diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 36300-0.txt | 4879 | ||||
| -rw-r--r-- | 36300-0.zip | bin | 0 -> 121220 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 4895 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/36300-0.txt b/36300-0.txt new file mode 100644 index 0000000..c70b2cf --- /dev/null +++ b/36300-0.txt @@ -0,0 +1,4879 @@ +The Project Gutenberg EBook of Short Stories, by Panagiotis Axiotis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Short Stories + New Series + +Author: Panagiotis Axiotis + +Release Date: June 2, 2011 [EBook #36300] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SHORT STORIES *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his valuable work in proofreading. + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in +bold characters are included in _. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως +έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε _. + + + +Π. Α. ΑΞΙΩΤΟΥ +ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ +ΝΕΑ ΣΕΙΡΑ + +ΑΘΗΝΑΙ +1899 + + +Π. Α. ΑΞΙΩΤΟΥ + + +ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ +ΝΕΑ ΣΕΙΡΑ + + + +Παππά Συνέσιος. — Κίρκη. — Αντωνέλλος. — Εις το χείλος κρημνού — +Δεκοχτούρα — Παραμονή Πάσχα. — Εκ των ανεξηγήτων. — Ο Σχεδιαστής — Η +αντίζηλος — Το πανηγύρι της Γιαγιάς. + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ + +ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ + +1899 + + + + + +ΤΩ ΦΙΛΤΑΤΩ + +ΑΓΑΘΟΚΛΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ + + + +Ο ΠΑΠΠΑ ΣΥΝΕΣΙΟΣ + + + +ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ + + +ΚΕΦ. Α'. + +ΤΟ ΔΙΧΤΥ + + + — Ξεμώραμα! + + — Ανόητε! + + — Κακούργα! + + — Χαμένε! Θα φας το κεφάλι σου πάλι μ' αυτά που σοφίστηκες μαζή με +τον άξιο σύντροφό σου, το Γιάννη το Σερέτη. + + — Μη σε νοιάζη καθόλου, είπεν εκείνος. Και πιο χαμηλά της επέταξε +μια λέξι που έκαμε τη γυναίκα να τιναχτή. + + — Ανόητε! εξέχασες το γραμμένο. «Λάκκον ώρυξε και ανέσκαψεν αυτόν». + + — Εσύ να τρως να πίνης και να μη σε κόφτη. Έχουσι την γνώσιν οι +φύλακες· ύστερα πολύ αργά εθυμήθηκες τη Γραφή. + +Τη λεπτή, την χαριτωμένη αυτή ομιλία έκαναν ανάμεσό τους — ποιος +ήθελε το πιστέψη ποτέ — ένας γυιός και μια μάννα, στον αυλόγυρο ενός +μοναστηριού, μια πρωινή απολείτουργα. Το παράξενο δε είνε πως αυτό +δεν ήταν εχθρικό πετροβόλημα, όπως λογικά θα υπόθετε καθένας· ήταν, +όλο το εναντίο, ένα παιχνίδι μαλακό, αθόρυβο, όλως διόλου ακίνδυνο, +σαν να έπαιζαν το τόπι τα δυο υποκείμενα. Ο ένας το εξαπολούσε, ο +άλλος το έπιανε και το εγύριζε με ξεχωριστή απάθεια και μ' ένα τρόπο +τόσο ήρεμο που βέβαια θα έλεγες πως χωρατεύουν, ή, ξέρω κ' εγώ, πως +είνε θεατρίνοι και κάνουν δοκιμές, ή στο τέλος, πως τα λόγια εκείνα +αναφέρουνται σε καμμιά υπόθεσι ξένη και πως τα έλεγαν ο γυιός και η +μάννα για να γελούν να περνά η ώρα τους. Και ακόμα ένα πιο παράξενο +πράμμα. Ο γυιός ήτανε παππάς και μάλιστα γούμενος και η μάννα +καλογρηά! Το εξωτερικό τους δε πολύ ευπρόσωπο. Εκείνος με καινούριο +ράσο, χοντρός, προκοίλης, κόκκινος, με μεγάλα, βαθυγάλαζα, ψυχαλιστά +μάτια και με καστανή, πυκνή γενειάδα. Εκείνη με άσπρο, έμορφο +πρόσωπο, που έδειχνε πιο άσπρο ακόμα από το μαύρο μαντήλι που το +επερίδενε και οπού άφινε να φαίνουνται η άκρες μαλλιών μαύρων ακόμα, +περιτυλιγμένη σ' ένα ράσο καθαρώτατο, με δερμάτινη ζώνη, δυνατά +σφιγμένη. Ημερώτατοι και οι δυο. Εκείνος μάλιστα κάτι εμασσούσε και +πότε πότε έρριχνε στο πρόσωπο της μάννας του τα λεπτόλογα που +αναφέραμε, για να λάβη την απόκρισι που του άξιζε. Γιατί τα δυο +υποκείμενα επήραν τη στάσι αυτή, ο ένας αντίκρυ του άλλου, αυτό θα +μας φανερώνεται σιγά σιγά, όσο προχωρούμε στη διήγησι. + + — Τι ήθελες ν' ανεκατωθής σ' αυτή τη δουλιά, αφού ξέρεις πως η +κοπέλλα είνε αρρεβωνιασμένη; αρώτησεν η μάννα το γυιό της. + + — Εσύ δεν πρέπει ν' ανεκατώνεσαι στης δουλιές μου· είπεν εκείνος· + + — Με τα υποκείμενα που έχεις φίλοι, τον Σερέτη και τον παππά +Κρητικό, γρήγορα θα την πάθωμε πάλι, κ' εγώ εβαρέθηκα τα ταξείδια· δε +μπορώ πλιο. + +Εκείνος ετοιμάσθηκε ν' αποκριθή, όταν κατέβηκε από το κελλί του κ' +επέρασεν από μπροστά τους ο παππά Κύριλλος, μεσόκοπος άνδρας, λεπτός +με μια μέση σα λιγνής γυναίκας, με μπαλωμένο μπινίσι, ξεθωριασμένο +πλιο από τα χρόνια, σφιχτά ζωσμένος με ζώνη δερμάτινη και με +παπούτζια συρτά. Εκαλημέρισε το γούμενο και τη μάννα του και 'τράβηξε +κατά την οξόπορτα. + + — Για πού, αν θέλη ο Θεός, πάτερ Κύριλλε; αρώτησεν ο 'γούμενος. + + — Πάω κομμάτι στου Γιώργη, αποκρίθηκεν ο παππάς με μια φωνούλα, σαν +μικρού παιδιού. + + — Στο καλό, είπε δυνατά ο 'γούμενος και χαμηλά, επρόσθεσε. + + — Είν' ένας χάχας ο κακόμοιρος! + +Την ίδια στιγμή εφάνηκε ο παππά Νεκτάριος, μεγαλόσωμος γέρος, λίγο +χοντρός, με ιλαρό, ευχάριστο πρόσωπο και με περπάτημα βαρύ, +παρακυλιστό σαν του κύκνου. Εφορούσε ράσο παλιό, πού και πού λαδωμένο +και παπούτζια χονδρά, με καρφιά στους πάτους και ανοιχτά που +εφαινόντανε η χοντρές, μάλλινές του κάλτζες. Εκρατούσε, απλωμένο στα +δυο του χέρια, μαντήλι ριγωτό, με χρώμα γαλάζιο βαθύ, λεκιασμένο εδώ +κ' εκεί από τον ταμπάκο, που ο παππά Νεκτάριος έκανε συχνή χρήσι, αν +κρίνουμε από της άκρες των ρουθουνιών του, μαυρισμένων από τα σπυριά +της καστανόμαυρης φταρμικής σκόνης, που τόσο αρέσει εις πολλούς +γέρους. Είχε χρηματίση προ χρόνια 'γούμενος και τον εσεβόντανε όλοι +για την αρετή του. Σαν αντίκρυσε τον 'γούμενο και τη μάννα του, +εμουρμούρισε κάτι σαν χαιρετισμό με την τρεμουλιαστή γλυκειά φωνή του +και επροχώοησε προς την αυλόθυρα. Ο παππά Συνέσιος τον εχαιρέτισε με +βαθειά υπόκλισι και σαν απομακρύνθηκε, είπε! + + — Άλλη κουτομαρία ετούτος πάλι. + + — Χαμένο κορμί! είπε για εικοστή φορά η μάννα του κ' ευθύς εσηκώθη +κι' ανέβηκε στο 'γουμενειό. + +Ο παππά Συνέσιος έμεινε κάμποσα λεπτά στην ίδια θέσι, έπειτα εφώναξε +τον μικρό Αμβρόσιο, καλογεράκι δόκιμο. + + — Άκουσε, Αμβρόσιε, του είπε· ευθύς που φανή ο Σερέτης, να του πης +να έρθη να με βρη στ' αλώνια. + + — Καλά, πάτερ ηγούμενε, είπε το παιδί. + +Και ο παππά Συνέσιος εσηκώθηκε και αργοπατώντας, ευγήκε από την +αυλόθυρα κ' ετράβηξε κατά τ' αλώνια. + +Ως τόσο ο παππά Κύριλλος ευρήκε τον Γιώργη τον μπακαλοκαφετζή, χοντρό +και στιβαρό άνδρα, νέο ακόμα, στον αυλόγυρο του μαγαζιού του, να +τραβά τον ναργιλέ του, ενώ η γυναίκα του ελατρευότανε μέσα. Το αγόρι +του, παιδί ως δέκα χρονώ, με τα μούτρα και τα χέρια πασσαλειμμένα από +το υγρό μιας μεγάλης φέτας καρπουζιού που εκρατούσε κ' έτρωγε, έπαιζε +τον κυνηγητό με την αδελφή του, κοριτζάκι αδύνατο, μικρότερο απ' +αυτό, ενώ το σκυλλί του σπιτιού, μαύρο, σγουρόμαλλο, κοντοπόδικο, +ωρμούσε κ' εδάγκανε, παίζοντας, πότε την άκρη του φουστανιού της +μικρής, πότε τα παπούτζια του αγοριού με χαρμόσυνα γαυγίσματα. Ο +παππά Κύριλλος εκάθησε σ' ένα σκαμνί κοντά στον νοικοκύρη, είπε να +του φέρουν καφέ και άρχησαν μαζή την κουβέντα. Σε λιγάκι ήλθε κ' +εκάθησε κοντά τους ο παππά Φίλιππος, νέος άνθρωπος, ξανθός, με ήμερο, +ασθενικό πρόσωπο και μάτια που έδειχναν πολλή εξυπνάδα. + + — Υποφερμό δεν έχει αυτός ο άνθρωπος, έλεγεν ο παππά Κύριλλος. +Εκαθότανε με τη μάννα του στην πεζούλα από κάτω από το κελλί μου και +τάλεγαν πάλι· τι αδιαντροπιά! + + — Από ντροπή δα ας πη κι' άλλος, είπεν ο παππά Φίλιππος. + + — Και πας είνε μόνο τα λόγια, εκείνα που κάνει τι σου λένε; είπεν ο +Γιώργης. + + — Ας όψουνται που μας τον φέρανε πάλι στο κεφάλι μας· είπεν ο παππά +Φίλιππος. + + — Είναι κι' ο Δεσπότης που τονε θέλει, είπεν ο παππά Κύριλλος· +τέσσερα μουλάρια φορτωμένα τις προάλλες για την πανιερότητά του· και +τρώτε καλόγεροι και παππάδες φασούλια νερόβραστα. Και επρόσθεσε σαν +από μέσα του. + + — Και να συλλογιστή κανείς πως αυτός ο άθρωπος αγαπά τόσο τη μάννα +του, ενώ βρίζεται κάθε μέρα μαζή της! + + — Να σας πω, φταίτε σεις ούλοι! είπεν ο Γιώργης ο μπακάλης. Βλέπετε +τον Άνθιμο; Να χαραχτήρας! Μήτε να τονε βλέπη δε θέλει. + + — Αλήθεια, είπεν ο παππά Φίλιππος. Εκείνος έχει θέλησι μα τι να σου +κάμη μονάχος του; ήπρεπε να φύγωμε όλοι μας. + + — Τι λες τώρα; είπεν ο παππά Κύριλλος· μπορούμε να φύγωμε μεις; Ο +Άνθιμος είνε μόνο καλόγερος. + + — Ετοιμάζεται πάλι αναφορά στο Δεσπότη, είπεν ο παππά Φίλιππος, μα +δε βαρυέσαι· τίποτα δε θα βγη πάλι. Κάνει αυτός ό,τι θέλει κ' έννοια +σου. + + — Ναι μα τώρα είμαι περίεργος να διώ πώς θα τα ξεμπερδέψη με την +ιστορία της κουμπάρας του της Φλουρούς της κόρης του γέρο-Μαρούπα, +που θέλει και καλά να της δώκη τον Κυριάκο τον Κοβάκα που είνε +αρρεβωνιασμένος τόσον καιρό τώρα με την Αννέζα του Κοντοπάνη. Προχτές +τον είχε κλεισμένο στο 'γουμενιό και τον εμέθυσε. + + — Αδύνατος άνθρωπος αυτός ο Κυριάκος, είπεν ο παππά Κύριλλος και +είνε φόβος μήπως τον καταφέρει και τονε στεφανώσει γιατί έχει και +βοηθούς σαν κι' αυτόν. + + — Ναι, έχει τον παππά Κρητικό, τον κατεργάρη και τον Γιάννη τον +Σερέτη τον συγγενή του γαμπρού, είπεν ο Γιώργης. + + — Θαρρώ όμως πως δε θα τα καταφέρη, είπεν ο παππά Φίλιππος. Ο +πατέρας της Αννέζας είνε τόσο εξαγριωμένος, που αν ο 'γούμενος δεν +αφήκη ήσυχο τον γαμπρό, θα κάμη μεγάλα πράμματα. Έχει φίλο και το +Δήμαρχο και θα λάβη τα μέτρα του, δε θ' αφήκη να του πάρουνε τον +Κεριάκο. + +Τη στιγμή εκείνη εφάνηκε ο 'γούμενος και η ομιλίες επαύσανε. Εκείνος +όμως, αφού έρριξε μια ματιά στον αυλόγυρο του μπακάλικου, ετράβηξε +κατά το πλησιέστερο αλώνι, εσύναξε τα ράσα του κ' εκάθησε στην +ομαλότερη πέτρα του αλονόγυρου. Παρέκει ήταν τρία τέσσερα +χωριανόπαιδα· ο 'γούμενος τα φώναξε, τους έδωκε μερικά στραγάλια που +είχε στην τσέπη του και τάβαλε να παλέψουν, για να γελάση. Σ' ένα +μέρος του αλωνιού ήταν ένας μεγάλος σωρός φασουλόφυλλα· εκεί απάνω +ερρίχτηκαν τα παιδιά με φωνές και γέλοια, σπρώχνοντα το ένα τ' άλλο, +όταν ένας χοίρος ασπρόμαυρος, με μεγάλη αγκαθωτή χαίτη, χωμένος στο +σωρό μέσα, επετάχτηκε τρομαγμένος και με τη χαίτη, τα ρουθούνια και +τα μάτια γεμάτα φύλλα, επήρε δρόμο με υπόκωφ' απορθουνίσματα +σπέρνοντας μεγάλο τρόμο σε πέντ' έξη όρνιθες που με ανοιχτά τα φτερά +και κακαρίζοντας, έτρεχαν σαν δαιμονισμένες, ενώ ένας μεγάλος +πετεινός χρυσολαίμης, μακροπόδαρος, με το λαιμό τεντωμένο έδειχνε το +θυμό του με την πιο δυνατή του φωνή, υποχωρώντας βήμα βήμα, με +αξιοπρέπεια, σαν νάθελε να δείξη πως δεν πολυφοβάται το τετράποδο. + +Στο παιχνίδι των παιδιών επήρε μέρος και ο 'γούμενος· έδινε σπρωξιές +στα παιδιά και τα ρίχνε στο σωρό απάνω, τα εβουτούσε μέσα, κ' +εξεκαρδιζότανε στα γέλοια. Σε λιγάκι εφώναξε το πιο τολμηρό παιδί. + + — Δημήτρη του λέει· πάρε αυτή τη δεκάρα και την Κεριακή που θάρθω +στο σχολείο με τον επιθεωρητή, εκεί που θα μιλούμε 'μεις, εσύ να έχης +ένα κομμάτι παληόπανο να το κολλήσης από πίσω στο σουρτούκο του +δασκάλου άκουσες; + +Το παιδί εχαμογέλασε. + + — Και σα με μαντατέψουνε; είπε. + + — Ποιος θα το κάμη που τονε σκοτώνω; Να κάμης καθώς σου λέω και θα +σου δώκω κι' άλλη μια δεκάρα. + +Ο Δημήτρης υποσχέθη κ' έτρεξε να βρη τ' άλλα παιδιά, που εφεύγανε με +φωνές. Ο παππά Συνέσιος έμεινε στο ίδιο μέρος και πότε ποτ' εγύριζε +πίσω του κ' έβλεπε. + +Αντίκρυ του τ' αμπέλια, νωποτρύγητα, και στ' αριστερά του τα γελαστά +περιβόλια, γεμάτα ωμορφιά και χάρι, εξετύλυγαν, σε μεγάλη έκτασι, +καταπράσινα χαλιά, περιφραγμένα από τοίχους ξεροτρόχαλους και μόνο +πως τον γλυκύτατο, αμίμητο χρωματισμό, πού και πού, θαρρείς, +εκηλίδωνε, θερισμένο ή χέρσο χωράφι, γεμάτο αγκάθια και ξερόχορτα, +σαν που αμαυρώνουν, εδώ και εκεί, σταχτόμαυρα συννεφάκια, του +καθάριου ουρανού το καταγάλαζο χρώμα. Δεξιά μεριά, κατά τη δύσι, της +Κουκουλούς ο Γκρεμνός, αιωνόβιος γρανίτης, τεράστιος, γέρω γίγαντας +επιβλητικός με τη στρογγυλή, σαν κρανίο ανθρώπινο, τη φαλακρή κεφαλή +του, που ποιός ξέρει πόσους κατακλυσμούς και πόσ' αστροπελέκια +επεριφρόνησε και οπού δείχνει, θαρρείς με υπερηφάνεια, σχισμάδες και +χάσματα εις τα πολύπαθα πλευρά του σαν της πληγές του της τιμημένες +πολεμιστής ακατάβλητος. + +Αλλ' αυτές η εικόνες δεν έκαναν αίσθησι στον παππά Συνέσιον. Εγύριζε +πίσω του και έβλεπε ανυπόμονα, ωσάν κάποιον να επερίμενε. Και +αλήθεια, ύστερ' από κάμποση ώρα εφάνηκε ο Γιάννης ο Σερέτης οπού και +ήλθε και εκάθησε κοντά στο γούμενο. + +Το υποκείμενον αυτό είνε αξιοπερίεργος τύπος, παράξενος και πρέπει να +τον περιγράψωμε για να δώσωμε μια κάποια ιδέα στον αναγνώστη. +Εξηνταπεντάρης, ψηλός, λιγνός, λιγυστός, με μουστάκι ξανθόασπρο, +κομμένο στης άκρες, χωρίς γένεια, με βράκα συμμαζεμένη που κατέβαινε +ως το γόνατο και άφηνε γυμνές της λιπόσαρκες κνήμες του, ζωσμένος +σφιχτά με ζώνη μάλλινη, σχεδόν πάντα ξεμανίκωτος και στην κεφαλή μ' +ένα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω με μακρυά φούντα και δεμένο με +μαντήλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω με μπιμπίλες σαν γυναίκα. +Αναθρεμμένος από παιδί με γυναίκες, επήρε τους τρόπους των όλους ώστε +που απογυναικώθηκε καθ' ολοκληρία· ομιλία, περπάτημα, χειρονομία, όλα +ήταν γυναίκεια. + +Η γυναίκαις προ πολλού είχανε πάψη να τον φοβούνται· τον ήξευραν — +προ χρόνια τώρα — ως τελείως νεκρωμένο. Έργο είχε να σαβανώνη, να +στρώνη νυφικά κρεββάτια και να υπηρετή στης εκκλησίαις. Ζωηρός, +αστείος, εύθυμος πάντα, κουσεγιάρης σαν γυναίκα πρόστυχη, +ανακατονώτανε σε κάτι μικρορραδιουργίες, έφτιανε κι' εχαλούσε +παντρειές κατά την περίστασι. Λίγα χρόνια προτήτερα είχε δυνατό +αντίζηλο τον λεγόμενο χονδρό Σερέτη. Γυναικωτός κι' εκείνος, είχε το +ίδιο επάγγελμα· ήταν όμως αξιοπρεπής· ραδιουργίες και κουσέγια δεν +ήξερε και γι' αυτό τον είχαν τα καλλίτερα σπίτια. Και επολεμούσαν ο +μεγάλος και ο μικρός Σερέτης· αυτός όμως δεν τα έβγαζε πέρα και τον +εκδικούτανε με ρίμες σατυρικές που της έφτιανε πρόχειρα και της +εφώναζε στο δρόμο μέσα. Είναι γνωστοί και σήμερα μερικοί στίχοι του +εις βάρος του εχθρού του· του έλεγε: + + «Φορεί βρακιά ως Κάζακος, φαρδιά υπέρ σακκία, + «που κρύφτουν λέρες χίλιες δυο και περισσή κακία, + «Νυμφοστόλος, νεκροστόλος + και κατεργαριά και δόλος». + +Μετά τον θάνατο όμως του μεγάλου, ησύχασεν ο μικρός, γιατί είχε το +στάδιο ελεύθερο. + +Ήταν φίλος του παππά Συνέσιου, ο οποίος είχε τώρα την ανάγκη του για +τον γάμο που εμελετούσε να κάμη. Γι' αυτό συχνά κατέβαινε στη χώρα, +που κατοικούσε ο Σερέτης και αυτός πάλι συχνά ερχότανε στο Μοναστήρι +για την ίδια δουλειά. Και τώρα γι' αυτό βρίσκεται απάνω να συνεννοηθή +με τον 'γούμενο για ύστερη φορά. + + — Ήσκασα να σε περιμένω, του είπεν αυτός, άμα επλησίασε. + + — Κ' εγώ ήσκασα να καταφέρω τον Κεριάκο, είπεν ο Σερέτης· θαρρείς +πως είν' εύκολα πράμματα, γούμενε; Θέλει να σ' ευκαριστήση μα και +φοβάται το γέρω Κοντοπάνη. + + — Εσύ να τονε φέρης στου Μαρούπα, καθώς εμείναμε σύμφωνοι και τ' +άλλα είν' εδική μου δουλειά. + +Αμέ ο παππάς ο Κρητικός; + + — Σύμφωνος· το δίχτυ έννοια σου είνε καλά βαλμένο, είπεν ο 'γούμενος +και δε μπορεί παρέ να πιαστή. + + — Και πρέπει να πιαστή, είπεν ο Σερέτης· εγώ θα τονε φέρω ο ίδιος +εις του Μαρούπα τα χοιροσφάγια και ύστερα ας πάη ο Κοντοπάνης να τονε +κυνηγά. + + — Πάμε τώρα μέσα, είπεν ο 'γούμενος, να βοηθήσης τον Δημήτρη εις το +τρίψιμο των καντηλιών και ύστερ' ανεβαίνεις και τρώμε. + +Από την αυλή του μπακάλικου έβλεπαν τα δυο υποκείμενα οι παππάδες με +τον Γιώργη κ' έλεγαν ανάμεσό τους — πολλά. + + — Υποκείμενο αλήθεια! Είπεν ο παππά Κύριλλος. + + — Μα τι γυρεύεις από άθρεπο που, μαζή με τη μάννα του, εστάθηκεν +αιτία να χαθή ο καϋμένος ο πατέρας του, ο καλός άθρεπος και ο λαμπρός +εκείνος ναύτης. + + — Αλήθεια, είπεν ο παππά Κύριλλος, ήκουσα κ' εγώ αυτή την ιστορία +του ναύτη, μα μόνο άκρες μέσες. + +Τη στιγμή εκείνη η γυναίκα του μπακάλη τον εφώναξε μέσα. + + — Εγώ την ξέρω με το νι και με το σι, είπεν ο Γιώργης, από τον +μπάρμπα μου το γέρω Ζέπω· σου τήνε λέω άλλη φορά. + +Κι' εμπήκε στο μαγαζί του. + +Ο παππά Συνέσιος, ως τόσο, αφού εγευμάτισε με τον φίλο του τον +Σερέτη, του έδωκε και άλλες οδηγίες, της υστερινές, για τη δουλιά που +εμελετούσαν και του εσύστησε αυστηρά να προσέξη, το δίχτυ που έπλεκαν +να είναι και στερεό και τεχνικό, για να μην ήθελ' εύρη το ψάρι κανένα +μέρος αδύνατο ή καμμιά τρύπα μεγαλείτερη και τους φύγη. Ήθελε να +νικήση και τον Κοντοπάνη και τον Δήμαρχο που τούκανε τον εχθρό. +Ζήτημα, βλέπετε, φιλοτιμίας! Ύστερ' απ' αυτά, απόλυσε τον Σερέτη και +έμεινε μονάχος. Είπε στον υποταχτικό του, το μικρό Αμβρόσιο, +ξανθόμαλλο, παχουλό και αφράτο παιδί, πως θα κοιμηθή και να μην τονε +ταράξη κανένας και μόνο σαν έλθη το Βαγγελάκι, ο γυιός του Μανάρα του +χωρικού να τον ξυπνήση χωρίς άλλο. Ο Μανάρας ήταν από τοις πλούσιοι +χωρικοί· πολύ έξυπνος και πολύ άξιος άνθρωπος, εφημηζότανε και για +πολύ τολμηρός λαθρέμπορος. Ο παππάς Συνέσιος εβυθίσθηκε σε ύπνο βαθύ +και μόνο αργά πλιο, απόσπερνα, ήλθε το Βαγγελάκι κ' εμπήκε στην +κάμαρά του, όπου έμεινε πολλή ώρα. Τι είπανε, κανείς δεν μπορούσε να +μάθη· γιατί το χωριανόπαιδο, δασκαλεμμένο από τον πατέρα του, που το +είχε το δεξί του χέρι, δεν έλεγε ποτέ τίποτα, Η διδασκαλίες του +πατέρα του και του παππά Συνεσίου δεν επήγαιναν του κάκου. + +Σαν εβράδειασε, επήραν οι καλόγεροι το ξερόφαγό τους, το καρβελάκι το +μαύρο και τα νερόβραστα φασόλια και ετραβήχθηκε καθένας 'ς την τρύπα +του. Γιατί στ' αλήθεια, τα κελλιά εκείνα, σκοτεινά και την ημέρα και +μόνο με μια χαμηλή πορτούλα, έμοιαζαν με τρύπες, σαν φυλακές +κατάδικων. Οι παππάδες επήγαν λίγο στου μπακάλη και εκεί έμαθαν πως +κάτι μελετά τη νύχτα ο 'γούμενος, γιατί ο Γιώργης είδε το Βαγγελάκι, +που εγνώριζε, και από άλλη φορά, γιατί έρχεται. Δεν ετολμούσε όμως +κανείς να πη τίποτα. + + — Ας κάμη καλά ο αλιτήριος, τι μας μέλει; Είπαν οι παππάδες ανάμεσό +τους κ' εγύρισαν γρήγωρα, σύμφωνα με τον κανονισμό κ' εζάρωσαν και +αυτοί στα κελλιά τους, και εις της εννιά ώρες όλο το Μοναστήρι ήτανε +βυθισμένο σε βαθύτατο ύπνο. Τίποτα δεν άκουες παρά το φύσημα του +αγέρα, που είχε πάρη δυνατά λίγο προτήτερα και τον μονότονο και +μελαγχολικό τριγμό των παληών παραθυριών του ηγουμενιού. + +Ο παππά Συνέσιος αγρυπνούσε μονάχος. Η μάννα του είχε τραβηχτή στην +κάμαρά της, το δε καλογεράκι, αφού τον υπηρέτησε στο τραπέζι, επήγε +κι' αυτό να κοιμηθή κατά διαταγή του. Για να μην του αποφαίνεται η +ώρα επήρε ένα μάτσο κλειδιά κ' εκάθησε κοντά στο παράθυρο για ν' +ακούη καλλίτερα κάθε εξωτερικό κρότο. Τα κλειδιά ήτανε διάφορα, μικρά +και μεγάλα και άρχησε να τα διαλέγη και σε καθένα να χαράζη, μ' ένα +σουγιά, κάτι σημάδια δικά του. Ήταν αυτά καθώς έλεγαν, αντικλείδια, +για ν' ανοίγη τα κελλιά και της κασσέλες των καλογήρων που +υποπτευότανε, θα εργάσθηκε ως μια ώρα, όταν από την κάμαρα, που ήταν +στο βάθος, ακούσθηκε αδύνατο περιπάτημα και σε λιγάκι ανοίχθηκε η +πόρτα και στο κατώφλιο εφάνηκε η μάννα του 'γουμένου, κάτασπρη μέσα +στο μαύρο της ράσο. Εθύμωσε ο 'γούμενος. + + — Ποιος σ' επείραξε πάλι κ' εσηκώθηκες νύχτα, σαν κουκουβάγια; είπε +με θυμό! + + — Τι μελετάς πάλι, αλιτήριε; αρώτησεν εκείνη, χωρίς ν' αποκριθή. + + — Δεν είνε δουλιά σου· μη με κολάζης. + + — Χαμένο κορμί! είπεν εκείνη· θα σε διώξουνε πάλι σαν κατάδικο! + + — Άμε να κοιμηθής, γρηά στρίγγλα! + + — Αδιόρθωτε, χοίρο! θα φας το κεφάλι σου. + + — Φύγε, σου λέω κ' εγώ ξέρω τι κάνω. + + — Να ξεραθής, ανόητε! + + — Κακούργα! + + — Χοίρο! + +Ο παππά Συνέσιος εσηκώθηκε ανυπόμονος και η μάννα του ετραβήχθηκε. + +Επεριπάτησε ταραγμένος στην κάμαρα για κάμποση ώρα, έπειτα κοντά τα +μεσάνυχτα, ετυλίχτηκε σ' ένα χονδρό σάλι, άνοιξε την πόρτα του +ηγουμενιού και κατέβηκε κάτω. Εκύτταξε γύρω του — σιωπή μεγάλη και +μόνο ο άνεμος εφυσούσε με μανία και το παλαιό σκοινί του μικρού +καμπαναριού της εκκλησιάς εσφύριζε λυπητερά· φως πουθενά κανένα και +μόνο μυριάδες άστρα, διαμαντόπετρες υπέρλαμπρες, ετρεμόσβυναν στο +στερέωμα. Ο 'γούμενος, αφού πήρε γύρω την αυλή κ' εξέτασε όλα τα +κελλιά απάνω και κάτω, για να ιδή μην αγρυπνούσε κανένας, πήγε κ' +εκάθησε στην πεζούλα της καμάρας, κοντά στην οξώπορτα. Εκεί +επερίμεινε, τυλιγμένος σφιχτά στο σάλι του, γιατί ο αγέρας ήτανε +ψυχρός. Επερίμεν' επερίμενε και κάτι εμουρμούριζε πότε πότε από +ανυπομονησία. Τέλος θα ήταν μια μισή μετά τα μεσάνυχτα, οπού +ακούστηκαν απ' όξω ποδοβολητά και απορθουνίσματα ζώων, Ο παππά +Συνέσιος εσηκόθηκε κ' επλησίασε την πόρτα. Σε λιγάκι εχτύπησαν ελαφρά +και ο 'γούμενος εύγαλε τον ξύλινο μοχλό της σιδερόφρακτης πόρτας, η +οποία έτριξε δυνατά στα σκουριασμένα μάσκουλά της και ανοίχτηκε +διάπλατη. Και έσκυψε κάμποσο για να μπη μέσα ένας χωρικός, σαραντάρης +άνδρας, ψηλός, πλατύστηθος, στιβαρός, ο γνωστός Μανάρας, λαθρέμπορος, +φημισμένος για την αφοβία και για την τέχνη του να γελά την εξουσία. +Είχε μαζή του έναν βοηθό και το παιδί του, το Βαγγελάκι. + + — Πολύ αργήσατε, είπεν ο γούμενος. + + — Δε λες πως ήρθαμε! είπεν ο χωρικός. + + — Πώς μαθές; αρώτησεν ο γούμενος. + + — Ένας στρατιώτης είχεν υποψίες· θαρρείς πως δεν είνε και καταδότες; +ως που να τονε πλανέσω, εγώ ξέρω τι τράβηξα! + + — Οι μασκαράδες! είπεν ο 'γούμενος. Γρήγορα τώρα να ξεφορτώσουμε. + +Πέντ' έξη μουλάρια φορτωμένα ζάχαρες και πετρέλαιο εστέκουνταν όξω. +Οι χωρικοί άρχησαν το ξεφόρτωμα και με τη βοήθεια του γουμένου σε +μισή ώρα έβαλαν την πραμμάτεια στο μαγαζί της Μονής, που ήταν έτοιμο +από νωρίς και, αφού ο Μανάρας είπεν ό,τι είχε να πη του γουμένου, +εκάθησαν στα ζώα κ' έφυγαν. Ο 'γούμενος έκλεισε την πόρτα την +εσφάλισε με τον ξύλινο μοχλό, έπειτ' ανέβηκε στο 'γουμενηιό, άναψ' +ένα φαναράκι κ' επήγε ίσια στο μαγαζί και το εκλείδωσε· έπειτ' +ανέβηκε να ησυχάση. Ήταν ευχαριστημένος, ύπνος όμως δεν του πήγαινε +και χωρίς να θέλη έπεσε εις συλλογισμούς, από τους οποίους τον +εύγαλε, μετά κάμποση ώρα, το καμπανάκι που εκαλούσε τους καλόγερους +στην εκκλησιά να διαβάσουν και 'να προσευχηθούνε. Ο παππά Συνέσιος +επλησίασε στο παράθυρο. Τα άστρα εφεγγοβολούσαν ακόμα και ο 'γουμενος +είδε τα γεροντάκια σαν σκιές, να πηγαίνουν στο ναό μέσα. + + — Ζώα τετράποδα, είπε μεγαλόφωνα· ανίκανα και ψωμί να φάνε· μόνο +προσευχές ξέρουνε. Αμέ οι παππάδες εκείνοι να θέλουν να γενούν +'γουμένοι! Μήτε να μιλήσουν δεν ξέρουν, όχι να διοικήσουν! Ο Μαλάκας +ο Νεκτάριος που μόνο ταμπάκο ξέρει να ρουφά και ο χτηκιάρης ο +Φίλιππος που και να μιλήση του δίνει κόπο. Όσο για τον καϋμένον τον +Κύριλλο, αυτός είνε καλός και περνώ την ώρα μου μαζή του. Δε μ' αγαπά +κανένας, μα με φοβούνται και όσο έχω το Δεσπότη και μερικούς φίλους, +τα ζωντόβολα τα περιφρονώ: Και σε λιγάκι επρόσθεσε. + + — Είναι κάμποσος καιρός που με πειράζει και μ' εμποδίζει η μάννα +μου, θυμώνω, μα τι να κάμω που τη λυπούμαι. Φαίνεται, θέλει τώρα να +εξαγοράση τα παληά. Ύστερ' από της σκέψεις αυτές, εκλείσθηκε στην +κάμαρά του κ' έπεσε να κοιμηθή του δικαίου τον ύπνο. + + + +ΚΕΦ Β'. + + + +Ο ΝΑΥΤΗΣ + +Πριν προχωρήσωμε, ανάγκη να στραφούμε κάμποσα χρόνια πίσω για να +περιγράψωμε μια ιστορία πολύ σχετική με τη διήγησί μας. + +Είνε καλοκαίρι. Ο ήλιος κοντεύει να βασιλέψη, στέλνοντας και στη +στεριά και στη θάλασσα, παντού, όπου εμπορούσε να ξαπλωθή και να +εισχωρήση, το γλυκό, το θαλπερό ακόμα, το τρισπόθητο αποχαιρετιστήριο +φως του. Όλα δείχνουν μιαν μαγευτικήν εικόνα χαράς και ευθυμίας +ζωοπάροχης και μόνο σ' ένα φτωχικό χαμόσπιτο βασιλεύει — τι φοβερή +αντίθεση — της συμφοράς το σκοτάδι.. . + +Τα μυαλά του σκοτωμένου, σκορπισμένα εις το κεφαλάρι της πόρτας, +εκηλίδωναν απαίσια όλο εκείνο το μέρος του τοίχου. Ο ναύτης, +ξαπλωμένος και με ανοιχτό το κρανίο, έπιανε το μισό δωμάτιο με το +μεγάλο του ανάστημα. Κόσμος πολύς, όξω και μέσα και κλάμματα και +άγρια ξεφωνητά γυναικών πότε πότε, έκαναν πιο φριχτή την απαίσια +εικόνα. Περισσότερο απ' όλες εφώναζε κ' εθρηνούσε η αδερφή του +σκοτωμένου για το κίνημα το ανόσιο, για το άδικο που της έκαμε. Και +στα ξεφωνητά μέσα ακούονταν και μερικές κατάρες για τη νύφη της, που +εστάθη αιτία του σκοτωμού του, γιατί ο ναύτης είχε γυναίκα και παιδί, +αγόρι οχτώ εννιά χρονών. Και, πράμμα παράξενο, δεν ήταν εκεί, την ώρα +που έγεινε το κακό, ούτε η γυναίκα του, ούτε το παιδί του· ξένες +γυναίκες εθρηνούσαν και από τους δικούς του η αδερφή του μονάχη. + +Μεγάλο κρότο έκαμε στο μικρό τόπο ο ασυνείθιστος, ο φριχτός θάνατος +του ναύτη· να βάλη χέρι απάνω του ο ίδιος! τι του ήρθε; Μεγάλο άδικο +έκαμε στον εαυτό του και στους δικούς του. Σαν έμαθαν όμως την αιτία +και αυτοί που τον κατηγορούσαν, τον ελυπήθηκαν τώρα κ' εμετανοούσαν +για τα λόγια που είχαν πη. Γιατί, αλήθεια, πολύ πικρά λόγια είχεν +ακούση ο κακόμοιρος ο ναύτης απ' όλους· δεξιά και αριστερά τον +κακολογούσαν. Το μεγάλο όμως χτύπημα, το αποφασιστικό, του το έδωκαν +η γυναίκα του και το παιδί του το ίδιο. Διωγμένος απ' αυτήν, θα έμενε +στο δρόμο μέσα, αν δεν ήταν η αδερφή του να τονε δεχτή στο φτωχικό +της. Σαν ακούστηκε η φριχτή είδησι, εφάνηκε και η γυναίκα του σαν +μετανοημένη και άρχησε το κλάμμα· αλλά η γυναικαδέλφη της δεν την +πίστευε. Ήξερε αυτή την τυραννισμένη ζωή που περνούσε ο αδερφός της +από την γυναίκα του και δεν πίστευε στη μετάνοιά της, που την έδειχνε +λίγο αργά. Το υστερινό της μάλιστα φέρσιμο τον στενοχώρησε τον άμοιρο +και δεν μπόρεσε περισσότερο να ζήση. + +Ο ναύτης ήταν πολύ γνωστός για την καλωσύνη και την τιμιότητά του. +Ήταν όμως άτυχος άνθρωπος. Η γυναίκα του, που είχε πολύ δύστροπο +χαραχτήρα, ποτέ δεν του γλυκομίλησε και συχνά τον εξέβριζε, γιατί, +ενώ άλλες, ναυτώνε γυναίκες, ήταν πλούσιες· ενώ ο άνδρας της +συντέκνισάς τους αγόρασε αμπέλι και χωράφι, αυτοί με δυσκολίαν +εζούσανε. Γιατί να μην είνε κι' αυτός άξιος; δεν ήβλεπένε πώς ξέρει +και ζη ο κόσμος; Και τον εγρίνιαζε, τον εμουρμούριζε αδιάκοπα! +Εκείνος όμως εκατάπινε με υπομονή και χωρίς να δείχνη τη δυσαρέσκεια +και την πίκρα που εδοκίμαζε. Υπόφερε πολύ ο φτωχός και μάλιστα που +δεν εννοούσε να μιλήση, να ξεθυμάνη. Αλλοίμονό του δε αν ήθελε καμμιά +φορά βοηθήση την φτωχή αδερφή του· ευθύς που το μάθενε, του έψελνε, +όσα σέρν' η σκούπα κ' εκείνος έφευγε να μην ακούη· τα έπαιρνε όμως +όλα μέσα του και ήταν δυστυχής. Η αδερφή τούλεγε ν' αφήκη μια τέτοια +στρίγγλα, εκείνος όμως επροτιμούσε να υποφέρη. + +Αλλά και η υπομονή έχει τα όριά της και είνε πράγμα όπου λέγει ο +άνθρωπος «ως εκεί και μη παρέκει· δεν βαστώ πιο.» Και αλήθεια το κακό +επαραμεγάλωσε και η πονεμένη καρδιά του ναύτη δεν μπόρεσε να το +χωρέση. + +Ήταν αθώος σαν το νεογέννητο παιδί και ο κόσμος ως τόσο του ρίχτηκε +και πρώτη πρώτη η γυναίκα του. «Δε σ' αφίνει ο κακόκοσμος ποτέ ήσυχο»· +εσυλλογιζότανε ο ναύτης· «θαρρείς περιμένει τίποτα στραβό, κανένα +σκόνταμα, ή αδυναμία καμμιά για να σου ριχτή, να σε σπρώξη να πέσης +όλως διόλου ν' αφανισθής για να χαρή αυτός ή και για να σε κλάψη +ύστερα.» + +Μερικοί φίλοι του ναύτη, ναύτες κι' αυτοί δουλευταράδες, σε μέρη +μακρυνά του είχανε δώση να φέρη στα σπίτια τους χρήματα, ποιός δέκα +τάλλαρα, ποιός είκοσι· τον γνώριζαν κι' από άλλη φορά και ήταν +ήσυχοι. Ήταν ναύτης σε καράβι φράγκικο, και για την τύχη του, κάπου +εναυάγησε κ' εγλύτωσε με την ψυχή στο στόμα· χρήματα, δικά του και +ξένα, έμειναν στης αχόρταγης θάλασσας το βάθος το ανήλιο. Η γυναίκες, +που περίμεναν τους παράδες, σαν έφτασε ο ναύτης πήγαν να μάθουν και +άκουσαν τη συφορά! Εμουρμούρισαν, φυσικά, γιατί η φτώχεια κάνει +σκληρό τον άνθρωπο και ύποπτο. Ο καϋμένος ο ναύτης είπεν όλη την +αλήθεια, μα δεν τον πίστεψαν. Μια εσήκωσε τους ώμους της κ' εζάρωσε +τα χείλια με φανερή δυσπιστία, άλλη κάτι εμουρμούρισε και άλλη πάλι +εστεκώτανε μπροστά του με σταυρωμένα χέρια σαν νάλεγε — «δεν το κουνώ +από δω, α δε λάβω τον παρά μου.» Είδε αυτά όλα ο ναύτης και +υποσχέθηκε να πουλήση ό,τι κι' αν είχε να της ξεπλερώση, να ελαφρωθή +από το βάρος. Δεν είχεν όμως δικά του χτήματα κ' έπεσε στα πόδια της +γυναίκας του, που είχε μερικά πράμματα, με παρακάλια να πουλήση +κανένα να τονε γλυτώση. Θηρίο έγειν' εκείνη, σαν τ' άκουσε και αφού +τον εξέβρισε φοβερά, του είπε να φύγη, γιατί δεν τον ήθελε πλιο σπίτι +της. + +Το χτύπημα ήταν πολύ βαρύ. Επήγε να σαλέψη ο νους του ναύτη, γιατί +ήταν ένας χαραχτήρας, που ό,τι είχε, τόκρυβε μέσα του. Επήρε τους +δρόμους δεξιά και αριστερά. Μπροστά του θαρρείς, δεν έβλεπε· μόνο το +αυτί του, υπερβολικά ευαίσθητο, έπαιρνε, από την κακογλωσιά του +δρόμου, μερικά φαρμακόλογα και τα έχυνε στη μαρτυρική ψυχή του μέσα — +«Ήφαγε τόσω φτωχώ τον παρά και τώρα γυρίζει». Ήταν και άλλοι που τον +επονούσαν, αυτό όμως ο ναύτης δεν το γνώριζε. + +Ευγήκε στην εξοχή. Η φύση, στολισμένη με όλη της τη λάμψι, εσκορπούσε +τριγύρω τα μαγευτικά της δώρα με μεγαλοπρεπή αφθονία. Εγελούσαν όλα· +και τα βουνά και οι κάμποι και τα περήφανα δέντρα και η ταπεινή χλόη +και η λίμνη η ακίνητη και το νερό το τρεχάμενο, όλα ηλιόλουστα, +περίλαμπρα, γεμάτα ζωή. Πουλάκια, μικρά, τόσο μικρά, που να τα κλείση +ένας στην παλάμη του, έχυναν τη χαρμόσυνη, μελωδική φωνούλα τους, +τρέχοντας εναέρια από δέντρο σε δέντρο και από θάμνο, σε πέτρα, με το +κυματιστό, χαριτωμένο πέταμά τους· αρνάκια σγουρόμαλλα, σωριασμένα +στον απότοιχο χωραφιού, αναμασσούσαν την τροφή τους αμέριμνα. Όλες +αυτές η εμορφιές, όλ' αυτά τ' αγαθά σαν να σε προσκαλούσαν να ζης, +σαν να σου λέγαν να λησμονής κάθε βάσανο και κάθε λύπη. Αλλά ο ναύτης +με τη μαυρίλα της συμφοράς, με το βαθύ σκοτάδι στην καρδιά του την +πληγωμένη, ήταν αναίσθητος στην γοητευτικήν εικόνα και αν ετύχαινε να +έρθη στο σκοτισμένο του μυαλό καμμιά ιδέα, ήταν και αυτή απελπιστική. +Εστοχαζότανε, τι καλά να ήταν ένα από εκείνα τα βοσκήματα, ένα από +εκείνα τα βουνά, να μην αισθάνεται . . . και πρώτη φορά του ήρθεν η +ιδέα της ανυπαρξίας . . . + +Επήρε δρόμο πολύ εωσού απόστασε. Πού να πάγη! χωρίς να το καταλάβη, +εγύρισε προς τη χώρα, όπου έφτασε πρι βασιλέψη ο ήλιος. + +Εμπήκε σ' ένα καφενεδάκι απόκεντρο, που το κρατούσ' ένας γέρος, +παλαιός γνώριμος, ναύτης κι' αυτός, απόμαχος, κυρτωμένος πλιο από του +χρόνου το βαρύ, το πιεστικό χέρι και από την κακομοιριά μιας άχαρης +ζωής. Εκάπνιζε ο γέρος άφωνος ένα κοντό τσιμπούκι, ζαρωμένος σε μια +γωνιά. Ο ναύτης εκάθησε κοντά στο παράθυρο του δρόμου κ' έρριξε το +κεφάλι κάτω. Ο καφετζής του είπε «καλώς τον» κ' εξακολούθησε το +κάπνισμα. Πέρασε λίγη ώρα σε βαθειά σιωπή, όταν έξαφνα ακούστηκαν +φωνές και γέλοια στο δρόμο. Ο ναύτης εσήκωσε ζωηρά το κεφάλι, σαν να +τον εκέντησε κάτι ευχάριστο, σαν να του εγαργάλισε την ακοή μία +γνωστή, χαρμόσυνη φωνούλα. Κυττάζει όξω και βλέπει κάμποσα παιδιά να +πεζογελούν και μαζή μ' αυτά το παιδί του . . . το δικό του παιδί, το +μόνο αγόρι που είχε, ξανθογάλανο παλληκαράκι οχτώ εννιά χρονών. Το +πρόσωπό του εφωτίσθηκε, τα σβυσμένα του μάτια σαν να επήραν νέα ζωή . +. . Εξέχασε για μια στιγμή το μυστικό του, το ατελείωτο μαρτύριο και +με φωνή γιομάτη ταραχή ανέκφραστη, με μια τρεμούλα ανεξήγητη εφώναξε +το παιδί να μπη μέσα . . . Εκείνο, χωρίς καθόλου να ταραχτή, τον +κύτταξε μια στιγμή αδιάφορο, ψυχρό, σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά, +έπειτα εσήκωσε τα δυο του χέρια με ανοιχτές της παλάμες, τον +εμούντζωσε και το βάλ' ευθύς στα πόδια . . . Ο ναύτης αποσβολώθηκε, +τα έχασε σαν να έλαβε δυνατό χτύπημα κατακέφαλα, εσυμμαζεύθη, εζάρωσε +και δεν τολμούσε να σηκώση το κεφάλι του· λες εφοβότανε να κυττάξη +γύρω του. Άξαφνα, μέσα στη φριχτή κατάστασι του ταραγμένου μυαλού του +μία ιδέα μαύρη του επέρασε, μία ιδέα σκοτεινή, η οποία όμως — πράμμα +παράξενο — του έφερε αταραξία . . . + +Και του ήρθανε κάτι συλλογισμοί που δε μπορούσε να τους διώξη· — +χωρίς να κάμω κακό, χωρίς να θέλω να βλάψω, να πειράξω κανεί, με +κυνηγούνε σαν σκυλί ψωριάρικο, είπε με πικρία. Ούλη μου τη ζωή +επέρασα τίμια, χωρίς ν' αδικήσω και να που εκατάντησα. Από τι; Από +κάτι κακό που τόφερε η Τύχη. Δε νοιώθω τι είν' αυτά, μα είνε πολύ +παράξενα. Ούλη μου τη ζωή τίμιος και για μια στιγμή παν όλα. Με +βλέπουνε πως χάνομαι, βυθίζομαι και κανένα χέρι δεν απλώνει να με +πιάση. Προχτές ακόμα τον Πρίσκα τον είχανε κυκλωμένο πέντ' έξη και +χάσκανε στα λόγια του και ούλοι όμως ξέρουνε πώς εσύναξε τα πλούτη +του. Ο κόσμος θέλει χρυσάφι για προσκύνημα. Αξίζει να ζη κανείς; + + +Και ήθελε να διώξη από το νου του όλ' αυτά και του ήταν αδύνατο . . . + + — Εσηκώθηκε και με βήμα στερεό και γρήγορο επήγε στης αδερφής του. +Εκείνη έτυχε να λείπη· ο ναύτης εξεκρέμασε από τον τοίχο ένα τουφέκι +του κυνηγιού γιομάτο — παλαιό τουφέκι του σπιτιού των — εξυπολήθηκε +γρήγορα, εστάθη στο κατώφλι της πόρτας, εστήριξε το όπλο κατά γης, +επέρασε το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδαριού στο σκανδάλι, έβαλε το +στόμα της κάννας στο στόμα του — δυο στόματα, το ένα κρύο, παγωμένο, +το άλλο φωτιά — . κ' επυροβόλησε . . . + +Και τώρα ομπρός στο άτυχο το θύμα του σκληρόκοσμου η κακογλωσσιά +έπαψε· άκουες μόνο λόγια, παρατήρησες άλλες. — Γιατί να σκοτωθή; τι +τον έμελλε; δεν έφευγε; «Ο κόσμος δε σ' αφίνει ήσυχο σε καμμιά +περίστασι», έλεγ' ένας που αγαπούσε να φιλοσοφή· σε φορτώνεται χωρίς +να εξετάζη πολύ πολύ σε ποιά ψυχική κατάστασι να βρέθηκε ο άνθρωπος· +για μια στιγμή μπορεί να αισθάνθηκε μέσα του το κενό, το χάος, μπορεί +να τούλειψε ο νους και σε στιγμή λειποψυχίας, έδωκε τη βουτιά του +στην αχόρταγη της ανυπαρξίας θάλασσα. Αφήστέ τον ήσυχο, Χριστιανοί +μου! + +Στην έρημη, τη φτωχή του κακότυχου ναύτη κηδεία ούτε παππάς, ούτε +ψαλμωδία καμμιά . . . μόνο μερικά δάκρυα μερικών πονόψυχων τον +εσυνώδευσαν και την ύστερη στιγμή η αδερφή του — για τη γυναίκα του +δε μιλώ — ερράντισε το βασανισμένο κουφάρι του με δάκρυα θερμά. + +Η υστερνή του ήλιου αχτίνα εφώτισε το έρημο, το καταφρονεμένο +μνήμα . . . + + + +ΚΕΦ. Γ'. + + + +Ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ + +Λίγο ύστερ' από το δράμα, το παιδί του ναύτη έγεινε άφαντο. Κάποιος +το είχε πάρη στην ξενητιά, όπου, ύστερ' από χρόνια, μια μέρα εγύρισε +στον τόπο του παππάς! Με ποιο τρόπο και με τι μέσα το εκατώρθωσε +αυτό, κανείς δεν ήξερε· η ουσία είνε πως ήταν παππάς και τι παππάς; +παχύς, όμορφος, ομιλητικός, αστείος, όλα του έδειχναν ένα λαμπρό +ιερομόναχο· ως και καλόφωνος ήταν. Έκαν' ευχαρίστησι με το εξωτερικό +του και όλα τα σπίτια ανοίχτηκαν 'ς τον παππά Συνέσιον. Η μάννα του, +αν και αποσυρμένη σε γυναικείο Μοναστήρι, ευθύς που ήρθε ο γυιός της, +εγύρισε στη χώρα κ' εκατοίκησε μαζή του. Εις τον νέο παππά εδόθηκ' +ευθύς καλή ενορία, σε λίγο καιρό όμως έδειξε σημεία στενοχώριας· σαν +να μην του ήρεσε να είνε απλός εφημέριος και άρχησε να ενεργή να +γείνη ηγούμενος στο Μοναστήρι του τόπου. Η πολλή ταραχή, λέγει, δεν +του άρεσε· και ήθελε να ζη πιο ήσυχα. Η αλήθεια είνε πως, σαν έξυπνος +που ήταν, εκατάλαβε πως στο Μοναστήρι θα ζούσε πολύ καλλίτερα παρά +στη χώρα. Κόμμα είχε δικό του, τα καλλίτερα σπίτια, είχε και τον +Δεσπότη της επαρχίας φίλο του και δεν δυσκολεύθηκε να 'πιτύχη το +σκοπό του. Έγεινε ηγούμενος και αυτό τον ευχαρίστησε υπερβολικά. +Επήρε τη διοίκησι από τα τίμια, μα αδύνατα χέρια του παππά Νεκτάριου +και έδειξε πως ξέρει να κυβερνά. Και άρεσε πολύ και στο προσωπικό του +Μοναστηριού και όξω. Εφρόντιζε να τρων καλά οι καλόγεροι, τους +καλομιλούσε κ' εδεχότανε με τρόπο ευγενικό τον απ' έξω κόσμο. Η μάννα +του τον βοηθούσε στην εσωτερική διοίκησι και όλα πήγαιναν καλά. Αυτά +στας αρχάς, τον πρώτο καιρό· μετά ένα όμως χρόνο τα πράμματ' άλλαξαν. +Άλλαξε δηλαδή ο παππά Συνέσιος τρόπους εις όλα και άρχησε η +μουρμούρα, η οποία σιγά σιγά ηύξανε εωσού έγεινε αληθινή βοή, σαν τη +βοή που φέρνει μεγάλη θαλασσοταραχή. Του ρίχτηκαν όλοι του παππά +Συνέσιου, μικροί μεγάλοι, καλόγεροι και κοσμικοί. Τον έλεγαν φανερά +ήρωα σε κάτι σκάνδαλ' ακατονόμαστα. + + — Καλέ είδες πράμματα; + + — Ο αλιτήριος, ο κακούργος! + + — Να παππάς μια φορά! Να κλειδώνεται . . . φτου! Θεέ μου σχώρεσέ +μου. + + — Μα πας αφίνει τίποτα στο κελλάρι; + + — Να φύγη, να φύγη! + +Και η ταραχή ηύξανε ολοένα. Ο παππά Συνέσιος εφοβήθηκε κ' εζήτηξε με +τρόπο να φέρη διόρθωσι, να βουλώση τα στόματα μα ήταν αδύνατο και μια +νυχτιά επήρε τη μάννα του κ' έφυγε για το εξωτερικό, δεν ήπαυσε όμως +να ενεργή από εκεί, με το μέσο εκεινών που τον αγαπούσαν, για να +γυρίση πίσω και αληθινά, ύστερ' από καιρό το εκατώρθωσε. Τα σκάνδαλα +είχανε ξεχασθή, γιατί ο κόσμος λησμονεί εύκολα και οι ίδιοι οι +διώχτες του τον εδέχτηκαν πάλι. Ίσως είχαν ελπίδα πως θα εδιωρθώθηκε. +Μα δε βαριέσαι, μετά καιρό, τα ίδια και πάλι φωνές, ταραχή, καυγάδες, +βρωμόλογα και στο τέλος διώξιμο νύχτα! Η κωμωδία όμως αυτή εφαινότανε +να μην έχη τέλος· τον έδιωχταν και τον έφερναν τον ήθελαν και δεν τον +ήθελαν, οι διάδοχοι του δεν ευχαριστούσαν τον κόσμο και οι φίλοι του +εξόριστου ενεργούσαν και τον ξανάφερναν. Καθώς και τον ξανάφεραν και +αυτή τη φορά, ύστερα από τρία τέσσερα χρόνια. Τώρα όμως και ο παππά +Συνέσιος εφαινότανε ν' άλλαξε. Σκάνδαλα δεν άκουες να γίνουνται. Μόνο +κάτι αστεία έκανε που έκαναν τους περισσότερους να γελούν. Μα σου +έκανε κάτι χώρατα ο αθεόφοβος! Και απ' όλους περισσότερο επείραζε τον +παππά Κύριλλο· τον εύρισκε, πολύ ήμερο, πολύ παλαβό και του έκανε +ό,τ' ήθελε καταιβή εις την πρόστυχη φαντασία του. Αφού μια φορά στην +εκκλησιά, στην πιο ιερή στιγμή που βγαίνουν τα άγια, είχε σκαλώση, με +μια καρφίτζα, το φελόνι του από πίσω και ο καϋμένος ο παππά Κύριλλος, +ανίδεος, ευγήκε στη μέση του ναού με το φελόνι ανασηκωμένο και ο +παππά Συνέσιος εστεκότανε στη θύρα και τον εκαμάρωνε, γνέφοντας δεξιά +και αριστερά για να τον δούνε! Ή άξαφνα, στο δρόμο, εκεί που μιλούσε +με ευγένεια μπροστά σου, με κανένα ξένο, όταν ο ξένος αυτός εγύριζε +να φύγη, τον εμούντζωνε και με τα δυο του χέρια! Αυτή τη φορά όμως +ήταν πιο φρόνιμος και οι καλόγεροι δεν εγογγύζανε φανερά. Μόνο ένας +καλόγερος, ο αδελφός Άνθιμος δεν υπόφερε όχι να τονε βλέπη, ούτε να +τον ακούη πλιο. + +Εξηντάρης, μικρόσωμος, λιγνός, λίγο σκυφτός, με τα μάτια πάντα +πονεμένα ο αδελφός Άνθιμος ήτανε τύπος τίμιου, ίσιου ανθρώπου. Το +μίσος και την περιφρόνησί του στον παππά Συνέσιο την έδειχνε φανερά, +γιατί μόλις άκουε πως έρχεται, εσύναζε τα ρούχα του κ' έφευγε γρήγορα +γρήγορα γι' άλλο Μοναστήρι, σε ξένο τόπο· δεν ήθελε να τον αντικρύση· +πόσα δεν είχε κάμη ο παππά Συνέσιος να τονε δελεάση, να τον γυρίση +στο μέρος του. Γλυκόλογα, δώρα, ξεχωριστές περιποίησες δεν έκαναν +τίποτα. Ο Άνθιμος ήταν άνθρωπος με θέληση, με χαρακτήρα, και σαν είχε +μια ιδέα σταθερή, δεν του εγύριζε κανείς το κεφάλι. Στο γούμενο δεν +είχε καμμιά υπόληψι· ετελείωσε. Ήξερε αυτός τι έκρυβε μέσα του ο +πονηρόπαππας, αδιάφορο πως ήταν γλυκός και ζαχαρένιος. Τη διπροσωπία +ο καλόγερος δεν την υπόφερε σαν τους άλλους και καλλίτερα να λείπη, +παρά να κάθεται να βλέπη αδιάφορος τα ντροπιασμένα του καμώματα. Ψωμί +μαύρο και όσπρια νερόβραστα βρίσκει και αλλού και τον Άνθιμο παντού +τον παρακαλούνε, γιατί ξέρει και τέχνη, είνε παπουτζής, δεν είνε +κηφήνας να κάθεται αργός· είναι άνθρωπος χρήσιμος. Δεν του +χρειάζουνται και πολλά να ζήση και η υπόσχεσες του 'γουμένου δεν τονε +δελεάζουν, ο θεομπαίχτης αυτός ας τρώγη κι' ας παχαίνη μονάχος του. +Βέβαια, ο Θεός δε θέλει να μισούμε ο ένας τον άλλο, μα πάλι πως να +κάθεται να βλέπη τα καμώματα του άθεου; δεν θα ήταν σαν να +εσυμφωνούσε μαζή του; + +Ο Άνθιμος είχε γείνη καλόγερος για να ησυχάση, για ν' αποφύγη κάθε +πειρασμό του κόσμου και τώρα να βλέπη ασχημίες στο Κοινόβιο μέσα και +από ποιόν; από τον πρώτο, από την κεφαλή! Δε θα το υποφέρη αυτό +άνθρωπος που επέταξε τ' αγαθά του κόσμου, για τη θεϊκή γαλήνη, την +ησυχία του ακύμαντου λιμανιού. + +Και αλήθεια είχε τη μικρή του ιστορία ο Άνθιμος. Στον κόσμον τον +έλεγαν Αντώνη. Ήταν από μικρός πεντάρφανος, καλό όμως παιδί και +φιλόπονο, επήγε κοντά σ 'ένα παπουτζή και τόσο καλά εφέρθηκε, οπού σε +λίγα χρόνια έγεινε λαμπρός μάστορης. Τ' αφεντικό του τον αγάπησε πολύ +και για τη δουλειά και για το χαραχτήρα του τον τίμιο. Ήταν πολύ +συμπαθητικό παλληκάρι, τόσο, που και η μοναχοκόρη του μάστορη, μια +πολύ όμορφη κοπέλλα τον εσυμπάθησε πολύ, τουλάχιστο έδιχνε πως τον +συμπαθούσε. Αυτό πολύ εσυγκίνησε τον Αντώνη και καθώς ήταν +ευαίσθητος, μια μέρα που την ηύρε μονάχη, της είπε πως την αγαπά +τόσο, που δε ξέρει, αν γίνεται αγάπη μεγαλείτερη. Η κοπέλλα του +αποκρίθηκε με το ίδιο αίσθημα και ο καϋμένος ο Αντώνης ευρέθηκε μια +στιγμή στους ουρανούς. Και όσο επερνούσαν ημέρες, εμεγάλωνε η αγάπη. . . +Μα πώς να κάμη; Να μιλήση του μαστόρου του ο ίδιος, ή να βάλη +κανέναν άλλονε; Είχε αυτά στο νου του, όταν τ' αφεντικό του τον +έστειλε ν' αγοράση πετζιά και άλλα χρήσιμα του μαγαζιού. Έμεινε ο +Αντώνης στην ξενιτειά ένα μήνα και σαν εγύρισε, ευρήκε τη λατρευτή +του πανδρεμμένη . . . Είχε στεφανωθή, μια βδομάδα πριν, ένα +θαλασσινό. Δεν είπε τίποτα ο φτωχός σε κανένα. Σε μια βραδεία έχυσε +όλα του τα δάκρυα . . . Εκείνη δε θέλησε να την δη, μόνο έγεινε πολύ +μελαγχολικός και ακοινώνητος. . . Αξαφνα μια πρωινή αποχαιρέτισε το +μάστορή του κ' επήγε στο μοναστήρι. Την απλή αυτή ιστορία λίγοι την +ήξευραν. + +Ο αδελφός Άνθιμος εσχετίσθηκε ευθύς με τον παππά Συνέσιο. Είχαν +μακρυνή συγγένεια και επειδή ο απλός, ο απονήρεφτος Άνθιμος δεν τον +εγνώριζε, εφιλιώθηκε μαζί του. Αυτό στην αρχή, οπού ο παππά Συνέσιος +φορούσε προσωπίδα και δεν εφαινότανε ποιος είνε στ' αλήθεια, οπού +εμπορούσε να γελάση εκατό σαν τον Άνθιμο, τον απλό και απονήρεφτο. Σε +λίγο καιρό, κάποιος κάτι είδε και κάτι είπε σιγά σιγά, σκεπαστά +ακόμα, όπου ο Άνθιμος είδησι δεν είχε. Ήταν και άνθρωπος που ήθελε να +ιδή μόνος του, να ψηλαφήση. Απάνω σ' αυτό ήταν άπιστος Θωμάς· εύκολα +δεν πίστευε. Άμα όμως εψηλαφούσε και εγνώριζε και εννοούσε ο ίδιος, +ετελείωσε· εσχημάτιζε την ιδέα του, η οποία αποκρυσταλλώνετο, έμενε +ασάλευτη μέσα του για πάντα. Ο πονηρόπαπας είχε καταλάβη τον +χαραχτήρα του καλόγερου και τον παρατηρούσε και τον επρόσεχε πολύ +στην αρχή, έπειτα κάπως άρχησεν ανοίγεται από λιγάκι κοντά του, για +να ιδή πώς θα του εφαινότανε ο τρόπος του. Ο Άνθιμος όμως δεν έπαιρνε +είδησι από βελόνας κεντήματα· ήθελε χτύπημα δυνατό για να ξυπνήση. +Και το χτύπημα δεν άργησε να του δοθή. + +Πριν όμως προχωρήσωμεν, θέλω να πω ακόμα μερικά για τον καλόγερο προς +συμπλήρωμα του χαρακτήρος του. Θα είταν άδικο να λείψουν αυτά από την +όλην εικόνα, γιατί ζωγραφίζουνε ακόμα καλλίτερα, ακόμα πληρέστερα και +τους δυο· και τον πονηρό Συνέσιο και τον αγαθόν Άνθιμο. + +Στο ισχνό και ολίγο κυρτωμένο σαρκίον του καλόγερου, ήταν μία μεγάλη +ψυχή και μία διαμαντένια, ακλόνητη θέλησι. Ο ήμερος Άνθιμος, οπού +μπορούσε να συγκινηθή και να κλάψη και εις το πλιο μικρό δυστύχημα, +εις το θάνατο πουλιού, ή εις την αρρώστεια κανενός αρνιού, δεν +εσυγχωρούσε το παραμικρό παράπτωμα, όταν εγινότανε για να βλάψη, και +ας ήταν ο πιο δυνατός, ο πιο επίσημος, ο πιο μεγάλος εκείνος που το +έκανε· ημπορούσε να του ειπή, να του το ρίξη κατά πρόσωπον, χωρίς να +φοβηθή καθόλου. Κ' έβλεπες τότε τον ήμερο, τον άκακο Άνθιμο, να +μεταμορφώνεται και να κεραυνοβολά τον πταίστη, όποιος και να ήταν +αυτός. Γράμματα ήξερε λίγα, μα είχε κρίσι ορθή και με τη βοήθειά της +εσκεπτότανε καλλίτερα από πολλούς διαβασμένους· έπειτα είχε την +αρετή, που είνε μεγάλη δύναμις και οπού τον ωδηγούσε. + +Όσο μπορούσε, βοηθούσε τους χωργιανούς με τας συμβουλάς του· και +ήτανε τότε γλυκός, πράος, γιατί ήξερε πως με την υπομονή μόνον θα +ωφελούσε. Το κελλί του το είχε καθαρό, όσο μπορούσε. Είχε το μπάγκο +του και τα σύνεργα της δουλιάς του, σουβλιά και καλαπόδια και όταν +είχε δουλιά, έφτιανε καινούργια, ή εμπάλωνε παλιά παπούτζια και σαν +δεν είχε δουλιά, εδιάβαζε. Ω! αγαπούσε πολύ να διαβάζη κ' έλεγε πως η +καλή ανάγνωσι ανοίγει της ψυχής τα μάτια. Αλήθια είχε μόνον +εκκλησιαστικά βιβλία, (κάτι τραγουδάκια κοσμικά που είχε όταν ήταν +νέος, τα είχε χαρίσει προ πολλού εις κάποιον) και τα εδιάβαζε μ' +ευχαρίστησι, εκείνο όμως το βιβλίο, οπού του άρεσε υπερβολικά, ήταν ο +Μηνιάτης, το βιβλίο δηλαδή του μεγάλου εκείνου εκκλησιαστικού ρήτορα, +οπού ολίγοι, πολλά ολίγοι του μοιάζουν στο χαριτωμένο λόγο και στη +θεία έμπνευσι. Μάλιστα ένα γνωμικό του, μία μεγάλη αλήθεια την είχε +γραμμένη σ' ένα χαρτί και κολλημένη στον τοίχο του κελλιού του και +αυτήν ανάφερε συχνά στους χωρικούς, τους καλούς, τους πιο έξυπνους +και που ήθελαν να τον ακούνε. Λέγει ο Μηνιάτης κάπου. + +«Ο Θεός, ως παντοδύναμος, ό,τι θέλει κάμνει, και δεν είνε καμμία +δύναμις να τον εμποδίση. Ο άνθρωπος, ως ελεύθερος, ό,τι δεν θέλει, +δεν κάμνει, και δεν είνε καμμία δύναμις να τον εμποδίση». + +Πολύ τον εσυγκινούσαν τα λόγια αυτά τον καλόγερο, γιατί, αν και +αισθανότανε πως η ανάγκη, η μεγάλη αυτή δύναμις, υποχρεώνει τον +άνθρωπο να κάμνη καμμιά φορά και ό,τι δεν θέλει, ήξευρε όμως πως ο +ενάρετος και δυνατός αποφεύγει τα περισσότερα άτοπα, σαν θέλη με τα +σωστά του. Και πολλούς χωριανούς εκατώρθωσε, με το γνωμικό αυτό και +με ορμήνιες άλλες να βάλη στον ίσιο δρόμο· ποιον από το κρασί και +ποιον από άλλα χειρότερα· και τον αγαπούσαν πολύ τον καλόγερο όσο +επεριφρονούσαν τον Συνέσιο, οπού από τα λίγα που έβλεπαν εμαντεύανε +πολύ περισσότερα. + +Και ο Άνθιμος τον εμάντευεν και τον υπωπτευότανε τον παππά Συνέσιο, +ήταν όμως με κρίσι άνθρωπος και χωρίς μεγάλα και ψηλαφητά πειστήρια, +δεν ήθελε να ξεσκίση το πράμμα. Ήθελε να μεταχειριστή όλα τα μέσα, να +μάθη πρώτα καλά κ' έπειτα να διή τι έχει να κάμη. Είχε και μίαν +ελπίδα πως ίσως δεν είνε καθώς τόνε λένε· γιατί να βιαστή· αν τόνε +πιάση και τον καταλάβη αδιόρθωτο, τον μουντζώνει και φεύγει. Δεν ήταν +άνθρωπος να υποφέρη μούτρα απαίσια. Μήπως δεν έκαμε τα ίδια του +Δεσπότη; Μια φορά, οπού η αγιωσύνη του ήρθε στο Μοναστήρι και ήθελε +να μάθη αν έχουνε οι αδελφοί παράπονα, ενώ οι λοιποί γέροι, ταπεινοί +και ζαρωμένοι, δεν τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι, ο Άνθιμος εστάθηκε +μπρος του και με ένα θάρρος έκτακτο και με μια ρητορική και μίαν +ευγλωττία οπού την χαρίζει μόνον η αγάπη στην αλήθεια, του εξετύλυξε +ό,τι άσκημο ό,τι ρυπωμένο και κηλιδωμένο έμενε κρυφό από εκείνους που +έχουνε συμφέρο να το σκεπάζουνε. Εθαύμασε ο Δεσπότης με την τόλμη του +καλόγερου· του μίλησε με αγάπη και ευγένεια και του είπε πως γρήγορα +θα φέρη σε όλα διόρθωσι. Πέρασαν δυο χρόνια από τη σκηνή αυτή, χωρίς +να γείνη το παραμικρό καλό και σαν εξαναγύρισε ο Δεσπότης ο Άνθιμος +δεν επήγε να τον δη γιατί δε θα μπορούσε να βασταχτή μπροστά του με +απάθεια. + +Μαζή με τ' άλλα που είχε ο παππά Συνέσιος, στης εκλογές έκανε τον +ψηφοθήρα. + +Ένα πρωί ο Άνθιμος, μετά τη λειτουργιά, επήγε στο κελλί του κ' +εκάθισε στο μπάγκο του, να μπαλώση κάτι παπούτζια του φίλου και +αγαπημένου του, του Σταυράκη του περιβολάρη. + +Είχε κάμη ο Σταυράκης στρατιώτης πολλά χρόνια, ύστερα πήγε στο +Μοναστήρι κ' έγεινε κηπουρός. Εργατικός πολύ και τιμιώτατος, αγάπησε +πολύ τον Άνθιμο και ο Άνθιμος τον αγάπησε· μα ο παππά Συνέσιος δεν +τον αγαπούσε και κάθε λίγο τον εβασάνιζε και τον αδκούσε, με χίλια +δύο. Τα υπόμενε ο καϋμένος ο Σταυράκης και μόνον ήλεγε πότε πότε τα +παράπονά του στον Άνθιμο. + +Εκείνο το πρωί ο Σταυράκης επήγε κ' ευρήκε τον καλόγερο. Ο Άνθιμος +ήταν σκυμμένος στο μπάγκο του, ενώ κοντά του ο αγαπημένος του γάτος, +η μόνη του συντροφιά, συμμαζωμένος, ερουθούνιζε. + + — Καλημέρα, πάτερ Άνθιμε. + + — Καλό στο Σταυράκη· κάθησε. + + — Θα φύω γλήγορα, είπεν ο Σταυράκης, γιατί έχω πότισμα· μόνον ήρθα +κάτι να σου πω για το μαστρογούμενο! + + — Τι είνε πάλι; + + — Μ' έχει να με χαλάση, μπρε παιδί, για τον ψήφο μου. + + — Πώς μαθές; αρώτηξεν ο καλόγηρος. + + — Και καλά να ψηφίσω το κόμμα του καπτά Κοσμά. + + — Και η γνώμη σου εσένα πια είνε; + + — Εγώ ψηφίζω τον καπτά Φιλιππή πάντα, γιατί μούχει καλό καμωμένο. + + — Να μείνης με τη γνώμη σου Σταυράκη, σου λέω γω. + + — Ναι, πάτερ Άνθιμε, μα ο 'γούμενος μούπενε θυμωμένα, πως αν δεν +ψηφίσω τον καπτά Κοσμά, θα με βγάλη απ' τον κήπο. + +Ο Άνθιμος δεν απεκρίθην ευτύς. + + — Και ήρθα είπεν ο Σταυράκης, να σε παρακαλέσω να του μιλήσης. + +Και εθύμωσε κ' ελυπήθηκε ο Άνθιμος για την νέα ατιμία και για την +απονιά του Συνέσιου. + + — Θα του μιλήσω, Σταυράκη, του είπε, μα ό,τι κι' αν αποφασίση, εσύ +δεν πρέπει να τον ακούσης· να κάμης ό,τι σου λε η συνείδησί σου. Κ' +εγώ να σου πω εβαρέθηκα να τον βλέπω. + + — Ο Σταυράκης έφυγε και ο Άνθιμος επήγε και ωμίλησε του Συνέσιου. + + — Γιατί, 'γούμενε, βιάζεις τον Σταυράκη να μην ψηφίση εκείνον που +θέλει; + + — Γιατί είν' ανόητος και πρέπει να ακούη εμένα. + + — Έχει τη συνείδησί του και θ ' ακούη ό,τι του λέει. + + — Εγώ τονε ταΐζω, δεν τονε ταΐζ' η συνείδησί του, είπεν ο Συνέσιος. + + — Όχι, γούμενε, είπεν ο Άνθιμος· τόνε ταΐζει ο κόπος του και τα +χέρια του. + +Ήταν πολύ αυστηρό το πρόσωπο του καλόγερου· ο Συνέσιος το παρετήρησε. + + — Καλά, Άνθιμε, του είπε πιο μαλακά, θα σκεφτώ και θα κάμω. + + — Ύστερα δεν είνε δική μας δουλιά να κάνωμε ψήφοι· είπεν ο Άνθιμος +κ' έφυγε. + +Μετά λίγες μέρες ο Άνθιμος έλαβε και άλλη χτυπιά, την υστερνή. + +Μια βραδειά, το Μαριώ η Μυλωνού είχε τηγανίτες για την εορτή του +αγοριού της και είχε προσκαλεσμένο το 'γούμενο και τον Άνθιμο. Ο +καλόγερος δεν είχε πολλή όρεξι, επήγε όμως για να μην κακοφανή της +γυναίκας. + +Καλεσμένοι πολλοί, χωριανοί, χωριανές, γέροι, νέοι και παιδιά, έκαμαν +ένα γλέντι τρικούβερτο. Τηγανίτες σωρός σε βρενιγάδια μέσα και σε +σκουτέλες, εκοκκινοβολούσαν κ' ετραβούσαν την όρεξι τόσο, που σε +λιγάκι σχεδόν άδειασαν η σκουτέλες και τα τσανάκια. Το ρετσινάτο και +αυτό έτρεχε ρέμμα και η πολλή φλυαρία και τα τραγουδάκια έδειχναν +μετά κάμποση ώρα, πως οι χωρικοί, άντρες και γυναίκες ετίμησαν καλά +το συμπόσιο της κερά Μαριώς. Ο 'γούμενος έτρωγε κ' έπινε εις την +πρώτη γραμμή κ' επαρακινούσε να τρώγη και τον Άνθιμο οπού ήταν +άτολμος και δειλός σ' αυτά τα πράγματα. — Τρώγε, παλαβέ, του έλεγε +κάθε λίγο και τον έκανε να κοκκινίζη με το ύφος του, οπού κάθε στιγμή +εγινότανε πιο αδιάντροπο. Είχε κορώση πιο το ζεύκι, όταν άξαφνα ο +παππά Συνέσιος σηκώνεται, αρπάζει από το χέρι τον Άνθιμο, τον τραβά +κατόπι του και παγαίνει και καθίζει δίπλα σε μια χωριανή, νέα χήρα, +δροσερή και αφράτη· τον καλόγερο τον κάθισε δίπλα του· αυτός ήταν +στενοχωρεμένος, μα δεν ήθελε να το δείξη. Ο 'γούμενος άρχησε την +ομιλία με τη χήρα και στον ίδιο καιρό εκερνούσε και αυτήν και τον +Άνθιμο, χωρίς να λησμονά τον εαυτό του. Οι χωριανοί ετρωγόπιναν +ανάμεσό τους κ' ετραγουδούσαν χωρίς να δίνουν προσοχή στο 'γούμενο με +την παρέα του. Ο παππά Συνέσιος όσο περνούσε η ώρα εγινότανε πιο +εύθυμος και μια φορά οπού ο Άνθιμος δεν τον άκουσε και δεν ήθελε να +πιή, ο 'γούμενος του λέγει — Πιε παλαβέ, πιε, ανόητο πράμμα· και στον +ίδιο καιρό του δίνει μία τσιμπιά από πίσω οπού ο καλόγερος ετινάχτηκε +από τον πόνο και πριν καλοέλθη στον εαυτό του, άλλη τσιμπιά ο +γούμενος της χήρας, η οποία επετάχθη με γέλοια ενώ επροσπαθούσε να +μην τους καταλάβη κανείς. Ο Καλόγερος τα έχασε — «Μεθυσμένος είνε,» +εμουρμούρισε. Κ' εγυρευε ευκαιρία να τραβηχτή σιγά σιγά, χωρίς να +τονε καταλάβουνε. Σε λιγάκι ο 'γουμενος άρχησε κουβέντα τρυφερή με +την γειτόνισσά του και αρκετά δυνατά για ν' ακούση ο Άνθιμος· είχε +πολύ ζεσταθή φαίνεται, είχε πάρη πολύ θάρρος και δεν τον έμελε. Αυτή +τη φορά ο καλόγερος αγρίεψε. Είδε με τα μάτια του, ήκουσε με τ' αυτιά +του, εψηλάφησε, σαν το Θωμά «έβαλε τον δάκτυλον εις τον τύπον των +ήλων». Τίποτε άλλο δεν του εχρειαζότανε για να σχηματίση γνώμη· ο +ψευτόπαππας του εφανερώθηκε τώρα γυμνός, με όλες της ασχημίες του. +Στο μεθύσι του μέσα, του έδειξε τώρα ολοφάνερα, χωρίς στενοχώρια, +όλες της ψυχής τούτης αηδέστατες κηλίδες . . Κάτω η προσωπίδα τώρα· +ολοφάνερος, ολόγυμνος ο παππά Συνέσιος. + +Και ο καλόγερος, ο απλός, ο άδολος, ο απονήρεφτος εθύμωσε τώρα· +εθύμωσε στα γερά, εκοκκίνησε, ο αθώος αυτός, για του χαμένου +ανθρώπου, για του ανίερου παππά τη διαγωγή! Ετραβήχτηκε σιγά σιγά από +την συντροφιά και μέσα στης νύχτας το σκοτάδι έγεινε άφαντος. + +Το πρωί ο καλόγερος δεν ήτανε στο Μοναστήρι· επήρε το φτωχικό του +δέμα κ' έφυγε· έφυγε γρήγορα, γρήγορα, να μην τον ιδούν, σαν να τον +έδιωχταν! Δεν ήθελε ν' αντικρύση πλιο το μασκαρένιο πρόσωπο του +υποκριτή. Έλειψε κάμποσο καιρό κ' εφανερώθηκε μόνο, όταν έδιωξαν τον +παππά Συνέσιο, για να ξαναφύγη, σαν εγύρισε πάλι ο ψευτόπαππας, +σταλμένος από τον Δεσπότη. Το παιχνίδι αυτό έγεινε δυο τρεις φορές· +ήρχετο ο ένας, έφευγε ο άλλος. Έκαμε κάθε τρόπο ο 'γούμενος να τον +ξαναφέρη στα νερά του, είχε όμως να κάμη με χαραχτήρα διαμαντένιο, +αλύγιστο και η πονηριές του σαν νερό, έσπαναν κ' εσκορπιόνταν +ανίσχυρες απάνω στον ακλόνητο βράχο της αρετής του καλόγερου. + +Και τώρα ο καλόγερος δε βρίσκεται στο Μοναστήρι και όλοι θυμούνται +τον χαραχτήρα και τα λόγια του, χωρίς κανένας να έχη το θάρρος να +τονε μιμηθή. Όλοι θυμούνται την αρετή του καλόγερου, που δεν υπόφερε +τη παραμικρή διπροσωπία. + +Τώρα ετοιμάζεται νέο δράμα από τον παππά Συνέσιο! θέλει να χαλάση +καμωμένο αρρεβώνα και να παντρέψη την κουμπάρα του. Εβάλθηκε με τα +όλα του και βοηθοί του είνε ο παππά Κρητικός και ο Γιάννης ο Σερέτης, +δυο άξια υποκείμενα. + +Και ο πατέρας όμως της αρρεβωνιασμένης κοπέλλας είνε άνθρωπος με +χαραχτήρα, με δύναμι, με θέλησι· έχει φίλο και τον Δήμαρχο και είνε +άγνωστο τι θαγενή. + + + +ΚΕΦ. Δ'. + + + +ΤΑ ΧΟΙΡΟΣΦΑΓΙΑ + +Δύο μεγαλόσωμα, μελιτόχρωμα, ωμορφοκαμωμένα βώδια, ήταν ζεμμένα στο +αλέτρι του γέρω Μήτρου. Βροχούλα ψιλή είχε πέση τη νύχτα και ο γέρος +αποφάσισε να οργώση. Μικρόσωμος, κυρτωμένος λίγο, μα στιβαρός σα +στομωμένο σίδερο, με ανοιχτά τα δασύτριχα, πλατειά του στήθια, +ακουμπούσε στο αλέτρι απάνω το ζερβό του το χέρι για να διευθύνη το +υννί και με το δεξί κρατώντας τη βουκέντρα, εκεντούσε τα ζα τα +πολυδύναμα, οπού υπομονετικά και υπάκοα, ετέντωναν τον σκληρόσαρκο, +πλατύτατο λαιμό τους κ' επροχωρούσαν με το βαρύ τους πάτημα. Το +σίδερο έσκιζε με κόπο το λεπτόγαιο χωράφι, που αντιστέκετο όσο +μπορούσε, λες και δεν ήθελε ν' ανοίξη τα σπλάγχνα του στο κρύο, το +σκληρό, το άπονο σίδερο. Και ο γέρω Μήτρος ολοένα εκεντούσε, +ομιλώντας πότε πότε με τα χτηνά του στη γλώσσα που τα συνείθισεν ν' +ακούνε και το αυλάκι σιγά σιγά εμάκραινε και ο ήλιος ανέβαινε κ' +εφλογοβολούσε κ' έψηνε το χώμα, ενώ μικροπούλια του κάμπου +ποικιλόχρωμα, χαριτωμένα, καθισμένα στους θάμνους και στα χαμόκλαδα ή +και στο νωποανασκαμένο χώμα, πίσω από το αλέτρι, εύθυμα, άφοβα, +ωρμούσαν πότε πότε, σαν σαΐτες, ψηλά σ' ένα διάστημα, αφίνοντας και +καμμιά χαροπή φωνούλα, άρπαζαν σ' τον αέρα κανένα έντομο και +κατέβαιναν πάλι στα χαμόκλαδά τους, ή και εκυνηγούσε το ένα τ' άλλο, +χωρίς καθόλου να φοβούνται τα βώδια και το γέρω Μήτρο, συντρόφους +τους συνειθισμένους. + +Μια στιγμή εστάθηκε ο γέρω Μήτρος ν' ανασάνη, όπου βλέπει κάποιον να +έρχεται. Ήταν ο Κεριάκος ο αραβωνιαστικός της κόρης του Κοντοπάνη και +μικρανεψιός του γέρου Μήτρου. + + — Ώρα καλή, μπάρμπα, είπεν ο Κεριάκος, σαν ήρθε κοντά στο γέρο. + + — Καλό στον Κεριάκο! + + — Καλώς τα κάνετε! + + — Νάσαι καλά! + + — Δεν είνε πρώιμα για ζευγάρι, μπάρμπα; + + — Εζήλεψα την ψυχάλα την ψεσινή κ' εστοχάστηκα σήμερα να βάλω χέρι, +γιατί ετούτος ο πάσπαρος έχει να με χαλάση, βρε παιδί· μοναχή πέτρα +το αθεόφοβο! + + — Και ο Γιάννης που είνε; (ο Γιάννης ήτανε γυιός του γέρου Μήτρου). + + — Επήε με αγώι στη χώρα. Και κάτι ως εδώ; + + — Δεν ειξέρω κ' εγώ ήντα κάνω, μπάρμπα. Είμαι ζαλισμένος κ' επήρα +δρόμο. + + — Πώς μαθές; + + — Για τη δουλειά που ξέρεις. Ο 'γούμενος δε μ' αφίν' ήσυχο· ο +Κοντοπάνης πάλι τα δικά του και μην αρωτάς. + + — Εσύ φταις, Κεριάκο· κανένας άλλος, + + — Μα σα δε σ' αφίνουνε ήσυχο. + + — Ο φρόνιμος άθρωπος κάνει μιαν απόφασι, την καλλίτερη και ησυχάζει· +σου τόπα κι' άλλη φορά! Ήδωκες το λόγο σου; βάσταξέ τονε· ευτά ξέρω +γω. + +Και εσήκωσε τη βουκέντρα και έβαλε το ζερβό του χέρι στο αλέτρι +απάνω. + + — Καλό βράδυ, μπάρμπα, είπεν ο Κεριάκος και αργοπατώντας, +απομακρύνθηκε. + + — Ανεμόμυλε! του ετίναξεν από πίσω ο γέρος και εξακολούθησε τ' +όργωμα. + +Σε μεγάλη συλλογή και σε φοβερή στενοχώρια βρίσκεται ο νέος Κεριάκος, +ο γαμπρός, οπού τον θέλουνε, ο παππά Συνέσιος για την κουμπάρα του +και ο χωριανός Κοντοπάνης· είναι βαρύς γαμπρός και καλός δουλευτής, +τα καλά όμως αυτά του βγαίνουν από τη μύτη, γιατί δεν τον αφίνουν +ήσυχο. Για να πούμε την αλήθεια, όλα τα φταίει ο χαραχτήρας του ο +αδύνατος, ο νερουλιασμένος που τονε κάνει να παραδέρνη εδώ κ' εκεί, +πότε δεξιά, πότε ζερβά, σαν ατιμόνευτο καράβι, σαν ανεμόμυλος, που +είπεν ο γέρω-Μήτρος χωρίς να ξέρη τι πρέπει να κάμη. Σήμερα τούτο, +αύριο εκείνο, σε όλες του της δουλειές ήτανε τέτοιος, αναποφάσιστος +και τα καλά που είχε επήγαιναν σχεδόν χαμένα, γιατί τα εσκέπαζε το +μεγάλο αυτό ελάττωμα. + +Και εις την τωρινή περίστασι, την πιο δύσκολη απ' όλες, τα έχει +χαμένα. Ο Κοντοπάνης, ύστερ' από πολύ κόπο, έφτασε και τον +αρρεβώνιασε με την κόρη του· από το άλλο όμως μέρος του ερρίχτηκε ο +παππά Συνέσιος για την κουμπαρούλα του, την κόρη του Μαρούπα· του +εμπήκε με τα όλα του και τον έχει στα δυο στενά να τονε παντρέψη. +Θέλει αυτή τη δουλιά να τηνε κερδήση χωρίς άλλο και για τη φιλοτιμία +του — καθώς λέει — και για να μπη στη μύτη του εχθρού του τού +Κοντοπάνη, οπού τον εκατάτρεξε περισσότερο από κάθε άλλονε. Με όλη +του όμως την τέχνη, βλέπει τον γαμπρό να παραδέρνη σαν το νερό, στα +ενάντια ρεύματα, και αποφασίζει να βάλη εις ενέργεια τα μεγάλα μέσα, +ό,τι τέχνασμα και κατεργαριά του έλθη στο νου. Από το άλλο μέρος ο +γέρω Κοντοπάνης τα μυρίσθη και αγρίεψε. Την κόρη του την έχει +αρρεβωνιασμένη και πήρε τα μέτρα του για να μη ρεζιλευτή. Εγνώριζε +πως ο παππά Συνέσιος ωμιλούσε συχνά με τον παππά Κρητικό, έναν +κατεργαρόπαππα της χώρας, που έχωνε τη μύτη του, σαν την όρνιθα, εις +πολλώ λογιώνε σκύβαλα και που εδιάβαζε τη Σολωμονική στης ανόητες +γυναίκες και ήταν πολύ ανήσυχος, τόσο περισσότερο, οπού ο γαμπρός ο +ευκολολύγιστος, όλο ανάβαλλε την ημέρα του γάμου. Η αρρεβωνιστική του +η Αννέζα είχε και αυτή μεγάλο πείσμα και πολλές φορές τον εξέβρισε, +χωρατά κι' αλήθεια, ονομάζοντάς τονε άστατο ανεμόμυλο, ενώ εκείνος +εγελούσε, λέγοντάς της να μένη ήσυχη. + +Ως τόσο εγίνηκε γνωστό πως εις του γέρω Μαρούπα το χωριό, θα είνε +χοιροσφάγια, το βράδυ της Κεριακής που ερχότανε. Τα χοιροσφάγια είνε +μεγάλο πανηγύρι στους χωριανούς· εκεί συνάζουνται γείτονοι και φίλοι +και γίνεται ατελείωτο φαγοπότι. Αυτή τη φορά ο Κοντοπάνης είχε αφορμή +μεγάλη να είνε ανήσυχος· εφοβότανε πως τα χοιροσφάγι' αυτά γίνουντ' +επίτηδες για να σκεπαστούν εκείνα που ο γέρω Μαρούπας δε θέλει να +φανούνε και για να μιλήσωμε πιο καθαρά, υποψιάστηκε πως τη βραδειά +εκείνη μπορεί να έχανε το γαμπρό. + +Και ετοιμάστηκε για τη μεγάλη μάχη. Επήρε τα μέτρα του όλα, για να +ματαιώση, με κάθε τρόπο, την κακή, την άνομη πράξι που υποπτευότανε. + +Και για να βεβαιωθή καλλίτερα πως η υποψίες του είνε βάσιμες, +επαραμόνεψε στο δρόμο οπού φέρνει στο σπίτι του Μαρούπα, και σαν +άρχισε να σκοτεινιάζη, είδε, σ' ένα μουλάρι απάνω, τον παππά Κρητικό, +μ' ένα παιδί στα καπούλια, να τραβά κατά το χωριό. + +Συγχισμένος και με απόφαση όμως, ήτρεξε στο σπίτι του που τον +περίμεναν οι φίλοι του. Το γαμπρό τον είχε χαμένο κάμποσες ημέρες +τώρα και ήταν πολύ θυμωμένος. + +Ωστόσο έξω από το σπίτι του γέρω Μαρούπα ήτανε πανηγύρι. Καμμιά +εικοσαριά χωριανοί, άντρες και γυναίκες, εωρτάζανε τα περίφημα +χοιροσφάγια, οπού τα περιμένουνε με πολλή ανυπομονησία οι φαγάδες. Το +αληθινό αυτό της κοιλιάς πανηγύρι, το θρίαμβο αυτό των θεοκοίληδων το +έχουνε οι χωριανοί όλο το φθινόπωρο, πότε στο ένα σπίτι, πότε στο +άλλο έως το τέλος. Κακοστομαχιά δε ξέρουν τι θα πη οι σιδερένοι +άνθρωποι αυτοί και στο τέλος του γλεντιού, σαν να είνε στην αρχή του. + +Ο γέρω Μαρούπας εφρόντισε· να γλεντίσουν καλά οι φίλοι του. Αυτοί +κάθονται άλλοι κατάχαμα, άλλοι σε πέτρες ή σε χοντρόσκαμνα, συντροφιές +συντροφιές, τριγύρω σε χαμηλούς ταβλάδες έτοιμοι να τιμήσουνε το +πλουσιοπάροχο δείπνο. Στα πρόχειρα τραπέζια πάνω ήβλεπες +μαχαιροπήρουνα γερά και σπασμένα, μικρά και μεγάλα, και φλιτζάνια +καθένα με το χρώμα του και πιάτα βαθειά και απλωτά, καλά και πρόστυχα +και μερικά μισοσπασμένα, όλ' ανάκατα βαλμένα εδώ κ' εκεί με αμέλεια, +χωρίς καμμιά τάξι, γιατί εκείνο που δουλεύει στους χωριανούς, είνε η +παλάμη και τα δάχτυλα. Το χοίρο, ζώο σιτευτό και μεγάλο, μετά το +σταύρωμα, το σφάξιμο δηλαδή, τον καψάλιασαν, τον έπλυναν, τον έξυσαν +και τον κρέμασαν σ' ένα πρόχειρο ξύλινο τρίποδο με το κεφάλι κάτω. +Τον είχαν κάμη άσπρο σαν αυγό και μόνο η μύτη του εμαύριζε, μ' ένα +κορδόνι στην άκρη από αίμα πηχτό, σαν σκωλαρήκι, το υστερνό του αίμα. + +Ύστερα 'δούλεψε το μαχαίρι μέσα κι' όξω και τα κομμάτια τάδωκαν στης +γυναίκες. Αυτές ανάψανε φωτιά με κληματόβεργες και φρύγανα, έστησαν +τρία τέσσερα τηγάνια κι' άρχησαν να τηγανίζουν τα σύσερα, τα ορεχτικά +του χοίρου, κομματάκια από τα εντόσθια, παραγεμισμένα με λίπος και +σηκότια και μικρά κομμάτια λαρδί· το μαχαίρι έκοφτε, η φωτιά εδούλευε +και τα πεινασμένα και ανυπόμονα στομάχια ήταν έτοιμα. Και πολύ σωστά· +το ερεθιστικό τσιτσίρισμα των τηγανιών από το ένα μέρος και από το +άλλο η μυρωδιά που εχυνότανε γύρω, δυνατή και γαργαλιστική καθώς και +τα πολλά μπουκάλια του ρετσινάτου, έδιναν μεγάλη ευθυμία στους +χωριανούς, οπού καθισμένοι, από τρεις τέσσερες, δεν έβλέπανε την ώρα +να ριχτούνε στο θησαυρό αυτό και να του δώσουν να καταλάβη. + +Όλ' αυτά επαρουσίαζαν μίαν εικόνα αρκετά φανταστική. Η χλωμή λάμψι +που ανάδιναν τα κληματοφρύγανα, με το λυπητερό τους, σαν παράπονο, +τριζοκόπημα στη φλογισμένη αγκαλιά του φοβερού στοιχείου, ήταν σε +μιαν άκρη αντίθεσι, με τον βαθυγάλαζο, τον ατελείωτο ουράνιο θόλο με +τ' αμέτρητα, τα διαμαντένια του άστρα, που με το εξαίσιο, +τρεμουλιαστό λαμποκόπημά τους, έχυναν την άσβεστη φεγγοβολή τους στο +χωρικό δείπνο. Ελαμπύριζαν οι αιώνιοι φανοί, σαν να περιγελούσαν την +άρρωστη, τη θαμπερή ανθρώπινη φωτίτσα, οπού, για μια στιγμή, έρριχνε +με ορμή τη φλόγα της πολύγλωσση, για να γενή, σε λίγη ώρα, στάχτη και +καπνός. + + + +Ο νοικοκύρης, ασπρομάλης μα γερός ακόμα, με τη γιορτερή του φορεσιά, +σαλβάρια, μάλλινη καινούρια ζώνη, άσπρες κάλτζες, παπούτζια +πρωτόβαλτα και κόκκινο σκούφο, επαράστεκε στο δείπνο για να +ευχαριστήση τον κόσμο του. Εφαινότανε γελαστός και χαρούμενος, αν +όμως κανένας επρόσεχε θα εδιάκρινε κάποια ανησυχία στα κινήματα και +περισσότερο στα μάτια του τα κατάμαυρα που, κάτω από τα πυκνά του +φρύδια, εβυθιζόντανε, πότε πότε, στη σκοτεινιά μέσα, σαν να τηνε +διαπεράσουν. + +Οι χωρικοί επέσανε στα φαγιά με λύσσα, χωρίς όμως ν' αφήκουν και την +κουβέντα. Μερικοί μιλούσαν για της δουλιές τους μεγαλόφωνα, άλλοι +σιγά ελέγανε τι ετοιμαζότανε στο σπίτι μέσα. + +Και αληθινά κάτι τι πολύ τολμηρό ετοιμαζότανε στο σπίτι. Αυτό, +ανοιχτό στην αρχή, έπειτα εκλείσθηκε και σαν να μην έδινε σημείο πως +ήταν μέσα του ζωή. Κλειστά τα πορτοπαράθυρα, και μόνο από της +χαραμάδες εφαινότανε φως. Ο γέρω Μαρούπας, ζωηρός επήγαινε από την +μίαν άκρη της συντροφιάς στην άλλη κ' έκανε ταραχή για δέκα· εμιλούσ' +εγελούσ' εφώναζε, θαρρείς το έκαν' επίτηδες· και η συντροφιά όμως δεν +επήγαινε παρακάτω και ήταν ένα πανδαιμόνιο από φωνές, γέλοια, +τραγούδια και σφυριματιές. Έκανε ταραχή ο γέρω νοικοκύρης, μα είχε +και το νου του· πότε πότε έστηνε το γυμνασμένο αυτί του ν' ακούση +κανένα μακρυνό κρότο ή εβύθιζε το βλέμμα του στο σκότος μέσα για να +διακρίνη. Και για κάμποση ώρα ήταν ήσυχος. Ησυχία μεγάλη εκρατούσε +στον κάμπο, όσο μπορούσε ν' ακούση τ' αυτί. Οι χωριανοί όλοι είχαν το +νου τους στο φαγοπότι και στο ζεύκι τους και θαρρείς δεν τους έμελε +για τίποτ' άλλο· σαν να μην ήξεραν τι ετοιμαζότανε στο σπίτι. Ένας +μονάχα, παλληκάρι είκοσι χρονώ δεν ήθελε να ησυχάση και όσο έπινε +τόσο περισσότερο αγρίευε. Είχε μυριστή τα πράγματα κ' έδειχνε +μεγαλόφωνα τη δυσαρέσκεια του και το θυμό του. Οι σύντροφοι του με +κολακίες και γλυκόλογα ζητούσανε να τον κρατούν ήσυχο. + + — Τα σκοτεινά πράμματα δε μ' αρέσουν εμένα· αν είνε γάμος θέλω κ' +εγώ να ξέρω· εφώναζε δυνατά. + +Και εζήτηξε να σηκωθή, μα δυο σύντροφοι, ο ένας δεξιά κι' ο άλλος +ζερβά, τον βαστάξανε. + + — Μην κάνης σαν παιδί, καϋμένε Στέφανε· ήντα σε κόφτει; ας κάμουν +ό,τι θένε μέσα· βάλε να πιούμε. + +Και του εγέμισε το ποτήρι του. + + — Όχι, εφώναξε με μανία ο Στέφανος. Τα σκοτεινά δε μ' αρέσουνε· το +σπίτι πρέπει ν' ανοίξη. + +Και με όλη του τη δύναμι πέφτει απάνω στον ένα σύντροφο, τον ρίχτει +κάτω, αναποδογυρίζει το σοφρά με τα φαγιά και τα κρασιά και κινά, +τρικλίζοντας, κατά το μέρος που ήταν οι γυναίκες. Ο γέρω Μαρούπας +τρέχει τότε και τον αρπάζει από τη μέση και με πολλά παρακάλια και +μάτια μου και φως μου, τον ησυχάζει λίγο. + + — Καλά, γέρω Μαρούπα, για το χατήρι σου, μα σα γίνεται γάμος, θέλω +ν' ακούσω τραούδι. + +Ο Μαρούπας είπε στης γυναίκες να τραγουδήσουνε, εκάθισε κοντά τους +τον ανήσυχο Στέφανο και σε λίγο, στη σιωπή της νυχτιάς αντήχησε ένα +οξύ και μακρότατο μονόφωνο. + +«Ένα τραούδι θενά πω απάνω στο λεμόνι. + +«Να ζήσ' η νύφη κι' ο γαμπρός κ' η συντροφιά μας όλη. + +«Ένα τραούδι θενά πω απάνω στο κεράσι. + +«Να ζήσ' η νύφη κι' ο γαμπρός και να καλογεράση. + +Ο Στέφανος, μεθυσμένος, ξαπλώθηκε κατά γης και απολάμβανε. + +Άξαφνα ο γέρω Μαρούπας ανησύχυσε· του εφάνηκε ν' άκουσε κάτι σαν +πάτημα· έτρεξε στην άκρη του χωραφιού. Έστησε τ' αυτί του κ' +εδιάκρινε τώρα ποδοβολητά να πλησιάζανε ολοένα· και σαν να ήταν +κάμποσα. Ανησύχησε φοβερά έτρεξε στο σπίτι, εβρόντησε κ' ευθύς η +πόρτα ανοίχτηκε, εμπήκε μέσα και την εκλείδωσε. + +Ας δούμε ως τόσο τι εγινότανε μέσα. + +Το σπίτι ήταν χωρισμένο σε δύο μεγάλες κάμαρες, με νωποασβεστωμένο το +χωματένιο τους πάτωμα. Εις την κάμαρα του βάθους, σε καθήκλες +παλαιές, ψηλές, από μαύρο σκαλιστό ξύλο, αγορασμένες από κανένα +ξεπεσμένο αρχοντόσπιτο, κάθουνται η κόρη του Μαρούπα με τα νυφικά +της, πράσινο μεταξωτό φαυστάνι, βραχιόλια παλαιά μαλαματένια, +σκουλαρίκια κουκουναριές από μαργαριτάρι και στα χέρια δύο τρία +δαχτυλίδια μονόπετρα· η μάννα της, γρηά μικροκάμωτη και στεγνή, με +μάλλινο καινούριο φουστάνι, με μαντήλι κλαδωτό στο λαιμό και όμοιο +μαύρο μεταξωτό στο κεφάλι. Ο Γιάννης ο Σερέτης φρεσκοξυρισμένος, +χτενισμένος, με τη φορεσιά του την καινούρια, που την έβανε μόνο στης +επίσημες ημέρες, με μαύρο μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό, ναυτικά δεμένο +και με το καλό του φέσι με το ανοιχτόχρωμο, μπιμπιλωμένο μαντήλι +περίγυρα και η γνωστή μας χήρα, η παχουλή και αφράτη, η συδέκνισσα +του παππά Συνέσιου με την πιο καλή της φορεσιά. + +Στην νοτεινή γωνιά της κάμαρας είνε το νυφικό, απλό ξύλινο κρεββάτι, +νωποστρωμένο, κάτασπρο, καθαρώτατο, με πολύχρωμο μεταξωτό γαλάζιο +πάπλωμα, δύο μεγάλα μαξιλάρια χιονάτα με πλατιές δαντέλες στης άκρες, +και με κουρτίνες και τουρναλέτο, απλά όλα μα κάτασπρα. Το έστρωσε, +λίγο προτήτερα, ο Σερέτης και τώρα κάθεται αντίκρυ του και το +καμαρώνει. + +Εις τη μέση της κάμαρας, απάνω σε τραπέζι, στρωμένο με άσπρο +τραπεζομάντηλο, είνε τα στέφανα, καμωμέν' από κληματόβεργες και +τυλιγμένα με ασπρογάλαζες κορδέλες, δύο λαμπάδες και το ευαγγέλιο. + +Τα πρόσωπ' αυτά μιλούσαν ανάμεσό τους, μα με φωνή χαμηλή, ίσως για να +μη συγχίζουν' εκείνους που είνε στην πρώτη κάμαρα. + +Εδώ κάθουνται ο παππά Συνέσιος, ο παππά Κρητικός και ο Κεριάκος, ο +υποψήφιος γαμπρός. Κάθουνται σ' ένα τραπέζι γύρω, φορτωμένο από φαγιά +και πιοτά. Η ομιλία τους είνε πολύ σοβαρή. + + — Εκείνα που σου λέου, Κεριάκο, είνε τα καλά και τ' άγια· στην υγειά +σου. + + — Για να ης, γούμενε, + + — Το λόγο σου τον έχω τόσον καιρό τώρα και δεν ακούω πλιο πρόφασες. + + — Ναι, μα το λόγο μου τον ήδωκα πρώτα του Κοντοπάνη. + + — Δε βαριέσαι, είπεν ο 'γούμενος και στον ίδιο καιρό εγέμισε το +ποτήρι του γαμπρού, οπού το εκατεβάσε με μιας. — Εγώ σε λυώ από το +λόγο σου· πας και τους ήφαες τίποτα; + + — Δε σου λέου, είπεν ο Κεριάκος με τραυλή φωνή από το ποτό, μα . . . + + — Δεν έχει μα και ξεμά· όλα είν' έτοιμα, θα πάμε μέσα να +ξεμπερδεύωμε, να ησυχάσης και συ. Το Φλουρώ έχει καλλίτερα πράματ' +από την Ανέζα κ' εγώ πάλι ό,τι καλό μπορώ θα σου κάμω. + +Και τον εκέρασε πάλι· στο κέρασμα έλαβε μέρος και ο παππά Κρητικός, ο +οποίος και είπε πολλά του Κεμιάκου, κερνώντας τον λίγο λίγο. Αυτός ο +καϋμένος είχε δεν είχ' εμέθυσε και μια στιγμή ήδωκε το λόγο του. + + — Δε θέλω να ξέρω τίποτε πλια· εξεμπέρδεψε· το Φλουρώ θα πάρω και δε +δουλειώ κανεί. . . + +Σαν ήκουσαν αυτό ο 'γούμενος και ο παππά Κρητικός, επήραν και οι δυο +τον Κεριάκο από της μασχάλαις και τον πήγαν στην άλλη κάμαρα. Ο +'γούμενος ήγνεψε του Σερέτη κι' αυτός εσηκώθη, επήρε τον γαμπρό, που +ετρίκλιζε, και τον έβαλε στη μέση. Η νύφη έτοιμη εστάθηκε δίπλα του· +ο Κεριάκος σαν την είδε, της έπιασε το χέρι και της είπε με φωνή +μεθυσμένου και μ' ένα κουτοχαμόγελο. + + — Όποιος θέλει τώρα, ας έρθη να σε παρ' απ' το χέρι μου. + +Ως τόσ' ο παππά Κρητικός εντύθηκε γρήγορα γρήγορα, έκαμε νόημα του +Σερέτη να βαστά τον γαμπρό από πίσω, επλησίασε το τραπέζι που ήταν το +βαγγέλιο, άναψε της λαμπάδες κ' έδωκε μια του παππά Συνέσιου και μια +του Σερέτη και άρχησε το διάβασμα. Η νοικοκυρά εστεκότανε δίπλα στην +κόρη της κ' εσταυροκοπιότανε αδιάκοπα. + +Μόλις όμως ο παππάς εδιάβασε της πρώταις ευχές, οπού εχτύπησαν δυνατά +την πόρτα. Η γρηά έτρεξε, άνοιξε κ' εμπήκε μέσα ο άνδρας της, οπού +αφού εκλείδωσε, τους είπε να κάμουν γρήγορα, γιατί εφοβότανε πως +κάποιος ερχότανε, όχι με καλό σκοπό. Τον είχε κυριευμέν' ο φόβος. . . + +Όξω εξακολουθούσε το ζεύκι και μέσα ο παππάς επροχωρούσε στο +διάβασμα. Είχε κοντοτελειώσει της ευχές του αρραβώνα όταν ακούσθηκε +χτύπημα στην πόρτα σαν βροντή και κατόπι άλλο και άλλο και μια φωνή +«εν ονόματι του νόμου.» + +Με φόβο και τρόμο εκύτταξε ο ένας τον άλλονε, όταν ο παππάς Συνέσιος +επλησίασε την πόρτα και την άνοιξε. + +Ευθύς εμπήκαν με ορμή πρώτος ο δήμαρχος της χώρας, ο ειρηνοδίκης +δεύτερος, ύστερα ο γέρω Κοντοπάνης και δύο άλλοι χωραΐτες, εμπήκαν +ίσια στην κάμαρα μέσα. + +Η ανέλπιστη και ορμητική εισβολή αυτή έκαμαν τους ανθρώπους του +σπιτιού να τα χάσουν· ο ένοχος είνε φοβισμένος πάντα. Η νύφη εζάρωσε +στη γωνιά, ο γαμπρός, σαν είδε τον Κοντοπάνη, έπεσε απάνω σε μια +καρέγκλα κ' έρριξε το κεφάλι κάτω. Ο παππά Συνέσιος επροχώρησε για να +μιλήση, μα τον αποπήρε ο δήμαρχος με δυνατή φωνή. + + — Τι τέχνες είν' αυτές που κάνετε; + + — Δεν είνε τέχνες, είπεν ο γούμενος· είνε γάμος! + + — Θα το ιδούμε τώρα. + +Ο παππά Κρητικός εζήτηξε να γλυστρήση να φύγη, μα του έφραξε το δρόμο +ο ειρηνοδίκης — Στάσου, παππά, να μάθωμε την αλήθεια, είπε. + +Τότ' επροχώρησε ο γέρω Μουρούπας. + + — Κύριε δήμαρχε, είπε, δεν καταλαβαίνω τι θέτε να κάμετε; πώς μαθές, +ληστάδες είμεστα, ή φονιάδες; Δεν έχω μαθές δικαίωμα να παντρέψω τη +θυατέρα μου; Στα τίμια πράματα δεν έχω κανεί ανάγκη! + +Και τα λεγε αυτά θυμωμένος, με πολλή αγανάχτησι. + + — Ίσια ίσια γέρω Μαρούπα, που δεν είνε τα πράματα τίμια! Είπεν ο +δήμαρχος· ο Κεριάκος είν' αρρεβωνιασμένος καιρό τώρα, με την κόρη του +Κοντοπάνη κ' εσείς τον επήρατε, τον εμεθύσετε για να τονε παντρέψετε +με το ζόρι! + + — Ψώματα! εφώναξε ο Μαρούπας. + + — Πιο ήσυχα, γέρω, είπε τότε ο ειρηνοδίκης· η αλήθεια θα φανή ευθύς +και καθένας θα βρη το δίκηο του. + +Και επλησίασε τον γαμπρό. + + — Σήκω απάνω, Κεριάκο! του είπε, ο γαμπρός εσηκώθη με δυσκολία· ήταν +ελεεινός από το μεθύσι· πριν όμως προφτάση να τον ρωτήξη η αρχή, τον +επλησίασεν ο Κοντοπάνης. + + — Μπρε Κεριάκο, του λέει δυνατά και θυμωμένα. Εσεδά κάνουνε οι +τίμιοι άνθρωποι; Αρρεβωνιαζόνται και ύστερα πέρνουνε άλλες; + + — Μα το θεό, ετραύλισεν ο Κεριάκος· δεν ηξέρω τίβοτα. Μ' εμεθύσανε +. . . τάχασα . . . ξέρω γω ίντα κάνουνε; Να ο 'γούμενος, μα το θεό εγώ +δεν ειξέρω, δε φταίω, εγώ δεν ήθελα . . . εγώ . . . + +Και κάμνοντας για να φύγη, ξαπλώνεται μακρός πλατύς στο πάτωμα. + +Ο Δήμαρχος εστράφηκε τότε στο 'γούμενο και του έκαμε παρατήρησες και +παράπονα. Αυτός τα ήκουσε με μεγάλη απάθεια, είπε πως δε φταίει +καθόλου κ' επρόσθεσε δείχνοντας τον γαμπρό που τον είχανε σηκώση. +— Όποιος ανακατεύεται με τα πίτερα, τον τρώνε η όρνιθες. Ο Μαρούπας +εφώναζε κι' αυτός πως δεν είνε πράματ' αυτά να μπένουνε με το ζόρι +στα σπίτια και να μποδίζουνε τσοι γάμοι. Τότε η Αρχή εθύμωσε κ' +εμάλωσε δυνατά το γέρο Μαρούπα πως εζήτηξε με το ζόρι να στεφανώση +τον Κεριάκο, καθώς και ο ίδιος τ' ωμολόγησε, έκαμαν ένα πραχτικό που +το υπόγραψαν και μάρτυρες κ' έφυγαν μαζή με τον παππά Κρητικό οπού σ' +όλο το δρόμο εδιαμαρτυρότανε πως δε φταίει καθόλου. + +Μόν' ο Γιάννης ο Σερέτης στην αρχή της ταραχής εγίνηκε άφαντος, καθώς +εγίνηκαν άφαντοι και όλοι οι χωριανοί απ' όξω, από φόβο μη βρουν τον +μπελάτους. + +Έκαμε πολύ κρότο το ασυνείθιστο σκάνδαλο και όλα τα ριξαν απάνω στον +παππά Συνέσιο, γιατί ο Κεριάκος την άλλη μέρα, ξεμέθυστος, τα +εφανέρωσαν όλα στο σπίτι του Κοντοπάνη, που δεν τον άφηκε πλιο να +εύγη από μέσα. + +Με την αφορμή αυτής της ιστορίας, καθώς και της άλλης του +λαθρεμπορίου, που την εφανέρωσεν ο στρατιώτης, που είδε τα φορτωμένα +μουλάρια, οι εχθροί του παππά Συνέσιου τον εκατάγγειλαν, αυτός όμως, +χωρίς να περιμένη, εσηκώθη μια νύχτα, επήρε τα ρούχα του πλυμένα κι' +άπλυτα και μαζή με τη μάννα του, έφυγε και από τη Μονή και από τον +τόπο. + +Τρεις μήνες αργώτερα, μια πρωινή, στον αυλόγυρο της Μονής, +επαρουσιάσθη με το φτωχικό του κομπόδεμα, ο Άνθιμος, ο καλόγερος. + + — Καλό στο χελιδόνι που μας ήφερε πάλι την άνοιξη· τον εχαιρέτισε ο +παππά Κύριλλος. + + — Αμήν! είπεν ο Άνθιμος. + +Ο δε παππά Φίλιππος, οπού εγνώριζε καλά τα πρόσωπα και τα πράματα και +πως γίνονται μεγάλες ενέργειες για να γυρίση πίσω ο παππά Συνέσιος, +παρών στην ομιλί' αυτή, εκίνησε μελαγχολικά το κεφάλι του. + + + +ΚΙΡΚΗ + + + +ΕΙΧΕΝ ήδη αποναρκωθή από μέθην, όχι από την βραχείαν μέθην την εκ του +οίνου, αλλ' από την άλλην την διαρκή, την πολύ φοβερωτέραν, από την +μέθην την εκνευρίζουσαν, την παραλύουσαν, την εξουδενούσαν. Είχε +φθάση εις το σημείον εκείνο, καθ' ό ο εσωτερικός του άνθρωπου κόσμος +αρχίζει ν' αποσυντίθεται, να καταρρέη εις συντρίμματα, όπου μία αχλύς +σκεπάζει την διάνοιαν και την σκοτίζει, δεσμεύει τας ψυχικάς δυνάμεις +όλας και καθιστά τον άνθρωπον δούλον του περιβάλλοντος, ανίκανον να +συλλάβη μίαν ιδέαν εκτός αυτού, αυτόματον το οποίον κινεί κατά +βούλησιν μία δύναμις, εις ην δεν ισχύει ν' αντιστή και εις την οποίαν +υπακούει με την τυφλήν απάθειαν μηχανής, αλλά συγχρόνως και με την +ανέκφραστον χαράν διψασμένου μεθύσου, εις τον οποίον δεικνύουν +ποτήριον χρυσίζοντος οίνου . . . + +Ήτο μία δύναμις μαγική, δύναμις Κίρκης γοητευτικώς ολεθρίας . . . εις +ην υπήκουε με φρικιάσεις χαράς δαιμονιώδους, υπερανθρώπου . . . . + +Κλοιός μαγικός, ο κλοιός της αγάπης . . . + +Αγάπης σατανικής . . . . + +Είχεν ενίοτε και φωτεινά διαλείμματα, αφυπνίσεις συντόμους, οπότε +ανεπόλει με πόνον την θέσιν του εκείνην, την προ της ηθικής του +εξουδενώσεως . . . + +Οποία διαφορά! χάσμα μέγα, ολόκληρος άβυσσος τον χωρίζει από της +εποχής εκείνης, από της καταστάσεως της ρωστικής, της ζωογόνου, της +ηρέμου, της άνευ ψυχοφθόρων ονείρων. . . . + +Δεν εγνώριζεν ακόμη και ήτο ευτυχής. Νεανίας άδολος, πλήρης σωματικής +υγείας και ρώμης ηθικής, μόνην ευτυχίαν του είχε την εργασίαν, την +εις το καθήκον προσήλωσιν. Και ήτο υπόδειγμα τιμής, δραστηριότητος, +τάξεως. Εις τους συναδέλφους και συνεργάτας ενέπνεεν εκτίμησιν, +θαυμασμόν ή φθόνον . . . .. Εις Φιλικούς κύκλους επρώτευε. Την φιλίαν +του εζήτει έκαστος· και τον εθώπευον και τον ετίμων. + +Και εις αυτόν τον έρωτα εφαίνετο αδιάφορος, ότε, αίφνης, συνηντήθη μ' +εκείνην . . . την Κίρκην . . . + +Οι περιπατηταί την ενθυμούνται, αλλά δεν εγνώσθη τις την ωνόμασεν +ούτω. + +Ήτο ανοίξεως ημέρα ότε το πρώτον την είδε. + +Όλα τριγύρω εμειδίων, εψιθύριζον, έψαλλον. Ήστραπτον εδώ κι' εκεί των +λιμνών τα νερά· έν αίσθημα γαλήνιον, φωτεινόν, συνήρπαζε την ψυχήν . . . + +Τότε την είδε πρώτη φοράν. + +Ανάστημα θεάς, κόμη εις εβενώδεις βοστρύχους, οφθαλμοί μαγίσσης +μελανόφαιοι, με πρασινοπάς αποχρώσεις, μακροί δε ως ο ιτών +Αιγυπτιακών θεοτήτων, δειλοί ενίοτε κ' εξακοντίζοντες αστραπάς έστιν +ότε. + +Εκείνος επλησίασεν, εμαγεύθη . . . + +Η Κίρκη ανέγνωσεν εις τα βάθη της ψυχής του και του εξηκόντισεν έν +βλέμμα . . . εκ των βλεμμάτων εκείνων, τα οποία συγκλονίζουν, τα +οποί' ανατρέπουν μίαν ύπαρξιν, . . + +Και η υποδούλωσις εγένετο τελεία. + +Εβλέποντο καθ' εκάστην. Εκείνος, ως διψώσα έλαφος, την ηκολούθει και +η δίψα, αντί να κατευνάζεται, επετείνετο· + +Την υπέθαλπον οι τρόποι και της μαγίσσης το βλέμμα . . . + +Και η τάξις η παραδειγματική εχαλαρούτο· ελησμονούντο αι έξεις αι +πολυχρόνιοι, εξερριζώνοντο, εποδοπατούντο . . . + +Ο άνθρωπος μεταβάλλετο άρδην! + +Το μαρτύριον παρετείνετο, ότε — ιδιοτροπία Κίρκης — ωσάν να εκάμφθη +εκείνη αίφνης, ωσάν να συνεπόνεσε . . . και τότε, έξαλλος αυτός, τη +εξωμολογήθη με γλώσσαν πυρίνην! Εξερρίζωσε τα σπλάγχνα του και τη τα +παρουσίασεν ασπαίροντα, πληγωμένα, εις την τρέμουσαν παλάμην του +. . . . + +Και εις μίαν στιγμήν φρενίτιδος, εξάψεως υπερτάτης, ηνώθησαν. + +*** + +Το επίβουλον χάρμα ηπλώθη περί αυτόν, η μαγική άλυσσις συνεσφίγχθη. +Εκείνη, η Κίρκη, μεγαλοπρεπής ως θεά, τον έχει διαρκώς υπό το βλέμμα +της· και το υφίστατ' εκείνος με την αγαλλίασιν παράφρονος . . . . + +Είν' ευτυχής, πλέων εις ωκεανόν εξουδενώσεως . . . + + — Θέλω! λέγει η Κίρκη. + + — Ό,τι θέλεις, απαντά εκείνος. + +Η Κίρκη έχει ορέξεις καταστρεπτικάς, ορέξεις λυκαίνης! έχει δίψαν +διαρκή, ακόρεστον . . . + +Και υπό την μαγγανείαν των σατανικών της βλεμμάτων σύρετ' εκείνος +άνευ θελήσεως ιδίας, ράκος ελεεινόν, ανεμώλιον . . . + +Και τρέχει τον κατήφορον με χαράν έξαλλον . . . + +Ευλαβώς εκτελούνται αι τερατώδεις ιδιοτροπίαι της Κίρκης. + +Και το καθήκον ολονέν λησμονείται και η άβυσσος μικρόν κατά μικρόν +εγγίζει. + +Εις τα σπάνια φωτεινά διαλείμματα, εργάζεται πυρετωδώς. Εις τον +κατήφορον, ως εξ ενστίκτου, κρατείται από προστυγχάνοντας θάμνους, +από ασθενή ξηρόχορτα . . . Εργάζεται μέ τινα μανίαν και οι +συνάδελφοι αναγνωρίζουν τότε τότε τον συνεργάτην των παλαιών ημερών, +τον ακάματον, τον τίμιον. Αλλά τα φωτεινά διαλείμματα είνε σπάνια και +σύντομα, ο δε φθόνος αισθανόμενος την προσεχή πτώσιν του δούλου, +προβάλλει το ωχρόν πρόσωπόν του, ετοιμαζόμενος ν' ανακαγχάση. Αι +χείρες του θύματος εξασθενούν οσημέραι. Οι θάμνοι και τα ξηρόχορτα — +ελπίδες φρούδαι — δεν τον κρατούσι πλέον . . . + +*** + +Δεν έπασχε μόνον ηθικήν, αλλά και σωματικήν κάρωσιν, ως κατόπιν +κοπώσεως υπερτάτης. Και ήσαν σχεδόν ηδονικαί αι στιγμαί αυταί. Μίαν +πρωίαν ήτο μόνος και εν στιγμή διανοητικής προσηλώσεως εις τ' +αντικείμενα εκείνα, όπου ήσαν η αφορμή ευδαιμονίας συγχρόνως και +μαρτυρίου, ωσάν ν' απεκοιμήθη και ωσάν να ηνοίχθησαν προ των +εκπλήκτων ομμάτων του ορίζοντες νέοι, μαγικοί, εις αυτόν άγνωστοι έως +τότε. Και παρήλασε προ αυτού, ως εν καλειδοσκοπίω, κόσμος ολόκληρος, +φανταστικός . . . θάλασσα μαγική, κατάλευκος, ασάλευτος, ωσάν από +μάρμαρον, ηπλούτο εις απέραντον διάστημα και αυτός, επιβαίνων μικρού +μονοξύλου, έτρεχε, με ταχύτητα πτηνού, επί της ακυμάντου επιφανείας, +ωσάν δύναμις υπερφυσική να ώθει το ακάτιον . . . Αίφνης η λεία +επιφάνεια ερρυτιδούτο . . . μία στιγμή ακόμη και μετεβάλλετο εις +κύματ' αφρισμένα, οργίλα, ορμητικά, υπερύψηλα και το ακάτιον +ανετρέπετο, εσφενδονίζετ' ως πτερόν εις άξενον παραλίαν, αυτός δε, +ναυαγός οικτρός, εκυλίετο επί της άμμου εξησθενημένος, ενώ η σκηνή +μετεβάλλετο . . . Και του εφαίνετο ώρα ως να εισήρχετο εντός δάσους +καταπύκνου, ζοφερού, μυστηριώδους, με γιγάντεια δένδρα, με καμμίαν, +ουδέ την ελαχίστην, ακτίνα φωτός . . . Και ενώ εβάδιζε με αγωνίαν, +ζητών διέξοδον, ο λαβύρινθος δεν μετεβάλλετο, εις τον αυτόν δε κύκλον +συστρεφόμενος άπελπις και πίπτων από κόπωσιν, επειράτο να κραυγάση +και αφυπνίζετο έντρομος και περίρρυτος από ιδρώτα . . . + +*** + +Είχε φθάση εις το απροχώρητον. + +Τα πάντα είχον παραδοθή, θυσιασθή, εις την απληστίαν της Κίρκης, της +οποίας η δίψα ήτο αναλλοιώτως ακμαία! + + — Θέλω! έλεγεν η Κίρκη. + + — Οίκτον! εψιθύριζε το θύμα· τίποτε δεν απέμεινε πλέον . . . + + — Μένω εγώ! + +Και το άτονον βλέμμα του θύματος εζωογονήθη. + + — Ναι, εψιθύρισε· πρόσταξε! + +Εκείνη διετύπωσε την θέλησίν της, θέλησιν Αρπυίας! + + — Μόνον η τιμή μένει ακόμη· είπεν εκείνος. + + — Την θέλω, αν μ' αγαπάς . . . + +Και τον περιεπτύχθη παράφορος, με σκιρτήματα πάθους αγρίου! + +Προς στιγμήν, ως να ήθελε ν' αποτινάξη την νάρκην, ήτις του εδέσμευε +την ασθενή διάνοιαν, ωσάν προς στιγμήν, ν' ανένηψεν εκ της μέθης, +ωσάν να διέκρινε την ανταύγειαν φωτός σωτηρίου . . . + + — Την τιμήν, άφησέ μου την τιμήν, είπεν ικετεύων. Ψυχρά, παγετώδης +τον ητένισε. + +Εκείνος έκλινε την κεφαλήν ανίσχυρος. + +Η Κίρκη έκυψε και του εθέρμανε το πρόσωπον με την πνοήν της την +αποπνέουσαν μύρα και δηλητήριον . . . + + — Αλλά τότε φροντίζω εγώ μόνη· έχω τον τρόπον· δεν τον γνωρίζεις; +Εις έν νεύμα μου μόνον . . . + +Του εψιθύρισε με την μαγευτικώς γλυκείαν φωνήν της. + +Εκείνος έπεσεν εξουθενημένος, ενώ εκείνη απεσύρετο βεβαία περί της +νίκης της. + +*** + +Δεν εσκέπτετο πλέον· εφέρετο προς το χάος με κλειστούς οφθαλμούς. +Εποδοπάτησε την τιμήν επανειλημμένως. Θρασυνόμενος βαθμηδόν, απέφευγε +πάσαν προφύλαξιν. Και η ολεθρία στιγμή δεν εβράδυνε να φθάση . , . +Στιγμή, καθ' ην η Αρχή εγνώρισε φανερά και την πράξιν και τον ένοχον +. . . + +Το σκάνδαλον ήτο μέγα, ανήκουστον. Ο Α . . . κατηγορείτο επί +υπεξαιρέσει χρημάτων του Δημοσίου! + +Και η κατηγορία απεδείχθη! + +Οι φίλοι έφριξαν· οι εχθροί εσκίρτησαν εξ αγαλλιάσεως. + + — Εκεί και αυτός! ο τίμιος! ο ανεπίληπτος! + +Ο δράστης εκρύπτετο και η εξουσία, αμείλικτος, απαθής, εξεβίασε το +άσυλόν του. Τη εχρειάζετο ο ένοχος προς ικανοποίησιν της υβρισθείσης +δικαιοσύνης. + +Και τον εύρε τον ένοχον εις τον κοιτώνα του . . . επί της κλίνης του +. . . με μίαν σφαίραν εις το κρανίον και με κάτι ωσάν μειδίαμα επί +των ωχρών του χειλέων. + +*** + +Η δε Κίρκη; + +Τις δεν την είδε; τις δεν την βλέπει; Με ανάστημα θεάς, με τους +εβενώδεις βοστρύχους, γαλακτώδης εντός των μαύρων της πέπλων, με το +βλέμμα δειλόν ενίοτε, αλλ' εξακοντίζον αστραπάς έστιν ότε, απαθής +περιέρχεται . . . + +Ωσάν να ζητή κάποιον . . . + + + +ΑΝΤΩΝΕΛΛΟΣ + + + +Την εσπέραν εκείνην ήτο η σειρά του ιατρού να μας διηγηθή την +ιστορίαν, την οποίαν τοσάκις μας είχεν υποσχεθή και την οποίαν +ανυπομόνως ανεμέναμεν. Και ήρχισεν ως εξής. + +«Μία, και αυτή από τας εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας μου· μία από +τας αναμνήσεις, οπού αποτυπόνονται βαθειά εις το μνημονικόν του +ανθρώπου και οπού δεν εξαλείφονται και χίλια χρόνια αν ήθελε ζήση +ένας. Όλαι της πολυκυμάντου ζωής αι περιπέτειαι, πίκρες και βάσανα, +είτε χαραί και οδύναι, φωτιά και λαύρα, είτε δροσιά ουρανόσταλτη, +κανέν' απ' αυτά, ούτε όλα μαζή δεν ημπορούν να σβύσουν από την μνήμην +σου, όσα η θεϊκή σμίλη μια φορά ενεχάραξε. + +Και με πόσην χαράν, με τι λαχτάρα επιστρέφει ένας εις τα παιδικά +εκείνα ενθυμήματα, οπού θαρρείς ότι χύνουν νέαν ζωήν εις τας φλέβας +σου, με ποίον άγιον πόθον αναδιφεί νοερώς τας σελίδας του αφθάρτου +βιβλίου, οπού λέγεται μνήμη . . . + +Ο γέρω Αντωνέλλος είνε μία από τας αναμνήσεις αυτάς τας πλέον +γλυκείας, τας πλέον παρηγόρους. Είνε από εκείνους τους μικρούς +ανθρώπους, τους αγνώστους τους αφανείς· τον οποίον όμως δεν θα +εδίσταζε, νομίζω, ένας να ονομάση και ήρωα! Τουλάχιστον εις εμέ +τοιούτος παρουσιάζεται και ελπίζω, μετά την διήγησιν, να με +δικαιώσετε.» + +Και ο ιατρός εξηκολούθησε. + +«Τα σπήτια μας ήσαν κατάντικρυ, και κάθε πρωί, μετά τον ύπνο, το +πρώτον πρόσωπον όπου έβλεπα ήτο ο γέρω Αντωνέλλος. Θα ήμην δέκα +δώδεκα ετών παιδί, εκείνος δε υποθέτω, γέρος εβδομηντάρης. Υψηλός, +ολίγον κυρτός, με μουστάκια και φρύδια πυκνά, με γλυκά όμως, μαύρα +μάτια, όπου θαρρείς πως εγελούσαν, κατ' αντίθεσιν προς την τραχύτητα +των λοιπών του προσώπου του χαρακτηριστικών. + +Μου έκαμνε μεγάλην εντύπωσιν η ενεργητικότης του· ήτο αιωνίως εις +κίνησιν, άπαξ μόνον της ημέρας εκάθητο ν' ανασάνη, εις το κατώφλιον +της εξώθυρας, έως ένα τέταρτον της ώρας. Και πάντοτ' ενθυμούμαι την +ώραν εκείνην την αδελφήν του να κάθεται εις τον καναπέ και να πλέκη: +Και τον Αντωνέλλον να ρίπτη μια ματιά εις τον δρόμον και μια εις την +αδελφήν του, ενώ εκρατούσε πάντοτε μια μικρή αξίνη, ή κανένα +χονδροψάλλιδο με το οποίον εκαθάριζε τα δένδρα του κήπου των. Επειδή +το σπίτι των απ' οπίσω είχεν ένα κήπον αρκετά εκτεταμένον, οπού και +δι' αυτό ωνομάσθη, ολίγον πτωχαλαζωνικώς, να ειπούμε την αλήθειαν, +«Μεγάλος Κήπος». Το ψαλλίδι και ο Αντωνέλλος ήσαν αχώριστοι. Και όταν +εκάθητο, το εκρατούσε προτεταμένον και ανοικτόν, ωσάν να του έλεγε. — +Ησύχασε και θα σε μεταχειρισθώ γρήγορα δε θα σ' αφήκω να +στενοχωρηθής. + +Σχεδόν όλην την ημέραν ο Αντωνέλλος την εξώδευε εις το περιβόλι μέσα· +το αγαπούσε με πάθος, σαν να ήτο ερωμένη. Να σκάπτη, να καθαρίζη, να +κλαδεύη, να ποτίζη, ήτο η μόνη του ενασχόλησις· και όλ' αυτά μόνος, ή +σχεδόν μόνος, διότι βοηθόν είχε μόνον διά την πιο χονδρήν εργασίαν. +Τον εμάλωνε συχνά η αδελφή του, γιατί να κουράζεται τόσον, αλλά δεν +την άκουε, την εμάλωνε δε και αυτός με την στερεότυπον φράσιν του. — +«γύρευε τη δουλειά σου» την οποίαν της έρριπτε, θαρρείς, θυμωμένα, +ενώ τα μάτια του εγελούσαν· ήτο μία ειρηνική λογομαχία, η οποία +εγαργάλιζε θωπευτικά την ακοήν, αντί να την ενοχλή. + + — Φθάνει σε, πλιό· έλα να καθήσης, να ξεκουραστής, (εκείνη). + + — Γύρευε, τη δουλειά σου, (εκείνος) κ' επροσπαθούσε να κάμη την +φωνήν του όσον το δυνατόν βαρυτέραν. Το «καυγαδάκι» αυτό τόσον το +είχα συνειθίση, οπού το επερίμενα, διότι, όσον μικρός και αν ήμην, +ησθανόμην ότι αι επιπληκτικαί λέξεις εκείναι, ήσαν κάθε άλλο, παρά +λέξεις θυμού. + +Και πράγματι, όταν κατόπιν έμαθα την ιστορίαν του, είδα τι άνθρωπος +ήτο ο γέρω Αντωνέλλος, το αεικίνητον αυτό μυρμήκι και τον εζήλευσα. + +*** + +Ήτο δεκαπέντε ετών ο Αντωνέλλος όταν εγεννήθη η Μπέλλα η αδελφή του, +όταν δε ολίγον κατόπιν απέθαναν οι γονείς των, αυτός ήτο διά την +μικράν και πατέρας και μητέρα και αδελφός, τόσον οπού η χαδεμένη η +μικρούλα δεν εννόησε καμμίαν στέρησιν. Η αγκάλη του Αντωνέλλου ήτο το +παν δι' αυτήν· καταφύγιον πολύτιμον, λιμήν κλειστός απ' όλα τα μέρη, +απρόσιτος εις τους ανέμους, ασφάλεια τελεία! Ο κόσμος αν εχαλούσε, η +Μπέλλα εκοιμάτο εις την αδελφικήν αγκάλην ατάραχος· μέσα εις αυτήν +ανετράφη. + +Από τα παιδικά του ο Αντωνέλλος ήτο δακτυλοδεικτούμενος διά τας +πολλάς του χάριτας. Αγαθός, ήσυχος, ενεργητικώτατος, εβοηθούσε τον +πατέρα του, κατόπιν τους πλοιάρχους του εις την θάλασσαν και δεν +άργησε να γείνη περιζήτητος, ονομαστός. Όλοι τον ήθελαν ως βοηθόν, ως +δεύτερον πλοίαρχον, αυτός όμως κατέληξεν εις το πλοίον του +Καραγιάννη, νέου πλοιάρχου, με τον οποίον συνεδέθη με τους αρρήκτους +δεσμούς φιλίας πραγματικής. Ο Αντωνέλλος ήτο η ψυχή του πλοίου. +Ακαταπόνητος, αυστηρός, αλλά δίκαιος, μόνον τους οκνηρούς +απεστρέφετο. + +Νεότητα ο Αντωνέλλος δεν είχε γνωρίση· παρήλθε δι' αυτόν χωρίς σχεδόν +να το καταλάβη. Η μόνη αγάπη, το πάθος μάλλον το οποίον εφαίνετο να +τον κατέχη ολόκληρον, ήτο η προς την αδελφήν του αφ' ενός, και η προς +το καράβι του αφ' ετέρου, θερμή, ολόψυχος προσκόλλησίς του. Είχαν να +κάμουν όλοι με τον μοναδικόν αυτόν χαρακτήρα. — Τι διάβολο! έλεγαν +μάρμαρο είν' αυτός ο άνθρωπος! Διότι δεν τον είδαν ποτέ να γλεντίση +και αυτός, σαν νέος, δεν ενθυμείτο να τον είδε κανείς ποτέ να γελάση! +Η Μπέλλα η αδελφή του και το καράβι ήσαν τα μόνα του ιδανικά, η μόνη +του χαρά, ο κόσμος όλος! Και η αδελφή του όμως δεν τον αγαπούσε +ολιγώτερον και σήμερον ενθυμούνται την μικράν Μπέλλαν, όταν ο αδελφός +έλειπε στα ξένα, να καταβαίνη εις το παράλιον με καμμιάν φιληνάδα της +και εις την άμμον επάνω, ή επί βράχου, να τραγουδή, όταν έβλεπε +καράβι να διαβαίνη. + + «Καράβι καραβάκι που πας γιαλό γιαλό, + «τον αδελφό μου φέρε, φέρτον με το καλό. + «Καράβι καραβάκι, που σκίζεις τα νερά, + «τον αδερφό μου φέρε, τη μόνη μου χαρά! + +Τον έλεγαν αγέλαστον, παράξενον, κακόν μάλιστα, ενώ ήτο ο καλλίτερος +των ανθρώπων. Ποσάκις το εξωτερικόν δεν απατά! Και συχνά συμβαίνει, +εύχαρις, λεία, γελαστή επιφάνεια, να κρύπτη θυέλλας παθών εις το +βάθος, και τ' ανάπαλιν, εξωτερικόν αυστηρόν, στρυφνόν, σκαιόν, αν +θέλετε, να καλύπτη αρετάς πολυτίμους, τας οποίας να φυλάττη +ζηλοτύπως, ως ο φιλάργυρος τους θησαυρούς του, ωσάν από φόβον μην +αποκαλυφθούν και τας ιδή ο κόσμος, όστις συνήθως κρίνει από την +επιφάνειαν, επιπολαίως, στεφανώνων ή στιγματίζων αδιακρίτως και με +σκληρότητα ενίοτε, ης δεν φαίνεται έχων συνείδησιν. Και . . . + +Ο ιατρός είχεν όρεξιν να συνεχίση τας φιλοσοφικάς του σκέψεις, αλλά +τον επανεφέραμεν εις την τάξιν διά βοής γενικής και εξηκολούθησε την +διήγησιν, ως εν παρενθέσει, καλλύνας αυτήν, με το εξής συγκινητικόν +επεισόδιον. + +«Τον έλεγαν βαρύν και σχεδόν αναίσθητον και όμως πολλοί είνε μάρτυρες +του ηρωισμού και της αυταπαρνήσεώς του. Ενθυμούνται, είχε πιάση φωτιά +το καμάρι ενός σπιτιού στα Ματογιάνια. Κόσμος πολύς είχε συναχθή από +κάτω, μεταξύ δε και μερικοί άνδρες, και όλοι έβλεπον με αγωνίαν τας +προόδους της πυρκαϊάς χωρίς να κινώνται. Γλώσσαι πυρός απειλητικαί +εξήρχοντο από το μόνον παράθυρον του καιομένου δωματίου και αφού +κατέφαγαν τους παραστάτας, οπού ετριζοκοπούσαν απαίσια, εγλυστρούσαν +επάνω εις το ασβεστόχρισμα των τοίχων, ζητούσαι νέαν τροφήν. Φωναί +φρίκης οξύταται, σπαρακτικαί επάγωναν το αίμα εις τας φλέβας των +θεατών, αδυνατούντων να δώσουν χείρα βοηθείας οιασδήποτε. Αι +απελπιστικαί φωναί ήσαν της οικοκυράς, νέας ορφανής, ήτις έβλεπε την +ζωήν της απειλουμένην από τον φρικτώτερον των θανάτων. Έβλεπε ο +κόσμος και ηγωνία, ότε από το πλήθος αποσπάται ρωμαλέος άνδρας, ορμά +επί της πέτρινης κλίμακος, την διασκελίζει, εισέρχεται εις την οικίαν +και διά της ξυλίνης κλίμακος, ήτις έφερεν εις το άνω πάτωμα, +αναβαίνει ταχύς, μέσα εις τας φλόγας και χωρίς διόλου ν' αναμετρήση +τον κίνδυνον, εμβαίνει εις το δωμάτιον, αρπάζει την νέαν έξαλλον εκ +φρίκης, εις τους στιβαρούς του βραχίονας και διά της ιδίας κλίμακος, +καιομένης ήδη και απειλούσης να καταπέση, κατέρχεται τρέχων με το +φορτίον του, το οποίον εναποθέτει ημιλιπόθυμον εις τας αγκάλας ομίλου +γυναικών εν τω μέσω θρήνων και κραύγει και φεύγει τρέχων. Ήτο ο +Αντωνέλλος ο αμίλητος, ο αγέλαστος. Τα χέρια του, τα μαλλιά του και +τα φρύδια του είχαν υποφέρη αρκετά. Η νέα εκείνη διηγείτο συχνά το +ανδραγάθημα του Αντωνέλλου, τον οποίον εθεωρούσε σωτήρα της. Με +πραγματικάς λοιπόν προικισμένος αρετάς και χωρίς ελαττώματα, ήτο +περιζήτητος γαμβρός. Αυτήν την ιδέαν είχαν πολλαί μητέρες και +περισσότεραι υποψήφιοι νύμφαι, φρονώ όμως ότι, αν καμμία προξενήτρια +ήθελε τολμήση να του προτείνη αποκατάστασιν, θα ήτο ικανός να την +δείρη. Ο Αντωνέλλος να νυμφευθή! Να βάλη εις το σπίτι του γυναίκα +άλλην, εκεί που βασιλεύει η αδελφή του! Να σκεφθή αυτός, να διανοηθή, +έστω και προς στιγμήν, να πανδρευθή, πριν υπανδρεύση την αδελφήν του! +Και δεν ετολμούσε κανείς να του προτείνη ένα τοιούτον τερατώδες +σχέδιον! Αλλοίμονόν του, οιοσδήποτε και αν ήτο . . . + +Έχαιρε με την χαράν της αδελφής, εγελούσε (καθ' εαυτόν, εννοείται) με +το γέλοιο της, ετρέφετο με τα όνειρά της . . . Και τι όνειρα! Την +εφαντάζετο αποκαταστημένην, ευτυχή όσον καμμίαν άλλην. Όσον την +έβλεπε ν' αναπτύσσεται, ωραία, λυγερή μαυρομμάτα, ηύξανε και η αγάπη +του προς αυτήν· ήτο υπερήφανος και ηυφραίνετο με τα όνειρα τα οποία +εφαντάζετο πραγματικά, τότε δε, ωσάν να ετελείτο εις την καρδίαν του +μέσα μία μυστική πανήγυρις. + +Ήτο όμως και πολύ δύσκολος επάνω σ' αυτό. Εννοούσε να δώση της +αδελφής του τον καλλίτερον άνδρα· και μίαν φοράν, οπού ένας των +λατρευτών της ετόλμησε να της κάμη πατινάδα, ο Αντωνέλλος ευγήκε στο +παράθυρο με τα νυχτικά του και του είπε να τραβηχθή, για να μη φάγη +καμιά τρομπονιά· ο νέος αυτός εραστής δεν ήτο του γούστου του. + +Ήτο εντελώς αφιλοχρήματος, όσον απέβλεπε τον εαυτόν του και μόνον +εκυνήγει το χρήμα χάριν της αδελφής, την οποίαν ήθελε πρώτην μεταξύ +των ομοίων της. Εκείνη εθύμωνε μαζή του με τα σωστά της, βλέπουσα ν' +αμελή εαυτόν προς χάριν της· δεν ήθελε, αυτός, το καλλίτερο παλληκάρι +να είνε παρηγκωνισμένος και άλλοι νέοι, οπού δεν έφθαναν εις τα μισά +του, να τον υποσκελίζουν, μόνον και μόνον διότι εφρόντιζε να +κρύπτεται. Και ήρχοντο συχνά εις λόγους δι' αυτό και ο Αντωνέλλος, +εις τα επιχειρήματα της αδελφής απεκρίνετο θυμωμένος· — Γύρευε τη +δουλειά σου.» + +Και συνέβαινε το εξής περίεργον. + +Ενώ ο Αντωνέλλος άλλην φροντίδα δεν είχε ή πώς να κατορθώση να εύρη +διά την αδελφήν κανένα νέον της αρεσκείας του, η Μπέλλα επίσης την +ιδίαν είχε φροντίδα διά τον αδελφόν, κρυφά όμως, πολύ κρυφά και με +πολλήν προσοχήν, διότι τον εφοβείτο. Και ενθυμούμαι μίαν κωμικωτάτην +σκηνήν, καθ' ην, γνωστήν προξενήτριαν, τολμήσασαν να του ειπή ότι δεν +επείραζε δα αν υπανδρεύετο προ της αδελφής, ο Αντωνέλλος την +εκυνήγησε με το ραβδί, στ' αστεία, εννοείται, διότι δεν ήτο ικανός να +κτυπήση· εκείνη δε, από φόβον, όταν τον έβλεπε έπαιρνε άλλον δρόμον. + +Και ο Καραγιάννης, ο πλοίαρχος και φίλος του, ήτο γαμβρός περιζήτητος +διότι, προς τοις άλλοις, ήτο και πλούσιος. Ήσαν οι δύο φίλοι στενοί +και μόνον ο Καραγιάννης είχεν επιρροήν επί του Αντωνέλλου, τον οποίον +κατώρθωνεν ενίοτε, να παρασύρη εις καμμίαν συναναστροφήν. Ήτο ο +Καραγιάννης κατά δέκα έτη νεώτερος του Αντωνέλλου, υψηλό, +μελαγχροινό, εύμορφο παλληκάρι και κατ' αυτού, πολλαί γυναικείαι +κανονοστοιχίαι ήσαν στημέναι διαρκώς, επί πολύν καιρόν όμως χωρίς +αποτέλεσμα. Είχε και ο Καραγιάννης αδελφήν ελευθέραν, πολύ θελκτικήν, +ήτο δε και νεώτερος του Αντωνέλλου και δεν εβιάζετο· θαρρείς +εκαμάρωνε κ' επερίμενε. + +Μυστικά μεταξύ των οι δυο φίλοι δεν είχαν, μόνον ήλθε μία εποχή διά +τον Αντωνέλλον πολύ σπουδαία, κρίσιμος εποχή, καθ' ην και τα ολίγα +του λόγια κ' εκείνα τα έκοψε, προς μεγάλον θαυμασμόν και θυμόν του +Καραγιάννη, αδυνατούντος να εισδύση εις το ιδιόρρυθμον μυαλό του +φίλου του. + +Ο καϋμένος ο Αντωνέλλος, ο άγριος, ο ακοινώνητος, ήτο πεπρωμένον να +λάβη μίαν από εκείνας τας πληγάς, οπού μόνον ο θάνατος θεραπεύει. Ήτο +ήσυχος, μόνον είδωλόν του εις την καρδίαν του έχων την αδελφήν, όταν +έξαφνα . . . + +Κατά το διάστημα της διαμονής των εις το νησάκι των, εβλέποντο πολύ +συχνά εις το σπίτι ο ένας του άλλου. + +Ένα πρωί ο Αντωνέλλος υπήγε εις του πλοιάρχου του να του ομιλήση διά +μίαν υπόθεσιν, αφορώσαν το πλοίον. Εκείνος έλειπε και τον υποδέχθη η +αδελφή. Αι, τώρα τι θα πήτε; Δεν την είχεν ιδή άλλοτε; Και όμως αυτήν +την φοράν του εφάνη εντελώς άλλη· του εφάνη ότι ανοίχθη ο ουρανός και +ότι πρώτην φοράν έβλεπε το αληθινόν φως . . . Ίσως επειδή τον +υπεδέχθη πολύ θερμά, πολύ εγκάρδια . . . η αλήθεια είνε ότι τον +Αντωνέλλον ενώπιόν της τον κατέλαβε γλυκύς, άγνωστος τρόμος, ενώ +εκείνη ήτο ολοπόρφυρος . . . Εσιώπων και οι δύο· πόσα όμως δεν +έλεγεν η σιωπή αυτή! Ευρίσκοντο εις μεγάλην αμηχανίαν, όταν εμβήκεν. +Ο Καραγιάννης . . . — Έρχομαι από το σπίτι σου, είπε εις τον +Αντωνέλλον. + +*** + +Το αίσθημ' αυτό ο Αντωνέλλος το έκρυψεν εις τα βάθη της καρδιάς του· +δεν ωμιλούσε ποτέ δι' αυτό, εμονολόγει μόνον συχνά πυκνά, ευρίσκων +ανακούφισιν του πόνου του εις το κρυφόν αυτό παραλήρημα . . . + +Δεν συνέβη όμως το ίδιον και με την αδελφήν του Καραγιάννη· αυτή +ενεπιστεύθη το μυστικόν της εις μίαν στενήν φίλην της, η οποία εύρε +τόν τρόπον να ειδοποιήση τον Αντωνέλλον. Και τώρα του εφάνη ότι +ανοίχθη ενώπιόν του ο ουρανός, γεμάτος άστρα και όμως δεν εμπορούσε +να ειπή πως είν' ευτυχής, διότι, ησθάνετο ότι εχθρός μεγάλος, +ισχυρός, επιβουλεύεται την ψυχικήν του γαλήνην, ότι φυσιογνωμία νέα +ενεθρονίσθη εν τη καρδία του, ην επλήρου έως τότε μόνη η της αδελφής +λατρευτή μορφή . . . + + — Ποτέ, ποτέ, εμονολόγει ο Αντωνέλλος, επανερχόμενος όμως πάντοτε +εις τας αυτάς σκέψεις αίτινες τον εβασάνιζαν τρομερά. + +Το ταξείδι των δύο φίλων, την φοράν εκείνην διήρκεσεν ολόκληρον έτος +— έτος μοιραίον διά τον Αντωνέλλον. + +Ήξευρεν αυτός προ πολλού ότι ο Καραγιάννης εζήτει ν' αποκατασταθή, +και ότι δεν είχε παρά να εκλέξη. Ήξευρεν επίσης ότι δεν εννοούσε να +κάμη γάμον εκ συμφέροντος, διότι πολλάκις είχαν συζητήση επ' αυτού +του αντικειμένου. Εσχάτως όμως ο Καραγιάννης εδείκνυε ανυπομονησίας +σημεία, εννόησε δε από μερικάς φράσεις του, ότι τον εβάρυνε πλέον +αυτή του η θέσις — Τι ευχή! έως πότε θα περιμένη ένας; όσο για την +αδελφή, είμαι εις θέσι να φροντίσω. + +Ήτο η αρχή φθινοπόρου, επέστρεφον δε εκ του ταξειδίου των εις την +πατρίδα αφ' ης ολίγας ώρας απείχον. Ο άνεμος έπνεε σφοδρός και το +πλοίον, κλίνον με χάριν εις την μίαν των πλευρών εχώρει πλησίστιον +προς το τέρμα, τον ποθητόν δι' όλους λιμένα. Οι ναύται μετά το +πρόγευμά των, συνήχθησαν εις την πρώραν όλοι και άρχησαν να τραγωδούν +χαμηλόφωνα, συνοδευόμενοι από τους οξείς των λάρων κρωγμούς και από +τον μονότονον και θρηνώδη συριγμόν των σχοινίων. + +Εις τον θάλαμον της πρύμνης, παρά μικράν τετράγωνον τράπεζαν, +εκάθηντο οι δύο φίλοι, ο πλοίαρχος με τον βοηθόν του. Ούτος +ητοιμάζετο ν' ανέλθη εις το κατάστρωμα, όταν ο Καραγιάννης τον +εκράτησε· εις το πρόγευμα είχε πιη ένα ποτήρι περισσότερον και ήτο +εύθυμος. + +Έχω να σου μιλήσω, Αντωνέλλο, του είπε. Ο Αντωνέλλος επανεκάθησε. +Κάτι προεμάντευε, κάτι προησθάνετο και η καρδία του έπαλλε. + + — Βρε αδελφέ, Αντωνέλλο, εγώ βρίσκω πως είνε καιρός πλιο να ιδούμε +και μεις τι θα κάμωμε. + +Ο Αντωνέλλος δεν απήντησε. + + — Ως πότε θα μαστε λεύτεροι; εξηκολούθησεν ο Καραγιάννης. + +Ο Αντωνέλλος εσιώπα. + + — Αυτή τη φορά δε θέλω να μου κάνης το βουβό, παράξενε. + + — Τι θες να σου πω; είπε σιγά ο Αντωνέλλος. + + — Να μου πης τη γνώμη σου εγώ δε θέλω πλιο νάμαι λεύτερος· μόνο +βρίσκω σωστό να κάμης εσύ την αρχή, σαν πιο μεγάλος. + +Οι παλμοί της καρδίας του Αντωνέλλου εδιπλασιάσθησαν. + + — Έχω την αδερφή μου, καπτά Γιάννη + + — Και εγώ έχω τη δική μου· τι πειράζει; θα φροντίσουμε και κατόπι. + +Ο Αντωνέλλος εκίνησε την κεφαλήν, χωρίς ν' απαντήση. + + — Άκουσε, Αντωνέλλο, είπεν ο Καραγιάννης αν η Μπέλλα πανδρευότανε, +δε θ' αρχότανε και η δική σου αράδα; + +Ο Αντωνέλλος ήκουε τώρα τους παλμούς της καρδίας του: τόσον ήσαν +σφοδροί! + + — Τι θες να πης; ηρώτησε σιγανά. + + — Θέλω να πω, Αντωνέλλο, πως για την αδερφή σου είνε γαμπρός και . . . +καλός, μου φαίνετ' εμένα, είπεν ο καπετάν Γιάννης τονίζων μίαν μίαν +τας λέξεις. + +Να καλοϋπανδρεύση την αδελφήν του ο Αντωνέλλος δεν ήθελ' ευτυχίαν +μεγαλειτέραν ήτο το προσφιλέστερόν του όνειρον τούτο δε επί πλέον, θα +έλυε και τα ιδικά του δεσμά . . . + +Του ήλθε ωσάν ελαφρά σκοτοδίνη μία αλόκοτος φρικίασις . . . έφερε την +χείρα εις το μέτωπον, ως να ήθελε να συγκεντρώση τας σκέψεις του, +αίτινες έφευγον ανυπότακτοι. + +Έρριψε τα βλέμματά του επί του πλοιάρχου και φίλου του, όστις τον +παρετήρει μειδιών ελαφρώς. + + — Καπετάν Γιάννη, εψιθύρισε, δε μου μιλείς πιο καθαρά; + + — Είνε πολύς καιρός που συλλογούμε να σου κάμω μια πρότασι. + + — Ωσάν σφυρί εκτυπούσε η καρδιά του Αντωνέλλου. Εκινείτο επί του +καθίσματός του, δεξιά και αριστερά· δεν ήξευρε τι να πη και με +προθυμίαν θα ετρέπετο εις φυγήν, αν εμπορούσε. + +Ο Καραγιάννης εξηκολούθησε. + + — Εμείς είμαστε σαν αδέρφια· γιατί να βάνωμε ξένους στα μυστικά μας; + +Ο Αντωνέλλος ησθάνετο ότι ίδρωνε. + + — Τους προξενητάδες και της προξενήτρες ας τους στέλνουν άλλοι· +εμείς καλλίτερα εξηγούμαστε μεταξύ μας, αλήθεια; + + — Μη με παιδεύης, καπτάν Γιάννη, είπεν ο Αντωνέλλος με φωνήν +τρέμουσαν ελαφρώς· ξέρεις πόσο σε σέβομαι και σ' αγαπώ . . . + +Ο Καραγιάννης έβαλε την χείρα επί του ώμου του Αντωνέλλου. + + — Αδελφέ Αντωνέλλο, είπε με φωνήν συγκεκινημένην, σου ζητώ για +γυναίκα μου την Μπέλλα· μου την δίνεις; + +Ο Αντωνέλλος ωχρίασε φρικωδώς· το μαρτύριον που υπέφερε από τινων +στιγμών, τα αλλεπάλληλα κτυπήματα τον εζάλισαν . . . εκλονίσθη . . . +Ο Καραγιάννης τον παρετήρει ανήσυχος . . . η σιωπή του, ακατάληπτος +δι' αυτόν, ωσάν να τον δυσηρέστει . . . + + — Αντωνέλλο! είπε. + +Εκείνος, ωσάν τώρα να συνήλθε, έσφιγξε δυνατά το χέρι του φίλου του, +ενώ ησθάνετο ότι η συγκίνησις τον έπνιγε, και ανήλθε τρέχων εις το +κατάστρωμα. + +*** + +Μεγάλον κρότον έκαμε, ενθυμούνται πολλοί, ο γάμος του καπετάν Γιάννη +με την αδελφήν του Αντωνέλλου ολόκληρον εβδομάδα διεσκέδαζαν και +πράγμα παράξενο, ο Αντωνέλλος έκαμνε τον μεγαλείτερον θόρυβον. Τα +σχόλια όμως του κόσμου δεν είχαν τελειωμόν. Ο Καραγιάννης ήτο πρώτος +γαμβρός και θα εμπορούσε να πάρη πολύ καλλιτέραν της Μπέλλας· κανείς, +τόσον καιρόν δεν είχε καταλάβη τίποτε· πώς έξαφνα έγεινε το +συνοικέσιον αυτό; Φαίνεται θα την αγαπούσε κρυφά ο Καραγιάννης την +κοπέλλα· αλλέως δεν εξηγείται αυτό, διεδόθη όμως και κάτι άλλο· ότι η +αδελφή του καπετάν Γιάννη αγαπούσε δήθεν τον Αντωνέλλο και τα λόγι' +αυτά δεν άργησαν να παν στ' αυτιά του τελευταίου, ο οποίος και +εθύμωσε φοβερά κ' έλαβε μέτρα να μην μάθη τίποτε η Μπέλλα. Ο +παληόκοσμος όμως δεν κρατείται· η Μπέλλα τα έμαθε όλα και η ευτυχία, +την οποίαν της είχε φέρη το λαμπρόν συνοικέσιον, ωσάν να εσκιάσθη +κατά τι . . . Και ούτε ημπόρεσε να κρατηθή ένα πρωί, που έτυχε μόνη +με τον αδελφόν της, του τα είπε όλα και τον εμάλωσε με παράπονο.. Ο +Αντωνέλλος κατεκοκκίνησε, και της είπε όσον εμπορούσε πιο θυμωμένα. + + — Δεν είνε δουλειά σου ν' ανακατώνεσαι! λένε ψέμματα· εγώ δεν αγαπώ, +δεν αγάπησα κανένα. Η Μπέλλα εδάκρυσε και ο Αντωνέλλος ετράπη εις +φυγήν. + +Ο Αντωνέλλος εδόθη με πλειότερον ζήλον εις την εργασίαν, ήτο δε η +ψυχή του πλοίου, το οποίον, μετά το συνοικέσιον, μετωνομάσθη «Μπέλλα» +προς τιμήν της αδελφής. Μόνον ο χαρακτήρ του ηλλοιώθη επί το χείρον. +Εκτός της αδελφής και του πλοίου, κόσμος δι' αυτόν δεν υπήρχε. Και +αυτός ο Καραγιάννης δεν είχε πλέον καμμίαν δύναμιν επάνω του· αφού +και εις τον γάμον της αδελφής του, τελεσθέντα ολίγον καιρόν κατόπιν, +δεν κατώρθωσε να τον σύρη. Είχε προσποιηθή τον άρρωστον και αι +παρακινήσεις των οικείων απέβησαν εις μάτην. — Διασκεδάσετε σεις, εγώ +δεν είμαι για γάμους και χαραίς· τους είπε και τους απέπεμψε. + +Είχε γηράση κατά είκοσιν έτη, τον έλεγαν δε γέρο-παράξενο. Η προς +την αδελφήν του όμως αγάπη δεν ήτο αγάπη συνήθης, ήτο λατρεία! Και +είνε γνωστή η κωμική σκηνή ήτις έλαβε χώραν μεταξύ των τριών +προσώπων, μίαν πρωίαν Κυριακής, κατόπιν μακρού και προσοδοφόρου +ταξειδίου. + +Έπιναν, και οι τρεις μαζή, τον πρωινόν καφέν, όταν έξαφνα ο +Αντωνέλλος αποτείνεται προς τον γαμβρόν του. + + — Για να σου πω, καπτά Γιάννη, πόσα χρήματα έχω να πάρω; + +Ο Καραγιάννης εγέλασε. + + — Τι τα θες; τον ερωτά. + + — Τα θέλω! + + — Πιάς' το τεφτέρι και κύταξε. + + — Δος μου το κλειδί του συρταριού σου. + +ο Καραγιάννης του το έδωσε, με το γέλοιο πάντοτε. + +Ο Αντωνέλλος εσηκώθη, επήρε το βιβλίον και είδε τον λογαριασμόν του, +έπειτα ήνοιξε το συρτάρι του γραφείου του γαμβρού του, ήνοιξε μίαν +σακούλαν, εμέτρησε μ' επιμέλειαν κάμποσα τάλληρα και αφού έκλεισε το +συρτάρι, έβαλλε τα τάλληρα εις το μανδήλι του και σταθείς εμπρός εις +την αδελφήν, ήτις υπεμειδία, διότι εμάντευε τον σκοπόν του· + + — Άνοιξε την ποδιά σου, Μπέλλα, της είπε. + +Εκείνη ήνοιξε την ποδιάν της και ο Αντωνέλλος έχυσε μέσα όλα τα +τάλληρα του μανδηλιού του. + + — Να τα κάμης ό,τι θες· επρόσθεσε. Ο γαμβρός του εδόθη εις γέλωτα +θορυβώδη. + + — Γέλα όσο θες, είπεν ο Αντωνέλλος· έχεις ακόμα να μου δίνης εκατό +τόσα τάλλαρα, εκείνη τη παλαιά διαφορά! + + — Καλά, καλά, είπεν ο καπετάν Γιάννης, μη παύων να γελά. + + — Δεν έχει καλά και καλά, είπε σοβαρά ο Αντωνέλλος· αυτή τη διαφορά +θα σου τηνε ζητώ όλη μου τη ζωή! + +Πάντοτε ο Αντωνέλλος έδιδε τα χρήματά του εις την αδελφήν του, +εκρατούσε όμως και διά τον εαυτόν του ένα ποσόν. Από την ημέραν +εκείνην ουδέ οβολόν εκρατούσε πλέον και διά τας μικράς του ανάγκας +εζήτει από την αδελφήν. + +Μετά κάμποσα έτη ακαταπόνητου εργασίας ο Αντωνέλλος κατεβλήθη και +ηναγκάσθη ν' αφήση το πλοίον. Με πολύν κόπον απεχωρίσθη, από το +«αγαπητό του πλεούμενο» καθώς τ' ωνόμαζε, από την θαλασσινήν του +Μπέλλαν διά ν' αφοσιωθή εξ ολοκλήρου εις την αδελφήν, την Μπέλλαν του +της ξηράς. Διά να μην κάθηται δε, έγεινε κηπουρός. Αυτός ήτο η ψυχή +του περιβολιού της αδελφής του, καθώς ήτο η ψυχή του καραβιού άλλοτε. +Μόνον τας Κυριακάς επήγαινε εις την εκκλησίαν της ενορίας των, τας δε +λοιπάς ημέρας τας εξώδευε εις το σπήτι και εις το περιβόλι, το οποίον +μετέβαλεν εις καράβι, διότι το μεν ένα μέρος, το βορεινόν, ωνόμαζε +«πλώρην» το δε άλλο, το προς το σπήτι, «πρύμη» και την μέσην, όπου +ήτο και η στέρνα την εβάπτισεν «αμπάρι»· και ήκουες με το πλέον +σοβαρόν ύφος να σου λέγη ότι κολοκυθάκια έχει η πλώρη, αγγουράκια η +πρύμη και μελιτζάνες το αμπάρι. Αλλά και δεν έλειπε, κάθε φορά που +ήρχετο η «Μπέλλα», να ζητή από τον γαμβρόν του όσα του ώφειλε, την +διαφοράν του λογαριασμού των και μάλιστα με θυμόν, ενώ ο γαμβρός του +εγελούσε. + +Αλλά ο καιρός έφευγε και μαζή μ' αυτόν έφευγε και ο Αντωνέλλος. Κ' +έβλεπες ένα γεροντάκι κατάλευκο, κυρτωμένο, δραστήριο όμως πάντοτε. +Ήτο ευτυχισμένος να εργάζεται εις το περιβόλι και να βλέπη την +αδελφήν του· χωρίς όμως να το δείχνη, εζωογονείτο οσάκις ήρχετο από +ταξείδι ο γαμβρός του και διότι τον αγαπούσε πολύ, αλλά προπάντων +διότι η αδελφή του ήτο πλέον ευχαριστημένη τότε, του έκαμνε όμως +πάντα τον θυμωμένον, τον δυσαρεστημένον και με πείσμα παιδιού του +εζητούσε τα εκατόν τόσα τάλληρα, την παλαιάν των διαφοράν. + +Ήτο μια πρωινή του Ιουλίου· αφ' εσπέρας είχαν λάβη γράμμα από τον +Καραγιάννην ότι η «Μπέλλα», φθάσασα εις Μασσαλίαν με φορτίον, θα +ήρχετο εις την πατρίδα μετά την εκφόρτωσν. Και ήσαν καταχαρούμενοι ο +Αντωνέλλος και η αδελφή του· αυτή μάλιστα είχε διοργανώση μίαν +εκδρομήν εις το νησάκι του Μπάου, το οποίον απείχε μόλις ένα μήλι από +το μεγάλο νησί. Και είχαν συναχθή το πρωί εκείνο έξ-επτά κοράσια +και γυναίκες, φίλαι της Μπέλλας και όλαι μαζή, σε μια βάρκα μέσα, +εκίνησαν κατά το νησάκι. Εις το τιμόνι εκάθητο ο Αντωνέλλος, τα +κουπιά δε σιγά-σιγά, με φωνές, γέλοια και τραγούδια ετραβούσαν αι +γυναίκες αλληλοδιαδόχως. + +Ήτο γαλήνη εντελής· η θάλασσα μάρμαρο, λάδι, όπως λέγουν οι +θαλασσινοί· εμάγευεν η θέα του ομαλού εκείνου καθρέπτου, οπού +εδείκνυεν όλους τους θησαυρούς του πυθμένος του, σαν να σου έλεγε· +«Εμπιστεύσου εις εμέ αμέριμνος.» Και τα κοχλίδια τ' ασπρογάλαζα εις το +βάθος και τα ψαράκια τα πολυειδή και πολύχρωμα, όπου έτρεχαν εδώ κ' +εκεί με χάρι, σχίζοντα τα διαμαντένια νερά, και τα φύκη και τα βρύα +και τα ζωόφυτα και τα όστρακα, όλα ήσαν μία χαρά, την οποίαν οι +επιβάται της βάρκας εξεδείλουν θορυβωδέστατα. Και αυτός ο Αντωνέλλος +είχε γείνη, θαρρείς, νεώτερος. + +Έφθασεν εις το νησάκι, προσωρμίσθησαν εις μίαν αμμουδιάν και ώρμησαν +όλαι, ωσάν άτακτα παιδιά και ανυπότακτα, ανά δύο, ανά τρεις, εις τους +βράχους. Ο Αντωνέλλος, αφού ετοποθέτησε καταλλήλως τα κουπιά και +έσυρε ολίγον έξω την βάρκαν, απομακρύνθη τελευταίος. + +Τι ευμορφιά ήτο εκείνη τριγύρω! Μέσα εις την ασάλευτον γαλήνην, όλα +ζωή και λάμψις και άρωμα. Θάλασσα και ουρανός, καθρέπτης διαφανής, +ατελεύτητος· βαρκούλες ψαράδων εδώ κ' εκεί, και φωναί και γέλωτες +ηχηροί πότε, πότε, ους επανελάμβανεν η ηχώ των απέναντι βράχων. + +Έμειναν πολλάς ώρας εις το νησάκι. Και τι δεν έκαμαν; Αι νεώτεραι, +πηδώσαι με ευστροφίαν κατσίκας, τα γλυστερά βράχια, εύγαζαν +πεταλίδες, αχινούς, καβούρους· ο Αντωνέλλος, οπού είχε το καμάκι του, +έπιασε δυο τρία χταποδάκια και με φωνές, με γέλοια, με τραγούδια, με +αδιάπτωτον ευθυμίαν, εδιάλεξαν ένα ωραίο μέρος, μίαν γελαστήν +αμμουδιάν, άπλωσαν εκεί τα πολυποίκιλλα ορεκτικά τους και ερρίφθησαν +επ' αυτών με όρεξιν, μόνον εις τα νέα χρόνια γνωστήν. + +Θα ήσαν τρεις μετά μεσημβρίαν, όταν εφάνη ένα συννεφάκι επάνω εις την +άκραν της Τήνου· ο Αντωνέλλος συνωφρυώθη και χωρίς να χάνη καιρόν, +παρώτρυνε τας γυναίκας να φύγουν — Θα χωμε φουρτούνα γλήγορα, ταις +είπε· η Τήνο άρχισε να καπελλώνη . . . + +Και πράγματι μετά ένα τέταρτον της ώρας η Τήνος εσκεπάσθη από +γιγάντεια μεγαλοπρεπή λευκόφαια σύννεφα φαινόμενα ακίνητα εις τον +οφθαλμόν, σαν απολιθωμένοι, όγκοι στρογγυλόσχημοι. + +Συγχρόνως δε, αεράκι, αδύνατο στας αρχάς, ανά πάσαν δε στιγμήν +ισχυρότερα πνέον, συνετάραξε το κοιμώμενον στοιχείον, τον προ ολίγων +μόλις λεπτών ομαλώτατον και λείον καθρέπτην . . . + + — Γρήγορα στη βάρκα· εβροντοφώνησεν ο Αντωνέλλος· Και αυτοστιγμεί αι +γυναίκες όλαι, ως φοβισμένα πτηνά, εσωρεύθησαν εις την αμμουδιάν και +ερρίφθησαν εις την βάρκαν μέσα. + +Απεμακρύνθησαν ο Αντωνέλλος εκάθησε εις το τιμόνι, δύο δε από τας +ρωμαλεοτέρας γυναίκας, (γυναίκας ναυτών) έδραξαν τα κουπιά; + +Αλλ' ο βορράς απελύθη ακάθεκτος επί του υγρού πεδίου και το +συνεκλόνισε· τα κύματα, με τας κορυφάς αφρισμένας, συνωθούντο +ακατάσχετα και με φοβεράν βοήν. Δεν εθώπευον τώρα το εύπιστον +ελαφρόξυλον με το δειλόν του φορτίον, αλλά του έπληττον τας πλευράς +με αγριότητα θηρίου και το εκύλιον ανηλεώς και το ετίνασσον ωσάν +πτερόν εδώ κ' εκεί, προσπαθούντα να τ' ανατρέψωσι. Και ήτο φόβος μη +βυθισθή η καϋμένη η βαρκούλα· τα νερά την κατέκλυζον επί μάλλον και +μάλλον και τόσον, οπού στεγνόν μέρος εν αυτή δεν υπήρχε· Αι γυναίκες, +φοβισμέναι, εκρατούντο από τας χείρας και συνεσφίγγοντο. Ο Αντωνέλλος +είχε πλησίον του την αδελφήν του, της οποίας οι πόδες ήσαν διαρκώς +εις το νερόν και ήτις έτρεμεν από το ψύχος και από τον φόβον. + +Αλλά ο Αντωνέλλος, τιμονεύων δεξιώς, κατώρθωσε να πλησιάση την αμμώδη +παραλίαν, επάνω εις την οποίαν η βαρκούλα ερρίφθη με την μίαν των +πλευρών. Με την βοήθειαν παρατυχόντων διαβατών αι γυναίκες +απεβιβάσθησαν, ο δε Αντωνέλλος, περιβάλλων και υποβαστάζων την +αδελφήν, την ωδήγησεν εις τα ίδια. + +Η καϋμένη η Μπέλλα αρρώστησε δυνατά. Το ψύχος την είχε διαπεράση και +ο ιατρός είπεν, ότι χρειάζεται πολλή προσοχή και πολλαί φροντίδες διά +ν' αναλάβη· την κατέκαιεν ο πυρετός . . . Νοσοκόμος της, καθ όλον το +διάστημα της ασθενείας ήτο ο Αντωνέλλος, όστις δεν ήθελε να την +περιποιηθή κανείς άλλος. Ούτε έτρωγε, ούτε εκοιμάτο όπως έπρεπε, μεθ' +όλας τας ενστάσεις της Μπέλλας ήτις, μετά είκοσιν, ημέρας ανέρρωσε. + +Όταν όμως εστράφη να ιδή τον Αντωνέλλον, κατετρόμαξε! Δεν ήτο πλέον +αυτός· ήτο η σκιά του. Κατέρρευσεν εντός μιας ημέρας· αι συγκινήσεις, +οι κόποι και αι αγρυπνίαι είχον τελείως καταβάλη το, και άλλως, +ασθενές σαρκίον του γέροντος. — Γρήγορα στο κρεββάτι, εφώναξεν η +Μπέλλα και ο Αντωνέλλος δεν αντέστη. Κατεκλίθη, και ο ιατρός, αφού +τον είδε, είπε κρυφά εις την Μπέλλαν την αλήθειαν . ο Αντωνέλλος ήτο +εις τα τελευταία του . . . Η Μπέλλα έκλαυσε, αλλ' έκρυψε τα δάκρυά +της και εκάθησε κοντά στο προσκέφαλό του. + +Ο Αντωνέλλος έσβυνε χωρίς αγωνίαν· μία γαλήνη ήτο χυμένη εις το +πρόσωπόν του, γαλήνη ύπνου, όστις έμελλε να είνε αίώνιος. Ήνοιγε από +καιρού εις καιρόν τα μάτια, ησθάνετο ότι είνε πλησίον του η αδελφή. + + — Μπέλλα, εψιθύρισε μίαν φοράν, δε θέλω ν' αγρυπνάς και να +κουράζεσαι· άμε . . . + +Και έδιδε εις την φωνήν του τονον θυμωμένου. + +Εκείνο όμως που τον επείραζε πολύ ήτο η απουσία του γαμβρού του. +Ησθάνετο το τέλος εγγίζον και συχνά εψιθύριζε, ερωτών αν ήλθεν ο +Καραγιάννης. + + — Ήθελα να τον ήβλεπα. Μπέλλα, πότε θάρθη; Και τα μάτια της Μπέλλας +εγέμιζαν δάκρυα. Και ο ασθενής επρόσθετε. + +Μην κλαις· θάρθη χωρίς άλλο. + +Δυο τρεις ημέρας κατόπιν, τον εμετάλαβαν και μία γαλήνη υπερκόσμιος +εξωράισε το κάτισχνον πρόσωπόν του. Περιέφερε το βλέμμα εδώ κ' εκεί, +εκινούσε τα χείλη, ωσάν κάτι να ήθελε να ειπή, όταν έξαφνα διεδόθη +ότι ένα καράβι είχεν αράξη στον Τούρλο. + +Ήτο η «Μπέλλα» και δεν παρήλθεν ώρα, οπού ο Καραγιάννης εισήλθεν εις +το δωμάτιον του ασθενούς. Δεν εγνώριζε περί της ασθενείας του και +έμεινε κατάπληκτος! είχεν ενώπιόν του έν πτώμα . . . + +Το πρόσωπον του θνήσκοντος εφωτίσθη. + +Ητένισε τον γαμβρόν του και διά του βλέμματος του ένευσε να πλησιάση. +Εκείνος επλησίασε και έκυψεν επ' αυτού. Εκ του στόματος του +θνήσκοντος εξήλθε ψιθυρισμός . . . + + — Να την αγαπάς . . . + +Δάκρυα ανέβλυσαν επί των βλεφάρων του Καραγιάννη. + +Του ένευσεν ακόμη. Εκείνος έκλινε· σχεδόν ήγγισε με το πρόσωπον τα +χείλη του και ηκροάσθη. + +Τα χείλη του θνήσκοντος διεστάλησαν ελαφρά, ως όταν θέλει τις να +μειδιάση. + + — Και να της δώσης εκείνα τα τάλλαρα . . . + +Ήτο η τελευταία πνοή . . . + +Το πρώτον και τελευταίον του χαμόγελο . . . + + + +ΕΙΣ ΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΚΡΗΜΝΟΥ + + + +Ω φύγε φύγε, ούτε να σ' ακούσω θέλω . . . τι φρίκη! + + — Ποτέ, ποτέ δεν θα φύγω, αν δεν λάβω μίαν απάντησιν, μίαν +υπόσχεσιν. + + — Καμμίαν άλλην απάντησιν δεν έχεις ν' ακούσης, παρά ότι μου +προξενείς φρίκην! τ' ακούεις; φρίκην! + +Και πεσούσα επί του ανακλίντρου, ανελύθη εις δάκρυα. + +Εκείνος εκυλίετο εις τους πόδας της ασθμαίνων, έξαλλος . . . + +Εκείνη τον απώθησε και ηγέρθη. + + — Φεύγω, επειδή το θέλεις, είπε μετ' ολίγον εκείνος εγερθείς, αλλά +δεν θ' απομακρυνθώ, δεν ημπορώ ν' απομακρυνθώ. Και επρόσθεσε, +συμπλέκων τας χείρας και με φωνήν εκφράζουσαν υπέρτατον πόνον: + + — Μήπως το θέλω; σε αγαπώ τόσον . . . + +Τω έδειξεν επιτακτικώς την θύραν! Εκείνος τότε, βραδέως οπισθοχωρών, +αφήκε την αίθουσαν και απήλθε της οικίας περίλυπος. + +Η νεαρά γυνή εστάθη επ' ολίγον σύννους, μετά τινα δε λεπτά μετέβη εις +τον κοιτώνα της και κατεκλίθη. Η κεφαλή της έκαιε . . . + +Μετά έν τέταρτον ώρας ηκούσθησαν τα βήματα του συζύγου, όστις +εισήλθεν εις τον κοιτώνα. + + — Τι έχεις, Αρσινόη; ηρώτησεν ανήσυχος. + + Αιφνίδιος κεφαλόπονος, Άγγελε. Δεν είνε τίποτε. + +Ο σύζυγος έψαυσε το μέτωπόν της. + + — Το κεφάλι σου καίει, είπε. Αναπαύσου, θα σου κάμω συντροφιάν. + + — Τι καλός που είσαι! είπεν εκείνη. + +Εκείνος επήρε βιβλίον και εκάθησεν απέναντί της. + +Βυθισμένος εις την ανάγνωσιν, δεν παρετήρησεν ότι η σύζυγος είχεν +αποκοιμηθή. Αίφνης ήκουσε ψιθυρισμόν: — «Φύγε, φύγε.» + +Παρετήρησε την σύζυγον, ης τα χείλη εκινούντο ηρέμα. Ανησύχησε και +απέθεσε το βιβλίον. Αλλ' ο ύπνος της νεαράς γυναικός μετ' ολίγον +εγένετο ησυχώτερος. Η αναπνοή εξήρχετο ήρεμος εκ των ημιανοίκτων +κοραλλίνων χειλέων, και εις το πάλλευκον πρόσωπον, όπερ έβαφεν ελαφρά +ροδίνη χροιά, επεκάθητο γαλήνη. Ο σύζυγος επανέλαβε την ανάγνωσιν. + +Μετά ημίσειαν ώραν η νεαρά γυνή ήνοιξε τους οφθαλμούς. + + — Τι καλά που κοιμήθηκα! είπε. + + — Και όμως ήσουν εις την αρχήν πολύ ανήσυχος· επαραμιλούσες μάλιστα. + + — Α! και τι είπα; + + — Έλεγες «φύγε, φύγε.» Έμενα έδιωχνες βέβαια, είπε μειδιών εκείνος. + +Εκείνη εγέλασε. + + — 'σένα να διώξω, Άγγελε; Τον φύλακα τον άγγελόν μου; + +II + +Από δύο ετών ο βίος της Αρσινόης ήτο γαλήνιος, ομαλός, ως επιφάνεια +λίμνης. Αίφνης ήλθε να τον ταράξη τρικυμία, ην είχε νομίση +εκλιπούσαν, κοπάσασαν εντελώς. + +Ήτο συνέχεια θυέλλης, ήτι είχεν άλλοτε συγκλονίση τα σπλάγχνα της τα +παρθενικά. + +Όταν ο πατήρ της Αρσινόης — δύο έτη πρότερον — της επρότεινε διά +σύζυγον τον Άγγελον, η νέα κόρη εσκυθρώπασε· διότι ο Άγγελος, παρά +της φυσικήν αγαθότητά του, δεν είχε τα προσόντα εκείνα τα οποία +ελκύουν εκ πρώτης όψεως. Σοβαρός, σχεδόν ψυχρός, δεν απεκάλυπτεν +εύκολα τα ψυχικά του χαρίσματα. Η καρδία του ωμοίαζε με κιβώτιον, +εγκλείον μεν θησαυρούς ίσως, αλλά στεγανώς κλειστόν. Ήτο χρυσός, +χωρίς όμως να στίλβη· παρουσίαζε δηλαδή ακριβώς το αντίθετον του +πασιγνώστου φαινομένου, και η Αρσινόη, νέα ενθουσιώδης, ουδέν +ησθάνετο πλησίον του, δεν ησθάνετο τουτέστι ό,τι ελκύει, ό,τι +συναρπάζει μίαν καρδίαν. Το εναντίον ακριβώς συνέβαινε με τον επίσης +οικογενειακόν φίλον Φωκίωνα, Ωραίος αυτός, ευφυής, ζωηρότατος, είχεν +ελκύση την προσοχήν και κατόπιν την καρδίαν της Αρσινόης, ήτις είχε +την ηλικίαν εκείνην, καθ' ην δεν σκέπτεται τις διόλου, αλλά μόνον +αισθάνεται. Οι δύο νέοι, ο Άγγελος και ο Φωκίων, αν και ανόμοιοι τον +χαρακτήρα, ήσαν φίλοι, συνηντώντο δε συχνά και εις την οικίαν της +Αρσινόης, καλής, ωραίας, νοήμονος κόρης και νύμφης επιζήλου. Συχναί +ήσαν αι συναναστροφαί μεταξύ πατρός, θυγατρός και των δύο νέων, ενώ +δε ο Φωκίων δεν έπαυε χαριεντιζόμενος και σπείρων την ευθυμίαν. ο +Άγγελος ωμίλει ολίγα και σχεδόν σοβαρά πάντοτε. Τούτο επείσμωνε την +νέαν κόρην, ελκυομένην καθεκάστην πλειότερον προς τον Φωκίωνα. +Συνέβη, δις ή τρις, στραφείσα αποτόμως προς τον Άγγελον, να συλλάβη +το βλέμμα του προσηλωμένον επιμόνως επ' αυτής· τίποτε άλλο δεν +ηδύνατο ν' αναγνώση επί του προσώπου του. Η μεταξύ των δύο νέων +διαφορά, τουλάχιστον η εξωτερική, ήτο μεγάλη και η νέα κόρη ωρισμένως +έκλινε προς τον Φωκίωνα. Του πατρός της όμως η γνώμη, πατρός όσον +φιλοστόργου, τόσον και νουνεχούς, ήτο εκ διαμέτρου αντίθετος. +Σπουδάσας κατά βάθος τον χαρακτήρα των δύο νέων, ουδ' επί στιγμήν +εδίστασε μεταξύ αυτών. Τον Άγγελον ήθελε σύντροφον του μόνου του +τέκνου, του ορφανού μητρός, της μόνης του χαράς. Αυτόν της προώρισε +σύζυγον, πεποιθώς ότι μαζή του θα ηυτύχει. + +Αλλ' η κόρη εσκυθρώπασε. Τον πατέρα και τον εσέβετο και τον ελάτρευε, +αλλ' η καρδία της είχεν ομιλήση και η Αρσινόη ήτο δυστυχής . . . .. + +Δεν επάλαισεν όμως· ενώπιον της επιμόνου θελήσεως του καλού της +πατρός, εδέησε να υποκύψη. + +Συνέπλεξε μετ' απελπισίας τας χείρας, έχυσε κρυφά πολλά δάκρυα, αλλ' +υπέκυψε . . . + +Ο Φωκίων, μαθών τα αποφασισθέντα τη εξηκόντισεν επιστολήν πλήρη +πυρός, δακρύων, λύσσης και απογνώσεως, ην η Αρσινόη, αφού κατέβρεξε +με δάκρυα, έσχε το θάρρος να παραδώση εις το πυρ, το αυτό εκείνο πυρ, +το οποίον την κατέκαιε την στιγμήν εκείνην. + +Μετά τον γάμον, ο Φωκίων απεδήμησεν εις την ξένην. + +III + +Ο Άγγελος περιέβαλε την σύζυγον με πολλήν στοργήν, αν και δεν ηγνόει +την ψυχικήν της κατάστασιν. Συχνά την έβλεπεν εταστικώς, ωσάν να +ήθελε κάτι ν' αναγνώση επί του προσώπου της, κάτι να μαντεύση· ούτε +παρατήρησιν όμως τη απηύθυνε ποτέ, ούτε τίποτε. Εκείνη έβλεπε ταύτα +και ηδημόνει. Θα επροτίμα θόρυβον μάλλον παρά την ησυχίαν αυτήν. Αντί +της απαθείας του, θα επροτίμα παρατηρήσεις, ανακρίσεις φανεράς, +ελέγχους. Ταύτα θα εδείκνυον ενδιαφέρον, πάθος τι, έν αίσθημα. Η +απάθεια εκείνη του συζύγου την παρώργιζε. Αλλ' ήτο αγαθός και τον +ετίμα, αν και επάλαιε διηνεκώς μεταξύ προσφάτου ακόμη, καυστικής +αναμνήσεως και καθήκοντος ιερού. + +Εβίαζεν εαυτήν, προσπαθούσα να συνδέεται στενώτερον οσημέραι προς τον +σύζυγον, συχνά δε, οσάκις καμμία ανάμνησις την ηνώχλει επίμονος, τον +εκράτει πλησίον της, ως δεινόν τι προαισθανομένη, ωσάν να την ηπείλει +συμφορά. Εκείνος την έβλεπεν απορών και την καθησύχαζε με λόγους +μειλιχίους. + +Μικρόν κατά μικρόν η ψυχική τρικυμία κατηυνάζετο. Οι παροξυσμοί +εγίνοντο σπανιώτεροι. Το αόρατον άστρον, εις ό ανεφέροντο ενίοτε οι +οφθαλμοί της ψυχής, εθαμβούτο ολονέν, ωχρία, αποβάλλον βαθμηδόν την +προτέραν λάμψιν, τότε δε μία γαλήνη ευεργετική, σωτηρία, εγέμιζε την +καρδίαν της. Οι καπνοί που την εσκότιζον πριν, διελύοντο και τώρα +έβλεπε καθαρά ενώπιόν της. Πολύ δίκαιον είχεν ο πατήρ της, όστις, +αφού την εχειραγώγησε και την ενίσχυσεν, απήλθεν εκ του κόσμου +τούτου, βέβαιος περί του έργου του. Η ασθένεια της Αρσινόης βαθμηδόν +υπεχώρει, δεν θα παρήρχετό δε πολύς καιρός και η ίασις θα ήτο +εντελής. Είχε και η Αρσινόη το όνειρόν της το νεανικόν, το οποίον προ +πολλού εσβέσθη εντελώς και δεν υπάρχει εξ αυτού παρά τέφρα ψυχρά, την +οποίαν δεν φοβείται. Τώρα, αντί του ονείρου εκείνου, απλούται ενώπιον +αυτής η πραγματικότης η άνευ ονείρων, η ομαλή, η ατάραχος. Η εστία, ο +καλός σύζυγος! Έν αχ! είς στεναγμός ανακουφίσεως και τώρα η λήθη, η +τόσον ευεργετική. + +Ήτο ευτυχής η Αρσινόη, ήτο δηλαδή ήσυχος, ότε πρωίαν τινά ευρέθη +ενώπιόν της ο Φωκίων . . . Ήτο μόνη . . . Αυτός, προ μικρού επανελθών +εκ ταξειδίου, έτρεξεν ευθύς παρά τη φίλη οικογενεία . . . Ήτο τύπος +ωραίου ανδρός, καθ' όλην την σημασίαν της λέξεως. Η στάσις του +εδείκνυε κάποιαν συστολήν. Η Αρσινόη δεν θα ηδύνατο να εκφράση τι +ησθάνθη την στιγμήν εκείνην. Τω έτεινε την χείρα ως παλαιά φίλη, +εκείνος δε, ατάραχος, διηγήθη τα κατ' αυτόν, ευτράπελα, μ' +ευγλωττίαν. Περί του παρελθόντος ούτε λέξεις και ότε ο νέος απήρχετο, +η Αρσινόη του έθλιψεν εκ νέου την χείρα. + +Μετά χαράς είδεν ο Άγγελος τον Φωκίωνα. Οι δύο άνδρες ανενέωσαν τας +προτέρας των σχέσεις. Ο οίκος του Αγγέλου ήτο πάντοτε ανοικτός διά +τον παλαιόν φίλον, όστις, της σχολής του τας ώρας διήρχετο εκεί, +ομολογών απροκαλύπτως ότι ουδαμού αλλού ησθάνετο τόσην ευτυχίαν. Οι +δύο άνδρες συνεδέθησαν στενώς πάλιν και η Αρσινόη δεν είχεν αφορμήν +ν' ανησυχήση. Ο Φωκίων βέβαια ελησμόνησεν εντελώς το παλαιόν του +αίσθημα, ως ελησμόνησεν αυτό και η Αρσινόη. — Και τόσω το καλλίτερον, +διενοήθη εν τέλει η νέα γυνή. + +Η μεταξύ των τριών προσώπων σχέσις έλαβε τον χαρακτήρα οικειότητος, +χωρίς η προς την Αρσινόην ευλάβεια του Φωκίωνος ν' αλλοιωθή το +παράπαν. Συχνά συνέτρωγον ή συνδιεσκέδαζον εις την πόλιν και τα +περίχωρα. Συνέβη πολλάκις να μείνωσι μόνοι, η Αρσινόη και ο Φωκίων +και τότε όμως περί παντός άλλου εγίνετο λόγος, ουδέποτε δε περί +πράγματος δυναμένου να δώση έστω και πόρρωθεν νύξιν περί του παλαιού +αισθήματος, του νεκρωθέντος προ πολλού ήδη . . . Διότι, σπάνιαί +τινες χειρός θλίψεις θερμότεραι, παρατεταμέναι, ή εξακοντίσεις +βλεμμάτων τολμηρότεραι, δεν ηδύναντο ν' ανησυχήσωσι την νέαν γυναίκα. + +Ημέραν τινά, περιεργαζόμενοι τας αιθούσας του Πολυτεχνείου, εις το +διαμέρισμα της ζωγραφικής, εσταμάτησαν προ εικόνος παριστανούσης +άνδρα εν κυνηγετική περιβολή, απάγοντα νέαν κόρην. Μακράν διεκρίνοντο +τρεις τέσσαρες άνδρες, οι διώκται πιθανώς του ζεύγους. Ο Άγγελος +έτυχε να είναι ολίγον μακράν και ο Φωκίων είπεν εις την Αρσινόην, +δεικνύων την εικόνα — «Διά την θέσιν του ανδρός αυτού θα έδιδα την +ζωήν μου·» και ανεστέναξε βαθέως. Η Αρσινόη, μολονότι ταραχθείσα, +εκρατήθη όμως και απήντησε με απάθειαν: + + — Και τις η ανάγκη απαγωγής; Ειμπορείτε να εκλέξετε και να +ευτυχήσετε. + + — Α! ναι, είπεν ο Φωκίων με πικρίαν καταφανή. Μίαν φοράν εκλέγουν +και εγώ την τύχην μου την είδα. Η Αρσινόη ηρυθρίασε κ' έσπευσε ν' +απομακρυνθή, μετ' ου πολύ δε και οι τρεις απήρχοντο του Πολυτεχνείου. + +Ο Φωκίων έκτοτε ήλλαξε τρόπον. Από της άκρας ευθυμίας, παρεδίδετο +αίφνης εις μελαγχολίαν μεγάλην. Η Αρσινόη ήτο απαθής, ή επροσποιείτο +και ο Φωκίων ηρεθίζετο. Συχνά τη έρριπτεν επίμονα ή παρακλητικά +βλέμματα εις τα οποία εκείνη δεν απήντα και ο Φωκίων εγίνετο εκτός +εαυτού. Εβασανίζετο υπό επιμόνου σκέψεως, ήτο δε διαρκώς εν νευρική +ταραχή και ήρχοντο στιγμαί καθ' ας επεθύμει να τον εδίωκον της οικίας +μάλλον παρά να τον δέχωνται με τόσην προθυμίαν. Έκαμνεν εκ +διαλειμμάτων συντόμους απουσίας, χωρίς η κατατρύχουσα αυτόν οδύνη να +κατευνάζεται. + +Μίαν πρωίαν τέλος, εν στιγμή ακροτάτου ερεθισμού, έπεσεν εις τους +πόδας της Αρσινόης, εξομολογούμενος με γλώσσαν πυρίνην, το κατατρώγον +αυτόν πάθος . . . . + +Εκείνη, ήτις προ πολλού τον εμάντευε, απέκρουσεν, ως είδαμεν, +υπερήφανα, εν αγανακτήσει, την αυθάδη εξομολόγησιν, ότε δ' εκείνος +απηλπισμένος απήρχετο, εκείνη ανελύετο εις δάκρυα . . . + +IV + +Μεγάλη μεταβολή επήλθεν εις τας έξεις και εις αυτόν τον χαρακτήρα του +Φωκίωνος. Αι επισκέψεις του εις του Αγγέλου είνε σπάνιαι και νομίζει +κανείς ότι είνε άλλος άνθρωπος. Δεν είνε πλέον ζωηρός, όπως ήτο, και +ομιλητικός. Η σοβαρότης αυτή εκπλήττει τον φίλον του όστις, αποδίδων +αυτήν εις άλλας αφορμάς, συχνά τον πειράζει, δεν εκπλήττει όμως την +Αρσινόην, αλλά την ανησυχεί, φοβουμένην μη η ασυνήθης αύτη μετατροπή +κρύπτη καμμίαν παγίδα . . . Ο καιρός όμως παρέρχεται και η Αρσινόη +δεν έχει λόγους να φοβήται· απ' εναντίας τώρα λυπείται . . . Ο Φωκίων +είνε σκυθρωπός και η μελαγχολία του, ολίγον κατ' ολίγον, μετεδόθη και +εις την Αρσινόην, ήτις μόνον ενώπιον του συζύγου προσποιείται την +εύθυμον. Την μεταβολήν ταύτην ο Φωκίων την αντελήφθη αμέσως και δεν +δυσηρεστήθη· προφανώς εν τη ψυχή της Αρσινόης ετελείτο πάλη. Ήτο +πάντοτε η αυτή γαλήνιος και αξιοπρεπής γυνή, αλλά πολύ την δυσηρέστει +τώρα η δυσθυμία του Φωκίωνος, όστις εξηκολούθει επιμόνως την αυτήν +τακτικήν, προβαίνων μέχρι του μέτρου ν' αποφεύγη όσον ηδύνατο να την +βλέπη μόνην . . . + +Ημέραν τινά εν τούτοις ο Φωκίων δεν ηδυνήθη να την αποφύγη. Ήτο +μελαγχολικώτερος του συνήθους και εις την ερώτησιν της Αρσινόης διατί +η τόση του δυσθυμία, εκείνος απήντησεν ότι ήτο πολύ σκληρός ο +περίγελως, αφού κάλλιστα γνωρίζει την αφορμήν . . . Και επρόσθεσε με +φωνήν ομοιάζουσαν μάλλον ψιθυρισμόν: — Και να μην ημπορώ ν' +απομακρυνθώ . . . — Αλλ' η φιλία τότε; είπεν εκείνη. — Δεν υπάρχει +καμμία, απήντησεν εκείνος με πικρίαν. — Ούτε η ιδική μου; είπεν +εκείνη ταπεινοφώνως, χωρίς να τον ατενίση . . . Εις τον τόνον της +φωνής ο νέος διέκρινε τρυφερότητα . . . η καρδία του υπερεπληρώθη, +αλλ' η Αρσινόη ηγέρθη. — θέλω να είσαι εύθυμος, τ' ακούεις; είπε +τεταραγμένη· το θέλω. Και απεμακρύνθη εσπευσμένως. + + +V + +Αντηλλάγησαν επιστολαί τίνες. Αι του Φωκίωνος εδείκνυον το πυρ που +τον έτρωγε, αι της Αρσινόης, αίσθημα αναγεννώμενον Φευ! ήτο το πρώτον +της Αρσινόης ολίσθημα . . . Ησθάνετο ότι παρεσύρετο, ότι ελιποψύχει +και ήρχοντο στιγμαί καθ' ας έκλαιεν από εντροπήν. Ως εξ ενστίκτου, +εζήτει περί αυτήν έρεισμά τι, κάποιαν ενίσχυσιν, εζήτει έν φάρμακον +κατά της αδυναμίας της τής ενόχου, της ολεθρίας . . . Προ πολλού +επεθύμει να ταξειδεύση και ο σύζυγος ανέμενε τας διαταγάς της, χωρίς +αύται να δίδωνται. + + — Όταν θελήσης, είμ' έτοιμος, Αρσινόη, της είπεν ημέραν τινά· τίποτε +δεν θα μ' εμποδίση. + + — Ναι, ναι, Άγγελε, ευχαριστώ· αργότερα. Και ενώπιον της συζυγικής +καλωσύνης, ησθάνετο τας παρειάς της φλεγομένας! + +Η κρίσις έφθασεν εις σημείον οξύτατον. Ο Φωκίων είνε επιτακτικός, ενώ +συγχρόνως ικετεύει. Αι επιστολαί του εκφράζουν όλην την οδύνην +ανθρώπου εμμανώς αγαπώντος· είνε επιστολαί ημιπαράφρονος, η τελευταία +του δε είνε αληθινή λάβα ηφαιστείου. — «Αν δεν έλθης — έγραφεν — +αυτήν την φοράν, δεν θα ημπορέσω ν' ανθέξω περισσότερον . . .» + +Η ημέρα εκείνη είνε ημέρα τρικυμίας ψυχικής απεριγράπτου διά την +Αρσινόην· αι ώραι, αι στιγμαί, είνε ώραι και στιγμαί αλλοφροσύνης. +Κάθηται, εγείρεται, κρατεί βιβλίον χωρίς ν' αναγινώσκη, +πηγαινοέρχεται, γελά και κλαίει. Είχεν αποφασίσει την υπερτάτην +θυσίαν και είνε εκτός εαυτής. Διότι το βήμα το οποίον απεφάσισε, δεν +είνε εις θέσιν να είπη αν τη προξενή αγαλλίασιν ή φρίκην! τόσον τα +δύο ταύτα αισθήματα συγχέονται. Ο σύζυγος απουσιάζει δι' υποθέσεις +του και είνε εντελώς ελευθέρα. Η τροφός, ήτις την ανέθρεψε και δεν +τολμά να την κρίνη, διότι τη είνε ολοψύχως αφωσιωμένη, θα την +συνοδεύση εις την νυκτερινήν εκδρομήν της. Θα επανέλθουν πριν ή +επιστρέψη ο σύζυγος, όστις άλλως έχει πλήρη εις αυτήν πεποίθησιν. Ο +σύζυγος, ο αγαθός άνθρωπος, ο άγγελός της . . . Και τα επίθετα ταύτα, +τα οποία έρχονται εις την μνήμην της αδιάκοπα, ωσάν καμμία δύναμις να +τα στέλλη, είνε τόσα κτυπήματα μαχαίρας εις την πληγωμένην ψυχήν της +. . . + +Αλλ' η ώρα εγγίζει και πρέπει ν' απέλθη. Η πιστή τροφός την αναμένει +σιωπηλή. Εγείρεται και προχωρεί ολίγα βήματα, αλλ' ενθυμείται αίφνης +και διευθύνεται προς τον κοιτώνα της. Θέλει δι' εσχάτην φοράν να +προσευχηθή, να ζητήση εξ ύψους ενίσχυσιν εις την αναμενομένην πάλην. + +Επί του τοίχου, άνω της συζυγικής παστάδος είνε ανηρτημένη μεγάλη +εικών του συζύγου, του Αγγέλου της, ολίγον δ' απωτέρω, μία εικών του +αρχαγγέλου Γαβριήλ με γυμνήν ρομφαίαν. Η Αρσινόη εγονυπέτησε. Θέλει +να προσευχηθή αλλά δεν το κατορθώνει· η μνήμη της την προδίδει, δεν +ενθυμείται πλέον . . . αι παρειαί της φλογίζονται, είνε εις άκρον +εξημμένη και εν τη συγχύσει της, τη φαίνεται ότι ο αρχάγγελος την +απειλεί διά του ξίφους, ενώ ο Άγγελος, ο σύζυγός της, τη μειδιά +προσηνώς . . . Μετ' ολίγον αι δυο εικόνες συγχέονται εις μίαν . . . +Και το μειδίαμα το προσηνές και η ρομφαία η απειλούσα ανήκουν εις το +αυτό πρόσωπον . . . + +Παρήλθε πολλή ώρα και η Αρσινόη είνε εις τα γόνατα. Αδυνατεί να +εγερθή . . . Είνε καθηλωμένη επί του εδάφους. Αίφνης αισθάνεται ότι +της εγγίζουν τον ώμον. Είνε η τροφός, η οποία της ενθυμίζει την ώραν +. . . + +Η Αρσινόη εγείρεται ορμητική και η όψις της εκφράζει απόφασιν +αιφνιδίως ληφθείσαν. — Νίνα λέγει προς την τροφόν αν μ' αγαπάς, αν +ποτέ με ηγάπησες, τρέξε, πέταξε, φέρε τον Άγγελόν μου εις την +στιγμήν. Το θέλω, ακούεις; + +Εις τα λάμποντα βλέμματα, εις τας εξημμένας παρειάς της κυρίας της η +καλή τροφός ανέγνωσεν ολόκληρον δράμα . . . + +Έφυγε δρομαία. + +Η Αρσινόη ανέμενε τον σύζυγον υπερήφανος, φρίσσουσα, με πόθους +νεονύμφου, πόθους όμως αγίους . . . Ησθάνετο και τώρα αγωνίαν, αλλ' +ήτο αύτη αγωνία ευεργετική, αγωνία σώζουσα . . . + + + + + +Η ΔΕΚΟΧΤΟΥΡΑ + + +I + +ΎΠΝΟ δεν είχεν, κάμποσες νύχτες τώρα, η Σμαραγδούλα. Από κάτω από τα +ωραία της μάτια είνε μια σειρά μελανή, της αγρύπνιας σημάδι. Θυμώνει +με την αδιακρισία, την αυθάδεια των παλληκαριών που δεν την αφίνουν +να κοιμηθή. Η δυσαρέσκειά της φαίνεται σ' όλα της τα κινήματα. + + — Ακούς εκεί! Να μην μπορή ένας να ησυχάση, να μην είν' ελεύθερος ν' +αναπαυθή γιατί εκατέβη στο κεφάλι μερικών να έρχουνται την νύχτα να +τραγουδούν, χωρίς κανείς να τους παρακαλή. Αυτοί ευχαριστούνται, +ρώτηξαν όμως και μένα, αν θέλω ν' ακούω; Να ταν εδώ ο Μάρκος ο +ξάδελφός μου, δεν θα με πείραζε κανένας. Αυτά εσυλλογιόταν η +Σμαραγδούλα, ενώ η καϋμένη η γρηά θεία της είνε να χάση το νου της με +το φυσικό της ανεψιάς. Να την αγαπούνε τόσοι, να την κυνηγούνε, να +είνε έτοιμοι να φαγωθούν, κι' αυτή να θυμώνη, να τους βρίζη, να μη +θέλη να τους ξέρη. Η πατινάδες και τα τραγούδια, εκείνο που για της +άλλες κοπέλλες ήταν χαρά και πανηγύρι και καύχημα, για την +Σμαραγδούλα ήταν αφορμή θυμού. Απελπίζετο η καϋμένη η θεία της με τον +χαραχτήρα της τον παράξενο, τον αλλόκοτο! Πού ευρήκε αυτή την +υπερηφάνεια, κόρη ναυτικού, καθώς ήταν η περισσότερες συνομίληκες και +φιλενάδες της; Εκείνη πάλι η ακαταδεξία, η ψυχρότητά της; Μάρμαρο η +ευλογημένη, ενώ είνε τόσον έμμορφη τόσον ελκυστική, οπού δεν έμεινε +παλληκάρι να μη την ποθήση, να μη την κυνηγήση. Και ενθυμήθη με +πείσμα η γρηά τη νύφη της. — Από εκείνη την ξένη, από τη μάννα της, +τόχει, αυτό το ελάττωμα από κείνη το κληρονόμησε χωρίς άλλο γιατί όσο +για τ' άλλα, είνε λαμπρό παιδί, και μόνο αυτή την ψυχρότη δείχνει πως +έχει, για να μην την διώ εγώ αποκαταστημένη. Και η αδημονία αυτή την +έτρωγε χρόνια τώρα. + +Τον αδερφό της, τον πατέρα της Σμαραγδούλας, τον αγαπούσε πολύ, μα δε +μπόρεσε να του συχωρέση πως πήρε μια ξένη, μια περίφανη, μια +πεισματάρα, που ό,τι έλεγε, έπρεπε να γίνεται. Μα είχε δελεάση τον +αδερφό της με την ξεχωριστή ευμορφιά της. Τώρα τα χρόνια πέρασαν, οι +γονείς δεν ζούνε πλιο και η γρηά θεία αφωσιώθηκε στην ανεψιά της: +ήταν το καμάρι της, το είδωλό της. Και τι χαρά που την είχε, οπού όσο +μεγάλωνε, τόσο αύξαναν οι αγαπητικοί, τα τραγούδια, η πατινάδες, τα +παινέματα στην εμμορφιά την ασύγκριτη, στα μάτια πούλεγαν τόσα και +τόσα χωρίς να μιλούνε, στο λυγυρό κορμί, το κυπαρισένιο, στο περήφανο +περπάτημα και στα μαλλιά τα μαύρα σαν του κόρακα το φτερό. Και ύστερ' +απ' αυτά τα χαρίσματα της Μοίρας, ύστερ' απ' αυτά τα θεϊκά δώρα, μία +ακατανόητη ψυχρότητα, μία αδιαφορία, μία απάθεια, μία αναισθησία +μαρμάρου . . . Τα μάτια της είχαν τόση έκφρασι, τόση ζωή μέσα τους, +οπού έφθαναν να ζωογονήσουν εκατό νεκρές καρδιές γύρου τους! Θα +έλεγες πως με τα μάτια εκείνα μιλεί, η ψυχή της, και όμως, σαν να μην +είχε μνημονικό η ψυχή αυτή και ό,τι έβλεπε, σαν να μην ετυπώνετο μέσα +της, παρά εξαλείφετο σαν το σημάδι επάνω στο νερό. + +Ήταν στ' αλήθεια τέτοια, ή τα φερσήματα της ήταν προσποιημένα, γιατί +δεν έβρισκε το ταίρι της; + +Κανείς δεν ήξευρε να πη. Τούτο μόνο ήταν γνωστό, πως έπαιζε κ' +εγελούσε με τα αισθήματα των αγαπητικών της, μάλιστα όταν τα +αισθήματα αυτά εξεχείλιζαν ή εξεσπούσαν σε πατινάδες και σε +τραγούδια, η Σμαραγδούλα εγίνετο κακιά, εθύμωνε με τα σωστά της ή +εμπορούσε και να προσβάλη. + +*** + +Δεν τα θελε τα πράμματ' αυτά τα πρόστυχα· τέλειωσε. Έτζι ήταν +καμωμένη η Σμαραγδούλα· δεν έμοιαζε με καμμιά από της φιλενάδες της· +εκείνα τα χωρατά, εκείνα τα κρυφομιλήματα, ή ν' ανταμώνεται σε κανένα +σπίτι με κανένα κοπελλιάρη για να τα πούνε, καθώς έκαναν άλλες, η +περισσότερες, δεν της άρεσαν, δεν τάθελε· θαρρείς πως ήταν γυναίκα +άλλου κύκλου και δεν εννοούσε να την πειράζουνε, να την ενοχλούνε μ' +ερωτοτροπίες πρόστυχες και χωρίς την άδειά της. Μεγάλη ιδέα έχουνε +για τον εαυτό τους — ήλεγε η Σμαραγδούλα. — «Τους φαίνεται πως φτάνει +να καταδεχτούνε να σε κυτάξουνε, εσύ ετρελλάθηκες απ' τη χαρά σου· αν +έρθουνε δα και με τα βιολιά, τόχουνε γι' αμαρτία να μην ανοίξης την +πόρτα σου. Εγώ δεν τ' αγαπώ αυτά και όσο θένε, ας τρέχουνε· δε με +πλανούνε.» + +*** + +Κάθε πράμμα όμως στον κόσμο έχει τα όριά του, έχει ένα σημείο που +σταματά, για αυτό έφθασε μια μέρα οπού και οι αγαπητικοί της +Σμαραγδούλας, ετραβήχτηκαν. Εβαρεθήκαν οι άνθρωποι να ελπίζουν και να +παίζουνται· είπαν μεταξύ τους — ουχ άδεφέ, να παρακαλούμε θέμε; ας +πάη στο καλό τέτοια γυναίκα, δίχως καρδιά! Και η Σμαραγδούλα ανάσανε, +ησύχασε, όχι όμως όλως διόλου, γιατί δεν άργησε να φανερωθή πως δεν +είχαν τραβηχτή όλοι και πως έμειναν δυο, οι καλλίτεροι, δηλαδή οι +χειρότεροι, οι πιο πεισματάρηδες και οι πιο επικίνδυνοι, από κείνους +που δεν υποχωρούνε γρήγορα, που δεν ξεχνούν, από κείνους, που +συνήθισαν να νικούνε τα εμπόδια και η Σμαραγδούλα είδε με θυμό και με +πείσμα, πως ο πόλεμος δεν ετελείωσε. Σαν να ήταν όμως τώρα +προσποιητός ο θυμός της και σαν να της άρεσε πως είχε να κάμη με +χαραχτήρας ανδρικούς και εφαινότανε σαν περήφανη, γιατί η νίκη της θα +είχε περισσή αξία. + +Ήταν καπετανόπουλα οι δυο φίλοι της Σμαραγδούλας και εχθροί μεταξύ +τους μεγάλοι, ο Γιώργης ο Μόρφος και ο Ζώης ο Περήφανος. Ο Μόρφος +μάλιστα εμισούσε το Ζώη με όλη τη δύναμι της ψυχής του, γιατί κάπου +στην ξενητειά μια φορά εφιλονείκησαν για την κοπέλλα κ' επιάστηκαν +και ο δυνατώτερος Ζώης έδειρε τον Μόρφο. Τώρα απόφευγε ο ένας τον +άλλον για να μην έρθουν στα χέρια και η κοπέλλα ήταν ελεύθερη να +διαλέξη από τους δυο. Και η πατινάδες και τα τραγούδια δεν είχαν +τελειωμό. Ο Μόρφος ήταν πιο φρόνιμος από τον Ζώη και ο Ζώης πιο +ορμητικός από τον Μόρφον και πιο ανυπόμονος. Μαζή με τον έρωτά του +έδειχνε και το πείσμα του το μεγάλο για την αντίστασι την +αδικαιολόγητη της Σμαραγδούλας. Η φιλοτιμία του ήταν πολύ πληγωμένη +γιατί δεν ήταν μόνο καλός γαμπρός, μα και ωραίο παλληκάρι. Μα του +κάκου όλα.. πατηνάδες, περίπατοι, ματιές, παινέματα, θυμοί, ξενύχτια +στην πόρτα ομπρός, τίποτα δεν ωφελούσαν και μόνο ο Ζώης ερεθιζότανε. +Μια πρωινή ο Ζώης επαραφύλαξε την κοπέλλα, σαν εύγαινε από την +εκκλησιά, σ' ένα δρόμο κοντά στο σπίτι της. — Τι διάβολο, από πάγο +είσαι; της είπε. — Και ο πιο δυνατός πάγος λυώνει, σαν εύρη ανάλογη +ζέστη, αποκρίθη εκείνη. + + — Που θα πη, εμείς δεν την έχομε, είπεν εκείνος με πείσμα και +εστράφη να φύγη γρήγορα, χωρίς να περιμένη ν' ακούση την απόκρισι της +Σμαραγδούλας, η οποία σαν να είχεν αρχίση να λυγίζεται. Στα ερωτικά +δεν ήταν τεχνίτης ο Ζώης και άκουε περισσότερο το πείσμα του, κι' +αυτό τον έφαγε. Ετραβήχτηκε με υπερβολικό πείσμα αυτή τη φορά, με +αγανάκτησι, βέβαιος πως έχει να κάμη με μάρμαρο, και για να λάβη +κάποια εκδίκησι, εσυλλογίσθη να την πειράξη· εσκέφθη να την +περιφρονήση και ενώ η Σμαραγδούλα εγύρευε αφορμή τώρα να δείξη πως +άλλαξε και να φανερώση την κλίσι της στο Ζώη, αυτός, που ήταν +ζηλευτός γαμπρός και τον ήθελαν πολλές, εστράφηκε σε μιαν άλλη πολύ +ζωηρή και φανερά, ολοφάνερα, κάθε μέρα, ήταν μαζή της κ' επερνούσε +συχνά μ' αυτήν από το σπήτι της Σμαραγδούλας για να την κάνη να +σκυλιάζη. Και το εκατώρθωσε. Στην αρχή η Σμαραγδούλα θέλησε να κάμη +την περήφανη, τη δυνατή, μα έτυχε μια περίστασι κ' επροδόθηκε πολύ +άσκημα. Ένα από 'κείνα τα κακά, τ' απύλωτα στόματα, που τίποτα δεν τα +κρατεί, που θέλουν να μιλούνε και ας γίνη ό,τι γίνη, είπε της +Σμαραγδούλας πως ο Ζώης είπε, τάχατες φανερά, πως δε θέλει να τήνε +ξέρη, πως την περιφρονεί και πως αν περνά, περνά μόνο για να την +προσβάλη με τον τρόπο του, γιατί αυτό και της πρέπει. Επίστεψε η +Σμαραγδούλα το κακό στόμα το απύλωτο, το φαρμακερό του σάλιο της +εδάγκασε την καρδιά εις βαθμό, οπού αισθάνθηκε βαθειά τον πόνο και +μια βραδιά, οπού ο Ζώης πέρασε πάλι από μπροστά της πεζογελώντας, +πρώτα με την κοπέλλα του, και ευτύς κατόπι μοναχός του, η Σμαραγδούλα +δε βαστάχτηκε και του φώναξε με θυμό, πως δεν την πειράζουνε τέτοια +καμώματα, που τα κάνουνε μόνο γουρού. . . Στην άσκημη λέξι +εσταμάτησε, την άκουσαν όμως δυο γειτόνισσες, και ο Ζώης, υπερβολικά +συγχυσμένος, έφυγε τρεχάτος . . . + +Η Σμαραγδούλα, ευτύς ύστερ' απ' αυτό έκλεισε το παράθυρο και την +πόρτα της κ' επλάγιασε να κοιμηθή. Εμετανόησ' ευτύς για τη λέξι και +είδε κακά όνειρα τη νύχτα κείνη, την αυγή δε, ευτύς που σηκώθηκε, +άκουσε θόρυβο στην πόρτα της και ομιλίες και ξεφωνητά. Έτρεξε και τι +να ιδή; Από ένα χαλκά της οξώπορτας του κάτω σπιτιού εκρεμότανε ένα +γουρουνάκι σφαγμένο! + +Δεν μπορούσε να γείνη μεγαλείτερη προσβολή απ' αυτήν και για να την +κάμη ο Ζώης, θα πη πως είχε θυμώση υπερβολικά. Μπροστά σε κόσμο τον +ωνόμασε χοίρο! Και αν για μια στιγμή υποθέσωμε πως το αίσθημα του Ζώη +για την άλλη κοπέλλα, ήταν προσποιητό, φτιασμένο έτζι για να ερεθίζη +τη Σμαραγδούλα, τώρα όμως η καρδιά του είνε γεμάτη θυμό, θυμό δίκαιο, +και κανένα άλλο αίσθημα δε χωρεί μέσα της. Καλλίτερα την ξερριζώνη +την καρδιά του, παρά να την ακούση να του μιλήση πλιο για την +Σμαραγδούλα για την πιο άσπλαχνη, την πιο σκληρή γυναίκα που εγνώρισε +στη ζωή του. Και ποιος; ο Ζώης ο Περήφανος, το ζηλευτό παλληκάρι, που +θα το είχε τιμή και ευτυχία της να τον πάρη άλλη κοπέλλα . . . +«Χοίρος είμ' εγώ; Να, λοιπό, να σου κρεμάσω το ζώο στην πόρτα σου, να +μου θυμάσαι! μια για πάντα' είσ' εσύ κακή, να γενώ και εγώ πιο κακός +από σένα . . .» + + +Είνε λίγα χρόνια τώρα, μια πρωινή, με οδηγό τον παντοτεινό μου +αγωγιάτη, τον Βασίλη τον Αρβανίτη, επήγαινα από τη χώρα στην εξοχή, +μιάμιση ώρα μακρυά. Ο δρόμος δεν είνε άσχημος, τα περίχωρα μόνο σου +φέρνουν μελαγχολία. Δεξιά, και ζερβά, ομπρός και 'πίσω και όσο βλέπει +το 'μάτι εκτείνεται, θαρρείς ατελείωτη, μία βουνοσειρά απόκρημνη, με +συχνές, απότομες, πολύσχημες παραλλαγές, γυμνή δε και σαν γλυμένη από +της βροχές, με σπάνια, πού και πού αγριόχορτα, τα μόνα σημάδια της +ζωής, μέσα εις εκείνη τη νέκρα, στην ακινησία την αιωνία, μέσα στον +ασάλευτο εκείνον κόσμο, τον άγριο, οπού θαρρείς πως κάτι θέλει να σου +πη, μα που κρατεί τα λόγια του κρυμμένα, βιβλίο μυστικό, γραμμένο σε +άγνωστη, όχι ανθρώπινη γλώσσα. + +Το μουλάρι μου, ζώο στιβαρό, συνειθισμένο στους δρόμους αυτούς, +επροχωρούσε με πάτημ' αργό στα κακόβολα μέρη. Νέκρα και σιωπή τριγύρω +μόνο, από καιρό σε καιρό, κανένα γεράκι έσχιζε τον αγέρα κ' εχυνότανε +σαν σαΐτα επάνω σε κανένα μικροπούλι αμέριμνο, θύμα παντοτεινό του +σαρκοβόρου, του αχόρταγου όρνειου. + +Δεν ήταν ο δρόμος εύθυμος· ευτυχώς για μένα, ο αγωγιάτης μου ήταν απ' +εκείνους που δεν αφίνουν τον άλλο να στενοχωρηθή. Αγαπούσε να λέγη, +να διηγάται και με της ιστορίες του σχεδόν δεν μου αποφάνηκε ο +δρόμος. Τον εζήλευα και για το εξωτερικό του. Πενηντάρης, στιβαρός +όμως σα νέος, σαν άνθρωπος του βουνού, με ηλιοκαμμένο και λιπόσαρκο +πρόσωπο, μα με κάτι δόντια που θα λεγες πως του τα φύτεψαν τη στιγμή +εκείνη, τόσον ήταν στερεά, άσπρα και ολόισα. Εύθυμος και γελαστός +πάντα, εμετάδινε την ευθυμία του και σε μένα. + +Απήχαμε από το Μοναστήρι, το σκοπό του ταξειδιού μας, ως ένα τέταρτο, +όταν εκατό βήματ' από το δρόμο, σ' ένα χωράφι μέσα, ευγήκε στην +οξόπορτα μικρού σπιτιού, που ελαμποκοπούσε από νωπό ασβεστόχρισμα μια +γυναίκα ψηλή, λυγερή, με άσπρο καθαρώτατο φόρεμα και με κάτασπρο, +παχουλό πρόσωπο, απ' όσο μπορούσαμε να διακρίνωμε. Μου φάνηκε ανώτερη +από χωρική και ρώτησα τον αγωγιάτη μου. + + — Να ιστορία μια φορά· η καλλίτερη απ' ούλες, είπεν εκείνος. + +Μου εκεντήθηκε η περιέργεια και τον επαρακάλεσα να μου πη όσα ήξερε. + + — Δεν έτυχε ν' ακούσης για τη Δεκοχτούρ', αφεντικό; Δεκοχτώ, μαθές, +την αγαπήσανε και κανένα δεν επήρενε. Και σιγά σιγά, με δικά του +λόγια και με δικές του παρατήρησες, μου εδιηγήθηκε τη γνωστή ιστορία +της Σμαραγδούλας. Και αφού εστάθηκε λίγο, είπεν ακόμα. + + — Μεγάλη ταραχή και ανησυχία ήφερε στον τόπο η ιστορί' αυτή· το +φέρσιμο μαθές του Ζώη και το φέρσιμο της Σμαραγδούλας· γιατί ο ένας +εκατάκρινεν τον ένανε κι' άλλος τον άλλονε. Ακολουθήσανε λόγια και +καυγάδες. Ο Μόρφος το πήρ' απάνω του κ' εφώναζενε πως θα κάμη και θα +δείξη, μα έλα που εδούλιανε ν' ανταμωθή με το Ζώη! Εφώναζεν από +μακρυά. Ο Ζώης σε λίγο καιρό, εξενιτεύθηκε, ήφυε κι' ο Μόρφος και η +ιστορία εξεχάστηκε. + +Και ο φιλόσοφος αγωγιάτης μου, σε λιγάκι επρόσθεσε. + + — Ευτά τα πράματ' αφεντικό, η ιστορίες, μαθές, ευτές, ήτανε +συνειθισμένες τον καιρό εκείνο. Μούλεεν ο γέρος μου, πως ετότες η +κοπέλλες και οι κοπελλιάρηδες αγαπούσανε στ' αλήθεια, αγαπούσανε, +μαθές, τον άθρεπο και πόσα δεν εκάνανε για την αγάπη! Οι θαλασσινοί +περσότερο, μα και σε μας κοι χωριανοί εγενόντανε πολλά. Τραγούδια +τσοι δρόμοι, μαντουνάδες από κάτ' απ' τα παραθύρια ούλη νύχτα, και +ζήλιες και πεισματικά και καυγάδες και κλεψιές καμμιά φορά, μόνα δεν +εθέλανε οι γονοί. — Μαθές, — μου εξήγησε πιο καθαρά ο Βασίλης — σα +δεν ήθελεν κανένας γονιός να δώκη το παιδί του, εκλεβόντανε οι δυο κ' +επερνόντανε, γιατί ετότες εγαπούσανε τίμια και δεν εβλέπανε μόνι τον +παρά, σαν και τώρα. + + — Θες να πης πως τώρα δεν αγαπούνε; ρώτησα 'γω. + + — Δε βαριέσαι! είπεν ο Βασίλης. Μα να, μην πας μακρυά· εμένα, τη +μεγάλη μου κόρη — την είδιες, αφεντικό, μαθές, όχι πως είνε θυατέρα +μου, μα νε ομορφούλα — την εγάπησενε ο Σωτήρης ο Σκουλάξινος, καλό +νοικοκιουρόπαιδο, και τα χαμε σκεδό τελειωμένα και σαν ήρθεν ο κόμπος +στο χτένι, πως εγώ είπα να κρατήξω τ' αμπέλι τση Φτελιάς για τη +δεύτερή μου την Αννέζα, εχόλιασενε κ' ετραβήχτηνε· ακούς, αφεντικό, +πράματα! Εθύμωσα κ' εγώ, εχάλασενε, μαθές, η καρδιά μου κ' εχάλασενε +και η δουλιά. Να αγάπες! Μα και του Νικόλα του Κολάκα δεν του κάμαν +τα ίδια για τη θυατέρα του; Μόνι τον παρά αγαπούνε τώρ' αφεντικό, και +στο μεγάλο κόσμο και στο μικρό· δε λογαριάζουνε, μαθέ, τον άθρεπο, +παρέ μόνι τη ζέπη του βλέπουνε· η αγάπες τώρα είνε μόνι στα χείλια, +και τα τραούδια του έρωτα είνε μόνι στα χαρτιά γραμμένα, όχι στην +καρδιά μέσα. Και ετελείωσε τα γνωμικά του μ' ένα — Οξ, ντε! που +εφώναξε του μουλαριού, αφού του ετίναξε από πίσω μια με τη δράφη του. + +Εσιώπησεν ο Βασίλης, εγώ όμως, οπού ήθελα το τέλος της ιστορίας, τον +αρώτησα. + + — Και ύστερα τι ακολούθησε με την Σμαραγδούλα; + + — Η Δεκοχτούρα (γιατί αυτό τ' όνομα της εδώκανε) εκλειδώθηκε και δεν +ήθελε να διη κανεί. Και άλλαξε πολύ από τότες· μηδέ γέλοια, μηδέ +χωρατά, μηδέ τίποτα. Εγίνηκε άλλη γυναίκα, ως και δακρυσμένη ήτυχε να +τη διούνε. Δεν μπορούσε να ξεχάση ό,τι εγίνηκε, και άλλοι ελέανε πως +ήκλαιε για την προσβολή, άλλοι πως ελυπότανε πως ήχασεν το Ζώη. Γιατί +ο Ζώης έφυε από το νησί ευτύς και για πολύν καιρό, δεν ήξερεν κανείς +τι εγίνηκε. Εμάθανε, ύστερ' από καιρό πως εταξείδευενε με Ιγγλέζικα +και Αμερικάνικα καράβια. Ύστερα πάλι ακούστηκε πως σε κάποια πολιτεία +εσμίξανε, σε μια ταβέρνα, ο Ζώης, ο Μόρφος κ' ένας αξάδερφος τση +Δεκοχτούρας, πως ελοοφέρανε για την προσβολή που ήκαμεν ο Ζώης στη +Δεκοχτούοα και πώς οι δυο μαζή, ο ξάδερφος και ο Μόρφος, εμαχαιρώσανε +το Ζώη άσκημα. Ο Μόρφος δεν είπενε ποτές του τίβοτα· το βέβαιο είνε +πως ο Ζώης δεν εφάνηκε πλιο. Ο Μόρφος, σαν ησυχάσανε τα πράματα, +εζήτηξεν τη Δεκοχτούρα, μα εκείνη μηδέ να τον ακούση δεν ήθελενε. +Μάλιστα σε λίο καιρό ετραβήχτηνε στο βουνό εδώ, στο χτήμα της και ζη, +χρόνια τώρα, κατάμονη. Μόνο στην εκκλησούλα που βλέπεις εδώ κάτω, +πηαίνει και ίσια με τη θάλασσα για περίπατο. Η θεία της απόθανε, +χρόνια τώρα, και ζη μοναχή της. Τα πρώτα χρόνια της εστείλανε +κάμποσες προξενιές, μα δε θέλησε ν' ακούση και την έβγάλανε +Δεκοχτούρα. Παράξενη γυναίκ' αφεντικό, μα και δύστυχη, επρόσθεσεν ο +χωριανός κ' εσιώπησε. + +Τη στιγμή εκείνη, ευγήκε από το σπιτάκι της Δεκοχτούρας ένα παιδάκι +ως δέκα χρονώ, παστρικοντυμένο μ' ένα σταμνάκι στον ώμο κ' έν' +ανεσερτήρι στο χέρι. Απέρασε από κοντά μας, και το ρώτησε ο Βασίλης. + + — Πού πας, μικρέ; + + — Για νερό εδώ κοντά! + + — Κάθεσε με την Δεκοχτούρα, + + — Ναι; είνε κερά μου. + + — Είσαι πολύ καιρό μαζή της; + + — Ένα χρόνο. Κ' έκαμε να φύγη. + + — Μα σα να το γνωρίζω, είπεν ο Βασίλης. + + — Και πως σε λένε, μικρέ, το ρώτησε. + + — Ζώη! είπεν ο μικρός και απομακρύνθη. + + + + +ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΑΣΧΑ + + + +ΉΤΟ πολύ μελαγχολικός ο Κλέων την νύκτα εκείνην. Αι μαύραι, αι +καταθλιπτικαί σκέψεις του έλαβον έντασιν μεγαλειτέραν ακριβώς την +νύκτα εκείνην, την παραμονήν τόσον λαμπράς ημέρας. Η ημέρα εκείνη, +καθ' ην υπερεκχειλίζει η αγάπη, ζητούσα μυριοτρόπως να εκδηλωθή, καθ' +ην γνωστά και άγνωστα χείλη ενούνται εις αδελφικόν ασπασμόν, η ημέρα +εκείνη μόνον διά τον Κλέωνα έμελλε να είνε μαύρη, να είνε πένθους +ημέρα. Πολύ τον πιέζει, πολύ τον στενοχωρεί η μόνωσίς του. Τόσον, +όπου η φιλοσοφία, ης επικαλείται την αρωγήν, υποχωρεί ανίσχυρος προ +του μαύρου φάσματος πραγματικής συμφοράς. + +Είχε νομίση ότι ο χρόνος θα επούλωνε το τραύμα του, το τραύμα εκείνο +το οποίον, με σκληρότητα θηρίου, τω κατέφεραν χείρες φιλικαί, +αδελφικαί χείρες . . . Διότι παρήλθε πολύς καιρός από της απαισίας +εκείνης ημέρας . . . Παρήλθε τόσος καιρός και η πληγή του αιμάσσει +έτι, ως να τω κατεφέρθη το τραύμα τώρα, προ μιας στιγμής. Δεν θα +λησμονήση λοιπόν ποτέ: Πότε επί τέλους θα τον αφήση η αδυναμία η +ταπεινωτική, αυτή η λιποψυχία; Πότε και αυτός θα μισήση; + +Είνε, διότι είχε τόσον συνδεθή, τόσον συνταυτισθή, μ' εκείνους τους +οποίους εθεώρει ιδικούς του, ώστε δεν κατορθώνει να πεισθή, ότι οι +πλήξαντες αυτόν είνε αυτοί εκείνοι τους οποίους τόσον είχεν αγαπήση +και οίτινες τόσα του ώφειλον . . . .. Αλλ' είνε λοιπόν τόσον +μικρόψυχος, τόσον ουτιδανός, να φέρη εις την μνήμην του ακόμη τα όντα +εκείνα; Περιφρόνησιν εσχάτην και μόνην αυτήν πρέπει να αισθάνεται +προς εκείνους, προς εκείνην προ πάντων, ήτις, το οικοδόμημα της +ευτυχίας του, το οποίον με υπομονήν ανένδοντον, ακατάβλητον, με +υπομονήν μύρμηκος φιλέργου κατώρθωσε να εγείρη, κατέρριψεν έως +εδάφους, εσκόρπισεν εις τους τέσσαρας ανέμους! Και αι μαύραι σκέψεις +του δεν τον αφίνουν. Έρχονται, φεύγουν προς στιγμήν και επανέρχονται +ανηλεείς και επίμονοι, ως οι μαύροι κόκκοι κομβολογίου εις τας χείρας +νευρασθενούς. + +Είνε η παραμονή του Πάσχα και έξω ακούεται θόρυβος πηγαινοερχομένων +αμερίμνων, ευθύμων, ευτυχών βεβαίως ανθρώπων. Η ταραχή όμως της ψυχής +του Κλέωνος δεν τον αφίνει ν' ακούση. Βάσκανος δαίμων του επανέφερεν +εις την απαίσιαν εκείνην ημέραν ίνα του δηλητηριάση τας γλυκείας +στιγμάς, ας ήθελε και αυτός διέλθει την παγκόσμιον εκείνην +χριστιανικήν παραμονήν, την παραμονήν του Πάσχα. + +*** + +Καλής, αλλά καταστραφείσης οικογενείας υιός, ο Κλέων είχε διέλθει +πολύ πικρά παιδικά χρόνια. Ανετράφη εν τη δυστυχία και ταις +στερήσεσι. Αλλ' ήτο εκλεκτή φύσις και της τύχης αι προσβολαί δεν τον +κατέβαλον. Προικισμένος με ισχυράν θέλησιν, άπληστος δε εις μαθήσεις, +μετά πάλην ανένδοτον, καθ' ην το θάρρος ουδ' επί στιγμή τον +εγκατέλιπεν, κατώρθωσε να ίδη τους αγώνας του στεφομένους υπό πλήρους +επιτυχίας. Έγεινεν ιατρός, αποφεύγων δε τας πόλεις, όπου τους +ταπεινούς υποσκελίζουν δυνάμεις, περιουσίαι και ονόματα, κατέφυγεν +εις κωμόπολιν, εκεί δε εξεδηλώθησαν, εν όλη αυτών τη λαμπρότητι, της +ψυχής του οι θησαυροί. Να παρηγορή, να υποστηρίζη, να θεραπεύη ήτο η +μόνη και αναλλοίωτος μέριμνά του. Η αγάπη, δι' ης ο μικρόκοσμος του +τον περιέβαλλε, ήτο δι' αυτόν αμοιβή ανωτέρα οιασδήποτε άλλης. + +Είχε και μίαν γλυκείαν ανάμνησιν. Εις τα μικρά, τα σχολικά του έτη, +είχε συνδεθή με φιλίαν στενήν μ' ένα του συμμαθητήν, μικρότερον την +ηλικίαν, πολύ δε ανόμοιόν του τον χαρακτήρα. Ο Ισίδωρος ήτο +ελαφρόνους, ακατάστατος, άτακτος, σκανδαλοποιός, καθ' όλην την +έκτασιν mauvais sujet. Ήτο όμως ζωηρότατος, εύθυμος, γλυκύς. Και τον +Ισίδωρον αυτόν ηγάπησε πολύ ο Κλέων. Και τον εβοήθει εις τα μαθήματα +και εις ό,τι άλλο ηδύνατο. Αυτός ο έχων τόσην ανάγκην βοηθείας. Ηγάπα +και ο Ισίδωρος τον Κλέωνα, δεν εννοούσε όμως και να ενοχληθή προς +χάριν του, ενώ ο Κλέων πολλά υπέφερεν εξ αιτίας του. Ήτο πτωχό παιδί +ο Ισίδωρος, οσάκις δε, σπανιώτατα, έλεγεν εις τον Κλέωνα, με κωμικήν +σοβαρότητα, ότι δεν ήξευρε τι θ' απεγίνετο, ο Κλέων εμελαγχόλει. Και +εδοκίμασεν αληθή οδύνην, όταν μίαν ημέραν έλαβε δύο λέξεις του, δι' +ων τον επληροφόρει ότι φεύγει μακράν, εις αναζήτησιν τύχης. Έκτοτε +τον έχασε και παρέμεινεν εις την μνήμην του το σχολικόν τούτο +επεισόδιον ως γλυκύπικρος ανάμνησις. + +*** + +Ο καιρός παρήρχετο εν τω μέσω των ασχολιών του των επιστημονικών, των +κόπων του των ανενδότων. Δεν εβράδυνεν εν τούτοις να εννοήση, να +πεισθή, ότι η φύσις έχει τας απαιτήσεις της, τα δικαιώματά της. Ο +θετικός Κλέων ήρχησεν από τίνος ν' αλλοφρονή, ν' αφαιρήται. Επάλαισε +κατά των νέων τούτων σκέψεων, αλλ' εξήλθεν ηττημένος εκ της πάλης και +ηναγκάσθη να ομολογήση ότι υπάρχει έν σημείον καθ' ο και το +σοβαρότερον έργον δεν αρκεί να πληρώση εξ ολοκλήρου τον βίον ενός +ανθρώπου. Το κενόν, όπερ ησθάνετο εν εαυτώ τον εστενοχώρει. Από τινος +ήρχισε να ονειροπολή να μειδιά προς άγνωστον θεότητα, προς ην η +φαντασία του εχάριζε μορφήν αγγέλου, η οποία κάθε στιγμή ήτο εμπρός +του, αλλ' η οποία ήτο ασύλληπτος, ως κάθε ιδανικόν. Και τον +ηκολούθουν ανένδοτοι αι ονειροπολήσεις αύται, οι στοχασμοί ούτοι οι +τερπνώς ενοχλητικοί. Τον ηκολούθουν εις όλα και εις την εργασίαν του +αυτήν, τω συνέβη δε πολλάκις να κύπτη επί ώραν προ συνταγής +αφηρημένος, χωρίς να δύναται να φέρη αυτήν εις πέρας, προς μεγάλην +απορίαν της γραίας υπηρετρίας του, αγνοούσης που ν' αποδώση την +αλλοφροσύνην του αυτήν. + +Χριστέ και Παναγιά! Τι έπαθε τ' αφεντικό μου· έλεγε πότε πότε. Αλλ' η +απορία της γραίας ηύξησε, μετατραπείσα τώρα εις ανησυχίαν, όταν +ολίγον κατόπιν και μετά την επάνοδον του ιατρού εκ συντόμου +ταξειδίου, τον συνέλαβε να χειρονομή και να μονολογή ως να συνεζήτει +με κάποιον περί σπουδαίου ζητήματος· την έβαλε μάλιστα εις πλείονα +ανησυχίαν η ευθυμία του. — Δεν μ' αρέσουν καθόλου τα πράγματα — έλεγε +σταυροκοπουμένη. Αι απορίαι της όμως δεν εβράδυναν να λυθούν προς +μεγάλην χαράν της. Ταχέως εγνώσθη ότι το αφεντικό εύρε σύντροφον. +Πράγματι η ευτυχία ευρέθη, εις πλησιόχωρον πόλιν, υπό την μορφήν νέας +κόρης· θυγάτηρ συναδέλφου, θελκτικωτάτη, ζωηροτάτη δεκαεπταέτις +μελαγχροινή, εδέχθη την χείρα του Κλέωνος, προσφερθείσαν με την +καρδίαν του όλην. Μετ' ολίγον η ένωσις δύο ψυχών συνετελέσθη και το +ψυχρόν, το άχαρι, το σιωπηλόν οίκημα του Κλέωνος μετέβαλεν εντελώς +όψιν. Το κενόν επληρώθη . . . Η επιστήμη αφ' ενός, αφ' έτερου ο έρως +ον εφαίνετο συμμεριζομένη η νεαρά σύζυγος, δύο αγαθά αναφαίρετα . . . + +Την ευδαιμονίαν του Κλέωνος διεδέχθη μετ' ου πολύ μεγάλη χαρά και +ταύτην άλλη, μικροτέρα μεν, χαρά όμως πάντοτε, αληθηνή άλυσσος +ευτυχιών. Δεν εβράδυνε να βεβαιωθή ότι θα εγίνετο πατήρ· αυτή ήτο η +πρώτη, η μεγάλη χαρά, ήτις τον έκαμε ν' αλλοφρονήση, να παραληρή, ως +εις τας παραμονάς του γάμου του· η δευτέρα η μικροτέρα μεν, ζωηρά +όμως πάντοτε η άλλη και απροσδόκητος, ήτο η αιφνιδία άφιξις του +Ισιδώρου, του φίλου της παιδικής του ηλικίας· και ήρχετο εγκαίρως ο +Ισίδωρος διά να γείνη κοινωνός της ευτυχίας του φίλου του. Και ναι +μεν τα πρώτα εκείνα αισθήματα ηλλοίωσε βεβαίως ο χρόνος ουχ ήττον η +φιλία υφίσταται πάντοτε, τουλάχιστον ο Κλέων αισθάνεται ότι αγαπά +πολύ το Ισίδωρον και τώρα ακόμη, θα είνε δε ευτυχής αν δυνηθή να τω +χρησιμεύση. Διότι, αν ηθέλαμεν κρίνη εκ του εξωτερικού του, τα +πράγματα του Ισιδώρου δεν ήσαν βεβαίως πολύ ρόδινα. Εκ της μακράς του +περιπλανήσεως δεν έφερεν, ως εφαίνετο, τίποτε άλλο, παρά την +αναλοίωτον ευθυμίαν του. Η φύσις του δεν του επέτρεπε να βαρυθυμήση +προς τι; η μελαγχολία φθείρει την υγείαν και ο Ισίδωρος διά κανένα +λόγον δεν θα συγκατένευε ν' ασθενήση. + +Ο Ισίδωρος εύρεν εις τον φίλον του αληθή προστάτην και εις τον οίκον +του ασφαλές άσυλον και είχε πολλήν ανάγκην των αγαθών αυτών. +Πλανηθείς επί πολύ δεξιά και αριστερά, απέτυχεν εις όλας του τας +επιχειρήσεις, είδε ναυαγούντα όλα του τα σχέδια και εν τη αμηχανία +του ενθυμήθη τον φίλον, ου είχε μάθη την αποκατάστασιν και έσπευσε να +έλθη πλησίον του, όχι διά να τον βαρύνη, Θεός φυλάξοι, αλλ' ίνα διά +των συμβουλών των των πολυτίμων, αρυσθή νέον θάρρος προς νέους +αγώνας. Ο Κλέων ενεθάρρυνε τον φίλον του διά γλώσσης θερμής. — θα +μείνης πλησίον μου όσον θέλεις, του είπε, χωρίς να στενοχωρήσαι και +με τον καιρόν κάτι θα ευρεθή και διά σε. Αλλά και η νεαρά σύζυγος του +ιατρού πολύ συνεπάθησε τον Ισίδωρον, τη υπερήρεσε δε η ζωηρότης και +το εύθυμον του χαρακτήρος του, προσόντα τα οποία δεν εύρισκεν εις τον +σύζυγον, βυθισμένον πάντοτε εις τα βιβλία και τας συνταγάς του. Όλα +τα κατείχε τώρα ο ιατρός· επιστήμην, έρωτα, φιλίαν . ., + +Δύο έτη παρήλθον ούτω. Εν τω μεταξύ το θυγάτριον του ιατρού είχεν +αποθάνη. Δεν ηδυνήθησαν να το σώσουν ούτε η επιστήμη, ούτε το +πατρικόν φίλτρον. Επί νύκτας ολοκλήρους ηγρύπνησε παρά την μικράν του +κοιτίδα, παλαίων ανενδότως, με πείσμα, με όλον του τον νουν και με +όλα του τα σλάγχνα, τα γεμάτα από αγάπην, κατά της νόσου της φοβεράς! +Εις μάτην όλα . . . Εσβέσθη το θυγάτριον εις τας αγκάλας του, +συμπαρασύραν μεθ' εαυτού τόσα πατρικά όνειρα, τόσας ελπίδας . . . + +Ήτο η πρώτη οδύνη του Κλέωνος μετά τον γάμον του, η πρώτη αληθινή του +οδύνη, ήτις τον έκαμε να κλονισθή εις τα βήματά του τα στερεά, τα +αποφασιστικά. Τον κατέλαβον αμφιβολίαι, δισταγμοί περί πάντων . . . +Εμονολόγει μεγαλοφώνως, οργίλως ενίοτε, ως να συνεζήτει με αόρατόν +τινα συνομιλητήν . . . Κατόπιν τον κατέλαβεν ήρεμος μελαγχολία. .. + +Το θυγάτριον ετάφη εις τον περίβολον του ναού του νεκροταφείου, όπου +συχνά μετέβαινεν ο δυστυχής πατέρας να στολίση με άνθη το μικρόν +μνήμα. + +Ο φύλαξ του κοιμητηρίου, γέρων γνωστός εις τον ιατρόν και +ευεργετηθείς υπ' αυτού, πρώτην φοράν έβλεπε λύπην τόσον τρυφερά +εκδηλουμένην, ό,τι δε του έκαμνε μεγάλη εντύπωσιν ήτο, ότι ο ιατρός +επεσκέπτετο το μνημείον μόνος . . . Η σύζυγος του δις ή τρις το +επεσκέφθη εις τας αρχάς. Εκείνος εθλίβετο, χωρίς όμως να κατηγορή την +σύζυγον — Είνε του χαρακτήρος της έλεγε. Τον εστενοχώρει όμως η +ευθυμία της η θορυβώδης, η σχεδόν αδιάκοπος. Ουχ ήττον την +εδικαιολόγει και πάλιν, αποδίδων την ζωηρότητα της, την έκτροπον και +απρεπή πολλάκις, εις την ηλικίαν της. — Είνε τόσον νέα! έλεγε. Το +αληθές είνε ότι δεν έπταιε και τόσον. Ο σύζυγος, όλως βυθισμένος εις +την επιστήμην, ήτο σοβαρός ως επί το πλείστον, ενώ ο Ισίδωρος ο φίλος +του, ήτο η ευθυμία προσωποποιημένη, εις δε τας αστειότητας και τας +ευφυολογίας του τας ανεξαντλήτους, τας γαργαλιστικάς, δύσκολα θα +ηδύνατό τις να φυλάξη σοβαρόν ύφος. Πώς ν' αντιστή εις αυτάς η νεαρά +σύζυγος του Κλέωνος; Οι δύο νέοι ημιλλώντο τις να φανή του άλλου +ευθυμότερος. + +Όλως παραδεδομένος εις τας ασχολίας του ο Κλέων εις τίποτε άλλο δεν +εφαίνετο προσέχων, τίποτε άλλο δεν έβλεπε. Και είχε πολλά να ιδή, +πολλά ν' αντιληφθη, αν επρόσεχε. Η σύζυγος του και ο φίλος του ήσαν +υπέρ το δέον εύθυμοι, υπέρ το δέον θορυβώδεις και μόνον επί παρουσία +του προσεπάθουν να κρατώνται, χωρίς να το κατορθώνουν. Ο Ισίδωρος +ούτε λόγον κάμνει περί εργασίας και ο Κλέων σιωπά μόνον από +λεπτότητα, διότι είνε τώρα ολίγος καιρός οπού, εξετάζων την καρδίαν +του, ευρίσκει ότι ο Ισίδωρος δεν έχει πλέον εν αυτή την θέσιν +εκείνην, ην κατείχε πρότερον. Τον στενοχωρούν τώρα πολύ οι τρόποι +του, χωρίς να δύναται να είπη ωρισμένως διατί. Κάτι επίεζε το στήθος +του από τινος, κάτι τι βαρύ, οδυνηρόν, ωσάν προαίσθημα συμφοράς . . . +Και το αίσθημα τούτο επετάθη ότε, μίαν εσπέραν, εισελθών αίφνης εις +τον προθάλαμον, ήκουσε τον φίλον του να λέγη, αποτεινόμενος εις την +συζυγόν του, «χρειάζεται πολλή προσοχή.» Έγεινεν έκτοτε σιωπηλότερος, +πλέον σοβαρός· εσκέπτετο επί της φράσεως εκείνης, ήτις πολλά ηδύνατο +να σημαίνη . . . + +Παρήλθον ημέραι τινες, ότε έν απόγευμα απεσταλμένος εκ της +πλησιοχώρου κώμης, ήλθε να καλέση τον ιατρόν παρά τινι επικινδύνως +ασθενή. Ο ιατρός διενυκτέρευσεν εις το χωρίον, ότε δε την επομένην +πρωίαν επέστρεψε, εύρε τον οίκον του κενόν . . . Η σύζυγος μετά του +φίλου είχον γείνη άφαντοι . . . + +*** + +Το κτύπημα ήτο πολύ βαρύ και ο ιατρός ενόμιζεν ότι θ' απέθνησκε. +Έζησεν όμως, αν και επί πολύ δεν διέφερεν από νεκρόν! Ήτο τόσω +απροσδόκητον! Να φθάσουν έως εκεί; Και δεν εσυλλογίσθησαν λοιπόν +διόλου το κτύπημα, τον σπαραγμόν οπού θα υφίστατο η τόσον ευγενής, η +τόσον αγαπώσα εκείνη καρδία; Το χωρίον εξηγέρθη προ του σκανδάλου, +διότι ελάτρευε τον ιατρόν, παραδόξως όμως κατεδίκαζε πλέον τον +άπιστον φίλον ή την σύζυγον, ην εθεώρει μάλλον κουφόνουν. Και ο +ιατρός όμως τα αυτά εφρόνει, αν και ενίοτε τον κατελάμβανε λύσσα και +δεν ήξευρε πως θα εφέρετο, αν παρεδίδετο αίφνης εις χείράς του η +άπιστος . . . + +Έμεινεν εις αυτόν ως παρηγοριά η επιστήμη μόνη. Κατ' οίκον υποφέρει +μαρτύρια, διότι αδυνατεί να λησμονήση· υπήρχαν δε στιγμαί καθ' ας +επόθει να εξαφανίση, να πετάξη μακράν παν αντικείμενον, κάθε πράγμα +ενθυμίζον εις αυτόν την γυναίκα εκείνην, την οποίαν είχε συνειθίση να +θεωρή απαραίτητον εις την ευδαιμονίαν του, εις αυτήν του την ύπαρξιν. +Εκάστοτε όμως αναχαιτίζετο και τα μισητά και προσφιλή συγχρόνως +αντικείμενα έμεναν εις την θέσιν των. + +Πάντοτε μόνος, έρημος, με την ψυχήν γεμάτην πικρίας διέρχεται ώρας +μαρτυρικάς. Πόσον είχεν αγαπήση και πώς τον αντήμειψαν! Αξίζει τις +μετά ταύτα να ζη; δεν είνε περιττόν να υπάρχη; + +Εν τη συμφορά του έχει παρηγορίαν τινα, ήτις είνε συγχρόνως και πηγή +θλίψεως. Συχνότερα τώρα προσεύχεται εις τον μικρόν τάφον του +προσφιλούς θυγατρίου του και ο γνωστός γέρων φύλαξ συγκινείται βλέπων +την απέραντον θλίψιν εκείνην. + +*** + +Παρήλθον ούτω τρία έτη· τρία ολόκληρα έτη ερημίας, μονώσεως +βασανιστικής. + +Η λύπη του Κλέωνος δεν κατηυνάσθη· φαίνεται όμως ήρεμος. Εκτελεί +θρησκευτικώς τα καθήκοντά του, αλλ' είνε καρδία νεκρά πλέον, είνε +σώμα, νομίζεις, άψυχον. + +Προ τινος καιρού είχε μάθη ότι η σύζυγος του, εγκαταλειφθείσα υπό του +απίστου φίλου, έζη άγνωστον πώς και πού . . . η είδησις δε αυτή, +ήτις ηδύνατο να είνε και αδέσποτος επέτεινε την πικρίαν του. + +Την νύκτα εκείνην, την παραμονήν του Πάσχα, είνε μελαγχολικώτερος του +συνήθους. Ζητεί ν' αποδιώξη τας μαύρας του σκέψεις και δεν το +κατορθώνει. Πώς ήθελε να ελησμόνει . . . + +Έξω ακούεται θόρυβος βημάτων και φωνών, διά δε του παραθύρου βλέπει +αραιά φώτα να πηγαινοέρχωνται διασταυρούμενα καθ' όλας τας +διευθύνσεις, ενώ άλλοι φανοί αχειροποίητοι, σελαγίζουσιν υπέρλαμπροι +επί του στερεώματος. + +Πλησιάζει η ώρα της Αναστάσεως, εγγίζει η ώρα της γενικής χαρμονής +και όλοι σπεύδουν προς την εκκλησίαν. Με ολίγον θα περιπτυχθώσιν +αλλήλους γνωστοί και άγνωστοι, θα ενωθώσιν εις ένα κοινόν ασπασμόν. +Μακράν την ημέραν εκείνην αι έχθραι και τα μίση, εις όλων δε τα χείλη +πρέπει ν' ανθή η θεία και κοσμοσώτειρα φράσις « Αγαπάτε αλλήλους. . . .» + +Βαρύς στεναγμός παραπόνου εξήλθεν από τα πονεμένα στήθη του Κλέωνος +και εγερθείς ησυχώτερσς, έρριψε το βλέμμα του διά του παραθύρου εις +την οδόν. + +Δεν θα ήξευρε να είπη επί πόσην ώραν ήτο βυθισμένος εις τας σκέψεις +του τας μελαγχολικάς, όταν την στιγμήν εκείνην ηνοίχθη, μετ' ελαφρού +κρότου, η θύρα του δωματίου. + +Ο Κλέων έστρεψε την κεφαλήν. + +Με βήμα δειλόν, ωσάν σκιά, εισήλθε μία γυνή . . . + +Εστάθη, στηριχθείσα επί του ημίσεως θυροφύλλου, του κλειστού, με την +κεφαλήν κάτω νέουσαν . . . + +Την εξέλαβεν ως επαίτιδα και επροχώρησε προς αυτήν. Εκείνη ύψωσε +δειλά την κεφαλήν και το βλέμμα . . . + +Ο Κλέων έρρηξε κραυγήν άλγους . . . . + +Ενώπιόν του ίστατο η σύζυγός του, ή μάλλον ένας σκελετός ρακένδυτος, +εμπνέων οίκτον . . . . + +Έκαμεν έν βήμα εμπρός ακόμη, αλλοφρονών και τείνων τας χείρας, ως +ενώπιον φάσματος . . . . + +Παρήλθον ολίγα δευτερόλεπτα, στιγμαί αγωνίας, καθ' ας ο Κλέων εζήτει +να συγκρατήση τας σκέψεις του . . . + +Και εν ακαρεί, αναμνήσεις ψυχοφθόροι, οδυνηραί, του κατέκλυσαν τον +εγκέφαλον . . . + +Ενώπιόν του εξετυλίχθη η ιστορία του η υβριστική, το επαίσχυντον +δράμα, του οποίου θύμα ήτο μόνος αυτός . . Του εξετυλίχθη με όλας τας +αποτροπαίους λεπτομερείας του.. + +Και ο οίκτος, όστις θα τον εκλόνιζεν ίσως την στιγμήν εκείνην, εις +την θέαν του γυναικείου εκείνου συντρίμματος, το οποίον απετέλει +άλλοτε μέρος της υπάρξεώς του αναπόσπαστον, υπεχώρησεν εις μίαν οργήν +υπόκωφον, ήτις ηπείλει να εκραγή ακράτητος, θυελλώδης . . . + +Αδύνατον να φαντασθή τις τι θα συνέβαινε, αν ασθενής τις ακτίς, αν +λείψανόν τι λογικού δεν τον συνεκράτει . . . + +Με τας χείρας, προς τα εμπρός τεταμένας, ωσάν να ήθελε ν' αποκρούση +αόρατον εχθρόν, ώρμησε προς την θύραν και εξήλθεν εις την οδόν. + +Οι φανοί διεδέχονσο αλλήλους ανά παν βήμα. Κάθε χέρι εκρατουσε το φως +του, φώτα παντού και μόνον ο Κλέων ευρίσκετο εις το σκότος . . . +Εβάδιζε μηχανικώς, αδυνατών να συγκρατήση τα διανοήματά του. Η +απροσδόκητος εμφάνισις της συζύγου τον εσύγχιζε φοβερά. + +Οποία τόλμη! Εβημάτιζε, αριστερά, εμπρός, οπίσω, ασκόπως όλως. Μετά +πολλάς περιστροφάς, επελθούσης σχετικής ηρεμίας, ηκολούθησε το +πλήθος, διευθυνόμενον προς τον ναόν και εισήλθεν εις το περίβολόν +του. Ενθυμήθη, και διευθυνθείς προς τον μικρόν τάφον του θυγατρίου +του εγονυπέτησεν επ' αυτού και ανελύθη εις δάκρυα . . . Έκλαυσεν επί +πολύ και τα δάκρυα εκείνα τον ανεκούφισαν . . . ωσάν να τον +περιέβαλλον με μίαν γαλήνην, την οποίαν προ πολλού καιρού δεν είχεν +αισθανθή. + +Όταν ηγέρθη, είδεν ενώπιόν του τον γέροντα φύλακα. + + — Σήμερα το βρήκατε, γιατρέ, να κλαίτε; είπεν ο γέρων. Έτσι και μια +γυναίκα, είνε περισσότερ' από μια ώρα — ήρθε και εγονάτισε στο μνήμα· +θάκαμε ως φαίνεται, λάθος. + + — Ποια γυναίκα; είπεν ο Κλέων. + + — Την είδα από κει κάτω, από τη γωνιά μου, μα όσο να έρθω να ιδώ +έφυγε . . . Μια πολύ αδύνατη, μου εφάνηκε. + + — Ά! είπεν ο ιατρός. + +Και απεμακρύνθη βραδυπορών. + +Εβάδισεν επί πολύ εν ταραχή. Δεκάκις επλησίασε το οίκημά του και +δεκάκις απεμακρύνθη, εωσού ήρχισε να τον καταλαμβάνη η κόπωσις. +Βαθμηδόν και η ψυχική του ταραχή κατηυνάζετο. Η αγαθή του φύσις εφάνη +υπερισχύουσα και, καταβαλών υστάτην προσπάθειαν, διηυθύνθη +αποφασιστικώς προς το οίκημά του και εισήλθεν εις το δωμάτιον, το +οποίον προ πολλής ώρας είχεν αφήση ηρεθισμένος, εκτός εαυτού. + +Εις την αριστεράν γωνίαν, επί τραπέζης, λυχνία μικρά προ του Σωτήρος, +εφώτιζε αμυδρώς τα αντικείμενα. + +Ήτο εκεί, απεναντί του, με τας χείρας τεταμένας ο Εσταυρωμένος, η +προσωποποίησις της αιωνίου αγάπης! + +Δεξιά, επί ανακλίντρου, ο Κλέων διέκρινε κάτι, το οποίον εις την +εμφάνισίν του εκινήθη . . Ήτο η σύζυγος. Ηγέρθη μετά κόπου και τρέμουσα +εστάθη προ του ιατρού με την κεφαλήν προς το στήθος. Εκείνος +επροχώρησε, είτα εστράφη προς τον Εσταυρωμένον, ως εάν εζήτει +ενίσχυσιν . . . + +Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν οι κώδωνες του Ναού πανηγυρίζοντος την +Ανάστασιν . . . + +Αι επίσημοι, αι πανηγυρικαί δονήσεις συνεκλόνισαν τον Κλέωνα . . . + +Ο τρόμος της γυναικός ηύξησε . . . και προχωρήσασα, εγονυπέτησε προ +του συζύγου της. + +Εκείνος, υπό το κράτος σφοδράς συγκινήσεως, την ανήγειρε και τείνας +την χείρα εψιθύρισε — «Χριστός ανέστη!» + +Και την ησπάσθη εις το μέτωπον. + +Εκείνη επανέπεσεν εις τους πόδας του ολολύζουσα . . + + + + +ΕΚ ΤΩΝ ΑΝΕΞΗΓΗΤΩΝ + + + +ΕΙΧΑΝ αναφθή προ ολίγου τα φώτα. Έξ επτά φίλοι, όλοι νέοι και άγαμοι, +πλην ενός, είχαν συναχθή παρ' εμοί διά το εσπερινόν τσάι, κυρίως όμως +διά να μ' αποχαιρετίσουν, μέλλοντα ν' αναχωρήσω την επιούσαν λίαν +πρωί. Αι εργασίαι του φθινοπώρου είχαν τελειώση προ μηνός, η Αζοφική +είχεν αποκρυσταλλωθή όλη και τα άσπιλα, τα κατάλευκα χιόνια εκάλυπτον +και κοιλάδας και βουνά και χαράδρας. Οι άνθρωποι ζαρωμένοι παρά την +εστίαν, απελάμβανον του θάλπους εκείνου του ζωογόνου, του +ανεκτιμήτου, εν αντιθέσει προς την εκτός των οικιών παγωνιάν. + +Είχα ήδη ετοιμάση την βαρείαν του δρόμου μηλωτήν, την λυκόγουνάν μου, +την απαραίτητον ζώνην και τα μαλλωτά υποδήματα, εφόδια, άνευ των +οποίων το ανά τας ρωσσικάς στέπας ταξείδιον αποβαίνει επικίνδυνον. + +Επρόκειτο να μεταβώ εις Μαριούπολιν, μετά διετή απουσίαν, παρά +οικογενεία φίλη, σχεδόν συγγενή και ησθανόμην την συγκίνησιν εκείνην +την γλυκείαν μεν, αλλά την οποίαν καθιστά σχεδόν οδυνηράν η +ανυπομονησία. + +Εις την οδοιπορίαν έμελλε να με συνοδεύση μέχρι Ταϊγανίου, όπου +έμενεν η οικογένειά του, ο κοινός φίλος, ο γέρων μεν, αλλά ζωηρότατος +και λίαν ομιλητικός, ο αλησμόνητός μας Φ. Ήτο η ψυχή των +συναναστροφών ο θαλερός γέρων. Άνθρωπος με γνώσεις ποικίλας και +μνημονικόν απέραντον, ήξευρε πλείστας όσας μικράς ιστορίας και +ανέκδοτα, διηγείτο δε με πολλήν χάριν. Μας ήτο πολύ αγαπητός ο γέρων +και οι φίλοι συνήχθησαν και χάριν εκείνου, μέλλοντος να διανυκτερεύση +παρ' εμοί. + +Εφλυαρούμεν λοιπόν καθήμενοι περί στρογγύλην τράπεζαν και παρά το +κοχλάζον σαμαβάρι, ροφώντες το τερπνόν και αρωματικόν ποτόν, το +οποίον καθιστά έτι μάλλον τερπνότερον η ώρα του έτους. + +Είνε επάνω κάτω γνωστόν περί τινα αντικείμενα στρέφεται συνήθως η +ομιλία νέων ζωηρών, ευπόρων και σχεδόν αμερίμνων, Αφού είπαμεν ολίγα +περί εμπορίου, ζήτημα οπού δεν ηδυνάμεθα να παρίδωμεν, δεν αφήκαμεν +ούτε κοινωνικόν, ούτε πολιτικόν ζήτημα άθικτον. Εκόπταμεν, +ερράπταμεν, εδέναμεν, ελύναμεν με την ευκολίαν εκείνην, την οποίαν +χορηγεί εις τον άνθρωπον το ανεύθυνον. + +Αίφνης κάποιος έφερε τον λόγον επί των προλήψεων εν γένει, και επί +του θέματος τούτου ηγέρθη ζωηρά και ευρεία συζήτησις, ως δε συνήθως +συμβαίνει, αι γνώμαι εδιχάσθησαν, των μεν διατεινομένων, ότι +φαινόμενά τινα δεν πρέπει να τ' αποκρούωμεν μόνον διότι είνε +ανεξήγητα, ενός δε προ πάντων υποστηρίζοντος, ότι όλα αυτά είνε +&μπόσικα&, τα υποθάλπει δε η αμάθεια και η δυσειδαιμονία και ότι +άνθρωποι ανεπτυγμένοι δεν πρέπει να τα παραδέχωνται. + +Ο φίλος μας αυτός ήτο ο μόνος σκεπτικός μεταξύ μας, ο μόνος όστις +ηγάπα να φιλοσοφή, επιτηδεύων στωικότητα και απάθειαν και ο μόνος +όστις ουδέν σκοτεινόν ή ανεξήγητον παρεδέχετο. + + — Και όμως, είπεν ο γέρων Φ. είνε μερικά φαινόμενα, τα οποία, +επαναληφθέντα πλέον ή άπαξ, δεν ημπορούν να ονομασθούν απλαί +συμπτώσεις. + +Ο σκεπτικός μας ύψωσε τους ώμους. Ο γέρων επανέλαβε. + + — Τι θα ειπήτε, π. χ. ή πώς θα εξηγήσετε ό,τι παρετηρήθη πολλάκις +εις το ζωύφιον της αράχνης; + + — Τι παρετηρήθη; ηρωτήσαμεν όλοι με περιέργειαν. + + — Ότι αν συμβή να καθήση το έντομον επί ανθρώπου ή επί πράγματος του +ιδίου, τούτο προμηνύει προσεχή γάμον! Το ήκουσα από άλλους, αλλ' +έτυχε και εις εμέ αυτόν, εις την οικογένειάν μου. + +Όλοι εστράφημεν προς τον γέροντα, ουδέ του σκεπτικού φιλοσόφου μας +εξαιρουμένου, υπό της αυτής διακαιόμενοι όλοι περιεργείας, ην ο +γέρων, παρακληθείς, έσπευσε να ικανοποιήση, αφηγηθείς ημίν τα εξής. + +« Ιδού η ιστορία εν ολίγοις. Η μεγάλη μου κόρη ήτο εις ώραν γάμου +και, ως συμπεραίνετε, δεν εβλέπαμεν την ώραν να την +καλοαποκαταστήσωμεν. Γαμβρός υποψήφιος ήτο κάποιος νέος, λαμπρός υφ' +όλας τας επόψεις, φίλος δε οικογενειακός μας παρεκλήθη να ενεργήση +υπέρ ημών. Αλλά και άλλα σπίτια τον εζητούσαν και όσον ο καιρός +παρήρχετο τόσον η αγωνία μας ηύξανε, διότι εφοβούμεθα μην αποτύχωμεν. +Ένα πρωί, μετά το τσάι και ενώ ακόμη εκαθήμεθα περί την τράπεζαν, +εγώ, η σύζυγος και η κόρη μου, μία αράχνη, αφεθείσα εκ της οροφής και +κρατουμένη από το σχεδόν αόρατον νήμα της ως αυτοδίδακτος +σχοινοβάτης, κατέβη και εκάθησεν, ελαφρά ελαφρά, επί της κόμης της +θυγατρός μου! Εγώ μόνος αντελήφθην το πράγμα, εκλαβών δε ως αίσιον +τον οιωνόν, είπα της κόρης μου να μη κινηθή. Το έντομον, αφού έμεινε +ολίγον επί της κεφαλής της, ανέβη, διά του αυτού εναερίου δρόμου, εις +την οροφήν. Εξήγησα ευθύς το φαινόμενον εις την οικογένειαν, ήτις +πολύ συνεκινήθη. Την αυτήν εκείνην βραδειάν, ο φίλος μας ο προξενητής +ήλθεν εις το σπίτι με τον γαμβρόν και την επιούσαν εγένοντο επισήμως +οι αρραβώνες της κόρης μου, μ' αυτόν, τον και σήμερον συζυγόν της.» + +Η διήγησις έκαμεν εντύπωσιν εις όλους μας και ητένισεν ο είς τον +άλλον επί τινας στιγμάς εν σιωπή. Κατόπιν ήρχισεν εκ νέου η +συζήτησις, αι παρατηρήσεις και τα σχόλια, αφού δε το θέμα εξηντλήθη, +έμεινε καθένας με την γνώμην του, όπως συχνά συμβαίνει εις τας +συναθροίσεις, ή Βουλαί καλούνται αύται, είτε Σύλλογοι, ή όπως άλλως. +Των προληπτικών η γνώμη ενισχύθη έτι μάλλον, ενώ ο φιλοσοφών +σκεπτικός μας έμεινεν εις την πρώτην ιδέαν του, αποκαλών τα τοιαύτα +συμπτώσεις απλάς. + +Εν τούτοις είχε σημάνη η ενδεκάτη, το τέιον διεδέχθη πρόχειρον +δείπνον από διάφορα ορεκτικά, εκενώθησαν και τίνες φιάλαι ξένου και +εντοπίου οίνου και οι φίλοι μας ηυχήθησαν κατευόδιον και ευτυχή +επάνοδον. + + — Να μας έλθης διπλός, είπε τις. + + — Δεν βαρυέσαι, αντέκρουσεν άλλος· δίδεται ζυγός επαχθέστερος από +τον της συζυγίας; Ενώ μόνος του ένας . . . Και παρ' ολίγον να τονίση +ύμνον εις την ελευθερίαν. + +Και επί του ζητήματος τούτου νέαι πάλιν συζητήσεις. + +Η περί γάμου ιδέα είχεν έλθη εις εμέ προ πολλού, χωρίς όμως να λάβω +απόφασίν τινα ωρισμένην. Εσκεπτόμην απλώς περί τούτου, θα προέβαινα +δε εις ωρισμένον τι διάβημα, αν παρουσιάζετο κατάλληλος ευκαιρία. + +Αίφνης ηκούσθη η φωνή του γέροντος Φ. + + — Παιδιά, είπε, θέλετε, πριν αποσυρθήτε, ν' ακούσετε μίαν άλλην +ιστορίαν ανάλογον με την προηγηθείσαν; + + — Προθυμότατα, εφώναξαν όλοι μ' ένα στόμα. + + — Είνε όμως ολίγον τραγική αυτή! + + — Τόσω καλλίτερα, είπεν ο φιλόσοφός μας. Άλλως τε, επρόσθεσε, ούτε +τραγικά, ούτε κωμικά συμβάντα υπάρχουν· είνε όπως τα παίρνει καθένας. + + — Την ιστορίαν, την ιστορίαν! + +Ο γέρων ήρχισε. Και τον ητενίζαμεν κατά πρόσωπον, ακούοντες με +προσοχήν, ενώ ο πυρρωνιστής μας εχασμάτο ημικεκλιμένος επί ενός σοφά. + +« Ο φίλος μου Π. μικρόν ανθρωπάριον, ολίγον κυρτωμένον, με σώμα +ισχνόν, με πρόσωπον ξηρόν αλλά γλυκύ και ήρεμον, ήτο η απλουστέρα και +πλέον αφελής φύσις, αφ' όσας εγνώρισα έως τώρα. Ακέραιος, ευθύς, αλλά +και εύπιστος πολύ και ασθενής τον χαρακτήρα, ήτο έτοιμος να συγκινηθή +εις κάθε ξένην συμφοράν, εις κάθε λύπην ιδίαν ή ξένην, συχνά μάλιστα +και με χειμάρρους δακρύων. Τόσον αδύνατοι ήσαν οι δακρυοποιοί του +αδένες, όπου και γελών, έχυνεν άφθονα δάκρυα. Είχε μητέρα την οποίαν +ελάτρευε και εις την οποίαν έγραφε δις και τρις της εβδομάδος +μακρότατα γράμματα, συνέβη δε πολλάκις να μου ειπή, δεικνύων τα ανά +τας οδούς γραμματοκιβώτια. + + — Τι ευχάριστον πράγμ' αυτό! όσο τα βλέπω, μου έρχεται πάντα να ρίψω +μέσα κανένα γράμμα . . . Τοιούτος ήτο παιδί όταν τον εγνώρισα και ο +ίδιος έμεινε όταν ηνδρώθη. Ισχυρότερός του εγώ οικονομικώς, τον +εβοήθησα εις τας εργασίας του και με ηγάπα πολύ, δεν θα απορήσετε δε +όταν σας ειπώ, ότι οσάκις ωμίλει περί των εργασιών μου, ένα μανδήλι +δεν τον έφθανε να σπογγίζη τα μάτια του. Υπείκων εις τας προτροπάς +της μητρός του, ενυμφεύθη ενωρίς, λαβών ως σύζυγον νέαν ωραίαν μεν, +αλλ' ασθενή τον οργανισμόν, μεθ' ης συνέζησε τρία έτη. Εις το τέλος +του πρώτου έτους, η γυναίκα του έκαμ' ένα κοριτζάκι και δεν εμπορώ να +το ενθυμηθώ χωρίς να γελάσω, ότι μετά τον τοκετόν, καλώς εχόντων των +πραγμάτων και χωρίς κανείς να το περιμένη, ο φίλος μου έπεσε +λιπόθυμος! + +«Μετά δύο έτη ακόμη η ατυχής νέα απέθανεν από φθίσιν. Φαντάζεσθε πώς +την έκλαυσεν ο φίλος μου. Εφαίνετο απαρηγόρητος. Ουχ' ήττον μετά δύο +έτη, υπείκων εις τας προτροπάς στενού συγγενούς του, ισχυριζoμένου +ότι ο Π. ώφειλε να δώση εις το θυγάτριόν του μητέρα, έβαλε κατά νουν +να νυμφευθή εκ δευτέρου. Τον απέτρεψα εγώ, αλλ' η επιρροή του +συγγενούς του ήτο μεγάλη και αναχωρήσας μετ' αυτού εις την πατρίδα +του, επέστρεψε μετά τινα καιρόν νυμφευμένος, κλαμμένος και +κατενθουσιασμένος. Ήτο ωραία η σύζυγός του και πολύ νεωτέρα του. Την +καλωσύνην και τας λοιπάς αρετάς της διηγείτο συχνά, εννοείται με +χειμάρρους πάντοτε δακρύων. Η αλήθεια είνε ότι την ηγάπα παραφόρως, +με θέρμην όλως νεανικήν και ως να ήτο αυτός ο πρώτος του έρως. Εκ του +γάμου αυτού εγεννήθησαν δύο τέκνα, μετά τριετή όμως συμβίωσιν, η +νεαρά σύζυγος ησθένησε και εκρίθη ανάγκη να μεταβή εις την πατρίδα +προς αλλαγήν κλίματος. Την συνώδευσεν εκεί ο πατήρ της, μετά έν έτος +δε επέστρεφεν υγειεστάτη και αρκετά ευτραφής. Μετ' ολίγον καιρόν το +πάχος της κυρίας Π. ηύξησε πολύ. Ο φίλος μου ήτο ευχαριστημένος, όχι +όμως και οι συγγενείς και οικείοι προς τους οποίους το πρόωρον εκείνο +πάχος τοις εφαίνετο ύποπτον. Και δεν ήργησε να φανή ότι οι τελευταίοι +είχον δίκαιον . . . .. Διότι πέντε μήνας μετά το φθάσιμον της νεαράς +γυναικός, δεν ηδύνατο πλέον να μένη η ελαχίστη αμφιβολία ως προ την +φύσιν του όγκου της. Το πράγμα ήτο σκανδαλώδες. Είς θείος του Π. ήτο +μανιώδης και με δυσκολίαν εκρατείτο. Το πράγμα τώρα ελέγετο φανερά +και μόνος ο ατυχής μου φίλος ευρίσκετο εις μακαρίαν άγνοιαν. Το +απροσδόκητον περιστατικόν μ' ελύπησε πολύ, διότι επρομηνύετο δράμα, η +λύσις του οποίου δεν θα ήτο βεβαίως ομαλή· ως εκ των στενών μου δε +μετά του Π. σχέσεων, εγώ θα ήμην εκ των πρωτευόντων προσώπων εις τας +σκηνάς, αίτινες έμελλον ν' ακολουθήσωσιν. + +«Τα πράγματα ήσαν εις αυτό το σημείον, ότε, ένα πρωί ηγέρθην +σκυθρωπός, κατόπιν δε συνομιλίας μου με την μαμμήν διηυθύνθην εις την +οικίαν του φίλου μου. Ήθελα να ίδω την στάσιν του, το ύφος του, να +μάθω επί τέλους, αν υποπτεύη τι. Επλησίασα· η αυλόθυρα ήτο +ορθάνοικτη. Εδώ σας παρακαλώ να εντείνετε όλην την προσοχήν σας, +διότι αξίζει τον κόπον. Η αυλόθυρα λοιπόν ήτο ανοικτή, ακριβώς δε εις +το μέσον εστέκετο ο Π. με το γνωστόν μου, αγαθόν του εκείνο μειδίαμα. +Τον ητένισα κατά πρόσωπον, εκείνος δε άρχισε να γελά την φοράν ταύτην +μ' ένα γέλωτα εσωτερικόν, ούτως ειπείν, ως προσπαθών να μη εκραγή. +Εγώ δεν έβλεπα γύρω μου, μόνον αυτόν παρετήρουν, με κάποιον μάλιστα +φόβον, αν και το πρόσωπόν του ήτο αιθριώτατον, ως ουρανός ανέφελος. +Του έτεινα την χείρα με σοβαρότατα, εκείνος δε: + + — Κύτταξε δα, μα κύτταξε λίγο από πάνω και τριγύρω, με λέγει με τον +γέλωτα εκείνον τον εσωτερικόν, όστις, εις την θέσιν που ευρισκόμην, +μου εφαίνετο απαίσιος . . . Παρετήρησα παντού και τι νομίζετε να +είδα; Υπέρ την ασκεπή κεφαλήν του φίλου μου ήσαν κρεμασμένα δύο +μεγάλα κέρατα, δεξιά δε και αριστερά των παραστάδων ήσαν προσηλωμένα +ανά δύο άλλα, ακριβώς απέναντι των κροτάφων του . . . Έμεινα +κατάπληκτος! Η θέσις αυτή, η κωμικώς απαισία, αντί να μου κινήση τον +γέλωτα, μου επροξένησε ρίγος . . . Η αυλεία θύρα με τας παραστάδας +της — αντί πλαισίων — στολισμένας με υπερμεγέθη κέρατα και εν μέσω +αυτών η ελεεινή μορφή του ατυχούς μου φίλου, όστις εξακολουθεί να +γελά, προκαλών με να τον μιμηθώ . . . Γνωρίζων την συμβολικήν +έννοιαν των κεράτων, και ότι μόνον μερικά τετράποδα καί τινες σύζυγοι +έχουν το προνόμιον να στολίζωνται μ' αυτά, είπα καθ' εαυτόν, ότι +βέβαια ο δαίμων της κολάσεως θα εφαντάσθη την εικόνα, διότι σατανική +πράγματι ήτο η επίνοια. + +Και τον έβλεπα και μ' έβλεπε μειδιών πάντοτε. + + — Μα δε γελάς; μου λέγει. + + — Επροσπάθησα να μειδιάσω. + +« — Ένας χωρικός σήμερα είχε το αμάξι του γεμάτο και τα πήρα φθηνά, +με είπεν. Απεφάσισα ν' αγοράσω κι' άλλα γιατί δίνουν κέρδος. Αυτά τα +κρέμασα για σημάδι πως αγοράζω. Για συλλογίσου όμως εμπόρευμα που +μούτυχε; αι; + +Κ' εγελούσε πάντοτε. + +Εγώ μόλις τον ήκουα. Εσκεπτόμην, ίσως ήτο πρόσφορος η στιγμή να δοθή +ένα τέλος. Δεν ήτο άλλος καταλληλότερός μου και αφού θα τα μάθη μια +μέρα, γατί να μην τα μάθη τόρα ευθύς; + + — Πάμε μέσα, του είπα έξαφνα. + +Και διηυθύνθημεν προς το σπιτάκι του θυρωρού, όστις έλειπεν ευτυχώς. + +Εκεί πλησίον εις μίαν γωνίαν υψούτο μέγας σωρός κεράτων. + + — Η πραμάτεια, με είπε πάλιν γελών. + +Ομολογώ, ότι εκτός της βαθείας λύπης, ησθάνθην και αγανάκτησιν. Η +τύφλωσις του φίλου μου με παρώργιζε. Κ' επροτιμούσα να τον ιδώ να +θυμώση, να ξεσπάση, παρά να τον βλέπω να γελά ως ο έσχατος των +βλακών. Αι σκέψεις αυταί υπεδαύλιζαν ολονέν τον θυμόν μου. + +Και τι κάμν' η γυναίκα σου; ηρώτησα αποτόμως. + + — Είνε πολύ καλά, με είπε. Είχε κάτι ενοχλήσεις, μα πέρασαν. + + — Τώρα πρέπει να ετοιμάζεται. + + — Διατί; ηρώτησε. + + — Αι, μα προς αύξησιν της οικογενείας, γιατί άλλο; + + — Πού ακόμα! . . . με λέγει. + + — Πώς πού; του είπα θυμωμένος. Είδες τη μαμμή; + + — Την είδα χθες, μου είπε δειλώς. Μα τι έχεις και μιλείς θυμωμένα; + +Κατηυνάσθην ευθύς. Του επήρα το χέρι και τον είδα περίλυπος. + +Εταράχθη. Δεν ήτο κουτός ο καϋμένος ο Π. αλλά πολύ αγαθός και αφελής. + + — Μα τι τρέχει; μου είπε χαμηλά. + + — Την είδα κ' εγώ τη μαμμή σήμερα και ό,τι δεν ετόλμησε να πη σε σέ, +το εξεμυστηρεύθη σε μένα, του είπα σχεδόν μυστικά, ωσάν να εφοβούμην +μη με ακούσουν. + +Εταράχθη ακόμη περισσότερον. + + — Τι σου είπε; ηρώτησε σιγανά, ενώ η σιαγών του έτρεμε. + +Ησθανόμην ότι με κατελάμβανε δειλία, είχα όμως πολύ προχωρήση και η +οπισθοδρόμησις ήτο αδύνατος. + + — Εξέτασε χθες τη γυναίκα σου και μ' εβεβαίωσε ότι μετά πέντ' έξ +μέρες θα γεννήση! . . . + +Με παρετήρει, ως να μην εννοούσε . . . + +Μετά τινα δευτερόλεπτα με λέγει, και η σιαγών του έτρεμε πολύ τώρα. + + — Πώς δηλαδή; . . . + + — Μα δεν εννοείς, καϋμένε άνθρωπε; + +Η γυναίκα σου είνε μόλις έξ μήνες που ήλθε και . . . Απέστρεψα το +πρόσωπον, διότι κάτι μου έσφιγγε τον λαιμόν. Μετ' ολίγον αισθάνομαι +το χέρι του φίλου μου να σφίγγη τον ιδικόν μου με δύναμιν έκτακτον. + + — Τι μου φεύγεις; λέγε, τελείωνε, με είπεν υποκώφως, προσπαθών να με +ιδή κατά πρόσωπον. + +Εμάντευσα ότι τα εννόησεν όλα και ησθάνθην άπειρον οίκτον . . . .. + +Ήκουα την διακεκομμένην αναπνοήν του και στραφείς τον ητένισα με τα +μάτια γεμάτα δάκρυα . . . + +Έρριψε τους βραχίονας επάνω μου, ωχρότης νεκρική εχύθη επί του +προσώπου του. Έν αχ! εξήλθε του στόματός του και έπεσεν εις τας +αγκάλας μου λιπόθυμος . . . + +Ο γέρων έπαυσε και επί τινας στιγμάς επεκράτησε σιωπή· το δραματικόν +τέλος της διηγήσεως μας είχε ταράξη ότε κάποιος μας είχε είπε: + + — Τώρα τον επίλογον, να τελειώσωμεν. Αλλ' ακριβώς την στιγμήν +εκείνην ηκούσθη μέγας θόρυβος εις τον διάδρομον, αμέσως δε η θύρα +ηνοίχθη με πάταγον και εις το δωμάτιον εισήλθε ή μάλλον εισώρμησε ο +οικοδεσπότης μου. Άνθρωπος όσον καλός και μειλίχιος νηστικός, τόσον +σκαιός και θορυβώδης και ανοικονόμητος μεθυσμένος. Και ήτο στουπί +αυτήν την φοράν. Ώρμησε και μ' ενηγκαλίσθη. + + — Φεύγεις, εφώναξε τραυλιζων. Εσύναξες τόσο καλή συντροφιά κ' εγώ +τίποτα, αι; + +Και αφήσας εμέ, εστράφη προς τους συντρόφους μου· αλλά το δωμάτιον +ήτο κενόν. Οι φίλοι μου που τον εγνώριζαν κάλλιστα, ετράπησαν +αυτοστιγμεί εις φυγήν, εκτός, εννοείται του Φ. Ο οικοδεσπότης ώρμησεν +εις καταδίωξίν των, αλλά σκοντάψας εις το κατώφλιον της έξω θύρας +κατέπεσε βλασφημών. Αυτό το επάθαινε συχνά. Ημείς διετάξαμεν να +κλείσουν, εσβέσαμεν το φως και κατεκλίθημεν. + +II + +Την επιούσαν εις τας πέντε το πρωί ήμεθα και οι δύο ενδεδυμένοι. Εγώ +ετοποθέτησα επιμελώς εντός μαρσίππου μερικά ενδύματα, προ πάντων +ασπρόρρουχα, τα εσκέπασα όλα μ' ένα σινδόνι και τον εκλείδωσα. Οι +ταχυδρομικοί ίπποι είχαν ζευχθή και το έλκηθρον. Εροφήσαμεν εν βία +ανά δύο ποτήρια τεΐου, εγώ έδοσα τας τελευταίας διαταγάς εις τον +υπηρέτην μου, ζωσμένοι δε και γαντωμένοι και οι δύο, εξήλθομεν και +ετοποθετήθημεν εντός του ελκήθρου, στηρίζοντες τα νώτα επί +προσκεφαλαίων. Ο αμαξάς μας εκάθησεν επί του εδωλίου του, επήρε τα +ηνία και παρώτρυνε τα άλογα διά του συνήθου «νου, στο Θεό.» Αυτά +έκαμαν μίαν προς τα εμπρός κίνησιν, το έλκηθρον έτριξε δις, τρις και +εκυλίσθη επί της απαλής χιόνος. + +Μετά δύο ώρας ο ήλιος ήτο υψηλά. Είνε εκτάκτως μαγευτική η θέα του +χιονισμένου κάμπου υπό τας ηλιακάς ακτίνας και μόνον ότι κουράζει την +όρασιν η ατελεύτητος εκείνη λευκότης. Όλα κάτασπρα και υψώματα και +κοιλάδες, πού και πού δε μόνον διακρίνεις μελανάς κηλίδας· είνε +χαμόδενδρα ή χόρτα ξηρά τα οποία δεν έφθασε να θάψη το χιόνι και επί +των οποίων ευχαρίστως αναπαύεται το μάτι του οδοιπόρου. + +Το ψύχος ήτο μέτριον. Εταξειδεύσαμεν άνευ επεισοδίου τινός και προς +το εσπέρας εφθάσαμεν εις Ταϊγάνι, απέχον υπέρ τα εκατόν βέρστια της +Μαριουπόλεως, του τελικού σκοπού του ταξειδίου μου. + +Απεχαιρέτισα τον συνταξειδιώτην μου, μεταβάντα παρά τη οικογενεία +του, εγώ δε κατέλυσα εις ξενοδοχείον. + +Την επιούσαν εξύπνησα ενωρίς, επειδή δε έπρεπε να εξέλθω προς +επίσκεψιν μερικών φίλων, η πρώτη μου φροντίς ήτο να ενδυθώ +καταλλήλως. Και λοιπόν εγονάτισα ημίγυμνος προ του μαρσίππου μου, τον +εξεκλείδωσα, τον ήνοιξα και τι νομίζετε να είδα; Ακριβώς εις το μέσον +της σινδόνος, ήτις εσκέπαζε τα εν τω κιβωτίω φορέματα, εκάθητο +ακίνητος μία αράχνη πρώτου μεγέθους! Έμεινα κατάπληκτος. Η διήγησις +του γέροντος Φ. ήτο ζωηρά εις την μνήμην μου κ' έβλεπα την αράχνην, +ακίνητος, εκπεπληγμένος, αν θέλετε δε, και μέ τινα δεισιδαίμονα +φόβον! Αλλ' άμα παρήλθεν η πρώτη έκπληξις, άρχησα να σκέπτωμαι, διατί +ευρέθη εκεί η αράχνη και προπάντων, πώς εμβήκε; Τα φορέματα είχα +τοποθετήση και τυλίξη με το σινδόνι εγώ αυτός και ο ίδιος εκλείδωσα +τον μάρσιππον. Μήπως η παρουσία του εντόμου ήτο και δι' εμέ οιωνός; + +Ήμεθα και οι δύο ακίνητοι και η αράχνη και εγώ επί τινα λεπτά. Επί +τέλους επήρα το σινδόνι με προσοχήν από τα τέσσαρα άκρα, το ετίναξα +εις μίαν γωνίαν του θαλάμου, όπου η αράχνη συνεσπειρώθη . . . .. + +Μετά τρεις ημέρας ήμην εις Μαριούπολιν, μετά ένα μήνα δε, τη +μεσολαβήσει σεβαστού μου φίλου, ετέλουν τους αραβώνας μου, και μετά +τρεις μήνας ενυμφευόμην . . . + +Την άνοιξιν του ιδίου έτους μετέβην εις Γ . . . διπλός, κατά την +ευχήν των φίλων μου, οίτινες με συνεχάρησαν εγκαρδίως, εις πρώτην δε +συνάθροισίν μας τοις αφηγήθην το με την αράχνην επεισόδιον. + + — Τι λες, φιλόσοφέ μου; ηρώτησε τον σκεπτικόν μας ο γέρων Φ. + + — Δεν αλλάζω γνώμας εγώ, είπεν εκείνος . . . + + — Και κάμνεις καλά· μ' αυτόν τον τρόπον σώζεις την φήμην σου ως +φιλοσόφου, ανταπήντησεν ο Φ. + + — Με την αράχνην όμως κύριε Φ. είπε κάποιος, δεν εμάθαμεν το τέλος +της ιστορίας των κεράτων. + + — Αλλά μόνον περί προλήψεων επρόκειτο, είπεν ο Φ. + + — Αδιάφορον, θέλομεν το τέλος. + +Ιδού λοιπόν με ολίγας λέξεις. Όταν ο Π. εβεβαιώθη περί της συμφοράς +του, ηκολούθησαν σκηναί σπαραξικάρδιοι. Η σύζυγός του πράγματι μετά +τινας ημέρας έφερεν εις φως έν αγοράκι. Ο Π. δεν είχε το θάρρος να +εισέλθη εις τον κοιτώνα της. + +Έκλαιε και εκόπτετο, όταν δ' εκείνη ανέλαβε, τον προσεκάλεσε και +έπεσεν εις τους πόδας του οδυρομένη. Ήτο θύμα αγρίας επιθέσεως ενός +εξαδέλφου της — Ο φίλος μου επείσθη, αλλά και μ' εσυμβουλεύθη τι να +κάμη, και εγώ δε του είπα ότι εις αυτά συμβουλαί δεν χωρούν και τον +ηρώτησα αν έχη την δύναμην να τιμωρήση; — Με τι τρόπον; με είπε. Με +αποβολήν απήντησα. + + — Ποτέ! απεκρίθη· δε θα μπορούσα να ζήσω. + + — Τότε, του είπα εγώ, πρέπει να συγχωρήσης. + +Αυτό και έκαμε ο καϋμένος ο φίλος μου, δειχθείς μεγαλόφρων! Και δεν +είχε άδικον. Ουδέποτε πλέον του εδόθη η παραμικρά αφορμή παραπόνου +κατά της συζύγου του. + +Τα σχόλια δεν έλειψαν και επί του ζητήματος τούτου. Το εβασάνισαν +ποικιλοτρόπως, χωρίς εννοείται να το λύσουν. + +Μετά τινας ημέρας ο γέρων Φ. με λέγει. + + — Δε ξέρεις δα· σήμερα ωμίλησα διεξοδικώς με τον σκεπτικόν μας περί +προλήψεων και μου εφάνη πως άρχισε ν' αλλάζη γνώμην. + +Πώς; ηρώτησα. + + — Εσυζητήσαμεν πολύ· του επολέμησα μ' επιμονήν τας ιδέας και +κατώρθωσα να του αποσπάσω την ομολογίαν ότι αυτά είνε εκ των +ανεξήγητων. Προφανώς η αράχνη και τα κέρατα του ετάραξαν πολύ τους +φιλοσοφικούς κύκλους! Καλό κι' αυτό. + + + +Ο ΣΧΕΔΙΑΣΤΗΣ + + + + — Και πώς τα πάμε, Σοφοκλή; + + — Ωραία, εξαίρετα! + + — Και σαντί δουλιές έχομε τώρα στο χέρι; + + — Πολλές και διάφορες. Και πρώτον, μ' εννόησες, ο Μικάκος εκατάβηκε +εις της 270 χιλιάδες, τον όρον του αγοραστού και μεθαύριο θα πάω τα +χαρτιά. Έπειτα το σπίτι εκείνο της οδού Αιόλου, μ' εννόησες, παίρνει +κ' αυτό τέλος σημεραύριο. Έχω ένα μικρό δάνειο που υπογράφεται τη +Δευτέρα, ένα συνοικέσιο σχεδόν τελειωμένο και άλλο στην αρχή με +πολλές ελπίδες και . . . άκουσε τώρα, μ' εννόησες, τα σχέδια μου. +Μόλις που τελειώσω τη μεγάλη δουλιά του Μικάκη, θα . . . + +Προβλέπων την συνήθη ραγδαίαν φλυαρίαν του φίλου μου, τον διέκοψα. + + — Μα δε μου λες, το ανθρακωρρυχείο εκείνο. . . + + — Μπερμπαντιές, φίλε μου μα ευρήκα τώρα άλλον αγοραστή, σωστό +άνθρωπο και. . . + + — Δεν τον αφήκα να τελειώση. + + — Θυμάσαι; το είχες τελειωμένο . . . + + — Μα τι να κάμης με τους ψεύτες; Τώρα όμως, μ' εννόησες, δεν μου +φεύγει, γιατί έλαβα μέτρα. + + — Τουλάχιστον κύτταξε αυτά που κρατείς τώρα να μη σου φύγουν. + + — Αυτό ούτε να λέγεται· τα χρήματ' αυτά τάχω στο χέρι. Και ξέρεις το +σχέδιό μου; + + — Θα είν' εκείνο το περυσινό. + + — Ναι, μα τώρα τέλειωσαν τα ψέμματα ευθύς που πάρω τον παρά, με +εννόησες . . . + +Την στιγμήν εκείνην εφάνη ερχόμενος ο πολιτευτής Σ . . + +Ο φίλος μου με αφήκεν ευθύς. + + — Προχώρει, μου είπε και σε φθάνω. Και έτρεξεν εις συνάντησιν του +πολιτευτού. + +*** + +Γνωριζόμεθα προ ετών με τον Σοφοκλή. Είνε πεντηκοντούτης περίπου, +υψηλός, λιπόσαρκος, μακροσκελής, ολίγον ωχρός, μ' ένα κεφαλάκι μικρό, +με κρανίον αποψιλωμένον και στίλβον, ελαφρώς ταλαντευόμενον εις κάθε +του βήμα. Ευθυτενής, βαδίζει με τα χέρια συνήθως εντός των θυλακίων +του τριμμένου, του πολλά και διάφορα ιδόντος και δοκιμάσαντος +πανταλονίου του. Το αληθές είνε ότι και το σακκάκι του δεν έχει με τι +να καυχηθή, θα είχε δε τουναντίον πολλά τα δραματικά να ιστορήση, αν +είχε στόμα. Μόνον ο κολλάρος και ο λαιμοδέτης του είνε νωπά πάντοτε +και ανεπιλήπτου λευκότητος. Άγαμος, έχει μόνον συγγενείς πλαγίους και +φίλους απειραρίθμους και συμβαίνει, ποτέ μεν να γευματίζη εις της +εξαδέλφης, άλλοτε να δειπνή εις του ανεψιού και να ξενυκτίζη εις της +κουμπάρας του, ουδέποτε δε, ουδέ οι στενώτεροί του, έμαθον το οίκημά +του. Τίμιος, αγαθός, ευπροσήγορος, αστείος, πολυλογάς, επαγγέλλεται +. . . όχι ωρισμένον τι, αλλά παν ό,τι του δίδει αφορμήν να ομιλή και +να τρέχη, αδιάφορον αν τρέχη κατόπιν σκιάς, την οποίαν εκλαμβάνει ως +πραγματικότητα! Εύπιστος, αισιόδοξος, δεν ταράσσεται διόλου εκ των +αποτυχιών του των αλλεπαλλήλων. Και τρέχει και σχεδιάζει αδιάκοπα. + +*** + +Ιδίως τον απασχολούν τα πολιτικά της πατρίδος, μάλιστα τα εσωτερικά. +Αφωσιωμένος εξ ολοκλήρου εις έν κόμμα, μισεί και περιφρονεί πάντας +τους αντιθέτους, αυτά τα καθάρματα, τους λυμεώνας, τους τενεκέδες, τα +κοθόνια, τους διαφθορείς, τους . . . και αρχίζει ραγδαίον υβρεολόγιον +κατά των πολιτικών αντιπάλων, παρμένον από το τελευταίον φύλλον +ομοφρονούσης εφημερίδος, γραμμένον εις το νέον, το ελευθεριάζον +ιδίωμα, το οποίον δεν παραδέχεται κανένα φραγμόν. Έχει πάντοτε πλήρες +το θυλάκιον εγγράφων και το κεφάλι γεμάτο σχέδια, τα οποία περιμένουν +την εφαρμογήν των. Θα πωλήση, θα ενοικιάση, θα υπανδρεύση, θ' +αρραβωνίση, θα συνδυάση, θα συμφιλιώση, θα κάμη θα δείξη . . . Λέγει, +λέγει αδιάκοπα, με ευγλωττίαν, πειστικώτατα και αφού σε περιφέρει ανά +τας σκολιάς και λαβυρινθώδεις ατραπούς των σοφώς πάντοτε χαραγμένων +σχεδίων του, τα οποία οσονούπω, μετ' ολίγον, λαμβάνουν οστά και σάρκα +καταλήγει, μετά πολλούς δισταγμούς και ταλαντεύσεις, (διότι είνε +λεπτότατος) εις την εκλιπάρησιν . . . αλλ' εδώ, ας επιτρέψη ο +αναγνώστης να σιωπήσω, χάριν της πλέον λεπτής, της πλέον ευθίκτου αφ' +όσας εγνώρισα, φιλοτιμίας . . . + +Περιπατητής ακούραστος, ευρίσκεται πάντοτε εις κίνησιν, εκτός των +ωρών οπού εξοδεύει εις του Ζαχαράτου, εις την ανάγνωσιν των +εφημερίδων του κόμματος, διότι τας άλλας ούτε τας πιάνει σ' το χέρι. +Εκεί θα πολιτικολογήση, θ' αστειευθή με τους φίλους, εις τους +στενωτέρους των οποίων αποκαλύπτει τα σχέδιά του. Και έχει τοιαύτα +έτοιμα πάντοτε. Διότι, δεν προφθάνει να ναυαγήση έν, όπου καταστρώνει +άλλο, αν δε, έως τώρα μόνον ναυάγια έχει να διηγήται, τούτο αποδοτέον +εις μόνην την κακοδαιμονίαν του. + +*** + +Ευέξαπτος εις τας πολιτικάς και κοινωνικάς εν γένει συζητήσεις, +δεικνύει έν είδος απαθείας δια παν ό,τι αφορά εκ του πλησίον αυτόν +τον ίδιον. Εξάπτεται και χειρονομεί και κόπτεται συζητών επί ώρας με +φίλους ευτυχείς και χορτασμένους, ενώ πολλά σημεία δεικνύουν ότι αν +τυχόν εγευμάτισε την ημέραν εκείνην, δεν θα έφαγε βέβαια ούτε +φασιανούς, ούτε πέρδικας και είνε μάλιστα ζήτημα αν έφαγε αρκετά. +Πάσαν όμως του στομάχου του διαματυρίαν ηξεύρει να κρύπτη υπό το +πλέον αξιοπρεπές μειδίαμα και εις τρόπον ώστε να σε πείθη ότι +τουλάχιστον εγευμάτισεν εις την «Μινέρβα», ενώ το πιθανώτερον είνε να +εγεύθη εις κανένα πατζατζίδικο αντί 30 λεπτών. + +*** + +Είχε μείνη άγαμος από πείσμα, με είπε· «θα ήμουν 26 — 27 ετών νέος +και καθώς ήμουν κομψός (μη με βλέπης τώρα) πολλές μητέρες και πολλές +νέες μ' εκυνήγησαν. Εγώ δεν επρόσεχα, όταν, μ' εννόησες, μια +μικρούλα, κόρη χήρας στρατιωτικού, ωραιοτάτη, μ' εμάγεψε. Ωρκίσθηκα +ευθύς πως θα γείνη δική μου. Από το μέρος της κόρης εφάνη μεγάλη +προθυμία, αν και πολλοί άλλοι την εποφθαλμιούσαν^ ωμίλησα με την +μητέρα, η οποία, μ' εννόησες, με άκουσε με πολλήν ευμένειαν και χωρίς +να προσέχη εις τους άλλους λατρευτάς, της είπα πως έχομεν να ζήσωμεν, +εν ενί λόγω, μ' εννόησες, της εχάραξα τα σχέδιά μου διά το μέλλον, τα +οποία ευρήκε μεγαλοπρεπή. Έξαφνα ένα πρωί μανθάνω ότι την προτεραίαν +η άπιστη αυτή είχε στεφανωθή μ' ένα έμπορον, ένα κοθόνι, έναν . . . +Τόσω μ' επείραξε που δεν επρόσεξα πλέον εις γυναίκα . . . » + +*** + +Εις τον περίπατον, μια πρωινή, συνηντήθημεν μ' ένα νέον καλού +εξωτερικού, όστις μας εχαιρέτισε με πολλήν ευγένειαν. + + — Τι κάνεις Παναγιώτη; τον ερώτησεν ο Σοφοκλής. — Καλά, κυρ +Σοφοκλή· κάτι δε φαινόσαστε απ' το μαγαζί; + + — Δουλιές, Παναγιώτη μου. — Και πώς πάτε; Είστ' ευχαριστημένος; — +Καλά, καλά, κ' εσύ; + + — Ωραία, μη μας ξεχνάτε· χαίρετε! είπεν ο Παναγιώτης — Γειάσου. Και +ο νέος απεμακρύνθη εσπευσμένως. + + — Ξέρεις ποιος είν αυτός; Είπεν ο Σοφοκλής· Είνε πατριωτάκι μου. Προ +έξ χρόνια ήλθεν απ' την πατρίδα, μ' εννόησες, ίσα σε μένα, γιατί +ήμαστε σαν αδέλφια με τους γονείς του. Εγύρευε δουλειά και τον +εσύστησα σ' ένα καλό μέρος. Δραστήριο παιδί, φρόνιμο, με νου, δεν +άργησε να συνάξη μερικά λεπτά και τώρα είνε δυο χρόνια που έχει ιδικό +του μπακάλικο και μικρό καπελιό. Θετικό παιδί καθώς είνε, θα +προοδεύση πολύ. Και ο καϋμένος θυμάται την καλωσύνην και . . . μ' αγαπά, +είπε μετά τινα δισταγμόν ο Σοφοκλής. + +Η ιστορία ήτο αληθινή, ως επληροφορήθην κατόπιν. Ο Σοφοκλής είχε +αξιοπρέπειαν αλλ' ηναγκάζετο ενίοτε να προσφεύγη υπό την σώτειραν +στέγην του καλού νέου, εις περιστάσεις, εννοείται, κρισίμους και +μόνον οσάκις η βροχή των ατυχημάτων επήρχετο ραγδαιοτέρα. Εις +αντάλλαγμα παρείχεν αφειδώς και εις τον νέον τας συμβουλάς του, τηρών +όλην την αξιοπρέπειαν και την ευγενή στάσιν του αλησμονήτου ιππότου +της ελεεινής μορφής. + +Γνωρίζεται με πολλούς, πολιτευομένους, μέ τινας των οποίων έχει +πολλήν οικειότητα και προς τους οποίους — τους ομόφρονας εννοείται — +αποδίδει εκ διαλειμμάτων μικράς τινας υπηρεσίας αφιλοκερδώς και μόνον +δια να έχη να τα διηγήται κατόπιν. Λέγει συχνά ότι είνε κακοδαίμων, +χωρίς όμως δι' αυτό ν' απελπίζεται· απ' εναντίας, κύριόν του +χαρακτηριστικόν είνε η αισιοδοξία, φθάνουσα μέχρι παιδικής αφελείας, +διά να μη μεταχειρισθώ προσβλητικώτερον δι' αυτόν όρον. Βλέπων κανείς +την πενιχράν του περιβολήν και συγκρίνων αυτήν προς την αξιοπρεπή του +στάσιν, τον εκλαμβάνει ως αρχαίον στωικόν, ενώ κατά βάθος δεν είνε +διόλου αδιάφορος εις τα εγκόσμια θέλγητρα και, ως οι πλείονες των +θνητών, ονειρεύεται και αυτός την εκπλήρωσιν τούτου ή εκείνου του +πόθου. Και ομιλεί συχνά περί των ονείρων του αυτών των χρυσών, περί +των διακαών πόθων του, με χρώματα μάλιστα ποιητικά (χρώματα πολύ +ανοικτά, πολύ κτυπητά καθό παρμένα από το κουτάκι της παλαιάς +τέχνης), αδιάφορον αν η μεταβολή επέλθη μετ' ολίγον απότομος, όταν +πρόκειται να χωρισθήτε και είνε μάλιστα μεσημβρία· σου εξακοντίζει +τότε βλέμματα λίαν εύγλωττα, ουδέν όμως έχοντα το ποιητικόν, μ' όλους +τους αγώνας του να τηρηθή η αξιοπρέπεια. Και μετά τινας πάντοτε +ελιγμούς και περιστροφάς, χάριν της πασχούσης φιλοτιμίας, τίθεται εις +χρήσιν η μέθοδος εκείνη την οποίαν, η προς τον φίλον οφειλομένη +αβρότης με αναγκάζει να παρασιωπήσω. + +*** + +Έν' απόγευμα εκαθήμεθα προ μικράς τραπέζης εις έν από τα τελευταία +ζυθοπωλεία των Πατησίων. Ο Σοφοκλής ήτο ευθυμότερος του συνήθους. +— Βλέπεις εκεί κάτω — μου λέγει, ενώ ερρόφα την δευτέραν του μπίραν +— το σπιτάκι εκείνο, στα δένδρα μέσα; Εκεί ήμουν χθες κ' εσυμφωνούσα με +την οικοκυρά να μου το νοικιάση για το καλοκαίρι· τι έχει να γείνη +εκεί μέσα, θα μάθης και θα ιδής τι πράγμα είν' ο Σοφοκλής, γιατί η +τύχη δεν θέλησε ακόμα να τον γνωρίσης. Και μου εζωγράφισε μ' +ελκυστικώτατα χρώματα τον μακάριον βίον όπου θα διηρχόμεθα εκεί, +συντρόφους έχοντες των πτηνών τα κελαδήματα και της αύρας τους +ψιθυρισμούς, κατόπιν, εννοείται, των άλλων, υλικοτέρων απολαύσεων, +άνευ των οποίων, τα άυλα εκείνα, τα ασύλληπτα, αποβάλλουν πολύ, ως +γνωστόν, του φυσικού των θελγήτρου. — Λίγη υπομονή — επρόσθεσεν ο +φίλος μου. Και διατεθείς έτι μάλλον ευθυμότερον, μου διηγήθη δύο +τρεις ιστορίας απνευστεί, την μίαν κατόπιν της άλλης, επί των +πολιτικών της ημέρας. + +Τον έβλεπα διηγούμενον κ' εδοκίμαζα ταυτοχρόνως δύο αντίθετα +αισθήματα. Απορίαν μεγάλην διά την αισιοδοξίαν του, ήτις ουδέποτε τον +είχε δικαιώση και ένα είδος οίκτου διά την πενιχράν περιβολήν. ήτις +εκάλυπτε μίαν τόσον ευγενή ύπαρξιν. Ήσαν όλα του παρατριμμένα . . . +Εκείνη μάλιστα η ρεπούμπλικά του, στενή εις την νεότητά της, διεστάλη +περί το κρανίον, εκ της πολυχρονίου χρήσεως, και προσέλαβε σχήμα +χαμηλής πυραμίδος, πολλαχού πεπιεσμένης και της οποίας οι παντοειδείς +μώλωπες, διελάλουν ευγλώττως τα βάσανά της. Απεχωρίσθημεν αργά. + +*** + +Έξαφνα τον έχασα· παρήλθεν ολόκληρος εβδομάς χωρίς να τον ιδώ· τι +ευχή! αρρώστησε; Έπειτα εκείναι αι υποθέσεις, όλαι, ή μέρος αυτών τι +απέγειναν; ή μήπως πάλιν υπερίσχυσεν η κακοδαιμονία του φίλου μου; +εσκεπτόμην και δεν ήξευρα τι να υποθέσω. Ηρώτησα κάποιον φίλον του, +έμπορον ψιλικών, όστις επίσης τον εσυμπαθούσε και του επρομήθευε τους +κολλάρους και τους χρωματιστούς λαιμοδέτας του επί αορίστω, εννοείται +πιστώσει, αλλά και αυτός δεν τον είχεν ιδή προ πολλού. Ήμην εις αυτάς +τας σκέψεις, ότε τον βλέπω ένα πρωί εις την οδόν Σταδίου ερχόμενον, ή +μάλλον τρέχοντα κατ' επάνω μου. Μ' επλησίασε. — Το απόγευμα εις του +Ζαχαράτου, μου λέγει. Έχω πολλά . . . Και εξηκολούθησε τον δρόμον του +τρέχων. + +Πράγματι μετά το γεύμα συναντήθημεν. Το πρόσωπόν του ήτο αίθριον, +ωσάν ανέφελος ουρανός. Έσπρωξε το κάθισμά του προς το ιδικόν μου, +έκλινε πλαγίως προ εμέ και μου είπε χαμηλοφώνως, διά να μην ακούσουν +οι παρακαθήμενοι. — Απόψε υπογράφεται το συμβόλαιον της μεγάλης +υποθέσεως και αύριον πρωί τα δυο άλλα, ώστε αύριον το απόγευμα, εις +τας τρεις να πας εις την μπυραρία μας και να με περιμένης. Το σπιτάκι +εκείνο το έπιασα, και μεθαύριο κουβαλιούμαι. Επί τέλους . . . +Επρόσθεσε· και στεναγμός ανακουφίσεως εξήλθε του στήθους του. +Ανέπνευσα κ' εγώ μαζή του και τον συνεχάρην, διότι αυτήν την φοράν +κατώρθωσε να μου εμφυτεύση αρκετόν μέρος της αισιοδοξίας του. + +Την επιούσαν κατά την ορισθείσαν ώραν, ήμην εις το ζυθοπωλείον κ' +επερίμενα. Δεν ειξεύρω όμως διατί, έπαυσα αίφνης να είμ' +ευχαριστημένος. Είχα κάτι προαισθήματα, τα οποία εις μάτην εζητούσα +ν' αποδιώξω. Κάποια μυστηριώδης φωνή μου έλεγεν ότι περιμένω αδίκως. +Πράγματι, επλησίαζε να δύση ο ήλιος, ότε απεφάσισα ν' αφήσω το +ζυθοπωλείον. Μόνος και μελαγχολικώς βαδίζων, εισήλθα εις την πόλιν, +καταρώμενος τον κακόν δαίμονα του καϋμένου του Σοφοκλή. + +*** + +Αυτήν την φοράν τον έχασα εντελώς. Τον εζήτησα ματαίως εις διάφοοα +μέρη· πουθενά δεν εφαίνετο. Εκρύπτετο, ή έκανε κανένα ταξείδι; +προφανώς το τελευταίον κτύπημα το τόσον απροσδόκητον τον είχε ζαλίση. +Να ματαιωθούν τόσα όνειρα! και πότε, οπόταν η πραγματοποίησίς των +εθεωρείτο βεβαία! Με όλην του την απάθειαν, με όλην του την +φιλοσοφίαν ο ατυχής φίλος μου δεν εκρατήθη. Εντρέπετο, φαίνεται και +να παρουσιασθή. + +Εν τω μεταξύ εγώ ανεχώρησα εκ της πρωτευούσης δι' υποθέσεις μου και +επέστρεψα μετά τεσσάρας μήνας. + +Ήσαν παραμοναί βουλευτικών εκλογών και ο κόσμος ήτο εις κίνησιν. +Ενθυμούμαι, έν απόγευμα Κυριακής, πυκνοί όμιλοι πολιτών συνηθροίζοντο +εις τας πλατείας συζητούντες θορυβωδώς. Είχα χωθή και εγώ, ακουσίως +μου, εις ένα όμιλον και επροσπαθούσα να διολισθήσω, να γλυτώσω, ότε +ακούω οπίσω μου γνωστήν φωνήν. — Μάλιστα, κύριοι, εν πρώτοις, μ' +εννόησες, ο συνδυασμός αυτός είνε, μ' εννόησες, κάκιστος, +επειδή . . . + +Εισεχώρησα πλησίον του ομιλητού και τον έσυρα εκ του άκρου του +επενδύτου· εστράφη . . . Δεν περιγράφεται η χαρά του. + + — Πώς εδώ; από πού; πότε; είπε· πάμε, πάμε. Και με παρέσυρε μακράν +του ομίλου. + +Δεν είχε διόλου μεταβληθή. Η αυτή αξιοπρεπής στάσις, το αυτό λεπτόν +μειδίαμα και, δυστυχώς η αυτή περιβολή. Το τριβώνιόν του μάλιστα είχε +τας χειρίδας πολύ κοντάς, τρανή απόδειξις ότι δεν είχε κοπή επάνω +του. + +Εκαθήσαμεν έξωθεν καφενείου. Ήτο πολύ ευχαριστημένος που με έβλεπε, +αλλά κ' εγώ με πολλήν χαράν τον επανείδα. Είπομεν πολλά περί των +ζητημάτων της ημέρας όπου ο φίλος μου, με φλογεράν ευγλωττίαν ην του +υπηγόρευον οι κινδυνεύοντες της πατρίδος θεσμοί, επετέθη κατά της +αντιπάλου πολιτικής μερίδος, ήτις αφού εθυσίασεν, εις την άμετρον +φιλοδοξίαν της, παν ιερόν και όσιον, ζητεί και πάλιν να εισπηδήση εις +τα . . . εις την . . . (ο φίλος μου δεν εύρισκε την λέξιν) ως λύκος, +μ' εννόησες, αιμοβόρος . . . + +Τον διέκοψα. + + — Και η δουλιές πως πάνε, Σοφοκλή; + + — Λαμπρά! αν και τας αμέλησα ολίγον ένεκα της πολιτικής. Έχω όμως +αυτήν, έχω εκείνην, έχω μίαν άλλην . . . Και μου έδωκε διαφόρους +λεπτομερείας περί αυτών, ως οσονούπω περατουμένων, προσθέσας εν τέλει +— Μίαν άλλην ώραν τα λέμε καλλίτερα. Και αλλάξας αποτόμως θέμα, εχώθη +εις ένα πολιτικόν λαβύρινθον αδιέξοδον, εις τον οποίον με παρέσυρεν +ακουσίως μου και από τον οποίον είδα κ' έπαθα να γλυτώσω. + +Ήτον πολύ αργά όταν εχωρίσθημεν. + +*** + +Τον απαντώ και τώρα ενίοτε, δεν έχωμεν όμως τας πρώτας στενές +σχέσεις. Βαδίζει ευθυτενής, αξιοπρεπής, με το στερεότυπον μειδίαμα +επί των ωχρών του χειλέων, με τας χείρας εις τα θυλάκια της οικτράς +του περισκελίδος, με κενόν, πιθανώς τον στόμαχον, αλλά με γεμάτην +βεβαίως την κεφαλήν από σχέδια. + + + +Η ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ + + + +ΟΛΙΓΟΝ αργά — διότι είχεν υπερβή τα σαράντα — εσκέφθη να υποδουλωθή. +Είνε αληθές ότι το εσκέφθη εδώ δεν έχει τον τόπον του, ότι είνε +τρόπος του λέγειν πλημμελής, διότι, τις υποδουλώνεται κατόπιν +σκέψεως; Πάντοτε ο ζυγός είνε ακούσιος, κατά συνέπειαν μισητός και +παράδειγμα ο ζυγός όλων των υπό δουλείαν λαών, οίτινες μάχονται διά +να θραύσουν τας αλύσσεις των και το ιδικόν μας λόγιον, οπού κατήντησε +πλέον αξίωμα· «του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει.» — Υπάρχει +μόλαταύτα, διαφορά μεταξύ ζυγού και ζυγού, μεταξύ εκουσίου και +ακουσίου δουλείας. Υπάρχει ζυγός επαχθής, δουλεία μυσαρά, αλλά και +ζυγός γλυκύς, δουλεία επιθυμητή, καθώς δα είνε γνωστότατον. Διά να +πιστωθή έτι άπαξ ότι δεν υπάρχει κανών χωρίς εξαίρεσιν. Μήπως δεν +αγαπούν όλοι το φως; Είνε ο γενικός κανών. Κατ' εξαίρεσιν όμως +υπάρχουν και οι αρεσκόμενοι εις το σκότος, τοιούτοι δε είνε οι +απόλυτοι δεσπόται, τα νυκτερόβια πτηνά, και όλοι οι κλέπται των +καρδιών και των βαλαντίων. + +Αυτά όλα τα θεωρήματα τα εγνώριζε κάλλιστα και ο ήρως μου, όστις, αν +και θερμός της ελευθερίας λάτρης, έστερξεν όμως να υποδουλωθή, να +υπογυναικωθή τουτέστι, ως θα εννόησες βέβαια, έξυπνε αναγνώστα μου, +και αν έκλινες ήδη την κεφαλήν υπό τον ζυγόν αυτόν, ή αν διανοήσαι να +τον υποβάλης, όπερ έν και το αυτό. Θα εννόησες και θα εσυμφώνησες μ' +αυτά βέβαια, εκτός αν ανήκης εις την αραιάν χορείαν των ανυποτάκτων, +των γεροντολεύτερων δηλαδή (οίτινες — εν παρόδω ειρήσθω — αν και +επιτηδεύωνται στάσιν αξιοπρεπή, ως όλοι οι ξεπεσμένοι ευγενείς, +κλαίουν όμως και οδύρονται κρυφά δια το πάθημά των) εκτός, λέγω, αν +ανήκης εις τα γεροντοπαλήκαρα, ότε, κατά τα ειωθότα, η ψήφος σου, +ψήφος μειοψηφίας, είνε ως φωνή βοώντος εν τη ερήμω. + +*** + +Και συνέβη το πράγμα αίφνης, όλως απροσδοκήτως. Πλούσιος, +ανεξάρτητος, μόνος εν τω κόσμω, είχε διαβή όρη και θαλάσσας, χωρίς να +δίδη λογαριασμόν εις κανένα. Τι δεν είχεν ιδή, τι δεν είχεν ακούση, +με ποίας και ποίας δεν είχε συναναστραφή, πόσων δραμάτων τραγικών ή +γελοίων δεν εγένετο μάρτυς, πόσων δε γελώτων ή δακρύων δεν εγένετο +αυτός πρόξενος, χωρίς ο χαρακτήρ του ν' αλλοιωθή, χωρίς η φυσική του +απάθεια να τον εγκαταλείπη. + +Μίαν φοράν μόνον, (και τούτο επικυρώνει έτι μάλλον τους λόγους μας) +παρ' ολίγον έπιπτεν εις τας σαγήνας μιας τεχνήτρας, επιτηδείως +στηθείσας. Ευτυχώς, την τελευταίαν στιγμήν εννοήσας, από ύποπτά τινα +σημεία, πού ευρίσκετο, ετράπη εις φυγήν εκ της οπισθίας θύρας, +αφήσας, εν τη σπουδή του, και αυτόν του τον επενδύτην, ακουσίως και +εξ ανάγκης υποδυθείς και παίξας το μέρος του σεμνού Ιωσήφ, μέρος διά +το οποίον δεν ήτο πλασμένος και το οποίον διόλου δεν του ήρεσκε, ως +τούτο συμβαίνει παρ' ημίν εις μερικούς ηθοποιούς, πιεζομένους από +απειρόκαλον θιασάρχην προς κοινήν αγανάκτησιν. Μόνον αυτό το μικρόν +ολίσθημα είχε πάθει εις τον βίον του, εγκαίρως όμως σταματήσας εις +τον κατήφορον. + +Ήθελε να λέγεται στωικός· και ήτο πράγματι, τουλάχιστον μέχρι της +ώρας εκείνης, καθ' ην, χωρίς καθόλου να το περιμένη, εντός μικράς, +μυρωμένης αιθούσης μιας μικράς Κίρκης αγαθής φύσεως (διότι υπάρχουν +και μάγισσαι αγαθαί) έγεινε η υποδούλωσίς του . . . υποδούλωσις +πλήρης και τελεία, υποδούλωσις άνευ όρων! Αυθόρμητος, ο αλύγιστος +ήρως μου προσέφερε την χείρα, ή μάλλον και τας δύο χείρας, εις τας +γλυκείας χειροπαίδας, τας οποίας αβρά χειρ ενός αβρού πλάσματος τω +έτεινε με μειδίαμα όπου, εκτός της αγάπης, εκείνος θα ηδύνατο να +διακρίνη (πριν θαμβωθή εννοείται) και ποιάν τινα δόσιν ειρωνίας. Και +πράγματι, η εικών δεν ήτο και ολίγον ταπεινωτική δι' ένα άνδρα ως τον +ήρωά μου. Τουλάχιστον η εξωτερική αντίθεσις ήτο λίαν απότομος. +Υψηλός, ευρύστερνος, ηλιοκαής, με μαύρον μύστακα, με αδρά εν γένει +χαρακτηριστικά και με δύο ή τρεις σειράς ρυτίδων εις το μέτωπον, +Ηρακλής, γονυπετής προ των ποδών, μικροσώμου μάλλον, λιγυράς, +εικοσιπεντατούς Ομφάλης! Κυρίως όμως ειπείν, εδώ ταπείνωσις δεν +υπήρξε, πρώτον διότι, τοιούτου είδους ταπεινώσεις θα έστεργον και οι +πλέον υπερήφανοι χαρακτήρες και δεύτερον, το και σπουδαιότερον διά +τον ήρωά μου, διότι το πλάσμα, προ του οποίου εταπεινώθη, αφού +απέβαλε, κατά καιρούς, δωδεκάδα τουλάχιστον νεανιών γυναικομόρφων, +δούλων των θελγήτρων του, παρέδωκεν ανεπιφυλάκτως καρδίαν και χείρα +εις αυτόν, τον έχοντα ανδρικά — ολίγον τραχέα μάλιστα, χαρακτηριστικά +και ανδρικόν το βήμα. + +Λέγων όμως ότι ο ήρως μου παρεδόθη άνευ όρων, δεν λέγω την αλήθειαν +απολύτως, διότι η αλήθεια είνε ότι παρεδόθη υπό ένα όρον βαρύτατον +μεν δι' αυτόν, απαραίτητον δε. + +Άλλως και τι γίνεται εις τον κόσμον χωρίς όρους; Σου μειδιώ δια να +μου μειδιάσης, σου βγάζω το καπέλλο, διά να μ' αντιχαιρετίσης, σ' +επαινώ διά να μ' επαινέσης, γράφω υπέρ σου και εκθειάζω τα φώτα σου, +διά να γράφης υπέρ εμού και να εκθιάζης τα ιδικά μου φώτα, επί τέλους +σε αγαπώ διά να μ' αγαπάς και συ χωρίς άλλο, και όχι εγώ να σ' αγαπώ, +ενώ συ μ' εχθρεύεσαι, ως θέλει το θείον λόγιον, το οποίον, ακριβώς +διότι είνε θείον, αδυνατεί — αλλοίμονον! να παραδεχθη η ασθενής του +ανθρώπου φύσις. + +Επέβαλε λοιπόν και η μικρά Ομφάλη εις τον Ηρακλέα της ένα όρον +απαράβατον ως δείγμα — και δη το ισχυρότερον — του προς αυτήν έρωτός +του. + +Ο ήρως μου ηγάπα να καπνίζη και να καπνίζη πολύ· η έξις του δε αυτή η +πολυχρόνιος του είχε γείνη δευτέρα φύσις. Αι ευδαιμονέστεραι του βίου +του στιγμαί ήσαν εκείναι καθ' ας, ημιεξηπλωμένος επί μικρού +ανακλίντρου, εντός του κομψού σπουδαστηρίου του, ερρόφα τον καπνόν +της μικράς του καπνοσύριγγος, τον ετίναζεν εις μικρά δακτυλιδοειδή +σχήματα και τον έβλεπε να διαστέλλεται, να κυματίζη να υψώνεται και +να χαμηλώνη πληρών το δωμάτιον εωσού, εξερχόμενος βραδέως από καμμίαν +του παραθύρου ρωγμήν, ν' αφανίζεται εις το κενόν. Και τότε παρεδίδετο +εις φιλοσοφικάς και ουχί πολύ ευθύμους σκέψεις επί παντός είδους +διαλύσεως· από εκείνης των ονείρων και των ελπίδων των μάλλον +αιθερίων, μέχρι της διαλύσεως των πολιτικών συναθροίσεων ή και αυτής +της συνταγματικής Βουλής, ην πολλοί με τόσον πόθον ονειρεύονται. Το +τσιμπουκάκι του ήτο δι' αυτόν φίλος απαραίτητος, παρηγορία εις τας +δυσθυμίας και μία έτι πρόσθετος ηδονή εις τας ευτυχείς περιστάσεις. +Κ' εγώ δεν ειξεύρω τι θα έδιδε, διά να μη στερηθή του φίλου αυτού, +του οποίου όταν εφίλει το από ήλεκτρον στόμα ελησμόνει όλα τα στόματα +και αυτά τα αβρότερα. Αν δε του έλεγέ τις ότι κανένας δεσμός δεν είν' +αιώνιος και ότι πιθανόν και η προς το είδωλον αυτό προσκόλλησίς του, +να εχαλαρούτο ποτέ, θ' απαντούσε βεβαίως με περιφρονητικήν σιωπήν, ή +και θα ύβριζεν ίσως τον ούτω φιλοσοφούντα. Και όμως ο φιλοσοφών αυτός +δεν θα είχεν άδικον. Συμβαίνει, και συχνά μάλιστα, οι θνητοί να +λογαριάζωμε χωρίς τον ξενοδόχον, τας απροόπτους δηλαδή, περιστάσεις· +ξενοδόχος δε, αυτήν την φοράν, διά τον Ηρακλή μας, ήτο η μικρόσωμος +Ομφάλη του, ήτις καθ' όλα εύρεν άξιον τον φίλον της και μόνον ένα +πράγμα απήτησε, έβαλε δηλαδή, ως όρον απαράβατον της ενώσεώς των. — +«Να κόψη ο εκλεκτός της τον καπνόν». — Θα ήτο δι' αυτήν το παν· +σύζυγος τρυφερά, αφωσιωμένη· αι επιθυμίαι του θα τη ήσαν νόμος. Όλα, +όλα θα τα έστεργε, εκτός του να τον βλέπη να καπνίζη. + +Ο Ηρακλής ανελογίσθη ευθύς την θέσιν του· τι θα εδοκίμαζεν +αποχωριζόμενος διά παντός της αχωρίστου καπνοσύριγγος και όλων των +ηδονών των εκ του καπνίσματος. Ανελογίσθη εξ άλλου τι θα υπέφερεν αν, +χάριν του καπνού και μόνου, εστερείτο της εκλεκτής της καρδίας του, +καρδίας απροσίτου εις αισθήματα ερωτικά και την οποίαν μόνη αυτή, +αληθινή καρδιοκλέφτρα, εύρε τον τρόπον ν' ανοίξη και να ενθρονισθή +μέσα ως απόλυτος βασίλισσα. Μεταξύ του διλήμματος αυτού ευρεθείς, +μετά πολλήν σκέψιν απεφάσισε. Παρέδωκεν εις χείρας της λατρευτής του +και καπνοσακκούλα και τσιμπούκι και έφερεν εις τα χείλη την χείρα +της. Εκείνη εσκίρτησεν από αγαλλίασιν διά την νίκην, ήτις, ενώ την +καθίστα κυρίαν του εκλεκτού της, εκολάκευεν ουχ' ήττον και την +φιλαυτίαν της. + +*** + +Ηνώθησαν λοιπόν ο Ηρακλής με την μικράν Ομφάλην υπό τους αισιωτέρους +οιωνούς και ουδέποτε ζεύγος υπήρξεν ευτυχέστερον. Είχαν τους αυτούς +πόθους οι ερασταί σύζυγοι, τας αυτάς ορέξεις, τας αυτάς ιδιοτροπίας, +ή μάλλον ιδιοτροπίας δεν είχαν, αφού εις όλα ήσαν σύμφωνοι. Η +επιθυμία του ενός επεκυρούτο ευθύς υπό του άλλου ανεπιφυλάκτως· ήτο +μία ψυχή εις δύο σώματα. — Πάμε περίπατο; — Πάμε. — Με αμάξι; — Με +αμάξι. — Πεζή. — Πεζή. Ή αίφνης. — Θέλω Φάληρον. — Κ' εγώ. — +Ανάπαυσιν όλην την ημέραν. Κ' εγώ το ίδιο. Αλλά η ελευθερία εχώρει +και περαιτέρω. Αν ο ένας εξέφραζε την επιθυμίαν να εξέλθη μόνος, ο +άλλος δεν ανθίστατο. Απόλυτος, αμοιβαία εμπιστοσύνη ήτο το σύμβολόν +των. Όπως η Ομφάλη, ούτω και ο Ηρακλής έκαμνεν ό,τι ήθελε φαντασθή, +ό,τι ήθελε του &καπνίση& και μόνον, φευ! να &καπνίση& δεν του +εσυγχωρείτο. Αυτό και μόνον τους εχώριζε, αλλ' ήτο όρος επιβληθείς εξ +αρχής και λόγος δεν υπήρχε να διαγραφή. Τι προς αυτόν, αν οι +περισσότεροι όροι εις τον κόσμον παραβαίνονται ή εκτελούνται μόνον +εκείνοι όσοι αποβλέπουν εις των ισχυρών την ωφέλειαν, αν μερικοί +σκόπελοι εξ ανάγκης παρακάμπτωνται, υπερπηδούνται· αυτά ως επί το +πλείστον είνε σοφίσματα και αυτός δεν είνε σοφιστής. Είνε αληθές ότι +υποφέρει τρομερά εκ της ιδιοτρόπου απαγορεύσεως και σκέπτεται +μελαγχολικώς ότι όλαι αύται αι διατάξεις, από της πρώτης εκείνης του +δημιουργού μέχρι της τελευταίας της σήμερον, δεν έλαβον κανέν +πρακτικόν αποτέλεσμα, ο άνθρωπος τρέχει κατόπιν του απηγορευμένου και +ίσως είνε ο μόνος κανών ο χωρίς εξαίρεσιν. Αυτά εσυλλογίζετο, αυτά +εμελέτα συχνά, πειραζόμενος από την πληθύν των καπνιστών, μεταξύ των +οποίων επρώτευε και οίτινες ωσάν να τον έβλεπον τώρα με κάποιον +οίκτον. + +Οπωσδήποτε τα πράγματα έβαινον ομαλά, απρόσκοπτα· οι σύζυγοι ήσαν +ευτυχείς· πλήρης γαλήνη εβασίλευεν εν τω οίκω επί πολύ ακόμη, ότε, +αίφνης, εις τον αίθριον ουρανόν του ερωτευμένου ζεύγους, εφάνη ένα +μικρό συννεφάκι· πολύ μικρό, συννεφάκι όμως πάντοτε. Ο Ηρακλής ήρχισε +δεικνύων σημεία στενοχωρίας, ήτις μ' όλας τας προσπαθείας του να την +κρύψη, δεν διέλαθε την προσοχήν της Ομφάλης. Εις αυτά η γυναικεία +όσφρησις υπερβαίνει και την όσφρησιν ιχνευτού κυνός· μυρίζεται τα +πράγματα απ' εδώ και πέραν και επιμένει εωσού τα εξιχνιάση. Κάτι +εμυρίσθη λοιπόν, κάτι υπώπτευσε η κυρία Ομφάλη και αυτό το κάτι τη +επροξένησεν οδυνηράν έκπληξιν. Εδιπλασίασε τας θωπείας της, χωρίς +όμως — φρικτόν ειπείν — να φέρη κανέν αποτέλεσμα! Του συμβίου η +στενοχώρια επετείνετο· ήτο πολύ σκεπτικός, ωσάν να επροσπάθει να λύση +κανέν πρόβλημα πολύ ενοχλητικόν. — Τι να τρέχη; ηρώτα εαυτήν η νεαρά +γυνή. Να μ' εβαρύνθης είνε δυνατόν; ω! αν τοιούτον τι συμβαίνη, +αφεύκτως θα επέλθη το χάος! Είχεν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην την +γνωστήν φράσιν του Οθέλλου, τον οποίον (το δράμα δηλαδή) υπερηγάπα. +Αλλά θα προσέξω — επρόσθεσε — δεν θ' αφήσω την ευτυχίαν να μου φύγη +αμαχητεί· θα παλαίσω.» + +Μετά τινας ημέρας, αίφνης, κατόπιν δυο τριών ωρών απουσίας του +συζύγου — ασυνήθους άλλως — ο ουρανός αιθρίασεν. Εκείνος έγεινεν ο +σύζυγος των πρώτων ημερών εύθυμος, διαχυτικός, τρυφερός . . . +προπάντων τρυφερός, ωσάν εικοσαετής νεανίας. Εκείνη, αν και δεν +ήξευρε πού ν' αποδώση την υπερτάτην αυτήν των συζυγικών θωπειών, +παρεδόθη όμως εις αυτήν μετ' ίσης ορμής, ευαρέστως εκπληττομένη και +εκ πολλών μεν άλλων, αλλά και εξ αυτής της οσμής του στόματος του +συζύγου, της αλλοκότως μεθυστικής . . . Και η ευτυχία επανήλθε +πλήρης· η πρώτη ευτυχία των πρώτων ημερών. + +Μετά σύντομον όλως διάλειμμα, ανεφάνη εκ νέου το συννεφάκι και η +στενοχωρία του συζύγου, ολίγον δε κατόπιν — μετά δίωρον ή τρίωρον +απουσίαν του — αι αυταί διαχύσεις, αι ίδιαι τρυφερότητες προς την +σύζυγον. Θα έλεγέ τις, ότι αι απουσίαι αυταί έδιδον εις τον χλιαρόν +και χαλαρόν Ηρακλή δυνάμεις νέας, ευθυμίαν, σφρίγος· ότι ήσαν ωσάν +μία κολυμβήθρα αναγεννήσεως, Οποία ταπείνωσις διά την νεαράν γυναίκα, +ήτις εδικαιούτο να φρονή, ότι μακράν της ο σύζυγος θα έπασχε, θα ήτο +δυστυχής, ως την είχε βεβαιώση άλλοτε. + + — Πού ήσουν, αγαπητέ, τρεις ώρας τώρα; δεν μ' εσυνείθισες εις αυτάς +τας απουσίας. + + — Μην εξετάζης, φιλτάτη· φίλοι παλαιοί, υποχρεώσεις· απήντα εκείνος +μέ τινα στενοχωρίαν. + +Ακουσίως της η νεαρά γυνή ενθυμήθη πάλιν τον Οθέλλον και την ρήσιν +του· πραγματικαί δε τώρα υπόνοιαι, υφέρπουσαι εις τον εγκέφαλον, σιγά +και κατ' ολίγον εις τας αρχάς, ορμητικώτεραι δε βαθμηδόν, την +εβασάνιζον. — Να μ' απατά, άραγε; είνε δυνατόν; αυτός, ο τόσον +ερωτευμένος προ ολίγου ακόμη, ο τόσον αφωσιωμένος; Αλλά πάλιν, τι +σημαίνουν αι απουσίαι αυταί και η ευθυμία του όταν επιστρέψη, η οποία +όμως είνε τόσον σύντομος και παροδική; ω! αν μ' απατά . . . Και +ερυθρίασεν από εντροπήν και από θυμόν το αβρόν πλάσμα, το οποίον, εν +τη φιλαυτία του, επίστευσεν ότι η ευτυχία του θα ήτο ακλόνητος! + +Αλλά της ήρχοντο και παραφοραί. — Όχι, εφώναζε· δεν θα υποχωρήσω +αμαχητεί θα τον συλλάβω επ' αυτοφώρω, θα τον εξουδενώσω, θα τον +συντρίψω και ας συντριβώ κ' εγώ κατόπιν. + +Και τον παρετήρει και τον κατεσκόπευε με μίαν τέχνην, με μίαν +λεπτότητα, ήτις θα ετίμα και τον καλλίτερον ηθοποιόν. + +Εν τω μεταξύ εκείνος ηκολούθει την αυτήν τακτικήν. Εδείκνυε σημεία +στενοχωρίας, δυσθυμίας ενόσω ήτο διαρκώς πλησίον της συζύγου, +μετεβάλλετο δ' αίφνης εις εύθυμον και διαχυτικόν, όταν, κατόπιν +απουσίας, κατά το μάλλον και ήττον μακράς, επανήρχετο παρ' αυτή. + +Δεν εκρατήθη επί τέλους και μίαν των ημερών, εντός κλειστής αμάξης, +επιτηδείως τον ηκολούθησε. Ήθελε να εξιχνιάση, να φέρη εις φως το +μυστήριον οπού την επίεζε και την καθίστα την δεστυχεστέραν των +γυναικών. + +Και τον είδε, έξω της πόλεως και εντός μικρού δάσους, να εισέλθη εις +ένα οικίσκον μεμονωμένον, εκ του οποίου είδεν εξελθούσαν γραίαν +γυναίκα, ήτις εκάθησεν ατάραχος επί του κατωφλίου της θύρας. + +Επέστρεψεν εις τον οίκον της και από υπερηφάνειαν δεν κατεδέχθη να +κλαύση, ενώ είχε τον άδην εν τη καρδία. Μετά τινα καιρόν εκείνος +επέστρεψε γλυκύς, διαχυτικός, θερμός ως εις τας πρώτας ημέρας. + + — Αρχιυποκριτά, έλεγε καθ' εαυτήν η νέα γυνή· μη σε μέλη και θα +λογαριασθούμε — ενώ του ανταπέδιδε τας θωπείας του. + +Μετά τινας ημέρας τον ηκολούθησε πεζή και μετημφιεσμένη εις τον +μυστηριώδη οικίσκον, με απόφασιν να θέση τέρμα εις την αγωνίαν της. +Ήξευρεν ότι επροδίδετο, αλλά πριν έλθη εις τελείαν ρήξιν, επεθύμει να +ίδη, να ψηλαφήση, ούτως ειπείν, το μέγεθος της συμφοράς της. Και +ευρέθη προ της μικράς θύρας, ακριβώς την στιγμήν, καθ' ην εξήρχετο η +γνωστή γραία. Την επλησίασε. — Είμαι η σύζυγος του κυρίου που εμβήκε. +— Α! — Και θέλω να ιδώ μόνη μου την δυστυχίαν μου! Η γραία εμειδίασε· +εννόησεν ότι είχε να κάμη με ζηλότυπον. — Μα καμμιά δυστυχία δεν +είνε, κυρία μου, είπε. — Τι σε μέλει; άφησέ με να έμβω· τοποθέτησέ με +εις μέρος να ιδώ μόνη μου και η αμοιβή σου θα είνε μεγάλη. Έλεγε +ταύτα, ενώ θηρία πολύμορφα, γνωστά και άγνωστα, εδάγκαναν την καρδίαν +της. + +Η γραία εμειδίασε πάλιν. — Καλά· είπε· κοπιάσετε. Και την +ετοποθέτησεν εις προθάλαμον οπόθεν, από μικράν επί της θύρας οπήν, +έβλεπεν ελεύθερα τα εν τω παρακειμένω δωματίω. + +Και είδεν επί ενός ανακλίντρου ημικεκλιμένον ένα κύριον, (τον σύζυγόν +της) φορούντα κοιτωνίτην και χρυσοκέντητον σκούφον κρύπτοντα και +αυτάς τας οφρύς του, κρατούντα δε μακράν καπνοσύριγγα και μακαρίως +καπνίζοντα. Δεν τον είδε, τον διέκρινε μάλλον, εν τω μέσω των +συννέφων του καπνού, τα οποία τον εκύκλωναν. Στηρίζων την κεφαλήν επί +υψηλού ερεισινώτου και παίζων με τους θυσάνους του κοιτωνίτου του, +εκάπνιζεν, εκάπνιζεν ατελεύτητα. Ως όνειρον εφάνη εις την νεαράν +γυναίκα ό,τι έβλεπεν και παρήλθεν ημίσεια σχεδόν ώρα χωρίς να θελήση +ν' αποσπασθή από το θεωρείον της. Η καρδία της έπαλλε, αλλ' οι παλμοί +της τώρα ήσαν αλλοίας φύσεως· ήρχισε να εννοή. Η μεταξύ του συζύγου +και της καπνοσύριγγός του σιωπηλή σκηνή, ήτο ωσάν μία αποκάλυψις δι' +αυτήν, αποκάλυψις θεία· ωσάν την στιγμήν εκείνην να επότισαν την +διψασμένην, την ξηράν καρδίαν της με νάμα δροσοβόλον, ουρανόσταλτον +. . . Έβλεπεν, έβλεπε και μόλις ετόλμα ν' αναπνεύση. Ήθελε τώρα να +ορμήση, ήθελε να φωνάξη, αλλ' έσχε την δύναμιν να κρατηθή. Τι χαρά! +την έβλεπε τώρα την αντίζηλόν της, την μόνην της αντίζηλον, την +καπνοσύριγγα την αγαπητήν, την τρισευλογημένην, οπού της ήρχετο να +τρέξη και να την εναγκαλισθή, να την φιλήση με όλην την δύναμιν της +ψυχής της. Δι' αυτήν λοιπόν την αντίζηλον εμελαγχόλει ο καλός της +σύζυγος, ο καλλίτερος των συζύγων! Ω! τώρα ειξεύρει τι θα κάμη. Ο +σύζυγος, αυτή και η ξυλίνη αντίζηλος θα ζώσι του λοιπού και οι τρεις +μαζή, υπό την αυτήν στέγην θα είνε αχώριστοι. Αντίζηλον με οστά και +σάρκα δεν θα υπέφερε βέβαια· ω! θα ήτο ικανή να της βγάλη τα μάτια! +αντίζηλον όμως από ξύλον . . . δεν πηγαίνει να έχη δέκα, ο καλός +σύζυγος. Κάτω οι όροι, κάτω αι συμφωνίαι του λοιπού . . . Και έβλεπε +και έβλεπε και δεν εχόρταινε να βλέπη και ν' αγάλλεται. + +Παρήλθε πολλή ώρα χωρίς να το εννοήση ότε ο σύζυγος ηγέρθη, απέβαλε +κοιτωνίτην και σκούφον, έπλυνεν επιμελώς, επί πολύ, το στόμα μ' ένα +ρευστόν, του οποίου η ευωδία έφθασε μέχρις αυτής και της εγαργάλισε +τους ρώθωνας, — τόσον ήτο δυνατή, — εφόρεσε τον επενδύτην και τον +πίλον του κ' εκινήθη προς αναχώρησιν. Εκείνη τότε έτρεξε και απεκρύβη +κάπου, τη φροντίδι της οικοκυράς, όταν δε ο σύζυγος ανεχώρησε, εξήλθε +της κρύπτης, ενηγκαλίσθη με δάκρυα χαράς της καλήν γραίαν, μειδιώσαν +πάντοτε, και αφού την ήμειψε γενναίως, διηυθύνθη, τρέχουσα σχεδόν, +εις τον οίκον της όπου, ευτυχώς, δεν εύρε τον σύζυγον. Είχεν ανάγκην +να συνέλθη εκ της ταραχής της· μάλιστα, άμα ως παρήρχετο η πρώτη +συγκίνησις, ήθελε και να παίξη ολίγον, Οι άνθρωποι, άμα ο ουρανός +σκοτισθή, απελπιζόμεθα, αλλά εις την πρώτην αιθρίαν, υψώνομεν +προκλητικά το μέτωπον, έτοιμοι και ειρωνίας ν' αρχίσωμεν με +οιονδήποτε. + +Μετά τινα καιρόν ο κύριος επέστρεψε χαρίεις, εύθυμος· τον υπεδέχθη η +κυρία σοβαρά. — Πού ήσουν, κύριε; — Εις ενός φίλου, αγαπητή. — +Δηλαδή, εις μιας φίλης. — Αστειεύεσαι, φιλτάτη. — Καθόλου, κύριε· +είνε περιττή η προσποίησις· τα έμαθα όλα. + +Εκείνος εγέλασε κ' εζήτησε να την εναγκαλισθή. — Όχι, άπιστε! ποτέ +πλέον, σε ηκολούθησα και είδα εγώ αυτή την αντίζηλόν μου . . . Και +τα έλεγε πολύ σοβαρά, ως ηθοποιός — Και δεν γίνεται να γνωρίσω κ' εγώ +αυτήν την αντίζηλον; ηρώτησεν εκείνος — ω! ναι· είπε τραγικώς εκείνη· +την έφερα, την έχω εδώ και . . . περίμενε! Και ώρμησεν εις το +παρακείμενον δωμάτιον, οπόθεν μετ' ολίγον επέστρεψε κρατούσα την +καπνοσύριγγα, το προσφιλές τσιμπουκάκι του ανδρός της, γεμάτον και +έτοιμον διά κάπνισμα! + +Το πρόσωπόν της έλαμπε τώρα από χαράν, εκείνος, ανησυχήσας ελαφρώς +κατ' αρχάς — διότι και ο αθωότερος αδυνατεί να υποστή, εντελώς +ήσυχος, και την πλέον ανόητον κατηγορίαν, εννόησε τώρα τα πάντα και +έλαβε μειδιών από τας χείρας της συζύγου την καπνοσύριγγα. + + — Υπέφερα πολύ και σε ηκολούθησα αλλά εγνώρισα την αντίζηλόν μου, +την οποίαν τώρ' αγαπώ περισσότερον από σε. Κάπνιζε, φίλε μου, +κάπνιζε, λατρεία μου, όσον θέλεις και οπόταν θέλεις. Εις τους όρους, +τας συμφωνίας και τα συμβόλαια ευτυχία δεν υπάρχει! Κάτω οι όροι· και +ζήτω η πλήρης και τελεία ομόνοια! + +Και τον ενηγκαλίσθη περιπαθώς. Μετά το γεύμα, το οποίον ποτέ δεν ήτο +νοστιμώτερον και το οποίον διέκρινε ένα μοναδικόν διά των βλεμμάτων +αλληλοφάγωμα, ο σύζυγος ετεντώθη επί του σοφά κ' εκάπνισεν επί πολύ, +παρούσης, εννοείται, της συμβίας, ήτις αδιάκοπα του «έδιδε φωτιάν,» +αναρριπίζουσα την φλόγα που του ήναψεν εξ' αρχής, με ζήλον, +ακατάπαυστα και εις βαθμόν οπού . . . Αλλά συγχώρησε, αναγνώστα, να +μην προχωρήσω· θα ήτο αδιακρισία μου να προβώ εις περαιτέρω +αποκαλύψεις· άλλως τε, είσαι, υποθέτω, έξυπνος κ' εμπορείς διά της +φαντασίας ν' αναπαραστήσης την επακολουθήσασαν σκηνήν, δίδων εις την +αθώαν διήγησίν μου το τέλος οπού της αρμόζει. + + + +ΤΟ ΠΑΝΗΓΎΡΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ + + + +ΜΕ ένα πάτημα τρεμουλιαστό, συρτό, αβέβαιο, που έδειχνε μιαν τελείαν +εξάντλησιν, μ' ένα ραβδί, με γυριστή λαβή, στο χέρι, επροχωρούσε, +σιγά σιγά, η γρηά η εκατόχρονη. Σκυφτή, μ' ένα προσωπάκι, όχι πλιό +του κόσμου αυτού, μια περγαμηνή κατακίτρινη, καταυλαυκωμένη, +ολοζάρωτη, μ' ένα φουστάνι φτωχικό, πενιχρό, μα πολύ καθαρό, που κάτι +ήταν κι' αυτό καμμιά φορά, μα που τώρα τριμμένο και ξεθωριασμένο, +ωσάν να σκεπάζη ακόμη την αποκαμωμένη κυρά του — δύο ερείπια — +προχωρεί η εκατόχρονη γρηούλα . . . Πηγαίνει μπρος, στο μεγάλο +δρόμο, μιας μεγάλης πολιτείας, και πότε πότε σαν να χαμογελά στα +μεγάλα σπίτια, στα ψηλά δένδρα, στους διαβάτες που περνούν αδιάφοροι, +στα παιδάκια — σ' αυτά περισσότερο — σαν να καμαρώνη τη λάμψι, που +σκορπούνε όλα γύρω της και προχωρεί λίγο λίγο, σιγά σιγά, αλαφρά, +συρτά, θάλεγες έντομο, με μόνο μια στάλα ζωής, την υστερνή .. + +Άξαφνα δε μπορεί πλιο, δε δύνεται, και κάθεται στο μαρμαρένιο +σκαλοπάτι ενού παλατιού. + +*** + +Εκάθησε ν' ανασάνη· να ρουφήξη ακόμα λίγο ήλιο, λίγο αέρα, λίγη ζωή, +μια στάλ' ακόμα, που της χρειάζεται σήμερα . . . Και χαμογελά, δεν +παύει να χαμογελά, σαν να χαιρετά, σαν να στέλνη φιλήματα σ' όλα +τριγύρω της. Σε λίγο σηκώνεται και προχωρεί σιγά σιγά, λίγο λίγο και +ξανακάθεται κάπου και μετασηκώνεται, με το αλαφρό χαμόγελο στα άναιμα +χείλια . . . Περνά, τρέχει από μπροστά της κανένα παιδί, αγέρας +δροσερός, πολυθόρυβος, τα χείλια της γρηάς σαν ν' ανοίγωνται +περισσότερο, σαν κάτι να αισθάνεται χαροπό και συνάζει τα ψύχαλα της +ζωής που της έμεινε και πηγαίνει μπρος . . . + +*** + +Σε λίγο ξανακάθεται σε μια σκάλα, Βγαίνει από το αρχοντικό μια +κοπέλλα καθαροντυμένη, πεταχτή. Βλέπει τη γρηούλα. — Τι κάνεις, +γιαγιά; την αρωτά — Ξεκουράζομαι κόρη μου, μουρμουρίζ' η γρηά. — Και +πού πας; — Στ' αγγονάκια μου, στην άλλη γειτονιά, είδια τον ήλιο, +γιορτή, ας πάω, είπα, να τα διώ σήμερα . . . ποιος ξέρει . . . — +Έχεις ακόμα δρόμο· πώς θα πας; — Θα πάω, κόρη μου, ο Θεός . . . Κάτι +εκρατούσε στην ποδιά της από κάτω η κοπέλλα. — Κάμε μου τη χάρι, +γιαγιά, να πάρης αυτά για τ' αγγονάκια σου. Και της έδειξε δύο +χριστόψωμα. — Εκύτταξε η γρηά την κοπέλλα με το μακάριο της χαμόγελο. +— Τα παίρνω, κόρη μου, για τα παιδιά. Η ευκή μου μαζή σου . . . + +Η κόρη εσυγκινήθηκε κ' έφυγε . . . Η γρηά εσηκώθηκε. + +*** + +Σε λίγο εμπήκε στην αυλίτζα μικρού, φτωχικού σπητιού. — Η γιαγιά η +γιαγιάκα· ακούσθηκε η χαροπή φωνή μικρού αγοριού και στη στιγμή, δύο +παιδάκια, εφτά χρονών το αγόρι και πέντε το κοριτζάκι έτρεξαν, +αγκάλιασαν την γρηά και την έμπασαν στην κάμαρα μικρού σπιτιού και +την έβαλαν κ' εκάθισε. Στη στιγμή ευγήκε η κόρη της. + + — Αχ! μανούλα! πώς τ' αποφάσισες; Η γρηά δεν απεκρίθηκε· ήθελε ν' +ανασάνη. + +Έδωκε τα χριστόψωμα στ' αγγονάκια επήρε κοντά της, το ένα δεξιά και +το άλλο ζερβά κ' έβαλε τα χέρια στους ώμους τους. Η κόρη εφίλησε το +χέρι της. Την είχαν τριγυρισμένοι όλοι της οι θησαυροί, ό,τι είχε +πολύτιμο, πιο ακριβό στον κόσμο αυτό . . . Ανάσανε λίγο . . . — +Ήρθα εμουρμούρισε, στη γιορτή να σας διώ· σας αποθύμησα . . . και σαν +να μη μπορώ πλιο μονάχη . . . ήρθα να πανηγυρίσω μαζή σας. Τα παιδιά +την έβλεπαν ακίνητα, με αγάπη. Σε λίγο μπήκε ο γαμπρός της· δουλευτής +άνθρωπος εφαινότανε· εφίλησε το χέρι της γιαγιάς και είπε σιγά της +γυναίκας του. — δεν είνε καθόλου καλά η μάννα . . . + +*** + +Σε λίγο από το διπλανό σπίτι ακούστηκε λεπτή γλυκειά φωνούλα να ψάλλη +«Χριστός γεννάται». Η κόρη πήγε να κάμη καφέ της μάννας της. Τα +παιδιά εκρατούσαν τη γιαγιά αγκαλιασμένη και τα χέρια της, το ένα +δεξιά το άλλο ζερβά, ήταν ακουμπισμένα στους ώμους των. Έβλεπε πότε +το ένα πότε το άλλο με το ουράνιό της χαμόγελο. Η μελωδική ψιλή +φωνούλα έψαλλε το «Χριστός γεννάται». Έξαφνα η γρηά έκλινε το πρόσωπο +στο κοριτσάκι σαν να θελε να το φιλήση κ' έμεινε ακίνητη . . . — +Μάννα! την επλησίασε και της είπε η κόρη. Τα παιδιά την έβλεπαν +ανήσυχα. — Γιαγιάκα! είπε το αγοράκι. Καμμιά απόκρισι . . . + +Το κεφάλι της γιαγιάς είχε πέση ολότελα στον ώμο του κοριτσιού με +μισάνοιχτο το στόμα . . . Με την υστερνή λέξι του «Χριστός γεννάται» +έφυγε και η τελευταία πνοή της γιαγιάς . . . + +Δεν εγίνετο επισημότερο πανηγύρι! + +(Μίμησις). + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Short Stories, by Panagiotis Axiotis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SHORT STORIES *** + +***** This file should be named 36300-0.txt or 36300-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/6/3/0/36300/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his valuable work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/36300-0.zip b/36300-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..50eb177 --- /dev/null +++ b/36300-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..a37a554 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #36300 (https://www.gutenberg.org/ebooks/36300) |
