summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--36845-0.txt4220
-rw-r--r--36845-0.zipbin0 -> 95925 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 4236 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/36845-0.txt b/36845-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..bab8a6c
--- /dev/null
+++ b/36845-0.txt
@@ -0,0 +1,4220 @@
+Project Gutenberg's Christmas Short Stories, by Alexandros Papadiamantis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Christmas Short Stories
+
+Author: Alexandros Papadiamantis
+
+Release Date: July 25, 2011 [EBook #36845]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CHRISTMAS SHORT STORIES ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work for proofreading.
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed
+otherwise. Bold words are included in &. A footnote has been
+transferred at the end of the book.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
+έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Μία
+υποσημείωση σελίδος έχει μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
+
+
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+ΦΕΞΗ
+
+
+
+Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
+
+
+
+ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ
+ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+1912
+
+ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Α. ΧΙΩΤΗ — ΑΘΗΝΑΙ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4
+
+
+
+Η ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ
+
+
+
+Μεγάλην εξέφρασεν έκπληξιν η γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ, ιδούσα τη
+ημέρα των Χριστουγέννων του 187 . . . την θειά-Αχτίτσα φορούσαν
+καινουργή μανδήλαν, και τον Γέρο και την Πατρώνα με καθαρά
+υποκαμισάκια και με νέα πέδιλα.
+
+Τούτο δε διότι ήτο γνωστότατον ότι η θειά-Αχτίτσα είχεν ιδεί την
+προίκα της κόρης της πωλουμένην επί δημοπρασίας προς πληρωμήν των
+χρεών αναξίου γαμβρού, διότι ήτο έρημος και χήρα, και διότι
+ανέτρεφε τα δύο ορφανά έγγονά της μετερχομένη ποικίλα επαγγέλματα.
+Ήτον (ας ήτο μοναχή της!) απ' εκείνας που δεν έχουν στον ήλιο
+μοίρα. Η γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ, ώκτειρε τας στερήσεις της
+γραίας και των δυο ορφανών αλλά μήπως ήτο και αυτή πλουσία, δια να
+έλθη αυτοίς αρωγός και παρήγορος;
+
+Ευτυχής ο μακαρίτης, ο μπάρμπα-Μιχαλιός, όστις προηγήθη εις τον
+τάφον της συμβίας Αχτίτσας, χωρίς να ίδη τα δεινά τα επικείμενα
+αυτή μετά τον θάνατόν του. Ήτο καλής ψυχής, — ας είχε ζωή! — ο
+συχωρεμένος. Τα δύο παιδία «τα αδιαφόρετα», ο Γεώργης και ο
+Βασίλης, επνίγησαν βυθισθείσης της βρατσέρας των τον χειμώνα του
+έτους 186 . . . Η βρατσέρα εκείνη απωλέσθη αύτανδρος, — τι φρίκη!
+τι καϋμός! Τέτοια τρομάρα καμμιάς καλής χριστιανής να μην της
+μέλλη.
+
+Ο τρίτος ο γυιός της, ο σουρτούκης, το χαμένο κορμί, εξενιτεύθη
+και ευρίσκετο, έλεγαν, εις την Αμερικήν. Πέτρα έρριξε πίσω του.
+Μήπως τον είδε; Μήπως τον ήκουσεν; Άλλοι πάλιν πατριώτες είπαν ότι
+ενυμφεύθη εις εκείνα τα χώματα, κ' επήρε, λέει, μια φράγκα, μια
+εγγλεζοπούλα, ένα ξωθικό, που δεν είξευρε να μιλήση ρωμέικα. Μη
+χειρότερα! Τι να πη κανείς! ειμπορεί να καταρασθή το παιδί του, τα
+σωθικά του, τα σπλάγχνα του ;
+
+Η κόρη της απέθανεν εις τον δεύτερον τοκετόν, αφείσα αυτή τα δύο
+ορφανά κληρονομίαν. Ο πατεριασμένος τους, εζούσε ακόμα (που να
+φτάσουν τα μαντάτα του ώρα-την-ώρα!), μα τι νοικοκύρης, το πρόκοψε
+αλήθεια! Χαρτοπαίκτης, μέθυσος και με άλλας αρετάς ακόμη. Είπαν
+πως ξαναπαντρεύτηκε αλλού, διά να πάρη και άλλον κόσμον εις τον
+λαιμόν του, ασυνείδητος! Τέτοιοι άντρες! Έκαμε δα κι' αυτή ένα
+γαμπρό, μα γαμπρό (το λαμπρό τ' να βγη!).
+
+Τι να κάμη; έβαλε τα δυνατά της, κ' επροσπαθούσε όπως-όπως να ζήση
+τα δύο ορφανά. Τι αξιολύπητα, τα καϋμένα! Κατά τας διαφόρους ώρας
+του έτους, εβοτάνιζεν, αργολογούσε, εμάζωνε εληαίς, εξενοδούλευε.
+Εμάζωνε κούμαρα, και τα έβγαζε ρακί. Μερικά στέμφυλα απ' εδώ,
+κάμποσα βότσια αραβόσιτον απ' εκεί, όλα τα εχρησιμοποίει. Είτα
+κατά Οκτώβριον, άμα ήνοιγον τα ελαιοτριβεία, έπαιρνεν ένα είδος
+πήχυν, ένα πενηντάρι εκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ'
+εγύριζεν εις τα ποτόκια, όπου κατεστάλαζον αι υποστάθμαι του
+ελαίου, κ' εμάζωνε την μούργαν. Διά της μεθόδου ταύτης ωκονόμει
+όλον το ενιαύσιον έλαιον του λυχναρίου της.
+
+Αλλά το πρώτιστον εισόδημα της θειά-Αχτίτσας προήρχετο εκ του
+σταχομαζώματος. Τον Ιούνιον, κατ' έτος, επεβιβάζετο εις πλοίον,
+έπλεεν υπερπόντιος και διεπεραιούτο εις Εύβοιαν. Περιεφρόνησε το
+ονειδιστικόν επίθετον της «καραβωμένης», όπερ εσφενδόνιζον άλλα
+γύναια κατ' αυτής, διότι όνειδος εθεωρείτο το να πλέη γυνή εις τα
+πελάγη. Εκεί, μετ' άλλων πτωχών γυναικών, ησχολείτο συλλέγουσα
+τους αστάχεις, τους πίπτοντας από των δραγμάτων των θεριστών, από
+των φορτωμάτων και κάρρων. Κατ' έτος, οι χωρικοί της Ευβοίας και
+τα χωριατόπουλα, έρριπτον κατά πρόσωπον αυτών το σκώμμα : «Να! η
+φ'στάναις! μας ήρθαν πάλι η φ'στάναις!» Αλλ' αύτη έκυπτεν
+υπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τα ψυχία εκείνα της πλούσιας
+συγκομιδής του τόπου, απήρτιζε τρεις ή τεσσάρας σάκκους, ολόκληρον
+ενιαυσίαν εσοδείαν δι' εαυτήν και διά τα δυο ορφανά, τα οποία
+είχεν εμπιστευθή εν τω μεταξύ εις τας φροντίδας της Ζερμπινιώς,
+και αποπλέουσα επέστρεφεν εις το παραθαλάσσιον χωρίον της.
+
+
+Πλην εφέτος, δηλ. το έτος εκείνο, αφορία είχε μαστίσει την
+Εύβοιαν. Αφορία εις τον ελαιώνα της μικράς νήσου, όπου κατώκει η
+θειά-Αχτίτσα. Αφορία εις τας αμπέλους και εις τους αραβοσίτους,
+αφορία σχεδόν και εις αυτό τα κούμαρα, αφορία πανταχού.
+
+Είτα, επειδή ουδέν κακόν έρχεται μόνον, βαρύς χειμών ενέσκηψεν εις
+τα βορειότερα εκείνα μέρη. Από του Νοεμβρίου μηνός, χωρίς σχεδόν
+να πνεύση νότος και να πέση βροχή, ήρχιζε να χιονίζη. Μόλις έπαυεν
+είς νιφετός και ήρχετο άλλος. Ενίοτε έπνεε ξηρός βορράς, σφίγγων
+έτι μάλλον τα χιόνια, τα οποία δεν έλυωναν εις τα βουνά.
+«Επερίμεναν άλλα».
+
+Η γραία μόλις είχε προλάβει να μεταφέρη επί των ώμων της, από των
+φαράγγων και δρυμών, αγκαλίδας τινάς ξηρών ξύλων, όσαι μόλις θα
+ήρκουν διά δύο εβδομάδας ή τρεις, και βαρύς ο χειμών επέπεσε. Περί
+τα μέσα Δεκεμβρίου μόλις επήλθε μικρά διακοπή, και δειλαί τινες
+ακτίνες ηλίου επεφάνησαν, επιχρυσούσαι τας υψηλοτέρας στέγας. Η
+θειά-Αχτίτσα έτρεξεν εις τα «ορμάνια» ίνα προλάβη και εισκομίση
+καυσόξυλά τινα. Την επαύριον ο χειμών κατέσκηψεν αγριώτερος. Μέχρι
+των Χριστουγέννων, ουδεμία ημέρα εύδιος, ουδεμία γωνία ουρανού
+ορατή, ουδεμία ακτίς ηλίου.
+
+Κραταιός και βαρύπνοος βορράς, «χιονιστής», εφύσα κατά τας
+παραμονάς της αγίας ημέρας. Αι στέγαι των οικιών ήσαν κατάφορτοι
+εκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τα συνήθη παίγνια των οδών και τα
+χιονοβολήματα έπαυσαν. Ο χειμών εκείνος δεν ήτο φιλοπαίγμων. Από
+των κεράμων των στεγών εκρέμαντο ως ώριμοι καρποί σπιθαμιαία
+κρύσταλλα, τα οποία οι μάγκαι της γειτονιάς δεν είχον πλέον
+όρεξιν να τρώγουν.
+
+Την εσπέραν της 23, ο Γέρος είχεν έλθει από το σχολείον περιχαρής,
+διότι από της αύριον έπαυον τα μαθήματα. Πριν ξεκρεμάση τον
+«φύλακα» από της μασχάλης του, ο Γέρος πεινασμένος ήνοιξε το
+δουλάπι, αλλ' ουδέ ψυχίον άρτου εύρεν εκεί. Η γραία είχεν εξέλθει
+ίσως προς ζήτησιν άρτου. Η ατυχής Πατρώνα εκάθητο ζαρωμένη πλησίον
+της εστίας, αλλ' η εστία ήτο σβεστή. Εσκάλιζε την στάκτην,
+νομίζουσα εν τη παιδική αφελεία της (ήτο μόλις τετραετές το πτωχόν
+κοράσιον), ότι η εστία είχε πάντοτε την ιδιότητα να θερμαίνη, και
+ας μη καίη. Αλλ' η στάκτη ήτο υγρά. Σταλαγμοί ύδατος, εκ χιόνος
+τακείσης ίσως διά τινος λαθραίας και παροδικής ακτίνος ηλίου,
+είχον ρεύσει διά της καπνοδόχου. Ο Γέρος, όστις ήτο επταετής
+μόλις, έτοιμος να κλαύση διότι δεν εύρισκε ψυχίον τι προς κορεσμόν
+της πείνης του ήνοιξε το μόνον παράθυρον, έχον τριών σπιθαμών
+μήκος. Ο οικίσκος όλος, χθαμαλός, ημιφάτνωτος, με είδος σοφά,
+είχεν ύψος δύο ίσως οργυιών από του εδάφους μέχρι της οροφής.
+
+Ο Γέρος ανεβίβασε σκαμνίον τι επί του λιθίνου ερείσματος του
+παραθύρου, ανέβη επί του σκαμνίου, εστηρίχθη διά της αριστεράς του
+παραθυροφύλλου ανοικτού, εστηλώθη μετά τόλμης προς την οροφήν,
+ανέτεινε την δεξιάν, και απέσπασεν έν κρύσταλλον εκ των κοσμούντων
+τους «σταλαμμούς» της στέγης. Ήρχισε να το εκμυζά βραδέως και
+ηδονικώς, και έδιδε και εις την Πατρώναν να φάγη. Επείνων τα
+κακόμοιρα.
+
+
+Η γραία Αχτίτσα επανήλθε μετ' ολίγον φέρουσα πράγμα τι τυλιγμένον
+εις τον κόλπον της. Ο Γέρος, όστις εγνώριζεν εκ της παιδικής του
+πείρας, ότι ποτέ άνευ αιτίας δεν εφούσκωναν οι κόλποι της μάμμης
+του, αναπηδήσας έτρεξεν εις το στήθος της, ενέβαλε την χείρα, και
+αφήκε κραυγήν χαράς. Τεμάχιον άρτου είχεν «οικονομήσει» και την
+εσπέραν εκείνην η καλή, καίτοι ολίγον αυστηρά μάμμη, τις οίδεν
+αντί ποίων εξευτελισμών, και διά πόσων εκλιπαρήσεων!
+
+Και τι δεν ήθελεν υποστή, προ ποίας θυσίας ηδύνατο να
+οπισθοδρομήση, διά την αγάπην των δύο τούτων παιδίων, τα οποία
+ήσαν δις παιδία δι' αυτήν, καθόσον ήσαν τέκνα του τέκνου της! Εν
+τούτοις δεν ήθελε να δεικνύη αυτοίς μεγάλην αδυναμίαν, και «ήμερο
+μάτι δεν τους έδιδε». Εκάλει τον άρρενα «Γέρον», διότι είχε το
+όνομα του αληθούς γέρου της, του μακαρίτου μπάρμπα-Μιχαλιού, του
+οποίου το όνομα της επόνει ν' ακούση ή να προφέρη. Το ταλαίπωρον
+το θήλυ το εκάλει Πατρώναν θωπευτικώς, και ολίγον «σαν
+αρχοντοξεπεσμένη που ήτον», μη ανεχομένη ν' ακούη το Αργυρώ, το
+όνομα της κόρης της, όπερ εδόθη ως κληρονομιά εις το ορφανόν,
+λεχούς θανούσης εκείνης. Πλην του υποκορισμού τούτου, ουδεμίαν
+άλλην επιδεικτικήν τρυφερότητα απένεμεν εις τα δύο πτωχά πλάσματα,
+αλλά μάλλον πρακτικήν αγάπην και προστασίαν.
+
+Η ταλαίπωρος γραία έστρωσε διά τα δύο ορφανά, ίνα κοιμηθώσιν,
+ανεκλίθη και αύτη πλησίον των, τοις είπε να φυσήσωσιν υποκάτω του
+σκεπάσματός των διά να ζεσταθούν, τοις υπεσχέθη ψευδομένη, αλλ'
+ελπίζουσα να επαληθεύση, ότι αύριον ο Χριστός θα φέρη ξύλα και
+ψωμί και μίαν χύτραν κοχλάζουσαν επί του πυρός, και έμεινεν άυπνος
+πέραν του μεσονυκτίου, αναλογιζόμενη την πικράν τύχην της.
+
+
+Το πρωί, μετά την λειτουργίαν (ήτο παραμονή των Χριστουγέννων) ο
+παππα-Δημήτρης, ο ενορίτης της, επαρουσιάσθη αίφνης εις την θύραν
+του πενιχρού οικίσκου·
+
+ — Καλώς ταδέχθης, της είπε μειδιών.
+
+«Καλώς ταδέχθη» αυτή! και από ποίον επερίμενε τίποτε;
+
+ — Έλαβα ένα γράμμα διά σε, Αχτίτσα, προσέθηκεν ο γέρων ιερεύς,
+τινάσσων την χιόνα από το ράσον και το σάλι του.
+
+ — Ορίστε, δέσποτα! Και μακάρι έχω τη φωτιά, εψιθύρισε προς
+εαυτήν, ή το γλυκό και το ρακί να τον φιλέψω;
+
+Ο ιερεύς ανέβη την τετράβαθμον κλίμακα και ελθών εκάθισεν επί του
+σκαμνίου. Ηρεύνησε δε εις τον κόλπον του και εξήγαγε μέγαν
+φάκελλον με πολλάς και ποικίλας σφραγίδας και γραμματόσημα.
+
+ — Γράμμα, είπες, παππά, επανέλαβεν η Αχτίτσα, μόλις τότε αρχίσασα
+να εννοή τι της έλεγεν ο ιερεύς.
+
+Ο φάκελλος, ον είχεν εξαγάγει από του κόλπου του, εφαίνετο
+ανοικτός από το έν μέρος.
+
+ — Απόψε έφθασε το βαπόρι, επανέλαβεν ο εφημέριος· εμένα μου το
+έφεραν τώρα μόλις έβγαινα από την εκκλησίαν.
+
+Και ενθείς την χείρα έσω του φακέλλου εξήγαγε διπλωμένον χαρτίον.
+
+ — Το γράμμα είνε προς εμέ, προσέθηκεν, αλλά σε αποβλέπει.
+
+ —Εμένα ; εμένα ; επανέλαβεν έκπληκτος η γραία.
+
+Ο παππα-Δημήτρης εξεδίπλωσε το χαρτίον.
+
+ — Είδεν ο Θεός τον πόνον σου και σου στέλλει μικράν βοήθειαν,
+είπεν ο αγαθός ιερεύς. Ο γυιός σου, σου γράφει από την Αμερικήν.
+
+ — Απ' την Αμέρικα ; ο Γιάννης! ο Γιάννης με θυμήθηκεν; ανέκραξε
+περιχαρής, ποιούσα το σημείον του Σταυρού η γραία.
+
+Και είτα προσέθηκε·
+
+ — Δόξα σοι ο θεός!
+
+Ο ιερεύς έβαλε τα γυαλιά του και εδοκίμασε ν' αναγνώση. Είνε,
+κακογραμμένα, κ' εγώ δυσκολεύομαι να διαβάζω αυταίς της τζίφραις,
+που έβγαλαν τώρα, αλλά θα προσπαθήσωμεν να βγάλωμεν νόημα.
+
+Και ήρχισε μετά δυσκολίας, και σκοντάπτων συχνά ν' αναγινώσκη:
+
+«Παππα-Δημήτρη, το χέρι σου φιλώ. Πρώτον ερωτώ διά το αίσιον κτλ.
+κτλ. Εγώ λείπω πολλά χρόνια και δεν ειξεύρω αυτού τι γίνονται,
+ούτε αν ζουν ή απέθαναν. Είμαι εις μακρυνόν μέρος, πολύ βαθειά,
+εις τον Παναμάν, και δεν έχω καμμίαν συγκοινωνίαν με άλλους
+πατριώταις που ευρίσκονται εις την Αμερικήν. Προ τριών χρόνων
+εντάμωσα τον (δείνα) και τον (δείνα), αλλά και αυτοί έλειπαν
+χρόνους πολλούς, και δεν είξευραν τι γίνεται εις το σπίτι μας.
+
+Εάν ζη ο πατέρας ή η μητέρα μου, ειπέ τους να με συγχωρήσουν,
+διότι διά καλό πάντα πασχίζει ο άνθρωπος και εις κακό πολλαίς
+φοραίς βγαίνει. Εγώ αρρώστησα δύο φοραίς από κακαίς ασθένειες του
+τόπου εδώ και έκαμα πολύν καιρόν εις τα σπιτάλια. Τα ό,τι είχα και
+δεν είχα επήγαν και μόλις εγλύτωσα την ζωήν μου. Είχα υπανδρευθή
+προ δέκα χρόνων κατά την συνήθειαν του τόπου εδώ, αλλά τώρα είμαι
+απόχηρος, και άλλο καλλίτερον δεν ζητώ, παρά να πιάσω ολίγα
+χρήματα να έλθω εις την πατρίδα, αν προφθάσω τους γονείς μου να μ'
+ευλογήσουν. Και να μην έχουν παράπονον εις εμέ, διότι έτσι θέλει ο
+Θεός, και δεν ειμπορούμε εμείς να πάμε κόντρα. Και να μη
+βαρυγνωμούν αν δεν είνε θέλημα Θεού, δεν μπορεί άνθρωπος να
+προκόψη.
+
+Σου στέλλω εδώ εσωκλείστως ένα συνάλλαγμα επ' ονόματί σου, να
+υπογράψης η αγιωσύνη σου, και να φροντίσουν να το εξαργυρώσουν ο
+πατέρας ή η μητέρα εάν ζουν. Και αν, ό μοι γένοιτο, είνε
+αποθαμμένοι, να το εξαργυρώσης η αγιωσύνη σου, να δώσης εις κανένα
+αδελφόν μου, εάν είνε αυτού, ή εις κανέν ανίψι μου, και εις άλλα
+πτωχά. Και να κρατήσης και η αγιωσύνη σου εάν οι γονείς μου είνε
+αποθαμμένοι, έν μέρος του ποσού αυτού διά τα σαρανταλείτουργα . . .»
+
+Πολλά έλεγεν η επιστολή αύτη και έν σπουδαίον παρέλιπε. Δεν
+ανέφερε το ποσόν των χρημάτων, δι' όσα ήτο η συναλλαγματική. Ο
+παππα-Δημήτρης παρατηρήσας το πράγμα, εξέφερε την εικασίαν, ότι ο
+γράψας την επιστολήν, λησμονήσας, νομίζων ότι είχεν ορίσει το
+ποσόν των χρημάτων παραπάνω, ενόμισε περιττόν να το επαναλάβη
+παρακατιών, διό και έλεγε «του ποσού αυτού».
+
+Εν τούτοις άφατος ήτο η χαρά της Αχτίτσας, λαβούσης μετά τόσα έτη
+ειδήσεις περί του υιού της. Ως υπό τέφραν κοιμώμενος από τόσων
+ετών ο σπινθήρ της μητρικής στοργής ανέθορεν εκ των σπλάγχνων εις
+το πρόσωπόν της και η γεροντική, ρικνή, και ερρυτιδωμένη όψις της
+ηγλαΐσθη με ακτίνα νεότητος και καλλονής.
+
+Τα δύο παιδία, αν και δεν ενόουν περί τίνος επρόκειτο, ιδόντα την
+χαράν της μάμμης των ήρχισαν να χοροπηδώσιν.
+
+
+Ο κυρ-Μαργαρίτης δεν ήτον ιδίως προεξοφλητής, ή τοκιστής, ή
+έμπορος, ήτον όλα αυτά ομού. Ένα φόρον επιτηδεύματος επλήρωνεν,
+αλλ' έκαμνε τρεις τέχνας.
+
+Η γραία-Αχτίτσα εις φοβεράν διατελούσα ένδειαν, έλαβε το παρά του
+υιού της αποσταλέν γραμμάτιον, εφ' ου εφαίνοντο γράμματα κόκκινα
+και μαύρα, άλλα έντυπα και άλλα χειρόγραφα, εξ ων δεν ενόει τίποτε
+ούτε ο γηραιός εφημέριος, ούτε αυτή, και μετέβη εις το μαγαζί του
+κυρ-Μαργαρίτη.
+
+Ο κυρ-Μαργαρίτης ερρόφησε δραγμίδα ταμβάκου, ετίναξε την βράκαν
+του, εφ' ης έπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατεβίβασε μέχρι των
+οφρύων την σκούφιαν του, έβαλε τα γυαλιά του, και ήρχισε να
+εξετάζη διά μακρών το γραμμάτιον.
+
+ — Έρχεται απ' την Αμέρικα; είπε. Σ' εθυμήθηκε, βλέπω, ο γυιός
+σου. Μπράβο, χαίρομαι.
+
+Είτα επανέλαβεν·
+
+ — Έχει τον αριθμόν 10, αλλά δεν ξέρομε τι είδους μονέδα να είνε,
+δέκα σελλίνια, δέκα ρούπιες, δέκα κολοννάτα ή δέκα..... Διεκόπη.
+Παρ' ολίγον να έλεγε «δέκα λίρες».
+
+ — Να φωνάξουμε το δάσκαλο, εμορμύρισεν ο κυρ-Μαργαρίτης· ίσως
+εκείνος ξεύρει να το διάβαση. Τι γλώσσα να είνε τάχα ;
+
+Ο ελληνοδιδάσκαλος, όστις εκάθητο βλέπων τους παίζοντας το &κιάμο&
+εις παράπλευρον καφενείον, παρακληθείς μετέβη εις το μαγαζί του
+κυρ-Μαργαρίτη. Εισήλθεν ορθός, δύσκαμπτος, έλαβε το γραμμάτιον,
+παρεκάλεσε τον κυρ-Μαργαρίτην να τον δανείση τα γυαλιά του και
+ήρχισε να συλλαβίζη τους λατινικούς χαρακτήρας.
+
+ — Πρέπει να είνε αγγλικά, είπεν, εκτός αν είνε γερμανικά. Από πού
+έρχεται αυτό το δελτάριον;
+
+ — Απ' την Αμέρικα, κυρ δάσκαλε, είπεν η θειά Αχτίτσα.
+
+ — Από την Αμερικήν; τότε θα είνε αγγλικόν.
+
+Και ταύτα λέγων προσεπάθει να συλλαβίση τας λέξεις: ten pounds
+sterling, άς έφερε χειρογράφους η επιταγή.
+
+ — Sterling, είπε sterling θα σημαίνη τάλληρον, πιστεύω. Η λέξις
+φαίνεται να είνε της αυτής ετυμολογίας, απεφάνθη δογματικώς.
+
+Και επέστρεψε το γραμμάτιον εις χείρας του κυρ-Μαργαρίτη.
+
+ — Αυτό θα είνε, είπε, και επειδή υπάρχει επί της κεφαλίδος ο
+αριθμός 10, θα είνε χωρίς άλλο γραμμάτιον διά δέκα τάλληρα. Το
+κάτω-κάτω, οφείλω να σας είπω ότι δεν γνωρίζω από χρηματιστικά.
+Εις άλλα ημείς ασχολούμεθα, οι άνθρωποι των γραμμάτων.
+
+Και τούτο ειπών, επειδή ησθάνθη ψύχος εις το πλακόστρωτον και
+κατάψυχρον μαγαζείον τον κυρ-Μαργαρίτη, επέστρεψεν εις το
+καφενείον, ίνα θερμανθή.
+
+
+Ο κυρ-Μαργαρίτης, είχεν αρχίσει να τρίβη τας χείρας και κάτι
+εφαίνετο σκεπτόμενος.
+
+Τώρα, τι τα θέλεις, είπε στραφείς προς την γραίαν· οι καιροί είνε
+δύσκολοι, μεγάλα κεσάτια. Να το πάρω, να σου το εξαργυρώσω, ξέρω
+πως είνε σίγουρος ο παράς μου, ξέρω αν δεν είναι και ψεύτικο; Από
+κει κάτω, απ' τον χαμένον κόσμον, περιμένεις αλήθεια; Όλαις η
+ψευταίς, η καλπουζανιαίς, από 'κεί μας έρχονται. Γυρίζουν τόσα
+χρόνια οι σουρτούκιδες (με συγχωρείς, δεν λέγω το γυιό σου), εκεί
+που ψένει ο ήλιος το ψωμί, και δεν νοιάζονται να στείλουν ένα
+παρά, ένα σωστόν παρά, μοναχά στέλνουν παληόχαρτα.
+
+Έφερε δύο βόλταις περί το τεράστιον λογιστήριόν του και επανέλαβε·
+
+Και δεν είνε μικρό πράγμα αυτό, να σε χαρώ, είνε δέκα Να είχα δέκα
+τάλλαρα εγώ, παντρευόμουνα.
+
+Είτα εξηκολούθησε·
+
+ — Μα τι να σου πω; σε λυπούμαι, που είσαι καλή γυναίκα, κ' έχεις
+και κείνα τα ορφανά. Να κρατήσω εγώ ενάμισυ τάλλαρο διά τους
+κινδύνους που τρέχω, και για τα οχτώμισυ πλειά . . . Και για
+νάμαστε σίγουροι, μη γυρεύης κολλοννάτα, να σου δώσω πεντόφραγκα,
+για νάμαστε μέσα . . . Οχτώμισυ πεντόφραγκα λοιπόν . . . Α!
+ξέχασα! . . .
+
+Τουναντίον, δεν είχε ξεχάσει· απ' αρχής της συνεντεύξεως, αυτό
+εσκέπτετο.
+
+ — Ο συχωρεμένος ο Μιχαλιός, κάτι έκανε να μου δίνη, δεν θυμούμαι
+τώρα.
+
+Και επέστρεψεν εις το λογιστήριόν του.
+
+ — Μα κ' εκείνος ο τελμπεντέρης ο γαμπρός σου, μου έφαγε δυο
+τάλλαρα θαρρώ . . .
+
+Και ωπλίσθη με το πελώριον κατάστιχόν του.
+
+ — Είνε δίκηο να τα κρατήσω . . . εσένα όσα σου δώσω, θα σου
+φανούν χάρισμα.
+
+Ήνοιξε το κατάστιχον.
+
+Αι κατάπυκνοι και μυροβολούσαι σελίδες του καταστίχου τούτου
+ωμοίαζον με πίονας αγρούς, με γην αγαθήν. Ό,τι έσπειρε τις εν
+αυτώ, εκαρποφόρει πενταπλασίως.
+
+Ήτο, ως να έκοπτέ τις τα φύλλα του δενδρυλλίου, εκάστοτε ότε
+εγένετο εξόφλησις κονδυλίου τινός, αλλ' η ρίζα έμενεν υπό την γην,
+μέλλουσα και πάλιν ν' αναβλαστήση.
+
+Ο κυρ-Μαργαρίτης εύρε παρευθύς τους δύο λογαριασμούς.
+
+ — Εννηά και δεκαπέντε, μου χρωστούσε ο μακαρίτης ο άντρας σου,
+είπε, και δυο τάλλαρα δανεικά κι' αγύριστα του γαμπρού σου
+γίνονται . . .
+
+Και λαβών κάλαμον ήρχισε να εκτελή την πρόσθεσιν πρώτον και την
+αναγωγήν των ταλλήρων εις δραχμάς, είτα την αφαίρεσιν από του
+ποσού των δέκα γαλλικών ταλλήρων.
+
+ — Κάνει να σου δίνω . . . ήρχισε να λέγη ο κυρ-Μαργαρίτης.
+
+Τη στιγμή εκείνη εισήλθε νέον πρόσωπον.
+
+
+Ήτον έμπορος Συριανός, παρεπιδημών δι' υποθέσεις εις την μικράν
+νήσον.
+
+Άμα εισελθών διηυθύνθη μετά μεγίστης ελευθερίας και θάρρους εις το
+λογιστήριόν, όπου ίστατο ο κυρ-Μαργαρίτης.
+
+ — Τι έχουμε, κυρ-Μαργαρίτη; . . . Τ' είν' αυτό; είπεν, ιδών
+πρόχειρον επί του λογιστηρίου το γραμμάτιον της πτωχής γραίας.
+
+Και λαβών τούτο εις χείρας·
+
+ — Συναλλαγματική διά δέκα αγγλικάς λίρας από την Αμερικήν, είπε
+καθαρά τη φωνή, πού ευρέθη εδώ; Κάμνεις και τέτοιες δουλειές, κυρ-
+Μαργαρίτη;
+
+ — Για δέκα λίρες! επανέλαβεν αυθορμήτως η Αχτίτσα, ακούσασα
+ευκρινώς την λέξιν.
+
+ — Ναι, διά δέκα αγγλικάς λίρας, είπε και πάλιν στραφείς προς
+αυτήν ο Ερμουπολίτης. Μήπως είνε δικό σου;
+
+ — Μάλιστα.
+
+Η θειά-Αχτίτσα, εν καταφάσει, έλεγε πάντοτε ναι, αλλά νυν ηπόρει
+και αυτή πώς είπε μάλιστα και πού εύρε την λέξιν ταύτην.
+
+ — Για δέκα ναπολεόνια, θα είνε ίσως, είπε δάκνων τα χείλη ο κυρ-
+Μαργαρίτης.
+
+ — Σου λέγω διά δέκα αγγλικάς λίρας, επανέλαβε και αύθις ο
+Συριανός έμπορος. Παίρνεις από λόγια;
+
+Και έρριψε δεύτερον μακρόν βλέμμα επί του γραμματίου.
+
+ — Είνε σίγουρος παράς, &αρζάν-κοντάν&, σου λέγω. Θα το εξοφλήσης,
+ή το εξοφλώ αμέσως ;
+
+Και έκαμε κίνημα να εξαγάγη το χρηματοφυλάκιόν του.
+
+ — Μπορεί να το πάρη κανείς για εννέα λίραις . . . γαλλικές, είπε
+διστάζων ο κυρ-Μαργαρίτης.
+
+ — Γαλλικαίς;.. το παίρνω εγώ διά εννηά αγγλικαίς . . .
+
+Και στρέψας όπισθεν το φύλλον του χάρτου, είδε την υπογραφήν, ην
+είχε βάλει ο αγαθός ιερεύς, παρέβαλεν αυτήν με το όνομα το
+φερόμενον εν τω κειμένω, και την εύρε σύμφωνον.
+
+Και ανοίξας το χρηματοφυλάκιον, εμέτρησεν εις την χείρα της θειά-
+Αχτίτσας, και προ των εκθάμβων οφθαλμών αυτής εννέα στιλπνοτάτας
+αγγλικάς λίρας.
+
+
+Και ιδού διατί η πτωχή γραία εφόρει τη ημέρα των Χριστουγέννων
+καινουργή «άδολην» μανδήλαν, τα δε δύο ορφανά είχον καθαρά
+υποκαμισάκια διά τα ισχνά μέλη των και θερμήν υπόδεσιν διά τους
+παγωμένους πόδας των.
+
+
+
+ΤΗΣ ΚΟΚΚΟΝΑΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ
+
+
+
+Δεν ήτο δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να
+μην επερνούσε κανείς απ' εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω
+ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν
+από κάτω απ' της Σαματρίψαινας το σπίτι έως επάνω εις τον Ναόν της
+Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα· κάθε βήμα και άσθμα.
+Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν' αναβή, εγλιστρούσε διά να
+καταβή.
+
+Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί
+του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παληόσπιτον του γέρο-
+Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το
+σπίτι του Χατζή-Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον.
+Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην,
+σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κ' εκεί, οι οποίοι
+θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί
+ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και καλικάντζαροι ελλοχεύοντες και
+καραδοκούντες έως να έλθη η ώρα να εισβάλλουν εις τας οικίας διά
+των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του
+κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την
+εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε της αποθαλασσιαίς του έως τον μεσημβρινόν
+τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του
+χειμώνος.
+
+Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον δίπλα
+εις το σπίτι του γέρο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή-
+Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς
+μέχρι του πατώματος, με τας ζυγώσεις χασκούσας έως της οροφής, με
+την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους,
+την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει
+ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία όσα κατήρχοντο την μεσηβρίαν από
+το έν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να
+αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το
+ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν,
+της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι'
+όσον τρόμον τους επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν.
+Οι παππάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από
+την οικίαν του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των,
+αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζειά, και διώκοντες τους
+καλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και
+εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρή
+ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθή ν'
+απολαύση την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γείνη
+κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και
+ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως εις απόκρυφον της ώρας
+ταύτης των καλικαντζάρων.
+
+
+Δεν είχεν αξιωθή ν' απολαύση την οικοκυράν της. Ο καπετάν-
+Γιαννάκος ο Συρμαίος, ανήρ αισθηματικός και γενναίος «μερακλής»,
+όσον κανείς άλλος εκ των συγχρόνων του, είχεν ερωτευθή ποτέ εις το
+Σταυροδρόμι την Κοκκώνα-Αννίκαν, ωραίαν, υψηλήν, με χρυσόξανθα
+μαλλιά, λευκήν και με χαρακτήρας λεπτοτάτους, με βλέμμα το οποίον
+κάτι έλεγε στην καρδιά. Ο πλοίαρχος ηρραβωνίσθη εν τη βασιλευούση
+και κατήλθε με το καράβι εις την πατρίδα, όπου παρήγγειλε να του
+κτίσουν, με σχέδιον κομψόν και ασύνηθες έως τότε εις την πολίχνην,
+την μικράν ωραίαν οικίαν, σκοπεύων με το πρώτον ταξείδιον να φέρη
+έπιπλα από την Βενετίαν, διά να ευπρεπίση, να στολίση την
+νεόκτιστον οικίαν και την κάμη αξίαν της αβράς Κοκκώνας, την
+οποίαν εμελέτα να φέρη από την Πόλιν· αλλ' η οικία δεν έμελλε να
+τελειώση και η Κοκκώνα οκτώ μήνας μετά την μνηστείαν απέθνησκε
+φθισική εις το Σταυροδρόμι και η οικία έμεινεν ατελείωτη, έρημη
+και άχαρη, ανά τον λιθόστρωτον ανηφορικόν δρόμον, σιμά εις τον
+κρημνώδη βράχον. Ως αόρατος δε επιγραφή επί του μετώπου της
+καταρρεούσης οικίας, ως αόριστος τραγική ειρωνεία επί της τύχης
+της, έμενε το όνομα : «της Κοκκώνας το Σπίτι».
+
+ Μνημούρια του Φερήκ — κιοϊ κ' ολόρθα κυπαρίσσα . . .
+ Έχασα την αγάπη μου και λαχταρώ περίσσα.
+
+Την εσπέραν εκείνην, παραμονήν των Χριστουγέννων του έτους 185 . . .
+δύο παιδιά κατήρχοντο με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτον και οι
+πόδες των, ασυνήθιστοι εις τα πέδιλα τα οποία είχον φορέσει ίσως
+εκτάκτως την εσπέραν εκείνην, έκαμναν μέγαν κρότον επί των πλακών
+του εδάφους. Αμφότεροι εκράτουν ελαφράς ράβδους. Ο είς εκράτει
+φανόν με την άλλην χείρα. Ήτο εβδόμη ώρα. Νυξ αστροφεγγής και
+ψυχρά. Σφοδρός άνεμος κατήρχετο παγετώδης από τα χιονισμένα βουνά.
+Ο άνεμος έκαμνε τα σφικτοκλεισμένα παράθυρα και τας
+κλειδομανταλωμένας θύρας να στενάζωσιν υπό την ψυχράν πνοήν του.
+
+Τα παιδία εμάλωναν ως δυο γνήσιοι φίλοι.
+
+ — Εγώ είδα π' σώδωκε ένα εικοσιπενταράκι, βρε Αγγελή, έλεγε το
+έν.
+
+ — Όχι, μα το θεριό, έλεγε το άλλο, μια πεντάρα μώδωκε. Να τηνε.
+Κ' εδείκνυε μεταξύ των δακτύλων μίαν πεντάραν.
+
+ — Όχι, επέμενε το άλλο το οποίον εκράτει το φανάριον. Το είδα εγώ
+που ήταν εικοσιπενταράκι. Δεν με γελάς.
+
+ — Όχι, μα την Παναγίδα, βρε Νάσο. Μια πεντάρα σου λέω.
+
+ — Μ' αφήνεις να σε ψάξω;
+
+ — Θα σ' πέση το φανάρι.
+
+Διά μιας ο Νάσος άφησε το φανάρι κατά γης και ητοιμάζετο να ψάξη
+τον Αγγελήν. Είχον λάβει το μέτρον, επειδή δεν ενεπιστεύοντο
+αλλήλους (ήσαν δεκαετείς την ηλικίαν): Ευθύς άμα κατήρχοντο από
+εκάστην των οικιών όπου ανέβαιναν και ετραγουδούσαν τα
+Χριστούγεννα, να κάμνωσιν ευθύς μερίδων πεντάρα και πεντάρα και
+κανείς εκ των δύο να μην είνε κάσσα μέχρι τέλους της επιχειρήσεως.
+Αλλά την τελευταίαν φοράν ο Νάσος είχεν υποπτευθή τον Αγγελήν.
+
+Εν τη θέρμη της λογομαχίας των, είχον λησμονήσει ότι έφθασαν ήδη
+εις το στενόν του λιθοστρώτου, του άγοντος εις την επάνω
+συνοικίαν, και ευρίσκοντο υποκάτω εις το σπίτι της Κοκκώνας, όπου
+έβγαιναν φαντάσματα. Είχον σταματήσει εκεί και ο Νάσος ήρχισε να
+ψάχνη τον Αγγελήν.
+
+Ο Αγγελής, ενόσω ο άλλος ηρεύνα τα θυλάκια της περισκελίδος του,
+ίστατο αδιάφορος, αλλ' άμα η χειρ ανήλθε και ήρχισε να ψαύη τον
+κόλπον, έπιασεν ο ίδιος το γιλέκον του αριστερά προς την μέσην,
+και το έσφιγγε με όλην την δύναμίν του, εμποδίζων την χείρα του
+φίλου του να φθάση έως εκεί.
+
+ — Δεν μ' αφήνεις να σε ψάξω;
+
+ — Άφησέ με, δεν έχω τίποτε.
+
+ — Είσαι ψεύτης!
+
+Ο Αγγελής ύψωσεν απειλητικήν χείρα.
+
+ — Είσαι ψεύτης και κλέφτης!
+
+Ελαφρός κόλαφος ηκούσθη και συγχρόνως φωνή παραδόξου όντος μελανού
+την όψιν με μαλλιά ανατσουτσουρωμένα, με αλλόκοτα ράκη ως
+ενδυμασίαν, αντήχησε·
+
+ — Τι μαλλώνετε, βρε;
+
+
+Τα δύο παιδία αφήκαν συγχρόνως διπλήν πεπνιγμένην κραυγήν και
+εδοκίμασαν να τραπούν εις φυγήν αφήνοντα το φανάριον κατά γης.
+Αλλά το παράδοξον ον με τον πόδα ανέτρεψε το φανάριον το οποίον
+έσβυσεν ευθύς, και με τας δύο χείρας συνέλαβεν από τους βραχίονας
+τα δύο τρέμοντα παιδία.
+
+ —Ποιος είνε κάσσα, βρε;
+
+Τα δύο παιδία ήσπαιρον και εδοκίμαζαν να φύγουν.
+
+ —Μη φοβάστε, δε σας τρώω. Δόστε μου τους παράδες σας, για να μη
+μαλλώσετε και σκοτωθήτε. Καλά που βρέθηκα εδώ και σας γλύτωσα.
+
+Έψαξε της τσέπαις των δύο παιδιών, και συγχρόνως τα έσυρε προς την
+θύραν του ισογείου της κατηρειπωμένης οικίας οπόθεν είχεν εξέλθει,
+ως φαίνεται, το παράδοξον ον. Εκεί έβαλε τον Νάσον υπό κράτησιν
+όπισθεν της θύρας, ισχύρωσε το άνοιγμα με το ίδιον σώμα του και
+έψαξεν εν ανέσει τον Άγγελήν. Εύρε δεκαπέντε ή είκοσι πεντάραις
+και δεκάραις εις τα θυλάκιά του. Είτα έψαξε τον Νάσον, εύρεν άλλα
+τόσα και εις αυτού το θυλάκιον, ακολούθως απέπεμψε τα δύο παιδία.
+
+ — Πηγαίνετε τώρα και μη φοβάσθε, άλλη φορά να μη μαλλώνετε.
+
+
+Ο Γιάννης ο Παλούκας δεν είχε πώς να μεθύση και πώς να εορτάση τα
+Χριστούγεννα, εκείνην την χρονιά. Ήτο συνήθως άεργος και η
+τεμπέλικαις μικροδουλειαίς, τας οποίας εξετέλει κάποτε, πότε
+κουβαλών νερό με την στάμναν εις τας οικίας, πότε υπηρετών τους
+κηπουρούς, τους αλωνιστάς και τους εργάτας των ελαιοτριβείων, πότε
+βοηθών τους γρυπάριδες εις την ανέλκυσιν του μακρού ατελειώτου
+γρύπου επί της μεγάλης άμμου εις τον αιγιαλόν, δεν τον είχαν
+«σηκώσει» κατά το έτος εκείνο. Τι να κάμη; Πώς να περάση τέτοια
+χρονιάρα μέρα; Τι εσοφίσθη;
+
+Της Κοκκώνας το σπίτι, το οποίον εφοβούντο τα παιδία της πολίχνης,
+και το οποίον δεν αγίαζαν οι παππάδες όταν κατήρχοντο από την άνω
+συνοικίαν με τους σταυρούς, ήτο κατάλληλος σταθμός διά να κρυβή
+κανείς και να περάση ως καλικάντζαρος, επειδή το εκαλούσαν η
+ημέραις, αφού μάλιστα χάριν των ημερών αυτών θα το έκαμνε και ο
+Παλούκας. Απ' εκεί θα επερνούσαν όλα τα παιδία της κάτω ενορίας,
+δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών του χωριού, εις το γύρισμά των από
+την επάνω ενορίαν, ότε θα είχαν ικανά κέρματα εις τα θυλάκιά των.
+Ο Παλούκας δεν εσκέφθη περισσότερον. Έλαβε παλαιόν σιδηρούν
+τηγάνιον, εμουντζουρώθη όλος εις το πρόσωπον — μετέθεσε, το επ'
+αυτώ, δύο μήνας προϊμώτερα την αποκρηάν — , εφόρεσε παλαιά ράκη τα
+οποία επρομηθεύθη κάπου και απελθών, άμα ενύκτωσεν, εξεκάρφωσεν
+αθορύβως τας παλαιάς σανίδας, τας σχηματιζούσας χιαστί πρόχειρον
+φραγμόν εις το ισόγειον της ερήμου οικίας της Κοκκώνας, και εχώθη
+μέσα. Μίαν ώραν ύστερον κατήλθε διά του λιθοστρώτου η πρώτη
+συνορίς των αδόντων παιδίων, ο Νάσος και ο Αγγελής. Είδομεν πως
+ήλθαν βολικά τα πράγματα, και πως ο Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα να
+περάση ως ειρηνευτής μεταξύ των παιδίων που εμάλλωναν.
+
+Αφού ο Νάσος και ο Αγγελής ετράπησαν εις φυγήν, αισθανόμενοι
+φεύγον το έδαφος υπό τους πόδας των, κατήλθον άλλα παιδία, είτα
+άλλα.
+
+Ο Παλούκας ήκουε μακρόθεν τους κρότους των βημάτων των, τας
+ευθύμους φωνάς των και εψιθύριζε·
+
+ — Μας έρχεται άλλη ζυγιά.
+
+Η τελευταία ζυγιά, ήτις κατήλθε, συνίστατο από τον Στάμον και από
+τον Αργύρην, δύο φρονίμους παίδας. Ούτοι δεν εμάλλωναν, αλλ'
+εσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τι να τα κάμουν τα λεπτά εκείνα που θα
+εμάζωναν εκείνην την βραδειάν.
+
+ — Να φτειάσουμε κ' ένα σκεπαρνάκι, βρε.
+
+ — Να κόψουμε μια λεύκα.
+
+ — Να πάρουμε φλαμούρι να κάμουμε καράβι.
+
+ — Να βγάλουμε από τον πεύκο τ' Αλπάνη την καρίνα και τα
+στραβόξυλα.
+
+ — Εσύ θα είσαι μαραγκός, κ' εγώ πρωτομάστορας.
+
+ — Βρε! καλώς τους μαστόρους, ηκούσθη έξαφνα μία φωνή.
+
+Ο Παλούκας είχεν εξορμήσει, τρίτην ή τετάρτην φοράν από την
+κρύπτην. Ο Στάμος και ο Αργύρης αφήκαν πεπνιγμένην κραυγήν και
+ηθέλησαν να φύγουν, αλλ' ο Παλούκας εφήρμοσε την μέθοδόν του και
+τους ελήστευσεν.
+
+ — Είνε άλλη ζυγιά; ηρώτησεν είτα.
+
+Τα παιδία τον εκύτταζαν με απλανή όμματα, απολιθωμένα από τον
+φόβον. Αλλ' ο Στάμος, όστις ήτο δωδεκαετής και ξυπνητός, ενόησεν
+εν τω μεταξύ ότι δεν ήτο φάντασμα. Ο φόβος του εμετριάσθη και
+μετέδωκε θάρρος εις τον Αργύρην.
+
+ — Είνε κι' άλλη ζυγιά; επανέλαβεν ακαταλήπτως ο παράδοξος
+άνθρωπος.
+
+ — Τι ζυγιά; ηδυνήθη ν' αρθρώση ο Στάμος.
+
+ — Είνε άλλα παιδιά να καταβούν από τον απάνω μαχαλάν;
+
+ — Δεν ξέρω, είπεν ο Στάμος.
+
+Την φοράν ταύτην ο Παλούκας είχεν ολιγωρήσει να σβύση τον φανόν,
+διότι εκ της μέχρι τούδε πείρας του επείσθη ότι δεν θα τον
+ανεγνώριζαν τα παιδία. Αλλ' ο Στάμος τον εκύτταξε τόσον καλά, ώστε
+«εγύριζε μέσ' τον νουν του» ότι κάποιος ήτον και δεν απείχε πολύ
+του να τον αναγνωρίση.
+
+ — Πέστε μου, βρε αν είνε κι' άλλη ζυγιά, επέμεινεν ο Παλούκας.
+
+ — Δεν ξέρουμε, επανέλαβεν ο Στάμος.
+
+Τέλος ο Παλούκας αφήκε τα παιδία ελευθέρα.
+
+
+Παρήλθον δέκα λεπτά της ώρας, και γενναίον πετροβόλημα άρχισε να
+δέρνη την στέγην, τας ξυλώσεις και τας δοκούς του αφατνώτου
+πατώματος της ερήμου οικίας. Πολλοί λίθοι με υπόκωφον δούπον,
+διερχόμενοι διά των δοκών, και άλλοι διά της θύρας, έπιπτον εις το
+έδαφος του ισογείου. Στράτευμα παιδιών είχεν εξορμήσει από το
+προαύλιον του ναού των Τριών Ιεραρχών, τριακόσια ή τετρακόσια
+βήματα απέχοντος, και εξετέλει φοβεράν έφοδον κατά του ασύλου του
+καλικαντζάρου.
+
+Τα πρώτα ληστευθέντα παιδία, ο Νάσος και ο Αγγελής, αφού έφθασαν
+ασθμαίνοντα εις την μικράν πλατείαν την έμπροσθεν του ναού, μη
+έχοντα πλέον διά τι πράγμα να μαλλώσουν έκαμαν αγάπην. Μετά
+φιλικωτάτην δε συζήτησιν, εκ συμφώνου απεφάνθησαν ότι το παράδοξον
+ον, το οποίον τους επήρε τα λεπτά, αφού δεν τους επήρε ούτε την
+φωνήν ούτε τον νουν των, θα ειπή ότι δεν ήτον φάντασμα, ούτε
+βρυκόλακας, και αφού δεν εδοκίμασε να τους φάγη, θα ειπή ότι δεν
+ήτον καλικάντζαρος. Τι άλλο θα ήτο λοιπόν; θα ήτον άνθρωπος, χωρίς
+άλλο.
+
+Η δευτέρα ζυγιά των παιδιών έφθασε μετ' ου πολύ, είτα η τρίτη και
+η τετάρτη. Όλα τα ομοιοπαθή παιδία δεν ήργησαν να συνεννοηθώσιν
+ομού. Τέλος ο Στάμος, όστις ήλθε τελευταίος μετά του Αργύρη,
+επρότεινε και όλοι εψήφισαν να εκτελέσωσι τακτικήν νυκτερινήν
+έφοδον κατά της οικίας.
+
+Ο Παλούκας την στιγμήν εκείνην εδίσταζε, και είχεν αποφασίσει να
+αποσυρθή αφού είχε κάμει αρκετήν λείαν, όση θα ήρκει διά να μεθύση
+την ημέραν των Χριστουγέννων, ως και την ημέραν των Επιλοχιών και
+την του Αγίου Στεφάνου ακόμη. Ενώ δε ήτο έτοιμος να φύγη και πάλιν
+έμεινεν, επήλθεν η πρώτη πυκνή χάλαζα των λίθων.
+
+ — Να μια ζυγιά! εφώναξε φιλέκδικος ο Στάμος.
+
+ — Να μια ζυγιά! επανέλαβον εν χορώ τα παιδία.
+
+Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον αν απεφάσιζεν ο Παλούκας να φύγη, θα
+ήτο ήδη εκτός βολής. Δυστυχώς ήτο αργά τώρα.
+
+Απεφάσισε να αρπάξη μίαν σανίδα και μεταχειριζόμενος αυτήν ως
+σπάθην άμα και ασπίδα να εκτέλεση έξοδον διασχίζων τας τάξεις του
+εχθρού. Αλλά δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τον έκαμε να
+οπισθοδρομήση με δύο πληγάς εις την κνήμην και εις τον βραχίονα.
+
+ — Να κι' άλλη ζυγιά! εφώναξεν αδιάλλακτος ο Στάμος.
+
+ — Να κι' άλλη ζυγιά! ηλάλαξαν τα παιδιά.
+
+Ο Παλούκας εκόλλησεν εις την εσωτερικήν γωνίαν του ισογείου,
+στηρίξας τα νώτα εις τον τοίχον, ζαρωμένος υπό τινα δοκόν του
+πατώματος, σύρριζα εις τον τοίχον βαλμένην, αλλά κ' εκεί, μέγας
+λίθος, κτυπήσας επί του τοίχου ελόξευσε και τον έπληξε μετά
+μετρίας βίας εις τον ώμον.
+
+ — Βρε! αποσπόντα, εμορμύρισε γελών ακουσίως ο Παλούκας.
+
+Ευτυχώς δι' αυτόν οι εχθροί δεν απεφάσισαν να έλθωσιν έως την
+θύραν του ισογείου. Λείψανον φόβου υπήρχεν ακόμη, φαίνεται, εις το
+βάθος του παιδικού θράσους
+
+Τέλος, επειδή η μάχη παρετείνετο, ο Παλούκας μετά φρόνιμον σκέψιν
+απεφάσισε ν' αναρριχηθή εις τον τοίχον (εγνώριζε πού υπήρχαν οπαί
+από τα ικρία και της σκαλωσιαίς της οικοδομής) πατών από οπήν εις
+οπήν. Το έκαμε ταχέως και επιτυχώς, και αφού έφθασεν εις το
+πάτωμα, αόρατος εις τον εχθρόν όπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου
+αποφασιστικώς επήδησεν από το άλλο μέρος, εντός του εδάφους της
+αυλής του γέρο-Παγούρη.
+
+Ήτον ως δυο μπόγια υψηλή, όχι περισσότερον. Διότι το έδαφος ήτο
+υψηλότερον κατά τρεις ή τεσσάρας σπιθαμάς έσωθεν του αυλογύρου.
+
+Ο Παλούκας έπεσε βαρύς, εκτύπησεν εις το γόνυ, ανετράπη, ανωρθώθη,
+έψαυσε τα μέλη του, και βεβαιωθείς ότι δεν του είχε σπάσει κανέν
+κόκκαλον, ετράπη εις φυγήν, τρέχων προς το άλλο μέρος του
+αυλογύρου, όπου είξευρεν ότι ο περίβολος εκλείετο από απλούν
+φράκτην, συγκοινωνών προς την αυλήν συγγενικής οικίας.
+
+Ο δούπος της πτώσεως του ηκούσθη εκείθεν του τοίχου της αυλής.
+
+Ο Στάμος εφώναξεν «εμπρός!» και δοκιμάσας το μάνδαλον της θύρας
+τον αυλογύρου, είδεν ότι η θύρα ήτο ανοικτή. Εισώρμησε πρώτος και
+τα άλλα παιδία τον ηκολούθησαν.
+
+Η φωνή του Παλούκα συνωδεύθη, εκτός του δούπου της πτώσεώς του,
+και από άλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτά του είχαν πέσει από
+την τσέπην.
+
+Ο Παλούκας δεν εγύρισεν οπίσω να τα μαζέψη.
+
+Ο Αγγελής, έν των παιδίων, ήκουσε ζωηρότατα τον μεταλλικόν κρότον,
+αγροίκησε πολύ καλά το μέρος εις το οποίον είχον πέσει τα κέρματα,
+και κύψας και ψηλαφών ήρχισε να τα μαζώνη με την φούχταν, ενώ τα
+άλλα παιδία έτρεχαν κατόπιν του φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους
+και κράζοντα·
+
+ — Να κι' άλλη ζυγιά! Να κι' άλλη ζυγιά!
+
+
+Κρότος παραθύρου ανοιγομένου ηκούσθη ήδη εις τον οικίσκον του
+γέρο-Παγούρη, όστις ακούσας την ακατανόητον έφοδον, την γενομένην
+την νύκτα εκείνην εις τον αυλόγυρόν του, ήνοιγε το παράθυρον και
+ηρώτα έκπληκτος·
+
+ — Τι είνε; τι τρέχει; . . . ποιος είνε; . . . ποιοι είστε; . . .
+ε! δεν ακούτε!
+
+Όταν ο Αγγελής είχε μαζέψει ήδη όλα τα λεπτά όσα ηύρε, έφευγεν
+οπίσω διά της μεσημβρινής θύρας, ενώ τα άλλα παιδία, πέραν του
+βορεινού φράκτου, κατεδίωκον εις τον βρόντον τον Παλούκαν, όστις
+είχε γείνει άφαντος ήδη, επαναλαμβάνοντα·
+
+ — Να, κι' άλλη ζυγιά! Να, κι' άλλη ζυγιά!
+
+
+
+ΥΠΗΡΕΤΡΑ
+
+
+
+Την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους . . . η
+δεκαοκταέτις κόρη το Ουρανιώ το Διόμικο, μελαγχροινή, νοστιμούλα,
+εκλείσθη εις την οικίαν της ενωρίς, διότι ήτο μόνη.
+
+Ό πατήρ της, ο ατυχής μπάρμπα-Διόμας, αρχαίος εμποροπλοίαρχος
+πτωχεύσας, όστις κατήντησε να γείνη πορθμεύς εις το γήρας του,
+είχεν επιβή της λέμβου του περί μεσημβρίαν, όπως πλεύση εις την
+νήσον Τσουγκριάν, τρία μίλια απέχουσαν, και διαπορθμεύση εκείθεν
+εις την πολίχνην εορτασίμους τινάς προμηθείας. Υπεσχέθη ότι θα
+επανήρχετο προς εσπέραν, αλλ' ενύκτωσε και ακόμη δεν εφάνη.
+
+Η νέα ήτο ορφανή εκ μητρός. Η μόνη προς μητρός θεία της, ήτις της
+εκράτει άλλοτε συντροφίαν, διότι αι οικίαι των εχωρίζοντο δι' ενός
+τοίχου, &εμάλλωσε& και αυτή μαζί της διά δυο στρέμματα αγρού και
+δεν ωμιλούντο πλέον. Η νεάνις εκάθησε πλησίον του πυρός, το οποίον
+είχεν ανάψει εις την εστίαν περιμένουσα τον πατέρα της, και
+εκράτει το ους τεταμένον εις πάντα θόρυβον εις τα φαιδρά άσματα
+των παίδων της οδού, ανυπόμονος και ανησυχούσα πότε ο πατήρ της να
+έλθη.
+
+Αι ώραι παρήρχοντο και ο πτωχός γέρων δεν εφαίνετο. Το Ουρανιώ
+είχεν απόφασιν να μη κατακλιθή, αλλ' έμενεν ούτως ημίκλιντος
+πλησίον της εστίας.
+
+Παρήλθε το μεσονύκτιον και ήρχισαν ν' αντηχώσιν οι κώδωνες των
+ναών, καλούντες τους χριστιανούς εις την ευφρόσυνον της εορτής
+ακολουθίαν.
+
+Η καρδία της νέας &εκόπηκε μέσα της&.
+
+ — Πέρασαν τα μεσάνυκτα, είπε, κι' ο πατέρας μου! . . .
+
+Συγχρόνως τότε ήκουσε θόρυβον και φωνάς έξωθεν. Η γειτονιά είχεν
+εξυπνήσει και όλοι ητοιμάζοντο διά την εκκλησίαν.
+
+Η δύστηνος Ουρανιώ δεν αντέσχεν, αλλ' έλαβε την τόλμην να εξέλθη
+εις τον σκεπαστόν και περίφρακτον υπό σανίδων εξώστην της οικίας,
+όπου κρυπτομένη εις το σκότος προέβαλε διά της θυρίδος την
+κεφαλήν.
+
+Μία γειτόνισσα, λάλος και φωνασκός, είχεν εγερθή πρώτη και
+αφύπνιζε διά των κραυγών της τους γείτονας όλους, όσων ο ύπνος
+ανθίστατο εις των κωδώνων τον κρότον, προσπαθούσα να εξυπνίση τον
+άνδρα και τα παιδία της. Ο σύζυγος της Νταραδήμος είχεν ανάγκην
+μοχλού διά να σταθή εις τους πόδας του.
+
+Η θύρα της οικίας των ήτο αντικρύ της του μπάρμπα-Διόμα. Το
+Ουρανιώ έβλεπε καθαρώς απέναντι της την γυναίκα εκείνην κρατούσαν
+φανόν, φωτίζουσαν οικτιρμόνως τα σκότη της οδού διά τους διαβάτας
+και τους γείτονας. Διότι το σκότος ήτο βαθύ, και ελαφρός άνεμος
+έπνεεν, όσος ήρκει διά να μεταφέρη εκ των χιονοσκεπών βουνών το
+ψύχος και τον παγετόν εις τας φλέβας των ανθρώπων.
+
+Κατ' εκείνην την στιγμήν διήλθεν άνθρωπός τις, ον ιδούσα και
+αναγνωρίσασα η Ουρανιώ δεν ηδυνήθη να μη μειδιάση.
+
+ — Πώς! κι' ο Αργυράκης πάει στην εκκλησιά; . . . εψιθύρισεν.
+
+Ο Αργυράκης της Γαρουφαλιάς, όστις είχε το προνόμιον να
+προσωνυμάται από του ονόματος της συζύγου του, είχεν ειπεί άλλοτε
+και το λόγιον έμεινε παροιμώδες: «όποτε πάω στην εκκλησία βάια
+μοιράζουνε». Αλλά την φοράν ταύτην τον εξύπνησε βιαίως η
+Γαρουφαλιά και τω επέταξε να υπάγη εις την εκκλησίαν, διότι είδε
+κακόν όνειρον, είπεν. Εφοβείτο μήπως η γύφτισσες (υπήρχον αντικρύ
+του οικίσκου των πέντε ή έξ καλύβαι γύφτων, νεοφωτίστων) έκαμαν
+μαγείας εναντίον της. Και αν αυτή επάθαινε τίποτε, Θεός να φυλάη!
+ποία άλλη θα εκόλλα τον φούρνον, η 'μέραις που έρχονται, τώρα τον
+Αϊ-Βασίλη κτλ. εις όλην την γειτονιά; Όλον δε το άτομόν της
+ενεθύμιζε την μητέρα εκείνην των Σαράντα Δράκων του παραμυθιού,
+ήτις εφούρνιζε με τας παλάμας και &επάνιζε& με τους μαστούς.
+
+Ο ευπειθής Αργυράκης, όστις μόλις έφθανε μέχρι των ώμων του
+αναστήματός της, ηγέρθη, εφόρεσεν εις την κεφαλήν του τον
+&γιοργούλη& του, εζώσθη το κόκκινον ζωνάρι του, τρεις σπιθαμάς
+πλατύ, υπέδησεν εις τους πόδας τα πέδιλα του και εξήλθεν εις την
+οδόν.
+
+Ταυτοχρόνως είχεν εξέλθει και ο Νταραδήμος, όστις έπιασεν ομιλίαν
+με τον Αργυράκην της Γαρουφαλιάς.
+
+ — Τώρα μ' αρέσεις, γείτονα, τω λέγει . . . μην είσαι αλιβάνιστος,
+διότι είνε &κατά τα σκοίνια& (καταισχύνη). Το φεγγάρι δεν είνε
+τώρα παν τς' Έλληνες (πανσέληνος), να φοβάσαι τον ίσκιο σου τη
+νύχτα . . .
+
+Τοιαύτα ελληνικά ωμίλει ο Νταραδήμος.
+
+ — Τι να κάμωμε, να σ' ορίσω γείτονα; απήντησε ταπεινοφρόνως ο
+Αργυράκης·
+
+Και ο Νταραδήμος κατέβη εις την οδόν, προηγουμένης της συζύγου
+του, κρατούσης πάντοτε τον φανόν.
+
+ —Δεν ξέρουμε· να ήλθε τάχα ο γείτονας; είπε την στιγμήν εκείνην η
+σύζυγος του Νταραδήμου και ρίπτουσα εκφραστικόν βλέμμα προς την
+οικίαν του μπάρμπα-Διόμα·
+
+ — Σωπάτε, είπε φέρων τον δάκτυλον εις το στόμα ο Αργυράκης· είπαν
+πως βούλιαξε . . .
+
+ — Τι; είπεν η σύζυγος του Νταραδήμου.
+
+Ο Αργυράκης ήτοιμάζετο να διηγηθή πώς και πού τα ήκουσεν, αλλά την
+αυτήν στιγμήν γοερά και σπαρακτική κραυγή ηκούσθη από της σιγηλής
+οικίας, προς ην έβλεπον οι τρεις ομιληταί.
+
+Από του σκεπαστού και περιφράκτου εξώστου, η δυστυχής το Ουρανιώ
+είχεν ακούσει την λέξιν του Αργυράκη, και αφήκε την κραυγήν
+εκείνην.
+
+Η άστοργος θεία, ήτις από έτους και πλέον δεν είχε καλημερίσει την
+ανεψιάν της, ήκουσε την γοεράν κραυγήν, και λησμονήσασα τότε τα
+δύο στρέμματα του αγρού, έτρεξε προς βοήθειαν της περιαλγούς
+κόρης.
+
+
+Περί την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας, ο ατυχής μπάρμπα-Διόμας είχε
+φορέσει μέχρι των ώτων καταβαίνον όρθιον το παμπάλαιον φέσι του,
+είχεν ενδυθή την &τσάκαν& του και το αμπαδίτικο βρακί του, και
+καταβάς εις τον αιγιαλόν, έλυσε την μικράν, ελαφροτάτην και
+υπόσαθρον λέμβον, και λαβών τας κώπας ήλαυνε προς την
+μεσημβρινώτερον κειμένην μικράν νήσον Τσουγκριάν.
+
+Μόνη έμεινεν η Ουρανιώ εις την οικίαν, και μόνος ο μπάρμπα-Διόμας
+επέβαινε της λέμβου του, ναύτης ο αυτός και κυβερνήτης και
+πρωρεύς.
+
+Ναυτίλος από της δωδεκαετούς ηλικίας του, ο μπάρμπα-Διόμας
+απέκτησεν αμοιβαδόν &σκούναις, γολέτταις& και &βρίκια&, ύστερον
+υπεβιβάσθη εις &βρατσέραν&, και τέλος έμεινε κύριος της μικράς
+ταύτης λέμβου, δι' ης εξετέλει βραχείας αλιευτικάς ή πορθμευτικάς
+εκδρομάς. Τα περισσεύματα των κόπων του τα έφαγαν άλλοι πάλιν
+φίλοι ατυχήσαντες και αυτοί εις τας θαλάσσιας επιχειρήσεις των.
+Εις το γήρας του δεν τω έμεινεν άλλο τι, ειμή σιδηρά υγεία, δι' ης
+ηδύνατο ακόμη ν' αντέχη εις τους θαλασσίους κόπους, χάριν του
+επιουσίου άρτου εργαζόμενος.
+
+Ενίοτε, ελλείψει ομιλητού, διηγείτο τα παράπονά του εις τους
+ανέμους και εις τα κύματα·
+
+ — Πήγα δα και στην Αθήνα, σ' εκείνο το &Ιππομαχικό&, και μώδωκαν,
+λέει, δύο &σφάκελλα& να πάω στο Σοκομείο να παρουσιασθώ στην
+Πιτροπή· πήγα και στην Πιτροπή, ο ένας ο γιατρός με ηύρε γερό, ο
+άλλος σακάτη, κι' αυτοί δεν είξευραν . . . ύστερα γύρισα στο
+υπουργείο, και μου είπαν: «σύρε 'στο σπίτι σου, κ' εμείς θα σου
+στείλωμε την σύνταξί σου». Σηκώνομαι, φεύγω, έρχομαι εδώ,
+περιμένω, περνάει ένας μήνας, έρχονται τα χαρτιά στο λιμεναρχείο,
+να πάω λέει, πίσω στην Αθήνα, έχουν ανάγκη να με ξαναϊδούν. Σηκώνω
+τριάντα δραχμαίς από ένα γείτονα, γιατί δεν είχα να πάρω το
+&σωτήριο& για το βαπόρι, γυρίζω πίσω στην Αθήνα, χειμώνα καιρό,
+δέκα μέραις με παίδευαν να με στέλνουν από το υπουργείο στο
+&Ιππομαχικό&, κι' από το &Ιππομαχικό& στο Σοκομείο, ύστερα μου
+λένε: «πάαινε και θα βγη η απόφασι». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στο
+σπίτι μου, καρτερώ . . . είδες εσύ σύνταξι; (απηυθύνετο προς
+υποτιθέμενον ακροατήν), άλλο τόσο κ' εγώ. Επήρα κ' εγώ την
+&πηρέτρα& και πασκίζω να βγάλω το ψωμί μου.
+
+&Πηρέτρα& ή &υπηρέτρα& ήτο το όνομα της λέμβου, όπερ ούτος τη
+έδιδε.
+
+Και παύων να μονολογή, ήρχιζε να τραγωδή διά της τραχείας και
+μονοτόνου φωνής του :
+
+ Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νειάτα! . . .
+
+και δεν έλεγεν άλλον στίχον.
+
+
+Καταπλεύσας εις την τερπνήν νήσον Τσουγκριάν, ο μπάρμπα-Λιόμας
+εφόρτωσεν επί της «Υπηρέτρας» πέντε ή έξ ζεύγη ορνίθων, κοφίνους
+τινάς ωών και τυρού, δύο ή τρεις ινδιάνους, και άλλα τινά πράγματα
+και ήτοιμάζετο να λύση τα απόγεια της λέμβου και ν' αποπλεύση.
+Αλλά την στιγμήν εκείνην προσήλθεν ο κουμπάρος του Σταθαρός, ο
+ποιμήν του Τσουγκριά, και τον παρεκάλεσε να του κάμη την χάριν να
+παραλάβη οχληρόν συμπλωτήρα . . . «υιόν υποζυγίου», ώριμον προς
+επίσαξιν, . . . όπως κομίση αυτόν προς ένα των πολυαρίθμων
+κουμπάρων του εις την πολίχνην.
+
+Ο μπάρμπα-Διόμας εσυλλογίσθη το βάρος, και έρριψεν αμήχανον βλέμμα
+εις το στενόχωρον και την ελαφρότητα της «Υπηρέτρας», αλλ' αφ'
+έτερου εσκέφθη ότι μία δραχμή, ο ναύλος του οναρίου, ήτο κάτι δι'
+αυτόν, ήτο ο καπνός και ο οίνος των τριών σχολασίμων ημερών των
+Χριστουγέννων, και απεφάσισε να προσλάβη τον πώλον.
+
+Ο κουμπάρος Σταθαρός ευχαριστηθείς τον εφίλευσεν ολίγα αυγά, μίαν
+μυζήθραν, και ο μπάρμπα-Διόμας επιβιβάσας τον πώλον, έλαβε τας
+κώπας, και έστρεψε την πρώραν προς τον λιμένα.
+
+Απεμακρύνθη, έκαμε πανιά, και διανύσας υπέρ το έν μίλιον, απείχεν
+εξ ίσου σχεδόν του Τσουγκριά και της πολίχνης. Καίτοι
+Βορειοδυτικός ο άνεμος, Γραίος, υπεβοήθει εκ πλαγίου το ιστίον,
+διότι ο μπάρμπα-Διόμας έδιδε βορειοδυτικήν εις την λέμβον
+διεύθυνσιν.
+
+Αλλ' ο πώλος, όστις έβοσκεν ησύχως το χόρτον του και δεν εφαίνετο
+ν' ανησυχή πολύ περί του διάπλου, αίφνης εσήκωσε τον πόδα, έδωκεν
+άτακτον λάκτισμα εις την σανίδα . . . και το &μαδέρι& της
+ευθραύστου και υποσάθρου λέμβου διερράγη.
+
+Το ύδωρ ήρχισε να εισρέη εις το κύτος.
+
+Η λέμβος ήρχισε να βυθίζεται.
+
+Ταχύς ως η αστραπή, ο μπάρμπα-Διόμας απέβαλε το βαρύτερον φόρεμα,
+τον αμπά του, τον οποίον είχε φορέσει μόνον εν όσω εκάθητο εις το
+πηδάλιον, &έγειρε& προς το μέρος της &σκότας& του πανίου αριστερά,
+εκρεμάσθη επί της πλευράς του σκάφους και κατώρθωσε να &μπαττάρη&
+την λέμβον.
+
+Μέγας έγεινεν ο θρήνος υπό την ανατραπείσαν τρόπιδα. Όρνιθες,
+ινδιάνοι, κόφινοι και ο αίτιος της συμφοράς, ο πώλος, όλα κατήλθον
+εις τον πυθμένα.
+
+Ο μπάρμπα-Διόμας, όστις εκολύμβα ως έγχελυς, είχε και στήριγμα την
+ανατραπείσαν «υπηρέτρα» την οποίαν ημπόδισε του να βυθισθή.
+
+
+Περί τας δύο ώρας έμεινεν ούτως ο μπάρμπα-Διόμας επίστομα επί των
+πλευρών του σκάφους, κρατούμενος διά των χειρών από της τρόπιδος,
+μη τολμών να στηριχθή όλος επί των σανίδων, διότι η λέμβος θα
+εβυθίζετο.
+
+Τέλος περί την αμφιλύκην, ενόσω υπήρχεν αρκετόν φως, όσον έρριπτεν
+η ανταύγεια των χιονοσκεπών πέριξ ορέων, εφάνη μακρόθεν έν ιστίον.
+
+Ο μπάρμπα-Διόμας ήρχισε να φωνάζη με όσην δύναμιν τω έμεινεν
+ακόμη.
+
+Ο άνεμος ήτο βοηθητικός διά το ερχόμενον πλοίον, όπερ έπλεεν εξ
+ανατολών προς δυσμάς.
+
+Ήτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον.
+
+Αι φωναί του μπάρμπα-Διόμα δεν ηκούοντο, ο άνεμος τας ώθει μακράν
+προς τον λίβα.
+
+Αλλά το τρεχαντήριον επλησίαζε και ο μικρός μαύρος όγκος της
+ανατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ως φωλεά αλκυόνος επί των κυμάτων.
+
+Καθόσον όμως επλησίαζεν, ηδύναντο ν' ακουσθώσιν και αι φωναί.
+Διότι το ανατραπέν σκαφίδιον, ωθούμενον υπό των κυμάτων, είχε
+μετατοπισθή πολλάς δεκάδας οργυιών προς τα νοτιοδυτικά, και ο
+γέρων ναυαγός συνέβαλε και αυτός εις τούτο διά των χειρών και των
+ποδών.
+
+Τέλος το τρεχαντήριον προσήγγισε και απέλυσε την λέμβον. Ο
+μπάρμπα-Διόμας ήκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, αλλά μόνον
+ήκουσεν. Ευθύς κατόπιν ελιποθύμησεν.
+
+Οι δύο κωπηλάται ανέσυραν τον μπάρμπα-Διόμαν παγωμένον και ημιθανή
+και τον ανεβίβασαν εις το τρεχαντήριον.
+
+Αφού του ήλλαξαν τα ενδύματα, δι' εμπνοών και προστρίψεων
+προσεπάθησαν να τον ανακαλέσωσιν εις την ζωήν.
+
+Ο κυβερνήτης διέταξε να στρέψωσι πρώραν προς τον λιμένα, όπως τον
+αποδώσωσι νεκρόν ή ζώντα εις τους οικείους του.
+
+Τέλος ο πτωχός ναυαγός ήνοιξε τους οφθαλμούς.
+
+Οι καλοί ναύται ηθέλησαν να τω προσφέρωσι πουντς και άλλα θερμά
+ποτά.
+
+Αλλ' άμα ανοίξας τους οφθαλμούς ο μπάρμπα-Διόμας, διά του πρώτου
+βλέμματος είδε βαρέλια.
+
+Το πλοίον ήτο φορτωμένον οίνους.
+
+ — Όχι πουντς, όχι, είπε διά πεπνιγμένης φωνής· κρασί δώστε μου!
+
+Οι ναύται τω προσήνεγκον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου, και
+ο μπάρμπα-Διόμας την ερρόφησεν απνευστί.
+
+Υπέφωσκεν ήδη η ημέρα των Χριστουγέννων, και η θεία εις μάτην
+προσεπάθει να παρηγορήση την σφαδάζουσαν υπό άλγους Ουρανιώ.
+
+Αλλ' η σύζυγος του Νταραδήμου ελθούσα τότε ανήγγειλεν ότι ο
+μπάρμπα-Διόμας εναυάγησε μεν, αλλ' εσώθη, και ότι έφθασεν υγιής.
+
+Ο Αργυράκης και άλλοι τινές αγρόται είχον ίδει, φαίνεται, μακρόθεν
+την ανατροπήν της λέμβου, και εκείθεν διεδόθη ότι ο γέρων επνίγη.
+Αλλ' επειδή ενύκτωσε, δεν είδον και το σωστικόν και οινοφόρον
+τρεχαντήριον.
+
+Ο μπάρμπα-Διόμας, ελθών μετ' ολίγον και ο ίδιος, ενηγκαλίσθη την
+κόρην του.
+
+Ω, πενιχρά αλλ' υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!
+
+Το Ουρανιώ έχυνεν ακόμη δάκρυα, αλλά δάκρυα χαράς. Ο πατήρ της δεν
+της είχε φέρει, ούτε αυγά, ούτε μυζήθραις, ούτε όρνιθες, αλλά της
+έφερε το σκληραγωγημένον και θαλασσόδαρτον άτομόν του και τας δύο
+στιβαράς και χελωνοδέρμους χείρας του, δι' ων ηδύνατο ακόμη επί
+τινα έτη να εργάζηται δι' εαυτόν και δι' αυτήν.
+
+
+
+
+Η ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ
+
+
+
+Ας εισδύη μία μόνη ακτίς ηλίου, άμα τη ανατολή διά του θαμβού
+φεγγίτου, εις τον πενιχρόν θάλαμον, με τους τέσσαρας τοίχους
+ασβεστωμένους λευκούς, με μίαν ψάθαν, και επ' αυτής μικρόν αμαυρόν
+κιλιμάκι, στρωμένα επί του πατώματος με δύο προσκεφαλάδες
+ακουμβημένας σύρριζα εις τους τοίχους, ένθεν και ένθεν της γωνίας
+του πυρός, όπου τέσσαρες ξηροί δαυλοί και δύο μεγάλα ξύλα ορθά
+καίουσι και βρέμουσιν επί της εστίας. Τοιούτος να είνε ο
+χειμερινός θάλαμος, έχων τα νώτα εστραμμένα προς βορράν και προς
+δυσμάς, συνεχόμενος με άλλον βορεινόν θαλαμίσκον, όστις να είνε
+συγχρόνως δώμα και ηλιακωτόν και υπερώον. Κατεσκευασμένος με
+πλίνθους, με ξυλοτοίχους, στεγασμένος με ξύλα και με κεράμους,
+αφάτνωτος, ανώροφος, ευήλιος, αθέρμαστος, ευήνεμος, σχεδόν
+υπαίθριος, με το μόνον υψηλόν και πλατύ παράθυρον, το απάδον εις
+όλον τον ρυθμόν του κτιρίου, και, χάριν πολυτελείας, με πηχυαίαν
+ύαλον, διά ν' απολαύη τις όρθιος, εις τα βασίλεια του Βορρά, την
+μεγάλην θέαν και την μεγάλην πάλην. Τοιαύτη θα ήτο, χωρίς να
+παραβώ την δεκάτην εντολήν, η μόνη φιλοκτημοσύνη μου και η μόνη
+μου πλεονεξία.
+
+Ο οικίσκος να είνε κτισμένος επί βράχου υψηλού, επί του μόνου
+υψηλού βορεινού βράχου του προσφιλούς εις τας αναμνήσεις μου. Εκεί
+απλούται ατελείωτον το πέλαγος ανά την αχανή έκτασιν από ακτής έως
+ακτής και από κόλπου έως κόλπου, και χαμηλόνει ο ουρανός εις την
+μίαν άκρην την απωτέραν, διά να περιπτυχθή εγγύτερον την εσχατιάν
+των θαλασσών, ο σάπφειρος φιλών τον σμάραγδον, το βαθύχλωρον
+αντασπαζόμενον το γλαυκόν. Φυσά ο Καικίας κατερχόμενος από τα
+βουνά της Θράκης, και ο Βορράς παγερός αποσπάται μυριοπτέρυγος από
+τον νεφελοσκεπή και χιονοστέφανον Άθω, και ο Αργέστης ριγηλός
+καταβαίνει από τον γεραρόν Όλυμπον φρίσσει το κύμα εις την επαφήν
+της ψυχράς πνοής, φρικιά ο πορφυρούς πόντος από την κραταιάν
+αύραν, ρυτιδούται η θάλασσα από την αλλεπάλληλον ραγδαίαν ριπήν,
+αγριαίνει το πέλαγος, ωρύεται μανιωδώς η καταιγίς, ρήγνυται το
+κύμα εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους. Συννεφούται ο ουρανός
+από τας μαύρας κάπας των θυελλών τας πορευομένας επάνω του,
+φαεινός στύλος προκύπτει εν ακαρεί εν μέσω αχανούς κυκεώνος
+μελανών στροβίλων· ιδού η ακτίς θα διώξη το έρεβος· η γαλήνη θα
+εξώση τον τυφώνα. Ο φαεινός στύλος ήτο σίφων τρομακτικός, σχεδόν
+υπερφυές θέαμα, το οποίον ερρίζωσεν εν ριπή επί της θαλάσσης και
+εκορυφώθη έως εις τον ουρανόν.
+
+Ο σίφων εξερράγη, ραγδαίος όμβρος έλουσε καταπληκτικώς την γην και
+τους βράχους και τους αιγιαλούς, ο άνεμος συνεμαζεύθη εις τα άντρα
+και τας αγκάλας, η Σκοτεινή Σπηλιά ηχεί παρατεταμένως, μυστηριωδώς
+από την κοπείσαν κολοβήν πνοήν του ανέμου, από απειλήν νέας μανίας
+λυσσωδεστέρας της πρώτης, από της φοβεράς εν τη σιωπή συνωμοσίας
+των στοιχείων. Το Κακόρεμμα αντηχεί διακεκομμένως από την δάνειον
+ιαχήν της λαίλαπος, από την καταρρακτώδη κάθοδον του χειμάρρου. Η
+Νηρηίς ανήλθεν από το υποβρύχιον άντρον της, ανέβη εις το απάτητον
+ύψος του αιχμηρού προβλήτος, και άτρωτος αυτή από τον όμβρον και
+τον άνεμον, θεωρεί μειδιώσα την πάλην των στοιχείων. Ο Τρίτων
+κολυμβών κάτω εις την ρίζαν του βράχου, ανίσχει την κεφαλήν έξω
+του κύματος, και προβλέπει ερωτικώς την υψιβάτιδα και ασύλληπτον
+δι' αυτόν άσπλαγχνον νύμφην. Ο ταύρος του Θεοδόση ο μονόκερως, ο
+φιλέρημος και μελαγχολικός, καταβάς προ μικρού διά να κάμη τον
+συνήθη περίπατόν του κάτω εις το βαθύ ρεύμα, το κατερχόμενον δι'
+ελιγμών και βράχων και καταρρακτών εις τον μικρόν Γιαλόν, εξέβαλεν
+ένα θρηνώδη μυκηθμόν, είτα έμεινεν εξηπλωμένος, απαθής, ακίνητος,
+δεχόμενος επί των νώτων όλον τον κρύον λουτήρα της καταιγίδος. Εάν
+έβλεπέ τι, έβλεπε τας ασπρομαύρους καλικατζούνας, μεγαλοθαλάσσια
+όρνεα, τα οποία επί των ανεχόντων μέσω του κύματος σκοπέλων, εις
+απόστασιν οργυιών τινων από της ξηράς, πολλοί εξέλαβον μακρόθεν ως
+γυναίκας ανασφιγγωμένας και ασπρομαυροβολούσας, αίτινες ησχολούντο
+να βγάλουν πεταλίδας, κύπτουσαι επί των βράχων. Αλλ' ήτο αδιάφορος
+και προς το θέαμα τούτο, ως και προς όλα τα λοιπά.
+
+
+Δύο γίδες του Στάθη του Μπόζα είχον λείψει την πρωίαν εκείνην από
+τον μικρόν αιπόλον. Είχαν εκπέσει αποπλανηθείσαι, και είχαν
+βραχωθή κάτω εις την στενήν πετρώδη κόγχην την σχηματιζομένην
+κατέμπροσθεν και υποκάτω από το ιερόν βήμα της Παναγίας της
+Γλυκοφιλούσης. Η κόγχη εκείνη ήτο και δεν ήτο εσοχή, ήτο και δεν
+ήτο σπήλαιον. Σπήλαιον αστεγές και εσοχή σιγανή. Ηωρείτο επάνω της
+αβύσσου, έχασκεν άνωθεν του πόντου. Κάτω βράχος χιλίων
+εκατογχείρων αγκάλιασμα, κρημνός μόνον εις νυκτερίδας και εις
+γλαύκας βατός. Εις την ρίζαν του βράχου το κύμα, πολλών οργυιών
+βόλισμα, φωκών κολύμβημα και καρχαριών. Δεν ήτο δυνατόν να βάλη
+τις εις τον νουν του, ότι ηδύνατο άνθρωπος να καταβή εις την
+φοβεράν εκείνην αιώραν, διά ν' ανασύρη τας αποπλανηθείσας. Αι δυο
+βραχωμέναι αίγες συνειθισμέναι ν' αναρριχώνται εις όλους τους
+κρημνούς, ν' αναπηδώσιν επάνω εις όλα τα χαλάσματα, εις όλους τους
+ρέποντας και καταρρέοντας τοίχους, δεν είχον εννοήσει ότι έπεσαν
+εις παγίδα, την οποίαν ο δαίμων της αβύσσου είχε στήσει δι' αυτάς.
+Ησθάνοντο και αυταί, ως άλογα κτήνη όπου ήσαν, ότι δεν ήτο δυνατόν
+να γλυτώσουν από εκεί όπου ήσαν βραχωμέναι.
+
+Αφού έφαγαν εις μίαν ώραν όλην την κάππαριν και όλα τα κρίταμα και
+τας αρμυρήθρας, όσαι ήσαν φυτρωμέναι εκεί, έβλεπαν καλώς ότι, διά
+να ξαναβοσκήσουν, έπρεπε να περιμείνουν εβδομάδας ή μήνας τινας,
+εωσού ξαναφυτρώσουν πάλιν άλλη κάππαρις και άλλα κρίταμα. Τούτο το
+έπαθαν διά να έχουν την κακήν συνήθειαν να μη ζητούν ποτέ την
+άδειαν του αιπόλου, εις όλας τας κινήσεις των και τα σκιρτήματά
+των. Και διά να μάθουν άλλην φοράν, αν επιθυμούσαν ν' αρμυρίσουν,
+να ευρίσκουν άλλον δρόμον διά να καταβαίνουν κάτω εις την άμμον
+του αιγιαλού. Αλλά τώρα ήτο πολύ αμφίβολον αν θα εγλύτωναν, διά να
+βάλουν γνώσιν δι' άλλοτε.
+
+Επάνω εις τον βράχον ήτο κτισμένον το παρεκκλήσιον μαστιζόμενον
+από θυέλλας και λαίλαπας, λικνιζόμενον από το αειτάραχον και
+πολύροιβδον κύμα, ναναριζόμενον από τα άσματα τα οποία ο άνεμος
+έψαλλε δι' αυτό εις τους σκληρούς βράχους και εις τα ηχώδη άντρα.
+Οι τέσσαρες τοίχοι ίσταντο ακόμη αρραγείς, πετροθεμελιωμένοι,
+σώζοντες μικρόν επίχρισμα από παλαιού καιρού περί την
+μεσημβρινοδυτικήν γωνίαν, χορταριασμένοι και μαυροπράσινοι περί
+την βορειανατολικήν. Η στέγη, φέρουσα ακόμη ολίγας κεράμους και
+πλάκας, εστηρίζετο επί δοκού με πολλάς ακτίνας, εκ σκληράς
+καστανέας. Ολόγυρα εις τους τοίχους, υψηλά άνω των υπερθύρων και
+υπό τα γείσα της στέγης, ωραία μικρά πινάκια παλαιών χρόνων ήσαν
+εγκολλημένα, σχηματίζοντα μέγαν σταυρόν επί της χιβάδος του Ιερού
+βήματος προς ανατολάς, μετά υποποδίου εις σχήμα ανεστραμμένου Τ εκ
+πέντε άλλων πινακίων, και άλλους δύο σταυρούς δεξιόθεν και
+αριστερόθεν, ύπερθεν των δύο παραθύρων του χορού, και τέταρτον
+σταυρόν άνωθεν της φλιάς της εισόδου, δυσμόθεν. Και τα ωραία
+παλαιά πιατάκια, ήσαν όλα χρωματιστά, γαλάζια και υποπράσινα και
+κιτρινωπά και λευκά, με κλαδάκια και με ανθρωπάκια και με πουλιά,
+φιλοκάλως και κομψώς διατεθειμένα, στίλβοντα εις τον ήλιον, χάρμα
+των οφθαλμών, κειμήλια, υψηλά κείμενα, στερεά βαλμένα εις τας
+κόγχας των, αφελή αναθήματα, λείψανα παλαιών χρόνων, περισώσματα
+αρπαγών και δηώσεων παντοίων, ολιγώτερον φευ! ασφαλή από της
+νεωτέρας αρχαιολογικής και αρχαιοκαπηλικής μανίας. Και ο απλούς
+ούτος στολισμός παρείχε μεγάλην χάριν, μεμιγμένην με άρρητον
+τρυφερόν θέλγητρον, εις το μικρόν βραχοφυτευμένον παρεκκλήσιον,
+εμπνέων εις τον επισκέπτην μεγάλην επιθυμίαν να δρασκελίση το
+κατώφλιον, να εισέλθη εις τον πενιχρόν ναΐσκον, ν' ανάψη κηρίον,
+να κάμη τον σταυρόν του και ν' ασπασθή ευλαβώς την εικόνα της
+Παναγίας της Γλυκοφιλούσης, της ζωγραφισμένης παρειάν με παρειάν
+με το πρόσωπον του υπερθέου υπερηγαπημένου Βρέφους της.
+
+ Και πάλι κίνησα ναρθώ, Χριστέ μου, στην αυλή σου,
+ να σκύψω στα κατώφλια σου τα τρισαγαπημένα,
+ οπού με πόθο αχόρταγο το λαχταρεί η ψυχή μου.
+
+Και δεν θα ήτο άλλως πολυάσχολος από την βιωτικήν τύρβην (αλλά διά
+να είνε τοιούτος εις την έρημον εκείνην ακτήν, έπρεπε να είνε το
+πολύ ζωέμπορος ταξειδεύων διά ν' αγοράση ερίφια), να σταθή ν'
+ακούση τας Μεγάλας Ώρας και τον Εσπερινόν της Παραμονής των
+Χριστουγέννων, ψαλλόμενα από τον μπάρμπα-Αναγνώστην τον Παρθένην,
+τον μόνον βοηθόν του παππα-Μπεφάνη, εις όλας τας λειτουργίας, όσας
+ετέλει εκείνος τας ημέρας ταύτας εξ ευχής και ταξίματος, κατά
+προτίμησιν, εις το μικρόν παρεκκλήσιον.
+
+ Η σάρκα μου αναγάλλιασε σιμά σου κ' η καρδιά μου.
+ Το χελιδόνι ηύρε φωλιά και το τρυγόνι σκέπη,
+ να βάλουν τα πουλάκια τους τα δόλια να πλαγιάσουν,
+ τον ιερό σου το βωμό, αθάνατε Χριστέ μου.
+
+Και ο ευσεβής προσκυνητής θα εύρισκε μεγάλην γλύκαν και
+παρηγορίαν, από της πίκραις του κόσμου, εις το να θεωρή μόνον την
+πενιχράν κανδήλαν καίουσαν εμπρός εις την ωραίαν εικόνα την
+ζωγραφημένην από τον μακαρίτην Αθανάσιον τον Κεφαλάν, Ηπειρώτην,
+άνδρα αγωνιστήν, ευπαίδευτον, πολύγλωσσον, ωρολογοποιόν και
+ζωγράφον, όστις όμως όλην την ζωήν του υπήρξε δημοδιδάσκαλος
+τρίτης τάξεως, και απέθανεν υπερενενηκοντούτης με την
+τριακοντάδραχμον σύνταξίν του.
+
+Η ωραία μικρά εικών, με το ωχρόν πρόσωπον της Παναγίας, ενούμενον
+κατά παρειάν με το λευκόν και ένθεον πρόσωπον του λατρευτού
+Βρέφους της, είχεν άφατον γλυκύτητα, και ήτο καλλίστη έκφρασις της
+μητρικής στοργής, της γεννωμένης ως εκ της πικράς ρίζης γλυκέος
+καρπού ευθύς με τας ωδίνας του τοκετού, και συναυξανομένης με της
+ανατροφής τους κόπους και τας μερίμνας. Και φιλακόλουθος πιστός
+δεν θα υστέρει της αμοιβής διά την ευσεβή προσήλωσιν.
+
+ Κάλλιο μια μέρα στη δική σ' αυλή, παρά χιλιάδες,
+ στον ίσκιο ας είμαι του ναού σαν παραπεταμένος
+ καλλίτερα, παρά να ζω 'ς αμαρτωλών λημέρια (1).
+
+Δεξιά επί του τέμπλου ήτο η εικών του Χριστού και η εικών του
+Προδρόμου. Αριστερά η Παναγία η Γλυκοφιλούσα, η προστάτις των
+μητέρων και ο Άγιος Στυλιανός ο φίλος και φρουρός των νηπίων.
+
+Επί του δεξιού και του αριστερού τοίχου υπήρχον ακόμη ολίγοι
+Άγιοι, ζωγραφημένοι από παλαιού καιρού. Άλλων ήσαν φθαρμένα τα
+πρόσωπα και τα στέρνα, άλλων ασβεστωμένα τα σκέλη και οι πόδες από
+ατελείς αποπείρας επιχρίσεως ή στολισμού υπό αμαθών ευλαβών
+γυναικών. Ήσαν ο Άγιος Ελευθέριος, ο ελευθερωτής των εγκύων, και η
+Αγία Μαρίνα, η προστάτις των Ωδινουσών. Είτα ήσαν ο Άγιος Γεώργιος
+και ο Άγιος Δημήτριος, με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας, τους
+θώρακάς των και την άλλην πανοπλίαν των. Και η Αγία Βαρβάρα και η
+Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και με τους κλάδους των φοινίκων εις
+τας χείρας. Ήσαν και οι όσιοι, με τα κουκούλια, με τας λευκάς
+γενειάδας των, με τα κομβοσχοίνια των και τους ερυθρούς σταυρούς
+των, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας. Ήτο εκεί και ο
+όσιος Ποιμήν ο ασκητής, με το λόγιόν του «ο Ποιμήν τέκνα ουκ
+εγέννησε», και με την απάντησίν του εις τον Ανθύπατον, προκειμένου
+περί ζωής ή θανάτου του αθώου ανεψιού του: «Ει μεν εύρης ένοχον,
+κόλασον αυτόν· ει δε αθώον, ως θέλεις πράξον».
+
+Ήτο και αυτός εκεί, προστάτης ουδέν ήττον και φρουρός των ακάκων
+κουττών παιδίων. Ήτο και ο όσιος Μωυσής ο Αιθίοψ, «ανθρωπος την
+όψιν και θεός την καρδίαν». Μωυσής δεύτερος, είχε χαράξει το
+σημείον του Σταυρού, όταν διεκολύμβησε δις και χιαστί τον Νείλον,
+κρατών επί των οδόντων την μάχαιραν, με σκοπόν να φονεύση τον
+εχθρόν του· και μη επιτυχών αυτόν, επανέπλευσε κρατών δύο κριούς
+ζωντανούς, διά των ρωμαλέων βραχιόνων του, υπεράνω του ρεύματος.
+Και ο λήσταρχος έγεινεν άγιος, και υπήγε να εύρη τον άλλον παλαιόν
+ομότεχνόν του, εκείνον, τον οποίον, ως λέγει η παράδοσις, είχε
+θηλάσει ποτέ εις την έρημον, κατά την εις Αίγυπτον φυγήν, εν καιρώ
+της βρεφοκτονίας η Παναγία.
+
+Δεξιά δε τω εισερχομένω, και ευθύς μετά την θύραν ίστατο, παρά την
+γωνίαν του μεσημβρινού τοίχου, η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια,
+κρατούσα με την αριστεράν χείρα το μικρόν της ληκύθιον, το
+περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και των επωδών και των
+φίλτρων, ως να προσέφερεν αυτό εις τας ευσεβείς προσκυνητρίας, και
+να έλεγεν : «Ελάτε· εγώ είμαι που χαλνώ τα μάγια».
+
+Το παρεκκλήσιον εώρταζε τη 26 Δεκεμβρίου την Σύναξιν της Υπεραγίας
+Θεοτόκου, ήτοι τα Επιλόχια.
+
+ Λεχούς αμώμου, ανδρός μη γνούσης λέχος
+
+Κάτωθεν της εικόνος, επί λευκής μεταξοϋφούς ποδιάς, εφαίνοντο
+ανηρτημένα παιδάκια, και μόνον παιδάκια ασημένια, εξαιρέσει ενός
+μόνον αργυρού τεμαχίου το οποίον έφερεν άλλο σχήμα ζώου, ομοίου
+σχεδόν με άρνα κερασφόρον ή με έριφον. Επί τινος αφράκτου
+ερμαρίου, εις τον αριστερόν τοίχον, έβλεπέ τις διάφορα
+αντικείμενα, οίον στεφάνους ανδρογύνων (νεκρών ίσως ανδρογύνων)
+τυλιγμένους εντός λευκής σκέπης, τεμάχια βαπτιστικών και
+κουκουλίων, από το βάπτισμα βρεφών, ως και γυμνά κόκκαλα ακόμη και
+τρυφερά λευκά κρανία μικρών παιδίων.
+
+Τα παιδάκια τα ανηρτημένα επί της λευκής ποδιάς ήσαν ομοιώματα
+μικρών παιδίων, ταχθέντα από τας μητέρας, όταν τα μικρά των ήσαν
+άρρωστα, εις την Παναγίαν την Γλυκοφιλούσαν, την μητέρα του θείου
+βρέφους, και προσφερθέντα εις τον ναόν της μετά την ίασιν των
+αρρώστων. Το ομοίωμα του μικρού ζώου ήτο και αυτό βεβαίως από
+τάξιμον. Και οι στέφανοι των ανδρογύνων ήσαν αφελή αποθέματα και
+μνημόσυνα ατυχών συνοικεσίων, γενόμενα υπό της μητρός, ήτις
+επέζησεν έρημη και άχαρη, εις ανάμνησιν θυγατρός, ήτις απέθανεν
+ίσως λεχώ, ευθύς μετά τον πρώτον τοκετόν, αφιερώματα και ταύτα εις
+την προστάτιδα των λεχών, την Παναγίαν την Γλυκοφιλούσαν. Και τα
+τεμάχια των βαπτιστικών και κουκουλίων ήσαν και ταύτα ενθύμια
+παιδίων, αποθανόντων ευθύς μετά το βάπτισμα, και τα λευκά κόκκαλα
+και τα κρανία τα τρυφερά ήσαν άσπιλα λείψανα παιδίων, τα οποία
+είχεν ευδοκήσει να καλέση ενωρίς εις τον Παράδεισον πλησίον του
+υιού της, του ειπόντος «Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με, και μη
+κωλύετε αυτά», η Παναγία η Γλυκοφιλούσα.
+
+
+Τα στέφανα του γάμου και τα βαπτιστικά κουκούλια του μικρού
+παιδιού, τα είχε φέρει εις τον ναΐσκον η θειά-Αρετώ, η Χρονιάρα, η
+αφιλοκερδής νεωκόρος και πρόθυμος διακοσμήτρια όλων των
+εξωκκλησίων. Ήρχετο τακτικά δύο φοράς την εβδομάδα από το καλυβάκι
+της, το οποίον απείχεν ημισείας ώρας δρόμον από την έρημον ακτήν,
+ήρχετο διά να επισκεφθή την Παναγίαν την Γλυκοφιλούσαν, και τους
+Αγίους Αποστόλους, και τον Άγιον Νικόλαον, και όλα τα παρεκκλήσια
+τα κτισμένα επάνω εις τους αγρίους μονήρεις βράχους, διά ν' ανάψη
+τα κανδήλια και να προσευχηθή εις τους Αγίους. Εκατοικούσε μετά
+τον θάνατον του ανδρός της, του συχωρεμένου, εις τον εξοχικόν
+οικίσκον, σιμά εις το Πυργί, επάνω από την Αγίαν Ελένην, ανάμεσα
+εις το Κακόρεμμα και εις το Μεγάλο Ορμάνι. Είχε την μικράν
+περιοχήν της, με τον ελαιώνα, την άμπελον, τους μικρούς κήπους,
+και τον αγρόν, και απ' εκεί οικονομούσε το καθημερινόν της, κ'
+εζούσεν αυτή και τα εγγόνια της, οι υιοί του μεγάλου υιού της, ο
+πρώτος εικοσαετής, ο δεύτερος δεκαεπταετής, καλλιεργούντες την
+γην.
+
+Οι γονείς των είχον αποθάνει νέοι προ δεκαπενταετίας και πλέον. Η
+μάμμη των, αυτή τους ανέθρεψεν, αυτή τους είχεν αναστήσει, αυτήν
+εγνώριζαν μητέρα. Η θειά-Αρετώ ήτο καλή Χριστιανή, και δεν είχε
+κάμει κακόν εις καμμίαν γειτόνισσαν, και όμως υπέφερε πολλάς
+δυστυχίας εις την ζωήν της. Ο χάρος την είχε κατατρέξει, και αν
+δεν είχε και τα δύο εγγόνια της, θα ήτον έρημη εις τον κόσμον. Και
+όμως εις όλα έλεγε: Δόξα σοι ο Θεός. Είχε και μίαν κόρην, την
+Αλεξανδρώ, την οποίαν είχεν υπανδρεύσει προ τριών ετών, νέαν
+είκοσιν ετών με τον Κωνσταντή τον Ντάναν. Και εις αυτήν είχε δώσει
+καλά μαθήματα, και την έκαμε να είνε από πολλάς συνομηλίκους της
+φρονιμωτέρα. Της έδιδε συμβουλάς, εκ των οποίων θα ηδύνατο να
+ωφεληθή, εάν επέζη εκείνη. «Ζήσης, χρονίσης, θυγατέρα, της έλεγε,
+ποτέ σου να μη ζηλέψης το ξένο στολίδι, να μην πης κακό για την
+γειτόνισσα, να μην κυττάζης τι κάνει η πλαγινή σου, να μη βάλης
+μαναφούκια, να μη ξευχηθής, να μη βλαστημήσης».
+
+Και άλλα ακόμη της έλεγε. Πλην εκείνη, η πτωχή, δεν είχε τύχην να
+ζήση, διά να βάλη εις πράξιν όλας τας καλάς ταύτας συμβουλάς.
+Προχθές ακόμη το παρθενικόν άνθος είχεν ανοίξει ερυθρόν. Χθες
+έγεινε νύμφη· την άλλην ημέραν μήτηρ, λεχώ, νεκρά. Και όμως η
+θειά-Αρετώ δεν ήτο στρίγλα· και όμως, αφού επί δέκα έτη της έδιδεν
+ευχάς και συμβουλάς, αρχίζουσα πάντοτε από την φράσιν αυτήν:
+«Ζήσης, χρονίσης, θυγατέρα», την ημέραν καθ' ην έγεινε νύμφη
+εκείνη, οργισθείσα η μήτηρ από περισσάς ίσως απαιτήσεις του
+γαμβρού, ως προς την προίκα, από διφορουμένην ίσως και παθητικήν
+στάσιν της κόρης, τις οίδεν, από τι τέλος, της είπεν, εις τον
+θυμόν της επάνω «να μη χρονίση!» Και πράγματι δεν εχρόνισε.
+
+Και όμως η γραία δεν ήτο κακής ψυχής· όμως είχε καταρασθή την
+κόρην της «να μην την εύρη ο χρόνος!» Και δεν την ηύρεν ο χρόνος.
+Και αφού απέθανεν εκείνη δέκα ημερών λεχώ, και απέθανε και το
+παιδίον δωδεκαήμερον, αφού εβαπτίσθη, η θειά-Αρετώ, την οποίαν
+τινές των καλών γειτονισσών είχαν επονομάσει «η Χρονίστρα», και
+άλλαι πάλιν την έλεγαν απαισίως η «Αχρόνιαστη», και πάλιν άλλαι
+την ωνόμαζαν ευφήμως «η Χρονιάρα», έλαβε τα στέφανα του γάμου,
+έκοψε και μέρος από τους «φωτεινούς χιτώνας» και τα «κουκούλια
+αγαλλιάσεως» του μικρού, και τα έφερεν αφιέρωμα εις τον ναΐσκον
+της Παναγίας. Έλαβε και την μεταξωτήν νυμφικήν στολήν της άμοιρης,
+και την προσέφερεν όλην εις τον παππα-Μπεφάνην, τον συνήθη
+ιερουργόν του παρεκκλησίου. Και το μεν κόκκινον εκ μεταξωτής
+σκέπης υποκάμισον με την τραχηλιάν και τα μανίκια κεντητά εκ
+χρυσού, το έκαμε στιχάριον, διά να το φορή ο ιερεύς ποδήρες, όταν
+προσφέρη τας λογικάς θυσίας. Το δε ποδογύρι του φουστανιού,
+ολόχρυσον, τρεις σπιθαμάς παρά δύο δάκτυλα πλατύ, με αδράς εκ
+χρυσού κλάρας και με άνθη, το έκαμεν επιτραχήλιον, διά να το φορή
+ο λειτουργός τας καλάς ημέρας. Την δε χρυσήν ζώνην με τα αργυρά
+τορνευτά και αμυγδαλωτά τσαπράκια, την έκαμε περιζώνιον, διά να το
+ζώνεται ο ιεροφάντης περί την οσφύν του. Και τα χρυσοΰφαντα
+προμάνικα του βαβουκλιού, τα αναδιπλωμένα περί τας ωλένας των
+νυμφών, τα έκαμεν επιμάνικα, διά να συστέλλη ο θύτης τους καρπούς
+των χειρών του, όταν εν φόβω έμελλε να προσφέρη τα άγια. Και το
+ωραίον πολύπτυχον φόρεμα, το χαρένιο με το γλυκό βυσσινί χρώμα,
+και το οποίον έκαμνε νερά-νερά εις το βλέμμα, το έκαμε φαιλόνιον
+διά να σκέπη ο ιερεύς τα νώτα και το στέρνον του, όταν ίσταται
+ενώπιον του θυσιαστηρίου. Και όλην αυτήν την αλλαξιάν των ιερών
+αμφίων, την είχε προσφέρει εις τον παππα-Μπεφάνην, τον συχνόν
+λειτουργόν και σχεδόν εφημέριον του μικρού βορεινού παρεκκλησίου.
+Και δύο φοράς την εβδομάδα έπαιρνε το ραβδάκι της εις την δεξιάν
+χείρα και το καλαθάκι της εις τον αγκώνα του αριστερού βραχίονος,
+και οδηγούσα και μίαν αμνάδα και μίαν αίγα, τας οποίας έβοσκεν η
+ιδία, κατήρχετο από το Μεγάλο Ορμάνι, και έφθανεν εις την κρημνώδη
+θαλασσόπληκτον ακτήν, κ' επήγαινε ν' ανάψη τα κανδήλια της
+Παναγίας της Γλυκοφιλούσης.
+
+
+Είχε σιγήσει ο φοβερός τυφών, και είχε κοπάσει η λαίλαψ, και η
+θάλασσα έβραζεν ακόμη, με υπόκωφον βοήν, δεχομένη τα χωματόχροα
+και θολά ρεύματα των χειμάρρων, και ο άσπιλος πόντος είχε μιανθή
+από της γης τας ύλας. Ο ήλιος είχε φανή εις μίαν γωνίαν του
+ουρανού, τα σύννεφα είχαν συμμαζευθή εις μίαν άλλην γωνίαν. Ο
+ταύρος του Θεοδόση, ο φιλέρημος, με το έν κέρατον (είχε χάσει το
+άλλο προ ετών, όταν ήτο νέος ακόμη εις μάχην με άλλον ταύρον),
+εξηκολούθει να βλέπη τας καλικατζούνας, αίτινες είχον κατέλθει προ
+ολίγου, τις οίδε από ποίαν ανήλιον σπηλιάν, από τα ύψη των φοβερών
+αλιπλήκτων βράχων, και έκαμναν ως να εβουτούσαν τα ράμφη επιπολής
+του κύματος, και ετίναζαν τα πτερά διά να στεγνώσουν, και πάλιν
+έκαμναν ως διά να βουτήξουν. Τέλος εβούτηξαν όλαι εν σώματι, και
+ανελθούσαι εις το κύμα, ήρχισαν να πλέωσι κανονικώς, ως μικρός
+στολίσκος τελείως ωργανισμένος, ηγουμένης μιας, είτα δευτέρων
+ερχομένων δύο, και ακολουθουσών των λοιπών δέκα ή δώδεκα, δύο
+μόνον ουραγών επομένων. Ο ταύρος αφήκε μακρόν μυκηθμόν, εσηκώθη
+και αυτός, ετίναξε τα μέλη, και στραφείς ήρχισε να ανέρχηται το
+ρεύμα, επιστρέφων εις την στάνην του Θεοδόση, ως έκαμνε
+καθημερινώς, όταν δεν είχεν εργασίαν.
+
+Αι αίγες του Στάθη του Μπόζα, αίτινες είχον καταυλισθή ενόσω
+διήρκει η καταιγίς, υποκάτω εις το μέγα Κιόσκι, το σωζόμενον ακόμη
+του παλαιού ερήμου χωρίου, όπου το πάλαι συνήρχοντο όλοι οι
+προεστοί και εβουλεύοντο περί των κοινών, εξήλθον και αυταί διά να
+βοσκήσωσιν, άμα η καταιγίς έπαυσε. Και δύο εξ αυτών είχαν
+ξεκαμπίσει, και είχαν απομακρυνθή, και κατέβησαν από ένα υψηλόν
+κυρτόν βράχον, και έφθασαν εις την μικράν κόγχην, κάτωθεν του
+ιερού βήματος της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης, οπόθεν αρχίζει ο
+φοβερός κάθετος κρημνός εις την θάλασσαν, διακοσίων οργυιών ύψος,
+κ' εκεί, αφού εβόσκησαν όλα τα κρίταμα όσα ηύραν, εβραχώθησαν κ'
+έμειναν, μη δυνάμεναι πλέον ν' αναβώσιν. Εβραχώθησαν, καθώς
+βραχώνεται η μεγάλη χονδρή απετονιά με το μέγα άγκιστρον και με το
+γενναίον δόλωμα εις το θαλάμι, κάτω εις τον πυθμένα εις τα
+ανεξερεύνητα βάθη, ανάμεσα εις βράχους ριζωμένους και εις φύκη και
+όστρακα. Και το μεν δόλωμα το έφαγεν ο πελώριος ορφός ή η σμίρνα η
+παρδαλή και μαυρειδερή, η αντιπαθής και άπιαστη, το άγκιστρον
+εβραχώθη κάτω εις το θαλάμι, και δεν εβγαίνει πλέον, η δε απετονιά
+τραβάται και τεντώνεται και κόπτεται, και ο ψαράς μένει με δύο
+πήχεις σπάγγον εις την χείρα.
+
+Ομοίως και ο Στάθης ο Μπόζας ο βοσκός έμεινε με το μικρόν κοπάδι
+του κολοβόν και ακρωτηριασμένον, άμα έχασε τας δύο αίγας, τας
+οποίας έβλεπεν ιστάμενος επάνω εις την κορυφήν του βράχου, κρατών
+την υψηλήν μαγκούραν του, και ο ίσκιος του έπιπτε μακρός εμπρός
+του, και η κεφαλή του εφαίνετο πέραν εις μεγάλην εξοχήν του
+βράχου, μόλις διακρινομένη και χανομένη, καθόσον ο ήλιος
+εχαμήλωνεν ολονέν εις την δύσιν. Τας έβλεπε φυλακωμένας, εις την
+φοβεράν πτυχήν του κρημνού, παρά τρίχα εις αυτό το χείλος της
+αβύσσου, και τας εκάλει εις μάτην, διά των καταληπτών εις εκείνας
+συνθηματικών μονοσυλλάβων·
+
+ — Αι, αι! όι! Ψαρή! ω, χω, Στέρφα!
+
+Εις μάτην. Η Ψαρή και η Στέρφα είχαν καθήσει αδρανείς, ανάλγητοι,
+αναίσθητοι, και ουδ' απήντων διά βελασμού εις τας προσκλήσεις του
+βοσκού.
+
+Και ο Στάθης έκυπτε και έκυπτε προς την άβυσσον, αφειδών της ιδίας
+ψυχής του, περιφρονών τον ίλιγγον, προκαλών την σκοτοδίνην, διά να
+τας ίδη καλλίτερον. Και τα δύο ζωντανά πράγματα ίσταντο και
+εκάθηντο και έκαμπτον τα γόνατα επί της στενής προβολής του
+βράχου, και μόνον η μία, η Ψαρή, απήντησε τέλος διά παραπονετικού
+βελάσματος εις τας προσκλήσεις του κυρίου της. Η άλλη, η Στέρφα,
+ούτε φωνήν εξέβαλλεν, ούτε κίνημα έκαμεν, ούτε εσκέπτετό τι περί
+όλης της θέσεως των πραγμάτων.
+
+ — Δεν με μέλει για την Στέρφα, είπε τέλος στενάζων ο βοσκός. Την
+Ψαρή ας μπορούσα να γλυτώσω! . . .
+
+
+Ο μπάρμπ’-Αναγνώστης ο Παρθένης, όστις είχε φθάσει αρτίως κ'
+εκάθητο επί της πεζούλας, έξωθεν του ναΐσκου της Παναγίας,
+περιμένων να έλθη ο παππα-Μπεφάνης, διά να διαβάσουν τον εσπερινόν
+— ήτο δε τότε η ημέρα του αγίου Στεφάνου, τρίτη από των
+Χριστουγέννων — επρότεινε γνώμην ότι έπρεπε να πάρουν λεπτόν αλλά
+γερόν σχοινί, να κάμουν θηλειάν, τεχνικά, εις την άκρην και να το
+ρίψουν κάτω, διά να τραβήξουν τας δύο αίγας. Η θειά-Αρετώ η
+Χρονιάρα είπε να κατεβάσουν διά σχοινίου μεγάλην υπερμεγέθη
+κοφίναν, και να σείουν το σχοινίον τοιούτω τρόπω, ώστε να είνε
+ελπίς να έμβη τέλος η μία γίδα πρώτον, είτα η άλλη, μέσα εις την
+κοφίναν, και ούτω να τας ανασύρουν την μίαν μετά την άλλην. Η
+θειά-Αρετώ διηγείτο ότι παρόμοιόν τι είχε συμβή εις τον παππούν
+της προ εξήντα χρόνων, και ότι το μέσον τούτο επέτυχε τότε. Ο
+Κωνσταντής ο Περηφανάκιας, συνάδελφος του Στάθη βοσκός, εξέφερε
+γνώμην ότι έπρεπε να πάρουν μέγα χονδρόν άγκιστρον, ωσάν αρπάγην,
+να το δέσουν εις την άκραν του σχοινίου, και εις το άγκιστρον
+επάνω να περάσουν κλαδιά και χόρτα και βλαστάρια, και διά του
+δολώματος τούτου να εφελκύσουν τας δυο αίγας, ώστε, ενώ αύται θα
+εμασούσαν την ορεκτικήν τρυφεράν βοσκήν, το οξύ ακονημένον
+άγκιστρον θα ήτο πιθανόν να χωθή μέσα εις το κατωσάγωνον της μιας
+και της άλλης γίδας, και τότε, αιματωμένας μεν, αλλά σωσμένος, θα
+τας ετραβούσαν επάνω.
+
+ — Δεν είνε προκοπή, είπεν αποφασιστικώς ο Στάθης ο Μπάζας· έλα να
+με καλουμάρετε κάτω, να ιδώ τι θα κάμω. . . .
+
+Η θειά-Αρετώ ήρχισε να κάμνη πολλούς σταυρούς, εξισταμένη διά τον
+τολμηρόν λόγον του βοσκού.
+
+ — Πού να σε κατεβάσουν, γυιέ μ' Στάθη μ', έλεγε· πώς να σε
+κατεβάσουν! Πού θα πας; πού θα πατήσης;
+
+Ο μπάρμπ’-Αναγνώστης ο Παρθένης ετανύσθη ακουμβών εις τον τοίχον
+της εκκλησίτσας, εις το προσήλιον, και αφήκε παρατεταμένον
+θορυβώδες χάσμημα, ηνωμένον μετά στεναγμού.
+
+Ο Κωνσταντής ο Περηφανάκιας ήρχισεν ευγλώττως ν' αποτρέπη τον
+Στάθην τον Μπόζαν.
+
+ — Δε βολεί, να σ' πω, Στάθ', απ' λέει ου λόους, τάχα, να πούμε.
+Γλέπ'ς κει δα κάτ' είν' η γίδης στριμουμέναις κ' η δυο, τουλόου σ'
+πού θα πατήσης να τσ' δέσης να τσ' ανεβάσης απάν';
+
+Την στιγμήν εκείνην έφθασε και ο παππα-Μπεφάνης, με την λευκήν του
+γενειάδα, με το κοντόν τρίχινον ράσον του, και με το μαύρο σάλι
+του περί τον λαιμόν. Έμαθε το συμβάν, ήκουσε το σχέδιον του Στάθη,
+κ' έσεισε την κεφαλήν.
+
+ — Αποκοτιά, είπε, μεγάλ' αποκοτιά.
+
+ — Αποκοτιά, μαθές, επανέλαβε και η θειά το Αρετώ.
+
+Συγχρόνως δε κατέβη εις τον νουν της μία ιδέα.
+
+ — Αμμή σαν το αποφασίσης, γυιέ μ', κάνε το σταυρό σ', και τάξε
+τίποτε στην Παναγιά, να σε φυλάξη.
+
+ — Έταξα εγώ μέσα μου, είπεν ο Στάθης· έταξα να της την πάγω
+ασημένια τη μια τη γίδα, σαν την γλυτώσω, την Ψαρή.
+
+Την Ψαρή ας γλύτωνα!
+
+Ο ιερεύς έκαμε διφορούμενον νεύμα.
+
+ — Δεν είνε πρέπον, είπε, να παρακινούμεν τους άλλους να τάζουν. . . .
+Το τάξιμον είνε προαιρετικόν. . . . «Όση πέφυκεν η
+προαίρεσις», που λέει και το τροπάρι . . . Μα ας είνε . . . αν
+ήθελε να κάμη καμμιά λειτουργία . . .
+
+Την τελευταίαν φράσιν την είπε παραπονετικώς μέσα του. Είτα
+επανέλαβε·
+
+ — Και το καλλίτερο που έχει να τάξη κι' αυτός κι' όλοι τους είνε
+να μην αφίνουν τα γίδια τους να 'μβαίνουν μέσα εις τα ξωκκλήσια
+και τα γεμίζουν βιρβιλιαίς. . . . Να είνε προσεκτικώτεροι και να
+έχουν περισσότερον σέβας . . . Να μην πατούν τα ξένα κτήματα με τα
+κοπάδια τους και τρώγουν της εληαίς και τα θηλιάσματα των
+Χριστιανών. Αυτά πρέπει να τάξη.
+
+ — Τάζω, είπεν ο Στάθης.
+
+ — Καλά, νάχης την ευχή . . . Τώρα, αν σε καλουμάρουν, έχε θάρρος.
+
+ — Η ευχή σ', παπά μ'.
+
+
+Εφαίνετο αποφασισμένον ότι ο Στάθης θα κατεβιβάζετο διά σχοινίου
+εις τον βράχον, διά να ζητήση τας δύο χαμένας αίγας του. Μόνον ο
+Περηφανάκιας έλαβε πάλιν τον λόγον·
+
+ — Να σ' ορίσου, απ' λέει, ου λόους, παππά μ', να σ' πω, Στάθη μ',
+αυτό, τι λογάτε, είνε, απούπε κ' η αϊωσύνη τ', απ' λέει κ' η θεια
+τ' Αρετώ, μειγάλη απουκουτιά. Ένα πάτ'μα είνε κει-δαμέσα, έν'
+απλόχερο χούμα κη δυο δάχτ'λα κουτρώνι, πού θα πατήσ', πως θα
+πιάσ' τσ' γίδης, να τσ' δέσ', απ' λέει ου λόους, να σ' ορίσου,
+παππά μ'.
+
+ — Εγώ δεν τον παρακινώ να καταβή, είπεν ο ιερεύς. Εις πράγματα
+τόσον λεπτά, όπου αποβλέπουν την ζωήν και το συμφέρον του
+ανθρώπου, κανείς δεν πρέπει ν' αναγκάζη τον άλλον. Ο ίδιος θα δώση
+λόγον.
+
+ Κη λες, παππά μ', σαν πάθω τίποτα, θα πάω κολασμένος; ηρώτησεν ο
+Στάθης.
+
+ — Αυτό ο Θεός το ξέρει, είπεν ο ιερεύς. Εσείς, οι πλειότεροι,
+είσθε αλιβάνιστοι. Δεν ζυγώνετε 'ς εκκλησία!
+
+ — Κάθε κακό φεύγει, εψιθύρισεν αποφθεγματικώς ο μπάρμπ’-
+Αναγνώστης ο Παρθένης, όστις είχε σηκωθή από την πεζούλαν και
+ίστατο στηριζόμενος επί της βακτηρίας του, έξω της θύρας του
+ναΐσκου.
+
+ — Κανείς σας, δεν ήρθε να ξομολογηθή αυταίς της ημέραις. Αχ! οι
+γονείς σας δεν ήσαν τέτοιοι . . . Αχ! οι παληοί, οι παληοί!
+
+ — Οι παληοί, οι πρωτινοί, ήταν άνθρωποι, είπεν επιβεβαιωτικώς η
+θεία τ' Αρετώ.
+
+ — Εγώ δεν είμαι και τόσο φευγάτος απ' τα θεία, παππά, είπε
+παραπονετικώς ο Στάθης.
+
+ — Εσύ έχεις κάποια μικρή διαφορά, . . . Μα ακόμα, ακόμα . . .
+
+ — Έχουμε ταμμένα, μαζί με τον Κωνσταντή τον Άγγουρο, να
+ξανακτίσουμε και την εκκλησίτσα τ' Άι-Παντελέημονα . . . Την είχεν
+ονειρέψει του Κωνσταντή η γυναίκα.
+
+ — Άμποτε, ο Θεός να σας αξιώση, είπεν ο ιερεύς.
+
+ — Μακάρι, άξιος ο μισθός σας, είπε και η θειά τ' Αρετώ.
+
+
+Ο Αγκούτσας δεν ήτο ιδιοκτήτης ποιμνίων, ούτε γεωργός, ούτε καν
+βοσκός, ούτε οικίαν είχε, ούτε φαμιλιάν. Ήτο πλάνης, άστεγος. Πότε
+εδούλευε με ημεροκάματον σιμά εις τους κολλήγους, τους
+καλλιεργητάς, πότε έμβαινε παραγυιός εις τους βοσκούς, διά να
+φυλάγη τας αίγας. Τον περισσότερον καιρόν εγύριζεν από μάνδραν εις
+μάνδραν, από καλύβι εις καλύβι, από κατάμερον εις κατάμερον, χωρίς
+εργασίαν, και του έδιδαν οι ποιμένες ξυνόγαλα κ' έτρωγε. Κάποτε
+του έλεγαν·
+
+ — Δεν πας, καϋμένε, Αγκούτσα, να βγάλης τίποτε πεταλίδες κάτω στο
+γιαλό, ή τίποτε καβουράκια στο ρέμμα μέσα;
+
+Τούτο ήτο ασφαλές σημείον ότι τον έδιωχναν. Ο Αγκούτσας το
+εκαταλάβαινε κ' έφευγε.
+
+ — Καλά που μου το θύμισες, έλεγε.
+
+ — Κ' ήτανε μεγάλο πράμμα, να το θυμηθής;
+
+ — Όχι· μα κάνει ζέστη· τόση ζέστη.
+
+Και θα ήτο μόνον Μάρτιος· πλην ο Αγκούτσας δεν ημπορούσε να
+υποφέρη την ζέστην. Έλεγεν ότι, του κάκου, αδύνατον ήτο να κάμη
+τις δουλειά το καλοκαίρι. Και όλος ο καιρός, εκτός ολίγων
+εβδομάδων, μοιρασμένων σποραδικώς εις τρεις ή τεσσάρας μήνας, ήτον
+καλοκαίρι.
+
+Έφευγε λοιπόν από κάθε στάνην, οπόθεν τον έστελλαν να βγάλη
+πεταλίδες. Και δεν επήγαινε μεν να βγάλη πεταλίδες, αλλ' επήγαινεν
+εις άλλην στάνην, εις άλλο κατάμερον.
+
+Την ημέραν εκείνην συνέβη ο Αγκούτσας να ενθυμηθή τον Στάθην τον
+Μπόζαν. Και αφού τον ενθυμήθη, ήλθε να τον επισκεφθή.
+
+Εύρε δε την ομάδα των επτά ή οκτώ ανθρώπων, έξω της θύρας του
+ναΐσκου της Παναγίας, ακριβώς καθ' ην στιγμήν η θειά τ' Αρετώ
+ηύχετο εις τον Στάθην να είνε άξιος ο μισθός του.
+
+— Τι τρέχει; ηρώτησεν ο Αγκούτσας.
+
+Ο Περηφανάκιας, του οποίου η γλώσσα ήτο καταληπτή εις τον
+Αγκούτσαν, του διηγήθη εν ολίγοις τα τρέχοντα.
+
+Ο Αγκούτσας, με το ηλιοκαές και ρικνόν πρόσωπον, με τα πυκνά
+αχτένιστα μαλλιά, έμεινε σύνοφρυς επ' ολίγα δευτερόλεπτα και
+έπειτα είπε·
+
+ — Τι μ' δίνεις, Στάθη, να κατηβώ εγώ, να σ' τσ' ανεβάσω;
+
+ — Θα κατεβώ εγώ, απήντησεν ο Στάθης.
+
+ — Τουλόου σ', Στάθη, έχεις γ'ναίκα και πηδιά . . . Άφσε να κατηβώ
+ηγώ, απ' δεν έχου στουν ήλιο μοίρα.
+
+ — Ο Στάθης εσιώπα.
+
+ — Να μ' δώσης εμένα τη μια γίδα, την Ψαρή, κη να μει καλ'μάρετε
+κάτ', να κατηβώ, να τσ' ανεβάσω.
+
+ — Την Ψαρή, εγώ την έταξα στην Παναγία, απήντησεν ο Στάθης.
+
+ — Ο Αγκούτσας έδειξεν ότι δεν ενόει.
+
+ — Την έταξα ασημένια, προσέθηκεν ο Στάθης. Η Ψαρή εμένα μ'
+χρειάζεται.
+
+Ό Αγκούτσας έμεινεν επ' ολίγας στιγμάς σύννους.
+
+ — Ας είνε, μ' δίνεις, τη Στέρφα . . . Καλή είνε και ή Στέρφα. Α
+δε βρω να την πουλήσω να κάμω χαρτσ'λήκι, την ξεφαντώνουμε κανένα
+μεσ'μέρι με την παρέα, εδώ.
+
+ — Θα κατεβώ εγώ, απήντησεν ισχυρογνώμων ο Στάθης. . . . Ελάτε,
+παιδιά, να μη χασομερούμε.
+
+
+Έφεραν μακρόν σχοινίον δέκα οργυιών. Έδεσαν την μίαν άκρην εις
+μέγαν κορμόν πελωρίου σχοίνου, βάλλοντος δίπλα εις το
+παρεκκλήσιον. Ο Στάθης έλαβε την άλλην άκρην, έκαμε θηλειάν, κ'
+εδέθη μοναχός του από τας μασχάλας.
+
+Τρεις άνδρες, ο Περηφανάκιας, ο άλλος βοσκός, όστις ήτο ο Ντάνας,
+ο συμπέθερος της θειά-Αρετώς, και ο Αγκούτσας, όστις δεν
+εμνησικάκει διά την απόρριψιν της προσφοράς του, κρατούντες
+σφιγκτά το σχοινίον, εκαλουμάρισαν σιγά-σιγά τον Στάθην εις το
+ιλιγγιώδες κενόν, εις τον τρομακτικόν κρημνόν, εις την αιώραν της
+αβύσσου.
+
+Ό Στάθης είχεν ωχριάσει κατ' αρχάς. Έκαμε τρεις σταυρούς, και
+ήλθεν εις την όψιν του. Κατέβαινε κάτω, ταλαντευόμενος, προσπαθών
+να ψαύη με τας χείρας και με τους πόδας τον βράχον.
+
+Μίαν φοράν εκτύπησε το δεξιόν πλευρόν όχι πολύ σφοδρώς, κατά του
+βράχου.
+
+ — Αγάλια-αγάλια! μαλακά, παιδιά· εκέλευεν ο Αγκούτσας. Λάσκα,
+λάσκα· καλούμα!
+
+ — Πού έμαθες πώς μιλούν οι καραβάδες, διαόλ' Αγκούτσα; είπεν ο
+Περηφανάκιας.
+
+ — Σιώπα, μη βλαστημάς· λάσκα, λάσκα.
+
+Ο Στάθης κατέβαινεν εις το κενόν, σφίγγων τους οδόντας,
+ανοιγοκλείων τα όμματα, κρατούμενος σφιγκτά από το σχοινίον. Δεν
+εφαίνετο να εδειλίασε.
+
+ — Κύτταξέ τονε, πώς κατεβαίνει, είπεν ο Ντάνας· σα νύφη
+καμαρωμένη.
+
+Τέλος ο Στάθης επάτησεν επί της εσοχής του βράχου.
+
+Εκάθησε καλώς, συνεμαζεύθη, με τα δύο σκέλη περιβάδην, επί της
+Ψαρής, ήτις εβέλασεν άμα τον είδεν. Έλυσε την θηλειάν από τας
+μασχάλας του, έδεσε καλά την Ψαρήν περί το στέρνον, και υπό τους
+προσθίους πόδας.
+
+Έκαμε σημείον, και οι τρεις άνδρες άνωθεν του βράχου ήρχισαν ν'
+ανασύρωσι σιγά-σιγά την Ψαρήν.
+
+Μετά δέκα λεπτά της ώρας κατήλθε πάλιν κενόν το σχοινίον.
+
+Ο Στάθης έδεσε την Στέρφαν, και οι τρεις άνδρες ανέσυραν την
+Στέρφαν.
+
+Η Στέρφα τότε μόνον εδοκίμασε να εκβάλη βελασμόν, όταν ήρχισε να
+ταλαντεύηται εις το κενόν με το σχοινίον.
+
+Ο Στάθης έμεινε μοναχός του επί δέκα λεπτά της ώρας, χωρίς την
+Ψαρήν, και χωρίς την Στέρφαν.
+
+Κατά τα δέκα ταύτα λεπτά υπέφερε φοβερώς. Ο ίλιγγος ήρχισε να τον
+καταλαμβάνη. Έκλειε τα όμματα διά να μη ζαλίζεται. Έσφιγγε τα
+δόντια. Έλεγε το &Πάτερ ημών&, το &Θεοτόκε Παρθένε&, και δύο ακόμη
+προσευχάς, όσας είξευρεν.
+
+Ο άνεμος, ο σφοδρός άνεμος του μεγάλου κενού και του πελάγους,
+εφύσα μετά βοής εις τα ώτα του. Ανέπνεε δυνατά, ήσθμαινε και η
+καρδία του έπαλλεν, έπαλλε σφοδρώς.
+
+Τέλος, εφάνη το σχοινίον.
+
+Ο Στάθης το έδραξε πεταχτά, εδέθη σπασμωδικώς, εσφίχθη. Εξέχασε να
+σείση το σχοινίον, διά να δώση σημείον εις τους άνδρας. Πλην
+εκείνοι ησθάνθησαν το βάρος και ήρχισαν να τραβούν.
+
+Ο Στάθης ανέπεμψεν ένθερμον, εσχάτην προσευχήν αγωνίας, εκρατήθη
+με τρεμούσας χείρας από το σχοινίον, και αφέθη εις το κενόν.
+
+Εταλαντεύετο σφοδρώς. Ο άνεμος είχε δυναμώσει. Εκτύπησε δύο ή
+τρεις φοράς την κεφαλήν, τους ώμους και τους πόδας εις τον βράχον.
+
+Όταν έφθασεν εις το ύψος του βράχου, είχε ξεπιάσει ήδη τας χείρας
+από το σχοινίον. Ήτο λιπόθυμος, αδρανές σώμα, ωχρός και μόλις
+αναπνέων.
+
+Οι άνδρες τον έλυσαν, τον επλάγιασαν υπό τον σχοίνον, του έδωκαν
+να πίη ρούμι, τον έβρεξαν με νερό.
+
+Ευτυχώς δεν εβράδυνε να συνέλθη.
+
+Η Ψαρή ήτο εκεί, και τον εζέσταινε με την πνοήν της.
+
+Η Στέρφα ίστατο ολίγον παραπέρα, και εκύτταζεν ηλιθίως.
+
+Η θειά-Αρετώ εθαύμαζε, και έλεγεν ακόμη·
+
+ — Τι αποκοτιά! τι αποκοτιά!
+
+Ο ιερεύς, βοηθούμενος από τον μπάρμπ’-Αναγνώστην τον Παρθένην,
+είχε ψάλει την μικράν παράκλησιν εμπρός εις την εικόνα της
+Παναγίας της Γλυκοφιλούσης.
+
+Ο Περηφανάκιας έλεγε·
+
+ — Να σας ορίσου, βρε πηδιά, πουτέ μ' δεν είδια τέτοιου πράμμα,
+απ' λέει ου λόους. Κακή δ'λειά, να σας πω, βρε πηδιά!
+
+Ο Αγκούτσας εκύτταζε μετά πόθου την Στέρφαν.
+
+ — Άξιζεν, άξιζεν, είπε μέσα του· θα τ'νε ξεφαντώναμε μια χαρά!
+
+Ο Ντάνας είπε·
+
+ — Κ' είδατε πως κατέβαινε, σαν καμαρωμένη νύφη. Κη τώρα ζαλίστηκε
+το πηδί· δεν πειράζει, περαστικά νάνε.
+
+
+Όταν συνήλθεν ο Στάθης, έκαμε τον σταυρόν του, εστράφη προς τους
+άνδρας, και είπε·
+
+ — Τώρα, την Ψαρή την έταξα ασημένια στην Παναγία, και θα την
+δώσω. Μα, ως τόσο, ένα κατσικάκι, που μου βρίσκεται ακόμη απ' τα
+πρώτα γεννητούρια, αξίζετε, θα σας το θυσιάσω. Ελάτε, παιδιά, πάμε
+στο μαντρί, να σας φιλέψω.
+
+
+
+Η ΤΥΧΗ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑ
+
+
+
+Την πτωχήν την Ασημήναν, σύζυγον του βαρελά του χωρίου, όλαι αι
+συγγενείς της την ελυπούντο και την εκαίοντο, πώς θα κατώρθωνε ν'
+αποκαταστήση και να υπανδρεύση τας τέσσαρας κόρας, τας οποίας της
+έδωκεν ο Θεός, ύστερον από δύο υιούς, τους οποίους της είχε
+χαρίσει, και αφού τα έξ αυτά τέκνα με κόπον και με πολύν καϋμόν τα
+είχε αναθρέψει. Το επάγγελμα του συζύγου της είχε, κυρίως ειπείν,
+μόνον δύο μήνας γονίμους δι' όλου του έτους, όλον δεν τον άλλον
+καιρόν ήτον απραξία με ολίγαις κουτσοδουλειαίς και «μερεμέτια».
+Και πάλιν οι δύο εκείνοι μήνες έφερον περισσότερα παράπονα και
+δυσαρεσκείας, παρά κέρδη και εισπράξεις.
+
+Καθ' όλον τον Αύγουστον και τον Σεπτέμβριον, εις την εποχήν του
+τρύγου, των πρωίμων και των οψίμων, μοσχάτων και μαύρων, έτρεχαν
+όλοι και όλαι μαζί, οι αμπελοκτήμονες εις του μαστρο-Στεφανή
+φέροντες κυλιστά από το σπίτι της κάδες και τα βυτία των και τα
+βαρέλια των διά να τους τα διορθώση. Ο μαστρο-Στεφανής, αγαπών τα
+αστεία, συνήθιζε να λέγη :
+
+ — Μα όλοι μαζί, Χριστιανοί μου; . . . Τα ίδια που παθαίνει ο
+παππα-Μακάριος, ο πνεμματικός, της παραμονές των Χριστουγέννων και
+την Μεγάλη Βδομάδα . . . Ολονών τα κρίμματα προφταίνει ένας
+παππάς, όσον κι' αν πιάν' η ευκή του, να τα σχωρέση μονοκοπανιά; .
+. . Τι να κάμη κ' εκείνος, το λοιπόν; . . . «Βαφτίζω και μυρώνω . . . »
+
+Τω όντι, πώς θα ηδύνατο ποτέ ο μαστρο-Στεφανής να τους ευχαριστήση
+τους πάντας; σχεδόν κανένα δεν ηυχαρίστει. Κ' εκείνοι των οποίων
+τα αγγεία πρώτα επεσκεύαζε, κ' εκείνοι έφευγον δυσηρεστημένοι
+ισχυριζόμενοι ότι «απ' τη βία του δεν τους έκαμε παστρική
+δουλειά». Κ' εκείνοι όσων τα βαρέλια τελευταία έμενον, ακόμη
+πικρότερον εγόγγυζον, επειδή έμενε πίσω η δουλειά τους. Έκαστος
+είχε το παράπονόν του. Αι χήραι γερόντισσαι έλεγον·
+
+ — Α! γιατί ημείς είμαστε γυναίκες έρημες, και δεν έχουμε κανένα
+να μας βοηθήση, μας παραβλέπουνε. Ημείς δεν έχουμε ψυχή; . . .
+
+Και μερικοί άνδρες έλεγον·
+
+ — Α! να είνε καμμιά ώμορφη, να γυαλίζη, έχει χατήρι . . . Το ξέρω
+κ' εγώ.
+
+Οι γείτονες έλεγον·
+
+ — Ημάς που έχουμε όλον τον χρόνο το μπελά σου, και το φοβερό
+σαμαντά σου, μας αφίνεις τα βαρέλια άφτιαστα. Ημείς δεν έχουμε
+στον ήλιο μοίρα . . . Σ' άλλους κάνεις τα χατήρια.
+
+Και οι μακρόθεν ερχόμενοι έλεγον·
+
+ — Ημάς που είμαστε απ' τον άλλο μαχαλά, που κάνουμε τόσον κόπον
+να σου κουβαλούμε τα βαρέλια απ' την άλλην άκρη, μας αφίνεις στα
+κρύα . . . Ημάς η δεκάρες μας δεν έχουν νούμερο
+
+Τέλος των πλείστων τα αγγεία επεσκευάζοντο, ολίγοι τινές
+ανυπόμονοι τ' απέσυρον προ της ώρας, αδιόρθωτα, και μερικοί
+επολεμούσαν μόνοι τους να τα διορθώσουν.
+
+Κ' ενώ είς μόνον βαρελάς εβασίλευεν εις την πολίχνην, εκ πολλών
+χρόνων, κανείς δεν απεφάσιζε να μάθη την τέχνην. Μόνον είς,
+γηραιός άνθρωπος, εξηντάρης, ο μπάρμπα-Δημητρός ο Τσουμπός,
+παρουσιάσθη ζητών να την μάθη. Αλλ' ήτο τόσον οκνός και τόσον
+κοιμισμένος, απ' τα νειάτα του ακόμη, ώστε, και αν κατώρθωνε να
+μάθη τι, θα το ελησμόνει πριν το μάθη, όπως έλεγεν ο αρχαίος
+κωμικός.
+
+Ήτο δε τόσον πολυάσχολος κατά τους δύο μήνας του φθινοπώρου ο
+μάστρο-Στεφανής, ώστε από βαθείας πρωίας μέχρι νυκτός δεν ηυκαίρει
+να λείψη ουδέ στιγμήν από το εργαστήρι του, και από το «τσαρδί
+του», το εκ ξύλων και κλάδων παράπηγμα, το οποίον είχε
+κατασκευάσει ιδιοχείρως κατέμπροσθεν της θύρας του εργαστηρίου.
+Εις την εκκλησίαν επήγαινε την Κυριακήν πρωί, και μόνον προ της
+θύρας του μικρού καφενείου του Γιάννη του Βλάχου, βιαστικά
+επερνούσε, ιστάμενος δε τότε επί στιγμήν, εφώναζε τον Αντώνην, τον
+υιόν του καφετζή·
+
+ — Πάτερ Αβραάμ! . . . πέμψον Λάζαρον! . . .
+
+Το «πέμψον Λάζαρον» εσήμαινε να τον δροσίση μ' ένα ποτηράκι ρακί
+το θέρος, ή ρώμι τον χειμώνα, το οποίον είχε κανονισμένον. Έν και
+μόνον την ημέραν έπινεν.
+
+
+Όταν έγεινε δώδεκα χρόνων ο Στάθης, ο πρωτότοκος, ο πατήρ του τον
+απέσυρεν από το σχολείον, διά να μάθη την πατρώαν τέχνην. Πλην
+μόλις έμαθε κάτι τι ο Στάθης, και του ήλθεν έρως να γείνη
+ναυτικός. Τρία έτη ύστερον, όταν έφθασεν εις την αυτήν ως ανωτέρω
+ηλικίαν ο Θανασάκης, ο δεύτερος υιός, τότε τον εσχόλασε και αυτόν
+από τα γράμματα, και τον «έστρωσε» στην τέχνην. Αλλ' ούτος δεν
+είχεν υπομονήν ούτε τα στοιχεία της τέχνης να μάθη. Όταν έγεινε
+δεκατριών ετών, επήγαινε καθημερινώς με της βάρκες, εις τους
+ναύλους και το οψάρευμα, και όταν έγεινε δεκατεσσάρων ετών,
+εμβαρκάρισε με μίαν σκούναν κ' έφυγεν.
+
+Οι νησιώται μας δεν επέδιδον εις άλλο επάγγελμα παρά το ναυτικόν.
+Ουδείς εξ αυτών έγεινε ποτέ έμπορος της ξηράς ή βιομήχανος ή
+χειρώναξ. Και τέχνην αν είχον διδαχθή, την εγκατέλειπον χάριν της
+αστάτου ερωμένης, της θαλάσσης.
+
+Εν τοσούτω ο πρώτος υιός του μαστρο-Στεφανή δεν έπαυσε ποτέ να
+είνε και ολίγον βαρελάς αν και τον περισσότερον καιρόν εταξείδευε
+με τα καράβια. Κατά Ιούλιον ή Αύγουστον ήρχετο πάντοτε, κ' έμενεν
+επ' ολίγους μήνας βοηθών τον πατέρα του. Εμεγάλωσεν, ενυμφεύθη, κ'
+έγεινε καλός και φρόνιμος άνθρωπος.
+
+Ο δεύτερος υιός, αφού έκαμε πολλά ταξείδια, και αφού επανήλθε δις
+ή τρις μετά μακράς απουσίας, όταν έγεινε δεκαοκτώ ετών,
+εμβαρκαρίσθη με βαπόρια, κ' επήγεν εις την Αμερικήν. Εκείθεν
+έγραψε δύο ή τρεις επιστολάς κατά μακρά διαλείμματα, υποσχόμενος
+ταχέως ότι έμελλε να στείλη και χρήματα· αλλά δεν έστειλεν. Είτα
+έπαυσε να γράφη και δεν ηκούετο πλέον.
+
+Παρήλθον δέκα έτη και δεν έδωκε σημεία υπάρξεως. Μόνον δύο φοράς ο
+μάστρο-Στεφανής έμαθεν εμμέσως εκ τρίτων λεγόντων ότι ήκουσαν
+άλλους οίτινες τον είχαν ανταμώσει, ότι ευρίσκετο εις μίαν των
+δημοκρατιών της νοτίου Αμερικής, όπου φαίνεται ότι υπήρχε χρυσίον
+πολύ, αλλά και κακαί νόσοι πλειότεραι και διαφθορά και κακουργία
+μεγίστη.
+
+Κατά τους πρώτους χρόνους της αποδημίας του νέου, οι γείτονες και
+οι φίλοι επείραζον ενίοτε τον πατέρα του·
+
+ — Τώρα θα έχη βγάλη μουστάκια ο Θανάσης, μάστρο-Στεφανή . . .
+
+ — Τι ηθέλατε να βγάλη . . . σπανάκια; . . .
+
+Άλλοι πάλιν έλεγον
+
+ — Πώς δεν έστειλε τίποτε λίρες ακόμη ο Θανάσης;
+
+ — Μα ας κιτρινίσουν πρώτα η λύρες . . . ακόμη δεν ωρίμασαν.
+
+Σημειωτέον ότι «λύρες» εκαλούντο εις τον τόπον και τα όψιμα
+κολοκύνθια, τα λαμβάνοντα τεραστίαν ανάπτυξιν.
+
+Εν τοσούτω, ας είχε μέσα του καϋμόν ο μάστρο-Στεφανής διά τον
+ξενιτευμόν του υιού εκείνου, αυτός μόνος το είξευρεν. Εις τους
+τελευταίους χρόνους, καθ' όσον εγήραζεν, είχεν αρχίσει να
+υπερβαίνη τον κανονισμόν, και δις ή τρις της ημέρας ίστατο έξω της
+θύρας του καπηλειού του Γιάννη Βλάχου, κ' εφώναζε την φράσιν την
+συνθηματικήν
+
+ — Ελέησόν με . . . και πέμψον Λάζαρον!
+
+
+Εν τω μεταξύ, αι τέσσαρες θυγατέρες εκείναι, διά την τύχην των
+οποίων ανησύχουν αι εξαδέλφαι της Ασημήνας, έλαβον διαφόρους
+τύχας.
+
+Η δευτερότοκος αυτών είχεν εύρει την τύχην της προ της πρωτοτόκου,
+όταν ήτο μόνον επταέτις, και πριν απέλθη εις την Αμερικήν ο
+αδελφός της. Μίαν εσπέραν, όταν κατόπιν ραγδαίας συνεχούς βροχής
+είχον γεμίσει τα πηγάδια, οι λάκκοι, και τα κοιλώματα, η μικρά
+Ροδαυγή (ούτω την είχαν βαπτίσει), ευρισκομένη εις την αυλήν
+μεγάλης γειτονικής οικίας, είχε κύψει εις το χείλος βαθέος φρέατος
+διά να «καραβίση» έν πτερόν όρνιθος, θέλουσα να μιμηθή τ' αγόρια,
+τα οποία έβλεπε καθημερινώς να καραβίζουν εις το γειτονικόν
+ποτάμιον, το σχηματιζόμενον εις το κοίλον κέντρον της πολίχνης
+κατόπιν των υετών. Η παιδίσκη έκυψεν ολίγον τι βαθύτερα,
+εγλύστρησε, κ' έπεσε κατά κεφαλής, μέσα εις το νερόν.
+
+Η κραυγή της επνίγη, άνθρωπος δεν έτυχε πλησίον εκεί να την ίδη.
+Μάτην εδοκίμασε να πιαστή από το φρακτόν στόμιον του πηγαδιού.
+Ετάραξεν, έπλευσεν, εσπαρτάρισεν. Μετ' ολίγα λεπτά την ανέσυραν
+νεκράν.
+
+Δευτέρα εύρε την τύχην της η πρωτότοκος, η Ελένη, και συγχρόνως μ'
+αυτήν η τριτότοκος η Μαργαρώ. Εύρον αι δύο μίαν τύχην, αλλά
+διφορουμένην και κάπως παράδοξον. Η Ελένη είχεν αρραβωνισθή τον
+Παναγήν τον Μικούτσικον, λεπτουργόν το επάγγελμα, τον οποίον τη
+είχον εκλέξει αι εξαδέλφαι της μητρός της, ως καλόν νέον και
+προκομμένον. Αλλ' όταν, κατά το έθος του τόπου ετελέσθησαν τα
+μβασίδια, και εισήχθη διά πρώτην φοράν ο γαμβρός εις το σπίτι, ο
+νέος είδε την αρραβωνιαστικήν την οποίαν του είχον προορίσει, είδε
+και την μικροτέραν αδελφήν της, την Μαργαρώ. Η καλύπτρα, φευ! προ
+πολλού είχε καταργηθή εις τα ήθη μας.
+
+Ο Παναγής δεν ηθέλησε την Λείαν, την Ελενιώ, αλλ' ηθέλησε την
+Ραχήλ, την Μαργαρώ. Την άλλην ημέραν δεν εδίστασε να εκδηλώση την
+προτίμησίν του, προς την πενθεράν του, την ιδίαν. «Ή μου δίνετε
+την Μαργαρώ, είπεν, ή σας στέλνω τα σημάδια πίσω».
+
+Να πετάξη ο καμβρός «τα σημάδια», δηλ. τους αρραβώνας! κακόν και
+ψυχρόν το πράγμα. Τι να κάμη η πτωχή Ασημήνα, τι να κάμη κι' ο
+μάστρο-Στεφανής, ο σύζυγός της. Μετά πολλούς δισταγμούς και
+διαβούλια, αλλά και έριδας μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου, αφού η
+Ασημήνα ήκουσε τας γνώμας και των εξαδέλφων της, ηναγκάσθησαν να
+υποκύψουν.
+
+Η Μαργαρώ ως ήκουσεν ότι ο γαμβρός την προτιμά, δεν ώκνησε να είπη
+ότι και αυτή τον θέλει. Ήτον, είνε αληθές, ανθηροτέρα και
+χαριεστέρα της αδελφής της, και ήτο μόλις δεκαοκταέτις. Η Λενιώ, η
+ατυχής παραγκωνισθείσα, το επήρε κατάκαρδα. Εφαίνετο ολίγον
+ασχημούτσικη, και ήτον χλωμή και κακοπλασμένη εξ αρχής. Είτε
+έπασχεν αρχήθεν, είτε όχι, το βέβαιον είνε ότι απέθανε φθισική,
+ολίγον χρόνον ύστερον, μετά δύο μήνας από τον γάμον της Μαργαρώς!
+
+Ιδού πώς αθρόως και χονδρικώς, ούτως ειπείν, διεσκεδάζετο η
+φιλόστοργος ανησυχία των εξαδελφάδων της Ασημήνας.
+
+Έμεινε τώρα, μία κόρη, η Αφέντρα, η τελευταία. Η μήτηρ της την
+είχε πλέον «χαδούλα και χαδιάρα», και αι εξαδέλφαι της μητρός της
+δεν ανησύχουν πολύ δι' αυτήν. Η Ασημήνα έτρεφε μητρικήν
+φιλοδοξίαν, την οποίαν ηρέσκετο να σχετίζη με τον καϋμόν της διά
+την αποδημίαν του υιού, κ' έβλεπε ξυπνητά τα όνειρα εν σχέσει προς
+την μέλλουσαν λαμπράν και ένδοξον εκ της Αμερικής επάνοδον
+εκείνου.
+
+ — Της Αφέντρας μου, η τύχη, έλεγε, θάρθη απ' την Αμέρικα.
+
+Και η κόρη εμεγάλωνε με την ιδέαν ταύτην. Αλλ' εν τω μεταξύ η τύχη
+της εκινδύνευσε να έλθη από πολύ απωτέρω, δηλαδή από τας ιδίας
+περίπου σφαίρας, οπόθεν είχεν έλθει της ατυχούς Ελένης η τύχη και
+της μικράς Ροδαυγής.
+
+Μία εξαδέλφη του μάστρο-Στεφανή είχε συνδεθή διά του γάμου της με
+μεγαλείτερον σόι. Εκαλείτο κοινώς η Επαρχίνα. Ήτο συνταξιούχος
+χήρα διοικητικού υπαλλήλου προ χρόνων αποθανόντος. Είχε ζήσει εις
+άλλας πόλεις της Ελλάδος και είχεν αποκτήσει ξενιζούσας έξεις και
+κλίσεις. Μία των ιδιοτροπιών της, ήτις εφάνη αλλόκοτος εις το
+χωρίον, υπήρξε το να παραγγείλη να της κατασκευάσουν εντός του
+περιβόλου του κοινού κοιμητηρίου τον τάφον της κτιστόν, και να
+επιγράψουν επί πλακός το όνομά της· «Ενθάδε κείται η αείμνηστος
+χήρα του αοιδίμου Επάρχου Σ. Χ.» πριν αύτη αποθάνη ακόμη.
+
+Τούτο το είχον κάμει και άλλοι τινές προ αυτής. Έν μάλιστα
+γεροντικόν ανδρόγυνον, είχε κτίσει διδύμους τάφους, ανοικτούς,
+χάσκοντας, με τας επιγραφάς των ονομάτων των ζώντων ακόμη. Και το
+ανδρόγυνον είχε φθάσει εις βαθύ γήρας, 87 ετών ο σύζυγος, 84 η
+συμβία, και οι τάφοι έχασκον προκλητικώς προς τους επισκέπτας, και
+το ανδρόγυνον δεν απέθνησκε. Τινές μάλιστα είπον ότι επίτηδες
+είχον κτίσει οι δύο σύζυγοι τους τάφους εκείνους τους ανοικτούς,
+διά να ξεγελάσουν τον θάνατον και διά να εξορκίσουν τον Χάρον . . .
+
+Τούτους είχε μιμηθή και η χήρα Π. Χ. Καθώς ήτον ο τάφος,
+νεόκτιστος, ασβεστωμένος, και με υγράν ακόμη κονίαν, μίαν εσπέραν
+θερινήν, η συνταξιούχος γερόντισσα, συνοδευομένη από την μικράν
+Αφέντραν, δευτέραν ανεψιάν της, δωδεκαετή τότε παιδίσκην, προς ην
+εφαίνετο να τρέφη στοργήν τινα, ενώ επέστρεφον από την άμπελον,
+ολίγον μετά την δύσιν του ηλίου, με τα καλαθάκια των υπό τους
+αγκώνας κρεμάμενα, διήλθαν έξωθι του νεκροταφείου. Εισήλθον εις
+τον περίβολον διά να ίδη η χήρα τον τάφον, και δείξη τούτον, ως
+αξιοπερίεργόν τι, εις την μικράν Ανεψιάν της.
+
+ — Να, Αφέντρα μου, κύτταξε πού θα με βάλουν!
+
+Η κόρη εκύτταξε με άκακον περιέργειαν και αφοβίαν.
+
+ — Τι ώμορφο ταφάκι, που θάχης, θεια, είπε· μικρούτσικο . . .
+
+ — Μου πήραν μέτρο, είπεν η γραία, μα δεν ξέρω, αν θα μούρχεται
+ίσα-ίσα. Ήθελα να καταβώ μια κάτω, να ξαπλωθώ, για να δοκιμάσω . . .
+πρέπει να τεντωθώ καλά . . .
+
+Η παιδίσκη ακουσίως εγέλασε.
+
+ — Πού σ' αφίνει, θειά, είπεν, η καμπουρίτσα που έχεις, για τα
+ξαπλωθής, να δοκιμάσης; . . .
+
+Η γραία εμόρφασε.
+
+ — Μπα! είπε, δεν έχω καμπούρα, πού την ηύρα την καμπούρα; . . .
+
+Κ' έφερε την χείρα οπίσω εις την ράχιν της.
+
+ — Σαν πεθάνουμε, εξηκολούθησε να λέγη στρυφνώς πως και μετά
+πικρίας . . . τότε η καμπούρα φεύγει από πάνω μας, τότε όλα τα
+κορμιά ισάζουν . . . Κι' όλοι μας γινόμαστε ίσιοι, ίσιοι και
+όμοιοι, ίσωμα, σαν αυτόν τον κάμπο που θα πλαγιάσουμε όλοι μας,
+σαν αυτό το χώμα που θα μας σκεπάση.
+
+Αίφνης της γραίας της ήλθε μία ιδέα.
+
+ — Θέλεις, Αφέντρα μου, να μβης εδώ μέσα να ξαπλωθής ώμορφα-
+ώμορφα, να καμαρώνης, για να ιδώ πώς θα φαίνωμαι όταν με βάλουν
+μέσα . . . ίσα κοντεύουμε να είμαστε στο μπόι; γιατί εσύ ψηλώνεις
+γλήγορα . . . Να τεντωθής, ολίγο συ, να ξεδιπλωθώ λίγο εγώ, ίσα θα
+είμαστε, πάνω-κάτω.
+
+Η παιδίσκη μειδιώσα, άκακα, άφοβα, άφησε το καλαθάκι της και
+κατέβη εις τον κοινόν λάκκον. Εκάθησε κάτω περιμαζεύουσα τα
+κράσπεδα του φορέματός της, είτα εξηπλώθη, εσταύρωσε τα χεράκια
+της, έκλεισε τα ματάκια της, και εκαμάρωνεν ώμορφα-ώμορφα, καθώς
+έλεγεν η γραία θεία της.
+
+ — Φτάνει τώρα, έκραξεν η χήρα του Επάρχου· σήκω απάνω μη μας
+ιδούν, και λένε, τι πάθανε αυταίς; . . . Τι ώμορφα που κάνεις την
+πεθαμμένη! . . . Ανέβα γλήγορα, και πάμε.
+
+
+Η Αφέντρα την ιδίαν εσπέραν διηγήθη το πράγμα εις δύο συνομήλικας
+φίλας της. Τούτων η μία, μεγαλειτέρα κατά δύο έτη από την
+Αφέντραν, έβαλε φωνήν τρόμου, και κατεφόβισε την κορασίδα.
+
+ — Πω! πω! έκαμες την πεθαμμένη! και το λες κι' όλα;
+
+ — Γιατί;
+
+ — Οι βρυκολάκοι θα σε κυνηγούν! . . . και θα γυρεύουν να σε
+πάρουν μαζί τους . . .
+
+Τότε η Αφέντρα ετρόμαξε. Την νύκτα επλάγιασε με πονοκέφαλον. Της
+ήλθε πυρετός. Έβλεπεν όλην την νύκτα νεκρούς και τάφους και
+βρυκόλακας εις τον τεταραγμένον ύπνον της. Η ιδία η θεία της τής
+εφαίνετο ότι είχεν αποθάνει, ότι εβρυκολάκιασε και ζητούσε να της
+πίη το αίμα. Εξύπνησε παγωμένη, και την κατέλαβε κάτι σπασμώδες
+και νευροπαθές.
+
+Είχε πάρε «φρίξιν», καθώς έλεγεν η μητέρα της. Την εσπέραν
+προσεκλήθη είς ιερεύς, και ήρχισε να της διαβάζη άνωθεν της
+κεφαλής της τα Τετραβάγγελα. Η χήρα η Επαρχίνα κατεθλίβη κ'
+επροσπάθει με κάθε τρόπον να εγκαρδιώση την νέαν, και να
+παρηγορήση την μητέρα, η οποία όμως έκαμνε μορφασμούς δυσμενείας
+προς την ανδρεξαδέλφην της.
+
+ — Είδες την Επαρχίνα! έλεγε κατ' ιδίαν η Ασημήνα η πτωχή. Να μου
+τρελλάνη το κορίτσι, μιαν ώραν μιαν ωρίτσα! Τ' ήθελε να την πάη
+στα Μνημούρια, θα πω τι ήθελε; Και την έβαλε, λέει, να πέση μέσ'
+τον τάφο που έχει κτίσει, για να δοκιμάση το μπόι της! . . .
+Κορίτσι απάρθενο, αγουρίδα, άκακο, μούστο πράμμα! Και να ξαπλωθή
+στον λάκκο μέσα, ακούς! Για να σκιάξη, μαθές, τους πεθαμμένους;
+. . . Για να την αφήση ο χάρος, γρηά, κακόγρηα, κακομαγειρεμμένη, να
+μην την πάρη, και σωθούν η αμαρτίες της! . . . Και την έσπρωξε
+μέσα στο λάκκο, τ' ακούς!. . . . Κ' έκανε την πεθαμμένη, τ' ακούς!
+. . . Ποιος ξέρει αν δεν της έρριξε και χώματα απάνω της; . . .
+κι' αν δεν την εκακομελέτησε, τάχα; Και τώρα που ήλθε, άτυχα, του
+κοριτσιού μου . . . Και πώς να τώχω, ένα παλαβό, ένα σκιασμένο,
+ένα φριμμένο, Θε μου! . . . Κορίτσι μυριάκριβο, που ήταν σαν το
+κρύο νερό . . . Που μου το γύρευαν οι γαμβροί από τώρα . . . Κ'
+εγώ έλεγα, η καϋμένη, νάρθη ο Θανάσης απ' την Αμέρικα, να μου φέρη
+πολλές-πολλές λίρες, να το παντρέψω, να το νοικοκυρέψω, να
+ευφρανθώ, να χαρώ! . . . Και τώρα η Επαρχίνα μου το βόλεψε καλά!
+. . . Απ' το Θεό ας τωύρη!
+
+
+Αφού ο ιερεύς επέρανεν αναγινώσκων όλα τα Τετραβάγγελα, υπεράνω
+της κορυφής της, η Αφέντρα έδειξε σημεία βελτιώσεως. Μετά τρεις
+εβδομάδας αι πένθιμοι εικόνες εξηλείφοντο μικρόν κατά μικρόν από
+τον νουν της. Η μητέρα επροσπάθει να την κάμη να φαιδρυνθή.
+
+ — Δεν έχεις τίποτε, Αφέντρα μου· τώρα είσαι καλά . . . Και πού
+νάρθη, από την Αμέρικα ο Θανάσης μας! . . . να σου φέρη όλα τα
+καλούδια . . . και θα φέρη λίρες, λίρες με την ουρά . . . να σε
+στολίσω, να σε κάμω νύφη . . . Εκατό λίρες θα βάλω κολλαΐνα 'πάνω
+στα στήθεια σου, στο γάμο, που θα φορής το στεφάνι . . . να
+καμαρώνης, να σε ζηλεύουν όλοι!
+
+Κατ' εκείνας τας ημέρας έφθασεν επιστολή εξ Αμερικής. Ο Θανάσης
+έγραφεν ότι είνε καλά, και ότι ολίγον ακόμα θ' αργήση να έλθη διά
+να φέρη πολλές λίρες.
+
+Παρήλθον χρόνοι. Ο Θανάσης έλειπεν ήδη εις την Αμερικήν, και θα
+ήτο πλέον ή 35 ετών ήδη. Η αδελφή του είχεν υπερβή το εικοστόν.
+Και τέλος δεν είχε μεγαλώσει πολύ, και η μήτηρ της έτρεφε
+πεποίθησιν ότι δεν θα εβράδυνε πολύ η τύχη της κόρης να έλθη.
+Μόνον αν συνέβαινε ποτέ να πειραχθή με καμμίαν συνομήλικα η
+Αφέντρα, έμενεν η παλαιά ηχώ, ήτις κάμνει όλους και όλας να φέρουν
+εις την όλην την ζωήν των εν παρεγκώμιον, εις τους μικρούς τόπους,
+όπου ουδέν κρύπτεται ουδενός, και όπου η μετάβασις από της φιλίας
+εις την έχθραν, είνε τόσον εύκολος και ταχεία.
+
+Και τότε η παλαιά ηχώ, διά του στόματος της φίλης της χθες, της
+εχθράς της σήμερον, επανέλεγε: «Παλαβή!.. σκασμένη!.. φριμμένη!
+. . . που την πιάνει!. . . . » Και τούτο θα έφθανε και εις τα ώτα
+παντός υποψηφίου μνηστήρος . . . Πλην, αν ήρχετο ο Θανάσης από την
+Αμερικήν, κ' έφερνε τόσον χρυσίον, όσον ωνειροπόλει η μήτηρ, το
+προηγούμενον εκείνο θα ήτο πολύ μικρόν εμπόδιον διά τους επιδόξους
+γαμβρούς.
+
+Τέλος, μίαν πρωίαν, ήλθε γράμμα, με μέγαν χρωματιστόν φάκελλον, με
+πολλάς σφραγίδας και γραμματόσημα όχι ολίγα.
+
+ — Καλώς ταδέχτης, καλώς ταδέχτης, γειτόνισσα.
+
+ — Καλώς ταδέχτης, εξαδέλφη.
+
+ — Ευχαριστώ, καλό νάχετε.
+
+Η Ασημήνα είχε μεγάλες χαρές, ομοίως και η Αφέντρα, η κόρη της. Το
+γράμμα εκείνο εφάνη εις την νέαν ότι περιέκλειε πράγματι την τύχην
+της, την οποίαν από τόσον χρόνον επερίμενε πότε να έλθη.
+
+ — Έλα να μας ξαναγλώσης το γράμμα, παππά!
+
+Ο παππάς, ο γείτων, ανέβη στο σπίτι του μπάρμπα-Στεφανή, και
+«ξανάγλωσε» το γράμμα.
+
+Η επιστολή ήτον πράγματι από τον Θανάσην, κ' έγραφεν ότι μετά ένα
+μήνα έρχεται. Είχε πάθει ολίγον την υγείαν, έγραφε, κ' έχει
+πεποίθησιν ότι το αέρι της πατρίδος θα τον κάμη καλά. Θα έφερε
+μαζί του και όλας τας μικράς οικονομίας του.
+
+Δεν εκιτρίνισαν μόνες η λίρες τόσα χρόνια εις τα κλίματα της
+Νοτίου Αμερικής, όπως έλεγεν άλλοτε ο μαστρο-Στεφανής· εκιτρίνισε
+κι' ο ίδιος ο Θανάσης, ο υιός του. Κατά Μάρτιον μήνα έφθασεν ούτος
+εις τον Πειραιά, ανέβη δε εις τας Αθήνας διά να τον ίδουν οι
+ιατροί· και ούτοι τον εύρον φθισικόν. Είχε παρουσιασθή εις τους
+ιατρούς με όλα τα δακτυλίδια του, της καδένες και της καρφίτσες
+του. Του επήραν μερικάς λίρας, του έδωκαν πολλάς συνταγάς, διάφορα
+φιαλίδια με χρωματιστά νερά, και κάτι σκόνες με οσμήν φαρμακείου,
+και τον εσυμβούλευσαν να υπάγη εις την πατρίδα του. Κ' εκείνος δι'
+εκεί επήγαινεν.
+
+Άμα ηκούσθη εις το χωρίον, ότι έρχεται με το βαπόρι ο Θανάσης,
+φέρων και λίρες μαζί του, πέντε προξενειές έστειλαν διά μιας εις
+την μητέρα του διά την κόρην της την Αφέντραν. Περισσότεροι
+ητοιμάζοντο να στείλουν προξενειάν διά τον Θανάσην τον ίδιον, πλην
+είξευραν ότι ο νέος δεν θα ενυμφεύετο πριν εξασφαλίση την αδελφήν
+του, και οι θέλοντες αυτόν διά γαμβρόν εφιλοτιμούντο να
+προσφέρωσιν εκδουλεύσεις, μετερχόμενοι τον προξενητήν και την
+παντρολόγισσαν, όλοι και όλαι συντελούντες εις την αποκατάστασιν
+της κόρης το ταχύτερον. Άμα έφθασεν ο Θανάσης και τον είδαν και
+ήταν ισχνός και κάτωχρος, ενόησαν πως δεν έμελλε να νυμφευθή εις
+αυτόν τον κόσμον ο Θανάσης και παρητήθησαν.
+
+Μεταξύ των γαμβρών, όσοι επαρουσιάσθησαν, προεκρίθη είς νέος έχων
+μικρόν εμπορικόν. Εκαλείτο κοινώς ο Γρηγόρης της Μονεβασώς. Ούτος
+εσκέφθη ότι τα χρήματα, τα οποία έφερεν εκ της Αμερικής ο φθισικός
+νέος, θα ήσαν καλά διά ν' αυξήση το εμπόριόν του, διά να πληρώση
+τα χρέη του και ανοίξη περισσοτέρας πιστώσεις. Αι εξαδέλφαι της
+Ασημήνας, πάλιν, εσκέφθησαν ότι καλόν θα ήτο να συγγενεύσωσι, με
+την εμπορικήν τάξιν, ήτις εξήσκει επιρροήν εις το χωρίον κ'
+εξευγένιζε διά των χρημάτων, πλάττουσα δημάρχους, συμβούλους κλπ.
+Τέλος εταίριασαν και συνήφθη ο αρραβών.
+
+Ο μεγάλος υιός του Στεφανή, ο Στάθης, έλαβε το τσέκι, το οποίον
+έφερεν εξ Αμερικής ο αδελφός του, απήλθεν εις Βώλον και το
+εξηργύρωσεν. Ήτο περίπου διά πεντακοσίας αγγλικάς λίρας.
+Επιστρέψας εκ Βώλου έφερε περί τας 18 ή 19 χιλιάδας χαρτίνας
+δραχμάς. Τόση ήτον η περιουσία του Θανάση.
+
+Τον φθισικόν νέον τον επήγαν, μετά το Πάσχα, εις το μονύδριον του
+Αγίου Χαραλάμπους, μίαν τερπνήν εξοχήν. Ο νέος γαμβρός, όστις ήτο
+πολιτισμένος, απήτησε να βγάλη η αρραβωνιαστική του τα εγχώρια
+φορέματα και να φορέση ευρωπαϊκά.
+
+Η Αφέντρα, ήθελε κι' αυτή να ενδυθή ξενικά, όσω μάλλον ό,τι
+εσώζετο ακόμη εκ της νυμφικής στολής της μακαρίτιδος Ελένης, με
+της οποίας το κυριώτερον μέρος είχον ενδύσει την νεκράν, δεν ήθελε
+να το φορέση, ένεκα προλήψεων. Η άλλη, η ύπανδρος αδελφή, η
+Μαργαρώ, αποτόμως όπως έγεινεν ο γάμος της, είχε κάμει πρόχειρα
+νυμφικά φορέματα, επειδή ούτε η Ελένη θα της παρεχώρει τα ιδικά
+της στολίδια, διά να στεφανωθή μ' αυτά, ούτε η Μαργαρώ θα τα
+εδέχετο. Τα ενδύματα της Ελένης, όσα ευρίσκοντο ακόμη εντός του
+κιβωτίου, αρχαιοπρεπέστερα, ήσαν εν μέρει αυτά τα νυμφικά φορέματα
+της μητρός των, ολίγον τροποποιημένα διά τας απαιτήσεις της
+εποχής. Η Αφέντρα ήτο πολύ νεωτέρα, της είχεν έλθει η τύχη της από
+την Αμέρικα και ήθελε να συμβαδίση με την εποχήν.
+
+Ο Θανάσης, ο φθισικός νέος, όστις ήτον πλήρης ελπίδων και θάρρους
+ότι θ' ανέκτα την υγείαν του, τώρα που ήλθεν εις την πατρίδα,
+είχεν ειπεί εις την μητέρα του μετά τους αρραβώνας της αδελφής·
+
+ — Να γείνω κ' εγώ καλά μητέρα, και να γείνη ο γάμος.
+
+ — Έννοια σου, παιδί μου· θα γένης καλά, πρώτα ο Θεός· σα δε γένης
+καλά πρώτα, πού κάνουμε ημείς γάμο . . . Και τώρα που θ' αρχίσουνε
+να μας έρχουνται η νυφάδες, να μας στέλνουν προξενειαίς, για σ'
+εσένα, Θανασάκη μου! Μου είπαν, πέντ' έξη πεθεράδες είν' έτοιμες,
+για να μου στείλουν προξενιά, ακούς; . . Τρελλαθήκανε,
+ζουρλαθήκανε, τ' ακούς; . . . Χαρά 'ς εμένα! . . . Ποια κι' άλλη
+θάχη την τύχη μου; Και τάζουν . . . . και τι δεν τάζουν! . . . Μα
+έννοια σου, ημείς θα διαλέξουμε και θα πάρουμε, Θανασάκη . . .
+Έτσι κ' έτσι δε μας γελούν εμάς . . . Κουράγιο . . . κάμε, να
+γένης καλά, παιδάκι μου!
+
+Η προθεσμία δεν ήρεσεν εις τον Γρηγόρην, τον υιόν της Μονεβασώς,
+ούτε ίσως εις αυτήν την Αφέντραν. Κατά συγκυρίαν δε, εκείνας τας
+ημέρας, αρρώστησε και αυτή η μητέρα του γαμβρού, η γραία Μονεβασώ.
+Κατά τινα στιγμήν, εις το τέλος μιας επισκέψεως του μνηστήρος, ενώ
+ούτος εξήρχετο της οικίας, μεταξύ της πόρτας και της σκάλας, η
+Αφέντρα σιγά-σιγά εψιθύρισεν εις τον αρραβωνιαστικόν της·
+
+ — Ειπέ της μάννας σου, είνε φόβος μην πεθάνη ο Θανάσης, κ' ύστερα
+το πένθος θα μας κάνη ν' αναβάλλουμε τα στέφανα. . . . Κ' εγώ θα
+πω του Θανάση, πως είνε φόβος μην πεθάνη η μητέρα σου, κι' από τη
+λύπη μας θ' αναγκαστούμε ν' αναβάλλουμε το γάμο για του χρόνου.
+
+ — Έννοια σου! . . . είπε μετ' αληθούς θαυμασμού ο γαμβρός.
+
+Ο Θανάσης ενέδωκεν εις το επιχείρημα της αδελφής του.
+
+Αλλά της Μονεβασώς δεν το εχώρει ο νους της, να γείνη ο γάμος του
+υιού της και να μην παρευρεθή διά να δώση την ευχή της.
+
+Ευτυχώς αύτη ήτον καλλίτερα κ' εσηκώθη εις ολίγας ημέρας. Αλλ' ενώ
+εγίνοντο αι ετοιμασίαι του γάμου και είχον κατεβάσει τον άρρωστον
+από την εξοχήν του Αγίου Χαραλάμπους, εις την πολίχνην, ο γαμβρός
+και ο Στάθης διεφώνησαν ως προς το ποσόν της μετρητής προικός.
+
+Ο γαμβρός ισχυρίζετο ότι πέντε χιλιάδας είχον συμφωνήσει, και
+χωριστά το σπίτι, το αμπέλι, τον μικρόν ελαιώνα και τα ρούχα. Ο
+Στάθης διετείνετο ότι τεσσαρεσήμυσι χιλιάδες το όλον, μαζί με τα
+ρούχα, τα έπιπλα, τα σκεύη και τα λοιπά. Και οι δύο έλεγον την
+αλήθειαν, επειδή εκάτερος είχεν είπει άλλον αριθμόν, όταν έδωκαν
+τας χείρας . . . Επειδή δε τώρα ο γαμβρός ηθέλησεν ευρωπαϊκά
+φορέματα διά την νύμφην, όλη η συσκευή θα εκόστιζε περίπου χιλίας
+δραχμάς, και άλλας τέσσαρας χιλιάδας με τρόπον συμβιβαστικόν και
+χωρίς ξεσυνέρια ήθελε να μετρήση διά την αδελφήν του.
+
+Εις τα παράπονα της Αφέντρας και της μητρός, ο Θανασάκης επένευσε,
+και είπε να δώση ακόμη χιλίας δραχμάς του γαμβρού. Αλλ' ο Στάθης
+είχε το λύειν και το δεσμείν, και δεν επείθετο να τας δώση.
+
+Ο Στάθης και ο γαμβρός ήλλαξαν δριμείας φράσεις·
+
+ — Σε ξένο βιο κάνεις κουμάντο εσύ; . . . Άλλος τα καζάντισε αυτά
+τα γρόσια . . .
+
+ — Και συ με τ' αδερφού μου τα γρόσια, που έχασε την υγειά του για
+να τ' αποχτήση, θέλεις ν' ανοίξης μεγάλο μαγαζί: . . . Πού είνε τα
+καζάντια σου, εσένα;
+
+Ο γέρο Στεφανής, όστις εισήλθε την στιγμήν εκείνην, επιστρέφων εκ
+της αγοράς, όπου είχε περάσει από το καπηλείον του Γιάννη του
+Βλάχου, ενθυμήθη την παροιμίαν·
+
+ — Ε! τώρα, δεν ησυχάζετε και σεις; . . . Μοιάζετε με τους δύο . . .
+που μάλλωναν σε ξένο αχ . . .
+
+Ο γέρο-Στεφανής δεν ετελείωσε την φράσιν. Η Αφέντρα είχε στραφή
+προς τον πατέρα της, κ' επειδή εγνώριζε τας παροιμίας του, του
+ένευσε φέρουσα ζωηρώς τον δάκτυλον εις τα χείλη. Εφοβείτο μη
+προσβληθή ο μνηστήρ της.
+
+Ο Στάθης όμως είξευρε, φαίνεται, τον άνθρωπόν του, και ήτο βέβαιος
+περί της ανοχής και της πραότητος του γαμβρού. Τω όντι ούτος είχε
+λάβει την προτεραίαν ήδη τας τέσσαρας χιλιάδας, καίτοι επέμενε να
+λάβη άλλας χιλίας, και είχε διαθέσει μέγα μέρος του ποσού εκείνου
+εις εξόφλησιν εμπορικών υποχρεώσεων.
+
+Ο ασθενής Θανάσης, τον οποίον είχον φέρει οπίσω εις την πόλιν, δεν
+κατώκησε πλέον εις την πατρώαν οικίαν, την οποίαν είχον γράψει ως
+προίκα εις το συμβόλαιον, κ' εν αυτή θα εγίνοντο αι εορταί και τα
+δείπνα του γάμου. Προς ανατολάς ταύτης ήτο μικρά πλατεία, και
+πέραν της πλατείας ήσαν άλλαι οικίαι. Μεταξύ τούτων, ενοικίασαν
+τον οικίσκον πτωχής γυναικός, διά να κατοικήση ο άρρωστος, είτα
+και οι γονείς του.
+
+Ο φθισικός, και αν δεν ηδύνατο να σηκωθή διά να παρευρεθή εις τον
+γάμον, θα έβλεπε διά του παραθύρου τον μέγαν χορόν, όστις θα
+εχορεύετο επί της πλατείας, εις το ύπαιθρον, μετά το γαμήλιον
+γεύμα. Ήτον ήδη περί τας αρχάς του θέρους. Ο νεαρός γαμβρός ηγάπα,
+φαίνεται, την επίδειξιν, και ήθελε να καλέση πλείστους και δικούς
+και ξένους εις τους γάμους του.
+
+Εν τοσούτω η απαίτησις των χιλίων δραχμών δεν είχε διευθετηθή. Ο
+Θανάσης είπε να δώση ο Στάθης τας χιλίας δραχμάς εκ των χρημάτων
+όσα είχεν εις τας χείρας του, ως έχων την διαχείρισιν των εξόδων.
+Ο Στάθης εμόρφασεν, έγρυξε, και είπε: «Καλά!» Αλλά δεν έδωκε τα
+χρήματα.
+
+Την άλλην ημέραν, ήτις ήτον η παραμονή του γάμου, ο γαμβρός
+υπέμνησε και πάλιν την απαίτησιν. Τότε ο Στάθης είπεν ότι δεν έχει
+πλέον χρήματα, επειδή όσα είχεν εις χείρας επήγαν όλα για έξοδα,
+και ας δώση τα χρήματα ο Θανάσης, αν θέλη.
+
+Αυτά είπεν εις τον γαμβρόν. Εις δε τον Θανάσην είπεν·
+
+ — Αυτά να του τα δώσουμε για πανωπροίκι, να στεφανωθή, κ' ύστερα,
+τι λες κ' εσύ;
+
+ — Ναι, είπεν ο Θανάσης, όστις επείθετο ευκόλως εις ό,τι του
+έλεγον όλοι και μάλιστα ο Στάθης.
+
+ — Βέβαια, επέφερεν ο Στάθης, με αυτόν τον τρόπον, θ' αποδείξη κι'
+αυτός πως μας εμπιστεύεται, όπως τον εμπιστευτήκαμε κ' εμείς.
+
+Άμα εξήλθεν ο πρωτότοκος αδελφός, εισήλθεν η Αφέντρα. Αύτη
+επλησίασεν εις την κλίνην του Θανάση, και ήρχισε να τον θωπεύη και
+να του γλυκομιλή.
+
+ — Να, τώρα που λες, Θανασάκη μου, επειδή πάτησε ποδάρι αυτή η
+γρηά, η πεθερά μου, που φοβάται μην πεθάνη, κ' ήθελε να γένη ο
+γάμος τώρα . . . Εγώ είπα να γένης πρώτα καλά εσύ, κ' ύστερα να
+μας βάλουν στέφανα . . . Μόλις σηκώθηκε στα πόδια της, και
+βιάζεται να δώση την ευκή της, φοβάται μην ξανακυλίση . . .
+
+Ως τόσο, είσαι και συ, καλλίτερα, Θανάση, δεν είσαι;
+
+ — Σαν καλλίτερα είμαι, είπεν ο Θανάσης, όστις ευκόλως επείθετο
+ότι είνε καλλίτερα, άμα του το έλεγέ τις· ησθάνετο δ' ενίοτε και
+ψευδοβελτιώσεις της νόσου.
+
+ — Μακάρ' ο θεός να δώση να είσαι καλά. Θα σηκωθής, Θανασάκη μου;
+θα κάμης κουράγιο νάρθης στο γάμο, να με καμαρώσης, που θα φορώ
+στεφάνι;
+
+ — Να ιδώ . . . σαν μπορέσω . . . Όπως μου πη ο γιατρός.
+
+ — Αν δεν έλθης, δεν βάζουν στέφανα, είπεν η Αφέντρα. Εσύ είσαι
+δεύτερος πατέρας για μας, θα σου φιλήσωμε το χέρι κ' εγώ κι' ο
+Γρηγόρης . . . ως τόσο, δε δίνεις μόνος σου κειναδά τα λεπτά; . . . .
+χίλιες δραχμές του έχουνε τάξει ακόμα . . . Δεν τα δίνεις με
+το χεράκι σου; αποκάτ' απ' το προσκέφαλό σου τάχεις;
+
+Και λέγουσα έρριπτε βλέμματα πλήρη απληστίας υπό το προσκέφαλον,
+ως να ήθελε να ίδη μέσω του λινομετάξου περιβλήματος, και κάτωθεν
+του πατημένου μαλλίνου όγκου, τι εκρύπτετο υποκάτω. Έκαμε δε
+κίνημα ως διά να χώση την χείρα της κάτωθεν του προσκεφαλαίου.
+
+Ο Θανάσης είχε τω όντι υπό το προσκέφαλόν του το μέγιστον μέρος
+των χαρτίνων νομισμάτων, τα οποία είχε φέρει ο Στάθης εκ Βώλου —
+περί τας ένδεκα χιλιάδας δραχμών.
+
+ — Δεν τα δίνεις, επανέλαβεν η κόρη, για να μην εύρη καμμιά
+πρόφασι ο γαμβρός; Τώρα πλεια, Θανασάκη, δεν είμαστε για ν'
+απομείνουμε . . . Τι θα πη ο κόσμος; Αν μου κάμη τίποτε, Θεός να
+φυλάη, και πη πως δε στεφανώνεται! . . . Κάλλιο έχω να . . .
+
+Και δάκρυα έπνιξαν την φωνήν της. Την ιδίαν στιγμήν εισήλθεν ο
+Στάθης, όστις φαίνεται ότι ήτον απ' έξω, και ίσως είχε τείνει το
+ους ή τυχαίως ήκουσεν.
+
+Ο Στάθης ήρχισεν άλλην ομιλίαν, ωμίλει διά τα καθέκαστα του γάμου,
+διά τους καλεσμένους, οι οποίοι ήσαν τόσον πολλοί, ώστε δεν θα
+τους εχώρει το σπίτι . . . Είνε τω όντι φαντασμένος αυτός ο
+γαμβρός.
+
+ — Μην το λες, και κακιών' η αδερφή μας, είπε μειδιών ο Θανάσης.
+
+ — Εμένα μ' έχεις αδερφό, είπεν ο Στάθης· τον Γρηγόρη δεν τον
+έχεις ακόμα τίποτε.
+
+Η Αφέντρα είχε χαμηλωμένα τα όμματα κ' εσιώπα. Εισήλθε και η
+Ασημήνα, ήτις ίστατο προ μικρού εις τον προθάλαμον και είχεν
+ακούσει τον Στάθην.
+
+ — Τώρα πλεια έχουμε χαρές . . . Θα κάμωμε γάμο, που θα δώση νάμι
+. . . Δημάρχους, λιμενάρχους, ντελεγραφιστάδες, νεροδίκη, τελώνη,
+αστρονόμο, όλους τους εκάλεσεν ο γαμβρός μας . . . Θα στήσουνε
+αύριο ένα χορό, που θα δώση κρότο, τι λες καλέ! . . . Θα κάμη
+χαρά, λέει, που να βαστάξη τρεις βδομάδες. Παράγγειλε στον μπάρμπα
+μας, τον Κοψιδάκη, να του σφάξη τέσσερ' αρνιά, τρία πρόβατα, δύο
+κατσίκια, θυσία . . . Και χωριστά ο κουμπάρος, που θα σφάξη δύο
+τραγιά, και θα κουβαλήση πήττες και μπακλαβάδες. Και βιολιά, και
+λαούτα, ακούς, και λογιών-τω-λογιών τα λαλούμενα, τακούς, κι' όλ'
+οι βιολιτζήδες οι ντόπιοι, τρεις ξένοι, οι τουρκόγυφτοι με τα
+κλαρινέτα, ακούς . . . Και θα χορέψουν όλοι, που να πηδήσουν
+μεσούρανα, τακούς . . . Και πού είσ' ακόμα, ν' αρχίσουν να μας
+έρχωνται η νυφάδες για το Θανάση, κ' η πεθεράδες, που θα μας
+κουβαλούν ζαχαρομαχαλιά και κουραμπιέδες, και λογιών-τω-λογιών
+καλούδια . . . Ως το χειμώνα, φέτος, άλλο γάμο θάχουμε . . . Και
+ποια μάννα είνε σαν εμένα; . . . Πώς έχω τον νου μου, δεν λέτε; . . .
+
+Την στιγμήν εκείνην επήλθε παροξυσμός βηχός μετά διαταραχής του
+στομάχου εις τον φθισικόν. Εν τη παραζάλη και τω θορύβω, κ' ενώ αι
+δύο γυναίκες προσεπάθουν ν' ανακουφίσουν τον πάσχοντα, ο Στάθης
+έβαλε την χείρα υπό το προσκέφαλον, ήρπασε το χρηματοφυλάκιον,
+χωρίς κανείς να τον παρατηρήση, και το έθεσεν ηρέμα εις τον κόλπον
+του.
+
+Είτα ο Θανάσης ησύχασεν. Η μήτηρ έκλεισε καλώς την θύραν του
+θαλάμου, και είπεν εις όλους, καθώς είχον εξέλθει εις τον
+προθάλαμον·
+
+ — Αφήστε τον να κοιμηθή . . . Είνε κρίμα απ' το Θεό . . . Της
+χίλιαις δραχμαίς θα της δώση αύριο . . . Ας είνε καλά, το παιδάκι
+μου . . . Μακάρι να είχατε να λαβαίνετε . . Έχασε τα νειάτα του
+. . . αρρώστησε το παιδί μου . . . Τόσα χρόνια ήτανε βαθειά στη γης,
+εκεί που βγάζουν τ' ασήμι, ακούς! βαθειά κάτω σαν τυφλοπόντικας να
+σκάφτη, μέσ' τα λαγούμια, τ' ακούς!.. Αφήστε το, ν' ανασάνη, να
+πάρη αέρα, που έλυωσε στον απάνω κόσμο, κι' ανάλυσε, σαν το κερί
+το παιδάκι μου! . . . Ας ησυχάση καλά τη νύχτα.
+
+
+Την επαύριον, όλ' αι ετοιμασίαι διά τον γάμον ήσαν συμπληρωμένοι
+. . . Την νύκτα η Αφέντρα, καθ' ην στιγμήν ο μνηστήρ τους
+εκαληνύκτιζεν, είχε ψιθυρίσει προς αυτόν κατ' ιδίαν·
+
+ — Θα μου της δώση αύριο της χίλιαις δραχμαίς. Υποσχέθηκε κ' η
+μητέρα.
+
+Την ώραν που επήγαν τα βιολιά κ' έφεραν τον κουμπάρον έμπροσθεν
+της πατρικής οικίας του γαμβρού, ο Γρηγόρης, μη έχων τίνα άλλον να
+ερωτήση, ηρώτησε κρύφα τον Στάθην, όστις στολισμένος συνώδευε με
+πολλούς εκ των καλεσμένων τον κουμπάρον, ελθόντα να παραλάβη τον
+γαμβρόν·
+
+ — Η χίλιες δραχμές, τι γίνονται;
+
+ — Θαρρώ πως της έδωκεν ο Θανάσης της Αφέντρας, απήντησε βιαστικά
+ο Στάθης.
+
+Η πομπή των καλεσμένων, μετά βιολίων και λαγούτων, άγουσα τον
+κουμπάρον και τον γαμβρόν, κατήλθε μέχρι της οικίας της νύμφης.
+Ανέβησαν εις την οικίαν ο γαμβρός, ο σύντεκνος, και οι οικείοι· οι
+πλείστοι επερίμεναν εις τα πρόθυρα της οικίας. Μετ' ολίγα λεπτά
+κατήλθον όλοι, άγοντες και την νύμφην, στολισμένην με φορέματα της
+προτελευταίας μόδας, και με καπέλλον μετά τεχνητών ανθέων
+πορτοκαλλέας, συνοδευομένην από την μητέρα της την Ασημήναν, ήτις
+έφερε το σαλομέταξο φουστάνι της, και γουνάκι και κουζούκαν εκ
+βελούδου, αμαυρού χρώματος, και από τας θείας της όλας, αναλόγως
+στολισμένας. Ο γερο-Στεφανής εφόρει πανωβράκι τσόχινον, το οποίον
+είχεν από τριακονταετίας, και δεν το είχε φορέσει περισσότερον από
+πέντε φοράς εις όλην την ζωήν του. Έφερε φέσι κατακόκκινον, με
+φούνταν κυανήν, το οποίον του είχε φέρει από το Τούνεζι κατά την
+εποχήν των Κριμαϊκών ο κουμπάρος, όστις τον είχε στεφανώσει,
+εμποροπλοίαρχος, προ χρόνων αποθαμμένος τώρα, είχε δε κρεμασμένον
+από την τσέπην της τζάκας του την εσωτερικήν, κατερχόμενον έως το
+γόνα του, μακρότατον μεταξωτόν μανδήλιον, κόκκινον, διανθές.
+
+
+Πριν καταβώσιν από την οικίαν, ο γαμβρός, καθώς είχε πλησιάσει την
+νύμφην, την ηρώτησε με πολύ χαμηλήν φωνήν, διά να μην ακούσουν ο
+σύντεκνος και οι άλλοι οικείοι, ιστάμενοι πλησίον·
+
+ — Σου της έδωκε ο Θανάσης;
+
+Η Αφέντρα, μη τολμώσα ν' αρθρώση φωνήν, καθώς ένευε την κεφαλήν
+κάτω, κατένευσεν ακόμη χαμηλότερα, ερυθριώσα·
+
+ — Της έχεις; ηρώτησε πάλιν ο Γρηγόρης.
+
+Δεύτερον νεύμα, έτι ασθενέστερον έκαμεν η νέα.
+
+Ήτον Κυριακή πρωί, ώρα δεκάτη, απολείτουργα. Η πομπή διηυθύνθη εις
+τον ναόν, όπου ετελέσθη ο γάμος.
+
+
+Ο γάμος έγεινεν επίσημος. Μετά το γεύμα όλοι οι καλεσμένοι, ο
+δήμαρχος, ο λιμενάρχης, ο ειρηνοδίκης, ο υποτελώνης και οι λοιποί,
+όσους είχε καταριθμήσει η Ασημήνα, όλοι μετά των συζύγων των
+έλαβον μέρος εις τον χορόν — τινές ως απλοί θεαταί — όστις είχε
+στηθή εις την πλατείαν, εκείθεν της οικίας.
+
+Πολλοί εχόρευσαν, όλοι σχεδόν ηυφράνθησαν, και κανείς δεν
+εμελαγχόλησεν. Ο δυστυχής ο φθισικός, όστις είχε σηκωθή μετά βίας
+από την κλίνην, και τον είχον καθίσει επί καναπέ, πλησίον του
+παραθύρου, εθεώρει τον χορόν, και ησθάνετο ηθικήν ευχαρίστησιν.
+
+ — Αν δεν ηρχόμην εγώ απ' την Αμέρικα, έλεγε μέσα του, και δεν
+έφερνα αυτούς τους παράδες, όλ' αυτά θα έλειπαν . . . Γάμος
+μπορούσε να γείνη, αλλά θα ήτο πολύ πτωχικώτερος . . . και τέτοιος
+χορός δεν θα εγίνετο.
+
+Κ' εκείνην την στιγμήν ησθάνθη την ανάγκην να θωπεύση με τας
+χείρας του το χρηματοφυλάκιον, το οποίον είχεν υπό το προσκέφαλόν
+του. Από τριών ή τεσσάρων ημερών δεν είχε σηκώσει το προσκέφαλόν
+να το ίδη.
+
+Ήτον εις τον τελευταίον βαθμόν της νόσου, και μόλις ηδύνατο να
+ίσταται εις τους πόδας του. Ανεσηκώθη κ' έκαμε τρία βήματα διά να
+πλησιάση εις την κλίνην.
+
+Εσήκωσε το προσκέφαλόν και βλέπει ότι η θέσις ήτο κενή. Το
+πορτοφόλιον έλειπεν.
+
+Ανεσήκωσε την προσκεφαλάδαν ή μαξιλάραν, την υποκάτωθεν. Έψαξε τα
+σινδόνια. Τίποτε. Το χρηματοφυλάκιον είχε γείνει άφαντον.
+
+Κρύος ιδρώς τον περιέχυσε, και βηξ αγωνίας τον έπνιξε.
+
+ — Μάννα μου! μάννα!
+
+Η μικρά Ανθούσα, πτωχή κορασίς, συγγενής της οικογενείας, την
+οποίαν είχαν προσλάβει εκείνας τας ημέρας διά να υπηρετή τον
+ασθενή, ίστατο εις την θύραν του οικίσκου, κ' εκύτταζεν εν
+εκστάσει τον μέγαν χορόν, όστις ήτον ως τεράστιος ορμαθός
+ανθρώπων, πολύχρωμος και αεικίνητος. Μ' όλον τον θόρυβον όστις
+ήρχετο έξωθεν, ήκουσε την κραυγήν και τον βήχα του Θανάση, κ'
+έτρεξεν επάνω.
+
+ — Τι έχεις, Θανάση;
+
+ — Αθουσώ! . . . Αθουσώ! . . . τρέξε γρήγορα, φώναξε τη μάννα μου!
+. . .
+
+ — Είνε πιασμένη στο χορό!
+
+ — Να ξεπιαστή . . . και να τρέξη . . . Μετ' ολίγον ήλθε τω όντι η
+Ασημήνα.
+
+ — Ω! καλά έκαμε τ' Αθουσώ, κ' ήρθε, και μ' έκαμε να ξεπιαστώ απ'
+το χορό. Μπαΐλντισα, παιδάκι μου! Με της νειες αυτουνού του
+καιρού, με δημαρχίνες, νεροδίκηνες, λιμενάρχηνες, ντεληγραφιστίνες,
+ξέρω εγώ να χορεύω; . . . Όχι άλλο! . . . Ας είνε στερεωμένα,
+καλορρίζικα, παιδάκι μου . . . Τι μ' εφώναξες, Αθούσα; Με θέλεις
+τίποτα, Θανάση;
+
+ — Μάννα, ποιος μου πήρε το πορτοφόλι μου;
+
+ — Ποιο; τι είπες;
+
+ — Το πορτοφόλι, που είχα τους παράδες μέσα . . .
+
+ — Ε;
+
+ — Λείπει . . . Μου το κλέψανε, μάννα . . .
+
+ — Τι λες, παιδί μου;
+
+Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη η φωνή του Στάθη καλούντος έξωθεν της
+θύρας·
+
+ — Μάννα! . . . μάννα! . . .
+
+ — Ποιος φωνάζει; Εσύ είσαι, Στάθη;
+
+Και η Ασημήνα προέκυψεν εις το παράθυρον.
+
+ — Πες του Θανάση, εγώ τώχω το πορτοφόλι, και να ησυχάση.
+
+Και αφού είπε τούτο, ο Στάθης απεμακρύνθη.
+
+Ο Θανάσης εν μέρει μόνον κατεπραΰνθη.
+
+ — Γιατί δεν ήρθε μέσα;
+
+ — Έχει δουλειές, παιδί μου . . . Αυτός έχει όλη τη φροντίδα του
+χορού, των παιγνιδιών και τα κεράσματα . . . 'Πηρετεί όλους τους
+καλεσμένους . . .
+
+Ακολούθως η μητέρα κατήλθεν εις την πλατείαν, και διελθούσα
+πλησίον του Στάθη, του έρριψε βλέμμα ερωτηματικόν.
+
+ — Σύρε να πης του Θανάση, είπεν ούτος, ο Στάθης, πες, τώχει το
+πορτοφόλι, και θα του το δώση, πες . . . Το πήρα, γιατί φοβήθηκα
+μην τ' αρπάξ' η θυγατέρα σου, την ώραν που τον έπιασεν ο βήχας . . .
+κι' αυτή πολεμούσε να τόνε καταφέρη για να της δώση της χίλιες
+δραχμές, τα παραπανισμένα που μας γύρευε ο γαμβρός. Τώρα πλεια η
+πόρτα έκλεισε . . . Πανωπροίκια δεν έχει.
+
+Όλην την ημέραν, και μέχρι βαθείας νυκτός, διήρκεσεν η ευθυμία,
+και ο χορός διακοπτόμενος επανελαμβάνετο πάλιν. Είτα οι
+καλεσμένοι, ολίγοι-ολίγοι, εσκορπίσθησαν. Τελευταίοι έμειναν ο
+κουμπάρος και οι στενώτεροι οικείοι, με τα βιολιά και τα λαγούτα.
+Πέραν του μεσονυκτίου, έφαγαν νέον δείπνον. Τα γλυκοχαράμματα,
+αφού έφεραν γύρον με τα βιολιά, ο κουμπάρος και οι οικείοι,
+εγύρισαν οπίσω υπό την οικίαν και έμελψαν τα πιστρόφια.
+
+Όλην την εσπέραν και μέχρι βαθείας νυκτός, και την πρωίαν της
+επιούσης ακόμη, ο Στάθης δεν ανήλθεν εις την μικράν οικίαν, όπου
+ευρίσκετο ο ασθενής αδελφός του. Ούτος, ενώ την νύκτα της
+παραμονής του γάμου είχε κοιμηθή καλά κ' επί πολλάς ώρας, κατόπιν
+του παροξυσμού όστις του είχεν επέλθει την ημέραν, κ' εφαίνετο
+ησυχώτερος, την νύκτα την μετά τον γάμον, και κατόπιν της
+ανακαλύψεως της απουσίας του χρηματοφυλακίου, την διήλθεν άυπνος
+και με φοβεράς εκρήξεις βηχός.
+
+Την ώραν του μεταμεσονυκτίου δείπνου, ενώ ο κουμπάρος μετά των
+στενωτέρων εκ των καλεσμένων ηυφραίνοντο, ο γαμβρός ενθυμήθη να
+ερωτήση την νεόνυμφον·
+
+ — Πού της έχεις της χίλιες; Απάνω σου; Η Αφέντρα έκαμε αδιόρατον
+νεύμα.
+
+ — Και δεν μου λες, είπεν ο Γρηγόρης, γιατί δε σου έβαλε η μάννα
+σου την κολλαΐνα με της λίρες, που μούλεγες πως έλεγε να σου βάλη;
+
+ — Πού να της βρούμε της λίρες, είπε τότε η Αφέντρα, λυθείσης της
+γλώσσης της — επειδή η μοδίστρα της είχεν ειπεί, ότι η νύφες που
+φορούν ευρωπαΐκά δεν είνε ανάγκη να σιωπούν, ούτε να καμαρώνουν,
+καθώς εσυνήθιζαν η πρωτινές, που φορούσαν καβούκες κεντητές και
+χρυσοΰφαντα ποδογύρια — και μαλιστα ωμοίαζαν πολύ με αχελώνες,
+καθώς έλεγεν η μοδίστρα.
+
+ — Πού να της βρούμε της λίρες· ο Στάθης μόνο συχνάτσες έφερε απ'
+το Βώλο . . . Κ' έπειτα, η κολλαΐνα, που έλεγεν η μητέρα, θα
+ταίριαζεν αν φορούσα νυφιάτικα ντόπια . . . Μ' αυτά που φόρεσα
+τώρα, δεν πάει . . .
+
+Την πρωίαν, καθώς ο Στάθης επέστρεψεν εις το σπίτι του, και όλοι
+οι καλεσμένοι επήγαν τέλος να κοιμηθούν, ο γέρων πατήρ ελθών,
+εφώναξε τον Στάθην, και του είπε·
+
+ — Σύρε να ιδής τον αδερφό σου . . . σε θέλει.
+
+Ο Στάθης ήτον πλαγιασμένος, επήρε έναν ύπνον, και αργοπόρησε.
+
+Μετ' ολίγον η Ασημήνα, έτρεξε κ' εφώναξε την νύμφην της·
+
+ — Γερακίνα, πού είν' ο Στάθης; Μην κοιμάται; . . . Δεν είνε καλά
+ο Θανάσης· πες του να φθάση γλήγορα!
+
+Ολίγω ύστερον, ήλθεν η Μαργαρώ, η άλλη ύπανδρος αδελφή.
+
+ — Στάθη! τρέξε γλήγορα! . . . πεθαίνει ο Θανάσης! . . .
+
+Ο Στάθης είχε σηκωθή, κ' ενίπτετο, κ' εκτενίζετο, κι' αργοπορούσε
+. . .
+
+Ευθύς κατόπιν, έφθασε μία θεία.
+
+ — Στάθη! έλα γλήγορα! . . . σε γυρεύει ο Θανάσης! . . . την ψυχή
+στα δόντια! . . .
+
+Τελευταίος, και πάλιν ήλθεν ο γέρο-Στεφανής.
+
+ — Τρέξε γλήγορα! . . . τον αδελφό σου τον μεταλαβαίνουνε.
+
+Τέλος εξεκίνησεν ο Στάθης. Συνήντησε τον ιερέα, ασκεπή, με το
+Άγιον Ποτήριον, κατερχόμενον από τον οικίσκον του ασθενούς.
+
+Ο Στάθης έβγαλε το καπέλλο του, επροσκύνησε βαθέως και τέλος
+ανήλθεν εις την μικράν οικίαν.
+
+Ο Θανάσης ήτον εις τας λοισθίας στιγμάς.
+
+Ο Στάθης επλησίασεν εκθύμως, του έδωσε το πορτοφόλι εις τας
+χείρας. Εκείνος το έλαβε κ' εμειδίασε.
+
+ — Σχώρεσέ με, αδελφέ μου, για καλό τώκαμα, να μη σε γδύσουν . . .
+Σου χρειάζουνται τα λεπτά για να κυτταχθής, να γένης καλά . . . να
+ζήσης ακόμα, πολύ, πολύ! . . .
+
+Ο φθισικός είπεν «ευχαριστώ», έσφιξε το πορτοφόλι εις την παλάμην
+του, κ' εξέπνευσε.
+
+Μόλις απέδωκε την τελευταίαν πνοήν ο Θανάσης, και ο Στάθης ανέλαβε
+πάλιν το πορτοφόλι, και το έβαλεν εις τον κόλπον του.
+
+Η Ασημήνα έρρηξε μίαν κραυγήν, είτα μετά την συστολήν του νεκρού
+απηγόρευσε τα μοιρολόγια. Είχαν χαράν εις την φαμελιάν της, και το
+σπίτι της νεονύμφου ήτον εκατόν βήματα παρέκει αντικρύ εκεί. Δεν
+ήρμοζε ν' αμαυρωθή με θρήνους η πρώτη ημέρα του γάμου της θυγατρός
+της.
+
+Ο μπάρμπα-Στεφανής, όστις δεν είχε μάθει ότι ο Στάθης είχε πάρει
+το πορτοφόλι με τα χατονομίσματα, και δεν είξευρεν αν το
+επέστρεψεν εις τον Θανάσην, ούτε ότι το έλαβεν οπίσω πάλιν, μόλις
+έμαθε το τέλος του Θανάση, έφερε μίαν γύραν εις την αγοράν,
+επέρασεν από το καπηλείον κ' εφώναξε τον Αντώνην τον Βλάχον·
+
+ — Πάτερ Αβραάμ! . . . ελέησόν με, και πέμψον Λάζαρον!
+
+Τα μελίμηνα του ανδρογύνου επικράνθησαν από τον θάνατον του
+αδελφού, του προικοδότου και χορηγητού. Ο Γρηγόρης εξηκολούθει επί
+πολύν καιρόν ακόμη να ζητή τας χιλίας δραχμάς και να παραπονήται
+κατά της συζύγου του ότι αύτη του είχεν ειπεί ψεύδος. Πλην η
+Αφέντρα ισχυρίζετο ότι δεν του είπε ποτέ το στόμα ότι είχε λάβει
+τα χρήματα εκείνα.
+
+Ο Στάθης υπεσχέθη να γηροκομήση τους γονείς του, αλλ' ουδέποτε
+επείσθη να δώση το «πανωπροίκι» εις τον γαμβρόν. Είχεν εύρει τώρα
+και άλλο επιχείρημα, ότι και ο άλλος γαμβρός, ο σύζυγος της
+πρεσβυτέρας αδελφής Μαργαρώς, ήγειρεν απαίτησιν, ζητών και αυτός
+«πανωπροίκια», επειδή η προιξ την οποίαν είχε λάβει αυτός ήτο πολύ
+ευτελεστέρα.
+
+ — Και με τα πανωπροίκια, πού πάμε, και τι θα γίνουμε, είπεν ο
+Στάθης.
+
+Ο γέρο-Στεφανής, προσέθηκε μελαγχολικώς·
+
+ — Άλλοι σπέρνανε, κι' άλλοι θερίζουνε.
+
+
+
+ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΑΙ
+
+
+
+Πώς έτρεχον το πρωί, εις την πεδιάδα πέραν, έξω της πολίχνης,
+τόσος κόσμος, άνδρες και παιδία, και ολίγαι γυναίκες προσέτι;
+Έτρεχον ανά την ευρείαν λεκάνην, την σχηματιζομένην μεταξύ δύο
+βουνών και ενός βορεινού όρμου και του λιμένος του μεσημβρινού,
+πλήθος πολύ σφόδρα. Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο
+γραίος, ο βορειανατολικός, αδιάκοπος εφύσα, και ήτο ψύχος και
+χειμών, Δεκέμβριον μήνα . . .
+
+Πρώτοι έτρεξαν, ο Λούκας ο Μπούνος, κι' ο Θανάσης ο Πουγαδής, κι'
+ο Παναγής της Χρόναινας. Ευθύς κατόπιν τούτων ήλθαν ο Ανάστασης ο
+Ζιζυφός, κι' ο Κώστας ο Αμπάς, κι' ο Αλέξης της Μυλωνούς, κ' οι
+λοιποί. Άλλοι εξ αυτών έφερον σάκκους πλήρεις, άλλοι εκρατούσαν ως
+ράβδους υψηλά κοντάρια, κ' η τσέπες των αμπαδένιων επανωφορίων και
+περισκελίδων των, εφαίνοντο κάπως φουσκωμένες. Είχαν βγάλει από τα
+κοντάρια τους γάντζους και τα καμάκια, και τα έφερον εις της
+τσέπαις των, ίσως διά να μη δίδουν υποψίας. Δύο εκ τούτων εκράτουν
+ανά μίαν απόχην, και άλλοι εβάσταζον κουβαριασμένα χονδρά σχοινία,
+πισσωμένα. Βεβαίως επρόκειτο περί αλιευτικής ή ναυτικής εκδρομής.
+
+Αλλά πώς είχον μυρισθή την υπόθεσιν, κ' είχον λάβει είδησιν, όλες
+η μάγκες του τόπου, παιδία μεταξύ δώδεκα και δεκαέξ ετών, πρώτος ο
+Θοδωρής ο Τσούνος, είτα ο Γιάννης ο Ζόπης, κι' ο Πέρρος ο
+Τριζόπης, κι' ο Βασίλης ο Γλάρος, κι' ο άλλος ο Βασίλης ο Κουλός,
+κι' ο Γιώργης ο Κυρκυδός, κι' ο Δημήτρης ο Ψόφος, κι' ο Γιάννης ο
+Κιώρης, κι' ο Αλέξης το Φανάρι, κι' ο Μανωλιός το Ψαλτήρι, και
+τόσοι άλλοι; Μόλις είχε γνωσθή η είδησις, ότι την περασμένην νύκτα
+είχε πέσει έξω παρά την Κεφάλαν, την απότομον υψηλήν ακτήν,
+πλησίον επισφαλούς βορεινού όρμου, μία μεγάλη νάβα ολλανδική,
+πελώριον σκάφος φορτωμένον με αγγεία, σίδηρον καί τινα υφάσματα.
+Και οι μεν ναυαγοί είχον σωθή· είχαν έλθει νύκτα εις την πόλιν οι
+κάτοικοι τους έδωκαν φορέματα, ήναψαν μεγάλην φωτιάν μέσα εις μίαν
+ισόγειον αποθήκην, και τους εζέσταναν. Οι ξένοι έπιον ρούμι
+άφθονον, και ήναψαν τας πίπας των. Εφαίνοντο ευχαριστημένοι από
+την φιλοξενίαν των εντοπίων. Τώρα επρόκειτο και πώς να σωθώσι τα
+ναυάγια.
+
+
+Η εξουσία είχε στείλει δύο ενόπλους χωροφύλακας εις την Κεφάλαν,
+διά να φυλάξουν, όσον το δυνατόν, το βυθισμένον σκάφος. Αλλά πριν
+έλθουν οι χωροφύλακες, είχον φθάσει εις τον τόπον του ναυαγίου ο
+Λούκας ο Μπούνος, με την παρέαν του, κι' ο Αναστάσης ο Ζιζυφός,
+κι' ο Αλέξης της Μυλωνούς, και οι λοιποί. Ακόμη προ αυτών έφθασαν,
+αν και τελευταίοι είχον αναχωρήσει, ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι' ο
+Βασίλης ο Γλάρος, κι' ο Δημήτρης ο Ψόφος κι' όλοι οι ξυπόλητοι
+μοσχομάγκες του τόπου. Ήρχισαν δε πάραυτα να εργάζωνται προς
+ανέλκυσιν των ναυαγίων από τον πυθμένα. Αι δύο ή τρεις γυναίκες,
+αίτινες είχον ακολουθήσει, ηκολούθησαν κατ' αρχάς προφάσει διά να
+κράξωσιν οπίσω τους υιούς των τους μάγκας και τους συμμαζέψουν,
+είτα σιγά-σιγά, χωρίς να το αισθανθούν, ειλκύσθησαν και αυταί
+μέχρι της Κεφάλας και εύρον περίεργον το θέαμα.
+
+Ο Λούκας κ' η παρέα του, με τους γάντζους και με της απόχες, θα
+κατώρθωναν πολύ μεγαλείτερες δουλειές, αν ήτον εύκολον να φέρουν
+από τον λιμένα της βάρκες των εις το μέρος εκείνο. Αλλ' ήτο σχεδόν
+αδύνατον, διότι ο μαινόμενος βορράς δεν το επέτρεπε, θα ήτον
+ανάγκη να κάμψουν το ανατολικόν ακρωτήριον, το φράσσον τον λιμένα,
+να πλεύσωσιν κατεπάνω εις τον άνεμον, τρία ως τέσσαρα μίλια
+πέλαγος αγριωμένον, εις τα βασίλεια του βορρά. Με πανία θα ήτο
+αμήχανον, με κωπία θα εχρειάζοντο πολύ μεγαλείτεραι και
+ισχυρότεραι λέμβοι, και πολλοί και στιβαροί βραχίονες να το
+κατορθώσουν. Διά τούτο ηναγκάσθησαν, φέροντες τα αλιευτικά των
+εφόδια, να έλθουν πεζή, χωρίς κανείς να τους έχη στείλει.
+
+Τώρα, με γάντζους, με απόχες, με σχοινία και με κοντάρια, έκαμναν
+ό,τι μπορούσαν ανασύροντες πότε-πότε μεγάλα πινάκια, υπερμεγέθεις
+σουπιέρες, με καλύμματα και με κουτάλας πηλίνας ακόμη, ενίοτε
+δέσμας σιδηρών ράβδων κλπ. Αλλά πολύ μεγαλειτέραν εργασίαν έκαμναν
+ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι' ο Γλάρος κι' ο Ψόφος, και οι λοιποί.
+Ούτοι χωρίς να φοβώνται ότι θα κρυώσουν, εγυμνώθησαν από τα ολίγα
+ράκη που εφορούσαν, έδιναν διαρκώς βουτιές, έφθαναν δύο ή τρία
+μπόγια εις τον πυθμένα, κ' επανήρχοντο εις τον αφρόν, φέροντες
+πάντοτε όσην ηδύναντο να σηκώσουν λείαν.
+
+
+Δεν εφαίνοντο να είχαν συλλογισθή πώς θα μεταφέρουν τόσα αγγεία
+πήλινα και τόσας ράβδους σιδηράς, και πώς θα τας εξασφαλίσουν.
+Πλην ο Λουκάς ο Μπούνος εφαίνετο να είχε τους σκοπούς του δι'
+αυτό.
+
+ — Παιδιά, είπεν ούτος έξαφνα, στραφείς προς τας διαφόρους ομάδας
+των ανελκυστών και των βουτηχτών, τα πλιάτσκα μας, βλέπετε, είνε
+τέτοιας λογής, που το ένα είδος το σίδερο, είνε φτειασμένο για να
+σπάζη το άλλο είδος, τα πιάτα. Το λοιπόν, δεν μπορούν να κάμουν
+εύκολα χωριό, τα δύο μαζί. Είνε ανάγκη να τα ξεχωρίσουμε. Σας
+παρακαλούμε σας, των παιδιών, να πάρετε όσα πιάτα εύρετε, σπασμένα
+και γερά, που είνε και πιο εύκολο να τα κουβαλήσετε στα χέρια·
+σώνει να μας βοηθήσετ' εμάς να μεταφέρουμε σε μέρος σίγουρο ούλες
+της βέργες και της λαμαρίνες.
+
+Έκυψεν εις το ους ενός των συντρόφων του, του Αναστάση τον
+Ζιζυφού, και του εψιθύρισε μερικά λόγια με πολλάς χειρονομίας,
+δεικνύων διά συρτού κ' επιμόνου κινήματος της παλάμης ίσα-πέρα τον
+αιγιαλόν, και ηκούσθησαν αρκετά ευκρινώς απ' το στόμα του ολίγαι
+λέξεις: «καλύβα, πέρα εκεί, σπηλιά, . . . κλειδαριά, σιδερόπορτα .
+. . Να φυλάτε, κ' εμείς θάρθουμε με της βάρκες το βράδυ, σαν πέσ'
+ο αέρας».
+
+Την στιγμήν εκείνην ένας από τους μάγκας, ο Μανωλιός το Ψαλτήρι,
+εφώναξεν·
+
+ — Έ! μπάρμπα-Λούκα! μπάρμπα-Λούκα! να, έρχονται οι ταχτικοί!
+
+Εστράφησαν όλοι, και είδον τους δύο γηραιούς χωροφύλακας, με της
+παληοκαπότες των και με της καραμπίνες των της σκουριασμέναις, που
+εφάνησαν να κατέρχωνται την ράχιν προς την ακτήν, και μόλις
+απείχον πεντακόσια βήματα. Ήσαν δύο παλαιοί, λησμονημένοι
+χωροφύλακες, από την εποχήν προ του Συντάγματος, με τουζλούκια και
+με χειρίδας ανοικτάς, δυσκίνητοι, συμβιβαστικοί, ολιγαρκείς,
+μαθημένοι να πονούν τη φτώχεια, και μη θέλοντες να φαίνονται
+κακοί.
+
+ — Έννοια σας, εσείς! έκραξεν ο Λούκας χωρίς να ταραχθή. Ξέρω εγώ
+τι να του πω του μπάρμπα-Χρήστου, και μη σας μέλη.
+
+Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη οπωσούν τραχεία η φωνή του ενός των
+χωροφυλάκων, του γεροντοτέρου·
+
+ — Ε! νισάφι, βρε παιδιά, εφώναξε . . . Πέσατε με τα μούτρα πάλι
+στο πλιάτσκο!
+
+Με τον ίδιον τόνον απήντησεν ο Λούκας·
+
+ — Έννοια σου, μπάρμπα-Χρήστο! το κάνουμε για να μη σκουριάσουν τα
+σίδερα μες τη θάλασσα . . . Κ' έπειτα είνε ανάγκη να ξαλαφρώση
+λιγάκι τ' αμπάρι, για να σηκωθή το σκάφος! . . .
+
+Ο Λούκας δεν εβράδυνε να πείση τον μπάρμπα-Χρήστον περί της
+αληθείας και περί της ορθότητος των δύο επιχειρημάτων, τα οποία
+επρόβαλεν. Όταν οι δύο γηραιοί οπλίται κατήλθον χαμηλότερα προς
+τον αιγιαλόν, ανέβη κ' εκείνος ολίγον υψηλότερα και τους ανέπτυξεν
+αναλυτικώτερον την υπόθεσιν·
+
+ — Κάμετε γλήγορα! έκραξεν εν συμπεράσματι, ο γέρο-Χρήστος· και
+ξεπαστρέψτε τα, αυτά, το γληγορώτερο . . . και ξεκουμπισθήτε
+αποδώ, γιατί! . . .
+
+Διέκοψε, και έφερε την χείρα εις τον πώγωνα· είτα επέφερεν·
+
+ — Είνε κι' άλλοι εδώ, που έχουν γένεια . . .
+
+Έκαμε μιμικόν κίνημα, σημαίνον ότι «εκείνος που είχε τα γένεια»
+δηλ. ίσως ο κατής ή ειρηνοδίκης, ήτον φόβος αν εγίνοντο παράπονα,
+μην τους τσακώση «απ' το γιακά» και τους στείλη «μέσα».
+
+Ο Λούκας απήντησεν·
+
+ — Ορισμός σας, μπάρμπα-Χρήστο! . . . το γληγορότερο.
+
+Είτα ήρχισε να συνεννοήται με την παρέαν του.
+
+Καθώς τα μυρμήκια, το θέρος, δεν παύουν ένα-ένα αποτελούντα
+ατελείωτον λιτανείαν εις την άκραν του δρόμου να σύρουν από ένα
+κόκκον, ή ψόφιαν μυίαν, ή ό,τι δήποτε, βαδίζοντα ακούραστα προς
+την αποθήκην των, την μικράν οπήν της γης, ούτω και η πολυκέφαλος
+συντροφιά του Λούκα, ο Θανάσης ο Παπουδής, κι' ο Παναγής της
+Χρόναινας, κι' ο Ανάστασης ο Αμπάς κι' ο Αλέξης της Μυλωνούς και
+οι λοιποί, εσχημάτισαν μακράν πομπήν, μετακομίζοντες επ' ώμων τας
+ράβδους τας σιδηράς και τα αγγεία, εις την καλύβην πέραν, την
+κρυφήν, και εις την σπηλιάν την οποίαν είχεν υποδείξει ο Λούκας.
+Και καθώς τα μυρμήκια, όταν εις έν εξ αυτών πέση έν τεμάχιον πολύ
+μεγάλον και δυσανάλογον διά τας δυνάμεις του, υπείκοντα εις σημεία
+μυστικά και εις φωνάς αδήλους, έρχονται εις βοήθειαν του αδελφού
+των, και συνεργάζονται πέντε ή εξ ομού εις το κύλισμα και την
+μεταφοράν του μεγάλου τεμαχίου, παρομοίως ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι'
+ο Γιάννης ο Ζόπης, κι' ο Πέρρος ο Τριζόπης, κι' ο Κώστας ο
+Κυρκυδός, κι' ο Δημήτρης ο Ψόφος, κι' ο Αλέξης το Φανάρι, και όλοι
+οι λοιποί, συνέτρεχον και συνεκοπίαζον εις το κουβάλημα πάσης
+δέσμης σιδηρών ράβδων, πολύ στερεά δεμένης, και την οποίαν μάτην
+είχαν προσπαθήσει να λύσωσιν εις μονάδας.
+
+Την νύκτα, ο άνεμος εμετριάσθη και ο καιρός εφαίνετο ότι
+εβελτιώθη. Τέσσαρες ή πέντε λέμβοι έκαμψαν το ανατολικόν του
+λιμένος ακρωτήριον, και δεν εβράδυναν να φθάσουν εις την Σπηλιάν,
+ολίγω πλησιέστερον της ακτής όπου είχε βυθισθή το ξένον πλοίον.
+
+Τινές των συντρόφων εζήτουν επί τόπου να μοιρασθούν τα λάφυρα, διά
+να φέρη «ο καθένας το δικό του».
+
+Ο Λούκας έκανε «κουμάντο» εις όλα. Προκειμένου περί διάνομής των
+λαφύρων, ιδού πώς έλυσε το ζήτημα·
+
+
+ — Βρε παιδιά, είπε, να φορτώσουμε τώρα τα πράγματα όπως είνε,
+μοιρασμένα κι' αμοίραστα, για να τα κουβαλήσουμε «όσο είνε νωρίς»,
+— ήτον μία μετά τα μεσάνυχτα — κ' ύστερα κάνουμε καλά, όταν θα τα
+ξεμπαρκάρουμε. Ο λύκος απ' τα μετρημένα τρώει.
+
+Συγχρόνως δε έβαλε τα δυνατά του να παραφορτώση την δικήν του την
+βάρκαν, με παραπολλά σίδερα, λέγων ότι η βάρκα αύτη σηκώνει
+περισσότερα, επειδή είνε καινούργια και γερή και καλοφτειασμένη.
+
+Εις τον πλουν πάλιν ο άνεμος εσφοδρύνθη κ' εφουρτουνιάσθησαν όλοι.
+Η βάρκα του Λούκα, ως πολύ βαρυφορτωμένη, ηναγκάσθη να κάμη σχεδόν
+γενικήν αβαρίαν.
+
+Τέλος έφθασαν εις τον λιμένα, δύο ώρας πριν φέξη, και απεβίβασαν
+τα πράγματα εις μίαν εσχατιάν, έξω της πόλεως. Τότε ήρχισαν
+δυνατόν καυγάν μεταξύ των.
+
+Ο Λουκάς κ' οι άλλοι δύο νομάτοι, οι σύντροφοι της βάρκας του,
+απήτουν να τα μοιράσουν όλα «απ' τη μεγάλη μέση», αναλογίζοντες
+την αβαρίαν εις βάρος όλων. Οι άλλοι έλεγον ότι τα πράγματα είνε
+καλώς μοιρασμένα, και δεν έχουν να κάμουν άλλην μοιρασιάν. Ας μην
+έκαναν τόσο «ταμάχι», ο Λούκας κι' όλοι αυτοί μαζί του, διά να μη
+ευρεθούν εις την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν. Πλην διατί τάχα ο
+Λούκας να επιμένη να βαρυφορτώση τόσον την βάρκαν; Άλλα είχε στα
+χείλη, και άλλον διάβολον είχε μέσα του. Βεβαίως, ενόει όλην την
+βαρκαδιά ως μερδικό του· και το μεριδικό του το πήρε πίσω η
+θάλασσα η αχόρταγη.
+
+Τότε οι δύο νομάτοι, οι σύντροφοι του Λούκα, έρριψαν όλον το βάρος
+επάνω του, κ' επέμειναν να μοιρασθούν οι δύο ό,τι είχε μείνει απ'
+όλον το φορτίον, επειδή αυτός με το «ταμάχι» του και με την
+πλεονεξίαν του έγινεν αίτιος της αβαρίας, και είνε δίκαιον η ζημία
+να πέση εις βάρος του.
+
+Ο Λούκας ετραβούσε τας ολίγας τρίχας τας άλλοτε πυρράς, και νυν
+στακτεράς και υπολεύκους, που είχον μείνει περί τους δύο κροτάφους
+του, μεμφόμενος την αχαριστίαν των συντρόφων·
+
+ — Κακό, βρε παιδιά! κι' ο κόπος μου θα πάη χαμένος; . . . Κρίμα,
+βρε παιδιά!
+
+Ευθύς άμα τη ανατολή του ηλίου, πριν προφθάσουν οι ναυαγοσώσται να
+μεταφέρουν και εξασφαλίσουν όλα τα λάφυρα, ο ειρηνοδίκης και ο
+πάρεδρος της δημαρχίας, ο «εκπληρών και τα αστυνομικά», ελθόντες
+κατέσχον ό,τι εύρον εξ όλων των διακομισθέντων πραγμάτων. Ο
+ειρηνοδίκης εξωδίκως απεφάνθη ότι, κατ' αυτόν οι άνθρωποι ούτοι
+δεν ήσαν ένοχοι, καθότι εγλύτωσαν τόσον πράγμα από την φθοράν.
+Επειδή, αν επερίμεναν τους «αρμοδίους» πότε «να σκεφθούν» και «ν'
+αποφασίσουν», να λάβουν μέτρα» κτλ. οι αρμόδιοι, είνε τόσον
+βραδυκίνητοι, ώστε το μεγαλείτερον μέρος του φορτίου θα το
+κατέπιεν εν τω μεταξύ η θάλασσα. Εδικαιούντο άρα οι άνθρωποι, αν
+δεν τους επλήρωναν τα ναυαγοσωστικά, να κρατήσουν μέρος των
+πραγμάτων τούτων δι' αμοιβήν των.
+
+ — Καλά το έλεγα εγώ, βρε παιδιά, είπεν ο Λουκάς. Δεν ήτο δίκηο να
+χάσω τον κόπον μου!
+
+
+
+Ο ΠΑΝΤΑΡΩΤΑΣ
+
+
+
+Ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του
+Χάρωνος διά να πηδήση εις τον άλλον κόσμον είχε το ιδικόν του.
+
+Καλά που ευρέθη κι' αυτό το υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα
+σκυλοπνίχτης, φελούκα παμπάλαιος, διά να θαλασσοπνίγεται και
+πορίζεται τα προς το ζην ο μπάρμπ’-Αλέξης. Ήτο πτωχός, πάμπτωχος.
+Τόσα χρόνια που εγύριζε στην ξενητειά, κ' εταξείδευε με ξένα
+καράβια, κατάλαβες, καμμίαν προκοπήν δεν είχεν ιδεί. Παραπάνω από
+λοστρόμος δεν κατώρθωσε να φθάση. Άλλοι σύντροφοί του, κατάλαβες,
+απέκτησαν σκούναις και βρίκια, και δυο-τρεις μάλιστα ευρίσκοντο το
+σήμερον με μπάρκα. Κι' αυτός δεν είχε το σήμερον ουδ' ένα κόττερο,
+μόνον ήτον αναγκασμένος, μ' αυτήν την παληόβαρκαν, ν' αγωνίζεται
+να πορισθή τον άρτον της οικογενείας του. Και είχεν «οίκοι» δύο
+αδύνατα μέρη, εν ώρα γάμου, και οι γαμβροί, κατάλαβες, το-σήμερον,
+γυρεύουν πολλά! Σπίτι, αμπέλι, ελαιώνα, παληοχώραφα, τα
+χρειαζούμενα του σπιτιού όλα, και το μέτρημα χωριστά.
+
+Μήπως είχε, τουλάχιστον, βοήθειαν από κανένα; Εκ των δύο υιών του,
+ο νεώτερος, ο Δημήτρης, καλή του ώρα, υπηρετούσεν, ας είχε ζωή,
+εις το Βασιλικόν Ναυτικόν. Καλά ναυτικά ήθελε μάθει! Ο άλλος, ο
+Αποστόλης, ο μεγαλείτερος, έλειπε χρόνια εις τους ωκεανούς. «Ούτε
+γράμμα, ούτε απηλογιά». Προ τριών ετών είχε μάθει ότι ήτο με έν
+αγγλικόν ατμόπλοιον ναύτης, και ότι περνούσε για Ιταλός. Ας πα —
+να περνούσε και για Σκλαβούνος! Αυτός διάφορο δεν είχε.
+
+Ως ο κατάδικος εις το ικρίωμά του, ως ο κοχλίας εις το κέλυφός
+του, ο μπάρμπ’-Αλέξης ήτο προσηλωμένος εις την λέμβον του.
+Εταξείδευε μεταξύ Μιτζέλας, Στυλίδος, Λιχάδος, Ωρεών και Αιδηψού.
+Διεπόρθμευε κάτι μικρά εμπορεύματα, σπανίως επιβάτας. Άπαξ του
+μηνός κατέπλεεν εις την χθαμαλήν ευλίμενον νήσον του, διά να φέρη
+εξοικονόμησιν εις την γρηά και εις τας δύο κόρας του.
+
+Το πάλαι είχε σύντροφον εις την λέμβον τον γέρο-Σαλαμάστραν (καλά
+που ηύρε συμπλωτήρα αρκετά ριψοκίνδυνον). Αλλά ο γέρο-Σαλαμάστρας
+δεν ήτο ευχαριστημένος από το μερδικό, εγόγγυζεν απαύστως και μίαν
+πρωίαν του έφυγε και τον άφησε «μες τη μέση». Ύστερον, «από
+φεγγάρι σε φεγγάρι», είχεν ενίοτε τον μπάρμπα-Γιάννην τον
+Λαλούμενον. Αλλ' ο μπάρμπα-Γιάννης ο Λαλούμενος συνήθειαν είχε,
+την ημέραν του απόπλου, να συμπίνη με τους φίλους, και ουχί
+σπανίως το ταξείδι ανεβάλλετο εξ αιτίας του, ή ο ναύλος εναυάγει
+εξ ολοκλήρου. Ο μπάρμπ’-Αλέξης ηναγκάσθη να τον αποπέμψη.
+
+Τελευταίον και μόνιμον σύντροφον προσέλαβε τον Γιάννην τον
+Πανταρώταν.
+
+Τι περίφημος άνθρωπος αυτός ο Γιάννης ο Πανταρώτας! Ηδύνατό τις να
+τον ονομάση και Γιάννην Άπιαστον! Ο μπάρμπ’-Αλέξης μάλιστα τον
+εναυτολόγει υπό το όνομα «Ιωαννίδης». Υπελόγιζεν ότι, αν υπάρχωσιν
+ανά τον ελληνικόν κόσμον χιλιάδες έγγαμοι Γιάννηδες και Γιάνναιναι
+χήραι, θα είνε, κατά μέσον όρον, διακόσιαι πενήντα ή τριακόσιαι
+χιλιάδες Ιωαννίδαι. Και μετά τρεις γενεάς, ότε (αν περισωθή το
+ελληνικόν γένος) τα εις &-ίδης& και &-άδης& θ' απαντώνται μόνον
+εις τα ηρωικοκωμικά επύλλια, τις θα ευρεθή ν' ανησυχήση αν οι
+ζήσαντες Ιωαννίδαι ήσαν σωστοί τριακόσιαι χιλιάδες ή τριακόσιαι
+χιλιάδες και είς;
+
+Το αληθές είνε ότι ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής έτρεφε μεγάλην
+στοργήν προς τον συμπλωτήρα του, τον Πανταρώταν. Δεν εμερίμνα
+τόσον περί του εαυτού του, αν θ' αξιωθή να λάβη σύνταξιν από το
+Ναυτικόν Απομαχικόν Ταμείον, όσον περί του συντρόφου του. Εκεί που
+έπλεεν από κάβον εις κάβον, από αιγιαλόν εις αιγιαλόν, ίστατο μίαν
+στιγμήν, άφινε την κώπην, έφερε την χείρα εις το μέτωπον, κ'
+έλεγε·
+
+ — Το ελάχιστο, αυτός ο Ιωαννίδης δεν θα πάρη σύνταξι, τίποτε; τον
+ναυτολογώ ταχτικά! Τίποτε δεν του λείπει. Τα χαρτιά του είνε
+σωστά. Εγώ, ας κουρεύομαι.
+
+Και στρεφόμενος προς μεσημβρίαν, έκαμνε λίαν εκφραστικήν
+χειρονομίαν, με τον αντίχειρα και με τον δείκτην λέγων·
+
+ — Όρσε, κουβέρνο!
+
+
+Και ουχ' ήττον υπέφερε πολλά διά να τον «περάση στα χαρτιά» αυτόν
+τον Γιάννην τον Πανταρώταν. Οι λιμενικοί υπάλληλοι μάλιστα «του
+έψησαν το ψάρι στα χείλη». Είνε αληθές ότι ο εξακουσμένος
+σύντροφός του ήτο εν διηνεκεί απουσία. Οι αλιείς οι συναντώντες
+τον μπάρμπ’-Αλέξην παραπλέοντα τας ακτάς, ενίοτε και οι αιπόλοι οι
+οδηγούντες τας αίγας των εις τον αιγιαλόν διά «ν' αρμυρίσουν», τον
+ηρώτων·
+
+ — Πού είν' ο σύντροφός σου; Μοναχός σου αρμενίζεις;
+
+ — Πάει ν' αγοράση ψωμιά, απήντα ο μπάρμπ’-Αλέξης· τώρα τον
+περιμένω να γυρίση.
+
+Κ' ενώ έλεγεν ότι τον περιμένει, εξηκολούθει ουδέν ήττον να πλέη.
+
+Οι επιστάται των λιμένων, οι υγειονομικοί φυλακές και οι
+τελωνοσταθμάρχαι, ήσαν τα φόβητρα του μπάρμπ’-Αλέξη.
+
+Επαρουσιάζετο πάντοτε μόνος του, εις τον υγειονομικόν ή λιμενικόν
+σταθμόν «διά να βγάλη τα χαρτιά».
+
+ — Ποιος είν' ο σύντροφός σου;
+
+ — Ο Γιάννης ο Πανταρώτας (αλλαχού έλεγεν ο Ιωαννίδης).
+
+ — Και πού είν' αυτός ο Γιάννης ο Πανταρώτας;
+
+ — Με καρτερεί στη βάρκα.
+
+ — Πώς δεν τον παρουσιάζεις ποτέ;
+
+ — Ολημέρα στην πιάτσα βρίσκεται· αδειάζει απ' το μεθύσι;
+
+ — Κ' εμπιστεύεσαι συ, να ταξειδεύης με μέθυσον;
+
+ — Τον έχω διά τον τύπο, επειδή έτσι το θέλει ο νόμος. Εγώ αξίζω
+για δυο.
+
+Και ο λιμενικός υπάλληλος εφόρει τα γυαλιά του και του έδιδε τα
+χαρτιά.
+
+Είς όμως υπάλληλος ήτον πολύ πονηρός και τον είχε καταλάβει.
+
+Φαίνεται να ήτο Μωραΐτης. Αλλ' ο μπάρμπ’-Αλέξης ταχέως τον
+αφώπλισεν. Υπό την πρώραν της βάρκας έκρυπτε πάντοτε μίαν τσότραν
+γεμάτην, ή και δαμιτζάναν ολόκληρον, του ευρίσκοντο δε και κάτι
+ορεκτικά εδέσματα της πατρίδος του. Με μισή αστακοουρά, με κανέν
+κεφαλόπουλο καπνιστό της λίμνης, με ολίγον αυγοτάραχον, μ' ένα
+έγχελυν αλατισμένον, όλα προϊόντα της μικράς ωραίας νήσου, ο
+μπάρμπ’-Αλέξης έκαμνε τη δουλειά του.
+
+Είς άλλος όμως ήτο σκληρός. Ήτο ολιγώτερον τρεπτός από τους
+αρχαίους θεούς, και ας τους είχε σχεδόν πατριώτας. Ήτο
+«Αυστριακός, χειρότερος από Τούρκον» κ' έτυχε να γείνη υπάλληλος
+εις την ελευθέραν Ελλάδα. Ο μπάρμπ’-Αλέξης δεν ειμπόρεσε να τον
+καταφέρη. Ηναγκάσθη να παύση να πλησιάζη εις τον σταθμόν εκείνον
+της Στερεάς.
+
+
+Μίαν φοράν όμως «τα έφερε σκούρα». Ευρέθη εις το πέλαγος, εν τω
+μέσω του Ευβοϊκού στενού, εις ίσην από της ηπείρου και από της
+νήσου απόστασιν.
+
+Ήρχετο από τους Ωρεούς κ' έπλεε διά το Θρόνιον. Είχε μικρόν
+φορτίον από στάμναις και κανάτια, και ημίσειαν δωδεκάδα βαρέλια
+εντοπίων μικρών αφύων.
+
+Ο μπάρμπ’-Αλέξης ήτον αμέριμνος, ως πάντοτε, κ' εκάθητο εις την
+πρύμνην, κυβερνών το σκάφος και ιθύνων το ιστίον.
+
+Δεν ήτο ανάγκη τώρα να κάμη την τέχνην την οποίαν εσυνήθιζεν
+άλλοτε. Να καθήση δηλαδή εις το κύτος της λέμβου, παρά τον ιστόν,
+να προσδέση την σκότταν και τον οίακα διά διπλών σχοινίων και να
+χειρίζεται αόρατος από του κύτους, φλόκον, ιστίον και πηδάλιον με
+μίαν χεργιάν.
+
+Ενίοτε μάλιστα ενησμενίζετο να το κάμνη οσάκις είχε, όπερ σπάνιον,
+κανένα χερσαίον επιβάτην, τον οποίον υπεχρέου να καθήση παρά το
+πηδάλιον, όταν διήρχοντο πλησίον παραθαλασσίου χωρίου. Και από της
+ξηράς έβλεπον τότε, πράγμα απίστευτον, φουστανέλλαν κυβερνώντα την
+λέμβον.
+
+Την φοράν όμως ταύτην δεν είχεν επιβάτην κανένα χερσαίον. Αίφνης
+βλέπει βασιλικόν πλοίον ερχόμενον αντίπρωρα αυτού. Ήτο η
+«Σαλαμινία» πιθανώς. Ίσως να ήτο η «Πληξαύρα» ή η «Αφρόεσσα».
+
+Αν είχε κανένα επιβάτην, ας ήτο και φουστανελλάς, θα τον υπεχρέου
+να μεταμφιεσθή εις ναύτην, να φορέση τα παληά αμπαδίτικα του
+μπάρμπ’-Αλέξη, τα οποία ευρίσκοντο υπό την πρώραν διά παν
+ενδεχόμενον.
+
+Αλλ' επιβάτην είπομεν δεν είχεν.
+
+Τι να κάμη;
+
+Σηκώνεται, λαμβάνει το έν των ζυγών, εφ' ων καθέζονται οι ερέται,
+το ανορθοί, εβγάζει ένα σκαρμόν, τον προσδένει διά του τροπωτήρος
+σταυροειδώς επί του ζυγού.
+
+Κύπτει υπό την πρώραν, αναζητεί τα παλαιά ράκη του, ενδύει το
+διπλούν ξύλον με μίαν κάπαν, της οποίας τα μανίκια εκρέμαντο
+σπαρακτικώς περί τας δύο άκρας του σκαλμού.
+
+Επί της κορυφής του ορθού ξύλου θέτει ένα ναυτικόν κούκκον, τον
+οποίον είχεν αφ' ου χρόνου εταξείδευε με τα ξένα πλοία εις Ιταλίαν
+και εις τον Αδρίαν.
+
+Διά να σταθή οπωσούν ο κούκκος, τον περιδένει ολόγυρα με το
+κίτρινο ζωνάρι του ως σαρίκι.
+
+ — Είνε σωστό σκιάζουρο, εψιθύρισεν ο μπάρμπ’-Αλέξης. Και έστησε
+το αυτοσχέδιον τούτο ανδρείκελον επί του θριγκού της πρώρας, με
+την βάσιν κάτω εις το κύτος, εκείθεν του κολπουμένου ιστίου.
+
+Έβαλε και την μίαν κώπην εγκάρσιον, οιονεί εις ανάπαυσιν επί των
+γονάτων του ανδρεικέλου, με το πτερύγιον άνω προς τον ουρανόν!
+
+Ολίγα λεπτά ακόμη και τα δύο αντίπρωρα πλοία συνηντήθησαν.
+
+Ο μπάρμπ’-Αλέξης ύψωσε την σημαίαν, εμετρίασε τον δρόμον και
+απέδωκε τας τιμάς.
+
+Ο κελευστής της βασιλικής ημιαλίας, όστις εγνώριζε τον μπάρμπ’-
+Άλέξην από πολλών ετών, δεν ηδυνήθη να μη θαυμάση την ευχέρειαν
+και την ραστώνην μεθ' ης έπλεε.
+
+ — Μπράβο, καπετάν-Αλέξη, τω έκραξεν, είσαι πολύ σβέλτος.
+
+ — Αλήθεια, απήντησεν ο μπάρμπ’-Αλέξης . . . και μάλιστα ο
+σύντροφός μου.
+
+
+Τούτων ένεκα, μεγάλης χαράς ήτο αφορμή διά τον μπάρμπ’-Αλέξην,
+όταν κατώρθωνε «στη χάσι και στη φέξι» να έχη κανένα επιβάτην, τον
+οποίον, εν ανάγκη, να &περάση& ως τον περίφημον Γιάννην τον
+Πανταρώταν. Αλλά πού επιβάτης; ποίος ετόλμα να πατήση τον πόδα εις
+την παληόβαρκαν;
+
+Μίαν φοράν ηυτύχησε να επιβιβάση από μίαν ακρογιαλιάν της Λοκρίδος
+ένα κάποιον ορεινόν, όστις ήθελε να περάση αντικρύ εις την
+Εύβοιαν.
+
+Αλλ' ίσως ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην ούτος επάτησε τον πόδα εις
+πλοίον εν γένει.
+
+Μόλις εκάθησε παρά την πρύμνην, με την σκούφιαν του, ίσα με το
+αυτί, με τον στριμμένον μύστακά του, με τα τουζλούκια του, εις
+μέρος όπου &εδιαναστούσεν& η βάρκα, και όπου ο μπάρμπ’-Αλέξης είχε
+&διπλαρώσει& την βάρκαν επίτηδες, διά να τον παραλάβη, και αμέσως,
+πριν λύση ο ναύτης το απόγεια, πριν η λέμβος σαλεύση ακόμη, διότι
+ήτο γαλήνη, ο επιβάτης ήρχισε να πιάνεται από τον σκαλμόν, από την
+κωπαστήν, από τον ώμον του μπάρμπ’-Αλέξη, απ' ό,τι εύρισκεν.
+
+ — Τι έχεις; είπεν ο κυβερνήτης· κάμε ήσυχα, μη φοβάσαι.
+
+Και ήρχισε ν' ανασπά την άγκυραν.
+
+Αλλ' ο επιβάτης δεν ήτο καλά!
+
+Είχε κύψει εις το κύτος, κ' εζήτει να κρατηθή από τας εξοχάς των
+στραβοξύλων, από τα εσωτερικά φατνώματα.
+
+Η λέμβος εκινήθη.
+
+ — Έχε έννοια, είπεν ο μπάρμπ’-Αλέξης, τώρα θα λύσω το πανί.
+
+Το σκάφος εσάλευσεν ολίγον τι.
+
+Ο επιβάτης εκυρτώθη, έγεινε κουβάρι. Εκρατείτο σπασμωδικώς από τον
+πρυμναίον ζυγόν, από τον θριγκόν της πρύμνης.
+
+ — Βγάλε με! βγάλε με! εκραύγασε.
+
+ — Τι έπαθες, βρε άνθρωπε, σε καλό σου!
+
+ — Βγάλε με, όξου, δεν μπορού. Δεν μπορού τη φευγάλα τσ' βάρκας.
+
+ — Μη φοβάσαι, δεν είνε φουρτούνα. &Μπονάτσα&, κάλμα.
+
+ — Βγάλε με όξου, σ' λένε. Τι μ' κρένεις αυτού;
+
+ — Τώρα λιγάκι κ' εφθάσαμε. Κάμε το σταυρό σου. Τράβα μια ρακιά.
+
+ — Χοντραίς καληόρις μ' κρένεις, βλέπου;
+
+Και με τον ένα γρόνθον εφοβέριζε τον μπάρμπ’-Αλέξην, ενώ με τον
+άλλον εκρατείτο σπασμωδικώς από την κωπαστήν.
+
+Ο γηραιός ναυτικός έδωκε τόπον τη οργή. Ηναγκάσθη να προσεγγίση
+οπίσω εις την ξηράν και να τον αποβιβάση.
+
+Μόλις επάτησεν εις τα άγια χώματα, ο ορεινός απεμακρύνθη ολίγα
+βήματα, και στραφείς κατά τον αιγιαλόν, εστάθη μεταξύ ενός βράχου
+κ' ενός θάμνου, και προσβλέψας βλοσυρώς προς τον μπάρμπ’-Αλέξην,
+όστις απεμακρύνετο σιωπηλός από της ακτής, επρότεινε και τους δύο
+γρόνθους την φοράν ταύτην, σείων απειλητικώς την κεφαλήν και
+κράζων·
+
+ — Αχ! καραβά! Αχ! βρε καραβά! Αχ! μωρέ καραβά!
+
+
+Αν και συνήθως εθήρευε τους επιβάτας, όπου τους εύρισκεν ο
+μπάρμπ’-Αλέξης, άπαξ ευρέθη εις την ανάγκην ν' αποποιηθή να
+παραλάβη επιβάτην εις την μικράν υπόσαθρον σκάφην του. Ιδού πώς:
+
+Ήτο κατά τας τελευταίας ημέρας του έτους 1870. Ο μπάρμπ’-Αλέξης
+ητοιμάζετο ν' αποπλεύση έκ τινος ερήμου ακτής της Φωκίδος,
+μελετών, αν δεν εύρη εν τω μεταξύ κανένα ναύλον, ν' απέλθη εις την
+μικράν νήσον του.
+
+ — Χειμώνα, καλοκαίρι, ως τόσο δεν θα ξαποστάσω μια φορά κ' εγώ!
+Καλότυχοι είνε ο καπετάν-Φραγκούλης ο Γιαλόξυλος, ο καπετάν-
+Θανασός ο Ζευγαρωμένος, ο καπετάν-Γιαννάκος ο Έρωτας! Άμα μισάη ο
+Τρυγητής ο μήνας, έρχονται και δένουν τα καραβάκια τους από την
+Κολώναν της πιάτσας και τραβούν φαΐ και ύπνο που πάει αντάρα και
+καπνός!
+
+Ήτο περί την εσπερινήν αμφιλύκην, είχεν αρχίσει να νυκτώνη.
+
+Δεν εφοβείτο να πλέη και διά νυκτός εις τόσα γνωστά πελάγη.
+Εκαυχάτο ότι «κ' η ξέρες και τα γεφύρια τον εγνώριζαν».
+
+Ητοιμάζετο ν' ανασπάση την άγκυραν.
+
+Τα νερά εις τον όρμον εκείνον ήσαν ρηχά, «δεν εδιαναστούσεν η
+βάρκα».
+
+Ήτο αραγμένος μέχρι βολής τυφεκίου από την ξηράν.
+
+Εκεί βλέπει κάτι τι κ' έλαμψεν έξω επί τινος βράχου της παραλίας.
+Αυτό δε το λάμψαν έλαμψεν επί τινος λίαν αμαυρού, λίαν θαμβού.
+
+Με όλον το επικρεμάμενον ήδη σκότος, η αμαυρότης εφαίνετο
+δεσπόζουσα του σκότους.
+
+Ακούει μίαν φωνήν, φωνήν λίαν επιτακτικήν και τραχείαν·
+
+ — Βρε καραβά!
+
+Προσηλοί τα όμματα, διαστέλλων υπερβολικώς αυτά όπως διακρίνη εν
+μέσω του λυκόφωτος.
+
+Μεταξύ δύο βράχων, εις μέρος όπου ήρχιζεν ένα μονοπάτι, γνωστόν
+αυτώ, δι' ου σνερριχάτο τις εις την γυμνήν και απόκρημνον ακτήν,
+βλέπει δύο άνδρας ισταμένους. Ήσαν ένοπλοι, και τα τουφέκια και τα
+πιστόλια των έστιλβον επί της λερής περιβολής των.
+
+Ο μπάρμπ’-Αλέξης εφοβήθη μέγαν φόβον. Ουδ' επί στιγμήν αμφέβαλεν
+ότι ήσαν λησταί.
+
+Ακούει δευτέραν φωνήν·
+
+ — Ε! καραβά! έλα γλήγορα να μας πάρης.
+
+ — Τώρα, τώρα! απήντησε μηχανικώς ο μπάρμπ’-Αλέξης.
+
+Και αφού ανέσυρε την άγκυραν, έλαβε τας κώπας. Αλλ' αντί να ελαύνη
+προς την ξηράν, εχαμήλωσε την ράχιν του, έκρυψε την κεφαλήν του
+εντός του κύτους, γενόμενος αόρατος από της ακτής, και με τας
+χείρας ή με τους πόδας, όπως ηδύνατο, ήρχισε να ελαύνη προς το
+πέλαγος.
+
+Οι δύο από της ξηράς, ιδόντες τον δόλον, ήρχισαν να τον καταρώνται
+και να τον υβρίζωσι με τα φαυλώτατα των επιθέτων.
+
+Αλλ' ο μπάρμπ’-Αλέξης ηδιαφόρει. Εφοβείτο να έλθη εις επαφήν με
+τοιούτους φοβερούς την όψιν ανθρώπους. Και πλουσίαν αμοιβήν αν του
+έταζον, δεν θα τους εδέχετο ποτέ εις την λέμβον.
+
+Ηκούσθη μία τουφεκιά.
+
+Η βολή συρίξασα εκτύπησεν εις το πηδάλιον της λέμβου.
+
+Δευτέρα τουφεκιά βροντώδης αντήχησεν.
+
+Το βόλι ηυλάκωσε το κύμα, και βυθισθέν εχάθη εις τον μέλανα
+πόντον.
+
+Ο μπάρμπ’-Αλέξης, εξακολουθών να ελαύνη, ήτο εκτός βολής ήδη.
+
+Όταν απεμακρύνθη αρκετά από της ξηράς, ανωρθώθη περίτρομος ακόμη
+και ήρχισε να ψηλαφά τα μέλη του.
+
+ — Ω! διάβολε! &άλτρος κάβος κονταρέμους.&
+
+Και προσέθηκεν·
+
+ — Ως τόσο, καλά που την εγλύτωσα. Πώς θα χαρή η καϋμένη η γρηά.
+
+
+Είτε φαντασιώδης ήτο ο κίνδυνος, είτε πραγματικός, του μπάρμπ’-
+Αλέξη του εφάνη ότι «εξαναγεννήθη».
+
+Εν τούτοις δεν ήτο απίθανον να ήσαν και λησταί οι δύο εκείνοι
+άνθρωποι. Κατά την εποχήν εκείνην είχε γείνει εν Ελλάδι σπουδαία
+και αποτελεσματική εργασία προς εξάλειψιν της ληστείας, όθεν οι
+τρεις ή τέσσαρες αρχηγοί των τότε ισαρίθμων κομμάτων,
+συνασπισθέντες, ως να ήσαν εκδικηταί των προγεγραμμένων,
+εκρήμνισαν παταγωδώς από της αρχής το έκφυλον Υπουργείον.
+
+Ίσως οι δύο ούτοι φυγάδες, αν ήσαν πράγματι λησταί, να ήσαν τα
+τελευταία λείψανα καταστραφείσης τινός συμμορίας.
+
+Και όμως ο γηραιός ναύτης, αν εσώθη από αληθείς ληστάς, δεν
+εφυλάχθη όμως και από κοινούς κλέπτας.
+
+Εις μίαν άλλην ακρογιαλιάν είχε προσαρμοσθή μίαν ημέραν.
+
+Ο σταθμός ο λιμενικός, όπου ώφειλε «ν' αλλάξη τα χαρτιά του»,
+απείχεν εκείθεν ημισείας ώρας οδόν.
+
+Τώρα, εάν είχε σύντροφον άλλον τινά παρά τον Πανταρώταν, όστις
+διετέλει εν διηνεκεί απουσία, θα τον άφηνε να φυλάγη την βάρκαν,
+και δεν θα την άφηνεν έρημην και ορφανήν.
+
+Και αν δεν την άφηνεν έρημην και ορφανήν, δεν θα ήρχοντο εν τη
+απουσία του κλέπται να του πάρουν ό,τι είχε και ό,τι δεν είχε.
+
+Τούτο δε ακριβώς συνέβη.
+
+Οι κλέπται εμβήκαν μέσα ως καλοί οικοκυραίοι. Του αφήρεσαν τα
+πάντα, ενδύματα, τρόφιμα, κοντάρια, ιστία, ως και τας κώπας.
+
+Του άφησαν μόνον τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς.
+
+Και τους μεν σκαλμούς ίσως δεν ηδυνήθησαν να τους εβγάλουν από της
+σκαλμότρυπες, οι δε τροπωτήρες θα τους έπεσαν δι' αδεξιότητα από
+τας κώπας.
+
+Τι να τους κάμη τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς! Πώς να
+ταξειδεύση χωρίς κώπας, χωρίς ιστία;
+
+Και έκτοτε ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής ωρκίσθη να μη παραβή επί
+ζωής του τους περί ναυτιλίας νόμους, και να μη συνταξειδεύση πλέον
+με τον Γιάννην τον Πανταρώταν.
+
+
+Η ΠΕΠΟΙΚΙΛΜΕΝΗ
+
+
+
+Είχα τάξιμο να υπάγω στην Κεχριάν να ψάλω το «Πεποικιλμένη». Από
+χρόνων δέκα κεδέν είχα επισκεφθή την Παναγίαν την Κεχριάν. Δέκα
+χρόνια είχα ν' ασπασθώ την σεβασμίαν παλαιάν Εικόνα της Κοιμήσεως,
+όπου είνε ζωγραφισμένοι, επάνω εις δυο υπερώα ένθεν και ένθεν, ο
+ιερός Κοσμάς (αυτός ο θεσπέσιος ποιητής της &Πεποικιλμένης&) και ο
+θείος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω προς την σύνθεσιν της
+Εικόνος, εφ' ων είνε γραμμένα δύο τροπάρια, το «Γυναίκα σε θνητήν,
+αλλ' υπερφυώς και Μητέρα Θεού», και το «Αξίως ως έμψυχόν σε
+ουρανόν υπεδέξαντο . . . » Και δεν είχα αγναντέψει ούτε μακρόθεν
+τον περικαλλή θόλον του σεμνού ναΐσκου, οπού αστράπτει εις τον
+ήλιον, όλως πεποικιλμένος από τα ωραία παλαιά πινάκια, τα
+εγκολλημένα εις το κτίριον ως όστρακα μαργαριτοφόρα.
+
+Και παρημέλησα το τάξιμόν μου, και δεν απεφάσιζα να υπάγω.
+Ενύκτωσε κ' εκαθόμουν έξωθεν του μαγαζείου του αγαπητού νεαρού
+φίλου μου του Κωστή του Τσαμασφόρου, πολλά ρεμβάζων και ουδέν
+σκεπτόμενος. Ο Κωστάκης μου έφερε ποτήριον ρακίου να με κεράση και
+μου είπε·
+
+ — Δεν πήγες, μπάρμπ’-Αλέξανδρε, στην Παναγία την Κεχριά; Εγώ θα
+πάω.
+
+ — Τώρα που νύκτωσε; Τι λες!
+
+ — Έχει φεγγαράκι.
+
+Έπια, κ' εισήλθεν εις το μαγαζί του κρατών τον δίσκον. Μόλις αυτός
+εισήλθε, και πάραυτα εισώρμησα μέχρι του κυλικείου, όπου απέθετε
+τον δίσκον με τα ποτά.
+
+ — Θα πας σίγουρα, Κωσταντή; . . . Πώς σου ήρθε . . . έχεις
+συντροφιά;
+
+ — Έχω, αν δεν με γελάση.
+
+ — Ποιον;
+
+ — Τον Αργύρη τον Τσαλαβούτη.
+
+Έτρεξα έξω. Επήγα εις έν υποδηματοποιείον δύο ή τρεις πόρτες
+παρέκει, διά να εύρω τον μικρόν ανεψιόν μου τον Διαμάντην,
+εργαζόμενον ως κάλφαν εις την τέχνην αυτήν. Δυστυχώς το
+υποδηματοποιείον είχε κλείσει. Επλησίαζεν ογδόη ώρα· δύο ώρες
+νύκτα.
+
+Επέστρεψα εις του Τσαμασφόρου.
+
+ — Κωσταντή, δεν ηύρα τον ανεψιό μου. Ο μάστορής του έκλεισε από
+νωρίς. Ήθελα να του πω, να πη χαμπάρι στο σπίτι. Δεν συμφέρει να
+πάω ο ίδιος εκεί. θα φωνάζουν η αδελφές μου: «Πού θα πας τέτοια
+ώρα», και τα λοιπά. Μιζέριες γυναικών . . . Ακούς να σου πω; . . .
+
+ — Λέγε.
+
+ — Αναλαμβάνεις να στείλης είδησιν στο σπίτι μου διά να μη με
+γυρεύουν και ανησυχούν όλη νύκτα; Στείλε έναν, όποιον βρης, ή ένα
+παιδί, ή ένα πουλί.
+
+ — Καλά.
+
+ — Μην ξεχάσης.
+
+ — Εγώ θα πάω πεζός και μοναχός μου. Εσύ έλα με τα άλογό σου και
+με την παρέα σου.
+
+ — Θα πάρης και κουμπάνια;
+
+ — Θα πάρω.
+
+ — Σε περιμένω στον Άι-Λια. Εκεί θα σμίξουμε.
+
+ — Καλά.
+
+Ο Κωστής, ο νεαρός φίλος μου, μου είχε κάμει αληθή υποβολήν, αν
+όχι υπόμνησιν του ταξίματός μου. Δεν εκρατούμην και εκίνησα
+πάραυτα. Το φεγγάρι ήτο εννέα ή δέκα ημερών. Ελογάριαζα μιας ώρας
+ανήφορον έως τον Άγιον Ηλίαν, μιας ώρας συνάντησιν και διατριβήν
+μετά προχείρου δείπνου, εις την τοποθεσίαν αυτήν, και τριών
+τετάρτων περίπου κατήφορον έως την Παναγίαν. Η σελήνη θα μας
+έφεγγεν ακριβώς έως να φθάσωμεν εις το τέρμα.
+
+Επήρα τον ανήφορον, βαδίζων τον φράκτην-φράκτην εν μέσω αμπέλων
+και ελαιώνων, ανέβην εις το Κοτρωνάκι, εις τους Σακαλάρους, έφθασα
+εις του Βαραντά το ρέμμα, όπου «εκρότιζεν» ο τόπος, αλλ' εγώ δεν
+εκροτιζόμην· δεν είχα εις τον νουν μου στοιχειά και φαντάσματα,
+αλλά προαπήλαυα το «πεποικιλμένη». Διέσχισα πέρα-πέρα το ρέμμα,
+εμβήκα εις τον Μεγάλον Ανήφορον, στο Μεροβόλι, και τέλος με πολύ
+άσθμα και ιδρώτα έφθασα εις τον Άι-Λια. Αντικρύ εις το πελώριον
+κτίριον, το Κελλί του Παππά-Ιερεμία, δύο ή τρία σκυλιά μ'
+εγαύγισαν, αλλ' όταν επάτησα επί του οροπεδίου, όπου είνε ο
+ναΐσκος του προφήτου, παραδόξως εσιώπησαν κ' εκρύβησαν εις δύο ή
+τρεις καλύβας, όπου εφαίνοντο ανάμεσα εις τους κήπους.
+
+Ψυχήν δεν είχα συναντήσει. Γλυκύς ζέφυρος εφύσα εις τους πελωρίους
+πλατάνους, τριγύρω εις την μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, όπου
+εκελάρυζε τα νερά της στ' αυλάκια, το ρέμμα-ρέμμα τον κατήφορον.
+Έκαμα τον σταυρόν μου, έξωθεν του παραθύρου, εις το γλυκύ φως των
+κανδηλίων, όπου έφεγγον εμπρός εις τον Χριστόν και την Παναγίαν
+και τον Πρόδρομον και τον Προφήτην Ηλίαν, με την μάχαιραν και με
+την μηλωτήν. Έψαλα το «ο ένσαρκος άγγελος». Εκάθησα επί της
+πεζούλας. Αγνάντευα εις το μελαγχολικόν φως της σελήνης το χωρίον
+μας κάτασπρον, κτισμένον επί δύο λόφων και μεσαζούσης κοιλάδος,
+παραθαλάσσιον, και τον λιμένα τον τρίκολπον, με τα τρυφερά
+κηπάκια, όπου φαίνονται ως να «εγκαινίζωνται» εις τα φωσφορίζοντα
+νερά.
+
+Μετά τέταρτον ώρας ήκουσα κρότον και βάδισμα αλόγου. Εσηκώθην.
+Ήρχετο ο Κωσταντής.
+
+ — Εδώ είσαι, μπάρμπ’-Αλέξανδρε;
+
+ — Εδώ. Μοναχός σου ήρθες; πού είνε η παρέα σου;
+
+ — Μ' εγέλασε . . . Μην τα ρωτάς, μπάρμπ’-Αλέξανδρε. Όσα τροπάρια
+είξερα — και ξέρω πολλά ολίγα — όλα τα είπα στον δρόμον.
+
+ — Γιατί; φοβήθηκες;
+
+ — Κρότιζε ο τόπος. Εσένα δεν σ' έμελε;
+
+ — Όχι τόσο. Απ' του Βαραντά ήρθες;
+
+ — Απ' το Πετράλωνο. Εσύ απ' του Βαραντά;
+
+ — Ναι.
+
+ — Δεν εφοβήθηκες, εκεί στο ρέμμα;
+
+ — Δεν έβαλα στο νου μου . . . τίποτε.
+
+Επέζευξεν. Εξεφόρτωσε το ζεμπίλι με τα τρόφιμα και την φλάσκαν με
+το κρασί. Έβγαλε από το ζεμπίλι έν κηρίον σπαρματσέτον, έτριψε
+πυρείον και το ήναψεν. Έως να καθήσωμεν προς το κατώφλιον της
+μικράς εκκλησίας και να στρώσωμεν το τραπέζι, ησθάνθημεν ότι ο
+Μπαλής, το άλογον, όπου το είχεν αφήσει λυτόν ο Κωσταντής, μας
+έφυγε. Πριν κάμωμεν τον σταυρόν μας εσηκώθηκεν ο Κωστής.
+
+Αλλά το υποζύγιον θα επήγεν εκεί προς ανατολάς, εις το σύσκιον
+μέρος, ανάμεσα εις λόχμας και φράκτας, και δεν το εβλέπαμεν.
+Ανάγκη να τρέξη ο Κωστής, διά να το ανακαλύψη κάπου. Αλλά θα ήτο
+μεγαλειτέρα ευκολία, είς να κρατή το κηρίον, και άλλος να έχη τας
+χείρας ελευθέρας διά να συλλάβη το ζώον άμα το εύρισκε. Ο
+Κωσταντής ήτο ο μόνος αρμόδιος προς το τελευταίον τούτο· εγώ εις
+τι άλλο θα εχρησίμευα, ειμή διά να κρατώ το κερί;
+
+Δυστυχώς είχα βγάλει το υπόδημά μου το αριστερόν, πριν καθήσωμεν
+εις το δείπνον, επειδή με ηνώχλει ο κάλος κατόπιν της οδοιπορίας,
+κ' ευρέθην μονοπέδιλος την ώραν όπου είχε γείνει άφαντον το ζώον.
+Και όμως ανάγκη ήτο να συμμορφωθώ. Επήγα μαζί με τον Κωσταντήν
+πολλά βήματα πέραν του ιερού της εκκλησίας με έν υπόδημα, χωλαίνων
+και πατών επί ακανθών. Ευτυχώς ο Μπαλής δεν είχε υπάγει μακράν,
+ήτο διακριτικόν άλογον. Είχεν απομακρυνθή απλώς διά να βοσκήση,
+και δεν είχε βάλει κακόν εις την κεφαλήν του.
+
+Όταν εγυρίσαμεν πίσω εγώ κρατών το κηρίον, ο Κωνσταντής κρατών τον
+Μπαλήν, τον οποίον και έδεσε προχείρως εις την ρίζαν θάμνου
+αντικρύ μας, ο Κωστής εξέχασε πού είχε βάλει το μαχαίρι καθώς το
+είχε βγάλει από το ζεμπίλι, διά να κόψη ψωμί, και ψωμί δεν έκοψε,
+αλλ' ετρέξαμεν αποτόμως προς ανεύρεσιν του Μπαλή. Ο Κωστής το
+ανεζήτει τώρα εις το ζεμπίλι, αλλ' εις το ζεμπίλι δεν ήτο, ούτε
+επήδησε μοναχόν του οπίσω, αφού άπαξ το είχε βγάλει εκείθεν.
+Εψάξαμεν πολλήν ώραν με το κερί, τέλος το ηύραμεν σιγά εις την
+βοοειοδυτικήν γωνίαν του εκκλησιδίου, παρά τας ανθοδόχας, όπου
+ευωδίαζον εκεί βασιλικά και ρεσμαρή και δενδρολίβανα. Εφάγομεν το
+λιτόν δείπνον μας, επίομεν, εδευτερώσαμεν με την φλάσκαν.
+
+ — Όλα καλά, μπάρμπ’-Αλέξανδρε· μα έλα που ξέχασα να στείλω
+χαμπάρι στο σπίτι μας.
+
+ — Αλήθεια; Επόμενον ήτο. Δεν πειράζει, Κωσταντή.
+
+Την επαύριον έμαθα ότι η αδελφή μου η νεωτέρα επήγε μεσάνυκτα,
+μαζί με τον ανεψιόν μου μ' ένα φανάρι, κ' εξύπνησε την νεαράν
+γυναίκα τον Κωσταντή, όπου ήτο έγγυος εις τον μήνα της, διά να
+πληροφορηθή. Τέλος έμαθαν ότι είχα υπάγει στο πανηγύρι, και
+ησύχασαν.
+
+ — Σήκω τώρα να πηγαίνουμε. Θα είνε παρά πάνω από δέκα η ώρα . . .
+Το φεγγάρι όσο πάει και γέρνει εκεί κάτω, και θα τα βρούμε σκούρα
+στον κατήφορον, ανάμεσα στα ρέμματα και στον ελαιώνα.
+
+Πάμε, μπάρμπ’-Αλέξανδρε.
+
+Εσηκώθη κ' εφόρτωσε τα πράγματα εις το ζώον. Αλλά την τελευταίαν
+στιγμήν ανεζήτει το ψάθινο καπέλλο του, και δεν ενθυμείτο πού το
+είχε πετάξει. Τέλος το ηύραμεν τη βοηθεία του κηρίου (ή του
+Κυρίου).
+
+Εγώ είχα φορέσει το υπόδημά μου. Εσβύσαμεν το κερί, και το έβαλα
+εγώ στην τσέπη μου. Ανέβημεν τον μικρόν ανηφορίσκον έως τον ζυγόν
+των δύο βουνών, μεταξύ των δύο υψωμάτων, του Αγίου Αθανασίου και
+του Αγίου Κωνσταντίνου. Εκεί εκατηφορίσαμεν, διά να φθάσωμεν εις
+την Κεχριάν.
+
+Το φεγγάρι, ήμισυ και κάτι, έγερνε προς τον Αραδιάν τον δρυμώνα,
+κ' εχαμήλωνεν. Αντικρύ εις το Πήλιον έμελλε να κρυφθή μετά μίαν
+ώραν το πολύ, αλλά πριν να κρυφθή θα έχανε σχεδόν το φέγγος του,
+όσον θα εκοντοζύγωνεν εις το μέγα βουνόν. Αι δρύες του Αραδιά
+εφαίνοντο ως να έρριπτον την σκιάν των προς τον ουρανόν και το
+φεγγάρι εθόλωνεν, εθόλωνεν.
+
+Εγώ είχα την ιδέαν ότι ο Κωστής θα είξευρε καλλίτερ' από εμέ τον
+δρόμον, ως νέος και κατοικών διαρκώς εις τον τόπον. Εκείνος
+εφρόνει ότι εγώ θα ενθυμούμην καλλίτερα τα κατατόπια, ως παλαιός
+και αγαπών τα εξωκκλήσια. Αλλ' είχα δέκα χρόνια να υπάγω στην
+Κεχριάν, ο δε Κωστής, αν και βαθυκτήμων, δεν είχεν ελαιώνα προς
+αυτό το μέρος, και δεν εσύχναζεν. Οι δρομίσκοι της εξοχής είνε
+σκολιοί και άτακτοι. Άλλος καταπατεί του γείτονος το κτήμα, ή το
+δημοτικόν ή το μοναστηριακόν, και ωθεί τον δρόμον παρά έξω, άλλος
+ανοίγει μονοπάτι όπου φθάση, μέσα εις τους αγρούς, και συντομεύει
+τον δρόμον, άλλος κτίζει καλύβην, στρώνει άλωνα και κατασκευάζει
+φράκτην προς το συμφέρον του. Και το φεγγάρι εχαμήλωνε. Τέλος
+εχάσαμεν, ως εικός, τον δρόμον. Έβγαλα το σπερματσέτον και το
+ήναψα. Ετρεπόμεθα δεξιά και αριστερά, αποδώ κι' αποκεί, εκείνος
+καβάλλα, εγώ πεζός. (Ο Κώτσος μοι επρότεινε φιλοφρόνως να κατέλθη
+και να ιππεύσω, αλλ' εγώ δεν συνηθίζω ποτέ το τοιούτον εις την
+μικράν νήσον μου).
+
+Τέλος ο Κωσταντής κατήλθεν εξ ύψους του υποζυγίου του, μου επήρε
+το κερί κ' εκύτταζε να εύρη τον δρόμον. Ύστερα είπεν ότι τον ηύρε,
+έσβυσε το κερί, το έβαλε δεν ξεύρω πού και ίππευσε πάλιν.
+
+Και πάλιν απεπλανήθημεν. Εκοντεύαμεν ως τόσον να φθάσωμεν εις την
+Παναγίαν. Μας εφαίνετο ότι εβλέπαμεν κάτι ως κτίριον, ως εκκλησία,
+ως μοναστηράκι· μίαν ακτίνα ωσάν από πυρ κατακλυσμού ανθρώπων
+αγρυπνούντων, αλλά τον δρόμον δεν τον ευρίσκαμεν· πώς να
+κατέλθωμεν εκεί; Ησθάνθημεν ότι επέσαμεν δέκα πήχεις κάτω από το
+επίπεδον όπου ήτο το μικρόν παλαιόν μονύδριον. Εφθάσαμεν εις
+άβατον. Ούτε εμπρός, ούτε πίσω. Ο Κωσταντής επέζευσε και πάλιν από
+το ύψος του σαμαριού, και μου εζήτει το κηρίον, διά ν' ανάψη να
+βρη τον δρόμον. Αλλ' εγώ ενθυμούμην ότι δεν μου είχε δώσει το
+κηρίον. Τέλος έψαξεν εις τον κόρφον του, εις της τσέπες του, εις
+το ζεμπίλι και το ηύρε δεν ξεύρω πού. Έτριψεν έν πυρείον, δύο,
+τρία, πέντε, αλλά τοιούτον αεράκι, απόγειον, εξήρχετο από το
+βουνόν, ώστε τα σπίρτα έσβυναν πριν ανάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν'
+ανάψη το κερί, αλλά μίαν στιγμήν το έσβυσε το αεράκι.
+
+Τέλος ο Παπάς — τοιούτον παρατσούκλι έφερεν είς κηπουρός, όστις
+ήτο εις εκείνο το μέρος, δεν ειξεύρω διατί ο αυτός εκαλείτο και
+Σκαρλάτος, αλλά το καθαυτό όνομά του δεν κατώρθωσα να το μάθω —
+μας ησθάνθη ότι ευρισκόμεθα προς εκείνο το μέρος, και ήλθεν εις
+βοήθειάν μας προτού φωνάξωμεν — διότι εντρεπόμεθα να φωνάξωμεν.
+Ήλθε και μας ανέβασε προς τα επάνω, και μας ωδήγησεν εις την
+Παναγίαν την Κεχριάν.
+
+
+Ο Γούμενος, νεαρός ρασοφόρος, τον οποίον είχε στείλει ο
+νεοχειροτόνητος Επίσκοπος, είχε κοιμηθή, αφού έκαμε τον εσπερινόν,
+διαρκέσαντα ως την δεκάτην ώραν. Ήτο παρά μικρόν μεσάνυκτα, όταν
+εφθάσαμεν. Ο Γούμενος δεν εγνώριζε τα παλαιά έθιμά μας, και δεν τα
+ησπάζετο. Τα κελλία κατερειπωμένα· έν μόνον είχεν ανακαινισθή
+εσχάτως δαπάνη ενός κοσμικού χριστιανού. Ο ολίγος κόσμος, όστις
+είχεν οδοιπορήσει προς τα εκεί διά να εορτάση — τριάντα περίπου
+ευλαβείς οικοκυράδες, και άνδρες δέκα ή δεκαπέντε, και άλλα τόσα
+παιδία, είχαν υπάγει διά ν' αγρυπνήσουν· άλλως, ποίος θα εκόμιζε
+ρούχα διά να κοιμηθή; και ποίος θα επήγαινε διά να κοιμηθή εν
+υπαίθρω; Ο Γούμενος είχε κοιμηθή στο κελλί.
+
+Ο Γιώργης το Μπονακάκι, ψάλτης, όστις είχεν υπάγει αφ' εσπέρας, μ'
+επληροφόρησεν ότι ο πάτερ Γεράσιμος είχεν υποσχεθή να σηκωθή μετά
+μίαν ώραν, και ν' αρχίση τον όρθρον. Καλά. Σημείωσις ότι το
+παλαιόν μονύδριον της Κεχριάς ήτο προσκολλημένον ως μετόχι εις το
+πάλαι ποτέ σεβάσμιον κοινόβιον του Ευαγγελισμού, κ' εκείθεν είχεν
+έλθει διά να τελειώση την πανήγυριν ο παππα-Γεράσιμος.
+
+Φωτιά ήτον αναμμένη εις το προαύλιον. Γυναίκες και παιδία
+εθερμαίνοντο εις το πυρ. Έκαμνε ψύχραν.
+
+ — Πέτε μας καμμίαν ιστορίαν για κανένα στοιχειό, χριστιανοί, είπα
+εγώ, και εκάθησα πλησίον εις το πυρ. Εδώ στο σπίτια, τον κατήφορο,
+πόσα στοιχειά έβλεπα τον παλαιόν καιρόν! Πού κείνα τα χρόνια!
+
+Άρχισε το Μαριώ του Μουσκαδού, κ' η γρηά Αγάλλαινα, κ' η παππαδιά
+του Μπονάκη η χήρα, η μήτηρ του Ιεροψάλτη, να μας διηγώνται διά
+στοιχειά. Αλλά διεφώνησεν ο κυρ-Μενέλαος, όστις δεν λείπει απ' όλα
+τα πανηγύρια, κι' ο Στέργιος της Καλαματίνας, λέγοντες ότι αυτοί
+δεν πιστεύουν τα στοιχειά.
+
+Παντού παρουσιάζονται Ρωμηοί διά συζήτησιν περί του αν υπάρχουν
+στοιχειά. Εγώ εις αυτούς τους ανθρώπους, αν είχα εξουσίαν, θα
+έθετα φίμωτρον.
+
+Έγεινε δύο η ώρα, κι' ο Γούμενος εκοιμάτο κι' ο κόσμος εκρύωνεν. Ο
+Γιώργης το Μπονακάκι μου προσεφέρθη να υπάγη να ξυπνήση τον
+Γούμενον.
+
+ — Όχι, μην τον ξυπνάς. Δεν έχομε θάρρος στον άνθρωπον. Πάμε μέσα,
+κ' εγώ θ' αρχίσω τον «Πολυέλεον», διά να πάρω την μπόρα . . .
+δηλαδή διά ν' αναλάβω την ευθύνην. Και συ άνοιξε το βιβλίο σου το
+μουσικό και κελάδει το. Εγώ θ' αρχίσω το «Δούλοι Κυρίου». Κατόπιν
+εσύ αρχινάς το «Λόγον αγαθόν». Εγώ δεν ήλθα διά τον «Πολυέλεον»
+ήλθα, διά το «Πεποικιλμένη».
+
+Εισήλθομεν εις τον σεπτόν ναΐσκον — Βυζαντινόν με χιβάδας και με
+τοιχογραφίας — και αρχίσαμεν τον «Πολυέλεον». Ο κόσμος έτρεξε
+κατόπιν μας, ήναψαν πολλά κηρία αι γυναίκες, και ηύραν θάλπος και
+παραμυθίαν.
+
+Μετά είκοσι λεπτά ο Γούμενος επαρουσιάσθη. Είτε η ψαλμωδία μας τον
+εξύπνησεν, είτε ήθελε να εξυπνήση. Επλησίασα προς την πύλην του
+ιερού την βορείαν και του εξηγήθην·
+
+ — Πάτερ, διά να μαζωχθή ο κόσμος και να ζεσταθή, εκρίναμεν καλόν
+ν' αρχίσωμεν τον « Πολυέλεον», χωρίς να σας βιάσωμεν εις τίποτε.
+Πιστεύω ότι δεν ηνωχλήθητε.
+
+ — Καλά, καλά.
+
+Τέλος ηξιώθην να ψάλω το «Πεποικιλμένη» και τούτο αρκεί. Όταν
+εξήλθομεν από την λειτουργίαν, περί το λυκαυγές, ο Γούμενος
+μειδιών, μας προσέφερεν επί της πεζούλας έξω του ναού, όπου
+εκαθήσαμεν, ροδάκινα και ρακί, ευλογίαν του Μοναστηρίου. Είχα
+αποποιηθή να πίω καφέν, όταν μου προσέφεραν αι γυναίκες αι
+πανηγυρίστριαι, αλλ' όταν ο Γούμενος έστειλε τον πάτερ Παφιώτιον,
+πρώην υπενωματάρχην, όστις είχε καλογηρέψει εις το κελλί, και μου
+έφερε μεγάλην κούπαν καφέν μοναστηριακόν, θαυμάσιον, δεν ηδυνήθην
+ν' αρνηθώ.
+
+Ύστερον έμαθα ότι την ώραν που είχε καταβή «μαχμουρλής» ο Γούμενος
+από το κελλίον, μία των γυναικών, η ρηθείσα Μαριώ του Μουσκαδού,
+τον επλησίασε και του είπε·
+
+ — Γέροντα, να μου κάμης μια παράκλησι, σαν απολύση η λειτουργία.
+
+ — Δεν λες αυτουνού, που είνε μέσα, να σου την κάμη, απήντησεν ο
+Γούμενος.
+
+Εννοούσεν εμέ.
+
+
+
+Τ Ε Λ Ο Σ
+
+
+
+ 1) Όλοι οι στίχοι είνε παράφρασις εκ του ΠΓ' Ψαλμού, ου η αρχή: «
+Ως αγαπητά τα σκηνώματά σου. Κύριε των δυνάμεων, επιποθεί και
+εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου».
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Christmas Short Stories, by
+Alexandros Papadiamantis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK CHRISTMAS SHORT STORIES ***
+
+***** This file should be named 36845-0.txt or 36845-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/6/8/4/36845/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work for proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/36845-0.zip b/36845-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..858bd94
--- /dev/null
+++ b/36845-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..c3b38d8
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #36845 (https://www.gutenberg.org/ebooks/36845)