας με μορφασμούς, και μόλις αργά
+αισθάνονται το ανεπανόρθωτον της καταχρήσεώς των. Με απασχολούσε
+τούτο, και ότε προς την εσπέραν επεστρέψαμεν εις την οικίαν του παπά,
+και εις μίαν τράπεζαν επίναμεν γάλα, και η ομιλία εστράφη προς τας
+ηδονάς και λύπας του κόσμου δεν ηδυνήθην παρά να λάβω την ευκαιρίαν
+και εξ όλης καρδίας να ομιλήσω εναντίον της δυσθυμίας της ψυχής.
+Ημείς οι άνθρωποι συχνά παραπονούμεθα, άρχισα λέγων, ότι αι καλαί
+ημέραι είναι πολύ ολίγαι, αι δε κακαί πάρα πολλαί και καθώς μου
+φαίνεται, ως επί το πλείστον άδικα. Αν είχαμε πάντοτε πρόθυμον
+καρδίαν, ώστε να ακολουθώμεν το καλόν που ο Θεός καθημέραν μας
+παρέχει, θα είχαμεν τότε και αρκετήν δύναμιν να υποφέρωμεν το κακόν
+όταν μας έρχεται. — Αλλά δεν έχομεν την καρδιά εις την εξουσίαν μας,
+παρετήρησεν η παπαδιά· πόσον εξαρτάται από το σώμα! όταν κανείς δεν
+είναι καλά, τίποτε δεν του αρέσει. — Την εδικαίωσα ως προς αυτό. Ας
+θεωρήσωμεν λοιπόν την δυσθυμίαν, επρόσθεσα ως μίαν ασθένειαν, και ας
+εξετάσωμεν μήπως υπάρχη κανέν μέσον θεραπείας. — Ωραία, είπεν η
+Καρολίνα· εγώ τουλάχιστον πιστεύω ότι ως επί το πολύ εξαρτάται από
+ημάς. Το ηξεύρω από τον εαυτόν μου. Όταν κάτι με στενοχωρή και
+κοντεύω να δυσθυμήσω, αναπηδώ και τραγουδώ ένα δύο μελωδίας του
+χορού, περιπατούσα εις τον κήπον, και έτσι μου περνάει αμέσως. —
+Τούτο ήθελα και εγώ να είπω, επρόσθεσα· συμβαίνει με την δυσθυμίαν
+ακριβώς ό,τι και με την οκνηρίαν, επειδή είναι είδος οκνηρίας. Η
+φύσις μας κλίνει πολύ εις αυτήν, και όμως αρκεί άπαξ μόνον να έχωμεν
+την δύναμιν να βιάσωμεν τον εαυτόν μας, και η εργασία φεύγει τότε από
+τα χέρια μας, και ευρίσκομεν εις την ενέργειαν αληθή ευχαρίστησιν. —
+Η Φρειδερίκα επρόσεχε πολύ, ο δε νεανίας αντείπεν ότι δεν είναι
+κανείς κύριος του εαυτού του, και ολιγώτερον από όλα δύναται να
+εξουσιάση τα αισθήματά του. — Εδώ πρόκειται περί δυσαρέστου
+αισθήματος, απεκρίθηκα, του οποίου καθένας αγαπά ν' απαλλάσσεται, και
+κανείς δεν ηξεύρει πόσον εκτείνονται αι δυνάμεις του, πριν τας
+δοκιμάση. Βέβαια, όποιος είναι ασθενής, θα εξετάση όλους τους
+ιατρούς, και με μεγίστην ανοχήν θα δεχθή τας αυστηροτάτας διαίτας και
+τα πικρότατα φάρμακα διά ν' απολαύση την ποθητήν του υγείαν.
+Παρετήρησα ότι ο έντιμος γέρων ετέντωσε τα αυτιά του διά να λάβη
+μέρος εις την συζήτησιν μας· ύψωσα την φωνήν, στρέψας τον λόγον προς
+αυτόν. Οι ιεροκήρυκες κηρύττουν κατά πολλών άλλων ελαττωμάτων, είπα·
+αλλά δεν ήκουσα ποτέ έως τώρα να πολεμήσουν από του άμβωνος περί της
+δυσθυμίας (4). Τούτο πρέπει να κάμνουν οι ιερείς των πόλεων, είπεν·
+οι χωρικοί δεν ηξεύρουν τι είναι δυσθυμία· δεν θα έβλαπτεν όμως
+ενίοτε, θα ήτο τουλάχιστον έν μάθημα διά την γυναίκα του και διά τον
+κύριον έπαρχον. — Η συντροφιά εγέλασε και αυτός δε μαζί μας
+εγκαρδίως, έως ότου τον έπιασε βήχας, που διέκοψε την συζήτησίν μας
+δι' ολίγον· τότε ο νέος έλαβε πάλιν τον λόγον: — Εκαλέσατε την
+δυσθυμίαν ελάττωμα· μου φαίνεται ότι τούτο είναι υπερβολή. — Καθόλου,
+του αποκρίθηκα, εάν εκείνο, με το οποίον βλάπτει κανείς τον εαυτόν
+του και τον πλησίον του αξίζη αυτό το όνομα. Δεν αρκεί ότι δεν
+δυνάμεθα να καταστήσωμεν ο ένας τον άλλον ευτυχή, πρέπει ακόμη και ν'
+αφαιρώμεν ο ένας από τον άλλον την ευχαρίστησιν, την οποίαν κάθε
+καρδία κάποτε αυτή ακόμη εις τον εαυτόν της ημπορεί να δώση. Δεν μου
+λέγετε, ποίος άνθρωπος έχων δυσθυμίαν, είναι τόσον γενναίος, ώστε ν'
+αποκρύπτη αυτήν, να την φέρη μόνος, χωρίς να καταστρέφη την χαράν των
+περί αυτόν; Ή, δεν είναι αυτή μάλλον μία εσωτερική αθυμία διά την
+ιδίαν μας αναξιότητα, μία δυσαρέσκεια καθ' ημών αυτών, συνδεδεμένη
+πάντοτε με φθόνον που εξεγείρεται εξ αιτίας μωράς ματαιότητος;
+Βλέπομεν ευτυχείς ανθρώπους, τους οποίους ημείς δεν καθιστώμεν
+ευτυχείς και τούτο μας είναι ανυπόφορον. — Η Καρολίνα μου
+προσεμειδίασεν ιδούσα την συγκίνησιν με την οποίαν ωμιλούσα, έν δε
+δάκρυ εις τον οφθαλμόν της Φρειδερίκας με παρώρμησε να εξακολουθήσω.
+— Αλλοίμονον εις εκείνους, είπα, που μεταχειρίζονται την δύναμιν που
+έχουν επί μιας καρδίας, διά να της αφαιρέσουν τας αθώας τέρψεις, αι
+οποίαι βλασταίνουν απ' αυτήν. Όλα τα δώρα, όλαι αι χάριτες δεν
+αναπληρούν μίαν στιγμήν ευχαριστήσεως εις τον εαυτόν μας, την οποίαν
+μας επίκρανε φθονερά του τυράννου μας η σκυθρωπότης.
+
+Όλη η καρδία μου εξεχείλισε την στιγμήν εκείνην· η ανάμνησις τόσων
+παρελθόντων επεσωρεύθη εις την ψυχήν μου, και τα μάτια μου εγέμισαν
+από δάκρυα.
+
+ — Είθε να έλεγε καθένας προς τον εαυτόν του κάθε ημέραν, ανεφώνησα:
+δεν δύνασαι τίποτε άλλο για τους φίλους του παρά να τους αφήσης τας
+τέρψεις των, και να επαυξήσης την ευτυχίαν των συναπολαύων αυτής μαζί
+των. Δύνασαι όταν τα μύχια της ψυχής των ταλαιπωρούνται από σφοδρόν
+πάθος, διαταράσσωνται από λύπην, να τους δώσης μίαν έστω σταγόνα
+παραμυθίας; Και όταν τότε η τελευταία δεινοτάτη ασθένεια ενσκήψη εις
+το πλάσμα, το οποίον συ εις ανθηράς ημέρας υπέσκαψες, και τώρα κείται
+εκεί ελεεινή και εξηντλημένη, ο οφθαλμός αναίσθητος βλέπει προς τον
+ουρανόν και θανάτου ιδρώς καλύπτη το ωχρόν της μέτωπον, συ ωσάν
+κατάδικος στέκεσαι προ της κλίνης, ενδομύχως και εκ βάθους
+αισθανόμενος ότι ουδέν δύνασαι με όλην σου την δύναμιν, και η
+αδημονία μέσα σου σε σπαράττει, ώστε θα επόθεις το παν να θυσιάσης,
+όπως δυνηθής να ενστάξης εις το φθίνον πλάσμα σταγόνα ισχύος,
+σπινθήρα θάρρους.
+
+Η ανάμνησις τοιαύτης σκηνής, της οποίας υπήρξα μάρτυς, επήλθεν εις
+εμέ με όλην την δύναμιν κατά τους λόγους τούτους. Έφερα το μανδύλι
+στα μάτια μου, και εγκατέλειψα την συντροφιά και μόνον η φωνή της
+Καρολίνας, που μου εφώναζεν «ας φύγωμεν!» με επανέφερεν εις τον
+εαυτόν μου. Και πώς με επέπληττε καθ' οδόν διά τα λίαν θερμόν
+ενδιαφέρον δι' όλα, και ότι θα κατεστρεφόμην εκ τούτου! ότι έπρεπε να
+φείδωμαι του εαυτού μου! Ω άγγελε! Χάριν σού πρέπει να ζήσω.
+
+5 Ιουλίου.
+
+Ευρίσκεται πάντοτε κοντά στην ετοιμοθάνατη φίλη της, και είναι
+πάντοτε η αυτή, πάντοτε το ευεργετικόν, χαριτωμένον πλάσμα, το
+οποίον, όπου προβλέπει, πραΰνει τους πόνους και καθιστά τους άλλους
+ευτυχείς. Χθες το βράδυ εβγήκε περίπατο με την Μαριάννα και τη μικρή
+Αμαλία· το ήξευρα και τας συνήντησα και επήγαμεν μαζί. Μετά πορείαν
+μιάμισης ώρας επεστρέψαμεν εις την πόλιν, παρά την βρύσιν, η οποία
+τόσον μου ήτο πολύτιμος και τώρα χιλιάκις πολυτιμοτέρα. Η Καρολίνα
+εκάθησεν εις τον μικρόν τοίχον, εμείς δε εστεκόμεθα μπροστά της.
+Εκύτταζα τριγύρω, αχ! και ο καιρός, που η καρδιά μου ήτο μόνη,
+ξαναέζησε τώρα μπροστά μου. — Αγαπητή βρύση, είπα, από τότε δεν
+αναπαύθηκα πλέον εις τη δροσιά σου, γλήγορα επερνούσα και κάποτε μήτε
+σε εκύτταζα. — Παρετήρησα κάτω, και είδα ότι η Αμαλίτσα πολύ
+προσεκτικά έπαιρνε με ένα ποτήρι νερό. — Εκύτταξα την Καρολίναν,
+αισθάνθηκα τι ήταν αυτή για μένα. Εν τω μεταξύ έρχεται η Αμαλίτσα μ'
+ένα ποτήρι νερό. Η Μαριάννα ηθέλησε να της το πάρη, όχι! ανεφώνησε το
+παιδί με γλυκυτάτην έκφρασιν· όχι συ, Καρολίνα, θα πιής πρώτη! Τόσον
+εγοητεύθηκα από την αλήθειαν, από την αγαθότητα, με την οποίαν το
+είπεν, ώστε δεν εμπόρεσα να εκφράσω άλλως το αίσθημά μου, παρά επήρα
+το παιδί από την γην, και τόσον ζωηρά το εφίλησα, ώστε αυτό αμέσως
+άρχισε να φωνάζη και να κλαίη. — Δεν εκάματε καλά, είπεν η Καρολίνα.
+— Εταράχθηκα. — Έλα, Αμαλίτσα μου. εξηκολούθησε, ενώ το έπιασε από το
+χέρι και το κατέβαζε στα σκαλιά, πήγαινε νίψου από την δροσεράν
+βρύσιν, γλήγορα, γλήγορα, τότε δεν πειράζει. — Όταν εστεκόμην εκεί
+και παρετήρουν με πόσην προθυμίαν το μικρόν έτριβε με τα βρεγμένα του
+χεράκια τα μάγουλά του, με ποίαν πεποίθησιν, ότι διά της θαυμασίας
+πηγής θ' απεπλύνετο από παν μόλυσμα και θ' απηλλάσσετο από τη ντροπή
+πως θα της έβγουν άσχημα γένεια· όταν η Καρολίνα έλεγεν «αρκεί» και
+το παιδί μόλα ταύτα ακόμη ζωηρότερα επλύνετο, ωσάν το πολύ να επέφερε
+περισσότερον αποτέλεσμα από το ολίγον — σου λέγω, Γουλιέλμε, ουδέποτε
+με περισσότερον σεβασμόν παρευρέθην εις βάπτισμα — και όταν η Καρολίνα
+ανέβη, ευχαρίστως θα ερριπτόμην μπροστά της όπως μπροστά σε προφήτη,
+όστις εξαγίαζε ταμαρτήματα ενός λαού.
+
+Την εσπέραν δεν ηδυνήθην, με την χαράν της καρδιάς μου, να μη διηγηθώ
+το γεγονός εις ένα άνδρα, εις τον οποίον απέδιδα υγιά φρόνησιν,
+επειδή έχει νουν αλλά πώς την έπαθα! Μου είπεν ότι πολύ κακά έκαμεν η
+Καρολίνα· ότι δεν έπρεπε κανείς να απατά τα παιδιά· ότι τα τοιαύτα
+δίδουν αφορμήν εις απείρους πλάνας και δεισιδαιμονίας, από τας οποίας
+πρέπει κανείς ευθύς εξ αρχής να προφυλάττη τα παιδιά. — Τώρα θυμήθηκα
+πως ο άνθρωπος εβάπτισεν ένα παιδί του προ οκτώ ημερών· γι' αυτό δε
+επέμεινα και στάθηκα μέσα στην καρδιά μου πιστός εις την αλήθεια:
+Πρέπει να φερώμεθα προς τα παιδιά όπως ο Θεός προς ημάς, που μας
+κάνει ευτυχεστάτους όταν μας αφίνη να ζούμε μέσα σε γλυκειές πλάνες.
+
+8 Ιουλίου.
+
+Τι παιδί που είναι ο άνθρωπος! Πόσο ψοφάει για μια ματιά! Τι παιδί
+που είναι! Είχαμε πάει εις το Βαλάιμ. Η κυρίες επήγαν έξω με την
+άμαξα, και κατά τους περιπάτους μας επίστευα πως εις τα μαύρα μάτια
+της Καρολίνας . . . Είμαι τρελλός, πολυλογώ, (γιατί αρχίζω τώρα να
+νυστάζω), ιδές, η κυρίες ανέβηκαν, και εστεκόμεθα γύρω στην άμαξα, ο
+νέος Β . . . ο Σελστάντ, ο Αουδράνος και εγώ. Τότε από την θυρίδα της
+αμάξης μιλούσαν με τα παλληκάρια, που ήσαν βεβαίως αρκετά ελαφρά και
+μάταια. — Εζητούσα τα μάτια της Καρολίνας· αχ! εγύριζαν από τον ένα
+εις τον άλλον! Αλλ' εις εμέ! εμέ! εμέ! που αυτά μόνον και μόνον
+επρόσμενα, δεν έπεφταν! — Η καρδιά μου της έλεγε «μυριάκις έχαιρε!»
+Και αυτή δεν 'με έβλεπεν! Η άμαξα επέρασε και έν δάκρυ μού στεκότουν
+στα μάτια. Την ακολουθούσα με τα βλέμματα, και είδα την κόμην της
+Καρολίνας να κλίνη προς τα έξω της θυρίδος, και εστράφη για να ιδή,
+αχ! εμέ αρά γε! — Φίλτατε! εις αυτήν την αβεβαιότητα μετεωρίζομαι,
+τούτο είναι η παρηγοριά μου· ίσως εμένα εγύρισε να ιδή! Ίσως! — Καλήν
+νύκτα! Ω, τι παιδί που είμαι!
+
+10 Ιουλίου.
+
+Να έβλεπες τι γελοίον πρόσωπον που παίζω, όταν ομιλούν περί αυτής!
+Όταν δε μ' ερωτούν αν μου αρέση! Την λέξη αυτή την μισώ εξόλης της
+ψυχής μου. Τι άνθρωπος πρέπει να είναι εκείνος που να μη του αρέση η
+Καρολίνα, που να μη του κατέχη όλον τον νουν, όλα τα αισθήματα!
+Αρέσει! Τώρα ύστερα μ' ερώτησεν ένας αν μου αρέση ο Οσσιανός!
+
+11 Ιουλίου.
+
+Η κυρία Μ . . . είναι πολύ κακά· παρακαλώ τον θεόν για τη ζωή της,
+επειδή συμπάσχω με την Καρολίναν. Σπανίως την βλέπω στο σπίτι της
+φίλης μου, και σήμερον μου διηγήθη ένα θαυμάσιο γεγονός. — Ο γέρων
+Μ . . . είναι φιλάργυρος, μικροπρεπής, εξηνταβελόνης, που σ' όλη τη ζωή
+κατεβασάνιζε και περιώριζε τη γυναίκα του· αυτή όμως ήξερε πάντα να
+τα βολεύη. Προ ολίγων ημερών, όταν ο ιατρός απελπίσθη για τη ζωή της,
+αυτή επροσκάλεσε τον άνδρα της (η Καρολίνα ήτο εις το δωμάτιον) και
+του μίλησε έτσι: πρέπει να σου ομολογήσω ένα πράγμα, τα οποίον μετά
+τον θάνατόν μου μπορούσε να προκαλέση σύγχυσιν και έριδας. Ως τώρα
+εδιοίκησα το σπίτι με τόσην τάξιν και οικονομίαν, όσον ήτο δυνατόν
+αλλά θα με συγχωρέσης ότι σε εξηπάτησα σ' αυτά τα τριάντα χρόνια.
+Προώρισες εις τας αρχάς του γάμου μας ένα μικρόν ποσόν για τα έξοδα
+του μαγειρείου και των λοιπών οικιακών αναγκών. Όταν το νοικοκυριό
+μας έγεινε μεγαλύτερο, η εργασία μας επήγε πιο καλά, δεν επείσθης ν'
+αυξήσης αναλόγως το εβδομαδιαίον μου ποσόν. Κοντολογής, ξέρεις πως
+τον καιρό που το νοικοκυριό μας ήτο πολύ μεγάλο απαιτούσες να περάσω
+την εβδομάδα με επτά φιορίνια. Το εδέχθην τότε άνευ αντιλογίας και τα
+περιπλέον έπαιρνα κάθε εβδομάδα από το χρηματοκιβώτιον, επειδή κανείς
+δεν υπέθετεν ότι η κυρία θα έκλεπτε το ταμείον. Τίποτε δεν
+κατεσπατάλησα και, χωρίς να το ομολογήσω, θα μπορούσα θαρραλέα να
+μεταβώ εις την αιωνιότητα, αν δεν ήτο αδύνατον, εκείνη που έπειτα από
+εμέ θα διευθύνη το σπίτι να μη ευρεθή εις αμηχανίαν, γιατί συ πάντοτε
+θα επέμενες πως η πρώτη σύζυγός σου επαρκούσε με αυτά.
+
+Ωμίλησα με την Καρολίναν περί της απιστεύτου αποτυφλώσεως του
+ανθρωπίνου νου, ώστε αυτός να μη υποπτεύη ότι κάτι άλλο υποκρύπτεται,
+όταν ένας με επτά φλωρίνια εξαρκή εκεί όπου γίνονται τριπλάσια έξοδα.
+Αλλ' εγνώρισα εγώ ο ίδιος ανθρώπους, που και του προφήτου την αιώνια
+λήκυθο θα παρεδέχωνται ότι υπάρχει εις το σπήτι τους χωρίς να
+εκπλαγούν.
+
+13 Ιουλίου.
+
+Όχι, δεν απατώμαι! αναγινώσκω εις τα μαύρα της μάτια αληθές
+ενδιαφέρον για μένα και για την τύχην μου. Ναι, αισθάνομαι και εις
+τούτο δύναμαι να πιστεύσω την καρδιά μου, ότι αυτή — ω, δύναμαι
+ημπορώ να εκφράσω την ουράνια αυτή λέξη; — ότι με αγαπά!
+
+Με αγαπά! — Και πόσον ακριβός γίνομαι έτσι εγώ εις τον εαυτόν μου,
+πόσον — εις σε δύναμαι να το είπω, συ το αισθάνεσαι πόσον λατρεύω τον
+εαυτόν μου, αφ' ότου εκείνη με αγαπά! Είναι αρά γε τούτο προπέτεια, ή
+αίσθημα της πραγματικής καταστάσεως — Δεν γνωρίζω τον άνθρωπον από
+τον οποίον κάτι εφοβούμην εις την καρδιά της Καρολίνας· και όμως —
+όταν ομιλή περί του μνηστήρος της, όταν με τόση ζέση, με τόσην αγάπην
+γι' αυτόν — Ομιλεί — τότε ομοιάζω με άνθρωπον που του αφαιρούνται
+όλαι οι τιμαί και τα αξιώματα και που του αφαιρείται το ξίφος.
+
+16 Ιουλίου
+
+Αχ, τι φωτιά τρέχει μέσα στις φλέγες μου, όταν το δάκτυλό μου
+απροσδοκήτως εγγίξη το ιδικό της, όταν τα πόδια μας υπό την τράπεζαν
+συναντώνται! Τραβιώμαι πίσω, σαν από φωτιά, και πάλιν μία μυστηριώδης
+δύναμις με τραβάει μπροστά — επέρχεται ζάλη, εις όλας τας αισθήσεις
+μου. — Ω! και η αθωότης της, η απλή ψυχή δεν αισθάνεται πόσον αύται
+αι μικραί οικειότητες με βασανίζουν! Όταν μάλιστα εις την ομιλίαν
+θέτη το χέρι της επάνω στο δικό μου, και εις την ζωηρότητα του
+διαλόγου έρχεται πλησιέστερα προς εμέ, ώστε η ουρανία του στόματός
+της πνοή να φθάση εις τα χείλη μου — νομίζω ότι καταπίπτω σαν
+κεραυνόπληκτος. — Και, Γουλιέλμε, αν τολμήσω ποτέ τούτον τον ουρανόν,
+ταύτην την εμπιστοσύνην! — Με εννοείς. Όχι, η καρδία μου δεν είναι
+τόσον διεφθαρμένη! Ασθενής! αρκετά ασθενής! — Και δεν είναι τούτο
+διαφθορά;
+
+Μου είνε ιερά. Κάθε επιθυμία καταπαύει εις την παρουσίαν της. Δεν
+ξεύρω ποτέ τι αισθάνομαι όταν βρίσκωμαι πλησίον της· και με γιατρεύει
+από κάθε ταλαιπωρίαν, ταραχή και μελαγχολία, μόλις παίξη την πρώτη
+νότα.
+
+Καμμία λέξις περί της μυθικής μαγικής δυνάμεως της μουσικής δεν μου
+είναι απίθανος. Πόσον και το απλούν άσμα με συγκινεί! Και πόσον
+ηξεύρει να μου παίζη αυτό το κομμάτι, συχνά εις καιρόν, που μου
+έρχεται να πάρω ένα πιστόλι και να πετάξω τα μυαλά μου στον αέρα! Η
+πλάνη και το σκότος της ψυχής μου διαλύονται και αφανίζονται, και
+αναπνέω πάλιν ελευθερώτερα.
+
+18 Ιουλίου.
+
+Γουλιέλμε, τι είναι για την καρδιά μας ο κόσμος χωρίς έρωτα; Ό,τι
+είναι μαγικόν φανάρι χωρίς φως! Μόλις εισάγεις το λυχναράκι και αι
+πλέον ποικιλόχροοι εικόνες φαίνονται εις τον λευκόν σου τοίχον! Και
+αν τούτο δεν είναι τίποτε άλλο παρά πρόσκαιρα φαντάσματα, ουχ ήττον
+πάντα μας καθιστά ευταχείς όταν σαν ζωηρά παιδιά στεκώμεθα προ αυτού
+και ενθουσιαζώμεθα από τα θαυμαστά αυτά φαινόμενα. Σήμερον δεν
+μπόρεσα να πάω στης Καρολίνας μία συντροφιά, την οποίαν δεν ηδυνάμην
+να αποφύγω, με εμπόδισε. Τι να έκαμνα; έστειλα τον υπηρέτην μου εκεί
+έξω, διά να έχω τουλάχιστον πλησίον μου ένα άνθρωπον ο οποίος την
+είχε πλησιάσει σήμερον. Με πόσην ανυπομονησίαν τον επερίμενα, με
+πόσην χαράν τον επανείδα. Μου ήλθε να τον πιάσω από το κεφάλι να τον
+φιλήσω αλλ' εντράπηκα.
+
+Διηγούνται περί της Βονωνίας πέτρας ότι, όταν την θέτουν εις τον
+ήλιον, προσελκύει τας ακτίνας του και φέγγει για λίγο ακόμα την
+νύκτα. Έτσι μου συνέβη με τον νέον αυτόν. Το αίσθημα ότι τα μάτια της
+είχαν πέσει επάνω εις το πρόσωπόν του, εις τα μάγουλά του, εις τα
+κουμβιά και τις ραφές του φορέματός του, μου κατέστησεν όλ' αυτά
+τόσον ιερά, τόσον πολύτιμα! Εις την στιγμήν αυτήν δεν θα έδιδα τον
+νέον ούτε αντί χιλίων ταλλήρων. Τόσον ευχαριστούμην από τη παρουσία
+του. — Ο Θεός να σε φυλάξη να μη γελάσης γι' αυτά! Γουλιέλμε, είναι
+φαντασία όταν είμεθα ευτυχείς;
+
+19 Ιουλίου.
+
+Θα την ιδώ! αναφωνώ κάθε πρωί όταν σηκώνομαι και ατενίζω μ' όλην την
+φαιδρότητα προς τον ωραίον ήλιον· θα την ιδώ! Και τότε για όλη την
+ημέρα δεν έχω πλέον άλλην επιθυμίαν. Το παν, το παν πνίγεται εις
+αυτήν την απαντοχή.
+
+20 Ιουλίου.
+
+Την ιδέαν σας να πάω με τον πρέσβυ . . . . . . . δεν δύναμαι ακόμη να
+συμμερισθώ. Δεν αγαπώ πολύ την υποταγήν, και ξεύρομεν όλοι ότι
+εκείνος ο κύριος είναι προς τούτοις ανυπόφορος. Η μήτηρ μου, λέγεις,
+θα επεθύμει να με ίδη σε καριέρα· αυτό μ' έκαμε να γελάσω. Δεν είμαι
+λοιπόν και τώρα σε καριέρα; και το κάτω κάτω δεν είναι το ίδιον αν
+μετρώ πιζέλια ή φακές; Το παν εις τον κόσμον καταλήγει εις
+ματαιότητα, και ο άνθρωπος, που χάριν των άλλων χωρίς τούτο, μα είναι
+δικό του πάθος, ιδία του ανάγκη, βασανίζεται για χρήματα ή τιμάς ή
+άλλο τι, είναι πάντοτε μωρός.
+
+24 Ιουλίου.
+
+Επειδή ενδιαφέρεσαι τόσον πολύ να μη αμελώ την ζωγραφική μου θα
+προτιμούσα καλύτερα ν' αποσιωπήσω όλως διόλου το πράγμα, παρά να σου
+πω ότι προ πολλού πολύ λίγο καταγίνομαι.
+
+Ποτέ ως τώρα δεν υπήρξα πλέον ευτυχής, ποτέ αίσθημά μου για τη φύση
+ως τα λιθαράκια και ως τη χλόη δεν ήσαν πληρέστερον και πλέον
+ενδόμυχον. και όμως — δεν ηξεύρω πως να εκφρασθώ, η παραστατική μου
+δύναμις είναι τόσον αδύνατος, το παν τόσον πλέει και αιωρείται μπρος
+στην ψυχή μου: ώστε καμμίαν εικόνα δεν δύναμαι να συλλάβω· αλλά
+φαντάζομαι ότι, αν είχα πηλόν ή κερί, θα διέπλασσα καλύτερα. Θα λάβω
+και πηλόν, αν αυτή η κατάστασις διαρκέση περισσότερον, και θα ζυμώσω,
+και ας γείνουν και πήττες.
+
+Της Καρολίνας την εικόνα τρεις φορές την άρχισα και τις τρεις
+εντροπιάσθηκα. Τούτο με λυπεί τόσο μάλλον όσο προ ολίγου καιρού
+επετύγχανα πολύ εις την ομοιότητα. Έπειτα λοιπόν την εσκιαγράφησα,
+και τούτο ας μου αρκέση.
+
+20 Ιουλίου.
+
+Πολλές φορές ως τώρα απεφάσισα να μη τη βλέπω τόσον συχνά. Ναι, ποιός
+μπορεί να φυλάξη την απόφασή του! Κάθε μέρα υπόκειμαι εις τον
+πειρασμόν και ορκίζομαι: «αύριο μια φορά δεν θα πας», και όταν
+έρχεται το πρωί ευρίσκω μίαν ακατανίκητον αιτίαν, και πριν το
+καταλάβω, ευρίσκομαι πλησίον της. Ή μου είπε την εσπέραν: θα έλθετε
+βέβαια αύριο: — Ποιος μπορούσε να μην πάη; Ή μου δίδει μίαν
+παραγγελίαν και ευρίσκω πρέπον να της φέρω μόνος μου την απάντησιν;
+ή η ημέρα είναι πολύ ωραία, πηγαίνω εις το Βαλάιμ, και όταν πλέον
+είμαι εκεί, μισή μόνον ώρα είναι έως σ' αυτής! — Είμαι πάρα πολύ
+πλησίον εις την ατμοσφαίραν της. — Έν βήμα και είμαι εκεί. Η γιαγιά
+μου έλεγεν παραμύθι για ένα βουνό από μαγνήτη· τα πλοία, τα οποία
+επλησίαζαν πάρα πολύ, έχαναν διά μιας όλα τα σιδερικά των, τα καρφιά
+επετούσαν προς το βουνό, και οι ταλαίπωροι ταξιδιώτες εσκοτώνοντο
+ανάμεσα στα σανίδια που έπεφταν το ένα πάνω στ' άλλο.
+
+30 Ιουλίου.
+
+Ο Αλβέρτος έφθασε, και εγώ θα πάω· και αν ήτον ο κάλαιστος, ο
+ευγενέστατος άνθρωπος, εις τον οποίον θα ήμουν πρόθυμος να
+υποτάσσωμαι υπό πάσαν έποψιν, θα μου ήτο ανυπόφορον να τον βλέπω προ
+των οφθαλμών μου να έχη τόσας τελειότητας. — Αρκεί, Γουλιέλμε, ο
+μνηστήρ ήλθεν. Ένας καλός, αξιαγάπητος νέος, τον οποίον πρέπει ν'
+αγαπά κανείς. Ευτυχώς δεν ήμουν εκεί κατά την υποδοχήν! Αυτό θα μου
+κατεξέσχιζε την καρδιά. Προς τούτοις είναι τόσο τίμιος, και δεν
+εφίλησεν ούτε μια φορά την Καρολίνα μπροστά μου. Γι' αυτό ας τον
+ανταμείψη ο Θεός! Για το σέβας που έχει στην κόρη πρέπει να τον
+αγαπώ. Με ευνοεί, και υποθέτω ότι αυτό είναι έργον της Καρολίνας
+μάλλον παρά του ιδίου του αισθήματος· διότι ως προς αυτό η γυναίκες
+είναι επιτήδειες, και έχουν δίκαιον: όταν δύνανται να διατηρούν δύο
+εραστάς σε καλή αναμεταξύ τους σχέση, είναι πάντα δικό τους κέρδος,
+όσον σπανίως και αν κατορθώνεται.
+
+Εν τούτοις δεν δύναμαι ν' αρνηθώ εις τον Αλβέρτον την υπόληψίν μου. Η
+εξωτερική του απάθεια ευρίσκετο σε μεγάλην αντίθεσι προς την
+ανησυχίαν του χαρακτήρος μου, που δεν δύναται να κρυφθή. Έχει πολύ
+αίσθημα, και εννοεί τι κειμήλιον είναι η Καρολίνα γι' αυτόν.
+Φαίνεται, ότι σπανίως δυσθυμεί, και ξεύρεις πως είναι το μόνον
+αμάρτημα που υπερβολικά το αποστρέφομαι εις τον άνθρωπον.
+
+Με θεωρεί ως άνθρωπον με νουν και η αφοσίωσίς μου εις την Καρολίναν,
+η αληθινή μου χαρά, που αισθάνομαι εις όλας τας πράξεις της, αυξάνει
+τον θρίαμβόν του, και την αγαπά τόσον περισσότερον. Αν δε ίσως την
+βασανίζη ενίοτε με μικρή ζηλοτυπία, τούτο δεν το εξετάζω· εγώ
+τουλάχιστον αν ήμουν εις την θέσιν του, δεν θα έμενα ασφαλής απ'
+αυτόν τον διάβολο.
+
+Ας είναι κ' έτσι! η ευχαρίστησίς μου να είμαι πλησίον τις Καρολίνας
+πάει. Μωρίαν να ονομάσω τούτο ή αποτύφλωσιν; — Τι χρειάζονται
+ονόματα, αφού αυτό το πράγμα μιλή! — Ήξευρα όλα, ότι τώρα ηξεύρω,
+πριν έλθη ο Αλβέρτος· ήξευρα πως δεν μπορούσα να έχω αξίωσι γι'
+αυτήν, ούτε είχα καμμίαν — δηλαδή εφόσον είναι δυνατόν, απέναντι
+τόσου θελγήτρου να μη επιθυμήση κανείς τίποτε — και τώρα ο ανόητος
+εκπλήττομαι, ότι ο άλλος πράγματι έρχεται και μου παίρνει την κόρη.
+
+Τρίζω τα δόντια μου, και χλευάζω την αθλιότητά μου, και περιφρονώ
+διπλασίως και τριπλασίως εκείνους που μπορούν και λέγουν: «να το
+ξεχάσω», αφού δα δεν γίνεται αλλοιώς. — Γλύτωσέ με απ' αυτά τα ξόανα,
+— Γυρίζω εις τα δάση, και όταν έρχωμαι εις την Καρολίναν και ο
+Αλβέρτος κάθεται πλησίον της στον κήπο στο κιόσκι και δεν δύναμαι να
+φύγω, τότε φέρομαι σαν τρελός και κάμνω χίλιες δυο ανοησίες. — Δι'
+όνομα του Θεού, μου είπε σήμερον η Καρολίνα, σε παρακαλώ, μη [κάμεις]
+καμμίαν σκηνήν, σαν εκείνην της χθεσινής βραδειάς. Είσθε φοβερός όταν
+είσθε έτσι εύθυμος. — Αναμεταξύ μας, καιροφυλακτώ την στιγμήν, όταν
+αυτός έχει ασχολίες· ω! ευθύς ευρίσκομαι πλησίον της, και είμαι
+πάντοτε ευχαριστημένος όταν την ευρίσκω μόνην.
+
+8 Αυγούστου
+
+Σε παρακαλώ, αγαπητέ Γουλιέλμε, δεν είχα σε υπ' όψιν όταν απεκάλουν
+ανυποφόρους τους ανθρώπους που απαιτούν από μας υπομονήν εις άφευκτα
+κακά. Αληθινά δεν εφανταζόμουν ότι ηδύνασο να είσαι παρομοίας γνώμης.
+Και κατά βάθος έχεις δίκαιον.
+
+Ένα μόνον, φίλτατέ μου! Εις τον κόσμον πολύ σπανίως γίνεται κάτι με
+το είτε — είτε· αι ενέργειαι, και αι επιχειρήσεις έχουν τόσον
+ποικίλας αποχρώσεις, όσαι παραλλαγαί υπάρχουν μεταξύ της γρυπής μύτης
+σαν του γερακιού και της μύτης της πλακουτσής. Δεν θα σου κακοφανή,
+λοιπόν, όταν παραδέχωμαι όλον τον συλλογισμόν σου, και όμως ζητώ να
+ξεφύγω από το είτε — είτε.
+
+Είτε έχεις ελπίδα, λέγεις διά την Καρολίναν, είτε δεν έχεις καμμίαν.
+Καλά! Κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν ζήτει να την πραγματοποιήσης,
+ζήτει να την φθάσης εις την εκτέλεσιν των πόθων σου· κατά δε την
+δευτέραν δείξου άνδρας, και προσπάθησε ν' απαλλαγής από ένα
+δυστυχισμένο αίσθημα που δεν δύναται να μη εξολοθρέψη όλας τας
+δυνάμεις σου. — Άριστέ μου φίλε! καλά το είπες και — εύκολα.
+
+Και δύνασαι ν' απαιτήσης από τον δυστυχή εκείνον, που η ζωή του
+τρώγεται ολοένα από χρονίαν αρρώστεια, δύνασαι ν' απαιτήσης απ' αυτόν
+να θέση τέλος διά μιας εις τα βάσανά του μ' ένα μαχαίρι; Και μήπως το
+κακόν, το οποίον κατατρώγει τας δυνάμεις του, δεν του αφαιρεί
+συγχρόνως και το θάρρος να ελευθερωθή απ' αυτό;
+
+Μπορούσες με μιαν ανάλογη παραβολή ν' αποκριθής: Ποιος δεν θα
+επροτιμούσε να στερηθή μάλλον το χέρι του παρά διστάζοντας και
+οκνεύοντας να διακυβεύση την ζωήν του; — Δεν ξεύρω! — και ας μη
+χρονοτριβούμε σε παραβολές. Αρκεί — Ναι, Γουλιέλμε, έχω πολλάκις
+στιγμές θάρρους που αναβρύει και ξετινάζει και τότε φθάνει να ήξευρα,
+πού; — θα επήγαινα εκεί.
+
+Βράδυ.
+
+Το ημερολόγιόν μου, που από καιρό το είχα αμελήσει, σήμερα μου έπεσε
+πάλιν εις τα χέρια, και εξεπλάγην, πώς εν συνειδήσει επροχώρησα εις
+όλα αυτά, βήμα προς βήμα! Πώς έβλεπα τόσον καθαρά, πάντα την
+κατάστασή μου, και όμως εφέρθην σαν παιδί· τώρα ακόμη τόσον καθαρά
+βλέπω, και όμως δεν υπάρχει κανένα φαινόμενον βελτιώσεως.
+
+10 Αυγούστου.
+
+Θα μπορούσα να περνώ την πιο καλή κ' ευτυχισμένη ζωή, αν δεν ήμουν
+μωρός. Τόσον ευνοϊκαί περιστάσεις που είναι αυταί, εις τας οποίας
+τώρα ευρίσκομαι, δεν συνενούνται εύκολα διά να τέρψουν την ψυχήν ενός
+ανθρώπου. Αχ! τόσον είναι βέβαιον ότι η καρδία μας μόνη είναι ο
+δημιουργός της ευτυχίας της. — Να είμαι μέλος της πλέον αξιαγαπήτου
+οικογενείας· ν' αγαπώμαι από τον γέροντα σαν παιδί του, από τα μικρά
+σαν πατέρας, και από την Καρολίνα! — έπειτα ο καλός Αλβέρτος, ο
+οποίος με καμμιά σκυθρωπότητα, με καμμιά κακοτροπία δεν διαταράσσει
+την ευτυχίαν μου· ο οποίος με εγκάρδια φιλιά με περιβάλλει· εις τον
+οποίον εγώ, μετά την Καρολίναν, είμαι το αγαπητότατον όν εις τον
+κόσμον! — Γουλιέλμε, είναι χαρά Θεού να μας ακούη κανείς όταν
+πηγαίνωμεν περίπατο και συνδιαλεγώμεθα περί της Καρολίνας· τίποτε
+στον κόσμο δεν ευρέθη γελοιωδέστερον απ' αυτή τη σχέση, και όμως απ'
+αυτήν μου έρχονται συχνάκις δάκρυα εις τους οφθαλμούς.
+
+Όταν μου διηγήται για την αγαθή του μητέρα· πώς επί της κλίνης του
+θανάτου παρέδωκεν εις την Καρολίναν το σπίτι της και τα τέκνα της,
+και του εσύστησε την Καρολίναν• πώς από τον καιρό εκείνο ένα όλως
+διόλου άλλο πνεύμα εμψύχωσε την Καρολίναν· πώς αυτή ως προς την
+φροντίδα του νοικοκυριού της και ως προς την σοβαρότητα έγεινεν
+αληθινή μητέρα· πώς καμμίαν στιγμήν του καιρού της δεν επέρασε χωρίς
+ενεργόν αγάπην, χωρίς εργασίαν και όμως η φαιδρότης της, η ευθυμία
+της ποτέ δεν την άφησαν, — Περιπατώ πλησίον του, και μαζεύω άνθη στο
+δρόμο· τα συμπλέκω με πολλήν προσοχήν εις ανθοδέσμην, — και τα ρίπτω
+εις το ποτάμι, που τρέχει δίπλα, και τα παρακολουθώ με το βλέμμα πώς
+ήρεμα κατέρχονται. — Δεν ηξεύρω αν σου έγραψα ότι ο Αλβέρτος θα μένη
+εδώ και θα λάβη μίαν θέση με καλό μισθό από την Αυλήν, όπου αγαπάται
+πολύ. Ως προς την προθυμίαν εις υποθέσεις, ολίγους είδα ομοίους του.
+
+12 Αυγούστου.
+
+Βέβαια ο Αλβέρτος είναι ο κάλλιστος άνθρωπος υπό τον ουρανόν. Χθες
+μου συνέβη μαζί του μία θαυμασία σκηνή. Επήγα διά να τον
+αποχαιρετήσω· γιατί μου ήλθεν η όρεξη να κάμω ένα γύρον έφιππος εις
+τα βουνά, αφ' ότου τώρα και σου γράφω· και καθώς πηγαινοέρχομαι εις
+το δωμάτιον, μου πίπτουν εις τα μάτια τα πιστόλιά του. — Δάνεισέ μου
+τα πιστόλια, είπα, για το ταξείδι μου. — Ευχαρίστως, είπεν, αν θέλης
+να λάβης τον κόπον να τα γεμίσης· εγώ τα έχω κρεμασμένα μόνον διά τον
+τύπον. Έλαβα έν απ' αυτά, και εκείνος εξακολουθούσε: Αφ' ότου η
+επιμέλειά μου σ' αυτά μου την κατάφερε τόσον άσχημα, δεν θέλω πλέον
+να έχω σχέσιν με τέτοια πράγματα. — Ήμουν περίεργος να μάθω την
+ιστορίαν. — Έμεινα, διηγήθηκε, επί τρεις περίπου μήνας εις την εξοχήν
+εις ένα φίλον, είχα ένα ζευγάρι πιστόλια αγέμιστα, και εκοιμώμην
+ήσυχος. Μίαν φοράν μετά μεσημβρίαν, ενώ έβρεχε και εκαθήμην άεργος,
+δεν ηξεύρω πώς μου κατεβαίνει: πιθανόν να μας επιτεθούν, μπορεί να
+χρειασθούμε τα πιστόλια, και μπορεί . . . — ηξεύρεις δα πώς γίνονται
+αυτά. — Τα έδωκα εις τον υπηρέτην διά να τα καθαρίση και να τα
+γεμίση· και αυτός χαριεντίζεται με τα κορίτσια, θέλει να τα τρομάξη,
+και ο Θεός το ξεύρει πώς, το όπλον πίπτει, ενώ η βέργα ήτον ακόμη εις
+την κάννην, και εξακοντίζει την τουφεκόβεργαν εις την άκρη του δεξιού
+χεριού ενός κοριτσιού, και της συντρίβει τον αντίχειρα. Τότε είχα τις
+φωνές και τα κλάματα, και κοντά εις αυτά είχα να πληρώσω ακόμη και
+την θεραπείαν, και από τότε αφίνω κάθε όπλον αγέμιστον. Ω φίλτατέ
+μου, τι είναι η πρόνοια; Δεν μπορεί κανείς να μάθη να διαφεύγη τον
+κίνδυνον! Μολονότι — Ηξεύρεις όμως ότι αγαπώ πολύ τον άνθρωπον έως
+εις τα μολονότι του· γιατί, όπως δεν το ξέρουμε, κάθε γενικόν αξίωμα
+δεν έχει και εξαιρέσεις; Αλλά τόσον δίκαιος είναι ο άνθρωπος αυτός!
+Όταν νομίζη ότι είπε κάτι απερίσκεπτον, γενικόν, αμφίβολον, τότε δεν
+σου παύει να το περιορίζη, να το τροποποιή, να προσθέτη και ν'
+αφαιρή, έως ότου τέλος δεν μείνη τίποτε πλέον από το πράγμα. Και απ'
+αυτή την αφορμή των όπλων εβυθίσθη πάρα πολύ εις τα καθέκαστα·
+τελευταίον δεν τον επρόσεχα πλέον, έπεσα εις φαντασίας και με
+αλλόκοτον σχήμα επίεσα το στόμιον του πιστολιού πάνωθε από το δεξί
+μάτι στο μέτωπον. Ντροπή! είπεν ο Αλβέρτος, ενώ μου κατέβασε το
+πιστόλι, τι σημαίνει τούτο; — Δεν είναι γεμάτον, είπα. — Και έτσι
+πάλιν, τι σημαίνει; επρόσθεσεν ανυπόμονος. Δεν δύναμαι να εννοήσω πώς
+μπορεί κανένας να είναι τρελλός, ώστε να αυτοχειριασθή· μόνη η σκέψις
+μού διεγείρει απέχθειαν.
+
+ — Πώς σεις οι άνθρωποι, ανεφώνησα, διά να μιλήσετε περί ενός
+πράγματος, επιφωνείτε ευθύς: τούτο είναι ανόητον, τούτο είναι σοφόν,
+αυτό είναι καλόν, αυτό είναι κακόν! Και τι θέλουν να πουν όλα αυτά;
+Έχετε ερευνήσει τας εσωτερικάς σχέσεις πράξεώς τινος; Ηξεύρετε να
+αναπτύσσετε με ακρίβειαν τας αιτίας γιατί έγεινε, γιατί έπρεπε να
+γείνη! Αν εκάμνετε αυτό, δεν θα είσθε τόσον γλήγοροι εις τας κρίσεις
+σας.
+
+ — Αλλά θα παραδεχθής, είπεν ο Αλβέρτος, πως μερικαί πράξεις μένουν
+εγκληματικαί, κι' ας συμβή από οποιονδήποτε λόγον.
+
+Ύψωσα τους ώμους, και συγκατένευσα. — Όμως, αγαπητέ μου,
+εξηκολούθησα, υπάρχουν και εδώ εξαιρέσεις. Είναι αλήθεια ότι η κλοπή
+είναι αμάρτημα· αλλ' ο άνθρωπος, που για να σώση τον εαυτόν του και
+τους ιδικούς του από βέβαιη πείνα παραδίδεται εις την αρπαγήν, αξίζει
+συμπάθειαν μάλλον παρά τιμωρίαν! Ποιος ρίχτει τον πρώτον λίθον κατά
+του συζύγου, που εις δικαίαν οργήν κατασφάζει την άπιστον γυναίκα του
+και τον ουτιδανόν της διαφθορέα; κατά της κόρης, που εις ηδονικωτάτην
+ώραν παραδίδεται εις τις αχαλίνωτες τέρψεις του έρωτος: Οι νόμοι μας
+αυτοί, οι ψυχρόαιμοι εκείνοι λεπτολόγοι, συγκινούνται, και
+αναστέλλουν την τιμωρίαν των.
+
+ — Αυτό είναι όλως διόλου άλλο, επρόσθεσεν ο Αλβέρτος, διότι άνθρωπος
+τον οποίον αφαρπάζουν τα πάθη του χάνει όλον το λογικόν του και
+θεωρείται, ως μέθυσος ως παράφρων·
+
+ — Α! σεις οι φρόνιμοι άνθρωποι! εφώναξα χαμογελώντας Πάθος! Μέθη!
+Μανία! Στέκεσθε τόσον απαθείς και ακοινώνητοι, οι ηθικοί άνθρωποι!
+Κατηγορείτε τον μέθυσον, αποστρέφεσθε τον παράφρονα, αντιπαρέρχεσθε,
+ως λευίτης, και ευχαριστείτε τον Θεόν, ως ο Φαρισαίος, ότι δεν σας
+έκαμεν ένα απ' αυτούς. Πλέον ή άπαξ ήδη εμέθυσα, ουδέποτε τα πάθη μου
+ήσαν μακράν της μανίας, και ούτε διά το έν ούτε διά το άλλο μετανοώ·
+γιατί έμαθα κατά τον δικό μου στοχασμό να εννοώ πως όλοι οι έκτακτοι
+άνθρωποι που έκαμαν κάτι μεγάλο, κάτι που εφαινότουν αδύνατο δεν
+μπορούσε στην αρχή παρά να κηρυχθούν μέθυσοι και μανιακοί.
+
+Αλλά και στην καθημερινή ζωή είναι ανυπόφορο ν' ακούη κανείς να
+φωνάζουν καθενός σχεδόν για μια κάπως γενναία, ευγενή, απροσδόκητη
+πράξη: ο άνθρωπος αυτός είναι μέθυσος, είναι τρελλός! Ντραπήτε, σεις
+οι εγκρατείς! Ντραπήτε σεις οι σοφοί!
+
+ — Αυτά είναι πάλιν από τις φαντασίες σου, είπεν ο Αλβέρτος. Είσαι
+εις όλα υπερβολικός, και τουλάχιστον έχεις αναμφιβόλως άδικον,
+παραβάλλοντας την αυτοκτονίαν περί της οποίας τώρα ο λόγος, προς
+μεγάλας πράξεις, ενώ δεν μπορεί κανείς να την θεωρήση παρά ως
+αδυναμίαν. Γιατί βέβαια ευκολώτερο είναι ν' αποθάνη κανείς παρά να
+υποφέρη καρτερικά ζωήν γεμάτη βάσανα.
+
+Εκόντευα να διακόψω την ομιλίαν· διότι κανένας άλλος συλλογισμός δεν
+με δαιμονίζει τόσον, όταν μου παρουσιάζεται κανείς με ασήμαντον
+ρητορικόν τύπον, όταν εγώ ομιλώ εξ όλης μου της καρδίας. Εκρατήθηκα
+όμως γιατί συχνά ήδη το είχα ακούσει, και συχνά είχα αγανακτήσει, και
+του απήντησα με κάποιαν ζωηρότητα: Ονομάζεις αυτό αδυναμίαν! Σε
+παρακαλώ, μη εξαπατηθής από το φαινόμενον. Ένα λαόν, που στενάζει υπό
+τον ανυπόφορον ζυγόν τυράννου, θα τον ονομάσης αδύνατον, όταν τέλος
+αναβράση και σκάση τα δεσμά του; Άνθρωπος που τρομάζοντας γιατί επήρε
+φωτιά το σπίτι του, αισθάνεσαι να εντείνωνται όλες του αι δυνάμεις
+και μ' ευκολίαν αποκομίζει βάρη, τα οποία ήσυχος μόλις δύναται να
+κινήση, άνθρωπος, που αγριεύοντας από μια προσβολή, τα βάνει με έξη
+και τους νικά, αυτοί θα ονομάζονται αδύνατοι; Και φίλε μου, αν η
+έντασις είνε ισχύς, γιατί η υπερέντασις να είναι το εναντίον; — Ο
+Αλβέρτος με προσέβλεψε και είπε: Μη σου κακοφαίνεται, τα
+παραδείγματα, που φέρεις, δεν φαίνονται να τεριάζουν. — Ημπορεί, είπα
+εγώ· με εμέμφθησαν συχνά, ως τώρα, ότι ο συνειρμός των ιδεών μου
+ενίοτε επλησίαζε προς φλυαρίαν. Ας ιδούμε λοιπόν, αν δυνάμεθα με
+άλλον τρόπον να παραστήσωμεν εις τον εαυτόν μας τι συμβαίνει εις την
+καρδίαν του ανθρώπου που αποφασίζει ν' απορρίψη το άλλως ευάρεστον
+φορτίον της ζωής. Γιατί μόνον όταν συναισθανώμεθα κ' εμείς ένα
+πράγμα, τότε έχομεν το δικαίωμα να μιλούμε γι' αυτό.
+
+Η ανθρωπίνη φύσις, εξηκολούθησα, έχει τα όριά της· δύναται να υποφέρη
+χαρές, θλίψες, πόνους μέχρις ενός βαθμού, καταστρέφεται δε ευθύς όταν
+ο βαθμός αυτός ξεπερασθή. Εδώ λοιπόν δεν είναι το ζήτημα, αν ένας
+είναι ασθενής ή ισχυρός, αλλ' αν δύναται εις το μέτρον του πάθους του
+ν' αντέχη, είτε είνε τούτο ηθικόν είτε σωματικόν και εγώ ευρίσκω
+τόσον παράδοξον το να λέγουν πως ο άνθρωπος που αφαιρεί την ζωήν του
+είναι δειλός, όσον άτοπον θα ήτο να λέγεται δειλός εκείνος που
+αποθνήσκει από κακοήθη πυρετόν.
+
+ — Παράδοξον! πολύ παράδοξον! εφώναξεν ο Αλβέρτος. — Όχι τόσον, όσον
+υποθέτεις, απήντησα εγώ. Παραδέχεσαι ότι ονομάζομεν ασθένειαν θανάτου
+εκείνην, διά της οποίας τόσον προσβάλλεται η φύσις, ώστε αι δυνάμεις
+της εν μέρει μεν να χάνωνται, εν μέρει δε ν' αδρανούν, ώστε να μη
+είναι ικανή ν' αναλάβη πάλιν ούτε με μίαν ευτυχή επανάστασιν ν'
+αποκαταστήση εκ νέου την τακτικήν κυκλοφορίαν της ζωής. Τώρα, αγαπητέ
+μου, ας εφαρμόσωμεν τούτο εις το πνεύμα. Κύτταξε τον άνθρωπον εις τον
+κύκλον του, πώς εντυπώσεις επενεργούν επ' αυτού, πώς ιδέαι
+στερεώνονται μέσα του, έως ότου τέλος έν αυξανόμενον πάθος του
+αφαιρεί όλη την ήσυχη ψυχική δύναμη, και τον φέρει εις όλεθρον.
+
+Μάταια ο απαθής, ο φρόνιμος άνθρωπος διαβλέπει την κατάστασιν του
+δυστυχούς, μάταια τον συμβουλεύει! Τα ίδιο, όπως και ένας υγιής, που
+στέκεται παρά την κλίνην του ασθενούς, δεν δύναται να του ενστάξη
+ουδέ το ελάχιστον από τας δυνάμεις του.
+
+Για τον Αλβέρτο όλ' αυτά που είπα ήσαν πάρα πολύ γενικά. Του ενθύμησα
+ένα κορίτσι το οποίον προ ολίγου χρόνου ηύραν νεκρό μέσα στο νερό,
+και του επανέλαβα την ιστορίαν της. — Ένα καλό νεαρό πλάσμα, που είχε
+μεγαλώσει εις τον στενόν κύκλον οικιακών ενασχολήσεων, ωρισμένης
+εβδομαδιαίας εργασίας, που δεν εγνώριζεν άλλην έποψιν τέρψεως παρά
+τις Κυριακές με το στολισμό του, τον οποίον ολίγον κατ' ολίγον είχεν
+αποκτήσει, να πηγαίνη περίπατον μαζί με τις όμοιές της, γύρω στην
+πόλη, να χορεύη ίσως δύο τρεις φορές τον χρόνο, και προς τούτοις με
+όλην την ζωηρότητα του εγκαρδιωτάτου ενδιαφέροντος να κουβεντιάζη
+πολλές ώρες με μια γειτόνισσα περί της αφορμής μιας φιλονεικίας, μιας
+συκοφαντίας. Έως ου η θερμή της φύσις αισθάνθηκε τέλος εσωτερικώτερες
+ανάγκες, αι οποίαι διά των κολακειών των ανδρών αυξάνονται. Οι
+προτερινές της ηδονές της γίνονται ολίγον κατ' ολίγον άνοστες, έως
+ότου τέλος συναντά ένα άνθρωπον, προς τον οποίον ελκύεται υπό
+αγνώστου αισθήματος, ακαθέκτως, εις τον οποίον τώρα αναθέτει όλες τις
+ελπίδες της, λησμονεί γύρω της τον κόσμον, τίποτε δεν ακούει, τίποτε
+δεν βλέπει, τίποτε δεν αισθάνεται παρά αυτόν, τον μόνον, μόνον αυτόν
+ποθεί, τον μόνον. Μην έχοντας διαφθαρή από τις μάταιες ευχαριστήσεις
+ασταθούς ματαιότητος, διευθύνει τας επιθυμίας της ακριβώς προς τον
+σκοπόν· θέλει να γείνη δική του, θέλει δι' αιωνίου συνδέσμου να
+επιτύχη όλην την ευτυχίαν που της λείπει, ν' απολαύση όλας μαζί τας
+ηδονάς που εποθούσε. Επανειλημμένη υπόσχεσις, η οποία επισφραγίζει
+την βεβαιότητα όλων των ελπίδων της, τολμηρά θωπεύματα που αυξάνουν
+τας επιθυμίας της, περιπλέκουν όλην την ψυχήν της· κολυμβά εις μίαν
+αμυδράν συνείδησιν, εις μίαν προαίσθησιν όλων των ηδονών, ευρίσκεται
+είς μεγίστην έντασιν, απλώνει τέλος τους βραχίονάς της για να
+περιπτυχθή όλας της τας επιθυμίας — και ο ερωμένος της την αφίνει.
+Ναρκωμένη, αναίσθητη, στέκεται προ αβύσσου· το παν είναι σκότος γύρω
+της, καμμία ελπίς, καμμία παρηγορία, καμμία προσδοκία! γιατί την
+άφησεν εκείνος εις τον οποίον μόνον αισθανότουν την ύπαρξίν της. Δεν
+βλέπει τον εκτεταμένον κόσμον ο οποίος κείται προ αυτής, ουδέ τους
+πολλούς οι οποίοι ηδύναντο να της αναπληρώσουν την απώλειαν,
+αισθάνεται τον εαυτόν της ολομόναχον, αισθάνεται πως ο κόσμος την
+εγκατέλειψεν· εγκαταλελειμμένη υπό του κόσμου, και τυφλή,
+στενοχωρημένη υπό της φοβεράς ανάγκης της καρδιάς της,
+κατακρημνίζεται, ώστε μέσα στο θάνατο, που τα πάντα περιλαμβάνει, να
+καταπνίξη όλα τα βάσανά της. — Αυτή, Αλβέρτε, είναι η ιστορία τόσων
+πολλών ανθρώπων! Δεν είναι το ίδιο, όπως και η ασθένεια; Η φύσις δεν
+ευρίσκει καμμίαν διέξοδον εκ του λαβυρίνθου των περιπλόκων και
+αντιθέτων δυνάμεων, και ο άνθρωπος πρέπει ν' αποθάνη. Αλλοίμονον εις
+εκείνον που θα ηδύνατο να είναι θεατής και να ειπή: η ανόητη! αν
+επερίμενεν, αν άφινε τον καιρόν να επενεργήση, η απελπισία του θα
+επραΰνετο, θα ευρίσκετο άλλος κανένας να την παρηγορήση. Είναι το
+ίδιον σαν να έλεγε κανείς: ο ανόητος πεθαίνει από πυρετόν! Αν
+επερίμενεν, ως που αι δυνάμεις του ν' αναλάβουν, οι χυμοί του να
+καλυτερεύσουν, η ταραχή του αίματός του να κατευνασθή, όλα θα
+επήγαιναν καλά, και θα εζούσε σήμερον.
+
+Ο Αλβέρτος, εις τον οποίον η παραβολή δεν ήτον ακόμη φανερά, αντέταξε
+μερικά, και μεταξύ άλλων ότι ωμίλησα μόνον για ένα άμυαλο κορίτσι·
+πώς όμως ηδύνατο να δικαιολογηθή ένας άνθρωπος νουνεχής, που δεν
+είναι τόσω περιωρισμένος, που έχει πλατύτερη μάθηση και πείραν, ώστε
+να μπορή να κρίνη! — Φίλε μου, ανεφώνησα, ο άνθρωπος είναι άνθρωπος,
+και το λίγο μυαλό που θα έχη κανείς, ολίγην ή ουδεμίαν σημασίαν έχει,
+όταν τα πάθη μαίνωνται, και η συνθήκες της ανθρωπότητος τον πιέζουν.
+Αλλά περισσότερα γι' αυτό ας μιλήσουμε καμμίαν άλλη φορά, είπα κ'
+επήρα το καπέλλο μου να φύγω. Ω! ήταν τόσο γεμάτη η καρδιά μου, — και
+εχωρισθήκαμε χωρίς να νοιώσουμε ο ένας τον άλλον. Πόσον δύσκολα εις
+αυτόν τον κόσμον εννοεί ο ένας τον άλλον.
+
+15 Αυγούστου.
+
+Είναι όμως βέβαιον ότι εις τον κόσμον τίποτε άλλο δεν κάμνει τον
+άνθρωπον αναγκαίον όσον η αγάπη. Η Καρολίνα αισθάνομαι ότι δεν θα
+ήθελε να με χάση, και τα παιδιά δεν έχουν άλλη σκέψη παρά πότε θα
+ξανάρθω κάθε πρωί. Σήμερα επήγα εκεί, για να κουρδίσω το πιάνο της
+Καρολίνας, δεν μπόρεσα όμως να το κουρδίσω γιατί τα μικρά με
+επαίδευαν να τους ειπώ παραμύθι, και η ίδια η Καρολίνα είπε πως
+έπρεπε να κάμω τη θέλησή τους. Τους έκοψα το βραδινό ψωμί, που τώρα
+το λαμβάνουν από μένα όχι με λιγώτερη ευχαρίστηση παρά από την
+Καρολίνα, και τους διηγήθηκα το περίφημο παραμύθι της πριγκηπέσσας,
+που υπηρετείται από μαγευμένα χέρια. Μαθαίνω πολλά, σε βεβαιώ, έτσι
+και εκπλήττομαι για τας εντυπώσεις που τους προξενεί. Επειδή κάποτε
+αναγκάζομαι να εφεύρω κανένα επεισόδιο, που κατά τη δεύτερη φορά το
+λησμονώ, ευθύς μου λέγουν ότι την προηγούμενη φορά ήτο διαφορετικά,
+ώστε τώρα γυμνάζομαι να τους τα διηγούμαι αμετάβλητα και με την ίδιαν
+φωνή. Έτσι έμαθα πως ένας συγγραφεύς με δεύτερη αλλοιωμένη έκδοση της
+ιστορίας του, όσο καλύτερη και αν είναι αυτή ποιητικώς, θα βλάψη κατ'
+ανάγκην το βιβλίον του. Η πρώτη εντύπωσις μας ευρίσκει προθύμους, και
+ο άνθρωπος είναι καμωμένος ώστε και περί του πλέον αλλοκότου να μπορή
+κανείς να τον πείση, αλλ' αυτό έτσι αμέσως στερεά προσκολλάται εις
+τον νουν του, ώστε αλλοίμονον εις εκείνον που θελήση να το εξαλείψη
+και να το σβύση!
+
+13 Αυγούστου.
+
+Έπρεπε λοιπόν να είναι έτσι εις τον κόσμον, ώστε ό,τι κάμνει την
+ευδαιμονίαν του ανθρώπου να γίνεται πάλιν πηγή της δυστυχίας του;
+
+Το μεστόν, θερμόν αίσθημα της καρδιάς μου προς την ζώσαν φύσιν, που
+με τόσην ηδονή με κατέκλυζε, που μου παρουσίαζε τον κόσμο γύρω σαν
+παράδεισο μου καθίσταται τώρα ανυπόφορος βασανιστής, ολέθριος δαίμων,
+που παντού με καταδιώκει. Όταν άλλοτε από το ύψος του βράχου απέβλεπα
+εις την εύφορον κοιλάδα, από του ποταμού μέχρι των λόφων εκείνων, και
+το παν γύρω μου έβλεπα να βλαστάνη και να αναβλύζη· όταν έβλεπα τα
+βουνά εκείνα ενδυμένα από τους πρόποδας μέχρι των κορυφών με υψηλά
+πυκνά, δένδρα, τας κοιλάδας εκείνας με τους ποικίλους ελιγμούς των να
+ισκιώνωνται από τα τόσο όμορφα δάση και ο γλυκύς ποταμός παρέρρεε
+μεταξύ των ψιθυριζόντων καλαμιών, και κατώπτριζε τα προσφιλή νέφη,
+που μετέωρα στον ουρανό εσέρνονταν από τον γλυκό, εσπερινό αγέρα·
+όταν άκουα τότε τα πτηνά γύρω μου να εμψυχώνουν το δάσος και μυριάδες
+σμήνη κωνώπων εύθυμα εχόρευαν εις τας τελευταίας ερυθράς ακτίνας του
+ηλίου, και το τελευταίον σπαράσσον βλέμμα του αποσπούσε τον βομβούντα
+κάνθαρον από το χόρτον του· και ο συριγμός και η γύρω μου κίνησις με
+έκαμναν προσεχτικόν εις το έδαφος, και το βρύον, που από τον τραχύν
+του βράχου εκβιάζει την τροφήν του, και το σπάρτον, που βλαστάνει
+εκεί πέρα στον ξηρόν αμμώδη λόφον, μου εξάνοιγε την εσωτερικήν,
+διάπυρον, ιεράν ζωήν της φύσεως· πώς εδεχόμην όλα αυτά εις την θερμή
+μου καρδιά, αισθανόμουν τον εαυτόν μου μέσα στην πλημμυρούσαν
+αφθονίαν ως αποθεωμένον, και αι λαμπραί μορφαί του απείρου κόσμου
+εκινούντο εις την ψυχήν μου ζωογονούσαι το παν. Υπερφυή βουνά με
+περιέβαλλαν, άβυσσοι έκειντο εμπρός μου, και χείμαρροι εκρημνίζοντο
+κάτω, οι ποταμοί έρρεαν κάτωθέ μου, και δάση και όρη αντηχούσαν και
+έβλεπα όλες τις αδιερεύνητες δυνάμεις να εργάζωνται και να πλάττουν
+εις τα βάθη της γης· και επί της γης και υπό τον ουρανόν τα γένη των
+πολυειδών δημιουργημάτων να φρίσσουν από ζωήν. Το παν, το παν να
+πληθύνεται διά μυρίων μορφών και τους ανθρώπους έπειτα εις τας
+καλύβας των ν' ασφαλίζωνται κάμποσοι μαζί και να συνοικίζωνται και να
+εξουσιάζουν εις την ιδέαν των τον απέραντον κόσμον! Μωρέ, που το παν
+θεωρείς τόσον μικρόν επειδή συ είσαι τόσον μικρός! — Από ταπρόσβατα
+βουνά διά της ερήμου, την οποίαν κανένα πόδι δεν επάτησε, έως το
+τέλος του αγνώστου ωκεανού πνέει το πνεύμα του αιωνίως
+δημιουργούντος, και χαίρε για κάθε σκόνη που το αισθάνεται και ζη. —
+Αχ, τότε, πόσες φορές επεθύμησα με τις πτέρυγες ενός περιγιάλι του
+απείρου ωκεανού, να πιω από το αφρίζον ποτήρι του απείρου εκείνην την
+πλημμυρίζουσαν ηδονήν της ζωής, και μια μόνη στιγμή εις την
+περιωρισμένη δύναμη του στήθους μου, να αισθανθώ μίαν σταγόνα της
+μακαριότητος του όντος, που το παν μέσα του και από μέσα του παράγει.
+
+Αδελφέ, μόνον η ανάμνησις εκείνων των ωρών με ευφραίνει. Αυτή δα η
+προσπάθεια να επαναφέρω και εκφράσω πάλιν τα ανέκφραστα εκείνα
+αισθήματα, ανυψώνει την ψυχήν μου υπέρ εαυτήν, και με κάμνει τότε να
+αισθανθώ διπλά την πίεσιν των όρων της ζωής αυτών που τώρα με
+κυκλώνουν.
+
+Ένα παραπέτασμα τραβήχτηκε απ' εμπρός από την ψυχή μου και το θέατρο
+της άπειρης ζωής μεταμορφώνεται εμπρός μου σε μιαν άβυσσο του τάφου
+του αιωνίως ανοικτού. Μπορείς να πης &αυτό δα είναι&, ενώ το παν
+περνά με την ταχύτητα αστραπής και ενώ το κάθε τι σπάνια διατηρεί
+ολόκληρη τη δύναμη της υπάρξεώς του, παρασύρεται, αλλοίμονον, μέσα
+εις τον χείμαρρον, καταβυθίζεται και κατασυντρίβεται στους βράχους;
+Καμμιά στιγμή δεν υπάρχει που να μη σε κατατρώγει, εσένα και τους
+δικούς σου γύρω σου· καμμιά στιγμή που να μην είσαι, να μην
+αναγκάζεσαι να είσαι εξολοθρευτής, ο πλέον αθώος περίπατος στοιχίζει
+τη ζωή σε μύρια δύστυχα σκουλήκια, μια πατησιά καταστρέφει τα πλέον
+επίπονα κτίρια των μυρμηκιών και καταχώνει σε πικρό τάφο ένα μικρόν
+κόσμο! Αχ! η μεγάλη, η μοναδική συμφορά του κόσμου, η πλημμύρες αυτές
+που καταβροχθίζουν τις πόλεις σας με πληγώνουν· μου τρώει την καρδιά
+η δύναμις που καταβροχθίζει, αυτή που βρίσκεται κρυμμένη μέσα σε κάθε
+τι της φύσεως, αυτή που τίποτε δεν έπλασε το οποίον να μη καταστρέφει
+τον γείτονά του, τον εαυτόν του. Και έτσι περιπλανώμαι άθυμα, έχοντας
+γύρω μου τον ουρανό και τη γη και τις δυνάμεις της που ενεργούν.
+Τίποτε δεν βλέπω παρά ένα τέρας που αιώνια καταβροχθίζει, αιώνια
+αναμασσά.
+
+21 Αύγουστου.
+
+Μάταια απλώνω τα χέρια μου προς αυτήν το πρωί όταν ξυπνώ από βαρειά
+όνειρα, μάταια την ζητώ την νύκτα στην κλίνη μου, όταν κανένα καλό,
+αθώο όνειρο με ξεγέλασε σαν να καθόμουν κοντά της στο λειβάδι και να
+κρατούσα το χέρι της και να το σκέπαζα με χίλια φιλήματα. Αχ! τότε
+σαν ακόμη παραζαλισμένος απ' τον ύπνο απλώνω τα χέρια μου προς αυτήν
+και τη στιγμή εκείνη ξυπνώ — χείμαρρος τα δάκρυα ξεσπούν από τη
+βαρεία καρδιά μου και κλαίοντας απαρηγόρητα αποβλέπω προς το
+σκοτεινόν μέλλον.
+
+22 Αυγούστου.
+
+Δυστυχία μου, Γουλιέλμε! Η ενεργητικές μου δυνάμεις επαγιδεύτηκαν
+μέσα σε μιαν ανήσυχην αργία· δεν μπορώ να είμαι αργός, και όμως
+τίποτε δεν μπορώ να κάμω. Ούτε φαντασία έχω ούτε αίσθημα για τη φύση
+και αηδιάζω τα βιβλία. Όταν εμείς οι ίδιοι λείπουμε απ' τον εαυτό
+μας, τότε μας λείπει το παν. Σου ορκίζομαι ότι πολλές φορές επιθύμησα
+να είμαι ένας απλός εργάτης, μόνον και μόνον για νάχω, όταν σηκώνωμαι
+το πρωί, κάποια προσδοκία μες την αρχάμενη ημέρα, μιαν ανάγκη, μιαν
+ελπίδα. Πολλές φορές φθονώ τον Αλβέρτο, που τον βλέπω χωμένο μες τα
+έγγραφα και φαντάζομαι πως θάμουν καλά αν ήμουν στη θέση του! Κάποτε
+μάλιστα εστοχάσθηκα να γράψω σ' εσέ και στον υπουργό και να ζητήσω τη
+θέση εκείνη στην πρεσβεία, που, όπως βεβαιώνεις, δεν θα μου την
+ηρνούντο. Το πιστεύω κ' εγώ. Ο υπουργός με αγαπά προ πολλού και συχνά
+με παρεκίνησε να καταγίνω σε κάτι και τυχαίνει ώρα όπου έχω πράγματι
+μια τέτοια διάθεση. Έπειτα, όταν το ξανασυλλογίζωμαι και θυμούμαι τον
+μύθο του αλόγου που μην υποφέροντας την ελευθερία του άφησε να του
+βάλουν σέλλα και γκέμια και το ψόφησαν στην καβάλλα — δεν ξέρω τι να
+κάνω. Και, αγαπητέ μου! μήπως μέσα μου ο πόθος μου προς απαλλαγήν
+καταστάσεως δεν είναι μία ανήσυχη ορμή που θα με καταδιώκη παντού;
+
+28 Αυγούστου.
+
+Αλήθεια, αν η αρρώστεια μου μπορούσε να γιατρευτή, οι άνθρωποι αυτοί
+θα με γιάτρευαν. Σήμερα είναι η μέρα των γενθλίων μου· και πολύ νωρίς
+έλαβα ένα δεματάκι από τον Αλβέρτο. Ευθύς μόλις το άνοιξα πέφτει στα
+μάτια μου ένας τριανταφυλλί φιόγκος, που τον είχεν η Καρολίνα στο
+στήθος όταν την πρώτη φορά την εγνώρισα και που κάμποσες φορές της
+τον είχα ζητήσει. Μαζί μ' αυτόν ήταν δύο βιβλία σε μικρό σχήμα, ο
+Όμηρος στην έκδοση, του Βετστάιν, που συχνά την επιθύμησα, για να μη
+φορτόνωμαι στον περίπατο την έκδοση του Ερνέστου. Ιδές έτσι
+προλαμβάνουν τις επιθυμίες μου, έτσι επιζητούν να μου κάνουν όλες τις
+μικρές χάρες της φιλίας, εκείνες που είναι χίλιες φορές προτιμότερες
+από τα μεγαλοπρεπή δώρα, με τα οποία μας ταπεινώνει η ματαιοδοξία
+εκείνου που τα χαρίζει.
+
+Φιλώ αυτό το φιόγκο χίλιες φορές και με κάθε αναπνοή ροφώ την
+ανάμνησιν εκείνων των ευδαιμονιών, που είχα σε κείνες τις
+ευτυχισμένες, τις ανεπίστρεπτες ημέρες. Γουλιέλμε, έτσι είναι, και
+δεν μουρμουρίζω· τα άνθη της ζωής δεν είναι παρά φαντάσματα! Πόσα
+παρέρχονται, χωρίς ν' αφήσουν ουδέ ίχνος! Πόσον ολίγα δίνουν καρπόν,
+και πόσον ολίγοι απ' αυτούς τους καρπούς ωριμάζουν! Και όμως είναι
+ακόμη αρκετοί· και όμως — ω αδελφέ μου! — δυνάμεθα να παραμελήσωμεν
+ωρίμους καρπούς, να τους περιφρονήσωμεν, να τους αφήσωμεν άγευστοι
+άγευστοι να σαπήσουν;
+
+Υγίαινε! το καλοκαίρι είναι λαμπρό· κάθομαι συχνά επάνω εις τα
+καρποφόρα δένδρα, εις το μέρος του περιβολιού το ανήκον εις την
+Καρολίναν, και με την τέμπλαν, το μακρό εκείνο κοντάρι, κατεβάζω τα
+απίδια από την κορυφή. Εκείνη στέκεται αποκάτω και τα παίρνει όταν
+της τα διευθύνω κάτω.
+
+30 Αυγούστου.
+
+Κακομοίρη! Δεν είσαι μωρός; Δεν απατάς τον εαυτό σου; Τι θέλει αυτό
+το μανιώδες, ατελεύτητο πάθος; Δεν έχω πλέον καμμίαν άλλην προσευχή
+παρά προς αυτήν· εις την φαντασίαν μου καμμιά άλλη μορφή δεν υπάρχει
+παρά η ιδική της, και το παν εις τον κόσμον περί εμέ βλέπω μόνον εν
+σχέσει μ' αυτήν. Και τούτο λοιπόν μου δίνει κάμποσες ώρες ευτυχείς —
+μέχρις ότου πάλιν αναγκασθώ να αποσπασθώ απ' αυτήν. Αχ, Γουλιέλμε!
+προς τι με σπρώχνει συχνά η καρδία μου! — Αφού κάθωμαι πλησίον της
+δύο τρεις ώρας, και τέρπωμαι εις την μορφήν της, τον τρόπον της, την
+θαυμασίαν έκφρασιν των λόγων της, ολίγον δε κατ' ολίγον όλαι αι
+αισθήσεις μου εντείνονται, και σκότος απλώνεται προ των οφθαλμών μου,
+μόλις ακόμη ακούω και με πιάνει κάτι από τον λαιμόν, σαν ένας
+δολοφόνος, και η καρδιά μου εις αγρίους παλμούς ζητεί να δώση αέρα
+εις τις στενοχωρούμενες αισθήσεις μου και αυξάνει μόνον την ταραχήν
+των — Γουλιέλμε, τότε πολλάκις δεν ξεύρω αν είμαι εις τον κόσμον!
+Και, — όταν κάποτε η βαρυθυμία επαυξάνεται, και μου επιτρέπη η
+Καρολίνα την αθλίαν παρηγοριά να κλαίω τον καϋμόν μου επάνω εις το
+χέρι της, — τότε πρέπει να απέλθω, πρέπει να φύγω! και περιπλανώμαι
+τότε μακράν εις τους αγρούς, Να αναρριχώμαι τότε εις απόκρημνον
+βουνόν είναι η χάρι μου, να ανοίγω από άβατον δάσος ένα μονοπάτι, διά
+των βάτων που με πληγώνουν, διά των ακανθών, που με κατασχίζουν! Τότε
+ευρίσκομαι κάπως καλύτερα! Κάπως! Και όταν κάποτε από τον κόπον και
+δίψαν αναγκάζωμαι να μείνω εις τον δρόμον, πολλάκις εις την βαθειά
+νύκτα, όταν η πανσέληνος είναι ψηλά επάνωθέ μου, όταν εις έρημον
+δάσος κάθωμαι πάνω σε κανένα πεσμένο δένδρο για να δώσω εις τα
+πληγωμένα πόδια μια μικρή ξεκούραση, έπειτα με την ησυχία που δίνει ο
+κόπος αποκοιμώμαι το ξημέρωμα. Ω! Γουλιέλμε! η έρημος κατοικία ενός
+κελλίου, το τρίχινο ένδυμα και η ακανθώδης ζώνη θα ήσαν ανακουφίσεις
+που τις διψά η ψυχή μου. Υγίαινε! Αυτής της αθλιότητος κανένα τέλος
+δεν βλέπω παρά τον τάφο.
+
+3 Σεπτεμβρίου.
+
+Πρέπει να φύγω! Σε ευχαριστώ. Γουλιέλμε, που εδυνάμωσες την
+κλονιζομένην μου απόφασιν. Ήδη από δεκαπέντε ημέρες περπατώ με την
+σκέψιν να την εγκαταλείψω. Πρέπει να φύγω. Επήγε πάλιν εις την πόλιν
+σε μια φίλη της. Και ο Αλβέρτος — και — πρέπει να φύγω!
+
+10 Σεπτεμβρίου.
+
+Τι νύχτα ήτον! Γουλιέλμε! Τώρα αντέχω εις όλα. Δεν θα την ιδώ πλέον!
+Ω! γιατί δεν δύναμαι να ριφθώ στο λαιμό σου, με χίλια δάκρυα και
+εκστάσεις να σου εκφράσω καλέ μου, τα αισθήματα τα οποία πολιορκούν
+την καρδιά μου! Εδώ κάθημαι και ασθμαίνω, ζητώ να καθησυχάσω τον
+εαυτόν μου, περιμένω το πρωί, και με την ανατολήν του ηλίου οι ίπποι
+είναι έτοιμοι.
+
+Αχ! κοιμάται ήσυχα, και δεν σκέπτεται ότι δεν θα με ιδή πλέον.
+Εσυγκρατήθηκα, εστάθηκα αρκετά ισχυρός, ώστε σε δυο ωρών ομιλίαν να
+μη προδώσω το σχέδιόν μου. Και, Θεέ, τι συνδιάλεξις!
+
+Ο Αλβέρτος μου υπεσχέθη ευθύς μετά το δείπνον να είναι με την
+Καρολίναν εις τον κήπον, που ήτο κατασκευασμένος εν είδει
+αμφιθεάτρου. Εστεκόμουν εις το επάνω μέρος, κάτω από τις υψηλές
+καστανιές, και έβλεπα προς τον ήλιον, που τώρα για τελευταία φορά μου
+εβασίλευεν εις την αγαπητήν κοιλάδα, εις το γλυκό ποτάμι. Πόσον συχνά
+εστεκόμουν μ' αυτήν εδώ, και ατενίζαμεν το αυτό λαμπρόν θέαμα, και
+τώρα. — Πηγαινοερχόμουν εις την δενδροστοιχίαν, η οποία μου ήτο τόσον
+αγαπητή· κάποια μυστηριώδης συμπάθεια τόσον συχνά με εκράτει εδώ,
+πριν γνωρίσω την Καρολίναν, και πόσον εχάρημεν, όταν εις την αρχήν
+της γνωριμίας μας απεκαλύψαμεν την αμοιβαίαν κλίσιν προς την μικράν
+αυτήν τοποθεσίαν! Αλήθεια είναι μία από τις πιο χαριτομένες που
+έκαμεν η φύσις, απ' όσες εγώ έχω ιδή.
+
+Εν πρώτοις ανάμεσα στις καστανιές έχεις την εκτεταμένην άποψιν. — Αχ,
+ενθυμούμαι — σου έγραψα, νομίζω, πολλά άλλοτε γι' αυτό — πως
+δενδροστοιχίαι από ψηλές οξυές φθάνουν κυκλικώς ως την άκρη, όπου από
+τις δυο μεριές απλώνετε το δάσος, και η δενδροστοιχία γίνεται επί
+μάλλον και μάλλον σκοτεινοτέρα, μέχρις ότου τέλος το παν καταλήγει
+εις ένα κλειστόν κύκλον, τον οποίον όλαι αι φρίκαι της ερημίας
+περιβάλλουν. Αισθάνομαι ακόμη πόσον συμπαθητικόν μου ήτο, όταν για
+πρώτη φορά εισήλθα εκεί ακριβώς ένα μεσημέρι, είχα ελαφρόν προαίσθημα
+οποία σκηνή ευδαιμονίας και λύπης έμελλε να μου γίνη το δάσος αυτό.
+
+Εχάρηκα για μισή σχεδόν ώρα ακόμη τις φλογερές γλυκείες σκέψεις του
+αποχωρισμού, και του ξαναϊδωμού κατόπιν, όταν τους άκουσα να
+ανεβαίνουν προς το επάνω μέρος του περιβολιού. Έτρεξα προς αυτούς,
+ανατριχιάζοντας έπιασα το χέρι της, και το εφίλησα. Μόλις είχαμεν
+ανέλθει, και η σελήνη ανέτειλεν πίσω από τον θαμνώδη λόφον·
+ωμιλούσαμεν περί ποικίλων, και ανεπαισθήτως ήλθαμεν πλησιέστερα εις
+τον σκοτεινόν κύκλον. Η Καρολίνα εισήλθε και εκάθησεν, ο Αλβέρτος
+πλησίον της, και εγώ επίσης· η ανησυχία μου όμως δεν με άφινε να
+κάθωμαι πολλήν ώραν εκεί· εσηκώθηκα, ήλθα εμπρός της, επήγα εδώθε κ'
+εκείθε, ξανακάθησα· ήταν στενόχωρη κατάστασις. Εκείνη μας έλεγε να
+προσέξουμε στην ωραία όψη που έδινε γύρω το φως της σελήνης, το
+οποίον εις το τέλος των σειρών των οξυών εφώτιζεν όλον το προ ημών
+κλιμακοειδές μέρος — λαμπρόν θέαμα που ήτο τόσο μάλλον εκπληκτικόν
+όσο γύρω μας περιέβαλλε βαθύ σκότος. Ήμεθα σιωπηλοί, και εκείνη σε
+λίγο άρχισε να λέγη: Ποτέ δεν πηγαίνω να περπατήσω κάτω από το φως
+της σελήνης· ποτέ, χωρίς να μη σε συνοδεύση η ανάμνησις των
+αποθαμμένων μου, χωρίς να μη μου έλθη το αίσθημα του θανάτου, του
+μέλλοντος. Θα υπάρχωμεν εξηκολούθησε με την φωνήν γεμάτην αίσθημα·
+αι! Βέρθερε, θ' ανταμωθώμεν πάλιν; θ' αναγνωρισθώμεν: Τι αισθάνεσθε;
+τι λέγετε;
+
+ — Καρολίνα, είπα, ενώ της έδωκα το χέρι, και οι οφθαλμοί μου
+εγέμισαν από δάκρυα, θα ιδωθώμεν πάλιν! εδώ κάτω και εκεί επάνω θα
+ξαναϊδωθώμεν! — Δεν ηδυνάμην να μιλήσω περισσότερο — Γουλιέλμε,
+έπρεπε να με ερωτήση περί τούτου, όταν είχα τον στενόχωρον αυτόν
+αποχωρισμόν εις την καρδιάν μου! — Και αρά γε οι αγαπητοί απελθόντες
+ξέρουν τι γινόμαστε εμείς, εξηκολούθησεν, αισθάνονται αρά γε, όταν
+περνούμεν καλά, ότι τους θυμούμεθα με θερμήν αγάπη! Ω η εικών της
+μητέρας μου πετά πάντοτε περί εμέ, όταν την ήσυχην εσπέρα κάθωμαι
+μεταξύ των παιδιών της, μεταξύ των παιδιών μου, και αυτά με
+περιτριγυρίζουν, καθώς επεριτριγύριζαν εκείνην. Όταν εγώ τότε με
+δάκρυ γεμάτο πόθον βλέπω προς τον ουρανό, και επιθυμώ να ηδύνατο
+εκείνη να έβλεπε προς στιγμήν πως κρατώ τον λόγον μου, που κατά την
+ώραν του θανάτου της έδωκα· να είμαι η μητέρα των παιδιών της, με
+πόσον αίσθημα αναφωνώ: Συγχώρησέ με σεβαστή μου, αν δεν είμαι γι'
+αυτά ό,τι συ ήσουν. Αχ! κάμνω όμως ό,τι δύναμαι· ενδύονται,
+τρέφονται, και ό,τι είναι καλύτερον από όλα αυτά, καλοκοιτάζονται και
+αγαπώνται. Αν ηδύνασο να ιδής την ομόνοιάν μας, αγαπητή αγία, θα
+εδόξαζες με την πιο ζωηρή ευχαρίστηση τον Θεόν, τον οποίον με τα
+τελευταία πικρότατα δάκρυα παρακαλούσες για την ευδαιμονία των
+παιδιών σου.
+
+Αυτά είπε! Γουλιέλμε, ποιος μπορεί να επαναλάβη ό,τι εκείνη είπε! Πώς
+δύναται το ψυχρόν, νεκρόν γράμμα να παραστήση αυτά τα ουράνια άνθη
+του πνεύματος! Ο Αλβέρτος ήσυχα την διέκοψεν: — Αυτό σε πειράζει πάρα
+πολύ, αγαπητή Καρολίνα! ξεύρω πως η ψυχή σου προσκολλάται πολύ εις
+αυτές τις ιδέες, αλλά σε παρακαλώ μην επιμένης. — Αλβέρτε, του είπε,
+ξέρω ότι δεν λησμονείς τις εσπέρες που εκαθήμεθα μαζί στο μικρό
+στρογγυλό τραπέζι όταν ο μπαμπάς ήταν στην ξενητειά, και ημείς
+είχαμεν στείλει τα μικρά να κοιμηθούν. Είχες συχνά ένα καλό βιβλίο,
+και πολύ σπανίως κατώρθωνες να διαβάζης λίγο. Η σχέσις με εκείνη την
+ωραία ψυχή δεν ήτο κάτι πλέον παρά το παν; Την όμορφη, τη γλυκειά,
+φαιδρά και πάντοτε δραστηρία γυναίκα! Ο Θεός γνωρίζει τα δάκρυά μου,
+με τα οποία συχνά εγονάτιζα στο κρεββάτι μου μπροστά του ευχομένη να
+με κάμη ομοίαν της.
+
+ — Καρολίνα, ανεφώνησα, γονατίζοντας μπροστά της, πιάνοντας το χέρι
+της και βρέχοντάς το με χίλια δάκρυα, Καρολίνα, η ευλογία του Θεού
+είναι επάνω σου και το πνεύμα της μητρός σου! — Αν την είχετε
+γνωρίσει, είπε, σφίγγουσα το χέρι μου, — ήταν αξία να την εγνωρίζετε!
+— Ενόμιζα ότι αφανιζόμουν. Ουδέποτε επροφέρθη δι' εμέ υψηλότερη,
+πλέον υπερήφανη λέξις — και εξηκολούθησε: — Και η γυνή αυτή επέπρωτο
+ν' απέλθη εις το άνθος της ηλικίας της, όταν ο πιο μικρός γυιός της
+δεν ήταν ουδέ έξ μηνών! Η ασθένειά της δεν διήρκεσε πολύ· ήταν ήσυχη,
+υπομονητική, μόνον τα παιδιά της ελυπείτο, ιδίως το μικρό. Καθώς
+επλησίασε το τέλος της, και μου είπε: Φέρε μου τα επάνω, και καθώς τα
+επήγα μέσα, τα μικρότερα, τα οποία δεν ήξευραν, και τα μεγαλύτερα, τα
+οποία ήσαν αναίσθητα καθώς εστέκοντο γύρω εις την κλίνην, και εκείνη
+ανύψωσε τα χέρια της, και εδεήθη επάνω των, και τα εφίλησε το έν μετά
+το άλλο και τα απέπεμψε, τότε δα μου είπε: να είσαι η μητέρα των! Της
+έδωκα τον λόγον μου. Υπόσχεσαι πολύ, κόρη μου, είπε, την καρδιά μιας
+μητέρας, και το μάτι μιας μητέρας. Κατάλαβα συχνά από τα ευγνώμονα
+δάκρυά σου ότι αισθάνεσαι τι είναι τούτο. Έχε για τα αδέλφια σου και
+για τον πατέρα σου την πίστιν και την υπακοήν μιας γυναίκας. Να τον
+παρηγορής. Ερώτησε πού είναι· είχε βγη έξω για να μας κρύψη την
+αβάστακτη λύπη που αισθάνετο· ο δυστυχής ήταν κατασπαραγμένος από τη
+θλίψη.
+
+Αλβέρτε, εσύ ήσουν εις το δωμάτιον. Ήκουσε κάποιον να περιπατή, και
+ρώτησε, και εζήτησε να σε ιδή καθώς σε προσέβλεψε και εμέ, με το
+παρηγορημένον, ήσυχον βλέμμα, ότι μαζί θα είμεθα ευτυχείς, — ο
+Αλβέρτος έπεσεν εις τον λαιμόν της και την εφίλησε, και ανεφώνησεν:
+Είμεθα! θα είμεθα! Ο Αλβέρτος ήτον όλως εκτός εαυτού, και εγώ δε δεν
+ήξευρα τίποτε περί του εαυτού μου.
+
+ — Βέρθερε, εσυνέχισε τότε . . . και η γυναίκα αυτή έφυγε πια! Θεέ!
+Όταν κάποτε σκέπτωμαι πως αφίνει κανείς να παίρνουν το αγαπητότατον
+ον της ζωής του, και κανένας δεν αισθάνεται τούτο τόσον πολύ παρά τα
+παιδιά, τα οποία επί πολύ ακόμη παραπονούντο πως οι μαύροι άνθρωποι
+επήραν τη μαμά! . . .
+
+Αυτή εσηκώθη, και εγώ συνήλθα και εταράχθηκα· έμεινα καθήμενος, και
+εκρατούσα το χέρι της. — Ας πάμε, είπε· είναι καιρός. — Ήθελε να
+αποσύρη το χέρι της, και εγώ το εκρατούσα δυνατώτερα. Θα ιδωθώμεν
+πάλιν, ανεφώνησα, θα ανταμωθώμεν πάλιν, και σε οποιαδήποτε μορφή θα
+αναγνωρισθώμεν. Πηγαίνω, εξηκολούθησα, πηγαίνω εκουσίως και όμως,
+όταν έπρεπε να είπω «διά παντός», δεν θα αντείχα. Χαίρε, Καρολίνα!
+Χαίρε, Αλβέρτε! Θα ξαναϊδωθώμεν. — Αύριον, υποθέτω, επρόσθεσεν εκείνη
+αστείως! — Αισθανόμην το αύριον! Αχ, δεν ήξευρεν, όταν απέσυρε το
+χέρι της από το δικό μου. — Κατήλθαν την δενδροστοιχίαν, εστάθηκα,
+τους ακολούθησα με το βλέμμα μου υπό το φως της σελήνης, και
+ερρίφθηκα κατά γης και εξήντλησα τα δάκρυά μου, και ανεπήδησα, και
+έτρεξα μπροστά, και είδα ακόμη εκεί υπό την σκιάν των υψηλών φιλυρών
+το λευκό της φόρεμα να στίλβη εις την θύραν του κήπου, άπλωσα τα
+χέρια μου, και όλα αφανίσθηκαν.
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
+
+
+
+20 Οκτωβρίου.
+
+Χθες εφθάσαμεν έξω. Ο πρέσβυς είναι άρρωστος, και δεν θα εξέλθη
+επομένως επί μερικάς ημέρας. Να μη ήτο τόσον δύστροπος, όλα θα
+πήγαιναν καλά. Παρατηρώ, παρατηρώ, η τύχη μού έδωκε σκληράς
+δοκιμασίας. Αλλά θάρρος! Ένα ελαφρόν πνεύμα υποφέρει το παν! Ελαφρόν
+πνεύμα; αυτό με κάμνει να γελώ, πώς η λέξις έρχεται εις την γραφίδα
+μου. Ω! λιγάκι ελαφρότερον αίμα θα με έκαμνε τον πλέον ευτυχή υπό τον
+ήλιον. Τι! εκεί, όπου άλλοι με την ολίγη δύναμή τους και ευφυία
+καμαρώνουν μπροστά μου με τρυφερή αυταρέσκεια, απελπίζομαι εγώ περί
+της δυνάμεώς μου, περί των προτερημάτων μου! Καλέ Θεέ, που μου έδωκες
+το παν, διατί δεν εκράτησες το ήμισυ, και δεν μου έδωκες πεποίθησιν
+εις τον εαυτόν μου και αυτάρκειαν;
+
+Υπομονή! Υπομονή! τα πράματα θα πάνε καλύτερα. Γιατί, σου το λέγω,
+αγαπητέ, έχεις δίκαιον. Αφ' ότου γυρίζω κάθε μέρα μεταξύ του λαού,
+και βλέπω τι κάμνουν, και πώς φέρονται, είμαι πλέον ευχαριστημένος
+από τον εαυτόν μου. Βέβαια, αφού δα ημείς έτσι επλάσθημεν, ώστε το
+παν να συγκρίνωμεν με τον εαυτόν μας, και τον εαυτόν μας με το παν,
+γι' αυτό και η ευτυχία ή η δυστυχία βρίσκεται εις τα αντικείμενα με
+τα οποία συγκρινόμεθα, και τότε τίποτε άλλο δεν είναι περισσότερο
+επικίνδυνο παρά η ερημία. Η φαντασία μας, από φυσικού της σπρωχνομένη
+ώστε να υψώνεται, τρεφομένη από τις φανταστικές εικόνες της ποιήσεως,
+φαντάζεται κλίμακα όντων, όπου ημείς είμεθα το κατώτερον, και το παν
+εκτός ημών φαίνεται λαμπρότερο, καθέν άλλο είναι τελειότερο. Και
+τούτο είναι ολωσδιόλου φυσικόν. Αισθανόμεθα τοσάκις ότι μας λείπουν
+κάμποσα, και επίσης ό,τι μας λείπει μας φαίνεται συχνά ότι κάποιος
+άλλος το έχει, εις τον οποίον δίδομεν ακόμη και κάθε τι που εμείς
+έχομεν, και επί πλέον ιδανικήν τινα ευδαιμονίαν. Και έτσι ο ευτυχής
+είναι αποτελειωμένος, το δημιούργημα ημών των ιδίων.
+
+Απ' εναντίας, όταν με όλη μας την αδυναμία και ταλαιπωρία εργαζώμεθα
+διηνεκώς προς ένα ωρισμένον σκοπόν, ευρίσκομεν συχνά ότι ημείς με τις
+βόλτες προχωρούμεν καλύτερα, παρά άλλοι με τα πανιά και τα κουπιά
+τους . . . Τέλος νοιώθουμε μέσα μας με αληθινό αίσθημα την αξία του
+εαυτού μας, όταν περιπατούμε ίσως με άλλους ή και προτρέχουμε.
+
+28 Νοεμβρίου.
+
+Αρχίζω σχεδόν να περνώ εδώ, επάνω κάτω, υποφερτά. Το καλύτερο είναι
+ότι έχω αρκετήν εργασία· και έπειτα, οι πολυειδείς άνθρωποι, οι
+διάφορες νέες μορφές μού κάμνουν ποικίλον θέαμα προ της ψυχής μου.
+Εγνώρισα τον κόμητα Κ. . . άνδρα που μέρα την ημέρα πρέπει πιότερο να
+εκτιμώ, πλατύ, μεγάλο μυαλό και που δεν είναι ψυχρός, μολονότι πολλά
+διακρίνει, και εκ της συναναστροφής του οποίου εκλάμπει τόσον πολύ
+αίσθημα φιλίας και αγάπης. Έλαβε ενδιαφέρον για με, όταν του
+διεβίβασα μίαν παραγελίαν, και από τις πρώτες λέξεις ενόησεν ότι
+συνεννοούμεθα, ότι ηδύνατο να ομιλή με εμέ, όπως με τον καθένα. Προς
+τούτοις δεν δύναμαι αρκετά να εγκωμιάσω την ανοικτήν προς εμέ
+συμπεριφοράν του. Δεν υπάρχει τόσον αληθινή θερμή χαρά εις τον
+κόσμον, όσον το να βλέπεις μια μεγάλη ψυχή ν' ανοίγεται προς εσέ.
+
+24 Δεκεμβρίου.
+
+Ο πρέσβυς μου παρέχει πολλά βάσανα, το επρόβλεπα. Είναι ο
+ακριβέστατος μωρός που ηδύνατο να υπάρξη· βήμα προς βήμα, και
+μικροπρεπής σαν μια γρηά· άνθρωπος που ποτέ του δεν είναι
+ευχαριστημένος με τον εαυτόν του, και τον οποίον γι' αυτό κανείς δεν
+δύναται να ευχαριστήση. Εγώ αγαπώ να εργάζωμαι γρήγορα, και κάθε τι
+όπως είναι γραμμένο, μένει· να σου όμως αυτός δύστροπος, και μου
+επιστρέφει το έγγραφον και μου λέγει: Είναι καλόν, αλλ' επιθεωρήσατέ
+το· ευρίσκει κανείς πάντα μια καλύτερη λέξη, ένα καταλληλότερο μόριο.
+Τότε με παίρνει ο διάβολος. Κανένα «ναι», κανένας σύνδεσμος δεν
+συγχωρεί να παραλειφθή, και όλων των μεταθέσεων, που ενίοτε μου
+ξεφεύγουν, είναι άσπονδος εχθρός· όταν κανείς δεν κατασκευάζη τας
+περιόδους του και την συνήθη μελωδίαν, τότε αυτός δεν εννοεί τίποτε.
+Είναι δυστύχημα να έχη να κάμη κανείς με ένα τέτοιον άνθρωπον.
+
+Η εμπιστοσύνη του κόμητος Κ . . . είναι ακόμη το μόνον πράγμα που με
+αποζημιώνει. Προχθές μου είπε ξάστερα πόσον δυσαρεστημένος είναι για
+την νωθρότητα και την μικρολογία του πρεσβευτού μου. Τέτοιοι άνθρωποι
+δυσκολεύουν και τον εαυτόν τους και τους άλλους και όμως είπε, πρέπει
+να υπομένη κανείς, καθώς ένας οδοιπόρος που αναγκάζεται να περάση ένα
+βουνό· βέβαια, αν δεν ήταν το βουνό, θα ήταν ο δρόμος πολύ
+ευκολώτερος αλλ' όμως υπάρχει, και πρέπει να περάση κανείς!
+
+Ο γέρος μου καταλαβαίνει και αυτός την προτίμησιν που μου δίνει ο
+κόμης απέναντί του, και τούτο τον δυσαρεστεί, και σε κάθε περίσταση
+κατηγορεί τον κόμητα εμπρός μου· εγώ, φυσικώ τω λόγω, τον
+υπερασπίζομαι, και τοιουτοτρόπως το πράγμα γίνεται χειρότερο. Χθες με
+εξώργισε, γιατί εννοούσε και εμέ μαζί: Για τέτοιες υποθέσεις του
+κόσμου ο κόμης είναι πολύ καλός, έχει πολλήν ευκολίαν να εργάζεται
+και έχει καλή πέννα· αλλ' η βαθεία μάθησις του λείπει, όπως εις όλους
+τους καταγινομένους εις την ελαφράν φιλολογίαν. Πάνω σ' αυτό έκαμε
+ένα μορφασμόν, ως να ήθελε να είπη: αισθάνεσαι το κτύπημα; Αλλά τούτο
+δεν μου έκαμεν εντύπωσιν· επεριφρόνησα τον άνθρωπον που ηδύνατο έτσι
+να σκέπτεται και να φέρεται. Του αντιστάθηκα και επολέμησα με αρκετήν
+σφοδρότητα. Είπα ότι ο κόμης είναι άνθρωπος τον οποίον έπρεπε να
+εκτιμά κανείς, τόσον διά τον χαρακτήρα του, όσον και διά τας γνώσεις
+του. Κανένα δεν εγνώρισα, είπα, ο οποίος να κατώρθωσε τόσον καλά να
+ευρύνη το πνεύμα του, να το επεκτείνη εις αναρίθμητα αντικείμενα, και
+όμως να διατηρή αυτήν την ενεργητικότητα για τον καθημερινόν βίον.
+Αυτά ήσαν για το μυαλό του τούρκικα, και τον απεχαιρέτησα για να μη
+χαλάσω περισσότερο τη χολή μου ακούων και άλλον παραλογισμόν.
+
+Και εις όλα αυτά σεις πταίετε, που με τις φλυαρίες σας με εφέρατε εις
+τούτον τον ζυγόν, και μου εψάλατε τόσα πολλά περί ενεργείας.
+Ενέργεια! Αν δεν κάνη περισσότερα εκείνος που φυτεύει πατάτες και
+πηγαίνει με το άλογο εις την χώραν για να πωλήση το σιτάρι του, παρά
+εγώ τότε θα εργασθώ δέκα έτη ακόμη εις αυτό το κάτεργον, όπου είμαι
+τώρα αλυσοδεμένος.
+
+Και η λαμπρά αθλιότης, η αηδία η μεταξύ του ελεεινού τούτου λαού, που
+είναι εδώ μαζωμένος.! Η φιλοπρωτία μεταξύ αυτών, πώς αγρυπνούν και
+παραμονεύουν να περάση ο ένας τον άλλον ένα βηματάκι· τα αθλιότατα
+και ελεεινότατα πάθη ολοφάνερα. Να, παραδείγματος χάριν, μία γυναίκα,
+που ομιλεί σε κανένα για την ευγένειάν της και για το κτήμα της,
+ούτως ώστε κάθε ξένος δεν δύναται παρά να σκέπτεται· αυτή είναι μία
+τρελλή που φαντάζεται, ο Θεός ξεύρει τι, για την ολίγην ευγένεια και
+για την φήμην του κτήματός της. — Αλλ' ακόμη χειρότερα αυτή δα η
+γυναίκα είναι απ' εδώ από την γειτονιά κόρη ενός γραφέως. — Ιδές, δεν
+δύναμαι να εννοήσω πώς το ανθρώπινον γένος, τόσην ολίγην φρόνησιν
+έχει ώστε να ατιμάζεται τόσον ταπεινά.
+
+Καταλαβαίνω όμως ολοένα περισσότερο φίλτατέ μου, πόσον ανόητον είναι
+το να μετρήση κανείς τους άλλους κατά τον εαυτόν του. Και επειδή εγώ
+έχω τόσα πολλά να κάμω με τον εαυτόν μου, και η καρδία αυτή είναι
+τόσον ταραχώδης — αχ, ευχαρίστως αφίνω τους άλλους να πηγαίνουν το
+δρόμο τους, αρκεί μόνον να ήθελαν να με αφήσουν και εμένα.
+
+Ό,τι προ πάντων με ερεθίζει είναι αι ελεειναί πολιτικαί διακρίσεις.
+Ξέρω μεν τόσον καλά, καθώς και κάθε άλλος, πόσον είναι αναγκαία η
+διάκρισις των τάξεων, πόσα και μένα μου δίδει πλεονεκτήματα· μόνον
+δεν θέλω να μου είναι εμπόδιον, ενώ μπορούσα ν' απολαύσω ολίγην ακόμη
+χαράν, μιαν ακτίνα ευτυχίας εις αυτόν τον κόσμο. Τώρα ύστερα εγνώρισα
+στον περίπατο μια δεσποινίδα ντε Β . . . ένα αξιέραστο πλάσμα, που
+διετήρησε πολύ το φυσικόν εν μέσω των τεχνητών τρόπων. Ευχαριστήθημεν
+αμοιβαίως από την συνομιλίαν μας, και όταν απεχωριζώμεθα, εζήτησα την
+άδειαν να την βλέπω εις την οικίαν της. Μου το επέτρεψε τόσον
+ελεύθερα ώστε μόλις ηδυνάμην να περιμένω την κατάλληλον στιγμήν για
+να πάω σ' αυτήν. Η φυσιογνωμία της γρηάς δεν μου άρεσε. Την
+επεριποιήθηκα πολύ, η ομιλία μου εστράφηκε περισσότερο προς αυτήν,
+και λιγώτερο από μισή ώρα εξεδιάλυνα ό,τι η δεσποινίς αυτή κατόπιν
+μου ωμολόγησεν, ότι η αγαπητή θεία εις τα γηρατειά της στερείται των
+πάντων, δεν έχει επαρκή περιουσίαν, ούτε πνεύμα, ούτε στήριγμα, παρά
+την σειράν των προγόνων της, καμμίαν σκέπην παρά την κοινωνικήν
+τάξιν, όπισθεν της οποίας ωχυρώθη, και καμμίαν διασκέδασιν, παρά από
+το σπήτι της να κυττάζη κάτω τους πολίτας με περιφρόνησιν. Εις την
+νεότητά της λέγουν ότι ήτον ωραία, και επέρασε την ζωήν της με
+παιγνίδια και καμώματα, και εβασάνιξε κατ' αρχάς με τας ιδιοτροπίας
+της κάμποσους νέους, και εις την ωριμωτέραν ηλικίαν της έκυψεν υπό
+τον ζυγόν ενός γέροντος αξιωματικού, ο οποίος απέναντι τούτου και με
+ένα γλίσχρον μισθόν επέρασε μαζί της τον χαλκούν αιώνα και απέθανε.
+Τώρα βλέπει τον εαυτόν της μόνον εις τον σιδηρούν αιώνα, και δεν θα
+την εκύτταζε κανείς, αν η ανεψιά της δεν ήτο τόσον αξιαγάπητη.
+
+8 Ιανουαρίου 1772.
+
+Τι άνθρωποι είναι εκείνοι που ολόκληρη η ψυχή τους βασανίζεται εις
+τους τύπους, που αι σκέψεις των και αι επιθυμίαι των εις τούτο
+τείνουν επί πολλά έτη, πώς να χωθούν στο τραπέζι σε μια θέσι,
+παραπάνω! Και όχι πως δεν θα είχαν καμμίαν ασχολίαν όχι, τουναντίον
+επισωρεύονται εργασίαι, επειδή ίσα ίσα ένεκα των αναξίων λόγου
+δυσαρεσκειών αποτρέπονται από την εκτέλεσιν των σπουδαίων πραγμάτων.
+Την περασμένην εβδομάδα κατά την παρέλασιν με έλκηθρα έγειναν έριδες,
+και όλον το πανηγύρι εχάλασε.
+
+Οι ανόητοι, που δεν βλέπουν ότι από την θέσιν κυρίως τίποτε δεν
+εξαρτάται, και ότι εκείνος που έχει την πρώτην σπανίως πρωταγωνιστεί!
+Πόσοι βασιλείς διευθύνονται από τους υπουργούς των, πόσοι υπουργοί
+από τους γραμματείς των! Και ποιος είναι λοιπόν ο πρώτος; Εκείνος,
+νομίζω, που αποβλέπει εις τους άλλους και έχει αρκετή δύναμι, ή
+εξυπνάδα, ώστε να μεταχειρισθή τας δυνάμεις των και τα πάθη των εις
+την εκτέλεσιν των σχεδίων των.
+
+28 Ιανουαρίου.
+
+Πρέπει να σας γράψω, αγαπητή Καρολίνα, εδώ εις το δωμάτιον ενός
+μικρού ξενοδοχείου ενός χωρίου, εις το οποίον κατέφυγα ένεκα μεγάλης
+καταιγίδος. Εφ' όσον περιφέρομαι εις Α . . . την ελεεινήν εκείνην
+αλουπότρυπαν, μεταξύ του ξένου του όλως ξένου, εις την καρδίαν μου
+λαού, ουδεμίαν ευρήκα στιγμήν, ουδεμίαν, κατά την οποίαν η καρδιά μου
+να με διέτασσε να σας γράψω· και τώρα εις αυτή την καλύβα, εις αυτή
+τη μοναξιά εις αυτόν τον περιορισμό, που χιών και χάλαζα μαίνονται
+κατά του μικρού μου παραθύρου, εδώ σεις είσθε η πρώτη μου σκέψις.
+Καθώς εμπήκα, μου επαρουσιάσθη εξαίφνης η μορφή σας, Καρολίνα! τόσον
+ιερά τόσον θερμή! Καλέ Θεέ! η πρώτη ευτυχής στιγμή πάλιν.
+
+Αν με εβλέπετε, καλή μου, μέσα στο πλήθος των διασκεδάσεων! Πώς
+αποξηραίνονται αι αισθήσεις μου· καμμιά στιγμή με ματωμένη την
+καρδιά, καμμιά μακαρίαν ώρα! τίποτε! Στέκομαι ως πρό τινος
+πανοράματος και βλέπω τις κούκλες και τα αλογάκια να περνούν και να
+ξαναπερνούν απ' εμπρός μου, και ερωτώ συχνά μήπως είναι οπτική απάτη.
+Παίζω με αυτά, ή μάλλον παίζομαι σαν νευρόσπαστο, και πιάνω ενίοτε
+τον γείτονά μου από το ξύλινο χέρι και οπισθοδρομώ με φρίκην. Την
+εσπέραν βάζω στο νου μου ν' απολαύσω την ανατολήν του ηλίου, και δεν
+σηκώνομαι από την κλίνην· την ημέραν ελπίζω να χαρώ την λάμψιν της
+σελήνης, και μένω εις το δωμάτιόν μου. Δεν ηξεύρω καλά διατί
+σηκώνομαι, διατί πηγαίνω να κοιμηθώ.
+
+Το προζύμι, που έδινε την ορμή στην ζωή μου, λείπει· το θέλγητρον,
+που με κρατούσε έξυπνο βαθειές νύκτες, πάει· εκείνο που το πρωί με
+ξυπνούσε χάθηκε πια.
+
+Ένα μόνο γυναικείο πλάσμα ηύρα εδώ, μια δεσποινίδα ντε Β . . , Σας
+μοιάζει, αγαπητή Καρολίνα, αν δύναται καμμιά να σας μοιάση. Ε! θα
+ειπήτε, ο άνθρωπος καταγίνεται σε κομψά φιλοφρονήματα. Αυτό δεν είναι
+όλως διόλου ψέμμα. Εδώ και λίγον καιρό είμαι πολύ ευγενής γιατί αι
+δεσποινίδες λέγουν κανείς δεν ξεύρει να επαινή με τόσην λαμπρότητα,
+όσον εγώ (και να ψεύδεται, προσθέσατε· διότι χωρίς αυτό δεν γίνεται
+εννοείτε;) Ήθελα να μιλήσω περί της δεσποινίδος ντε Β . . . Έχει πολλήν
+ψυχήν, η οποία απαστράπτει ζωηρά από τα γαλανά της μάτια. Η τάξις της
+τής είναι βάρος, που δεν ικανοποιεί κανένα των πόθων της καρδιάς της.
+Επιθυμεί να είναι έξω από τον θόρυβον, και χάνομε πολλές ώρες
+φανταζόμενοι εν μέσω αγροτικών σκηνών μιαν άμετρη ευδαιμονία, αχ! και
+σας μαζί! Πόσες φορές αναγκάζεται να σας προσκυνή, δεν αναγκάζεται,
+το κάμνει θεληματικά, ευχαριστείται να ακούη για σας, σας αγαπά . .
+
+Ω, να καθόμουν στα πόδια σας, στο αγαπητό μου μικρό δωμάτιο, και τα
+μικρά μας τ' αγαπημένα να εκυλίονταν γύρω μου και όταν θα σας
+εφώναζαν πολύ, θα τα εμάζωνα γύρω μου και θα τα κρατούσα ήσυχα με ένα
+τρομακτικόν παραμύθι και θα ησύχαζαν.
+
+Ο ήλιος βασιλεύει πέραν απ' αυτή τη χιονόλαμπρη χώρα, η καταιγίς
+επέρασε, και εγώ, — πρέπει να κλεισθώ πάλιν εις το κλουβί μου. —
+Υγιαίνετε! Ευρίσκεται ο Αλβέρτος κοντά σας; και πώς; — Ο Θεός να μου
+συγχωρήση αυτήν την ερώτησι.
+
+8 Φεβρουαρίου.
+
+Από οκτώ μέρες έχομεν τον αθλιέστερον καιρό, και για μένα είναι
+ευεργετικός. Γιατί, αφ' ότου είμαι εδώ, καμμία ωραία ημέρα δεν μου
+εφανερώθηκε στον ουρανό, που να μη μου την χαλάση κανείς ή να μη μου
+την καταστήση αηδή. Όταν λοιπόν βρέχη καλά καλά, και χιονίζει, και
+παγώνη και ξεπαγώνη, α! λέω δεν δύναται να είναι χειρότερα στο σπήτι
+παρ' ό,τι είναι έξω, ή αλλέως, και έτσι είναι καλά. Όταν ανατέλλη ο
+ήλιος το πρωί υπόσχεται λαμπρήν ημέρα, δεν μπορώ παρά πάντα ν'
+αναφωνώ: ιδού πάλιν ένα ουράνιο αγαθό, που δύνανται οι άνθρωποι να το
+αποστερήσουν ο ένας τον άλλον. Τίποτε δεν υπάρχει, που να μη το
+χαλούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Υγείαν, καλό όνομα, χαράν, ανάπαυσιν.
+Και ως επί το πλείστον από βλακείαν, ανοησία και στενοκεφαλιά, και αν
+κανείς τους ακούση φέρνοντ' έτσι έχοντας τους καλυτέρους σκοπούς.
+Πολλές φορές μου έρχεται να τους παρακαλέσω γονατιστός να μη
+φρενιάζουν τόσον λυσσαλέα μέσα στα ίδια τους τα σπλάγχνα.
+
+17 Φεβρουαρίου.
+
+Φοβούμαι μήπως ο πρέσβυς μου και εγώ δεν θα βαστάξωμεν πια μαζί για
+πολύν καιρό. Ο άνθρωπος είναι όλως διόλου ανυπόφορος. Ο τρόπος που
+αυτός εργάζεται και κάμνει τις υποθέσεις του είναι τόσον γελοίος,
+ώστε δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη του αντιλέγω, και συχνά να εκτελώ
+μιαν υπόθεση κατά το κεφάλι μου και με τον δικό μου τρόπον, το
+οποίον, τότε, φυσικά, ποτέ δεν του αρέσει. Γι' αυτό παρεπονέθη τώρα
+ύστερα προς την αυλήν, και ο υπουργός μου έκαμε μια μαλακή μεν
+επιτίμησι, αλλ' ήτο μολαταύτα επιτίμησι, και εκόντευα να ζητήσω την
+παραίτησίν μου, όταν έλαβα απ' αυτόν μιαν ιδιωτική επιστολή, μιαν
+επιστολή, προ της οποίας εγονάτισα και επροσκύνησα το υψηλό, το
+ευγενικό και σοφό φρόνημα. Πως επικρίνει την παρά πολύ μεγάλην
+ευαισθησίαν μου, πως τιμά μεν ως νεανικόν ζήλον τας υπερβολικάς ιδέας
+μου ως προς την ενεργητικότητα, την επίδρασιν επί άλλων, την επιτυχή
+διεξαγωγήν των υποθέσεων, ζητεί όμως όχι να τας εκριζώση αλλά μόνον
+να τας μετριάση και να τας διευθύνη εκεί, όπου έχουν τον κατάλληλον
+κύκλον τους και δύνανται να ενεργούν αποτελεσματικά. Και ενισχύθην
+για οκτώ ημέρες και εσυμβιβάσθηκα με τον εαυτό μου. Η ηρεμία της
+ψυχής είναι λαμπρό πράγμα και κάνει μια ευχαρίστηση στον εαυτόν του.
+Φίλτατέ μου να μη ήτον ο αδάμας αυτός τόσον εύθραυστος όσον ωραίος
+και πολύτιμος είναι.
+
+20 Φεβρουαρίου.
+
+Ο Θεός να σας ευλογήση, αγαπητοί μου, να σας δώση όλες τις καλές
+ήμερες, που μου αφαιρεί!
+
+Σε ευχαριστώ, Αλβέρτε, που με απάτησες· επερίμενα είδησιν, πότε ήθελε
+γείνει ο γάμος σας, και είχα κατά νουν να πάρω επισημότατα από τον
+τοίχον κατά την ημέραν εκείνην το σκιαγράφημα της Καρολίνας και να το
+θάψω μεταξύ άλλων χαρτιών. Τώρα είσθε ζευγάρι και η εικόνα της είναι
+ακόμη εδώ! Λοιπόν ας μείνη έτσι. Και γιατί όχι; Ξέρω κ' εγώ
+ευρίσκομαι κοντά σας, είμαι, χωρίς να σε βλάψω, εις την καρδιά της
+Καρολίνας, έχω, ναι έχω, την δεύτερη θέση σ' αυτήν και θέλω και
+πρέπει να την διατηρήσω. Ω, θα ετρελλαινόμουν, αν μπορούσε να
+λησμονήση Αλβέρτε. Σ' αυτή μέσα τη σκέψη βρίσκεται μία κόλασις.
+Αλβέρτε, χαίρε! Χαίρε, άγγελε του ουρανού! Χαίρε, Καρολίνα!
+
+15 Μαρτίου.
+
+Εδοκίμασα μια πίκρα, που θα με αποδιώξη από εδώ. Τρίζω τα δόντια μου!
+Διάβολε! δεν μπορώ να την επανορθώσω, και σεις δα μόνοι πταίετε, που
+με εκεντούσατε, με εσπρώχνατε και μ' εβασανίζετε, για να δεχθώ θέσιν
+που δεν ήταν για μένα. Τώρα την έπαθα! τώρα ευχαριστηθήκατε! Και για
+να μην πης πάλι πως η υπερβολικές μου ιδέες καταστρέφουν όλα, να,
+αγαπητέ μου κύριε, ένα διήγημα, ξάστερο και καθαρό, όπως θα το
+διηγότουν ένας χρονογράφος.
+
+Ο κόμης Κ . . . με αγαπά, με τιμά, τούτο είναι γνωστόν, εκατοντάκις ήδη
+σου το είπα. Χθες λοιπόν ήμουν εις το τραπέζι του, ίσα ίσα την ημέραν
+που το βράδυ ο ευγενής κύκλος κυρίων και κυριών έρχεται σπίτι του,
+τον οποίον δεν εσκεπτόμουν και ποτέ δεν επαραξενεύθηκα πώς εμείς οι
+υποδεέστεροι δεν είμεθα δεκτοί σ' αυτόν. Καλά λοιπόν. Γευματίζω με
+τον κόμητα και μετά το τραπέζι περιπατούμε στη μεγάλην αίθουσα πάνω
+κάτω ομιλώ μ' αυτόν, με τον συνταγματάρχην Β . . . που έρχεται
+τυχαίως επίσκεψη και έτσι πλησιάζει ανεπαισθήτως η ώρα της εσπερίδος.
+Τίποτε δεν συλλογίζομαι μα τον Θεόν. Τότε εισέρχεται η
+υπερευγενεστάτη κυρία ντε Σ . . . με τον κύριον σύζυγόν της και την
+κλωσσημένη χηνίτσα θυγατέρα της, με το ίσιο στήθος και τον κομψό
+κορσέ, διαβαίνοντας ανοιγοκλείουν, ως συνήθως, πανευγενέστατα τα
+μάτια και τα ρουθούνια τους, και επειδή μισώ το γένος τούτο εκ
+καρδίας ήθελα ν' αποχαιρετήσω τον κόμητα, και επερίμενα μόνον έως
+ότου ήθελεν απαλλαγή από την αηδή φλυαρίαν, ότε η δεσποινίς μου Β . . .
+εισήλθεν. Επειδή η καρδία μου πάντοτε ανοίγει λιγάκι όταν την βλέπω,
+εμένα, εστάθηκα πίσω από την καρέκλα της, και μόλις μετά τινα καιρόν
+παρετήρησα ότι δεν μου ωμίλει τόσον ανοικτά, ως άλλοτε, και με κάποια
+στενοχώρια. Τούτο με εξέπληξε. Είναι και αυτή καθώς όλη αυτή η φάρα
+είπα μέσα μου, και ήμουν ερεθισμένος και ήθελα να φύγω· και όμως
+έμεινα, γιατί επιθυμούσα να την αθωώσω, και δεν το επίστευα και ακόμη
+ήλπιζα ένα καλόν λόγο της, και — ό,τι θέλεις. Εν τω μεταξύ γεμίζει ο
+κύκλος. Ο βαρώνος Φ. . . . με όλην την στολήν των χρόνων της στέψεως
+Φραγκίσκου του Α', ο σύμβουλος Ρ . . . εδώ όμως ονομαζόμενος in
+qualitate κύριος de Ρ . . . . με την κρυφή γυναίκα του κλπ., χωρίς να
+λησμονήσωμεν τον κακά καπλατισμένον I . . . . . που τα ελλείποντα μέρη της
+πανάρχαιας στολής του αναπληρώνει με ράκη της νέας μόδας. Μπαίνουν
+σωρηδόν, και ομιλώ με μερικούς γνωρίμους μου, οι οποίοι όλοι είναι
+πολύ λακωνικοί. Εσκεπτόμουν — και επρόσεχα μόνον εις την Β . . . μου.
+Δεν κατάλαβα πως η γυναίκες εις το άκρον της αιθούσης εψιθύριζαν
+αναμεταξύ τους πως τούτο διεδίδετο και εις τους άνδρας, πως η κυρία
+ντε Σ . . . ωμιλούσε με τον κόμητα (όλα αυτά μου τα διηγήθη έπειτα η
+δεσποινίς Β. . .)· έως ότου τέλος ο κόμης ήλθε προς εμέ, και με επήρε
+σ' ένα παράθυρο. Ηξεύρετε, είπε τους αλλόκοτους τύπους μας· η
+συντροφιά είναι δυσαρεστημένη, καθώς παρατηρώ, που σας βλέπει εδώ.
+Δεν το ήθελα για όλον τον κόσμο. — Εξοχώτατε, τον διέκοψα, και ζητώ
+χιλιάκις συγγνώμην· έπρεπε να το ενθυμηθώ προτήτερα, και ηξεύρω ότι
+θα μου συγχωρήσετε αυτήν την ασυνέπεια· ήθελα προ πολλού ήδη να
+απέλθω, ένα κακόν δαιμόνιον με εμπόδισε, αποκρίθηκα χαμογελώντας, ενώ
+προσέκλινα. Ο κόμης έσφιξε το χέρι μου, με έν αίσθημα, το οποίον
+έλεγε το παν. Έφυγα αγάλια αγάλια από την ευγενή συναναστροφήν,
+επήγα, ανέβηκα εις μίαν άμαξαν, και εκίνησα εις Μ . . ., για να ιδώ εκεί
+από τον λόφον την δύσιν του ηλίου, και αναγνώσω εκεί εις τον Όμηρόν
+μου το λαμπρόν άσμα, πώς ο Οδυσσεύς ξενίζεται από τον καλόν συβώτην.
+Όλα αυτά ήσαν καλά.
+
+Το κοντόβραδο γυρίζω για να δειπνήσω· ήσαν ακόμη ολίγοι μόνον εις το
+ξενοδοχείον, που έπαιζαν κύβο σε μια γωνιά και είχαν σηκώσει το
+τραπεζομάνδηλον. Τότε εισέρχεται ο έντιμος Α . . . , βγάζει το καπέλλο
+του, ενώ με προσβλέπει, έρχεται κοντά μου, και λέγει σιγά σιγά: — Σου
+συνέβη κανένα δυσάρεστον: — Εμένα; είπα. — Ο κόμης σε έδιωξεν από την
+συντροφιά. — Να την πάρη ο διάβολος! είπα· ευχαριστήθηκα που βγήκα
+εις τον καθαρόν αέρα. — Καλά, είπε, που το παίρνεις ελαφρά! Μόνον
+λυπούμαι, πως τούτο ήδη διεδόθη παντού. — Τότε το πράγμα άρχιζε να με
+πειράζη. Όλοι, όσοι ήρχοντο να δειπνήσουν και με εκύτταζαν, ενόμιζα
+ότι με εκύτταζαν γι' αυτό! Αυτό μου εχάλασε το αίμα.
+
+Και σήμερον, όταν παντού, οπού εισέρχομαι, με λυπούνται, όταν ακούω
+πως όσοι με φθονούν θριαμβεύουν τώρα, και λέγουν: να, που καταντούν
+οι φαντασμένοι, που για το μικρό πνεύμα τους επαίρονται, και
+πιστεύουν πως για τούτο δύνανται να υπερβαίνουν όλες τις κοινωνικές
+τάξεις, και άλλες τέτοιες φλυαρίες ομιλούν περί ανεξαρτησίας κι' ας
+λέγουν ό,τι θέλουν· εγώ θέλω να ιδώ εκείνον που θα ηδύνατο να
+υποφέρη, ώστε ουτιδανοί άνθρωποι να μιλούν περί αυτού, όταν έχουν
+κανένα πλεονέκτημα απέναντι του· — όταν η φλυαρία των είναι άδεια,
+αι, τότε δύναται κανείς να τους αψηφήση.
+
+16 Μαρτίου.
+
+Όλα με κατατρέχουν. Σήμερα απαντώ εις τον περίπατον την δεσποινίδα
+Β . . , δεν ηδυνήθην να μη της ομιλήσω, και, άμα απεμακρύνθημεν κάπως
+από την συντροφιά, να μη της φανερώσω την αγανάκτησή μου για τη
+συμπεριφορά της τώρα ύστερα. Βέρθερε, μου είπε με εγκάρδιον τόνον,
+μπορέσατε να εξηγήσετε έτσι την ταραχή μου, ενώ γνωρίζετε την καρδιά
+μου. Τι υπέφερα προς χάριν σας, από τη στιγμή που μπήκα εις την
+αίθουσα! Το προέβλεπα, εκατοντάκις μου ήλθε να σας μιλήσω. Ήξευρα ότι
+αι κυρίαι ντε Σ . . . και Τ . . . με τους άνδρας των θα έφευγαν μάλλον παρά να μείνουν εις την συντροφιά σας — ήξευρα πως ο κόμης δεν μπορεί να
+τα χαλάση με εκείνους, — και τώρα ο πάταγος! — Πώς, δεσποινίς; είπα,
+και έκρυψα τον τρόμο μου· γιατί όλα, όσα προχθές μου είχεν ειπεί ο
+Αδελίνος, μου έρρεαν τη στιγμήν αυτή σαν καυτό νερό μες τις φλέβες. —
+Τι μου εκόστισεν αυτό έως τώρα, είπε το γλυκύ πλάσμα, ενώ δάκρυα της
+ήρχοντο εις τους οφθαλμούς. — Δεν ήμουν πλέον κύριος του εαυτού μου,
+διενοούμην να ριφθώ εις τα πόδια της. — Εξηγηθήτε μου, ανεφώνησα. Τα
+δάκρυά έβρεχαν την όψη της. Ήμουν έξω φρενών. Τα εσφόγγισε χωρίς να
+θέλη να τα κρύψη. — Γνωρίζετε την θείαν μου, άρχισεν· ήτο παρούσα
+και, ω! με τι μάτια το είδεν αυτό! Βέρθερε, υπόφερα χθες την νύκτα,
+και σήμερον το πρωί μου έψαλλε τον εξάψαλμον για την συναναστροφήν
+μου με σας και αναγκάσθηκα ν' ακούσω να σας εξευτελίση, να σας
+ταπεινώση και μόνον κατά το ήμισυ ηδυνάμην να σας υπερασπισθώ.
+
+Κάθε λέξις, την οποίαν επρόφερε, μου περνούσε σαν ξίφος από την
+καρδιά. Δεν αισθάνετο τι ευσπλαγχνία θα ήτον, όλα αυτά να μου τα
+αποσιωπήση· και έπειτα, επρόσθεσεν ακόμη, τι θα εφλυαρούσαν κατόπι
+για μένα, και πόσον είδος τι ανθρώπων θα εθριάμβευε γι' αυτό. Πώς
+τώρα θα εγαργαλίζοντο· και θα ευφραίνοντο για την τιμωρία της
+υπερηφανείας μου και της καταφρονήσεώς μου στους άλλους, την οποίαν
+προ πολλού ήδη μου αποδίδουν. Όλα αυτά, Γουλιέλμε, να ακούω απ'
+αυτήν, με την φωνήν της αληθεστάτης συμπαθείας — εταράχθηκα κι' ακόμη
+τώρα βρίσκομαι αγανακτημένος. Ήθελα να ετολμούσε κανείς να μου το πη
+κατά πρόσωπον, για να μπορούσα να του τρυπήσω το κορμί με το ξίφος·
+αν έβλεπα αίμα, θα εγινόμουν καλύτερα. Αχ, εκατό φορές επήρα ένα
+μαχαίρι, για να ελαφρύνω αυτήν την καταστεναχωρημένη καρδιά μου.
+Διηγούνται για μια ευγενική ράτσα ολίγων· που όταν είναι φουσκωμένα
+και κατακουρασμένα μόνα των εξ ενστίκτου δαγκάνονται και ανοίγουν μια
+φλέβα, για να πάρουν ανάσα. Έτσι μου συμβαίνει συχνά, θα επιθυμούσα
+να ανοίξω μία φλέβα, που θα μου παρείχε την αιώνια ελευθερία.
+
+24 Μαρτίου,
+
+Υπέβαλα εις την Αυλήν την παραίτησίν μου και ελπίζω να γείνη δεκτή,
+και θα με συγχωρήσετε πού δεν σας εζήτησα πρώτα την άδειαν. Γι' αυτό
+πρέπει χωρίς άλλο να φύγω, και ξεύρω τι είχετε να ειπήτε για να με
+πείσετε να μείνω, και λοιπόν — Δώσε την μητέρα μου την πικρά αυτή
+είδησι με ένα συροπάκι· δεν δύναμαι να βοηθήσω εγώ τον εαυτό μου, και
+δεν πρέπει να δυσαρεστηθή, αν δεν δύναμαι να την βοηθήσω κι' αυτήν.
+Βέβαια αυτό θα την πικράνη. Εις το ωραίον στάδιον, που άρχισεν ο
+γυιός της τραβώντας ίσα προς το αξίωμα του μυστικοσυμβούλου και του
+πρέσβυ, να τον ιδή διά μιας να σταματά, και να γυρίζη πίσω με το ζώον
+εις τον σταύλον! Πάρετέ το όπως θέλετε, και συνδυάσετε τις δυνατές
+περιπτώσεις, με τις οποίες θα μπορούσα και θα έπρεπε να μείνω· αρκεί·
+εγώ φεύγω· και για να ξέρετε πού πηγαίνω, είνε εδώ ο ηγεμών **, ο
+οποίος ευρίσκει πολλήν ευχαρίστησιν από την συναναστροφή μου· αυτός
+με παρεκάλεσεν, όταν άκουσε περί του σκοπού μου να υπάγω με αυτόν εις
+τα κτήματα του, και εκεί να περάσω την ωραίαν άνοιξιν. Θα είμαι όλως
+αυτεξούσιος, μου υπεσχέθη, και επειδή συνεννοούμεθα μέχρι τινός
+σημείου, θα ρίψω τον κύβον και θα πάω μ' αυτόν.
+
+19 Απριλίου.
+
+Ευχαριστώ για τα δύο σου γράμματα. Δεν αποκρίθηκα γιατί άφησα άγραφο
+αυτό το χαρτί, έως ότου ήθελε φθάσει από την αυλή η παραίτησίς μου·
+εφοβήθηκα μήπως η μητέρα μου απευθυνθή προς τον υπουργό, και
+δυσκολεύση τον σκοπόν μου. Τώρα όμως τελείωσε· η απαλλαγή μου ήλθε.
+Δεν θέλω να είπω πόσον ακουσίως μου την έδωκαν, και τι μου γράφει ο
+υπουργός· θα αρχίζατε νέους θρήνους. Ο διάδοχός μου έστειλε για την
+αναχώρησίν μου είκοσι πέντε δουκάτα, με ένα λόγον που με εσυγκίνησε
+μέχρι δακρύων· λοιπόν δεν χρειάζομαι από την μητέρα τα χρήματα, για τα
+οποία της έγραφα τώρα ύστερα.
+
+5 Μαΐου.
+
+Αύριον αναχωρώ απ' εδώ και, επειδή ο τόπος της γεννήσεώς μου μόνον έξ
+μίλλια απέχει από το δρόμο μου, θέλω να τον ξαναδώ, θέλω να θυμηθώ
+τις παληές, ευτυχώς σα σε όνειρο περασμένες, ημέρες. Από την ίδια
+πόλη θέλω να μπω, από την οποίαν εβγήκε μαζί μου η μητέρα μου στ'
+αμάξι, ότε μετά τον θάνατό του πατέρα μου εγκατέλειψε τον αγαπητό μας
+τόπο, για να κατακλεισθή εις την ανυπόφορη πόλη της. Υγίαινε
+Γουλιέλμε! θα ακούσης για την εκδρομή μου.
+
+
+9 Μαΐου.
+
+Ετελείωσα την οδοιπορίαν εις την πατρίδα μου μ' όλη την ευλάβεια ενός
+προσκυνητού, και πολλά απροσδόκητα αισθήματα με κατέλαβαν. Εις την
+μεγάλην φιλύραν, που βρίσκεται ένα τέταρτον της ώρας από την πόλη
+προς το Σ . . . ., εσταμάτησα, κατέβηκα και διέταξα τον αγωγιάτην να
+προχωρήση, για να γευθώ πεζός με όλη την καρδιά κάθε ανάμνηση άλλη
+μια φορά και ζωηρά. Εκεί εστεκόμουν λοιπόν κάτω απ' τη φιλύρα, η
+οποία άλλοτε, όταν ήμουν παιδί, ήτον το τέρμα και τα όριο των
+περιπάτων μου. Πόσον αλλοιώς είναι τώρα! Τότε στην ευτυχισμένη μου
+άγνοια εποθούσα τον άγνωστο κόσμο, όπου περίμενα για την καρδιά μου
+τόση τροφή, τόσην απόλαυση, για να γεμίσω και να ευχαριστήσω το
+ορμητικό και από πόθους κινούμενο στήθος μου και τώρα ξαναγυρίζω από
+τον απέραντον κόσμον — ω φίλε μου, με πόσες διαψευσμένες ελπίδες, με
+πόσα καταστραφέντα σχέδια! Είδα μπρος μου τα βουνά, που μύριες φορές
+ήσαν το αντικείμενο των επιθυμιών μου. Πολλές ώρες μπορούσα να
+κάθωμαι εδώ, και πλήρης πόθων να φέρωμαι πέραν και με όλην την ψυχήν
+μου να χάνωμαι εις τα δάση, τις κοιλάδες, που σκεπασμένες με λεπτούς
+ατμούς παρουσιάζοντο στα μάτια μου και όταν επειδή σε ωρισμένην ώρα
+έπρεπε να επιστρέψω, με πόση δυσαρέσκεια άφινα τον αγαπητό τόπο! —
+Ήλθα πιο κοντά στην πόλη· όλα τα μέσα στους κήπους παλαιά γνωστά
+σπιτάκια εχαιρετήθηκαν υπ' εμού· τα νέα μου ήσαν απεχθή, όπως και όλαι
+αι μεταβολαί, όσαι είχαν γείνει. Εισήλθα από την πύλη, και ηύρα πάλιν
+τον εαυτόν μου ευθύς και εντελώς. Αγαπητέ, δεν θέλω να μπω σε
+λεπτομέρειες· όσο μου ήτο θελκτικό, τόσο μονότονο θα ήτο εις τη
+διήγηση. Είχα αποφασίσει να κατοικήσω εις την αγορά, κολλητά εις το
+παληό μας σπίτι. Καθ' οδόν παρετήρησα εις το σχολείον, όπου μια έτιμη
+γρηά μας εσυμμάζωνε, όταν ήμεθα παιδιά, είχε μεταβληθή εις
+παντοπωλείον. Θυμήθηκα την ανησυχία, τα δάκρυα, τον σκοτισμό της
+διανοίας, την αδυμονίαν της καρδιάς, που είχα υποφέρει εις εκείνη την
+τρύπα. — Κανένα βήμα δεν έκαμνα, που να μην εγεννούσε μέσα μου την
+παρατήρηση. Ο προσκυνητής εις τους άγιους τόπους δεν απαντά τόσα μέρη
+θρησκευτικών αναμνήσεων, και η ψυχή του δύσκολα είναι τόσο γεμάτη από
+ιερή συγκίνηση. — Ακόμη έν από τα πολλά. Κατέβηκα τον ποταμό, έως εις
+ένα αγροτικό σπίτι· αυτός ήτον και άλλοτε ο δρόμος μου και τα μέρη,
+όπου εμείς τα παιδιά εγυμναζώμεθα να παίζωμεν πεταλίδες στο νερό.
+Εθυμήθηκα τόσο ζωηρά, όταν κάποτε σταματούσα και εκύτταζα το νερό, με
+ποιους θαυμασίους διαλογισμούς το παρακολουθούσα, πόσον αλλόκοτες
+εφανταζόμουν τις χώρες, που θα έρρεε, και πώς εύρισκα εκεί γοργά τα
+σύνορα της φαντασίας μου, και όμως έπρεπε να εξακολουθήση αυτό,
+εμπρός και εμπρός, μέχρις ότου εχανόμην εις τη θέα ενός αχανούς
+ορίζοντος. Λόγιασε, αγαπητέ μου, πόσο περιωρισμέναι και πόσο ευτυχείς
+ήσαν οι λαμπροί πρόγονοί μας πόσο παιδικό το αίσθημά των. Όταν ο
+Οδυσσεύς ομιλή περί του απείρου πελάγους και περί της απεράντου γης,
+αυτό δα είνε τόσον αληθινό, ανθρώπινο, εγκάρδιο, περιωρισμένο και
+μυστηριώδες. Τι με ωφελεί πως μπορώ τώρα να ψελλίζω με κάθε μαθητήν
+του σχολείου, πως η γη είναι στρογγυλή; Ο άνθρωπος έχει ανάγκην μόνο
+από λίγους βώλους γης, για να χαρή επάνω εις αυτούς, κι' από
+λιγώτερους ακόμη, για ν' αναπαυθή υποκάτω.
+
+Τώρα είμαι εδώ εις την έπαυλη του ηγεμόνος. Μπορεί ένας αρκετά καλά
+να περάση με τον κύριον αυτόν· είναι φιλαλήθης και απλούς. Αλλόκοτοι
+όμως άνθρωποι τον τριγυρίζουν, τους οποίους διόλου δεν εννοώ. Δεν
+φαίνονται πανούργοι, και όμως δεν έχουν και την όψη εντίμων ανθρώπων.
+Κάποτε μου φαίνονται τίμιοι, και όμως δεν δύναμαι να τους εμπιστευθώ.
+Ό,τι προσέτι με λυπεί, είνε πως ο ηγεμών ομιλεί συχνά περί πραγμάτων
+τα οποία μόνον ήκουσε και ανέγνωσε, και μάλιστα υπό την αυτήν όψιν με
+την οποίαν θα του τα παρέστησαν.
+
+Προσέτι τιμά τον νουν και τα προτερήματά μου περισσότερον παρά αυτήν
+την καρδιά, που είναι το μόνο καύχημά μου, που [είναι] μόνη η πηγή παντός,
+κάθε δυνάμεως, κάθε ευδαιμονίας και κάθε δυστυχίας. Αχ, ό,τι ξεύρω
+μπορεί κάθε ένας να ξεύρη — την καρδιά μου όμως μόνος εγώ την έχω.
+
+25 Μαΐου
+
+Είχα κάτι εις τον νουν μου περί του οποίου δεν ήθελα να σας πω τίποτε
+μέχρις ότου ήθελεν εκτελεσθή· τώρα, επειδή δεν γίνεται τίποτε, μπορώ
+να σας το πω. Ήθελα να πάω στον πόλεμο, το είχα προ πολλού στην
+καρδιά μου. Γι' αυτό κυρίως ακολούθησα ως εδώ τον ηγεμόνα, ο οποίος
+είναι στρατηγός εις την υπηρεσίαν της ***. Εις ένα περίπατον του
+απεκάλυψα το σχέδιόν μου· αυτός με απέτρεψε, και έπρεπε να έχω μάλλον
+πάθος παρά ιδιοτροπίαν, αν δεν ήθελα πεισθή με τα επιχειρήματά μου [του;].
+
+21 Ιουνίου
+
+Λέγε ό,τι θέλεις, δεν δύναμαι να μείνω περισσότερο. Τι θέλω εδώ;
+Εβαρέθηκα. Ο ηγεμών με περιποιείται όσο μπορεί καλύτερα, και όμως δεν
+είμαι όπως ήθελα. Κατά βάθος δεν έχομεν τίποτε κοινόν μεταξύ μας.
+Είναι άνθρωπος με νουν, αλλά με όλως κοινόν νουν· η συναναστροφή μου
+δεν με τέρπει περισσότερο παρ' όσον όταν αναγινώσκω ένα καλογραμμένο
+βιβλίο. Ακόμη οκτώ ημέρας θα μείνω, και έπειτα θ' αρχίσω πάλιν την
+περιπλάνησή μου. Το καλύτερο που έκαμα εδώ είναι το ζωγράφισμα. Ο
+ηγεμών έχει καλαισθησίαν, και θα είχεν ακόμη περισσοτέραν, αν δεν
+ήταν περιωρισμένος από την αηδή ημιμάθεια και τη συνειθισμένη
+ονοματολογία. Πολλές φορές τρίζω τα δόντια μου, όταν εγώ με θερμή
+φαντασία τον εισάγω εις την φύσιν και την τέχνην, και εκείνος νομίζει
+πως κάμνει θαυμάσια το μέρος του όταν ακαταλλήλως παραθέτει κανένα
+τεχνικόν όρον.
+
+16 Ιουνίου
+
+Ναι, είμαι μόνον οδοιπόρος, μόνον περιπλανώμενος επάνω στη γη! Μήπως
+είσθε σεις τίποτε περισσότερον;
+
+18 Ιουνίου
+
+Πού θέλω να πάω; Τούτο θα σου το αποκαλύψω εμπιστευτικά.
+
+Δέκα πέντε ημέρες πρέπει να μείνω ακόμη εδώ, και έπειτα, έκαμα τον
+εαυτόν μου να πιστεύση ότι ήθελα να επισκεφθώ τα μεταλλεία του *.
+Κυρίως όμως τούτο δεν είνε τίποτε, θέλω μόνον να έλθω πάλι κοντήτερα
+στην Καρολίνα, αυτό είναι το παν. Και . . γελώ για την καρδιά μου —
+και της κάμνω το θέλημά της.
+
+29 Ιουνίου
+
+Όχι, είναι καλά,! όλα είναι καλά! — Εγώ . . . σύζυγός της! Ω Θεέ, που με
+έπλασες, αν μου παρεσκεύαζες αυτή την ευδαιμονία, ολόκληρος η ζωή μου
+θα ήτο αδιάλειπτος προσευχή. Δεν θέλω να φιλονεικήσω, και συγχώρησέ
+μου αυτά τα δάκρυα, συγχώρησέ μου τις μάταιες επιθυμίες! — Αυτή
+γυναίκα μου! Αν το αγαπητότατον πλάσμα υπό τον ήλιον έσφιγγα στην
+αγκαλιά μου. Φρίκη διαπερνά όλο μου το κορμί, Γουλιέλμε, όταν ο
+Αλβέρτος αγκαλιάζη το λυγερό κορμί της.
+
+Και δύναμαι να το πω; Γιατί όχι, Γουλιέλμε; Αυτή θα ήτο ευτυχεστέρα
+με εμέ, παρά με αυτόν;! Ω δεν είναι άνθρωπος που δύναται να εκπληροί
+τις επιθυμίες της καρδιάς αυτής όλες. Κάποια έλλειψις ευαισθησίας,
+έλλειψις — πάρε το όπως θέλης· ότι η καρδιά του δεν πάλλει
+συμπαθητικά, εις . . . : ω! — εις την περιπλοκή ενός αγαπητού βιβλίου,
+που η καρδιά μου και της Καρολίνας συναντώνται, και εις χίλιες άλλες
+περιπτώσεις, οσάκις συμβαίνη να εκδηλώνωνται τα αισθήματά μας για
+πράξη ενός τρίτου. Αγαπητέ Γουλιέλμε! — Αλλά την αγαπά εξ όλης ψυχής
+και μία τέτοια αγάπη τι δεν αξίζει!
+
+Ένας άνθρωπος ανυπόφορος με διέκοψε. Τα δάκρυά μου ξηράθηκαν. Είμαι
+αφηρημένος. Υγίαινε αγαπητέ!
+
+4 Αυγούστου.
+
+Δεν τα παθαίνω μόνον εγώ. Όλοι οι άνθρωποι εις τις ελπίδες των
+απατώνται, εις τις προσδοκίες των αποτυχαίνουν. Επισκέφθηκα την καλή
+μου γυναίκα κάτω απ' τη φιλύρα. Το μεγαλύτερο παιδί της έτρεξε προς
+εμέ, κ' έτσι έφερε κοντά την μητέρα, η οποία εφαίνετο πολύ
+καταβεβλημένη. Η πρώτη της λέξις ήτον: καλέ αφέντη, αχ, ο Γιαννάκης
+μου μού απέθανε! Ήτο το μικρότερο των παιδιών της . . Έμενα σιωπών. —
+Και ο άνδρας μου, είπεν, επέστρεψεν από την Ελβετίαν, και δεν έφερε
+τίποτε, και χωρίς την βοήθειαν καλών ανθρώπων θα εζητιάνευε από
+χωριό, σε χωριό έως εδώ· επήρε θέρμες στο δρόμο. — Δεν μπόρεσα να της
+ειπώ τίποτε, και εχάρισα κάτι στο μικρό, με παρεκάλεσε να δεχθώ
+μερικά μήλα, το έκαμα, και άφησα τον τόπον της λυπηράς αναμνήσεως.
+
+21 Αυγούστου.
+
+Διά μιας όλα μέσα μου μεταβάλλονται. Κάποτε φαίνεται ότι θα ρίξη πάλι
+φως ένα χαρούμενο βλέμμα της ζωής, αχ! μόνο για μια στιγμή! — Όταν
+έτσι χάνωμαι σε όνειρα δεν δύναμαι ν' απομακρυνθώ απ' αυτή τη σκέψη:
+τι θα εγίνετο, αν ο Αλβέρτος πέθαινε; Θα εγίνετο! ναι, αυτή θα
+εγίνετο — και τότε ακολουθώ το φάντασμα, έως ότου με φέρη εις
+αβύσσους, προ των οποίων τρέμοντας οπισθοχωρώ.
+
+Όταν εξέρχωμαι διά της πύλης στο δρόμο, που για πρώτη φορά επέρασα με
+άμαξα, για να πάρω την Καρολίναν εις τον χορό, πόσον αυτά ήσαν όλως
+διαφορετικά! Όλα, όλα παρήλθαν! Κανέν σημείον του παρελθόντος κόσμου,
+κανένας παλμός του τότε αισθήματός μου. Αισθάνομαι ό,τι θα αισθανόταν
+ένας που θα ξαναγύριζε στο κατακαμμένο, το κατεστραμμένο φρούριο, που
+κάποτε ένας ακμαίος ηγεμών το οικοδόμησε, και το εστόλισε με όλα τα
+δώρα της πολυτελείας και πεθαίνοντας το άφησε μαζί με πλήθος ελπίδες
+στον αγαπητόν του γυιό.
+
+3 Σεπτεμβρίου.
+
+Κάποτε δεν εννοώ πώς δύναται να την αγαπήση άλλος, πώς τολμά, όταν
+εγώ ολότελα μόνος, τόσον ενδόμυχα, τόσον εγκάρδια,, την αγαπώ· τίποτε
+άλλο δεν γνωρίζω, τίποτε δεν ηξεύρω, δεν έχω παρά αυτήν!
+
+4 Σεπτεμβρίου.
+
+Ναι, έτσι είναι! Καθώς η φύσις κλίνει προς το φθινόπωρον, γίνεται
+φθινόπωρον μέσα μου και γύρω μου. Τα φύλλα μου κιτρινίζουν, και τώρα
+τα φύλλα των πλησίον δένδρων έπεσαν. Δεν σου έγραψα μια φορά για ένα
+παλληκάρι του χωριού, ευθύς ως ήλθα εδώ; Τώρα ερώτησα πάλιν γι' αυτόν
+εις το Βαλάιμ· μου είπαν πως εδιώχθηκε από την υπηρεσίαν, και όλοι
+υποκρίνοντο ότι δεν ήξευραν τίποτε περισσότερο γι' αυτόν. Χθες τον
+συνήντησα κατά τύχην εις τον δρόμον ενός άλλου χωριού· του μίλησα,
+και μου διηγήθη την ιστορίαν του, η οποία διπλά και τριπλά μ'
+εσυγκίνησε, όπως εύκολα θα εννοήσης αν σου την διηγηθώ πάλιν. Όμως
+προς τι όλ' αυτά; γιατί δεν κρατώ για τον εαυτό μου ό,τι με
+στενοχωρεί και με λυπεί; γιατί να σε ταράξω προσέτι; γιατί σου δίδω
+πάντα αφορμήν να με οικτείρης και να μ' επικρίνης; Έστω, και τούτο ας
+είναι της τύχης μου!
+
+Με σιγηλή θλίψη, εις την οποίαν μου εφάνη ότι διέκρινα κάτι το
+περίφοβο, μου απεκρίθη ο άνθρωπος στην αρχή στας ερωτήσεις μου· αλλά
+μετ' ολίγον πιο ανοιχτά, ως να ανεγνώρισεν έξαφνα, τον εαυτόν μου και
+εμέ, μου ωμολόγησε τα σφάλματά του, μου παρεπονέθη για την δυστυχία
+του. Αν μπορούσα, φίλε μου, να υποβάλω στην κρίση σου κάθε του λέξη!
+Ωμολόγησε, ναι, διηγήθη με κάποιαν ευχαρίστηση και ευτυχία της
+αναμνήσεως, ότι το πάθος προς την κυρία του κάθε μέρα αύξανε μέσα
+του, ότι επί τέλους δεν ήξευρε τι να κάμη, πώς να εκφρασθή, πού να
+βάλη το κεφάλι του. Δεν ηδύνατο μήτε να τρώγη, μήτε να πίνη, μήτε να
+κοιμάται του εστέκετο στο λαιμό· έκαμνε ό,τι δεν έπρεπε να κάμη· ό,τι
+του παρήγγελαν το ελησμονούσε, ήτον ως να παρηκολουθείτο από ένα
+κακόν δαίμονα· έως ότου μιαν ημέρα, ότε ήξευρε πως εκείνη ήτον εις έν
+δωμάτιον του επάνω πατώματος, επήγε προς αυτήν, ή μάλλον ετραβήχθη
+προς αυτήν. Επειδή δε εκείνη δεν έδιδε ακρόαση εις τις παρακλήσεις
+του, ηθέλησε να την πιάση διά της βίας· δεν ήξευρε πώς του συνέβη,
+και επικαλείται τον θεόν πως οι σκοποί του υπήρξαν πάντοτε τίμιοι,
+και ότι τίποτε ζωηρότερα δεν εποθούσε παρά να τον πάρη και με αυτόν
+να περάση την ζωήν της. Αφού εμίλησε κάμποσο άρχισε να διακόπτεται,
+καθώς ένας ο οποίος έχει να πη κάτι ακόμη και δεν τολμά να το
+εκφράση· τέλος μου ωμολόγησε, με συστολήν και φόβον, ποίας μικράς
+οικειότητας του επέτρεπε και τι προσέγγιση του εσυγχώρει. Διεκόπη δύο
+τρεις φορές, και επανέλαβε τις ζωηρότερες διαμαρτυρήσεις, πως δεν το
+λέγει για την κατηγορήση, πως την αγαπούσε και την εξετίμα, καθώς και
+προτήτερα, πως αυτό δεν εβγήκε ποτέ από το στόμα του, και πως μου το
+λέγει μόνο για να με πείση ότι δεν ήτο ποσώς διεστραμμένος και
+ανόητος άνθρωπος. — Και εδώ, φίλτατέ μου, αρχίζω πάλι το παλαιό μου
+τραγούδι, που αιωνίως θα τραγουδώ· αν ηδυνάμην να σου παραστήσω τον
+άνθρωπον, πώς εστέκετο μπροστά μου, πώς τον θυμούμαι ακόμα έτσι
+μπροστά μου! Είθε να μπορούσα να σου πω το παν ακριβώς, για να
+αισθανόσουν πως συμμετέχω στην τύχη του, πως πρέπει να συμμετέχω.
+Αλλ' αρκεί! Επειδή γνωρίζεις και την ιδικήν μου τύχην, επειδή
+γνωρίζεις και εμέ, ξεύρεις πολύ καλά τι με ελκύει προς όλους τους
+δυστυχείς, τι ιδίως προς αυτόν τον δυστυχή.
+
+Ξαναδιαβάζοντας το γράμμα, βλέπω ότι ελησμόνησα να διηγηθώ το τέλος
+της ιστορίας, που όμως εύκολα εννοείται. Αυτή του αντέστη, ήλθεν ο
+αδελφός της, ο οποίος προ πολλού ήδη τον εμίσει, ο οποίος προ πολλού
+ήδη επιθυμούσε να τον ιδή έξω από το σπίτι, γιατί εφοβείτο ότι με ένα
+νέο γάμο της αδελφής του ήθελαν αποστερηθή τα παιδιά του της
+κληρονομιάς, η οποία τώρα που αυτή είναι άτεκνη τους παρέχει ωραίες
+ελπίδες· αυτός τον έδιωξε παρευθύς, και τέτοιο θόρυβο έκαμε, ώστε η
+γυναίκα, και αν ήθελε, δεν θα ηδύνατο να τον δεχθή πάλιν. Τώρα επήρε
+πάλι άλλον δούλον· και γι' αυτόν λέγουν ότι τα εχάλασε με τον αδελφό
+της, και αποφαίνονται ως βέβαιον ότι θα τον νυμφευθή· αλλ' εγώ,
+επρόσθεσε επί τέλους, έχω στερεάν απόφαση να μη επιζήσω εις τούτο.
+
+Ό,τι σου διηγούμαι δεν είναι υπερβολικόν, ουδέ καλλωπισμένον· μάλιστα
+μπορώ να πω ότι αδύνατα το διηγήθηκα και το έκαμα άκομψο γράφοντάς το
+με τις συνετισμένες ηθικές λέξεις μας.
+
+Αυτή η αγάπη, αυτή η πίστις, αυτό το πάθος δεν είναι λοιπόν ποιητική
+εύρεσις. Αυτή ζη, είναι εις την μεγίστην της αγνότητα εις την τάξη
+των ανθρώπων, τους οποίους ονομάζομεν αμορφώτους, τους οποίους
+ονομάζομεν βαρβάρους. Εμείς οι μορφωμένοι — σε τίποτα μορφωμένοι!
+Ανάγνωσε την ιστορίαν με ευλάβειαν, σε παρακαλώ. Σήμερα είμαι ήσυχος,
+γράφοντάς την· καταλαβαίνεις από το γράψιμό μου ότι δεν είναι
+ορνιθοσκαλίσματα, πιτσιλίσματα σαν άλλοτε. Ανάγνωσε, αγαπητέ μου, και
+συλλογίσου ότι αυτή είναι η ιστορία του φίλου σου. Ναι, έτσι μου
+συνέβη, έτσι θα μου συμβή, και δεν είμαι ουδέ στο μισό καν γενναίος,
+ουδέ στο μισό αποφασιστικός, απ' ό,τι ο πτωχός δυστυχής, με τον
+οποίον σχεδόν δεν τολμώ να συγκρίνω τον εαυτό μου.
+
+5 Σεπτεμβρίου.
+
+Είχε γράψει ένα γραμματάκι για να το στείλη εις τον άνδρα της εις την
+επαρχίαν, όπου έμεινε για υποθέσεις. Άρχιζεν έτσι: Αγαπητέ μου,
+φίλτατε, έλα όσον δυνηθής γρηγορώτερα, σε περιμένω με χίλιες χαρές. —
+Ένας φίλος, που ήλθεν εκείθεν, έφερε την είδησιν, ότι εξ αιτίας
+κάποιων περιστάσεων δεν θα επιστρέψη τόσο γρήγορα· το γραμματάκι
+έμεινεν εκεί και μου έπεσε το βράδυ στα χέρια. Το εδιάβασα κ'
+εχαμογέλασα· αυτή ρώτησε: γιατί; — Τι θείον δώρον είναι η φαντασία!
+ανεφώνησα· ηδυνήθην να φαντασθώ για μια στιγμή πώς είχε γραφή για
+εμέ. Αυτή εσιώπησεν, εφάνη ότι δεν της άρεσε και εγώ εσιώπησα.
+
+6 Σεπτεμβρίου.
+
+Μου ήτο πολύ δύσκολον ν' αποφασίσω, ν' αφήσω το γαλάζιο απλούν
+επανωφόρι μου, με το οποίον κατά πρώτην φοράν εχόρευσα με την
+Καρολίναν· επί τέλους όμως εχάλασα πάρα πολύ. Γι' αυτό παράγγειλα και
+μου έκαμαν ένα άλλο, απαράλλακτο σαν το πρώτο, με γιακά και πέττο,
+και πάλι το ίδιο κίτρινο γελέκο και πανταλόνι.
+
+Δεν έχει όμως καθ' όλα το αυτό αποτέλεσμα. Δεν ηξεύρω — Νομίζω ότι με
+τον καιρόν θα μου γείνη και αυτό αγαπητότερο.
+
+12 Σεπτεμβρίου.
+
+Είχεν αναχωρήσει για μερικές ημέρες, για να πάρη τον Αλβέρτον. Σήμερα
+εμπήκα εις το δωμάτιόν της, με προϋπάντησε, και της εφίλησα το χέρι
+με χίλιες χαρές.
+
+Ένα καναρίνι επέταξεν από τον καθρέπτην εις τον ώμον της. Νέος φίλος!
+είπε, και το εμάβλισε στο χέρι της· είναι προωρισμένο για τα μικρά
+του. Είναι πάρα πολύ αγαπητόν! Ιδέτε το! Όταν του δίδω ψωμί, κτυπά τα
+πτερά του, και τσιμπά τόσο νόστιμα. Με φιλεί κιόλα. Ιδέτε!
+
+Όταν επρόσφερεν εις το μικρόν ζώον το στόμα της, αυτό εκόλλησε με
+τόσην χάριν εις τα γλυκά της χείλη, ωσάν να αισθάνετο την ευδαιμονίαν
+που απήλαυε.
+
+ — Θα σας φιλήση και σας, είπε, και διεύθυνε το πτηνόν προς εμέ. Το
+ράμφος εφέρθη από το στόμα της εις το ιδικόν μου, και το τσίμπημά του
+ήτον ως πνοή, προαίσθησις ερασμίας αποφάνσεως.
+
+ — Το φίλημά του, είπα δεν είναι όλως δίχως επιθυμία· ζητεί τροφήν,
+και επιστρέφει ουχί ικανοποιημένον από το άδειο το φίλημα.
+
+ — Τρώγει και από το στόμα μου, είπε. Του επρόσφερε μερικά ψίχουλα με
+τα χείλη της, από τα οποία εμειδιούσαν η τέρψεις αθώας συμπαθούσης
+αγάπης με ζεστήν ηδονή.
+
+Απέστρεψα το πρόσωπον. Δεν έπρεπε να το κάμη αυτό! δεν έπρεπε να
+ερεθίση την φαντασία μου με αυτές τις εικόνες ουρανίας αθωότητος και
+ευδαιμονίας, ουδέ να εξυπνήση την καρδιά μου από τον ύπνο, εις τον
+οποίον αποκοιμίζει ενίοτε η αδιαφορία της ζωής! Και γιατί όχι;
+Εμπιστεύετε εις εμέ τόσον; ξέρει πόσον την αγαπώ!
+
+15 Σεπτεμβρίου.
+
+Είναι να τρελλαθή κανείς, Γουλιέλμε, όταν σκεφθή πως υπάρχουν
+άνθρωποι που δεν αισθάνονται εκείνο καν το λίγο το οποίον έχει αξίαν
+τινά επί της γης. Γνωρίζεις τις καρυδιές κάτωθεν των οποίων εκαθόμουν
+με την Καρολίναν εις την οικίαν του αγαθού ιερέως του Σ . . . τις
+λαμπρές καρυδιές που ο Θεός το ξεύρει, μου έδιναν πάντα την πιο
+μεγάλη ψυχική ευχαρίστηση! Πόσον αγαπητό έκαμναν το σπίτι του ιερέως,
+πόσον δροσερό! και πόσο λαμπροί ήσαν οι κλάδοι! και η ανάμνηση μέχρι
+των αγαθών ιερέων, οι οποίοι προ τόσων ετών τας εφύτευσαν! Ο
+διδάσκαλος μας ωνόμαζε συχνά το όνομα ενός εξ αυτών, το οποίον είχεν
+ακούσει από τον πάππον του· λέγεται ότι ήτο καλός άνθρωπος, και η
+μνήμη του μου ήταν πάντα ιερά κάτω από τα δένδρα. Σου λέγω ότι του
+διδασκάλου ήλθαν δάκρυα εις τους οφθαλμούς όταν χθες ελέγαμεν ότι
+απεκόπησαν! Μου έρχεται να τρελλαθώ, μπορούσα να φονεύσω τον σκύλον
+που έδωκε το πρώτον κτύπημα. Εγώ, που μπορούσα να λυπηθώ κατάκαρδα,
+αν δύο τέτοια δένδρα ήσαν εις την αυλήν μου, και απέθνησκε το έν απ'
+αυτά από γηρατειά, εγώ επέπρωτο να γίνω αυτόπτης. Αγαπητέ μου, ένα
+πράμα με παρηγορεί! Τι είναι το ανθρώπινον αίσθημα! Ολόκληρον το
+χωριό μουρμουρίζει, και ελπίζω πως η παπαδιά θα το καταλάβη, από τα
+βούτυρο και τα αυγά και τας λοιπάς ενδείξεις της συμπαθείας, τι
+πληγήν έκαμε εις τον τόπον της. Γιατί αυτή είναι η γυναίκα του νέου
+ιερέως (ο παλαιός μας απέθανε και αυτός), έν ισχνόν, φιλάσθενον
+πλάσμα, η οποία έχει αρκετήν αφορμήν να μη ενδιαφέρεται διόλου για
+τον κόσμον, γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται γι' αυτήν. Μία τρελλή, η
+οποία θέλει να φαίνεται σπουδασμένη, ανακατώνεται εις την εξέτασιν
+των Κανόνων, εργάζεται πάρα πολύ εις την νεωτεριστικήν ηθικοκριτικήν
+αναμόρφωσιν Χριστιανισμού, και υψώνει τους ώμους της για τις
+φαντασίες του Λαβάτερ, έχουσα ελεεινήν υγεία, και ένεκα τούτου
+καμμιάν χαράν επί της γης του Θεού. Ένα τέτοιο μόνον πλάσμα ήτο
+δυνατόν ν' αποκόψη τις καρυδιές μου. Βλέπεις, δεν συνέρχομαι!
+Φαντάσου, της φαίνεται ότι από τα πίπτοντα φύλλα λερώνεται και
+μουχλιάζει η αυλή, τα δένδρα τής παίρνουν το φως της ημέρας, και όταν
+ωριμάσουν τα καρύδια, ρίπτουν τα παιδιά πέτρες, και τούτο της
+ερεθίζει τα νεύρα, και την ταράσσει εις τις βαθειές της σκέψεις, όταν
+εξετάζη και αντιπαραβάλλει τον Κενικότ, Σέμλερ και Μικαέλις. Όταν
+είδα τους ανθρώπους του χωρίου και ιδίως τους γέροντας, τόσο
+δυσαρεστημένους, είπα γιατί το υποφέρατε; — Όταν το θέλη ο δήμαρχος,
+εδώ εις τον τόπον μας, είπαν, τι μπορούμε να κάμωμε; Αλλά για ένα
+πράγμα ευχαριστήθηκα· ο δήμαρχος και ο ιερεύς, ο οποίος δα και αυτός
+ήθελε να ωφεληθή από τας ιδιοτροπίας της γυναικός του, που βέβαια δα
+δεν του κάμνουν τις σούπες παχειές, εσκέφθηκαν να μοιράσουν μεταξύ
+των· τότε το έμαθαν οι έφοροι και είπαν αυτό δεν γίνεται! γιατί είχεν
+αξιώσεις παλαιές εις το μέρος του κτήματος του ιερέως, όπου ήσαν τα
+δένδρα, και αυτοί τα επούλησαν εις τον πλειοδοτήσαντα. Τώρα
+βρίσκονται τα ξύλα χάμω. Ω, αν ήμουν ηγεμών! ήθελα την παπαδιά, τον
+δήμαρχο και τους εφόρους . . . ηγεμών! — Ναι, αν ήμουν ηγεμών, τι θα
+με έμελε για τα δένδρα της χώρας μου!
+
+10 Οκτωβρίου
+
+Και μόνον τα μαύρα της μάτια όταν βλέπω είμαι ευχαριστημένος! Ιδού
+όμως, εκείνο που με λυπεί, είναι πως ο Αλβέρτος δεν φαίνεται να είναι
+τόσον ευτυχής, όσον εκείνος — ήλπιζε, όσον εγώ — επίστευα ότι θα
+είμαι, αν — Δεν αγαπώ να μεταχειρίζωμαι παύλες, αλλ' εδώ δεν δύναμαι
+να εκφρασθώ αλλοιώς — και νομίζω αρκετά ξάστερα.
+
+12 Οκτωβρίου.
+
+Ο Οσσιανός παρετόπισε στην καρδιά μου τον Όμηρο. Τι κόσμος είναι
+αυτός, εις τον οποίον με εισάγει ο λαμπρός ποιητής! Να πλανώμαι στο
+γυμνό τον κάμνο, γύρω μου να βουίζη η θύελλα, που μέσα σε μιαν ομίχλη
+πυκνών ατμών οδηγεί τα πνεύματα των προγόνων κάτω από το αμυδρόν φως
+της σελήνης. Να ακούω από τα βουνά, εις την βοήν του χειμάρρου, τον
+υπόκωφον στεναγμόν των πνευμάτων από τα σπήλαιά των, και τους
+θανασίμους αλολυγμούς της κόρης που θρηνολογεί κοντά στις τέσσαρες
+πέτρες που σκεπάζουν τον αγαπητικό της, σκεπασμένες με βρύον και
+ανθηρή χλόη. Όταν τότε ευρίσκω τον περιπλανώμενον πολιόν ραψωδόν, ο
+οποίος επάνω στην εκτεταμένην έρημο ζητεί τα ίχνη των πατέρων του,
+και αλλοίμονο! βρίσκει τα μνήματά των, και τότε θρηνώντας προσβλέπει
+το αγαπητό αστέρι της εσπέρας, που κρύπτεται εις την κυμαινομένη
+θάλασσα, και οι χρόνοι του παρελθόντος επανέρχονται ζωηροί εις την
+ψυχήν του ήρωος, εκείνοι όταν η καλόβολη ακτίνα εφώτιζε τους
+κινδύνους των ανδρείων, και η σελήνη το καράβι που ξαναγύριζε
+στεφανομένο, νικηφόρο. Όταν αναγινώσκω τη βαθεία λύπη επάνω στο
+μέτωπό του, όταν βλέπω τον τελευταίον, εγκαταλελειμένο ήρωα να
+κινήται αλλοιωμένος εις τον τάφον, και πώς καταπίνει πάντοτε νέες,
+αλγεινά φλογερές ηδονές αντικρύζοντας την ακίνητη εμφάνιση των σκιών
+των αποθαμμένων του, και προσβλέπει την κρύα γη, την υψηλήν
+κυματίζουσα χλόη και αναφωνεί: Ο οδοιπόρος θα έλθη, θα έλθη, με
+εγνώρισε στην ομορφιά μου, και θα ρωτήση: Πού είναι ο τραγουδιστής, ο
+έξοχος υιός του Φιγκάλ; Το πόδι του πατεί τον τάφο μου, και αυτός του
+κάκου ρωτά για μένα πάνω στη γη. — Ω φίλε! επιθυμούσα σαν ευγενής
+οπλοφόρος να σύρω το ξίφος, να ελευθερώσω διά μιας τον ηγεμόνα μου
+από τη σπασμωδική βάσανο της αργοσβυνομένης ζωής, και να στείλω προς
+τον ελευθερωθέντα ημίθεον την ψυχήν μου.
+
+19 Οκτωβρίου.
+
+Αχ, αυτό το κενόν; αυτό το φοβερόν κενόν! που αισθάνομαι εδώ εις το
+στήθος! — Σκέπτομαι συχνά· αν συ μια φορά μόνο μπορούσες να πιέσης
+αυτή μου την καρδιά, όλον αυτό το κενόν θα εγέμιζε.
+
+26 Οκτωβρίου
+
+Ναι, αγαπητέ! βεβαιούμαι, ολοένα και περισσότερο βεβαιούμαι ότι από
+την ύπαρξιν ενός πλάσματος ολίγον εξαρτάται, πολύ ολίγον. Ήλθεν εις
+της Καρολίνας μία φίλη της, και εγώ μπήκα εις το παρακείμενον
+δωμάτιον, διά να λάβω ένα βιβλίον· δεν μπορούσα ν' αναγνώσω, και τότε
+έλαβα μια πέννα για να γράψω. Τας άκουσα να μιλούν σιγά· διηγούντο
+μεταξύ των ασήμαντα πράγματα, νέα της πόλεως: Πως αυτή πανδρεύεται,
+πως εκείνη είναι ασθενής, πολύ ασθενής, έχει ξηρό βήχα, τα κόκκαλα
+φαίνονται εις το πρόσωπόν της και της έρχονται λιποθυμίες· ουδέ λεπτό
+δεν δίνω για την ζωήν της, έλεγεν η άλλη. Ο Ν.Ν. και αυτός είναι
+κακά, έλεγεν η Καρολίνα. Είναι πρισμένος, είπεν η άλλη. — Και η ζωηρά
+μου φαντασία με έφερε στο κρεββάτι αυτών των αθλίων· τους έβλεπα με
+πόσην αηδίαν έστρεφαν τα νώτα εις την ζωήν, πώς αυτοί — Γουλιέλμε!
+και τα γυναικάρια ωμιλούσαν περί τούτων, ως ομιλούν δα — περί του ότι
+ένας ξένος πεθαίνει. — Και όταν παρατηρώ γύρω μου, και κυττάζω το
+δωμάτιον και τριγύρω μου τα ενδύματα της Καρολίνας και τα χαρτιά του
+Αλβέρτου, και αυτά τα έπιπλα, προς τα οποία τώρα είμαι τόσον οικείος,
+και ακόμη προς τούτο το μελανοδοχείον και σκέπτομαι: Ιδές, τι είσαι
+τώρα εις αυτό το σπίτι! Ολωσδιόλου οικείος. Οι φίλοι σου σε τιμούν!
+αποτελείς πολλάκις την χαράν των, και φαίνεται εις την καρδιά σου.
+
+Εν τούτοις δεν δύναμαι ν' αρνηθώ εις τον Αλβέρτον την υπόληψίν μου. Η
+εξωτερική του απάθεια ευρίσκετο σε μεγάλην αντίθεσι προς την
+ανησυχίαν του χαρακτήρος μου, που δεν δύναται να κρυφθή. Έχει πολύ
+αίσθημα, και εννοεί τι κειμήλιον είναι η Καρολίνα γι' αυτόν.
+Φαίνεται, ότι σπανίως δυσθυμεί, και ξεύρεις πως είναι το μόνον
+αμάρτημα που υπερβολικά το αποστρέφομαι εις τον άνθρωπον.
+
+Με θεωρεί ως άνθρωπον με νουν και η αφοσίωσίς μου εις την Καρολίναν,
+η αληθινή μου χαρά, που αισθάνομαι εις όλας τας πράξεις της, αυξάνει
+τον θρίαμβόν του, και την αγαπά τόσον περισσότερον. Αν δε ίσως την
+βασανίζη ενίοτε με μικρή ζηλοτυπία, τούτο δεν το εξετάζω· εγώ
+τουλάχιστον αν ήμουν εις την θέσιν του, δεν θα έμενα ασφαλής απ'
+αυτόν τον διάβολο.
+
+Ας είναι κ' έτσι! η ευχαρίστησίς μου να είμαι πλησίον της Καρολίνας
+πάει. Μωρίαν να ονομάσω τούτο ή αποτύφλωσιν; — Τι χρειάζονται
+ονόματα, αφού αυτό το πράγμα μιλή! — Ήξευρα όλα, ότι τώρα ηξεύρω,
+πριν έλθη ο Αλβέρτος· ήξευρα πως δεν μπορούσα να έχω αξίωσι γι'
+αυτήν, ούτε είχα καμμίαν — δηλαδή εφόσον είναι δυνατόν, απέναντι
+τόσου θελγήτρου να μη επιθυμήση κανείς τίποτε — και τώρα ο ανόητος
+εκπλήττομαι, ότι ο άλλος πράγματι έρχεται και μου παίρνει την κόρη.
+
+Τρίζω τα δόντια μου, και χλευάζω την αθλιότητά μου, και περιφρονώ
+διπλασίως και τριπλασίως εκείνους που μπορούν και λέγουν: «να το
+ξεχάσω», αφού δα δεν γίνεται αλλοιώς. — Γλύτωσέ με απ' αυτά τα ξόανα.
+— Γυρίζω εις τα δάση, και όταν έρχωμαι εις την Καρολίναν και ο
+Αλβέρτος κάθεται πλησίον της στον κήπο στο κιόσκι και δεν δύναμαι να
+φύγω, τότε φέρομαι σαν τρελλός και κάμνω χίλιες δυο ανοησίες. — Δι'
+όνομα του Θεού, μου είπε σήμερον η Καρολίνα, σε παρακαλώ, μη [κάμεις]
+καμμίαν σκηνήν, σαν εκείνην της χθεσινής βραδειάς. Είσθε φοβερός όταν
+είσθε έτσι εύθυμος. — Αναμεταξύ μας, καιροφυλακτώ την στιγμήν, όταν
+αυτός έχει ασχολίες· ω! ευθύς ευρίσκομαι πλησίον της, και είμαι
+πάντοτε ευχαριστημένος όταν την ευρίσκω μόνην.
+
+8 Αυγούστου
+
+Σε παρακαλώ, αγαπητέ Γουλιέλμε, δεν είχα σε υπ' όψιν όταν απεκάλουν
+ανυποφόρους τους ανθρώπους που απαιτούν από μας υπομονήν εις άφευκτα
+κακά. Αληθινά δεν εφανταζόμουν ότι ηδύνασο να είσαι παρομοίας γνώμης.
+Και κατά βάθος έχεις δίκαιον.
+
+
+[??? ]ρηση που απέτυχε· τότε το ανυπόφορο βάρος της δυσθυμίας θα μου
+φαινότανε μισό. Αλλοίμονό μου! Αισθάνομαι πάρα πολύ ζωηρά ότι εγώ
+είμαι ο μόνος ένοχος, όχι ένοχος! Φτάνει που η πηγή κάθε αθλιότητος,
+είναι κρυμμένη σε μένα, καθώς άλλοτε ήταν η πηγή κάθε ευδαιμονίας.
+Δεν είμαι ο ίδιος που άλλοτε πετούσα ψηλά με τα πολλά αισθήματα, που
+κάθε μου βήμα παρακολουθούσε ένας παράδεισος, που είχα καρδιά ένα
+ολόκληρο κόσμο με αγάπη να με περιτριγυρίζη; Και αυτή η καρδιά είναι
+νεκρή· δεν έχει πια ενθουσιασμούς, τα μάτια μου εστέγνωσαν και αι
+αισθήσεις μου που δεν ευχαριστούνται πια από δάκρυα που δροσίζουν,
+μου ρυτιδώνουν κακόρεχτα το μέτωπό μου. Υποφέρω πολύ, γιατί έχασα
+ό,τι ήταν η μόνη ηδονή της ζωής μου· την ιερή ζωοποιό δύναμη, που μ'
+αυτήν έπλαθα κόσμους γύρω μου· πάει! — Όταν από το παράθυρό μου
+κυττάζω στο μακρινό λόφο, πώς ο πρωινός ήλιος σκορπά από πάνω του την
+ομίχλη και φωτίζει το ήσυχο λιβάδι, και το ήμερο ποτάμι έρχεται προς
+εμένα ανάμεσα των ιτιών, που βρίσκονται στις όχθες του ξεγυμνωμένες
+από φύλλα, — ω! όταν τότε η λαμπρή τούτη φύση μου φαίνεται χωρίς
+ψυχή, σαν μια βερνικωμένη εικόνα, και όλη η ηδονή ούτε σταλαματιά
+ευδαιμονίας μπορεί να τραβήξη από την καρδιά το μυαλό μου, και ο
+άνθρωπος ολόκληρος φαίνεται μπρος στο πρόσωπο του Θεού σαν στερεμένη
+βρύση, σαν άδειο βαρέλι ρίχτηκα συχνά κατά γης και εζήτησα από τον
+Θεό δάκρυα καθώς ένας γεωργός βροχή όταν ο ουρανός είναι μολυβένιος
+απάνω του και η γύρω του γη χάνεται από τη δίψα.
+
+Αλλ' αχ! το αισθάνομαι· ο Θεός δεν δίνει βροχή και ήλιο στις
+ορμητικές παρακλήσεις και εκείνοι οι καιροί που με βασανίζει η
+ανάμνησί τους, γιατί άλλοτε ήταν τόσον ευτυχισμένοι παρά μόνο γιατί
+με υπομονή επερίμενα το πνεύμα του, με καρδιά γεμάτη απόκρυφη
+ευγνωμοσύνη, δεχόμουνα την ηδονή, που μου έδινε!
+
+8 Νοεμβρίου.
+
+Με εμάλωσε για το παραστράτημά μου! αχ, με τόση ερασμιότητα! Τις
+παρεκτροπές μου πως κάποτε από ένα ποτήρι κρασί παρασύρομαι και πίνω
+ένα μπουκαλάκι! Μη το κάνετε! είπε· να συλλογισθήτε την Καρολίνα! Να
+συλλογισθώ! είπα· και είναι ανάγκη να μου το διδάξετε αυτό ;
+Συλλογίζομαι! — δεν συλλογίζομαι. Είσαστε πάντα στην ψυχή μου. Σήμερα
+καθόμουνα στο μέρος, όπου προχθές κατεβήκατε από την άμαξα. — Αυτή
+εμίλησε για κάτι άλλο — για να μη μιλήσω περισσότερο γι' αυτό πράμα.
+Αγαπημένε μου ; Είμαι χαμένος! Μπορεί να με κάμη ό,τι θέλει.
+
+12 Δεκεμβρίου.
+
+«Αγαπητέ Γουλιέλμε, είμαι σε μια κατάσταση, που θα ήτανε και εκείνοι
+οι δυστυχείς για τους οποίους πιστεύουν πως εκυριεύθηκαν από το
+δαίμονα. Κάποτε με πιάνει κάτι τι· δεν είνε αδημονία, ούτε επιθυμία,
+είνε μία εσωτερική άγνωστη ταραχή, που απειλεί να ξεσχίση το στήθος
+μου και που μου κλείνει το λάριγγα! Αλλοίμονο! αλλοίμονο! και έπειτα
+περιπλανώμαι στην τύχη ανάμεσα στις φοβερές σκηνές αυτής της εποχής,
+που είναι έχθρα στους ανθρώπους.
+
+«Χθες το βράδυ έπρεπε να βγω. Έξαφνα γίνηκε παγωνιά και φυσούσε
+νοτιάς· μου είπαν ότι ο ποταμός είχε ξεχειλίσει, όλα τα ρυάκια
+επλημμύρισαν, καθώς και κάτω στο Βαλάιμ η αγαπημένη κοιλάδα!
+
+«Τη νύκτα μετά τις ένδεκα έτρεξα εκεί έξω. Ήτανε φοβερό το θέαμα να
+βλέπω από το βράχο στο φως του φεγγαριού να στριφογυρνούν τα κύμματα
+που κυλούν να σκάφτουν τη γη, να σκεπάζουν τους αγρούς, τα λιβάδια,
+τους θάμνους και όλα και να σχηματίζεται από τη μία άκρη της κοιλάδος
+έως την άλλη μια αγριεμμένη θάλασσα στο φύσημα του ανέμου! Και όταν
+τότε ξαναφάνηκε το φεγγάρι και στεκότανε πάνω από το μαύρο σύννεφο
+και κυλούσε μπρος μου το κύμα με μια φοβερή λαμπρή αντανάκλαση και
+αντηχούσε· τότε με κατέλαβε φρίκη και πάλι πόθος! Αχ! με ανοικτά τα
+χέρια στεκόμουνα μπρος στην άβυσσο και η πνοή μου ερχότανε κάτω,
+κάτω! Τι ηδονή! εκεί κάτω τα βάσανά μου, τα πάθη μου να τα γκρεμίσω!
+εκεί κάτω να κυλιέμαι με βογγητό σαν τα κύμματα! Ω! — και δεν έχεις
+τη δύναμη να σηκώσης το πόδι από τη γη, να τελειώσης όλα τα βάσανά
+σου! — Δεν ήρθε ακόμη η ώρα μου — το αισθάνομαι! Ω Γουλιέλμε; Με πόση
+χαρά θα έδινα τη ζωή μου για να περάσω μέσα από τα σύννεφα σε κείνη
+την ανεμοζάλη, να πιάσω τα κύματα! Α! δεν θ' απολαύση άρα γε ο
+φυλακισμένος μια φορά αυτή την ηδονή; Και καθώς μελαγχολικός έβλεπα
+κάτω σε μια θέση που με την Καρολίνα κάτω από μια ιτιά είχα αναπαυθή
+σε περίπατο ένα καλοκαίρι — και αυτή ήτανε καταπλημμυρισμένη και
+μόλις την κατάλαβα Γουλιέλμε! Και τα λιβάδια της; έλεγα· και ο κήπος
+της στο εξοχικό σπίτι της; πόσο κατεστράφηκε τώρα από τον ορμητικό
+χείμαρρο η σκιά μας! έλεγα. Και μια ακτίνα του παρελθόντος εισέδυσε
+στη ψυχή μου, όπως ένας αιχμάλωτος που ονειρεύεται κοπάδια, λιβάδια
+και δόξες! Εστάθηκα! — Δεν κατηγορώ τον εαυτόν μου γιατί έχω το
+θάρρος να πεθάνω. Έπρεπε — τώρα κάθομαι εδώ σαν γρηά που μαζεύει τα
+ξύλα της από τους φράχτες και το ψωμί της ζητιανεύοντας από πόρτα σε
+πόρτα, για να ευκολύνη και να παρατείνη για μια στιγμή ακόμη την
+ετοιμοθάνατη και άχαρη ύπαρξή της».
+
+14 Δεκεμβρίου.
+
+«Τι είναι αυτό, αγαπητέ μου; φοβούμαι και τον εαυτόν μου! Η αγάπη μου
+προς αυτήν δεν είναι αδελφική, αγνοτάτη, καθαροτάτη; Αισθάνθηκε ποτέ
+η ψυχή μου μιαν ένοχο επιθυμία; Δεν θέλω να ορκισθώ . . . Και τώρα αυτά
+τα όνειρα! . . . Ω; πόσον αληθινά αισθανόντανε οι άνθρωποι εκείνοι που
+τις τέτοιες αντίθετες ενέργειες απόδιδαν σε ξένες δυνάμεις! Αυτή τη
+νύκτα — τρέμω να το πω — την κρατούσα στην αγκαλιά μου, σφιγμένη καλά
+στο στήθος μου και εσκέπαζα με αναρίθμητα φιλιά το στόμα που
+εψιθύριζε λόγια αγάπης. Το μάτι μου έπλεε στη μέθη του ιδικού της!
+Θεέ μου είμαι αξιοτιμώρητος που αισθάνομαι και τώρα ακόμη ευτυχίαν
+όταν θυμάμαι αυτές τις φλογερές ηδονές; Καρολίνα! Καρολίνα! —
+Τετέλεσται! αι αισθήσεις μου συγχέονται, από οκτώ ημέρες δεν έχω πια
+τη δύναμη να σκεφθώ, τα μάτια μου είναι γεμάτα δάκρυα· πουθενά δεν
+είμαι καλά και είμαι καλά παντού! Δεν εύχομαι τίποτε, δεν ζητώ
+τίποτε· θα ήταν το καλύτερο να φύγω».
+
+Η απόφαση ν' αφήση τον κόσμο είχε επικρατήσει τον καιρό αυτό στην
+ψυχή του Βερθέρου σιγά σιγά. Από όταν ξαναγύρισε στην Καρολίνα, αυτός
+ήτανε ο σκοπός του και η τελευταία του ελπίδα, αλλά είχε αποφασίσει η
+πράξη του αυτή να μην είναι πρόωρη και απερίσκεπτη, να κάμη το
+διάβημα με αληθινή πεποίθηση και με τη δυνατή αταραξία. Η αμφιβολίες
+του, ο πόλεμος προς τον εαυτό του φαίνονται από ένα γραμματάκι, που
+είναι ίσως η αρχή γράμματος προς τον Γουλιέλμο, και που ευρέθηκε στα
+χαρτιά του χωρίς ημερομηνία: «Η παρουσία της, η τύχη της, το
+ενδιαφέρον της για τη δική μου τύχη τραβούν τα τελευταία δάκρυα από
+το αποξηραμένο μυαλό μου. Να σηκώσω την κουρτίνα και να περάσω από
+πίσω! αυτό είναι όλο: Και γιατί να διστάζω και να φοβούμαι; Γιατί δεν
+ξέρει κανείς τι θα βρη από πίσω και γιατί δεν ξαναγυρίζει: Και ακόμη,
+επειδή είναι ιδιότης του πνεύματός μας, να υποθέτωμε το χάος και το
+σκότος εκεί που δεν γνωρίζομε τίποτε βέβαιο!»
+
+Τελευταία αυτή η θλιβερή ιδέα του έμπαινε περισσότερο στο μυαλό του,
+και η απόφαση του έγεινε σταθερή και αμετάκλητη, καθώς μας δείχνει
+αυτή η διφορούμενη επιστολή που έγραψε στο φίλο του.
+
+20 Δεκεμβρίου.
+
+«Ευχαριστώ τη φιλία σου, Γουλιέλμε, που πήρες έτσι τα λόγια μου. Ναι,
+έχεις δίκηο· για μένα θα ήτανε καλύτερα να έφευγα. Η πρότασή σου να
+επιστρέψω σε σας δεν μ' αρέσει καθόλου. Τουλάχιστον ήθελα ακόμη να
+κάμω ένα γύρο, μάλιστα αφού ελπίζομε ένα διαρκές κρύο και καλούς
+δρόμους. Είμαι επίσης πολύ ευχαριστημένος που θέλεις να έλθης να με
+πάρης. Άργησε όμως ακόμη δέκα πέντε μέρες και περίμενε νέο γράμμα μου
+θα σου δώση χρήσιμες λεπτομέρειες. Τίποτε δεν πρέπει να κοπή πριν
+ωριμάση και έχει μεγάλη σημασία δέκα πέντε μέρες περισσότερες ή
+λιγώτερες. Πες στη μητέρα μου να προσεύχεται για το γυιό της και
+ακόμη πως της ζητώ συγχώρηση για κάθε λύπη που της επροξένησα. Αυτή
+ήταν η τύχη μου, να δίνω λύπη σ' εκείνους που έπρεπε να δώσω χαρά.
+Έχε γεια, πολυαγαπημένε μου φίλε! Έχε όλη την ευλογία του Θεού!
+Χαίρε».
+
+Ό,τι συνέβηκε αυτόν τον καιρό στην ψυχή της Καρολίνας, ποια ήταν τα
+αισθήματά της προς τον άνδρα της, προς τον δυστυχισμένο φίλο της,
+δύσκολα τολμούμε με λόγια να εκφράσωμε· αλλά μπορούμε, ύστερα από όσα
+ξέρομε για τον χαρακτήρα της, να σχηματίσωμε μέσα μας μια ιδέα, και
+μια ωραία γυναικεία ψυχή μπορεί να μπη στη θέσι της και να εννοήση
+ό,τι κι' αυτή αισθάνθηκε.
+
+Είναι βέβαιο ότι αυτή είχε σταθερή απόφαση να κάνη το παν για να
+απομακρύνη τον Βέρθερο· και αν ανέβαλλε, ήτανε από μια εγκάρδια,
+φιλική επιείκεια, γιατί ήξερε πόσο θα του εκόστιζε και ακόμη ότε αυτό
+θα του ήτανε ίσως αδύνατο. Κατά την εποχή αυτή αναγκάσθηκε να το κάνη
+σοβαρά. Ο άνδρας της σιωπούσε εντελώς γι' αυτή τη σχέση, καθώς και
+αυτή πάντα είχε σιωπήσει· αλλά ήθελε περισσότερο να του αποδείξη με
+έργα πως είχε αισθήματα αντάξια των δικών του.
+
+Την ίδια μέρα που ο Βέρθερος είχε γράψει στο φίλο του το ύστερο
+γράμμα ήταν μια Κυριακή προ των Χριστουγένων· ήρθε το βράδυ στην
+Καρολίνα και την βρήκε μοναχή. Τακτοποιούσε μερικά παιγνιδάκια που
+είχε ετοιμάσει για τα μικρά της αδελφάκια ως δώρα των Χριστουγέννων.
+Αυτός εμίλησε για την ευχαρίστηση που θα έπαιρναν τα μικρά και για
+τον καιρό που ενόμιζε πως βρισκότανε στον παράδεισο όταν άνοιγε η
+πόρτα απροσδόκητα και έβλεπε ένα δένδρο στολισμένο με κέρινα
+κουβαράκια, γλυκίσματα και μήλα: — Και σεις, είπε η Καρολίνα, ενώ
+έκρυβε τη στενοχώρια της σ' ένα αγαπητό μειδίαμα, και σεις επίσης θα
+έχετε τα δώρα σας αν είσαστε πολύ φρόνιμος· ένα κέρινο κουβαράκι και
+ακόμη κάτι άλλο. — Και τι εννοείτε με το «φρόνιμος;·» είπε· τι να
+κάνω; πώς μπορώ να είμαι, καλή μου Καρολίνα; Την Πέμπτη το βράδυ,
+απάντησε αυτή, η βραδειά των Χριστουγέννων· τότε έρχονται τα παιδιά
+με τον πατέρα μου και παίρνει ο καθένας το δώρο του· τότε ελάτε και
+σεις — αλλά όχι προτήτερα. — Ο Βέρθερος έμεινε έκπληκτος. — Σας
+παρακαλώ, εξακολούθησε, δεν μπορεί να γείνη διαφορετικά· σας παρακαλώ
+χάριν της ησυχίας μου· αυτό δεν μπορεί να μείνη έτσι· όχι, δεν
+μπορεί! — Έστρεψα τα μάτια μου απ' αυτήν και επήγαινε στο δωμάτιο
+εδώθε κείθε και εμουρμούριζε μέσα από τα δόντια του: «δεν μπορεί να
+μείνη έτσι». Η Καρολίνα, που αισθάνθηκε την τρομερή κατάσταση που τον
+έβαλαν τα λόγια της, προσπάθησε με πολλές ερωτήσεις να δώση άλλο
+δρόμο στις σκέψεις του, αλλά του κάκου. — Όχι, Καρολίνα, ανεφώνησε,
+δεν θα σας ξαναϊδώ! — Γιατί λοιπόν Βέρθερε; αποκρίθηκε εκείνη·
+μπορείτε, πρέπει να μας ξαναϊδήτε μόνον κρατείστε τον εαυτόν σας. Ω!
+γιατί γεννηθήκατε με αυτή τη σφοδρότητα με αυτό το ακράτητο επίμονο
+πάθος για κάθε τι που μια φορά πιάσετε! Σας παρακαλώ, εξηκολούθησε
+παίρνοντας το χέρι του, κρατείστε τον εαυτόν σας. Πόσες ευχαριστήσεις
+μπορούν να σας δώσουν ο νους σας, η γνώσεις σας, τα προτερήματά σας!
+να είστε άνδρας! βγάλετε αυτή τη θλιβερή αφοσίωσι από μία γυναίκα που
+δεν μπορεί να κάνη τίποτε άλλο για σας παρά να σας λυπάται. — Ο
+Βέρθερος έτριξε τα δόντια του και την εκύτταξε σκυθρωπά. Εκείνη
+κρατούσε το χέρι του. — Σταθήτε ατάραχος για μια στιγμή Βέρθερε!
+είπε. Δεν αισθάνεσθε ότι απατάτε τον εαυτό σας, ότι καταστρέφεστε
+εκούσια; Γιατί λοιπόν, Βέρθερε, εμέ ίσια ίσια; εμένα που ανήκω σ'
+άλλον; ακριβώς εμένα; Φοβούμαι, φοβούμαι πολύ πως μόνο το αδύνατο του
+να με αποκτήσετε σας κάνει να με επιθυμήτε με τόση ορμή. — Έβγαλε ο
+Βέρθερος το χέρι του από το δικό της και την κύτταξε με ένα μάτι
+απλανές και δυσαρεστημένο. — Σοφά! πολύ σοφά! εφώναξε. Ο Αλβέρτος
+έκαμε άρα γε αυτήν την παρατήρηση; Είναι βαθειά, πολύ βαθειά! υπάρχει
+λοιπόν σ' όλον τον κόσμο κανένα κορίτσι που να μπορή να εκπληρώση τις
+επιθυμίες της καρδιάς σας; Αποφασείστε να την ζητήσητε και σας
+υπόσχομαι πως θα την βρήτε. Από πολύν καιρό με στενοχωρεί και για σας
+και για μας ο περιορισμός που εκούσια υποβληθήκατε αυτούς τους
+τελευταίους μήνες. Πάρτε το απόφαση. Ένα ταξείδι θα σας διασκεδάση,
+είμαι βέβαιη. Ζητείστε και βρήτε ένα αντικείμενον άξιο της αγάπης
+σας· έπειτα ξαναγυρίστε και ας απολαύσωμε όλοι μαζύ την ευτυχία που
+προξενεί μια αληθινή φιλία! — Αυτά θα μπορούσε, είπε εκείνος με ένα
+ψεύτικο γέλοιο, να τα τυπώση κανείς και να τα συστήση σε όλους τους
+δάσκαλους. Αγαπητή Καρολίνα, αφήστε μου ακόμη λίγο καιρό σε ησυχία,
+όλα θα διορθωθούν! — Ένα πράγμα μόνον σας ζητώ, Βέρθερε: να μην
+έλθετε πρώτα από τη βραδειά των Χριστουγέννων.! — Πριν να προφθάση ν'
+απαντήση εμπήκε στην κάμαρα ο Αλβέρτος. Είπαν το «καλησπέρα» με
+ψυχρότητα και άρχησαν να περιπατούν μαζί στο δωμάτιο με αμηχανία. Ο
+Βέρθερος άρχησε μιαν ασήμαντη ομιλία που τελείωσε σε λίγο, και ο
+Αλβέρτος το ίδιο. Έπειτα ερώτησε τη γυναίκα του για μερικές
+παραγγελίες που τις είχε δώσει και όταν άκουσε πως δεν έγειναν ακόμη,
+της είπε κάτι λέξεις, η όποιες φάνηκαν στον Βέρθερον πολύ ψυχρές, μα
+και πολύ σκληρές. Ήθελε να φύγη, αλλά δεν μπορούσε. Έμεινε ως τις
+οκτώ, ενώ ο θυμός του και η δυσαρέσκειά του όλο κι' εμεγάλωναν· ήρθαν
+να βάλουν τραπέζι και πήρε το καπέλλο του και το μπαστούνι του. Ο
+Αλβέρτος τον προσκάλεσε να μείνη, αλλ' αυτός παίρνοντας αυτήν την
+πρόσκληση για μια ασήμαντη ευγένεια τον ευχαρίστησε με ψυχρότητα και
+βγήκε.
+
+Όταν γύρισε σπίτι του επήρε το φως από το χέρι τον υπηρέτη του, που
+ήθελε να του φέξη, και μπήκε μόνος στην κάμαρα του, όπου άρχισε να
+κλαίη δυνατά· μιλούσε παράφορα με τον εαυτό του και περπατούσε
+ορμητικά πάνω κάτω. Τελευταία ερίχτηκε με τα φορέματά του στο
+κρεββάτι· έτσι τον βρήκε ο υπηρέτης του όταν κατά τις ένδεκα ετόλμησε
+να μπη στην κάμαρα και να ρωτήση αν ήθελε να του βγάλη τα παπούτσια
+του. Τον άφησε να του τα βγάλη, αλλά του απηγόρευσε να έλθη στην
+κάμαρα το άλλο πρωί πριν να τον φωνάξη.
+
+Τη Δευτέρα το πρωί, είκοσι μίαν Δεκεμβρίου, έγραψε το ακόλουθο γράμμα
+στην Καρολίνα, που το βρήκαν μετά το θάνατό του σφραγισμένο στο
+γραφείο του και της το έδωκαν, θα γράψω εδώ μερικά μέρη, με τη σειρά
+που φαίνεται από τα περιστατικά πως τα έγραφε:
+
+«Είναι αποφασισμένο, Καρολίνα: θέλω να πεθάνω. Σου το γράφω ήρεμος,
+χωρίς ρωμαντική υπερβολή, το πρωί της ημέρας που για τελευταία φορά
+θα σε ιδώ. Όταν θα διαβάσης αυτό το γράμμα αγαπημένη μου, ο κρύος
+τάφος θα σκεπάζη πια τα παγωμένα λείψανα του δυστυχισμένου ανήσυχου,
+που για τις τελευταίες στιγμές της ζωής του δεν έχει άλλη γλυκύτερη
+ενασχόληση παρά να μιλή μαζί σου. Επέρασε μια νύχτα τρομακτική, όμως,
+αλλοίμονο! μια νύκτα ευεργετική. Αυτή εστερέωσε, έκανε οριστική την
+απόφασή μου: Θέλω να πεθάνω.
+
+»Όταν χθες σε αποχωρίστηκα ευρισκόμενος σε κείνη την τρομερή
+επανάστασι όλης μου της ζωής, ενώ τόσες συγκινήσεις εκυρίευαν την
+καρδιά μου και αισθανόμουν τον εαυτό μου παγωμένο από φρίκη μπρος
+στην άχαρη και δίχως ελπίδα ύπαρξή μου κοντά σου . . . μόλις και μετά
+βίας μπόρεσα να φθάσω στο δωμάτιό μου. Εγονάτισα, έξω φρενών, και, ω
+Θεέ μου! μου έδωκες την τελευταίαν τέρψη των πιο πικρών δακρύων!
+Μύρια σχέδια και φαντασίαι εκινούντο ζωηρά στην ψυχή μου· επί τέλους
+έμεινε στερεά και ολόκληρη η τελευταία, η μόνη σκέψις: «Θέλω να
+πεθάνω! . . . » Εκοιμήθηκα και αυτό το πρωί· όταν σηκώθηκα ήσυχος, την
+βρίσκω πάντα στερεά, ολόκληρη και δυνατή: «θέλω να πεθάνω!, . . » Δεν
+είναι αυτό απελπισία, είναι η βεβαιότης υπέφερα ό,τι μπορούσα να
+υποφέρω και ότι θυσιάζομαι για σένα. Ναι, Κορολίνα! γιατί να το
+σιωπήσω; Πρέπει ένας από τους τρεις μας να εξαφανισθή και αυτός θα
+είμαι εγώ! Ω πολυαγαπημένη μου! σ' αυτή την κατασπαραγμένη καρδιά μου
+συχνά εισέδυσε η τρελλή ιδέα . . . να γείνη το τυχερό μου; Όταν
+ανεβαίνης στο βουνό καμμιάν ωραία καλοκαιρινή βραδειά, τότε θυμού
+εμένα, πως ανέβαινα τόσες φορές από την κοιλάδα, και τότε ρίξε βλέμμα
+προς το κοιμητήριο εκεί πέρα στον τάφο μου, που επάνω του ο άνεμος θα
+κινή τα ψηλά χόρτα εις τη λάμψη του ηλιοβασιλέματος, Ήμουν ήσυχος
+όταν άρχισα· τώρα, τώρα κλαίω σαν παιδί βλέποντας να έρχωνται γύρω
+μου αυτές η ζωντανές εικόνες . . . »
+
+Κατά τις δέκα ώρες ο Βέρθερος εφώναξε τον υπηρέτη του. Ενώ ντυνότανε
+του είπε ότι θα έφευγε σε λίγες μέρες και του έδωσε τη διαταγή να
+καθαρίση τα ρούχα του και να τα ετοιμάση όλα για δέμα. Τον επρόσταξε
+επίσης να ζητήση τους λογαριασμούς και μερικά δανεισμένα βιβλία και
+να προπληρώση για δύο μήνες σε μερικούς πτωχούς το μερίδιό τους, τους
+οποίους εσυνήθιζε να δίνη ένα μικρό ποσό καθ' εβδομάδα.
+
+Είπε να φέρουν το φαγητό στο δωμάτιό του και, αφού έφαγε επήγε
+έφιππος έξω στον έπαρχο, τον οποίον δεν ηύρε στο σπίτι του.
+Περπατούσε συλλογισμένος στον κήπο εδώ κ' εκεί και φαινότανε ότι
+ήθελε σ' αυτές τις τελευταίες του στιγμές να μαζέψη στην ψυχή του όλη
+τη δυσθυμία των αναμνήσεων.
+
+Τα παιδιά δεν τον άφιναν πολύ σε ησυχία, τον ακολουθούσαν, επηδούσαν
+επάνω του, και του διηγούντο ότι, όταν περάση η αυριανή ημέρα και
+έπειτα η μεθαυριανή και ακόμη μια μέρα, θα έπαιρναν από την Καρολίνα
+τα δώρα των Χριστουγέννων, και του διηγούντο τα θαύματα που έπλαττε η
+μικρά τους φαντασία. «Αύριο! εφώναξε, και έπειτα μεθαύριο και έπειτα
+μια ημέρα ακόμη» και τα αγκάλιασε όλα τρυφερά. Και εκεί που έφευγε το
+πιο μικρό ήθελε ακόμη να του πη κάτι στο αυτί. Του εμπιστεύθηκε πως
+όλα τα μεγαλύτερά του αδέλφια είχαν γράψει ωραίες ευχές για τον
+καινούριο χρόνο — τόσο μεγάλες! — μια για τον μπαμπά, μια για τον
+Αλβέρτο και την Καρολίνα, και μια άλλη για τον κύριο Βέρθερο· θα της
+έδιναν την πρωτοχρονιά το πρωί-πρωί.
+
+Σ' αυτές τις λέξεις αισθάνθηκε τον εαυτό του νικημένο από συγκίνηση·
+έδωκε σε κάθε παιδί κάτι τι, ανέβηκε στο άλογό του, άφησε
+χαιρετίσματα στο γέρο και έφυγε με δάκρυα στα μάτια.
+
+Κατά τις πέντε ήρθε στο σπίτι και είπε στην υπηρέτρια να κυττάξη τη
+φωτιά και να την διατηρήση έως την νύκτα. Στον υπηρέτη είπε να βάλη
+εις το κάτω μέρος του μπαούλου βιβλία και ασπρόρρουχα και να
+περιτυλίξη τα φορέματά του. Τότε έγραψε πιθανώς την ακόλουθη περικοπή
+του τελευταίου γράμματος προς την Καρολίνα:
+
+«Συ δεν με περιμένεις! νομίζεις πως θα υπάκουα και μόλις την παραμονή
+των Χριστουγέννων να σε ξαναϊδώ. Ω Καρολίνα, ή σήμερα ή ποτέ! Την
+παραμονή των Χριστουγέννων θα κρατής τούτο το χαρτί στο χέρι σου, θα
+τρέμης και θα το βρέχης με τα γλυκά σου δάκρυα. Θέλω, . . . πρέπει!
+. . . = Ω ευχαριστούμαι που έλαβα την απόφαση».
+
+Η Καρολίνα εν τούτοις είχε πέσει σε παράξενη κατάσταση. Έπειτα από
+τον τελευταίο της διάλογο με τον Βέρθερο, κατάλαβε πόσο δύσκολο θα
+της ήτο ν' αποχωρισθή απ' αυτόν, και τι θα υπέφερεν εκείνος αν
+απομακρυνότανε απ' αυτήν.
+
+Είχε πη μπρος στον Αλβέρτο κατά τύχην ότι ο Βέρθερος δεν θα ερχότανε
+προ της παραμονής των Χριστουγέννων και ο Αλβέρτος επήγε έφιππος σ'
+ένα υπάλληλο των περιχώρων, οπού είχε να τελειώση υποθέσεις, και οπού
+έπρεπε να μείνη την νύκτα.
+
+Η Καρολίνα καθότανε μόνη, κανένα από τα αδέλφια της δεν ήταν κοντά
+της, παρεδόθηκε σε σκέψεις, που ήσυχες περιεπλανώντο στις σχέσεις
+της. Έβλεπε λοιπόν τον εαυτόν της δεμένο για πάντα με τον άνδρα, του
+οποίου εγνώριζε την αγάπη και την πίστη, στον οποίον ήτανε αφωσιωμένη
+με την καρδιά της, του οποίου η ησυχία, του οποίου η πίστη εφαίνετο
+ότι ωρίσθηκε επίτηδες από τον ουρανό για να θεμελιώση στην ευτυχία
+της ζωής της μιαν αγαθή γυναίκα· αισθανότανε τι θα ήταν αυτός πάντοτε
+σ' αυτήν και τα παιδιά της. Αλλά, από το άλλο μέρος, της είχε γίνει ο
+Βέρθερος τόσο προσφιλής, ευθύς από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας των
+είχε φανή τόσον ωραία η συμφωνία των ψυχών τους· πολύχρονη, συχνή μ'
+αυτόν συναναστροφή, τόσες καταστάσεις τις οποίες μαζί επέρασαν, όλ'
+αυτά της είχον προξενήσει μίαν ανεξάλειπτη εντύπωση στην καρδιά της.
+Κάθε τι, που ενδιαφερότανε και εσκέπτετο, ήταν συνειθησμένη, να το
+μοιράζεται μαζί του και η απομάκρηνσή του απειλούσε να ανοίξη ένα
+χάσμα που θα ήταν αδύνατο ν' αναπληρωθή. Ω, αν μπορούσε στη στιγμή να
+τον κάνη αδελφό της! πόσο ευτυχισμένη θα ήτανε! Αν μπορούσε να τον
+παντρέψη με μία από τις φίλες της, αν μπορούσε να ελπίζη ν'
+αποκαταστήση εντελώς πάλι τη σχέση του προς τον Αλβέρτο!
+
+Εσκέφθηκε με τη σειρά όλες τις φιλενάδες της, και σε κάθε μία εύρισκε
+ένα ελάττωμα· δεν εύρισκε καμμιά στην οποία να μπορούσε να τον
+παραχωρήση.
+
+Από όλες αυτές τις σκέψεις της εκατάλαβε βαθειά, χωρίς και αυτή να το
+καταλάβη καλά, ότι η κρυφή της καρδιάς της επιθυμία ήτανε να τον
+κρατήση για τον εαυτόν της· και όμως έλεγε μέσα της ότι δεν μπορούσε,
+ότι δεν έπρεπε να τον κρατήση· η καθαρή της, ωραία ελαφριά και
+εύστοργη ψυχή της αισθανόταν την πίεση της μελαγχολίας, στην οποία η
+ελπίς της ευτυχίας ήτον αποκλεισμένη. Η καρδιά της ήτον πλακωμένη και
+σκοτεινό σύννεφο βρισκότανε μπρος στα μάτια της.
+
+Ήταν εξήμισυ η ώρα όταν άκουσε τον Βέρθερο ν' ανεβαίνη τη σκάλα και
+αμέσως ανεγνώρισε το βήμα του, τη φωνή του να ρωτά για κείνη. Πόσο
+κτυπούσε η καρδιά της και, μπορούμε σχεδόν να πούμε, για πρώτη φορά
+κατά τον ερχομό του! Από μέρους της ευχαρίστως θα διέταζε να του πουν
+πως δεν ήτο εκεί, και όταν μπήκε του εφώναξε με είδος ζωηρής ταραχής:
+— Δεν εφυλάξετε το λόγο σας. Δεν υποσχέθηκα τίποτε, ήτον η απόκρισή
+του. — Έπρεπε τουλάχιστον να υπακούσετε στην παράκλησή μου, είπεν
+εκείνη· σας παρεκάλεσα για την ησυχία και των δυο μας.
+
+Όλη η δύναμη αυτών των λόγων τον εκυρίεψε τον δυστυχισμένο. Εγονάτισε
+εντελώς απελπισμένος μπρος στην Καρολίνα, έδραξε τα χέρια της, τα
+επίεσε στα μάτια του, προς το μέτωπό του, και προαίσθημα του φοβερού
+του σκοπού εφαίνετο πως διαπέρασε την ψυχή της Καρολίνας. Η αισθήσεις
+της καταταράχθηκαν, έσφιγγε τα χέρια του, τα έσφιγγε στο στήθος της,
+έγειρε με μελαγχολικό πάθος προς αυτόν και τα θερμά μάγουλά τους
+πλησίασαν. Ο κόσμος χανότανε γι' αυτούς. Την αγκάλιασε, την έσφιξε
+στο στήθος του και εσκέπασε τα τρέμοντα, τα ψιθυρίζοντα χείλη της με
+μανιώδη φιλήματα. — Βέρθερε, εφώναξε με πνιγμένη φωνή μακραίνοντας
+εκείνη. Βέρθερε! και με το χέρι της το αδύνατο τραβιώταν από το
+στήθος του. — Βέρθερε, ξαναφώναξε με τον επιβλητικό τόνο του ποιο
+ευγενικού αισθήματος.
+
+Αυτός δεν αντιστάθηκε, την άφησε από τους βραχίονάς του και έπεσε
+αναίσθητος μπροστά της. Αυτή έφυγε βιαστικά παραδομένη σε μια λυπηρή
+ταραχή, τρέμοντας μαζί από αγάπη και οργή, «Είναι η τελευταία φορά.
+Βέρθερε! είπε. Δεν θα με ξαναϊδήτε». Και με βλέμμα γεμάτο αγάπη προς
+τον δυστυχισμένο έτρεξε στο διπλανό δωμάτιο και κλείστηκε κει μέσα. Ο
+Βέρθερος ετέντωνε προς αυτήν τα χέρια, δεν τολμούσε να την εμποδίση.
+Ήταν ξαπλωμένος κατά γης με το κεφάλι επάνω στον καναπέ και έμεινε σ'
+αυτή τη θέση περισσότερο από μισή ώρα, έως ότου ένας θόρυβος τον
+έφερε στον εαυτό του. Ήταν η υπηρέτρια, που ήρθε να στρώση το
+τραπέζι. Ο Βέρθερος επήγαινε στο δωμάτιο δω κ' εκεί και, όταν έμεινε
+μόνος, πάλι επήγε στην πόρτα της κάμαρας και φώναξε με σιγανή φωνή:
+«Καρολίνα! Καρολίνα! μόνο μια λέξη ακόμη! ένα αποχαιρετισμό!» Αυτή
+σιωπούσε. Εκείνος περίμενε και παρεκάλει και ξαναπερίμενε· τέλος
+αποσπάσθηκε από τη θέση του και εφώναξε: «Χαίρε! Καρολίνα! χαίρε για
+πάντα! »
+
+Έφθασε στην πόλη της πόλεως. Οι φύλακες, που τον είχαν πια συνηθίσει,
+τον άφηναν να περάση χωρίς να πουν τίποτε. Έπεφτε χιονόνερο και μόλις
+κατά της ένδεκα εκτύπησε πάλι την πόρτα. Ο υπηρέτης παρατήρησε, όταν
+ο Βέρθερος ήλθε στο σπίτι του, ότι του έλειπε το καπέλλο. Δεν
+ετόλμησε να του πη τίποτε, τον έγδυσε ήταν όλος βρεγμένος. Έπειτα
+βρήκαν το καπέλλο του επάνω σ' ένα βράχο που βλέπει στην κατωφέρεια
+του λόφου κατά την κοιλάδα και είνε ακατανόητο πώς ανέβηκε εκεί τη
+σκοτεινή και βροχερή νύκτα χωρίς να πέση.
+
+Έπεσε στο κρεββάτι του και κοιμήθηκε πολύ. Ο υπηρέτης τον βρήκε να
+γράφη όταν το πρωί στο κάλεσμά του τού έφερε τον καφέ. Επρόσθεσε αυτά
+εις το γράμμα της Καρολίνας:
+
+«Για τελευταία φορά, για τελευταία φορά ανοίγω αυτά τα μάτια. Αχ! δεν
+θα δουν πια τον ήλιο. Θολερή, συννεφιασμένη ημέρα τον κρατεί
+σκεπασμένο και ο ουρανός είναι σκοτεινός. Έτσι έχε πένθος, φύσις· το
+παιδί σου, ο φίλος σου, ο εραστής σου πλησιάζει στο τέλος του. Ω
+Καρολίνα! Είναι μοναδικό αίσθημα και όμως μοιάζει πολύ με αμυδρό
+όνειρο, που βρίσκω όταν λέγω: «Αυτό είναι το τελευταίο μου πρωί. Το
+τελευταίο!» Καρολίνα, δεν καταλαβαίνω καθόλου τη λέξη τελευταίο. Δεν
+είμαι τώρα σ' όλη μου τη δύναμη; και αύριο θα είμαι ξαπλωμένος στη γη
+χωρίς αυτή. Να πεθάνω! Τι θα πη αυτό; Λες, ονειρευόμαστε όταν μιλάμε
+για τον θάνατο. Είδα πολλούς ανθρώπους να πεθαίνουν. Αλλά είνε τόσον
+περιορισμένη η ανθρωπότης, ώστε δεν έχει καμμία αίσθηση για την αρχή
+και το τέλος της υπάρξεώς της. Τώρα ακόμη ανήκω σε σένα, αγαπημένη
+μου! και σε μια μόνη στιγμή — χωρισμένοι, χαμένοι ο ένας για τον
+άλλον . . . Όχι, Καρολίνα, όχι! Πώς μπορώ να εκλείψω; . . . ή πώς μπορείς
+να χαθής; αφού τώρα υπάρχομε! . . . Να εκλείψω . . . Τι θα πη αυτό; Είναι
+πάλι μια λέξη! ένας ήχος χωρίς σημασία! δεν λέει τίποτε στην ψυχή
+μου! . . . Νεκρός, Καρολίνα, καταχωμένος στην κρύα γη, τόσο στενά! τόσο
+σκοτεινά! Είχα μια φίλη, που ήτανε το παν για μένα στην λησμονημένη
+νεότητά μου· αυτή πέθανε και εγώ ακολούθησα το λείψανό της και
+στεκόμουνα στον τάφο, όταν κατέβαζαν το φέρετρο, και τα σχοινιά
+έτριζαν, εχαλαρώνοντο και ανεσύροντο· όταν έπειτα έπεφτε η φτυαριά,
+το χώμα και το πένθιμο φέρετρο έδινε ένα σιγανό ήχο που γινότανε
+ολοένα σιγανώτερος ως ότου στο τέλος σκεπάστηκε εντελώς. Ερρίχτηκα
+δίπλα στον τάφο! κατάπληκτος, ταραγμένος, στενοχωρημένος, με
+καταξεσχισμένη καρδιά, αλλά δεν ήξερα τι μου συνέβηκε τι θα μου
+συμβή. — Θάνατος! τάφος! δεν καταλαβαίνω αυτές τις λέξεις! Ω,
+συγχώρησέ με! συγχώρησέ με! Χθες θα ήτο η τελευταία στιγμή της ζωής
+μου! Ω άγγελε! Για πρώτη φορά χωρίς αμφιβολία αισθάνθηκα αυτό το
+ηδονικό αίσθημα να καταφλέγη όλη μου την ύπαρξη. «Μ' αγαπά: μ'
+αγαπά!» Καίει ακόμη στα χείλη μου η ιερά φωτιά που έρρευσε χείμαρρος
+από τα δικά σου· νέα θερμή ηδονή είναι στην καρδιά μου. Συγχώρησέ με!
+συγχώρησέ με!
+
+Αχ, ήξερα πως με αγαπούσες, το ήξερα από αυτό το πρώτ' αντίκρυσμα του
+γλυκού σου βλέμματος, από την πρώτη πίεση του χεριού σου· αλλ' όμως
+όταν πάλι ήμουν μακριά σου, όταν έβλεπα τον Αλβέρτο στο πλευρό σου,
+έπεφτα πάλι στη θλίψη και στον πυρετό της αμφιβολίας.
+
+»Θυμάμαι τα λουλούδια που μου έστειλες όταν δεν μπόρεσες στην άθλια
+εκείνη συναναστροφή να μου πης μια λέξη, ούτε καν να μου προσφέρης το
+χέρι;
+
+»Ω! τη μισή νύκτα ήμουνα γονατισμένος μπρος σ' αυτά και μου
+επεσφράγισαν την αγάπη σου. Όμως αχ! αυτές η εντυπώσεις πέρασαν,
+καθώς φεύγει λίγο λίγο από την ψυχή του πιστού το αίσθημα της χάριτος
+του Θεού του, που χορηγήθηκε εις όλο το ουράνιο στερέωμά του στα θεία
+ορατά σημεία
+
+»Όλ' αυτά είναι τα φθαρτά, αλλ' ούτε αυτή η αιωνιότης θα αφήση τη
+φλογερή ζωή, που απήλαυσα χθες στα χείλη σου, που την αισθάνομαι μέσα
+μου! Με αγαπά! Αυτό το μπράτσο την αγκάλιασε, αυτά τα χείλη έτρεμαν
+πάνω στα χείλη της, αυτό το στόμα εψέλλισε στο δικό της: «Είσαι δική
+μου! Είσαι δική μου! ναι, Καρολίνα για πάντα».
+
+»Και τι σημαίνει πως ο Αλβέρτος είναι σύζυγός σου; Σύζυγος! Αυτό
+λοιπόν θα ήτανε γι' αυτό τον κόσμο — ναι γι' αυτόν τον κόσμο —
+αμαρτία ότι σε αγαπώ, ότι επιθυμούσα από τα χέρια του να σε αποσπάσω
+στα δικά μου. Αμαρτία; Καλά και τιμωρώ τον εαυτό μου γι' αυτό· την
+εδοκίμασα με όλη της την ουρανία ηδονή αυτή την αμαρτία, βάλσαμο ζωής
+και δύναμη ερρόφησα στην καρδιά μου. Απ' αυτή τη στιγμή είσαι δική
+μου, δική μου, Καρολίνα! Πηγαίνω πρώτος! πηγαίνω στον πατέρα μου και
+στον πατέρα σου. Σ' αυτόν θα παραπονεθώ και αυτός θα με παρηγορήση,
+έως ότου έλθης, και θα πετάξω να σε προϋπαντήσω, να σε δράξω και θα
+μένω κοντά σου, μπρος στο πρόσωπο του απείρου, σ' ένα αιώνιον
+εναγκαλιασμό.
+
+«Δεν ονειρεύομαι, δεν παραληρώ. Κοντά στο τάφο βλέπω πιο καθαρά! Θα
+είμαστε μαζί! θα ξαναϊδωθούμε! Θα ιδώ τη μητέρα σου! Ναι! Θα την ιδώ,
+θα την εύρω! Α! μπρος της θ' ανοίξω όλη μου την καρδιά: Τη μητέρα
+σου, το ομοίωμά σου».
+
+Κατά τις ένδεκα ερώτησε ο Βέρθερος τον υπηρέτη του, μήπως επέστρεψεν
+ο Αλβέρτος. Ο υπηρέτης είπε «ναι»· είδε το άλογό του να το
+ξαναφέρνουν κει πέρα. Έπειτα του έδωκε ο κύριός του ένα ανοικτό
+γραμματάκι που έγραφε:
+
+«Θα έχετε την καλωσύνη 'να με δανείσετε τα πιστόλια σας για ένα
+ταξείδι που σκοπεύω να κάμω; Υγιαίνετε!»
+
+«Η καϋμένη η Καρολίνα λίγο κοιμήθηκε αυτή τη νύχτα· εκείνο που τόσο
+πολύ εφοβείτο είχε συντελεσθή και κατά τρόπον απροσδόκητο και
+απρόβλεπτο. Το αίμα της που συνήθως έρρεε τόσον ήρεμα και ομαλά,
+ευρίσκετο σε ταραχή πυρετού· τα πλέον αντίθετα αισθήματα ανεστάτωναν
+την ευγενική της καρδιά! Να ήταν η φωτιά του εναγκαλισμού του
+Βερθέρου που την αισθανότουν να καίη το στήθος της; να ήταν ο θυμός
+που της προκαλούσε η τόλμη του ή μάλλον η δυσαρέσκεια που αισθανότουν
+συγκρίνοντας τη τωρινή της κατάσταση προς εκείνες τις ημέρες μιας
+ηρεμικής αγνότητος και εμπιστοσύνης προς τον εαυτόν της, απαλλαγμένη
+από κάθε εξαναγκασμό και από κάθε ανησυχία; πώς θα παρουσιαζότουν
+μπροστά στον άντρα της; πώς θα του ωμολογούσε μια σκηνή, που
+μολαταύτα δεν τολμούσε να το εξομολογηθή στον εαυτό της; Είχαν τόσον
+καιρό σιωπήσει μεταξύ των και αυτή θα ήτο η πρώτη που θα έκοβε τη
+σιωπή και σε τόσο ακατάλληλον καιρό θα έκανε μια τόσο απροσδόκητη
+αποκάλυψη στο σύζυγό της; Έτσι φοβότανε πως μόνη η είδηση για την
+επίσκεψη του Βερθέρου θα του έκανε δυσάρεστη εντύπωση, και τώρα
+μάλιστα αυτή η απροσδόκητη καταστροφή! Μπορούσε να ελπίζη πως ο
+σύζυγός της θα την έβλεπε με την αληθινή της όψη; θα την εδέχετο
+χωρίς καμμιά προκατάληψη; και θα επιθυμούσε να διαβάση εκείνος στην
+ψυχή της; Και όμως, πάλι, μπορούσε να προσποιηθή μπροστά στον άντρα
+της, εμπρός τον οποίον πάντοτε σαν κρύσταλλο ήτανε ανοικτή και
+ελεύθερη και εις στον οποίον ποτέ δεν έκρυψε κανένα αίσθημά της, ούτε
+μπορούσε ν' αποκρύψη; Και το ένα και το άλλο της έδινε φροντίδες και
+την έβαζε σε στενοχώρια· και πάντοτε γύριζαν η σκέψεις της πάλι προς
+τον Βέρθερο, ο οποίος ήτανε γι' αυτήν χαμένος, τον οποίον, δεν
+μπορούσε ν' αφήση στον εαυτό του και εις τον οποίον, αν την έχανε,
+δεν έμενε τίποτε πια.
+
+Πόσο βαρειά τώρα έφταιξε αυτή για το σκάνδαλο, που μεταξύ των δύο
+ανδρών είχε κατασταθή πράγμα που δεν μπορούσε τη στιγμή εκείνη να
+εξηγήση! Τόσο φρόνιμοι, τόσο καλοί άνθρωποι άρχισαν για μερικές
+μυστικές διαφορές να σιωπούν μεταξύ τους· κάθε ένας εσκέπτετο για το
+δίκηο του και το άδικο του άλλου, και η σχέσεις τόσο πολύ
+επεριπλέκοντο και παρωξύνοντο, ώστε έγεινε αδύνατο να λυθή ο δεσμός
+ίσα ίσα εις την κρίσιμο στιγμή, από την οποίαν το παν εξηρτάτο. Αν
+ευτυχισμένη οικειότης τους έφερε πάλι εγκαίρως κοντά, αν αγάπη και
+επιείκεια εγεννώντο μεταξύ τους και άνοιγαν τις καρδιές τους, ίσως θα
+μπορούσε ακόμη να σωθή ο φίλος μας.
+
+Υπήρχεν ακόμη και ένα παράδοξο περιστατικό. Ο Βέρθερος καθώς ξέρομε
+από τα γράμματά του, ποτέ του δεν το έκρυβε πως ποθούσε να αφήση τον
+κόσμο. Ο Αλβέρτος συχνά τον είχε πολεμήσει και πολλές φορές έγεινε
+λόγος γι' αυτό μεταξύ της Καρολίνας και του συζύγου της. Αυτός,
+επειδή αισθανόταν φανερή αντιπάθεια προς την πράξη, συχνά με είδος
+αγανακτήσεως, που ήταν εντελώς ξένη στο χαρακτήρα του, είχε δώσει να
+εννοήση ότι είχε αιτίες ν' αμφιβάλλη πολύ για την αλήθεια μιας
+τέτοιας πρόθεσης· είχε κάμει μερικές αστειότητες γι' αυτό και είχε
+εκφράσει τη δυσπιστία του στην Καρολίνα. Αυτό την καθησύχαζε αφ'
+ενός, όταν η σκέψεις της τής παρουσίαζαν τη λυπηρή εικόνα, αλλ' αφ'
+ετέρου αισθανόταν τον εαυτό της εμποδισμένο ν' ανακοινώση στο σύζυγό
+της τους φόβους που εκείνη τη στιγμή την βασάνιζαν.
+
+Ο Αλβέρτος εγύρισε και η Καρολίνα επήγε να τον υποδεχθή με στενόχωρη
+σπουδή· δεν ήταν φαιδρός, η υπόθεσή του δεν ήταν τελειωμένη, είχε
+εύρει τον γείτονα έπαρχο άκαμπτο και μικρόμυαλο άνθρωπο. Κι' ο κακός
+δρόμος ακόμη τον είχε κάνει δύσθυμο.
+
+Ερώτησε αν συνέβηκε τίποτε, και αυτή αποκρίθηκε γρήγορα: «Ο Βέρθερος
+χθες το βράδυ ήταν εδώ». Ερώτησε αν ήρθαν γράμματα, και αυτή
+αποκρίθηκε πως ήτανε στο δωμάτιό του μερικά δέματα και γράμματα.
+Επήγε εκεί και η Καρολίνα έμεινε μόνη της. Η παρουσία του ανδρός, που
+αγαπούοε και τιμούσε συγχρόνως, είχε κάνει νέα εντύπωσι στην καρδιά
+της. Η ανάμνηση της ευγενικής ψυχής του, της αγάπης του και της
+καλωσύνης του καθησύχαζαν περισσότερο την ψυχή της, αισθάνθηκε
+ενδόμυχη επιθυμία να τον ακολουθήση, έλαβε την εργασία της και επήγε
+στο δωμάτιό του, καθώς πολλές φορές έκανε.
+
+Τον βρήκε ν' ασχολήται να λύση μερικά δέματα και να διαβάζη. Μερικά
+φαινόντανε πως έγραφαν όχι πολύ ευχάριστα. Του έκανε μερικές
+ερωτήσεις, στις οποίες σύντομα αποκρίθηκε και εκάθησε στο γραφείο του
+για να γράψη.
+
+Εκάθησαν έτσι μια ώρα μαζί και περισσότερο, σκοτάδι ολοένα γέμιζε τη
+ψυχή της Καρολίνας. Αισθανόταν πόσο δύσκολο θα της ήτον ν' αποκαλύψη
+στον σύζυγό της ό,τι είχε μέσα στην καρδιά της και όταν ακόμη είχε
+την πιο καλή διάθεση· έπεσε σε μελαγχολία, που την στενοχωρούσε τόσο
+περισσότερο, όσο ζητούσε να την αποκρύψη και να καταπιή τα δάκρυά
+της.
+
+Εστενοχωρήθηκε καρά πολύ όταν είδε τον υπηρέτη του Βερθέρου· αυτός
+έδωκε το γραμματάκι στον Αλβέρτο, ο οποίος απαθής εστράφηκε στη
+γυναίκα του και είπε: Δος του τα πιστόλια. «Του εύχομαι καλό
+ταξείδι», είπε στον υπηρέτη. Αυτό έπεσε πάνω της σαν κεραυνός,
+κλονίστησε, δεν ήξερε τι της συνέβαινε. Σιγά σιγά επήγε στον τοίχο,
+κατέβασε τρέμοντας τα όπλα, τα εκαθάρισε από τη σκόνη και εδίσταζε,
+και θα εδίσταζε ακόμη για πολύ αν δεν την επίεζε ο Αλβέρτος με ένα
+ερωτηματικό βλέμμα. Έδωκε το ολέθριο όπλο στον υπηρέτη, χωρίς ούτε
+λέξη να μπορέση να προφέρη και, όταν αυτός εβγήκε απ' το σπίτι,
+εμάζεψε την εργασία της, επήγε στο δωμάτιό της σε μια κατάσταση
+ανέκφραστης αβεβαιότητος. Η καρδιά της τής προέλεγε όλα τα τρομερά.
+Μια φορά ήθελε να ριχτή στα πόδια του ανδρός της και να του αποκαλύψη
+όλα, το συμβάν της χθεσινής βραδειάς, την ενοχή της και τα
+προαισθήματά της· έπειτα όμως έβλεπε πως δεν θα είχε κανένα
+αποτέλεσμα το επιχείρημά της, πολύ λίγο μπορούσε να ελπίζη πως θα
+μπορούσε να πείση τον σύζυγό της να πάη στο Βέρθερο. Έβαλαν τραπέζι
+και μια καλή φιλενάδα, που ήρθε για να ρωτήση μόνο κάτι τι και να
+φύγη, . . . και έμεινε, έκανε υποφερτή την ομιλία στο τραπέζι· με το
+ζόρι μίλησαν, διηγήθηκαν, ελησμόνησαν.
+
+Ο υπηρέτης ήρθε με τα πιστόλια στο Βέρθερο, ο οποίος με έκσταση του
+τα πήρε, όταν άκουσε πως η Καρολίνα του τα έδωκε. Διέταξε να φέρουν
+ψωμί και κρασί και είπε προς τον υπηρέτη να πάη να φάγη και εκάθησε
+για να γράψη.
+
+«Επέρασαν από τα χέρια σου, τα καθάρισες από τη σκόνη, τα φιλώ χίλιες
+φορές, συ τα άγγιξες και συ πνεύμα του ουρανού εννοείς την απόφασή
+μου, και συ, Καρολίνα, μου δίνεις το όπλο, συ, από τα χέρια της
+οποίας επιθυμούσα να δεχθώ το θάνατο, και, αχ! τώρα τον δέχουμαι. Ω,
+εξέτασα τον υπηρέτη μου. Έτρεμες σαν τάδινες, δεν είπες κανένα
+«χαίρε!» — Αλλοίμονο! αλλοίμονο! κανένα «χαίρε!» — Να έχης άρα γε
+κλεισμένη την καρδιά σου για μένα, εξ αιτίας της στιγμής που για
+πάντα με έδεσε με σένα; Καρολίνα, ούτε χιλιάδες χρόνια δεν μπορούν
+να εξαλείψουν την εντύπωση! και το αισθάνομαι, δεν μπορείς να μισήσης
+εκείνον που τόσο καίεται για σένα».
+
+Μετά το φαγητό διέταξε τον υπηρέτη να τελειώση την προετοιμασία,
+εξέσχισε πολλά χαρτιά, εβγήκε έξω και εξώφλησε ακόμη μικρά χρέη.
+Εγύρισε σπίτι του, εβγήκε πάλι έξω από την πόλη με όλη τη βροχή, στον
+κήπο του κόμητος, περιπλανήθηκε στη χώρα και όταν νύχτωσε επέστρεψε
+και έγραψε:
+
+«Γουλιέλμε, για τελευταία φορά είδα αγρούς και δάση και τον ουρανό.
+Χαίρε και συ! Αγαπητή μητέρα, συγχωρήστε με! Παρηγόρησέ την,
+Γουλιέλμε! Ο Θεός να σας ευλογήση! Τα πράγματά μου είναι όλα σε τάξη.
+Χαίρετε! θα ξαναϊδωθούμε και φαιδρότεροι. — Κακά σε αντήμειψα,
+Αλβέρτε, και με συγχωρείς. Ετάραξα την ησυχία του σπιτιού σου, έφερα
+δυσπιστία μεταξύ σας. Χαίρε! θέλω να τα τελειώσω. Ω! μακάρι να
+γινόσαστε ευτυχείς με τον θάνατό μου! Αλβέρτε, κάμε τον άγγελον
+ευτυχή! και έτσι να έχης την ευλογία του Θεού!»
+
+Το βράδυ ακόμη κατεγίνετο με τα χαρτιά του, εξέσχισε πολλά και τα
+κατέρριψε στη θερμάστρα, εσφράγισε μερικά δέματα που έστελνε στο
+Γουλιέλμο. Παρείχαν μικρές μελέτες και σκόρπιες σκέψεις· είδα
+μερικές· και αφού κατά τας δέκα διέταξε και επρόσθεσαν ξύλα στη
+θερμάστρα και του έδωκα ένα μπουκάλι κρασί, έστειλε τον υπηρέτη του
+να κοιμηθή, που είχε δωμάτιο, καθώς και οι άλλοι άνθρωποι του
+σπιτιού, στο πίσω μέρος, μακριά από το δικό του. Ο υπηρέτης κοιμήθηκε
+ντυμένος για να είναι έτοιμος την άλλη μέρα το πρωί, επειδή ο κύριός
+του τού είχε πη πως τα ταχυδρομικά άλογα θα είναι προς στο σπίτι
+πριν των έξ.
+
+Μετά τις ένδεκα.
+
+«Το παν είναι τόσο σιωπηλό γύρω μου, και η ψυχή μου τόσο ήσυχη! Σ'
+ευχαριστώ, Θεέ μου, που δίνεις σ' αυτές τις τελευταίες μου στιγμές
+τόση θερμότητα και δύναμη. Έρχομαι στο παράθυρο, αγαπημένη μου, και
+βλέπω, και βλέπω ακόμη μέσα από τα σύνεφα, που δείχνει μακριά η
+καταιγίδα, να λάμπουν εδώ και εκεί μερικά αστέρια του αιωνίου
+ουρανού! Όχι, δεν θα πέσετε! ο Αιώνιος σας κρατεί στην καρδιά του
+καθώς και μένα! Βλέπω ταστέρια της ουράς της Άρκτου, του πιο
+αγαπημένου από όλους τους αστερισμούς. Όταν τη νύχτα έφευγα από σένα,
+άμα έβγαινα απ' την πόρτα σου εστέκετο αντικρύ μου. Με πόση μέθη τον
+έβλεπα συχνά! συχνά με σηκωμένα χέρια το πήρα για σημάδι ιερό για την
+ευδαιμονία που τότε είχα! και ακόμη . . . Καρολίνα! τι δεν μου θυμίζει
+άπληστα μύρια ασήμαντα πράγματα που συ έπιασες, αγία μου!
+
+«Αγαπητό σκιαγράφημα! Σου το αφίνω κληρονομιά, Καρολίνα σε παρακαλώ
+να το τιμήσης. Όταν έβγαινα ή έμπαινα στο σπίτι σου του έστελνα χίλια
+φιλήματα· χίλιες φορές του διηύθυνα ένα σημείο χαιρετισμού.
+
+»Έχω παρακαλέσει τον πατέρα σου σ' ένα γραμματάκι να προστατέψη το
+λείψανό μου. Στο κοιμητήριο είναι δύο φιλύρες, πίσω στη γωνία προς
+τον κάμπο. Εκεί θέλω να ησυχάσω. Μπορεί να το κάμη, και θα το κάνη
+για το φίλο του. Παρακάλεσέ τον και συ. Δεν θέλω ν' απαιτήσω από
+καλούς χριστιανούς να θάψουν τα σώματά τους στο πλάι ενός
+δυστυχισμένου. Αχ, ήθελα να με θάψετε στο δρόμο, ή σε έρημη κοιλάδα!
+Ο ιερεύς και ο Λευίτης θα αντιπαρήρχοντο μπρος από την πέτρα που
+θάδειχνε τον τάφο μου, και ο Σαμαρείτης θα έχυνε ένα δάκρυ.
+
+»Κύτταξε, Καρολίνα! Δεν φρικιώ πιάνοντας το ψυχρό τρομερό ποτήρι που
+θα πιω τη ζάλη του θανάτου! Συ μου το έστειλες και εγώ δεν διστάζω.
+Όλα! Όλα! Έτσι εκπληρώνονται όλες η επιθυμίες και η ελπίδες της ζωής
+μου! Θα κτυπήσω ψυχρός και απαθής τη σιδερένια πόρτα του θανάτου.
+
+»Να μπορούσα να έχω την ευτυχία να πεθάνω για σένα, Καρολίνα, για
+σένα να θυσιασθώ! Ήθελα με θάρρος και φαιδρός να πεθάνω αν μπορούσα
+να σου ξαναδώσω την ησυχία, την ηδονή της ζωής σου. Αλλ' αχ! αυτό
+μόνο σε μερικούς ευγενείς εδόθηκε, χύνοντας το αίμα τους για τους
+δικούς τους και με το θάνατό τους να δώσουν νέα εκατονταπλάσια ζωή
+στους φίλους τους!
+
+»Με αυτά τα φορέματα, Καρολίνα, θέλω να με θάψουν· τα έγγιξες συ, τα
+έκαμες ιερά· παρεκάλεσα ακόμη γι' αυτό και τον πατέρα σου. Η ψυχή
+πετά επάνω στο φέρετρο. Να μη εξετάσουν τις τσέπες μου. Εκείνος ο
+τριανταφυλλί φιόγκος, που είχες στο στήθος όταν για πρώτη φορά σε
+βρήκα μέσα στα παιδιά σου . . . Ω, φίλησέ τα χίλιες φορές και
+διηγήσου τους την τύχη του άτυχου φίλου τους. Τα αγαπημένα! Τα βλέπω
+ακόμη πως μαζεύονται γύρω μου. Αχ! πόσο εδέθηκα κοντά σου! από την
+πρώτη στιγμή δεν μπορούσα να σ' αφήσω! — Εκείνος ο φιόγκος να θαφτή
+μαζί μου· στα γενέθλιά μου μού τον χάρισες! Πώς τα άρπαξα όλ' αυτά! —
+Αχ! δεν σκεπτόμουνα πως αυτός ο δρόμος θα με έφερνε εδώ! — Έσω ήσυχη
+σε παρακαλώ, έσω ήσυχη!
+
+»Είναι γεμάτα. — Κτυπάει δώδεκα! Ας γείνη λοιπόν! — Καρολίνα! Χαίρε!
+χαίρε!»
+
+Ένας γείτονας είδε την λάμψη της μπαρούτης και άκουσε τον κρότον
+επειδή όμως ήτανε ησυχία δεν έδωκε περισσότερη σημασία.
+
+Το πρωί κατά τας έξ εμπήκε ο υπηρέτης με το φως. Βρίσκει τον κύριο
+του κατά γης, το πιστόλι και αίμα. Φωνάζει, τον πιάνει· καμμία
+απόκριση, εροχάλιζε μόνον ακόμη. Τρέχει στους γιατρούς, στον Αλβέρτο.
+Η Καρολίνα ακούει το κουδούνι την πιάνει τρόμος. Εξυπνά τον άνδρα
+της, σηκώνονται, ο υπηρέτης κλαίοντας και τραυλίζοντας τους
+αναγγέλλει την είδηση! Η Καρολίνα πέφτει λιποθυμισμένη στα πόδια του
+Αλβέρτου. Όταν ο γιατρός ήρθε στον δυστυχή, τον βρήκε χάμω χωρίς
+ελπίδα να σωθή· ο σφυγμός εκτυπούσε, τα μέλη του ήσαν όλα παραλυμένα.
+Είχε μια σφαίρα στο κεφάλι πάνω από το δεξί μάτι, τα μυαλά του ήσαν
+πεταμένα έξω· ως εκ περισσού του άνοιξε μια φλέβα στο βραχίονα, το
+αίμα έρρεε ανέπνεε ακόμη.
+
+Από το αίμα στα χέρια της πολυθρόνας μπορούσε κανείς να συμπεράνη πως
+επυροβόλησε καθήμενος μπρος στο γραφείο του· πως έπειτα έπεσε με
+σπασμούς και κυλίστηκε γύρω στην καρέκλα. Ήτανε στο παράθυρο,
+παραλυμένος, ανάσκελα, με όλα του τα φορέματα, με τα παπούτσια, με
+γαλάζιο επανωφόρι και κίτρινο γελέκο.
+
+Όλο το σπίτι, η γειτονιά, η πόλις αναστατώθηκε. Ο Αλβέρτος εμπήκε.
+Τον Βέρθερο τον είχαν βάλει στο κρεββάτι με το μέτωπο σκεπασμένο· το
+πρόσωπό του, σαν πεθαμένου, δεν έκανε καμμιά κίνηση. Ο πνεύμονας
+άσθμαινε ακόμη φοβερά, πότε αδύνατα, πότε με περισσότερη δύναμη.
+
+Από το κρασί είχε πιη μόνο ένα ποτήρι. Η Αιμιλία Γαλότη ήταν ανοικτή
+μπρος στο γραφείο του.
+
+Για την ταραχή του Αλβέρτου, για το κλάμμα της Καρολίνας δεν μπορώ να
+πω τίποτε.
+
+Ο γέρος έπαρχος ήρθε βιαστικά έφιππος μόλις άκουσε την είδηση·
+εφίλησε τον ετοιμοθάνατο με τα πιο θερμά δάκρυα. Οι μεγαλύτεροί του
+γυοί ήρθαν αμέσως πεζή, εγονάτισαν μπρος στο κρεββάτι για να
+εκφράσουν τη μεγάλη λύπη τους, του εφίλησαν τα χέρια και το στόμα,
+και ο πιο μεγάλος, που πάντα περισσότερο τον αγαπούσε, εκόλλησε τα
+χείλια του έως ότου κείνος ξεψύχησε και τον έβγαλαν με τη βία. Κατά
+το μεσημέρι πέθανε. Η παρουσία του επάρχου και τα μέτρα του εμπόδισαν
+το πλήθος να μαζευτή μπρος στο σπίτι. Το βράδυ στις ένδεκα τον έθαψαν
+στη θέση που είχε διαλέξει. Ο γέρος και τα παιδιά του ακολούθησαν την
+κηδεία, ο Αλβέρτος δε μπόρεσε. Ήταν φόβος για τη ζωή της Καρολίνας.
+Τον εβαστούσαν εργάτες· κανένας παπάς δεν τον συνώδευσε.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+1) Ο αναγνώστης ας μη κοπιάση να ζητήση τους εδώ αναφερομένους
+τόπους· ηναγκάσθην να μεταβάλω τα αληθή ονόματα του πρωτοτύπου. ***
+
+2) Αναγκάζομαι να σβύσω το μέρος τούτο της επιστολής διά να μη δώσω
+αιτίαν παραπόνου εις κανένα, αν και ολίγον ενδιαφέρει κάθε συγγραφέα
+η κρίσις μιας κόρης και ενός αστάτου νέου.
+
+3) Και εδώ παρελείφθησαν τα ονόματα εντοπίων τινών συγγραφέων, όποιος
+μετέχε του επαίνου της Καρολίνας, θα το αισθανθή εις την καρδίαν
+του, αναγινώσκων το χωρίον αυτό, άλλος δε κανένας δεν χρειάζεται να
+το γνωρίση.
+
+4) Τώρα έχομεν έν έξοχον κήρυγμα του Λαβετέρ περί τούτου μέσα εις το
+βιβλίον του Ιωνά.
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Die Leiden des jungen Werther, by Johan Goethe
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DIE LEIDEN DES JUNGEN WERTHER ***
+
+***** This file should be named 36850-0.txt or 36850-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/6/8/5/36850/
+
+Produced by Sophia Canoni. Many thanks to George Canonis
+for his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/36850-0.zip b/36850-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..0ab74b6
--- /dev/null
+++ b/36850-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..8446c49
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #36850 (https://www.gutenberg.org/ebooks/36850)