diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 36850-0.txt | 3975 | ||||
| -rw-r--r-- | 36850-0.zip | bin | 0 -> 113882 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 3991 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/36850-0.txt b/36850-0.txt new file mode 100644 index 0000000..daacc83 --- /dev/null +++ b/36850-0.txt @@ -0,0 +1,3975 @@ +The Project Gutenberg EBook of Die Leiden des jungen Werther, by Johan Goethe + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Die Leiden des jungen Werther + +Author: Johan Goethe + +Translator: Ioannis Aretas + +Release Date: July 25, 2011 [EBook #36850] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DIE LEIDEN DES JUNGEN WERTHER *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Many thanks to George Canonis +for his major work in proofreading. + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words +are included in &. Footnotes have been converted to endnotes. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. +Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι +υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. + + + + +ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ + +Σειρά έργων γραφέντων επί τη βάσει του συγχρόνου πολιτισμού και των +τελευταίων προόδων των τεχνών και επιστημών. + + + +W. GOETHE (ΓΚΑΙΤΕ) +ΒΕΡΘΕΡΟΣ + +ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ + + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ + +Ι. ΑΡΕΤΑ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ + +ΝΕΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ +ΧΡΗΣΤΟΥ ΦΕΞΗ και ΒΑΣ. ΚΟΜΠΟΥΓΙΑ + +1922 + + + + +ΒΕΡΘΕΡΟΣ + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ + + + +4 Μαΐου. + +Πόσον χαίρω που ανεχώρησα! Καλέ μου φίλε, τι πράγμα είναι η καρδιά +του ανθρώπου! Να εγκαταλείψω σε που τόσον αγαπώ, που σου ήμουν +αχώριστος, και να βρίσκωμ' ευχαριστημένος! Ηξεύρω ότι μου το +συγχωρείς. Μήπως αι λοιπαί μου σχέσεις δεν εξελέγησαν επίτηδες από +της τύχης για να στενοχωρούν μια καρδιά σαν την ιδική μου; Η καϋμένη +Λεονώρα! Και όμως ήμουν αθώος. Έπταια εγώ ότι, ενώ τα ιδιότροπα +θέλγητρα της αδελφής της μου παρείχαν ευχάριστον διασκέδασιν, +εγεννήθη ένα αίσθημα, πάθος εις την δυστυχισμένη της καρδιά; Και όμως +είμαι εντελώς αθώος. Δεν υπέθαλψα τα αισθήματά της; Δεν εγοητεύθηκα +εγώ εκ των αληθεστάτων εκφράσεων της φύσεως, που τόσες φορές, μας +έκαμαν να γελώμεν, όσον ολίγον γελοίαι και αν ήσαν; Δεν — ω, τι είναι +ο άνθρωπος ώστε να παραπονήται διά τον εαυτόν του! Αγαπητέ μου φίλε, +σου το υπόσχομαι, θα βελτιωθώ, δεν θ' αναμασσήσω πλέον κανένα μικρόν +κακόν, το οποίον μας παραθέτει η τύχη, όπως έκαμα πάντοτε· θ' +απολαύσω το παρόν, το δε παρελθόν θα μου είναι παρελθόν. Βέβαια, +έχεις δίκαιον, φίλτατε, τα βάσανα θα ήσαν ολιγώτερα μεταξύ των +ανθρώπων, αν δεν ησχολούντο (ο Θεός ηξεύρει διατί ούτω επλάσθησαν) με +τόσην προθυμίαν της φαντασίας εις το ν' ανακαλούν αναμνήσεις του +παρελθόντος κακού περισσότερο παρά να περνούν αδιάφορον παρόν. + +Κάμε μου την χάριν να πης εις την μητέρα μου ότι θα φροντίσω όσον το +δυνατόν καλύτερα διά την υπόθεσίν της, και θα της δώσω εντός ολίγου +είδησιν περί τούτου. Ωμίλησα με την θείαν μου και δεν την ηύρα +καθόλου κακήν γυναίκα, ως μας την παριστάνουν· είναι φαιδρά και +οξύθυμη γυναίκα με καλλίστην καρδίαν. Της εξέθεσα τα παράπονα της +μητρός μου διά το κατακρατούμενον μερίδιον της κληρονομιάς· μου +εξήγησε τους λόγους, τα αίτια και τους όρους, υπό τους οποίους θα ήτο +πρόθυμη το παν να μας παραδώση και περισσότερα από όσα εζητούμεν — +τέλος πάντων ας είναι, δεν θέλω τώρα τίποτε περί τούτου να γράψω, πες +εις την μητέρα μου, πως όλα θα τελειώσουν καλά. Και ηύρα πάλιν +αγαπητέ μου, στην μικρήν αυτήν υπόθεσιν, ότι αι παρεννοήσεις και η +ραθυμία περισσότερα ίσως κακά γεννούν εις τον κόσμον παρά η πανουργία +και η κακία. Τουλάχιστον τα τελευταία αυτά είναι βεβαίως σπανιώτερα. + +Άλλως ευρίσκομαι εδώ κάλλιστα. Η ερημία είναι διά την καρδίαν μου +πολύτιμον βάλσαμον εις αυτήν την παραδείσιον χώραν, και αύτη η την +νεότητα αποπνέουσα ώρα θερμαίνει με κάθε αφθονίαν την καρδίαν μου, +που συχνά ριγεί. Κάθε δένδρον, κάθε θάμνος είναι δέσμη ανθέων, και θα +επιθυμούσε κανείς να γίνη πεταλούδα, διά να δύναται να πετά εις το +πέλαγος των ευωδιών, και να ευρίσκη εκεί κάθε τροφήν του. + +Η πόλις καθ' εαυτήν είναι δυσάρεστος· απ' εναντίας γύρω της +ανέκφραστος ωραιότης της φύσεως. Τούτο παρεκίνησε τον μακαρίτην +κόμητα Μ *** να εφοδιάση τον κήπον του επί ενός των λόφων, που με +ωραιοτάτην ποικιλίαν διασταυρούνται και σχηματίζουν τας χαριεστάτας +κοιλάδας. Ο κήπος είναι απλούς και αισθάνεται κανείς ευθύς άμα +εισέλθη, ότι το σχέδιον δεν έχει διαγράψει επιστήμων κηπουρός, αλλά +μία ευαίσθητος καρδία, που ήθελε να απολαύση τον εαυτόν της εδώ. Ήδη +πολλά δάκρυα έχυσα διά τον μακαρίτην εις την ετοιμόρροπον έπαυλιν, +όπου πολύ ηγάπα να διαμένη, και όπου και εγώ ευχαριστούμαι. Μετ' +ολίγον θα γείνω κύριος του κήπου· ο κηπουρός με ευνοεί, αν και είναι +μόλις δύο τρεις ημέραι που εγνωρίσθημεν, και δεν θα περάση κακά. + +10 Μαΐου. + +Θαυμαστή ευθυμία κατέλαβεν όλην την ψυχήν μου, ομοία προς τας +γλυκείας πρωίας της ανοίξεως τας οποίας απολαύω με όλην μου την +καρδίαν. Είμαι μόνος και χαίρομαι την ζωήν μου εις αυτήν την χώραν, η +οποία επλάσθη διά τοιαύτας ψυχάς σαν την ιδική μου. Είμαι τόσον +ευτυχής, φίλτατε μου, τόσον βυθισμένος εις το αίσθημα ησύχου +υπάρξεως, ώστε ένεκα τούτου πάσχει η τέχνη μου. Δεν θα ηδυνάμην ήδη +ουδέ γραμμή να χαράξω, και ουδέποτε υπήρξα μεγαλείτερος ζωγράφος ή +εις τας στιγμάς αυτάς. Όταν η αγαπητή κοιλάς πέριξ μου αχνίζη και ο +υψηλός ήλιος σταματά εις την επιφάνειαν του αδιαπεράστου σκότους του +δάσους μου, και σποραδικαί μόνον ακτίνες τινές εισδύουν εις το ιερόν +άλσος, εγώ δε είμαι εξαπλωμένος επί υψηλής χλόης κοντά εις το ρυάκι +που κατρακυλά και με περιέργειαν παρατηρώ σιμώτερα εις την γην πλήθος +χορταράκια· όταν πλησιέστερον εις την καρδίαν μου αισθάνωμαι το +ψιθύρισμα του μικρού κόσμου μεταξύ των καλαμιών, τα αναρρίθμητα, +αδιερεύνητα είδη των σκουληκιών, των κωνώπων, και αισθάνομαι την +παρουσίαν του Παντοδυνάμου, που μας έπλασε κατά την εικόνα του, την +πνοήν του Παναγάθου, που μας βαστάζει και διατηρεί εν αιωνία ηδονή +αιωρουμένους — φίλε μου, όταν τότε φωτίζη μέσα μου — και ο γύρω μου +κόσμος και ο ουρανός ολόκληρος εγκαθίστανται εις την ψυχήν μου, ως η +εικών μιας ερωμένης· τότε συχνάκις μετά πόθου συλλογίζομαι· αχ! να +ηδύνασο πάλιν να εκφράσης τούτο, να ηδύνασο να εμπνεύσης εις τον +χάρτην αυτό που τόσον εντελώς, τόσον θερμώς εις εσέ ζη, ώστε να +εγίνεσο καθρέπτης της ψυχής σου, ως η ψυχή σου είναι καθρέπτης του +απείρου Θεού! — Φίλε μου — Αλλά καταστρέφομαι δι' αυτού, καταβάλλομαι +υπό της δυνάμεως της λαμπρότητος τούτων των φαινομένων. + +12 Μαΐου. + +Δεν ξέρω αν πνεύματα απατηλά πετούν γύρω εις αυτήν εδώ την χώραν ή αν +η θερμή της καρδίας μου ουρανική φαντασία παρουσιάζη το παν γύρω μου +τόσον παραδείσιον. Αμέσως προ του χωρίου, παραδείγματος χάριν, +υπάρχει μία βρύσις, με την οποίαν είμαι συνδεδεμένος, ως η Μελουσίνη +και αι αδελφαί της. — Καταβαίνεις μικρόν λόφον και ευρίσκεσαι +έμπροσθεν θόλου, όπου είκοσι περίπου βαθμίδες καταβαίνουν, και εκεί +κάτω αναβλύζει το πλέον διαυγές νερό από μαρμαρίνους βράχους. Ο +μικρός τοίχος, που άνω αποτελεί τον περίβολον, τα υψηλά δένδρα που +γύρω καλύπτουν την θέσιν, η δροσερότης του τόπου, όλα αυτά έχουν κάτι +το ελκυστικόν, κάτι το φρικαλέον. Καμμία ημέρα δεν περνά που να μη +κάθωμαι εκεί μίαν ώραν. Τότε έρχονται εκεί αι νεανίδες της πόλεως και +παίρνουν νερό, το αθωότατον και αναγκαιότατον έργον, που άλλοτε +έκαμναν ως και αι θυγατέρες των βασιλέων. Όταν κάθωμαι εκεί, αναζή +μέσα μου η πατριαρχική ιδέα πως όλοι οι προπάπποι εγνωρίζοντο στη +βρύση και εμνηστεύοντο, και πως γύρω εις τας βρύσεις και τας πηγάς +αγαθοποιά πνεύματα περιίπτανται. Ω, ουδέποτε θα ευφράνθηκε εις την +δρόσον της βρύσης μετά επίπονον οδοιπορίαν θερινής ημέρας εκείνος που +δεν δύναται να συναισθανθή τούτο! + +15 Μαΐου. + +Ερωτάς αν πρέπει να μου στείλης τα βιβλία μου. — Αγαπητέ μου, δι' +όνομα Θεού σε παρακαλώ, μη μου τα φορτώσης! Δεν θέλω πλέον να +οδηγούμαι, να παρορμώμαι, να παροτρύνομαι· αρκετά μάλιστα πάσχει η +καρδία αφ' εαυτού της· έχω ανάγκην νανουρίσματος, και τούτο ηύρα +αφθονώτατα εις τον Όμηρόν μου. Πόσες φορές αποκοιμίζω το +αναστατωμένον αίμα μου· διότι τίποτε τόσω ανώμαλον, τόσω ασταθές δεν +είδες παρά την καρδίαν αυτήν. Αλλ' αγαπητέ μου, μήπως έχω ανάγκην να +ειπώ τούτο εις σε που τόσας φοράς ενωχλήθης βλέπων με μεταβαίνοντα +από λύπην εις ακολασίαν, και από γλυκείαν μελαγχολίαν εις ολέθριον +πάθος. Επί πλέον περιποιούμαι τη μικρή μου καρδιά, σαν άρρωστο παιδί, +ενδίδω εις κάθε θέλησίν της. Αλλά μη το διαδώσης· υπάρχουν άνθρωποι +που θα με έψεγαν διά τούτο. + +15 Μαΐου. + +Οι άνθρωποι του λαού εδώ με γνωρίζουν πλέον και με αγαπούν, ιδίως τα +παιδιά. Όταν κατ' αρχάς τους επλησίαζα και φιλικώς ερωτούσα διά το +ένα και τάλλο, ενόμιζαν κάποιοι ότι ήθελα να τους εμπαίξω, και πολύ +αγροίκως με αποπήραν. Δεν μου εκακοφάνη· αισθάνθηκα μόνον ζωηρότατα +τα εξής, που συχνάκις ήδη παρετήρησα· αφ' ενός μεν οι άνθρωποι +ανωτέρας οπωσδήποτε τάξεως θα ίστανται πάντοτε εις ψυχράν απόστασιν +από του όχλου, ως να επίστευαν ότι πλησιάζοντες θα έχαναν, αφ' ετέρου +δε πάλιν υπάρχουν είρωνες και περιγελασταί, που φαίνονται +καταδεκτικοί, διά να καταστήσουν περισσότερον επαισθητήν την +υπερηφάνειάν των εις τον δυστυχή τον λαόν. + +Ηξεύρω καλά ότι δεν είμεθα όμοιοι ουδέ δυνάμεθα να είμεθα· αλλά +διισχυρίζομαι ότι όποιος πιστεύει ότι έχει ανάγκην να μείνη μακράν +του λεγομένου όχλου διά να διατηρήση την υπόληψίν του, είναι όχι +ολιγώτερον ψεκτός του δειλού που κρύβεται από τον εχθρόν του, διότι +φοβείται μήπως καταβληθή. + +Τώρα τελευταία ήλθα στη βρύση και ηύρα μίαν νεάνιδα υπηρέτριαν ήτις +είχε βάλει το σταμνί της εις το τελευταίον σκαλοπάτι και εκύτταζε +τριγύρω μήπως ήρχετο καμμία φιλενάδα της διά να την βοηθήση να το +βάλη στο κεφάλι της. Κατέβην, και την εκύτταξα κατάματα. Να σε +βοηθήσω, κορίτσι μου! της είπα. — Αυτή κατακοκκίνησε. Κύριέ μου, +είπεν, ευχαρίστως! Ετοίμασε το στεφάνι της, και εγώ την εβοήθησα. Με +ευχαρίστησε και ανέβη. + +17 Μαΐου. + +Έκαμα διαφόρους γνωριμίας, συντροφιά δεν ηύρα ακόμη καμμίαν. Δεν +εξεύρω τι ελκυστικόν έχω διά τους ανθρώπους· με αγαπούν τόσοι απ' +αυτούς και προσκολλώνται εις εμέ, και τότε λυπούμαι, όταν ο δρόμος +μας μόνον επί μικρόν διάστημα είναι μαζί. Αν ερωτάς πώς είναι εδώ οι +άνθρωποι, πρέπει να σου απαντήσω: καθώς παντού! Τι μονότονον πράγμα +που είναι το ανθρώπινον γένος. Οι περισσότεροι δαπανούν το πλείστον +του χρόνου διά να ζουν, το δε ελάχιστον της ελευθερίας, που τους +περισσεύει, τόσον τους στενοχωρεί, ώστε παν μέσον επιζητούν διά ν' +απαλλαγούν αυτού. Ω περιορισμέ του ανθρώπου! + +Αλλ' όμως είναι άνθρωποι καλής φύσεως! Αν κάποτε λησμονήσω τον εαυτόν +μου, αν ενίοτε χαρώ μαζί τους τας ευθυμίας που ακόμη μένουν εις τους +ανθρώπους να αστειεύωνται όταν κάθωνται σε πλούσια στρωμένο τραπέζι +με όλην την απλότητα και αφέλειαν να κάμνουν κανένα περίπατον εφ' +αμάξης, κανένα χορόν εις την ώραν του και τα παρόμοια, τούτο έχει +καλλίστην επίδρασιν εις εμέ· μόνον δεν πρέπει τότε να ενθυμηθώ ότι +και πάμπολλαι άλλαι δυνάμεις μέσα μου ηρεμούν, που μη +χρησιμοποιούμεναι όλαι σήπονται, και τας οποίας επιμελώς πρέπει ν' +αποκρύψω. Αχ! αυτό στενοχωρεί όλην μου την καρδίαν. — Και όμως, το να +παρανοούμεθα είναι η τύχη όλων μας. + +Αχ! πού εχάθη η φίλη της νεότητας μου! αχ! πού την εγνώρισα ποτέ! — +θα έλεγα είσαι μωρός· ζητείς ό,τι δεν ευρίσκεται εδώ κάτω. Αλλά την +είχα· αισθάνθηκα την καρδίαν, την μεγάλην ψυχήν, που εμπρός της +εφαινόμην ότι είμαι πλέον ή ό,τι ήμουν, διότι ήμουν ό,τι ηδυνάμην να +είμαι. Θεέ μου, έμενε τότε άχρηστος μία μόνη δύναμις της ψυχής μου; +δεν ηδυνάμην ν' αποκαλύψω ενώπιόν της όλον το θαυμάσιον αίσθημα, με +το οποίον η καρδία μου περιβάλλει την φύσιν; Δεν ήτο η συναναστροφή +μας αιωνία συμπλοκή των λεπτοτάτων αισθημάτων, των οξυτέρων +αστεϊσμών, των οποίων όλαι αι βαθμίδες και μέχρι της αταξίας ακόμη +έφεραν την σφραγίδα της ευφυίας; Και τώρα! Αχ τα χρόνια της, τα οποία +είχε παραπάνω, την ωδήγησαν προτήτερα από εμέ εις τον τάφον. Ποτέ δεν +θα την λησμονήσω, ποτέ δεν θα λησμονήσω την ευστάθειαν και την θείαν +της υπομονήν. + +Πρό τινων ημερών συνήντα νέον τινά Φ . . . . . ελεύθερον νέον έχοντα πολύ +ευτυχή την φυσιογνωμίαν. Προ ολίγου απεφοίτησεν από τας Ακαδημίας· +δεν νομίζει μεν τον εαυτόν του σοφόν, αλλά πιστεύει ότι γνωρίζει +περισσότερα από άλλους. Ήτο και επιμελής όπως από διάφορα περιστατικά +καταλαμβάνω· γενικώς έχει καλάς γνώσεις. Ότε ήκουσεν ότι ιχνογράφουν +συχνά και ότι ήξευρα ελληνικά (δύο έκτακτα φαινόμενα εις αυτόν εδώ +τον τόπον), εστράφη προς εμέ και επεδείκνυε πολλάς γνώσεις από του +Βatteux μέχρι του Wood από του de Ρiles μέχρι του Winckelmann και με +διεβεβαίωνεν ότι είχεν αναγνώσει εντελώς το πρώτον μέρος της θεωρίας +των ωραίων τεχνών του Sulzer, και ότι κατέχει έν χειρόγραφον του +Heyne περί της σπουδής της αρχαιότητος. Έδειξα αδιαφορίαν. + +Ακόμη εγνώρισα και ένα λαμπρόν άνδρα, τον βασιλικόν έπαρχον, άνθρωπον +ελεύθερον και ειλικρινή. Λέγουν ότι δεν δύναται να υπάρχη μεγαλειτέρα +ευχαρίστησις, παρά να τον βλέπη κανείς μεταξύ των τέκνων του, που +είναι εννέα· ιδίως γίνεται πολύς λόγος διά την μεγαλειτέραν του +κόρην. Με προσεκάλεσε και προσεχώς θα τον επισκεφθώ. Κατοικεί εις +μίαν έπαυλιν του ηγεμόνος, μιάμισυ ώραν απ' εδώ, όπου μετά τον +θάνατον της γυναικός του έλαβε την άδειαν να μετοικήση, διότι η εις +την πόλιν και το επαρχείον διαμονή του τον ελύπει πάρα πολύ. + +Πλην τούτων, έτυχε να συναντήσω και μερικούς αληθώς πρωτοτύπους +άνθρωπους, που όλα των είναι ανυπόφορα, ανυπόφοροι δε μάλιστα αι +ενδείξεις της φιλίας των. + +Υγίαινε! αυτή η επιστολή θα σου αρέση. Είναι τελείως αφηγηματική. + +22 Μαΐου. + +Ότι η ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρά όνειρον, τούτο πολλοί το +εστοχάσθησαν ως τώρα· και εμέ δε τούτο το αίσθημα ακολουθεί παντού. +Όταν βλέπω τα στενά όρια, διά των οποίων περιορίζονται αι πρακτικαί +και θεωρητικαί δυνάμεις του ανθρώπου, όταν βλέπω ότι κάθε ενέργεια +ημών σκοπεί μόνον να καταστήσωμεν δυνατήν την εκπλήρωσιν αναγκών, αι +οποίαι πάλιν ουδένα άλλον σκοπόν έχουν ή να παρατείνουν την αθλίαν +ημών ύπαρξιν, και έπειτα ότι το να μένη κανείς ευχαριστημένος εις +διάφορα ζητήματα της ερεύνης τίποτε άλλο δεν είναι ή παραίτησις αυτών +βασιζομένη εις ονειροπολήματα, διότι είναι ως να ζωγραφίζη τους +τοίχους, εντός των οποίων κάθεται φυλακισμένος, διά ποικίλων μορφών +και λαμπρών απόψεων, όλα αυτά, Γουλιέλμε, με κάμνουν άφωνον. +Επιστρέφω εις τον εαυτόν μου και ευρίσκω όλόκληρον κόσμον. Και πάλιν +είμαι μάλλον εν προαισθήσει και αμυδρά επιθυμία παρά εις τωρινήν και +ζωντανήν δύναμιν. Και τότε πλέει το παν προ των αισθήσεών μου και +μειδιώ προχωρών διά τοιούτων ονείρων περαιτέρω εις τον κόσμον. + +Ότι τα παιδιά δεν ηξεύρουν διατί θέλουν τι, περί τούτου όλοι οι +γραμματισμένοι διδάσκαλοι και παιδαγωγοί συμφωνούν· ότι δε επίσης και +οι ηλικιωμένοι, σαν τα παιδιά, τρικλίζουν επάνω εις την γην αυτήν +και, ως εκείνα, δεν ηξεύρουν πόθεν έρχονται και πού πηγαίνουν, ουδέ +με αληθινήν σκοπιμότητα ενεργούν, και ομοίως διοικούνται με παξιμάδια +και γλυκίσματα και βέργες, τούτο κανείς δεν θέλει να πιστεύση· μου +φαίνεται όμως φανερόν και δι' ένα τυφλόν ακόμη. + +Σου ομολογώ ευχαρίστως, διότι ηξεύρω τι θα μου αντέλεγες προς ταύτα: +ότι εκείνοι είναι ευτυχέστατοι που σαν τα παιδιά ζουν αλύγιστοι, +περιφέρουν τας κούκλας των, τας εκδύουν και ενδύουν, και μετά πολλού +σεβασμού τριγυρίζουν το συρτάρι, όπου η μαμά έχει κλεισμένα +παξιμάδια, και όταν τέλος αρπάξουν εκείνο που θέλουν, το τρώγουν με +λαιμαργίαν και φωνάζουν: και άλλο. Αυτά είναι ευτυχή πλάσματα. Και +εκείνοι περνούν καλά που δίδουν εις τας χυδαίας των ασχολίας ή και +εις τα πάθη των μεγαλοπρεπείς τίτλους, και τα περνούν εις λογαριασμόν +του ανθρωπίνου γένους ως γιγάντια έργα προς σωτηρίαν και ευδαιμονίαν +αυτού. Ευτυχής εκείνος που δύναται να είναι τοιούτος! Όποιος όμως εις +την ταπεινότητά του αναγνωρίζει πού όλ' αυτά καταλήγουν, όποιος +βλέπει πόσον ευπρεπώς κάθε πολίτης ευτυχών ηξεύρει να καλλωπίζη τον +κήπον του ωσάν παράδεισον, και πόσον αδιάκοπα ο δυστυχής ασθμαίνων +υπό το φορτίον εξακολουθεί τον δρόμον του, και ότι όλοι την αυτήν +πλεονεξίαν δεικνύουν να ιδούν το φως του ηλίου τούτου δι' έν ακόμη +λεπτόν περισσότερον, ναι, εκείνος σιωπά, και σχηματίζει και αυτός τον +κόσμον του από τον εαυτόν του, και είναι επίσης ευτυχής, διότι είναι +άνθρωπος. Και τότε, όσον και αν είναι περιορισμένος διατηρεί πάντα +εις την καρδίαν το γλυκύ αίσθημα της ελευθερίας και το ότι δύναται ν' +αφήση αυτήν την φυλακήν, όταν θέλη. + +26 Μαΐου. + +Γνωρίζεις προ πολλού τον τρόπον μου, του να ακουμπώ εις κανένα +ευχάριστον μέρος να κάμνω τη μικρή μου φωληά, και εκεί με όλον τον +περιορισμόν να περνώ. Τοιουτοτρόπως και εδώ ευρήκα πάλιν μίαν γωνίαν, +που με εμάγευσε. + +Μίαν ώραν σχεδόν μακράν της πόλεως κείται έν χωρίον που ονομάζεται +Βαλάιμ (1). Η τοποθεσία του επί λόφου είναι γραφικωτάτη, και όταν +από το άνωθεν μονοπάτι εξέρχεται κανείς από το χωριό, επιβλέπει διά +μιας όλην την κοιλάδα. Μία καλή ξενοδόχος, χαρίεσσα και πρόθυμος διά +την ηλικίαν της, δίδει κρασί, ζύθον, καφέ· και το καλύτερον από όλα +δύο φιλύραι, που διά των απλωμένων κλώνων των καλύπτουν την μικράν +προ της εκκλησίας πλατείαν, η οποία γύρω περικλείεται δι' οικιών, +σιταποθηκών και καλυβών. Τόσον προσφιλή, τόσον οικείον δεν ηύρα +εύκολα άλλον τόπον και εκεί διατάσσω και μου φέρουν από το +ξενοδοχείον το τραπεζάκι μου και την καρέκλαν μου, πίνω τον καφέ μου +εκεί και αναγινώσκω τον Όμηρόν μου. Όταν για πρώτη φοράς τυχαίως ένα +απομεσήμερο ήλθα υπό τας φιλύρας, ηύρα τον τόπον ολότελα έρημον. Όλοι +ήσαν εις τους αγρούς, μόνον έν παιδίον τεσσάρων περίπου χρόνων +εκάθητο κατά γης και εκράτει έν άλλο παιδάκι, περίπου έξ μηνών, προ +αυτού μεταξύ των ποδών του καθήμενον· και το έσφιγγε με τα δύο χέρια +εις το στήθος του, ώστε εχρησίμευεν εις αυτό ως είδος καρέκλας, και +με όλην την ζωηρότητα που εκύτταζε γύρω γύρω με τα μαύρα του μάτια +εκάθητο πολύ ήσυχα. Τούτο το θέαμα μ' εγοήτευσεν· εκάθησα επί ενός +αρότρου, που έκειτο απέναντι, και με πολλήν ευχαρίστησιν εζωγράφιζα +την στάσιν των μικρών αδελφών, επρόσθεσα και τον πλησίον φράκτην, την +θύραν μιας σιταποθήκης και μερικούς σπασμένους τροχούς αμάξης, όλα +όπως εύρίσκοντο το ένα πίσω από τ' άλλο. και μετά παρέλευσιν μιας +ώρας ηύρα ότι είχα κάμει εικόνα καλά διαταγμένην και πολύ +ενδιαφέρουσαν, χωρίς το ελάχιστον εκ μέρους μου να προσθέσω. Τούτο με +ενίσχυσεν εις την πρόθεσίν μου, να προσκολληθώ του λοιπού μόνον εις +την φύσιν. Αυτή μόνη είνε απείρως πλουσία, και αυτή μόνη σχηματίζει +τον μεγάλον καλλιτέχνην. Δύναταί τις υπέρ των κανόνων πολλά να είπη, +σχεδόν ό,τι δύναται να είπη προς έπαινον της κοινωνίας. Ο μορφούμενος +κατ' αυτούς ουδέποτε θα παραγάγη κάτι άνοστον και κακόν, ως ο +μορφούμενος διά των νόμων και της ευπορίας ουδέποτε δύναται να γείνη +οχληρός γείτων, ουδέποτε εξαιρετικός κακούργος· αλλ' όμως κάθε κανών, +και ας λέγουν ό,τι θέλουν, θα καταστρέψη το αληθές της φύσεως αίσθημα +και την αληθή αυτής έκφρασιν! Συ θα πης: τούτο είναι υπερβολικόν· ο +κανών περιορίζει μόνον και αποκόπτει τας παραφυάδας κτλ. — Καλέ φίλε, +να σου κάμω μίαν παραβολήν: Συμβαίνει το αυτό όπως και με τον έρωτα. +Μία νεαρά καρδία αφιερώνεται εντελώς εις μίαν κόρην, διατρίβει όλας +τας ώρας της ημέρας πλησίον της, καταναλίσκει όλας του τας δυνάμεις, +όλην του την περιουσίαν, διά να της εκφράζη κάθε στιγμήν ότι +αφοσιούται ολόκληρος εις αυτήν. Και τότε έρχεται ένας καλός +νοικοκύρης, άνθρωπος εις δημοσίαν θέσιν ευρισκόμενος και του λέγει: +Ευγενέστατε νεανία! το να αγαπά κανείς είνε ανθρώπινον, μόνον πρέπει +να αγαπάτε ανθρωπίνως! Κανονίσατε τας ώρας σας, αφιερώσατε τας μεν +δι' εργασίαν, τας δε της αναπαύσεως εις την ερωμένην σας. Λογίσατε +την περιουσίαν σας, και ό,τι σας περισσεύει από τας ανάγκας σας, +τούτο δεν σας εμποδίζω να το κάμετε δώρον, μόνον όχι τόσον συχνά: +λόγου χάριν εις τα γενέθλιά της, εις την εορτήν του ονόματός της κλπ. +Αν ακολουθήση τούτο ο άνθρωπος, τότε θ' αποβή χρήσιμος νέος, και εγώ +αυτός θα εσυμβούλευα κάθε ηγεμόνα να τον κάμη σύμβουλον του κράτους· +αλλ' ο έρως του πάει, και αν είναι καλλιτέχνης, πάει και η τέχνη του. +Ω φίλοι μου! διατί ο χείμαρρος της μεγαλοφυίας τόσον σπανίως +υπερχειλίζει, τόσον σπανίως μετά μεγάλων κυμάτων και μεγάλου βρόντου +εισορμά και ταράσσει την έκθαμβον ψυχήν σας; — Αγαπητοί φίλοι εκεί +εις τας δύο όχθας κατοικούν οι ήσυχοι και φρόνιμοι κύριοι, που αι +επαύλεις των, αι πρασιαί των λαλέδων και οι αγροί των λαχάνων θα +ηφανίζοντο, και που επομένως ηξεύρουν να προλαμβάνουν εγκαίρως τον +μέλλοντα επαπειλούντα κίνδυνον με προχώματα και αυλάκια. + + +27 Μαΐου. + +Ενέπεσα, ως βλέπω, εις ενθουσιασμόν, παραβολάς και ρητορείαν, και δι' +αυτό ελησμόνησα να σου αφηγηθώ τι απέγειναν τα δύο παιδιά. Εκαθήμην, +ολότελα βυθισμένος εις ζωγραφικόν αίσθημα, όπως το χθεσινόν μου +γράμμα πολύ ασύνδετα σου παριστάνει, επάνω στο άροτρόν μου δύο ώρας +περίπου. Το κοντόβραδο έρχεται εκεί προς τα παιδιά, τα οποία εν τω +μεταξύ δεν είχαν κινηθή, μία νέα γυναίκα με ένα καλάθι εις τον +βραχίονά της, και φωνάζει από μακράν: Φίλιππε, είσαι πολύ φρόνιμος. +Με εχαιρέτησε, την ευχαρίστησα, εσηκώθηκα, επλησίασα και την ερώτησα +αν ήτον η μητέρα των παιδιών. Αυτή είπε «ναι» και αφού έδωκεν εις το +μεγαλύτερον ένα κουλουράκι, επήρε στην αγκαλιά το μικρό και το +εφίλησε με όλην την μητρικήν αγάπην — Έδωκα, είπε, το μικρό εις τον +Φίλιππον διά να το κρατή, και εγώ επήγα με το μεγαλύτερό μου στη χώρα +για ν' αγοράσω ψωμί, ζάχαρι και ένα πήλινο τηγάνι. (Όλα αυτά τα είδα +εις το κάνιστρον, που το σκέπασμα του ήτο πεσμένον). Το βράδυ θα +βράσω σουπίτσα διά τον Γιαννάκη μου (αυτό ήτο το όνομα του +μικροτέρου)• το κακόπαιδο, το μεγάλο, μου έσπασε χθες το τηγάνι, όταν +εφιλονεικούσε με τον Φίλιππον για τα υπόλοιπα της πάστας. — Την +ερώτησα πού ήτο το μεγαλύτερο, και μόλις μου είπεν ότι εκυνηγούσε στο +λιβάδι ένα ζευγάρι χήναις, ιδού ήλθε πηδών και φέρον εις το μικρότερό +του αδέλφι μια βέργα από λεπτοκαρυάν. Εξηκολούθησα την ομιλίαν με την +γυναίκα και έμαθα ότι ήτο θυγάτηρ του διδασκάλου και ότι ο σύζυγός +της είχε ταξειδεύσει εις Ελβετίαν διά να ζητήση την κληρονομίαν ενός +εξαδέλφου. — Ηθέλησαν να του την πάρουν δι' απάτης, είπε, δεν του +απαντούσαν εις τας επιστολάς του και λοιπόν επήγεν ο ίδιος εκεί. +Μήπως τάχα του συνέβη κανένα δυστύχημα! δεν μανθάνω τίποτα απ' αυτόν. +— Δύσκολον μου ήτο ν' αποχωρισθώ της γυναίκας, έδωκα εις τα δύο +παιδιά από μια πεντάρα, της έδωκα και μίαν διά το μικρότερο, διά να +του αγοράση ένα κουλούρι για την σούπαν, αν θα ξαναπήγαινε εις την +χώραν, και έτσι απεχωρίσθημεν. + +Σε βεβαιώ, φίλτατέ μου, όταν τα αισθήματά μου δεν κρατούνται πλέον, +τότε όλην μου την ταραχήν πραΰνει το βλέμμα ενός τοιούτου πλάσματος, +που με μακαρίαν ησυχίαν διατρέχει τον στενόν κύκλον της υπάρξεώς του, +μόλις συντηρείται από ημέρας εις ημέραν, βλέπει τα φύλλα των δένδρων +να πίπτουν, και ουδέν άλλο με τούτο σκέπτεται παρ' ότι έρχεται ο +χειμών. + +Από τότε πηγαίνω συχνά εκεί έξω. Τα παιδιά με συνήθισαν εντελώς, +παίρνουν ζάχαριν, όταν πίνω καφέ, και το βράδυ μοιράζονται με εμέ το +βουτυρόψωμο και το ξυνόγαλο. Την Κυριακήν ποτέ δεν τους λείπει η +πεντάρα· και όταν δεν ευρίσκωμαι εκεί μετά την εκκλησίαν, έχει +προσταγήν η ξενοδόχος να την πληρώνη. + +Είναι εξοικειωμένα μ' εμένα· μου διηγούνται χίλια δυο, και μάλιστα +τέρπομαι εις τα πάθη των και τας αφελείς εκρήξεις της ζηλοτυπίας των, +όταν και άλλα παιδιά συναθροίζωνται από το χωριό. + +Πολύν κόπον εδοκίμασα ν' απαλλάξω την μητέρα των του φόβου, που είχε, +μήπως τα παιδιά ενοχλήσουν τον κύριον. + +30 Μαΐου. + +Ό,τι σου είπα τελευταία περί της ζωγραφικής, το ίδιο ισχύει επίσης +και περί της ποιήσεως, αρκεί μόνον να αισθανθή κανείς το έξοχον και +να τολμήση να το εκφράση· αυτά πράγματι είναι πολλά δι' ολίγων +εκφραζόμενα. Σήμερον μου έτυχε μία σκηνή, που καθαρώς αντιγραφείσα θ' +απετέλει το ωραιότατον ειδύλλιον του κόσμου· αλλά τι θέλει ποίησις, +σκηνή, ειδύλλιον; μήπως πρέπει πάντοτε να προπαρασκευαζώμεθα, ωσάν να +προπλασσώμεθα, όταν πρόκηται να λάβωμεν μέρος εις έν φαινόμενον της +φύσεως; + +Αν εκ τούτου του προοιμίου περιμένης υψηλόν τι και έξοχον, οικτρώς +πάλιν απατάσαι· δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παλληκάρι του χωριού +που μου απέσπασε την ζωηράν αυτήν συμπάθειαν. — Ως συνήθως, θα +διηγηθώ κακώς. Και συ, ως συνήθως, θα με εύρης, υποθέτω, υπερβολικόν. +Πάλιν λοιπόν το Βαλάιμ και πάντοτε το Βαλάιμ παράγει τα σπάνια +φαινόμενα. + +Εκεί υποκάτω εις τας φιλύρας ευρίσκετο μία συντροφιά διά να πιη καφέ. +Επειδή δεν μου άρεσε τόσον πολύ, έμεινα μακράν με μίαν πρόφασιν. + +Ένα παλλικάρι εβγήκε από μίαν γειτονικήν οικίαν και ησχολείτο να +διορθώση κάτι τι εις το άροτρον, το οποίον νεωστί είχα σχεδιάσει. +Επειδή μου ήρεσε το παραστατικόν του, του ωμίλησα, τον ερώτησα διά τα +κατ' αυτόν, εγνωρίσθημεν ευθύς, και, ως μου συμβαίνει συνήθως με +τοιούτου είδους ανθρώπους, ευθύς ελάβαμεν οικειότητα μεταξύ μας. Μου +διηγήθη ότι υπηρέτει εις μίαν χήραν, και ότι αυτή τον μετεχειρίζετο +πολύ καλά. Τόσον πολύ ωμιλούσε περί αυτής και τόσον την επαινούσε, +ώστε ευθύς ηδυνάμην να παρατηρήσω ότι με το σώμα του και με την ψυχήν +του ήτο αφοσιωμένος προς αυτήν. Δεν είναι πλέον νέα, είπε, την +μετεχειρίζετο πολύ κακά ο πρώτος της άνδρας, δεν θέλει πλέον να +υπανδρευθή· και από την διήγησίν του τόσον φανερά εδείχνετο πόσον +ωραία, πόσον θελκτική του εφαίνετο, πόσον δε πολύ επεθύμει να εκλέξη +αυτόν, διά να εξαλείψη την ανάμνησιν των ελαττωμάτων του πρώτου +ανδρός της, ώστε έπρεπε να σου επαναλάβω λέξιν προς λέξιν δια να σου +καταστήσω φανεράν την καθαράν επιθυμίαν, την αγάπην, την πίστιν του +ανθρώπου αυτού. Ναι, έπρεπε να έχω το δώρον του μεγίστου ποιητού, δια +να δυνηθώ να σου παραστήσω εξ ίσου ζωηρά την έκφρασιν των σχημάτων +του. Όχι, καμμία λέξις δεν εκφράζει την αβρότητα που υπήρχεν εις +όλους τους τρόπους και την έκφρασίν του· ό,τι θα ηδυνάμην πάλιν ν' +αναφέρω είναι σκαιόν και άκομψον. Ιδίως με συνεκίνησε το πώς εφοβείτο +μήπως ήθελα σκεφθή διαφορετικά δια τας σχέσεις του με αυτήν και μήπως +αμφέβαλλα περί της καλής διαγωγής του. Πόσον θελκτικόν ήτο όταν +ωμίλει περί της μορφής της, περί του σώματός της, το οποίον άνευ του +θελγήτρου της νεότητος τον κατέθελγε και τον εδέσμευε τούτο δεν +δύναμαι παρά μόνον εις τα ενδότατα της ψυχής μου ν' αναπαραστήσω. Εις +όλην την ζωήν μου δεν είδα την έντονον επιθυμίαν και τον θερμόν και +δεινόν πόθον που υπήρχε μέσα εις την τόσην καθαρότητα, δύναμαι +μάλιστα να πω εις την καθαρότητα αυτήν που ποτέ μου δεν εφαντάσθην +ουδ' ωνειρεύθην. Μη με μέμφεσαι αν σου ειπώ ότι μου φλέγεται έως τα +μύχια η ψυχή μου εις την ανάμνησιν αυτής της αθωότητος και αληθείας, +και ότι η εικών της πίστεως αυτής και τρυφερότητος παντού με +ακολουθεί, και ότι όπως εκείνος και εγώ από την αυτή φωτιά καίομαι +και διψώ. + +Τώρα θα προσπαθήσω να την ίδω τάχιστα, ή μάλλον, αν σκεφθώ καλά, θέλω +να το αποφύγω. Καλύτερα να την βλέπω διά των οφθαλμών του εραστού +της· ίσως φανή προ των ιδίων μου οφθαλμών ουχί ως τώρα μου +παρίσταται, και διατί να καταστρέψω την ωραίαν εικόνα; + +16 Ιουνίου. + +Διατί δεν σου γράφω: — Ερωτάς τούτο, ενώ είσαι και συ ένας από τους +λογίους; Έπρεπε να μαντεύσης ότι ευρίσκομαι καλά, και μάλιστα — για +να ομιλήσω σύντομα — έκαμα μίαν γνωριμίαν, η οποία εγγίζει +πλησιέστερα την καρδίαν μου. Έκαμα — δεν ηξεύρω. + +Δύσκολον θα μου αποβή να σου διηγηθώ με τάξιν πώς συνέβη να γνωρίσω +ένα των πλέον αξιεράστων πλασμάτων. Είμαι χαρούμενος και ευτυχής, και +επομένως όχι καλώς ιστορικός. + +Ένα άγγελον! — Εντροπή! Έτσι ο καθένας ονομάζει την ερωμένην του· +ψέμματα; Και όμως δεν είμαι εις κατάστασιν να σου ειπώ πόσον είναι +τελεία, διατί είναι τελεία· εδέσμευσεν όλην μου την ψυχήν. + +Τόση απλότης με τόσην διάνοιαν, τόση αγαθότης με τόσην σταθερότητα +και η αταραξία της ψυχής με την αληθή ζωήν και ενέργειαν. + +Αηδής φλυαρία είναι ό,τι και αν ειπώ δι' αυτήν, οικτραί αφηρημέναι +έννοιαι, που κανένα χαρακτηριστικόν του εγώ της εκφράζουν. Άλλοτε — +όχι, όχι άλλοτε, τώρα αμέσως θα σου το διηγηθώ. Αν δεν το κάμω τώρα, +τότε ουδέποτε θα γείνη. Διότι, σου το εμπιστεύομαι, αφ' ότου ήρχισα +να γράφω, τρεις φορές ήδη εσκέφθην να βάλω κάτω την πέννα, να διατάξω +την επίσαξιν του ίππου μου και να υπάγω εκεί έξω. Και όμως ωρκίσθην +σήμερον το πρωί να μην υπάγω εκεί πέρα, και όμως πηγαίνω κάθε στιγμήν +εις το παράθυρον, διά να ίδω πόσον υψηλά είναι ακόμη ο ήλιος. + +Δεν ημπόρεσα να κατανικήσω τον εαυτόν μου, έπρεπε να υπάγω έξω προς +αυτήν. Ιδού, επέστρεψα Γουλιέλμε, θα φάγω το βουτυρόψωμο ως δείπνον, +και θα σου γράψω. Οποία ηδονή διά την ψυχήν μου, να την βλέπω εις τον +κύκλον των αγαπητών φαιδρών παιδιών, των οκτώ αδελφών της. + +Αν εξακολουθήσω έτσι, εις το τέλος θα έχης μάθει τόσον, όσον και εις +την αρχήν. Άκουε λοιπόν, θ' αναγκάσω τον εαυτόν μου να εισέλθω εις τα +καθέκαστα. + +Σου έγραψα νεωστί πώς εγνώρισα τον έπαρχον Σ . . . . και πως με +παρεκάλεσε να τον επισκεφθώ εις το ασκητήριόν του ή μάλλον εις το +μικρόν του βασίλειον. Παρημέλησα τούτο και ίσως δεν θα επήγαινα, αν η +τύχη δεν μου ανεκάλυπτε τον θησαυρόν που κείται κρυμμένος εις τον +ήσυχον αυτόν τόπον. + +Οι νέοι μας είχαν συμφωνήσει διά χορόν εις την εξοχήν και σ' αυτό και +εγώ ευρέθηκα πρόθυμος: Έδωκα το χέρι εις μίαν καλήν, ωραίαν, άλλως +ασήμαντον νεανίδα του τόπου, και συνεφωνήθη να πάρω μίαν άμαξαν και +να πάω με την χορεύτριάν μου και την εξαδέλφην της έξω εις τον τόπον +της διασκεδάσεως, και να προσλάβω καθ' οδόν την Καρολίναν Σ . . . — +Θα γνωρίσετε ωραίαν νέαν, είπεν ο σύντροφός μου, όταν διηρχόμεθα εφ' +αμάξης διά του εκτεταμένου και αραιού δάσους προς την έπαυλιν. +Προσέξατε, επρόσθεσεν η εξαδέλφη της, μήπως ερωτευθήτε! — Διατί +τούτο; είπα. — Την έδωσαν ήδη, απεκρίθη εκείνη, εις ένα πολύ καλόν +άνδρα, ο οποίος εταξίδευσε προς τακτοποίησιν των υποθέσεών του, +επειδή απέθανεν ο πατήρ του, και διά να ζητήση επιφανή θέσιν. Η +είδησις μου ήτο όλως αδιάφορος. + +Ο ήλιος απείχεν ακόμη από το όρος ένα τέταρτον, ότε η αμαξά μας +εστάθη προ της θύρας της αυλής. Ο καιρός ήτο πνιγηρός, και αι +δεσποινίδες εξέφραζαν τον φόβον των διά μίαν καταιγίδα, που εφαίνετο +να προετοιμάζεται από τα σταχτερά και συμπυκνωμένα σύννεφα τριγύρω +εις τον ορίζοντα. Εξηπάτησα τον φόβον των σφετερισθείς γνώσιν του +καιρού, αν και ήρχισα και εγώ ο ίδιος να προαισθάνωμαι ότι η +διασκέδασίς μας θα υφίστατο κάποιον ατύχημα. + +Είχα καταβή από την άμαξαν, και μία υπηρέτρια, η οποία ήλθεν εις την +θύραν, μας παρεκάλεσε να περιμείνωμεν μίαν στιγμήν και θα έλθη αμέσως +η δεσποινίς Καρολίνα. Επροχώρησα διά της αυλής προς την καλοκτισμένην +οικίαν, και ότε ανέβην την εμπροσθινήν κλίμακα, και επάτησα το +κατώφλιον της θύρας, μου έτυχε το θελκτικώτατον θέαμα από όσα ποτέ +είδα. Εις τον πρόδρομον έξ παιδιά από ένδεκα μέχρι δύο ετών +περιεκύκλωναν μίαν δεσποινίδα ωραίας μορφής, μέσου αναστήματος, +φέρουσαν απλούν λευκόν ένδυμα με τριανταφυλλί φιόγκους εις τον +βραχίονα και επί του στήθους. — Εκρατούσε ένα μαύρο ψωμί, και έκοπτεν +εις τα μικρά της αδελφάκια γύρω γύρω εις καθένα το κομμάτι του +αναλόγως της ηλικίας του και ορέξεως, το έδιδεν εις καθένα με πολλήν +γλυκύτητα και καθέν ανεφώνει αφελώς: Ευχαριστώ! ενώ είχε σηκωμένα +ψηλά τα μικρά του χεράκια, πολύ πριν ακόμη κοπή το κομμάτι που ήταν +προωρισμένο γι' αυτόν· και έπειτα ευχαριστημένον μ' αυτό το ψωμί, το +οποίον απετέλει τον δείπνον του, ή έφευγε πηδών, ή σύμφωνα προς τον +μάλλον ήσυχον χαρακτήρα του απήρχετο προς την θύραν της αυλής, διά να +ίδη τους ξένους και την άμαξαν, διά της οποίας η Καρλόττα των έμελλε +να αναχωρήση. — Σας ζητώ συγγνώμην, είπε, που σας έδωκα κόπον να +αναβήτε, και αναγκάζω τας κυρίας να περιμένουν. Ενδυομένη και +διατάττουσα μερικά οικιακά τα όποια έπρεπε να εκτελεσθούν κατά την +απουσίαν μου, ελησμόνησα να δώσω ψωμί εις τα παιδιά διά να +δειπνήσουν, και δεν θέλουν να τους το κόψη κανένας άλλος παρά μόνον +εγώ. — Της έκαμα κάποιο μικρό φιλοφρόνημα· ολόκληρος η ψυχή μου +ανεπαύετο επί του αναστήματος του τόνου, του τρόπου της και μόλις +έλαβα την ευκαιρίαν ν' αναλάβω εκ της εκπλήξεώς μου όταν έτρεξεν εις +το δωμάτιον διά να πάρη τα γάντια της και το ριπίδιον. Τα μικρά με +παρετήρουν εις κάποιαν απόστασιν από τα πλάγια, και εγώ επροχώρησα +εις το μικρότατον, το οποίον είχε πολύ χαριτωμένην φυσιογνωμίαν. Αυτό +απεσύρετο, καθ' ην στιγμήν ήδη η Καρολίνα εξήρχετο και είπε: +«Λουδοβίκε, δος το χέρι σου εις τον εξάδελφον». Το έκαμε με πολλήν +ελευθερίαν και δεν ηδυνήθην, μολονότι η μικρή του μύτη ήτο γεμάτη +μύξες, να μη το φιλήσω με όλην μου την καρδίαν. — Εξάδελφος είπα, ενώ +της έδιδα το χέρι· πιστεύετε ότι είμαι άξιος της ευτυχίας να είμαι +συγγενής σας — Ω, είπε με ελαφρόν μειδίαμα, η συγγένειά μας είναι +πολύ εκτεταμένη, και θα ελυπούμην αν θα είσθε ο πλέον μακρινός +συγγενής μας. Φεύγουσα έδωκεν εντολήν της Σοφίας, της μεγαλυτέρας +μετ' αυτήν αδελφής, κόρης ένδεκα περίπου ετών, να προσέχη καλά τα +παιδιά και να υποδεχθή τον μπαμπά, όταν επιστρέψη από τον περίπατον. +Και εις τα μικρά είπε να υπακούσουν εις την αδελφήν των Σοφίαν, ως να +ήτον αυτή η ιδία· που της το υποσχέθηκαν όλα. Αλλά μία μικρή προπετής +ξανθούλα περίπου έξ χρονών, είπεν: Αυτή όμως δεν είναι Καρολίνα· +εμείς αγαπούμεν εσένα πιο πολύ. — Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά είχαν +σκαλώσει ήδη εις το πίσω μέρος της αμάξης και με την παράκλησίν μου +τους επέτρεψε να έλθουν μαζί μέχρι της αρχής του δάσους, αν υπόσχοντο +ότι δεν θα κάμουν παιγνίδια, και ότι θα κρατούνται καλά. + +Μόλις ετοποθετήθημεν εις την άμαξαν, και αι νεανίδες εχαιρέτησαν, +έκαμαν αμοιβαίως τας παρατηρήσεις των διά την ενδυμασίαν, και μάλιστα +διά τα καπέλλα των, και επερίπαιξαν αρκετά την συντροφιάν που +επερίμεναν, ότε η Καρολίνα διέταξε τον αμαξηλάτην να σταματήση και +είπε στ' αδέλφια της να κατεβούν, αυτά εζήτησαν μίαν φοράν ακόμη να +της φιλήσουν το χέρι· το μεγαλύτερο έκαμε μάλιστα τούτο με όλην την +αβρότητα που μπορεί να έχη δεκαπέντε χρονών παιδί, το δε άλλο με +πολλήν ορμήν και αδεξιότητα. Τους παρήγγειλε μίαν φοράν ακόμη να +φιλήσουν τα μικρά, και εξεκινήσαμεν. + +Η εξαδέλφη την ερώτησεν αν είχε τελειώσει το βιβλίον που τελευταία +της είχε στείλει. — Όχι, είπε η Καρολίνα, δεν μου αρέσει, θα σου το +επιστρέψω. Και το προηγούμενον δεν ήτο καλύτερον. — Εξεπλάγη όταν +ηρώτησα ποίου είδους βιβλία ήσαν, και μου απεκρίθη: . . . (2) — Ηύρα +τόσον χαρακτήρα εις κάθε τι που έλεγεν, έβλεπα σε κάθε λέξιν νέα +θέλγητρα, νέας ακτίνας του πνεύματος εξαστραπτούσας από τα +χαρακτηριστικά της, τα οποία εφαίνοντο ότι βαθμηδόν εζωήρευαν, γιατί +αισθανότουν ότι εγώ την εννούσα. + + — Όταν ήμουν νεωτέρα, είπε, τίποτε άλλο δεν αγαπούσα πολύ, όσον τα +μυθιστορήματα. Ο Θεός το ξεύρει πόσον ευχαριστούμην οσάκις ηδυνάμην +να κάθωμαι την Κυριακήν σε μια γωνία και με όλην μου την καρδίαν να +συμμερίζωμαι την ευτυχίαν και δυστυχίαν μιας Miss Jenny. Και δεν +αρνούμαι ότι το είδος αυτό των βιβλίων έχει ακόμη δι εμέ μερικά +θέλγητρα. Επειδή όμως τόσον σπανίως ευκαιρώ να πάρω ένα βιβλίον, θέλω +να είναι όλως διόλου της ορέξεώς μου. Και εκείνος ο συγγραφεύς μου +είναι ο πλέον αγαπητός, εις τον οποίον ανευρίσκω τον κόσμον μου, εις +τον οποίον συμβαίνουν τα πράγματα όπως εις εμέ, και του οποίου η +ιστορία μ' όλα ταύτα μου αποβαίνει τόσον ενδιαφέρουσα και τερπνή όσον +αυτή η οικιακή μου ζωή, που δεν είναι παράδεισος, είναι όμως καθόλου +πηγή κρυφής ευτυχίας. + +Επροσπάθησα ν' αποκρύψω την συγκίνησιν που μου έκαναν αι λέξεις +αυταί. Αλλά δεν εκρατήθην επί πολύ· διότι ότε την ήκουσα να ομιλή εν +παρόδω με τόσην αλήθειαν περί του Εφημερίου του Waketield, περί (3) +— έγεινα διαχυτικώτατος, της είπα ό,τι ήξευρα και μόνον μετά τινα +καιρόν, όταν η Καρολίνα απηύθυνε τον λόγον προς τας άλλας, ενόησα ότι +κατά το διάστημα αυτό με ανοικτά τα μάτια εκάθηντο εκείνες, ως να μη +ήσαν μαζί μας. Η εξαδέλφη πλέον ή άπαξ με εκύταξε σαρκαστικώς, εγώ +όμως το αψήφησα όλως διόλου. + +Η ομιλία εστράφη εις την διασκέδασιν του χορού. — Και αν το πάθος +τούτο είναι ελάττωμα, είπεν η Καρολίνα, σας ομολογώ ευχαρίστως ότι +δι' εμέ δεν υπάρχει ανώτερον του χορού. Και όταν έχω κάτι που με +στενοχωρεί και παίζω διά τον εαυτόν μου εις το ξεκουρδισμένον +κλειδοκύμβαλόν μου μια καδρίλια μου περνούν όλα. + +Πόσον κατά την ομιλίαν εγοητευόμουν από τα μαύρα της μάτια! πόσον τα +ρόδινά της χείλη και τα φαιδρά δροσερά μαγουλά της εφείλκυαν +ολόκληρον την ψυχήν μου! πόσον, όλως βυθισμένος εις το λαμπρόν νόημα +των λόγων της, συχνάκις δεν άκουα καθόλου τας λέξεις, διά των οποίων +εξεφράζετο! — Περί τούτου έχεις ήδη μίαν ιδέαν, διότι με γνωρίζεις. +Εν συντόμω, κατέβηκα από την άμαξαν σαν ονειρευόμενος, όταν +εσταματήσαμεν εμπροστά στο σπίτι της διασκεδάσεως, και τόσον ήμουν +βυθισμένος εις όνειρα μέσα εις τον σκοτεινά διαγραφόμενον κόσμον, +ώστε μόλις επρόσεχα εις την μουσικήν η οποία εκ της φωταγωγημένης +αιθούσης αντήχει κάτω προς ημάς. + +Οι δύο κύριοι, ο Αουδράνος και κάποιος Ν. Ν. — ποιος ενθυμείται όλα +τα ονόματα! — οι οποίοι ήσαν χορευταί της εξαδέλφης και της +Καρολίνας, μας υπεδέχθησαν παρά την θύραν της αμάξης, επήραν τις +ντάμες των και εγώ ωδήγησα την ιδικήν μου. + +Εχορεύσαμεν τότε διάφορα μενουέτα· επροσκάλεσα την μίαν μετά την +άλλην τας δεσποινίδας και ίσα ίσα αι ολιγώτερον συμπαθείς έκαμαν μίαν +ώραν να προσφέρουν το χέρι διά να τελειώση το πράγμα. Η Καρολίνα και +ο χορευτής της άρχισαν ένα αγγλικόν χορόν, και δύνασαι να φαντασθής +πόσον ευχαριστήθηκα ότε εις την σειράν άρχισε την στροφήν μαζί μας! +Ω! χορεύουσαν πρέπει να την ιδή κανείς! Βλέπεις παραδίδεται εις τον +χορόν με όλην την καρδίαν, με όλην την ψυχήν· το σώμα της όλον είναι +μία αρμονία. Είναι τόσον άφροντις, τόσον αφελής, ωσάν αυτό που έκαμνε +να ήτο το παν ως να μη εσκέπτετο τίποτε άλλο, τίποτε να μη ησθάνετο· +και εις την στιγμήν εκείνην βεβαίως όλα τα άλλα δεν υπάρχουν δι' +αυτήν. + +Της εζήτησα την δευτέρα καδρίλλια· μου υπεσχέθη την τρίτην και με την +πλέον θελκτικήν παρρησίαν, που δύνασαι να φαντασθής, με εβεβαίωσεν +ότι εγκαρδίως αγαπούσε να χορεύη γερμανικόν χορόν. — Εδώ συνηθίζεται, +επρόσθεσεν, ώστε κάθε ζεύγος που εχόρευε να μένη ηνωμένο εις τον +γερμανικόν χορόν, ο δε καβαλλιέρος μου χορεύει κακά το βαλς, και θα +μου είναι ευγνώμων, αν τον απαλλάξω του κόπου. Η ντάμα σας και αυτή +δεν τον καταφέρει, και δεν θέλει, εγώ δε κατά τον αγγλικόν χορόν +παρετήρησα ότι χορεύετε καλά το βαλς. Αν λοιπόν θέλετε να είμεθα μαζί +εις τον γερμανικόν, πηγαίνετε και παρακαλέσετε τον καβαλλιέρο μου και +εγώ θα παρακαλέσω την ντάμα σας. — Της έδωσα το χέρι εις σημείον +παραδοχής, και εσυμφωνήσαμεν ώστε εν τω μεταξύ να ομιλή ο χορευτής +της με την χορεύτριάν μου. + +Ήδη άρχισε ο χορός, και ευχαριστόμεθα κάμποσην ώραν, εις πολυειδείς +περιπλοκάς των βραχιόνων. Με ποίαν χάριν, με πόσην ελαφρότητα +εκινείτο! και ότε επί τέλους αρχίσαμεν το βαλς, και ως σφαίραι +περιεστρεφόμεθα γύρω ο ένας του άλλου, έγεινε κατ' αρχάς ολίγη +σύγχυσις, επειδή ολίγιστοι είναι εξησκημένοι. Είχαμεν την εξυπνάδα +και τους αφήσαμεν να ξεθυμάνουν και όταν οι μάλλον ανεπιτήδειοι είχαν +αποχωρήσει από τον κύκλον, αρχίσαμεν ημείς και εβαστάξαμεν γενναίως +έως το τέλος με έν άλλο ζεύγος ακόμη με τον Αουδράνον και με την +χορεύτριάν του. Ουδέποτε εκινήθηκαν τα πόδια μου τόσον εύκολα. Δεν +ήμην πλέον άνθρωπος. Το πλέον αγαπητόν πλάσμα να έχω εις τους +βραχίονας και να περιστρέφωμαι μαζί της ως αστραπή, ώστε τα πάντα +περί εμέ εχάνοντο και — Γουλιέλμε, διά να είμαι ειλικρινής, ωρκίσθην +μ' όλα ταύτα, ότι μία κόρη, την οποίαν θα ηγάπων, επί της οποίας θα +είχον αξιώσεις, δεν θα εχόρευε ποτέ με άλλον παρά με εμέ, έστω και +μέχρις εξαντλήοεως. Με εννοείς! + +Εκάμαμεν μερικούς γύρους, περπατούντες εις την αίθουσαν διά να +ανασάνωμεν. Τότε εκάθησε, και τα πορτοκάλλια, τα οποία είχα βάλει +κατά μέρος, και τα οποία τώρα ήσαν τα μόνα υπολειφθέντα, παρείχαν +σπουδαίας υπηρεσίας, εκτός ότι εις κάθε κομμάτι, το οποίον εξ ανάγκης +έδιδεν εις μίαν αδιάκριτον γειτόνισσαν, ησθανόμην μια μαχαιριά εις +την καρδίαν. + +Εις τον τρίτον αγγλικόν χορόν είμεθα το δεύτερον ζεύγος. Ενώ +χορεύοντες επερνούσαμεν την γραμμήν και εγώ — ο Θεός ξεύρει με πόσην +ηδονήν — ήμην προσηλωμένος εις τον βραχίονα και τους οφθαλμούς της, +που ήσαν πλήρεις αληθεστάτης εκφράσεως της αθωοτάτης και αγνοτάτης +τέρψεως, φθάνομεν εις μίαν κυρίαν, η οποία διά του ερασμίου ύφους της +επί προσώπου πλέον όχι νέου είχε κινήσει την προσοχήν μου. Προσβλέπει +την Καρολίναν μειδειώσα, υψώνει απειλητικώς το δάκτυλο, και δύο φοράς +στρεφομένη αναφωνεί το όνομα «Αλβέρτος» με σημαντικόν τόνον. + + — Ποιος είναι ο Αλβέρτος, είπα εις την Καρολίναν, αν δεν είναι +αδιακρισία να ερωτήσω: Ήταν έτοιμη ν' αποκριθή, ότε ηναγκάσθημεν να +χωρισθώμεν διά να σχηματίσωμεν μεγάλην άλυσιν εν σχήματι ενός οκτώ, +και μου εφάνη ότι διέβλεψα σκέψιν τινά εις το μέτωπόν της, όταν +επερνούσαμεν ο είς από τον άλλον. — Τι να σας το αποκρύψω, είπεν, ενώ +μου επρόσφερε το χέρι διά τον περίπατον. ο Αλβέρτος είναι καλός +άνθρωπος, με τον οποίον πάνω κάτω είμαι αρραβωνιασμένη, — Τούτο μεν +δεν μου ήτο νέον τι (διότι τα κορίτσια μου το είχαν ειπεί καθ' οδόν), +αλλ' όμως μου ήτο τόσον πολύ νέον, επειδή δεν είχα σκεφθή σχετικώς +προς αυτήν, που εις τόσον ολίγας στιγμάς μου έγινε τόσον ακριβή. Εν +ενί λόγω εταράχθην, τα έχασα, και εισήλθα κατά λάθος μεταξύ άλλου +ζεύγους, ώστε επήλθε μεγάλη σύγχυσις, και εχρειάσθη εκ μέρους της +Καρολίνας όλη η παρουσία του πνεύματος και τράβηγμα απ' εδώ κι' απ' +εκεί διά να επανέλθη γρήγορα η τάξις. + +Ο χορός δεν είχε τελειώσει ακόμη, όταν αι αστραπαί, τας οποίας προ +πολλού ήδη εβλέπαμεν λαμπούσας εις τον ορίζοντα, και τας οποίας είχα +πιστεύσει ως απλά αποτελέσματα της θερμότητας, άρχισαν να γίνωνται +πολύ ισχυρότεραι, και αι βρονταί έπνιξαν την μουσικήν. Τρεις κυρίαι +εξήλθαν από την γραμμήν, και οι καβαλλιέροι των τας ηκολούθουν· η +αταξία κατήντησε γενική και η μουσική έπαυσεν. Είναι φυσικόν, όταν εν +μέσω της ευθυμίας μας επέρχεται κανέν δυστύχημα ή κάτι φοβερόν, να +μας προξενή ισχυροτέραν αίσθησιν παρ' άλλοτε, τούτο μεν ένεκα της +αντιθέσεως την οποίαν τόσον ζωηράν αισθάνεται κανείς, τούτο δε, έτι +μάλλον, διότι αι αισθήσεις μας είναι ανοικταί εις την ευαισθησίαν και +επομένως τόσον ταχύτερα δέχονται μίαν εντύπωσιν. Εις αυτάς τας αιτίας +θ' αποδώσω τους αλλοκότους μορφασμούς, εις τους οποίους είδα πολλάς +κυρίας να ξεσπούν. Η πλέον φρόνιμη εκάθητο εις μίαν γωνίαν, με την +ράχιν προς το παράθυρον, και εβούλωνε ταυτιά της. Μία άλλη εκάθητο +γονατισμένη προ αυτής, και έκρυπτε την κεφαλήν της εις τον κόλπον της +πρώτης. Μία τρίτη εισέδυσε μεταξύ των δύο, και αγκάλιαζε τις μικρές +της αδελφές χύνουσα πολλά δάκρυα. Μερικαί ήθελαν ν' αναχωρήσουν· +άλλαι, αι οποίαι ακόμη ολιγώτερον εγνώριζαν τι έκαμναν, δεν είχαν +τόσην ετοιμότητα ώστε να περιορίσουν την θρασύτητα των νεαρών +κατεργαρέων μας, οι οποίοι εφαίνοντο ασχολούμενοι εις το ν' αρπάξουν +από τα χείλη των ωραίων στενοχωρουμένων τας περιφόβους προσευχάς, τας +οποίας απηύθυναν προς τον ουρανόν. Μερικοί εκ των κυρίων μας είχαν +καταβή διά να καπνίσουν ήσυχα· και η επίλοιπος συντροφιά δεν +εναντιώθηκε, όταν η ξενοδόχος επρότεινεν την συνετήν ιδέαν να μας +παραχωρήση έν δωμάτιον, το οποίον είχε παραθυρόφυλλα και +παραπετάσματα. Μόλις εισήλθαμεν εκεί, ότε η Καρολίνα κατεγίνετο να +σχηματίση κύκλον από Καρέκλας και αφού η συντροφιά κατά παράκλησίν +της εκάθησεν, επρότεινεν ένα παιγνίδι. + +Είδα πολλούς, οι οποίοι ελπίζοντες από το παιγνίδι κανένα σημαντικό +φιλί ετοίμαζαν προς τούτο τα χείλη των και ελύγιζαν. — Θα παίξωμεν το +μέτρημα, είπε. Προσέχετε λοιπόν. Εγώ θα γυρίζω γύρω γύρω από τα δεξιά +προς τα αριστερά, και έτσι θα μετράτε και σεις γύρω γύρω, καθένας τον +αριθμόν που του πέφτει, και αυτό πρέπει να γείνη σαν αστραπή, και +οποίος αργήση ή κάμη λάθος, θα φάη ένα μπατσο και ούτω καθεξής, ως το +χίλια. — Ήτο θελκτικόν να το βλέπη κανείς. Εγύριζε γύρω γύρω με τον +βραχίονα εκτεταμένον. Ένα, άρχισεν ο πρώτος, δύο ο δεύτερος, τρία ο +ακόλουθος και ούτω καθεξής. Τότε άρχισε να γυρίζη γληγορώτερα, και +ολονέν γληγορώτερα· ελάθευσε ένας, πατσ! ένα ράπισμα, και επάνω στα +γέλια λαθεύει και ο ακόλουθος, άλλο πατσ! και ολονέν γληγορώτερα. Εγώ +αυτός έλαβα δύο ραπίσματα, και με εγκάρδιαν ευχαρίστησιν παρετήρησα +ότι ήσαν ισχυρότερα παρ' όσον εσυνήθιζε να τα δίδη εις τους άλλους. +Γενικό γέλοιο και θόρυβος ετελείωσε το παιγνίδι, πριν μετρηθή ακόμη +το χίλια. Οι πλέον σχετικοί ετράβηξαν ο ένας τον άλλον κατά μέρος, η +καταιγίς επέρασε, εγώ δε ακολούθησα την Καρολίναν εις την αίθουσαν. +Κατά την πορείαν μου είπε: τα ραπίσματα τους έκαμαν να λησμονήσουν +την κακοκαιρίαν και τα πάντα! — Δεν ηδυνήθην να της αποκριθώ τίποτε. +— Ήμουν επρόσθεσε, μία από τας μάλλον δειλάς, και ενώ υποκρινόμουν +την θαρραλέαν, διά να ενθαρρύνω τας άλλας, έγεινα θαρραλέα. — +Επήγαμεν εις το παράθυρον. Εβροντούσε πέρα μακράν, και λαμπρά βροχή +έπιπτε θορυβωδώς επάνω εις την γην, και η πλέον τερπνή ευωδία με όλο +το μέστωμα θερμής ατμοσφαίρας ανέβαινεν έως εμάς. Η Καρολίνα εστέκετο +στηριγμένη εις τον αγκώνα της· το βλέμμα της διεπέρα την χώραν, +έβλεπε προς τον ουρανόν και προς εμέ, είδα τα μάτια της γεμάτα από +δάκρυα, έβαλε το χέρι της επάνω στο δικό μου και είπε: Κλοπστόκ! +Εθυμήθηκα παρευθύς την λαμπράν ωδήν που είχεν εις τον νουν της, και +εβυθίσθην εις τον χείμαρρον των αισθημάτων, τον οποίον διά του +συνθήματος τούτου εξέχυσεν επάνω μου. Δεν εβάσταξα, έσκυψα στο χέρι +της και το εφίλησα με γλυκύτατα δάκρυα, και εκύτταξα πάλιν εις τα +μάτια της. — Θαυμαστέ ποιητή! να έβλεπες την αποθέωσίν του εις τούτο +το βλέμμα, και εγώ είθε ποτέ πλέον να μη ακούσω προφερούμενον το +τοσάκις βεβηλωθέν όνομά σου! + +19 Ιουνίου, + +Πού άφησα τελευταία την διαταγήν μου δεν εξεύρω πλέον· τούτο όμως +ηξεύρω, ότι ήσαν δύο ώραι μετά τα μεσάνυχτα όταν επλάγιασα, και ότι, +αν ηδυνάμην να σου ομιλήσω αντί να σου γράψω, θα σε εκράτουν ίσως ως +το πρωί. + +Τι έγινε κατά την εκ του χορού επάνοδόν μας, δεν διηγήθηκα ακόμη· και +σήμερον όμως δεν έχω προς τούτο διάθεσιν. + +Ήτον η λαμπροτάτη ανατολή του ηλίου! Τα στενάζοντα δένδρα του δάσους, +και οι δροσισμένοι αγροί πέριξ! Αι συντρόφισσαί μας εκουτούλιζαν και +απεκοιμήθησαν. Εκείνη δε με ηρώτησε μήπως ήθελα ν' ακολουθήσω το +παράδειγμά των, και ως προς αυτήν να μη ανησυχώ. — Εφ' όσον βλέπω +αυτά τα μάτια ανοικτά, είπα, προσβλέπων αυτήν δυνατά, δεν υπάρχει +βέβαια φόβος να κλείσουν τα δικά μου. — Εβαστάξαμεν και οι δύο έως +εις την θύραν της, ότε η υπηρέτρια ήσυχα ήσυχα της ξάνοιξε, και +ερωτηθείσα εβεβαίωσεν ότι ο πατήρ και τα μικρά είναι καλά, και ότι +όλοι ακόμη εκοιμώντο. Τότε την εγκατέλειψα, παρακαλέσας αυτήν να +δυνηθώ να την ίδω την αυτήν ημέραν· μου το υπεσχέθη, και επήγα, και +από τότε ο ήλιος, η σελήνη και οι αστέρες ας οικονομούνται όπως +θέλουν· εγώ δεν εξεύρω πλέον πότε είναι ημέρα και πότε νύχτα, και ο +κόσμος όλος είναι ως να μη υπάρχη περί εμέ. + +21 Ιουνίου. + +Ζω τόσον ευτυχείς ημέρας, οποίας ο Θεός φυλάττει διά τους αγίους του· +και ας μου τύχη ό,τι θέλει, δεν θα δυνηθώ να είπω ότι δεν εχάρηκα τας +ηδονάς, τας αγνοτάτας ηδονάς της ζωής. — Γνωρίζεις το Βαλάιμ μου· +εκεί είμαι εντελώς αποκαταστημένος· εκείθεν μισή μόνον ώρα έχω έως +της Καρολίνας· εκεί αισθάνομαι τον εαυτόν μου και κάθε ευτυχίαν, που +επιτρέπεται εις τον άνθρωπον. + +Ηδυνάμην ποτέ να φαντασθώ, όταν εδιάλεξα το Βαλάιμ ως τέρμα των +περιπάτων μου, ότι έκειτο τόσω πλησίον προς τον ουρανόν! Πόσας φοράς +κατά τας εκτενεστέρας περιοδείας μου έβλεπα οτέ μεν από το όρος, οτέ +δε από την πεδιάδα πέραν του ποταμού, την έπαυλιν, η οποία τώρα +εγκλείει όλους τους πόθους μου. + +Φίλτατε Γουλιέλμε, πολλά εσκέφθην περί της επιθυμίας του ανθρώπου, να +επεκτείνεται, να κάμνη νέας ανακαλύψεις, να περιπλανάται· και έπειτα +πάλιν περί της εξωτερικής τάσεως, εκουσίως να περιορίζεται, να +φέρεται εις την τροχιάν της συνηθείας, και να μη φροντίζη μήτε διά τα +δεξιόθεν, μήτε διά τα αριστερόθεν. + +Είναι θαυμαστόν· καθώς ήλθα εδώ, και εκ του λόφου παρετήρουν την +ωραίαν κοιλάδα, πώς το παν γύρω με προσείλκυεν. — Εκεί το μικρόν +δάσος. — Αχ, να ηδύνασο ν' αναμιχθής με τας σκιάς του! — Εκεί του +βουνού η κορυφή! — Αχ, να ηδύνασο εκείθεν να επιβλέπης τα εκτεταμένα +περίχωρα! — Οι μεταξύ των συνδεδεμένοι λόφοι και αι προσφιλείς +κοιλάδες; — Ω να εχανόμην εις αυτάς! — Έσπευδα εκεί, και επανηρχόμην, +και δεν εύρισκα ό,τι ήλπιζα. Ω, συμβαίνει με την απόστασιν ό,τι και +με το μέλλον! Μέγα τι αμυδρόν σύνολον υπάρχει προ της ψυχής μας το +αίσθημά μας αφανίζεται καθώς μέσα σ' αυτό και ο οφθαλμός μας, και +ποθούμεν, αλλοίμονον, να παραδώσωμεν όλην την ύπαρξίν μας διά να +χορτάσωμεν την ηδονήν ενός μόνου, μεγάλου λαμπρού αισθήματος — και +όταν σπεύδωμεν εκεί, όταν το εκεί γίνεται εδώ και τότε όλα είναι όπως +και πριν, ξαναευρισκόμεθα εις την πτωχείαν μας, εις τα στενά μας +όρια, και η ψυχή μας ποθεί μίαν ηδονήν που της εξέφυγε. + +Τοιουτοτρόπως ο πλέον ανήσυχος περιπλανώμενος άνθρωπος ποθεί τέλος +πάλιν την πατρίδα του, και ευρίσκει εις την καλύβην του, εις την +αγκάλην της συζύγου του, εις τον κύκλον των τέκνων του, εις τους +κόπους προς συντήρησίν των την ηδονήν εκείνην που μάτην εζήτει μακράν +εις τον ευρύχωρον κόσμον. + +Όταν το πρωί με την ανατολήν του ηλίου πηγαίνω έξω εις το Βαλάιμ μου, +και εκεί εις τον κήπον του ξενοδοχείου εγώ ο ίδιος μαζεύω τα μπιζέλια +μου, κάθωμαι, τα καθαρίζω και εν τω μεταξύ αναγινώσκω τον Όμηρόν μου· +όταν εις το μικρόν μαγειρειό διαλέγω έν αγγείον, παίρνω βούτυρον, +βάνω τα μπιζέλια μου στη φωτιά, τα σκεπάζω και κάθωμαι πλησίον για να +τ' ανακατώνω κάποτε, τότε αισθάνομαι ζωηρά το πώς οι υπερήφανοι +μνηστήρες της Πηνελόπης, έσφαζαν, έκοπταν και έψηναν βόδια και +χοίρους. Τίποτε δεν με γεμίζει με τόσο σιγαλόν αληθινόν αίσθημα, όπως +κείνοι οι χαρακτήρες του πατριαρχικού βίου, τους οποίους εγώ, δόξα τω +θεώ δύναμαι δίχως επίδειξιν, να συνυφάνω με τον βίον μου. + +Πόσον ευχαριστούμαι που δύναται η καρδία μου να αισθάνεται την απλήν +αθώαν ηδονήν του ανθρώπου εκείνου που φέρει στο τραπέζι του το +λάχανον, το οποίον αυτός ο ίδιος εκαλλιέργησε, και που τώρα όχι μόνον +λάχανον, αλλά και όλας τας καλάς ημέρας, τόμορφο πρωί που το εφύτευε, +τις γλυκές βραδυές που το επότιζε και που εχαίρετο βλέπων προαγομένην +την βλάστησιν, όλ' αυτά τα ξανααπολαύει σε μια στιγμή. + +29 Ιουνίου. + +Προχθές ήλθεν ο ιατρός από την πόλιν εδώ έξω προς τον έπαρχον και με +ηύρε χάμω ανάμεσα στα παιδιά της Καρολίνας, ενώ μερικά εσκάλωναν +επάνω μου, άλλα με επείραζαν, και εγώ τα εγαργάλιζα, και μαζί μ' αυτά +έκαμνα μεγάλον θόρυβον. Ο ιατρός, που είναι λίαν δογματικόν +νευρόσπαστον, που ενώ ομιλεί διορθώνει τα μανικέτια του και απαύστως +επιδεικνύει το στήθος του υποκαμίσου του, ηύρε τούτο ανάξιον φρονίμου +ανθρώπου· το κατάλαβα από τα πειράγματά του. Αλλά δεν εταράχθηκα +διόλου· τον άφησα να πραγματεύεται σπουδαία πράγματα, και εξανάκτισα +τα χάρτινα σπιτάκια των παιδιών που είχαν χαλάσει. Μόλις επέστρεψεν +εις την πόλιν και παρεπονείτο λέγων ότι τα παιδιά του επάρχου είναι +ήδη αρκετά ανάγωγα και ότι ο Βέρθερος τα χαλάει τώρα όλως διόλου. + +Ναι, αγαπητέ Γουλιέλμε, τα παιδιά χάμω στη γη είναι απ' όλα τα +πράγματα πλησιέστερα εις την καρδίαν μου. Όταν τα παρατηρώ, και εις +το μικρόν πλάσμα διαβλέπω τα σπέρματα όλων των αρετών, όλων των +δυνάμεων, που κάποτε θα τας χρειάζωνται τόσον αναγκαίως· όταν εις την +ισχυρογνωμοσύνην διακρίνω μέλλουσαν καρτερίαν και σταθερότητα του +χαρακτήρος, εις δε την ζωηρότητα ευθυμίαν και ευκολίαν του να +διαφεύγωνται οι κίνδυνοι του κόσμου, το παν τόσον αδιάφορον, τόσον +πολύ! — πάντοτε, πάντοτε τότε επαναλαμβάνω τα χρυσά λόγια του +διδασκάλου της ανθρωπότητος: «εάν μη γένησθε ως έν τούτων των +παιδίων!» Και τώρα, αγαπητέ μου, αυτά, τα οποία, είναι όμοιά μας, τα +οποία οφείλομεν να θεωρώμεν ως παραδείγματα ημών, τα μεταχειριζόμεθα +ως υπήκοα. Δεν πρέπει να έχουν θέλησιν! — Μήπως και ημείς δεν έχομεν; +Πού τότε έγκειται το προνόμιον; — Επειδή είμεθα μεγαλύτεροι και +σωφρονέστεροι! — Καλέ Θεέ! από του ουρανού σου! μεγάλα παιδιά +βλέπεις, και μικρά, και τίποτε παραπάνω· εις ποία δε ευχαριστείσαι +περισσότερον, τούτο προ πολλού ήδη εκήρυξεν ο υιός Σου. Αλλά +πιστεύουν αυτόν, και δεν τον ακούουν — και αυτό είναι παλαιά αλήθεια +— και μορφώνουν τα παιδιά των κατά τον εαυτόν τους, και — υγίαινε +Γουλιέλμε! δεν θέλω να φλυαρώ περισσότερον περί αυτού του ζητήματος. + +1 Ιουλίου. + +Ό,τι η Καρολίνα μπορεί να είναι για ένα ασθενή, αισθάνομαι απ' αυτήν +την καϋμένην μου την καρδιά, η οποία είναι χειρότερη από πολλούς που +φθίνουν άρρωστοι στο κρεββάτι. Θα περάση μερικάς ημέρας εις την πόλιν +κοντά σε μία καλή κυρία, η οποία κατά το λέγειν των ιατρών πλησιάζει +εις το τέλος της κατά τας τελευταίας αυτάς στιγμάς επιθυμεί να έχη +κοντά της την Καρολίναν. Επήγα την παρελθούσαν εβδομάδα μαζί της, και +επισκεφθήκαμε τον ιερέα Σ . . . ., ενός χωρίου, το οποίον κείται μίαν +ώραν μακρυά στα βουνά. Εφθάσαμεν εκεί περί τας τέσσαρας. Η Καρολίνα +είχε πάρει μαζί την δευτερότοκον αδελφήν της. + +Όταν εισήλθαμεν εις την αυλήν της οικίας του ιερέως την σκιαζομένην +από δύο υψηλές καρυδιές, εκάθητο ο καλός γέρων εις ένα σκαμνί προ της +θύρας της οικίας, και όταν είδε την Καρολίναν εφάνη ως εκ νέου +ζωογονηθείς ελησμόνησε την πατερίτσα του, και αγωνίσθηκε να σηκωθή +εις προϋπάντησίν της. Εκείνη έτρεξε προς αυτόν, τον ανάγκασε να +καθήση καθήσασα πλησίον του, του επρόσφερε πολλούς χαιρετισμούς από +τον πατέρα της, εφίλησε το άσχημον και βρώμικο μικρότερο παιδί του, +το χαϊδεμένο παιδάκι του γήρατός του. Αν την έβλεπες πώς εκουβέντιαζε +τον γέροντα, πώς ανύψωνε την φωνήν της διά να γείνη ακουστή στη +μισοκουφαμάρα του, πώς του διηγείτο περί νέων ρωμαλέων ανθρώπων, +απροσδοκήτως αποθανόντων, περί της ωφελείας των λουτρών του Κάρλσβαδ, +και πώς επαινούσε την απόφασίν του να μεταβή εκεί το προσεχές θέρος, +πώς τον εύρισκεν ότι εφαινότουν να είναι πολύ καλύτερα, πολύ +ζωηρότερος, παρά την τελευταίαν φοράν που τον είδεν. — Εν τω μεταξύ +εγώ ωμιλούσα με την παπαδιάν. Ο γέρων έγεινεν λίαν φαιδρός, και όταν +δεν ηδυνάμην να μη επαινέσω τις ωραίες καρυδιές αι οποίαι τόσον +στοργικά μας ίσκιωναν, άρχισε, αν και με κάποιαν δυσκολίαν, να μας +εκθέτη την ιστορίαν των. — Την μεγάλην, είπε, δεν γνωρίζομεν ποιος +την εφύτευσε· μερικοί λέγουν πως ο δείνα κι' άλλοι πως ο τάδε παπάς. +Η μικροτέρα όμως εκεί κάτω έχει την ηλικίαν της γυναικός μου, τον +Οκτώβριον θα είναι πενήντα ετών. Ο πατέρας της την εφύτευσε την +πρωίαν της ημέρας που αυτή προς το εσπέρας εγεννήθη. Ήτον ο +προκάτοχός μου εφημέριος, και πόσον αγαπητόν του ήτο το δένδρον, δεν +δύναμαι να σας πω, αλλά και εις εμέ δεν είναι ολιγώτερον αγαπητόν. Η +γυναίκα μου εκάθητο υποκάτω απ' αυτό επάνω εις ένα ξύλινο καθισμα και +έπλεκεν, όταν εγώ προ είκοσι επτά ετών πτωχός σπουδαστής πρώτην φοράν +ήλθα εδώ εις την αυλήν. — Η Καρολίνα ερώτησε περί της θυγατρός του· +είπαν πως επήγε με τον κ. Σμιθ έξω στο λιβάδι εις τους εργάτας, και ο +γέρων εξηκολούθησε την διήγησίν του, πόσον ο προκάτοχός του τον +ηγάπησε και πόσον η κόρη του και πως έγινεν αναπληρωτής του πρώτα, +έπειτα δε και διάδοχός του. Μόλις ετελείωσεν η ιστορία, ότε η +παπαδοπούλα με τον ονομαζόμενον κύριον Σμιθ ήρχετο διά του κήπου· +εφίλησε την Καρολίναν με διαχυτικότητα, και πρέπει να ομολογήσω ότι +δεν την ηύρα άσχημην· μία μελαχροινούλα, ζωηρά και με ωραίον +ανάστημα, που θα μπορούσε να καλοδιασκεδάση κανένα για λίγον καιρό +εις την εξοχήν. Ο αγαπητικός της (γιατί τέτοιος εφάνη ευθύς ο κύριος +Σμιθ), άνθρωπος με καλούς τρόπους, αλλά σιωπηλός, δεν ήθελε ν' +αναμιχθή εις τας ομιλίας μας, αν και η Καρολίνα αδιακόπως τον +επροκάλει εις τούτο. Εκείνο που με ελύπησεν ήτον ότι εφαινόμην +ανακαλύπτων εις την φυσιογνωμίαν του ότι μάλλον ιδιοτροπία και κακή +διάθεσις παρά ανοησία τον έκαμνε να δείχνεται έτσι. Ακολούθως μάλιστα +τούτο έγινε φανερώτατον διότι όταν η Φρειδερίκα στον περίπατον +επήγαινε με την Καρολίναν, ενίοτε δε και με εμέ, το πρόσωπον του +κυρίου, το οποίον άλλως ήτο μελαχροινού χρώματος, έγινε τόσω +σκυθρωπόν, ώστε ήτο καιρός να με τραβήξη η Καρολίνα από το μανίκι και +να μου δώση να καταλάβω ότι εδείχθην παρά πολύ περιποιητικός προς την +Φρειδερίκαν. Αλλά τίποτε δεν με λυπεί περισσότερον, παρ' όταν οι +άνθρωποι βασανίζωνται αμοιβαίως, προ πάντων δε όταν νέοι άνθρωποι εις +το άνθος της ηλικίας, όπου ηδύναντο να έχουν όλας τας τέρψεις, +καταστρέφουν τας ολίγας καλάς ημέρας με μορφασμούς, και μόλις αργά +αισθάνονται το ανεπανόρθωτον της καταχρήσεώς των. Με απασχολούσε +τούτο, και ότε προς την εσπέραν επεστρέψαμεν εις την οικίαν του παπά, +και εις μίαν τράπεζαν επίναμεν γάλα, και η ομιλία εστράφη προς τας +ηδονάς και λύπας του κόσμου δεν ηδυνήθην παρά να λάβω την ευκαιρίαν +και εξ όλης καρδίας να ομιλήσω εναντίον της δυσθυμίας της ψυχής. +Ημείς οι άνθρωποι συχνά παραπονούμεθα, άρχισα λέγων, ότι αι καλαί +ημέραι είναι πολύ ολίγαι, αι δε κακαί πάρα πολλαί και καθώς μου +φαίνεται, ως επί το πλείστον άδικα. Αν είχαμε πάντοτε πρόθυμον +καρδίαν, ώστε να ακολουθώμεν το καλόν που ο Θεός καθημέραν μας +παρέχει, θα είχαμεν τότε και αρκετήν δύναμιν να υποφέρωμεν το κακόν +όταν μας έρχεται. — Αλλά δεν έχομεν την καρδιά εις την εξουσίαν μας, +παρετήρησεν η παπαδιά· πόσον εξαρτάται από το σώμα! όταν κανείς δεν +είναι καλά, τίποτε δεν του αρέσει. — Την εδικαίωσα ως προς αυτό. Ας +θεωρήσωμεν λοιπόν την δυσθυμίαν, επρόσθεσα ως μίαν ασθένειαν, και ας +εξετάσωμεν μήπως υπάρχη κανέν μέσον θεραπείας. — Ωραία, είπεν η +Καρολίνα· εγώ τουλάχιστον πιστεύω ότι ως επί το πολύ εξαρτάται από +ημάς. Το ηξεύρω από τον εαυτόν μου. Όταν κάτι με στενοχωρή και +κοντεύω να δυσθυμήσω, αναπηδώ και τραγουδώ ένα δύο μελωδίας του +χορού, περιπατούσα εις τον κήπον, και έτσι μου περνάει αμέσως. — +Τούτο ήθελα και εγώ να είπω, επρόσθεσα· συμβαίνει με την δυσθυμίαν +ακριβώς ό,τι και με την οκνηρίαν, επειδή είναι είδος οκνηρίας. Η +φύσις μας κλίνει πολύ εις αυτήν, και όμως αρκεί άπαξ μόνον να έχωμεν +την δύναμιν να βιάσωμεν τον εαυτόν μας, και η εργασία φεύγει τότε από +τα χέρια μας, και ευρίσκομεν εις την ενέργειαν αληθή ευχαρίστησιν. — +Η Φρειδερίκα επρόσεχε πολύ, ο δε νεανίας αντείπεν ότι δεν είναι +κανείς κύριος του εαυτού του, και ολιγώτερον από όλα δύναται να +εξουσιάση τα αισθήματά του. — Εδώ πρόκειται περί δυσαρέστου +αισθήματος, απεκρίθηκα, του οποίου καθένας αγαπά ν' απαλλάσσεται, και +κανείς δεν ηξεύρει πόσον εκτείνονται αι δυνάμεις του, πριν τας +δοκιμάση. Βέβαια, όποιος είναι ασθενής, θα εξετάση όλους τους +ιατρούς, και με μεγίστην ανοχήν θα δεχθή τας αυστηροτάτας διαίτας και +τα πικρότατα φάρμακα διά ν' απολαύση την ποθητήν του υγείαν. +Παρετήρησα ότι ο έντιμος γέρων ετέντωσε τα αυτιά του διά να λάβη +μέρος εις την συζήτησιν μας· ύψωσα την φωνήν, στρέψας τον λόγον προς +αυτόν. Οι ιεροκήρυκες κηρύττουν κατά πολλών άλλων ελαττωμάτων, είπα· +αλλά δεν ήκουσα ποτέ έως τώρα να πολεμήσουν από του άμβωνος περί της +δυσθυμίας (4). Τούτο πρέπει να κάμνουν οι ιερείς των πόλεων, είπεν· +οι χωρικοί δεν ηξεύρουν τι είναι δυσθυμία· δεν θα έβλαπτεν όμως +ενίοτε, θα ήτο τουλάχιστον έν μάθημα διά την γυναίκα του και διά τον +κύριον έπαρχον. — Η συντροφιά εγέλασε και αυτός δε μαζί μας +εγκαρδίως, έως ότου τον έπιασε βήχας, που διέκοψε την συζήτησίν μας +δι' ολίγον· τότε ο νέος έλαβε πάλιν τον λόγον: — Εκαλέσατε την +δυσθυμίαν ελάττωμα· μου φαίνεται ότι τούτο είναι υπερβολή. — Καθόλου, +του αποκρίθηκα, εάν εκείνο, με το οποίον βλάπτει κανείς τον εαυτόν +του και τον πλησίον του αξίζη αυτό το όνομα. Δεν αρκεί ότι δεν +δυνάμεθα να καταστήσωμεν ο ένας τον άλλον ευτυχή, πρέπει ακόμη και ν' +αφαιρώμεν ο ένας από τον άλλον την ευχαρίστησιν, την οποίαν κάθε +καρδία κάποτε αυτή ακόμη εις τον εαυτόν της ημπορεί να δώση. Δεν μου +λέγετε, ποίος άνθρωπος έχων δυσθυμίαν, είναι τόσον γενναίος, ώστε ν' +αποκρύπτη αυτήν, να την φέρη μόνος, χωρίς να καταστρέφη την χαράν των +περί αυτόν; Ή, δεν είναι αυτή μάλλον μία εσωτερική αθυμία διά την +ιδίαν μας αναξιότητα, μία δυσαρέσκεια καθ' ημών αυτών, συνδεδεμένη +πάντοτε με φθόνον που εξεγείρεται εξ αιτίας μωράς ματαιότητος; +Βλέπομεν ευτυχείς ανθρώπους, τους οποίους ημείς δεν καθιστώμεν +ευτυχείς και τούτο μας είναι ανυπόφορον. — Η Καρολίνα μου +προσεμειδίασεν ιδούσα την συγκίνησιν με την οποίαν ωμιλούσα, έν δε +δάκρυ εις τον οφθαλμόν της Φρειδερίκας με παρώρμησε να εξακολουθήσω. +— Αλλοίμονον εις εκείνους, είπα, που μεταχειρίζονται την δύναμιν που +έχουν επί μιας καρδίας, διά να της αφαιρέσουν τας αθώας τέρψεις, αι +οποίαι βλασταίνουν απ' αυτήν. Όλα τα δώρα, όλαι αι χάριτες δεν +αναπληρούν μίαν στιγμήν ευχαριστήσεως εις τον εαυτόν μας, την οποίαν +μας επίκρανε φθονερά του τυράννου μας η σκυθρωπότης. + +Όλη η καρδία μου εξεχείλισε την στιγμήν εκείνην· η ανάμνησις τόσων +παρελθόντων επεσωρεύθη εις την ψυχήν μου, και τα μάτια μου εγέμισαν +από δάκρυα. + + — Είθε να έλεγε καθένας προς τον εαυτόν του κάθε ημέραν, ανεφώνησα: +δεν δύνασαι τίποτε άλλο για τους φίλους του παρά να τους αφήσης τας +τέρψεις των, και να επαυξήσης την ευτυχίαν των συναπολαύων αυτής μαζί +των. Δύνασαι όταν τα μύχια της ψυχής των ταλαιπωρούνται από σφοδρόν +πάθος, διαταράσσωνται από λύπην, να τους δώσης μίαν έστω σταγόνα +παραμυθίας; Και όταν τότε η τελευταία δεινοτάτη ασθένεια ενσκήψη εις +το πλάσμα, το οποίον συ εις ανθηράς ημέρας υπέσκαψες, και τώρα κείται +εκεί ελεεινή και εξηντλημένη, ο οφθαλμός αναίσθητος βλέπει προς τον +ουρανόν και θανάτου ιδρώς καλύπτη το ωχρόν της μέτωπον, συ ωσάν +κατάδικος στέκεσαι προ της κλίνης, ενδομύχως και εκ βάθους +αισθανόμενος ότι ουδέν δύνασαι με όλην σου την δύναμιν, και η +αδημονία μέσα σου σε σπαράττει, ώστε θα επόθεις το παν να θυσιάσης, +όπως δυνηθής να ενστάξης εις το φθίνον πλάσμα σταγόνα ισχύος, +σπινθήρα θάρρους. + +Η ανάμνησις τοιαύτης σκηνής, της οποίας υπήρξα μάρτυς, επήλθεν εις +εμέ με όλην την δύναμιν κατά τους λόγους τούτους. Έφερα το μανδύλι +στα μάτια μου, και εγκατέλειψα την συντροφιά και μόνον η φωνή της +Καρολίνας, που μου εφώναζεν «ας φύγωμεν!» με επανέφερεν εις τον +εαυτόν μου. Και πώς με επέπληττε καθ' οδόν διά τα λίαν θερμόν +ενδιαφέρον δι' όλα, και ότι θα κατεστρεφόμην εκ τούτου! ότι έπρεπε να +φείδωμαι του εαυτού μου! Ω άγγελε! Χάριν σού πρέπει να ζήσω. + +5 Ιουλίου. + +Ευρίσκεται πάντοτε κοντά στην ετοιμοθάνατη φίλη της, και είναι +πάντοτε η αυτή, πάντοτε το ευεργετικόν, χαριτωμένον πλάσμα, το +οποίον, όπου προβλέπει, πραΰνει τους πόνους και καθιστά τους άλλους +ευτυχείς. Χθες το βράδυ εβγήκε περίπατο με την Μαριάννα και τη μικρή +Αμαλία· το ήξευρα και τας συνήντησα και επήγαμεν μαζί. Μετά πορείαν +μιάμισης ώρας επεστρέψαμεν εις την πόλιν, παρά την βρύσιν, η οποία +τόσον μου ήτο πολύτιμος και τώρα χιλιάκις πολυτιμοτέρα. Η Καρολίνα +εκάθησεν εις τον μικρόν τοίχον, εμείς δε εστεκόμεθα μπροστά της. +Εκύτταζα τριγύρω, αχ! και ο καιρός, που η καρδιά μου ήτο μόνη, +ξαναέζησε τώρα μπροστά μου. — Αγαπητή βρύση, είπα, από τότε δεν +αναπαύθηκα πλέον εις τη δροσιά σου, γλήγορα επερνούσα και κάποτε μήτε +σε εκύτταζα. — Παρετήρησα κάτω, και είδα ότι η Αμαλίτσα πολύ +προσεκτικά έπαιρνε με ένα ποτήρι νερό. — Εκύτταξα την Καρολίναν, +αισθάνθηκα τι ήταν αυτή για μένα. Εν τω μεταξύ έρχεται η Αμαλίτσα μ' +ένα ποτήρι νερό. Η Μαριάννα ηθέλησε να της το πάρη, όχι! ανεφώνησε το +παιδί με γλυκυτάτην έκφρασιν· όχι συ, Καρολίνα, θα πιής πρώτη! Τόσον +εγοητεύθηκα από την αλήθειαν, από την αγαθότητα, με την οποίαν το +είπεν, ώστε δεν εμπόρεσα να εκφράσω άλλως το αίσθημά μου, παρά επήρα +το παιδί από την γην, και τόσον ζωηρά το εφίλησα, ώστε αυτό αμέσως +άρχισε να φωνάζη και να κλαίη. — Δεν εκάματε καλά, είπεν η Καρολίνα. +— Εταράχθηκα. — Έλα, Αμαλίτσα μου. εξηκολούθησε, ενώ το έπιασε από το +χέρι και το κατέβαζε στα σκαλιά, πήγαινε νίψου από την δροσεράν +βρύσιν, γλήγορα, γλήγορα, τότε δεν πειράζει. — Όταν εστεκόμην εκεί +και παρετήρουν με πόσην προθυμίαν το μικρόν έτριβε με τα βρεγμένα του +χεράκια τα μάγουλά του, με ποίαν πεποίθησιν, ότι διά της θαυμασίας +πηγής θ' απεπλύνετο από παν μόλυσμα και θ' απηλλάσσετο από τη ντροπή +πως θα της έβγουν άσχημα γένεια· όταν η Καρολίνα έλεγεν «αρκεί» και +το παιδί μόλα ταύτα ακόμη ζωηρότερα επλύνετο, ωσάν το πολύ να επέφερε +περισσότερον αποτέλεσμα από το ολίγον — σου λέγω, Γουλιέλμε, ουδέποτε +με περισσότερον σεβασμόν παρευρέθην εις βάπτισμα — και όταν η Καρολίνα +ανέβη, ευχαρίστως θα ερριπτόμην μπροστά της όπως μπροστά σε προφήτη, +όστις εξαγίαζε ταμαρτήματα ενός λαού. + +Την εσπέραν δεν ηδυνήθην, με την χαράν της καρδιάς μου, να μη διηγηθώ +το γεγονός εις ένα άνδρα, εις τον οποίον απέδιδα υγιά φρόνησιν, +επειδή έχει νουν αλλά πώς την έπαθα! Μου είπεν ότι πολύ κακά έκαμεν η +Καρολίνα· ότι δεν έπρεπε κανείς να απατά τα παιδιά· ότι τα τοιαύτα +δίδουν αφορμήν εις απείρους πλάνας και δεισιδαιμονίας, από τας οποίας +πρέπει κανείς ευθύς εξ αρχής να προφυλάττη τα παιδιά. — Τώρα θυμήθηκα +πως ο άνθρωπος εβάπτισεν ένα παιδί του προ οκτώ ημερών· γι' αυτό δε +επέμεινα και στάθηκα μέσα στην καρδιά μου πιστός εις την αλήθεια: +Πρέπει να φερώμεθα προς τα παιδιά όπως ο Θεός προς ημάς, που μας +κάνει ευτυχεστάτους όταν μας αφίνη να ζούμε μέσα σε γλυκειές πλάνες. + +8 Ιουλίου. + +Τι παιδί που είναι ο άνθρωπος! Πόσο ψοφάει για μια ματιά! Τι παιδί +που είναι! Είχαμε πάει εις το Βαλάιμ. Η κυρίες επήγαν έξω με την +άμαξα, και κατά τους περιπάτους μας επίστευα πως εις τα μαύρα μάτια +της Καρολίνας . . . Είμαι τρελλός, πολυλογώ, (γιατί αρχίζω τώρα να +νυστάζω), ιδές, η κυρίες ανέβηκαν, και εστεκόμεθα γύρω στην άμαξα, ο +νέος Β . . . ο Σελστάντ, ο Αουδράνος και εγώ. Τότε από την θυρίδα της +αμάξης μιλούσαν με τα παλληκάρια, που ήσαν βεβαίως αρκετά ελαφρά και +μάταια. — Εζητούσα τα μάτια της Καρολίνας· αχ! εγύριζαν από τον ένα +εις τον άλλον! Αλλ' εις εμέ! εμέ! εμέ! που αυτά μόνον και μόνον +επρόσμενα, δεν έπεφταν! — Η καρδιά μου της έλεγε «μυριάκις έχαιρε!» +Και αυτή δεν 'με έβλεπεν! Η άμαξα επέρασε και έν δάκρυ μού στεκότουν +στα μάτια. Την ακολουθούσα με τα βλέμματα, και είδα την κόμην της +Καρολίνας να κλίνη προς τα έξω της θυρίδος, και εστράφη για να ιδή, +αχ! εμέ αρά γε! — Φίλτατε! εις αυτήν την αβεβαιότητα μετεωρίζομαι, +τούτο είναι η παρηγοριά μου· ίσως εμένα εγύρισε να ιδή! Ίσως! — Καλήν +νύκτα! Ω, τι παιδί που είμαι! + +10 Ιουλίου. + +Να έβλεπες τι γελοίον πρόσωπον που παίζω, όταν ομιλούν περί αυτής! +Όταν δε μ' ερωτούν αν μου αρέση! Την λέξη αυτή την μισώ εξόλης της +ψυχής μου. Τι άνθρωπος πρέπει να είναι εκείνος που να μη του αρέση η +Καρολίνα, που να μη του κατέχη όλον τον νουν, όλα τα αισθήματα! +Αρέσει! Τώρα ύστερα μ' ερώτησεν ένας αν μου αρέση ο Οσσιανός! + +11 Ιουλίου. + +Η κυρία Μ . . . είναι πολύ κακά· παρακαλώ τον θεόν για τη ζωή της, +επειδή συμπάσχω με την Καρολίναν. Σπανίως την βλέπω στο σπίτι της +φίλης μου, και σήμερον μου διηγήθη ένα θαυμάσιο γεγονός. — Ο γέρων +Μ . . . είναι φιλάργυρος, μικροπρεπής, εξηνταβελόνης, που σ' όλη τη ζωή +κατεβασάνιζε και περιώριζε τη γυναίκα του· αυτή όμως ήξερε πάντα να +τα βολεύη. Προ ολίγων ημερών, όταν ο ιατρός απελπίσθη για τη ζωή της, +αυτή επροσκάλεσε τον άνδρα της (η Καρολίνα ήτο εις το δωμάτιον) και +του μίλησε έτσι: πρέπει να σου ομολογήσω ένα πράγμα, τα οποίον μετά +τον θάνατόν μου μπορούσε να προκαλέση σύγχυσιν και έριδας. Ως τώρα +εδιοίκησα το σπίτι με τόσην τάξιν και οικονομίαν, όσον ήτο δυνατόν +αλλά θα με συγχωρέσης ότι σε εξηπάτησα σ' αυτά τα τριάντα χρόνια. +Προώρισες εις τας αρχάς του γάμου μας ένα μικρόν ποσόν για τα έξοδα +του μαγειρείου και των λοιπών οικιακών αναγκών. Όταν το νοικοκυριό +μας έγεινε μεγαλύτερο, η εργασία μας επήγε πιο καλά, δεν επείσθης ν' +αυξήσης αναλόγως το εβδομαδιαίον μου ποσόν. Κοντολογής, ξέρεις πως +τον καιρό που το νοικοκυριό μας ήτο πολύ μεγάλο απαιτούσες να περάσω +την εβδομάδα με επτά φιορίνια. Το εδέχθην τότε άνευ αντιλογίας και τα +περιπλέον έπαιρνα κάθε εβδομάδα από το χρηματοκιβώτιον, επειδή κανείς +δεν υπέθετεν ότι η κυρία θα έκλεπτε το ταμείον. Τίποτε δεν +κατεσπατάλησα και, χωρίς να το ομολογήσω, θα μπορούσα θαρραλέα να +μεταβώ εις την αιωνιότητα, αν δεν ήτο αδύνατον, εκείνη που έπειτα από +εμέ θα διευθύνη το σπίτι να μη ευρεθή εις αμηχανίαν, γιατί συ πάντοτε +θα επέμενες πως η πρώτη σύζυγός σου επαρκούσε με αυτά. + +Ωμίλησα με την Καρολίναν περί της απιστεύτου αποτυφλώσεως του +ανθρωπίνου νου, ώστε αυτός να μη υποπτεύη ότι κάτι άλλο υποκρύπτεται, +όταν ένας με επτά φλωρίνια εξαρκή εκεί όπου γίνονται τριπλάσια έξοδα. +Αλλ' εγνώρισα εγώ ο ίδιος ανθρώπους, που και του προφήτου την αιώνια +λήκυθο θα παρεδέχωνται ότι υπάρχει εις το σπήτι τους χωρίς να +εκπλαγούν. + +13 Ιουλίου. + +Όχι, δεν απατώμαι! αναγινώσκω εις τα μαύρα της μάτια αληθές +ενδιαφέρον για μένα και για την τύχην μου. Ναι, αισθάνομαι και εις +τούτο δύναμαι να πιστεύσω την καρδιά μου, ότι αυτή — ω, δύναμαι +ημπορώ να εκφράσω την ουράνια αυτή λέξη; — ότι με αγαπά! + +Με αγαπά! — Και πόσον ακριβός γίνομαι έτσι εγώ εις τον εαυτόν μου, +πόσον — εις σε δύναμαι να το είπω, συ το αισθάνεσαι πόσον λατρεύω τον +εαυτόν μου, αφ' ότου εκείνη με αγαπά! Είναι αρά γε τούτο προπέτεια, ή +αίσθημα της πραγματικής καταστάσεως — Δεν γνωρίζω τον άνθρωπον από +τον οποίον κάτι εφοβούμην εις την καρδιά της Καρολίνας· και όμως — +όταν ομιλή περί του μνηστήρος της, όταν με τόση ζέση, με τόσην αγάπην +γι' αυτόν — Ομιλεί — τότε ομοιάζω με άνθρωπον που του αφαιρούνται +όλαι οι τιμαί και τα αξιώματα και που του αφαιρείται το ξίφος. + +16 Ιουλίου + +Αχ, τι φωτιά τρέχει μέσα στις φλέγες μου, όταν το δάκτυλό μου +απροσδοκήτως εγγίξη το ιδικό της, όταν τα πόδια μας υπό την τράπεζαν +συναντώνται! Τραβιώμαι πίσω, σαν από φωτιά, και πάλιν μία μυστηριώδης +δύναμις με τραβάει μπροστά — επέρχεται ζάλη, εις όλας τας αισθήσεις +μου. — Ω! και η αθωότης της, η απλή ψυχή δεν αισθάνεται πόσον αύται +αι μικραί οικειότητες με βασανίζουν! Όταν μάλιστα εις την ομιλίαν +θέτη το χέρι της επάνω στο δικό μου, και εις την ζωηρότητα του +διαλόγου έρχεται πλησιέστερα προς εμέ, ώστε η ουρανία του στόματός +της πνοή να φθάση εις τα χείλη μου — νομίζω ότι καταπίπτω σαν +κεραυνόπληκτος. — Και, Γουλιέλμε, αν τολμήσω ποτέ τούτον τον ουρανόν, +ταύτην την εμπιστοσύνην! — Με εννοείς. Όχι, η καρδία μου δεν είναι +τόσον διεφθαρμένη! Ασθενής! αρκετά ασθενής! — Και δεν είναι τούτο +διαφθορά; + +Μου είνε ιερά. Κάθε επιθυμία καταπαύει εις την παρουσίαν της. Δεν +ξεύρω ποτέ τι αισθάνομαι όταν βρίσκωμαι πλησίον της· και με γιατρεύει +από κάθε ταλαιπωρίαν, ταραχή και μελαγχολία, μόλις παίξη την πρώτη +νότα. + +Καμμία λέξις περί της μυθικής μαγικής δυνάμεως της μουσικής δεν μου +είναι απίθανος. Πόσον και το απλούν άσμα με συγκινεί! Και πόσον +ηξεύρει να μου παίζη αυτό το κομμάτι, συχνά εις καιρόν, που μου +έρχεται να πάρω ένα πιστόλι και να πετάξω τα μυαλά μου στον αέρα! Η +πλάνη και το σκότος της ψυχής μου διαλύονται και αφανίζονται, και +αναπνέω πάλιν ελευθερώτερα. + +18 Ιουλίου. + +Γουλιέλμε, τι είναι για την καρδιά μας ο κόσμος χωρίς έρωτα; Ό,τι +είναι μαγικόν φανάρι χωρίς φως! Μόλις εισάγεις το λυχναράκι και αι +πλέον ποικιλόχροοι εικόνες φαίνονται εις τον λευκόν σου τοίχον! Και +αν τούτο δεν είναι τίποτε άλλο παρά πρόσκαιρα φαντάσματα, ουχ ήττον +πάντα μας καθιστά ευταχείς όταν σαν ζωηρά παιδιά στεκώμεθα προ αυτού +και ενθουσιαζώμεθα από τα θαυμαστά αυτά φαινόμενα. Σήμερον δεν +μπόρεσα να πάω στης Καρολίνας μία συντροφιά, την οποίαν δεν ηδυνάμην +να αποφύγω, με εμπόδισε. Τι να έκαμνα; έστειλα τον υπηρέτην μου εκεί +έξω, διά να έχω τουλάχιστον πλησίον μου ένα άνθρωπον ο οποίος την +είχε πλησιάσει σήμερον. Με πόσην ανυπομονησίαν τον επερίμενα, με +πόσην χαράν τον επανείδα. Μου ήλθε να τον πιάσω από το κεφάλι να τον +φιλήσω αλλ' εντράπηκα. + +Διηγούνται περί της Βονωνίας πέτρας ότι, όταν την θέτουν εις τον +ήλιον, προσελκύει τας ακτίνας του και φέγγει για λίγο ακόμα την +νύκτα. Έτσι μου συνέβη με τον νέον αυτόν. Το αίσθημα ότι τα μάτια της +είχαν πέσει επάνω εις το πρόσωπόν του, εις τα μάγουλά του, εις τα +κουμβιά και τις ραφές του φορέματός του, μου κατέστησεν όλ' αυτά +τόσον ιερά, τόσον πολύτιμα! Εις την στιγμήν αυτήν δεν θα έδιδα τον +νέον ούτε αντί χιλίων ταλλήρων. Τόσον ευχαριστούμην από τη παρουσία +του. — Ο Θεός να σε φυλάξη να μη γελάσης γι' αυτά! Γουλιέλμε, είναι +φαντασία όταν είμεθα ευτυχείς; + +19 Ιουλίου. + +Θα την ιδώ! αναφωνώ κάθε πρωί όταν σηκώνομαι και ατενίζω μ' όλην την +φαιδρότητα προς τον ωραίον ήλιον· θα την ιδώ! Και τότε για όλη την +ημέρα δεν έχω πλέον άλλην επιθυμίαν. Το παν, το παν πνίγεται εις +αυτήν την απαντοχή. + +20 Ιουλίου. + +Την ιδέαν σας να πάω με τον πρέσβυ . . . . . . . δεν δύναμαι ακόμη να +συμμερισθώ. Δεν αγαπώ πολύ την υποταγήν, και ξεύρομεν όλοι ότι +εκείνος ο κύριος είναι προς τούτοις ανυπόφορος. Η μήτηρ μου, λέγεις, +θα επεθύμει να με ίδη σε καριέρα· αυτό μ' έκαμε να γελάσω. Δεν είμαι +λοιπόν και τώρα σε καριέρα; και το κάτω κάτω δεν είναι το ίδιον αν +μετρώ πιζέλια ή φακές; Το παν εις τον κόσμον καταλήγει εις +ματαιότητα, και ο άνθρωπος, που χάριν των άλλων χωρίς τούτο, μα είναι +δικό του πάθος, ιδία του ανάγκη, βασανίζεται για χρήματα ή τιμάς ή +άλλο τι, είναι πάντοτε μωρός. + +24 Ιουλίου. + +Επειδή ενδιαφέρεσαι τόσον πολύ να μη αμελώ την ζωγραφική μου θα +προτιμούσα καλύτερα ν' αποσιωπήσω όλως διόλου το πράγμα, παρά να σου +πω ότι προ πολλού πολύ λίγο καταγίνομαι. + +Ποτέ ως τώρα δεν υπήρξα πλέον ευτυχής, ποτέ αίσθημά μου για τη φύση +ως τα λιθαράκια και ως τη χλόη δεν ήσαν πληρέστερον και πλέον +ενδόμυχον. και όμως — δεν ηξεύρω πως να εκφρασθώ, η παραστατική μου +δύναμις είναι τόσον αδύνατος, το παν τόσον πλέει και αιωρείται μπρος +στην ψυχή μου: ώστε καμμίαν εικόνα δεν δύναμαι να συλλάβω· αλλά +φαντάζομαι ότι, αν είχα πηλόν ή κερί, θα διέπλασσα καλύτερα. Θα λάβω +και πηλόν, αν αυτή η κατάστασις διαρκέση περισσότερον, και θα ζυμώσω, +και ας γείνουν και πήττες. + +Της Καρολίνας την εικόνα τρεις φορές την άρχισα και τις τρεις +εντροπιάσθηκα. Τούτο με λυπεί τόσο μάλλον όσο προ ολίγου καιρού +επετύγχανα πολύ εις την ομοιότητα. Έπειτα λοιπόν την εσκιαγράφησα, +και τούτο ας μου αρκέση. + +20 Ιουλίου. + +Πολλές φορές ως τώρα απεφάσισα να μη τη βλέπω τόσον συχνά. Ναι, ποιός +μπορεί να φυλάξη την απόφασή του! Κάθε μέρα υπόκειμαι εις τον +πειρασμόν και ορκίζομαι: «αύριο μια φορά δεν θα πας», και όταν +έρχεται το πρωί ευρίσκω μίαν ακατανίκητον αιτίαν, και πριν το +καταλάβω, ευρίσκομαι πλησίον της. Ή μου είπε την εσπέραν: θα έλθετε +βέβαια αύριο: — Ποιος μπορούσε να μην πάη; Ή μου δίδει μίαν +παραγγελίαν και ευρίσκω πρέπον να της φέρω μόνος μου την απάντησιν; +ή η ημέρα είναι πολύ ωραία, πηγαίνω εις το Βαλάιμ, και όταν πλέον +είμαι εκεί, μισή μόνον ώρα είναι έως σ' αυτής! — Είμαι πάρα πολύ +πλησίον εις την ατμοσφαίραν της. — Έν βήμα και είμαι εκεί. Η γιαγιά +μου έλεγεν παραμύθι για ένα βουνό από μαγνήτη· τα πλοία, τα οποία +επλησίαζαν πάρα πολύ, έχαναν διά μιας όλα τα σιδερικά των, τα καρφιά +επετούσαν προς το βουνό, και οι ταλαίπωροι ταξιδιώτες εσκοτώνοντο +ανάμεσα στα σανίδια που έπεφταν το ένα πάνω στ' άλλο. + +30 Ιουλίου. + +Ο Αλβέρτος έφθασε, και εγώ θα πάω· και αν ήτον ο κάλαιστος, ο +ευγενέστατος άνθρωπος, εις τον οποίον θα ήμουν πρόθυμος να +υποτάσσωμαι υπό πάσαν έποψιν, θα μου ήτο ανυπόφορον να τον βλέπω προ +των οφθαλμών μου να έχη τόσας τελειότητας. — Αρκεί, Γουλιέλμε, ο +μνηστήρ ήλθεν. Ένας καλός, αξιαγάπητος νέος, τον οποίον πρέπει ν' +αγαπά κανείς. Ευτυχώς δεν ήμουν εκεί κατά την υποδοχήν! Αυτό θα μου +κατεξέσχιζε την καρδιά. Προς τούτοις είναι τόσο τίμιος, και δεν +εφίλησεν ούτε μια φορά την Καρολίνα μπροστά μου. Γι' αυτό ας τον +ανταμείψη ο Θεός! Για το σέβας που έχει στην κόρη πρέπει να τον +αγαπώ. Με ευνοεί, και υποθέτω ότι αυτό είναι έργον της Καρολίνας +μάλλον παρά του ιδίου του αισθήματος· διότι ως προς αυτό η γυναίκες +είναι επιτήδειες, και έχουν δίκαιον: όταν δύνανται να διατηρούν δύο +εραστάς σε καλή αναμεταξύ τους σχέση, είναι πάντα δικό τους κέρδος, +όσον σπανίως και αν κατορθώνεται. + +Εν τούτοις δεν δύναμαι ν' αρνηθώ εις τον Αλβέρτον την υπόληψίν μου. Η +εξωτερική του απάθεια ευρίσκετο σε μεγάλην αντίθεσι προς την +ανησυχίαν του χαρακτήρος μου, που δεν δύναται να κρυφθή. Έχει πολύ +αίσθημα, και εννοεί τι κειμήλιον είναι η Καρολίνα γι' αυτόν. +Φαίνεται, ότι σπανίως δυσθυμεί, και ξεύρεις πως είναι το μόνον +αμάρτημα που υπερβολικά το αποστρέφομαι εις τον άνθρωπον. + +Με θεωρεί ως άνθρωπον με νουν και η αφοσίωσίς μου εις την Καρολίναν, +η αληθινή μου χαρά, που αισθάνομαι εις όλας τας πράξεις της, αυξάνει +τον θρίαμβόν του, και την αγαπά τόσον περισσότερον. Αν δε ίσως την +βασανίζη ενίοτε με μικρή ζηλοτυπία, τούτο δεν το εξετάζω· εγώ +τουλάχιστον αν ήμουν εις την θέσιν του, δεν θα έμενα ασφαλής απ' +αυτόν τον διάβολο. + +Ας είναι κ' έτσι! η ευχαρίστησίς μου να είμαι πλησίον τις Καρολίνας +πάει. Μωρίαν να ονομάσω τούτο ή αποτύφλωσιν; — Τι χρειάζονται +ονόματα, αφού αυτό το πράγμα μιλή! — Ήξευρα όλα, ότι τώρα ηξεύρω, +πριν έλθη ο Αλβέρτος· ήξευρα πως δεν μπορούσα να έχω αξίωσι γι' +αυτήν, ούτε είχα καμμίαν — δηλαδή εφόσον είναι δυνατόν, απέναντι +τόσου θελγήτρου να μη επιθυμήση κανείς τίποτε — και τώρα ο ανόητος +εκπλήττομαι, ότι ο άλλος πράγματι έρχεται και μου παίρνει την κόρη. + +Τρίζω τα δόντια μου, και χλευάζω την αθλιότητά μου, και περιφρονώ +διπλασίως και τριπλασίως εκείνους που μπορούν και λέγουν: «να το +ξεχάσω», αφού δα δεν γίνεται αλλοιώς. — Γλύτωσέ με απ' αυτά τα ξόανα, +— Γυρίζω εις τα δάση, και όταν έρχωμαι εις την Καρολίναν και ο +Αλβέρτος κάθεται πλησίον της στον κήπο στο κιόσκι και δεν δύναμαι να +φύγω, τότε φέρομαι σαν τρελός και κάμνω χίλιες δυο ανοησίες. — Δι' +όνομα του Θεού, μου είπε σήμερον η Καρολίνα, σε παρακαλώ, μη [κάμεις] +καμμίαν σκηνήν, σαν εκείνην της χθεσινής βραδειάς. Είσθε φοβερός όταν +είσθε έτσι εύθυμος. — Αναμεταξύ μας, καιροφυλακτώ την στιγμήν, όταν +αυτός έχει ασχολίες· ω! ευθύς ευρίσκομαι πλησίον της, και είμαι +πάντοτε ευχαριστημένος όταν την ευρίσκω μόνην. + +8 Αυγούστου + +Σε παρακαλώ, αγαπητέ Γουλιέλμε, δεν είχα σε υπ' όψιν όταν απεκάλουν +ανυποφόρους τους ανθρώπους που απαιτούν από μας υπομονήν εις άφευκτα +κακά. Αληθινά δεν εφανταζόμουν ότι ηδύνασο να είσαι παρομοίας γνώμης. +Και κατά βάθος έχεις δίκαιον. + +Ένα μόνον, φίλτατέ μου! Εις τον κόσμον πολύ σπανίως γίνεται κάτι με +το είτε — είτε· αι ενέργειαι, και αι επιχειρήσεις έχουν τόσον +ποικίλας αποχρώσεις, όσαι παραλλαγαί υπάρχουν μεταξύ της γρυπής μύτης +σαν του γερακιού και της μύτης της πλακουτσής. Δεν θα σου κακοφανή, +λοιπόν, όταν παραδέχωμαι όλον τον συλλογισμόν σου, και όμως ζητώ να +ξεφύγω από το είτε — είτε. + +Είτε έχεις ελπίδα, λέγεις διά την Καρολίναν, είτε δεν έχεις καμμίαν. +Καλά! Κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν ζήτει να την πραγματοποιήσης, +ζήτει να την φθάσης εις την εκτέλεσιν των πόθων σου· κατά δε την +δευτέραν δείξου άνδρας, και προσπάθησε ν' απαλλαγής από ένα +δυστυχισμένο αίσθημα που δεν δύναται να μη εξολοθρέψη όλας τας +δυνάμεις σου. — Άριστέ μου φίλε! καλά το είπες και — εύκολα. + +Και δύνασαι ν' απαιτήσης από τον δυστυχή εκείνον, που η ζωή του +τρώγεται ολοένα από χρονίαν αρρώστεια, δύνασαι ν' απαιτήσης απ' αυτόν +να θέση τέλος διά μιας εις τα βάσανά του μ' ένα μαχαίρι; Και μήπως το +κακόν, το οποίον κατατρώγει τας δυνάμεις του, δεν του αφαιρεί +συγχρόνως και το θάρρος να ελευθερωθή απ' αυτό; + +Μπορούσες με μιαν ανάλογη παραβολή ν' αποκριθής: Ποιος δεν θα +επροτιμούσε να στερηθή μάλλον το χέρι του παρά διστάζοντας και +οκνεύοντας να διακυβεύση την ζωήν του; — Δεν ξεύρω! — και ας μη +χρονοτριβούμε σε παραβολές. Αρκεί — Ναι, Γουλιέλμε, έχω πολλάκις +στιγμές θάρρους που αναβρύει και ξετινάζει και τότε φθάνει να ήξευρα, +πού; — θα επήγαινα εκεί. + +Βράδυ. + +Το ημερολόγιόν μου, που από καιρό το είχα αμελήσει, σήμερα μου έπεσε +πάλιν εις τα χέρια, και εξεπλάγην, πώς εν συνειδήσει επροχώρησα εις +όλα αυτά, βήμα προς βήμα! Πώς έβλεπα τόσον καθαρά, πάντα την +κατάστασή μου, και όμως εφέρθην σαν παιδί· τώρα ακόμη τόσον καθαρά +βλέπω, και όμως δεν υπάρχει κανένα φαινόμενον βελτιώσεως. + +10 Αυγούστου. + +Θα μπορούσα να περνώ την πιο καλή κ' ευτυχισμένη ζωή, αν δεν ήμουν +μωρός. Τόσον ευνοϊκαί περιστάσεις που είναι αυταί, εις τας οποίας +τώρα ευρίσκομαι, δεν συνενούνται εύκολα διά να τέρψουν την ψυχήν ενός +ανθρώπου. Αχ! τόσον είναι βέβαιον ότι η καρδία μας μόνη είναι ο +δημιουργός της ευτυχίας της. — Να είμαι μέλος της πλέον αξιαγαπήτου +οικογενείας· ν' αγαπώμαι από τον γέροντα σαν παιδί του, από τα μικρά +σαν πατέρας, και από την Καρολίνα! — έπειτα ο καλός Αλβέρτος, ο +οποίος με καμμιά σκυθρωπότητα, με καμμιά κακοτροπία δεν διαταράσσει +την ευτυχίαν μου· ο οποίος με εγκάρδια φιλιά με περιβάλλει· εις τον +οποίον εγώ, μετά την Καρολίναν, είμαι το αγαπητότατον όν εις τον +κόσμον! — Γουλιέλμε, είναι χαρά Θεού να μας ακούη κανείς όταν +πηγαίνωμεν περίπατο και συνδιαλεγώμεθα περί της Καρολίνας· τίποτε +στον κόσμο δεν ευρέθη γελοιωδέστερον απ' αυτή τη σχέση, και όμως απ' +αυτήν μου έρχονται συχνάκις δάκρυα εις τους οφθαλμούς. + +Όταν μου διηγήται για την αγαθή του μητέρα· πώς επί της κλίνης του +θανάτου παρέδωκεν εις την Καρολίναν το σπίτι της και τα τέκνα της, +και του εσύστησε την Καρολίναν• πώς από τον καιρό εκείνο ένα όλως +διόλου άλλο πνεύμα εμψύχωσε την Καρολίναν· πώς αυτή ως προς την +φροντίδα του νοικοκυριού της και ως προς την σοβαρότητα έγεινεν +αληθινή μητέρα· πώς καμμίαν στιγμήν του καιρού της δεν επέρασε χωρίς +ενεργόν αγάπην, χωρίς εργασίαν και όμως η φαιδρότης της, η ευθυμία +της ποτέ δεν την άφησαν, — Περιπατώ πλησίον του, και μαζεύω άνθη στο +δρόμο· τα συμπλέκω με πολλήν προσοχήν εις ανθοδέσμην, — και τα ρίπτω +εις το ποτάμι, που τρέχει δίπλα, και τα παρακολουθώ με το βλέμμα πώς +ήρεμα κατέρχονται. — Δεν ηξεύρω αν σου έγραψα ότι ο Αλβέρτος θα μένη +εδώ και θα λάβη μίαν θέση με καλό μισθό από την Αυλήν, όπου αγαπάται +πολύ. Ως προς την προθυμίαν εις υποθέσεις, ολίγους είδα ομοίους του. + +12 Αυγούστου. + +Βέβαια ο Αλβέρτος είναι ο κάλλιστος άνθρωπος υπό τον ουρανόν. Χθες +μου συνέβη μαζί του μία θαυμασία σκηνή. Επήγα διά να τον +αποχαιρετήσω· γιατί μου ήλθεν η όρεξη να κάμω ένα γύρον έφιππος εις +τα βουνά, αφ' ότου τώρα και σου γράφω· και καθώς πηγαινοέρχομαι εις +το δωμάτιον, μου πίπτουν εις τα μάτια τα πιστόλιά του. — Δάνεισέ μου +τα πιστόλια, είπα, για το ταξείδι μου. — Ευχαρίστως, είπεν, αν θέλης +να λάβης τον κόπον να τα γεμίσης· εγώ τα έχω κρεμασμένα μόνον διά τον +τύπον. Έλαβα έν απ' αυτά, και εκείνος εξακολουθούσε: Αφ' ότου η +επιμέλειά μου σ' αυτά μου την κατάφερε τόσον άσχημα, δεν θέλω πλέον +να έχω σχέσιν με τέτοια πράγματα. — Ήμουν περίεργος να μάθω την +ιστορίαν. — Έμεινα, διηγήθηκε, επί τρεις περίπου μήνας εις την εξοχήν +εις ένα φίλον, είχα ένα ζευγάρι πιστόλια αγέμιστα, και εκοιμώμην +ήσυχος. Μίαν φοράν μετά μεσημβρίαν, ενώ έβρεχε και εκαθήμην άεργος, +δεν ηξεύρω πώς μου κατεβαίνει: πιθανόν να μας επιτεθούν, μπορεί να +χρειασθούμε τα πιστόλια, και μπορεί . . . — ηξεύρεις δα πώς γίνονται +αυτά. — Τα έδωκα εις τον υπηρέτην διά να τα καθαρίση και να τα +γεμίση· και αυτός χαριεντίζεται με τα κορίτσια, θέλει να τα τρομάξη, +και ο Θεός το ξεύρει πώς, το όπλον πίπτει, ενώ η βέργα ήτον ακόμη εις +την κάννην, και εξακοντίζει την τουφεκόβεργαν εις την άκρη του δεξιού +χεριού ενός κοριτσιού, και της συντρίβει τον αντίχειρα. Τότε είχα τις +φωνές και τα κλάματα, και κοντά εις αυτά είχα να πληρώσω ακόμη και +την θεραπείαν, και από τότε αφίνω κάθε όπλον αγέμιστον. Ω φίλτατέ +μου, τι είναι η πρόνοια; Δεν μπορεί κανείς να μάθη να διαφεύγη τον +κίνδυνον! Μολονότι — Ηξεύρεις όμως ότι αγαπώ πολύ τον άνθρωπον έως +εις τα μολονότι του· γιατί, όπως δεν το ξέρουμε, κάθε γενικόν αξίωμα +δεν έχει και εξαιρέσεις; Αλλά τόσον δίκαιος είναι ο άνθρωπος αυτός! +Όταν νομίζη ότι είπε κάτι απερίσκεπτον, γενικόν, αμφίβολον, τότε δεν +σου παύει να το περιορίζη, να το τροποποιή, να προσθέτη και ν' +αφαιρή, έως ότου τέλος δεν μείνη τίποτε πλέον από το πράγμα. Και απ' +αυτή την αφορμή των όπλων εβυθίσθη πάρα πολύ εις τα καθέκαστα· +τελευταίον δεν τον επρόσεχα πλέον, έπεσα εις φαντασίας και με +αλλόκοτον σχήμα επίεσα το στόμιον του πιστολιού πάνωθε από το δεξί +μάτι στο μέτωπον. Ντροπή! είπεν ο Αλβέρτος, ενώ μου κατέβασε το +πιστόλι, τι σημαίνει τούτο; — Δεν είναι γεμάτον, είπα. — Και έτσι +πάλιν, τι σημαίνει; επρόσθεσεν ανυπόμονος. Δεν δύναμαι να εννοήσω πώς +μπορεί κανένας να είναι τρελλός, ώστε να αυτοχειριασθή· μόνη η σκέψις +μού διεγείρει απέχθειαν. + + — Πώς σεις οι άνθρωποι, ανεφώνησα, διά να μιλήσετε περί ενός +πράγματος, επιφωνείτε ευθύς: τούτο είναι ανόητον, τούτο είναι σοφόν, +αυτό είναι καλόν, αυτό είναι κακόν! Και τι θέλουν να πουν όλα αυτά; +Έχετε ερευνήσει τας εσωτερικάς σχέσεις πράξεώς τινος; Ηξεύρετε να +αναπτύσσετε με ακρίβειαν τας αιτίας γιατί έγεινε, γιατί έπρεπε να +γείνη! Αν εκάμνετε αυτό, δεν θα είσθε τόσον γλήγοροι εις τας κρίσεις +σας. + + — Αλλά θα παραδεχθής, είπεν ο Αλβέρτος, πως μερικαί πράξεις μένουν +εγκληματικαί, κι' ας συμβή από οποιονδήποτε λόγον. + +Ύψωσα τους ώμους, και συγκατένευσα. — Όμως, αγαπητέ μου, +εξηκολούθησα, υπάρχουν και εδώ εξαιρέσεις. Είναι αλήθεια ότι η κλοπή +είναι αμάρτημα· αλλ' ο άνθρωπος, που για να σώση τον εαυτόν του και +τους ιδικούς του από βέβαιη πείνα παραδίδεται εις την αρπαγήν, αξίζει +συμπάθειαν μάλλον παρά τιμωρίαν! Ποιος ρίχτει τον πρώτον λίθον κατά +του συζύγου, που εις δικαίαν οργήν κατασφάζει την άπιστον γυναίκα του +και τον ουτιδανόν της διαφθορέα; κατά της κόρης, που εις ηδονικωτάτην +ώραν παραδίδεται εις τις αχαλίνωτες τέρψεις του έρωτος: Οι νόμοι μας +αυτοί, οι ψυχρόαιμοι εκείνοι λεπτολόγοι, συγκινούνται, και +αναστέλλουν την τιμωρίαν των. + + — Αυτό είναι όλως διόλου άλλο, επρόσθεσεν ο Αλβέρτος, διότι άνθρωπος +τον οποίον αφαρπάζουν τα πάθη του χάνει όλον το λογικόν του και +θεωρείται, ως μέθυσος ως παράφρων· + + — Α! σεις οι φρόνιμοι άνθρωποι! εφώναξα χαμογελώντας Πάθος! Μέθη! +Μανία! Στέκεσθε τόσον απαθείς και ακοινώνητοι, οι ηθικοί άνθρωποι! +Κατηγορείτε τον μέθυσον, αποστρέφεσθε τον παράφρονα, αντιπαρέρχεσθε, +ως λευίτης, και ευχαριστείτε τον Θεόν, ως ο Φαρισαίος, ότι δεν σας +έκαμεν ένα απ' αυτούς. Πλέον ή άπαξ ήδη εμέθυσα, ουδέποτε τα πάθη μου +ήσαν μακράν της μανίας, και ούτε διά το έν ούτε διά το άλλο μετανοώ· +γιατί έμαθα κατά τον δικό μου στοχασμό να εννοώ πως όλοι οι έκτακτοι +άνθρωποι που έκαμαν κάτι μεγάλο, κάτι που εφαινότουν αδύνατο δεν +μπορούσε στην αρχή παρά να κηρυχθούν μέθυσοι και μανιακοί. + +Αλλά και στην καθημερινή ζωή είναι ανυπόφορο ν' ακούη κανείς να +φωνάζουν καθενός σχεδόν για μια κάπως γενναία, ευγενή, απροσδόκητη +πράξη: ο άνθρωπος αυτός είναι μέθυσος, είναι τρελλός! Ντραπήτε, σεις +οι εγκρατείς! Ντραπήτε σεις οι σοφοί! + + — Αυτά είναι πάλιν από τις φαντασίες σου, είπεν ο Αλβέρτος. Είσαι +εις όλα υπερβολικός, και τουλάχιστον έχεις αναμφιβόλως άδικον, +παραβάλλοντας την αυτοκτονίαν περί της οποίας τώρα ο λόγος, προς +μεγάλας πράξεις, ενώ δεν μπορεί κανείς να την θεωρήση παρά ως +αδυναμίαν. Γιατί βέβαια ευκολώτερο είναι ν' αποθάνη κανείς παρά να +υποφέρη καρτερικά ζωήν γεμάτη βάσανα. + +Εκόντευα να διακόψω την ομιλίαν· διότι κανένας άλλος συλλογισμός δεν +με δαιμονίζει τόσον, όταν μου παρουσιάζεται κανείς με ασήμαντον +ρητορικόν τύπον, όταν εγώ ομιλώ εξ όλης μου της καρδίας. Εκρατήθηκα +όμως γιατί συχνά ήδη το είχα ακούσει, και συχνά είχα αγανακτήσει, και +του απήντησα με κάποιαν ζωηρότητα: Ονομάζεις αυτό αδυναμίαν! Σε +παρακαλώ, μη εξαπατηθής από το φαινόμενον. Ένα λαόν, που στενάζει υπό +τον ανυπόφορον ζυγόν τυράννου, θα τον ονομάσης αδύνατον, όταν τέλος +αναβράση και σκάση τα δεσμά του; Άνθρωπος που τρομάζοντας γιατί επήρε +φωτιά το σπίτι του, αισθάνεσαι να εντείνωνται όλες του αι δυνάμεις +και μ' ευκολίαν αποκομίζει βάρη, τα οποία ήσυχος μόλις δύναται να +κινήση, άνθρωπος, που αγριεύοντας από μια προσβολή, τα βάνει με έξη +και τους νικά, αυτοί θα ονομάζονται αδύνατοι; Και φίλε μου, αν η +έντασις είνε ισχύς, γιατί η υπερέντασις να είναι το εναντίον; — Ο +Αλβέρτος με προσέβλεψε και είπε: Μη σου κακοφαίνεται, τα +παραδείγματα, που φέρεις, δεν φαίνονται να τεριάζουν. — Ημπορεί, είπα +εγώ· με εμέμφθησαν συχνά, ως τώρα, ότι ο συνειρμός των ιδεών μου +ενίοτε επλησίαζε προς φλυαρίαν. Ας ιδούμε λοιπόν, αν δυνάμεθα με +άλλον τρόπον να παραστήσωμεν εις τον εαυτόν μας τι συμβαίνει εις την +καρδίαν του ανθρώπου που αποφασίζει ν' απορρίψη το άλλως ευάρεστον +φορτίον της ζωής. Γιατί μόνον όταν συναισθανώμεθα κ' εμείς ένα +πράγμα, τότε έχομεν το δικαίωμα να μιλούμε γι' αυτό. + +Η ανθρωπίνη φύσις, εξηκολούθησα, έχει τα όριά της· δύναται να υποφέρη +χαρές, θλίψες, πόνους μέχρις ενός βαθμού, καταστρέφεται δε ευθύς όταν +ο βαθμός αυτός ξεπερασθή. Εδώ λοιπόν δεν είναι το ζήτημα, αν ένας +είναι ασθενής ή ισχυρός, αλλ' αν δύναται εις το μέτρον του πάθους του +ν' αντέχη, είτε είνε τούτο ηθικόν είτε σωματικόν και εγώ ευρίσκω +τόσον παράδοξον το να λέγουν πως ο άνθρωπος που αφαιρεί την ζωήν του +είναι δειλός, όσον άτοπον θα ήτο να λέγεται δειλός εκείνος που +αποθνήσκει από κακοήθη πυρετόν. + + — Παράδοξον! πολύ παράδοξον! εφώναξεν ο Αλβέρτος. — Όχι τόσον, όσον +υποθέτεις, απήντησα εγώ. Παραδέχεσαι ότι ονομάζομεν ασθένειαν θανάτου +εκείνην, διά της οποίας τόσον προσβάλλεται η φύσις, ώστε αι δυνάμεις +της εν μέρει μεν να χάνωνται, εν μέρει δε ν' αδρανούν, ώστε να μη +είναι ικανή ν' αναλάβη πάλιν ούτε με μίαν ευτυχή επανάστασιν ν' +αποκαταστήση εκ νέου την τακτικήν κυκλοφορίαν της ζωής. Τώρα, αγαπητέ +μου, ας εφαρμόσωμεν τούτο εις το πνεύμα. Κύτταξε τον άνθρωπον εις τον +κύκλον του, πώς εντυπώσεις επενεργούν επ' αυτού, πώς ιδέαι +στερεώνονται μέσα του, έως ότου τέλος έν αυξανόμενον πάθος του +αφαιρεί όλη την ήσυχη ψυχική δύναμη, και τον φέρει εις όλεθρον. + +Μάταια ο απαθής, ο φρόνιμος άνθρωπος διαβλέπει την κατάστασιν του +δυστυχούς, μάταια τον συμβουλεύει! Τα ίδιο, όπως και ένας υγιής, που +στέκεται παρά την κλίνην του ασθενούς, δεν δύναται να του ενστάξη +ουδέ το ελάχιστον από τας δυνάμεις του. + +Για τον Αλβέρτο όλ' αυτά που είπα ήσαν πάρα πολύ γενικά. Του ενθύμησα +ένα κορίτσι το οποίον προ ολίγου χρόνου ηύραν νεκρό μέσα στο νερό, +και του επανέλαβα την ιστορίαν της. — Ένα καλό νεαρό πλάσμα, που είχε +μεγαλώσει εις τον στενόν κύκλον οικιακών ενασχολήσεων, ωρισμένης +εβδομαδιαίας εργασίας, που δεν εγνώριζεν άλλην έποψιν τέρψεως παρά +τις Κυριακές με το στολισμό του, τον οποίον ολίγον κατ' ολίγον είχεν +αποκτήσει, να πηγαίνη περίπατον μαζί με τις όμοιές της, γύρω στην +πόλη, να χορεύη ίσως δύο τρεις φορές τον χρόνο, και προς τούτοις με +όλην την ζωηρότητα του εγκαρδιωτάτου ενδιαφέροντος να κουβεντιάζη +πολλές ώρες με μια γειτόνισσα περί της αφορμής μιας φιλονεικίας, μιας +συκοφαντίας. Έως ου η θερμή της φύσις αισθάνθηκε τέλος εσωτερικώτερες +ανάγκες, αι οποίαι διά των κολακειών των ανδρών αυξάνονται. Οι +προτερινές της ηδονές της γίνονται ολίγον κατ' ολίγον άνοστες, έως +ότου τέλος συναντά ένα άνθρωπον, προς τον οποίον ελκύεται υπό +αγνώστου αισθήματος, ακαθέκτως, εις τον οποίον τώρα αναθέτει όλες τις +ελπίδες της, λησμονεί γύρω της τον κόσμον, τίποτε δεν ακούει, τίποτε +δεν βλέπει, τίποτε δεν αισθάνεται παρά αυτόν, τον μόνον, μόνον αυτόν +ποθεί, τον μόνον. Μην έχοντας διαφθαρή από τις μάταιες ευχαριστήσεις +ασταθούς ματαιότητος, διευθύνει τας επιθυμίας της ακριβώς προς τον +σκοπόν· θέλει να γείνη δική του, θέλει δι' αιωνίου συνδέσμου να +επιτύχη όλην την ευτυχίαν που της λείπει, ν' απολαύση όλας μαζί τας +ηδονάς που εποθούσε. Επανειλημμένη υπόσχεσις, η οποία επισφραγίζει +την βεβαιότητα όλων των ελπίδων της, τολμηρά θωπεύματα που αυξάνουν +τας επιθυμίας της, περιπλέκουν όλην την ψυχήν της· κολυμβά εις μίαν +αμυδράν συνείδησιν, εις μίαν προαίσθησιν όλων των ηδονών, ευρίσκεται +είς μεγίστην έντασιν, απλώνει τέλος τους βραχίονάς της για να +περιπτυχθή όλας της τας επιθυμίας — και ο ερωμένος της την αφίνει. +Ναρκωμένη, αναίσθητη, στέκεται προ αβύσσου· το παν είναι σκότος γύρω +της, καμμία ελπίς, καμμία παρηγορία, καμμία προσδοκία! γιατί την +άφησεν εκείνος εις τον οποίον μόνον αισθανότουν την ύπαρξίν της. Δεν +βλέπει τον εκτεταμένον κόσμον ο οποίος κείται προ αυτής, ουδέ τους +πολλούς οι οποίοι ηδύναντο να της αναπληρώσουν την απώλειαν, +αισθάνεται τον εαυτόν της ολομόναχον, αισθάνεται πως ο κόσμος την +εγκατέλειψεν· εγκαταλελειμμένη υπό του κόσμου, και τυφλή, +στενοχωρημένη υπό της φοβεράς ανάγκης της καρδιάς της, +κατακρημνίζεται, ώστε μέσα στο θάνατο, που τα πάντα περιλαμβάνει, να +καταπνίξη όλα τα βάσανά της. — Αυτή, Αλβέρτε, είναι η ιστορία τόσων +πολλών ανθρώπων! Δεν είναι το ίδιο, όπως και η ασθένεια; Η φύσις δεν +ευρίσκει καμμίαν διέξοδον εκ του λαβυρίνθου των περιπλόκων και +αντιθέτων δυνάμεων, και ο άνθρωπος πρέπει ν' αποθάνη. Αλλοίμονον εις +εκείνον που θα ηδύνατο να είναι θεατής και να ειπή: η ανόητη! αν +επερίμενεν, αν άφινε τον καιρόν να επενεργήση, η απελπισία του θα +επραΰνετο, θα ευρίσκετο άλλος κανένας να την παρηγορήση. Είναι το +ίδιον σαν να έλεγε κανείς: ο ανόητος πεθαίνει από πυρετόν! Αν +επερίμενεν, ως που αι δυνάμεις του ν' αναλάβουν, οι χυμοί του να +καλυτερεύσουν, η ταραχή του αίματός του να κατευνασθή, όλα θα +επήγαιναν καλά, και θα εζούσε σήμερον. + +Ο Αλβέρτος, εις τον οποίον η παραβολή δεν ήτον ακόμη φανερά, αντέταξε +μερικά, και μεταξύ άλλων ότι ωμίλησα μόνον για ένα άμυαλο κορίτσι· +πώς όμως ηδύνατο να δικαιολογηθή ένας άνθρωπος νουνεχής, που δεν +είναι τόσω περιωρισμένος, που έχει πλατύτερη μάθηση και πείραν, ώστε +να μπορή να κρίνη! — Φίλε μου, ανεφώνησα, ο άνθρωπος είναι άνθρωπος, +και το λίγο μυαλό που θα έχη κανείς, ολίγην ή ουδεμίαν σημασίαν έχει, +όταν τα πάθη μαίνωνται, και η συνθήκες της ανθρωπότητος τον πιέζουν. +Αλλά περισσότερα γι' αυτό ας μιλήσουμε καμμίαν άλλη φορά, είπα κ' +επήρα το καπέλλο μου να φύγω. Ω! ήταν τόσο γεμάτη η καρδιά μου, — και +εχωρισθήκαμε χωρίς να νοιώσουμε ο ένας τον άλλον. Πόσον δύσκολα εις +αυτόν τον κόσμον εννοεί ο ένας τον άλλον. + +15 Αυγούστου. + +Είναι όμως βέβαιον ότι εις τον κόσμον τίποτε άλλο δεν κάμνει τον +άνθρωπον αναγκαίον όσον η αγάπη. Η Καρολίνα αισθάνομαι ότι δεν θα +ήθελε να με χάση, και τα παιδιά δεν έχουν άλλη σκέψη παρά πότε θα +ξανάρθω κάθε πρωί. Σήμερα επήγα εκεί, για να κουρδίσω το πιάνο της +Καρολίνας, δεν μπόρεσα όμως να το κουρδίσω γιατί τα μικρά με +επαίδευαν να τους ειπώ παραμύθι, και η ίδια η Καρολίνα είπε πως +έπρεπε να κάμω τη θέλησή τους. Τους έκοψα το βραδινό ψωμί, που τώρα +το λαμβάνουν από μένα όχι με λιγώτερη ευχαρίστηση παρά από την +Καρολίνα, και τους διηγήθηκα το περίφημο παραμύθι της πριγκηπέσσας, +που υπηρετείται από μαγευμένα χέρια. Μαθαίνω πολλά, σε βεβαιώ, έτσι +και εκπλήττομαι για τας εντυπώσεις που τους προξενεί. Επειδή κάποτε +αναγκάζομαι να εφεύρω κανένα επεισόδιο, που κατά τη δεύτερη φορά το +λησμονώ, ευθύς μου λέγουν ότι την προηγούμενη φορά ήτο διαφορετικά, +ώστε τώρα γυμνάζομαι να τους τα διηγούμαι αμετάβλητα και με την ίδιαν +φωνή. Έτσι έμαθα πως ένας συγγραφεύς με δεύτερη αλλοιωμένη έκδοση της +ιστορίας του, όσο καλύτερη και αν είναι αυτή ποιητικώς, θα βλάψη κατ' +ανάγκην το βιβλίον του. Η πρώτη εντύπωσις μας ευρίσκει προθύμους, και +ο άνθρωπος είναι καμωμένος ώστε και περί του πλέον αλλοκότου να μπορή +κανείς να τον πείση, αλλ' αυτό έτσι αμέσως στερεά προσκολλάται εις +τον νουν του, ώστε αλλοίμονον εις εκείνον που θελήση να το εξαλείψη +και να το σβύση! + +13 Αυγούστου. + +Έπρεπε λοιπόν να είναι έτσι εις τον κόσμον, ώστε ό,τι κάμνει την +ευδαιμονίαν του ανθρώπου να γίνεται πάλιν πηγή της δυστυχίας του; + +Το μεστόν, θερμόν αίσθημα της καρδιάς μου προς την ζώσαν φύσιν, που +με τόσην ηδονή με κατέκλυζε, που μου παρουσίαζε τον κόσμο γύρω σαν +παράδεισο μου καθίσταται τώρα ανυπόφορος βασανιστής, ολέθριος δαίμων, +που παντού με καταδιώκει. Όταν άλλοτε από το ύψος του βράχου απέβλεπα +εις την εύφορον κοιλάδα, από του ποταμού μέχρι των λόφων εκείνων, και +το παν γύρω μου έβλεπα να βλαστάνη και να αναβλύζη· όταν έβλεπα τα +βουνά εκείνα ενδυμένα από τους πρόποδας μέχρι των κορυφών με υψηλά +πυκνά, δένδρα, τας κοιλάδας εκείνας με τους ποικίλους ελιγμούς των να +ισκιώνωνται από τα τόσο όμορφα δάση και ο γλυκύς ποταμός παρέρρεε +μεταξύ των ψιθυριζόντων καλαμιών, και κατώπτριζε τα προσφιλή νέφη, +που μετέωρα στον ουρανό εσέρνονταν από τον γλυκό, εσπερινό αγέρα· +όταν άκουα τότε τα πτηνά γύρω μου να εμψυχώνουν το δάσος και μυριάδες +σμήνη κωνώπων εύθυμα εχόρευαν εις τας τελευταίας ερυθράς ακτίνας του +ηλίου, και το τελευταίον σπαράσσον βλέμμα του αποσπούσε τον βομβούντα +κάνθαρον από το χόρτον του· και ο συριγμός και η γύρω μου κίνησις με +έκαμναν προσεχτικόν εις το έδαφος, και το βρύον, που από τον τραχύν +του βράχου εκβιάζει την τροφήν του, και το σπάρτον, που βλαστάνει +εκεί πέρα στον ξηρόν αμμώδη λόφον, μου εξάνοιγε την εσωτερικήν, +διάπυρον, ιεράν ζωήν της φύσεως· πώς εδεχόμην όλα αυτά εις την θερμή +μου καρδιά, αισθανόμουν τον εαυτόν μου μέσα στην πλημμυρούσαν +αφθονίαν ως αποθεωμένον, και αι λαμπραί μορφαί του απείρου κόσμου +εκινούντο εις την ψυχήν μου ζωογονούσαι το παν. Υπερφυή βουνά με +περιέβαλλαν, άβυσσοι έκειντο εμπρός μου, και χείμαρροι εκρημνίζοντο +κάτω, οι ποταμοί έρρεαν κάτωθέ μου, και δάση και όρη αντηχούσαν και +έβλεπα όλες τις αδιερεύνητες δυνάμεις να εργάζωνται και να πλάττουν +εις τα βάθη της γης· και επί της γης και υπό τον ουρανόν τα γένη των +πολυειδών δημιουργημάτων να φρίσσουν από ζωήν. Το παν, το παν να +πληθύνεται διά μυρίων μορφών και τους ανθρώπους έπειτα εις τας +καλύβας των ν' ασφαλίζωνται κάμποσοι μαζί και να συνοικίζωνται και να +εξουσιάζουν εις την ιδέαν των τον απέραντον κόσμον! Μωρέ, που το παν +θεωρείς τόσον μικρόν επειδή συ είσαι τόσον μικρός! — Από ταπρόσβατα +βουνά διά της ερήμου, την οποίαν κανένα πόδι δεν επάτησε, έως το +τέλος του αγνώστου ωκεανού πνέει το πνεύμα του αιωνίως +δημιουργούντος, και χαίρε για κάθε σκόνη που το αισθάνεται και ζη. — +Αχ, τότε, πόσες φορές επεθύμησα με τις πτέρυγες ενός περιγιάλι του +απείρου ωκεανού, να πιω από το αφρίζον ποτήρι του απείρου εκείνην την +πλημμυρίζουσαν ηδονήν της ζωής, και μια μόνη στιγμή εις την +περιωρισμένη δύναμη του στήθους μου, να αισθανθώ μίαν σταγόνα της +μακαριότητος του όντος, που το παν μέσα του και από μέσα του παράγει. + +Αδελφέ, μόνον η ανάμνησις εκείνων των ωρών με ευφραίνει. Αυτή δα η +προσπάθεια να επαναφέρω και εκφράσω πάλιν τα ανέκφραστα εκείνα +αισθήματα, ανυψώνει την ψυχήν μου υπέρ εαυτήν, και με κάμνει τότε να +αισθανθώ διπλά την πίεσιν των όρων της ζωής αυτών που τώρα με +κυκλώνουν. + +Ένα παραπέτασμα τραβήχτηκε απ' εμπρός από την ψυχή μου και το θέατρο +της άπειρης ζωής μεταμορφώνεται εμπρός μου σε μιαν άβυσσο του τάφου +του αιωνίως ανοικτού. Μπορείς να πης &αυτό δα είναι&, ενώ το παν +περνά με την ταχύτητα αστραπής και ενώ το κάθε τι σπάνια διατηρεί +ολόκληρη τη δύναμη της υπάρξεώς του, παρασύρεται, αλλοίμονον, μέσα +εις τον χείμαρρον, καταβυθίζεται και κατασυντρίβεται στους βράχους; +Καμμιά στιγμή δεν υπάρχει που να μη σε κατατρώγει, εσένα και τους +δικούς σου γύρω σου· καμμιά στιγμή που να μην είσαι, να μην +αναγκάζεσαι να είσαι εξολοθρευτής, ο πλέον αθώος περίπατος στοιχίζει +τη ζωή σε μύρια δύστυχα σκουλήκια, μια πατησιά καταστρέφει τα πλέον +επίπονα κτίρια των μυρμηκιών και καταχώνει σε πικρό τάφο ένα μικρόν +κόσμο! Αχ! η μεγάλη, η μοναδική συμφορά του κόσμου, η πλημμύρες αυτές +που καταβροχθίζουν τις πόλεις σας με πληγώνουν· μου τρώει την καρδιά +η δύναμις που καταβροχθίζει, αυτή που βρίσκεται κρυμμένη μέσα σε κάθε +τι της φύσεως, αυτή που τίποτε δεν έπλασε το οποίον να μη καταστρέφει +τον γείτονά του, τον εαυτόν του. Και έτσι περιπλανώμαι άθυμα, έχοντας +γύρω μου τον ουρανό και τη γη και τις δυνάμεις της που ενεργούν. +Τίποτε δεν βλέπω παρά ένα τέρας που αιώνια καταβροχθίζει, αιώνια +αναμασσά. + +21 Αύγουστου. + +Μάταια απλώνω τα χέρια μου προς αυτήν το πρωί όταν ξυπνώ από βαρειά +όνειρα, μάταια την ζητώ την νύκτα στην κλίνη μου, όταν κανένα καλό, +αθώο όνειρο με ξεγέλασε σαν να καθόμουν κοντά της στο λειβάδι και να +κρατούσα το χέρι της και να το σκέπαζα με χίλια φιλήματα. Αχ! τότε +σαν ακόμη παραζαλισμένος απ' τον ύπνο απλώνω τα χέρια μου προς αυτήν +και τη στιγμή εκείνη ξυπνώ — χείμαρρος τα δάκρυα ξεσπούν από τη +βαρεία καρδιά μου και κλαίοντας απαρηγόρητα αποβλέπω προς το +σκοτεινόν μέλλον. + +22 Αυγούστου. + +Δυστυχία μου, Γουλιέλμε! Η ενεργητικές μου δυνάμεις επαγιδεύτηκαν +μέσα σε μιαν ανήσυχην αργία· δεν μπορώ να είμαι αργός, και όμως +τίποτε δεν μπορώ να κάμω. Ούτε φαντασία έχω ούτε αίσθημα για τη φύση +και αηδιάζω τα βιβλία. Όταν εμείς οι ίδιοι λείπουμε απ' τον εαυτό +μας, τότε μας λείπει το παν. Σου ορκίζομαι ότι πολλές φορές επιθύμησα +να είμαι ένας απλός εργάτης, μόνον και μόνον για νάχω, όταν σηκώνωμαι +το πρωί, κάποια προσδοκία μες την αρχάμενη ημέρα, μιαν ανάγκη, μιαν +ελπίδα. Πολλές φορές φθονώ τον Αλβέρτο, που τον βλέπω χωμένο μες τα +έγγραφα και φαντάζομαι πως θάμουν καλά αν ήμουν στη θέση του! Κάποτε +μάλιστα εστοχάσθηκα να γράψω σ' εσέ και στον υπουργό και να ζητήσω τη +θέση εκείνη στην πρεσβεία, που, όπως βεβαιώνεις, δεν θα μου την +ηρνούντο. Το πιστεύω κ' εγώ. Ο υπουργός με αγαπά προ πολλού και συχνά +με παρεκίνησε να καταγίνω σε κάτι και τυχαίνει ώρα όπου έχω πράγματι +μια τέτοια διάθεση. Έπειτα, όταν το ξανασυλλογίζωμαι και θυμούμαι τον +μύθο του αλόγου που μην υποφέροντας την ελευθερία του άφησε να του +βάλουν σέλλα και γκέμια και το ψόφησαν στην καβάλλα — δεν ξέρω τι να +κάνω. Και, αγαπητέ μου! μήπως μέσα μου ο πόθος μου προς απαλλαγήν +καταστάσεως δεν είναι μία ανήσυχη ορμή που θα με καταδιώκη παντού; + +28 Αυγούστου. + +Αλήθεια, αν η αρρώστεια μου μπορούσε να γιατρευτή, οι άνθρωποι αυτοί +θα με γιάτρευαν. Σήμερα είναι η μέρα των γενθλίων μου· και πολύ νωρίς +έλαβα ένα δεματάκι από τον Αλβέρτο. Ευθύς μόλις το άνοιξα πέφτει στα +μάτια μου ένας τριανταφυλλί φιόγκος, που τον είχεν η Καρολίνα στο +στήθος όταν την πρώτη φορά την εγνώρισα και που κάμποσες φορές της +τον είχα ζητήσει. Μαζί μ' αυτόν ήταν δύο βιβλία σε μικρό σχήμα, ο +Όμηρος στην έκδοση, του Βετστάιν, που συχνά την επιθύμησα, για να μη +φορτόνωμαι στον περίπατο την έκδοση του Ερνέστου. Ιδές έτσι +προλαμβάνουν τις επιθυμίες μου, έτσι επιζητούν να μου κάνουν όλες τις +μικρές χάρες της φιλίας, εκείνες που είναι χίλιες φορές προτιμότερες +από τα μεγαλοπρεπή δώρα, με τα οποία μας ταπεινώνει η ματαιοδοξία +εκείνου που τα χαρίζει. + +Φιλώ αυτό το φιόγκο χίλιες φορές και με κάθε αναπνοή ροφώ την +ανάμνησιν εκείνων των ευδαιμονιών, που είχα σε κείνες τις +ευτυχισμένες, τις ανεπίστρεπτες ημέρες. Γουλιέλμε, έτσι είναι, και +δεν μουρμουρίζω· τα άνθη της ζωής δεν είναι παρά φαντάσματα! Πόσα +παρέρχονται, χωρίς ν' αφήσουν ουδέ ίχνος! Πόσον ολίγα δίνουν καρπόν, +και πόσον ολίγοι απ' αυτούς τους καρπούς ωριμάζουν! Και όμως είναι +ακόμη αρκετοί· και όμως — ω αδελφέ μου! — δυνάμεθα να παραμελήσωμεν +ωρίμους καρπούς, να τους περιφρονήσωμεν, να τους αφήσωμεν άγευστοι +άγευστοι να σαπήσουν; + +Υγίαινε! το καλοκαίρι είναι λαμπρό· κάθομαι συχνά επάνω εις τα +καρποφόρα δένδρα, εις το μέρος του περιβολιού το ανήκον εις την +Καρολίναν, και με την τέμπλαν, το μακρό εκείνο κοντάρι, κατεβάζω τα +απίδια από την κορυφή. Εκείνη στέκεται αποκάτω και τα παίρνει όταν +της τα διευθύνω κάτω. + +30 Αυγούστου. + +Κακομοίρη! Δεν είσαι μωρός; Δεν απατάς τον εαυτό σου; Τι θέλει αυτό +το μανιώδες, ατελεύτητο πάθος; Δεν έχω πλέον καμμίαν άλλην προσευχή +παρά προς αυτήν· εις την φαντασίαν μου καμμιά άλλη μορφή δεν υπάρχει +παρά η ιδική της, και το παν εις τον κόσμον περί εμέ βλέπω μόνον εν +σχέσει μ' αυτήν. Και τούτο λοιπόν μου δίνει κάμποσες ώρες ευτυχείς — +μέχρις ότου πάλιν αναγκασθώ να αποσπασθώ απ' αυτήν. Αχ, Γουλιέλμε! +προς τι με σπρώχνει συχνά η καρδία μου! — Αφού κάθωμαι πλησίον της +δύο τρεις ώρας, και τέρπωμαι εις την μορφήν της, τον τρόπον της, την +θαυμασίαν έκφρασιν των λόγων της, ολίγον δε κατ' ολίγον όλαι αι +αισθήσεις μου εντείνονται, και σκότος απλώνεται προ των οφθαλμών μου, +μόλις ακόμη ακούω και με πιάνει κάτι από τον λαιμόν, σαν ένας +δολοφόνος, και η καρδιά μου εις αγρίους παλμούς ζητεί να δώση αέρα +εις τις στενοχωρούμενες αισθήσεις μου και αυξάνει μόνον την ταραχήν +των — Γουλιέλμε, τότε πολλάκις δεν ξεύρω αν είμαι εις τον κόσμον! +Και, — όταν κάποτε η βαρυθυμία επαυξάνεται, και μου επιτρέπη η +Καρολίνα την αθλίαν παρηγοριά να κλαίω τον καϋμόν μου επάνω εις το +χέρι της, — τότε πρέπει να απέλθω, πρέπει να φύγω! και περιπλανώμαι +τότε μακράν εις τους αγρούς, Να αναρριχώμαι τότε εις απόκρημνον +βουνόν είναι η χάρι μου, να ανοίγω από άβατον δάσος ένα μονοπάτι, διά +των βάτων που με πληγώνουν, διά των ακανθών, που με κατασχίζουν! Τότε +ευρίσκομαι κάπως καλύτερα! Κάπως! Και όταν κάποτε από τον κόπον και +δίψαν αναγκάζωμαι να μείνω εις τον δρόμον, πολλάκις εις την βαθειά +νύκτα, όταν η πανσέληνος είναι ψηλά επάνωθέ μου, όταν εις έρημον +δάσος κάθωμαι πάνω σε κανένα πεσμένο δένδρο για να δώσω εις τα +πληγωμένα πόδια μια μικρή ξεκούραση, έπειτα με την ησυχία που δίνει ο +κόπος αποκοιμώμαι το ξημέρωμα. Ω! Γουλιέλμε! η έρημος κατοικία ενός +κελλίου, το τρίχινο ένδυμα και η ακανθώδης ζώνη θα ήσαν ανακουφίσεις +που τις διψά η ψυχή μου. Υγίαινε! Αυτής της αθλιότητος κανένα τέλος +δεν βλέπω παρά τον τάφο. + +3 Σεπτεμβρίου. + +Πρέπει να φύγω! Σε ευχαριστώ. Γουλιέλμε, που εδυνάμωσες την +κλονιζομένην μου απόφασιν. Ήδη από δεκαπέντε ημέρες περπατώ με την +σκέψιν να την εγκαταλείψω. Πρέπει να φύγω. Επήγε πάλιν εις την πόλιν +σε μια φίλη της. Και ο Αλβέρτος — και — πρέπει να φύγω! + +10 Σεπτεμβρίου. + +Τι νύχτα ήτον! Γουλιέλμε! Τώρα αντέχω εις όλα. Δεν θα την ιδώ πλέον! +Ω! γιατί δεν δύναμαι να ριφθώ στο λαιμό σου, με χίλια δάκρυα και +εκστάσεις να σου εκφράσω καλέ μου, τα αισθήματα τα οποία πολιορκούν +την καρδιά μου! Εδώ κάθημαι και ασθμαίνω, ζητώ να καθησυχάσω τον +εαυτόν μου, περιμένω το πρωί, και με την ανατολήν του ηλίου οι ίπποι +είναι έτοιμοι. + +Αχ! κοιμάται ήσυχα, και δεν σκέπτεται ότι δεν θα με ιδή πλέον. +Εσυγκρατήθηκα, εστάθηκα αρκετά ισχυρός, ώστε σε δυο ωρών ομιλίαν να +μη προδώσω το σχέδιόν μου. Και, Θεέ, τι συνδιάλεξις! + +Ο Αλβέρτος μου υπεσχέθη ευθύς μετά το δείπνον να είναι με την +Καρολίναν εις τον κήπον, που ήτο κατασκευασμένος εν είδει +αμφιθεάτρου. Εστεκόμουν εις το επάνω μέρος, κάτω από τις υψηλές +καστανιές, και έβλεπα προς τον ήλιον, που τώρα για τελευταία φορά μου +εβασίλευεν εις την αγαπητήν κοιλάδα, εις το γλυκό ποτάμι. Πόσον συχνά +εστεκόμουν μ' αυτήν εδώ, και ατενίζαμεν το αυτό λαμπρόν θέαμα, και +τώρα. — Πηγαινοερχόμουν εις την δενδροστοιχίαν, η οποία μου ήτο τόσον +αγαπητή· κάποια μυστηριώδης συμπάθεια τόσον συχνά με εκράτει εδώ, +πριν γνωρίσω την Καρολίναν, και πόσον εχάρημεν, όταν εις την αρχήν +της γνωριμίας μας απεκαλύψαμεν την αμοιβαίαν κλίσιν προς την μικράν +αυτήν τοποθεσίαν! Αλήθεια είναι μία από τις πιο χαριτομένες που +έκαμεν η φύσις, απ' όσες εγώ έχω ιδή. + +Εν πρώτοις ανάμεσα στις καστανιές έχεις την εκτεταμένην άποψιν. — Αχ, +ενθυμούμαι — σου έγραψα, νομίζω, πολλά άλλοτε γι' αυτό — πως +δενδροστοιχίαι από ψηλές οξυές φθάνουν κυκλικώς ως την άκρη, όπου από +τις δυο μεριές απλώνετε το δάσος, και η δενδροστοιχία γίνεται επί +μάλλον και μάλλον σκοτεινοτέρα, μέχρις ότου τέλος το παν καταλήγει +εις ένα κλειστόν κύκλον, τον οποίον όλαι αι φρίκαι της ερημίας +περιβάλλουν. Αισθάνομαι ακόμη πόσον συμπαθητικόν μου ήτο, όταν για +πρώτη φορά εισήλθα εκεί ακριβώς ένα μεσημέρι, είχα ελαφρόν προαίσθημα +οποία σκηνή ευδαιμονίας και λύπης έμελλε να μου γίνη το δάσος αυτό. + +Εχάρηκα για μισή σχεδόν ώρα ακόμη τις φλογερές γλυκείες σκέψεις του +αποχωρισμού, και του ξαναϊδωμού κατόπιν, όταν τους άκουσα να +ανεβαίνουν προς το επάνω μέρος του περιβολιού. Έτρεξα προς αυτούς, +ανατριχιάζοντας έπιασα το χέρι της, και το εφίλησα. Μόλις είχαμεν +ανέλθει, και η σελήνη ανέτειλεν πίσω από τον θαμνώδη λόφον· +ωμιλούσαμεν περί ποικίλων, και ανεπαισθήτως ήλθαμεν πλησιέστερα εις +τον σκοτεινόν κύκλον. Η Καρολίνα εισήλθε και εκάθησεν, ο Αλβέρτος +πλησίον της, και εγώ επίσης· η ανησυχία μου όμως δεν με άφινε να +κάθωμαι πολλήν ώραν εκεί· εσηκώθηκα, ήλθα εμπρός της, επήγα εδώθε κ' +εκείθε, ξανακάθησα· ήταν στενόχωρη κατάστασις. Εκείνη μας έλεγε να +προσέξουμε στην ωραία όψη που έδινε γύρω το φως της σελήνης, το +οποίον εις το τέλος των σειρών των οξυών εφώτιζεν όλον το προ ημών +κλιμακοειδές μέρος — λαμπρόν θέαμα που ήτο τόσο μάλλον εκπληκτικόν +όσο γύρω μας περιέβαλλε βαθύ σκότος. Ήμεθα σιωπηλοί, και εκείνη σε +λίγο άρχισε να λέγη: Ποτέ δεν πηγαίνω να περπατήσω κάτω από το φως +της σελήνης· ποτέ, χωρίς να μη σε συνοδεύση η ανάμνησις των +αποθαμμένων μου, χωρίς να μη μου έλθη το αίσθημα του θανάτου, του +μέλλοντος. Θα υπάρχωμεν εξηκολούθησε με την φωνήν γεμάτην αίσθημα· +αι! Βέρθερε, θ' ανταμωθώμεν πάλιν; θ' αναγνωρισθώμεν: Τι αισθάνεσθε; +τι λέγετε; + + — Καρολίνα, είπα, ενώ της έδωκα το χέρι, και οι οφθαλμοί μου +εγέμισαν από δάκρυα, θα ιδωθώμεν πάλιν! εδώ κάτω και εκεί επάνω θα +ξαναϊδωθώμεν! — Δεν ηδυνάμην να μιλήσω περισσότερο — Γουλιέλμε, +έπρεπε να με ερωτήση περί τούτου, όταν είχα τον στενόχωρον αυτόν +αποχωρισμόν εις την καρδιάν μου! — Και αρά γε οι αγαπητοί απελθόντες +ξέρουν τι γινόμαστε εμείς, εξηκολούθησεν, αισθάνονται αρά γε, όταν +περνούμεν καλά, ότι τους θυμούμεθα με θερμήν αγάπη! Ω η εικών της +μητέρας μου πετά πάντοτε περί εμέ, όταν την ήσυχην εσπέρα κάθωμαι +μεταξύ των παιδιών της, μεταξύ των παιδιών μου, και αυτά με +περιτριγυρίζουν, καθώς επεριτριγύριζαν εκείνην. Όταν εγώ τότε με +δάκρυ γεμάτο πόθον βλέπω προς τον ουρανό, και επιθυμώ να ηδύνατο +εκείνη να έβλεπε προς στιγμήν πως κρατώ τον λόγον μου, που κατά την +ώραν του θανάτου της έδωκα· να είμαι η μητέρα των παιδιών της, με +πόσον αίσθημα αναφωνώ: Συγχώρησέ με σεβαστή μου, αν δεν είμαι γι' +αυτά ό,τι συ ήσουν. Αχ! κάμνω όμως ό,τι δύναμαι· ενδύονται, +τρέφονται, και ό,τι είναι καλύτερον από όλα αυτά, καλοκοιτάζονται και +αγαπώνται. Αν ηδύνασο να ιδής την ομόνοιάν μας, αγαπητή αγία, θα +εδόξαζες με την πιο ζωηρή ευχαρίστηση τον Θεόν, τον οποίον με τα +τελευταία πικρότατα δάκρυα παρακαλούσες για την ευδαιμονία των +παιδιών σου. + +Αυτά είπε! Γουλιέλμε, ποιος μπορεί να επαναλάβη ό,τι εκείνη είπε! Πώς +δύναται το ψυχρόν, νεκρόν γράμμα να παραστήση αυτά τα ουράνια άνθη +του πνεύματος! Ο Αλβέρτος ήσυχα την διέκοψεν: — Αυτό σε πειράζει πάρα +πολύ, αγαπητή Καρολίνα! ξεύρω πως η ψυχή σου προσκολλάται πολύ εις +αυτές τις ιδέες, αλλά σε παρακαλώ μην επιμένης. — Αλβέρτε, του είπε, +ξέρω ότι δεν λησμονείς τις εσπέρες που εκαθήμεθα μαζί στο μικρό +στρογγυλό τραπέζι όταν ο μπαμπάς ήταν στην ξενητειά, και ημείς +είχαμεν στείλει τα μικρά να κοιμηθούν. Είχες συχνά ένα καλό βιβλίο, +και πολύ σπανίως κατώρθωνες να διαβάζης λίγο. Η σχέσις με εκείνη την +ωραία ψυχή δεν ήτο κάτι πλέον παρά το παν; Την όμορφη, τη γλυκειά, +φαιδρά και πάντοτε δραστηρία γυναίκα! Ο Θεός γνωρίζει τα δάκρυά μου, +με τα οποία συχνά εγονάτιζα στο κρεββάτι μου μπροστά του ευχομένη να +με κάμη ομοίαν της. + + — Καρολίνα, ανεφώνησα, γονατίζοντας μπροστά της, πιάνοντας το χέρι +της και βρέχοντάς το με χίλια δάκρυα, Καρολίνα, η ευλογία του Θεού +είναι επάνω σου και το πνεύμα της μητρός σου! — Αν την είχετε +γνωρίσει, είπε, σφίγγουσα το χέρι μου, — ήταν αξία να την εγνωρίζετε! +— Ενόμιζα ότι αφανιζόμουν. Ουδέποτε επροφέρθη δι' εμέ υψηλότερη, +πλέον υπερήφανη λέξις — και εξηκολούθησε: — Και η γυνή αυτή επέπρωτο +ν' απέλθη εις το άνθος της ηλικίας της, όταν ο πιο μικρός γυιός της +δεν ήταν ουδέ έξ μηνών! Η ασθένειά της δεν διήρκεσε πολύ· ήταν ήσυχη, +υπομονητική, μόνον τα παιδιά της ελυπείτο, ιδίως το μικρό. Καθώς +επλησίασε το τέλος της, και μου είπε: Φέρε μου τα επάνω, και καθώς τα +επήγα μέσα, τα μικρότερα, τα οποία δεν ήξευραν, και τα μεγαλύτερα, τα +οποία ήσαν αναίσθητα καθώς εστέκοντο γύρω εις την κλίνην, και εκείνη +ανύψωσε τα χέρια της, και εδεήθη επάνω των, και τα εφίλησε το έν μετά +το άλλο και τα απέπεμψε, τότε δα μου είπε: να είσαι η μητέρα των! Της +έδωκα τον λόγον μου. Υπόσχεσαι πολύ, κόρη μου, είπε, την καρδιά μιας +μητέρας, και το μάτι μιας μητέρας. Κατάλαβα συχνά από τα ευγνώμονα +δάκρυά σου ότι αισθάνεσαι τι είναι τούτο. Έχε για τα αδέλφια σου και +για τον πατέρα σου την πίστιν και την υπακοήν μιας γυναίκας. Να τον +παρηγορής. Ερώτησε πού είναι· είχε βγη έξω για να μας κρύψη την +αβάστακτη λύπη που αισθάνετο· ο δυστυχής ήταν κατασπαραγμένος από τη +θλίψη. + +Αλβέρτε, εσύ ήσουν εις το δωμάτιον. Ήκουσε κάποιον να περιπατή, και +ρώτησε, και εζήτησε να σε ιδή καθώς σε προσέβλεψε και εμέ, με το +παρηγορημένον, ήσυχον βλέμμα, ότι μαζί θα είμεθα ευτυχείς, — ο +Αλβέρτος έπεσεν εις τον λαιμόν της και την εφίλησε, και ανεφώνησεν: +Είμεθα! θα είμεθα! Ο Αλβέρτος ήτον όλως εκτός εαυτού, και εγώ δε δεν +ήξευρα τίποτε περί του εαυτού μου. + + — Βέρθερε, εσυνέχισε τότε . . . και η γυναίκα αυτή έφυγε πια! Θεέ! +Όταν κάποτε σκέπτωμαι πως αφίνει κανείς να παίρνουν το αγαπητότατον +ον της ζωής του, και κανένας δεν αισθάνεται τούτο τόσον πολύ παρά τα +παιδιά, τα οποία επί πολύ ακόμη παραπονούντο πως οι μαύροι άνθρωποι +επήραν τη μαμά! . . . + +Αυτή εσηκώθη, και εγώ συνήλθα και εταράχθηκα· έμεινα καθήμενος, και +εκρατούσα το χέρι της. — Ας πάμε, είπε· είναι καιρός. — Ήθελε να +αποσύρη το χέρι της, και εγώ το εκρατούσα δυνατώτερα. Θα ιδωθώμεν +πάλιν, ανεφώνησα, θα ανταμωθώμεν πάλιν, και σε οποιαδήποτε μορφή θα +αναγνωρισθώμεν. Πηγαίνω, εξηκολούθησα, πηγαίνω εκουσίως και όμως, +όταν έπρεπε να είπω «διά παντός», δεν θα αντείχα. Χαίρε, Καρολίνα! +Χαίρε, Αλβέρτε! Θα ξαναϊδωθώμεν. — Αύριον, υποθέτω, επρόσθεσεν εκείνη +αστείως! — Αισθανόμην το αύριον! Αχ, δεν ήξευρεν, όταν απέσυρε το +χέρι της από το δικό μου. — Κατήλθαν την δενδροστοιχίαν, εστάθηκα, +τους ακολούθησα με το βλέμμα μου υπό το φως της σελήνης, και +ερρίφθηκα κατά γης και εξήντλησα τα δάκρυά μου, και ανεπήδησα, και +έτρεξα μπροστά, και είδα ακόμη εκεί υπό την σκιάν των υψηλών φιλυρών +το λευκό της φόρεμα να στίλβη εις την θύραν του κήπου, άπλωσα τα +χέρια μου, και όλα αφανίσθηκαν. + + + +ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ + + + +20 Οκτωβρίου. + +Χθες εφθάσαμεν έξω. Ο πρέσβυς είναι άρρωστος, και δεν θα εξέλθη +επομένως επί μερικάς ημέρας. Να μη ήτο τόσον δύστροπος, όλα θα +πήγαιναν καλά. Παρατηρώ, παρατηρώ, η τύχη μού έδωκε σκληράς +δοκιμασίας. Αλλά θάρρος! Ένα ελαφρόν πνεύμα υποφέρει το παν! Ελαφρόν +πνεύμα; αυτό με κάμνει να γελώ, πώς η λέξις έρχεται εις την γραφίδα +μου. Ω! λιγάκι ελαφρότερον αίμα θα με έκαμνε τον πλέον ευτυχή υπό τον +ήλιον. Τι! εκεί, όπου άλλοι με την ολίγη δύναμή τους και ευφυία +καμαρώνουν μπροστά μου με τρυφερή αυταρέσκεια, απελπίζομαι εγώ περί +της δυνάμεώς μου, περί των προτερημάτων μου! Καλέ Θεέ, που μου έδωκες +το παν, διατί δεν εκράτησες το ήμισυ, και δεν μου έδωκες πεποίθησιν +εις τον εαυτόν μου και αυτάρκειαν; + +Υπομονή! Υπομονή! τα πράματα θα πάνε καλύτερα. Γιατί, σου το λέγω, +αγαπητέ, έχεις δίκαιον. Αφ' ότου γυρίζω κάθε μέρα μεταξύ του λαού, +και βλέπω τι κάμνουν, και πώς φέρονται, είμαι πλέον ευχαριστημένος +από τον εαυτόν μου. Βέβαια, αφού δα ημείς έτσι επλάσθημεν, ώστε το +παν να συγκρίνωμεν με τον εαυτόν μας, και τον εαυτόν μας με το παν, +γι' αυτό και η ευτυχία ή η δυστυχία βρίσκεται εις τα αντικείμενα με +τα οποία συγκρινόμεθα, και τότε τίποτε άλλο δεν είναι περισσότερο +επικίνδυνο παρά η ερημία. Η φαντασία μας, από φυσικού της σπρωχνομένη +ώστε να υψώνεται, τρεφομένη από τις φανταστικές εικόνες της ποιήσεως, +φαντάζεται κλίμακα όντων, όπου ημείς είμεθα το κατώτερον, και το παν +εκτός ημών φαίνεται λαμπρότερο, καθέν άλλο είναι τελειότερο. Και +τούτο είναι ολωσδιόλου φυσικόν. Αισθανόμεθα τοσάκις ότι μας λείπουν +κάμποσα, και επίσης ό,τι μας λείπει μας φαίνεται συχνά ότι κάποιος +άλλος το έχει, εις τον οποίον δίδομεν ακόμη και κάθε τι που εμείς +έχομεν, και επί πλέον ιδανικήν τινα ευδαιμονίαν. Και έτσι ο ευτυχής +είναι αποτελειωμένος, το δημιούργημα ημών των ιδίων. + +Απ' εναντίας, όταν με όλη μας την αδυναμία και ταλαιπωρία εργαζώμεθα +διηνεκώς προς ένα ωρισμένον σκοπόν, ευρίσκομεν συχνά ότι ημείς με τις +βόλτες προχωρούμεν καλύτερα, παρά άλλοι με τα πανιά και τα κουπιά +τους . . . Τέλος νοιώθουμε μέσα μας με αληθινό αίσθημα την αξία του +εαυτού μας, όταν περιπατούμε ίσως με άλλους ή και προτρέχουμε. + +28 Νοεμβρίου. + +Αρχίζω σχεδόν να περνώ εδώ, επάνω κάτω, υποφερτά. Το καλύτερο είναι +ότι έχω αρκετήν εργασία· και έπειτα, οι πολυειδείς άνθρωποι, οι +διάφορες νέες μορφές μού κάμνουν ποικίλον θέαμα προ της ψυχής μου. +Εγνώρισα τον κόμητα Κ. . . άνδρα που μέρα την ημέρα πρέπει πιότερο να +εκτιμώ, πλατύ, μεγάλο μυαλό και που δεν είναι ψυχρός, μολονότι πολλά +διακρίνει, και εκ της συναναστροφής του οποίου εκλάμπει τόσον πολύ +αίσθημα φιλίας και αγάπης. Έλαβε ενδιαφέρον για με, όταν του +διεβίβασα μίαν παραγελίαν, και από τις πρώτες λέξεις ενόησεν ότι +συνεννοούμεθα, ότι ηδύνατο να ομιλή με εμέ, όπως με τον καθένα. Προς +τούτοις δεν δύναμαι αρκετά να εγκωμιάσω την ανοικτήν προς εμέ +συμπεριφοράν του. Δεν υπάρχει τόσον αληθινή θερμή χαρά εις τον +κόσμον, όσον το να βλέπεις μια μεγάλη ψυχή ν' ανοίγεται προς εσέ. + +24 Δεκεμβρίου. + +Ο πρέσβυς μου παρέχει πολλά βάσανα, το επρόβλεπα. Είναι ο +ακριβέστατος μωρός που ηδύνατο να υπάρξη· βήμα προς βήμα, και +μικροπρεπής σαν μια γρηά· άνθρωπος που ποτέ του δεν είναι +ευχαριστημένος με τον εαυτόν του, και τον οποίον γι' αυτό κανείς δεν +δύναται να ευχαριστήση. Εγώ αγαπώ να εργάζωμαι γρήγορα, και κάθε τι +όπως είναι γραμμένο, μένει· να σου όμως αυτός δύστροπος, και μου +επιστρέφει το έγγραφον και μου λέγει: Είναι καλόν, αλλ' επιθεωρήσατέ +το· ευρίσκει κανείς πάντα μια καλύτερη λέξη, ένα καταλληλότερο μόριο. +Τότε με παίρνει ο διάβολος. Κανένα «ναι», κανένας σύνδεσμος δεν +συγχωρεί να παραλειφθή, και όλων των μεταθέσεων, που ενίοτε μου +ξεφεύγουν, είναι άσπονδος εχθρός· όταν κανείς δεν κατασκευάζη τας +περιόδους του και την συνήθη μελωδίαν, τότε αυτός δεν εννοεί τίποτε. +Είναι δυστύχημα να έχη να κάμη κανείς με ένα τέτοιον άνθρωπον. + +Η εμπιστοσύνη του κόμητος Κ . . . είναι ακόμη το μόνον πράγμα που με +αποζημιώνει. Προχθές μου είπε ξάστερα πόσον δυσαρεστημένος είναι για +την νωθρότητα και την μικρολογία του πρεσβευτού μου. Τέτοιοι άνθρωποι +δυσκολεύουν και τον εαυτόν τους και τους άλλους και όμως είπε, πρέπει +να υπομένη κανείς, καθώς ένας οδοιπόρος που αναγκάζεται να περάση ένα +βουνό· βέβαια, αν δεν ήταν το βουνό, θα ήταν ο δρόμος πολύ +ευκολώτερος αλλ' όμως υπάρχει, και πρέπει να περάση κανείς! + +Ο γέρος μου καταλαβαίνει και αυτός την προτίμησιν που μου δίνει ο +κόμης απέναντί του, και τούτο τον δυσαρεστεί, και σε κάθε περίσταση +κατηγορεί τον κόμητα εμπρός μου· εγώ, φυσικώ τω λόγω, τον +υπερασπίζομαι, και τοιουτοτρόπως το πράγμα γίνεται χειρότερο. Χθες με +εξώργισε, γιατί εννοούσε και εμέ μαζί: Για τέτοιες υποθέσεις του +κόσμου ο κόμης είναι πολύ καλός, έχει πολλήν ευκολίαν να εργάζεται +και έχει καλή πέννα· αλλ' η βαθεία μάθησις του λείπει, όπως εις όλους +τους καταγινομένους εις την ελαφράν φιλολογίαν. Πάνω σ' αυτό έκαμε +ένα μορφασμόν, ως να ήθελε να είπη: αισθάνεσαι το κτύπημα; Αλλά τούτο +δεν μου έκαμεν εντύπωσιν· επεριφρόνησα τον άνθρωπον που ηδύνατο έτσι +να σκέπτεται και να φέρεται. Του αντιστάθηκα και επολέμησα με αρκετήν +σφοδρότητα. Είπα ότι ο κόμης είναι άνθρωπος τον οποίον έπρεπε να +εκτιμά κανείς, τόσον διά τον χαρακτήρα του, όσον και διά τας γνώσεις +του. Κανένα δεν εγνώρισα, είπα, ο οποίος να κατώρθωσε τόσον καλά να +ευρύνη το πνεύμα του, να το επεκτείνη εις αναρίθμητα αντικείμενα, και +όμως να διατηρή αυτήν την ενεργητικότητα για τον καθημερινόν βίον. +Αυτά ήσαν για το μυαλό του τούρκικα, και τον απεχαιρέτησα για να μη +χαλάσω περισσότερο τη χολή μου ακούων και άλλον παραλογισμόν. + +Και εις όλα αυτά σεις πταίετε, που με τις φλυαρίες σας με εφέρατε εις +τούτον τον ζυγόν, και μου εψάλατε τόσα πολλά περί ενεργείας. +Ενέργεια! Αν δεν κάνη περισσότερα εκείνος που φυτεύει πατάτες και +πηγαίνει με το άλογο εις την χώραν για να πωλήση το σιτάρι του, παρά +εγώ τότε θα εργασθώ δέκα έτη ακόμη εις αυτό το κάτεργον, όπου είμαι +τώρα αλυσοδεμένος. + +Και η λαμπρά αθλιότης, η αηδία η μεταξύ του ελεεινού τούτου λαού, που +είναι εδώ μαζωμένος.! Η φιλοπρωτία μεταξύ αυτών, πώς αγρυπνούν και +παραμονεύουν να περάση ο ένας τον άλλον ένα βηματάκι· τα αθλιότατα +και ελεεινότατα πάθη ολοφάνερα. Να, παραδείγματος χάριν, μία γυναίκα, +που ομιλεί σε κανένα για την ευγένειάν της και για το κτήμα της, +ούτως ώστε κάθε ξένος δεν δύναται παρά να σκέπτεται· αυτή είναι μία +τρελλή που φαντάζεται, ο Θεός ξεύρει τι, για την ολίγην ευγένεια και +για την φήμην του κτήματός της. — Αλλ' ακόμη χειρότερα αυτή δα η +γυναίκα είναι απ' εδώ από την γειτονιά κόρη ενός γραφέως. — Ιδές, δεν +δύναμαι να εννοήσω πώς το ανθρώπινον γένος, τόσην ολίγην φρόνησιν +έχει ώστε να ατιμάζεται τόσον ταπεινά. + +Καταλαβαίνω όμως ολοένα περισσότερο φίλτατέ μου, πόσον ανόητον είναι +το να μετρήση κανείς τους άλλους κατά τον εαυτόν του. Και επειδή εγώ +έχω τόσα πολλά να κάμω με τον εαυτόν μου, και η καρδία αυτή είναι +τόσον ταραχώδης — αχ, ευχαρίστως αφίνω τους άλλους να πηγαίνουν το +δρόμο τους, αρκεί μόνον να ήθελαν να με αφήσουν και εμένα. + +Ό,τι προ πάντων με ερεθίζει είναι αι ελεειναί πολιτικαί διακρίσεις. +Ξέρω μεν τόσον καλά, καθώς και κάθε άλλος, πόσον είναι αναγκαία η +διάκρισις των τάξεων, πόσα και μένα μου δίδει πλεονεκτήματα· μόνον +δεν θέλω να μου είναι εμπόδιον, ενώ μπορούσα ν' απολαύσω ολίγην ακόμη +χαράν, μιαν ακτίνα ευτυχίας εις αυτόν τον κόσμο. Τώρα ύστερα εγνώρισα +στον περίπατο μια δεσποινίδα ντε Β . . . ένα αξιέραστο πλάσμα, που +διετήρησε πολύ το φυσικόν εν μέσω των τεχνητών τρόπων. Ευχαριστήθημεν +αμοιβαίως από την συνομιλίαν μας, και όταν απεχωριζώμεθα, εζήτησα την +άδειαν να την βλέπω εις την οικίαν της. Μου το επέτρεψε τόσον +ελεύθερα ώστε μόλις ηδυνάμην να περιμένω την κατάλληλον στιγμήν για +να πάω σ' αυτήν. Η φυσιογνωμία της γρηάς δεν μου άρεσε. Την +επεριποιήθηκα πολύ, η ομιλία μου εστράφηκε περισσότερο προς αυτήν, +και λιγώτερο από μισή ώρα εξεδιάλυνα ό,τι η δεσποινίς αυτή κατόπιν +μου ωμολόγησεν, ότι η αγαπητή θεία εις τα γηρατειά της στερείται των +πάντων, δεν έχει επαρκή περιουσίαν, ούτε πνεύμα, ούτε στήριγμα, παρά +την σειράν των προγόνων της, καμμίαν σκέπην παρά την κοινωνικήν +τάξιν, όπισθεν της οποίας ωχυρώθη, και καμμίαν διασκέδασιν, παρά από +το σπήτι της να κυττάζη κάτω τους πολίτας με περιφρόνησιν. Εις την +νεότητά της λέγουν ότι ήτον ωραία, και επέρασε την ζωήν της με +παιγνίδια και καμώματα, και εβασάνιξε κατ' αρχάς με τας ιδιοτροπίας +της κάμποσους νέους, και εις την ωριμωτέραν ηλικίαν της έκυψεν υπό +τον ζυγόν ενός γέροντος αξιωματικού, ο οποίος απέναντι τούτου και με +ένα γλίσχρον μισθόν επέρασε μαζί της τον χαλκούν αιώνα και απέθανε. +Τώρα βλέπει τον εαυτόν της μόνον εις τον σιδηρούν αιώνα, και δεν θα +την εκύτταζε κανείς, αν η ανεψιά της δεν ήτο τόσον αξιαγάπητη. + +8 Ιανουαρίου 1772. + +Τι άνθρωποι είναι εκείνοι που ολόκληρη η ψυχή τους βασανίζεται εις +τους τύπους, που αι σκέψεις των και αι επιθυμίαι των εις τούτο +τείνουν επί πολλά έτη, πώς να χωθούν στο τραπέζι σε μια θέσι, +παραπάνω! Και όχι πως δεν θα είχαν καμμίαν ασχολίαν όχι, τουναντίον +επισωρεύονται εργασίαι, επειδή ίσα ίσα ένεκα των αναξίων λόγου +δυσαρεσκειών αποτρέπονται από την εκτέλεσιν των σπουδαίων πραγμάτων. +Την περασμένην εβδομάδα κατά την παρέλασιν με έλκηθρα έγειναν έριδες, +και όλον το πανηγύρι εχάλασε. + +Οι ανόητοι, που δεν βλέπουν ότι από την θέσιν κυρίως τίποτε δεν +εξαρτάται, και ότι εκείνος που έχει την πρώτην σπανίως πρωταγωνιστεί! +Πόσοι βασιλείς διευθύνονται από τους υπουργούς των, πόσοι υπουργοί +από τους γραμματείς των! Και ποιος είναι λοιπόν ο πρώτος; Εκείνος, +νομίζω, που αποβλέπει εις τους άλλους και έχει αρκετή δύναμι, ή +εξυπνάδα, ώστε να μεταχειρισθή τας δυνάμεις των και τα πάθη των εις +την εκτέλεσιν των σχεδίων των. + +28 Ιανουαρίου. + +Πρέπει να σας γράψω, αγαπητή Καρολίνα, εδώ εις το δωμάτιον ενός +μικρού ξενοδοχείου ενός χωρίου, εις το οποίον κατέφυγα ένεκα μεγάλης +καταιγίδος. Εφ' όσον περιφέρομαι εις Α . . . την ελεεινήν εκείνην +αλουπότρυπαν, μεταξύ του ξένου του όλως ξένου, εις την καρδίαν μου +λαού, ουδεμίαν ευρήκα στιγμήν, ουδεμίαν, κατά την οποίαν η καρδιά μου +να με διέτασσε να σας γράψω· και τώρα εις αυτή την καλύβα, εις αυτή +τη μοναξιά εις αυτόν τον περιορισμό, που χιών και χάλαζα μαίνονται +κατά του μικρού μου παραθύρου, εδώ σεις είσθε η πρώτη μου σκέψις. +Καθώς εμπήκα, μου επαρουσιάσθη εξαίφνης η μορφή σας, Καρολίνα! τόσον +ιερά τόσον θερμή! Καλέ Θεέ! η πρώτη ευτυχής στιγμή πάλιν. + +Αν με εβλέπετε, καλή μου, μέσα στο πλήθος των διασκεδάσεων! Πώς +αποξηραίνονται αι αισθήσεις μου· καμμιά στιγμή με ματωμένη την +καρδιά, καμμιά μακαρίαν ώρα! τίποτε! Στέκομαι ως πρό τινος +πανοράματος και βλέπω τις κούκλες και τα αλογάκια να περνούν και να +ξαναπερνούν απ' εμπρός μου, και ερωτώ συχνά μήπως είναι οπτική απάτη. +Παίζω με αυτά, ή μάλλον παίζομαι σαν νευρόσπαστο, και πιάνω ενίοτε +τον γείτονά μου από το ξύλινο χέρι και οπισθοδρομώ με φρίκην. Την +εσπέραν βάζω στο νου μου ν' απολαύσω την ανατολήν του ηλίου, και δεν +σηκώνομαι από την κλίνην· την ημέραν ελπίζω να χαρώ την λάμψιν της +σελήνης, και μένω εις το δωμάτιόν μου. Δεν ηξεύρω καλά διατί +σηκώνομαι, διατί πηγαίνω να κοιμηθώ. + +Το προζύμι, που έδινε την ορμή στην ζωή μου, λείπει· το θέλγητρον, +που με κρατούσε έξυπνο βαθειές νύκτες, πάει· εκείνο που το πρωί με +ξυπνούσε χάθηκε πια. + +Ένα μόνο γυναικείο πλάσμα ηύρα εδώ, μια δεσποινίδα ντε Β . . , Σας +μοιάζει, αγαπητή Καρολίνα, αν δύναται καμμιά να σας μοιάση. Ε! θα +ειπήτε, ο άνθρωπος καταγίνεται σε κομψά φιλοφρονήματα. Αυτό δεν είναι +όλως διόλου ψέμμα. Εδώ και λίγον καιρό είμαι πολύ ευγενής γιατί αι +δεσποινίδες λέγουν κανείς δεν ξεύρει να επαινή με τόσην λαμπρότητα, +όσον εγώ (και να ψεύδεται, προσθέσατε· διότι χωρίς αυτό δεν γίνεται +εννοείτε;) Ήθελα να μιλήσω περί της δεσποινίδος ντε Β . . . Έχει πολλήν +ψυχήν, η οποία απαστράπτει ζωηρά από τα γαλανά της μάτια. Η τάξις της +τής είναι βάρος, που δεν ικανοποιεί κανένα των πόθων της καρδιάς της. +Επιθυμεί να είναι έξω από τον θόρυβον, και χάνομε πολλές ώρες +φανταζόμενοι εν μέσω αγροτικών σκηνών μιαν άμετρη ευδαιμονία, αχ! και +σας μαζί! Πόσες φορές αναγκάζεται να σας προσκυνή, δεν αναγκάζεται, +το κάμνει θεληματικά, ευχαριστείται να ακούη για σας, σας αγαπά . . + +Ω, να καθόμουν στα πόδια σας, στο αγαπητό μου μικρό δωμάτιο, και τα +μικρά μας τ' αγαπημένα να εκυλίονταν γύρω μου και όταν θα σας +εφώναζαν πολύ, θα τα εμάζωνα γύρω μου και θα τα κρατούσα ήσυχα με ένα +τρομακτικόν παραμύθι και θα ησύχαζαν. + +Ο ήλιος βασιλεύει πέραν απ' αυτή τη χιονόλαμπρη χώρα, η καταιγίς +επέρασε, και εγώ, — πρέπει να κλεισθώ πάλιν εις το κλουβί μου. — +Υγιαίνετε! Ευρίσκεται ο Αλβέρτος κοντά σας; και πώς; — Ο Θεός να μου +συγχωρήση αυτήν την ερώτησι. + +8 Φεβρουαρίου. + +Από οκτώ μέρες έχομεν τον αθλιέστερον καιρό, και για μένα είναι +ευεργετικός. Γιατί, αφ' ότου είμαι εδώ, καμμία ωραία ημέρα δεν μου +εφανερώθηκε στον ουρανό, που να μη μου την χαλάση κανείς ή να μη μου +την καταστήση αηδή. Όταν λοιπόν βρέχη καλά καλά, και χιονίζει, και +παγώνη και ξεπαγώνη, α! λέω δεν δύναται να είναι χειρότερα στο σπήτι +παρ' ό,τι είναι έξω, ή αλλέως, και έτσι είναι καλά. Όταν ανατέλλη ο +ήλιος το πρωί υπόσχεται λαμπρήν ημέρα, δεν μπορώ παρά πάντα ν' +αναφωνώ: ιδού πάλιν ένα ουράνιο αγαθό, που δύνανται οι άνθρωποι να το +αποστερήσουν ο ένας τον άλλον. Τίποτε δεν υπάρχει, που να μη το +χαλούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Υγείαν, καλό όνομα, χαράν, ανάπαυσιν. +Και ως επί το πλείστον από βλακείαν, ανοησία και στενοκεφαλιά, και αν +κανείς τους ακούση φέρνοντ' έτσι έχοντας τους καλυτέρους σκοπούς. +Πολλές φορές μου έρχεται να τους παρακαλέσω γονατιστός να μη +φρενιάζουν τόσον λυσσαλέα μέσα στα ίδια τους τα σπλάγχνα. + +17 Φεβρουαρίου. + +Φοβούμαι μήπως ο πρέσβυς μου και εγώ δεν θα βαστάξωμεν πια μαζί για +πολύν καιρό. Ο άνθρωπος είναι όλως διόλου ανυπόφορος. Ο τρόπος που +αυτός εργάζεται και κάμνει τις υποθέσεις του είναι τόσον γελοίος, +ώστε δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη του αντιλέγω, και συχνά να εκτελώ +μιαν υπόθεση κατά το κεφάλι μου και με τον δικό μου τρόπον, το +οποίον, τότε, φυσικά, ποτέ δεν του αρέσει. Γι' αυτό παρεπονέθη τώρα +ύστερα προς την αυλήν, και ο υπουργός μου έκαμε μια μαλακή μεν +επιτίμησι, αλλ' ήτο μολαταύτα επιτίμησι, και εκόντευα να ζητήσω την +παραίτησίν μου, όταν έλαβα απ' αυτόν μιαν ιδιωτική επιστολή, μιαν +επιστολή, προ της οποίας εγονάτισα και επροσκύνησα το υψηλό, το +ευγενικό και σοφό φρόνημα. Πως επικρίνει την παρά πολύ μεγάλην +ευαισθησίαν μου, πως τιμά μεν ως νεανικόν ζήλον τας υπερβολικάς ιδέας +μου ως προς την ενεργητικότητα, την επίδρασιν επί άλλων, την επιτυχή +διεξαγωγήν των υποθέσεων, ζητεί όμως όχι να τας εκριζώση αλλά μόνον +να τας μετριάση και να τας διευθύνη εκεί, όπου έχουν τον κατάλληλον +κύκλον τους και δύνανται να ενεργούν αποτελεσματικά. Και ενισχύθην +για οκτώ ημέρες και εσυμβιβάσθηκα με τον εαυτό μου. Η ηρεμία της +ψυχής είναι λαμπρό πράγμα και κάνει μια ευχαρίστηση στον εαυτόν του. +Φίλτατέ μου να μη ήτον ο αδάμας αυτός τόσον εύθραυστος όσον ωραίος +και πολύτιμος είναι. + +20 Φεβρουαρίου. + +Ο Θεός να σας ευλογήση, αγαπητοί μου, να σας δώση όλες τις καλές +ήμερες, που μου αφαιρεί! + +Σε ευχαριστώ, Αλβέρτε, που με απάτησες· επερίμενα είδησιν, πότε ήθελε +γείνει ο γάμος σας, και είχα κατά νουν να πάρω επισημότατα από τον +τοίχον κατά την ημέραν εκείνην το σκιαγράφημα της Καρολίνας και να το +θάψω μεταξύ άλλων χαρτιών. Τώρα είσθε ζευγάρι και η εικόνα της είναι +ακόμη εδώ! Λοιπόν ας μείνη έτσι. Και γιατί όχι; Ξέρω κ' εγώ +ευρίσκομαι κοντά σας, είμαι, χωρίς να σε βλάψω, εις την καρδιά της +Καρολίνας, έχω, ναι έχω, την δεύτερη θέση σ' αυτήν και θέλω και +πρέπει να την διατηρήσω. Ω, θα ετρελλαινόμουν, αν μπορούσε να +λησμονήση Αλβέρτε. Σ' αυτή μέσα τη σκέψη βρίσκεται μία κόλασις. +Αλβέρτε, χαίρε! Χαίρε, άγγελε του ουρανού! Χαίρε, Καρολίνα! + +15 Μαρτίου. + +Εδοκίμασα μια πίκρα, που θα με αποδιώξη από εδώ. Τρίζω τα δόντια μου! +Διάβολε! δεν μπορώ να την επανορθώσω, και σεις δα μόνοι πταίετε, που +με εκεντούσατε, με εσπρώχνατε και μ' εβασανίζετε, για να δεχθώ θέσιν +που δεν ήταν για μένα. Τώρα την έπαθα! τώρα ευχαριστηθήκατε! Και για +να μην πης πάλι πως η υπερβολικές μου ιδέες καταστρέφουν όλα, να, +αγαπητέ μου κύριε, ένα διήγημα, ξάστερο και καθαρό, όπως θα το +διηγότουν ένας χρονογράφος. + +Ο κόμης Κ . . . με αγαπά, με τιμά, τούτο είναι γνωστόν, εκατοντάκις ήδη +σου το είπα. Χθες λοιπόν ήμουν εις το τραπέζι του, ίσα ίσα την ημέραν +που το βράδυ ο ευγενής κύκλος κυρίων και κυριών έρχεται σπίτι του, +τον οποίον δεν εσκεπτόμουν και ποτέ δεν επαραξενεύθηκα πώς εμείς οι +υποδεέστεροι δεν είμεθα δεκτοί σ' αυτόν. Καλά λοιπόν. Γευματίζω με +τον κόμητα και μετά το τραπέζι περιπατούμε στη μεγάλην αίθουσα πάνω +κάτω ομιλώ μ' αυτόν, με τον συνταγματάρχην Β . . . που έρχεται +τυχαίως επίσκεψη και έτσι πλησιάζει ανεπαισθήτως η ώρα της εσπερίδος. +Τίποτε δεν συλλογίζομαι μα τον Θεόν. Τότε εισέρχεται η +υπερευγενεστάτη κυρία ντε Σ . . . με τον κύριον σύζυγόν της και την +κλωσσημένη χηνίτσα θυγατέρα της, με το ίσιο στήθος και τον κομψό +κορσέ, διαβαίνοντας ανοιγοκλείουν, ως συνήθως, πανευγενέστατα τα +μάτια και τα ρουθούνια τους, και επειδή μισώ το γένος τούτο εκ +καρδίας ήθελα ν' αποχαιρετήσω τον κόμητα, και επερίμενα μόνον έως +ότου ήθελεν απαλλαγή από την αηδή φλυαρίαν, ότε η δεσποινίς μου Β . . . +εισήλθεν. Επειδή η καρδία μου πάντοτε ανοίγει λιγάκι όταν την βλέπω, +εμένα, εστάθηκα πίσω από την καρέκλα της, και μόλις μετά τινα καιρόν +παρετήρησα ότι δεν μου ωμίλει τόσον ανοικτά, ως άλλοτε, και με κάποια +στενοχώρια. Τούτο με εξέπληξε. Είναι και αυτή καθώς όλη αυτή η φάρα +είπα μέσα μου, και ήμουν ερεθισμένος και ήθελα να φύγω· και όμως +έμεινα, γιατί επιθυμούσα να την αθωώσω, και δεν το επίστευα και ακόμη +ήλπιζα ένα καλόν λόγο της, και — ό,τι θέλεις. Εν τω μεταξύ γεμίζει ο +κύκλος. Ο βαρώνος Φ. . . . με όλην την στολήν των χρόνων της στέψεως +Φραγκίσκου του Α', ο σύμβουλος Ρ . . . εδώ όμως ονομαζόμενος in +qualitate κύριος de Ρ . . . . με την κρυφή γυναίκα του κλπ., χωρίς να +λησμονήσωμεν τον κακά καπλατισμένον I . . . . . που τα ελλείποντα μέρη της +πανάρχαιας στολής του αναπληρώνει με ράκη της νέας μόδας. Μπαίνουν +σωρηδόν, και ομιλώ με μερικούς γνωρίμους μου, οι οποίοι όλοι είναι +πολύ λακωνικοί. Εσκεπτόμουν — και επρόσεχα μόνον εις την Β . . . μου. +Δεν κατάλαβα πως η γυναίκες εις το άκρον της αιθούσης εψιθύριζαν +αναμεταξύ τους πως τούτο διεδίδετο και εις τους άνδρας, πως η κυρία +ντε Σ . . . ωμιλούσε με τον κόμητα (όλα αυτά μου τα διηγήθη έπειτα η +δεσποινίς Β. . .)· έως ότου τέλος ο κόμης ήλθε προς εμέ, και με επήρε +σ' ένα παράθυρο. Ηξεύρετε, είπε τους αλλόκοτους τύπους μας· η +συντροφιά είναι δυσαρεστημένη, καθώς παρατηρώ, που σας βλέπει εδώ. +Δεν το ήθελα για όλον τον κόσμο. — Εξοχώτατε, τον διέκοψα, και ζητώ +χιλιάκις συγγνώμην· έπρεπε να το ενθυμηθώ προτήτερα, και ηξεύρω ότι +θα μου συγχωρήσετε αυτήν την ασυνέπεια· ήθελα προ πολλού ήδη να +απέλθω, ένα κακόν δαιμόνιον με εμπόδισε, αποκρίθηκα χαμογελώντας, ενώ +προσέκλινα. Ο κόμης έσφιξε το χέρι μου, με έν αίσθημα, το οποίον +έλεγε το παν. Έφυγα αγάλια αγάλια από την ευγενή συναναστροφήν, +επήγα, ανέβηκα εις μίαν άμαξαν, και εκίνησα εις Μ . . ., για να ιδώ εκεί +από τον λόφον την δύσιν του ηλίου, και αναγνώσω εκεί εις τον Όμηρόν +μου το λαμπρόν άσμα, πώς ο Οδυσσεύς ξενίζεται από τον καλόν συβώτην. +Όλα αυτά ήσαν καλά. + +Το κοντόβραδο γυρίζω για να δειπνήσω· ήσαν ακόμη ολίγοι μόνον εις το +ξενοδοχείον, που έπαιζαν κύβο σε μια γωνιά και είχαν σηκώσει το +τραπεζομάνδηλον. Τότε εισέρχεται ο έντιμος Α . . . , βγάζει το καπέλλο +του, ενώ με προσβλέπει, έρχεται κοντά μου, και λέγει σιγά σιγά: — Σου +συνέβη κανένα δυσάρεστον: — Εμένα; είπα. — Ο κόμης σε έδιωξεν από την +συντροφιά. — Να την πάρη ο διάβολος! είπα· ευχαριστήθηκα που βγήκα +εις τον καθαρόν αέρα. — Καλά, είπε, που το παίρνεις ελαφρά! Μόνον +λυπούμαι, πως τούτο ήδη διεδόθη παντού. — Τότε το πράγμα άρχιζε να με +πειράζη. Όλοι, όσοι ήρχοντο να δειπνήσουν και με εκύτταζαν, ενόμιζα +ότι με εκύτταζαν γι' αυτό! Αυτό μου εχάλασε το αίμα. + +Και σήμερον, όταν παντού, οπού εισέρχομαι, με λυπούνται, όταν ακούω +πως όσοι με φθονούν θριαμβεύουν τώρα, και λέγουν: να, που καταντούν +οι φαντασμένοι, που για το μικρό πνεύμα τους επαίρονται, και +πιστεύουν πως για τούτο δύνανται να υπερβαίνουν όλες τις κοινωνικές +τάξεις, και άλλες τέτοιες φλυαρίες ομιλούν περί ανεξαρτησίας κι' ας +λέγουν ό,τι θέλουν· εγώ θέλω να ιδώ εκείνον που θα ηδύνατο να +υποφέρη, ώστε ουτιδανοί άνθρωποι να μιλούν περί αυτού, όταν έχουν +κανένα πλεονέκτημα απέναντι του· — όταν η φλυαρία των είναι άδεια, +αι, τότε δύναται κανείς να τους αψηφήση. + +16 Μαρτίου. + +Όλα με κατατρέχουν. Σήμερα απαντώ εις τον περίπατον την δεσποινίδα +Β . . , δεν ηδυνήθην να μη της ομιλήσω, και, άμα απεμακρύνθημεν κάπως +από την συντροφιά, να μη της φανερώσω την αγανάκτησή μου για τη +συμπεριφορά της τώρα ύστερα. Βέρθερε, μου είπε με εγκάρδιον τόνον, +μπορέσατε να εξηγήσετε έτσι την ταραχή μου, ενώ γνωρίζετε την καρδιά +μου. Τι υπέφερα προς χάριν σας, από τη στιγμή που μπήκα εις την +αίθουσα! Το προέβλεπα, εκατοντάκις μου ήλθε να σας μιλήσω. Ήξευρα ότι +αι κυρίαι ντε Σ . . . και Τ . . . με τους άνδρας των θα έφευγαν μάλλον παρά να μείνουν εις την συντροφιά σας — ήξευρα πως ο κόμης δεν μπορεί να +τα χαλάση με εκείνους, — και τώρα ο πάταγος! — Πώς, δεσποινίς; είπα, +και έκρυψα τον τρόμο μου· γιατί όλα, όσα προχθές μου είχεν ειπεί ο +Αδελίνος, μου έρρεαν τη στιγμήν αυτή σαν καυτό νερό μες τις φλέβες. — +Τι μου εκόστισεν αυτό έως τώρα, είπε το γλυκύ πλάσμα, ενώ δάκρυα της +ήρχοντο εις τους οφθαλμούς. — Δεν ήμουν πλέον κύριος του εαυτού μου, +διενοούμην να ριφθώ εις τα πόδια της. — Εξηγηθήτε μου, ανεφώνησα. Τα +δάκρυά έβρεχαν την όψη της. Ήμουν έξω φρενών. Τα εσφόγγισε χωρίς να +θέλη να τα κρύψη. — Γνωρίζετε την θείαν μου, άρχισεν· ήτο παρούσα +και, ω! με τι μάτια το είδεν αυτό! Βέρθερε, υπόφερα χθες την νύκτα, +και σήμερον το πρωί μου έψαλλε τον εξάψαλμον για την συναναστροφήν +μου με σας και αναγκάσθηκα ν' ακούσω να σας εξευτελίση, να σας +ταπεινώση και μόνον κατά το ήμισυ ηδυνάμην να σας υπερασπισθώ. + +Κάθε λέξις, την οποίαν επρόφερε, μου περνούσε σαν ξίφος από την +καρδιά. Δεν αισθάνετο τι ευσπλαγχνία θα ήτον, όλα αυτά να μου τα +αποσιωπήση· και έπειτα, επρόσθεσεν ακόμη, τι θα εφλυαρούσαν κατόπι +για μένα, και πόσον είδος τι ανθρώπων θα εθριάμβευε γι' αυτό. Πώς +τώρα θα εγαργαλίζοντο· και θα ευφραίνοντο για την τιμωρία της +υπερηφανείας μου και της καταφρονήσεώς μου στους άλλους, την οποίαν +προ πολλού ήδη μου αποδίδουν. Όλα αυτά, Γουλιέλμε, να ακούω απ' +αυτήν, με την φωνήν της αληθεστάτης συμπαθείας — εταράχθηκα κι' ακόμη +τώρα βρίσκομαι αγανακτημένος. Ήθελα να ετολμούσε κανείς να μου το πη +κατά πρόσωπον, για να μπορούσα να του τρυπήσω το κορμί με το ξίφος· +αν έβλεπα αίμα, θα εγινόμουν καλύτερα. Αχ, εκατό φορές επήρα ένα +μαχαίρι, για να ελαφρύνω αυτήν την καταστεναχωρημένη καρδιά μου. +Διηγούνται για μια ευγενική ράτσα ολίγων· που όταν είναι φουσκωμένα +και κατακουρασμένα μόνα των εξ ενστίκτου δαγκάνονται και ανοίγουν μια +φλέβα, για να πάρουν ανάσα. Έτσι μου συμβαίνει συχνά, θα επιθυμούσα +να ανοίξω μία φλέβα, που θα μου παρείχε την αιώνια ελευθερία. + +24 Μαρτίου, + +Υπέβαλα εις την Αυλήν την παραίτησίν μου και ελπίζω να γείνη δεκτή, +και θα με συγχωρήσετε πού δεν σας εζήτησα πρώτα την άδειαν. Γι' αυτό +πρέπει χωρίς άλλο να φύγω, και ξεύρω τι είχετε να ειπήτε για να με +πείσετε να μείνω, και λοιπόν — Δώσε την μητέρα μου την πικρά αυτή +είδησι με ένα συροπάκι· δεν δύναμαι να βοηθήσω εγώ τον εαυτό μου, και +δεν πρέπει να δυσαρεστηθή, αν δεν δύναμαι να την βοηθήσω κι' αυτήν. +Βέβαια αυτό θα την πικράνη. Εις το ωραίον στάδιον, που άρχισεν ο +γυιός της τραβώντας ίσα προς το αξίωμα του μυστικοσυμβούλου και του +πρέσβυ, να τον ιδή διά μιας να σταματά, και να γυρίζη πίσω με το ζώον +εις τον σταύλον! Πάρετέ το όπως θέλετε, και συνδυάσετε τις δυνατές +περιπτώσεις, με τις οποίες θα μπορούσα και θα έπρεπε να μείνω· αρκεί· +εγώ φεύγω· και για να ξέρετε πού πηγαίνω, είνε εδώ ο ηγεμών **, ο +οποίος ευρίσκει πολλήν ευχαρίστησιν από την συναναστροφή μου· αυτός +με παρεκάλεσεν, όταν άκουσε περί του σκοπού μου να υπάγω με αυτόν εις +τα κτήματα του, και εκεί να περάσω την ωραίαν άνοιξιν. Θα είμαι όλως +αυτεξούσιος, μου υπεσχέθη, και επειδή συνεννοούμεθα μέχρι τινός +σημείου, θα ρίψω τον κύβον και θα πάω μ' αυτόν. + +19 Απριλίου. + +Ευχαριστώ για τα δύο σου γράμματα. Δεν αποκρίθηκα γιατί άφησα άγραφο +αυτό το χαρτί, έως ότου ήθελε φθάσει από την αυλή η παραίτησίς μου· +εφοβήθηκα μήπως η μητέρα μου απευθυνθή προς τον υπουργό, και +δυσκολεύση τον σκοπόν μου. Τώρα όμως τελείωσε· η απαλλαγή μου ήλθε. +Δεν θέλω να είπω πόσον ακουσίως μου την έδωκαν, και τι μου γράφει ο +υπουργός· θα αρχίζατε νέους θρήνους. Ο διάδοχός μου έστειλε για την +αναχώρησίν μου είκοσι πέντε δουκάτα, με ένα λόγον που με εσυγκίνησε +μέχρι δακρύων· λοιπόν δεν χρειάζομαι από την μητέρα τα χρήματα, για τα +οποία της έγραφα τώρα ύστερα. + +5 Μαΐου. + +Αύριον αναχωρώ απ' εδώ και, επειδή ο τόπος της γεννήσεώς μου μόνον έξ +μίλλια απέχει από το δρόμο μου, θέλω να τον ξαναδώ, θέλω να θυμηθώ +τις παληές, ευτυχώς σα σε όνειρο περασμένες, ημέρες. Από την ίδια +πόλη θέλω να μπω, από την οποίαν εβγήκε μαζί μου η μητέρα μου στ' +αμάξι, ότε μετά τον θάνατό του πατέρα μου εγκατέλειψε τον αγαπητό μας +τόπο, για να κατακλεισθή εις την ανυπόφορη πόλη της. Υγίαινε +Γουλιέλμε! θα ακούσης για την εκδρομή μου. + + +9 Μαΐου. + +Ετελείωσα την οδοιπορίαν εις την πατρίδα μου μ' όλη την ευλάβεια ενός +προσκυνητού, και πολλά απροσδόκητα αισθήματα με κατέλαβαν. Εις την +μεγάλην φιλύραν, που βρίσκεται ένα τέταρτον της ώρας από την πόλη +προς το Σ . . . ., εσταμάτησα, κατέβηκα και διέταξα τον αγωγιάτην να +προχωρήση, για να γευθώ πεζός με όλη την καρδιά κάθε ανάμνηση άλλη +μια φορά και ζωηρά. Εκεί εστεκόμουν λοιπόν κάτω απ' τη φιλύρα, η +οποία άλλοτε, όταν ήμουν παιδί, ήτον το τέρμα και τα όριο των +περιπάτων μου. Πόσον αλλοιώς είναι τώρα! Τότε στην ευτυχισμένη μου +άγνοια εποθούσα τον άγνωστο κόσμο, όπου περίμενα για την καρδιά μου +τόση τροφή, τόσην απόλαυση, για να γεμίσω και να ευχαριστήσω το +ορμητικό και από πόθους κινούμενο στήθος μου και τώρα ξαναγυρίζω από +τον απέραντον κόσμον — ω φίλε μου, με πόσες διαψευσμένες ελπίδες, με +πόσα καταστραφέντα σχέδια! Είδα μπρος μου τα βουνά, που μύριες φορές +ήσαν το αντικείμενο των επιθυμιών μου. Πολλές ώρες μπορούσα να +κάθωμαι εδώ, και πλήρης πόθων να φέρωμαι πέραν και με όλην την ψυχήν +μου να χάνωμαι εις τα δάση, τις κοιλάδες, που σκεπασμένες με λεπτούς +ατμούς παρουσιάζοντο στα μάτια μου και όταν επειδή σε ωρισμένην ώρα +έπρεπε να επιστρέψω, με πόση δυσαρέσκεια άφινα τον αγαπητό τόπο! — +Ήλθα πιο κοντά στην πόλη· όλα τα μέσα στους κήπους παλαιά γνωστά +σπιτάκια εχαιρετήθηκαν υπ' εμού· τα νέα μου ήσαν απεχθή, όπως και όλαι +αι μεταβολαί, όσαι είχαν γείνει. Εισήλθα από την πύλη, και ηύρα πάλιν +τον εαυτόν μου ευθύς και εντελώς. Αγαπητέ, δεν θέλω να μπω σε +λεπτομέρειες· όσο μου ήτο θελκτικό, τόσο μονότονο θα ήτο εις τη +διήγηση. Είχα αποφασίσει να κατοικήσω εις την αγορά, κολλητά εις το +παληό μας σπίτι. Καθ' οδόν παρετήρησα εις το σχολείον, όπου μια έτιμη +γρηά μας εσυμμάζωνε, όταν ήμεθα παιδιά, είχε μεταβληθή εις +παντοπωλείον. Θυμήθηκα την ανησυχία, τα δάκρυα, τον σκοτισμό της +διανοίας, την αδυμονίαν της καρδιάς, που είχα υποφέρει εις εκείνη την +τρύπα. — Κανένα βήμα δεν έκαμνα, που να μην εγεννούσε μέσα μου την +παρατήρηση. Ο προσκυνητής εις τους άγιους τόπους δεν απαντά τόσα μέρη +θρησκευτικών αναμνήσεων, και η ψυχή του δύσκολα είναι τόσο γεμάτη από +ιερή συγκίνηση. — Ακόμη έν από τα πολλά. Κατέβηκα τον ποταμό, έως εις +ένα αγροτικό σπίτι· αυτός ήτον και άλλοτε ο δρόμος μου και τα μέρη, +όπου εμείς τα παιδιά εγυμναζώμεθα να παίζωμεν πεταλίδες στο νερό. +Εθυμήθηκα τόσο ζωηρά, όταν κάποτε σταματούσα και εκύτταζα το νερό, με +ποιους θαυμασίους διαλογισμούς το παρακολουθούσα, πόσον αλλόκοτες +εφανταζόμουν τις χώρες, που θα έρρεε, και πώς εύρισκα εκεί γοργά τα +σύνορα της φαντασίας μου, και όμως έπρεπε να εξακολουθήση αυτό, +εμπρός και εμπρός, μέχρις ότου εχανόμην εις τη θέα ενός αχανούς +ορίζοντος. Λόγιασε, αγαπητέ μου, πόσο περιωρισμέναι και πόσο ευτυχείς +ήσαν οι λαμπροί πρόγονοί μας πόσο παιδικό το αίσθημά των. Όταν ο +Οδυσσεύς ομιλή περί του απείρου πελάγους και περί της απεράντου γης, +αυτό δα είνε τόσον αληθινό, ανθρώπινο, εγκάρδιο, περιωρισμένο και +μυστηριώδες. Τι με ωφελεί πως μπορώ τώρα να ψελλίζω με κάθε μαθητήν +του σχολείου, πως η γη είναι στρογγυλή; Ο άνθρωπος έχει ανάγκην μόνο +από λίγους βώλους γης, για να χαρή επάνω εις αυτούς, κι' από +λιγώτερους ακόμη, για ν' αναπαυθή υποκάτω. + +Τώρα είμαι εδώ εις την έπαυλη του ηγεμόνος. Μπορεί ένας αρκετά καλά +να περάση με τον κύριον αυτόν· είναι φιλαλήθης και απλούς. Αλλόκοτοι +όμως άνθρωποι τον τριγυρίζουν, τους οποίους διόλου δεν εννοώ. Δεν +φαίνονται πανούργοι, και όμως δεν έχουν και την όψη εντίμων ανθρώπων. +Κάποτε μου φαίνονται τίμιοι, και όμως δεν δύναμαι να τους εμπιστευθώ. +Ό,τι προσέτι με λυπεί, είνε πως ο ηγεμών ομιλεί συχνά περί πραγμάτων +τα οποία μόνον ήκουσε και ανέγνωσε, και μάλιστα υπό την αυτήν όψιν με +την οποίαν θα του τα παρέστησαν. + +Προσέτι τιμά τον νουν και τα προτερήματά μου περισσότερον παρά αυτήν +την καρδιά, που είναι το μόνο καύχημά μου, που [είναι] μόνη η πηγή παντός, +κάθε δυνάμεως, κάθε ευδαιμονίας και κάθε δυστυχίας. Αχ, ό,τι ξεύρω +μπορεί κάθε ένας να ξεύρη — την καρδιά μου όμως μόνος εγώ την έχω. + +25 Μαΐου + +Είχα κάτι εις τον νουν μου περί του οποίου δεν ήθελα να σας πω τίποτε +μέχρις ότου ήθελεν εκτελεσθή· τώρα, επειδή δεν γίνεται τίποτε, μπορώ +να σας το πω. Ήθελα να πάω στον πόλεμο, το είχα προ πολλού στην +καρδιά μου. Γι' αυτό κυρίως ακολούθησα ως εδώ τον ηγεμόνα, ο οποίος +είναι στρατηγός εις την υπηρεσίαν της ***. Εις ένα περίπατον του +απεκάλυψα το σχέδιόν μου· αυτός με απέτρεψε, και έπρεπε να έχω μάλλον +πάθος παρά ιδιοτροπίαν, αν δεν ήθελα πεισθή με τα επιχειρήματά μου [του;]. + +21 Ιουνίου + +Λέγε ό,τι θέλεις, δεν δύναμαι να μείνω περισσότερο. Τι θέλω εδώ; +Εβαρέθηκα. Ο ηγεμών με περιποιείται όσο μπορεί καλύτερα, και όμως δεν +είμαι όπως ήθελα. Κατά βάθος δεν έχομεν τίποτε κοινόν μεταξύ μας. +Είναι άνθρωπος με νουν, αλλά με όλως κοινόν νουν· η συναναστροφή μου +δεν με τέρπει περισσότερο παρ' όσον όταν αναγινώσκω ένα καλογραμμένο +βιβλίο. Ακόμη οκτώ ημέρας θα μείνω, και έπειτα θ' αρχίσω πάλιν την +περιπλάνησή μου. Το καλύτερο που έκαμα εδώ είναι το ζωγράφισμα. Ο +ηγεμών έχει καλαισθησίαν, και θα είχεν ακόμη περισσοτέραν, αν δεν +ήταν περιωρισμένος από την αηδή ημιμάθεια και τη συνειθισμένη +ονοματολογία. Πολλές φορές τρίζω τα δόντια μου, όταν εγώ με θερμή +φαντασία τον εισάγω εις την φύσιν και την τέχνην, και εκείνος νομίζει +πως κάμνει θαυμάσια το μέρος του όταν ακαταλλήλως παραθέτει κανένα +τεχνικόν όρον. + +16 Ιουνίου + +Ναι, είμαι μόνον οδοιπόρος, μόνον περιπλανώμενος επάνω στη γη! Μήπως +είσθε σεις τίποτε περισσότερον; + +18 Ιουνίου + +Πού θέλω να πάω; Τούτο θα σου το αποκαλύψω εμπιστευτικά. + +Δέκα πέντε ημέρες πρέπει να μείνω ακόμη εδώ, και έπειτα, έκαμα τον +εαυτόν μου να πιστεύση ότι ήθελα να επισκεφθώ τα μεταλλεία του *. +Κυρίως όμως τούτο δεν είνε τίποτε, θέλω μόνον να έλθω πάλι κοντήτερα +στην Καρολίνα, αυτό είναι το παν. Και . . γελώ για την καρδιά μου — +και της κάμνω το θέλημά της. + +29 Ιουνίου + +Όχι, είναι καλά,! όλα είναι καλά! — Εγώ . . . σύζυγός της! Ω Θεέ, που με +έπλασες, αν μου παρεσκεύαζες αυτή την ευδαιμονία, ολόκληρος η ζωή μου +θα ήτο αδιάλειπτος προσευχή. Δεν θέλω να φιλονεικήσω, και συγχώρησέ +μου αυτά τα δάκρυα, συγχώρησέ μου τις μάταιες επιθυμίες! — Αυτή +γυναίκα μου! Αν το αγαπητότατον πλάσμα υπό τον ήλιον έσφιγγα στην +αγκαλιά μου. Φρίκη διαπερνά όλο μου το κορμί, Γουλιέλμε, όταν ο +Αλβέρτος αγκαλιάζη το λυγερό κορμί της. + +Και δύναμαι να το πω; Γιατί όχι, Γουλιέλμε; Αυτή θα ήτο ευτυχεστέρα +με εμέ, παρά με αυτόν;! Ω δεν είναι άνθρωπος που δύναται να εκπληροί +τις επιθυμίες της καρδιάς αυτής όλες. Κάποια έλλειψις ευαισθησίας, +έλλειψις — πάρε το όπως θέλης· ότι η καρδιά του δεν πάλλει +συμπαθητικά, εις . . . : ω! — εις την περιπλοκή ενός αγαπητού βιβλίου, +που η καρδιά μου και της Καρολίνας συναντώνται, και εις χίλιες άλλες +περιπτώσεις, οσάκις συμβαίνη να εκδηλώνωνται τα αισθήματά μας για +πράξη ενός τρίτου. Αγαπητέ Γουλιέλμε! — Αλλά την αγαπά εξ όλης ψυχής +και μία τέτοια αγάπη τι δεν αξίζει! + +Ένας άνθρωπος ανυπόφορος με διέκοψε. Τα δάκρυά μου ξηράθηκαν. Είμαι +αφηρημένος. Υγίαινε αγαπητέ! + +4 Αυγούστου. + +Δεν τα παθαίνω μόνον εγώ. Όλοι οι άνθρωποι εις τις ελπίδες των +απατώνται, εις τις προσδοκίες των αποτυχαίνουν. Επισκέφθηκα την καλή +μου γυναίκα κάτω απ' τη φιλύρα. Το μεγαλύτερο παιδί της έτρεξε προς +εμέ, κ' έτσι έφερε κοντά την μητέρα, η οποία εφαίνετο πολύ +καταβεβλημένη. Η πρώτη της λέξις ήτον: καλέ αφέντη, αχ, ο Γιαννάκης +μου μού απέθανε! Ήτο το μικρότερο των παιδιών της . . Έμενα σιωπών. — +Και ο άνδρας μου, είπεν, επέστρεψεν από την Ελβετίαν, και δεν έφερε +τίποτε, και χωρίς την βοήθειαν καλών ανθρώπων θα εζητιάνευε από +χωριό, σε χωριό έως εδώ· επήρε θέρμες στο δρόμο. — Δεν μπόρεσα να της +ειπώ τίποτε, και εχάρισα κάτι στο μικρό, με παρεκάλεσε να δεχθώ +μερικά μήλα, το έκαμα, και άφησα τον τόπον της λυπηράς αναμνήσεως. + +21 Αυγούστου. + +Διά μιας όλα μέσα μου μεταβάλλονται. Κάποτε φαίνεται ότι θα ρίξη πάλι +φως ένα χαρούμενο βλέμμα της ζωής, αχ! μόνο για μια στιγμή! — Όταν +έτσι χάνωμαι σε όνειρα δεν δύναμαι ν' απομακρυνθώ απ' αυτή τη σκέψη: +τι θα εγίνετο, αν ο Αλβέρτος πέθαινε; Θα εγίνετο! ναι, αυτή θα +εγίνετο — και τότε ακολουθώ το φάντασμα, έως ότου με φέρη εις +αβύσσους, προ των οποίων τρέμοντας οπισθοχωρώ. + +Όταν εξέρχωμαι διά της πύλης στο δρόμο, που για πρώτη φορά επέρασα με +άμαξα, για να πάρω την Καρολίναν εις τον χορό, πόσον αυτά ήσαν όλως +διαφορετικά! Όλα, όλα παρήλθαν! Κανέν σημείον του παρελθόντος κόσμου, +κανένας παλμός του τότε αισθήματός μου. Αισθάνομαι ό,τι θα αισθανόταν +ένας που θα ξαναγύριζε στο κατακαμμένο, το κατεστραμμένο φρούριο, που +κάποτε ένας ακμαίος ηγεμών το οικοδόμησε, και το εστόλισε με όλα τα +δώρα της πολυτελείας και πεθαίνοντας το άφησε μαζί με πλήθος ελπίδες +στον αγαπητόν του γυιό. + +3 Σεπτεμβρίου. + +Κάποτε δεν εννοώ πώς δύναται να την αγαπήση άλλος, πώς τολμά, όταν +εγώ ολότελα μόνος, τόσον ενδόμυχα, τόσον εγκάρδια,, την αγαπώ· τίποτε +άλλο δεν γνωρίζω, τίποτε δεν ηξεύρω, δεν έχω παρά αυτήν! + +4 Σεπτεμβρίου. + +Ναι, έτσι είναι! Καθώς η φύσις κλίνει προς το φθινόπωρον, γίνεται +φθινόπωρον μέσα μου και γύρω μου. Τα φύλλα μου κιτρινίζουν, και τώρα +τα φύλλα των πλησίον δένδρων έπεσαν. Δεν σου έγραψα μια φορά για ένα +παλληκάρι του χωριού, ευθύς ως ήλθα εδώ; Τώρα ερώτησα πάλιν γι' αυτόν +εις το Βαλάιμ· μου είπαν πως εδιώχθηκε από την υπηρεσίαν, και όλοι +υποκρίνοντο ότι δεν ήξευραν τίποτε περισσότερο γι' αυτόν. Χθες τον +συνήντησα κατά τύχην εις τον δρόμον ενός άλλου χωριού· του μίλησα, +και μου διηγήθη την ιστορίαν του, η οποία διπλά και τριπλά μ' +εσυγκίνησε, όπως εύκολα θα εννοήσης αν σου την διηγηθώ πάλιν. Όμως +προς τι όλ' αυτά; γιατί δεν κρατώ για τον εαυτό μου ό,τι με +στενοχωρεί και με λυπεί; γιατί να σε ταράξω προσέτι; γιατί σου δίδω +πάντα αφορμήν να με οικτείρης και να μ' επικρίνης; Έστω, και τούτο ας +είναι της τύχης μου! + +Με σιγηλή θλίψη, εις την οποίαν μου εφάνη ότι διέκρινα κάτι το +περίφοβο, μου απεκρίθη ο άνθρωπος στην αρχή στας ερωτήσεις μου· αλλά +μετ' ολίγον πιο ανοιχτά, ως να ανεγνώρισεν έξαφνα, τον εαυτόν μου και +εμέ, μου ωμολόγησε τα σφάλματά του, μου παρεπονέθη για την δυστυχία +του. Αν μπορούσα, φίλε μου, να υποβάλω στην κρίση σου κάθε του λέξη! +Ωμολόγησε, ναι, διηγήθη με κάποιαν ευχαρίστηση και ευτυχία της +αναμνήσεως, ότι το πάθος προς την κυρία του κάθε μέρα αύξανε μέσα +του, ότι επί τέλους δεν ήξευρε τι να κάμη, πώς να εκφρασθή, πού να +βάλη το κεφάλι του. Δεν ηδύνατο μήτε να τρώγη, μήτε να πίνη, μήτε να +κοιμάται του εστέκετο στο λαιμό· έκαμνε ό,τι δεν έπρεπε να κάμη· ό,τι +του παρήγγελαν το ελησμονούσε, ήτον ως να παρηκολουθείτο από ένα +κακόν δαίμονα· έως ότου μιαν ημέρα, ότε ήξευρε πως εκείνη ήτον εις έν +δωμάτιον του επάνω πατώματος, επήγε προς αυτήν, ή μάλλον ετραβήχθη +προς αυτήν. Επειδή δε εκείνη δεν έδιδε ακρόαση εις τις παρακλήσεις +του, ηθέλησε να την πιάση διά της βίας· δεν ήξευρε πώς του συνέβη, +και επικαλείται τον θεόν πως οι σκοποί του υπήρξαν πάντοτε τίμιοι, +και ότι τίποτε ζωηρότερα δεν εποθούσε παρά να τον πάρη και με αυτόν +να περάση την ζωήν της. Αφού εμίλησε κάμποσο άρχισε να διακόπτεται, +καθώς ένας ο οποίος έχει να πη κάτι ακόμη και δεν τολμά να το +εκφράση· τέλος μου ωμολόγησε, με συστολήν και φόβον, ποίας μικράς +οικειότητας του επέτρεπε και τι προσέγγιση του εσυγχώρει. Διεκόπη δύο +τρεις φορές, και επανέλαβε τις ζωηρότερες διαμαρτυρήσεις, πως δεν το +λέγει για την κατηγορήση, πως την αγαπούσε και την εξετίμα, καθώς και +προτήτερα, πως αυτό δεν εβγήκε ποτέ από το στόμα του, και πως μου το +λέγει μόνο για να με πείση ότι δεν ήτο ποσώς διεστραμμένος και +ανόητος άνθρωπος. — Και εδώ, φίλτατέ μου, αρχίζω πάλι το παλαιό μου +τραγούδι, που αιωνίως θα τραγουδώ· αν ηδυνάμην να σου παραστήσω τον +άνθρωπον, πώς εστέκετο μπροστά μου, πώς τον θυμούμαι ακόμα έτσι +μπροστά μου! Είθε να μπορούσα να σου πω το παν ακριβώς, για να +αισθανόσουν πως συμμετέχω στην τύχη του, πως πρέπει να συμμετέχω. +Αλλ' αρκεί! Επειδή γνωρίζεις και την ιδικήν μου τύχην, επειδή +γνωρίζεις και εμέ, ξεύρεις πολύ καλά τι με ελκύει προς όλους τους +δυστυχείς, τι ιδίως προς αυτόν τον δυστυχή. + +Ξαναδιαβάζοντας το γράμμα, βλέπω ότι ελησμόνησα να διηγηθώ το τέλος +της ιστορίας, που όμως εύκολα εννοείται. Αυτή του αντέστη, ήλθεν ο +αδελφός της, ο οποίος προ πολλού ήδη τον εμίσει, ο οποίος προ πολλού +ήδη επιθυμούσε να τον ιδή έξω από το σπίτι, γιατί εφοβείτο ότι με ένα +νέο γάμο της αδελφής του ήθελαν αποστερηθή τα παιδιά του της +κληρονομιάς, η οποία τώρα που αυτή είναι άτεκνη τους παρέχει ωραίες +ελπίδες· αυτός τον έδιωξε παρευθύς, και τέτοιο θόρυβο έκαμε, ώστε η +γυναίκα, και αν ήθελε, δεν θα ηδύνατο να τον δεχθή πάλιν. Τώρα επήρε +πάλι άλλον δούλον· και γι' αυτόν λέγουν ότι τα εχάλασε με τον αδελφό +της, και αποφαίνονται ως βέβαιον ότι θα τον νυμφευθή· αλλ' εγώ, +επρόσθεσε επί τέλους, έχω στερεάν απόφαση να μη επιζήσω εις τούτο. + +Ό,τι σου διηγούμαι δεν είναι υπερβολικόν, ουδέ καλλωπισμένον· μάλιστα +μπορώ να πω ότι αδύνατα το διηγήθηκα και το έκαμα άκομψο γράφοντάς το +με τις συνετισμένες ηθικές λέξεις μας. + +Αυτή η αγάπη, αυτή η πίστις, αυτό το πάθος δεν είναι λοιπόν ποιητική +εύρεσις. Αυτή ζη, είναι εις την μεγίστην της αγνότητα εις την τάξη +των ανθρώπων, τους οποίους ονομάζομεν αμορφώτους, τους οποίους +ονομάζομεν βαρβάρους. Εμείς οι μορφωμένοι — σε τίποτα μορφωμένοι! +Ανάγνωσε την ιστορίαν με ευλάβειαν, σε παρακαλώ. Σήμερα είμαι ήσυχος, +γράφοντάς την· καταλαβαίνεις από το γράψιμό μου ότι δεν είναι +ορνιθοσκαλίσματα, πιτσιλίσματα σαν άλλοτε. Ανάγνωσε, αγαπητέ μου, και +συλλογίσου ότι αυτή είναι η ιστορία του φίλου σου. Ναι, έτσι μου +συνέβη, έτσι θα μου συμβή, και δεν είμαι ουδέ στο μισό καν γενναίος, +ουδέ στο μισό αποφασιστικός, απ' ό,τι ο πτωχός δυστυχής, με τον +οποίον σχεδόν δεν τολμώ να συγκρίνω τον εαυτό μου. + +5 Σεπτεμβρίου. + +Είχε γράψει ένα γραμματάκι για να το στείλη εις τον άνδρα της εις την +επαρχίαν, όπου έμεινε για υποθέσεις. Άρχιζεν έτσι: Αγαπητέ μου, +φίλτατε, έλα όσον δυνηθής γρηγορώτερα, σε περιμένω με χίλιες χαρές. — +Ένας φίλος, που ήλθεν εκείθεν, έφερε την είδησιν, ότι εξ αιτίας +κάποιων περιστάσεων δεν θα επιστρέψη τόσο γρήγορα· το γραμματάκι +έμεινεν εκεί και μου έπεσε το βράδυ στα χέρια. Το εδιάβασα κ' +εχαμογέλασα· αυτή ρώτησε: γιατί; — Τι θείον δώρον είναι η φαντασία! +ανεφώνησα· ηδυνήθην να φαντασθώ για μια στιγμή πώς είχε γραφή για +εμέ. Αυτή εσιώπησεν, εφάνη ότι δεν της άρεσε και εγώ εσιώπησα. + +6 Σεπτεμβρίου. + +Μου ήτο πολύ δύσκολον ν' αποφασίσω, ν' αφήσω το γαλάζιο απλούν +επανωφόρι μου, με το οποίον κατά πρώτην φοράν εχόρευσα με την +Καρολίναν· επί τέλους όμως εχάλασα πάρα πολύ. Γι' αυτό παράγγειλα και +μου έκαμαν ένα άλλο, απαράλλακτο σαν το πρώτο, με γιακά και πέττο, +και πάλι το ίδιο κίτρινο γελέκο και πανταλόνι. + +Δεν έχει όμως καθ' όλα το αυτό αποτέλεσμα. Δεν ηξεύρω — Νομίζω ότι με +τον καιρόν θα μου γείνη και αυτό αγαπητότερο. + +12 Σεπτεμβρίου. + +Είχεν αναχωρήσει για μερικές ημέρες, για να πάρη τον Αλβέρτον. Σήμερα +εμπήκα εις το δωμάτιόν της, με προϋπάντησε, και της εφίλησα το χέρι +με χίλιες χαρές. + +Ένα καναρίνι επέταξεν από τον καθρέπτην εις τον ώμον της. Νέος φίλος! +είπε, και το εμάβλισε στο χέρι της· είναι προωρισμένο για τα μικρά +του. Είναι πάρα πολύ αγαπητόν! Ιδέτε το! Όταν του δίδω ψωμί, κτυπά τα +πτερά του, και τσιμπά τόσο νόστιμα. Με φιλεί κιόλα. Ιδέτε! + +Όταν επρόσφερεν εις το μικρόν ζώον το στόμα της, αυτό εκόλλησε με +τόσην χάριν εις τα γλυκά της χείλη, ωσάν να αισθάνετο την ευδαιμονίαν +που απήλαυε. + + — Θα σας φιλήση και σας, είπε, και διεύθυνε το πτηνόν προς εμέ. Το +ράμφος εφέρθη από το στόμα της εις το ιδικόν μου, και το τσίμπημά του +ήτον ως πνοή, προαίσθησις ερασμίας αποφάνσεως. + + — Το φίλημά του, είπα δεν είναι όλως δίχως επιθυμία· ζητεί τροφήν, +και επιστρέφει ουχί ικανοποιημένον από το άδειο το φίλημα. + + — Τρώγει και από το στόμα μου, είπε. Του επρόσφερε μερικά ψίχουλα με +τα χείλη της, από τα οποία εμειδιούσαν η τέρψεις αθώας συμπαθούσης +αγάπης με ζεστήν ηδονή. + +Απέστρεψα το πρόσωπον. Δεν έπρεπε να το κάμη αυτό! δεν έπρεπε να +ερεθίση την φαντασία μου με αυτές τις εικόνες ουρανίας αθωότητος και +ευδαιμονίας, ουδέ να εξυπνήση την καρδιά μου από τον ύπνο, εις τον +οποίον αποκοιμίζει ενίοτε η αδιαφορία της ζωής! Και γιατί όχι; +Εμπιστεύετε εις εμέ τόσον; ξέρει πόσον την αγαπώ! + +15 Σεπτεμβρίου. + +Είναι να τρελλαθή κανείς, Γουλιέλμε, όταν σκεφθή πως υπάρχουν +άνθρωποι που δεν αισθάνονται εκείνο καν το λίγο το οποίον έχει αξίαν +τινά επί της γης. Γνωρίζεις τις καρυδιές κάτωθεν των οποίων εκαθόμουν +με την Καρολίναν εις την οικίαν του αγαθού ιερέως του Σ . . . τις +λαμπρές καρυδιές που ο Θεός το ξεύρει, μου έδιναν πάντα την πιο +μεγάλη ψυχική ευχαρίστηση! Πόσον αγαπητό έκαμναν το σπίτι του ιερέως, +πόσον δροσερό! και πόσο λαμπροί ήσαν οι κλάδοι! και η ανάμνηση μέχρι +των αγαθών ιερέων, οι οποίοι προ τόσων ετών τας εφύτευσαν! Ο +διδάσκαλος μας ωνόμαζε συχνά το όνομα ενός εξ αυτών, το οποίον είχεν +ακούσει από τον πάππον του· λέγεται ότι ήτο καλός άνθρωπος, και η +μνήμη του μου ήταν πάντα ιερά κάτω από τα δένδρα. Σου λέγω ότι του +διδασκάλου ήλθαν δάκρυα εις τους οφθαλμούς όταν χθες ελέγαμεν ότι +απεκόπησαν! Μου έρχεται να τρελλαθώ, μπορούσα να φονεύσω τον σκύλον +που έδωκε το πρώτον κτύπημα. Εγώ, που μπορούσα να λυπηθώ κατάκαρδα, +αν δύο τέτοια δένδρα ήσαν εις την αυλήν μου, και απέθνησκε το έν απ' +αυτά από γηρατειά, εγώ επέπρωτο να γίνω αυτόπτης. Αγαπητέ μου, ένα +πράμα με παρηγορεί! Τι είναι το ανθρώπινον αίσθημα! Ολόκληρον το +χωριό μουρμουρίζει, και ελπίζω πως η παπαδιά θα το καταλάβη, από τα +βούτυρο και τα αυγά και τας λοιπάς ενδείξεις της συμπαθείας, τι +πληγήν έκαμε εις τον τόπον της. Γιατί αυτή είναι η γυναίκα του νέου +ιερέως (ο παλαιός μας απέθανε και αυτός), έν ισχνόν, φιλάσθενον +πλάσμα, η οποία έχει αρκετήν αφορμήν να μη ενδιαφέρεται διόλου για +τον κόσμον, γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται γι' αυτήν. Μία τρελλή, η +οποία θέλει να φαίνεται σπουδασμένη, ανακατώνεται εις την εξέτασιν +των Κανόνων, εργάζεται πάρα πολύ εις την νεωτεριστικήν ηθικοκριτικήν +αναμόρφωσιν Χριστιανισμού, και υψώνει τους ώμους της για τις +φαντασίες του Λαβάτερ, έχουσα ελεεινήν υγεία, και ένεκα τούτου +καμμιάν χαράν επί της γης του Θεού. Ένα τέτοιο μόνον πλάσμα ήτο +δυνατόν ν' αποκόψη τις καρυδιές μου. Βλέπεις, δεν συνέρχομαι! +Φαντάσου, της φαίνεται ότι από τα πίπτοντα φύλλα λερώνεται και +μουχλιάζει η αυλή, τα δένδρα τής παίρνουν το φως της ημέρας, και όταν +ωριμάσουν τα καρύδια, ρίπτουν τα παιδιά πέτρες, και τούτο της +ερεθίζει τα νεύρα, και την ταράσσει εις τις βαθειές της σκέψεις, όταν +εξετάζη και αντιπαραβάλλει τον Κενικότ, Σέμλερ και Μικαέλις. Όταν +είδα τους ανθρώπους του χωρίου και ιδίως τους γέροντας, τόσο +δυσαρεστημένους, είπα γιατί το υποφέρατε; — Όταν το θέλη ο δήμαρχος, +εδώ εις τον τόπον μας, είπαν, τι μπορούμε να κάμωμε; Αλλά για ένα +πράγμα ευχαριστήθηκα· ο δήμαρχος και ο ιερεύς, ο οποίος δα και αυτός +ήθελε να ωφεληθή από τας ιδιοτροπίας της γυναικός του, που βέβαια δα +δεν του κάμνουν τις σούπες παχειές, εσκέφθηκαν να μοιράσουν μεταξύ +των· τότε το έμαθαν οι έφοροι και είπαν αυτό δεν γίνεται! γιατί είχεν +αξιώσεις παλαιές εις το μέρος του κτήματος του ιερέως, όπου ήσαν τα +δένδρα, και αυτοί τα επούλησαν εις τον πλειοδοτήσαντα. Τώρα +βρίσκονται τα ξύλα χάμω. Ω, αν ήμουν ηγεμών! ήθελα την παπαδιά, τον +δήμαρχο και τους εφόρους . . . ηγεμών! — Ναι, αν ήμουν ηγεμών, τι θα +με έμελε για τα δένδρα της χώρας μου! + +10 Οκτωβρίου + +Και μόνον τα μαύρα της μάτια όταν βλέπω είμαι ευχαριστημένος! Ιδού +όμως, εκείνο που με λυπεί, είναι πως ο Αλβέρτος δεν φαίνεται να είναι +τόσον ευτυχής, όσον εκείνος — ήλπιζε, όσον εγώ — επίστευα ότι θα +είμαι, αν — Δεν αγαπώ να μεταχειρίζωμαι παύλες, αλλ' εδώ δεν δύναμαι +να εκφρασθώ αλλοιώς — και νομίζω αρκετά ξάστερα. + +12 Οκτωβρίου. + +Ο Οσσιανός παρετόπισε στην καρδιά μου τον Όμηρο. Τι κόσμος είναι +αυτός, εις τον οποίον με εισάγει ο λαμπρός ποιητής! Να πλανώμαι στο +γυμνό τον κάμνο, γύρω μου να βουίζη η θύελλα, που μέσα σε μιαν ομίχλη +πυκνών ατμών οδηγεί τα πνεύματα των προγόνων κάτω από το αμυδρόν φως +της σελήνης. Να ακούω από τα βουνά, εις την βοήν του χειμάρρου, τον +υπόκωφον στεναγμόν των πνευμάτων από τα σπήλαιά των, και τους +θανασίμους αλολυγμούς της κόρης που θρηνολογεί κοντά στις τέσσαρες +πέτρες που σκεπάζουν τον αγαπητικό της, σκεπασμένες με βρύον και +ανθηρή χλόη. Όταν τότε ευρίσκω τον περιπλανώμενον πολιόν ραψωδόν, ο +οποίος επάνω στην εκτεταμένην έρημο ζητεί τα ίχνη των πατέρων του, +και αλλοίμονο! βρίσκει τα μνήματά των, και τότε θρηνώντας προσβλέπει +το αγαπητό αστέρι της εσπέρας, που κρύπτεται εις την κυμαινομένη +θάλασσα, και οι χρόνοι του παρελθόντος επανέρχονται ζωηροί εις την +ψυχήν του ήρωος, εκείνοι όταν η καλόβολη ακτίνα εφώτιζε τους +κινδύνους των ανδρείων, και η σελήνη το καράβι που ξαναγύριζε +στεφανομένο, νικηφόρο. Όταν αναγινώσκω τη βαθεία λύπη επάνω στο +μέτωπό του, όταν βλέπω τον τελευταίον, εγκαταλελειμένο ήρωα να +κινήται αλλοιωμένος εις τον τάφον, και πώς καταπίνει πάντοτε νέες, +αλγεινά φλογερές ηδονές αντικρύζοντας την ακίνητη εμφάνιση των σκιών +των αποθαμμένων του, και προσβλέπει την κρύα γη, την υψηλήν +κυματίζουσα χλόη και αναφωνεί: Ο οδοιπόρος θα έλθη, θα έλθη, με +εγνώρισε στην ομορφιά μου, και θα ρωτήση: Πού είναι ο τραγουδιστής, ο +έξοχος υιός του Φιγκάλ; Το πόδι του πατεί τον τάφο μου, και αυτός του +κάκου ρωτά για μένα πάνω στη γη. — Ω φίλε! επιθυμούσα σαν ευγενής +οπλοφόρος να σύρω το ξίφος, να ελευθερώσω διά μιας τον ηγεμόνα μου +από τη σπασμωδική βάσανο της αργοσβυνομένης ζωής, και να στείλω προς +τον ελευθερωθέντα ημίθεον την ψυχήν μου. + +19 Οκτωβρίου. + +Αχ, αυτό το κενόν; αυτό το φοβερόν κενόν! που αισθάνομαι εδώ εις το +στήθος! — Σκέπτομαι συχνά· αν συ μια φορά μόνο μπορούσες να πιέσης +αυτή μου την καρδιά, όλον αυτό το κενόν θα εγέμιζε. + +26 Οκτωβρίου + +Ναι, αγαπητέ! βεβαιούμαι, ολοένα και περισσότερο βεβαιούμαι ότι από +την ύπαρξιν ενός πλάσματος ολίγον εξαρτάται, πολύ ολίγον. Ήλθεν εις +της Καρολίνας μία φίλη της, και εγώ μπήκα εις το παρακείμενον +δωμάτιον, διά να λάβω ένα βιβλίον· δεν μπορούσα ν' αναγνώσω, και τότε +έλαβα μια πέννα για να γράψω. Τας άκουσα να μιλούν σιγά· διηγούντο +μεταξύ των ασήμαντα πράγματα, νέα της πόλεως: Πως αυτή πανδρεύεται, +πως εκείνη είναι ασθενής, πολύ ασθενής, έχει ξηρό βήχα, τα κόκκαλα +φαίνονται εις το πρόσωπόν της και της έρχονται λιποθυμίες· ουδέ λεπτό +δεν δίνω για την ζωήν της, έλεγεν η άλλη. Ο Ν.Ν. και αυτός είναι +κακά, έλεγεν η Καρολίνα. Είναι πρισμένος, είπεν η άλλη. — Και η ζωηρά +μου φαντασία με έφερε στο κρεββάτι αυτών των αθλίων· τους έβλεπα με +πόσην αηδίαν έστρεφαν τα νώτα εις την ζωήν, πώς αυτοί — Γουλιέλμε! +και τα γυναικάρια ωμιλούσαν περί τούτων, ως ομιλούν δα — περί του ότι +ένας ξένος πεθαίνει. — Και όταν παρατηρώ γύρω μου, και κυττάζω το +δωμάτιον και τριγύρω μου τα ενδύματα της Καρολίνας και τα χαρτιά του +Αλβέρτου, και αυτά τα έπιπλα, προς τα οποία τώρα είμαι τόσον οικείος, +και ακόμη προς τούτο το μελανοδοχείον και σκέπτομαι: Ιδές, τι είσαι +τώρα εις αυτό το σπίτι! Ολωσδιόλου οικείος. Οι φίλοι σου σε τιμούν! +αποτελείς πολλάκις την χαράν των, και φαίνεται εις την καρδιά σου. + +Εν τούτοις δεν δύναμαι ν' αρνηθώ εις τον Αλβέρτον την υπόληψίν μου. Η +εξωτερική του απάθεια ευρίσκετο σε μεγάλην αντίθεσι προς την +ανησυχίαν του χαρακτήρος μου, που δεν δύναται να κρυφθή. Έχει πολύ +αίσθημα, και εννοεί τι κειμήλιον είναι η Καρολίνα γι' αυτόν. +Φαίνεται, ότι σπανίως δυσθυμεί, και ξεύρεις πως είναι το μόνον +αμάρτημα που υπερβολικά το αποστρέφομαι εις τον άνθρωπον. + +Με θεωρεί ως άνθρωπον με νουν και η αφοσίωσίς μου εις την Καρολίναν, +η αληθινή μου χαρά, που αισθάνομαι εις όλας τας πράξεις της, αυξάνει +τον θρίαμβόν του, και την αγαπά τόσον περισσότερον. Αν δε ίσως την +βασανίζη ενίοτε με μικρή ζηλοτυπία, τούτο δεν το εξετάζω· εγώ +τουλάχιστον αν ήμουν εις την θέσιν του, δεν θα έμενα ασφαλής απ' +αυτόν τον διάβολο. + +Ας είναι κ' έτσι! η ευχαρίστησίς μου να είμαι πλησίον της Καρολίνας +πάει. Μωρίαν να ονομάσω τούτο ή αποτύφλωσιν; — Τι χρειάζονται +ονόματα, αφού αυτό το πράγμα μιλή! — Ήξευρα όλα, ότι τώρα ηξεύρω, +πριν έλθη ο Αλβέρτος· ήξευρα πως δεν μπορούσα να έχω αξίωσι γι' +αυτήν, ούτε είχα καμμίαν — δηλαδή εφόσον είναι δυνατόν, απέναντι +τόσου θελγήτρου να μη επιθυμήση κανείς τίποτε — και τώρα ο ανόητος +εκπλήττομαι, ότι ο άλλος πράγματι έρχεται και μου παίρνει την κόρη. + +Τρίζω τα δόντια μου, και χλευάζω την αθλιότητά μου, και περιφρονώ +διπλασίως και τριπλασίως εκείνους που μπορούν και λέγουν: «να το +ξεχάσω», αφού δα δεν γίνεται αλλοιώς. — Γλύτωσέ με απ' αυτά τα ξόανα. +— Γυρίζω εις τα δάση, και όταν έρχωμαι εις την Καρολίναν και ο +Αλβέρτος κάθεται πλησίον της στον κήπο στο κιόσκι και δεν δύναμαι να +φύγω, τότε φέρομαι σαν τρελλός και κάμνω χίλιες δυο ανοησίες. — Δι' +όνομα του Θεού, μου είπε σήμερον η Καρολίνα, σε παρακαλώ, μη [κάμεις] +καμμίαν σκηνήν, σαν εκείνην της χθεσινής βραδειάς. Είσθε φοβερός όταν +είσθε έτσι εύθυμος. — Αναμεταξύ μας, καιροφυλακτώ την στιγμήν, όταν +αυτός έχει ασχολίες· ω! ευθύς ευρίσκομαι πλησίον της, και είμαι +πάντοτε ευχαριστημένος όταν την ευρίσκω μόνην. + +8 Αυγούστου + +Σε παρακαλώ, αγαπητέ Γουλιέλμε, δεν είχα σε υπ' όψιν όταν απεκάλουν +ανυποφόρους τους ανθρώπους που απαιτούν από μας υπομονήν εις άφευκτα +κακά. Αληθινά δεν εφανταζόμουν ότι ηδύνασο να είσαι παρομοίας γνώμης. +Και κατά βάθος έχεις δίκαιον. + + +[??? ]ρηση που απέτυχε· τότε το ανυπόφορο βάρος της δυσθυμίας θα μου +φαινότανε μισό. Αλλοίμονό μου! Αισθάνομαι πάρα πολύ ζωηρά ότι εγώ +είμαι ο μόνος ένοχος, όχι ένοχος! Φτάνει που η πηγή κάθε αθλιότητος, +είναι κρυμμένη σε μένα, καθώς άλλοτε ήταν η πηγή κάθε ευδαιμονίας. +Δεν είμαι ο ίδιος που άλλοτε πετούσα ψηλά με τα πολλά αισθήματα, που +κάθε μου βήμα παρακολουθούσε ένας παράδεισος, που είχα καρδιά ένα +ολόκληρο κόσμο με αγάπη να με περιτριγυρίζη; Και αυτή η καρδιά είναι +νεκρή· δεν έχει πια ενθουσιασμούς, τα μάτια μου εστέγνωσαν και αι +αισθήσεις μου που δεν ευχαριστούνται πια από δάκρυα που δροσίζουν, +μου ρυτιδώνουν κακόρεχτα το μέτωπό μου. Υποφέρω πολύ, γιατί έχασα +ό,τι ήταν η μόνη ηδονή της ζωής μου· την ιερή ζωοποιό δύναμη, που μ' +αυτήν έπλαθα κόσμους γύρω μου· πάει! — Όταν από το παράθυρό μου +κυττάζω στο μακρινό λόφο, πώς ο πρωινός ήλιος σκορπά από πάνω του την +ομίχλη και φωτίζει το ήσυχο λιβάδι, και το ήμερο ποτάμι έρχεται προς +εμένα ανάμεσα των ιτιών, που βρίσκονται στις όχθες του ξεγυμνωμένες +από φύλλα, — ω! όταν τότε η λαμπρή τούτη φύση μου φαίνεται χωρίς +ψυχή, σαν μια βερνικωμένη εικόνα, και όλη η ηδονή ούτε σταλαματιά +ευδαιμονίας μπορεί να τραβήξη από την καρδιά το μυαλό μου, και ο +άνθρωπος ολόκληρος φαίνεται μπρος στο πρόσωπο του Θεού σαν στερεμένη +βρύση, σαν άδειο βαρέλι ρίχτηκα συχνά κατά γης και εζήτησα από τον +Θεό δάκρυα καθώς ένας γεωργός βροχή όταν ο ουρανός είναι μολυβένιος +απάνω του και η γύρω του γη χάνεται από τη δίψα. + +Αλλ' αχ! το αισθάνομαι· ο Θεός δεν δίνει βροχή και ήλιο στις +ορμητικές παρακλήσεις και εκείνοι οι καιροί που με βασανίζει η +ανάμνησί τους, γιατί άλλοτε ήταν τόσον ευτυχισμένοι παρά μόνο γιατί +με υπομονή επερίμενα το πνεύμα του, με καρδιά γεμάτη απόκρυφη +ευγνωμοσύνη, δεχόμουνα την ηδονή, που μου έδινε! + +8 Νοεμβρίου. + +Με εμάλωσε για το παραστράτημά μου! αχ, με τόση ερασμιότητα! Τις +παρεκτροπές μου πως κάποτε από ένα ποτήρι κρασί παρασύρομαι και πίνω +ένα μπουκαλάκι! Μη το κάνετε! είπε· να συλλογισθήτε την Καρολίνα! Να +συλλογισθώ! είπα· και είναι ανάγκη να μου το διδάξετε αυτό ; +Συλλογίζομαι! — δεν συλλογίζομαι. Είσαστε πάντα στην ψυχή μου. Σήμερα +καθόμουνα στο μέρος, όπου προχθές κατεβήκατε από την άμαξα. — Αυτή +εμίλησε για κάτι άλλο — για να μη μιλήσω περισσότερο γι' αυτό πράμα. +Αγαπημένε μου ; Είμαι χαμένος! Μπορεί να με κάμη ό,τι θέλει. + +12 Δεκεμβρίου. + +«Αγαπητέ Γουλιέλμε, είμαι σε μια κατάσταση, που θα ήτανε και εκείνοι +οι δυστυχείς για τους οποίους πιστεύουν πως εκυριεύθηκαν από το +δαίμονα. Κάποτε με πιάνει κάτι τι· δεν είνε αδημονία, ούτε επιθυμία, +είνε μία εσωτερική άγνωστη ταραχή, που απειλεί να ξεσχίση το στήθος +μου και που μου κλείνει το λάριγγα! Αλλοίμονο! αλλοίμονο! και έπειτα +περιπλανώμαι στην τύχη ανάμεσα στις φοβερές σκηνές αυτής της εποχής, +που είναι έχθρα στους ανθρώπους. + +«Χθες το βράδυ έπρεπε να βγω. Έξαφνα γίνηκε παγωνιά και φυσούσε +νοτιάς· μου είπαν ότι ο ποταμός είχε ξεχειλίσει, όλα τα ρυάκια +επλημμύρισαν, καθώς και κάτω στο Βαλάιμ η αγαπημένη κοιλάδα! + +«Τη νύκτα μετά τις ένδεκα έτρεξα εκεί έξω. Ήτανε φοβερό το θέαμα να +βλέπω από το βράχο στο φως του φεγγαριού να στριφογυρνούν τα κύμματα +που κυλούν να σκάφτουν τη γη, να σκεπάζουν τους αγρούς, τα λιβάδια, +τους θάμνους και όλα και να σχηματίζεται από τη μία άκρη της κοιλάδος +έως την άλλη μια αγριεμμένη θάλασσα στο φύσημα του ανέμου! Και όταν +τότε ξαναφάνηκε το φεγγάρι και στεκότανε πάνω από το μαύρο σύννεφο +και κυλούσε μπρος μου το κύμα με μια φοβερή λαμπρή αντανάκλαση και +αντηχούσε· τότε με κατέλαβε φρίκη και πάλι πόθος! Αχ! με ανοικτά τα +χέρια στεκόμουνα μπρος στην άβυσσο και η πνοή μου ερχότανε κάτω, +κάτω! Τι ηδονή! εκεί κάτω τα βάσανά μου, τα πάθη μου να τα γκρεμίσω! +εκεί κάτω να κυλιέμαι με βογγητό σαν τα κύμματα! Ω! — και δεν έχεις +τη δύναμη να σηκώσης το πόδι από τη γη, να τελειώσης όλα τα βάσανά +σου! — Δεν ήρθε ακόμη η ώρα μου — το αισθάνομαι! Ω Γουλιέλμε; Με πόση +χαρά θα έδινα τη ζωή μου για να περάσω μέσα από τα σύννεφα σε κείνη +την ανεμοζάλη, να πιάσω τα κύματα! Α! δεν θ' απολαύση άρα γε ο +φυλακισμένος μια φορά αυτή την ηδονή; Και καθώς μελαγχολικός έβλεπα +κάτω σε μια θέση που με την Καρολίνα κάτω από μια ιτιά είχα αναπαυθή +σε περίπατο ένα καλοκαίρι — και αυτή ήτανε καταπλημμυρισμένη και +μόλις την κατάλαβα Γουλιέλμε! Και τα λιβάδια της; έλεγα· και ο κήπος +της στο εξοχικό σπίτι της; πόσο κατεστράφηκε τώρα από τον ορμητικό +χείμαρρο η σκιά μας! έλεγα. Και μια ακτίνα του παρελθόντος εισέδυσε +στη ψυχή μου, όπως ένας αιχμάλωτος που ονειρεύεται κοπάδια, λιβάδια +και δόξες! Εστάθηκα! — Δεν κατηγορώ τον εαυτόν μου γιατί έχω το +θάρρος να πεθάνω. Έπρεπε — τώρα κάθομαι εδώ σαν γρηά που μαζεύει τα +ξύλα της από τους φράχτες και το ψωμί της ζητιανεύοντας από πόρτα σε +πόρτα, για να ευκολύνη και να παρατείνη για μια στιγμή ακόμη την +ετοιμοθάνατη και άχαρη ύπαρξή της». + +14 Δεκεμβρίου. + +«Τι είναι αυτό, αγαπητέ μου; φοβούμαι και τον εαυτόν μου! Η αγάπη μου +προς αυτήν δεν είναι αδελφική, αγνοτάτη, καθαροτάτη; Αισθάνθηκε ποτέ +η ψυχή μου μιαν ένοχο επιθυμία; Δεν θέλω να ορκισθώ . . . Και τώρα αυτά +τα όνειρα! . . . Ω; πόσον αληθινά αισθανόντανε οι άνθρωποι εκείνοι που +τις τέτοιες αντίθετες ενέργειες απόδιδαν σε ξένες δυνάμεις! Αυτή τη +νύκτα — τρέμω να το πω — την κρατούσα στην αγκαλιά μου, σφιγμένη καλά +στο στήθος μου και εσκέπαζα με αναρίθμητα φιλιά το στόμα που +εψιθύριζε λόγια αγάπης. Το μάτι μου έπλεε στη μέθη του ιδικού της! +Θεέ μου είμαι αξιοτιμώρητος που αισθάνομαι και τώρα ακόμη ευτυχίαν +όταν θυμάμαι αυτές τις φλογερές ηδονές; Καρολίνα! Καρολίνα! — +Τετέλεσται! αι αισθήσεις μου συγχέονται, από οκτώ ημέρες δεν έχω πια +τη δύναμη να σκεφθώ, τα μάτια μου είναι γεμάτα δάκρυα· πουθενά δεν +είμαι καλά και είμαι καλά παντού! Δεν εύχομαι τίποτε, δεν ζητώ +τίποτε· θα ήταν το καλύτερο να φύγω». + +Η απόφαση ν' αφήση τον κόσμο είχε επικρατήσει τον καιρό αυτό στην +ψυχή του Βερθέρου σιγά σιγά. Από όταν ξαναγύρισε στην Καρολίνα, αυτός +ήτανε ο σκοπός του και η τελευταία του ελπίδα, αλλά είχε αποφασίσει η +πράξη του αυτή να μην είναι πρόωρη και απερίσκεπτη, να κάμη το +διάβημα με αληθινή πεποίθηση και με τη δυνατή αταραξία. Η αμφιβολίες +του, ο πόλεμος προς τον εαυτό του φαίνονται από ένα γραμματάκι, που +είναι ίσως η αρχή γράμματος προς τον Γουλιέλμο, και που ευρέθηκε στα +χαρτιά του χωρίς ημερομηνία: «Η παρουσία της, η τύχη της, το +ενδιαφέρον της για τη δική μου τύχη τραβούν τα τελευταία δάκρυα από +το αποξηραμένο μυαλό μου. Να σηκώσω την κουρτίνα και να περάσω από +πίσω! αυτό είναι όλο: Και γιατί να διστάζω και να φοβούμαι; Γιατί δεν +ξέρει κανείς τι θα βρη από πίσω και γιατί δεν ξαναγυρίζει: Και ακόμη, +επειδή είναι ιδιότης του πνεύματός μας, να υποθέτωμε το χάος και το +σκότος εκεί που δεν γνωρίζομε τίποτε βέβαιο!» + +Τελευταία αυτή η θλιβερή ιδέα του έμπαινε περισσότερο στο μυαλό του, +και η απόφαση του έγεινε σταθερή και αμετάκλητη, καθώς μας δείχνει +αυτή η διφορούμενη επιστολή που έγραψε στο φίλο του. + +20 Δεκεμβρίου. + +«Ευχαριστώ τη φιλία σου, Γουλιέλμε, που πήρες έτσι τα λόγια μου. Ναι, +έχεις δίκηο· για μένα θα ήτανε καλύτερα να έφευγα. Η πρότασή σου να +επιστρέψω σε σας δεν μ' αρέσει καθόλου. Τουλάχιστον ήθελα ακόμη να +κάμω ένα γύρο, μάλιστα αφού ελπίζομε ένα διαρκές κρύο και καλούς +δρόμους. Είμαι επίσης πολύ ευχαριστημένος που θέλεις να έλθης να με +πάρης. Άργησε όμως ακόμη δέκα πέντε μέρες και περίμενε νέο γράμμα μου +θα σου δώση χρήσιμες λεπτομέρειες. Τίποτε δεν πρέπει να κοπή πριν +ωριμάση και έχει μεγάλη σημασία δέκα πέντε μέρες περισσότερες ή +λιγώτερες. Πες στη μητέρα μου να προσεύχεται για το γυιό της και +ακόμη πως της ζητώ συγχώρηση για κάθε λύπη που της επροξένησα. Αυτή +ήταν η τύχη μου, να δίνω λύπη σ' εκείνους που έπρεπε να δώσω χαρά. +Έχε γεια, πολυαγαπημένε μου φίλε! Έχε όλη την ευλογία του Θεού! +Χαίρε». + +Ό,τι συνέβηκε αυτόν τον καιρό στην ψυχή της Καρολίνας, ποια ήταν τα +αισθήματά της προς τον άνδρα της, προς τον δυστυχισμένο φίλο της, +δύσκολα τολμούμε με λόγια να εκφράσωμε· αλλά μπορούμε, ύστερα από όσα +ξέρομε για τον χαρακτήρα της, να σχηματίσωμε μέσα μας μια ιδέα, και +μια ωραία γυναικεία ψυχή μπορεί να μπη στη θέσι της και να εννοήση +ό,τι κι' αυτή αισθάνθηκε. + +Είναι βέβαιο ότι αυτή είχε σταθερή απόφαση να κάνη το παν για να +απομακρύνη τον Βέρθερο· και αν ανέβαλλε, ήτανε από μια εγκάρδια, +φιλική επιείκεια, γιατί ήξερε πόσο θα του εκόστιζε και ακόμη ότε αυτό +θα του ήτανε ίσως αδύνατο. Κατά την εποχή αυτή αναγκάσθηκε να το κάνη +σοβαρά. Ο άνδρας της σιωπούσε εντελώς γι' αυτή τη σχέση, καθώς και +αυτή πάντα είχε σιωπήσει· αλλά ήθελε περισσότερο να του αποδείξη με +έργα πως είχε αισθήματα αντάξια των δικών του. + +Την ίδια μέρα που ο Βέρθερος είχε γράψει στο φίλο του το ύστερο +γράμμα ήταν μια Κυριακή προ των Χριστουγένων· ήρθε το βράδυ στην +Καρολίνα και την βρήκε μοναχή. Τακτοποιούσε μερικά παιγνιδάκια που +είχε ετοιμάσει για τα μικρά της αδελφάκια ως δώρα των Χριστουγέννων. +Αυτός εμίλησε για την ευχαρίστηση που θα έπαιρναν τα μικρά και για +τον καιρό που ενόμιζε πως βρισκότανε στον παράδεισο όταν άνοιγε η +πόρτα απροσδόκητα και έβλεπε ένα δένδρο στολισμένο με κέρινα +κουβαράκια, γλυκίσματα και μήλα: — Και σεις, είπε η Καρολίνα, ενώ +έκρυβε τη στενοχώρια της σ' ένα αγαπητό μειδίαμα, και σεις επίσης θα +έχετε τα δώρα σας αν είσαστε πολύ φρόνιμος· ένα κέρινο κουβαράκι και +ακόμη κάτι άλλο. — Και τι εννοείτε με το «φρόνιμος;·» είπε· τι να +κάνω; πώς μπορώ να είμαι, καλή μου Καρολίνα; Την Πέμπτη το βράδυ, +απάντησε αυτή, η βραδειά των Χριστουγέννων· τότε έρχονται τα παιδιά +με τον πατέρα μου και παίρνει ο καθένας το δώρο του· τότε ελάτε και +σεις — αλλά όχι προτήτερα. — Ο Βέρθερος έμεινε έκπληκτος. — Σας +παρακαλώ, εξακολούθησε, δεν μπορεί να γείνη διαφορετικά· σας παρακαλώ +χάριν της ησυχίας μου· αυτό δεν μπορεί να μείνη έτσι· όχι, δεν +μπορεί! — Έστρεψα τα μάτια μου απ' αυτήν και επήγαινε στο δωμάτιο +εδώθε κείθε και εμουρμούριζε μέσα από τα δόντια του: «δεν μπορεί να +μείνη έτσι». Η Καρολίνα, που αισθάνθηκε την τρομερή κατάσταση που τον +έβαλαν τα λόγια της, προσπάθησε με πολλές ερωτήσεις να δώση άλλο +δρόμο στις σκέψεις του, αλλά του κάκου. — Όχι, Καρολίνα, ανεφώνησε, +δεν θα σας ξαναϊδώ! — Γιατί λοιπόν Βέρθερε; αποκρίθηκε εκείνη· +μπορείτε, πρέπει να μας ξαναϊδήτε μόνον κρατείστε τον εαυτόν σας. Ω! +γιατί γεννηθήκατε με αυτή τη σφοδρότητα με αυτό το ακράτητο επίμονο +πάθος για κάθε τι που μια φορά πιάσετε! Σας παρακαλώ, εξηκολούθησε +παίρνοντας το χέρι του, κρατείστε τον εαυτόν σας. Πόσες ευχαριστήσεις +μπορούν να σας δώσουν ο νους σας, η γνώσεις σας, τα προτερήματά σας! +να είστε άνδρας! βγάλετε αυτή τη θλιβερή αφοσίωσι από μία γυναίκα που +δεν μπορεί να κάνη τίποτε άλλο για σας παρά να σας λυπάται. — Ο +Βέρθερος έτριξε τα δόντια του και την εκύτταξε σκυθρωπά. Εκείνη +κρατούσε το χέρι του. — Σταθήτε ατάραχος για μια στιγμή Βέρθερε! +είπε. Δεν αισθάνεσθε ότι απατάτε τον εαυτό σας, ότι καταστρέφεστε +εκούσια; Γιατί λοιπόν, Βέρθερε, εμέ ίσια ίσια; εμένα που ανήκω σ' +άλλον; ακριβώς εμένα; Φοβούμαι, φοβούμαι πολύ πως μόνο το αδύνατο του +να με αποκτήσετε σας κάνει να με επιθυμήτε με τόση ορμή. — Έβγαλε ο +Βέρθερος το χέρι του από το δικό της και την κύτταξε με ένα μάτι +απλανές και δυσαρεστημένο. — Σοφά! πολύ σοφά! εφώναξε. Ο Αλβέρτος +έκαμε άρα γε αυτήν την παρατήρηση; Είναι βαθειά, πολύ βαθειά! υπάρχει +λοιπόν σ' όλον τον κόσμο κανένα κορίτσι που να μπορή να εκπληρώση τις +επιθυμίες της καρδιάς σας; Αποφασείστε να την ζητήσητε και σας +υπόσχομαι πως θα την βρήτε. Από πολύν καιρό με στενοχωρεί και για σας +και για μας ο περιορισμός που εκούσια υποβληθήκατε αυτούς τους +τελευταίους μήνες. Πάρτε το απόφαση. Ένα ταξείδι θα σας διασκεδάση, +είμαι βέβαιη. Ζητείστε και βρήτε ένα αντικείμενον άξιο της αγάπης +σας· έπειτα ξαναγυρίστε και ας απολαύσωμε όλοι μαζύ την ευτυχία που +προξενεί μια αληθινή φιλία! — Αυτά θα μπορούσε, είπε εκείνος με ένα +ψεύτικο γέλοιο, να τα τυπώση κανείς και να τα συστήση σε όλους τους +δάσκαλους. Αγαπητή Καρολίνα, αφήστε μου ακόμη λίγο καιρό σε ησυχία, +όλα θα διορθωθούν! — Ένα πράγμα μόνον σας ζητώ, Βέρθερε: να μην +έλθετε πρώτα από τη βραδειά των Χριστουγέννων.! — Πριν να προφθάση ν' +απαντήση εμπήκε στην κάμαρα ο Αλβέρτος. Είπαν το «καλησπέρα» με +ψυχρότητα και άρχησαν να περιπατούν μαζί στο δωμάτιο με αμηχανία. Ο +Βέρθερος άρχησε μιαν ασήμαντη ομιλία που τελείωσε σε λίγο, και ο +Αλβέρτος το ίδιο. Έπειτα ερώτησε τη γυναίκα του για μερικές +παραγγελίες που τις είχε δώσει και όταν άκουσε πως δεν έγειναν ακόμη, +της είπε κάτι λέξεις, η όποιες φάνηκαν στον Βέρθερον πολύ ψυχρές, μα +και πολύ σκληρές. Ήθελε να φύγη, αλλά δεν μπορούσε. Έμεινε ως τις +οκτώ, ενώ ο θυμός του και η δυσαρέσκειά του όλο κι' εμεγάλωναν· ήρθαν +να βάλουν τραπέζι και πήρε το καπέλλο του και το μπαστούνι του. Ο +Αλβέρτος τον προσκάλεσε να μείνη, αλλ' αυτός παίρνοντας αυτήν την +πρόσκληση για μια ασήμαντη ευγένεια τον ευχαρίστησε με ψυχρότητα και +βγήκε. + +Όταν γύρισε σπίτι του επήρε το φως από το χέρι τον υπηρέτη του, που +ήθελε να του φέξη, και μπήκε μόνος στην κάμαρα του, όπου άρχισε να +κλαίη δυνατά· μιλούσε παράφορα με τον εαυτό του και περπατούσε +ορμητικά πάνω κάτω. Τελευταία ερίχτηκε με τα φορέματά του στο +κρεββάτι· έτσι τον βρήκε ο υπηρέτης του όταν κατά τις ένδεκα ετόλμησε +να μπη στην κάμαρα και να ρωτήση αν ήθελε να του βγάλη τα παπούτσια +του. Τον άφησε να του τα βγάλη, αλλά του απηγόρευσε να έλθη στην +κάμαρα το άλλο πρωί πριν να τον φωνάξη. + +Τη Δευτέρα το πρωί, είκοσι μίαν Δεκεμβρίου, έγραψε το ακόλουθο γράμμα +στην Καρολίνα, που το βρήκαν μετά το θάνατό του σφραγισμένο στο +γραφείο του και της το έδωκαν, θα γράψω εδώ μερικά μέρη, με τη σειρά +που φαίνεται από τα περιστατικά πως τα έγραφε: + +«Είναι αποφασισμένο, Καρολίνα: θέλω να πεθάνω. Σου το γράφω ήρεμος, +χωρίς ρωμαντική υπερβολή, το πρωί της ημέρας που για τελευταία φορά +θα σε ιδώ. Όταν θα διαβάσης αυτό το γράμμα αγαπημένη μου, ο κρύος +τάφος θα σκεπάζη πια τα παγωμένα λείψανα του δυστυχισμένου ανήσυχου, +που για τις τελευταίες στιγμές της ζωής του δεν έχει άλλη γλυκύτερη +ενασχόληση παρά να μιλή μαζί σου. Επέρασε μια νύχτα τρομακτική, όμως, +αλλοίμονο! μια νύκτα ευεργετική. Αυτή εστερέωσε, έκανε οριστική την +απόφασή μου: Θέλω να πεθάνω. + +»Όταν χθες σε αποχωρίστηκα ευρισκόμενος σε κείνη την τρομερή +επανάστασι όλης μου της ζωής, ενώ τόσες συγκινήσεις εκυρίευαν την +καρδιά μου και αισθανόμουν τον εαυτό μου παγωμένο από φρίκη μπρος +στην άχαρη και δίχως ελπίδα ύπαρξή μου κοντά σου . . . μόλις και μετά +βίας μπόρεσα να φθάσω στο δωμάτιό μου. Εγονάτισα, έξω φρενών, και, ω +Θεέ μου! μου έδωκες την τελευταίαν τέρψη των πιο πικρών δακρύων! +Μύρια σχέδια και φαντασίαι εκινούντο ζωηρά στην ψυχή μου· επί τέλους +έμεινε στερεά και ολόκληρη η τελευταία, η μόνη σκέψις: «Θέλω να +πεθάνω! . . . » Εκοιμήθηκα και αυτό το πρωί· όταν σηκώθηκα ήσυχος, την +βρίσκω πάντα στερεά, ολόκληρη και δυνατή: «θέλω να πεθάνω!, . . » Δεν +είναι αυτό απελπισία, είναι η βεβαιότης υπέφερα ό,τι μπορούσα να +υποφέρω και ότι θυσιάζομαι για σένα. Ναι, Κορολίνα! γιατί να το +σιωπήσω; Πρέπει ένας από τους τρεις μας να εξαφανισθή και αυτός θα +είμαι εγώ! Ω πολυαγαπημένη μου! σ' αυτή την κατασπαραγμένη καρδιά μου +συχνά εισέδυσε η τρελλή ιδέα . . . να γείνη το τυχερό μου; Όταν +ανεβαίνης στο βουνό καμμιάν ωραία καλοκαιρινή βραδειά, τότε θυμού +εμένα, πως ανέβαινα τόσες φορές από την κοιλάδα, και τότε ρίξε βλέμμα +προς το κοιμητήριο εκεί πέρα στον τάφο μου, που επάνω του ο άνεμος θα +κινή τα ψηλά χόρτα εις τη λάμψη του ηλιοβασιλέματος, Ήμουν ήσυχος +όταν άρχισα· τώρα, τώρα κλαίω σαν παιδί βλέποντας να έρχωνται γύρω +μου αυτές η ζωντανές εικόνες . . . » + +Κατά τις δέκα ώρες ο Βέρθερος εφώναξε τον υπηρέτη του. Ενώ ντυνότανε +του είπε ότι θα έφευγε σε λίγες μέρες και του έδωσε τη διαταγή να +καθαρίση τα ρούχα του και να τα ετοιμάση όλα για δέμα. Τον επρόσταξε +επίσης να ζητήση τους λογαριασμούς και μερικά δανεισμένα βιβλία και +να προπληρώση για δύο μήνες σε μερικούς πτωχούς το μερίδιό τους, τους +οποίους εσυνήθιζε να δίνη ένα μικρό ποσό καθ' εβδομάδα. + +Είπε να φέρουν το φαγητό στο δωμάτιό του και, αφού έφαγε επήγε +έφιππος έξω στον έπαρχο, τον οποίον δεν ηύρε στο σπίτι του. +Περπατούσε συλλογισμένος στον κήπο εδώ κ' εκεί και φαινότανε ότι +ήθελε σ' αυτές τις τελευταίες του στιγμές να μαζέψη στην ψυχή του όλη +τη δυσθυμία των αναμνήσεων. + +Τα παιδιά δεν τον άφιναν πολύ σε ησυχία, τον ακολουθούσαν, επηδούσαν +επάνω του, και του διηγούντο ότι, όταν περάση η αυριανή ημέρα και +έπειτα η μεθαυριανή και ακόμη μια μέρα, θα έπαιρναν από την Καρολίνα +τα δώρα των Χριστουγέννων, και του διηγούντο τα θαύματα που έπλαττε η +μικρά τους φαντασία. «Αύριο! εφώναξε, και έπειτα μεθαύριο και έπειτα +μια ημέρα ακόμη» και τα αγκάλιασε όλα τρυφερά. Και εκεί που έφευγε το +πιο μικρό ήθελε ακόμη να του πη κάτι στο αυτί. Του εμπιστεύθηκε πως +όλα τα μεγαλύτερά του αδέλφια είχαν γράψει ωραίες ευχές για τον +καινούριο χρόνο — τόσο μεγάλες! — μια για τον μπαμπά, μια για τον +Αλβέρτο και την Καρολίνα, και μια άλλη για τον κύριο Βέρθερο· θα της +έδιναν την πρωτοχρονιά το πρωί-πρωί. + +Σ' αυτές τις λέξεις αισθάνθηκε τον εαυτό του νικημένο από συγκίνηση· +έδωκε σε κάθε παιδί κάτι τι, ανέβηκε στο άλογό του, άφησε +χαιρετίσματα στο γέρο και έφυγε με δάκρυα στα μάτια. + +Κατά τις πέντε ήρθε στο σπίτι και είπε στην υπηρέτρια να κυττάξη τη +φωτιά και να την διατηρήση έως την νύκτα. Στον υπηρέτη είπε να βάλη +εις το κάτω μέρος του μπαούλου βιβλία και ασπρόρρουχα και να +περιτυλίξη τα φορέματά του. Τότε έγραψε πιθανώς την ακόλουθη περικοπή +του τελευταίου γράμματος προς την Καρολίνα: + +«Συ δεν με περιμένεις! νομίζεις πως θα υπάκουα και μόλις την παραμονή +των Χριστουγέννων να σε ξαναϊδώ. Ω Καρολίνα, ή σήμερα ή ποτέ! Την +παραμονή των Χριστουγέννων θα κρατής τούτο το χαρτί στο χέρι σου, θα +τρέμης και θα το βρέχης με τα γλυκά σου δάκρυα. Θέλω, . . . πρέπει! +. . . = Ω ευχαριστούμαι που έλαβα την απόφαση». + +Η Καρολίνα εν τούτοις είχε πέσει σε παράξενη κατάσταση. Έπειτα από +τον τελευταίο της διάλογο με τον Βέρθερο, κατάλαβε πόσο δύσκολο θα +της ήτο ν' αποχωρισθή απ' αυτόν, και τι θα υπέφερεν εκείνος αν +απομακρυνότανε απ' αυτήν. + +Είχε πη μπρος στον Αλβέρτο κατά τύχην ότι ο Βέρθερος δεν θα ερχότανε +προ της παραμονής των Χριστουγέννων και ο Αλβέρτος επήγε έφιππος σ' +ένα υπάλληλο των περιχώρων, οπού είχε να τελειώση υποθέσεις, και οπού +έπρεπε να μείνη την νύκτα. + +Η Καρολίνα καθότανε μόνη, κανένα από τα αδέλφια της δεν ήταν κοντά +της, παρεδόθηκε σε σκέψεις, που ήσυχες περιεπλανώντο στις σχέσεις +της. Έβλεπε λοιπόν τον εαυτόν της δεμένο για πάντα με τον άνδρα, του +οποίου εγνώριζε την αγάπη και την πίστη, στον οποίον ήτανε αφωσιωμένη +με την καρδιά της, του οποίου η ησυχία, του οποίου η πίστη εφαίνετο +ότι ωρίσθηκε επίτηδες από τον ουρανό για να θεμελιώση στην ευτυχία +της ζωής της μιαν αγαθή γυναίκα· αισθανότανε τι θα ήταν αυτός πάντοτε +σ' αυτήν και τα παιδιά της. Αλλά, από το άλλο μέρος, της είχε γίνει ο +Βέρθερος τόσο προσφιλής, ευθύς από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας των +είχε φανή τόσον ωραία η συμφωνία των ψυχών τους· πολύχρονη, συχνή μ' +αυτόν συναναστροφή, τόσες καταστάσεις τις οποίες μαζί επέρασαν, όλ' +αυτά της είχον προξενήσει μίαν ανεξάλειπτη εντύπωση στην καρδιά της. +Κάθε τι, που ενδιαφερότανε και εσκέπτετο, ήταν συνειθησμένη, να το +μοιράζεται μαζί του και η απομάκρηνσή του απειλούσε να ανοίξη ένα +χάσμα που θα ήταν αδύνατο ν' αναπληρωθή. Ω, αν μπορούσε στη στιγμή να +τον κάνη αδελφό της! πόσο ευτυχισμένη θα ήτανε! Αν μπορούσε να τον +παντρέψη με μία από τις φίλες της, αν μπορούσε να ελπίζη ν' +αποκαταστήση εντελώς πάλι τη σχέση του προς τον Αλβέρτο! + +Εσκέφθηκε με τη σειρά όλες τις φιλενάδες της, και σε κάθε μία εύρισκε +ένα ελάττωμα· δεν εύρισκε καμμιά στην οποία να μπορούσε να τον +παραχωρήση. + +Από όλες αυτές τις σκέψεις της εκατάλαβε βαθειά, χωρίς και αυτή να το +καταλάβη καλά, ότι η κρυφή της καρδιάς της επιθυμία ήτανε να τον +κρατήση για τον εαυτόν της· και όμως έλεγε μέσα της ότι δεν μπορούσε, +ότι δεν έπρεπε να τον κρατήση· η καθαρή της, ωραία ελαφριά και +εύστοργη ψυχή της αισθανόταν την πίεση της μελαγχολίας, στην οποία η +ελπίς της ευτυχίας ήτον αποκλεισμένη. Η καρδιά της ήτον πλακωμένη και +σκοτεινό σύννεφο βρισκότανε μπρος στα μάτια της. + +Ήταν εξήμισυ η ώρα όταν άκουσε τον Βέρθερο ν' ανεβαίνη τη σκάλα και +αμέσως ανεγνώρισε το βήμα του, τη φωνή του να ρωτά για κείνη. Πόσο +κτυπούσε η καρδιά της και, μπορούμε σχεδόν να πούμε, για πρώτη φορά +κατά τον ερχομό του! Από μέρους της ευχαρίστως θα διέταζε να του πουν +πως δεν ήτο εκεί, και όταν μπήκε του εφώναξε με είδος ζωηρής ταραχής: +— Δεν εφυλάξετε το λόγο σας. Δεν υποσχέθηκα τίποτε, ήτον η απόκρισή +του. — Έπρεπε τουλάχιστον να υπακούσετε στην παράκλησή μου, είπεν +εκείνη· σας παρεκάλεσα για την ησυχία και των δυο μας. + +Όλη η δύναμη αυτών των λόγων τον εκυρίεψε τον δυστυχισμένο. Εγονάτισε +εντελώς απελπισμένος μπρος στην Καρολίνα, έδραξε τα χέρια της, τα +επίεσε στα μάτια του, προς το μέτωπό του, και προαίσθημα του φοβερού +του σκοπού εφαίνετο πως διαπέρασε την ψυχή της Καρολίνας. Η αισθήσεις +της καταταράχθηκαν, έσφιγγε τα χέρια του, τα έσφιγγε στο στήθος της, +έγειρε με μελαγχολικό πάθος προς αυτόν και τα θερμά μάγουλά τους +πλησίασαν. Ο κόσμος χανότανε γι' αυτούς. Την αγκάλιασε, την έσφιξε +στο στήθος του και εσκέπασε τα τρέμοντα, τα ψιθυρίζοντα χείλη της με +μανιώδη φιλήματα. — Βέρθερε, εφώναξε με πνιγμένη φωνή μακραίνοντας +εκείνη. Βέρθερε! και με το χέρι της το αδύνατο τραβιώταν από το +στήθος του. — Βέρθερε, ξαναφώναξε με τον επιβλητικό τόνο του ποιο +ευγενικού αισθήματος. + +Αυτός δεν αντιστάθηκε, την άφησε από τους βραχίονάς του και έπεσε +αναίσθητος μπροστά της. Αυτή έφυγε βιαστικά παραδομένη σε μια λυπηρή +ταραχή, τρέμοντας μαζί από αγάπη και οργή, «Είναι η τελευταία φορά. +Βέρθερε! είπε. Δεν θα με ξαναϊδήτε». Και με βλέμμα γεμάτο αγάπη προς +τον δυστυχισμένο έτρεξε στο διπλανό δωμάτιο και κλείστηκε κει μέσα. Ο +Βέρθερος ετέντωνε προς αυτήν τα χέρια, δεν τολμούσε να την εμποδίση. +Ήταν ξαπλωμένος κατά γης με το κεφάλι επάνω στον καναπέ και έμεινε σ' +αυτή τη θέση περισσότερο από μισή ώρα, έως ότου ένας θόρυβος τον +έφερε στον εαυτό του. Ήταν η υπηρέτρια, που ήρθε να στρώση το +τραπέζι. Ο Βέρθερος επήγαινε στο δωμάτιο δω κ' εκεί και, όταν έμεινε +μόνος, πάλι επήγε στην πόρτα της κάμαρας και φώναξε με σιγανή φωνή: +«Καρολίνα! Καρολίνα! μόνο μια λέξη ακόμη! ένα αποχαιρετισμό!» Αυτή +σιωπούσε. Εκείνος περίμενε και παρεκάλει και ξαναπερίμενε· τέλος +αποσπάσθηκε από τη θέση του και εφώναξε: «Χαίρε! Καρολίνα! χαίρε για +πάντα! » + +Έφθασε στην πόλη της πόλεως. Οι φύλακες, που τον είχαν πια συνηθίσει, +τον άφηναν να περάση χωρίς να πουν τίποτε. Έπεφτε χιονόνερο και μόλις +κατά της ένδεκα εκτύπησε πάλι την πόρτα. Ο υπηρέτης παρατήρησε, όταν +ο Βέρθερος ήλθε στο σπίτι του, ότι του έλειπε το καπέλλο. Δεν +ετόλμησε να του πη τίποτε, τον έγδυσε ήταν όλος βρεγμένος. Έπειτα +βρήκαν το καπέλλο του επάνω σ' ένα βράχο που βλέπει στην κατωφέρεια +του λόφου κατά την κοιλάδα και είνε ακατανόητο πώς ανέβηκε εκεί τη +σκοτεινή και βροχερή νύκτα χωρίς να πέση. + +Έπεσε στο κρεββάτι του και κοιμήθηκε πολύ. Ο υπηρέτης τον βρήκε να +γράφη όταν το πρωί στο κάλεσμά του τού έφερε τον καφέ. Επρόσθεσε αυτά +εις το γράμμα της Καρολίνας: + +«Για τελευταία φορά, για τελευταία φορά ανοίγω αυτά τα μάτια. Αχ! δεν +θα δουν πια τον ήλιο. Θολερή, συννεφιασμένη ημέρα τον κρατεί +σκεπασμένο και ο ουρανός είναι σκοτεινός. Έτσι έχε πένθος, φύσις· το +παιδί σου, ο φίλος σου, ο εραστής σου πλησιάζει στο τέλος του. Ω +Καρολίνα! Είναι μοναδικό αίσθημα και όμως μοιάζει πολύ με αμυδρό +όνειρο, που βρίσκω όταν λέγω: «Αυτό είναι το τελευταίο μου πρωί. Το +τελευταίο!» Καρολίνα, δεν καταλαβαίνω καθόλου τη λέξη τελευταίο. Δεν +είμαι τώρα σ' όλη μου τη δύναμη; και αύριο θα είμαι ξαπλωμένος στη γη +χωρίς αυτή. Να πεθάνω! Τι θα πη αυτό; Λες, ονειρευόμαστε όταν μιλάμε +για τον θάνατο. Είδα πολλούς ανθρώπους να πεθαίνουν. Αλλά είνε τόσον +περιορισμένη η ανθρωπότης, ώστε δεν έχει καμμία αίσθηση για την αρχή +και το τέλος της υπάρξεώς της. Τώρα ακόμη ανήκω σε σένα, αγαπημένη +μου! και σε μια μόνη στιγμή — χωρισμένοι, χαμένοι ο ένας για τον +άλλον . . . Όχι, Καρολίνα, όχι! Πώς μπορώ να εκλείψω; . . . ή πώς μπορείς +να χαθής; αφού τώρα υπάρχομε! . . . Να εκλείψω . . . Τι θα πη αυτό; Είναι +πάλι μια λέξη! ένας ήχος χωρίς σημασία! δεν λέει τίποτε στην ψυχή +μου! . . . Νεκρός, Καρολίνα, καταχωμένος στην κρύα γη, τόσο στενά! τόσο +σκοτεινά! Είχα μια φίλη, που ήτανε το παν για μένα στην λησμονημένη +νεότητά μου· αυτή πέθανε και εγώ ακολούθησα το λείψανό της και +στεκόμουνα στον τάφο, όταν κατέβαζαν το φέρετρο, και τα σχοινιά +έτριζαν, εχαλαρώνοντο και ανεσύροντο· όταν έπειτα έπεφτε η φτυαριά, +το χώμα και το πένθιμο φέρετρο έδινε ένα σιγανό ήχο που γινότανε +ολοένα σιγανώτερος ως ότου στο τέλος σκεπάστηκε εντελώς. Ερρίχτηκα +δίπλα στον τάφο! κατάπληκτος, ταραγμένος, στενοχωρημένος, με +καταξεσχισμένη καρδιά, αλλά δεν ήξερα τι μου συνέβηκε τι θα μου +συμβή. — Θάνατος! τάφος! δεν καταλαβαίνω αυτές τις λέξεις! Ω, +συγχώρησέ με! συγχώρησέ με! Χθες θα ήτο η τελευταία στιγμή της ζωής +μου! Ω άγγελε! Για πρώτη φορά χωρίς αμφιβολία αισθάνθηκα αυτό το +ηδονικό αίσθημα να καταφλέγη όλη μου την ύπαρξη. «Μ' αγαπά: μ' +αγαπά!» Καίει ακόμη στα χείλη μου η ιερά φωτιά που έρρευσε χείμαρρος +από τα δικά σου· νέα θερμή ηδονή είναι στην καρδιά μου. Συγχώρησέ με! +συγχώρησέ με! + +Αχ, ήξερα πως με αγαπούσες, το ήξερα από αυτό το πρώτ' αντίκρυσμα του +γλυκού σου βλέμματος, από την πρώτη πίεση του χεριού σου· αλλ' όμως +όταν πάλι ήμουν μακριά σου, όταν έβλεπα τον Αλβέρτο στο πλευρό σου, +έπεφτα πάλι στη θλίψη και στον πυρετό της αμφιβολίας. + +»Θυμάμαι τα λουλούδια που μου έστειλες όταν δεν μπόρεσες στην άθλια +εκείνη συναναστροφή να μου πης μια λέξη, ούτε καν να μου προσφέρης το +χέρι; + +»Ω! τη μισή νύκτα ήμουνα γονατισμένος μπρος σ' αυτά και μου +επεσφράγισαν την αγάπη σου. Όμως αχ! αυτές η εντυπώσεις πέρασαν, +καθώς φεύγει λίγο λίγο από την ψυχή του πιστού το αίσθημα της χάριτος +του Θεού του, που χορηγήθηκε εις όλο το ουράνιο στερέωμά του στα θεία +ορατά σημεία + +»Όλ' αυτά είναι τα φθαρτά, αλλ' ούτε αυτή η αιωνιότης θα αφήση τη +φλογερή ζωή, που απήλαυσα χθες στα χείλη σου, που την αισθάνομαι μέσα +μου! Με αγαπά! Αυτό το μπράτσο την αγκάλιασε, αυτά τα χείλη έτρεμαν +πάνω στα χείλη της, αυτό το στόμα εψέλλισε στο δικό της: «Είσαι δική +μου! Είσαι δική μου! ναι, Καρολίνα για πάντα». + +»Και τι σημαίνει πως ο Αλβέρτος είναι σύζυγός σου; Σύζυγος! Αυτό +λοιπόν θα ήτανε γι' αυτό τον κόσμο — ναι γι' αυτόν τον κόσμο — +αμαρτία ότι σε αγαπώ, ότι επιθυμούσα από τα χέρια του να σε αποσπάσω +στα δικά μου. Αμαρτία; Καλά και τιμωρώ τον εαυτό μου γι' αυτό· την +εδοκίμασα με όλη της την ουρανία ηδονή αυτή την αμαρτία, βάλσαμο ζωής +και δύναμη ερρόφησα στην καρδιά μου. Απ' αυτή τη στιγμή είσαι δική +μου, δική μου, Καρολίνα! Πηγαίνω πρώτος! πηγαίνω στον πατέρα μου και +στον πατέρα σου. Σ' αυτόν θα παραπονεθώ και αυτός θα με παρηγορήση, +έως ότου έλθης, και θα πετάξω να σε προϋπαντήσω, να σε δράξω και θα +μένω κοντά σου, μπρος στο πρόσωπο του απείρου, σ' ένα αιώνιον +εναγκαλιασμό. + +«Δεν ονειρεύομαι, δεν παραληρώ. Κοντά στο τάφο βλέπω πιο καθαρά! Θα +είμαστε μαζί! θα ξαναϊδωθούμε! Θα ιδώ τη μητέρα σου! Ναι! Θα την ιδώ, +θα την εύρω! Α! μπρος της θ' ανοίξω όλη μου την καρδιά: Τη μητέρα +σου, το ομοίωμά σου». + +Κατά τις ένδεκα ερώτησε ο Βέρθερος τον υπηρέτη του, μήπως επέστρεψεν +ο Αλβέρτος. Ο υπηρέτης είπε «ναι»· είδε το άλογό του να το +ξαναφέρνουν κει πέρα. Έπειτα του έδωκε ο κύριός του ένα ανοικτό +γραμματάκι που έγραφε: + +«Θα έχετε την καλωσύνη 'να με δανείσετε τα πιστόλια σας για ένα +ταξείδι που σκοπεύω να κάμω; Υγιαίνετε!» + +«Η καϋμένη η Καρολίνα λίγο κοιμήθηκε αυτή τη νύχτα· εκείνο που τόσο +πολύ εφοβείτο είχε συντελεσθή και κατά τρόπον απροσδόκητο και +απρόβλεπτο. Το αίμα της που συνήθως έρρεε τόσον ήρεμα και ομαλά, +ευρίσκετο σε ταραχή πυρετού· τα πλέον αντίθετα αισθήματα ανεστάτωναν +την ευγενική της καρδιά! Να ήταν η φωτιά του εναγκαλισμού του +Βερθέρου που την αισθανότουν να καίη το στήθος της; να ήταν ο θυμός +που της προκαλούσε η τόλμη του ή μάλλον η δυσαρέσκεια που αισθανότουν +συγκρίνοντας τη τωρινή της κατάσταση προς εκείνες τις ημέρες μιας +ηρεμικής αγνότητος και εμπιστοσύνης προς τον εαυτόν της, απαλλαγμένη +από κάθε εξαναγκασμό και από κάθε ανησυχία; πώς θα παρουσιαζότουν +μπροστά στον άντρα της; πώς θα του ωμολογούσε μια σκηνή, που +μολαταύτα δεν τολμούσε να το εξομολογηθή στον εαυτό της; Είχαν τόσον +καιρό σιωπήσει μεταξύ των και αυτή θα ήτο η πρώτη που θα έκοβε τη +σιωπή και σε τόσο ακατάλληλον καιρό θα έκανε μια τόσο απροσδόκητη +αποκάλυψη στο σύζυγό της; Έτσι φοβότανε πως μόνη η είδηση για την +επίσκεψη του Βερθέρου θα του έκανε δυσάρεστη εντύπωση, και τώρα +μάλιστα αυτή η απροσδόκητη καταστροφή! Μπορούσε να ελπίζη πως ο +σύζυγός της θα την έβλεπε με την αληθινή της όψη; θα την εδέχετο +χωρίς καμμιά προκατάληψη; και θα επιθυμούσε να διαβάση εκείνος στην +ψυχή της; Και όμως, πάλι, μπορούσε να προσποιηθή μπροστά στον άντρα +της, εμπρός τον οποίον πάντοτε σαν κρύσταλλο ήτανε ανοικτή και +ελεύθερη και εις στον οποίον ποτέ δεν έκρυψε κανένα αίσθημά της, ούτε +μπορούσε ν' αποκρύψη; Και το ένα και το άλλο της έδινε φροντίδες και +την έβαζε σε στενοχώρια· και πάντοτε γύριζαν η σκέψεις της πάλι προς +τον Βέρθερο, ο οποίος ήτανε γι' αυτήν χαμένος, τον οποίον, δεν +μπορούσε ν' αφήση στον εαυτό του και εις τον οποίον, αν την έχανε, +δεν έμενε τίποτε πια. + +Πόσο βαρειά τώρα έφταιξε αυτή για το σκάνδαλο, που μεταξύ των δύο +ανδρών είχε κατασταθή πράγμα που δεν μπορούσε τη στιγμή εκείνη να +εξηγήση! Τόσο φρόνιμοι, τόσο καλοί άνθρωποι άρχισαν για μερικές +μυστικές διαφορές να σιωπούν μεταξύ τους· κάθε ένας εσκέπτετο για το +δίκηο του και το άδικο του άλλου, και η σχέσεις τόσο πολύ +επεριπλέκοντο και παρωξύνοντο, ώστε έγεινε αδύνατο να λυθή ο δεσμός +ίσα ίσα εις την κρίσιμο στιγμή, από την οποίαν το παν εξηρτάτο. Αν +ευτυχισμένη οικειότης τους έφερε πάλι εγκαίρως κοντά, αν αγάπη και +επιείκεια εγεννώντο μεταξύ τους και άνοιγαν τις καρδιές τους, ίσως θα +μπορούσε ακόμη να σωθή ο φίλος μας. + +Υπήρχεν ακόμη και ένα παράδοξο περιστατικό. Ο Βέρθερος καθώς ξέρομε +από τα γράμματά του, ποτέ του δεν το έκρυβε πως ποθούσε να αφήση τον +κόσμο. Ο Αλβέρτος συχνά τον είχε πολεμήσει και πολλές φορές έγεινε +λόγος γι' αυτό μεταξύ της Καρολίνας και του συζύγου της. Αυτός, +επειδή αισθανόταν φανερή αντιπάθεια προς την πράξη, συχνά με είδος +αγανακτήσεως, που ήταν εντελώς ξένη στο χαρακτήρα του, είχε δώσει να +εννοήση ότι είχε αιτίες ν' αμφιβάλλη πολύ για την αλήθεια μιας +τέτοιας πρόθεσης· είχε κάμει μερικές αστειότητες γι' αυτό και είχε +εκφράσει τη δυσπιστία του στην Καρολίνα. Αυτό την καθησύχαζε αφ' +ενός, όταν η σκέψεις της τής παρουσίαζαν τη λυπηρή εικόνα, αλλ' αφ' +ετέρου αισθανόταν τον εαυτό της εμποδισμένο ν' ανακοινώση στο σύζυγό +της τους φόβους που εκείνη τη στιγμή την βασάνιζαν. + +Ο Αλβέρτος εγύρισε και η Καρολίνα επήγε να τον υποδεχθή με στενόχωρη +σπουδή· δεν ήταν φαιδρός, η υπόθεσή του δεν ήταν τελειωμένη, είχε +εύρει τον γείτονα έπαρχο άκαμπτο και μικρόμυαλο άνθρωπο. Κι' ο κακός +δρόμος ακόμη τον είχε κάνει δύσθυμο. + +Ερώτησε αν συνέβηκε τίποτε, και αυτή αποκρίθηκε γρήγορα: «Ο Βέρθερος +χθες το βράδυ ήταν εδώ». Ερώτησε αν ήρθαν γράμματα, και αυτή +αποκρίθηκε πως ήτανε στο δωμάτιό του μερικά δέματα και γράμματα. +Επήγε εκεί και η Καρολίνα έμεινε μόνη της. Η παρουσία του ανδρός, που +αγαπούοε και τιμούσε συγχρόνως, είχε κάνει νέα εντύπωσι στην καρδιά +της. Η ανάμνηση της ευγενικής ψυχής του, της αγάπης του και της +καλωσύνης του καθησύχαζαν περισσότερο την ψυχή της, αισθάνθηκε +ενδόμυχη επιθυμία να τον ακολουθήση, έλαβε την εργασία της και επήγε +στο δωμάτιό του, καθώς πολλές φορές έκανε. + +Τον βρήκε ν' ασχολήται να λύση μερικά δέματα και να διαβάζη. Μερικά +φαινόντανε πως έγραφαν όχι πολύ ευχάριστα. Του έκανε μερικές +ερωτήσεις, στις οποίες σύντομα αποκρίθηκε και εκάθησε στο γραφείο του +για να γράψη. + +Εκάθησαν έτσι μια ώρα μαζί και περισσότερο, σκοτάδι ολοένα γέμιζε τη +ψυχή της Καρολίνας. Αισθανόταν πόσο δύσκολο θα της ήτον ν' αποκαλύψη +στον σύζυγό της ό,τι είχε μέσα στην καρδιά της και όταν ακόμη είχε +την πιο καλή διάθεση· έπεσε σε μελαγχολία, που την στενοχωρούσε τόσο +περισσότερο, όσο ζητούσε να την αποκρύψη και να καταπιή τα δάκρυά +της. + +Εστενοχωρήθηκε καρά πολύ όταν είδε τον υπηρέτη του Βερθέρου· αυτός +έδωκε το γραμματάκι στον Αλβέρτο, ο οποίος απαθής εστράφηκε στη +γυναίκα του και είπε: Δος του τα πιστόλια. «Του εύχομαι καλό +ταξείδι», είπε στον υπηρέτη. Αυτό έπεσε πάνω της σαν κεραυνός, +κλονίστησε, δεν ήξερε τι της συνέβαινε. Σιγά σιγά επήγε στον τοίχο, +κατέβασε τρέμοντας τα όπλα, τα εκαθάρισε από τη σκόνη και εδίσταζε, +και θα εδίσταζε ακόμη για πολύ αν δεν την επίεζε ο Αλβέρτος με ένα +ερωτηματικό βλέμμα. Έδωκε το ολέθριο όπλο στον υπηρέτη, χωρίς ούτε +λέξη να μπορέση να προφέρη και, όταν αυτός εβγήκε απ' το σπίτι, +εμάζεψε την εργασία της, επήγε στο δωμάτιό της σε μια κατάσταση +ανέκφραστης αβεβαιότητος. Η καρδιά της τής προέλεγε όλα τα τρομερά. +Μια φορά ήθελε να ριχτή στα πόδια του ανδρός της και να του αποκαλύψη +όλα, το συμβάν της χθεσινής βραδειάς, την ενοχή της και τα +προαισθήματά της· έπειτα όμως έβλεπε πως δεν θα είχε κανένα +αποτέλεσμα το επιχείρημά της, πολύ λίγο μπορούσε να ελπίζη πως θα +μπορούσε να πείση τον σύζυγό της να πάη στο Βέρθερο. Έβαλαν τραπέζι +και μια καλή φιλενάδα, που ήρθε για να ρωτήση μόνο κάτι τι και να +φύγη, . . . και έμεινε, έκανε υποφερτή την ομιλία στο τραπέζι· με το +ζόρι μίλησαν, διηγήθηκαν, ελησμόνησαν. + +Ο υπηρέτης ήρθε με τα πιστόλια στο Βέρθερο, ο οποίος με έκσταση του +τα πήρε, όταν άκουσε πως η Καρολίνα του τα έδωκε. Διέταξε να φέρουν +ψωμί και κρασί και είπε προς τον υπηρέτη να πάη να φάγη και εκάθησε +για να γράψη. + +«Επέρασαν από τα χέρια σου, τα καθάρισες από τη σκόνη, τα φιλώ χίλιες +φορές, συ τα άγγιξες και συ πνεύμα του ουρανού εννοείς την απόφασή +μου, και συ, Καρολίνα, μου δίνεις το όπλο, συ, από τα χέρια της +οποίας επιθυμούσα να δεχθώ το θάνατο, και, αχ! τώρα τον δέχουμαι. Ω, +εξέτασα τον υπηρέτη μου. Έτρεμες σαν τάδινες, δεν είπες κανένα +«χαίρε!» — Αλλοίμονο! αλλοίμονο! κανένα «χαίρε!» — Να έχης άρα γε +κλεισμένη την καρδιά σου για μένα, εξ αιτίας της στιγμής που για +πάντα με έδεσε με σένα; Καρολίνα, ούτε χιλιάδες χρόνια δεν μπορούν +να εξαλείψουν την εντύπωση! και το αισθάνομαι, δεν μπορείς να μισήσης +εκείνον που τόσο καίεται για σένα». + +Μετά το φαγητό διέταξε τον υπηρέτη να τελειώση την προετοιμασία, +εξέσχισε πολλά χαρτιά, εβγήκε έξω και εξώφλησε ακόμη μικρά χρέη. +Εγύρισε σπίτι του, εβγήκε πάλι έξω από την πόλη με όλη τη βροχή, στον +κήπο του κόμητος, περιπλανήθηκε στη χώρα και όταν νύχτωσε επέστρεψε +και έγραψε: + +«Γουλιέλμε, για τελευταία φορά είδα αγρούς και δάση και τον ουρανό. +Χαίρε και συ! Αγαπητή μητέρα, συγχωρήστε με! Παρηγόρησέ την, +Γουλιέλμε! Ο Θεός να σας ευλογήση! Τα πράγματά μου είναι όλα σε τάξη. +Χαίρετε! θα ξαναϊδωθούμε και φαιδρότεροι. — Κακά σε αντήμειψα, +Αλβέρτε, και με συγχωρείς. Ετάραξα την ησυχία του σπιτιού σου, έφερα +δυσπιστία μεταξύ σας. Χαίρε! θέλω να τα τελειώσω. Ω! μακάρι να +γινόσαστε ευτυχείς με τον θάνατό μου! Αλβέρτε, κάμε τον άγγελον +ευτυχή! και έτσι να έχης την ευλογία του Θεού!» + +Το βράδυ ακόμη κατεγίνετο με τα χαρτιά του, εξέσχισε πολλά και τα +κατέρριψε στη θερμάστρα, εσφράγισε μερικά δέματα που έστελνε στο +Γουλιέλμο. Παρείχαν μικρές μελέτες και σκόρπιες σκέψεις· είδα +μερικές· και αφού κατά τας δέκα διέταξε και επρόσθεσαν ξύλα στη +θερμάστρα και του έδωκα ένα μπουκάλι κρασί, έστειλε τον υπηρέτη του +να κοιμηθή, που είχε δωμάτιο, καθώς και οι άλλοι άνθρωποι του +σπιτιού, στο πίσω μέρος, μακριά από το δικό του. Ο υπηρέτης κοιμήθηκε +ντυμένος για να είναι έτοιμος την άλλη μέρα το πρωί, επειδή ο κύριός +του τού είχε πη πως τα ταχυδρομικά άλογα θα είναι προς στο σπίτι +πριν των έξ. + +Μετά τις ένδεκα. + +«Το παν είναι τόσο σιωπηλό γύρω μου, και η ψυχή μου τόσο ήσυχη! Σ' +ευχαριστώ, Θεέ μου, που δίνεις σ' αυτές τις τελευταίες μου στιγμές +τόση θερμότητα και δύναμη. Έρχομαι στο παράθυρο, αγαπημένη μου, και +βλέπω, και βλέπω ακόμη μέσα από τα σύνεφα, που δείχνει μακριά η +καταιγίδα, να λάμπουν εδώ και εκεί μερικά αστέρια του αιωνίου +ουρανού! Όχι, δεν θα πέσετε! ο Αιώνιος σας κρατεί στην καρδιά του +καθώς και μένα! Βλέπω ταστέρια της ουράς της Άρκτου, του πιο +αγαπημένου από όλους τους αστερισμούς. Όταν τη νύχτα έφευγα από σένα, +άμα έβγαινα απ' την πόρτα σου εστέκετο αντικρύ μου. Με πόση μέθη τον +έβλεπα συχνά! συχνά με σηκωμένα χέρια το πήρα για σημάδι ιερό για την +ευδαιμονία που τότε είχα! και ακόμη . . . Καρολίνα! τι δεν μου θυμίζει +άπληστα μύρια ασήμαντα πράγματα που συ έπιασες, αγία μου! + +«Αγαπητό σκιαγράφημα! Σου το αφίνω κληρονομιά, Καρολίνα σε παρακαλώ +να το τιμήσης. Όταν έβγαινα ή έμπαινα στο σπίτι σου του έστελνα χίλια +φιλήματα· χίλιες φορές του διηύθυνα ένα σημείο χαιρετισμού. + +»Έχω παρακαλέσει τον πατέρα σου σ' ένα γραμματάκι να προστατέψη το +λείψανό μου. Στο κοιμητήριο είναι δύο φιλύρες, πίσω στη γωνία προς +τον κάμπο. Εκεί θέλω να ησυχάσω. Μπορεί να το κάμη, και θα το κάνη +για το φίλο του. Παρακάλεσέ τον και συ. Δεν θέλω ν' απαιτήσω από +καλούς χριστιανούς να θάψουν τα σώματά τους στο πλάι ενός +δυστυχισμένου. Αχ, ήθελα να με θάψετε στο δρόμο, ή σε έρημη κοιλάδα! +Ο ιερεύς και ο Λευίτης θα αντιπαρήρχοντο μπρος από την πέτρα που +θάδειχνε τον τάφο μου, και ο Σαμαρείτης θα έχυνε ένα δάκρυ. + +»Κύτταξε, Καρολίνα! Δεν φρικιώ πιάνοντας το ψυχρό τρομερό ποτήρι που +θα πιω τη ζάλη του θανάτου! Συ μου το έστειλες και εγώ δεν διστάζω. +Όλα! Όλα! Έτσι εκπληρώνονται όλες η επιθυμίες και η ελπίδες της ζωής +μου! Θα κτυπήσω ψυχρός και απαθής τη σιδερένια πόρτα του θανάτου. + +»Να μπορούσα να έχω την ευτυχία να πεθάνω για σένα, Καρολίνα, για +σένα να θυσιασθώ! Ήθελα με θάρρος και φαιδρός να πεθάνω αν μπορούσα +να σου ξαναδώσω την ησυχία, την ηδονή της ζωής σου. Αλλ' αχ! αυτό +μόνο σε μερικούς ευγενείς εδόθηκε, χύνοντας το αίμα τους για τους +δικούς τους και με το θάνατό τους να δώσουν νέα εκατονταπλάσια ζωή +στους φίλους τους! + +»Με αυτά τα φορέματα, Καρολίνα, θέλω να με θάψουν· τα έγγιξες συ, τα +έκαμες ιερά· παρεκάλεσα ακόμη γι' αυτό και τον πατέρα σου. Η ψυχή +πετά επάνω στο φέρετρο. Να μη εξετάσουν τις τσέπες μου. Εκείνος ο +τριανταφυλλί φιόγκος, που είχες στο στήθος όταν για πρώτη φορά σε +βρήκα μέσα στα παιδιά σου . . . Ω, φίλησέ τα χίλιες φορές και +διηγήσου τους την τύχη του άτυχου φίλου τους. Τα αγαπημένα! Τα βλέπω +ακόμη πως μαζεύονται γύρω μου. Αχ! πόσο εδέθηκα κοντά σου! από την +πρώτη στιγμή δεν μπορούσα να σ' αφήσω! — Εκείνος ο φιόγκος να θαφτή +μαζί μου· στα γενέθλιά μου μού τον χάρισες! Πώς τα άρπαξα όλ' αυτά! — +Αχ! δεν σκεπτόμουνα πως αυτός ο δρόμος θα με έφερνε εδώ! — Έσω ήσυχη +σε παρακαλώ, έσω ήσυχη! + +»Είναι γεμάτα. — Κτυπάει δώδεκα! Ας γείνη λοιπόν! — Καρολίνα! Χαίρε! +χαίρε!» + +Ένας γείτονας είδε την λάμψη της μπαρούτης και άκουσε τον κρότον +επειδή όμως ήτανε ησυχία δεν έδωκε περισσότερη σημασία. + +Το πρωί κατά τας έξ εμπήκε ο υπηρέτης με το φως. Βρίσκει τον κύριο +του κατά γης, το πιστόλι και αίμα. Φωνάζει, τον πιάνει· καμμία +απόκριση, εροχάλιζε μόνον ακόμη. Τρέχει στους γιατρούς, στον Αλβέρτο. +Η Καρολίνα ακούει το κουδούνι την πιάνει τρόμος. Εξυπνά τον άνδρα +της, σηκώνονται, ο υπηρέτης κλαίοντας και τραυλίζοντας τους +αναγγέλλει την είδηση! Η Καρολίνα πέφτει λιποθυμισμένη στα πόδια του +Αλβέρτου. Όταν ο γιατρός ήρθε στον δυστυχή, τον βρήκε χάμω χωρίς +ελπίδα να σωθή· ο σφυγμός εκτυπούσε, τα μέλη του ήσαν όλα παραλυμένα. +Είχε μια σφαίρα στο κεφάλι πάνω από το δεξί μάτι, τα μυαλά του ήσαν +πεταμένα έξω· ως εκ περισσού του άνοιξε μια φλέβα στο βραχίονα, το +αίμα έρρεε ανέπνεε ακόμη. + +Από το αίμα στα χέρια της πολυθρόνας μπορούσε κανείς να συμπεράνη πως +επυροβόλησε καθήμενος μπρος στο γραφείο του· πως έπειτα έπεσε με +σπασμούς και κυλίστηκε γύρω στην καρέκλα. Ήτανε στο παράθυρο, +παραλυμένος, ανάσκελα, με όλα του τα φορέματα, με τα παπούτσια, με +γαλάζιο επανωφόρι και κίτρινο γελέκο. + +Όλο το σπίτι, η γειτονιά, η πόλις αναστατώθηκε. Ο Αλβέρτος εμπήκε. +Τον Βέρθερο τον είχαν βάλει στο κρεββάτι με το μέτωπο σκεπασμένο· το +πρόσωπό του, σαν πεθαμένου, δεν έκανε καμμιά κίνηση. Ο πνεύμονας +άσθμαινε ακόμη φοβερά, πότε αδύνατα, πότε με περισσότερη δύναμη. + +Από το κρασί είχε πιη μόνο ένα ποτήρι. Η Αιμιλία Γαλότη ήταν ανοικτή +μπρος στο γραφείο του. + +Για την ταραχή του Αλβέρτου, για το κλάμμα της Καρολίνας δεν μπορώ να +πω τίποτε. + +Ο γέρος έπαρχος ήρθε βιαστικά έφιππος μόλις άκουσε την είδηση· +εφίλησε τον ετοιμοθάνατο με τα πιο θερμά δάκρυα. Οι μεγαλύτεροί του +γυοί ήρθαν αμέσως πεζή, εγονάτισαν μπρος στο κρεββάτι για να +εκφράσουν τη μεγάλη λύπη τους, του εφίλησαν τα χέρια και το στόμα, +και ο πιο μεγάλος, που πάντα περισσότερο τον αγαπούσε, εκόλλησε τα +χείλια του έως ότου κείνος ξεψύχησε και τον έβγαλαν με τη βία. Κατά +το μεσημέρι πέθανε. Η παρουσία του επάρχου και τα μέτρα του εμπόδισαν +το πλήθος να μαζευτή μπρος στο σπίτι. Το βράδυ στις ένδεκα τον έθαψαν +στη θέση που είχε διαλέξει. Ο γέρος και τα παιδιά του ακολούθησαν την +κηδεία, ο Αλβέρτος δε μπόρεσε. Ήταν φόβος για τη ζωή της Καρολίνας. +Τον εβαστούσαν εργάτες· κανένας παπάς δεν τον συνώδευσε. + + + +ΤΕΛΟΣ + +1) Ο αναγνώστης ας μη κοπιάση να ζητήση τους εδώ αναφερομένους +τόπους· ηναγκάσθην να μεταβάλω τα αληθή ονόματα του πρωτοτύπου. *** + +2) Αναγκάζομαι να σβύσω το μέρος τούτο της επιστολής διά να μη δώσω +αιτίαν παραπόνου εις κανένα, αν και ολίγον ενδιαφέρει κάθε συγγραφέα +η κρίσις μιας κόρης και ενός αστάτου νέου. + +3) Και εδώ παρελείφθησαν τα ονόματα εντοπίων τινών συγγραφέων, όποιος +μετέχε του επαίνου της Καρολίνας, θα το αισθανθή εις την καρδίαν +του, αναγινώσκων το χωρίον αυτό, άλλος δε κανένας δεν χρειάζεται να +το γνωρίση. + +4) Τώρα έχομεν έν έξοχον κήρυγμα του Λαβετέρ περί τούτου μέσα εις το +βιβλίον του Ιωνά. + + + + + + +End of Project Gutenberg's Die Leiden des jungen Werther, by Johan Goethe + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DIE LEIDEN DES JUNGEN WERTHER *** + +***** This file should be named 36850-0.txt or 36850-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/6/8/5/36850/ + +Produced by Sophia Canoni. Many thanks to George Canonis +for his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/36850-0.zip b/36850-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..0ab74b6 --- /dev/null +++ b/36850-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..8446c49 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #36850 (https://www.gutenberg.org/ebooks/36850) |
