summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/36622-h/36622-h.htm
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:06:12 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:06:12 -0700
commita14baeac3990e9a42a67b4feb63461a9a9462a1a (patch)
treebb02465b8bb05afb44f35ce518a876beb88e9183 /36622-h/36622-h.htm
initial commit of ebook 36622HEADmain
Diffstat (limited to '36622-h/36622-h.htm')
-rw-r--r--36622-h/36622-h.htm7732
1 files changed, 7732 insertions, 0 deletions
diff --git a/36622-h/36622-h.htm b/36622-h/36622-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..42ff899
--- /dev/null
+++ b/36622-h/36622-h.htm
@@ -0,0 +1,7732 @@
+<?xml version="1.0"?>
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN"
+"http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Παραμύθια της Χαλιμάς, Δερβίς Αμπού Μπεκίρ, Έκδοση
+Βενετίας" />
+<title>Παραμύθια της Χαλιμάς 2</title>
+</head>
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Arabian Nights, Volume 2, by Dervish Abu Bekr
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Arabian Nights, Volume 2
+ that is very strange and nice tales and happenings written
+ in Arabic by Dervish Abu Bekr as per the Venice edition
+
+Author: Dervish Abu Bekr
+
+Posting Date: March 19, 2012 [EBook #36622]
+First Posted: July 5, 2011
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ARABIAN NIGHTS, VOLUME 2 ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.
+Bold words are included in &amp;. Footnotes have been placed at the
+end of the book. </p>
+
+<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.
+Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &amp;. Οι
+υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου. </p>
+
+<p style='text-align:center;'><img src ="images/page1.jpg"
+width="418" height="600"
+alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /></p>
+
+<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">Χ Α Λ Ι Μ Α<br />
+ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ</h1>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΙΣ ΤΩΝ
+ΙΣΤΟΡΙΩΝ </h2>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">
+Όπου η Χαλιμά διηγείται του Σοφή Αϊδήν βασιλέως της Ινδίας. </h4>
+
+<p>Ο Σοφής Αϊδήν βασιλεύς της Ινδίας, βλέποντας την Χαλιμάν, που
+ήθελε να αρχίση διά να διηγηθή την ιστορίαν που του είχε τάξει,
+καθώς είπαμεν εις τον απερασμένον πρώτον τόμον, την αντέκοψε
+λέγοντας· ω Χαλιμά, σε παρακαλώ, περίμενε ολίγον διά να αρχίσης να
+διηγηθής την ιστορίαν αυτήν, επειδή έχω ανάγκην μεγάλην να πάω εις
+το ντιβάνι μου διά αναγκαίες υποθέσεις του βασιλείου μου, και ευθύς
+που θα τελειώσω θέλω ξαναγυρίσει να την ακούσω με κάθε μου
+ευχαρίστησιν. Και έτσι λέγοντας εσηκώθη και επήγεν εις το ντιβάνι,
+και μετά μίαν ώραν γυρίζοντας έδωσε θέλημα της Χαλιμάς διά να αρχίση
+να του διηγηθή την ιστορίαν που του έταξε· και η Χαλιμά λαμβάνοντας
+το θέλημά του έσκυψε το κεφάλι της και επροσκύνησεν, έπειτα άρχισε
+να λέγη με τον ακόλουθον τρόπον. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία της
+Φαρουχνάζης Βασιλοπούλας της Κασμυρίας.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Το βασίλειον της Κασμυρίας εκυβερνώνταν από ένα βασιλέα
+ονομαζόμενον Τοχρούλμπεη· αυτός είχε μίαν θυγατέρα μονογενή ονόματι
+Φαρουχνάζ, η οποία υπερέβαινε την πλέον ωραίαν του κόσμου εις την
+ευμορφάδα, και ήτον ένα θαύμα της ωραιότητος. Αυτή η βασιλοπούλα
+όντας τέτοιας λογής ωραία, κάθε ένας που την έβλεπεν ήτον αδύνατον
+να μην άναπτεν από ένα σκληρόν έρωτα η καρδιά του, και εις τον ίδιον
+καιρόν ήθελε του είναι πολλά κινδυνώδες· και όσοι ελάμβανον δι'
+αυτήν έρωτα, άλλος ετρελλαίνετο, και άλλοι έπιπταν ως αποθαμμένοι
+και έμεναν νεκροί. Κάθε φορά που ήθελεν έβγει από το παλάτι της διά
+να υπάγη εις καμμίαν περιδιάβασιν έβγαινε ξέσκεπη εις το πρόσωπον· ο
+λαός δε οπόταν ήκουε πως έβγαινεν από το παλάτι της έτρεχαν εις
+πλήθος ωσάν τρελλοί και την ακολουθούσαν διά να την βλέπουν, και με
+τις βοές τους εφανέρωναν την μεγάλην επιθυμίαν που είχαν διά να την
+βλέπουν. Αυτή ως επί το πλείστον εκαβαλίκευε ένα άλογο τατάρικο
+άσπρο με βούλλες κόκκινες, και επεριπατούσεν ανάμεσα εις εκατό
+σκλάβες ενδεδυμένες με πολλήν μεγαλοπρέπειαν, επάνω εις τόσα άλογα
+μαύρα. Αυτές οι σκλάβες ήτον ομοίως ξέσκεπες και με όλον που ήτον
+πολλά ωραίες, η βασιλοπούλα έλαμπε αναμέσον αυτών ωσάν ο ήλιος εις
+το μέσον των αστέρων, ώστε που όλος ο λαός δεν έρριχνε τα μάτια του
+εις καμμίαν από τες σκλάβες, παρά μόνον εις αυτήν· και καθένας είχε
+την επιθυμίαν διά να την ιδή από σιμά· όθεν εκαταπλακώνονταν και
+εκτυπιώνταν ποίος να πλησιάση σιμώτερα προς αυτήν οι δε στρατιώται
+που την εσυντρόφευαν ματαίως εκοπίαζαν να αποδιώχνουν τον λαόν, που
+έπασχε να πλησιάση προς αυτήν, και άλλους μεν έδερναν, άλλους
+εκατατζάκιζαν, και πολλούς απ' αυτούς εφόνευαν διά να τους
+ξεμακρύνουν· μα οι περισσότεροι δεν εστοχάζονταν διά το ουδέν τους
+δαρμούς, ομού και τον θάνατον, έχοντας εις καύχησιν οι τρελλοί να
+αποθάνουν εμπρός εις τα μάτια της ωραίας βασιλοπούλας. </p>
+
+<p style='text-align:center;'><img src ="images/1.jpg" width="337"
+height="445"
+alt="Η ωραία Φαρουχνάζ η κόρη του βασιλέως Τοτχρούλμπεη"
+border="2" /></p>
+
+<p>Ο βασιλεύς βλέποντας το κακόν και την φθοράν που εγίνετο εις τον
+λαόν από αιτίας της μεγάλης ευμορφιάς της θυγατρός του, απεφάσισε να
+την κρύψη εις το εξής από τα μάτια του λαού, διά να μη γίνεται
+τέτοια φθορά και σύγχυσις· και ευθύς επρόσταξε πλέον να μη έβγη η
+θυγατέρα του από το παλάτι· και με τούτον τον τρόπον εσήκωσεν από
+τον λαόν την αιτίαν της συμφοράς του και της συγχύσεώς του. Εις
+τούτο το αναμεταξύ η φήμη της ευμορφιάς της εξηπλώθη εις όλα τα μέρη
+της ανατολής και πολλοί βασιλείς επάνω εις τας διήγησες που δι'
+αυτήν άκουαν, άναπταν από επιθυμίαν να την αποκτήσουν, και όλοι εις
+ένα καιρόν έστειλαν πρέσβεις εις τον πατέρα της τον βασιλέα διά να
+του την ζητήσουν διά γυναίκα. Μα πριν και αυτοί φθάσουν η
+βασιλοπούλα είδεν ένα όνειρον, διά το οποίον συνέλαβεν ένα μίσος
+τόσον σκληρόν εναντίον εις την υπανδρείαν και εις τους άνδρας, που
+δεν ήθελε με κανένα τρόπον να τους ακούση. Αυτηνής της εφάνη πως
+είδεν εις τον ύπνο της ένα ελάφι, που είχε πιασθή εις κάποιες
+παγίδες κυνηγών και όντας εις αυτές, επήγε μία έλαφος, και έκαμε
+κάθε τρόπο και το ελευθέρωσεν· έτυχε κατά τύχην και επιάσθη
+υστερότερα και αυτή η έλαφος εις τες ίδιες παγίδες, και το ελάφι
+αντίς να κάμη το χρέος του να την συντρέξη και να την ελευθερώση,
+την άφησεν εκεί και έφυγεν. </p>
+
+<p>Εξυπνώντας η Βασιλοπούλα Φαρουχνάζ, έμεινε πολλά συγχισμένη δι'
+αυτό το ενύπνιον που είδεν· αυτή δεν το εστοχάσθη δι' άλλο, παρά διά
+μίαν αποκάλυψιν του θεού Ξάγια (<sup><a href="#fn1"
+id="ref1">1</a></sup>
+) που με αυτό της έδιδε να
+καταλάβη, ότι οι άνθρωποι δεν είνε πιστοί προς τας γυναίκας τους,
+και πως είναι αχάριστοι και επίβουλοι προς αυτάς ανταμοίβοντες
+πάντοτε την αγάπην τους με αχαριστίαν. Εμβαίνοντας το λοιπόν εις το
+κεφάλι της αυτή η αστόχαστος φαντασία, και φοβουμένη να μη θυσιασθή
+εις τινά, που να ήθελε την ζητήση εις γυναίκα, επήγε να εύρη τον
+πατέρα της, και χωρίς να του δώση να καταλάβη την εναντίαν της
+κλίσιν προς τους ανθρώπους, τον εξώρκισε με τα δάκρυα εις τα μάτια
+να μην την υπανδρέψη με τινά, που να μην είνε της ορέξεώς της, τόσον
+που της έταξε με όρκον, να μην κάμη με κανένα συμφωνίαν χωρίς το
+θέλημά της. Μένοντάς με αυτόν τον τρόπον βεβαιωμένη η Φαρουχνάζ,
+ανεχώρησεν εις το παλάτι της πολλά ευχαριστημένη με απόφασιν που να
+μην υπανδρευθή ποτέ. </p>
+
+<p>Ολίγας ημέρας υστερότερον έφθασαν, καθώς άνωθεν είπαμεν οι
+πρέσβεις από πολλούς βασιλείς εις τον βασιλέα της Κασμυρίας·
+ζητώντας καθένας την θυγατέρα του εις γυναίκα των αφεντάδων τους. Ο
+βασιλεύς ακούοντας τούς είπε πώς εις το χέρι του δεν είνε να κάμη
+την εκλογήν της υπανδρείας της θυγατρός του, επειδή της έταξε μεθ'
+όρκου να μην την υπανδρέψη εναντίον της ορέξεώς της. Οι πρέσβεις
+βλέποντες πως εις το χέρι του δεν εστέκονταν αυτή η υπόθεσις,
+εζήτησαν να ομιλήσουν με την θυγατέρα του, και βλέποντάς την που με
+κανένα τρόπον δεν ήθελε να κλίνη εις υπανδρείαν, ανεχώρησαν πολλά
+περίλυποι, με τον να μην ημπόρεσαν να επιτύχουν εκείνο, που οι
+αφεντάδες τους τούς επρόσταξαν. Ο φρόνιμος Τοχρούλμπεης εθλίβη πολλά
+διά την αναχώρησιν των πρέσβεων χωρίς να ημπορέση να τους
+ευχαριστήση εις το ζήτημά τους, διά τον όρκον που είχε κάμει
+εμβαίνοντας εις φόβον να μην του ήθελαν σηκώσει πόλεμον οι
+αυθεντάδες τους που δεν τους υπήκουσε, εστοχάσθη να διορθώση το
+πράγμα με τον ακόλουθον τρόπον. </p>
+
+<p>Έκραξε το λοιπόν την βάγιαν της βασιλοπούλας και ήλθε προς αυτόν,
+της οποίας της είπε· Σουλταμεμέ, εγώ σου ομολογώ, ότι η γνώμη της
+θυγατρός μου μού συγχίζει πολύ την ανάπαυσίν μου· όμως πε μου τι
+είναι η αφορμή που αυτή δείχνεται τόσον εναντία εις την υπανδρείαν;
+φανέρωσέ μου σε παρακαλώ το αίτιον και μη μου το κρύβης· Από εκείνο
+που καταλαμβάνω, βασιλέα μου, απεκρίθη η βάγια, την αιτίαν αυτής της
+εναντιώσεως είναι ένα όνειρον που την έκαμεν. Ένα όνειρον είναι το
+αίτιον; εφώναξεν ο βασιλεύς, πολλά εκστατικός· α! τι μου λέγεις; εγώ
+δεν πιστεύω αυτήν την πρόφασιν· ποίον όνειρον ήθελε προξενήση
+τέτοιαν σκληρότητα εις την καρδίαν της θυγατρός μου; Τότε του
+εδιηγήθη η Σουλταμεμέ το όνειρον που επλάνεσε την φαντασίαν της
+θυγατρός του με όλες τες περίστασες, και έπειτα από αυτό του είπεν·
+Ιδού, ω αυθέντη, ιδού το όνειρον που επλάνεσε την φαντασίαν της
+θυγατρός σου, αυτό την έκαμε να στοχάζεται τους ανθρώπους
+αχαρίστους, ωσάν το ελάφι προς την έλαφον· και βεβαιωμένη πως όλοι
+είνε έτσι, διά τούτο αποφεύγει με κάθε τρόπον την υπανδρείαν, και
+την συναναστροφήν τους. Ετούτη η διήγησις επλήθυνε τον θαυμασμόν του
+βασιλέως, ο οποίος δεν ημπορούσε να καταλάβη πώς ένα τέτοιον όνειρον
+έφερε την θυγατέρα του εις μίαν τόσην σκληράν απόφασιν και
+γυρίζοντας προς την Σουλταμεμέ λέγει. Τι με ορμηνεύης, ακριβή μου
+Σουλταμεμέ, να κάμω διά να εβγάλω από την φαντασίαν της θυγατρός μου
+αυτήν την πλάνην, και να την καταπείσω να κλίνη εις υπανδρείαν;
+πιστεύεις εσύ να ημπορέσωμεν με κάποιον τρόπον να την καταπείσωμεν
+να γνωρίση την πλάνην της; Αυθέντα, απεκρίθη εκείνη, αν η υψηλότης
+σου θέλη αφήση εις εμένα αυτήν την επιστασίαν, σου τάσσω να την
+καταπείσω, και να την βγάλω από αυτήν την φαντασίαν που την
+κυριεύει. Μα πώς θέλεις κάμει, της είπεν ο Βασιλεύς. Εγώ ηξεύρω,
+απεκρίθη η βάγια, πολλές ιστορίες, και παραδείγματα πολλά περίεργα,
+των οποίων οι διήγησες, δουλεύοντας εις διασκέδασιν της
+βασιλοπούλας, ημπορούν εις τον ίδιον καιρόν να της εξαλείψουν από
+την φαντασίαν την πλάνην, που διά τους άνδρας αδίκως την κυριεύει,
+και με μόνον τρία ιστορικά παραδείγματα που θα της διηγηθώ, ελπίζω
+να την κάμω να γνωρίση το σφάλμα της, και να γνωρίση πως εστάθηκαν
+άνδρες πολλά πιστοί, σταθεροί και ευχάριστοι προς τας γυναίκας και
+τες αγαπητικιές των· και χωρίς αμφιβολίαν εγώ ελπίζω να την κάμω με
+εύμορφον τρόπον, να πιστεύση ότι και την σήμερον ευρίσκονται πολλοί
+παρόμοιοι· και κοντολογής άφησε εμένα, ω βασιλέα μου να κάμω εκείνο
+που ηξεύρω, και στάσου αναπαυμένος και ήσυχος, και θέλεις απολαύσει
+το ποθούμενον. Του δε βασιλέως άρεσε πολλά η γνώμη της βάγιας· και
+αυτή δεν εστοχάσθη άλλο, παρά να εύρη τον τρόπον διά να βάλη εις
+έργον την επιχείρησίν της. </p>
+
+<p>Καθώς η βασιλοπούλα είχε συνήθειαν κάθε ταχύ να πηγαίνη εις το
+λουτρόν διά να λούεται και να στέκη εκεί έως εις το γεύμα
+περιδιαβάζοντας με τες σκλάβες της, η Σουλταμεμέ εστοχάσθη ότι εκεί
+που το λουτρόν ήτον τόπος διά άλλες κουβέντες, να της διηγήται τας
+ιστορίας που ήξευρε, με τες οποίες ήθελε την καταπείση και την φέρη
+εις αίσθησιν διά να κλίνη εις υπανδρείαν και έτσι αποφασίζοντας την
+ακόλουθον ημέραν, που η βασιλοπούλα απολούσθη, η βάγια της τής
+είπεν· ήξευρε ω κυρία μου, ότι μου ήλθεν εις τον νουν μου μία
+ιστορία γεμάτη από διάφορα συμβεβηκότα, και ανίσως αγαπάς θέλω σου
+την διηγηθή, η οποία ελπίζω ότι θα σου προξενήση πολλήν ηδονήν. Η
+βασιλοπούλα διά να ευχαριστήση περισσότερον τες γυναίκες που ήτον με
+αυτήν, της έδωσε θέλημα να την διηγηθή. Όθεν λαμβάνοντας αυτήν την
+άδειαν η βάγια της, άρχισε να την διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον.
+</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του Καλίφ
+Αραχσίδ.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Όλοι οι ιστορικοί άραβες συμφώνως διηγούνται, ότι ο Καλίφης Αρούν
+Αραχσίδ ήτον ο πλέον περίφημος και γενναίος βασιλέας του καιρού του,
+καθώς ήτον δυνατός και γενναίος, και αν δεν ήθελεν ήτον πολλά
+θυμώδης και υπερβολικά κενόδοξος, δεν ήθελεν βρεθή ο παρόμοιός του.
+Αυτός κάθε στιγμήν επαινιώνταν πως δεν ήταν άλλος βασιλίας, που να
+τον παρομοιάζη εις την μεταδοτικήν του γενναιότητα (<sup><a
+href="#fn2" id="ref2">2</a></sup>
+) και εις το να
+κάνη παντού μεγάλες καλωσύνες. </p>
+
+<p>Ο Γιαφάρ ο βεζύρης του μην ημπορώντας να τον υποφέρη ακούοντάς
+τον να επαινήται μοναχός του, αποφάσισε μίαν ημέραν να τον ελέγξη με
+κάθε ελευθερίαν. Ω μεγαλώτατε μονάρχα και αυθέντα, του είπε,
+συμπάθησον ένα σου σκλάβον, αν λαμβάνη την τόλμην να σου ειπή ήξευρε
+πως δεν είναι πρέπον να καυχάσαι μόνος σου, μα το πρέπον είναι να
+αφίνης να σε επαινέσουν οι υπήκοοί σου και τούτο το πλήθος των
+ξένων, που καθημερινώς συντρέχουν εις την αυλήν σου να βλέπουν την
+δόξαν σου και την μεγαλοπρέπειάν σου· δώσε αιτίαν διά να σε
+επαινέσουν, και όχι μόνος σου να επαινήσαι, επειδή είναι απαίσιον
+πράγμα. </p>
+
+<p>Ετούτη η ομιλία εθύμωσε πολλά τον Καλίφην, ο οποίος κυττάζοντας
+τον βεζύρην του με φοβερόν βλέμμα του είπεν· γνωρίζεις εσύ κανένα,
+που να με παρομοιάζη εις την γενναιότητα και εις τα χαρίσματα που
+κάνω, και μιλείς έτσι; Ναι, ω αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης· εις την
+πόλιν Μπέσρα ευρίσκεται ένας άνθρωπος υποκείμενός σου, ονομαζόμενος
+Αμπτούλ Μπαρσή, και με όλον που είναι ένας άνθρωπος χωρίς αξίαν, ζη
+με περισσοτέραν μεγαλοπρέπειαν και γενναιότητα από κάθε βασιλέα και
+δεν είναι βασιλεύς εις τον κόσμον, που να τον υπερβαίνη εις την
+γενναιότητα των χαρισμάτων, που καθημερινώς κάνει, και εις την
+μεγαπρέπειαν. Εντράπη ο Καλίφης εις παρομοίαν έλεγξιν, και γεμάτος
+από θυμόν λέγει του Γιαφάρ· ηξεύρεις εσύ ότι ένας υποκείμενος, που
+λαμβάνει την τόλμην να ειπή ένα ψεύμα εμπρός εις τον αυθέντην του
+πως του πρέπει ο θάνατος; Εγώ δεν σου λέγω ένα ψεύμα, απεκρίθη ο
+βεζύρης· εις το υστερινόν ταξείδι που έκαμα εις την Μπάσρα, είδα με
+τα μάτιά μου τον γενναίον Αμπτούλ, και επήγα και εις το σπήτι του,
+και με όλον που οι οφθαλμοί μου ήτον συνηθισμένοι από τους θησαυρούς
+σου, εστάθηκαν όμως πολλά θαμπωμένοι από το πλήθος του πλούτου
+εκείνου, και έμεινα εκστατικός διά την μεγάλην του γενναιότητα. Ο
+Καλίφης μην υποφέροντας πλέον την διήγησιν του βεζύρη του, από την
+ζήλιαν του άναψεν από θυμόν, και εφώναξε τους φύλακάς του, και τους
+είπεν. Επάρετε τούτον τον τολμηρόν και αυθάδη βεζύρην, και
+φυλακώσετε τον έως άλλην μου προσταγήν. </p>
+
+<p>Δίδοντας λοιπόν αυτό το θέλημα, εσηκώθη και επήγεν εις το χαρέμι,
+εκεί που ήτον η Ζωμπαΐδα η γυναίκα του, η οποία βλέποντάς τον έτσι
+θυμωμένον τον ερώτησε το αίτιον· αυτός της εδιηγήθη τα όσα ο βεζύρης
+του είπε, και πως αποφάσισε να τον θανατώση διά την τόλμην που
+έλαβεν. Η βασίλισσα ωσάν φρόνιμη που ήτον ηθέλησε να τον καταπραΰνη
+λέγοντάς του· κάνει χρεία, βασιλέα μου, πρώτον να εξετάσης διά όσα
+αυτός σου είπε διά τον Αμπτούλ, και αν ήθελεν είνε αλήθεια είνε το
+πρέπον να τον συμπαθήσης με το να σου είπεν εκείνο που είνε, ειδέ μη
+και ήθελεν είνε ψεύμα, τότε πρέπει να τον παιδεύσης διότι, έτσι
+απλώς και ως έτυχε, δεν πρέπει να τον θανατώσης. </p>
+
+<p>Άρεσεν αυτή η γνώμη του βασιλέως, και αποφάσισε να πηγαίνη ο
+ίδιος εις την Μπέσρα διά να βεβαιωθή καταλεπτώς. Όθεν διά νυκτός
+καβαλλικεύοντας ένα του καλόν άλογον, και χωρίς να πάρη τινά εις την
+συντροφιάν του εμίσευσε διά την Μπάσρα· Φθάνοντας δε εκεί ύστερον
+από μερικών ημερών περιπάτημα, επήγε και εκόνευσεν εις ένα χάνι
+κοντά εις την πόρτα του κάστρου, και αφού αναπαύθη ολίγον έκραξε τον
+χαντζή, ο οποίος ήτον ένας σεβάσμιος γέρων, και του λέγει· αλήθεια
+ευρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος, που ονομάζεται Αμπτούλ, ο οποίος
+υπερβαίνει τους μεγαλυτέρους βασιλείς εις την γενναιότητα και
+μεγαλοπρέπειαν; Ναι, αυθέντη μου, απεκρίθη ο χαντζής, και αν ήθελα
+έχω χίλια στόματα, δεν ήθελα δυνηθή να διηγηθώ τα πλούτη του, τα
+γενναία του κατορθώματα, και τες χάρες που καθημερινώς δείχνει εις
+όσους εις αυτόν συντρέχουν. Ο Καλίφης έμεινε εκστατικός διά όσα
+ήκουσε, και καθώς είχε χρείαν να αναπαυθή, ανεχώρησεν από τον χαντζή
+και επήγε να κοιμηθή, γεμάτος από στοχασμούς. </p>
+
+<p>Το ταχύ σηκωνόμενος επήγεν εις την αγοράν, και εκεί ερώτησεν ένα
+ράφτην διά να του δείξη πού κατοικεί ο Αμπτούλ· Ε! από πού έρχεσαι
+εσύ, του απεκρίθη ο ράφτης, και δεν ηξεύρεις πού κατοικεί ο Αμπτούλ;
+το σπήτι του είνε γνωστόν εις όλους περισσότερον από το σαράγι του
+βασιλέως. Ο Καλίφης απεκρίθη του ράφτη λέγοντας· πως εγώ είμαι
+ξένος, και δεν εματάλθα εις ταύτην την χώραν· όθεν μου κάνεις την
+χάριν να μου δείξης πού κατοικεί. Τότε ο ράφτης είπεν ενός δούλου
+του, και τον έφερεν εις το παλάτι του Αμπτούλ, το οποίον ήτο
+κτισμένον με θαυμασιωτάτην τέχνην. Ο Καλίφης, εμβαίνοντας εις αυτό,
+είδε πολλούς ανθρώπους του σπητιού σκλάβους και ελευθέρους, που
+επερνούσαν τον καιρό τους με χαρές και παιγνίδια καρτερώντας τες
+προσταγές του αυθέντου τους· και πλησιάζοντας εις ένα από αυτούς,
+του είπε· Αδελφέ, σε παρακαλώ, ύπαγε να ειπής του αυθέντου σου, ότι
+ένας ξένος επιθυμεί να ομιλήση με αυτόν. Ο δούλος επήγεν ευθύς και
+έδωσε την είδησιν του αυθέντου, ο οποίος ευθύς έτρεξεν εις την
+σκάλαν διά να τον δεχθή, και πιάνοντάς τον από το χέρι τον έφερεν
+εις ένα μεγαλοπρεπέστατον χοντζερέ. Ο Καλίφης, αφού τον εχαιρέτησε
+με όλον το σέβας, του είπε· πως έχοντας ακούσει από πολλούς την
+φήμην του καλού του ονόματος δεν ημπόρεσε να υποφέρη που να μην έλθη
+να τον απολαύση, και να λάβη την τιμήν να ιδή με τα μάτια του τα όσα
+ήκουσε να του διηγηθούν. Ο Αμπτούλ, αφού του έκαμε την απόκρισιν με
+κάθε ταπείνωσιν, τον έβαλε και εκάθισεν εις ένα χρυσό μαξιλάρι, και
+τον ερώτησεν από ποίον τόπον ήτο, και πού είναι κονεμένος. Ο Καλίφης
+του απεκρίθη πως ήτον πραγματευτής από το Μπαγδάτι, και πώς ήτο
+κονεμένος στο πρώτο χάνι του κάστρου. </p>
+
+<p>Δεν επέρασε πολλή ώρα που εσυνομιλούσαν, και ο Καλίφης βλέπει να
+εμπαίνουν δώδεκα νέοι βαστώντες εις τας χείρας ποτήρια από αγάθην,
+εγκεκοσμημένα με λίθους πολυτίμους, γεμάτα από διάφορα εκλεκτά
+σερμπέτια· οπίσω από αυτούς ήρχονταν δώδεκα ωραιότατες σκλάβες
+βαστάζοντάς μεγαλώτατες απλάδες φαρφουρένιες γεμάτες από εξαίρετα
+γλυκίσματα και ζαχαρικά. Οι νέοι επρόσφεραν του Καλίφη τα σερμπέτια,
+ο οποίος πίνοντας ωμολόγησε πώς παρόμοια εις όλην του την ζωήν δεν
+έπιεν, αλλ' ούτε έφαγε νοστιμώτερα γλυκύσματα και ζαχαρικά από
+εκείνα. Φθάνοντας εις εκείνο το αναμεταξύ η ώρα του γεύματος, ο
+Αμπτούλ επήρε τον Καλίφην από το χέρι και τον έφερεν εις έναν άλλον
+ωραιότερον χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία πολυτελής τράπεζα
+ετοιμασμένη, γεμάτη από διάφορα εκλεκτά φαγητά, βαλμένα όλα εις
+αγγεία από χρυσίον καθαρόν, και από φαρφουρί της Κίνας. </p>
+
+<p>Αφού ετελείωσε το γεύμα, εσηκώθη και ήλθεν εις ένα τρίτον
+χοντζερέ πλέον πλουσιότερον από τους άλλους δύο, εις τον οποίον
+ήλθαν εκείνες οι ωραιότατες σκλάβες συντροφευμένες με πολλοτάτους
+λαλητάδες διαφόρων οργάνων, και με άλλους τόσους τραγουδιστάδες
+πολλά εξαίρετους, οι οποίοι όλοι μαζί με τα λαλούμενα έκαναν μίαν
+αρμονίαν τόσον γλυκείαν και νόστιμον, που έκαμε τον Καλίφην να μένη
+εκστατικός. Εγώ, έλεγε μόνος του, έχω τους πρώτους τραγουδιστάδες
+που είναι, μα οι φωνές που ακούω εις τούτους μού τους υπερβαίνουν
+κατά πολλά, και θαυμάζω πώς ένας απλούς άνθρωπος και χωρίς καμμίαν
+αξίαν να υπερέβη έτσι και τους ιδίους βασιλείς εις την
+μεγαλοπρέπειαν. Και εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός εστοχάζετο έτσι,
+ο Αμπτούλ εβγήκε από τον χοντζερέ, και εγύρισε με μίαν βέργαν εις το
+χέρι, και με ένα δενδράκι από χρυσίον, που είχε τα κλωνάρια και τα
+φύλλα από σμαράγδια, και τους καρπούς από ρουμπίνια, εις δε την
+κορυφήν του εφαίνονταν ένα παγώνι από χρυσίον καθαρόν, του οποίου το
+κορμί ήτον γεμάτον από πολύτιμα μυρωδικά ξύλα· απόθεσεν αυτό το
+δένδρον εις τους πόδας του Καλίφη, και με την βέργαν που είχεν εις
+το χέρι του εκτύπησε το κεφάλι του παγωνιού, το οποίον ευθύς
+ετέντωσε την ουράν του, και άρχισε να γυρίζη με μίαν εύμορφην τάξιν,
+και εις τον γύρον που έκανεν έβγανεν διάφορες ευωδίες από τα
+μυρωδικά ξύλα που είχεν εις το κορμί του. </p>
+
+<p>Ο Καλίφης δεν είχε χορτασμόν από την όρεξιν που είχε να το θεωρή,
+και να αισθάνεται εκείνες τες ευωδίες· και ευθύς επήρεν από
+έμπροσθέν του εκείνο το δένδρον, και ο Καλίφης έμεινε συγχισμένος
+που το εσήκωσεν έτσι ογλήγορα, εις καιρόν που είχε την ευχαρίστησιν
+να το θεωρή, και στοχαζόμενος έλεγεν· άρα γε να εφοβήθη να μη του το
+ζητήσω να μου το χαρίση και το εσήκωσεν, και αφ' ότι βλέπω τούτος
+είναι ένας άνθρωπος, που δεν ειξεύρει την διάκρισιν και την
+ευγένειαν, καθώς το εστοχαζόμουν. Και τον καιρόν που έκανεν αυτούς
+τους στοχασμούς, ο Αμπτούλ εξαναήλθεν εις τον χοντζερέ με ένα
+σκλαβόπουλον, που έλαμπε ωσάν ο ήλιος. Αυτό το ευγενικό σκλαβόπουλο
+εκρατούσεν εις το χέρι ένα ποτήρι καμωμένον από ένα κομμάτι
+ρουμπίνι, γεμάτο από ένα εξαίρετον κρασί, και πλησιάζοντας εις τον
+Καλίφην του το έδωκε να πιή. Ο Καλίφης αφού έπιεν, ηθέλησε να
+επιστρέψη το ποτήρι, μα έμεινεν εκστατικός οπόταν το είδε πάλιν
+γεμάτο από κρασί πριν το δώση. Αυτός το ξαναπίνει έως την ύστερη
+σταλαγματιά, και εκεί που ήθελε να το επιστρέψη το βλέπει πάλιν
+γεμάτο ωσάν το πρώτο, χωρίς κανείς να το γεμίση. </p>
+
+<p>Εις τούτο το θέαμα εστάθη μεγαλύτερος ο θαυμασμός του Καλίφη από
+του παγωνιού και του δένδρου, και ηρώτησε πώς είνε αυτό, που το
+ποτήρι γεμίζει μοναχό του; Ο Αμπτούλ είπε πως αυτό ήτο έργον ενός
+φιλοσόφου, ο οποίος ήξευρεν όλα τα απόκρυφα της φύσεως· και λέγοντας
+έτσι παίρνει το σκλαβόπουλο από το χέρι, και με πολλήν βίαν εβγήκε
+πάλιν από τον χοντζερέ. Εκακοφάνη πάλιν του Καλίφη αυτό το κάμωμα,
+και με τον εαυτόν του είπεν· ω μα την αλήθειαν ετούτος ο άνθρωπος
+δεν έχει σωστά το μυαλό του· αυτός μου φέρνει αυτά τα περίεργα
+πράγματα και μου τα δείχνει χωρίς να του τα ζητήσω, και οπόταν με
+βλέπει που τα στοχάζομαι με περιέργειαν, μου τα σηκώνει ευθύς από
+εμπροστά μου, και με αφίνει με τον θαυμασμόν· ημπορεί να είνε πράγμα
+πλέον γελοιώδες από αυτό; Και εκεί που με αυτόν τον τρόπον έστεκε
+στοχαζόμενος, τον βλέπει πάλιν να ξαναέμπη με μια σκλαβοπούλα
+στολισμένη ωσάν μιαν ωραία βασιλοπούλα. </p>
+
+<p>Ο Καλίφης βλέποντας μίαν τέτοιαν ωραιότητα έμεινεν εκστατικός από
+τον θαυμασμόν του. Αυτή επλησίασε προς αυτόν, και αφού τον
+επροσκύνησεν εκάθισε κοντά του. Και ο Αμπτούλ ευθύς της έδωκεν εις
+τας χείρας ένα τζιβούρι, και το ελάλησε με τόσην νοστιμάδα, που ο
+Καλίφης μην ημπορώντας πλέον να υπομείνη εφώναξε λέγοντας· Ω φίλε,
+μεγάλης ζήλιας είνε η τύχη σου· οι μεγαλύτεροι βασιλείς του κόσμου
+δεν είνε τόσον ευτυχισμένοι ωσάν του λόγου σου. Ευθύς που ο Αμπτούλ
+εκατάλαβε πώς ο Καλίφης ήτον εκστατικός και διά την σκλάβαν, ευθύς
+την επήρε, και την έβγαλεν έξω από τον χοντζερέ. Εστάθη αυτό μία νέα
+πληγή του Καλίφη, και ολίγον έλειψε που να μη φανερώση την
+αγανάκτησίν του και την οργήν· εκρατήθη όμως καθώς ημπόρεσε. Και
+ξαναγυρίζοντας ο Αμπτούλ εξακολούθησαν να ξεφαντώνουν έως εις το
+βασίλευμα του ηλίου. Ο Καλίφης τότε του είπεν. Ω γενναίε Αμπτούλ,
+εγώ ευρίσκομαι πολλά υπόχρεως διά τες μεγάλες δεξίωσες που μου
+έκαμες, σου ζητώ το λοιπόν την άδειαν διά να τραβηχθώ εις το κονάκι
+μου διά να σε αφήσω εις ανάπαυσιν. Ο Αμπτούλ διά να τον ευχαριστήση
+τον άφησε να μισεύση, και αποχαιρετώντας τον τόν εσυντρόφευσεν έως
+την σκάλαν, ζητώντας του συμπάθειο, αν δεν τον επεριποιήθη καθώς του
+έπρεπεν. </p>
+
+<p>Ο Καλίφης καθώς εβγήκεν απ' εκεί άρχισε να στοχάζεται και λέγη·
+μου φαίνεται και εμένα πώς αυτός ο Αμπτούλ να υπερβαίνη εις την
+μεγαλοπρέπειαν τους βασιλείς, μα εις την γενναιότητα όχι. Ο βεζύρης
+μου δεν έχει εύλογον αιτίαν να τον παρομοιάση μετ' εμένα εις την
+γενναιότητα, επειδή και δεν είδα να μου χαρίση τίποτε από τα όσα μου
+έδειξε, και ημπορώ να τον στοχασθώ διά ένα άνθρωπον κενόδοξον παρά
+γενναίον· όθεν διά τούτο δεν πρέπει να συμπαθήσω τον βεζύρην μου,
+επειδή αντίς να μου είπη αλήθειαν, μου είπε ψεύμα. Τον καιρόν που ο
+Καλίφης έκανε τέτοιους λογισμούς κατ' επάνω του Αμπτούλ και του
+Βεζύρη του, έφθασεν εις το κονάκι του· και εκεί έμεινεν εκστατικός
+γιατί το βρήκε στολισμένον με διάφορα πευκιά της Περσίας και άλλα
+πλούσια στρωσίδια, με έναν αριθμόν από σκλάβους και δούλους, από
+άλογα, μουλάρια και καμήλια, γεμάτη η αυλή· και έξω από αυτά είδεν
+εκεί το χρυσούν δένδρον με το παγώνι, το σκλαβόπουλο με το ποτήρι
+και την σκλαβοπούλαν με το τζιβούρι. Οι δούλοι και οι σκλάβοι ωσάν
+τον είδαν επρόσπεσαν εις τους πόδας του, και η σκλαβοπούλα του
+επρόσφερεν ένα γράμμα με μια χρυσή βούλλα, το οποίον ανοίγοντας ο
+Καλίφης είδε που έγραφεν ούτως· «Ω ακριβέ μου και αγαπημένε μου
+ξένε, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης αν δεν σε εδεξιώθην καθώς σου
+έπρεπε· θέλεις λοιπόν λάβει διά σημείον της αγάπης που σου προσφέρω,
+και διά το χρέος που ομολογώ εις τους ξένους, τα όσα σου στέλνω,
+χωρίς να εναντιωθής εις την προσφοράν μου η οποία είναι το δένδρον
+με το παγώνι, το σκλαβόπουλο με το ποτήρι, και η ωραία σκλαβοπούλα
+με το τζιβούρι· επειδή και είναι δίκαιον να σου τα χαρίσω, με το να
+εκατάλαβα πώς σου άρεσαν κατά πολλά· διατί ένα πράγμα που αρέσει
+ενός φίλου μου, δεν είναι πλέον ιδικόν μου.» </p>
+
+<p>Τελειώνοντας ο Καλίφης αυτό το γράμμα έμεινε έξω από τον εαυτόν
+του διά την γενναιότητα του Αμπτούλ, και τότε ωμολόγησεν ότι αδίκως
+τον εκατάκρινε τόσον αυτόν, όσον και τον Βεζύρην του, και με πολύν
+αναστεναγμόν εφώναξεν. Ω Καλίφ! μην επαινάσαι πλέον πώς εσύ είσαι ο
+πλέον ένδοξος και ο πλέον γενναίος από όλον τον κόσμον· ένας υπήκοός
+σου σε υπερβαίνει· μα πάλιν είπε με τον εαυτόν του, και πώς ημπορεί
+ένας υπήκοος να κάνη τέτοια πολύτιμα πράγματα; πρέπει εγώ να τον
+εξετάξω πώς έχει τόσα πλούτη· έκαμα αχαμνά που δεν τον εξέταξα χθες·
+εγώ δεν θέλω γυρίσει εις το βασίλειόν μου, ανίσως και δεν θέλω μάθει
+καταλεπτώς πώς είνε έτσι υπέρπλουτος· αυτό μου είνε αναγκαίον να
+ηξεύρω διά ένα που είνε εις το βασίλειόν μου υπήκοος, και να ζη
+πλέον δοξασμένος από εμένα που είμαι βασιλέας του, κάνει χρεία εγώ
+να ξαναπηγαίνω να τον ανταμώσω, και με εύμορφον τρόπον να πασχίσω να
+τον κάμω να ομολογήση την αιτίαν που είνε τόσον υπέρπλουτος, </p>
+
+<p>Ανυπόμονος ο Καλίφης διά να πληρώση την επιθυμίαν του, αφίνει
+τους δούλους και τα άλλα εις το κονάκι, και την ιδίαν ώραν
+ξαναγυρίζει προς τον ευεργέτην του, και ευρίσκοντάς τον μόνον είπεν.
+Ω γενναιότατε Αμπτούλ, τα δώρα που μου έστειλες είνε τόσον
+υπερβολικά και πλούσια, που διστάζω να τα δεχθώ· και παρακαλώ σε δος
+μου την άδειαν διά να σου τα επιστρέψω οπίσω· επειδή και μου φθάνει
+η δεξίωσις, που μου έκαμες, η οποία είνε αρκετή διά να κηρύξω την
+γενναιότητά σου εις όλον το Μπαγδάτι. Κύριε, απεκρίθη ο Αμπτούλ
+γεμάτος από ταπείνωσιν, εσύ έχεις βεβαίως αιτίαν να παραπονεθής από
+τον δυστυχή Αμπτούλ· κάνει χρεία, ότι κάποιον από όσα έκαμα δεν θα
+σου αρέση, και ζητείς να μου επιστρέψης τα δώρα, που σου έστειλα;
+Όχι, όχι απεκρίθη ο Καλίφης, μη γένοιτο αυτό, εγώ είμαι πολλά
+σκοτισμένος από τα ευγενικά σου καμώματα, και από τες δεξίωσές σου,
+και μάλιστα διά τα πολύτιμα δώρα σου, τα οποία υπερβαίνουν εκείνα
+των βασιλέων· και αν είχα την άδειαν διά να ειπώ εκείνο που
+στοχάζομαι, ήθελα σου ειπεί πώς πρέπει να μην είσαι τόσον ελεύθερος
+εις το να μοιράζης τον πλούτον σου· επειδή και πρέπει να στοχασθής
+ότι κάμνοντας έτσι εξ αποφάσεως πρέπει να τον ολιγοστεύης. </p>
+
+<p>Ο Αμπτούλ εχαμογέλασεν εις αυτά τα λόγια, και είπε προς τον
+καλίφην. Κύριε, εμένα δεν μου είνε άλλο αναγκαίον, παρά να κρατήσης
+τα δώρα που σου έστειλα, και, οπόταν μου υποσχεθής διά να τα
+κρατήσης, θέλω σου ειπεί πώς ημπορώ να κάμω άλλα πλέον πλουσιώτερα
+χαρίσματα καθημερινώς, χωρίς να μου προξενηθή καμμία ενόχλησις και
+ζημία. Γνωρίζω καλώτατα πως θαυμάζεις με τούτα που σου λέγω· μα
+θέλει παύσει ο θαυμασμός σου οπόταν σου διηγηθώ την ιστορίαν μου,
+και τα συμβεβηκότα που μου έτυχαν· πρέπει να σου τα φανερώσω
+θεληματικώς, επειδή και σε βλέπω πώς είσαι ένας άνθρωπος πολλά
+ευγενής και περίεργος. Και λέγοντας έτσι τον επήρεν από το χέρι, και
+τον έφερεν εις ένα άλλον χοντζερέ χίλιες φορές πλέον πλουσιώτερον
+από τους άλλους, εις τον οποίον έβγαιναν από κάθε μέρος ευωδίες
+θαυμάσιες, και εις την μέσην αυτού του χοντζερέ ήτον ένας θρόνος
+χρυσός, εις τον οποίον ο Αμπτούλ τον έβαλε και εκάθισε, και αυτός
+ομοίως εκάθησεν εις ένα άλλον κοντά του, και άρχισε να του διηγηθή
+την ιστορίαν της ζωής του με τον ακόλουθον τρόπον. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία των
+συμβεβηκότων του πλουσίου Αμπτούλ Μπάρση.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Εγώ είμαι υιός ενός ντζοβαϊρτζή από την Αίγυπτον, ονόματι
+Αβδελαζίζ. Αυτός όντας πολλά πλούσιος, και φοβούμενος να μη φθονηθή
+από τον φιλάργυρον βασιλέα της Αιγύπτου ανεχώρησεν απ' εκεί, και
+ήλθε και εκατοίκησεν εδώ εις την Μπάσρα· ύστερον υπανδρεύθη με μίαν
+θυγατέρα ενός πλουσίου πραγματευτού, και εγώ είμαι ο μοναχός τους
+καρπός. Αποβαίνοντας ο πατήρ μου και η μητέρα μου έμεινα μόνος
+κληρονόμος όλου του πλούτου και εχαιρόμουν μίαν υπερβολικήν
+ευτυχίαν· μα όντας πολλά νέος και άγνωστος εξώδεψα την κληρονομίαν
+μου χωρίς στοχασμόν, διά να απολαύσω τα κακά μου θελήματα, και
+φερνόμενος με τούτον τον τρόπον δεν επέρασαν τρεις χρόνοι, και
+ευρέθη όλη μου η κληρονομία εφθαρμένη. Βλέποντας τον ογλήγορον
+φθαρμόν που έκαμα του πλούτου μου, και εντρεπόμενος να φανώ εις τους
+γνωρίμους μου και φίλους μου εις δυστυχισμένην κατάστασιν, απεφάσισα
+να φύγω από εδώ, και να υπάγω όπου η τύχη μου με ήθελε ρίξει· και
+ούτως αποφασίζοντας ανταμώθηκα με ένα καραβάνι, που επήγαινε διά την
+Αίγυπτον, και εμίσευσα με κάμποσα αργύρια, που μου είχαν απομείνει·
+και περιπατώντας εφθάσαμεν εις το Μουσούλ, και από εκεί εις την
+Δαμασκόν και γυρίζοντάς την έρημον της Αραβίας και το βουνόν Φαρά,
+εφθάσαμεν εις την Αίγυπτον. Η ευμορφιά των παλατιών, και η
+μεγαλοπρέπεια των Τζαμιών της Αιγύπτου με εξέπληξαν και στοχαζόμενος
+εις εκείνην την στιγμήν πως ήμουν εις εκείνην την πόλιν, όπου
+εγεννήθη ο πατέρας μου, δεν ημπόρεσα να βαστάξω τα δάκρυα, που από
+τα μάτια μου έτρεχαν, λέγοντας μόνος μου, ω πατέρα μου, αν εσύ
+εζούσες εις τούτον τον τόπον, που ήσουν από όλους τιμημένος, και
+ήθελες ιδεί τον υιόν σου εις τούτην την δυστυχισμένην κατάστασιν, τι
+λογής άραγε ήθελεν είσθαι ο πόνος σου; </p>
+
+<p>Περιπλεγμένος εις αυτούς τους στοχασμούς, έφθασα εις τα χείλη του
+ποταμού Νείλου, προς το τελευταίον μέρος του βασιλικού παλατίου, και
+εκεί που επεριδιάβαζα, βλέπω μιαν ευγενικήν γυναίκα κατά πολλά νέαν
+και ωραίαν εις ένα παραθύρι του παλατίου, της οποίας η ωραιότης με
+έκαμε να μείνω ωσάν νεκρός. Τότε εγώ εστάθηκα διά να την θεωρήσω,
+και αυτή καταλαμβάνοντας που την εκύτταζα, ετραβήχθη μέσα και
+έκλεισε το παραθύρι· εγώ, τετρωμένος από την ωραιότητά της, όλην
+εκείνην την ημέραν και την νύκτα δεν εστοχαζόμουν άλλο παρά αυτήν·
+και άκουσον τι μου επροξένησεν αυτή η αγάπη. </p>
+
+<p>Την ερχομένην ημέραν, μη έχοντας ησυχίαν από τον έρωτα, εξαναπήγα
+διά να την ματαϊδώ, όμως δεν έτυχα του ποθουμένου, και γυρίζοντας
+την άλλην ημέραν εστάθηκα πλέον ευτυχισμένος, επειδή την είδα εις το
+ίδιο παραθύρι. Αυτή βλέποντας που την εκύτταζα με επιμέλειαν, άρχισε
+να με ονειδίζη λέγοντας· δεν ηξεύρεις, τολμηρέ και αυθάδη, πόσον
+είνε εμποδισμένον εις τους άνδρας που ήθελαν τολμήσει να σταθούν
+υποκάτω εις το παραθύρι τούτου του παλατίου; αν οι φύλακες του
+βασιλέως θέλουν σε καταλάβει ευθύς θέλουν σε παιδεύσει σκληρώς. Αντί
+εγώ να δειχθώ φοβισμένος από τα λόγια της, και να δοθώ εις φυγήν,
+της είπα· κυρία μου, εγώ είμαι ένας ξένος, και δεν ηξεύρω τους
+νόμους της Αιγύπτου· μα με όλον τούτο και αν ήθελα τους ηξεύρει, το
+κάλλος σου με ήθελεν εμποδίσει να τους φυλάξω. Α τολμηρέ και αυθάδη,
+εφώναξεν, εκείνη η τόλμη σου θέλει σε κάμει να δοκιμάσης εκείνο που
+σου πρέπει· και ετραβήχθη με θυμόν από το παραθύρι. Εγώ βλέποντάς
+την τοιούτης λογής θυμωμένην ανεχώρησα, και επήγα διά να αναπαυθώ
+εις το κονάκι μου· και πριν υπάγω να κοιμηθώ μία σφοδρά θέρμη με
+επλάκωσεν από τον πόνον της αγάπης, και όλην εκείνην την νύκτα
+επέρασα κακώς έχοντας. </p>
+
+<p>Η επιθυμία ως τόσον διά να ξαναϊδώ εκείνην την νέαν και η ελπίδα
+που είχα εις το να με δεχθή με γλυκύτερον βλέμμα, μου έπαυσεν ολίγον
+την θέρμην και την άλλην ημέραν συρόμενος από τον τρελλόν μου έρωτα
+εξαναπήγα υποκάτω εις το συνηθισμένον παράθυρον, και έμεινα εκεί διά
+να ξαναϊδώ την ωραίαν μου κυρίαν. Αύτη άμα με είδε πάλιν να ξαναπάγω
+εκεί με εκύτταξε με βλέμμα φοβερόν, που μου επροξένησε φόβον, και
+άρχισε να μου λέγη· δυστυχισμένε, ύστερα από τόσους φοβερισμούς, που
+σου έκαμα, ακόμα τολμάς να φανής εδώ; φεύγα το λοιπόν ογλήγορα από
+εδώ· τώρα ευθύς κάνω και σε θανατώνουν. Ετούτα τα λόγια, που έπρεπε
+να φοβίσουν κάθε τολμηρόν άνθρωπον, εμένα καθόλου δεν με εσύγχισαν,
+και αντίς να τραβηχθώ από εκεί, εγώ τόσον περισσότερον την εθεωρούσα
+και με τρυφερότητα της απεκρίθηκα· ω ωραιοτάτη κυρία, το πιστεύεις
+ότι ένας δυστυχής, ο οποίος είνε όλως διόλου παραδομένος εις τον
+έρωτά του και χωρίς ελπίδα δεν λατρεύει άλλο, ημπορεί ποτέ να φοβηθή
+θάνατον; αχ, αγαπώ κάλλιον να χάσω την ζωήν μου, παρά να υστερηθώ να
+μη σε ιδώ. </p>
+
+<p>Ας είνε το λοιπόν, απεκρίθη εκείνη, επειδή και είσαι τόσον
+σταθερός, ύπαγε να περάσης το επίλοιπον μέρος της ημέρας εις άλλον
+τόπον, και προς το βράδυ ξαναγύρισε εδώ γιατί έχω να σου μιλήσω.
+Έτσι λέγοντας ετραβήχθη από το παραθύρι, και με άφησε γεμάτον από
+χαράν, αγάπην και ελπίδα. Μισεύοντας το λοιπόν, απ' εκεί ευθύς επήγα
+να στολισθώ τα καλύτερα φορέματα που είχα, και να καλλωπισθώ διά να
+αρέσω περισσότερον εκείνης της κυρίας, και εστοχαζόμουν τότε πώς
+είμαι ο πλέον ευτυχισμένος του κόσμου, αλησμονώντας τελείως την
+δυστυχίαν μου, και την κατάστασίν μου. Οπόταν δε επλησίασεν η νύκτα
+επήγα εις τον διωρισμένον τόπον, και αφού επλησίασα εκεί, είδα ένα
+σχοινί που ήτον κρεμασμένον από το παραθύρι της κυρίας, η οποία μου
+εχρησίμευε διά να ανέβω με αυτό βοηθούμενος από αυτήν που με
+ετραβούσε, και εμβαίνοντας εις τον πρώτον οντά με έκαμε και απέρασα
+εις τον δεύτερον, που ήτον πλουσίως στολισμένος. </p>
+
+<p>Εστοχάσθηκα πολλά ολίγον τα πολύτιμα στρωσίδια, και τα θαυμαστά
+πράγματα, που ήτον εις αυτόν, επειδή η κυρία ήτο εκείνη που μόνον
+εστοχαζόμουν, της οποίας η θεωρία μου επροξένησε πολλήν ευχαρίστησιν
+και ηδονήν. </p>
+
+<p>Δεν ημπορώ, ω κύριε μου, να σου διηγηθώ το κάλλος της και την
+νοστιμάδα της· ή η φύσις την είχε κάμει τόσον ωραίαν, διά να δείξη
+τα μεγαλεία της, ή η φλόγα του έρωτός μου την έκανε να μου φαίνεται
+έτσι πολλά εύμορφη· μα ως τόσον εγώ ενθυμούμαι πως έμεινα εκστατικός
+από την ευμορφάδα της. </p>
+
+<p>Ερχόμενος το λοιπόν εις εκείνον τον πλούσιον χοντζερέ, με έβαλε
+και εκάθισα εις ένα θρονί· ομοίως και αυτή εκάθησε πλησίον μου, και
+άρχισε να με ερωτά ποίος ήμουν. Εγώ της εδιηγήθηκα με όλην την
+αλήθειαν την ιστορίαν μου και την εκατάλαβα που έλαβε σπλάγχνος διά
+την κατάστασίν μου· και από την ευσπλαγχνίαν που μου έδειχνεν,
+εκατάλαβα πώς ήτον μεγάλης και γενναίας καρδίας. Και αφού ετελείωσα
+την ιστορίαν μου αρχίσαμε να κάνωμε ομιλίας αγάπης, και να
+χαιρώμασθε μετά πολλής ηδονής διά την αντάμωσίν μας. Έπειτα από
+αυτήν την συναναστροφήν αυτή μου είπεν· επειδή και εσύ μου
+εφανέρωσες με καθαρότητα το ποίος είσαι, είνε το πρέπον και εγώ να
+σου ομολογήσω το ποία είμαι. </p>
+
+<p>Εγώ ονομάζομαι Δαρδανέ, και εγεννήθηκα εις την Δαμασκόν· ο
+πατέρας μου ήτον βεζύρης του βασιλέως που κατά το παρόν βασιλεύει,
+τον οποίον τον επωνόμαζαν Βεροούζ· αυτός εφθονήθη από εχθρούς, και
+έκαμαν τον βασιλέα και του εσήκωσε την αξίαν του, και ωσάν έμεινε
+χωρίς αξίαν, ετραβήχθη εις ένα σπήτι που είχε, και ησύχαζε. Δεν
+επέρασε πολύς καιρός και απέθανε, και έμεινα εγώ με την μητέρα μου,
+η οποία ευθύς που απόθαψε τον πατέρα μου άφησε το ό,τι και αν είχε,
+και ανταμώθη με ένα που αγαπούσε, και εμίσευσε διά τας Ινδίας με ένα
+καράβι πραγματευτάδικο· μα πριν μισεύση αυτή η κακής διαθέσεως
+γυναίκα, με όλον που ήτον μητέρα μου, με επούλησεν εις ένα
+πραγματευτήν από σκλάβες, ο οποίος με έφερεν εδώ μαζί με άλλες
+πολλές, που είχεν αγοράσει διά να τες φέρη εις το σαράγι τούτου του
+βασιλέως· οπόταν δε είδε τον καιρόν αρμόδιον διά να μας παρουσιάση
+εις τον βασιλέα, μας εστόλισε με διάφορα στολίδια και φορέματα, και
+μας έφερεν εις το βασιλικόν σαράγι. Ο βασιλεύς έκαμε διά να
+περάσωμεν από έμπροσθέν του από μίαν φοράν, και οπόταν επέρασα εγώ
+από έμπροσθέν του, τον βλέπεις και κατεβαίνει από τον θρόνον του,
+και πλησιάζει προς εμένα και με θαυμασμόν λέγει· τι ωραιότης είνε
+εις ετούτην την σκλάβα; τι εύμορφα καμωμένη και νόστιμη; τι στόμα;
+τι μάτια; τι μορφή είνε ετούτη; αχ φίλε μου, γυρίζει προς τον
+πραγματευτήν και του λέγει· από όσες σκλάβες μου επούλησες αφού και
+σε γνωρίζω, παρόμοιαν ωσάν ετούτην δεν είδα· ζήτησε το τι θέλεις δι'
+αυτήν μόνην, επειδή και αυτή μόνη αξίζει διά χίλιες. Τέλος πάντων ο
+βασιλεύς όντας γεμάτος από έρωτα δι' εμένα, έκαμεν ευθύς και
+εμέτρησαν του πραγματευτού όσα αργύρια και αν εζήτησε, και έπειτα
+τον απέστειλε μαζί με τες άλλες του σκλάβες. </p>
+
+<p>Έκραξεν ευθύς ο βασιλεύς τον αρχιευνούχον του και του είπεν·
+έπαρε τούτην την σκλάβα, και βάλε την μοναχήν εις τον πλέον
+πλουσιώτερον χοντζερέ, και πρόσεχέ την ωσάν βασίλισσαν. Ο
+αρχιευνούχος υπήκουσε, και με έφερεν εδώ που με βλέπεις, ο οποίος
+είνε ο πλέον πλουσιώτερος χοντζερές που έχει. Και ευθύς που ήλθα εδώ
+πολλές σκλάβες μου έφεραν πλούσια φορέματα, και άλλα διάφορα
+αναγκαία στολίδια. Όλες αυτές μου είπαν πως ο βασιλεύς τες έστειλε
+διά να με δουλεύσουν μετά μεγάλης επιμελείας· ύστερα από αυτές ήλθε
+και ο βασιλεύς διά να με εύρη. Αυτός μου εφανέρωσε την αγάπην του με
+κάθε λογής σημείον και τέλος πάντων με εκήρυξε διά Σουλτάνα του.
+Όλες οι σκλάβες που εστοχάζονταν να είνε στολισμένες με άκραν
+ωραιότητα, έμειναν παραιτημένες από τον βασιλέα, και γεμάτες από
+φθόνον εναντίον μου, δεν έλειψαν με κάθε τρόπον να πασχίσουν διά να
+με βγάλουν από την αγάπην του βασιλέως, μα εγώ εφέρθηκα τόσον καλά,
+που έκαμα και δεν έλαβαν το ποθούμενον· αλλά με όλες τούτες τες
+τιμές και χάρες εγώ δεν είμαι ευχαριστημένη με την τύχην· επειδή και
+με κανένα τρόπον δεν ημπορώ να λάβω αγάπην προς τον βασιλέα· και με
+όλον που αυτός πάσχει διά να κερδίση την αγάπην μου, τόσον
+περισσότερον μισητός μου γίνεται· μα πρέπει να ομολογήσω την
+αλήθειαν ότι αυτός είνε ένας βασιλέας πολλά εύμορφος, γλυκύς και
+καλής καρδιάς· και εις τούτο δεν ηξεύρω τι να ειπώ διά το αίτιον,
+που με κανένα τρόπον δεν ημπόρεσα να λάβω κλίσιν προς αυτόν ή η
+αγάπη δεν στέκει εις ημάς ή η αγάπη μου εφυλάττονταν διά εσένα·
+επειδή και ευθύς που σε είδα, με όλον που σε ωνείδισα, η καρδιά μου
+όμως είχε λαβωθή διά εσένα· και ημπορώ να ειπώ πώς εσύ είσαι ο
+πρώτος άνθρωπος, που εις όλην μου την ζωήν αγάπησα. Εις απόκρισιν
+μιας ομολογίας τόσον υποχρεωτικής, που μου αυγάτιζε την ευτυχίαν
+μου, έταξα της κυρίας μίαν αγάπην αθάνατον, βεβαιώνοντάς την πως
+ήμουν έτοιμος να χύσω το αίμα μου εις κάθε της χρείαν. </p>
+
+<p>Αυτή έμεινε πολλά ευχαριστημένη εις την απολογίαν που της έκαμα,
+και εις καιρόν που ετοίμαζε διά να μου δώση σημείον της αγάπης, που
+εις εμέ έδειχνεν, ιδού που ακούμε ένα μεγάλον κτύπον εις την πόρταν
+του χοντζερέ όπου ευρισκόμασθε. Ημείς εμείναμεν ωσάν νεκροί από τον
+φόβον μας· ω ουρανέ, φώναξεν η Δαρδενέ, ημείς είμασθε χαμένοι·
+ετούτος είνε ο βασιλέας. Εγώ μην έχοντάς τον τρόπον διά να φύγω,
+επειδή και η τριχιά ήτον εις τον άλλον οντάν, επήγα και εκρύφθηκα
+υποκάτω εις το θρονί· και η Δαρδανέ επήγε και άνοιξε την θύραν και
+ευθύς εμπήκεν ο Σουλτάνος με πλήθος ευνούχων και δούλων και ωσάν την
+είδεν εφώναξεν· ω δυστυχισμένη, ποίος άνθρωπος ευρίσκεται εδώ μαζί
+σου; οι φύλακες του παλατίου μου είδαν πως ανέβη ένας εδώ και
+εμπήκεν από το παραθύρι. Η Δαρδανέ έμεινεν ωσάν νεκρά εις τέτοιαν
+ερώτησιν· ζητήσατε, λέγει ο Σουλτάνος των ευνούχων του, να εύρετε
+εκείνον τον τολμηρόν διά να κάμω την εκδίκησιν. Οι ευνούχοι
+ερευνώντες με ηύραν υποκάτω εις τον θρόνον, και εβγάζοντάς με από
+εκεί με έσυραν εις τους πόδας του βασιλέως, ο οποίος βλέποντάς με
+μου είπεν· ω άνομε και ταλαίπωρε, τι είνε τούτη η τόλμη σου;
+εχάθησαν οι γυναίκες από την Αίγυπτον διά εσένα, και ήλθες να
+πατήσης το παλάτι μου; Τότε εγώ από τον φόβο μου ολίγον έλειψε που
+να ξεψυχήσω, και άλλο δεν ανέμενα παρά τον θάνατον. Ο βασιλεύς
+έβγαλε με θυμόν το σπαθί του διά να φονεύση τόσον εμέ, όσον και την
+Δαρδανέ· μα μια γρηά σκλάβα του έπιασε το χέρι λέγοντας· τι θέλεις
+να κάμης, βασιλέα μου; θέλεις να μολύνης το χέρι σου με το αίμα
+ετούτων των παρανόμων; αυτοί είνε ανάξιοι ακόμα η ιδία γη να δεχθή
+τα μιαρά τους κορμιά, με το να έκαμαν μίαν τέτοιαν ανομίαν· πρόσταξε
+να τους ρίξουν από το παράθυρον εις τον ποταμόν Νείλον, διά να
+γένουν τα μιαρά τους κορμιά βρώσις των ψαριών. Αυτή η γνώμη ήρεσε
+του βασιλέως, και ευθύς επρόσταξε και μας έρριξαν και τους δύο από
+το παράθυρο εις τον ποταμόν. Με όλον που ήμουν σκοτισμένος από το
+πέσιμόν μου εις τον ποταμόν, δεν έλειψα που να έλθω εις τον εαυτόν
+μου και ν' αρχίσω να πλέω, με το να ήμουν πολλά επιτήδειος· και
+πλέοντας εβγήκα εις την γην αγνάντια εις το παλάτι· και ευθύς που
+εβγήκα ενθυμήθηκα την δυστυχίαν της Δαρδανές, που εξ αιτίας μου την
+έρριξαν και αυτήν εις τον ποταμόν, και μη χάνοντας καιρόν
+εξαναρίχτηκα εις το ποτάμι διά να ψαρέψω να την εύρω ζωντανήν, ή
+αποθαμμένην· μα ματαίως έκαμα τον κόπον, μη ημπορώντας να την εύρω
+εις κανένα μέρος. </p>
+
+<p>Τότε η θλίψις μου εστάθη τόσον σφοδρά, που υπερέβαινε κάθε όρον,
+στοχαζόμενος τον χαμόν της ωραίας Δαρδανές, και ήμουν τόσον
+απαρηγόρητος, που έκανα λογαριασμόν να ξαναπέσω να πνιγώ διά να της
+κάμω συντροφιά· έκλαιγα με πικρότατα δάκρυα, και δεν είχα παρηγοριά.
+Αλλοίμονον εις εμένα, έλεγα· χωρίς εμέ, χωρίς την θανατηφόρον μου
+αγάπην, η Δαρδανέ δεν ήθελε λάβει τέτοιον σκληρόν θάνατον· και διατί
+να έλθω εγώ διά να προξενήσω τον θάνατον και την απώλειαν της ωραίας
+Δαρδανές; Αυτά και άλλα λέγοντας με μέγαν πόνον της καρδιάς μου,
+εμίσευσα την αυτήν νύκτα από την Αίγυπτον διά το Μπαγδάτι, μην
+ημπορώντας πλέον να μείνω εις εκείνην την χώραν, που επροξένησα
+τόσον κακόν της ωραίας μου Δαρδανές. Μισεύοντας το λοιπόν απ' εκεί,
+ύστερον από μερικών ημερών περιπάτημα, έφθασα μια βραδιά εις την
+ρίζαν ενός βουνού διά να αναπαυθώ εκεί εκείνην την νύκτα. Ο ύπνος
+εκυρίευσεν ευθύς τας αισθήσεις μου, και αποκοιμήθηκα χωρίς να φάγω
+τίποτε· προς δε τα ξημερώματα της ερχομένης ημέρας κάποιες φωνές
+παραπονετικές και κλαύματα με έκαμαν να εξυπνήσω· εστάθηκα καμπόσον
+ήσυχος διά να καταλάβω τι ήτον, και μου εφάνη ότι αυτά τα
+παραπονέματα να ήταν ωσάν τινός γυναικός καταδικασμένης εις θάνατον,
+καθώς και αληθώς ήταν· και ακούσατε την ιστορίαν της. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία της κυρίας,
+που ευρέθη εις ένα σακκί.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ακούοντας το λοιπόν έτσι, εσηκώθηκα ευθύς, και έτρεξα προς εκείνο
+το μέρος, που ακούονταν οι φωνές· και αγνάντια βλέπω άνθρωπον, που
+έκανεν ένα λάκκον. Εγώ βλέποντας έτσι εκρύφθηκα οπίσω εις ένα
+δένδρον διά να ιδώ το αποβησόμενον. Εκείνος αφού έκαμε τον λάκκον
+είδα που έβαλε μέσα ένα μέγα σακκί, και σκεπάζοντάς το με το χώμα
+έφυγεν. Οπόταν δε είδα πώς εκείνος έφυγεν, έτρεξα εγώ και επήγα
+εκεί, και σκάπτοντάς τον ίδιον λάκκον έβγαλα εκείνο το σακκί·
+βγάνοντάς το βλέπω που ήτον μέσα μία ωραιοτάτη νέα, η οποία εφαίνετο
+πως να έδινε την υστερινήν αναπνοήν· τα φορέματά της, με όλον που
+ήταν γεμάτα από αίματα, δεν εμπόδισαν που να την φανερώνουν πώς ήτον
+από αίμα ευγενικόν. Τι σκληρόν χέρι εφώναξα όλος τεταραγμένος από
+σπλάγχνος, ποίος βάρβαρος ημπόρεσε να τελέση τέτοιον ανόμημα εις
+τούτην την ευγενικήν κυράν· ας ανοίξη η γη να καταπιή ένα τέτοιον
+φονέα. Η κυρά, που ελογίαζα πως να μην έχη πλέον αναπνοήν, ακούω να
+μου λέγη· Ω Μουσουλμάνε, λάβε έλεος και σύντρεξέ με αν αγαπάς τον
+Πλάστην· βάλε μου μίαν σταλαγματιά νερό εις το στόμα μου, διά να μου
+παύση η θανατηφόρος μου δίψα που με ενοχλεί. Έτρεξα ευθύς και
+εγέμισα το φακκιόλι μου νερόν και της το έφερα· και αφού έπιεν
+άνοιξε τους οφθαλμούς της και κυττάζοντάς με μου είπε· Μουσουλμάνε,
+βλέπω που ο Προφήτης σε εξαπέστειλε διά να με συντρέξης· πάσχισε σε
+παρακαλώ το λοιπόν διά να σταματήση το αίμα από τες πληγές μου. Εγώ
+λογιάζω πως οι λαβωματιές μου να μη είναι θανατηφόρες· φύλαξε την
+ζωήν μου· και σου τάσσω ότι δεν ήθελες το μετανοήσει. </p>
+
+<p>Τότε εγώ έσχισα εις κομμάτια το δέμα του φακκιολιού μου και ένα
+υποκάμισο που είχα, και αφού της έδεσα τες πληγές μού είπε. Σε
+παρακαλώ λάβε ακόμη την καλωσύνην και φέρε με εις την χώραν, που
+είνε εδώ σιμά, και εκεί βάλε με εις κανένα σπήτι διά να αναπαυθώ. Ω
+ωραία κυρά μου, της αποκρίθηκα, εγώ είμαι ένας ξένος και δεν γνωρίζω
+κανένα εις αυτήν την χώραν και το περισσότερον, φέροντάς σε εκεί
+φοβούμαι να μην πάθω· διατί αν με ερωτήσουν, τις είνε αυτή η γυναίκα
+που φέρεις φορτωμένος έτσι καταπληγωμένην, τι απόκρισιν ημπορώ να
+δώσω; Αποκρίσου πως εγώ είμαι αδελφή σου, είπεν εκείνη και μην έχης
+άλλην χρείαν. Εγώ διά να κάμω τέλειον το καλόν υπήκουσα και την
+επήρα εις τες πλάτες μου, και την έφερα εις την χώραν, και βάνοντάς
+την εις ένα σπήτι που ευθύς ηύρα, επήγα και έκραξα ένα ιατρόν διά να
+την ιατρεύση· και μετά δύο ημέρας που αγροικήθη κομμάτι καλύτερα,
+έγραψε μίαν γραφήν και βάνοντάς μου την εις το χέρι, μου είπε· Σύρε
+τούτην την γραφήν εκεί που συνάζονται οι πραγματευτάδες· ζήτησε έναν
+που τον λεν Μαϊάρ, και δος του την εις το χέρι και έπαρε εκείνο που
+θα σου δώση. Έφερα την γραφήν ευθύς εις τον Μαϊάρ, ο οποίος, αφού
+την ανέγνωσε, την εφίλησε και την έβαλε εις το κεφάλι του. Έπειτα
+εβγάζει δύο σακκούλες φλωριά και μου τα έδωσε, και παίρνοντάς τα
+έφερα της κυράς· αυτή μου έδωκε την μίαν σακκούλαν, και μου είπε.
+Πήγαινε με αυτά να πάρης τα όσα μας κάνουν χρείαν, τόσον διά φαγητά,
+όσον και διά φορέματα εδικά σου και εδικά μου, και περιπλέον αγόρασε
+και κανένα σκλάβον διά να μας δουλεύη. </p>
+
+<p>Δεν έλειψα που να κάμω καθώς αυτή μου επαράγγειλε, και εις δύο
+ημέρας ευρέθη το σπήτι μας στολισμένον από κάθε αναγκαίον, και απ'
+ό,τι μας έκανε χρείαν, και ούτως απερνούσαμεν εις αυτό το αναμεταξύ
+που ιατρεύονταν με πολλήν μας ανάπαυσιν· και ενομιζόμουν εις όλους
+διά αδελφός αυτής της κυράς, και κατά αλήθειαν εζούσαμεν ωσάν να
+είμεθα αληθώς αδέλφια, και με όλον που αυτή ήτον μία από τες
+ωραιότατες νέες, η φαντασία της Δαρδανές, που είχα πάντα εις την
+καρδιά μου και εις τον λογισμόν μου, με έκανε να με κρατή μακράν από
+το να λάβω διά αυτήν καμμιάς λογής κλίσιν· είχα αποφασίσει πολλές
+φορές διά να αναχωρήσω από αυτήν· μα εκείνη με τες παρακάλεσές της
+με έκανε να μην την παραιτήσω. Υπόμενε ακόμη, ω νέε, μου έλεγεν, ότι
+έχω ακόμη καμπόσην χρείαν από λόγου σου· θέλω σου διηγηθή ογλήγωρα
+ποία είμαι· και εγώ ύστερα από αυτό θέλω σου ανταμείψει μεγάλως την
+επιμέλειαν και την δούλευσιν, που μου έκαμες. Εγώ το περισσότερον
+διά να την ευχαριστήσω και όχι διά τες ανταμοιβές που μου έταζεν,
+έστεκα με αυτήν έως που να μου δώση το θέλημα να αναχωρήσω· οπόταν
+δε ελευθερώθη τελείως από την αρρώστια της και έστεκε καλά, με
+κράζει μίαν ημέραν και μου λέγει. Έπαρε τούτην την σακκούλαν με τα
+φλωριά, και σύρε εις την αγοράν να εύρης ένα πραγματευτήν που τον
+λέγουν Ναμαράν, και πες του πως θέλεις να αγοράσης μεταξωτά· αυτός
+θέλει σου δείξει διάφορα· διάλεξε από αυτά ένα κομμάτι, και πλήρωσέ
+το όσα σου ήθελε γυρέψει χωρίς να κάμης παζάρι· μίλησέ του με
+ευγένειαν και γλυκύτητα, και ωσάν αναχωρήσης από αυτόν, φέρε μου εδώ
+τα μεταξωτά. Εγώ επήγα καθώς αυτή με επρόσταξε, και ηύρα τον Ναμαράν
+που εκάθετο εις το εργαστήρι του. Αυτός ήτον ένας εύμορφος και
+ευγενής άνδρας, που έμεινα να τον θεωρώ· του εζήτησα και μου έβγαλε
+διάφορα κομμάτια μεταξωτά, και διαλέγοντας ένα από αυτά, του το
+επλήρωσα όσα μου εζήτησε· και έπειτα αποχαιρετώντάς τον με
+ευγένειαν, επήρα το μεταξωτόν και το έφερα της κυράς μου. </p>
+
+<p>Δύο ημέρες υστερότερον μου έδωσεν αυτή άλλη μία σακκούλα φλωριά,
+και μου είπε. Ξαναγύρισε εις τον Ναμαράν, και έπαρε άλλα τρία
+κομμάτια μεταξωτά, και δος του πάλιν όσα σου ζητήση. Εξαναπήγα το
+δεύτερον εις τον αυτόν Ναμαράν, ο οποίος με εδέχθη με πολλήν
+ευγένειαν, και αγροικώντας το ζήτημά μου, έφερε διάφορα κομμάτια
+μεταξωτά χρυσά πολλά ωραία. Εδιάλεξα τρία κομμάτια που μου άρεσαν,
+και χωρίς να του ζητήσω τιμήν του έρριξα την σακκούλαν με τα φλωριά
+και του είπα· πληρώσου διά αυτά και όσα μείνουν δος μου τα οπίσω.
+Έμεινε αυτός εκστατικός εις το να ιδή εις εμένα μίαν τέτοιαν
+γενναιότητα, και αφού επληρώθη και μου έδωσε τα λοιπά φλωριά οπίσω,
+μου είπεν. Αυθέντα, δεν ημπορείς να μου κάμης την χάριν να έλθης
+αύριον να γευθούμε μαζί; Μετά πάσης χαράς του απεκρίθηκα εγώ· δεν
+θέλω λείψει που να έλθω να λάβω αυτήν την τιμήν. Εχάρη ο Ναμαράς διά
+το τάξιμον που του έκαμα, και ύστερον αποχαιρετώντας τον εγύρισα με
+τα μεταξωτά τα χρυσά εις το σπήτι μου. </p>
+
+<p>Εφανέρωσα της κυράς το κάλεσμα, που ο Ναμαράς μου έκαμεν, η οποία
+το έλαβεν εις τόσην χαράν που με έκαμε να μείνω βλέποντάς την να
+χαρή τόσον. Μη χάσης καιρόν, μόνον αύριον να υπάγης μου είπεν αυτή,
+και ενθυμήσου ότι ωσάν απογευθής να τον καλέσης και εσύ εδώ να
+γευματίση και άφησε εμένα την επιστασίαν, να κάμω την ετοιμασίαν.
+Εκατάλαβα εγώ πώς αυτή θα προμελετούσε κάποιόν τι· μα το τι
+επρομελετούσεν ήτον μακράν από τον στοχασμόν μου. Επήγα το λοιπόν
+την αύριον εις το σπίτι του Ναμαρά, ο οποίος μου έδειξεν ευγενικές
+περιποίησες. Και αφού απογευθήκαμε, τον επαρεκάλεσα να έλθη και
+αυτός την αύριον να γευματίση μετ' εμένα. Εδέχθη μετά πάσης χαράς το
+κάλεσμα, και δεν έλειψεν εις τον καιρόν του γεύματος να έλθη εις το
+σπήτι μου, καθώς μου έταξεν. Εκαθίσαμε το λοιπόν εις την τράπεζαν οι
+δυο μας μόνον, και επεράσαμεν όλην εκείνην την ημέραν ευφραινόμενοι,
+και πίνοντες διάφορα εκλεκτά κρασιά. Η κυρά δεν ηθέλησε καθόλου να
+φανερωθή έμπροσθέν μας· αλλά όσον εδύνατο έστεκε κρυφά· μα καθώς
+αυτή μου είχε παραγγείλη ότι με κάθε τρόπον να κάμω διά να κρατήσω
+τον Ναμαράν και την νύκτα εκεί, έτσι δεν έλειψα που να τον κρατήσω
+με πολλές παρακάλεσες. Ημείς ακολουθήσαμε να πίνωμεν έως τα
+μεσάνυκτα· και αφού ετελειώσαμεν τον έφερα εις ένα οντάν διά να
+αναπαυθή εκείνην την νύκτα, και εγώ επήγα εις άλλον διά να κάμω το
+όμοιον. Και τον καιρόν που εκοιμώμουν με ένα γλυκύτατον ύπνον, ιδού
+και έρχεται η κυρά μετά μεγάλης βίας και με εξύπνησε λέγοντας· σήκω,
+ω νέε, να ιδής τον φίλον σου κυλισμένον εις το άνομον αίμα του. Εγώ
+εις αυτά τα λόγια εσηκώθηκα όλως σκοτισμένος· και ακολούθησα την
+κυράν, που με έφερεν εις τον οντά του Ναμαρά. Σε αφίνω να στοχασθής
+τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, οπόταν είδα εκείνον τον άθλιον
+φονευμένον και κυλισμένον εις το αίμα του. </p>
+
+<p>Αχ, άνομη και επίβουλη, γεμάτος από θυμόν εφώναξα, τι είνε τούτο
+που έκαμες; έλαβες τόσην τόλμην να κατόρθωσες ένα κάμωμα τόσον
+σκληρόν και θηριώδες; αν, εσύ είχες τέτοιαν γνώμην, διατί να
+μεταχειρισθής εμένα τον ευεργέτην σου μέσον του θηριώδους θυμού σου,
+και να με κάμης να σου τον φέρω ο ίδιος διά να τον θανατώσης; Νέε
+ξένε, με αντίκοψε, μη σου κακοφαίνεται που διά μέσου σου εξεδικήθηκα
+τούτον τον παράνομον Ναμαράν· τούτος είνε ένας επίβουλος· εσύ δεν
+θέλεις με ονειδίσει οπόταν μάθης την παρανομίαν του· επειδή και
+αυτός είνε ο αίτιος της συμφοράς μου, την οποίαν ιδού που θέλω σου
+την διηγηθή διά ανάπαυσίν σου. </p>
+
+<p>Εγώ είμαι, ακολούθησεν αυτή, θυγατέρα του βασιλέως τούτης της
+χώρας· μίαν ημέραν που επήγαινα εις τα λουτρά είδον αυτόν τον
+Ναμαράν εις το εργαστήρι του, και ευθύς έλαβα μεγάλον έρωτα δι'
+αυτόν, και από εκείνην την ώραν έχασα κάθε μου ησυχίαν και
+ανάπαυσιν, επειδή η φαντασία μου δεν έλειψε πάντα από αυτόν και
+τόσον άναψεν η καρδιά μου από τον έρωτα που δεν επέρασε πολύς καιρός
+και έπεσα άρρωστη εις το κρεββάτι. Ο πατέρας μου έστειλε και έφερε
+τους πλέον εμπείρους ιατρούς διά να με ιατρεύσουν, μα κανείς δεν
+εδυνήθη να γνωρίση το πάθος μου. Η βάγια μου που ήτον μία πολύ
+επιτήδεια γυναίκα, εγνώρισε το πάθος μου πως ήτον από αγάπην, και με
+εύμορφον τρόπον με έκαμε και της είπα την πάσαν αλήθειαν. Αυτή μου
+έταξεν ότι θα κάμη κάθε τρόπον διά να πληρώση την επιθυμίαν μου,
+καθώς και το έκαμε, που μίαν ημέραν μου τον έφερεν ενδεδυμένον
+γυναικίστικα χωρίς να τον γνωρίση κανείς. Εγώ ωσάν τον είδα ευθύς
+ελευθερώθηκα από την ασθένειάν μου, και έξω από την ευχαρίστησιν που
+έλαβα να τον ιδώ και αυτόν να μείνη γεμάτος από ευχαρίστησιν διά ένα
+τέτοιο ευτυχισμένον του συναπάντημα· και αφού τον εκράτησα μερικές
+ημέρες κλεισμένον εις ένα μου οντάν, η βάγια μου πάλιν τον έβγαλεν
+από το σαράγι μου με την ίδιαν ευκολίαν που τον είχεν εμπάσει, και
+ούτως οπόταν ήθελα έκανα και μου τον έφερνεν η βάγια μου με αυτόν
+τον τρόπον, και εχαιρόμασθε μαζί διά πολύν καιρόν. </p>
+
+<p>Μίαν ημέραν μου ήλθεν επιθυμία, να πηγαίνω και εγώ να εύρω τον
+Ναμαράν εις το σπήτι του, ελπίζοντας πώς θα ήθελε το λάβει εις
+μεγάλην χαράν και βγαίνοντας μπουλωμένη από το σαράγι μου χωρίς να
+με καταλάβη κανένας έφθασα εις το σπήτι του Ναμαράν και κτυπώντας
+την πόρταν διά να μου ανοίξουν, βλέπω και έρχεται ένας σκλάβος και
+με ερωτά τίνα γυρεύω· εγώ του είπα πως έχω να ομιλήσω του αφεντός
+σου ένα λόγον. Ο σκλάβος μου απεκρίθη πως ο αφέντης μου διά την ώραν
+δεν ημπορεί να σου δώση ακρόασιν, με το να είναι αντάμα με μίαν νέαν
+κόρην που ξεφαντώνουν. Εγώ να ακούσω πως ξεφαντώνει με άλλην γυναίκα
+αγροίκησα του λόγου μου γεμάτην από μίαν ζηλοτυπίαν, που με έβγαλε
+έξω από τον εαυτό μου, και έγινα κατά πολλά μανιώδης· εμπαίνω με
+βίαν εις το σπήτι του, και φθάνοντας εις τον χοντζερέ του βλέπω τον
+Ναμαράν καθήμενον εις μίαν τράπεζαν μαζή με μίαν ευμορφοτάτην κόρην,
+με την οποίαν έπιναν και ετραγουδούσαν τραγούδια της αγάπης και
+ηδονικά. Δεν ημπόρεσα εις τούτην την θεωρίαν να κρατήσω τον θυμόν
+μου· τρέχω με ορμήν επάνω εις εκείνην την κόρην και της έδωσα πολλές
+μαχαιριές, και αν δεν ήτον ογλήγωρη διά να φύγη, την εθανάτωνα. Δεν
+επλήρωσα τον θυμόν μου μοναχά με αυτήν, αλλά έτρεξα προς τον άπιστον
+και επίβουλον Ναμαράν διά να ξεδικηθώ και με αυτόν. </p>
+
+<p>Βλέποντάς με αυτός έτσι θυμωμένην, έρχεται και πίπτει εις τους
+πόδας μου ζητώντάς μου συμπάθειαν διά το σφάλμα του ομνύοντάς μου
+πως εις το εξής να μη μου κάμη κανένα παραμικρόν άδικον και
+επιβουλήν και με αυτά και άλλα γλυκά λόγια με εκατάπεισε διά να τον
+συμπαθήσω, και να ξαναγαπηθούμεν και διά σημείον της ειρήνης μας με
+υποχρέωσε να πίω με αυτόν· και τόσον έκαμε που με εμέθυσε. Και αφού
+με είδεν εις αυτήν την κατάστασιν ο προδότης και επίβουλος, μου
+έδωσε πολλές μαχαιριές με ένα πουνιάλι, που επιταυτού είχε, και
+μένοντας από αυτές χωρίς καμμίαν αίσθησιν, και νομίζοντάς με
+αποθαμμένη με έβαλεν εις ένα σάκκον, και μοναχός του διά νυκτός με
+έφερε εις εκείνον τον τόπον που με ηύρες. Και εις το αναμεταξύ που
+αυτός μου ετοίμαζε τον λάκκον, εγώ ήλθα ολίγον εις τες αίσθησές μου
+και άρχισα να οδύρωμαι και να του ζητώ να μου αφήση την ζωήν μα
+αυτός ο βάρβαρος, αντίς να λάβη σπλάγχνος εις τα παράπονά μου,
+ηθέλησε διά περισσοτέραν παιδείαν μου να με θάψη και ζωντανήν· και η
+τύχη μου εξαπέστειλεν εσένα διά να με ελευθερώσης. Διά εκείνο δε που
+απαρθενεύει διά τον Μαϊάρ, ακολούθησεν η κυρά τον άλλον
+πραγματευτήν, εις τον οποίον επήγες την γραφήν από όνομά μου, αυτός
+είναι πραγματευτής του σαραγιού. Εγώ του έδωσα να καταλάβη πώς είχα
+χρείαν από δηνάρια, και του εφανέρωσα τα συμβεβηκότα μου,
+παρακαλώντάς τον να τα κρατήση μυστικά έως που να κάμω την
+εκδίκησιν. Ετούτη, ω φίλε μου, είνε η ιστορία μου· δεν ηθέλησα να
+σου την διηγηθώ εμπροσθήτερα, φοβουμένη να μη λάβης αντίρρησιν εις
+το να μου φέρης εδώ τον εχθρόν μου· δεν το πιστεύω που να μη μου
+δώσης δίκαιον διά την δικαίαν μου εκδίκησιν και με όλον που εσύ
+φαίνεται να είσαι έχθρός των σκληροκαρδίων, πρέπει να με επαινέσης
+εις την ανδρείαν, που έλαβα διά να θυσιάσω εκείνον τον σκληροκάρδιον
+και επίβουλον· αύριον το ταχύ, ακολούθησεν αυτή, θέλωμεν υπάγει
+αντάμα εις το σαράγι· ο πατέρας μου ο βασιλεύς πολλά τρυφερά με
+αγαπά· θέλω του εξομολογηθή το σφάλμα μου, και ελπίζω πως θέλει μου
+το συγχωρήσει, και εσένα σου τάζω πως θέλει σου κάμει μεγάλα δώρα,
+και σου δώση και πολλές αξίες διά την περιποίησιν που μου έκαμες.
+</p>
+
+<p>Μη γένοιτο αυτό, βασίλισσά μου, της απεκρίθηκα, εγώ δεν ζητώ ούτε
+δώρα, ούτε άλλο κανένα πράγμα διά τα όσα έκαμα διά λόγου σου και διά
+να σου φυλάξω την ζωήν, και εις κανένα δεν μετανοώ· μα σου ομολογώ,
+πώς είμαι πολλά περίλυπος που με μεταχειρίσθης διά όργανον της
+επιβολής σου, και διά μέσου μου ετελείωσες την εκδίκησίν σου. Έπρεπε
+καλύτερον να με είχες προστάξει διά να ξεδικήσω με άλλον τρόπον,
+παρά με τέτοιαν προδοσίαν· επειδή και εγώ δεν ήθελα λείψει να
+θυσιάσω την ζωήν μου διά λόγου σου διά να σε ευχαριστήσω· διότι
+τέλος πάντων εγώ, με όλον που στοχάζομαι ότι του Ναμαράν με κάθε
+δίκαιον του έπρεπεν ο θάνατος, δεν έλειψε που να μου μείνη εις την
+καρδίαν μία θλίψις μεγαλωτάτη διά την προδοσίαν, που ανευθύνως έκαμα
+και τον έφερα εις τον θάνατον. Και έτσι λέγοντας ευθύς απαραίτησα
+την κυράν και μεμφόμενος τα ταξίματά της εβγήκα από εκείνην την
+χώραν πριν ξημερώση· και περιπατώντας μερικές ώρες έφθασα ένα
+καραβάνι από πραγματευτάδες, που επήγαιναν διά το Μπαγδάτι, και
+ανταμωμένος με αυτό ακολούθησα τον δρόμον μου ως εκεί. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Εξακολούθησις της
+ιστορίας του Αμπτούλ Μπαρσή.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Φθάνοντας δε εις το Μπαγδάτι ευρέθηκα εις πολλά δυστυχισμένην
+κατάστασιν· επειδή δεν μου έμειναν άλλα δηνάρια από την απερασμένην
+μου ευτυχίαν, παρά ένα φλωρί μόνον. Εστοχάσθηκα να το πραγματεύσω
+διά να ημπορέσω να βγάλω τα έξοδά μου· αγόρασα μερικά μπάλσαμα,
+ζαχαρικά, και άλλα λιανώματα, και επήγαινα καθημερινώς εις ένα
+μεγάλον καφενέ, εις τον οποίον εσυνήθιζαν να πηγαίνουν πολλοί
+αυθεντάδες και άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν έλειψαν να αγοράζουν
+από τας πραγματείας μου, και να μου τας πληρώνουν καλά, και με
+τούτον τον τρόπον επόρευα και έβγαζα τα έξοδά μου. </p>
+
+<p>Μίαν ημέραν που είχα μερικά λουλούδια και άνθη μυριστικά διά
+πούλημα, επήγα κατά την συνήθειάν μου εις τον καφενέ διά να τα
+πουλήσω. Εκεί ήτον ένας γέροντας εις μίαν αγκωνήν καθήμενος, τον
+οποίον ποτέ δεν τον εστοχάσθηκα διά να του προσφέρω να αγοράση από
+την πραγματείαν μου, ο οποίος βλέποντάς με έκραξε· Φίλε μου, από τι
+προέρχεται και δεν μου φέρεις και εμένα να αγοράσω από την
+πραγματείαν σου; ή με στοχάζεσαι πως δεν έχω να ξοδέψω όπως και οι
+άλλοι; Αυθέντη, του απεκρίθηκα, συμπάθησέ με διατί δεν σε
+εστοχάσθηκα· όμως όλον τούτο που έχω είνε εις τα προστάγματά σου.
+Τότε αυτός άπλωσε και επήρε δύο τριαντάφυλλα, έπειτα μου είπε να
+καθήσω σιμά του, και υπακούοντάς τον άρχισε να μου κάνη πολλές
+αναζήτησες, και να με ερωτά πώς ονομάζομαι, και πόθεν είμαι.
+Απαραίτησέ με, σε παρακαλώ, του είπα εγώ αναστενάζοντας, και μη με
+βιάζης να πληρώσω την περιέργειάν σου, διότι δεν ημπορώ να σου δώσω
+την ευχαρίστησιν χωρίς να ξανοίξω τες πληγές μου, που διά την ώραν
+είνε κλεισμένες. </p>
+
+<p>Ο γέρων βλέποντάς τον αναστεναγμόν που έκαμα, και τα λόγια που
+του είπα, δεν ηθέλησε να με ξαναρωτήση άλλο· αλλά εβγάζοντας από την
+σακκούλαν του έξ φλωρία μου τα έβαλεν εις χέρι και ανεχώρησεν.
+Έμεινα εκστατικός διά την γενναιότητά του και δεν ημπορούσα τι να
+στοχασθώ δι' αυτόν τον γέροντα. Εξαναγύρισα το λοιπόν την ερχομένην
+ημέραν εις τον ίδιον καφενέ, και ηύρα εκεί πάλιν τον γέροντα· επήγα
+εις αυτόν πρώτον από τους άλλους και επρόσφερα την πραγματείαν μου.
+Αυτός αφού επήρε καμπόσον μπάλσαμον με έκαμε πάλιν να ξανακαθήσω
+κοντά του και με εβίασε τόσον διά να του διηγηθώ την ιστορίαν μου,
+που δεν ημπόρεσα πλέον να του το αρνηθώ. Εγώ του ωμολόγησα όλα τα
+συμβεβηκότα μου με κάθε καθαρότητα και, αφού του τα εδιηγήθηκα, μου
+είπεν· Εγώ γνωρίζω κατά πολλά τον πατέρα σου, με τον οποίον έκαμα
+πολλάς πραγματείας· επειδή και είμαι και εγώ πραγματευτής από την
+Μπάσρα, διά το οποίον έχω πολλήν ευχαρίστησιν που σε εγνώρισα· εγώ
+με το να μην έχω παιδιά ή κληρονόμους συνέλαβα διά εσένα τόσην
+αγάπην, που απεφάσισα να σε κηρύξω υιόν μου και κληρονόμον μου.
+Παρηγορήσου λοιπόν, παιδί μου, διά τας περασμένας σου δυστυχίας,
+επειδή και θέλεις εύρει ένα πατέρα εις εμένα πλέον πλούσιον από τον
+εδικόν σου, και που δεν θέλει έχει ολιγωτέραν αγάπην από εκείνον διά
+εσένα. Εγώ ευχαρίστησα κατά πολλά εκείνον τον ένδοξον γέροντα διά
+την τιμήν και ευεργεσίαν που μου έταξε· και παίρνοντάς με από το
+χέρι με έφερεν εις ένα μεγάλον παλάτι· και ευθύς έκαμε και με
+ένδυσαν με πλούσια φορέματα, και μου έδωσε ότι μου έκαμε χρεία. Εγώ
+επίστευα τότε πώς ωνειρευόμουν διά την τόσην μεταλλαγήν της ευτυχίας
+μου, και από εκείνην την ώραν αλησμόνησα τας περασμένας μου
+δυστυχίας. </p>
+
+<p>Οπόταν ο γέρων πραγματευτής ετελείωσεν από τας υπηρεσίας, που
+είχεν εις το Μπαγδάτι, εμισεύσαμεν ομού διά την Μπάσρα. Οι φίλοι
+μου, που δεν έλειψαν να με μεταϊδούν, έμειναν εκστατικοί εις το να
+ακούσουν πώς με επήρε διά υιόν του ο γέρων, ο οποίος ήτον φημισμένος
+διά τον πλουσιώτερον πραγματευτήν της Μπάσρας. Ως τόσον εγώ
+εσπούδαξα με κάθε τρόπον εις το να ευχαριστήσω τον γέροντα, ο οποίος
+έδειχνε πώς ήτον πολλά ευχαριστημένος από λόγου μου, λέγοντάς μου
+πολλές φορές· Αμπτούλ, εσύ μου φαίνεσαι πολλά άξιος διά τα όσα έκαμα
+διά λόγου σου. </p>
+
+<p>Απερνώντας πολύ καιρός που εζούσαμεν αμφότερα τα μέρη με μεγάλην
+αρμονίαν, έπεσεν ο γέρων εις μεγάλην αρρώστιαν και βλέποντας που δεν
+ήτον πλέον διά ζωήν, με έκραξε σιμά εις το κρεββάτι του και μου
+είπεν. Είνε καιρός, ω υιέ μου, να σου φανερώσω ένα απόκρυφον πολλά
+συμφέρον· αν εγώ ήθελα σου αφήσει όλον το έχειν μου που φαίνεται,
+στοχάζομαι πώς ήθελα σου αφήσει μίαν τύχην μεσαίαν, και με όλον που
+είνε περισσότερον από κάθε άλλου πραγματευτού, είνε ουδέν εμπρός εις
+τον θησαυρόν που ευρίσκεται κρυμμένος. Εγώ δεν σου λέγω από ποίον
+καιρόν, και από ποίον εστάθη κρυμμένος, επειδή και εγώ ούτε το
+ηξεύρω· όλον εκείνο που ηξεύρω είνε τούτο, ήγουν ο πάππος μου οπόταν
+ήθελε ν' αποθάνη το εφανέρωσε του πατρός μου χωρίς να του ειπή άλλο,
+και ο πατήρ μου το εφανέρωσεν εμένα· και ιδού που σου το φανερώνω
+και του λόγου σου, μα σου παραγγέλω ωσάν τον λάβης εις τα χέρια σου,
+να πασχίσης να ξοδεύης με εύμορφον τρόπον διά να μην πέσης εις τον
+φθόνον του βασιλέως και των φιλαργύρων κυβερνητών, και το μάθουν και
+σου το αρπάξουν. Ας είσαι καταδεκτικός με όλους και φιλόξενος,
+κύτταξε να ξοδεύης εις καλά έργα και όχι εις ηδονές και ξεφάντωσες
+και εις άλλα άτιμα πράγματα. </p>
+
+<p>Και αφού εγώ έταξα του πραγματευτού να φυλάξω με ακρίβειαν τα όσα
+μου επαράγγειλε, μου εφανέρωσε τον τόπον που ευρίσκονταν, λέγοντάς
+μου· ιδού που σου τον παραδίδω εις χείρα σου, και ενθυμήσου να
+φυλάξης τα όσα σου παρήγγειλα. Και ταύτα λέγοντάς μετά ολίγας ημέρας
+απέθανεν. </p>
+
+<p>Έμεινα τέλος πάντων κληρονόμος του γέροντος εις τα πάντα και αφού
+έκαμα να τον θάψουν με την πρεπουμένην τιμήν, επήγα διά να ιδώ τον
+θησαυρόν. Σου ομολογώ, κύριέ μου, ότι έμεινα εκστατικός να ιδώ ένα
+θησαυρόν τόσον πλούσιον, που είνε αδύνατον να σου τον διηγηθώ και αν
+εγώ ήθελα ζήσει χίλιους χρόνους, και αν εξόδευα καθώς ξοδεύω κατά το
+παρόν, ακόμη δεν ήθελε τελειώσει. Αφού και είδα ένα τέτοιον
+υπέρπλουτον θησαυρόν αλησμόνησα πλέον τα όσα ο γέρων μου παρήγγειλε
+να φυλάξω, και ευθύς άνοιξα τα χέρια εις το να μοιράζω
+πλουσιοπαρόχως εις κάθε έναν από τα πλούτη μου. </p>
+
+<p>Δεν είνε κανείς εδώ, που να μην έλαβεν ευεργεσία από εμένα, το
+σπήτι μου στέκει πάντα ανοικτόν διά κάθε έναν που να έχη χρείαν, και
+όλοι μισεύουν ευχαριστημένοι, και με τούτον τον τρόπον τον
+μεταχειρίζομαι εις ελάφρωσιν των δυστυχισμένων, εις το να φιλοξενώ
+τους ευγενείς ξένους, και εις το να ζω μίαν ζωήν ευφρόσυνον και
+τιμημένην. </p>
+
+<p>Δεν απέρασε πολύς καιρός που να μην έμβω εις τον φθόνον του
+προεστού της χώρας, καθώς μου προείπεν ο γέροντας. Έρχεται μίαν
+ημέραν ο παταλμαντζής ο βασιλικός και μου ζητεί να του φανερώσω τον
+Θησαυρόν μου, διά να τον κάμη βασιλικόν κατά τους νόμους. Εγώ έμεινα
+νεκρός να ακούσω το ζήτημά του. Αυτός βλέποντάς τον φόβον μου μού
+είπεν· Αμπτούλ αφέντη· εγώ κάνω το χρέος μου διά να σε εξετάξω· όμως
+του λόγου σου ωσάν φρόνιμος που είσαι, κάμε μου ένα δώρον, που να
+είναι άξιον διά εμένα, και θέλω σε απαραιτήσει. Εγώ βλέποντάς την
+καλήν του διάθεσιν του έταξα να του δίδω την κάθε ημέραν από εκατόν
+φλωριά, και κάθε μήνα να του τα μετρώ. Έμεινε πολλά ευχαριστημένος ο
+παταλμαντζής με την γενναιότητά μου και ανεχώρησεν. Ολίγον καιρόν
+υστερότερα το έμαθε και ο Βεζύρης Αμπουλφάτ, και έστειλε και με
+έκραξεν εις τον οντά του, ο οποίος μου είπε. Καλέ άνθρωπε, έμαθα πώς
+ηύρες ένα θησαυρόν, διά τον οποίον καλά ηξεύρομεν πώς ο μισός
+απαρθενεύει του βασιλέως, το λοιπόν πρέπει να τον δώσης, ειδέ μη
+θέλεις παιδευθή. Εγώ του απεκρίθηκα. Αφέντη, εγώ σου ομολογώ την
+αλήθειαν πώς τον ηύρα· μα ήξευρε πως να με κάμουν χίλια κομμάτια δεν
+θέλω τον φανερώσει· μα σου τάσσω πως να σου δίνω κάθε ημέραν από
+χίλια φλωριά και να με αφήσης ήσυχον εις το εξής. Ο Σμπουλφάτ
+ευχαριστήθη διά το τάξιμόν μου· και έστειλε με εμένα ένα του πιστόν
+δούλον, και του εμέτρησα τριάκοντα χιλιάδες φλωριά διά τον πρώτον
+μήνα. </p>
+
+<p>Ετούτος ο βεζύρης φοβούμενος μήπως και ο βασιλεύς της Μπάσρας
+ήθελε μάθει τα όσα ακολούθησαν, εστοχάσθη να του το ομολογήση. Ο
+βασιλέας αφού και άκουσε τον βεζύρην με μεγάλην προσοχήν, και
+θέλοντας να βεβαιωθή καλλίτερον έστειλε και με έκραξε έμπροσθά του·
+και ωσάν επήγα με εδέχθη με χαροποιόν πρόσωπον και άρχισε να με
+εξετάζη διά τον θησαυρόν μου, παρακινώντας με διά να του τον
+φανερώσω. Βασιλέα μου, του απεκρίθηκα, η ζωή μου είνε εις το χέρι
+σου· μα τον θησαυρόν ποτέ δεν ήθελα σου τον δείξει, με όλον που να
+ήξευρα, πως θα μου κάμης τα πλέον οδυνηρότερα παιδευτήρια· όμως διά
+να σε ευχαριστήσω σου τάσσω να σου δίδω την κάθε ημέραν από δύο
+χιλιάδες φλωριά, και να μη με πειράξης, ειδεμή και δεν ευχαριστηθής
+εις τούτο το τάξιμον, είσαι νοικοκύρης να κάμης ό,τι ορίσεις εις
+εμένα. </p>
+
+<p>Ο βασιλεύς εις τούτα τα λόγια εγύρισε προς τον βεζύρην του, και
+του εζήτησε συμβουλήν. Βασιλέα μου, του είπεν ο βεζύρης, η ποσότης
+που σου τάσσει να σου δώση καθημερινώς είνε περισσότερη από ό,τι
+ήθελες εύρει ένα πλουσιώτατον θησαυρόν· άφησέ τον λοιπόν διά να ζη
+καθώς θέλει, και ευχαριστήσου εις τα όσα σου έταξεν. Ο βασιλέας
+έμεινε πληροφορημένος από την συμβουλήν του βεζύρη, και αφού μου
+έδειξε πολλές δεξίωσες, με απόλυσε. Και από εκείνον τον καιρόν πάντα
+του επλήρωνα τα διά του έταξα ομοίως και του βεζύρη και του
+παταλμαντζή, και κάθε χρόνον η ποσότης που δίνω αυτωνών είνε
+περισσότερη από ένα μιλλιούνι και εκατόν χιλιάδες φλωριά. Ετούτο
+είνε, αφέντη μου, εκείνο που επιθυμάτε να ηξεύρετε διά ιστορίαν και
+εις το εξής μη θαυμάσης τόσον διά τα δώρα που σου έκαμα, ούτε διά
+εκείνα όλα που είδες εις το σπήτι μου. </p>
+
+<p>Τελειώνοντας δε ο Αμπτούλ την διήγησιν των συμβεβηκότων του, ο
+Καλίφης, γεμάτος από μίαν μεγάλην επιθυμίαν διά να ιδή τον θησαυρόν,
+του είπεν· είνε δυνατόν να είνε ποτέ εις τον κόσμον ένας θησαυρός,
+που η μεγάλη σου γενναιότης να μην ήθελε τον φθείρει; όχι, όχι δεν
+ημπορώ να το πιστεύσω και αν δεν ήθελε σου κακοφανή, ήθελα να σε
+παρακαλέσω διά να με εβγάλης τελείως από την περιέργειαν να μου τον
+δείξης, και σου κάνω όρκον φοβερόν ότι να μην ειπώ κανενός το
+μυστήριον. Ο Αμπτούλ εφάνη περίλυπος διά την ζήτησιν του Καλίφη. Μου
+κακοφαίνεται, Αφέντη μου, του είπεν, που έχεις τέτοιαν περιέργειαν,
+την οποίαν δεν ημπορώ να σου την πληρώσω χωρίς να μη σου ήθελε
+κακοφανή. Δεν βλάπτει, έκραξεν ο Καλίφης, είμαι ευχαριστημένος διά
+να υποφέρω ότι με ήθελες προστάξει χωρίς εναντίωσιν, και σου τάσσω
+πως δεν θέλεις το μετανοήσει, που μου τον έδειξες. Κάνει χρεία
+εξαναείπεν ο Αμπτούλ να σου δέσω τα μάτια, και να σε φέρω εκεί που
+είνε ο θησαυρός με το κεφάλι ξέσκεπον, και εγώ με ένα σπαθί εις το
+χέρι έτοιμος διά να σου κόψω το κεφάλι, ανίσως και ήθελες βιάσει
+τους νόμους της φιλοξενίας, και ξεσκεπάσης τους οφθαλμούς σου· και
+τούτο όλον το κάνω, επειδή και δεν ημπορώ να αποφασίσω να αποστείλω
+ένα μου ξένον συγχισμένον πως δεν τον υπήκουσα. </p>
+
+<p>Ο Καλίφης τότε του είπε, πως ας μην έχη κανένα φόβον εις το να
+παρέβη τα όσα του παρήγγειλε. Και έτσι ο Αμπτούλ εκαρτέρεσε μαζί με
+τον Καλίφην εκείνην την νύκτα, έως που επήγαν όλοι οι δούλοι του να
+κοιμηθούν, και ύστερα παίρνει τον Καλίφην και του δένει τα μάτια,
+και τον κάνει να καταβή από μίαν σκάλαν κρυπτήν εις ένα περιβόλι
+πολλά μεγάλον και ύστερα αφού και απέρασαν από διάφορες στράτες
+στενές ήλθαν εις τον τόπον όπου ήτον ο θησαυρός. Ετούτος ο τόπος
+ήτον ένα βαθύτατον και πλατύ υπόγειον, η πόρτα του οποίου ήτον από
+τζελίκι μίαν πήχυν χοντρή· την οποίαν ανοίγοντας ήλθον ευθύς εις ένα
+χοντζερέ πολλά σκοτεινόν και απερνώντάς τον, ήλθον εις μίαν σάλαν
+μεγάλην, την οποίαν τα πολλά καρβούνια την έκαναν πολλά φωτεινήν,
+τότε ο Αμπτούλ έλυσε τα μάτια του βασιλέως, ο οποίος με μεγάλην
+έκπληξιν εκύτταξεν εκείνα που επροσφέροντο εις τους οφθαλμούς του,
+μία λεκάνη από μάρμαρον άσπρον, που είχε τον γύρον της σαράντα πήχες
+και το βάθος εικοσιπέντε, εφαίνονταν εις την μέσην της σάλας, η
+οποία ήτον γεμάτη από μεγάλα κομμάτια χρυσάφι, αυτή η λεκάνη ήτον
+επάνω δώδεκα στύλων από το ίδιον χρυσάφι, και αναμεταξύ των στύλων
+ήσαν άλλα τόσα αγάλματα από πέτρες πολύτιμες. </p>
+
+<p>Ο Αμπτούλ ανέβασε τον Καλίφη από μίαν σκάλαν εις το χείλος της
+λεκάνης και είπε του Καλίφη· βλέπεις ετούτην την λεκάνην, που είναι
+γεμάτη από χρυσάφι; δύο δάκτυλα ακόμη δεν είνε φυραμένη έως τώρα
+αφού την εξουσιάζω· πιστεύεις το λοιπόν, ότι εγώ ημπορώ να την σώσω
+έτσι εύκολα; Ο Καλίφης αφού και εστοχάσθηκε καλώς την λεκάνην,
+είπεν· ετούτο το ομολογώ πως είνε ένας πλούτος υπέρμετρος· μα καθώς
+τον μεταχειρίζεσαι ημπορεί να σωθή. Ας είναι, απεκρίθη ο Αμπτούλ,
+οπόταν σωθή αυτός, θέλω προστρέξει εις εκείνον που τώρα θέλω σου
+δείξει· και έτσι τον έκαμε να περάση εις μίαν άλλην σάλαν πλέον
+φωτεινωτέραν, εις την οποίαν ήτον πολλότατες μαξιλάρες από χρυσά
+μεταξωτά, κεντημένες με πλήθος μαργαριτάρια, και διαμάντια·
+εφαίνονταν ομοίως εις την μέσην άλλη μία λεκάνη, όχι τόσον μεγάλη
+ωσάν την άλλην, μα μικρότερη, αλλά εις την τιμήν πολλά πλουσιώτερη,
+η οποία ήτον γεμάτη από ρουμπίνια, διαμάντια, σμαράγδια, και κάθε
+λογής πέτρες πολύτιμες. </p>
+
+<p>Θαυμασμός μεγαλύτερος ποτέ δεν εστάθη παρόμοιος ωσάν εκείνον, που
+ο Καλίφης έδειξε τότε· μετά βίας ημπορούσε να πιστεύση αυτός ότι
+ήτον έξυπνος· εκείνη η νέα λεκάνη εφαίνονταν ένα τέρας και δεν
+ημπορούσεν από αυτήν να σηκώση τους οφθαλμούς του. Τότε ο Αμπτούλ
+τον έκαμε να ιδή επάνω εις δύο θρόνους αργυρούς δύο σώματα νεκρά,
+και του είπε, πως αυτοί είναι οι πρώτοι εξουσιασταί του θησαυρού.
+Ήταν αυτά ένας βασιλέας και μία βασίλισσα, οποίοι εφορούσαν εις τας
+κεφάλας κορώνες από διαμάντια· και εφαίνονταν πως ήτον ωσάν
+αποκοιμισμένοι, εις των οποίων τους πόδας εκρέμονταν μια ταύλα από
+έβενον με γράμματα χρυσά, που έλεγαν ούτως· </p>
+
+<p>«Εσυνάθροισα εις όλην μου την ζωήν ετούτα όλα τα πλούτη, που είνε
+εδώ· επήρα χώρες και κάστρα τα οποία τα ελιμούργιαξα απέκτησα
+βασίλεια, και εκατατρόπωσα όλους τους εχθρούς μου· μα όλες μου αι
+δυνάμεις έδωσαν τόπον εις εκείνες του θανάτου. Όποιος το λοιπόν με
+ήθελεν ιδεί εις την στάσιν που είμαι ας ανοίξη τα μάτια του και ας
+στοχασθή, ότι και εγώ εζούσα ωσάν και αυτόν, και πως θέλει αποθάνει
+και αυτός ωσάν και εμένα· και διά τούτο ας μη φοβηθή να φθείρη
+ετούτον τον θησαυρόν· επειδή και δεν θέλει ποτέ ολιγοστέψει, και ας
+τον μεταχειρισθή διά να αποκτήση φίλους, και να απεράση μίαν ζωήν
+ευφρόσυνον· επειδή οπόταν θέλει αποθάνει όλα τούτα τα πλούτη δεν
+θέλουν τον έβγαλει από το μέλλον όλων των κοινών ανθρώπων». Και
+αποδιαβάζοντας ο Καλίφης εκείνα τα γράμματα, είπεν· </p>
+
+<p>Εγώ δεν σου εναντιώνομαι πλέον διά την μεταχείρισιν που κάνεις
+του πλούτου σου· εσύ έχεις δίκαιον να ζης καθώς φέρεσαι και μέμφομαι
+την συμβουλήν που σου έδωσεν ο πραγματευτής ο γέρων. Έξω από αυτά ο
+Αμπτούλ του έδειξε και άλλα πολύτιμα πράγματα ανάμεσα εις τα άλλα
+και από τα δένδρα παρόμοια ωσάν εκείνο που του εχάρισεν. </p>
+
+<p>Ο Καλίφης επιθυμούσε μετά χαράς να σταθή και το υπόλοιπον της
+νυκτός εις το να στοχάζεται εκείνα τα πλούτη· μα ο Αμπτούλ έλαβε
+βίαν διά να έβγη πριν εξυπνήσουν οι δούλοι του και τον καταλάβουν,
+και ούτως επήρε τον βασιλέα και του ξανάδεσε τα μάτια και εβγήκε με
+τον ίδιον τρόπον που εμπήκαν, και ήλθαν εις τους οντάδες που ήταν
+πρώτον. </p>
+
+<p>Από όλα τούτα που με έκαμες και είδα, είπεν ο Καλίφης προς τον
+Αμπτούλ, και από την σκλάβαν που μου εχάρισες, δεν έχω καμμίαν
+αμφιβολίαν ότι εσύ έχεις τες πλέον εύμορφες γυναίκες που είνε εις
+την εξουσίαν σου. Αλήθεια, απεκρίθη ο Αμπτούλ, εγώ έχω σκλάβες μιας
+υπερβολικής ωραιότητος, μα δεν ημπορώ να αγαπήσω καμμίαν. Η Δαρδανέ,
+η ωραία Δαρδανέ έχει πλανωμένους πάντοτε τους στοχασμούς μου· και με
+όλον που κάθε στιγμήν στοχάζομαι πώς αυτή είνε αποθαμμένη και πώς
+δεν πρέπει πλέον να την στοχασθώ, έχω την δυστυχίαν να μην ημπορώ να
+εβγάλω από την φαντασίαν μου την μορφήν της· και είμαι τόσον
+σκοτισμένος, που αντίς να χαίρωμαι τόσα πλούτη και τόσα καλά, μου
+φαίνεται πως να μην είμαι ευχαριστημένος· καλύτερον αγαπούσα χίλιες
+φορές να εχαίρομουν μίαν ευτυχίαν μεσαίαν και να είχα την Δαρδανέ,
+παρά που να ζω χωρίς αυτήν με όλα ταύτα τα πλούτη. </p>
+
+<p>Ο Καλίφης έμεινε θαυμασμένος διά την σταθερότητα του Αμπτούλ, και
+δεν έλειψε να τον παρακινήση να βγάλη από την φαντασίαν του αυτόν
+τον στοχασμόν τον ανωφελή και άλλα παρόμοια. Ύστερον ευχαριστώντας
+τον διά την μεγάλην δεξίωσιν που του έδειξε, και διά τες πολλές
+χάρες που του έκαμε, εγύρισε και ήλθεν εις το κονάκι του· και ευθύς
+ετοιμάσθη και εμίσευσε διά το Μπαγδάτι με όλους τους δούλους,
+σκλάβας, σκλαβόπουλο και άλλα δώρα που από τον Αμπτούλ έλαβεν. </p>
+
+<p>Ολίγες ημέρες ύστερον από τον μισευμόν ετούτου του βασιλέως, ο
+βεζύρης Αμπτολφατάς ακούοντας να ομιλούν διά τα μεγάλα δώρα που ο
+Αμπτούλ έκανε καθημερινώς εις τους ξένους που επήγαιναν να τον
+βλέπουν, και εκστατικός διά το μέγα πλήρωμα που έκανε τόσον
+αυτουνού, όσον και του βασιλέως και παταλματζή κατά την συμφωνίαν
+τους, αποφάσισεν με κάθε τρόπον να ξεσκεπάση πού έχει κρυμμένον τον
+θησαυρόν, που έβγαζε τόσα πλούτη χωρίς να σωθή. Ετούτος ο βεζύρης
+ήτον ένας από τους πλέον κακοτρόπους του κόσμου, οι οποίοι δεν έχουν
+αντίρρησιν να κάμουν τες μεγαλύτερες ανομίες διά να πληρώσουν την
+επιθυμίαν τους. Είχεν αυτός μίαν θυγατέρα δέκα οκτώ χρονών και την
+ωνόμαζε Μπάλκω, η οποία ήτο στολισμένη με όλα τα καλά ήθη. Ο ανιψιός
+του βασιλέως της Μπάσρας Αλής ονόματι, την αγαπούσε κατά πολλά· ο
+οποίος έμελλεν εις ολίγον καιρόν να την στεφανωθή, επειδή της είχε
+δώσει τον λόγον. Ο βεζύρης πατέρας της την κράζει μίαν ημέραν εις
+τον οντάν του και της λέγει· Θυγατέρα μου, έχω χρείαν μεγάλην από
+λόγου σου, διά την οποίαν θέλω να στολισθής και να καλλωπισθής
+καλύτερα, όσον ημπορέσης· και ύστερον να πας εις το σπήτι του
+Αμπτούλ, διά να τον κάμης με κάθε τρόπον να σου δείξη τον θησαυρόν
+του, πού τον έχει κρυμμένον· Η Μπάλχω ωσάν φρόνιμη, που ήτον,
+εναντιώθη πολλά εις την βδελυράν απόφασιν του πατρός της· μα αυτός ο
+βάρβαρος την εβίασε τόσον, που δεν ημπόρεσε να κάμη αλλέως παρά να
+του υπακούση εις την άνομόν του βουλήν και με δάκρυα εις τα μάτια
+επήγε και εστολίσθη, καλύτερον όσον ημπορούσε, εκεί που δεν είχε
+τόσην χρείαν από καλλωπισμόν, με το να ήταν πολλά ωραία. </p>
+
+<p>Φθάνοντας τέλος πάντων η νύκτα, ο πατέρα της την έβγαλεν από ένα
+κρυφόν τόπον του σεραγιού του, και την έφερεν ο ίδιος εις την πόρταν
+του Αμπτούλ, και εκεί την άφησε· και πριν την αφήση της είπε· πως αν
+δεν κάμης καθώς σε εδιάταξα διά να μάθης που έχει τον θησαυρόν,
+ήξερε πως από το σπαθί μου δεν θέλεις γλυτώσει. Τότες αυτή εκτύπησε
+την πόρταν, και εγύρεψε διά να ομιλήση με τον Αμπτούλ. Ευθύς ένας
+σκλάβος την ανέβασεν εις μίαν σάλαν, που ο αυθέντης του ήτον
+εξαπλωμένος επάνω εις μίαν μαξιλάραν χρυσοΰφαντον και ευθύς που είδε
+την Μπάλκω έμεινε τρωμένος από την ευμορφιά της· και εν τω άμα
+εσηκώθη ορθός και έτρεξε διά να την συναπαντήση. Αφού και της έδειξε
+μεγάλες δεξίωσες, την επήρεν από το χέρι με πολλήν ευγένειαν, και
+βάνοντάς την να καθήση μαζί του, την ηρώτησε από τι προέρχεται αυτή
+η τιμή, που του κάνει να πηγαίνη να τον εύρη. Η Μπάλκω τότε
+εξεσκέπασε το πρόσωπόν της και είπεν· εγώ ακούοντάς από πολλούς την
+φήμην του ονόματός σου, και πως είσαι ένας ευγενικός άνθρωπος και
+ένδοξος, επεθύμησα να έλθω να δειπνήσω με του λόγου σου. Ο Αμπτούλ
+με όλον που ήτον διαφορετικός με τες γυναίκες, αυτή όμως του άναψε
+πολλά την φλόγα του έρωτος, και άρχισε να δείχνη πολλήν κλίσιν προς
+αυτήν. </p>
+
+<p>Η βεζυροπούλα βλέποντάς τον ηθικόν κίνδυνον που ευρίσκονταν, και
+φοβουμένη διά να μη χάση την τιμήν της, άρχισε να χάνη την όψιν της
+και να κλαίη. Ο Αμπτούλ ευθύς έμεινεν εκστατικός εις την μεταβολήν
+της, και άρχισε να την ερωτά με γλυκά λόγια τι της συνέβη έτσι
+έξαφνα, και τι είνε η αιτία αυτής της μεταβολής; Κύριε, απεκρίθη η
+βεζυροπούλα, η αιτία της μεταβολής μου είνε πολλά μεγάλη· και
+άκουσον να σου την διηγηθώ· επειδή και αποφάσισα να λύσω την σιωπήν,
+και να σου φανερώσω τον δόλον. Ο πατήρ μου που ηξεύρει πως έχεις ένα
+θησαυρόν κρυμμένον, ηθέλησε να μεταχειρισθη εμένα διά να ξανοίξω τον
+τόπον που είνε· με επρόσταξε στανικώς διά να πασχίσω με κάθε λογής
+τρόπον, θυσιάζοντάς την τιμήν μου, αν κάμη χρεία, να σε κάμω να μου
+τον φανερώσης· εγώ του εναντιώθηκα εις τούτην την άνομον προσταγήν,
+μα χωρίς να κατορθώσω τίποτε, επειδή και αυτός μου είπεν
+αποφασιστικώς πως θέλει με φονεύσει με τας χείρας του, αν δεν ήθελα
+τον υπακούσει· και ούτω βιαζομένη ήλθα εις τούτον τον τόπον εις
+εσένα, να σου ομολογήσω πως το κάνω με μεγάλον πόνον. </p>
+
+<p>Αφού η βεζυροπούλα ωμίλησε με τέτοιον τρόπον του Αμπτούλ, της
+απεκρίθη αυτός. Κυρά μου, είμαι πολλά υπόχρεως εις τα όσα μου
+εξεμυστηρεύθης, και δεν θέλεις το μετανοήσει διά την ευγενικήν σου
+γενναιότητα· εσύ δεν αποθαίνεις, μη φοβάσαι· επειδή και θέλεις ιδεί
+τον θησαυρόν μου και θέλεις μείνει ευχαριστημένη καθώς το επιθυμείς·
+παύσε το λοιπόν να κλαίης, και έλα με εμένα διά να ιδής το
+ποθούμενον. Παίρνοντας αυτήν από το χέρι, την έφερεν εις την σάλαν,
+και εκεί της έδεσε τα μάτια, καθώς έκαμε και του Καλίφη, και την
+έφερεν εις το μέγα περιβόλι, και από εκεί την έμπασεν εις το
+υπόγειον, όπου ήτον ο θησαυρός, και εκεί λύοντάς της τα μάτια της
+έδειξεν όλα εκείνα που είχε δείξει και του Καλίφη. Αν ο Καλίφης
+έμεινεν εκστατικός εις τα όσα είδεν, αυτή έμεινε πολύ περισσότερον,
+και ο μεγαλύτερος της θαυμασμός εστάθη εις το να ιδή τους δύο
+νεκρούς βασιλείς με την πλάκα γραμμένην εις τους πόδας· και, αφού
+την ανέγνωσεν, είδε την βασίλισσαν, που είχεν εις τον λαιμόν μια
+αρμαθιά από μαργαριτάρια, χονδρά ωσάν αυγά περιστεράς· τα οποία
+κυττάζοντάς τα με επιθυμίαν την απείκασεν ο Αμπτούλ, και ευθύς τα
+έβγαλεν από τον λαιμόν της βασίλισσας, και τα έβαλε της
+βεζυροπούλας, λέγοντάς της ότι από ετούτα θέλει πιστωθή ο πατέρας
+σου, πως είδες τον θησαυρόν μου· και ύστερον την επαρακάλεσε, διά να
+πάρη ότι άλλο αγαπά από εκείνα που βλέπει. Αυτή δε επήρε πολύν
+αριθμόν από διαμαντικά πολύτιμα, τα οποία της τα εδιάλεξεν ο Αμπτούλ
+με το χέρι του. </p>
+
+<p>Τελειώνοντας να της δείξη τον θησαυρόν του, της εξανάδεσε τα
+μάτια, και την έβγαλεν από το υπόγειον και την έφερεν εις την ιδίαν
+σάλαν όπου ήτον. Τότε η νέα αφού τον εβεβαίωσεν ότι αυτή δεν ήθελεν
+αλησμονήσει την δεξίωσιν, και τες χάρες που της έκαμεν, εμίσευσε και
+επήγεν εις τον πατέρα της, και εδιηγήθη τα όσα απέρασε, και τα όσα
+είδεν. </p>
+
+<p>Ο Βεζύρης επικράνθη πολλά διά την τιμημένην ευγένειαν, και τις
+χάρες που έδειξε της θυγατρός του· και αγαπούσε καλύτερα να είχε
+χάση η θυγατέρα του την τιμήν της, παρά να μείνη εις το σκότος της
+αμαθείας, να μην ηξεύρη εις τι μέρος ήτον ο θησαυρός, που επιθυμούσε
+να ξεσκεπάση. </p>
+
+<p>Εις τούτο το αναμεταξύ ο Καλίφης Αρούν έφθασεν εις το Μπαγδάτι
+και ευθύς που υπήγεν ελευθέρωσε τον βεζύρην του που τον είχε
+φυλακωμένον, και του έδωκε την πρώτην του αξίαν. Και αφού του
+ωμολόγησε τα όσα επέρασεν εις το ταξείδι του, και διά την
+γενναιότητα του Αμπτούλ, του είπε· Γιαφάρ, τι πρέπει να κάμω εγώ;
+εσύ ηξεύρεις ότι οι ανταμοιβές των βασιλέων πρέπει να υπερβαίνουν
+τις χάρες που τους γίνονται· αν αποφασίσω δια να στείλω εις
+ανταμοιβήν του γενναίου Αμπτούλ από τα πλέον πολύτιμα είδη που έχω
+εις τον θησαυρό μου, θέλουν είναι το ουδέν εμπρός εις εκείνα, που
+μου εδώρησεν αυτός· πώς ημπορώ το λοιπόν εγώ να τον υπερβώ; Αυθέντη,
+του απεκρίθη ο βεζύρης, αν θέλης να τον υπερβής εις την γενναιότητα,
+πρέπει να σηκώσης την αξίαν του βασιλέως της Μπάσρας, που σου είναι
+υποκείμενος, και να την δώσης του Αμπτούλ διά να γένη αυτός
+βασιλέας, και αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή, που ημπορεί να του
+κάμης· και διά τώρα θέλεις στείλει μεντζίλι με τις είδησες, και
+υστερότερα θέλω υπάγει εγώ με τα κυρωτικά γράμματα, ήγουν με το
+μουκαρέρι. </p>
+
+<p>Άρεσε κατά πολλά του Καλίφη η γνώμη του βεζύρη του, και ευθύς
+επρόσταξε να σταλθή το μεντζίλι με τες είδησες, το οποίον εις ολίγας
+ημέρας έφθασε, και έφερε το πρόσταγμα εις τον βασιλέα της Μπάρσας. Ο
+βασιλέας έμεινε νεκρός εις αυτήν την είδησιν, και ευθύς κράζει τον
+βεζύρην του και του είπε την φθοροποιάν του είδησιν. Ο βεζύρης που
+ήτον κακής διαθέσεως του είπε· μην ενοχλείσαι, βασιλέα μου, δι'
+αυτό, ότι εγώ θέλω κάμει την κάθε προσπάθεια διά να μείνης εις τον
+θρόνον σου, διά την οποίαν κάνει χρεία ευθύς να θυσιάσω τον Αμπτούλ,
+και ύστερον θέλω κάμει να πιστεύση όλος ο λαός, ότι απέθανε, χωρίς
+όμως να του σηκώσω την ζωήν. Αυτόν θέλω τον κρύψει εις ένα τόπον που
+να μην φανερωθή ποτέ, και με τούτο το μέσον θέλεις μένει εις τον
+θρόνον σου, και θέλεις κυριεύσει και όλα τα πλούτη αυτουνού· επειδή
+και ωσάν τον βάλω εις τας χείρας μου θέλω του κάμει τόσες τυραννίες,
+που να τον υποχρεώσω να μου φανερώση τον θησαυρόν του. Κάμε εκείνο
+που σου φαίνεται του απεκρίθη ο βασιλεύς· μα τι έχομεν να
+αποκριθούμεν του αυτοκράτορος Καλίφη; Άφησε ακόμη και τούτο εις
+εμένα, απεκρίθη ο βεζύρης, και μη σε μέλει τίποτε. </p>
+
+<p>Τότες ο βεζύρης παίρνωντας μερικούς φίλους του, χωρίς να ηξεύρουν
+την βουλήν του, επήγον εις τον Αμπτούλ. Ό δε Αμπτούλ τους εδέχθη με
+μεγάλην τιμήν, και τους εφιλοδώρησε με μεγάλην γενναιότητα, και τους
+εκράτησε διά να γευματίσουν· και εις το αναμεταξύ, που εγευμάτιζαν,
+ο βεζύρης με εύμορφον τρόπον έβαλεν εις το ποτήρι που έπινε μίαν
+σκόνιν, ο οποίος πίνοντάς την έπεσεν ευθύς ωσάν αποθαμμένος. Οι
+περιεστώτες έμειναν εκστατικοί εις τούτο το θέαμα και όλοι έντρομοι
+ελόγιασαν πώς να του έπεσεν αποπληξία. Εδόθησαν όλοι οι άνθρωποί του
+εις τα κλάμματα και εις τες φωνές διά τον θάνατον του αυθέντου των·
+όλη η χώρα εγέμισεν ευθύς από βρυγμόν και κλάμματα διά τον εξαφνικόν
+θάνατον του ευεργέτου τους, και εφώναζαν ωσάν να είχαν χάση τον
+ίδιόν τους πατέρα. Ως τόσον ο βεζύρης διά να μη φανερώση εκαμώνονταν
+πως του εκακοφαίνετο μεγάλως, και άρχισε και έσχιζε τα φορέματά του,
+και εθρηνούσεν απαρηγόρητα· επρόσταξεν υστερώτερα διά να τον θάψουν
+μετά μεγάλης τιμής, κάνοντας να τον βάλουν εις ένα κοιμητήριον
+ιδικόν του, εκεί που είχε τους γονείς του βαλμένους· και αφού
+έστειλε διά να τον θάψουν, έβαλε βούλαν εις το σπήτι του, διά να
+γένη βασιλικόν το έχειν του, με το να μην είχε κληρονόμους. </p>
+
+<p style='text-align:center;'><img src ="images/2.jpg" width="332"
+height="300"
+alt="Ο βεζύρης έβαλεν εις το ποτήρι του Αμπτούλ μίαν σκόνιν, ο οποίος πίνοντας την έπεσε ωσάν αποθαμμένος"
+border="2" /></p>
+
+<p>Αφού έβαλαν τον δυστυχή Αμπτούλ εις το κοιμητήριον, το έκλεισαν,
+και έφεραν το κλειδιά του βεζύρη. Την ερχομένην νύκτα ο κακότροπος
+βεζύρης πέρνει δύο πιστούς σκλάβους, και πηγαίνει εις το κοιμητήριον
+και ανοίγοντάς το εμπήκε μέσα· και έβγαλε τον Αμπτούλ από το κιβούρι
+και του έδωσαν ένα πιοτόν, και ευθύς που το έβαλεν εις το στόμα
+εσυνήλθεν εις τον εαυτόν του ο Αμπτούλ, και ανοίγοντάς τα μάτια του
+είδε τον βεζύρην και τον εγνώρισεν. Α αφέντη, του είπεν πού είμασθε,
+και εις τι κατάστασιν βλέπω τον εαυτόν μου; Τρισάθλιε, του απεκρίθη
+ο βεζύρης, ήξευρε ότι εγώ είμαι εκείνος, που σου επροξένησα τούτην
+την συμφοράν, και σε έφερα εδώ διά να σε έχω εις την εξουσίαν μου,
+και να σε κάμω να υποφέρης χίλια μαρτύρια, αν δεν μου φανερώσης τον
+θησαυρόν σου, και καθημερινώς θέλω εύρει νέες τυραννίες διά να σε
+κάμω να βαρεθής την ζωήν σου, αν δεν μου τον φανερώσης. Εσύ ημπορείς
+να μου κάμης ότι σου αρέσει του απεκρίθη ο Αμπτούλ, μα τον θησαυρόν
+μου δεν θέλεις δυνηθή να τον ιδής ποτέ. </p>
+
+<p>Εν τω άμα που ετελείωσεν αυτά τα λόγια ο άνομος και κακότροπος
+βεζύρης, επρόσταξε τους σκλάβους του και τον έδειραν με βούνευρα
+τόσον, που τον έκαμαν τον δυστυχή και έπεσε λιπόθυμημένος. Οπόταν δε
+ο βεζύρης τον είδεν εις αυτήν την κατάστασιν, έκαμε και τον
+εμετάβαλαν εις το κιβούρι, και κλείοντάς τον καλά, εγύρισεν εις το
+σαράγι του, και το ταχύ επήγεν εις τον βασιλέα του διά να του
+διηγηθή τα όσα έκαμεν. Ο βασιλεύς που δεν ήτο ολιγώτερον
+σκληροκάρδιος από τον βεζύρην του, επήνεσε τα όσα έκαμε και ύστερον
+του λέγει. Βεζύρη, αυτά που έκαμες πηγαίνουν όλα καλά· μα τι
+απόκρισιν έχομεν να δώσωμεν του Καλίφη; Ο βεζύρης του είπεν· ας
+γράψωμεν πως ο Αμπτούλ, αφού και έλαβε την είδησιν πως θέλει γένει
+βασιλέας, από την χαράν του απέθανεν αιφνιδίως τον καιρόν που
+εγευμάτιζε. Του βασιλέως άρεσεν αυτός ο στοχασμός του βεζύρη του και
+ευθύς έστειλε μεντζίλι διά να δώσουν την είδησιν του Καλίφη διά τον
+θάνατον του Αμπτούλ· </p>
+
+<p>Ο βεζύρης, που εφαντάζετο πώς με τες τυραννίες που έκαμε του
+Αμπτούλ, ήθελε του φανερώσει τον θησαυρόν του, επήγε πάλιν το βράδυ
+διά να τον κάμη να υποφέρη νέας τυραννίας έως που να του φανερώση το
+ποθούμενον· μα ωσάν έφθασεν εις το κοιμητήριον έμεινε εκστατικός με
+το να ιδή το κοιμητήριον ανοικτόν. Και εμπαίνοντας μέσα, και μην
+ευρίσκοντάς τον Αμπτούλ εις το κιβούρι, ολίγον έλειψε που να
+τρελλαθή από την θλίψιν του· και ευθύς εγύρισεν εις το παλάτι, και
+ανήγγειλε του βασιλέως εκείνο που συνέβη· ο οποίος εν τω άμα έπεσε
+λιπόθυμημένος από τον πόνον του· και αφού εσυνήλθεν εις τον εαυτόν
+του, λέγει του βεζύρη τι θέλει γίνει εις ημάς τώρα, που τούτος μας
+έφυγεν; εμείς είμασθε χαμένοι από τον Καλίφη· εξέταξε λοιπόν μήπως
+και τον εύρης, επειδή και μακράν από εδώ δεν επήγε. Τότε ο βεζύρης
+εσύναξε πολλούς στρατιώτας, με τους οποίους επερικύκλωσαν όλην την
+χώραν, και τες στράτες έξω από την χώραν, χαλεύοντας διά να τον
+εύρουν. </p>
+
+<p>Εις τούτο το αναμεταξύ, που ο βεζύρης εχάλευε με μεγάλην
+επιμέλειαν διά να εύρη τον Αμπτούλ, έφθασε το μεντζίλι εις τον
+Καλίφην, και του έδωσε την είδησιν διά τον θάνατον του Αμπτούλ, πώς
+από την χαράν του απέθανεν. Ο Καλίφης, ομού με τον βεζύρην του
+Γιαφάρ το επικράθηκαν τόσον, που καμμιά παρηγοριά δεν ήτο δι'
+αυτούς· έπειτα επρόσταξεν ο Καλίφης και έφεραν τα γράμματα του
+βασιλέως της Μπάσρας· και αφού τα ανέγνωσε με στοχασμόν και τα
+εξανανέγνωσεν, είπε του Βεζύρη του· εμένα μου φαίνεται πώς ο θάνατος
+του Αμπτούλ να μην εστάθη φυσικός, αλλά φοβούμαι ότι, βασιλέας της
+Μπάρσας με τον βεζύρην του τον επιβουλεύθησαν και τον εφόνευσαν διά
+να μη χάσουν τες αξίες τους. </p>
+
+<p>Ο Γιαφάρ απεκρίθη. Πολυχρονημένε μου βασιλέα, ήξευρε πως και εγώ
+το όμοιον υποπτεύω· διατί ηξεύρω πως αυτοί είνε κακής διαθέσεως
+άνθρωποι, και το έκαμαν χωρίς αμφιβολίαν, και κρίνω εύλογον ότι
+τόσον τον ένα, όσον και τον άλλον να προστάξης να τους φυλακώσουν,
+έως που να εξετάσωμεν να εύρωμεν την αλήθειαν. Τότε ο Καλίφης είπε
+του Βεζύρη του· έπαρε ευθύς δέκα χιλιάδες καβάλλαν, και σύρε να τους
+πιάσης και να τους φυλακώσης. Ο βεζύρης υπήκουσε, και εν τω άμα
+επήρε τους στρατιώτας και εμίσευσεν. </p>
+
+<p>Ας ξαναγυρίσωμεν τώρα εις τον Αμπτούλ διά να ιδούμεν την αιτίαν,
+που δεν τον ηύρεν ο βεζύρης εις το κοιμητήριον, εις το οποίον τον
+είχον αφήσει. Ετούτος ο άνθρωπος όντας μέσα εις το κιβούρι ακούει
+την ιδίαν νύκτα να ανοίξουν πάλιν την πόρταν, έπειτα να τον βγάλουν
+από το κιβούρι· αυτός λογιάζοντας πώς ξαναήλθεν ο βεζύρης διά να τον
+ξανατυραννίση, Α, βάρβαρε και σκληροκάρδιε, άρχισε να λέγη,
+θανάτωσόν με ανίσως και έχεις επάνω σου ευσπλαγχνίαν, και μη με
+τυραννής, ότι τα μαρτύρια, που θέλεις μου κάμει, δεν θέλουν δυνηθή
+να με κάμουν να σου φανερώσω εκείνο που επιθυμείς. Μη φοβάσαι
+τίποτε, απεκρίθη ένας από εκείνους, που του άνοιξαν το κιβούρι, ότι
+αντίς να σε τυραννήσωμεν ήλθαμεν μάλιστα να σε συντρέξωμεν. Εις
+τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ άνοιξε τα μάτια, και κυττάζει διά να ιδή
+ποίοι ήσαν οι ελευθερωταί του, και ανάμεσόν τους εγνώρισε την
+θυγατέρα του βεζύρη, που της είχε δείξει τον θησαυρόν του· Κυρά μου,
+εσύ είσαι το λοιπόν, που μου ελευθερώνεις την ζωήν; Ναι, φίλε μου,
+απεκρίθη η βεζυροπούλα, εγώ είμαι και ο Αλής ο αγαπητικός μου, που
+εδώ τον βλέπεις, ο οποίος παρακινημένος από ευσπλαγχνίαν, ήλθε μετ'
+εμένα διά να με βοηθήση να σε βγάλω από τον κίνδυνον του θανάτου.
+</p>
+
+<p>Ο Αμπτούλ, αφού και εσυνήλθε καλά εις τον εαυτόν του,
+δυναμούμενος από κάποια ιατρικά, που αυτοί του έδωσαν, τους
+ευχαρίστησε μεγάλως διά την ευεργεσίαν, που του έκαμαν, ύστερα τους
+ερώτησε, πώς αυτοί ήξευραν ότι ακόμη δεν είχεν αποθάνει; Η
+βεζυροπούλα του είπεν· ότι εγώ σαν ήκουσα την ψεύτικη φωνή του
+θανάτου σου δεν την επίστευσα, και υπώπτευσα πως ο πατέρας μου
+εστάθη η αιτία διά τα όσα ακολούθησαν· υποχρέωσα με δώρα έναν από
+τους δύο σκλάβους, που ήταν οι πιστοί του βεζύρη, ο οποίος μου έδωσε
+τα κλειδιά τούτου του κοιμητηρίου που αυτός τα εφύλαγε, και έτσι
+εμήνυσα του Αλή και επήρε δύο πιστούς του σκλάβους. και ευθύς
+ήλθαμεν διά να σε ελευθερώσωμεν, και ευχαριστούμεν τον ουρανόν, που
+σε εφθάσαμεν ζωντανόν. Ω Θεέ μου, είπε τότε ο Αμπτούλ, ημπορεί ένας
+πατέρας τόσον σκληρός να έχη μίαν θυγατέρα τόσον γενναίαν; Ταύτα
+λέγοντας ο Αλής με την Βεζυροπούλαν τον ένδυσαν με ένα φόρεμα
+σκλάβου, και τον επήραν και τον έκρυψαν εις το σπήτι του Αλή, έως
+που ο βεζήρης έπαυσε να τον ζητά. </p>
+
+<p>Τότε ο Αλής του έδωσεν ένα καλόν άλογον, και πολλά φλωριά και
+πετράδια, και είπεν· Εσύ διά την ώραν ημπορείς να φυλαχθής· επειδή
+και οι στράτες είνε ελεύθερες και δεν σε ζητούν πλέον· σύρε το
+λοιπόν όπου σου αρέση, και ο ουρανός ας είνε με λόγου σου. Ο
+Αμπτούλ, αφού τους ξαναευχαρίστησε διά τες χάρες που του έκαμαν,
+εμίσευσε διά νυκτός και έπιασε την στράταν διά να υπάγη εις το
+Μπαγδάτι. Φθάνοντας λοιπόν εις το Μπαγδάτι επήγεν ευθύς εις τον
+τόπον, όπου εσυνάζουνταν οι πραγματευτάδες μήπως και ιδή εκείνον που
+εφιλοδώρησεν εις την Μπάσραν, διά να του διηγηθή τες δυστυχίες του·
+όμως εθλίβη κατά πολλά, που δεν ημπόρεσε να τον ιδή· εγύρισεν όλην
+την χώραν μα δεν εστάθη τρόπος, που να ημπορέση να τον συναπαντήση.
+Και μια ημέρα καθώς επεριπατούσε ζητώντάς τον απόστασε, και εκάθηοεν
+εις μίαν πέτραν απέναντι του σαραγιού του Καλίφη. Το σκλαβόπουλο,
+που αυτός είχε χαρίσει του Καλίφη, ευρίσκονταν τότε έξω από την
+πόρταν του σαραγιού και γνωρίζοντάς τον έτρεξεν εις τον Καλίφη και
+του το ανήγγειλε· Ο Καλίφης δεν έδωσε πίστιν εις τούτο· εσύ είσαι
+γελασμένος, του απεκρίθη· ο Αμπτούλ πλέον δεν ζη· και πώς λέγεις πως
+τον είδες; Βασιλέα μου, του απεκρίθη το σκλαβόπουλον είμαι βέβαιος
+πώς είναι αυτός, ότι τον εστοχάσθηκα και τον εγνώρισα, και αν δεν
+εγνώριζα, δεν ελάβαινα την τόλμην να έλθω να σου ειπώ ψεύμα. </p>
+
+<p>Με όλον που ακόμη ο Καλίφης δεν το επίστευε, δεν άφησε να
+βεβαιωθή· έστειλεν ευθύς το σκλαβόπουλο με ένα δούλον διά να του τον
+φέρουν έμπροσθέν του, οι οποίοι πηγαινάμενοι τον ηύραν ακόμη, που
+εκάθονταν εις τον ίδιον τόπον. Το σκλαβόπουλο ωσάν εβεβαιώθη καλά
+πως ήτον αυτός, έπεσεν εις τα ποδάρια του Αμπτούλ και του τα
+εφιλούσεν. Αυτός το εσήκωσε και το ερώτησεν αν έλαβε την τιμήν να
+δουλεύη τον Καλίφην. Ναι, αυθέντη· του απεκρίθη το σκλαβόπουλο· ο
+ίδιος Αυτοκράτωρ είνε εκείνος, τον οποίον εσύ εδεξιώθης εις το σπήτι
+σου, και του έκαμες τόσες χάρες, και εχάρισες και εμένα· έλα μαζί
+μου το λοιπόν, διότι ο Βασιλεύς είναι πολλά ανυπόμονος διά να σε
+ιδή. Εστάθη μέγας ο θαυμασμός του Αμπτούλ, εις τα όσα το παιδί του
+εδιηγήθη, και γεμάτος από χαράν ήλθεν εις τον οντάν, όπου εκάθητο ο
+Καλίφης. Αυτός ο βασιλέας εκάθονταν επάνω εις το θρονί του, και ωσάν
+είδε τον Αμπτούλ εσηκώθη με βίαν και επήγε και τον εδέχθη· τον
+οποίον εκράτησε πολλήν ώραν είς τες αγκάλες του χωρίς να ημπορέση να
+προφέρη λόγον, τόσον μεγάλη εστάθη η χαρά του· και αφού έλαβε την
+αναπνοήν του, είπε του Αμπτούλ. Ω φίλε, άνοιξε τα μάτια σου και
+ξαναγνώρισε τον αγαπημένον σου ξένον· εγώ είμαι εκείνος, που εσύ με
+μεγάλην μεγαλοπρέπειαν και αγάπην με εδέχθης εις το σπήτι σου και με
+εδώρησες τόσα υπέρπλουτα πράγματα, που υπερβαίνουν τα πλούτη των
+βασιλέων. </p>
+
+<p>Εις τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ, που δεν ήτο ολιγώτερον εκστατικός
+από τον Καλίφην και γνωρίζοντάς τον, εφώναξεν· Ω μεγαλώτατε Αυθέντη
+μου, και βασιλέα του κόσμου, εσύ είσαι εκείνος που εκατεδέχθης να
+έλθης εις το σπήτι του σκλάβου σου, και ούτω λέγοντας έπεσε εις το
+ποδάρι του βασιλέως, ο οποίος τον εσήκωσε και τον έβαλε να καθήση
+επάνω εις ένα προσκέφαλον σιμά του. Πώς είνε ποτέ δυνατόν, του είπεν
+ο βασιλεύς, εσύ να είσαι ζωντανός, τον καιρόν που με μεγάλην μου
+θλίψιν είχα μάθει πώς είχες αποθάνει; Τότε ο Αμπτούλ εδιηγήθη την
+ασπλαγχνίαν και την βαρβαρότητα του Βεζύρη Αμπτολφατά, και πώς η
+θυγατέρα του τον εσύντρεξε και τον εγλύτωσε, και του είπε τα λοιπά,
+που του ακολούθησαν. </p>
+
+<p>Ο Καλίφης αφού και τον αφηκράσθηκε με επιμέλειαν, του είπε· μου
+κακοφαίνεται, που εγώ είμαι η αιτία ετούτης της συμφοράς σου, επειδή
+και γυρίζοντας από την Μπάσρα, εστοχάσθηκα διά να ανταμείψω τες
+χάρες που μου έκαμες, και έστειλα ευθύς προσταγήν εις τον βασιλέα
+της Μπάρσας, ότι να αφήση τον θρόνον, και να σου τον δώση εσένα διά
+να βασιλεύης· και αυτός αντί να ακολουθήση τον ορισμόν μου απεφάσισε
+να σου σηκώση την ζωήν με τες τυραννίες, που ο Βεζύρης σου έκαμεν,
+ελπίζοντας να του φανερώσης τον πλούτον σου. Ο βεζύρης μου επήγε
+προς αυτούς με αρκετόν αριθμόν στρατιωτών διά να πιάση τους εχθρούς
+σου, και να μου τους φέρη εδώ· ως τόσον του λόγου σου θέλεις σταθή
+εις το παλάτι μου, και θέλεις μείνει δουλευμένος από τους ανθρώπους
+μου ωσάν να ήμουν εγώ ο ίδιος. </p>
+
+<p>Τελειώνοντας ετούτους τους λόγους ο Καλίφης τον επήρεν από το
+χέρι, και τον έφερεν εις ένα του περιβόλι πολλά ωραίον, εις την
+μέσην του οποίου ήταν δώδεκα στύλοι από μάρμαρον λευκόν, οι οποίοι
+εβάσταζον εις την κορυφήν ένα λουτρόν πολλά θαυμαστόν, εις το οποίον
+εμπήκαν και ελούσθηκαν. Και ωσάν εβγήκαν από το λουτρόν, οι σκλάβοι
+ήλθαν με πανιά λευκά, και τους εσφούγγισαν· έπειτα ένδυσαν τον
+Αμπτούλ με πλούσια φορέματα, και τον επήρεν από εκεί ο Καλίφης, και
+τον έφερεν εις το χαρέμι του, εις την βασίλισσα Ζωμπαΐδα. </p>
+
+<p>Ετούτη η βασίλισσα εκάθονταν επάνω εις μίαν μαξιλάραν χρυσήν,
+περικυκλωμένη από τες σκλάβες της, που εστέκονταν ορθές διηρημένες
+εις δύο μέρη· άλλες μεν ελαλούσαν διάφορα μουσικά όργανα, και άλλες
+ετραγωδούσαν και έκαναν μίαν αρμονίαν θαυμασίαν. Ευθύς που η
+Ζωμπαΐδα είδε τον βασιλέα και τον Αμπτούλ, εσηκώθη εις συναπάντησίν
+των. Βασίλισσα, της είπεν ο Καλίφης, ιδού που σου προσφέρω τον φίλον
+μου Αμπτούλ από την Μπάρσα. Η βασίλισσα τον εδεξιώθη με μεγάλην
+τιμήν, και εις τούτο το αναμεταξύ μια από τες σκλάβες που
+ετραγουδούσαν, βλέποντας τον Αμπτούλ, έβγαλε μίαν μεγάλην φωνήν,
+έπειτα έπεσεν εις λιποθυμίαν. </p>
+
+<p>Ο βασιλεύς με την Ζωμπαΐδα, εγύρισαν να ιδούν τι ήτον, ομοίως και
+ο Αμπτούλ κυττάζοντας δεν εγνώρισεν έτσι ευθύς εκείνην που
+ελιποθύμησε, μα ωσάν την εκαλοκύτταξε, ευθύς τα μάτια του
+εσκοτίσθησαν και η όψις του έγινεν ωσάν του αποθαμμένου, και
+ελόγιασαν ότι ήθελεν αποθάνει. Αλλ' ο βασιλεύς ευθύς τον έπιασεν εις
+τες αγκάλες του, και τον έκαμεν από ολίγον να συνέλθη εις τον εαυτόν
+του. Λαμβάνοντας λοιπόν ο Αμπτούλ τας αισθήσεις του, είπε προς τον
+Καλίφη· Βασιλέα μου, ηξεύρεις καλώτατα τα όσα μου συνέβησαν εις την
+Αίγυπτον· τούτη η σκλάβα που βλέπετε είνε εκείνη η αγαπημένη μου
+Δαρδανέ, που μαζί με εμένα μας έρριξαν εις τον Νείλον. Είνε τούτο
+δυνατόν; εφώναξεν ο βασιλεύς· χαίρομαι λοιπόν διά ένα τέτοιον
+θαυμάσιον συμβεβηκός. Εις αυτό το διάστημα η Δαρδανέ εσυνήλθε και
+αυτή εις τον εαυτόν της, την οποίαν ο βασιλεύς πιάνοντάς την από το
+χέρι, την εξέταξε με τι θαύμα ευρίσκονταν ζωντανή, ύστερον που την
+έρριξαν εις τον Νείλον. </p>
+
+<p>Βασιλέα μου, είπεν αυτή, καθώς με έρριξαν εις τον Νείλον έπεσα
+εις τα δίκτυα ενός ψαρά, που εκείνην την ώραν τα ετραβούσεν έξω·
+αυτός δε έμεινεν εκστατικός με το να κάμη ένα τέτοιο κυνήγι· και
+οπόταν αυτός εκατάλαβε πως εγώ ανάπνεα ακόμη, με επήρε και με έφερεν
+εις την βάρκαν του, εις την οποίαν με την σύντρεξίν του με ανάζησεν.
+Έπειτα του εδιηγήθηκα την τρισαθλίαν ιστορίαν μου· ο οποίος έλαβε
+μεγάλον πόνον, μα εφοβήθη υστερότερα μήπως και ο Σουλτάνος της
+Αιγύπτου τον ήθελε ξεσκεπάσει πως αυτός μου εφύλαξε την ζωήν· και
+έτσι υποπτεύοντας να μη χάση την ζωήν του, και διά να φυλάξη και την
+εδικήν μου, αποφάσισε και με επούλησε σκλάβαν εις ένα πραγματευτήν
+από σκλάβες, που τότε εμίσευε διά το Μπαγδάτι, ο οποίος φέρνοντάς με
+εδώ με επούλησε της βασιλίσσης Ζομπαΐδας. Εις το αναμεταξύ που η
+Δαρδανέ ωμιλούσεν, ο Καλίφη την εστοχάζουνταν με ακρίβειαν, και
+ευρίσκοντάς την μιας εξαισίας ωραιότητος, είπε προς τον Αμπτούλ,
+αφού αυτή ετελείωσε την ιστορίαν της· εγώ πλέον δεν θαυμάζω πώς εσύ
+εφύλαξες πάντα την ενθύμησιν μιας τέτοιας ωραίας γυναικός· ευχαριστώ
+το λοιπόν τον ουρανόν, που την εξαπέστειλεν εδώ, και με αξίωσε και
+εμένα να σε ιδώ εις τέτοιαν μεγάλην ευχαρίστησιν, διά την αντάμωσιν
+της πολυαγαπημένης σου Δαρδανές· δεν είνε πλέον σκλάβα, αυτή είνε
+ελεύθερη, και είνε εις την εξουσίαν σου· και έχω όλην την
+ευχαρίστησιν εις το να σας ιδώ να γευθήτε την γλυκύτητα μιας
+μακρυνής και τελείας ενώσεως, ύστερον από τες δυστυχίες, που σας
+είχαν χωρίσει. Ακόμη περιπλέον λέγει ο Καλίφης θέλω να κάμετε τους
+γάμους σας εις το παλάτι μου, και διά τρεις ημέρες να γίνουν μεγάλες
+χαρές εις όλον το Μπαγδάτι. Ω αυθέντη, λέγει ο Αμπτούλ πλησιάζοντας
+εις τα ποδάριά του, αν η βασιλεία σου είσαι υψηλότερος από τους
+άλλους ανθρώπους διά την αξίαν, και ακόμη περισσότερον διά την
+γενναιότητά σου, όμως δος μου την άδειαν, να σου φανερώσω τον
+θησαυρόν μου, τον οποίον σου το δίδω εις την εξουσίαν σου. Τότες
+απεκρίθη ο Καλίφης· όχι, χαίρε τον με κάθε σου ευχαρίστησιν, διότι
+είσαι άξιος να τον εξουσιάζης, και σας εύχομαι μακρυνήν ζωήν, διά να
+ημπορέσετε να τον χαρήτε. Ύστερα από αυτά εδόθησαν προσταγές διά να
+γένουν οι γάμοι, οι οποίοι έγιναν με μεγάλην παρρησίαν και τιμήν.
+Και πριν τελειώσουν έφθασεν ο Γιαφάρ ο Βεζύρης με το στράτευμα, και
+έφερε δεμένον τον Βεζύρην Αμπτολφατά μόνον, επειδή ο βασιλεύς της
+Μπάσρας είχεν αποθάνει από την θλίψιν του, που δεν ημπόρεσε να εύρη
+τον Αμπτούλ. </p>
+
+<p>Ευθύς που ο Γιαφάρ έδωσε τον λογαριασμόν του Καλίφη διά τα όσα
+αυτός είχε πράξει, επρόσταξε να κρεμάσουν τον σκληρόν Βεζύρην, και
+ύστερον να τον τεταρτιάσουν, και να τον ρίξουν να τον φάγουν τα
+σκυλιά. Και τον καιρόν που εδόθη η απόφασις ο Αμπτούλ έπεσεν εις τα
+ποδάρια του Καλίφη, παρακαλώντάς τον να του αφήση την ζωήν λέγοντάς
+του, πώς ο παιδεμός του θέλει είνε αρκετός εις το να τον βλέπη εις
+τιμήν, και αυτός να ευρίσκεται εις καταισχύνην. Ω πολλά γενναίε
+Αμπτούλ, εφώναξεν ο Καλίφης πόσον ευτυχισμένος που θέλει είνε ο λαός
+της Μπάσρας, εις το να σε έχη διά βασιλέα του; Αυθέντη, του απεκρίθη
+ο Αμπτούλ, κάνει χρεία να σας παρακαλέσω διά μίαν άλλην χάριν, να
+δώσης του Αλή τον θρόνον, που εις εμένα διορίζεις, διά να βασιλεύη
+με την γυναίκα του την βεζυροπούλαν, που έλαβε τόσην ευσπλαχνίαν να
+μου γλυτώσουν την ζωήν. Ετούτοι οι δύο αγαπημένοι είνε άξιοι δι'
+αυτήν την τιμήν, και εμένα με φθάνει η αγάπη που μου δείχνεις και το
+σκέπος σου, το οποίον μου είνε περισσότερον από θρόνον, από
+σκήπτρον, και κορώναν. </p>
+
+<p>Ο Καλίφης υπήκουοεν εις τα όσα ο Αμπτούλ τον επαρακάλεσεν, έξω
+από τον σκληρόν βεζύρη, τον οποίον γνωρίζοντάς τον πολλά κακότροπον
+και υπεύθυνον, επρόσταξε να του αφήσουν την ζωήν, μα να τον βάλλουν
+εις έναν σκοτεινόν πύργον κλεισμένον διά όλην του την ζωήν. Ο δε
+Αμπτούλ μένοντας ακόμη μερικές ημέρες εμίσευσε διά την Μπάσραν μαζί
+με την γλυκυτάτην του Δαρδανέ, συντροφευμένοι από αρκετούς
+στρατιώτας του Καλίφη, έως που εφθασαν εις το σπήτι του, και εκεί
+επανάλαβε τον πλούτον του, και τον εχάρη έως το τέλος της ζωής του.
+</p>
+
+<p>Με τούτον τον τρόπον η Σουλταμεμέ ετελείωσε την ιστορίαν του
+Αμπτούλ Μπαρσή, πλην όλες οι γυναίκες της βασιλοπούλας την επαίνεσαν
+κατά πολλά· άλλες επαινούσαν την γενναιότητα του Αμπτούλ, άλλες του
+Καλίφη, και, άλλες την σταθερότητα του Αμπτούλ, που εστάθη ένας
+πιστός αγαπητικός. Η δε βασιλοπούλα είπεν· ετούτη η ιστορία μου
+άρεσε κατά πολλά· μα ακόμη δεν είμαι καταπεισμένη πως οι άνδρες είνε
+τόσον πιστοί προς τες αγαπητικές των και τες γυναίκες των. Ο Αμπτούλ
+ολίγον έλειψεν, που να κλίνη εις την θέλησιν της θυγατρός του
+βεζύρη, αλησμονώντας καθολικά τον πόνον της Δαρδανές, και εγώ τούτον
+δεν τον στοχάζομαι τόσον πιστόν, ως μου τον επαινάτε. </p>
+
+<p>Συμπάθησόν με, κυρά μου, είπεν η Σουλταμεμέ, αν ούτε και αυτό το
+ιστορικόν παράδειγμα δεν σε επαρακίνησε να πιστεύσης ότι είνε έτσι,
+την ερχομένην ημέραν θέλω σου διηγηθή, αν είνε με το θέλημά σου,
+μίαν άλλην ιστορίαν, πολλά περίεργον από την οποίαν ελπίζω να
+καταπεισθής. Όθεν η βασιλοπούλα, διά να ευχαριστήση αυτήν και τες
+άλλες γυναίκες, που ευρίσκονταν μαζί της, υπεσχέθη να την ακούση.
+Και λέγοντας ταύτα τα λόγια εσηκώθηκαν και επήγαν να γευθούν, διατί
+η ώρα ήτον πολλά αργά. Την δε ερχομένην ημέραν αφού ελούσθηκεν η
+βασιλοπούλα, και οι άλλες γυναίκες που ήτον μαζί της, εβγήκαν κατά
+την συνήθειάν τους, και επήγαν να καθήσουν εις ένα σοφάν διά να
+αναπαυθούν και αφού ανεπαύθησαν καμπόσον, άρχισεν η Σουλταμεμέ να
+διηγήται την ιστορίαν, που υποσχέθη την απερασμένην ημέραν, ως
+κάτωθεν φαίνεται. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του Βασιλέως
+Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης
+Κεριστάνης.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ευρισκόμενος μίαν ημέραν εις το κυνήγι ένας νέος βασιλεύς της
+Κίνας, ονομαζόμενος Ρουσκάδ, εσυναπάντησε μίαν έλαφον άσπρην με
+βούλες κίτρινες και μαύρες, η οποία είχεν εις τα ποδάρια της
+βραχιόλια χρυσά και επάνω εις τες πλάτες της σκέπασμα από ατλάζι
+κίτρινον, κεντημένον με χρυσάφι. Βλέποντας ο βασιλεύς ένα τέτοιον
+περίεργο κυνήγι, άναψεν από επιθυμίαν διά την πιάση ζωντανήν· έτρεξε
+με μεγάλην βίαν διά να την φθάση, μα η έλαφος αναγελώντας το
+κυνήγημά του, έφυγε με τόσην ογληγοράδα, που εις μίαν στιγμήν δεν
+την είδε πλέον. Αυτός όμως δεν απελπίσθη διά να μην ακολουθήση τον
+δρόμον που επήρε, και να τρέχη μετά μεγάλης ορμής διά να την φθάση·
+και εκεί που έτρεχε, την βλέπει από μακρόθεν, που ήτον σιμά εις μίαν
+πηγήν, και του εφαίνονταν πως ήτον αποσταμένη από το τρέξιμον. Ευθύς
+κτυπά με μεγάλην βίαν το άλογόν του και τρέχει, μα εστάθηκεν άκαιρη
+η βία του, διά να την πιάση. Η έλαφος βλέποντάς τον που επλησίαζε,
+σηκώνεται ελαφρά και κάνει δύο τρία πηδήματα, έπειτα ρίχνεται εις το
+νερόν, εις τρόπον που δεν εματαφάνη πλέον. Όθεν ο βασιλεύς της Κίνας
+ξεπεζεύει ευθύς, πάσχει, γυρίζει ολόγυρα της πηγής, ανακατώνει το
+νερόν, χαλεύει το κυνήγι μα μη ξεσκεπάζοντας τίποτε με τα χαλέματά
+του, μένει εις μεγάλην απορίαν διά τούτο το συμβεβηκός. Ο βεζύρης
+του, που είχε φθάσει εκεί ομού με τους άλλους, που ήσαν εις την
+συντροφιά του, δεν έλαβαν ολιγωτέραν την έκστασιν. </p>
+
+<p>Ο δε βασιλεύς αφού έκαμε διαφόρους στοχασμούς, λέγει· δεν ημπορώ
+να βεβαιωθώ πώς εκείνη η έλαφος είνε αληθώς ένα ζώον άγριον, αλλά
+λογιάζω πώς είνε μία εξωτική του δάσους, η οποία υποκάτω εις τούτην
+την μορφήν λαμβάνει ηδονήν να γελά τους κυνηγούς. Εις αυτό το
+διάστημα ο βασιλεύς εθεωρούσεν ακαταπαύστως την πηγήν, και κάθε
+ολίγον αναστέναζε χωρίς να ηξεύρη το διατί. Κάνει χρεία, λέγει αυτός
+του βεζύρη του, εγώ να απομείνω ετούτην την νύκτα εδώ, διατί θέλω
+διά περιέργειαν να ιδώ αυτήν την εξωτικήν, επειδή και έχω μίαν
+εσωτερικήν φλόγα, διά να την ιδώ να έβγη από το νερόν. Κάνοντας
+αυτήν την απόφασιν, εκράτησε τον βεζύρην του μόνον, και τους άλλους
+τους απέλυσεν. Εκάθησαν λοιπόν αντάμα επάνω εις τα χόρτα, και είχαν
+την κουβέντα της ελάφου έως το βράδυ. Ο βασιλεύς ευρισκόμενος
+περικυκλωμένος από τον ύπνον, λέγει του βεζύρη· εγώ δεν ημπορώ πλέον
+να διαφεντευθώ από τον ύπνον, και διά τούτο στάσου εσύ έξυπνος έως
+που εγώ κοιμούμαι· και έχε τους οφθαλμούς σου πάντα σταθερούς εις
+την πηγήν, και ωσάν ιδής κανένα σημείον ξύπνησέ με. Όμως ο βεζύρης
+στέκοντας πολλήν ώραν χωρίς να ιδή τίποτε, τον επήρεν ο ύπνος και
+αυτόν και απεκοιμήθη. </p>
+
+<p>Εστάθη πολλά ολίγος ο ύπνος του, επειδή και έξαφνα εξύπνησαν από
+τον ήχον μιας αρμονίας που τους έκαμε να ακούσουν ολίγον ξέμακρα απ'
+αυτούς· και διά μεγαλύτερόν τους θαυμασμόν, βλέπουν ένα μεγαλοπρεπές
+παλάτι με πλουσίαν φωτοχυσίαν, το οποίον δεν ημπορούσε να ήτον
+καμωμένον από χέρια ανθρώπινα. Ο δε βεζύρης λέγει του βασιλέως με
+σιγαληνήν φωνήν· τι πράγμα τάχατες να είνε τούτο; τι αρμονία είνε
+τούτη που ακούεται εις τα αφτιά μας, τι παλάτι παρουσιάζεται εις
+τους οφθαλμούς μας; όλα τούτα χωρίς αμφιβολίαν δεν είνε ποτέ φυσικά·
+ετούτα είνε μία μαγεία· ήτον καλλίτερον ημείς να είχομεν παραιτήσει
+αυτήν την πηγήν και τούτο το παλάτι, μήπως και είνε έργον κανενός
+μάγου, που τα έκαμε διά την βασιλείαν σου. Αν και τούτο ήθελεν είνε,
+απεκρίθη ο βασιλεύς, μη στοχάζεσαι ότι έχω φόβον· ας πάμε προς αυτό
+το παλάτι λοιπόν να ιδούμε τι άνθρωποι το κατοικούν, και παύσε τώρα
+να μου παρασταίνης κινδύνους, επειδή και όσον μεγαλυτέρους μου
+παρασταίνεις τους κινδύνους, τόσον περισσότερον μου ανάπτεις την
+επιθυμίαν. </p>
+
+<p>Ο Βεζύρης βλέποντας τον αυθέντην του αποφασισμένον διά να βγάλη
+την περιέργειάν του, δεν ετόλμησε πλέον να του εναντιωθή. Εκίνησαν
+λοιπόν προς το παλάτι· φθάνουν εις την πόρταν, και ευρίσκοντάς την
+ανοικτήν, εμβαίνουν εις μίαν σάλαν, που είχε το έδαφος από φαρφουρί
+της Κίνας, στολισμένην με χρυσές μαξιλάρες, και μεταξένια πεύκια,
+και ευωδίαζεν από τα πλέον αρωματικά ξύλα· εγύρισαν αυτοί όλην την
+σάλαν χωρίς να ιδούν κανέναν εις αυτήν· από εκείνην απέρασαν εις
+μίαν άλλην, εις την οποίαν βλέπουν επάνω εις ένα θρόνον χρυσόν μίαν
+νέαν κυράν, όλην σκεπασμένην από διαμαντικά, και η άκρα ευμορφιά της
+τους εξέπληξεν. </p>
+
+<p>Αυτή εφαίνονταν πως, έστεκε με προσοχήν εις το να αφηκράζεται
+πενήντα νέες κόρες, που μερικές ετραγουδούσαν, και μερικές ελαλούσαν
+διάφορα μουσικά όργανα. Ήτον αυτές ενδυμένες από κόκκινα φορέματα
+χρυσοΰφαντα, κεντημένα με μαργαριτάρια, και έστεκαν ορθές ολόγυρα
+του θρόνου. Ο δε βασιλεύς δεν εστοχάζετο διά το ουδέν εκείνες τες
+χαριέστατες φωνές, ούτε τα λαλήματα τα αγγελικά, μα όλος του ο
+στοχασμός ήτον εις το να θεωρή και να στοχάζεται την Κυράν, που ήτον
+εις τον θρόνον. Οπόταν αυτές οι κορασίδες είδαν τούτον τον βασιλέα,
+έπαυσαν να τραγωδούν· τότε αυτός πλησιάζοντας εις τον θρόνον,
+ωμίλησε με τούτον τον τρόπον προς την κυράν. </p>
+
+<p>Ω ωραιοτάτη βασίλισσα των καρδιών των ανθρώπων, που υποτάζεις με
+το πρώτον βλέμμα σου τους πλέον δυνατωτέρους βασιλείς, ειπέ μου, σε
+παρακαλώ, το όνομά σου, και ποία είσαι. Εχαμογέλασεν η Κυρά εις
+τούτα τα λόγια και είπεν εγώ είμαι μία έλαφος, που κάνω ήμερα τα
+λεοντάρια· εγώ είμαι εκείνο το κυνήγι, που σήμερον εσύ εκυνηγούσες,
+και που ερρίχθηκα εις το νερό. Μα, Κυρά μου, της εξαναείπεν ο
+βασιλεύς· ποίον στοχασμόν πρέπει εγώ να κάμω δι' αυτήν την
+μεταμόρφωσιν; τι ηξεύρω εγώ αν εις τούτην την στιγμήν εσύ δεν μου
+προσφέρεις εις τους οφθαλμούς μου ψεύτικες και πλαστές φαντασίες; Μη
+γένοιτο, είπεν η Κυρά· εγώ σου τες δείχνω φυσικές, καθώς τες
+βλέπεις· αλήθεια είνε ότι καθώς μου αρέσει έτσι αλλάσω μορφήν, και
+οπόταν θέλω γίνομαι βλεπτή και άβλεπτη εις τους ανθρώπους· μα όλον
+τούτο γίνεται, χωρίς μαγείαν, και η δύναμις εις το να μεταμορφώνωμαι
+εις εκείνα που μου αρέσει, είνε μία χάρις που την έλαβα από τον
+ουρανόν οπόταν εγεννήθηκα. </p>
+
+<p>Εις παρομοίαν διήγησιν η Κυρά κατεβαίνει από τον θρόνον της και
+πλησιάζει εις τον βασιλέα, τον παίρνει από το χέρι, τον φέρει εις
+ένα χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία τράπεζα ετοιμασμένη από
+εκλεκτά φαγητά· αυτή τον έκαμε να καθήση, ομοίως και αυτή εκάθησεν
+ανάμεσα αυτουνού και του βεζύρη, ο οποίος από όλα εκείνα, που
+έβλεπε, δεν ημπορούσε να στοχασθή άλλο διά τον αυθέντην του παρά
+κανένα δυστυχισμένον τέλος. Ο νέος βασιλεύς ήτον όλος προσηλωμένος
+προς την Κυράν, και κανένας στοχασμός εναντίος δεν του εσύγχιζε την
+ηδονήν που είχεν εις το να την θεωρή· ηθέλησε λοιπόν να την δουλεύση
+εις την τράπεζαν, μα αυτή είπε· φάγετε εσείς οι δύο, διότι η ευωδία
+των αρωμάτων, και εκείνη των φαγητών μας δουλεύει ημάς διά τροφήν.
+</p>
+
+<p>Οπόταν ο βασιλεύς με τον βεζύρην του έτρωγαν, δύο κορασίδες
+ωραίες επρόσφεραν του καθενός από μίαν κούπαν από αγάθην, γεμάτην
+από γλυκύτατον κρασί· και είχαν την επιστασίαν να τες κρατούν
+πάντοτε γεμάτες. Η Κυρία με όλον που δεν έπινεν, η μυρωδιά τής έκανε
+το ίδιον αποτέλεσμα, που έκανε των άλλων. Ως τόσον άρχισαν να
+ανάπτουν από το πιοτόν, και ο βασιλεύς με την Κυρά ωμιλούσαν διάφορα
+λόγια ηδονικά· η δε Κυρά δείχνοντας του πως ήτον τρυφερή προς αυτόν,
+του ωμίλησε με τούτον τον τρόπον. </p>
+
+<p>Βασιλέα, με όλον που είσαι ένα κτίσμα κατώτερον από λόγου μου,
+δεν μπόρεσα να υποφέρω που να μη σε αγαπήσω, και διά να κάμω να
+μάθης ποίας τιμής είνε το απόκτημα που έκαμες, άκουσον με προσοχήν,
+επειδή και δεν θέλω πλέον να το κρατήσω κρυπτόν ποία εγώ είμαι·
+ήξευρε πώς ευρίσκεται εις τον μέγαν Ωκεανόν ένα νησί ονομαζόμενον
+Χαρμοστάν· αυτό είνε κατοικημένον από εξωτικά· ο βασιλεύς ονομόζεται
+Μανουχέρ, του οποίου είμαι θυγατέρα μονογενής, και με ονομάζουν
+Κεριστάνην. Είνε δε τρεις μήνες που απαράτησα το παλάτι του πατρός
+μου, και περίεργος να ιδώ την διαφοράν των βασιλέων, εις τα οποία
+ζουν οι απόγονοι του Αδάμ, έλαβα την επιθυμίαν να ταξειδεύσω·
+εγύρισα όλον τον κόσμον και ήμουν έτοιμη να ξαναγυρίσω εις την
+κατοικίαν μου μα συναπαντώντας σε σήμερον εις το κυνήγι, εστάθηκα
+διά να σε θεωρήσω, και ευθύς οι αίσθησές μου εσυγχίσθησαν εναντίον
+εις την θέλησίν μου· και όντας όλη προσηλωμένη εις εσένα, έλεγα
+ανάμεσόν μου· είνε δυνατόν, ένας άνθρωπος να μου συγχίση εις τέτοιον
+τρόπον την ανάπαυσίν μου; ένας υιός του Αδάμ να θριαμβεύση την
+αγιότητά μου; εντροπή μου κατά αλήθειαν να νικηθώ με τέτοιον τρόπον
+και στοχαζομένη τοιούτης λογής, ηθέλησα να αναμερίσω από εσένα, μα
+εμποδισμένη ωσάν από ένα μαγικόν δεσμόν, δεν ημπόρεσα τελείως να
+ξεμακρύνω· μόνον βυθισμένη τότε εις τους τρυφερούς στοχασμούς, που
+μου εμπόδιζαν το περιπάτημα, δεν εστοχάσθηκα άλλο παρά να εύρω τα
+μέσα διά να σου αρέσω. </p>
+
+<p>Έλαβα λοιπόν την μορφήν μιας ελάφου και εφανερώθηκα έμπροσθέν
+σου, διά να σε υποχρεώσω να με στοσχασθής· εσύ με εκυνήγησες, αλλά
+χωρίς να με φθάσης, και αφού ερρίχθηκα εις το νερόν, δεν ημπορείς να
+πιστεύσης την ηδονήν που είχα να σε βλέπω να τριγυρίζης και να
+ανακατώνης το νερόν διά να με εύρης, και ακούοντας πως αποφάσισες να
+κοιμηθής εκεί σιμά εις την πηγήν, το εχάρηκα μεγάλως, και εις το
+αναμεταξύ που εκοιμώσουν, έκαμα και έγινε τούτο το παλάτι διά να σε
+δεχθώ. Τα τελώνια που με δουλεύουν, το έκτισαν εις μίαν στιγμήν. </p>
+
+<p>Ενώ η Κεριστάνη ήθελε να ακολουθήση την ομιλίαν της, ιδού
+εμβαίνει μία αρχοντοπούλα, η οποία έδειχνε πώς ήτον πολλά θλιμμένη.
+Η Κυρά γνωρίζοντάς την από το πρόσωπόν της ότι ήθελε να της
+προμηνύση καμμίαν θλιβεράν είδησιν εφώναξε μεγάλως, έπειτα εδόθη εις
+κλάματα πικρότατα. Έμεινεν εκστατικός ο βασιλεύς εις τούτο το θέαμα
+και εθλίβονταν μεγάλως διά εκείνο που έβλεπεν· ήτον δε εις μεγάλην
+ανυπομονησίαν διά να μάθη το αίτιον, και εκεί που ήθελε να την
+ερωτήση, η αρχοντοπούλα πλησιάσασα είπεν. </p>
+
+<p>Ω βασίλισσα, καλά ηξεύρεις ότι τα τελώνια ζουν πολύ περισσότερον
+από τους ανθρώπους, όμως είνε και αυτά υποκείμενα εις τον θάνατον·
+εσύ έχασες τον πατέρα σου, ο οποίος απέρασεν εις την άλλην ζωήν, και
+όλος ο λαός σε επιθυμεί διά να σε στέψη βασίλισσαν εις τον θρόνον
+του πατρός σου· έλα το λοιπόν διά να λάβης την δούλευσιν των νέων
+υπηκόων σου, και να ανταποκριθής εις την ανυπομονησίαν που αυτοί
+έχουν, διά να σου ανταποδώσουν όλες τις τιμές που σου πρέπουν. Ο
+μέγας βεζύρης πατέρας μου με επρόσταξε να έλθω να βιάσω τον γυρισμόν
+σου. </p>
+
+<p>Βεζυροπούλα μου, απεκρίθη η Κυρά, μεγάλην σύγχισιν μου προξενούν
+αυτές οι είδησες, που μου έφερες, όμως δεν θέλω λείψει να ανταμείψω
+τον ζήλον του πατρός σου, ομοίως και τον ιδικόν σου, που δείχνετε
+εις εμένα· θα μισεύσω το λοιπόν με λόγου σου τούτην την στιγμήν. Σου
+αφίνω υγείαν, βασιλέα μου, είπε γυρίζοντας προς αυτόν, και πιάνοντάς
+τον από το χέρι του λέγει· είμαι δυναστευμένη να σε απαραιτήσω, ας
+είσαι βέβαιος όμως πως μίαν ημέραν θέλομεν ανταμωθή πάλιν, και
+ανίσως και σε εύρω αγαπητικόν σταθερόν, δεν θέλω λάβει άλλον νυμφίον
+παρά εσένα. Έτσι λέγοντας αυτή έγινεν άφαντος. </p>
+
+<p>Τότε ευθύς μία σκοτεινοτάτη νύκτα απεδίωξε την μεγάλην
+φωτοχυσίαν, που εις το παλάτι ήτον, και άφησε τον βασιλέα με τον
+βεζύρην του εις ένα τέτοιον σκότος, που τίποτε δεν ημπορούσαν να
+διαχωρίσουν, και εστάθηκαν εις αυτήν την κατάστασιν έως που έγινεν
+ημέρα, η οποία τους επροξένησε νέαν έκστασιν, που αντίς να ευρεθούν
+εις ένα παλάτι, ευρέθησαν εις ένα κάμπον, χωρίς να ιδούν κανέν
+σημείον της κατοικίας. </p>
+
+<p>Βεζύρη, είπε τότε ο βασιλεύς, κάνει χρεία να πιστεύσωμεν ότι
+εστάθη τούτο έν όνειρον. Όχι αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης, καλλίτερον
+πιστεύω πώς η Κυρά, που είδαμεν, να είναι καμμία καταραμένη μάγισσα,
+η οποία διά να σου προξενήση έρωτα έλαβε μορφήν εξωτικής, και όλες
+εκεί οι νέες που ετραγωδούσαν και ελαλούσαν, είνε τόσοι διάβολοι που
+την υπηρετούν. Με όλον που τούτη η ομιλία του βεζύρη ήθελεν έχει
+κάποιον τι αληθινόν, ο βασιλεύς όμως με το να ήτον πολλά τρωμένος
+από την αγάπην, δεν ήθελε να χάση την γνώμην που είχε διά την Κυράν,
+αλλά εγύρισεν εις το παλάτι του με απόφασιν, που να φυλάξη διά πάντα
+μίαν ζωντανήν και εγκαρδιακήν ενθύμησιν δι' αυτήν. Και από εκείνης
+της ώρας από τον έρωτά του εδόθη εις μίαν άκραν μελαγχολίαν αφέθη
+από όλες τες ηδονές· καμμίαν ευχαρίστησιν δεν είχε παρά εκείνην του
+κυνηγιού δεν επήγαινεν εις άλλον τόπον, παρά εις εκείνον που του
+εφάνη η έλαφος, εις τον οποίον ήλπιζε να την ξαναϊδή. </p>
+
+<p>Ως τόσον απέρασεν ένας χρόνος, που αυτός αγαπούσε χωρίς να έχη
+αιτίαν να ελπίζη, επειδή εκείνη που αγαπούσε δεν ήτον άλλο παρά μια
+φαντασία, και τότε άρχισε να καταλαμβάνη ότε εκείνο που είδεν ήτον
+μία βεβαία μαγεία· όθεν επιθύμησε να ταξειδεύση με ελπίδα, ότι με
+τούτο το μέσον ήθελαν του έβγει οι φαντασίες που είχεν εις το κεφάλι
+δι' αυτήν την υπόθεσιν. Και αφού άφησε την κυβέρνησιν της βασιλείας
+του εις τα χέρια του βεζύρη του, εκαβαλλίκευσεν ένα του καλόν
+άλογον, και εμίσευσε μόνος του αγνώριστος διά νυκτός, χωρίς να πάρη
+τινά μαζί του. Περιπατώντας λοιπόν αρκετές ημέρες, έφθασεν εις τα
+σύνορα του βασιλείου της Θέμπας, και πριν να φθαση εις την
+βασιλεύουσαν, ηθέλησε να αναπαυθή υποκάτω εις ένα δένδρον πολλά
+φουντωτόν. </p>
+
+<p>Και αφού εξεπέζευσε δεν επέρασε πολύ, και βλέπει ολίγον μακράν
+υποκάτω εις ένα άλλο δένδρον μίαν ευγενικήν κόρην, που έδειχνε να
+ήτον έως δεκαοκτώ χρόνων, η οποία εκρατούσεν ακουμπισμένον το κεφάλι
+της επάνω εις το ένα χέρι, και εκοιμάτο με βαρύν ύπνον, της οποίας η
+μελαγχολική μορφή έδινε να καταλάβη ότι είχε πέσει εις καμμίαν
+μεγάλην συμφοράν· τα φορέματα που την εσκέπαζαν ήταν όλα ξεσχισμένα,
+μα με όλον τούτο του εφαίνονταν ότι ήτον μία ωραιοτάτη κόρη, και από
+ευγενικόν αίμα. Ο βασιλεύς επλησίασε προς αυτήν, και αφού την
+εξύπνησε της επρόσφερε τον εαυτόν του εις βοήθειάν της, και την
+ηρώτησε ποία ήτον. Η νέα εκείνη με λιγωμένη φωνήν του απεκρίθη· «Εγώ
+είμαι θυγατέρα, και γυναίκα βασιλέως, όμως δεν είμαι εκείνη, που εγώ
+λέγω· είμαι βασίλισσα και δεν είμαι εκείνη, που είμαι.» </p>
+
+<p>Ο βασιλεύς της Κίνας δεν ήξευρε τι να στοχασθή δι' αυτήν την
+κόρην, και ελόγιαζε πως ήτον έξω του εαυτού της διά τα λόγια που του
+είπε, Κυρά, της είπεν, έλα εις τον εαυτόν σου, βεβαιώσου πως είμαι
+έτοιμος διά να σε συντρέξω εις ό,τι είνε η δύναμίς μου. Κύριε,
+απεκρίθη αυτή, εγώ δεν θαυμάζω ότι εσύ με στοχάζεσαι διά μίαν
+τρελλήν· η ομιλία που σου έκαμα βεβαίως σου εφάνη αστόχαστη· μα εσύ
+θέλεις με συμπαθήσει χωρίς αμφιβολίαν, οπόταν θέλεις μάθει τες
+συμφορές μου· είμαι έτοιμη να σου τες διηγηθώ, διά να γνωρίσω την
+γενναιότητά σου, και αν ημπορής να με συντρέξης. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του βασιλέως
+της Θέμπας, και της βασίλισσας των
+Ναϊμάνων.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Εγώ είμαι, ακολούθησε να λέγη αυτή, θυγατέρα του βασιλέως των
+Ναϊμάνων. Ο πατέρας μου αποθαίνοντας χωρίς να έχη άλλην κληρονομίαν
+παρά εμένα, όλος ο λαός με εκήρυξε διά βασίλισσάν του, και δεν
+ανέμενεν άλλο, παρά την νόμιμόν μου ηλικίαν διά να βασιλεύσω, επειδή
+και δεν είχα τότε παρά τέσσαρας χρόνους. Εδόθη διά τότε η κυβέρνησις
+της βασιλείας εις τον βεζύρην Αλή, ο οποίος είχε στεφανωθή την
+βάγιαν μου, και ήτον άνθρωπος πολλά στοχαστικός, και φρόνιμος. Αυτός
+ο γνωστικός επιτηρητής έλαβε και το βάρος της ανατροφής μου· άρχισε
+να μου ερμηνεύη τον τρόπον του βασιλεύειν, και πολλά ογλήγωρα ήλθα
+εις την γνωριμίαν διά τα πάντα, μα η ακατάστατος τύχη, που δίνει και
+παίρνει καθώς της αρέσει τα σκήπτρα, και τες κορώνες, με εγκρέμισεν
+από τα ύψη του θρόνου εις μίαν φοβεράν άβυσσον. Ένας αδελφός του
+πατρός μου, ονομαζόμενος Μωβαβάκ, ο οποίος από πολύν καιρόν
+επιστεύετο ότι ήτον αποθαμμένος, καθώς έλεγαν πώς είχε σκοτωθεί εις
+ένα πόλεμον με τους Μογγολίτας, εφανερώθη έξαφνα εις τον τόπον των
+Ναϊμάνων. Μερικοί από τους προεστούς, που ήσαν φίλοι του, επήγαν και
+ενώθηκαν με αυτόν και εζητούσαν διά να βασιλεύση αυτός, όθεν έγιναν
+δύο σχίσματα· άλλοι ήθελον αυτόν, και άλλοι εμένα· τέλος πάντων
+τόσον έκαμε, που όλος ο λαός έτρεξε προς αυτόν, και με άφησαν εμένα
+χωρίς συνδρομήν. </p>
+
+<p>Ο άρπαγος αυτός, ευθύς που εκηρύχθη διά βασιλεύς, ηθέλησε να με
+πιάση και να με θανατώση, διά να μην έχη πλέον φόβον από το μέρος
+μου. Μα ο βεζύρης μου με την φρονιμάδα του ηύρε τον τρόπον διά να με
+βγάλη από τον θυμόν του τυράννου· όθεν με επήρε μίαν νύκτα και
+εφύγαμεν, και από κρυφές στράτες εφθάσαμεν εις την Θέμπα. </p>
+
+<p>Επήγαμεν, λοιπόν, και εκατοικήσαμεν εις την βασιλεύουσαν. Ο
+βεζύρης απερνούσεν εκεί διά ζωγράφος Ινδιάνος, και εγώ απερνούσα διά
+θυγατέρα του· αυτός ηξεύροντας την τέχνην της ζωγραφικής εντελώς,
+εις ολίγον καιρόν έλαβε μεγάλην φήμην, και εκέρδιζε καλά, τόσον που
+εζούσαμε αρκετά· και με τούτον τον τρόπον αποσκεπαζόμεθα και δεν
+εφανερωνόμεθα ποίοι είμεθα, παρά εις εκείνους που τους εδώσαμεν να
+καταλάβουν τα συμβεβηκότα. </p>
+
+<p>Απέρασαν δύο χρόνοι από εκείνον τον καιρόν, και αποξένωσα από
+λόγου μου ολίγον την φαντασίαν της μεγαλειότητος που ήμουν, και
+άρχισα να συνηθίζω ολίγον κατ' ολίγον εις εκείνο που ευρισκόμουν,
+και μου εφαίνονταν πώς δεν ήμουν άλλη, παρά θυγατέρα ενός ποταπού
+ανθρώπου, και η ησυχία που εχαιρόμουν με έκανε να λησμονήσω το
+περασμένον μου μεγαλείον. </p>
+
+<p>Μα αλλοίμονον εις εμέ! μακάρι να είχε κάμει η τύχη μου να με
+ήθελεν αφήση να περάσω και το επίλοιπον της ζωής μου εις εκείνην την
+κατάστασιν! μα όχι, ηθέλησε πάλιν να με κατατρέξη, και να κάμη να
+πληρωθή εκείνο που είνε γραπτόν· και από αυτό βλέπω πώς είνε
+αδύνατον να φύγη τες δυστυχίες, που είνε προμελετημένες διά τινά να
+του έλθουν, και δεν είνε κανένα όφελος να παραπονεθή. </p>
+
+<p>Ο βεζύρης Αλής το λοιπόν είχε κάμει διάφορες ζωγραφιές οι οποίες
+τον έκαμαν να λάβη μεγάλην φήμην εις όλην την πόλιν της Θέμπας. Ο
+βασιλεύς της οποίας, ακούοντας να επαινούν τόσον αυτόν τον ζωγράφον,
+επεθύμησε διά να τον ιδή, και μίαν ημέραν αιφνιδίως ιδού και έρχεται
+εις την κατοικίαν μας. Ο Αλής αγροικώντας την αιτίαν του ερχομού του
+βασιλέως προς αυτόν, έτρεξε και τον εδέχθη με εκείνο το σέβας, που
+του έπρεπε, και εν τω άμα του έδειξε διάφορες ωραίες ζωγραφιές, που
+είχε κάμει. Ο βασιλεύς έλαβε μεγάλην ευχαρίστησιν, τόσον διά τες
+ωραίες ζωγραφιές που είδεν, όσον και διά την συναναστροφήν του Αλή,
+τον οποίον τον εστοχάσθη άξιον και επιτήδειον άνθρωπον. </p>
+
+<p>Εγώ εις εκείνο το αναμεταξύ, που ο βασιλεύς ευρίσκονταν μαζί με
+τον Αλή, ήλθα εις περιέργειαν διά να ιδώ τον βασιλέα, και απεφάσισα
+να έμβω εκεί που αυτός ωμιλούσε με τον Αλή. Εμβήκα λοιπόν ωσάν
+θυγατέρα του ζωγράφου, μην υποπτεύοντας κανένα εναντίον· μα
+εγελάσθηκα. Ο βασιλεύς ευθύς που με είδεν ετρώθη από τον έρωτα διά
+εμένα, το οποίον καταλαμβάνοντας το ετραβήχθηκα από εκεί. Ο βασιλεύς
+όμως με το να έμεινε λαβωμένος, δεν έλειψε να ξαναγυρίση την
+ακόλουθον ημέραν εις τον Αλή· και με τούτον τον τρόπον έκαμε διά
+πολλάς ημέρας·, και με το αίτιον διά να ιδή τες ζωγραφιές, έμβαινεν
+εις όλους τους οντάδες, και με εύμορφον τρόπον έμβαινε και εις
+εκείνον που εγώ ευρισκόμουν. Κατά αλήθειαν αυτός τίποτε δεν μου
+έλεγε, μα οι ματιές του οι φλογερές πολλά καλώς εφανέρωναν τον έρωτά
+του. </p>
+
+<p>Μίαν ημέραν αυτός επρόσφερε του βεζύρη ένα μέρος του παλατίου
+στολισμένον με όλα τα αναγκαία και με δούλους, διά να υπάγη να
+κατοικήση εκεί, προφασιζόμενος τούτο το μέσον πως τάχατες αγαπούσε
+να έχη τέτοιον θαυμαστόν ζωγράφον κοντά του. Ο Αλής δεν έμεινεν έτσι
+χωρίς να εξετάση το αίτιον ετούτου του προσφέρματος, και
+καταλαμβάνοντάς το μου είπεν· καταλαμβάνω, βασίλισσά μου, ότι ο
+βασιλέας της Θέμπας σε αγαπά· και ούτος ο έρωτας, και όχι η ζωγραφιά
+μου, τον παρακινεί να μας κάμει αυτές τες περιποιήσεις· ημείς πρέπει
+να υπάγωμεν εξ ανάγκης να κονεύσωμεν εις το παλάτι του· αυτός δεν
+θέλει αφήσει ημέραν, που να μην έλθη να σε εύρη, και να σου εξηγηθή
+τον πόνον του· στάσου καλά εις τον νουν του, θημήσου την ευγένειαν
+της γεννήσεως σου, και στάσου μακράν εις το να κλίνης εις τα
+ζητήματά του, και σταθερή διά να μη σε γελάση· μα ανίσως και αυτός
+ήθελε δειχθή πολλά ερωτικός, εις τρόπον που να σε γυρέψη διά γυναίκα
+του, εσύ θέλεις τον υπακούσει· ει δε και η γνώμη του θέλει είνε
+διαφορετική, θέλομεν πασχίσει να κάμωμεν άκαιρον την κλίσιν του. </p>
+
+<p>Έταξα του βεζύρη να ακολουθήσω με επιμέλειαν τες νουθεσίες του·
+μα δεν του εφανέρωσα εκείνο που διά τον αυτόν βασιλέα και εγώ
+αγροικούσα. Αυτός ο βασιλεύς ήτον νέος, εύμορφος, καλοκαμωμένος, και
+αγροικούσα και εγώ δι' αυτόν την ιδίαν κλίσιν, που και αυτός
+αγροικούσε προς εμένα· όμως με κάθε τρόπον έπασχα να την κρατώ
+κρυφήν, και να στέκω εις τα δικά μου· μα ολίγον καιρόν εφτούρησα εις
+ετούτην την γνώμην. </p>
+
+<p>Ευθύς που επήγαμεν να κατοικήσωμεν εις το παλάτι του, ο βασιλεύς
+μου εφανέρωσε την αγάπην του με τρόπον που επιθυμούσεν. Η γλυκυτάτη
+σου μορφή, μου είπε, με έκαμε να σε αγαπήσω από την πρώτην ώραν που
+σε είδα, και είμαι τόσον φερμένος δι' εσένα που καταλαβαίνω, ότι δεν
+ημπορώ να ζήσω χωρίς την αντάμωσίν σου· μα όσον μεγάλη και ζωντανή
+είνε η φλόγα που με ανάπτει, μη στοχασθής ποτέ ότι θα σε δεξιωθώ
+ωσάν μίαν σκλάβαν, μα επιθυμώ να σε λάβω γυναίκα μου, διά να σε βάλω
+εις τον θρόνον της Θέμπας. Ευχαρίστησα τον βασιλέα διά τα ταξίματά
+του, και διά την τιμήν που μου έκανε, και ευρίσκοντας τότε τον
+καιρόν αρμόδιον διά να του φανερώσω ποία είμαι, του εφανέρωσα
+καταλεπτώς την ιστορίαν μου, η οποία ζωντανώς τον εδιαπέρασε.
+Βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός, γνωρίζω που ο ουρανός εδιαφύλαξεν εις
+εμένα την τιμήν να σε ξεδικήσω. Εγώ θέλω παιδεύσει σκληρώς τον
+τύραννον Μωβαβάκ· θέλω του στείλει μεντζίλiα διά να του κηρύξωσι τον
+πόλεμον, αν δεν αφήση θεληματικώς τον θρόνον, που αδίκως σου
+άρπαξεν. Ευχαριστήσου το λοιπόν, μου είπε, να μου δώσης το χέρι
+σήμερον διά να μου γένης γυναίκα, και αύριον σου τάσσω να βάλω εις
+έργον τα όσα σου έταξα. Εξαναευχαρίστησα τον βασιλέα διά την
+γενναιότητά του, και του ωμολόγησα πως και εγώ δεν εστάθηκα τόσον
+αναίσθητος προς αυτόν, από την πρώτην φοράν που τον είδα, όμως ωσάν
+τιμημένη που ήμουν δεν ηθέλησα ευθύς να του το φανερώσω. </p>
+
+<p>Ετούτη η εξομολόγησις που του έκαμα τον υποχρέωσε κατά πολλά, και
+έπιασε το χέρι μου και το εφίλησε με τρυφερότητα, και μου έκαμεν
+όρκον πως πολλά εγκαρδιακά με αγαπά· και με εστεφανώθη την ιδίαν
+ημέραν, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλην την χώραν διά μίαν
+εβδομάδα ολόκληρον, και πριν να τελειώσουν οι χαρές έστειλε
+ταχυδρόμους, καθώς μου έταξε, προς τον Μωβαβάκ. Αυτός δεν υπετάχθη
+εις την θέλησιν του βασιλέως της Θέμπας, αλλά με βρισές μεγάλες τους
+αποδίωξεν. Ο δε βασιλεύς ακούοντας αυτήν την βαρβαρότητα και
+σκληρότητα του Μωβαβάκ έδωσε διαταγήν να συναχθούν όλα του τα
+στρατεύματα διά να κινήση κατά πάνω του· μα τον καιρόν που
+ετοιμάζοντο, ήλθαν είδησις από τους Ναϊμάνους, ότι ο Μωβαβάκ ο θείος
+μου απέθανεν από μίαν αρρώστιαν και πως εζητούσαν εμένα διά να με
+ξανακυρώσουν εις τον θρόνον μου. </p>
+
+<p>Επάνω εις μίαν τέτοιαν είδησιν, ο βασιλεύς απέλυσε τα στρατεύματά
+του, και αποφάσισε να στείλη τον βεζύρ Αλή, διά να υπάγη να
+βασιλεύση αντίς εμένα. Ετούτος ο επιτηρητής ήτον σχεδόν έτοιμος διά
+να μισεύση, μα ένα συμβεβηκός ανεπάντεχον τον εμπόδισε, και πρόσεχε
+διά να το ακούσης. </p>
+
+<p>Μίαν βραδειάν εγώ έστεκα ακουμπισμένη επάνω εις ένα θρονί εις τον
+χοντζερέ μου, διαβάζοντας διάφορα κεφάλαια από το Αλκοράνι. Και αφού
+τα εδιάβασα, εσηκώθηκα διά να υπάγω να εύρω τον βασιλέα, που ήτον
+εις το κρεββάτι· και εμβαίνοντας εις τον χοντζερέ του, ένα φοβερόν
+φάντασμα μου φανερώνεται εμπροστά μου και εις την ιδίαν στιγμήν
+γίνεται άφαντον. Εστάθη μεγάλη η κραυγή που έκαμα, τόσον που
+εξύπνησα τον βασιλέα που εκοιμάτο, ο οποίας με ερώτησε το αίτιον της
+κραυγής μου και εγώ του ωμολόγησα εκείνο που είδα. Ο δε βασιλεύς με
+αφηκράζετο με προσοχήν, μα αντίς να με κάμη να μου έβγη ο φόβος, μου
+λέγει· εγώ είμαι περισσότερον σκοτισμένος από εσένα, και δεν ημπορώ
+να καταλάβω πώς ημπορείς να ευρίσκεσαι εις το κρεββάτι μου, και εις
+τον ίδιον καιρόν ορθή να μου μιλής. Αυθέντη, του λέγω εγώ, τίποτε
+δεν ημπορώ να καταλάβω από την ομιλίαν που κάνεις· μίλησέ μου, σε
+παρακαλώ, καθαρώτερα διά να σε καταλάβω. Ας είνε, εξαναείπεν αυτός·
+πλησίασε εδώ εις την κλίνην μου, και θέλεις ιδεί πράγμα που θέλει
+σου προξενήσει μεγάλην έκστασιν. Τότε εγώ πλησιάζοντας εις το
+προσκέφαλον, εγνώρισα με μεγάλον μου θαυμασμόν μίαν νέαν γυναίκα,
+που καθολικώς με παρωμοίαζε, και είχε την ιδίαν μορφήν. </p>
+
+<p>Ω Ουρανέ, εφώναξα εις ταύτο το θέαμα, ποία μορφή φανερώνεται εις
+τα μάτια μου; τι θεωρία ασυνήθιστος είνε τούτη; Α ταλαίπωρη,
+απεκρίθη με την ιδίαν μου φωνήν εκείνη η νέα, που ευρίσκονταν εις το
+κρεββάτι με τον βασιλέα, κάνει χρεία εσύ να είσαι πολλά τολμηρή διά
+να αποκτήσης να πάρης την ιδίαν μου μορφήν· ποία είνε λοιπόν η γνώμη
+σου, ω παράνομη μάγισσα; πιστεύεις εσύ ότι ο βασιλεύς ο νυμφίος μου
+θα γελασθή από τες μεταμόρφωσές σου, και δεν θα καταλάβη ποία από
+τες δύο μας είνε η αληθινή του γυναίκα; άφησε λοιπόν τες ελπίδες
+σου, επειδή και θέλει είνε ανωφελής η πλάνη σου, εις αισχύνην σου
+της μαγικής σου τέχνης· ο άνδρας μου γνωρίζει καλά, ότι εσύ δεν
+είσαι άλλο, παρά μία κακότροπος μάγισσα. Ακριβέ μου νυμφίε,
+ακολούθησεν εκείνη γυρίζοντας προς τον βασιλέα, πρόσταξε να πιάσουν
+ετούτην την κακότροπον μάγισσαν, και κάμε να την βάλουν εις μίαν
+σκοτεινήν φυλακήν, και αύριον να την κάψουν εις την μέσην της
+αγοράς. </p>
+
+<p>Αν η τελεία παρομοίωσις, που ήτον ανάμεσα εις αυτήν την νέαν και
+εμένα, με είχε σκοτίσει, το ονειδιστικόν της ομίλημα με εσύγχισε
+πολύ περισσότερον, και αντίς να της αποκριθώ με παρόμοιαν δύναμιν,
+άρχισα να κλαίω, και με μεγάλο παράπονον λέγω προς τον βασιλέα.
+Βασιλέα μου, εγώ ελόγιαζα ότι εκαταδάμασα την εναντίαν μου τύχην,
+και επίστευα ότι με την αντάμωσίν σου θα έλαβαν τέλος οι δυστυχίες
+μου· μα αλλοίμονον εις εμένα, κάποιον δαιμόνιον φθονερόν της
+ευτυχίας μου ήλθε να μου την συγχίση. Αυτό λαμβάνει την μορφήν μου,
+και θέλει να πιστευθή μία άλλη ωσάν εμένα, και το επέτυχεν· εσύ δεν
+με γνωρίζεις πλέον με το να με ανακατώνης με εκείνο, στοχάσου με, σε
+παρακαλώ, αν ακόμη σου είμαι ακριβή, η καρδιά σου πρέπει να με
+διαχωρίση αναμέσον της πλάνης, που απατά τα μάτια σου, και κράζω εις
+μάρτυρα τον Προφήτην ότι εγώ είμαι η βασίλισσα η συμβία σου. </p>
+
+<p>Η νέα που ευρίσκονταν εις το κρεββάτι διά δεύτερην φοράν με
+απέκοψεν· εσύ ψεύδεσαι, μου είπεν, εσύ είσαι μία κακότροπος μάγισσα,
+και δίνεις να φανερωθής αληθώς εκείνη που είσαι, επειδή και οι
+επίβουλοι τρέχουν ευθύς εις τους όρκους, και έχουν έτοιμα και τα
+δάκρυα, διά να τα μεταχειρίζωνται εις τας κακοπραξίες τους.
+Τελειώσατε μίαν φοράν, είπε τότε ο βασιλεύς· παύσετε τούτες τες
+διάλεξες, που δεν μου φανερώνουν εκείνο, που θέλω να ηξεύρω· σεις με
+τα λόγια σας με συγχίζιτε, και δεν ημπορώ να γνωρίσω την αληθή
+γυναίκα μου· μια βέβαια από εσάς είνε μάγισσα, που πάσχει να με
+πλανέση, μα δεν είνε δυνατόν να την καταλάβω, και φοβούμαι ότι
+θέλοντας να παιδεύσω την πταίστριαν, να μην παιδεύσω την άπταιστον.
+</p>
+
+<p>Ο βασιλεύς μην ημπορώντας το λοιπόν να με διαχωρίση από την
+μάγισσαν, έκραξεν ευθύς τον βεζύρ Αλή, και την γυναίκα του και τους
+εδιηγήθη το συμβάν. Εξέταξαν αυτοί διά να με γνωρίσουν, αλλά μας
+ηύραν απαράλλακτες και τες δύο, και δεν εστάθη δυνατόν να μας
+διαχωρίσουν. Η αναθρέπτριά μου ενθυμήθη, πως εγώ είχα ένα σημάδι εις
+το γόνυ μου, και ερευνώντάς μας έμεινε πολλά εκστατική εις το να ιδή
+πώς και οι δύο είχαμεν το ίδιον εις τον ίδιον τόπον. Άρχισαν να μας
+εξετάζουν ξεχωριστά, μα η μάγισσα αποκραίνονταν εις τες εξέταξές
+τους, ωσάν εγώ η ίδια, εις τρόπον που δεν ήξευραν τι να στοχασθούν.
+Τότε ο βασιλεύς εζήτησε την γνώμην του Αλή, και όλων των άλλων που
+ήσαν εκεί το τι τους φαίνεται, και ποία στοχάζονται ότι να είνε η
+αληθινή; Όλοι ομοφώνως απεφάσισαν ότι εκείνη που ευρέθη εις την
+κλίνην με αυτόν, εκείνη είνε η βασίλισσα, και εγώ πώς ήμουν η
+μάγισσα· και απεφάσισαν να με κάψουν. </p>
+
+<p>Ο δε βασιλεύς δεν ηθέλησε να γροικήση μίαν συμβουλήν τόσον
+σκληράν, φοβούμενος να μη θανατώση την άπταιστον διά την πταίστραν,
+αλλά ευχαριστήθη να με εξορίση από το βασίλειόν του. Τότε μου
+έβγαλαν τα βασιλικά φορέματα που εφορούσα, και ενδύοντάς με τούτα τα
+πενιχρά, με έβγαλαν έξω από την χώραν, και έφθασα έως εδώ ζώντας με
+ελεημοσύνην, που οι ελεήμονες με κυβερνούν διά να μην αποθάνω.
+Ετούτη είνε η ιστορία μου, ω αυφθέντη, ακολούθησεν η βασίλισσα των
+Ναϊμάνων· ελπίζω μάλιστα ότι από αυτήν θα βεβαιωθείς πώς εγώ είχα
+δίκαιον να σου ειπώ, ότι είμαι θυγατέρα και γυναίκα βασιλέως, και
+δεν είμαι εκείνη, που λέγω· είμαι βασίλισσα, και δεν είμαι εκείνη,
+που είμαι. </p>
+
+<p>Με τούτον τον τρόπον η βασίλισσα της Θέμπας ετελείωσε να ομιλή.
+Και ο βασιλεύς της Κίνας της είπε· παρηγορήσου, ω κυρά, ότι οι
+δυστυχίες σου εφθασαν εις την ακμήν, και, δεν πρέπει να αμφιβάλλεις
+ότι η τύχη έως τέλους δεν θα μεταβληθεί και εις ευεργετικήν, και
+άκουσον τι λέγει ένας ποιητής μας. Οπόταν ένα πράγμα φθάνη εις την
+ακμήν της τελειότητος είνε σιμά εις την ακμήν της φθοράς. Και εις
+μίαν άκραν δυστυχίαν στέκει πλησίον η ογλήγορος ευτυχία· είπεν ακόμη
+αυτός ο ποιητής· Ο κίνδυνός σου είνε σιμά οπόταν πιστεύης ότι είσαι
+τελείως ευχαριστημένος· και ετοιμάσου να χαρής τότε, οπόταν τα
+εναντία σε κάνουν να δοκιμάσης τες πλέον σκληρές δυστυχίες. Με
+τέτοιον τρόπον ο Ουρανός εδιάταξε την ζωήν των ανθρώπων. </p>
+
+<p>Και διά τούτο, ω κυρά, ηκολούθησεν ο βασιλεύς της Κίνας να λέγη,
+μην απελπίζεσαι εις τες δυστυχίες σου· εσύ ημπορείς να είσαι σιμά
+διά να απαντήσης ένα περισσότερον ευτυχισμένον γραπτόν· μα
+αλλοίμονον εις εμένα, δεν ηξεύρω αν και εγώ ομοιάζω ωσάν και του
+λόγου σου και αν έγινα παίγνιον μιας μάγισσας, ή το υποκείμενον που
+αγαπώ, να μην είναι κανένα δαιμόνιον. Ο Ρουσκάδ εις τον ίδιον καιρόν
+της εφανέρωσε και αυτός το όνομά του, και εδιηγήθη το συμβεβηκός του
+με την έλαφον. </p>
+
+<p>Δεν είχεν αυτός ακόμη τελειώσει την ιστορίαν του, και ιδού
+βλέπουν άνθρωπον μεσιακής ηλικίας καβαλλάρην που βιαίως έτρεχεν.
+Αυτός ήτον σχεδόν γυμνός, και απέρασε τόσον από σιμά τους, που η
+βασίλισσα τον εγνώρισε και ευθύς εφώναξεν. Ω ουρανέ, αυτός είναι ο
+άνδρας μου. Εκείνος όμως δεν την εκύτταξεν, αλλά βιαίως έτρεχε και
+κάθε ολίγον μετά φόβου εγύριζε, και εκύτταζεν όπισθέν του, ωσάν να
+είχε τινά που να τον εκυνηγούσεν. Αφού τον έχασαν από τα μάτια τους,
+ιδού και βλέπουν να φθάνη άλλος καβαλλάρης, που με μεγάλην βίαν
+εχτυπούσε το άλογόν του διά να τρέχη. </p>
+
+<p>Ετούτος ο ύστερος ήτον πλούσια φορεμένος, και εκρατούσεν εις το
+χέρι του ένα γυμνό σπαθί βαμμένον από αίμα, ο οποίος εγνωρίζουνταν
+καλώτατα ότι αυτός εκυνηγούσε τον πρώτον, και πώς επροσπαθούσε
+μεγάλως διά να τον φθάση· μα το θαυμασιώτερον ήτον, που ήτον τόσον
+παρόμοιος εις την μορφήν με τον άλλον, που η βασίλισσα μην
+ημπορώντας να φτουρήση εφώναξε πάλιν· ω Ουρανέ, ετούτος είναι ο
+άνδρας μου· ήτον και αυτός τόσον θαμπωμένος, που επέρασε πολλά κοντά
+της χωρίς να την κυττάξη. Κυρά, της λέγει τότε ο βασιλεύς της
+Κίνας, ο Ρουσκάδ, κάνει χρεία να ομολογήσωμεν πώς δεν είναι πράγμα
+πλέον θαυμαστόν από τούτο. Κύριε, του απεκρίθη η βασίλισσα, εσύ
+ημπορείς από τούτο να πιστεύσης εκείνο που σου είπα, πώς δεν σου
+εδιηγήθηκα ένα μύθον. </p>
+
+<p>Τον καιρόν που ωμιλούσαν επάνω εις αυτά τα συμβεβηκότα, φθάνει
+ένας τρίτος καβαλλάρης· ετούτος, μη τρέχοντας ολιγώτερον από τους
+άλλους, δεν έλειψεν όμως που να μην κυττάξη τον Ρουσκάδ και την
+βασίλισσαν, ο οποίος ήτον ο βεζύρης Αλής. Ευθύς, που η βασίλισσα και
+αυτός εγνωρίσθηκαν, εξεπέζευσεν από το άλογόν του, και έπεσεν εις
+τους πόδας της βασίλισσας. Α, Βασίλισσά μου, της είπεν, είσαι συ το
+λοιπόν εκείνη που βλέπω; ας είνε πάντα δοξασμένος ο ουρανός, που σε
+εφύλαξεν· επειδή αυτός αφίνει διά κάμποσον καιρόν να θριαμβεύση η
+κακία και φαίνεται πως αποστρέφεται την κακίαν· άλλο αυτό δεν είναι,
+παρά διά να κάμη να λάμψη καλλίτερα με το τρέξιμον του καιρού η
+δικαιοσύνη του. </p>
+
+<p>Ιδού το παράδειγμα· η θανατηφόρος σου έχθρισσα είνε αποθαμμένη,
+και αυτός ο ίδιος ο βασιλεύς την εθανάτωσε με το σπαθί του, το
+οποίον είνε ακόμη βαμμένον από το μιαρόν της αίμα, και διά να
+τελειώση μίαν σωστήν εκδίκησιν ο ίδιος κυνηγά τούτην την στιγμήν ένα
+μιαρόν, που με τες μαγείες του τού επήρε την ιδίαν του μορφήν· ήθελα
+όμως να είχα καιρόν, να σου διηγηθώ όλα τα περιστατικά, που
+ηκολούθησαν εις το παλάτι, αφού και εμίσευσες από εκεί, μα άλλην
+φοράν θέλω σου τα διηγηθή κατά πλάτος· βλέπω ότι ο βασιλεύς πολύ
+περισσότερον ξεμακραίνει διά τούτο πρέπει να υπάγω να τον φθάσω.
+Μείνε εσύ εδώ με την βασίλισσαν, απεκρίθη ο Ρουσκάδ προς τον Αλή,
+και κάμε της συντροφιά, και εγώ παίρνω το βάρος διά να φθάσω τον
+βασιλέα, και να τον φέρω εις τούτον τον τόπον. Έτσι λέγοντας
+εκαβαλλίκευσε το άλογόν του ο Ρουσκάδ, και ευθύς έτρεξε διά να φθάση
+τον βασιλέα της Θέμπας. </p>
+
+<p>Αφού δε αυτός εμίσευσεν, ο βεζύρ Αλής ερώτησε την βασίλισσαν
+ποίος ήτον αυτός ο νέος ο αγνώριστος και του εστάθη μέγας ο
+θαυμασμός εις το να ακούση από αυτήν πως αυτός είνε ο βασιλεύς της
+Κίνας. Ευχαρίστησε και εμένα την περιέργειάν μου, του είπεν η
+βασίλισσα, και φανέρωσέ μου με τι τρόπον εξεσκεπάσθη αυτή η μιαρά
+μάγισσα; Κυρά μου, απεκρίθη ο βεζύρης, ο βασιλεύς νυμφίος σου
+βεβαιωμένος ότι αυτή ήτον η αληθινή γυναίκα του, και όχι η μάγισσα,
+εζούσε με αυτήν μίαν τελείαν αγάπην· όθεν ήτον μερικές ημέρες, που
+ευρίσκονταν με αυτήν εις ένα κάστρον, μακράν από την χώραν έως μίαν
+ημέραν. </p>
+
+<p>Σήμερον δε το ταχύ εβγήκα με αυτόν και με ένα σκλάβον, διά να
+υπάμε εις το κυνήγι. Και ωσάν εξεμακρύναμεν έως μίαν ώραν δρόμον, ο
+βασιλεύς ενθυμήθη πως ελησμόνησεν ένα πράγμα πολλά αναγκαίον εις το
+κρεββάτι του· όθεν γυρίζοντας εις το Κάστρον ξεπεζεύει από το άλογόν
+του, και μου λέγει να τον καρτερήσω εκεί· και αυτός από μίαν σκάλαν
+κρυφήν εμβήκεν εις την κατοικίαν της βασίλισσας. Ύστερα από ολίγον
+βλέπω να κατέβη ένας άνθρωπος χωρίς φακιόλι και γυμνός, που είχε την
+μορφήν του βασιλέως· ελόγιασα ότι αυτός θα ήτον ο βασιλεύς. Ω
+αυθέντη, εφώναξα βλέποντάς τον, πώς είσαι εις αυτήν την κατάστασιν;
+Μα αυτός αντίς να μου αποκριθή, τρέχει και παίρνει ένα άλογον και
+καβαλλικεύοντάς το φεύγει με μέγαν φόβον χωρίς να μου ειπή λόγον·
+και καθώς εγώ εστοχαζόμουν μήπως του έτυχε κανένα εναντίον, έτσι
+αποφάσισα διά να τον ακολουθήσω. </p>
+
+<p>Και κινώντας προς αυτόν διά να τον φθάσω, ιδού και ακούω οπίσω
+μου μίαν φωνήν, που με έκραξε, καρτέρει, ω Βεζύρη, καρτέρει. Εγώ δε
+ευθύς σταματώ το άλογον, και στρέφω να ιδώ, και βλέπω τον βασιλέα
+που βγαίνει από το κάστρον με τα μάτια φλογερά, και με το σπαθί εις
+το χέρι. Τρέχει προς εμέ με μεγάλην βίαν και μου λέγει. Βεζύρη,
+ημείς εδιώξαμεν την αληθινήν βασίλισσαν, και εκρατήσαμεν μίαν
+κακότροπον γυναίκα που επήρε την ιδίαν της μορφήν με την μαγείαν
+της· πλην τούτης της μιαράς της εσήκωσα την ζωήν και χρεωστώ να κάμω
+το ίδιον και με αυτόν τον επίβουλον που επήρε με τον ίδιον τρόπον
+την μορφήν μου. Δος μου ογλήγορα το άλογον, λέγει προς τον σκλάβον
+του, διά να ακολουθήσω αυτόν τον άθλιον, να κάμω την ξεδίκησίν μου·
+και ούτω καβαλλικεύοντας το άλογόν του τον κατατρέχει με τον τρόπον
+που τον είδες, και εξοπίσω του τον ακολουθώ. </p>
+
+<p>Εις αυτό το διάστημα που ο βεζύρ Αλής εδιηγούνταν αυτά της
+βασίλισσας, ο βασιλεύς της Θέμπας εκυνηγούσε μετά μεγάλης βίας τον
+εχθρόν του, τον οποίον φθάνοντάς τον, τον ελάβωσε με το σπαθί του
+εις την πλάτην, και τον έρριξε κάτω από το άλογον· ξεπεζεύει και
+αυτός διά να τον αποσκοτώση. Τότε εκείνος ο τρισάθλιος του εζήτησε
+να του αφήση την ζωήν. Εγώ σου την αφίνω, του είπεν ο βασιλεύς, αν
+μου ειπής την αλήθειαν ποίος είσαι και διατί επήρες την μορφήν μου.
+Αυθέντη, του απεκρίθη εκείνος, επειδή και η βασιλεία σου κάνεις
+ετούτη, την χάριν, τίποτε δεν θέλω σου κρύψει, και διά να σε
+βεβαιώσω πώς δεν θέλω σου κρύψει την αλήθειαν, κάνει χρεία να λάβω
+την φυσικήν μου μορφήν. Τελειώνοντας τούτους τους λόγους βγάζει ένα
+δακτυλίδι που είχεν εις το δάκτυλόν του· και ο βασιλεύς ευθύς τον
+είδε πώς δεν ήτον άλλο, παρά ένας άσχημος γέρων. </p>
+
+<p>Ο βασιλεύς έμεινε κατά πολλά θαυμασμένος με μίαν τέτοιαν
+μεταμόρφωσιν και ο γέρων άρχισε να λέγη· εσύ, ω αυθέντη, με βλέπεις
+τέτοιον, καθώς αληθώς είμαι, και διά να σου δώσω μίαν τελείαν
+ευχαρίστησιν, θέλω σου διηγηθή την ιστορίαν της ζωής μου. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του Μοκβάλ
+και της Δειλνοβάτζης.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Εγώ είμαι υιός ενός υφαντή γεννημένος εις την Δαμασκόν, και Μοκβάλ
+είναι το όνομά μου. Ο πατέρας μου ήτον κατά πολλά πλούσιος, μα
+περισσότερον φιλάργυρος, και εγώ μόνος ήμουν ο κληρονόμος της
+περιουσίας του, ώστε που αποθαίνοντας αυτός έμεινα νοικοκύρης
+μεγάλου πλούτου, και αντίς να μιμηθώ το παράδειγμα του πατρός μου, ή
+το ολιγώτερον να πραγματεύσω κάμποσον μέρος από τα πλούτη μου, δεν
+εστοχάσθηκα άλλο παρά να δοθώ εις ξεφάντωσες και εις τρυφές,
+αγαπώντας τες γυναίκες· και κυριωτέρως εσύγκλινα την αγάπην μου εις
+μίαν κόρην, που εκατοικούσεν εις την γειτονιά· αυτή ήτον εύμορφη και
+πολλά έξυπνη, μα η εξυπνάδα της ήτο πλαστή, και κακού χαρακτήρος·
+ήτον αγαπημένη από πολλούς ανθρώπους, και όλοι επιθυμούσαν, ποίος να
+είναι ο πρώτος, που να την απολαύση· επειδή και όλους τους
+επεριποιείτο με όμοιον τρόπον. </p>
+
+<p>Έμεινα το λοιπόν γελασμένος ωσάν και άλλοι πολλοί από τα πλαστά
+σημεία της φιλίας και τα χάιδια, που μου έδειχνεν και εστοχαζόμουν
+ότι οι άλλοι αγαπητικοί της δεν είχαν την χάριν προς αυτήν καθώς εγώ
+την είχα, και ενόμιζα πώς ήμουν πλέον ευτυχισμένος από αυτούς.
+Ετούτη η φαντασία μου αυγάτιζε πολύ περισσότερον την επιθυμίαν μου,
+και με έκαμε να κάμω μεγαλώτατα έξοδα δι' αυτήν· δεν απερνούσεν
+ημέρα, που να μην κάμω κανένα νέον δώρον της Δειλνοβάτζης (έτσι αυτή
+ωνομάζετο)· και τα δώρα, που της έκανα ήταν τόσον πλουσιοπάροχα, που
+εις τρεις τέσσαρας χρόνους ευρέθηκα εις δυστυχίαν. Οι άλλοι
+αγαπητικοί της έπασχαν και αυτοί να κρατούν την φιλίαν της, δίδοντες
+και αυτοί μεγάλα χαρίσματα, τόσον που αυτή η γυναίκα επλούτησε από
+τες γύμνωσές μας. </p>
+
+<p>Αφού και έφθειρα όλον το έχειν μου μην έχοντας πλέον να εξοδεύσω,
+εφοβούμουν πως η αγαπημένη μου δεν θα με ήθελε δεχθή πλέον με
+εκείνην την προθυμίαν, που με εδέχονταν. Μα με όλον που αυτή η
+Δειλνοβάτζη ήτον πονηρά και φιλάργυρη, μου λέγει μίαν ημέραν·
+Μοκβάλ, εσύ λογιάζεις τάχατες πώς διά το παρόν μην έχοντας πλέον να
+εξοδεύης και να μου κάμης δώρα, θέλω να σε αποδιώξω από το σπήτι
+μου; όχι, αγαπημένε μου, θέλω και εγώ να σου δειχθώ πόσον είμαι
+γενναία· σου τάσσω ότι θα μοιράσω με εσένα όλον εκείνο που θέλω
+λάβει από τους άλλους μου αγαπητικούς, και να σου επιστρέψω όλον
+εκείνο που εξόδευσες με το διάφορον. Και κατά αλήθειαν από τότε μου
+απερνούσε πολύ χρυσίον και αργύριον διά κάθε μου χρείαν· εφαινόμουν
+πλέον πλούσιος από εκείνο που πρώτα ήμουν, και έξω από αυτό, είχεν
+αυτή προς εμένα ένα μεγαλώτατον θάρρος, και δεν έκανε τίποτε αν δεν
+το εφανέρωνε πρώτον εμένα. Και με τούτον τον τρόπον εζήσαμεν διά
+πολλούς χρόνους. </p>
+
+<p>Η Δειλνοβάτζη καθώς επήγαινεν από ολίγον κατ' ολίγον γηράζουσα,
+έτσι της ωλιγόστευε κάθε ημέραν και ο αριθμός των αγαπητικών της,
+και τέλος πάντων τα γερατειά της τους της εσήκωσαν όλους. Όθεν
+βλέποντας πώς την απαράτησαν όλοι τοιαύτης λογής, εδοκίμαζε τον
+πλέον μεγαλύτερον κακοφανισμόν, που μία παρομοία γυναίκα ημπορεί να
+έχη· και μην ημπορώντας να υποφέρη την υστέρησίν τους, και το
+περισσότερον που της εκακοφαίνονταν να νομίζεται γραία, και να μην
+ημπορή να κάμνη πλέον τες ασέλγειές της, καθώς ήτον μαθημένη,
+έρχεται και μου λέγει· Α! Μοκβάλ αγαπημένε μου, σου εξομολογούμαι
+ότι το γήρας μου είναι πολλά ανυπόφορον· ότι όντας εκ της νεότητός
+μου συνηθισμένη εις την συναναστροφήν των νέων, δεν ημπορώ να
+υποφέρω την καταφρόνεσίν τους, και την υστέρησίν τους· είμαι
+αποφασισμένη διά να ελευθερωθώ από την θανατηφόρον πίκραν που με
+ενοχλεί, να υπάγω εις την έρημον της Φαρράν, διά να εύρω την σοφήν
+Βέδραν, μάγισσαν θαυμαστήν της Ασίας, της οποίας όλη η γη είνε
+υποκειμένη εις τες μαγείες της διά τα μεγάλα της τεράστια που κάνει,
+επιθυμώ όθεν να την ιδώ· ηξεύρω εις ποίον μέρος της ερήμου κατοικεί·
+μήπως και αυτή μου δείξη κανένα απόκρυφον διά να ξαναγίνω νέα και
+ορεκτική εις τους ανθρώπους εις πείσμα της γεροντοσύνης μου· όθεν αν
+με αγαπάς πολύ θέλω να με ακολουθήσης. Εσύ ημπορείς να το κάμης, της
+είπα, και εγώ είμαι έτοιμος διά να σε συντροφεύσω, μήπως και λάβω
+και εγώ αυτήν την χάριν, να ξαναγένω νέος. Αυτή βλέποντάς με έτοιμον
+διά να την ακολουθήσω, εχάρη μεγάλως· και ευθύς πέρνομεν καμπόσην
+ζωοτροφίαν, και διαλέγομεν ένα δώρον διά την Βέδραν, και εκινήσαμεν
+προς την έρημον. </p>
+
+<p>Φθάνοντες δε εκεί ύστερον από δύο ημερών περιπάτημα, η
+Δειλνοβάτζη με έκαμε να θεωρήσω ένα βουνόν, και μου είπε πως εκεί
+κατοικεί η μάγισσα. Πλησιάζοντες δε εκεί, βλέπομεν ένα σκοτεινόν και
+φοβερόν σπήλαιον, από το οποίον έβγαιναν με πολύν αλαλαγμόν μεγάλον
+πλήθος από πετούμενα διαφόρων ειδών, φοβεράς και άσχημης θεωρίας, τα
+οποία σηκωνόμενα εις τα σύγνεφα, έκαναν να αντιβοά ο αέρας από τα
+ουρλιάσματά τους τα φοβερά· ημείς επαρουσιασθήκαμεν εις το έμπασμα
+του φοβερού σπηλαίου· και εκεί βλέπομεν ένα λύχνον, που εφώτιζεν
+όλον το σπήλαιον, και μέσα εις αυτό βλέπομεν μίαν μικρήν γραίαν, η
+οποία ήτον η Βέδρα, που εκάθητο επάνω εις μίαν πέτραν, και είχεν
+απάνω εις τα γόνατά της ένα βιβλίον ανοικτόν, και εδιάβαζεν εμπρός
+εις ένα φουρνόπουλον, καμωμένον από χρυσάφι, εις το οποίον ήτον ένα
+αγγείον ασημένιον γεμάτον από γην μαύρην, που έβραζε χωρίς φωτιάν.
+</p>
+
+<p>Εμβαίνοντας λοιπόν εις το σπήλαιον επλησιάσαμεν εις την μάγισσαν,
+και την εχαιρετήσαμεν με μεγάλην ευλάβειαν και της επροσφέραμεν τα
+δώρα, που είχαμεν πάρει· και έπειτα η Δειλνοβάτζη της είπε·
+δυνατωτάτη Βέδρα, ήλθαμεν να σου ζητήσωμεν την βοήθειάν σου· δεν
+κάνει χρείαν εγώ να σου παραστήσω την χρείαν μας, διά την οποίαν εδώ
+ήλθομεν, επειδή και την ηξεύρεις με την τέχνην σου καλώτατα. Η
+μάγισσα αφού και αφηκράσθηκε την Δειλνοβάτζην, της είπεν· όχι, όχι,
+δεν είνε χρεία να εξηγηθής την επιθυμίαν σου, η οποία πολλά μου είνε
+γνωστή· και έτσι λέγοντας επήγε και επήρε δύο γαράφες, και τες
+έφερεν έξω από το σπήλαιον, και αποθέτοντάς τες εις την γην, έρριξεν
+εις κάθε μίαν από αυτές ένα δακτυλίδι χρυσόν, και τον ίδιον καιρόν
+άνοιξε το βιβλίον της, και άρχισε να κάνη εξορκισμούς φοβερούς, και
+να μουρμουρίζη διάφορα λόγια μαγικά, που έκαναν φόβον και τρόμον.
+</p>
+
+<p>Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή έκανε τους εξορκισμούς της,
+βλέπομεν ημείς και εβγαίνει φωτιά από την μίαν γαράφαν, και από την
+άλλην ένας καπνός μαύρος και πολλά πυκνός, ο οποίος σηκωνόμενος, και
+εξαπλωνόμενος εις τον αέρα, έγινεν αιφνιδίως μία φοβερά βροντή, η
+οποία αφού και έπαυσε δεν εφάνη πλέον να έβγη τίποτε από τες
+γαράφες. Τότε η Βέδρα έβγαλε τα δακτυλίδια από τες γαράφες και
+έβαλεν ένα εις τον δάκτυλον της Δειλνοβάτζης και της είπεν· υπάγε,
+και χαίρου, διότι η επιθυμία σου επληρώθη· διότι το δακτυλίδι που
+σου δίνω τον καιρόν που θα το φορής εις το δάκτυλόν σου, έχει
+τέτοιαν την δύναμιν που σε κάνει να παίρνης την μορφήν και
+παρομοίωσιν όποιας γυναικός ήθελες επιθυμήσει, και εις τον ίδιον
+καιρόν γίνεσαι τόσον παρόμοια και απαράλλακτη ωσάν εκείνην, που
+είναι αδύνατον να σας διαχωρίσουν την μίαν από την άλλην και εσύ
+Μωκβάλ, εξηκολούθησεν η μάγισσα γυρίζοντας προς εμένα, λάβε τούτο το
+άλλο δακτυλίδι, το οποίον παρομοίως έχει την δύναμιν, να σε
+μεταμορφώνη εις όποιαν μορφήν ανθρώπου επιθυμήσεις· και έτσι
+λέγοντάς μου, έβαλε το άλλο δακτυλίδι εις το χέρι μου. </p>
+
+<p>Ημείς αφού ευχαριστήσαμεν την Βέδραν διά την χάριν που μας
+έκαμεν, εμισεύσαμε διά την Δαμασκόν και πριν να φθάσωμεν εις αυτήν
+ηθελήσαμεν να κάμωμεν την δοκιμήν εις την στράταν και κάμνοντάς την
+εμείναμεν εκστατικοί εις το να ιδούμεν που επαρωμοιάζαμεν έτσι
+θαυμασίως εκείνου του υποκειμένου που επιθυμούσαμεν. Φθάνοντας δε
+εις την Δαμασκόν η Δειλνοβάτζη ευθύς έβαλεν εις έργον το δακτυλίδι
+της, το οποίον της έδωκε την μορφήν των πλέον ωραιοτάτων κυράδων της
+χώρας, έπειτα επαρουσιάζετο εις τους αγαπητικούς της, και ελάμβανε
+μεγάλα χαρίσματα από αυτούς, και δηνάρια όσα και αν ήθελεν· εγώ από
+το μέρος μου διά περιδιάβασίν μου, και καμμίαν φοράν διά να κλέψω,
+έτρεχα εις το δακτυλίδι μου, και ελάμβανα τώρα την μορφήν ενός
+πραγματευτού· τώρα άρχοντος, και τώρα οποίου και αν ήθελα, κι' ήμουν
+νοικοκύρης εις τα υπάρχοντά του. </p>
+
+<p>Αφού και εζήσαμεν με τούτον τον τρόπον πολύν καιρόν εις την
+Δαμασκόν μας ήλθε στοχασμός διά να ταξειδεύσωμεν. Βγαίνομεν λοιπόν
+από την Δαμασκόν και πηγαίνομεν από χώραν εις χώραν εις τον τόπον
+των Ναϊμάνων και εκεί εμάθαμεν ότι μία ανήλικη βασιλοπούλα εκυρίευε
+τον θρόνον και διά όνομά της ο βεζύρ Αλής εκυβερνούσε το βασίλειόν
+της, και ότι αυτός είχεν όλην την εξουσίαν, από του οποίου την
+κυβέρνησιν ήσαν πολλοί δυσαρεστημένοι και επιθυμούσαν κατά πολλά ότι
+ο βασιλεύς Μωβαβάκ ο θείος της ανήλικης βασίλισσας, και αδελφός του
+αποθαμμένου βασιλέως, να ήθελε γυρίσει εις τον τόπον του, διά να
+βασιλεύση, ο οποίος επιστεύετο ως αποθαμμένος εις ένα πόλεμον που
+είχεν υπάγειν κατά των Μογολτάνων, επειδή και από εκείνον τον καιρόν
+δεν ήξευραν τι να έγινεν. </p>
+
+<p>Ημείς πληροφορημένοι από τούτες τες είδησες, η Δειλνοβάτζη μου
+είπεν· ετούτος είνε καιρός αρμόδιος διά να λάβης μίαν κορώναν· εσύ
+όμως δεν έχεις να κάμης άλλο, παρά να πάρης την μορφήν του Μωβαβάκ,
+διά να λάβης το ποθούμενον. Και ούτως απεφάσισα να παρουσιασθώ εις
+εκείνου την μορφήν και κατά πρώτον επληροφορήθηκα διά όλες τες
+περίστασες του πολέμου εις τον οποίον ο Μωβαβάκ είχεν υπάγει· και
+δεύτερον εξέταξα τίνες ήταν οι πλέον εγκαρδιακοί του φίλοι και
+λαμβάνοντας τέλος πάντων κάθε λογής πληροφορίαν, έλαβον την μορφήν
+του Μωβαβάκ, και επαρουσιάσθηκα εις εκείνους που μου είπαν ότι ήταν
+εδικοί του και φίλοι του, οι οποίοι έδειξαν μεγάλην ευχαρίστησιν που
+με είδαν. Εφανέρωσα ευθύς αυτουνών την γνώμην μου, που επιθυμούσα
+διά να βασιλεύσω· οι οποίοι το εδέχθησαν μετά χαράς και έκαμαν κάθε
+τρόπον, και εσύναξαν πολλούς από το μέρος τους, και έκαμαν και
+άλλους να αποστατήσουν και ολίγον κατ' ολίγον ήλθε το περισσότερον
+των Ναϊμάνων εις βοήθειάν μου. Εγώ βλέποντάς τον αριθμόν του
+στρατεύματος που έκαμα, εκίνησα κατά πάνω της βασίλισσας διά να της
+πάρω τον θρόνον, και δεν έλαβα πολύν κόπον διά να λάβω το
+ποθούμενον. Λαμβάνοντας δε τον θρόνον όλοι οι υπήκοοί μου έκαμαν
+όρκον που να μου είνε πιστοί, και πρόθυμοι εις το να με υπακούουν
+εις ό,τι τους ήθελα προστάξει· και έπειτα από αυτό ηθέλησα να πιάσω
+την βασιλοπούλαν διά να την φονεύσω, διά να μην έχω πλέον φόβον απ'
+αυτήν. Μα ο Βεζύρ Αλής διά να της φυλάξη την ζωήν, την επήρε κρυφίως
+και έφυγεν από το βασίλειον, και από την οργήν μου. Εγώ το λοιπόν,
+έμεινα εις τον θρόνον, με όλην την ησυχίαν, και εβασίλευα με
+μοναρχικήν δύναμιν· εφιλοδώρησα όλους εκείνους όσοι υπερμάχησαν διά
+την ύψωσίν μου εις τον θρόνον, των οποίων έδωσα τες πρώτες αξίες·
+και αν ήτο αληθώς ο ίδιος Μωβαβάκ, δεν ήθελε κάμει καλλίτερες
+διάταξες από τες εδικές μου. Εζούσα το λοιπόν πολλά ευχαριστημένος
+ομού με την Δειλνοβάτζη, που και αυτή είχε λάβει μορφήν ωραιοτάτης
+γυναικός, και απερνούσε και αυτή ως βασίλισσα και γυναίκα μου. </p>
+
+<p>Τέλος πάντων εκεί που απερνούσαμεν διά πολύν καιρόν τες ημέρες
+μας εις τρυφές και αγαλλίασες, ωσάν βασιλείς που είμασθε, βλέπομεν
+να έλθουν οι ταχυδρόμοι σου δίδοντάς μας την είδησιν, ότι
+εστεφανώθηκες την βασίλισσαν των Ναϊμάνων, και πως είχες αποφασίση
+να σηκώσης πόλεμον εναντίον μας, αν δεν της ηθέλαμεν επιστρέψη την
+κορώναν, που της είχαμεν σηκώσει αδίκως. Εγώ τους απεκρίθηκα με
+θυμόν ωσάν να καταφρονούσα τους φοβερισμούς σου, μα μέσα μου
+απόμεινα πολλά φοβισμένος, και δεν απέρασεν ολίγον, αφού και
+απέστειλα τους ταχυδρόμους σου, που να μην έμπω εις τον στοχασμόν με
+την Δεινολβάτζην, τι στράταν έπρεπε να πάρωμεν. Ύστερα αφού απέρασε
+πολύς καιρός στοχαζόμενοι είδαμεν που ήτον αδύνατον να σου
+αντισταθούμεν, και διά τούτο αποφασίσαμεν να παραιτήσωμεν τον θρόνον
+και να έλθωμεν να ξεδικηθούμεν εσένα, και την βασίλισσαν των
+Ναϊμάνων, ωσάν πως μας είχατε κάμει την πλέον μεγαλύτερην αδικίαν
+του κόσμου. Και ιδού ο τρόπος με τον οποίον ηθελήσαμεν να κάμωμεν
+την εκδίκησιν. </p>
+
+<p>Έτρεξα τότε εις το δακτυλίδι μου, ακολούθησεν ο Μωκβάλ, και
+εκαμώθηκα πως είμαι άρρωστος διά κάμποσες ημέρες, και υστερότερα,
+διά να κάμω να πιστεύση ο λαός των Ναϊμάνων ότι ήμουν αποθαμμένος,
+έλαβα μορφήν νεκρού, και κάνοντάς μου τα έξοδα, με έθαψαν με μεγάλην
+παρρησίαν. Το βράδυ η Δειλνολβάτζη και μου άνοιξε τον τάφον, και
+λαμβάνοντας τες φυσικές μας μορφές, εκινήσαμεν διά να έλθωμεν εις
+την χώραν της Θέμπας, εις την οποίαν ευθύς που εφθάσαμεν, ηύραμεν
+τους προεστούς των Ναϊμάνων, που είχαν έλθει διά να δώσουν της
+βασίλισσας συμβίας σου την είδησιν διά τον θάνατόν μου, και πως
+εζητούσαν να την ξαναβάλουν εις τον θρόνον της. Επάνω εις αυτήν την
+είδησιν η βασιλεία σου ελευθέρωσε τα στρατεύματα, που είχες
+ετοιμασμένα διά να έλθης κατά πάνω μου, και αποφάσισες να στείλης
+κυβερνήτην τον βεζύρην Αλή. </p>
+
+<p>Εις αυτό το αναμεταξύ η Δειλνοβάτζη υποκάτω εις την μορφήν μιας
+σκλάβας της βασίλισσας, και εγώ εις μορφήν ενός ευνούχου, εμβήκαμεν
+εις το σεράγι σου μίαν νύκτα, και εκρυφθήκαμεν εις τον χοντζερέ σου,
+μέσα εις τον οποίον δεν μας εστάθη δύσκολον να βάλωμεν εις έργον την
+γνώμην μας· επειδή και οπόταν ευρισκόσουν εις το κρεββάτι, και η
+βασίλισσα εις άλλον οντά και εδιάβαζεν, η Δειλνοβάτζη πήρε την
+μορφήν αυτηνής, και ήλθε και εσέβη εις το κρεββάτι σου μαζί, και
+οπόταν η αληθινή σου γυνή ήθελε να έβγη από τον οντά της διά να έλθη
+να σε εύρη, επαρουσιάσθηκα εγώ έμπροσθέν της υποκάτω εις ένα
+φάντασμα. Αυτή από τον φόβον της έκραξε μεγάλως, και εγώ εν τω άμα
+έγινα άφαντος. Πλην εσύ βασιλέα μου, ηξεύρεις τα επίλοιπα, και δεν
+μου λείπει άλλο, παρά να σου φανερώσω διατί σήμερον επήρα την μορφήν
+της βασιλείας σου. </p>
+
+<p>Ετούτο το ταχύ ευθύς που εβγήκες έξω από το παλάτι σου, εγώ
+εμπήκα υποκάτω εις την μορφήν του αρχιευνούχου σου εις τον χοντζερέ
+σου, εις τον οποίον είχες αφήσει εις το κρεββάτι σου, την
+Δειλνοβάτζην. Μωκβάλ, αυτή μου είπεν, γδύσου και έλα υποκάτω εις την
+μορφήν του βασιλέως διά να σε χαρώ εις τον τόπον του. Τότε εγώ έκαμα
+καθώς εκείνη επιθυμούσε, και ήμουν με αυτήν εις το κρεββάτι. Αλλ'
+οπόταν έξαφνα εμπήκες εις τον χοντζερέ, εγώ βλέποντάς σε πως ήθελες
+να με φονεύσης, υπαντήθηκα από το λάβωμα του σπαθιού σου, και έφυγα
+από τα χέριά σου· μα ο ουρανός μην υποφέροντας πλέον τες ανομίες
+μου, ιδού που με έδωσεν εις τας χείρας σου. Ναι, ω βασιλέα μου,
+ομολογώ πως αχρήζω τον θάνατον και αν η βασιλεία σου, αφού ήκουσες
+όλες τες ανομίες που έπραξα, οι οποίες συνθέτουν την ιστορίαν μου,
+μετανοείς πως μου έταξες να μη με φονεύσης, εγώ ευχαριστούμαι να
+γυρίσης τον λόγον σου, και να παιδεύσης ένα τρισάθλιον, που μόνος
+του ομολογεί πως είναι ανάξιος να ζη πλέον επάνω εις την γην. </p>
+
+<p>Αλήθεια, του απεκρίθη ο βασιλεύς, εσένα σου έπρεπεν ο θάνατος,
+διά να καθαρισθή η γη από ένα τερατώδη άνθρωπον ωσάν εσένα· μα
+επειδή και σου έταξα να σου αφήσω την ζωήν, δεν βγαίνω από τον λόγον
+μου· σου παίρνω μοναχά το δακτυλίδι ως εργαλείον ολέθριον των
+ανομιών σου, διά να μην ημπορέσης πλέον να βλάψης το ανθρώπινον
+γένος, και τα γηρατειά σου θέλουν είνε η παίδευσίς σου. Εις αυτό το
+αναμεταξύ που ο βασιλεύς ετελείωσεν αυτούς τους λόγους, βλέπει τον
+Ρουσκάδ, που επλησίαζε προς αυτόν με πολλήν βίαν, και διακρίνοντας
+από το φόρεμά του, εστοχάσθη ότι ήταν ένας άνθρωπος ευγενής. </p>
+
+<p>Ο Ρουσκάδ φθάνοντας εκεί εξεπέζευσε, και αφού τον εχαιρέτησε, του
+είπε· βασιλέα, έρχομαι διά να σου προμηνύσω μίαν χαρμόσυνον είδησιν·
+η βασίλισσα των Ναϊμάνων, που εδιώχθη ωσάν μια μάγισσα από την
+βασιλεία σου, και με όσα υπέφερεν από τότε έως τώρα, σε βεβαιώνω ότι
+δεν απόθανεν ακόμη, αλλά ζη. Ω ουρανέ, εβόησεν ο Βασιλεύς της Θέμπας
+εις ετούτην την είδησιν, είνε δυνατόν να ζη ακόμη η αγαπημένη μου
+βασίλισσα, με όλες τες δυστυχίες, που της εσυνέβηκαν; Ω φίλε μου,
+κατά πως βλέπω είσαι πληροφορημένος διά τα όσα εσυνέβηκαν εις το
+παλάτι μου· πες μου το λοιπόν σε παρακαλώ ποίος είσαι και πως τα
+ηξεύρεις; Εγώ, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, είμαι ένας ξένος, και εις άλλον
+καιρόν θέλω σου ειπεί το όνομά μου· το συμβεβηκός με έκαμε να
+συναπαντήσω την βασίλισσαν την γυναίκα σου, η οποία μου εδιηγήθη τα
+δυστυχισμένα συμβεβηκότα της· ηξεύρω ακόμη και εκείνα, που σου
+εσυνέβηκαν σήμερον το ταχύ, με το να μου τα εδιηγήθη ο βεζύρ Αλής, ο
+οποίος ευρίσκεται μαζί της και σε καρτερούν να γυρίσης να σε ιδούν.
+</p>
+
+<p>Ετούτη η είδησις επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν του βασιλέως της
+Θέμπας. Και ευθύς εμίσευσαν διά να πηγαίνουν να την εύρουν,
+αφίνοντες εκεί εκείνον τον τρισάθλιον, αφού και του εσήκωσαν το
+δακτυλίδι. Και εν τω άμα έφθασαν όπου ο βεζύρ Αλής ήτον με την
+βασίλισσαν. Ο δε βασιλεύς της Θέμπας με οξύτητα ξεπεζεύοντας παίρνει
+εις τας αγκάλας του την αγαπημένην του γυναίκα, και γεμάτος από
+αγαλλίασιν της λέγει· αχ! βασίλισσά μου, με τι μάτια κυττάζεις ένα
+συμβίον που σε εκαταφρόνεσε τόσον; μα αλλοίμονον εις εμέ, εις τι
+τυφλότητα έπεσα να παιδεύσω μίαν ανεύθυνον; παρακαλώ σε μη με
+μισήσης ότι εγώ δεν έχω το φταίξιμον, αλλά οι μαγείες εκείνης της
+μιαράς με εθάμπωσαν, και έκαμα τέτοιαν ανομίαν, και διά τούτο
+παρακαλώ να συμπαθήσης το σφάλμα μου. </p>
+
+<p>Η βασίλισσα ηξεύροντάς την αθωότητά του, δεν τον ωνείδισεν εις τα
+όσα της έκαμεν, αλλά μετά μεγάλης αγάπης τον εδέχθη, και τον
+επεριποιήθη ωσάν άνδρα της αγαπημένον. Αφού δε εχάρηκαν αναμεταξύ
+τους εις την ξαναντάμωσιν, η βασίλισσα τον επαρακάλεσε να της ειπή
+το πώς εκατάλαβε τον δόλον της μάγισσας και τα ακόλουθα. Ο δε
+βασιλεύς της εδιηγήθη ευθύς, λέγων, πηγαινάμενος εις τον οντάν της
+γυναικός μου, την ηύρα με έναν που με επαρομοίαζεν· εγώ βλέποντάς
+τους έβγαλα το σπαθί μου να τους θανατώσω· αλλ' ο άνδρας επρόφθασε
+και έφυγε. Τότε εγώ τραβώντας το σπαθί έκοψα της τρισαθλίας το χέρι,
+εις το οποίον εφορούσεν ένα δακτυλίδι μαγικόν και ευθύς που της
+έπεσε το χέρι κατά γης, από ωραία που ήτον, εμεταβάλθη εις μίαν
+ασχημοτάτην γραίαν. Βασιλέα, μου λέγει, κόπτοντάς μου το χέρι
+εχάλασες την μαγείαν. </p>
+
+<p>Εγώ με την δύναμιν ενός δακτυλιδιού απερνούσα διά γυναίκα σου και
+ο άνδρας που έφυγε, και αυτός έχει ένα παρόμοιον, και με αυτό επήρε
+την μορφήν σου· και επειδή σου εξομολογούμαι το παν σε παρακαλώ
+συμπάθησόν με. Ω άνομη, εφώναξα εγώ, έχεις ακόμα πρόσωπον να μου
+ζητήσης συμπάθειον, μάγισσα παράνομη, που με τες μαγείες σου με
+έκαμες να υστερηθώ την αληθινήν μου γυναίκα; δεν είναι πλέον έλεος
+εις εσένα. Και έτσι λέγοντας την έκαμα κομμάτια και την άφησα εκεί·
+και ευθύς εδόθηκα διά να κυνηγήσω και τον άνδρα που με αυτήν ηύρα,
+διά να τον φονεύσω και αυτόν. Έπειτα της εδιηγήθη και του Μωκβάλ
+όλην την ιστορίαν, την οποίαν του εφανέρωσε και αυτός· και πώς του
+επήρε το δακτυλίδι και τον άφησεν ολίγον μακράν. </p>
+
+<p>Διηγούμενος ο βασιλεύς ετούτην την ιστορίαν, η βασίλισσα, ο βεζύρ
+Αλής και ο Ρουσκάδ έμειναν εκστατικοί διά τέτοια συμβεβηκότα. Και
+αφού ο βασιλεύς ετελείωσε την ιστορίαν αυτήν, γυρίζει προς τον
+Ρουσκάδ, και του λέγει· ω ευγενή ξένε, επειδή διά την τόσην
+καλωσύνην, που έδειξες προς την αγαπημένην μου γυναίκα, και
+υπερμάχησες διά την ευτυχίαν που τώρα χαιρόμεθα, τι χάριν από εμένα
+ζητείς να σου κάμω; πρόσταξε και θέλει σου δοθή ό,τι σου θέλει είναι
+αρεστόν. Ο Ρουσκάδ εκεί που έστεκε διά να του αποκριθή και να τον
+ευχαριστήση, η βασίλισσα του έκοψε τον λόγον, και λέγει προς τον
+άνδρα της. Κύριε, δεν ηξεύρεις που ο ξένος με τον οποίον ομιλείς
+είναι ο βασιλεύς της Κίνας; Ευθύς που ο βασιλεύς της Θέμπας ήκουσεν
+ετούτο, εζήτησε συμπάθειαν του Ρουσκάδ, ανίσως και έλειψε να του
+προσφέρη το πρεπούμενον σέβας. Ο Ρουσκάδ, του αντέκοψε τον λόγον,
+και αγκαλιάσθηκαν αμοιβαίως, και εφιλήθηκαν· υστερότερον εσηκώθηκαν,
+και επήγαν εις την Θέμπα με μεγάλην αγαλλίασιν. Ο Ρουσκάδ έμεινεν
+εκεί μερικές ημέρες, και έκαμαν εις αυτόν μεγαλώτατες τιμές κατά πως
+του έπρεπαν. Και έπειτα ζητώντάς τους θέλημα εξαναγύρισεν εις το
+βασίλειόν του. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ακολούθησις της
+ιστορίας του Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης
+Κεριστάνης.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ερχόμενος ο βασιλεύς της Κίνας Ρουσκάδ εις το βασίλειόν του, δεν
+έλειψε να διηγηθή του βεζύρη του τα παράδοξα συμβεβηκότα της
+βασίλισσας και του βασιλέως της Θέμπας. Ο βεζύρης ακούοντάς τα
+έμεινε θαυμασμένος, και από ετούτα έλαβε την αιτίαν να παρρησιάση
+εις τον αυθέντην του, ότι και η Κεριστάνη δεν ήτον άλλο, παρά μία
+μάγισσα ωσάν την Δειλνοβάτζην, καθώς του το εφανέρωσεν εξ αρχής. Δεν
+επέρασεν όμως πολύς καιρός, που ο βασιλεύς ευρίσκετο εις το
+βασίλειόν του εν ησυχία· και μίαν ταχινήν εκεί που οι μεγιστάνες του
+τον ανάμεναν εις το ντιβάνι, τους εδόθη είδησις πως δεν ευρίσκετο
+πλέον εις το παλάτι του, αλλά εχάθη. Τότε όλοι εδόθηκαν εις φωνάς
+και εις κλαυθμούς διά την έλλειψιν του βασιλέως των, και μάλιστα ο
+βεζύρης του ωδύρετο κατά πολλά διά τον αιφνίδιον χαμόν του. Και εις
+αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εθρηνούσαν και εγύρευαν τον βασιλέα
+τους, αυτός ο ευτυχισμένος βασιλεύς ευρίσκονταν εις την ακμήν της
+ευτυχίας του, εις το νησί Χαρμοστάν, εις το οποίον εφέρθη διά
+προσταγής της Κεριστάνης. </p>
+
+<p>Ετούτη η Βασίλισσα αφού ανέβη εις τον θρόνον, έβαλεν όλην της την
+επιμέλειαν εις τες διόρθωσες του βασιλείου της και εις τον
+καλλωπισμόν της μεγαλειότητός της. Ύστερον δε από αυτά στοχαζομένη
+τον λόγον που είχε δώσει του βασιλέως της Κίνας, και ευχαριστημένη
+διά την εμπιστοσύνην του, απεφάσισε να κάμη να τον φέρουν εκεί και
+ούτως αποφασίζοντας, επρόσταξεν ένα της πιστόν εξωτικόν, και επήγε
+και της τον έφερεν εις το παλάτι εις ολίγον διάστημα. Ω βασίλισσα,
+εφώναξεν ο Ρουσκάδ, ευθύς που είδε την Κεριστάνην, αξιώθηκα το
+λοιπόν διά να σε ξαναϊδώ, εις καιρόν που δεν ήλπιζα να είμαι πλέον
+εις την ενθύμησίν σου; Όχι, Ρουσκάδ, απεκρίθη η Κεριστάνη, μη
+στοχάζεσαι πως το μάκρος του καιρού με έκαμε να σε αλησμονήσω· εγώ
+πάντα σε είχα εις την καρδίαν μου, μα εκαρτερούσα να δοκιμάσω αν μου
+ήσουν πιστός· και τώρα που σε εκατάλαβα διά πιστόν, έκαμα και σε
+έφεραν εδώ διά να χαρούμεν κατά τον πόθον μας· και θέλω σήμερον να
+πληρώσω το τάξιμον, που σου έκαμα, διά να σε λάβω νόμιμόν μου άνδρα.
+</p>
+
+<p>Ο βασιλεύς της Κίνας ευχαρίστησε κατά πολλά την Κεριστάνην διά
+την γενναιότητα, που έδειχνε εις αυτόν, και της έταξε μίαν αγάπη
+παντοτεινήν. Ύστερον από αυτά τα λόγια, όλοι οι προεστοί του
+βασιλείου της, μικροί και μεγάλοι εσυναθροίσθηκαν εις το παλάτι διά
+προσταγής της, των οποίων είπε· Μεγάλοι και μικροί εξωτικοί που με
+ακούετε, με το να είσθε όλοι με όρκον εις την υποταγήν μου, και
+έτοιμοι εις τα προστάγματά μου, σας δίνω την είδησιν, ότι θέλω να
+πάρω διά νόμιμόν μου άνδρα τον βασιλέα Ρουσκάδ, που εδώ κοντά μου
+βλέπετε και να τον στέψω και βασιλέα σας, τον οποίον σας παραγγέλλω
+ότι από την σήμερον και εις το εξής θέλετε του προσφέρει το ίδιον
+σέβας, που και εις εμέ προσφέρετε. Τότε όλοι οι εξωτικοί τον
+επροσκύνησαν, και της επαίνεσαν την εκλογήν που έκαμε, με όλον που
+ήτον ένας άνθρωπος θνητός. Τελειώνοντας η τάξις της στέψεως του
+βασιλέως εκοπίαζον εις τες ετοιμασίες των γάμων μα πριν τελειώσουν,
+η Κεριστάνη είπε προς τον Ρουσκάδ. </p>
+
+<p>Κύριε, είνε χρειαζόμενον να μου τάξης πως θα φυλάξης ένα πράγμα·
+εγώ δεν ζητώ από λόγου σου αυτό το τάξιμο διά άλλο, παρά διά κοινόν
+μας καλόν· αυτό είνε εξ αποφάσεως αναγκαίον διά να μου το κάμης και
+με επιμέλειαν να το φυλάξης, διατί αν από κακήν τύχην δεν ήθελες το
+φυλάξει, ημείς και οι δύο θέλομεν γένει πολλά δυστυχισμένοι. Αλλοί
+εις εμέ, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, τα λόγια σου πολλά με
+βάνουν εις υποψίαν, και διά τούτο πες μου να ιδώ τι πρέπει να σου
+τάξω. Εκείνο, που εγώ θέλω, απεκρίθη η Κεριστάνη, είνε μία
+δυνάστευσις, που θέλει σου είνε πολλά βαριά, την οποίαν δεν πιστεύω
+να είσαι αρκετός να την υποφέρης· επειδή και όντας εγώ μία εξωτική,
+και εσύ ένας υιός του Αδάμ, είμεθα καθώς φαίνεται διαφορετικής
+κλίσεως· ημείς εργαζόμεθα το εναντίον από τους ανθρώπους, έχομεν
+τους νόμους μας και τες συνήθειές μας διαφορετικές, και εις ένα
+λόγον ημείς δεν ημπορούμεν να ζήσωμεν πολύν καιρόν αντάμα, αν εσύ
+δεν θέλεις έχει μίαν τυφλήν υποταγήν και υπακοήν προς εμένα. </p>
+
+<p>Πώς; ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, ετούτη είνε η δυνάστευσις η
+βαρεία, την οποίαν υποπτεύεις πως να μην είμαι αρκετός να φυλάξω;
+εγώ λογιάζω πως έως τώρα θα εγνώρισες την καρδιά μου, που είνε πάντα
+υποκειμένη εις κάθε σου πρόσταγμα, και πως δεν έχω άλλην θέλησιν
+παρά την εδικήν σου. Ας είνε, εξαναείπεν η βασίλισσα· εσύ το λοιπόν
+τάζεις μου, αν κάμω κανένα πράγμα έμπροσθέν σου που να σου κακοφανή,
+να μη βλασφημήσης, αλλ' ούτε να με ονειδίσης εις εκείνο που έκαμα;
+Ναι, ω βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός· αντίς να βλασφημήσω τα έργα
+σου, ομνύω ότι ήθελα τα επαινέσει όλα, και θέλω έχει εις όλην μου
+την ζωήν άλλην τόσην υπακοήν, όσην αγάπην σού έχω. </p>
+
+<p>Τόσον φθάνει, εξαναείπεν η Κεριστάνη, εγώ αναπαύομαι επάνω εις
+τον όρκον σου, ελπίζοντας ότι κάθε λογής πράγμα, που εγώ είμαι διά
+να κάμω εμπρός εις τα μάτια σου, να φυλάξης σιωπήν, και να μη
+μιλήσης τίποτε επειδή και οι εξωτικοί δεν κάνουν κανένα πράγμα χωρίς
+στοχασμόν· και ανίσως καμμίαν φοράν θέλεις με ιδεί να κάμω πράγμα,
+που να σου φανή αστόχαστον, πες με τον εαυτόν σου, αυτή δεν
+εργάζεται με τέτοιον τρόπον χωρίς δικαιολόγημα. </p>
+
+<p>Ο βασιλεύς της Κίνας ξανατάζοντάς της να φυλάξη με κάθε υπακοήν
+τα όσα υπεσχέθη, δεν εστοχάσθηκε τότε άλλο, παρά διά την υπανδρείαν
+τους, την οποίαν ευθύς την έβαλαν εις πράξιν, και έκαμαν τους γάμους
+με μεγάλες χαρές ολωνών των εξωτικών. Και ο βασιλεύς ευρίσκετο τόσον
+ευτυχισμένος, που περισσότερον δεν ημπορούσε να γένη, και
+καθημερινώς δεν έκανεν άλλο, παρά να είνε εις χαρές και παιγνίδια
+ομού με την αγαπημένην του Κεριστάνην. </p>
+
+<p>Απαρνώντας λοιπόν ένας χρόνος αφού και υπανδρεύθηκαν, η
+Κεριστάνην εγέννησεν ένα παιδί αρσενικόν, από τον ήλιον πλέον
+ευμορφώτερον. Ο δε βασιλεύς ευρισκόμενος εις το κυνήγι, οπόταν έλαβε
+την χαροποιάν είδησιν εγύρισεν ευθύς εις το παλάτι του διά να ιδή το
+βρέφος και βλέποντάς το εις τα χέρια της μητρός του, η οποία
+εκάθονταν σιμά εις μίαν μεγάλην φωτιάν, το επήρεν εις τες αγκάλες
+του, και αφού το εφίλησε πολλές φορές το εξανάδωσε της μητρός του.
+Αυτή παίρνοντάς το εις τα χέρια της ευθύς το έρριξε μέσα εις εκείνην
+την φλόγα που η φωτιά έκανεν, και εν τω άμα, ω θέαμα παράδοξον, η
+φωτιά και το βρέφος έγιναν άφαντα. Ετούτο το παράδοξον θέαμα, δεν
+επροξένησεν ολίγην λύπην εις τον βασιλέα, μα ό,τι λογής και αν ήτον
+ο πόνος του διά τον χαμόν του υιού του, ενθυμήθη εν τω άμα το
+τάξιμον που έκαμε, και εκατάπιε την θλίψιν του, φυλάγοντάς την
+σιωπήν· όθεν χωρίς να της ειπή τίποτε ετραβήχθη εις τον χοντζερέ
+του, και εκεί εδόθη εις το να κλαίη, λέγοντας· δεν είμαι εγώ
+δυστυχής; ο ουρανός μου έδωσεν ένα υιόν, και βλέπω που με τα χέρια
+της η μητέρα του τον ρίχνει εις την φωτιάν και ακόμη μου είνε
+εμποδισμένον να μιλήσω διά ένα κάμωμα τόσον σκληρόν; ω μητέρα
+απάνθρωπη, και βάρβαρη· μα, ας σιωπήσω, ακολούθησεν, ημπορώ να
+αγανακτήσω την βασίλισσαν φανερώνοντας την θλίψιν μου· αλλά πρέπει
+να υπομείνω δυναστικώς, και αντίς να κατηγορήσω το άνομον κάμωμά
+της, ας ειπώ πως η βασίλισσα δεν κάνει τίποτε χωρίς δικαιολόγημα. Ο
+βασιλεύς το λοιπόν τοιούτης λογής στοχαζόμενος, δεν είπε λόγον τινά
+προς την Κεριστάνην, με όλον που ήτον υπερβολική η θλίψις του διά
+τον χαμόν του υιού του. </p>
+
+<p>Ένα χρόνον υστερότερα από αυτό, η Κεριστάνη έδωσε πάλιν εις φως
+μίαν θυγατέρα πολλά ευμορφότερην από τον υιόν. Ο δε βασιλεύς ήτον
+πολλά εκστατικός διά την μεγάλην ευμορφάδα της θυγατρός του, και δεν
+ημπορούσε να ξεκολλήση από το να την χαίρεται· μα αυτή η χαρά του
+δυστυχούς ολίγον του εφτούρησεν επειδή και εις το αναμεταξύ που την
+εκύτταζεν, ιδού και εμβαίνει εις εκείνον τον χοντζερέ μία σκύλα
+άσπρη πολλά μεγάλη με το στόμα ανοικτόν, την οποίαν η Κεριστάνη
+βλέποντάς την έκραξε, λέγοντάς της· έπαρε τούτην την μικράν κόρην
+απ' έμπροσθέν μου· ότι δεν ημπορώ να την υποφέρω· και η σκύλα ευθύς
+επλησίασε, και παίρνοντας με τα δόντια την κόρην έφυγε με μεγάλην
+ορμήν. </p>
+
+<p>Ήθελεν είνε αδύνατον να διηγηθή τις, ποίας λογής ήτον εις τούτο
+το θέαμα ο πόνος του βασιλέως, και με όλον που είχε τάξει την σιωπήν
+με όρκον της βασίλισσας, ολίγον έλειψε που να μη τον χαλάση, διά να
+ονειδίση την ωμότητά της· εστάθη όμως στενεμμένος να αναμερίση,
+φοβούμενος να μη της φανερώση την θλίψιν του· και ούτως επήγε και
+εξανακλείσθη εις τον χοντζερέ του, και δεν έκαμνεν άλλο, παρά να
+οδύρεται, και να κλαίη το κακόν τέλος των τρυφερών του παιδιών. Η
+Κεριστάνη (έλεγε με τον εαυτόν του) καθώς βλέπω είνε μία σκληρά, και
+απάνθρωπος εις το να έχη μίαν τέτοια καρδιά διά τα παιδιά της. </p>
+
+<p>Αν οι εξωτικοί έχουν τόσην ευχαρίστησιν να κάνουν τέτοια πράγματα
+εναντίον εις τα φυσικά τους παιδιά, οι άνθρωποι όμως είναι πλέον
+ευσπλαχνικοί από αυτούς· μα η βασίλισσα μου είπε, πως οι εξωτικοί
+δεν κάνουν τίποτε χωρίς δικαιολόγημα· και αυτό πώς ημπορεί τις να το
+πιστεύση, ότι αυτή να μην έκανε κακόν; αχ, εγώ καταλαμβάνω τι είνε
+τούτο το μυστήριον, και βλέπω την αιτίαν της δυστυχίας μου. Οι νόμοι
+των εξωτικών, απ' ότι στοχάζομαι, θέλουν χωρίς άλλο, ότι οπόταν,
+αυτοί υπανδρεύονται με ανθρώπους, τα παιδιά που γεννούν με αυτούς,
+να τα θανατώνουν· ιδού το αίτιον αυτουνού του έργου που με κάνει
+εκστατικόν. Ω Κεριστάνη απάνθρωπη, ημπορείς να στοχασθής, αν εγώ
+ημπορώ να υποχρεωθώ εις όλα σου τα σκληρά καμώματα, χωρίς να μη σε
+ονειδίσω; όχι, εις πείσμα όλης της αγάπης, που έχω προς εσένα, είναι
+αδύνατον να ημπορέσω να συνηθίσω εις τους νόμους σου. </p>
+
+<p>Με όλον που ευρίσκετο ζωντανά περίλυπος ο Ρουσκάδ διά το χάσιμον
+των παιδιών του, όμως έλαβεν αρκετήν υπομονήν, να μην ειπή τίποτε
+της βασίλισσας· μα η κατοίκησις του νησιού Χαρμοστάν του εγένονταν
+ανυπόφερτος, και αποφάσισε να γυρίση εις την Κίναν. Όθεν, βασίλισσα,
+λέγει μίαν ημέραν της Κεριστάνης, εγώ επεθύμισα να ξαναϊδώ το
+βασίλειόν μου· διά τούτο δος μου σε παρακαλώ θέλημα, διά να πηγαίνω
+να ξαναεύρω τον λαόν μου, οι οποίοι από πολύν καιρόν με νομίζουν διά
+χαμένον, και αφού βάλω τα πράγματά μου εις τάξιν, πάλιν θέλω
+ξαναγυρίσει. Ας είναι του απεκρίθη η βασίλισσα, ημπορείς να υπάγης
+διά να δώσης αυτήν την ευχαρίστησιν του λαού σου, επειδή και η
+παρουσία σου είναι πολλά αναγκαία εις το βασίλειόν σου· διότι εγώ
+ηξεύρω, ότι οι Μογγόλοι σηκώνουν εναντίον σου δυνατόν στράτευμα.
+Μίσευσε το λοιπόν διά να υπάγης να διαφεντευθής και θέλω έχει και
+εγώ την επιμέλειαν διά να έλθω να σε εύρω, και να σε βοηθήσω αν
+λάβης χρείαν. </p>
+
+<p>Έτσι λέγοντας η Κεριστάνη, έκραξεν ένα εξωτικόν, και το επρόσταξε
+να φέρη ευθύς τον βασιλέα εις το παλάτι του εις την Κίναν. Ο
+εξωτικός υπακούοντάς τον επήρεν εις τες αγκάλες του, και εν τω άμα
+τον έφερεν εις την Κίναν, και τον απόθεσεν εις το παλάτι του. Ευθύς
+που ο βεζύρης του τον είδεν έλαβε πολλήν χαράν, και επρόσπεσεν εις
+τους πόδας του και του είπεν· Ω Αυθέντη, ο ουρανός το λοιπόν
+επήκουσε τες παρακάλεσές μου, και σε έφερε εις τον λαόν σου, διά να
+τον χαροποιήσης. Τότε ο βασιλεύς αγκαλιάζοντας τον βεζύρην, του
+εδιηγήθη τα όσα του εσυνέβηκαν και ο βεζύρης έμεινεν εκστατικός από
+τον θαυμασμόν του. Εις τούτο το αναμεταξύ, οι Μογγόλοι επλησίασαν
+εις την Κίναν με υπερβολικάς δυνάμεις. Εις την είδησιν του ερχομού
+τους, ο Ρουσκάδ εσυνάθροισε το περισσότερον μέρος που εδυνήθη από το
+στράτευμά του, και εφέρθη απέναντι των εχθρών του, και ετέντωσεν
+ολίγον μακράν από αυτούς, διά να καρτερήσή την ζωοτροφίαν διά το
+στράτευμα, που ήτον ολίγον ξέμακρα, την οποίαν εσυντρόφευεν ένας
+Πασσάς ονόματι Βελής. Και τον καιρόν που αυτός επλησίαζε με την
+ζωοτροφίαν εις το στράτευμά του φανερώνεται έμπροσθέν του η
+Κεριστάνη, συντροφιασμένη από πολύ πλήθος εξωτικών, οι οποίοι ευθύς
+εξεφόρτωσαν τα καμήλια και μουλάρια, που ήταν φορτωμένα φαγητά, και
+πιοτά διάφορα, και τα έχυσαν καταγής, τόσον τα φαγητά όσον και τα
+πιοτά και τα ανακάτωσαν όλα, και τα ετσαλαπάτησαν που δεν ήτον πλέον
+διά να φάγουν τα φαγητά αλλ' ούτε να πιουν τα πιοτά. </p>
+
+<p>Ο δε Βελής έμεινεν εκστατικός εις το να ιδή τούτα εις τέτοιαν
+κατάστασιν. Τότε η βασίλισσα του είπεν, ύπαγε να ειπής του αυθέντος
+σου, ότι η βασίλισσα γυναίκα του επροξένησεν ετούτην την ζημίαν.
+Αυτός υπήκουσε, και επήγε και το είπε του βασιλέως. Αυτή η είδησις
+έφερε τον βασιλέα εις αδημονίαν μεγαλυτέραν από τον θάνατον των
+παιδιών του, ο οποίος του εφαίνονταν πλέον άξιος συμπαθείας από
+τούτο το υστερινόν κάμωμα· και εκεί που ήτον δι' αυτό πολλά
+θαυμασμένος, βλέπει την Κεριστάνην να παρουσιασθή έμπροσθέν του. </p>
+
+<p>Βασίλισσα, της είπεν, δεν ημπορώ να σιωπήσω πλέον· εσύ μου έφερες
+εις το άκρον την υπομονήν μου. Έρριξες το παιδί μου εις την φωτιάν,
+έδωσες την θυγατέρα μου μιας σκύλλας, και με όλον που ήτον μεγάλη η
+θλίψις μου, εγώ δεν σου ωμίλησα, αλλ' ούτε σου έδειξα πως μου
+εκακοφάνη· μα ετούτο που μου έκαμες τώρα δεν ημπορεί να είνε άλλο,
+παρά μία επιβουλή της ζωής μου και της τιμής μου, και μου είνε
+αδύνατον που να μη παραπονεθώ. Ω αχάριστη, με τέτοιαν ανταμοιβήν
+πληρώνεις την αγάπην μου; ποία άραγε να είναι η γνώμη σου; ιδού το
+στράτευμά μου, που έμεινε χωρίς ζωοτροφίαν· τι έχει να ακολουθήση;
+μίλησε· και τι θέλει γένει εις εμένα; θέλεις καθώς βλέπω διά να
+παραδοθώ εις τους εχθρούς μου χωρίς να πολεμήσω; πώς ημπορώ να
+υποφέρω τούτο χωρίς να σε ελέγξω; </p>
+
+<p>Ρουσκάδ, ήτον καλύτερον, του απεκρίθη η Κεριστάνη, διά να είχες
+φυλάξει σιωπήν και τούτην την φοράν, παρά να ομιλήσης έξω από το
+προκείμενον, μα επειδή και ωμίλησες, το κακόν είνε χωρίς ιατρείαν·
+δεν κάνει χρεία άλλο, ήθελεν είνε ανωφελές το να ζητήσης μέσον διά
+να εμποδισθή η συμφορά, που εγώ εφοβούμουν μη σου τύχη, επειδή και
+εσυνέβη. Ω βασιλέα αστόχαστε και αδύνατε, διατί να μη φυλάξης την
+σιωπήν; ηξεύρεις εσύ ποία ήτον η φωτιά, εις την οποίαν έρριξα το
+παιδί; εκείνη ήταν μία Λάμια, της οποίας εμπιστεύθηκα την ανατροφήν
+εκείνου του βασιλοπούλου· και η σκύλλα που είχες ιδεί ήτον μία
+Νεράιδα, η οποία μετά χαράς έλαβε το βάρος διά να αναθρέψη την
+βασιλοπούλα, και διά να πιστωθή, υπόμεινε διά να ιδής. Ευθύς η
+Κεριστάνη προστάζει δύο εξωτικούς διά να υπάγουν να της φέρουν τα
+παιδιά της· οι εξωτικοί δεν άργησαν να της τα φέρουν έμπροσθέν της.
+</p>
+
+<p>Ο βασιλεύς της Κίνας, με όλον που ήτον τόσον θλιμμένος διά τον
+χαμόν της τροφής, εδόθη εις μεγάλην χαράν εις το να ιδή τα δύο του
+παιδιά, που έφεγγαν ωσάν το φως, τα οποία, παίρνοντάς τα εις τας
+αγκάλες του με μεγάλην αγαλλίασιν, τα εφιλούσεν. Εις αυτό το μεταξύ
+η Κεριστάνη ακολούθησε να λέγη· Βασιλέα, χρεία τώρα είναι να σου
+φανερώσω διατί σου εχάλασα την ζωοτροφίαν. Ο βασιλεύς του Μογόλ
+ήθελε να σου σηκώση την ζωήν, διά να φέρη εις την υποταγήν του το
+βασίλειον της Κίνας· και διά να τελειώση την βουλήν, έταξε πολύ
+χρυσάφι του βεζύρ Βελή, διά να σε επιβουλευθή. Αυτός ο άπιστος
+επιτηρητής, διά εκατόν χιλιάδες φλωριά, έταξε να κάμη να χαθή όλον
+σου το στράτευμα και εσένα ομού, και ο δόλος του εστάθη εις το να
+φαρμακώση όλα τα φαγητά και πιοτά, που εις ολίγον διάστημα είχετε να
+χαθήτε όλοι. Αυτή εστάθη η αιτία, που έκαμα και εχάλασαν όλα τα
+φαγοπότια, διά, να μη λάβη τέλος η βουλή του. Αυτό λογιάζω πως να
+σου φαίνεται δύσκολον να το πιστεύσης, μα είναι εύκολον να σε κάμω
+να βεβαιωθής· κράξε τον Βελή, και υποχρέωσέ τον διά να φάγη και πίη
+έμπροσθέν σου από εκείνα τα φαγητά που έμειναν, και θέλεις ιδεί τι
+του θέλει συμβή. </p>
+
+<p>Εις τούτην την διήγησιν ο βασιλεύς έμεινε σκοτισμένος, και ευθύς
+έκραξε τον Βελή, διά να έλθη εμπροσtά του, τον οποίον αφού ήρθε τον
+επρόσταξε διά να φάγη από εκείνα τα φαγητά· αλλ' ο Βελής επροφασίσθη
+πως δεν επεινούσεν. Αν δεν φας τούτην την στιγμήν, του είπεν ο
+βασιλεύς, το κεφάλι σου θέλει είνε χαμένον. Τότε ο Βελής βλέποντας
+ότι ήτον αδύνατον να φύγη τον θάνατον· ή με τον ένα τρόπον, ή με τον
+άλλον, έφαγεν ολίγον από εκείνα τα φαγητά, και εν τω άμα απέθανε.
+</p>
+
+<p>Βλέπεις, λέγει τότε η Κεριστάνη του βασιλέως, την προδοσίαν του
+Πασιά σου; λογιάζω πως είσαι βεβαιωμένος ότι τα τελώνια δεν κάνουν
+πράγμα χωρίς αφορμήν. Ναι, ω βασίλισσα, λέγει ο Ρουσκάδ, ομολογώ ότι
+έχω άδικον, που δεν εφύλαξα με προσοχήν τον νόμον που μου έδωσες, με
+όλον τούτο δεν είμαι χωρίς ανάπαυσιν, επειδή και το στράτευμά μου
+πρέπει να χαθή μην έχοντας ζωοτροφίαν. Όχι, όχι, είπεν η Κεριστάνη,
+ζωοτροφία δεν θέλει σου λείψει· αύριον θέλεις έχει περισσότερον από
+την χρείαν σου, επειδή τούτην την νύκτα εσείς θέλετε πλακώσει τους
+εχθρούς σας, και θέλετε τους κατακάψει εις κομμάτια και θέλετε
+κυριεύσει όλες των τες ζωοτροφίες, και θα γυρίσετε εις την
+βασιλεύουσαν νικηταί και τροπαιούχοι. </p>
+
+<p>Όλον αυτό που προείπεν η βασίλισσα αλήθεψεν, επειδή και αυτή
+εκείνην την ιδίαν νύκτα, μαζί με όλους τους εξωτικούς που είχεν,
+εβάλθη εις την κεφαλήν των Κινέζων, και εκαταχάλασεν όλον το
+στράτευμα των Μογγολιτών, που μετά βίας εγλύτωσεν ο βασιλεύς τους με
+δώδεκα ανθρώπους μόνον. Την δε ερχομένην ημέραν, βλέποντας ο Ρουσκάδ
+τον εχθρόν του χαλασμένον, χωρίς να χάση κανένα από το στράτευμά
+του, ήτον όλος εις χαράν και αγαλλίασιν. </p>
+
+<p>Τότε η Κεριστάνη λέγει προς τον βασιλέα τον συμβίον της, ιδού που
+οι εχθροί σου ευρίσκονται κείμενοι εις τον κονιορτόν· ο πόλεμος
+ετελείωσε εσύ ημπορείς να ξαναγυρίσης εις το βασίλειόν σου, και να
+ζήσης με ανάπαυσιν εις το παλάτι σου· όσον διά λόγου μου έχω χρέος
+να σε απαρατήσω, διά τούτο κάνει χρεία, να χωρισθώμεν διά πάντα· εσύ
+δεν θέλεις με μεταϊδή πλέον και εγώ η ιδία θέλω είμαι υστερημένη να
+σε βλέπω πλέον· το πταίξιμον είνε εδικόν σου, ω ακριβέ μου Ρουσκάδ,
+επειδή και δεν εφύλαξες το τάξιμον που μου έκαμες. </p>
+
+<p>Ω δίκαιε ουρανέ, εφώναξεν ο βασιλεύς εις τούτην την ομιλίαν· τι
+είνε τούτο που αγροικώ; σε εξορκίζω, ω αγάπη μου, μετάβαλε ετούτην
+την απόφασιν, το μετανοώ πως έλειψα από τον λόγον μου, σύγκλινε εις
+το να με συμπαθήσης, και σου τάσσω μεθ' όρκου, ότι εις το εξής να μη
+λάβης αιτίαν και κακοευχαριστηθής από εμένα. Ετούτος ο όρκος είναι
+ανωφελής, λέγει η βασίλισσα, επειδή και οι νόμοι μου με προστάζουν
+να ξεμακρύνω από λόγου σου, διατί οι νόμοι των εξωτικών είνε
+αμετάβλητοι· παύσε το λοιπόν να με παρακινής πλέον να μείνω μαζί
+σου· αχ! αν εις εμένα εστέκουνταν να σε συμπαθήσω, δεν εκαρτερούσα
+περισσότερον να με παρακαλέσης. Ως τόσον σου αφίνω υγείαν, ω
+βασιλέα, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας· εσύ χάνεις εις τον ίδιον καιρόν
+τα παιδιά σου και την μητέρα τους, και δεν θέλεις αξιωθή πλέον να
+μας ιδής με τα μάτια σου. Και έτσι λέγοντας, έγινεν άφαντη μαζί με
+τα παιδιά της. </p>
+
+<p>Δεν είναι δυνατόν να διηγηθή τις τον ζωντανόν πόνον που έλαβεν ο
+βασιλεύς της Κίνας, διά την υστέρησιν της γυναικός του και των
+παιδιών του, που τόσον αγαπούσεν· αν αυτός έχανε τον πόλεμον, και αν
+ήθελε πέση εις τα χέρια των εχθρών, δεν του ήθελε είνε τόσον μεγάλη
+η θλίψις ωσάν εκείνη· μάλιστα από την υπερβολικήν του θλίψιν
+εκατάκοψε το πρόσωπόν του, και έβαλε χώμα εις το κεφάλι του, και
+έκαμε τόσα καμώματα παράξενα από την θλίψιν του, που εφαίνονταν ωσάν
+ένας ξεμυαλισμένος, και όλος περίλυπος εγύρισεν εις την καθέδραν
+του, και εκεί λέγει του βεζύρη του. Εις εσένα αφίνω την κυβέρνησιν
+του βασιλείου μου, και κυβέρνησέ το καθώς ημπορείς, διατί εγώ θέλω
+να απεράσω το επίλοιπον της ζωής μου εις το να κλαίω την γυναίκα
+μου, και τα δύο μου παιδιά που τα έχασα από αγνωσίαν μου. Δεν θέλω
+να βλέπω άλλους παρά εσένα, και διά τούτο σου δίνω την ελευθερίαν να
+έρχεσαι να με ευρίσκης, με συμφωνίαν να μη μου μιλήσης διά κανένα
+πράγμα του κόσμου, παρά μόνον διά την Κεριστάνην και τα παιδιά μου.
+</p>
+
+<p>Εις αυτόν τον τρόπον ο Ρουσκάδ ετραβήχθη εις έναν οντά, και
+εκλείσθη εκεί, εις τον οποίον δεν έμβαινεν άλλος παρά ο βεζύρης τον
+οποίον είχεν επιτηρητήν του· και αυτός επήγαινε κάθε ημέραν να τον
+ευρίσκη, ο οποίος δεν έλειπε που να τον παρηγορή, λογιάζοντας πως το
+διάστημα του καιρού, ήθελε του αφανίση την θλίψιν του· μα αντί να
+του την αφανίση του αυγάτιζε τον πόνον του, τόσον που έπεσεν εις
+μίαν μεγαλωτάτην υποχονδρίαν, και εστάθη εις αυτήν την κατάστασιν
+εις διάστημα χρόνων δέκα. Τέλος πάντων από την απελπισίαν του έπεσεν
+εις αρρώστιαν, και ήτον κοντά διά να αποθάνη, οπόταν η Κεριστάνη
+έξαφνα εφανερώθη εις τον οντά του, του οποίου είπε τούτα τα λόγια.
+</p>
+
+<p>Βασιλέα, εγώ ήλθα διά να τελειώσω τα βάσανά σου, και να σε
+μεταστρέψω εις την ζωήν που έχεις σχεδόν να την χάσης. Οι νόμοι μας
+ήθελαν ότι, διά τιμωρίαν της επιορκίας σου, θα ήθελα σταθή μακράν
+από λόγου σου εις διάστημα δέκα χρόνων, και αυτοί ομοίως δεν μου
+έδιναν το θέλημα διά να σε ξαναϊδώ, ανίσως και εις τούτο το διάστημα
+των δέκα χρόνων δεν μου ήθελες σταθή πιστός· διά το οποίον οπόταν σε
+απαραίτησα δεν το επίστευα πλέον να σε μεταϊδώ, διατί δεν ελόγιαζα
+πως οι υιοί του Αδάμ να είναι αρκετοί μιας τοιαύτης μακρυνής
+εμπιστοσύνης και σταθερότητος. Ευχαριστώ τον ουρανόν που έμεινα
+γελασμένη εις αυτήν την γνώμην, και τώρα γνωρίζω ότι και οι άνθρωποι
+ημπορούν με σταθερότητα να αγαπήσουν. Ιδού το λοιπόν, ω βασιλέα,
+ακολούθησεν η Κεριστάνη, που εις εσένα ξαναγυρίζω, διά να σε πληρώσω
+από αγαλλίασιν, και να σε κάμω να ξαναϊδής τα παιδιά σου. Δεν είχεν
+ακόμη τελειώσει τούτα τα λόγια, και το βασιλόπουλο με την
+βασιλοπούλαν εισέβηκαν, και επαρουσιάσθηκαν εις τον Ρουσκάδ, ο
+οποίος έμεινε πολλά ευχαριστημένος τόσον διά την αγαπημένην του
+γυναίκα, όσον και διά τα παιδιά του· και ήτον τόσον μεγάλη η χαρά
+του και η αγαλλίασίς του, που κάθε άνδρας και πατέρας ημπορεί να το
+καταλάβη. Δεν απέρασαν ολίγες ημέρες και από την χαράν του εξανάλαβε
+την υγείαν του, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλον του το βασίλειον,
+τόσον διά την υγείαν του, ωσάν και διά την απόλαυσιν των παιδιών του
+και της γυναικός του. Αυτά τα τέσσαρα υποκείμενα απέρασαν διά
+πολλούς χρόνους πολλά ευτυχισμένα. Και τέλος πάντων μετά τον θάνατον
+του βασιλέως και της βασιλίσσης, το βασιλόπουλον έλαβε τον θρόνον
+του πατρός του, και εβασίλευσεν ευτυχισμένα εις την Κίναν· η δε
+βασιλοπούλα επήγεν εις το νησί Χαρμοστάν και εβασίλευσεν εκεί, έως
+που έγινε γυναίκα του μεγάλου Προφήτου Σολομώντος. </p>
+
+<p>Τελειώνοντας η Σουλταμεμέ την διήγησιν τούτης της ιστορίας, όλες
+η γυναίκες της Βασιλοπούλας την επαίνεσαν, οι οποίες αγαπούσαν τα
+συμβεβηκότα των εξωτικών και των Μάγων. Η δε βασιλοπούλα ηύρεν
+αιτίαν να ειπή πως ο Ρουσκάδ δεν εστάθη εις τον λόγον του, με το να
+παρέβη τον όρκον που έκαμε της Κεριστάνης να μη μιλήση, και διά
+τούτο οι άνθρωποι είνε αδύνατον να φυλάξουν εμπιστοσύνην, και να μην
+έβγουν από τον λόγον τους. Κυρία απεκρίθη η Σουλταμεμέ, είναι πολλοί
+που φυλάγουν τόσον τον λόγον τους, που τον προκρίνουν και από αυτήν
+την ζωήν τους, καθώς θέλω σε κάμει να πιστωθής από μίαν άλλην
+ιστορίαν, που θέλω σού διηγηθή αύριον, αν είναι με το θέλημά σου.
+Ναι, της απεκρίθη η βασιλοπούλα, θέλω την ακούσει και αυτήν μετά
+πάσης μου χαράς. Και ούτω συμφωνώντας διά την ερχομένην ημέραν,
+αναμέρισαν από το λουτρόν, και επήγαν διά να γευθούν κατά την
+συνήθειαν. </p>
+
+<p>Την ερχομένην ημέραν, εκεί που η βασιλοπούλα Φαρουχνάζη
+ετοιμάζετο διά να υπάγη κατά την συνήθειάν της εις το λουτρόν, της
+έρχονται είδησες ότι ο αδελφός της ο Φαρκούζης έπεσεν άρρωστος με
+ασθένειαν βαρυτάτην, ο δε βασιλεύς Τογρούλμπεης, ο πατέρας του που
+τον αγαπούσεν υπερβολικά, έκαμεν ευθύς να κράξουν τους πλέον
+εμπείρους ιατρούς της βασιλείας του, οι οποίοι ερχόμενοι και
+βλέποντες την βαρυτάτην του ασθένειαν, κανείς δεν ημπόρεσε να
+υποσχεθή να τον ιατρεύση. Η θλίψις διά την απελπισίαν της υγείας
+του, και διά το αδύνατον της ιατρείας του, επροξένησεν εις όλην την
+αυλήν μεγαλωτάτην σύγχυσιν και θλίψιν· όθεν ευθύς έκαμαν να παύσουν
+όλες οι ηδονές και ξεφάντωσες, που εγίνονταν εις το βασίλειον. Η
+βασιλοπούλα δεν ηθέλησε να υπάγη εις το λουτρόν, αλλ' ούτε να δώση
+πλέον ακρόασιν εις ιστορίας. Ο δε βασιλεύς δεν αναμέριζεν από το
+πλευρόν του αρρωστημένου του υιού, θλιβόμενος διά τον κίνδυνον της
+ζωής του· και εις βραχυλογίαν όλη η αυλή και η πολιτεία ήτον εις
+μεγαλωτάτην θλίψιν, και άλλο δεν ωμιλούσαν, παρά διά την ασθένειαν
+του υιού του βασιλέως, φοβούμενοι όλοι διά την υστέρησιν της ζωής
+του. </p>
+
+<p>Μίαν ημέραν το λοιπόν ο βασιλεύς επήγε και ηύρε τον προεστόν του
+ναού του Καισάγια (είδωλον της Κασμυρίας), του οποίου είπε· μεγάλε
+Δερβύση, εσύ καλά ηξεύρεις πόσον αγαπώ τον υιόν μου. Οι ιατροί δεν
+ημπόρεσαν να μου τον ιατρεύσουν· όθεν από αυτούς έχασα τες ελπίδες
+μου, και δεν μου έμειναν άλλες παρά να προστρέξω εις του λόγου σου,
+ελπίζοντας ότι διά μέσον των προσευχών σου προς τον Καισάγια θα λάβω
+το ποθούμενον. Ο μέγας Δερβύσης αφού ήκουσε τες παρακάλεσες του
+βασιλέως, του απεκρίθη λέγοντας. Εγώ δεν θέλω λείψει, βασιλέα μου,
+να παρακαλέσω τον Καισάγιαν να δώση την υγείαν του υιού σου· απόψε
+θέλω υπάγει εις τον ναόν του, και αύριον θέλω δώσει την απόκρισιν
+εις το ζήτημά σου. </p>
+
+<p>Την ακόλουθον ημέραν ο μέγας Δερβύσης επήγε και αντάμωσε τον
+βασιλέα και του είπεν· Ο Καισάγιας επήκουσε την προσευχήν μου, και ο
+υιός σου θέλει ιατρευθή. Ο δε βασιλεύς όλος γεμάτος από χαράν διά
+την καλήν ελπίδα, επήρε τον Δερβύσην και τον έφερεν εις τον υιόν
+του, του οποίου ευθύς που του εδιάβασε μίαν προσευχήν, το
+βασιλόπουλο άρχισε να μιλή και να σηκώνεται από το κρεβάτι γερό,
+ωσάν να μη είχε ποτέ τίποτε. Αυτό το θαύμα έβαλεν εις όλους χαράν
+και θαυμασμόν και έπαυσαν να μιλούν διά την αρρώστιαν του
+βασιλοπούλου, και άρχισαν να κηρύττουν την χάριν του μεγάλου
+Δερβύση. Η Φαρουχνάζη, ακούοντάς την μεγάλην φήμην αυτού του Δερβύση
+και την αγιότητά του, επεθύμησε να τον ιδή, και να ομιλήση με αυτόν.
+Όθεν μίαν ημέραν επήγε με τις σκλάβες της εις τον Μιντρεσέ, όπου
+αυτός εκατοικούσε, διά να τον εύρη. Μα έμεινεν εκστατική οπόταν της
+είπαν πως ο μέγας Δερβύσης της εμπόδιζε το έμπασμα προς αυτόν. </p>
+
+<p>Η βασιλοπούλα εγύρισεν ευθύς θυμωμένη εις το παλάτι της εναντίον
+του, διά την καταφρόνησιν που της έκαμε, και επήγε και το εκλαύθη
+του πατρός της. Όθεν ο βασιλεύς ηθέλησε να υπάγη να τον ερωτήση ο
+ίδιος, το αίτιον που δεν εδέχθη την θυγατέρα του· διά το οποίον ο
+Δερβύσης του είπε· πως εγώ δεν την εδέχθηκα, με το να μην είναι
+υπήκοη εις τον Ύψιστον, επειδή και αποφεύγει τους ανθρώπους και τους
+μισεί ωσάν εχθρούς, και δεν θέλει να υπανδρευθή, διά το οποίον ο
+Καισάγια με εμπόδισε να την δεχθώ ως αναξίαν· μα αν θελήση να
+διορθωθή, και αλλάξη την γνώμην της, ημπορώ να την δεχθώ, και να της
+δώσω καμμίαν συμβουλήν διά το καλόν της, εις εκείνο που γνωρίζω
+συμφέρον εις αυτήν. Ο βασιλεύς ακούοντας έτσι, τίποτε δεν απεκρίθη
+αλλά ευθύς εγύρισεν εις το παλάτι του, και εφανέρωσε της θυγατρός
+του τα όσα ο Δερβύσης του είπε, και την επαρακίνησε, να ξαναπάγη
+προς αυτόν, επειδή και έχει ελπίδες με την αγιότητά του να της βγάλη
+από την φαντασίαν το μίσος που έχει προς τους ανθρώπους. </p>
+
+<p>Η βασιλοπούλα ευθύς τον επήκουσε· και την ακόλουθον ημέραν δεν
+έλειψε που να υπάγη εις αυτόν η οποία εμβαίνοντας ελεύθερα εις τον
+Μενδρεσέ υπήγεν εις μίαν μεγάλην σάλαν, και εκεί την εδέχθη ο
+Δερβύσης με μεγάλην σοβαρότητα. Αυτή σαν τον είδεν επήγε να πέση εις
+τα ποδάρια του, μα αυτός εμποδίζοντάς την, της είπεν· Ω Φαρουχνάζ, ο
+μέγας Καισάγιας είναι κατά πολύ θυμωμένος εναντίον σου, επειδή είσαι
+εναντία εις τους νόμους του ουρανού· εσύ είσαι υπό την εξουσίαν του
+δαίμονος· αυτός είναι εκείνος, που σε βάνει εις αυτήν την στράταν
+εναντίον των ανθρώπων. Εδεήθηκα τον μέγαν Καισάγιαν να λάβη έλεος,
+διά εσένα· μα, με όλην την δύναμιν που έχει μη στοχάζεσαι πως
+ημπορεί να σε βοηθήση και να σε βγάλη από το βάθος της αβύσου που
+είσαι, αν από το μέρος σου δεν ήθελες κάμει δυναστείαν διά να βγης.
+</p>
+
+<p>Ο Δερβύσης, μιλώντας έτσι, εστοχάσθη την βασιλοπούλαν που άρχισε
+να κλαίη· τόσον φόβον της έκαμαν τα λόγια του. Όθεν της είπε·
+θυγατέρα μου, σφόγγισε τα δάκρυα σου· βλέπω ότι η καρδιά σου κλίνει
+εις μεταβολήν· σου τάσσω να σε ξεκολλήσω από την δύναμιν του
+δαίμονος· φθάνει μόνον να μη παρακούης εις τες συμβουλές μου. Τότε η
+βασιλοπούλα του έταξεν ότι ήτον έτοιμη να κάμη ό,τι την ήθελε
+προστάξει. Και έτσι φιλώντας το χέρι του Δερβύση, εγύρισεν εις το
+παλάτι της, γεμάτη από στοχασμούς και φόβον. </p>
+
+<p>Την ακόλουθον ημέραν, εξαναγύρισεν εις τον Δερβύσην, και μένοντας
+μοναχή, ο Δερβύσης της είπε. Βασιλοπούλα, απόψε είδα εις τον ύπνον
+μου τον μέγαν Καισάγιαν, ο οποίος μου είπεν· ω Δερβύση, επήκουσα την
+δέησίν σου και θέλω αποδιώξει το δαιμόνιον από την Φαρουχνάζ· μα
+πρέπει να στεφανωθή ένα νέο βασιλόπουλο που την αγαπά κατά πολλά,
+επειδή και έτσι είναι γραμμένον εις τον ουρανόν, να πάρη αυτό, και
+όχι άλλο κανένα. Η Βασιλοπούλα έμεινεν έκθαμβη από αυτά τα λόγια,
+και είπε· πώς είνε δυνατόν να στεφανωθώ ένα υποκείμενον, που ούτε το
+είδα, αλλ' ούτε ηξεύρω ποίον είναι; Ο Καισάγιας, απεκρίθη ο
+Δερβύσης, μου είπεν ότι αυτό το βασιλόπουλον είναι υιός του Βασιλέως
+της Περσίας και ονομάζεται Καρούκ, το οποίον είναι τόσον εύμορφον
+και χαριτωμένον, που μητέρα εις τον κόσμον δεν εγέννησε παρόμοιον.
+</p>
+
+<p>Ω σεβάσμιε πάτερ, του λέγει η βασιλοπούλα, τούτη η ομιλία με
+κάμνει εκστατικήν· ένα νέο βασιλόπουλο, που ποτέ δεν με είδε, πώς
+είναι δυνατόν να με αγαπήση τόσον; Εγώ θέλω σου το ειπεί, απεκρίθη ο
+Δερβύσης με τι τρόπον εσυνέβη αυτό, επειδή και ο Καισάγιας μου
+εφανέρωσε καταλεπτώς τα πάντα, με όλες τες περίστασες επάνω εις αυτό
+το πράγμα. Και διά να σε βγάλω από την περιέργειαν σου λέγω πως το
+Βασιλόπουλον Καρούκ ενυπνιάσθη μίαν νύκτα πως σε είδεν εις ένα
+εύμορφον λειβάδι και, όντας εκστατικόν από την ευμορφιά σου, ηθέλησε
+να σου μιλήση περί αγάπης· μα του λόγου σου θυμωμένη το απεστράφης,
+λέγοντάς του, ότι οι άνθρωποι δεν είναι άλλο παρά επίβουλοι, διά
+τούτο τους μισώ, και τους αποστρέφομαι επί ζωής μου. Η θλίψις που
+του επροξένησαν αυτά τα λόγια, τον έκαμε να ξυπνήση· και, η φαντασία
+αυτού του ονείρου του εκαρφώθη εις τον νουν τόσον, που τον έκαμες να
+μην έχη ποτέ ανάπαυσιν· και με όλον που δεν έχει ελπίδα εις το να
+απολαύση τα κάλλη σου, φυλάττει μίαν άκραν επιθυμίαν προς λόγου σου.
+</p>
+
+<p>Εις αυτήν την ομιλίαν του μεγάλου Δερβύση, αναστέναξε μεγάλως,
+και σηκώνοντάς τα μάτια εις τον ουρανόν· ω Θεέ, εφώναζεν, είνε
+δυνατόν αυτό το Βασιλόπουλο να έκαμε το ίδιον όνειρον που κ' εγώ
+έκαμα; μεγάλε Δερβύση, ακολούθησεν αυτή, ο Καισάγιας δεν σου είπε το
+όλον· ενυπνιάσθηκα και εγώ μίαν φοράν πως ήμουν εις ένα εύμορφον
+λειβάδι, εις το οποίον είδα το πλέον ωραιότατον Βασιλόπουλον του
+κόσμου πως ήλθε να μου μιλήση περί αγάπης και εγώ του εγύρισα τες
+πλάτες χωρίς να του δώσω ακρόασιν· μα εις τον ίδιον καιρόν αγροίκησα
+την καρδιά μου να λάβη κάποιαν κλίσιν προς αυτόν· Όθεν εβιάσθηκα να
+φύγω από σιμά του, φοβουμένη μήπως η ευμορφιά του και οι κολακείες
+του ήθελαν θριαμβεύση εις το μίσος, που διά τους ανθρώπους είχα.
+Eτούτο το μίσος προς τους ανθρώπους μου επροξενήθη από ένα άλλο
+όνειρο που είδα διά μίαν έλαφον που ευρίσκονταν εις τα δεσμά, και
+ένα ελάφι την εκύτταζε χωρίς να της δώση βοήθειαν· και αυτό
+υπώπτευσα πως έτσι είναι και οι άνθρωποι είναι επίβουλοι και
+άσπλαχνοι εναντίον των γυναικών μα τώρα γνωρίζω το σφάλμα μου, και
+επικρίνω καλύτερα τους ανθρώπους τους οποίους τους πιστεύω πιστούς
+εις την αγάπην τους και τας γυναίκας τους, και αν είνε μέλημα του
+ουρανού να στεφανωθώ το Βασιλόπουλον της Περσίας, είμαι πρόθυμη να
+κλίνω χωρίς εναντίωσιν καμμίαν. </p>
+
+<p>Ο μέγας Δερβύσης έμεινε γεμάτος από χαράν διά την κατάπεισιν της
+Βασιλοπούλας, όθεν της είπε· θυγατέρα μου, θέλω απόψε να συμβουλευθώ
+με τον Καισάγιαν επάνω εις αυτό, διά να ιδώ τι χρεία κάνει να κάμης
+διά να απολαύσης την ακμήν του πόθου σου, και αύριον θέλω σου ειπεί
+την απόκρισίν του. Η Βασιλοπούλα εγύρισεν εις το παλάτι της πολλά
+ευχαριστημένη, και δεν έβλεπε την ώραν πότε να απολαύση το
+ποθούμενον επειδή και τότε της ήλθε εις τον νουν η μεγάλη ωραιότης
+εκείνου του Βασιλοπούλου που είδεν εις τον ύπνον της, διά το οποίον
+όλην εκείνην την ημέραν ευρίσκονταν ανήσυχη, και ούτε την νύκτα μίαν
+στιγμήν δεν ημπορούσε να αναπαυθή. Όθεν ευθύς που άρχισεν η ημέρα
+εσηκώθη, και επήγε να εύρη τον Δερβύσην, ο οποίος εκατάλαβε
+καλώτατα, οπόταν την είδε, πως δεν είχε το πνεύμα ήσυχον. </p>
+
+<p>Δεν εκαρτέρεσεν αυτή να της ειπή εκείνος την απόκρισιν του
+Καισάγια· αλλά επρόλαβε και του είπε· και έτσι, ω σεβάσμιε πάτερ,
+έχει ο ουρανός διωρθωμένον το γραπτόν μου, και σε έκαμε να γνωρίσης
+την υποταγήν μου; Ναι, ω θυγάτηρ μου, απεκρίθη, ο μέγας Καισάγιας
+μου ωμίλησεν ότι κάνει χρεία ετούτην την νύχτα να μισεύσωμεν, διά να
+σε φέρω ο ίδιος εις το βασιλόπουλο της Περσίας που σε αγαπά, να το
+στεφανωθής και να μείνης εκεί βασίλισσα· μου είπεν ακόμη να ζητήσω
+το θέλημα του πατρός σου και έτσι απόψε να μισεύσωμεν. </p>
+
+<p>Οπόταν ο πατέρας μου το στέρξη διά να με αφήση, του είπεν η
+Βασιλοπούλα, εγώ είμαι έτοιμη να υπακούσω εις την θέλησιν του
+Καισάγια, μ' όλον πού τέτοιο ταξείδι είνε εναντίον της ορέξεώς μου.
+Αυτό το ταξείδι, της είπεν ο Δερβύσης, πρέπει να το κάμης διά κανόνα
+της σκληρότητός σου· μα ως τόσον ύπαγε εις το παλάτι σου και
+ετοιμάσου, και εγώ θέλω πηγαίνει εις τον πατέρα σου να ζητήσω την
+άδειαν διά τον μισευμόν μας. Η Φαρουχνάζη ακολούθησε καθώς της είπε,
+και ο Δερβύσης από το άλλο μέρος επήγεν εις τον βασιλέα, και του
+ανήγγειλε το θέλημα του Καισάγια, και τα όσα έτρεξαν αναμέσον αυτού
+και της βασιλοπούλας. Ο βασιλεύς λαμβάνοντας αυτήν την είδησιν της
+μεταβολής της θυγατρός του, έλαβε μεγάλην χαράν και έχοντάς μεγάλην
+πίστιν εις τον Καισάγιαν, και εις τα λόγια του Δερβύση, έκλινε και
+έδωσε θέλημα της θυγατρός του διά να μισεύση μαζί με την βάγια της,
+παρακαλώντας τον Δερβύσην να την προσέχη ωσάν να ήτον η ιδία του
+θυγατέρα. Ο Δερβύσης του υπεσχέθη να μην έχη έγνοιαν δι' αυτήν, και
+ότι εις την φύλαξίν τους έχουν την βοήθειαν του μεγάλου Καισάγια. Ως
+τόσον την ερχομένην νύκτα εμίσευσεν η βασιλοπούλα μα την βάγια της
+και με τον Δερβύσην, χωρίς άλλην συντροφιά, επειδή και ο Δερβύσης
+έλεγεν ότι το θέλημα του Καισάγια ήταν να μισεύσουν χωρίς συντροφιά
+άλλη. </p>
+
+<p>Μισεύοντας το λοιπόν και οι τρεις απάνω εις τρία καλά άλογα,
+επεριπάτησαν όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να σταματήσουν πουθενά,
+και εις τα ξημερώματα εξεπέζευσαν διά να αναπαυθούν εις ένα
+μεγαλώτατον λειβάδι, στολισμένον με πολυποίκιλα λουλούδια, που
+έδιδαν μεγάλην ηδονήν εις την όρασιν, και άκραν ευχαρίστησιν εις την
+όσφρησιν· εις δε το τέλος του λειβαδιού, ήτον ένα παλάτι
+θαυμασιώτατον, με ένα περιβόλι πολλά ωραίον, και κοντά εις αυτό
+έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Ο Δερβίσης λοιπόν εκεί που
+εθεωρούσεν αυτόν τον εύμορφον τόπον, αιφνιδίως άλλαξεν η όψις του,
+και έγινεν ωσάν νεκρού. Η βασιλοπούλα και η βάγια της, φοβισμένες
+διά μίαν τοιαύτην μεταβολήν του εζήτησαν το αίτιον. Ω βασιλοπούλα,
+απεκρίθη ο Δερβύσης, βλέποντάς την φοβισμένην, ποίον δαιμόνιον μας
+έφερεν εδώ; κοντά μας πιστεύω να είνε το φοβερόν κατοικητήριον της
+μάγισσας Μερχάνης· αν αυτή μας ιδή είμασθε χαμένοι· αλλοίμονον εις
+εμέ, σου τάσσω πως εγώ δεν φοβούμαι άλλο, παρά διά λόγου σου· αν
+ήμουν μοναχός ήθελα κάμει ένα μεγάλο κατόρθωμα, και αγροικώ ότι έχω
+κάποια καρδιά διά να το εκτελέσω. </p>
+
+<p>Κάμε, του είπεν η βασιλοπούλα εκείνο που γροικάς, και εμάς
+λόγιασε ωσάν να μη μας είχες εις την συντροφιά σου· αν η κακή μας
+τύχη θέλη να χαθούμεν εις τούτον τον τόπον, πρέπει υπομονή· και
+ημπορώ να ειπώ πως επλήρωσα την τύχην μου. με μίαν σταθερότητα αξίαν
+της ευγενείας του αίματός μου. Ω ωραιοτάτη βασιλοπούλα, εφώναξεν ο
+Δερβύσης, η απόφασις εις την οποίαν σε βλέπω, μου δίδει περισσοτέραν
+δύναμιν και καρδιά· θέλω το λοιπόν ή να λάβω μίαν δόξαν αθάνατον ή
+να χαθώ· μείνατε αυτού το λοιπόν, και αν εις διάστημα μιας ώρας δεν
+γυρίσω, θέλει είνε σημείον πως δεν απόλαυσα το ποθούμενον και
+στοχασθήτε με διά χαμένον. Και έτσι λέγοντας έβγαλε το σπαθί του και
+επήγε και εμπήκεν εις το παλάτι της μάγισσας. </p>
+
+<p>Ύστερον από τον μισευμόν του, η βασιλοπούλα με την βάγια της
+αγροικούσαν μίαν μεγάλην θλίψιν και φόβον μην ηξεύροντας τι θέλει
+είνε το γραπτόν τους· και έντρομες εκαρτερούσαν διά να ιδούν το
+αποβησόμενον, ή της ευτυχίας, ή της δυστυχίας του. Μα δεν έμειναν
+διά πολύ εις αυτές τες φαντασίες, με το να είδαν τον Δερβύσην
+ύστερον από μίαν ώραν να γυρίση προς αυτές χαρούμενος, και με τα
+χείλη γελούμενα τες είπεν· ευχαριστίαν να έχη ο ουρανός· η Μερχάνη
+δεν ημπορεί πλέον να μας βλάψη. Και τούτη η τοποθεσία, που η σκληρά
+με τες μαγείες της την έκανε φοβερωτάτην, έγινε γαληνή και άφοβη εις
+καθένα. Μα είναι καιρός τέλος πάντων, ω ωραία Βασιλοπούλα, να σου
+φανερώσω ποίος είμαι· μη με στοχάζεσαι πλέον διά Δερβύσην και
+προεστόν του Καισάγια, στοχάσου με διά μυστικόν του βασιλόπουλου της
+Περσίας και διά Σιρμώγ, που είναι το καθολικόν μου όνομα. Θέλω το
+λοιπόν εις ολίγα λόγια να σου διηγηθώ την ιστορίαν μου, και ύστερα
+από αυτό θέλομεν έμπει και εις το παλάτι της Μερχάνης, εις το οποίον
+θέλεις ιδεί πράγματα που να φρίξης· ως τόσον άκουσον την ιστορίαν
+μου. </p>
+
+<p>Ο μέγας βασιλεύς της Περσίας έχει διά κληρονόμον ένα υιόν μοναχόν
+ονομαζόμενον Καρούκ, ο οποίος αφού και σε είδεν εις τον ύπνον του,
+καθώς σου εδιηγήθην, έπεσεν εις μεγάλην αρρώστιαν χωρίς να εύρη
+ιατρείαν με όλην την επιμέλειαν που ο πατέρας του έδειξεν. Οι ιατροί
+δεν εγνώρισαν το πάθος του με κανένα τρόπον. Ο πατέρας του που το
+αγαπούσε κατά πολλά ήτον έξω από τας φρένας του, φοβούμενος να μην
+του αποθάνη. Εγώ εκείνες τες ημέρες ευρισκόμουν μακράν από την
+αυλήν, και οπόταν έφθασα, ο πατέρας του ευθύς μου εφανέρωσε τον
+κίνδυνον της αρρώστιας του. Εγώ του έταξα ότι δεν θέλω λείψει να
+κάμω το κατά δύναμιν διά να μάθωμεν όλα τα περιστατικά. Και ούτω
+πηγαίνοντας εις το βασιλόπουλο εκεί που ήτον άρρωστος, το εξέταζα με
+εύμορφον τρόπον και επιτήδειον, διά να μου φανερώση το αίτιον της
+αρρώστιας του. </p>
+
+<p>Αυτό έχοντας όλον το θάρρος εις εμένα, δεν άργησε να φανερώση το
+πάθος του και το ενύπνιον που είχεν ιδή διά λόγου σου, καθώς σου το
+εδιηγήθηκα, και πως θα απέθνησκεν, αν δεν σε ήθελεν εύρει διά να σε
+στεφανωθή. Εγώ του επαράστησα το αδύνατον που ήτον να εύρη μίαν που
+εις τον ύπνον του είδε, χωρίς να ηξεύρη ποία ήτον, και εις ποίον
+τόπον εκατοικούσεν. Αυτός μου απεκρίθη πως δεν είνε άλλο παρά να
+μισεύσωμεν μαζί, και να πάμε από βασίλειον εις βασίλειον ερευνώντας,
+και ή να ημπορέση να την εύρη ή να αποθάνη. Εγώ βλέποντας το
+αμετάθετον της γνώμης του και στοχαζόμενος τον κίνδυνον, εις τον
+οποίον ευρίσκονταν, που αν δεν τον υπήκουα απέθνησκεν από την θλίψιν
+και από την απελπισίαν του, τον επαρηγόρησα, και του έταξα να κάμω
+ως επεθύμει, λέγοντάς του· μην έχεις καμμίαν έγνοιαν, ω αγαπημένο
+μου βασιλόπουλο, διατί εγώ θέλω μιλήσει του βασιλέως του πατρός σου
+με άλλον τρόπον, διά να σου δώσω θέλημα να υπάγης όπου θελήσης.
+Υπάγω το λοιπόν προς αυτόν διά να του αναγγείλω, και του λόγου σου
+ως τόσον στάσου με καλήν καρδιά, επειδή και ελπίζω να κάμη καθώς
+είνε η επιθυμία σου. </p>
+
+<p>Ο Καρούκ ευχαριστημένος διά την υπόσχεσίν μου, με αγκάλιασε, και
+ύστερον τον άφησα και επήγα εις τον βασιλέα, του οποίου του
+εδιηγήθηκα ένα προς ένα τα όσα ο υιός του μου είπεν, ομοίως και το
+αίτιον της αρρώστιας του, πως επιθυμά ή να απολαύση το υποκείμενον
+που ενυπνιάσθη, ειδεμή θέλει αποθάνει από την θλίψιν του. Εγώ διά να
+μη τον απελπίσω δεν εναντιώθηκα εις τες φαντασίες που του
+επροξένησαν την αρρώστιαν, αλλά έταξα πως θέλω κάμει να λάβη το
+ποθούμενον, και να μη τον μέλλη πλέον δι' αυτήν την υπόθεσιν. </p>
+
+<p>Όθεν απεφάσισα και το ευρίσκω εύλογον, αν και της βασιλείας σου
+αρέση, δι' να του έβγη αυτή η φαντασία, να μας δώσης θέλημα αυτουνού
+και εμένα, να ταξειδεύσωμεν διά περιήγησιν εις άλλα βασίλεια, και με
+τούτο βλέποντας άλλον κόσμον, και άλλα ήθη, θέλει του περάσει η
+μελαγχολία και η φαντασία που έχει, και θέλει λησμονήσει τα
+υποκείμενον, εις το οποίον είναι όλος ο νους του. Αυτή η γνώμη ήρεσε
+του βασιλέως, και επρόσταξεν ευθύς να ετοιμασθούν τα χρειαζόμενα διά
+το ταξείδι του υιού του, ο οποίος συντροφιασμένος από πολλούς
+στρατηγούς εμίσευσε μαζί μου από την Περσίαν. </p>
+
+<p>Ύστερον από ένα μακρύ ταξείδι που εκάμαμεν, ζητώντες να εύρωμεν
+το ποθούμενον, εφθάσαμεν εις μίαν πολιτείαν, όχι πολλά μακράν απ'
+εδώ, εις την οποίαν εμβαίνοντες είδαμεν όλους τους κατοίκους που
+ήτον ενδεδυμένοι θλιβερά. Περίεργοι δι' αυτήν την θεωρίαν που
+εβλέπαμεν ερωτήσαμεν ένα διά να μας ειπή το αίτιον αυτής της μεγάλης
+θλίψεως, ο οποίος μας εδιηγήθη, ότι αυτή επροξενούνταν από τον
+θάνατον του υιού του Βασιλέως τους, τον οποίον τον αγαπούσεν έξω από
+το μέτρον, με το να τον είχε μοναχόν και διαδοχον του βασιλείου του.
+Και από τι θάνατον απέθανε; τον ερώτησα εγώ· από αγάπην, εκείνος μου
+απεκρίθη, επειδή και είχεν ακούσει την μεγάλην ωραιότητα της
+βασιλοπούλας της Κασμυρίας, ονομαζομένης Φαρουχνάζ, την αγάπησεν
+υπερβολικά και έξω της στράτας, διά το οποίον την εζήτησε πολλές
+φορές του πατρός της, και δεν εστάθη τρόπος, που να την λάβη· όχι
+διότι ο πατέρας της δεν ήθελε, να του την δώση, αλλά από αιτίαν
+αυτηνής, που δεν ήθελε να υπανδρευθή με κανένα τρόπον, με το να είχε
+μέγα μίσος εις τους ανθρώπους, από αιτίαν ενός ονείρου που είχε ιδεί
+διά ένα ελάφι, πως είχε παραιτήση μίαν έλαφον εις τα δίκτυα, χωρίς
+να την βοηθήση να έβγη. Και αυτό το ενύπνιον την έβαλεν εις
+φαντασίαν πως και οι άνδρες το όμοιον είναι άσπλαγχνοι εναντίον των
+γυναικών, και διά τούτο δεν ήθελε να ακούση, ούτε να ιδή άνδρα τινά.
+Όθεν αυτή η απελπισία επροξένησε τον θάνατον του υιού του βασιλέως
+μας. </p>
+
+<p>Ο Καρούχ, δεν ημπόρεσε να ακούση αυτήν την ιστορίαν, χωρίς ν'
+αγροικήση, κάποιαν σύγχυσιν εις το πνεύμα του, και του ήλθε εις τον
+νουν, ότι αυτή η βασιλοπούλα είναι εκείνη, που είδεν εις τον ύπνον
+του, πως έφευγε τους άνδρας και τους εμισούσεν· όθεν έλαβε χαράν και
+θλίψιν· χαράν, επειδή και έμαθε τέλος πάντων ποία ήτον εκείνη που
+του έτρωσε την καρδίαν, και θλίψιν, ακούοντας την σληροκαρδίαν που
+είχεν εναντίον εις τους άνδρας, και που με κανένα τρόπον δεν ήθελε
+να ακούση υπανδρείαν, το οποίον πράγμα τον έβανε εις μέγαν φόβον·
+πως δεν θέλει λάβει το ποθούμενον όθεν άρχιζε πάλιν να δίδεται εις
+νέαν μελαγχολίαν· Εγώ όμως βλέποντάς τον έτσι, ευθύς του είπα· ω
+ακριβό μου βασιλόπουλο, μην φοβάσαι τίποτε· η ευτυχία σου είνε
+βεβαία, επειδή και τώρα ηξεύρομεν με τι υποκείμενον έχομεν να
+κάμωμεν· διά τούτο άφησε να κάμω εγώ, και του λόγου σου μη σε μέλει
+τίποτε και άλλο δεν ζητώ απ' εσένα, παρά να κάμης, καθώς σε
+ερμηνεύω. Του λόγου σου λοιπόν, μείνε εδώ εις τούτην την πολιτείαν
+με τους ανθρώπους σου και εγώ θέλω πηγαίνει εις το βασίλειον της
+Κασμυρίας, και σου τάσσω πως να μην περάση πολύς καιρός που να σου
+φέρω εδώ το υποκείμενον της επιθυμίας σου. Μη μου ζητής πώς θα έχω
+να κάμω να το βάλλω εις πράξιν, διότι ούτε εγώ ο ίδιος δεν το
+ηξεύρω, αλλά θέλω συμβουλευθή με τες περιστάσεις, και κατά πως μου
+φανή αρμόδιον θέλω κάμει. Το Βασιλόπουλο καταπεισμένον εις τα λόγια
+μου και εις την πίστιν που είχα διά να κατορθώσω αυτό, με αγκάλιασε
+και, έπειτα περάσαμε το επίλοιπον της ημέρας εις ηδονές και
+ξεφαντώσεις. </p>
+
+<p>Την ερχομένην αυγήν επήρα θέλημα από τον Καρούκ, και εμίσευσα
+καβαλλάρης επάνω εις ένα άλογον εύμορφον και ανδρείον. Ύστερα από
+πολλών ημερών δρόμον, έφθασα εις τούτον τον τόπον, και βλέποντας
+ετούτο το εύμορφο λειβάδι, ηθέλησα να αναπαυθώ κάμποση ώρα, και
+ξεπεζεύοντας επήγα σιγά, εις το παλάτι, εκεί που βλέπεις εκείνα τα
+εύμορφα δένδρα και εκάθησα υποκάτω εις ένα από αυτά, κοντά εις το
+οποίον έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Όθεν πίνοντας από αυτό, και
+γροικώντας την ευωδίαν των ανθέων, και τον δροσερόν αέρα που έπνεε,
+με έπιασεν ένας γλυκύς ύπνος, και αποκοιμήθηκα διά κάμποση ώρα και
+αφού εξύπνησα βλέπω ολόγυρά μου πέντε έξ ελαφίνες άσπρες, που είχαν
+επάνωθέν τους ένα σκέπασμα γαλάζιο από ατλάζι, και εις τα ποδάρια
+βραχιόλια από χρυσάφι. </p>
+
+<p>Εγώ βλέποντας τες έτσι κοντά μου άρχισα να τες θαυμάζω, και να
+τες χαϊδεύω· έτσι κάνοντας τες επαρατήρησα που έχυναν δάκρυα
+πολλώτατα, κάνοντάς μου διάφορα σχήματα. Αυτό με εξέπληξε πολύ
+περισσότερον, μην ηξεύροντας τι να στοχασθώ δι' αυτά που έβλεπα· και
+εκεί που τοιαύτης λογής εστοχαζόμουν, γυρίζω τα μάτια μου προς το
+παλάτι, και βλέπω εις ένα παράθυρον μίαν ωραιοτάτην κυράν, που μου
+έκανε νόημα να υπάγω εις αυτήν. Ευθύς άφησα εκεί το άλογόν μου, και
+εκίνησα με προθυμίαν να υπάγω προς αυτήν με όλον που οι ελαφίνες μου
+εφαίνονταν πως με εμποδούσαν, τραβώντας με με τα δόντια τους από τα
+φορέματα, και εμποδίζοντάς μου την στράταν. Μ' όλον που ήμουν
+εκστατικός διά τα σχήματα, και διά τα δάκρυα εκείνων των ζώων, δεν
+επαράτησα να στοχασθώ εις την ιδίαν στιγμήν ότι εις αυτό θα ήτο
+τάχατες κάποιο μυστήριον· μα η επιθυμία εις το να ιδώ εκείνο το
+υποκείμενον, εθάμπωσε την φρόνησίν μου και με ωδήγησεν εκεί. </p>
+
+<p>Φθάνοντας λοιπόν εις το παλάτι, με εδέχθη με μεγάλην δεξίωσιν
+εκείνη η Κυρά, η οποία ήτο πλέον ωραιοτέρα από σιμά παρά από μακράν.
+Αυτή παίρνοντάς με από το χέρι με έφερεν εις ένα θαυμάσιον χοντζερέ,
+και με έβαλε και εκάθησα μαζί της επάνω εις ένα χρυσόν σοφά· ύστερα
+δε από τους πρώτους χαιρετισμούς μερικές σκλάβες έφεραν διαφόρων
+λογιών οπωρικά εις ένα δίσκον από φαρφουρί της Κίνας. Η κυρά
+διαλέγοντας ένα από εκείνα τα οπωρικά το πλέον εύμορφον, μου το
+έδωκε διά να γευθώ, μα ευθύς που το εγεύθηκα, άλλαξεν αιφνιδίως
+εκείνη το βλέμμα της και με οργήν μου είπε· «Τολμηρέ, και απόκοτε
+ξένε, δοκίμασε την παιδείαν την διωρισμένην εις όλους εκείνους που
+τολμηρώς εμβαίνουν εις το παλάτι της Μερχάνης· άφησε την φυσικήν σου
+μορφήν και λάβε εκείνην μιας ελάφου· χάσε την ομιλίαν σου, και
+διαφύλαξε μόνον το ανθρώπινον λογικόν να σου δουλεύη διά
+περισσοτέραν σου παιδείαν.» Ακόμη δεν είχε καλοτελειώσει αυτά τα
+λόγια, και ευρέθηκα μεταμορφωμένος εις ελάφι, και βάνοντάς μου εις
+τον ίδιον καιρόν ένα σκέπασμα επάνω μου, έκαμε να με φέρουν εις μίαν
+μάνδραν, που ήτον πλέον παρά διακόσια άλλα ελάφια ή διά να ειπώ
+καλίτερα άνθρωποι, πού η κακή τους τύχη τους έφερεν εκεί ωσάν και
+εμένα, και τους εμεταμόρφωσεν εις ελάφια. </p>
+
+<p>Βλέποντας τον εαυτόν μου εις αυτήν την μορφήν, άρχισα να
+στοχάζωμαι την δυστυχισμένην μου κατάστασιν, και δεν ήτον τόσον ο
+πόνος της δυστυχίας μου που με έθλιβεν, όσον ήτον εκείνος που έθρεφα
+διά τον Καρούκ· αλλοί εις εμέ, έλεγα κάθε στιγμήν· τι θέλει είναι
+διά τον αγαπημένον μου Καρούκ; πώς θέλει ημπορέσει πλέον να λάβη την
+πλήρωσιν της επιθυμίας του; θέλει με καρτερεί χωρίς ποτέ να με
+μεταϊδή, και μη βλέποντάς με θέλει έλθει εις απελπισίαν. Αυτά και
+άλλα παρόμοια έλεγα, και εστοχαζόμουν, τα οποία μου επροξενούσαν
+θλίψιν απαρηγόρητον διά πολύν καιρόν. </p>
+
+<p>Μίαν ημέραν το λοιπόν, που ευρισκόμουν εις αυτήν την κατάστασιν,
+βλέπω μίαν άλλην ωραιοτάτην κυράν πλουσίως ενδυμένην με οχτώ δέκα
+σκλάβες κοντά της, εις μίαν από τες οποίες είπε, θεωρώντας τα
+ελάφια. Κατά αλήθειαν εγώ πολλά θρηνώ ετούτους τους δυστυχείς· πόσον
+είναι άσπλαχνη η αδελφή μου Μερχάνη, η οποία την τέχνην που ηξεύρει,
+δεν την μεταχειρίζεται εις άλλο, παρά εις το να βλάπτη το γένος των
+ανθρώπων. Αλήθεια την έμαθα και εγώ την τέχνην της μαγείας, μα την
+μεταχειρίζομαι εις άλλα πράγματα ωφέλιμα, όχι εις το να βλάψω τους
+ανθρώπους, αλλά να τους συντρέξω, μα επειδή και η αδελφή μου δεν
+είναι εδώ διά την ώρα, έχω επιθυμίαν να κάμω ένα καλόν σήμερον.
+Πήγαινε λοιπόν να πιάσης ένα από αυτά τα ελάφια, και να μου το φέρης
+εις το χοντζερέ μου το συντομότερον. Και έτσι λέγοντας, εμπήκε εις
+το παλάτι. </p>
+
+<p>Εκείνη η σκλάβα κατά τύχην έπιασεν εμένα, και με έφερεν εις την
+κυρίαν της, η οποία βλέποντάς με, ήνοιξεν ένα κουτί που είχε μίαν
+αλοιφήν, και μου άλειψε τα ρουθούνια λέγοντάς μου· «Ω άνθρωπε άφησε
+την μορφήν του ελαφιού, και λάβε την φυσικήν σου». Ευθύς δε που
+εφώνησεν αυτά τα λόγια ευρέθηκα καθώς ήμουν πρώτα, και έπεσα εις
+τους πόδας της κυράς διά να την ευχαριστήσω. Μα αυτή σηκώνοντάς με
+μέ εξέτασε τι όνομα έχω, και από ποίον τόπον είμαι, και πώς έτυχα
+και έπεσα εις τας χείρας της αδελφής της. Εγώ της απεκρίθηκα εις όσα
+με ερώτησε, χωρίς να της κρύψω το παραμικρόν. Και τελειώνοντάς την
+ομιλίαν μου αυτή μου είπεν· </p>
+
+<p>Επειδή και του λόγου σου μου εφανέρωσες το ποίος είσαι, ιδού που
+θέλω και εγώ να σου φανερώνω το ποία είμαι· Εγώ είμαι θυγατέρα ενός
+Μεγιστάνος της αυλής της Κασμυρίας, εις την οποίαν έχεις να πηγαίνης
+και ονομάζομαι Γουλνάζε, εκείνη που σε έκαμε ελάφι, είναι αδελφή μου
+μεγαλείτερη και ονομάζεται Μερχάνη. Αυτή είναι μια φοβερά Μάγισσα,
+που την δύναμίν της είναι να την φοβάται καθένας. Άλλη από μένα δεν
+ημπορούσε να σε ελευθερώση από τα χέρια της, και με όλον που είμαι
+αδελφή της, αν αυτή απεικάση πως σε ελευθέρωσα, φοβούμαι να μη με
+παιδεύση σκληρώς· μα ότι και αν μου ήθελε τύχει δεν το μετανοώ διά
+το καλόν που σου έκαμα, και θέλω, διά να είσαι περισσότερον
+υπόχρεως, να σε βοηθήσω εις το να κάμης ευτυχισμένον το βασιλόπουλο,
+τον φίλον σου. Ομολογώ ότι είναι δύσκολον να λάβη αυτήν την
+ευτυχίαν, επειδή και όποιος επιθυμεί να απολαύση αυτό, πρέπει να
+αποκτήση το θάρρος της βασιλοπούλας, το οποίον εσύ δεν ειμπορείς να
+το απολαύσης, αν δεν ήθελες απεράση εις την αυλήν του πατρός της,
+του βασιλέως της Κασμυρίας, εις φήμην αγίου ανθρώπου. </p>
+
+<p>Μα πώς ημπορώ, απεκρίθηκα, εγώ, να λάβω αυτήν την φήμην, και να
+κερδίσω την ευλάβειαν εκεί; Άλλο δεν θέλεις κάμει, μου είπεν εκείνη,
+παρά να ακολουθήσης με προσοχήν εκείνο που θέλω σε διατάξει. Και
+έτσι λέγοντας, εμπήκεν εις τον χοντζερέ της, και ευθύς εγύρισε με
+μίαν γαράφαν εις το χέρι γεμάτην νερόν. Ετούτον είπεν αυτή είναι
+εκείνο που σου χρειάζεται διά να πληρώσης την επιχείρησίν σου· έπαρέ
+το λοιπόν και πήγαινε εις την πόλιν της Κασμυρίας, η οποία δεν είναι
+πολλά μακρόν από εδώ μα πριν έμβης εις αυτήν εγδύσου τα φορέματά
+σου, και ενδύσου ωσάν Δερβύσης· και πριν ενδυθής αυτό το φόρεμα
+αλείψου εις όλον σου το κορμί αυτό το νερόν της γαράφας, και έπειτα
+έμβα εις την χώραν· εκεί θέλεις συναπαντήση τους φύλακας της πόλεως,
+οι οποίοι θέλουν σου ειπή· ω σεβάσμιε Δερβύση, από πόθεν έρχεσαι;
+του λόγου σου αποκρίσου· εγώ είμαι Δερβύσης, και έρχομαι από τα
+έσχατα σύνορα της δύσεως διά ευλάβειαν, εις το να επισκεφθώ τον
+μέγαν Καισάγιαν. Αυτοί ωσάν ακούσουν πως πηγαίνεις να επισκεφθής
+εκείνο το είδωλον, από τόπον τόσον μακρυνόν, θέλουν πέσει εις τους
+πόδας σου, και θέλουν σού φέρει με σέβας έμπροσθεν εις τον
+Τογρούλμπεϊν βασιλέα, ο οποίος θέλει σε παρουσιάσει εις τον μέγαν
+ιερέα του ναού του Καισάγια. </p>
+
+<p>Εκείνος ο ιερεύς, και όλοι οι άλλοι υπηρέται του ειδώλου, θέλουν
+σε φέρει εις τον ναόν, ο οποίος διά την ωραιότητα και μεγαλοπρέπειαν
+υπερβαίνει κάθε άλλον που ευρίσκεται εις τον κόσμον. Αυτός είνε
+περιτριγυρισμένος από βαθύτατον χαντάκι γεμάτον νερόν το οποίον
+βράζει χωρίς φωτιά· και εκείθεν από το χαντάκι φαίνεται ένα έδαφος
+από πλάκες τζελικένιες φλογερές, που ακαταπαύστως βγάζουν άπειρες
+φωτιές, εις τρόπον που ο ναός φαίνεται να είναι όλος πύρινος. Τότε ο
+προεστώς θέλει σου ειπεί· ω φοίνιξ του αιώνος, εσύ υπέφερες πολλούς
+κινδύνους, και κόπους πριν φθάσης εδώ· ο μέγας Καισάγιας, διά τον
+οποίον έκαμες ένα τόσον σκληρόν ταξείδι, κατοικεί εδώ· αυτός
+ευρίσκεται κρυμμένος εις το αγιαστήριόν του. Οι άνθρωποι δεν
+εμπορούν να τον ιδούν αν δεν ήθελαν περάσει από τούτο το νερόν το
+βραστόν, και να περιπατήσουν ξυπόλυτοι επάνω εις το έδαφος το
+πύρινον. Όθεν του λόγου σου μην ημπορώντας να κάμης αυτό, κάνει
+χρεία απ' εδώ να τον προσκυνήσης, και θέλεις έχει κάθε μισθόν. </p>
+
+<p>Τότε του λόγου σου, μου είπεν η Γουλνάζε, θέλεις φωνάξει με
+μεγάλην χαράν, λέγοντας είμαι έτοιμος να το κάμω, και έχω πίστιν να
+μην πάθω τίποτε. Και ωσάν ειπής έτσι περιπάτει χωρίς φόβον, επειδή
+και το νερόν που αλήφθης, έχει την χάριν να κάμη το νερόν χλιαρόν,
+και θέλει εμποδίσει που να σε κάψη τόσον το νερόν, ωσάν και το
+έδαφος. Εμβαίνοντας εις τον ναόν, θέλεις ιδεί τον Καισάγια, και
+θέλει σταθή όλην την ημέραν εκεί διά να τον λατρεύσης· έπειτα θέλει
+έλθει ο μέγας ιερεύς να μιλήση μετ' εσένα και θέλει σε κηρύξει
+διάδοχόν του. Εσύ θέλεις περάσει με αυτόν δεκατέσσαρες ημέρες, και
+εις την δεκάτην πέμπτην, εκεί που κοιμάται θέλεις του αλείψει τα
+ρουθούνια με μίαν σκόνιν που θέλω σου δώσει, διά μέσον της οποίας
+ευθύς θέλει αποθάνει, και εσύ θέλεις μείνει διάδοχός του. Και οπόταν
+ανέβης εις αυτήν την αξίαν, θέλεις υπάγει να επισκεφθής το
+βασιλόπουλο της Κασμυρίας, το οποίον από πολύν καιρόν ευρίσκεται
+άρρωστον, απαρατημένον από τους ιατρούς. Του λόγου σου θέλεις
+διαβάσει επάνωθεν του μίαν προσευχήν, που θέλω σου δώσει, και ευθύς
+εκείνο θέλει ιατρευθή. Η φήμη αυτής της ιατρείας θέλει κηρυχθή εις
+όλον τον λαόν του βασιλείου, οι οποίοι θέλουν σε στοχασθή ωσάν άγιον
+και η Φαρουχνάζ η βασιλοπούλα, της Κασμυρίας, θέλει απιθυμήσει από
+την φήμην σου να σε ιδεί. Περισσότερον δεν σου λέγω· το υπόλοιπον το
+τι έχεις να κάμης στέκει εις την επιτηδειότητά σου. </p>
+
+<p>Έταξα να ακολουθήσω καταλεπτώς την ερμηνείαν της Γουλνάζε, η
+οποία μου έδωσε την σκόνιν, και την προσευχήν γραμμένην που έμελλα
+να ειπώ εις το άρρωστον βασιλόπουλον, και με απέστειλε λέγοντάς μου·
+μίσευσε ογλήγορα πριν φθάση η αδελφή μου, και μας παιδεύση και τους
+δύο, διά το να της εχάλασα την μαγείαν. </p>
+
+<p>Εγώ ευχαριστώντας την εις τρόπον που της έδινα να γνωρίση μίαν
+ζωντανήν υποχρέωσιν, και παίρνοντας τα όσα μου έδωσεν αναχώρησα μετά
+χαράς μεγάλης. Και φθάνοντας σιμά εις την πόλιν της Κασμυρίας,
+έπειτα από ολίγας ημέρας αγόρασα ένα φόρεμα Δερβύσικον, και το
+ενδύθηκα, και αλείφοντάς με και με το νερόν, υπήγα εις την πόρταν
+της πόλεως. Οι φύλακες με πολλήν ευλάβειαν με επήραν και με έφεραν
+εις τον Βασιλέα. Ο Βασιλεύς με επαρουσίασεν εις τον μέγαν Δερβύσην.
+Επεριπάτησα επάνω εις το έδαφος χωρίς να βλαφθώ· εμπήκα εις τον
+ναόν, και τέλος πάντων είδα τον μέγαν Καισάγιαν, που ήτον βαλμένος
+εις ένα θρόνον χρυσόν. Αυτό είνε καθώς εσύ το ηξεύρεις καλώτατα, ένα
+είδωλον, καμωμένον από φίλδισι, μιας μεγαλειότητος υπερβολικής· οι
+οφθαλμοί του είνε από δύο μεγάλα καρβούνια, εις το κεφάλι έχει μίαν
+κορώναν από ρουμπίνια πολύτιμα, και είνε ζωσμένος με ένα κεμέρι όλον
+από διαμάντια. </p>
+
+<p>Έμεινα εκεί όλην την ημέραν. Ήλθεν ο προεστώς και με εκήρυξε
+διάδοχόν του· τον εθανάτωσα εις την δεκάτην πέμπτην ημέραν, και
+έμεινα εις τον τόπον του. Τέλος πάντων ιάτρευσα τον αδελφόν σου, διά
+το οποίον έλαβα τόσην μεγάλην φήμην, που σε έκαμε να λάβης την
+επιθυμίαν διά να με ιδής. Το υπόλοιπον του λόγου σου το ηξεύρεις, με
+τι τρόπον σε εκατάπεισα να αλλάξης την βουλήν σου. Ετούτα όλα, ω
+ωραιοτάτη Φαρουχνάζ, ακολούθησεν ο Δερβύσης, εστοχάσθηκα πλέον να μη
+σου τα κρύψω. Συμπάθησόν μου το στρατήγημα που επιχειρίσθηκα, διά να
+σου βγάλω τη ψευδή φαντασίαν και γνώμην, που είχες διά τους άνδρας,
+και διά να ανταμώσω την τύχην σου, με εκείνην του πλέον ωραίου
+Βασιλοπούλου, απ' όλα τα Βασιλόπουλα του κόσμου. </p>
+
+<p>Η Βασιλοπούλα εκοκκίνησε, διαρκούσης της ομιλίας, η οποία την
+έκανε καλώς να καταλάβη πως εστάθη γελασμένη· μα η αγάπη που
+αγροικούσε διά το Βασιλόπουλο της Περσίας δεν την άφησε να θυμωθή
+εναντίον του πλαστού Δερβύση. Τελείωσε, του είπε αυτή να μου
+φανερώσης εκείνο που έκαμες, και τι εκατώρθωσες εις τούτο το παλάτι
+της Μάγισσας. Ωραία Φαρουχνάζ, άρχισεν εκείνος να λέγη, οπόταν
+έφθασα εις το παλάτι, ηύρα ανοικτήν την πόρταν, και εμπαίνοντας μέσα
+δεν είδα κανένα, μοναχά ήκουσα μίαν φωνήν παραπονετικήν, που
+έβγαινεν από ένα μέρος. Ακολούθησα την φωνήν, και ήλθα και εμπήκα
+εις ένα χοντζερέ. Εκεί ηύρα μία νέαν Κυράν με πολλά σίδερα δεμένην
+χέρια και πόδας, και είχε το κεφάλι κατεβασμένον εις τα γόνατά της,
+και εθρηνούσε την κατάστασίν της. </p>
+
+<p>Επλησίασα εις αυτήν παρακινούμενος από ευσπλαχνίαν, διά να την
+ελαφρώσω, μα τι λογής εστάθη ο θαυμασμός μου, οπόταν εκείνη εσήκωσε
+το κεφάλι, και εγνώρισα εις εκείνην την δυστυχισμένην την ευργέτιδά
+μου, την ωραίαν Γουλνάζε! </p>
+
+<p>Εις μίαν τέτοιαν αξιοθρήνητον θεωρίαν, εγέμισα από θυμόν και
+οργήν· ω ωραία μου Γουλνάζε, εφώναξα, εις τι κατάστασιν σε ευρίσκω;
+ποία βάρβαρα χέρια ημπόρεσαν να σε φορτώσουν αυτά τα σίδερα; Αχ,
+αγαπημένε μου Σειρμώγ, μου απεκρίθη αυτή· είσαι εσύ εκείνος, που
+βλέπω; ποία κακή τύχη σε εμετάφερεν εδώ; αλλοί εις εμέ θέλεις γένει
+ογλήγωρα και εσύ θυσία της σκληράς αδελφής μου· εκατάλαβεν αυτή πως
+σε ελευθέρωσα, και διά να με παιδεύση, με έβαλεν εις τούτες τες
+αλυσίδες, και ευρίσκομαι εδώ από εκείνον τον καιρόν που σε
+ελευθέρωσα· μα εκείνο που με θλίβει περισσότερον είναι ο κίνδυνος
+εις τον οποίον ευρίσκεσαι και του λόγου σου. Φεύγε, σε παρακαλώ, το
+ογληγορώτερον, διά να με σε εύρη η σκληρά και σε παιδεύση. Α! και
+πώς, κυρά μου, απεκρίθην εγώ, εσύ θέλεις να φύγω και να σε απαρατήσω
+αβοήθητον; με στοχάζεσαι τόσον αχάριστον; αγαπώ καλύτερα να αποθάνω,
+παρά να σε αφήσω εις αυτήν την κατάστασιν, χωρίς να σε ελευθερώσω.
+Ειπέ μου το λοιπόν, σε παρακαλώ, το τι έχω να κάμω, διά να σε
+ελευθερώσω, αν είναι δυνατόν, και έχω καρδιάν να το βάλλω εις
+πράξιν. </p>
+
+<p>Επειδή και έχεις τόσην καρδίαν και ανδρείαν, απεκρίθη η Γουλνάζε,
+η ελευθερία μου εις του λόγου σου στέκει· ύπαγε εις το περιβόλι, και
+εκεί θέλεις εύρει την αδελφήν μου που κοιμάται επάνω εις ένα κρεβάτι
+από χόρτα και άνθη και υποκάτω από το προσκέφαλόν της έχει μίαν
+σακκούλαν από ατιλάζι, και αν ημπορέσης να της πάρης την σακκούλαν
+χωρίς να την εξυπνήσης, η δουλειά έγινε, επειδή εκεί έχει τα κλειδιά
+από τες αλυσίδες μου, και τούτο είναι ο τρόπος που ημπορείς να με
+ελευθερώσης· μα ανίσως και εξυπνήση η Μερχάνη, εκεί που παίρνεις την
+σακκούλαν, σου δίνω είδησιν πως θέλεις είσαι χαμένος. Άφησε να κάμω
+εγώ, της είπα, σου τάσσω ότι θα σου φέρω τα κλειδιά, χωρίς να
+κινδυνεύσω. Και έτσι λέγοντας εβγαίνω ευθύς από το παλάτι, και
+πηγαίνω εις το περιβόλι, εις το οποίον βλέπω την Μερχάνην που
+κοιμούνταν, με την σακκούλαν υποκάτω από το κεφάλι της. </p>
+
+<p>Εγώ στοχαζόμενος πως ήτον αδύνατον να την πάρω χωρίς να εξυπνήση,
+απεφάσισα και της έκοψα το κεφάλι με το σπαθί μου, και έφερα την
+σακκούλαν εις την αδελφήν της, της οποίας της εδιηγήθηκα το ό,τι
+έκαμα, και έμεινε εκστατική εις την αποκοτίαν μου, χωρίς να κλαύση
+τον θάνατον της αδελφής της. Και ύστερα από αυτά έβγαλα τα κλειδιά
+από την σακκούλαν και άνοιξα τα σίδηρα, και ελευθέρωσα την ωραίαν
+μου Κυράν. Με αυτόν τον τρόπον, ακολούθησεν ο Σειρμώγ να λέγη,
+ελευθερωθήκαμεν από την πλέον χειρότερην γυναίκα της γης. Ημείς κατά
+το παρόν ημπορούμεν να έμπωμεν εις το παλάτι με ελευθερίαν· η
+Γουλνάζε μας καρτερεί να μας απολαύση μετά χαράς, επειδή γροικά
+τόσην χαράν διά την ελευθερίαν της. Και έτσι λέγοντας επήρε την
+Φαρουχνάζ από το χέρι μαζή με την βάγια της, και την έφερε εις το
+παλάτι. Η Γουλνάζε ήρχονταν εις συναπάντησίν τους, και όταν είδε την
+βασιλοπούλαν έπεσεν εις τους πόδας της. Μα η Φαρουχνάζ την εσήκωσε
+και τρυφερά την αγκάλιασε· ωραία Γουλνάζε, της είπεν, έχω όλην την
+ευχαρίστησιν, που ο γενναίος Σειρμώγ σε ελευθέρωσε κατά το χρέος
+του. </p>
+
+<p>Βέβαια της απεκρίθη εκείνη χαμογελώντας, είχε κάποιον χρέος να
+πασχίση διά την ελευθερίαν μου, παρά να με αφήση εις τα δεσμά. Και
+από αυτό ημπορείς να καταλάβης πως το ελάφι δεν απαρατεί την έλαφον,
+οπόταν εκείνη έχει χρείαν από βοήθειαν. </p>
+
+<p>Ύστερον από αυτά τα λόγια και άλλα, εμβήκαν εις το παλάτι το
+οποίον η Φαρουχνάζ το εστοχάσθη θαυμασιώτατον. Έπειτα εβγήκαν από
+αυτό και υπήγαν εις την μάνδραν, όπου ήτον περισσότερον από
+τριακόσια ελάφια. Η αδελφή της Μερχάνης τα έκαμεν ευθύς να λάβουν
+την φυσικήν τους μορφήν, με τον ίδιον τρόπον που είχε κάμει του
+Σειρμώγ. Και καθώς ελάβαιναν την μορφήν τους έπεφταν εις τους πόδας
+της ευεργέτιδός τους διά να την ευχαριστήσουν καθώς έπρεπεν. Ήσαν
+από αυτούς το περισσότερον νέοι ευγενείς, και καλά καμωμένοι, οι
+οποίοι ήτον από διάφορα μέρη της Ανατολής, που επήγαιναν και
+ήρχονταν εις το βασίλειον της Κασμυρίας. </p>
+
+<p>Μα ο οδηγός της Φαρουχνάζ, ήγουν ο Σειρμώγ, έμεινε πολλά
+εκστατικός εις τα να ιδή ανάμεσα εις αυτούς το αγαπημένο του
+βασιλόπουλο της Περσίας. Έτρεξεν ευθύς και του έπεσεν εις τα γόνατα·
+ακριβό μου βασιλόπουλο, εφώναξεν είναι δυνατόν να σε εύρω εδώ; Ω
+αγαπημένε μου φίλε, του απεκρίθη αυτό σηκώνοντάς τον, είσαι συ ο
+Σειρμώγ που παρασταίνεσαι εις τους οφθαλμούς μου; Ναι, ω αυθέντα,
+του είπεν ο Σειρμώγ, εγώ είμαι ο ίδιος· και δι' άκραν σου
+αγαλλίασιν, ιδού που σου προσφέρω και την ποθητήν σου βασιλοπούλα
+της Κασμυρίας. Εις αυτά τα λόγια τον έφερε προς την Φαρουχνάζ, η
+οποία ευθύς εγνώρισεν εις το βασιλόπουλο την μορφήν που εις τον
+ύπνον της είχεν ιδεί. Ομοίως και το βασιλόπουλο εγνώρισε ευθύς εις
+το να την θεωρήση πως ήτον η βασιλοπούλα, της οποίας ήτον πάντα εις
+την ενθύμισίν του η ωραιοτάτη μορφή. </p>
+
+<p>Αφού και αμφότερα τα μέρη έδειξαν φανερώς την ευχαρίστησίν τους
+και την χαράν που αγροικούσαν, διά την αμοιβαίαν τους αντάμωσιν και
+απόλαυσιν εκείνου, που εποθούσαν από πολλούς χρόνους, ο Σειρμώγ
+ερώτησε το βασιλόπουλον της Περσίας, πώς έπεσεν εις χείρας εκείνης
+της οχληράς μάγισσας. Το οποίον του απεκρίθη πως βλέποντας την
+πολλήν σου άργητα, ω αγαπημένε μου Σειρμώγ, και μη έχοντας καμμίαν
+είδησιν διά λόγου σου, αφού και εμίσευσες διά την Κασμυρίαν, ηθέλησα
+να έλθω ο ίδιος διά να σε ανταμώσω, και να ιδώ πώς πηγαίνει η
+επιχείρησίς σου· και ούτως απερνώντας από τούτο το λειβάδι
+εσυναπάντησα την μάγισσαν, που εσεργιάνιζεν εις αυτό, η οποία με
+πολλήν ευγένειαν με εκάλεσε διά να πηγαίνω εις το παλάτι της να την
+επισκεφθώ. Εγώ βλέποντάς την πολλήν της ευγένειαν και την γλυκάδα
+της ομιλίας της υπήγα εις το παλάτι της και ανάμεσα εις τες άλλες
+δεξιωσύνες που μου έκαμε, μου έδωκεν ένα ωραίον οπωρικόν διά να
+φάγω. Και ευθύς που έφαγα εμεταμορφώθηκα εις ελάφι, και εβάλθηκα εις
+εκείνην την μάνδραν, που ήσαν τα άλλα καθώς τα είδες. </p>
+
+<p>Εις το αναμεταξύ που αυτοί εσυνωμιλούσαν τα συμβεβηκότα τους, η
+Γουλνάζε επήγεν εις το λειβάδι, εις το οποίον έβοσκαν οι ελαφίνες
+και τες έκαμε και αυτές με τον ίδιον τρόπον να λάβουν την φυσικήν
+τους μορφήν· οι οποίες ήσαν όλες νέες αρχοντοπούλες, πολλά νόστιμες
+και ωραίες, και ωσάν τες έδωσε την μορφήν τους, τες έφερεν έμπροσθεν
+της βασιλοπούλας και του βασιλόπουλου, και τες υποχρέωσε διά να
+διηγηθούν τες ιστορίες τους. Αυτές όλες οι αρχοντοπούλες είχαν εκεί
+τους αγαπητικούς τους, και ήταν εκστατικές, εις το να τους ιδούν και
+αυτούς ελευθερωμένους από την μαγικήν δύναμιν της Μερχάνης, που τους
+εκρατούσεν υποκάτω εις μορφήν ζώων. Οι οποίοι αφού και ευχαρίστησαν
+μυριάκις τον σωτήρα τους, επήραν θέλημα και ανεχώρησαν, και επήγε
+καθένας με την αγαπητικήν του εις τον τόπον του. </p>
+
+<p>Δεν έμειναν εις το παλάτι άλλοι, παρά η Γουλνάζε με την συνοδίαν
+της Φαρουχνάζης και το βασιλόπουλο με τον Σειρμώγ, οι οποίοι έμειναν
+εκεί διά μερικές ημέρες χαρούμενοι. Έπειτα εμίσευσαν όλοι ομού διά
+την Περσίαν, και εκεί έκαμαν τους γάμους με μεγάλην παράταξιν, και
+εστεφανώθηκαν η Φαρουχνάζ με τον Καρούκ, το βασιλόπουλον της
+Περσίας, και η Γουλνάζε με τον Σειρμώγ, τον οποίον τον ετίμησεν ο
+Καρούκ με μεγάλα χαρίσματα και αξίες διά την πιστήν του δούλευσιν,
+και τον έκαμε πρώτον κυβερνήτην του βασιλείου· επειδή και έπειτα από
+ολίγας ημέρας μετά τον γυρισμόν τους εις την Περσίαν, απέθανεν ο
+βασιλεύς ο πατέρας του, ο οποίος εφαίνετο να μην εκαρτερούσεν άλλο
+διά να αποθάνη, παρά τον γυρισμόν του υιού του. Ο οποίος ευθύς ανέβη
+εις τον θρόνον του πατρός του· και απέρασαν το επίλοιπον της ζωής
+των μετά μεγάλης χαράς και ευχαριστήσεως, χαιρούμενοι όλοι διά τες
+απόκτησές των, και διά την ευτυχισμένην τους τύχην. </p>
+
+<p>Τοιαύτης λογής η Χαλιμά ετελείωσε την ιστορίαν της βασίλισσας
+Φαρουχνάζης, και των άλλων ιστοριών, που εις αυτήν επερικλείοντο·
+Και ο βασιλεύς Αϊδήν της έδειξε πάλιν την ευχαρίστησιν, που έλαβεν
+ακόμη και δι' αυτήν την ιστορίαν, ομοίως και η αδελφή της Μεδινά,
+και δεν έπαυσαν να επαινούν την ευγλωττίαν και την καλήν μνήμην που
+είχεν. Όθεν η Χαλιμά λαμβάνοντας περισσότερον θάρρος διά την
+ευχαρίστησιν που ελάμβανεν ο Αϊδήν, του είπε, πως εις την αύριον, αν
+είναι με το θέλημα του, θέλει του διηγηθή μίαν άλλην ιστορίαν, που
+της ήλθεν εις την ενθύμησιν, καλύτερην και νοστιμώτερην από όσες του
+διηγήθη. Τότε της απεκρίθη ο Αϊδήν ότι όχι μόνον αυτήν, αλλά κάθε
+άλλην που θα ήθελε του διηγηθή, ήθελεν έχει μεγάλην ευχαρίστησιν διά
+να την ακούση, ώστε απεφάσισεν ότι την ερχομένην ημέραν ήθελε την
+ακροασθή. Ερχομένη λοιπόν η ημέρα κατά την υπόσχεσιν που είχεν η
+Μεδινά, εξύπνησε την Χαλιμάν, λέγοντάς της να διηγηθή την ιστορίαν
+που υπεσχέθη. Και η Χαλιμά εσηκώθη ευθύς, και άρχισε να λέγη. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία των
+περιέργων συμβάντων του Κουλούφ</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ήτο μίαν φοράν εις την Δαμασκόν ένας γέροντας πραγματευτής,
+ονομαζόμενος Αμπτουλάς, ο οποίος εφημίζετο πως ήτον ο πλουσιώτερος
+από τους άλλους πραγματευτάδες. Αυτός όντας τέτοιας λογής πλούσιος,
+εθλίβετο μεγάλως που δεν είχε κληρονόμον, όθεν έκαμε κάθε δυνατόν
+διά να αποκτήση. Η θύρα του σπητιού του ήτον πάντα ανοικτή εις τους
+πτωχούς· καθημερινώς δεν έλειπε να μοιράζη πλουσιοπαρόχως
+ελεημοσύνας προς τους Δερβύσιδες, διά να παρακαλούν τον Θεόν να του
+χαρίση ένα κληρονόμον· έκτισε ξενοδοχεία, Μαρέτια και Μετζίτια, μα
+του εστάθηκαν ανώφελα. </p>
+
+<p>Μίαν ημέραν ακούει πως ήλθεν ένας ιατρός θαυμάσιος Ινδιάνος εις
+την Δαμασκόν και ευθύς στέλνει και τον κράζει, του οποίου διηγείται
+τον πόνον του και την επιθυμίαν που είχε διά να αποκτήση ένα υιόν. Ο
+ιατρός τον ελυπήθη και έβαλεν όλην του την σπουδήν διά να τον
+χαροποίηση. Τέλος πάντων από αιτίαν του ιατρού έλαβεν εις ολίγον
+καιρόν ένα υιόν, τον οποίον ωνόμασε Κουλούφ· αυτός δε εις την
+γέννησιν του υιού του έκαμεν άμετρες χαρές, και μεγάλες ελεημοσύνες
+εις πτωχούς και ξένους, εις δόξαν Θεού που του εχάρισε το
+ποθούμενον. Αυξάνοντας δε ο Κουλούφ ο πατέρας του τον έβαλε διά να
+μάθη γράμματα και τόσον επρόκοψε που πριν φθάση εις τους δεκαοκτώ
+χρόνους έγινε τέλειος εις όλες τες επιστήμες και εις τες γλώσσες και
+περιπλέον έγινεν εμπειρότατος εις όλες τες ασκήσεις τες σωματικές,
+ήγουν να παλεύη, να τραβά το δοξάρι, να παίζη το σπαθί, και άλλα
+παρόμοια, τόσον που όλοι τον εθαύμαζον, και μάλιστα ο πατέρας του
+τον αγαπούσε τόσον που δεν ημπορούσε να ζήση μίαν ώραν μακράν απ'
+αυτόν. Ως τόσον ο θάνατος που δεν υποφέρει κανένα να είναι εις τον
+κόσμον ευτυχισμένος, έρχεται αιφνιδίως και σηκώνει τον γέροντα
+πραγματευτήν. Έμεινε λοιπόν ο Κουλούφ κληρονόμος εις όλον τον βίον
+του πατρός του· μα δεν τον εξουσίασε διά πολύν καιρόν, επειδή και
+ευθύς που έμεινε τέλειος νοικοκύρης, άρχισε να τον φθείρη, έκτισε
+παλάτια, αγόρασε εύμορφες σκλάβες, και έκλεξε πολλούς νέους διά να
+του είνε σύντροφοι εις τες ασωτίες του, και επερνούσε τες ημέρες εις
+τες ηδονές με αυτουνούς. Εδιαμοιράζοντο εις το σπήτι του τα πλέον
+ευγενικά φαγητά και πιοτά, και δεν έκανε άλλο παρά να συνευφραίνεται
+με χορούς, με παιγνίδια, με λαλήματα και άλλα. Και δεν απέρασε πολύς
+καιρός που έφθειρεν όλην του την περιουσίαν· έπειτα εστάθη
+στενεμμένος από την αφροσύνην του να πουλήση τα παλάτια του και τους
+σκλάβους του, και από ολίγον κατ' ολίγον ήλθεν εις μεγάλην
+δυστυχίαν, η οποία επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν προς τους εχθρούς
+του. </p>
+
+<p>Τότε αυτός εμετανόησε διά τα άσωτά του καμώματα, επρόστρεξεν όμως
+εις εκείνα τα υποκείμενα που τον είχαν συμβοηθήση εις τον φθαρμόν
+του· φίλοι μου, τους είπεν, εσείς με είδετε εις τι ευτυχίαν ήμουν
+και τώρα εις τι κατάστασιν ήρθα, προστρέχω εις εσάς να με βοηθήσετε,
+διά να ξαναέβγω από το πέσιμόν μου· ενθυμηθήτε τες μεγάλες δωρεές
+που σας έκανα οπόταν σας είχα εις το τραπέζι μου· εγώ δεν αμφιβάλλω
+ότι θέλει με βοηθήσετε, διά να έβγω από την κατάστασιν εις την
+οποίαν ευρίσκομαι, και να με ελευθερώσετε από τούτον τον κίνδυνον.
+Έτσι ο δυστυχής Κουλούφ έπασχε διά να παρακινήση εις έλεος τους
+φίλους του διά να τον συντρέξουν, μα αυτός ωμιλούσεν εις τόσους
+κωφούς· άλλος μεν του έδειχνε πως του εκακοφαίνονταν να τον βλέπη
+εις αυτήν την κατάστασιν, και του έταζε να παρακαλέση τον Θεόν διά
+να τον βοηθήση· άλλος δε του έλεγεν ότι ας είχε γνώσιν να μην είχεν
+έλθει εις αυτήν την δυστυχίαν· και άλλος αντάμωνεν εις την
+απελπισίαν την αχαριστίαν, και του αρνούνταν ως και την παρηγορίαν
+να τον συμπαθήση και του εγύριζε τες πλάτες, και κοντολογής όλοι τον
+αποστρέφονταν, και πολλοί εκαμώνονταν πως δεν τον γνωρίζουν. Ω
+ψεύτικοι φίλοι, εφώναξεν ο Κουλούφ! η ανευχαριστία σας και το
+σκληρόν σας φέρσιμον πολλά με παιδεύει, που εστάθηκα πολλά άφρων εις
+το να στοχασθώ ότι εσείς, μου είσθε αληθινοί φίλοι. </p>
+
+<p>Ο υιός, του Αμπτουλά ήτον περισσότερον θλιμμένος διά την
+αχαριστίαν των φίλων του των ψεύτικων, που εστάθηκαν συμβοηθοί και
+έφθειρε τον πλούτον του, παρά εις την κατάστασιν που ευρίσκονταν,
+όθεν απεφάσισε να ξεμακρύνη από την Δαμασκόν, διά να μην τους
+μεταϊδή εις τα μάτια του και θλίβεται περισσότερον. Μισεύοντας το
+λοιπόν από την Δαμασκόν επήγε προς το μέρος των Καραϊτών και ήλθεν
+εις την πόλιν Καρακοράμ, εκεί που εβασίλευεν ο Καπαλκάμ· και
+φθάνοντας εκεί επήγε και εκόνεψε εις ένα χάνι, και με τα δηνάρια που
+του είχαν περισσεύσεί έκαμεν ένα φόρεμα και ένα φακιόλι, κατά την
+συνήθειαν του τόπου. Και όλην την άλλην ημέραν δεν έκαμεν άλλο παρά
+να περιδιαβάζη και να βλέπη τα πλέον περίεργα του τόπου και το βράδυ
+ετραβάτο εις το κονάκι του. </p>
+
+<p>Μίαν ημέραν ήκουσεν ότι ο βασιλεύς Καπαλκάμ ετοιμάζετο διά να
+πηγαίνη με μεγάλον στράτευμα εναντίον δύο γειτόνων του βασιλέων που
+ήρχονταν διά να του πάρουν τους τόπους του. Επήγε να προσφέρη την
+δούλεψίν του προς τον Βασιλέα, ο οποίος τον έβαλεν εις τον αριθμόν
+των στρατιωτών του. Αυτός ο νέος εφέρθη με τόσην ανδρείαν εις αυτόν
+τον πόλεμον, που σχεδόν από τες νίκες που έκαμεν εκατατροπώθηκαν οι
+εχθροί του Βασιλέως. Έλαβε λοιπόν μεγάλες τιμές από τον βασιλέα, και
+τον επαίνεσαν όλοι οι αρχηγοί· και περιπλέον έλαβε και την επίσκεψιν
+του Μουγγάρ, υιού του Βασιλέως. Μα έως εδώ δεν εστάθη η φήμη του
+επειδή και παύοντας αυτός ο πόλεμος, εσηκώθησαν άλλοι δύο Βασιλείς
+εναντίον του Καπαλκάμ. Όθεν αυτός ο Βασιλεύς εγύρισε τα άρματά του
+εναντίον αυτών των νέων εχθρών και τότε πάλιν ο υιός του Αμπτουλά
+έδειξε και εις αυτόν τον πόλεμον περισσοτέραν ανδρείαν από τον
+άλλον. Αυτή η δευτέρα φήμη, τον έκαμε να έμπη καθολικά εις την χάριν
+του Μουγγάρ Βασιλοπούλου, τόσον που δεν τον άφινεν από κοντά του,
+και από ημέραν εις ημέραν ηύξανεν η αγάπη του προς αυτόν· όθεν εις
+ολίγον διάστημα καιρού, ο Κουλούφ έγινεν ο μυστικός του. Ύστερον δε
+από ολίγον καιρόν, απέθανεν ο Καπαλκάμ, και ο υιός του ανέβη εις τον
+θρόνον, και ευθύς που εκηρύχθη Βασιλεύς επλούτηνε τον Κουλούφ από
+αξίες και τιμές και τον έκαμε πρώτον του συμβουλάτορα. </p>
+
+<p>Ο Κουλούφ βλέποντας ότι τα πράγματά του άλλαξαν μορφήν, και ότι
+δεν ευρέθη περισσότερον ευτυχισμένος ωσάν τότε, είπε με τον εαυτόν
+του· κάνει χρεία να πιστεύση κάνεις βεβαίως ότι όλα τα συμβεβηκότα
+της ζωής μας είναι γραμμένα εις τον ουρανόν. Οπόταν εζούσα εις την
+Δαμασκόν εν ταις τρυφαίς, ελόγιαζα ποτέ πως θέλω έλθει εις
+δυστυχίαν; και ερχόμενος εδώ εις Καρακορτάμ ημπορούσα ποτέ να ελπίσω
+να γένω εκείνος που είμαι; όχι βέβαια· όλες οι ευτυχίες μας και οι
+δυστυχίες μας κρέμονται από θέλησιν ανωτέραν. Ας ζήσωμεν το λοιπόν
+κατά πως μας αρέσει, και ας αναμένωμεν τα της τύχης, που δεν
+ημπορούμεν να αποφύγωμεν. Εις τούτον τον τρόπον στοχαζόμενος ο
+Κουλούφ, κατά πως εστοχάσθηκεν, έτσι ακολουθούσε την θέλησίν του
+χωρίς εναντίωσιν. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία της ωραίας
+Δηλαράς</h4>
+
+<p>
+<br />
+Μίαν ημέραν βγαίνοντας ο Κουλούφ από το παλάτι, συναπαντά μίαν
+γυναίκα γραίαν σκεπασμένην με ένα πανί της Ινδίας και ο γύρος του
+πανιού ήτον κεντημένος με χρυσίον και ρουμπίνια· είχεν αυτή μία
+αρμαθιά μαργαριτάρια εις το ένα χέρι, και εις το άλλο ένα δεκανίκι,
+και πέντε σκλάβες σκεπασμένες και αυτές, και την εσυντρόφευαν.
+Επλησίασεν αυτός προς την γραίαν και την ερωτά, αν οι σκλάβες ήτον
+διά πούλημα. Ναι, είπεν η γραία· μα ετούτες, με όλον που είναι
+εύμορφες, δεν είναι διά λόγου σου αλλ' επειδή σε βλέπω πως είσαι
+ένας ευγενής άνθρωπος, επιθυμώ να σε κάμω να διαλέξης, την πλέον
+ωραίαν που να σου αρέση, από άλλες που έχω εις το σπήτι μου, και αν
+θέλης έλα κοντά μου διά να τις ιδής. Λέγοντας έτσι εκίνησαν μαζί με
+τον Κουλούφ διά να πηγαίνουν. Φθάνοντας δε εμπρός εις ένα μετζίτι, η
+γραία του λέγει· καρτέρει με εδώ, ω αυθέντη, έως να γυρίσω. Απέρασεν
+έως μία ώρα, και ιδού που βλέπει την γραίαν με μίαν κόρην που είχε
+ένα μποχτζέ, εις τον οποίον είχεν ένα πανί και ένα φερετζέ με τα
+οποία ένδυσε τον Κουλούφ λέγοντάς του· αυθέντη, ημείς είμασθε
+υποκείμενα τιμημένα και από καλό γένος, και δεν είνε τίμιον ένας
+ξένος να έμπη εις το σπήτι μας, και διά τούτο σε ενδύω γυναίκια, διά
+να μη γνωρισθής. Ο δε Κουλούφ δεν ωμίλησεν, αλλά ηκολούθησε την
+γραίαν, η οποία τον έφερεν εις ένα μεγάλο παλάτι αγνώριστο, εις το
+οποίον εμβαίνοντας έβλεπεν ότι τα όσα του επαρουσιάζονταν εις τα
+μάτια του είχαν μίαν υπερβολικήν μεγαλοπρέπειαν και μεγαλειότητα,
+αφού όμως επέρασαν μίαν μεγάλην αυλήν που ήτον πατωμένη με πλάκες
+από δίασπρον, έφθασαν εις μίαν σάλαν μιας υπερβολικής μεγαλειότητος,
+εις το μέσον της οποίας ήτον μία λεκάνη πορφυρά γεμάτη νερό, και
+μέσα εις αυτήν έπλεγαν διάφορα ψάρια με βούλλες χρυσές· και εις το
+αναμεταξύ που αυτός εστοχάζονταν τα ψάρια με θαυμασμό, βλέπει να
+πλησιάζη προς αυτόν μία Κυρά πολλά νέα με χαροποιόν πρόσωπον, και
+αφού τον επροσκύνησε, τον επήρεν από το χέρι και τον έβαλε να καθίση
+επάνω εις μίαν χρυσήν μαξιλάραν και όταν εκάθισεν, αυτή έλαβε την
+επιμέλειαν διά να του σφουγγίση το πρόσωπον που ήτον ιδρωμένον, με
+ένα ψιλό μαντύλι, και κάνοντάς του ετούτην την δούλευσιν
+εχαμογελούσε, και του έδινε ματιές από τες οποίες πολλά γλήγορα
+έμεινε τετρωμένος. </p>
+
+<p>Τον καιρόν που αυτός την εύρισκε πολλά της αρεσκείας του και
+αποφάσισε διά να την αγοράση να που μία άλλη νέα, της οποίας τα
+ξανθά μαλλιά εκυματούσαν επάνω εις τες πλάτες της, και μάλιστα ήτον
+πλέον ωραία από την πρώτην, η οποία ήρχονταν προς αυτόν. Αυτή
+επλησίαζε με μίαν νοστιμάδα ευγενικήν προς τον Κουλούφ, του οποίου
+επήρε το χέρι και το εφίλησε, και ύστερον ετοίμαζε διά να του πλύνη
+τα ποδάρια εις μίαν λεκάνην χρυσήν. Αυτός δεν ηθέλησε να υπακούση,
+και όντας εκστατικός διά την ωραιότητά της, εσηκώθη διά να πέση εις
+τα γόνατά της με την απόφασιν διά να την αγοράση· μα έξαφνα έμεινεν
+ακίνητος, ωσάν ένας που χάνει τες αισθησές του, εις το να ιδή είκοσι
+άλλες νέες την μίαν ωραιότερην από την άλλην. Αυτές εσυντρόφευαν
+μίαν κυράν νεαράς ηλικίας, ακόμη πλέον ωραίαν και πλουσιώτερον
+φορεμένην από τες άλλες και εφαίνονταν ότι αυτή θα ήτον η κυρά τους.
+Ο δε Κουλούφ επίστευσε πως βλέπει την σελήνην τριγυρισμένην από τους
+αστέρας και εις την θεωρίαν της θαυμασίας εκείνης ωραιότητος έπεσε
+λιγοθυμημένος. Οι σκλάβες έτρεξαν ευθύς όλες να τον συντρέξουν και
+κάνοντάς του να επανέλθη εις τον εαυτόν του, η κυρά που του
+επροξένησε τούτο, έτσι του ωμίλησε· καλώς μας ήλθες, ευγενικέ νέε. Ο
+Κουλούφ αφού την επροσκύνησεν, έβγαλε από την καρδιά του ένα
+βαθύτατον στεναγμόν. Έπειτα οι σκλάβες τον έβαλαν και εκάθισεν εις
+ένα θρονί και ευθύς του έφεραν ένα εξαίρετον σερμπίτι, εις κούπες
+χρυσές κεκοσμημένες με πετράδια, το οποίον το έπιε μαζί με την
+Κυράν. Αυτή βλέποντας το μελαγχολικόν του πρόσωπον, και συγχυσμένον,
+που σχεδόν δεν ημπορούσε να προφέρη ένα λόγον, του λέγει· από τι
+προέρχεται η σύγχυσίς σου που σε κυριεύει και η μελαγχολία που
+φαίνεται εις τους οφθαλμούς σου; μήπως και είσαι βαρεμένος εις το να
+ευρίσκεσαι εις την συντροφιά μας με το να μη σου αρέση. Α, ωραιοτάτη
+Κυρά, της απεκρίθη, κυττάζοντας την με ένα βλέμμα ερωτικόν· Παύσε,
+σε παρακαλώ, παύσε να με πειράζης· πολλά καλά ηξεύρεις, ότι δεν
+ημπορούν να θεωρηθούν χωρίς βλάψιμον οι χάριτες σου· είμαι, σου το
+ομολογώ, έξω από τον εαυτόν μου· μία σύγχυσις, που εγώ δεν ημπορώ να
+την καταλάβω, κυριεύει όλα τα πνεύματα, και με κάνει να στέκω με
+τούτον τον τρόπον μελαγχολικός. Στάσου με καλήν καρδίαν, τον
+αντίκοψεν η Κυρά, και στοχάσου πως εδώ ήλθες διά να αγοράσης μίαν
+σκλάβαν. Ας υπάμεν το λοιπόν όλοι μαζί να καθήσωμεν εις το τραπέζι,
+και ελπίζω η συντροφιά μας να σε χαροποιήση. </p>
+
+<p>Λέγοντας έτσι εκείνη επήρε τον Κουλούφ από το χέρι και τον έφερεν
+εις μίαν σάλαν και εκεί εκάθησαν όλες εις μίαν μακράν τράπεζαν, η
+οποία ήτον γεμάτη από πολυποίκιλα και νόστιμα φαγητά και πιοτά. Και
+αφού έφαγαν και έπιαν, εσηκώθηκαν οι σκλάβες από την τράπεζαν και
+άλλες επήραν και ελαλούσαν διάφορα όργανα, και άλλες ετραγουδούσαν
+με αγγελικές φωνές, και άλλες εχόρευαν διαφόρους χορούς. Παύοντας
+αυτές επήρεν η κυρά ένα τζιβούρι και το ελαλούσε, τραγουδώντας με
+μίαν φωνήν τόσον γλυκείαν και ωραίαν, που υπερέβαινε τα ίδια
+αηδόνια. </p>
+
+<p>Ο Κουλούφ ακούοντάς την αγγελικήν της φωνήν και το εύμορφον
+λάλημά της, δεν ημπόρεσε πλέον να υποφέρη την φλόγα του έρωτος. Κυρά
+μου, εφώναξεν, εσύ μου εσήκωσες τον λογισμόν μου, εγώ δεν ημπορώ να
+υποφέρω τες σαϊτιές που μου δίνεις· δος μου άδειαν να ημπορέσω να
+σου φιλήσω το χέρι, και να βάλλω το κεφάλι μου υποκάτω εις τους
+πόδας σου. Έτσι λέγοντας ετούτος ο ταλαίπωρος αγαπητικός, έπεσε κατά
+γης, ωσάν ένας που είνε έξω του εαυτού του, και παίρνοντας το χέρι
+της κυράς το εφίλησε με πολλήν τρυφερότητα. Μα εκείνη η γλυκυτάτη
+νέα θυμωμένη διά την τόλμην του, τον άμπωσε με αγριότητα και του
+είπεν· όποιος και αν είσαι, στάσου, και μη ξεπηδάς τα όρια της
+σωφροσύνης· εγώ είμαι μία θυγατέρα ευγενής· είναι μάταιον εσύ να
+επιθυμήσης να με αποκτήσης, επειδή και δεν ηξεύρεις να με απολαύσης,
+διά το οποίον δεν θέλεις με ιδεί πλέον. Με τούτα τα λόγια, αυτή
+ετραβήχθη ομού με τες άλλες νέες που την εσυντρόφευαν και έμεινεν
+εκεί αυτός μόνος. </p>
+
+<p>Ο Κουλούφ έμεινε πολλά θλιμμένος, που επροξένησε της κυράς που
+αγαπούσε δυσαρέσκειαν, και έστεκεν εκεί εις την σάλαν περικυκλωμένος
+από χιλίους στοχασμούς. Τότε ήλθε προς αυτόν η γραία που τον είχε
+φέρει εκεί και του είπε· δεν έπρεπε να φερθής με τέτοιον τρόπον εις
+την κυράν και με όλον που εγώ σου έδωκα να καταλάβης πως ήταν
+σκλάβες, εσύ έπρεπε να στοχασθής από την μεγαλοπρέπειαν του
+παλατίου, και από τα πλούσια φορέματα που ήτον στολισμένη, ότι ήταν
+άλλα υποκείμενα· αυτή το λοιπόν η κυρά που την επρόσβαλες είνε
+θυγατέρα ενός από τους πρώτους της αυλής του βασιλέως. Η ομιλία της
+γραίας αβγάτισεν όχι μόνον την αγάπην του Κουλούφ, αλλά και την
+θλίψιν του ακόμη εις το να μην εφέρθη τακτικώς με αυτήν, και ήτον
+σαστισμένος διά να την ξαναϊδή. </p>
+
+<p>Τότε η κυρά, πλέον καλύτερα ενδεδυμένη με διαφορετικά φορέματα,
+έρχεται εις την σάλαν με τες άλλες νέες, και άρχισε να γελά
+βλέποντάς τον Κουλούφ μεγαγχολικόν και σκυθρωπόν. Εγώ λογιάζω, του
+λέγει ότι εμετανόησες διά το λάθος που έκαμες, και θέλω να σε
+συμπαθήσω, με συμφωνίαν ότι εις το ερχόμενον να είσαι πλέον
+τακτικός, και να μου φανερώσης και ποίος είσαι. Καθώς αυτός δεν
+επιθυμούσεν άλλο παρά να ξαναφιλιωθή με αυτήν την ευγενικήν κυράν,
+έτσι δίχως δισταγμόν της εφανέρωσε πως ονομάζετο Καλούφ, και ήτον
+μυστικός του βασιλέως. </p>
+
+<p>Κύριε, τότε του απεκρίθη, είνε καιρός που η φήμη σου ήλθεν εις τα
+αυτιά μου, αγροίκησα πως εσύ είσαι ο πλέον αγαπημένος του βασιλέως·
+όθεν είχα επιθυμίαν πολλήν διά να σε ιδώ· χαίρομαι το λοιπόν που
+σήμερον έλαβα τούτην την ευχαρίστησιν· ας ακολουθήσωμεν το λοιπόν τα
+λαλούμενα και τους χορούς μας, είπε προς τες νέες, και, ας κάμωμε
+κάθε δυνατόν διά να δώσωμεν χαροποίησιν τούτου του ξένου. Όλες οι
+νέες εξανάρχισαν να χορεύουν, να λαλούν, και να κάνουν κάθε λογής
+παιχνίδια, έως που ήλθεν η νύκτα. Και αφού ενύκτωσεν άναψαν διάφορα
+κηρία και λαμπάδες και εις το αναμεταξύ που ετοίμαζαν το δείπνον, η
+κυρά και ο Κουλούφ ευρίσκονταν μαζί, και εσυνομιλούσαν διάφορες
+υποθέσεις του βασιλέως· και ανάμεσα εις τες άλλες η κυρά τον
+εξέταζεν αν αυτός ο βασιλεύς είχεν εύμορφες σκλάβες. Ναι, ω κυρά,
+είπεν ο Κουλούφ αυτός έχει πολλά ωραίες σκλάβες, και διά τώρα, αγαπά
+μίαν που ονομάζεται Γουλαδάμ· ετούτη είνε μία νέα πολλά ωραία, και
+ήθελα ειπεί πως αυτή θα ήτον η πλέον εύμορφη που ευρίσκεται στον
+κόσμον, ανίσως και δεν ήθελα ιδεί εσένα· επειδή και το κάλλος σου
+υπερβαίνει κατά πολλά εκείνης, και δεν ημπορεί με κανένα τρόπον να
+παρομοιασθή με εσένα. </p>
+
+<p>Ετούτα τα κολακευτικά λόγια δεν εκακοφάνηκαν της Δηλαράς (έτσι
+ωνομάζετο αυτή η κυρά)· η οποία ήτον θυγατέρα του Βαρούκ, μεγάλου
+αυθέντου της Καραΐτης, ο οποίος τότε δεν ευρίσκονταν εκεί, με το να
+είχε πάγει από μέρος του Βασιλέως του διά να συγχαρή τον Ουσβάκ Χαν,
+που ανέβη εις τον θρόνον της Ταρταρίας· και εις αυτό το διάστημα που
+αυτός έλειπεν, η Δηλαρά έκλινε να φέρη από καμμίαν φοράν ένα νέον
+εις το σπήτι της διά να μετεωρισθή, και να περάση ο καιρός της· μα
+έστεκε μ' όλον τούτο πολύ εις τα εδικά της, οπόταν ήθελεν επεικάσει
+κανένα που να της ήθελε χάσει το σέβας. Έμεινε λοιπόν αυτή πολλά
+ευχαριστημένη εις το να ακούση τον Κουλούφ ότι αυτή υπερέβαινεν εις
+την ευμορφιάν την αγαπητικήν του Βασιλέως, και τούτος ο έπαινος την
+έκαμε πλέον ζωντανήν και χαροποιάν· όθεν τον καιρόν του δείπνου είπε
+πολλά πράγματα νόστιμα, και ετελείωσε με το πνεύμα της εις το να
+ανάψη του Κουλούφ την φλόγα του έρωτος προς αυτήν. </p>
+
+<p>Ο Κουλούφ το λοιπόν οπόταν ήλθεν ο καιρός διά να αναχωρήση,
+εστάθη έμπροσθεν της Δηλαράς και της είπεν· αν εγώ ήθελα σταθή μαζί
+σου εκατόν χρόνους, ήθελε μου φανή να μην εστάθην μίαν στιγμήν μα
+ό,τι λογής και αν ήθελε ήτον η ευχαρίστησίς μου, κάνει χρεία να σε
+απαρατήσω διά να αναπαυθής· αύριον αν ορίσης και είναι με το θέλημά
+σου θέλω ξαναέλθη. Εγώ σου δίδω το θέλημα, απεκρίθη εκείνη· εσύ
+πρέπει το βράδυ να ευρεθής εις την ιδίαν πόρταν του μετσινίου, και
+θέλω κάμει να σε φέρουν εδώ. Ετούτο λέγοντας ο Κουλούφ,
+ευχαριστώντάς την, εβγήκεν από το παλάτι. </p>
+
+<p>Φθάνοντας εις την κατοικίαν του, όλην την νύκτα δεν έκλεισε μάτι
+στοχαζόμενος το κάλλος της Δηλαράς, και τα όσα είδεν εκείνην την
+ημέραν. Το ταχύ που εσηκώθη ευθύς επήγεν εις τον Βασιλέα. Ε, πόθεν
+έρχεσαι, ω Κουλούφ, του είπεν ο Βασιλεύς, ευθύς που τον είδε· τι
+εγίνηκες εχθές, και δεν εφάνης καθόλου προς εμένα; Αυθέντα, του
+απεκρίθη ο Κουλούφ, οπόταν η βασιλεία σου θέλει μάθει τα όσα μου
+εσυνέβηκαν, θέλει με συμπαθήσει που δεν ήλθα· και τον ίδιον καιρόν
+του εδιηγήθη τα όσα του ηκολούθησαν· είναι αδύνατον, του είπεν ο
+Βασιλεύς, τούτη η Κυρά να είναι τόσον ωραία, καθώς μου διηγάσαι· εσύ
+μου μιλείς με τόσην ζωντανωσύνην, που με κάνει να μην το πιστεύω.
+Αυθέντη, εξαναείπεν ο Κουλούφ, κοντολογής είναι τόσον ωραία που
+σχεδόν ο πλέον περίφημος ζωγράφος ημπορεί να αμφιβάλη διά να την
+παρομοιάση με το κονδύλι· ω, τούτο είναι παρά πολύ, του είπεν ο
+Βασιλεύς· εσύ με κάνεις να μου έλθη επιθυμία διά να την ιδώ, και
+θέλω χωρίς άλλο τούτην την νύκτα να έλθω μαζί σου, οπόταν έχη να
+πας. </p>
+
+<p>Η περιέργεια του νέου Βασιλέως έθλιψε τον Κουλούφ· μα αυθέντη,
+του είπεν με τι τρόπον εγώ ημπορώ να σε κάμω να έλθης μαζί μου εις
+αυτήν· και τι να της ειπώ το πώς και ποίος είσαι; Εγώ θέλω ενδυθή,
+λέγει ο Βασιλεύς, με φορέματα ενός σκλάβου, και θέλω απεράση διά
+σκλάβος σου, και σαν έλθω εκεί, θέλω σταθή εις καμμίαν αγκωνήν διά
+να ιδώ τα πάντα. Ο Κουλούφ δεν ετόλμησε να εναντιωθή του αυθεντός
+του, ο οποίος ενδυνόμενος με το φόρεμα του σκλάβου, προς το βράδυ
+επήγαν εις την πόρταν του μιτζιτιού. Δεν επέρασε πολύ, και είδαν την
+γραίαν που ήλθεν, η οποία είπεν· τον σκλάβον δεν κάνει χρεία να τον
+πάρης, απαραίτησέ τον και έλα μόνος σου. Ακριβή μου μητέρα, είπεν ο
+Κουλούφ, σε παρακαλώ να αφήσης ετούτος ο σκλάβος να έλθη μαζί μας·
+επειδή και είναι ένας πολλά επιτήδειος νέος, ο οποίος τραγουδεί
+πολλά εύμορφα, κάνει στίχους αιφνιδίως, και άλλα πολλά νόστιμα
+πράγματα, και της Κυράς σου δεν θέλει της κακοφανή ωσάν τον ιδεί. Η
+γερόντισσα δεν ωμίλησεν άλλο, παρά τους επήρε, και τους έφερεν εις
+το παλάτι της Κυράς. </p>
+
+<p>Αυτή βλέποντάς τον σκλάβον, ηρώτησε τον Κουλούφ, διατί έφερεν
+αυτόν τον σκλάβον μαζί του· ο δε της είπε πως ετούτος ο σκλάβος
+είναι πολλά μέτωρος, μπουφόνος, ήγουν τζουτζές, λαλεί ευμορφότατα το
+κύμβαλον, τραγουδεί εξαίσια, και κάνει και τον ποιητήν· ελπίζω το
+λοιπόν πως θέλει σας δώσει ηδονήν. Ωσάν είναι έτσι, απεκρίθη η Κυρά,
+καλώς ήλθε· μα, φίλε, λέγει προς τον σκλάβον, κύτταξε να είσαι
+τακτικός με τες νέες μου, διά να μην το μετανοήσης. Ο Βασιλεύς
+βλέποντας τον εαυτόν του ότι ήτο υπόχρεως διά να κάμη τον μπουφόνον,
+άρχισε να χορατεύη, και τόσον καλά εφέρθη, που η Κυρά είπε του
+Κουλούφ· κατά αλήθειαν εσύ έχεις ένα δουλευτήν πολλά μέτωρον, και
+ελπίζω απόψε να μας χαροποιήση. Επειδή και έχει την τύχην λέγει ο
+Κουλούφ, διά να είναι της αρεσκείας σου, δεν είναι πλέον ιδικός μου,
+αλλά ιδικός σου, Κυρά μου. </p>
+
+<p>Εκεί που έτσι ωμιλούσαν, ήλθε μία σκλάβα και έδωκε είδησιν, ότι ο
+δείπνος ήτον έτοιμος. Η Κυρά και ο Κουλούφ εκάθησαν εις την
+τράπεζαν, και ο σκλάβος έστεκεν ορθός· και καθώς ο σκλάβος έδιδεν
+ευχαρίστησιν της Δηλαράς με τα μέτωρά του, εζήτησε θέλημα από τον
+αγαπημένον της, διά να τον βάλη να καθήση εις την τράπεζαν με
+αυτούς. Ο Κουλούφ αφού και έκαμε κάποιες εναντίωσες, τον επρόσταξεν
+και εκάθησεν ανάμεσόν τους, και άρχισαν διά να φαν. Φέροντας το
+κρασί, η Δηλαρά εγέμισεν ένα ποτήρι, και το δίδει του σκλάβου,
+έπειτα του λέγει· πίε εις υγείαν μου. Ο βασιλεύς φιλώντας το χέρι
+της, που εκρατούσε το ποτήρι, το επήρε και το έπιεν εις υγείαν της.
+Η Δηλαρά γεμίζοντας άλλο ένα ποτήρι, λέγει προς τον Κουλούφ διά να
+τον πειράξη· το πίνω ετούτο εις την υγείαν εκείνης που αγαπάς, ήγουν
+της ωραίας Γουλεδάμ, αγαπητικής του βασιλέως σου. Κυρά, απεκρίθη ο
+Κουλούφ, με το πρόσωπον όλον κόκκινον, μη γένοιτο, ότι εγώ να λάβω
+τόσην τόλμην να υψώσω τους στοχασμούς μου εις την αγαπητικήν του
+Βασιλέως μου. Φυλάττω διά τούτο μίαν άκραν ευλάβειαν προς αυτόν. Ας
+είνε, εσύ θέλεις να αποσκεπασθής, απεκρίθη η Δηλαρά γελώντας· εγώ
+ενθυμούμαι ότι εχθές μου ωμίλησες με ένα τρόπον που σε έδειχνε πολλά
+φερμένον προς αυτήν και πως κάποιες φορές απερνάτε τον καιρόν με
+αυτήν χωρίς να το ηξεύρη ο βασιλεύς. Αυτός εις τούτα τα λόγια, τα
+οποία εγνώριζε το τι ημπορούσαν να προξενήσουν, αντραλώθη μεγάλως,
+και είπε· σε παρακαλώ, Κυρά μου, άφησε αυτά τα μετωρίσματα επάνω εις
+ετούτην την υπόθεσιν, επειδή και εγώ δεν έλαβα ποτέ καμμίαν
+συναναστροφήν με αυτήν, αλλ' ούτε ποσώς την τόλμην, να μιλήσω με
+αυτόν τον τρόπον δι' αυτήν. </p>
+
+<p>Η αντράλωσις που ο Κουλούφ έλαβε δι' αυτά τα λόγια, έδωσαν αιτίαν
+της Δηλαράς να γελάση μεγάλως· μα ως τόσον του Βασιλέως του εμπήκε
+καρφί εις την καρδίαν διά ταύτην την υπόθεσιν μα ως φρόνιμος που
+ήτον, εκαμώνονταν πως δεν ακούει, και ακολούθησε να μετωρίζεται και
+να πίνουν και οι τρεις. Και ως τόσον ο Βασιλεύς από ολίγον ολίγον
+ανάπτοντας από το κρασί, αλησμόνησε που έκανε τον σκλάβον, και
+άρχισε να λέγη της Δηλαράς. Κυρά μου, κάμε μου την χάριν, τραγούδησέ
+μου κανένα τραγούδι εύμορφον από εκείνα που ηξεύρεις. Η Δηλαρά διά
+να τον ευχαριστήση ωσάν που απερνούσε διά μπουφόνος, επήρεν ένα
+τζιβούρι και το ελάλησε, συντροφιασμένον με την φωνήν της, που
+εφαίνονταν να ήτον αγγελική. </p>
+
+<p>Ο Βασιλεύς που δεν είχεν ακούσει ακόμη τινά να τραγουδήση έτσι
+νόστιμα και γλυκά, ομοίως και να λαλήση με τόσην τελειότητα, του
+άρεσε τόσον, που μη ενθυμώντας πλέον πως έκανε τον σκλάβον, εφώναξεν
+από την ηδονήν του. Εσύ, Κυρά μου, με κάνεις να υπάγω εις έκστασιν.
+Ο Ισαάκ, πρώτος μου τραγουδιστής, ωνομασμένος εις διάφορα βασίλεια
+διά την φωνήν του, δεν είναι αρκετός να σε φθάση. Ο Κουλούφ έμεινεν
+ωσάν νεκρός διά την φανέρωσίν του· και η Δηλαρά γνωρίζοντας από
+τούτα τα λόγια ότι ο νομιζόμενος σκλάβος ήτον ο ίδιος ο βασιλεύς,
+εσηκώθη ευθύς από τον τόπον της, και έτρεξε διά να χαλέψη ένα
+μπούλωμα διά να σκεπάση το πρόσωπόν της. Α, ημείς είμασθε χαμένες,
+λέγει με χαμηλήν φωνήν προς τες άλλες νέες. Εκείνος δεν είναι
+σκλάβος, αλλά είναι ο ίδιος ο βασιλεύς. Ετούτο λέγοντας εγύρισε
+σκεπασμένη να εύρη τον βασιλέα, και δεν αποκοτούσε διά να καθήση
+πλέον κοντά του. Κάθησε, κυρά, της λέγει αυτός, σ' εμένα πρέπει θα
+σταθώ ορθός εις την επιφάνειάν σου. </p>
+
+<p>Η Κυρά εδόθη εις ένα πικρόν κλαύσιμον, και πέφτοντας εις τους
+πόδας του τού εζητούσε συμπάθειαν αν έσφαλε μη γνωρίζοντάς τον. Ο
+βασιλεύς σηκώνοντάς την της είπε, να μην φοβάσαι τίποτα· και έπειτα
+την ερώτησε το ποία ήτον, και αυτή εν συντομία του επλήρωσε την
+περιέργειαν· και ύστερον που έμαθε το ποία ήτον, επήρε τον Κουλούφ,
+και μισεύοντας από εκεί εγύρισαν εις το παλάτι του. </p>
+
+<p>Τα αστεία μετωρίσματα, που έκαμεν η Δηλαρά προς τον Κουλούφ,
+επάνω εις την Γολεδάμ, αγαπητικήν του βασιλέως, επροξένησαν κακά
+αποτελέσματα. Ο βασιλεύς πιστεύοντας από τα λόγια της Δηλαράς, ότι
+αναμέσον της αγαπητικής του και του Κουλούφ απερνούσεν αληθώς
+ανταπόκρισις αγάπης, χωρίς να κάμη καμμίαν εξέτασιν διά να ξεσκεπάση
+την αλήθειαν, επρόσταξε το ταχύ ο Κουλούφ να μη τολμήση να έλθη
+πλέον έμπροσθέν του και ότι εις διορίαν δώδεκα ωρών να μισεύση από
+το βασίλειόν του. </p>
+
+<p>Ο ταλαίπωρος αγαπημένος του βασιλέως, θλιμμένος διά την νέαν του
+δυστυχίαν και ηξεύροντας ότι ήτον ανεύθυνος, επάσχισε διά να εύρη το
+μέσον προς τον βασιλέα διά να δικαιολογηθή, μα εστάθη αδύνατον. Τότε
+έκλινε με υπομονήν εις το ριζικόν του· επήκουσε την προσταγήν την
+βασιλικήν, και συντροφιαζόμενος με ένα κερβάνι που επήγαινεν εις την
+Ταρταρίαν, επήγε με αυτό εις την Σαμαρκάντα, και έμεινε με
+μεγαλοψυχίαν αφιερωμένος εις εκείνο που ο ουρανός του είχε
+αποφασισμένον και μην στοχαζόμενος πλέον την περασμένην του
+ευτυχίαν, ωσάν που τα πράγματα του κόσμου δεν έχουν ποτέ μίαν
+στάσιν, ευρίσκονταν εις τελείαν ησυχίαν, ευφραινόμενος έως που είχε
+δηνάρια, και τελειώνοντάς τα επήγε και εστάθη εις την πόρταν ενός
+μετζιτίου διά να ζητά ελεημοσύνην. </p>
+
+<p>Ο Ιμάμης του μετζιτίου βλέποντάς τον μίαν ημέραν τον εξέταξεν
+επάνω εις την θρησκείαν, και ευρίσκοντάς τον ότι ήτο Μουσουλμάνος,
+του εδιώρισε δύο ψωμιά την ημέραν, με τα οποία αυτός εζούσε πολλά
+ευχαριστημένος. Τυχαίνει μίαν ημέραν ένας πραγματευτής ονομαζόμενος
+Μουζαφέρ, πηγαινάμενος εις το Μετζίτι, έρριξε τα μάτια του επάνω εις
+τον Κουλούφ, και τον έκραξε και τον ερώτησε λέγοντάς του· νέε, πες
+μου, από τι τόπον είσαι και διατί τέλος ήλθες εις ετούτην την χώραν;
+Αυθέντη, του απεκρίθη ο Κουλούφ, εγώ είμαι από την Δαμασκόν, και
+ταξειδεύοντάς με διάφορες πραγματείες διά την Ταρταρίαν, ολίγον
+ξέμακρα από την Σαμαρκάντα, με απήντησαν κλέπται, οι οποίοι μου
+εσκότωσαν τους ανθρώπους και μου επήραν το ό,τι είχα, και έμεινα
+καθώς με βλέπεις. </p>
+
+<p>Ο Μουζαφέρ αφού και τον αφηκράσθη, τον επίστευσε και του είπε· μη
+θλίβεσαι, ότι οι ευτυχίες είνε συντροφιασμένες με τες δυστυχίες· εσύ
+ημπορείς να εύρης εδώ τον τρόπον διά να χαροποιηθής· σήκου και
+ακολούθει μοι έως το σπήτι μου. Ο Κουλούφ με προθυμίαν τον
+ακολούθησεν, ο οποίος ερχόμενος εις το σπήτι του Μουζαφέρ εκατάλαβεν
+ότι ήτον ένας υπέρπλουτος πραγματευτής. Ο Μουζαφέρ αφού και του
+έκαμε μεγάλες δεξίωσες, ιδού και έρχεται ένας Χότζας και τον πιάνει
+από το χέρι, και του λέγει. Νέε αγαπημένε μου, ο Μουζαφέρ,
+νοικοκύρης ετούτου του σπητιού, έχει μίαν καλήν γνώμην επάνω εις
+εσένα, διά την οποίαν ζητά μίαν γλήγορην αποτέλεσιν, η οποία θέλει
+σε ωφελήσει μεγάλως εις την κατάστασιν που είσαι. </p>
+
+<p>Εσύ θέλεις ηξεύρει, ότι αυτός έχει ένα μοναχόν υιόν ονόματι
+Ταχέρ, μιας φύσεως πολλά θυμώδους, ο οποίος έχει ολίγον καιρόν που
+εστέφθη μίαν θυγατέρα ενός μεγάλου αυθέντου ξένου· αυτός όντας
+φυσικά θυμώδης, ωνείδισε μίαν ημέραν διά κάποιον σφάλμα την γυναίκα
+του· αυτή του ανταποκρίθη εις τον θυμόν του με λόγια με οργήν και με
+καταφρόνεσιν, τα οποία εθύμωσαν τόσον τον Ταχέρ, που την εχώρισεν·
+αυτός ύστερον από ολίγον εμετανόησεν επειδή και εκείνη ήτον μία
+ωραία νέα, και την ηγάπα πολλά· μα είναι οι νόμοι που δεν του δίδουν
+θέλημα διά να την ξαναπάρη, ανίσως και ένας άλλος άνθρωπος πρώτον
+δεν την ήθελε στεφανωθή, και ύστερον να την χωρίση. Ετούτη είναι η
+αιτία διά την οποίαν ο Μουζαφέρ επιθυμεί ότι σήμερον να την
+στεφανωθής, και απερνώντας την νύκτα με αυτήν, το ταχύ να την
+χωρίσης διά να την ξαναλάβη ο υιός του· και δι' αυτό σου τάσσει να
+σου δώση πενήντα φλωριά· θέλεις λοιπόν να του κάμης αυτήν την χάριν;
+Μετά πάσης χαράς, απεκρίθη ο Κουλούφ, είμαι πολλά έτοιμος διά να τον
+δουλεύσω. </p>
+
+<p>Ήξευρε το λοιπόν ακόμη, ακολούθησεν ο Χότζας, ότι εδώ εις τούτην
+την χώραν είναι πολλοί άνθρωποι που επιθυμούν να γένουν χουλάδες εις
+τέτοιες περίστασες, και χωρίς πολλήν πληρωμήν· μα ο νοικοκύρης αγαπά
+καλλίτερον ετούτος ο χουλάς να είνε ξένος· διατί τέτοια πράγματα
+πρέπει να γίνωνται πολύ μυστικά· όθεν ο Μουζαφέρ σε εδιάλεξεν εσένα.
+Εγώ είμαι ο Αναΐππης, και κατά την αξίαν μου έχω την δύναμιν διά να
+σε υπανδρεύσω με αυτήν την νέαν Κυράν, και εις ετούτην την στιγμήν,
+αν θέλης, ημπορούμεν να το τελειώσωμεν. Οπόταν προστάξης, απεκρίθη ο
+Κουλούφ, εγώ είμαι έτοιμος. Μα, είπεν ο Αναΐππης, πρώτον πρέπει να
+μου τάξης ότι θα την χωρισθής αύριον, και δεύτερον ευθύς να μισεύσης
+από τούτην την χώραν, με τα δηνάρια που θέλουν σου δοθή· επειδή η
+οικογένεια του Μουζαφέρ δεν ήθελεν υποφέρη να σταματήσης πλέον εδώ,
+ύστερον από ένα τέτοιον πράγμα. </p>
+
+<p>Εγώ ευθύς σου τάσσω, απεκρίθη ο Κουλούφ, να την χωρίσω και να
+φύγω, και αν δεν με πιστεύης, σου κάνω όρκον εις τον Προφήτην. Ευθύς
+που έκαμε τον όρκον ο Αναΐππης έδωσε την είδησιν του Μουζαφέρ, ότι ο
+ξένος είναι έτοιμος διά να κάμη τον Χουλάν· με συμφωνίαν ότι αύριον
+θα την χωρίση και θα μισεύση· τότε ο Μουζαφέρ προς το βράδυ έκραξε
+τον υιόν του Ταχέρ, όλην την οικογένειάν του, και έμπροσθεν ολωνών ο
+Αναΐππης εστεφάνωσε τον Κουλούφ με την κυράν, χωρίς να την ιδή, με
+το να έστεκε μπουλωμένη από προσταγής του Ταχέρ. Έξω από αυτό
+επρόσταξεν ακόμη, ότι την νύκτα ο Χουλάς θα ήθελε σταθή χωρίς φως,
+και τέλος ότι μη βλέποντάς της, το ερχόμενον ταχύ, θα ήθελεν έχει
+ολιγώτερον κακοφανισμόν διά να την χωρίση. </p>
+
+<p>Ως τόσον έφθασεν η νύκτα, και έφεραν τον Κουλούφ εις τον νυμφικόν
+θάλαμον, εις τον οποίον ευθύς που τον έμπασαν έσβυσαν το φως, και
+έμεινεν εις το σκοτάδι με την Κυράν, η οποία είχεν υπάγει εις το
+κρεββάτι εμπροστήτερα απ' αυτόν. Αυτός σαν έκλεισε την πόρτα με
+διπλά σίδερα εγδύθη και επήγε διά να εύρη το κρεββάτι ψηλαφώντας,
+και ευρίσκοντάς το εμπήκε σιμά εις την γυναίκα του. Αυτή αγροικώντας
+πως αυτός ήλθεν εις το κρεββάτι, εσυγχίσθηκεν εις το να ιδή πως
+ευρίσκεται υπόχρεη να υποφέρη τα χάιδια ενός που του έκρυβε το
+πρόσωπόν της· και μάλιστα ηξεύροντας ότι διά τέτοιες τάξες δεν
+έπαιρναν άλλους, παρά ανθρώπους γέροντας ή κακορίζικους. Από το άλλο
+μέρος ο Κουλούφ, με το να του είχε διηγηθή ο Αναΐππης διά την
+ωραιότητά της και διά το κάλλος της, του επλήθαινε μία φλογερά
+περιέργεια διά να ιδή την αλήθειαν. Ετούτη η επιθυμία που τον
+επείραζε και δεν ημπορούσε να εβγάλη την περιέργειάν του, με το να
+ήτον νύκτα, τον έκαμε να χάση την υπομονήν, και άρχισε να λέγη.
+Κυρά, διά όσον χαροποιά που έπρεπε να μου είνε τούτη η νύκτα, βλέπω
+που μου είναι πολλά ανυπόφορη, με το να μη ημπορώ να ιδώ τα κάλλη
+σου· διά το οποίον θέλω έχει μίαν παντοτεινήν θλίψιν, που το ταχύ
+πρέπει να σε αφήσω χωρίς παντελώς να σε γνωρίσω· μα παρακαλώ σε,
+κυρά μου, μην είσαι τόσον σκληρά που να μη μου κάμης ετούτην την
+παραμικράν ευχαρίστησιν, το ολιγώτερον να μου μιλήσης κανένα λόγον.
+</p>
+
+<p>Αφού και εξεθύμανε με αυτόν τον τρόπον το παράπονόν του εσιώπησε
+διά να ακούση εκείνο που η γυναίκα του ήθελε του αποκριθή. Και
+έμεινεν εκστατικός οπόταν ήκουσε, που αντί να του αποκριθή εις τα
+όσα ωμίλησε, αυτή να του ειπή· ω εσύ, που ο Ταχέρ σε εδιάλεξε διά να
+ξανανεώσης την αντάμωσίν μας, όποιος και αν είσαι, φανέρωσέ μου τις
+είσαι· μου φαίνεται από την ομιλίαν ότι μου είσαι γνωστός. Ο Κουλούφ
+ετρόμαξεν εις τούτα τα λόγια· Κυρά ευθύς απεκρίθη, μου φαίνεται και
+εμένα, ότι ακούω εις του λόγους σου την φωνήν μιας κυράς που
+γνωρίζω. Α, δίκαιε ουρανέ αράγε είσαι συ εκείνη που στοχάζομαι; Α,
+Κουλούφ εφώναξεν εκείνη είσαι εσύ που μιλείς; Ναι, κυρά μου,
+απεκρίθη εκείνος· εγώ είμαι αυτός ο δυστυχής Κουλούφ· μα εγώ δεν
+ημπορώ να καταλάβω ακόμη πως είσαι εσύ η Δηλαρά. Στάσου βέβαιος ότι
+εγώ είμαι εκείνη η ταλαίπωρος Δηλαρά, που σε εδέχθηκα εις το σπήτί
+μου με τον βασιλέα Μοργάν· και που με τα άπρεπά μου μετωρίσματα, σε
+έκαμα μισητόν προς τον βασιλέα και που πρέπει να με στοχασθής διά
+μίαν μεγάλην έχθρισσαν, με το να είμαι εγώ η αιτία της συμφοράς σου.
+Παύσε, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Κουλούφ, παύσε εις το να ονειδίζεσαι.
+Ο ουρανός έτσι ηθέλησεν. Ευχαριστώ την καλωσύνην του που έκαμε να
+γεννηθή εν ταις συμφοραίς μου ένα τέτοιον χαροποιόν συμβεβηκός. Μα,
+ωραιοτάτη κυρά, ακολούθησε, πως είνε τούτο κ' έγινες γυναίκα του
+Ταχέρ; Τώρα τώρα θέλω σου το φανερώσει, απεκρίθη αυτή, και άκουσέ το
+με προσοχήν. </p>
+
+<p>Ο πατέρας μου τον καιρόν που ευρίσκονταν εδώ εις την Σαμαρκάντα,
+ήτον κονεμένος εις τον οίκον ετούτον του πενθερού μου Μουζαφέρ, που
+από πολύν καιρόν τον εγνώριζεν. Αυτοί όντας αντάμα εσυμφώνησαν
+ανάμεσόν τους ετούτην την υπανδρειάν· και ο πατέρας μου
+ξαναγυρίζοντας εις την Καρακοράμ με έστειλεν εδώ με πολλήν
+συντροφιάν εδικών μου δούλων. Υπήκουσα τον πατέρα μου με δυναστικόν
+τρόπον, από αιτίαν εδικήν σου, επειδή σου το εξομολογούμαι, ω ακριβέ
+μου Κουλούφ, πως σε αγαπούσα, με όλον που δεν σου το είχα φανερώσει.
+Η υπανδρειά μου με τον Ταχέρ δεν σε αποξένωσεν από την ενθύμησίν
+μου. Ετούτος ο θηριώδης άνδρας μου, και άλλο τόσον κακότροπος, με το
+κακόν του φέρσιμον προς εμέ, με έκαμε περισσότερον να σε επιθυμήσω,
+και πάντα είχα την ελπίδα διά να σε ξαναϊδώ· μα η τύχη μου δεν
+άργησε να πληρώση έτσι ευτυχισμένα την επιθυμίαν μου, επειδή και
+ευρίσκω τον αγαπητικόν μου εις τον πλαστόν νυμφίον που μου εδόθη· ω
+συμβεβηκός θαυμάσιος! εγώ σχεδόν δεν ηξεύρω αν ημπορώ να το
+πιστεύσω. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ακολούθησις και
+τέλος της Ιστορίας του Κουλούφ και της ωραίας
+Δηλαράς.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Κουλούφ από εκείνο που ήκουσε δεν ημπορούσε πλέον να αμφιβάλλη
+που να μην είνε με την Δηλαράν. Ωραιοτάτη Δηλαρά, εφώναξεν από την
+χαράν του και από την αγάπην του, ποία ευτυχισμένη μεταλλαγή; διά
+ποίαν περίεργον αλυσίδα των συμβεβηκότων εγώ έφθασα εις την πλήρωσιν
+των επιθυμιών μου; πώς το λοιπόν; είσαι συ εκείνη που υποχρεώθηκα να
+στεφανωθώ διά μίαν νύκτα, εσύ είσαι εκείνη της οποίας η εικών είνε
+ζωγραφισμένη διά παντός εις την καρδίαν μου και που δεν ήλπιζα πλέον
+να την ιδώ; Α Κυρά μου, ποίος ημπορούσε να λογιάση τέτοιο
+συναπάντημα ευτυχισμένον, διά να ενωθώμεν κατά την επιθυμίαν μας; Η
+Δηλαρά από το άλλο μέρος δεν ήτο τόσον αναίσθητη εις τα τρυφερά και
+παθητικά λόγια του Κουλούφ, και με άπειρον αγαλλίασιν, που καθείς
+ημπορεί να την στοχασθή, απέρασαν εκείνην την νύκτα χωρίς να
+κλείσουν μάτι. Το ταχύ, πριν να γένη ημέρα, έρχεται ένας σκλάβος
+και χτυπά την πόρταν κράζοντάς με βίαν, Χουλά, Χουλά, σήκου το
+γληγορώτερον διότι είναι ημέρα. Ο Κουλούφ εις αυτήν την είδησιν δεν
+ηθέλησε ούτε απόκρισιν να του δώση, και ακολούθησε διά να
+ευφραίνεται με την Δηλαράν· μα αιφνιδίως αγροίκησε να του παύση η
+χαρά, και μία θανατηφόρος θλίψις τον επερικύκλωσεν, και με
+αναστεναγμόν είπεν· αχ, Κυρά μου, καταλαμβάνω που οι εδικοί σου
+βιάζονται διά να μας χωρίσουν. Ο Μουζαφέρ δεν βλέπει την ώραν διά να
+ξαναστερεώση την υπανδρείαν με τον υιόν του· αλλοί εις εμέ, ευθύς
+που σε αντάμωσα είμαι στενεμμένος διά να σε υστερηθώ από αιτίαν του
+όρκου που είμαι δεμένος· επειδή ωρκίσθηκα και έταξα διά να χωρίσω,
+αφού περάση ετούτη η νύκτα. Και πώς; είπεν η Δηλαρά, θέλεις εσύ να
+φυλάξης αυτόν τον τυραννικόν όρκον; ήξευρες εσύ, οπόταν τον έκαμες,
+πως ήμουν εγώ εκείνη που έταξες διά να τον φυλάξης, και περιπλέον
+στοχάζεσαι ότι η Δηλαρά να μην αχρήζη περισσότερον από μίαν
+επιορκίαν; α, Κουλούφ, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας, εσύ δεν με
+αγαπάς, και διά τούτο θέλεις να με χωρίσης. Μα Κυρά, ξαναείπε αυτός,
+λογιάζεις, πως στέκει εις εμένα να σου φυλάξω την αγάπην, με όλον
+που θα ήθελα πατήση το όρκον μου; πιστεύεις εσύ ότι ένας ξένος,
+χωρίς βοήθειαν και δηνάρια, ημπορεί να αντισταθή εναντίον του
+πλουσίου Μουζαφέρ; Ναι είπεν η Δηλαρά, ημπορείς καλώτατα·
+καταφρόνησε τους φοβερισμούς του, απόβαλλε τα ταξίματά του, μην
+φοβάσαι τίποτε, οι νόμοι θέλουν είνε προς διαφέντευσίν σου, και
+ανίσως και έχεις σταθερότητα, θέλεις κάμει ανωφελείς όλες τες
+βιάσεις που ημπορούν να σου κάμουν. Καλώτατα, Κυρά μου, είπεν ο
+Κουλούφ όλος χαρά· εσύ θέλεις μείνει ευχαριστημένη· απεφάσισα να
+χάσω την ζωήν μου, παρά να σε χωρίσω. </p>
+
+<p>Εις αυτό το διαμέσον, που ο Κουλούφ εβεβαίωσε την γυναίκα του με
+αυτόν τον τρόπον, ο Ταχέρ, ανυπόμονος διά την άργητα, πηγαίνει και
+κτυπά την πόρταν, λέγοντας με φωνήν αγρίαν· τι αργείς ω Χουλά, και
+δεν σηκώνεσαι; η ημέρα αύξησε και εσύ δεν κάνεις το χρέος σου; ή
+θέλεις να σε παρακαλέσουν; Ο Κουλούφ, εις αυτά τα λόγια δεν έχασε
+καιρόν εις το να σηκωθή, και ενδυνόμενος εβγήκε, και εσυναπάντησε
+τον Ταχέρ, ο οποίος τον επήρε ευθύς και τον έφερεν εις το λουτρόν
+και αφού απολούσθηκε, τον επήγεν εις τον πατέρα του εκεί που ήταν
+και ο Αναΐππης. Αυτοί βλέποντάς τον τόν εχαιρέτησαν, και τον έβαλαν
+και εκάθησε κοντά τους εις μίαν τράπεζαν διά να προγευθούν· ύστερον
+δε από το πρόγευμα ο Αναΐππης τον επήρε κατά μέρος, και του έδωσε τα
+πενήντα φλωρία, και ένα καινούριο φακιόλι εις ένα φουτά δεμένον, και
+του λέγει· έπαρε, ω νέε, τα όσα σου ετάχθησαν και περισσότερον, και
+σε παρακαλεί ο Μουζαφέρ να μη σταθής πολλήν ώραν εδώ εις την
+Σαμαρκάντα· χώρισε λοιπόν την γυναίκα σου και σύρε να κάμης την
+δουλειάν σου το συντομώτερον. </p>
+
+<p>Θαυμάζω εις εσένα, του αποκρίνεται ο Κουλούφ ρίχνοντάς τα φλωριά
+και το φακιόλι, που με αναγκάζεις να χωρίσω τη γυναίκα μου, που την
+εστεφανώθηκα εμπροστά σου· ένας τιμημένος άνθρωπος ωσάν και εμένα
+δεν κάνει παρόμοια· πώς; το λοιπόν εγώ έρχομαι εις την Σαμαρκάντα,
+και ένας πραγματευτής με παίρνει, και μου δίδει γυναίκα και
+υστερότερα θέλει να την χωρίσω; ετούτο δεν θέλω το κάμει ποτέ· και
+παύσε, αυθέντη Αναΐππη, εις το να με παρακινήσης, διατί δεν θέλεις
+κάμει τίποτε. </p>
+
+<p>Ο Αναΐππης έμεινεν εκστατικός εις ετούτα τα λόγια, όθεν ευθύς
+τρέχει προς τον Μουζαφέρ, και του λέγει· την επάθαμε τη δουλειά. Ο
+Χουλάς αρνείται να χωρίση την γυναίκα του, τον οποίον τον βλέπω
+πολλά στερεόν εις την γνώμην του, και λογιάζω μήπως και το κάνει διά
+να εβγάλη περισσότερα δηνάρια. Ανίσως και είναι έτσι απεκρίθη ο
+Μουζαφέρης, δος του εκατόν φλωριά, και ας πάη να κάμη τη δουλειά
+του. Όχι, όχι Μουζαφέρ, εφώναξεν ο Κουλούφ ακούοντάς του από
+μακρόθεν· εσείς ματαίως κοπιάζετε εις το να διπλώνετε την πληρωμήν
+και αν μου δώσετε και δέκα χιλιάδες φλωριά, εγώ δεν θέλω λύσει ένα
+δέμα έτσι άγιον, και που κανείς δεν ημπορεί να με βιάση να λυθώ από
+ένα δεσμόν που οι νόμοι τον διαφεντεύουσιν. Α, ετούτο είνε πολύ να
+σε υπομένωμεν, αποκρίθηκαν όλοι, σαν δεν θέλεις με το καλόν, ο Κατής
+θέλει κάμει δικαιοσύνην· και έτσι λέγοντας ευθύς τον έκραξαν εις τον
+Κατήν. </p>
+
+<p style='text-align:center;'><img src ="images/3.jpg" width="344"
+height="362"
+alt="Και ευθύς έκραξαν τον Κουλούφ εις τον Κατήν"
+border="2" /></p>
+
+<p>Ο Κατής βλέποντάς τον Κουλούφ, άρχισε με το καλό να τον παρακινή
+διά να τον κάμη να κλίνη, να χωρίση την γυναίκα του· μα βλέποντάς
+τον στερεόν, άρχισε να τον φοβερίζη, και μη κάνοντας τίποτε και με
+τες φοβέρες ηθέλησε να δοκιμάση και με τες δυναστείες· του οποίου
+διά πρώτην αρχήν του έδωκεν εκατόν ξυλιές εις τα ποδάρια, και ύστερα
+του είπε· σύρε ακόμη απόψε και κοιμήσου με την γυναίκα σου, και
+αύριον στοχάσου διά να την χωρίσης, ειδεμή τα όσα σου έκαμα σήμερον
+δεν θέλουν παρομοιασθούν με εκείνα που έχω να σου κάμω αύριον. Έτσι
+ο Κουλούφ με όλον που ήτον δαρμένος έτρεξε με χαράν προς την
+αγαπημένην του Δηλαράν και ωσάν την είδεν, ευθύς του εδιάβησαν οι
+πόνοι, της οποίας εδιηγήθη τα όσα επέρασεν εκείνην την ημέραν. </p>
+
+<p>Η Δηλαρά τότες από την χαράν της, α ακριβέ μου Κουλούφ, εφώναξε
+με ανοιχτές τες αγκάλες, έλα να λάβης τον μισθόν της σταθερότητός
+σου, που ευχαριστήθης να κακοπάθης παρά να παραιτήσης την Δηλαράν·
+μα αλλοί εις εμέ, που δεν είμαι ήσυχη στοχαζομένη το τι έχουν να σου
+κάμουν εκείνοι οι βάρβαροι αύριον. Κυρά μου, απεκρίθη ο Κουλούφ,
+ό,τι λογής παιδευτήριον ήθελαν να μου ετοιμάσουν, δεν θέλουν με
+αποξενώσει από την σταθερότητά μου, και δεν θέλουν κάμει
+περισσότερον απ' ότι σήμερον έκαμαν. Τέλος πάντων δεν ηξεύρω η τύχη
+μου αν θέλη να αποθάνω, ή να ζήσω διά εσένα, αλλά είμαι βέβαιος ότι
+δεν ημπορεί να είνε γραμμένον εις τον Ουρανόν να σε υστερηθώ. Δεν
+ημπορώ, απεκρίθη η Δηλαρά, να πιστεύσω ότι αυτός θα σε αφήση να
+κακοπάθης, επειδή και αυτός μου έδειξεν ένα μέσον διά να γελάσης
+τους εχθρούς σου, το οποίον είναι τούτο. </p>
+
+<p>Αύριον οπόταν θέλει είσαι έμπροσθεν του Κατή, ειπές του ότι είσαι
+υιός του Μασούδ· ετούτος είναι πραγματευτής πολλά πλούσιoς της
+Κογέντας· εσύ θέλεις ειπεί με σταθερότητα ότι εκείνος είναι ο
+πατέρας σου, και πως γλήγορα θέλεις κάμει να έλθουν είδησες από
+αυτόν διά βεβαιότητα· μεταχειρίσου ετούτον τον δόλον διά τες ώρες,
+διά να αποφύγης το κακόν που σου προετοιμάζουν, και διά να
+υποχρεώσης τον Κατή διά να μας αφήση ησύχους να ζήσωμεν μαζί, έως
+που να εύρωμεν άλλον τρόπον, διά να τελειώσαμεν την επιθυμίαν μας
+και να φύγωμεν απ' εδώ. </p>
+
+<p>Αυτός ο στοχασμός άρεσε του Κουλούφ, και του έδωσε κάποιαν
+χαροποίησιν, και αφού απεφάσισαν να ακολουθήσουν έτσι, απέρασαν το
+επίλοιπον της ημέρας και όλην την νύκτα αγαλλιώμενοι και έκθαμβοι
+διά το γραπτόν τους. Μα ευθύς που έγινεν ημέρα εσυγχύσθηκε πάλιν η
+χαροποίησίς τους. Οι άνθρωποι του Κατή, φερμένοι από τον Ταχέρ,
+ήλθαν και εκτύπησαν την θύραν του οντά του λέγοντες. Χουλά, είναι
+καιρός διά να παρασταθής εις τον Κατή. Σήκον λοιπόν, διότι δεν
+ημπορεί να σε καρτερή. Ο Κουλούφ ακούντας τούτο, αναστέναξεν από
+καρδίας και η γυναίκα του εδόθη εις κλάψιμον· ταλαίπωρε Κουλούφ, του
+είπε· πόσον ακριβά θέλει σου κοστήσει η γυνή σου. Κυρά μου, αυτός
+απεκρίθη, σε παρακαλώ, παύσε τα δάκρυά σου, διατί μου κόπτουν την
+καρδίαν, και ας έχωμεν τες ελπίδες μας εις τον Ουρανόν, και αυτός
+ωσάν δίκαιος δεν θέλει μας αφήσει από το χέρι του. Και λέγοντας έτσι
+εσηκώθη και ενδύθη και ανοίγοντας την πόρταν εβγήκε, και υπήγε εις
+τον Κατή, μαζί με τους ανθρώπους του. </p>
+
+<p>Ο Κατής βλέποντάς τον του είπε· αι, Χουλά, τι απόφασιν έκαμες;
+την χωρίζεις την γυναίκα σου, ή θέλεις να ξαναδοκιμάσης τον θυμόν
+μου ακόμη; εσύ πρέπει να στοχασθής, που είσαι ένας κακορίζικος, και
+δεν έχεις τον τρόπον να ζήσης μοναχός σου, και θέλεις να κρατήσης με
+το στανιό μίαν τέτοιαν κυράν; και πώς έχεις να την ζωοτροφήσης;
+Αυθέντη Κατή, απεκρίθη ο Κουλούφ, αν με στοχάζεσαι διά ένα
+κακορίζικον καθώς μου λες, λανθάνεσαι· επειδή και η γέννησίς μου δεν
+είνε τόσον σκοτεινή καθώς στοχάζεσαι· μα επειδή και ευρίσκομαι
+στενεμμένος από τες δυναστείες σου, κάνει χρεία να σου φανερώσω το
+ποίος είμαι. Εγώ λοιπόν είμαι υιός μονογενής του Μασούδ,
+πραγματευτού της Κογέντας· ο πατέρας μου είνε πολλά πλουσιώτερος από
+τον Μουζαφέρ· και αν αυτός ήθελε μάθει τα όσα μου τρέχουν, ηθέλετε
+ιδεί τι πλούτον που ήθελε μου στείλει, και βεβαιωτικά γράμματα διά
+γνώρισίν μου. Και διατί μου εσυνέβη η δυστυχία, και με έγδυσαν οι
+κλέπται εις την στράταν, και ευρέθηκα στενεμμένος διά να ζητήσω
+ελεημοσύνην διά να κυβερνηθώ προς ώρας, διά τούτο δεν είμαι αρκετός
+να φυλάξω μίαν γυναίκα τον καιρόν που ημπορώ να φυλάξω εκατόν; και
+διά τα όσα σου λέγω, αυθέντη Κατή, αν δεν με πιστεύης, ημπορείς να
+στείλης ένα μετζίλι προς τον πατέρα μου, που δεν είναι μακράν παρά
+οκτώ ημερών δρόμον, διά να βεβαιωθής διά την κάθε αλήθειαν. </p>
+
+<p>Ο Κατής ακούοντας να ομιλήση ο Κουλούφ εις τέτοιον τρόπον έμεινεν
+εκστατικός, και γυρίζοντας προς τον Μουζαφέρ και Ταχέρ, λέγει·
+ετούτον, από εκείνο που λέγει και το βεβαιώνει, εγώ δεν ημπορώ να
+τον βιάσω περισσότερον, και κατά τον νόμον ημπορεί να κρατήση την
+γυναίκα του. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του αποκρίθηκαν· μην τον πιστεύης
+αυθέντη, διότι είνε ένας κακός άνθρωπος και ψεύτης, και με αυτές τες
+ψευτιές πάσχει να μας γελάση. Ο Κατής τους εξαναείπεν· εις τούτο εγώ
+δεν ηξεύρω τι απόφασιν να κάμω· άλλο δεν λέγω, παρά να στείλω ευθύς
+εις την Κογέντα έν μετζίλι διά να εξετάξη, και ανίσως και είνε καθώς
+λέγει, ημπορεί να την κρατήση, ειδεμή και είνε ψεύματα, σας τάσσω
+μεθ' όρκου ότι θα τον κρεμάσω. </p>
+
+<p>Αποφασίζοντάς με τέτοιον τρόπον ο Κατής την υπόθεσιν, οι
+κρινόμενοι ανεχώρησαν. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του έστειλαν ευθύς
+μετζίλι εις την Κογέντα, διά να εξετάξη την κάθε υπόθεσιν. Ο δε
+Κουλούφ έτρεξεν ευθύς διά να δώση λογαριασμόν της γυναικός του διά
+τα όσα επέρασε με τον Κατή. Α! ακριβέ μου νυμφίε, χαίρομαι που
+εφέρθης με τούτον τον τρόπον, επειδή και η δουλιά μας θέλει πηγαίνει
+πολλά καλά. Ημείς έως που να γυρίση το μετζίλι ημπορούμεν να
+φύγωμεν, και να πάμε εις την Μποκάρα το γληγορώτερον, και εκεί
+θέλομεν κυβερνηθή με την προίκα μου και με τα διαμαντικά μου, που τα
+έχω μαζή με εμένα, και θέλομεν ζήσει ατάραχοι από τους εχθρούς. </p>
+
+<p>Ο Κουλούφ εύρεν εύλογον αυτόν τον στοχασμόν της Δηλαράς, και
+αποφάσισαν διά να βαλθούν εις ετοιμασίαν, διά να μισεύσουν· μα
+επειδή ήτον εις το σπήτι του Μουζαφέρ, και δεν είχαν τον τρόπον διά
+να κάμουν κατά την επιθυμίαν τους, φοβούμενοι διά να μη τους
+απεικάσουν, απεφάσισαν να γυρεύσουν θέλημα του Μουζαφέρ, και αν
+αυτός δεν τους το ήθελε δώσει να το γυρεύσουν από τον Κατή, διά να
+έβγουν από εκείνο το σπήτι και να παν εις άλλο, που να τους αρέση,
+διά να σταθούν με την ελευθερίαν τους. </p>
+
+<p>Έχοντες λοιπόν με τούτον τον τρόπον αποφασίση, ο Κουλούφ επήγεν
+εις τον Μουζαφέρ, και του ανήγγειλε την γνώμην του. Αυτός ομού με
+τον υιόν του αντιστάθηκαν, και δεν ήθελαν η Δηλαρά να έβγη από το
+σπήτι τους. Τότε ο Κουλούφ τους παίρνει εις τον Κατή, και λέγει την
+υπόθεσιν. Ο Κατής τον εξετάζει διατί θέλει να αναχωρήση από εκεί,
+και ο Κουλούφ του απεκρίθη, ότι έχω παραγγελίαν από τον πατέρα μου
+τον Μασούδ, ότι εκεί που κάθονται οι εχθροί μου να μη σταθώ ούτε
+ημέραν, και διά τούτο πρέπει να αναχωρήσω με την γυναίκα μου, η
+οποία το επιθυμεί περισσότερον από εμένα. Ψεύματα λες, απεκρίθη ο
+Ταχέρ· η Δηλαρά κλαίει και οδύρεται διά το πταίσιμον που έκαμε με
+εσένα, και εσύ λες πως θέλει και αυτή να αναχωρήση από το σπήτι μου;
+Αυθέντη Κατή, ακολουθεί αυτός, εγώ θέλω να τον πιάσω με τον λόγον
+του. Πρόσταξε να έλθη εδώ η Δηλαρά και αν μεν βεβαίωση εκείνο που
+λέγει αυτός ο κακοποιός, εγώ το ευχαριστούμαι να μη την γυρέψω πλέον
+διά γυναίκα μου, ειδεμή ωσάν ψεύτην να τον παιδεύσης. </p>
+
+<p>Ο Κατής έστειλεν ευθύς τον Αναΐππην του, και εσήκωσε την Δηλαράν
+και την έφερεν έμπροσθέν του, ο οποίος, ευθύς που την είδε να έλθη,
+την ερώτησεν ανίσως και επιθυμούσε να έβγη από το σπήτι του
+Μουζαφέρ, και ανίσως και έκλινε περισσότερον προς τον Χουλάν, ή εις
+τον πρώτον της άνδρα. Ο Ταχέρ τον καιρόν που γεμάτος χαράν ήλπιζε να
+αποκριθή προς βοήθειάν του, έμεινε νεκρός ακούοντας να ειπή του Κατή
+έτσι. Επειδή και εσύ, αφέντη, Κατή, ζητείς διά να σου ειπώ την
+αλήθειαν, εγώ θέλω σου φανερώση το όλον. Ο δεύτερος μου άνδρας υιός
+του Μασούδ, είνε ο κύριος της αγάπης μου, και σε παρακαλώ μεγάλως,
+αυθέντη Κατή, ότι να προστάξης να μας αφήσουν διά να πάμε εις άλλο
+σπήτι να κατοικήσωμεν με την ησυχίαν μας! Ω! λέγει τότε ο Κριτής
+προς τον Ταχέρ, εσύ βλέπεις ότι ο Χουλάς τίποτε δεν είπε ψεύματα·
+και εις τούτο άλλη εναντίωσις δεν είνε, παρά πρέπει να τους αφήσετε
+να υπάγουν όπου θέλουν να κατοικήσουν χωρίς καμμίαν αντίστασιν. </p>
+
+<p>Τότε ο Ταχέρ σχεδόν ήθελε να σκάση από την χολήν του και από τον
+θυμόν του· αλλά μην ημπορώντας να κάμη αλλέως από την απόφασιν του
+Κατή, άφησε και εβγήκαν από το σπήτι του, μαζί με όλην την προίκα
+που είχε φέρει η Δηλαρά εκεί, και επήγαν και εκάθησαν εις ένα άλλο
+σπήτι, εις την πόρταν του οποίου ο Κατής έβαλε φύλακας διά να μη
+φύγουν έως που να γυρίση το μετζίλι με τα βεβαιωτικά γράμματα διά
+τον Κουλούφ. Αυτοί ευθύς αγόρασαν σκλάβους διά να τους δουλεύουν,
+και άλλα χρειαζόμενα διά το σπήτι, όλα με έξοδα της Δηλαράς, και
+αφού εβάλθηκαν εις τάξιν δεν εστοχάσθηκαν άλλο παρά να περνούν με
+ηδονήν, και να χαίρωνται με μεγάλην αγαλλίασιν την ελευθερίαν τους
+και την αγάπην τους, έως που να εύρουν τον καιρόν αρμόδιον διά να
+φύγουν. </p>
+
+<p>Ό,τι λογής επιμέλειαν έκαμεν ο Μουζαφέρ με τον υιόν του διά να
+κρατήση κρυφήν αυτήν την υπόθεσιν, το συμβεβηκός του Χουλά έκαμε
+τόσην ταραχήν εις όλην εκείνην την χώραν, που πολλοί άνθρωποι
+ευγενικοί έτρεχαν από την περιέργειάν τους, διά να ιδούν αυτά τα δύο
+υποκείμενα που η αγάπη τα είχε τόσον σφηκτά ανταμωμένα, και από το
+πολύ πλήθος που έτρεχεν, ο Κουλούφ και η Δηλαρά δεν είχαν ουδέ μίαν
+ώραν ησυχίαν. Μίαν ημέραν δε ανάμεσα με τους άλλους εμπήκεν ένας
+άνθρωπος πολλά ευγενής, ο οποίος είπε πως ήτον Οφφικιάλος του
+Βασιλέως· αυτός ωσάν έλαβε την περιέργειαν διά να τους ιδή, με
+γενναιότητα τους επρόσφερεν από καλωσύνην του τον εαυτόν του εις
+κάθε εκδούλευσίν τους και πρόσταγμα, και έκαμε τόσον αυτός, που τους
+υποχρέωσε διά να τον πάρουν εις καλήν υπόληψιν. </p>
+
+<p>Βλέποντάς τον αυτοί τόσον φερμένον διά το καλόν τους και την
+βοήθειάν τους, τον επαρακάλεσαν διά να σταθή με αυτούς εις το γεύμα
+να τους κάμη συντροφιά, ο οποίος υπακούοντάς τους έμεινε, και διά να
+τον κάμουν περισσότερον να γνωρίση το σέβας που εις αυτόν έλαβαν, η
+Δηλαρά εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, εις τρόπον που ο αρχηγός μένοντας
+εκστατικός διά την ωραιότητα της Δηλαράς, εφώναξεν· α αγαπημένε μου
+Χουλά, δεν θαυμάζω καθόλου διά την σταθερότητα που έδειξες εις τον
+Κατή, με δίκαιον μεγάλον το έκαμες· και τελειώνοντας αυτά τα λόγια
+εκάθισαν εις την τράπεζαν, και έφαγαν με πολλήν ευφροσύνην· αφού δε
+απόφαγαν και ήθελαν διά να σηκωθούν, ήλθαν αιφνιδίως εις την
+ενθύμησιν του Κουλούφ τα συμβάντα που τους ηκολούθησαν, και την
+κατάστασιν και κίνδυνον της ζωής του εις τον οποίον ευρίσκονταν,
+στοχαζόμενος πως αδύνατον ήταν να ημπορέσουν να φύγουν, καθώς
+ήλπιζαν, με το να είχαν από κάθε μέρος φύλακας, όθεν άρχισε να
+κλαίη. </p>
+
+<p>Ο Οφφικιάλος βλέποντάς τον να κλαίη έτσι, ηρώτησε το αίτιον, ο δε
+Κουλούφ με αναστεναγμόν του απεκρίθη, λέγοντας· τι σε ωφελεί,
+Αυθέντα μου, να μάθης το αίτιον; εγώ ενθυμήθηκα τα συμβεβηκότα μου
+που επέρασα, και εκείνα που έχω να περάσω, και διά τούτο μου ήλθε
+παράπονον και κλαίω. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως του λέγει· αγαπημένε
+μου νέε, σε ορκίζω εις τον Προφήτην, να μου διηγήσης τα συμβεβηκότα
+που σου ηκολούθησαν, και δεν το ζητώ διά περιέργειάν μου να τα μάθω,
+μα γροικώ μίαν κλίσιν υπερβολικήν προς εσάς, διά να σας βοηθήσω αν
+είναι τρόπος, και ελπίζω πως δεν θέλεις μετανοήσει που μου τα
+εξεμυστηρεύθης· μίλησε λοιπόν με ελευθερίαν και μη μου κρύψης
+τίποτε, διατί κατάλαμβάνω ότι είσαι ευγενικός νέος, και επιθυμώ διά
+να σε βοηθήσω. Αυθέντη, απεκρίθη ο Κουλούφ, η ιστορία μου είναι
+κομμάτι μακρυά· μα σαν επιθυμείς να την μάθης θέλω σε ευχαριστήσει.
+</p>
+
+<p>Τότε ο Κουλούφ του εδιηγήθη τα πάντα πολύ καθαρά, και του
+εφανέρωσεν ότι δεν είνε υιός του Μασούδ, και πως έτρεξεν εις αυτό το
+ψεύμα, διά να στερεώση την απόκτησιν της Δηλαράς· μα το ψεύμα,
+ακολούθησεν αυτός, δεν έχει την στερεότητα που επιθυμώ, επειδή και
+εστάλθηκαν μετζίλια εις την Κογέντα διά να εξετάσουν την αλήθειαν,
+και εις τρεις ημέρες θέλει είνε εδώ το μετζίλι, και πρέπει να έβγη
+εις το φως το ψεύδος μου, και ο Κατής με ένα θάνατον άσχημον πρέπει
+να με παιδεύση· και ο θάνατος δεν με θλίβει τόσον, όσον με θλίβει ο
+χωρισμός της αγαπημένης μου Δηλαράς. </p>
+
+<p>Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός έκανεν αυτήν την διήγησιν, η
+οποία ήταν ανακατωμένη με δάκρυα και αναστεναγμούς, η Δηλαρά από το
+μέρος της και αυτή εθρηνούσεν απαρηγόρητα, και έδειχνε πολλά φανερά
+τον πόνον της και αι αισθήσεις της ήταν παρόμοιες με εκείνες του
+Κουλούφ. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως δεν εθεωρούσε χωρίς συντριμμόν
+της καρδίας του ετούτο το θέαμα· αγαπημένοι νυμφίοι, είπεν, εγώ
+πολλά αισθάνομαι την θλίψιν σας· ήθελα αν ημπορούσα να σας βοηθήσω,
+και να σας εβγάλω από τα βάσανα, μα εις το χέρι μου δεν είνε, παρά
+εις του Ουρανού, και αν τον παρακαλέσητε με θερμότητα, θέλει σας
+σπλαχνισθή, και σας χαροποιήση. Πρέπει να ομολογήσω, είπε τότε η
+Δηλαρά, ότι εις τον κόσμον είνε άνθρωποι πολλά παράξενοι· έρχονται
+να προσφέρουν την βοήθειάν τους, παρακινούν με κάθε τρόπον διά να
+τους διηγηθούν τους πόνους τους διά να συντρέξουν, ακούουν όλα τα
+περιστατικά με ακρίβειαν, και αντίς να συντρέξουν, άλλο δεν λέγουν,
+παρά, να έχουν την ελπίδα τους εις την άνωθεν πρόνοιαν, και να
+παρακινούν να έχουν υπομονήν, και με αυτά εβγαίνουν. Ποίος δεν ήθελε
+πιστεύσει εις το να ιδή τούτον τον άνθρωπον να έμπη με τόσην ζέσιν
+εις τα καμώματά μας, και να μας εξετάξη με τρόπον που εστοχαζόμασθε
+διά να μας κάμη κάποιαν βοήθειαν; και αυτός να μας αφήση εις την
+πρόνοιαν την άνωθεν, χωρίς να μας δείξη άλλην περιποίησιν; α δεν
+πρέπει έτσι εύκολα να ξεμυστηρευθή τις εις έναν που να μη τον
+γνωρίζη. </p>
+
+<p>Κυρά μου, λέγει ο Κουλούφ, τι θέλεις να κάμη αυτός εις βοήθειάν
+μας; ας ειπούμεν την αλήθειαν, αυτός φαίνεται να είνε ευγενικός
+άνθρωπος, και υποψίαν δεν έχω που να μας φανερώση όσα του
+εξεμυστηρευθήκαμεν· μα διά να μας βοηθήση είνε αδύνατον, διότι το
+κακόν μας είνε μεγάλον, και διά τούτο είπε καλά να έχωμεν τας
+ελπίδας μας εις την άνωθεν πρόνοιαν, διότι αυτή μόνη ημπορεί να μας
+βοηθήση και να μας εβγάλη από τον κίνδυνον που ευρισκόμεθα. </p>
+
+<p>Έστεκαν λοιπόν αυτοί οι δυστυχισμένοι νυμφίοι πολλά θλιμμένοι,
+στοχαζόμενοι το τέλος που έμελλε να κάμουν, και απέρασαν εκείνες τες
+ολίγες ημέρες κλαίοντες και παραπονούμενοι. Εστοχάσθηκαν ως τόσον να
+εύρουν το μέσον διά να φύγουν, μα δεν εστάθη τρόπος, επειδή και οι
+φύλακες ήταν πολλά πιστοί, όθεν εδόθηκαν εις την υστερινήν
+απελπισίαν. Έφθασε το λοιπόν η διορία που το μετζίλι έμελλε να έλθη
+από την Κογέντα, και αυτοί τότε εμπήκαν εις την μεγαλύτερην θλίψιν
+και ευθύς που ήλθεν αυτή η φοβερά ημέρα, ο Κουλούφ εσηκώθη από το
+κρεββάτι διά να οδεύση προς τον θάνατον. Και θεωρώντας την γυναίκα
+του με μάτια γεμάτα από θλίψιν και απελπισίαν, της είπε με φωνήν
+τρομασμένην. Εις τον Θεόν σε απαρατώ, πηγαίνω να πληρώσω το γραπτόν
+μου, και να θυσιάσω τον εαυτόν μου δι' εσένα, ω ωραιοτάτη Δηλαρά·
+ζήσε εις ειρήνην και ενθυμήσου καμμίαν φοράν εκείνον που εθυσιάσθη
+δι' αγάπην σου. Α, Κουλούφ, εφώναξεν η Δηλαρά γεμάτη από κλάματα,
+εσύ υπάγεις διά να αποθάνης και εμένα με παρακινείς να ζήσω εις
+ειρήνην; σκληρέ, εσύ λοιπόν θέλεις οι ημέρες μου να είναι θλιβερές
+και ανυπόφερτες· όχι, όχι, θέλω να σε συντροφεύσω, και να κατεβώ
+μαζί σου εις τον άδην· δεν θέλω ο Ταχέρ, ο μισημένος Ταχέρ, να χαρή
+τον θάνατόν σου· θέλω κάμει να γνωρίση ο κόσμος, ότι προτιμώ
+καλύτερα να αποθάνω μετ' εσένα, παρά να ζήσω με τον Ταχέρ. </p>
+
+<p>Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή ωμιλούσεν έτσι ακούουν έναν μέγαν
+θόρυβον εις την πόρταν της στράτας, και αιφνιδίως βλέπουν να έμπη ο
+Καδής εις την αυλήν τους με πολλούς ανθρώπους, και ανάμεσα εις
+αυτούς ήτον και ο Μουζαφέρ με τον υιόν του. Εις ετούτην την θεωρίαν,
+η Δηλαρά έπεσε λιποθυμημένη, και ο Κουλούφ μην ηξεύροντας τι να
+κάμη, έτρεξε προς τον Κατήν διά να του ζητήση έλεος. Μα ετούτος ο
+Κριτής αντίς να έλθη να τον γυρέψη διά να τον παιδεύση, του έκαμε
+μίαν μεγάλην προσκύνησιν και του λέγει με χαροποιόν πρόσωπον.
+Αυθέντη, το μετζίλι που εστάλθη εις την Κογέντα εγύρισε
+συντροφιασμένον με έναν οικιακόν του Μασούδ πατρός σου, ο οποίος σου
+στέλνει σαράντα καμήλια φορτωμένα από διάφορες πραγματείες. Ημείς
+δεν αμφιβάλλομεν πλέον, ότι εσύ είσαι υιός του Μασούδ, και χαίρου με
+κάθε σου αγαλλίασιν την αγαπημένην σου γυναίκα, και σε παρακαλούμεν
+να μας συμπαθήσης διά τα όσα σου εκάμαμεν. Ο Κουλούφ δεν ήξευρε τι
+να αποκριθή εις εκείνο που ήκουσεν. Αυτός επίστευσεν ότι ο Κατής
+συμφώνως με τους άλλους θα τον επεριέπαιζαν, και ότι πολλά
+διαφορετική θα ήτον η ομιλία τους· οπόταν ένας σκλάβος πλησιάζοντας
+προς αυτόν του εφίλησε το χέρι και του επρόσφερε μίαν γραφήν
+λέγοντάς του· Αυθέντη, ο πατέρας σου και η μητέρα σου είνε υγιείς,
+και επιθυμούν κατά πολλά διά να σε απολαύσουν. </p>
+
+<p>Ο Κουλούφ εγέμισεν από εντροπήν, και όλος αντραλωμένος διά τούτα
+τα λόγια, δεν ήξευρε τι να αποκριθή· παίρνει ως τόσον την γραφήν,
+την ανοίγει, και διαβάζοντάς την έμεινε πολλά εκστατικός εις το να
+ιδή που ο Μασούδ του γράφει τόσα λόγια γλυκά, και του στέλνει τόσον
+βίον με ένα επιστάτην, Γιοέρ ονόματι, και να τον ονομάζη διά υιόν
+του, και άλλα παρόμοια· και ωσάν αποδιάβασε την επιστολήν, ιδού και
+εμβαίνουν τα σαράντα καμήλια εις την αυλήν του· και ο επιστάτης
+Γιοέρ παρουσιάζεται έμπροσθέν του, και του λέγει· Αυθέντη, πρόσταξε
+να ξεφορτώσουν τα καμήλια που ο πατέρας σου σού στέλνει. Τι διάβολο
+δηλούν όλα ετούτα; λέγει ο Κουλούφ με θαυμασμόν· είδα διάφορα
+συμβεβηκότα παράξενα, μα ωσάν ετούτο όχι· ετούτος ο επιστάτης Γιοέρ
+μου ωμίλησεν ωσάν να ήμουν καθολικός υιός του Μασούδ· ο Κατής, ο
+Μουζαφέρ φαίνονται πληροφορημένοι απ' ετούτα τα παρεστηκότα· εγώ δεν
+ηξεύρω τι να στοχασθώ· ας είναι λοιπόν, ας πιστεύσω και εγώ ότι η
+τύχη μου εξαπέστειλε τούτο το συμβεβηκός, ή διά καλόν μου, ή
+χειρότερόν μου. Και με όλον που ήτον σκοτισμένος ο Κουλούφ δι' αυτά,
+έλαβε πνεύμα διά να κρύψη τον θαυμασμόν του, και ευθύς επρόσταξε διά
+να ξεφορτώσουν τα καμήλια, και τες πραγματείες να τες βάλλουν εις τα
+μαγαζιά. Και εις το αναμεταξύ που εξεφόρτωναν τα καμήλια, ο Κατής, ο
+Μουζαφέρ και ο Ταχέρ έλαβαν θέλημα από τον Κουλούφ και ανεχώρησαν
+εις τες οικίες τους, πιστεύοντες αληθώς να ήτον αυτός υιός του
+Μασούδ. </p>
+
+<p>Ο Κουλούφ έτρεξεν υστερότερα εις την γυναίκα του, και της
+εδιηγήθη τα όσα του ηκολούθησαν, και της έδειξε και την επιστολήν
+που έγραψεν ο Μασούδ. Η Δηλαρά τότε εφώναξεν από την χαράν της· ω
+δίκαιε Ουρανέ, εσένα πρέπει να ευχαριστήσωμεν, που μας επρόφθασες με
+τούτο το παράδοξον συμβεβηκός, και έλαβες ευσπλαχνίαν δι' ημάς που
+με το θέλημά σου μας ένωσες. Κυρά, της λέγει ο Κουλούφ, δεν είναι
+καιρός ακόμη διά να δοθούμεν εις χαροποίησιν, επειδή και φοβούμαι,
+μήπως και έγινε εις ετούτο κανένα λάθος· διατί στοχάζομαι χωρίς άλλο
+ότι ο υιός του Μασούδ θα είνε εδώ· διατί αλλέως δεν ήθελαν έλθει
+ετούτα τα πράγματα εις ημάς· μα αλλοί εις εμέ, αν είναι έτσι, επειδή
+και κρυφόν δεν θέλει σταθή αυτό το πράγμα, διατί όντας εδώ έως
+αύριον ημπορεί να το μάθη· τα σαράντα καμήλια που ήλθαν, αυτά θέλουν
+ακουσθή εις την χώραν, και είνε αδύνατον να μη το μάθη. Αλλ' ημείς
+πρέπει να προλάβωμεν τον καιρόν που τον έχομεν αρμόδιον, να φύγωμεν
+απ' εδώ το συντομώτερον, διά να μη μας συμβή εκείνο που μας εφόβιζε,
+διατί μου φαίνεται πράγμα παράξενον ετούτο που μας έτυχεν. </p>
+
+<p>Αυτή η γνώμη άρεσε και της Δηλαράς, όθεν απεφάσισαν εκείνην την
+ίδιαν νύκτα να μισεύσουν χωρίς να χάσουν καιρόν. Μα πριν φθάση η
+νύκτα, ακούουν μέγαν κτύπον, και αιφνιδίως βλέπουν εις την αυλήν
+τους να έμπουν πολλοί καβαλλαρέοι στρατιώται. Εις τούτην την
+θεωρίαν, οι δυο νυμφίοι έμειναν ωσάν νεκροί από τον φόβον νομίζοντες
+να εξεσκεπάσθη ο δόλος, και ο Κατής με όλες τις φύλαξές του θα ήλθε
+να πιάση τον Κουλούφ διά να τον θανατώση. Μα ετούτος ο φόβος
+ογλήγορα ηφανίσθη, επειδή και αυτοί οι στρατιώται δεν ήτον του Κατή,
+αλλά του Βασιλέως. Ο αρχηγός των οποίων ωσάν εσέβη εις την αυλήν
+του, εξεπέζευσε, και επήγεν εις τον Κουλούφ, και τον επροσκύνησε,
+λέγοντάς του· Κύριε, εγώ εδώ έρχομαι από όνομα του βασιλέως Ουσβέκ
+Χαν· αυτός έχοντας επιθυμίαν διά να σε ιδή, με έστειλε διά να σε
+φέρω προς αυτόν, με το να έμαθε τα συμβεβηκότα σου. </p>
+
+<p>Ο Κουλούφ ευθύς επήκουσεν εις αυτόν τον ορισμόν, και εκίνησε με
+τον αρχηγόν, καβαλλικεύοντας ένα άλογον πολλά εύμορφον και
+στολισμένον με χρυσά άρματα, που ο Βασιλεύς τού το έστειλεν
+επιταυτού διά να τον τιμήση. Φθάνοντας δε ο Κουλούφ εις την αυλήν
+του Βασιλέως, ευθύς έτρεξαν οι Οφφικιάλοι του Βασιλέως, και τον
+ανέβασαν εις το παλάτι, και τον έφεραν εμπρός εις τον Βασιλέα, ο
+οποίος ήτον ενδυμένος με φορέματα σκεπασμένα από διαμάντια,
+ρουμπίνια, και σμαράγδια, και εκάθονταν επάνω εις ένα θρόνον από
+χρυσάφι και φίλδεσι, και τριγύρου του οποίου έστεκαν οι πρώτοι
+αυθεντάδες της Ταρταρίας. Ο Κουλούφ έμεινεν εκστατικός από την
+λάμψιν που ο Ουσβέκ Χαν ήτο περικυκλωμένος· και αντί να σηκώση τους
+οφθαλμούς του εις τον βασιλέα τους εχαμήλωσε, και έπεσεν εις τα
+πόδια του θρόνου του. </p>
+
+<p>Ο Βασιλεύς προστάζοντάς τον διά να σηκωθή του λέγει· υιέ του
+Μασούδ, έμαθα ότι σου ηκολούθησαν συμβεβηκότα πολλά περίεργα, τα
+οποία επιθυμώ να τα διηγηθής κατά πλάτος, με πάσαν καθαρότητα. Ο
+Κουλούφ ακούοντάς ταύτην την φωνήν, σηκώνει τους οφθαλμούς του και
+γνωρίζει εις τον Βασιλέα τον ίδιον Οφφικιάλιον, που είχεν υπάγει διά
+να τον ιδή εις το σπήτι του, και που με το να τον ενόμιζεν αληθώς
+πως ήτον Οφφικιάλος του Ουσβέκ Χαν, του είχε διηγηθή τα μυστήριά
+του· και τότε γνωρίζοντας ότι ο Οφφικιάλος ήτον αυτός ο Βασιλεύς ο
+ίδιος, έπεσε με το κεφάλι εις την γην όλος έντρομος. </p>
+
+<p>Ο Βεζύρης του Βασιλέως που ευρίσκετο παρών τον εσήκωσε, και του
+είπε· μη φοβάσαι, καλέ άνθρωπε, πλησίασε εις τον Βασιλέα, και φίλησέ
+του την ποδιά. Ο Κουλούφ τρεμάμενος και έκθαμβος, επλησίασεν εις
+τους πόδας του Βασιλέως, και του εφίλησε την ποδιά. Ετούτος ο
+Βασιλεύς ευθύς εκατέβη από τον θρόνον του, και πιάνει τον Κουλούφ
+από το χέρι, και τον φέρει εις ένα ξεχωριστόν χοντζερέ του, εις τον
+οποίον του είπε. </p>
+
+<p>Κουλούφ, βάλε τώρα τον εαυτόν σου εις ησυχίαν και μη φοβάσαι
+πλέον καμμίαν εναντιότητα της τύχης σου. Δεν θέλεις είσαι πλέον
+χωρισμένος από την Δηλαράν· θέλεις ζήσει με αυτήν εις την αυλήν μου
+και θέλεις έχει τον τόπον που είχες εις την Καρακοράν σιμά εις τον
+βασιλέα Μουργάν. Εγώ επάνω εις τες διήγησες που ήκουσα διά την
+σταθερότητά σου προς την γυναίκα σου, εμβήκα εις περιέργειαν, και
+ήλθα εις το σπήτι σου υποκάτω εις την μορφήν του Οφφικιάλου, και
+ευθύς που μου εδιηγήθης την ιστορίαν σου με θάρρος και χωρίς
+αμφιβολίαν, έλαβα κλίσιν προς εσένα διά να σε βοηθήσω και να σε
+χαροποιήσω, και έκαμα με τον τρόπον που είδες. Τα σαράντα καμήλια τα
+έβγαλα από το αχούρι μου, έκαμα να αγοράσουν τες πραγματείες που
+ήτον φορτωμένα, και ο επιστάτης που σου τα έφερεν ήτον ένας ευνούχος
+μου, που ποτέ δεν έβγαινεν από το παλάτι μου. Έκαμα και σου έγραψαν
+την επιστολήν με τρόπον που είδες· και διά φόβον που να μη φθάση το
+μετζίλι εμπροσθήτερα, έστειλα ένα μου Οφφικιάλον, και τον επρόσταξεν
+από όνομά μου να κάμη εις τον αυθέντην του μίαν διήγησιν κατά πως
+εγώ τον ερμήνευσα. Ετούτη ήτον μία δοκιμή που ηθέλησα να κάμω διά
+περιδιάβασίν μου, την οποίαν ακεραίως την απόλαυσα. </p>
+
+<p>Ευθύς που ο βασιλεύς ετελείωσε να μιλήση ο Κουλούφ εξανάπεσεν εις
+τους πόδας του· και τον ευχαρίστησε διά την μεγάλην του γενναιότητα
+και ευεργεσίαν και του έταξεν εις όλην του την ζωήν να φυλάξη ένα
+ζωντανόν υποχρέωμα. Και την ιδίαν ημέραν έφερεν και την αγαπημένην
+του Δηλαράν με όλον εκείνο που ο βασιλεύς του εδώρησε, και
+εκατοίκησαν εις το παλάτι το βασιλικόν, και έζησαν με μεγάλην τιμήν
+σιμά εις αυτόν τον γενναίον βασιλέα, ο οποίος έκαμε και του έγραψαν
+την ιστορίαν με γράμματα χρυσά, διά να είναι εις παντοτεινήν
+ενθύμησιν μία τέτοια αγάπη. </p>
+
+<p>Ετούτο είνε το τέλος αυτής της ιστορίας, βασιλέα μου, που σου
+είχα τάξει να διηγηθώ, του λέγει η Χαλιμά· όμως έχοντας την άδειαν
+από την βασιλείαν σου να σου διηγηθώ όσες και αν ηξεύρω, εγώ σου
+τάσσω να διηγηθώ μίαν υπερθαύμαστον ιστορίαν, που ηξεύρω του
+βασιλέως Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας, την οποίαν μου την είχε
+διηγηθή μίαν φοράν ένας πολυμαθής Δερβύσης, πλην οπόταν την ακούσης,
+ελπίζω, ότι δεν θέλει σε ευχαριστήσει ολιγώτερον από τες άλλες, που
+σου εδιηγήθηκα. Και ομιλώντας με τούτον τον τρόπον, ο Αϊδήν εσηκώθη
+και επήγεν εις τες υπηρεσίες της βασιλείας του κατά την συνήθειαν.
+Και την ερχομένην ημέραν η Χαλιμά, εξυπνώντας εις την ώραν την
+διατεταγμένην, άρχισε να λέγη. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία, του
+βασιλέως Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Οι ιστορίες οι παλαιές των Ταρτάρων διηγούνται, ότι παλαιόθεν ήτον
+ένας Χάνης των Ταρτάρων Νογαΐδων, που ωνομάζονταν Τημουρτάς, ο
+οποίος είχεν υιόν ονόματι Καλάφ, που ήτον ο πλέον ωραιότερος και
+ανδρείος νέος του καιρού του, και σοφός περισσότερον από τους
+μεγαλυτέρους σοφούς του καιρού εκείνου· ήξευρε τα απόκρυφα του
+Αλκοράνου, και είχεν εις ενθύμησιν όλες τες απόφασες του Μωάμεθ και
+τέλος πάντων τον έκραζαν ήρωα της Ταρταρίας διά την πολυμάθειάν του,
+και κάθε λογής επιστήμην, και ανδρείαν που είχεν. Αυτός ήτον το
+θεμέλιον των συμβουλών του Τημουρτά πατρός του, και οπόταν αυτός
+έδιδε καμμίαν συμβουλήν δεν ήτον τινάς που να μην την δεχθή. Έξω από
+αυτό, εις τους πολέμους ήτον ο πρώτος που να βάνη την ζωήν εις
+κίνδυνον· πάντα έκανε θαυμαστές νίκες, τόσον που κανένα γένος δεν
+αποτολμούσε πλέον να σηκώση τα άρματα εναντίον του. </p>
+
+<p style='text-align:center;'><img src ="images/5.jpg" width="303"
+height="448"
+alt="Ο Καλάφ το βασιλόπουλον του βασιλείου των Νογαΐδων"
+border="2" /></p>
+
+<p>Απερνώντας δε πολύν καιρόν με ειρήνην, βλέπει μίαν ημέραν να
+έλθουν αποστολάτορες από τον Αμούρ Βασιλέα της Κασμυρίας διά να
+ζητήσουν του πατρός του το δόσιμον, που παλαιόθεν του έδιδε, με το
+να ήταν μερικοί χρόνοι που του αρνήθη και δεν του εδιδεν· ειδεμή και
+ήθελε αρνηθή, θέλει έλθει εναντίον του, και θέλει του πάρει όλους
+του τους τόπους. Ο Τημουρτάς έλαβε κάποιον φόβον, και σχεδόν έκλινε
+διά να του δώση, επειδή και εφοβούνταν αυτόν τον Βασιλέα, με το να
+ήτον ο πλέον δυνατός Βασιλεύς του καιρού εκείνου. Ο Καλάφ την γνώμην
+του πατρός του δεν ηθέλησε να την ακούση, αλλά του είπε να μη
+φοβηθή, διότι έχει ελπίδες να τον νικήση μ' όλον που είναι ο πλέον
+δυνατός του κόσμου. Και έτσι αποφάσισαν διά να ετοιμασθούν να του
+εναντιωθούν και με τούτον τον τρόπον απεδίωξαν τους αποστολάτορας
+χωρίς να υπακούσουν εις τα ζητήματά τους. </p>
+
+<p>Ο Αμούρ θυμωμένος, που δεν τον υπήκουσαν, εσύναξεν έως διακόσιες
+χιλιάδες στράτευμα, και εκίνησεν εναντίον του Τημουρτά. Αυτός ο
+Τημουρτάς από το άλλο μέρος έδωσε θέλημα διά να συναχθούν τα πλέον
+άξια στρατεύματά του διά να κινήσουν εναντίον του εχθρού, υποκάτω
+εις την κυβέρνησιν του υιού του Καλάφ. Έστειλε και εις τον Βασιλέα
+της Κιρκασίας και του εζήτησε βοήθειαν ο οποίος του έστειλεν εξήντα
+χιλιάδας στράτευμα διαλεχτόν εις βοήθειάν του, υποκάτω εις την
+κυβέρνησιν ενός Βεζίρη του· και όντας όλα έτοιμα, εκίνησαν εναντίον
+του εχθρού και ανταμωνόμενα τα δύο στρατεύματα, άρχισαν μίαν ταχινήν
+τον πόλεμον, εις τον οποίον ο Καλάφ έδειξε μεγάλες ανδραγαθίες αλλά,
+φθάνοντας το βράδυ, ετραβήχθησαν και τα δύο μέρη διά να αναπαυθούν.
+Την ερχομένην ημέραν πάλιν έδωσαν τον πόλεμον, και πάντα ο Καλάφ
+ενικούσε· και τούτο ηκολούθησε διά πολλές ημέρες. </p>
+
+<p>Τέλος πάντων ο Αμούρ βλέποντας που είναι αδύνατον να τον νικήση,
+μηχανεύεται να τάξη μεγάλα χαρίσματα του Βεζύρη της της Κιρκασίας
+διά να παραιτήση τον Καλάφ, να μένη αυτός με ολίγον στράτευμα και
+έτσι να τον νικήση. Αυτόν τον στοχασμόν τον έβαλεν εις πράξιν, και
+έγινε καθώς επιθυμούσε. Επειδή την ερχομένην ημέραν, τον καιρόν που
+άρχισαν τον πόλεμον, ο Βεζύρης παίρνει τους Κιρκασίους, και αναχωρεί
+εν τω άμα, και άφησε τον Καλάφ με ολίγον στράτευμα. Ο Καλάφ
+βλέποντάς την προδοσίαν που του έγινε, δεν έχασε την ανδρείαν του,
+αλλά συνάξας το ολίγον στράτευμα που του απέμεινεν επολέμησε με
+πολλήν ανδρείαν αλλά τέλος πάντων βλέποντας ότι δεν κατορθώνει
+τίποτε, και φοβούμενος να μη πιασθή σκλάβος, εδιάλεξε μερικούς
+στρατιώτας ανδρείους, και τους επήρε και έφυγε και ήλθεν εις τον
+πατέρα του, και του έφερε την θλιβεράν είδησιν, φανερώνοντας την
+προδοσίαν του Βεζύρη που του έκαμεν. </p>
+
+<p>Ο Τημουρτάς Χαν λαμβάνοντας μίαν τοιαύτην θλιβεράν είδησιν,
+εθλίβη μεγάλως, και έπεσεν εις μεγάλην απελπισίαν. Και δεν έφθασε
+μόνον αυτό, αλλά ολίγον ύστερα φθάνει ένας Οφφικιάλος, και φέρνει
+την είδησιν ότι ο Βασιλεύς Αμούρης, αφού και εθανάτωσεν όλον το
+στράτευμα του Καλάφ, έρχεται διά να θανατώση όλην την οικογένειαν
+την βασιλικήν, και να κυριεύση όλον το Βασίλειον. Τότε ο Τημουρτάς
+Χαν βλέποντας τον κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκονταν, παίρνει την
+βασίλισσαν Ελμέρω την γυναίκα του, ομού και τον Καλάφ, και κάνοντας
+να φορτώση τα πλέον τιμημένα πράγματα που είχεν εις τον θησαυρό του
+εβγήκαν από την Ταρταρίαν και εκίνησαν διά την μεγάλην Βουλγαρίαν,
+συντροφιασμένοι με αρκετούς στρατιώτας. </p>
+
+<p>Περιπατώντας αρκετές ημέρες και απερνώντας το όρος Καύκασον,
+συναπαντούν τέσσαρες χιλιάδες κλέφτες που εκατοικούσαν εις αυτό το
+όρος, οι οποίοι ερχόμενοι καταπάνω τους, εκατάκοψαν όλους τους
+στρατιώτας που είχαν εις φύλαξιν, και δεν άφησαν άλλον παρά τον
+Χάνην, την γυναίκα του, και τον Καλάφ· τον δε βίον του όλον τον
+εδιαμοίρασαν, και αυτούς τους απαράτησαν εις την μέσην του βουνού
+γυμνούς και τετραχηλισμένους. </p>
+
+<p>Δεν ημπορώ να διηγηθώ τι λογής εστάθη ο πόνος του Χάνη, επόταν
+είδεν εις τι κατάστασιν ήλθεν· όθεν ερχόμενος εις απελπισίαν εγύρευε
+να θανατωθή, ζηλεύοντάς την τύχην εκείνων που απέθνησκον εμπρός εις
+τους οφθαλμούς του. Η Βασίλισσα από το άλλο μέρος εφθείρονταν εις τα
+κλάματα, και ο Καλάφ μόνος είχε πνεύμα διά να βαστάξη το βάρος ενός
+γραπτού τόσον σκληρού. Επειδή και ήτον πολλά πεπαιδευμένος εις τες
+γνώμες του Αλκοράνου και τες αποφάσεις του Μωάμεθ επάνω εις τον
+προορισμόν, ήγουν γραπτόν που λέγουσιν οι Τούρκοι, και διά τούτο
+είχε πολλά ακίνητον σταθερότητα του πνεύματος εις το γραπτόν. </p>
+
+<p>Η άκρα θλίψις των γονέων του που έδειχναν, του έδινε μοναχά
+μεγάλην θλίψιν· αχ Πατέρα μου! αχ Μητέρα μου! έλεγε, μη χάνεσθε εις
+τες δυστυχίες με τούτον το τρόπον· στοχασθήτε ότι ο Ουρανός είναι
+εκείνος που μας κάνει να γένωμεν δυστυχείς· ας υποταχθώμεν το λοιπόν
+εις το θέλημά του, επειδή και δεν είμασθε ημείς μοναχοί που
+ευρισκόμασθε εις δυστυχίες. Πόσοι και πόσοι Βασιλείς μεγαλύτεροι από
+ημάς έχασαν τον θρόνον τους, και ήλθαν εις μεγάλες δυστυχίες, και
+πάλιν εξαναγύρισαν εις τους θρόνους τους, και εξανάλαβαν την πρώτην
+τους τιμήν; τώρα και ημείς ας ρίξωμεν τας ελπίδας μας εις τον
+Ουρανόν, και αυτός βλέποντας τες συμφορές μας, θέλει μας προφθάσει
+διά να μας βοηθήση. </p>
+
+<p>Αυτά και άλλα λέγοντας, οι γονείς του αγροικούσαν κάποιαν
+ελάφρωσιν και παρηγορίαν από τα λόγια του. Ας δοθούμεν, λέγουν οι
+γονείς του, το λοιπόν εις τα χέρια του Ουρανού, και ας έχωμεν
+υπομονήν ότι τα όσα έχομεν να περάσωμεν είναι όλα γραμμένα εις τον
+Ουρανόν, και δεν ημπορούμεν να τα αποφύγωμεν· ας κάμωμε πάλιν καρδιά
+και ας υπομείνωμεν τα όσα η τύχη μας θέλει μας προξενήσει. Και τούτο
+λέγοντας άρχισαν να περιπατούν πεζοί μη έχοντες ούτε άλογον, μήτε
+βάρος επάνωθέν τους. Επεριπάτησαν πολύν καιρόν ζώντες από μόνα
+οπωρικά και χόρτα που εύρισκαν εις την στράταν, μα εμβαίνοντας εις
+ένα έρημον δάσος έμειναν υστερημένοι και από αυτήν την ζωοτροφίαν,
+και από κάθε άλλο που ημπορούσε να τους διώξη την πείναν. Έμεινε
+λοιπόν η σταθερότης τους πολλά συντριμμένη. Ο Χάνης όντας γηραλέος
+άρχιζε να γροικά ότι οι δύναμές του ωλιγόστευαν· η Βασίλισσα
+αποσταμένη και αυτή από την στράταν και από την πείναν, δεν
+ημπορούσε πλέον να κινηθή, ώστε που ο Καλάφ, με όλον που και αυτός
+θα ήτον ομοίως αποσταμένος, τους έφερνεν επάνω εις τους ώμους του,
+πότε τον ένα και πότε τον άλλον, διά να τους δώση κομμάτι άνεσιν.
+</p>
+
+<p>Τέλος πάντων μισαπεθαμμένοι και οι τρεις από την δίψαν και από το
+απόσταμα, έφθασαν εις ένα βουνόν γεμάτον από φοβερωτάτους κρημνούς
+και χάος. Ήτον ετούτο μία ράχη πολλά υψηλοτάτη, περιτριγυρισμένη από
+φοβερά και τερατώδη σπήλαια, ανάμεσα εις τα οποία εφαίνετο πολλά
+κινδυνώδες πέρασμα, με το να μην εφαίνετο καμμιά λογής στράτα διά να
+περάση εις μίαν πλατείαν πεδιάδα, που από εκεί εφαίνετο· επειδή κάθε
+μέρος αυτού του βουνού ήτον πυκνωμένον από αγκάθια, βράχους, και
+κλαδιά, που ήτον αδύνατον να στοχασθούν μίαν στράταν να έβγουν από
+εκεί. </p>
+
+<p>Οπόταν η βασίλισσα εθεώρησεν ετούτους τους αβύσσους, έβγαλε μίαν
+μεγαλωτάτην φωνήν από τον φόβον της, και τέλος πάντων ο Χάνης έχασε
+κάθε υπομονήν και εμβήκεν εις αδημονίαν. Δεν κάνει χρεία άλλο, τότε
+είπε προς τον υιόν του· κλίνω εις το εναντίον μου γραπτόν, πηγαίνω
+μόνος μου να κρημνισθώ εις έναν από τούτους τους βράχους, που ο
+ουρανός μου τον ετοίμασε διά τάφον μου, θέλω μίαν φοράν να
+ελευθερωθώ από την τυραννίαν της τύχης μου, αγαπώ κάλλιον τον
+θάνατον, παρά μίαν ζωήν τόσον τυραννισμένην. Ο Χάνης δοσμένος εις
+κάθε απελπισίαν, έστεκε διά να πέση εις τον κρημνόν. Τότε ο υιός του
+ο Καλάφ τρέχει και τον πιάνει εις τες αγκάλες του. Αχ πατέρα μου,
+του είπε τι είναι αυτό που θέλεις να κάμης, εις τι απελπισίαν
+εδόθης; στοχάζεσαι με αυτό να φύγης το γραπτόν σου; δεν ηξεύρεις που
+με την υπομονήν όλα αποκτώνται, και εκείνο που εις τον Ουρανόν είνε
+γραμμένον, θέλει να πληρωθή; ποίος ηξεύρει ύστερα από τούτα τα
+βάσανα, τι καλό μας απαντυχαίνει; και μήπως και το κάνει αυτό ο
+ουρανός διά να δοκιμάση την υπομονήν μας. Ημείς, το ομολογώ, είμασθε
+εις μίαν στάσιν πολλά θλιβερήν, και δεν ημπορούμεν να περάσωμεν
+χωρίς κίνδυνον τούτους τους αβύσσους· μα ποίος ηξεύρει πού να μην
+ευρεθή καμμία στράτα διά να περάσωμεν εις εκείνην την πεδιάδα; άφησε
+το λοιπόν να πηγαίνω να ιδώ μήπως και εύρω κανένα μονοπάτι και ευθύς
+γυρίζω. Σύρε, ω υιέ μου, απεκρίθη ο Χάνης, ημείς εδώ σε καρτερούμεν
+και μη φοβάσαι διά την απελπισίαν μου έως εις τον γυρισμόν σου. Ο
+Καλάφ επήγε γυρίζοντας εις όλες τες ράχες και βράχους χωρίς να
+ημπορέση να ξανοίξη καμμίαν στράταν, όθεν μένοντας πολλά θλιμμένος
+έπεσεν εις τα γόνατα, και μετά θερμών δακρύων επικαλούνταν την
+βοήθειαν του Ουρανού· έπειτα σηκωνόμενος εξαναγύρισε πάλιν διά να
+ξαναζητήση καμμίαν οδόν. Τέλος πάντων ευρίσκει μίαν πολλά στενήν,
+εις την οποίαν εμβαίνοντας ευχαρίστησε τον Ουρανόν διά τούτην την
+χάριν, και περιπατώντας επλησίασεν έως τα πόδια ενός μεγάλου
+δένδρου, που ήτον εις το έμβασμα της πεδιάδος, το οποίον εσκέπαζε με
+τον ίσκιον του μίαν πηγήν από νερόν καθαρόν· είδεν ακόμη ολίγον
+ξέμακρα από εκεί και άλλα διάφορα δένδρα με διαφόρους μεγαλωτάτους
+καρπούς, και εκστατικός διά τούτην την ξάνοιξιν, έτρεξε διά να δώση
+την είδησιν του πατρός του και της μητρός του, που εχάρησαν μεγάλως
+που ο ουρανός άρχιζε να λαμβάνη ευσπλαγχνίαν διά τες δυστυχίες τους.
+Ο Καλάφ παίρνοντάς τους, με μεγάλον κόπον τους απέρασεν από εκείνην
+την στενήν οδόν, και τους έφερεν εις την πηγήν, και έσβυσαν την
+φλογώδη δίψαν που τους ετυράννιζεν· έπειτα έφαγον από τους καρπούς
+που ο Καλάφ έμασεν, οι οποίοι εις εκείνην την χρείαν τους εφάνηκαν
+εξαίσιοι. Αυθέντη, τότε λέγει ο Καλάφ του πατρός του, αναγνωρίζεις
+τώρα το σφάλμα σου, που ενόμιζες ότι ο Ουρανός μας είχεν αφήσει να
+χαθούμεν; αυτός δεν έχει κουφά αυτιά προς εκείνους που ρίχνουν όλες
+τους τες ελπίδες προς αυτόν. </p>
+
+<p>Εσταμάτησαν το λοιπόν εις αυτόν τον τόπον δύο τρεις ημέρες διά να
+ξεκουρασθούν και να λάβουν τες δύναμές τους, και, αφού
+εξεκουράσθηκαν καλά, εκίνησαν προς την πεδιάδα, ελπίζοντες ότι
+εκείνη θα τους φέρη εις κανένα τόπον κατοικημένον. Και φθάνοντες
+εκεί, βλέπουν μίαν μεγαλωτάτην χώραν πλησίον της πεδιάδος, κτισμένην
+με θαυμαστά κτίρια· έρχονται προς αυτήν, και προτού να πλησιάσουν
+εις την πόρταν της χώρας εστοχάσθηκαν να μείνουν εκεί έως να
+νυκτώση, διατί εντρέπονταν να έμβουν την ημέραν με το να ήταν γυμνοί
+σχεδόν και τετραχηλισμένοι, και γεμάτοι από κονιορτόν· και ούτως
+επήγαν και εκάθησαν υποκάτω εις κάποια δενδράκια, που εκεί
+ευρίσκονταν, διά να καρτερίσουν την νύκτα. Αναπαυόμενοι αυτοί εις
+εκείνα τα δένδρα, βλέπουν ένα γέροντα που έβγαινεν από την χώραν,
+και ήρχετο εκεί διά να πάρη τον αέρα, και πλησιάζοντας εις αυτούς
+τους εχαιρέτησε με χαροποιόν πρόσωπον, έπειτα εκάθισε κοντά τους.
+</p>
+
+<p>Ο Χάνης τότε τον ηρώτησε πως ωνόμαζαν εκείνην την χώραν, Αυτή
+ονομάζεται Γιαού, απεκρίθη ο γέρων, η οποία είναι η μητρόπολις της
+επαρχίας· και ο βασιλεύς που την κυριεύει ονομάζεται Αλέγγ Χαν· μα
+απ' εκείνο που μου φαίνεται του λόγου σας είσθε ξένοι. Ναι, του
+απεκρίθη ο Χάνης, ημείς είμασθεν από πολλά μακρυνόν τόπον,
+γεννημένοι εις το βασίλειον του Κασμίρ, πραγματευτάδες την τέχνην·
+μίαν ημέραν πηγαινάμενοι με πολλούς άλλους πραγματευτάδες εις το
+πανηγύρι Καπαπάκ, μας εσυναπάντησαν κλέφται, και μας επήραν το ό,τι
+είχαμεν, και μας άφησαν εις ετούτην την κατάστασιν που μας βλέπεις,
+και με το να εχαθήκαμεν εις την στράταν, και μην ηξεύροντες πού
+πηγαίνομεν, εφθάσαμεν εις ετούτο τον τόπον. Ο γέρων που ήτον φυσικά
+συμπαθής εις τες δυστυχίες του πλησίον του, έλαβε σπλάγχνος προς
+αυτούς, και τους εκάλεσε να έλθουν να σταθούν εις το σπήτι του με
+αυτόν. Ο Χάνης τον ευχαρίστησε διά την ευσπλαγχνίαν που τους
+έδειχνε. Και ούτως όλους ομού ο γέρων τους έφερεν εις το σπήτι του,
+το οποίον ήτο μία μικρά κατοικία, και πολλά ταπεινά στολισμένη, μα
+όλα έστεκαν εις καλήν τάξιν. </p>
+
+<p>Ο γέρων ευθύς που εμβήκεν ωμίλησε κρυφά ενός σκλάβου του, ο
+οποίος ύστερον από ολίγον εγύρισε με ένα πραγματευτήν που είχεν εις
+ένα μποχτζά διάφορα φορέματα ανδρίκια και γυναίκια. Από αυτά τα
+φορέματα έκαμε και ένδυσαν τους ξένους που ήταν γυμνοί, και
+πληρώνοντάς τον πραγματευτήν τον απέλυσεν· ύστερα επρόταξε τους
+σκλάβους του διά να ετοιμάσουν το δείπνον, το οποίον ευθύς
+ετοιμάζοντας το με πολυποίκιλα φαγητά και πιοτά, βαλμένα εις αγγεία
+από φαρφούρ της Κίνας, εκάθησαν όλοι ομού και εδείπνησαν με πολλήν
+ευχαρίστησιν. Ο γέρων πυρωμένος από τα διάφορα πιοτά που έπιεν,
+εδόθη εις κάποιαν χαροποίησιν, και έκαμε κάθε δυνατόν διά να λάβουν
+κάποιαν ηδονήν και οι ξένοι εκείνοι, και καταλαμβάνοντας ότι δεν
+εκατόρθωνε τίποτε, με το να ήταν πολλά μελαγχολικοί διά τες
+δυστυχίες τους, είπεν. </p>
+
+<p>Εγώ βλέπω καλώς ότι ματαίως κοπιάζω διά να σας κάμω να βγάλετε
+από το πνεύμα σας τα περασμένα σας συμβεβηκότα, που αενάως τα έχετε
+εις τον στοχασμόν σας· διά τούτο αν είναι με το θέλημά σας θέλω να
+σας κάμω να καταλάβετε ότι, αντίς να είσθε βυθισμένοι εις
+στοχασμούς, πρέπει να πασχίσετε να τους αποδιώξετε από τον νουν σας.
+Παρηγορηθήτε διά τον χαμόν του πλούτου σας, που οι κλέφται σας
+επήραν· το συμβεβηκός που σας θλίβει δεν είνε ασυνήθιστον· οι
+πραγματευτάδες και οι στρατοκόποι συχνώς τα δοκιμάζουν. Εγώ ο ίδιος
+εις την νεότητά μου έμεινα γδυμένος από κλέφτες εις την στράταν, οι
+οποίοι μου επήραν πλούτη υπέρμετρα, και ευρέθηκα εις την ιδίαν σας
+κατάστασιν και χειρότερην, με όλον τούτο δεν απαράτησα που να
+παρηγορηθώ· ένα μόνον πράγμα με έθλιβε πολλά οπόταν εστοχάζομουν,
+από την μεγαλειότητα που ήμουν να καταντήσω να διακονώ. Κάνει χρεία
+εγώ να σας διηγηθώ την ιστορίαν μου, η οποία ελπίζω ότι θέλει σας
+ωφελήσει μεγάλως να την ακούσετε. Και αύτη η διήγησις των δυστυχιών
+μου, ημπορεί να σας ενδυναμώση να υποφέρετε τες εδικές σας, και
+ακούσατέ την λοιπόν με προσοχή. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του Βασιλέως
+Φουδλάλ, υιού του Μηνορτόκ, βασιλέως τον
+Μουσούλ.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Εγώ είμαι υιός του ποτέ βασιλέως του Μουσούλ, δηλαδή του μεγάλου
+Μηνορτόκ. Ευθύς που αυτός με είδε να φθάσω εις την ηλικίαν είκοσι
+χρόνων, εγύρευσε διά να με υπανδρεύση· έκαμε να έλθουν ένας μέγας
+αριθμός από σκλάβες νέες και πολλά ωραίες. Εγώ τες εστοχάσθηκα όλες
+αδιαφόρως, και δεν εστάθη καμμιά που να μου κλίνη την θέλησίν μου.
+Αυτές εγύρισαν ωσάν κατησχυμένες από την εντροπήν τους, που δεν
+ημπόρεσε να λαβώση καμμιά την καρδιά μου. Ο πατέρας μου έμεινεν
+ομοίως και αυτός εκστατικός διά την αναισθησίαν μου. Αυτός ηθέλησε
+να με ξαναδοκιμάση με άλλες, μα εγώ του είπα ότι δεν αγροικούσα διά
+να έχω κλίσιν διά υπανδρείαν, και αυτό προέρχεται από την επιθυμίαν
+που έχω να ξενιτευθώ· διά το οποίον τον επαρακάλεσα να μου δώση την
+ελευθερίαν διά να υπάγω μοναχά έως εις το Μπαγδάτι, και εις τον
+γυρισμόν μου να κάμω το θέλημά του. Εις τούτο αυτός δεν ηθέλησε να
+μου εναντιωθή. Και διά να κάμω καλήν θεωρίαν εις το Μπαγδάτι, έκαμε
+να γένουν μεγάλες ετοιμασίες, διά να με στείλη ωσάν υιόν Βασιλέως
+που ήμουν· εφόρτωσε δώδεκα καμήλια φλωριά και άλλα έξοδα, και μου
+έδωσε και εκατόν ανδρείους στρατιώτας εις υπηρεσίαν μου και φύλαξίν
+μου. </p>
+
+<p>Εμίσευσα το λοιπόν από το Μουσούλ με τούτον τον αριθμόν των
+ανθρώπων μου, διά να πηγαίνωμεν εις το Μπαγδάτι· επεριπατήσαμεν
+μερικές ημέρες, χωρίς να μας συμβή τίποτε. Και μίαν νύκτα, τον
+καιρόν που αναπαυόμαστε, αιφνιδίως μας πλακώνει μέγας αριθμός από
+Αράπηδες κλέφτες, οι οποίοι σχεδόν μου εθανάτωσαν τους περισσοτέρους
+ανθρώπους. Εγώ βλέποντας τον κίνδυνον που ευρισκόμουν έλαβα καρδίαν,
+και συμαζώνοντας εκείνους που έμειναν ζωντανοί, αντιστάθηκα με
+ανδρείαν εναντίον των κακοποιών, από τους οποίους εσκοτώσαμεν
+περισσότερον από τριακοσίους. </p>
+
+<p>Φθάνοντας η ημέρα, και βλέποντες που εμείς έτσι ολίγοι τους
+εναντιωθήκαμεν όλην την νύκτα με εκείνον τον τρόπον, από την
+εντροπήν τους εδίπλωσαν τες δύναμές τους εις τρόπον που επολέμησαν
+με ημάς ωσάν απελπισμένοι. Τέλος πάντων επαραδοθήκαμεν
+καταδαμασμένοι από τον αριθμόν τους. Εκείνοι μας έγδυσαν και μας
+επήραν το ό,τι και αν είχαμεν, και αντί να μας κρατήσουν για
+σκλάβους, ή να μας απολύσουν, έτσι γυμνούς που μας άφησαν, ηθέλησαν
+να ξεδικήσουν τον θάνατον των συντρόφων τους με το αίμα μας. Όθεν οι
+βάρβαροι επέρασαν όλους τους ανθρώπους υποκάτω από τες λαβωματιές
+των σπαθιών τους, και κινούμενοι και εναντίον μου διά να μου κάμουν
+το ίδιον εφώναξα. Σταθήτε, απάνθρωποι, φέρετε σέβας εις το βασιλικόν
+αίμα· εγώ είμαι υιός του Μηνορτόκ, βασιλέως του Μουσούλ, και
+κληρονόμος των επαρχιών του. Εγώ είμαι πολλά ευχαριστημένος, μου
+είπε τότε ο αρχηγός των Αράβων, που έμαθα το ποίος είσαι· είναι
+πολύς καιρός που ημείς μισούμεν θανατηφόρως τον πατέρα σου, αυτός
+έκαμε να κρεμάσουν πολλούς από τους συντρόφους μας, που του έπεσαν
+εις τα χέρια· διά τούτο και εσύ με τον ίδιον τρόπον θέλεις τιμωρηθή.
+</p>
+
+<p>Τέλος πάντων αυτός έκαμε να με δέσουν, και με έφεραν εις την
+ρίζαν ενός βουνού, ανάμεσα εις δυο λαγκάδια, και εκεί ήταν διάφορες
+καλύβες που εχρησίμευαν διά κατοικίες τους. Εγώ εβάλθηκα υποκάτω εις
+την καλύβα, του αρχηγού τους, η οποία ευρίσκονταν εις την μέσην από
+τες άλλες, και εφαίνονταν η μεγαλύτερη. Εστάθηκα φυλαγμένος εκεί
+όλην την ημέραν· Έπειτα με έδεσαν εις ένα δένδρον και έμεινα εκεί
+όλην την νύκτα καρτερώντας τον θάνατον ώραν την ώραν. Το ταχύ που θα
+απάντεχα τον θάνατον εξ αποφάσεως, φθάνει μία σπία εις τον αρχηγόν
+και του λέγει, ότι μίαν ημέραν μακριάν, εις μικρόν δάσος, εκείνην
+την νύκτα έχει να κοιμηθή ένα καραβάνι από πραγματευάδες, και αν
+θέλη διά να τους πατήση πρέπει να μισεύση ογλήγωρα διά να τους
+προφθάση, και θέλει εύρει μεγάλα κέρδη. Τότε αυτός ο άρπαγος
+εσύμμασεν όλους τους συντρόφους, και εν τω άμα εμίσευσαν, και εμένα
+με άφησαν εις το δένδρον δεμένον, με ελπίδα ότι εις τον γυρισμόν
+τους να μη με εύρουν ζωντανόν. Εις αυτό το διαμέσον ο ουρανός ο
+οποίος ματαιώνει όλες τες βουλές των ανθρώπων, δεν απαράτησε που
+έτσι ογλίγωρα να χαθώ. Η γυναίκα του αρχηγού των κλεφτών έλαβεν
+ευσπλαγχνίαν εις εμέ, και ήλθε προς το βράδυ και με έλυσεν από το
+δένδρον, και δίδοντάς μου ένα παλαιόν φόρεμα και καμπόσον ψωμί μου
+είπε· πιάσε τούτην την στράταν και φεύγα το συντομώτερον, διατί σαν
+γυρίση ο άνδρας μου θέλει σε φονεύσει. Εγώ ευχαρίστησα την
+ευεργέτιδά μου και μισεύοντας επεριπάτησα όλην την νύκτα χωρίς να
+χάσω την οδόν που μου έδειξε. </p>
+
+<p>Την ερχομένην ημέραν βλέπω ένα άνθρωπο πεζόν που έσερνεν ένα
+άλογον φορτωμένον. Εγώ τον έφθασα, και αφού τον εχαιρέτησα, τον
+ερώτησα διά πού πηγαίνει. Πηγαίνω διά το Μπαγδάτ, μου απεκρίθη
+αυτός, και εις δύο ημέρες θέλω είμαι εκεί. Εχάρηκα εις αυτό το
+συναπάντημα, και συντροφιασμένος με αυτόν, εφθάσαμεν εις το Μπαγδάτ,
+και εμβαίνοντας από την πόρταν, αυτός επήγεν εκεί που είχε την
+δουλειάν του, και εγώ επήγα εις ένα μετζίτι, και εσταμάτησα εκεί
+μίαν ημέραν και μίαν νύκτα, εντρεπόμενος να έβγω εις τέτοιαν
+κατάστασιν εις τες στράτες, φοβούμενος διά να μη συναπαντήσω κανένα,
+από το Μουσούλ, που να με γνωρίζη. Μα τέλος πάντων η πείνα άρχισε να
+μου διώχνη την εντροπήν, και μην ειμπορώντας πλέον να υποφέρω χωρίς
+γεύσιν, ηναγκάσθηκα να κλίνω εις εκείνην την χρείαν που εις τέτοιες
+περίστασες είναι κοινή· και ούτως απεφάσισα να ζητήσω ελεημοσύνην
+ωσάν ένας δυστυχισμένος που ήμουν διά να ημπορέσω να ζήσω. </p>
+
+<p>Εβγάνοντας το λοιπόν από το μετζίτι, επήγα εις μίαν πόρταν ενός
+μεγάλου παλατίου, και με φωνήν τρανήν εζητούσα ελεημοσύνην. Μία
+γραία σκλάβα έρχεται ευθύς με ένα ψωμί εις το χέρι διά να μου το
+δώση και τον καιρόν που άνοιξε την πόρταν διά να μου το δώση βλέπω
+από μέσα εις το παλάτι μίαν νέαν κυράν εξαισίας ωραιότητος. Η θεωρία
+της μου εσκότισε τους οφθαλμούς, έμεινα όλος εκστατικός· έλαβα το
+ψωμί χωρίς να ηξεύρω τι κάνω, και έμεινα ακίνητος εμπρός εις την
+γερόντισσαν σκλάβαν· αντίς να την ευχαριστήσω κατά το χρέος μου,
+ήμουν έτσι χαμένος, έτσι σκοτισμένος και έτσι πληγωμένος από τον
+έρωτα, ώστε εκείνη με εστοχάσθη τρελλόν. Αυτή χωρίς να μου ομιλήση
+τίποτε εμίσευσε, και με άφησεν εις την στράταν όλον αφιερωμένον εις
+το να θεωρώ αδιαφόρευτα την πόρταν, μήπως ξανανοίξη διά να θεωρήσω
+ακόμη εκείνην την νέαν. Και με τούτην την ελπίδα επλησίασεν η νύκτα
+χωρίς να επιτύχω του ποθουμένου. </p>
+
+<p>Βλέποντας δε που ενύκτωσεν, εστοχάσθηκα διά να τραβηχθώ απ' εκεί,
+μα πριν ξεμακρύνω απ' αυτό το παλάτι ερώτησα ένα γέροντα που
+απερνούσεν, αν αυτός ήξευρε τίνος είνε εκείνο το παλάτι. Αυτό είνε,
+μου απεκρίθη, σπήτι του Μουφάκ αυθέντη υιού του Αδλανέ. Αυτός είνε
+ένα υποκείμενον πλούσιον, πολλά τιμημένον, και από φυλήν ευγενικήν.
+Δεν είνε πολύς καιρός που αυτός ήτον κυβερνήτης ετούτης της χώρας·
+μα διά κάποια σκάνδαλα που έτρεξαν ανάμεσα εις αυτόν και τον Κατή, ο
+Καλίφης του εσήκωσε την αξίαν με το να έδωσε πίστιν περισσότερον εις
+του Κατή τα λόγια. </p>
+
+<p>Στοχαζόμενος επάνω εις τούτα τα λόγια που μου είπεν ο γέρων,
+εβγήκα χωρίς να απεικάσω από την χώραν, και επήγα και εμβήκα εις ένα
+κοιμητήρι μεγάλον, αποφασισμένος να μείνω εκεί την νύκτα. Έφαγα το
+ψωμί με ολίγην όρεξιν, τον καιρόν που έπρεπε να την είχα μεγάλην·
+έπειτα επλάγιασα σιμά εις ένα τάφον με το κεφάλι ακουμπισμένον εις
+ένα σωρόν πέτρες. Δεν ημπόρεσα όμως διά πολλές ώρες να κλείσω μάτι·
+η θυγατέρα του Μουφάκ εσύγχυζε μεγάλως τες αίσθησές μου· η
+χαριεστάτη εικόνα της μου ήτον καρφωμένη εις τον νουν μου, και ούτως
+έπασχα όλες εκείνες τες ώρες χωρίς ανάπαυσιν· μα τέλος πάντων άρχισα
+να αποκοιμηθώ ολίγον, και ο ύπνος μου δεν εστάθη πολλά μακρύς,
+επειδή και εστάθηκα υποχρεωμένος διά να εξυπνήσω ευθύς από μίαν
+μεγάλην σύγχυσιν που ηκούετο εις τον τάφον. Φοβισμένος από τούτον
+τον θόρυβον, του οποίου δεν ήξευρα το αίτιον, εσηκώθηκα διά να φύγω
+και ξεμακρύνω από το κοιμητήριον, οπόταν δύο άνθρωποι που έστεκαν
+εις την πόρταν του κοιμητηρίου με εσταμάτησαν, και με ερώτησαν τις
+ήμουν και τι έκανα εις αυτό το κοιμητήρι. Εγώ είμαι, είπα, ένας
+δυστυχής ξένος, και μη έχοντας πού την κεφαλήν κλίναι, ήλθα διά να
+αναπαυθώ ετούτην την νύκτα εδώ. Επειδή και εσύ είσαι ένας
+ζητουλιάρης μου είπεν ένας από τους δύο, ευχαρίστησε τον Ουρανόν που
+μας εσυναπάντησες· εμείς θέλομεν να σου δώσωμεν να φας, και να πιής
+καλά. Έτσι λέγοντάς μου με έφεραν εις τον τάφον, εις τον οποίον
+τέσσαρες από τους συντρόφους του έτρωγαν ραπάνια μεγάλα και
+χουρμάδες, και έπιναν ρακήν. </p>
+
+<p>Αυτοί με έβαλαν και εκάθισα κοντά τους, ολόγυρα εις μίαν μικράν
+πέτραν, και εστάθηκα στενεμμένος διά να φάγω και να πιώ, το
+περισσότερον διά να τους ευχαριστήσω· μα ευθύς εκατάλαβα ότι αυτοί
+ήτον κλέφτες, επειδή και άρχισαν να διηγούνται διά μια μεγαλωτάτη
+κλεψιά που έκαμαν· και εκεί που ετρώγαμεν, ο προεστώς τους μου
+επρόβαλεν αν θέλω να έμβω εις την συντροφιάν τους. Εγώ εις αυτό
+ευρέθηκα αντραλωμένος, μην ηξεύροντας τι να αποκριθώ, φοβούμενος αν
+του ειπώ το όχι να μη τον θυμώσω και επάνω που εστοχαζόμουν να τους
+δώσω την απόκρισιν ιδού ο Αναΐππης του Κατή, συντροφευμένος από ένα
+αριθμόν Γιαννιτσαρέους, αρματαμένους, εμβήκαν εις το κοιμητήριον,
+και ευθύς έπιασαν τους κλέφτας και εμένα, και μας έφεραν εις την
+φυλακήν. Οι κλέφται ωμολόγησαν το πταίσιμόν τους, και
+εκαταδικάσθησαν εις θάνατον και εγώ διηγούμενος με τι τρόπον
+ευρέθηκα με αυτούς με έβγαλαν από την φυλακήν και με έβαλαν εις
+τόπον ξεχωριστόν. </p>
+
+<p>Την δε ερχομένην ημέραν, με κράζει ο Κατής διά να του διηγηθώ τι
+άνθρωπος ήμουν. Εγώ του εδιηγήθηκα με καθαρότητα τα συμβεβηκότα μου,
+κρύβοντας μόνον την γέννησίν μου. Ακόμη του εδιηγήθηκα και τα όσα
+μου εσυνέβηκαν την άλλην ημέραν, που είχα υπάγει εις την πόρταν του
+Μουφάκ διά να ζητήσω ελεημοσύνην, και πως εκεί είδα μίαν Κυράν νέαν,
+από της οποίας την ιδέαν έμεινα τετρωμένος. </p>
+
+<p>Εκεί που ανάφερα το όνομα του Μουφάκ, εθεώρησα τους οφθαλμούς του
+Κατή να ανάπτουν από θυμόν. Εκείνος ο Κριτής έμεινε διά καμπόσον
+χωρίς να μιλήση· έπειτα με χαροποιόν πρόσωπον μου λέγει· νέε ξένε,
+δεν στέκεται παρά εις εσένα το να αποκτήσης την Κυράν που εχθές
+είδες· εκείνη χωρίς αμφιβολίαν είνε θυγατέρα του Μουφάκ, και όσον
+και αν ήθελες είσαι από τους πλέον χυδαίους ανθρώπους, εγώ θέλω σε
+κάμει να φθάσης να πληρώσης την επιθυμίαν σου· άφησε να κάμω εγώ και
+θέλω πασχίσει διά το όφελός σου. Εγώ τον ευχαρίστησα χωρίς να
+ημπορέσω να καταλάβω τον στοχασμόν που αυτός εμελετούσεν. Έπειτα από
+αυτό επρόσταξεν ένα του ευνούχον διά να με υπάγη εις το λουτρόν να
+πλυθώ. Και εις το αναμεταξύ που εκεί ευρισκόμουν, ο Κριτής στέλνει
+δύο τζοχανταρέους προς τον Μουφάκ, τον οποίον εκαλούσε διά να του
+μιλήση διά μίαν υπόθεσιν πολλά αναγκαίαν του. Ο Μουφάκ ήλθεν εν τω
+άμα εις τον Κατήν και ευθύς που ο Κατής τον είδεν, έτρεξεν και το
+αγκάλιασεν. </p>
+
+<p>Ο Μουφάκ έμεινε πολλά θαυμασμένος εκ της τοιαύτης δεξιωσύνης· ω,
+ω, λέγει με τον εαυτόν του, από τι προέρχεται που ο Κατής ο εχθρός
+μου ο θανάσιμος πράττει με εμένα σήμερον τόσην ευγένειαν; εδώ στέκει
+κρυμμένον κάτι μυστήριον. Μουφάκ Αγά, του λέγει ο Κατής, ο ουρανός
+δεν θέλει η έχθρα μας να διαρκέση διά πολύν καιρόν· αυτός μας
+προσφέρει ένα αίτιον διά να εξαλείψη τούτο το μίσος, το οποίον
+ξεχωρίζει από πολλούς χρόνους τες φαμίλιες μας. Το βασιλόπουλον της
+Βάρσας έφθασεν εψές εις το Μπαγδάτι αγνώριστον, και ήλθε και
+κατέβηκε εις το παλάτι μου. Αυτός εμίσευσεν επιταυτού από την Βάρσα
+χωρίς να ζητήση θέλημα του βασιλέως πατρός του· επειδή ήκουσε να
+ομιλούν διά της θυγατρός σου την ωραιότητα και ετρώθη τόσον που
+αποφάσισε διά να έλθη να την στεφανωθή εις γυναίκα του. Αυτός θέλει
+να γένη ετούτο το συνοικέσιον με το μέσον μου, το οποίον το έχω εις
+μεγάλην χαράν, διατί αυτό θέλει είνε μέσον που να μας φιλιώσει. </p>
+
+<p>Μου φαίνεται παράξενον, απεκρίθη ο Μουφάχ, ότι το βασιλόπουλον
+της Βάρσας θα καταδεχθή να στεφανωθή την θυγατέρα μου Ζεμπρούδαν,
+και ότι εσύ θα είσαι εκείνος που θα θελήσης ετούτο το συνοικέσιον,
+τον καιρόν που δεν έλειψες να μου κάμης ότι κακόν ημπορούσες. Δεν
+κάνει χρεία να ενθυμούμεθα πλέον τα περασμένα, ω Μουφάκ Αγά, του
+απεκρίθη ο Κατής, ας αλησμονήσωμεν, σε παρακαλώ, τα όσα απέρασαν
+ανάμεσόν μας, και με το μέσον του δεσμού που πρέπει να ενώση την
+θυγατέρα σου με το βασιλόπουλο θέλομεν ζήσει εις τελείαν αγάπην. </p>
+
+<p>Ο Μουφάκ ήτον φυσικά καλός, όσον ανάποδος ήτον ο Κατής· αυτός
+αφέθηκε να γελασθή από τα ψευδή ταξίματα του Κατή και χωρίς να
+αμφιβάλλη, αγκαλιάσθηκαν και ωρκίσθησαν ανάμεσόν τους μίαν
+παντοτεινήν αγάπην. Και επάνω εις αυτό εμβήκα εγώ εις τον οντά που
+αυτοί ήταν, φερνόμενος εκεί από τον ευνούχον, ο οποίος, εις το
+έβγαλμά μου από το λουτρόν, με ένδυσε με πλούσια φορέματα, και μου
+έβαλεν ένα φακιόλι διμένον με πανί της Ινδίας, κεντημένον με πολύ
+χρυσάφι. Βασιλέα μου, μου είπεν ο Κατής ευθύς που με είδεν, ας είνε
+δοξασμένος ο ουρανός που με αξίωσε να σε δεχθώ εις το σπήτι μου, που
+δεν ήμουν άξιος τοιαύτης τιμής· ιδού ο Μουφάκ, του οποίου έδωσα να
+καταλάβη την αιτίαν του ερχομού σου εις ετούτην την χώραν· αυτός
+κλίνει διά να σου δώση την θυγατέρα του εις γυναίκα σου. Ο Μουφάκ
+μου έκαμε τότε μίαν μεγάλην προσκύνησιν, και μου λέγει· ω
+μεγαλειότατε υιέ του Βασιλέως, εγώ είμαι σκοτισμένος από την τιμήν
+που επιθυμάτε να κάμετε εις την θυγατέρα μου· αυτή θέλει κραχθή
+πολλά ευτυχισμένη εις το να είνε σκλάβα του υιού του Βασιλέως. </p>
+
+<p>Στοχασθήτε τι λογής εστάθη η έκστασίς μου εις ετούτα τα λόγια,
+εις τα οποία εγώ δεν ήξευρα τι να του αποκριθώ και τι να ομιλήσω.
+Εχαιρέτησα ως τόσον τον Μουφάκ χωρίς να του ειπώ κανένα λόγον. Μα ο
+Κατής γνωρίζοντάς με αντραλωμένον και αμφιβάλλοντας ότι από καμμίαν
+μου απόκρισιν θα μείνη ανωφελής ο στοχασμός του, άρχισε να λέγη, ότι
+δεν πρέπει να χάνεται ο καιρός εις λόγια, αλλά πρέπει να κάμωμεν το
+συμφωνητικόν γράμμα της υπανδρείας εις ετούτην την στιγμήν. Και έτσι
+λέγοντας επρόσταξε τον Αναΐππην του διά να το καταστρώση ευθύς. Και
+ύστερον υπογράφοντές το αμφότεροι ο Κατής είπε προς τον Μουφάκ. Εσύ
+καλά ειξεύρεις ότι τα πράγματα των μεγάλων ανθρώπων πρέπει να είνε
+μυστικά, έως που αυτοί θελήσουν· όθεν διά τώρα έπαρε τον γαμβρόν σου
+εις το σπήτι σου και δέξου τον κατά την μεγαλειότητά του, και
+παράγγειλε της θυγατρός σου να του δείξη κάθε υπακοήν και τιμήν,
+κάνοντας να τελειωθή και το στεφάνωμα ετούτην την νύκτα. Ο Μουφάκ
+αφού ευχαρίστησε τον Κατή, με επήρε και εκατεβήκαμεν από το σπήτι
+του Κατή, και εις την αυλήν του εκαβαλικκεύσαμεν επάνω εις δυο
+μουλάρια πολλά στολισμένα και εφθάσαμεν εις το σπήτι του, εις το
+οποίον ξεπεζεύοντας με επήρεν από το χέρι με μεγάλον σέβας, και με
+ανέβασεν εις τον χοντζερέ της θυγατρός του και εκεί με άφησε μοναχόν
+με αυτήν, αφού και της εφανέρωσε τα όσα ηκολούθησαν και έκαμαν εις
+του Κατή. </p>
+
+<p style='text-align:center;'><img src ="images/4.jpg" width="368"
+height="307"
+alt="Και με άφησαν μόνον με την Ζεμπρούδαν εις εκείνον τον χοντζερέ"
+border="2" /></p>
+
+<p>Η Ζιμπρούχ βεβαιωμένη διά τα όσα της ανήγγειλεν ο πατέρας της διά
+την υπανδρείαν μας, με εδέχθη ωσάν άνδρα που έπρεπε μίαν ημέραν να
+την ανεβάση εις τον θρόνον. Και εγώ, ως πλέον ευχαριστημένος και
+ερωτικός από κάθε άνθρωπον, απέρασα όλην εκείνην την ημέραν εις τα
+γόνατα εκείνης της ωραίας Κυράς, καθώς επιθυμούσε, την οποίαν
+επάσχισα με ερωτικά λόγια και γλυκά να της ανάψω την κλίσιν προς το
+συμφέρον μου, και εκατάλαβα πολλά ογλήγορα ότι δεν ήταν μάταιοι οι
+κόποι μου· επειδή και την είδα που αυτή ήτον πολλά ερωτική προς
+εμένα διά την νεότητά μου, και διά το πνεύμα που είχα. Πόσην χαράν
+μου επροξένησεν οπόταν εκατάλαβα την κλίσιν της αγαπημένης μου και
+από την αγαλλίασίν μου δεν ήξευρα τι χάιδια να της κάμω. </p>
+
+<p>Εις τούτο το αναμεταξύ ο Μουφάκ έκαμε κάθε ετοιμασίαν διά να
+εορτάση εκείνην την νύκτα τους γάμους, εις τους οποίους εκάλεσεν
+όλους τους συγγενείς του, και εχάρηκαν μεγάλως με χορούς, με
+λαλήματα και παιγνίδια διάφορα. Και τον καιρόν που οι φίλοι
+εχαίροντο, έρχεται η μάνα της νύμφης και την παίρνει από το χέρι και
+εμίσευσαν από εκεί. Έπειτα από ολίγον έρχεται ο Μουφάκ και με
+παίρνει και εμένα, και με φέρνει εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα
+στολισμένον εις τον οποίον ήτον ένα κρεβάτι στολισμένον με χρυσά
+παπλώματα και τριγύρω του πολλές λαμπάδες αναμμένες. Η Ζεμπρούδα
+εμβαίνοντας πρώτη εις το κρεβάτι, ο Μουφάκ και η γυναίκα του και η
+σκλάβες τους ετραβήχθηκαν, και με άφησαν με αυτήν εις εκείνον τον
+χοντζερέ, εις τον οποίον αφού και ευχαρίστησα τον Ουρανόν διά εκείνο
+το ευτυχισμένον συναπάντημα, εγδύθηκα, και επλάγιασα σιμά εις το
+υποκείμενον που αγαπούσα περισσότερον από την ιδίαν μου ζωήν. </p>
+
+<p>Την δε ερχομένην ημέραν, οπόταν έφεξεν, ακούω να κτυπούν την
+πόρταν του χοντζερέ μου. Εγώ ως εσηκώθηκα και υπήγα διά να ανοίξω,
+βλέπω τον Αναΐππην του Κατή που έφερνεν ένα μέγαν μποχτζέ με
+φορέματα, τα οποία βλέποντάς τα εστοχάσθηκα ότι ο Κατής μου τα
+έστελνε διά δώρον· μα έμεινα γελασμένος· Αυθέντη ξένε, μου λέγει
+ευθύς που με είδεν ο Αναΐππης, περιγελαστικώ τω τρόπω· ο Κατής σε
+χαιρετά, και σε παρακαλεί να επιστρέψετε τα φορέματα και το φακιόλι
+που εχθές σε εδάνεισε διά να παρουσιασθής ως υιός του Βασιλέως της
+Βάρσας, και μου έδωσε να σου επιστρέψω και εγώ τα παλαιά σου
+φορέματα που εβαστούσες. Έμεινα πολλά σκοτισμένος εις μίαν τέτοιαν
+καταφρόνησιν· Τότε εγνώρισα όλην την κακοτροπίαν του Κατή, και όλος
+γεμάτος από εντροπήν έδωκα του Αναΐππη εις τα χέρια το φακιόλι και
+τα φορέματα του αυθέντου του, και εξαναπήρα τα παλαιά μου φορέματα
+που ήταν όλα ξεσχισμένα. </p>
+
+<p>Η Ζεμπρούδα ήκουσε πολύ μέρος από τα όσα μου είπεν ο Αναΐππης,
+και βλέποντάς με σκεπασμένων με ξεσχισμένα φορέματα, ω Ουρανέ,
+εφώναξε, τι δηλοί τάχατε ετούτη η μεταβολή; τι σου είπεν άρα γε
+εκείνος ο άνθρωπος; Κυρά μου, της απεκρίθηκα, ο Κατής είνε ένας πολύ
+κακότροπος άνθρωπος, μα αυτός θέλει είνε ο ίδιος τζελάτης της κακής
+του διαθέσεως. Αυτός επίστευεν ότι σου έδωσεν ένα δυστυχισμένον διά
+άνδρα, μα εσύ είσαι πανδρευμένη αληθώς με ένα βασιλόπουλον· εγώ δεν
+είμαι κατώτερος από τον άνδρα που ελόγιαζες να εστεφανωθής. Εγώ
+είμαι μονογενής υιός του Βασιλέως του Μουσούλ, του μεγάλου Μηνορτόκ,
+και Φαδλάλ είναι το όνομά μου. Και ωσάν της εφανέρωσα αυτό, ευθύς
+εις τον ίδιον καιρόν της εδιηγήθηκα, μα χωρίς να κρύψω το
+παραμικρόν, όλην μου την ιστορία. </p>
+
+<p>Τελειώνοντας δε την διήγησίν μου, Βασιλέα μου, είπεν αύτη, ήξευρε
+ότι αν κατά τύχην και δεν ήθελες είσαι υιός Βασιλέως, δεν ήθελα σε
+αγαπήσει ολιγώτερον απ' ό,τι σε αγάπησα. Και με σταθερότητα σε
+βεβαιώνω ότι αν έλαβα την ευχαρίστησιν εις το να μάθω την γέννησίν
+σου, δεν την έλαβα δι' άλλο, παρά διά την ησυχίαν του πατρός μου.
+Εμένα όλη μου η καύχησις και χαρά θέλει μου είναι εις το να έχω ένα
+άνδρα, ο οποίος καθαρώς να με αγαπά. Εγώ της έταξα ότι ήθελα φυλάξει
+την αγάπην μου εις αυτήν έως τέλος της ζωής μου, και αυτή μου εφάνη
+πολλά ευχαριστημένη από ετούτην την βεβαιότητα. Έκραξεν υστερότερα
+μίαν από τες σκλάβες της και της είπεν, να υπάγη εν τω άμα κρυφίως
+εις ένα πραγματευτήν διά να αγοράση μίαν φορεσιά ανδρίκια πολλά
+πλουσίαν. </p>
+
+<p>Η σκλάβα υπήκουσε, και έκαμε καθώς την επρόσταξεν, η οποία ευθύς
+εγύρισε με μίαν πλουσίαν φορεσιάν και με ένα φακιόλι παρόμοιον με
+εκείνο του Κατή, εις τρόπον που εφάνηκα εις μίαν στιγμήν πλέον
+ευγενικά ενδυμένος από πρώτα. Πώς λες, Κύριε; λέγει τότε η
+Ζεμπρούδα· πιστεύεις εσύ ότι ο Κατής θα έχη μεγάλο αίτιον εις το να
+καυχηθή διά το κάμωμά του; αυτός εστοχάσθηκε διά να κάμη μίαν
+εντροπήν εις την οικογένειάν μου, μα της επροξένησε μίαν τιμήν
+αθάνατον· τι λογής θέλει είνε το φαρμάκι του, οπόταν γνωρίση ότι μη
+θέλοντας επροξένησε τόσον καλόν και τιμήν εις τους εχθρούς του; μα
+πριν να του δώσης να γνωρίση ποίος είσαι κάνει χρεία να παιδεύσης
+την κακήν του διάθεσιν. Εγώ, ηκολούθησεν αυτή, θέλω λάβει ετούτην
+την επιμέλειαν διά να κάμω την εκδίκησιν· ηξεύρω ότι εις ετούτην την
+χώραν είναι ένας βαφιάς, ο οποίος έχει μίαν θυγατέρα μιας
+ασχημοσύνης παράξενης, δεν θέλω να σου ειπώ περισσότερον,
+ακολούθησε, φθάνει μόνον να ηξεύρεις ότι εγώ μελετώ ένα μέσον
+εκδικήσεως, που θέλω φέρει τον Κατή εις απελπισίαν και θέλει γένη
+μύθος όλης της χώρας. </p>
+
+<p>Αυτή ήτον τόσον αφωσιωμένη εις την εκδίκησιν, που δεν έβλεπε την
+ώραν να την βάλη εις πράξιν. Ενδύθη το λοιπόν μίαν ημέραν με
+φορέματα ταπεινά, και μπουλωμένη επήγεν εις την αυλήν του Κατή, και
+εσταμάτησεν εις μίαν αγκωνήν εκεί που έκρινεν ο Κατής διάφορες
+υπόθεσες. Και ωσάν αποτελείωσε τες κρίσες, στοχάζεται την γυναίκα
+που έστεκεν εκεί με μεγάλον σέβας, την κράζει, και την ερωτά τι
+ζητεί; Αυτή του απεκρίθη ότι ήτον θυγατέρα ενός τεχνίτου, και
+επιθυμούσε να του ειπή ένα λόγον μυστικόν. Τότε ο Κατής ωσάν που
+αγαπούσε τες γυναίκες, την παίρνει και την φέρνει εις ένα οντά
+παράμερον, και βάνοντάς την να καθήση κοντά του της λέγει. Πες μου,
+Κυρά, το μυστικόν που έχεις, και το τι έχω να κάμω διά λόγου σου.
+Αυθέντη Κατή, αυτή απεκρίθη, σηκώνοντας το σκέπασμα από το κεφάλι
+της, εσύ έχεις την δύναμιν εις το να κάνης να φυλάγεται ο νόμος και
+η δικαιοσύνη τόσον εις τους πτωχούς ωσάν και εις τους πλουσίους·
+πρόσεχε, σε παρακαλώ, και ας είσαι κατανυκτικός εις τα παράπονά μου,
+και λάβε ευσπλαγχνίαν της δυστυχίας μου εις την οποίαν ευρίσκομαι.
+Ξήγα μου την υπόθεσίν σου, εξαναείπεν ο Κατής, όλος γεμάτος από
+σπλάγχνος, και σου ομνύω ότι θέλω κάμει κάθε δυνατόν και αδύνατον
+διά να σε ευχαριστήσω. </p>
+
+<p>Τότε η Ζιμπρούδα εξεμπουλώθη τελείως, και άρχισε να δείχνη τα
+μαλλιά της κεφαλής της που ήσαν ωραία ωσάν το χρυσάφι, και ξαπλωμένα
+εις πλεξίδες επάνω εις τες πλάτες της. Βλέπεις, αυθέντη, του λέγει,
+αν ετούτα τα μαλλιά είναι άξια κατάφρονήσεως· εξέταξε το πρόσωπόν
+μου σε παρακαλώ, και πες μου χωρίς κολακείαν τον στοχασμόν σου. </p>
+
+<p>Ο Κατής εις τούτα και εις την θεωρίαν της ωραιότητος εκείνης
+έμεινε σκοτισμένος· μα την θυσίαν του βουνού της Μέκκας, εφώναξεν,
+εγώ δεν βλέπω εις εσέ κανένα ελάττωμα· το μέτωπόν σου ομοιάζει μία
+πλάκα ασήμι· τα φρύδια σου δύο δοξάρια, τα μάγουλά σου δύο
+τριαντάφυλλα, τα μάτιά σου δύο διαμάντια και κοντολογής είσαι μία
+Θεά. </p>
+
+<p>Η θυγατέρα του Μουφάκ ευχαριστήθη εις ετούτο, και ευθύς εσηκώθη
+ορθή και έφερε δύο τρεις γύρους, έπειτα λέγει του Κατή· ιδέ το
+περιπάτημά μου, ιδέ την ευμορφάδα του κορμιού μου, αν δεν φαίνωμαι
+ωσάν μία θεά, ποίος ημπορεί να με κατηγορήση πως δεν είμαι εύμορφη;
+Εγώ μένω θαυμασμένος διά όλην σου την ευμορφάδα, είπεν ο Κατής,
+επειδή και δεν είδα μίαν παρομοίαν καλοκαμωμένην νέαν, ωσάν εσένα·
+Πώς σου φαίνονται τα μπράτσα τον χειρών μου, ακολούθησε εκείνη
+ξεσκεπάζοντάς τα, δεν είνε άσπρα και στρογγυλά; Αχ σκληρή, αντέκοψεν
+εδώ ο Κατής γεμάτος από φλόγα έρωτος, εσύ με κάνεις να αποθάνω· αν
+έχης άλλο διά να μου ειπής μίλησε ευθύς, διατί το λογικόν μου με
+απαρατεί, και δεν ημπορώ πλέον να υποφέρω την θεωρίαν σου. Θέλεις
+ηξεύρει, ω αυθέντη, εξανακολούθησεν η Ζεμπρούδα, ότι με όλην την
+ευμορφιάν που έχω, ζω εις ένα σκοτεινότατον σπίτι, του οποίου η
+εμπασιά είνε εμποδισμένη όχι μόνον των ανδρών αλλά και των γυναικών,
+οι οποίες με την κουβένταν τους ημπορούσαν να μου φέρουν κάποιαν
+παρηγορίαν. Δεν έλειψαν να τύχουν υποκείμενα άξια που να με γυρέψουν
+εις υπανδρείαν και ήθελαν είνε πολλοί χρόνοι που θα ήμουν
+υπανδρευμένη, αν ο πατέρας μου δεν ήθελεν έχει την σκληρότητα να
+τους αρνηθή ολωνών εκείνων που με εγύρεψαν διά να υπανδρευθώ· εις
+τον ένα έλεγε πως είμαι στεγνή ωσάν ένα ξύλον· εις άλλον πως είμαι
+υδρωπική· εις άλλους κουτσή και κρατημένη, και εις άλλους τρελλή και
+ότι έχω λέπραν, και είμαι πάντα άρρωστη· κοντολογής με παρασταίνει
+διά ένα πλάσμα ανάξιον της ανθρωπίνης ενώσεως, και μου έβγαλεν όνομα
+πως είμαι μία ασχημοτάτη, που παρόμοια εις τον κόσμον δεν είναι, και
+κανείς πλέον δεν με ζητεί· όθεν είμαι καταδικασμένη εις μίαν
+παντοτεινήν σωφροσύνην χωρίς την θέλησίν μου. </p>
+
+<p>Τελειώνοντας αυτά τα λόγια εκαμώθηκε πως κλαίει και επαράστησε με
+τόσην τέχνην την μορφήν της, που ο Κατής έμεινε γελασμένος. Ω πατέρα
+βάρβαρε, εφώναξεν αυτός· ημπορείς εσύ να τυραννήσης με τόσην
+σκληρότητα μίαν θυγατέρα τόσον γλυκυτάτην και ωραίαν; Και ποία είναι
+το λοιπόν, η γνώμη του πατρός σου; ακολούθησε προς αυτήν, μίλησέ μου
+το λοιπόν, Αγγέλισσά μου, διατί δεν θέλει να σε υπανδρεύση; Δεν
+ηξεύρω καθόλου, ω αυθέντη, είπεν η Ζερμπρούδα, ξανανεώνοντάς τα
+κλάμματά της, δεν ηξεύρω ποίες είναι οι γνώμες του· μα σου ομολογώ
+ότι η υπομονή μου έφθασεν εις το άκρον δεν ημπορώ πλέον να ζήσω εις
+την κατάστασιν που ευρίσκομαι· ηύρα το μέσον διά να έβγω από το
+σπήτι, και επρόστρεξα εις την δικαιοσύνην σου διά να λάβης έλεος να
+του μιλήσης, διά να με υπανδρεύση, και να έβγω από την τυραννίαν
+του, ειδεμή θέλω θανατωθη με τα ίδιά μου χέρια. </p>
+
+<p>Η Ζεμπρούδα με τούτα τα υστερινά λόγια ετελείωσε διά να συγχίση
+τον νουν του Κατή. Όχι, όχι απεκρίθη αυτός, δεν αποθαίνεις, ούτε
+θέλεις πλέον κάμει την ζωήν που έως τώρα έκαμες. Δεν στέκει παρά εις
+εσένα το να έβγης από τα σκότη που σκεπάζουν την ωραιότητά σου, και
+να γένης εις τούτην την ίδιαν ημέραν, γυναίκα του Κατή του
+Μπαγδατιού. Ναι, ω τελεία εικόνα του παραδείσου, εγώ είμαι έτοιμος
+διά να σε στεφανωθώ, αν εσύ αγαπάς να κλίνης. Αυθέντη, απεκρίθη
+αύτη, εγώ από το μέρος μου δεν θέλω αρνηθή τέτοιαν χάριν και τιμήν
+που ζητείς να μου κάμης, μα φοβούμαι ότι δεν θα ημπορέσης να
+καταπείσης τον πατέρα μου, με το να είναι πολλά σκληρός, καθώς
+θέλεις τον δοκιμάσει. Μη σε μέλει δι' αυτό, λέγη ο Κατής, εγώ σου
+τάσσω κάθε καλόν αποτέλεσμα, πες μου μοναχά εις ποίον μαχαλά στέκει
+ο πατέρας σου, τι τέχνην κάνει, και πώς ονομάζεται, και άφησε να
+κάμω εγώ. Αυτός ονομάζεται Ουστά Ομάρ, του αποκρίνεται αυτή, και
+είναι βαφιάς και κατοικεί σιμά εις την αγοράν. Τόσον φθάνει, της
+λέγει ο Κατής· εσύ ημπορείς να ξαναγυρίσης εις το σπήτι σου, και
+ογλήγορα θέλεις λάβει το ποθούμενον. Τότε η Κυρά αφού έδωσε μίαν
+γλυκιάν ματιάν του Κατή, εμπουλώθη και εμίσευσεν απ' εκεί, και ήλθε
+να με εύρη. </p>
+
+<p>Αυτή μου έδωσε λογαριασμόν διά τα όσα ωμίλησε του Κατή και είχε
+τόσην ευχαρίστησιν εις αυτό, που δεν ημπορούσε να σταθή ήσυχη έως
+που θα ήθελεν ιδεί το αποβησόμενον. Ημείς θέλομεν ξεδικηθή, μου
+έλεγεν· ο φίλος μας που ενόμιζε να γένωμεν παίγνιον εις τον κόσμον
+θέλει γένη αυτός μύθος της χώρας. Και κατά αλήθειαν ευθύς που η
+Ζεμπρούδα εμίσευσεν από τον κριτήν, αυτός έστειλεν ένα μουχξούρι εις
+το σπήτι του Ουστά Ομάρ, και τον έκραξε διά να έλθη εμπροστά του. Ο
+βαφιάς ήρθεν όλος τρεμάμενος έμπροσθέν του τον οποίον βλέποντας ο
+κριτής, τον έβαλε να καθήση κοντά του. Αυτός έμεινε εκστατικός διά
+τες τιμές που ελάμβανε, και δεν ήξευρε τι δηλούν. Ουστά Ομάρ, του
+λέγει ο Κατής, έχω μεγάλην ευχαρίστησιν να σε ιδώ· είναι πολύς
+καιρός που ακούω να μιλούν πολύ καλά διά εσένα· λέγουν πως είσαι
+ένας άνθρωπος καλών ηθών, και πιστός μουσουλμάνος, που ποτέ δεν
+λείπεσαι από το μετζίτι, που πας πέντε φορές την ημέραν διά να κάνης
+την προσευχήν σου, και άλλα έργα διά τα οποία έχω πολλήν
+ευχαρίστησιν· λέγουν ακόμη ότι υποχρεώνεις εις την σωφροσύνην την
+θυγατέρα σου που είναι εις ηλικίαν υπανδρειάς, διά το οποίον ο
+Προφήτης επρόσταξεν να υπανδρευθούν όλοι διά να αυξήση ο κόσμος, και
+εις τούτο μόνον καταλαμβάνω που κάνεις αδύνατα και αμαρτάνεις
+βαρύτατα. </p>
+
+<p>Αφέντη κριτή, απεκρίθη ο Ουστά Ομίρ, όλα όσα και αν είπες είναι
+αληθινά, έξω από της θυγατρός μου· και άκουσον το αίτιον που δεν την
+υπανδρεύω· αύτη είναι περασμένης ηλικίας, διά να υπανδρευθή, επειδή
+έχει τριάντα χρόνους, και η κακορίζικη δεν είναι εις στάσιν να
+παρουσιασθή εις άνδρα. Αυτή είναι ασχημοτάτη, σακάτισσα, κολοβή,
+παλαβή, και κοντολογής είναι τέρας της φύσεως. Πολλά καλά, είπεν ο
+Κατής χαμογελώντας· εγώ αυτό το εκαρτερούσα, Ουστά Ομάρ· ήμουν
+αρκετά βεβαιωμένος ότι εσύ ήθελες κάμει ένα παρόμοιον πανηγυρικόν
+της θυγατρός σου· μα ήξευρε, ακριβέ μου φίλε, ότι ετούτη η
+ασχημοτάτη, η κολοβή και σακάτισσα, με όλα τα άλλα ελαττώματα που
+έχει, είνε πολλά αγαπημένη από έναν άνθρωπο, ο οποίος επιθυμεί να
+την πάρη εις γυναίκα, και αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ. </p>
+
+<p>Εις τούτην την ομιλίαν ο βαφιάς εκύτταξε τον κριτήν εις το
+πρόσωπον με θαυμασμόν, και του είπε· αν έχης επιθυμίαν, αφέντη, να
+με εμπαίξης είσαι νοικοκύρης, και ημπορείς να γελάσης όσον σου
+αρέσει με την θυγατέρα μου. Όχι, μη γένοιτο, απεκρίθη ο Κατής, εγώ
+δεν γελώ με κανένα, μα αγαπώ την θυγατέρα σου, και διά τούτο σου την
+γυρεύω. Ο τεχνίτης ακούοντας έτσι, εδόθηκεν εις ένα μεγάλον γέλωτα.
+Μα τον Προφήτην εφώναξε, κάποιος σου έδωσε να καταλάβης ένα ψεύμα
+επειδή και σε βεβαιώνω, ω αυθέντη, ότι η θυγατέρα μου είναι
+κρατημένη, κολοβή και ιδροπικιασμένη. Ας είναι, αντίκοψεν ο Κατής,
+εγώ την δέχομαι εις τούτην την μορφήν που είναι, επειδή και αγαπώ
+παρόμοιες κόρες! τοιαύτης λογής είναι η άρεσίς μου, και εσένα δεν
+πρέπει να σε μέλη δι' αυτό. Εγώ ξαναλέγω ακόμη ετούτην την φοράν,
+λέγει ο βαφιάς, ότι η θυγατέρα μου δεν είναι διά την αφεντιάν σου με
+το να είναι τερατώδης. Ω, ετούτο είναι πολύ, λέγει ο Κατής, με φωνήν
+θυμωμένην· είμαι βαρεμένος από τούτα τα λόγια, Ουστά Ομάρ· εγώ θέλω
+εσύ να μου την δώσης ετούτην την άσχημον και τερατώδη, καθώς αυτή
+είνε, εις γυναίκα, και μη μου αποκρίνεσαι άλλο. </p>
+
+<p>Ο βαφιάς βλέποντάς τον αποφασισμένον διά να στεφανωθή την
+θυγατέρα του, και βεβαιωμένος ότι τινάς διά περιδιάβασίν του τον
+έκαμε διά να λάβη κλίσιν με αυτήν, είπε με τον εαυτόν του. Κάμνει
+χρεία να του ειπώ πως προίκα καμμιάς λογής δεν έχω να της δώσω, και
+με τούτο θέλει τραβηχθή να μη μου μιλήση άλλο. Αυθέντη, του είπεν,
+εγώ είμαι πρόθυμος διά να σε υπακούσω οπόταν θέλης έτσι· μα ήξευρε
+πως προίκα δεν έχω να σου δώσω, και αν την θέλης χωρίς προίκαν
+καλώς, ειδεμή ας κάθεται. Ετούτο είνε παρά πολύ, είπεν ο Κατής, μα
+ας είνε· εγώ είμαι ευχαριστημένος να την λάβω και δίχως προίκα, και
+λέγοντας, ούτως ηθέλησε διά να γραφθή η συμφωνία. Ο βαφιάς του
+εναντιώθη, ότι το γράμμα δεν θέλει το υπογράψει, ανίσως και δεν
+είναι παρόν εκατόν και ένας μάρτυρες, οι οποίοι να είνε Ιμάμιδες,
+Μουλάδες, και Χοτζάδες. Εσύ απιστείς πολύ, του λέγει ο Κατής· μα δεν
+βλάπτει, θέλω να σε ευχαριστήσω, επειδή και δεν θέλω να υστερηθώ την
+θυγατέρα σου. Τότε έστειλε τους τζοχανταρέους του διά να πηγαίνουν
+να κράξουν τοιούτους μάρτυρας, και εις ολίγον ήλθαν περισσότεροι από
+όσους εζητούσεν ο βαφιάς. </p>
+
+<p>Αφού εσυναθροίσθησαν όλοι εκεί, ο βαθιάς είπεν έτσι του Κατή·
+αυθέντη εγώ σου δίνω την θυγατέρα μου εις νόμιμόν σου γυναίκα·
+επειδή και θέλεις έτσι μα σου ομολογώ έμπροσθεν εις τούτους τους
+αφεντάδες, ότι αν αυτή δεν ήθελε σου αρέση, να μην ημπορής, να την
+χωρίσης, με κανένα τρόπον και αν χωρίση θα ήθελες μου δώση χίλια
+φλωριά ευθύς εις το χέρι. Καλώτατα, απεκρίθη ο Κατής, είμαι
+ευχαριστημένος, και σου δίνω τον λόγον μου δι' αυτό με όρκον, εμπρός
+εις τους περιεστώτας μάρτυρας. Δίδοντας το λοιπόν ο Κατής τον λόγον
+του με εκείνον τον τρόπον και ωσάν αποβεβαιώθη η συμφωνία τους από
+τους μάρτυρας, ο βαφιάς εβγήκε λέγοντας ότι υπάγει να του στείλη την
+νύμφην του, και με το μίσευμα του βαφιά ανεχώρησαν και οι μάρτυρες,
+και έμεινεν ο Κατής μόνος εις το σπήτι του γεμάτος από ευχαρίστησιν,
+και δεν έβλεπε την ώραν διά να ιδή την νέαν του γυναίκα. </p>
+
+<p>Αυτός λοιπόν ο Κατής είχε δύο χρόνους που είχε πάρει εις γυναίκα
+μίαν θυγατέρα ενός πραγματευτού πλουσίου, η οποία μαθαίνοντας ότι ο
+άνδρας της απεφάσισε να πάρη και άλλην γυναίκα, της εκακοφάνη τόσον,
+που δεν ηθέλησε πλέον να σταθή με αυτόν, τον οποίον κράζοντάς τον
+του είπε· ήκουσα σήμερον ότι θέλεις να πάρης και άλλην γυναίκα, διά
+το οποίον σου λέγω, ότι ανίσως και την πάρης δεν στέκω μαζί σου,
+ό,τι δεν ημπορώ να φτουρήσω μίαν αισχύνην παρομοίαν και είμαι
+ευχαριστημένη καλύτερον να με χωρίσης, παρά να ιδώ άλλην γυναίκα
+μαζί σου. Εσύ μου έκαμες μίαν μεγάλην χάριν να μου το ειπής
+εμπροσθήτερα, της απεκρίθη ο Κατής, επειδή και δεν ετολμούσα διά να
+σου ειπώ εγώ την νέαν μου υπανδρείαν· μα σαν είνε έτσι θέλω σε
+ευχαριστήσει. Και ούτω λέγοντας, ευθύς άνοιξε μίαν κασσέλαν και
+έβγαλε μίαν σακκούλαν και της εμέτρησε χίλια φλωριά, λέγοντάς της·
+έπαρε, ω γυναίκα, την προίκα σου, και ύπαγε όπου θέλεις· «Εγώ σε
+χωρίζω μίαν φοράν, δύο φορές, τρεις φορές σε αποχωρίζομαι, και διά
+πλέον βεβαιωσύνην σου δίδω ετούτα τα λόγια εγγράφως και υπογραμμένα
+από τον Αναΐππην μου κατά τους νόμους». Και με τούτον τον τρόπον
+εχώρισε την γυναίκα του, η οποία εν τω άμα ετραβήχθη εις τον πατέρα
+της μαζί με την προίκα της. </p>
+
+<p>Ευθύς που αυτή ανεχώρησεν ο Κατής έκαμε και εστόλισε το σπήτι του
+με διάφορα στολίδια, ήγουν με πεύκια, εύμορφα στρωσίδια και άλλα
+ευγενικά πράγματα, διά να δεχθή την νέαν του γυναίκα, και όλα ήταν
+έτοιμα και εκαρτερούσε με μεγάλην ανυπομονησίαν να δεχθή την πολλά
+αγαπημένην του, και δεν έβλεπε την ώραν πότε να έλθη. Δεν απέρασεν
+ώρα και ιδού βλέπει και έρχονται δύο βαστάζοι φέροντες ένα γάιδαρον
+φορτωμένον με μίαν κασσέλαν, σκεπασμένην με ένα πεύκι μεταξωτόν
+πράσινον· τι μου φέρετε εσείς ω φίλοι, τους λέγει ο Κατής; αυθέντη
+του απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αποθέτοντες την κασσέλαν εις την γην,
+εδώ είνε η νύμφη σου· σήκωσε το πεύκι και ιδές την πόσον είνε
+εύμορφη και καλοκαμωμένη. Ο Κατής με προθυμίαν σηκώνει το πεύκι, και
+με έκστασιν βλέπει μίαν κόρην κολοβήν, μίαν ράχιν που υπερέβαινε την
+κεφαλήν της, και κρατημένην από χέρια και ποδάρια, και περιπλέον
+είχε το πρόσωπόν της μακρύ μισήν πήχυν και γεμάτο από πρίσματα, τα
+μάτια πετασμένα και κόκκινα ωσάν την φωτιάν, το στόμα της τρανόν
+ωσάν του κροκοδείλου, με τα δόντια πετασμένα έξω από τα χείλη, και η
+μύτη της ήτο τόσον πλατεία, που εφαίνονταν να ήσαν δύο φούρνοι. Τότε
+αυτός ο Κατής δεν ημπόρεσε να ιδή ένα τέτοιο τέρας χωρίς να του κάμη
+τρόμον, όθεν την εξανασκέπασεν ευθύς με το πανί, και λέγει των
+βαστάζων· τι θέλετε εσείς να κάμω ετούτο το ελεεινόν θέαμα, ω ζώα;
+Αυθέντη, του απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αυτή είνε η θυγατέρα του Ουστά
+Ομάρ, βαφιά, ο οποίος μας είπεν ότι την εστεφανώθης από αγάπην και
+μας την έδωσε διά να σου την φέρωμε. Δίκαιε Ουρανέ, εφώναξεν ο
+Κατής, ημπορώ να στεφανωθώ ένα τέρας της φύσεως παρόμοιον; </p>
+
+<p>Εις τον ίδιον καιρόν ο βαφιάς προβλέποντάς την έκστασιν του Κατή,
+έφθασεν εκεί. Ταλαίπωρε, του λέγει ο Κατής, διά ποίον με παίρνεις;
+δεν ηξεύρεις που εγώ ημπορώ να σε παιδεύσω κατά πως σου πρέπει και
+να σε βάλω εις τα σίδερα, που παίρνεις τόση τόλμη να αναγελάσης με
+εμένα; φοβήσου τον θυμόν μου, ω δυστυχή, και αντίς διά τούτο το
+τέρας της φύσεως που μου έστειλες, δος μου την άλλην σου θυγατέρα,
+της οποίας η ευμορφιά μου είνε πολλά επιθυμητή· ειδεμή θέλεις
+δοκιμάσει πόσον ημπορεί να κάμη ένας Κατής θυμωμένος. Αυθέντη, του
+λέγει ο Ομάρ, παύσε να με φοβερίζεις, σε παρακαλώ, και μην είσαι
+θυμωμένος εναντίον μου· ομνύω εις τον Πλάστην του κόσμου ότι άλλην
+θυγατέρα από αυτήν δεν έχω· εγώ σου το είπα χίλιες φορές ότι αυτή
+διά λόγου σου δεν ήτον· μα εσύ δεν ήθελες να με πιστεύσης, και εις
+τούτο δεν έχω πταίξιμον κανένα. Ο Κατής εις ετούτα τα λόγια ήλθεν
+εις τον εαυτόν του, και λέγει του βαφιά. Ομάρ σήμερον το ταχύ ήλθεν
+εδώ μία κόρη πολλά ωραία και μου είπε πως είνε θυγατέρα σου, και πως
+δεν θέλεις να την υπανδρεύσης, δίδοντας να καταλάβη ο κόσμος πως
+είνε λίαν τερατώδης, διά να μην ήθελε κανείς σου την γυρέψη εις
+γυναίκα. Αυθέντη, του λέγει, ο βαφιάς, εκείνη η εύμορφη κόρη είμαι
+βέβαιος πως σε ενέπαιξε, βαλμένη από κανένα εχθρόν σου, διά να σου
+κάμη καταισχύνην και σε περιπαίξη. </p>
+
+<p>Τότε ο Κατής άρχισε να τραβά τα γένεια του, και να στοχάζεται διά
+πολλήν ώραν· έπειτα είπεν· ετούτη είνε μία δυστυχία που έμελλε να
+μου έλθη, και δεν κάνει χρεία να μιλήσωμεν άλλο. Κάμε, σε παρακαλώ,
+να ξαναφέρουν την θυγατέρα σου εις το σπήτι, και σου δίδω και τα
+χίλια φλωριά που σου έταξα και μη ζητής άλλο, αν θέλης να είμεθα
+φίλοι. Ο βαφιάς διά να μην έλθη εις άλλα λόγια με τον Κατήν, και διά
+να μη τον κάμη εχθρόν του, έστερξε να κρατήση τα χίλια φλωριά, και
+να πάρη την θυγατέρα του οπίσω, κάνοντας πρώτον να την χωρίση κατά
+τους νόμους. </p>
+
+<p>Ετούτο το συμβάν εμαθεύθη πολλά ογλήγορα εις όλην την χώραν, και
+έγινεν εις όλους αξιογέλαστον το εμπαίξιμον του Κατή, και διά πολλές
+ημέρες δεν ωμιλούσαν άλλο παρά δι' αυτόν· Ημείς ξεχωριστά εχαρήκαμεν
+μεγάλως διά την εκδίκησιν που εκάμαμεν του Κατή, χωρίς παντελώς να
+το καταλάβη· Απερνώντας αυτή η εκδίκησις, έστειλα ένα μετζίλι διά να
+διηγηθή του βασιλέως πατρός μου τα όσα μου εσυνέβηκαν αφού και
+εμίσευσα από κοντά του, και τον εβεβαίωσα ότι ογλήγορα ήμουν διά
+γύρισμα ομού με την αγαπημένην γυναίκα που επήρα. Και εκεί που
+εκαρτερούσα την απόκρισιν με το μετζίλι, αλλοί εις εμένα, μου έφερε
+μαντάτα πολλά θλιβερά, ότι ο βασιλεύς πατέρας μου μανθάνοντας ότι οι
+Άραβες κλέφτες, που μας επάτησαν, εσκότωσαν όσους και αν είχα κοντά
+μου, και λογιάζοντας ότι και εγώ έμεινα σκοτωμένος, από την λύπην
+του απέθανε, και ότι ανέβη εις τον θρόνον του ένας εξάδελφός μου,
+ονόματι Αμαδεδίν, ο οποίος με μίαν γραφήν που έγραψε με το ίδιον
+μετζίλι μου εσημείωνε την χαράν που ο λαός έλαβεν, ακούοντας πως
+ευρισκόμουν ζωντανός· και ότι με εκαρτερούσε μετά πάσης χαράς διά να
+πηγαίνω το συντομώτερον, και ήτον έτοιμος διά να μου απαρατήση
+θεληματικώς τον θρόνον που εις εμέ απαρθένευεν. Ετούτη η είδησις με
+έκαμε διά να αποφασίσω το γληγορότερον να γυρίσω εις το Μουσούλ.
+Έλαβα θέλημα από τον Μουφάκ πενθερόν μου, και παίρνοντάς την γυναίκα
+μου ομού με πολλούς ανθρώπους διά φύλαξιν, εμίσευσα διά το Μουσούλ.
+</p>
+
+<p>Δεν είχα φθάσει ακόμη εις το ήμισυ της στράτας, και ιδού που
+βλέπω τον Αμαδεδίν να έρχεται με πολύν λαόν, και με τους προεστούς
+του Μουσούλ εις συναπάντησίν μου και φθάνοντάς με επέζευσεν ευθύς
+από το άλογόν του, και ήλθε και με επροσκύνησε δείχνοντάς μου την
+καλήν του προθυμίαν, καθώς εις την επιστολήν του μου το εσημείωνεν.
+Έπειτα ήλθαν όλοι οι προεστοί και με μεγάλον σέβας με επροσκύνησαν
+και με ευφήμησαν διά βασιλέα τους. Και ούτω συντροφιασμένος με όλους
+εκείνους εμβήκαμεν εις το Μουσούλ με μεγάλην παράταξιν όλος και ο
+λαός έδειξε με μεγάλους αλαλαγμούς την ευχαρίστησίν του που με
+εξαναείδε, και έκαμε διά τρεις ημέρας μεγάλες χαρές και πανηγύρεις.
+</p>
+
+<p>Τελειώνοντας δε αυτές οι χαρές έβαλα εις καλήν τάξιν όλα τα του
+βασιλείου, και εβασίλευσα επάνω εις τον ραγιά μου με πολλήν
+θερμότητα. Αγαπούσα περισσότερον παρά ποτέ την Ζιμπρούδα, και εζούσα
+πολλά ευτυχισμένος, οπόταν ένας νέος Δερβύσης φανερώνεται εις την
+αυλήν μου, ο οποίος, με τες διάφορες χάρες και πνεύμα χαριέστατο που
+είχεν, επροχώρησεν εις τους προεστούς του παλατίου μου, και τον
+επήραν εις μεγάλην αγάπην, και άλλο δεν ωμιλούσαν παρά διά τες
+μεγάλες χάρες του Δερβύση. Μου ήλθεν επιθυμία να τον ιδώ, και
+ευρίσκοντάς τον πλέον χαριτωμένον από εκείνο που άκουα, τον επήρα
+εις τόσην υπόληψιν, που τον έκαμα ένα από τους της αυλής μου, διά να
+τον έχω πάντα κοντά μου, να με ευφραίνη με τες διήγησές του και με
+τες μεσελέδες του, ο οποίος ήτον πολλά πρακτικός από όλα τα πράγματα
+του κόσμου· επειδή και με όλον που ήτον νέος είχε περιπατήσει πολύν
+κόσμον. </p>
+
+<p>Μίαν ημέραν που ευρισκόμασθε εις το κυνήγι εις ένα λόγγον
+εξεμάκρυνα από τους ανθρώπους μου, και έμεινα με τον Δερβύσην
+μοναχά. Αυτός εκεί που επερπατούσαμεν, μου εδιηγούνταν τα ταξείδια
+που είχε κάμει, και διά τα όσα περίεργα που εις τας πόλεις και
+βασίλεια είχεν ιδεί, και ανάμεσα εις τα άλλα δι' ένα γέροντα Μπαρχάν
+που εγνώρισεν. Ετούτος ο μέγας άνθρωπος, μου είπεν, ήξευρεν ένα
+μεγάλον αριθμόν σεκρέτα, ήγουν απόκρυφα, όλα πολλά περίεργα. Αυτός
+από την πολλήν αγάπην που επήρε, μου έδειξεν ένα σεκρέτον πολλά
+θαυμαστόν, και μου παρήγγειλε κανενός να μη το ειπώ με όρκον. Ποίας
+ενεργείας είναι αυτό το σεκρέτον ερώτησα εγώ, μήπως και είναι εκείνο
+που μετατρέπουν το μολύβι και σίδηρον εις χρυσόν; Όχι, Βασιλέα μου,
+ετούτο είναι πολύ τιμώτερον από αυτό, ετούτο κάνει να αναζήση ένα
+κορμί αποθαμμένον, όχι πως να του επιστρέψω την ψυχήν, εις τούτο
+μονάχα ο Ουρανός ημπορεί να κάμη αυτό το θαύμα, μα κάνω και εμπαίνει
+η ψυχή μου εις κάθε νεκρόν σώμα, και το ανασταίνω. Και διά να σε
+ευχαριστήσω θέλω κάμει να ιδής την δοκιμήν εις ετούτην την έλαφον
+που την έχομεν σκοτωμένην. Εγώ του είπα πως θέλει μου κάμει μεγάλην
+χάριν κάμνοντάς με να ιδώ ένα τέτοιον πράγμα. </p>
+
+<p>Τότε αυτός μου λέγει· στοχάσου λοιπόν εκείνο που έχω να κάμω.
+Ευθύς που ετελείωσε ταύτα τα λόγια, βλέπω να πέση το κορμί του χωρίς
+αίσθησιν, και εις τον ίδιον καιρόν είδα την έλαφον που ανέζησε και
+εσηκώθη με πολλήν γληγορότητα και έρχεται προς με και με έγλυφε,
+κάνοντάς μου πολλές χαρές. Και αφού έφερε κάμποσους γύρους πίπτει
+κατά γης αύτη, και σηκώνεται ο Δερβύσης που ευρίσκονταν νεκρός.
+Ετούτο το θέαμα μου έπληξε τον νουν και επαρακάλεσα τον Δερβύσην,
+που ήτο καλύτερον να μη τον είχα ιδή, διά να μου το φανερώση. Αυτός
+μου απεκρίθη πως διά τον όρκον που έκαμα, δεν ημπορώ να το δείξω
+κανενός με κανένα τρόπον. Βλέποντάς τον εγώ που δεν έκλινε διά να
+μου το δείξη μου άναπτε περισσότερον την επιθυμίαν μου διά να μου το
+φανερώση και από τες πολλές παρακάλεσες τέλος πάντων εκαμώθη, διά να
+μη με παρακούση, πως απεφάσισε διά να μου το δείξη. Ιδού ω βασιλέα
+μου διά να σε ευχαριστήσω, μου είπε, σου το δείχνω· φθάνει να είπης
+με τον νουν σου ετούτα τα δύο λόγια Χαλβιλαχά και Μαχούλ, και κάθε
+λογής νεκρόν σώμα το αναζής· Ευθύς που έμαθα αυτά τα δύο λόγια
+ηθέλησα διά να κάμω την ενέργειάν τους επάνω εις την ιδίαν έλαφον,
+τα οποία λέγοντάς τα ευθύς εμεταμορφώθηκα εις εκείνο το ζώον. Μα η
+ευχαρίστησις που είχα διά την ενέργειαν που ακολούθησεν ευτυχισμένα,
+εμετεστράφη ογλήγορα εις τόσον πόνον. Επειδή και ευθύς που το πνεύμα
+μου εμπήκεν εις το κορμί της ελάφου, ο άνομος και επίβουλος Δερβύσης
+έκαμε να περάση το εδικόν του εις το κουφάρι μου και ωσάν έλαβε την
+μορφήν μου, ευθύς παίρνει το δοξάρι μου και το ετέντωσε να με
+σκοτώση. Εγώ μένοντάς μου το λογικόν, και καταλαμβάνοντάς την γνώμην
+του, εδόθηκα εις μίαν ταχείαν φυγήν, και με όλον τούτο ο
+σκληροκάρδιος δεν έλειψε που να τελειώση την επιβουλήν του, μα του
+εστάθη αδύνατον. Ιδού νέα μου συμφορά, που δι' αυτό εκαταστάθηκα να
+ζω με τα ζώα εις τα βουνά και εις τους λόγγους. Καλότυχος ανίσως και
+ήθελα παρομοιάση τελείως, και με το χάσιμο της μορφής μου να ήθελα
+χάσει και το λογικόν μου, και έτσι δεν ήθελα πέσει εις χίλιες
+σκληρές και θλιβερές συμφορές. </p>
+
+<p>Εις το αναμεταξύ που εγώ εθρηνούσα την κατάστασίν μου εις τα
+δάση, ο Δερβύσης εκυρίευε τον θρόνον του Μουσουλίου, και εχαίρονταν
+το βασίλειόν μου. Και το περισσότερον που με έθλιβεν ήτον, που
+εστοχαζόμουν πως εχαίρονταν και την αγαπημένην μου Ζεμπρούδαν. Και
+καθώς αυτός αφού έλαβε την μορφήν μου εστοχάσθη ότι εγώ διά μέσον
+αυτού του σεκρέτου που μου έδειξε να μην ήθελα φανερωθή εις το
+παλάτι, και του συγχύσω την ανάπαυσιν, έδωσε θέλημα ότι να έβγουν
+όλοι οι κυνηγοί να υπάν εις εκείνους τους λόγγους που είμασθε, και
+να σκοτώσουν, όλες τες ελαφίνες που εκεί ευρίσκονταν. Εγώ όμως διά
+τύχην μου εις αυτό το αναμεταξύ ηύρα ένα αηδόνι ψόφιον, το οποίον το
+ανάζησα δίδοντας τες αίσθησές μου εις αυτό. Και υποκάτω εις αυτήν
+την νέαν μορφήν επέταξα προς το παλάτι του εχθρού μου, και επήγα και
+εκάθησα επάνω εις ένα δένδρον που ήτον εμπρός εις τα παράθυρα της
+αγαπημένης μου Ζεμπρούδας. </p>
+
+<p>Εκεί στοχαζόμενος την δυστυχίαν μου, άρχισα να κελαδώ τα πάθη μου
+με μίαν φωνήν πολλά παθητικήν, κυττάζοντας πάντα τα παράθυρα της
+αγαπημένης μου. Αυτή ακούοντας ένα λάλημα τοιούτης λογής θλιβερόν
+και νόστιμον, εβγήκεν εις το παράθυρόν της διά να με ακούση καλά,
+και εγώ βλέποντάς την ακολουθούσα με περισσοτέραν ισχύν το θλιβερόν
+μου λάλημα, ωσάν πως να της έδιναν να καταλάβη τον πόνον μου. Μα
+αλλοί εις εμέ, που αντίς αυτή να συντριβή η καρδιά της από το
+παθητικόν μου λάλημα, εγελούσε και ελάμβανε ηδονήν ομού με μίαν
+σκλαβοπούλαν που την αγαπούσε. </p>
+
+<p>Εγώ αποφάσισα να μείνω εις εκείνο το περιβόλι, και ούτω διά
+πολλές ημέρες έκανα το ίδιον, και ελάμβανα κάποιαν ευχαρίστησιν να
+θεωρώ την αγάπην μου, με όλον που ήμουν ένα πουλί. Η Ζεμπρούδα δεν
+έλειπε καθημερινώς να έρχεται να με βλέπη και να χαίρεται, και τέλος
+πάντων επιθυμώντας διά να με έχη εις την εξουσίαν της, επρόσταξε
+τους κυνηγούς διά να κάμουν κάθε τρόπον να με πιάσουν. Εγώ
+αυτοθελήτως εμπήκα εις τα βρόχια, και πιάνοντάς με μέ έφεραν εις την
+Ζεμπούδαν. Αυτή από την χαράν της με επήρεν εις τα χέρια της, και με
+εχάιδευσε, και λέγοντάς μου πολλά λόγια χαϊδευτικά με εφίλησε. Τότε
+και εγώ από το άλλο μέρος επλησίαζα με πολλήν νοστιμάδα την μύτην
+μου εις τα χείλη της και την εγλυκοφιλούσα. Α μαργιόλικο, εφώναξε
+γελώντας, φαίνεται, πως απεικάζεις εκείνο που σου λέγω ω και τι
+πολλά νόστιμον που είσαι. Και αφού μου έκαμε και άλλα χάδια, με
+έβαλεν εις ένα χρυσόν κλουβί, και το εκρέμασεν εις τον χοντζερέ της.
+Κάθε ημέραν οπόταν αυτή εξυπνούσεν, εγώ ελαλούσα με πολλήν
+νοστιμάδα, και οπόταν ήρχονταν να μου δώση τίποτε να φάγω, αντί να
+φαίνομαι αγριωμένον, άπλωνα τες φτερούγες μου, και επλησίαζα
+φέροντας την μύτην μου διά να λάβω το φαγί. Αυτή έμνεισκεν εκστατική
+βλέποντάς με πολλά ήρεμον, και κάποτε με έβγαζεν από το κλουβί και
+επετούσα με ελευθερίαν, μα από κοντά της δεν έφευγα έχοντας χαράν να
+την χαϊδεύω εγώ με τες φτερούγες μου, και με το πέτασμα που έκανα
+ολόγυρά της, και με κάποια γλυκά τζιμπήματα που της έκανα. Και με
+τούτον τον τρόπον αυτή με αγαπούσε τόσον, που μίαν ώραν δεν έστεκε
+χωρίς να με έχη κοντά της. </p>
+
+<p>Αν εις την δυστυχίαν μου είχα κάποιαν άνεσιν εις το να ευρίσκωμαι
+σιμά εις την αγάπην μου το επλήρωνα πολλά ακριβόν, οπόταν έβλεπα τον
+άνομον Δερβύσην να έρχεται με την μορφήν μου προς αυτήν, και να την
+χαίρεται ο μιαρός. Τι ανυπόφερτη δυστυχία και θλίψις! οπόταν το
+ενθυμούμαι όλος τρέμω. Ως τόσον βλέποντας έτσι, κάθε ολίγον εσήκωνα
+τους οφθαλμούς μου εις τον ουρανόν, και εζητούσα εκδίκησιν εις τούτο
+το άδικον που μου εγίνετο, και η καρδία μου ήτον γεμάτη από θυμόν,
+και εθλιβόμουν μεγάλως. Αν καμμίαν φοράν ο Δερβύσης ήθελε να με
+χαϊδεύση, οπόταν η Ζεμπρούδα με εκρατούσεν εις τα χέρια της, του
+έδιδα τόσες τσιμπησιές με θυμόν με την μύτην μου που τον έκανα να με
+αφίνη· μα ο θυμός μου δεν επροξενούσεν άλλο, παρά να τους κάνω να
+γελούν. </p>
+
+<p>Η Ζεμπρούδα ως τόσον εκρατούσεν εις τον ίδιον χοντζερέ μίαν
+σκυλοπούλαν που την αγαπούσεν· ετούτη η σκύλα μίαν ημέραν που ήμασθε
+μοναχοί, εψόφησε τον καιρόν που εγεννούσε, και ο ψόφος της μου
+εφώτισε τον νουν διά να κάμω την τρίτην δοκιμήν· Θέλω, είπα να ιδώ
+τι έχει να κάμη η Ζεμπρούδα βλέποντας το αηδόνι ψόφιον, θα θλίβεται,
+ή όχι; και ούτω λέγοντας επέρασε το πνεύμα μου εις το κορμί της
+σκύλας, και άφησα το αηδόνι ψόφιον και τούτον τον στοχασμόν ο
+Ουρανός μου τον εξαπόστειλε, διά να κάμω την εκδίκησίν μου. </p>
+
+<p>Οπόταν η Ζεμπρούδα ήλθεν εις τον χοντζερέ της, βλέποντας το
+αηδόνι ψόφιο, έβγαλε μίαν φωνήν τόσον δυνατήν, που έτρεξαν όλες οι
+δούλες της. Κυρά, της είπαν, τι έπαθες; σου εσυνέβη κανένα εναντίον;
+α πιστές δούλες μου, εγώ είμαι απελπισμένη, τους απεκρίθη κλαίοντας
+πικρώς· το πτωχόν αηδόνι μου, το αγαπημένον μου αηδόνι εψόφησεν. Α,
+ακριβόν μου πουλί, διατί με υστέρησες έτσι ογλήγορα; πώς ημπορώ να
+υποφέρω μην ακούοντας πλέον την γλυκειάν σου φωνήν και τα νόστιμά
+σου παιγνίδια; Αυτά και άλλα λέγοντας ήτον τόσον περίλυπη, που
+καμμιά από τες σκλάβες της δεν ημπόρεσε να την παρηγορήση. Έδωκαν ως
+τόσον την είδησιν του Δερβύση διά την θλίψιν της Βασίλισσας, ο
+οποίος έτρεξε με ταχύτητα προς αυτήν, διατί την αγαπούσε και αυτός
+κατά πολλά. Αυτός έκαμε κάθε τρόπον διά να την παρηγορήση, μα
+εστάθηκαν όλοι του οι κόποι άκαιροι. </p>
+
+<p>Τέλος πάντων βλέποντας που καμμίαν παρηγορίαν δεν ελάμβανε, της
+είπε· μη θλίβεσαι πλέον, αγαπημένη μου Ζεμπρούδα, ότι εστοχάσθηκα μ'
+ένα σεκρέτον που έχω, να κάμω το αηδόνι, ότι κάθε ταχινήν να έρχεται
+να σε διασκεδάζη διά μίαν φοράν μόνον, και αύριον το ταχύ θέλεις
+ιδεί την δοκιμήν. Μη με παίρνεις διά μίαν αστόχαστην, σε παρακαλώ,
+απεκρίθη εκείνη, και θέλεις να με περιπαίξης, δίδοντάς μου να
+καταλάβω να μου το αναστήσης. Εγώ τα λόγια σου δεν τα πιστεύω, και
+άφησε παρακαλώ διά να ξεθυμάνω κλαίοντάς το. Μη γένοιτο, μη γένοιτο,
+Βασίλισσά μου, της απεκρίθη αυτός, πως σου το λέγω διά κανένα τέλος
+και διά να πιστεύσης, ιδού που θέλω σε κάμει να ιδής την δοκιμήν.
+</p>
+
+<p>Τότε κάνοντας να έβγουν όλες οι δούλες της από εκεί, έμειναν
+αυτοί οι δύο μοναχοί και εγώ ωσάν σκύλλα που ήμουν έστεκα εις μίαν
+αγκωνήν, και επαρακαλούσα τον Ουρανόν διά να βάλη εις πράξιν το
+έργον, διά να ξεδικηθώ. Παίρνοντας λοιπόν ο Δερβύσης ένα θρονί
+εκάθησε, και λέγοντας εκείνα τα δύο λόγια, έπεσε χωρίς αίσθησες· και
+εν τω άμα το αηδόνι ανέζησε, και άρχισε να λαλή με μεγάλον θαυμασμόν
+της Ζεμπρούδας. Εγώ ευρίσκοντας τον καιρόν ευτυχισμένον ευθύς αφίνω
+το κορμί της σκύλας, και με ταχύτητα εξαναπήρα το ιδικόν μου, και
+εις τον ίδιον καιρόν τρέχω με βίαν, και αρπάζω το αηδόνι από το
+κλουβί και του τραβώ τον λαιμόν, και το εσκότωσα. Έπειτα το έβαλα
+εις τα ποδάριά μου και το εκαταπάτησα με πολύν θυμόν· τι κάνεις, ω
+Βασιλέα, η Ζιμπρούδα μου είπε φωνάζοντας· διατί μου εφόνευσες με
+τούτον τον τρόπον το αηδόνι μου; όταν εσύ δεν ήθελες να ξαναζήση,
+δεν έπρεπε να το ανακράξης εις νέαν ζωήν. Ευχαριστίαν να έχη ο
+ουρανός, εφώναξα τότε εγώ, χωρίς να αφηκρασθώ αυτή το τι έλεγε,
+τόσον ήμουν φερμένος από την χαράν μου διά την εκδίκησιν που έκαμα
+εις την καταφρόνησιν που ανόμως ο Δερβύσης έκαμε της τιμής μου, και
+της αγάπης μου. Η Ζεμπρούδα έμεινεν εκστατική εις το να με ακούση να
+ομιλώ ούτως. Βασιλέα, αυτή μου λέγει, τι δηλούν ετούτα που μιλείς;
+Εγώ τότε της εδιηγήθηκα τα όσα μου εσυνέβηκαν από αιτίαν του μιαρού
+Δερβύση, και επαρατήρησα, εκεί που της τα εδιηγούμην, εγέμισε το
+πρόσωπόν της από εντροπήν διά την απάτην που έλαβε, και μου έκαμεν
+άδικον, που δεν το ήξευρε. Και από την θλίψιν της ήτον όλη έξω από
+τον εαυτόν της, χωρίς να έχη παρηγοριάν. Δεν ημπορούσεν αυτή να
+αμφιβάλλη ότι εγώ δεν ήμουν ο καθολικός της άνδρας, διατί το κορμί
+του Δερβύση που ευρέθη εις τα δάση νεκρόν την εβεβαίωνε. </p>
+
+<p>Αφού και ετελείωσα να φανερώσω της Ζεμπρούδας ένα συμβεβηκός
+τόσον παράξενον, το εμετανόησα πολλά, και ήτον καλύτερα που να μην
+της είχα ειπή την αλήθειαν, διατί αλλοί εις εμένα, ημπορούσε να
+ζήση· μα τι λέγω; πού χάνεται το πνεύμα μου; δεν ηξεύρω εγώ ότι τα
+καλά και τα κακά που μέλλουν να έλθουν στέκουν γραμμένα εις τον
+Ουρανόν; Ως τόσον η Ζεμπρούδα εσυνέλαβε τόσην θλίψιν και πίκραν εις
+την απάτην που έλαβε, και έδωσε την ευχαρίστησιν εκείνου του
+τρισαθλίου, που δεν μου εστάθη δυνατόν διά να την παρηγορήσω,
+δίδοντάς της να καταλάβω ότι το λάθος της ήτον όλον άξιον
+συμπαθείας, και ότι όλον το ανόμημα ήτον του μιαρού Δερβύση· μα όλες
+εστάθηκαν μάταιες η παρηγοριές που της έκαμα. Και δεν απέρασαν
+ολίγες ημέρες που από την θλίψιν της εξεψύχησεν εις τες αγκάλες μου,
+ζητώντας μου συμπάθειον διά ένα ανόμημα, του οποίου δεν ήτο
+πταίστρια. </p>
+
+<p>Δεν ημπορώ να σας διηγηθώ καταλεπτώς τον πόνον, και την θλίψιν
+που έλαβα εις το να χάσω τοιούτης λογής γυναίκα. Και αφού έκαμα να
+την θάψουν με εκείνην την τιμήν που της έπρεπεν, έκραξα τον Αμαδεδίν
+εξαδελφόν μου, και του λέγω· εξάδελφέ μου, με το να μην έχω
+κληρονόμον, σου απαραιτώ τον θρόνον του Μουσούλ να χαρής την
+βασιλικήν μεγαλειότητα, επειδή και εγώ θέλω να περάσω το επίλοιπον
+της ζωής μου ωσάν απλούς άνθρωπος, από τον μεγάλον πόνον που έχω διά
+τον χαμόν της αγαπημένης μου Ζεμπρούδας. Ο Αμαδεδίν που αληθώς με
+αγαπούσε, δεν έπαυσε να με παρακινήση να αλλάξω αυτήν την απόφασιν,
+μα τον έκαμα να καταλάβη ότι άκαιρα χάνει τους λόγους του. </p>
+
+<p>Άφησα λοιπόν τον Αμαδεδίν εις τον θρόνον του Μουσούλ, και
+συντροφιασμένος μοναχά με ολίγους σκλάβους, έφθασα εις το Μπαγδάτ με
+πολύ χρυσίον και πετράδια, ήγουν διαμάντια. Επήγα και κατέβηκα εις
+το σπήτι του πενθερού μου Μουφάκ, του οποίου εστάθη μέγας ο
+θαυμασμός ομού και της γυναικός του εις το να με ιδούν, οπόταν τους
+εφανέρωσα τον θάνατον της θυγατρός τους, που πολύ την αγαπούσαν. Δεν
+έκαμα ετούτην την διήγησιν χωρίς να χύσω άπειρα δάκρυα και χωρίς να
+μη κινήσω και τα εδικά τους. </p>
+
+<p>Δεν εστάθηκα πολύν καιρόν εις το Μπαγδάτι· αλλ' ανταμώθηκα με
+μίαν συντροφιάν από χατζήδες, και επήγα εις την Μέκκαν και αφού
+επροσκύνησα εκείνους τους τόπους, συντροφεύθηκα με τους χατζήδες
+Ταρτάρους, και απερνώντας από τούτην την χώραν, μου άρεσε, και
+αποφάσισα να κατοικήσω εις αυτήν, και είνε έως τώρα χρόνια σαράντα
+που ευρίσκομαι εδώ, και περνώ μίαν ζωήν καλογηρικήν ή μοναχικήν, και
+με κανένα δεν έχω αντάμωσιν. Η Ζεμπρούδα είναι πάντα εις τον νουν
+μου, και λαμβάνω κάποιαν ευχαρίστησιν να την ενθυμούμαι. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ακολούθησις και
+τέλος της ιστορίας του βασιλέως Καλάφ, και της
+βασιλίσσης της Κίνας.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Τελειώνοντάς την ιστορίαν του ο Βασιλεύς του Μουσούλ, είπε προς
+τους φιλοξενουμένους του. Ετούτη είναι η ζωή μου· εσείς βλέπετε από
+τες δικές σας και δικές μου δυστυχίες, ότι η ζωή η ανθρώπινος είναι
+ωσάν ένας κάλαμος, που κινείται πότε από τον ένα άνεμον, πότε από
+τον άλλον. Εγώ ως τόσον ζω μίαν ζωήν ήσυχον, και είμαι πολλά
+ευχαριστημένος. Ο Τημουρτάς, η γυναίκα του, και ο Καλάφ επαίνεσαν
+την μεγαλοψυχίαν του, και υπομονήν εις τα όσα του εσυνέβηκαν ομοίως
+και την απόφασιν που έκαμε διά να ζήση εις ησυχίαν. Ύστερα από αυτά
+ο γέρων τους εδιώρισε τρία κρεββάτια διά να πηγαίνουν να αναπαυθούν
+εκείνην την νύκτα. Το ταχύ δε ξημερώνοντας επήγεν ο γέρων να τους
+εύρη και τους είπεν· ιδού που εσείς δεν είσθε μοναχά δυστυχείς·
+ήκουσα σήμερον ότι ήλθεν ένας αποστολάτορας από τον Βασιλέα Κασμίρ
+με ορισμόν ότι αν ήθελεν ευρεθή εδώ ο Χάνης των Νογκίδων με την
+φαμηλιάν του να τον πιάσουν, και να τον φυλακώσουν, επειδή έφυγεν
+από την επαρχίαν του. Εις ταύτην την είδησιν αυτοί έμειναν βουβοί,
+και άλλαξεν η όψις τους ωσάν των νεκρών. </p>
+
+<p>Ο γέροντας βλέποντας έτσι αλλαγμένα τα πρόσωπα τους τούς είπεν·
+αγαπημένοι μου, τι θέλει να ειπή αυτή η σύγχυσις που επάνω σας
+βλέπω; Α, Κύριε, απεκρίθη ο Τημουρτάς. Ημείς είμασθε εκείνοι που
+αυτός ζητεί. Εγώ είμαι εκείνος ο ταλαίπωρος Χαν των Νογαΐδων· εσύ
+βλέπεις την γυναίκα μου και τον υιόν μου· ηθέλομεν έχει μεγάλον
+άδικον να μη σου φανερωθούμεν, ύστερον από τόσην δεξίωσιν και θάρρος
+που μας έδειξες· ελπίζω όμως ότι εις ετούτην την περίστασιν με την
+συμβουλήν σου θα μας βοηθήσης διά να έβγωμεν από τούτον τον
+κίνδυνον. Εγώ, απεκρίθη ο γέρων, από εκείνο που καταλαμβάνω, σας
+συμβουλεύω ότι εδώ να μη σταθήτε, αλλά να μισεύσετε το συντομώτερον
+από τούτην την χώραν και κυττάξετε να πάρετε την στράταν της
+Μπέρλας, και εκεί θέλετε είσθαι φυλαγμένοι. Του Χαν ήρεσε πολλά η
+συμβουλή του βασιλέως του Μουσλούλ, ο οποίος δίδοντάς τους τρία
+άλογα, ζωοτροφίαν διά πολλές ημέρες και μίαν σακκούλαν φλωριά
+εμίσευσαν, ευχαριστώντας κατά πολλά τον γέροντα διά τες μεγάλες
+ευεργεσίες που τους έκαμε. </p>
+
+<p>Μισεύοντας το λοιπόν από εκεί, επέρασαν τον ποταμόν Ηρτύχ, και
+ύστερα από πολλές ημέρες έφθασαν εις την γην της φυλής της Μπέρλας,
+και εσταμάτησαν εις την πρώτην τένταν που ηύραν, επειδή και εκείνοι
+κατοικούν όλοι εις τέντες. Εκεί αυτοί επούλησαν τα άλογά τους, και
+έζησαν με πολλήν ανάπαυσιν, έως που είχαν δηνάρια· και σώνοντάς τα
+εσηκώθησαν από εκεί, και υπήγαν παρεμπρός εις τες τέντες των
+προεστών· εκεί εμπήκαν εις μίαν τένταν που ήταν επιταυτού διά τους
+πτωχούς ξένους, και εκεί έμειναν χωρίς καμμίαν βοήθειαν. Ο Καλάφ
+απεφάσισε και επήγαινε διά να ζητήση ελεημοσύνην. Αυτό άναψε μεγάλως
+τον πόνον του Χαν, βλέποντας που εκαταστάθηκαν διά να ζητούν έλεος.
+Ως τόσον ο Καλάφ εσύναξε κάμποσα δηνάρια από τες ελεημοσύνες, με τα
+οποία αγόρασε τα αναγκαία προς ζωοτροφίαν τους διά μίαν μόνον
+ημέραν. Ο πατέρας του με κανένα τρόπον δεν υπόφερνε να βλέπη τον
+υιόν του να ζητή ελεημοσύνην, και ο υιός του διά να τον ευχαριστήση
+αποφάσισε διά να μην πηγαίνη πλέον εις ζητιανιά, μα να εβγάλη την
+ζωοτροφίαν τους με τους κόπους του, και ούτως επήγε διά να κάνη τον
+βαστάζον· μα διά κακήν του τύχην απέρασε σχεδόν όλη η ημέρα, και δεν
+ημπόρεσε να κερδίση ούτε ένα δηνάρι· και θλιβόμενος δι' αυτό επήγεν
+εις ένα λόγγον, και κλαίοντάς με μεγάλον πόνον της καρδιάς του, και
+με μεγάλον παράπονον εζητούσε βοήθειαν από τον Ουρανόν, διατί δεν
+ημπορούσε πλέον να υποφέρη τα βάσανα· και ωσάν αποσταμένος που ήτον,
+αποκοιμήθη υποκάτω εις ένα δένδρον, και αφού εξύπνησε βλέπει ολίγον
+μακράν ένα γεράκι πολλά εύμορφον, με μίαν άλυσσον χρυσήν εις τα
+ποδάρια εγκοσμημένην με ρουμπίνια και διαμάντια. </p>
+
+<p>Ο Καλάφ που ήτον καλά παιδευμένος εις την τέχνην των γερακιών, το
+έκραξε και ήλθε και το έπιασεν. Αυτός κατά πως εστοχάσθη, απείκασεν
+ότι αυτό το γεράκι θα ήτον του βασιλέως του τόπου εκείνου, και κατά
+πως εστοχάσθη έτσι ήτον. Επειδή αυτό το γεράκι την απερασμένην το
+είχε χάσει ο βασιλεύς εις το κυνήγι, διά το οποίον του εκακοφάνη
+τόσον που εκινδύνευε να χαθή από την θλίψιν του, τόσην αγάπην είχε
+δι' αυτό, διά το οποίον είχε τάξει, ότι όποιος ήθελε το εύρει και το
+φέρει να του δίδη τρεις χάρες που ήθελε ζητήση. </p>
+
+<p>Ο Καλάφ τέλος πάντων γνωρίζοντας ότι ήτον του Βασιλέως το επήρε
+και το έφερεν εις την τέντα του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς όλος χαρά,
+έτρεξε και επήρε το γεράκι του, και το εφίλησε με μεγάλον πόθον·
+έπειτα γυρίζοντας προς τον Καλάφ του λέγει· τι άνθρωπος είσαι εσύ,
+αγαπημένε μου; μου φαίνεται πως είσαι ξένος, πες μου το λοιπόν πώς
+ευρίσκεσαι εδώ; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Καλάφ· εγώ είμαι υιός ενός
+πραγματευτού από την Βίσραν, ο οποίος είχε πολλά πλούτη, και
+ταξειδεύοντάς με αυτόν και με την μητέρα μου διά να πάμε εις το
+Μπαγδάτ, εσυναπαντήσαμε κλέφτες εις την στράταν και μας έγδυσαν από
+ό,τι είχαμεν, και ζητώντας ελεημοσύνην εφθάσαμεν έως εδώ. Είμαι
+πολλά ευχαριστημένος του απεκρίθη ο Βασιλεύς, που σου έτυχεν εσένα η
+τύχη να εύρης το γεράκι μου, επειδή και έταξα με όρκον, ότι όποιος
+ήθελε το εύρει και μου το φέρει να του κάμω τρεις χάρες που θα ήθελε
+ζητήσει· το λοιπόν ζήτησε ό,τι αγαπάς και θέλει σου δοθή. Επειδή και
+ορίζεις απεκρίθη ο Καλάφ, να σου ζητήσω τρεις χάρες, ιδού τες ζητώ·
+εγώ κατά πρώτον ήθελα ο πατέρας μου και η μητέρα μου, οι οποίοι
+ευρίσκονται εις το πτωχοδοχείον, να ήθελες τους διορίσει την
+ζωοτροφίαν τους επί ζωής τους, και να τους κρατήσης εις το παλάτι
+σου ωσάν αξιωματικούς. Δεύτερον να μου δώσης εμένα ένα καλόν άλογον
+αρματωμένον με όλα του τα χρειαζόμενα. Και τρίτον μίαν φορεσιάν
+πλουσίαν και μίαν σακκούλαν με φλωριά γεμάτην, διά να ημπορέσω να
+κάμω ένα ταξείδι της αρεσκείας μου που έχω μελετημένον. Η ζήτησές
+σου θέλουν πληρωθή, του είπεν ο Βασιλεύς· φέρε μου εδώ σήμερον τους
+γονείς σου και θέλω τους περιποιηθή καθώς μου είπες, και αύριον θέλω
+σου δώσει το άλογον, και τα λοιπά που εζήτησες. Ο Καλάφ επροσκύνησε
+τον Βασιλέα· έπειτα ήλθεν εκεί που ήσαν οι γονείς του, και τους
+ανήγγειλε την προμήθειαν του Ουρανού που τους εξαπέστειλεν. Αυτωνών
+επροξενήθη μεγάλη αγαλλίασις δι' αυτήν την είδησιν, και ακολουθώντες
+τον Καλάφ, τους επήγε και τους επαράστησε του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς
+τους εδέχθη με πολλήν περιποίησιν, και τους εδιώρισε τα αναγκαία
+τους κατά πως έταξε και έμειναν πολλά ευχαριστημένοι. </p>
+
+<p>Την ερχομένην ημέραν ο Καλάφ ενδύθη τα πλούσια φορέματα που
+έλαβεν από χειρός του Βασιλέως, με ένα σπαθί πολύτιμον και άλλα
+στολίδια, ομοίως και μίαν σακκούλαν γεμάτην φλωριά. Έπειτα του
+έφεραν το άλογον στολισμένον, και ευχαριστώντας τον Βασιλέα,
+εκαβαλλίκευσε το άλογον και ανεχώρησε, και ήλθεν εις την τέντα των
+γονέων του, που τους την εδιώρισεν ο Βασιλεύς. Αυτωνών είπεν ο
+Καλάφ, πως έχοντας επιθυμίαν διά να ιδή το περίφημον βασίλειον της
+Κίνας, αποφάσισε διά να πηγαίνη εκεί, διά να πασχίση μήπως και
+ημπορέση να αλλάξη καλύτερην τύχην. Οι γονείς του τον επήκουσαν, και
+παίρνοντάς την ευχήν τους εμείσευσε διά την Κίναν. </p>
+
+<p>Φθάνοντας δε εις το Πεκίνον καθέδραν του βασιλείου της Κίνας,
+επήγε και κατέβηκε εις ένα σπήτι μιας γηραλέας χήρας· και ευθύς που
+εξεπέζευσεν έδωσε θέλημα της χήρας να στείλη κανένα να πάρη τίποτε
+διά να φάγη. Η χήρα εν τω άμα έστειλεν ένα παιδίον διά να ψωνίση τα
+αναγκαία. Εις αυτό το αναμεταξύ ο Καλάφ ερώτησε την γραίαν περί των
+ηθών του τόπου, πόσον λαόν περιέχει, και άλλα· τέλος πάντων η ομιλία
+τους έπεσεν επάνω εις τον βασιλέα της Κίνας. Ειπέ μου, της λέγει ο
+Καλάφ, ο βασιλεύς είνε καλών ηθών; αγαπά τον λαόν του; τον κυβερνά
+με επιμέλειαν; Ναι, του απεκρίθη η χήρα· αυτός είνε ο πλέον
+καλύτερος βασιλεύς που έλαβεν η Κίνα, και το όνομά του είνε
+φημισμένον διά την μεγάλην του καλωσύνην. Το λοιπόν από εκείνο που
+μου λες είπεν ο Καλάφ, κρίνω ότι πρέπει να είνε ο πλέον ευτυχισμένος
+Μονάρχης του κόσμου. Αυτός με όλον τούτο δεν ημπορεί να είνε
+τοιούτος, εξαναείπεν η γραία, επειδή και την ανάπαυσιν της ζωής του
+την συγχίζει πολλά η βασιλοπούλα Τουρανδότη, θυγάτηρ του μονογενής.
+Και διά ποίαν αιτίαν ξαναπεκρίθη ο Καλάφ, είνε αυτή μία τυραννία δι'
+αυτόν. Ναι, του είπεν η γραία, ημπορώ με θεμέλιον να σου διηγηθώ τα
+περί αυτής, επειδή και η θυγατέρα μου, που είνε εις την δούλευσίν
+της, μου το εδιηγήθη ηξεύροντάς τα όλα. </p>
+
+<p>Αυτή η βασιλοπούλα ηκολούθησεν εκείνη, είνε εις ηλικίαν δέκα
+εννέα χρονών, και είνε τόσον εύμορφος που κανείς ζωγράφος από τους
+πλέον εξαιρέτους δεν ημπόρεσε να της παρομοιάση την ευμορφιάν της.
+Όθεν τα κάλλη της και η φήμη της διεσπάρθη εις πολλά βασίλεια, η
+οποία φήμη δεν έκαμεν άλλο παρά να προξενήση κακά αποτελέσματα. Αυτή
+ανταμώνει εις την ωραιότητα ένα πνεύμα τόσον νόστιμον και
+επιτήδειον, αυτή ηξεύρει διάφορες γλώσσες· ομοίως ακόμη την
+αριθμητικήν, γεωγραφίαν, φιλοσοφίαν, μαθηματικήν, τους νόμους και
+κοντολογής όλες τες επιστήμες· μα η ωραιότης της και η μάθησίς της
+μένουν εις τα σκότη, από μίαν σκληροκάρδιον απανθρωπότητα που έχει
+χωρίς παράδειγμα. Είνε δύο χρόνοι που ο βασιλεύς της Θέμπας έστειλε
+και την εζήτησε διά γυναίκα του με το να ήκουσε την φήμην της. Ο
+πατέρας της έχοντας επιθυμίαν διά να κάμη με αυτόν εδικοσύνην, το
+ανήγγειλε της θυγατρός του. Αυτή η υπερήφανη βασιλοπούλα με το να
+της εφαίνοντον οι άνδρες ένα πλάσμα καταφρονεμένον, και έχοντας πολύ
+μίσος προς αυτούς, εδέχθη με καταφρόνεσιν την συμβουλήν του πατρός
+της. Ο βασιλεύς εθυμώθη εναντίον της και την εφοβέρισεν ότι ανίσως
+και δεν τον υπακούσει θέλει κάμει με το στανειό να το στέρξη.
+Αυτηνής της εκακοφάνη αυτό τόσον, που έπεσεν από την πίκραν της εις
+το κρεβάτι άρρωστη. Οι ιατροί γνωρίζοντάς την αιτίαν της αρρώστιας
+της, είπαν του βασιλέως, ότι όλα τα ιατρικά τους ήτον ανωφελή, και
+ότι η βασιλοπούλα απέθνησκεν αν στέκη στερεός διά να την υποχρεώση
+να στεφανώση τον βασιλέα της Θέμπας. </p>
+
+<p>Τότε ο βασιλεύς, ο οποίος πολλά την αγαπούσε, φοβούμενος τον
+κίνδυνον που ήτον επήγε διά να την ιδή, και εκεί την εβεβαίωσε πως
+δεν θέλει της μιλήσει πλέον περί ταύτης της υπανδρείας. Ετούτο δεν
+φθάνει, απεκρίθη η βασιλοπούλα, απεφάσισα διά να αποθάνω, οπόταν δεν
+μου ήθελες κάμει εκείνα, που έχω διά να σου ειπώ, με όρκον, που να
+μη με παρακούσης. Ο βασιλεύς της έταξε, και έκαμε και φοβερόν όρκον
+διά να την υπακούση εις ότι του ήθελεν ειπεί. Τότε η βασιλοπούλα
+λέγει· θέλω να στείλης παντού ορισμόν με διαλαλητάδες που να
+κηρύξουν ότι όλα τα βασιλόπουλα που θέλουν με ζητήσει, κανένα να μη
+με στεφανωθή, αν πρώτον δεν μου ήθελε διαλύση τα αινίγματα ή απορίας
+που έχω να του προβάλλω έμπροσθεν εις τους διδασκάλους και σοφούς
+και αν μου αποκριθή σωστά, και μου τα διαλύση, θέλω του είμαι
+γυναίκα· ειδέ μη και δεν ημπορέσει να αποκριθή και να τα διαλύση, να
+του κόπτεται το κεφάλι εις την αυλήν του παλατίου σου. </p>
+
+<p>Ο βασιλεύς εμετανόησε που έκαμε τον όρκον επειδή και ήτον πολλά
+σκληρόν το ζήτημά της· μα στοχαζόμενος που κανείς δεν ήθελε βάλλει
+την ζωήν του εις ένα τέτοιον κίνδυνον, την εβεβαίωσε πως θέλει την
+υπακούσει, και εν τω άμα έστειλε διαλαλητάδες διά να κηρύξουν αυτό
+το πρόσταγμα. Και η βασιλοπούλα βλέποντας ότι έγινε το θέλημά της,
+εξανάλαβε την υγείαν της εις ολίγον καιρόν. </p>
+
+<p>Ως τόσον η φήμη της ωραιότητός της, και η διαλάλησις του
+βασιλέως, ετράβηξε πολλά βασιλόπουλα από διάφορα μέρη εις το Πεκίνο·
+τα οποία έχοντας κάθε ένα καλήν γνώμην εις το ίδιόν τους πνεύμα, ότι
+θα διαλύσουν τες απορίες της βασιλοπούλας, έτρεχαν ωσάν οι τυφλοί
+εις τον θάνατον, μην ημπορώντας κανείς να διαλύση κανένα από τα
+αινίγματά της, και κάθε ολίγον δεν ηκούετο άλλον παρά θάνατος των
+βασιλοπούλων· και εκείνο που θλίβει τον λαόν σήμερον, είνε ο θάνατος
+ενός βασιλοπούλου νέου, που απόψε έχει να ακολουθήση, το οποίον διά
+κακήν του τύχην ήλθεν εδώ. Ο Καλάφ έστεκε πολλά επιμελής διά να
+ακούση τα όσα η γραία του εδιηγούνταν, και της είπε. Μου φαίνεται,
+μητέρα μου, πολλά δύσκολον, ότι η βασιλοπούλα θα είναι τόσον σκληρή
+και θα χαίρεται τον θάνατον τόσων βασιλοπούλων νέων· και το
+περισσότερον που αυτά τα βασιλόπουλα είναι τόσον άφρονα, να υπάγουν
+να κινδυνεύουν την ζωήν τους εις τέτοιον τρόπον, μη παίρνοντας
+παράδειγμα ο ένας από τον άλλον. </p>
+
+<p>Αυθέντη, είπεν η γραία, πίστευσε εις τα όσα σου λέγω, διατί η
+άκρα ωραιότης της Βασιλοπούλας είναι τόση, που όστις την ιδή
+εβγαίνει από τον εαυτόν του και δεν στοχάζεται τον θάνατον διά το
+ουδέν. Και πως αυτά τα αινίγματα, απεκρίθη ο Καλάφ, είναι τόσον
+σκοτεινά, που να μην είναι κανείς να τα εξηγήση, ετούτο είναι πολύ,
+δεν το πιστεύω. Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εδιηγούνταν, ήλθε
+νύκτα, και ακούουν τόσα τύμπανα της δικαιοσύνης, που ελαλούσαν εις
+όλην την χώραν. Ο Καλάφ ερώτησε τι θέλει να ειπούν αυτά τα λαλήματα·
+και η γραία του είπεν, ότι αυτά έδιδαν είδησιν του λαού, ότι έμελλε
+να θανατώσουν το δυστυχισμένον βασιλόπουλον που σου εδιηγήθηκα,
+επειδή και δεν εδιάλυσε τα αινίγματα της βασιλοπούλας. Ο Καλάφ
+περίεργος διά να ιδή ένα τέτοιον θάνατον, εβγήκεν από το σπήτι του,
+και υπήγεν εις την αυλήν του βασιλέως, εκεί που έμελλον να
+θανατώσουν το βασιλόπουλον. </p>
+
+<p>Αυτός είδεν εις τήνε μέσην ένα κρεβάτι υψηλόν, εις το οποίον ήτον
+το βασιλόπουλον που ανέμενε τον θάνατον και ύστερα από τόσες
+παράταξες, και φωτοχυσίες, και άλλα, ανέβη ο τζελάλης και του έκοψε
+το κεφάλι· έπειτα υπήγαν τέσσαρες ιερείς Κινέζοι, και του εσήκωσαν
+το κορμί με μεγάλην παρρησίαν, να το θάψουν εκεί που είχαν θαμμένα
+και τα άλλα βασιλόπουλα. Ο Καλάφ έμεινεν εκστατικός εις ένα τέτοιον
+θέαμα, και εβλασφημούσε κατά πολλά την ωμότητα της βασιλοπούλας, και
+έλεγε με τον εαυτόν του· όσον και αν ήθελεν ήτον ωραία, διά την
+σκληρότητά της μόνον πρέπει να την βδελύττεται καθένας, και όχι να
+πιάση αγάπην δι' αυτήν, και να κινδυνεύση εις τέτοιον τρόπον την
+ζωήν του. Εκεί που αυτός εστοχάζετο αυτά, βλέπει κοντά του ένα
+άνθρωπον που έκλαιγε πικρώς. Ο Καλάφ τον ερωτά μήπως το βασιλόπουλο
+ήτον γνώριμόν του. </p>
+
+<p>Α, κύριε, απεκρίθη εκείνος, έτσι να μη το είχα γνωρίση. Εγώ είμαι
+ο λαλάς του, που το ανάθρεψα με τα χέρια μου, και ήλπιζα, να το ιδώ
+εις τον θρόνον του πατρός του, και τώρα η κακή μου τύχη με έφερε να
+το ιδώ εις τέτοιον τρόπον θανατωμένον. Α, κατηραμένε ζωγράφε,
+ακολούθησε να λέγη, που η κακή τύχη σε έφερεν εις το βασίλειόν του,
+και του έδειξες την εικόνα ετούτης της σκληρόκαρδης, από την οποίαν
+ευθύς που είδε την ωραιότητά της, ετρώθη εις την καρδίαν, και
+αποφάσισε να έλθη να θυσιαστή με τούτον τον τρόπον, με όλα τα
+εμπόδια που επάσχισεν ο πατέρας του να του κάμη. Ετούτη η κατηραμένη
+εικόνα είνε η αιτία της θυσίας του· και ούτω λέγοντας έβγαλε την
+εικόνα της που την είχεν αυτός, και την έρριξε κατά γης με θυμόν,
+έπειτα εμίσευσεν· </p>
+
+<p>Ο Καλάφ επήρε την εικόνα της βασιλοπούλας που ήτον κατά γης, διά
+να την θεωρήση την ερχομένην ημέραν, επειδή τότε ήτον νύκτα. Ευθύς
+που εφάνη η ημέρα ο Καλάφ άνοιξε το κουτί όπου ήταν εκείνη η εικόνα·
+μα εστάθη συλλογισμένος πριν να την θεωρήση. Τι μέλλει να κάμω,
+εφώναξε, χρεωστώ να παρουσιάσω εις τους οφθαλμούς μου ένα
+υποκείμενον τόσον κινδυνώδες; στοχάσου, ω Καλάφ, στοχάσου τα
+αποτελέσματα τα θλιβερά που αυτή επροξένησε, και προξενεί. Μη
+κυττάξης αυτήν την ζωγραφιάν, αντιστάσου εις την θέλησίν σου, που σε
+βιάζει, διά να μη σου συμβή και εσένα κανένα κακόν αποτέλεσμα. Μα τι
+λέγω, μία εικόνα μέλλει να με φοβίση τόσον; αν μέλλω να αγαπήσω την
+βασιλοπούλαν, πρέπει να είνε γραμμένον εις τον Ουρανόν, το οποίον
+δεν θέλω το αποφύγει· μα μίαν εικόνα ημπορεί τινάς να την θεωρήση
+αδιαφόρως· ήθελα είμαι πολλά αδύνατος, ώστε η θεωρία διαφόρων
+χρωμάτων να μου σαλεύση τον νουν· ας μη φοβηθώ το λοιπόν· ας θεωρήσω
+αδιαφόρως ετούτην την φθοροποιάν μορφήν, να ιδώ αν έχη τόσην
+ενέργειαν, που να μου συγχίση τον νουν μου τον σταθερόν. Έτσι
+τάζοντας ο Καλάφ να θεωρήση την εικόνα με σταθερότητα, χωρίς να τον
+συγχίση με κανένα τρόπον, άρχισε να την θεωρή· την κυττάζει, την
+εξετάζει, στοχάζεται την ωραιότητα του προσώπου, την τελειότητα της
+μορφής της, την ζωντανωσύνην των οφθαλμών της, το στόμα, τα μάγουλα
+και τα λοιπά, εξαισίως τέλεια, και ωραία. Και αφού καταλεπτώς τα
+εθεώρησε μένει θαυμασμένος με μίαν τέτοιαν γλυκείαν και ωραίαν
+μορφήν και με όλον που την εκύτταξε με κάποιαν αντίρρησιν, έμεινε
+τέλος πάντων λαβωμένος από την ευμορφιάν της. </p>
+
+<p>Μία σύγχυσις αιφνίδια τον περιπλέκει χωρίς να την απεικάση· τι
+φλόγα λέγει έξαφνος με καίει; ποίαν σύγχυσιν προξενεί εις τες
+αίσθησές μου ετούτη η εικόνα. Δίκαιε Ουρανέ, είνε τούτη η τύχη όλων
+εκείνων που εθεώρησαν ετούτην την ζωγραφιάν, να αγαπήσουν την
+απάνθρωπον, και σκληρόκαρδον βασιλοπούλαν που παρασταίνει; αλλοί εις
+εμέ· γροικώ αρκετά ότι αυτή κάνει και εις εμέ εκείνο το ίδιον που
+έκαμε και εις το βασιλόπουλον που την είχε· ποία μεταλλαγή είνε
+τούτη, ω μεγάλε Θεέ; Εγώ ολίγον εμπροσθήτερα δεν εκαταλάμβανα πώς
+ημπορούσε να δοθή μία ζωγραφιά να κάμη τέτοιον αποτέλεσμα, και να
+πηγαίνουν ωσάν τυφλοί να θανατώνωνται, και τώρα να μη βλέπω πράγμα
+που να μου φοβερίζη τον θάνατον; όχι, βασίλισσα απαρομοίαστη,
+ακολούθησεν αυτός θεωρώντάς με βλέμμα γλυκύ την εικόνα, κανένα
+εμπόδιον δεν με κρατεί· εγώ σε αγαπώ με όλον που είσαι σκληρή, και
+αποφασίζω ετούτην την ώραν ή να σε κερδίσω, ή να αποθάνω και εγώ διά
+την αγάπην σου μαζί με τους άλλους. Και ούτω λέγοντας, αποφάσισε διά
+να υπάγη να παρουσιασθή εις τον βασιλέα της Κίνας, τον πατέρα της,
+διά να ζητήση θέλημα να φιλονεικήση με την θυγατέρα του. </p>
+
+<p>Τότε ο Καλάφ ενδυνόμενος με λαμπρά φορέματα, και καπνιζόμενος με
+ευωδιαστικά αρώματα εφαίνετο ωραιότερος από τον ήλιον, και ούτω
+στολισμένος έφθασεν εις την αυλήν του Βασιλέως. Ένας Οφφικιάλος
+βασιλικός βλέποντάς τον ότι ήτον ξένος, τον ηρώτησε, τι γυρεύει εις
+εκείνην την αυλήν. Εγώ είμαι ένα Βασιλόπουλον ξένον, του απεκρίθη ο
+Καλάφ, και έρχομαι να παρουσιασθώ εις τον Βασιλέα διά να αποκριθώ
+εις τα αινίγματα της βασιλοπούλας θυγατρός του. Ο Οφφκιάλος εις
+τέτοιαν ομιλίαν κυττάζοντάς τον με έκστασιν του είπε· Βασιλόπουλον,
+ηξεύρεις εσύ πως εδώ έρχεσαι να ζητήσης τον θάνατον; εσύ ήθελες
+κάμει καλύτερα να σταθής εις τον τόπον σου, παρά που αποφάσισες να
+έλθης να χάσης την ζωήν σου. Γύρισε οπίσω, σε συμβουλεύω, και μη
+πλανάσαι από μίαν ματαίαν ελπίδα, να αποκτήσης την σκληράν
+βασιλοπούλαν Τουρανδότην, επειδή με τα δυσκολώτατα αινίγματά της
+θέλει σε στείλει εις τον θάνατον. Εγώ σε ευχαριστώ, απεκρίθη ο
+Καλάφ, διά την καλήν σου συμβουλήν, μα εγώ ηξεύρω πως δεν ήλθα εδώ,
+διά να ξαναγυρίσω οπίσω. Σύρε το λοιπόν εις τον θάνατον, του
+απεκρίθη ο Οφφικιάλλος με θυμόν, επειδή και δεν ακούεις το συμφέρον
+σου· και ούτω τον άφησε και εμπήκεν εις το παλάτι. Και εκεί που
+έμβαινεν άκουεν άλλους να λέγουν, πόσον ωραίον είνε τούτο το
+βασιλόπουλον, και αμαρτία είνε να αποθάνη έτσι αδίκως. </p>
+
+<p>Τέλος πάντων ο Καλάφ έφθασεν εκεί που ο Βασιλεύς έστεκε και έδιδε
+ακρόασιν του λαού. Αυτός έστεκεν εις υψηλόν θρόνον καμωμένον εις
+μορφήν Δράκου, εγκοσμημένον με πολύτιμες πέτρες, και είχεν ολόγυρα
+του θρόνου του πολλούς φύλακας με τα σπαθιά γυμνά εις τα χέρια· ο
+οποίος βλέποντάς τον Καλάφ έστειλεν ένα του φύλακα διά να τον
+εξετάξη το τι είνε ο ερχομός του εκεί. Ο Καλάφ του εφανέρωσε την
+γνώμην του, λέγοντάς του, ειπέ του Βασιλέως πως είμαι ένα
+βασιλόπουλο ξένον, και πως ήλθα διά να λάβω την τιμήν να γίνω
+γαμβρός του. Ο Αλτούν Χαν, βασιλεύς της Κίνας, ευθύς που ήκουσε την
+αιτίαν του ερχομού του, άλλαξε η όψις του και έμεινεν ωσάν νεκρός·
+και αφού εσυνήλθεν, εκατέβη από τον θρόνον του, και επλησίασεν εις
+τον Καλάφ λέγοντάς του· νέε τολμηρέ, ηξεύρεις εσύ, του είπε, την
+σκληράν απόφασίν μου, και το δυστυχισμένον αποτέλεσμα όσων έως την
+σήμερον ηθέλησαν να σταθούν πεισματικώς εις το να θελήσουν να λάβουν
+την βασιλοπούλαν θυγατέρα μου; Ναι, βασιλέα, απεκρίθη ο Καλάφ,
+γνωρίζω όλον τον κίνδυνον, εις τον οποίον βάνομαι, και οι οφθαλμοί
+μου είνε μάρτυρες εις εκείνον τον θάνατον, που έδωσες εχθές του
+άλλου βασιλοπούλου, μα εγώ ελπίζω να διαλύσω τα ζητήματα της
+θυγατρός σου και να μη κινδυνεύσω ωσάν οι άλλοι. </p>
+
+<p>Τότε ο βασιλεύς άρχισε να τον μιλή με κάθε γλυκύτητα, και με κάθε
+λογής τρόπον διά να τον αποκόψη από τοιαύτην απόφασιν, επειδή και
+του εκακοφαίνονταν να χαθή ένας τέτοιος ωραίος και ευγενής νέος, που
+κατά αλήθειαν ήτον· μα όλα τα λόγια του δεν έπιασαν κανένα τόπον.
+Τότε ο βασιλεύς βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του, τον
+απέστειλε λέγοντάς του· σύρε εις την κατοικίαν σου, στοχάσου
+καταλεπτώς τον κίνδυνον της ζωής σου, συμβουλεύσου με τους φίλους
+σου, και αύριον έλα εδώ με άλλην απόφασιν. Ο Καλάφ εβγήκε πολλά
+θλιμμένος, που δεν έλαβε το ποθούμενον εκείνην την ημέραν. Όμως το
+ταχύ της άλλης ημέρας εστάθη ο πρώτος που επαρουσιάσθη εις τον
+βασιλέα με την αυτήν γνώμην. Ο βασιλεύς βλέποντάς τον πάλιν εις την
+αυτήν γνώμην, και μη ημπορώντας να τον κάμη να την αλλάξη με νέες
+παρακίνησες, απεφάσισε με μεγάλην του θλίψιν την ερχομένην ημέραν να
+γένη η συνάθροισις η συνειθισμένη από τους σοφούς και διδασκάλους
+της Κίνας, που έμπροσθεν εις αυτουνούς έμελλε να γένουν τα
+αινίγματα, διά να αποφασίσουν αν οι διάλυσες γίνωνται σωστές ή όχι.
+</p>
+
+<p>Ως τόσον ο Καλάφ γυριζόμενος εις το σπήτι του εμπήκεν εις
+διαφόρους λογισμούς, στοχαζόμενος τες νουθεσίες που του έγιναν από
+τον βασιλέα και από τους άλλους διά να μην έμβη εις τέτοιον
+κίνδυνον· μα τέλος πάντων ενικήθη από τον έρωτα που τον είχε λαβώση,
+ή να αποθάνη ή να θριαμβεύση, με το να εθαρρεύονταν εις την
+πολυμάθειαν που και αυτός είχεν εις κάθε λογής επιστήμην. Και ούτω
+το ταχύ εσηκώθη και εμετάλθεν εις τον βασιλέα. Ο Βασιλεύς βλέποντάς
+τον επρόσταξε με θλίψιν πολλήν διά να γένη η συνάθροισις. Και αφού
+εσυνάχθησαν όλοι οι Σοφοί και οι Διδάσκαλοι εις το ντιβάνι, που
+έμελλε να γένη η διάλεξις, ο βασιλεύς επήγε μοναχός του, και έβγαλε
+την βασιλοπούλαν την θυγατέρα του έχουσαν σκεπασμένον το πρόσωπόν
+της, και την έφερεν εις την μέσην του ντιβανίου που ήσαν δύο χρυσοί
+θρόνοι, εις τους οποίους ανέβηκαν εις τον έναν ο βασιλεύς και εις
+τον άλλον η θυγατέρα του. Εις τα πλευρά των θρόνων έστεκαν οι
+σωματοφύλακες του βασιλέως με σπαθιά γυμνά εις τα χέρια, και δύο
+σκλάβες πολλά ωραίες έστεκαν κοντά εις τον θρόνον της βασιλοπούλας.
+</p>
+
+<p>Έπειτα από το κάθισμα αυτών, εκάθισαν και οι άλλοι, καθένας εις
+τον τόπον του με τα κεφάλια σκυπτά, έξω από τον Καλάφ που εγύριζεν
+εις κάθε μέρος το βλέμμα του χωρίς κανένα φόβον, και το περισσότερον
+προς την βασιλοπούλαν, στοχαζόμενος το μεγαλοπρεπέστατόν της
+φέρσιμον. </p>
+
+<p>Τότε ο βασιλεύς γυρίζει προς την θυγατέρα του και λέγει· εις
+εσένα στέκει, αγαπημένη μου θυγατέρα, να μιλήσης· πρόβαλε εις τούτο
+το νέον βασιλόπουλον τα αινίγματά σου που έχεις ετοιμασμένα, και
+παρακαλώ τον Ουρανόν να δώση να τα διαλύση διά να μη χαθή ένας
+τέτοιος νέος, διότι είναι αμαρτία. Η βασιλοπούλα εις τούτα τα λόγια
+είπε· κράζω εις μαρτυρίαν τον Ουρανόν, ότι δεν βλέπω παρά με μεγάλην
+μου θλίψιν να αποθαίνουν τόσα βασιλόπουλα. Μα διατί να είναι τόσον
+ισχυρόγνωμα εις το να θελήσουν να με απολαύσουν; διατί δεν με
+αφίνουν εις την ησυχίαν μου, μόνον έρχονται να μου συγχίσουν την
+ανάπαυσιν; Εγώ αυτό το εγύρεψα διά να μη τολμήση κανείς να με
+γυρεύση διά γυναίκα του με το να μην έχω επιθυμίαν διά να
+υπανδρευθώ· μα σαν αυτοί θέλουν να βάνουν την ζωήν τους εις τέτοιον
+κίνδυνον, εγώ δεν έχω το φταίξιμον. Ήξευρε το λοιπόν, ω νέε τολμηρέ,
+ακολούθησεν αυτή γυρίζοντας προς τον Καλάφ, ότι εσύ δεν θέλεις έχει
+δίκαιον να με ονειδίσης και να με ονομάσης σκληρόκαρδον, οπόταν εις
+ομοίωσιν των άλλων παρομοίων σου θέλει σου τύχει να υποφέρης σκληρόν
+θάνατον. Εσύ μόνος είσαι η αιτία του θανάτου σου, επειδή εγώ δεν σε
+υποχρεώνω να έλθης διά να με ζητήσης διά γυναίκα σου. </p>
+
+<p>Ωραιοτάτη μου βασίλισσα, απεκρίθη το βασιλόπουλον Καλάφ, εγώ
+ηξεύρω καλώτατα όλον εκείνο που ημπορεί να ειπής επάνω εις ετούτην
+την υπόθεσιν. Πρόβαλε, αν ορίζης, τα αινίγματά σου, και εγώ θέλω
+κάμει το δυνατόν διά να εύρω την διάλυσιν. Ας είναι απεκρίθη η
+Τουρανδότη. «Πες μου ποίον είναι εκείνο το πλάσμα, το οποίον είναι
+εις κάθε τόπον φίλος όλου του κόσμου, και που δεν ημπορεί να υποφέρη
+το όμοιόν του»; Βασίλισσά μου, απεκρίθη ο Καλάφ, αφού και εστοχάσθη
+ολίγον, αυτός είνε ο Ήλιος· βέβαια εφώναξαν με μεγάλην χαράν, και
+αλαλαγμόν οι Σοφοί, αυτός είνε ο Ήλιος· «Ποία είνε η μητέρα,
+εξαναείπεν η Τουρανδότη, η οποία αφού και δώσει εις το φως τα παιδιά
+της, τα καταπίνει όλα οπόταν γένουν μεγάλα;» Αυτή είνε η θάλασσα,
+απεκρίθη το βασιλόπουλον επειδή και οι ποταμοί που πηγαίνουν, και
+αδειάζονται εις την θάλασσαν έχουν την αρχήν τους από αυτήν.
+Επαίνεσαν πάλιν οι Σοφοί με τον ίδιον τρόπον και αυτήν την διάλυσιν.
+</p>
+
+<p>Η βασιλοπούλα Τουρανδότη, βλέποντας ότι ο Καλάφ διαλύει με
+ευκολίαν τα αινίγματά της, εθυμώθη και απεφάσισε να μην αφήση κανένα
+μέσον που να τον κάμη να χαθή. «Ποίον είνε εκείνο το δένδρον, του
+είπε, του οποίου όλα τα φύλλα είνε από την μίαν μεριάν μαύρα και από
+την άλλην άσπρα;» και λέγοντας αυτά εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, διά
+να τον κάμη με την ωραιοτάτην της μορφήν να συγχυσθή και να μην
+αποκριθή εις το προκείμενον, και με αυτόν τον τρόπον να τον κάμη να
+χαθή. Ο αγαπητικός της Καλάφ εις την θεωρίαν εκείνης της ηλιακής
+μορφής της βασιλοπούλας, αντίς να αποκριθή εις το αίνιγμα, έμεινε
+βουβός και ακίνητος. Όλον το Ντιβάνι ευθύς εμβήκεν εις ένα μεγάλον
+φόβον, επειδή και όλοι επιθυμούσαν την νίκην του Καλάφ. Ο ίδιος ο
+Βασιλεύς έγινεν αχνός ωσάν το κερί, και επίστευεν ότι ο Καλάφ θα ήτο
+εις κακήν στάσιν και έμελλε να χαθή. Μα ο Καλάφ ερχόμενος εις τον
+εαυτόν του από την αντράλωσιν, που του είχεν αιφνιδίως προξενήση η
+ωραιότης της βασιλοπούλας, εξαναθάρρυνε το Ντιβάνι που ήτον
+φοβισμένον, και ξαναπιάνοντάς την ομιλίαν είπεν. </p>
+
+<p>Ωραιοτάτη βασιλοπούλα, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης, αν έμεινα
+διά καμπόσον εις σιωπήν· ελογίαζα ότι θα είχα ιδή έν από εκείνα τα
+ουράνια κορίτσια που είνε ετοιμασμένα διά τους πιστούς Μουσουλμάνους
+εις τον Παράδεισον· δεν ημπόρεσα να θεωρήσω τόσα κάλλη χωρίς μεγάλην
+μου αντράλωσιν· λάβε την καλωσύνην να ξαναειπής το αίνιγμα που μου
+επρόβαλες, διατί δεν το ενθυμούμαι πλέον, επειδή και η θεωρία σου με
+έκαμε να το αλησμονήσω. Εγώ σε ερώτησα, είπεν η Τουρανδότη, ποίον
+είνε εκείνο το δένδρον που τα φύλλα του είνε από το ένα μέρος μαύρα,
+και από το άλλο άσπρα. Ετούτο το δένδρον, απεκρίθη ο Καλάφ, είνε ο
+χρόνος, ο οποίος είνε συνθεμένος από ημέρες και νύκτες. Ετούτη η
+απόκρισις εφάνη παρομοίως επαινετή εις όλους του Ντιβανιού, και
+έλεγαν ότι αυτή είνε αληθινή διάλυσις και έδιδαν χιλίους επαίνους
+εις τον Καλάφ. Τότε ο Αλτούν Χαν λέγει της θυγατρός του, τώρα, ω
+θυγατέρα μου, πρέπει να ομολογηθής νικημένη, και να κλίνης εις το να
+στεφανωθής τον νικητήν σου· οι άλλοι δεν ημπόρεσαν να αποκριθούν
+ούτε εις ένα από τα αινίγματά σου, και τούτος σου τα εξηγεί όλα.
+Αυτός δεν έχει λάβει ακόμη την νίκην, απεκρίθη η βασιλοπούλα,
+ξανασκεπάζοντας το πρόσωπόν της διά να κρύψη την σύγχυσίν της και τα
+δάκρυά της που έμεινε νικημένη. Έχω να του προβάλλω και άλλα
+αινίγματα ακόμη, το οποίον θέλω το κάμει αύριον. </p>
+
+<p>Ω ετούτο δεν θέλω το γροικήσει, απεκρίθη ο βασιλεύς· εσύ έμεινες
+νικημένη από τούτον τον χαριέστατον νέον, ενώπιον τούτου του
+μεγαλοπρεπούς Ντιβανίου· δος λοιπόν το χέρι σου διά να γένη νυμφίος
+σου και μη φαίνεσαι πλέον σκληρή· ενθυμήσου το τι μου έταξες, πως
+όποιος ευρεθή να διαλύση τα αινίγματά σου, αυτός θα είνε χωρίς άλλην
+πρόφασιν νυμφίος σου· εγώ επάνω εις τον λόγον σου έκαμα την σκληράν
+απόφασιν που έως τώρα ηκολούθησα· όμως απ' εδώ και εμπρός μη
+στοχασθής πως θα σταθώ εις την απόφασίν μου, επειδή εβγήκα από το
+χρέος του όρκου μου. Απ' αυτά και άλλα παρόμοια εκατανύχθη η καρδιά
+της βασιλοπούλας, και μάλιστα που ευρέθη νικημένη, και μην
+ημπορώντας πλέον να κάμη αλλιώς, εγύρισε προς τον Καλάφ και είπεν. Α
+σκληρέ Καλάφ, ποίος σου είπε να έλθης εδώ να συγχύσης την ανάπαυσίν
+μου; ποίος εστάθη εκείνος που σε ηνάγκασε να έλθης να υποχρεώσης με
+την άκραν σου χάριν, με την πολλήν σου σταθερότητα να ρίξω την
+αγάπην μου εις εσένα, που ακόμη δεν ήξευρα τι ήθελε ειπή αγάπη προς
+άνθρωπον, και τώρα να γροικώ μίαν μεγάλην κλίσιν δι' εσένα; Η αγάπη
+λοιπόν του Βασιλέως πατρός μου, που δείχνει δι' εσένα, και οι
+μεγάλες χάρες που έχεις, με κάνουν να αποφασίσω διά να σε δεχθώ διά
+νυμφίον μου, διατί άλλος δεν είναι που να σε ομοιάση. </p>
+
+<p>Εις ετούτα τα λόγια όλον το Ντιβάνι ηχολόγησεν από χίλιες χαρές
+των παρεστηκότων, διά την απόφασιν της βασιλοπούλας, και διά την
+ευτυχίαν του Καλάφ που εγλύτωσε τον θάνατον, και ηξιώθη διά να λάβη
+εκείνην που επιθύμησαν πολλοί, και δεν την απόλαυσαν, αλλά έχασαν
+την ζωήν τους. Ο Βασιλεύς εκατέβη από το θρονί του και αγκάλιασε την
+θυγατέρα του που του έδωκε τέτοιαν χαράν, έπειτα έπιασε και εφίλησε
+και τον Καλάφ, και εν τω άμα τον εκήρυξε γαμβρόν του, και μετά
+μεγάλης χαράς ελύθη το Ντιβάνι, και εμίσευσαν όλοι μετά μεγάλης
+αγαλλιάσεως. Ο δε βασιλεύς παίρνοντάς την θυγατέρα του και τον Καλάφ
+από τα χέρια τους έφερε μέσα εις το σαράγι του, και έκαμε μεγάλες
+δεξίωσες του Καλάφ, και συμπόσιον μέγα, και ευφράνθηκαν υπερβολικώς
+όλην εκείνην την ημέραν, έως την μισήν νύκτα. Την δ' ερχομένην
+ημέραν ο βασιλιάς της Κίνας επρόσταξε διά να γενούν ετοιμασίες διά
+τους γάμους του Καλάφ με την βασιλοπούλαν, και όντας όλα έτοιμα
+έκαμε τους γάμους με μεγάλην μεγαλοπρέπειαν, και με άπειρες χαρές,
+και παιγνίδια διά ένα μήνα ολόκληρον. Και παύοντας οι γάμοι, ο Καλάφ
+επαρακάλεσε τον βασιλέα της Κίνας, διά να στείλη να φέρουν τον
+πατέρα του και την μητέρα του, που ήτον εις το βασίλειον της φυλής
+της Μπρέλας· οι οποίοι και εις ολίγον καιρόν έφθασαν εκεί, και
+εχάρηκαν την μεγάλην ευτυχίαν του υιού τους. Και ο βασιλεύς της
+Κίνας έκαμε και τους εξαναστερέωσεν εις τον θρόνον τους, στέλνοντας
+φοβερισμούς εις Κασμίρην, πως αν δεν τους ήθελε δώσει τον θρόνον
+τους ήθελε του κηρυχθή εχθρός θανάσιμος· και με τούτον τον τρόπον
+τους ελευθέρωσε το βασίλειόν τους, και τους απέστειλεν εκεί μετά
+μεγάλης τιμής, και με μερικόν στράτευμα. Και ο Καλάφ αφού εστάθη
+τρεις χρόνους εις το βασίλειον της Κίνας, μαζί με την αγαπημένην του
+Τουρανδότην, μανθάνοντας τον θάνατον του πατρός του, εμίσευσεν από
+εκεί μαζί με την γυναίκα του και δύο παιδιά που είχε κάμει εις αυτό
+το αναμεταξύ, και επήγεν εις την Νογαϊδά, και ανέβη εις τον θρόνον
+του πατρός του, και εβασίλευσε διά πολλούς χρόνους, και απέρασε μίαν
+ζωήν ευτυχισμένην και ασύγχυστην, και πάντα κατά πολλά αγαπημένα με
+την περιπόθητήν του γυναίκα, που με κίνδυνον μέγαν της ζωής του την
+απόκτησεν. </p>
+
+<p>Εδώ ετελείωσεν η Χαλιμά την ιστορίαν της, την οποίαν ηύρεν ο
+βασιλεύς Αϊδήν πολλά περίεργον και νόστιμην, και πάλιν άρχισε να την
+επαινή, και να της κάνη νέα χαρίσματα μεγάλης τιμής άξια, ανάμεσα
+εις τα οποία της εχάρισεν ένα διαμάντι μεγάλον ωσάν αυγό χήνας,
+δεμένον ολόγυρα με χρυσάφι, και ένα καρβούνι ομοίας μεγαλειότητος,
+το οποίον την νύκτα έλαμπε πολλά περισσότερον από ένα λαμπρόν φως.
+Ομοίως έκαμε και της Μεδινάς διάφορα χαρίσματα πολύτιμα. Και
+μένοντας κατά πολλά ευχαριστημένη η Χαλιμά διά τα χαρίσματα που ο
+Αϊδήν της έκαμε, τόσον αυτής, όσον και της αδελφής της, λέγει του·
+έχω μεγάλην ευχαρίστησιν, ω βασιλεύ μου, βλέποντας ότι όλας τας
+ιστορίας που εγώ έως τώρα σου εδιηγήθηκα, έτυχαν της γνώμης σου, και
+της κλίσεως σου, ελπίζω όμως ότι μία άλλη ιστορία που έχω να
+διηγηθώ, θέλει υπερβή όλας τας απερασμένας τόσον εις το μάκρος της
+διηγήσεως, ωσάν και εις τα διάφορα περιστατικά που περιέχει· αυτή η
+ιστορία είνε εκείνου του θαυμαστού βασιλέως Βεδρεδήν Λώλου, και του
+Βεζύρη του του μελαγχολικού, η οποία φανερώνει ότι ουδένας εις
+τούτον τον κόσμον ημπορεί να είναι τελείως ευτυχισμένος, και που να
+μην ευρίσκεται χωρίς θλίψιν και πίκραν που να τον συγχίζη· διά τούτο
+αυτή θέλει υπάγη εις μάκρος περισσότερον από τας άλλας εις την
+οποίαν θέλουν περικλεισθή διάφορες άλλες ιστορίες πολλά περίεργες
+και παραδειγματικές. Όθεν σε παρακαλώ να μη βαρεθής να την
+ακροασθής, διατί σε βεβαιώνω πως θέλεις εύρει μέσα εις αυτήν πολλήν
+ευχαρίστησιν μα επειδή και διά την ώραν μην όντας καιρός αρμόδιος να
+την αρχίσω, την μετατρέπω διά την ερχομένην ημέραν. Η γνώμη της
+Χαλιμάς ήρεσε κατά πολλά του Αϊδήν, και έτσι εσηκώθη και υπήγε κατά
+την συνήθειαν εις το Ντιβάνι του. Την ερχομένην ημέραν έρχεται η
+Μεδινά, και την ξυπνά λέγοντάς της, σηκώσου, αγαπημένη μου αδελφή,
+να διηγηθής την ιστορίαν που έταξες την απερασμένην ημέραν, διότι
+έχω πολλήν περιέργειαν διά να την ακούσω, επειδή και καταλαμβάνω ότι
+θέλει είναι πολλά ωραία. Η δε Χαλιμά σηκωθείσα, ευθύς άρχισε να την
+διηγηθή, καθώς θέλετε ακούσει. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του βασιλέως
+Βεδρεδήν Λώλου και του Βεζύρη του.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Ο Βεδρεδήν Λώλος, Βασιλεύς της Δαμασκού, είχε διά Βεζύρην του
+άνθρωπον πολλά φρόνιμον, και εμπιστευμένον· αυτός ωνομάζετο Ταλμούχ,
+και είχεν άκρον ζήλον διά την δούλευσιν του Βασιλέως του, και τον
+είχεν ως το δεξιόν του μάτι. Ο λαός όλος ευχαριστούντο κατά πολλά
+διά την καλήν του κυβέρνησιν, και διά τα καλά του ήθη. Αυτόν τον
+επωνόμασε Βεζύρην μελαγχολικόν, επειδή πάντοτε ήτον σκυθρωπός και
+μελαγχολικός, και δεν εγελούσε ποτέ του με κανένα τρόπον. Μίαν
+ημέραν ο Βασιλεύς του ωμιλούσε διά κάποια απόκρυφα, και διά ένα
+συμβεβηκός εγελούσεν υπερβολικά, που κατά αλήθειαν ήτον άξιον να
+γελά καθένας. Μα ο Βεζύρης τον άκουε με τόσην σοβαρότητα, που ο
+βασιλεύς έμεινε θαυμασμένος. Ταλμούχ, του λέγει, εσύ είσαι ένας
+άνθρωπος παράξενος, που κανένα πράγμα δεν σε κάνει να γελάσης, αλλά
+στέκεις έτσι σοβαρός και σκυθρωπός πάντα. Και είναι σχεδόν δέκα
+χρόνοι, που είσαι εις την δούλευσίν μου, και ποτέ δεν σε είδα να
+γελάσης· τι θέλει να ειπή τούτο, και από τι προέρχεται αυτή η
+μελαγχολία σου; </p>
+
+<p>Βασιλέα μου, απεκρίθη ο Βεζύρης· η μεγαλειότης σου δεν πρέπει να
+το θαυμάζης· καθένας έχει τα βάσανά του· δεν είναι άνθρωπος επάνω
+εις την γην, που να μην είναι χωρίς θλίψιν και βάσανον. Η απόκρισίς
+σου δεν είναι σωστή, απεκρίθη ο Βασιλεύς· αν του λόγου σου έχης
+καμμίαν κρυφήν θλίψιν που να σε βασανίζη, από αυτό δεν ημπορείς να
+ειπής ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι χωρίς βάσανον. Αυτό που
+βεβαιώνω, ω βασιλέα μου εξαναπεκρίθη ο Ταλμούχ, ότι τέτοια είναι η
+κατάστασις των απογόνων του Αδάμ· η καρδιά μας δεν ημπορεί να χαρή
+ποτέ ένα καλόν τέλειον χωρίς να είνε συγκερασμένον και με το πικρόν,
+και από λόγου σου ημπορείς να διακρίνης και τους άλλους. Η βασιλεία
+σου, πες μου, είνε τέλεια ευχαριστημένη; Ω όσον δι' εμέ δεν ημπορώ
+να είμαι ευχαριστημένος, απεκρίθη ο βασιλεύς· έχω πολλούς εχθρούς,
+φέρω το βάρος του βασιλείου, χίλιοι στοχασμοί μού διαμοιράζουν τον
+νουν, και συγχίζουν την ανάπαυσιν της ζωής μου· μα είμαι βέβαιος ότι
+είνε πολλοί άνθρωποι τελείως ευχαριστημένοι και χωρίς καμμίαν
+θλίψιν. </p>
+
+<p>Ο βεζύρης Ταλμούχ, εδιαφέντευε πάντα εκείνα που είχεν ειπεί, με
+τρόπον που ο βασιλεύς βλέποντάς τον σταθερόν εις την γνώμην του, του
+είπεν. Αν δεν ευρίσκεται χωρίς βάσανον ή θλίψιν κανείς, όμως δεν
+είνε κυριευμένος από τόσην σκυθρωπότητα και μελαγχολίαν ωσάν εσένα·
+εσύ με κάνεις να λάβω μεγάλην περιέργειαν διά να μάθω το αίτιον της
+μεγάλης σου θλίψεως· φανέρωσέ μου λοιπόν, σε εξορκίζω, τι είνε η
+αφορμή που σου προξενεί αυτήν την μελαγχολίαν; θέλω σε υπακούσει,
+Βασιλέα μου, απεκρίθη ο βεζύρης, και θέλω να σου ξεσκεπάσω την
+αιτίαν της εσωτερικής μου λύπης, διηγούμενος την ιστορίαν της ζωής
+μου. </p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 2em">Ιστορία του βεζύρ
+Ταλμούχ, επονομαζομένου μελαγχολικού, και της
+βασιλοπούλας Τζελίκας.</h4>
+
+<p>
+<br />
+Εγώ είμαι μοναχός υιός ενός πλουσίου πραγματευτού τζοβαϊριστή από
+το Μπαγδάτι. Ο πατέρας μου, που ωνομάζετο Αμπτουλά, τίποτε δεν
+αψήφισε εις την ανατροφήν μου· με έκαμε να μάθω φιλοσοφίαν,
+μαθηματικήν, τους νόμους, και άλλες πολλές επιστήμες, και μάλιστα
+διάφορες γλώσσες. Και ωσάν έγινα εις νόμου ηλικίαν, μου άρεσε να
+εξοδεύω χωρίς στοχασμόν. Ο πατέρας μου το απείκασε με μεγάλον του
+πόνον· επάσχισε με τες φρόνιμές του συμβουλές να με αντικόψη, μα δεν
+εκατώρθωσε τίποτε, διατί έλαβα μεγάλην κλίσιν εις την απολυμένην
+ζωήν. Μίαν ημέραν που εσεργιανίζαμεν εις το περιβόλι του σπητιού μας
+και που αυτές εβλασφημούσε κατά την συνήθειάν του τα κακά μου ήθη,
+μου είπεν· ω υιέ μου, εγνώρισα έως εδώ ότι οι νουθεσίες μου δεν σ'
+ωφελούν με κανένα τρόπον, μα θέλεις ελαφρωθή ογλήγορα από έναν, που
+καθημερινώς σε ενοχλεί διά το καλόν σου· ο θάνατός μου δεν θέλει
+είναι πολλά μακράν και ωσάν γέροντας που είμαι μέλλω να διαβώ εις
+τον άλλον κόσμον, και θέλω σου αφήσει μεγάλα πλούτη, και κύτταξε
+καλά να μη τα μεταχειρισθής εις κακοπραξίες· και αν από κακήν σου
+γνώμην ήθελες αστόχαστα τα εξοδιάση να μην αφήσης που να προστρέξης
+εις τούτο το δένδρον, που βλέπεις εις την μέσην τούτου του
+περιβολιού· κρέμασε εις εκείνο το χονδρότερον κλωνάρι μίαν θηλιάν
+θανατηφόρον διά να πνιγής, και με αυτό θέλεις ελευθερωθή από όλες
+τες δυστυχίες που θέλουν σου συμβή. </p>
+
+<p>Τέλος πάντων αυτός απέθανεν ύστερον από ολίγον καιρόν. Και αφού
+τον έθαψα με μεγάλην τιμήν, εκληρονόμησα τον πλούτον του όλον τον
+οποίον τον ηύρα τόσον πλουσιοπάροχον, που τον εστοχάσθηκα πολλά
+αρκετόν διά να ημπορέσω να κάμω τα κακά μου θελήματα· αυγάτισα ευθύς
+τους σκλάβους μου, ετράβηξα προς του λόγου μου όλους τους ασώτους
+νέους της χώρας· εκρατούσα ταύλαν ανοικτήν διά όποιον και αν
+έρχονταν, και εδόθηκα εις κάθε λογής ασωτίαν εις τρόπον που από
+ολίγον εις ολίγον χωρίς να απεικάσω, έφθειρα όλον εκείνο το πατρικόν
+μου. Ευθύς έμεινα παραιτημένος από τους φίλους μου, και από όλους
+τους δουλευτάδες μου. Τι θλιβερά μεταλλαγή της τύχης! η δύναμίς μου
+ευρέθη ταπεινωμένη. Τότε εστοχάσθηκα τα υστερνά λόγια του πατρός
+μου· μα ήτον πολλά αργά, που δικαίως μου ετύχαινε να έλθω εις
+εκείνην την κατάστασιν, και έλεγα κτυπώντας την κεφαλήν μου· διατί
+να μην ακούσω τες νουθεσίες του πατρός μου; διατί να κάμω τέτοια
+πράγματα και να έλθω εις τέτοιαν κατάστασιν, να κατασταθώ παίγνιον
+των συνομηλίκων μου; διατί να σταθώ τόσον άφρων και να μη τον
+υπακούσω εις τα όσα μου είπε διά το καλόν μου; μα σαν δεν τον
+υπήκουσα εις τα πρώτα του λόγια, θέλω τον υπακούσει εις την
+υστερινήν απόφασιν που είπε· θέλω το λοιπόν να κάμω καθώς με
+εδιέταξε, και να υπάγω να κρεμασθώ ετούτην την στιγμήν εις το
+δένδρον που μου εδιώρισε· και έτσι ημπορώ να ελευθερωθώ από τα
+βάσανα που μέλλουν να μου έλθουν. </p>
+
+<p>Έτσι λέγοντας επήρα μίαν θηλιάν και εμβήκα εις το περιβόλι μου,
+επλησίασα εις το δένδρον που μου έδειξεν ο πατέρας μου, και μου
+εφάνηκε πολλά αρκετόν εις την βουλήν μου. Έβαλα εις την ρίζαν τούτου
+του δένδρου δύο πέτρες ψηλές, επάνω εις τες οποίες ανεβαίνοντας,
+εσήκωσα τα χέριά μου διά να δέσω την θηλιάν εις εκείνο το χοντρόν
+κλωνάρι, και δένοντάς την τήν επέρασα εις τον λαιμόν μου, αλείφοντάς
+την καλά με σαπούνι διά να γλυστρήση να μην τυραννηθώ πολύ· έπειτα
+ερρίχθηκα από τες πέτρες και έμεινα κρεμασμένος. Τον καιρόν που η
+θηλιά έμελλε να κλείση διά να με πνίξη, σχίζεται το κλωνάρι από το
+βάρος μου και πίπτει μαζί μου κατά γης. Έμεινα περίλυπος διά τον
+κόπον που έκαμα ματαίως εις το να κρεμασθώ, μα θεωρώντας το κλωνάρι
+που είχε τόσον κακά δουλέψη εις την απελπισίαν μου, βλέπω με
+θαυμασμόν μου, ότι από εκεί που είχε ξεκοπή έβγαιναν κάποια
+πετράδια, τρέχω και βλέπω ότι το κούφαλον του δένδρου ήτον γεμάτο,
+από διάφορα πετράδια. Ευθύς παίρνω ένα τσεκούρι και το κόπτω από την
+ρίζαν, και το ευρίσκω που ήτον γεμάτον από διαμάντια, ρομπίνια,
+σμαράγδια, και άλλα πολύτιμα πετράδια. Έβγαλα τότε την θηλιάν που
+είχα εις τον λαιμόν μου, και απέρασα από την απελπισίαν εις
+μεγαλωτάτην χαροποίησιν. </p>
+
+<p>Αντί να ξαναδοθώ εις τες ξεφάντωσες ωσάν και πρώτα, απεφάσισα να
+πιάσω την τέχνην του πατρός μου. Είχα πολλήν γνωριμίαν εις τα
+πετράδια, και ημπορούσα να ελπίσω ότι η επιχείρησίς μου να μην υπάγη
+κακά. Κάνω το λοιπόν συντροφιάν με άλλους δύο τζοβοϊτζήδες, που
+εγνώριζαν τον πατέρα μου, με τους οποίους αποφασίσαμεν διά να
+πηγαίνωμεν να πραγματεύσωμεν εις την Όρμαν, χώραν παραθαλάσσιον·
+ηύραμεν ένα καράβι, και εμβαίνομεν εις αυτό, και αρχίσαμεν διά να
+ταξειδεύσωμεν. Το ταξείδι μας εστάθη πολλά ευτυχισμένον από αέρα,
+και αρμενίζαμεν με πολλήν χαροποίησιν, αλλά πριν να φθάσωμεν εις τον
+ποθούμενον τόπον, οι σύντροφοι μου έκαμαν να γνωρισθούν πως δεν ήσαν
+άνθρωποι τιμημένοι· επειδή και εκείνην την νύκτα που εμέλλαμεν να
+φθάσωμεν εις τον λιμένα, έβγαλαν διάφορα κρασιά εκλεχτά που είχαν,
+με τα οποία έκαμαν κάθε τρόπον και με εμέθυσαν. Και αφού με είδαν
+πως έπεσα εις βαθύτατον ύπνον με εσήκωσαν και οι δύο και με έρριξαν
+εις την θάλασσαν. Μα η θάλασσα όντας φουσκωμένη από αέρα, τα κύματα
+ωσάν να ήσαν προσταγμένα, από τον Ουρανόν δεν με εκαταβύθισαν, αλλά
+με έρριξαν εις την στερεάν υποκάτω εις μίαν ρίζαν ενός βουνού.
+Βλέποντάς με εκεί ελεύθερον από τον κίνδυνον, εδόξασα τον Θεόν που
+με εφύλαξε, και έμεινα εκεί το επίλοιπον της νυκτός. </p>
+
+<p>Φθάνοντας η ημέρα ανέβηκα με πολύν κόπον εις την κορυφήν του
+βουνού, επειδή ήτον δύσβατον. Εσυναπάντησα εκεί πολλούς χωριάτες που
+έβγαζαν κρυστάλλι από κάποια μεταλλία και το έφερναν υστερώτερα και
+το επουλούσαν εις την Όρμαν. Αυτωνών εδιηγήθηκα την επιβουλήν που
+μου έγινε, και τον κίνδυνον που επέρασα, και τους εφάνη τόσον
+αυτωνών, ωσάν και εμένα, πως εστάθη θαύμα που εγλύτωσα. Εκείνοι οι
+καλοί άνθρωποι έλαβαν σπλάχνος εις εμέ, και μου έδωσαν και έφαγα από
+εκείνο που έτρωγαν, και υστερότερα με επήραν μαζί τους, και ύστερον
+από μερικές ημέρες με έφεραν εις την Όρμαν, πόλιν μεγάλην, και
+φθάνοντας εκεί, επήγα και κατέβηκα εις ένα χάνι, εις το οποίον ο
+πρώτος που εσυναπάντησα εστάθη ένας από τους συντρόφους μου. Εκείνος
+εφάνη πολλά θαυμασμένος εις το να ιδή άνθρωπον που επίστευε να
+εδούλευσεν εις τροφήν των οψαριών. Έτρεξεν ευθύς διά να χαλέψη τον
+σύντροφόν μας, και να του δώση είδησιν του ερχομού μου εκεί, και να
+συμφωνήσουν την δεξίωσιν που έχουν να μου κάμουν· και ευθύς
+εσυμφώνησαν τον τρόπον. Εγώ τους είδα υστερώτερα από ολίγον, τον ένα
+ύστερα από τον άλλον, και ήλθαν εις την αυλήν που ήμουν, και
+απέρασαν από εμπροστά μου, καμωνόμενοι πως δεν με γνωρίζουν. </p>
+
+<p>Ω άνομοι, τότε τους είπα· ο Ουρανός έκαμεν ανωφελή την κακήν σας
+βουλήν· ζω ακόμη διά αισχύνην της βαρβαρότητός σας· επιστρέψατέ μου
+τα διαμαντικά μου ευθύς, επειδή δεν θέλω να είμαι πλέον εις
+συντροφιάν τέτοιων παρανόμων. Εις ετούτα τα λόγια, που έπρεπε να
+τους αντραλώσουν, έλαβαν την αγνωσίαν να αποκριθούν τοιούτης λογής·
+ω κλέπτη, ω φονέα, ποίος είσαι εσύ, και από πού έρχεσαι; ποία
+διαμάντια, ποίες πραγματείες έχομεν ημείς εδικές σου; Έτσι λέγοντας
+άρχισαν να με δέρνουν, έπειτα βλέποντάς με πως ήθελα να τρέξω εις
+του Κατή διά να τους εγκαλέσω, επρόλαβον τον καιρόν, και υπήγαν
+αυτοί πρώτοι εις αυτόν, του οποίου έδωσαν να καταλάβη πολλά εναντίον
+διά εμένα και έπειτα, διά να γένη πλέον ωφέλιμος προς αυτούς, τον
+εδώρισαν διάφορα πετράδια, τα οποία λογιάζω να ήταν όλα από τα εδικά
+μου. Ποίος είναι ο άνθρωπος αυτός που σας ενοχλεί; τους είπεν ο
+Κατής· φέρετέ τον εδώ, και εγώ θέλω τον παιδεύσει. Αυθέντη,
+απεκρίθησαν, ημείς δεν τον γνωρίζομεν, ούτε τον είδαμεν άλλην φοράν·
+Εις αυτό το αναμεταξύ φθάνω και εγώ εις την αυλήν του Κατή. Τότε
+αυτοί εφώναξαν βλέποντάς με· ιδού, ω αυθέντη, εκείνος ο άνομος
+κλέπτης, ο οποίος λαμβάνει την τόλμην να παρουσιασθή εις την αυλήν
+σου· Μεγάλε κριτά, σε παρακαλούμεν να μας διαφεντεύσης. Εγώ τότε
+επλησίασα εις τον Κατή διά να ειπώ τα δίκαιά μου, μα μην έχοντας
+δώρα διά να του προσφέρω, δεν ηθέλησεν ούτε να με ακούση· αλλά
+επρόσταξε, και με εφυλάκωσαν. Και αυτοί ωσάν είδαν την φυλάκισίν
+μου, εμίσευσαν μετά χαράς μεγάλης. </p>
+
+<p>Οι χωριάτες, που είχον έλθη ύστερ' απ' αυτούς, μανθάνοντάς την
+αδικίαν που μου έγινεν, έτρεξαν εις τον Κατή και τον εβεβαίωσαν δι'
+εμένα ότι αληθώς εγλύτωσα από την θάλασσαν, και ότι εις τον δρόμον
+τους εδιηγήθηκα ότι οι σύντροφοί μου με έρριξαν εις την θάλασσαν,
+και μου επήραν όλον μου το έχειν, και η ζήτησίς μου είναι αληθινή
+και χωρίς δόλον. Ο Κατής ακούοντας τέτοιες μαρτυρίες, άνοιξε τα
+μάτια του, και ευθύς έστειλε μερικούς τζοχανταρέους του διά να
+εύρουν εκείνους τους πραγματευτάδες· μα εστάθη ματαίως η ζήτησίς
+του· επειδή και οι άνομοι ωσάν είδαν που ο Κατής με εφυλάκωσε,
+φοβούμενοι διά να μη φανερωθούν ψεύται, εμβήκαν εις ένα καράβι
+εκείνην ημέραν και εμίσευσαν με καλόν αέρα. Αυτός ο αιφνίδιος
+μισευμός τους εβεβαίωσε τον Κατή πως αδίκως με εφυλάκωσε, και ευθύς
+έδωσε θέλημα και με ηλευθέρωσαν από την φυλακήν. Και ιδού ποίον
+εστάθη το τέλος της συντροφιάς μου, πού είχα κάμει με εκείνους τους
+κακούς τζοβαϊρτζήδες. </p>
+
+<p>Ελευθερωμένος από την θάλασσαν και από την φυλακήν, έκανε χρεία
+να λογισθώ ωσάν ένας άνθρωπος χαμένος, χωρίς άσπρα, χωρίς φίλους,
+και χωρίς εμπιστοσύνην. Και καταστημένος διά να θραφώ από
+ελεημοσύνην εμίσευσα από την Όρμαν χωρίς να ηξεύρω που πηγαίνω· και
+περπατώντας μερικές ημέρες, έφθασα εις ένα κάμπον, σιμά εις τον
+κόρφον της Περσικής θαλάσσης, εις τον οποίον αντάμωσα ένα καραβάνι
+από πραγματευτάδες της Ινδίας, που επήγαιναν εις το Κυράζι της
+Περσίας. Εγώ ανακατώθηκα με αυτό, και με μερικές δούλευσες που έκανα
+των πραγματευτών, με εκυβέρνησαν από φαγί, έως που εφθάσαμεν εις το
+Κυράζι, εις το οποίον ο βασιλεύς Σχατάμ είχε καθέδραν του βασιλείου
+του. Μίαν ημέραν που εγύριζα από το μετζίτι εις το κονάκι μου βλέπω
+έναν αξιωματικόν του βασιλέως της Περσίας. Αυτός ήτον πλουσίως
+φορεμένος, και είχεν εύμορφον παρουσιαστικόν, με εθεώρησε με
+προσοχήν, και κράζοντάς με μου είπεν· ω νέε πόθεν είσαι; στοχάζομαι
+να είσαι ξένος. Εγώ του απεκρίθηκα πως είμαι από το Μπαγδάτι, και
+έπειτα του εδιηγήθηκα καταλεπτώς τα όσα μου εσυνέβησαν. Ο Οφφικιάλος
+είδον που έλαβε κάποιον πόνον διά τες δυστυχίες μου· έπειτα μου
+λέγει· στάσου με καλήν καρδίαν και έλα κοντά μου, και ογλήγορα
+θέλεις αλλάξει κατάστασιν. Εγώ τον ηκολούθησα, και με έφερε εις ένα
+εύμορφον οντά εις το παλάτι το βασιλικόν, και εκεί με ηρώτησε πώς
+ονομάζομαι, και πόσων χρόνων είμαι. Ταλμούχ, του απεκρίθηκα, είναι
+το όνομά μου, και είκοσι δύο χρόνων είναι η ηλικία μου· μου έκαμε
+και άλλες πολλές εξέτασες, και του απεκρίθηκα εις εύμορφον τρόπον.
+Ταλμούχ, εξαναείπεν αυτός, εγώ γροικώ κάποιον πόνον διά τα όσα σου
+εσυνέβηκαν, όθεν θέλω να σου είμαι εις τόπον πατρός σου. Ήξευρε ότι
+εγώ είμαι Καπή Αγάς του βασιλέως της Περσίας· είναι ένας τόπος
+άδειος από τους δώδεκα τζοχανταρέους του οντά του βασιλέως, και θέλω
+σε βάλει εις εκείνον τον τόπον· εσύ είσαι εύμορφος νέος,
+καλοκαμωμένος· δεν ημπορώ να κάμω καλύτερον διάλεγμα, και ελπίζω να
+κάμης τιμήν και εις εμένα. Εγώ ευχαρίστησα τον Καπή Αγά διά την
+μεγάλην του καλωσύνην, που έδειχνεν εις εμένα. Με επήρε λοιπόν
+υποκάτω εις την επίσκεψίν του, και με ένδυσε κατά την συνήθειαν των
+τζοχανταρέων και μου ερμήνευσε τον τρόπον πως έχω να μεταχειρισθώ
+την δούλευσίν μου· με έβαλε την άλλην ημέραν εις τον αριθμόν των
+τζοχανταρέων του οντά του βασιλέως, και εις ολίγον καιρόν έκαμα
+τιμήν του βασιλέως. </p>
+
+<p>Εις εκείνην την αυλήν ήτον εμποδισμένον με θάνατον όποιος ήθελε
+σταθή αργά εις το περιβόλι του παλατίου εις το οποίον, αφού και οι
+άνδρες ετραβιόνταν πριν νυκτώση, έβγαιναν οι γυναίκες του παλατίου,
+και εσεργιάνιζαν διά μερικές ώρες. Και μίαν ημέραν όντας εις τον
+κήπο μόνος μου, και στοχαζόμενος τα περασμένα μου συμβεβηκότα,
+επέρασεν η διωρισμένη ώρα που έπρεπε να τραβηχτώ, χωρίς να καταλάβω.
+Ερχόμενος το λοιπόν εις τον εαυτόν μου, τρέχω διά να έβγω, μα
+ευρίσκοντας τες πόρτες κλεισμένες, έμεινα ωσάν νεκρός· και εις αυτό
+το αναμεταξύ που εστοχαζόμουν πώς να έβγω, βλέπω μίαν Κυρίαν, και
+παραστένεται αιφνιδίως έμπροσθά μου, η οποία εφαίνονταν, με όλον που
+ήταν νύκτα, να ήτον ωραιοτάτη κόρη. Πώς ευρίσκεσαι, ω νέε, εδώ, μου
+είπεν, ετούτην την ώραν; Αχ, κυρά μου, της απεκρίθηκα, από αλησμονιά
+μου, και από κακήν μου τύχην έμεινα· μα σε παρακαλώ διά το Θεόν
+δείξε μου πόθεν να έβγω διά να μη χάσω την ζωήν μου. Είναι αδύνατον,
+μου απεκρίθη εκείνη, να έβγης πλέον ταύτην την νύκτα, διότι όλες οι
+πόρτες είναι κλεισμένες μα πρέπει να ευχαριστήσης την τύχην σου, ότι
+χωρίς ετούτο δεν με ήθελες συναπαντήσει. Ω πόσον είμαι δυστυχής,
+εφώναξα, εγλύτωσα από τόσους κινδύνους, και πάλιν εμετάπεσα εις ένα
+χειρότερον, που μέλλω να χάσω την ζωήν μου χωρίς άλλο. Μη θλίβεσαι,
+μου λέγει η νέα· η θλίψις σου θέλει μετατραπεί εις αγαλλίασιν.
+Θεώρησέ με· εγώ δεν είμαι κακοκαμωμένη δεν έχω παρά δέκα οκτώ
+χρόνους, και στοχάζομαι να μην είμαι άσχημη. Ωραία κυρά, της είπα,
+με όλον που είναι νύκτα, γνωρίζω καταλεπτώς την ευμορφιάν σου, και
+την εξανοίγω τόσον, που με κάνει να μείνω εκστατικός· μα στοχασθήτε
+την κατάστασίν μου, και πέτε την αλήθειαν αν δεν είναι πολλά
+κινδυνώδης; Αλήθεια, εκείνη απεκρίθη· μα ο χαμός της ζωής δεν είναι
+βέβαιος· επειδή και ο βασιλεύς είνε πολλά καλός, και θέλει σε
+συμπαθήσει· άφησε το λοιπόν τα μέλλοντα, επειδή και είναι εις το
+χέρι του Ουρανού, και μη στέκης συγχυσμένος διά τώρα. Αν εσύ ήξευρες
+ποία είμαι, και πόσην ευτυχίαν θέλει σου προξενήσει ετούτο το
+συμβάν, ήθελες λογισθή ο πλέον ευτυχισμένος των ανθρώπων. </p>
+
+<p>Τέλος πάντων η Κυρά, με την δύναμιν των λόγων της, μου απεδίωξε
+τον φόβον που με είχε περικυκλωμένον, και αφίνοντάς με εις τες
+ελπίδες που αυτή μου έδινε, δεν εστοχάσθηκα πλέον τον κίνδυνον που
+ήμουν, αλλά ηθέλησα να κερδίσω τον καιρόν που μου επαρουσιάζετο.
+Αγκάλιασα το λοιπόν την κυρά με αυθάδειαν, μα αντίς αυτή να μου
+ανταποκριθή εις τα χάιδια μου, εφώναξε μεγάλως και με οργήν με
+άμπωξε, και εν τω άμα βλέπω να φανερωθούν εκεί δέκα ή δώδεκα
+γυναίκες, οι οποίες έστεκαν κρυμμένες διά να ακούσουν τι ελέγαμεν.
+Δεν μου εστάθη τότε αδύνατον να απεικάσω ότι εκείνο το υποκείμενον
+με το οποίον συνωμιλούσα είχε με περιγελάση· εστοχάσθηκα ότι εκείνη
+ήτον καμμιά σκλάβα της Βασιλοπούλας, που ηθέλησε να περάση τον
+καιρόν της περιπαίζοντάς με. Τότε οι γυναίκες ωσάν μας είδαν
+εβάλθηκαν εις πολλά γέλοια. Και μία από εκείνες είπεν εκείνης που
+ήτον με εμένα. Καλεκάρη, επιθυμείς ακόμη να μετωρισθής με τούτον τον
+τρόπον; Όχι απεκρίθη η Καλεκάρη· ετούτο δεν θέλει μου συμβή πλέον,
+επλήρωσα καλά την περιέργειάν μου. </p>
+
+<p>Οι σκλάβες άρχισαν υστερότερα να με περικυκλώνουν και να με
+περιπαίζουν. Ετούτος ο τζοχαντάρης, η μία έλεγεν, είναι πολλά
+έξυπνος, και εγεννήθη διά περίεργα συμβάντα· άλλη αποκρίνονταν, ότι
+αν αυτή με ήθελε συναπαντήσει μοναχή της ήθελε με κάμει αγαπητικόν
+της, και οι άλλες έλεγαν διάφορα μετωρίσματα. Εγώ ευρισκόμουν πολλά
+αντραλωμένος από τα περιγελάσματά τους, και αυτές βλέποντάς με έτσι,
+δεν ημπορούσαν να σταθούν από τα γέλοια, και αφού μου έκαμαν και
+άλλα πολλά περιγελάσματα, ακούω εκείνην που ωνόμασαν Καλεκάρην, να
+λέγη προς μίαν άλλην, εις εσένα στέκεται, ω βασιλοπούλα, εις το να
+προστάξης το τι μέλλει να γίνη εις τούτον, θέλεις να τον απαρατήσης
+χωρίς βοήθειαν, ή θέλεις να τον συντρέξης; Κάνει χρεία να τον
+ελευθερώσω από τον κίνδυνον που ευρίσκεται, απεκρίθη η βασιλοπούλα,
+και περιπλέον θέλω, διά να ενθυμάται πολύν καιρόν ετούτο το
+συναπάντημα, να τον κάμωμεν πλέον ευχαριστημένον. Ας τον κάμωμεν να
+έμβη εις την κατοικίαν μου, εκεί που κανείς άνδρας έως τώρα δεν
+εσέβη. Και έτσι λέγοντας με επήραν και με έφεραν εκεί όπου
+εκατοικούσεν η βασιλοπούλα. </p>
+
+<p style='text-align:center;'><img src ="images/6.jpg" width="332"
+height="305"
+alt="Οι σκλάβες άρχισαν να περικυκλώνουν τον Ταλμούχ"
+border="2" /></p>
+
+<p>Εμβαίνοντας εγώ το λοιπόν εις το χοντζερέ της Τζελίκας (έτσι
+ωνομάζετο η βασιλοπούλα) εθεώρησα ότι εις την μέσην αυτού ήτον
+διάφορα προσκέφαλα χρυσά, επάνω εις τα οποία εκάθισαν όλες εκείνες
+οι σκλάβες που με αυτήν ήτον και με εβίασαν και εμένα και εκάθησα. Η
+Τζελίκα έκραξεν ευθύς, και της έφεραν διάφορα σερμπέτια και έπιαν
+όλες, ομοίως και εγώ· υστερώτερα ετοίμασαν μίαν τράπεζαν με διαφόρων
+λογιών φαγητά, και εφάγαμεν πολλά καλά και τελειώνοντας το φαγητόν,
+η περιδιάβασις εστάθη τόσον ζωντανή ωσάν να είχομεν πίη πολύ κρασί.
+Η Καλεκάρη, που εκάθονταν απέναντί μου εις το τραπέζι, με εκύτταζε
+συνεχώς χαμογελώντας, και εφαίνονταν να εσυμπαθούσεν εκείνην την
+αυθάδειαν που της έδειξα εις τον κήπο. Εγώ από το μέρος μου κάθε
+ολίγον έρριχνα τους οφθαλμούς μου επάνω της, μα τους εχαμήλωνα
+οπόταν έβλεπα που αυτή με εκύτταζεν. Η βασιλοπούλα με τες σκλάβες
+της εκατάλαβαν τα βλέμματά μου και επάσχισαν δίδοντάς μου αιτίες να
+με κάμουν πλέον τολμηρώτερον. Η Τζελίκα μού εζήτησε το όνομα, και
+πόσον καιρόν ήμουν τζοχαντάρης και δίδοντάς της την απόκρισιν, μου
+είπε· Ταλμούχ, θέλω να είσαι ελεύθερος, και να μιλήσης χωρίς
+αντίρρησιν, και χωρίς να στοχασθής πως είσαι εις το χαρέμι το
+βασιλικόν, κάνοντας λογαριασμόν να είσαι με ανθρώπους απλούς·
+θεώρησε με επιμέλειαν όλες ετούτες τες νέες, και εξέταξε καταλεπτώς,
+και με όλην την ελευθερίαν ειπέ ποία από ημάς σου αρέσει καλύτερον.
+</p>
+
+<p>Εγώ ευρισκόμενος εις τέτοιον χορόν, έτρεπε να χορέψω και με το
+στανιό μου· και διά να την ευχαριστήσω ηθέλησα να ειπώ την αλήθειαν·
+αχ, βασίλισσά μου, είπα σαν επιθυμάς να ειπώ την καρδιά μου, εγώ σε
+παρακαλώ να μη το ήθελες πάρει εις βάρος· η Καλεκάρη είνε εκείνη που
+πληγώνει την καρδιά μου, χωρίς να καταφρονέσω ούτε την βασιλείαν
+σου, ούτε τες άλλες ευγενικές νέες που στέκονται, επειδή και ολωνών
+η ευμορφιά είνε απαρομοίαστη. Δεν είχα καλοτελειώση τούτα τα λόγια,
+και οι σκλάβες εδόθηκαν εις μεγάλον γέλωτα, χωρίς να δείξουν καμμιάς
+λογής κακοφάνισμα διά τήν έκλεξιν που έκαμα· ομοίως και η Τζελίκα
+χωρίς να της κακοφανή τίποτε, μου είπεν· εγώ είμαι πολλά
+ευχαριστημένη, που έδωσες την προτίμησιν της Καλεκάρης, επειδή και
+αυτή είνε η πλέον αγαπημένη και πιστή· και από τούτο καταλαμβάνω πως
+εσύ δεν είσαι κακής ορέξεως, επειδή εγνώρισες την χρήσιν του
+υποκειμένου που εδιάλεξες και όλες εδώ που είμεθα πάμε συμφώνως πως
+δικαίως έδωσες αυτηνής την προτίμησιν. </p>
+
+<p>Η βασιλοπούλα υστερότερα με τες σκλάβες επείραξαν την Καλεκάρην
+επάνω εις τον θρίαμβον που η νοστιμάδες της έφεραν εις εμένα. Ύστερα
+δε από αυτό η Τζελίκα έβαλε την Καλεκάρην και επήρεν ένα όργανον,
+και λαλώντάς το ετραγούδησε με τόσην νοστιμάδα, που ετελείωσε να με
+αποπαλαβώση, και μη ημπορώντας να υποφέρω πλέον αλησμόνησα το πού
+ήμουν, και έπεσα εις τα πόδια φερόμενος από την αγάπην και από την
+αγαλλίασιν. Ετούτο το κάμωμά μου εξανάδωσεν αιτίαν διά να γελάσουν
+οι λοιπές, εις τρόπον που δεν ημπορούσαν πλέον. Τότε μία σκλάβα
+γραία έρχεται και μας δίνει την είδησιν πως ήτον κοντά να γένη
+ημέρα, και η Τζελίκα εν τω άμα εσηκώθηκε με όλες τες άλλες και
+ανεχώρησε, και εμένα μ' επήρεν εκείνη η γραία σκλάβα και με έβγαλεν
+από μίαν πορτοπούλαν, και ευρέθηκα εις την στράταν έξω από το
+βασιλικόν παλάτι. </p>
+
+<p>Ιδού με τι τρόπον εβγήκα από το χαρέμι της βασιλοπούλας, και από
+τον νέον κίνδυνον, που εξ απροσεξίας είχα πέσει· ύστερα από ολίγον
+επήγα και αντάμωσα τους συντρόφους μου. Ο Οντάμπασης των
+τζοχανταρέων με έκραξε, και με ωνείδισε που έμεινα έξω από το παλάτι
+εκείνην την νύκτα, τον οποίον με μίαν πρόφασιν τον εκαταπράυνα. Εγώ
+το λοιπόν ήμουν πολλά εκστατικός διά το συμβεβηκός που μου έτυχε,
+και εστοχαζόμουν ένα προς ένα, τα όσα μου είπαν, και όσα εγώ έκαμα,
+μα το περισσότερον ήτον εκείνο που με εσύγχιζε, πώς να ήτον τρόπος
+να έβλεπα πάλιν εκείνην την ωραίαν Καλεκάρην. Οκτώ ημέρες υστερώτερα
+έρχεται ένας ευνούχος, ονόματι Καμπούρ, και μου βάνει μίαν γραφήν
+εις το χέρι, και ευθύς μισεύει· ανοίγω την γραφήν και βλέπω ότι η
+Τζελίκα με τες σκλάβες της με εκαλούσαν, εκείνην την βραδειάν να
+ευρεθώ εις τον κήπο με τον ίδιον τρόπον που είχα ευρεθή την άλλην
+φοράν. Εγώ μ' όλον που υπώπτευα ότι η Καλεκάρη θα είχε λάβει κάποιαν
+κλίσιν εις εμένα, να λάβω όμως την γραφήν ποτέ δεν ήλπιζα·
+χαιρόμενος το λοιπόν διά την καλήν μου τύχην, επήγα εις τον
+Οντάμπαση, και του εζήτησα θέλημα διά να πηγαίνω να ανταμώσω εκείνην
+την νύκτα ένα Δερβύση συντοπίτην μου, που είχεν έλθει από την
+Μέκκαν. Ο Οντάμπασης με επίστευσε και με άφησε. Τότε εγώ έτρεξα
+ευθύς εις τον κήπο, και έμεινα εκεί έως που ήλθεν η νύκτα. Αν την
+πρώτην φοράν έλαβα θλίψιν που είχα μείνει εκεί αργά, ετούτην ήμουν
+ανυπόμονος πότε να έλθη η διωρισμένη ώρα. Ερχομένη τέλος πάντων,
+βλέπω ολίγον υστερότερα μίαν κυράν, και από το περιπάτημά της
+εκατάλαβα ότι ήτον η Καλεκάρη. </p>
+
+<p>Εις αυτήν επλησίασα όλος γεμάτος από χαράν, και πίπτοντας εις
+τους πόδας της, έμεινα με το πρόσωπον κατά γης, χωρίς να ημπορέσω να
+προφέρω ένα λόγον· τόσον ευρισκόμουν έξω από τον εμαυτόν μου. Σήκου,
+Ταλμούχ, μου είπεν αυτή, θέλω να μάθω αν με αγαπάς, και διά να με
+βεβαιώσης, κάνουν χρεία άλλες δοκιμές από ετούτην την ερωτικήν
+σιωπήν· μίλησέ μου χωρίς αντίρρησι είναι δυνατόν εγώ να σου άρεσα
+καλύτερα από την Τζελίκαν, και από τες άλλες σκλάβες; ημπορώ να
+πιστεύσω ότι οι οφθαλμοί σου είναι εις εμένα πλέον χαροποιοί, παρά
+εις αυτές; Μην αμφιβάλλεις, της αποκρίθηκα, ω πολλά χαριεστάτη μου
+Καλεκάρη. Ευθύς που σε είδα, ελαβώθη η καρδιά μου προς εσένα, και
+από εκείνην την βραδειάν καμμίαν ανάπαυσιν δεν ηύρα, επειδή η ωραία
+σου μορφή δεν ήτον βολετόν να λείψη από έμπροσθεν των οφθαλμών μου,
+αν δεν ήθελες δείξει κάποιαν καλωσύνην προς εμέ, καθώς μου έδειξες.
+Εγώ θαυμάζομαι, εκείνη απεκρίθη, να σου επροξένησα τόσην αγάπην,
+επειδή και από το μέρος μου σου ομολογώ, δεν ημπόρεσα να κάμω
+αλλέως, παρά να λάβω μίαν παρομοίαν κλίσιν προς εσένα· η νεότης σου,
+η καλή σου διάθεσις, το πνεύμα σου το έξυπνον, και το περισσότερον
+από όλα, η προτίμησις που έκαμες από τες άλλες ωραίες κορασίδες σε
+έκαμαν πολλά χαριέστατον εις τους οφθαλμούς μου και τούτη μου η
+συναπάντησις ημπορεί να σου το βεβαιώση· μα αλλοί εις εμέ, ακριβέ
+μου Ταλμούχ, ακολούθησεν αναστενάζοντας, δεν ηξεύρω τάχατες να χαρώ
+τούτην την απόκτησιν, ή να θρηνήσω την δυστυχίαν μου που ημπορεί να
+μου συμβή. </p>
+
+<p>Αχ, Κυρά της αποκρίθηκα εγώ, διατί εις το μέσον της αγαλλιάσεώς
+μας φαντάζεσαι πράγματα θλιβερά χωρίς αιτίαν; Ετούτα που εγώ
+στοχάζομαι απεκρίθηκεν αυτή, δεν είνε στοχασμοί εις τον αέρα, μα
+είνε θεμελιωμένοι, και βέβαιοι, και εγώ μόνη ηξεύρω εκείνο που θέλει
+με βασανίσει· η βασιλοπούλα Τζελίκα σε αγαπά κατά πολλά· η οποία
+γλήγορα θέλει, λύσει την σιωπήν της, και θέλει σου φανερώσει την
+ευτυχίαν σου, και οπόταν αυτή θέλει σε κηρύξει αγαπητικόν της, εσύ
+εξ αποφάσεως διά την ευτυχίαν σου θέλεις αφήσει εμένα μην ημπορώντας
+να κάμης αλλέως, διά την τιμήν που μέλλεις να λάβης από αυτήν και
+τούτη είνε η θλίψις που απαντυχαίνω. Πόσον είσαι γελασμένη εις αυτό,
+της απεκρίθηκα εγώ, όχι μόνον ότι η βασιλοπούλα να μου ήθελε
+φανερώση την αγάπην της και να με βιάση διά να την αγαπήσω, μα και ο
+ίδιος ο βασιλεύς να μου ήθελεν απαραιτήσει τον θρόνον του εγώ δεν
+ήθελα σε αφήσει και ήθελα είμαι ευχαριστημένος να ζήσω ωσάν ένας
+ταπεινός άνθρωπος με εσένα, παρά ως βασιλέας με άλλην· και τούτο σου
+το βεβαιώνω με κάθε λογής όρκον. Αχ, κυρά μου, μη με στοχάζεσαι
+τόσον σκληροκάρδιον· όχι οι τιμές δεν θέλουν κάμει να σε αφήσω, μα
+και ο ίδιος ο θάνατος δεν θέλει δυνηθή να με χωρίση από την αγάπην
+σου, και είμαι έτοιμος να υποφέρω μυρίους θανάτους, παρά να ιδώ
+μακράν από εμένα εκείνην, της οποίας η ωραιότης μου επλήγωσε την
+καρδίαν. </p>
+
+<p>Αυτά τα λόγια τα επρόφερα με τόσην ζέσιν και παράπονον, που η
+κυρά εκατανύχθη από τον πόνον της, και μου είπε· παύσε, ω Ταλμούχ,
+να παραπονήσαι πλέον και να θλίβεσαι· κάνει χρεία να σου φανερώσω
+την αλήθειαν, και να σε εβγάλω από την πλάνην, διότι εγνώρισα την
+σταθερότητά σου. Ήξευρε ότι εγώ δεν είμαι μία σκλάβα της Τζελίκας,
+καθώς με φαντάζεσαι, μα είμαι αυτή η ιδία βασιλοπούλα Τζελίκα· την
+νύκτα, που ήλθες εις τον χοντζερέ μου, απέρασα ως Καλεκάρη, και η
+Καλεκάρη απέρασεν ως Τζελίκα, και αυτό ηθέλησα να το κάμω διά
+περισσοτέραν περιδιάβασίν μου. Και εις ετούτα τα λόγια αυτή έκραξε
+μίαν από τες γυναίκες που ήτον εκεί κοντά κρυμμένη οπίσω εις ένα
+κυπαρίσσι, η οποία ερχομένη εκατάλαβα από την φωνήν της, ότι εκείνη
+ήτον η σκλάβα, που ενόμιζα διά βασιλοπούλαν Τζελίκαν. </p>
+
+<p>Εσύ βλέπεις, ω Ταλμούχ, μου λέγει η Τζελίκα, εσύ βλέπεις την
+αληθή Καλεκάρην, της οποίας επιστρέφω το όνομά της, και εγώ παίρνω
+το εδικόν μου· δεν θέλω πλέον να κρυφθώ το ποία είμαι, αλλ' ούτε να
+κρύψω την χρήσιν της αποκτήσεως που έκαμες· εγνώρισα λοιπόν όλην σου
+την σταθερότητα, και την αγάπην σου, διά την οποίαν είμαι βεβαία,
+πως θέλει σου είνε εις μεγάλην σου αγαλλίασιν και δόξαν, ότι μία
+βασιλοπούλα σε αγαπά. Δεν έλειψα και εγώ από το άλλο μέρος εις το να
+της φανερώσω την μεγάλην μου ευχαρίστησιν, διά την τιμήν που μου
+έκανεν, υψώνοντάς με εις τόσην μεγαλειότητα, και στερεώνοντάς μου
+μίαν τόσην ευτυχίαν, που ήθελεν είνε αξία του φθόνου κάθε βασιλέως.
+Εις αυτά τα λόγια αυτή με αντέκοψε λέγοντάς μου. Ταλμούχ, παύσε που
+να θαυμάζης εις αυτό· διότι εγώ αν δεν σε εγνώριζα άξιον διά μίαν
+τέτοιαν ευτυχίαν, δεν σε εδιάλεγα ανάμεσα εις τόσα μεγάλα υποκείμενα
+που εζήτησαν την αγάπην μου. Και με αυτά τα λόγια και άλλα παρόμοια
+έφθασεν η ημέρα, και διά να μη φανερωθώμεν, πριν ν' αποχωρισθώμεν, η
+Τζελίκα μου λέγει· ύπαγε, Ταλμούχ, εις το καλόν, και ενθυμήσου πως
+σε αγαπώ, και ελπίζω ότι ογλήγορα θα ανταμωθούμεν πάλιν, και σου
+τάσσω να σε κάμω πολλά ογλήγορα να γνωρίσης έως τι σημείον μου είσαι
+ακριβός. Εγώ έπεσα εις τους πόδας της και την ευχαρίστησα διά ένα
+τέτοιον τάξιμον και ούτως ανεχωρήσαμεν, και εβγήκα από την
+πορτοπούλαν που είχα έβγει και την πρώτην φοράν. </p>
+
+<p>Αγαπώμενος από την βασιλοπούλαν, και φανταζόμενος μίαν ακριβήν
+ενθύμησιν, διά τα όσα αυτή μου έταξεν, εδόθηκα εις άκραν αγαλλίασιν
+τες ακόλουθες ημέρες, και τότε αληθώς ημπορούσα να λογισθώ ότι ήμουν
+ο πλέον ευτυχής άνθρωπος του κόσμου, και δεν έβλεπα την ώραν πότε να
+μεταϊδώ την αγαπημένην μου Τζελίκαν· και εις καιρόν που είχα αυτήν
+την επιθυμίαν, ακούω να λέγουν ότι η Τζελίκα ήτον άρρωστη, και
+ύστερα από δύο ημέρες απέθανεν. Αυτήν την θλιβεράν είδησιν δεν
+ημπορούσα να την πιστεύσω, αν δεν ήθελον ιδεί με τα μάτια μου τες
+ετοιμασίες που εγίνονταν διά την θανήν της. Τότε εγώ έπεσα ωσάν
+αποθαμένος από την θλίψιν μου, και ερχόμενος εις τον εμαυτόν μου
+άρχισα να οδύρωμαι, και να ξεσχίζω τες σάρκες μου τόσον, που έγινα
+ένα ελεεινόν θέαμα και αφού την έθαψαν με επήραν οι συντρόφοι μου,
+και με επεριποιήθηκαν αλείφοντές με μέ ένα βάλσαμον, που εις δύο
+ημέρες ιατρεύθηκα παντελώς· μα η θλίψις του θανάτου της Τζελίκας δεν
+ήτον τρόπος να μου ιατρευθή και γενόμενον το παλάτι του βασιλέως
+μισητόν εις εμένα, απεφάσισα και εμίσευσα από εκεί κρυφίως διά
+νυκτός τρεις ημέρες υστερώτερα από τον θάνατον της Τζελίκας. </p>
+
+<p>Επεριπάτησα όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να ηξεύρω πού υπάγω, και
+το ταχύ στεκόμενος εις ένα τόπον διά να αναπαυθώ, βλέπω ένα
+ενδεδυμένον με φόρεμα πολλά παράξενον ο οποίος πλησιάζοντας κοντά
+μου με εχαιρέτησε, και μου έδωσεν ένα κλωνάρι δάφνης, που είχεν εις
+το χέρι, έπειτα άρχισε να τραγουδή διά να του κάμω καμμίαν
+ελεημοσύνην. Εγώ μην έχοντας κανένα δηνάριον, έτσι και δεν ημπορούσα
+να του δώσω. Αυτός ελογίασε να μη γροικώ την Περσικήν γλώσσαν. Όθεν
+άρχισε να τραγουδή Αραβικά, μα καταλαμβάνοντας ότι εγώ δεν είχα
+τίποτα να του δώσω, μου είπεν· Αδελφέ, δεν ημπορώ να καταλάβω, εσύ
+να είσαι χωρίς δηνάρια; Βέβαια έτσι είνε του απεκρίθηκα· εγώ δεν έχω
+επάνω μου ούτε άσπρον, και δεν ηξεύρω πού να κτυπήσω το κεφάλι μου.
+Αχ, δύστυχε, εφώναξεν εκείνος, τι παράξενη κατάστασις είνε η εδική
+σου· μου κάνεις ευσπλαγχνίαν, θέλω να σε συντρέξω. Έμεινα πολλά
+θαυμασμένος εις το να ακούσω να μιλήση έτζι ένας που μου είχε
+ζητήσει ελεημοσύνην, και ενόμιζα ότι η σύντρεξις που έταξε να μου
+κάμη, ήτον να προσευχηθή διά εμένα. Τότε αυτός ακολουθώντας την
+ομιλίαν του, μου είπεν· εγώ είμαι ένας από εκείνους τους νέους
+μπουνταλάδες, ονομαζομένους Φακύρηδες, και με όλον που ημείς ζούμεν
+από ελεημοσύνην, ζούμεν όμως πλουσιοπαρόχως, επειδή και ηξεύρομεν
+τον τρόπον διά να παρακινήσωμεν τον καθένα να μας κάνουν μεγάλες
+ελεημοσύνες, με μίαν υποκριτικήν σκυθρωπότητά μας, που δείχνομεν εις
+το φανερόν εις δε το κρυφόν απερνούμεν πολλά ελεύθεροι μη κάνοντας
+καμμίαν άσκησιν. Θέλεις εσύ το λοιπόν να γένης ένας από τους
+συναδέλφους μου; και αν ποθής, πηγαίνομεν ευθύς εις την χώραν
+Μπόστην, διά να εύρωμεν άλλους δύο συντρόφους μου που είναι εκεί να
+ανταμωθώμεν, διά να σε βάλλωμεν εις τον αριθμόν μας. </p>
+
+<p>Με όλον που εκείνος ο Φακύρης με τα λόγιά του μου έδωσε να
+καταλάβω, ότι οι δυο του συντρόφοι και αυτός ήτον τρείς άσωτοι, δεν
+απέβαλα το να ανταμωθώ με αυτούς. Ευθύς που έδωσα τον λόγον μου του
+Φακύρη, πως θέλω κάμει καθώς αυτός επιθυμούσε, με έφερεν εις την
+Μπόστην, και εις την στράταν επεράσαμεν ευτυχισμένοι από φαγιά·
+διατί εις όποιον χωρίον και αν απερνούσαμεν ευθύς που ήκουαν τες
+φωνές του Φακύρη, έτρεχαν οι καλοί Μουσουλμάνοι, και μας εγέμιζαν
+από διάφορα φαγητά, και με τέτοιον τρόπον εφάσαμεν εις την Μπόστην.
+Εμβήκαμεν εις ένα μικρόν σπιτάκι, εκεί που ήσαν οι άλλοι δύο
+Φακύρηδες οι οποίοι μας εδέχθηκαν με τες αγκάλες ανοικτές, και
+εφαίνονταν, πολλά ευχαριστημένοι διά την απόφασιν που έκαμα, διά να
+ζήσω μετ' εκείνους· μου ερμήνευσαν εις ολίγον καιρόν τα μυστήριά
+τους, που θέλει να ειπή τα οχήματά τους και τες υποκρισίες των, και
+οπόταν έγινα τελείως διδασκαλεμένος εις την τέχνην τους διά να γελώ
+τον λαόν, με ένδυσαν ωσάν και του λόγου τους, και με υποχρέωσαν να
+υπάγω εις την χώραν, διά να προσφέρω εις τους καλούς ανθρώπους από
+ένα κλωναράκι δάφνης και ελαίας, και ψάλλοντας στοίχους να τους ζητώ
+ελεημοσύνην· και με τούτον τον τρόπον εγύριζα εις το κονάκι μου
+πάντα με πολλές μονέδες ασημένιες, που μας εχρησίμευαν διά να
+μεθοκοπούμεν. </p>
+
+<p>Η ευχαρίστησις ετούτης της ελευθέρας ζωής με έκαμε να δοθώ εις
+κάθε κραιπάλην, τόσον που με έκαμε να λησμονήσω τον πόνον της
+Τζελίκας, μα κάποτε δεν έλειπα που να μην εβγάζω από κανένα
+αναστεναγμόν δι' αυτήν, οπόταν την ενθυμούμουν. Απέρασαν σχεδόν δύο
+χρόνοι που ευρισκόμουν με εκείνους τους Φακίρηδες, και περισσότερον
+ακόμη ήθελα σταθή αν εκείνος που με αυτούς με είχε ανταμώσει, και
+που περισσότερον από τους άλλους τον αγαπούσα, δεν μου ήθελε
+προβάλλει να ταξειδεύσωμεν. Ταλμούχ, μίαν ημέραν μου λέγει αυτός,
+επιθυμώ διά να πηγαίνω να ιδώ την πολιτείαν Κανταχάρ, και αν θέλης
+να με ακολουθήσης, δεν θέλεις μείνει κακοευχαριστημένος εις το να
+ιδής μίαν τέτοιαν πόλιν. Εγώ έχοντας επιθυμίαν διά να ιδώ και άλλον
+κόσμον, και ωσάν κάποιόν τι που με ετραβούσε, δεν του είπα το όχι.
+Εμισεύσαμεν το λοιπόν από την χώραν Μπόστην, και εφθάσαμεν ύστερον
+από πολλών ημερών δρόμον εις το Κανταχάρ και εκεί επήγαμεν και
+εκατεβήκαμεν εις ένα χάνι, εις το οποίον είμεθα πολλά ευχαριστημένοι
+διά τις ελεημοσύνες που το φόρεμά μας επροξενούσεν. Απερνώτας δε
+μερικές ημέρες εκεί, εδόθη ορισμός από τον βασιλέα, ότι όποιος
+θελήσει να υπάγη να χαρή τες εορτές των γενεθλίων του, οι πόρτες του
+παλατίου του είναι ανοικτές. Ημείς ευρίσκοντες αυτήν την ευκαιρίαν,
+επήγαμεν την δευτέραν ημέραν εις το παλάτι του διά να ιδούμε τες
+χάρες που εγίνοντο, και εκεί που εστεκόμασθε γροικώ έναν να με τραβά
+από το φόρεμα. Εις τον ίδιον καιρόν, εγώ γυρίζοντας βλέπω, που ήτον
+ο ευνούχος της Τζελίκας, που μου είχε δώσει την γραφήν της εις το
+Βασιλικόν. </p>
+
+<p>Ταλμούχ, μου είπεν αυτός, εγώ σε εγνώρισα, με όλον που έχεις
+ετούτο το παράξενον φόρεμα, και λογιάζω πως οι οφθαλμοί μου δεν
+γελοιούνται· είναι δυνατόν να δοθή, ότι εδώ να σε συναπαντήσω; Και
+εσύ, του απεκρίθηκα, τι κάνεις εδώ εις το Κανταχάρ; διατί απαράτησες
+την αυλήν του βασιλέως της Περσίας; μήπως ο θάνατος της Τζελίκας σε
+έκαμε να αναχωρήσης καθώς και εμένα; Εις ετούτα διά την ώραν, μου
+απεκρίθη εκείνος, δεν ημπορώ να σου ειπώ τίποτε, μα ογλήγορα θέλω
+σου δώσει την ευχαρίστησιν· αν θέλης αύριον να ευρεθής εδώ μόνος σου
+εις την αυτήν ώραν θέλω σου φανερώσει πράγματα, που θέλουν σε
+θαυμάσει, τα οποία ήξευρε πως είναι όλα διά λόγου σου. Εγώ του έταξα
+να ευρεθώ μόνος μου εις τον ίδιον τόπον την ερχομένην ημέραν, καθώς
+έγινεν. Ο ευνούχος έρχεται και λέγει· έλα μετ' εμένα διά να ευρούμεν
+τόπον αρμόδιον διά να συνομιλήσωμεν. Εγώ ευθύς τον ακολούθησα, και
+αφού απεράσαμεν διάφορα σοκάκια, με έφερεν εις ένα μεγάλο σπήτι, του
+οποίου αυτός είχε τα κλειδιά· εμβαίνοντας εις αυτό το είδα
+πλουσιοπαρόχως στολισμένον, και εις την μέσην του οποίου ήτον ένα
+πολλά ωραίον περιβόλι με διάφορες βρύσες. Τι λες, Ταλμούχ, μου είπεν
+ο ευνούχος είνε εύμορφη ετούτη η κατοικία; ναι, μου αρέσει κατά
+πολλά, του απεκρίθηκα εγώ· ας είναι, ακολούθει μοι, μου εξαναείπεν
+αυτός. Και έτσι λέγοντας με φέρνει εις ένα λουτρόν διά να λουσθώ·
+και ωσάν απολούσθηκα, βλέπω τέσσαρας σκλάβους, δύο από τους οποίους,
+είχαν πανιά άσπρα διά να με σφουγγίσουν, και οι άλλοι δύο ήλθαν και
+με ένδυσαν με πλούσια φορέματα, και με ένα καλόν φακιόλι· εβγήκα από
+το λουτρόν με θαυμασμόν μεγάλον, μην ηξεύροντας ποίος θα ήτον
+εκείνος που είχε προστάξει να μου γένουν τόσες περιποιήσεις, και
+ερωτούσα συχνά τον ευνούχον διά να μου τον φανερώση, ο οποίος άλλο
+δεν μου έλεγε, παρά διά την ώραν δεν είναι τρόπος να σου το
+φανερώσω, επειδή και έχω έτσι προσταγήν να ακολουθήσω, και μου
+κακοφαίνεται που διά τες ώρες ευρίσκεσαι εις αυτήν την
+ανυπομονησίαν, όμως την ερχομένην νύκτα θέλεις μάθει εκείνο που
+επιθυμείς. </p>
+
+<p>Με όλον που ημπορούσα να στοχασθώ ένα ευτυχισμένον συνάντημα,
+κατά τα λόγια του Ευνούχου, ευρισκόμουν όμως όλην εκείνην την ημέραν
+εις μίαν σκληράν ανυπομονησίαν. Ως τόσον έφθασεν η νύκτα, και
+εστάθηκαν ολούθεν αναμμένες λαμπάδες· και η πλέον μεγάλη φωτοχυσία
+εστάθη εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα στολισμένον, και εκεί που
+εστεκόμουν με τον ευνούχον, ακούομεν να ανοίγη η πόρτα της στράτας,
+και βλέπω να παρουσιάζεται έμπροσθέν μου η Καλεκάρη. Εις τέτοιαν
+θεωρίαν εστάθη μέγας ο θαυμασμός μου, και άρχισα να τρίβω τα μάτιά
+μου μήπως και επλανώμουν. </p>
+
+<p>Ταλμούχ μου λέγει αυτή, ό,τι λογής και αν είναι ο θαυμασμός σου
+που με βλέπεις εδώ, πολλά μεγαλύτερος θέλει σου είναι οπόταν ακούσης
+εκείνο που έχω να σου διηγηθώ. Εις ετούτα τα λόγια ο ευνούχος και οι
+σκλάβοι ανεχώρησαν, και εγώ έμεινα μόνος με την Καλεκάρην. Και αφού
+εκαθήσαμεν, αυτή άρχισε να μου διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον. Εσύ
+ενθυμείσαι ω Ταλμούχ, την υστερινήν βραδειάν, οπόταν ήθελες να
+μισεύσης από τον κήπον, το τάξιμον που σου έκαμεν η Τζελίκα, διά το
+οποίον την ερχομένην ημέραν με κράζει και μου λέγει· αγαπημένη μου
+Καλεκάρη, εγώ από την αγάπην που έλαβα εις τον Ταλμούχ θέλω να τον
+κάμω ευτυχή, και θέλω να ζήσω με αυτόν, μακάρι να ήξευρα να
+κινδινεύση η ζωή μου χίλιες φορές· τι στράταν το λοιπόν με
+ερμηνεύεις να πιάσω διά να λάβω την επιθυμίαν μου; Εγώ εις αυτά τα
+λόγιά της, δεν έλειψα που να την αντικόψω από αυτήν την απόφασιν,
+λέγοντάς της χίλιες ερμηνείες, διά να της εβγάλω τες φαντασίες του
+έρωτος που την είχαν περιπλεγμένην, μα τίποτε δεν ωφέλησαν τα όσα
+της είπα, και αφού εγνώρισα την σταθερότητά της, και το αμετάβλητον
+της γνώμης της, της είπα. Κυρά μου, εγώ άλλο δεν ημπορώ να σε
+ερμηνεύσω να κάμης παρά να πράξης καθώς θα σου ειπώ· και κάνοντάς το
+θέλεις λάβει το ποθούμενον, και με τούτο θέλεις έβγει από πολλούς
+κινδύνους, τόσον εσύ, ωσάν και αυτός· μα φοβούμαι να μη σου φανή
+κομμάτι σκληρόν· Μίλησε Καλεκάρη, μου είπε τότε η βασιλοπούλα, και
+είμαι έτοιμη να κάμω ό,τι μου ειπής· είμαι ευχαριστημένη να ζήσω
+πτωχικά με τον Ταλμούχ, παρά πλουσίως με άλλον· πες μου το λοιπόν τι
+έχω να πράξω διά να τον απολαύσω χωρίς φόβον, και θέλω το κάμει
+χωρίς καμμίαν εναντιότητα. Κλίνω το λοιπόν, της απεκρίθην, εις
+εκείνο που επιθυμείς, επειδή είνε ανωφελές να σου αντισταθώ πλέον·
+γνωρίζω ένα χόρτον το οποίον βάνοντάς το εις το αυτί σου, ύστερα από
+μίαν ώραν σε κάνει να πέσης λιποθυμημένη, και μετά ταύτα θέλεις
+νομισθή αποθαμμένη, και θέλεις μείνει έτσι, έως που να σου βγάλουν
+το χόρτον από το αυτί· και με τούτον τον τρόπον όταν σε νομίσουν ως
+αποθαμμένην, θέλουν σε θάψει· και εγώ τότε θέλω σε βγάλει από το
+μνημείον, και θέλω κάμει να ανταμωθής με τον Ταλμούχ, και να υπάγης
+με αυτόν όπου θέλεις. </p>
+
+<p>Εις ετούτα τα λόγια εγώ αντίκοψα την Καλεκάρην, και εφώναξα· ω
+Ουρανέ άρα γε η Τζελίκα θα είναι ζωντανή; είναι δυνατόν η Τζελίκα να
+μην είναι αποθαμμένη; τι της εσυνέβη; πες μου ογλήγορα, σε παρακαλώ,
+Ταλμούχ, μου είπεν η Καλακάρη αυτή κατά το παρόν ζη, μα σε παρακαλώ
+άκουσε μου, και θέλεις μάθει εκείνο που επιθυμείς· η Τζελίκα,
+ακολούθησεν αυτή, με αγκάλιασε δι' αυτό που της είπα· τόσον της
+εφάνη αρμόδιον, το οποίον και ευθύς το έβαλεν εις πράξιν, και ευθύς
+εκαμώθη πως ήτον άρρωστη, και μετά δύο ημέρες, οπόταν αγροικούσα τον
+καιρόν αρμόδιον, της έβαλα το χόρτο εις το αυτί της, και ευθύς
+άρχισε διά να κάμη την ενέργειάν του. Μα προτού να κλείση τα μάτιά
+της έκραξε τον βασιλιά πατέρα της, και του είπε. Παρακαλώ σε βασιλέα
+μου, διά την αγάπην που έχεις εις εμένα, να μου κάμης την χάριν,
+όταν αποθάνω αντίς να βάλης άλλους να μου φυλάξουν το μνημείον μου,
+να βάλης την αγαπημένην μου Καλεκάρην, επειδή και όντας πολλά
+αγαπημένη μου, θέλει παρακαλέσει εκείνην την νύκτα διά εμένα με
+περισσοτέραν θερμότητα, και ακόμη θέλεις την ελευθερώσει από την
+σκλαβιά δίδοντάς της χαρίσματα μεγάλα διά την μεγάλην της
+εμπιστοσύνην και αγάπην που εις εμέ έδειξεν. Ο βασιλεύς μετά πόνου
+μεγάλου την επήκουσε, και της έταξε διά να κάμη καθώς παρήγγειλε.
+Και τελειώνοντας αυτά τα λόγια η Τζελίκα έχασε τες αίσθησές της, και
+ο πατέρας της νομίζοντάς την αποθαμμένην, ετραβήχθη από εκεί γεμάτος
+κλάματα και οδυρμούς διά τον θάνατόν της· έπειτα έδωσε θέλημα και
+την έφεραν εις τον τάφον με πολλήν τιμήν καθώς το είδες με τα μάτια
+σου. </p>
+
+<p>Το βράδυ λοιπόν κατά την παραγγελίαν της, επήγα διά να σταθώ εις
+το μνήμα της και ωσάν επήγα εκεί, άνοιξα το μνημείον, και την έβγαλα
+έξω, εβγάζοντας το χόρτον από το αυτί της· έλαβεν ευθύς τες πρώτες
+της αίσθησες, και ευθύς την επήρα, και υπήγαμεν εις ένα σπητάκι εις
+το οποίον ο Καμπούρ μας ανάμενε, και εκεί εμείναμεν το επίλοιπον της
+νυκτός το ταχύ δε απεστείλαμεν τον Καμπούρ εις το παλάτι και
+υστερώτερα επήγα και εγώ· και ερχομένη εις το παλάτι, ανήγγειλα του
+βασιλέως διά την καλήν ξενύκτισιν που έκαμα εις το μνημείον της
+θυγατρός του. </p>
+
+<p>Τότε αυτός έβγαλε και μου έδωσε δέκα χιλιάδες φλωρία και
+φορέματα, και διαμάντια πολλά, και με ηλευθέρωσεν από την σκλαβιάν·
+μα εις αυτά που μου έδωσε, του εζήτησα και τον ευνούχον Καμπούρ διά
+να μου τον δώση εις την φύλαξίν μου, και ευθύς με υπήκουσε.
+Παίρνοντας εγώ αυτά τα χαρίσματά μου και τον Καμπούρ, επήγαμεν εκεί
+που ευρίσκετο η Τζελίκα με την οποίαν εχαρήκαμεν πολύ διά την
+εύρεσίν μας. </p>
+
+<p>Την ερχομένην ημέραν εστείλαμεν ένα παιδί εις το παλάτι με μίαν
+γραφήν να σου την δώση. Εις την οποίαν σου εγράφαμεν διά να έλθης να
+μας εύρης, του οποίου είπαν πως ήσουν άρρωστος· εματαστείλαμεν την
+τρίτην ημέραν, και έμαθε πως δεν ήσουν πλέον εις το παλάτι, μην
+ηξεύροντας το τι έγινες. Δεν ημπορώ να σου διηγηθώ την θλίψιν της
+Τζελίκας, που έλαβεν επάνω εις τέτοιαν είδησιν διά τον μισευμόν σου,
+που με κανένα τρόπον δεν είχε παρηγορίαν· Και τότε το εμετανόησε,
+που δεν σου είχε δώσει την είδησιν διά την γνώμην που είχεν·
+δυστυχισμένη που είμαι εγώ διά παντός εφώναξε· τι με ωφελεί που
+εθυσίασα το παν διά την αγάπην, τον καιρόν που κάνει χρεία, να
+παραιτηθώ από τον Ταλμούχ διά πάντα; Τότε εβγήκαμεν από την χώραν
+διά νυκτός, και επήραμεν την στράταν προς τον Ινδόν ποταμόν,
+στοχαζόμενοι μήπως και επήρες εκείνην την στράταν, και όπουθεν
+απερνούσαμεν δεν εκάναμεν άλλο παρά να ερωτούμεν διά λόγου σου. </p>
+
+<p>Μίαν ημέρα πηγαινάμενοι από χώραν εις χώραν, με όλον που είμασθε
+με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, μας απάντησαν οι κλέφτες, και δε
+έφθασεν που μας επήραν το τι είχαμεν, αλλά μας επήραν και μας έφεραν
+εδώ εις τούτην την χώραν Κανταχάρ και μας επούλησαν ενός
+πραγματευτού από σκλάβες που τον εγνώριζαν. Ετούτος ο πραγματευτής
+βλέποντας την ωραιότητα της Τζέλικας έκρινεν εύλογον να την φέρη εις
+τον βασιλέα διά να την αγοράση· αυτός ο βασιλεύς έμεινεν εκστατικός
+βλέποντάς την, και χωρίς καμμίαν εξέτασιν μας αγόρασε και τες δύο,
+και μας έβαλεν εις το χαρέμι των γυναικών του. </p>
+
+<p>Η Καλεκάρη τελειώνοντας εδώ την διήγησίν της, ω Ουρανέ, εφώναξα
+εγώ, ημπορώ να λάβω την χαροποίησιν εις το να ανταμώσω την ποθητήν
+μου Τζελίκα; μα τι λέγω, πως θα την ανταμώσω, που ακούω ότι ετούτος
+ο μέγας βασιλεύς την έχει φυλαγμένην εις το χαρέμι του; Μην
+αμφιβάλλεις, μου απεκρίθη η Καλεκάρη διά να την ιδής, επειδή και
+αυτή έχει περισσότερην επιθυμίαν από εκείνο που στοχάζεσαι διά να σε
+ιδή, και αυτή η ιδία επρόσταξε τον Καμπούρ και έκαμε τούτες τες
+ετοιμασίες, και επήρεν ετούτο το παλάτι διά να έρχεται οπόταν
+ευρίσκει τον καιρόν αρμόδιον διά να σε απολαμβάνη· και διά την ώραν
+με έστειλεν εμένα διά να σου διηγηθώ τι απέρασε διά εσένα και αύριον
+το ταχύ θέλει έλθει η ιδία να σε εύρη. Και λέγοντας ετούτα τα λόγια
+η Καλεκάρη εμίσευσε με τον Καμπούρ, και έμεινα εγώ με μεγάλην
+ανυπομονησίαν έως που να την ιδώ. </p>
+
+<p>Το ταχύ ακούω να κτυπά η πόρτα. Οι σκλάβες έτρεξαν διά να
+ανοίξουν, ευθύς να έμβη η βασιλοπούλα εις τον χοντζερέ μου. Σε αφίνω
+να στοχασθής τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, και ποίαν αντράλωσιν,
+ποίον θάμβος, ποίαν χαράν μου επροξένησεν η παρουσία της, παρομοίως
+από εκείνο που εκατάλαβα να επροξενήθη και εις αυτήν από την χαράν
+της. Εγώ έπεσα εις τους πόδας της, χωρίς να ημπορέσω να ειπώ λόγον.
+Αυτή με εσήκωσε, και βάνοντάς με να καθίσω κοντά της μου είπε·
+Ταλμούχ, ευχαριστώ τον Ουρανόν, που μας αντάμωσε, και ελπίζω εις την
+καλωσύνην του να μας ελευθερώση κιόλας από τούτην την περίστασιν που
+μας εμποδίζει εις το να στεκώμασθε αντάμα· και διά την ώραν πρέπει
+να έχωμεν υπομονήν, έως που να εύρωμεν την ευκαιρίαν, διά να κάμωμεν
+καθώς είναι η επιθυμία μας και φθάνει μόνον διά τώρα να
+συναναστρεφώμασθε κάποτε εδώ κρυφίως, διά κάμποσον καιρόν ακόμη· Ως
+τόσον διηγήσου μου, σε παρακαλώ, πώς ευρίσκεσαι εις τούτην την
+χώραν, και τα όσα σου ακολούθησαν έως τώρα. Εγώ δεν έλειψα που να
+την ευχαριστήσω διηγούμενος την ιστορίαν μου, και πώς ευρισκόμουν
+εις συντροφιάν ενός Φακύρη, και τα λοιπά. Και αφού ωμιλήσαμεν διά
+δύο ώρες αυτά και άλλες ομιλίες της αγάπης, έρχεται η Καλεκάρη και ο
+Καμπούρ, και μας δίνουν την είδησιν διά να μισεύσωμεν, διατί η ώρα
+ήταν αργά. Και ούτως εμίσευσαν, και με άφησαν όλον γεμάτον από χαράν
+και ελπίδα. </p>
+
+<p>Με όλον που ευρισκόμουν εις τους χαροποιούς στοχασμούς, δεν
+απαράτησα που να μην ενθυμηθώ τον σύντροφόν μου Φακύρην,
+στοχαζόμενος την θλίψιν που ημπορούσε να έχη μην ηξεύροντας το τι
+έγινα. Εβγήκα από το σπήτι μου διά να υπάγω να τον εύρω, και τον
+συναπαντώ εις μίαν στράταν και αγκαλιάζοντάς με μου λέγει. Ω φίλε,
+μεγάλην σύγχισιν μου έδωσες μην ηξεύροντας πού ήσουν, και εφοβούμουν
+μήπως και σου έτυχε τίποτες εναντίον και ποίαν μεταβολήν βλέπω εις
+του λόγου σου; υποκάτω εις ποία φορέματα μου παρουσιάζεσαι εις τους
+οφθαλμούς μου, μου φαίνεται να είσαι εις καλήν στάσιν; Βέβαια, φίλε
+μου εγώ του απεκρίθηκα, η τύχη μου μ' εμετάβαλεν εις ευτυχίαν· θέλω
+και συ να είσαι μάρτυς όλης μου της ευτυχίας και να ωφεληθής και συ
+από την ευτυχίαν μου· παραίτησε το κονάκι σου, και έλα να κατοικήσης
+μετ' εμένα. Έτσι λέγοντας τον έφερα εις την κατοικίαν μου, και τον
+έκαμα να ιδή την μεγαλοπρέπειαν, και τον στολισμόν όλης μου της
+οικίας. Αυτός κάθε ολίγον εφώναζεν· ω Ουρανέ, τι πράγμα άξιον
+έπραξεν ο Ταλμούχ περισσότερον από τους άλλους, διά να αρχίσης να
+τον γεμίσης από τόσα καλά. Πώς ω Φακύρη, του είπα, σου κακοφαίνεται
+διά την ευτυχίαν μου; καταλαμβάνω ότι σε θλίβει η καλή μου
+κατάστασις. Όχι, μου απεκρίθη, μα εξ εναντίας το χαίρομαι, επειδή
+και επιθυμώ πάντα την ευτυχίαν των φίλων μου και λέγοντας έτσι, με
+αγκάλιασε, και μ' εφίλησε, διά να μου δώση με τούτο να καταλάβω πως
+ομιλεί με την καρδίαν ανοικτήν. Ο Φακύρης επάσχισε να του φανερώσω
+το αίτιον της ευτυχίας μου, εγώ δε τον επίστευσα άδολον, και του
+εδιηγήθηκα τα πάντα, από την αρχήν έως εκείνες τες ώρες, και του
+επερίγραψα και την μεγάλην ωραιότητα της βασιλοπούλας. </p>
+
+<p>Ο Φακύρης αφού έδειξε πως ήτον πολλά θαυμασμένος εις τα όσα του
+εδιηγήθηκα μου λέγει· Ταλμούχ, εσύ μου παρουσιάζεις ένα κάλλος τόσον
+υπερβολικόν, που διστάζω να το πιστεύσω. Αυτό είνε έν υποκείμενον
+απαρομοίαστον, του αποκρίθηκα εγώ, που είνε αξία διά τον μεγαλύτερον
+βασιλέα του κόσμου. Αυτή ετούτην την νύκτα θέλει έλθει εδώ· εσύ
+θέλεις την ιδεί με τα μάτια σου, και θέλεις ειπεί την αλήθειαν αν
+δεν είνε έτσι. Ολίγον υστερότερα ήλθεν η Τζελίκα την οποίαν
+επαρακάλεσα να δεχθή να της συστήσω τον Φακύρην. Τίποτε δεν ημπορώ
+να σου αρνηθώ μου είπεν η Τζελίκα, μα προβλέπω πως θέλει μας
+προξενηθή μεγάλη δυσαρέσκεια. Όχι, βασίλισσά μου, της είπα, μη
+φοβάσαι από αυτόν κανένα εναντίον, και στάσου ήσυχα επάνω εις του
+λόγου μου. </p>
+
+<p>Τελειώνοντας ετούτα τα λόγια έκραξα τον Φακύρην και τον
+επαρουσίασα εις την βασιλοπούλαν. Αυτή διά να ευχαριστήση εμένα, τον
+εδέχθη με πολλήν ευγένειαν, υστερότερα δε εκαθήσαμεν εις την
+τράπεζαν και οι τρεις. Ο σύντροφός μου ήτον έως τριάντα χρόνων
+άνθρωπος και είχε πολύ πνεύμα, και έκαμε πολλά ογλήγορα να γνωρισθή
+προς την κυράν ότι ήτον ένας, που δεν εμισούσε τες ηδονές, και πως
+έκανεν ολίγην τιμήν του φορέματός του. Αυτός αφού εφάγαμεν, έπιε
+τόσον κρασί, που τον έκαμε να χάση κάθε λογής εντροπήν και δεν του
+έφθασε που ωμιλούσε με μεγάλην ελευθερίαν και θάρρος, αλλά
+απετόλμησε και έρριξε τας χείρας του επάνω εις τον λαιμόν της
+Τζελίκας, και με αναισχυντίαν της έδωσεν ένα φίλημα. Η Τζελίκα έμενε
+μεγάλως θυμωμένη διά την αυθάδειαν του Φακύρη, και αμπώχνοντάς τον
+του λέγει· Τρισάθλιε, σου έπρεπε διά την τόλμην σου να βάλω τους
+σκλάβους μου να μη σου αφήσουν κόκκαλον εις το κορμί γερόν· μα το
+σέβας που φέρω εις τον φίλον σου, με εμποδίζει να το βάλω εις
+πράξιν. Και έτσι λέγοντας εμπουλώθη και εβγήκεν θυμωμένη από τον
+χοντζερέ μου. Επάσχισα ανωφελώς διά να την καταπραΰνω, μα δεν εστάθη
+τρόπος. Εσύ τώρα βλέπεις, μου είπεν, αν έφταιξες να φέρης αυτόν τον
+Φακύρην εις την συναναστροφήν μας, και αν είχα δίκαιον να μην τον
+δεχθώ· εγώ δεν θέλω έλθει πλέον εις εσένα, έως που αυτός ήθελε σταθή
+μαζί σου. Και με αυτά τα λόγια εμίσευσε, με όλον που έκαμα κάθε
+τρόπον διά να την κρατήσω. </p>
+
+<p>Τέλος πάντων την ερχομένην ημέραν ο Φακύρης εδείχθη πολλά
+διαφορετικός και μετανοημένος διά το σφάλμα που την απερασμένην
+νύκτα έκαμε, και με εβεβαίωνε πως ήτον πολλά περίλυπος διά την
+σύγχυσιν που μου έδωσε· και διά να παιδεύση την αυθάδειάν του, μου
+έταξε διά να μισεύση ευθύς από εκείνην την χώραν, και μου ωμίλησε με
+ένα τρόπον που έμεινα πολλά συντριμμένος. </p>
+
+<p>Έγραψα ευθύς μίαν επιστολήν της Τζελίκας, και της εφανέρωσα πως ο
+Φακύρης εμετανόησε μεγάλως διά την αυθάδειάν του, και της εζητούσε
+συγχώρησιν, και πως διά κανόνα του σφάλματός του θέλει μισεύσει από
+εκείνην την χώραν. Αυτή μου απεκρίθη ότι τον συγχωρεί, και πως
+οπόταν αυτός μισεύση, θέλει έλθει να με εύρη. Εφανέρωσα του φακύρη
+τα όσα ο Καμπούρ μου είπε, και ο Φακύρης μένοντας ευχαριστημένος
+ετοιμάζετο διά να μισεύση. </p>
+
+<p>Εγώ θλιβόμενος διά την αγνωσίαν που έλαβε και έγινε το αίτιον του
+χωρισμού μας, ηθέλησα διά να τον φιλοδωρήσω μίαν σακκούλαν γεμάτην
+από φλωρία, που μου τα είχε δώσει η Τζελίκα, και δίδοντας του, τον
+εσυμπροβόδησα με πολλά δάκρυα και αναστεναγμούς· τόσον πολλά τον
+αγαπούσα. Μισεύοντας δε ο Φακύρης δεν απέρασε ολίγη ώρα και ακούω
+μεγάλον κτύπον εις το σπήτι μου· τρέχω να ιδώ το τι ήτον και με
+μεγάλην μου έκστασιν βλέπω ένα αριθμόν από στρατιώτας του βασιλέως
+Φαραούτζ χαν. Έλα με ημάς, μου λέγει ο αρχηγός τους· έχομεν
+πρόσταγμα διά να σε φέρωμεν στο παλάτι. Ποίον φταίξιμον εγώ έκαμα;
+του είπα, εις τι είμαι εγκαλεσμένος, πες μου σε παρακαλώ. Ημείς δεν
+ηξεύρομεν, μου απεκρίθη αυτός, άλλο δεν ημπορώ να σου ειπώ, παρά
+έχομεν πρόσταγμα να σε φέρωμεν εις τον βασιλέα· αυτός, είνε πολλά
+δίκαιος, θέλει σε κρίνει με δικαιοσύνην. </p>
+
+<p>Έκαμε χρεία διά να τους ακολουθήσω και στανικώς μου. Και εις την
+στράταν που επήγαινα, άλλο δεν υπώπτευα, παρά ότι ο βασιλεύς θα
+εξεσκέπασε την φιλίαν που απερνούσαμεν με την Τζελίκαν, μα μου
+εφαίνονταν παράξενον πώς να το είχε μάθει. Ως τόσον ο αρχηγός με
+έφερεν έμπροσθεν εις τον βασιλέα, ο οποίος ήτον με τον βεζύρην του
+μόνον και με τον Φακύρην που ενόμιζα ότι ήτον μισευμένος. Βλέποντας
+δε τούτον τον άνομον φίλον, εγνώρισα ευθύς την προδοσίαν του. Εσύ
+είσαι εκείνος, μου είπε τότε ο βασιλεύς, που κρατείς κρυφήν
+συναναστροφήν με την αγαπημένην μου σκλάβαν; αχ, παράνομε, κάνει
+χρεία ότι θα είσαι πολλά απόκοτος και αυθάδης διά να τολμήσης να
+πατήσης την τιμήν μου. Δεν ηξεύρεις ότι εγώ είμαι εκείνος που
+παιδεύω σκληρώς τους πταίστας. </p>
+
+<p>Εις αυτό δε το αναμεταξύ ιδού και έρχεται και η Τζελίκα διά
+προσταγής του βασιλέως έμπροσθέν του, η οποία ήτον συντροφιασμένη με
+την Καλεκάρην και τον Καμπούρ. Αχ, κακότροποι και άνομοι, εφώναξεν ο
+βασιλεύς· μη καρτερήτε μήτε ο ένας, μήτε ο άλλος από εμένα καμμίαν
+συμπάθειαν, που ετολμήσατε να μου κάμετε αυτήν την ατιμίαν. Βεζύρη,
+γυρίζει και λέγει, έπαρέ τους από έμπροσθέν μου, διατί δεν υποφέρω
+πλέον να τους βλέπω, και κάμε να τους κόψουν τας κεφαλάς και των
+δύο, και ύστερα τα κορμιά τους να δοθούν εις βρώσιν των σκυλιών. </p>
+
+<p>Σταμάτησε, ω Βασιλεύ, εφώναξα τότε εγώ· φυλάξου από το να
+μεταχειρισθής με τέτοιον τρόπον μίαν θυγατέρα βασιλέως· ο ζηλότυπος
+θυμός σου ας φέρη σέβας εις το βασιλικόν αίμα, από του οποίου αυτή
+κατάγεται. Εις τούτα τα λόγια ο βασιλεύς έμεινε θαυμασμένος· ποίος
+βασιλεύς, αυτός είπε της Τσελίκας, είνε ο αυτουργός των γενεθλίων
+σου; Η βασιλοπούλα με εκύτταξε με ένα βλέμμα άγριον και μου είπεν
+αχάριστε Ταλμούχ, διατί ηθέλησες να φανερώσης εκείνο, που εγώ έπασχα
+να το κρύψω; ήμουν ευχαριστημένη· καλύτερον να λάβω τον θάνατον,
+παρά να μαθητευθή ποία είμαι· και κάνοντάς με τώρα εσύ να γνωρισθώ,
+με εγέμισες από εντροπήν. Ας είναι λοιπόν, ω βασιλέα, ακολούθησεν
+αυτή, μιλώντας με αυτόν· άκουσον, αν επιθυμής, να μάθης το ποία
+είμαι· η σκλάβα που εσύ αποφασίζεις εις θάνατον, είνε θυγατέρα του
+Σχατάμ Χαν βασιλέως της Περσίας· και τον ίδιον καιρόν του εδιηγήθη
+όλην την ιστορίαν, χωρίς να αφήση τίποτε· και ωσάν ετελείωσε την
+διήγησίν της, αύξησε περισσότερον τον θαυμασμόν του βασιλέως. Ιδού,
+ω βασιλέα μου, αυτή ηκολούθησεν, ένα απόκρυφον, που αν ο αχάριστος
+Ταλμούχ δεν ήθελε το φανερώση, εγώ ποτέ δεν ήθελα σου το ομολογήσει·
+σε παρακαλώ το λοιπόν πρόσταξε χωρίς άλλο να μου σηκώσης την ζωήν,
+ότι η μεγαλυτέρα χάρις που ημπορείς να μου κάμης είνε αυτή· και η
+ομολογία που σου έκαμα δεν την έκαμα χωρίς μεγάλον μου κακοφανισμόν.
+</p>
+
+<p>Κυρά, της λέγει ο βασιλεύς, εγώ μεταβάλλω την απόφασίν μου, και
+με κάθε δικαιοσύνην σας συγχωρώ το σφάλμα, και σου επιστρέφω την
+ελευθερίαν, και θέλεις ζήσει διά τον Ταλμούχ, και ο ευτυχής Ταλμούχ
+θέλει ζήσει δι' εσένα. Υπάγετε το λοιπόν, ω τέλειοι αγαπητικοί, να
+περάσετε ευτυχώς το επίλοιπον της ζωής σας, και παρακαλώ τον ουρανόν
+κανένα πράγμα να μη συγχίση πλέον την ησυχίαν σας. Όσον διά εσένα, ω
+προδότα, ακολούθησεν αυτός μιλώντας προς τον Φακύρην, θέλεις λάβει
+τον μισθόν της προδοσίας σου, και της επιβολής σου. Καρδία ουτιδανή,
+διεστραμένη και φθονερά, που δεν υπόφερες να ιδής την ευτυχίαν του
+φίλου σου, και ήλθες μόνος σου διά να τον δώσης εις την δύναμιν της
+εκδικήσεώς μου· τρισάθλιε, εσύ θέλεις δουλεύσει εις θυσίαν της
+ζήλιας σου. Έτσι λέγοντας επρόσταξε τον βεζύρην να δοθή ο Φακύρης
+εις τας χείρας του δημίου διά να τον κάμη τέσσαρα κομμάτια. </p>
+
+<p>Εις το αναμεταξύ που εκείνος ο άνομος εφέρετο εις θάνατον,
+επέσαμεν η Τζελίκα και εγώ εις τους πόδας του βασιλέως, και τους
+εκαταβρέχαμεν με τα δάκρυά μας, ευχαριστώντας την μεγάλην του
+ευσπλαγχνίαν που εις ημάς έδειξεν· έπειτα σηκωνόμενοι εμισεύσαμεν με
+την Καλεκάρην και Καμπούρ, και ήλθαμεν εις την κατοικίαν που ήμουν,
+και εκεί εμείναμεν ευφραινόμενοι την ελευθερίαν μας. Δεν απέρασαν
+δύο ημέρες, και ο βεζύρης από μέρος του βασιλέως ήλθε διά να μας
+εύρη, και μας έφερε μεγάλην ποσότητα από δώρα, και άσπρα αμέτρητα.
+Ημείς ευχάριστήσαμεν την μεγάλην γενναιότητα του βασιλέως, και
+βλέποντας ότι αυτά τα δώρα ήταν αρκετά να μας φθάσουν διά να
+υπάγωμεν εις άλλον τόπον να σταθούμεν, ανταμωθήκαμεν με ένα καραβάνι
+από πραγματευτάδες, που εμάθαμεν πως εμίσευε διά το Μπαγδάτι και με
+αυτό εφθάσαμεν εκεί ευτυχώς. Οπόταν δε εμβήκαμεν εις το Μπαγδάτι,
+επήγαμεν και καταλύσαμεν εις ένα καλόν σπήτι, και αφού αναπαυθήκαμεν
+από τον κόπον της στράτας, εβγήκα και υπήγα εις την χώραν διά να
+ανταμώσω τους φίλους μου. Αυτοί ωσάν με είδαν, εθαύμασαν που με
+είδαν ζωντανόν λέγοντές μου, πως οι σύντροφοί σου που είχες μισεύσει
+με αυτούς από εδώ, μας είπαν πως απέθανες. Ευθύς δε που άκουσα ότι
+οι τζοβαϊρτζήδες σύντροφοι μου ευρίσκοντο εκεί, επήγα εις τον
+βεζύρην και έπεσα εις τους πόδας του, και του εδιηγήθηκα την
+προδοσίαν των συντρόφων μου. Ο βεζύρης έστειλεν ευθύς και τους
+έφερεν έμπροσθέν του, και τους ερώτησε, αν είνε αλήθεια τα όσα εγώ
+τους εγκαλούσα· αυτοί δε άρχισαν να το αρνούνται με κάθε τρόπον μα ο
+βεζύρης ωσάν φρόνιμος που ήτον με τες εξέτασες που τους έκαμεν,
+εκατάλαβε πως ήταν πταίσται, και βεβαιωμένος ευθύς επρόσταξε διά να
+φυλακώσουν και τους δύο, έως που να δώση την είδησιν του Καλίφη, διά
+να προστάξη τι θάνατον να τους δώση. Αυτοί όντες φυλακωμένοι
+υποχρέωσαν τους φύλακας βασιλικά, και το τρίτον εδόθη εις εμένα διά
+εκείνο που μου επήραν. </p>
+
+<p>Ύστερον από αυτό δεν εστοχάσθηκα άλλο, παρά να βαλθώ εις μίαν
+ήσυχην ζωήν με την Τζελίκαν μου. Ημείς επερνούσαμεν τες ημέρες μας
+με μίαν τελείαν ενότητα· η οποία δυστυχώς δεν διήρκεσε πολύ. </p>
+
+<p>Διότι μίαν βραδειάν, γυρίζοντας από μίαν συναναστροφήν φίλων και
+φθάνοντας εις το σπήτι μου, κτυπώ την πόρταν και κανείς δεν μου
+αποκρίνεται ούτε μου ανοίγει. Εγώ έμεινα εκστατικός εις αυτό,
+ξαναχτυπώ την πόρταν δυνατώτερα· μα ουκ ην φωνή, και ουκ ην
+ακρόασις· μου αβγάτισε τότε ο θαυμασμός μου· τι πρέπει να στοχασθώ,
+έλεγα ανάμεσόν μου; ετούτη θα είναι μία νέα δυστυχία που μου
+εσυνέβη; εις τον κτύπον δε τον μέγαν που έκανα, οι γειτόνοι μου
+εβγήκαν και ήλθον να ιδούν τι ήτον· αυτοί με εβοήθησαν και ερρίξαμεν
+την πόρταν, και εμβαίνοντες μέσα εις το σπήτι ευρίσκομεν όλους τους
+δούλους πνιγμένους· απερνούμεν εις τον χοντζερέ της Τζελίκας (ω
+θέαμα φοβερόν) και ευρίσκομεν τον Καμπούρ και την Καλεκάρην
+φονευμένους, και πνιγμένους εις τα αίματά τους. Κράζω την
+βασιλοπούλαν, και αυτή δεν αποκρίνεται εις την φωνήν μου. Τρέχω εις
+όλα τα μέρη του σπητιού, και μην ευρίσκοντάς την, έπεσα αποκαμωμένος
+εις τες αγκάλες ενός γείτονός μου. </p>
+
+<p>Οπόταν οι γειτόνοι μου με έκαναν να ξαναλάβω τες αίσθησές μου,
+εσηκώθηκα και έτρεξα εις τον Κατή, και ανήγγειλα το συμβεβηκός μου.
+Αυτός έστειλεν ευθύς πολλούς καβαλαρέους εις τες στράτες διά να
+χαλέψουν τους φονείς και άρπαγας, μα δεν εστάθη τρόπος που να λάβουν
+καμμίαν είδησιν. Τότε εγώ μην ηξεύροντας το τι να στοχασθώ δι' αυτήν
+την νέαν μου συμφοράν, έπεσα άρρωστος διά πολύν καιρόν, και ωσάν
+εγέρευσα, επούλησα το ό,τι και αν είχα και υπήγα και εκατοίκησα εις
+το Μουσούλ, φέροντας με λόγου μου εκείνον τον πλούτον που μου
+απομείνει. Εκεί μένοντας καμπόσον καιρόν εμβήκα εις την αυλήν του
+Βασιλέως διά τζοχαντάρης, και από ολίγον κατ' ολίγον, διά την καλήν
+μου δούλευσιν, ο βασιλεύς με έκαμε Βεζύρην του, ο οποίος με αγαπούσε
+κατά πολλά διά την καλήν μου κυβέρνησιν· μα ως εκεί δεν έπαυσεν η
+τύχη μου που να μη με κατατρέξη· κάποιος αξιωματικός της αυλής του
+Βασιλέως έλαβε φθόνον μέγαν εναντίον μου, και τόσον έκαμε, που ο
+Βασιλεύς απεφάσισε να με αποξενώση από την δούλευσιν του, διά να
+παύσουν τα σκάνδαλα. Και με τούτον τον τρόπον εβγήκα από το Μουσούλ,
+και ήλθα εδώ εις την Δαμασκόν, εις την οποίαν έλαβα την τιμήν διά να
+έμβω μέσα εις την δούλευσιν της Βασιλείας σου. </p>
+
+<p>Ετούτη, ω πολυχρονεμένε μου Βασιλέα, είναι η ιστορία της ζωής
+μου, και η αιτία ετούτης της βαθείας μου μελαγχολίας, εις την οποίαν
+είμαι πάντα βυθισμένος. Ο αρπαγμός της Τζελίκας στέκει πάντα
+τυπωμένος εις την καρδιά μου, και με κάνει αναίσθητον εις κάθε λογής
+χαροποίησιν. Αν ήξευρα ότι αυτή η βασιλοπούλα δεν ζη, ημπορούσα να
+απαρατήσω την ενθύμησίν της ακόμη ωσάν την άλλην φοράν· μα η άγνοια
+της τύχης της με κάνει διά παντός να θρέφω εις την καρδίαν μου
+ακατάπαυστον πόνον, και απ' αυτόν ημπορείς να καταλάβης καταλεπτώς
+την αιτίαν της μελαγχολίας μου, και σε αφίνω να διακρίνης αν έχω
+δικαίαν αιτίαν να είμαι πάντοτε περίλυπος και μελαγχολικός καθώς με
+βλέπεις. </p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ
+ΤΟΜΟΥ </h3>
+<hr></hr>
+<p id="fn1">1) Είδωλον που επροσκυνούσαν οι Πέρσαι.<a href="#ref1"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+<p id="fn2">2) [Γενναιοδωρία]<a href="#ref2"
+title="Πίσω">&#8617;</a></p>
+
+<p>&nbsp;</p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Arabian Nights, Volume 2, by Dervish Abu Bekr
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ARABIAN NIGHTS, VOLUME 2 ***
+
+***** This file should be named 36622-h.htm or 36622-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/6/6/2/36622/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+