diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 36845-0.txt | 4220 | ||||
| -rw-r--r-- | 36845-0.zip | bin | 0 -> 95925 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 4236 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/36845-0.txt b/36845-0.txt new file mode 100644 index 0000000..bab8a6c --- /dev/null +++ b/36845-0.txt @@ -0,0 +1,4220 @@ +Project Gutenberg's Christmas Short Stories, by Alexandros Papadiamantis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Christmas Short Stories + +Author: Alexandros Papadiamantis + +Release Date: July 25, 2011 [EBook #36845] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CHRISTMAS SHORT STORIES *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work for proofreading. + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Bold words are included in &. A footnote has been +transferred at the end of the book. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως +έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Μία +υποσημείωση σελίδος έχει μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. + + + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ +ΦΕΞΗ + + + +Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ + + + +ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ +ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ +1912 + +ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Α. ΧΙΩΤΗ — ΑΘΗΝΑΙ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4 + + + +Η ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ + + + +Μεγάλην εξέφρασεν έκπληξιν η γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ, ιδούσα τη +ημέρα των Χριστουγέννων του 187 . . . την θειά-Αχτίτσα φορούσαν +καινουργή μανδήλαν, και τον Γέρο και την Πατρώνα με καθαρά +υποκαμισάκια και με νέα πέδιλα. + +Τούτο δε διότι ήτο γνωστότατον ότι η θειά-Αχτίτσα είχεν ιδεί την +προίκα της κόρης της πωλουμένην επί δημοπρασίας προς πληρωμήν των +χρεών αναξίου γαμβρού, διότι ήτο έρημος και χήρα, και διότι +ανέτρεφε τα δύο ορφανά έγγονά της μετερχομένη ποικίλα επαγγέλματα. +Ήτον (ας ήτο μοναχή της!) απ' εκείνας που δεν έχουν στον ήλιο +μοίρα. Η γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ, ώκτειρε τας στερήσεις της +γραίας και των δυο ορφανών αλλά μήπως ήτο και αυτή πλουσία, δια να +έλθη αυτοίς αρωγός και παρήγορος; + +Ευτυχής ο μακαρίτης, ο μπάρμπα-Μιχαλιός, όστις προηγήθη εις τον +τάφον της συμβίας Αχτίτσας, χωρίς να ίδη τα δεινά τα επικείμενα +αυτή μετά τον θάνατόν του. Ήτο καλής ψυχής, — ας είχε ζωή! — ο +συχωρεμένος. Τα δύο παιδία «τα αδιαφόρετα», ο Γεώργης και ο +Βασίλης, επνίγησαν βυθισθείσης της βρατσέρας των τον χειμώνα του +έτους 186 . . . Η βρατσέρα εκείνη απωλέσθη αύτανδρος, — τι φρίκη! +τι καϋμός! Τέτοια τρομάρα καμμιάς καλής χριστιανής να μην της +μέλλη. + +Ο τρίτος ο γυιός της, ο σουρτούκης, το χαμένο κορμί, εξενιτεύθη +και ευρίσκετο, έλεγαν, εις την Αμερικήν. Πέτρα έρριξε πίσω του. +Μήπως τον είδε; Μήπως τον ήκουσεν; Άλλοι πάλιν πατριώτες είπαν ότι +ενυμφεύθη εις εκείνα τα χώματα, κ' επήρε, λέει, μια φράγκα, μια +εγγλεζοπούλα, ένα ξωθικό, που δεν είξευρε να μιλήση ρωμέικα. Μη +χειρότερα! Τι να πη κανείς! ειμπορεί να καταρασθή το παιδί του, τα +σωθικά του, τα σπλάγχνα του ; + +Η κόρη της απέθανεν εις τον δεύτερον τοκετόν, αφείσα αυτή τα δύο +ορφανά κληρονομίαν. Ο πατεριασμένος τους, εζούσε ακόμα (που να +φτάσουν τα μαντάτα του ώρα-την-ώρα!), μα τι νοικοκύρης, το πρόκοψε +αλήθεια! Χαρτοπαίκτης, μέθυσος και με άλλας αρετάς ακόμη. Είπαν +πως ξαναπαντρεύτηκε αλλού, διά να πάρη και άλλον κόσμον εις τον +λαιμόν του, ασυνείδητος! Τέτοιοι άντρες! Έκαμε δα κι' αυτή ένα +γαμπρό, μα γαμπρό (το λαμπρό τ' να βγη!). + +Τι να κάμη; έβαλε τα δυνατά της, κ' επροσπαθούσε όπως-όπως να ζήση +τα δύο ορφανά. Τι αξιολύπητα, τα καϋμένα! Κατά τας διαφόρους ώρας +του έτους, εβοτάνιζεν, αργολογούσε, εμάζωνε εληαίς, εξενοδούλευε. +Εμάζωνε κούμαρα, και τα έβγαζε ρακί. Μερικά στέμφυλα απ' εδώ, +κάμποσα βότσια αραβόσιτον απ' εκεί, όλα τα εχρησιμοποίει. Είτα +κατά Οκτώβριον, άμα ήνοιγον τα ελαιοτριβεία, έπαιρνεν ένα είδος +πήχυν, ένα πενηντάρι εκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ' +εγύριζεν εις τα ποτόκια, όπου κατεστάλαζον αι υποστάθμαι του +ελαίου, κ' εμάζωνε την μούργαν. Διά της μεθόδου ταύτης ωκονόμει +όλον το ενιαύσιον έλαιον του λυχναρίου της. + +Αλλά το πρώτιστον εισόδημα της θειά-Αχτίτσας προήρχετο εκ του +σταχομαζώματος. Τον Ιούνιον, κατ' έτος, επεβιβάζετο εις πλοίον, +έπλεεν υπερπόντιος και διεπεραιούτο εις Εύβοιαν. Περιεφρόνησε το +ονειδιστικόν επίθετον της «καραβωμένης», όπερ εσφενδόνιζον άλλα +γύναια κατ' αυτής, διότι όνειδος εθεωρείτο το να πλέη γυνή εις τα +πελάγη. Εκεί, μετ' άλλων πτωχών γυναικών, ησχολείτο συλλέγουσα +τους αστάχεις, τους πίπτοντας από των δραγμάτων των θεριστών, από +των φορτωμάτων και κάρρων. Κατ' έτος, οι χωρικοί της Ευβοίας και +τα χωριατόπουλα, έρριπτον κατά πρόσωπον αυτών το σκώμμα : «Να! η +φ'στάναις! μας ήρθαν πάλι η φ'στάναις!» Αλλ' αύτη έκυπτεν +υπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τα ψυχία εκείνα της πλούσιας +συγκομιδής του τόπου, απήρτιζε τρεις ή τεσσάρας σάκκους, ολόκληρον +ενιαυσίαν εσοδείαν δι' εαυτήν και διά τα δυο ορφανά, τα οποία +είχεν εμπιστευθή εν τω μεταξύ εις τας φροντίδας της Ζερμπινιώς, +και αποπλέουσα επέστρεφεν εις το παραθαλάσσιον χωρίον της. + + +Πλην εφέτος, δηλ. το έτος εκείνο, αφορία είχε μαστίσει την +Εύβοιαν. Αφορία εις τον ελαιώνα της μικράς νήσου, όπου κατώκει η +θειά-Αχτίτσα. Αφορία εις τας αμπέλους και εις τους αραβοσίτους, +αφορία σχεδόν και εις αυτό τα κούμαρα, αφορία πανταχού. + +Είτα, επειδή ουδέν κακόν έρχεται μόνον, βαρύς χειμών ενέσκηψεν εις +τα βορειότερα εκείνα μέρη. Από του Νοεμβρίου μηνός, χωρίς σχεδόν +να πνεύση νότος και να πέση βροχή, ήρχιζε να χιονίζη. Μόλις έπαυεν +είς νιφετός και ήρχετο άλλος. Ενίοτε έπνεε ξηρός βορράς, σφίγγων +έτι μάλλον τα χιόνια, τα οποία δεν έλυωναν εις τα βουνά. +«Επερίμεναν άλλα». + +Η γραία μόλις είχε προλάβει να μεταφέρη επί των ώμων της, από των +φαράγγων και δρυμών, αγκαλίδας τινάς ξηρών ξύλων, όσαι μόλις θα +ήρκουν διά δύο εβδομάδας ή τρεις, και βαρύς ο χειμών επέπεσε. Περί +τα μέσα Δεκεμβρίου μόλις επήλθε μικρά διακοπή, και δειλαί τινες +ακτίνες ηλίου επεφάνησαν, επιχρυσούσαι τας υψηλοτέρας στέγας. Η +θειά-Αχτίτσα έτρεξεν εις τα «ορμάνια» ίνα προλάβη και εισκομίση +καυσόξυλά τινα. Την επαύριον ο χειμών κατέσκηψεν αγριώτερος. Μέχρι +των Χριστουγέννων, ουδεμία ημέρα εύδιος, ουδεμία γωνία ουρανού +ορατή, ουδεμία ακτίς ηλίου. + +Κραταιός και βαρύπνοος βορράς, «χιονιστής», εφύσα κατά τας +παραμονάς της αγίας ημέρας. Αι στέγαι των οικιών ήσαν κατάφορτοι +εκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τα συνήθη παίγνια των οδών και τα +χιονοβολήματα έπαυσαν. Ο χειμών εκείνος δεν ήτο φιλοπαίγμων. Από +των κεράμων των στεγών εκρέμαντο ως ώριμοι καρποί σπιθαμιαία +κρύσταλλα, τα οποία οι μάγκαι της γειτονιάς δεν είχον πλέον +όρεξιν να τρώγουν. + +Την εσπέραν της 23, ο Γέρος είχεν έλθει από το σχολείον περιχαρής, +διότι από της αύριον έπαυον τα μαθήματα. Πριν ξεκρεμάση τον +«φύλακα» από της μασχάλης του, ο Γέρος πεινασμένος ήνοιξε το +δουλάπι, αλλ' ουδέ ψυχίον άρτου εύρεν εκεί. Η γραία είχεν εξέλθει +ίσως προς ζήτησιν άρτου. Η ατυχής Πατρώνα εκάθητο ζαρωμένη πλησίον +της εστίας, αλλ' η εστία ήτο σβεστή. Εσκάλιζε την στάκτην, +νομίζουσα εν τη παιδική αφελεία της (ήτο μόλις τετραετές το πτωχόν +κοράσιον), ότι η εστία είχε πάντοτε την ιδιότητα να θερμαίνη, και +ας μη καίη. Αλλ' η στάκτη ήτο υγρά. Σταλαγμοί ύδατος, εκ χιόνος +τακείσης ίσως διά τινος λαθραίας και παροδικής ακτίνος ηλίου, +είχον ρεύσει διά της καπνοδόχου. Ο Γέρος, όστις ήτο επταετής +μόλις, έτοιμος να κλαύση διότι δεν εύρισκε ψυχίον τι προς κορεσμόν +της πείνης του ήνοιξε το μόνον παράθυρον, έχον τριών σπιθαμών +μήκος. Ο οικίσκος όλος, χθαμαλός, ημιφάτνωτος, με είδος σοφά, +είχεν ύψος δύο ίσως οργυιών από του εδάφους μέχρι της οροφής. + +Ο Γέρος ανεβίβασε σκαμνίον τι επί του λιθίνου ερείσματος του +παραθύρου, ανέβη επί του σκαμνίου, εστηρίχθη διά της αριστεράς του +παραθυροφύλλου ανοικτού, εστηλώθη μετά τόλμης προς την οροφήν, +ανέτεινε την δεξιάν, και απέσπασεν έν κρύσταλλον εκ των κοσμούντων +τους «σταλαμμούς» της στέγης. Ήρχισε να το εκμυζά βραδέως και +ηδονικώς, και έδιδε και εις την Πατρώναν να φάγη. Επείνων τα +κακόμοιρα. + + +Η γραία Αχτίτσα επανήλθε μετ' ολίγον φέρουσα πράγμα τι τυλιγμένον +εις τον κόλπον της. Ο Γέρος, όστις εγνώριζεν εκ της παιδικής του +πείρας, ότι ποτέ άνευ αιτίας δεν εφούσκωναν οι κόλποι της μάμμης +του, αναπηδήσας έτρεξεν εις το στήθος της, ενέβαλε την χείρα, και +αφήκε κραυγήν χαράς. Τεμάχιον άρτου είχεν «οικονομήσει» και την +εσπέραν εκείνην η καλή, καίτοι ολίγον αυστηρά μάμμη, τις οίδεν +αντί ποίων εξευτελισμών, και διά πόσων εκλιπαρήσεων! + +Και τι δεν ήθελεν υποστή, προ ποίας θυσίας ηδύνατο να +οπισθοδρομήση, διά την αγάπην των δύο τούτων παιδίων, τα οποία +ήσαν δις παιδία δι' αυτήν, καθόσον ήσαν τέκνα του τέκνου της! Εν +τούτοις δεν ήθελε να δεικνύη αυτοίς μεγάλην αδυναμίαν, και «ήμερο +μάτι δεν τους έδιδε». Εκάλει τον άρρενα «Γέρον», διότι είχε το +όνομα του αληθούς γέρου της, του μακαρίτου μπάρμπα-Μιχαλιού, του +οποίου το όνομα της επόνει ν' ακούση ή να προφέρη. Το ταλαίπωρον +το θήλυ το εκάλει Πατρώναν θωπευτικώς, και ολίγον «σαν +αρχοντοξεπεσμένη που ήτον», μη ανεχομένη ν' ακούη το Αργυρώ, το +όνομα της κόρης της, όπερ εδόθη ως κληρονομιά εις το ορφανόν, +λεχούς θανούσης εκείνης. Πλην του υποκορισμού τούτου, ουδεμίαν +άλλην επιδεικτικήν τρυφερότητα απένεμεν εις τα δύο πτωχά πλάσματα, +αλλά μάλλον πρακτικήν αγάπην και προστασίαν. + +Η ταλαίπωρος γραία έστρωσε διά τα δύο ορφανά, ίνα κοιμηθώσιν, +ανεκλίθη και αύτη πλησίον των, τοις είπε να φυσήσωσιν υποκάτω του +σκεπάσματός των διά να ζεσταθούν, τοις υπεσχέθη ψευδομένη, αλλ' +ελπίζουσα να επαληθεύση, ότι αύριον ο Χριστός θα φέρη ξύλα και +ψωμί και μίαν χύτραν κοχλάζουσαν επί του πυρός, και έμεινεν άυπνος +πέραν του μεσονυκτίου, αναλογιζόμενη την πικράν τύχην της. + + +Το πρωί, μετά την λειτουργίαν (ήτο παραμονή των Χριστουγέννων) ο +παππα-Δημήτρης, ο ενορίτης της, επαρουσιάσθη αίφνης εις την θύραν +του πενιχρού οικίσκου· + + — Καλώς ταδέχθης, της είπε μειδιών. + +«Καλώς ταδέχθη» αυτή! και από ποίον επερίμενε τίποτε; + + — Έλαβα ένα γράμμα διά σε, Αχτίτσα, προσέθηκεν ο γέρων ιερεύς, +τινάσσων την χιόνα από το ράσον και το σάλι του. + + — Ορίστε, δέσποτα! Και μακάρι έχω τη φωτιά, εψιθύρισε προς +εαυτήν, ή το γλυκό και το ρακί να τον φιλέψω; + +Ο ιερεύς ανέβη την τετράβαθμον κλίμακα και ελθών εκάθισεν επί του +σκαμνίου. Ηρεύνησε δε εις τον κόλπον του και εξήγαγε μέγαν +φάκελλον με πολλάς και ποικίλας σφραγίδας και γραμματόσημα. + + — Γράμμα, είπες, παππά, επανέλαβεν η Αχτίτσα, μόλις τότε αρχίσασα +να εννοή τι της έλεγεν ο ιερεύς. + +Ο φάκελλος, ον είχεν εξαγάγει από του κόλπου του, εφαίνετο +ανοικτός από το έν μέρος. + + — Απόψε έφθασε το βαπόρι, επανέλαβεν ο εφημέριος· εμένα μου το +έφεραν τώρα μόλις έβγαινα από την εκκλησίαν. + +Και ενθείς την χείρα έσω του φακέλλου εξήγαγε διπλωμένον χαρτίον. + + — Το γράμμα είνε προς εμέ, προσέθηκεν, αλλά σε αποβλέπει. + + —Εμένα ; εμένα ; επανέλαβεν έκπληκτος η γραία. + +Ο παππα-Δημήτρης εξεδίπλωσε το χαρτίον. + + — Είδεν ο Θεός τον πόνον σου και σου στέλλει μικράν βοήθειαν, +είπεν ο αγαθός ιερεύς. Ο γυιός σου, σου γράφει από την Αμερικήν. + + — Απ' την Αμέρικα ; ο Γιάννης! ο Γιάννης με θυμήθηκεν; ανέκραξε +περιχαρής, ποιούσα το σημείον του Σταυρού η γραία. + +Και είτα προσέθηκε· + + — Δόξα σοι ο θεός! + +Ο ιερεύς έβαλε τα γυαλιά του και εδοκίμασε ν' αναγνώση. Είνε, +κακογραμμένα, κ' εγώ δυσκολεύομαι να διαβάζω αυταίς της τζίφραις, +που έβγαλαν τώρα, αλλά θα προσπαθήσωμεν να βγάλωμεν νόημα. + +Και ήρχισε μετά δυσκολίας, και σκοντάπτων συχνά ν' αναγινώσκη: + +«Παππα-Δημήτρη, το χέρι σου φιλώ. Πρώτον ερωτώ διά το αίσιον κτλ. +κτλ. Εγώ λείπω πολλά χρόνια και δεν ειξεύρω αυτού τι γίνονται, +ούτε αν ζουν ή απέθαναν. Είμαι εις μακρυνόν μέρος, πολύ βαθειά, +εις τον Παναμάν, και δεν έχω καμμίαν συγκοινωνίαν με άλλους +πατριώταις που ευρίσκονται εις την Αμερικήν. Προ τριών χρόνων +εντάμωσα τον (δείνα) και τον (δείνα), αλλά και αυτοί έλειπαν +χρόνους πολλούς, και δεν είξευραν τι γίνεται εις το σπίτι μας. + +Εάν ζη ο πατέρας ή η μητέρα μου, ειπέ τους να με συγχωρήσουν, +διότι διά καλό πάντα πασχίζει ο άνθρωπος και εις κακό πολλαίς +φοραίς βγαίνει. Εγώ αρρώστησα δύο φοραίς από κακαίς ασθένειες του +τόπου εδώ και έκαμα πολύν καιρόν εις τα σπιτάλια. Τα ό,τι είχα και +δεν είχα επήγαν και μόλις εγλύτωσα την ζωήν μου. Είχα υπανδρευθή +προ δέκα χρόνων κατά την συνήθειαν του τόπου εδώ, αλλά τώρα είμαι +απόχηρος, και άλλο καλλίτερον δεν ζητώ, παρά να πιάσω ολίγα +χρήματα να έλθω εις την πατρίδα, αν προφθάσω τους γονείς μου να μ' +ευλογήσουν. Και να μην έχουν παράπονον εις εμέ, διότι έτσι θέλει ο +Θεός, και δεν ειμπορούμε εμείς να πάμε κόντρα. Και να μη +βαρυγνωμούν αν δεν είνε θέλημα Θεού, δεν μπορεί άνθρωπος να +προκόψη. + +Σου στέλλω εδώ εσωκλείστως ένα συνάλλαγμα επ' ονόματί σου, να +υπογράψης η αγιωσύνη σου, και να φροντίσουν να το εξαργυρώσουν ο +πατέρας ή η μητέρα εάν ζουν. Και αν, ό μοι γένοιτο, είνε +αποθαμμένοι, να το εξαργυρώσης η αγιωσύνη σου, να δώσης εις κανένα +αδελφόν μου, εάν είνε αυτού, ή εις κανέν ανίψι μου, και εις άλλα +πτωχά. Και να κρατήσης και η αγιωσύνη σου εάν οι γονείς μου είνε +αποθαμμένοι, έν μέρος του ποσού αυτού διά τα σαρανταλείτουργα . . .» + +Πολλά έλεγεν η επιστολή αύτη και έν σπουδαίον παρέλιπε. Δεν +ανέφερε το ποσόν των χρημάτων, δι' όσα ήτο η συναλλαγματική. Ο +παππα-Δημήτρης παρατηρήσας το πράγμα, εξέφερε την εικασίαν, ότι ο +γράψας την επιστολήν, λησμονήσας, νομίζων ότι είχεν ορίσει το +ποσόν των χρημάτων παραπάνω, ενόμισε περιττόν να το επαναλάβη +παρακατιών, διό και έλεγε «του ποσού αυτού». + +Εν τούτοις άφατος ήτο η χαρά της Αχτίτσας, λαβούσης μετά τόσα έτη +ειδήσεις περί του υιού της. Ως υπό τέφραν κοιμώμενος από τόσων +ετών ο σπινθήρ της μητρικής στοργής ανέθορεν εκ των σπλάγχνων εις +το πρόσωπόν της και η γεροντική, ρικνή, και ερρυτιδωμένη όψις της +ηγλαΐσθη με ακτίνα νεότητος και καλλονής. + +Τα δύο παιδία, αν και δεν ενόουν περί τίνος επρόκειτο, ιδόντα την +χαράν της μάμμης των ήρχισαν να χοροπηδώσιν. + + +Ο κυρ-Μαργαρίτης δεν ήτον ιδίως προεξοφλητής, ή τοκιστής, ή +έμπορος, ήτον όλα αυτά ομού. Ένα φόρον επιτηδεύματος επλήρωνεν, +αλλ' έκαμνε τρεις τέχνας. + +Η γραία-Αχτίτσα εις φοβεράν διατελούσα ένδειαν, έλαβε το παρά του +υιού της αποσταλέν γραμμάτιον, εφ' ου εφαίνοντο γράμματα κόκκινα +και μαύρα, άλλα έντυπα και άλλα χειρόγραφα, εξ ων δεν ενόει τίποτε +ούτε ο γηραιός εφημέριος, ούτε αυτή, και μετέβη εις το μαγαζί του +κυρ-Μαργαρίτη. + +Ο κυρ-Μαργαρίτης ερρόφησε δραγμίδα ταμβάκου, ετίναξε την βράκαν +του, εφ' ης έπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατεβίβασε μέχρι των +οφρύων την σκούφιαν του, έβαλε τα γυαλιά του, και ήρχισε να +εξετάζη διά μακρών το γραμμάτιον. + + — Έρχεται απ' την Αμέρικα; είπε. Σ' εθυμήθηκε, βλέπω, ο γυιός +σου. Μπράβο, χαίρομαι. + +Είτα επανέλαβεν· + + — Έχει τον αριθμόν 10, αλλά δεν ξέρομε τι είδους μονέδα να είνε, +δέκα σελλίνια, δέκα ρούπιες, δέκα κολοννάτα ή δέκα..... Διεκόπη. +Παρ' ολίγον να έλεγε «δέκα λίρες». + + — Να φωνάξουμε το δάσκαλο, εμορμύρισεν ο κυρ-Μαργαρίτης· ίσως +εκείνος ξεύρει να το διάβαση. Τι γλώσσα να είνε τάχα ; + +Ο ελληνοδιδάσκαλος, όστις εκάθητο βλέπων τους παίζοντας το &κιάμο& +εις παράπλευρον καφενείον, παρακληθείς μετέβη εις το μαγαζί του +κυρ-Μαργαρίτη. Εισήλθεν ορθός, δύσκαμπτος, έλαβε το γραμμάτιον, +παρεκάλεσε τον κυρ-Μαργαρίτην να τον δανείση τα γυαλιά του και +ήρχισε να συλλαβίζη τους λατινικούς χαρακτήρας. + + — Πρέπει να είνε αγγλικά, είπεν, εκτός αν είνε γερμανικά. Από πού +έρχεται αυτό το δελτάριον; + + — Απ' την Αμέρικα, κυρ δάσκαλε, είπεν η θειά Αχτίτσα. + + — Από την Αμερικήν; τότε θα είνε αγγλικόν. + +Και ταύτα λέγων προσεπάθει να συλλαβίση τας λέξεις: ten pounds +sterling, άς έφερε χειρογράφους η επιταγή. + + — Sterling, είπε sterling θα σημαίνη τάλληρον, πιστεύω. Η λέξις +φαίνεται να είνε της αυτής ετυμολογίας, απεφάνθη δογματικώς. + +Και επέστρεψε το γραμμάτιον εις χείρας του κυρ-Μαργαρίτη. + + — Αυτό θα είνε, είπε, και επειδή υπάρχει επί της κεφαλίδος ο +αριθμός 10, θα είνε χωρίς άλλο γραμμάτιον διά δέκα τάλληρα. Το +κάτω-κάτω, οφείλω να σας είπω ότι δεν γνωρίζω από χρηματιστικά. +Εις άλλα ημείς ασχολούμεθα, οι άνθρωποι των γραμμάτων. + +Και τούτο ειπών, επειδή ησθάνθη ψύχος εις το πλακόστρωτον και +κατάψυχρον μαγαζείον τον κυρ-Μαργαρίτη, επέστρεψεν εις το +καφενείον, ίνα θερμανθή. + + +Ο κυρ-Μαργαρίτης, είχεν αρχίσει να τρίβη τας χείρας και κάτι +εφαίνετο σκεπτόμενος. + +Τώρα, τι τα θέλεις, είπε στραφείς προς την γραίαν· οι καιροί είνε +δύσκολοι, μεγάλα κεσάτια. Να το πάρω, να σου το εξαργυρώσω, ξέρω +πως είνε σίγουρος ο παράς μου, ξέρω αν δεν είναι και ψεύτικο; Από +κει κάτω, απ' τον χαμένον κόσμον, περιμένεις αλήθεια; Όλαις η +ψευταίς, η καλπουζανιαίς, από 'κεί μας έρχονται. Γυρίζουν τόσα +χρόνια οι σουρτούκιδες (με συγχωρείς, δεν λέγω το γυιό σου), εκεί +που ψένει ο ήλιος το ψωμί, και δεν νοιάζονται να στείλουν ένα +παρά, ένα σωστόν παρά, μοναχά στέλνουν παληόχαρτα. + +Έφερε δύο βόλταις περί το τεράστιον λογιστήριόν του και επανέλαβε· + +Και δεν είνε μικρό πράγμα αυτό, να σε χαρώ, είνε δέκα Να είχα δέκα +τάλλαρα εγώ, παντρευόμουνα. + +Είτα εξηκολούθησε· + + — Μα τι να σου πω; σε λυπούμαι, που είσαι καλή γυναίκα, κ' έχεις +και κείνα τα ορφανά. Να κρατήσω εγώ ενάμισυ τάλλαρο διά τους +κινδύνους που τρέχω, και για τα οχτώμισυ πλειά . . . Και για +νάμαστε σίγουροι, μη γυρεύης κολλοννάτα, να σου δώσω πεντόφραγκα, +για νάμαστε μέσα . . . Οχτώμισυ πεντόφραγκα λοιπόν . . . Α! +ξέχασα! . . . + +Τουναντίον, δεν είχε ξεχάσει· απ' αρχής της συνεντεύξεως, αυτό +εσκέπτετο. + + — Ο συχωρεμένος ο Μιχαλιός, κάτι έκανε να μου δίνη, δεν θυμούμαι +τώρα. + +Και επέστρεψεν εις το λογιστήριόν του. + + — Μα κ' εκείνος ο τελμπεντέρης ο γαμπρός σου, μου έφαγε δυο +τάλλαρα θαρρώ . . . + +Και ωπλίσθη με το πελώριον κατάστιχόν του. + + — Είνε δίκηο να τα κρατήσω . . . εσένα όσα σου δώσω, θα σου +φανούν χάρισμα. + +Ήνοιξε το κατάστιχον. + +Αι κατάπυκνοι και μυροβολούσαι σελίδες του καταστίχου τούτου +ωμοίαζον με πίονας αγρούς, με γην αγαθήν. Ό,τι έσπειρε τις εν +αυτώ, εκαρποφόρει πενταπλασίως. + +Ήτο, ως να έκοπτέ τις τα φύλλα του δενδρυλλίου, εκάστοτε ότε +εγένετο εξόφλησις κονδυλίου τινός, αλλ' η ρίζα έμενεν υπό την γην, +μέλλουσα και πάλιν ν' αναβλαστήση. + +Ο κυρ-Μαργαρίτης εύρε παρευθύς τους δύο λογαριασμούς. + + — Εννηά και δεκαπέντε, μου χρωστούσε ο μακαρίτης ο άντρας σου, +είπε, και δυο τάλλαρα δανεικά κι' αγύριστα του γαμπρού σου +γίνονται . . . + +Και λαβών κάλαμον ήρχισε να εκτελή την πρόσθεσιν πρώτον και την +αναγωγήν των ταλλήρων εις δραχμάς, είτα την αφαίρεσιν από του +ποσού των δέκα γαλλικών ταλλήρων. + + — Κάνει να σου δίνω . . . ήρχισε να λέγη ο κυρ-Μαργαρίτης. + +Τη στιγμή εκείνη εισήλθε νέον πρόσωπον. + + +Ήτον έμπορος Συριανός, παρεπιδημών δι' υποθέσεις εις την μικράν +νήσον. + +Άμα εισελθών διηυθύνθη μετά μεγίστης ελευθερίας και θάρρους εις το +λογιστήριόν, όπου ίστατο ο κυρ-Μαργαρίτης. + + — Τι έχουμε, κυρ-Μαργαρίτη; . . . Τ' είν' αυτό; είπεν, ιδών +πρόχειρον επί του λογιστηρίου το γραμμάτιον της πτωχής γραίας. + +Και λαβών τούτο εις χείρας· + + — Συναλλαγματική διά δέκα αγγλικάς λίρας από την Αμερικήν, είπε +καθαρά τη φωνή, πού ευρέθη εδώ; Κάμνεις και τέτοιες δουλειές, κυρ- +Μαργαρίτη; + + — Για δέκα λίρες! επανέλαβεν αυθορμήτως η Αχτίτσα, ακούσασα +ευκρινώς την λέξιν. + + — Ναι, διά δέκα αγγλικάς λίρας, είπε και πάλιν στραφείς προς +αυτήν ο Ερμουπολίτης. Μήπως είνε δικό σου; + + — Μάλιστα. + +Η θειά-Αχτίτσα, εν καταφάσει, έλεγε πάντοτε ναι, αλλά νυν ηπόρει +και αυτή πώς είπε μάλιστα και πού εύρε την λέξιν ταύτην. + + — Για δέκα ναπολεόνια, θα είνε ίσως, είπε δάκνων τα χείλη ο κυρ- +Μαργαρίτης. + + — Σου λέγω διά δέκα αγγλικάς λίρας, επανέλαβε και αύθις ο +Συριανός έμπορος. Παίρνεις από λόγια; + +Και έρριψε δεύτερον μακρόν βλέμμα επί του γραμματίου. + + — Είνε σίγουρος παράς, &αρζάν-κοντάν&, σου λέγω. Θα το εξοφλήσης, +ή το εξοφλώ αμέσως ; + +Και έκαμε κίνημα να εξαγάγη το χρηματοφυλάκιόν του. + + — Μπορεί να το πάρη κανείς για εννέα λίραις . . . γαλλικές, είπε +διστάζων ο κυρ-Μαργαρίτης. + + — Γαλλικαίς;.. το παίρνω εγώ διά εννηά αγγλικαίς . . . + +Και στρέψας όπισθεν το φύλλον του χάρτου, είδε την υπογραφήν, ην +είχε βάλει ο αγαθός ιερεύς, παρέβαλεν αυτήν με το όνομα το +φερόμενον εν τω κειμένω, και την εύρε σύμφωνον. + +Και ανοίξας το χρηματοφυλάκιον, εμέτρησεν εις την χείρα της θειά- +Αχτίτσας, και προ των εκθάμβων οφθαλμών αυτής εννέα στιλπνοτάτας +αγγλικάς λίρας. + + +Και ιδού διατί η πτωχή γραία εφόρει τη ημέρα των Χριστουγέννων +καινουργή «άδολην» μανδήλαν, τα δε δύο ορφανά είχον καθαρά +υποκαμισάκια διά τα ισχνά μέλη των και θερμήν υπόδεσιν διά τους +παγωμένους πόδας των. + + + +ΤΗΣ ΚΟΚΚΟΝΑΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ + + + +Δεν ήτο δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να +μην επερνούσε κανείς απ' εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω +ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν +από κάτω απ' της Σαματρίψαινας το σπίτι έως επάνω εις τον Ναόν της +Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα· κάθε βήμα και άσθμα. +Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν' αναβή, εγλιστρούσε διά να +καταβή. + +Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί +του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παληόσπιτον του γέρο- +Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το +σπίτι του Χατζή-Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. +Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, +σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κ' εκεί, οι οποίοι +θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί +ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και καλικάντζαροι ελλοχεύοντες και +καραδοκούντες έως να έλθη η ώρα να εισβάλλουν εις τας οικίας διά +των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του +κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την +εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε της αποθαλασσιαίς του έως τον μεσημβρινόν +τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του +χειμώνος. + +Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον δίπλα +εις το σπίτι του γέρο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή- +Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς +μέχρι του πατώματος, με τας ζυγώσεις χασκούσας έως της οροφής, με +την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, +την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει +ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία όσα κατήρχοντο την μεσηβρίαν από +το έν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να +αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το +ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, +της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι' +όσον τρόμον τους επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν. +Οι παππάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από +την οικίαν του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, +αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζειά, και διώκοντες τους +καλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και +εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρή +ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθή ν' +απολαύση την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γείνη +κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και +ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως εις απόκρυφον της ώρας +ταύτης των καλικαντζάρων. + + +Δεν είχεν αξιωθή ν' απολαύση την οικοκυράν της. Ο καπετάν- +Γιαννάκος ο Συρμαίος, ανήρ αισθηματικός και γενναίος «μερακλής», +όσον κανείς άλλος εκ των συγχρόνων του, είχεν ερωτευθή ποτέ εις το +Σταυροδρόμι την Κοκκώνα-Αννίκαν, ωραίαν, υψηλήν, με χρυσόξανθα +μαλλιά, λευκήν και με χαρακτήρας λεπτοτάτους, με βλέμμα το οποίον +κάτι έλεγε στην καρδιά. Ο πλοίαρχος ηρραβωνίσθη εν τη βασιλευούση +και κατήλθε με το καράβι εις την πατρίδα, όπου παρήγγειλε να του +κτίσουν, με σχέδιον κομψόν και ασύνηθες έως τότε εις την πολίχνην, +την μικράν ωραίαν οικίαν, σκοπεύων με το πρώτον ταξείδιον να φέρη +έπιπλα από την Βενετίαν, διά να ευπρεπίση, να στολίση την +νεόκτιστον οικίαν και την κάμη αξίαν της αβράς Κοκκώνας, την +οποίαν εμελέτα να φέρη από την Πόλιν· αλλ' η οικία δεν έμελλε να +τελειώση και η Κοκκώνα οκτώ μήνας μετά την μνηστείαν απέθνησκε +φθισική εις το Σταυροδρόμι και η οικία έμεινεν ατελείωτη, έρημη +και άχαρη, ανά τον λιθόστρωτον ανηφορικόν δρόμον, σιμά εις τον +κρημνώδη βράχον. Ως αόρατος δε επιγραφή επί του μετώπου της +καταρρεούσης οικίας, ως αόριστος τραγική ειρωνεία επί της τύχης +της, έμενε το όνομα : «της Κοκκώνας το Σπίτι». + + Μνημούρια του Φερήκ — κιοϊ κ' ολόρθα κυπαρίσσα . . . + Έχασα την αγάπη μου και λαχταρώ περίσσα. + +Την εσπέραν εκείνην, παραμονήν των Χριστουγέννων του έτους 185 . . . +δύο παιδιά κατήρχοντο με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτον και οι +πόδες των, ασυνήθιστοι εις τα πέδιλα τα οποία είχον φορέσει ίσως +εκτάκτως την εσπέραν εκείνην, έκαμναν μέγαν κρότον επί των πλακών +του εδάφους. Αμφότεροι εκράτουν ελαφράς ράβδους. Ο είς εκράτει +φανόν με την άλλην χείρα. Ήτο εβδόμη ώρα. Νυξ αστροφεγγής και +ψυχρά. Σφοδρός άνεμος κατήρχετο παγετώδης από τα χιονισμένα βουνά. +Ο άνεμος έκαμνε τα σφικτοκλεισμένα παράθυρα και τας +κλειδομανταλωμένας θύρας να στενάζωσιν υπό την ψυχράν πνοήν του. + +Τα παιδία εμάλωναν ως δυο γνήσιοι φίλοι. + + — Εγώ είδα π' σώδωκε ένα εικοσιπενταράκι, βρε Αγγελή, έλεγε το +έν. + + — Όχι, μα το θεριό, έλεγε το άλλο, μια πεντάρα μώδωκε. Να τηνε. +Κ' εδείκνυε μεταξύ των δακτύλων μίαν πεντάραν. + + — Όχι, επέμενε το άλλο το οποίον εκράτει το φανάριον. Το είδα εγώ +που ήταν εικοσιπενταράκι. Δεν με γελάς. + + — Όχι, μα την Παναγίδα, βρε Νάσο. Μια πεντάρα σου λέω. + + — Μ' αφήνεις να σε ψάξω; + + — Θα σ' πέση το φανάρι. + +Διά μιας ο Νάσος άφησε το φανάρι κατά γης και ητοιμάζετο να ψάξη +τον Αγγελήν. Είχον λάβει το μέτρον, επειδή δεν ενεπιστεύοντο +αλλήλους (ήσαν δεκαετείς την ηλικίαν): Ευθύς άμα κατήρχοντο από +εκάστην των οικιών όπου ανέβαιναν και ετραγουδούσαν τα +Χριστούγεννα, να κάμνωσιν ευθύς μερίδων πεντάρα και πεντάρα και +κανείς εκ των δύο να μην είνε κάσσα μέχρι τέλους της επιχειρήσεως. +Αλλά την τελευταίαν φοράν ο Νάσος είχεν υποπτευθή τον Αγγελήν. + +Εν τη θέρμη της λογομαχίας των, είχον λησμονήσει ότι έφθασαν ήδη +εις το στενόν του λιθοστρώτου, του άγοντος εις την επάνω +συνοικίαν, και ευρίσκοντο υποκάτω εις το σπίτι της Κοκκώνας, όπου +έβγαιναν φαντάσματα. Είχον σταματήσει εκεί και ο Νάσος ήρχισε να +ψάχνη τον Αγγελήν. + +Ο Αγγελής, ενόσω ο άλλος ηρεύνα τα θυλάκια της περισκελίδος του, +ίστατο αδιάφορος, αλλ' άμα η χειρ ανήλθε και ήρχισε να ψαύη τον +κόλπον, έπιασεν ο ίδιος το γιλέκον του αριστερά προς την μέσην, +και το έσφιγγε με όλην την δύναμίν του, εμποδίζων την χείρα του +φίλου του να φθάση έως εκεί. + + — Δεν μ' αφήνεις να σε ψάξω; + + — Άφησέ με, δεν έχω τίποτε. + + — Είσαι ψεύτης! + +Ο Αγγελής ύψωσεν απειλητικήν χείρα. + + — Είσαι ψεύτης και κλέφτης! + +Ελαφρός κόλαφος ηκούσθη και συγχρόνως φωνή παραδόξου όντος μελανού +την όψιν με μαλλιά ανατσουτσουρωμένα, με αλλόκοτα ράκη ως +ενδυμασίαν, αντήχησε· + + — Τι μαλλώνετε, βρε; + + +Τα δύο παιδία αφήκαν συγχρόνως διπλήν πεπνιγμένην κραυγήν και +εδοκίμασαν να τραπούν εις φυγήν αφήνοντα το φανάριον κατά γης. +Αλλά το παράδοξον ον με τον πόδα ανέτρεψε το φανάριον το οποίον +έσβυσεν ευθύς, και με τας δύο χείρας συνέλαβεν από τους βραχίονας +τα δύο τρέμοντα παιδία. + + —Ποιος είνε κάσσα, βρε; + +Τα δύο παιδία ήσπαιρον και εδοκίμαζαν να φύγουν. + + —Μη φοβάστε, δε σας τρώω. Δόστε μου τους παράδες σας, για να μη +μαλλώσετε και σκοτωθήτε. Καλά που βρέθηκα εδώ και σας γλύτωσα. + +Έψαξε της τσέπαις των δύο παιδιών, και συγχρόνως τα έσυρε προς την +θύραν του ισογείου της κατηρειπωμένης οικίας οπόθεν είχεν εξέλθει, +ως φαίνεται, το παράδοξον ον. Εκεί έβαλε τον Νάσον υπό κράτησιν +όπισθεν της θύρας, ισχύρωσε το άνοιγμα με το ίδιον σώμα του και +έψαξεν εν ανέσει τον Άγγελήν. Εύρε δεκαπέντε ή είκοσι πεντάραις +και δεκάραις εις τα θυλάκιά του. Είτα έψαξε τον Νάσον, εύρεν άλλα +τόσα και εις αυτού το θυλάκιον, ακολούθως απέπεμψε τα δύο παιδία. + + — Πηγαίνετε τώρα και μη φοβάσθε, άλλη φορά να μη μαλλώνετε. + + +Ο Γιάννης ο Παλούκας δεν είχε πώς να μεθύση και πώς να εορτάση τα +Χριστούγεννα, εκείνην την χρονιά. Ήτο συνήθως άεργος και η +τεμπέλικαις μικροδουλειαίς, τας οποίας εξετέλει κάποτε, πότε +κουβαλών νερό με την στάμναν εις τας οικίας, πότε υπηρετών τους +κηπουρούς, τους αλωνιστάς και τους εργάτας των ελαιοτριβείων, πότε +βοηθών τους γρυπάριδες εις την ανέλκυσιν του μακρού ατελειώτου +γρύπου επί της μεγάλης άμμου εις τον αιγιαλόν, δεν τον είχαν +«σηκώσει» κατά το έτος εκείνο. Τι να κάμη; Πώς να περάση τέτοια +χρονιάρα μέρα; Τι εσοφίσθη; + +Της Κοκκώνας το σπίτι, το οποίον εφοβούντο τα παιδία της πολίχνης, +και το οποίον δεν αγίαζαν οι παππάδες όταν κατήρχοντο από την άνω +συνοικίαν με τους σταυρούς, ήτο κατάλληλος σταθμός διά να κρυβή +κανείς και να περάση ως καλικάντζαρος, επειδή το εκαλούσαν η +ημέραις, αφού μάλιστα χάριν των ημερών αυτών θα το έκαμνε και ο +Παλούκας. Απ' εκεί θα επερνούσαν όλα τα παιδία της κάτω ενορίας, +δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών του χωριού, εις το γύρισμά των από +την επάνω ενορίαν, ότε θα είχαν ικανά κέρματα εις τα θυλάκιά των. +Ο Παλούκας δεν εσκέφθη περισσότερον. Έλαβε παλαιόν σιδηρούν +τηγάνιον, εμουντζουρώθη όλος εις το πρόσωπον — μετέθεσε, το επ' +αυτώ, δύο μήνας προϊμώτερα την αποκρηάν — , εφόρεσε παλαιά ράκη τα +οποία επρομηθεύθη κάπου και απελθών, άμα ενύκτωσεν, εξεκάρφωσεν +αθορύβως τας παλαιάς σανίδας, τας σχηματιζούσας χιαστί πρόχειρον +φραγμόν εις το ισόγειον της ερήμου οικίας της Κοκκώνας, και εχώθη +μέσα. Μίαν ώραν ύστερον κατήλθε διά του λιθοστρώτου η πρώτη +συνορίς των αδόντων παιδίων, ο Νάσος και ο Αγγελής. Είδομεν πως +ήλθαν βολικά τα πράγματα, και πως ο Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα να +περάση ως ειρηνευτής μεταξύ των παιδίων που εμάλλωναν. + +Αφού ο Νάσος και ο Αγγελής ετράπησαν εις φυγήν, αισθανόμενοι +φεύγον το έδαφος υπό τους πόδας των, κατήλθον άλλα παιδία, είτα +άλλα. + +Ο Παλούκας ήκουε μακρόθεν τους κρότους των βημάτων των, τας +ευθύμους φωνάς των και εψιθύριζε· + + — Μας έρχεται άλλη ζυγιά. + +Η τελευταία ζυγιά, ήτις κατήλθε, συνίστατο από τον Στάμον και από +τον Αργύρην, δύο φρονίμους παίδας. Ούτοι δεν εμάλλωναν, αλλ' +εσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τι να τα κάμουν τα λεπτά εκείνα που θα +εμάζωναν εκείνην την βραδειάν. + + — Να φτειάσουμε κ' ένα σκεπαρνάκι, βρε. + + — Να κόψουμε μια λεύκα. + + — Να πάρουμε φλαμούρι να κάμουμε καράβι. + + — Να βγάλουμε από τον πεύκο τ' Αλπάνη την καρίνα και τα +στραβόξυλα. + + — Εσύ θα είσαι μαραγκός, κ' εγώ πρωτομάστορας. + + — Βρε! καλώς τους μαστόρους, ηκούσθη έξαφνα μία φωνή. + +Ο Παλούκας είχεν εξορμήσει, τρίτην ή τετάρτην φοράν από την +κρύπτην. Ο Στάμος και ο Αργύρης αφήκαν πεπνιγμένην κραυγήν και +ηθέλησαν να φύγουν, αλλ' ο Παλούκας εφήρμοσε την μέθοδόν του και +τους ελήστευσεν. + + — Είνε άλλη ζυγιά; ηρώτησεν είτα. + +Τα παιδία τον εκύτταζαν με απλανή όμματα, απολιθωμένα από τον +φόβον. Αλλ' ο Στάμος, όστις ήτο δωδεκαετής και ξυπνητός, ενόησεν +εν τω μεταξύ ότι δεν ήτο φάντασμα. Ο φόβος του εμετριάσθη και +μετέδωκε θάρρος εις τον Αργύρην. + + — Είνε κι' άλλη ζυγιά; επανέλαβεν ακαταλήπτως ο παράδοξος +άνθρωπος. + + — Τι ζυγιά; ηδυνήθη ν' αρθρώση ο Στάμος. + + — Είνε άλλα παιδιά να καταβούν από τον απάνω μαχαλάν; + + — Δεν ξέρω, είπεν ο Στάμος. + +Την φοράν ταύτην ο Παλούκας είχεν ολιγωρήσει να σβύση τον φανόν, +διότι εκ της μέχρι τούδε πείρας του επείσθη ότι δεν θα τον +ανεγνώριζαν τα παιδία. Αλλ' ο Στάμος τον εκύτταξε τόσον καλά, ώστε +«εγύριζε μέσ' τον νουν του» ότι κάποιος ήτον και δεν απείχε πολύ +του να τον αναγνωρίση. + + — Πέστε μου, βρε αν είνε κι' άλλη ζυγιά, επέμεινεν ο Παλούκας. + + — Δεν ξέρουμε, επανέλαβεν ο Στάμος. + +Τέλος ο Παλούκας αφήκε τα παιδία ελευθέρα. + + +Παρήλθον δέκα λεπτά της ώρας, και γενναίον πετροβόλημα άρχισε να +δέρνη την στέγην, τας ξυλώσεις και τας δοκούς του αφατνώτου +πατώματος της ερήμου οικίας. Πολλοί λίθοι με υπόκωφον δούπον, +διερχόμενοι διά των δοκών, και άλλοι διά της θύρας, έπιπτον εις το +έδαφος του ισογείου. Στράτευμα παιδιών είχεν εξορμήσει από το +προαύλιον του ναού των Τριών Ιεραρχών, τριακόσια ή τετρακόσια +βήματα απέχοντος, και εξετέλει φοβεράν έφοδον κατά του ασύλου του +καλικαντζάρου. + +Τα πρώτα ληστευθέντα παιδία, ο Νάσος και ο Αγγελής, αφού έφθασαν +ασθμαίνοντα εις την μικράν πλατείαν την έμπροσθεν του ναού, μη +έχοντα πλέον διά τι πράγμα να μαλλώσουν έκαμαν αγάπην. Μετά +φιλικωτάτην δε συζήτησιν, εκ συμφώνου απεφάνθησαν ότι το παράδοξον +ον, το οποίον τους επήρε τα λεπτά, αφού δεν τους επήρε ούτε την +φωνήν ούτε τον νουν των, θα ειπή ότι δεν ήτον φάντασμα, ούτε +βρυκόλακας, και αφού δεν εδοκίμασε να τους φάγη, θα ειπή ότι δεν +ήτον καλικάντζαρος. Τι άλλο θα ήτο λοιπόν; θα ήτον άνθρωπος, χωρίς +άλλο. + +Η δευτέρα ζυγιά των παιδιών έφθασε μετ' ου πολύ, είτα η τρίτη και +η τετάρτη. Όλα τα ομοιοπαθή παιδία δεν ήργησαν να συνεννοηθώσιν +ομού. Τέλος ο Στάμος, όστις ήλθε τελευταίος μετά του Αργύρη, +επρότεινε και όλοι εψήφισαν να εκτελέσωσι τακτικήν νυκτερινήν +έφοδον κατά της οικίας. + +Ο Παλούκας την στιγμήν εκείνην εδίσταζε, και είχεν αποφασίσει να +αποσυρθή αφού είχε κάμει αρκετήν λείαν, όση θα ήρκει διά να μεθύση +την ημέραν των Χριστουγέννων, ως και την ημέραν των Επιλοχιών και +την του Αγίου Στεφάνου ακόμη. Ενώ δε ήτο έτοιμος να φύγη και πάλιν +έμεινεν, επήλθεν η πρώτη πυκνή χάλαζα των λίθων. + + — Να μια ζυγιά! εφώναξε φιλέκδικος ο Στάμος. + + — Να μια ζυγιά! επανέλαβον εν χορώ τα παιδία. + +Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον αν απεφάσιζεν ο Παλούκας να φύγη, θα +ήτο ήδη εκτός βολής. Δυστυχώς ήτο αργά τώρα. + +Απεφάσισε να αρπάξη μίαν σανίδα και μεταχειριζόμενος αυτήν ως +σπάθην άμα και ασπίδα να εκτέλεση έξοδον διασχίζων τας τάξεις του +εχθρού. Αλλά δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τον έκαμε να +οπισθοδρομήση με δύο πληγάς εις την κνήμην και εις τον βραχίονα. + + — Να κι' άλλη ζυγιά! εφώναξεν αδιάλλακτος ο Στάμος. + + — Να κι' άλλη ζυγιά! ηλάλαξαν τα παιδιά. + +Ο Παλούκας εκόλλησεν εις την εσωτερικήν γωνίαν του ισογείου, +στηρίξας τα νώτα εις τον τοίχον, ζαρωμένος υπό τινα δοκόν του +πατώματος, σύρριζα εις τον τοίχον βαλμένην, αλλά κ' εκεί, μέγας +λίθος, κτυπήσας επί του τοίχου ελόξευσε και τον έπληξε μετά +μετρίας βίας εις τον ώμον. + + — Βρε! αποσπόντα, εμορμύρισε γελών ακουσίως ο Παλούκας. + +Ευτυχώς δι' αυτόν οι εχθροί δεν απεφάσισαν να έλθωσιν έως την +θύραν του ισογείου. Λείψανον φόβου υπήρχεν ακόμη, φαίνεται, εις το +βάθος του παιδικού θράσους + +Τέλος, επειδή η μάχη παρετείνετο, ο Παλούκας μετά φρόνιμον σκέψιν +απεφάσισε ν' αναρριχηθή εις τον τοίχον (εγνώριζε πού υπήρχαν οπαί +από τα ικρία και της σκαλωσιαίς της οικοδομής) πατών από οπήν εις +οπήν. Το έκαμε ταχέως και επιτυχώς, και αφού έφθασεν εις το +πάτωμα, αόρατος εις τον εχθρόν όπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου +αποφασιστικώς επήδησεν από το άλλο μέρος, εντός του εδάφους της +αυλής του γέρο-Παγούρη. + +Ήτον ως δυο μπόγια υψηλή, όχι περισσότερον. Διότι το έδαφος ήτο +υψηλότερον κατά τρεις ή τεσσάρας σπιθαμάς έσωθεν του αυλογύρου. + +Ο Παλούκας έπεσε βαρύς, εκτύπησεν εις το γόνυ, ανετράπη, ανωρθώθη, +έψαυσε τα μέλη του, και βεβαιωθείς ότι δεν του είχε σπάσει κανέν +κόκκαλον, ετράπη εις φυγήν, τρέχων προς το άλλο μέρος του +αυλογύρου, όπου είξευρεν ότι ο περίβολος εκλείετο από απλούν +φράκτην, συγκοινωνών προς την αυλήν συγγενικής οικίας. + +Ο δούπος της πτώσεως του ηκούσθη εκείθεν του τοίχου της αυλής. + +Ο Στάμος εφώναξεν «εμπρός!» και δοκιμάσας το μάνδαλον της θύρας +τον αυλογύρου, είδεν ότι η θύρα ήτο ανοικτή. Εισώρμησε πρώτος και +τα άλλα παιδία τον ηκολούθησαν. + +Η φωνή του Παλούκα συνωδεύθη, εκτός του δούπου της πτώσεώς του, +και από άλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτά του είχαν πέσει από +την τσέπην. + +Ο Παλούκας δεν εγύρισεν οπίσω να τα μαζέψη. + +Ο Αγγελής, έν των παιδίων, ήκουσε ζωηρότατα τον μεταλλικόν κρότον, +αγροίκησε πολύ καλά το μέρος εις το οποίον είχον πέσει τα κέρματα, +και κύψας και ψηλαφών ήρχισε να τα μαζώνη με την φούχταν, ενώ τα +άλλα παιδία έτρεχαν κατόπιν του φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους +και κράζοντα· + + — Να κι' άλλη ζυγιά! Να κι' άλλη ζυγιά! + + +Κρότος παραθύρου ανοιγομένου ηκούσθη ήδη εις τον οικίσκον του +γέρο-Παγούρη, όστις ακούσας την ακατανόητον έφοδον, την γενομένην +την νύκτα εκείνην εις τον αυλόγυρόν του, ήνοιγε το παράθυρον και +ηρώτα έκπληκτος· + + — Τι είνε; τι τρέχει; . . . ποιος είνε; . . . ποιοι είστε; . . . +ε! δεν ακούτε! + +Όταν ο Αγγελής είχε μαζέψει ήδη όλα τα λεπτά όσα ηύρε, έφευγεν +οπίσω διά της μεσημβρινής θύρας, ενώ τα άλλα παιδία, πέραν του +βορεινού φράκτου, κατεδίωκον εις τον βρόντον τον Παλούκαν, όστις +είχε γείνει άφαντος ήδη, επαναλαμβάνοντα· + + — Να, κι' άλλη ζυγιά! Να, κι' άλλη ζυγιά! + + + +ΥΠΗΡΕΤΡΑ + + + +Την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους . . . η +δεκαοκταέτις κόρη το Ουρανιώ το Διόμικο, μελαγχροινή, νοστιμούλα, +εκλείσθη εις την οικίαν της ενωρίς, διότι ήτο μόνη. + +Ό πατήρ της, ο ατυχής μπάρμπα-Διόμας, αρχαίος εμποροπλοίαρχος +πτωχεύσας, όστις κατήντησε να γείνη πορθμεύς εις το γήρας του, +είχεν επιβή της λέμβου του περί μεσημβρίαν, όπως πλεύση εις την +νήσον Τσουγκριάν, τρία μίλια απέχουσαν, και διαπορθμεύση εκείθεν +εις την πολίχνην εορτασίμους τινάς προμηθείας. Υπεσχέθη ότι θα +επανήρχετο προς εσπέραν, αλλ' ενύκτωσε και ακόμη δεν εφάνη. + +Η νέα ήτο ορφανή εκ μητρός. Η μόνη προς μητρός θεία της, ήτις της +εκράτει άλλοτε συντροφίαν, διότι αι οικίαι των εχωρίζοντο δι' ενός +τοίχου, &εμάλλωσε& και αυτή μαζί της διά δυο στρέμματα αγρού και +δεν ωμιλούντο πλέον. Η νεάνις εκάθησε πλησίον του πυρός, το οποίον +είχεν ανάψει εις την εστίαν περιμένουσα τον πατέρα της, και +εκράτει το ους τεταμένον εις πάντα θόρυβον εις τα φαιδρά άσματα +των παίδων της οδού, ανυπόμονος και ανησυχούσα πότε ο πατήρ της να +έλθη. + +Αι ώραι παρήρχοντο και ο πτωχός γέρων δεν εφαίνετο. Το Ουρανιώ +είχεν απόφασιν να μη κατακλιθή, αλλ' έμενεν ούτως ημίκλιντος +πλησίον της εστίας. + +Παρήλθε το μεσονύκτιον και ήρχισαν ν' αντηχώσιν οι κώδωνες των +ναών, καλούντες τους χριστιανούς εις την ευφρόσυνον της εορτής +ακολουθίαν. + +Η καρδία της νέας &εκόπηκε μέσα της&. + + — Πέρασαν τα μεσάνυκτα, είπε, κι' ο πατέρας μου! . . . + +Συγχρόνως τότε ήκουσε θόρυβον και φωνάς έξωθεν. Η γειτονιά είχεν +εξυπνήσει και όλοι ητοιμάζοντο διά την εκκλησίαν. + +Η δύστηνος Ουρανιώ δεν αντέσχεν, αλλ' έλαβε την τόλμην να εξέλθη +εις τον σκεπαστόν και περίφρακτον υπό σανίδων εξώστην της οικίας, +όπου κρυπτομένη εις το σκότος προέβαλε διά της θυρίδος την +κεφαλήν. + +Μία γειτόνισσα, λάλος και φωνασκός, είχεν εγερθή πρώτη και +αφύπνιζε διά των κραυγών της τους γείτονας όλους, όσων ο ύπνος +ανθίστατο εις των κωδώνων τον κρότον, προσπαθούσα να εξυπνίση τον +άνδρα και τα παιδία της. Ο σύζυγος της Νταραδήμος είχεν ανάγκην +μοχλού διά να σταθή εις τους πόδας του. + +Η θύρα της οικίας των ήτο αντικρύ της του μπάρμπα-Διόμα. Το +Ουρανιώ έβλεπε καθαρώς απέναντι της την γυναίκα εκείνην κρατούσαν +φανόν, φωτίζουσαν οικτιρμόνως τα σκότη της οδού διά τους διαβάτας +και τους γείτονας. Διότι το σκότος ήτο βαθύ, και ελαφρός άνεμος +έπνεεν, όσος ήρκει διά να μεταφέρη εκ των χιονοσκεπών βουνών το +ψύχος και τον παγετόν εις τας φλέβας των ανθρώπων. + +Κατ' εκείνην την στιγμήν διήλθεν άνθρωπός τις, ον ιδούσα και +αναγνωρίσασα η Ουρανιώ δεν ηδυνήθη να μη μειδιάση. + + — Πώς! κι' ο Αργυράκης πάει στην εκκλησιά; . . . εψιθύρισεν. + +Ο Αργυράκης της Γαρουφαλιάς, όστις είχε το προνόμιον να +προσωνυμάται από του ονόματος της συζύγου του, είχεν ειπεί άλλοτε +και το λόγιον έμεινε παροιμώδες: «όποτε πάω στην εκκλησία βάια +μοιράζουνε». Αλλά την φοράν ταύτην τον εξύπνησε βιαίως η +Γαρουφαλιά και τω επέταξε να υπάγη εις την εκκλησίαν, διότι είδε +κακόν όνειρον, είπεν. Εφοβείτο μήπως η γύφτισσες (υπήρχον αντικρύ +του οικίσκου των πέντε ή έξ καλύβαι γύφτων, νεοφωτίστων) έκαμαν +μαγείας εναντίον της. Και αν αυτή επάθαινε τίποτε, Θεός να φυλάη! +ποία άλλη θα εκόλλα τον φούρνον, η 'μέραις που έρχονται, τώρα τον +Αϊ-Βασίλη κτλ. εις όλην την γειτονιά; Όλον δε το άτομόν της +ενεθύμιζε την μητέρα εκείνην των Σαράντα Δράκων του παραμυθιού, +ήτις εφούρνιζε με τας παλάμας και &επάνιζε& με τους μαστούς. + +Ο ευπειθής Αργυράκης, όστις μόλις έφθανε μέχρι των ώμων του +αναστήματός της, ηγέρθη, εφόρεσεν εις την κεφαλήν του τον +&γιοργούλη& του, εζώσθη το κόκκινον ζωνάρι του, τρεις σπιθαμάς +πλατύ, υπέδησεν εις τους πόδας τα πέδιλα του και εξήλθεν εις την +οδόν. + +Ταυτοχρόνως είχεν εξέλθει και ο Νταραδήμος, όστις έπιασεν ομιλίαν +με τον Αργυράκην της Γαρουφαλιάς. + + — Τώρα μ' αρέσεις, γείτονα, τω λέγει . . . μην είσαι αλιβάνιστος, +διότι είνε &κατά τα σκοίνια& (καταισχύνη). Το φεγγάρι δεν είνε +τώρα παν τς' Έλληνες (πανσέληνος), να φοβάσαι τον ίσκιο σου τη +νύχτα . . . + +Τοιαύτα ελληνικά ωμίλει ο Νταραδήμος. + + — Τι να κάμωμε, να σ' ορίσω γείτονα; απήντησε ταπεινοφρόνως ο +Αργυράκης· + +Και ο Νταραδήμος κατέβη εις την οδόν, προηγουμένης της συζύγου +του, κρατούσης πάντοτε τον φανόν. + + —Δεν ξέρουμε· να ήλθε τάχα ο γείτονας; είπε την στιγμήν εκείνην η +σύζυγος του Νταραδήμου και ρίπτουσα εκφραστικόν βλέμμα προς την +οικίαν του μπάρμπα-Διόμα· + + — Σωπάτε, είπε φέρων τον δάκτυλον εις το στόμα ο Αργυράκης· είπαν +πως βούλιαξε . . . + + — Τι; είπεν η σύζυγος του Νταραδήμου. + +Ο Αργυράκης ήτοιμάζετο να διηγηθή πώς και πού τα ήκουσεν, αλλά την +αυτήν στιγμήν γοερά και σπαρακτική κραυγή ηκούσθη από της σιγηλής +οικίας, προς ην έβλεπον οι τρεις ομιληταί. + +Από του σκεπαστού και περιφράκτου εξώστου, η δυστυχής το Ουρανιώ +είχεν ακούσει την λέξιν του Αργυράκη, και αφήκε την κραυγήν +εκείνην. + +Η άστοργος θεία, ήτις από έτους και πλέον δεν είχε καλημερίσει την +ανεψιάν της, ήκουσε την γοεράν κραυγήν, και λησμονήσασα τότε τα +δύο στρέμματα του αγρού, έτρεξε προς βοήθειαν της περιαλγούς +κόρης. + + +Περί την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας, ο ατυχής μπάρμπα-Διόμας είχε +φορέσει μέχρι των ώτων καταβαίνον όρθιον το παμπάλαιον φέσι του, +είχεν ενδυθή την &τσάκαν& του και το αμπαδίτικο βρακί του, και +καταβάς εις τον αιγιαλόν, έλυσε την μικράν, ελαφροτάτην και +υπόσαθρον λέμβον, και λαβών τας κώπας ήλαυνε προς την +μεσημβρινώτερον κειμένην μικράν νήσον Τσουγκριάν. + +Μόνη έμεινεν η Ουρανιώ εις την οικίαν, και μόνος ο μπάρμπα-Διόμας +επέβαινε της λέμβου του, ναύτης ο αυτός και κυβερνήτης και +πρωρεύς. + +Ναυτίλος από της δωδεκαετούς ηλικίας του, ο μπάρμπα-Διόμας +απέκτησεν αμοιβαδόν &σκούναις, γολέτταις& και &βρίκια&, ύστερον +υπεβιβάσθη εις &βρατσέραν&, και τέλος έμεινε κύριος της μικράς +ταύτης λέμβου, δι' ης εξετέλει βραχείας αλιευτικάς ή πορθμευτικάς +εκδρομάς. Τα περισσεύματα των κόπων του τα έφαγαν άλλοι πάλιν +φίλοι ατυχήσαντες και αυτοί εις τας θαλάσσιας επιχειρήσεις των. +Εις το γήρας του δεν τω έμεινεν άλλο τι, ειμή σιδηρά υγεία, δι' ης +ηδύνατο ακόμη ν' αντέχη εις τους θαλασσίους κόπους, χάριν του +επιουσίου άρτου εργαζόμενος. + +Ενίοτε, ελλείψει ομιλητού, διηγείτο τα παράπονά του εις τους +ανέμους και εις τα κύματα· + + — Πήγα δα και στην Αθήνα, σ' εκείνο το &Ιππομαχικό&, και μώδωκαν, +λέει, δύο &σφάκελλα& να πάω στο Σοκομείο να παρουσιασθώ στην +Πιτροπή· πήγα και στην Πιτροπή, ο ένας ο γιατρός με ηύρε γερό, ο +άλλος σακάτη, κι' αυτοί δεν είξευραν . . . ύστερα γύρισα στο +υπουργείο, και μου είπαν: «σύρε 'στο σπίτι σου, κ' εμείς θα σου +στείλωμε την σύνταξί σου». Σηκώνομαι, φεύγω, έρχομαι εδώ, +περιμένω, περνάει ένας μήνας, έρχονται τα χαρτιά στο λιμεναρχείο, +να πάω λέει, πίσω στην Αθήνα, έχουν ανάγκη να με ξαναϊδούν. Σηκώνω +τριάντα δραχμαίς από ένα γείτονα, γιατί δεν είχα να πάρω το +&σωτήριο& για το βαπόρι, γυρίζω πίσω στην Αθήνα, χειμώνα καιρό, +δέκα μέραις με παίδευαν να με στέλνουν από το υπουργείο στο +&Ιππομαχικό&, κι' από το &Ιππομαχικό& στο Σοκομείο, ύστερα μου +λένε: «πάαινε και θα βγη η απόφασι». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στο +σπίτι μου, καρτερώ . . . είδες εσύ σύνταξι; (απηυθύνετο προς +υποτιθέμενον ακροατήν), άλλο τόσο κ' εγώ. Επήρα κ' εγώ την +&πηρέτρα& και πασκίζω να βγάλω το ψωμί μου. + +&Πηρέτρα& ή &υπηρέτρα& ήτο το όνομα της λέμβου, όπερ ούτος τη +έδιδε. + +Και παύων να μονολογή, ήρχιζε να τραγωδή διά της τραχείας και +μονοτόνου φωνής του : + + Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νειάτα! . . . + +και δεν έλεγεν άλλον στίχον. + + +Καταπλεύσας εις την τερπνήν νήσον Τσουγκριάν, ο μπάρμπα-Λιόμας +εφόρτωσεν επί της «Υπηρέτρας» πέντε ή έξ ζεύγη ορνίθων, κοφίνους +τινάς ωών και τυρού, δύο ή τρεις ινδιάνους, και άλλα τινά πράγματα +και ήτοιμάζετο να λύση τα απόγεια της λέμβου και ν' αποπλεύση. +Αλλά την στιγμήν εκείνην προσήλθεν ο κουμπάρος του Σταθαρός, ο +ποιμήν του Τσουγκριά, και τον παρεκάλεσε να του κάμη την χάριν να +παραλάβη οχληρόν συμπλωτήρα . . . «υιόν υποζυγίου», ώριμον προς +επίσαξιν, . . . όπως κομίση αυτόν προς ένα των πολυαρίθμων +κουμπάρων του εις την πολίχνην. + +Ο μπάρμπα-Διόμας εσυλλογίσθη το βάρος, και έρριψεν αμήχανον βλέμμα +εις το στενόχωρον και την ελαφρότητα της «Υπηρέτρας», αλλ' αφ' +έτερου εσκέφθη ότι μία δραχμή, ο ναύλος του οναρίου, ήτο κάτι δι' +αυτόν, ήτο ο καπνός και ο οίνος των τριών σχολασίμων ημερών των +Χριστουγέννων, και απεφάσισε να προσλάβη τον πώλον. + +Ο κουμπάρος Σταθαρός ευχαριστηθείς τον εφίλευσεν ολίγα αυγά, μίαν +μυζήθραν, και ο μπάρμπα-Διόμας επιβιβάσας τον πώλον, έλαβε τας +κώπας, και έστρεψε την πρώραν προς τον λιμένα. + +Απεμακρύνθη, έκαμε πανιά, και διανύσας υπέρ το έν μίλιον, απείχεν +εξ ίσου σχεδόν του Τσουγκριά και της πολίχνης. Καίτοι +Βορειοδυτικός ο άνεμος, Γραίος, υπεβοήθει εκ πλαγίου το ιστίον, +διότι ο μπάρμπα-Διόμας έδιδε βορειοδυτικήν εις την λέμβον +διεύθυνσιν. + +Αλλ' ο πώλος, όστις έβοσκεν ησύχως το χόρτον του και δεν εφαίνετο +ν' ανησυχή πολύ περί του διάπλου, αίφνης εσήκωσε τον πόδα, έδωκεν +άτακτον λάκτισμα εις την σανίδα . . . και το &μαδέρι& της +ευθραύστου και υποσάθρου λέμβου διερράγη. + +Το ύδωρ ήρχισε να εισρέη εις το κύτος. + +Η λέμβος ήρχισε να βυθίζεται. + +Ταχύς ως η αστραπή, ο μπάρμπα-Διόμας απέβαλε το βαρύτερον φόρεμα, +τον αμπά του, τον οποίον είχε φορέσει μόνον εν όσω εκάθητο εις το +πηδάλιον, &έγειρε& προς το μέρος της &σκότας& του πανίου αριστερά, +εκρεμάσθη επί της πλευράς του σκάφους και κατώρθωσε να &μπαττάρη& +την λέμβον. + +Μέγας έγεινεν ο θρήνος υπό την ανατραπείσαν τρόπιδα. Όρνιθες, +ινδιάνοι, κόφινοι και ο αίτιος της συμφοράς, ο πώλος, όλα κατήλθον +εις τον πυθμένα. + +Ο μπάρμπα-Διόμας, όστις εκολύμβα ως έγχελυς, είχε και στήριγμα την +ανατραπείσαν «υπηρέτρα» την οποίαν ημπόδισε του να βυθισθή. + + +Περί τας δύο ώρας έμεινεν ούτως ο μπάρμπα-Διόμας επίστομα επί των +πλευρών του σκάφους, κρατούμενος διά των χειρών από της τρόπιδος, +μη τολμών να στηριχθή όλος επί των σανίδων, διότι η λέμβος θα +εβυθίζετο. + +Τέλος περί την αμφιλύκην, ενόσω υπήρχεν αρκετόν φως, όσον έρριπτεν +η ανταύγεια των χιονοσκεπών πέριξ ορέων, εφάνη μακρόθεν έν ιστίον. + +Ο μπάρμπα-Διόμας ήρχισε να φωνάζη με όσην δύναμιν τω έμεινεν +ακόμη. + +Ο άνεμος ήτο βοηθητικός διά το ερχόμενον πλοίον, όπερ έπλεεν εξ +ανατολών προς δυσμάς. + +Ήτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον. + +Αι φωναί του μπάρμπα-Διόμα δεν ηκούοντο, ο άνεμος τας ώθει μακράν +προς τον λίβα. + +Αλλά το τρεχαντήριον επλησίαζε και ο μικρός μαύρος όγκος της +ανατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ως φωλεά αλκυόνος επί των κυμάτων. + +Καθόσον όμως επλησίαζεν, ηδύναντο ν' ακουσθώσιν και αι φωναί. +Διότι το ανατραπέν σκαφίδιον, ωθούμενον υπό των κυμάτων, είχε +μετατοπισθή πολλάς δεκάδας οργυιών προς τα νοτιοδυτικά, και ο +γέρων ναυαγός συνέβαλε και αυτός εις τούτο διά των χειρών και των +ποδών. + +Τέλος το τρεχαντήριον προσήγγισε και απέλυσε την λέμβον. Ο +μπάρμπα-Διόμας ήκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, αλλά μόνον +ήκουσεν. Ευθύς κατόπιν ελιποθύμησεν. + +Οι δύο κωπηλάται ανέσυραν τον μπάρμπα-Διόμαν παγωμένον και ημιθανή +και τον ανεβίβασαν εις το τρεχαντήριον. + +Αφού του ήλλαξαν τα ενδύματα, δι' εμπνοών και προστρίψεων +προσεπάθησαν να τον ανακαλέσωσιν εις την ζωήν. + +Ο κυβερνήτης διέταξε να στρέψωσι πρώραν προς τον λιμένα, όπως τον +αποδώσωσι νεκρόν ή ζώντα εις τους οικείους του. + +Τέλος ο πτωχός ναυαγός ήνοιξε τους οφθαλμούς. + +Οι καλοί ναύται ηθέλησαν να τω προσφέρωσι πουντς και άλλα θερμά +ποτά. + +Αλλ' άμα ανοίξας τους οφθαλμούς ο μπάρμπα-Διόμας, διά του πρώτου +βλέμματος είδε βαρέλια. + +Το πλοίον ήτο φορτωμένον οίνους. + + — Όχι πουντς, όχι, είπε διά πεπνιγμένης φωνής· κρασί δώστε μου! + +Οι ναύται τω προσήνεγκον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου, και +ο μπάρμπα-Διόμας την ερρόφησεν απνευστί. + +Υπέφωσκεν ήδη η ημέρα των Χριστουγέννων, και η θεία εις μάτην +προσεπάθει να παρηγορήση την σφαδάζουσαν υπό άλγους Ουρανιώ. + +Αλλ' η σύζυγος του Νταραδήμου ελθούσα τότε ανήγγειλεν ότι ο +μπάρμπα-Διόμας εναυάγησε μεν, αλλ' εσώθη, και ότι έφθασεν υγιής. + +Ο Αργυράκης και άλλοι τινές αγρόται είχον ίδει, φαίνεται, μακρόθεν +την ανατροπήν της λέμβου, και εκείθεν διεδόθη ότι ο γέρων επνίγη. +Αλλ' επειδή ενύκτωσε, δεν είδον και το σωστικόν και οινοφόρον +τρεχαντήριον. + +Ο μπάρμπα-Διόμας, ελθών μετ' ολίγον και ο ίδιος, ενηγκαλίσθη την +κόρην του. + +Ω, πενιχρά αλλ' υπερτάτη ευτυχία του πτωχού! + +Το Ουρανιώ έχυνεν ακόμη δάκρυα, αλλά δάκρυα χαράς. Ο πατήρ της δεν +της είχε φέρει, ούτε αυγά, ούτε μυζήθραις, ούτε όρνιθες, αλλά της +έφερε το σκληραγωγημένον και θαλασσόδαρτον άτομόν του και τας δύο +στιβαράς και χελωνοδέρμους χείρας του, δι' ων ηδύνατο ακόμη επί +τινα έτη να εργάζηται δι' εαυτόν και δι' αυτήν. + + + + +Η ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ + + + +Ας εισδύη μία μόνη ακτίς ηλίου, άμα τη ανατολή διά του θαμβού +φεγγίτου, εις τον πενιχρόν θάλαμον, με τους τέσσαρας τοίχους +ασβεστωμένους λευκούς, με μίαν ψάθαν, και επ' αυτής μικρόν αμαυρόν +κιλιμάκι, στρωμένα επί του πατώματος με δύο προσκεφαλάδες +ακουμβημένας σύρριζα εις τους τοίχους, ένθεν και ένθεν της γωνίας +του πυρός, όπου τέσσαρες ξηροί δαυλοί και δύο μεγάλα ξύλα ορθά +καίουσι και βρέμουσιν επί της εστίας. Τοιούτος να είνε ο +χειμερινός θάλαμος, έχων τα νώτα εστραμμένα προς βορράν και προς +δυσμάς, συνεχόμενος με άλλον βορεινόν θαλαμίσκον, όστις να είνε +συγχρόνως δώμα και ηλιακωτόν και υπερώον. Κατεσκευασμένος με +πλίνθους, με ξυλοτοίχους, στεγασμένος με ξύλα και με κεράμους, +αφάτνωτος, ανώροφος, ευήλιος, αθέρμαστος, ευήνεμος, σχεδόν +υπαίθριος, με το μόνον υψηλόν και πλατύ παράθυρον, το απάδον εις +όλον τον ρυθμόν του κτιρίου, και, χάριν πολυτελείας, με πηχυαίαν +ύαλον, διά ν' απολαύη τις όρθιος, εις τα βασίλεια του Βορρά, την +μεγάλην θέαν και την μεγάλην πάλην. Τοιαύτη θα ήτο, χωρίς να +παραβώ την δεκάτην εντολήν, η μόνη φιλοκτημοσύνη μου και η μόνη +μου πλεονεξία. + +Ο οικίσκος να είνε κτισμένος επί βράχου υψηλού, επί του μόνου +υψηλού βορεινού βράχου του προσφιλούς εις τας αναμνήσεις μου. Εκεί +απλούται ατελείωτον το πέλαγος ανά την αχανή έκτασιν από ακτής έως +ακτής και από κόλπου έως κόλπου, και χαμηλόνει ο ουρανός εις την +μίαν άκρην την απωτέραν, διά να περιπτυχθή εγγύτερον την εσχατιάν +των θαλασσών, ο σάπφειρος φιλών τον σμάραγδον, το βαθύχλωρον +αντασπαζόμενον το γλαυκόν. Φυσά ο Καικίας κατερχόμενος από τα +βουνά της Θράκης, και ο Βορράς παγερός αποσπάται μυριοπτέρυγος από +τον νεφελοσκεπή και χιονοστέφανον Άθω, και ο Αργέστης ριγηλός +καταβαίνει από τον γεραρόν Όλυμπον φρίσσει το κύμα εις την επαφήν +της ψυχράς πνοής, φρικιά ο πορφυρούς πόντος από την κραταιάν +αύραν, ρυτιδούται η θάλασσα από την αλλεπάλληλον ραγδαίαν ριπήν, +αγριαίνει το πέλαγος, ωρύεται μανιωδώς η καταιγίς, ρήγνυται το +κύμα εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους. Συννεφούται ο ουρανός +από τας μαύρας κάπας των θυελλών τας πορευομένας επάνω του, +φαεινός στύλος προκύπτει εν ακαρεί εν μέσω αχανούς κυκεώνος +μελανών στροβίλων· ιδού η ακτίς θα διώξη το έρεβος· η γαλήνη θα +εξώση τον τυφώνα. Ο φαεινός στύλος ήτο σίφων τρομακτικός, σχεδόν +υπερφυές θέαμα, το οποίον ερρίζωσεν εν ριπή επί της θαλάσσης και +εκορυφώθη έως εις τον ουρανόν. + +Ο σίφων εξερράγη, ραγδαίος όμβρος έλουσε καταπληκτικώς την γην και +τους βράχους και τους αιγιαλούς, ο άνεμος συνεμαζεύθη εις τα άντρα +και τας αγκάλας, η Σκοτεινή Σπηλιά ηχεί παρατεταμένως, μυστηριωδώς +από την κοπείσαν κολοβήν πνοήν του ανέμου, από απειλήν νέας μανίας +λυσσωδεστέρας της πρώτης, από της φοβεράς εν τη σιωπή συνωμοσίας +των στοιχείων. Το Κακόρεμμα αντηχεί διακεκομμένως από την δάνειον +ιαχήν της λαίλαπος, από την καταρρακτώδη κάθοδον του χειμάρρου. Η +Νηρηίς ανήλθεν από το υποβρύχιον άντρον της, ανέβη εις το απάτητον +ύψος του αιχμηρού προβλήτος, και άτρωτος αυτή από τον όμβρον και +τον άνεμον, θεωρεί μειδιώσα την πάλην των στοιχείων. Ο Τρίτων +κολυμβών κάτω εις την ρίζαν του βράχου, ανίσχει την κεφαλήν έξω +του κύματος, και προβλέπει ερωτικώς την υψιβάτιδα και ασύλληπτον +δι' αυτόν άσπλαγχνον νύμφην. Ο ταύρος του Θεοδόση ο μονόκερως, ο +φιλέρημος και μελαγχολικός, καταβάς προ μικρού διά να κάμη τον +συνήθη περίπατόν του κάτω εις το βαθύ ρεύμα, το κατερχόμενον δι' +ελιγμών και βράχων και καταρρακτών εις τον μικρόν Γιαλόν, εξέβαλεν +ένα θρηνώδη μυκηθμόν, είτα έμεινεν εξηπλωμένος, απαθής, ακίνητος, +δεχόμενος επί των νώτων όλον τον κρύον λουτήρα της καταιγίδος. Εάν +έβλεπέ τι, έβλεπε τας ασπρομαύρους καλικατζούνας, μεγαλοθαλάσσια +όρνεα, τα οποία επί των ανεχόντων μέσω του κύματος σκοπέλων, εις +απόστασιν οργυιών τινων από της ξηράς, πολλοί εξέλαβον μακρόθεν ως +γυναίκας ανασφιγγωμένας και ασπρομαυροβολούσας, αίτινες ησχολούντο +να βγάλουν πεταλίδας, κύπτουσαι επί των βράχων. Αλλ' ήτο αδιάφορος +και προς το θέαμα τούτο, ως και προς όλα τα λοιπά. + + +Δύο γίδες του Στάθη του Μπόζα είχον λείψει την πρωίαν εκείνην από +τον μικρόν αιπόλον. Είχαν εκπέσει αποπλανηθείσαι, και είχαν +βραχωθή κάτω εις την στενήν πετρώδη κόγχην την σχηματιζομένην +κατέμπροσθεν και υποκάτω από το ιερόν βήμα της Παναγίας της +Γλυκοφιλούσης. Η κόγχη εκείνη ήτο και δεν ήτο εσοχή, ήτο και δεν +ήτο σπήλαιον. Σπήλαιον αστεγές και εσοχή σιγανή. Ηωρείτο επάνω της +αβύσσου, έχασκεν άνωθεν του πόντου. Κάτω βράχος χιλίων +εκατογχείρων αγκάλιασμα, κρημνός μόνον εις νυκτερίδας και εις +γλαύκας βατός. Εις την ρίζαν του βράχου το κύμα, πολλών οργυιών +βόλισμα, φωκών κολύμβημα και καρχαριών. Δεν ήτο δυνατόν να βάλη +τις εις τον νουν του, ότι ηδύνατο άνθρωπος να καταβή εις την +φοβεράν εκείνην αιώραν, διά ν' ανασύρη τας αποπλανηθείσας. Αι δυο +βραχωμέναι αίγες συνειθισμέναι ν' αναρριχώνται εις όλους τους +κρημνούς, ν' αναπηδώσιν επάνω εις όλα τα χαλάσματα, εις όλους τους +ρέποντας και καταρρέοντας τοίχους, δεν είχον εννοήσει ότι έπεσαν +εις παγίδα, την οποίαν ο δαίμων της αβύσσου είχε στήσει δι' αυτάς. +Ησθάνοντο και αυταί, ως άλογα κτήνη όπου ήσαν, ότι δεν ήτο δυνατόν +να γλυτώσουν από εκεί όπου ήσαν βραχωμέναι. + +Αφού έφαγαν εις μίαν ώραν όλην την κάππαριν και όλα τα κρίταμα και +τας αρμυρήθρας, όσαι ήσαν φυτρωμέναι εκεί, έβλεπαν καλώς ότι, διά +να ξαναβοσκήσουν, έπρεπε να περιμείνουν εβδομάδας ή μήνας τινας, +εωσού ξαναφυτρώσουν πάλιν άλλη κάππαρις και άλλα κρίταμα. Τούτο το +έπαθαν διά να έχουν την κακήν συνήθειαν να μη ζητούν ποτέ την +άδειαν του αιπόλου, εις όλας τας κινήσεις των και τα σκιρτήματά +των. Και διά να μάθουν άλλην φοράν, αν επιθυμούσαν ν' αρμυρίσουν, +να ευρίσκουν άλλον δρόμον διά να καταβαίνουν κάτω εις την άμμον +του αιγιαλού. Αλλά τώρα ήτο πολύ αμφίβολον αν θα εγλύτωναν, διά να +βάλουν γνώσιν δι' άλλοτε. + +Επάνω εις τον βράχον ήτο κτισμένον το παρεκκλήσιον μαστιζόμενον +από θυέλλας και λαίλαπας, λικνιζόμενον από το αειτάραχον και +πολύροιβδον κύμα, ναναριζόμενον από τα άσματα τα οποία ο άνεμος +έψαλλε δι' αυτό εις τους σκληρούς βράχους και εις τα ηχώδη άντρα. +Οι τέσσαρες τοίχοι ίσταντο ακόμη αρραγείς, πετροθεμελιωμένοι, +σώζοντες μικρόν επίχρισμα από παλαιού καιρού περί την +μεσημβρινοδυτικήν γωνίαν, χορταριασμένοι και μαυροπράσινοι περί +την βορειανατολικήν. Η στέγη, φέρουσα ακόμη ολίγας κεράμους και +πλάκας, εστηρίζετο επί δοκού με πολλάς ακτίνας, εκ σκληράς +καστανέας. Ολόγυρα εις τους τοίχους, υψηλά άνω των υπερθύρων και +υπό τα γείσα της στέγης, ωραία μικρά πινάκια παλαιών χρόνων ήσαν +εγκολλημένα, σχηματίζοντα μέγαν σταυρόν επί της χιβάδος του Ιερού +βήματος προς ανατολάς, μετά υποποδίου εις σχήμα ανεστραμμένου Τ εκ +πέντε άλλων πινακίων, και άλλους δύο σταυρούς δεξιόθεν και +αριστερόθεν, ύπερθεν των δύο παραθύρων του χορού, και τέταρτον +σταυρόν άνωθεν της φλιάς της εισόδου, δυσμόθεν. Και τα ωραία +παλαιά πιατάκια, ήσαν όλα χρωματιστά, γαλάζια και υποπράσινα και +κιτρινωπά και λευκά, με κλαδάκια και με ανθρωπάκια και με πουλιά, +φιλοκάλως και κομψώς διατεθειμένα, στίλβοντα εις τον ήλιον, χάρμα +των οφθαλμών, κειμήλια, υψηλά κείμενα, στερεά βαλμένα εις τας +κόγχας των, αφελή αναθήματα, λείψανα παλαιών χρόνων, περισώσματα +αρπαγών και δηώσεων παντοίων, ολιγώτερον φευ! ασφαλή από της +νεωτέρας αρχαιολογικής και αρχαιοκαπηλικής μανίας. Και ο απλούς +ούτος στολισμός παρείχε μεγάλην χάριν, μεμιγμένην με άρρητον +τρυφερόν θέλγητρον, εις το μικρόν βραχοφυτευμένον παρεκκλήσιον, +εμπνέων εις τον επισκέπτην μεγάλην επιθυμίαν να δρασκελίση το +κατώφλιον, να εισέλθη εις τον πενιχρόν ναΐσκον, ν' ανάψη κηρίον, +να κάμη τον σταυρόν του και ν' ασπασθή ευλαβώς την εικόνα της +Παναγίας της Γλυκοφιλούσης, της ζωγραφισμένης παρειάν με παρειάν +με το πρόσωπον του υπερθέου υπερηγαπημένου Βρέφους της. + + Και πάλι κίνησα ναρθώ, Χριστέ μου, στην αυλή σου, + να σκύψω στα κατώφλια σου τα τρισαγαπημένα, + οπού με πόθο αχόρταγο το λαχταρεί η ψυχή μου. + +Και δεν θα ήτο άλλως πολυάσχολος από την βιωτικήν τύρβην (αλλά διά +να είνε τοιούτος εις την έρημον εκείνην ακτήν, έπρεπε να είνε το +πολύ ζωέμπορος ταξειδεύων διά ν' αγοράση ερίφια), να σταθή ν' +ακούση τας Μεγάλας Ώρας και τον Εσπερινόν της Παραμονής των +Χριστουγέννων, ψαλλόμενα από τον μπάρμπα-Αναγνώστην τον Παρθένην, +τον μόνον βοηθόν του παππα-Μπεφάνη, εις όλας τας λειτουργίας, όσας +ετέλει εκείνος τας ημέρας ταύτας εξ ευχής και ταξίματος, κατά +προτίμησιν, εις το μικρόν παρεκκλήσιον. + + Η σάρκα μου αναγάλλιασε σιμά σου κ' η καρδιά μου. + Το χελιδόνι ηύρε φωλιά και το τρυγόνι σκέπη, + να βάλουν τα πουλάκια τους τα δόλια να πλαγιάσουν, + τον ιερό σου το βωμό, αθάνατε Χριστέ μου. + +Και ο ευσεβής προσκυνητής θα εύρισκε μεγάλην γλύκαν και +παρηγορίαν, από της πίκραις του κόσμου, εις το να θεωρή μόνον την +πενιχράν κανδήλαν καίουσαν εμπρός εις την ωραίαν εικόνα την +ζωγραφημένην από τον μακαρίτην Αθανάσιον τον Κεφαλάν, Ηπειρώτην, +άνδρα αγωνιστήν, ευπαίδευτον, πολύγλωσσον, ωρολογοποιόν και +ζωγράφον, όστις όμως όλην την ζωήν του υπήρξε δημοδιδάσκαλος +τρίτης τάξεως, και απέθανεν υπερενενηκοντούτης με την +τριακοντάδραχμον σύνταξίν του. + +Η ωραία μικρά εικών, με το ωχρόν πρόσωπον της Παναγίας, ενούμενον +κατά παρειάν με το λευκόν και ένθεον πρόσωπον του λατρευτού +Βρέφους της, είχεν άφατον γλυκύτητα, και ήτο καλλίστη έκφρασις της +μητρικής στοργής, της γεννωμένης ως εκ της πικράς ρίζης γλυκέος +καρπού ευθύς με τας ωδίνας του τοκετού, και συναυξανομένης με της +ανατροφής τους κόπους και τας μερίμνας. Και φιλακόλουθος πιστός +δεν θα υστέρει της αμοιβής διά την ευσεβή προσήλωσιν. + + Κάλλιο μια μέρα στη δική σ' αυλή, παρά χιλιάδες, + στον ίσκιο ας είμαι του ναού σαν παραπεταμένος + καλλίτερα, παρά να ζω 'ς αμαρτωλών λημέρια (1). + +Δεξιά επί του τέμπλου ήτο η εικών του Χριστού και η εικών του +Προδρόμου. Αριστερά η Παναγία η Γλυκοφιλούσα, η προστάτις των +μητέρων και ο Άγιος Στυλιανός ο φίλος και φρουρός των νηπίων. + +Επί του δεξιού και του αριστερού τοίχου υπήρχον ακόμη ολίγοι +Άγιοι, ζωγραφημένοι από παλαιού καιρού. Άλλων ήσαν φθαρμένα τα +πρόσωπα και τα στέρνα, άλλων ασβεστωμένα τα σκέλη και οι πόδες από +ατελείς αποπείρας επιχρίσεως ή στολισμού υπό αμαθών ευλαβών +γυναικών. Ήσαν ο Άγιος Ελευθέριος, ο ελευθερωτής των εγκύων, και η +Αγία Μαρίνα, η προστάτις των Ωδινουσών. Είτα ήσαν ο Άγιος Γεώργιος +και ο Άγιος Δημήτριος, με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας, τους +θώρακάς των και την άλλην πανοπλίαν των. Και η Αγία Βαρβάρα και η +Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και με τους κλάδους των φοινίκων εις +τας χείρας. Ήσαν και οι όσιοι, με τα κουκούλια, με τας λευκάς +γενειάδας των, με τα κομβοσχοίνια των και τους ερυθρούς σταυρούς +των, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας. Ήτο εκεί και ο +όσιος Ποιμήν ο ασκητής, με το λόγιόν του «ο Ποιμήν τέκνα ουκ +εγέννησε», και με την απάντησίν του εις τον Ανθύπατον, προκειμένου +περί ζωής ή θανάτου του αθώου ανεψιού του: «Ει μεν εύρης ένοχον, +κόλασον αυτόν· ει δε αθώον, ως θέλεις πράξον». + +Ήτο και αυτός εκεί, προστάτης ουδέν ήττον και φρουρός των ακάκων +κουττών παιδίων. Ήτο και ο όσιος Μωυσής ο Αιθίοψ, «ανθρωπος την +όψιν και θεός την καρδίαν». Μωυσής δεύτερος, είχε χαράξει το +σημείον του Σταυρού, όταν διεκολύμβησε δις και χιαστί τον Νείλον, +κρατών επί των οδόντων την μάχαιραν, με σκοπόν να φονεύση τον +εχθρόν του· και μη επιτυχών αυτόν, επανέπλευσε κρατών δύο κριούς +ζωντανούς, διά των ρωμαλέων βραχιόνων του, υπεράνω του ρεύματος. +Και ο λήσταρχος έγεινεν άγιος, και υπήγε να εύρη τον άλλον παλαιόν +ομότεχνόν του, εκείνον, τον οποίον, ως λέγει η παράδοσις, είχε +θηλάσει ποτέ εις την έρημον, κατά την εις Αίγυπτον φυγήν, εν καιρώ +της βρεφοκτονίας η Παναγία. + +Δεξιά δε τω εισερχομένω, και ευθύς μετά την θύραν ίστατο, παρά την +γωνίαν του μεσημβρινού τοίχου, η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια, +κρατούσα με την αριστεράν χείρα το μικρόν της ληκύθιον, το +περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και των επωδών και των +φίλτρων, ως να προσέφερεν αυτό εις τας ευσεβείς προσκυνητρίας, και +να έλεγεν : «Ελάτε· εγώ είμαι που χαλνώ τα μάγια». + +Το παρεκκλήσιον εώρταζε τη 26 Δεκεμβρίου την Σύναξιν της Υπεραγίας +Θεοτόκου, ήτοι τα Επιλόχια. + + Λεχούς αμώμου, ανδρός μη γνούσης λέχος + +Κάτωθεν της εικόνος, επί λευκής μεταξοϋφούς ποδιάς, εφαίνοντο +ανηρτημένα παιδάκια, και μόνον παιδάκια ασημένια, εξαιρέσει ενός +μόνον αργυρού τεμαχίου το οποίον έφερεν άλλο σχήμα ζώου, ομοίου +σχεδόν με άρνα κερασφόρον ή με έριφον. Επί τινος αφράκτου +ερμαρίου, εις τον αριστερόν τοίχον, έβλεπέ τις διάφορα +αντικείμενα, οίον στεφάνους ανδρογύνων (νεκρών ίσως ανδρογύνων) +τυλιγμένους εντός λευκής σκέπης, τεμάχια βαπτιστικών και +κουκουλίων, από το βάπτισμα βρεφών, ως και γυμνά κόκκαλα ακόμη και +τρυφερά λευκά κρανία μικρών παιδίων. + +Τα παιδάκια τα ανηρτημένα επί της λευκής ποδιάς ήσαν ομοιώματα +μικρών παιδίων, ταχθέντα από τας μητέρας, όταν τα μικρά των ήσαν +άρρωστα, εις την Παναγίαν την Γλυκοφιλούσαν, την μητέρα του θείου +βρέφους, και προσφερθέντα εις τον ναόν της μετά την ίασιν των +αρρώστων. Το ομοίωμα του μικρού ζώου ήτο και αυτό βεβαίως από +τάξιμον. Και οι στέφανοι των ανδρογύνων ήσαν αφελή αποθέματα και +μνημόσυνα ατυχών συνοικεσίων, γενόμενα υπό της μητρός, ήτις +επέζησεν έρημη και άχαρη, εις ανάμνησιν θυγατρός, ήτις απέθανεν +ίσως λεχώ, ευθύς μετά τον πρώτον τοκετόν, αφιερώματα και ταύτα εις +την προστάτιδα των λεχών, την Παναγίαν την Γλυκοφιλούσαν. Και τα +τεμάχια των βαπτιστικών και κουκουλίων ήσαν και ταύτα ενθύμια +παιδίων, αποθανόντων ευθύς μετά το βάπτισμα, και τα λευκά κόκκαλα +και τα κρανία τα τρυφερά ήσαν άσπιλα λείψανα παιδίων, τα οποία +είχεν ευδοκήσει να καλέση ενωρίς εις τον Παράδεισον πλησίον του +υιού της, του ειπόντος «Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με, και μη +κωλύετε αυτά», η Παναγία η Γλυκοφιλούσα. + + +Τα στέφανα του γάμου και τα βαπτιστικά κουκούλια του μικρού +παιδιού, τα είχε φέρει εις τον ναΐσκον η θειά-Αρετώ, η Χρονιάρα, η +αφιλοκερδής νεωκόρος και πρόθυμος διακοσμήτρια όλων των +εξωκκλησίων. Ήρχετο τακτικά δύο φοράς την εβδομάδα από το καλυβάκι +της, το οποίον απείχεν ημισείας ώρας δρόμον από την έρημον ακτήν, +ήρχετο διά να επισκεφθή την Παναγίαν την Γλυκοφιλούσαν, και τους +Αγίους Αποστόλους, και τον Άγιον Νικόλαον, και όλα τα παρεκκλήσια +τα κτισμένα επάνω εις τους αγρίους μονήρεις βράχους, διά ν' ανάψη +τα κανδήλια και να προσευχηθή εις τους Αγίους. Εκατοικούσε μετά +τον θάνατον του ανδρός της, του συχωρεμένου, εις τον εξοχικόν +οικίσκον, σιμά εις το Πυργί, επάνω από την Αγίαν Ελένην, ανάμεσα +εις το Κακόρεμμα και εις το Μεγάλο Ορμάνι. Είχε την μικράν +περιοχήν της, με τον ελαιώνα, την άμπελον, τους μικρούς κήπους, +και τον αγρόν, και απ' εκεί οικονομούσε το καθημερινόν της, κ' +εζούσεν αυτή και τα εγγόνια της, οι υιοί του μεγάλου υιού της, ο +πρώτος εικοσαετής, ο δεύτερος δεκαεπταετής, καλλιεργούντες την +γην. + +Οι γονείς των είχον αποθάνει νέοι προ δεκαπενταετίας και πλέον. Η +μάμμη των, αυτή τους ανέθρεψεν, αυτή τους είχεν αναστήσει, αυτήν +εγνώριζαν μητέρα. Η θειά-Αρετώ ήτο καλή Χριστιανή, και δεν είχε +κάμει κακόν εις καμμίαν γειτόνισσαν, και όμως υπέφερε πολλάς +δυστυχίας εις την ζωήν της. Ο χάρος την είχε κατατρέξει, και αν +δεν είχε και τα δύο εγγόνια της, θα ήτον έρημη εις τον κόσμον. Και +όμως εις όλα έλεγε: Δόξα σοι ο Θεός. Είχε και μίαν κόρην, την +Αλεξανδρώ, την οποίαν είχεν υπανδρεύσει προ τριών ετών, νέαν +είκοσιν ετών με τον Κωνσταντή τον Ντάναν. Και εις αυτήν είχε δώσει +καλά μαθήματα, και την έκαμε να είνε από πολλάς συνομηλίκους της +φρονιμωτέρα. Της έδιδε συμβουλάς, εκ των οποίων θα ηδύνατο να +ωφεληθή, εάν επέζη εκείνη. «Ζήσης, χρονίσης, θυγατέρα, της έλεγε, +ποτέ σου να μη ζηλέψης το ξένο στολίδι, να μην πης κακό για την +γειτόνισσα, να μην κυττάζης τι κάνει η πλαγινή σου, να μη βάλης +μαναφούκια, να μη ξευχηθής, να μη βλαστημήσης». + +Και άλλα ακόμη της έλεγε. Πλην εκείνη, η πτωχή, δεν είχε τύχην να +ζήση, διά να βάλη εις πράξιν όλας τας καλάς ταύτας συμβουλάς. +Προχθές ακόμη το παρθενικόν άνθος είχεν ανοίξει ερυθρόν. Χθες +έγεινε νύμφη· την άλλην ημέραν μήτηρ, λεχώ, νεκρά. Και όμως η +θειά-Αρετώ δεν ήτο στρίγλα· και όμως, αφού επί δέκα έτη της έδιδεν +ευχάς και συμβουλάς, αρχίζουσα πάντοτε από την φράσιν αυτήν: +«Ζήσης, χρονίσης, θυγατέρα», την ημέραν καθ' ην έγεινε νύμφη +εκείνη, οργισθείσα η μήτηρ από περισσάς ίσως απαιτήσεις του +γαμβρού, ως προς την προίκα, από διφορουμένην ίσως και παθητικήν +στάσιν της κόρης, τις οίδεν, από τι τέλος, της είπεν, εις τον +θυμόν της επάνω «να μη χρονίση!» Και πράγματι δεν εχρόνισε. + +Και όμως η γραία δεν ήτο κακής ψυχής· όμως είχε καταρασθή την +κόρην της «να μην την εύρη ο χρόνος!» Και δεν την ηύρεν ο χρόνος. +Και αφού απέθανεν εκείνη δέκα ημερών λεχώ, και απέθανε και το +παιδίον δωδεκαήμερον, αφού εβαπτίσθη, η θειά-Αρετώ, την οποίαν +τινές των καλών γειτονισσών είχαν επονομάσει «η Χρονίστρα», και +άλλαι πάλιν την έλεγαν απαισίως η «Αχρόνιαστη», και πάλιν άλλαι +την ωνόμαζαν ευφήμως «η Χρονιάρα», έλαβε τα στέφανα του γάμου, +έκοψε και μέρος από τους «φωτεινούς χιτώνας» και τα «κουκούλια +αγαλλιάσεως» του μικρού, και τα έφερεν αφιέρωμα εις τον ναΐσκον +της Παναγίας. Έλαβε και την μεταξωτήν νυμφικήν στολήν της άμοιρης, +και την προσέφερεν όλην εις τον παππα-Μπεφάνην, τον συνήθη +ιερουργόν του παρεκκλησίου. Και το μεν κόκκινον εκ μεταξωτής +σκέπης υποκάμισον με την τραχηλιάν και τα μανίκια κεντητά εκ +χρυσού, το έκαμε στιχάριον, διά να το φορή ο ιερεύς ποδήρες, όταν +προσφέρη τας λογικάς θυσίας. Το δε ποδογύρι του φουστανιού, +ολόχρυσον, τρεις σπιθαμάς παρά δύο δάκτυλα πλατύ, με αδράς εκ +χρυσού κλάρας και με άνθη, το έκαμεν επιτραχήλιον, διά να το φορή +ο λειτουργός τας καλάς ημέρας. Την δε χρυσήν ζώνην με τα αργυρά +τορνευτά και αμυγδαλωτά τσαπράκια, την έκαμε περιζώνιον, διά να το +ζώνεται ο ιεροφάντης περί την οσφύν του. Και τα χρυσοΰφαντα +προμάνικα του βαβουκλιού, τα αναδιπλωμένα περί τας ωλένας των +νυμφών, τα έκαμεν επιμάνικα, διά να συστέλλη ο θύτης τους καρπούς +των χειρών του, όταν εν φόβω έμελλε να προσφέρη τα άγια. Και το +ωραίον πολύπτυχον φόρεμα, το χαρένιο με το γλυκό βυσσινί χρώμα, +και το οποίον έκαμνε νερά-νερά εις το βλέμμα, το έκαμε φαιλόνιον +διά να σκέπη ο ιερεύς τα νώτα και το στέρνον του, όταν ίσταται +ενώπιον του θυσιαστηρίου. Και όλην αυτήν την αλλαξιάν των ιερών +αμφίων, την είχε προσφέρει εις τον παππα-Μπεφάνην, τον συχνόν +λειτουργόν και σχεδόν εφημέριον του μικρού βορεινού παρεκκλησίου. +Και δύο φοράς την εβδομάδα έπαιρνε το ραβδάκι της εις την δεξιάν +χείρα και το καλαθάκι της εις τον αγκώνα του αριστερού βραχίονος, +και οδηγούσα και μίαν αμνάδα και μίαν αίγα, τας οποίας έβοσκεν η +ιδία, κατήρχετο από το Μεγάλο Ορμάνι, και έφθανεν εις την κρημνώδη +θαλασσόπληκτον ακτήν, κ' επήγαινε ν' ανάψη τα κανδήλια της +Παναγίας της Γλυκοφιλούσης. + + +Είχε σιγήσει ο φοβερός τυφών, και είχε κοπάσει η λαίλαψ, και η +θάλασσα έβραζεν ακόμη, με υπόκωφον βοήν, δεχομένη τα χωματόχροα +και θολά ρεύματα των χειμάρρων, και ο άσπιλος πόντος είχε μιανθή +από της γης τας ύλας. Ο ήλιος είχε φανή εις μίαν γωνίαν του +ουρανού, τα σύννεφα είχαν συμμαζευθή εις μίαν άλλην γωνίαν. Ο +ταύρος του Θεοδόση, ο φιλέρημος, με το έν κέρατον (είχε χάσει το +άλλο προ ετών, όταν ήτο νέος ακόμη εις μάχην με άλλον ταύρον), +εξηκολούθει να βλέπη τας καλικατζούνας, αίτινες είχον κατέλθει προ +ολίγου, τις οίδε από ποίαν ανήλιον σπηλιάν, από τα ύψη των φοβερών +αλιπλήκτων βράχων, και έκαμναν ως να εβουτούσαν τα ράμφη επιπολής +του κύματος, και ετίναζαν τα πτερά διά να στεγνώσουν, και πάλιν +έκαμναν ως διά να βουτήξουν. Τέλος εβούτηξαν όλαι εν σώματι, και +ανελθούσαι εις το κύμα, ήρχισαν να πλέωσι κανονικώς, ως μικρός +στολίσκος τελείως ωργανισμένος, ηγουμένης μιας, είτα δευτέρων +ερχομένων δύο, και ακολουθουσών των λοιπών δέκα ή δώδεκα, δύο +μόνον ουραγών επομένων. Ο ταύρος αφήκε μακρόν μυκηθμόν, εσηκώθη +και αυτός, ετίναξε τα μέλη, και στραφείς ήρχισε να ανέρχηται το +ρεύμα, επιστρέφων εις την στάνην του Θεοδόση, ως έκαμνε +καθημερινώς, όταν δεν είχεν εργασίαν. + +Αι αίγες του Στάθη του Μπόζα, αίτινες είχον καταυλισθή ενόσω +διήρκει η καταιγίς, υποκάτω εις το μέγα Κιόσκι, το σωζόμενον ακόμη +του παλαιού ερήμου χωρίου, όπου το πάλαι συνήρχοντο όλοι οι +προεστοί και εβουλεύοντο περί των κοινών, εξήλθον και αυταί διά να +βοσκήσωσιν, άμα η καταιγίς έπαυσε. Και δύο εξ αυτών είχαν +ξεκαμπίσει, και είχαν απομακρυνθή, και κατέβησαν από ένα υψηλόν +κυρτόν βράχον, και έφθασαν εις την μικράν κόγχην, κάτωθεν του +ιερού βήματος της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης, οπόθεν αρχίζει ο +φοβερός κάθετος κρημνός εις την θάλασσαν, διακοσίων οργυιών ύψος, +κ' εκεί, αφού εβόσκησαν όλα τα κρίταμα όσα ηύραν, εβραχώθησαν κ' +έμειναν, μη δυνάμεναι πλέον ν' αναβώσιν. Εβραχώθησαν, καθώς +βραχώνεται η μεγάλη χονδρή απετονιά με το μέγα άγκιστρον και με το +γενναίον δόλωμα εις το θαλάμι, κάτω εις τον πυθμένα εις τα +ανεξερεύνητα βάθη, ανάμεσα εις βράχους ριζωμένους και εις φύκη και +όστρακα. Και το μεν δόλωμα το έφαγεν ο πελώριος ορφός ή η σμίρνα η +παρδαλή και μαυρειδερή, η αντιπαθής και άπιαστη, το άγκιστρον +εβραχώθη κάτω εις το θαλάμι, και δεν εβγαίνει πλέον, η δε απετονιά +τραβάται και τεντώνεται και κόπτεται, και ο ψαράς μένει με δύο +πήχεις σπάγγον εις την χείρα. + +Ομοίως και ο Στάθης ο Μπόζας ο βοσκός έμεινε με το μικρόν κοπάδι +του κολοβόν και ακρωτηριασμένον, άμα έχασε τας δύο αίγας, τας +οποίας έβλεπεν ιστάμενος επάνω εις την κορυφήν του βράχου, κρατών +την υψηλήν μαγκούραν του, και ο ίσκιος του έπιπτε μακρός εμπρός +του, και η κεφαλή του εφαίνετο πέραν εις μεγάλην εξοχήν του +βράχου, μόλις διακρινομένη και χανομένη, καθόσον ο ήλιος +εχαμήλωνεν ολονέν εις την δύσιν. Τας έβλεπε φυλακωμένας, εις την +φοβεράν πτυχήν του κρημνού, παρά τρίχα εις αυτό το χείλος της +αβύσσου, και τας εκάλει εις μάτην, διά των καταληπτών εις εκείνας +συνθηματικών μονοσυλλάβων· + + — Αι, αι! όι! Ψαρή! ω, χω, Στέρφα! + +Εις μάτην. Η Ψαρή και η Στέρφα είχαν καθήσει αδρανείς, ανάλγητοι, +αναίσθητοι, και ουδ' απήντων διά βελασμού εις τας προσκλήσεις του +βοσκού. + +Και ο Στάθης έκυπτε και έκυπτε προς την άβυσσον, αφειδών της ιδίας +ψυχής του, περιφρονών τον ίλιγγον, προκαλών την σκοτοδίνην, διά να +τας ίδη καλλίτερον. Και τα δύο ζωντανά πράγματα ίσταντο και +εκάθηντο και έκαμπτον τα γόνατα επί της στενής προβολής του +βράχου, και μόνον η μία, η Ψαρή, απήντησε τέλος διά παραπονετικού +βελάσματος εις τας προσκλήσεις του κυρίου της. Η άλλη, η Στέρφα, +ούτε φωνήν εξέβαλλεν, ούτε κίνημα έκαμεν, ούτε εσκέπτετό τι περί +όλης της θέσεως των πραγμάτων. + + — Δεν με μέλει για την Στέρφα, είπε τέλος στενάζων ο βοσκός. Την +Ψαρή ας μπορούσα να γλυτώσω! . . . + + +Ο μπάρμπ’-Αναγνώστης ο Παρθένης, όστις είχε φθάσει αρτίως κ' +εκάθητο επί της πεζούλας, έξωθεν του ναΐσκου της Παναγίας, +περιμένων να έλθη ο παππα-Μπεφάνης, διά να διαβάσουν τον εσπερινόν +— ήτο δε τότε η ημέρα του αγίου Στεφάνου, τρίτη από των +Χριστουγέννων — επρότεινε γνώμην ότι έπρεπε να πάρουν λεπτόν αλλά +γερόν σχοινί, να κάμουν θηλειάν, τεχνικά, εις την άκρην και να το +ρίψουν κάτω, διά να τραβήξουν τας δύο αίγας. Η θειά-Αρετώ η +Χρονιάρα είπε να κατεβάσουν διά σχοινίου μεγάλην υπερμεγέθη +κοφίναν, και να σείουν το σχοινίον τοιούτω τρόπω, ώστε να είνε +ελπίς να έμβη τέλος η μία γίδα πρώτον, είτα η άλλη, μέσα εις την +κοφίναν, και ούτω να τας ανασύρουν την μίαν μετά την άλλην. Η +θειά-Αρετώ διηγείτο ότι παρόμοιόν τι είχε συμβή εις τον παππούν +της προ εξήντα χρόνων, και ότι το μέσον τούτο επέτυχε τότε. Ο +Κωνσταντής ο Περηφανάκιας, συνάδελφος του Στάθη βοσκός, εξέφερε +γνώμην ότι έπρεπε να πάρουν μέγα χονδρόν άγκιστρον, ωσάν αρπάγην, +να το δέσουν εις την άκραν του σχοινίου, και εις το άγκιστρον +επάνω να περάσουν κλαδιά και χόρτα και βλαστάρια, και διά του +δολώματος τούτου να εφελκύσουν τας δυο αίγας, ώστε, ενώ αύται θα +εμασούσαν την ορεκτικήν τρυφεράν βοσκήν, το οξύ ακονημένον +άγκιστρον θα ήτο πιθανόν να χωθή μέσα εις το κατωσάγωνον της μιας +και της άλλης γίδας, και τότε, αιματωμένας μεν, αλλά σωσμένος, θα +τας ετραβούσαν επάνω. + + — Δεν είνε προκοπή, είπεν αποφασιστικώς ο Στάθης ο Μπάζας· έλα να +με καλουμάρετε κάτω, να ιδώ τι θα κάμω. . . . + +Η θειά-Αρετώ ήρχισε να κάμνη πολλούς σταυρούς, εξισταμένη διά τον +τολμηρόν λόγον του βοσκού. + + — Πού να σε κατεβάσουν, γυιέ μ' Στάθη μ', έλεγε· πώς να σε +κατεβάσουν! Πού θα πας; πού θα πατήσης; + +Ο μπάρμπ’-Αναγνώστης ο Παρθένης ετανύσθη ακουμβών εις τον τοίχον +της εκκλησίτσας, εις το προσήλιον, και αφήκε παρατεταμένον +θορυβώδες χάσμημα, ηνωμένον μετά στεναγμού. + +Ο Κωνσταντής ο Περηφανάκιας ήρχισεν ευγλώττως ν' αποτρέπη τον +Στάθην τον Μπόζαν. + + — Δε βολεί, να σ' πω, Στάθ', απ' λέει ου λόους, τάχα, να πούμε. +Γλέπ'ς κει δα κάτ' είν' η γίδης στριμουμέναις κ' η δυο, τουλόου σ' +πού θα πατήσης να τσ' δέσης να τσ' ανεβάσης απάν'; + +Την στιγμήν εκείνην έφθασε και ο παππα-Μπεφάνης, με την λευκήν του +γενειάδα, με το κοντόν τρίχινον ράσον του, και με το μαύρο σάλι +του περί τον λαιμόν. Έμαθε το συμβάν, ήκουσε το σχέδιον του Στάθη, +κ' έσεισε την κεφαλήν. + + — Αποκοτιά, είπε, μεγάλ' αποκοτιά. + + — Αποκοτιά, μαθές, επανέλαβε και η θειά το Αρετώ. + +Συγχρόνως δε κατέβη εις τον νουν της μία ιδέα. + + — Αμμή σαν το αποφασίσης, γυιέ μ', κάνε το σταυρό σ', και τάξε +τίποτε στην Παναγιά, να σε φυλάξη. + + — Έταξα εγώ μέσα μου, είπεν ο Στάθης· έταξα να της την πάγω +ασημένια τη μια τη γίδα, σαν την γλυτώσω, την Ψαρή. + +Την Ψαρή ας γλύτωνα! + +Ο ιερεύς έκαμε διφορούμενον νεύμα. + + — Δεν είνε πρέπον, είπε, να παρακινούμεν τους άλλους να τάζουν. . . . +Το τάξιμον είνε προαιρετικόν. . . . «Όση πέφυκεν η +προαίρεσις», που λέει και το τροπάρι . . . Μα ας είνε . . . αν +ήθελε να κάμη καμμιά λειτουργία . . . + +Την τελευταίαν φράσιν την είπε παραπονετικώς μέσα του. Είτα +επανέλαβε· + + — Και το καλλίτερο που έχει να τάξη κι' αυτός κι' όλοι τους είνε +να μην αφίνουν τα γίδια τους να 'μβαίνουν μέσα εις τα ξωκκλήσια +και τα γεμίζουν βιρβιλιαίς. . . . Να είνε προσεκτικώτεροι και να +έχουν περισσότερον σέβας . . . Να μην πατούν τα ξένα κτήματα με τα +κοπάδια τους και τρώγουν της εληαίς και τα θηλιάσματα των +Χριστιανών. Αυτά πρέπει να τάξη. + + — Τάζω, είπεν ο Στάθης. + + — Καλά, νάχης την ευχή . . . Τώρα, αν σε καλουμάρουν, έχε θάρρος. + + — Η ευχή σ', παπά μ'. + + +Εφαίνετο αποφασισμένον ότι ο Στάθης θα κατεβιβάζετο διά σχοινίου +εις τον βράχον, διά να ζητήση τας δύο χαμένας αίγας του. Μόνον ο +Περηφανάκιας έλαβε πάλιν τον λόγον· + + — Να σ' ορίσου, απ' λέει, ου λόους, παππά μ', να σ' πω, Στάθη μ', +αυτό, τι λογάτε, είνε, απούπε κ' η αϊωσύνη τ', απ' λέει κ' η θεια +τ' Αρετώ, μειγάλη απουκουτιά. Ένα πάτ'μα είνε κει-δαμέσα, έν' +απλόχερο χούμα κη δυο δάχτ'λα κουτρώνι, πού θα πατήσ', πως θα +πιάσ' τσ' γίδης, να τσ' δέσ', απ' λέει ου λόους, να σ' ορίσου, +παππά μ'. + + — Εγώ δεν τον παρακινώ να καταβή, είπεν ο ιερεύς. Εις πράγματα +τόσον λεπτά, όπου αποβλέπουν την ζωήν και το συμφέρον του +ανθρώπου, κανείς δεν πρέπει ν' αναγκάζη τον άλλον. Ο ίδιος θα δώση +λόγον. + + Κη λες, παππά μ', σαν πάθω τίποτα, θα πάω κολασμένος; ηρώτησεν ο +Στάθης. + + — Αυτό ο Θεός το ξέρει, είπεν ο ιερεύς. Εσείς, οι πλειότεροι, +είσθε αλιβάνιστοι. Δεν ζυγώνετε 'ς εκκλησία! + + — Κάθε κακό φεύγει, εψιθύρισεν αποφθεγματικώς ο μπάρμπ’- +Αναγνώστης ο Παρθένης, όστις είχε σηκωθή από την πεζούλαν και +ίστατο στηριζόμενος επί της βακτηρίας του, έξω της θύρας του +ναΐσκου. + + — Κανείς σας, δεν ήρθε να ξομολογηθή αυταίς της ημέραις. Αχ! οι +γονείς σας δεν ήσαν τέτοιοι . . . Αχ! οι παληοί, οι παληοί! + + — Οι παληοί, οι πρωτινοί, ήταν άνθρωποι, είπεν επιβεβαιωτικώς η +θεία τ' Αρετώ. + + — Εγώ δεν είμαι και τόσο φευγάτος απ' τα θεία, παππά, είπε +παραπονετικώς ο Στάθης. + + — Εσύ έχεις κάποια μικρή διαφορά, . . . Μα ακόμα, ακόμα . . . + + — Έχουμε ταμμένα, μαζί με τον Κωνσταντή τον Άγγουρο, να +ξανακτίσουμε και την εκκλησίτσα τ' Άι-Παντελέημονα . . . Την είχεν +ονειρέψει του Κωνσταντή η γυναίκα. + + — Άμποτε, ο Θεός να σας αξιώση, είπεν ο ιερεύς. + + — Μακάρι, άξιος ο μισθός σας, είπε και η θειά τ' Αρετώ. + + +Ο Αγκούτσας δεν ήτο ιδιοκτήτης ποιμνίων, ούτε γεωργός, ούτε καν +βοσκός, ούτε οικίαν είχε, ούτε φαμιλιάν. Ήτο πλάνης, άστεγος. Πότε +εδούλευε με ημεροκάματον σιμά εις τους κολλήγους, τους +καλλιεργητάς, πότε έμβαινε παραγυιός εις τους βοσκούς, διά να +φυλάγη τας αίγας. Τον περισσότερον καιρόν εγύριζεν από μάνδραν εις +μάνδραν, από καλύβι εις καλύβι, από κατάμερον εις κατάμερον, χωρίς +εργασίαν, και του έδιδαν οι ποιμένες ξυνόγαλα κ' έτρωγε. Κάποτε +του έλεγαν· + + — Δεν πας, καϋμένε, Αγκούτσα, να βγάλης τίποτε πεταλίδες κάτω στο +γιαλό, ή τίποτε καβουράκια στο ρέμμα μέσα; + +Τούτο ήτο ασφαλές σημείον ότι τον έδιωχναν. Ο Αγκούτσας το +εκαταλάβαινε κ' έφευγε. + + — Καλά που μου το θύμισες, έλεγε. + + — Κ' ήτανε μεγάλο πράμμα, να το θυμηθής; + + — Όχι· μα κάνει ζέστη· τόση ζέστη. + +Και θα ήτο μόνον Μάρτιος· πλην ο Αγκούτσας δεν ημπορούσε να +υποφέρη την ζέστην. Έλεγεν ότι, του κάκου, αδύνατον ήτο να κάμη +τις δουλειά το καλοκαίρι. Και όλος ο καιρός, εκτός ολίγων +εβδομάδων, μοιρασμένων σποραδικώς εις τρεις ή τεσσάρας μήνας, ήτον +καλοκαίρι. + +Έφευγε λοιπόν από κάθε στάνην, οπόθεν τον έστελλαν να βγάλη +πεταλίδες. Και δεν επήγαινε μεν να βγάλη πεταλίδες, αλλ' επήγαινεν +εις άλλην στάνην, εις άλλο κατάμερον. + +Την ημέραν εκείνην συνέβη ο Αγκούτσας να ενθυμηθή τον Στάθην τον +Μπόζαν. Και αφού τον ενθυμήθη, ήλθε να τον επισκεφθή. + +Εύρε δε την ομάδα των επτά ή οκτώ ανθρώπων, έξω της θύρας του +ναΐσκου της Παναγίας, ακριβώς καθ' ην στιγμήν η θειά τ' Αρετώ +ηύχετο εις τον Στάθην να είνε άξιος ο μισθός του. + +— Τι τρέχει; ηρώτησεν ο Αγκούτσας. + +Ο Περηφανάκιας, του οποίου η γλώσσα ήτο καταληπτή εις τον +Αγκούτσαν, του διηγήθη εν ολίγοις τα τρέχοντα. + +Ο Αγκούτσας, με το ηλιοκαές και ρικνόν πρόσωπον, με τα πυκνά +αχτένιστα μαλλιά, έμεινε σύνοφρυς επ' ολίγα δευτερόλεπτα και +έπειτα είπε· + + — Τι μ' δίνεις, Στάθη, να κατηβώ εγώ, να σ' τσ' ανεβάσω; + + — Θα κατεβώ εγώ, απήντησεν ο Στάθης. + + — Τουλόου σ', Στάθη, έχεις γ'ναίκα και πηδιά . . . Άφσε να κατηβώ +ηγώ, απ' δεν έχου στουν ήλιο μοίρα. + + — Ο Στάθης εσιώπα. + + — Να μ' δώσης εμένα τη μια γίδα, την Ψαρή, κη να μει καλ'μάρετε +κάτ', να κατηβώ, να τσ' ανεβάσω. + + — Την Ψαρή, εγώ την έταξα στην Παναγία, απήντησεν ο Στάθης. + + — Ο Αγκούτσας έδειξεν ότι δεν ενόει. + + — Την έταξα ασημένια, προσέθηκεν ο Στάθης. Η Ψαρή εμένα μ' +χρειάζεται. + +Ό Αγκούτσας έμεινεν επ' ολίγας στιγμάς σύννους. + + — Ας είνε, μ' δίνεις, τη Στέρφα . . . Καλή είνε και ή Στέρφα. Α +δε βρω να την πουλήσω να κάμω χαρτσ'λήκι, την ξεφαντώνουμε κανένα +μεσ'μέρι με την παρέα, εδώ. + + — Θα κατεβώ εγώ, απήντησεν ισχυρογνώμων ο Στάθης. . . . Ελάτε, +παιδιά, να μη χασομερούμε. + + +Έφεραν μακρόν σχοινίον δέκα οργυιών. Έδεσαν την μίαν άκρην εις +μέγαν κορμόν πελωρίου σχοίνου, βάλλοντος δίπλα εις το +παρεκκλήσιον. Ο Στάθης έλαβε την άλλην άκρην, έκαμε θηλειάν, κ' +εδέθη μοναχός του από τας μασχάλας. + +Τρεις άνδρες, ο Περηφανάκιας, ο άλλος βοσκός, όστις ήτο ο Ντάνας, +ο συμπέθερος της θειά-Αρετώς, και ο Αγκούτσας, όστις δεν +εμνησικάκει διά την απόρριψιν της προσφοράς του, κρατούντες +σφιγκτά το σχοινίον, εκαλουμάρισαν σιγά-σιγά τον Στάθην εις το +ιλιγγιώδες κενόν, εις τον τρομακτικόν κρημνόν, εις την αιώραν της +αβύσσου. + +Ό Στάθης είχεν ωχριάσει κατ' αρχάς. Έκαμε τρεις σταυρούς, και +ήλθεν εις την όψιν του. Κατέβαινε κάτω, ταλαντευόμενος, προσπαθών +να ψαύη με τας χείρας και με τους πόδας τον βράχον. + +Μίαν φοράν εκτύπησε το δεξιόν πλευρόν όχι πολύ σφοδρώς, κατά του +βράχου. + + — Αγάλια-αγάλια! μαλακά, παιδιά· εκέλευεν ο Αγκούτσας. Λάσκα, +λάσκα· καλούμα! + + — Πού έμαθες πώς μιλούν οι καραβάδες, διαόλ' Αγκούτσα; είπεν ο +Περηφανάκιας. + + — Σιώπα, μη βλαστημάς· λάσκα, λάσκα. + +Ο Στάθης κατέβαινεν εις το κενόν, σφίγγων τους οδόντας, +ανοιγοκλείων τα όμματα, κρατούμενος σφιγκτά από το σχοινίον. Δεν +εφαίνετο να εδειλίασε. + + — Κύτταξέ τονε, πώς κατεβαίνει, είπεν ο Ντάνας· σα νύφη +καμαρωμένη. + +Τέλος ο Στάθης επάτησεν επί της εσοχής του βράχου. + +Εκάθησε καλώς, συνεμαζεύθη, με τα δύο σκέλη περιβάδην, επί της +Ψαρής, ήτις εβέλασεν άμα τον είδεν. Έλυσε την θηλειάν από τας +μασχάλας του, έδεσε καλά την Ψαρήν περί το στέρνον, και υπό τους +προσθίους πόδας. + +Έκαμε σημείον, και οι τρεις άνδρες άνωθεν του βράχου ήρχισαν ν' +ανασύρωσι σιγά-σιγά την Ψαρήν. + +Μετά δέκα λεπτά της ώρας κατήλθε πάλιν κενόν το σχοινίον. + +Ο Στάθης έδεσε την Στέρφαν, και οι τρεις άνδρες ανέσυραν την +Στέρφαν. + +Η Στέρφα τότε μόνον εδοκίμασε να εκβάλη βελασμόν, όταν ήρχισε να +ταλαντεύηται εις το κενόν με το σχοινίον. + +Ο Στάθης έμεινε μοναχός του επί δέκα λεπτά της ώρας, χωρίς την +Ψαρήν, και χωρίς την Στέρφαν. + +Κατά τα δέκα ταύτα λεπτά υπέφερε φοβερώς. Ο ίλιγγος ήρχισε να τον +καταλαμβάνη. Έκλειε τα όμματα διά να μη ζαλίζεται. Έσφιγγε τα +δόντια. Έλεγε το &Πάτερ ημών&, το &Θεοτόκε Παρθένε&, και δύο ακόμη +προσευχάς, όσας είξευρεν. + +Ο άνεμος, ο σφοδρός άνεμος του μεγάλου κενού και του πελάγους, +εφύσα μετά βοής εις τα ώτα του. Ανέπνεε δυνατά, ήσθμαινε και η +καρδία του έπαλλεν, έπαλλε σφοδρώς. + +Τέλος, εφάνη το σχοινίον. + +Ο Στάθης το έδραξε πεταχτά, εδέθη σπασμωδικώς, εσφίχθη. Εξέχασε να +σείση το σχοινίον, διά να δώση σημείον εις τους άνδρας. Πλην +εκείνοι ησθάνθησαν το βάρος και ήρχισαν να τραβούν. + +Ο Στάθης ανέπεμψεν ένθερμον, εσχάτην προσευχήν αγωνίας, εκρατήθη +με τρεμούσας χείρας από το σχοινίον, και αφέθη εις το κενόν. + +Εταλαντεύετο σφοδρώς. Ο άνεμος είχε δυναμώσει. Εκτύπησε δύο ή +τρεις φοράς την κεφαλήν, τους ώμους και τους πόδας εις τον βράχον. + +Όταν έφθασεν εις το ύψος του βράχου, είχε ξεπιάσει ήδη τας χείρας +από το σχοινίον. Ήτο λιπόθυμος, αδρανές σώμα, ωχρός και μόλις +αναπνέων. + +Οι άνδρες τον έλυσαν, τον επλάγιασαν υπό τον σχοίνον, του έδωκαν +να πίη ρούμι, τον έβρεξαν με νερό. + +Ευτυχώς δεν εβράδυνε να συνέλθη. + +Η Ψαρή ήτο εκεί, και τον εζέσταινε με την πνοήν της. + +Η Στέρφα ίστατο ολίγον παραπέρα, και εκύτταζεν ηλιθίως. + +Η θειά-Αρετώ εθαύμαζε, και έλεγεν ακόμη· + + — Τι αποκοτιά! τι αποκοτιά! + +Ο ιερεύς, βοηθούμενος από τον μπάρμπ’-Αναγνώστην τον Παρθένην, +είχε ψάλει την μικράν παράκλησιν εμπρός εις την εικόνα της +Παναγίας της Γλυκοφιλούσης. + +Ο Περηφανάκιας έλεγε· + + — Να σας ορίσου, βρε πηδιά, πουτέ μ' δεν είδια τέτοιου πράμμα, +απ' λέει ου λόους. Κακή δ'λειά, να σας πω, βρε πηδιά! + +Ο Αγκούτσας εκύτταζε μετά πόθου την Στέρφαν. + + — Άξιζεν, άξιζεν, είπε μέσα του· θα τ'νε ξεφαντώναμε μια χαρά! + +Ο Ντάνας είπε· + + — Κ' είδατε πως κατέβαινε, σαν καμαρωμένη νύφη. Κη τώρα ζαλίστηκε +το πηδί· δεν πειράζει, περαστικά νάνε. + + +Όταν συνήλθεν ο Στάθης, έκαμε τον σταυρόν του, εστράφη προς τους +άνδρας, και είπε· + + — Τώρα, την Ψαρή την έταξα ασημένια στην Παναγία, και θα την +δώσω. Μα, ως τόσο, ένα κατσικάκι, που μου βρίσκεται ακόμη απ' τα +πρώτα γεννητούρια, αξίζετε, θα σας το θυσιάσω. Ελάτε, παιδιά, πάμε +στο μαντρί, να σας φιλέψω. + + + +Η ΤΥΧΗ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑ + + + +Την πτωχήν την Ασημήναν, σύζυγον του βαρελά του χωρίου, όλαι αι +συγγενείς της την ελυπούντο και την εκαίοντο, πώς θα κατώρθωνε ν' +αποκαταστήση και να υπανδρεύση τας τέσσαρας κόρας, τας οποίας της +έδωκεν ο Θεός, ύστερον από δύο υιούς, τους οποίους της είχε +χαρίσει, και αφού τα έξ αυτά τέκνα με κόπον και με πολύν καϋμόν τα +είχε αναθρέψει. Το επάγγελμα του συζύγου της είχε, κυρίως ειπείν, +μόνον δύο μήνας γονίμους δι' όλου του έτους, όλον δεν τον άλλον +καιρόν ήτον απραξία με ολίγαις κουτσοδουλειαίς και «μερεμέτια». +Και πάλιν οι δύο εκείνοι μήνες έφερον περισσότερα παράπονα και +δυσαρεσκείας, παρά κέρδη και εισπράξεις. + +Καθ' όλον τον Αύγουστον και τον Σεπτέμβριον, εις την εποχήν του +τρύγου, των πρωίμων και των οψίμων, μοσχάτων και μαύρων, έτρεχαν +όλοι και όλαι μαζί, οι αμπελοκτήμονες εις του μαστρο-Στεφανή +φέροντες κυλιστά από το σπίτι της κάδες και τα βυτία των και τα +βαρέλια των διά να τους τα διορθώση. Ο μαστρο-Στεφανής, αγαπών τα +αστεία, συνήθιζε να λέγη : + + — Μα όλοι μαζί, Χριστιανοί μου; . . . Τα ίδια που παθαίνει ο +παππα-Μακάριος, ο πνεμματικός, της παραμονές των Χριστουγέννων και +την Μεγάλη Βδομάδα . . . Ολονών τα κρίμματα προφταίνει ένας +παππάς, όσον κι' αν πιάν' η ευκή του, να τα σχωρέση μονοκοπανιά; . +. . Τι να κάμη κ' εκείνος, το λοιπόν; . . . «Βαφτίζω και μυρώνω . . . » + +Τω όντι, πώς θα ηδύνατο ποτέ ο μαστρο-Στεφανής να τους ευχαριστήση +τους πάντας; σχεδόν κανένα δεν ηυχαρίστει. Κ' εκείνοι των οποίων +τα αγγεία πρώτα επεσκεύαζε, κ' εκείνοι έφευγον δυσηρεστημένοι +ισχυριζόμενοι ότι «απ' τη βία του δεν τους έκαμε παστρική +δουλειά». Κ' εκείνοι όσων τα βαρέλια τελευταία έμενον, ακόμη +πικρότερον εγόγγυζον, επειδή έμενε πίσω η δουλειά τους. Έκαστος +είχε το παράπονόν του. Αι χήραι γερόντισσαι έλεγον· + + — Α! γιατί ημείς είμαστε γυναίκες έρημες, και δεν έχουμε κανένα +να μας βοηθήση, μας παραβλέπουνε. Ημείς δεν έχουμε ψυχή; . . . + +Και μερικοί άνδρες έλεγον· + + — Α! να είνε καμμιά ώμορφη, να γυαλίζη, έχει χατήρι . . . Το ξέρω +κ' εγώ. + +Οι γείτονες έλεγον· + + — Ημάς που έχουμε όλον τον χρόνο το μπελά σου, και το φοβερό +σαμαντά σου, μας αφίνεις τα βαρέλια άφτιαστα. Ημείς δεν έχουμε +στον ήλιο μοίρα . . . Σ' άλλους κάνεις τα χατήρια. + +Και οι μακρόθεν ερχόμενοι έλεγον· + + — Ημάς που είμαστε απ' τον άλλο μαχαλά, που κάνουμε τόσον κόπον +να σου κουβαλούμε τα βαρέλια απ' την άλλην άκρη, μας αφίνεις στα +κρύα . . . Ημάς η δεκάρες μας δεν έχουν νούμερο + +Τέλος των πλείστων τα αγγεία επεσκευάζοντο, ολίγοι τινές +ανυπόμονοι τ' απέσυρον προ της ώρας, αδιόρθωτα, και μερικοί +επολεμούσαν μόνοι τους να τα διορθώσουν. + +Κ' ενώ είς μόνον βαρελάς εβασίλευεν εις την πολίχνην, εκ πολλών +χρόνων, κανείς δεν απεφάσιζε να μάθη την τέχνην. Μόνον είς, +γηραιός άνθρωπος, εξηντάρης, ο μπάρμπα-Δημητρός ο Τσουμπός, +παρουσιάσθη ζητών να την μάθη. Αλλ' ήτο τόσον οκνός και τόσον +κοιμισμένος, απ' τα νειάτα του ακόμη, ώστε, και αν κατώρθωνε να +μάθη τι, θα το ελησμόνει πριν το μάθη, όπως έλεγεν ο αρχαίος +κωμικός. + +Ήτο δε τόσον πολυάσχολος κατά τους δύο μήνας του φθινοπώρου ο +μάστρο-Στεφανής, ώστε από βαθείας πρωίας μέχρι νυκτός δεν ηυκαίρει +να λείψη ουδέ στιγμήν από το εργαστήρι του, και από το «τσαρδί +του», το εκ ξύλων και κλάδων παράπηγμα, το οποίον είχε +κατασκευάσει ιδιοχείρως κατέμπροσθεν της θύρας του εργαστηρίου. +Εις την εκκλησίαν επήγαινε την Κυριακήν πρωί, και μόνον προ της +θύρας του μικρού καφενείου του Γιάννη του Βλάχου, βιαστικά +επερνούσε, ιστάμενος δε τότε επί στιγμήν, εφώναζε τον Αντώνην, τον +υιόν του καφετζή· + + — Πάτερ Αβραάμ! . . . πέμψον Λάζαρον! . . . + +Το «πέμψον Λάζαρον» εσήμαινε να τον δροσίση μ' ένα ποτηράκι ρακί +το θέρος, ή ρώμι τον χειμώνα, το οποίον είχε κανονισμένον. Έν και +μόνον την ημέραν έπινεν. + + +Όταν έγεινε δώδεκα χρόνων ο Στάθης, ο πρωτότοκος, ο πατήρ του τον +απέσυρεν από το σχολείον, διά να μάθη την πατρώαν τέχνην. Πλην +μόλις έμαθε κάτι τι ο Στάθης, και του ήλθεν έρως να γείνη +ναυτικός. Τρία έτη ύστερον, όταν έφθασεν εις την αυτήν ως ανωτέρω +ηλικίαν ο Θανασάκης, ο δεύτερος υιός, τότε τον εσχόλασε και αυτόν +από τα γράμματα, και τον «έστρωσε» στην τέχνην. Αλλ' ούτος δεν +είχεν υπομονήν ούτε τα στοιχεία της τέχνης να μάθη. Όταν έγεινε +δεκατριών ετών, επήγαινε καθημερινώς με της βάρκες, εις τους +ναύλους και το οψάρευμα, και όταν έγεινε δεκατεσσάρων ετών, +εμβαρκάρισε με μίαν σκούναν κ' έφυγεν. + +Οι νησιώται μας δεν επέδιδον εις άλλο επάγγελμα παρά το ναυτικόν. +Ουδείς εξ αυτών έγεινε ποτέ έμπορος της ξηράς ή βιομήχανος ή +χειρώναξ. Και τέχνην αν είχον διδαχθή, την εγκατέλειπον χάριν της +αστάτου ερωμένης, της θαλάσσης. + +Εν τοσούτω ο πρώτος υιός του μαστρο-Στεφανή δεν έπαυσε ποτέ να +είνε και ολίγον βαρελάς αν και τον περισσότερον καιρόν εταξείδευε +με τα καράβια. Κατά Ιούλιον ή Αύγουστον ήρχετο πάντοτε, κ' έμενεν +επ' ολίγους μήνας βοηθών τον πατέρα του. Εμεγάλωσεν, ενυμφεύθη, κ' +έγεινε καλός και φρόνιμος άνθρωπος. + +Ο δεύτερος υιός, αφού έκαμε πολλά ταξείδια, και αφού επανήλθε δις +ή τρις μετά μακράς απουσίας, όταν έγεινε δεκαοκτώ ετών, +εμβαρκαρίσθη με βαπόρια, κ' επήγεν εις την Αμερικήν. Εκείθεν +έγραψε δύο ή τρεις επιστολάς κατά μακρά διαλείμματα, υποσχόμενος +ταχέως ότι έμελλε να στείλη και χρήματα· αλλά δεν έστειλεν. Είτα +έπαυσε να γράφη και δεν ηκούετο πλέον. + +Παρήλθον δέκα έτη και δεν έδωκε σημεία υπάρξεως. Μόνον δύο φοράς ο +μάστρο-Στεφανής έμαθεν εμμέσως εκ τρίτων λεγόντων ότι ήκουσαν +άλλους οίτινες τον είχαν ανταμώσει, ότι ευρίσκετο εις μίαν των +δημοκρατιών της νοτίου Αμερικής, όπου φαίνεται ότι υπήρχε χρυσίον +πολύ, αλλά και κακαί νόσοι πλειότεραι και διαφθορά και κακουργία +μεγίστη. + +Κατά τους πρώτους χρόνους της αποδημίας του νέου, οι γείτονες και +οι φίλοι επείραζον ενίοτε τον πατέρα του· + + — Τώρα θα έχη βγάλη μουστάκια ο Θανάσης, μάστρο-Στεφανή . . . + + — Τι ηθέλατε να βγάλη . . . σπανάκια; . . . + +Άλλοι πάλιν έλεγον + + — Πώς δεν έστειλε τίποτε λίρες ακόμη ο Θανάσης; + + — Μα ας κιτρινίσουν πρώτα η λύρες . . . ακόμη δεν ωρίμασαν. + +Σημειωτέον ότι «λύρες» εκαλούντο εις τον τόπον και τα όψιμα +κολοκύνθια, τα λαμβάνοντα τεραστίαν ανάπτυξιν. + +Εν τοσούτω, ας είχε μέσα του καϋμόν ο μάστρο-Στεφανής διά τον +ξενιτευμόν του υιού εκείνου, αυτός μόνος το είξευρεν. Εις τους +τελευταίους χρόνους, καθ' όσον εγήραζεν, είχεν αρχίσει να +υπερβαίνη τον κανονισμόν, και δις ή τρις της ημέρας ίστατο έξω της +θύρας του καπηλειού του Γιάννη Βλάχου, κ' εφώναζε την φράσιν την +συνθηματικήν + + — Ελέησόν με . . . και πέμψον Λάζαρον! + + +Εν τω μεταξύ, αι τέσσαρες θυγατέρες εκείναι, διά την τύχην των +οποίων ανησύχουν αι εξαδέλφαι της Ασημήνας, έλαβον διαφόρους +τύχας. + +Η δευτερότοκος αυτών είχεν εύρει την τύχην της προ της πρωτοτόκου, +όταν ήτο μόνον επταέτις, και πριν απέλθη εις την Αμερικήν ο +αδελφός της. Μίαν εσπέραν, όταν κατόπιν ραγδαίας συνεχούς βροχής +είχον γεμίσει τα πηγάδια, οι λάκκοι, και τα κοιλώματα, η μικρά +Ροδαυγή (ούτω την είχαν βαπτίσει), ευρισκομένη εις την αυλήν +μεγάλης γειτονικής οικίας, είχε κύψει εις το χείλος βαθέος φρέατος +διά να «καραβίση» έν πτερόν όρνιθος, θέλουσα να μιμηθή τ' αγόρια, +τα οποία έβλεπε καθημερινώς να καραβίζουν εις το γειτονικόν +ποτάμιον, το σχηματιζόμενον εις το κοίλον κέντρον της πολίχνης +κατόπιν των υετών. Η παιδίσκη έκυψεν ολίγον τι βαθύτερα, +εγλύστρησε, κ' έπεσε κατά κεφαλής, μέσα εις το νερόν. + +Η κραυγή της επνίγη, άνθρωπος δεν έτυχε πλησίον εκεί να την ίδη. +Μάτην εδοκίμασε να πιαστή από το φρακτόν στόμιον του πηγαδιού. +Ετάραξεν, έπλευσεν, εσπαρτάρισεν. Μετ' ολίγα λεπτά την ανέσυραν +νεκράν. + +Δευτέρα εύρε την τύχην της η πρωτότοκος, η Ελένη, και συγχρόνως μ' +αυτήν η τριτότοκος η Μαργαρώ. Εύρον αι δύο μίαν τύχην, αλλά +διφορουμένην και κάπως παράδοξον. Η Ελένη είχεν αρραβωνισθή τον +Παναγήν τον Μικούτσικον, λεπτουργόν το επάγγελμα, τον οποίον τη +είχον εκλέξει αι εξαδέλφαι της μητρός της, ως καλόν νέον και +προκομμένον. Αλλ' όταν, κατά το έθος του τόπου ετελέσθησαν τα +μβασίδια, και εισήχθη διά πρώτην φοράν ο γαμβρός εις το σπίτι, ο +νέος είδε την αρραβωνιαστικήν την οποίαν του είχον προορίσει, είδε +και την μικροτέραν αδελφήν της, την Μαργαρώ. Η καλύπτρα, φευ! προ +πολλού είχε καταργηθή εις τα ήθη μας. + +Ο Παναγής δεν ηθέλησε την Λείαν, την Ελενιώ, αλλ' ηθέλησε την +Ραχήλ, την Μαργαρώ. Την άλλην ημέραν δεν εδίστασε να εκδηλώση την +προτίμησίν του, προς την πενθεράν του, την ιδίαν. «Ή μου δίνετε +την Μαργαρώ, είπεν, ή σας στέλνω τα σημάδια πίσω». + +Να πετάξη ο καμβρός «τα σημάδια», δηλ. τους αρραβώνας! κακόν και +ψυχρόν το πράγμα. Τι να κάμη η πτωχή Ασημήνα, τι να κάμη κι' ο +μάστρο-Στεφανής, ο σύζυγός της. Μετά πολλούς δισταγμούς και +διαβούλια, αλλά και έριδας μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου, αφού η +Ασημήνα ήκουσε τας γνώμας και των εξαδέλφων της, ηναγκάσθησαν να +υποκύψουν. + +Η Μαργαρώ ως ήκουσεν ότι ο γαμβρός την προτιμά, δεν ώκνησε να είπη +ότι και αυτή τον θέλει. Ήτον, είνε αληθές, ανθηροτέρα και +χαριεστέρα της αδελφής της, και ήτο μόλις δεκαοκταέτις. Η Λενιώ, η +ατυχής παραγκωνισθείσα, το επήρε κατάκαρδα. Εφαίνετο ολίγον +ασχημούτσικη, και ήτον χλωμή και κακοπλασμένη εξ αρχής. Είτε +έπασχεν αρχήθεν, είτε όχι, το βέβαιον είνε ότι απέθανε φθισική, +ολίγον χρόνον ύστερον, μετά δύο μήνας από τον γάμον της Μαργαρώς! + +Ιδού πώς αθρόως και χονδρικώς, ούτως ειπείν, διεσκεδάζετο η +φιλόστοργος ανησυχία των εξαδελφάδων της Ασημήνας. + +Έμεινε τώρα, μία κόρη, η Αφέντρα, η τελευταία. Η μήτηρ της την +είχε πλέον «χαδούλα και χαδιάρα», και αι εξαδέλφαι της μητρός της +δεν ανησύχουν πολύ δι' αυτήν. Η Ασημήνα έτρεφε μητρικήν +φιλοδοξίαν, την οποίαν ηρέσκετο να σχετίζη με τον καϋμόν της διά +την αποδημίαν του υιού, κ' έβλεπε ξυπνητά τα όνειρα εν σχέσει προς +την μέλλουσαν λαμπράν και ένδοξον εκ της Αμερικής επάνοδον +εκείνου. + + — Της Αφέντρας μου, η τύχη, έλεγε, θάρθη απ' την Αμέρικα. + +Και η κόρη εμεγάλωνε με την ιδέαν ταύτην. Αλλ' εν τω μεταξύ η τύχη +της εκινδύνευσε να έλθη από πολύ απωτέρω, δηλαδή από τας ιδίας +περίπου σφαίρας, οπόθεν είχεν έλθει της ατυχούς Ελένης η τύχη και +της μικράς Ροδαυγής. + +Μία εξαδέλφη του μάστρο-Στεφανή είχε συνδεθή διά του γάμου της με +μεγαλείτερον σόι. Εκαλείτο κοινώς η Επαρχίνα. Ήτο συνταξιούχος +χήρα διοικητικού υπαλλήλου προ χρόνων αποθανόντος. Είχε ζήσει εις +άλλας πόλεις της Ελλάδος και είχεν αποκτήσει ξενιζούσας έξεις και +κλίσεις. Μία των ιδιοτροπιών της, ήτις εφάνη αλλόκοτος εις το +χωρίον, υπήρξε το να παραγγείλη να της κατασκευάσουν εντός του +περιβόλου του κοινού κοιμητηρίου τον τάφον της κτιστόν, και να +επιγράψουν επί πλακός το όνομά της· «Ενθάδε κείται η αείμνηστος +χήρα του αοιδίμου Επάρχου Σ. Χ.» πριν αύτη αποθάνη ακόμη. + +Τούτο το είχον κάμει και άλλοι τινές προ αυτής. Έν μάλιστα +γεροντικόν ανδρόγυνον, είχε κτίσει διδύμους τάφους, ανοικτούς, +χάσκοντας, με τας επιγραφάς των ονομάτων των ζώντων ακόμη. Και το +ανδρόγυνον είχε φθάσει εις βαθύ γήρας, 87 ετών ο σύζυγος, 84 η +συμβία, και οι τάφοι έχασκον προκλητικώς προς τους επισκέπτας, και +το ανδρόγυνον δεν απέθνησκε. Τινές μάλιστα είπον ότι επίτηδες +είχον κτίσει οι δύο σύζυγοι τους τάφους εκείνους τους ανοικτούς, +διά να ξεγελάσουν τον θάνατον και διά να εξορκίσουν τον Χάρον . . . + +Τούτους είχε μιμηθή και η χήρα Π. Χ. Καθώς ήτον ο τάφος, +νεόκτιστος, ασβεστωμένος, και με υγράν ακόμη κονίαν, μίαν εσπέραν +θερινήν, η συνταξιούχος γερόντισσα, συνοδευομένη από την μικράν +Αφέντραν, δευτέραν ανεψιάν της, δωδεκαετή τότε παιδίσκην, προς ην +εφαίνετο να τρέφη στοργήν τινα, ενώ επέστρεφον από την άμπελον, +ολίγον μετά την δύσιν του ηλίου, με τα καλαθάκια των υπό τους +αγκώνας κρεμάμενα, διήλθαν έξωθι του νεκροταφείου. Εισήλθον εις +τον περίβολον διά να ίδη η χήρα τον τάφον, και δείξη τούτον, ως +αξιοπερίεργόν τι, εις την μικράν Ανεψιάν της. + + — Να, Αφέντρα μου, κύτταξε πού θα με βάλουν! + +Η κόρη εκύτταξε με άκακον περιέργειαν και αφοβίαν. + + — Τι ώμορφο ταφάκι, που θάχης, θεια, είπε· μικρούτσικο . . . + + — Μου πήραν μέτρο, είπεν η γραία, μα δεν ξέρω, αν θα μούρχεται +ίσα-ίσα. Ήθελα να καταβώ μια κάτω, να ξαπλωθώ, για να δοκιμάσω . . . +πρέπει να τεντωθώ καλά . . . + +Η παιδίσκη ακουσίως εγέλασε. + + — Πού σ' αφίνει, θειά, είπεν, η καμπουρίτσα που έχεις, για τα +ξαπλωθής, να δοκιμάσης; . . . + +Η γραία εμόρφασε. + + — Μπα! είπε, δεν έχω καμπούρα, πού την ηύρα την καμπούρα; . . . + +Κ' έφερε την χείρα οπίσω εις την ράχιν της. + + — Σαν πεθάνουμε, εξηκολούθησε να λέγη στρυφνώς πως και μετά +πικρίας . . . τότε η καμπούρα φεύγει από πάνω μας, τότε όλα τα +κορμιά ισάζουν . . . Κι' όλοι μας γινόμαστε ίσιοι, ίσιοι και +όμοιοι, ίσωμα, σαν αυτόν τον κάμπο που θα πλαγιάσουμε όλοι μας, +σαν αυτό το χώμα που θα μας σκεπάση. + +Αίφνης της γραίας της ήλθε μία ιδέα. + + — Θέλεις, Αφέντρα μου, να μβης εδώ μέσα να ξαπλωθής ώμορφα- +ώμορφα, να καμαρώνης, για να ιδώ πώς θα φαίνωμαι όταν με βάλουν +μέσα . . . ίσα κοντεύουμε να είμαστε στο μπόι; γιατί εσύ ψηλώνεις +γλήγορα . . . Να τεντωθής, ολίγο συ, να ξεδιπλωθώ λίγο εγώ, ίσα θα +είμαστε, πάνω-κάτω. + +Η παιδίσκη μειδιώσα, άκακα, άφοβα, άφησε το καλαθάκι της και +κατέβη εις τον κοινόν λάκκον. Εκάθησε κάτω περιμαζεύουσα τα +κράσπεδα του φορέματός της, είτα εξηπλώθη, εσταύρωσε τα χεράκια +της, έκλεισε τα ματάκια της, και εκαμάρωνεν ώμορφα-ώμορφα, καθώς +έλεγεν η γραία θεία της. + + — Φτάνει τώρα, έκραξεν η χήρα του Επάρχου· σήκω απάνω μη μας +ιδούν, και λένε, τι πάθανε αυταίς; . . . Τι ώμορφα που κάνεις την +πεθαμμένη! . . . Ανέβα γλήγορα, και πάμε. + + +Η Αφέντρα την ιδίαν εσπέραν διηγήθη το πράγμα εις δύο συνομήλικας +φίλας της. Τούτων η μία, μεγαλειτέρα κατά δύο έτη από την +Αφέντραν, έβαλε φωνήν τρόμου, και κατεφόβισε την κορασίδα. + + — Πω! πω! έκαμες την πεθαμμένη! και το λες κι' όλα; + + — Γιατί; + + — Οι βρυκολάκοι θα σε κυνηγούν! . . . και θα γυρεύουν να σε +πάρουν μαζί τους . . . + +Τότε η Αφέντρα ετρόμαξε. Την νύκτα επλάγιασε με πονοκέφαλον. Της +ήλθε πυρετός. Έβλεπεν όλην την νύκτα νεκρούς και τάφους και +βρυκόλακας εις τον τεταραγμένον ύπνον της. Η ιδία η θεία της τής +εφαίνετο ότι είχεν αποθάνει, ότι εβρυκολάκιασε και ζητούσε να της +πίη το αίμα. Εξύπνησε παγωμένη, και την κατέλαβε κάτι σπασμώδες +και νευροπαθές. + +Είχε πάρε «φρίξιν», καθώς έλεγεν η μητέρα της. Την εσπέραν +προσεκλήθη είς ιερεύς, και ήρχισε να της διαβάζη άνωθεν της +κεφαλής της τα Τετραβάγγελα. Η χήρα η Επαρχίνα κατεθλίβη κ' +επροσπάθει με κάθε τρόπον να εγκαρδιώση την νέαν, και να +παρηγορήση την μητέρα, η οποία όμως έκαμνε μορφασμούς δυσμενείας +προς την ανδρεξαδέλφην της. + + — Είδες την Επαρχίνα! έλεγε κατ' ιδίαν η Ασημήνα η πτωχή. Να μου +τρελλάνη το κορίτσι, μιαν ώραν μιαν ωρίτσα! Τ' ήθελε να την πάη +στα Μνημούρια, θα πω τι ήθελε; Και την έβαλε, λέει, να πέση μέσ' +τον τάφο που έχει κτίσει, για να δοκιμάση το μπόι της! . . . +Κορίτσι απάρθενο, αγουρίδα, άκακο, μούστο πράμμα! Και να ξαπλωθή +στον λάκκο μέσα, ακούς! Για να σκιάξη, μαθές, τους πεθαμμένους; +. . . Για να την αφήση ο χάρος, γρηά, κακόγρηα, κακομαγειρεμμένη, να +μην την πάρη, και σωθούν η αμαρτίες της! . . . Και την έσπρωξε +μέσα στο λάκκο, τ' ακούς!. . . . Κ' έκανε την πεθαμμένη, τ' ακούς! +. . . Ποιος ξέρει αν δεν της έρριξε και χώματα απάνω της; . . . +κι' αν δεν την εκακομελέτησε, τάχα; Και τώρα που ήλθε, άτυχα, του +κοριτσιού μου . . . Και πώς να τώχω, ένα παλαβό, ένα σκιασμένο, +ένα φριμμένο, Θε μου! . . . Κορίτσι μυριάκριβο, που ήταν σαν το +κρύο νερό . . . Που μου το γύρευαν οι γαμβροί από τώρα . . . Κ' +εγώ έλεγα, η καϋμένη, νάρθη ο Θανάσης απ' την Αμέρικα, να μου φέρη +πολλές-πολλές λίρες, να το παντρέψω, να το νοικοκυρέψω, να +ευφρανθώ, να χαρώ! . . . Και τώρα η Επαρχίνα μου το βόλεψε καλά! +. . . Απ' το Θεό ας τωύρη! + + +Αφού ο ιερεύς επέρανεν αναγινώσκων όλα τα Τετραβάγγελα, υπεράνω +της κορυφής της, η Αφέντρα έδειξε σημεία βελτιώσεως. Μετά τρεις +εβδομάδας αι πένθιμοι εικόνες εξηλείφοντο μικρόν κατά μικρόν από +τον νουν της. Η μητέρα επροσπάθει να την κάμη να φαιδρυνθή. + + — Δεν έχεις τίποτε, Αφέντρα μου· τώρα είσαι καλά . . . Και πού +νάρθη, από την Αμέρικα ο Θανάσης μας! . . . να σου φέρη όλα τα +καλούδια . . . και θα φέρη λίρες, λίρες με την ουρά . . . να σε +στολίσω, να σε κάμω νύφη . . . Εκατό λίρες θα βάλω κολλαΐνα 'πάνω +στα στήθεια σου, στο γάμο, που θα φορής το στεφάνι . . . να +καμαρώνης, να σε ζηλεύουν όλοι! + +Κατ' εκείνας τας ημέρας έφθασεν επιστολή εξ Αμερικής. Ο Θανάσης +έγραφεν ότι είνε καλά, και ότι ολίγον ακόμα θ' αργήση να έλθη διά +να φέρη πολλές λίρες. + +Παρήλθον χρόνοι. Ο Θανάσης έλειπεν ήδη εις την Αμερικήν, και θα +ήτο πλέον ή 35 ετών ήδη. Η αδελφή του είχεν υπερβή το εικοστόν. +Και τέλος δεν είχε μεγαλώσει πολύ, και η μήτηρ της έτρεφε +πεποίθησιν ότι δεν θα εβράδυνε πολύ η τύχη της κόρης να έλθη. +Μόνον αν συνέβαινε ποτέ να πειραχθή με καμμίαν συνομήλικα η +Αφέντρα, έμενεν η παλαιά ηχώ, ήτις κάμνει όλους και όλας να φέρουν +εις την όλην την ζωήν των εν παρεγκώμιον, εις τους μικρούς τόπους, +όπου ουδέν κρύπτεται ουδενός, και όπου η μετάβασις από της φιλίας +εις την έχθραν, είνε τόσον εύκολος και ταχεία. + +Και τότε η παλαιά ηχώ, διά του στόματος της φίλης της χθες, της +εχθράς της σήμερον, επανέλεγε: «Παλαβή!.. σκασμένη!.. φριμμένη! +. . . που την πιάνει!. . . . » Και τούτο θα έφθανε και εις τα ώτα +παντός υποψηφίου μνηστήρος . . . Πλην, αν ήρχετο ο Θανάσης από την +Αμερικήν, κ' έφερνε τόσον χρυσίον, όσον ωνειροπόλει η μήτηρ, το +προηγούμενον εκείνο θα ήτο πολύ μικρόν εμπόδιον διά τους επιδόξους +γαμβρούς. + +Τέλος, μίαν πρωίαν, ήλθε γράμμα, με μέγαν χρωματιστόν φάκελλον, με +πολλάς σφραγίδας και γραμματόσημα όχι ολίγα. + + — Καλώς ταδέχτης, καλώς ταδέχτης, γειτόνισσα. + + — Καλώς ταδέχτης, εξαδέλφη. + + — Ευχαριστώ, καλό νάχετε. + +Η Ασημήνα είχε μεγάλες χαρές, ομοίως και η Αφέντρα, η κόρη της. Το +γράμμα εκείνο εφάνη εις την νέαν ότι περιέκλειε πράγματι την τύχην +της, την οποίαν από τόσον χρόνον επερίμενε πότε να έλθη. + + — Έλα να μας ξαναγλώσης το γράμμα, παππά! + +Ο παππάς, ο γείτων, ανέβη στο σπίτι του μπάρμπα-Στεφανή, και +«ξανάγλωσε» το γράμμα. + +Η επιστολή ήτον πράγματι από τον Θανάσην, κ' έγραφεν ότι μετά ένα +μήνα έρχεται. Είχε πάθει ολίγον την υγείαν, έγραφε, κ' έχει +πεποίθησιν ότι το αέρι της πατρίδος θα τον κάμη καλά. Θα έφερε +μαζί του και όλας τας μικράς οικονομίας του. + +Δεν εκιτρίνισαν μόνες η λίρες τόσα χρόνια εις τα κλίματα της +Νοτίου Αμερικής, όπως έλεγεν άλλοτε ο μαστρο-Στεφανής· εκιτρίνισε +κι' ο ίδιος ο Θανάσης, ο υιός του. Κατά Μάρτιον μήνα έφθασεν ούτος +εις τον Πειραιά, ανέβη δε εις τας Αθήνας διά να τον ίδουν οι +ιατροί· και ούτοι τον εύρον φθισικόν. Είχε παρουσιασθή εις τους +ιατρούς με όλα τα δακτυλίδια του, της καδένες και της καρφίτσες +του. Του επήραν μερικάς λίρας, του έδωκαν πολλάς συνταγάς, διάφορα +φιαλίδια με χρωματιστά νερά, και κάτι σκόνες με οσμήν φαρμακείου, +και τον εσυμβούλευσαν να υπάγη εις την πατρίδα του. Κ' εκείνος δι' +εκεί επήγαινεν. + +Άμα ηκούσθη εις το χωρίον, ότι έρχεται με το βαπόρι ο Θανάσης, +φέρων και λίρες μαζί του, πέντε προξενειές έστειλαν διά μιας εις +την μητέρα του διά την κόρην της την Αφέντραν. Περισσότεροι +ητοιμάζοντο να στείλουν προξενειάν διά τον Θανάσην τον ίδιον, πλην +είξευραν ότι ο νέος δεν θα ενυμφεύετο πριν εξασφαλίση την αδελφήν +του, και οι θέλοντες αυτόν διά γαμβρόν εφιλοτιμούντο να +προσφέρωσιν εκδουλεύσεις, μετερχόμενοι τον προξενητήν και την +παντρολόγισσαν, όλοι και όλαι συντελούντες εις την αποκατάστασιν +της κόρης το ταχύτερον. Άμα έφθασεν ο Θανάσης και τον είδαν και +ήταν ισχνός και κάτωχρος, ενόησαν πως δεν έμελλε να νυμφευθή εις +αυτόν τον κόσμον ο Θανάσης και παρητήθησαν. + +Μεταξύ των γαμβρών, όσοι επαρουσιάσθησαν, προεκρίθη είς νέος έχων +μικρόν εμπορικόν. Εκαλείτο κοινώς ο Γρηγόρης της Μονεβασώς. Ούτος +εσκέφθη ότι τα χρήματα, τα οποία έφερεν εκ της Αμερικής ο φθισικός +νέος, θα ήσαν καλά διά ν' αυξήση το εμπόριόν του, διά να πληρώση +τα χρέη του και ανοίξη περισσοτέρας πιστώσεις. Αι εξαδέλφαι της +Ασημήνας, πάλιν, εσκέφθησαν ότι καλόν θα ήτο να συγγενεύσωσι, με +την εμπορικήν τάξιν, ήτις εξήσκει επιρροήν εις το χωρίον κ' +εξευγένιζε διά των χρημάτων, πλάττουσα δημάρχους, συμβούλους κλπ. +Τέλος εταίριασαν και συνήφθη ο αρραβών. + +Ο μεγάλος υιός του Στεφανή, ο Στάθης, έλαβε το τσέκι, το οποίον +έφερεν εξ Αμερικής ο αδελφός του, απήλθεν εις Βώλον και το +εξηργύρωσεν. Ήτο περίπου διά πεντακοσίας αγγλικάς λίρας. +Επιστρέψας εκ Βώλου έφερε περί τας 18 ή 19 χιλιάδας χαρτίνας +δραχμάς. Τόση ήτον η περιουσία του Θανάση. + +Τον φθισικόν νέον τον επήγαν, μετά το Πάσχα, εις το μονύδριον του +Αγίου Χαραλάμπους, μίαν τερπνήν εξοχήν. Ο νέος γαμβρός, όστις ήτο +πολιτισμένος, απήτησε να βγάλη η αρραβωνιαστική του τα εγχώρια +φορέματα και να φορέση ευρωπαϊκά. + +Η Αφέντρα, ήθελε κι' αυτή να ενδυθή ξενικά, όσω μάλλον ό,τι +εσώζετο ακόμη εκ της νυμφικής στολής της μακαρίτιδος Ελένης, με +της οποίας το κυριώτερον μέρος είχον ενδύσει την νεκράν, δεν ήθελε +να το φορέση, ένεκα προλήψεων. Η άλλη, η ύπανδρος αδελφή, η +Μαργαρώ, αποτόμως όπως έγεινεν ο γάμος της, είχε κάμει πρόχειρα +νυμφικά φορέματα, επειδή ούτε η Ελένη θα της παρεχώρει τα ιδικά +της στολίδια, διά να στεφανωθή μ' αυτά, ούτε η Μαργαρώ θα τα +εδέχετο. Τα ενδύματα της Ελένης, όσα ευρίσκοντο ακόμη εντός του +κιβωτίου, αρχαιοπρεπέστερα, ήσαν εν μέρει αυτά τα νυμφικά φορέματα +της μητρός των, ολίγον τροποποιημένα διά τας απαιτήσεις της +εποχής. Η Αφέντρα ήτο πολύ νεωτέρα, της είχεν έλθει η τύχη της από +την Αμέρικα και ήθελε να συμβαδίση με την εποχήν. + +Ο Θανάσης, ο φθισικός νέος, όστις ήτον πλήρης ελπίδων και θάρρους +ότι θ' ανέκτα την υγείαν του, τώρα που ήλθεν εις την πατρίδα, +είχεν ειπεί εις την μητέρα του μετά τους αρραβώνας της αδελφής· + + — Να γείνω κ' εγώ καλά μητέρα, και να γείνη ο γάμος. + + — Έννοια σου, παιδί μου· θα γένης καλά, πρώτα ο Θεός· σα δε γένης +καλά πρώτα, πού κάνουμε ημείς γάμο . . . Και τώρα που θ' αρχίσουνε +να μας έρχουνται η νυφάδες, να μας στέλνουν προξενειαίς, για σ' +εσένα, Θανασάκη μου! Μου είπαν, πέντ' έξη πεθεράδες είν' έτοιμες, +για να μου στείλουν προξενιά, ακούς; . . Τρελλαθήκανε, +ζουρλαθήκανε, τ' ακούς; . . . Χαρά 'ς εμένα! . . . Ποια κι' άλλη +θάχη την τύχη μου; Και τάζουν . . . . και τι δεν τάζουν! . . . Μα +έννοια σου, ημείς θα διαλέξουμε και θα πάρουμε, Θανασάκη . . . +Έτσι κ' έτσι δε μας γελούν εμάς . . . Κουράγιο . . . κάμε, να +γένης καλά, παιδάκι μου! + +Η προθεσμία δεν ήρεσεν εις τον Γρηγόρην, τον υιόν της Μονεβασώς, +ούτε ίσως εις αυτήν την Αφέντραν. Κατά συγκυρίαν δε, εκείνας τας +ημέρας, αρρώστησε και αυτή η μητέρα του γαμβρού, η γραία Μονεβασώ. +Κατά τινα στιγμήν, εις το τέλος μιας επισκέψεως του μνηστήρος, ενώ +ούτος εξήρχετο της οικίας, μεταξύ της πόρτας και της σκάλας, η +Αφέντρα σιγά-σιγά εψιθύρισεν εις τον αρραβωνιαστικόν της· + + — Ειπέ της μάννας σου, είνε φόβος μην πεθάνη ο Θανάσης, κ' ύστερα +το πένθος θα μας κάνη ν' αναβάλλουμε τα στέφανα. . . . Κ' εγώ θα +πω του Θανάση, πως είνε φόβος μην πεθάνη η μητέρα σου, κι' από τη +λύπη μας θ' αναγκαστούμε ν' αναβάλλουμε το γάμο για του χρόνου. + + — Έννοια σου! . . . είπε μετ' αληθούς θαυμασμού ο γαμβρός. + +Ο Θανάσης ενέδωκεν εις το επιχείρημα της αδελφής του. + +Αλλά της Μονεβασώς δεν το εχώρει ο νους της, να γείνη ο γάμος του +υιού της και να μην παρευρεθή διά να δώση την ευχή της. + +Ευτυχώς αύτη ήτον καλλίτερα κ' εσηκώθη εις ολίγας ημέρας. Αλλ' ενώ +εγίνοντο αι ετοιμασίαι του γάμου και είχον κατεβάσει τον άρρωστον +από την εξοχήν του Αγίου Χαραλάμπους, εις την πολίχνην, ο γαμβρός +και ο Στάθης διεφώνησαν ως προς το ποσόν της μετρητής προικός. + +Ο γαμβρός ισχυρίζετο ότι πέντε χιλιάδας είχον συμφωνήσει, και +χωριστά το σπίτι, το αμπέλι, τον μικρόν ελαιώνα και τα ρούχα. Ο +Στάθης διετείνετο ότι τεσσαρεσήμυσι χιλιάδες το όλον, μαζί με τα +ρούχα, τα έπιπλα, τα σκεύη και τα λοιπά. Και οι δύο έλεγον την +αλήθειαν, επειδή εκάτερος είχεν είπει άλλον αριθμόν, όταν έδωκαν +τας χείρας . . . Επειδή δε τώρα ο γαμβρός ηθέλησεν ευρωπαϊκά +φορέματα διά την νύμφην, όλη η συσκευή θα εκόστιζε περίπου χιλίας +δραχμάς, και άλλας τέσσαρας χιλιάδας με τρόπον συμβιβαστικόν και +χωρίς ξεσυνέρια ήθελε να μετρήση διά την αδελφήν του. + +Εις τα παράπονα της Αφέντρας και της μητρός, ο Θανασάκης επένευσε, +και είπε να δώση ακόμη χιλίας δραχμάς του γαμβρού. Αλλ' ο Στάθης +είχε το λύειν και το δεσμείν, και δεν επείθετο να τας δώση. + +Ο Στάθης και ο γαμβρός ήλλαξαν δριμείας φράσεις· + + — Σε ξένο βιο κάνεις κουμάντο εσύ; . . . Άλλος τα καζάντισε αυτά +τα γρόσια . . . + + — Και συ με τ' αδερφού μου τα γρόσια, που έχασε την υγειά του για +να τ' αποχτήση, θέλεις ν' ανοίξης μεγάλο μαγαζί: . . . Πού είνε τα +καζάντια σου, εσένα; + +Ο γέρο Στεφανής, όστις εισήλθε την στιγμήν εκείνην, επιστρέφων εκ +της αγοράς, όπου είχε περάσει από το καπηλείον του Γιάννη του +Βλάχου, ενθυμήθη την παροιμίαν· + + — Ε! τώρα, δεν ησυχάζετε και σεις; . . . Μοιάζετε με τους δύο . . . +που μάλλωναν σε ξένο αχ . . . + +Ο γέρο-Στεφανής δεν ετελείωσε την φράσιν. Η Αφέντρα είχε στραφή +προς τον πατέρα της, κ' επειδή εγνώριζε τας παροιμίας του, του +ένευσε φέρουσα ζωηρώς τον δάκτυλον εις τα χείλη. Εφοβείτο μη +προσβληθή ο μνηστήρ της. + +Ο Στάθης όμως είξευρε, φαίνεται, τον άνθρωπόν του, και ήτο βέβαιος +περί της ανοχής και της πραότητος του γαμβρού. Τω όντι ούτος είχε +λάβει την προτεραίαν ήδη τας τέσσαρας χιλιάδας, καίτοι επέμενε να +λάβη άλλας χιλίας, και είχε διαθέσει μέγα μέρος του ποσού εκείνου +εις εξόφλησιν εμπορικών υποχρεώσεων. + +Ο ασθενής Θανάσης, τον οποίον είχον φέρει οπίσω εις την πόλιν, δεν +κατώκησε πλέον εις την πατρώαν οικίαν, την οποίαν είχον γράψει ως +προίκα εις το συμβόλαιον, κ' εν αυτή θα εγίνοντο αι εορταί και τα +δείπνα του γάμου. Προς ανατολάς ταύτης ήτο μικρά πλατεία, και +πέραν της πλατείας ήσαν άλλαι οικίαι. Μεταξύ τούτων, ενοικίασαν +τον οικίσκον πτωχής γυναικός, διά να κατοικήση ο άρρωστος, είτα +και οι γονείς του. + +Ο φθισικός, και αν δεν ηδύνατο να σηκωθή διά να παρευρεθή εις τον +γάμον, θα έβλεπε διά του παραθύρου τον μέγαν χορόν, όστις θα +εχορεύετο επί της πλατείας, εις το ύπαιθρον, μετά το γαμήλιον +γεύμα. Ήτον ήδη περί τας αρχάς του θέρους. Ο νεαρός γαμβρός ηγάπα, +φαίνεται, την επίδειξιν, και ήθελε να καλέση πλείστους και δικούς +και ξένους εις τους γάμους του. + +Εν τοσούτω η απαίτησις των χιλίων δραχμών δεν είχε διευθετηθή. Ο +Θανάσης είπε να δώση ο Στάθης τας χιλίας δραχμάς εκ των χρημάτων +όσα είχεν εις τας χείρας του, ως έχων την διαχείρισιν των εξόδων. +Ο Στάθης εμόρφασεν, έγρυξε, και είπε: «Καλά!» Αλλά δεν έδωκε τα +χρήματα. + +Την άλλην ημέραν, ήτις ήτον η παραμονή του γάμου, ο γαμβρός +υπέμνησε και πάλιν την απαίτησιν. Τότε ο Στάθης είπεν ότι δεν έχει +πλέον χρήματα, επειδή όσα είχεν εις χείρας επήγαν όλα για έξοδα, +και ας δώση τα χρήματα ο Θανάσης, αν θέλη. + +Αυτά είπεν εις τον γαμβρόν. Εις δε τον Θανάσην είπεν· + + — Αυτά να του τα δώσουμε για πανωπροίκι, να στεφανωθή, κ' ύστερα, +τι λες κ' εσύ; + + — Ναι, είπεν ο Θανάσης, όστις επείθετο ευκόλως εις ό,τι του +έλεγον όλοι και μάλιστα ο Στάθης. + + — Βέβαια, επέφερεν ο Στάθης, με αυτόν τον τρόπον, θ' αποδείξη κι' +αυτός πως μας εμπιστεύεται, όπως τον εμπιστευτήκαμε κ' εμείς. + +Άμα εξήλθεν ο πρωτότοκος αδελφός, εισήλθεν η Αφέντρα. Αύτη +επλησίασεν εις την κλίνην του Θανάση, και ήρχισε να τον θωπεύη και +να του γλυκομιλή. + + — Να, τώρα που λες, Θανασάκη μου, επειδή πάτησε ποδάρι αυτή η +γρηά, η πεθερά μου, που φοβάται μην πεθάνη, κ' ήθελε να γένη ο +γάμος τώρα . . . Εγώ είπα να γένης πρώτα καλά εσύ, κ' ύστερα να +μας βάλουν στέφανα . . . Μόλις σηκώθηκε στα πόδια της, και +βιάζεται να δώση την ευκή της, φοβάται μην ξανακυλίση . . . + +Ως τόσο, είσαι και συ, καλλίτερα, Θανάση, δεν είσαι; + + — Σαν καλλίτερα είμαι, είπεν ο Θανάσης, όστις ευκόλως επείθετο +ότι είνε καλλίτερα, άμα του το έλεγέ τις· ησθάνετο δ' ενίοτε και +ψευδοβελτιώσεις της νόσου. + + — Μακάρ' ο θεός να δώση να είσαι καλά. Θα σηκωθής, Θανασάκη μου; +θα κάμης κουράγιο νάρθης στο γάμο, να με καμαρώσης, που θα φορώ +στεφάνι; + + — Να ιδώ . . . σαν μπορέσω . . . Όπως μου πη ο γιατρός. + + — Αν δεν έλθης, δεν βάζουν στέφανα, είπεν η Αφέντρα. Εσύ είσαι +δεύτερος πατέρας για μας, θα σου φιλήσωμε το χέρι κ' εγώ κι' ο +Γρηγόρης . . . ως τόσο, δε δίνεις μόνος σου κειναδά τα λεπτά; . . . . +χίλιες δραχμές του έχουνε τάξει ακόμα . . . Δεν τα δίνεις με +το χεράκι σου; αποκάτ' απ' το προσκέφαλό σου τάχεις; + +Και λέγουσα έρριπτε βλέμματα πλήρη απληστίας υπό το προσκέφαλον, +ως να ήθελε να ίδη μέσω του λινομετάξου περιβλήματος, και κάτωθεν +του πατημένου μαλλίνου όγκου, τι εκρύπτετο υποκάτω. Έκαμε δε +κίνημα ως διά να χώση την χείρα της κάτωθεν του προσκεφαλαίου. + +Ο Θανάσης είχε τω όντι υπό το προσκέφαλόν του το μέγιστον μέρος +των χαρτίνων νομισμάτων, τα οποία είχε φέρει ο Στάθης εκ Βώλου — +περί τας ένδεκα χιλιάδας δραχμών. + + — Δεν τα δίνεις, επανέλαβεν η κόρη, για να μην εύρη καμμιά +πρόφασι ο γαμβρός; Τώρα πλεια, Θανασάκη, δεν είμαστε για ν' +απομείνουμε . . . Τι θα πη ο κόσμος; Αν μου κάμη τίποτε, Θεός να +φυλάη, και πη πως δε στεφανώνεται! . . . Κάλλιο έχω να . . . + +Και δάκρυα έπνιξαν την φωνήν της. Την ιδίαν στιγμήν εισήλθεν ο +Στάθης, όστις φαίνεται ότι ήτον απ' έξω, και ίσως είχε τείνει το +ους ή τυχαίως ήκουσεν. + +Ο Στάθης ήρχισεν άλλην ομιλίαν, ωμίλει διά τα καθέκαστα του γάμου, +διά τους καλεσμένους, οι οποίοι ήσαν τόσον πολλοί, ώστε δεν θα +τους εχώρει το σπίτι . . . Είνε τω όντι φαντασμένος αυτός ο +γαμβρός. + + — Μην το λες, και κακιών' η αδερφή μας, είπε μειδιών ο Θανάσης. + + — Εμένα μ' έχεις αδερφό, είπεν ο Στάθης· τον Γρηγόρη δεν τον +έχεις ακόμα τίποτε. + +Η Αφέντρα είχε χαμηλωμένα τα όμματα κ' εσιώπα. Εισήλθε και η +Ασημήνα, ήτις ίστατο προ μικρού εις τον προθάλαμον και είχεν +ακούσει τον Στάθην. + + — Τώρα πλεια έχουμε χαρές . . . Θα κάμωμε γάμο, που θα δώση νάμι +. . . Δημάρχους, λιμενάρχους, ντελεγραφιστάδες, νεροδίκη, τελώνη, +αστρονόμο, όλους τους εκάλεσεν ο γαμβρός μας . . . Θα στήσουνε +αύριο ένα χορό, που θα δώση κρότο, τι λες καλέ! . . . Θα κάμη +χαρά, λέει, που να βαστάξη τρεις βδομάδες. Παράγγειλε στον μπάρμπα +μας, τον Κοψιδάκη, να του σφάξη τέσσερ' αρνιά, τρία πρόβατα, δύο +κατσίκια, θυσία . . . Και χωριστά ο κουμπάρος, που θα σφάξη δύο +τραγιά, και θα κουβαλήση πήττες και μπακλαβάδες. Και βιολιά, και +λαούτα, ακούς, και λογιών-τω-λογιών τα λαλούμενα, τακούς, κι' όλ' +οι βιολιτζήδες οι ντόπιοι, τρεις ξένοι, οι τουρκόγυφτοι με τα +κλαρινέτα, ακούς . . . Και θα χορέψουν όλοι, που να πηδήσουν +μεσούρανα, τακούς . . . Και πού είσ' ακόμα, ν' αρχίσουν να μας +έρχωνται η νυφάδες για το Θανάση, κ' η πεθεράδες, που θα μας +κουβαλούν ζαχαρομαχαλιά και κουραμπιέδες, και λογιών-τω-λογιών +καλούδια . . . Ως το χειμώνα, φέτος, άλλο γάμο θάχουμε . . . Και +ποια μάννα είνε σαν εμένα; . . . Πώς έχω τον νου μου, δεν λέτε; . . . + +Την στιγμήν εκείνην επήλθε παροξυσμός βηχός μετά διαταραχής του +στομάχου εις τον φθισικόν. Εν τη παραζάλη και τω θορύβω, κ' ενώ αι +δύο γυναίκες προσεπάθουν ν' ανακουφίσουν τον πάσχοντα, ο Στάθης +έβαλε την χείρα υπό το προσκέφαλον, ήρπασε το χρηματοφυλάκιον, +χωρίς κανείς να τον παρατηρήση, και το έθεσεν ηρέμα εις τον κόλπον +του. + +Είτα ο Θανάσης ησύχασεν. Η μήτηρ έκλεισε καλώς την θύραν του +θαλάμου, και είπεν εις όλους, καθώς είχον εξέλθει εις τον +προθάλαμον· + + — Αφήστε τον να κοιμηθή . . . Είνε κρίμα απ' το Θεό . . . Της +χίλιαις δραχμαίς θα της δώση αύριο . . . Ας είνε καλά, το παιδάκι +μου . . . Μακάρι να είχατε να λαβαίνετε . . Έχασε τα νειάτα του +. . . αρρώστησε το παιδί μου . . . Τόσα χρόνια ήτανε βαθειά στη γης, +εκεί που βγάζουν τ' ασήμι, ακούς! βαθειά κάτω σαν τυφλοπόντικας να +σκάφτη, μέσ' τα λαγούμια, τ' ακούς!.. Αφήστε το, ν' ανασάνη, να +πάρη αέρα, που έλυωσε στον απάνω κόσμο, κι' ανάλυσε, σαν το κερί +το παιδάκι μου! . . . Ας ησυχάση καλά τη νύχτα. + + +Την επαύριον, όλ' αι ετοιμασίαι διά τον γάμον ήσαν συμπληρωμένοι +. . . Την νύκτα η Αφέντρα, καθ' ην στιγμήν ο μνηστήρ τους +εκαληνύκτιζεν, είχε ψιθυρίσει προς αυτόν κατ' ιδίαν· + + — Θα μου της δώση αύριο της χίλιαις δραχμαίς. Υποσχέθηκε κ' η +μητέρα. + +Την ώραν που επήγαν τα βιολιά κ' έφεραν τον κουμπάρον έμπροσθεν +της πατρικής οικίας του γαμβρού, ο Γρηγόρης, μη έχων τίνα άλλον να +ερωτήση, ηρώτησε κρύφα τον Στάθην, όστις στολισμένος συνώδευε με +πολλούς εκ των καλεσμένων τον κουμπάρον, ελθόντα να παραλάβη τον +γαμβρόν· + + — Η χίλιες δραχμές, τι γίνονται; + + — Θαρρώ πως της έδωκεν ο Θανάσης της Αφέντρας, απήντησε βιαστικά +ο Στάθης. + +Η πομπή των καλεσμένων, μετά βιολίων και λαγούτων, άγουσα τον +κουμπάρον και τον γαμβρόν, κατήλθε μέχρι της οικίας της νύμφης. +Ανέβησαν εις την οικίαν ο γαμβρός, ο σύντεκνος, και οι οικείοι· οι +πλείστοι επερίμεναν εις τα πρόθυρα της οικίας. Μετ' ολίγα λεπτά +κατήλθον όλοι, άγοντες και την νύμφην, στολισμένην με φορέματα της +προτελευταίας μόδας, και με καπέλλον μετά τεχνητών ανθέων +πορτοκαλλέας, συνοδευομένην από την μητέρα της την Ασημήναν, ήτις +έφερε το σαλομέταξο φουστάνι της, και γουνάκι και κουζούκαν εκ +βελούδου, αμαυρού χρώματος, και από τας θείας της όλας, αναλόγως +στολισμένας. Ο γερο-Στεφανής εφόρει πανωβράκι τσόχινον, το οποίον +είχεν από τριακονταετίας, και δεν το είχε φορέσει περισσότερον από +πέντε φοράς εις όλην την ζωήν του. Έφερε φέσι κατακόκκινον, με +φούνταν κυανήν, το οποίον του είχε φέρει από το Τούνεζι κατά την +εποχήν των Κριμαϊκών ο κουμπάρος, όστις τον είχε στεφανώσει, +εμποροπλοίαρχος, προ χρόνων αποθαμμένος τώρα, είχε δε κρεμασμένον +από την τσέπην της τζάκας του την εσωτερικήν, κατερχόμενον έως το +γόνα του, μακρότατον μεταξωτόν μανδήλιον, κόκκινον, διανθές. + + +Πριν καταβώσιν από την οικίαν, ο γαμβρός, καθώς είχε πλησιάσει την +νύμφην, την ηρώτησε με πολύ χαμηλήν φωνήν, διά να μην ακούσουν ο +σύντεκνος και οι άλλοι οικείοι, ιστάμενοι πλησίον· + + — Σου της έδωκε ο Θανάσης; + +Η Αφέντρα, μη τολμώσα ν' αρθρώση φωνήν, καθώς ένευε την κεφαλήν +κάτω, κατένευσεν ακόμη χαμηλότερα, ερυθριώσα· + + — Της έχεις; ηρώτησε πάλιν ο Γρηγόρης. + +Δεύτερον νεύμα, έτι ασθενέστερον έκαμεν η νέα. + +Ήτον Κυριακή πρωί, ώρα δεκάτη, απολείτουργα. Η πομπή διηυθύνθη εις +τον ναόν, όπου ετελέσθη ο γάμος. + + +Ο γάμος έγεινεν επίσημος. Μετά το γεύμα όλοι οι καλεσμένοι, ο +δήμαρχος, ο λιμενάρχης, ο ειρηνοδίκης, ο υποτελώνης και οι λοιποί, +όσους είχε καταριθμήσει η Ασημήνα, όλοι μετά των συζύγων των +έλαβον μέρος εις τον χορόν — τινές ως απλοί θεαταί — όστις είχε +στηθή εις την πλατείαν, εκείθεν της οικίας. + +Πολλοί εχόρευσαν, όλοι σχεδόν ηυφράνθησαν, και κανείς δεν +εμελαγχόλησεν. Ο δυστυχής ο φθισικός, όστις είχε σηκωθή μετά βίας +από την κλίνην, και τον είχον καθίσει επί καναπέ, πλησίον του +παραθύρου, εθεώρει τον χορόν, και ησθάνετο ηθικήν ευχαρίστησιν. + + — Αν δεν ηρχόμην εγώ απ' την Αμέρικα, έλεγε μέσα του, και δεν +έφερνα αυτούς τους παράδες, όλ' αυτά θα έλειπαν . . . Γάμος +μπορούσε να γείνη, αλλά θα ήτο πολύ πτωχικώτερος . . . και τέτοιος +χορός δεν θα εγίνετο. + +Κ' εκείνην την στιγμήν ησθάνθη την ανάγκην να θωπεύση με τας +χείρας του το χρηματοφυλάκιον, το οποίον είχεν υπό το προσκέφαλόν +του. Από τριών ή τεσσάρων ημερών δεν είχε σηκώσει το προσκέφαλόν +να το ίδη. + +Ήτον εις τον τελευταίον βαθμόν της νόσου, και μόλις ηδύνατο να +ίσταται εις τους πόδας του. Ανεσηκώθη κ' έκαμε τρία βήματα διά να +πλησιάση εις την κλίνην. + +Εσήκωσε το προσκέφαλόν και βλέπει ότι η θέσις ήτο κενή. Το +πορτοφόλιον έλειπεν. + +Ανεσήκωσε την προσκεφαλάδαν ή μαξιλάραν, την υποκάτωθεν. Έψαξε τα +σινδόνια. Τίποτε. Το χρηματοφυλάκιον είχε γείνει άφαντον. + +Κρύος ιδρώς τον περιέχυσε, και βηξ αγωνίας τον έπνιξε. + + — Μάννα μου! μάννα! + +Η μικρά Ανθούσα, πτωχή κορασίς, συγγενής της οικογενείας, την +οποίαν είχαν προσλάβει εκείνας τας ημέρας διά να υπηρετή τον +ασθενή, ίστατο εις την θύραν του οικίσκου, κ' εκύτταζεν εν +εκστάσει τον μέγαν χορόν, όστις ήτον ως τεράστιος ορμαθός +ανθρώπων, πολύχρωμος και αεικίνητος. Μ' όλον τον θόρυβον όστις +ήρχετο έξωθεν, ήκουσε την κραυγήν και τον βήχα του Θανάση, κ' +έτρεξεν επάνω. + + — Τι έχεις, Θανάση; + + — Αθουσώ! . . . Αθουσώ! . . . τρέξε γρήγορα, φώναξε τη μάννα μου! +. . . + + — Είνε πιασμένη στο χορό! + + — Να ξεπιαστή . . . και να τρέξη . . . Μετ' ολίγον ήλθε τω όντι η +Ασημήνα. + + — Ω! καλά έκαμε τ' Αθουσώ, κ' ήρθε, και μ' έκαμε να ξεπιαστώ απ' +το χορό. Μπαΐλντισα, παιδάκι μου! Με της νειες αυτουνού του +καιρού, με δημαρχίνες, νεροδίκηνες, λιμενάρχηνες, ντεληγραφιστίνες, +ξέρω εγώ να χορεύω; . . . Όχι άλλο! . . . Ας είνε στερεωμένα, +καλορρίζικα, παιδάκι μου . . . Τι μ' εφώναξες, Αθούσα; Με θέλεις +τίποτα, Θανάση; + + — Μάννα, ποιος μου πήρε το πορτοφόλι μου; + + — Ποιο; τι είπες; + + — Το πορτοφόλι, που είχα τους παράδες μέσα . . . + + — Ε; + + — Λείπει . . . Μου το κλέψανε, μάννα . . . + + — Τι λες, παιδί μου; + +Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη η φωνή του Στάθη καλούντος έξωθεν της +θύρας· + + — Μάννα! . . . μάννα! . . . + + — Ποιος φωνάζει; Εσύ είσαι, Στάθη; + +Και η Ασημήνα προέκυψεν εις το παράθυρον. + + — Πες του Θανάση, εγώ τώχω το πορτοφόλι, και να ησυχάση. + +Και αφού είπε τούτο, ο Στάθης απεμακρύνθη. + +Ο Θανάσης εν μέρει μόνον κατεπραΰνθη. + + — Γιατί δεν ήρθε μέσα; + + — Έχει δουλειές, παιδί μου . . . Αυτός έχει όλη τη φροντίδα του +χορού, των παιγνιδιών και τα κεράσματα . . . 'Πηρετεί όλους τους +καλεσμένους . . . + +Ακολούθως η μητέρα κατήλθεν εις την πλατείαν, και διελθούσα +πλησίον του Στάθη, του έρριψε βλέμμα ερωτηματικόν. + + — Σύρε να πης του Θανάση, είπεν ούτος, ο Στάθης, πες, τώχει το +πορτοφόλι, και θα του το δώση, πες . . . Το πήρα, γιατί φοβήθηκα +μην τ' αρπάξ' η θυγατέρα σου, την ώραν που τον έπιασεν ο βήχας . . . +κι' αυτή πολεμούσε να τόνε καταφέρη για να της δώση της χίλιες +δραχμές, τα παραπανισμένα που μας γύρευε ο γαμβρός. Τώρα πλεια η +πόρτα έκλεισε . . . Πανωπροίκια δεν έχει. + +Όλην την ημέραν, και μέχρι βαθείας νυκτός, διήρκεσεν η ευθυμία, +και ο χορός διακοπτόμενος επανελαμβάνετο πάλιν. Είτα οι +καλεσμένοι, ολίγοι-ολίγοι, εσκορπίσθησαν. Τελευταίοι έμειναν ο +κουμπάρος και οι στενώτεροι οικείοι, με τα βιολιά και τα λαγούτα. +Πέραν του μεσονυκτίου, έφαγαν νέον δείπνον. Τα γλυκοχαράμματα, +αφού έφεραν γύρον με τα βιολιά, ο κουμπάρος και οι οικείοι, +εγύρισαν οπίσω υπό την οικίαν και έμελψαν τα πιστρόφια. + +Όλην την εσπέραν και μέχρι βαθείας νυκτός, και την πρωίαν της +επιούσης ακόμη, ο Στάθης δεν ανήλθεν εις την μικράν οικίαν, όπου +ευρίσκετο ο ασθενής αδελφός του. Ούτος, ενώ την νύκτα της +παραμονής του γάμου είχε κοιμηθή καλά κ' επί πολλάς ώρας, κατόπιν +του παροξυσμού όστις του είχεν επέλθει την ημέραν, κ' εφαίνετο +ησυχώτερος, την νύκτα την μετά τον γάμον, και κατόπιν της +ανακαλύψεως της απουσίας του χρηματοφυλακίου, την διήλθεν άυπνος +και με φοβεράς εκρήξεις βηχός. + +Την ώραν του μεταμεσονυκτίου δείπνου, ενώ ο κουμπάρος μετά των +στενωτέρων εκ των καλεσμένων ηυφραίνοντο, ο γαμβρός ενθυμήθη να +ερωτήση την νεόνυμφον· + + — Πού της έχεις της χίλιες; Απάνω σου; Η Αφέντρα έκαμε αδιόρατον +νεύμα. + + — Και δεν μου λες, είπεν ο Γρηγόρης, γιατί δε σου έβαλε η μάννα +σου την κολλαΐνα με της λίρες, που μούλεγες πως έλεγε να σου βάλη; + + — Πού να της βρούμε της λίρες, είπε τότε η Αφέντρα, λυθείσης της +γλώσσης της — επειδή η μοδίστρα της είχεν ειπεί, ότι η νύφες που +φορούν ευρωπαΐκά δεν είνε ανάγκη να σιωπούν, ούτε να καμαρώνουν, +καθώς εσυνήθιζαν η πρωτινές, που φορούσαν καβούκες κεντητές και +χρυσοΰφαντα ποδογύρια — και μαλιστα ωμοίαζαν πολύ με αχελώνες, +καθώς έλεγεν η μοδίστρα. + + — Πού να της βρούμε της λίρες· ο Στάθης μόνο συχνάτσες έφερε απ' +το Βώλο . . . Κ' έπειτα, η κολλαΐνα, που έλεγεν η μητέρα, θα +ταίριαζεν αν φορούσα νυφιάτικα ντόπια . . . Μ' αυτά που φόρεσα +τώρα, δεν πάει . . . + +Την πρωίαν, καθώς ο Στάθης επέστρεψεν εις το σπίτι του, και όλοι +οι καλεσμένοι επήγαν τέλος να κοιμηθούν, ο γέρων πατήρ ελθών, +εφώναξε τον Στάθην, και του είπε· + + — Σύρε να ιδής τον αδερφό σου . . . σε θέλει. + +Ο Στάθης ήτον πλαγιασμένος, επήρε έναν ύπνον, και αργοπόρησε. + +Μετ' ολίγον η Ασημήνα, έτρεξε κ' εφώναξε την νύμφην της· + + — Γερακίνα, πού είν' ο Στάθης; Μην κοιμάται; . . . Δεν είνε καλά +ο Θανάσης· πες του να φθάση γλήγορα! + +Ολίγω ύστερον, ήλθεν η Μαργαρώ, η άλλη ύπανδρος αδελφή. + + — Στάθη! τρέξε γλήγορα! . . . πεθαίνει ο Θανάσης! . . . + +Ο Στάθης είχε σηκωθή, κ' ενίπτετο, κ' εκτενίζετο, κι' αργοπορούσε +. . . + +Ευθύς κατόπιν, έφθασε μία θεία. + + — Στάθη! έλα γλήγορα! . . . σε γυρεύει ο Θανάσης! . . . την ψυχή +στα δόντια! . . . + +Τελευταίος, και πάλιν ήλθεν ο γέρο-Στεφανής. + + — Τρέξε γλήγορα! . . . τον αδελφό σου τον μεταλαβαίνουνε. + +Τέλος εξεκίνησεν ο Στάθης. Συνήντησε τον ιερέα, ασκεπή, με το +Άγιον Ποτήριον, κατερχόμενον από τον οικίσκον του ασθενούς. + +Ο Στάθης έβγαλε το καπέλλο του, επροσκύνησε βαθέως και τέλος +ανήλθεν εις την μικράν οικίαν. + +Ο Θανάσης ήτον εις τας λοισθίας στιγμάς. + +Ο Στάθης επλησίασεν εκθύμως, του έδωσε το πορτοφόλι εις τας +χείρας. Εκείνος το έλαβε κ' εμειδίασε. + + — Σχώρεσέ με, αδελφέ μου, για καλό τώκαμα, να μη σε γδύσουν . . . +Σου χρειάζουνται τα λεπτά για να κυτταχθής, να γένης καλά . . . να +ζήσης ακόμα, πολύ, πολύ! . . . + +Ο φθισικός είπεν «ευχαριστώ», έσφιξε το πορτοφόλι εις την παλάμην +του, κ' εξέπνευσε. + +Μόλις απέδωκε την τελευταίαν πνοήν ο Θανάσης, και ο Στάθης ανέλαβε +πάλιν το πορτοφόλι, και το έβαλεν εις τον κόλπον του. + +Η Ασημήνα έρρηξε μίαν κραυγήν, είτα μετά την συστολήν του νεκρού +απηγόρευσε τα μοιρολόγια. Είχαν χαράν εις την φαμελιάν της, και το +σπίτι της νεονύμφου ήτον εκατόν βήματα παρέκει αντικρύ εκεί. Δεν +ήρμοζε ν' αμαυρωθή με θρήνους η πρώτη ημέρα του γάμου της θυγατρός +της. + +Ο μπάρμπα-Στεφανής, όστις δεν είχε μάθει ότι ο Στάθης είχε πάρει +το πορτοφόλι με τα χατονομίσματα, και δεν είξευρεν αν το +επέστρεψεν εις τον Θανάσην, ούτε ότι το έλαβεν οπίσω πάλιν, μόλις +έμαθε το τέλος του Θανάση, έφερε μίαν γύραν εις την αγοράν, +επέρασεν από το καπηλείον κ' εφώναξε τον Αντώνην τον Βλάχον· + + — Πάτερ Αβραάμ! . . . ελέησόν με, και πέμψον Λάζαρον! + +Τα μελίμηνα του ανδρογύνου επικράνθησαν από τον θάνατον του +αδελφού, του προικοδότου και χορηγητού. Ο Γρηγόρης εξηκολούθει επί +πολύν καιρόν ακόμη να ζητή τας χιλίας δραχμάς και να παραπονήται +κατά της συζύγου του ότι αύτη του είχεν ειπεί ψεύδος. Πλην η +Αφέντρα ισχυρίζετο ότι δεν του είπε ποτέ το στόμα ότι είχε λάβει +τα χρήματα εκείνα. + +Ο Στάθης υπεσχέθη να γηροκομήση τους γονείς του, αλλ' ουδέποτε +επείσθη να δώση το «πανωπροίκι» εις τον γαμβρόν. Είχεν εύρει τώρα +και άλλο επιχείρημα, ότι και ο άλλος γαμβρός, ο σύζυγος της +πρεσβυτέρας αδελφής Μαργαρώς, ήγειρεν απαίτησιν, ζητών και αυτός +«πανωπροίκια», επειδή η προιξ την οποίαν είχε λάβει αυτός ήτο πολύ +ευτελεστέρα. + + — Και με τα πανωπροίκια, πού πάμε, και τι θα γίνουμε, είπεν ο +Στάθης. + +Ο γέρο-Στεφανής, προσέθηκε μελαγχολικώς· + + — Άλλοι σπέρνανε, κι' άλλοι θερίζουνε. + + + +ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΑΙ + + + +Πώς έτρεχον το πρωί, εις την πεδιάδα πέραν, έξω της πολίχνης, +τόσος κόσμος, άνδρες και παιδία, και ολίγαι γυναίκες προσέτι; +Έτρεχον ανά την ευρείαν λεκάνην, την σχηματιζομένην μεταξύ δύο +βουνών και ενός βορεινού όρμου και του λιμένος του μεσημβρινού, +πλήθος πολύ σφόδρα. Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο +γραίος, ο βορειανατολικός, αδιάκοπος εφύσα, και ήτο ψύχος και +χειμών, Δεκέμβριον μήνα . . . + +Πρώτοι έτρεξαν, ο Λούκας ο Μπούνος, κι' ο Θανάσης ο Πουγαδής, κι' +ο Παναγής της Χρόναινας. Ευθύς κατόπιν τούτων ήλθαν ο Ανάστασης ο +Ζιζυφός, κι' ο Κώστας ο Αμπάς, κι' ο Αλέξης της Μυλωνούς, κ' οι +λοιποί. Άλλοι εξ αυτών έφερον σάκκους πλήρεις, άλλοι εκρατούσαν ως +ράβδους υψηλά κοντάρια, κ' η τσέπες των αμπαδένιων επανωφορίων και +περισκελίδων των, εφαίνοντο κάπως φουσκωμένες. Είχαν βγάλει από τα +κοντάρια τους γάντζους και τα καμάκια, και τα έφερον εις της +τσέπαις των, ίσως διά να μη δίδουν υποψίας. Δύο εκ τούτων εκράτουν +ανά μίαν απόχην, και άλλοι εβάσταζον κουβαριασμένα χονδρά σχοινία, +πισσωμένα. Βεβαίως επρόκειτο περί αλιευτικής ή ναυτικής εκδρομής. + +Αλλά πώς είχον μυρισθή την υπόθεσιν, κ' είχον λάβει είδησιν, όλες +η μάγκες του τόπου, παιδία μεταξύ δώδεκα και δεκαέξ ετών, πρώτος ο +Θοδωρής ο Τσούνος, είτα ο Γιάννης ο Ζόπης, κι' ο Πέρρος ο +Τριζόπης, κι' ο Βασίλης ο Γλάρος, κι' ο άλλος ο Βασίλης ο Κουλός, +κι' ο Γιώργης ο Κυρκυδός, κι' ο Δημήτρης ο Ψόφος, κι' ο Γιάννης ο +Κιώρης, κι' ο Αλέξης το Φανάρι, κι' ο Μανωλιός το Ψαλτήρι, και +τόσοι άλλοι; Μόλις είχε γνωσθή η είδησις, ότι την περασμένην νύκτα +είχε πέσει έξω παρά την Κεφάλαν, την απότομον υψηλήν ακτήν, +πλησίον επισφαλούς βορεινού όρμου, μία μεγάλη νάβα ολλανδική, +πελώριον σκάφος φορτωμένον με αγγεία, σίδηρον καί τινα υφάσματα. +Και οι μεν ναυαγοί είχον σωθή· είχαν έλθει νύκτα εις την πόλιν οι +κάτοικοι τους έδωκαν φορέματα, ήναψαν μεγάλην φωτιάν μέσα εις μίαν +ισόγειον αποθήκην, και τους εζέσταναν. Οι ξένοι έπιον ρούμι +άφθονον, και ήναψαν τας πίπας των. Εφαίνοντο ευχαριστημένοι από +την φιλοξενίαν των εντοπίων. Τώρα επρόκειτο και πώς να σωθώσι τα +ναυάγια. + + +Η εξουσία είχε στείλει δύο ενόπλους χωροφύλακας εις την Κεφάλαν, +διά να φυλάξουν, όσον το δυνατόν, το βυθισμένον σκάφος. Αλλά πριν +έλθουν οι χωροφύλακες, είχον φθάσει εις τον τόπον του ναυαγίου ο +Λούκας ο Μπούνος, με την παρέαν του, κι' ο Αναστάσης ο Ζιζυφός, +κι' ο Αλέξης της Μυλωνούς, και οι λοιποί. Ακόμη προ αυτών έφθασαν, +αν και τελευταίοι είχον αναχωρήσει, ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι' ο +Βασίλης ο Γλάρος, κι' ο Δημήτρης ο Ψόφος κι' όλοι οι ξυπόλητοι +μοσχομάγκες του τόπου. Ήρχισαν δε πάραυτα να εργάζωνται προς +ανέλκυσιν των ναυαγίων από τον πυθμένα. Αι δύο ή τρεις γυναίκες, +αίτινες είχον ακολουθήσει, ηκολούθησαν κατ' αρχάς προφάσει διά να +κράξωσιν οπίσω τους υιούς των τους μάγκας και τους συμμαζέψουν, +είτα σιγά-σιγά, χωρίς να το αισθανθούν, ειλκύσθησαν και αυταί +μέχρι της Κεφάλας και εύρον περίεργον το θέαμα. + +Ο Λούκας κ' η παρέα του, με τους γάντζους και με της απόχες, θα +κατώρθωναν πολύ μεγαλείτερες δουλειές, αν ήτον εύκολον να φέρουν +από τον λιμένα της βάρκες των εις το μέρος εκείνο. Αλλ' ήτο σχεδόν +αδύνατον, διότι ο μαινόμενος βορράς δεν το επέτρεπε, θα ήτον +ανάγκη να κάμψουν το ανατολικόν ακρωτήριον, το φράσσον τον λιμένα, +να πλεύσωσιν κατεπάνω εις τον άνεμον, τρία ως τέσσαρα μίλια +πέλαγος αγριωμένον, εις τα βασίλεια του βορρά. Με πανία θα ήτο +αμήχανον, με κωπία θα εχρειάζοντο πολύ μεγαλείτεραι και +ισχυρότεραι λέμβοι, και πολλοί και στιβαροί βραχίονες να το +κατορθώσουν. Διά τούτο ηναγκάσθησαν, φέροντες τα αλιευτικά των +εφόδια, να έλθουν πεζή, χωρίς κανείς να τους έχη στείλει. + +Τώρα, με γάντζους, με απόχες, με σχοινία και με κοντάρια, έκαμναν +ό,τι μπορούσαν ανασύροντες πότε-πότε μεγάλα πινάκια, υπερμεγέθεις +σουπιέρες, με καλύμματα και με κουτάλας πηλίνας ακόμη, ενίοτε +δέσμας σιδηρών ράβδων κλπ. Αλλά πολύ μεγαλειτέραν εργασίαν έκαμναν +ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι' ο Γλάρος κι' ο Ψόφος, και οι λοιποί. +Ούτοι χωρίς να φοβώνται ότι θα κρυώσουν, εγυμνώθησαν από τα ολίγα +ράκη που εφορούσαν, έδιναν διαρκώς βουτιές, έφθαναν δύο ή τρία +μπόγια εις τον πυθμένα, κ' επανήρχοντο εις τον αφρόν, φέροντες +πάντοτε όσην ηδύναντο να σηκώσουν λείαν. + + +Δεν εφαίνοντο να είχαν συλλογισθή πώς θα μεταφέρουν τόσα αγγεία +πήλινα και τόσας ράβδους σιδηράς, και πώς θα τας εξασφαλίσουν. +Πλην ο Λουκάς ο Μπούνος εφαίνετο να είχε τους σκοπούς του δι' +αυτό. + + — Παιδιά, είπεν ούτος έξαφνα, στραφείς προς τας διαφόρους ομάδας +των ανελκυστών και των βουτηχτών, τα πλιάτσκα μας, βλέπετε, είνε +τέτοιας λογής, που το ένα είδος το σίδερο, είνε φτειασμένο για να +σπάζη το άλλο είδος, τα πιάτα. Το λοιπόν, δεν μπορούν να κάμουν +εύκολα χωριό, τα δύο μαζί. Είνε ανάγκη να τα ξεχωρίσουμε. Σας +παρακαλούμε σας, των παιδιών, να πάρετε όσα πιάτα εύρετε, σπασμένα +και γερά, που είνε και πιο εύκολο να τα κουβαλήσετε στα χέρια· +σώνει να μας βοηθήσετ' εμάς να μεταφέρουμε σε μέρος σίγουρο ούλες +της βέργες και της λαμαρίνες. + +Έκυψεν εις το ους ενός των συντρόφων του, του Αναστάση τον +Ζιζυφού, και του εψιθύρισε μερικά λόγια με πολλάς χειρονομίας, +δεικνύων διά συρτού κ' επιμόνου κινήματος της παλάμης ίσα-πέρα τον +αιγιαλόν, και ηκούσθησαν αρκετά ευκρινώς απ' το στόμα του ολίγαι +λέξεις: «καλύβα, πέρα εκεί, σπηλιά, . . . κλειδαριά, σιδερόπορτα . +. . Να φυλάτε, κ' εμείς θάρθουμε με της βάρκες το βράδυ, σαν πέσ' +ο αέρας». + +Την στιγμήν εκείνην ένας από τους μάγκας, ο Μανωλιός το Ψαλτήρι, +εφώναξεν· + + — Έ! μπάρμπα-Λούκα! μπάρμπα-Λούκα! να, έρχονται οι ταχτικοί! + +Εστράφησαν όλοι, και είδον τους δύο γηραιούς χωροφύλακας, με της +παληοκαπότες των και με της καραμπίνες των της σκουριασμέναις, που +εφάνησαν να κατέρχωνται την ράχιν προς την ακτήν, και μόλις +απείχον πεντακόσια βήματα. Ήσαν δύο παλαιοί, λησμονημένοι +χωροφύλακες, από την εποχήν προ του Συντάγματος, με τουζλούκια και +με χειρίδας ανοικτάς, δυσκίνητοι, συμβιβαστικοί, ολιγαρκείς, +μαθημένοι να πονούν τη φτώχεια, και μη θέλοντες να φαίνονται +κακοί. + + — Έννοια σας, εσείς! έκραξεν ο Λούκας χωρίς να ταραχθή. Ξέρω εγώ +τι να του πω του μπάρμπα-Χρήστου, και μη σας μέλη. + +Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη οπωσούν τραχεία η φωνή του ενός των +χωροφυλάκων, του γεροντοτέρου· + + — Ε! νισάφι, βρε παιδιά, εφώναξε . . . Πέσατε με τα μούτρα πάλι +στο πλιάτσκο! + +Με τον ίδιον τόνον απήντησεν ο Λούκας· + + — Έννοια σου, μπάρμπα-Χρήστο! το κάνουμε για να μη σκουριάσουν τα +σίδερα μες τη θάλασσα . . . Κ' έπειτα είνε ανάγκη να ξαλαφρώση +λιγάκι τ' αμπάρι, για να σηκωθή το σκάφος! . . . + +Ο Λούκας δεν εβράδυνε να πείση τον μπάρμπα-Χρήστον περί της +αληθείας και περί της ορθότητος των δύο επιχειρημάτων, τα οποία +επρόβαλεν. Όταν οι δύο γηραιοί οπλίται κατήλθον χαμηλότερα προς +τον αιγιαλόν, ανέβη κ' εκείνος ολίγον υψηλότερα και τους ανέπτυξεν +αναλυτικώτερον την υπόθεσιν· + + — Κάμετε γλήγορα! έκραξεν εν συμπεράσματι, ο γέρο-Χρήστος· και +ξεπαστρέψτε τα, αυτά, το γληγορώτερο . . . και ξεκουμπισθήτε +αποδώ, γιατί! . . . + +Διέκοψε, και έφερε την χείρα εις τον πώγωνα· είτα επέφερεν· + + — Είνε κι' άλλοι εδώ, που έχουν γένεια . . . + +Έκαμε μιμικόν κίνημα, σημαίνον ότι «εκείνος που είχε τα γένεια» +δηλ. ίσως ο κατής ή ειρηνοδίκης, ήτον φόβος αν εγίνοντο παράπονα, +μην τους τσακώση «απ' το γιακά» και τους στείλη «μέσα». + +Ο Λούκας απήντησεν· + + — Ορισμός σας, μπάρμπα-Χρήστο! . . . το γληγορότερο. + +Είτα ήρχισε να συνεννοήται με την παρέαν του. + +Καθώς τα μυρμήκια, το θέρος, δεν παύουν ένα-ένα αποτελούντα +ατελείωτον λιτανείαν εις την άκραν του δρόμου να σύρουν από ένα +κόκκον, ή ψόφιαν μυίαν, ή ό,τι δήποτε, βαδίζοντα ακούραστα προς +την αποθήκην των, την μικράν οπήν της γης, ούτω και η πολυκέφαλος +συντροφιά του Λούκα, ο Θανάσης ο Παπουδής, κι' ο Παναγής της +Χρόναινας, κι' ο Ανάστασης ο Αμπάς κι' ο Αλέξης της Μυλωνούς και +οι λοιποί, εσχημάτισαν μακράν πομπήν, μετακομίζοντες επ' ώμων τας +ράβδους τας σιδηράς και τα αγγεία, εις την καλύβην πέραν, την +κρυφήν, και εις την σπηλιάν την οποίαν είχεν υποδείξει ο Λούκας. +Και καθώς τα μυρμήκια, όταν εις έν εξ αυτών πέση έν τεμάχιον πολύ +μεγάλον και δυσανάλογον διά τας δυνάμεις του, υπείκοντα εις σημεία +μυστικά και εις φωνάς αδήλους, έρχονται εις βοήθειαν του αδελφού +των, και συνεργάζονται πέντε ή εξ ομού εις το κύλισμα και την +μεταφοράν του μεγάλου τεμαχίου, παρομοίως ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι' +ο Γιάννης ο Ζόπης, κι' ο Πέρρος ο Τριζόπης, κι' ο Κώστας ο +Κυρκυδός, κι' ο Δημήτρης ο Ψόφος, κι' ο Αλέξης το Φανάρι, και όλοι +οι λοιποί, συνέτρεχον και συνεκοπίαζον εις το κουβάλημα πάσης +δέσμης σιδηρών ράβδων, πολύ στερεά δεμένης, και την οποίαν μάτην +είχαν προσπαθήσει να λύσωσιν εις μονάδας. + +Την νύκτα, ο άνεμος εμετριάσθη και ο καιρός εφαίνετο ότι +εβελτιώθη. Τέσσαρες ή πέντε λέμβοι έκαμψαν το ανατολικόν του +λιμένος ακρωτήριον, και δεν εβράδυναν να φθάσουν εις την Σπηλιάν, +ολίγω πλησιέστερον της ακτής όπου είχε βυθισθή το ξένον πλοίον. + +Τινές των συντρόφων εζήτουν επί τόπου να μοιρασθούν τα λάφυρα, διά +να φέρη «ο καθένας το δικό του». + +Ο Λούκας έκανε «κουμάντο» εις όλα. Προκειμένου περί διάνομής των +λαφύρων, ιδού πώς έλυσε το ζήτημα· + + + — Βρε παιδιά, είπε, να φορτώσουμε τώρα τα πράγματα όπως είνε, +μοιρασμένα κι' αμοίραστα, για να τα κουβαλήσουμε «όσο είνε νωρίς», +— ήτον μία μετά τα μεσάνυχτα — κ' ύστερα κάνουμε καλά, όταν θα τα +ξεμπαρκάρουμε. Ο λύκος απ' τα μετρημένα τρώει. + +Συγχρόνως δε έβαλε τα δυνατά του να παραφορτώση την δικήν του την +βάρκαν, με παραπολλά σίδερα, λέγων ότι η βάρκα αύτη σηκώνει +περισσότερα, επειδή είνε καινούργια και γερή και καλοφτειασμένη. + +Εις τον πλουν πάλιν ο άνεμος εσφοδρύνθη κ' εφουρτουνιάσθησαν όλοι. +Η βάρκα του Λούκα, ως πολύ βαρυφορτωμένη, ηναγκάσθη να κάμη σχεδόν +γενικήν αβαρίαν. + +Τέλος έφθασαν εις τον λιμένα, δύο ώρας πριν φέξη, και απεβίβασαν +τα πράγματα εις μίαν εσχατιάν, έξω της πόλεως. Τότε ήρχισαν +δυνατόν καυγάν μεταξύ των. + +Ο Λουκάς κ' οι άλλοι δύο νομάτοι, οι σύντροφοι της βάρκας του, +απήτουν να τα μοιράσουν όλα «απ' τη μεγάλη μέση», αναλογίζοντες +την αβαρίαν εις βάρος όλων. Οι άλλοι έλεγον ότι τα πράγματα είνε +καλώς μοιρασμένα, και δεν έχουν να κάμουν άλλην μοιρασιάν. Ας μην +έκαναν τόσο «ταμάχι», ο Λούκας κι' όλοι αυτοί μαζί του, διά να μη +ευρεθούν εις την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν. Πλην διατί τάχα ο +Λούκας να επιμένη να βαρυφορτώση τόσον την βάρκαν; Άλλα είχε στα +χείλη, και άλλον διάβολον είχε μέσα του. Βεβαίως, ενόει όλην την +βαρκαδιά ως μερδικό του· και το μεριδικό του το πήρε πίσω η +θάλασσα η αχόρταγη. + +Τότε οι δύο νομάτοι, οι σύντροφοι του Λούκα, έρριψαν όλον το βάρος +επάνω του, κ' επέμειναν να μοιρασθούν οι δύο ό,τι είχε μείνει απ' +όλον το φορτίον, επειδή αυτός με το «ταμάχι» του και με την +πλεονεξίαν του έγινεν αίτιος της αβαρίας, και είνε δίκαιον η ζημία +να πέση εις βάρος του. + +Ο Λούκας ετραβούσε τας ολίγας τρίχας τας άλλοτε πυρράς, και νυν +στακτεράς και υπολεύκους, που είχον μείνει περί τους δύο κροτάφους +του, μεμφόμενος την αχαριστίαν των συντρόφων· + + — Κακό, βρε παιδιά! κι' ο κόπος μου θα πάη χαμένος; . . . Κρίμα, +βρε παιδιά! + +Ευθύς άμα τη ανατολή του ηλίου, πριν προφθάσουν οι ναυαγοσώσται να +μεταφέρουν και εξασφαλίσουν όλα τα λάφυρα, ο ειρηνοδίκης και ο +πάρεδρος της δημαρχίας, ο «εκπληρών και τα αστυνομικά», ελθόντες +κατέσχον ό,τι εύρον εξ όλων των διακομισθέντων πραγμάτων. Ο +ειρηνοδίκης εξωδίκως απεφάνθη ότι, κατ' αυτόν οι άνθρωποι ούτοι +δεν ήσαν ένοχοι, καθότι εγλύτωσαν τόσον πράγμα από την φθοράν. +Επειδή, αν επερίμεναν τους «αρμοδίους» πότε «να σκεφθούν» και «ν' +αποφασίσουν», να λάβουν μέτρα» κτλ. οι αρμόδιοι, είνε τόσον +βραδυκίνητοι, ώστε το μεγαλείτερον μέρος του φορτίου θα το +κατέπιεν εν τω μεταξύ η θάλασσα. Εδικαιούντο άρα οι άνθρωποι, αν +δεν τους επλήρωναν τα ναυαγοσωστικά, να κρατήσουν μέρος των +πραγμάτων τούτων δι' αμοιβήν των. + + — Καλά το έλεγα εγώ, βρε παιδιά, είπεν ο Λουκάς. Δεν ήτο δίκηο να +χάσω τον κόπον μου! + + + +Ο ΠΑΝΤΑΡΩΤΑΣ + + + +Ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του +Χάρωνος διά να πηδήση εις τον άλλον κόσμον είχε το ιδικόν του. + +Καλά που ευρέθη κι' αυτό το υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα +σκυλοπνίχτης, φελούκα παμπάλαιος, διά να θαλασσοπνίγεται και +πορίζεται τα προς το ζην ο μπάρμπ’-Αλέξης. Ήτο πτωχός, πάμπτωχος. +Τόσα χρόνια που εγύριζε στην ξενητειά, κ' εταξείδευε με ξένα +καράβια, κατάλαβες, καμμίαν προκοπήν δεν είχεν ιδεί. Παραπάνω από +λοστρόμος δεν κατώρθωσε να φθάση. Άλλοι σύντροφοί του, κατάλαβες, +απέκτησαν σκούναις και βρίκια, και δυο-τρεις μάλιστα ευρίσκοντο το +σήμερον με μπάρκα. Κι' αυτός δεν είχε το σήμερον ουδ' ένα κόττερο, +μόνον ήτον αναγκασμένος, μ' αυτήν την παληόβαρκαν, ν' αγωνίζεται +να πορισθή τον άρτον της οικογενείας του. Και είχεν «οίκοι» δύο +αδύνατα μέρη, εν ώρα γάμου, και οι γαμβροί, κατάλαβες, το-σήμερον, +γυρεύουν πολλά! Σπίτι, αμπέλι, ελαιώνα, παληοχώραφα, τα +χρειαζούμενα του σπιτιού όλα, και το μέτρημα χωριστά. + +Μήπως είχε, τουλάχιστον, βοήθειαν από κανένα; Εκ των δύο υιών του, +ο νεώτερος, ο Δημήτρης, καλή του ώρα, υπηρετούσεν, ας είχε ζωή, +εις το Βασιλικόν Ναυτικόν. Καλά ναυτικά ήθελε μάθει! Ο άλλος, ο +Αποστόλης, ο μεγαλείτερος, έλειπε χρόνια εις τους ωκεανούς. «Ούτε +γράμμα, ούτε απηλογιά». Προ τριών ετών είχε μάθει ότι ήτο με έν +αγγλικόν ατμόπλοιον ναύτης, και ότι περνούσε για Ιταλός. Ας πα — +να περνούσε και για Σκλαβούνος! Αυτός διάφορο δεν είχε. + +Ως ο κατάδικος εις το ικρίωμά του, ως ο κοχλίας εις το κέλυφός +του, ο μπάρμπ’-Αλέξης ήτο προσηλωμένος εις την λέμβον του. +Εταξείδευε μεταξύ Μιτζέλας, Στυλίδος, Λιχάδος, Ωρεών και Αιδηψού. +Διεπόρθμευε κάτι μικρά εμπορεύματα, σπανίως επιβάτας. Άπαξ του +μηνός κατέπλεεν εις την χθαμαλήν ευλίμενον νήσον του, διά να φέρη +εξοικονόμησιν εις την γρηά και εις τας δύο κόρας του. + +Το πάλαι είχε σύντροφον εις την λέμβον τον γέρο-Σαλαμάστραν (καλά +που ηύρε συμπλωτήρα αρκετά ριψοκίνδυνον). Αλλά ο γέρο-Σαλαμάστρας +δεν ήτο ευχαριστημένος από το μερδικό, εγόγγυζεν απαύστως και μίαν +πρωίαν του έφυγε και τον άφησε «μες τη μέση». Ύστερον, «από +φεγγάρι σε φεγγάρι», είχεν ενίοτε τον μπάρμπα-Γιάννην τον +Λαλούμενον. Αλλ' ο μπάρμπα-Γιάννης ο Λαλούμενος συνήθειαν είχε, +την ημέραν του απόπλου, να συμπίνη με τους φίλους, και ουχί +σπανίως το ταξείδι ανεβάλλετο εξ αιτίας του, ή ο ναύλος εναυάγει +εξ ολοκλήρου. Ο μπάρμπ’-Αλέξης ηναγκάσθη να τον αποπέμψη. + +Τελευταίον και μόνιμον σύντροφον προσέλαβε τον Γιάννην τον +Πανταρώταν. + +Τι περίφημος άνθρωπος αυτός ο Γιάννης ο Πανταρώτας! Ηδύνατό τις να +τον ονομάση και Γιάννην Άπιαστον! Ο μπάρμπ’-Αλέξης μάλιστα τον +εναυτολόγει υπό το όνομα «Ιωαννίδης». Υπελόγιζεν ότι, αν υπάρχωσιν +ανά τον ελληνικόν κόσμον χιλιάδες έγγαμοι Γιάννηδες και Γιάνναιναι +χήραι, θα είνε, κατά μέσον όρον, διακόσιαι πενήντα ή τριακόσιαι +χιλιάδες Ιωαννίδαι. Και μετά τρεις γενεάς, ότε (αν περισωθή το +ελληνικόν γένος) τα εις &-ίδης& και &-άδης& θ' απαντώνται μόνον +εις τα ηρωικοκωμικά επύλλια, τις θα ευρεθή ν' ανησυχήση αν οι +ζήσαντες Ιωαννίδαι ήσαν σωστοί τριακόσιαι χιλιάδες ή τριακόσιαι +χιλιάδες και είς; + +Το αληθές είνε ότι ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής έτρεφε μεγάλην +στοργήν προς τον συμπλωτήρα του, τον Πανταρώταν. Δεν εμερίμνα +τόσον περί του εαυτού του, αν θ' αξιωθή να λάβη σύνταξιν από το +Ναυτικόν Απομαχικόν Ταμείον, όσον περί του συντρόφου του. Εκεί που +έπλεεν από κάβον εις κάβον, από αιγιαλόν εις αιγιαλόν, ίστατο μίαν +στιγμήν, άφινε την κώπην, έφερε την χείρα εις το μέτωπον, κ' +έλεγε· + + — Το ελάχιστο, αυτός ο Ιωαννίδης δεν θα πάρη σύνταξι, τίποτε; τον +ναυτολογώ ταχτικά! Τίποτε δεν του λείπει. Τα χαρτιά του είνε +σωστά. Εγώ, ας κουρεύομαι. + +Και στρεφόμενος προς μεσημβρίαν, έκαμνε λίαν εκφραστικήν +χειρονομίαν, με τον αντίχειρα και με τον δείκτην λέγων· + + — Όρσε, κουβέρνο! + + +Και ουχ' ήττον υπέφερε πολλά διά να τον «περάση στα χαρτιά» αυτόν +τον Γιάννην τον Πανταρώταν. Οι λιμενικοί υπάλληλοι μάλιστα «του +έψησαν το ψάρι στα χείλη». Είνε αληθές ότι ο εξακουσμένος +σύντροφός του ήτο εν διηνεκεί απουσία. Οι αλιείς οι συναντώντες +τον μπάρμπ’-Αλέξην παραπλέοντα τας ακτάς, ενίοτε και οι αιπόλοι οι +οδηγούντες τας αίγας των εις τον αιγιαλόν διά «ν' αρμυρίσουν», τον +ηρώτων· + + — Πού είν' ο σύντροφός σου; Μοναχός σου αρμενίζεις; + + — Πάει ν' αγοράση ψωμιά, απήντα ο μπάρμπ’-Αλέξης· τώρα τον +περιμένω να γυρίση. + +Κ' ενώ έλεγεν ότι τον περιμένει, εξηκολούθει ουδέν ήττον να πλέη. + +Οι επιστάται των λιμένων, οι υγειονομικοί φυλακές και οι +τελωνοσταθμάρχαι, ήσαν τα φόβητρα του μπάρμπ’-Αλέξη. + +Επαρουσιάζετο πάντοτε μόνος του, εις τον υγειονομικόν ή λιμενικόν +σταθμόν «διά να βγάλη τα χαρτιά». + + — Ποιος είν' ο σύντροφός σου; + + — Ο Γιάννης ο Πανταρώτας (αλλαχού έλεγεν ο Ιωαννίδης). + + — Και πού είν' αυτός ο Γιάννης ο Πανταρώτας; + + — Με καρτερεί στη βάρκα. + + — Πώς δεν τον παρουσιάζεις ποτέ; + + — Ολημέρα στην πιάτσα βρίσκεται· αδειάζει απ' το μεθύσι; + + — Κ' εμπιστεύεσαι συ, να ταξειδεύης με μέθυσον; + + — Τον έχω διά τον τύπο, επειδή έτσι το θέλει ο νόμος. Εγώ αξίζω +για δυο. + +Και ο λιμενικός υπάλληλος εφόρει τα γυαλιά του και του έδιδε τα +χαρτιά. + +Είς όμως υπάλληλος ήτον πολύ πονηρός και τον είχε καταλάβει. + +Φαίνεται να ήτο Μωραΐτης. Αλλ' ο μπάρμπ’-Αλέξης ταχέως τον +αφώπλισεν. Υπό την πρώραν της βάρκας έκρυπτε πάντοτε μίαν τσότραν +γεμάτην, ή και δαμιτζάναν ολόκληρον, του ευρίσκοντο δε και κάτι +ορεκτικά εδέσματα της πατρίδος του. Με μισή αστακοουρά, με κανέν +κεφαλόπουλο καπνιστό της λίμνης, με ολίγον αυγοτάραχον, μ' ένα +έγχελυν αλατισμένον, όλα προϊόντα της μικράς ωραίας νήσου, ο +μπάρμπ’-Αλέξης έκαμνε τη δουλειά του. + +Είς άλλος όμως ήτο σκληρός. Ήτο ολιγώτερον τρεπτός από τους +αρχαίους θεούς, και ας τους είχε σχεδόν πατριώτας. Ήτο +«Αυστριακός, χειρότερος από Τούρκον» κ' έτυχε να γείνη υπάλληλος +εις την ελευθέραν Ελλάδα. Ο μπάρμπ’-Αλέξης δεν ειμπόρεσε να τον +καταφέρη. Ηναγκάσθη να παύση να πλησιάζη εις τον σταθμόν εκείνον +της Στερεάς. + + +Μίαν φοράν όμως «τα έφερε σκούρα». Ευρέθη εις το πέλαγος, εν τω +μέσω του Ευβοϊκού στενού, εις ίσην από της ηπείρου και από της +νήσου απόστασιν. + +Ήρχετο από τους Ωρεούς κ' έπλεε διά το Θρόνιον. Είχε μικρόν +φορτίον από στάμναις και κανάτια, και ημίσειαν δωδεκάδα βαρέλια +εντοπίων μικρών αφύων. + +Ο μπάρμπ’-Αλέξης ήτον αμέριμνος, ως πάντοτε, κ' εκάθητο εις την +πρύμνην, κυβερνών το σκάφος και ιθύνων το ιστίον. + +Δεν ήτο ανάγκη τώρα να κάμη την τέχνην την οποίαν εσυνήθιζεν +άλλοτε. Να καθήση δηλαδή εις το κύτος της λέμβου, παρά τον ιστόν, +να προσδέση την σκότταν και τον οίακα διά διπλών σχοινίων και να +χειρίζεται αόρατος από του κύτους, φλόκον, ιστίον και πηδάλιον με +μίαν χεργιάν. + +Ενίοτε μάλιστα ενησμενίζετο να το κάμνη οσάκις είχε, όπερ σπάνιον, +κανένα χερσαίον επιβάτην, τον οποίον υπεχρέου να καθήση παρά το +πηδάλιον, όταν διήρχοντο πλησίον παραθαλασσίου χωρίου. Και από της +ξηράς έβλεπον τότε, πράγμα απίστευτον, φουστανέλλαν κυβερνώντα την +λέμβον. + +Την φοράν όμως ταύτην δεν είχεν επιβάτην κανένα χερσαίον. Αίφνης +βλέπει βασιλικόν πλοίον ερχόμενον αντίπρωρα αυτού. Ήτο η +«Σαλαμινία» πιθανώς. Ίσως να ήτο η «Πληξαύρα» ή η «Αφρόεσσα». + +Αν είχε κανένα επιβάτην, ας ήτο και φουστανελλάς, θα τον υπεχρέου +να μεταμφιεσθή εις ναύτην, να φορέση τα παληά αμπαδίτικα του +μπάρμπ’-Αλέξη, τα οποία ευρίσκοντο υπό την πρώραν διά παν +ενδεχόμενον. + +Αλλ' επιβάτην είπομεν δεν είχεν. + +Τι να κάμη; + +Σηκώνεται, λαμβάνει το έν των ζυγών, εφ' ων καθέζονται οι ερέται, +το ανορθοί, εβγάζει ένα σκαρμόν, τον προσδένει διά του τροπωτήρος +σταυροειδώς επί του ζυγού. + +Κύπτει υπό την πρώραν, αναζητεί τα παλαιά ράκη του, ενδύει το +διπλούν ξύλον με μίαν κάπαν, της οποίας τα μανίκια εκρέμαντο +σπαρακτικώς περί τας δύο άκρας του σκαλμού. + +Επί της κορυφής του ορθού ξύλου θέτει ένα ναυτικόν κούκκον, τον +οποίον είχεν αφ' ου χρόνου εταξείδευε με τα ξένα πλοία εις Ιταλίαν +και εις τον Αδρίαν. + +Διά να σταθή οπωσούν ο κούκκος, τον περιδένει ολόγυρα με το +κίτρινο ζωνάρι του ως σαρίκι. + + — Είνε σωστό σκιάζουρο, εψιθύρισεν ο μπάρμπ’-Αλέξης. Και έστησε +το αυτοσχέδιον τούτο ανδρείκελον επί του θριγκού της πρώρας, με +την βάσιν κάτω εις το κύτος, εκείθεν του κολπουμένου ιστίου. + +Έβαλε και την μίαν κώπην εγκάρσιον, οιονεί εις ανάπαυσιν επί των +γονάτων του ανδρεικέλου, με το πτερύγιον άνω προς τον ουρανόν! + +Ολίγα λεπτά ακόμη και τα δύο αντίπρωρα πλοία συνηντήθησαν. + +Ο μπάρμπ’-Αλέξης ύψωσε την σημαίαν, εμετρίασε τον δρόμον και +απέδωκε τας τιμάς. + +Ο κελευστής της βασιλικής ημιαλίας, όστις εγνώριζε τον μπάρμπ’- +Άλέξην από πολλών ετών, δεν ηδυνήθη να μη θαυμάση την ευχέρειαν +και την ραστώνην μεθ' ης έπλεε. + + — Μπράβο, καπετάν-Αλέξη, τω έκραξεν, είσαι πολύ σβέλτος. + + — Αλήθεια, απήντησεν ο μπάρμπ’-Αλέξης . . . και μάλιστα ο +σύντροφός μου. + + +Τούτων ένεκα, μεγάλης χαράς ήτο αφορμή διά τον μπάρμπ’-Αλέξην, +όταν κατώρθωνε «στη χάσι και στη φέξι» να έχη κανένα επιβάτην, τον +οποίον, εν ανάγκη, να &περάση& ως τον περίφημον Γιάννην τον +Πανταρώταν. Αλλά πού επιβάτης; ποίος ετόλμα να πατήση τον πόδα εις +την παληόβαρκαν; + +Μίαν φοράν ηυτύχησε να επιβιβάση από μίαν ακρογιαλιάν της Λοκρίδος +ένα κάποιον ορεινόν, όστις ήθελε να περάση αντικρύ εις την +Εύβοιαν. + +Αλλ' ίσως ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην ούτος επάτησε τον πόδα εις +πλοίον εν γένει. + +Μόλις εκάθησε παρά την πρύμνην, με την σκούφιαν του, ίσα με το +αυτί, με τον στριμμένον μύστακά του, με τα τουζλούκια του, εις +μέρος όπου &εδιαναστούσεν& η βάρκα, και όπου ο μπάρμπ’-Αλέξης είχε +&διπλαρώσει& την βάρκαν επίτηδες, διά να τον παραλάβη, και αμέσως, +πριν λύση ο ναύτης το απόγεια, πριν η λέμβος σαλεύση ακόμη, διότι +ήτο γαλήνη, ο επιβάτης ήρχισε να πιάνεται από τον σκαλμόν, από την +κωπαστήν, από τον ώμον του μπάρμπ’-Αλέξη, απ' ό,τι εύρισκεν. + + — Τι έχεις; είπεν ο κυβερνήτης· κάμε ήσυχα, μη φοβάσαι. + +Και ήρχισε ν' ανασπά την άγκυραν. + +Αλλ' ο επιβάτης δεν ήτο καλά! + +Είχε κύψει εις το κύτος, κ' εζήτει να κρατηθή από τας εξοχάς των +στραβοξύλων, από τα εσωτερικά φατνώματα. + +Η λέμβος εκινήθη. + + — Έχε έννοια, είπεν ο μπάρμπ’-Αλέξης, τώρα θα λύσω το πανί. + +Το σκάφος εσάλευσεν ολίγον τι. + +Ο επιβάτης εκυρτώθη, έγεινε κουβάρι. Εκρατείτο σπασμωδικώς από τον +πρυμναίον ζυγόν, από τον θριγκόν της πρύμνης. + + — Βγάλε με! βγάλε με! εκραύγασε. + + — Τι έπαθες, βρε άνθρωπε, σε καλό σου! + + — Βγάλε με, όξου, δεν μπορού. Δεν μπορού τη φευγάλα τσ' βάρκας. + + — Μη φοβάσαι, δεν είνε φουρτούνα. &Μπονάτσα&, κάλμα. + + — Βγάλε με όξου, σ' λένε. Τι μ' κρένεις αυτού; + + — Τώρα λιγάκι κ' εφθάσαμε. Κάμε το σταυρό σου. Τράβα μια ρακιά. + + — Χοντραίς καληόρις μ' κρένεις, βλέπου; + +Και με τον ένα γρόνθον εφοβέριζε τον μπάρμπ’-Αλέξην, ενώ με τον +άλλον εκρατείτο σπασμωδικώς από την κωπαστήν. + +Ο γηραιός ναυτικός έδωκε τόπον τη οργή. Ηναγκάσθη να προσεγγίση +οπίσω εις την ξηράν και να τον αποβιβάση. + +Μόλις επάτησεν εις τα άγια χώματα, ο ορεινός απεμακρύνθη ολίγα +βήματα, και στραφείς κατά τον αιγιαλόν, εστάθη μεταξύ ενός βράχου +κ' ενός θάμνου, και προσβλέψας βλοσυρώς προς τον μπάρμπ’-Αλέξην, +όστις απεμακρύνετο σιωπηλός από της ακτής, επρότεινε και τους δύο +γρόνθους την φοράν ταύτην, σείων απειλητικώς την κεφαλήν και +κράζων· + + — Αχ! καραβά! Αχ! βρε καραβά! Αχ! μωρέ καραβά! + + +Αν και συνήθως εθήρευε τους επιβάτας, όπου τους εύρισκεν ο +μπάρμπ’-Αλέξης, άπαξ ευρέθη εις την ανάγκην ν' αποποιηθή να +παραλάβη επιβάτην εις την μικράν υπόσαθρον σκάφην του. Ιδού πώς: + +Ήτο κατά τας τελευταίας ημέρας του έτους 1870. Ο μπάρμπ’-Αλέξης +ητοιμάζετο ν' αποπλεύση έκ τινος ερήμου ακτής της Φωκίδος, +μελετών, αν δεν εύρη εν τω μεταξύ κανένα ναύλον, ν' απέλθη εις την +μικράν νήσον του. + + — Χειμώνα, καλοκαίρι, ως τόσο δεν θα ξαποστάσω μια φορά κ' εγώ! +Καλότυχοι είνε ο καπετάν-Φραγκούλης ο Γιαλόξυλος, ο καπετάν- +Θανασός ο Ζευγαρωμένος, ο καπετάν-Γιαννάκος ο Έρωτας! Άμα μισάη ο +Τρυγητής ο μήνας, έρχονται και δένουν τα καραβάκια τους από την +Κολώναν της πιάτσας και τραβούν φαΐ και ύπνο που πάει αντάρα και +καπνός! + +Ήτο περί την εσπερινήν αμφιλύκην, είχεν αρχίσει να νυκτώνη. + +Δεν εφοβείτο να πλέη και διά νυκτός εις τόσα γνωστά πελάγη. +Εκαυχάτο ότι «κ' η ξέρες και τα γεφύρια τον εγνώριζαν». + +Ητοιμάζετο ν' ανασπάση την άγκυραν. + +Τα νερά εις τον όρμον εκείνον ήσαν ρηχά, «δεν εδιαναστούσεν η +βάρκα». + +Ήτο αραγμένος μέχρι βολής τυφεκίου από την ξηράν. + +Εκεί βλέπει κάτι τι κ' έλαμψεν έξω επί τινος βράχου της παραλίας. +Αυτό δε το λάμψαν έλαμψεν επί τινος λίαν αμαυρού, λίαν θαμβού. + +Με όλον το επικρεμάμενον ήδη σκότος, η αμαυρότης εφαίνετο +δεσπόζουσα του σκότους. + +Ακούει μίαν φωνήν, φωνήν λίαν επιτακτικήν και τραχείαν· + + — Βρε καραβά! + +Προσηλοί τα όμματα, διαστέλλων υπερβολικώς αυτά όπως διακρίνη εν +μέσω του λυκόφωτος. + +Μεταξύ δύο βράχων, εις μέρος όπου ήρχιζεν ένα μονοπάτι, γνωστόν +αυτώ, δι' ου σνερριχάτο τις εις την γυμνήν και απόκρημνον ακτήν, +βλέπει δύο άνδρας ισταμένους. Ήσαν ένοπλοι, και τα τουφέκια και τα +πιστόλια των έστιλβον επί της λερής περιβολής των. + +Ο μπάρμπ’-Αλέξης εφοβήθη μέγαν φόβον. Ουδ' επί στιγμήν αμφέβαλεν +ότι ήσαν λησταί. + +Ακούει δευτέραν φωνήν· + + — Ε! καραβά! έλα γλήγορα να μας πάρης. + + — Τώρα, τώρα! απήντησε μηχανικώς ο μπάρμπ’-Αλέξης. + +Και αφού ανέσυρε την άγκυραν, έλαβε τας κώπας. Αλλ' αντί να ελαύνη +προς την ξηράν, εχαμήλωσε την ράχιν του, έκρυψε την κεφαλήν του +εντός του κύτους, γενόμενος αόρατος από της ακτής, και με τας +χείρας ή με τους πόδας, όπως ηδύνατο, ήρχισε να ελαύνη προς το +πέλαγος. + +Οι δύο από της ξηράς, ιδόντες τον δόλον, ήρχισαν να τον καταρώνται +και να τον υβρίζωσι με τα φαυλώτατα των επιθέτων. + +Αλλ' ο μπάρμπ’-Αλέξης ηδιαφόρει. Εφοβείτο να έλθη εις επαφήν με +τοιούτους φοβερούς την όψιν ανθρώπους. Και πλουσίαν αμοιβήν αν του +έταζον, δεν θα τους εδέχετο ποτέ εις την λέμβον. + +Ηκούσθη μία τουφεκιά. + +Η βολή συρίξασα εκτύπησεν εις το πηδάλιον της λέμβου. + +Δευτέρα τουφεκιά βροντώδης αντήχησεν. + +Το βόλι ηυλάκωσε το κύμα, και βυθισθέν εχάθη εις τον μέλανα +πόντον. + +Ο μπάρμπ’-Αλέξης, εξακολουθών να ελαύνη, ήτο εκτός βολής ήδη. + +Όταν απεμακρύνθη αρκετά από της ξηράς, ανωρθώθη περίτρομος ακόμη +και ήρχισε να ψηλαφά τα μέλη του. + + — Ω! διάβολε! &άλτρος κάβος κονταρέμους.& + +Και προσέθηκεν· + + — Ως τόσο, καλά που την εγλύτωσα. Πώς θα χαρή η καϋμένη η γρηά. + + +Είτε φαντασιώδης ήτο ο κίνδυνος, είτε πραγματικός, του μπάρμπ’- +Αλέξη του εφάνη ότι «εξαναγεννήθη». + +Εν τούτοις δεν ήτο απίθανον να ήσαν και λησταί οι δύο εκείνοι +άνθρωποι. Κατά την εποχήν εκείνην είχε γείνει εν Ελλάδι σπουδαία +και αποτελεσματική εργασία προς εξάλειψιν της ληστείας, όθεν οι +τρεις ή τέσσαρες αρχηγοί των τότε ισαρίθμων κομμάτων, +συνασπισθέντες, ως να ήσαν εκδικηταί των προγεγραμμένων, +εκρήμνισαν παταγωδώς από της αρχής το έκφυλον Υπουργείον. + +Ίσως οι δύο ούτοι φυγάδες, αν ήσαν πράγματι λησταί, να ήσαν τα +τελευταία λείψανα καταστραφείσης τινός συμμορίας. + +Και όμως ο γηραιός ναύτης, αν εσώθη από αληθείς ληστάς, δεν +εφυλάχθη όμως και από κοινούς κλέπτας. + +Εις μίαν άλλην ακρογιαλιάν είχε προσαρμοσθή μίαν ημέραν. + +Ο σταθμός ο λιμενικός, όπου ώφειλε «ν' αλλάξη τα χαρτιά του», +απείχεν εκείθεν ημισείας ώρας οδόν. + +Τώρα, εάν είχε σύντροφον άλλον τινά παρά τον Πανταρώταν, όστις +διετέλει εν διηνεκεί απουσία, θα τον άφηνε να φυλάγη την βάρκαν, +και δεν θα την άφηνεν έρημην και ορφανήν. + +Και αν δεν την άφηνεν έρημην και ορφανήν, δεν θα ήρχοντο εν τη +απουσία του κλέπται να του πάρουν ό,τι είχε και ό,τι δεν είχε. + +Τούτο δε ακριβώς συνέβη. + +Οι κλέπται εμβήκαν μέσα ως καλοί οικοκυραίοι. Του αφήρεσαν τα +πάντα, ενδύματα, τρόφιμα, κοντάρια, ιστία, ως και τας κώπας. + +Του άφησαν μόνον τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς. + +Και τους μεν σκαλμούς ίσως δεν ηδυνήθησαν να τους εβγάλουν από της +σκαλμότρυπες, οι δε τροπωτήρες θα τους έπεσαν δι' αδεξιότητα από +τας κώπας. + +Τι να τους κάμη τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς! Πώς να +ταξειδεύση χωρίς κώπας, χωρίς ιστία; + +Και έκτοτε ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής ωρκίσθη να μη παραβή επί +ζωής του τους περί ναυτιλίας νόμους, και να μη συνταξειδεύση πλέον +με τον Γιάννην τον Πανταρώταν. + + +Η ΠΕΠΟΙΚΙΛΜΕΝΗ + + + +Είχα τάξιμο να υπάγω στην Κεχριάν να ψάλω το «Πεποικιλμένη». Από +χρόνων δέκα κεδέν είχα επισκεφθή την Παναγίαν την Κεχριάν. Δέκα +χρόνια είχα ν' ασπασθώ την σεβασμίαν παλαιάν Εικόνα της Κοιμήσεως, +όπου είνε ζωγραφισμένοι, επάνω εις δυο υπερώα ένθεν και ένθεν, ο +ιερός Κοσμάς (αυτός ο θεσπέσιος ποιητής της &Πεποικιλμένης&) και ο +θείος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω προς την σύνθεσιν της +Εικόνος, εφ' ων είνε γραμμένα δύο τροπάρια, το «Γυναίκα σε θνητήν, +αλλ' υπερφυώς και Μητέρα Θεού», και το «Αξίως ως έμψυχόν σε +ουρανόν υπεδέξαντο . . . » Και δεν είχα αγναντέψει ούτε μακρόθεν +τον περικαλλή θόλον του σεμνού ναΐσκου, οπού αστράπτει εις τον +ήλιον, όλως πεποικιλμένος από τα ωραία παλαιά πινάκια, τα +εγκολλημένα εις το κτίριον ως όστρακα μαργαριτοφόρα. + +Και παρημέλησα το τάξιμόν μου, και δεν απεφάσιζα να υπάγω. +Ενύκτωσε κ' εκαθόμουν έξωθεν του μαγαζείου του αγαπητού νεαρού +φίλου μου του Κωστή του Τσαμασφόρου, πολλά ρεμβάζων και ουδέν +σκεπτόμενος. Ο Κωστάκης μου έφερε ποτήριον ρακίου να με κεράση και +μου είπε· + + — Δεν πήγες, μπάρμπ’-Αλέξανδρε, στην Παναγία την Κεχριά; Εγώ θα +πάω. + + — Τώρα που νύκτωσε; Τι λες! + + — Έχει φεγγαράκι. + +Έπια, κ' εισήλθεν εις το μαγαζί του κρατών τον δίσκον. Μόλις αυτός +εισήλθε, και πάραυτα εισώρμησα μέχρι του κυλικείου, όπου απέθετε +τον δίσκον με τα ποτά. + + — Θα πας σίγουρα, Κωσταντή; . . . Πώς σου ήρθε . . . έχεις +συντροφιά; + + — Έχω, αν δεν με γελάση. + + — Ποιον; + + — Τον Αργύρη τον Τσαλαβούτη. + +Έτρεξα έξω. Επήγα εις έν υποδηματοποιείον δύο ή τρεις πόρτες +παρέκει, διά να εύρω τον μικρόν ανεψιόν μου τον Διαμάντην, +εργαζόμενον ως κάλφαν εις την τέχνην αυτήν. Δυστυχώς το +υποδηματοποιείον είχε κλείσει. Επλησίαζεν ογδόη ώρα· δύο ώρες +νύκτα. + +Επέστρεψα εις του Τσαμασφόρου. + + — Κωσταντή, δεν ηύρα τον ανεψιό μου. Ο μάστορής του έκλεισε από +νωρίς. Ήθελα να του πω, να πη χαμπάρι στο σπίτι. Δεν συμφέρει να +πάω ο ίδιος εκεί. θα φωνάζουν η αδελφές μου: «Πού θα πας τέτοια +ώρα», και τα λοιπά. Μιζέριες γυναικών . . . Ακούς να σου πω; . . . + + — Λέγε. + + — Αναλαμβάνεις να στείλης είδησιν στο σπίτι μου διά να μη με +γυρεύουν και ανησυχούν όλη νύκτα; Στείλε έναν, όποιον βρης, ή ένα +παιδί, ή ένα πουλί. + + — Καλά. + + — Μην ξεχάσης. + + — Εγώ θα πάω πεζός και μοναχός μου. Εσύ έλα με τα άλογό σου και +με την παρέα σου. + + — Θα πάρης και κουμπάνια; + + — Θα πάρω. + + — Σε περιμένω στον Άι-Λια. Εκεί θα σμίξουμε. + + — Καλά. + +Ο Κωστής, ο νεαρός φίλος μου, μου είχε κάμει αληθή υποβολήν, αν +όχι υπόμνησιν του ταξίματός μου. Δεν εκρατούμην και εκίνησα +πάραυτα. Το φεγγάρι ήτο εννέα ή δέκα ημερών. Ελογάριαζα μιας ώρας +ανήφορον έως τον Άγιον Ηλίαν, μιας ώρας συνάντησιν και διατριβήν +μετά προχείρου δείπνου, εις την τοποθεσίαν αυτήν, και τριών +τετάρτων περίπου κατήφορον έως την Παναγίαν. Η σελήνη θα μας +έφεγγεν ακριβώς έως να φθάσωμεν εις το τέρμα. + +Επήρα τον ανήφορον, βαδίζων τον φράκτην-φράκτην εν μέσω αμπέλων +και ελαιώνων, ανέβην εις το Κοτρωνάκι, εις τους Σακαλάρους, έφθασα +εις του Βαραντά το ρέμμα, όπου «εκρότιζεν» ο τόπος, αλλ' εγώ δεν +εκροτιζόμην· δεν είχα εις τον νουν μου στοιχειά και φαντάσματα, +αλλά προαπήλαυα το «πεποικιλμένη». Διέσχισα πέρα-πέρα το ρέμμα, +εμβήκα εις τον Μεγάλον Ανήφορον, στο Μεροβόλι, και τέλος με πολύ +άσθμα και ιδρώτα έφθασα εις τον Άι-Λια. Αντικρύ εις το πελώριον +κτίριον, το Κελλί του Παππά-Ιερεμία, δύο ή τρία σκυλιά μ' +εγαύγισαν, αλλ' όταν επάτησα επί του οροπεδίου, όπου είνε ο +ναΐσκος του προφήτου, παραδόξως εσιώπησαν κ' εκρύβησαν εις δύο ή +τρεις καλύβας, όπου εφαίνοντο ανάμεσα εις τους κήπους. + +Ψυχήν δεν είχα συναντήσει. Γλυκύς ζέφυρος εφύσα εις τους πελωρίους +πλατάνους, τριγύρω εις την μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, όπου +εκελάρυζε τα νερά της στ' αυλάκια, το ρέμμα-ρέμμα τον κατήφορον. +Έκαμα τον σταυρόν μου, έξωθεν του παραθύρου, εις το γλυκύ φως των +κανδηλίων, όπου έφεγγον εμπρός εις τον Χριστόν και την Παναγίαν +και τον Πρόδρομον και τον Προφήτην Ηλίαν, με την μάχαιραν και με +την μηλωτήν. Έψαλα το «ο ένσαρκος άγγελος». Εκάθησα επί της +πεζούλας. Αγνάντευα εις το μελαγχολικόν φως της σελήνης το χωρίον +μας κάτασπρον, κτισμένον επί δύο λόφων και μεσαζούσης κοιλάδος, +παραθαλάσσιον, και τον λιμένα τον τρίκολπον, με τα τρυφερά +κηπάκια, όπου φαίνονται ως να «εγκαινίζωνται» εις τα φωσφορίζοντα +νερά. + +Μετά τέταρτον ώρας ήκουσα κρότον και βάδισμα αλόγου. Εσηκώθην. +Ήρχετο ο Κωσταντής. + + — Εδώ είσαι, μπάρμπ’-Αλέξανδρε; + + — Εδώ. Μοναχός σου ήρθες; πού είνε η παρέα σου; + + — Μ' εγέλασε . . . Μην τα ρωτάς, μπάρμπ’-Αλέξανδρε. Όσα τροπάρια +είξερα — και ξέρω πολλά ολίγα — όλα τα είπα στον δρόμον. + + — Γιατί; φοβήθηκες; + + — Κρότιζε ο τόπος. Εσένα δεν σ' έμελε; + + — Όχι τόσο. Απ' του Βαραντά ήρθες; + + — Απ' το Πετράλωνο. Εσύ απ' του Βαραντά; + + — Ναι. + + — Δεν εφοβήθηκες, εκεί στο ρέμμα; + + — Δεν έβαλα στο νου μου . . . τίποτε. + +Επέζευξεν. Εξεφόρτωσε το ζεμπίλι με τα τρόφιμα και την φλάσκαν με +το κρασί. Έβγαλε από το ζεμπίλι έν κηρίον σπαρματσέτον, έτριψε +πυρείον και το ήναψεν. Έως να καθήσωμεν προς το κατώφλιον της +μικράς εκκλησίας και να στρώσωμεν το τραπέζι, ησθάνθημεν ότι ο +Μπαλής, το άλογον, όπου το είχεν αφήσει λυτόν ο Κωσταντής, μας +έφυγε. Πριν κάμωμεν τον σταυρόν μας εσηκώθηκεν ο Κωστής. + +Αλλά το υποζύγιον θα επήγεν εκεί προς ανατολάς, εις το σύσκιον +μέρος, ανάμεσα εις λόχμας και φράκτας, και δεν το εβλέπαμεν. +Ανάγκη να τρέξη ο Κωστής, διά να το ανακαλύψη κάπου. Αλλά θα ήτο +μεγαλειτέρα ευκολία, είς να κρατή το κηρίον, και άλλος να έχη τας +χείρας ελευθέρας διά να συλλάβη το ζώον άμα το εύρισκε. Ο +Κωσταντής ήτο ο μόνος αρμόδιος προς το τελευταίον τούτο· εγώ εις +τι άλλο θα εχρησίμευα, ειμή διά να κρατώ το κερί; + +Δυστυχώς είχα βγάλει το υπόδημά μου το αριστερόν, πριν καθήσωμεν +εις το δείπνον, επειδή με ηνώχλει ο κάλος κατόπιν της οδοιπορίας, +κ' ευρέθην μονοπέδιλος την ώραν όπου είχε γείνει άφαντον το ζώον. +Και όμως ανάγκη ήτο να συμμορφωθώ. Επήγα μαζί με τον Κωσταντήν +πολλά βήματα πέραν του ιερού της εκκλησίας με έν υπόδημα, χωλαίνων +και πατών επί ακανθών. Ευτυχώς ο Μπαλής δεν είχε υπάγει μακράν, +ήτο διακριτικόν άλογον. Είχεν απομακρυνθή απλώς διά να βοσκήση, +και δεν είχε βάλει κακόν εις την κεφαλήν του. + +Όταν εγυρίσαμεν πίσω εγώ κρατών το κηρίον, ο Κωνσταντής κρατών τον +Μπαλήν, τον οποίον και έδεσε προχείρως εις την ρίζαν θάμνου +αντικρύ μας, ο Κωστής εξέχασε πού είχε βάλει το μαχαίρι καθώς το +είχε βγάλει από το ζεμπίλι, διά να κόψη ψωμί, και ψωμί δεν έκοψε, +αλλ' ετρέξαμεν αποτόμως προς ανεύρεσιν του Μπαλή. Ο Κωστής το +ανεζήτει τώρα εις το ζεμπίλι, αλλ' εις το ζεμπίλι δεν ήτο, ούτε +επήδησε μοναχόν του οπίσω, αφού άπαξ το είχε βγάλει εκείθεν. +Εψάξαμεν πολλήν ώραν με το κερί, τέλος το ηύραμεν σιγά εις την +βοοειοδυτικήν γωνίαν του εκκλησιδίου, παρά τας ανθοδόχας, όπου +ευωδίαζον εκεί βασιλικά και ρεσμαρή και δενδρολίβανα. Εφάγομεν το +λιτόν δείπνον μας, επίομεν, εδευτερώσαμεν με την φλάσκαν. + + — Όλα καλά, μπάρμπ’-Αλέξανδρε· μα έλα που ξέχασα να στείλω +χαμπάρι στο σπίτι μας. + + — Αλήθεια; Επόμενον ήτο. Δεν πειράζει, Κωσταντή. + +Την επαύριον έμαθα ότι η αδελφή μου η νεωτέρα επήγε μεσάνυκτα, +μαζί με τον ανεψιόν μου μ' ένα φανάρι, κ' εξύπνησε την νεαράν +γυναίκα τον Κωσταντή, όπου ήτο έγγυος εις τον μήνα της, διά να +πληροφορηθή. Τέλος έμαθαν ότι είχα υπάγει στο πανηγύρι, και +ησύχασαν. + + — Σήκω τώρα να πηγαίνουμε. Θα είνε παρά πάνω από δέκα η ώρα . . . +Το φεγγάρι όσο πάει και γέρνει εκεί κάτω, και θα τα βρούμε σκούρα +στον κατήφορον, ανάμεσα στα ρέμματα και στον ελαιώνα. + +Πάμε, μπάρμπ’-Αλέξανδρε. + +Εσηκώθη κ' εφόρτωσε τα πράγματα εις το ζώον. Αλλά την τελευταίαν +στιγμήν ανεζήτει το ψάθινο καπέλλο του, και δεν ενθυμείτο πού το +είχε πετάξει. Τέλος το ηύραμεν τη βοηθεία του κηρίου (ή του +Κυρίου). + +Εγώ είχα φορέσει το υπόδημά μου. Εσβύσαμεν το κερί, και το έβαλα +εγώ στην τσέπη μου. Ανέβημεν τον μικρόν ανηφορίσκον έως τον ζυγόν +των δύο βουνών, μεταξύ των δύο υψωμάτων, του Αγίου Αθανασίου και +του Αγίου Κωνσταντίνου. Εκεί εκατηφορίσαμεν, διά να φθάσωμεν εις +την Κεχριάν. + +Το φεγγάρι, ήμισυ και κάτι, έγερνε προς τον Αραδιάν τον δρυμώνα, +κ' εχαμήλωνεν. Αντικρύ εις το Πήλιον έμελλε να κρυφθή μετά μίαν +ώραν το πολύ, αλλά πριν να κρυφθή θα έχανε σχεδόν το φέγγος του, +όσον θα εκοντοζύγωνεν εις το μέγα βουνόν. Αι δρύες του Αραδιά +εφαίνοντο ως να έρριπτον την σκιάν των προς τον ουρανόν και το +φεγγάρι εθόλωνεν, εθόλωνεν. + +Εγώ είχα την ιδέαν ότι ο Κωστής θα είξευρε καλλίτερ' από εμέ τον +δρόμον, ως νέος και κατοικών διαρκώς εις τον τόπον. Εκείνος +εφρόνει ότι εγώ θα ενθυμούμην καλλίτερα τα κατατόπια, ως παλαιός +και αγαπών τα εξωκκλήσια. Αλλ' είχα δέκα χρόνια να υπάγω στην +Κεχριάν, ο δε Κωστής, αν και βαθυκτήμων, δεν είχεν ελαιώνα προς +αυτό το μέρος, και δεν εσύχναζεν. Οι δρομίσκοι της εξοχής είνε +σκολιοί και άτακτοι. Άλλος καταπατεί του γείτονος το κτήμα, ή το +δημοτικόν ή το μοναστηριακόν, και ωθεί τον δρόμον παρά έξω, άλλος +ανοίγει μονοπάτι όπου φθάση, μέσα εις τους αγρούς, και συντομεύει +τον δρόμον, άλλος κτίζει καλύβην, στρώνει άλωνα και κατασκευάζει +φράκτην προς το συμφέρον του. Και το φεγγάρι εχαμήλωνε. Τέλος +εχάσαμεν, ως εικός, τον δρόμον. Έβγαλα το σπερματσέτον και το +ήναψα. Ετρεπόμεθα δεξιά και αριστερά, αποδώ κι' αποκεί, εκείνος +καβάλλα, εγώ πεζός. (Ο Κώτσος μοι επρότεινε φιλοφρόνως να κατέλθη +και να ιππεύσω, αλλ' εγώ δεν συνηθίζω ποτέ το τοιούτον εις την +μικράν νήσον μου). + +Τέλος ο Κωσταντής κατήλθεν εξ ύψους του υποζυγίου του, μου επήρε +το κερί κ' εκύτταζε να εύρη τον δρόμον. Ύστερα είπεν ότι τον ηύρε, +έσβυσε το κερί, το έβαλε δεν ξεύρω πού και ίππευσε πάλιν. + +Και πάλιν απεπλανήθημεν. Εκοντεύαμεν ως τόσον να φθάσωμεν εις την +Παναγίαν. Μας εφαίνετο ότι εβλέπαμεν κάτι ως κτίριον, ως εκκλησία, +ως μοναστηράκι· μίαν ακτίνα ωσάν από πυρ κατακλυσμού ανθρώπων +αγρυπνούντων, αλλά τον δρόμον δεν τον ευρίσκαμεν· πώς να +κατέλθωμεν εκεί; Ησθάνθημεν ότι επέσαμεν δέκα πήχεις κάτω από το +επίπεδον όπου ήτο το μικρόν παλαιόν μονύδριον. Εφθάσαμεν εις +άβατον. Ούτε εμπρός, ούτε πίσω. Ο Κωσταντής επέζευσε και πάλιν από +το ύψος του σαμαριού, και μου εζήτει το κηρίον, διά ν' ανάψη να +βρη τον δρόμον. Αλλ' εγώ ενθυμούμην ότι δεν μου είχε δώσει το +κηρίον. Τέλος έψαξεν εις τον κόρφον του, εις της τσέπες του, εις +το ζεμπίλι και το ηύρε δεν ξεύρω πού. Έτριψεν έν πυρείον, δύο, +τρία, πέντε, αλλά τοιούτον αεράκι, απόγειον, εξήρχετο από το +βουνόν, ώστε τα σπίρτα έσβυναν πριν ανάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν' +ανάψη το κερί, αλλά μίαν στιγμήν το έσβυσε το αεράκι. + +Τέλος ο Παπάς — τοιούτον παρατσούκλι έφερεν είς κηπουρός, όστις +ήτο εις εκείνο το μέρος, δεν ειξεύρω διατί ο αυτός εκαλείτο και +Σκαρλάτος, αλλά το καθαυτό όνομά του δεν κατώρθωσα να το μάθω — +μας ησθάνθη ότι ευρισκόμεθα προς εκείνο το μέρος, και ήλθεν εις +βοήθειάν μας προτού φωνάξωμεν — διότι εντρεπόμεθα να φωνάξωμεν. +Ήλθε και μας ανέβασε προς τα επάνω, και μας ωδήγησεν εις την +Παναγίαν την Κεχριάν. + + +Ο Γούμενος, νεαρός ρασοφόρος, τον οποίον είχε στείλει ο +νεοχειροτόνητος Επίσκοπος, είχε κοιμηθή, αφού έκαμε τον εσπερινόν, +διαρκέσαντα ως την δεκάτην ώραν. Ήτο παρά μικρόν μεσάνυκτα, όταν +εφθάσαμεν. Ο Γούμενος δεν εγνώριζε τα παλαιά έθιμά μας, και δεν τα +ησπάζετο. Τα κελλία κατερειπωμένα· έν μόνον είχεν ανακαινισθή +εσχάτως δαπάνη ενός κοσμικού χριστιανού. Ο ολίγος κόσμος, όστις +είχεν οδοιπορήσει προς τα εκεί διά να εορτάση — τριάντα περίπου +ευλαβείς οικοκυράδες, και άνδρες δέκα ή δεκαπέντε, και άλλα τόσα +παιδία, είχαν υπάγει διά ν' αγρυπνήσουν· άλλως, ποίος θα εκόμιζε +ρούχα διά να κοιμηθή; και ποίος θα επήγαινε διά να κοιμηθή εν +υπαίθρω; Ο Γούμενος είχε κοιμηθή στο κελλί. + +Ο Γιώργης το Μπονακάκι, ψάλτης, όστις είχεν υπάγει αφ' εσπέρας, μ' +επληροφόρησεν ότι ο πάτερ Γεράσιμος είχεν υποσχεθή να σηκωθή μετά +μίαν ώραν, και ν' αρχίση τον όρθρον. Καλά. Σημείωσις ότι το +παλαιόν μονύδριον της Κεχριάς ήτο προσκολλημένον ως μετόχι εις το +πάλαι ποτέ σεβάσμιον κοινόβιον του Ευαγγελισμού, κ' εκείθεν είχεν +έλθει διά να τελειώση την πανήγυριν ο παππα-Γεράσιμος. + +Φωτιά ήτον αναμμένη εις το προαύλιον. Γυναίκες και παιδία +εθερμαίνοντο εις το πυρ. Έκαμνε ψύχραν. + + — Πέτε μας καμμίαν ιστορίαν για κανένα στοιχειό, χριστιανοί, είπα +εγώ, και εκάθησα πλησίον εις το πυρ. Εδώ στο σπίτια, τον κατήφορο, +πόσα στοιχειά έβλεπα τον παλαιόν καιρόν! Πού κείνα τα χρόνια! + +Άρχισε το Μαριώ του Μουσκαδού, κ' η γρηά Αγάλλαινα, κ' η παππαδιά +του Μπονάκη η χήρα, η μήτηρ του Ιεροψάλτη, να μας διηγώνται διά +στοιχειά. Αλλά διεφώνησεν ο κυρ-Μενέλαος, όστις δεν λείπει απ' όλα +τα πανηγύρια, κι' ο Στέργιος της Καλαματίνας, λέγοντες ότι αυτοί +δεν πιστεύουν τα στοιχειά. + +Παντού παρουσιάζονται Ρωμηοί διά συζήτησιν περί του αν υπάρχουν +στοιχειά. Εγώ εις αυτούς τους ανθρώπους, αν είχα εξουσίαν, θα +έθετα φίμωτρον. + +Έγεινε δύο η ώρα, κι' ο Γούμενος εκοιμάτο κι' ο κόσμος εκρύωνεν. Ο +Γιώργης το Μπονακάκι μου προσεφέρθη να υπάγη να ξυπνήση τον +Γούμενον. + + — Όχι, μην τον ξυπνάς. Δεν έχομε θάρρος στον άνθρωπον. Πάμε μέσα, +κ' εγώ θ' αρχίσω τον «Πολυέλεον», διά να πάρω την μπόρα . . . +δηλαδή διά ν' αναλάβω την ευθύνην. Και συ άνοιξε το βιβλίο σου το +μουσικό και κελάδει το. Εγώ θ' αρχίσω το «Δούλοι Κυρίου». Κατόπιν +εσύ αρχινάς το «Λόγον αγαθόν». Εγώ δεν ήλθα διά τον «Πολυέλεον» +ήλθα, διά το «Πεποικιλμένη». + +Εισήλθομεν εις τον σεπτόν ναΐσκον — Βυζαντινόν με χιβάδας και με +τοιχογραφίας — και αρχίσαμεν τον «Πολυέλεον». Ο κόσμος έτρεξε +κατόπιν μας, ήναψαν πολλά κηρία αι γυναίκες, και ηύραν θάλπος και +παραμυθίαν. + +Μετά είκοσι λεπτά ο Γούμενος επαρουσιάσθη. Είτε η ψαλμωδία μας τον +εξύπνησεν, είτε ήθελε να εξυπνήση. Επλησίασα προς την πύλην του +ιερού την βορείαν και του εξηγήθην· + + — Πάτερ, διά να μαζωχθή ο κόσμος και να ζεσταθή, εκρίναμεν καλόν +ν' αρχίσωμεν τον « Πολυέλεον», χωρίς να σας βιάσωμεν εις τίποτε. +Πιστεύω ότι δεν ηνωχλήθητε. + + — Καλά, καλά. + +Τέλος ηξιώθην να ψάλω το «Πεποικιλμένη» και τούτο αρκεί. Όταν +εξήλθομεν από την λειτουργίαν, περί το λυκαυγές, ο Γούμενος +μειδιών, μας προσέφερεν επί της πεζούλας έξω του ναού, όπου +εκαθήσαμεν, ροδάκινα και ρακί, ευλογίαν του Μοναστηρίου. Είχα +αποποιηθή να πίω καφέν, όταν μου προσέφεραν αι γυναίκες αι +πανηγυρίστριαι, αλλ' όταν ο Γούμενος έστειλε τον πάτερ Παφιώτιον, +πρώην υπενωματάρχην, όστις είχε καλογηρέψει εις το κελλί, και μου +έφερε μεγάλην κούπαν καφέν μοναστηριακόν, θαυμάσιον, δεν ηδυνήθην +ν' αρνηθώ. + +Ύστερον έμαθα ότι την ώραν που είχε καταβή «μαχμουρλής» ο Γούμενος +από το κελλίον, μία των γυναικών, η ρηθείσα Μαριώ του Μουσκαδού, +τον επλησίασε και του είπε· + + — Γέροντα, να μου κάμης μια παράκλησι, σαν απολύση η λειτουργία. + + — Δεν λες αυτουνού, που είνε μέσα, να σου την κάμη, απήντησεν ο +Γούμενος. + +Εννοούσεν εμέ. + + + +Τ Ε Λ Ο Σ + + + + 1) Όλοι οι στίχοι είνε παράφρασις εκ του ΠΓ' Ψαλμού, ου η αρχή: « +Ως αγαπητά τα σκηνώματά σου. Κύριε των δυνάμεων, επιποθεί και +εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου». + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Christmas Short Stories, by +Alexandros Papadiamantis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CHRISTMAS SHORT STORIES *** + +***** This file should be named 36845-0.txt or 36845-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/6/8/4/36845/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work for proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/36845-0.zip b/36845-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..858bd94 --- /dev/null +++ b/36845-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..c3b38d8 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #36845 (https://www.gutenberg.org/ebooks/36845) |
