summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--36300-0.txt4879
-rw-r--r--36300-0.zipbin0 -> 121220 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 4895 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/36300-0.txt b/36300-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..c70b2cf
--- /dev/null
+++ b/36300-0.txt
@@ -0,0 +1,4879 @@
+The Project Gutenberg EBook of Short Stories, by Panagiotis Axiotis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Short Stories
+ New Series
+
+Author: Panagiotis Axiotis
+
+Release Date: June 2, 2011 [EBook #36300]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SHORT STORIES ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his valuable work in proofreading.
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
+The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
+bold characters are included in _.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
+έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε _.
+
+
+
+Π. Α. ΑΞΙΩΤΟΥ
+ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
+ΝΕΑ ΣΕΙΡΑ
+
+ΑΘΗΝΑΙ
+1899
+
+
+Π. Α. ΑΞΙΩΤΟΥ
+
+
+ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
+ΝΕΑ ΣΕΙΡΑ
+
+
+
+Παππά Συνέσιος. — Κίρκη. — Αντωνέλλος. — Εις το χείλος κρημνού —
+Δεκοχτούρα — Παραμονή Πάσχα. — Εκ των ανεξηγήτων. — Ο Σχεδιαστής — Η
+αντίζηλος — Το πανηγύρι της Γιαγιάς.
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+
+ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
+
+1899
+
+
+
+
+
+ΤΩ ΦΙΛΤΑΤΩ
+
+ΑΓΑΘΟΚΛΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ
+
+
+
+Ο ΠΑΠΠΑ ΣΥΝΕΣΙΟΣ
+
+
+
+ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
+
+
+ΚΕΦ. Α'.
+
+ΤΟ ΔΙΧΤΥ
+
+
+ — Ξεμώραμα!
+
+ — Ανόητε!
+
+ — Κακούργα!
+
+ — Χαμένε! Θα φας το κεφάλι σου πάλι μ' αυτά που σοφίστηκες μαζή με
+τον άξιο σύντροφό σου, το Γιάννη το Σερέτη.
+
+ — Μη σε νοιάζη καθόλου, είπεν εκείνος. Και πιο χαμηλά της επέταξε
+μια λέξι που έκαμε τη γυναίκα να τιναχτή.
+
+ — Ανόητε! εξέχασες το γραμμένο. «Λάκκον ώρυξε και ανέσκαψεν αυτόν».
+
+ — Εσύ να τρως να πίνης και να μη σε κόφτη. Έχουσι την γνώσιν οι
+φύλακες· ύστερα πολύ αργά εθυμήθηκες τη Γραφή.
+
+Τη λεπτή, την χαριτωμένη αυτή ομιλία έκαναν ανάμεσό τους — ποιος
+ήθελε το πιστέψη ποτέ — ένας γυιός και μια μάννα, στον αυλόγυρο ενός
+μοναστηριού, μια πρωινή απολείτουργα. Το παράξενο δε είνε πως αυτό
+δεν ήταν εχθρικό πετροβόλημα, όπως λογικά θα υπόθετε καθένας· ήταν,
+όλο το εναντίο, ένα παιχνίδι μαλακό, αθόρυβο, όλως διόλου ακίνδυνο,
+σαν να έπαιζαν το τόπι τα δυο υποκείμενα. Ο ένας το εξαπολούσε, ο
+άλλος το έπιανε και το εγύριζε με ξεχωριστή απάθεια και μ' ένα τρόπο
+τόσο ήρεμο που βέβαια θα έλεγες πως χωρατεύουν, ή, ξέρω κ' εγώ, πως
+είνε θεατρίνοι και κάνουν δοκιμές, ή στο τέλος, πως τα λόγια εκείνα
+αναφέρουνται σε καμμιά υπόθεσι ξένη και πως τα έλεγαν ο γυιός και η
+μάννα για να γελούν να περνά η ώρα τους. Και ακόμα ένα πιο παράξενο
+πράμμα. Ο γυιός ήτανε παππάς και μάλιστα γούμενος και η μάννα
+καλογρηά! Το εξωτερικό τους δε πολύ ευπρόσωπο. Εκείνος με καινούριο
+ράσο, χοντρός, προκοίλης, κόκκινος, με μεγάλα, βαθυγάλαζα, ψυχαλιστά
+μάτια και με καστανή, πυκνή γενειάδα. Εκείνη με άσπρο, έμορφο
+πρόσωπο, που έδειχνε πιο άσπρο ακόμα από το μαύρο μαντήλι που το
+επερίδενε και οπού άφινε να φαίνουνται η άκρες μαλλιών μαύρων ακόμα,
+περιτυλιγμένη σ' ένα ράσο καθαρώτατο, με δερμάτινη ζώνη, δυνατά
+σφιγμένη. Ημερώτατοι και οι δυο. Εκείνος μάλιστα κάτι εμασσούσε και
+πότε πότε έρριχνε στο πρόσωπο της μάννας του τα λεπτόλογα που
+αναφέραμε, για να λάβη την απόκρισι που του άξιζε. Γιατί τα δυο
+υποκείμενα επήραν τη στάσι αυτή, ο ένας αντίκρυ του άλλου, αυτό θα
+μας φανερώνεται σιγά σιγά, όσο προχωρούμε στη διήγησι.
+
+ — Τι ήθελες ν' ανεκατωθής σ' αυτή τη δουλιά, αφού ξέρεις πως η
+κοπέλλα είνε αρρεβωνιασμένη; αρώτησεν η μάννα το γυιό της.
+
+ — Εσύ δεν πρέπει ν' ανεκατώνεσαι στης δουλιές μου· είπεν εκείνος·
+
+ — Με τα υποκείμενα που έχεις φίλοι, τον Σερέτη και τον παππά
+Κρητικό, γρήγορα θα την πάθωμε πάλι, κ' εγώ εβαρέθηκα τα ταξείδια· δε
+μπορώ πλιο.
+
+Εκείνος ετοιμάσθηκε ν' αποκριθή, όταν κατέβηκε από το κελλί του κ'
+επέρασεν από μπροστά τους ο παππά Κύριλλος, μεσόκοπος άνδρας, λεπτός
+με μια μέση σα λιγνής γυναίκας, με μπαλωμένο μπινίσι, ξεθωριασμένο
+πλιο από τα χρόνια, σφιχτά ζωσμένος με ζώνη δερμάτινη και με
+παπούτζια συρτά. Εκαλημέρισε το γούμενο και τη μάννα του και 'τράβηξε
+κατά την οξόπορτα.
+
+ — Για πού, αν θέλη ο Θεός, πάτερ Κύριλλε; αρώτησεν ο 'γούμενος.
+
+ — Πάω κομμάτι στου Γιώργη, αποκρίθηκεν ο παππάς με μια φωνούλα, σαν
+μικρού παιδιού.
+
+ — Στο καλό, είπε δυνατά ο 'γούμενος και χαμηλά, επρόσθεσε.
+
+ — Είν' ένας χάχας ο κακόμοιρος!
+
+Την ίδια στιγμή εφάνηκε ο παππά Νεκτάριος, μεγαλόσωμος γέρος, λίγο
+χοντρός, με ιλαρό, ευχάριστο πρόσωπο και με περπάτημα βαρύ,
+παρακυλιστό σαν του κύκνου. Εφορούσε ράσο παλιό, πού και πού λαδωμένο
+και παπούτζια χονδρά, με καρφιά στους πάτους και ανοιχτά που
+εφαινόντανε η χοντρές, μάλλινές του κάλτζες. Εκρατούσε, απλωμένο στα
+δυο του χέρια, μαντήλι ριγωτό, με χρώμα γαλάζιο βαθύ, λεκιασμένο εδώ
+κ' εκεί από τον ταμπάκο, που ο παππά Νεκτάριος έκανε συχνή χρήσι, αν
+κρίνουμε από της άκρες των ρουθουνιών του, μαυρισμένων από τα σπυριά
+της καστανόμαυρης φταρμικής σκόνης, που τόσο αρέσει εις πολλούς
+γέρους. Είχε χρηματίση προ χρόνια 'γούμενος και τον εσεβόντανε όλοι
+για την αρετή του. Σαν αντίκρυσε τον 'γούμενο και τη μάννα του,
+εμουρμούρισε κάτι σαν χαιρετισμό με την τρεμουλιαστή γλυκειά φωνή του
+και επροχώοησε προς την αυλόθυρα. Ο παππά Συνέσιος τον εχαιρέτισε με
+βαθειά υπόκλισι και σαν απομακρύνθηκε, είπε!
+
+ — Άλλη κουτομαρία ετούτος πάλι.
+
+ — Χαμένο κορμί! είπε για εικοστή φορά η μάννα του κ' ευθύς εσηκώθη
+κι' ανέβηκε στο 'γουμενειό.
+
+Ο παππά Συνέσιος έμεινε κάμποσα λεπτά στην ίδια θέσι, έπειτα εφώναξε
+τον μικρό Αμβρόσιο, καλογεράκι δόκιμο.
+
+ — Άκουσε, Αμβρόσιε, του είπε· ευθύς που φανή ο Σερέτης, να του πης
+να έρθη να με βρη στ' αλώνια.
+
+ — Καλά, πάτερ ηγούμενε, είπε το παιδί.
+
+Και ο παππά Συνέσιος εσηκώθηκε και αργοπατώντας, ευγήκε από την
+αυλόθυρα κ' ετράβηξε κατά τ' αλώνια.
+
+Ως τόσο ο παππά Κύριλλος ευρήκε τον Γιώργη τον μπακαλοκαφετζή, χοντρό
+και στιβαρό άνδρα, νέο ακόμα, στον αυλόγυρο του μαγαζιού του, να
+τραβά τον ναργιλέ του, ενώ η γυναίκα του ελατρευότανε μέσα. Το αγόρι
+του, παιδί ως δέκα χρονώ, με τα μούτρα και τα χέρια πασσαλειμμένα από
+το υγρό μιας μεγάλης φέτας καρπουζιού που εκρατούσε κ' έτρωγε, έπαιζε
+τον κυνηγητό με την αδελφή του, κοριτζάκι αδύνατο, μικρότερο απ'
+αυτό, ενώ το σκυλλί του σπιτιού, μαύρο, σγουρόμαλλο, κοντοπόδικο,
+ωρμούσε κ' εδάγκανε, παίζοντας, πότε την άκρη του φουστανιού της
+μικρής, πότε τα παπούτζια του αγοριού με χαρμόσυνα γαυγίσματα. Ο
+παππά Κύριλλος εκάθησε σ' ένα σκαμνί κοντά στον νοικοκύρη, είπε να
+του φέρουν καφέ και άρχησαν μαζή την κουβέντα. Σε λιγάκι ήλθε κ'
+εκάθησε κοντά τους ο παππά Φίλιππος, νέος άνθρωπος, ξανθός, με ήμερο,
+ασθενικό πρόσωπο και μάτια που έδειχναν πολλή εξυπνάδα.
+
+ — Υποφερμό δεν έχει αυτός ο άνθρωπος, έλεγεν ο παππά Κύριλλος.
+Εκαθότανε με τη μάννα του στην πεζούλα από κάτω από το κελλί μου και
+τάλεγαν πάλι· τι αδιαντροπιά!
+
+ — Από ντροπή δα ας πη κι' άλλος, είπεν ο παππά Φίλιππος.
+
+ — Και πας είνε μόνο τα λόγια, εκείνα που κάνει τι σου λένε; είπεν ο
+Γιώργης.
+
+ — Ας όψουνται που μας τον φέρανε πάλι στο κεφάλι μας· είπεν ο παππά
+Φίλιππος.
+
+ — Είναι κι' ο Δεσπότης που τονε θέλει, είπεν ο παππά Κύριλλος·
+τέσσερα μουλάρια φορτωμένα τις προάλλες για την πανιερότητά του· και
+τρώτε καλόγεροι και παππάδες φασούλια νερόβραστα. Και επρόσθεσε σαν
+από μέσα του.
+
+ — Και να συλλογιστή κανείς πως αυτός ο άθρωπος αγαπά τόσο τη μάννα
+του, ενώ βρίζεται κάθε μέρα μαζή της!
+
+ — Να σας πω, φταίτε σεις ούλοι! είπεν ο Γιώργης ο μπακάλης. Βλέπετε
+τον Άνθιμο; Να χαραχτήρας! Μήτε να τονε βλέπη δε θέλει.
+
+ — Αλήθεια, είπεν ο παππά Φίλιππος. Εκείνος έχει θέλησι μα τι να σου
+κάμη μονάχος του; ήπρεπε να φύγωμε όλοι μας.
+
+ — Τι λες τώρα; είπεν ο παππά Κύριλλος· μπορούμε να φύγωμε μεις; Ο
+Άνθιμος είνε μόνο καλόγερος.
+
+ — Ετοιμάζεται πάλι αναφορά στο Δεσπότη, είπεν ο παππά Φίλιππος, μα
+δε βαρυέσαι· τίποτα δε θα βγη πάλι. Κάνει αυτός ό,τι θέλει κ' έννοια
+σου.
+
+ — Ναι μα τώρα είμαι περίεργος να διώ πώς θα τα ξεμπερδέψη με την
+ιστορία της κουμπάρας του της Φλουρούς της κόρης του γέρο-Μαρούπα,
+που θέλει και καλά να της δώκη τον Κυριάκο τον Κοβάκα που είνε
+αρρεβωνιασμένος τόσον καιρό τώρα με την Αννέζα του Κοντοπάνη. Προχτές
+τον είχε κλεισμένο στο 'γουμενιό και τον εμέθυσε.
+
+ — Αδύνατος άνθρωπος αυτός ο Κυριάκος, είπεν ο παππά Κύριλλος και
+είνε φόβος μήπως τον καταφέρει και τονε στεφανώσει γιατί έχει και
+βοηθούς σαν κι' αυτόν.
+
+ — Ναι, έχει τον παππά Κρητικό, τον κατεργάρη και τον Γιάννη τον
+Σερέτη τον συγγενή του γαμπρού, είπεν ο Γιώργης.
+
+ — Θαρρώ όμως πως δε θα τα καταφέρη, είπεν ο παππά Φίλιππος. Ο
+πατέρας της Αννέζας είνε τόσο εξαγριωμένος, που αν ο 'γούμενος δεν
+αφήκη ήσυχο τον γαμπρό, θα κάμη μεγάλα πράμματα. Έχει φίλο και το
+Δήμαρχο και θα λάβη τα μέτρα του, δε θ' αφήκη να του πάρουνε τον
+Κεριάκο.
+
+Τη στιγμή εκείνη εφάνηκε ο 'γούμενος και η ομιλίες επαύσανε. Εκείνος
+όμως, αφού έρριξε μια ματιά στον αυλόγυρο του μπακάλικου, ετράβηξε
+κατά το πλησιέστερο αλώνι, εσύναξε τα ράσα του κ' εκάθησε στην
+ομαλότερη πέτρα του αλονόγυρου. Παρέκει ήταν τρία τέσσερα
+χωριανόπαιδα· ο 'γούμενος τα φώναξε, τους έδωκε μερικά στραγάλια που
+είχε στην τσέπη του και τάβαλε να παλέψουν, για να γελάση. Σ' ένα
+μέρος του αλωνιού ήταν ένας μεγάλος σωρός φασουλόφυλλα· εκεί απάνω
+ερρίχτηκαν τα παιδιά με φωνές και γέλοια, σπρώχνοντα το ένα τ' άλλο,
+όταν ένας χοίρος ασπρόμαυρος, με μεγάλη αγκαθωτή χαίτη, χωμένος στο
+σωρό μέσα, επετάχτηκε τρομαγμένος και με τη χαίτη, τα ρουθούνια και
+τα μάτια γεμάτα φύλλα, επήρε δρόμο με υπόκωφ' απορθουνίσματα
+σπέρνοντας μεγάλο τρόμο σε πέντ' έξη όρνιθες που με ανοιχτά τα φτερά
+και κακαρίζοντας, έτρεχαν σαν δαιμονισμένες, ενώ ένας μεγάλος
+πετεινός χρυσολαίμης, μακροπόδαρος, με το λαιμό τεντωμένο έδειχνε το
+θυμό του με την πιο δυνατή του φωνή, υποχωρώντας βήμα βήμα, με
+αξιοπρέπεια, σαν νάθελε να δείξη πως δεν πολυφοβάται το τετράποδο.
+
+Στο παιχνίδι των παιδιών επήρε μέρος και ο 'γούμενος· έδινε σπρωξιές
+στα παιδιά και τα ρίχνε στο σωρό απάνω, τα εβουτούσε μέσα, κ'
+εξεκαρδιζότανε στα γέλοια. Σε λιγάκι εφώναξε το πιο τολμηρό παιδί.
+
+ — Δημήτρη του λέει· πάρε αυτή τη δεκάρα και την Κεριακή που θάρθω
+στο σχολείο με τον επιθεωρητή, εκεί που θα μιλούμε 'μεις, εσύ να έχης
+ένα κομμάτι παληόπανο να το κολλήσης από πίσω στο σουρτούκο του
+δασκάλου άκουσες;
+
+Το παιδί εχαμογέλασε.
+
+ — Και σα με μαντατέψουνε; είπε.
+
+ — Ποιος θα το κάμη που τονε σκοτώνω; Να κάμης καθώς σου λέω και θα
+σου δώκω κι' άλλη μια δεκάρα.
+
+Ο Δημήτρης υποσχέθη κ' έτρεξε να βρη τ' άλλα παιδιά, που εφεύγανε με
+φωνές. Ο παππά Συνέσιος έμεινε στο ίδιο μέρος και πότε ποτ' εγύριζε
+πίσω του κ' έβλεπε.
+
+Αντίκρυ του τ' αμπέλια, νωποτρύγητα, και στ' αριστερά του τα γελαστά
+περιβόλια, γεμάτα ωμορφιά και χάρι, εξετύλυγαν, σε μεγάλη έκτασι,
+καταπράσινα χαλιά, περιφραγμένα από τοίχους ξεροτρόχαλους και μόνο
+πως τον γλυκύτατο, αμίμητο χρωματισμό, πού και πού, θαρρείς,
+εκηλίδωνε, θερισμένο ή χέρσο χωράφι, γεμάτο αγκάθια και ξερόχορτα,
+σαν που αμαυρώνουν, εδώ και εκεί, σταχτόμαυρα συννεφάκια, του
+καθάριου ουρανού το καταγάλαζο χρώμα. Δεξιά μεριά, κατά τη δύσι, της
+Κουκουλούς ο Γκρεμνός, αιωνόβιος γρανίτης, τεράστιος, γέρω γίγαντας
+επιβλητικός με τη στρογγυλή, σαν κρανίο ανθρώπινο, τη φαλακρή κεφαλή
+του, που ποιός ξέρει πόσους κατακλυσμούς και πόσ' αστροπελέκια
+επεριφρόνησε και οπού δείχνει, θαρρείς με υπερηφάνεια, σχισμάδες και
+χάσματα εις τα πολύπαθα πλευρά του σαν της πληγές του της τιμημένες
+πολεμιστής ακατάβλητος.
+
+Αλλ' αυτές η εικόνες δεν έκαναν αίσθησι στον παππά Συνέσιον. Εγύριζε
+πίσω του και έβλεπε ανυπόμονα, ωσάν κάποιον να επερίμενε. Και
+αλήθεια, ύστερ' από κάμποση ώρα εφάνηκε ο Γιάννης ο Σερέτης οπού και
+ήλθε και εκάθησε κοντά στο γούμενο.
+
+Το υποκείμενον αυτό είνε αξιοπερίεργος τύπος, παράξενος και πρέπει να
+τον περιγράψωμε για να δώσωμε μια κάποια ιδέα στον αναγνώστη.
+Εξηνταπεντάρης, ψηλός, λιγνός, λιγυστός, με μουστάκι ξανθόασπρο,
+κομμένο στης άκρες, χωρίς γένεια, με βράκα συμμαζεμένη που κατέβαινε
+ως το γόνατο και άφηνε γυμνές της λιπόσαρκες κνήμες του, ζωσμένος
+σφιχτά με ζώνη μάλλινη, σχεδόν πάντα ξεμανίκωτος και στην κεφαλή μ'
+ένα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω με μακρυά φούντα και δεμένο με
+μαντήλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω με μπιμπίλες σαν γυναίκα.
+Αναθρεμμένος από παιδί με γυναίκες, επήρε τους τρόπους των όλους ώστε
+που απογυναικώθηκε καθ' ολοκληρία· ομιλία, περπάτημα, χειρονομία, όλα
+ήταν γυναίκεια.
+
+Η γυναίκαις προ πολλού είχανε πάψη να τον φοβούνται· τον ήξευραν —
+προ χρόνια τώρα — ως τελείως νεκρωμένο. Έργο είχε να σαβανώνη, να
+στρώνη νυφικά κρεββάτια και να υπηρετή στης εκκλησίαις. Ζωηρός,
+αστείος, εύθυμος πάντα, κουσεγιάρης σαν γυναίκα πρόστυχη,
+ανακατονώτανε σε κάτι μικρορραδιουργίες, έφτιανε κι' εχαλούσε
+παντρειές κατά την περίστασι. Λίγα χρόνια προτήτερα είχε δυνατό
+αντίζηλο τον λεγόμενο χονδρό Σερέτη. Γυναικωτός κι' εκείνος, είχε το
+ίδιο επάγγελμα· ήταν όμως αξιοπρεπής· ραδιουργίες και κουσέγια δεν
+ήξερε και γι' αυτό τον είχαν τα καλλίτερα σπίτια. Και επολεμούσαν ο
+μεγάλος και ο μικρός Σερέτης· αυτός όμως δεν τα έβγαζε πέρα και τον
+εκδικούτανε με ρίμες σατυρικές που της έφτιανε πρόχειρα και της
+εφώναζε στο δρόμο μέσα. Είναι γνωστοί και σήμερα μερικοί στίχοι του
+εις βάρος του εχθρού του· του έλεγε:
+
+ «Φορεί βρακιά ως Κάζακος, φαρδιά υπέρ σακκία,
+ «που κρύφτουν λέρες χίλιες δυο και περισσή κακία,
+ «Νυμφοστόλος, νεκροστόλος
+ και κατεργαριά και δόλος».
+
+Μετά τον θάνατο όμως του μεγάλου, ησύχασεν ο μικρός, γιατί είχε το
+στάδιο ελεύθερο.
+
+Ήταν φίλος του παππά Συνέσιου, ο οποίος είχε τώρα την ανάγκη του για
+τον γάμο που εμελετούσε να κάμη. Γι' αυτό συχνά κατέβαινε στη χώρα,
+που κατοικούσε ο Σερέτης και αυτός πάλι συχνά ερχότανε στο Μοναστήρι
+για την ίδια δουλειά. Και τώρα γι' αυτό βρίσκεται απάνω να συνεννοηθή
+με τον 'γούμενο για ύστερη φορά.
+
+ — Ήσκασα να σε περιμένω, του είπεν αυτός, άμα επλησίασε.
+
+ — Κ' εγώ ήσκασα να καταφέρω τον Κεριάκο, είπεν ο Σερέτης· θαρρείς
+πως είν' εύκολα πράμματα, γούμενε; Θέλει να σ' ευκαριστήση μα και
+φοβάται το γέρω Κοντοπάνη.
+
+ — Εσύ να τονε φέρης στου Μαρούπα, καθώς εμείναμε σύμφωνοι και τ'
+άλλα είν' εδική μου δουλειά.
+
+Αμέ ο παππάς ο Κρητικός;
+
+ — Σύμφωνος· το δίχτυ έννοια σου είνε καλά βαλμένο, είπεν ο 'γούμενος
+και δε μπορεί παρέ να πιαστή.
+
+ — Και πρέπει να πιαστή, είπεν ο Σερέτης· εγώ θα τονε φέρω ο ίδιος
+εις του Μαρούπα τα χοιροσφάγια και ύστερα ας πάη ο Κοντοπάνης να τονε
+κυνηγά.
+
+ — Πάμε τώρα μέσα, είπεν ο 'γούμενος, να βοηθήσης τον Δημήτρη εις το
+τρίψιμο των καντηλιών και ύστερ' ανεβαίνεις και τρώμε.
+
+Από την αυλή του μπακάλικου έβλεπαν τα δυο υποκείμενα οι παππάδες με
+τον Γιώργη κ' έλεγαν ανάμεσό τους — πολλά.
+
+ — Υποκείμενο αλήθεια! Είπεν ο παππά Κύριλλος.
+
+ — Μα τι γυρεύεις από άθρεπο που, μαζή με τη μάννα του, εστάθηκεν
+αιτία να χαθή ο καϋμένος ο πατέρας του, ο καλός άθρεπος και ο λαμπρός
+εκείνος ναύτης.
+
+ — Αλήθεια, είπεν ο παππά Κύριλλος, ήκουσα κ' εγώ αυτή την ιστορία
+του ναύτη, μα μόνο άκρες μέσες.
+
+Τη στιγμή εκείνη η γυναίκα του μπακάλη τον εφώναξε μέσα.
+
+ — Εγώ την ξέρω με το νι και με το σι, είπεν ο Γιώργης, από τον
+μπάρμπα μου το γέρω Ζέπω· σου τήνε λέω άλλη φορά.
+
+Κι' εμπήκε στο μαγαζί του.
+
+Ο παππά Συνέσιος, ως τόσο, αφού εγευμάτισε με τον φίλο του τον
+Σερέτη, του έδωκε και άλλες οδηγίες, της υστερινές, για τη δουλιά που
+εμελετούσαν και του εσύστησε αυστηρά να προσέξη, το δίχτυ που έπλεκαν
+να είναι και στερεό και τεχνικό, για να μην ήθελ' εύρη το ψάρι κανένα
+μέρος αδύνατο ή καμμιά τρύπα μεγαλείτερη και τους φύγη. Ήθελε να
+νικήση και τον Κοντοπάνη και τον Δήμαρχο που τούκανε τον εχθρό.
+Ζήτημα, βλέπετε, φιλοτιμίας! Ύστερ' απ' αυτά, απόλυσε τον Σερέτη και
+έμεινε μονάχος. Είπε στον υποταχτικό του, το μικρό Αμβρόσιο,
+ξανθόμαλλο, παχουλό και αφράτο παιδί, πως θα κοιμηθή και να μην τονε
+ταράξη κανένας και μόνο σαν έλθη το Βαγγελάκι, ο γυιός του Μανάρα του
+χωρικού να τον ξυπνήση χωρίς άλλο. Ο Μανάρας ήταν από τοις πλούσιοι
+χωρικοί· πολύ έξυπνος και πολύ άξιος άνθρωπος, εφημηζότανε και για
+πολύ τολμηρός λαθρέμπορος. Ο παππάς Συνέσιος εβυθίσθηκε σε ύπνο βαθύ
+και μόνο αργά πλιο, απόσπερνα, ήλθε το Βαγγελάκι κ' εμπήκε στην
+κάμαρά του, όπου έμεινε πολλή ώρα. Τι είπανε, κανείς δεν μπορούσε να
+μάθη· γιατί το χωριανόπαιδο, δασκαλεμμένο από τον πατέρα του, που το
+είχε το δεξί του χέρι, δεν έλεγε ποτέ τίποτα, Η διδασκαλίες του
+πατέρα του και του παππά Συνεσίου δεν επήγαιναν του κάκου.
+
+Σαν εβράδειασε, επήραν οι καλόγεροι το ξερόφαγό τους, το καρβελάκι το
+μαύρο και τα νερόβραστα φασόλια και ετραβήχθηκε καθένας 'ς την τρύπα
+του. Γιατί στ' αλήθεια, τα κελλιά εκείνα, σκοτεινά και την ημέρα και
+μόνο με μια χαμηλή πορτούλα, έμοιαζαν με τρύπες, σαν φυλακές
+κατάδικων. Οι παππάδες επήγαν λίγο στου μπακάλη και εκεί έμαθαν πως
+κάτι μελετά τη νύχτα ο 'γούμενος, γιατί ο Γιώργης είδε το Βαγγελάκι,
+που εγνώριζε, και από άλλη φορά, γιατί έρχεται. Δεν ετολμούσε όμως
+κανείς να πη τίποτα.
+
+ — Ας κάμη καλά ο αλιτήριος, τι μας μέλει; Είπαν οι παππάδες ανάμεσό
+τους κ' εγύρισαν γρήγωρα, σύμφωνα με τον κανονισμό κ' εζάρωσαν και
+αυτοί στα κελλιά τους, και εις της εννιά ώρες όλο το Μοναστήρι ήτανε
+βυθισμένο σε βαθύτατο ύπνο. Τίποτα δεν άκουες παρά το φύσημα του
+αγέρα, που είχε πάρη δυνατά λίγο προτήτερα και τον μονότονο και
+μελαγχολικό τριγμό των παληών παραθυριών του ηγουμενιού.
+
+Ο παππά Συνέσιος αγρυπνούσε μονάχος. Η μάννα του είχε τραβηχτή στην
+κάμαρά της, το δε καλογεράκι, αφού τον υπηρέτησε στο τραπέζι, επήγε
+κι' αυτό να κοιμηθή κατά διαταγή του. Για να μην του αποφαίνεται η
+ώρα επήρε ένα μάτσο κλειδιά κ' εκάθησε κοντά στο παράθυρο για ν'
+ακούη καλλίτερα κάθε εξωτερικό κρότο. Τα κλειδιά ήτανε διάφορα, μικρά
+και μεγάλα και άρχησε να τα διαλέγη και σε καθένα να χαράζη, μ' ένα
+σουγιά, κάτι σημάδια δικά του. Ήταν αυτά καθώς έλεγαν, αντικλείδια,
+για ν' ανοίγη τα κελλιά και της κασσέλες των καλογήρων που
+υποπτευότανε, θα εργάσθηκε ως μια ώρα, όταν από την κάμαρα, που ήταν
+στο βάθος, ακούσθηκε αδύνατο περιπάτημα και σε λιγάκι ανοίχθηκε η
+πόρτα και στο κατώφλιο εφάνηκε η μάννα του 'γουμένου, κάτασπρη μέσα
+στο μαύρο της ράσο. Εθύμωσε ο 'γούμενος.
+
+ — Ποιος σ' επείραξε πάλι κ' εσηκώθηκες νύχτα, σαν κουκουβάγια; είπε
+με θυμό!
+
+ — Τι μελετάς πάλι, αλιτήριε; αρώτησεν εκείνη, χωρίς ν' αποκριθή.
+
+ — Δεν είνε δουλιά σου· μη με κολάζης.
+
+ — Χαμένο κορμί! είπεν εκείνη· θα σε διώξουνε πάλι σαν κατάδικο!
+
+ — Άμε να κοιμηθής, γρηά στρίγγλα!
+
+ — Αδιόρθωτε, χοίρο! θα φας το κεφάλι σου.
+
+ — Φύγε, σου λέω κ' εγώ ξέρω τι κάνω.
+
+ — Να ξεραθής, ανόητε!
+
+ — Κακούργα!
+
+ — Χοίρο!
+
+Ο παππά Συνέσιος εσηκώθηκε ανυπόμονος και η μάννα του ετραβήχθηκε.
+
+Επεριπάτησε ταραγμένος στην κάμαρα για κάμποση ώρα, έπειτα κοντά τα
+μεσάνυχτα, ετυλίχτηκε σ' ένα χονδρό σάλι, άνοιξε την πόρτα του
+ηγουμενιού και κατέβηκε κάτω. Εκύτταξε γύρω του — σιωπή μεγάλη και
+μόνο ο άνεμος εφυσούσε με μανία και το παλαιό σκοινί του μικρού
+καμπαναριού της εκκλησιάς εσφύριζε λυπητερά· φως πουθενά κανένα και
+μόνο μυριάδες άστρα, διαμαντόπετρες υπέρλαμπρες, ετρεμόσβυναν στο
+στερέωμα. Ο 'γούμενος, αφού πήρε γύρω την αυλή κ' εξέτασε όλα τα
+κελλιά απάνω και κάτω, για να ιδή μην αγρυπνούσε κανένας, πήγε κ'
+εκάθησε στην πεζούλα της καμάρας, κοντά στην οξώπορτα. Εκεί
+επερίμεινε, τυλιγμένος σφιχτά στο σάλι του, γιατί ο αγέρας ήτανε
+ψυχρός. Επερίμεν' επερίμενε και κάτι εμουρμούριζε πότε πότε από
+ανυπομονησία. Τέλος θα ήταν μια μισή μετά τα μεσάνυχτα, οπού
+ακούστηκαν απ' όξω ποδοβολητά και απορθουνίσματα ζώων, Ο παππά
+Συνέσιος εσηκόθηκε κ' επλησίασε την πόρτα. Σε λιγάκι εχτύπησαν ελαφρά
+και ο 'γούμενος εύγαλε τον ξύλινο μοχλό της σιδερόφρακτης πόρτας, η
+οποία έτριξε δυνατά στα σκουριασμένα μάσκουλά της και ανοίχτηκε
+διάπλατη. Και έσκυψε κάμποσο για να μπη μέσα ένας χωρικός, σαραντάρης
+άνδρας, ψηλός, πλατύστηθος, στιβαρός, ο γνωστός Μανάρας, λαθρέμπορος,
+φημισμένος για την αφοβία και για την τέχνη του να γελά την εξουσία.
+Είχε μαζή του έναν βοηθό και το παιδί του, το Βαγγελάκι.
+
+ — Πολύ αργήσατε, είπεν ο γούμενος.
+
+ — Δε λες πως ήρθαμε! είπεν ο χωρικός.
+
+ — Πώς μαθές; αρώτησεν ο γούμενος.
+
+ — Ένας στρατιώτης είχεν υποψίες· θαρρείς πως δεν είνε και καταδότες;
+ως που να τονε πλανέσω, εγώ ξέρω τι τράβηξα!
+
+ — Οι μασκαράδες! είπεν ο 'γούμενος. Γρήγορα τώρα να ξεφορτώσουμε.
+
+Πέντ' έξη μουλάρια φορτωμένα ζάχαρες και πετρέλαιο εστέκουνταν όξω.
+Οι χωρικοί άρχησαν το ξεφόρτωμα και με τη βοήθεια του γουμένου σε
+μισή ώρα έβαλαν την πραμμάτεια στο μαγαζί της Μονής, που ήταν έτοιμο
+από νωρίς και, αφού ο Μανάρας είπεν ό,τι είχε να πη του γουμένου,
+εκάθησαν στα ζώα κ' έφυγαν. Ο 'γούμενος έκλεισε την πόρτα την
+εσφάλισε με τον ξύλινο μοχλό, έπειτ' ανέβηκε στο 'γουμενηιό, άναψ'
+ένα φαναράκι κ' επήγε ίσια στο μαγαζί και το εκλείδωσε· έπειτ'
+ανέβηκε να ησυχάση. Ήταν ευχαριστημένος, ύπνος όμως δεν του πήγαινε
+και χωρίς να θέλη έπεσε εις συλλογισμούς, από τους οποίους τον
+εύγαλε, μετά κάμποση ώρα, το καμπανάκι που εκαλούσε τους καλόγερους
+στην εκκλησιά να διαβάσουν και 'να προσευχηθούνε. Ο παππά Συνέσιος
+επλησίασε στο παράθυρο. Τα άστρα εφεγγοβολούσαν ακόμα και ο 'γουμενος
+είδε τα γεροντάκια σαν σκιές, να πηγαίνουν στο ναό μέσα.
+
+ — Ζώα τετράποδα, είπε μεγαλόφωνα· ανίκανα και ψωμί να φάνε· μόνο
+προσευχές ξέρουνε. Αμέ οι παππάδες εκείνοι να θέλουν να γενούν
+'γουμένοι! Μήτε να μιλήσουν δεν ξέρουν, όχι να διοικήσουν! Ο Μαλάκας
+ο Νεκτάριος που μόνο ταμπάκο ξέρει να ρουφά και ο χτηκιάρης ο
+Φίλιππος που και να μιλήση του δίνει κόπο. Όσο για τον καϋμένον τον
+Κύριλλο, αυτός είνε καλός και περνώ την ώρα μου μαζή του. Δε μ' αγαπά
+κανένας, μα με φοβούνται και όσο έχω το Δεσπότη και μερικούς φίλους,
+τα ζωντόβολα τα περιφρονώ: Και σε λιγάκι επρόσθεσε.
+
+ — Είναι κάμποσος καιρός που με πειράζει και μ' εμποδίζει η μάννα
+μου, θυμώνω, μα τι να κάμω που τη λυπούμαι. Φαίνεται, θέλει τώρα να
+εξαγοράση τα παληά. Ύστερ' από της σκέψεις αυτές, εκλείσθηκε στην
+κάμαρά του κ' έπεσε να κοιμηθή του δικαίου τον ύπνο.
+
+
+
+ΚΕΦ Β'.
+
+
+
+Ο ΝΑΥΤΗΣ
+
+Πριν προχωρήσωμε, ανάγκη να στραφούμε κάμποσα χρόνια πίσω για να
+περιγράψωμε μια ιστορία πολύ σχετική με τη διήγησί μας.
+
+Είνε καλοκαίρι. Ο ήλιος κοντεύει να βασιλέψη, στέλνοντας και στη
+στεριά και στη θάλασσα, παντού, όπου εμπορούσε να ξαπλωθή και να
+εισχωρήση, το γλυκό, το θαλπερό ακόμα, το τρισπόθητο αποχαιρετιστήριο
+φως του. Όλα δείχνουν μιαν μαγευτικήν εικόνα χαράς και ευθυμίας
+ζωοπάροχης και μόνο σ' ένα φτωχικό χαμόσπιτο βασιλεύει — τι φοβερή
+αντίθεση — της συμφοράς το σκοτάδι.. .
+
+Τα μυαλά του σκοτωμένου, σκορπισμένα εις το κεφαλάρι της πόρτας,
+εκηλίδωναν απαίσια όλο εκείνο το μέρος του τοίχου. Ο ναύτης,
+ξαπλωμένος και με ανοιχτό το κρανίο, έπιανε το μισό δωμάτιο με το
+μεγάλο του ανάστημα. Κόσμος πολύς, όξω και μέσα και κλάμματα και
+άγρια ξεφωνητά γυναικών πότε πότε, έκαναν πιο φριχτή την απαίσια
+εικόνα. Περισσότερο απ' όλες εφώναζε κ' εθρηνούσε η αδερφή του
+σκοτωμένου για το κίνημα το ανόσιο, για το άδικο που της έκαμε. Και
+στα ξεφωνητά μέσα ακούονταν και μερικές κατάρες για τη νύφη της, που
+εστάθη αιτία του σκοτωμού του, γιατί ο ναύτης είχε γυναίκα και παιδί,
+αγόρι οχτώ εννιά χρονών. Και, πράμμα παράξενο, δεν ήταν εκεί, την ώρα
+που έγεινε το κακό, ούτε η γυναίκα του, ούτε το παιδί του· ξένες
+γυναίκες εθρηνούσαν και από τους δικούς του η αδερφή του μονάχη.
+
+Μεγάλο κρότο έκαμε στο μικρό τόπο ο ασυνείθιστος, ο φριχτός θάνατος
+του ναύτη· να βάλη χέρι απάνω του ο ίδιος! τι του ήρθε; Μεγάλο άδικο
+έκαμε στον εαυτό του και στους δικούς του. Σαν έμαθαν όμως την αιτία
+και αυτοί που τον κατηγορούσαν, τον ελυπήθηκαν τώρα κ' εμετανοούσαν
+για τα λόγια που είχαν πη. Γιατί, αλήθεια, πολύ πικρά λόγια είχεν
+ακούση ο κακόμοιρος ο ναύτης απ' όλους· δεξιά και αριστερά τον
+κακολογούσαν. Το μεγάλο όμως χτύπημα, το αποφασιστικό, του το έδωκαν
+η γυναίκα του και το παιδί του το ίδιο. Διωγμένος απ' αυτήν, θα έμενε
+στο δρόμο μέσα, αν δεν ήταν η αδερφή του να τονε δεχτή στο φτωχικό
+της. Σαν ακούστηκε η φριχτή είδησι, εφάνηκε και η γυναίκα του σαν
+μετανοημένη και άρχησε το κλάμμα· αλλά η γυναικαδέλφη της δεν την
+πίστευε. Ήξερε αυτή την τυραννισμένη ζωή που περνούσε ο αδερφός της
+από την γυναίκα του και δεν πίστευε στη μετάνοιά της, που την έδειχνε
+λίγο αργά. Το υστερινό της μάλιστα φέρσιμο τον στενοχώρησε τον άμοιρο
+και δεν μπόρεσε περισσότερο να ζήση.
+
+Ο ναύτης ήταν πολύ γνωστός για την καλωσύνη και την τιμιότητά του.
+Ήταν όμως άτυχος άνθρωπος. Η γυναίκα του, που είχε πολύ δύστροπο
+χαραχτήρα, ποτέ δεν του γλυκομίλησε και συχνά τον εξέβριζε, γιατί,
+ενώ άλλες, ναυτώνε γυναίκες, ήταν πλούσιες· ενώ ο άνδρας της
+συντέκνισάς τους αγόρασε αμπέλι και χωράφι, αυτοί με δυσκολίαν
+εζούσανε. Γιατί να μην είνε κι' αυτός άξιος; δεν ήβλεπένε πώς ξέρει
+και ζη ο κόσμος; Και τον εγρίνιαζε, τον εμουρμούριζε αδιάκοπα!
+Εκείνος όμως εκατάπινε με υπομονή και χωρίς να δείχνη τη δυσαρέσκεια
+και την πίκρα που εδοκίμαζε. Υπόφερε πολύ ο φτωχός και μάλιστα που
+δεν εννοούσε να μιλήση, να ξεθυμάνη. Αλλοίμονό του δε αν ήθελε καμμιά
+φορά βοηθήση την φτωχή αδερφή του· ευθύς που το μάθενε, του έψελνε,
+όσα σέρν' η σκούπα κ' εκείνος έφευγε να μην ακούη· τα έπαιρνε όμως
+όλα μέσα του και ήταν δυστυχής. Η αδερφή τούλεγε ν' αφήκη μια τέτοια
+στρίγγλα, εκείνος όμως επροτιμούσε να υποφέρη.
+
+Αλλά και η υπομονή έχει τα όριά της και είνε πράγμα όπου λέγει ο
+άνθρωπος «ως εκεί και μη παρέκει· δεν βαστώ πιο.» Και αλήθεια το κακό
+επαραμεγάλωσε και η πονεμένη καρδιά του ναύτη δεν μπόρεσε να το
+χωρέση.
+
+Ήταν αθώος σαν το νεογέννητο παιδί και ο κόσμος ως τόσο του ρίχτηκε
+και πρώτη πρώτη η γυναίκα του. «Δε σ' αφίνει ο κακόκοσμος ποτέ ήσυχο»·
+εσυλλογιζότανε ο ναύτης· «θαρρείς περιμένει τίποτα στραβό, κανένα
+σκόνταμα, ή αδυναμία καμμιά για να σου ριχτή, να σε σπρώξη να πέσης
+όλως διόλου ν' αφανισθής για να χαρή αυτός ή και για να σε κλάψη
+ύστερα.»
+
+Μερικοί φίλοι του ναύτη, ναύτες κι' αυτοί δουλευταράδες, σε μέρη
+μακρυνά του είχανε δώση να φέρη στα σπίτια τους χρήματα, ποιός δέκα
+τάλλαρα, ποιός είκοσι· τον γνώριζαν κι' από άλλη φορά και ήταν
+ήσυχοι. Ήταν ναύτης σε καράβι φράγκικο, και για την τύχη του, κάπου
+εναυάγησε κ' εγλύτωσε με την ψυχή στο στόμα· χρήματα, δικά του και
+ξένα, έμειναν στης αχόρταγης θάλασσας το βάθος το ανήλιο. Η γυναίκες,
+που περίμεναν τους παράδες, σαν έφτασε ο ναύτης πήγαν να μάθουν και
+άκουσαν τη συφορά! Εμουρμούρισαν, φυσικά, γιατί η φτώχεια κάνει
+σκληρό τον άνθρωπο και ύποπτο. Ο καϋμένος ο ναύτης είπεν όλη την
+αλήθεια, μα δεν τον πίστεψαν. Μια εσήκωσε τους ώμους της κ' εζάρωσε
+τα χείλια με φανερή δυσπιστία, άλλη κάτι εμουρμούρισε και άλλη πάλι
+εστεκώτανε μπροστά του με σταυρωμένα χέρια σαν νάλεγε — «δεν το κουνώ
+από δω, α δε λάβω τον παρά μου.» Είδε αυτά όλα ο ναύτης και
+υποσχέθηκε να πουλήση ό,τι κι' αν είχε να της ξεπλερώση, να ελαφρωθή
+από το βάρος. Δεν είχεν όμως δικά του χτήματα κ' έπεσε στα πόδια της
+γυναίκας του, που είχε μερικά πράμματα, με παρακάλια να πουλήση
+κανένα να τονε γλυτώση. Θηρίο έγειν' εκείνη, σαν τ' άκουσε και αφού
+τον εξέβρισε φοβερά, του είπε να φύγη, γιατί δεν τον ήθελε πλιο σπίτι
+της.
+
+Το χτύπημα ήταν πολύ βαρύ. Επήγε να σαλέψη ο νους του ναύτη, γιατί
+ήταν ένας χαραχτήρας, που ό,τι είχε, τόκρυβε μέσα του. Επήρε τους
+δρόμους δεξιά και αριστερά. Μπροστά του θαρρείς, δεν έβλεπε· μόνο το
+αυτί του, υπερβολικά ευαίσθητο, έπαιρνε, από την κακογλωσιά του
+δρόμου, μερικά φαρμακόλογα και τα έχυνε στη μαρτυρική ψυχή του μέσα —
+«Ήφαγε τόσω φτωχώ τον παρά και τώρα γυρίζει». Ήταν και άλλοι που τον
+επονούσαν, αυτό όμως ο ναύτης δεν το γνώριζε.
+
+Ευγήκε στην εξοχή. Η φύση, στολισμένη με όλη της τη λάμψι, εσκορπούσε
+τριγύρω τα μαγευτικά της δώρα με μεγαλοπρεπή αφθονία. Εγελούσαν όλα·
+και τα βουνά και οι κάμποι και τα περήφανα δέντρα και η ταπεινή χλόη
+και η λίμνη η ακίνητη και το νερό το τρεχάμενο, όλα ηλιόλουστα,
+περίλαμπρα, γεμάτα ζωή. Πουλάκια, μικρά, τόσο μικρά, που να τα κλείση
+ένας στην παλάμη του, έχυναν τη χαρμόσυνη, μελωδική φωνούλα τους,
+τρέχοντας εναέρια από δέντρο σε δέντρο και από θάμνο, σε πέτρα, με το
+κυματιστό, χαριτωμένο πέταμά τους· αρνάκια σγουρόμαλλα, σωριασμένα
+στον απότοιχο χωραφιού, αναμασσούσαν την τροφή τους αμέριμνα. Όλες
+αυτές η εμορφιές, όλ' αυτά τ' αγαθά σαν να σε προσκαλούσαν να ζης,
+σαν να σου λέγαν να λησμονής κάθε βάσανο και κάθε λύπη. Αλλά ο ναύτης
+με τη μαυρίλα της συμφοράς, με το βαθύ σκοτάδι στην καρδιά του την
+πληγωμένη, ήταν αναίσθητος στην γοητευτικήν εικόνα και αν ετύχαινε να
+έρθη στο σκοτισμένο του μυαλό καμμιά ιδέα, ήταν και αυτή απελπιστική.
+Εστοχαζότανε, τι καλά να ήταν ένα από εκείνα τα βοσκήματα, ένα από
+εκείνα τα βουνά, να μην αισθάνεται . . . και πρώτη φορά του ήρθεν η
+ιδέα της ανυπαρξίας . . .
+
+Επήρε δρόμο πολύ εωσού απόστασε. Πού να πάγη! χωρίς να το καταλάβη,
+εγύρισε προς τη χώρα, όπου έφτασε πρι βασιλέψη ο ήλιος.
+
+Εμπήκε σ' ένα καφενεδάκι απόκεντρο, που το κρατούσ' ένας γέρος,
+παλαιός γνώριμος, ναύτης κι' αυτός, απόμαχος, κυρτωμένος πλιο από του
+χρόνου το βαρύ, το πιεστικό χέρι και από την κακομοιριά μιας άχαρης
+ζωής. Εκάπνιζε ο γέρος άφωνος ένα κοντό τσιμπούκι, ζαρωμένος σε μια
+γωνιά. Ο ναύτης εκάθησε κοντά στο παράθυρο του δρόμου κ' έρριξε το
+κεφάλι κάτω. Ο καφετζής του είπε «καλώς τον» κ' εξακολούθησε το
+κάπνισμα. Πέρασε λίγη ώρα σε βαθειά σιωπή, όταν έξαφνα ακούστηκαν
+φωνές και γέλοια στο δρόμο. Ο ναύτης εσήκωσε ζωηρά το κεφάλι, σαν να
+τον εκέντησε κάτι ευχάριστο, σαν να του εγαργάλισε την ακοή μία
+γνωστή, χαρμόσυνη φωνούλα. Κυττάζει όξω και βλέπει κάμποσα παιδιά να
+πεζογελούν και μαζή μ' αυτά το παιδί του . . . το δικό του παιδί, το
+μόνο αγόρι που είχε, ξανθογάλανο παλληκαράκι οχτώ εννιά χρονών. Το
+πρόσωπό του εφωτίσθηκε, τα σβυσμένα του μάτια σαν να επήραν νέα ζωή .
+. . Εξέχασε για μια στιγμή το μυστικό του, το ατελείωτο μαρτύριο και
+με φωνή γιομάτη ταραχή ανέκφραστη, με μια τρεμούλα ανεξήγητη εφώναξε
+το παιδί να μπη μέσα . . . Εκείνο, χωρίς καθόλου να ταραχτή, τον
+κύτταξε μια στιγμή αδιάφορο, ψυχρό, σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά,
+έπειτα εσήκωσε τα δυο του χέρια με ανοιχτές της παλάμες, τον
+εμούντζωσε και το βάλ' ευθύς στα πόδια . . . Ο ναύτης αποσβολώθηκε,
+τα έχασε σαν να έλαβε δυνατό χτύπημα κατακέφαλα, εσυμμαζεύθη, εζάρωσε
+και δεν τολμούσε να σηκώση το κεφάλι του· λες εφοβότανε να κυττάξη
+γύρω του. Άξαφνα, μέσα στη φριχτή κατάστασι του ταραγμένου μυαλού του
+μία ιδέα μαύρη του επέρασε, μία ιδέα σκοτεινή, η οποία όμως — πράμμα
+παράξενο — του έφερε αταραξία . . .
+
+Και του ήρθανε κάτι συλλογισμοί που δε μπορούσε να τους διώξη· —
+χωρίς να κάμω κακό, χωρίς να θέλω να βλάψω, να πειράξω κανεί, με
+κυνηγούνε σαν σκυλί ψωριάρικο, είπε με πικρία. Ούλη μου τη ζωή
+επέρασα τίμια, χωρίς ν' αδικήσω και να που εκατάντησα. Από τι; Από
+κάτι κακό που τόφερε η Τύχη. Δε νοιώθω τι είν' αυτά, μα είνε πολύ
+παράξενα. Ούλη μου τη ζωή τίμιος και για μια στιγμή παν όλα. Με
+βλέπουνε πως χάνομαι, βυθίζομαι και κανένα χέρι δεν απλώνει να με
+πιάση. Προχτές ακόμα τον Πρίσκα τον είχανε κυκλωμένο πέντ' έξη και
+χάσκανε στα λόγια του και ούλοι όμως ξέρουνε πώς εσύναξε τα πλούτη
+του. Ο κόσμος θέλει χρυσάφι για προσκύνημα. Αξίζει να ζη κανείς;
+
+
+Και ήθελε να διώξη από το νου του όλ' αυτά και του ήταν αδύνατο . . .
+
+ — Εσηκώθηκε και με βήμα στερεό και γρήγορο επήγε στης αδερφής του.
+Εκείνη έτυχε να λείπη· ο ναύτης εξεκρέμασε από τον τοίχο ένα τουφέκι
+του κυνηγιού γιομάτο — παλαιό τουφέκι του σπιτιού των — εξυπολήθηκε
+γρήγορα, εστάθη στο κατώφλι της πόρτας, εστήριξε το όπλο κατά γης,
+επέρασε το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδαριού στο σκανδάλι, έβαλε το
+στόμα της κάννας στο στόμα του — δυο στόματα, το ένα κρύο, παγωμένο,
+το άλλο φωτιά — . κ' επυροβόλησε . . .
+
+Και τώρα ομπρός στο άτυχο το θύμα του σκληρόκοσμου η κακογλωσσιά
+έπαψε· άκουες μόνο λόγια, παρατήρησες άλλες. — Γιατί να σκοτωθή; τι
+τον έμελλε; δεν έφευγε; «Ο κόσμος δε σ' αφίνει ήσυχο σε καμμιά
+περίστασι», έλεγ' ένας που αγαπούσε να φιλοσοφή· σε φορτώνεται χωρίς
+να εξετάζη πολύ πολύ σε ποιά ψυχική κατάστασι να βρέθηκε ο άνθρωπος·
+για μια στιγμή μπορεί να αισθάνθηκε μέσα του το κενό, το χάος, μπορεί
+να τούλειψε ο νους και σε στιγμή λειποψυχίας, έδωκε τη βουτιά του
+στην αχόρταγη της ανυπαρξίας θάλασσα. Αφήστέ τον ήσυχο, Χριστιανοί
+μου!
+
+Στην έρημη, τη φτωχή του κακότυχου ναύτη κηδεία ούτε παππάς, ούτε
+ψαλμωδία καμμιά . . . μόνο μερικά δάκρυα μερικών πονόψυχων τον
+εσυνώδευσαν και την ύστερη στιγμή η αδερφή του — για τη γυναίκα του
+δε μιλώ — ερράντισε το βασανισμένο κουφάρι του με δάκρυα θερμά.
+
+Η υστερνή του ήλιου αχτίνα εφώτισε το έρημο, το καταφρονεμένο
+μνήμα . . .
+
+
+
+ΚΕΦ. Γ'.
+
+
+
+Ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ
+
+Λίγο ύστερ' από το δράμα, το παιδί του ναύτη έγεινε άφαντο. Κάποιος
+το είχε πάρη στην ξενητιά, όπου, ύστερ' από χρόνια, μια μέρα εγύρισε
+στον τόπο του παππάς! Με ποιο τρόπο και με τι μέσα το εκατώρθωσε
+αυτό, κανείς δεν ήξερε· η ουσία είνε πως ήταν παππάς και τι παππάς;
+παχύς, όμορφος, ομιλητικός, αστείος, όλα του έδειχναν ένα λαμπρό
+ιερομόναχο· ως και καλόφωνος ήταν. Έκαν' ευχαρίστησι με το εξωτερικό
+του και όλα τα σπίτια ανοίχτηκαν 'ς τον παππά Συνέσιον. Η μάννα του,
+αν και αποσυρμένη σε γυναικείο Μοναστήρι, ευθύς που ήρθε ο γυιός της,
+εγύρισε στη χώρα κ' εκατοίκησε μαζή του. Εις τον νέο παππά εδόθηκ'
+ευθύς καλή ενορία, σε λίγο καιρό όμως έδειξε σημεία στενοχώριας· σαν
+να μην του ήρεσε να είνε απλός εφημέριος και άρχησε να ενεργή να
+γείνη ηγούμενος στο Μοναστήρι του τόπου. Η πολλή ταραχή, λέγει, δεν
+του άρεσε· και ήθελε να ζη πιο ήσυχα. Η αλήθεια είνε πως, σαν έξυπνος
+που ήταν, εκατάλαβε πως στο Μοναστήρι θα ζούσε πολύ καλλίτερα παρά
+στη χώρα. Κόμμα είχε δικό του, τα καλλίτερα σπίτια, είχε και τον
+Δεσπότη της επαρχίας φίλο του και δεν δυσκολεύθηκε να 'πιτύχη το
+σκοπό του. Έγεινε ηγούμενος και αυτό τον ευχαρίστησε υπερβολικά.
+Επήρε τη διοίκησι από τα τίμια, μα αδύνατα χέρια του παππά Νεκτάριου
+και έδειξε πως ξέρει να κυβερνά. Και άρεσε πολύ και στο προσωπικό του
+Μοναστηριού και όξω. Εφρόντιζε να τρων καλά οι καλόγεροι, τους
+καλομιλούσε κ' εδεχότανε με τρόπο ευγενικό τον απ' έξω κόσμο. Η μάννα
+του τον βοηθούσε στην εσωτερική διοίκησι και όλα πήγαιναν καλά. Αυτά
+στας αρχάς, τον πρώτο καιρό· μετά ένα όμως χρόνο τα πράμματ' άλλαξαν.
+Άλλαξε δηλαδή ο παππά Συνέσιος τρόπους εις όλα και άρχησε η
+μουρμούρα, η οποία σιγά σιγά ηύξανε εωσού έγεινε αληθινή βοή, σαν τη
+βοή που φέρνει μεγάλη θαλασσοταραχή. Του ρίχτηκαν όλοι του παππά
+Συνέσιου, μικροί μεγάλοι, καλόγεροι και κοσμικοί. Τον έλεγαν φανερά
+ήρωα σε κάτι σκάνδαλ' ακατονόμαστα.
+
+ — Καλέ είδες πράμματα;
+
+ — Ο αλιτήριος, ο κακούργος!
+
+ — Να παππάς μια φορά! Να κλειδώνεται . . . φτου! Θεέ μου σχώρεσέ
+μου.
+
+ — Μα πας αφίνει τίποτα στο κελλάρι;
+
+ — Να φύγη, να φύγη!
+
+Και η ταραχή ηύξανε ολοένα. Ο παππά Συνέσιος εφοβήθηκε κ' εζήτηξε με
+τρόπο να φέρη διόρθωσι, να βουλώση τα στόματα μα ήταν αδύνατο και μια
+νυχτιά επήρε τη μάννα του κ' έφυγε για το εξωτερικό, δεν ήπαυσε όμως
+να ενεργή από εκεί, με το μέσο εκεινών που τον αγαπούσαν, για να
+γυρίση πίσω και αληθινά, ύστερ' από καιρό το εκατώρθωσε. Τα σκάνδαλα
+είχανε ξεχασθή, γιατί ο κόσμος λησμονεί εύκολα και οι ίδιοι οι
+διώχτες του τον εδέχτηκαν πάλι. Ίσως είχαν ελπίδα πως θα εδιωρθώθηκε.
+Μα δε βαριέσαι, μετά καιρό, τα ίδια και πάλι φωνές, ταραχή, καυγάδες,
+βρωμόλογα και στο τέλος διώξιμο νύχτα! Η κωμωδία όμως αυτή εφαινότανε
+να μην έχη τέλος· τον έδιωχταν και τον έφερναν τον ήθελαν και δεν τον
+ήθελαν, οι διάδοχοι του δεν ευχαριστούσαν τον κόσμο και οι φίλοι του
+εξόριστου ενεργούσαν και τον ξανάφερναν. Καθώς και τον ξανάφεραν και
+αυτή τη φορά, ύστερα από τρία τέσσερα χρόνια. Τώρα όμως και ο παππά
+Συνέσιος εφαινότανε ν' άλλαξε. Σκάνδαλα δεν άκουες να γίνουνται. Μόνο
+κάτι αστεία έκανε που έκαναν τους περισσότερους να γελούν. Μα σου
+έκανε κάτι χώρατα ο αθεόφοβος! Και απ' όλους περισσότερο επείραζε τον
+παππά Κύριλλο· τον εύρισκε, πολύ ήμερο, πολύ παλαβό και του έκανε
+ό,τ' ήθελε καταιβή εις την πρόστυχη φαντασία του. Αφού μια φορά στην
+εκκλησιά, στην πιο ιερή στιγμή που βγαίνουν τα άγια, είχε σκαλώση, με
+μια καρφίτζα, το φελόνι του από πίσω και ο καϋμένος ο παππά Κύριλλος,
+ανίδεος, ευγήκε στη μέση του ναού με το φελόνι ανασηκωμένο και ο
+παππά Συνέσιος εστεκότανε στη θύρα και τον εκαμάρωνε, γνέφοντας δεξιά
+και αριστερά για να τον δούνε! Ή άξαφνα, στο δρόμο, εκεί που μιλούσε
+με ευγένεια μπροστά σου, με κανένα ξένο, όταν ο ξένος αυτός εγύριζε
+να φύγη, τον εμούντζωνε και με τα δυο του χέρια! Αυτή τη φορά όμως
+ήταν πιο φρόνιμος και οι καλόγεροι δεν εγογγύζανε φανερά. Μόνο ένας
+καλόγερος, ο αδελφός Άνθιμος δεν υπόφερε όχι να τονε βλέπη, ούτε να
+τον ακούη πλιο.
+
+Εξηντάρης, μικρόσωμος, λιγνός, λίγο σκυφτός, με τα μάτια πάντα
+πονεμένα ο αδελφός Άνθιμος ήτανε τύπος τίμιου, ίσιου ανθρώπου. Το
+μίσος και την περιφρόνησί του στον παππά Συνέσιο την έδειχνε φανερά,
+γιατί μόλις άκουε πως έρχεται, εσύναζε τα ρούχα του κ' έφευγε γρήγορα
+γρήγορα γι' άλλο Μοναστήρι, σε ξένο τόπο· δεν ήθελε να τον αντικρύση·
+πόσα δεν είχε κάμη ο παππά Συνέσιος να τονε δελεάση, να τον γυρίση
+στο μέρος του. Γλυκόλογα, δώρα, ξεχωριστές περιποίησες δεν έκαναν
+τίποτα. Ο Άνθιμος ήταν άνθρωπος με θέληση, με χαρακτήρα, και σαν είχε
+μια ιδέα σταθερή, δεν του εγύριζε κανείς το κεφάλι. Στο γούμενο δεν
+είχε καμμιά υπόληψι· ετελείωσε. Ήξερε αυτός τι έκρυβε μέσα του ο
+πονηρόπαππας, αδιάφορο πως ήταν γλυκός και ζαχαρένιος. Τη διπροσωπία
+ο καλόγερος δεν την υπόφερε σαν τους άλλους και καλλίτερα να λείπη,
+παρά να κάθεται να βλέπη αδιάφορος τα ντροπιασμένα του καμώματα. Ψωμί
+μαύρο και όσπρια νερόβραστα βρίσκει και αλλού και τον Άνθιμο παντού
+τον παρακαλούνε, γιατί ξέρει και τέχνη, είνε παπουτζής, δεν είνε
+κηφήνας να κάθεται αργός· είναι άνθρωπος χρήσιμος. Δεν του
+χρειάζουνται και πολλά να ζήση και η υπόσχεσες του 'γουμένου δεν τονε
+δελεάζουν, ο θεομπαίχτης αυτός ας τρώγη κι' ας παχαίνη μονάχος του.
+Βέβαια, ο Θεός δε θέλει να μισούμε ο ένας τον άλλο, μα πάλι πως να
+κάθεται να βλέπη τα καμώματα του άθεου; δεν θα ήταν σαν να
+εσυμφωνούσε μαζή του;
+
+Ο Άνθιμος είχε γείνη καλόγερος για να ησυχάση, για ν' αποφύγη κάθε
+πειρασμό του κόσμου και τώρα να βλέπη ασχημίες στο Κοινόβιο μέσα και
+από ποιόν; από τον πρώτο, από την κεφαλή! Δε θα το υποφέρη αυτό
+άνθρωπος που επέταξε τ' αγαθά του κόσμου, για τη θεϊκή γαλήνη, την
+ησυχία του ακύμαντου λιμανιού.
+
+Και αλήθεια είχε τη μικρή του ιστορία ο Άνθιμος. Στον κόσμον τον
+έλεγαν Αντώνη. Ήταν από μικρός πεντάρφανος, καλό όμως παιδί και
+φιλόπονο, επήγε κοντά σ 'ένα παπουτζή και τόσο καλά εφέρθηκε, οπού σε
+λίγα χρόνια έγεινε λαμπρός μάστορης. Τ' αφεντικό του τον αγάπησε πολύ
+και για τη δουλειά και για το χαραχτήρα του τον τίμιο. Ήταν πολύ
+συμπαθητικό παλληκάρι, τόσο, που και η μοναχοκόρη του μάστορη, μια
+πολύ όμορφη κοπέλλα τον εσυμπάθησε πολύ, τουλάχιστο έδιχνε πως τον
+συμπαθούσε. Αυτό πολύ εσυγκίνησε τον Αντώνη και καθώς ήταν
+ευαίσθητος, μια μέρα που την ηύρε μονάχη, της είπε πως την αγαπά
+τόσο, που δε ξέρει, αν γίνεται αγάπη μεγαλείτερη. Η κοπέλλα του
+αποκρίθηκε με το ίδιο αίσθημα και ο καϋμένος ο Αντώνης ευρέθηκε μια
+στιγμή στους ουρανούς. Και όσο επερνούσαν ημέρες, εμεγάλωνε η αγάπη. . .
+Μα πώς να κάμη; Να μιλήση του μαστόρου του ο ίδιος, ή να βάλη
+κανέναν άλλονε; Είχε αυτά στο νου του, όταν τ' αφεντικό του τον
+έστειλε ν' αγοράση πετζιά και άλλα χρήσιμα του μαγαζιού. Έμεινε ο
+Αντώνης στην ξενιτειά ένα μήνα και σαν εγύρισε, ευρήκε τη λατρευτή
+του πανδρεμμένη . . . Είχε στεφανωθή, μια βδομάδα πριν, ένα
+θαλασσινό. Δεν είπε τίποτα ο φτωχός σε κανένα. Σε μια βραδεία έχυσε
+όλα του τα δάκρυα . . . Εκείνη δε θέλησε να την δη, μόνο έγεινε πολύ
+μελαγχολικός και ακοινώνητος. . . Αξαφνα μια πρωινή αποχαιρέτισε το
+μάστορή του κ' επήγε στο μοναστήρι. Την απλή αυτή ιστορία λίγοι την
+ήξευραν.
+
+Ο αδελφός Άνθιμος εσχετίσθηκε ευθύς με τον παππά Συνέσιο. Είχαν
+μακρυνή συγγένεια και επειδή ο απλός, ο απονήρεφτος Άνθιμος δεν τον
+εγνώριζε, εφιλιώθηκε μαζί του. Αυτό στην αρχή, οπού ο παππά Συνέσιος
+φορούσε προσωπίδα και δεν εφαινότανε ποιος είνε στ' αλήθεια, οπού
+εμπορούσε να γελάση εκατό σαν τον Άνθιμο, τον απλό και απονήρεφτο. Σε
+λίγο καιρό, κάποιος κάτι είδε και κάτι είπε σιγά σιγά, σκεπαστά
+ακόμα, όπου ο Άνθιμος είδησι δεν είχε. Ήταν και άνθρωπος που ήθελε να
+ιδή μόνος του, να ψηλαφήση. Απάνω σ' αυτό ήταν άπιστος Θωμάς· εύκολα
+δεν πίστευε. Άμα όμως εψηλαφούσε και εγνώριζε και εννοούσε ο ίδιος,
+ετελείωσε· εσχημάτιζε την ιδέα του, η οποία αποκρυσταλλώνετο, έμενε
+ασάλευτη μέσα του για πάντα. Ο πονηρόπαπας είχε καταλάβη τον
+χαραχτήρα του καλόγερου και τον παρατηρούσε και τον επρόσεχε πολύ
+στην αρχή, έπειτα κάπως άρχησεν ανοίγεται από λιγάκι κοντά του, για
+να ιδή πώς θα του εφαινότανε ο τρόπος του. Ο Άνθιμος όμως δεν έπαιρνε
+είδησι από βελόνας κεντήματα· ήθελε χτύπημα δυνατό για να ξυπνήση.
+Και το χτύπημα δεν άργησε να του δοθή.
+
+Πριν όμως προχωρήσωμεν, θέλω να πω ακόμα μερικά για τον καλόγερο προς
+συμπλήρωμα του χαρακτήρος του. Θα είταν άδικο να λείψουν αυτά από την
+όλην εικόνα, γιατί ζωγραφίζουνε ακόμα καλλίτερα, ακόμα πληρέστερα και
+τους δυο· και τον πονηρό Συνέσιο και τον αγαθόν Άνθιμο.
+
+Στο ισχνό και ολίγο κυρτωμένο σαρκίον του καλόγερου, ήταν μία μεγάλη
+ψυχή και μία διαμαντένια, ακλόνητη θέλησι. Ο ήμερος Άνθιμος, οπού
+μπορούσε να συγκινηθή και να κλάψη και εις το πλιο μικρό δυστύχημα,
+εις το θάνατο πουλιού, ή εις την αρρώστεια κανενός αρνιού, δεν
+εσυγχωρούσε το παραμικρό παράπτωμα, όταν εγινότανε για να βλάψη, και
+ας ήταν ο πιο δυνατός, ο πιο επίσημος, ο πιο μεγάλος εκείνος που το
+έκανε· ημπορούσε να του ειπή, να του το ρίξη κατά πρόσωπον, χωρίς να
+φοβηθή καθόλου. Κ' έβλεπες τότε τον ήμερο, τον άκακο Άνθιμο, να
+μεταμορφώνεται και να κεραυνοβολά τον πταίστη, όποιος και να ήταν
+αυτός. Γράμματα ήξερε λίγα, μα είχε κρίσι ορθή και με τη βοήθειά της
+εσκεπτότανε καλλίτερα από πολλούς διαβασμένους· έπειτα είχε την
+αρετή, που είνε μεγάλη δύναμις και οπού τον ωδηγούσε.
+
+Όσο μπορούσε, βοηθούσε τους χωργιανούς με τας συμβουλάς του· και
+ήτανε τότε γλυκός, πράος, γιατί ήξερε πως με την υπομονή μόνον θα
+ωφελούσε. Το κελλί του το είχε καθαρό, όσο μπορούσε. Είχε το μπάγκο
+του και τα σύνεργα της δουλιάς του, σουβλιά και καλαπόδια και όταν
+είχε δουλιά, έφτιανε καινούργια, ή εμπάλωνε παλιά παπούτζια και σαν
+δεν είχε δουλιά, εδιάβαζε. Ω! αγαπούσε πολύ να διαβάζη κ' έλεγε πως η
+καλή ανάγνωσι ανοίγει της ψυχής τα μάτια. Αλήθια είχε μόνον
+εκκλησιαστικά βιβλία, (κάτι τραγουδάκια κοσμικά που είχε όταν ήταν
+νέος, τα είχε χαρίσει προ πολλού εις κάποιον) και τα εδιάβαζε μ'
+ευχαρίστησι, εκείνο όμως το βιβλίο, οπού του άρεσε υπερβολικά, ήταν ο
+Μηνιάτης, το βιβλίο δηλαδή του μεγάλου εκείνου εκκλησιαστικού ρήτορα,
+οπού ολίγοι, πολλά ολίγοι του μοιάζουν στο χαριτωμένο λόγο και στη
+θεία έμπνευσι. Μάλιστα ένα γνωμικό του, μία μεγάλη αλήθεια την είχε
+γραμμένη σ' ένα χαρτί και κολλημένη στον τοίχο του κελλιού του και
+αυτήν ανάφερε συχνά στους χωρικούς, τους καλούς, τους πιο έξυπνους
+και που ήθελαν να τον ακούνε. Λέγει ο Μηνιάτης κάπου.
+
+«Ο Θεός, ως παντοδύναμος, ό,τι θέλει κάμνει, και δεν είνε καμμία
+δύναμις να τον εμποδίση. Ο άνθρωπος, ως ελεύθερος, ό,τι δεν θέλει,
+δεν κάμνει, και δεν είνε καμμία δύναμις να τον εμποδίση».
+
+Πολύ τον εσυγκινούσαν τα λόγια αυτά τον καλόγερο, γιατί, αν και
+αισθανότανε πως η ανάγκη, η μεγάλη αυτή δύναμις, υποχρεώνει τον
+άνθρωπο να κάμνη καμμιά φορά και ό,τι δεν θέλει, ήξευρε όμως πως ο
+ενάρετος και δυνατός αποφεύγει τα περισσότερα άτοπα, σαν θέλη με τα
+σωστά του. Και πολλούς χωριανούς εκατώρθωσε, με το γνωμικό αυτό και
+με ορμήνιες άλλες να βάλη στον ίσιο δρόμο· ποιον από το κρασί και
+ποιον από άλλα χειρότερα· και τον αγαπούσαν πολύ τον καλόγερο όσο
+επεριφρονούσαν τον Συνέσιο, οπού από τα λίγα που έβλεπαν εμαντεύανε
+πολύ περισσότερα.
+
+Και ο Άνθιμος τον εμάντευεν και τον υπωπτευότανε τον παππά Συνέσιο,
+ήταν όμως με κρίσι άνθρωπος και χωρίς μεγάλα και ψηλαφητά πειστήρια,
+δεν ήθελε να ξεσκίση το πράμμα. Ήθελε να μεταχειριστή όλα τα μέσα, να
+μάθη πρώτα καλά κ' έπειτα να διή τι έχει να κάμη. Είχε και μίαν
+ελπίδα πως ίσως δεν είνε καθώς τόνε λένε· γιατί να βιαστή· αν τόνε
+πιάση και τον καταλάβη αδιόρθωτο, τον μουντζώνει και φεύγει. Δεν ήταν
+άνθρωπος να υποφέρη μούτρα απαίσια. Μήπως δεν έκαμε τα ίδια του
+Δεσπότη; Μια φορά, οπού η αγιωσύνη του ήρθε στο Μοναστήρι και ήθελε
+να μάθη αν έχουνε οι αδελφοί παράπονα, ενώ οι λοιποί γέροι, ταπεινοί
+και ζαρωμένοι, δεν τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι, ο Άνθιμος εστάθηκε
+μπρος του και με ένα θάρρος έκτακτο και με μια ρητορική και μίαν
+ευγλωττία οπού την χαρίζει μόνον η αγάπη στην αλήθεια, του εξετύλυξε
+ό,τι άσκημο ό,τι ρυπωμένο και κηλιδωμένο έμενε κρυφό από εκείνους που
+έχουνε συμφέρο να το σκεπάζουνε. Εθαύμασε ο Δεσπότης με την τόλμη του
+καλόγερου· του μίλησε με αγάπη και ευγένεια και του είπε πως γρήγορα
+θα φέρη σε όλα διόρθωσι. Πέρασαν δυο χρόνια από τη σκηνή αυτή, χωρίς
+να γείνη το παραμικρό καλό και σαν εξαναγύρισε ο Δεσπότης ο Άνθιμος
+δεν επήγε να τον δη γιατί δε θα μπορούσε να βασταχτή μπροστά του με
+απάθεια.
+
+Μαζή με τ' άλλα που είχε ο παππά Συνέσιος, στης εκλογές έκανε τον
+ψηφοθήρα.
+
+Ένα πρωί ο Άνθιμος, μετά τη λειτουργιά, επήγε στο κελλί του κ'
+εκάθισε στο μπάγκο του, να μπαλώση κάτι παπούτζια του φίλου και
+αγαπημένου του, του Σταυράκη του περιβολάρη.
+
+Είχε κάμη ο Σταυράκης στρατιώτης πολλά χρόνια, ύστερα πήγε στο
+Μοναστήρι κ' έγεινε κηπουρός. Εργατικός πολύ και τιμιώτατος, αγάπησε
+πολύ τον Άνθιμο και ο Άνθιμος τον αγάπησε· μα ο παππά Συνέσιος δεν
+τον αγαπούσε και κάθε λίγο τον εβασάνιζε και τον αδκούσε, με χίλια
+δύο. Τα υπόμενε ο καϋμένος ο Σταυράκης και μόνον ήλεγε πότε πότε τα
+παράπονά του στον Άνθιμο.
+
+Εκείνο το πρωί ο Σταυράκης επήγε κ' ευρήκε τον καλόγερο. Ο Άνθιμος
+ήταν σκυμμένος στο μπάγκο του, ενώ κοντά του ο αγαπημένος του γάτος,
+η μόνη του συντροφιά, συμμαζωμένος, ερουθούνιζε.
+
+ — Καλημέρα, πάτερ Άνθιμε.
+
+ — Καλό στο Σταυράκη· κάθησε.
+
+ — Θα φύω γλήγορα, είπεν ο Σταυράκης, γιατί έχω πότισμα· μόνον ήρθα
+κάτι να σου πω για το μαστρογούμενο!
+
+ — Τι είνε πάλι;
+
+ — Μ' έχει να με χαλάση, μπρε παιδί, για τον ψήφο μου.
+
+ — Πώς μαθές; αρώτηξεν ο καλόγηρος.
+
+ — Και καλά να ψηφίσω το κόμμα του καπτά Κοσμά.
+
+ — Και η γνώμη σου εσένα πια είνε;
+
+ — Εγώ ψηφίζω τον καπτά Φιλιππή πάντα, γιατί μούχει καλό καμωμένο.
+
+ — Να μείνης με τη γνώμη σου Σταυράκη, σου λέω γω.
+
+ — Ναι, πάτερ Άνθιμε, μα ο 'γούμενος μούπενε θυμωμένα, πως αν δεν
+ψηφίσω τον καπτά Κοσμά, θα με βγάλη απ' τον κήπο.
+
+Ο Άνθιμος δεν απεκρίθην ευτύς.
+
+ — Και ήρθα είπεν ο Σταυράκης, να σε παρακαλέσω να του μιλήσης.
+
+Και εθύμωσε κ' ελυπήθηκε ο Άνθιμος για την νέα ατιμία και για την
+απονιά του Συνέσιου.
+
+ — Θα του μιλήσω, Σταυράκη, του είπε, μα ό,τι κι' αν αποφασίση, εσύ
+δεν πρέπει να τον ακούσης· να κάμης ό,τι σου λε η συνείδησί σου. Κ'
+εγώ να σου πω εβαρέθηκα να τον βλέπω.
+
+ — Ο Σταυράκης έφυγε και ο Άνθιμος επήγε και ωμίλησε του Συνέσιου.
+
+ — Γιατί, 'γούμενε, βιάζεις τον Σταυράκη να μην ψηφίση εκείνον που
+θέλει;
+
+ — Γιατί είν' ανόητος και πρέπει να ακούη εμένα.
+
+ — Έχει τη συνείδησί του και θ ' ακούη ό,τι του λέει.
+
+ — Εγώ τονε ταΐζω, δεν τονε ταΐζ' η συνείδησί του, είπεν ο Συνέσιος.
+
+ — Όχι, γούμενε, είπεν ο Άνθιμος· τόνε ταΐζει ο κόπος του και τα
+χέρια του.
+
+Ήταν πολύ αυστηρό το πρόσωπο του καλόγερου· ο Συνέσιος το παρετήρησε.
+
+ — Καλά, Άνθιμε, του είπε πιο μαλακά, θα σκεφτώ και θα κάμω.
+
+ — Ύστερα δεν είνε δική μας δουλιά να κάνωμε ψήφοι· είπεν ο Άνθιμος
+κ' έφυγε.
+
+Μετά λίγες μέρες ο Άνθιμος έλαβε και άλλη χτυπιά, την υστερνή.
+
+Μια βραδειά, το Μαριώ η Μυλωνού είχε τηγανίτες για την εορτή του
+αγοριού της και είχε προσκαλεσμένο το 'γούμενο και τον Άνθιμο. Ο
+καλόγερος δεν είχε πολλή όρεξι, επήγε όμως για να μην κακοφανή της
+γυναίκας.
+
+Καλεσμένοι πολλοί, χωριανοί, χωριανές, γέροι, νέοι και παιδιά, έκαμαν
+ένα γλέντι τρικούβερτο. Τηγανίτες σωρός σε βρενιγάδια μέσα και σε
+σκουτέλες, εκοκκινοβολούσαν κ' ετραβούσαν την όρεξι τόσο, που σε
+λιγάκι σχεδόν άδειασαν η σκουτέλες και τα τσανάκια. Το ρετσινάτο και
+αυτό έτρεχε ρέμμα και η πολλή φλυαρία και τα τραγουδάκια έδειχναν
+μετά κάμποση ώρα, πως οι χωρικοί, άντρες και γυναίκες ετίμησαν καλά
+το συμπόσιο της κερά Μαριώς. Ο 'γούμενος έτρωγε κ' έπινε εις την
+πρώτη γραμμή κ' επαρακινούσε να τρώγη και τον Άνθιμο οπού ήταν
+άτολμος και δειλός σ' αυτά τα πράγματα. — Τρώγε, παλαβέ, του έλεγε
+κάθε λίγο και τον έκανε να κοκκινίζη με το ύφος του, οπού κάθε στιγμή
+εγινότανε πιο αδιάντροπο. Είχε κορώση πιο το ζεύκι, όταν άξαφνα ο
+παππά Συνέσιος σηκώνεται, αρπάζει από το χέρι τον Άνθιμο, τον τραβά
+κατόπι του και παγαίνει και καθίζει δίπλα σε μια χωριανή, νέα χήρα,
+δροσερή και αφράτη· τον καλόγερο τον κάθισε δίπλα του· αυτός ήταν
+στενοχωρεμένος, μα δεν ήθελε να το δείξη. Ο 'γούμενος άρχησε την
+ομιλία με τη χήρα και στον ίδιο καιρό εκερνούσε και αυτήν και τον
+Άνθιμο, χωρίς να λησμονά τον εαυτό του. Οι χωριανοί ετρωγόπιναν
+ανάμεσό τους κ' ετραγουδούσαν χωρίς να δίνουν προσοχή στο 'γούμενο με
+την παρέα του. Ο παππά Συνέσιος όσο περνούσε η ώρα εγινότανε πιο
+εύθυμος και μια φορά οπού ο Άνθιμος δεν τον άκουσε και δεν ήθελε να
+πιή, ο 'γούμενος του λέγει — Πιε παλαβέ, πιε, ανόητο πράμμα· και στον
+ίδιο καιρό του δίνει μία τσιμπιά από πίσω οπού ο καλόγερος ετινάχτηκε
+από τον πόνο και πριν καλοέλθη στον εαυτό του, άλλη τσιμπιά ο
+γούμενος της χήρας, η οποία επετάχθη με γέλοια ενώ επροσπαθούσε να
+μην τους καταλάβη κανείς. Ο Καλόγερος τα έχασε — «Μεθυσμένος είνε,»
+εμουρμούρισε. Κ' εγυρευε ευκαιρία να τραβηχτή σιγά σιγά, χωρίς να
+τονε καταλάβουνε. Σε λιγάκι ο 'γουμενος άρχησε κουβέντα τρυφερή με
+την γειτόνισσά του και αρκετά δυνατά για ν' ακούση ο Άνθιμος· είχε
+πολύ ζεσταθή φαίνεται, είχε πάρη πολύ θάρρος και δεν τον έμελε. Αυτή
+τη φορά ο καλόγερος αγρίεψε. Είδε με τα μάτια του, ήκουσε με τ' αυτιά
+του, εψηλάφησε, σαν το Θωμά «έβαλε τον δάκτυλον εις τον τύπον των
+ήλων». Τίποτε άλλο δεν του εχρειαζότανε για να σχηματίση γνώμη· ο
+ψευτόπαππας του εφανερώθηκε τώρα γυμνός, με όλες της ασχημίες του.
+Στο μεθύσι του μέσα, του έδειξε τώρα ολοφάνερα, χωρίς στενοχώρια,
+όλες της ψυχής τούτης αηδέστατες κηλίδες . . Κάτω η προσωπίδα τώρα·
+ολοφάνερος, ολόγυμνος ο παππά Συνέσιος.
+
+Και ο καλόγερος, ο απλός, ο άδολος, ο απονήρεφτος εθύμωσε τώρα·
+εθύμωσε στα γερά, εκοκκίνησε, ο αθώος αυτός, για του χαμένου
+ανθρώπου, για του ανίερου παππά τη διαγωγή! Ετραβήχτηκε σιγά σιγά από
+την συντροφιά και μέσα στης νύχτας το σκοτάδι έγεινε άφαντος.
+
+Το πρωί ο καλόγερος δεν ήτανε στο Μοναστήρι· επήρε το φτωχικό του
+δέμα κ' έφυγε· έφυγε γρήγορα, γρήγορα, να μην τον ιδούν, σαν να τον
+έδιωχταν! Δεν ήθελε ν' αντικρύση πλιο το μασκαρένιο πρόσωπο του
+υποκριτή. Έλειψε κάμποσο καιρό κ' εφανερώθηκε μόνο, όταν έδιωξαν τον
+παππά Συνέσιο, για να ξαναφύγη, σαν εγύρισε πάλι ο ψευτόπαππας,
+σταλμένος από τον Δεσπότη. Το παιχνίδι αυτό έγεινε δυο τρεις φορές·
+ήρχετο ο ένας, έφευγε ο άλλος. Έκαμε κάθε τρόπο ο 'γούμενος να τον
+ξαναφέρη στα νερά του, είχε όμως να κάμη με χαραχτήρα διαμαντένιο,
+αλύγιστο και η πονηριές του σαν νερό, έσπαναν κ' εσκορπιόνταν
+ανίσχυρες απάνω στον ακλόνητο βράχο της αρετής του καλόγερου.
+
+Και τώρα ο καλόγερος δε βρίσκεται στο Μοναστήρι και όλοι θυμούνται
+τον χαραχτήρα και τα λόγια του, χωρίς κανένας να έχη το θάρρος να
+τονε μιμηθή. Όλοι θυμούνται την αρετή του καλόγερου, που δεν υπόφερε
+τη παραμικρή διπροσωπία.
+
+Τώρα ετοιμάζεται νέο δράμα από τον παππά Συνέσιο! θέλει να χαλάση
+καμωμένο αρρεβώνα και να παντρέψη την κουμπάρα του. Εβάλθηκε με τα
+όλα του και βοηθοί του είνε ο παππά Κρητικός και ο Γιάννης ο Σερέτης,
+δυο άξια υποκείμενα.
+
+Και ο πατέρας όμως της αρρεβωνιασμένης κοπέλλας είνε άνθρωπος με
+χαραχτήρα, με δύναμι, με θέλησι· έχει φίλο και τον Δήμαρχο και είνε
+άγνωστο τι θαγενή.
+
+
+
+ΚΕΦ. Δ'.
+
+
+
+ΤΑ ΧΟΙΡΟΣΦΑΓΙΑ
+
+Δύο μεγαλόσωμα, μελιτόχρωμα, ωμορφοκαμωμένα βώδια, ήταν ζεμμένα στο
+αλέτρι του γέρω Μήτρου. Βροχούλα ψιλή είχε πέση τη νύχτα και ο γέρος
+αποφάσισε να οργώση. Μικρόσωμος, κυρτωμένος λίγο, μα στιβαρός σα
+στομωμένο σίδερο, με ανοιχτά τα δασύτριχα, πλατειά του στήθια,
+ακουμπούσε στο αλέτρι απάνω το ζερβό του το χέρι για να διευθύνη το
+υννί και με το δεξί κρατώντας τη βουκέντρα, εκεντούσε τα ζα τα
+πολυδύναμα, οπού υπομονετικά και υπάκοα, ετέντωναν τον σκληρόσαρκο,
+πλατύτατο λαιμό τους κ' επροχωρούσαν με το βαρύ τους πάτημα. Το
+σίδερο έσκιζε με κόπο το λεπτόγαιο χωράφι, που αντιστέκετο όσο
+μπορούσε, λες και δεν ήθελε ν' ανοίξη τα σπλάγχνα του στο κρύο, το
+σκληρό, το άπονο σίδερο. Και ο γέρω Μήτρος ολοένα εκεντούσε,
+ομιλώντας πότε πότε με τα χτηνά του στη γλώσσα που τα συνείθισεν ν'
+ακούνε και το αυλάκι σιγά σιγά εμάκραινε και ο ήλιος ανέβαινε κ'
+εφλογοβολούσε κ' έψηνε το χώμα, ενώ μικροπούλια του κάμπου
+ποικιλόχρωμα, χαριτωμένα, καθισμένα στους θάμνους και στα χαμόκλαδα ή
+και στο νωποανασκαμένο χώμα, πίσω από το αλέτρι, εύθυμα, άφοβα,
+ωρμούσαν πότε πότε, σαν σαΐτες, ψηλά σ' ένα διάστημα, αφίνοντας και
+καμμιά χαροπή φωνούλα, άρπαζαν σ' τον αέρα κανένα έντομο και
+κατέβαιναν πάλι στα χαμόκλαδά τους, ή και εκυνηγούσε το ένα τ' άλλο,
+χωρίς καθόλου να φοβούνται τα βώδια και το γέρω Μήτρο, συντρόφους
+τους συνειθισμένους.
+
+Μια στιγμή εστάθηκε ο γέρω Μήτρος ν' ανασάνη, όπου βλέπει κάποιον να
+έρχεται. Ήταν ο Κεριάκος ο αραβωνιαστικός της κόρης του Κοντοπάνη και
+μικρανεψιός του γέρου Μήτρου.
+
+ — Ώρα καλή, μπάρμπα, είπεν ο Κεριάκος, σαν ήρθε κοντά στο γέρο.
+
+ — Καλό στον Κεριάκο!
+
+ — Καλώς τα κάνετε!
+
+ — Νάσαι καλά!
+
+ — Δεν είνε πρώιμα για ζευγάρι, μπάρμπα;
+
+ — Εζήλεψα την ψυχάλα την ψεσινή κ' εστοχάστηκα σήμερα να βάλω χέρι,
+γιατί ετούτος ο πάσπαρος έχει να με χαλάση, βρε παιδί· μοναχή πέτρα
+το αθεόφοβο!
+
+ — Και ο Γιάννης που είνε; (ο Γιάννης ήτανε γυιός του γέρου Μήτρου).
+
+ — Επήε με αγώι στη χώρα. Και κάτι ως εδώ;
+
+ — Δεν ειξέρω κ' εγώ ήντα κάνω, μπάρμπα. Είμαι ζαλισμένος κ' επήρα
+δρόμο.
+
+ — Πώς μαθές;
+
+ — Για τη δουλειά που ξέρεις. Ο 'γούμενος δε μ' αφίν' ήσυχο· ο
+Κοντοπάνης πάλι τα δικά του και μην αρωτάς.
+
+ — Εσύ φταις, Κεριάκο· κανένας άλλος,
+
+ — Μα σα δε σ' αφίνουνε ήσυχο.
+
+ — Ο φρόνιμος άθρωπος κάνει μιαν απόφασι, την καλλίτερη και ησυχάζει·
+σου τόπα κι' άλλη φορά! Ήδωκες το λόγο σου; βάσταξέ τονε· ευτά ξέρω
+γω.
+
+Και εσήκωσε τη βουκέντρα και έβαλε το ζερβό του χέρι στο αλέτρι
+απάνω.
+
+ — Καλό βράδυ, μπάρμπα, είπεν ο Κεριάκος και αργοπατώντας,
+απομακρύνθηκε.
+
+ — Ανεμόμυλε! του ετίναξεν από πίσω ο γέρος και εξακολούθησε τ'
+όργωμα.
+
+Σε μεγάλη συλλογή και σε φοβερή στενοχώρια βρίσκεται ο νέος Κεριάκος,
+ο γαμπρός, οπού τον θέλουνε, ο παππά Συνέσιος για την κουμπάρα του
+και ο χωριανός Κοντοπάνης· είναι βαρύς γαμπρός και καλός δουλευτής,
+τα καλά όμως αυτά του βγαίνουν από τη μύτη, γιατί δεν τον αφίνουν
+ήσυχο. Για να πούμε την αλήθεια, όλα τα φταίει ο χαραχτήρας του ο
+αδύνατος, ο νερουλιασμένος που τονε κάνει να παραδέρνη εδώ κ' εκεί,
+πότε δεξιά, πότε ζερβά, σαν ατιμόνευτο καράβι, σαν ανεμόμυλος, που
+είπεν ο γέρω-Μήτρος χωρίς να ξέρη τι πρέπει να κάμη. Σήμερα τούτο,
+αύριο εκείνο, σε όλες του της δουλειές ήτανε τέτοιος, αναποφάσιστος
+και τα καλά που είχε επήγαιναν σχεδόν χαμένα, γιατί τα εσκέπαζε το
+μεγάλο αυτό ελάττωμα.
+
+Και εις την τωρινή περίστασι, την πιο δύσκολη απ' όλες, τα έχει
+χαμένα. Ο Κοντοπάνης, ύστερ' από πολύ κόπο, έφτασε και τον
+αρρεβώνιασε με την κόρη του· από το άλλο όμως μέρος του ερρίχτηκε ο
+παππά Συνέσιος για την κουμπαρούλα του, την κόρη του Μαρούπα· του
+εμπήκε με τα όλα του και τον έχει στα δυο στενά να τονε παντρέψη.
+Θέλει αυτή τη δουλιά να τηνε κερδήση χωρίς άλλο και για τη φιλοτιμία
+του — καθώς λέει — και για να μπη στη μύτη του εχθρού του τού
+Κοντοπάνη, οπού τον εκατάτρεξε περισσότερο από κάθε άλλονε. Με όλη
+του όμως την τέχνη, βλέπει τον γαμπρό να παραδέρνη σαν το νερό, στα
+ενάντια ρεύματα, και αποφασίζει να βάλη εις ενέργεια τα μεγάλα μέσα,
+ό,τι τέχνασμα και κατεργαριά του έλθη στο νου. Από το άλλο μέρος ο
+γέρω Κοντοπάνης τα μυρίσθη και αγρίεψε. Την κόρη του την έχει
+αρρεβωνιασμένη και πήρε τα μέτρα του για να μη ρεζιλευτή. Εγνώριζε
+πως ο παππά Συνέσιος ωμιλούσε συχνά με τον παππά Κρητικό, έναν
+κατεργαρόπαππα της χώρας, που έχωνε τη μύτη του, σαν την όρνιθα, εις
+πολλώ λογιώνε σκύβαλα και που εδιάβαζε τη Σολωμονική στης ανόητες
+γυναίκες και ήταν πολύ ανήσυχος, τόσο περισσότερο, οπού ο γαμπρός ο
+ευκολολύγιστος, όλο ανάβαλλε την ημέρα του γάμου. Η αρρεβωνιστική του
+η Αννέζα είχε και αυτή μεγάλο πείσμα και πολλές φορές τον εξέβρισε,
+χωρατά κι' αλήθεια, ονομάζοντάς τονε άστατο ανεμόμυλο, ενώ εκείνος
+εγελούσε, λέγοντάς της να μένη ήσυχη.
+
+Ως τόσο εγίνηκε γνωστό πως εις του γέρω Μαρούπα το χωριό, θα είνε
+χοιροσφάγια, το βράδυ της Κεριακής που ερχότανε. Τα χοιροσφάγια είνε
+μεγάλο πανηγύρι στους χωριανούς· εκεί συνάζουνται γείτονοι και φίλοι
+και γίνεται ατελείωτο φαγοπότι. Αυτή τη φορά ο Κοντοπάνης είχε αφορμή
+μεγάλη να είνε ανήσυχος· εφοβότανε πως τα χοιροσφάγι' αυτά γίνουντ'
+επίτηδες για να σκεπαστούν εκείνα που ο γέρω Μαρούπας δε θέλει να
+φανούνε και για να μιλήσωμε πιο καθαρά, υποψιάστηκε πως τη βραδειά
+εκείνη μπορεί να έχανε το γαμπρό.
+
+Και ετοιμάστηκε για τη μεγάλη μάχη. Επήρε τα μέτρα του όλα, για να
+ματαιώση, με κάθε τρόπο, την κακή, την άνομη πράξι που υποπτευότανε.
+
+Και για να βεβαιωθή καλλίτερα πως η υποψίες του είνε βάσιμες,
+επαραμόνεψε στο δρόμο οπού φέρνει στο σπίτι του Μαρούπα, και σαν
+άρχισε να σκοτεινιάζη, είδε, σ' ένα μουλάρι απάνω, τον παππά Κρητικό,
+μ' ένα παιδί στα καπούλια, να τραβά κατά το χωριό.
+
+Συγχισμένος και με απόφαση όμως, ήτρεξε στο σπίτι του που τον
+περίμεναν οι φίλοι του. Το γαμπρό τον είχε χαμένο κάμποσες ημέρες
+τώρα και ήταν πολύ θυμωμένος.
+
+Ωστόσο έξω από το σπίτι του γέρω Μαρούπα ήτανε πανηγύρι. Καμμιά
+εικοσαριά χωριανοί, άντρες και γυναίκες, εωρτάζανε τα περίφημα
+χοιροσφάγια, οπού τα περιμένουνε με πολλή ανυπομονησία οι φαγάδες. Το
+αληθινό αυτό της κοιλιάς πανηγύρι, το θρίαμβο αυτό των θεοκοίληδων το
+έχουνε οι χωριανοί όλο το φθινόπωρο, πότε στο ένα σπίτι, πότε στο
+άλλο έως το τέλος. Κακοστομαχιά δε ξέρουν τι θα πη οι σιδερένοι
+άνθρωποι αυτοί και στο τέλος του γλεντιού, σαν να είνε στην αρχή του.
+
+Ο γέρω Μαρούπας εφρόντισε· να γλεντίσουν καλά οι φίλοι του. Αυτοί
+κάθονται άλλοι κατάχαμα, άλλοι σε πέτρες ή σε χοντρόσκαμνα, συντροφιές
+συντροφιές, τριγύρω σε χαμηλούς ταβλάδες έτοιμοι να τιμήσουνε το
+πλουσιοπάροχο δείπνο. Στα πρόχειρα τραπέζια πάνω ήβλεπες
+μαχαιροπήρουνα γερά και σπασμένα, μικρά και μεγάλα, και φλιτζάνια
+καθένα με το χρώμα του και πιάτα βαθειά και απλωτά, καλά και πρόστυχα
+και μερικά μισοσπασμένα, όλ' ανάκατα βαλμένα εδώ κ' εκεί με αμέλεια,
+χωρίς καμμιά τάξι, γιατί εκείνο που δουλεύει στους χωριανούς, είνε η
+παλάμη και τα δάχτυλα. Το χοίρο, ζώο σιτευτό και μεγάλο, μετά το
+σταύρωμα, το σφάξιμο δηλαδή, τον καψάλιασαν, τον έπλυναν, τον έξυσαν
+και τον κρέμασαν σ' ένα πρόχειρο ξύλινο τρίποδο με το κεφάλι κάτω.
+Τον είχαν κάμη άσπρο σαν αυγό και μόνο η μύτη του εμαύριζε, μ' ένα
+κορδόνι στην άκρη από αίμα πηχτό, σαν σκωλαρήκι, το υστερνό του αίμα.
+
+Ύστερα 'δούλεψε το μαχαίρι μέσα κι' όξω και τα κομμάτια τάδωκαν στης
+γυναίκες. Αυτές ανάψανε φωτιά με κληματόβεργες και φρύγανα, έστησαν
+τρία τέσσερα τηγάνια κι' άρχησαν να τηγανίζουν τα σύσερα, τα ορεχτικά
+του χοίρου, κομματάκια από τα εντόσθια, παραγεμισμένα με λίπος και
+σηκότια και μικρά κομμάτια λαρδί· το μαχαίρι έκοφτε, η φωτιά εδούλευε
+και τα πεινασμένα και ανυπόμονα στομάχια ήταν έτοιμα. Και πολύ σωστά·
+το ερεθιστικό τσιτσίρισμα των τηγανιών από το ένα μέρος και από το
+άλλο η μυρωδιά που εχυνότανε γύρω, δυνατή και γαργαλιστική καθώς και
+τα πολλά μπουκάλια του ρετσινάτου, έδιναν μεγάλη ευθυμία στους
+χωριανούς, οπού καθισμένοι, από τρεις τέσσερες, δεν έβλέπανε την ώρα
+να ριχτούνε στο θησαυρό αυτό και να του δώσουν να καταλάβη.
+
+Όλ' αυτά επαρουσίαζαν μίαν εικόνα αρκετά φανταστική. Η χλωμή λάμψι
+που ανάδιναν τα κληματοφρύγανα, με το λυπητερό τους, σαν παράπονο,
+τριζοκόπημα στη φλογισμένη αγκαλιά του φοβερού στοιχείου, ήταν σε
+μιαν άκρη αντίθεσι, με τον βαθυγάλαζο, τον ατελείωτο ουράνιο θόλο με
+τ' αμέτρητα, τα διαμαντένια του άστρα, που με το εξαίσιο,
+τρεμουλιαστό λαμποκόπημά τους, έχυναν την άσβεστη φεγγοβολή τους στο
+χωρικό δείπνο. Ελαμπύριζαν οι αιώνιοι φανοί, σαν να περιγελούσαν την
+άρρωστη, τη θαμπερή ανθρώπινη φωτίτσα, οπού, για μια στιγμή, έρριχνε
+με ορμή τη φλόγα της πολύγλωσση, για να γενή, σε λίγη ώρα, στάχτη και
+καπνός.
+
+
+
+Ο νοικοκύρης, ασπρομάλης μα γερός ακόμα, με τη γιορτερή του φορεσιά,
+σαλβάρια, μάλλινη καινούρια ζώνη, άσπρες κάλτζες, παπούτζια
+πρωτόβαλτα και κόκκινο σκούφο, επαράστεκε στο δείπνο για να
+ευχαριστήση τον κόσμο του. Εφαινότανε γελαστός και χαρούμενος, αν
+όμως κανένας επρόσεχε θα εδιάκρινε κάποια ανησυχία στα κινήματα και
+περισσότερο στα μάτια του τα κατάμαυρα που, κάτω από τα πυκνά του
+φρύδια, εβυθιζόντανε, πότε πότε, στη σκοτεινιά μέσα, σαν να τηνε
+διαπεράσουν.
+
+Οι χωρικοί επέσανε στα φαγιά με λύσσα, χωρίς όμως ν' αφήκουν και την
+κουβέντα. Μερικοί μιλούσαν για της δουλιές τους μεγαλόφωνα, άλλοι
+σιγά ελέγανε τι ετοιμαζότανε στο σπίτι μέσα.
+
+Και αληθινά κάτι τι πολύ τολμηρό ετοιμαζότανε στο σπίτι. Αυτό,
+ανοιχτό στην αρχή, έπειτα εκλείσθηκε και σαν να μην έδινε σημείο πως
+ήταν μέσα του ζωή. Κλειστά τα πορτοπαράθυρα, και μόνο από της
+χαραμάδες εφαινότανε φως. Ο γέρω Μαρούπας, ζωηρός επήγαινε από την
+μίαν άκρη της συντροφιάς στην άλλη κ' έκανε ταραχή για δέκα· εμιλούσ'
+εγελούσ' εφώναζε, θαρρείς το έκαν' επίτηδες· και η συντροφιά όμως δεν
+επήγαινε παρακάτω και ήταν ένα πανδαιμόνιο από φωνές, γέλοια,
+τραγούδια και σφυριματιές. Έκανε ταραχή ο γέρω νοικοκύρης, μα είχε
+και το νου του· πότε πότε έστηνε το γυμνασμένο αυτί του ν' ακούση
+κανένα μακρυνό κρότο ή εβύθιζε το βλέμμα του στο σκότος μέσα για να
+διακρίνη. Και για κάμποση ώρα ήταν ήσυχος. Ησυχία μεγάλη εκρατούσε
+στον κάμπο, όσο μπορούσε ν' ακούση τ' αυτί. Οι χωριανοί όλοι είχαν το
+νου τους στο φαγοπότι και στο ζεύκι τους και θαρρείς δεν τους έμελε
+για τίποτ' άλλο· σαν να μην ήξεραν τι ετοιμαζότανε στο σπίτι. Ένας
+μονάχα, παλληκάρι είκοσι χρονώ δεν ήθελε να ησυχάση και όσο έπινε
+τόσο περισσότερο αγρίευε. Είχε μυριστή τα πράγματα κ' έδειχνε
+μεγαλόφωνα τη δυσαρέσκεια του και το θυμό του. Οι σύντροφοι του με
+κολακίες και γλυκόλογα ζητούσανε να τον κρατούν ήσυχο.
+
+ — Τα σκοτεινά πράμματα δε μ' αρέσουν εμένα· αν είνε γάμος θέλω κ'
+εγώ να ξέρω· εφώναζε δυνατά.
+
+Και εζήτηξε να σηκωθή, μα δυο σύντροφοι, ο ένας δεξιά κι' ο άλλος
+ζερβά, τον βαστάξανε.
+
+ — Μην κάνης σαν παιδί, καϋμένε Στέφανε· ήντα σε κόφτει; ας κάμουν
+ό,τι θένε μέσα· βάλε να πιούμε.
+
+Και του εγέμισε το ποτήρι του.
+
+ — Όχι, εφώναξε με μανία ο Στέφανος. Τα σκοτεινά δε μ' αρέσουνε· το
+σπίτι πρέπει ν' ανοίξη.
+
+Και με όλη του τη δύναμι πέφτει απάνω στον ένα σύντροφο, τον ρίχτει
+κάτω, αναποδογυρίζει το σοφρά με τα φαγιά και τα κρασιά και κινά,
+τρικλίζοντας, κατά το μέρος που ήταν οι γυναίκες. Ο γέρω Μαρούπας
+τρέχει τότε και τον αρπάζει από τη μέση και με πολλά παρακάλια και
+μάτια μου και φως μου, τον ησυχάζει λίγο.
+
+ — Καλά, γέρω Μαρούπα, για το χατήρι σου, μα σα γίνεται γάμος, θέλω
+ν' ακούσω τραούδι.
+
+Ο Μαρούπας είπε στης γυναίκες να τραγουδήσουνε, εκάθισε κοντά τους
+τον ανήσυχο Στέφανο και σε λίγο, στη σιωπή της νυχτιάς αντήχησε ένα
+οξύ και μακρότατο μονόφωνο.
+
+«Ένα τραούδι θενά πω απάνω στο λεμόνι.
+
+«Να ζήσ' η νύφη κι' ο γαμπρός κ' η συντροφιά μας όλη.
+
+«Ένα τραούδι θενά πω απάνω στο κεράσι.
+
+«Να ζήσ' η νύφη κι' ο γαμπρός και να καλογεράση.
+
+Ο Στέφανος, μεθυσμένος, ξαπλώθηκε κατά γης και απολάμβανε.
+
+Άξαφνα ο γέρω Μαρούπας ανησύχυσε· του εφάνηκε ν' άκουσε κάτι σαν
+πάτημα· έτρεξε στην άκρη του χωραφιού. Έστησε τ' αυτί του κ'
+εδιάκρινε τώρα ποδοβολητά να πλησιάζανε ολοένα· και σαν να ήταν
+κάμποσα. Ανησύχησε φοβερά έτρεξε στο σπίτι, εβρόντησε κ' ευθύς η
+πόρτα ανοίχτηκε, εμπήκε μέσα και την εκλείδωσε.
+
+Ας δούμε ως τόσο τι εγινότανε μέσα.
+
+Το σπίτι ήταν χωρισμένο σε δύο μεγάλες κάμαρες, με νωποασβεστωμένο το
+χωματένιο τους πάτωμα. Εις την κάμαρα του βάθους, σε καθήκλες
+παλαιές, ψηλές, από μαύρο σκαλιστό ξύλο, αγορασμένες από κανένα
+ξεπεσμένο αρχοντόσπιτο, κάθουνται η κόρη του Μαρούπα με τα νυφικά
+της, πράσινο μεταξωτό φαυστάνι, βραχιόλια παλαιά μαλαματένια,
+σκουλαρίκια κουκουναριές από μαργαριτάρι και στα χέρια δύο τρία
+δαχτυλίδια μονόπετρα· η μάννα της, γρηά μικροκάμωτη και στεγνή, με
+μάλλινο καινούριο φουστάνι, με μαντήλι κλαδωτό στο λαιμό και όμοιο
+μαύρο μεταξωτό στο κεφάλι. Ο Γιάννης ο Σερέτης φρεσκοξυρισμένος,
+χτενισμένος, με τη φορεσιά του την καινούρια, που την έβανε μόνο στης
+επίσημες ημέρες, με μαύρο μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό, ναυτικά δεμένο
+και με το καλό του φέσι με το ανοιχτόχρωμο, μπιμπιλωμένο μαντήλι
+περίγυρα και η γνωστή μας χήρα, η παχουλή και αφράτη, η συδέκνισσα
+του παππά Συνέσιου με την πιο καλή της φορεσιά.
+
+Στην νοτεινή γωνιά της κάμαρας είνε το νυφικό, απλό ξύλινο κρεββάτι,
+νωποστρωμένο, κάτασπρο, καθαρώτατο, με πολύχρωμο μεταξωτό γαλάζιο
+πάπλωμα, δύο μεγάλα μαξιλάρια χιονάτα με πλατιές δαντέλες στης άκρες,
+και με κουρτίνες και τουρναλέτο, απλά όλα μα κάτασπρα. Το έστρωσε,
+λίγο προτήτερα, ο Σερέτης και τώρα κάθεται αντίκρυ του και το
+καμαρώνει.
+
+Εις τη μέση της κάμαρας, απάνω σε τραπέζι, στρωμένο με άσπρο
+τραπεζομάντηλο, είνε τα στέφανα, καμωμέν' από κληματόβεργες και
+τυλιγμένα με ασπρογάλαζες κορδέλες, δύο λαμπάδες και το ευαγγέλιο.
+
+Τα πρόσωπ' αυτά μιλούσαν ανάμεσό τους, μα με φωνή χαμηλή, ίσως για να
+μη συγχίζουν' εκείνους που είνε στην πρώτη κάμαρα.
+
+Εδώ κάθουνται ο παππά Συνέσιος, ο παππά Κρητικός και ο Κεριάκος, ο
+υποψήφιος γαμπρός. Κάθουνται σ' ένα τραπέζι γύρω, φορτωμένο από φαγιά
+και πιοτά. Η ομιλία τους είνε πολύ σοβαρή.
+
+ — Εκείνα που σου λέου, Κεριάκο, είνε τα καλά και τ' άγια· στην υγειά
+σου.
+
+ — Για να ης, γούμενε,
+
+ — Το λόγο σου τον έχω τόσον καιρό τώρα και δεν ακούω πλιο πρόφασες.
+
+ — Ναι, μα το λόγο μου τον ήδωκα πρώτα του Κοντοπάνη.
+
+ — Δε βαριέσαι, είπεν ο 'γούμενος και στον ίδιο καιρό εγέμισε το
+ποτήρι του γαμπρού, οπού το εκατεβάσε με μιας. — Εγώ σε λυώ από το
+λόγο σου· πας και τους ήφαες τίποτα;
+
+ — Δε σου λέου, είπεν ο Κεριάκος με τραυλή φωνή από το ποτό, μα . . .
+
+ — Δεν έχει μα και ξεμά· όλα είν' έτοιμα, θα πάμε μέσα να
+ξεμπερδεύωμε, να ησυχάσης και συ. Το Φλουρώ έχει καλλίτερα πράματ'
+από την Ανέζα κ' εγώ πάλι ό,τι καλό μπορώ θα σου κάμω.
+
+Και τον εκέρασε πάλι· στο κέρασμα έλαβε μέρος και ο παππά Κρητικός, ο
+οποίος και είπε πολλά του Κεμιάκου, κερνώντας τον λίγο λίγο. Αυτός ο
+καϋμένος είχε δεν είχ' εμέθυσε και μια στιγμή ήδωκε το λόγο του.
+
+ — Δε θέλω να ξέρω τίποτε πλια· εξεμπέρδεψε· το Φλουρώ θα πάρω και δε
+δουλειώ κανεί. . .
+
+Σαν ήκουσαν αυτό ο 'γούμενος και ο παππά Κρητικός, επήραν και οι δυο
+τον Κεριάκο από της μασχάλαις και τον πήγαν στην άλλη κάμαρα. Ο
+'γούμενος ήγνεψε του Σερέτη κι' αυτός εσηκώθη, επήρε τον γαμπρό, που
+ετρίκλιζε, και τον έβαλε στη μέση. Η νύφη έτοιμη εστάθηκε δίπλα του·
+ο Κεριάκος σαν την είδε, της έπιασε το χέρι και της είπε με φωνή
+μεθυσμένου και μ' ένα κουτοχαμόγελο.
+
+ — Όποιος θέλει τώρα, ας έρθη να σε παρ' απ' το χέρι μου.
+
+Ως τόσ' ο παππά Κρητικός εντύθηκε γρήγορα γρήγορα, έκαμε νόημα του
+Σερέτη να βαστά τον γαμπρό από πίσω, επλησίασε το τραπέζι που ήταν το
+βαγγέλιο, άναψε της λαμπάδες κ' έδωκε μια του παππά Συνέσιου και μια
+του Σερέτη και άρχησε το διάβασμα. Η νοικοκυρά εστεκότανε δίπλα στην
+κόρη της κ' εσταυροκοπιότανε αδιάκοπα.
+
+Μόλις όμως ο παππάς εδιάβασε της πρώταις ευχές, οπού εχτύπησαν δυνατά
+την πόρτα. Η γρηά έτρεξε, άνοιξε κ' εμπήκε μέσα ο άνδρας της, οπού
+αφού εκλείδωσε, τους είπε να κάμουν γρήγορα, γιατί εφοβότανε πως
+κάποιος ερχότανε, όχι με καλό σκοπό. Τον είχε κυριευμέν' ο φόβος. . .
+
+Όξω εξακολουθούσε το ζεύκι και μέσα ο παππάς επροχωρούσε στο
+διάβασμα. Είχε κοντοτελειώσει της ευχές του αρραβώνα όταν ακούσθηκε
+χτύπημα στην πόρτα σαν βροντή και κατόπι άλλο και άλλο και μια φωνή
+«εν ονόματι του νόμου.»
+
+Με φόβο και τρόμο εκύτταξε ο ένας τον άλλονε, όταν ο παππάς Συνέσιος
+επλησίασε την πόρτα και την άνοιξε.
+
+Ευθύς εμπήκαν με ορμή πρώτος ο δήμαρχος της χώρας, ο ειρηνοδίκης
+δεύτερος, ύστερα ο γέρω Κοντοπάνης και δύο άλλοι χωραΐτες, εμπήκαν
+ίσια στην κάμαρα μέσα.
+
+Η ανέλπιστη και ορμητική εισβολή αυτή έκαμαν τους ανθρώπους του
+σπιτιού να τα χάσουν· ο ένοχος είνε φοβισμένος πάντα. Η νύφη εζάρωσε
+στη γωνιά, ο γαμπρός, σαν είδε τον Κοντοπάνη, έπεσε απάνω σε μια
+καρέγκλα κ' έρριξε το κεφάλι κάτω. Ο παππά Συνέσιος επροχώρησε για να
+μιλήση, μα τον αποπήρε ο δήμαρχος με δυνατή φωνή.
+
+ — Τι τέχνες είν' αυτές που κάνετε;
+
+ — Δεν είνε τέχνες, είπεν ο γούμενος· είνε γάμος!
+
+ — Θα το ιδούμε τώρα.
+
+Ο παππά Κρητικός εζήτηξε να γλυστρήση να φύγη, μα του έφραξε το δρόμο
+ο ειρηνοδίκης — Στάσου, παππά, να μάθωμε την αλήθεια, είπε.
+
+Τότ' επροχώρησε ο γέρω Μουρούπας.
+
+ — Κύριε δήμαρχε, είπε, δεν καταλαβαίνω τι θέτε να κάμετε; πώς μαθές,
+ληστάδες είμεστα, ή φονιάδες; Δεν έχω μαθές δικαίωμα να παντρέψω τη
+θυατέρα μου; Στα τίμια πράματα δεν έχω κανεί ανάγκη!
+
+Και τα λεγε αυτά θυμωμένος, με πολλή αγανάχτησι.
+
+ — Ίσια ίσια γέρω Μαρούπα, που δεν είνε τα πράματα τίμια! Είπεν ο
+δήμαρχος· ο Κεριάκος είν' αρρεβωνιασμένος καιρό τώρα, με την κόρη του
+Κοντοπάνη κ' εσείς τον επήρατε, τον εμεθύσετε για να τονε παντρέψετε
+με το ζόρι!
+
+ — Ψώματα! εφώναξε ο Μαρούπας.
+
+ — Πιο ήσυχα, γέρω, είπε τότε ο ειρηνοδίκης· η αλήθεια θα φανή ευθύς
+και καθένας θα βρη το δίκηο του.
+
+Και επλησίασε τον γαμπρό.
+
+ — Σήκω απάνω, Κεριάκο! του είπε, ο γαμπρός εσηκώθη με δυσκολία· ήταν
+ελεεινός από το μεθύσι· πριν όμως προφτάση να τον ρωτήξη η αρχή, τον
+επλησίασεν ο Κοντοπάνης.
+
+ — Μπρε Κεριάκο, του λέει δυνατά και θυμωμένα. Εσεδά κάνουνε οι
+τίμιοι άνθρωποι; Αρρεβωνιαζόνται και ύστερα πέρνουνε άλλες;
+
+ — Μα το θεό, ετραύλισεν ο Κεριάκος· δεν ηξέρω τίβοτα. Μ' εμεθύσανε
+. . . τάχασα . . . ξέρω γω ίντα κάνουνε; Να ο 'γούμενος, μα το θεό εγώ
+δεν ειξέρω, δε φταίω, εγώ δεν ήθελα . . . εγώ . . .
+
+Και κάμνοντας για να φύγη, ξαπλώνεται μακρός πλατύς στο πάτωμα.
+
+Ο Δήμαρχος εστράφηκε τότε στο 'γούμενο και του έκαμε παρατήρησες και
+παράπονα. Αυτός τα ήκουσε με μεγάλη απάθεια, είπε πως δε φταίει
+καθόλου κ' επρόσθεσε δείχνοντας τον γαμπρό που τον είχανε σηκώση.
+— Όποιος ανακατεύεται με τα πίτερα, τον τρώνε η όρνιθες. Ο Μαρούπας
+εφώναζε κι' αυτός πως δεν είνε πράματ' αυτά να μπένουνε με το ζόρι
+στα σπίτια και να μποδίζουνε τσοι γάμοι. Τότε η Αρχή εθύμωσε κ'
+εμάλωσε δυνατά το γέρο Μαρούπα πως εζήτηξε με το ζόρι να στεφανώση
+τον Κεριάκο, καθώς και ο ίδιος τ' ωμολόγησε, έκαμαν ένα πραχτικό που
+το υπόγραψαν και μάρτυρες κ' έφυγαν μαζή με τον παππά Κρητικό οπού σ'
+όλο το δρόμο εδιαμαρτυρότανε πως δε φταίει καθόλου.
+
+Μόν' ο Γιάννης ο Σερέτης στην αρχή της ταραχής εγίνηκε άφαντος, καθώς
+εγίνηκαν άφαντοι και όλοι οι χωριανοί απ' όξω, από φόβο μη βρουν τον
+μπελάτους.
+
+Έκαμε πολύ κρότο το ασυνείθιστο σκάνδαλο και όλα τα ριξαν απάνω στον
+παππά Συνέσιο, γιατί ο Κεριάκος την άλλη μέρα, ξεμέθυστος, τα
+εφανέρωσαν όλα στο σπίτι του Κοντοπάνη, που δεν τον άφηκε πλιο να
+εύγη από μέσα.
+
+Με την αφορμή αυτής της ιστορίας, καθώς και της άλλης του
+λαθρεμπορίου, που την εφανέρωσεν ο στρατιώτης, που είδε τα φορτωμένα
+μουλάρια, οι εχθροί του παππά Συνέσιου τον εκατάγγειλαν, αυτός όμως,
+χωρίς να περιμένη, εσηκώθη μια νύχτα, επήρε τα ρούχα του πλυμένα κι'
+άπλυτα και μαζή με τη μάννα του, έφυγε και από τη Μονή και από τον
+τόπο.
+
+Τρεις μήνες αργώτερα, μια πρωινή, στον αυλόγυρο της Μονής,
+επαρουσιάσθη με το φτωχικό του κομπόδεμα, ο Άνθιμος, ο καλόγερος.
+
+ — Καλό στο χελιδόνι που μας ήφερε πάλι την άνοιξη· τον εχαιρέτισε ο
+παππά Κύριλλος.
+
+ — Αμήν! είπεν ο Άνθιμος.
+
+Ο δε παππά Φίλιππος, οπού εγνώριζε καλά τα πρόσωπα και τα πράματα και
+πως γίνονται μεγάλες ενέργειες για να γυρίση πίσω ο παππά Συνέσιος,
+παρών στην ομιλί' αυτή, εκίνησε μελαγχολικά το κεφάλι του.
+
+
+
+ΚΙΡΚΗ
+
+
+
+ΕΙΧΕΝ ήδη αποναρκωθή από μέθην, όχι από την βραχείαν μέθην την εκ του
+οίνου, αλλ' από την άλλην την διαρκή, την πολύ φοβερωτέραν, από την
+μέθην την εκνευρίζουσαν, την παραλύουσαν, την εξουδενούσαν. Είχε
+φθάση εις το σημείον εκείνο, καθ' ό ο εσωτερικός του άνθρωπου κόσμος
+αρχίζει ν' αποσυντίθεται, να καταρρέη εις συντρίμματα, όπου μία αχλύς
+σκεπάζει την διάνοιαν και την σκοτίζει, δεσμεύει τας ψυχικάς δυνάμεις
+όλας και καθιστά τον άνθρωπον δούλον του περιβάλλοντος, ανίκανον να
+συλλάβη μίαν ιδέαν εκτός αυτού, αυτόματον το οποίον κινεί κατά
+βούλησιν μία δύναμις, εις ην δεν ισχύει ν' αντιστή και εις την οποίαν
+υπακούει με την τυφλήν απάθειαν μηχανής, αλλά συγχρόνως και με την
+ανέκφραστον χαράν διψασμένου μεθύσου, εις τον οποίον δεικνύουν
+ποτήριον χρυσίζοντος οίνου . . .
+
+Ήτο μία δύναμις μαγική, δύναμις Κίρκης γοητευτικώς ολεθρίας . . . εις
+ην υπήκουε με φρικιάσεις χαράς δαιμονιώδους, υπερανθρώπου . . . .
+
+Κλοιός μαγικός, ο κλοιός της αγάπης . . .
+
+Αγάπης σατανικής . . . .
+
+Είχεν ενίοτε και φωτεινά διαλείμματα, αφυπνίσεις συντόμους, οπότε
+ανεπόλει με πόνον την θέσιν του εκείνην, την προ της ηθικής του
+εξουδενώσεως . . .
+
+Οποία διαφορά! χάσμα μέγα, ολόκληρος άβυσσος τον χωρίζει από της
+εποχής εκείνης, από της καταστάσεως της ρωστικής, της ζωογόνου, της
+ηρέμου, της άνευ ψυχοφθόρων ονείρων. . . .
+
+Δεν εγνώριζεν ακόμη και ήτο ευτυχής. Νεανίας άδολος, πλήρης σωματικής
+υγείας και ρώμης ηθικής, μόνην ευτυχίαν του είχε την εργασίαν, την
+εις το καθήκον προσήλωσιν. Και ήτο υπόδειγμα τιμής, δραστηριότητος,
+τάξεως. Εις τους συναδέλφους και συνεργάτας ενέπνεεν εκτίμησιν,
+θαυμασμόν ή φθόνον . . . .. Εις Φιλικούς κύκλους επρώτευε. Την φιλίαν
+του εζήτει έκαστος· και τον εθώπευον και τον ετίμων.
+
+Και εις αυτόν τον έρωτα εφαίνετο αδιάφορος, ότε, αίφνης, συνηντήθη μ'
+εκείνην . . . την Κίρκην . . .
+
+Οι περιπατηταί την ενθυμούνται, αλλά δεν εγνώσθη τις την ωνόμασεν
+ούτω.
+
+Ήτο ανοίξεως ημέρα ότε το πρώτον την είδε.
+
+Όλα τριγύρω εμειδίων, εψιθύριζον, έψαλλον. Ήστραπτον εδώ κι' εκεί των
+λιμνών τα νερά· έν αίσθημα γαλήνιον, φωτεινόν, συνήρπαζε την ψυχήν . . .
+
+Τότε την είδε πρώτη φοράν.
+
+Ανάστημα θεάς, κόμη εις εβενώδεις βοστρύχους, οφθαλμοί μαγίσσης
+μελανόφαιοι, με πρασινοπάς αποχρώσεις, μακροί δε ως ο ιτών
+Αιγυπτιακών θεοτήτων, δειλοί ενίοτε κ' εξακοντίζοντες αστραπάς έστιν
+ότε.
+
+Εκείνος επλησίασεν, εμαγεύθη . . .
+
+Η Κίρκη ανέγνωσεν εις τα βάθη της ψυχής του και του εξηκόντισεν έν
+βλέμμα . . . εκ των βλεμμάτων εκείνων, τα οποία συγκλονίζουν, τα
+οποί' ανατρέπουν μίαν ύπαρξιν, . .
+
+Και η υποδούλωσις εγένετο τελεία.
+
+Εβλέποντο καθ' εκάστην. Εκείνος, ως διψώσα έλαφος, την ηκολούθει και
+η δίψα, αντί να κατευνάζεται, επετείνετο·
+
+Την υπέθαλπον οι τρόποι και της μαγίσσης το βλέμμα . . .
+
+Και η τάξις η παραδειγματική εχαλαρούτο· ελησμονούντο αι έξεις αι
+πολυχρόνιοι, εξερριζώνοντο, εποδοπατούντο . . .
+
+Ο άνθρωπος μεταβάλλετο άρδην!
+
+Το μαρτύριον παρετείνετο, ότε — ιδιοτροπία Κίρκης — ωσάν να εκάμφθη
+εκείνη αίφνης, ωσάν να συνεπόνεσε . . . και τότε, έξαλλος αυτός, τη
+εξωμολογήθη με γλώσσαν πυρίνην! Εξερρίζωσε τα σπλάγχνα του και τη τα
+παρουσίασεν ασπαίροντα, πληγωμένα, εις την τρέμουσαν παλάμην του
+. . . .
+
+Και εις μίαν στιγμήν φρενίτιδος, εξάψεως υπερτάτης, ηνώθησαν.
+
+***
+
+Το επίβουλον χάρμα ηπλώθη περί αυτόν, η μαγική άλυσσις συνεσφίγχθη.
+Εκείνη, η Κίρκη, μεγαλοπρεπής ως θεά, τον έχει διαρκώς υπό το βλέμμα
+της· και το υφίστατ' εκείνος με την αγαλλίασιν παράφρονος . . . .
+
+Είν' ευτυχής, πλέων εις ωκεανόν εξουδενώσεως . . .
+
+ — Θέλω! λέγει η Κίρκη.
+
+ — Ό,τι θέλεις, απαντά εκείνος.
+
+Η Κίρκη έχει ορέξεις καταστρεπτικάς, ορέξεις λυκαίνης! έχει δίψαν
+διαρκή, ακόρεστον . . .
+
+Και υπό την μαγγανείαν των σατανικών της βλεμμάτων σύρετ' εκείνος
+άνευ θελήσεως ιδίας, ράκος ελεεινόν, ανεμώλιον . . .
+
+Και τρέχει τον κατήφορον με χαράν έξαλλον . . .
+
+Ευλαβώς εκτελούνται αι τερατώδεις ιδιοτροπίαι της Κίρκης.
+
+Και το καθήκον ολονέν λησμονείται και η άβυσσος μικρόν κατά μικρόν
+εγγίζει.
+
+Εις τα σπάνια φωτεινά διαλείμματα, εργάζεται πυρετωδώς. Εις τον
+κατήφορον, ως εξ ενστίκτου, κρατείται από προστυγχάνοντας θάμνους,
+από ασθενή ξηρόχορτα . . . Εργάζεται μέ τινα μανίαν και οι
+συνάδελφοι αναγνωρίζουν τότε τότε τον συνεργάτην των παλαιών ημερών,
+τον ακάματον, τον τίμιον. Αλλά τα φωτεινά διαλείμματα είνε σπάνια και
+σύντομα, ο δε φθόνος αισθανόμενος την προσεχή πτώσιν του δούλου,
+προβάλλει το ωχρόν πρόσωπόν του, ετοιμαζόμενος ν' ανακαγχάση. Αι
+χείρες του θύματος εξασθενούν οσημέραι. Οι θάμνοι και τα ξηρόχορτα —
+ελπίδες φρούδαι — δεν τον κρατούσι πλέον . . .
+
+***
+
+Δεν έπασχε μόνον ηθικήν, αλλά και σωματικήν κάρωσιν, ως κατόπιν
+κοπώσεως υπερτάτης. Και ήσαν σχεδόν ηδονικαί αι στιγμαί αυταί. Μίαν
+πρωίαν ήτο μόνος και εν στιγμή διανοητικής προσηλώσεως εις τ'
+αντικείμενα εκείνα, όπου ήσαν η αφορμή ευδαιμονίας συγχρόνως και
+μαρτυρίου, ωσάν ν' απεκοιμήθη και ωσάν να ηνοίχθησαν προ των
+εκπλήκτων ομμάτων του ορίζοντες νέοι, μαγικοί, εις αυτόν άγνωστοι έως
+τότε. Και παρήλασε προ αυτού, ως εν καλειδοσκοπίω, κόσμος ολόκληρος,
+φανταστικός . . . θάλασσα μαγική, κατάλευκος, ασάλευτος, ωσάν από
+μάρμαρον, ηπλούτο εις απέραντον διάστημα και αυτός, επιβαίνων μικρού
+μονοξύλου, έτρεχε, με ταχύτητα πτηνού, επί της ακυμάντου επιφανείας,
+ωσάν δύναμις υπερφυσική να ώθει το ακάτιον . . . Αίφνης η λεία
+επιφάνεια ερρυτιδούτο . . . μία στιγμή ακόμη και μετεβάλλετο εις
+κύματ' αφρισμένα, οργίλα, ορμητικά, υπερύψηλα και το ακάτιον
+ανετρέπετο, εσφενδονίζετ' ως πτερόν εις άξενον παραλίαν, αυτός δε,
+ναυαγός οικτρός, εκυλίετο επί της άμμου εξησθενημένος, ενώ η σκηνή
+μετεβάλλετο . . . Και του εφαίνετο ώρα ως να εισήρχετο εντός δάσους
+καταπύκνου, ζοφερού, μυστηριώδους, με γιγάντεια δένδρα, με καμμίαν,
+ουδέ την ελαχίστην, ακτίνα φωτός . . . Και ενώ εβάδιζε με αγωνίαν,
+ζητών διέξοδον, ο λαβύρινθος δεν μετεβάλλετο, εις τον αυτόν δε κύκλον
+συστρεφόμενος άπελπις και πίπτων από κόπωσιν, επειράτο να κραυγάση
+και αφυπνίζετο έντρομος και περίρρυτος από ιδρώτα . . .
+
+***
+
+Είχε φθάση εις το απροχώρητον.
+
+Τα πάντα είχον παραδοθή, θυσιασθή, εις την απληστίαν της Κίρκης, της
+οποίας η δίψα ήτο αναλλοιώτως ακμαία!
+
+ — Θέλω! έλεγεν η Κίρκη.
+
+ — Οίκτον! εψιθύριζε το θύμα· τίποτε δεν απέμεινε πλέον . . .
+
+ — Μένω εγώ!
+
+Και το άτονον βλέμμα του θύματος εζωογονήθη.
+
+ — Ναι, εψιθύρισε· πρόσταξε!
+
+Εκείνη διετύπωσε την θέλησίν της, θέλησιν Αρπυίας!
+
+ — Μόνον η τιμή μένει ακόμη· είπεν εκείνος.
+
+ — Την θέλω, αν μ' αγαπάς . . .
+
+Και τον περιεπτύχθη παράφορος, με σκιρτήματα πάθους αγρίου!
+
+Προς στιγμήν, ως να ήθελε ν' αποτινάξη την νάρκην, ήτις του εδέσμευε
+την ασθενή διάνοιαν, ωσάν προς στιγμήν, ν' ανένηψεν εκ της μέθης,
+ωσάν να διέκρινε την ανταύγειαν φωτός σωτηρίου . . .
+
+ — Την τιμήν, άφησέ μου την τιμήν, είπεν ικετεύων. Ψυχρά, παγετώδης
+τον ητένισε.
+
+Εκείνος έκλινε την κεφαλήν ανίσχυρος.
+
+Η Κίρκη έκυψε και του εθέρμανε το πρόσωπον με την πνοήν της την
+αποπνέουσαν μύρα και δηλητήριον . . .
+
+ — Αλλά τότε φροντίζω εγώ μόνη· έχω τον τρόπον· δεν τον γνωρίζεις;
+Εις έν νεύμα μου μόνον . . .
+
+Του εψιθύρισε με την μαγευτικώς γλυκείαν φωνήν της.
+
+Εκείνος έπεσεν εξουθενημένος, ενώ εκείνη απεσύρετο βεβαία περί της
+νίκης της.
+
+***
+
+Δεν εσκέπτετο πλέον· εφέρετο προς το χάος με κλειστούς οφθαλμούς.
+Εποδοπάτησε την τιμήν επανειλημμένως. Θρασυνόμενος βαθμηδόν, απέφευγε
+πάσαν προφύλαξιν. Και η ολεθρία στιγμή δεν εβράδυνε να φθάση . , .
+Στιγμή, καθ' ην η Αρχή εγνώρισε φανερά και την πράξιν και τον ένοχον
+. . .
+
+Το σκάνδαλον ήτο μέγα, ανήκουστον. Ο Α . . . κατηγορείτο επί
+υπεξαιρέσει χρημάτων του Δημοσίου!
+
+Και η κατηγορία απεδείχθη!
+
+Οι φίλοι έφριξαν· οι εχθροί εσκίρτησαν εξ αγαλλιάσεως.
+
+ — Εκεί και αυτός! ο τίμιος! ο ανεπίληπτος!
+
+Ο δράστης εκρύπτετο και η εξουσία, αμείλικτος, απαθής, εξεβίασε το
+άσυλόν του. Τη εχρειάζετο ο ένοχος προς ικανοποίησιν της υβρισθείσης
+δικαιοσύνης.
+
+Και τον εύρε τον ένοχον εις τον κοιτώνα του . . . επί της κλίνης του
+. . . με μίαν σφαίραν εις το κρανίον και με κάτι ωσάν μειδίαμα επί
+των ωχρών του χειλέων.
+
+***
+
+Η δε Κίρκη;
+
+Τις δεν την είδε; τις δεν την βλέπει; Με ανάστημα θεάς, με τους
+εβενώδεις βοστρύχους, γαλακτώδης εντός των μαύρων της πέπλων, με το
+βλέμμα δειλόν ενίοτε, αλλ' εξακοντίζον αστραπάς έστιν ότε, απαθής
+περιέρχεται . . .
+
+Ωσάν να ζητή κάποιον . . .
+
+
+
+ΑΝΤΩΝΕΛΛΟΣ
+
+
+
+Την εσπέραν εκείνην ήτο η σειρά του ιατρού να μας διηγηθή την
+ιστορίαν, την οποίαν τοσάκις μας είχεν υποσχεθή και την οποίαν
+ανυπομόνως ανεμέναμεν. Και ήρχισεν ως εξής.
+
+«Μία, και αυτή από τας εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας μου· μία από
+τας αναμνήσεις, οπού αποτυπόνονται βαθειά εις το μνημονικόν του
+ανθρώπου και οπού δεν εξαλείφονται και χίλια χρόνια αν ήθελε ζήση
+ένας. Όλαι της πολυκυμάντου ζωής αι περιπέτειαι, πίκρες και βάσανα,
+είτε χαραί και οδύναι, φωτιά και λαύρα, είτε δροσιά ουρανόσταλτη,
+κανέν' απ' αυτά, ούτε όλα μαζή δεν ημπορούν να σβύσουν από την μνήμην
+σου, όσα η θεϊκή σμίλη μια φορά ενεχάραξε.
+
+Και με πόσην χαράν, με τι λαχτάρα επιστρέφει ένας εις τα παιδικά
+εκείνα ενθυμήματα, οπού θαρρείς ότι χύνουν νέαν ζωήν εις τας φλέβας
+σου, με ποίον άγιον πόθον αναδιφεί νοερώς τας σελίδας του αφθάρτου
+βιβλίου, οπού λέγεται μνήμη . . .
+
+Ο γέρω Αντωνέλλος είνε μία από τας αναμνήσεις αυτάς τας πλέον
+γλυκείας, τας πλέον παρηγόρους. Είνε από εκείνους τους μικρούς
+ανθρώπους, τους αγνώστους τους αφανείς· τον οποίον όμως δεν θα
+εδίσταζε, νομίζω, ένας να ονομάση και ήρωα! Τουλάχιστον εις εμέ
+τοιούτος παρουσιάζεται και ελπίζω, μετά την διήγησιν, να με
+δικαιώσετε.»
+
+Και ο ιατρός εξηκολούθησε.
+
+«Τα σπήτια μας ήσαν κατάντικρυ, και κάθε πρωί, μετά τον ύπνο, το
+πρώτον πρόσωπον όπου έβλεπα ήτο ο γέρω Αντωνέλλος. Θα ήμην δέκα
+δώδεκα ετών παιδί, εκείνος δε υποθέτω, γέρος εβδομηντάρης. Υψηλός,
+ολίγον κυρτός, με μουστάκια και φρύδια πυκνά, με γλυκά όμως, μαύρα
+μάτια, όπου θαρρείς πως εγελούσαν, κατ' αντίθεσιν προς την τραχύτητα
+των λοιπών του προσώπου του χαρακτηριστικών.
+
+Μου έκαμνε μεγάλην εντύπωσιν η ενεργητικότης του· ήτο αιωνίως εις
+κίνησιν, άπαξ μόνον της ημέρας εκάθητο ν' ανασάνη, εις το κατώφλιον
+της εξώθυρας, έως ένα τέταρτον της ώρας. Και πάντοτ' ενθυμούμαι την
+ώραν εκείνην την αδελφήν του να κάθεται εις τον καναπέ και να πλέκη:
+Και τον Αντωνέλλον να ρίπτη μια ματιά εις τον δρόμον και μια εις την
+αδελφήν του, ενώ εκρατούσε πάντοτε μια μικρή αξίνη, ή κανένα
+χονδροψάλλιδο με το οποίον εκαθάριζε τα δένδρα του κήπου των. Επειδή
+το σπίτι των απ' οπίσω είχεν ένα κήπον αρκετά εκτεταμένον, οπού και
+δι' αυτό ωνομάσθη, ολίγον πτωχαλαζωνικώς, να ειπούμε την αλήθειαν,
+«Μεγάλος Κήπος». Το ψαλλίδι και ο Αντωνέλλος ήσαν αχώριστοι. Και όταν
+εκάθητο, το εκρατούσε προτεταμένον και ανοικτόν, ωσάν να του έλεγε. —
+Ησύχασε και θα σε μεταχειρισθώ γρήγορα δε θα σ' αφήκω να
+στενοχωρηθής.
+
+Σχεδόν όλην την ημέραν ο Αντωνέλλος την εξώδευε εις το περιβόλι μέσα·
+το αγαπούσε με πάθος, σαν να ήτο ερωμένη. Να σκάπτη, να καθαρίζη, να
+κλαδεύη, να ποτίζη, ήτο η μόνη του ενασχόλησις· και όλ' αυτά μόνος, ή
+σχεδόν μόνος, διότι βοηθόν είχε μόνον διά την πιο χονδρήν εργασίαν.
+Τον εμάλωνε συχνά η αδελφή του, γιατί να κουράζεται τόσον, αλλά δεν
+την άκουε, την εμάλωνε δε και αυτός με την στερεότυπον φράσιν του. —
+«γύρευε τη δουλειά σου» την οποίαν της έρριπτε, θαρρείς, θυμωμένα,
+ενώ τα μάτια του εγελούσαν· ήτο μία ειρηνική λογομαχία, η οποία
+εγαργάλιζε θωπευτικά την ακοήν, αντί να την ενοχλή.
+
+ — Φθάνει σε, πλιό· έλα να καθήσης, να ξεκουραστής, (εκείνη).
+
+ — Γύρευε, τη δουλειά σου, (εκείνος) κ' επροσπαθούσε να κάμη την
+φωνήν του όσον το δυνατόν βαρυτέραν. Το «καυγαδάκι» αυτό τόσον το
+είχα συνειθίση, οπού το επερίμενα, διότι, όσον μικρός και αν ήμην,
+ησθανόμην ότι αι επιπληκτικαί λέξεις εκείναι, ήσαν κάθε άλλο, παρά
+λέξεις θυμού.
+
+Και πράγματι, όταν κατόπιν έμαθα την ιστορίαν του, είδα τι άνθρωπος
+ήτο ο γέρω Αντωνέλλος, το αεικίνητον αυτό μυρμήκι και τον εζήλευσα.
+
+***
+
+Ήτο δεκαπέντε ετών ο Αντωνέλλος όταν εγεννήθη η Μπέλλα η αδελφή του,
+όταν δε ολίγον κατόπιν απέθαναν οι γονείς των, αυτός ήτο διά την
+μικράν και πατέρας και μητέρα και αδελφός, τόσον οπού η χαδεμένη η
+μικρούλα δεν εννόησε καμμίαν στέρησιν. Η αγκάλη του Αντωνέλλου ήτο το
+παν δι' αυτήν· καταφύγιον πολύτιμον, λιμήν κλειστός απ' όλα τα μέρη,
+απρόσιτος εις τους ανέμους, ασφάλεια τελεία! Ο κόσμος αν εχαλούσε, η
+Μπέλλα εκοιμάτο εις την αδελφικήν αγκάλην ατάραχος· μέσα εις αυτήν
+ανετράφη.
+
+Από τα παιδικά του ο Αντωνέλλος ήτο δακτυλοδεικτούμενος διά τας
+πολλάς του χάριτας. Αγαθός, ήσυχος, ενεργητικώτατος, εβοηθούσε τον
+πατέρα του, κατόπιν τους πλοιάρχους του εις την θάλασσαν και δεν
+άργησε να γείνη περιζήτητος, ονομαστός. Όλοι τον ήθελαν ως βοηθόν, ως
+δεύτερον πλοίαρχον, αυτός όμως κατέληξεν εις το πλοίον του
+Καραγιάννη, νέου πλοιάρχου, με τον οποίον συνεδέθη με τους αρρήκτους
+δεσμούς φιλίας πραγματικής. Ο Αντωνέλλος ήτο η ψυχή του πλοίου.
+Ακαταπόνητος, αυστηρός, αλλά δίκαιος, μόνον τους οκνηρούς
+απεστρέφετο.
+
+Νεότητα ο Αντωνέλλος δεν είχε γνωρίση· παρήλθε δι' αυτόν χωρίς σχεδόν
+να το καταλάβη. Η μόνη αγάπη, το πάθος μάλλον το οποίον εφαίνετο να
+τον κατέχη ολόκληρον, ήτο η προς την αδελφήν του αφ' ενός, και η προς
+το καράβι του αφ' ετέρου, θερμή, ολόψυχος προσκόλλησίς του. Είχαν να
+κάμουν όλοι με τον μοναδικόν αυτόν χαρακτήρα. — Τι διάβολο! έλεγαν
+μάρμαρο είν' αυτός ο άνθρωπος! Διότι δεν τον είδαν ποτέ να γλεντίση
+και αυτός, σαν νέος, δεν ενθυμείτο να τον είδε κανείς ποτέ να γελάση!
+Η Μπέλλα η αδελφή του και το καράβι ήσαν τα μόνα του ιδανικά, η μόνη
+του χαρά, ο κόσμος όλος! Και η αδελφή του όμως δεν τον αγαπούσε
+ολιγώτερον και σήμερον ενθυμούνται την μικράν Μπέλλαν, όταν ο αδελφός
+έλειπε στα ξένα, να καταβαίνη εις το παράλιον με καμμιάν φιληνάδα της
+και εις την άμμον επάνω, ή επί βράχου, να τραγουδή, όταν έβλεπε
+καράβι να διαβαίνη.
+
+ «Καράβι καραβάκι που πας γιαλό γιαλό,
+ «τον αδελφό μου φέρε, φέρτον με το καλό.
+ «Καράβι καραβάκι, που σκίζεις τα νερά,
+ «τον αδερφό μου φέρε, τη μόνη μου χαρά!
+
+Τον έλεγαν αγέλαστον, παράξενον, κακόν μάλιστα, ενώ ήτο ο καλλίτερος
+των ανθρώπων. Ποσάκις το εξωτερικόν δεν απατά! Και συχνά συμβαίνει,
+εύχαρις, λεία, γελαστή επιφάνεια, να κρύπτη θυέλλας παθών εις το
+βάθος, και τ' ανάπαλιν, εξωτερικόν αυστηρόν, στρυφνόν, σκαιόν, αν
+θέλετε, να καλύπτη αρετάς πολυτίμους, τας οποίας να φυλάττη
+ζηλοτύπως, ως ο φιλάργυρος τους θησαυρούς του, ωσάν από φόβον μην
+αποκαλυφθούν και τας ιδή ο κόσμος, όστις συνήθως κρίνει από την
+επιφάνειαν, επιπολαίως, στεφανώνων ή στιγματίζων αδιακρίτως και με
+σκληρότητα ενίοτε, ης δεν φαίνεται έχων συνείδησιν. Και . . .
+
+Ο ιατρός είχεν όρεξιν να συνεχίση τας φιλοσοφικάς του σκέψεις, αλλά
+τον επανεφέραμεν εις την τάξιν διά βοής γενικής και εξηκολούθησε την
+διήγησιν, ως εν παρενθέσει, καλλύνας αυτήν, με το εξής συγκινητικόν
+επεισόδιον.
+
+«Τον έλεγαν βαρύν και σχεδόν αναίσθητον και όμως πολλοί είνε μάρτυρες
+του ηρωισμού και της αυταπαρνήσεώς του. Ενθυμούνται, είχε πιάση φωτιά
+το καμάρι ενός σπιτιού στα Ματογιάνια. Κόσμος πολύς είχε συναχθή από
+κάτω, μεταξύ δε και μερικοί άνδρες, και όλοι έβλεπον με αγωνίαν τας
+προόδους της πυρκαϊάς χωρίς να κινώνται. Γλώσσαι πυρός απειλητικαί
+εξήρχοντο από το μόνον παράθυρον του καιομένου δωματίου και αφού
+κατέφαγαν τους παραστάτας, οπού ετριζοκοπούσαν απαίσια, εγλυστρούσαν
+επάνω εις το ασβεστόχρισμα των τοίχων, ζητούσαι νέαν τροφήν. Φωναί
+φρίκης οξύταται, σπαρακτικαί επάγωναν το αίμα εις τας φλέβας των
+θεατών, αδυνατούντων να δώσουν χείρα βοηθείας οιασδήποτε. Αι
+απελπιστικαί φωναί ήσαν της οικοκυράς, νέας ορφανής, ήτις έβλεπε την
+ζωήν της απειλουμένην από τον φρικτώτερον των θανάτων. Έβλεπε ο
+κόσμος και ηγωνία, ότε από το πλήθος αποσπάται ρωμαλέος άνδρας, ορμά
+επί της πέτρινης κλίμακος, την διασκελίζει, εισέρχεται εις την οικίαν
+και διά της ξυλίνης κλίμακος, ήτις έφερεν εις το άνω πάτωμα,
+αναβαίνει ταχύς, μέσα εις τας φλόγας και χωρίς διόλου ν' αναμετρήση
+τον κίνδυνον, εμβαίνει εις το δωμάτιον, αρπάζει την νέαν έξαλλον εκ
+φρίκης, εις τους στιβαρούς του βραχίονας και διά της ιδίας κλίμακος,
+καιομένης ήδη και απειλούσης να καταπέση, κατέρχεται τρέχων με το
+φορτίον του, το οποίον εναποθέτει ημιλιπόθυμον εις τας αγκάλας ομίλου
+γυναικών εν τω μέσω θρήνων και κραύγει και φεύγει τρέχων. Ήτο ο
+Αντωνέλλος ο αμίλητος, ο αγέλαστος. Τα χέρια του, τα μαλλιά του και
+τα φρύδια του είχαν υποφέρη αρκετά. Η νέα εκείνη διηγείτο συχνά το
+ανδραγάθημα του Αντωνέλλου, τον οποίον εθεωρούσε σωτήρα της. Με
+πραγματικάς λοιπόν προικισμένος αρετάς και χωρίς ελαττώματα, ήτο
+περιζήτητος γαμβρός. Αυτήν την ιδέαν είχαν πολλαί μητέρες και
+περισσότεραι υποψήφιοι νύμφαι, φρονώ όμως ότι, αν καμμία προξενήτρια
+ήθελε τολμήση να του προτείνη αποκατάστασιν, θα ήτο ικανός να την
+δείρη. Ο Αντωνέλλος να νυμφευθή! Να βάλη εις το σπίτι του γυναίκα
+άλλην, εκεί που βασιλεύει η αδελφή του! Να σκεφθή αυτός, να διανοηθή,
+έστω και προς στιγμήν, να πανδρευθή, πριν υπανδρεύση την αδελφήν του!
+Και δεν ετολμούσε κανείς να του προτείνη ένα τοιούτον τερατώδες
+σχέδιον! Αλλοίμονόν του, οιοσδήποτε και αν ήτο . . .
+
+Έχαιρε με την χαράν της αδελφής, εγελούσε (καθ' εαυτόν, εννοείται) με
+το γέλοιο της, ετρέφετο με τα όνειρά της . . . Και τι όνειρα! Την
+εφαντάζετο αποκαταστημένην, ευτυχή όσον καμμίαν άλλην. Όσον την
+έβλεπε ν' αναπτύσσεται, ωραία, λυγερή μαυρομμάτα, ηύξανε και η αγάπη
+του προς αυτήν· ήτο υπερήφανος και ηυφραίνετο με τα όνειρα τα οποία
+εφαντάζετο πραγματικά, τότε δε, ωσάν να ετελείτο εις την καρδίαν του
+μέσα μία μυστική πανήγυρις.
+
+Ήτο όμως και πολύ δύσκολος επάνω σ' αυτό. Εννοούσε να δώση της
+αδελφής του τον καλλίτερον άνδρα· και μίαν φοράν, οπού ένας των
+λατρευτών της ετόλμησε να της κάμη πατινάδα, ο Αντωνέλλος ευγήκε στο
+παράθυρο με τα νυχτικά του και του είπε να τραβηχθή, για να μη φάγη
+καμιά τρομπονιά· ο νέος αυτός εραστής δεν ήτο του γούστου του.
+
+Ήτο εντελώς αφιλοχρήματος, όσον απέβλεπε τον εαυτόν του και μόνον
+εκυνήγει το χρήμα χάριν της αδελφής, την οποίαν ήθελε πρώτην μεταξύ
+των ομοίων της. Εκείνη εθύμωνε μαζή του με τα σωστά της, βλέπουσα ν'
+αμελή εαυτόν προς χάριν της· δεν ήθελε, αυτός, το καλλίτερο παλληκάρι
+να είνε παρηγκωνισμένος και άλλοι νέοι, οπού δεν έφθαναν εις τα μισά
+του, να τον υποσκελίζουν, μόνον και μόνον διότι εφρόντιζε να
+κρύπτεται. Και ήρχοντο συχνά εις λόγους δι' αυτό και ο Αντωνέλλος,
+εις τα επιχειρήματα της αδελφής απεκρίνετο θυμωμένος· — Γύρευε τη
+δουλειά σου.»
+
+Και συνέβαινε το εξής περίεργον.
+
+Ενώ ο Αντωνέλλος άλλην φροντίδα δεν είχε ή πώς να κατορθώση να εύρη
+διά την αδελφήν κανένα νέον της αρεσκείας του, η Μπέλλα επίσης την
+ιδίαν είχε φροντίδα διά τον αδελφόν, κρυφά όμως, πολύ κρυφά και με
+πολλήν προσοχήν, διότι τον εφοβείτο. Και ενθυμούμαι μίαν κωμικωτάτην
+σκηνήν, καθ' ην, γνωστήν προξενήτριαν, τολμήσασαν να του ειπή ότι δεν
+επείραζε δα αν υπανδρεύετο προ της αδελφής, ο Αντωνέλλος την
+εκυνήγησε με το ραβδί, στ' αστεία, εννοείται, διότι δεν ήτο ικανός να
+κτυπήση· εκείνη δε, από φόβον, όταν τον έβλεπε έπαιρνε άλλον δρόμον.
+
+Και ο Καραγιάννης, ο πλοίαρχος και φίλος του, ήτο γαμβρός περιζήτητος
+διότι, προς τοις άλλοις, ήτο και πλούσιος. Ήσαν οι δύο φίλοι στενοί
+και μόνον ο Καραγιάννης είχεν επιρροήν επί του Αντωνέλλου, τον οποίον
+κατώρθωνεν ενίοτε, να παρασύρη εις καμμίαν συναναστροφήν. Ήτο ο
+Καραγιάννης κατά δέκα έτη νεώτερος του Αντωνέλλου, υψηλό,
+μελαγχροινό, εύμορφο παλληκάρι και κατ' αυτού, πολλαί γυναικείαι
+κανονοστοιχίαι ήσαν στημέναι διαρκώς, επί πολύν καιρόν όμως χωρίς
+αποτέλεσμα. Είχε και ο Καραγιάννης αδελφήν ελευθέραν, πολύ θελκτικήν,
+ήτο δε και νεώτερος του Αντωνέλλου και δεν εβιάζετο· θαρρείς
+εκαμάρωνε κ' επερίμενε.
+
+Μυστικά μεταξύ των οι δυο φίλοι δεν είχαν, μόνον ήλθε μία εποχή διά
+τον Αντωνέλλον πολύ σπουδαία, κρίσιμος εποχή, καθ' ην και τα ολίγα
+του λόγια κ' εκείνα τα έκοψε, προς μεγάλον θαυμασμόν και θυμόν του
+Καραγιάννη, αδυνατούντος να εισδύση εις το ιδιόρρυθμον μυαλό του
+φίλου του.
+
+Ο καϋμένος ο Αντωνέλλος, ο άγριος, ο ακοινώνητος, ήτο πεπρωμένον να
+λάβη μίαν από εκείνας τας πληγάς, οπού μόνον ο θάνατος θεραπεύει. Ήτο
+ήσυχος, μόνον είδωλόν του εις την καρδίαν του έχων την αδελφήν, όταν
+έξαφνα . . .
+
+Κατά το διάστημα της διαμονής των εις το νησάκι των, εβλέποντο πολύ
+συχνά εις το σπίτι ο ένας του άλλου.
+
+Ένα πρωί ο Αντωνέλλος υπήγε εις του πλοιάρχου του να του ομιλήση διά
+μίαν υπόθεσιν, αφορώσαν το πλοίον. Εκείνος έλειπε και τον υποδέχθη η
+αδελφή. Αι, τώρα τι θα πήτε; Δεν την είχεν ιδή άλλοτε; Και όμως αυτήν
+την φοράν του εφάνη εντελώς άλλη· του εφάνη ότι ανοίχθη ο ουρανός και
+ότι πρώτην φοράν έβλεπε το αληθινόν φως . . . Ίσως επειδή τον
+υπεδέχθη πολύ θερμά, πολύ εγκάρδια . . . η αλήθεια είνε ότι τον
+Αντωνέλλον ενώπιόν της τον κατέλαβε γλυκύς, άγνωστος τρόμος, ενώ
+εκείνη ήτο ολοπόρφυρος . . . Εσιώπων και οι δύο· πόσα όμως δεν
+έλεγεν η σιωπή αυτή! Ευρίσκοντο εις μεγάλην αμηχανίαν, όταν εμβήκεν.
+Ο Καραγιάννης . . . — Έρχομαι από το σπίτι σου, είπε εις τον
+Αντωνέλλον.
+
+***
+
+Το αίσθημ' αυτό ο Αντωνέλλος το έκρυψεν εις τα βάθη της καρδιάς του·
+δεν ωμιλούσε ποτέ δι' αυτό, εμονολόγει μόνον συχνά πυκνά, ευρίσκων
+ανακούφισιν του πόνου του εις το κρυφόν αυτό παραλήρημα . . .
+
+Δεν συνέβη όμως το ίδιον και με την αδελφήν του Καραγιάννη· αυτή
+ενεπιστεύθη το μυστικόν της εις μίαν στενήν φίλην της, η οποία εύρε
+τόν τρόπον να ειδοποιήση τον Αντωνέλλον. Και τώρα του εφάνη ότι
+ανοίχθη ενώπιόν του ο ουρανός, γεμάτος άστρα και όμως δεν εμπορούσε
+να ειπή πως είν' ευτυχής, διότι, ησθάνετο ότι εχθρός μεγάλος,
+ισχυρός, επιβουλεύεται την ψυχικήν του γαλήνην, ότι φυσιογνωμία νέα
+ενεθρονίσθη εν τη καρδία του, ην επλήρου έως τότε μόνη η της αδελφής
+λατρευτή μορφή . . .
+
+ — Ποτέ, ποτέ, εμονολόγει ο Αντωνέλλος, επανερχόμενος όμως πάντοτε
+εις τας αυτάς σκέψεις αίτινες τον εβασάνιζαν τρομερά.
+
+Το ταξείδι των δύο φίλων, την φοράν εκείνην διήρκεσεν ολόκληρον έτος
+— έτος μοιραίον διά τον Αντωνέλλον.
+
+Ήξευρεν αυτός προ πολλού ότι ο Καραγιάννης εζήτει ν' αποκατασταθή,
+και ότι δεν είχε παρά να εκλέξη. Ήξευρεν επίσης ότι δεν εννοούσε να
+κάμη γάμον εκ συμφέροντος, διότι πολλάκις είχαν συζητήση επ' αυτού
+του αντικειμένου. Εσχάτως όμως ο Καραγιάννης εδείκνυε ανυπομονησίας
+σημεία, εννόησε δε από μερικάς φράσεις του, ότι τον εβάρυνε πλέον
+αυτή του η θέσις — Τι ευχή! έως πότε θα περιμένη ένας; όσο για την
+αδελφή, είμαι εις θέσι να φροντίσω.
+
+Ήτο η αρχή φθινοπόρου, επέστρεφον δε εκ του ταξειδίου των εις την
+πατρίδα αφ' ης ολίγας ώρας απείχον. Ο άνεμος έπνεε σφοδρός και το
+πλοίον, κλίνον με χάριν εις την μίαν των πλευρών εχώρει πλησίστιον
+προς το τέρμα, τον ποθητόν δι' όλους λιμένα. Οι ναύται μετά το
+πρόγευμά των, συνήχθησαν εις την πρώραν όλοι και άρχησαν να τραγωδούν
+χαμηλόφωνα, συνοδευόμενοι από τους οξείς των λάρων κρωγμούς και από
+τον μονότονον και θρηνώδη συριγμόν των σχοινίων.
+
+Εις τον θάλαμον της πρύμνης, παρά μικράν τετράγωνον τράπεζαν,
+εκάθηντο οι δύο φίλοι, ο πλοίαρχος με τον βοηθόν του. Ούτος
+ητοιμάζετο ν' ανέλθη εις το κατάστρωμα, όταν ο Καραγιάννης τον
+εκράτησε· εις το πρόγευμα είχε πιη ένα ποτήρι περισσότερον και ήτο
+εύθυμος.
+
+Έχω να σου μιλήσω, Αντωνέλλο, του είπε. Ο Αντωνέλλος επανεκάθησε.
+Κάτι προεμάντευε, κάτι προησθάνετο και η καρδία του έπαλλε.
+
+ — Βρε αδελφέ, Αντωνέλλο, εγώ βρίσκω πως είνε καιρός πλιο να ιδούμε
+και μεις τι θα κάμωμε.
+
+Ο Αντωνέλλος δεν απήντησε.
+
+ — Ως πότε θα μαστε λεύτεροι; εξηκολούθησεν ο Καραγιάννης.
+
+Ο Αντωνέλλος εσιώπα.
+
+ — Αυτή τη φορά δε θέλω να μου κάνης το βουβό, παράξενε.
+
+ — Τι θες να σου πω; είπε σιγά ο Αντωνέλλος.
+
+ — Να μου πης τη γνώμη σου εγώ δε θέλω πλιο νάμαι λεύτερος· μόνο
+βρίσκω σωστό να κάμης εσύ την αρχή, σαν πιο μεγάλος.
+
+Οι παλμοί της καρδίας του Αντωνέλλου εδιπλασιάσθησαν.
+
+ — Έχω την αδερφή μου, καπτά Γιάννη
+
+ — Και εγώ έχω τη δική μου· τι πειράζει; θα φροντίσουμε και κατόπι.
+
+Ο Αντωνέλλος εκίνησε την κεφαλήν, χωρίς ν' απαντήση.
+
+ — Άκουσε, Αντωνέλλο, είπεν ο Καραγιάννης αν η Μπέλλα πανδρευότανε,
+δε θ' αρχότανε και η δική σου αράδα;
+
+Ο Αντωνέλλος ήκουε τώρα τους παλμούς της καρδίας του: τόσον ήσαν
+σφοδροί!
+
+ — Τι θες να πης; ηρώτησε σιγανά.
+
+ — Θέλω να πω, Αντωνέλλο, πως για την αδερφή σου είνε γαμπρός και . . .
+καλός, μου φαίνετ' εμένα, είπεν ο καπετάν Γιάννης τονίζων μίαν μίαν
+τας λέξεις.
+
+Να καλοϋπανδρεύση την αδελφήν του ο Αντωνέλλος δεν ήθελ' ευτυχίαν
+μεγαλειτέραν ήτο το προσφιλέστερόν του όνειρον τούτο δε επί πλέον, θα
+έλυε και τα ιδικά του δεσμά . . .
+
+Του ήλθε ωσάν ελαφρά σκοτοδίνη μία αλόκοτος φρικίασις . . . έφερε την
+χείρα εις το μέτωπον, ως να ήθελε να συγκεντρώση τας σκέψεις του,
+αίτινες έφευγον ανυπότακτοι.
+
+Έρριψε τα βλέμματά του επί του πλοιάρχου και φίλου του, όστις τον
+παρετήρει μειδιών ελαφρώς.
+
+ — Καπετάν Γιάννη, εψιθύρισε, δε μου μιλείς πιο καθαρά;
+
+ — Είνε πολύς καιρός που συλλογούμε να σου κάμω μια πρότασι.
+
+ — Ωσάν σφυρί εκτυπούσε η καρδιά του Αντωνέλλου. Εκινείτο επί του
+καθίσματός του, δεξιά και αριστερά· δεν ήξευρε τι να πη και με
+προθυμίαν θα ετρέπετο εις φυγήν, αν εμπορούσε.
+
+Ο Καραγιάννης εξηκολούθησε.
+
+ — Εμείς είμαστε σαν αδέρφια· γιατί να βάνωμε ξένους στα μυστικά μας;
+
+Ο Αντωνέλλος ησθάνετο ότι ίδρωνε.
+
+ — Τους προξενητάδες και της προξενήτρες ας τους στέλνουν άλλοι·
+εμείς καλλίτερα εξηγούμαστε μεταξύ μας, αλήθεια;
+
+ — Μη με παιδεύης, καπτάν Γιάννη, είπεν ο Αντωνέλλος με φωνήν
+τρέμουσαν ελαφρώς· ξέρεις πόσο σε σέβομαι και σ' αγαπώ . . .
+
+Ο Καραγιάννης έβαλε την χείρα επί του ώμου του Αντωνέλλου.
+
+ — Αδελφέ Αντωνέλλο, είπε με φωνήν συγκεκινημένην, σου ζητώ για
+γυναίκα μου την Μπέλλα· μου την δίνεις;
+
+Ο Αντωνέλλος ωχρίασε φρικωδώς· το μαρτύριον που υπέφερε από τινων
+στιγμών, τα αλλεπάλληλα κτυπήματα τον εζάλισαν . . . εκλονίσθη . . .
+Ο Καραγιάννης τον παρετήρει ανήσυχος . . . η σιωπή του, ακατάληπτος
+δι' αυτόν, ωσάν να τον δυσηρέστει . . .
+
+ — Αντωνέλλο! είπε.
+
+Εκείνος, ωσάν τώρα να συνήλθε, έσφιγξε δυνατά το χέρι του φίλου του,
+ενώ ησθάνετο ότι η συγκίνησις τον έπνιγε, και ανήλθε τρέχων εις το
+κατάστρωμα.
+
+***
+
+Μεγάλον κρότον έκαμε, ενθυμούνται πολλοί, ο γάμος του καπετάν Γιάννη
+με την αδελφήν του Αντωνέλλου ολόκληρον εβδομάδα διεσκέδαζαν και
+πράγμα παράξενο, ο Αντωνέλλος έκαμνε τον μεγαλείτερον θόρυβον. Τα
+σχόλια όμως του κόσμου δεν είχαν τελειωμόν. Ο Καραγιάννης ήτο πρώτος
+γαμβρός και θα εμπορούσε να πάρη πολύ καλλιτέραν της Μπέλλας· κανείς,
+τόσον καιρόν δεν είχε καταλάβη τίποτε· πώς έξαφνα έγεινε το
+συνοικέσιον αυτό; Φαίνεται θα την αγαπούσε κρυφά ο Καραγιάννης την
+κοπέλλα· αλλέως δεν εξηγείται αυτό, διεδόθη όμως και κάτι άλλο· ότι η
+αδελφή του καπετάν Γιάννη αγαπούσε δήθεν τον Αντωνέλλο και τα λόγι'
+αυτά δεν άργησαν να παν στ' αυτιά του τελευταίου, ο οποίος και
+εθύμωσε φοβερά κ' έλαβε μέτρα να μην μάθη τίποτε η Μπέλλα. Ο
+παληόκοσμος όμως δεν κρατείται· η Μπέλλα τα έμαθε όλα και η ευτυχία,
+την οποίαν της είχε φέρη το λαμπρόν συνοικέσιον, ωσάν να εσκιάσθη
+κατά τι . . . Και ούτε ημπόρεσε να κρατηθή ένα πρωί, που έτυχε μόνη
+με τον αδελφόν της, του τα είπε όλα και τον εμάλωσε με παράπονο.. Ο
+Αντωνέλλος κατεκοκκίνησε, και της είπε όσον εμπορούσε πιο θυμωμένα.
+
+ — Δεν είνε δουλειά σου ν' ανακατώνεσαι! λένε ψέμματα· εγώ δεν αγαπώ,
+δεν αγάπησα κανένα. Η Μπέλλα εδάκρυσε και ο Αντωνέλλος ετράπη εις
+φυγήν.
+
+Ο Αντωνέλλος εδόθη με πλειότερον ζήλον εις την εργασίαν, ήτο δε η
+ψυχή του πλοίου, το οποίον, μετά το συνοικέσιον, μετωνομάσθη «Μπέλλα»
+προς τιμήν της αδελφής. Μόνον ο χαρακτήρ του ηλλοιώθη επί το χείρον.
+Εκτός της αδελφής και του πλοίου, κόσμος δι' αυτόν δεν υπήρχε. Και
+αυτός ο Καραγιάννης δεν είχε πλέον καμμίαν δύναμιν επάνω του· αφού
+και εις τον γάμον της αδελφής του, τελεσθέντα ολίγον καιρόν κατόπιν,
+δεν κατώρθωσε να τον σύρη. Είχε προσποιηθή τον άρρωστον και αι
+παρακινήσεις των οικείων απέβησαν εις μάτην. — Διασκεδάσετε σεις, εγώ
+δεν είμαι για γάμους και χαραίς· τους είπε και τους απέπεμψε.
+
+Είχε γηράση κατά είκοσιν έτη, τον έλεγαν δε γέρο-παράξενο. Η προς
+την αδελφήν του όμως αγάπη δεν ήτο αγάπη συνήθης, ήτο λατρεία! Και
+είνε γνωστή η κωμική σκηνή ήτις έλαβε χώραν μεταξύ των τριών
+προσώπων, μίαν πρωίαν Κυριακής, κατόπιν μακρού και προσοδοφόρου
+ταξειδίου.
+
+Έπιναν, και οι τρεις μαζή, τον πρωινόν καφέν, όταν έξαφνα ο
+Αντωνέλλος αποτείνεται προς τον γαμβρόν του.
+
+ — Για να σου πω, καπτά Γιάννη, πόσα χρήματα έχω να πάρω;
+
+Ο Καραγιάννης εγέλασε.
+
+ — Τι τα θες; τον ερωτά.
+
+ — Τα θέλω!
+
+ — Πιάς' το τεφτέρι και κύταξε.
+
+ — Δος μου το κλειδί του συρταριού σου.
+
+ο Καραγιάννης του το έδωσε, με το γέλοιο πάντοτε.
+
+Ο Αντωνέλλος εσηκώθη, επήρε το βιβλίον και είδε τον λογαριασμόν του,
+έπειτα ήνοιξε το συρτάρι του γραφείου του γαμβρού του, ήνοιξε μίαν
+σακούλαν, εμέτρησε μ' επιμέλειαν κάμποσα τάλληρα και αφού έκλεισε το
+συρτάρι, έβαλλε τα τάλληρα εις το μανδήλι του και σταθείς εμπρός εις
+την αδελφήν, ήτις υπεμειδία, διότι εμάντευε τον σκοπόν του·
+
+ — Άνοιξε την ποδιά σου, Μπέλλα, της είπε.
+
+Εκείνη ήνοιξε την ποδιάν της και ο Αντωνέλλος έχυσε μέσα όλα τα
+τάλληρα του μανδηλιού του.
+
+ — Να τα κάμης ό,τι θες· επρόσθεσε. Ο γαμβρός του εδόθη εις γέλωτα
+θορυβώδη.
+
+ — Γέλα όσο θες, είπεν ο Αντωνέλλος· έχεις ακόμα να μου δίνης εκατό
+τόσα τάλλαρα, εκείνη τη παλαιά διαφορά!
+
+ — Καλά, καλά, είπεν ο καπετάν Γιάννης, μη παύων να γελά.
+
+ — Δεν έχει καλά και καλά, είπε σοβαρά ο Αντωνέλλος· αυτή τη διαφορά
+θα σου τηνε ζητώ όλη μου τη ζωή!
+
+Πάντοτε ο Αντωνέλλος έδιδε τα χρήματά του εις την αδελφήν του,
+εκρατούσε όμως και διά τον εαυτόν του ένα ποσόν. Από την ημέραν
+εκείνην ουδέ οβολόν εκρατούσε πλέον και διά τας μικράς του ανάγκας
+εζήτει από την αδελφήν.
+
+Μετά κάμποσα έτη ακαταπόνητου εργασίας ο Αντωνέλλος κατεβλήθη και
+ηναγκάσθη ν' αφήση το πλοίον. Με πολύν κόπον απεχωρίσθη, από το
+«αγαπητό του πλεούμενο» καθώς τ' ωνόμαζε, από την θαλασσινήν του
+Μπέλλαν διά ν' αφοσιωθή εξ ολοκλήρου εις την αδελφήν, την Μπέλλαν του
+της ξηράς. Διά να μην κάθηται δε, έγεινε κηπουρός. Αυτός ήτο η ψυχή
+του περιβολιού της αδελφής του, καθώς ήτο η ψυχή του καραβιού άλλοτε.
+Μόνον τας Κυριακάς επήγαινε εις την εκκλησίαν της ενορίας των, τας δε
+λοιπάς ημέρας τας εξώδευε εις το σπήτι και εις το περιβόλι, το οποίον
+μετέβαλεν εις καράβι, διότι το μεν ένα μέρος, το βορεινόν, ωνόμαζε
+«πλώρην» το δε άλλο, το προς το σπήτι, «πρύμη» και την μέσην, όπου
+ήτο και η στέρνα την εβάπτισεν «αμπάρι»· και ήκουες με το πλέον
+σοβαρόν ύφος να σου λέγη ότι κολοκυθάκια έχει η πλώρη, αγγουράκια η
+πρύμη και μελιτζάνες το αμπάρι. Αλλά και δεν έλειπε, κάθε φορά που
+ήρχετο η «Μπέλλα», να ζητή από τον γαμβρόν του όσα του ώφειλε, την
+διαφοράν του λογαριασμού των και μάλιστα με θυμόν, ενώ ο γαμβρός του
+εγελούσε.
+
+Αλλά ο καιρός έφευγε και μαζή μ' αυτόν έφευγε και ο Αντωνέλλος. Κ'
+έβλεπες ένα γεροντάκι κατάλευκο, κυρτωμένο, δραστήριο όμως πάντοτε.
+Ήτο ευτυχισμένος να εργάζεται εις το περιβόλι και να βλέπη την
+αδελφήν του· χωρίς όμως να το δείχνη, εζωογονείτο οσάκις ήρχετο από
+ταξείδι ο γαμβρός του και διότι τον αγαπούσε πολύ, αλλά προπάντων
+διότι η αδελφή του ήτο πλέον ευχαριστημένη τότε, του έκαμνε όμως
+πάντα τον θυμωμένον, τον δυσαρεστημένον και με πείσμα παιδιού του
+εζητούσε τα εκατόν τόσα τάλληρα, την παλαιάν των διαφοράν.
+
+Ήτο μια πρωινή του Ιουλίου· αφ' εσπέρας είχαν λάβη γράμμα από τον
+Καραγιάννην ότι η «Μπέλλα», φθάσασα εις Μασσαλίαν με φορτίον, θα
+ήρχετο εις την πατρίδα μετά την εκφόρτωσν. Και ήσαν καταχαρούμενοι ο
+Αντωνέλλος και η αδελφή του· αυτή μάλιστα είχε διοργανώση μίαν
+εκδρομήν εις το νησάκι του Μπάου, το οποίον απείχε μόλις ένα μήλι από
+το μεγάλο νησί. Και είχαν συναχθή το πρωί εκείνο έξ-επτά κοράσια
+και γυναίκες, φίλαι της Μπέλλας και όλαι μαζή, σε μια βάρκα μέσα,
+εκίνησαν κατά το νησάκι. Εις το τιμόνι εκάθητο ο Αντωνέλλος, τα
+κουπιά δε σιγά-σιγά, με φωνές, γέλοια και τραγούδια ετραβούσαν αι
+γυναίκες αλληλοδιαδόχως.
+
+Ήτο γαλήνη εντελής· η θάλασσα μάρμαρο, λάδι, όπως λέγουν οι
+θαλασσινοί· εμάγευεν η θέα του ομαλού εκείνου καθρέπτου, οπού
+εδείκνυεν όλους τους θησαυρούς του πυθμένος του, σαν να σου έλεγε·
+«Εμπιστεύσου εις εμέ αμέριμνος.» Και τα κοχλίδια τ' ασπρογάλαζα εις το
+βάθος και τα ψαράκια τα πολυειδή και πολύχρωμα, όπου έτρεχαν εδώ κ'
+εκεί με χάρι, σχίζοντα τα διαμαντένια νερά, και τα φύκη και τα βρύα
+και τα ζωόφυτα και τα όστρακα, όλα ήσαν μία χαρά, την οποίαν οι
+επιβάται της βάρκας εξεδείλουν θορυβωδέστατα. Και αυτός ο Αντωνέλλος
+είχε γείνη, θαρρείς, νεώτερος.
+
+Έφθασεν εις το νησάκι, προσωρμίσθησαν εις μίαν αμμουδιάν και ώρμησαν
+όλαι, ωσάν άτακτα παιδιά και ανυπότακτα, ανά δύο, ανά τρεις, εις τους
+βράχους. Ο Αντωνέλλος, αφού ετοποθέτησε καταλλήλως τα κουπιά και
+έσυρε ολίγον έξω την βάρκαν, απομακρύνθη τελευταίος.
+
+Τι ευμορφιά ήτο εκείνη τριγύρω! Μέσα εις την ασάλευτον γαλήνην, όλα
+ζωή και λάμψις και άρωμα. Θάλασσα και ουρανός, καθρέπτης διαφανής,
+ατελεύτητος· βαρκούλες ψαράδων εδώ κ' εκεί, και φωναί και γέλωτες
+ηχηροί πότε, πότε, ους επανελάμβανεν η ηχώ των απέναντι βράχων.
+
+Έμειναν πολλάς ώρας εις το νησάκι. Και τι δεν έκαμαν; Αι νεώτεραι,
+πηδώσαι με ευστροφίαν κατσίκας, τα γλυστερά βράχια, εύγαζαν
+πεταλίδες, αχινούς, καβούρους· ο Αντωνέλλος, οπού είχε το καμάκι του,
+έπιασε δυο τρία χταποδάκια και με φωνές, με γέλοια, με τραγούδια, με
+αδιάπτωτον ευθυμίαν, εδιάλεξαν ένα ωραίο μέρος, μίαν γελαστήν
+αμμουδιάν, άπλωσαν εκεί τα πολυποίκιλλα ορεκτικά τους και ερρίφθησαν
+επ' αυτών με όρεξιν, μόνον εις τα νέα χρόνια γνωστήν.
+
+Θα ήσαν τρεις μετά μεσημβρίαν, όταν εφάνη ένα συννεφάκι επάνω εις την
+άκραν της Τήνου· ο Αντωνέλλος συνωφρυώθη και χωρίς να χάνη καιρόν,
+παρώτρυνε τας γυναίκας να φύγουν — Θα χωμε φουρτούνα γλήγορα, ταις
+είπε· η Τήνο άρχισε να καπελλώνη . . .
+
+Και πράγματι μετά ένα τέταρτον της ώρας η Τήνος εσκεπάσθη από
+γιγάντεια μεγαλοπρεπή λευκόφαια σύννεφα φαινόμενα ακίνητα εις τον
+οφθαλμόν, σαν απολιθωμένοι, όγκοι στρογγυλόσχημοι.
+
+Συγχρόνως δε, αεράκι, αδύνατο στας αρχάς, ανά πάσαν δε στιγμήν
+ισχυρότερα πνέον, συνετάραξε το κοιμώμενον στοιχείον, τον προ ολίγων
+μόλις λεπτών ομαλώτατον και λείον καθρέπτην . . .
+
+ — Γρήγορα στη βάρκα· εβροντοφώνησεν ο Αντωνέλλος· Και αυτοστιγμεί αι
+γυναίκες όλαι, ως φοβισμένα πτηνά, εσωρεύθησαν εις την αμμουδιάν και
+ερρίφθησαν εις την βάρκαν μέσα.
+
+Απεμακρύνθησαν ο Αντωνέλλος εκάθησε εις το τιμόνι, δύο δε από τας
+ρωμαλεοτέρας γυναίκας, (γυναίκας ναυτών) έδραξαν τα κουπιά;
+
+Αλλ' ο βορράς απελύθη ακάθεκτος επί του υγρού πεδίου και το
+συνεκλόνισε· τα κύματα, με τας κορυφάς αφρισμένας, συνωθούντο
+ακατάσχετα και με φοβεράν βοήν. Δεν εθώπευον τώρα το εύπιστον
+ελαφρόξυλον με το δειλόν του φορτίον, αλλά του έπληττον τας πλευράς
+με αγριότητα θηρίου και το εκύλιον ανηλεώς και το ετίνασσον ωσάν
+πτερόν εδώ κ' εκεί, προσπαθούντα να τ' ανατρέψωσι. Και ήτο φόβος μη
+βυθισθή η καϋμένη η βαρκούλα· τα νερά την κατέκλυζον επί μάλλον και
+μάλλον και τόσον, οπού στεγνόν μέρος εν αυτή δεν υπήρχε· Αι γυναίκες,
+φοβισμέναι, εκρατούντο από τας χείρας και συνεσφίγγοντο. Ο Αντωνέλλος
+είχε πλησίον του την αδελφήν του, της οποίας οι πόδες ήσαν διαρκώς
+εις το νερόν και ήτις έτρεμεν από το ψύχος και από τον φόβον.
+
+Αλλά ο Αντωνέλλος, τιμονεύων δεξιώς, κατώρθωσε να πλησιάση την αμμώδη
+παραλίαν, επάνω εις την οποίαν η βαρκούλα ερρίφθη με την μίαν των
+πλευρών. Με την βοήθειαν παρατυχόντων διαβατών αι γυναίκες
+απεβιβάσθησαν, ο δε Αντωνέλλος, περιβάλλων και υποβαστάζων την
+αδελφήν, την ωδήγησεν εις τα ίδια.
+
+Η καϋμένη η Μπέλλα αρρώστησε δυνατά. Το ψύχος την είχε διαπεράση και
+ο ιατρός είπεν, ότι χρειάζεται πολλή προσοχή και πολλαί φροντίδες διά
+ν' αναλάβη· την κατέκαιεν ο πυρετός . . . Νοσοκόμος της, καθ όλον το
+διάστημα της ασθενείας ήτο ο Αντωνέλλος, όστις δεν ήθελε να την
+περιποιηθή κανείς άλλος. Ούτε έτρωγε, ούτε εκοιμάτο όπως έπρεπε, μεθ'
+όλας τας ενστάσεις της Μπέλλας ήτις, μετά είκοσιν, ημέρας ανέρρωσε.
+
+Όταν όμως εστράφη να ιδή τον Αντωνέλλον, κατετρόμαξε! Δεν ήτο πλέον
+αυτός· ήτο η σκιά του. Κατέρρευσεν εντός μιας ημέρας· αι συγκινήσεις,
+οι κόποι και αι αγρυπνίαι είχον τελείως καταβάλη το, και άλλως,
+ασθενές σαρκίον του γέροντος. — Γρήγορα στο κρεββάτι, εφώναξεν η
+Μπέλλα και ο Αντωνέλλος δεν αντέστη. Κατεκλίθη, και ο ιατρός, αφού
+τον είδε, είπε κρυφά εις την Μπέλλαν την αλήθειαν . ο Αντωνέλλος ήτο
+εις τα τελευταία του . . . Η Μπέλλα έκλαυσε, αλλ' έκρυψε τα δάκρυά
+της και εκάθησε κοντά στο προσκέφαλό του.
+
+Ο Αντωνέλλος έσβυνε χωρίς αγωνίαν· μία γαλήνη ήτο χυμένη εις το
+πρόσωπόν του, γαλήνη ύπνου, όστις έμελλε να είνε αίώνιος. Ήνοιγε από
+καιρού εις καιρόν τα μάτια, ησθάνετο ότι είνε πλησίον του η αδελφή.
+
+ — Μπέλλα, εψιθύρισε μίαν φοράν, δε θέλω ν' αγρυπνάς και να
+κουράζεσαι· άμε . . .
+
+Και έδιδε εις την φωνήν του τονον θυμωμένου.
+
+Εκείνο όμως που τον επείραζε πολύ ήτο η απουσία του γαμβρού του.
+Ησθάνετο το τέλος εγγίζον και συχνά εψιθύριζε, ερωτών αν ήλθεν ο
+Καραγιάννης.
+
+ — Ήθελα να τον ήβλεπα. Μπέλλα, πότε θάρθη; Και τα μάτια της Μπέλλας
+εγέμιζαν δάκρυα. Και ο ασθενής επρόσθετε.
+
+Μην κλαις· θάρθη χωρίς άλλο.
+
+Δυο τρεις ημέρας κατόπιν, τον εμετάλαβαν και μία γαλήνη υπερκόσμιος
+εξωράισε το κάτισχνον πρόσωπόν του. Περιέφερε το βλέμμα εδώ κ' εκεί,
+εκινούσε τα χείλη, ωσάν κάτι να ήθελε να ειπή, όταν έξαφνα διεδόθη
+ότι ένα καράβι είχεν αράξη στον Τούρλο.
+
+Ήτο η «Μπέλλα» και δεν παρήλθεν ώρα, οπού ο Καραγιάννης εισήλθεν εις
+το δωμάτιον του ασθενούς. Δεν εγνώριζε περί της ασθενείας του και
+έμεινε κατάπληκτος! είχεν ενώπιόν του έν πτώμα . . .
+
+Το πρόσωπον του θνήσκοντος εφωτίσθη.
+
+Ητένισε τον γαμβρόν του και διά του βλέμματος του ένευσε να πλησιάση.
+Εκείνος επλησίασε και έκυψεν επ' αυτού. Εκ του στόματος του
+θνήσκοντος εξήλθε ψιθυρισμός . . .
+
+ — Να την αγαπάς . . .
+
+Δάκρυα ανέβλυσαν επί των βλεφάρων του Καραγιάννη.
+
+Του ένευσεν ακόμη. Εκείνος έκλινε· σχεδόν ήγγισε με το πρόσωπον τα
+χείλη του και ηκροάσθη.
+
+Τα χείλη του θνήσκοντος διεστάλησαν ελαφρά, ως όταν θέλει τις να
+μειδιάση.
+
+ — Και να της δώσης εκείνα τα τάλλαρα . . .
+
+Ήτο η τελευταία πνοή . . .
+
+Το πρώτον και τελευταίον του χαμόγελο . . .
+
+
+
+ΕΙΣ ΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΚΡΗΜΝΟΥ
+
+
+
+Ω φύγε φύγε, ούτε να σ' ακούσω θέλω . . . τι φρίκη!
+
+ — Ποτέ, ποτέ δεν θα φύγω, αν δεν λάβω μίαν απάντησιν, μίαν
+υπόσχεσιν.
+
+ — Καμμίαν άλλην απάντησιν δεν έχεις ν' ακούσης, παρά ότι μου
+προξενείς φρίκην! τ' ακούεις; φρίκην!
+
+Και πεσούσα επί του ανακλίντρου, ανελύθη εις δάκρυα.
+
+Εκείνος εκυλίετο εις τους πόδας της ασθμαίνων, έξαλλος . . .
+
+Εκείνη τον απώθησε και ηγέρθη.
+
+ — Φεύγω, επειδή το θέλεις, είπε μετ' ολίγον εκείνος εγερθείς, αλλά
+δεν θ' απομακρυνθώ, δεν ημπορώ ν' απομακρυνθώ. Και επρόσθεσε,
+συμπλέκων τας χείρας και με φωνήν εκφράζουσαν υπέρτατον πόνον:
+
+ — Μήπως το θέλω; σε αγαπώ τόσον . . .
+
+Τω έδειξεν επιτακτικώς την θύραν! Εκείνος τότε, βραδέως οπισθοχωρών,
+αφήκε την αίθουσαν και απήλθε της οικίας περίλυπος.
+
+Η νεαρά γυνή εστάθη επ' ολίγον σύννους, μετά τινα δε λεπτά μετέβη εις
+τον κοιτώνα της και κατεκλίθη. Η κεφαλή της έκαιε . . .
+
+Μετά έν τέταρτον ώρας ηκούσθησαν τα βήματα του συζύγου, όστις
+εισήλθεν εις τον κοιτώνα.
+
+ — Τι έχεις, Αρσινόη; ηρώτησεν ανήσυχος.
+
+ Αιφνίδιος κεφαλόπονος, Άγγελε. Δεν είνε τίποτε.
+
+Ο σύζυγος έψαυσε το μέτωπόν της.
+
+ — Το κεφάλι σου καίει, είπε. Αναπαύσου, θα σου κάμω συντροφιάν.
+
+ — Τι καλός που είσαι! είπεν εκείνη.
+
+Εκείνος επήρε βιβλίον και εκάθησεν απέναντί της.
+
+Βυθισμένος εις την ανάγνωσιν, δεν παρετήρησεν ότι η σύζυγος είχεν
+αποκοιμηθή. Αίφνης ήκουσε ψιθυρισμόν: — «Φύγε, φύγε.»
+
+Παρετήρησε την σύζυγον, ης τα χείλη εκινούντο ηρέμα. Ανησύχησε και
+απέθεσε το βιβλίον. Αλλ' ο ύπνος της νεαράς γυναικός μετ' ολίγον
+εγένετο ησυχώτερος. Η αναπνοή εξήρχετο ήρεμος εκ των ημιανοίκτων
+κοραλλίνων χειλέων, και εις το πάλλευκον πρόσωπον, όπερ έβαφεν ελαφρά
+ροδίνη χροιά, επεκάθητο γαλήνη. Ο σύζυγος επανέλαβε την ανάγνωσιν.
+
+Μετά ημίσειαν ώραν η νεαρά γυνή ήνοιξε τους οφθαλμούς.
+
+ — Τι καλά που κοιμήθηκα! είπε.
+
+ — Και όμως ήσουν εις την αρχήν πολύ ανήσυχος· επαραμιλούσες μάλιστα.
+
+ — Α! και τι είπα;
+
+ — Έλεγες «φύγε, φύγε.» Έμενα έδιωχνες βέβαια, είπε μειδιών εκείνος.
+
+Εκείνη εγέλασε.
+
+ — 'σένα να διώξω, Άγγελε; Τον φύλακα τον άγγελόν μου;
+
+II
+
+Από δύο ετών ο βίος της Αρσινόης ήτο γαλήνιος, ομαλός, ως επιφάνεια
+λίμνης. Αίφνης ήλθε να τον ταράξη τρικυμία, ην είχε νομίση
+εκλιπούσαν, κοπάσασαν εντελώς.
+
+Ήτο συνέχεια θυέλλης, ήτι είχεν άλλοτε συγκλονίση τα σπλάγχνα της τα
+παρθενικά.
+
+Όταν ο πατήρ της Αρσινόης — δύο έτη πρότερον — της επρότεινε διά
+σύζυγον τον Άγγελον, η νέα κόρη εσκυθρώπασε· διότι ο Άγγελος, παρά
+της φυσικήν αγαθότητά του, δεν είχε τα προσόντα εκείνα τα οποία
+ελκύουν εκ πρώτης όψεως. Σοβαρός, σχεδόν ψυχρός, δεν απεκάλυπτεν
+εύκολα τα ψυχικά του χαρίσματα. Η καρδία του ωμοίαζε με κιβώτιον,
+εγκλείον μεν θησαυρούς ίσως, αλλά στεγανώς κλειστόν. Ήτο χρυσός,
+χωρίς όμως να στίλβη· παρουσίαζε δηλαδή ακριβώς το αντίθετον του
+πασιγνώστου φαινομένου, και η Αρσινόη, νέα ενθουσιώδης, ουδέν
+ησθάνετο πλησίον του, δεν ησθάνετο τουτέστι ό,τι ελκύει, ό,τι
+συναρπάζει μίαν καρδίαν. Το εναντίον ακριβώς συνέβαινε με τον επίσης
+οικογενειακόν φίλον Φωκίωνα, Ωραίος αυτός, ευφυής, ζωηρότατος, είχεν
+ελκύση την προσοχήν και κατόπιν την καρδίαν της Αρσινόης, ήτις είχε
+την ηλικίαν εκείνην, καθ' ην δεν σκέπτεται τις διόλου, αλλά μόνον
+αισθάνεται. Οι δύο νέοι, ο Άγγελος και ο Φωκίων, αν και ανόμοιοι τον
+χαρακτήρα, ήσαν φίλοι, συνηντώντο δε συχνά και εις την οικίαν της
+Αρσινόης, καλής, ωραίας, νοήμονος κόρης και νύμφης επιζήλου. Συχναί
+ήσαν αι συναναστροφαί μεταξύ πατρός, θυγατρός και των δύο νέων, ενώ
+δε ο Φωκίων δεν έπαυε χαριεντιζόμενος και σπείρων την ευθυμίαν. ο
+Άγγελος ωμίλει ολίγα και σχεδόν σοβαρά πάντοτε. Τούτο επείσμωνε την
+νέαν κόρην, ελκυομένην καθεκάστην πλειότερον προς τον Φωκίωνα.
+Συνέβη, δις ή τρις, στραφείσα αποτόμως προς τον Άγγελον, να συλλάβη
+το βλέμμα του προσηλωμένον επιμόνως επ' αυτής· τίποτε άλλο δεν
+ηδύνατο ν' αναγνώση επί του προσώπου του. Η μεταξύ των δύο νέων
+διαφορά, τουλάχιστον η εξωτερική, ήτο μεγάλη και η νέα κόρη ωρισμένως
+έκλινε προς τον Φωκίωνα. Του πατρός της όμως η γνώμη, πατρός όσον
+φιλοστόργου, τόσον και νουνεχούς, ήτο εκ διαμέτρου αντίθετος.
+Σπουδάσας κατά βάθος τον χαρακτήρα των δύο νέων, ουδ' επί στιγμήν
+εδίστασε μεταξύ αυτών. Τον Άγγελον ήθελε σύντροφον του μόνου του
+τέκνου, του ορφανού μητρός, της μόνης του χαράς. Αυτόν της προώρισε
+σύζυγον, πεποιθώς ότι μαζή του θα ηυτύχει.
+
+Αλλ' η κόρη εσκυθρώπασε. Τον πατέρα και τον εσέβετο και τον ελάτρευε,
+αλλ' η καρδία της είχεν ομιλήση και η Αρσινόη ήτο δυστυχής . . . ..
+
+Δεν επάλαισεν όμως· ενώπιον της επιμόνου θελήσεως του καλού της
+πατρός, εδέησε να υποκύψη.
+
+Συνέπλεξε μετ' απελπισίας τας χείρας, έχυσε κρυφά πολλά δάκρυα, αλλ'
+υπέκυψε . . .
+
+Ο Φωκίων, μαθών τα αποφασισθέντα τη εξηκόντισεν επιστολήν πλήρη
+πυρός, δακρύων, λύσσης και απογνώσεως, ην η Αρσινόη, αφού κατέβρεξε
+με δάκρυα, έσχε το θάρρος να παραδώση εις το πυρ, το αυτό εκείνο πυρ,
+το οποίον την κατέκαιε την στιγμήν εκείνην.
+
+Μετά τον γάμον, ο Φωκίων απεδήμησεν εις την ξένην.
+
+III
+
+Ο Άγγελος περιέβαλε την σύζυγον με πολλήν στοργήν, αν και δεν ηγνόει
+την ψυχικήν της κατάστασιν. Συχνά την έβλεπεν εταστικώς, ωσάν να
+ήθελε κάτι ν' αναγνώση επί του προσώπου της, κάτι να μαντεύση· ούτε
+παρατήρησιν όμως τη απηύθυνε ποτέ, ούτε τίποτε. Εκείνη έβλεπε ταύτα
+και ηδημόνει. Θα επροτίμα θόρυβον μάλλον παρά την ησυχίαν αυτήν. Αντί
+της απαθείας του, θα επροτίμα παρατηρήσεις, ανακρίσεις φανεράς,
+ελέγχους. Ταύτα θα εδείκνυον ενδιαφέρον, πάθος τι, έν αίσθημα. Η
+απάθεια εκείνη του συζύγου την παρώργιζε. Αλλ' ήτο αγαθός και τον
+ετίμα, αν και επάλαιε διηνεκώς μεταξύ προσφάτου ακόμη, καυστικής
+αναμνήσεως και καθήκοντος ιερού.
+
+Εβίαζεν εαυτήν, προσπαθούσα να συνδέεται στενώτερον οσημέραι προς τον
+σύζυγον, συχνά δε, οσάκις καμμία ανάμνησις την ηνώχλει επίμονος, τον
+εκράτει πλησίον της, ως δεινόν τι προαισθανομένη, ωσάν να την ηπείλει
+συμφορά. Εκείνος την έβλεπεν απορών και την καθησύχαζε με λόγους
+μειλιχίους.
+
+Μικρόν κατά μικρόν η ψυχική τρικυμία κατηυνάζετο. Οι παροξυσμοί
+εγίνοντο σπανιώτεροι. Το αόρατον άστρον, εις ό ανεφέροντο ενίοτε οι
+οφθαλμοί της ψυχής, εθαμβούτο ολονέν, ωχρία, αποβάλλον βαθμηδόν την
+προτέραν λάμψιν, τότε δε μία γαλήνη ευεργετική, σωτηρία, εγέμιζε την
+καρδίαν της. Οι καπνοί που την εσκότιζον πριν, διελύοντο και τώρα
+έβλεπε καθαρά ενώπιόν της. Πολύ δίκαιον είχεν ο πατήρ της, όστις,
+αφού την εχειραγώγησε και την ενίσχυσεν, απήλθεν εκ του κόσμου
+τούτου, βέβαιος περί του έργου του. Η ασθένεια της Αρσινόης βαθμηδόν
+υπεχώρει, δεν θα παρήρχετό δε πολύς καιρός και η ίασις θα ήτο
+εντελής. Είχε και η Αρσινόη το όνειρόν της το νεανικόν, το οποίον προ
+πολλού εσβέσθη εντελώς και δεν υπάρχει εξ αυτού παρά τέφρα ψυχρά, την
+οποίαν δεν φοβείται. Τώρα, αντί του ονείρου εκείνου, απλούται ενώπιον
+αυτής η πραγματικότης η άνευ ονείρων, η ομαλή, η ατάραχος. Η εστία, ο
+καλός σύζυγος! Έν αχ! είς στεναγμός ανακουφίσεως και τώρα η λήθη, η
+τόσον ευεργετική.
+
+Ήτο ευτυχής η Αρσινόη, ήτο δηλαδή ήσυχος, ότε πρωίαν τινά ευρέθη
+ενώπιόν της ο Φωκίων . . . Ήτο μόνη . . . Αυτός, προ μικρού επανελθών
+εκ ταξειδίου, έτρεξεν ευθύς παρά τη φίλη οικογενεία . . . Ήτο τύπος
+ωραίου ανδρός, καθ' όλην την σημασίαν της λέξεως. Η στάσις του
+εδείκνυε κάποιαν συστολήν. Η Αρσινόη δεν θα ηδύνατο να εκφράση τι
+ησθάνθη την στιγμήν εκείνην. Τω έτεινε την χείρα ως παλαιά φίλη,
+εκείνος δε, ατάραχος, διηγήθη τα κατ' αυτόν, ευτράπελα, μ'
+ευγλωττίαν. Περί του παρελθόντος ούτε λέξεις και ότε ο νέος απήρχετο,
+η Αρσινόη του έθλιψεν εκ νέου την χείρα.
+
+Μετά χαράς είδεν ο Άγγελος τον Φωκίωνα. Οι δύο άνδρες ανενέωσαν τας
+προτέρας των σχέσεις. Ο οίκος του Αγγέλου ήτο πάντοτε ανοικτός διά
+τον παλαιόν φίλον, όστις, της σχολής του τας ώρας διήρχετο εκεί,
+ομολογών απροκαλύπτως ότι ουδαμού αλλού ησθάνετο τόσην ευτυχίαν. Οι
+δύο άνδρες συνεδέθησαν στενώς πάλιν και η Αρσινόη δεν είχεν αφορμήν
+ν' ανησυχήση. Ο Φωκίων βέβαια ελησμόνησεν εντελώς το παλαιόν του
+αίσθημα, ως ελησμόνησεν αυτό και η Αρσινόη. — Και τόσω το καλλίτερον,
+διενοήθη εν τέλει η νέα γυνή.
+
+Η μεταξύ των τριών προσώπων σχέσις έλαβε τον χαρακτήρα οικειότητος,
+χωρίς η προς την Αρσινόην ευλάβεια του Φωκίωνος ν' αλλοιωθή το
+παράπαν. Συχνά συνέτρωγον ή συνδιεσκέδαζον εις την πόλιν και τα
+περίχωρα. Συνέβη πολλάκις να μείνωσι μόνοι, η Αρσινόη και ο Φωκίων
+και τότε όμως περί παντός άλλου εγίνετο λόγος, ουδέποτε δε περί
+πράγματος δυναμένου να δώση έστω και πόρρωθεν νύξιν περί του παλαιού
+αισθήματος, του νεκρωθέντος προ πολλού ήδη . . . Διότι, σπάνιαί
+τινες χειρός θλίψεις θερμότεραι, παρατεταμέναι, ή εξακοντίσεις
+βλεμμάτων τολμηρότεραι, δεν ηδύναντο ν' ανησυχήσωσι την νέαν γυναίκα.
+
+Ημέραν τινά, περιεργαζόμενοι τας αιθούσας του Πολυτεχνείου, εις το
+διαμέρισμα της ζωγραφικής, εσταμάτησαν προ εικόνος παριστανούσης
+άνδρα εν κυνηγετική περιβολή, απάγοντα νέαν κόρην. Μακράν διεκρίνοντο
+τρεις τέσσαρες άνδρες, οι διώκται πιθανώς του ζεύγους. Ο Άγγελος
+έτυχε να είναι ολίγον μακράν και ο Φωκίων είπεν εις την Αρσινόην,
+δεικνύων την εικόνα — «Διά την θέσιν του ανδρός αυτού θα έδιδα την
+ζωήν μου·» και ανεστέναξε βαθέως. Η Αρσινόη, μολονότι ταραχθείσα,
+εκρατήθη όμως και απήντησε με απάθειαν:
+
+ — Και τις η ανάγκη απαγωγής; Ειμπορείτε να εκλέξετε και να
+ευτυχήσετε.
+
+ — Α! ναι, είπεν ο Φωκίων με πικρίαν καταφανή. Μίαν φοράν εκλέγουν
+και εγώ την τύχην μου την είδα. Η Αρσινόη ηρυθρίασε κ' έσπευσε ν'
+απομακρυνθή, μετ' ου πολύ δε και οι τρεις απήρχοντο του Πολυτεχνείου.
+
+Ο Φωκίων έκτοτε ήλλαξε τρόπον. Από της άκρας ευθυμίας, παρεδίδετο
+αίφνης εις μελαγχολίαν μεγάλην. Η Αρσινόη ήτο απαθής, ή επροσποιείτο
+και ο Φωκίων ηρεθίζετο. Συχνά τη έρριπτεν επίμονα ή παρακλητικά
+βλέμματα εις τα οποία εκείνη δεν απήντα και ο Φωκίων εγίνετο εκτός
+εαυτού. Εβασανίζετο υπό επιμόνου σκέψεως, ήτο δε διαρκώς εν νευρική
+ταραχή και ήρχοντο στιγμαί καθ' ας επεθύμει να τον εδίωκον της οικίας
+μάλλον παρά να τον δέχωνται με τόσην προθυμίαν. Έκαμνεν εκ
+διαλειμμάτων συντόμους απουσίας, χωρίς η κατατρύχουσα αυτόν οδύνη να
+κατευνάζεται.
+
+Μίαν πρωίαν τέλος, εν στιγμή ακροτάτου ερεθισμού, έπεσεν εις τους
+πόδας της Αρσινόης, εξομολογούμενος με γλώσσαν πυρίνην, το κατατρώγον
+αυτόν πάθος . . . .
+
+Εκείνη, ήτις προ πολλού τον εμάντευε, απέκρουσεν, ως είδαμεν,
+υπερήφανα, εν αγανακτήσει, την αυθάδη εξομολόγησιν, ότε δ' εκείνος
+απηλπισμένος απήρχετο, εκείνη ανελύετο εις δάκρυα . . .
+
+IV
+
+Μεγάλη μεταβολή επήλθεν εις τας έξεις και εις αυτόν τον χαρακτήρα του
+Φωκίωνος. Αι επισκέψεις του εις του Αγγέλου είνε σπάνιαι και νομίζει
+κανείς ότι είνε άλλος άνθρωπος. Δεν είνε πλέον ζωηρός, όπως ήτο, και
+ομιλητικός. Η σοβαρότης αυτή εκπλήττει τον φίλον του όστις, αποδίδων
+αυτήν εις άλλας αφορμάς, συχνά τον πειράζει, δεν εκπλήττει όμως την
+Αρσινόην, αλλά την ανησυχεί, φοβουμένην μη η ασυνήθης αύτη μετατροπή
+κρύπτη καμμίαν παγίδα . . . Ο καιρός όμως παρέρχεται και η Αρσινόη
+δεν έχει λόγους να φοβήται· απ' εναντίας τώρα λυπείται . . . Ο Φωκίων
+είνε σκυθρωπός και η μελαγχολία του, ολίγον κατ' ολίγον, μετεδόθη και
+εις την Αρσινόην, ήτις μόνον ενώπιον του συζύγου προσποιείται την
+εύθυμον. Την μεταβολήν ταύτην ο Φωκίων την αντελήφθη αμέσως και δεν
+δυσηρεστήθη· προφανώς εν τη ψυχή της Αρσινόης ετελείτο πάλη. Ήτο
+πάντοτε η αυτή γαλήνιος και αξιοπρεπής γυνή, αλλά πολύ την δυσηρέστει
+τώρα η δυσθυμία του Φωκίωνος, όστις εξηκολούθει επιμόνως την αυτήν
+τακτικήν, προβαίνων μέχρι του μέτρου ν' αποφεύγη όσον ηδύνατο να την
+βλέπη μόνην . . .
+
+Ημέραν τινά εν τούτοις ο Φωκίων δεν ηδυνήθη να την αποφύγη. Ήτο
+μελαγχολικώτερος του συνήθους και εις την ερώτησιν της Αρσινόης διατί
+η τόση του δυσθυμία, εκείνος απήντησεν ότι ήτο πολύ σκληρός ο
+περίγελως, αφού κάλλιστα γνωρίζει την αφορμήν . . . Και επρόσθεσε με
+φωνήν ομοιάζουσαν μάλλον ψιθυρισμόν: — Και να μην ημπορώ ν'
+απομακρυνθώ . . . — Αλλ' η φιλία τότε; είπεν εκείνη. — Δεν υπάρχει
+καμμία, απήντησεν εκείνος με πικρίαν. — Ούτε η ιδική μου; είπεν
+εκείνη ταπεινοφώνως, χωρίς να τον ατενίση . . . Εις τον τόνον της
+φωνής ο νέος διέκρινε τρυφερότητα . . . η καρδία του υπερεπληρώθη,
+αλλ' η Αρσινόη ηγέρθη. — θέλω να είσαι εύθυμος, τ' ακούεις; είπε
+τεταραγμένη· το θέλω. Και απεμακρύνθη εσπευσμένως.
+
+
+V
+
+Αντηλλάγησαν επιστολαί τίνες. Αι του Φωκίωνος εδείκνυον το πυρ που
+τον έτρωγε, αι της Αρσινόης, αίσθημα αναγεννώμενον Φευ! ήτο το πρώτον
+της Αρσινόης ολίσθημα . . . Ησθάνετο ότι παρεσύρετο, ότι ελιποψύχει
+και ήρχοντο στιγμαί καθ' ας έκλαιεν από εντροπήν. Ως εξ ενστίκτου,
+εζήτει περί αυτήν έρεισμά τι, κάποιαν ενίσχυσιν, εζήτει έν φάρμακον
+κατά της αδυναμίας της τής ενόχου, της ολεθρίας . . . Προ πολλού
+επεθύμει να ταξειδεύση και ο σύζυγος ανέμενε τας διαταγάς της, χωρίς
+αύται να δίδωνται.
+
+ — Όταν θελήσης, είμ' έτοιμος, Αρσινόη, της είπεν ημέραν τινά· τίποτε
+δεν θα μ' εμποδίση.
+
+ — Ναι, ναι, Άγγελε, ευχαριστώ· αργότερα. Και ενώπιον της συζυγικής
+καλωσύνης, ησθάνετο τας παρειάς της φλεγομένας!
+
+Η κρίσις έφθασεν εις σημείον οξύτατον. Ο Φωκίων είνε επιτακτικός, ενώ
+συγχρόνως ικετεύει. Αι επιστολαί του εκφράζουν όλην την οδύνην
+ανθρώπου εμμανώς αγαπώντος· είνε επιστολαί ημιπαράφρονος, η τελευταία
+του δε είνε αληθινή λάβα ηφαιστείου. — «Αν δεν έλθης — έγραφεν —
+αυτήν την φοράν, δεν θα ημπορέσω ν' ανθέξω περισσότερον . . .»
+
+Η ημέρα εκείνη είνε ημέρα τρικυμίας ψυχικής απεριγράπτου διά την
+Αρσινόην· αι ώραι, αι στιγμαί, είνε ώραι και στιγμαί αλλοφροσύνης.
+Κάθηται, εγείρεται, κρατεί βιβλίον χωρίς ν' αναγινώσκη,
+πηγαινοέρχεται, γελά και κλαίει. Είχεν αποφασίσει την υπερτάτην
+θυσίαν και είνε εκτός εαυτής. Διότι το βήμα το οποίον απεφάσισε, δεν
+είνε εις θέσιν να είπη αν τη προξενή αγαλλίασιν ή φρίκην! τόσον τα
+δύο ταύτα αισθήματα συγχέονται. Ο σύζυγος απουσιάζει δι' υποθέσεις
+του και είνε εντελώς ελευθέρα. Η τροφός, ήτις την ανέθρεψε και δεν
+τολμά να την κρίνη, διότι τη είνε ολοψύχως αφωσιωμένη, θα την
+συνοδεύση εις την νυκτερινήν εκδρομήν της. Θα επανέλθουν πριν ή
+επιστρέψη ο σύζυγος, όστις άλλως έχει πλήρη εις αυτήν πεποίθησιν. Ο
+σύζυγος, ο αγαθός άνθρωπος, ο άγγελός της . . . Και τα επίθετα ταύτα,
+τα οποία έρχονται εις την μνήμην της αδιάκοπα, ωσάν καμμία δύναμις να
+τα στέλλη, είνε τόσα κτυπήματα μαχαίρας εις την πληγωμένην ψυχήν της
+. . .
+
+Αλλ' η ώρα εγγίζει και πρέπει ν' απέλθη. Η πιστή τροφός την αναμένει
+σιωπηλή. Εγείρεται και προχωρεί ολίγα βήματα, αλλ' ενθυμείται αίφνης
+και διευθύνεται προς τον κοιτώνα της. Θέλει δι' εσχάτην φοράν να
+προσευχηθή, να ζητήση εξ ύψους ενίσχυσιν εις την αναμενομένην πάλην.
+
+Επί του τοίχου, άνω της συζυγικής παστάδος είνε ανηρτημένη μεγάλη
+εικών του συζύγου, του Αγγέλου της, ολίγον δ' απωτέρω, μία εικών του
+αρχαγγέλου Γαβριήλ με γυμνήν ρομφαίαν. Η Αρσινόη εγονυπέτησε. Θέλει
+να προσευχηθή αλλά δεν το κατορθώνει· η μνήμη της την προδίδει, δεν
+ενθυμείται πλέον . . . αι παρειαί της φλογίζονται, είνε εις άκρον
+εξημμένη και εν τη συγχύσει της, τη φαίνεται ότι ο αρχάγγελος την
+απειλεί διά του ξίφους, ενώ ο Άγγελος, ο σύζυγός της, τη μειδιά
+προσηνώς . . . Μετ' ολίγον αι δυο εικόνες συγχέονται εις μίαν . . .
+Και το μειδίαμα το προσηνές και η ρομφαία η απειλούσα ανήκουν εις το
+αυτό πρόσωπον . . .
+
+Παρήλθε πολλή ώρα και η Αρσινόη είνε εις τα γόνατα. Αδυνατεί να
+εγερθή . . . Είνε καθηλωμένη επί του εδάφους. Αίφνης αισθάνεται ότι
+της εγγίζουν τον ώμον. Είνε η τροφός, η οποία της ενθυμίζει την ώραν
+. . .
+
+Η Αρσινόη εγείρεται ορμητική και η όψις της εκφράζει απόφασιν
+αιφνιδίως ληφθείσαν. — Νίνα λέγει προς την τροφόν αν μ' αγαπάς, αν
+ποτέ με ηγάπησες, τρέξε, πέταξε, φέρε τον Άγγελόν μου εις την
+στιγμήν. Το θέλω, ακούεις;
+
+Εις τα λάμποντα βλέμματα, εις τας εξημμένας παρειάς της κυρίας της η
+καλή τροφός ανέγνωσεν ολόκληρον δράμα . . .
+
+Έφυγε δρομαία.
+
+Η Αρσινόη ανέμενε τον σύζυγον υπερήφανος, φρίσσουσα, με πόθους
+νεονύμφου, πόθους όμως αγίους . . . Ησθάνετο και τώρα αγωνίαν, αλλ'
+ήτο αύτη αγωνία ευεργετική, αγωνία σώζουσα . . .
+
+
+
+
+
+Η ΔΕΚΟΧΤΟΥΡΑ
+
+
+I
+
+ΎΠΝΟ δεν είχεν, κάμποσες νύχτες τώρα, η Σμαραγδούλα. Από κάτω από τα
+ωραία της μάτια είνε μια σειρά μελανή, της αγρύπνιας σημάδι. Θυμώνει
+με την αδιακρισία, την αυθάδεια των παλληκαριών που δεν την αφίνουν
+να κοιμηθή. Η δυσαρέσκειά της φαίνεται σ' όλα της τα κινήματα.
+
+ — Ακούς εκεί! Να μην μπορή ένας να ησυχάση, να μην είν' ελεύθερος ν'
+αναπαυθή γιατί εκατέβη στο κεφάλι μερικών να έρχουνται την νύχτα να
+τραγουδούν, χωρίς κανείς να τους παρακαλή. Αυτοί ευχαριστούνται,
+ρώτηξαν όμως και μένα, αν θέλω ν' ακούω; Να ταν εδώ ο Μάρκος ο
+ξάδελφός μου, δεν θα με πείραζε κανένας. Αυτά εσυλλογιόταν η
+Σμαραγδούλα, ενώ η καϋμένη η γρηά θεία της είνε να χάση το νου της με
+το φυσικό της ανεψιάς. Να την αγαπούνε τόσοι, να την κυνηγούνε, να
+είνε έτοιμοι να φαγωθούν, κι' αυτή να θυμώνη, να τους βρίζη, να μη
+θέλη να τους ξέρη. Η πατινάδες και τα τραγούδια, εκείνο που για της
+άλλες κοπέλλες ήταν χαρά και πανηγύρι και καύχημα, για την
+Σμαραγδούλα ήταν αφορμή θυμού. Απελπίζετο η καϋμένη η θεία της με τον
+χαραχτήρα της τον παράξενο, τον αλλόκοτο! Πού ευρήκε αυτή την
+υπερηφάνεια, κόρη ναυτικού, καθώς ήταν η περισσότερες συνομίληκες και
+φιλενάδες της; Εκείνη πάλι η ακαταδεξία, η ψυχρότητά της; Μάρμαρο η
+ευλογημένη, ενώ είνε τόσον έμμορφη τόσον ελκυστική, οπού δεν έμεινε
+παλληκάρι να μη την ποθήση, να μη την κυνηγήση. Και ενθυμήθη με
+πείσμα η γρηά τη νύφη της. — Από εκείνη την ξένη, από τη μάννα της,
+τόχει, αυτό το ελάττωμα από κείνη το κληρονόμησε χωρίς άλλο γιατί όσο
+για τ' άλλα, είνε λαμπρό παιδί, και μόνο αυτή την ψυχρότη δείχνει πως
+έχει, για να μην την διώ εγώ αποκαταστημένη. Και η αδημονία αυτή την
+έτρωγε χρόνια τώρα.
+
+Τον αδερφό της, τον πατέρα της Σμαραγδούλας, τον αγαπούσε πολύ, μα δε
+μπόρεσε να του συχωρέση πως πήρε μια ξένη, μια περίφανη, μια
+πεισματάρα, που ό,τι έλεγε, έπρεπε να γίνεται. Μα είχε δελεάση τον
+αδερφό της με την ξεχωριστή ευμορφιά της. Τώρα τα χρόνια πέρασαν, οι
+γονείς δεν ζούνε πλιο και η γρηά θεία αφωσιώθηκε στην ανεψιά της:
+ήταν το καμάρι της, το είδωλό της. Και τι χαρά που την είχε, οπού όσο
+μεγάλωνε, τόσο αύξαναν οι αγαπητικοί, τα τραγούδια, η πατινάδες, τα
+παινέματα στην εμμορφιά την ασύγκριτη, στα μάτια πούλεγαν τόσα και
+τόσα χωρίς να μιλούνε, στο λυγυρό κορμί, το κυπαρισένιο, στο περήφανο
+περπάτημα και στα μαλλιά τα μαύρα σαν του κόρακα το φτερό. Και ύστερ'
+απ' αυτά τα χαρίσματα της Μοίρας, ύστερ' απ' αυτά τα θεϊκά δώρα, μία
+ακατανόητη ψυχρότητα, μία αδιαφορία, μία απάθεια, μία αναισθησία
+μαρμάρου . . . Τα μάτια της είχαν τόση έκφρασι, τόση ζωή μέσα τους,
+οπού έφθαναν να ζωογονήσουν εκατό νεκρές καρδιές γύρου τους! Θα
+έλεγες πως με τα μάτια εκείνα μιλεί, η ψυχή της, και όμως, σαν να μην
+είχε μνημονικό η ψυχή αυτή και ό,τι έβλεπε, σαν να μην ετυπώνετο μέσα
+της, παρά εξαλείφετο σαν το σημάδι επάνω στο νερό.
+
+Ήταν στ' αλήθεια τέτοια, ή τα φερσήματα της ήταν προσποιημένα, γιατί
+δεν έβρισκε το ταίρι της;
+
+Κανείς δεν ήξευρε να πη. Τούτο μόνο ήταν γνωστό, πως έπαιζε κ'
+εγελούσε με τα αισθήματα των αγαπητικών της, μάλιστα όταν τα
+αισθήματα αυτά εξεχείλιζαν ή εξεσπούσαν σε πατινάδες και σε
+τραγούδια, η Σμαραγδούλα εγίνετο κακιά, εθύμωνε με τα σωστά της ή
+εμπορούσε και να προσβάλη.
+
+***
+
+Δεν τα θελε τα πράμματ' αυτά τα πρόστυχα· τέλειωσε. Έτζι ήταν
+καμωμένη η Σμαραγδούλα· δεν έμοιαζε με καμμιά από της φιλενάδες της·
+εκείνα τα χωρατά, εκείνα τα κρυφομιλήματα, ή ν' ανταμώνεται σε κανένα
+σπίτι με κανένα κοπελλιάρη για να τα πούνε, καθώς έκαναν άλλες, η
+περισσότερες, δεν της άρεσαν, δεν τάθελε· θαρρείς πως ήταν γυναίκα
+άλλου κύκλου και δεν εννοούσε να την πειράζουνε, να την ενοχλούνε μ'
+ερωτοτροπίες πρόστυχες και χωρίς την άδειά της. Μεγάλη ιδέα έχουνε
+για τον εαυτό τους — ήλεγε η Σμαραγδούλα. — «Τους φαίνεται πως φτάνει
+να καταδεχτούνε να σε κυτάξουνε, εσύ ετρελλάθηκες απ' τη χαρά σου· αν
+έρθουνε δα και με τα βιολιά, τόχουνε γι' αμαρτία να μην ανοίξης την
+πόρτα σου. Εγώ δεν τ' αγαπώ αυτά και όσο θένε, ας τρέχουνε· δε με
+πλανούνε.»
+
+***
+
+Κάθε πράμμα όμως στον κόσμο έχει τα όριά του, έχει ένα σημείο που
+σταματά, για αυτό έφθασε μια μέρα οπού και οι αγαπητικοί της
+Σμαραγδούλας, ετραβήχτηκαν. Εβαρεθήκαν οι άνθρωποι να ελπίζουν και να
+παίζουνται· είπαν μεταξύ τους — ουχ άδεφέ, να παρακαλούμε θέμε; ας
+πάη στο καλό τέτοια γυναίκα, δίχως καρδιά! Και η Σμαραγδούλα ανάσανε,
+ησύχασε, όχι όμως όλως διόλου, γιατί δεν άργησε να φανερωθή πως δεν
+είχαν τραβηχτή όλοι και πως έμειναν δυο, οι καλλίτεροι, δηλαδή οι
+χειρότεροι, οι πιο πεισματάρηδες και οι πιο επικίνδυνοι, από κείνους
+που δεν υποχωρούνε γρήγορα, που δεν ξεχνούν, από κείνους, που
+συνήθισαν να νικούνε τα εμπόδια και η Σμαραγδούλα είδε με θυμό και με
+πείσμα, πως ο πόλεμος δεν ετελείωσε. Σαν να ήταν όμως τώρα
+προσποιητός ο θυμός της και σαν να της άρεσε πως είχε να κάμη με
+χαραχτήρας ανδρικούς και εφαινότανε σαν περήφανη, γιατί η νίκη της θα
+είχε περισσή αξία.
+
+Ήταν καπετανόπουλα οι δυο φίλοι της Σμαραγδούλας και εχθροί μεταξύ
+τους μεγάλοι, ο Γιώργης ο Μόρφος και ο Ζώης ο Περήφανος. Ο Μόρφος
+μάλιστα εμισούσε το Ζώη με όλη τη δύναμι της ψυχής του, γιατί κάπου
+στην ξενητειά μια φορά εφιλονείκησαν για την κοπέλλα κ' επιάστηκαν
+και ο δυνατώτερος Ζώης έδειρε τον Μόρφο. Τώρα απόφευγε ο ένας τον
+άλλον για να μην έρθουν στα χέρια και η κοπέλλα ήταν ελεύθερη να
+διαλέξη από τους δυο. Και η πατινάδες και τα τραγούδια δεν είχαν
+τελειωμό. Ο Μόρφος ήταν πιο φρόνιμος από τον Ζώη και ο Ζώης πιο
+ορμητικός από τον Μόρφον και πιο ανυπόμονος. Μαζή με τον έρωτά του
+έδειχνε και το πείσμα του το μεγάλο για την αντίστασι την
+αδικαιολόγητη της Σμαραγδούλας. Η φιλοτιμία του ήταν πολύ πληγωμένη
+γιατί δεν ήταν μόνο καλός γαμπρός, μα και ωραίο παλληκάρι. Μα του
+κάκου όλα.. πατηνάδες, περίπατοι, ματιές, παινέματα, θυμοί, ξενύχτια
+στην πόρτα ομπρός, τίποτα δεν ωφελούσαν και μόνο ο Ζώης ερεθιζότανε.
+Μια πρωινή ο Ζώης επαραφύλαξε την κοπέλλα, σαν εύγαινε από την
+εκκλησιά, σ' ένα δρόμο κοντά στο σπίτι της. — Τι διάβολο, από πάγο
+είσαι; της είπε. — Και ο πιο δυνατός πάγος λυώνει, σαν εύρη ανάλογη
+ζέστη, αποκρίθη εκείνη.
+
+ — Που θα πη, εμείς δεν την έχομε, είπεν εκείνος με πείσμα και
+εστράφη να φύγη γρήγορα, χωρίς να περιμένη ν' ακούση την απόκρισι της
+Σμαραγδούλας, η οποία σαν να είχεν αρχίση να λυγίζεται. Στα ερωτικά
+δεν ήταν τεχνίτης ο Ζώης και άκουε περισσότερο το πείσμα του, κι'
+αυτό τον έφαγε. Ετραβήχτηκε με υπερβολικό πείσμα αυτή τη φορά, με
+αγανάκτησι, βέβαιος πως έχει να κάμη με μάρμαρο, και για να λάβη
+κάποια εκδίκησι, εσυλλογίσθη να την πειράξη· εσκέφθη να την
+περιφρονήση και ενώ η Σμαραγδούλα εγύρευε αφορμή τώρα να δείξη πως
+άλλαξε και να φανερώση την κλίσι της στο Ζώη, αυτός, που ήταν
+ζηλευτός γαμπρός και τον ήθελαν πολλές, εστράφηκε σε μιαν άλλη πολύ
+ζωηρή και φανερά, ολοφάνερα, κάθε μέρα, ήταν μαζή της κ' επερνούσε
+συχνά μ' αυτήν από το σπήτι της Σμαραγδούλας για να την κάνη να
+σκυλιάζη. Και το εκατώρθωσε. Στην αρχή η Σμαραγδούλα θέλησε να κάμη
+την περήφανη, τη δυνατή, μα έτυχε μια περίστασι κ' επροδόθηκε πολύ
+άσκημα. Ένα από 'κείνα τα κακά, τ' απύλωτα στόματα, που τίποτα δεν τα
+κρατεί, που θέλουν να μιλούνε και ας γίνη ό,τι γίνη, είπε της
+Σμαραγδούλας πως ο Ζώης είπε, τάχατες φανερά, πως δε θέλει να τήνε
+ξέρη, πως την περιφρονεί και πως αν περνά, περνά μόνο για να την
+προσβάλη με τον τρόπο του, γιατί αυτό και της πρέπει. Επίστεψε η
+Σμαραγδούλα το κακό στόμα το απύλωτο, το φαρμακερό του σάλιο της
+εδάγκασε την καρδιά εις βαθμό, οπού αισθάνθηκε βαθειά τον πόνο και
+μια βραδιά, οπού ο Ζώης πέρασε πάλι από μπροστά της πεζογελώντας,
+πρώτα με την κοπέλλα του, και ευτύς κατόπι μοναχός του, η Σμαραγδούλα
+δε βαστάχτηκε και του φώναξε με θυμό, πως δεν την πειράζουνε τέτοια
+καμώματα, που τα κάνουνε μόνο γουρού. . . Στην άσκημη λέξι
+εσταμάτησε, την άκουσαν όμως δυο γειτόνισσες, και ο Ζώης, υπερβολικά
+συγχυσμένος, έφυγε τρεχάτος . . .
+
+Η Σμαραγδούλα, ευτύς ύστερ' απ' αυτό έκλεισε το παράθυρο και την
+πόρτα της κ' επλάγιασε να κοιμηθή. Εμετανόησ' ευτύς για τη λέξι και
+είδε κακά όνειρα τη νύχτα κείνη, την αυγή δε, ευτύς που σηκώθηκε,
+άκουσε θόρυβο στην πόρτα της και ομιλίες και ξεφωνητά. Έτρεξε και τι
+να ιδή; Από ένα χαλκά της οξώπορτας του κάτω σπιτιού εκρεμότανε ένα
+γουρουνάκι σφαγμένο!
+
+Δεν μπορούσε να γείνη μεγαλείτερη προσβολή απ' αυτήν και για να την
+κάμη ο Ζώης, θα πη πως είχε θυμώση υπερβολικά. Μπροστά σε κόσμο τον
+ωνόμασε χοίρο! Και αν για μια στιγμή υποθέσωμε πως το αίσθημα του Ζώη
+για την άλλη κοπέλλα, ήταν προσποιητό, φτιασμένο έτζι για να ερεθίζη
+τη Σμαραγδούλα, τώρα όμως η καρδιά του είνε γεμάτη θυμό, θυμό δίκαιο,
+και κανένα άλλο αίσθημα δε χωρεί μέσα της. Καλλίτερα την ξερριζώνη
+την καρδιά του, παρά να την ακούση να του μιλήση πλιο για την
+Σμαραγδούλα για την πιο άσπλαχνη, την πιο σκληρή γυναίκα που εγνώρισε
+στη ζωή του. Και ποιος; ο Ζώης ο Περήφανος, το ζηλευτό παλληκάρι, που
+θα το είχε τιμή και ευτυχία της να τον πάρη άλλη κοπέλλα . . .
+«Χοίρος είμ' εγώ; Να, λοιπό, να σου κρεμάσω το ζώο στην πόρτα σου, να
+μου θυμάσαι! μια για πάντα' είσ' εσύ κακή, να γενώ και εγώ πιο κακός
+από σένα . . .»
+
+
+Είνε λίγα χρόνια τώρα, μια πρωινή, με οδηγό τον παντοτεινό μου
+αγωγιάτη, τον Βασίλη τον Αρβανίτη, επήγαινα από τη χώρα στην εξοχή,
+μιάμιση ώρα μακρυά. Ο δρόμος δεν είνε άσχημος, τα περίχωρα μόνο σου
+φέρνουν μελαγχολία. Δεξιά, και ζερβά, ομπρός και 'πίσω και όσο βλέπει
+το 'μάτι εκτείνεται, θαρρείς ατελείωτη, μία βουνοσειρά απόκρημνη, με
+συχνές, απότομες, πολύσχημες παραλλαγές, γυμνή δε και σαν γλυμένη από
+της βροχές, με σπάνια, πού και πού αγριόχορτα, τα μόνα σημάδια της
+ζωής, μέσα εις εκείνη τη νέκρα, στην ακινησία την αιωνία, μέσα στον
+ασάλευτο εκείνον κόσμο, τον άγριο, οπού θαρρείς πως κάτι θέλει να σου
+πη, μα που κρατεί τα λόγια του κρυμμένα, βιβλίο μυστικό, γραμμένο σε
+άγνωστη, όχι ανθρώπινη γλώσσα.
+
+Το μουλάρι μου, ζώο στιβαρό, συνειθισμένο στους δρόμους αυτούς,
+επροχωρούσε με πάτημ' αργό στα κακόβολα μέρη. Νέκρα και σιωπή τριγύρω
+μόνο, από καιρό σε καιρό, κανένα γεράκι έσχιζε τον αγέρα κ' εχυνότανε
+σαν σαΐτα επάνω σε κανένα μικροπούλι αμέριμνο, θύμα παντοτεινό του
+σαρκοβόρου, του αχόρταγου όρνειου.
+
+Δεν ήταν ο δρόμος εύθυμος· ευτυχώς για μένα, ο αγωγιάτης μου ήταν απ'
+εκείνους που δεν αφίνουν τον άλλο να στενοχωρηθή. Αγαπούσε να λέγη,
+να διηγάται και με της ιστορίες του σχεδόν δεν μου αποφάνηκε ο
+δρόμος. Τον εζήλευα και για το εξωτερικό του. Πενηντάρης, στιβαρός
+όμως σα νέος, σαν άνθρωπος του βουνού, με ηλιοκαμμένο και λιπόσαρκο
+πρόσωπο, μα με κάτι δόντια που θα λεγες πως του τα φύτεψαν τη στιγμή
+εκείνη, τόσον ήταν στερεά, άσπρα και ολόισα. Εύθυμος και γελαστός
+πάντα, εμετάδινε την ευθυμία του και σε μένα.
+
+Απήχαμε από το Μοναστήρι, το σκοπό του ταξειδιού μας, ως ένα τέταρτο,
+όταν εκατό βήματ' από το δρόμο, σ' ένα χωράφι μέσα, ευγήκε στην
+οξόπορτα μικρού σπιτιού, που ελαμποκοπούσε από νωπό ασβεστόχρισμα μια
+γυναίκα ψηλή, λυγερή, με άσπρο καθαρώτατο φόρεμα και με κάτασπρο,
+παχουλό πρόσωπο, απ' όσο μπορούσαμε να διακρίνωμε. Μου φάνηκε ανώτερη
+από χωρική και ρώτησα τον αγωγιάτη μου.
+
+ — Να ιστορία μια φορά· η καλλίτερη απ' ούλες, είπεν εκείνος.
+
+Μου εκεντήθηκε η περιέργεια και τον επαρακάλεσα να μου πη όσα ήξερε.
+
+ — Δεν έτυχε ν' ακούσης για τη Δεκοχτούρ', αφεντικό; Δεκοχτώ, μαθές,
+την αγαπήσανε και κανένα δεν επήρενε. Και σιγά σιγά, με δικά του
+λόγια και με δικές του παρατήρησες, μου εδιηγήθηκε τη γνωστή ιστορία
+της Σμαραγδούλας. Και αφού εστάθηκε λίγο, είπεν ακόμα.
+
+ — Μεγάλη ταραχή και ανησυχία ήφερε στον τόπο η ιστορί' αυτή· το
+φέρσιμο μαθές του Ζώη και το φέρσιμο της Σμαραγδούλας· γιατί ο ένας
+εκατάκρινεν τον ένανε κι' άλλος τον άλλονε. Ακολουθήσανε λόγια και
+καυγάδες. Ο Μόρφος το πήρ' απάνω του κ' εφώναζενε πως θα κάμη και θα
+δείξη, μα έλα που εδούλιανε ν' ανταμωθή με το Ζώη! Εφώναζεν από
+μακρυά. Ο Ζώης σε λίγο καιρό, εξενιτεύθηκε, ήφυε κι' ο Μόρφος και η
+ιστορία εξεχάστηκε.
+
+Και ο φιλόσοφος αγωγιάτης μου, σε λιγάκι επρόσθεσε.
+
+ — Ευτά τα πράματ' αφεντικό, η ιστορίες, μαθές, ευτές, ήτανε
+συνειθισμένες τον καιρό εκείνο. Μούλεεν ο γέρος μου, πως ετότες η
+κοπέλλες και οι κοπελλιάρηδες αγαπούσανε στ' αλήθεια, αγαπούσανε,
+μαθές, τον άθρεπο και πόσα δεν εκάνανε για την αγάπη! Οι θαλασσινοί
+περσότερο, μα και σε μας κοι χωριανοί εγενόντανε πολλά. Τραγούδια
+τσοι δρόμοι, μαντουνάδες από κάτ' απ' τα παραθύρια ούλη νύχτα, και
+ζήλιες και πεισματικά και καυγάδες και κλεψιές καμμιά φορά, μόνα δεν
+εθέλανε οι γονοί. — Μαθές, — μου εξήγησε πιο καθαρά ο Βασίλης — σα
+δεν ήθελεν κανένας γονιός να δώκη το παιδί του, εκλεβόντανε οι δυο κ'
+επερνόντανε, γιατί ετότες εγαπούσανε τίμια και δεν εβλέπανε μόνι τον
+παρά, σαν και τώρα.
+
+ — Θες να πης πως τώρα δεν αγαπούνε; ρώτησα 'γω.
+
+ — Δε βαριέσαι! είπεν ο Βασίλης. Μα να, μην πας μακρυά· εμένα, τη
+μεγάλη μου κόρη — την είδιες, αφεντικό, μαθές, όχι πως είνε θυατέρα
+μου, μα νε ομορφούλα — την εγάπησενε ο Σωτήρης ο Σκουλάξινος, καλό
+νοικοκιουρόπαιδο, και τα χαμε σκεδό τελειωμένα και σαν ήρθεν ο κόμπος
+στο χτένι, πως εγώ είπα να κρατήξω τ' αμπέλι τση Φτελιάς για τη
+δεύτερή μου την Αννέζα, εχόλιασενε κ' ετραβήχτηνε· ακούς, αφεντικό,
+πράματα! Εθύμωσα κ' εγώ, εχάλασενε, μαθές, η καρδιά μου κ' εχάλασενε
+και η δουλιά. Να αγάπες! Μα και του Νικόλα του Κολάκα δεν του κάμαν
+τα ίδια για τη θυατέρα του; Μόνι τον παρά αγαπούνε τώρ' αφεντικό, και
+στο μεγάλο κόσμο και στο μικρό· δε λογαριάζουνε, μαθέ, τον άθρεπο,
+παρέ μόνι τη ζέπη του βλέπουνε· η αγάπες τώρα είνε μόνι στα χείλια,
+και τα τραούδια του έρωτα είνε μόνι στα χαρτιά γραμμένα, όχι στην
+καρδιά μέσα. Και ετελείωσε τα γνωμικά του μ' ένα — Οξ, ντε! που
+εφώναξε του μουλαριού, αφού του ετίναξε από πίσω μια με τη δράφη του.
+
+Εσιώπησεν ο Βασίλης, εγώ όμως, οπού ήθελα το τέλος της ιστορίας, τον
+αρώτησα.
+
+ — Και ύστερα τι ακολούθησε με την Σμαραγδούλα;
+
+ — Η Δεκοχτούρα (γιατί αυτό τ' όνομα της εδώκανε) εκλειδώθηκε και δεν
+ήθελε να διη κανεί. Και άλλαξε πολύ από τότες· μηδέ γέλοια, μηδέ
+χωρατά, μηδέ τίποτα. Εγίνηκε άλλη γυναίκα, ως και δακρυσμένη ήτυχε να
+τη διούνε. Δεν μπορούσε να ξεχάση ό,τι εγίνηκε, και άλλοι ελέανε πως
+ήκλαιε για την προσβολή, άλλοι πως ελυπότανε πως ήχασεν το Ζώη. Γιατί
+ο Ζώης έφυε από το νησί ευτύς και για πολύν καιρό, δεν ήξερεν κανείς
+τι εγίνηκε. Εμάθανε, ύστερ' από καιρό πως εταξείδευενε με Ιγγλέζικα
+και Αμερικάνικα καράβια. Ύστερα πάλι ακούστηκε πως σε κάποια πολιτεία
+εσμίξανε, σε μια ταβέρνα, ο Ζώης, ο Μόρφος κ' ένας αξάδερφος τση
+Δεκοχτούρας, πως ελοοφέρανε για την προσβολή που ήκαμεν ο Ζώης στη
+Δεκοχτούοα και πώς οι δυο μαζή, ο ξάδερφος και ο Μόρφος, εμαχαιρώσανε
+το Ζώη άσκημα. Ο Μόρφος δεν είπενε ποτές του τίβοτα· το βέβαιο είνε
+πως ο Ζώης δεν εφάνηκε πλιο. Ο Μόρφος, σαν ησυχάσανε τα πράματα,
+εζήτηξεν τη Δεκοχτούρα, μα εκείνη μηδέ να τον ακούση δεν ήθελενε.
+Μάλιστα σε λίο καιρό ετραβήχτηνε στο βουνό εδώ, στο χτήμα της και ζη,
+χρόνια τώρα, κατάμονη. Μόνο στην εκκλησούλα που βλέπεις εδώ κάτω,
+πηαίνει και ίσια με τη θάλασσα για περίπατο. Η θεία της απόθανε,
+χρόνια τώρα, και ζη μοναχή της. Τα πρώτα χρόνια της εστείλανε
+κάμποσες προξενιές, μα δε θέλησε ν' ακούση και την έβγάλανε
+Δεκοχτούρα. Παράξενη γυναίκ' αφεντικό, μα και δύστυχη, επρόσθεσεν ο
+χωριανός κ' εσιώπησε.
+
+Τη στιγμή εκείνη, ευγήκε από το σπιτάκι της Δεκοχτούρας ένα παιδάκι
+ως δέκα χρονώ, παστρικοντυμένο μ' ένα σταμνάκι στον ώμο κ' έν'
+ανεσερτήρι στο χέρι. Απέρασε από κοντά μας, και το ρώτησε ο Βασίλης.
+
+ — Πού πας, μικρέ;
+
+ — Για νερό εδώ κοντά!
+
+ — Κάθεσε με την Δεκοχτούρα,
+
+ — Ναι; είνε κερά μου.
+
+ — Είσαι πολύ καιρό μαζή της;
+
+ — Ένα χρόνο. Κ' έκαμε να φύγη.
+
+ — Μα σα να το γνωρίζω, είπεν ο Βασίλης.
+
+ — Και πως σε λένε, μικρέ, το ρώτησε.
+
+ — Ζώη! είπεν ο μικρός και απομακρύνθη.
+
+
+
+
+ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΑΣΧΑ
+
+
+
+ΉΤΟ πολύ μελαγχολικός ο Κλέων την νύκτα εκείνην. Αι μαύραι, αι
+καταθλιπτικαί σκέψεις του έλαβον έντασιν μεγαλειτέραν ακριβώς την
+νύκτα εκείνην, την παραμονήν τόσον λαμπράς ημέρας. Η ημέρα εκείνη,
+καθ' ην υπερεκχειλίζει η αγάπη, ζητούσα μυριοτρόπως να εκδηλωθή, καθ'
+ην γνωστά και άγνωστα χείλη ενούνται εις αδελφικόν ασπασμόν, η ημέρα
+εκείνη μόνον διά τον Κλέωνα έμελλε να είνε μαύρη, να είνε πένθους
+ημέρα. Πολύ τον πιέζει, πολύ τον στενοχωρεί η μόνωσίς του. Τόσον,
+όπου η φιλοσοφία, ης επικαλείται την αρωγήν, υποχωρεί ανίσχυρος προ
+του μαύρου φάσματος πραγματικής συμφοράς.
+
+Είχε νομίση ότι ο χρόνος θα επούλωνε το τραύμα του, το τραύμα εκείνο
+το οποίον, με σκληρότητα θηρίου, τω κατέφεραν χείρες φιλικαί,
+αδελφικαί χείρες . . . Διότι παρήλθε πολύς καιρός από της απαισίας
+εκείνης ημέρας . . . Παρήλθε τόσος καιρός και η πληγή του αιμάσσει
+έτι, ως να τω κατεφέρθη το τραύμα τώρα, προ μιας στιγμής. Δεν θα
+λησμονήση λοιπόν ποτέ: Πότε επί τέλους θα τον αφήση η αδυναμία η
+ταπεινωτική, αυτή η λιποψυχία; Πότε και αυτός θα μισήση;
+
+Είνε, διότι είχε τόσον συνδεθή, τόσον συνταυτισθή, μ' εκείνους τους
+οποίους εθεώρει ιδικούς του, ώστε δεν κατορθώνει να πεισθή, ότι οι
+πλήξαντες αυτόν είνε αυτοί εκείνοι τους οποίους τόσον είχεν αγαπήση
+και οίτινες τόσα του ώφειλον . . . .. Αλλ' είνε λοιπόν τόσον
+μικρόψυχος, τόσον ουτιδανός, να φέρη εις την μνήμην του ακόμη τα όντα
+εκείνα; Περιφρόνησιν εσχάτην και μόνην αυτήν πρέπει να αισθάνεται
+προς εκείνους, προς εκείνην προ πάντων, ήτις, το οικοδόμημα της
+ευτυχίας του, το οποίον με υπομονήν ανένδοντον, ακατάβλητον, με
+υπομονήν μύρμηκος φιλέργου κατώρθωσε να εγείρη, κατέρριψεν έως
+εδάφους, εσκόρπισεν εις τους τέσσαρας ανέμους! Και αι μαύραι σκέψεις
+του δεν τον αφίνουν. Έρχονται, φεύγουν προς στιγμήν και επανέρχονται
+ανηλεείς και επίμονοι, ως οι μαύροι κόκκοι κομβολογίου εις τας χείρας
+νευρασθενούς.
+
+Είνε η παραμονή του Πάσχα και έξω ακούεται θόρυβος πηγαινοερχομένων
+αμερίμνων, ευθύμων, ευτυχών βεβαίως ανθρώπων. Η ταραχή όμως της ψυχής
+του Κλέωνος δεν τον αφίνει ν' ακούση. Βάσκανος δαίμων του επανέφερεν
+εις την απαίσιαν εκείνην ημέραν ίνα του δηλητηριάση τας γλυκείας
+στιγμάς, ας ήθελε και αυτός διέλθει την παγκόσμιον εκείνην
+χριστιανικήν παραμονήν, την παραμονήν του Πάσχα.
+
+***
+
+Καλής, αλλά καταστραφείσης οικογενείας υιός, ο Κλέων είχε διέλθει
+πολύ πικρά παιδικά χρόνια. Ανετράφη εν τη δυστυχία και ταις
+στερήσεσι. Αλλ' ήτο εκλεκτή φύσις και της τύχης αι προσβολαί δεν τον
+κατέβαλον. Προικισμένος με ισχυράν θέλησιν, άπληστος δε εις μαθήσεις,
+μετά πάλην ανένδοτον, καθ' ην το θάρρος ουδ' επί στιγμή τον
+εγκατέλιπεν, κατώρθωσε να ίδη τους αγώνας του στεφομένους υπό πλήρους
+επιτυχίας. Έγεινεν ιατρός, αποφεύγων δε τας πόλεις, όπου τους
+ταπεινούς υποσκελίζουν δυνάμεις, περιουσίαι και ονόματα, κατέφυγεν
+εις κωμόπολιν, εκεί δε εξεδηλώθησαν, εν όλη αυτών τη λαμπρότητι, της
+ψυχής του οι θησαυροί. Να παρηγορή, να υποστηρίζη, να θεραπεύη ήτο η
+μόνη και αναλλοίωτος μέριμνά του. Η αγάπη, δι' ης ο μικρόκοσμος του
+τον περιέβαλλε, ήτο δι' αυτόν αμοιβή ανωτέρα οιασδήποτε άλλης.
+
+Είχε και μίαν γλυκείαν ανάμνησιν. Εις τα μικρά, τα σχολικά του έτη,
+είχε συνδεθή με φιλίαν στενήν μ' ένα του συμμαθητήν, μικρότερον την
+ηλικίαν, πολύ δε ανόμοιόν του τον χαρακτήρα. Ο Ισίδωρος ήτο
+ελαφρόνους, ακατάστατος, άτακτος, σκανδαλοποιός, καθ' όλην την
+έκτασιν mauvais sujet. Ήτο όμως ζωηρότατος, εύθυμος, γλυκύς. Και τον
+Ισίδωρον αυτόν ηγάπησε πολύ ο Κλέων. Και τον εβοήθει εις τα μαθήματα
+και εις ό,τι άλλο ηδύνατο. Αυτός ο έχων τόσην ανάγκην βοηθείας. Ηγάπα
+και ο Ισίδωρος τον Κλέωνα, δεν εννοούσε όμως και να ενοχληθή προς
+χάριν του, ενώ ο Κλέων πολλά υπέφερεν εξ αιτίας του. Ήτο πτωχό παιδί
+ο Ισίδωρος, οσάκις δε, σπανιώτατα, έλεγεν εις τον Κλέωνα, με κωμικήν
+σοβαρότητα, ότι δεν ήξευρε τι θ' απεγίνετο, ο Κλέων εμελαγχόλει. Και
+εδοκίμασεν αληθή οδύνην, όταν μίαν ημέραν έλαβε δύο λέξεις του, δι'
+ων τον επληροφόρει ότι φεύγει μακράν, εις αναζήτησιν τύχης. Έκτοτε
+τον έχασε και παρέμεινεν εις την μνήμην του το σχολικόν τούτο
+επεισόδιον ως γλυκύπικρος ανάμνησις.
+
+***
+
+Ο καιρός παρήρχετο εν τω μέσω των ασχολιών του των επιστημονικών, των
+κόπων του των ανενδότων. Δεν εβράδυνεν εν τούτοις να εννοήση, να
+πεισθή, ότι η φύσις έχει τας απαιτήσεις της, τα δικαιώματά της. Ο
+θετικός Κλέων ήρχησεν από τίνος ν' αλλοφρονή, ν' αφαιρήται. Επάλαισε
+κατά των νέων τούτων σκέψεων, αλλ' εξήλθεν ηττημένος εκ της πάλης και
+ηναγκάσθη να ομολογήση ότι υπάρχει έν σημείον καθ' ο και το
+σοβαρότερον έργον δεν αρκεί να πληρώση εξ ολοκλήρου τον βίον ενός
+ανθρώπου. Το κενόν, όπερ ησθάνετο εν εαυτώ τον εστενοχώρει. Από τινος
+ήρχισε να ονειροπολή να μειδιά προς άγνωστον θεότητα, προς ην η
+φαντασία του εχάριζε μορφήν αγγέλου, η οποία κάθε στιγμή ήτο εμπρός
+του, αλλ' η οποία ήτο ασύλληπτος, ως κάθε ιδανικόν. Και τον
+ηκολούθουν ανένδοτοι αι ονειροπολήσεις αύται, οι στοχασμοί ούτοι οι
+τερπνώς ενοχλητικοί. Τον ηκολούθουν εις όλα και εις την εργασίαν του
+αυτήν, τω συνέβη δε πολλάκις να κύπτη επί ώραν προ συνταγής
+αφηρημένος, χωρίς να δύναται να φέρη αυτήν εις πέρας, προς μεγάλην
+απορίαν της γραίας υπηρετρίας του, αγνοούσης που ν' αποδώση την
+αλλοφροσύνην του αυτήν.
+
+Χριστέ και Παναγιά! Τι έπαθε τ' αφεντικό μου· έλεγε πότε πότε. Αλλ' η
+απορία της γραίας ηύξησε, μετατραπείσα τώρα εις ανησυχίαν, όταν
+ολίγον κατόπιν και μετά την επάνοδον του ιατρού εκ συντόμου
+ταξειδίου, τον συνέλαβε να χειρονομή και να μονολογή ως να συνεζήτει
+με κάποιον περί σπουδαίου ζητήματος· την έβαλε μάλιστα εις πλείονα
+ανησυχίαν η ευθυμία του. — Δεν μ' αρέσουν καθόλου τα πράγματα — έλεγε
+σταυροκοπουμένη. Αι απορίαι της όμως δεν εβράδυναν να λυθούν προς
+μεγάλην χαράν της. Ταχέως εγνώσθη ότι το αφεντικό εύρε σύντροφον.
+Πράγματι η ευτυχία ευρέθη, εις πλησιόχωρον πόλιν, υπό την μορφήν νέας
+κόρης· θυγάτηρ συναδέλφου, θελκτικωτάτη, ζωηροτάτη δεκαεπταέτις
+μελαγχροινή, εδέχθη την χείρα του Κλέωνος, προσφερθείσαν με την
+καρδίαν του όλην. Μετ' ολίγον η ένωσις δύο ψυχών συνετελέσθη και το
+ψυχρόν, το άχαρι, το σιωπηλόν οίκημα του Κλέωνος μετέβαλεν εντελώς
+όψιν. Το κενόν επληρώθη . . . Η επιστήμη αφ' ενός, αφ' έτερου ο έρως
+ον εφαίνετο συμμεριζομένη η νεαρά σύζυγος, δύο αγαθά αναφαίρετα . . .
+
+Την ευδαιμονίαν του Κλέωνος διεδέχθη μετ' ου πολύ μεγάλη χαρά και
+ταύτην άλλη, μικροτέρα μεν, χαρά όμως πάντοτε, αληθηνή άλυσσος
+ευτυχιών. Δεν εβράδυνε να βεβαιωθή ότι θα εγίνετο πατήρ· αυτή ήτο η
+πρώτη, η μεγάλη χαρά, ήτις τον έκαμε ν' αλλοφρονήση, να παραληρή, ως
+εις τας παραμονάς του γάμου του· η δευτέρα η μικροτέρα μεν, ζωηρά
+όμως πάντοτε η άλλη και απροσδόκητος, ήτο η αιφνιδία άφιξις του
+Ισιδώρου, του φίλου της παιδικής του ηλικίας· και ήρχετο εγκαίρως ο
+Ισίδωρος διά να γείνη κοινωνός της ευτυχίας του φίλου του. Και ναι
+μεν τα πρώτα εκείνα αισθήματα ηλλοίωσε βεβαίως ο χρόνος ουχ ήττον η
+φιλία υφίσταται πάντοτε, τουλάχιστον ο Κλέων αισθάνεται ότι αγαπά
+πολύ το Ισίδωρον και τώρα ακόμη, θα είνε δε ευτυχής αν δυνηθή να τω
+χρησιμεύση. Διότι, αν ηθέλαμεν κρίνη εκ του εξωτερικού του, τα
+πράγματα του Ισιδώρου δεν ήσαν βεβαίως πολύ ρόδινα. Εκ της μακράς του
+περιπλανήσεως δεν έφερεν, ως εφαίνετο, τίποτε άλλο, παρά την
+αναλοίωτον ευθυμίαν του. Η φύσις του δεν του επέτρεπε να βαρυθυμήση
+προς τι; η μελαγχολία φθείρει την υγείαν και ο Ισίδωρος διά κανένα
+λόγον δεν θα συγκατένευε ν' ασθενήση.
+
+Ο Ισίδωρος εύρεν εις τον φίλον του αληθή προστάτην και εις τον οίκον
+του ασφαλές άσυλον και είχε πολλήν ανάγκην των αγαθών αυτών.
+Πλανηθείς επί πολύ δεξιά και αριστερά, απέτυχεν εις όλας του τας
+επιχειρήσεις, είδε ναυαγούντα όλα του τα σχέδια και εν τη αμηχανία
+του ενθυμήθη τον φίλον, ου είχε μάθη την αποκατάστασιν και έσπευσε να
+έλθη πλησίον του, όχι διά να τον βαρύνη, Θεός φυλάξοι, αλλ' ίνα διά
+των συμβουλών των των πολυτίμων, αρυσθή νέον θάρρος προς νέους
+αγώνας. Ο Κλέων ενεθάρρυνε τον φίλον του διά γλώσσης θερμής. — θα
+μείνης πλησίον μου όσον θέλεις, του είπε, χωρίς να στενοχωρήσαι και
+με τον καιρόν κάτι θα ευρεθή και διά σε. Αλλά και η νεαρά σύζυγος του
+ιατρού πολύ συνεπάθησε τον Ισίδωρον, τη υπερήρεσε δε η ζωηρότης και
+το εύθυμον του χαρακτήρος του, προσόντα τα οποία δεν εύρισκεν εις τον
+σύζυγον, βυθισμένον πάντοτε εις τα βιβλία και τας συνταγάς του. Όλα
+τα κατείχε τώρα ο ιατρός· επιστήμην, έρωτα, φιλίαν . .,
+
+Δύο έτη παρήλθον ούτω. Εν τω μεταξύ το θυγάτριον του ιατρού είχεν
+αποθάνη. Δεν ηδυνήθησαν να το σώσουν ούτε η επιστήμη, ούτε το
+πατρικόν φίλτρον. Επί νύκτας ολοκλήρους ηγρύπνησε παρά την μικράν του
+κοιτίδα, παλαίων ανενδότως, με πείσμα, με όλον του τον νουν και με
+όλα του τα σλάγχνα, τα γεμάτα από αγάπην, κατά της νόσου της φοβεράς!
+Εις μάτην όλα . . . Εσβέσθη το θυγάτριον εις τας αγκάλας του,
+συμπαρασύραν μεθ' εαυτού τόσα πατρικά όνειρα, τόσας ελπίδας . . .
+
+Ήτο η πρώτη οδύνη του Κλέωνος μετά τον γάμον του, η πρώτη αληθινή του
+οδύνη, ήτις τον έκαμε να κλονισθή εις τα βήματά του τα στερεά, τα
+αποφασιστικά. Τον κατέλαβον αμφιβολίαι, δισταγμοί περί πάντων . . .
+Εμονολόγει μεγαλοφώνως, οργίλως ενίοτε, ως να συνεζήτει με αόρατόν
+τινα συνομιλητήν . . . Κατόπιν τον κατέλαβεν ήρεμος μελαγχολία. ..
+
+Το θυγάτριον ετάφη εις τον περίβολον του ναού του νεκροταφείου, όπου
+συχνά μετέβαινεν ο δυστυχής πατέρας να στολίση με άνθη το μικρόν
+μνήμα.
+
+Ο φύλαξ του κοιμητηρίου, γέρων γνωστός εις τον ιατρόν και
+ευεργετηθείς υπ' αυτού, πρώτην φοράν έβλεπε λύπην τόσον τρυφερά
+εκδηλουμένην, ό,τι δε του έκαμνε μεγάλη εντύπωσιν ήτο, ότι ο ιατρός
+επεσκέπτετο το μνημείον μόνος . . . Η σύζυγος του δις ή τρις το
+επεσκέφθη εις τας αρχάς. Εκείνος εθλίβετο, χωρίς όμως να κατηγορή την
+σύζυγον — Είνε του χαρακτήρος της έλεγε. Τον εστενοχώρει όμως η
+ευθυμία της η θορυβώδης, η σχεδόν αδιάκοπος. Ουχ ήττον την
+εδικαιολόγει και πάλιν, αποδίδων την ζωηρότητα της, την έκτροπον και
+απρεπή πολλάκις, εις την ηλικίαν της. — Είνε τόσον νέα! έλεγε. Το
+αληθές είνε ότι δεν έπταιε και τόσον. Ο σύζυγος, όλως βυθισμένος εις
+την επιστήμην, ήτο σοβαρός ως επί το πλείστον, ενώ ο Ισίδωρος ο φίλος
+του, ήτο η ευθυμία προσωποποιημένη, εις δε τας αστειότητας και τας
+ευφυολογίας του τας ανεξαντλήτους, τας γαργαλιστικάς, δύσκολα θα
+ηδύνατό τις να φυλάξη σοβαρόν ύφος. Πώς ν' αντιστή εις αυτάς η νεαρά
+σύζυγος του Κλέωνος; Οι δύο νέοι ημιλλώντο τις να φανή του άλλου
+ευθυμότερος.
+
+Όλως παραδεδομένος εις τας ασχολίας του ο Κλέων εις τίποτε άλλο δεν
+εφαίνετο προσέχων, τίποτε άλλο δεν έβλεπε. Και είχε πολλά να ιδή,
+πολλά ν' αντιληφθη, αν επρόσεχε. Η σύζυγος του και ο φίλος του ήσαν
+υπέρ το δέον εύθυμοι, υπέρ το δέον θορυβώδεις και μόνον επί παρουσία
+του προσεπάθουν να κρατώνται, χωρίς να το κατορθώνουν. Ο Ισίδωρος
+ούτε λόγον κάμνει περί εργασίας και ο Κλέων σιωπά μόνον από
+λεπτότητα, διότι είνε τώρα ολίγος καιρός οπού, εξετάζων την καρδίαν
+του, ευρίσκει ότι ο Ισίδωρος δεν έχει πλέον εν αυτή την θέσιν
+εκείνην, ην κατείχε πρότερον. Τον στενοχωρούν τώρα πολύ οι τρόποι
+του, χωρίς να δύναται να είπη ωρισμένως διατί. Κάτι επίεζε το στήθος
+του από τινος, κάτι τι βαρύ, οδυνηρόν, ωσάν προαίσθημα συμφοράς . . .
+Και το αίσθημα τούτο επετάθη ότε, μίαν εσπέραν, εισελθών αίφνης εις
+τον προθάλαμον, ήκουσε τον φίλον του να λέγη, αποτεινόμενος εις την
+συζυγόν του, «χρειάζεται πολλή προσοχή.» Έγεινεν έκτοτε σιωπηλότερος,
+πλέον σοβαρός· εσκέπτετο επί της φράσεως εκείνης, ήτις πολλά ηδύνατο
+να σημαίνη . . .
+
+Παρήλθον ημέραι τινες, ότε έν απόγευμα απεσταλμένος εκ της
+πλησιοχώρου κώμης, ήλθε να καλέση τον ιατρόν παρά τινι επικινδύνως
+ασθενή. Ο ιατρός διενυκτέρευσεν εις το χωρίον, ότε δε την επομένην
+πρωίαν επέστρεψε, εύρε τον οίκον του κενόν . . . Η σύζυγος μετά του
+φίλου είχον γείνη άφαντοι . . .
+
+***
+
+Το κτύπημα ήτο πολύ βαρύ και ο ιατρός ενόμιζεν ότι θ' απέθνησκε.
+Έζησεν όμως, αν και επί πολύ δεν διέφερεν από νεκρόν! Ήτο τόσω
+απροσδόκητον! Να φθάσουν έως εκεί; Και δεν εσυλλογίσθησαν λοιπόν
+διόλου το κτύπημα, τον σπαραγμόν οπού θα υφίστατο η τόσον ευγενής, η
+τόσον αγαπώσα εκείνη καρδία; Το χωρίον εξηγέρθη προ του σκανδάλου,
+διότι ελάτρευε τον ιατρόν, παραδόξως όμως κατεδίκαζε πλέον τον
+άπιστον φίλον ή την σύζυγον, ην εθεώρει μάλλον κουφόνουν. Και ο
+ιατρός όμως τα αυτά εφρόνει, αν και ενίοτε τον κατελάμβανε λύσσα και
+δεν ήξευρε πως θα εφέρετο, αν παρεδίδετο αίφνης εις χείράς του η
+άπιστος . . .
+
+Έμεινεν εις αυτόν ως παρηγοριά η επιστήμη μόνη. Κατ' οίκον υποφέρει
+μαρτύρια, διότι αδυνατεί να λησμονήση· υπήρχαν δε στιγμαί καθ' ας
+επόθει να εξαφανίση, να πετάξη μακράν παν αντικείμενον, κάθε πράγμα
+ενθυμίζον εις αυτόν την γυναίκα εκείνην, την οποίαν είχε συνειθίση να
+θεωρή απαραίτητον εις την ευδαιμονίαν του, εις αυτήν του την ύπαρξιν.
+Εκάστοτε όμως αναχαιτίζετο και τα μισητά και προσφιλή συγχρόνως
+αντικείμενα έμεναν εις την θέσιν των.
+
+Πάντοτε μόνος, έρημος, με την ψυχήν γεμάτην πικρίας διέρχεται ώρας
+μαρτυρικάς. Πόσον είχεν αγαπήση και πώς τον αντήμειψαν! Αξίζει τις
+μετά ταύτα να ζη; δεν είνε περιττόν να υπάρχη;
+
+Εν τη συμφορά του έχει παρηγορίαν τινα, ήτις είνε συγχρόνως και πηγή
+θλίψεως. Συχνότερα τώρα προσεύχεται εις τον μικρόν τάφον του
+προσφιλούς θυγατρίου του και ο γνωστός γέρων φύλαξ συγκινείται βλέπων
+την απέραντον θλίψιν εκείνην.
+
+***
+
+Παρήλθον ούτω τρία έτη· τρία ολόκληρα έτη ερημίας, μονώσεως
+βασανιστικής.
+
+Η λύπη του Κλέωνος δεν κατηυνάσθη· φαίνεται όμως ήρεμος. Εκτελεί
+θρησκευτικώς τα καθήκοντά του, αλλ' είνε καρδία νεκρά πλέον, είνε
+σώμα, νομίζεις, άψυχον.
+
+Προ τινος καιρού είχε μάθη ότι η σύζυγος του, εγκαταλειφθείσα υπό του
+απίστου φίλου, έζη άγνωστον πώς και πού . . . η είδησις δε αυτή,
+ήτις ηδύνατο να είνε και αδέσποτος επέτεινε την πικρίαν του.
+
+Την νύκτα εκείνην, την παραμονήν του Πάσχα, είνε μελαγχολικώτερος του
+συνήθους. Ζητεί ν' αποδιώξη τας μαύρας του σκέψεις και δεν το
+κατορθώνει. Πώς ήθελε να ελησμόνει . . .
+
+Έξω ακούεται θόρυβος βημάτων και φωνών, διά δε του παραθύρου βλέπει
+αραιά φώτα να πηγαινοέρχωνται διασταυρούμενα καθ' όλας τας
+διευθύνσεις, ενώ άλλοι φανοί αχειροποίητοι, σελαγίζουσιν υπέρλαμπροι
+επί του στερεώματος.
+
+Πλησιάζει η ώρα της Αναστάσεως, εγγίζει η ώρα της γενικής χαρμονής
+και όλοι σπεύδουν προς την εκκλησίαν. Με ολίγον θα περιπτυχθώσιν
+αλλήλους γνωστοί και άγνωστοι, θα ενωθώσιν εις ένα κοινόν ασπασμόν.
+Μακράν την ημέραν εκείνην αι έχθραι και τα μίση, εις όλων δε τα χείλη
+πρέπει ν' ανθή η θεία και κοσμοσώτειρα φράσις « Αγαπάτε αλλήλους. . . .»
+
+Βαρύς στεναγμός παραπόνου εξήλθεν από τα πονεμένα στήθη του Κλέωνος
+και εγερθείς ησυχώτερσς, έρριψε το βλέμμα του διά του παραθύρου εις
+την οδόν.
+
+Δεν θα ήξευρε να είπη επί πόσην ώραν ήτο βυθισμένος εις τας σκέψεις
+του τας μελαγχολικάς, όταν την στιγμήν εκείνην ηνοίχθη, μετ' ελαφρού
+κρότου, η θύρα του δωματίου.
+
+Ο Κλέων έστρεψε την κεφαλήν.
+
+Με βήμα δειλόν, ωσάν σκιά, εισήλθε μία γυνή . . .
+
+Εστάθη, στηριχθείσα επί του ημίσεως θυροφύλλου, του κλειστού, με την
+κεφαλήν κάτω νέουσαν . . .
+
+Την εξέλαβεν ως επαίτιδα και επροχώρησε προς αυτήν. Εκείνη ύψωσε
+δειλά την κεφαλήν και το βλέμμα . . .
+
+Ο Κλέων έρρηξε κραυγήν άλγους . . . .
+
+Ενώπιόν του ίστατο η σύζυγός του, ή μάλλον ένας σκελετός ρακένδυτος,
+εμπνέων οίκτον . . . .
+
+Έκαμεν έν βήμα εμπρός ακόμη, αλλοφρονών και τείνων τας χείρας, ως
+ενώπιον φάσματος . . . .
+
+Παρήλθον ολίγα δευτερόλεπτα, στιγμαί αγωνίας, καθ' ας ο Κλέων εζήτει
+να συγκρατήση τας σκέψεις του . . .
+
+Και εν ακαρεί, αναμνήσεις ψυχοφθόροι, οδυνηραί, του κατέκλυσαν τον
+εγκέφαλον . . .
+
+Ενώπιόν του εξετυλίχθη η ιστορία του η υβριστική, το επαίσχυντον
+δράμα, του οποίου θύμα ήτο μόνος αυτός . . Του εξετυλίχθη με όλας τας
+αποτροπαίους λεπτομερείας του..
+
+Και ο οίκτος, όστις θα τον εκλόνιζεν ίσως την στιγμήν εκείνην, εις
+την θέαν του γυναικείου εκείνου συντρίμματος, το οποίον απετέλει
+άλλοτε μέρος της υπάρξεώς του αναπόσπαστον, υπεχώρησεν εις μίαν οργήν
+υπόκωφον, ήτις ηπείλει να εκραγή ακράτητος, θυελλώδης . . .
+
+Αδύνατον να φαντασθή τις τι θα συνέβαινε, αν ασθενής τις ακτίς, αν
+λείψανόν τι λογικού δεν τον συνεκράτει . . .
+
+Με τας χείρας, προς τα εμπρός τεταμένας, ωσάν να ήθελε ν' αποκρούση
+αόρατον εχθρόν, ώρμησε προς την θύραν και εξήλθεν εις την οδόν.
+
+Οι φανοί διεδέχονσο αλλήλους ανά παν βήμα. Κάθε χέρι εκρατουσε το φως
+του, φώτα παντού και μόνον ο Κλέων ευρίσκετο εις το σκότος . . .
+Εβάδιζε μηχανικώς, αδυνατών να συγκρατήση τα διανοήματά του. Η
+απροσδόκητος εμφάνισις της συζύγου τον εσύγχιζε φοβερά.
+
+Οποία τόλμη! Εβημάτιζε, αριστερά, εμπρός, οπίσω, ασκόπως όλως. Μετά
+πολλάς περιστροφάς, επελθούσης σχετικής ηρεμίας, ηκολούθησε το
+πλήθος, διευθυνόμενον προς τον ναόν και εισήλθεν εις το περίβολόν
+του. Ενθυμήθη, και διευθυνθείς προς τον μικρόν τάφον του θυγατρίου
+του εγονυπέτησεν επ' αυτού και ανελύθη εις δάκρυα . . . Έκλαυσεν επί
+πολύ και τα δάκρυα εκείνα τον ανεκούφισαν . . . ωσάν να τον
+περιέβαλλον με μίαν γαλήνην, την οποίαν προ πολλού καιρού δεν είχεν
+αισθανθή.
+
+Όταν ηγέρθη, είδεν ενώπιόν του τον γέροντα φύλακα.
+
+ — Σήμερα το βρήκατε, γιατρέ, να κλαίτε; είπεν ο γέρων. Έτσι και μια
+γυναίκα, είνε περισσότερ' από μια ώρα — ήρθε και εγονάτισε στο μνήμα·
+θάκαμε ως φαίνεται, λάθος.
+
+ — Ποια γυναίκα; είπεν ο Κλέων.
+
+ — Την είδα από κει κάτω, από τη γωνιά μου, μα όσο να έρθω να ιδώ
+έφυγε . . . Μια πολύ αδύνατη, μου εφάνηκε.
+
+ — Ά! είπεν ο ιατρός.
+
+Και απεμακρύνθη βραδυπορών.
+
+Εβάδισεν επί πολύ εν ταραχή. Δεκάκις επλησίασε το οίκημά του και
+δεκάκις απεμακρύνθη, εωσού ήρχισε να τον καταλαμβάνη η κόπωσις.
+Βαθμηδόν και η ψυχική του ταραχή κατηυνάζετο. Η αγαθή του φύσις εφάνη
+υπερισχύουσα και, καταβαλών υστάτην προσπάθειαν, διηυθύνθη
+αποφασιστικώς προς το οίκημά του και εισήλθεν εις το δωμάτιον, το
+οποίον προ πολλής ώρας είχεν αφήση ηρεθισμένος, εκτός εαυτού.
+
+Εις την αριστεράν γωνίαν, επί τραπέζης, λυχνία μικρά προ του Σωτήρος,
+εφώτιζε αμυδρώς τα αντικείμενα.
+
+Ήτο εκεί, απεναντί του, με τας χείρας τεταμένας ο Εσταυρωμένος, η
+προσωποποίησις της αιωνίου αγάπης!
+
+Δεξιά, επί ανακλίντρου, ο Κλέων διέκρινε κάτι, το οποίον εις την
+εμφάνισίν του εκινήθη . . Ήτο η σύζυγος. Ηγέρθη μετά κόπου και τρέμουσα
+εστάθη προ του ιατρού με την κεφαλήν προς το στήθος. Εκείνος
+επροχώρησε, είτα εστράφη προς τον Εσταυρωμένον, ως εάν εζήτει
+ενίσχυσιν . . .
+
+Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν οι κώδωνες του Ναού πανηγυρίζοντος την
+Ανάστασιν . . .
+
+Αι επίσημοι, αι πανηγυρικαί δονήσεις συνεκλόνισαν τον Κλέωνα . . .
+
+Ο τρόμος της γυναικός ηύξησε . . . και προχωρήσασα, εγονυπέτησε προ
+του συζύγου της.
+
+Εκείνος, υπό το κράτος σφοδράς συγκινήσεως, την ανήγειρε και τείνας
+την χείρα εψιθύρισε — «Χριστός ανέστη!»
+
+Και την ησπάσθη εις το μέτωπον.
+
+Εκείνη επανέπεσεν εις τους πόδας του ολολύζουσα . .
+
+
+
+
+ΕΚ ΤΩΝ ΑΝΕΞΗΓΗΤΩΝ
+
+
+
+ΕΙΧΑΝ αναφθή προ ολίγου τα φώτα. Έξ επτά φίλοι, όλοι νέοι και άγαμοι,
+πλην ενός, είχαν συναχθή παρ' εμοί διά το εσπερινόν τσάι, κυρίως όμως
+διά να μ' αποχαιρετίσουν, μέλλοντα ν' αναχωρήσω την επιούσαν λίαν
+πρωί. Αι εργασίαι του φθινοπώρου είχαν τελειώση προ μηνός, η Αζοφική
+είχεν αποκρυσταλλωθή όλη και τα άσπιλα, τα κατάλευκα χιόνια εκάλυπτον
+και κοιλάδας και βουνά και χαράδρας. Οι άνθρωποι ζαρωμένοι παρά την
+εστίαν, απελάμβανον του θάλπους εκείνου του ζωογόνου, του
+ανεκτιμήτου, εν αντιθέσει προς την εκτός των οικιών παγωνιάν.
+
+Είχα ήδη ετοιμάση την βαρείαν του δρόμου μηλωτήν, την λυκόγουνάν μου,
+την απαραίτητον ζώνην και τα μαλλωτά υποδήματα, εφόδια, άνευ των
+οποίων το ανά τας ρωσσικάς στέπας ταξείδιον αποβαίνει επικίνδυνον.
+
+Επρόκειτο να μεταβώ εις Μαριούπολιν, μετά διετή απουσίαν, παρά
+οικογενεία φίλη, σχεδόν συγγενή και ησθανόμην την συγκίνησιν εκείνην
+την γλυκείαν μεν, αλλά την οποίαν καθιστά σχεδόν οδυνηράν η
+ανυπομονησία.
+
+Εις την οδοιπορίαν έμελλε να με συνοδεύση μέχρι Ταϊγανίου, όπου
+έμενεν η οικογένειά του, ο κοινός φίλος, ο γέρων μεν, αλλά ζωηρότατος
+και λίαν ομιλητικός, ο αλησμόνητός μας Φ. Ήτο η ψυχή των
+συναναστροφών ο θαλερός γέρων. Άνθρωπος με γνώσεις ποικίλας και
+μνημονικόν απέραντον, ήξευρε πλείστας όσας μικράς ιστορίας και
+ανέκδοτα, διηγείτο δε με πολλήν χάριν. Μας ήτο πολύ αγαπητός ο γέρων
+και οι φίλοι συνήχθησαν και χάριν εκείνου, μέλλοντος να διανυκτερεύση
+παρ' εμοί.
+
+Εφλυαρούμεν λοιπόν καθήμενοι περί στρογγύλην τράπεζαν και παρά το
+κοχλάζον σαμαβάρι, ροφώντες το τερπνόν και αρωματικόν ποτόν, το
+οποίον καθιστά έτι μάλλον τερπνότερον η ώρα του έτους.
+
+Είνε επάνω κάτω γνωστόν περί τινα αντικείμενα στρέφεται συνήθως η
+ομιλία νέων ζωηρών, ευπόρων και σχεδόν αμερίμνων, Αφού είπαμεν ολίγα
+περί εμπορίου, ζήτημα οπού δεν ηδυνάμεθα να παρίδωμεν, δεν αφήκαμεν
+ούτε κοινωνικόν, ούτε πολιτικόν ζήτημα άθικτον. Εκόπταμεν,
+ερράπταμεν, εδέναμεν, ελύναμεν με την ευκολίαν εκείνην, την οποίαν
+χορηγεί εις τον άνθρωπον το ανεύθυνον.
+
+Αίφνης κάποιος έφερε τον λόγον επί των προλήψεων εν γένει, και επί
+του θέματος τούτου ηγέρθη ζωηρά και ευρεία συζήτησις, ως δε συνήθως
+συμβαίνει, αι γνώμαι εδιχάσθησαν, των μεν διατεινομένων, ότι
+φαινόμενά τινα δεν πρέπει να τ' αποκρούωμεν μόνον διότι είνε
+ανεξήγητα, ενός δε προ πάντων υποστηρίζοντος, ότι όλα αυτά είνε
+&μπόσικα&, τα υποθάλπει δε η αμάθεια και η δυσειδαιμονία και ότι
+άνθρωποι ανεπτυγμένοι δεν πρέπει να τα παραδέχωνται.
+
+Ο φίλος μας αυτός ήτο ο μόνος σκεπτικός μεταξύ μας, ο μόνος όστις
+ηγάπα να φιλοσοφή, επιτηδεύων στωικότητα και απάθειαν και ο μόνος
+όστις ουδέν σκοτεινόν ή ανεξήγητον παρεδέχετο.
+
+ — Και όμως, είπεν ο γέρων Φ. είνε μερικά φαινόμενα, τα οποία,
+επαναληφθέντα πλέον ή άπαξ, δεν ημπορούν να ονομασθούν απλαί
+συμπτώσεις.
+
+Ο σκεπτικός μας ύψωσε τους ώμους. Ο γέρων επανέλαβε.
+
+ — Τι θα ειπήτε, π. χ. ή πώς θα εξηγήσετε ό,τι παρετηρήθη πολλάκις
+εις το ζωύφιον της αράχνης;
+
+ — Τι παρετηρήθη; ηρωτήσαμεν όλοι με περιέργειαν.
+
+ — Ότι αν συμβή να καθήση το έντομον επί ανθρώπου ή επί πράγματος του
+ιδίου, τούτο προμηνύει προσεχή γάμον! Το ήκουσα από άλλους, αλλ'
+έτυχε και εις εμέ αυτόν, εις την οικογένειάν μου.
+
+Όλοι εστράφημεν προς τον γέροντα, ουδέ του σκεπτικού φιλοσόφου μας
+εξαιρουμένου, υπό της αυτής διακαιόμενοι όλοι περιεργείας, ην ο
+γέρων, παρακληθείς, έσπευσε να ικανοποιήση, αφηγηθείς ημίν τα εξής.
+
+« Ιδού η ιστορία εν ολίγοις. Η μεγάλη μου κόρη ήτο εις ώραν γάμου
+και, ως συμπεραίνετε, δεν εβλέπαμεν την ώραν να την
+καλοαποκαταστήσωμεν. Γαμβρός υποψήφιος ήτο κάποιος νέος, λαμπρός υφ'
+όλας τας επόψεις, φίλος δε οικογενειακός μας παρεκλήθη να ενεργήση
+υπέρ ημών. Αλλά και άλλα σπίτια τον εζητούσαν και όσον ο καιρός
+παρήρχετο τόσον η αγωνία μας ηύξανε, διότι εφοβούμεθα μην αποτύχωμεν.
+Ένα πρωί, μετά το τσάι και ενώ ακόμη εκαθήμεθα περί την τράπεζαν,
+εγώ, η σύζυγος και η κόρη μου, μία αράχνη, αφεθείσα εκ της οροφής και
+κρατουμένη από το σχεδόν αόρατον νήμα της ως αυτοδίδακτος
+σχοινοβάτης, κατέβη και εκάθησεν, ελαφρά ελαφρά, επί της κόμης της
+θυγατρός μου! Εγώ μόνος αντελήφθην το πράγμα, εκλαβών δε ως αίσιον
+τον οιωνόν, είπα της κόρης μου να μη κινηθή. Το έντομον, αφού έμεινε
+ολίγον επί της κεφαλής της, ανέβη, διά του αυτού εναερίου δρόμου, εις
+την οροφήν. Εξήγησα ευθύς το φαινόμενον εις την οικογένειαν, ήτις
+πολύ συνεκινήθη. Την αυτήν εκείνην βραδειάν, ο φίλος μας ο προξενητής
+ήλθεν εις το σπίτι με τον γαμβρόν και την επιούσαν εγένοντο επισήμως
+οι αρραβώνες της κόρης μου, μ' αυτόν, τον και σήμερον συζυγόν της.»
+
+Η διήγησις έκαμεν εντύπωσιν εις όλους μας και ητένισεν ο είς τον
+άλλον επί τινας στιγμάς εν σιωπή. Κατόπιν ήρχισεν εκ νέου η
+συζήτησις, αι παρατηρήσεις και τα σχόλια, αφού δε το θέμα εξηντλήθη,
+έμεινε καθένας με την γνώμην του, όπως συχνά συμβαίνει εις τας
+συναθροίσεις, ή Βουλαί καλούνται αύται, είτε Σύλλογοι, ή όπως άλλως.
+Των προληπτικών η γνώμη ενισχύθη έτι μάλλον, ενώ ο φιλοσοφών
+σκεπτικός μας έμεινεν εις την πρώτην ιδέαν του, αποκαλών τα τοιαύτα
+συμπτώσεις απλάς.
+
+Εν τούτοις είχε σημάνη η ενδεκάτη, το τέιον διεδέχθη πρόχειρον
+δείπνον από διάφορα ορεκτικά, εκενώθησαν και τίνες φιάλαι ξένου και
+εντοπίου οίνου και οι φίλοι μας ηυχήθησαν κατευόδιον και ευτυχή
+επάνοδον.
+
+ — Να μας έλθης διπλός, είπε τις.
+
+ — Δεν βαρυέσαι, αντέκρουσεν άλλος· δίδεται ζυγός επαχθέστερος από
+τον της συζυγίας; Ενώ μόνος του ένας . . . Και παρ' ολίγον να τονίση
+ύμνον εις την ελευθερίαν.
+
+Και επί του ζητήματος τούτου νέαι πάλιν συζητήσεις.
+
+Η περί γάμου ιδέα είχεν έλθη εις εμέ προ πολλού, χωρίς όμως να λάβω
+απόφασίν τινα ωρισμένην. Εσκεπτόμην απλώς περί τούτου, θα προέβαινα
+δε εις ωρισμένον τι διάβημα, αν παρουσιάζετο κατάλληλος ευκαιρία.
+
+Αίφνης ηκούσθη η φωνή του γέροντος Φ.
+
+ — Παιδιά, είπε, θέλετε, πριν αποσυρθήτε, ν' ακούσετε μίαν άλλην
+ιστορίαν ανάλογον με την προηγηθείσαν;
+
+ — Προθυμότατα, εφώναξαν όλοι μ' ένα στόμα.
+
+ — Είνε όμως ολίγον τραγική αυτή!
+
+ — Τόσω καλλίτερα, είπεν ο φιλόσοφός μας. Άλλως τε, επρόσθεσε, ούτε
+τραγικά, ούτε κωμικά συμβάντα υπάρχουν· είνε όπως τα παίρνει καθένας.
+
+ — Την ιστορίαν, την ιστορίαν!
+
+Ο γέρων ήρχισε. Και τον ητενίζαμεν κατά πρόσωπον, ακούοντες με
+προσοχήν, ενώ ο πυρρωνιστής μας εχασμάτο ημικεκλιμένος επί ενός σοφά.
+
+« Ο φίλος μου Π. μικρόν ανθρωπάριον, ολίγον κυρτωμένον, με σώμα
+ισχνόν, με πρόσωπον ξηρόν αλλά γλυκύ και ήρεμον, ήτο η απλουστέρα και
+πλέον αφελής φύσις, αφ' όσας εγνώρισα έως τώρα. Ακέραιος, ευθύς, αλλά
+και εύπιστος πολύ και ασθενής τον χαρακτήρα, ήτο έτοιμος να συγκινηθή
+εις κάθε ξένην συμφοράν, εις κάθε λύπην ιδίαν ή ξένην, συχνά μάλιστα
+και με χειμάρρους δακρύων. Τόσον αδύνατοι ήσαν οι δακρυοποιοί του
+αδένες, όπου και γελών, έχυνεν άφθονα δάκρυα. Είχε μητέρα την οποίαν
+ελάτρευε και εις την οποίαν έγραφε δις και τρις της εβδομάδος
+μακρότατα γράμματα, συνέβη δε πολλάκις να μου ειπή, δεικνύων τα ανά
+τας οδούς γραμματοκιβώτια.
+
+ — Τι ευχάριστον πράγμ' αυτό! όσο τα βλέπω, μου έρχεται πάντα να ρίψω
+μέσα κανένα γράμμα . . . Τοιούτος ήτο παιδί όταν τον εγνώρισα και ο
+ίδιος έμεινε όταν ηνδρώθη. Ισχυρότερός του εγώ οικονομικώς, τον
+εβοήθησα εις τας εργασίας του και με ηγάπα πολύ, δεν θα απορήσετε δε
+όταν σας ειπώ, ότι οσάκις ωμίλει περί των εργασιών μου, ένα μανδήλι
+δεν τον έφθανε να σπογγίζη τα μάτια του. Υπείκων εις τας προτροπάς
+της μητρός του, ενυμφεύθη ενωρίς, λαβών ως σύζυγον νέαν ωραίαν μεν,
+αλλ' ασθενή τον οργανισμόν, μεθ' ης συνέζησε τρία έτη. Εις το τέλος
+του πρώτου έτους, η γυναίκα του έκαμ' ένα κοριτζάκι και δεν εμπορώ να
+το ενθυμηθώ χωρίς να γελάσω, ότι μετά τον τοκετόν, καλώς εχόντων των
+πραγμάτων και χωρίς κανείς να το περιμένη, ο φίλος μου έπεσε
+λιπόθυμος!
+
+«Μετά δύο έτη ακόμη η ατυχής νέα απέθανεν από φθίσιν. Φαντάζεσθε πώς
+την έκλαυσεν ο φίλος μου. Εφαίνετο απαρηγόρητος. Ουχ' ήττον μετά δύο
+έτη, υπείκων εις τας προτροπάς στενού συγγενούς του, ισχυριζoμένου
+ότι ο Π. ώφειλε να δώση εις το θυγάτριόν του μητέρα, έβαλε κατά νουν
+να νυμφευθή εκ δευτέρου. Τον απέτρεψα εγώ, αλλ' η επιρροή του
+συγγενούς του ήτο μεγάλη και αναχωρήσας μετ' αυτού εις την πατρίδα
+του, επέστρεψε μετά τινα καιρόν νυμφευμένος, κλαμμένος και
+κατενθουσιασμένος. Ήτο ωραία η σύζυγός του και πολύ νεωτέρα του. Την
+καλωσύνην και τας λοιπάς αρετάς της διηγείτο συχνά, εννοείται με
+χειμάρρους πάντοτε δακρύων. Η αλήθεια είνε ότι την ηγάπα παραφόρως,
+με θέρμην όλως νεανικήν και ως να ήτο αυτός ο πρώτος του έρως. Εκ του
+γάμου αυτού εγεννήθησαν δύο τέκνα, μετά τριετή όμως συμβίωσιν, η
+νεαρά σύζυγος ησθένησε και εκρίθη ανάγκη να μεταβή εις την πατρίδα
+προς αλλαγήν κλίματος. Την συνώδευσεν εκεί ο πατήρ της, μετά έν έτος
+δε επέστρεφεν υγειεστάτη και αρκετά ευτραφής. Μετ' ολίγον καιρόν το
+πάχος της κυρίας Π. ηύξησε πολύ. Ο φίλος μου ήτο ευχαριστημένος, όχι
+όμως και οι συγγενείς και οικείοι προς τους οποίους το πρόωρον εκείνο
+πάχος τοις εφαίνετο ύποπτον. Και δεν ήργησε να φανή ότι οι τελευταίοι
+είχον δίκαιον . . . .. Διότι πέντε μήνας μετά το φθάσιμον της νεαράς
+γυναικός, δεν ηδύνατο πλέον να μένη η ελαχίστη αμφιβολία ως προ την
+φύσιν του όγκου της. Το πράγμα ήτο σκανδαλώδες. Είς θείος του Π. ήτο
+μανιώδης και με δυσκολίαν εκρατείτο. Το πράγμα τώρα ελέγετο φανερά
+και μόνος ο ατυχής μου φίλος ευρίσκετο εις μακαρίαν άγνοιαν. Το
+απροσδόκητον περιστατικόν μ' ελύπησε πολύ, διότι επρομηνύετο δράμα, η
+λύσις του οποίου δεν θα ήτο βεβαίως ομαλή· ως εκ των στενών μου δε
+μετά του Π. σχέσεων, εγώ θα ήμην εκ των πρωτευόντων προσώπων εις τας
+σκηνάς, αίτινες έμελλον ν' ακολουθήσωσιν.
+
+«Τα πράγματα ήσαν εις αυτό το σημείον, ότε, ένα πρωί ηγέρθην
+σκυθρωπός, κατόπιν δε συνομιλίας μου με την μαμμήν διηυθύνθην εις την
+οικίαν του φίλου μου. Ήθελα να ίδω την στάσιν του, το ύφος του, να
+μάθω επί τέλους, αν υποπτεύη τι. Επλησίασα· η αυλόθυρα ήτο
+ορθάνοικτη. Εδώ σας παρακαλώ να εντείνετε όλην την προσοχήν σας,
+διότι αξίζει τον κόπον. Η αυλόθυρα λοιπόν ήτο ανοικτή, ακριβώς δε εις
+το μέσον εστέκετο ο Π. με το γνωστόν μου, αγαθόν του εκείνο μειδίαμα.
+Τον ητένισα κατά πρόσωπον, εκείνος δε άρχισε να γελά την φοράν ταύτην
+μ' ένα γέλωτα εσωτερικόν, ούτως ειπείν, ως προσπαθών να μη εκραγή.
+Εγώ δεν έβλεπα γύρω μου, μόνον αυτόν παρετήρουν, με κάποιον μάλιστα
+φόβον, αν και το πρόσωπόν του ήτο αιθριώτατον, ως ουρανός ανέφελος.
+Του έτεινα την χείρα με σοβαρότατα, εκείνος δε:
+
+ — Κύτταξε δα, μα κύτταξε λίγο από πάνω και τριγύρω, με λέγει με τον
+γέλωτα εκείνον τον εσωτερικόν, όστις, εις την θέσιν που ευρισκόμην,
+μου εφαίνετο απαίσιος . . . Παρετήρησα παντού και τι νομίζετε να
+είδα; Υπέρ την ασκεπή κεφαλήν του φίλου μου ήσαν κρεμασμένα δύο
+μεγάλα κέρατα, δεξιά δε και αριστερά των παραστάδων ήσαν προσηλωμένα
+ανά δύο άλλα, ακριβώς απέναντι των κροτάφων του . . . Έμεινα
+κατάπληκτος! Η θέσις αυτή, η κωμικώς απαισία, αντί να μου κινήση τον
+γέλωτα, μου επροξένησε ρίγος . . . Η αυλεία θύρα με τας παραστάδας
+της — αντί πλαισίων — στολισμένας με υπερμεγέθη κέρατα και εν μέσω
+αυτών η ελεεινή μορφή του ατυχούς μου φίλου, όστις εξακολουθεί να
+γελά, προκαλών με να τον μιμηθώ . . . Γνωρίζων την συμβολικήν
+έννοιαν των κεράτων, και ότι μόνον μερικά τετράποδα καί τινες σύζυγοι
+έχουν το προνόμιον να στολίζωνται μ' αυτά, είπα καθ' εαυτόν, ότι
+βέβαια ο δαίμων της κολάσεως θα εφαντάσθη την εικόνα, διότι σατανική
+πράγματι ήτο η επίνοια.
+
+Και τον έβλεπα και μ' έβλεπε μειδιών πάντοτε.
+
+ — Μα δε γελάς; μου λέγει.
+
+ — Επροσπάθησα να μειδιάσω.
+
+« — Ένας χωρικός σήμερα είχε το αμάξι του γεμάτο και τα πήρα φθηνά,
+με είπεν. Απεφάσισα ν' αγοράσω κι' άλλα γιατί δίνουν κέρδος. Αυτά τα
+κρέμασα για σημάδι πως αγοράζω. Για συλλογίσου όμως εμπόρευμα που
+μούτυχε; αι;
+
+Κ' εγελούσε πάντοτε.
+
+Εγώ μόλις τον ήκουα. Εσκεπτόμην, ίσως ήτο πρόσφορος η στιγμή να δοθή
+ένα τέλος. Δεν ήτο άλλος καταλληλότερός μου και αφού θα τα μάθη μια
+μέρα, γατί να μην τα μάθη τόρα ευθύς;
+
+ — Πάμε μέσα, του είπα έξαφνα.
+
+Και διηυθύνθημεν προς το σπιτάκι του θυρωρού, όστις έλειπεν ευτυχώς.
+
+Εκεί πλησίον εις μίαν γωνίαν υψούτο μέγας σωρός κεράτων.
+
+ — Η πραμάτεια, με είπε πάλιν γελών.
+
+Ομολογώ, ότι εκτός της βαθείας λύπης, ησθάνθην και αγανάκτησιν. Η
+τύφλωσις του φίλου μου με παρώργιζε. Κ' επροτιμούσα να τον ιδώ να
+θυμώση, να ξεσπάση, παρά να τον βλέπω να γελά ως ο έσχατος των
+βλακών. Αι σκέψεις αυταί υπεδαύλιζαν ολονέν τον θυμόν μου.
+
+Και τι κάμν' η γυναίκα σου; ηρώτησα αποτόμως.
+
+ — Είνε πολύ καλά, με είπε. Είχε κάτι ενοχλήσεις, μα πέρασαν.
+
+ — Τώρα πρέπει να ετοιμάζεται.
+
+ — Διατί; ηρώτησε.
+
+ — Αι, μα προς αύξησιν της οικογενείας, γιατί άλλο;
+
+ — Πού ακόμα! . . . με λέγει.
+
+ — Πώς πού; του είπα θυμωμένος. Είδες τη μαμμή;
+
+ — Την είδα χθες, μου είπε δειλώς. Μα τι έχεις και μιλείς θυμωμένα;
+
+Κατηυνάσθην ευθύς. Του επήρα το χέρι και τον είδα περίλυπος.
+
+Εταράχθη. Δεν ήτο κουτός ο καϋμένος ο Π. αλλά πολύ αγαθός και αφελής.
+
+ — Μα τι τρέχει; μου είπε χαμηλά.
+
+ — Την είδα κ' εγώ τη μαμμή σήμερα και ό,τι δεν ετόλμησε να πη σε σέ,
+το εξεμυστηρεύθη σε μένα, του είπα σχεδόν μυστικά, ωσάν να εφοβούμην
+μη με ακούσουν.
+
+Εταράχθη ακόμη περισσότερον.
+
+ — Τι σου είπε; ηρώτησε σιγανά, ενώ η σιαγών του έτρεμε.
+
+Ησθανόμην ότι με κατελάμβανε δειλία, είχα όμως πολύ προχωρήση και η
+οπισθοδρόμησις ήτο αδύνατος.
+
+ — Εξέτασε χθες τη γυναίκα σου και μ' εβεβαίωσε ότι μετά πέντ' έξ
+μέρες θα γεννήση! . . .
+
+Με παρετήρει, ως να μην εννοούσε . . .
+
+Μετά τινα δευτερόλεπτα με λέγει, και η σιαγών του έτρεμε πολύ τώρα.
+
+ — Πώς δηλαδή; . . .
+
+ — Μα δεν εννοείς, καϋμένε άνθρωπε;
+
+Η γυναίκα σου είνε μόλις έξ μήνες που ήλθε και . . . Απέστρεψα το
+πρόσωπον, διότι κάτι μου έσφιγγε τον λαιμόν. Μετ' ολίγον αισθάνομαι
+το χέρι του φίλου μου να σφίγγη τον ιδικόν μου με δύναμιν έκτακτον.
+
+ — Τι μου φεύγεις; λέγε, τελείωνε, με είπεν υποκώφως, προσπαθών να με
+ιδή κατά πρόσωπον.
+
+Εμάντευσα ότι τα εννόησεν όλα και ησθάνθην άπειρον οίκτον . . . ..
+
+Ήκουα την διακεκομμένην αναπνοήν του και στραφείς τον ητένισα με τα
+μάτια γεμάτα δάκρυα . . .
+
+Έρριψε τους βραχίονας επάνω μου, ωχρότης νεκρική εχύθη επί του
+προσώπου του. Έν αχ! εξήλθε του στόματός του και έπεσεν εις τας
+αγκάλας μου λιπόθυμος . . .
+
+Ο γέρων έπαυσε και επί τινας στιγμάς επεκράτησε σιωπή· το δραματικόν
+τέλος της διηγήσεως μας είχε ταράξη ότε κάποιος μας είχε είπε:
+
+ — Τώρα τον επίλογον, να τελειώσωμεν. Αλλ' ακριβώς την στιγμήν
+εκείνην ηκούσθη μέγας θόρυβος εις τον διάδρομον, αμέσως δε η θύρα
+ηνοίχθη με πάταγον και εις το δωμάτιον εισήλθε ή μάλλον εισώρμησε ο
+οικοδεσπότης μου. Άνθρωπος όσον καλός και μειλίχιος νηστικός, τόσον
+σκαιός και θορυβώδης και ανοικονόμητος μεθυσμένος. Και ήτο στουπί
+αυτήν την φοράν. Ώρμησε και μ' ενηγκαλίσθη.
+
+ — Φεύγεις, εφώναξε τραυλιζων. Εσύναξες τόσο καλή συντροφιά κ' εγώ
+τίποτα, αι;
+
+Και αφήσας εμέ, εστράφη προς τους συντρόφους μου· αλλά το δωμάτιον
+ήτο κενόν. Οι φίλοι μου που τον εγνώριζαν κάλλιστα, ετράπησαν
+αυτοστιγμεί εις φυγήν, εκτός, εννοείται του Φ. Ο οικοδεσπότης ώρμησεν
+εις καταδίωξίν των, αλλά σκοντάψας εις το κατώφλιον της έξω θύρας
+κατέπεσε βλασφημών. Αυτό το επάθαινε συχνά. Ημείς διετάξαμεν να
+κλείσουν, εσβέσαμεν το φως και κατεκλίθημεν.
+
+II
+
+Την επιούσαν εις τας πέντε το πρωί ήμεθα και οι δύο ενδεδυμένοι. Εγώ
+ετοποθέτησα επιμελώς εντός μαρσίππου μερικά ενδύματα, προ πάντων
+ασπρόρρουχα, τα εσκέπασα όλα μ' ένα σινδόνι και τον εκλείδωσα. Οι
+ταχυδρομικοί ίπποι είχαν ζευχθή και το έλκηθρον. Εροφήσαμεν εν βία
+ανά δύο ποτήρια τεΐου, εγώ έδοσα τας τελευταίας διαταγάς εις τον
+υπηρέτην μου, ζωσμένοι δε και γαντωμένοι και οι δύο, εξήλθομεν και
+ετοποθετήθημεν εντός του ελκήθρου, στηρίζοντες τα νώτα επί
+προσκεφαλαίων. Ο αμαξάς μας εκάθησεν επί του εδωλίου του, επήρε τα
+ηνία και παρώτρυνε τα άλογα διά του συνήθου «νου, στο Θεό.» Αυτά
+έκαμαν μίαν προς τα εμπρός κίνησιν, το έλκηθρον έτριξε δις, τρις και
+εκυλίσθη επί της απαλής χιόνος.
+
+Μετά δύο ώρας ο ήλιος ήτο υψηλά. Είνε εκτάκτως μαγευτική η θέα του
+χιονισμένου κάμπου υπό τας ηλιακάς ακτίνας και μόνον ότι κουράζει την
+όρασιν η ατελεύτητος εκείνη λευκότης. Όλα κάτασπρα και υψώματα και
+κοιλάδες, πού και πού δε μόνον διακρίνεις μελανάς κηλίδας· είνε
+χαμόδενδρα ή χόρτα ξηρά τα οποία δεν έφθασε να θάψη το χιόνι και επί
+των οποίων ευχαρίστως αναπαύεται το μάτι του οδοιπόρου.
+
+Το ψύχος ήτο μέτριον. Εταξειδεύσαμεν άνευ επεισοδίου τινός και προς
+το εσπέρας εφθάσαμεν εις Ταϊγάνι, απέχον υπέρ τα εκατόν βέρστια της
+Μαριουπόλεως, του τελικού σκοπού του ταξειδίου μου.
+
+Απεχαιρέτισα τον συνταξειδιώτην μου, μεταβάντα παρά τη οικογενεία
+του, εγώ δε κατέλυσα εις ξενοδοχείον.
+
+Την επιούσαν εξύπνησα ενωρίς, επειδή δε έπρεπε να εξέλθω προς
+επίσκεψιν μερικών φίλων, η πρώτη μου φροντίς ήτο να ενδυθώ
+καταλλήλως. Και λοιπόν εγονάτισα ημίγυμνος προ του μαρσίππου μου, τον
+εξεκλείδωσα, τον ήνοιξα και τι νομίζετε να είδα; Ακριβώς εις το μέσον
+της σινδόνος, ήτις εσκέπαζε τα εν τω κιβωτίω φορέματα, εκάθητο
+ακίνητος μία αράχνη πρώτου μεγέθους! Έμεινα κατάπληκτος. Η διήγησις
+του γέροντος Φ. ήτο ζωηρά εις την μνήμην μου κ' έβλεπα την αράχνην,
+ακίνητος, εκπεπληγμένος, αν θέλετε δε, και μέ τινα δεισιδαίμονα
+φόβον! Αλλ' άμα παρήλθεν η πρώτη έκπληξις, άρχησα να σκέπτωμαι, διατί
+ευρέθη εκεί η αράχνη και προπάντων, πώς εμβήκε; Τα φορέματα είχα
+τοποθετήση και τυλίξη με το σινδόνι εγώ αυτός και ο ίδιος εκλείδωσα
+τον μάρσιππον. Μήπως η παρουσία του εντόμου ήτο και δι' εμέ οιωνός;
+
+Ήμεθα και οι δύο ακίνητοι και η αράχνη και εγώ επί τινα λεπτά. Επί
+τέλους επήρα το σινδόνι με προσοχήν από τα τέσσαρα άκρα, το ετίναξα
+εις μίαν γωνίαν του θαλάμου, όπου η αράχνη συνεσπειρώθη . . . ..
+
+Μετά τρεις ημέρας ήμην εις Μαριούπολιν, μετά ένα μήνα δε, τη
+μεσολαβήσει σεβαστού μου φίλου, ετέλουν τους αραβώνας μου, και μετά
+τρεις μήνας ενυμφευόμην . . .
+
+Την άνοιξιν του ιδίου έτους μετέβην εις Γ . . . διπλός, κατά την
+ευχήν των φίλων μου, οίτινες με συνεχάρησαν εγκαρδίως, εις πρώτην δε
+συνάθροισίν μας τοις αφηγήθην το με την αράχνην επεισόδιον.
+
+ — Τι λες, φιλόσοφέ μου; ηρώτησε τον σκεπτικόν μας ο γέρων Φ.
+
+ — Δεν αλλάζω γνώμας εγώ, είπεν εκείνος . . .
+
+ — Και κάμνεις καλά· μ' αυτόν τον τρόπον σώζεις την φήμην σου ως
+φιλοσόφου, ανταπήντησεν ο Φ.
+
+ — Με την αράχνην όμως κύριε Φ. είπε κάποιος, δεν εμάθαμεν το τέλος
+της ιστορίας των κεράτων.
+
+ — Αλλά μόνον περί προλήψεων επρόκειτο, είπεν ο Φ.
+
+ — Αδιάφορον, θέλομεν το τέλος.
+
+Ιδού λοιπόν με ολίγας λέξεις. Όταν ο Π. εβεβαιώθη περί της συμφοράς
+του, ηκολούθησαν σκηναί σπαραξικάρδιοι. Η σύζυγός του πράγματι μετά
+τινας ημέρας έφερεν εις φως έν αγοράκι. Ο Π. δεν είχε το θάρρος να
+εισέλθη εις τον κοιτώνα της.
+
+Έκλαιε και εκόπτετο, όταν δ' εκείνη ανέλαβε, τον προσεκάλεσε και
+έπεσεν εις τους πόδας του οδυρομένη. Ήτο θύμα αγρίας επιθέσεως ενός
+εξαδέλφου της — Ο φίλος μου επείσθη, αλλά και μ' εσυμβουλεύθη τι να
+κάμη, και εγώ δε του είπα ότι εις αυτά συμβουλαί δεν χωρούν και τον
+ηρώτησα αν έχη την δύναμην να τιμωρήση; — Με τι τρόπον; με είπε. Με
+αποβολήν απήντησα.
+
+ — Ποτέ! απεκρίθη· δε θα μπορούσα να ζήσω.
+
+ — Τότε, του είπα εγώ, πρέπει να συγχωρήσης.
+
+Αυτό και έκαμε ο καϋμένος ο φίλος μου, δειχθείς μεγαλόφρων! Και δεν
+είχε άδικον. Ουδέποτε πλέον του εδόθη η παραμικρά αφορμή παραπόνου
+κατά της συζύγου του.
+
+Τα σχόλια δεν έλειψαν και επί του ζητήματος τούτου. Το εβασάνισαν
+ποικιλοτρόπως, χωρίς εννοείται να το λύσουν.
+
+Μετά τινας ημέρας ο γέρων Φ. με λέγει.
+
+ — Δε ξέρεις δα· σήμερα ωμίλησα διεξοδικώς με τον σκεπτικόν μας περί
+προλήψεων και μου εφάνη πως άρχισε ν' αλλάζη γνώμην.
+
+Πώς; ηρώτησα.
+
+ — Εσυζητήσαμεν πολύ· του επολέμησα μ' επιμονήν τας ιδέας και
+κατώρθωσα να του αποσπάσω την ομολογίαν ότι αυτά είνε εκ των
+ανεξήγητων. Προφανώς η αράχνη και τα κέρατα του ετάραξαν πολύ τους
+φιλοσοφικούς κύκλους! Καλό κι' αυτό.
+
+
+
+Ο ΣΧΕΔΙΑΣΤΗΣ
+
+
+
+ — Και πώς τα πάμε, Σοφοκλή;
+
+ — Ωραία, εξαίρετα!
+
+ — Και σαντί δουλιές έχομε τώρα στο χέρι;
+
+ — Πολλές και διάφορες. Και πρώτον, μ' εννόησες, ο Μικάκος εκατάβηκε
+εις της 270 χιλιάδες, τον όρον του αγοραστού και μεθαύριο θα πάω τα
+χαρτιά. Έπειτα το σπίτι εκείνο της οδού Αιόλου, μ' εννόησες, παίρνει
+κ' αυτό τέλος σημεραύριο. Έχω ένα μικρό δάνειο που υπογράφεται τη
+Δευτέρα, ένα συνοικέσιο σχεδόν τελειωμένο και άλλο στην αρχή με
+πολλές ελπίδες και . . . άκουσε τώρα, μ' εννόησες, τα σχέδια μου.
+Μόλις που τελειώσω τη μεγάλη δουλιά του Μικάκη, θα . . .
+
+Προβλέπων την συνήθη ραγδαίαν φλυαρίαν του φίλου μου, τον διέκοψα.
+
+ — Μα δε μου λες, το ανθρακωρρυχείο εκείνο. . .
+
+ — Μπερμπαντιές, φίλε μου μα ευρήκα τώρα άλλον αγοραστή, σωστό
+άνθρωπο και. . .
+
+ — Δεν τον αφήκα να τελειώση.
+
+ — Θυμάσαι; το είχες τελειωμένο . . .
+
+ — Μα τι να κάμης με τους ψεύτες; Τώρα όμως, μ' εννόησες, δεν μου
+φεύγει, γιατί έλαβα μέτρα.
+
+ — Τουλάχιστον κύτταξε αυτά που κρατείς τώρα να μη σου φύγουν.
+
+ — Αυτό ούτε να λέγεται· τα χρήματ' αυτά τάχω στο χέρι. Και ξέρεις το
+σχέδιό μου;
+
+ — Θα είν' εκείνο το περυσινό.
+
+ — Ναι, μα τώρα τέλειωσαν τα ψέμματα ευθύς που πάρω τον παρά, με
+εννόησες . . .
+
+Την στιγμήν εκείνην εφάνη ερχόμενος ο πολιτευτής Σ . .
+
+Ο φίλος μου με αφήκεν ευθύς.
+
+ — Προχώρει, μου είπε και σε φθάνω. Και έτρεξεν εις συνάντησιν του
+πολιτευτού.
+
+***
+
+Γνωριζόμεθα προ ετών με τον Σοφοκλή. Είνε πεντηκοντούτης περίπου,
+υψηλός, λιπόσαρκος, μακροσκελής, ολίγον ωχρός, μ' ένα κεφαλάκι μικρό,
+με κρανίον αποψιλωμένον και στίλβον, ελαφρώς ταλαντευόμενον εις κάθε
+του βήμα. Ευθυτενής, βαδίζει με τα χέρια συνήθως εντός των θυλακίων
+του τριμμένου, του πολλά και διάφορα ιδόντος και δοκιμάσαντος
+πανταλονίου του. Το αληθές είνε ότι και το σακκάκι του δεν έχει με τι
+να καυχηθή, θα είχε δε τουναντίον πολλά τα δραματικά να ιστορήση, αν
+είχε στόμα. Μόνον ο κολλάρος και ο λαιμοδέτης του είνε νωπά πάντοτε
+και ανεπιλήπτου λευκότητος. Άγαμος, έχει μόνον συγγενείς πλαγίους και
+φίλους απειραρίθμους και συμβαίνει, ποτέ μεν να γευματίζη εις της
+εξαδέλφης, άλλοτε να δειπνή εις του ανεψιού και να ξενυκτίζη εις της
+κουμπάρας του, ουδέποτε δε, ουδέ οι στενώτεροί του, έμαθον το οίκημά
+του. Τίμιος, αγαθός, ευπροσήγορος, αστείος, πολυλογάς, επαγγέλλεται
+. . . όχι ωρισμένον τι, αλλά παν ό,τι του δίδει αφορμήν να ομιλή και
+να τρέχη, αδιάφορον αν τρέχη κατόπιν σκιάς, την οποίαν εκλαμβάνει ως
+πραγματικότητα! Εύπιστος, αισιόδοξος, δεν ταράσσεται διόλου εκ των
+αποτυχιών του των αλλεπαλλήλων. Και τρέχει και σχεδιάζει αδιάκοπα.
+
+***
+
+Ιδίως τον απασχολούν τα πολιτικά της πατρίδος, μάλιστα τα εσωτερικά.
+Αφωσιωμένος εξ ολοκλήρου εις έν κόμμα, μισεί και περιφρονεί πάντας
+τους αντιθέτους, αυτά τα καθάρματα, τους λυμεώνας, τους τενεκέδες, τα
+κοθόνια, τους διαφθορείς, τους . . . και αρχίζει ραγδαίον υβρεολόγιον
+κατά των πολιτικών αντιπάλων, παρμένον από το τελευταίον φύλλον
+ομοφρονούσης εφημερίδος, γραμμένον εις το νέον, το ελευθεριάζον
+ιδίωμα, το οποίον δεν παραδέχεται κανένα φραγμόν. Έχει πάντοτε πλήρες
+το θυλάκιον εγγράφων και το κεφάλι γεμάτο σχέδια, τα οποία περιμένουν
+την εφαρμογήν των. Θα πωλήση, θα ενοικιάση, θα υπανδρεύση, θ'
+αρραβωνίση, θα συνδυάση, θα συμφιλιώση, θα κάμη θα δείξη . . . Λέγει,
+λέγει αδιάκοπα, με ευγλωττίαν, πειστικώτατα και αφού σε περιφέρει ανά
+τας σκολιάς και λαβυρινθώδεις ατραπούς των σοφώς πάντοτε χαραγμένων
+σχεδίων του, τα οποία οσονούπω, μετ' ολίγον, λαμβάνουν οστά και σάρκα
+καταλήγει, μετά πολλούς δισταγμούς και ταλαντεύσεις, (διότι είνε
+λεπτότατος) εις την εκλιπάρησιν . . . αλλ' εδώ, ας επιτρέψη ο
+αναγνώστης να σιωπήσω, χάριν της πλέον λεπτής, της πλέον ευθίκτου αφ'
+όσας εγνώρισα, φιλοτιμίας . . .
+
+Περιπατητής ακούραστος, ευρίσκεται πάντοτε εις κίνησιν, εκτός των
+ωρών οπού εξοδεύει εις του Ζαχαράτου, εις την ανάγνωσιν των
+εφημερίδων του κόμματος, διότι τας άλλας ούτε τας πιάνει σ' το χέρι.
+Εκεί θα πολιτικολογήση, θ' αστειευθή με τους φίλους, εις τους
+στενωτέρους των οποίων αποκαλύπτει τα σχέδιά του. Και έχει τοιαύτα
+έτοιμα πάντοτε. Διότι, δεν προφθάνει να ναυαγήση έν, όπου καταστρώνει
+άλλο, αν δε, έως τώρα μόνον ναυάγια έχει να διηγήται, τούτο αποδοτέον
+εις μόνην την κακοδαιμονίαν του.
+
+***
+
+Ευέξαπτος εις τας πολιτικάς και κοινωνικάς εν γένει συζητήσεις,
+δεικνύει έν είδος απαθείας δια παν ό,τι αφορά εκ του πλησίον αυτόν
+τον ίδιον. Εξάπτεται και χειρονομεί και κόπτεται συζητών επί ώρας με
+φίλους ευτυχείς και χορτασμένους, ενώ πολλά σημεία δεικνύουν ότι αν
+τυχόν εγευμάτισε την ημέραν εκείνην, δεν θα έφαγε βέβαια ούτε
+φασιανούς, ούτε πέρδικας και είνε μάλιστα ζήτημα αν έφαγε αρκετά.
+Πάσαν όμως του στομάχου του διαματυρίαν ηξεύρει να κρύπτη υπό το
+πλέον αξιοπρεπές μειδίαμα και εις τρόπον ώστε να σε πείθη ότι
+τουλάχιστον εγευμάτισεν εις την «Μινέρβα», ενώ το πιθανώτερον είνε να
+εγεύθη εις κανένα πατζατζίδικο αντί 30 λεπτών.
+
+***
+
+Είχε μείνη άγαμος από πείσμα, με είπε· «θα ήμουν 26 — 27 ετών νέος
+και καθώς ήμουν κομψός (μη με βλέπης τώρα) πολλές μητέρες και πολλές
+νέες μ' εκυνήγησαν. Εγώ δεν επρόσεχα, όταν, μ' εννόησες, μια
+μικρούλα, κόρη χήρας στρατιωτικού, ωραιοτάτη, μ' εμάγεψε. Ωρκίσθηκα
+ευθύς πως θα γείνη δική μου. Από το μέρος της κόρης εφάνη μεγάλη
+προθυμία, αν και πολλοί άλλοι την εποφθαλμιούσαν^ ωμίλησα με την
+μητέρα, η οποία, μ' εννόησες, με άκουσε με πολλήν ευμένειαν και χωρίς
+να προσέχη εις τους άλλους λατρευτάς, της είπα πως έχομεν να ζήσωμεν,
+εν ενί λόγω, μ' εννόησες, της εχάραξα τα σχέδιά μου διά το μέλλον, τα
+οποία ευρήκε μεγαλοπρεπή. Έξαφνα ένα πρωί μανθάνω ότι την προτεραίαν
+η άπιστη αυτή είχε στεφανωθή μ' ένα έμπορον, ένα κοθόνι, έναν . . .
+Τόσω μ' επείραξε που δεν επρόσεξα πλέον εις γυναίκα . . . »
+
+***
+
+Εις τον περίπατον, μια πρωινή, συνηντήθημεν μ' ένα νέον καλού
+εξωτερικού, όστις μας εχαιρέτισε με πολλήν ευγένειαν.
+
+ — Τι κάνεις Παναγιώτη; τον ερώτησεν ο Σοφοκλής. — Καλά, κυρ
+Σοφοκλή· κάτι δε φαινόσαστε απ' το μαγαζί;
+
+ — Δουλιές, Παναγιώτη μου. — Και πώς πάτε; Είστ' ευχαριστημένος; —
+Καλά, καλά, κ' εσύ;
+
+ — Ωραία, μη μας ξεχνάτε· χαίρετε! είπεν ο Παναγιώτης — Γειάσου. Και
+ο νέος απεμακρύνθη εσπευσμένως.
+
+ — Ξέρεις ποιος είν αυτός; Είπεν ο Σοφοκλής· Είνε πατριωτάκι μου. Προ
+έξ χρόνια ήλθεν απ' την πατρίδα, μ' εννόησες, ίσα σε μένα, γιατί
+ήμαστε σαν αδέλφια με τους γονείς του. Εγύρευε δουλειά και τον
+εσύστησα σ' ένα καλό μέρος. Δραστήριο παιδί, φρόνιμο, με νου, δεν
+άργησε να συνάξη μερικά λεπτά και τώρα είνε δυο χρόνια που έχει ιδικό
+του μπακάλικο και μικρό καπελιό. Θετικό παιδί καθώς είνε, θα
+προοδεύση πολύ. Και ο καϋμένος θυμάται την καλωσύνην και . . . μ' αγαπά,
+είπε μετά τινα δισταγμόν ο Σοφοκλής.
+
+Η ιστορία ήτο αληθινή, ως επληροφορήθην κατόπιν. Ο Σοφοκλής είχε
+αξιοπρέπειαν αλλ' ηναγκάζετο ενίοτε να προσφεύγη υπό την σώτειραν
+στέγην του καλού νέου, εις περιστάσεις, εννοείται, κρισίμους και
+μόνον οσάκις η βροχή των ατυχημάτων επήρχετο ραγδαιοτέρα. Εις
+αντάλλαγμα παρείχεν αφειδώς και εις τον νέον τας συμβουλάς του, τηρών
+όλην την αξιοπρέπειαν και την ευγενή στάσιν του αλησμονήτου ιππότου
+της ελεεινής μορφής.
+
+Γνωρίζεται με πολλούς, πολιτευομένους, μέ τινας των οποίων έχει
+πολλήν οικειότητα και προς τους οποίους — τους ομόφρονας εννοείται —
+αποδίδει εκ διαλειμμάτων μικράς τινας υπηρεσίας αφιλοκερδώς και μόνον
+δια να έχη να τα διηγήται κατόπιν. Λέγει συχνά ότι είνε κακοδαίμων,
+χωρίς όμως δι' αυτό ν' απελπίζεται· απ' εναντίας, κύριόν του
+χαρακτηριστικόν είνε η αισιοδοξία, φθάνουσα μέχρι παιδικής αφελείας,
+διά να μη μεταχειρισθώ προσβλητικώτερον δι' αυτόν όρον. Βλέπων κανείς
+την πενιχράν του περιβολήν και συγκρίνων αυτήν προς την αξιοπρεπή του
+στάσιν, τον εκλαμβάνει ως αρχαίον στωικόν, ενώ κατά βάθος δεν είνε
+διόλου αδιάφορος εις τα εγκόσμια θέλγητρα και, ως οι πλείονες των
+θνητών, ονειρεύεται και αυτός την εκπλήρωσιν τούτου ή εκείνου του
+πόθου. Και ομιλεί συχνά περί των ονείρων του αυτών των χρυσών, περί
+των διακαών πόθων του, με χρώματα μάλιστα ποιητικά (χρώματα πολύ
+ανοικτά, πολύ κτυπητά καθό παρμένα από το κουτάκι της παλαιάς
+τέχνης), αδιάφορον αν η μεταβολή επέλθη μετ' ολίγον απότομος, όταν
+πρόκειται να χωρισθήτε και είνε μάλιστα μεσημβρία· σου εξακοντίζει
+τότε βλέμματα λίαν εύγλωττα, ουδέν όμως έχοντα το ποιητικόν, μ' όλους
+τους αγώνας του να τηρηθή η αξιοπρέπεια. Και μετά τινας πάντοτε
+ελιγμούς και περιστροφάς, χάριν της πασχούσης φιλοτιμίας, τίθεται εις
+χρήσιν η μέθοδος εκείνη την οποίαν, η προς τον φίλον οφειλομένη
+αβρότης με αναγκάζει να παρασιωπήσω.
+
+***
+
+Έν' απόγευμα εκαθήμεθα προ μικράς τραπέζης εις έν από τα τελευταία
+ζυθοπωλεία των Πατησίων. Ο Σοφοκλής ήτο ευθυμότερος του συνήθους.
+— Βλέπεις εκεί κάτω — μου λέγει, ενώ ερρόφα την δευτέραν του μπίραν
+— το σπιτάκι εκείνο, στα δένδρα μέσα; Εκεί ήμουν χθες κ' εσυμφωνούσα με
+την οικοκυρά να μου το νοικιάση για το καλοκαίρι· τι έχει να γείνη
+εκεί μέσα, θα μάθης και θα ιδής τι πράγμα είν' ο Σοφοκλής, γιατί η
+τύχη δεν θέλησε ακόμα να τον γνωρίσης. Και μου εζωγράφισε μ'
+ελκυστικώτατα χρώματα τον μακάριον βίον όπου θα διηρχόμεθα εκεί,
+συντρόφους έχοντες των πτηνών τα κελαδήματα και της αύρας τους
+ψιθυρισμούς, κατόπιν, εννοείται, των άλλων, υλικοτέρων απολαύσεων,
+άνευ των οποίων, τα άυλα εκείνα, τα ασύλληπτα, αποβάλλουν πολύ, ως
+γνωστόν, του φυσικού των θελγήτρου. — Λίγη υπομονή — επρόσθεσεν ο
+φίλος μου. Και διατεθείς έτι μάλλον ευθυμότερον, μου διηγήθη δύο
+τρεις ιστορίας απνευστεί, την μίαν κατόπιν της άλλης, επί των
+πολιτικών της ημέρας.
+
+Τον έβλεπα διηγούμενον κ' εδοκίμαζα ταυτοχρόνως δύο αντίθετα
+αισθήματα. Απορίαν μεγάλην διά την αισιοδοξίαν του, ήτις ουδέποτε τον
+είχε δικαιώση και ένα είδος οίκτου διά την πενιχράν περιβολήν. ήτις
+εκάλυπτε μίαν τόσον ευγενή ύπαρξιν. Ήσαν όλα του παρατριμμένα . . .
+Εκείνη μάλιστα η ρεπούμπλικά του, στενή εις την νεότητά της, διεστάλη
+περί το κρανίον, εκ της πολυχρονίου χρήσεως, και προσέλαβε σχήμα
+χαμηλής πυραμίδος, πολλαχού πεπιεσμένης και της οποίας οι παντοειδείς
+μώλωπες, διελάλουν ευγλώττως τα βάσανά της. Απεχωρίσθημεν αργά.
+
+***
+
+Έξαφνα τον έχασα· παρήλθεν ολόκληρος εβδομάς χωρίς να τον ιδώ· τι
+ευχή! αρρώστησε; Έπειτα εκείναι αι υποθέσεις, όλαι, ή μέρος αυτών τι
+απέγειναν; ή μήπως πάλιν υπερίσχυσεν η κακοδαιμονία του φίλου μου;
+εσκεπτόμην και δεν ήξευρα τι να υποθέσω. Ηρώτησα κάποιον φίλον του,
+έμπορον ψιλικών, όστις επίσης τον εσυμπαθούσε και του επρομήθευε τους
+κολλάρους και τους χρωματιστούς λαιμοδέτας του επί αορίστω, εννοείται
+πιστώσει, αλλά και αυτός δεν τον είχεν ιδή προ πολλού. Ήμην εις αυτάς
+τας σκέψεις, ότε τον βλέπω ένα πρωί εις την οδόν Σταδίου ερχόμενον, ή
+μάλλον τρέχοντα κατ' επάνω μου. Μ' επλησίασε. — Το απόγευμα εις του
+Ζαχαράτου, μου λέγει. Έχω πολλά . . . Και εξηκολούθησε τον δρόμον του
+τρέχων.
+
+Πράγματι μετά το γεύμα συναντήθημεν. Το πρόσωπόν του ήτο αίθριον,
+ωσάν ανέφελος ουρανός. Έσπρωξε το κάθισμά του προς το ιδικόν μου,
+έκλινε πλαγίως προ εμέ και μου είπε χαμηλοφώνως, διά να μην ακούσουν
+οι παρακαθήμενοι. — Απόψε υπογράφεται το συμβόλαιον της μεγάλης
+υποθέσεως και αύριον πρωί τα δυο άλλα, ώστε αύριον το απόγευμα, εις
+τας τρεις να πας εις την μπυραρία μας και να με περιμένης. Το σπιτάκι
+εκείνο το έπιασα, και μεθαύριο κουβαλιούμαι. Επί τέλους . . .
+Επρόσθεσε· και στεναγμός ανακουφίσεως εξήλθε του στήθους του.
+Ανέπνευσα κ' εγώ μαζή του και τον συνεχάρην, διότι αυτήν την φοράν
+κατώρθωσε να μου εμφυτεύση αρκετόν μέρος της αισιοδοξίας του.
+
+Την επιούσαν κατά την ορισθείσαν ώραν, ήμην εις το ζυθοπωλείον κ'
+επερίμενα. Δεν ειξεύρω όμως διατί, έπαυσα αίφνης να είμ'
+ευχαριστημένος. Είχα κάτι προαισθήματα, τα οποία εις μάτην εζητούσα
+ν' αποδιώξω. Κάποια μυστηριώδης φωνή μου έλεγεν ότι περιμένω αδίκως.
+Πράγματι, επλησίαζε να δύση ο ήλιος, ότε απεφάσισα ν' αφήσω το
+ζυθοπωλείον. Μόνος και μελαγχολικώς βαδίζων, εισήλθα εις την πόλιν,
+καταρώμενος τον κακόν δαίμονα του καϋμένου του Σοφοκλή.
+
+***
+
+Αυτήν την φοράν τον έχασα εντελώς. Τον εζήτησα ματαίως εις διάφοοα
+μέρη· πουθενά δεν εφαίνετο. Εκρύπτετο, ή έκανε κανένα ταξείδι;
+προφανώς το τελευταίον κτύπημα το τόσον απροσδόκητον τον είχε ζαλίση.
+Να ματαιωθούν τόσα όνειρα! και πότε, οπόταν η πραγματοποίησίς των
+εθεωρείτο βεβαία! Με όλην του την απάθειαν, με όλην του την
+φιλοσοφίαν ο ατυχής φίλος μου δεν εκρατήθη. Εντρέπετο, φαίνεται και
+να παρουσιασθή.
+
+Εν τω μεταξύ εγώ ανεχώρησα εκ της πρωτευούσης δι' υποθέσεις μου και
+επέστρεψα μετά τεσσάρας μήνας.
+
+Ήσαν παραμοναί βουλευτικών εκλογών και ο κόσμος ήτο εις κίνησιν.
+Ενθυμούμαι, έν απόγευμα Κυριακής, πυκνοί όμιλοι πολιτών συνηθροίζοντο
+εις τας πλατείας συζητούντες θορυβωδώς. Είχα χωθή και εγώ, ακουσίως
+μου, εις ένα όμιλον και επροσπαθούσα να διολισθήσω, να γλυτώσω, ότε
+ακούω οπίσω μου γνωστήν φωνήν. — Μάλιστα, κύριοι, εν πρώτοις, μ'
+εννόησες, ο συνδυασμός αυτός είνε, μ' εννόησες, κάκιστος,
+επειδή . . .
+
+Εισεχώρησα πλησίον του ομιλητού και τον έσυρα εκ του άκρου του
+επενδύτου· εστράφη . . . Δεν περιγράφεται η χαρά του.
+
+ — Πώς εδώ; από πού; πότε; είπε· πάμε, πάμε. Και με παρέσυρε μακράν
+του ομίλου.
+
+Δεν είχε διόλου μεταβληθή. Η αυτή αξιοπρεπής στάσις, το αυτό λεπτόν
+μειδίαμα και, δυστυχώς η αυτή περιβολή. Το τριβώνιόν του μάλιστα είχε
+τας χειρίδας πολύ κοντάς, τρανή απόδειξις ότι δεν είχε κοπή επάνω
+του.
+
+Εκαθήσαμεν έξωθεν καφενείου. Ήτο πολύ ευχαριστημένος που με έβλεπε,
+αλλά κ' εγώ με πολλήν χαράν τον επανείδα. Είπομεν πολλά περί των
+ζητημάτων της ημέρας όπου ο φίλος μου, με φλογεράν ευγλωττίαν ην του
+υπηγόρευον οι κινδυνεύοντες της πατρίδος θεσμοί, επετέθη κατά της
+αντιπάλου πολιτικής μερίδος, ήτις αφού εθυσίασεν, εις την άμετρον
+φιλοδοξίαν της, παν ιερόν και όσιον, ζητεί και πάλιν να εισπηδήση εις
+τα . . . εις την . . . (ο φίλος μου δεν εύρισκε την λέξιν) ως λύκος,
+μ' εννόησες, αιμοβόρος . . .
+
+Τον διέκοψα.
+
+ — Και η δουλιές πως πάνε, Σοφοκλή;
+
+ — Λαμπρά! αν και τας αμέλησα ολίγον ένεκα της πολιτικής. Έχω όμως
+αυτήν, έχω εκείνην, έχω μίαν άλλην . . . Και μου έδωκε διαφόρους
+λεπτομερείας περί αυτών, ως οσονούπω περατουμένων, προσθέσας εν τέλει
+— Μίαν άλλην ώραν τα λέμε καλλίτερα. Και αλλάξας αποτόμως θέμα, εχώθη
+εις ένα πολιτικόν λαβύρινθον αδιέξοδον, εις τον οποίον με παρέσυρεν
+ακουσίως μου και από τον οποίον είδα κ' έπαθα να γλυτώσω.
+
+Ήτον πολύ αργά όταν εχωρίσθημεν.
+
+***
+
+Τον απαντώ και τώρα ενίοτε, δεν έχωμεν όμως τας πρώτας στενές
+σχέσεις. Βαδίζει ευθυτενής, αξιοπρεπής, με το στερεότυπον μειδίαμα
+επί των ωχρών του χειλέων, με τας χείρας εις τα θυλάκια της οικτράς
+του περισκελίδος, με κενόν, πιθανώς τον στόμαχον, αλλά με γεμάτην
+βεβαίως την κεφαλήν από σχέδια.
+
+
+
+Η ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ
+
+
+
+ΟΛΙΓΟΝ αργά — διότι είχεν υπερβή τα σαράντα — εσκέφθη να υποδουλωθή.
+Είνε αληθές ότι το εσκέφθη εδώ δεν έχει τον τόπον του, ότι είνε
+τρόπος του λέγειν πλημμελής, διότι, τις υποδουλώνεται κατόπιν
+σκέψεως; Πάντοτε ο ζυγός είνε ακούσιος, κατά συνέπειαν μισητός και
+παράδειγμα ο ζυγός όλων των υπό δουλείαν λαών, οίτινες μάχονται διά
+να θραύσουν τας αλύσσεις των και το ιδικόν μας λόγιον, οπού κατήντησε
+πλέον αξίωμα· «του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει.» — Υπάρχει
+μόλαταύτα, διαφορά μεταξύ ζυγού και ζυγού, μεταξύ εκουσίου και
+ακουσίου δουλείας. Υπάρχει ζυγός επαχθής, δουλεία μυσαρά, αλλά και
+ζυγός γλυκύς, δουλεία επιθυμητή, καθώς δα είνε γνωστότατον. Διά να
+πιστωθή έτι άπαξ ότι δεν υπάρχει κανών χωρίς εξαίρεσιν. Μήπως δεν
+αγαπούν όλοι το φως; Είνε ο γενικός κανών. Κατ' εξαίρεσιν όμως
+υπάρχουν και οι αρεσκόμενοι εις το σκότος, τοιούτοι δε είνε οι
+απόλυτοι δεσπόται, τα νυκτερόβια πτηνά, και όλοι οι κλέπται των
+καρδιών και των βαλαντίων.
+
+Αυτά όλα τα θεωρήματα τα εγνώριζε κάλλιστα και ο ήρως μου, όστις, αν
+και θερμός της ελευθερίας λάτρης, έστερξεν όμως να υποδουλωθή, να
+υπογυναικωθή τουτέστι, ως θα εννόησες βέβαια, έξυπνε αναγνώστα μου,
+και αν έκλινες ήδη την κεφαλήν υπό τον ζυγόν αυτόν, ή αν διανοήσαι να
+τον υποβάλης, όπερ έν και το αυτό. Θα εννόησες και θα εσυμφώνησες μ'
+αυτά βέβαια, εκτός αν ανήκης εις την αραιάν χορείαν των ανυποτάκτων,
+των γεροντολεύτερων δηλαδή (οίτινες — εν παρόδω ειρήσθω — αν και
+επιτηδεύωνται στάσιν αξιοπρεπή, ως όλοι οι ξεπεσμένοι ευγενείς,
+κλαίουν όμως και οδύρονται κρυφά δια το πάθημά των) εκτός, λέγω, αν
+ανήκης εις τα γεροντοπαλήκαρα, ότε, κατά τα ειωθότα, η ψήφος σου,
+ψήφος μειοψηφίας, είνε ως φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
+
+***
+
+Και συνέβη το πράγμα αίφνης, όλως απροσδοκήτως. Πλούσιος,
+ανεξάρτητος, μόνος εν τω κόσμω, είχε διαβή όρη και θαλάσσας, χωρίς να
+δίδη λογαριασμόν εις κανένα. Τι δεν είχεν ιδή, τι δεν είχεν ακούση,
+με ποίας και ποίας δεν είχε συναναστραφή, πόσων δραμάτων τραγικών ή
+γελοίων δεν εγένετο μάρτυς, πόσων δε γελώτων ή δακρύων δεν εγένετο
+αυτός πρόξενος, χωρίς ο χαρακτήρ του ν' αλλοιωθή, χωρίς η φυσική του
+απάθεια να τον εγκαταλείπη.
+
+Μίαν φοράν μόνον, (και τούτο επικυρώνει έτι μάλλον τους λόγους μας)
+παρ' ολίγον έπιπτεν εις τας σαγήνας μιας τεχνήτρας, επιτηδείως
+στηθείσας. Ευτυχώς, την τελευταίαν στιγμήν εννοήσας, από ύποπτά τινα
+σημεία, πού ευρίσκετο, ετράπη εις φυγήν εκ της οπισθίας θύρας,
+αφήσας, εν τη σπουδή του, και αυτόν του τον επενδύτην, ακουσίως και
+εξ ανάγκης υποδυθείς και παίξας το μέρος του σεμνού Ιωσήφ, μέρος διά
+το οποίον δεν ήτο πλασμένος και το οποίον διόλου δεν του ήρεσκε, ως
+τούτο συμβαίνει παρ' ημίν εις μερικούς ηθοποιούς, πιεζομένους από
+απειρόκαλον θιασάρχην προς κοινήν αγανάκτησιν. Μόνον αυτό το μικρόν
+ολίσθημα είχε πάθει εις τον βίον του, εγκαίρως όμως σταματήσας εις
+τον κατήφορον.
+
+Ήθελε να λέγεται στωικός· και ήτο πράγματι, τουλάχιστον μέχρι της
+ώρας εκείνης, καθ' ην, χωρίς καθόλου να το περιμένη, εντός μικράς,
+μυρωμένης αιθούσης μιας μικράς Κίρκης αγαθής φύσεως (διότι υπάρχουν
+και μάγισσαι αγαθαί) έγεινε η υποδούλωσίς του . . . υποδούλωσις
+πλήρης και τελεία, υποδούλωσις άνευ όρων! Αυθόρμητος, ο αλύγιστος
+ήρως μου προσέφερε την χείρα, ή μάλλον και τας δύο χείρας, εις τας
+γλυκείας χειροπαίδας, τας οποίας αβρά χειρ ενός αβρού πλάσματος τω
+έτεινε με μειδίαμα όπου, εκτός της αγάπης, εκείνος θα ηδύνατο να
+διακρίνη (πριν θαμβωθή εννοείται) και ποιάν τινα δόσιν ειρωνίας. Και
+πράγματι, η εικών δεν ήτο και ολίγον ταπεινωτική δι' ένα άνδρα ως τον
+ήρωά μου. Τουλάχιστον η εξωτερική αντίθεσις ήτο λίαν απότομος.
+Υψηλός, ευρύστερνος, ηλιοκαής, με μαύρον μύστακα, με αδρά εν γένει
+χαρακτηριστικά και με δύο ή τρεις σειράς ρυτίδων εις το μέτωπον,
+Ηρακλής, γονυπετής προ των ποδών, μικροσώμου μάλλον, λιγυράς,
+εικοσιπεντατούς Ομφάλης! Κυρίως όμως ειπείν, εδώ ταπείνωσις δεν
+υπήρξε, πρώτον διότι, τοιούτου είδους ταπεινώσεις θα έστεργον και οι
+πλέον υπερήφανοι χαρακτήρες και δεύτερον, το και σπουδαιότερον διά
+τον ήρωά μου, διότι το πλάσμα, προ του οποίου εταπεινώθη, αφού
+απέβαλε, κατά καιρούς, δωδεκάδα τουλάχιστον νεανιών γυναικομόρφων,
+δούλων των θελγήτρων του, παρέδωκεν ανεπιφυλάκτως καρδίαν και χείρα
+εις αυτόν, τον έχοντα ανδρικά — ολίγον τραχέα μάλιστα, χαρακτηριστικά
+και ανδρικόν το βήμα.
+
+Λέγων όμως ότι ο ήρως μου παρεδόθη άνευ όρων, δεν λέγω την αλήθειαν
+απολύτως, διότι η αλήθεια είνε ότι παρεδόθη υπό ένα όρον βαρύτατον
+μεν δι' αυτόν, απαραίτητον δε.
+
+Άλλως και τι γίνεται εις τον κόσμον χωρίς όρους; Σου μειδιώ δια να
+μου μειδιάσης, σου βγάζω το καπέλλο, διά να μ' αντιχαιρετίσης, σ'
+επαινώ διά να μ' επαινέσης, γράφω υπέρ σου και εκθειάζω τα φώτα σου,
+διά να γράφης υπέρ εμού και να εκθιάζης τα ιδικά μου φώτα, επί τέλους
+σε αγαπώ διά να μ' αγαπάς και συ χωρίς άλλο, και όχι εγώ να σ' αγαπώ,
+ενώ συ μ' εχθρεύεσαι, ως θέλει το θείον λόγιον, το οποίον, ακριβώς
+διότι είνε θείον, αδυνατεί — αλλοίμονον! να παραδεχθη η ασθενής του
+ανθρώπου φύσις.
+
+Επέβαλε λοιπόν και η μικρά Ομφάλη εις τον Ηρακλέα της ένα όρον
+απαράβατον ως δείγμα — και δη το ισχυρότερον — του προς αυτήν έρωτός
+του.
+
+Ο ήρως μου ηγάπα να καπνίζη και να καπνίζη πολύ· η έξις του δε αυτή η
+πολυχρόνιος του είχε γείνη δευτέρα φύσις. Αι ευδαιμονέστεραι του βίου
+του στιγμαί ήσαν εκείναι καθ' ας, ημιεξηπλωμένος επί μικρού
+ανακλίντρου, εντός του κομψού σπουδαστηρίου του, ερρόφα τον καπνόν
+της μικράς του καπνοσύριγγος, τον ετίναζεν εις μικρά δακτυλιδοειδή
+σχήματα και τον έβλεπε να διαστέλλεται, να κυματίζη να υψώνεται και
+να χαμηλώνη πληρών το δωμάτιον εωσού, εξερχόμενος βραδέως από καμμίαν
+του παραθύρου ρωγμήν, ν' αφανίζεται εις το κενόν. Και τότε παρεδίδετο
+εις φιλοσοφικάς και ουχί πολύ ευθύμους σκέψεις επί παντός είδους
+διαλύσεως· από εκείνης των ονείρων και των ελπίδων των μάλλον
+αιθερίων, μέχρι της διαλύσεως των πολιτικών συναθροίσεων ή και αυτής
+της συνταγματικής Βουλής, ην πολλοί με τόσον πόθον ονειρεύονται. Το
+τσιμπουκάκι του ήτο δι' αυτόν φίλος απαραίτητος, παρηγορία εις τας
+δυσθυμίας και μία έτι πρόσθετος ηδονή εις τας ευτυχείς περιστάσεις.
+Κ' εγώ δεν ειξεύρω τι θα έδιδε, διά να μη στερηθή του φίλου αυτού,
+του οποίου όταν εφίλει το από ήλεκτρον στόμα ελησμόνει όλα τα στόματα
+και αυτά τα αβρότερα. Αν δε του έλεγέ τις ότι κανένας δεσμός δεν είν'
+αιώνιος και ότι πιθανόν και η προς το είδωλον αυτό προσκόλλησίς του,
+να εχαλαρούτο ποτέ, θ' απαντούσε βεβαίως με περιφρονητικήν σιωπήν, ή
+και θα ύβριζεν ίσως τον ούτω φιλοσοφούντα. Και όμως ο φιλοσοφών αυτός
+δεν θα είχεν άδικον. Συμβαίνει, και συχνά μάλιστα, οι θνητοί να
+λογαριάζωμε χωρίς τον ξενοδόχον, τας απροόπτους δηλαδή, περιστάσεις·
+ξενοδόχος δε, αυτήν την φοράν, διά τον Ηρακλή μας, ήτο η μικρόσωμος
+Ομφάλη του, ήτις καθ' όλα εύρεν άξιον τον φίλον της και μόνον ένα
+πράγμα απήτησε, έβαλε δηλαδή, ως όρον απαράβατον της ενώσεώς των. —
+«Να κόψη ο εκλεκτός της τον καπνόν». — Θα ήτο δι' αυτήν το παν·
+σύζυγος τρυφερά, αφωσιωμένη· αι επιθυμίαι του θα τη ήσαν νόμος. Όλα,
+όλα θα τα έστεργε, εκτός του να τον βλέπη να καπνίζη.
+
+Ο Ηρακλής ανελογίσθη ευθύς την θέσιν του· τι θα εδοκίμαζεν
+αποχωριζόμενος διά παντός της αχωρίστου καπνοσύριγγος και όλων των
+ηδονών των εκ του καπνίσματος. Ανελογίσθη εξ άλλου τι θα υπέφερεν αν,
+χάριν του καπνού και μόνου, εστερείτο της εκλεκτής της καρδίας του,
+καρδίας απροσίτου εις αισθήματα ερωτικά και την οποίαν μόνη αυτή,
+αληθινή καρδιοκλέφτρα, εύρε τον τρόπον ν' ανοίξη και να ενθρονισθή
+μέσα ως απόλυτος βασίλισσα. Μεταξύ του διλήμματος αυτού ευρεθείς,
+μετά πολλήν σκέψιν απεφάσισε. Παρέδωκεν εις χείρας της λατρευτής του
+και καπνοσακκούλα και τσιμπούκι και έφερεν εις τα χείλη την χείρα
+της. Εκείνη εσκίρτησεν από αγαλλίασιν διά την νίκην, ήτις, ενώ την
+καθίστα κυρίαν του εκλεκτού της, εκολάκευεν ουχ' ήττον και την
+φιλαυτίαν της.
+
+***
+
+Ηνώθησαν λοιπόν ο Ηρακλής με την μικράν Ομφάλην υπό τους αισιωτέρους
+οιωνούς και ουδέποτε ζεύγος υπήρξεν ευτυχέστερον. Είχαν τους αυτούς
+πόθους οι ερασταί σύζυγοι, τας αυτάς ορέξεις, τας αυτάς ιδιοτροπίας,
+ή μάλλον ιδιοτροπίας δεν είχαν, αφού εις όλα ήσαν σύμφωνοι. Η
+επιθυμία του ενός επεκυρούτο ευθύς υπό του άλλου ανεπιφυλάκτως· ήτο
+μία ψυχή εις δύο σώματα. — Πάμε περίπατο; — Πάμε. — Με αμάξι; — Με
+αμάξι. — Πεζή. — Πεζή. Ή αίφνης. — Θέλω Φάληρον. — Κ' εγώ. —
+Ανάπαυσιν όλην την ημέραν. Κ' εγώ το ίδιο. Αλλά η ελευθερία εχώρει
+και περαιτέρω. Αν ο ένας εξέφραζε την επιθυμίαν να εξέλθη μόνος, ο
+άλλος δεν ανθίστατο. Απόλυτος, αμοιβαία εμπιστοσύνη ήτο το σύμβολόν
+των. Όπως η Ομφάλη, ούτω και ο Ηρακλής έκαμνεν ό,τι ήθελε φαντασθή,
+ό,τι ήθελε του &καπνίση& και μόνον, φευ! να &καπνίση& δεν του
+εσυγχωρείτο. Αυτό και μόνον τους εχώριζε, αλλ' ήτο όρος επιβληθείς εξ
+αρχής και λόγος δεν υπήρχε να διαγραφή. Τι προς αυτόν, αν οι
+περισσότεροι όροι εις τον κόσμον παραβαίνονται ή εκτελούνται μόνον
+εκείνοι όσοι αποβλέπουν εις των ισχυρών την ωφέλειαν, αν μερικοί
+σκόπελοι εξ ανάγκης παρακάμπτωνται, υπερπηδούνται· αυτά ως επί το
+πλείστον είνε σοφίσματα και αυτός δεν είνε σοφιστής. Είνε αληθές ότι
+υποφέρει τρομερά εκ της ιδιοτρόπου απαγορεύσεως και σκέπτεται
+μελαγχολικώς ότι όλαι αύται αι διατάξεις, από της πρώτης εκείνης του
+δημιουργού μέχρι της τελευταίας της σήμερον, δεν έλαβον κανέν
+πρακτικόν αποτέλεσμα, ο άνθρωπος τρέχει κατόπιν του απηγορευμένου και
+ίσως είνε ο μόνος κανών ο χωρίς εξαίρεσιν. Αυτά εσυλλογίζετο, αυτά
+εμελέτα συχνά, πειραζόμενος από την πληθύν των καπνιστών, μεταξύ των
+οποίων επρώτευε και οίτινες ωσάν να τον έβλεπον τώρα με κάποιον
+οίκτον.
+
+Οπωσδήποτε τα πράγματα έβαινον ομαλά, απρόσκοπτα· οι σύζυγοι ήσαν
+ευτυχείς· πλήρης γαλήνη εβασίλευεν εν τω οίκω επί πολύ ακόμη, ότε,
+αίφνης, εις τον αίθριον ουρανόν του ερωτευμένου ζεύγους, εφάνη ένα
+μικρό συννεφάκι· πολύ μικρό, συννεφάκι όμως πάντοτε. Ο Ηρακλής ήρχισε
+δεικνύων σημεία στενοχωρίας, ήτις μ' όλας τας προσπαθείας του να την
+κρύψη, δεν διέλαθε την προσοχήν της Ομφάλης. Εις αυτά η γυναικεία
+όσφρησις υπερβαίνει και την όσφρησιν ιχνευτού κυνός· μυρίζεται τα
+πράγματα απ' εδώ και πέραν και επιμένει εωσού τα εξιχνιάση. Κάτι
+εμυρίσθη λοιπόν, κάτι υπώπτευσε η κυρία Ομφάλη και αυτό το κάτι τη
+επροξένησεν οδυνηράν έκπληξιν. Εδιπλασίασε τας θωπείας της, χωρίς
+όμως — φρικτόν ειπείν — να φέρη κανέν αποτέλεσμα! Του συμβίου η
+στενοχώρια επετείνετο· ήτο πολύ σκεπτικός, ωσάν να επροσπάθει να λύση
+κανέν πρόβλημα πολύ ενοχλητικόν. — Τι να τρέχη; ηρώτα εαυτήν η νεαρά
+γυνή. Να μ' εβαρύνθης είνε δυνατόν; ω! αν τοιούτον τι συμβαίνη,
+αφεύκτως θα επέλθη το χάος! Είχεν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην την
+γνωστήν φράσιν του Οθέλλου, τον οποίον (το δράμα δηλαδή) υπερηγάπα.
+Αλλά θα προσέξω — επρόσθεσε — δεν θ' αφήσω την ευτυχίαν να μου φύγη
+αμαχητεί· θα παλαίσω.»
+
+Μετά τινας ημέρας, αίφνης, κατόπιν δυο τριών ωρών απουσίας του
+συζύγου — ασυνήθους άλλως — ο ουρανός αιθρίασεν. Εκείνος έγεινεν ο
+σύζυγος των πρώτων ημερών εύθυμος, διαχυτικός, τρυφερός . . .
+προπάντων τρυφερός, ωσάν εικοσαετής νεανίας. Εκείνη, αν και δεν
+ήξευρε πού ν' αποδώση την υπερτάτην αυτήν των συζυγικών θωπειών,
+παρεδόθη όμως εις αυτήν μετ' ίσης ορμής, ευαρέστως εκπληττομένη και
+εκ πολλών μεν άλλων, αλλά και εξ αυτής της οσμής του στόματος του
+συζύγου, της αλλοκότως μεθυστικής . . . Και η ευτυχία επανήλθε
+πλήρης· η πρώτη ευτυχία των πρώτων ημερών.
+
+Μετά σύντομον όλως διάλειμμα, ανεφάνη εκ νέου το συννεφάκι και η
+στενοχωρία του συζύγου, ολίγον δε κατόπιν — μετά δίωρον ή τρίωρον
+απουσίαν του — αι αυταί διαχύσεις, αι ίδιαι τρυφερότητες προς την
+σύζυγον. Θα έλεγέ τις, ότι αι απουσίαι αυταί έδιδον εις τον χλιαρόν
+και χαλαρόν Ηρακλή δυνάμεις νέας, ευθυμίαν, σφρίγος· ότι ήσαν ωσάν
+μία κολυμβήθρα αναγεννήσεως, Οποία ταπείνωσις διά την νεαράν γυναίκα,
+ήτις εδικαιούτο να φρονή, ότι μακράν της ο σύζυγος θα έπασχε, θα ήτο
+δυστυχής, ως την είχε βεβαιώση άλλοτε.
+
+ — Πού ήσουν, αγαπητέ, τρεις ώρας τώρα; δεν μ' εσυνείθισες εις αυτάς
+τας απουσίας.
+
+ — Μην εξετάζης, φιλτάτη· φίλοι παλαιοί, υποχρεώσεις· απήντα εκείνος
+μέ τινα στενοχωρίαν.
+
+Ακουσίως της η νεαρά γυνή ενθυμήθη πάλιν τον Οθέλλον και την ρήσιν
+του· πραγματικαί δε τώρα υπόνοιαι, υφέρπουσαι εις τον εγκέφαλον, σιγά
+και κατ' ολίγον εις τας αρχάς, ορμητικώτεραι δε βαθμηδόν, την
+εβασάνιζον. — Να μ' απατά, άραγε; είνε δυνατόν; αυτός, ο τόσον
+ερωτευμένος προ ολίγου ακόμη, ο τόσον αφωσιωμένος; Αλλά πάλιν, τι
+σημαίνουν αι απουσίαι αυταί και η ευθυμία του όταν επιστρέψη, η οποία
+όμως είνε τόσον σύντομος και παροδική; ω! αν μ' απατά . . . Και
+ερυθρίασεν από εντροπήν και από θυμόν το αβρόν πλάσμα, το οποίον, εν
+τη φιλαυτία του, επίστευσεν ότι η ευτυχία του θα ήτο ακλόνητος!
+
+Αλλά της ήρχοντο και παραφοραί. — Όχι, εφώναζε· δεν θα υποχωρήσω
+αμαχητεί θα τον συλλάβω επ' αυτοφώρω, θα τον εξουδενώσω, θα τον
+συντρίψω και ας συντριβώ κ' εγώ κατόπιν.
+
+Και τον παρετήρει και τον κατεσκόπευε με μίαν τέχνην, με μίαν
+λεπτότητα, ήτις θα ετίμα και τον καλλίτερον ηθοποιόν.
+
+Εν τω μεταξύ εκείνος ηκολούθει την αυτήν τακτικήν. Εδείκνυε σημεία
+στενοχωρίας, δυσθυμίας ενόσω ήτο διαρκώς πλησίον της συζύγου,
+μετεβάλλετο δ' αίφνης εις εύθυμον και διαχυτικόν, όταν, κατόπιν
+απουσίας, κατά το μάλλον και ήττον μακράς, επανήρχετο παρ' αυτή.
+
+Δεν εκρατήθη επί τέλους και μίαν των ημερών, εντός κλειστής αμάξης,
+επιτηδείως τον ηκολούθησε. Ήθελε να εξιχνιάση, να φέρη εις φως το
+μυστήριον οπού την επίεζε και την καθίστα την δεστυχεστέραν των
+γυναικών.
+
+Και τον είδε, έξω της πόλεως και εντός μικρού δάσους, να εισέλθη εις
+ένα οικίσκον μεμονωμένον, εκ του οποίου είδεν εξελθούσαν γραίαν
+γυναίκα, ήτις εκάθησεν ατάραχος επί του κατωφλίου της θύρας.
+
+Επέστρεψεν εις τον οίκον της και από υπερηφάνειαν δεν κατεδέχθη να
+κλαύση, ενώ είχε τον άδην εν τη καρδία. Μετά τινα καιρόν εκείνος
+επέστρεψε γλυκύς, διαχυτικός, θερμός ως εις τας πρώτας ημέρας.
+
+ — Αρχιυποκριτά, έλεγε καθ' εαυτήν η νέα γυνή· μη σε μέλη και θα
+λογαριασθούμε — ενώ του ανταπέδιδε τας θωπείας του.
+
+Μετά τινας ημέρας τον ηκολούθησε πεζή και μετημφιεσμένη εις τον
+μυστηριώδη οικίσκον, με απόφασιν να θέση τέρμα εις την αγωνίαν της.
+Ήξευρεν ότι επροδίδετο, αλλά πριν έλθη εις τελείαν ρήξιν, επεθύμει να
+ίδη, να ψηλαφήση, ούτως ειπείν, το μέγεθος της συμφοράς της. Και
+ευρέθη προ της μικράς θύρας, ακριβώς την στιγμήν, καθ' ην εξήρχετο η
+γνωστή γραία. Την επλησίασε. — Είμαι η σύζυγος του κυρίου που εμβήκε.
+— Α! — Και θέλω να ιδώ μόνη μου την δυστυχίαν μου! Η γραία εμειδίασε·
+εννόησεν ότι είχε να κάμη με ζηλότυπον. — Μα καμμιά δυστυχία δεν
+είνε, κυρία μου, είπε. — Τι σε μέλει; άφησέ με να έμβω· τοποθέτησέ με
+εις μέρος να ιδώ μόνη μου και η αμοιβή σου θα είνε μεγάλη. Έλεγε
+ταύτα, ενώ θηρία πολύμορφα, γνωστά και άγνωστα, εδάγκαναν την καρδίαν
+της.
+
+Η γραία εμειδίασε πάλιν. — Καλά· είπε· κοπιάσετε. Και την
+ετοποθέτησεν εις προθάλαμον οπόθεν, από μικράν επί της θύρας οπήν,
+έβλεπεν ελεύθερα τα εν τω παρακειμένω δωματίω.
+
+Και είδεν επί ενός ανακλίντρου ημικεκλιμένον ένα κύριον, (τον σύζυγόν
+της) φορούντα κοιτωνίτην και χρυσοκέντητον σκούφον κρύπτοντα και
+αυτάς τας οφρύς του, κρατούντα δε μακράν καπνοσύριγγα και μακαρίως
+καπνίζοντα. Δεν τον είδε, τον διέκρινε μάλλον, εν τω μέσω των
+συννέφων του καπνού, τα οποία τον εκύκλωναν. Στηρίζων την κεφαλήν επί
+υψηλού ερεισινώτου και παίζων με τους θυσάνους του κοιτωνίτου του,
+εκάπνιζεν, εκάπνιζεν ατελεύτητα. Ως όνειρον εφάνη εις την νεαράν
+γυναίκα ό,τι έβλεπεν και παρήλθεν ημίσεια σχεδόν ώρα χωρίς να θελήση
+ν' αποσπασθή από το θεωρείον της. Η καρδία της έπαλλε, αλλ' οι παλμοί
+της τώρα ήσαν αλλοίας φύσεως· ήρχισε να εννοή. Η μεταξύ του συζύγου
+και της καπνοσύριγγός του σιωπηλή σκηνή, ήτο ωσάν μία αποκάλυψις δι'
+αυτήν, αποκάλυψις θεία· ωσάν την στιγμήν εκείνην να επότισαν την
+διψασμένην, την ξηράν καρδίαν της με νάμα δροσοβόλον, ουρανόσταλτον
+. . . Έβλεπεν, έβλεπε και μόλις ετόλμα ν' αναπνεύση. Ήθελε τώρα να
+ορμήση, ήθελε να φωνάξη, αλλ' έσχε την δύναμιν να κρατηθή. Τι χαρά!
+την έβλεπε τώρα την αντίζηλόν της, την μόνην της αντίζηλον, την
+καπνοσύριγγα την αγαπητήν, την τρισευλογημένην, οπού της ήρχετο να
+τρέξη και να την εναγκαλισθή, να την φιλήση με όλην την δύναμιν της
+ψυχής της. Δι' αυτήν λοιπόν την αντίζηλον εμελαγχόλει ο καλός της
+σύζυγος, ο καλλίτερος των συζύγων! Ω! τώρα ειξεύρει τι θα κάμη. Ο
+σύζυγος, αυτή και η ξυλίνη αντίζηλος θα ζώσι του λοιπού και οι τρεις
+μαζή, υπό την αυτήν στέγην θα είνε αχώριστοι. Αντίζηλον με οστά και
+σάρκα δεν θα υπέφερε βέβαια· ω! θα ήτο ικανή να της βγάλη τα μάτια!
+αντίζηλον όμως από ξύλον . . . δεν πηγαίνει να έχη δέκα, ο καλός
+σύζυγος. Κάτω οι όροι, κάτω αι συμφωνίαι του λοιπού . . . Και έβλεπε
+και έβλεπε και δεν εχόρταινε να βλέπη και ν' αγάλλεται.
+
+Παρήλθε πολλή ώρα χωρίς να το εννοήση ότε ο σύζυγος ηγέρθη, απέβαλε
+κοιτωνίτην και σκούφον, έπλυνεν επιμελώς, επί πολύ, το στόμα μ' ένα
+ρευστόν, του οποίου η ευωδία έφθασε μέχρις αυτής και της εγαργάλισε
+τους ρώθωνας, — τόσον ήτο δυνατή, — εφόρεσε τον επενδύτην και τον
+πίλον του κ' εκινήθη προς αναχώρησιν. Εκείνη τότε έτρεξε και απεκρύβη
+κάπου, τη φροντίδι της οικοκυράς, όταν δε ο σύζυγος ανεχώρησε, εξήλθε
+της κρύπτης, ενηγκαλίσθη με δάκρυα χαράς της καλήν γραίαν, μειδιώσαν
+πάντοτε, και αφού την ήμειψε γενναίως, διηυθύνθη, τρέχουσα σχεδόν,
+εις τον οίκον της όπου, ευτυχώς, δεν εύρε τον σύζυγον. Είχεν ανάγκην
+να συνέλθη εκ της ταραχής της· μάλιστα, άμα ως παρήρχετο η πρώτη
+συγκίνησις, ήθελε και να παίξη ολίγον, Οι άνθρωποι, άμα ο ουρανός
+σκοτισθή, απελπιζόμεθα, αλλά εις την πρώτην αιθρίαν, υψώνομεν
+προκλητικά το μέτωπον, έτοιμοι και ειρωνίας ν' αρχίσωμεν με
+οιονδήποτε.
+
+Μετά τινα καιρόν ο κύριος επέστρεψε χαρίεις, εύθυμος· τον υπεδέχθη η
+κυρία σοβαρά. — Πού ήσουν, κύριε; — Εις ενός φίλου, αγαπητή. —
+Δηλαδή, εις μιας φίλης. — Αστειεύεσαι, φιλτάτη. — Καθόλου, κύριε·
+είνε περιττή η προσποίησις· τα έμαθα όλα.
+
+Εκείνος εγέλασε κ' εζήτησε να την εναγκαλισθή. — Όχι, άπιστε! ποτέ
+πλέον, σε ηκολούθησα και είδα εγώ αυτή την αντίζηλόν μου . . . Και
+τα έλεγε πολύ σοβαρά, ως ηθοποιός — Και δεν γίνεται να γνωρίσω κ' εγώ
+αυτήν την αντίζηλον; ηρώτησεν εκείνος — ω! ναι· είπε τραγικώς εκείνη·
+την έφερα, την έχω εδώ και . . . περίμενε! Και ώρμησεν εις το
+παρακείμενον δωμάτιον, οπόθεν μετ' ολίγον επέστρεψε κρατούσα την
+καπνοσύριγγα, το προσφιλές τσιμπουκάκι του ανδρός της, γεμάτον και
+έτοιμον διά κάπνισμα!
+
+Το πρόσωπόν της έλαμπε τώρα από χαράν, εκείνος, ανησυχήσας ελαφρώς
+κατ' αρχάς — διότι και ο αθωότερος αδυνατεί να υποστή, εντελώς
+ήσυχος, και την πλέον ανόητον κατηγορίαν, εννόησε τώρα τα πάντα και
+έλαβε μειδιών από τας χείρας της συζύγου την καπνοσύριγγα.
+
+ — Υπέφερα πολύ και σε ηκολούθησα αλλά εγνώρισα την αντίζηλόν μου,
+την οποίαν τώρ' αγαπώ περισσότερον από σε. Κάπνιζε, φίλε μου,
+κάπνιζε, λατρεία μου, όσον θέλεις και οπόταν θέλεις. Εις τους όρους,
+τας συμφωνίας και τα συμβόλαια ευτυχία δεν υπάρχει! Κάτω οι όροι· και
+ζήτω η πλήρης και τελεία ομόνοια!
+
+Και τον ενηγκαλίσθη περιπαθώς. Μετά το γεύμα, το οποίον ποτέ δεν ήτο
+νοστιμώτερον και το οποίον διέκρινε ένα μοναδικόν διά των βλεμμάτων
+αλληλοφάγωμα, ο σύζυγος ετεντώθη επί του σοφά κ' εκάπνισεν επί πολύ,
+παρούσης, εννοείται, της συμβίας, ήτις αδιάκοπα του «έδιδε φωτιάν,»
+αναρριπίζουσα την φλόγα που του ήναψεν εξ' αρχής, με ζήλον,
+ακατάπαυστα και εις βαθμόν οπού . . . Αλλά συγχώρησε, αναγνώστα, να
+μην προχωρήσω· θα ήτο αδιακρισία μου να προβώ εις περαιτέρω
+αποκαλύψεις· άλλως τε, είσαι, υποθέτω, έξυπνος κ' εμπορείς διά της
+φαντασίας ν' αναπαραστήσης την επακολουθήσασαν σκηνήν, δίδων εις την
+αθώαν διήγησίν μου το τέλος οπού της αρμόζει.
+
+
+
+ΤΟ ΠΑΝΗΓΎΡΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ
+
+
+
+ΜΕ ένα πάτημα τρεμουλιαστό, συρτό, αβέβαιο, που έδειχνε μιαν τελείαν
+εξάντλησιν, μ' ένα ραβδί, με γυριστή λαβή, στο χέρι, επροχωρούσε,
+σιγά σιγά, η γρηά η εκατόχρονη. Σκυφτή, μ' ένα προσωπάκι, όχι πλιό
+του κόσμου αυτού, μια περγαμηνή κατακίτρινη, καταυλαυκωμένη,
+ολοζάρωτη, μ' ένα φουστάνι φτωχικό, πενιχρό, μα πολύ καθαρό, που κάτι
+ήταν κι' αυτό καμμιά φορά, μα που τώρα τριμμένο και ξεθωριασμένο,
+ωσάν να σκεπάζη ακόμη την αποκαμωμένη κυρά του — δύο ερείπια —
+προχωρεί η εκατόχρονη γρηούλα . . . Πηγαίνει μπρος, στο μεγάλο
+δρόμο, μιας μεγάλης πολιτείας, και πότε πότε σαν να χαμογελά στα
+μεγάλα σπίτια, στα ψηλά δένδρα, στους διαβάτες που περνούν αδιάφοροι,
+στα παιδάκια — σ' αυτά περισσότερο — σαν να καμαρώνη τη λάμψι, που
+σκορπούνε όλα γύρω της και προχωρεί λίγο λίγο, σιγά σιγά, αλαφρά,
+συρτά, θάλεγες έντομο, με μόνο μια στάλα ζωής, την υστερνή ..
+
+Άξαφνα δε μπορεί πλιο, δε δύνεται, και κάθεται στο μαρμαρένιο
+σκαλοπάτι ενού παλατιού.
+
+***
+
+Εκάθησε ν' ανασάνη· να ρουφήξη ακόμα λίγο ήλιο, λίγο αέρα, λίγη ζωή,
+μια στάλ' ακόμα, που της χρειάζεται σήμερα . . . Και χαμογελά, δεν
+παύει να χαμογελά, σαν να χαιρετά, σαν να στέλνη φιλήματα σ' όλα
+τριγύρω της. Σε λίγο σηκώνεται και προχωρεί σιγά σιγά, λίγο λίγο και
+ξανακάθεται κάπου και μετασηκώνεται, με το αλαφρό χαμόγελο στα άναιμα
+χείλια . . . Περνά, τρέχει από μπροστά της κανένα παιδί, αγέρας
+δροσερός, πολυθόρυβος, τα χείλια της γρηάς σαν ν' ανοίγωνται
+περισσότερο, σαν κάτι να αισθάνεται χαροπό και συνάζει τα ψύχαλα της
+ζωής που της έμεινε και πηγαίνει μπρος . . .
+
+***
+
+Σε λίγο ξανακάθεται σε μια σκάλα, Βγαίνει από το αρχοντικό μια
+κοπέλλα καθαροντυμένη, πεταχτή. Βλέπει τη γρηούλα. — Τι κάνεις,
+γιαγιά; την αρωτά — Ξεκουράζομαι κόρη μου, μουρμουρίζ' η γρηά. — Και
+πού πας; — Στ' αγγονάκια μου, στην άλλη γειτονιά, είδια τον ήλιο,
+γιορτή, ας πάω, είπα, να τα διώ σήμερα . . . ποιος ξέρει . . . —
+Έχεις ακόμα δρόμο· πώς θα πας; — Θα πάω, κόρη μου, ο Θεός . . . Κάτι
+εκρατούσε στην ποδιά της από κάτω η κοπέλλα. — Κάμε μου τη χάρι,
+γιαγιά, να πάρης αυτά για τ' αγγονάκια σου. Και της έδειξε δύο
+χριστόψωμα. — Εκύτταξε η γρηά την κοπέλλα με το μακάριο της χαμόγελο.
+— Τα παίρνω, κόρη μου, για τα παιδιά. Η ευκή μου μαζή σου . . .
+
+Η κόρη εσυγκινήθηκε κ' έφυγε . . . Η γρηά εσηκώθηκε.
+
+***
+
+Σε λίγο εμπήκε στην αυλίτζα μικρού, φτωχικού σπητιού. — Η γιαγιά η
+γιαγιάκα· ακούσθηκε η χαροπή φωνή μικρού αγοριού και στη στιγμή, δύο
+παιδάκια, εφτά χρονών το αγόρι και πέντε το κοριτζάκι έτρεξαν,
+αγκάλιασαν την γρηά και την έμπασαν στην κάμαρα μικρού σπιτιού και
+την έβαλαν κ' εκάθισε. Στη στιγμή ευγήκε η κόρη της.
+
+ — Αχ! μανούλα! πώς τ' αποφάσισες; Η γρηά δεν απεκρίθηκε· ήθελε ν'
+ανασάνη.
+
+Έδωκε τα χριστόψωμα στ' αγγονάκια επήρε κοντά της, το ένα δεξιά και
+το άλλο ζερβά κ' έβαλε τα χέρια στους ώμους τους. Η κόρη εφίλησε το
+χέρι της. Την είχαν τριγυρισμένοι όλοι της οι θησαυροί, ό,τι είχε
+πολύτιμο, πιο ακριβό στον κόσμο αυτό . . . Ανάσανε λίγο . . . —
+Ήρθα εμουρμούρισε, στη γιορτή να σας διώ· σας αποθύμησα . . . και σαν
+να μη μπορώ πλιο μονάχη . . . ήρθα να πανηγυρίσω μαζή σας. Τα παιδιά
+την έβλεπαν ακίνητα, με αγάπη. Σε λίγο μπήκε ο γαμπρός της· δουλευτής
+άνθρωπος εφαινότανε· εφίλησε το χέρι της γιαγιάς και είπε σιγά της
+γυναίκας του. — δεν είνε καθόλου καλά η μάννα . . .
+
+***
+
+Σε λίγο από το διπλανό σπίτι ακούστηκε λεπτή γλυκειά φωνούλα να ψάλλη
+«Χριστός γεννάται». Η κόρη πήγε να κάμη καφέ της μάννας της. Τα
+παιδιά εκρατούσαν τη γιαγιά αγκαλιασμένη και τα χέρια της, το ένα
+δεξιά το άλλο ζερβά, ήταν ακουμπισμένα στους ώμους των. Έβλεπε πότε
+το ένα πότε το άλλο με το ουράνιό της χαμόγελο. Η μελωδική ψιλή
+φωνούλα έψαλλε το «Χριστός γεννάται». Έξαφνα η γρηά έκλινε το πρόσωπο
+στο κοριτσάκι σαν να θελε να το φιλήση κ' έμεινε ακίνητη . . . —
+Μάννα! την επλησίασε και της είπε η κόρη. Τα παιδιά την έβλεπαν
+ανήσυχα. — Γιαγιάκα! είπε το αγοράκι. Καμμιά απόκρισι . . .
+
+Το κεφάλι της γιαγιάς είχε πέση ολότελα στον ώμο του κοριτσιού με
+μισάνοιχτο το στόμα . . . Με την υστερνή λέξι του «Χριστός γεννάται»
+έφυγε και η τελευταία πνοή της γιαγιάς . . .
+
+Δεν εγίνετο επισημότερο πανηγύρι!
+
+(Μίμησις).
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Short Stories, by Panagiotis Axiotis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SHORT STORIES ***
+
+***** This file should be named 36300-0.txt or 36300-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/6/3/0/36300/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his valuable work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/36300-0.zip b/36300-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..50eb177
--- /dev/null
+++ b/36300-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..a37a554
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #36300 (https://www.gutenberg.org/ebooks/36300)