diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:05:18 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:05:18 -0700 |
| commit | 9e8503663d29bee4031c384b58e49aaaf099706e (patch) | |
| tree | 916d349799d63291e5f5bbcc499fb0f9c5c66f12 /old | |
Diffstat (limited to 'old')
| -rw-r--r-- | old/20110523-36205-0.txt | 7183 | ||||
| -rw-r--r-- | old/20110523-36205-0.zip | bin | 0 -> 174833 bytes |
2 files changed, 7183 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20110523-36205-0.txt b/old/20110523-36205-0.txt new file mode 100644 index 0000000..963452a --- /dev/null +++ b/old/20110523-36205-0.txt @@ -0,0 +1,7183 @@ +The Project Gutenberg EBook of The Murderess, by Alexandros Papadiamantis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.net + + +Title: The Murderess + +Author: Alexandros Papadiamantis + +Release Date: May 23, 2011 [EBook #36205] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE MURDERESS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. +Bold words have been included in &. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως +έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες έχουν περικλεισθεί σε &. + + + +Η Φ Ο Ν I Σ Σ Α +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒIΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ + + + +Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ + +Η ΦΟΝΙΣΣΑ + + +ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ +1912 + + + +Η ΦΟΝΙΣΣΑ + + + +Α' + +Μισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, την +κεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας, το λεγόμενον +«φουγοπόδαρο», η θεια Χαδούλα, η κοινώς καλουμένη Γιαννού η +Φράγκισσα, δεν εκοιμάτο, αλλ' εθυσίαζε τον ύπνον πλησίον εις το +λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της. Όσον διά την λεχώ, την +μητέρα του πάσχοντος βρέφους, αύτη προ ολίγου είχεν αποκοιμηθή επί +της χθαμαλής, πενιχράς κλίνης της. + +Ο μικρός λύχνος, κρεμαστός ετρεμόσβυνε κάτω του φατνώματος της +εστίας. Έρριπτε σκιάν αντί φωτός εις τα ολίγα πενιχρά έπιπλα, τα +οποία εφαίνοντο καθαριώτερα και κοσμιώτερα την νύκτα. Οι τρεις +μισοκαυμένοι δαυλοί, και το μέγα ορθόν κούτσουρον της εστίας, +έρριπτον πολλήν στάκτην, ολίγην ανθρακιάν και σπανίως βρέμουσαν +φλόγα, κάμνουσαν την γραίαν να ενθυμήται μέσα εις την νύσταν της +την απούσαν μικροτέραν κόρην της, την Κρινιώ, ήτις αν ευρίσκετο +τώρα εντός του δωματίου, θα υπεψιθύριζε με τόνον λογαοιδικόν· «Αν +είναι φίλος, να χαρή· αν είν' εχθρός, να σκάση . . . ». + +Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή +σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος +ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις +τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι +ποτέ δεν είχε κάμη άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν +ήτο παιδίσκη υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγεινε +σκλάβα του συζύγου της — και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της +αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε +τέκνα, έγεινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν +τέκνα, έγεινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της. + +Το νεογνόν είχε γεννηθή προ δύο εβδομάδων. Η μητέρα του είχε κάμη +βαρεία λεχωσιά. Ήτο αύτη η κοιμωμένη επί της κλίνης, η πρωτότοκος +κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιασθή να το +βαπτίσουν την δεκάτην ημέραν, επειδή έπασχε δεινώς· είχε κακόν +βήχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον με σπασμωδικά σχεδόν συμπτώματα. +Καθώς εβαπτίσθη, το νήπιον εφάνη να καλλιτερεύη ολίγον, την πρώτην +βραδειάν, και ο βήχας εκόπασεν επ' ολίγον. Επί πολλάς νύκτας η +Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις τους οφθαλμούς της, ουδέ εις +τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνούσα πλησίον του μικρού πλάσματος, +το οποίον ουδ' εφαντάζετο ποίους κόπους επροξένει εις τους άλλους, +ουδέ πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρη, εάν επέζη, και αυτό. Και δεν +ήτο ικανόν να αισθανθή καν την απορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη +διετύπωνε κρυφίως μέσα της· «Θεέ μου, γιατί να έλθη στον κόσμον κι' +αυτό;» + +Η γραία το ενανούριζε, και θα ήτον ικανή να είπη «τα πάθη της +τραγούδια» αποπάνω από την κούνιαν του μικρού. Κατά τας προλαβούσας +νύκτας, πράγματι είχε «παραλογίσει» αναπολούσα όλ' αυτά τα πάθη της +εις το πεζόν. Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα, της είχεν +επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και +βαρύς. + +Ο πατήρ της ήτον οικονόμος και εργατικός και φρόνιμος. Η μάνα της +ήτο κακή, βλάσφημος και φθονερά. Ήτο μία από τας στρίγλας της +εποχής της. Ήξευρε μάγια. Την είχαν κυνηγήσει δύο-τρεις φοράς οι +κλέφταις, τα παλληκάρια του Καρατάσου και του Γάτσου και των άλλων +οπλαρχηγών της Μακεδονίας. Έπραξαν τούτο διά να την εκδικηθούν, +επειδή τους είχε κάμει μάγια, και δεν επήγαιναν καλά η δουλειές +των. Επί τρεις μήνας εσχόλαζον εν αργία, και δεν ημπόρεσαν να +κάμουν τίποτε πλιάτσικο, ούτε από Τούρκους, ούτε από Χριστιανούς. +Ούτε η Κυβέρνησις της Κορίνθου τους είχε στείλη κανέν βοήθημα. + +Την είχαν κυνηγήσει τον κατήφορον από την κορυφήν τ' Άι-Θανασού, +εις το οροπέδιον του Προφήτου Ηλία, με τας πελωρίας πλατάνους και +την πλουσίαν βρύσιν, κ' εκείθεν εις το Μεροβίλι, στο πλάγι του +βουνού, ανάμεσα εις τα ορμάνια και τους λόγγους. Αυτή εδοκίμασε να +κρυφθή εις μίαν λόχμην βαθείαν, πλην εκείνοι δεν εγελάσθησαν. Ο +θρους των φύλλων και των κλάδων, ο ίδιος τρόμος της, όστις μετέδιδε +τρομώδη κίνησιν εις κλώνας και θάμνους, την επρόδωκεν. Ήκουσε τότε +αγρίαν φωνήν· + + — Αχ! μωρή τσούπα, και σ' επιάσαμε! + +Αυτή ανεπήδησε τότε μέσ' απ' τους θάμνους, κ' έτρεξεν ως φοβισμένη +τρυγών με το πτερύγισμα των λευκών πλατειών χειρίδων της. Δεν ήτο +πλέον ελπίς να γλυτώση. Άλλοτε, την πρώτην φοράν ότε την είχον +κυνηγήσει, είχε κατορθώσει να κρυφθή κάτω εις το Πυργί, επειδή το +μέρος εκείνο είχε πολλά μονοπάτια. Εδώ στο Μεροβίλι, δεν υπήρχον +δρομίσκοι και λαβύρινθοι, αλλά μόνον συστάδες δένδρων και λόχμαι +απάτητοι. Η τότε νεαρά Δελχαρώ, η μήτηρ της Φραγκογιαννούς, επήδα +ως δορκάς από θάμνου εις θάμνον, ανυπόδητος, επειδή προ πολλού είχε +πετάξει τας εμβάδας της από τους πόδας, όπισθέν της, — την μίαν των +οποίων είχεν αναλάβει ως λάφυρον ο είς εκ των διωκτών — και τ' +αγκάθια εχώνοντο εις τας πτέρνας της, της έσχιζον κ' αιμάτωνον τους +αστραγάλους και ταρσούς. Τότε, εν τη απελπισία, της ήλθε μία +έμπνευσις. + +Εκείθεν του λόγγου, εις το πλάγι του βουνού, ήτον είς και μόνος +καλλιεργημένος ελαιών, καλούμενος ο Πεύκος του Μοραΐτη. Ο γέρο- +Μοραΐτης, ο πάππος του κτήτορος, είχε μεταναστεύσει από τον Μιστράν +εις τον τόπον αυτόν, περί τα τέλη του άλλου αιώνος — κατά την +εποχήν της Αικατερίνης και του Ορλώφ. Ο φημισμένος Πεύκος ίστατο +εις το μέσον των ελαιών ως γίγας μεταξύ νάνων. Το χιλιετές δένδρον +ήτον σκαφιδιασμένον κοντά εις την ρίζαν, κάτω, εις τον γιγαντιαίον +κορμόν, τον οποίον δεν ημπορούσαν ν' αγκαλιάσουν πέντε άνδρες. Οι +βοσκοί και οι αλιείς τον είχαν σκαφιδιάσει, του είχαν σκάψει την +καρδίαν, του είχαν κοιλάνει τα έγκατα, διά να λάβωσιν εκείθεν +άφθονον δάδα. Και με την φοβεράν πληγήν εις τας ίνας, εις τα +σπλάγχνα του, ο πεύκος επέζησεν άλλα τρία τέταρτα αιώνος, μέχρι του +1871. Κατά Ιούλιον του έτους εκείνου, μέγαν τοπικόν σεισμόν +ησθάνθησαν οι κατοικούντες εις απόστασιν μιλίων, κάτω εις την +παραθαλασσίαν. Την νύκτα εκείνην κατέρρευσεν ο γίγας. + +Εις το κοίλωμα εκείνο, εντός του οποίου ηδύναντο να καθίσωσιν +ανέτως δύο άνθρωποι, έτρεξε να κρυβή η τότε νεόνυμφος Δελχαρώ, η +μήτηρ της σημερινής Φραγκογιαννούς. Το μέσον ήτο άπελπι, και σχεδόν +παιδαριώδες. Εκεί δεν εκρύπτετο άλλως, ειμή κατά φαντασίαν, με +παιδικόν τρόπον, όπως παίζουσι τον κρυφτόν. Οι διώκται βεβαίως θα +την έβλεπον, θ' ανεκάλυπτον το καταφύγιόν της. Μόνον εκ των νώτων +ήτον αόρατος, αλλ' όχι κατά πρόσωπον. Άμα οι τρεις κλέφται έφθανον +πέραν του πεύκου, θα την έβλεπον ως καρφωμένην εκεί. + +Οι τρεις άνδρες έτρεξαν, το επροσπέρασαν, κ' εξηκολούθησαν να +τρέχουν. Οι δύο εξ αυτών ουδ' εστράφησαν οπίσω να ιδούν. +Εφαντάζοντο ότι η «τσούπα» έτρεχεν εμπρός. Μόνον την τελευταίαν +στιγμήν, ο τρίτος εστράφη, οπωσούν σκοτισμένος, προς τα οπίσω, και +εκύτταξε παντού αλλού, όχι όμως εις τον κορμόν του πεύκου. Έβλεπε +και τον πεύκον συλλήβδην, με τ' άλλ' αντικείμενα, χωρίς να +φαντάζεται, ότι ο κορμός του είχε κοιλίαν, και ότι εντός της +κοιλίας εκρύπτετο άνθρωπος. Και αν εγνώριζε, και αν ηγνόει το +κοίλωμα του γιγαντιαίου κορμού, εκείνην την στιγμήν δεν επέρασεν +από τον νουν του. Εκύτταζε να ιδή μη ανακαλύψη που το χάσμα της +γης, το οποίον θα την είχε καταπίη εξάπαντος — διότι καμμία πτυχή +γης ορατή δεν υπήρχε όπου να κρυβή τις. Αι δρυάδες, αι νύμφαι των +δασών, τας οποίας αυτή ίσως επεκαλείτο εις τας μαγείας της, την +επροστάτευσαν, ετύφλωσαν τους διώκτας της, έρριψαν πρασινωπήν +αχλύν, χλοερόν σκότος, εις τους οφθαλμούς των — και δεν την είδον. + +Η νεαρά γυνή εσώθη από τους όνυχάς των. Και, όλον τον καιρόν +ύστερον εξηκολούθησε να κάμνη μάγια, μάγια εναντίον των κλεφτών, +και να φέρνη εις αυτούς πολλά «κεσσάτια», ώστε πουθενά πλέον δεν +υπήρχε πλιάτσικο — εωσότου, έδωκεν ο Θεός και ησύχασαν τα πράγματα, +και ο Σουλτάνος Μαχμούτ εχάρισε, καθώς λέγουν, τα «Διαβολονήσια» +εις την Ελλάδα, κ' έκτοτε έπαυσαν να είναι ασύδοτα. Την +πλιατσικολογίαν διεδέχθη η φορολογία, και έκτοτε όλος ο περιούσιος +λαός εξακολουθεί να δουλεύη διά την μεγάλην κεντρικήν γαστέρα την +«ώτα ουκ έχουσαν». + + +Η Χαδούλα η Φράγκισσα, αν και πολύ μικρά, ήτον γεννημένη τότε, και +τα ενεθυμείτο όλα αυτά, τα οποία διηγείτο αργότερα η μάνα της. +Ύστερον, όταν εμεγάλωσε, κ' έγεινε δεκαεπτά χρόνων, και ειρήνευσαν +οπωσούν τα πράγματα, κατά τους χρόνους του Κυβερνήτου, την +υπάνδρευσαν οι γονείς της, και της έδωκαν άνδρα τον Γιάννην τον +Φράγκον, εκείνον τον οποίον η σύζυγός του επωνόμασεν αργότερον «τον +Σκούφον» και «τον Λογαριασμόν». + +Τα δύο ταύτα παραγκώμια δεν του τα είχε δώσει άνευ λόγου η σύζυγός +του, η Χαδούλα. Σκούφον τον είχεν ονομάσει, ακόμη πριν τον +υπανδρευθή, όταν τον ειρωνεύετο συνήθως, με την παρθενικήν πονηρίαν +της — χωρίς να προγνωρίζη ότι αυτός θα ήτον η τύχη της και ο καλός +της — επειδή, αντί φεσίου, εφόρει είδος μακρού σκούφου, +τεφροκοκκίνου, με κοντήν φούνταν. «Λογαριασμόν» τον ωνόμασε +αργότερα, αφού τον υπανδρεύθη, επειδή συνείθιζε πολλάκις την +φράσιν, «αυτός είν' ο λογαριασμός», και διότι, άλλως, δεν ηδύνατο +ορθώς να λογαριάση ούτε ποσόν δι' ολίγους παράδες, ούτε δύο +ημεροκάματα. Αν έλειπεν αυτή, θα τον εγελούσαν καθημερινώς· ποτέ +δεν θα του έδιδαν σωστόν τον κόπον του εις τα πλοία, εις το +καρινάγιο ή εις τον ταρσανάν, όπου ειργάζετο ως μαραγκός ή ως +καλαφάτης. + +Είχεν υπάρξει επί μακρόν χρόνον μαθητής και κάλφας του πατρός της, +εξασκούντος την ιδίαν τέχνην. Όταν τον είδεν ο γέρων τόσον +απλοϊκόν, ολιγαρκή και μετριόφρονα, τον εξετίμησε, και απεφάσισε να +τον κάμη γαμβρόν. Ως προίκα του έδωκε μίαν οικίαν έρημον, +ετοιμόρροπον, εις το παλαιόν Κάστρον, όπου εκατοικούσαν ένα καιρόν +οι άνθρωποι, προ του 21. Του έδωκε και ένα ονόματι Μποστάνι, το +οποίον ευρίσκετο ακριβώς έξω του ερήμου Κάστρου, επί τινος +κρημνώδους ακτής, και απείχε τρεις ώρας από την σημερινήν πολίχνην. +Ομοίως, κ' «ένα πινάκι χωράφι», έν αγριοχώραφον, το οποίον +αμφεσβήτει ο γείτονας ως ιδικόν του· οι δε άλλοι γείτονες έλεγον +ότι και τα δύο χωράφια, διά τα οποία εμάλωναν οι δύο, ήσαν +καταπατημένα, και ήσαν «καλογερικά», ανήκοντα εις μίαν διαλυθείσαν +Μονήν. Τοιαύτην προίκα έδωκεν ο γέρο-Σταθαρός εις την θυγατέρα +του. Άλλως αύτη ήτο μοναχοκόρη. Διά τον εαυτόν του, την συμβίαν και +τον υιόν του, είχε κρατήσει τας δύο νεοδμήτους οικίας εις την νέαν +πόλιν, τα δύο αμπέλια πλησίον ταύτης, δύο ελαιώνας, και ολίγα +χωράφια — και όσα μετρητά είχεν. + + +Έως εδώ είχαν φθάσει αι αναμνήσεις της Φραγκογιαννούς, την νύκτα +εκείνην. Ήτον η ενδεκάτη εσπέρα από του τοκετού της κόρης της. Το +θυγάτριον είχεν υποτροπιάσει πάλιν, κ' έπασχε δεινώς. Είχεν έλθει +άρρωστον εις τον κόσμον. Από την κοιλίαν της μητρός του, η φθορά το +είχε παρακολουθήσει . . . Την στιγμήν εκείνην, σπασμωδικός βήχας +ηκούσθη, και τα ξυπνητά όνειρα, αι αναμνήσεις, διεκόπησαν. Εκινήθη +επί της πενιχράς στρωμνής, όπου ήτο ανακεκλιμένη, έκυψεν επί του +παιδίου, και επροσπάθησε να δώση εις αυτό πρόχειρον βοήθειαν. +Επλησίασεν εις το φως του λύχνου μικράν φιάλην. Εδοκίμασε να δώση +μίαν κουταλιάν, εις τα χείλη του μωρού. Το μικρόν εγεύθη το +ρευστόν, και μετά μίαν στιγμήν πάλιν το εξέρασε. + +Η λεχώνα εκινήθη επί της χαμηλής και στενής κλίνης. Φαίνεται ότι +δεν εκοιμάτο καλά. Ήτο μόνον ναρκωμένη, και είχε κλειστά τα +βλέφαρα. Ήνοιξε τα όμματα, ανεσηκώθη δύο ή τρεις δακτύλους άνω του +προσκεφάλου, και ηρώτησε· + + — Πώς πάει, μάνα; + + — Πώς να πάη! . . . είπεν αυστηρώς η γραία· ησύχασε τώρα, και συ! +. . . Τι θα κάμη! . . . δεν θα βήξη; + + — Πώς το βλέπεις, μάνα; + + — Πώς να το ιδώ; . . . Μωρό παιδί είναι . . . να, που ήρθε στον +κόσμο κι' αυτό! επρόσθεσε με στρυφνόν και αλλόκοτον ήθος η γραία. + +Και μετ' ολίγον η λεχώνα απεκοιμήθη ησυχώτερα. Η γραία μόλις +έκλεισεν ολίγον τα όμματα την ώραν του όρθρου, μετά το τρίτον +λάλημα του πετεινού. Εξύπνησεν από την φωνήν της κόρης της, της +Αμέρσας, ήτις ήλθε λίαν πρωί από τον μικρόν οικίσκον, τον +γειτονικόν, ανυπομονούσα να μάθη πώς είναι η λεχώνα και το μωρόν, +και πώς είχε περάσει την νύκτα η μάνα της. + +Η Αμέρσα, η δευτερότοκος, ήτον ανύπανδρη, γεροντοκόρη ήδη, αλλά +προκομμένη πολύ «μορφοδούλα», ονομαστή δε υφάντρια· ήτον μελαψή, +υψηλή, ανδρώδης, — και τα προικιά της και τα στολίδια τα κεντητά, +τα οποία μόνη της είχε κατασκευάσει, ευρίσκοντο κλεισμένα από +χρόνων πολλών εις μεγάλην άκομψον κασσέλαν, και τα έτρωγεν ο σκόρος +και το σαράκι. + + — Καλημέρα! . . . πώς είστε; . . . Πώς περάσατε; + + — Εσύ 'σαι, Αμέρσα; Να, πέρασε κι' αυτή η νύχτα. + +Η γραία μόλις είχεν εξυπνήσει, κ' έτριβε τα όμματα τραυλίζουσα. +Ηκούσθη θόρυβος εις το πλαγινόν μικρόν χώρισμα. Ήτον ο Νταντής ο +Τραχήλης, ο σύζυγος της λεχώνας, όστις εκοιμάτο εκείθεν του λεπτού +ξυλοτοίχου, παραπλεύρως ενός άλλου κορασίου κ' ενός παιδίου μικράς +ηλικίας, και είχεν εξυπνήσει την στιγμήν εκείνην. Εμάζευε τα +εργαλεία του — σκεπάρνια, πριόνια, ροκάνια, και ητοιμάζετο να υπάγη +στον ταρσανάν, ν' αρχίση το μεροκάματον. + + — Ακούς, τι σαματά κάνει! είπεν η γραία. Δεν μπορεί να μαζώξη τα +σιδερικά του, χωρίς ν' ακουστή. Όποιος τον ακούει, θαρεί τι +γίνεται! . . . + + — «Γύφτικο σπίτι καίεται», είπεν ειρωνικώς γελώσα η Αμέρσα. + +Ο θόρυβος των εργαλείων, τα οποία ο Νταντής, χωρίς να είναι ορατός, +όπισθεν του ξυλοτοίχου, έρριπτεν ανά ένα μέσα στο ζεμπίλι του — +σκεπάρνια, πριόνια, τριβέλια, κτλ. — εξύπνησε και την λεχώ, την +γυναίκα του. + + — Τ' είναι, μάνα; + + — Τι να είναι! . . . Ο Κωνσταντής ρίχνει τα σύνεργά του μέσ' το +ζεμπίλι! . . . είπε μετά στεναγμού η γραία. + + — «Και βιο λογαριάζεις;. . » συνεπλήρωσε την παροιμίαν η Αμέρσα. + +Ηκούσθη τότε η φωνή του Κωνσταντή όπισθεν του μικρού διαφράγματος. + + — Ξυπνήσατε, πεθερά; . . . έλεγε, πώς περάσατε; + + — Πώς να περάσωμε! . . . «Σαν την κόττα στο μύλο». Έλα να πιής το +ρακί σου. + +Ο Νταντής εφάνη εις την θύραν του χειμερινού θαλάμου. Ήτο +ευρύστερνος, με άχαριν τον κορμόν, «αΐσκιωτος», όπως έλεγεν η γραία +πενθερά του, και σχεδόν σπανός. Η γραία έδειξεν εις την Αμέρσαν την +μικράν φιάλην με το ρακί, εις το μικρόν ράφι άνωθεν της εστίας, και +της ένευσε να βάλη στο ποτηράκι, διά να πιή ο Κωνσταντής. + + — Δεν έχει κανένα σύκο; . . . ηρώτησεν ούτος, άμα έλαβε το +ρακοπότηρον από την χείρα της γυναικαδέλφης του. + + — Πού να βρεθή τέτοιο πράμα! . . . είπεν η γραία Χαδούλα. «Σαράντα +σταχτοκούλουρα» μας χρειάζοντ' εδώ, επρόσθεσεν, εννοούσα την +σπατάλην, ήτις συνήθως γίνεται κ' εις τα πτωχότερα σπίτια, εν καιρώ +ενσκήψεως τοιούτου «αισίου γεγονότος», οποίον είναι και η γέννησις +κόρης. + + — Θέλεις εσύ γαμπρό με μάτια; είπεν ενθυμηθείσα άλλην παροιμίαν η +γυναικαδέλφη του, η Αμέρσα. + + — Τουλόου σ' μην τον θέλης τον σαστικό σου νάναι στραβός; είπε +χωρίς να πειραχθή, ο Νταντής . . . Εβίβα! Καλή σαράντισι! + +Κ' έπιεν απνευστί το μικρόν ποτήριον. + + — Καλό σας βράδυ! + +Εφορτώθη την ζεμπίλαν, κ' επήγε διά τον ταρσανάν. + +Β' + +Το πυρ έφθινεν εις την εστίαν, ο λύχνος ετρεμόφεγγεν εις το μικρόν +φάτνωμα, η λεχώνα ελαγοκοιμάτο επί της κλίνης· το βρέφος έβηχεν εις +το λίκνον, και η γραία Φραγκογιαννού, όπως και τας προλαβούσας +νύκτας, ηγρύπνει επί της στρωμνής της. + +Ήτον περί το πρώτον λάλημα του πετεινού, οπότε αι αναμνήσεις +έρχονται εν είδει φαντασμάτων. Αφού την υπάνδρευσαν, και την +«εκουκούλωσαν», και την επροίκισαν με το σπίτι το ετοιμόρροπον εις +το παλαιόν ακατοίκητον Κάστρον, και με το μποστάνι το χέρσον εις +την αγρίαν βορεινήν εσχατιάν, και με το αγριοχώραφον το +διαφιλονεικούμενον από τον γείτονα και από το Μοναστήρι, η +νεόνυμφος μετά του συζύγου της εκατοίκησεν εις το σπίτι της +ανδραδέλφης της της χήρας, και άνοιξε νοικοκυριό με μικρά πράγματα. +Το προικοσύμφωνόν της, ως τόσον, έγραφε λεπτομερώς ότι της είχαν +δώσει τόσες φορεσιές ρούχα, τόσα υποκάμισα, τόσες προσκεφαλάδες, +όπως και δύο χαλκώματα, ένα τηγάνι, μίαν πυροστιά, κτλ. Ακόμη και +μαχαιροπείρουνα και κουτάλια ανέγραφε το προικοσύμφωνον. + +Η ανδραδέλφη, αμέσως την Δευτέραν την επιούσαν του γάμου, το +εξήλεγξεν όλα, και εύρεν ότι έλειπον εκ των εν τω καταλόγω δύο +σινδόνια, δύο μαξιλάρια, έν χάλκωμα, καθώς και μία πλήρης φορεσιά. +Αυθημερόν δε παρήγγειλε της πενθεράς να φέρη τα ελλείποντα. Η +ιδιοτελής γραία απήντησεν ότι «τα όσα έδωσεν, είναι καλώς δοσμένα, +και είναι αρκετά». Τότε η ανδραδέλφη έβαλε στα λόγια τον αδελφόν +της· ούτος παρεπονέθη εις την νεόνυμφον, εκείνη δε του απήντησεν +«Αν αγροικούσε το συφέρο του, δεν θα εδέχετο να του γράψουν σπίτι +στο Κάστρο, όπου μόνον τα Στοιχειά κατοικούν· και τι τον ωφελούν τα +σινδόνια και τα 'ποκάμισα, αφού δεν ήτον ικανός να πάρη σπίτι κι' +αμπέλι κ' εληώνα;». + +Κατά την εποχήν του αρραβώνος, η Χαδούλα είχε δοκιμάσει τω όντι να +σφυρίξη κάτι τοιούτον στ' αυτιά του γαμβρού. Αν και νέα πολύ ήτον, +αλλά, χάρις εις την φύσιν κ' εις τα μαθήματα της μητρός της, τα +εκούσια και τα ακούσια, είχε γείνει πολύ πονηρή, αναλόγως της +ηλικίας της. Αλλ' η μάνα της, μυρισθείσα το πράγμα, και φοβουμένη +μήπως αυτή, η μικρή Στριγλίτσα, καθώς ωνόμαζε συνήθως την κόρην +της, του σηκώση τα μυαλά του γαμβρού, ώστε να πονηρέψη ούτος να +ζητή προικιά περισσότερα, εξήσκησε τυραννικήν επιτήρισιν επί της +κόρης και του αρραβωνιαστικού, μη επιτρέπουσα την ελαχίστην +ιδιαιτέραν συνομιλίαν μεταξύ των δύο. Τούτο έκαμνε, προσχήματι μεν +διά την σεμνότητα: + + — Δεν έχω. . . να μου σκαρώση κανένα πρωμάδι. . . αυτή η +Στριγλίτσα! είχεν ειπεί. + +Βλέπετε, την μεταφοράν του ρήματος την ελάμβανεν από το επάγγελμα +της συντεχνίας. («Σκαρώνω καράβι» ισοδυναμεί με το «ναυπηγώ ναυν»)· +αλλά πράγματι το έκαμνε, διά να μη αναγκασθή να δώση μεγαλειτέραν +προίκα. + +Μίαν εσπέραν, την παραμονήν του αρραβώνος, ότε ο γαμβρός μετά της +αδελφής του είχον έλθει εις την οικίαν να συζητήσουν τα περί +προικός, ενώ ο γέρων ναυπηγός υπηγόρευε το προικοσύμφωνον εις τον +Αναγνώστην τον Συβίαν, ψάλτην της εκκλησίας, όστις είχε βγάλει το +ορειχάλκινον καλαμάρι του από την ζώνην, την εκ πτερού χηνός πένναν +από την μακράν θήκην του καλαμαριού, του ομοιάζοντος πολύ με +πιστόλαν, και θέσας επί των γονάτων το βιβλίον του Αποστόλου, κ' +επάνω εις το βιβλίον τεμάχιον χονδρού χαρτιού, είχε γράψει καθ' +υπαγόρευσιν του γέροντος «Εις τόνομα του Πατρός και του Υιού και +του Αγίου Πνεύματος. . υπανδρεύω την κόρην μου Χαδούλαν με τον +Ιωάννην Φράγκου, και της δίνω, πρώτον την ευχήν μου. . », η Χαδούλα +ίστατο αντικρύ της εστίας, δίπλα εις την τέμπλαν — την στήλην +τουτέστι των στρωμάτων, παπλωμάτων και προσκεφαλαίων την σκεπαστήν +με μεταξωτήν σινδόνα, και επιστεφομένην με δύο τεραστίας +προσκεφαλάδες — ακίνητος και καμαρώνουσα, κατά το φαινόμενον όπως η +τέμπλα . . . αλλ' όμως ένευε κρυφά, ανυπομόνως, καίτοι με μεγάλην +προφύλαξιν, ένευεν εις τον αρραβωνιαστικόν, ένευεν εις την +ανδραδέλφην, να μη δεχθώσιν ως προίκα «σπίτι στο Κάστρο» και +«χωράφι στο Στοιβωτό», αλλά ν' απαιτήσωσι σπίτι εις την νέαν πόλιν, +και αμπέλι κ' ελαιώνα εις την περιοχήν της νέας πόλεως. + +Εις μάτην. Ούτε ο γαμβρός, ούτε η ανδραδέλφη είδαν τ' απηλπισμένα +νεύματα. Μόνον η γραία, η μήτηρ της, ήτις, αν και αναγκασμένη ήτο +να στρέψη τα νώτα προς την κόρην, διά ν' αντιμετωπίζη φιλοφρόνως +την συμπεθέραν και τον γαμβρόν, είχε καθίσει όμως με τοιούτον +τρόπον, ώστε να έχη μόνον την μίαν πλάτην γυρισμένην προς την νέαν +— αίφνης ως να την επληροφόρησεν αόρατον πνεύμα ότι κάτι έτρεχεν, +εστράφη αποτόμως προς την θυγατέρα της, και είδε τ' απηγορευμένα +«καμώματά» της. + +Πάραυτα ετόξευσε βλέμμα φοβεράς απειλής προς αυτήν. + + — Ε! μωρή στριγλίτσα! υπεψιθύρισε μέσα της. Έννοια σου!. . . κ' εγώ +σε σιάζω. + +Ευθύς όμως κατόπιν, εσκέφθη ότι δεν θα εσύμφερε να κάμη λόγο δι' +αυτό το πράγμα εις την κόρην της. Διότι εφοβήθη μην της δώση +αφορμήν να παραπονεθή εις τον πατέρα της. Και τότε τα πράγματα θα +εγίνοντο χειρότερα βεβαίως. Ο γέρων πιθανώς θα εκάμπτετο εις τας +ικεσίας και τα κλαύματα της μοναχοκόρης, και θα έδιδε περισσοτέραν +προίκα. Όθεν εσιώπησεν. + +Η Χαδούλα εθαύμασε πώς, ενώ η μήτηρ της ολοφάνερα την είχεν ιδεί να +κάμνη τα ριψοκίνδυνα εκείνα νεύματα, διά πρώτην φοράν εις την ζωήν +της, όταν ευρέθησαν μόναι, δεν της έδωκεν ούτε νυχιές, ούτε +τσιμπιές, ούτε δαγκωματιές, πράγμα το οποίον, άλλως, συχνά +συνείθιζε. Σημειωτέον ότι η προικοδοσία της οικίας εις το παλαιόν +ακατοίκητον χωρίον είχε τούτο το ευλογοφανές, ότι πολλαί οικίαι +εσώζοντο ακόμα εις το Κάστρον, ότι οικογένειαί τινες συνείθιζον να +διατρίβωσι το θέρος εκεί, και ότι εις την φαντασίαν των ανθρώπων +υπήρχε προκατάληψις υπέρ του «Παλαιού χωριού», το οποίον επονούσαν +οι γεροντότεροι, και δεν είχαν συνειθίσει ακόμα ούτε εις την νέαν +τάξιν των πραγμάτων, ούτε εις βίον ειρηνικόν, χωρίς επιδρομάς +κλεφτών και πειρατών και της Τουρκικής αρμάδας, και η εγκατάστασις +εις την νέαν πόλιν δεν ενομίζετο οριστική, αλλ' υπήρχε προσδοκία, +ότι οι άνθρωποι θα εβιάζοντο και πάλιν να επανέλθουν εις τα παλαιά, +τα «μαθημένα» των. Κ' ενώ όλο το Κάστρον ανεπόλουν, και το Κάστρον +ελυπούντο και το ερρέμβαζον, και το είχον εις το στόμα, δεν έπαυον +όμως να κτίζωσιν οικοδομάς εις τον νέον συνοικισμόν — όπως +αποδειχθή διά μυριοστήν φοράν ότι οι άνθρωποι συνήθως άλλα +σκέπτονται και άλλα κάμνουν, και ότι μιμούνται αλλήλους μηχανικώς. + +Ούτω λοιπόν, μετά δύο εβδομάδας από του αρραβώνος ετελέσθη ο γάμος. +Ούτως ηθέλησεν η πενθερά. Δεν της ήρεσκεν, ως έλεγε, να έχη γαμβρόν +αστεφάνωτον να συχνάζη στο σπίτι, αφού είχε θάρρος από πριν, ως +συντεχνίτης και παραγυιός του ανδρός της. Και η ανδραδέλφη, χήρα, +ηλικιωμένη, με ένα παίδα έφηβον, εργαζόμενον επίσης εις το +ναυπηγείον, και έν άλλο παιδίον κ' έν κοράσιον ανήλικα, εδέχθη κατ' +οίκον το νέον ανδρόγυνον. Είτα, μετά έν έτος, εγεννήθη το πρώτον +παιδίον, ο Στάθης, και δευτέρα η Δελχαρώ, ακολούθως ο Γιαλής, +κατόπιν ο Μιχάλης, ακολούθως η Αμέρσα, μετ' αυτήν ο Μητράκης, και η +τελευταία η Κρινιώ. Κατά τους πρώτους χρόνους εφαίνετο να βασιλεύη +ειρήνη εντός της οικίας. Είτα, όταν ήρχισαν να μεγαλώνουν τα δύο +πρώτα παιδιά της νύμφης, είχον δε μεγαλώσει αρκετά και τα δύο +τελευταία της ανδραδέλφης, ήρχισε πόλεμος εντός του οίκου. + +Τότε η Φραγκογιαννού, ήτις με την ηλικίαν και την πείραν του κόσμου +εγένετο πολύ σοφωτέρα, είχεν αξιωθή, ως έλεγε μετριοφρόνως, ν' +αποκτήση κι' αυτή ένα σπιτάκι δικό της, χάρις εις την επιδεξιότητα +της και την οικονομίαν της. Την μίαν χρονιάν ημπόρεσε μόνον να +κτίση τεσσάρας τοίχους λασποκτίστους, μικρούς και χαμηλούς, και να +τους στεγάση· την δευτέραν χρονιάν κατώρθωσε να πετσώση κατά τα +τρία τέταρτα το σπίτι, δηλ. να κατασκευάση μικρόν πάτωμα, με +διαφορά σανίδια, ανόμοια, παλαιά και νέα, και, χωρίς να χάση +καιρόν, ανυπομονούσα, πότε να «ξελευθερωθή» από την τυραννίαν της +ανδραδέλφης, η οποία εγήραζε κ' εγίνετο παράξενη, εκουβαλήθη, κ' +επήγε να εγκατασταθή, μαζί με τον σύζυγόν και τα τέκνα, εις την +«γωνιάν» της, εις την «φωλιάν» της, εις την «άκρην» της. Την ημέραν +εκείνην, όπως έλεγεν η ιδία, ησθάνθη την μεγαλειτέραν χαράν εις την +«ζήσιν» της. + +Όλ' αυτά τα ενθυμείτο, και οιονεί τα ανέζη η Φραγκογιαννού, κατά +τας μακράς εκείνας αΰπνους νύκτας του Ιανουαρίου, ενώ ο βορράς +ηκούετο εκ διαλειμμάτων να συρίζη έξω πλήττων τας κεράμους, και +κάμνων να ηχώσι τα παράθυρα, οπότε ηγρύπνει παρά το λίκνον της +μικράς εγγόνης της. Ήτο ήδη τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυκτα, και ο +πετεινός ελάλησε και πάλιν. Το θυγάτριον, το οποίον μόλις είχεν +ησυχάσει, προ μικρού, άρχισε να βήχη εκ νέου οδυνηρώς. Είχεν έλθει +ασθενικόν εις τον κόσμον, και προσέτι, φαίνεται ότι είχε κρυώσει +την τρίτην ημέραν, εις τα «κολυμπίδια», όταν το είχαν λούσει εντός +της σκάφης, και κακός βήχας το είχε κολλήσει. Η Φραγκογιαννού +απλήστως από ημερών παρεμόνευε να ίδη συμπτώματα σπασμών εις το +μικρόν ασθενές πλάσμα — επειδή τότε ήξευρεν ότι αυτό δεν θα εσώζετο +— πλην ευτυχώς τοιούτον πράγμα δεν έβλεπε. «Είναι για να +βασανίζεται και να μας βασανίζη», είχεν υποψιθυρίσει, χωρίς κανείς +να την ακούση, μέσα της. + +Την στιγμήν ταύτην, η Φραγκογιαννού άνοιξε τα κλειστά αγρυπνούντα +όμματα, κ' εκούνησε το λίκνον. Συγχρόνως ηθέλησε να δώση το σύνηθες +ρευστόν εις το πάσχον μωρόν. + + — Ποιος βήχει; ηκούσθη μία φωνή όπισθεν του μεσοτοίχου. + +Η γραία δεν απήντησεν. Ήτο Σάββατον εσπέρας, και ο γαμβρός της είχε +πίει ένα ρακί παραπάνω, πριν δειπνήση· ομοίως είχε πίει μετά το +δείπνον κ' ένα μεγάλο ποτήρι από λάκυρον κρασί, διά να ξεκουρασθή +από τα μεροκάματα όλης της εβδομάδος. Λοιπόν, ο Νταντής, επειδή +είχε πίει αρκετά, αναλόγως, ωμιλούσε μέσα στον ύπνον του, ή μάλλον +παραμιλούσε. + +Το μωρόν δεν εδέχθη την ρανίδα του ρευστού εις το στόμα, αλλά την +ελάκτισε με την γλωσσίτσαν του, εν τη ορμή του βηχός, όστις είχεν +αυξήσει λίαν αλγεινώς. + + — Σκασμός! . . . είπε πάλιν ο Κωνσταντής, ο πατήρ του βρέφους μέσα +στον ύπνο του. + + — Και πλαντασμός! . . . προσέθηκε μετ' ειρωνείας η Φραγκογιαννού. + +Η λεχώνα εξαφνίσθη μέσα στον ύπνο της, ακούσασα ίσως τον βήχα του +μικρού, και άμα τον αλλόκοτον βραχύν διάλογον, όστις διημείφθη μέσω +του ξυλοτοίχου, μεταξύ του κοιμωμένου και της αγρυπνούσης. + + — Τ' είναι, μάνα, είπεν ανασηκωθείσα η Δελχαρώ. Δεν είναι καλά το +παιδί; + +Η γραία εμειδίασε στρυφνώς εις το τρομώδες φως του μικρού λύχνου. + + — Σα σ' ακούω, δυχατέρα! . . . + +Αυτό το «σα σ' ακούω, δυχατέρα» ελέχθη με τόνον πολύ αλλόκοτον. +Άλλως δεν ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην η νεαρά μήτηρ ήκουε τοιούτον τι +εκ μέρους της μητρός της. Ενθυμείτο ότι και άλλοτε συνέβη, η γραία, +μεταξύ γυναικών και γραϊδίων της γειτονιάς, να εκφράση, μετά +σείσματος εκφραστικού της κεφαλής, εις ώρας καθ' ας εγίνετο λόγος +περί της μεγάλης πληθώρας των νεαρών κορασίων, περί της σπάνεως, +περί του ξενιτευμού και των υπερμέτρων απαιτήσεων των γαμβρών, περί +των βασάνων όσα υπέφερε μία Χριστιανή διά να αποκαταστήση «τ' +αδύνατα μέρη», τουτέστι τα θήλεα, να εκφράση, λέγω, παραπλήσια +αισθήματα. Όταν μάλιστα η μήτηρ της ήκουε περί αρρώστιας μικρών +κορασίδων είχεν ακουσθή, σείουσα την κεφαλήν, να λέγη· + + — Σα σ' ακούω, γειτόνισσα! . . . «Δεν είναι χάρος, δεν είναι +βράχος;», επειδή συνείθιζε πολύ συχνά να εκφράζεται με παροιμίας +λίαν εκφραστικάς. Και άλλοτε πάλιν την ήκουσαν να δογματίζη ότι ο +άνθρωπος δεν συμφέρει να κάμνη πολλά κορίτσια, και ότι το +καλλίτερον είναι να μη 'πανδρεύεται κανείς. Η δε συνήθης ευχή της +προς τα μικρά κοράσια ήτο «να μη σώσουν!. . να μην πάνε παραπάνω!» + +Και άλλοτε προέβη επί τοσούτον ώστε να είπη· — Τι να σας ' πω! . . +. Έτσι τούρχεται τ' ανθρώπου, την ώραν που γεννιώνται, να τα +καρυδοπνίγη! . . . + +Ναι μεν το είπεν, αλλά βεβαίως δεν θα ήτον ικανή να το κάμη +ποτέ . . . Και η ιδία δεν το επίστευεν. + +Γ'. + +Ούτω είχον διαρρεύσει πολλαί νύκτες από του τοκετού της Δελχαρώς, +της Τραχήλαινας. Αφού το μικρόν εβαπτίσθη, και ωνομάσθη Χαδούλα, με +τ' όνομα της μάμμης του — το οποίον έκαμεν εκείνην να μορφάζη +σείουσα την κεφαλήν, και να ψιθυρίζη «μην τύχη και χαθή τ' όνομα!» +— πάλιν η γραία ηγρύπνει, αν και το μωρόν εφαίνετο να είναι οπωσούν +καλλίτερα. Άλλως η αγρυπνία ήτο εν τη φύσει και τη ιδιοσυγκρασία +της Φραγκογιαννούς, ήτις εσκέπτετο χίλια πράγματα, και είχε τον +ύπνον δύσκολον. Οι λογισμοί και αι αναμνήσεις της, αμαυραί εικόνες +του παρελθόντος, ήρχοντο αλλεπάλληλοι ως κύματα μέσα εις τον νουν +της, προ των οφθαλμών της ψυχής της. + +Είχε καρπογονήσει, λοιπόν, η Χαδούλα τόσα τέκνα, και είχε κτίσει +μικρόν οσπίτιον διά να κατοικήση. Όσον ηύξανεν η οικογένεια, τόσον +ηύξανον και τα «φαρμάκια». Ναι, από τας ιδίας οικονομίας της είχεν +αποκτήσει την μικράν οικίαν η Γιαννού, και όχι από τα περισσεύματα +του συζύγου της. Ο μάστρο-Γιάννης ο Σκούφος, ή ο «Λογαριασμός», +δεν ήξευρε, πράγματι, να λογαριάση καλά ούτε πόσα μεροκάματα είχε +δουλέψει, ούτε πόσα κάνουν τέσσαρα ή πέντε ή έξ μεροκάματα της +εβδομάδος προς μιαν και 75 η μίαν και 80 — διότι τόσα έπαιρνεν ως +τρίτης τάξεως μαραγκός. Όταν ενίοτε, ως καλαφάτης, επληρώνετο προς +2.35 ή 2.40, πάλιν δεν είξευρε να τα λογαριάση. + +Μόνον του ήρεσκε να τα πίνη, σχεδόν όλα, την Κυριακήν. Πλην ευτυχώς +η σύζυγός του είχε λάβει τα μέτρα της, κ' έπαιρνεν αυτή τα λεπτά +στα χέρια της το Σάββατον το βράδυ. Ή τα εισέπραττε κατ' ευθείαν +από τον πρωτομάστορην, όχι άνευ έριδος και δυσκολίας — επειδή ο +πρωτομάστορης δεν ήθελε να της τα δώση προτιμών να τα εγχείριση εις +τον μάστρο-Γιάννην τον ίδιον, από τον οποίον μάλιστα εκράτει, +καθώς και απ' όλους τους άλλους, δέκα ή δεκαπέντε λεπτά ως έκτακτα +ποσοστά, λέγων «έχω κορίτσια, βρε αδερφέ, έχω κορίτσια!» Αλλ' η +Φραγκογιαννού πού να γελασθή! Αυτή του έδιδε την μόνην λογικήν και +την μόνην πρέπουσαν απάντησιν «Εσύ μονάχα έχεις κορίτσια, μάστορη; +Ο άλλος κόσμος δεν έχουν;» + +Ή, αν δεν κατώρθωνε να τα λάβη η ιδία από τον αρχιναυπηγόν, η +Γιαννού τα ήρπαζε, «σα χωρατά, σαν αλήθεια», από τας χείρας του +συζύγου της, αφού εφρόντιζε πρώτον να τον «καλοκαρδίση» και να τον +φέρη εις την κατάλληλον ψυχολογικήν θέσιν. Ή, τέλος, τον άφινε να +κοιμηθή μισοζαλισμένος, και τα έκλεπτεν από τα φορέματά του, την +νύκτα του Σαββάτου. Μόνον, την Κυριακήν πρωί, του έδιδε διά +«χαρτζιλήκι» 40 ή 50 λεπτά. + +Λοιπόν είχε κτίσει τον οικίσκον από τας οικονομίας της, αλλά ποία +ήτο η πρώτη βάσις του μικρού εκείνου κεφαλαίου; Την ώραν ταύτην, +κατά την νύκτα της αγρυπνίας, διά πρώτην φοράν το εξωμολογείτο καθ' +εαυτήν. Ποτέ δεν το είχεν ειπεί ούτε εις τον πνευματικόν της, εις +τον οποίον άλλως πολύ μικρά πράγματα έλεγεν· ακριβώς εκείνα μόνον +τα συνήθη αμαρτήματα, όσα εκείνος ήξευρε προτού να τα είπη αυτή· +δηλαδή κακολογίαν, θυμούς, γυναικείας κατάρας και τα τοιαύτα. Ποτέ +δεν το είχεν ομολογήσει εις την μητέρα της, εφ' όσον έζη εκείνη — +ήτις άλλως ήτο η μόνη που το υπώπτευε και το ήξευρε χωρίς να της τω +είπη, αυτή. Ναι, είναι αληθές, ότι εμελέτα και είχεν απόφασιν να +της τα είπη πατά τας τελευταίας στιγμάς της. Πλην δυστυχώς η γραία, +πριν αποθάνη, συνέβη να βωβαθή και να κωφαθή και να μείνη αναίσθητη +«σαν πράμμα», όπως περιέγραφε την κατάστασιν ταύτην η κόρη της, κ' +έτσι δεν εδόθη ευκαιρία να της ομολογήση το πταίσμα της. + +Ακόμη ολιγώτερον δεν το είπε ποτέ εις τον πατέρα της, ούτε εις τον +σύζυγόν της. Ιδού ποίον ήτο το μυστικόν τούτο. + +Προ του γάμου της η Χαδούλα είχεν αρχίσει να κλέπτη απ' ολίγα ολίγα +εκ των χρημάτων του πατρός της απ' ολίγους παράδες, από μισόν +γρόσι. Τόσον ολίγα, ώστε σχεδόν δεν το ησθάνθη, ούτε το υπώπτευσεν +εκείνος. Μόνον δύο φοράς είχεν εννοήσει ο ίδιος ότι είχε κάμει +εσφαλμένον τον λογαριασμόν του μικρού θησαυρού του. Τον θησαυρόν +τούτον απέθετεν εις μίαν κρύπτην, την οποίαν προ πολλού είχεν +ανακαλύψει η γραία, μετά χρόνον δε ανεκάλυψε και η κόρη. Τότε προς +καιρόν, η Χαδούλα διέκοψε τας κλοπάς, διά να μη δώση λαβήν +μεγαλειτέρας υπονοίας εις τον πατέρα της. Αργότερα πάλιν εξανάρχισε +να κλέπτη περισσότερα, αλλά δεν «έπιανε χαρτωσιά» εμπρός εις τας +κλοπάς της μητρός της. + +Αύτη είχε κλέψει πολλά, αλλά με τέχνην και μέθοδον. Έκλεπτε τα +περισσότερα από τας άλλας επιχειρήσεις, εις τας οποίας είχε κατά +μέγα μέρος την διαχείρισιν, καθώς από πώλησιν ελαίου και οίνου, +προϊόντων των κτημάτων της οικογενείας, και ολίγα, σχεδόν όσα και η +κόρη τους, από τα μεροκάματα του γέρου. Μετά χρόνους, όταν άνοιξαν +η δουλειές, κι' ο γέρο-Στάθης έγεινε μικρό-αρχιναυπηγός — +εσκάρωνε βάρκες και καΐκια μοναχός του, βοηθούμενος από τον υιόν +και από τον παραγυιόν του, εις το προαύλιον της οικίας — τότε η +γραία ημπόρεσε να κλέψη αρκετά και από τα κέρδη της ναυπηγικής +τέχνης. + +Τελευταίον, ολίγους μήνας προ του γάμου της, η Χαδούλα είχε +κατορθώσει ν' ανακαλύψη την κρύπτην όπου είχε το κομπόδεμα η μητέρα +της. Εις μίαν οπήν του κατωγείου, ανάμεσα εις τα πιθάρια τα +μισογεμάτα και τα βαθέλια τ' αδειανά, ευρίσκετο, μία πλατεία και +μακρά λωρίς μαύρης μανδήλας, όπου η γραία είχε δεμένα «σαν σκυλιά» +εκατόν εβδομήντα τόσα αργυρά τάλληρα, άλλα κολωνάτα, άλλα ρηγίνες, +και άλλα τουρκικά, όλα κλεμμένα από τα κέρδη του γέρου και τα +προϊόντα των κτημάτων. Η κόρη με φαιδράν έκπληξιν, και με +συγκίνησιν τρομώδη, εμέτρησε τα τάλληρα, τα σκυλοδεμένα, και είτα +τα έβαλε πάλιν εις την οπήν των, χωρίς να τολμήση να τα πειράξη. + +Αλλά την παραμονήν του γάμου, το βράδυ, την ώραν που ενύχτωνεν — +όταν είδε την επιμονήν των γονέων της, να μη θέλουν να της δώσουν +αρκετήν προίκα, και είδε την απονιάν της μητρός της — παραφυλάξασα +την ώραν οπότε η γραία εξήλθε προς στιγμήν από την οικίαν δι' έν +θέλημα, κατέβη με παλμόν καρδίας κρυφά στο κατώγι· έψαξε και ανεύρε +το κομπόδεμα, το σκυλοδεμένο, και το έλυσεν. Αυτήν την φοράν της +εφάνησαν ωσάν ολίγα. Καιρόν δεν είχε να τα μετρήση. Ίσως η γραία να +είχεν αφαιρέσει μερικά εκ των ταλλήρων, και είχε κάμει χρήσιν δι' +αγνώστους σκοπούς. Της ήλθεν η ιδέα να πάρη το κομπόδεμα όλον, +αυτούσιον μαζί με την λωρίδα της παλαιάς μανδήλας της μητρός της, +αλλ' εφοβήθη· έλαβε μόνον οκτώ ή εννέα τάλληρα, καταρχάς — τόσα, +όσα εφαντάζετο ότι η απουσία των δεν θα επέφερε μεγάλην διαφοράν +εις τον όγκον και δεν θα ήτο αμέσως επαισθητή, είτα έκαμε να το +δέση· ακολούθως πάλιν το ήνοιξε, έλαβεν άλλα πέντε ή έξ, το όλον +δεκαπέντε. Κατόπιν πάλιν, ενώ το έδενε, εκ νέου έκαμε κίνημα να το +λύση, με σκοπόν να πάρη άλλα δύο ή τρία ακόμη. Αίφνης τότε ήκουσε +το βήμα της μητρός της έξω. Βιαστικά έδεσε το κομπόδεμα, και το +έβαλεν εις την θέσιν του. + +Ολίγας ημέρας μετά τον γάμον, η γραία ανεκάλυψε την κλοπήν. Αλλά +δεν ηθέλησε να είπη τίποτε εις την κόρην της. + +Έμεινεν ευχαριστημένη, διότι εκείνη δεν τα επήρεν όλα. «Στραβομάρα +είχεν!» είπε μεταξύ των οδόντων της. + +Το ποσόν εκείνο, το οποίον η Χαδούλα είχε κλέψει κατά καιρούς από +τους γονείς της, ανερχόμενον περίπου εις τετρακόσια γρόσια, το +νόμισμα της εποχής εκείνης, έκρυπτεν επί τόσα έτη επιμελώς. Αλλά +διά να κτίση την οικίαν, το ηύξησε με την ικανότητά της. Ήτον +βεβαίως εργατική και επιδέξια. Όσον της επέτρεπον αι μέριμναι της +ανατροφής τόσων αλλεπαλλήλων τέκνων, εξενοδούλευε. Πλην, εις τους +μικρούς τόπους «δεν υπάρχουσιν ειδικοί, αλλά πολυτεχνίται», και +όπως ένας μπακάλης κωμοπόλεως είναι συγχρόνως και έμπορος ψιλικών, +και φαρμακοπώλης, αλλά και τοκογλύφος, ούτω και μία καλή υφάντρια, +οποία ήτο η Φραγκογιαννού, ουδέν εκώλυε να κάμνη συγχρόνως και την +μαμμήν ή την ψευδογιάτρισσαν, και άλλα επαγγέλματα ακόμη να εξασκή, +ήρκει να είναι επιτήδεια. Και η Φραγκογιαννού ήτο επιτηδειοτάτη +μεταξύ όλων των γυναικών. + +Εδιδε βότανα, έκαμνε κηραλοιφάς, εξετέλει εντριβάς, εθεράπευε την +βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διά τας πασχούσας, διά τας +χλωρωτικάς και αναιμικάς κόρας, διά τας εγκύους και τας λεχούς, και +τας εκ μητρικών αλγηδόνων πασχούσας. Με το καλάθιον υπό τον αγκώνα +της αριστεράς χειρός, ακολουθουμένη από τα δύο τελευταία τέκνα της, +τον Δημητράκην οκτώ ετών, και την Κρινιώ εξαέτιδα, εξήρχετο εις +τους αγρούς, ανέβαινεν εις τα όρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας και +ρεύματα, έψαχνε να εύρη τα βότανα, όσα αυτή εγνώριζε — την +αγριοχρομμύδα, την δροκοντιά, το τρίμερο και άλλ' ακόμη — τα +έκοπτεν ή τα εξερρίζωνεν, εγέμιζε το καλάθιόν της, κ' επέστρεφε το +βράδυ εις την οικίαν. + +Με αυτά τα βότανα κατεσκεύαζε διαφορά μαντζούνια, τα οποία +εσύσταινεν ως αλάνθαστα ιατρικά κατά των χρονίων πόνων, του +στήθους, της κοιλίας, των εντέρων κτλ. Τη βοηθεία όλων αυτών των +μέσων, ολίγα κερδίζουσα, αλλ' οικονόμος, κατώρθωσε, με τον καιρόν, +να κτίση την μικράν φωλεάν της. Αλλ' οι νεοσσοί είχαν αρχίσει να +ξεπετούν ήδη, να φεύγουν εις τα ξένα! + +Κατά την εποχήν εκείνην, ο πρώτος υιός της, εικοσαετής ήδη, ο +Σταθαρός, είχε ξενητευθή εις την Αμερικήν, αφού δε έστειλεν έν ή +δύο γράμματα, εσιώπησε, και έκτοτε δεν είχε δώσει σημείον ζωής. +Μετά τρία έτη ο δεύτερος υιός της, ο Γιαλής, είχε μεγαλώσει κι' +αυτός, κ' εμβαρκαρίσθη. + +Και οι δύο εις τα μικρά των χρόνια, είχαν δοκιμάσει την τέχνην του +πατρός των, αλλ' ούτε ο είς ούτε ο άλλος επρόκοψαν πολύ, ουδέ +ηρκέσθησαν εις αυτήν. Ο Γιαλής, ως φιλόστοργος υιός και αδελφός, +έγραφε προς την μητέρα του εκ Μασσαλίας, όπου είχεν υπάγει μ' ένα +πατριωτικό καράβι, ότι απεφάσισε κι' αυτός να υπάγη στην Αμερικήν, +να ιδή τι γίνεται ο μεγάλος αδελφός του, ίσως τον ανακαλύψη κάπου. +Αλλά παρήλθον καιροί και χρόνοι έκτοτε και ούτε ο είς ούτε ο άλλος +ηκούσθησαν πλέον. + +Τότε έλαβεν αφορμήν η μητέρα των να ενθυμήση ένα παραμύθι του λαού +εκ των αστειοτέρων, εν ώ γίνεται λόγος περί στρώματος από μέλι, εις +το οποίον εκόλλησαν διαδοχικώς και ο πρώτος αποσταλείς υιός της +Γρηάς, διά να συλλέξη και φέρη εκείθεν το μέλι, και ο δεύτερος +υιός, όστις είχε σταλή διά να ξεκολλήση τον πρώτον, και ο τρίτος, +όστις εστάλη διά να φέρη οπίσω και τους δύο, και ο Γέρος, όστις +επήγε να ιδή τι γίνονται οι υιοί του· τέλος, αυτή η Γρηά, η οποία +εις το ύστερον απεφάσισε να υπάγη να ιδή, μακρόθεν όμως — διότι, ως +γρηά, είχε τόσην πονηρίαν — τι έγειναν ο Γέρος και τα παιδιά και +δεν εγύρισαν οπίσω από το «θέλημα», εις το οποίον τους είχε +στείλει, μόλις αυτή εγλύτωσε και δεν εκόλλησε. Τότε στραφείσα προς +τους τεσσάρας κολλημένους τους είπεν· «Α! αυτό σας μέλλει; εμένα +δεν με μέλει!» + +Εν τω μεταξύ, ενώ ο Σταθαρός κι' ο Γιαλής είχαν ξενιτευθή εις την +Αμερικήν, και είχαν φάγη λωτόν, ή είχαν πίη τον Λήθην, η Δελχαρώ, η +πρώτη κόρη, πρωτότοκος μετά τους ξενιτευομένους αδελφούς της, +εμεγάλωνεν, ολονέν εμεγάλωνε. Κ' η Αμέρσα, σχεδόν τέσσαρα έτη +μικροτέρα της αδελφής της, εμεγάλωνε κι' αυτή εναμίλλως με την +Δελχαρώ, κ' «έρριχνε μπόι»· εγίνετο ανδρώδης, μελαψή και ζωηρά, κ' +η γειτόνισσες την ωνόμαζον «το σερνικοθήλυκο». Κ' εκείνη η μικρά, +το Κρινάκι, ήτις δεν είχε φευ! του κρίνου το χρώμα, αν και φυσικά +ισχνή, εδείκνυεν ήδη συμπτώματα αναπτύξεως. + +Πώς μεγαλώνουν, Θεέ μου! εσκέπτετο η Φραγκογιαννού. Ποίος κήπος, +ποίον λειβάδι, ποία άνοιξις παράγει αυτό το φυτόν!' Και πώς +βλαστάνει και θάλλει και φυλλομανεί και φουντώνει! Και όλοι αυτοί +οι βλαστοί, όλα τα νεόφυτα, θα γείνουν μίαν ημέραν πρασιαί, λόχμαι, +κήποι; Και ούτω θα εξακολουθή; Και πάσα οικογένεια εις την +γειτονιάν, και εις την συνοικίαν και εις την πόλιν είχαν από δύο +έως τρία κοράσια. Μερικαί είχον τέσσαρα, άλλαι πέντε. Μία μητέρα +είχεν έξ θυγατέρας χωρίς κανένα υιόν, άλλη μία είχεν επτά κ' ένα +υιόν, ο οποίος εφαίνετο προωρισμένος να φανή άχρηστος. + +Λοιπόν όλοι αυτοί οι γονείς, όλα τα ανδρόγυνα, όλαι αι χήραι, +ανάγκη πάσα και χρέος απαραίτητον, να υπανδρεύσουν όλας αυτάς τας +κόρας — και τας πέντε, και τας έξ, και τας επτά! Και να δώσουν εις +όλας προίκα. Πάσα πτωχή οικογένεια, πάσα μήτηρ χήρα, με δύο +στρέμματα αγρούς, μ' ένα πενιχρόν οικίσκον, ταλαιπωρουμένη, +ξενοδουλεύουσα — είτε κολλήγισα άλλων ευποροτέρων οικογενειών εις +τα κτήματα, εις τας συκάς και τας μορέας — συλλέγουσα φύλλα, +παράγουσα ολίγην μέταξαν — ή τρέφουσα δύο ή τρεις αίγας ή αμνάδας — +γινομένη κακή με όλους τους γείτονας, πληρώνουσα πρόστιμα διά +μικράς ζημίας — φορολογουμένη ασπλάγχνως, τρώγουσα κρίθινον άρτον +ποτισμένον με ιδρώτα αλμυρόν — ώφειλεν εξ άπαντος «ν' αποκαταστήση» +όλα τα θήλεα ταύτα, και να δώση πέντε, έξ, ή επτά προίκας! Ω θεέ +μου! + +Και οποίας προίκας, κατά τα νησιωτικά έθιμα. «Σπίτι στα Κοτρώνια, +αμπέλι στην Αμμουδιά, εληώνα στο Λεχούνι, χωράφι στα Στροφλιά». +Αλλά κατά τους τελευταίους χρόνους, περί τα μέσα του αιώνος, είχε +κολλήσει και άλλη ψώρα. Το «μέτρημα» εκείνο, το οποίον εις +Κωνσταντινούπολιν ωνομάζετο «τράχωμα», συνήθεια την οποίαν, αν δεν +απατώμαι, είχεν αφορίσει η Μεγάλη Εκκλησία. Ώφειλεν έκαστος να δώση +και μετρητήν προίκα. Δισχιλίας, χιλίας, πεντακόσιας, αδιάφορον. +Άλλως ας είχε τας κόρας του να τας καμαρώνη. Ας τας έβαζε στο ράφι. +Ας τας έκλεινε στο δουλάπι. Ας τας έστελνε στο Μουσείον. + +Δ'. + +Έως εδώ είχον φθάσει αι αναμνήσεις και οι λογισμοί της αγρυπνούσης +γραίας. Ελάλησε το δεύτερον ο πετεινός, θα είχαν περάσει δύο μετά +τα μεσάνυκτα. Ιανουάριος ο μην. Χρόνος η νύκτα. Βοράς εφύσα. Η +φωτιά εις την εστίαν έσβυνε. Η Φραγκογιαννού ησθάνθη ρίγος εις την +ράχιν, και παγωμένους τους πόδας της. Ήθελε να σηκωθή να φέρη ολίγα +ξύλα έξω από τον πρόδομον, διά να τα ρίψη εις την εστίαν, να ξανάψη +το πυρ. Αλλ' ηργοπόρει και ησθάνετο μικράν νάρκην, ίσως το πρώτον +σύμπτωμα του εισβάλλοντος ύπνου. + +Την στιγμήν εκείνην τόσον παράωρα, ενώ είχε κλειστά τα όμματα, +εκρούσθη παραδόξως έξωθεν η θύρα. Η γραία εξαφνίσθη. Δεν ήθελε να +φωνάξη «ποιος είναι», διά να μην εξυπνήση την λεχώ, αλλ' απετίναξε +την νάρκην της, διακοπείσαν ήδη αποτόμως διά του κρότου της θύρας +τον οποίον είχε ακούσει, εσηκώθη σιγά, εξήλθε του θαλάμου. Πριν +φθάση εις την έξω θύραν, ήκουσε διακριτικήν, ψίθυρον φωνήν· + + — Μάνα! + +Ανεγνώρισε την φωνήν της Αμέρσας. Ήτο η δευτορότοκος κόρη της. + + — Τι έπαθες, αρή;. . . Τι σου ήρθε, τέτοια ώρα; + +Και ήνοιξε την θύραν. + +Μάνα, επανέλαβε μετ' ασθμαινούσης φωνής η Αμέρσα. Τι κάνει το +κορίτσι; . . . μην πέθανε; + + — Όχι . . . κοιμάται. Τώρα ησύχασε, είπεν η γραία. Πώς σου ήρθε; + + — Είδα στον ύπνο μου πως πέθανε, είπε με πάλλουσαν ακόμη φωνήν η +υψηλή γεροντοκόρη. + + — Αμμ' σαν είχε πεθάνει, τάχα τι; είπε κυνικώς η γραία . . . Κ' +εσηκώθης . . . κ' ήρθες να ιδής; + +Η οικία της Γιαννούς, όπου αυτή συνήθως εκατοίκει μετά των δύο +αγάμων θυγατέρων της — καθότι προσωρινώς τώρα διενυκτέρευε πλησίον +της λεχούς — έκειτο ολίγας δεκάδας βημάτων βορεινότερα παρέκει. +Αυτή η οικία της Δελχαρώς είχε δοθή προικώα είς ταύτην, ήτο δε αυτή +η παλαιά οικία, η κτισθείσα από τας οικονομίας της Χαδούλας, και +από τον πρώτον πυρήνα, τον οποίον είχε σχηματίσει από το κομπόδεμα +των αειμνήστων γονέων της. Ύστερον, ολίγα έτη μετά τον γάμον της +Δελχαρώς, είχε κατορθώσει η μήτηρ της ν' αποκτήση και δευτέραν +φωλεάν, μικροτέραν και αθλιεστέραν της πρώτης, εις την αυτήν +συνοικίαν. Δύο ή τρεις οικίαι εχώριζον την δευτέραν από της πρώτης. + +Από εκείνην λοιπόν την νεόκτιστον οικίαν είχεν έλθει τόσον παράωρα +η Αμέρσα, ήτις δεν εφοβείτο τα στοιχειά την νύκτα, ήτο δε τολμηρά +και αποφασιστική κόρη, + + — Κ' εσηκώθης; . . . κ' ήρθες να ιδής; + + — Ξαφνίστηκα μέσ' τον ύπνο μου, μανούλα. Είδα πως πέθανε το +κορίτσι, και πως εσύ είχες ένα μαύρο σημάδι στο χέρι σου. + + — Μαύρο σημάδι; + + — Ήθελες, τάχα, να σαβανώσης το κορίτσι. Και την ώρα που το +σαβάνωνες, μαύρισε το χέρι σου . . . και πως έβαλες τάχα, το χέρι +σου στη φωτιά, για να ξεμαυρίση. + + — Μπα! αλαφροΐσκιωτη! είπεν η γραία Χαδούλα . . . Κ' έκαμες +κουτουράδα, κ' ήρθες, τέτοιαν ώρα . . . + + — Δεν μπορούσα να ησυχάσω, μάνα. + + — Και δεν σ' έννοιωσε το Κρινιώ, που έφυγες; + + — Όχι· κοιμάται. + + — Κι' αν ξυπνήση, κ' ιδή να λείπης από κοντά της, πώς θα της +φανή;. . . Δε θα βάλη της φωνές;. . .Θα τρελλαθή, το κορίτσι! + +Αι δύο αδελφαί εκοιμώντο τω όντι μόναι εις την μικράν οικίαν. Η +Αμέρσα ήτο άφοβος, κ' ενέπνεε πεποίθησιν, ως να ήτο ανήρ. Ο πατήρ +των είχεν αποθάνει προ πολλού, οι δε επιζώντες υιοί διαρκώς έλειπον +εις τα ξένα. + + — Πάω 'πίσω, μάνα, είπεν η Αμέρσα . . . Αλήθεια, δεν εσυλλογίστηκα +πως μπορεί να ξυπνήση το Κρινιώ, αυτήν την ώρα, να τρομάξη, που θα +λείπω. + + — Μπορούσες να μείνης κ' εδώ, είπεν η μητέρα· μόνο μη ξυπνήση +άξαφνα το Κρινιώ, και πάρη φόβο. + +Η Αμέρσα εκοντοστάθη προς στιγμήν. + + — Μάνα, είπε, θέλεις να καθίσω εγώ 'δω, να πας εσύ στο σπίτι; . . +. για να ξεκουραστής, να ησυχάσης. + + — Όχι, είπεν, αφού εσκέφθη προς στιγμήν η γραία. Τώρα κ' η νύχτα +αυτή πέρασε. Αύριο βράδυ, πηγαίνω εγώ στο σπίτι, και κάθεσαι συ +εδώ. Μόνο, τώρα πήγαινε. Καλό ξημέρωμα! + +Όλος ο διάλογος εγίνετο εις μικρόν, στενόν πρόδομον, κατέμπροσθεν +του θαλαμίσκου, όπου ηκούοντο ηχηροί και πολύχορδοι οι ρογχαλισμοί +του Κωνσιαντή. Η Αμέρσα, ήτις είχεν έλθει ξυπόλυτη, με ελαφρότατον, +άψοφον βήμα, εξήλθε, και η μήτηρ της εκλείδωσεν έσωθεν την θύραν. + +Η Αμέρσα έφυγε τρέχουσα. Αυτή να φοβηθή τα στοιχειά, ήτις δεν είχε +φοβηθή τον αδελφόν της τον Μήτρον, τον κοινώς καλούμενον Μώρον ή +Μούρον ή Μούτρον — τον σκιάν εκείνον, τον τρίτον υιόν της μητρός +της, τον οποίον η τεκούσα ωνόμαζε συνήθως «το σκυλί τ' Αγαρηνό!» — +τον κατά τρία έτη μεγαλείτερον αδελφόν της, όστις την είχε +μαχαιρώσει ήδη άπαξ — αλλ' αυτή τον είχε σώσει, μη θέλουσα να τον +παραδώση εις την εξουσίαν — και θα την εμαχαίρωνε βεβαίως και +δευτέραν φοράν, εάν έμενεν έκτοτε ελεύθερος. Ευτυχώς είχεν αλλού +εξασκήσει τας φονικάς ορμάς του, εν τω μεταξύ, και είχε κλεισθή +εγκαίρως εις τας Βενετικάς ειρκτάς του παλαιού φρουρίου, εις την +Χαλκίδα. + +Ιδού πώς συνέβη το πράγμα. Ο Μώρος ή Μούρος ήτο φύσει ορμητικός και +παράφορος, αν και είχε πολύ δεξιόν, θηλυκόν νουν, όπως έλεγεν η +μάνα του — νουν ο οποίος εγέννα. Παιδιόθεν ήτο ικανός μόνος του, να +πλάττη, αυτοδίδακτος, πολλά ωραία μικρά πράγματα· καραβάκια, +προσωπίδας, αγαλμάτια, κούκλες και άλλα ακόμη. Ήτο σκιάς της +γειτονιάς, ο σημαιοφόρος όλων των μαγκών, και είχεν εις τους +ορισμούς του όλους τους αγυιόπαιδας, όλα τα ξυπόλυτα του δρόμου. +Είχε συνειθίσει ενωρίς την μέθην και την ασωτίαν, εξετέλει +θορυβώδεις παιδιάς, διαδηλώσεις, παιδικάς οχλαγωγίας, μαζύ με τούς +μικρούς φίλους του· επροκάλει καυγάδες εις τον δρόμον, επετροβόλει +όσους συνήντα γέροντας και γραίας, όσους πτωχούς και αδυνάτους. Δεν +άφηνε σχεδόν κανένα άνθρωπον απείρακτον. + +Είχε κλέψει με το μάτι, από ένα διαβατικόν μαχαιροποιόν, την τέχνην +του. Επροσπάθει ατελώς να κατασκευάση μαχαίρια. Είχε μέγαν τροχόν +εις την αυλήν, την σκεπαστήν από το μέγα χαγιάτι, και το κατώγι της +οικίας σχεδόν το είχε μεταβάλει εις εργοστάσιον — κ' ετρόχιζεν όλα +τα μαχαίρια και τους ξυραφάδες των αγυιπαίδων, και όταν δεν είχεν +άλλα να τροχίση, ετρόχιζε το ιδικόν του. Εφιλοτιμείτο να το κάμη +δίκοπον, αν και εξ αρχής δεν ήτο ούτω σχεδιασμένον. Προσέτι +εδοκίμαζε να κατασκευάζη κουμπούρες, πιστόλια, μικρά κανονάκια, και +άλλα φονικά όργανα. Όλα τα λεπτά, όσα εκέρδιζεν από της κούκλες, τ' +αγαλμάτια και τας προσωπίδας, και δεν τα έπινε, τα ηγόραζε +πυρίτιδα. Και ο ίδιος είχε δοκιμάσει να κατασκευάζη έν τοιούτον +προϊόν. Τας ημέρας του Πάσχα, και δύο εβδομάδας ακόμη οψιμότερα, +ήτο φόβος και τρόμος να τολμήση τις να περάση από την γειτονιάν, +εις την οποίαν εβασίλευεν διά του τρόμου ο Μούτρος. Οι πιστολισμοί +έπιπτον αδιάλειπτοι. + +Μίαν Κυριακήν, ο Μούρος μεθυσμένος είχε κάμει παραπολλάς αταξίας +εις τον δρόμον. Δύο χωροφύλακες, ακούσαντες τα παράπονα πολλών +ανθρώπων, τον εκυνήγησαν διά να τον πιάσουν, και τον πάρουν «μέσα» +ή «στην Καζάρμα». Αλλ' ο Μώρος, λίαν ευκίνητος, τους έφυγεν, +εγύρισε και τους εμυκτήρισε μακρόθεν, και πάλιν τραπείς εις φυγήν, +εκρύβη εις μέρος απρόσιτον — εις το μέσα μέρος του υποστέγου +ταρσανά ενός ναυπηγού, εξαδέλφου του. Είτα, επειδή οι δύο άνδρες +παρήτησαν την καταδίωξιν, ανέλαβε θάρρος κ' εξήλθεν εις τον δρόμον. + +Την ημέραν εκείνην, ο Μώρος, επειδή δεν είχεν ξεμεθύσει ακόμα, +κατήντησε να κυνηγήση εις τον δρόμον και την ιδίαν μητέρα του, +απειλών να την σφάξη. Παρεπονείτο ότι η γραία του είχε κλέψει λεπτά +από την τσέπην του. Την έφθασεν εις την αυλήν της οικίας, όπου +έτρεχεν αύτη διά να κρυφθή, την άρπαξεν από τα μαλλιά, και την +έσυρεν επί του εδάφους της οδού, εις διάστημα πενήντα βημάτων. + +Αυτή είχε βάλει τας φωνάς, κ' εξήλθον οι γείτονες. Ήτον ώρα +εσπερινού, μικρόν προ της δύσεως του ηλίου. Εις τας φωνάς των +γειτόνων, έφθασαν οι δύο χωροφύλακες, οίτινες από πριν κατεζήτουν +τον Μούρον, και μόνον κατά το φαινόμενον είχον παραιτήσει το +κυνήγημα — εξ εναντίας μάλιστα ήσαν λίαν εξοργισμένοι εναντίον του +ταραξίου. Ο Μούρος, άμα τους είδεν, άφησε την μητέρα του κ' ετράπη +εις φυγήν. Ετρεξε να κρυφθή εις την οικίαν, εξ ανάγκης, επειδή +ευρέθη «στα στενά», και δεν έβλεπεν άλλο άσυλον πλέον μακρυσμένον +αλλ' ασφαλέστερον. + +Η γραία άμα εσηκώθη, καταμωλωπισμένη, πλήρης κονιορτού, είδε τους +χωροφύλακας, κι' άρχισε να τους ικετεύη. + + — Αφήστε τον, παιδιά! Παλαβός είναι, δεν είναι τίποτε. Μην τονε +σκοτώνετε, παιδιά, με το καμτσί! + +Τούτο είπεν, διότι είδε τον ένα χωροφύλακα εξηγριωμένον, κρατούντα +εις την χείρα φοβερόν μαστίγιον. Οι δύο άνδρες δεν έδωκαν προσοχήν +εις τας ικεσίας της, αλλ' εξηκολούθησαν να τρέχουν προς καταδίωξιν +του Μώρου. Παρεβίασαν το άσυλον, το κατώγι της οικίας, όπου είχε το +εργοστάσιόν του ο Μώρος. Εκεί είχε τρέξει διά να κρυφθή, και μόλις +επρόφθασε να μανδαλώση την θύραν. Αλλ' η σανίς ήτο υπόσαθρος, κακώς +προσαρμοζόμενη, και ο Μώρος δεν είχεν αγαπήσει τας ειρηνικάς τέχνας +διά να φροντίση να την διoρθώση. Εκείνοι έσπασαν τον μικρόν σύρτην +και εισήλθον. Ο Μούρος ταχύς ως αίλουρος ανερριχήθη εις την +κλαβανήν, εις το πάτωμα. Η κλαβανή ήτο σιμά εις τον βόρειον τοίχον, +ο δε βόρειος τοίχος ήτο εν μέρει θεμελιωμένος εις τον βράχον, ο +βράχος εξείχε, και παρείχε πάτημα εις τους πόδας του Μώρου τους +γοργούς, και άλλας εσοχάς επί του τοίχου είχε σκάψει ο ίδιος κατά +καιρούς διά μόνων των ποδών του. Επειδή φαίνεται ότι συνείθιζε πολύ +συχνά το είδος τούτο της γυμναστικής. + +Η σανίς της καταρρακτής ήτο κλειστή. Ο Μώρος την ήνοιξε με ένα +κτύπον της κεφαλής του και με μίαν προσπάθειαν του αριστερού του +βραχίονος. Είτα ως ο κολυμβητής, ο αναδυόμενος εκ του κύματος, +επήδησεν επάνω εις το πάτωμα, έκλεισε μετά κρότου την κλαβανήν, κ' +εφάνη ότι έθεσεν εν βάρος, ίσως μικράν τινα κασσέλαν, επί της +σανίδος. + +Οι δύο χωροφύλακες, εν οργή και με πολλάς βρασφημίας, ήρχισαν να +ψάχνουν εις το ισόγειον. Κατέσχον όσα μαχαίρια και κουμπούρια εύρον +εκεί, όπως και τον τροχόν, και δύο άλλας μικράς ακόνας και +ητοιμάζοντο να εξέλθουν ίσως διά να φύγουν, ίσως και διά ν' +ανέλθουν επάνω εις την οικίαν. + +Ο Μούτρος ή Μούρτος, επάνω στο πάτωμα, ήτον πλήρης οργής, μεθύων +ακόμη, και αφρισμένος. Εφύσα από μανίαν και λύσσαν. Εκεί επάνω +ευρέθη μόνη η αδελφή του η Αμέρσα, παιδίσκη δεκαεπτά ετών τότε, +ήτις ετρόμαξεν άμα τον είδε ν' αναρριχάται εις την κλαβανήν με +τοιούτον αλλόκοτον τρόπον. Είχεν ακούσει κάτω τα βήματα και τας +βλασφημίας των δύο χωροφυλάκων. Έκυψεν εις μικράν σχισμάδα, μεταξύ +δύο σανίδων του κακώς ηρμοσμένου πατώματος, ή εις ένα ρόζον μιας +σανίδος, χάσκοντα, κενόν, και είδε κάτω τους δύο ανθρώπους της +εξουσίας, εις το φως το εισδύον διά της θύρας του κατωγείου την +οποίαν είχον ανοίξει εκείνοι. + + — Μωρή! σ' έφαγα . . . τώρα δα πιω το αίμα σου! έκραζεν ο Μούτρος, +μη έχων που αλλού να ξεθυμάνη, και απειλών άνευ αιτίας την αδελφήν +του. + + — Σιώπα! . . . σιώπα! εψιθύρισεν η Αμέρσα. Πω πω, θεέ μου! Δύο +«ταχτικοί»! κάτω στο κατώι . . . ψάχνουν . . . ψάχνουν . . . Τι +γυρεύουν; + +Έβλεπε τους δύο χωροφύλακας ν' αποκομίζουν τα μικρά, άξεστα όπλα, +τα έργα του αδελφού της, ως και τον τροχόν και τας ακόνας. Είτα +αίφνης τους είδε να κόπτουν προς την γωνίαν, όπου ίστατο ο +υφαντικός ιστός της μητρός της, και είδε τον ένα χωροφύλακα να +λαμβάνη εις τας χείρας του την σαΐτταν ή κερκίδα, ήτις θα του εφάνη +ίσως και αυτή ως όπλον — αφού μάλιστα καλείται και σαΐττα. Ο άλλος +εδοκίμασε ν' αποσπάση από τον εργαλειόν το αντίον, το μέγα +κυλινδροειδές ξύλον, περί το οποίον τυλίγεται το νεοΰφαντον πανίον· +ίσως δεν είχεν ιδεί παρόμοιον πράγμα εις την ζωήν του κ' εφαντάζετο +ότι και αυτό ίσως θα ήτο καλόν διά να χρησιμεύση ως όπλον. + +Η Αμέρσα, ιδούσα, αφήκε κραυγήν πεπνιγμένην. Ηθέλησε να φωνάξη ν' +αφήσουν το αντί και την σαγίττα, αλλ' ο ήχος εξέπνευσεν εις το +στόμα της. + + — Σκάσε, μωρή! έγρυξεν ο Μούρτος. Τι λογιάζεις; Τι γλέπεις και +γελάς; + +Ο Μούρτος, εν τη μέθη του, είχεν εκλάβει ως γέλωτα την άναρθρον +εκείνην κραυγήν της αδελφής του. + +Μετ' ολίγα λεπτά, οι δύο χωροφύλακες, αφού έρριψαν τελευταίαν +βλέμμα προς την κλαβανήν — την οποίαν είχον ιδεί να κλείεται +ακριβώς καθ' ην στιγμήν εισήρχοντο εις το ισόγειον — εξήλθον. Η +Αμέρσα ανεσηκώθη. Της εφάνη ότι ήκουσε τριγμόν εις το κάτω +σκαλοπάτι της εξωτερικής σκάλας, ήτις ήτο ξυλίνη, σκεπαστή υπό το +ευρύχωρον χαγιάτι, το υπόστεγον. Ετρεξε προς την θύραν. + +Εφαντάσθη ότι οι δύο «ταχτικοί», όπως τους ωνόμαζεν, ανέβαινον την +σκάλαν, και ίσως θα παρεβίαζον και την θύραν της οικίας. Έκυψεν εις +την κλειδότρυπαν, επροσποιήθη να ίδη κ' εννοήση τα συμβαίνοντα διά +της μικράς οπής, επειδή το μόνον παράθυρον της προσόψεως ήτο +κλεισμένον, και δεν είχεν άλλο μέσον διά να ίδη. + +Ο Μούρος βλέπων την Αμέρσαν να τρέχη προς την θύραν, εφαντάσθη, εν +τω παραλογισμώ της μέθης του, ότι η αδελφή του ήθελε ν' ανοίξη την +θύραν και τον παραδώση εις τους χωροφύλακας. Τότε τυφλός εκ μανίας, +έσυρεν όπισθεν, από τα νώτα της οσφύος του, τροχισμένην μάχαιραν, +την οποίαν είχε και ορμήσας εκτύπησε την αδελφήν του εις το πλευρόν +όπισθεν κατά την δεξιάν μασχάλην. + +Αισθανθείσα τον ψυχρόν σίδηρον, η Αμέρσα αφήκε σπαρακτικήν κραυγήν. + +Οι δύο χωροφύλακες δεν είχον ακόμη απομακρυνθή, αλλ' είχαν +κοντοσταθή έξω της θύρας του ισογείου, ως να εσυμβουλεύοντο τι να +κάμουν. Ήκουσαν την κραυγήν εκείνην του τρόμου, εκύτταξαν επάνω κ' +έτρεξαν. + +Τότε ανέβησαν μετά κρότου την σκάλαν κ' έφθασαν εις το χαγιάτι. +Έσεισαν βιαίως την θύραν. + + — Εν ονόματι του Νόμου! ανοίξατε! + +Την στιγμήν εκείνην ήλθεν εις τον ένα των χωροφυλάκων η υπόνοια ότι +ο ένοχος θα ηδύνατο ίσως να δραπετεύση διά της καταρρακτής και του +ισογείου. Στραφείς εις τον δεύτερον χωροφύλακα του λέγει· + + — Έχε τον νουν σου, συ! Μη μας το στρήψη από κάτ' απ' το καταχυτό, +απ' την καταρρήχωσι! . . . Κ' ύστερις πού να τον χαλεύουμε; + + — Τι κρένεις; είπεν ο δεύτερος, μη εννοήσας αμέσως. + + — Αυτό που σου κρένω! επέμενεν ο πρώτος . . . Κάμε κείνο που σε +χουιάζουνε! + +Ο δεύτερος χωροφύλαξ, καίτοι νωθρός ολίγον, έτρεξε κάτω όσον +ταχύτερα ημπόρεσε, διά να κλείση την θύραν του ισογείου, ή διά να +παραμονεύση. Αλλ' ήτον ήδη αργά. Ο Μούρος εν τω μεταξύ είχεν +ανοίξει την κλαβανήν, αποσύρας την μικράν κασσέλαν, την οποίαν είχε +βάλει επάνω της, και είχε πηδήσει κάτω. Ήτον υπέρ τα δύο μέτρα το +ύψος, αλλ' ο Μούρος ήτον ελαφρός, ευκίνητος, κάτω δε το έδαφος ήτο +στρωμένον με πελεκούδια και πριονίδια κ' έφθασε κάτω όρθιος και +αβλαβής. + +Τρέχων ως άνεμος, ανέτρεψε τον χωροφύλακα, όστις έπεσε βαρύς +έμπροσθεν της εξωτερικής σκάλας, κ' έφυγεν, ο Μούρτος, ως αστραπή. +Έτρεξεν επάνω εις τα Κοτρώνια, εις την κατοικίαν των γλαυκών. Ήτο +βραχώδης λόφος υψούμενος υπεράνω, εκ των νώτων της οικίας, όπου +ήξευρεν όλα τα «κατατόπια» ο Μούρτος. Ούτε κατώρθωσέ τις ποτέ +χωροφύλαξ ή άλλος να τον συλλάβη. + +Την ώραν που είχε πηδήσει ο Μούτρος από την καταρρακτήν, παραδόξως +είχεν ενθυμηθή — ίσως διότι είχε ξεμεθύσει ήδη από τα συμβάντα, ή +είχε «ξεμουστώσει», όπως θα έλεγεν ο ίδιος — είχεν ενθυμηθή, λέγω, +ότι, αφού εμαχαίρωσε την αδελφήν του η μάχαιρα του έπεσεν από την +χείρα, και έκειτο εις το πάτωμα. Τούτο συνέβη ίσως διότι, του είχον +έλθει τύψις και φόβος, την στιγμήν εκείνην — διά και επιπολής μόνον +είχε θίξει με την λεπίδα την σάρκα της αδελφής του. + +Καθώς του ήλθεν η ιδέα να φύγη κ' έτρεξε ν' ανοίξη την κλαβανήν, +επειδή ενόησε πλέον ότι οι χωροφύλακες ανέβαινον εις το πάτωμα, μη +έχων καιρόν να επανέλθη προς το μέρος της θύρας, διά να κύψη και +αναλάβη την μάχαιραν, έτοιμος να πηδήση κάτω, εφώναξε προς την +αδελφήν του· + + — Το «χαμπέρ», μωρή! . . . Κύτταξε να κρύψης κείνο το «χαμπέρι»! + +Την έκφρασιν ταύτην επροτίμησε, διά να μη ακούσουν οι χωροφύλακες +το ομοιοτέλευτον «μαχαίρι». Κατά την φοβεράν στιγμήν, πταίστης και +ένοχος, επεκαλείτο την φιλοστοργίαν της αδελφής του διά να τον +σώση, καθότι είχε πεποίθησιν εις αυτήν. Η μάχαιρα θα ήτο +αιματωμένη, και θα έβλεπον το αίμα οι διώκται. Και συνιστών την +απόκρυψιν του οργάνου, ήλπιζε την απόκρυψιν του εγκλήματος. + +Τω όντι η Αμέρσα, ενώ το αίμα έρρεεν ήδη εκ της πληγής της, +βλέπουσα ότι εξάπαντος θα παρεβιάζετο η θύρα, εκ παλαιάς λεπτής +σανίδος, μ' εσκωριασμένους σύρτας και μάνδαλα, σχεδόν λιποθυμούσα +ήδη, έκυψε και ανέλαβε την μάχαιραν. Είτα εσύρθη μέχρι της γωνίας +όπου ήτο μικρά τέμπλα, ήτοι σωρός εκ διπλωμένων σινδόνων, +προσκέφαλων και στρωμνών. + +Έκρυψε την αιματωμένην μάχαιραν κάτωθεν όλου αυτού του σωρού των +οθονίων, ετυλίχθη αυτή με παλαιόν, εμβαλωμένον, αλλά καθαρόν +πάπλωμα, κ' εκάθησεν απάνω εις τον χαμηλόν σωρόν, όστις εβυθίσθη +ακόμη χαμηλότερα. Έφερε την αριστεράν χείρα εις την μασχάλην της, +κ' επροσπάθει να σταματήση το αίμα. Παραδόξως δεν είχε δειλιάσει +όταν είχεν ιδεί το αίμα, αν και πρώτην φοράν της συνέβαινε το +πάθημα. Το όλον της εφαίνετο ως όνειρον. Μόνον έσφιγγε τους οδόντας +και ηπόρει πώς δεν ησθάνετο ακόμη πόνον. Αλλά μετ' ολίγα +δευτερόλεπτα, ησθάνθη οξείαν αλγηδόνα. + +Την ιδίαν στιγμήν, η θύρα εβυθίσθη προς τα έσω. Ο είς χωροφύλαξ +εισεπήδησε μετά κρότου εις το πάτωμα. + +Η Αμέρσα δεν ανεσήκωσε την κεφαλήν, έκυπτε και ήτο τυλιγμένη έως +την μύτην εις το πάπλωμα. + + — Πού είναι αυτός, ο σκιάς; έκραξεν απειλητικώς ο χωροφύλαξ. + +Η Αμέρσα δεν απήντησεν. + +Ο στρατιωτικός, όστις δεν είχεν αντιληφθή ούτε την φυγήν του +Μούρου, ούτε την ανατροπήν και πτώσιν του ιδίου συστρατιώτου του, +ίσως διότι η στιγμή εκείνη συνέπεσεν ακριβώς με την παραβίασιν της +θύρας, και ο είς κρότος έπνιγε και εβώβαινε τον άλλον, εξήτασεν +όλον τον πρόδομον όπου ευρίσκετο η Αμέρσα, είτα μετέβη δρομαίως εις +τον χειμερινόν θάλαμον, είτα εις τον θαλαμίσκον. Κανένα δεν εύρε. +Μόνον η κλαβανή ήτον ανοικτή. + +Μετά μίαν στιγμήν, ανήρχετο και ο δεύτερος ο μόσκηνός του. + + — Τώστριψε; + + — Τώδωκε απ' την καταρρήχωσι χάμω . . . + + — Και τον εχούιαξες; . . . Δεν τον επρόκαμες; + + — Έφαγα κατραπακιά! . . . Α! μα φευγάλα . . . Εφτά μίλια την ώρα! +. . . + + — Αχ! έκαμεν ο πρώτος χωροφύλαξ, κάμπτων τον λιχανόν της δεξιάς +χειρός, και φέρων αυτόν εις το στόμα, ως διά να τον δαγκάση, μετά +πείσματος βιαίου της κεφαλής. Μας πρέπει για να μας τα ξηλώσουνε. + +Ο δεύτερος χωροφύλαξ, θέλων να κάμη τον αυστηρόν, απέτεινε τον +λόγον προς την κόρην. + + — Για πού τώβαλε ο αδερφός σου, μωρή; της είπεν. + +Η Αμέρσα δεν απήντησε. Πλην μέσα της με ακουσίαν ειρωνείαν ίσως θα +εψιθύρισε με όλον τον δεινόν πόνον και την αγωνίαν ην ησθάνετο· +«Εσύ ξέρεις». + + — Τι κάθεσαι αυτού, κορίτσι μου; είπεν ημερώτερος ο πρώτος +χωροφύλαξ. Μη σ' εχτύπησε τίποτα; + +Η Αμέρσα ανένευσε. + + — Τ' είχε και σε χάλευε; . . . Γύρευε να σε μαχαιρώση; + + — Γιατί φώναξες! προσέθηκεν ο δεύτερος. + +Η Αμέρσα απήντησεν εις την ερώτησιν του πρώτου χωροφύλακος. + + — Όχι! + + — Αλήθεια, μη σ' εμαχαίρωσε; επέμενεν ο άνθρωπος. + +Η Αμέρσα, με φυσικήν επιφώνησιν, είπεν· + + — Ο αδελφός μου, θελά με μαχαιρώση! + + — Γιατί κάθεσ' αυτού, τι έχεις; Είσαι άρρωστη; + + — Έχω θέρμη! + +Η Αμέρσα δεν είχε συλλογισθή ότι το πάτωμα, ή και η ψάθα, θα είχαν +ίσως κηλιδωθή με αίμα. Ήδη είχε δύσει ο ήλιος, και ήτο αμφιλύκη +εντός της οικίας. Εκτός τούτου το μέρος όπου είχε πέσει η +αιματωμένη μάχαιρα, ευρίσκετο την στιγμήν ταύτην εις την σκιάν, +όπισθεν της μονοφύλλου θύρας, ανοικτής κατά τα δύο τρίτα, και +φθανούσης μέχρι του τοίχου, ώστε οι δύο άνδρες δεν είδον τας +κηλίδας τας ερυθράς. + + — Γιατί είχες βάλει μία φωνή; επέμενεν ο πρώτος χωροφύλαξ. + + — Είχα πόνον και ζάλη, είπεν η Αμέρσα. + +Και την ιδίαν στιγμήν, ως διά να επικυρωθή ο λόγος της, της ήλθε +πράγματι λιποθυμία. Έκαμε ωχ! σφίγγουσα τους οδόντας κ' έκυψε κάτω. +Οι δύο άνθρωποι της εξουσίας συγκινηθέντες, εκυττάχθησαν, και ο +πρώτος είπε· + + — Μα, πού είν' η μάνα της; + +Ως υπακούουσα εις την πρόσκλησιν ταύτην, έφθασε τρέχουσα η +Φραγκογιαννού. + + — Να εκείν' η γρηά, που την τράβηξ' απ' τα μαλλιά ο γυιός της, +μέσ' το σοκάκι! είπεν ο δεύτερος χωροφύλαξ. + +Είτα προσέθηκε· + + — Δε μ' κρένεις, γερόντισσα, πού είν' ο γυιόκας σου; + +Η Φραγκογιαννού δεν απήντησε κ' έτρεξε πλησίαν της Αμέρσας. Ήτο +επιτηδεία ιάτρισσα, και ήτο ικανή να περιποιηθή την κόρην της. + + +Όλα ταύτα ήρχοντο συχνά εις την μνήμην της Αμέρσας, κ' επανήλθον +ακόμη και κατά τας μακράς ώρας, της νυκτός, τας εσπερινάς και +ορθρίας, οπότε αύτη έχανε τον ύπνον της εις τον οικίσκον, πλησίον +της κοιμωμένης Κρινιώς, της μικράς αδελφής, ενώ η μήτηρ των απούσα +κατά τας αυτός ώρας ηγρύπνει επί νύκτας τώρα, εις τον θάλαμον της +λεχούς, εις την οικίαν της άλλης, της μεγάλης κόρης της, και όταν +επέστρεψεν εις τον οικίσκον μετά την νυκτερινήν έξοδον, την οποίαν +είχεν επιχειρήσει, ως «αλαφροΐσκιωτη» που ήτον, κατ' ακολουθίαν του +ονείρου εκείνου, είδεν εις το αμυδρόν φως της κανδήλας, της +καιούσης εμπρός εις την μικράν παλαιάν και μαυρισμένην εικόνα της +Παναγίας, είδεν ότι η μικρά αδελφή της, το Κρινιώ, εκοιμάτο ακόμη, +και δεν εφαίνετο να είχε σεισθή από την θέσιν της. Μόνον, άμα +εισήλθεν η Αμέρσα, η Κρινιώ, ως να ήκουσε τον μικρόν θρουν αμυδρώς +μέσα εις τον ύπνον της, εκινήθη ηρέμα, εστέναξε, κ' εγύρισεν από το +άλλο πλευρόν, χωρίς άλλως να εξυπνήση. + +Αλαφροΐσκιωτη! τω όντι. Η λέξις την οποίαν είχε προφέρει αρτίως η +μήτηρ της, της επανήλθε πράγματι εις τον νουν, την ώραν καθ' ην, με +το τρίτον λάλημα του πετεινού, επέστρεψεν εις την οικίαν, πλησίον +της κοιμωμένης μικράς αδελφής της. Αλλ' ήτο άρα αυτή πράγματι +«αλαφροΐσκιωτη;» Αυτή της οποίας τα όνειρα, αι πλάναι, και αι +παρακρούσεις πολλάκις συνέβη να σημαίνωσιν, ή να δηλώσι τι, ή ν' +αφίνωσι παράδοξον εντύπωσιν. Και αυτά τα ψεύματά της, όσα έλεγεν, +εγίνοντο ακούσιαι αλήθειαι δι' αυτήν. Όπως, φέρ' ειπείν, όταν, μετά +το μαχαίρωμα το οποίον είχεν υποστή από τον αδελφόν της, απαντώσα +εις τας εταστικάς ερωτήσεις του χωροφύλακος, έλεγεν: «Είχα πόνο και +ζάλη!». Και συγχρόνως άμα τω λόγω αυτώ, της ήρχετο αληθής +λιποθυμία, ωσεί ανωτέρα τις, δαιμονία θέλησις να ήθελε να καλύψη το +ψεύδος της. + +Η Αμέρσα, κατεκλίθη εκ νέου πλησίον της αδελφής της και δεν +εκοιμήθη. Αι αναμνήσεις εξηκολούθουν να της έρχωνται ραγδαίαι, +καίτοι ολιγώτερον τυραννικαί και μελανόπτεροι ή όσον εις την μητέρα +της. Και κατά τας μακράς εκείνος ώρας δεν έπαυσε ν' αναλογίζεται +καθ' εαυτήν την τύχην του αδελφού της, του Μούρου, όστις ευρίσκετο +τώρα εις το δεσμωτήριον της Χαλκίδος. + +Ε'. + +Άμα απήλθεν η Αμέρσα, η Φραγκογιαννού, ζαρωμένη πλησίον της γωνίας +μεταξύ της εστίας και του λίκνου, έχασεν εκ νέου τον ύπνον της, και +ήρχισε να συνεχίζη τους πικρούς και πόρρω πλανωμένους διαλογισμούς +της. Όταν λοιπόν εξενιτεύθησαν εις την Αμερικήν οι δύο μεγαλείτεροι +υιοί, και η Δελχαρώ εμεγάλωσεν, ανάγκη ήτο αυτή η μήτηρ να φροντίση +διά την αποκατάστασιν της κόρης, καθότι ο γέρων, ο «Λογαριασμός», +δεν διέπρεπεν επί δραστηριότητι. Λοιπόν ηξεύρει όλος ο κόσμος τι +σημαίνει μία μήτηρ να είναι συγχρόνως και πατήρ διά τας κόρας της, +και να μην είναι τουλάχιστον μήτε χήρα. Οφείλει η ίδια και να +υπανδρεύση και να προικίση και προξενήτρια και πανδρολόγισσα να +γίνη. Ως ανήρ οφείλει να δώση οικίαν, άμπελον, αγρόν, ελαιώνα, να +δανεισθή μετρητά, να τρέξη εις του συμβολαιογράφου, να υποθηκεύση. +Ως γυνή, πρέπει να κατασκευάση ή να προμηθευθή «προίκα», τουτέστι +παράφερνα, ήτοι σινδόνας, χιτώνια κεντητά, μεταξωτάς εσθήτας με +χρυσοΰφαντα ποδογύρια. Ως προξενήτρια πρέπει ν' ανιχνεύση γαμβρόν, +να τον κυνηγήση, να τον αλιεύση, να τον ζωγρήση. Και οποίον +γαμβρόν! + +Ένα ωσάν τον Κωνσταντήν, όστις ερρογχάλιζε τώρα, πέραν του +μεσοτοίχου, εις τον πλαγινόν θαλαμίσκον, άνθρωπον σπανόν, +«αΐσκιωτον», &άγαρμπον&. Και ο τοιούτος να έχη «καπρίτσια», +απαιτήσεις, πείσματα· σήμερον να ζητή τούτο και αύριον εκείνο· την +μίαν ημέραν να ζητή τόσα, την άλλην περισσότερα· και συχνά «να τον +βάζουν στα λόγια» άλλοι ιδιοτελείς ή φθονεροί, ν' ακούη εντεύθεν κ' +εκείθεν διαβολάς, ραδιουργίας, «μαναφούκια» και να μη θέλη «να +ταιριασθή». Και να εγκαθίσταται μετά τον αρραβώνα στης πενθεράς το +σπίτι, και να «σκαρώνη» έξαφνα «πρωιμάδι». Κι' όλον τον καιρόν +«κόττα-πήττα». + +Κι αυτόν τον γαμβρόν, με μυρίους κόπους, με ανεκδιήγητα βάσανα, +μόλις, μετά πολύν καιρόν, να τον πείθη τις να στεφανωθή επιτέλους. +Κ' η νύφη να καμαρώνη, φέρουσα στολισμόν πολυτελή, καρπόν πολλής +νηστείας και οικονομίας, κ' η νύφη να μην έχη πλέον μέσην, διά ν' +αναδεικνύεται το πάλαι λιγυρόν ανάστημά της. + +Και τρεις μήνας μετά τον γάμον να γεννά κόρην — μετά τρία ακόμη έτη +ένα υιόν — μετά δύο έτη πάλιν κόρην — αυτήν την νεογέννητον, χάριν +της οποίας ηγρύπνει τώρα τόσας νύκτας η γηραιά μάμμη. + +Και δι' όλ' αυτά τα θυγάτρια να μέλλη να υποφέρη η μήτηρ των τόσα — +κι' άλλα τόσα — κι' άλλα τόσα, από όσα έχει υποφέρει η μάννα της +δι' αυτήν. + +Έμεινεν η καϋμένη, η ανδροκόρη, η Αμέρσα, ανύπανδρη, (ας έχη την +ευχήν της). Είδε την γλύκα. Τω όντι φρόνιμη νέα. Τι θ' απήλαυεν από +τα βάσανα του κόσμου; Και ούτ' εζήλευε καν! Τι να ζηλέψη; Έβλεπε +την μεγάλην αδελφήν της και την ελυπείτο — την εκαίετο. + +Όσον διά την μικράν, την Κρινιώ, άμποτε κι' αυτήν ο Θεός να την +φωτίση! Όπως κι' αν έχη, η μάνα της δεν έχει σκοπόν — δεν βαστά +πλέον, δεν αντέχει — να υποφέρη διά να την υπανδρεύση και το +πολλοστημόριον όσων διά την μεγάλην αδελφήν της υπέφερεν. Αλλά σας +ερωτώ, έπρεπε πράγματι να γεννώνται τόσα κοράσια; Και αν γεννώνται, +αξίζει τον κόπον ν' ανατρέφονται; Δεν είναι, έλεγεν η +Φραγκογιαννού, «Δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος»; Καλλίτερα «να +μη σώνουν να πάνε παραπάνω». «Σα σ' ακούω, γειτόνισσα!» + +Μεγάλην και ιεράν ανακούφισιν ησθάνετο η πολυπαθής γυνή, όταν +συνέβαινε, μετά της μικράς πομπής του ιερέως, προπορευομένου του +Σταυρού, ν' ακολουθή βαστάζουσα εις τας χείρας της η ιδία, ως +φιλεύσπλαγχνος και συμπονετική οπού ήτον, το εν είδει λίκνου μικρόν +φέρετρον. Προέπεμπε το θυγάτριον μιας γειτόνισσας, ή μακρυνής +συγγενούς, μέχρι του τάφου. Δεν ημπορούσε να καταλαμβάνη τι +εμυρμύριζεν ο ιερεύς, μασσών τας λέξεις με τους οδόντας του. «Ουδέν +εστι πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστι μητρός αθλιώτερον . . . . +Πολλάκις γάρ του μνήματος έμπροσθεν τους μαστούς συγκροτούσι και +λέγουσιν· Ω υιέ μου και τέκνον γλυκύτατον, ουκ ακούεις μητρός σου +τι φθέγγεται; Ιδού και η γαστήρ η βαστάσασά σε. Ίνα τι ου λαλείς ως +ελάλεις ημίν. Αλληλούια!» Και πάλιν· «Ω τέκνον, τίς ποτε μη +θρηνήσει βλέπων σου το εμφανές, πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως +ρόδον τερπνόν!» + +Αλλά μεγάλως ευφραίνετο όταν η μικρά πομπή, μετά δέκα λεπτών της +ώρας δρόμον, έφθανεν εις τα «Μνημούρια». Ωραία έξοχη, παντοτινή +άνοιξις, θάλλουσα βλάστη, αγριολούλουδα, εμύριζε κήπος. Ιδού ο +περίβολος των νεκρών! Ω! ο Παράδεισος, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη, +ήνοιγε τας πύλας διά να δεχθή το μικρόν άκακον πλάσμα, το οποίον +ηυτύχησε να λυτρώση τους γονείς του από τόσα βάσανα. Χαρήτε, +αγγελούδια που πετάτε γύρω-τριγύρω με τα φτερά σας, τα +χρυσόλευκα, και σεις, ψυχαί των Αγίων, υποδεχθήτε το! + +Όταν επέστρεφεν εις την νεκρώσιμον οικίαν η γραία Χαδούλα, διά να +παρευρεθή την εσπέραν εις την παρηγοριάν, — παρηγορίαν καμμίαν δεν +εύρισκε να είπη, μόνον ήτο χαρωπή όλη κ' εμακάριζε το αθώον βρέφος +και τους γονείς του. Και η λύπη, ήτο χαρά, και η θανή ήτο ζωή, και +όλα ήσαν άλλα εξ άλλων. + +Α! ιδού . . . Κανέν πράγμα δεν είναι ακριβώς ό,τι φαίνεται, αλλά +παν άλλο — μάλλον το εναντίον. + +Αφού η λύπη είναι χαρά, και ο θάνατος είναι ζωή και ανάστασις, τότε +και η συμφορά ευτυχία είναι και η νόσος υγίεια. Άρα όλαι αι +μάστιγες εκείναι, αι κατά το φαινόμενον τόσον άσχημοι, όσαι +θερίζουν τα άωρα βρέφη, η ευλογιά κ' η οστρακιά κ' η διφθερίτις και +άλλαι νόσοι, δεν είναι μάλλον ευτυχήματα, δεν είναι θωπεύματα και +πλήγματα των πτερών των μικρών αγγέλων, οίτινες χαίρουν εις τους +ουρανούς όταν υποδέχονται τας ψυχάς των νηπίων; Και ημείς οι +άνθρωποι, εν τη τυφλώσει μας, νομίζομεν ταύτα ως δυστυχήματα, ως +πληγάς, ως κακόν πράγμα. + +Και χάνουν τον νουν των οι ταλαίπωροι γονείς, και πληρώνουν τόσον +ακριβά τους ημιαγύρτας ιατρούς και τα τριωβολιμαία φάρμακα, διά να +σώσουν το παιδί τους. Δεν υποπτεύονται ότι, όταν νομίζουν ότι +«σώζουν», τότε πράγματι «χάνουν» το τεκνίον. Και ο Χριστός είπεν, +όπως είχεν ακούσει η Φραγκογιαννού να της εξηγή ο πνευματικός της, +ότι όποιος αγαπά την ψυχήν του, θα την χάση, κι' όποιος μισεί την +ψυχήν του, εις ζωήν αιώνιον θα την φυλάξη. + +Δεν έπρεπε τω όντι, αν δεν ήσαν τυφλοί οι άνθρωποι, να βοηθούν την +μάστιγα, την διά πτερών Αγγέλων πλήττουσαν, αντί να ζητούν να την +εξορκίσουν; Αλλ' ιδού, τ' Αγγελούδια δεν μεροληπτούν ούτε +χαρίζονται, και παίρνουν αδιακρίτως εις τον Παράδεισον αγόρια και +κοράσια. Περισσότερα μάλιστα αγόρια — πόσα χαδευμένα και +μοναχογέννητα! — αποθνήσκουν άωρα. Τα κορίτσια είν' εφτάψυχα, +εφρόνει η γραία. Δυσκόλως αρρωστούν, και σπανίως αποθνήσκουν. Δεν +έπρεπεν ημείς ως καλοί χριστιανοί, να βοηθώμεν το έργον των +Αγγέλων; Ω, πόσα αγόρια, και αρχοντόπουλα μάλιστα, αρπάζονται άωρα. +Ακόμη και τ' αρχοντοκόριτσα ευκολώτερον αποθνήσκουν — αν και τόσον +σπάνια μεταξύ του φύλου — παρ' όσον τα απειράριθμα θηλυκά της +φτωχολογιάς. Τα κορίτσια της τάξεως ταύτης είναι τα μόνα εφτάψυχα! +Φαίνονται ως να πληθύνωνται επίτηδες, διά να κολάζουν τους γονείς +των, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη. Α! όσον το συλλογίζεται κανείς, +«ψηλώνει ο νους του!» + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Την στιγμήν εκείνην, άρχισε το θυγάτριον να βήχη και να +κλαυθμηρίζη. Η γραία, αφού είχε συλλογισθή όλα τ' ανωτέρω, όσον και +αν είχεν εξαφθή από τα κύματα των αναμνήσεων, ησθάνθη αίφνης ζάλην, +από τον σάλον οιονεί και την ναυτίαν της ζωής της, και άρχισε να +ναρκώνεται, κ' ενύσταζεν ακρατήτως. + +Το μικρόν κοράσιον έβηχε κ' έκλαιε κ' εθορύβει «ως να ήτον μεγάλος +άνθρωπος». Η μάμμη του εσκίρτησεν, εστράφη, κ' έχανε πάλιν τον +ύπνον της. + +Η λεχώνα εκοιμάτο βαθέως, και ούτε ήκουσε τον βήχα και τα κλαύματα. + +Η γραία ήνοιξε βλοσυρά όμματα, κ' έκαμε χειρονομίαν ανυπομονησίας +και απειλής. — Ε! θα σκάσης; είπε. + +Της Φραγκογιαννούς άρχισε πράγματι «να ψηλώνη ο νους της». Είχε +«παραλογίσει» επί τέλους, Επόμενον ήτο, διότι είχεν εξαρθή εις +ανώτερα ζητήματα. Έκλινεν επί του λίκνου. Έχωσε τους δύο μακρούς, +σκληρούς δακτύλους μέσα εις το στόμα του μικρού, διά να «το σκάση». + +Ήξευρεν ότι δεν ήτο τόσον σηνήθεια «να σκάζουν» τα πολύ μικρά +παιδιά. Αλλ' είχε «παραλογίσει» πλέον. Δεν ενόει καλά τι έκαμνε, +και δεν ωμολόγει εις εαυτήν τι ήθελε να κάμη. + +Και παρέτεινε το σκάσιμον επί μακρόν είτα εξάγουσα τους δακτύλους +της από το μικρόν στόμα του οποίου είχε κοπή η αναπνοή, έδραξεν +έξωθεν τον λαιμόν του βρέφους, και τον έσφιγξεν επ' ολίγα +δευτερόλεπτα. + +Αυτό ήτον όλον. + +Η Φραγκογιαννού δεν είχεν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην το όνειρον +της Αμέρσας, το οποίον αύτη ελθούσα προ μιας ώρας, μεταξύ του +δευτέρου και του τρίτου λαλήματος του πετεινού, είχε διηγηθή εις +την μητέρα της! + +Είχε «ψηλώσει» ο νους της! + +ΣΤ' + +Αφού η Αμέρσα είχε χάσει τον ύπνον της, μετά την επάνοδον εκ της +οικίας της λεχώνας και είχε πλαγιάσει πάλιν, χωρίς να κοιμηθή, εις +το πλάγι της μικράς αδελφής της, επί μακρόν εξηκολούθησε να +σκέπτεται και πάλιν τον αδελφόν της, τον δυστυχή και ένοχον +εκείνον. Έκτοτε μετά το πήδημα από της κλαβανής και την απόδρασίν +του, δεν τον είχεν ιδεί πλέον. Οι χωροφύλακες τον κατεζήτουν επί +ημέρας, αλλ ουδαμού τον εύρον. + +Ευθύς τότε μετά τας ερωτήσεις των χωροφυλάκων, εις τας οποίας +απήντησεν όπως απήντησεν η Αμέρσα, άμα έφθασεν η μήτηρ εις την +οικίαν, ηύρε την κόρην τυλιγμένην εις το πάπλωμα, κάτω νεύουσαν, +και πολύ χλωμήν εκ της λιποθυμίας την οποίαν είχε φέρει η ροή του +αίματος. + +Εις την ερώτησιν του ενός χωροφύλακας, εκείνου τον οποίον είχεν +ανατρέψει φεύγων ο Μούρος, «γερόντισσα πού είναι ο γυιόκας σου», +δεν είχεν απαντήσει η Φραγκογιαννού. Αλλ' ο άλλος, όστις εφαίνετο +ανθρωπινώτερος, με ήρεμον τόνον είπε· + + — Κύτταξε, κυρά, τι έχ' η κόρη σου. Μας λέει πως είναι άρρωστη. + + — Άρρωστη είναι! πώς να μην είναι! απήντησε μεθ' ετοιμότητας η +Φραγκογιαννού. Επήρε φρίξι απ' τα καμώματα εκείνου του προκομμένου +του γυιού μου. . . Κυττάξετε, παιδιά!. . . ανίσως τον πιάσετε, να μην +τον τυραγνήσετε πολύ . . . + + — Τον είδες πουθενά να τρέχη; Κατά πού έκαμε; + + — Τον είδ' απ' αλάργα! . . . Έκαμε κατά τα Πηγάδια, πέρα στ' +Αλώνια. + +Η Φραγκογιαννού εψεύδετο διπλά. Δεν είχεν ιδεί τον Μούρον, αλλ' ήτο +βεβαία ότι αυτός θα ετράπη κατά την διεύθυνσιν την αντίθετον ης +αυτή έλεγε, κατά τα Κοτρώνια, άνωθεν της οικίας, προς ανατολάς, +εκεί όπου ήτον μαθημένος απ' τα μικρά του χρόνια να κυνηγά της +κουκουβάγιες. + +Οι δύο άνδρες απήλθαν δρομαίοι. Ο είς φεύγων έρριψε τελευταίαν +φιλύποπτον βλέμμα οπίσω διά της ημιανοικτής θύρας. + +Η Χαδούλα έκλεισε την θύραν. Συγχρόνως δε ήνοιξε το παράθυρον. + + — Μ' εμαχαίρωσε, μάνα! εστέναξε μετά πόνων η Αμέρσα, αισθανθείσα +το ρεύμα του αέρος, το εισρεύσαν διά του ανοιχθέντος παραθύρου +πλησίον της, και συνελθούσα εκ της λιποθυμίας. Συγχρόνως δε +απέρριψε το πάπλωμα, κ' εφάνη αιματωμένη η φανέλα την οποίαν εφόρει +έξωθι του υποκαμίσου. + + — Ω! αχ! ο φονιάς!. . . ο Θεός κ' η γης να τον εύρη! κατηράσθη +ιδούσα το αίμα η μάνα της. + +Και άρχισε να ψαύη την κόρην, και να ζητή να σταματήση το αίμα, και +να επιδέση την πληγήν. Αφήρεσε την φανέλαν, εξέσυρε την χειρίδα του +υποκαμίσου, κ' εφάνη ο δεξιός βραχίων της Αμέρσας, ισχνός και +ύπωχρος αλλά καλοδεμένος και νευρώδης. + +Το τραύμα ήτο μάλλον επιπόλαιον, αλλ' ουχ ήττον το αίμα έρρεεν. Η +Χαδούλα μετεχειρίσθη ό,τι ίσχαιμον εγνώριζεν, ίσως τον «αιμοστάτην» +αν είχε, κ' επέδεσε την πληγήν, Μετ' ολίγον έπαυσε το αίμα. + +Η Αμέρσα είχεν αδυνατήσει οπωσούν, αλλά ήτο ισχυρά, θαρραλέα, και +δεν εφοβείτο. Πράγματι μετ' ολίγας ημέρας, χάρις εις τας φροντίδας +της μητρός της, επουλώθη το τραύμα. + +Η Φραγκογιαννού ποτέ δεν θα εκάλει τον ιατρόν. Δεν ήθελε να γνωσθή +ότι ο υιός της είχε μαχαιρώσει την αδελφήν του. Εις όλας τας +καλοθελητρίας, μεταξύ των γειτονισσών, όσαι την ηρώτων, πότε μετά +προσποιητής αγανακτήσεως, πότε μετά γέλωτος βεβιασμένου, διέψευσεν +ότι ο Μούρος είχε τραυματίσει την κόρην της. Ενδιεφέρετο προ πάντων +να μάθη αν ο Μητρός θα εγλύτωνεν από τας χείρας των χωροφυλάκων, +και ας επήγαινεν εις το έλεος του Θεού! + +Τω όντι μετ' ολίγας ημέρας εβεβαιώθη ότι ο υιός της εμβαρκάρησε +κρυφά την νύκτα, με έν πλοίον, ως ναύτης, κ' έφυγεν από την νήσον. +Ο γραμματεύς του Λιμεναρχείου ήτον βολικός και καλοπροαίρετος +άνθρωπος, και δεν εδίστασε να τον ναυτολογήση. Ήτο δε τότε ο Μούρος +σχεδόν εικοσαετής, η δε Αμέρσα ήτο μόλις δεκαεπτά ετών. + + +Παρήλθε χρόνος εωσότου η οικογένεια λάβη ειδήσεις περί του φυγάδος. +Τέλος μετά έτος και πλέον, ηκούσθη μία αόριστος φήμη, ότι ο Μώρος +διέπραξε φόνον εντός του πλοίου, με το οποίον αρμένιζε. Αι αδελφαί +του, όταν το ήκουσαν, εις τον κόσμον είπαν ότι δεν ηξεύρουν τίποτε, +και ολοψύχως ηύχοντο να ήτο ψευδής η φήμη. Αλλ' η μήτηρ ενδομύχως +επίστευεν εις το αληθές της ειδήσεως. + +Ολίγας ημέρας ύστερον, έλαβον επιστολήν φέρουσαν την ταχυδρομικήν +σφραγίδα Χαλκίδος. Ο Μώρος έγραφεν από των ειρκτών της πόλεως +εκείνης. Κατά σχήμα πρωθύστερον, εξετραγώδει εν πρώτοις τα βάσανά +του και τα πάθη του εις τα μπουδρούμια του Βενετικού φρουρίου. +Είτα, μετά συντριβής καρδίας, αλλά με διφορουμένας φράσεις και +οιονεί μεταξύ των γραμμών, εξωμολογείτο ότι ίσως να εφόνευσε +πράγματι τον άνθρωπον, τον γέρο-Πορταΐτην, τον λοστρόμον του +πλοίου, αλλά χωρίς καλά να το εννοήση, και χωρίς να θέλη. +(Πράγματι, δεν θα ήθελε να τον είχε φονεύσει). Ο εχθρός τον έβαλεν, +αυτός δεν έπταιε τίποτε, το φονικό έγεινε στον καυγάν επάνω. Αυτός +είχεν ευρεθή «εις βρασμόν ψυχής». Απεδείχθη μάλιστα ότι η μάχαιρα +ήτον «του παθών». Ίσως να είχεν αποσπάσει, αλλά δεν ενθυμείτο πώς, +την μάχαιραν από την μέσην του θύματος. Αυτός επίστευεν ότι του την +είχεν αρπάσει μάλλον από την χείρα. + +Είτα και πάλιν επανήρχετο εις τα βάσανά του, όσα υπέφερε δύο μήνας +τώρα, εις τας φυλακάς. Ακολούθως επεκαλείτο την φιλοστοργίαν της +μητρός του, και την εξώρκιζε «να σηκωθή, — το δίχως άλλο — να πάη +να βρη την Πορταΐτηνα», την χήραν του φονευθέντος, και την θυγατέρα +του, και να τας παρακάλεση μετά δακρύων, «να κάμη νόμο-τρόπο», να +τας καταφέρη όπως αι ίδιαι ζητήσουν την αθώωσιν του φονέως! + +«Να σηκωθής, μάνα, να μπαρκάρης, να πας πέρα, στην Πλατάνα, να την +περικαλέσης, την Πορταΐτηνα, ως καθώς και την κόρη της, την +Καρίκλεια, να της καταφέρης να ζητήσουν να βγω αθώος, κ' εγώ να +γείνω παιδί τους, να πάρω και την Καρίκλεια γυναίκα μου, χωρίς +προίκα, και να ζήσουμε καλά κι' αγαπημένα όλοι μας . . . Και να +ιδούν πώς εγώ θα την αγαπώ, την Καρίκλεια, και πώς θα την έχω την +πεθερά μου, να δουλεύω σα σκλάβος να της ζωοθρέφω, με πολλά καλά, +γιατί εγώ είμαι άξιος και μπορώ να βγάλω λεπτά . . . » Περαίνων ο +φονεύς, επανήρχετο εκ τρίτου εις τα βάσανά του, και υπέσχετο ότι, +άμα εξέλθη των φυλακών, θα φέρη πολλά ωραία πράγματα και στολίδια, +διά να προικίση τας δύο αδελφάς του, ακόμη και κούκλες και +παιγνίδια διά τα μικρά κοράσια της μεγάλης αδελφής του, της +Δελχαρώς. + +Λοιπόν δεν είναι παράδοξον αν η Φραγκογιαννού δεν εδίστασεν. +Εχρεώθη ολίγα χρήματα, δούσα ενέχυρον ό,τι ασημικόν είχε, κ' +εμβαρκάρησε, κ' επέρασε πέρα εις την αντικρυνήν νήσον, εις το +χωρίον Πλατάναν, κ' επήγε να εύρη την Πορταΐταιναν. Αλλά παράδοξον +είναι ότι, με την ευγλωττίαν της την περιπαθή, με την στωμυλίαν της +την γυναικείαν, με τα χίλια ψεύματα όσα ήξευρεν — ήτο δε τότε η +Φραγκογιαννού 55 ετών, αλλ' ακμαία γυνή και με ζωηρούς χαρακτήρας — +κατώρθωσε να πείση την γραίαν, την χήραν του φονευθέντος +(σημειώσατε ότι η μήτηρ και η κόρη έδωκαν και ξενίαν ακόμη εις την +μητέρα του φονέως) να την πείση, λέγω, καταβάλλουσα τα έξοδα του +ταξειδίου αυτή, ν' απέλθωσιν ομού εις την Χαλκίδα, με σκοπόν να +ενεργήσωσιν από κοινού πλησίον της Εισαγγελίας, του Δικαστηρίου και +των ενόρκων υπέρ της απαλλαγής ή της αθωώσεως του υποδίκου. Όσον +αφορά την κόρην, «τον Καρίκλειαν», αύτη εδήλωσεν ότι εκδίκησιν δεν +επιζητεί, επειδή «ο πατέρας της δεν έρχεται 'πίσω», μόνον ποτέ δεν +θα θέληση τον φονέα ως άνδρα της· προτιμά να μένη ανύπανδρη εις τον +αιώνα. + +Επήγαν ομού, αι δύο γραίαι, κ' έμειναν εις Χαλκίδα τρεις μήνας, +κατοικούσαι εις τρώγλην, εις ένα τουρκόσπιστον — κοντά εις τα +Εβραίικα, παρά την Άνω Πύλην του φρουρίου. Και καθημερινώς η +Χαδούλα επήγαινεν εις τας ειρκτάς, τας πρωινάς ώρας, κατά την +έξοδον των φυλακισμένων, συνοδευομένη συνήθως από την Πορταΐταιναν, +ήτις όμως εκάθητο αντικρύ της ειρκτής κ' επερίμενε, μη θέλουσα να +ίδη κατά πρόσωπον τον φονέα. Διερχόμενοι έξω από τον μέγαν και +άκομψον παλαιόν ναόν της Αγίας Παρασκευής, έκαμναν τον σταυρόν των, +και η μήτηρ έφερεν εις τον υπόδικον σιμίθια και σύκα και σαρδέλλες, +και καπνόν διά την πίπαν του. Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του +φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί, +προς παρηγορίαν του φυλακισμένου. + +Αλλά δις ή τρις της εβδομάδος διά της Άνω Πύλης του φρουρίου +εξήρχοντο κ' έβλεπαν κρεμάμενα εκεί, εις τον σκοτεινόν πυλώνα, την +κνήμην του «Έλληνος γίγαντος», και το «τσαρούχι του», τεραστίου +μεγέθους, επιφυλαττόμεναι, όταν θα επανέκαμπτον με το καλόν εις την +πατρίδα, να διηγώνται κ' αι δύο το πράγμα εις τα εγγόνια των. Είτα +διηυθύνοντο κατά την συνοικίαν Σουβάλαν, ή κατά τον Άγιον +Δημήτριον, κ' επεσκέπτοντο τον Εισαγγελέα, όστις διά του γραφέως +του τας απεδίωκε, και τους δικαστάς, οίτινες ενίοτε κατεδέχοντο να +γελώσι μαζύ των. + +Τέλος όταν ωρίσθη η δίκη, εζήτησαν να πλησιάσουν τους ενόρκους, +οίτινες είχον έλθει, άλλοι φουστανελλάδες, από τα ορεινά χωρία, +άλλοι βρακάδες, από τας νήσους και τα παραθαλάσσια. Η Φραγκογιαννού +υπέσχετο χιλίων λογιών δώρα εις όλους, και θα ήτον ικανή να τα +δώση, αν είχε μοσχάτα κρασιά, ωραία, λάδια «κεχριμπάρι», +αστακοουρές, παστά κεφαλόπουλα, αυγοτάραχα, ξεροχτάποδα, εκλεκτά +σύκα και παν ό,τι ηδύνατο να παράγη η νήσος της. + +Εις ένα των ενόρκων, άνθρωπον κίτρινον και βήχοντα, όστις εφαίνετο +να πάσχη, υπεσχέθη αυτή να τον ιατρεύση, μ' ένα μαντζούνι που +ήξευρεν. Όλ' αυτά δεν ίσχυσαν, και ο φονεύς κατεδικάσθη εις +εικοσαετή δεσμά. Εναυάγησαν όλα τα σχέδια, ως και αυτή η συμπεθεριά +μεταξύ της μητρός του φονέως και της χήρας του θύματος. + +Τώρα ανάγκη ήτο να επιστρέψωσιν εις την πατρίδα, αλλά τα ολίγα +χρήματά των είχον εξαντληθή, και όσα είχον κομίσει μεθ' εαυτών και +όσα είχε στείλει εν τω μεταξύ η Αμέρσα ξενοδουλεύουσα και υφαίνουσα +εις την πατρίδα. Αφού η Φραγκογιαννού μάτην παρεκάλεσεν όσα πλοία +έβλεπεν ετοιμαζόμενα να πλεύσωσι προς τον Μαλιακόν κόλπον ή προς +την Ιστιαίαν, να παραλάβωσι τουλάχιστον την Πορταΐταιναν, ως +γεροντοτέραν και ασθενεστέραν — αυτή διά τον εαυτόν της είχε το +σχέδιόν της — όταν είδεν ότι οι διάφοροι κυβερνήται απήτουν όχι +μόνον τον ναύλον, αλλά να έχη και τρόφιμα η επιβάτις, και αν την +άφηναν εις την Στυλίδα ή τους Ωρεούς, ας κάμη καλά να εύρη πλοίον +διά την πατρίδα της — εξεμυστηρεύθη το σχέδιόν της εις την +Πορταΐταιναν. + + — Εγώ, είπεν, είμαι ικανή να πάω στεριά, με τα ποδάρια μου, αποδώ +ως την Αγίαν Άννα — λένε πως είναι δύο μέρες δρόμος — κ' εκεί θα +βρούμε το ταχύπλο, το δικό μας που θα μας γνωρίση ο καπετάν +Πετσερέλος, ο ταχυδρόμος, και θα μας πάρη. Τα έξοδά μου στο δρόμο +θα τα οικονομήσω μαζεύοντας βότανα, χορτάρια, κι' αγριολάχανα, κι' +όποια χριστιανή βρω κ' έχη το παιδί της άρρωστο, ή τον άνδρα της, +θα της κάμω ψευτογιατρικά να βοηθήσω τον άνθρωπό της, να την +υποχρεώσω . . . Μπορείς εσύ; Βαστούν τα κότσια σου; + + — Τι θα κάμω; μπορώ, δεν μπορώ, απήντησεν η Πορταΐταινα. Καλλίτερα +να πάμε συντροφιά, όπως ήρθαμε. + +Κ' εξεκίνησαν. Η Χαδούλα έκαμεν όπως είπε, μόνον πως αργοπόρησαν +περισσότερον εις τον δρόμον, ένεκα της βραδυποδίας της +Πορταΐταινας. Κ' επέτυχε μάλιστα υπέρ τας ελπίδας της. Όταν μετά +μίαν εβδομάδα, έφθασεν εις την πατρίδα, είχε και περίσσευμα από την +επιχείρησιν. Έφερεν εις την οικίαν της, εξ όσων της έδιδον δι' +αμοιβήν των εκδουλεύσεών της, ένα σάκκον με σίτον, ως μίαν οκάν +τυρίου, δύο όρνιθας, ένα μάλλινο χράμι, το οποίον της εχάρισαν, και +ολίγας δραχμάς μετρητά. Εκ τούτων επλήρωσε γενναιοφρόνως και τον +ναύλον της Πορταΐταινας, διά να υπάγη κι' αυτή εις την εστίαν της. + +Όλα ταύτα τα ενθυμείτο καλώς η Αμέρσα, επειδή η μάνα της δεν είχε +παύσει να τα διηγήται έκτοτε. Τώρα είχον παρέλθει δώδεκα έτη, ο +αδελφός της, ευρίσκετο ακόμη εις τας φυλακάς, ο πατήρ της προ +πολλού είχεν αποθάνει, ο Στάθαρος κι' ο Γιαλής δεν επανήλθαν ποτέ +από την Αμερικήν, ο μικρός ο Γιωργάκης κ' εκείνος είχε πάρει μεγάλα +πέλαγα, η Κρινιώ κι' αυτή είχε μεγαλώσει, η Δελχαρώ είχε γεννήσει +και πάλιν κόρην, κι' αυτή, η Αμέρσα, είχε μείνει γεροντοκόρη. + +Ζ'. + +Άκρα σιγή και ησυχία επεκράτησεν εντός του σκοτεινού θαλάμου, μετά +τον τελευταίον βήχα και τον κλαυθμηρισμόν του θυγατρίου, τα οποία +τόσον αποτόμως διεκόπησαν. Η Φραγκογιαννού είχε κύψει το πρόσωπόν +της, και είχε στηρίξει με τας δύο χείρας το μέτωπον, και είχε +παύσει να σκέπτεται. Της εφαίνετο ότι δεν έζη πλέον. Ούτε η πνοή +της ηκούετο. Πας θόρυβος είχε παύσει. Ούτε φλοξ έβρεμεν εις την +εστίαν, ούτε βόμβος ηκούετο, και το ημίκαυστον φιτύλιον του λίχνου +έφεγγε θλιβερώς. Η μικρά κανδήλα προ πολλού είχε σβύσει εις το +εικονοστάσιον, και αι μορφαί των αγίων δεν εφαίνοντο πλέον. + +Αίφνης η λεχώνα εξύπνησε μετά τιναγμού, εν μέσω της άκρας ηρεμίας. + + — Τ' είναι, μάνα; είπε. + +Η μήτηρ της βλοσυρά, και ως εν φρεναπάτη την εκύτταξεν εις το φως +του λυχναρίου. + + — Τ' είναι! είπε, τίποτα. Ξύπνησες; + + — Μου φάνηκε πως κάτι είπες . . . πως μ' εφώναξες, μέσ' τον ύπνο +μου. + + — Εγώ; . . . όχι. Ταυτιά σου κάμανε. + + — Τι ώρα να είναι, μάνα; + + — Τι ώρα; ξέρω 'γώ; . . . Τόσες φορές λάλησε και ξαναλάλησε τ' +ορνίθι. + + — Και συ δεν εκοιμήθης, μάνα; + + — Εχόρτασα τον ύπνο καλά . . . Τρύπησε το πλευρό μου, είπεν η +Φραγκογιαννού, ήτις δεν είχε κλείσει όμμα. Όπου είναι θα φέξη. + +Η λεχώνα εχασμήθη, κ' έκαμε το σημείον ταυ σταυρού επί του +στόματος. Συγχρόνως δε ύψωσε το βλέμμα προς το μικρόν +εικονοστάσιον, το οποίον αντίκρυζεν. + + — Έχει σβύσει το κανδήλι, μάνα· δεν το άναβες; + + — Δεν το αγροίκησα, θυγατέρα, είπεν η γραία· εκοιμώμουν βαθειά. + + — Και το παιδί κοιμάται, βλέπω, ήσυχα. Πώς τώπαθε; + + — Ησύχασε κι' αυτό τώρα πλεια, είπεν η γραία. + + — Κ' εμένα μου πονεί το βυζί μου, είπεν η λεχώ· άρχισε να κατεβάζη +πολύ τώρα. Ήθελα να ήτον ξυπνητό να το βύζαινα. + + — Ε! τι να γείνη . . . Θα βρούμε κανένα παιδί, είπεν η γραία. + + — Τι λες, μάνα; + +Η γραία δεν απήντησεν. Ήθελε κάτι να είπη. Δεν ήξευρε τι να είπη. + + — Δεν κάνεις τον κόπο νανάψης το κανδήλι, μάνα; + + — Αν θέλης, σηκώσου συ κι' άναψέ το· δεν έχω χέρια . . . + + — Πώς! + + — Πιάστηκε πλειά το χεράκι μου. + + — Τι λες; 'Σε καλό σου, μάνα· εγώ, που δεν έχω πάρει ευχή, κάνει +ν' ανάψω το κανδήλι; + +Την στιγμήν εκείνην, καθώς είπε «πιάστηκε το χεράκι μου», επανήλθε +πρώτην φοράν εις τον νουν της γραίας το όνειρον της Αμέρσας. + +Δεν ηδυνήθη να κρατηθή, και έπνιξεν εις τα στήθη της βαθύν λυγμόν. + + — Τι έχεις, μάνα; + +Και η λεχώ επήδησε κάτω από την χαμηλήν κλίνην. + + — Δεν είναι καλά, το παιδί; + +Φωναί και σπαραγμός και κλαύματα ηκούσθησαν. Η μήτηρ εύρισκε το +θυγάτριόν της νεκρόν εντός του λίκνου. + +Από τον θόρυβον, εξύπνησεν εις το διπλανόν χώρισμα ο Κωνσταντής, +όστις είχε χορτάσει καλά τον ύπνον. + + — Τι είναι; έκραξε τρίβων τους οφθαλμούς. + +Εχασμήθη, ετανύσθη, ετινάχθη, κ' έτρεξεν εις την θύραν του θαλάμου. + + — Βρε! τι κάνετε σεις; . . . Θα σηκώσετε τον κόσμο στο ποδάρι . . +. Μήγαρις μας αφήνετε, μπάρεμ, να πάρουμ' ένα ύπνο απ' της φωνές +σας; + +Κανείς δεν απήντησεν εις τας διαμαρτυρίας του Κωνσταντή. + +Η σύζυγός του έκυπτε, πνίγουσα τους λυγμούς της, επί του λίκνου. Η +πενθερά του εκάθητο συνάπτουσα τας χείρας, αινιγματώδης, σφίγγουσα +τους οδόντας, με απλανές το βλέμμα. Μετά τον πρώτον ακούσιον λυγμόν +της, δεν είχεν εκβάλει πλέον άλλην φωνήν. + + — Τι! . . . πέθανε το παιδί; . . . Βρε! . . . έκαμεν ο Κωνσταντής, +μείνας με ανοικτόν το στόμα. + +Είτα προσέθηκε· + + — Για ταύτο έβλεπα κάτι ανάποδα όνειρα, ζάβαλε! . . . + +Η Δελχαρώ, ανακύψασα προς στιγμήν από του λίκνου, συνέχουσα τους +λυγμούς της, είπε· + + — Μάνα, δεν θα φέρης τα ρουχάκια του, να ταλλάξουμε; . . . Πού +είν' η Αμέρσα; + +Η Φραγκογιαννού δεν απήντησε. + + — Πού είναι η Αμέρσα, μάνα; επανέλαβε, ψαύσασα τον αγκώνα της +μητρός της η Δελχαρώ. + +Η Φραγκογιαννού ανετινάχθη ως να την έθιξεν άκανθα ή κέντρον +νάρκης. + + — Η Αμέρσα, πού είναι; στο σπίτι μας!. . απήντησε. + + — Δεν είχεν έρθει 'δω η Αμέρσα; Μου φάνηκε πως άκουσα τη φωνή της +μέσ' τον ύπνο μου, είπεν η λεχώνα. + + — Ας πάη να την φωνάξη, είπεν η γραία, νεύουσα με τον κανθόν του +όμματος προς τον γαμβρόν της. + + — Κωσταντή, πας να φωνάξης την Αμέρσα; είπεν η λεχώ προς τον +σύζυγόν της. + + — Πάω. Ακούς, λέει! . . . Ωχ! κρίμα, ζάβαλε! Καλά που το βαφτίσαμε +κι' όλας. + +Ο Νταντής έκυψεν εις το πάτωμα του μικρού προδόμου εις το σκότος, +ψηλαφών να εύρη τα παληοπάπουτσά του να τα φορέση. Έκαμνε μικρόν +θόρυβον, κρούων διαφορά ζεύγη παλαιών τσοκάρων προς άλληλα και επί +των σανίδων του πατώματος. + + — Πού είναι τα παληοκατσάρια μου; είπε. + +Τέλος εφόρεσεν έν ζεύγος πατημένον γυναικείων εμβάδων, τας οποίας +εύρε, και αίτινες εκάλυπτον μόνον τους δακτύλους των ποδών και +μέρος του ταρσού, αφήνουσαι έξω όλην την πτέρναν. Άλλον θόρυβον +έκαμε διά ν' ανοίξη την θύραν, μη ευρίσκων εις το σκότος τον σύρτην +ούτε το μάνδαλον. Αφού ήνοιξε την θύραν, επανήλθεν αίφνης οπίσω. + + — Ακούς, Δελχαρώ, είπε, της Αμέρσας μονάχα να πω να 'ρθή, ή να +'ρθή και το Κρινιώ μαζύ; Τι λες εσύ, πεθερά; + +Και η Φραγκογιαννού ανυπόμονος· + + — Πήγαινε τώρα, τι φέρνεις γύρο; είπε. Ας ερθή όποιος ερθή! + +Η Δελχαρώ εθρήνει ηρέμα κύπτουσα επί του λύκνου. Ο Νταντής πριν +εξέλθη, έρριψε βλέμμα εις το λίκνον και εις την σύζυγόν του. + + — Αχ! κρίμα, ζάβαλε! είπε . . . Κ' έβλεπα κάτι όνειρα! . . . βρε, +παιδιά! + +Κ' εξήλθε δρομαίος. + +Η'. + +Την εβδομάδα των Βαΐων, μίαν πρωίαν, απήλθεν η Φραγκογιαννού +ολομόναχη εις την εξοχήν, προς της Μαμούς το ρέμμα. Ήθελε να +επισκεφθή τον μικρόν ελαιώνα, τον οποίον ως «ψυχομοίρι» είχε λάβει +από μίαν εύπορον οπωσούν κουμπάραν της αποθανούσαν άκληρον, και εις +την οποίαν είχε προσφέρει εκδουλεύσεις. Το ήμισυ του ελαιώνος +τούτου είχε δώσει ως προίκα εις την Δελχαρώ, το άλλο ήμισυ κατείχεν +ακόμη η γραία. + +Ολίγαι εβδομάδες είχον παρέλθει από τα γεγονότα τα οποία +διηγήθημεν. Ουδείς δυσανάλογος θόρυβος είχε γείνει διά το μικρόν +θυγάτριον της Δελχαρώς της Τραχήλαινας, το οποίον έθαψαν την αυτήν +ημέραν. Η μήτηρ του βρέφους, αν και είδε μέλανα τινα σημεία περί +τον λαιμόν του μικρού παιδιού, δεν θα ετόλμα ποτέ να κάμη λόγον, +ούτε άλλος θα επίστευε το έγκλημα της μητρός της. Προφανώς το +παιδίον είχεν αποθάνει από τον κοκκίτην. + +Ο μόνος ιατρός, όστις υπήρχεν από χρόνων εις το χωρίον, ο +φιλάνθρωπος Βαυαρός Β. έτυχεν απών. Είχεν ακουσθή και πάλιν χολέρα +εις την Αίγυπτον, και το υπουργείον των Εσωτερικών συνείθιζε ν' +αποστέλλη κατ' εκλογήν τον ιατρόν τούτον εις την διεύθυνσιν του εν +Δήλω λοιμοκαθαρτηρίου. + +Αντ' αυτού η κυβέρνησις είχε στείλει προσωρινώς ως υγειονόμον +γηραιόν τινα ιατρόν, τον κ. Μ., όστις δεν είχε φθάσει ακόμη. Εν τω +μεταξύ υπήρχεν είς απόφοιτος της ιατρικής, διατρίβων εν τη νήσω. +Ούτος κληθείς υπό της δημοτικής αστυνομίας όπως βεβαιώση τον +θάνατον, εκύτταξεν επιπολαίως το πρόσωπον του νεκρού βρέφους, +παρεπονέθη διατί να μην τον φωνάξουν ενόσω τούτο έζη, κ' έδωκε το +«ενταφιαστήριον», γράψας «εκ σπασμώδους βηχός». + +Η γραία Χαδούλα από της ημέρας εκείνης έζησε ζωήν τύψεων, +ανησυχίας, και μ' εξωτερικόν σχήμα ως να είχε τέφραν επί της κόμης +της ψαράς, τόσον ελαφρώς κυπτήν και ακίνητον ετήρει την κεφαλήν +της, και ως να εφόρει την μακράν μαύρην μανδήλαν της ως σάκκον +μετανοίας. Όταν εμβήκεν η μεγάλη σαρακοστή, άρχισε να συχνάζη εις +την εκκλησίαν, έκαμνε πολλάς και βαθείας γονυκλισίας, εμελέτα να +εξομολογηθή, και ανέβαλλεν. Ενήστευεν άνευ ελαίου ξηροφαγούσα τας +πέντε ημέρας εκάστης εβδομάδος, και είχε βαστάξει «τρίμερο» την +πρώτην εβδομάδα και το μισοσαράκοστον. Εντρέπετο να βλέπη την κόρην +της, την Δελχαρώ, και απέφευγε ν' αντικρύση το βλέμμα της. + +Την ημέραν λοιπόν εκείνην, της εβδομάδος των Βαΐων, έφθασεν η +Φραγκογιαννού λίαν πρωί εις την κορυφήν του υψηλού πετρώδους λόφου, +του αντικρύζοντος εκ δυσμών την πολίχνην, και οπόθεν μελαγχολικό +πίπτει το βλέμμα επί του μικρού κοιμητηρίου, απλουμένου κάτω, επί +υψηλής θαλασσοπλήκτου λωρίδας γης, με τα λευκά μνήματα, και ευθύς +φεύγει ζητούν φαιδρότητα και ζωήν εις τα γαλανά κύματα, εις τον +ευρύν τριπλούν λιμένα, και εις τα χλοερά, χαρίεντα νησίδια, τα +φράττοντα τούτον εξ ανατολών και μεσημβρίας. Επάνω της κορυφής +εκείνης ίστατο ερημικόν, άποπτον, ως φανός την ημέραν λάμπων, το +εξωκλήσιον του Άγιου Αντωνίου. Η Φραγκογιαννού διήλθεν έξωθεν, +ποιούσα το σημείον του Σταυρού, κ' ενώ είχε σκοπόν να εισέλθη, την +τελευταίαν στιγμήν εδίστασε, κ' εξηκολούθησε τον δρόμον της. «Δεν +είμαι άξια, είπε μέσα της, να μπω 'ς ένα ξωκλήσι που τόσο συχνά +λειτουργιέται . . . Ας πάω καλλίτερα στον Άι-Γιάννη τον Κρυφό». + +Μετά τούτο έφθασεν εις τον ελαιώνα, επεθεώρησεν έν προς έν όλα τα +ελαιόδενδρα διά να ιδή αν ήσαν φουσκωμένα ήδη. Ήτο ήδη περί τα μέσα +Απριλίου, το δε Πάσχα ήρχετο όψιμον. Παρεκάλει μέσα της τον Χριστόν +«να δώση λαδάκι, για ν' αναπλέψ' η φτώχεια». Από δύο ετών, τω όντι, +δεν είχαν καρπίσει η εληές, είχε δε αναφανή και μία ύπουλος +ασθένεια, φθείρουσα τον καρπόν, και μαυρίζουσα τους κλώνας των +δένδρων. + +Αφού έμεινεν επ' ολίγον εις τον ελαιώνα, εσηκώθη, στρέφουσα +πολλάκις την κεφαλήν οπίσω, ως διά ν' αποχαιρετίση τα ελαιόδενδρα +και απεμακρύνθη. Έφθασε κάτω εις το ρεύμα και ήρχισε να το +ανέρχεται, καθώς πολλάκις συνείθιζε. Φέρουσα το καλάθιόν της υπό +τον αριστερόν αγκώνα, κρατούσα το μαχαιράκι της με την χείρα την +δεξιάν, έκυπτε παντού, εις όσα μέρη αυτή εγνώριζε, κ' έψαχνε να +εύρη καυκαλήθρες και ζοχάρια και μυρώνια, και άνηθον διά να γεμίση +το καλαθάκι της, να κάμη πήτταν, το Σάββατον του Λαζάρου, να φάγη +αυτή κ' αι θυγατέρες της, αλλά να προσφέρη κ' εις της γειτόνισσες, +από τας οποίας χάσιμον δεν είχεν. + +Εκτός των αγριολαχάνων τούτων, τα οποία όλαι εγνώριζον να +συλλέγουν, η Χαδούλα ήξευρεν άλλα βότανα, χρήσιμα ως φάρμακα διά +τους ασθενείς, το τρίμερο, και την δρακοντιά και την αγριοκρομμύδα, +ανάμεσα εις τας κομάρους και τας πτέριδας, και παρά τας ρίζας των +αγρίων δένδρων, και τους μήκητας και τας ακάνθας και τας κνίδας, +καθώς και το πολυτρίχι εις τους μικρούς καταρράκτας του ρεύματος — +το οποίον λέγουν ότι είναι φάρμακον διά τας λεχούς τας πυρεσσούσας. + +Αφού συνέλεξεν ικανά βότανα και εκ του είδους των ιαματικών τούτων, +τα οποία ετύλιξεν εις χωριστόν μανδήλι εντός του καλαθιού, και η +ώρα έκλινεν ήδη προς το δειλινόν, και ο ήλιος επλησίαζεν εις την +κορυφήν του βουνού, εντός του ρεύματος βαθεία ήτο η σκιά, και ο +θρους των βημάτων της αντήχει ως δούπος σκληρός εις το βάθος της +ψυχής της. + +Η γραία ανήρχετο ήδη υψηλότερα, προς την απότομον κορυφήν του +ρεύματος. Κάτω εχαράττετο βαθύ το ποτάμιον, τ' Αχειλά το ρέμμα, και +όλην την βαθείαν κοιλάδα μετά ηρέμου μορμυρισμού διέτρεχε το ρεύμα, +κατά το φαινόμενον ακινητούν, λιμνάζον, αλλά πράγματι αενάως +κινούμενον υπό τας μακράς βαθυκόμους πλατάνους· ανάμεσα εις βρύα +και θάμνους και πτέριδας, εφλοίσβιζε μυστικά, εφίλει τους κορμούς +των δένδρων, έρπον οφιοειδώς κατά μήκος της κοιλάδος, πρασινωπόν +από τας ανταυγείας τας χλοεράς, φιλούν και άμα δάκνον τους βράχους +και τας ρίζας, νάμα μορμύρον, αθόλωτον, βρίθον από μικρά +καβουράκια, τα οποία έτρεχον να κρυβώσιν εις το θόλωμα της άμμου, +άμα κανέν βοσκόπουλον, αφήνον τας ολίγας αμνάδας να βόσκουν εις την +δροσεράν χλόην, ήρχετο να κύψη εις το ρεύμα, και ανεσήκωνε πέτραν +τινά διά να τα κυνηγήση. Το λάλον, ασίγητον κελάδημα των κοσσύφων +αντήχει αρμονικόν εις το δάσος, το περιστέφον όλην την δυτικήν +κλιτύν, και ανέρπον εις την κορυφήν του Αναγύρου, έως την +Αετοφωλιάν επάνω — όπου ελέγετο ότι είς θαλασσαετός είχε κατοικήσει +επί τρεις γενεάς ανθρώπων εκεί, και τέλος εξέλιπε χωρίς ν' αφήση +αετόπουλα. Εις την ερημωθείσαν φωλεάν του ευρέθη ολόκληρον μουσείον +από τεράστια κόκκαλα θαλασσίων όφεων, φωκών, καρχαριών και άλλων +εναλίων θηρίων, τα οποία είχε ξεφαντώσει κατά καιρούς ο μέγας και +κραταιός όρνις των θαλασσών, με το γρυπόν ράμφος του το κυανωπόν, +και με το τεφρόν μεγαλοπρεπές πτέρωμα. + +Επάνω εις την κορυφήν του ρεύματος, εις ένα ζυγόν σχηματιζόμενον +μεταξύ δύο βουνών, ανάμεσα εις του Κονόμου τα ρόγγια και εις τον +Μικρόν Ανάγυρον, εκεί ευρίσκετο από παλαιόν καιρόν το αρχαίον, +έρημον μονύδριον, ο Άι-Γιάννης ο Κρυφός. Ήτο πράγματι κρυφός, +κείμενος όπισθεν του μικρού αυχένος, καλυπτόμενος από τα δύο βουνά, +και από πυκνήν λόχμην. Είτε εκ του βορείου μέρους ήρχετό τις, όπως +τώρα η Φραγκογιαννού από τ' Αχειλά το ρέμμα, είτε εκ του +μεσημβρινού, εκ της τοποθεσίας της καλουμένης του Κονόμου τα +ρόγγια, και αν εγγύτατα διήρχετο πλησίον του παλαιού σεβάσματος, +ήτο αδύνατον να υποπτεύση την ύπαρξίν του, αν δεν εγνώριζε καλώς τα +μέρη, όπως τα εγνώριζεν η Φραγκογιαννού. + +Ο περίβολος και τα ολίγα κελλία ήσαν ερείπιον από πολλού. Ο ναΐσκος +ωρθούτο ακόμη, αλλ' ήτον έρημος και αλειτούργητος. Το καθολικόν +εστεγάζετο ακόμη, αλλ' εις το άγιον βήμα η στέγη είχε καταρρεύσει +προς το βόρειον, αι δε πλάκες της σκεπής και τα συντρίμματα είχον +καλύψει το θυσιαστήριον· υπήρχε ξύλινον τέμπλον, πάλαι ποτέ γλυπτόν +και χρυσωμένον, εφθαρμένον και δυσγνώριστον, αλλ' αι εικόνες +έλειπον. Αι ολίγαι τοιχογραφίαι είχον φθαρή από την υγρασίαν, και +τα πρόσωπα των Αγίων δεν διεκρίνοντο πλέον. + +Μόνον δεξιόθεν του χορού υπήρχε μία τοιχογραφία παριστώσα τον Άγιον +Ιωάννην τον Πρόδρομον μαρτυρούντα τον Χριστόν. «Ίδε ο Αμνός του +Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Το πρόσωπον και η χειρ του +Βαπτιστού, τεινομένη και δεικνύουσα, διεκρίνοντο οπωσούν καλώς. Το +πρόσωπον του Σωτήρος λίαν αμυδρώς εφαίνετο επί του υγρού τοίχου. + +Τον Άι-Γιάννην τον Κρυφόν επεκαλούντο τον παλαιόν καιρόν όλοι όσοι +είχον «κρυφόν πόνον» ή κρυφήν αμαρτίαν. Η γραία Χαδούλα εγνώριζε +την δοξασίαν ή το έθιμον τούτο, και διά τούτο ενθυμήθη να έλθη +σήμερον εις τον παλαιόν, έρημον ναΐσκον, όπως προσφέρη τας ικεσίας +της. Προέκρινε τον ναόν τον αλειτούργητον, αφού και εις την +ενοριακήν εκκλησίαν, όπου εσύχναζεν όλην την σαρακοστήν, ετόλμα +μόνον να εισέρχεται μάλλον εις τον νάρθηκα, όπισθεν του ενός φύλλου +της γυναικείας πύλης, του κλεισμένου με τον σύρτην — ως να ησθάνετο +την ανάγκην να είν' ετοίμη προς φυγήν, άμα την εδίωκέ τις! Και δεν +εφοβείτο τόσον μη την διώξη ο Παπανικόλας, ο αυστηρός και ασκητικός +εφημέριος, ή ο κυρ Δημητρός ο επίτροπος, όστις πάντοτε εγόγγυζε και +ήτο τραχύς προς τας γραίας, αίτινες επέμενον μη θέλουσαι ν' +ανέρχονται εις τον γυναικωνίτην, και απήτουν να έχουν διαρκώς +μικρόν, περίφρακτον με σειράς στασιδίων διαμέρισμα εις την +βορειοδυτικήν γωνίαν του ναού· αλλ' εφοβείτο τον Αρχάγγελον, τον +αγριωπόν, όστις ήτο ζωγραφισμένος μεγαλωστί επί της βορείας πύλης +του ναού, με την ρομφαίαν του την φλογίνην εις την χείρα. + +Εισήλθεν εις τον έρημον ναΐσκον, άναψεν έν κηρίον, το οποίον είχεν +εις το καλάθι της μαζύ με ολίγα πυρεία, κ' έκαμε τρεις στρωτάς +γονυκλισίας εμπρός εις την τοιχογραφίαν την ημιφθαρμένην. Είτα, +ανακυκλούσα εις τον νουν την έμμονον ιδέαν, ήτις της είχε κολλήσει, +χωρίς να την εκφράζη μεγαλοφώνος, είπε με φωνήν, την οποίαν θα +ηδύνατο ν' ακούση τις, αν παρίστατο μάρτυς της σκηνής εκείνης: «Αν +έκαμα καλά, Άι-Γιάννη μου, να μου δώσης σημείο σήμερα. . να κάμω μία +καλή πράξι, ένα ψυχικό, για να γαληνιάσ' η ψυχή μου κ' η καρδούλα +μου! . . . » + +Θ'. + +Αφού είχε γεμίσει το καλάθι της, και ο ήλιος έκλινε πολύ χαμηλά, +καθώς εξήλθε του ερήμου ναΐσκου, η γραία Χαδούλα εκίνησε να +επιστρέψη εις την πολίχνην. Κατήλθε πάλιν το ρέμμα-ρέμμα εις τα +οπίσω εστράφη δεξιά, άρχισε ν' ανηφορίζη προς τον λόφον του Άγ. +Αντωνίου, οπόθεν είχεν έλθει. Μόνον πριν φθάση ακόμη εις την +κορυφήν του λόφου, εφ' ου ίσταται το παρεκκλήσιον, και οπόθεν +ανοίγεται μεγάλη θέα προς τον λιμένα και την πόλιν, είδεν εκεί +δεξιά της χαμηλά εις το βάθος μικράς κοιλάδος, ήτις καλείται της +Μάμους το ρέμμα, και τέμνει κατ' αμβλείαν γωνίαν την άλλην βαθείαν +κοιλάδα του Αχειλά, τον ευρύν και καλώς καλλιεργημένον κήπον του +Γιάννη του Περιβολά, και είπε μέσα της· + +«Ας πάω στον μπαχτσέ του Γιάννη, να του γυρέψω κανένα μάτσο +κρομμύδια, ή κανένα μαρούλι, να με φιλέψη . . . Τι θα χάσω;» + +Συγχρόνως, ανεπόλησε την στιγμήν εκείνην, ό,τι προ ημερών είχεν +ακούσει· ότι η γυναίκα του Γιάννη του Περιβολά ήτον άρρωστη. Ηγνόει +αν αύτη ευρίκετο τώρα εις την καλύβην την εντός του κήπου, παρά την +είσοδον, ή αν ενοσηλεύετο εις την πόλιν. Αλλ' επειδή ο κηπουρός ο +ίδιος θα ευρίσκετο εξ άπαντος εδώ, (συνεπέρανεν, επειδή έβλεπε +μακρόθεν ανοικτήν την θύραν του περιβόλου) εσυλλογίσθη να του +πουλήση δούλευσιν, με τα βότανα που είχε στο καλαθάκι της, +υποσχομένη αυτώ «μαντζούνια» προς ίασιν της γυναικός του. Είτα +ευθύς πάλιν είπε καθ' εαυτήν· + +«Τι δούλεψι να κάμη κανείς στη φτώχεια! . . . Η μεγαλείτερη +καλωσύνη που μπορούσε να τους κάμη θα ήτον να είχε κανείς +στερφοβότανο να τους δώση. (Θε μ', σχώρεσέ με!) Ας ήτον και +παλληκαροβότανο! επέφερε. Γιατί κάνει όλο κοριτσάκια, κι' αυτή η +φτωχιά! . . . Θαρρώ πως έχει πέντ' έξη ως τώρα. Δεν ξέρω αν της έχη +πεθάνει κανένα . . . απ' αυτά τα εφτάψυχα!» + +Είχεν ερευνήσει, τω όντι, επί χρόνους πολλούς, εις τα βουνά και τας +φάραγγας, όπως εύρη «παλληκαροβότανο» διά την κόρην της, αλλ' +εκείνο το οποίον της είχε δώσει δεν επέτυχεν εξ εναντίας, ενήργησε +μάλλον ως «κοριτσοβότανο». Και όμως εις αυτήν άλλοτε, όταν της το +έδωκεν η ανδραδέλφη της, είχε τελεσφορήσει, διότι έκαμε τέσσαρας +υιούς, και μόνον τρεις θυγατέρας. Όσον αφορά το «στερφοβότανο», ο +πνευματικός της είχεν ειπεί προ χρόνων ότι είναι μεγάλη αμαρτία. + +Πριν φθάση εις την θύραν του κήπου, καθώς κατήρχετο τον δρομίσκον +της κλιτύος, είδεν ότι ο Γιάννης ο Περιβολάς δεν ευρίσκετο εντός +του κήπου, αλλ' ήτο την στιγμήν εκείνην εις τον γειτονικόν αγρόν, +τον οποίον είχε φαίνεται ενοικιάσει ως κολλήγας από τον γείτονα. Ο +αγρός ήτο σπαρμένος κριθήν λίαν χλοάζουσαν και σπιθαμιαίαν ήδη, +εκείτο δε επί χαμηλοτέρου από τον κήπον επιπέδου, ως ύψος γόνατος. +Ο Γιάννης, σκυμμένος εις μίαν άκρην του αγρού, ως φαίνεται, +εβοτάνιζεν, ήτοι εξερρίζωνε τ' άσχημα χόρτα και τα ζιζάνια ανάμεσα +εις το σπαρτόν, ενόσω ήτο ακόμη ενωρίς, και ο ήλιος έδυεν ήδη. +Ευρίσκετο πέραν της άλλης άκρας του κήπου, και όταν η Γιαννού +επλησίασεν εις την θύραν του περιβόλου, δεν τον έβλεπε πλέον, +κρυπτόμενον όπισθεν του πυκνού φράκτου, εις ικανήν απόστασιν, ώστε +δεν ημπόρεσε να του φωνάξη μακρόθεν την καλησπέραν. Εκείνος κύπτων, +όλος έκδοτος εις την εργασίαν του, ούτε την είδεν. + +Η γραία Χαδούλα εισήλθε. Πλησίον της θύρας ήτον η καλύβη, ικανώς +λευκάζουσα, με εξωτερικόν όχι πολύ ακμαίον ούτε καθάριον. Εφαίνετο +ότι προ πολλού χρόνου δεν είχεν ασβεστωθή, κ' εμαρτύρει περί της +αρρωστίας της οικοκυράς. Αταξία εργαλείων, χόρτων και δεμάτων +υπήρχεν έμπροσθεν ταύτης. Η θύρα ήτο κλειστή. Τα δύο παράθυρα +κλειστά. Μόνον είς φεγγίτης με ύαλον υπήρχε προς τα άνω, αλλά διά +να φθάση ως εκεί επάνω η Φραγκογιαννού, διά να στηλώση το ανάστημά +της και ίδη αν ήτον άνθρωπος μέσα, έπρεπε ν' ανέλθη τας δύο ή τρεις +βαθμίδας, και να φθάση εις το μικρόν, άφρακτον σανίδωμα, το +καλούμενον «χαγιάτι». + +Ενώ εδίσταζεν, αν έπρεπεν ούτω να κάμη, ή μάλλον ν' ανέλθη απλώς +εις το χαγιάτι και να κρούση την θύραν, ήκουσε φωνάς μικρών +κορασιών. Ολίγον παρέκει ήτον το πηγάδι με τον μάγγανον, και δίπλα +η στέρνα, χαμηλή, βαθεία, με τας όχθας μόλις ανεχούσας υπεράνω της +επιφανείας της γης. Επάνω εις αυτήν την κτιστήν όχθην, παρά το +χείλος της στέρνας, εκάθηντο δύο μικρά κοράσια, το έν ως πέντε +ετών, το άλλο ως τριών ετών, και έπαιζαν με μίαν καλαμιάν και με +σπάγγον και έν καρφίον δεμένον εις την άκρην, ως να εψάρευαν τάχα +εντός της στέρνας. + + — Να! . . . μου έδωκε το σημείο ο Άι-Γιάννης, είπε μέσα της σχεδόν +ακουσίως η Φραγκογιαννού, άμα είδε τα δύο θυγάτρια . . . Τι +λευθεριά θα της έκαναν της φτωχιάς της Περιβολούς, αν ίσως έπεφταν +μέσ' στη στέρνα κ' εκολυμπούσαν! . . . Να ιδούμε, έχει νερό; + +Πλησιάσασα έκυψε, και είδεν ότι η στέρνα ήτο σχεδόν γεμάτη· ως δύο +τρίτα οργυιάς νερού. + + — Τι τ' αφήνει εδώ, 'κείνος ο πατέρας τους, μικρά κορίτσια, είπε +πάλιν η Φραγκογιανού. Τάχα δεν μπορούν να πέσουν και μοναχά τους +μέσα; . . . + +Έστρεψεν ανήσυχον βλέμμα προς την καλύβην. Αλλ' αυτή είχε την όψιν +ότι δεν υπήρχεν άνθρωπος μέσα. + +Εκύτταξε μετά περιεργείας τα δύο κοράσια. Το μεγαλείτερον τούτων +ωραίον, ξανθόν, αν και σχεδόν άνιπτον, έκαμνεν ωραίαν εντύπωσιν. Το +μικρότερον, χλωμόν, κακονδυμένον, εφαίνετο μάλλον να πάσχει από +«ζούραν», ήτοι παιδικόν μαρασμόν. + + — Κοριτσάκια, είπεν η Φραγκογιαννού, τι εκάνετ' εδώ;. . . Πού είν' η +μάνα σας; + +Το μεγαλείτερον κοράσιον απήντησε· + + — Πίτι. + + — Στο σπίτι, ηρμήνευσεν η γραία. Μα πού στο σπίτι; Εδώ ή στο +χωριό; + + — Ζεν είναι ζω, είπε πάλιν το μικρόν. + +Φαίνεται ότι εξετέλει εντολήν του πατρός της, μη θέλοντος να +ενοχλώσιν οι διαβάται την άρρωστην. Αύτη, άλλως, ευρίσκετο πράγματι +εντός της καλύβης, καίτοι τα παράθυρα ήσαν κλειστά, ίσως διά να μη +την βλάπτη ο εσπερινός αήρ του ρεύματος. Φαίνεται ότι ο σύζυγός της +προ ολίγου μόνον είχε κατέλθη εις τον γειτονικόν αγρόν, προς μικράν +συμπληρωτικήν εργασίαν, και είχεν οκνήσει ή νομίσει περιττόν να +κλείση και την θύραν του περιβόλου του λαχανοκήπου. + +Η γραία Χαδούλα, ηρώτησε πάλιν: + + — Κ' είναι στο χωριό η μάνα σας; Και σεις πώς είστε 'δω μοναχά +σας; + + — Είναι πατέλας ζω, είπεν η μικρά. + + — Πού; + + — Εκεί κάτω, έδειξεν η μικρά. + + — Και τι κάνει; + +Η παιδίσκη έσειε τους ώμους. Δεν ήξευρε τι να ειπή. Τέλος +επρόφερεν: + + — Έχει ζ' λειά· (έχει δουλειά). + + — Πώς σε λένε, κορίτσι μου; + + — Μένα; Μ' σούδα (Μυρσούδα). + + — Και την αδερφή σου; + + — Τούλα (Αρετούλα). + +Η Φραγκογιαννού εσκέφθη· «Θα φωνάξουν τάχα; . . . Θ' ακουστή; Πού +ν' ακουστή! . . . Πρέπει να κάμω γρήγορα, προσέθηκε μέσα της. Αυτός, +όπου είναι, τώρα σε 'λίγο, θάρθη 'δω, γιατί θα σουρουπώσει, και δε +θα βλέπη να κάνη δουλειά εκεί κάτω . . . Και πρέπει να φεύγω το +γληγορώτερο, χωρίς να με ιδή όπως δεν με είδε ως τώρα». + +Εδίστασε προς στιγμήν. Ησθάνθη μέσα της φοβεράν πάλην. + +Είτα είπε, σχεδόν μεγαλοφώνως· «Καρδιά! . . . αυτό είναι μια +απόφαση». + +Και δράξασα με τας δύο χείρας τα δύο κοράσια, τα ώθησε με μεγάλην +βίαν. + +Ηκούσθη μέγας πλαταγισμός. + +Τα δύο πλάσματα έπλεαν εις το νερόν της στέρνας. + +Η μεγαλειτέρα κορασίς έρρηξεν οξείαν κραυγήν, ήτις αντήχησεν εις +την μοναξίαν της εσπέρας. + + — Μα . . .! + +Εξ εμφύτου ορμής, η Φραγκογιαννού έστρεψε το πρόσωπον προς την +λευκήν καλύβην, όπου μέχρι τούδε είχεν εστραμμένα τα νώτα. + +Και συγχρόνως ητοιμάζετο να φύγη, και συνάμα έστρεφε τον κανθόν του +όμματος προς την στέρναν, διά να ιδή αν διήρκει η αγωνία. + +Ανέλαβε το καλάθι της, το οποίον είχεν αποθέσει κατά γης, και +απεμακρύνθη δύο βήματα. + +Τα δύο μικρά πλάσματα ήσπαιρον μέσα εις το νερόν. Η μικρά είχε +βυθισθή ήδη. Η μεγαλειτέρα επάλαιε. + +Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, η γραία ήκουσεν όπισθέν της κρότου θύρας +ανοιγομένης, και ασθενή φωνήν. + +Εστράφη. Η θύρα της καλύβης είχεν ανοιχθή. Η άρρωστη γυνή, η μήτηρ +των δύο κορασιών, ωχρά, και τυλιγμένη με μαλλίνην σινδόνα, ομοία με +φάντασμα, ίστατο εις το χάσμα της θύρας. + + — Τι είναι; είπε μετά τρόμου η πάσχουσα γυνή. + +Τότε η Φραγκογιαννού, με μεγάλην ετοιμότητα, καθώς ίστατο ορθία, +δύο βήματα προς την στέρναν, έρριψε το καλάθι της κάτω, το οποίον +είχεν αναλάβει αρτίως, και άρχισε να τρέχη, να πηδά. και να φωνάζη. + + — Τα κορίτσια! . . . Τα κορίτσια.! . . . πέσανε μέσα!. . , Κύτταξε! +. . . . Δεν έχετε το νου σας, χριστιανοί; . . . Πως κάμανε; . . . +Και ταφίνετε μοναχά τους, κοντά στην στέρνα, νερό γεμάτη! . . . +Καλά που βρέθηκα! . . . Να τώρα πέρασα κ' εγώ . . . . Ο θεός μ' +έστειλε! + +Κ' εν τω άμα κύψασα και αφαιρέσασα εν ακαρεί την φουστάνα της, +μείνασα με την λεγομένην «μαλλίναν», την εν είδει μεσοφορίου, +απορρίπτουσα τας πατημένας χονδράς εμβάδας, μείνασα με τας κάλτσας +τας τρυπημένας εις την πτέρναν, ερρίφθη βαρεία, μετά πάταγου μέσα +εις το νερόν της στέρνας. + +Η γυνή η άρρωστη είχεν αφήσει βραχνήν κραυγήν, κ' έτρεξε να κατέλθη +τα δύο ή τρία λίθινα σκαλοπάτια της εισόδου, παραπατούσα και μόλις +δυναμένη να βαδίζη εκ της αδυναμίας. Πριν αύτη φθάση πλησίον της +στέρνας, η Γιαννού είχε πιάσει το μικρότερον κοράσιον, το οποίον +της εφαίνετο μάλλον πνιγμένον ήδη, και το έσυρε βραδέως προς τα +έξω, με την κεφαλήν πάντοτε επίστομα εις το νερόν. Είτα σηκώσασα το +μικρόν σώμα, αφού απέθεσε τούτο επί της λιθίνης κρηπίδος, έκοψε κ' +έπιασε την άλλην κορασίδα, την μεγαλειτέραν. Την έδραξεν από το +κράσπεδον του φορέματός της, και από τον ένα πόδα, κ' ενώ ετράβα +προς τα άνω το σώμα, η κεφαλή έμενε κάτω, όσον το δυνατόν +μακροτέραν ώραν εντός του νερού. + +Τέλος η μήτηρ είχε φθάσει πλησίον της σκηνής και η Φραγκογιαννού +έσυρεν αποφασιστικώς το σώμα προς τα έξω. Απέθηκε τούτο πλησίον του +άλλου σώματος. + +Τα δύο μικρά πλάσματα εφαίνοντο αναίσθητα. + +Η Φραγκογιαννού μετά προσπαθείας, ψάξασα με τους πόδας εις το +νερόν, ανεύρεν επί της μεσημβρινής πλευράς το στόμιον της στέρνας, +το φραγμένον διά πλατείας σανίδος με υψηλήν ως κοντάριον λαβήν, και +πατήσασα τον ένα πόδα επί της εσοχής εκείνης του τοίχου ανήλθε μετά +κόπου εις την κρηπίδα όλη σταζουσα. + + — Είδες! Δεν το εσυλλογίστηκα! ανέκραξεν επιδεικτικώς η +Φραγκογιαννού. Τάχα δεν έπρεπε να τραβήξω τον κόπανο επάνω, να +ξεφράξω τη μπούκα, για ν' αδειάση μονομιάς η στέρνα, πριν πνίγουν +τα κοριτσάκια, τα καϋμένα! + +Ήτο αληθές άλλως, ότι δεν το είχε σκεφθή. Πλην υπάρχει υποκρισία +και εν τη ειλικρινεία. + +Η Φραγκογιαννού ετίναξε τα κράσπεδα των ενδυμάτων της, τα διάβροχα, +και ρίπτουσα βλέμμα επί τα δύο αναίσθητα σώματα, ήρχισεν εν βία και +σπουδή να λέγη· + + — Κρέμασμα ανάποδα θέλουνε . . . Χτύπημα με το καλάμι, για να +ξεράσουν μαθές! . . . Καλά που είναι γλυκό το νερό . . . Πού είναι ο +άντρας σου, Χριστιανή μου;. . . Έτσι τ' αφήνουν, μικρά κορίτσια +μοναχά τους, να παίζουν με το νερό της στέρνας; Καλά που ήρθα! Ο +Θεός μ' έστειλε . . . Από τον Ανάγυρο έρχομαι, απ' τον εληώνα . . . +Καλά που ήτον η πόρτα του μπαχτσέ ανοικτή! . . . + +Πούναι ο άνδρας σου; Πούν' τος; Ότι μπήκα απ' την πόρτα, ακούω +μπλουμ! Τρέχω. . .Τι να ιδώ! Δεν πρόφθασα . . . Ούτε ήξευρα πως είσ' +εδώ. Σε είχα στο χωριό πως βρίσκεσαι . . . Είχα μάθει πως ήσουν +άρρωστη . . . Την τρομάρα που πήρα! . . . Τώρα κρέμασμα ανάποδα και +γλήγορα . . . Δεν πιστεύω να είναι καλά πνιγμένα . . . Πούναι . . . +τος ο άντρας σου; Πούντος; + +Και δράξασα μετά βίας το έν σώμα το μικρότερον, περί του οποίου ήτο +σχεδόν βεβαία ότι ήτο νεκρόν ήδη, το μετέφερε πλησίον ενός δένδρου, +διά να το κρεμάση ανάποδα, ως έλεγε. + + — Πού είν' ένα σκοινάκι; . . . Να, βλέπω ένα σπάγγον με καλάμι! +Καλά, θα χρειαστή. + +Ένευεν ανυπομόνως εις την άρρωστην γυναίκα, να της φέρη πλησίον την +καλαμιά, με την οποίαν έπαιζαν προ μικρού αι δύο κορασίδες. + +Η γυνή, ζαλισμένη, παραλογισμένη, συμπλέκουσα τας χείρας εν απορία, +εν τρόμω, εν αγωνία, με ασθενή φωνήν είπε· + + — Μα πούναι ο πατέρας τους; + + — Εμένα 'ρωτάς; είπεν η Γιαννού. + + — Δεν φωνάζεις; . . . Δεν μπορώ να σκούξω, δεν έχω καρδίτσα, +χριστιανή μου . . . Ίσως να είναι αποκάτω, στο χωράφι. + +Η Φραγκογιαννού, αποθέσασα προς ώραν το μικρόν σώμα καταγής, είχε +τρέξει δύο βήματα, και λύσει την καλαμιάν με τον σπάγγον, κ' +επροσπάθει να τον λύση ή τον κόψη, όπως δέση δι' αυτού τους πόδας +της μικράς πνιγμένης εις τον κλώνα της κερασέας, και κρεμάση το +σώμα κατά κεφαλής. + +Συγχρόνως, απαντώσα εις την επίκλησιν της γυναικός, εφώναξε με +αγρίαν, αλλόκοτον φωνήν· + + — Γιάννη! . . . Γιάννη! . . . + +Η κραυγή αντήχησεν ανά την κοιλάδα. Αλλ' ο Γιάννης δεν εφαίνετο. Η +Γιαννού έδεσε τους πόδας της μικράς, κ' επροσπάθει να την κρεμάση, +συγχρόνως δε επανέλαβε την κραυγήν της· + + — Γιάννη!. . , Πού είσαι; . . . έλα! . . . Τα κορίτσια πέσανε μέσ' +την στέρνα! . . . + +«Καλλίτερα που αργεί», έλεγε μέσα της. + + — Δεν ακούει, θα 'πω αυτός ο χριστιανός; Τόσο ταμάχι, στη δουλειά! +Τώρα νύκτωσε πλειά . . . Γιάννη! Γιάννη! . . . + +Συγχρόνως συνησθάνθη ότι σχεδόν επροδίδετο, καθότι η γυνή ρητώς δεν +της είχεν ειπεί ότι ο Γιάννης ειργάζετο στο χωράφι, αλλά μόνον η +ιδία τον είχεν ιδεί, και αν της το είπε τις, η πνιγείσα παιδίσκη +της το είπεν. Όθεν επέφερε· + + — Μα πού είναι; . . . Στο χωράφι, είπες; Και τι κάνει;. . Ποιος να +τρέξη, χριστιανή μου, ως εκεί;. . . Συ είσαι άρρωστη γυναίκα . . . +Γιάννη! . . . Πού είσαι, Γιάννη; + +Τέλος ηκούσθη φωνή, πέραν του ακρινού φράκτου, από την εσχατιάν +ερχομένη. + + — Τι είναι; . . . Ποιος φωνάζει; + + — Τρέξε, Γιάννη! . . . Τα κορίτσια πνιγήκανε! έκραξε με μέγαν +κόπον η άρρωστη γυνή. + +Μετά έν λεπτόν έφθασε τρέχων ο Γιάννης. + +Η Φραγκογιαννού εν τω μεταξύ είχε κρεμάσει το μικρόν σώμα, είτα +εσήκωσε και το σώμα το άλλο, της μεγαλειτέρας παιδίσκης, και το +εψηλάφει με τας δύο χείρας, ζητούσα να βεβαιωθή αν ήτο νεκρόν ήδη. +Και συγχρόνως έρριπτε λοξόν, ύπουλον βλέμμα προς την δύστηνον +μητέρα, την ωχράν και ριγούσαν υπό την λευκήν, μαλλίνην σινδόνα +της, κ' έσεισε την κεφαλήν, ακουσίως οικτείρουσα την γυναίκα +εκείνην. + + +Όταν είδε μακρόθεν τον πατέρα, τον κηπουρόν, να τρέχη προς τα εδώ, +εγύρισε το σώμα με την κεφαλήν κάτω, και το εκράτει προσωρινώς ούτω +διστάζουσα και έντρομος. + + — Τι είναι; . . . Τι τρέχει; έκραξεν εν άκρα απορία ο Γιάννης. + + — Να! καλά που βρέθηκα! εφώναξε προς τούτον η Φραγκογιαννού . . . +Ηρχόμην από τον Ανάγυρο με το κοφίνι μου. Έλεγα να σου δώσω κανένα +βότανο, απ' αυτά που μάζωξα σήμερα στο ρέμμα για να κάμετε ματζούνι +για την γυναίκα σου! . . . επειδή είχα μάθει πως ήτον άρρωστη . . . +Καλά που βρέθηκε η πόρτα ανοιχτή! . . . Μπαίνω μέσα . . . Ακούω, +μπλουμ! την τρομάρα που πήρα! Τα δύο κορίτσια, καθώς έπαιζαν με την +καλαμιά έπεσαν στη στέρνα . . . Κατά πως φαίνεται, όσο μπόρεσα να +καταλάβω, είχαν πιάσει καυγά ποια να κρατή την καλαμιά, για να +βγάλη τάχα τα ψάρια . . . Η μικρή ήθελε ν' αρπάξη την καλαμιά απ' +τη μεγάλη . . . Σπρώχνοντας η μεγάλη τη μικρή, την έρριξε μέσ' το +νερό, και πιάνοντας η μικρή την μεγάλη, κατά πως φαίνεται, την +ετράβηξε μαζύ της μέσ' τη στέρνα. (Η Φραγκογιαννού είχε +αυτοσχεδιάσει την ερμηνείαν ταύτην εκ του προχείρου, και εξ +εμπνεύσεως). Αχ! την τρομάρα που πήρα! Ακούω ένα μπλουμ! Καλά που +βρέθηκα! Ο Θεός μ' έστειλε . . . Αμμή, έτσι αφήνουνε, χριστιανοί +μου, μικρά κορίτσια, να παίζουν μοναχά τους κοντά στη στέρνα, +γεμάτη νερό! . . . + +Ο Γιάννης, ιδών τα δύο αναίσθητα σώματα, εις τας ωχράς ακτίνας της +αμφιλύκης, τραβών τα μαλλιά του, δάκνων τους αρμούς των δακτύλων +του, απήντησε· + + — Ω! . . . τι αμαρτίες! . . . έχεις δίκηο, χριστιανή μου! Αχ! . . . +και τι ήτον αυτό! . . . Κ' εγώ ήμουν κάτω στο χωράφι, κ' έβγαζα +τα χορτάρια . . . και δεν μπορούσα να ησυχάσω, το έρμο! . . . Ένα +σαράκι μ' έτρωγε! . . . Και δεν εσυλλογίστηκα πως η στέρνα ήτον +γεμάτη. Κ' είχα ένα φόβο, μιαν υποψία . . . έλεγα ναφήσω το +βοτάνισμα, νάρθω, να τρέξω, στον μπαχτσέ 'πίσω . . . Κ' έλεγα, ο +εξαποδώ κάτι μου σκαρώνει, κάτι μου μαγειρεύει . . . Και δε μούκανε +καρδιά, ναφήσω τη δουλειά, το έρμο! Ωχ! δίκηο έχεις, ό,τι και να +πης, χριστιανή μου. Αχ! αχ! τι αμαρτίες! + +Και εν πολλή αγωνία, ο κηπουρός συνειργάσθη εις τα πρόχειρα +εναντίον του πνιγμού μέσα, τα οποία συνίστα η πολύπειρος +Φραγκογιαννού. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Η γραία Χαδούλα εξ ανάγκης έμεινε καθ' όλην εκείνην την νύκτα εις +την καλύβην, όπου εδοκίμασεν όλα τα σπάνια και απερίγραπτα +συναισθήματα της φόνισσας ματαβαλλομένης αίφνης εις ιάτρισσαν των +ιδίων θυμάτων της. Με όλα τα κρεμάσματα. και τας εντριβάς, τα οποία +εφήρμοσεν αύτη, τα δύο κοράσια απέθαναν. Το πρωί έτρεξεν ο Γιάννης +εις την πολίχνην διά να δώση είδησιν εις τας αρχάς, ενώ η +Φραγκογιαννού μείνασα οπίσω εσυντρόφευε την άρρωστην μητέρα, +κλαίουσαν και οδυρομένην, εξασκούσα και το έργον της παρηγορητρίας, +σιμά εις το επάγγελμα της ιάτρισσας. + +Ο ειρηνοδίκης και ο «εκπληρών τ' αστυνομικά» πάρεδρος ήλθον επί +τόπου. Η Φραγκογιαννού ανακρινομένη διηγήθη την χθεσινήν εκδρομήν +της, και την τυχαίαν διέλευσίν της από τον λαχανόκηπον. Είτα +επανέλαβε σχεδόν κατά λέξιν όσα είχεν ειπεί εις τον πατέρα των δύο +κορασιών. «Η μικρότερη ήθελε ν' αρπάζη την καλαμιά απ' την +μεγαλείτερη. Σπρώχνοντας η μεγάλη την μικρή την έρριξε μέσα στο +νερό, και πιάνοντας η μικρή την μεγάλη, κατά πως φαίνεται, την +ετράβηξε μαζύ της μέσ' τη στέρνα». Ταύτα εξέφερε μάλλον ως +συμπερασμούς η ανακρινομένη· διότι μόλις επάτησε το κατώφλιον της +θύρας, έλεγε, κι' άκουσε ένα &μπλουμ&! και δεν επρόφθασε να +προλάβη την καταστροφήν, μόνον επήρε «μεγάλη τρομάρα». + +Ο παρεπίδημων ιατρός, κ. Μ., ήλθεν, είδε τα πτώματα και συνέταξε +την έκθεσίν του· απεφάνθη ότι τα δύο κοράσια επνίγησαν εκ πτώσεως +εις το ύδωρ. + +Ουδεμία υποψία υπήρχε κατά της Φραγκογιαννούς. Τα δύο μικρά +πλάσματα, τα εδιάβασεν είς ιερεύς ελθών, εις τον ναΐσκον του Αγ. +Αντωνίου, και τα έθαψαν εκεί έξω, μεταξύ σχοίνων και θάμνων, +πλησίον εις την βορείαν πλευράν του ναΐσκου. + +Ι'. + +Παρήλθον αι εορταί του Πάσχα. Την εβδομάδα του Θωμά, η γραία +Χαδούλα, βοηθουμένη από την μικράν κόρην της, την Κρινιώ, έπλυνεν +εντός της ευρείας αυλής του κυρ Αλεξάνδρου του Ροσμαή, γέροντος +προκρίτου, όστις ήτο σύντεκνός της, και της είχε βαπτίσει σχεδόν +όλα τα τέκνα. Εις το υπόστεγον μέρος της αυλής το καλούμενον +Λαδαρειό, δίπλα εις την πελωρίαν ξυλίνην καρούταν, ομοιάζουσαν πολύ +με την Κιβωτόν του Νώε, όπως την ζωγραφίζουν, πλησίον εις το φρέαρ, +και όπου η αναθάλλουσα τεραστία μορέα εξέτεινε τους μεγάλους +καταπρασίνους κλώνους της, ως χιαστήν ευλογίαν διδομένην +σταυροειδώς εις αξίους και αναξίους, ο μικρός κήπος φραγμένος με +δρύφακτα εξεδίπλωνε πολύχρωμα μεθυστικά άνθη εις δρόσον γλυκασμού +και τρυφήν ομμάτων δι' όλα του Θεού τα πλάσματα· δίπλα εις την +μικράν κάμινον με την κτιστήν στέρναν των στεμφύλων, είχεν η +Φραγκογιαννού την μεγάλην, βαθείαν σκάφην της, παραπλεύρως ταύτης +άλλην σκάφην η Κρινιώ, και ακούραστοι αι δύο από δύο ημερών +έπλυνον, εμπουγάδιαζαν, εξέβγαιναν, άπλωναν, εστέγνωναν, εμάζευαν, +και ακόμα δεν είχον τελειώσει την καλήν των εργασίαν. + +Την δευτέραν ημέραν η Φραγκογιαννού είχεν ενοχληθή μεγάλως από τα +τρεξίματα, τους θορύβους και τα καμώματα ενός σμήνους μικρών +παιδιών και κορασίων, τα οποία εισήλαυνον εντός της αυλής κ' +εθορύβουν. Σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς, δέκα ή δεκαπέντε τον +αριθμόν, εισέβαλλον εις την αυλήν, έτρεχαν εδώ-εκεί, +εχοροπηδούσαν, εκυνηγούντο γύρω-γύρω εις την καρούταν, έπαιζον το +κρυφτάκι, έσκυπταν εις το φρέαρ. Νάρκισοι διά να ιδούν την σκιάν +των εις το ύδωρ, με κίνδυνον να πέσουν μέσα, εξέβαλλον μεγάλας, +ανάρθρους φωνάς, ως Ηχοί, θυγάτρια κρυπτόμενα όπισθεν της καρούτας, +εις τα σκοτεινά στενώματα, όπου τα έθελγεν ο παιγνιώδης φόβος — και +όλα ταύτα με μεγάλην παιδικήν αδιακρισίαν και φορτικότητα μη +αφίνοντα την φίλεργον γραίαν και την κόρην της να κάμουν ήσυχαι την +εργασίαν των. + +Δύο πύλας είχεν η ευρεία αυλή, την μεγάλην και την μικράν. Και τας +δύο τας είχε κλείσει επανειλημμένως η Γιαννού με τον μοχλόν, ή με +τον μάνδαλον, ελπίζουσα να εύρη ησυχίαν· κ' αι δύο ευρίσκοντο μετ' +ολίγον ανοικταί εκάστοτε· τούτο διότι και οι ένοικοι ελάμβαναν +συχνά ανάγκην να εισέλθουν ή να εξέλθουν, και άλλοι εκτός των +παιδίων έξωθεν ήρχοντο, συγγενείς ή φίλοι της οικίας. Έκαμε +παραστάσεις εις την σεβασμίαν γερόντισσαν, την οικοκυράν, ήτις +επανειλημμένως εμάλωσε τα παιδία, όλως αλυσιτελώς. Παρεπονέθη εις +δύο γειτόνισσες, μητέρας τινών εκ των θορυβούντων παιδιών. Αύται +της απήντησαν ότι να «κυττάζη τη δουλειά της, και να μην κάμη +κουμάντο 'σε ξένο βιο». + +Κοντά το μεσημέρη, η Γιαννού έστειλε την Κρινιώ στο σπίτι, διά να +φέρη ψωμί και φάβα, την οποίαν είχεν ειπεί ότι θα έβραζεν η Αμέρσα +— ήτις είχε πάντοτε τον αργαλειόν της εις το σπίτι, και δεν +συνείθιζε να λαμβάνη μέρος εις την πλύσιν και άλλας εξωτερικάς +εργασίας — διά να γευματίσουν. + +Η Φραγκογιαννού έμεινε προς ώραν μόνη, εξακολουθούσα να πλύνη. Την +ώραν εκείνην υπήρχον εντός της αυλής μόνον δύο ή τρία κοράσια, τα +οποία δεν εθορύβουν κι' αυτά ολιγώτερον από τα παιδία. Αφότου +μάλιστα είχεν ιδρυθή εις το χωρίον σχολείον των θηλέων, τα κοράσια +είχον μεγάλως ξυπνήσει. Η κυρά δασκάλα πολλά γράμματα δεν τα +εδίδασκεν, ακόμη ολιγώτερα χειροτεχνήματα, αλλά μόνον τα εμάνθανε +«να λάβουν θάρρος» και να μην κάνουν «σαν σκιασμένα» και σαν +«βουνίσια», και εκήρυττεν ότι ήτο καιρός πλέον να «χειραφετηθώσιν». + +Η Φραγκογιαννού τα εμάλωσεν επανειλημμένως, αλλ' αυτά δεν άκουαν. +Το έν μάλιστα θυγάτριον, μόλις επτά ετών, της γειτόνισσας της +Προπαντίνας, η Ξενούλα, άρχισε να περιγελά την γραίαν με μιμικάς +κινήσεις των χειρών και του στόματος. + +Στιγμήν τινα, τα δύο άλλα κοράσια έτρεξαν έξω της αυλής, η δε +Ξενούλα, μείνασα, έκυπτεν εις το φρέαρ, κ' εζητούσε, με μίαν +βέργαν, να φθάση και ταράξη το νερόν. Έκυπτεν επιμόνως αλλ' η βέργα +ήτο πολύ κοντή και δεν έφθανε. + + — Ε Θεέ μου, και νάπεφτες μέσα, Ξενούλα! είπε με αλλόκοτον γέλωτα +η Φραγκογιαννού. Τι λευθεριά θάκανες της μάνας σου! + + — Ε! Σε μου, τσαι νάμπεμπες μπέσα! εμιμήθη παρωδούσα την φωνήν η +Ξενούλα! Τσι λελυγιά τσάκαλες τσης μπάμιας σου! + +Είχεν ανασηκωθή ολίγον, και πάλιν έκυψε βαθύτερον ή πριν. + +Το στόμιον του πηγαδιού τετράγωνον ήτο φραγμένον με σανίδας ανίσου +πλάτους ώστε αι πλευραί δεν είχον το αυτό ύψος. Η μικρά σανίς, εφ' +ης έκυπτεν η Ξενούλα, ήτο χαμηλοτέρα των άλλων τριών, φθαρμένη, +ολισθηρά, φαγωμένη από την προστριβήν του σχοινιού του κουβά, δι' +ου ήντλουν ύδωρ, με σκουργιασμένα καρφία, σαπρά και κινουμένη. +Καθώς έσκυψεν η παιδίσκη, εστηρίχθη όλη, με το βάρος του σώματος +επί της αριστεράς χειρός, επάνω εις αυτήν την σανίδα, εγλίστρησεν, +η σανίς ενέδωκεν, εξεκόλλησεν από την μίαν άκραν, και η Ξενούλα +έπεσε κατακέφαλα μέσα εις το χάσκον στόμα του φρέατος. Ηκούσθη +πνιγμένη κραυγή, κτύπος, και είτα μέγας πλαταγισμός εις το ύδωρ. + +Η επιφάνεια του νερού ήτο μίαν και ημίσειαν οργυιάν κάτω του +στομίου, το δε βάθος του νερού πρέπει να ήτο μιας οργυιάς. + +Εξ εμφύτου ορμής, η Φραγκογιαννού ηθέλησε να φωνάξη και να τρέξη +εις βοήθειαν. Αλλά την μεν κραυγήν της, η ιδία έπνιξεν εις τον +λάρυγγα, πριν την εκβάλη, αι δε κινήσεις παρέλυσαν και το σώμα της +επάγωσεν. Αλλόκοτος στοχασμός της επήλθεν εις τον νουν. Ιδού ότι +μόλις σχεδόν ως αστεϊσμόν είχεν εκφέρει την ευχήν, να έπιπτεν η +παιδίσκη μέσα στο πηγάδι, και ιδού έγεινεν! Άρα ο Θεός (ετόλμα να +το σκεφθή;) εισήκουσε την ευχήν της, και δεν ήτο ανάγκη να επιβάλη +πλέον χείρας, αλλά μόνον ήρκει να ηύχετο και η ευχή της εισηκούετο. + +Μετά μίαν στιγμήν, έλαβεν απόφασιν να έλθη μέχρι του στομίου του +φρέατος, να κύψη και να ιδή εις το βάθος. Είδε την αγωνίαν της +μικράς κόρης, ασπαιρούσης μέσα εις το νερόν, είπε καθ' εαυτήν ότι, +και αν ήθελε, δεν θα ηδύνατο να την σώση. Αλλά βεβαίως, αν επνίγετο +. . . αυτήν θα κατηγόρουν! Να κράξη τώρα βοήθειαν, ήτο αργά. Αργά +ίσως θα ήτο διά να σωθή η μικρά, αλλά πιθανώς δεν θα ήτο αργά διά +να δείξη αυτή την αθωότητά της. Και όμως δεν απεφάσισε να κράξη. +Καλλίτερον θα ήτο, αν αμέσως το είχε κάμη. Αλλ' οποία κακή τύχη! +Πώς την επαίδευεν η αμαρτία! Αν ήτον τώρα η Κρινιώ εδώ, πόσον +ευκταίον θα ήτο! Εκείνη βεβαίως θα ήτον ικανή να κατέλθη ξυπόλητη +εις το νερόν — διότι το πηγάδι, όπως συνήθως συμβαίνει, είχε +πατήματα εις τους εσωτερικούς τοίχους, εσοχάς εντός του κτιρίου των +λίθων, αν και ίσως πολύ επικινδύνους και ολισθηράς — και πιθανόν +ήτο να κατώρθωνεν η Κρινιώ να σώση την μικράν κορασίδα. Τώρα όμως +ήτο απελπισία και θάνατος! + +Εις αυτάς τας στιγμάς, η Φραγκογιαννού είχε λησμονήσει την πρώτην +ιδέαν της — ότι ο Θεός ηθέλησε να εισακουσθή η ευχή της και να +πνιγή η παιδίσκη. Είτα ευθύς πάλιν ο λογισμός ούτος της επανήλθεν +εις τον νουν — και ακουσίως εγέλασε πικρόν γέλωτα. + +Εν ριπή οφθαλμού απεφάσισε τι έπρεπε να κάμη. + +«Ας πάω στο σπίτι, είπε μέσα της. Θα προφασισθώ, επειδή το Κρινιώ +αργεί να έλθη — ίσως να μην είν' έτοιμο το φαΐ — πως πείνασα τάχα +πολύ, κ' επροτίμησα να φάμε όλοι στο σπίτι, για να βγάλω απ' τον +κόπο και το Κρινιώ, να κουβαλά». + +Και εν ακαρεί, αφού ετοποθέτησε την σκάφην με όσα ρούχα είχε +μισοπλιμένα ακόμη όπισθεν της καρούτας, εις μέγα ξύλινον αμπάριον, +το οποίον εκλείδωσε, κ' έβαλε το κλειδίον στην τσέπην της, εξήλθε +τρέχουσα από την αυλήν, διά της μικράς πύλης, την έκλεισεν έξωθεν +εις το μάνδαλον και απήλθεν. + +ΙΑ'. + +Αφού το σώμα της Ξενούλας ανεσύρθη από το φρέαρ, πνιγμένον και +νεκρόν, η γραία Χαδούλα δεν ήτο πλέον ήσυχη, κρυερός φόβος ήρχισε +να την κατατρύχη . . . Έλεγεν ότι τώρα, αν και δεν έπταιε, δεν θα +εγλύτωνε πλέον. + +Τω όντι, η εξουσία είχεν αρχίση να συλλαμβάνη υποψίας. Η σύμπτωσις +ότι η γραία εκείνη είχεν ευρεθή δευτεραγωνιστούσα εις τον πνιγμόν +των δύο κορασιών του Γιάννη του Περιβολά, εις της Μαμμούς το ρέμμα +όπου όλη η υπόθεσις, καίτοι δεν προέκυψαν στοιχεία ενοχής ή και +νύξεις προς υποψίαν, είχε το παράδοξον και το αλλόκοτον, και ότι +αυτή πάλιν η γραία ευρίσκετο εις την αυλήν του γέροντος Ροσμαή, +κατά τας ώρας περίπου ότε επνίγετο εις το φρέαρ η μικρά Ξενούλα, η +θυγάτηρ του Προπαντή, παρείχε νύξεις τινάς υποψίας εις τον +ειρηνοδίκην, όστις επέσυρε την προσοχήν του Παρέδρου, του +«εκπληρούντος τ' αστυνομικά». Και τότε ο πάρεδρος, όστις ως +δημόσιος κατήγορος περιωρίζετο μόνον ν' αγορεύη κατά τας +συνεδριάσεις των ποινικών, λέγων· «Κατά τσ' μαρτυρίες που είπαν οι +μαρτύροι, φαίνεται να έκαμε, ή φαίνεται να μην έκαμε την πράξιν», +όλον δε τον άλλον καιρόν δεν ελάμβανεν αφορμήν ν' αναπτύξη την +δραστηριότητά του ή να τροχίση την γλώσσάν του, απλώς απήντησεν ότι +«αφού έτσι το λέει ο ειρηνοδίκης, έτσι θα είναι, και έτσι μου +φαίνεται». Και τότε οι δύο απεφάσισαν ν' ανακρίνωσιν αυστηρότερον +την Χαδούλαν, χήραν Ιωάννου Φράγκου, κ' εν ανάγκη να την +προσωποκρατήσωσι. + +Κατά την πρώτην ανάκρισιν, ήτις είχε γείνη επί ποδός κ' επιτοπίως — +τότε ο ειρηνοδίκης και ο αστυνόμος δεν είχον συλλάβη ακόμη ρητάς +υποψίας, ή δεν τας είχον ανακοινώσει προς αλλήλους (οπότε διά της +συνεπινεύσεως του ενός η πεποίθησις του άλλου, ως πάντοτε +συμβαίνει, εδεκαπλασιάζετο) — η Φραγκογιαννού εν αταραξία είχε +καταθέσει τα γνωστά ήδη γεγονότα, άνευ της εσωτερικής ψυχολογίας +των ότι δηλ. αυτή, εκεί που έπλυνε, «σαν επέρασε το μεσημέρι, κ' +επείνασε, κ' η κόρη της η Κρινιώ είχεν υπάγει στο σπίτι να φέρη το +φαΐ, και σαν αργούσε, κι' αυτή είχε παραπεινάσει — και την είχαν +καταζαλίσει το πλήθος εκείνο τα παιδιά και τα κορίτσια, που +εχαλνούσαν τον κόσμον με τα παιγνίδια και τις αταξίες τους μέσ' την +αυλή, και γύρω-γύρω στο λαδαρειό, και γύρω-τριγύρω στην +καρούτα, και στο πηγάδι σιμά· εις τας φρονίμους νουθεσίας της αυτά, +κακομαθημένα την επεριγελούσαν και την ηρέθιζαν, και την έκαμνον να +χάση την υπομονήν — όλα τ' ανωτέρω επεβεβαίωσε κ' η Κρινιώ, η κόρη +της — τότε αυτή, καταζαλισμένη και μη δυναμένη να σταθή στα πόδια +της απ' την πείνα, απεφάσισε να υπάγη στο σπίτι, διά να φάγουν όλοι +μαζύ εκεί, ν' απαλλάξη και την Κρινιώ από τον περισσόν κόπον της +μεταφοράς του φαγητού, κι' αυτή να ησυχάση προς ώραν και να +ξαποστάση. Εξήλθε λοιπόν της αυλής, κ' έκλεισε την θύραν με το +μάνδαλον. Όταν μετά το γεύμα, ως μίαν ώραν αργότερα, επέστρεψαν εις +την αυλήν, μαζύ με την Κρινιώ, κατ' αρχάς δεν υπώπτευσαν τίποτε, κ' +επανέλαβον την εργασίαν των. Ο θόρυβος των παιδιών είχε κοπάσει +προς ώραν τότε. Όταν όμως μετ' ολίγον εχρειάσθη ν' αντλήσουν νερόν +από το φρέαρ, τότε το «γιουρδέλι», ήτοι το άντλημα της Κρινιώς +προσέκρουσεν εις στερεόν σώμα εντός του ύδατος, κι' αυτή εν +εκπλήξει και φόβω έκραξε την μητέρα της. Τότε αι δύο ομού +ανέκάλυψαν το σώμα της μικρός κόρης επιπλέον ή μάλλον βυθισμένον +ήδη εντός του ύδατος». + +Η Κρινιώ ήτον εντελώς ειλικρινής βεβαιούσα τ' ανωτέρω. Ο +ειρηνοδίκης ήκουσεν ευμενώς την κατάθεσιν ταύτης. Αλλ' όμως έκαμε +μορφασμόν εις την μητέρα της. Εκείνος ο μορφασμός — εκείνα τα +«μούτρα» του ειρηνοδίκου — δεν της ήρεσαν, της Φραγκογιαννούς, ήτις +ήτο λίαν πεπειραμένη, και τότε μεγάλη αγωνία την εκυρίευσεν. + +Εις την οικίαν της Τραχήλαινας της κόρης της, όπου ευρίσκετο μικρόν +προ της δύσεως του ηλίου, δεν έπαυε να κυττάζη ανήσυχος από το +παράθυρον. Διεύθυνε το βλέμμα προς την ιδίαν της μικράν οικίαν, +ήτις καίτοι μη αντικρύζουσα, αλλά πλαγίως κειμένη, ήτο ορατή, +επειδή εξείχε πέραν των ολίγων μεσολαβουσών, δύο ή τρεις πήχες προς +τον δρόμον. Η Γιαννού, αν και συχνά εκύτταζε, δεν έβλεπε τίποτε. + +Η κόρη της η Δελχαρώ, είδε την ανησυχίαν της, κι' άρχισε να +κυττάζη, όπως η μήτηρ της, και αυτή. Την ώραν της δύσεως του ηλίου, +αίφνης μετά κρυφίου φόβου την έκραξε. + + — Μάνα! Μάνα! + + — Τι είνε; + + — Έλα να ιδής! + + — Τι; + + — Δυο ταχτικοί στέκονται και κυττάζουν έξω απ' την αυλή, στο σπίτι +σας . . . + +Η γραία Χαδούλα εσηκώθη, και είδεν εκείνο το οποίον εφοβείτο. Δύο +«ταχτικοί», ήτοι χωροφύλακες, όπως εις τους χρόνους του υιού της, +του Μώρου — οπότε ούτος, προ δεκαπέντε ετών περίπου είχε σύρει εκ +της κόμης επί του λιθοστρώτου της οδού την μητέρα του, και είχε +μαχαιρώσει την αδελφήν του — ίσταντο παραμονεύοντες, κυττάζοντες +απλήστως προς την οικίαν. + +Η Φραγκογιαννού είδε και επείσθη ότι μέγας και επικείμενος κίνδυνος +την ηπείλει. + + — Πρέπει να πάρω τα βουνά, δυχατέρα! είπεν αίφνης. Αν προφτάσω! + + — Γιατί, μάννα; είπεν εν αγωνία η Δελχαρώ. + + — Γιατί . . . με γυρεύουν για να με φυλακώσουν. + + — Αλήθεια; . . . Εσύ το έρριξες, μάνα, το κορίτσι στο πηγάδι;! + + — Όχι, μάρτυς μου ο Θεός! . . . Αυτό δεν το έκαμα, είπεν η +Φραγκογιαννού. + + — Τότε; . . . + + — Σιώπα! + + — Η αμαρτία σε κυνηγά, μάνα, είπε δειλώς η Δελχαρώ. + + — Σιώπα! Μουρλάθηκες; είπε βλοσυρά η μάνα της, υποπτεύσασα +υπαινιγμόν τινα εις τον τόνον μεθ' ου ωμίλει η κόρη της. + + — Τι να πω κ' εγώ, η καϋμένη! είπε συμπλέκουσα τας χείρας εν +αμηχανία, η Δελχαρώ. + + — Α! αυτό μην το λες! όχι! Δεν κάνει να το λες! + +Και τρομερά, κατήλθε την σκάλαν να φύγη. + + — Πού πας, μάνα; + + — Στα βουνά, σου είπα! . . . Δώσε μου λίγο παξιμάδι. + +Η Δελχαρώ έτρεξε ν' ανοίξη το ερμάριον, κ' έλαβεν εκείθεν ολίγα +παξιμάδια. + + — Δώσε μου και το καλάθι μου. . .κ' ένα μαχαιράκι, επανέλαβεν εν +άκρα βία η Φρακκογιαννού . . . Βάλε μου κ' ένα χράμι +μάλλινο μέσα . . . και τη μανδήλα μου . . . τα παληοτσόκαρά μου . . . +Δώσε μου και το ραβδί μου . . . ψάξε να το βρης! + +Η Δελχαρώ, εν άκρα σιγή και υπομονή, επροσπάθει να εκτελέση όλας +τας ετοιμασίας ταύτας. + + — Πού θα πάς, μάνα επανέλαβε κλαίουσα. Ω! καίετ' η καρδιά μου! + + — Μην κλαις!. . . Κάπου θα κρυφτώ, σε καμμιά τρύπα. . . Ησυχία, εσείς, +φρόνιμα! ως που να περάση η οργή του Κυρίου! + +Και λαβούσα το καλάθιον και το ραβδίον της, κατήλθε σιγά. Έκαμε τον +σταυρόν της. + +Αίφνης εκοντοστάθη εις την τρίτη βαθμίδα της σκάλας, και στραφείσα +προς την Δελχαρώ, της είπε· + + — Ξέρεις τι να κάμης; . . . Θα πάω απ' τον απάνω δρόμο, για να +γλυτώσω, να μη με ιδούν, τα σκυλιά . . . Και συ, αυτήν τη στιγμή, +να τρέξης στο σπίτι . . . να καμωθής πως δεν τους βλέπεις, τους +ταχτικούς . . . και να φωνάξης της Αμέρσας αποκάτ' απ' το δρόμο' +«Αμέρσα, είνε απάνω η μάνα;» . . . + + . . . Όχι, μη λες «είν' απάνω η μάνα» . . . μόνο να πης· «Αμέρσα, +πώς είνε η μάνα, είνε καλλίτερα; έχει σηκωθή; . . . Στο στρώμα είν' +ακόμα;» Για να πιστέψουν πως βρίσκομαι απάνω στο σπίτι, και πως +είμαι άρρωστη . . . Για να μην υποπτευθούν τίποτα, και με +κυνηγήσουν τα σκυλιά! . . . Τρέξε, γλήγορα! + +Είτα προσέθηκε· + + — Έχετε γεια . . . και καλή αντάμωση! . . . + +Ευθύς ύστερον εξήλθε κ' η Δελχαρώ, τρέχουσα μ' ελαφρόν βήμα, και +διευθύνθη προς την μητρικήν της οικίαν, να εκτελέση την εντολήν. + +Η Φραγκογιαννού επήρε τον απάνω δρόμον, κατά τα κοτρώνια, με +δρομαίον βήμα. Εις την τελευταίαν απήχησιν του «καλή αντάμωσι», το +οποίον ευχήθη εις την κόρην της, ακουσίως προσέθηκε καθ' εαυτήν +μετά πικράς ειρωνείας· «Ή εσάς θ' ανταμώσω εδώ — ή, τον αδελφό σας +στην φυλακή θα πάω ν' ανταμώσω — ή, στον άλλο κόσμο θ' ανταμώσω τον +πατέρα σας . . . κι' αυτό είναι απ' τα τρία το σιγουρότερο!» + +Καθώς ανέβαινεν ασθμαίνουσα τον πετρώδη λόφον, «Έλα, Παναγία μου, +έλεγε μέσα της, ας είμαι κι' αμαρτωλή». Είτα εις τα ενδόμυχα της +ψυχής της είπε· «Δεν το έκαμα για κακό». + +Μόλις επροχώρησεν ολίγα βήματα, και εις τους τελευταίους +σποραδικούς οικίσκους της πολίχνης, επάνω στους βράχους, καθώς +εκατηφόριζε να φθάση στον αιγιαλόν, βλέπει τον Κυριάκον, τον +κλήτορα της αστυνομίας, με το φέσι του με την κοντήν φούνταν, ή +«γαλίπαν», όπως την έλεγαν, με τον καστανόν του στρημμένον μύστακα, +και κρατούντα εις την χείρα το κοντόν ρόπαλόν του, πέριξ του οποίου +εφαίνετο σκυταλοειδώς η επιγραφή «Ισχύς του Νόμου». Ούτος +συνοδευόμενος από ένα γέροντα απόμαχον, με στρατιωτικήν στολήν, +ήρχετο από ένα πλάγιον δρομίσκον, διευρυνόμενος εις τον αιγιαλόν, +όπου κατήρχετο και η Φραγκογιαννού, και μετά μικρόν εξ άπαντος θα +την έφθανον, ή θα της έπαιρνον τα νώτα. + +Ίσως η παρουσία του Κυριάκου εκεί, μαζί με τον απόμαχον, να ήτο +τυχαία. Αλλ' η ένοχος γυνή, ως τους είδεν, εταράχθη, κ' ετάχυνε το +βήμα. Της εφάνη δε ότι κ' εκείνοι το αυτό έκαμαν. + +Τότε η Γιαννού, καθώς έφθασεν εις τον αιγιαλόν, κατ' αγαθήν +συγκυρίαν, αίφνης είδεν ενώπιόν της ανοικτήν την θύραν μιας οικίας, +λίαν γνωρίμου εις αυτήν, και ουδέ στιγμήν εδίστασε να υπερβή το +κατώφλιον. Άμα εισήλθε, τεταραγμένη, έβαλε το μάνδαλον και τον +σύρτην. + + — Μαρουσώ, είσ' επάνω; έκραξε με σιγανήν, αλλά συριστικήν φωνήν, +ανερχομένη την σκάλαν. + +Μία γυνή κοντούλα, ροδοκόκκινη, εξήλθεν από την θύραν ενός θαλάμου, +κ' επαρουσιάσθη μειδιώσα, αλλά και ανήσυχος το βλέμμα. + + — Πού 'ς αυτόν τον κόσμο, θεια Χαδούλα; ηρώτησε. + + — Μην τα ρωτάς, παιδί μου . . . Μεγάλη συφορά μου επενέβηκε, +ήρχισε να λέγη η Γιαννού. + +Είτα ανήσυχος ηρώτησε· + + — Μην είν' εδώ ο κυρ Αναγνώστης; + + — Όχι, δεν είν' εδώ· τόσο νωρίς δεν έρχεται, είναι στον καφενέ . . . +Αχ! θεια Χαδούλα, κ' εγώ έλεγα πώς να κάμω να 'ρθώ στο σπίτι, να +σου 'πω τα τρέχοντα . . . + + — Έμαθες τίποτα; + + — Τα έλεγαν τώρα το απόγευμα, ο αφέντης μου, μαζί με τον κουμπάρο +μας τον Αϊμερίτη, που ήρθε για να φουμάρη ένα τσιμπούκι και να +κουβεντιάσουν, όπως συνειθίζουν. + + — Και τι λέγανε; + + — Ο ρηνοδίκης μαζύ με τον αστυνόμο, θέλουν να σε συλλάβουν . . . +Έλεγαν να στείλουν τους χωροφύλακες . . . Σ' έχουν ύποπτη για το +κοριτσάκι που πνίγηκε χθες μέσ' το πηγάδι. + + — Ω! τρομάρα μου . . . + + — Κ' έλεγα νάρθω να σου πω, για να κρυφτής, αν μπορέσης . . . Μα +πώς βρέθηκες εδώ; + +Η Φραγκογιαννού διηγήθη ότι, αφού, μετά την χθεσινήν ανάκρισίν της, +εκατάλαβεν ότι ο ειρηνοδίκης άρχισε να την έχη «στην μπούκα του +τουφεκιού», ησθάνθη κι' αυτή φόβον μη κακοπέση άδικα, και ότι από +το σπίτι της κόρης της, της Δελχαρώς, όπου έτυχε να ευρίσκεται +σήμερον το δειλινόν, είχεν ιδεί τους χωροφύλακας να κατασκοπεύουν +το δικό της το σπίτι· ότι απεφάσισε να φύγη στα βουνά· ότι, καθώς +έτρεχεν εδώ κάτω, κατά τον αιγιαλόν, σκοπεύουσα να πάρη το κρυφόν +μονοπάτι του βουνού, οπίσω από τα Κοτρώνια, είδε τον Κυριάκον τον +κλήτορα μαζύ μ' ένα γέρο-ταχτικόν, να έρχωνται κατόπιν της, αλλ' +ότι, κατά θείαν νεύσιν, ευρέθη κοντά στο σπίτι της Μαρουσώς, η +οποία ξεύρει καλά από παλαιόν καιρόν «τα πάθια της», εφρόντισε να +προσθέση, και ιδούσα την θύραν ανοικτήν, έσπευσε να εισέλθη, όπως +εύρη άσυλον. + + — Έχω κλειδώσει την πόρτα από μέσα παιδάκι μου . . . απ' το +σαστισμό μου, τι να κάμω! Μου ήτανε γραφτό να πάθω, τάπαθα. + +Έτσι νάχης πολύ καλό, Μαρουσώ μου . . . Δεν κυττάζεις κρυφά, κρυφά +απ' το παντζούρι εκείνο; . . . να ιδής αν είναι ο Κυριάκος κάτω ή +έχει τραβήξει; + +Η Μαρουσώ ήλθε προς το υποδειχθέν παράθυρον, κ' εκύτταξε κατά τον +δρόμον. Είτα επιστραφείσα είπεν· + + — Είνε παραπέρα, εκεί . . . Στέκονται στο δρόμο μαζί μ' ένα γέρο +απόμαχον . . . Έχουν πιάσει κουβέντα με τον γείτονά μας τον ψαρά, +τον Φραγκούλη. + + — Και κυττάζουν κατά ' δω; + + — Κυττάζουν στην αμμουδιά, πέρα. + +Η γραία ήτο έμφοβος, κ' έφερε τας χείρας περί το πρόσωπον, ως διά +να τραβήξη τα τσουλούφια της, ή να σχίση τα μάγουλά της. + +Η Μαρούσα την ώκτειρε. + + — Δεν κάθεσαι, θεια Χαδούλα;,. . Μη φοβάσαι . . . Ό,τι είναι, θα +περάση . . . Κάθισε να σου κάμω καφεδάκι να πιης. + +Η Γιαννού μετά δισταγμού ερρίφθη επί τινος χαμηλού σκαμνιού, εις τα +πρόθυρα του μαγειρείου, όπου εγίνετο ο διάλογος. + +Η οικία εφαίνετο ευπορούσης οικογενείας, και είχε πολλά χωρίσματα, +κ' επίπλωσιν ευπρεπή. + + — Δε θυμάσαι τα δικά μου, θεια Χαδούλα; . . . είπε μυστηριωδώς η +Μαρούσα, και το πρόσωπόν της αφ' ό,τι ήτο έγεινεν ακόμη ερυθρότερον +. . . Θυμήσου τι τρομάρες, τι βάσανα πέρασα τότε κ' εγώ! Κι' ας +είσαι καλά, πόσο μ' εβοήθησες! Έτσι θα περάσουν και τα δικά σου. + + — Γιατί είπα εγώ πως εσύ ξέρεις τα πάθια μου! επανέλαβεν η +Φραγκογιαννού μετριόφρων. + + — Εκείνα που λες, ήταν πάθια δικά μου, διώρθωσε φιλαλήθης η +Μαρουσώ. + +Έψησε τον καφέν και τον εκένωσε. + + — Ο αφέντης μου, όπου είναι, θάρθη . . . Πιε τον καφέ σου. Βούτηξε +και το ψωμάκι, προσέθηκε κόπτουσα μεγάλην φέταν ψωμίου. + +Η γραία άρχισε να βουτά το ψωμί και να το μασά χωρίς όρεξιν. + + — Πολύ καλό νάχης, έλεγε. Δεν πάει κάτω, παιδί μου. . . Απ' το +χολοσκασμό που έχω . . . Φαρμάκι βγάζ' ο ουρανίσκος μου. + +Είτα επέφερε· + + — Δεν κάνεις τον κόπο να κυττάξης πάλι απ' το παραθυράκι, έξω;. . . +Είναι ακόμη ο Κυριάκος κάτω; + +Η Μαρούσα υπήκουσεν. + + — Εκεί είναι, θεια Χαδούλα . . . Επιασαν μεγάλην κουβέντα με τον +Φραγκούλη. + + — Και τώρα, πού να πάω; . . . Σαν έρθ' ο πατέρας σου; . . . +Βασίλεψ' ο ήλιος . . . σουρούπωσε . . . θα νυχτώση. + +Η Μαρούσα εσκέφθη επί στιγμήν, είτα είπεν· + + — Εγώ έχω μεγάλην υποχρέωσι 'σε λόγου σου, θεια Χαδούλα . . . Πώς +να το ξεχάσω! + + — Θυμάσαι; είπεν ακουσίως μειδιώσα η γραία. + + — Και μπορώ να τ' αστοχήσω; . . . Ό,τι μπορέσω να κάμω, θα κάμω για +σένα. + + — Ας είσαι καλά. + + — Μου φαίνεται πως το καλλίτερο είναι να σε κρύψω εδώ την νύχτα, +τώρα, πριν έλθη ο αφέντης μου. + + — Πού; + + — Κάτω, στο μικρό κατωγάκι, στο σοφά . . . ξέρεις; + + — Α! είπεν η Φραγκογιαννού, ως να της ήλθε μία ανάμνησις. + + — Και τα μεσάνυχτα, σαν λαλήση ταρνίθι . . . + + — Ε; + + — Κοντά να φέξη, ό,τι ώρα νοιώσης . . . + + — Καλά! + + — Αν θέλης, σηκώνεσαι, και πας στο καλό, όπου σε φωτίση ο Θεός. + +Ας είναι! είπε μετά στεναγμού η γραία. + + — Την άλλη νύχτα πάλι, ανίσως και δεν εύρης άλλο καταφύγιο εις +μέρος πλειο κρυφό, και πλειο σίγουρο, έρχεσαι, και μου ρίχνεις ένα +πετραδάκι 'ς αυτό το παράθυρο, ή στο μικρό μπαλκονάκι κατά το +γιαλό, κατεβαίνω, σου ανοίγω, και σε κρύφτω πάλι στο κατωγάκι. + + — Καλά! . . . Μα, για κύτταξε, έφυγε ο Κυριάκος; + +Η Μαρούσα επήγε πέραν του μεσοτοίχου, εις το παράθυρον προς τον +δρόμον, αργοπόρησεν ολίγον, ίσως διότι είχε σκοτεινιάσει πλέον και +δεν διέκρινε καλώς έξω, και επανήλθε. + + — Δεν έφυγαν . . . εκεί είναι κ' οι τρεις. + + — Τώρα ένα πράμμα δεν ξέρω, είπε σύννους η Φραγκογιαννού. Δεν ξέρω +αν με είδε ο Κυριάκος να μβαίνω εδώ, ή όχι . . . . + +Αν δεν μ' έχει ιδεί, και δεν μου κάνει καρτέρι, καλλίτερα έχω να +φύγω, να σας σηκώσω το βάρος από τώρα. + +Έλεγε τούτο ειλικρινώς. Εστενοχωρείτο, επόθει τον αέρα του βουνού. +Εκεί ησθάνετο ότι θα εύρισκεν άνεσιν, ήλπιζε δε και ασφάλειαν. + + — Ό,τι κι' αν είναι, δεν πρέπει να φύγης απόψε, είπε προθυμοτέρα +γινομένη η Μαρούσα, καθ' όσον εθερμαίνετο εκ της αναμνήσεως. +Κάθισε, θεία Χαδούλα, απόψε, στο κατωγάκι, για να με κάμης να +θυμηθώ τα παληά μου βάσανα, θα μου έρθουν, τάχα, σαν όνειρο στον +ύπνο μου; + + — Έτσι τα θυμάται, πλειό, κανείς, παιδάκι μου, είπε με πονηράν +αφέλειαν η γραία. Αχ! κάθε αμαρτία έχει και τη γλύκα της. + + — Αλήθεια! . . . και πόση πίκρα φέρνει στο τέλος! συνεπλήρωσε +μελαγχολικώς η Μαρουσώ. + +Η οικία ήτο διπλή. Εκτός του κυρίως κτιρίου, είχε μικρόν παράρτημα +προς βορράν, όπου ήτο το μαγειρείον, και υπό το μαγειρείον +ευρίσκετο «το μικρό κατωγάκι». Εκεί διά της καταπακτής και μικράς +σκάλας ωδήγησε η Μαρούσα την ξένην της, πριν έλθη ο κυρ Αναγνώστης, +ο οικοδεσπότης. Της έφερεν άρτον, τεμάχιον κρύου βραστού, υπόλοιπον +του γεύματος, τυρίον, νερόν, ποτήριον οίνου, και την εγκατέστησεν +επάνω εις τον σοφάν του μικρού κατωγείου, του χρησιμεύοντος ως +αποθήκη διαφόρων οικιακών σκευών. Της έστρωσεν ένα παλαιόν κιλίμι, +μίαν τριμμένην τσέργαν, ένα μικρόν σινδόνι, της έβαλε μίαν +προσκεφαλάδα σκληράν, με γέμισμα από λινόξυλα, και της ευχήθη καλήν +νύκτα και «ύπνον ελαφρόν». + +Ελαφρός ή βαρύς, ο ύπνος της Φραγκογιαννούς δεν ήτο δυνατόν να ήτο +εύκολος ούτε ευάρεστος, ευρισκομένης εις τοιαύτην ταραχήν και +τοιούτον τρόμον. Αλλά το περιβάλλον την έκαμε προς ώραν να λησμονή +σχεδόν τα ενεστώτα και την ιδίαν τρομεράν θέσιν της, και ν' αναπολή +τα παρελθόντα. Εκείνο το οποίον μετριοφρόνως η Γιαννού είχεν +ονομάσει δις «τα πάθια της», η δε Μαρούσα ειλικρινώς είχεν +αναγνωρίσει μάλλον ως «πάθια» και «βάσανα» ιδικά της, είχε συμβή +προ οκτώ ή δέκα ετών. + +Ο κυρ Αναγνώστης Μπενίδης, άτεκνος, είχε λάβει ως ψυχοκόρην τη +Μαρούσαν, και την είχεν αναθρέψει όσον αυστηρά ηδυνήθη η σύζυγός +του, ήτις ήτον αποθαμμένη προ δέκα πέντε ετών. + +Ο κ. Μπενίδης ήτον εις τον καιρόν του το σημαντικώτερον πρόσωπον +του τόπου του. Είχε διατελέσει δημογέρων προ του Αγώνος, +πληρεξούσιος εις τας πρώτας Συνελεύσεις Τροιζήνος, Προνοίας, +Άργους, κτλ. δήμαρχος προ του Συντάγματος. Είτα μετά το Σύνταγμα +διετέλεσεν ως ανώτερος υπάλληλος εις πολλά μέρη. Την Μαρούσαν +Εβραιοπούλαν, ή κατ' άλλους Τουρκοπούλαν, είχε προσλάβει εις +ηλικίαν σχεδόν βρεφικήν, και την είχε βαπτίσει. + +Είτα, όταν κατά τα τελευταία έτη, ως συνταξιούχος απεσύρθη εις τον +τόπον τον, την υπάνδρευσε μ' ένα ανεψιόν του, και της έδωκεν ως +προίκα το μικρόν αυτό κολλητόν σπιτάκι, εις το ισόγειον του οποίου +ευρίσκετο τώρα η Φραγκογιαννού, ικανά αγροτικά κτήματα, και ολίγα +μετρητά, υποσχεθείς να της αφήσει ως κληρονομίαν και την κυρίως +οικίαν, και ότι άλλο ήθελεν ευρεθή παρ' αυτώ μετά θάνατον. + +Ο γαμβρός, αφού απέκτησεν έν τέκνον, έλειπεν όλον τον καιρόν, +Εταξίδευε λοστρόμος με τα καράβια. Ήτον φημισμένος ναυτικός, αλλά +σπάταλος κ' αξένοιαστος. Τώρα τελευταία, είχεν αργήσει τρία έτη να +έλθη εις τον τόπον. Εν τω μεταξύ ο γηραιός κυρ Αναγνώστης είχε +χηρεύσει, κ' η ψυχοκόρη, κατά την απουσίαν του συζύγου υπηρέτει +διαρκώς εις την οικίαν τον θετόν πατέρα της, όπως και παιδιόθεν ήτο +συνειθισμένη. Ο σύζυγος έγραφεν από καιρού εις καιρόν επιστολάς, +υποσχόμενος ότι θα έλθη, αλλά δεν ήρχετο. Το θυγάτριον της Μαρούσας +ήτο ήδη τεσσάρων ετών, και ούτε ο πατήρ είχεν ιδεί ποτέ το τέκνον, +ούτε αυτό εγνώριζε την όψιν του πατρός. + +Κατ' εκείνον τον καιρόν, μαζύ με την ανάπτυξιν του εμπορίου και της +συγκοινωνίας, είχαν αρχίσει να ξανοίγουν κάπως και τα ήθη εις τον +μικρόν, απόκεντρον τόπον. Ξένοι ερχόμενοι από τα άλλα μέρη της +Ελλάδος, τα «πλέον πολιτισμένα», είτε υπάλληλοι της κυβερνήσεως, +είτε έμποροι, εκόμιζον νέας, ελευθέρας θεωρίας περί όλων των +πραγμάτων. Ούτοι την αιδώ και την συστολήν ωνόμαζον βλακείαν, την +εγκράτειαν και την σωφροσύνην ευήθειαν. Την διαφθοράν και την +λαγνείαν ωνόμαζον «φυσικά πράγματα». Η δύστηνος Μασούσα, ήτις δεν +είχε γεννηθή εις τον τόπον, αρχήθεν δεν ήτο πολύ αυστηρά ούτε +σεμνοπρεπής, είχε δε μικράν δόσιν ελαφρότητος. + +Τον καιρόν εκείνον ευρίσκοντο εις την νήσον ένας γραμματεύς του +ειρηνοδικείου, άγαμος, φουστανελλάς. Ένας γραμματεύς του +Λιμεναρχείου, βρακάς, αξιωματικός του οικονομικού Ν. κλάδου, +γεροντοπαλλήκαρο· ένας ενωμοτάρχης κομψευτής, με λιγνήν μέσην και +αγκιστροειδή μύστακα· ένας τελωνοφύλαξ έχων τριπλάσιον εισόδημα από +τον μισθόν του, και δύο ή τρεις πράκτορες ξένων εμπορικών οίκων ή +άλλοι μέτοικοι. Όλοι ούτοι είχον παντοτινήν συντροφίαν με δύο ή +τρεις άλλους νεαρούς εμπορευομένους, κομψευομένους, μ' +«ελληνικούρες» πολλές εις την γλώσσαν και με πολλάς «προσρήσεις». +Με τους τελευταίους τούτους ηναγκάζοντο να έρχωνται συχνά εις +επαφήν πολλαί γυναίκες, και σώφρονες άλλως του τόπου, χάριν των +αφεύκτων και ατελειώτων οψωνισμάτων, από τα οποία αδύνατον ν' +απαλλαγή ποτε ο γυναικείος κόσμος. + +Από τα τόσα βρόχια, τα οποία της είχαν ρίψει εις τον δρόμον της, +από τας τόσας ελεπόλεις, τας οποίας της είχον στήσει περί τους +τοίχους της όλοι οι ειρημένοι επιχειρηματίαι δεν ηδυνήθη να γλυτώση +η Μαρούσα· και μετ' ολίγον καιρόν αύτη, εν απουσία του συζύγου, +ευρέθη έγκυος. Και το ενόησεν ότε ήτο ήδη δύο μηνών. Αλλά πριν το +ανακαλύψη αύτη, όλη η γειτονιά, ως εικός, το είξευρεν ίσως και +προτού να συμβή το πράγμα. Μόνον ο κυρ-Αναγνώστης ευρίσκετο εν +αγνοία. «Ο κόσμος», όπως είπε τότε η πονηρή Κοκκίτσα, μία +γειτόνισσα «τώχε τούμπανο, κι' αυτός κρυφό καμάρι». + +Υπήρξαν κ' αι κακαί γλώσσαι, αίτινες είπον άνευ της ελαχίστης +πιθανότητας, ως εικός, ότι ο κυρ-Αναγνώστης εφήρμοζε την παλαιάν +μέθοδον του Δαβίδ, και ότι διά νεαράς πνοής του θερμού αίματος +εζήτει να «ξανανειώση». Αλλ' η ειρημένη Κοκκίτσα και δύο ή τρεις +άλλαι γειτόνισσαι, αίτινες τα έλεγον σιγανά, κ' εγέλων συριστικά +μεταξύ των, ισχυρίζοντο ότι, δήθεν «απ' το παιδί έχουν πολλοί +μερδικό»· ότι το κεφάλι πρέπει να είναι του γραμματικού του +φουστανελλά με το τεράστιον φέσι και την μακροτάτην φούντα, η μέση, +θα είναι βέβαια του νωματάρχη, του σεβταλή, το ένα το ποδάρι (στο +λάκκο!) του γέρο-κολασμένου, του βρακά, το ένα χέρι {μακρύ χέρι!) +του τελωνοφύλακα, και το άλλο χέρι (παστρικό χέρι!) του ψιλικατζή, +με της 'λληνικούρες. + +Πρώτη η ρηθείσα Κοκκίτσα είχε προσκληθή μυστηριωδώς από την +Μαρούσαν (σημειωτέον ότι αύτη, όσον και αν εφαίνετο απονήρευτη, +είχεν εννοήσει ότι η Κοκκίτσα την υπωπτεύετο προ πολλού, όθεν +επροσποιήθη κι' αυτή ευθηνήν, αναγκαστικήν εμπιστοσύνην διά να την +κολακεύση, ελπίζουσα ότι θα την έπειθε, και διά δώρων, να σιωπήση) +είχε προσκληθή, λέγω, να λάβη γνώσιν του μυστηρίου. Η Μαρούσα, +«αδερφή να την κάμη, απ' το Θεό και στα χέρια της», έπεσε στον +τράχηλόν της και την ικέτευε να κάμη έλεος αν ειξεύρη τίποτε +ψευτογιατρικά, διά να εξαφανισθή, ει δυνατόν, ο καρπός της +αμαρτίας, κι' ο Θεός πλέον ας εγίνετο ίλεως! Διότι άλλως αυτή +βέβαια — τι την ήθελε τέτοια ζωή; — θα έπεφτε βέβαια, στον γιαλό +να πνιγή, καθώς ήτον μάλιστα και σιμά, από κάτω απ' το σπίτι, η +θάλασσα. Η Κοκκίτσα την καθησύχασε με λόγια παρηγοριάς, και άρχισε +να εφαρμόζη επ' αυτής διαφόρους αλοιφάς και έμπλαστρα, τα οποία +ουδόλως ετελεσφόρουν. + +Δευτέρα προσεκλήθη η Σταματώ, πτωχή χήρα, κ' η Κονδύλω η αδελφή +της, αλβανόγλωσσοι αι δύο, καταγόμενοι από μίαν των νήσων του +Σαρωνικού. Αύται εξήσκουν εντριβάς επί του σώματος της ατυχούς +γυναικός. Και τας τρεις με ότι έκλεπτεν από τας οικονομίας του +κυρ-Αναγνώστη, τας αντήμειβε. Κ' εκείναι εμάκρυνον τας αλοιφάς, και +παρέτειναν τας εντριβάς, αλυσιτελώς πάντοτε. + +Την εσπέραν, ανερχόμενοι αι τρεις εις την αυλήν της κυρά-Θωμαής, +ολίγα σπίτια παραμέσα, όπου ήρχοντο κ' η γρηά Χιόνα, κ' η θεια +Κυράννω, όλαι μετανάστιδες εκ Μακεδονίας του 1821, τα έλεγαν μεταξύ +των. Αι τρεις πρώται έδιδαν καθ' εσπέραν τακτικήν αναφοράν εις την +κυρά-Θωμαήν και εις τας δύο άλλας γραίας· και όλαι μαζύ +εχασκογελούσαν. + +Μάλιστα τα όψιμα ελληνικά της Σταμάτως, καθώς περιέγραφε την +κατάστασιν της εγκύου («αυτή όλη κοντό είναι· και τα πόδια της +κοντή το έχει!. . θα μην το ρίχνη, τάχατες!. . ») επέτεινον τους +γέλωτάς των. Και εις τας εκθέσεις της Σταμάτως, η γραία Κυράννω +επρόσθετε τα σχόλιά της, με την Μακεδονικήν της διάλεκτον. + + — Αυτηνιές, ση λιέου, είνη παληοφουράδες! . . . Αχηλώνης, μαρή . . . +Πού στα χουργιά, τα θ' κάμας! να του φτιάξ' καμμιά αυτ'νό, θε τ' +βγάλ'νη, ση λιέου, στου γουμαρουπάζαρου! . . . + +Τελευταία απ' όλας εκλήθη να λάβη μέρος η Φραγκογιαννού, ως +σοφωτέρα όλων των άλλων. Η Μαρούσα είχεν αρχίσει ν' απελπίζεται από +τας τρεις πρώτας «ψευτομαμμές», και κατέφυγεν εις ταύτην ως εις +τελευταίαν ελπίδα. Τω όντι η γραία Χαδούλα με τα φάρμακά της, με τα +μαντζούνια της και με τα ζεστά ή κρύα όσα έδιδε να πίη εις την +πάσχουσαν, τη βοηθεία και των εντριβών τας οποίας εξετέλει μ' +επιδεξιότητα πολύ υπερτέραν από τας άλλας, κατώρθωσεν εντός ολίγων +ημερών να επιφέρη την έκτρωσιν. Ο κυρ-Αναγνώστης ουδέποτε έμαθε +τίποτε. + +Αυτή ήτον η παλαιά εκδούλευσις, και αυτή η ευγνωμοσύνη την οποίαν +είχον υπαινιχθή σήμερον αι δύο. Αυτά ήσαν της Φραγκογιαννούς «τα +παληά τα πάθια της», κι' αυτά ήσαν της Μαρούσης «τα βάσανά της». + +Η ανάμνησις κατείχε τον νουν της Φραγκογιαννούς όλην την ώραν, ενώ +έκειτο επί του σοφά, εις το σκότος· διότι λύχνον δεν της είχε φέρει +η φιλοξενούσα, μόνον ένα κηράκι κι' ολίγα σπίρτα της είχεν αφήσει. +Όλην αυτήν την παλαιάν ιστορίαν ανελογίζετο, και ο ύπνος ποτέ δεν +της ήρχετο. Ερευνώσα την συνείδησίν της, έν πράγμα εύρισκεν ότι +είχε κάμη και τότε και τώρα το είχε κάμη διά καλόν. Εκουλουριάζετο +υποκάτω εις το μάλλινον σκέπασμα, επί του δεξιού πλευρού κειμένη, +κ' έκυπτε την κεφαλήν εις το στέρνον, κ' επροσπάθει να ζαλισθή, να +ναρκωθή, να της έλθη λήθαργος. Τότε, μετά χρόνους, ενθυμήθη και την +σύντομον προσευχήν, την οποίαν της είχεν επιβάλη άλλοτε να λέγη +συχνά ένας γέρων πνευματικός· το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, +ελέησόν με». + +Η συχνή επανάληψις της ευχής ενήργησε, και η Χαδούλα εναρκώθη επ' +ολίγα λεπτά και απεκοιμήθη. Πλην πάραυτα εις τον ύπνον της, ή εις +τα ξύπνα της, (δεν είξευρε καλά), της εφάνη ότι μέσα, εις το βάθος +της ψυχής της, ήκουε φωνήν βρέφους, κλαύμα, μινυρισμόν θρηνώδη· +τούτο ωμοίαζε με την φωνήν της μικράς εγγονής της, της προ ολίγων +μηνών, διά χειρός αυτής . . . τελειωθείσης. + +Η γραία εξύπνησεν έντρομος, ανετινάχθη όλη. Ανεσηκώθη και ησθάνετο +μέγαν σπαραγμόν, αλλά συγχρόνως και καλλιτέραν σωματικήν άνεσιν. Ο +σύντομος εκείνος ύπνος είχεν εξαλείψει παρ' αυτή το νευροπαθές και +το ανήσυχον. Εψηλάφησεν, εύρε τα σπίρτα, ήναψε το κηρίον, επήρε το +ραβδί της, το καλάθι της, έβαλε μέσα εις αυτό και τας εμβάδας της, +και ανυπόδυτη, με της κάλτσες, εκίνησε να φύγη. + +ΙΒ'. + +Η Μαρουσώ της είχε δώσει το κλειδί του μικρού κατωγείου, της είπε +να εξέλθη διά της ιδιαιτέρας θύρας τούτου προς την οδόν, να +κλειδώση έξωθεν, και να πάρη το κλειδί μαζί της, διά να το +μεταχειρισθή πάλιν την άλλην νύκτα, αν έμελλε να επανέλθη. Όσον δι' +αυτήν, αν ελάμβανεν ανάγκην να κατέλθη εις το κατωγάκι, θα +κατήρχετο διά της οδού, δι' ης είχεν οδηγήσει εκεί την ξένην της, +της εσωτερικής σκάλας και της θύρας του μεσοτοίχου. + +Τω όντι, η Φρακογιαννού ησθάνετο πλέον μεγάλην σφλομονήν, και το +στενόν κατωγάκι με τον υγρόν αέρα του την εστενοχώρει. Καιρός ήτο +ν' αναπνεύση πλέον τον αέρα του βουνού, πριν οι διώκται χωροφύλακες +την κλείσωσιν, ίσως διά βίου, εις τα υγρά και ανήλια υπόγεια της +ανθρωπίνης θέμιδος. + +Εξήλθε, και, κάτω εις τα βάθη της ψυχής της, εμινύριζεν ακόμη η +θρηνώδης φωνή του βρέφους, του μικρού κορασίου του αδικοθανόντος. +Εστάθη εις το χάσμα της θύρας, εκύτταξε μετά προφυλάξεως έξω, +δεξιά, αριστερά, άνω, κάτω του δρόμου· δεν είχε ψυχήν ούτε σκιάν. +Έβαλε πτερά εις τους πόδας της. + +Δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ην ήκουε μέσα εις την ψυχήν της, όπου +υπήρχε σκοτεινή, σπηλαιώδης ηχώ, το πένθιμον εκείνο κλαύμα του +βρέφους. Κ' ενόμιζεν ότι έφευγε τον κίνδυνον και την συμφοράν και +την πληγήν την έφερε μαζύ της. Κ' εφαντάζετο ότι έφευγε το υπόγειον +και την ειρκτήν, και η ειρκτή και η Κόλασις ήτο μέσα της. + +Ώρα ήτον ως δύο μετά τα μεσάνυκτα, νυξ ασέληνος αστροφεγγής. Αρχάς +Μαΐου, δευτέραν εβδομάδα μετά όψιμον Πάσχα. Η εξοχή ευωδίαζεν, η +αύρα εμυροβόλει. Ολίγα άγρυπνα πουλάκια έμελπον το όρθριον επάνω +εις τα κλαδιά. Η Φραγκογιαννού επήρε τον δρομίσκον, τον λίαν +γνωστόν εις αυτήν, στενόν και έρποντα, όπισθεν των κήπων και +κάτωθεν των βράχων. Ο δρομίσκος μόλις ήτον ορατός εις την +αστροφεγγιάν, καλυπτόμενος εν μέρει από τους προεξέχοντας ράμνους +των θάμνων και των βάτων, οίτινες προέκυπτον από τους φράκτας των +κήπων. Η ευκίνητος γραία επάτει επί χόρτων και χαμαιμήλων, κ' επί +χλωρών ακανθών, ανήρχετο δε με βήμα κόρης, νεαράς βοσκοπούλας του +βουνού, τον ανηφορικόν δρομίσκον. + +Είχε τελειώσει η μακρά σειρά των κήπων και των περιβολίων προς τα +δεξιά της, ενώ αριστερά της παρετείνετο ακόμη ο μικρός βραχώδης +λόφος, τα Κοτρώνια, με τας τρεις γραφικάς κορυφάς των την μίαν +κατόπιν της άλλης, τας επιστεφομένας από ανεμμύλους και μικρά λευκά +καλύβια και σπιτάκια, έρποντα γύρω των. Τώρα πλέον έφθασεν εις +μέρος όπου άρχιζαν αμπέλια, αγροί με οπωροφόρα δένδρα, όσον ήτον +ακόμη πλαγινός ο ανήφορος, και ελαιώνες, οι αγροί με υψηλούς +στάχυς, σειομένους από την νυκτερινήν αύραν, εκείθεν όπου ο +ανήφορος καθίστατο αποτομώτερος και άνω. Η Φραγκογιαννού με ελαφρόν +άσθμα, έτρεχεν, έτρεχε, μαστιζομένη το πρόσωπον από το απόγειον το +πρωινόν, το αντίπνοον, του Βορρά το χαϊδεμένον εωθινόν τέκνον. + +Έσπευδε να φθάση το ταχύτερον, πριν ανατείλη η ημέρα, εις τα μέρη +τα οποία αυτή εγνώριζε. Υπήρχον, κατά τους βορείους αιγιαλούς της +νήσου, πολλοί κλεφτότοποι, μέρη απάτητα, σπήλαια και βράχοι όπου +εφύτρωνε το αγριοβότανον και η κάππαρις, και τα κρίταμα και η +αρμυρήθρα, και όπου τους υπάρχοντας ολίγους δρόμους κατέστρεφον +καθημερινώς τα κοπάδια των ερίφων και των αιγών. Εκεί θα ήτο το +άσυλόν της, εκεί όπου ήσαν αι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας της. +Εις εκείνους τους βορείους αιγιαλούς, σιμά εις το άγριον και +γαλανόν πέλαγος, εις το παλαιόν Κάστρον, το κτισμένον επί +γιγαντιαίου θαλασσοπλήκτου βράχου, εκεί είχε γεννηθή η Χαδούλα, κ' +εκεί είχεν ανατραφή ως δέκα ετών κόρη. + +Είτα, όταν ειρήνευσαν τα πράγματα, και η νέα πολίχνη εκτίσθη εις +τον λιμένα τον μεσημβρινόν, η μάνα της, η μάγισσα, η πολυκυνηγημένη +από τους κλέφτες και τους λιάπηδες, συχνά την είχεν επαναφέρει εις +τα μέρη εκείνα, της είχε δείξει όλους τους κλεφτότοπους, τους +αβάτους βράχους και τα άντρα, και της είχε διηγηθή δι' ένα έκαστον +των τόπων εκείνων ανά μίαν ιστορίαν, φανταστικήν ή αληθή. Εις +εκείνα τα μέρη, όταν την υπάνδρευσαν και την «εκουκούλωσαν», και +την «ενεκροβλόγησαν» κατά την συνήθη φρασεολογίον της μητρός της, +της είχαν δώσει ακόμη και την προίκα της. Το σπίτι, το Κάστρο το +έρημο, και το χωράφι στο Μποστάνι, στον απάτητον κρημνόν. Ύστερον, +όταν αυτή ενοικοκυρεύθη, κ' έμαθε πολλά, κ' επρόκοψεν εις +γυναικείαν σοφίαν, κ' εσυνείθισε να θηρεύη τα βότανα και τα +τρίφυλλα και τας δρακοντιάς εις τους λόγγους και το βουνά, πολύ +συχνά είχεν επισκεφθή τα μέρη εκείνα, χάριν των ερευνών της. + +Εκεί λοιπόν επήγαινε και τώρα, αν έδιδεν ο Θεός να φθάση ασφαλώς, +αλλ' εις ποίαν δεινοτάτην περίστασιν. Και ποία άρα θα ήτον η τύχη +της από τούδε; Μόνος ο Θεός το είξευρε. + +Πριν φθάση εις το μέρος, όπου ο δρόμος αποτόμως ανηφόριζε, καθώς +διήρχετο έξω από ένα περιβόλι, φραγμένον με πυκνούς βάτους και +θάμνους υψηλούς εν μέρει με τοιχογύρισμα, εντός του οποίου υπήρχον +πολλών ειδών οπωροφόρα δένδρα, η Φραγκογιαννού κατά τύχην +εσκόνταψεν εις τον δρόμον, έκαμε δε μικρόν θρουν, πεσούσα ελαφρώς +επάνω εις ένα θάμνον. Αφήκε μικράν φωνήν ομοίαν με στεναγμόν. + +Την ιδίαν στιγμήν ήκουσε πολύ πλησίον της, αλλ' έσωθεν του φράκτου, +δυνατόν γαύγυσμα σκύλου. Ανωρθώθη, και με ταχύτερον βήμα +εξηκολούθησε τον δρόμον της. + + — «Ποιος να είναι;» είπε μέσα της. + +Ηκούσθη τότε μία φωνή βραχνή και νυσταλέα, αλλ' απότομος. + + — Ε! βάρδ' απ' τα περιβόλια! Ανοιχτά! . . . Ανοιχτά! + +Ανεγνώρισε την φωνήν του Ταμπουρά, του δραγάτη. Ενόησε τότε τι +συνέβαινε. Το περιβόλι, έξωθεν του οποίου είχε σκοντάψει, ανήκεν +εις τον τότε Δήμαρχον του τόπου. Εντός αυτού, σιμά εις τ' άλλα +δένδρα, υπήρχον και ολίγαι κερασέαι, με καρπούς σχεδόν ωρίμους ήδη +και περκάζοντας, μελανωπούς εις την αστροφεγγιάν, ανάμεσα εις τα +μαυροπράσινα φύλλα, Ο Ταμπουράς, μη έχων τι άλλο να φυλάξη, επειδή +δεν ήτο ακόμη η ώρα των οπωρών ούτε των καρπών, εκοιμάτο εις το +περιβόλι του Δημάρχου, εντός μικράς καλύβης με τον σκύλον του, κ' +εφύλαγε τα κεράσια, μην τα κλέψουν οι δημόται του άρχοντος. + +Φεύγουσα, ήκουεν ακόμα το γαύγυσμα του σκύλου, συγχρόνως δε +«αυτιάσθη», και της εφάνη ότι ήκουεν ανθρώπινα βήματα. Αλλ' +ηπατήθη. Ίσως ήτο μάλλον αντίκτυπος και ηχώ των ιδίων βημάτων της. +Φαίνεται ότι ο αγροφύλαξ μόλις είχε μισοξυπνήσει, κ' έβαλεν, ως εν +υπνοβασία, μηχανικώς την συνήθη φωνήν του. Είτα ευθύς πάλιν +απεκοιμήθη. + +Η Χαδούλα έγεινε άφαντη εις το ύψος του λόφου, όπισθεν των δένδρων. +Εκεί εστάθη μίαν στιγμήν κ' έτεινε το ους. Τίποτε δεν ήκουεν ειμή +το λάλημα ενός πουλιού, το σύριγμα ενός νυκτερινού εντόμου, και το +φύσημα της αύρας. Τότε της ήλθαν εις τον νουν τα κεράσια, τα οποία +είχε διακρίνει αμυδρώς στύλβοντα εις ένα κρεμάμενον κλώνα, εξέχοντα +ολίγον έξω του φράκτου του δημαρχικού περιβολιού, σιμά εκεί όπου +είχε σκοντάψει, και είπεν· + + — Αχ! και δεν έκαμα να φτάσω ένα κεράσι, να δροσίσω το στόμα μου, +που είνε φαρμάκι. Ξέχασα να πιω μια σταξιά νερό πριν φύγω . . . +Ας φτάσω στη βρύσι, μια! + +Τότε μόνον ενθυμήθη ότι δεν είχε πίη νερόν πριν εξέλθη από το +κατωγάκι, όπου είχε διέλθει ολίγας αλλά τόσον μακράς εναγωνίους +ώρας. Η Χαδούλα ανελογίσθη μετά πικρίας ότι όλα, και τα μικρότερα +πράγματα, πρωθύστερα και ανάποδα της ήρχοντο εις αυτόν τον κόσμον. +Εάν είχε προμελετήση να κλέψη ολίγα κεράσια από την κερασιά του +Δημάρχου, θα επάτει μετά προσοχής, θα επλησίαζε μετά προφυλάξεως, +και τότε πιθανώς ούτε ο δραγάτης ήθελεν εξυπνήσει, ούτε ο σκύλος +ίσως θα εγαύγυζε. Αλλά διά να ευρεθή απρόσεκτη και αλλοφρονούσα, +διά να μην κυττάξη καλά πού πλησίον ευρίσκετο, επαραπάτησεν, έκαμε +μικρόν θόρυβον, αρκούντα διά να ξυπνήση τον σκύλον και τον +άνθρωπον. Όλα έτσι της ήρχοντο! + +Άλλως, η δίψα της τώρα είχεν ερεθισθή με τον δρόμον τον ανωφερή. +Έκοψε φύλλα ελαιοδένδρων και τα έβαλε μέσ' το στόμα της. + +Εβάδιζεν επί μίαν ώραν ακόμη. Ήτον ήδη χαραυγή. Αφού έφθασεν εις +την κορυφήν του λόφου, κατήλθε πάλιν εις το ρεύμα, εις την υπώρειαν +του βουνού με τας πολυσχιδείς πλευράς, το οποίον εκαλείτο η Βίγλες. +Τις οίδε ποίοι παλαιοί κλέφταις εφύλαγαν άγρυπνοι καραούλια εκεί, +και εντεύθεν είχε λάβη το όνομα. Έφθασεν εις την μικράν βρύσιν, εις +την ρίζαν του βουνού. Έφεγγεν ήδη. Έπιε νερόν, εδροσίσθη, κ' ευθύς +έφυγεν. Εις το μέρος εκείνο εσύχναζον πολλοί, άνθρωποι, βοσκοί και +'ξωμερίται κι' άλλοι. Η Γιαννού ήθελεν όσον το δυνατόν να μείνη +αόρατος. Εκατηφόρισεν ακόμη, εισήλθεν εις το κάτω ρεύμα το βαθύ, το +βαίνον προς την θάλασσαν, το καλούμενον Λεχούνι. + +Εκεί έφθασε μικρόν προ της ανατολής του ηλίου. Υπήρχον εκεί δύο ή +τρεις νερόμυλοι, μάλλον παλαιοί και άχρηστοι, εκ των οποίων ο είς +μόνον εδούλευε, και τούτο σπανίως. Όλα εδείκνυον την ερημίαν, δεν +εφαίνετο ίχνος ανθρώπου εκεί. Η Φραγκογιαννού, από περισσήν +προφύλαξιν, δεν ηθέλησε να πλησιάση. Απέφυγε το μέρος εκείνο, +εβάδισεν όπισθεν λόχμης, κ' έφθασεν εις γούρναν βαθείαν, με διαυγές +νερόν, γνωστήν εις ολίγους. Ήτο μέρος κρυφόν και απάτητον. +Εσχηματίζετο εκεί οιονεί άντρον, αποτελούμεναν εκ χλόης, εκ κορμών +και κισσού. Άντρον νύμφης, Δρυάδος των παλαιών χρόνων ή Ναϊάδος, +ευρούσης ίσως καταφύγιον εκεί. + +Διά να κατέλθη τις εις την μικράν πτυχήν της γης, όπου ήτο η γούρνα +του νερού, έπρεπε να έχη την τύχην διώκτριαν και τους πόδας της +Φραγκογιαννούς, τους ανυποδήτους, τους σχισμένους κ' αιματωμένους +από τας κνίδας και τας ακάνθας. Εκεί εκάθισε ν' αναπαυθή. Έβγαλεν +από το καλάθι της το ψωμί και το τυρί και ολίγον κρέας, τα οποία +την είχε φιλεύσει η Μαρούσα, επειδή την εσπέραν δεν είχε δυνηθή να +φάγη τίποτε, μετά τον καφέν όπου είχε πίη εις το μαγειρείον. +Εφύλαξε μόνον τα δίπυρα, τα οποία είχε λάβει από το σπίτι της κόρης +της, της Δελχαρώς. Έφαγεν, έπιε δροσερόν νερόν, κ' έλαβε μικράν +αναψυχήν. + +Εκείνην την στιγμήν, ανέτελλεν ο ήλιος. Ο δίσκος του εφάνη ν' +αναδύεται από τα κύματα, αντικρύ, εις το μακρινόν πέλαγος, του +οποίου μίαν λωρίδα έβλεπεν από την κρύπτην της η Χαδούλα. Τα όρνεα +του βουνού, του πετρώδους και ηχώδους, το οποίον ηγείρετο όπισθέν +της, έρρηξαν μακρούς κρωγμούς, και τα πουλάκια της κοιλάδος, της +λόχμης, του μικρού δάσους, αφήκαν φαιδράς μελωδίας. + +Μία ακτίς θερμή, ερχομένη μακράν, από το φλεγόμενον πέλαγος, +διέσχιζε την πυκνήν φυλλάδα και τον κισσόν τον περισκέποντα το +άσυλον της ταλαιπώρου γραίας, και έκαμνε να στίλβη ως πλήθος +μαργαριτών η δρόσος η πρωινή, η βρέχουσα τον πλούσιον σμαράγδινον +πέπλον, κ' εφυγάδευεν όλον το ρίγος της υγρασίας, και όλον το κρύος +του φόβου του πελιδνού, φέρουσα πρόσκαιρον ελπίδα και θάλπος. + +Η Γιαννού έβγαλε το χράμι το μάλλινον, το διπλωμένον εις πολλάς +πτυχάς, από το καλάθι της, το εξεδίπλωσεν, ετυλίχθη μ' αυτό, κ' +έκλινε την κεφαλήν προς την ρίζαν του γηραιού πλατάνου. Απεκοιμήθη. + +Της εφάνη εις τον ύπνον της ότι ήτον νέα ακόμα· ότι ο πατήρ της και +η μάνα της την υπάνδρευον, όπως την είχαν υπανδρεύσει και την είχαν +«νεκροβλοήσει» τον καιρόν εκείνον, και την επροίκιζαν, δίδοντες +αυτή και τον κήπον τον πατρώον, όπου αυτή εσκάλιζε κ' επότιζε τα +κουκιά και τα λάχανα, όταν ήτον μικρή· και ο πατήρ της την εφίλευε +τάχα, διά τον κόπον της και της έδιδε «τέσσερα κεφάλια» κεφάλια από +λαχανίδες. Η Χαδούλα μετά χαράς έλαβε τα τέσσαρα φυτά εις τας +χείρας, αλλ' όταν τα εκύτταξε, είδεν, ω φρίκη! ότι ήσαν τέσσερα +μικρά κεφάλια ανθρώπινα νεκρικά . . . + +Ανεταράχθη, εσκίρτησεν, είπε «Κύριε Ιησού Χριστέ! . . . » Πάλιν +απεκοιμήθη. Ωνειρεύθη ότι η μητέρα της την συνελάμβανεν επ' +αυτοφώρω ερευνώσαν να εύρη το κομπόδεμα, κάτω εις το ισόγειον, +ανάμεσα εις τα βαρέλια και τα πιθάρια και τον σωρόν των καυσοξύλων +ως την είδεν, εμειδίασε πικρώς, το σύνηθες μειδίαμά της, και διά να +την εβγάλη τάχα από τον κόπον, επήρε μοναχή της το κομπόδεμα, +έβγαλε και της εχάρισεν από τα τόσα τάλληρα, τα σκυλοδεμένα, τρία +γερμανικά τάλληρα, τρεις ρηγίνες, απ' εκείνας που είχαν και την +εικόνα της Παναγίας επάνω, με την επιγραφήν «Patrona Bavariae». Η +Φραγκογιαννού, μετά χαράς μεμιγμένης μ' εντροπήν, επήρε τα τρία +νομίσματα, από τα χέρια της μητρός της πλην όταν τα εκύτταξε, είδεν +ότι τα τρία εκείνα νομίσματα, με τα πρόσωπα που έφερον επάνω, ήσαν +τρία προσωπάκια, μικρά, πελιδνά, με σβυσμένα ματάκια . . . . Ω! +τρόμος! προσωπάκια μικρών κορασίδων! + +Εξύπνησε περίτρομος, δυστυχής, φρενιασμένη. Ήτον ήδη μεσημβρία. Ο +ήλιος έκαιεν υπεράνω της κεφαλής της άνωθεν της κορυφής του +δροσερού πλατάνου. Με όλον το θάλπος του ηλίου, και την φαιδρότητα +της ημέρας της μαγιάτικης η εντύπωσις του ονείρου έμεινεν επί +μακρόν εις τον νουν της. Της εφαίνετο παράξενον μάλιστα πως, εν +ημέρα, είδε τα όνειρα αυτά. Οσάκις είχε κοιμηθή εν καιρώ ημέρας, +εις την ζωήν της δεν ενθυμείτο ποτέ να είδεν όνειρον. + +Έβρεξεν εις την γούρναν δύο δίπυρα, τα απέθηκεν επί της πέτρας της +πλακαρής παρά το χείλος του λάκκου, και τα ελησμόνησεν εκεί επί +μακρόν, εωσότου έλυωσαν από το βρέξιμον κ' εσάπισαν. Μετά ώραν, +εγέμισε την φούχταν της με τα ψιχία, και τα έφαγε. + +Όταν ο ήλιος εκρύβη εις την κορυφήν του βραχώδους βουνού, κ' +εσκίασεν η κοιλάς, και ήτο δειλινόν πλέον, εστενοχωρήθη και +προέκυψε την κεφαλήν έξω της κρύπτης. Εκύτταξεν άνω και κάτω, εις +την κοιλάδα την κατάφυτον από ελαιώνας, αλλά ψυχή δεν εφαίνετο. +Τότε εσκέφθη να πάρη το καλάθι της και το ραβδί της, να εξέλθη από +την μικράν κόγχην, ν' αναβή επάνω εις την λόχμην την σύδενδρον, και +να πάρη σιγά το ρέμμα-ρέμμα, και ν' αρχίση πάλιν, την παλαιάν της +τέχνην, να ψάχνη προς ανεύρεσιν βοτάνων — τα οποία δεν ήξευρε πλέον +εις τι θα της εχρησίμευον, αφού δεν είχε πλέον εις τον κόσμον άλλο +άσυλον, ειμή την ειρκτήν και μόνην. + +Αλλ' όμως έτρεφεν αόριστον ελπίδα, ότι θα εύρισκεν ίσως ξενίαν εις +καμμίαν μάνδραν ή καλύβην βοσκού, και τότε τα βότανα θα τα +επρόσφερεν εις την σύζυγον του φιλοξενούντος ως μικρόν αντάλλαγμα. +Το περισσότερον όμως, θα το έκαμνε διά να περάση η βαρεία ανία, +ήτις εβασάνιζε την ψυχήν της. + +Την ώραν εκείνην ήκουσε μεμακρυσμένους κωδωνίσκους να ηχούν, και +συγχρόνως είδε μακρόθεν να κατέρχεται ένα κοπάδι. Πάραυτα εσκέφθη +ότι, αν δεν προλάβη ευθύς να εξέλθη από την μικράν χαράδραν, μετ' +ολίγον η κρύπτη της θ' ανακαλυφθή εξ άπαντος. Διότι, και αν τα +πολλά των αρνίων ή των εριφίων εσκορπίζοντο, κ' επήγαινον να πίωσιν +εις το μέγα ρεύμα, το οποίον έρρεεν επάνω μέχρι της στέρνας, και +ύστερον κάτω από τον νερόμυλον, μερικά εξ αυτών βεβαίως θα +κατήρχοντο εις το μικρόν ρεύμα, το γείτον της γούρνας. Είτα τα ζώα +θα εσκιάζοντο, θα εξαφνίζοντο, θα ωπισθοχώρουν πηδώντα, και ο +βοσκός, όστις και αν ήτο, θα την ανεκάλυπτε, θα επαραξενεύετο, και +ίσως θα συνελάμβανεν υποψίας. + +Το καλλίτερον άρα θα ήτο ν' αντιμετωπίση, με την άφευκτον +προσποίησιν, με το ψεύδος εις τα χείλη, την παρουσίαν του βοσκού. +Άλλως ήτο πολύ πιθανόν, ο αγροδίαιτος εκείνος να μην είχε προ +ημερών ειδήσεις από την πόλιν, και να μην εγνώριζε τίποτε περί του +διωγμού, τον οποίον υπέφερεν η Φραγκογιαννού. + +ΙΓ'. + +Μετ' ολίγον τω όντι, αφού η Γιαννού εξήλθε της κρύπτης, και +βαίνουσα παρά το ρεύμα ένευεν εδώ κ' εκεί αναζητούσα βότανα, +επλησίασε το κοπάδι των προβάτων μικτόν μετά τινων αιγών και ο +βοσκός ενεφανίσθη. Η Γιαννού τον ανεγνώρισεν αμέσως. Ήτον ο +καλούμενος Γιάννης Λυρίγκος. + +Άμα είδε την γραίαν άρχισε να φωνάζει μακρόθεν· + + — Και πού 'ς αυτόν τον κόσμο, θεια Γαρουφαλιά; (Ο Λυρίγκος +ανεγνώρισε το πρόσωπον, αλλά, φαίνεται, δεν ενθυμείτο καλώς το +όνομα). Καλά που σ' ηύρα! . . . Ο Θεός σ' έστειλε! + + — Τι να τρέχη; είπε μέσα της η Φραγκογιαννού. Κάτι θέλει να μου +πη. Βέβηα, ο άνθρωπος δεν θα έχη ακούσει τίποτα για τα πάθια τα +δικά μου. + + — Ξέρεις τίποτα, θεια Γαρουφαλιά; επανέλαβεν ο Λυρίγκος +πλησιέστερον ερχόμενος. + +Τι να ξέρω, γυιέ μου; είπεν υποκριτικώς η Φραγκογιαννού, απέχουσα +να εξαγάγη τον άνθρωπον εκ της πλάνης όσον αφορά το βαπτιστικόν της +όνομα, είτα επέφερεν. — Από τα ψες λείπω απ' το χωριό. Ήρθα να +μαζώξω βότανα στα ρέμματα. + + — Άκουσε, θεια Γαρουφαλιά, επανέλαβε με απλότητα ο άνθρωπος. Απόψε +γεννήσαμε, στο καλύβι. + + — Γεννήσατε; + + — Σπαργανίσαμε! Είναι το τρίτο κοριτσάκι που μας ήρθε στα πέντε +χρόνια . . . όλο κοριτσούδια, το έρμο! + + — Να σας ζήση! είπεν η γραία. Καλή σαράντισι της φαμιλιάς σου! + + — Ως τόσο, το κοριτσάκι ήρθε στον κόσμο άρρωστο, κι' όλο κλαίει, +και στο βυζί δεν κολλάει. Κ' η μάνα του η καψερή, τόσο καλά δεν +είναι . . . Όλο κάψι και σεκλέτι, το έρμο! + +Αλήθεια; + + — Να ήθελες να μας έκανες τη χάρι να περνούσες απ' το καλύβι, να +έκανες κανένα ψευτογιατρικό, θεια Γαρουφαλιά; . . . . Εκείνη η +πεθερά μου δε 'φελάει τίποτα, τι να σου κάμη; + + — Μα τώρα κοντεύει να νυχτώση. . . είπε με υποκρισίαν η +Φραγκογιαννού. + +Και μέσα της έλεγε — «Το ροιζικό μου είναι πλειο! Ωχ Θε μου»! + + — Ας νυχτώση . . . Αν θέλης, κοιμάσαι στο καλύβι. + +Η Φραγκογιαννού εστάθη ως να εδίσταζεν. Αλλ' ήτον ετοίμη να +συναινέση. + +Την ιδίαν στιγμήν, με την τελευταίαν ακτίνα του ηλίου ήτις εχρύσωνε +την κορυφήν του ανατολικού λόφου με τους ελαιώνας τους πολλούς, κ' +έκαμνε να στίλβη το φύλλωμα των ελαιών, εφάνησαν δύο άνθρωποι +κατερχόμενοι δρομαίοι από ένα μονοπάτι, μεταξύ δύο ελαιώνων. + +Η Φραγκογιαννού τους είδε πρώτη κ' ετρόμαξεν. Ο ήλιος όστις +κατέλαμπε τα φύλλα, έκαμνε να γυαλίζουν και τα κομβία της στολής +των τα προ μακρού χρόνου αγυάλιστα. Ήσαν οι χωροφύλακες. + +Πάραυτα η Φραγκογιαννού έστρεψε τα νώτα προς τον Γιάννην τον +Λυρίγκον, κ' έτρεξε προς την ρίζαν του πετρώδους βουνού, προς +δυσμάς. + +Ο βοσκός εφώναξεν έκπληκτος· + + — Πού πας, θεια Γαρουφαλιά; + + — Σιώπα! παιδί μου του εσύριξεν έντρομος η γυνή, αν αγαπάς τον +Χριστό! Έρχονται ταχτικοί!. . . Να μην πης πως με είδες! + + — Ταχτικοί; + + — Να μη με μαρτυρήσης παιδί μου, χάνομαι! Ησύχασε! Αν γλυτώσω +τώρα, την νύχτα θα 'ρθώ στο καλύβι σας . . . + +Και αφού έβγαλε τα πασουμάκια της, τα οποία εξερχομένη από την +γούρναν είχε φορέσει, και τα έρριψε μέσα στο καλάθι, άρχισε ν' +αναρριχάται ελαφρά πατούσα, ανυπόδητη, με το καλάθι της περί τον +αριστερόν αγκώνα, με το ραβδί της εις την χείρα την δεξιάν, τον +κρημνόν τον ανωφερή, όπου μόνον τα ολίγα ερίφια, όσα ήσαν μεταξύ +των προβάτων του Λυρίγκου, θα ηδύναντο ν' αναρριχηθώσι. + +Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, αφού ανήλθεν εις ύψος ολίγων οργυιών, +εκρύπτετο όπισθεν του πρώτου προέχοντος βράχου, κ' εγίνετο άφαντη. + +Ευθύς κατόπιν οι δύο χωροφύλακες, οίτινες διά να φθάσουν έως το +μέρος όπου ευρίσκετο ο βοσκός, ήτο ανάγκη να χαμηλώσουν και +διέλθουν το ρεύμα, μεταξύ της πυκνής λόχμης — και την περίστασιν +ταύτην είχεν επωφεληθή όπως φύγη η Φραγκογιαννού — έφθασαν πλησίον +του Λυρίγκου. Ο βοσκός εν τω μεταξύ εκύτταζε τα αιγοπρόβατα του, τα +εφώναζε «Τίβι! τίβι! . . . όι! όι!» Επροσπάθει να τα συμμαζέψη και +τα φέρη προς τον ανήφορον, διά να τα οδηγήση προς την ράχιν την +μεσημβρινήν, όπου ευρίσκετο η στάνη του. + +Οι δύο άνδρες εχαιρέτισαν τον Λυρίγκον. Είτα τον ηρώτησαν αν είδε +«κείνη την παληογυναίκα, πώς την λεν, την Φραγκογιαννού». + +Ο Λυρίγκος είπεν όχι. + +Ο είς των χωροφυλάκων ύβρισε τον βοσκόν. + + — Ψέμματα λες! εγώ την είδα!. . , + +Ούτος επέμενεν ότι είχεν ιδεί τον ήσκιον, τον «διακαμόν» ή το +«διάνεμα», καθώς έλεγε, της γραίας ν' αναρριχάται ως γάττα εις το +ύψος του κρημνού. Ο άλλος δεν είχεν ιδεί ούτε ισχυρίζετο τίποτε. + +Ο πρώτος, με τα τσαρούχια του εδοκίμασε ν' αναρριχηθή εις τον +βράχον. Αλλά μετά τρία βήματα κατεκρημνίσθη κ' έπεσε, κτυπήσας +ελαφρώς εις το γόνυ. + +Εκεί όπου είχεν αναβή η Φραγκογιαννού, ήτο το βουνόν του Κουρούπη, +βορεινόν, βραχώδες, απάτητον, και τους πόδας του εφίλει και έπληττε +το κύμα του πελάγους. Η θέα ηνοίγετο προς την ακτήν της Μακεδονίας, +την Χαλκιδικήν, και τον μέγαν Άθωνα. + +Η θέσις όπου έφθασεν η καταδιωκομένη γυνή εκαλείτο το Κοχύλι. +Ανθρώπινος πους σπανίως επάτει εκεί. Μόνον όταν απεπλανάτο ή +«εβραχώνετο» καμμία γίδα, τότε κανείς βοσκός ερριψοκινδύνευε ν' +ανέλθη προς την άβατον εκείνην σκοπιάν. Η Φραγκογιαννού ανεκάλυψε +μικρόν σπήλαιον, όλον ανοικτόν εις την θέαν του πελάγους, το οποίον +ήτο το κυρίως Κοχύλι, κ' εκάθησεν ανέτως εις την χιβάδα εκείνην. +Ήτο σχεδόν βεβαία ότι οι διώκται της δεν θα την έφθανον εκεί. Εάν +τυχόν κανείς απ' αυτούς ήτο τόσον «μάνας γυιός», ώστε ν' αποφασίση +και να κατορθώση ν' αναρριχηθη εις τον βράχον, αυτή είχεν ετοίμην +και την «υποχώρησιν». Εγνώριζεν έν άλλο μονοπάτι, έσωθεν της διπλής +κορυφής του πετρώδους βουνού, σχίζον εις δύο τας συστάδας των +βράχων, το οποίον γνωστόν εις μόνους τους αιγοβοσκούς των μερών +τούτων, έφερε κατ' ευθείαν εις τας μάνδρας και τας κατοικίας των. + +Εκάθισεν εις την κόγχην του βράχου, κάτω από τους πόδας της έχουσα +την βοήν και την μελωδίαν των κυμάτων, και άνω της κεφαλής της +ήκουε την κλαγγήν των αετών και τους κρωγμούς του ιέρακος. Καθώς +απλώθη η νύκτα, εφεγγοβόλησεν από άστρα το αχανές στερέωμα, και ο +αήρ ο ευώδης θα ήτον ικανός να βαλσαμώση και αυτά της γυναικός +ταύτης τα «πάθια». Το κογχυλοειδές άντρον ήτο μόνον ως τρία μπόια +άνω από το κύμα, αλλ' ο βράχος έως κάτω ήτο τόσον κάθετος, ώστε +αδύνατον ήτο «βροτός ανήρ» ν' ανέλθη ή να κατέλθη. Ήτο θέσις καλή +μόνον διά να πέση τις εις την θάλασσαν να πνιγή, εάν το είχεν +αποφασίση. + +Η γραία έβγαλεν από το καλάθι της τα ολίγα παξιμάδια όσα της είχον +μείνη, ελαίας και τυρίον, κ' εδείπνησεν. Ευτυχώς το φλασκί της, ήτο +γεμάτο νερόν, επειδή το δειλινόν το είχε γεμίσει από την γούρναν. + +Έκλεισε τα όμματα, και ήρχισε να ναναρίζεται μόνη της, +υποψιθυρίζουσα ένα τραγούδι ωσάν μοιρολόγι, αλλά δεν είχεν ύπνον. +Επανήλθαν πάλιν και της έστησαν πολιορκίαν οι φόβοι και τα +φαντάσματα. Τον κλαυθμηρισμόν εκείνον του νηπίου τον ήκουε συχνά +μέσα της, βαθειά στα σωθικά της. Το μυστηριώδες τούτο κλαύμα +ματαίως εδοκίμαζε να κατασιγάση με το άσμα το παραπονετικόν και +ρεμβώδες, το οποίον υπεψιθύριζε. + + Μανούλα μου, ήθελα να πάω, πάω να φύγω να μισέψω + του ροιζικού μου από μακρυά την πόρτα ν' αγναντέψω. + στο σκοτεινό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω, + κ' εκεί να βρω τη Μοίρα μου, και να την ερωτήσω . . . + +Της ήλθεν εις τον νουν ότι, ίσως οι «ταχτικοί» να την εκυνήγουν και +την νύκτα ακόμη. Εάν αυτοί ανήρχοντο επάνω, εις τα μανδριά των +βοσκών, κ' έμεναν εκεί να διανυκτερεύσουν;. . . Μήπως δεν είχαν +χλωρήν μυζήθραν οι βοσκοί, ή μήπως δεν είχαν γάλα και στρογγυλιάτα, +ή ακόμα και κόττες διά στραγγάλισμα και ψήσιμον, εις πρόχειρον +ξυλίνην σούβλαν; Εάν τυχόν κανείς από τους βοσκούς εγελάτο, κ' +εδείκνυεν εις τους χωροφύλακας το μέσα μονοπάτι, τότε η αποχώρησίς +της δεν θα εκόπτετο; Και ήτο απείρως δυσκολώτερον να καταβή, οπόθεν +ανέβη, εκτός αν εγίνετο πτερόπους κ' έφευγε . . . + +Είχε μέγα ενδιαφέρον να εμάνθανε τι του είπαν του Λυρίγκου οι δύο +«ταχτικοί», και τι αυτός είπε. Το καλύβι του Λυρίγκου, το +εγνώριζεν, ήτον επάνω στην ράχην, όπισθεν του βουνού, και απείχεν +ως είκοσι λεπτά της ώρας. Τώρα, βέβαια, ο Λυρίγκος θα είχε μάθη το +διατί αυτή κατεδιώκετο να συλληφθή, και διά ποίαν πράξιν +κατηγορείτο. Και με τι μούτρα να παρουσιασθή, τότε, στο καλύβι, +αυτή; Αλλά πιθανόν ο ίδιος να μην εκοιμάτο στο καλύβι, αλλά μάλλον +εις την μάνδραν της αγέλης του, ήτις θα ευρίσκετο εκεί κάπου, όχι +πολύ μακράν. Και τότε αυτή θα εύρισκε τας δύο γυναίκας, την λεχώ +και την μητέρα της, θα τας εξάφνιζε . . . Τι να κάμη; Ποίαν +απόφασιν να λάβη; + +Απεναρκώθη, και χωρίς να κοιμάται εντελώς, ωνειρεύετο. Της εφάνη +ότι ευρίσκετο αλλού, εις άλλον τόπον. Σιμά εις τον Άι-Γιάννην τον +Κρυφόν, εκείνον τον Άγιον όστις εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους, κ' +εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών εκεί έξαφνα ευρέθη. +Αντίκρυζε τον κήπον του Περιβολά, με την γυναίκα την κατάκλειστον +εις την καλύβαν, την άρρωστην. Έβλεπε την θύραν του φραγμένου +κήπου, το πηγάδι, την στέραν, το μάγγανον. Άκουσε ευκρινώς να +εξέρχεται από την στέρναν μια βαθεία, πολύ βαθεία, αλλόκοτος βοή. +Εταράσσετο το νερόν της στέρνας, με παφλασμόν τρικυμίας, εφώναζε, +και σχεδόν ωμίλει ως άνθρωπος. Αυτή διέκρινεν εναργώς την λέξιν την +οποίαν επρόφερε το λαλούν εκείνο νερόν «Φόνισσα! . . . +Φόνισσα! . . . » + +Ανετινάχθη φρίσσουσα, εξύπνησε, και διετύπωσε προς εαυτήν, ως εις +παραμίλημα πυρετού, μίαν αλλόκοτον ερώτησιν. «Τάχα το αίμα το +πνιγμένο φωνάζει, όπως και το αίμα που χύθηκε;» + +Είτα ευθύς συνήλθεν εις εαυτήν, εδοκίμασε πάλιν να προφέρη της +προσευχής τα καταπραϋντικά λόγια. «Κύριε Ιησού . . . » Την ιδίαν +στιγμήν ανεπόλησε τα λησμονημένα λόγια ενός τροπαρίου, το οποίον +είχεν ακούσει πολλάς φοράς εις την νεότητα της να ψάλλη ένας γέρων +ιερεύς «Ιησού γλυκύτατε Χριστέ. . . Ιησού μακρόθυμε!» + +Τότε ευθύς της ήλθε πάλιν ο ύπνος, βαθύς και διαρκέστερος. Και τότε +ωνειρεύθη οιονεί ότι εξαναέζη όλην την περασμένην ζωήν της. Και +παραδόξως, μέσα εις τον ύπνον της, έβλεπε τα επίλοιπα εκ των +ονείρων της παρελθούσης ημέρας. Έβλεπεν όχι πλέον ότι υπανδρεύετο ή +επροικίζετο, αλλά ότι εγέννα, και της εφάνη ότι είχε και τας τρεις +κόρας της συγχρόνως, την Δελχαρώ, την Αμέρσαν και την Κρινιώ, +μικράς, σχεδόν ομήλικας, ως να ήσαν τρίδυμοι. Ότι αι τρεις, +κρατούμενοι εκ των χειρών, ίσταντο έμπροσθέν της, και της εζήτουν +θωπείας, ασπασμούς και φιλεύματα. Αίφνης, τα πρόσωπά των, +αλλοιωθέντα, δεν ωμοίαζον πλέον ως των τριών θυγατέρων της, αλλά +προσέλαβαν όλους τους χαρακτήρας των τριών εκείνων κορασίων, των +πνιγμένων, και, ως κομβολόγιον εκρεμάσθησαν αίφνης από τον λαιμόν +της. + + — Εγώ είμαι η Ματούλα, έλεγεν η μία. — Κ' εγώ η Μυλσούδα, η μικλή, +εψέλλιζεν η άλλη, — Κ' εγώ είμαι η Ξενούλα, έλεγεν η τρίτη. — +Φίλησέ μας! — Πάρε μας! — Ημείς τα κορίτσια σου! — Εσύ μας +γέννησες, μας έκαμες! — Μας γέννησε . . . στον άλλο κόσμο, +επρόσθεσε σαρκαστικώς η Ξενούλα. — Χόρεψέ μας! — Δώσε μας μαμ! — +Κάμε μας νάνι! — Τραγούδα μας! — Καμάρωσέ μας! + +Ω! αλήθεια, της εφαίνετο τόσον φυσικόν το πράγμα! Αύται αι τρεις +μικραί κορασίδες ήσαν τα τέκνα της! οποίος ορμαθός έμψυχος, +ανθρώπινος! . . . Νεκρωμένος, βαρύς από το ύδωρ, αφρισμένος!. . , Πώς +θ' αντείχεν η γραία Χαδούλα να φέρη, εις όλον τον καιρόν, όλον τον +φρικώδη τούτον ορμαθόν κρεμασμένον από τον τράχηλόν της! + +Εξύπνησε παραλογισμένη, φρίσσουσα· εσηκώθη, επήρε το ραβδί της, το +καλάθι της, και απεφάσισε να φύγη εκείθεν. Εδώ εις την κοίλην +χιβάδα του βράχου, εις την βοήν του ερήμου αιγιαλού, υπήρχον πολλά +φαντάσματα. Ο τόπος ήτον στοιχειωμένος. «Ας φύγω κι' αποδώ»! + +Πάραυτα επανήλθον εις τον νουν της οι λογισμοί της οι άλλοι, οι +θετικώτεροι. Εάν τυχόν οι δύο χωροφύλακες είχον ανακαλύψει το κρυφό +μονοπάτι, το καλλίτερον ήτο να τρέξη προ του κίνδυνου, και αν τους +συνήντα καθ' οδόν, πιθανόν να εύρισκε διέξοδον όπισθεν της συστάδας +των βράχων, χειρότερον δε θα ήτο αν την απέκλειαν εδώ εις αυτήν την +στενούραν, εις το Κοχύλι. + +Έτρεξε τον δρομίσκον τον ανωφερή, εις την αστροφεγγιάν, ανάμεσα εις +τους βράχους, και μετά ημίσειαν ώραν έφθασεν ασθμαίνουσα εις τον +οικίσκον του Λυρίγκου. Εστάθη διά να λάβη αναπνοήν, είτα έκρουσε +την θύραν. + +Περί ενός μόνου ήτο βεβαία, ότι οι δύο «ταχτικοί» ευρίσκοντο παντού +αλλού, αλλ' όχι εις αυτό το καλύβι, όπου υπήρχε γυνή λεχώ με την +συντροφίαν της μητρός της. Εάν έμειναν την νύκτα εις το βουνόν, θα +ευρίσκοντο εις έν από τα μανδριά των ποιμνίων. + +Η γραία, η πενθερά του Λυρίγκου, ήτις δεν είχεν ύπνον να κοιμηθή, +όπως δεν εκοιμάτο και η Φραγκογιαννού προ ημερών, όταν εσυντρόφευε +την λεχώ, την κόρην της, εσηκώθη και ηρώτησε : + + — Ποιος είνε; + + — Μ' έστειλε ο Γιάννης, απήντησεν έξωθεν της κλειστής θύρας η +Χαδούλα, χωρίς να είπη τ' όνομά της, για να κάμω γιατρικά της +λεχώνας. + + — Τέτοιαν ώρα; + + — Δεν 'μπόρεσα 'νωρίτερα να 'ρθώ. + + — Πού τον ηύρες; + + — Κάτω στο Λεχούνι, στο ρέμμα. + +Η γραία απέσυρε τον μοχλόν και ήνοιξε την θύραν. + + — Αυτοί δεν ξέρουν τίποτε, εσκέφθη καθ' εαυτήν η Φραγκογιαννού· 'ς +αυτές «περνάει η μπογιά μου» ακόμα. + +Άμα επάτησε τον πόδα μέσα, και άρχισε να φέρεται ως οικοκυρά. Εις +το φως του κανδηλίου, του καίοντος εμπρός εις έν παλαιόν εικόνισμα, +τρίπτυχον, φέρον τον Χριστόν εν τω μέσω, και διαφόρους αγίους εις +τας δύο πτέρυγας, επήγε κατ' ευθείαν εις την εστίαν, σιμά εις την +στρωμνήν της λεχούς, επί του δαπέδου, εδοκίμασε την φωτιάν, και +είδεν ότι ήτο μισοσβυσμένη. Επήρε ξυλάρια και ξυλόκλαδα, από ένα +σωρόν παρά την γωνίαν, έρριψεν ολίγα εις την εστίαν, εφύσησε κ' +εξάναψε την φλόγα. Έλαβεν ένα ιμβρίκι, το οποίον ευρίσκετο επί της +εστίας, το εγέμισε νερόν, έψαξεν εις το καλάθι της, επήρε δύο ή +τρία κλωναράκια βοτάνων, τα έρριψε μέσα, κ' έβαλε το αγγείον εις το +πυρ. + +Είτα, νεύουσα προς το μέρος της λεχώνας, είπε σιγά εις την γραίαν· + + — Μην την εξυπνάς . . . Σαν ξυπνήση, ύστερα, να το πιη αυτό. + +Η γυνή απήντησε διά νεύματος. Η Φραγκογιαννού εξηκοκολούθει να φυσά +το πυρ. Η γραία εν αμηχανία, επεθύμει να την ερωτήση και πάλιν πώς +ευρέθη εκεί τοιαύτην ώραν, αλλά δεν ετόλμα. Η κόρη της έκαμε κακή +λεχωσιά· κ' εφοβείτο μην εξυπνήση έξαφνα και θορυβηθή. + +Το θυγάτριον, μικρόν ράκος δύο ημερών ζωής, το οποίον είχεν έλθη +κι' αυτό εις τον κόσμον δι' αμαρτίας και βάσανα, εκοιμάτο εις την +κοιτίδα του, αλλ' η αναπνοή του ήτο δύσκολος και ηκούετο εν μέσω +της σιωπής. Από καιρού εις καιρόν, όταν το φύσημά του εγίνετο +οπωσούν σφοδρότερον, και το βρέφος εφαίνετο έτοιμον να ξυπνήση και +να φωνάξη, η μάμμη το ενανούριζε δι' ενός μονοσυλλάβου, «Κοι, κοι, +κοι, κοι!» εφαίνετο δε τω όντι η συλλαβή αύτη ήτις φαίνεται να +είναι η πρώτη συλλαβή του «κοιμήσου!», ή η ρίζα του «κείμαι» +εφαίνετο, λέγω, πολλάκις επαναλαμβανομένη, να εξασκή παράδοξον +υποβολήν και γοητείαν. + +Η ώρα παρήρχετο. Είχον λαλήσει ήδη δύο φοράς τα ορνίθια. Η Πούλια +είχεν υπερβή προ πολλού το μεσουράνημα. Από την αντικρυνήν κορυφήν +της ράχης, όπου ήσαν άλλα καλύβια κατοικούμενα από τας οικογενείας +βοσκών ηκούσθησαν μεμακρυσμένα λαλήματα. Εις ταύτα απήντησεν ευθύς +το λάλημα των πετεινόν από τον ορνιθώνα του καλυβιού του Λυρίγκου. + +Η λεχώνα εξύπνησε. Η μάνα της της έδωκε να πίη το φάρμακον, το +οποίον είχε παρασκευάση η Φραγκογιαννού. + + — Κουράγιο, κοπέλλα μ', είπεν αύτη με πραείαν φωνήν. + + — Πού βρέθηκες εδώ; είπεν η λεχώνα. + +Την εκύτταζε με απορίαν, κ' εδυσκολεύετο να την αναγνωρίση. + + — Ο Θεός μ' έστειλε, είπε μετά πεποιθήσεως η Γιαννού. + + — Καλά που ήρθες, εδήλωσε τότε και η γραία. + +Τω όντι, αύτη, αν και είχε παραξενευθή καταρχάς, εσκέφθη, και +ανεγνώρισεν ότι η παρουσία της Γιαννους ήτο μία παρηγορία εις την +μοναξίαν των. + +ΙΔ'. + +Περί τα πρώτα γλυκοχαράγματα, το βρέφος είχεν εξυπνήσει, κι' άρχισε +να κλαυθμηρίζη. Η Φραγκογιαννού έκαμε και πάλιν «κουμάντο». +Εσυμβουλεύσε την λεχώ να βάλη το παιδίον εις το βυζί, διά να +δοκιμάση αν κατέβη το γάλα. Συγχρόνως ηκούσθη κρότος έξωθεν, κ' +ευθύς κατόπιν μία φωνή. + + — Γρηά! . . . Γρηά! . . . κοιμάστε; + +Ήτον ο Λυρίγκος, κ' εκάλει την πενθεράν του. + +Η γραία εγνώρισε την φωνήν, εσηκώθη κ' έτρεξεν εις την θύραν. + + — Έλα να μου δώσης ένα χέρι, εφώναξεν ο Λυρίγκος. Ο παραγυιός +λείπει κ' είμαι μονάχος. + +Ο Γιάννης φαίνεται ότι δεν εσκέφθη καν να ερωτήση διά την λεχώ, την +γυναίκα του, και διά το τέκνον του, πώς είχον. Ησθάνετο μόνον +επείγουσαν ανάγκην, κ' έκραζε την πενθεράν του να τον βοηθήση εις +τας ποιμενικάς εργασίας της πρωίας, δηλαδή ίσως εις το +ξεμάνδριασμα, και τα λοιπά. + + — Δεν μπορεί κανείς μοναχός του, το έρμο! . . + +— Πρέπει νάχη τέσσαρα χέρια! επρόσθεσεν ως αυτοδικαιολογούμενος. + +Η γραία εξήλθε τρέχουσα. Η Φραγκογιαννού έμεινε μόνη, με την λεχώ +και το βρέφος. + +Η νεαρά γυνή είχε λαγοκοιμηθή πάλιν, και δεν είχεν αντιληφθή καλώς +την απουσίαν της μητρός της. Μετ' ολίγας στιγμάς εξύπνησε και είπε· + + — Πού πάει η μάνα, θα ' πω; + +Η Φραγκογιαννού, φρονούσα ότι το καλλίτερον ήτον η λεχώνα να +κοιμάται διά να ησυχάζη, και γνωρίζουσα ότι η απόκρισις η διδομένη +εις τους πυρέσσοντας και εις τους ως εν υπνοβασία παραμιλούντας +βλάπτει μάλλον ή ωφελεί, δεν απήντησε τίποτε. Η λεχώ ευθύς και +πάλιν απεκοιμήθη. + +Το θυγάτριον εκ νέου άρχισε να κλαυθμηρίζη πολύ τρυφερά και +παραπονετικά, μέχρις οχληρότητος. Η Φραγκογιαννού, ήτις είχε +λησμονήσει όλας τας τύψεις, τας οποίας είχεν αισθανθή αλγεινώς υπό +τας μέλανας πτέρυγας των ονείρων της, και εσπαράσσετο και πάλιν από +τους όνυχας της πραγματικότητος, άρχισε να σκέπτεται μέσα της. + + — Αχ! δίκηο έχει, ο καϋμένος, ο Λυρίγκος . . . «Όλο κοριτσούδια, +το έρμο, όλο κοριτσούδια!» . . . Και τι ξαλάφρωμα θα ήτον τώρα γι' +αυτόν, για την άμοιρη τη γυναίκα του, να του τώπαιρνε τώρα, ο +Μεγαλοδύναμος! . . . αυτό καν πούνε μικρό, και δεν έχει ν' αφήση +μεγάλον καϋμό 'πίσω του! + +Την στιγμήν εκείνην της ήλθεν εις τον νουν μία μικρά απορία· πού +ευρίσκοντο τάλλα κοράσια του Λυρίγκου, τα μεγαλείτερα. Τότε +ενθυμήθη ότι πριν ν' αναβή εις το καλύβι, όπου ευρίσκετο τώρα, το +οποίον ήτο χαμηλόν ανώγειον, επέρασεν έξω από την θύραν ενός άλλου +μικροτέρου καλυβίου, το οποίον ήτο χαμόγειον, και ήτο κτισμένον +δίπλα, κολλητά με το πρώτον. Ήτο το μικρόν καλυβάκι της γραίας, της +πενθεράς του Λυρίγκου, κ' εκεί μέσα της είχε φανή ότι ήκουεν +αναπνοάς κοιμωμένων, ρογχαλίσματα. Εκεί βέβαια θα εκοιμώντο, μαζύ +με την μικράν θείαν τους την άγαμον, τα άλλα κοράσια του Λυρίγκου. + +Ως εν αλλοφροσύνη και εν πλάνη ονείρου, έτεινε την χείρα προς το +λίκνον, εντός του οποίου ωλόλυζε το μικρόν . . . Έκαμε χειρονομίαν +ως διά να σχηματίση τους δακτύλους της εις διλαβίδα, εις αρπάγην +και στραγγαλιάν. + +Ησθάνετο την στιγμήν εκείνην αγρίαν χαράν να πνίξη το μικρόν +θυγάτριον . . . Της ήλθεν εις τον νουν ότι ήτο αβάπτιστον, και αν +το έπνιγε, θα είχε διπλήν αμαρτίαν . . . Η σκέψις αύτη επί μίαν +στιγμήν την ανεχαίτισεν, αλλ' όμως απεφάσισε να υπερπηδήση τον +φραγμόν τούτον . . . Παρά ένα δάκτυλον, η χειρ της έψαυε τον λαιμόν +του μικρού πλάσματος . . . + +Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη φωνή, βήμα, κρότος, εις το μικρόν +χαγιάτι έξω, και η θύρα, την οποίαν η γραία, η πενθερά του +Λυρίγκου, αναχωρήσασα δεν είχε κλείσει εις το μάνδαλον, αλλά μόνον +την είχε γείρη, ηνοίχθη πέραν και πέραν, ενδίδουσα εις ώθησιν +έξωθεν. + + — Εδώ είναι, ηρώτησεν ο εμφανισθείς άνθρωπος, εδώ είναι, το σπίτι +του Λυρίγκου, του τσοπάνη; + +Ήτον χωροφύλαξ, με το χιτώνιον μεσοκουμβωμένον, φουσκωτόν επί του +στήθους, με το κασκέττον στραβά, με στρημμένον τον μύστακα, και με +την κάπαν διπλωμένην μακρυνάρι επί του αριστερού ώμου. + +Μέσα στο καλύβι, η κανδήλα ετρεμόσβυνεν εμπρός εις τα εικονίσματα. +Η φωτιά είχε καλυφθή και πάλιν από την τέφραν. Το λυχνάρι σβυστόν +εκρέματο από το μικρόν ράφι της εστίας. Ήτο σκότος. Έξω, είχεν +εξημερώσει, και παρά δύο λεπτά ο ήλιος θ' ανέτελλεν. + +Ο άνθρωπος δεν έβλεπεν ειμή αμυδράς σκιάς μέσα. Την λεχώναν εις την +στρωμνήν της, ως αμαυρόν όγκον κατακειμένην, το βρέφος, το οποίον +εσάλευε και ανάσαινεν εντός της σκάφης, ήτις εχρησίμευεν ως λίκνον +. . . και την Φραγκογιαννού καθημένην ως φάντασμα, και τείνουσαν +την χείρα προς το λίκνον. + +Η Φραγκογιαννού έμεινε με την χείρα τεταμένην. Την κατέλαβε φρίκη, +τρόμος, ζάλη. Εντός δευτερολέπτου ήλθεν εις εαυτήν, και είδε τον +φοβερόν κίνδυνον. + +Ακριβώς όπισθέν της ήτο έν μικρόν παράθυρον βλέπον προς βορράν, +υπόσαθρον, νοτισμένον και κακοκλεισμένον. Ως να είχε τιναχθή από +έκρηξιν, εστράφη μηχανικώς, άνοιξε το παράθυρον, κ' επήδησεν έξω. +Έπεσεν επάνω εις χόρτα και άχυρα, και ο δούπος της πτώσεως της ούτε +ηκούσθη. Το χαμηλόν παράθυρον μόλις ανείχε μισήν οργυιάν από του +εδάφους. + +Μόνον είχε ξεχάσει να πάρη μαζί το ραβδί της και το καλάθι της, τα +οποία ως τόσον ευρίσκοντο δίπλα της, εις το πάτωμα. Ήτον άξιον +απορίας, πώς τόσον είχε σαστίσει. Τα ενθυμήθη ακριβώς την στιγμήν +καθ' ην άρχισε να τρέχη μετά το πήδημά της, κ' έτσι της ήρχετο αν +ήτον τρόπος, να γυρίση 'πίσω να τα πάρη, και να στραβωθούν, να μην +την ιδούν οι διώκται της. + +Ως τόσον έτρεχεν, έτρεχεν . . . είχεν εισέλθη μέσα εις το δάσος, +του οποίου τα διάφορα μονοπάτια της ήσαν πολύ γνωστά. Δεν εγύριζε +να ιδή οπίσω της . . . Ήτο βεβαία ότι οι δύο «ταχτικοί» θα αργήσουν +να εννοήσουν τι συνέβη, και να βαλθούν να την κυνηγήσουν. + +Τω όντι οι δύο εκείνοι άνδρες της δημοσίας ανάγκης δεν ενόησαν κατ' +αρχάς τι είχε συμβή. Τους είχε στείλη, «κατεπείγον» οπίσω ο +ειρηνοδίκης, από κοινού με τον πάρεδρον τον αστυνόμον, όστις, εις +όσα απεφαίνετο ο εμπνευσμένος εκείνος λειτουργός της Θέμιδος, έλεγε +πάντοτε ναι, και με τον ενωμοτάρχην, όστις δεν έλεγε ποτέ όχι, τους +είχε στείλη να υπάγουν εις την αγροτικήν οικίαν του Ιωάννου +Λυρίγκου, διά να τον προσκαλέσουν να εμφανισθή ενώπιον των αρχών, +κ' εν ανάγκη να τον φέρουν διά της βίας επειδή εξ όσων είχον +διηγηθή την εσπέραν της προτεραίας, εις την πολίχνην, οι δύο +χωροφύλακες, οι ειρημένοι φωστήρες συνέλαβον την υπόνοιαν ότι ο +Λυρίγκος ενείχετο εις την υπόθεσιν της φυγής της γυναικός Χαδούλας, +χήρας Ιωάννου Φράγκου, χριστιανής, και εκτελούσης οικιακά έργα, την +οποίαν έλεγον ότι είχον ιδεί ν' αναρριχάται εις τον κρημνόν του +πετρώδους βουνού οι δύο στρατιωτικοί άνδρες. + +Όθεν αμέσως, περί όρθρον βαθύν, αφού εκοιμήθησαν επί δύο ή τρεις +ώρας, φορούντες όλην την στολήν των, οι δύο χωροφύλακες, εις τα +ισόγεια της δημαρχίας, τα γεμάτα από βλατούδες, σαρανταποδαρούσες +και σαμαμίθια, τα οποία εχρησίμευον ως καζάρμα (η καζάρμα αυτή ήτον +ο τρόμος των αγυιοπαίδων των μοσχομαγκών, ως και όλων των οφειλετών +του δημοσίου), εις έν σφύριγμα του ενωμοτάρχου εσηκώθησαν, επήραν +τις κάπες των, και το έβαλαν δρόμον διά το βουνόν. + +Εστέλλοντο ιδίως διά να φέρουν τον Λυρίγκον (καθώς και πάντα άλλον +βοσκόν, τον οποίον θα εξήταζον οι ίδιοι και όστις θα έλεγε +«μπερδεμμένα λόγια», εφρόντισε να προσθέση ο ειρηνοδίκης), αλλά προ +πάντων διά να μυρισθούν τα ίχνη της Φραγκογιαννούς και κατορθώσουν +να την ανακαλύψουν. Διά τούτο είχον πληρεξουσιότητα να ψάξουν όλα +τα μανδριά και της στάνες και να εξετάσουν όλους τους βοσκούς του +βουνού. Όθεν, διά καλόν και διά κακόν, επήραν μαζύ και της κάπες +των. + +Όταν ο πρώτος χωροφύλαξ ώθησε την θύραν του οικίσκου, και είδε +σκότος και σκιάν μέσα, ήκουσε τον κρότον του βορεινού παραθύρου +ανοιγομένου, είδεν ακτίνας φωτός εκείθεν να εισδύωσι, κ' ευθύς έν +μαύρον σώμα να φράττη τας ακτίνας ταύτας, κυρτόν, συνεσταλμένου, +άμορφον, και ήκουσε τον ασθενή δούπον της πτώσεως. Τότε το +παράθυρον έμεινεν ανοικτόν, και εις τας διπλάς διασταυρουμένας +ακτίνας τας διά της θύρας και του παραθύρου, είδε καθαρά την +γυναίκα την λεχώ εξαπλωμένην επί της κλίνης της. + + — Τι τρέχει εδώ; εφώναξεν έκπληκτος ο άνθρωπος. + +Η λεχώνα εξύπνησε, κ' επρόφερε με ασθενή φωνήν. + + — Μάνα, εσύ 'σαι; . . . Ήρθες; + +ΙΕ'. + +Επάνω, εις τα Καμπιά, εις το υψηλόν οροπέδιον, όταν έφθασε +λαχανιασμένη, ξεγλωσσασμένη η Φραγκογιαννού, εστάθη, εγύρισε προς +τον κατήφορον, οπόθεν είχεν έλθη, κ' εκύτταξε μην ίδη ή ακούση +σκιάν ή βήμα τρέχοντος λαγωνικού, χωροφύλακος. Δεν εφαίνετο τίποτε. +Αλλ' όμως δεν ησθάνετο εαυτήν εν ασφαλεία. + +Εστάθη ως αφηρημένη κ' εσκέπτετο. Έκαμνε κάτι ως μαθηματικόν +υπολογισμόν. Ελογάριαζε τον χρόνον όσος θ' απητείτο ως έγγιστα, διά +να συνέλθουν από την έκπληξίν των οι δύο ταχτικοί (τον δεύτερον δεν +τον είδεν, αλλά τον εμάντευε), διά να εννοήσουν τι συνέβη, ίσως να +ζητήσουν πληροφορίας (η λεχώνα θα ετρόμαζεν άδικα, και δεν θα +ήξευρε τίποτε να τους ειπή· αλλά τότε, θα έτρεχον ίσως προς την +στάνην, όπου ευρίσκετο ο Λυρίγκος κ' η πενθερά του; τόσω +περισσότερον θ' αργοπορούσαν) είτα να πετάξουν της κάπες των κάτω, +και να το βάλουν στα πόδια να την κυνηγήσουν. + +Αλλ' είδαν τάχα ακριβώς, ή ενόησαν, ή εγνώριζαν το μονοπάτι το +οποίον είχε πάρη αυτή; Και μήπως είχε τρέξει όλην την ώραν ένα και +τον αυτόν δρόμον; Καταρχάς είχε στραφή δεξιά, ως να ήθελε να πάρη +τον κατήφορον, είτα εστράφη αριστερά, κ' έτρεξε τον ανήφορον — με +όλον το μειονέκτημα το οποίον είχεν ο ανηφορικός δρόμος διά να +λαχανιάση τις, όταν καταδιωκόμενος βιάζεται να τρέχη. Αλλ' εάν αυτή +ελαχάνιζε, μήπως εκείνοι καίτοι νέοι, δεν υπέκειντο εις το πάθημα +τούτο; Η Χαδούλα είξευρε μάλιστα, κατά σύμπτωσιν, ότι ο είς των δύο +εκείνων νέων έπασχεν από άσθμα . . . Δεν ήτο πολύς καιρός αφότου +αυτός είχε παρακαλέσει τον γαμβρόν της να ειπή της γρηάς να του +κάμη ένα μαντζούνι διά το νόσημα τούτο. + +Αλλά με όλην την εκδούλευσιν αυτήν, η Γιαννού είξευρεν ότι δεν +έπρεπε να περιμένη έλεος από τον χωροφύλακα. Ο άνθρωπος έκαμνε το +καθήκον του. Ας έλειπαν αι περιποιήσεις τας οποίας θα της έκαμναν, +αν αυτή έπεφτε στα χέρια των, και αν έμελλον να την ονομάζουν +«σταυρομάνα»! Είχε παρατηρήσει άλλοτε, εις τας περιπετείας και τα +βάσανα όσα είχεν υποφέρει εξ αιτίας του υιού της, του Μούρτου, ότι +το είδος αυτών των ανθρώπων τότε μάλιστα θυμώνουν όταν ο +καταζητούμενος ανθίσταται, όταν αυθαδιάζη, πολύ δε περισσότερον +όταν φεύγη, και αναγκάζονται αυτοί να τον κυνηγούν, ώστε να βγαίνη +η ψυχή τους ανάποδα . . . Ω! βέβαια έχουν δίκαιον τότε να +σκληρύνωνται, και να γίνωνται θηρία ανήμερα· όθεν και η +Φραγκογιαννού, φεύγουσα, και βιάζουσα αυτούς να τρέχουν δεν +επερίμενεν έλεος απ' αυτούς. + +Εκεί όπου ίστατο συλλογισμένη, ακούει βήματα όπισθέν της, απ' το +μέρος το αντίθετον προς εκείνο εξ ου αυτή ήλθε. Στρέφεται και +βλέπει ένα άνθρωπον, ένα βοσκόν. Η Φραγκογιαννού τον ανεγνώρισεν. +Ήτο ο καλούμενος Καμπαναχμάκης. Ήρχετο με πατήματα λοξά, +ακολουθούμενος από τον σκύλον του, όστις εγρύλλισεν άμα είδε την +γυναίκα. Αλλ' ο αφέντης του τον εμάλωσε. + +Είδε την Φραγκογιαννού κ' εστάθη. Ήρχετο από το καλύβι κ' επήγαινεν +εις το μανδρί του. Υψηλός, μελαψός, ισχνός, ευρύστερνος, την κόμην +και το γένειον με χρώμα αχύρου καψαλισμένου, κρατών την ράβδον του +την κυρτήν, υψηλήν ίσα με το μπόι του, εστάθη ενώπιον της +Φραγκογιαννούς. Ο άνθρωπος εφαίνετο να ευρίσκεται εις μεγάλην +θλίψιν και αδημονίαν. + + — Α! πούθε αυτό το καλό! είπε με την φωνήν του την δυσδιάκριτον +και τραχείαν, σφίγγων τους οδόντας ενώ ωμίλει. Τόμ' σ' αγροίκησα, +ταμάμ σε προσήφερα, κυρά Γιαννού . . . Ο Γεραμπής σε στέλνει! + + — Τι λες γυιε μου; είπε με το υποκριτικόν ήθος της η Χαδούλα. + + — Καλά που σ' εσταύρωσα! είπα, αυτήνη είναι κείν' η καλή γυναίκα +κάτ' απ' τη χώρα, που γρουνίζει τα γιατρικά και διώχνει κάθε +γρουσουζλιά αλάργα! Τόμ' σ' απείκασα μονοκοπανιάς σ' εγρούνισα! . . . +Μα δε ξέρ'ς τίποτε, κυρά Γιαννού μ'! + + — Τι τρέχει παιδί μου; + + — Μεγάλο ζαράρι μ' ευρήκε, να' χω το συμπάθεια, θεια Γιαννού! +Τρανό, άτυχο ντέρτι! Η φαμιλιά μ', όξ' από λόου σου, βγήκε την +νύχτα προς νερού της, όξ απ' το καλύβι, κυρά Γιαννού μ', κ' εγύρισε +'πίσω κακά κι' αδέξια . . . Ντούρμα βγήκε, κ' εγύρισε μονοκοπανιά, +χτυπημένη, ξεγλωσσασμένη, αγρούνιστη . . . Χτυπήθηκε, μακρυά από +λόγου σου . . . Η γλώσσα της κρεμασμένη, όξ' απ' το σιαγόνι της, τη +λαλιά της την έχασε, την ηύρε κακή θερμασιά και κρυάδα κι' ασπασμοί +. . . Κείτεται στο στρώμα μισοπεθαμμένη! + + — Αλήθεια; . . . Ω, αμαρτίες! . . . και πότε έγεινε αυτό; + + — Προχτές το βράδυ, την νύχτα, τα μεσάνυχτα, θεια Γιαννού! Όξου +από λόου σου, νάχω το συμπάθειο . . . Ντούρμα βγήκε όξ' απ' το +καλύβι, κ' εγύρισε ' πίσω χτυπημένη, παλαβιασμένη . . . Κοπιάζεις +ως το καλύβι μπάριμ, τώρα εδώ που σ' εσταύρωσα, κυρά Γιαννού μ'! +Μονάχα να την θωρήσης ν' αγροικήσης ' σε τι χάλι βρίσκεται . . . +Ελμπέτ, καλό θα της κάμης· με τα γιατρικά σου, θα διώξης κάθε +ενάντιο, ένα κ' ένα. + + — Και πώς της ήρθε αυτό; είπεν η Φραγκογιαννού. + + — Ποιος ξέρει τι αμαρτίες, κυρά Γιαννού μ'. Ο Γεραμπής το ξέρει. + +Η Χαδούλα εσκέφθη επί στιγμήν. Είτα είπε· + + — Καλά· θα πάω αποκεί, τώρα-τώρα. + + — Νάχης πολλή ζωή και καλή ψυχή, θεια Γιαννού! είπεν ο +Καμπαναχμάκης. Ο Γεραμπής σ' έστειλε. + +Αφού απεμακρύνθη ο Καμπαναχμάκης, η Φραγκογιαννού εσκέφθη ότι θα +είχε καταφύγιον, τουλάχιστον, διά την επομένην νύχτα και ότι το +καλλίτερον θα ήτο να κρυφθή την ημέραν εις καμμίαν λόχμην ή εις +καμμίαν σπηλιάν, όπου οι χωροφύλακες αδύνατον θα ήτο να την εύρωσι. + +Επήρε τον κατήφορον, κατήλθεν εις της Αγαλλιανούς το ρέμμα. Εστάθη +να πίη νερόν εις μίαν βρύσιν. Εκεί συνήντησεν ένα γέροντα μοναχόν, +τον πάτερ Ιωάσαφ, κηπουρόν του μοναστηρίου του Ευαγγελισμού, το +οποίον διέγραφε προς τα άνω την σεμνήν κατατομήν του, εις την +κορυφήν του ρεύματος. + +Η Φραγκογιαννού είχε καθίσει να λάβη αναψυχήν πλησίον της δροσεράς +πηγής, εστήριξε την κεφαλήν εις την χείρα της, εφαίνετο βυθισμένη +εις λογισμούς, και συγχρόνως «αυτιάζετο», κ' έτεινε το ους, +φανταζομένη κατά πάσαν στιγμήν ότι ήκουε βήματα των χωροφυλάκων. + +Ο πάτερ Ιωάσαφ ήλθε να γεμίση ένα σταμνίον ύδατος, και ιδών την +Φραγκογιαννού την εκαλημέρισε. + + — Πού βρέθηκες εδώ, γερόντισσα; Κάτι συλλογισμένη σε βλέπω . . . + + — Αχ! γυιε μου! . . . είπεν η Φραγκογιαννού. Έχω βάσανα και πάθια +. . . + + — Τα βάσανα δεν λείπουν από τον κόσμο, γερόντισσα . . . Όσο και να +κάμη ο άνθρωπος, δεν μπορεί να τ' αποφύγη . . . + + — Αχ! πάτερ-Γιάσαφε, είπεν εν θλιβερά διαχύσει η Φραγκογιαννού. +Νάμουν πουλί να πέταγα!!! + + — «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς;» είπεν ο Ιωάσαφ, +ενθυμηθείς τον ψαλμόν. + + — Ήθελα να έφευγα απ' τον κόσμο, γέροντα μου . . . . Δεν μπορώ να +υποφέρω πλεια! + + — «Εμάκρυνας φυγαδεύουσα και ηυλίσθης εν τη ερήμω», είπε πάλιν ο +γέρων μοναχός. + + — Μεγάλη φουρτούνα μ' ηύρε, γέροντά μου, και μεγάλη λιγοψυχιά μ' +εκόλλησε. + + — Ο Θεός να σε γλυτώση, κόρη μου, «από ολιγοψυχίας και από +καταιγίδος», επέφερεν ο Ιωάσαφ, συνεχίζων τον ψαλμόν. + + — Απ' την κακία, απ' την κακογλωσσιά, απ' το φθόνο, δεν μπορεί να +γλυτώση ένας άνθρωπος. + + — «Καταπόντισον, Κύριε, και καταδίελε τας γλώσσας αυτών, ότι είδον +ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει», επέρανεν ο πάτερ-Ιωάσαφ. + +Είτα αφού εγέμισε το σταμνί του, είπε· + + — Αν περάσης από τους κήπους, γερόντισσα, φώναξέ με να σε φιλέψω +κανένα μαρούλι, κι' ολίγα κουκιά. + +Και απεμακρύνθη. + +Την εσπέραν η Φραγκογιαννού ευρίσκετο εις την Πέρα-Ράχην, εις το +καλύβι του Κσμπαναχμάκη, Η σύζυγός του βοσκού, γυνή πλέον ή +τριάκοντα ετών και μήτηρ πέντε τέκνων, έκειτο επί της κλίνης. Ήτο +εις αθλίαν κατάστασιν. Το μούτρο της είχε στραβώσει από την +νευρικήν προσβολήν, η γλώσσα της εκρέματο έξω του στόματος, κ' +εξέπεμπεν ανάρθρους φωνάς. + + — Πώς σου ήρθε αυτό; την ηρώτησε διά νεύματος μάλλον ή διά της +φωνής η Φραγκογιαννού. Η πάσχουσα απήντησε διά γρυλλισμού ουδέν το +ανθρώπινον έχοντος. + +Η Φραγκογιαννού εκάθισε παρά την εστίαν, και ησχολείτο να βράση +βότανα διά την πάσχουσαν. Δεν είχε πλέον το καλάθι της, αλλά είχε +γεμίσει τους κόλπους της από διάφορα μικροσκοπικά χόρτα, τα οποία +είχε συλλέξει την ημέραν κάτω εις τα ρέμματα των κοιλάδων. + +Τα δύο μικρά κοράσια της ασθενούς εκάθισαν σιμά εις τα γόνατα της +Φραγκογιαννούς, γλυφίδικα και ζητούντα θωπείας. Η Γιαννού εθώπευσε +τα σιαγόνια των και τους λαιμούς των, τόσον δυνατά, ώστε ησθάνθησαν +πόνον, και το έν εφώναξε· + + — Μάνα! + +Αλλ' η μάνα ήτον δι' αυτά ως να μην υπήρχε, και τα δυστυχή πλάσματα +δεν ήσαν εις ηλικίαν ούτε να αισθανθώσι την έλλειψιν, ούτε να +δύνανται τουλάχιστον να την αναπληρώσωσι. Το μικρόν αγόρι, το +οποίον εφαίνετο να είναι ομήλικον με το κοράσιον το έν, ως να ήσαν +δίδυμα, έκλαιε κ' εζήτει «να σηκωθή η μάνα του να του κάμη γρηά στο +τηγάνι». + + — Τώρα, γυιε μου, εγώ να σου κάμω γρηά, είπε τυχαίως η +Φραγκογιαννού. + + — Δεν έχουμε αλεύρι, θεια, είπε το μεγαλείτερον εκ των δύο +κορασίων. + + + — Καλά· να έλθη ο πατέρας, να φέρη αλεύρι, είπεν η Φραγκογιαννού +προς το παιδίον, κ' εγώ να σου κάμω «γρηά»! Ησύχασε τώρα. + +Αλλά το αγόρι δεν τα ήκουεν αυτά. + + — Γρηά θέλω, και νάνε ζαρωμένη γρηά! Νάχη και πετμέζι! + + — Πού να βρεθή το πετμέζι, γυιε μου; είπεν η Φραγκογιαννού. +Μεθαύριο να μαυρίσουν τα σταφύλια στ' αμπέλι, να τα τρυγήσουμε, να +κόψουμε τα ξεκούδουνα απ' τα κλήματα, να κάμουμε πολύ-πολύ +πετμέζι, να φάη το καλό παιδί. Πώς σε λένε; + + — Γιώργη τόνε λέμε, θεια, είπε το μεγαλείτερον κοράσιον. + + — Εσένα; + + — Δαφνώ. + + — Κ' εσένα; ηρώτησεν η Γιαννού το μικρότερον κοράσιον. + + — Ανθή. + + — Να ζήσετε! + + — Και πότε θα κόψουμε, θεια, τα σταφύλια; εφώναξε το αγόρι. Δεν +πάμε τώρα στ' αμπέλι να τα κόψουμε; + + — Όχι τώρα, γυιε μου, ταχιά. + + — Ταχιά το — ταχύ; είπεν ο Γεώργης. + + — Ναι, γυιόκα μου. Απόψε θα δέσουν η ράγες, και θα γλυκάνουν, και +θα μαυρίσουν, και ταχιά το — ταχύ θα πάρουμε τους τρυγολόγους να +τρέξουμε στ' αμπέλι, να τρυγήσουμε, να τα κάμωμε κότσι-κότσι, τα +σταφύλια, τα ξεκούδουνα, να τα πατήσουμε, να τα λυώσουμε, και θα +κάμουμε μουστόπητες και πετμέζια και χίλιων λογιών καλά . . . και +τότε, θα σου κάμω εγώ μια γρηά, ζαρωμένη, ίσα με το τηγάνι μεγάλη! + + — Σέλω νάναι πουλύ, πουλύ μεγάλη! είπεν ο μικρός. + + — Μεγάλη γρηά, ίσα μ' εμένα, είπεν η Φραγκογιαννού. + +Εν τω μεταξύ, το μικρότερον των δύο κορασίων, το Δαφνώ, καθώς +εκύτταζεν εναλλάξ τον λύχνον και την Φραγκογιαννού με τεθηπός +βλέμμα, ως να υπνωτίσθη από το όμμα της γραίας, ενύσταξε, έγειρε το +κεφαλάκι του προς την εστίαν, και απεκοιμήθη. Η Γιαννού επιμόνως το +εχάδευεν υπό το κατωσάγονον, και πότε η χειρ της εγλίστρα προς τον +τράχηλον, και ίσως είχε κλίσιν να θλίψη κάπως δυνατώτερα τον λαιμόν +του κορασίου. Αλλά την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη δρομαίον βήμα έξωθεν, +η θύρα ηνοίχθη, και εισήλθεν ο Καμπαναχμάκης. + + — 'Δώ είσαι, κυρά Γιαννού! είπεν εν άκρα ταραχή. Σύκου! Να φύγης! +να κρυφτής! + + — Τι τρέχει; είπεν η γραία, προσπαθούσα να φανή ατάραχος. · + + — Οι ταχτικοί σε χαλεύουν; Τι ζαράρ έκαμες, χριστιανή; Τρέχουν οι +ταχτικοί γυρεύοντάς σε. Σήκου, τρέχα! να κρυφτής πουθενά, μπάριμ! +Σε λυπούμαι καϋμένη! Τι κρίμα έκαμες; + + + — Εγώ; κρίματα πολλά . . . Μα δεν ξέρω γιατί να με γυρεύουν οι +ταχτικοί, που μου λες; + + — Τρέχα, κατά 'δω έρχονται τόρα. Δε γρουνίζω πως σ' αγροίκησαν πως +τα πρύμισες κατά 'δω, θάρθουν τώρα να χαλέψουν. Όπου κι' αν είναι, +πλάκωσαν! Ακούς κάτου, στη Σκοτ'νή Σπ'λιά, στο κακόρρεμμα, κατακεί +να πάρης το φύσημά σου! Στο Κλίμα στο Μονοπάτι, στου Π'λιού τη +Βρύση, εκεί, να σε πάρουν στο κοντό, δεν μπορούν να σε πιάσ'ν! +Αποκεί μπορείς να κατεβής στο Γέροντα, στο Ερμητήριο, να ξαγορευθής +τα κρίματά σ', καϋμένη. Τρέχα! . . . + +Έτρεξεν η αθλία αλλά δεν ησθάνετο πλέον δυνάμεις ακμαίας. Η αϋπνία +των περασμένων νυκτών, η κακοπάθεια, αι συγκινήσεις την είχον +καταβάλει. Τα μέρη, τα οποία είχεν ονομάσει ο Καμπαναχμάκης, +απείχον πολύ, δεν ηδύνατο να οδοιπορήση προς τα εκεί εις την +ασέληνον νύκτα. + +Καθώς έτρεχεν, αυτιαζομένη κατά πάσαν στιγμήν, εξαφνιζομένη, και +νομίζουσα ότι ακούει παντού βήματα, εις το μονοπάτι, ανάμεσα εις +δένδρα και θάμνους, ήκουσε βήματα αληθή, ερχόμενα από διακοσίων +βημάτων, από τον κύριον δρόμον. Εκρύβη όπισθεν των θάμνων, και της +εφάνη ότι ήσαν πράγματι οι χωροφύλακες, βαδίζοντες προς την καλύβαν +του Καμπαναχμάκη, προς το μέρος οπόθεν αυτή ήρχετο. Εάν ούτως +είχεν, η θέσις της καθίστατο ασφαλεστέρα προς το παρόν, καθότι δεν +εφοβείτο πλέον να τους συναντήση, διά την νύκτα εκείνην. + +Επροχώρησε προς το μέρος, οπόθεν είχεν έλθει την πρωίαν. Έφθασεν +εις τον μικρόν ναΐσκον της Ζωοδόχου Πηγής, εις το Κοιμητήριον των +Καλογήρων, εις τ' Αλώνι του Μοναστηρίου. Επέρασαν έξω από το +βουρδουναριό, αντικρύ της σιδηράς πύλης του Κοινοβίου, ήτις ήτο +κατάκλειστος. Άλλως, γυναίκες ποτέ δεν επήρχοντο εις το ιερόν +περίβολον. Κατήλθεν εις τους κήπους όπου είχε συναντήσει την πρωίαν +τον καλόγηρον, τον κηπουρόν, όστις της είχε ειπεί διάφορα ρητά από +το Ψαλτήριον, τα οποία αυτή δεν ενόει, αλλ' αορίστως υπώπτευεν ότι +προσηρμόζοντο κάπως εις την θέσιν της. Και πράγματι της είχον +αφήσει ως ένα βόμβον περί τα ώτα της· «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί +περιστεράς; . . . Ιδού εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω. +Προσεδεχόμην τον Θεόν, τον σώζοντά με από ολιγοψυχίας και από +καταιγίδος . . . » + +Καθώς ανήρχετο την ράχιν αντικρύ, πέραν των Κήπων, άνω του +ρεύματος, ήκουσε τον μικρόν κώδωνα του μοναστηρίου να ηχή γλυκά, +ταπεινά και μονότονα, να εξυπνά τας ηχούς του βουνού, και να δονή +την μαλακήν αύραν. Ήτο άρα μεσονύκτιον, ώρα του Μεσονυκτικού, ώρα +του Όρθρου! Πώς ήσαν ευτυχείς οι άνθρωποι αυτοί, οίτινες ευθύς +αμέσως, εκ νεαράς ηλικίας, ωσάν από θείαν έμπνευσιν, είχον αισθανθή +ποίον ήτο το καλλίτερον το οποίον ημπορούσαν να κάμουν — το να μη +φέρουν δηλαδή άλλους εις τον κόσμον δυστυχείς! . . . και μετά +τούτο, όλα ήσαν δεύτερα. Την φιλοσοφίαν, αυτοί, την είχον λάβει ως +εκ κληρονομίας, χωρίς να σκοτίσουν τον νουν των εις την «ζήτησιν +της αληθείας», όπου ποτέ δεν ευρίσκεται. + +Ανέβη υψηλότερα την ράχιν, χωρίς να έχη σκοπόν ή απόφασιν πού +επήγαινε. Και έξω από τον δρόμον, ολίγα βήματα μακράν, είδε μίαν +στάνην, την οποίαν ανεγνώρισεν ότι ήτον του Γιάννη του Λυρίγκου. Ο +σκύλος αισθανθείς μακρόθεν την παρουσίαν της, ήρχισε να γαυγίζη. + +Είχεν έλθει άρα, πλησίον εις το κατάλυμα της παρελθούσης νυκτός +χωρίς να το σκεφθή! Και τώρα μόνον ήρχισε να το σκέπτεται. Έως την +στιγμήν το ένστικτον την είχεν οδηγήσει. Αλλά τώρα ο συλλογισμός +της διετυπούτο καθαρά. «Πού άλλου θα είμαι πλέον ασφαλής, για την +ώρα, παρά εδώ; Οι ταχτικοί ποτέ δεν θα πιστεύσουν ότι ξαναήλθα +πάλιν προς το ίδιο μέρος, που με είχαν ευρή χθες, και μ' +εκυνήγησαν. Ο Γιάννης κοιμάται στο μανδρί του. Στο καλύβι θάναι η +λεχώνα, κ' η γρηά. Την νύκτα χθες, από τον σαστισμό κι' από τη βία +μου, ξέχασα εκεί το καλαθάκι μου. Δεν θα είναι καλλίτερα να πάω να +χτύπησω την πόρτα, να τους πουλήσω πάλι δούλεψι με κανένα +ψευτογιατρικό, να πάρω και το καλαθάκι μου, και σα φέξη να πάω να +κρυφθώ κάτω στο Κακόρρεμμα, εκεί που λέει ο Καμπαναχμάκης; . . . » + +Βεβαίως η γραία, η πενθερά του Λυρίγκου κάτι θα είχεν ακούσει εις +βάρος της από χωροφύλακας ή από τρίτους, αλλά τι μ' αυτό; + +Δεν θα είχε τόσην κακίαν ούτε τόσον θάρρος, ώστε να την προδώση. +Άλλως, αυτή ως κυρίαν πρόφασιν διά να εισέλθη θα προέταττεν ότι +ήλθε να ζητήση το λησμονημένον καλάθι της. + +Εκρύωνε πολύ από τον αέρα του βουνού, και είχεν ανάγκην να στεγασθή +πουθενά, προς ώραν. Δεν εδίστασε πλέον. Διέβη τον ζυγόν, τον +ενούντα τας δύο ράχεις, επί της μεσημβρινωτέρας των οποίων ήτο η +μάνδρα, επί δε της βορειοτέρας η οικία του Λυρίγκου, κ' έφθασεν εις +το καλύβι. + +Έκρουσε την θύραν. Η γραία εκοιμάτο, αλλά δεν άργησε να εξυπνήση, +κ' ελθούσα ήνοιξε την θύραν, χωρίς, αυτήν την φοράν, να ερωτήση τις +είναι, ίσως διότι ήτο μισοκοιμισμένη κ' ενήργει ως εν υπνοβασία +μηχανικώς, ή είχε την εντύπωσιν ότι ουδείς άλλος ηδύνατο να είναι +ειμή ο γαμβρός της. Η Φραγκογιαννού έσπευσε να εισέλθη. + + — Το κοφίνι μ' πλειό, ξέχασα απ' τη βία μου, εψές, είπε. Το είδες; +Είναι πουθενά; Πού τώχεις; + +Η χωρική γραία εστάθη και την εκύτταξε. Τώρα μόνον εφάνη να +εξύπνησεν εντελώς, και αναγνωρίσασα αυτήν· + + — Πού βρέθηκες εδώ; είπε. + + — Μην ερωτάς, είπεν η Γιαννού. Είχα νυχτώσει 'ς έν άλλο καλύβι, μα +δεν είχα ύπνο. Σα θυμήθηκα το κοφίνι μου, ήρθα. Πώς είστε; Τι κάν' +η λεχώνα; + + — Τι να κάμη; Τα ίδια . . . Μα δε μου λες, είπε μετά τινα +δισταγμόν η γραία· γιατί σ' εγύρευαν κείν' οι ταχτικοί; + + — Φτόνος του κόσμου, απήντησε μ' ετοιμότητα η Φραγκογιαννού. Ένα +κορίτσ' είχε πνιγή μέσ' το πηγάδι. + + — Ε; + + — Και δεν ξέρω ποιος εχτρός είπε πως έφταια εγώ . . . Μα έτσι +νάχουμε καλή ψυχή, μπορείς να το πιστέψης; Τάχα δεν μπορούσε να +πνιγή μοναχό του το κορίτσι; Ήταν ανάγκη να βάλω χέρι εγώ; + + — Μαθές! . . . έκαμεν η γραία. + +Η Φραγκογιαννού εγκατεστάθη, όπως και την προλαβούσαν νύκτα, σιμά +εις την γωνίαν της εστίας, όπου εύρε και το καλάθι της. Εξάναψε την +φωτιάν, έβαλε νερό στο 'μπρίκι, και κατεγείνετο να βράση βότανα, +το οποία έβγαλε από τον κόλπον της. + +Η λεχώνα εκοιμάτο, του μικρού θυγατρίου ηκούετο η αναπνοή μέσα εις +την σκάφην την χρησιμεύουσαν ως λίκνον, υπό το στέφανον του +βαρελιού το ανέχον υψηλά έν λεπτόν πανίον. Ενίοτε εκλαυθμήριζε. +«Κοι, κοι, κοι!» επρόφερεν η γραία, η προμήτωρ, ήτις είχε κλείσει +το έν όμμα, και με το άλλο, εις το ασθενές φως του κανδηλίου και +εις την διαλείπουσαν της εστίας αναλαμπήν, δεν έπαυσε να κυττάζη +την Φραγκογιαννού. Τέλος, μετά ώραν, η γραία, καίτοι εφαίνετο +απόφασιν έχουσα να μη κοιμηθή, της ήλθεν ο προδότης ο ύπνος, — ίσως +δι' αυτό τούτο, ότι εκύτταζε λίαν επιμόνως την ύποπτον γυναίκα και +απεκοιμήθη επάνω εις το τρίτον λάλημα του πετεινού. + +Το βρέφος εκλαυθμήριζεν ακόμη. Η μάμμη δεν ηγρύπνει πλέον διά ν' +απαγγέλλη το μονότονον «Κοι, κοι, κοι!» + + — «Όλο κοριτσούδια, το έρμο!» Το παράπονον του Γιάννη του Λυρίγκου +εβόμβει εις τα ώτα της Φραγκογιαννούς. + +Η λεχώνα δεν είχεν εξυπνήσει. Η γραία Χαδούλα εκινήθη ολίγον, +ετανύσθη επί των γονάτων της, κ' έφθασε το λίκνον. Παρεμέρισε το +λευκόν πανίον από την κεφαλήν της κούνιας, κ' έτεινε την χείρα διά +να θωπεύση το μικρόν, ενώ τούτο εκλαυθμήριζεν. Έφραξε με την χείρα +της το μικρόν στόμα, διά να μη φωνάζη, εκύτταξε προς το μέρος της +λεχώνας, είτα προς την στρωμνήν εφ' ης έκειτο κουβαριασμένη η +γραία. + +Η φωνή του βρέφους επνίγη. Μίαν χεριάν ακόμη εχρειάζετο να κάμη η +Φραγκογιαννού. Με την άλλην χείρα, του έσφιγξε δυνατά τον λαιμόν . . . +Είτα εμάζωξε το λεπτόν πανίον διά να το ρίψη πάλιν επάνω της +στεφάνης. Η χειρ της προσέκοψεν εις την σανίδα, κ' έκαμε μικρόν +θόρυβον. Η γραία, ήτις δεν εκοιμάτο βαρέως, εξύπνησεν. Ανετινάχθη, +εσκίρτησεν. Είδε την Φραγκογιαννού ν' αποσύρη την χείρα της και ν' +αποχωρή, ανεγειρομένη επί των γονάτων, οπίσω εις την θέσιν της. + + — Τι κάνεις; έκραξεν έντρομος η γραία. + +Η λεχώνα επετάχθη, ανεπήδησε. + + — Τι είναι, μάνα; + +Η Φραγκογιαννού εσηκώθη, επήρε το καλάθι της. + + — Τίποτα· θέλησα να το κάμω να λουφάξη, να μην κλαίη, απήντησεν. + +Η γραία μάμμη έκυψε προς την κούνιαν. + + — Πηγαίνω τώρα, έφεξε, είπεν η Φραγκογιαννού . . . Δώσε της +λεχώνας το γιατρικό που έβρασα να το πιη! + +Και πάραυτα εξήλθεν. Έτρεξε με βήμα δρομαίον ν' απομακρυνθή +τάχιστα. Επήρε τον επάνω δρόμον, κατά το δάσος, διά να μη περάση +από την αντικρυνήν ράχιν όπου ήτον η στάνη. + +Ήτο γλυκεία αυγή του Μαΐου. Η κυανωπή και ροδίνη ανταύγεια του +ουρανού έχριε με απόχρωσιν μελιχράν τα χόρτα και τους θάμνους. +Ηκούετο ο μινυρισμός των αηδόνων εις το δάσος, και τ' αναρίθμητα +μικρά πουλιά ετέλουν εκθύμως, απλήστως, την συναυλίαν των την +άφατον. + +Αφού η Φραγκογιαννού απεμακρύνθη πολλά βήματα, ήκουσε βραχνήν +κραυγήν όπισθέν της. Ήτο η γραία, η μήτηρ της λεχώνας έξαλλος, +τραβούσα τα μαλλιά της, είχε τρέξει έξω της καλύβης, κ' εφώναζε· + + — Πιάστε την! . . . Πιάστε την! Μας έκαμε φονικό! + +Η Φραγκογιαννού έτρεχεν, έτρεχεν. Ήλπιζε να χωθή το ταχύτερον εις +το δάσος, όπου, και αν τυχόν έτρεχον κατόπιν της, τα ίχνη της +τάχιστα θα εχάνοντο. + +Αλλά παρ' ελπίδα, μετ' ολίγα λεπτά, ευρέθη αντιμέτωπος του Γιάννη +του Λυρίγκου, βαδίζοντος προς την οικίαν του. Ούτος είχεν εξυπνήσει +την συνήθη ώραν, κ' επήγαινε προς το καλύβι, ίσως διά να κράξη προς +συνεργασίαν την πενθεράν του, όπως και την προλαβούσαν πρωίαν. Αλλ' +όταν είδε την πενθεράν του να φωνάζη και να χειρονομή τόσον μακράν, +ώστε δεν ηδύνατο ν' ακούη τι αυτή έλεγεν, οδηγούμενος μόνον από την +διεύθυνσιν των χειρονομιών της, είδε την Φραγκογιαννού να φεύγη +προς το μέρος του δάσους — τότε, έτρεξε προς το μέρος εκείνο, κ' +εφώναξε μεγάλη τη φωνή προς την Φραγκογιαννού· + + — Τι είναι; . . . Τι τρέχει; + +Τότε η Χαδούλα εστάθη, κ' εφώναξε μακρόθεν προς τον Γιάννην τον +Λυρίγκον· + + — Φεύγω! . . . Πάω να . . . + +Ο Γιάννης ο Λυρίγκος είχε τρέξει ακόμη ολίγα βήματα, κ' ήλθε +πλησιέστερα προς την Φραγκογιαννού. Τότε κι' αυτή, αποφασιστικώς, +προέβη δύο ή τρία βήματα πλησιέστερα προς εκείνον. + +Η Φραγκογιαννού επεκαλέσθη εις βοήθειαν όλην την ετοιμότητά της. +Ηυτοσχεδίασε. + + — Γιάννη! η γυναίκα σου έχει τους πόνους! Είναι άσκημα. + + — Έχει τους πόνους! . . . ανέκραξεν εν άκρα απορία ο άνθρωπος. Τι +λες, χριστιανή μου; + + — Έχει κι' άλλο παιδί στην κοιλιά της! εσχυρίσθη με τόλμην η +Φραγκογιαννού. + + — Άλλο παιδί στην κοιλιά της! + + — Ναι, αυτό που σου λέω. Μόνο τρέχα στο χωριό, να φωνάξης τη +μαμμή! . . . να πης και του γιατρού ναρθή! + +Ο Λυρίγκος εστάθη. Πέραν, επί του μικρού οροπεδίου, προ της οικίας, +η πενθερά του εφώναζεν ακόμη βραχνάς κραυγάς, τας οποίας έπαιρνε +μακράν ο άνεμος, χωρίς ο Γιάννης ν' ακούη τι έλεγεν εκείνη. Η +Φραγκογιαννού ωμίλει με θάρρος, κ' εφαίνετο ότι ήξευρε τι έλεγε. + + — Πώς γίνεται αυτό, ποτέ, ανέκραξεν ο Γιάννης. Είσαι καλά, +χριστιανή μου; + + — Αυτό γίνεται, επέμενεν η Φραγκογιαννού. Ούλες της φορές τα +διπλάρικα δεν πέφτουν μαζύ, απ' την κοιλιά. Το ένα, το πλειό +αδύνατο απ' τα δυο, αργεί και ώρες και 'μέρες να πέση. + + — Αλήθεια! Έχω ακουστά μου, είπεν ο Γιάννης. + + — Κατά πώς φαίνεται, συνεπέρανε λίαν σοβαρά η Φραγκογιαννού, αυτήν +την φορά το ένα το παιδί θα πιάστηκε ύστερ' απ' το άλλο. + + — Αυτό είναι τάχα; είπε με ήθος οίκτου ο Λυρίγκος. + + — Τρέχα το γληγορώτερο! να πας να φέρης το γιατρό! . . . + + — Εσύ πού πας; ηρώτησεν ο Λυρίγκος. + + — Εγώ πάω στον Άι-Χαράλαμπο . . . πάω να φωνάξω τον παπά-Μακάριο, +ναρθή να της κάμη μια παράκλησι, της γυναίκας! + + — Καλά! τρέξε! + +Και η Φραγκογιαννού έτρεξε. + +ΙΖ'. + +Κάτω εις το Κακόρρεμμα, χαμηλά εις το βάθος, σιμά εις την σκοτεινήν +Σπηλιάν, οι λίθοι εχόρευον δαιμονικόν χορόν την νύκτα. Ανωρθούντο, +ως έμψυχοι, και κατεδίωκον την Φραγκογιαννού, και την ελιθοβόλουν, +ως να εσφενδονίζοντο από αοράτους τιμωρούς χείρας. + +Είχον παρέλθει τρεις ημέραι από την τελευταίαν φυγήν της, από την +καλύβην του Λυρίγκου. Η ένοχος γυνή είχε κρυφθή εκεί, με την ελπίδα +ότι θα διέφευγε προς καιρόν τους όνυχας των διωκτών της. Με τα +ολίγα δίπυρα τα οποία ευρίσκοντο ακόμη εις το καλάθι της, με τας +καυκαλήθρας, τον άνηθον, και τα μυρόνια όσα συνέλεγε, και με το +γλυφό νερόν της Σκοτεινής Σπηλιάς, είχε διατηρηθή. Το μέρος ήτο +σχεδόν άβατον. Το Κακόρρεμμα εσχηματίζετο από ένα βράχον απάτητον +προς δυσμάς, και από ένα κρημνόν, ή μίαν σάρραν ολισθηράν εξ +ανατολών. Κάτω εις το βάθος ανέβλυζε το Γλυφονέρι. Δύο άντρα, με το +στόμιον πολύ στενόν, έχασκον ένθεν και ένθεν. Εκεί εκοιμάτο την +νύκτα· την ημέραν κατήρχετο εις την Σκοτεινήν Σπηλιάν. Διά ν' +ανέλθη και διά να κατέλθη, ούτε δρομίσκος, ούτε μονοπάτι υπήρχεν. +Επάτει επί της σάρρας, εις την βάσιν του κρημνού. Τότε η σάρρα +εταράσσετο, εφαίνετο ως να εθύμωνε. Οι λίθοι τους οποίους εξετόπιζε +πατούσα, ήσαν ως βάσις και θεμέλιον εις όλον τον άπειρον σωρόν των +λίθων, τον απλούμενον επί του πρανούς του κρημνού. Καθώς έφευγον οι +πρώτοι λίθοι, άλλοι λίθοι ήρχοντο να λάβωσι την θέσιν των, μετ' +αυτούς δε άλλοι. Και ούτω η παλίρροια όλη του κρημνού ήρχετο κατ' +επάνω της, έπιπτεν εις τας κνήμας και τα σκέλη της, εις τας χείρας +και το στέρνον της. Ενίοτε, λίθοι τινές, από ύψος κατερχόμενοι, +έπιπτον με ορμήν και κακίαν κατά του προσώπου της. Τους τελευταίους +τούτους εφαίνετο πράγματι ως να τους εσφενδόνιζεν αόρατος χειρ κατά +της κεφαλής της. + +Αφού τέλος, μετά τόσον λιθοβόλημα, έφθασεν εις την Σκοτινήν +Σπηλιάν, την πρώτην ημέραν, εκάθισε κι' αγνάντευε το πέλαγος. Η +Σπηλιά, η θαλασσόπληκτος, έχει διπλήν είσοδον, εκ τε της ξηράς και +της θαλάσσης. Προς την θάλασσαν, το στόμιόν της χαμηλόν και στενόν, +όσον διά να διέλθη μικρή βάρκα αλιέως. Η Φραγκογιαννού, αόρατος από +το μέρος της ξηράς, ήκουε τον υπόκωφον, επίμονον παφλασμόν του +κύματος εις το στόμιον του άντρου. Το κύμα ανωρθούτο, επήδα, +έπληττε την άνω φλιάν του στομίου, κατέπιπτε, πάλιν ανεπήδα, +εξέπεμπε μακρούς ωρυγμούς μανίας από της αποθαλασσιές του βορρά, +πότε στεναγμούς πόνου και πάθους από την φουσκοθάλασσαν. Κάτω εις +το βάθος το άπατον, μυστήριον και σκότος σαλεύον. Μία ποτέ βάρκα, +ως διηγούντο, εισπλεύσασα διά να συλλέξη καραβίδας και παγούρια, +ενώ είς των ναυβατών είχεν αναρριχηθή εις το τρομερόν ύψος του +βράχου διά να συλλέξη κρίταμα, εκάθισεν επάνω εις μίαν φώκην +ζωντανήν φράττουσαν ακριβώς το πλάτος του στομίου. Το σκοτεινόν +ζώον ανεταράσσετο, ήσπαιρεν, η μικρά σκάφη επάλλετο, έτρεμε, και +δεν ημπορούσε να υπάγη ούτε εμπρός ούτε οπίσω. Ο ναυβάτης ο εντός +της βάρκας εκτύπησε την φώκην μ' ένα πέλεκυν, την αιμάτωσε, το κύμα +εκοκκίνισεν επ' ολίγον. Η φώκη ήσπαιρεν εν αγωνία. Ο νεαρός αλιεύς +κατώρθωσε να σφίξη τον λαιμόν με μίαν θηλειάν, και καλέσας τον +άλλον σύντροφόν του εις βοήθειαν κατώρθωσε τη βοήθεια αυτού, με +κίνδυνον να βουλιάξη η φελλούκα, ν' ανασύρη επάνω την φώκην. + +Η γραία Χαδούλα αγνάντευεν, αγνάντευεν εις το πέλαγος. Ας ήτον και +τώρα να φανή, να πλησιάση μία βάρκα! . . . Η Φραγκογιαννού θα +παρεκάλει τους νέους αλιείς, τους πατριώτας της, να την επάρουν +μαζύ, μέσ' την βάρκα . . . Και πού θα επήγαινε;. . . Ω, βέβαια στα +πέρα χώματα, στα μέρη τ' αντικρυνά, στην μεγάλη στεριά . . . Κ' +εκεί τι θα έκαμνε; Ω είχεν ο Θεός, θ' άρχιζ' εκεί νέον βίον! + +Έβλεπεν, έβλεπεν, ανοιχτά εις το πέλαγος, μακράν έξω, πολλά πανιά, +λευκά ιστία, σαν του γλάρου τα φτερά. Βρατσέρες, γολέττες, μικρά +καΐκια, τα έβλεπε ν' αρμενίζουν, να οργώνουν τα κύματα, ωσάν +βοϊδάκια ζευγαρωτά. Άλλα έπλεον πόρρω προς βορράν, άλλα κατήρχοντο +προς νότον, άλλα αρμένιζαν προς ανατολάς ή προς δυσμάς, τέμνοντα +σταυροειδώς τας ολκούς, τας βαθείας ορατάς αύλακας, τας οποίας +άφηναν όπισθέν των τα πρώτα. Είτα πολλά ρεύματα διαχαράσσοντα το +πέλαγος, από τα οποία εφαίνετο η θάλασσα ωσάν κεντητή, +πεποικιλμένη. Έβλεπεν, εωσότου τα μάτια της «έκαμαν γυαλιά» να +βλέπη. + +Η Φραγκογιαννού έβγαλεν από το καλάθι της το παλαιόν κιτρινωπόν +χράμι, το μάλλινον, το οποίον είχε διά να τυλίγεται όταν ήθελε να +κοιμηθή και δεν είχεν ύπνον, εσηκώθη ορθή, ανεπέτασε την μαλλίνην +σινδόνα, κι' άρχισεν εκθύμως να την σείη. Έκαμνε σήματα, +απηλπισμένα σήματα προς τους ναυτίλους, να έλθουν να την επάρουν +μαζύ των. Έβλεπον, δεν έβλεπον οι ναυβάται τα σημεία της; Από κανέν +πλοίον δεν απήντησαν εις τον πόθον της, εις τας τόσος προσπαθείας +της. Τα λευκά ιστία έφευγον με τον άνεμον εις το κύμα, και αυτή +έμενε προσηλωμένη εις τον βράχον της Σκοτεινής Σπηλιάς, +προγεγραμμένη, έρημος, μη βλέπουσα διά την αύριον χρυσής αυγής την +ανατολήν . . . + +Το λευκάζον και κιτρινωπόν ράκος της έφυγεν από την χείρα· το +επήρεν ο άνεμος, και το έρριψεν επί της κεφαλής και των ώμων της +γυναικός. + + — Αυτό θα είναι το σάβανό μου! εψιθύρισε πικρώς μειδιώσα η +Φραγκογιαννού. + +Τέλος, καθώς εκάθησε κάτω επί του βράχου, βλέπει μίαν βάρκαν, +μικράν φελλούκαν, να έρχεται, παραπλέουσα την ακτήν. Είχε μικρόν +ιστίον και δύο κουπιά, τα οποία έτυπτον ραθύμως το κύμα. Έπλεεν εξ +ανατολών κ' επλησίαζε προς τον έρημον βράχον, εις το άσυλόν της. Η +Φραγκογιαννού ησθάνθη σκίρτημα ελπίδος μέσα της. Εκρύβη όπισθεν της +κορυφής του βράχου, διά να κατοπτεύση και ίδη αν θα εγνώριζε τους +επιβαίνοντας. Όταν η φελλούκα επλησίασεν, είδεν ότι είς εκ των +τριών επιβατών της, όστις έσυρε την «συρτήν» από της πρύμνης, +εφόρει στρατιωτικήν στολήν. Κάποιος παρεπίδημων απόστρατος, αγαπών +τ' οψάρευμα, είχεν εξέλθει προς άγραν, ομού με δύο εξ επαγγέλματος +αλιείς. Η Φραγκογιαννού, μόνον είδεν ότι ήτο «ταχτικός», και +γαλασμένη εκρύβη βαθύτερα όπισθεν του βράχου. + +Την νύκτα απεκοιμήθη εις την κρύπτην της, μέσα εις την υγράν άλμην +της Σπηλιάς. Βόμβοι εθορύβουν εις τα ώτα της. Το κύμα υπό τους +πόδας της ερρόχθει, με παρατεταμένους ωρυγμούς λύσσης. Βαθειά, μέσα +εις τα στέρνα της ήκουε τα κλαυθμηρίσματα των ακάκων νηπίων. +Υπόκωφοι συριγμοί του μακρινού ανέμου ήρχοντο εις τας ακοάς της. Ο +νεκρώσιμος χορός των κορασίδων, με ηυξημένον τον φρικώδη ορμαθόν, +εχοροπήδα τριγύρω της: «Είμαστε παιδιά σου! — Μας εγέννησες! — +Φίλησέ μας! — Δώσε μας μαμμά! — Πάρε μας στολίδια, στολίδια ώμορφα! +— Χάιδεψέ μας! — Δεν μας αγαπάς;» + +Η γραία πενθερά του Λυρίγκου, μανιώδης, συστρέφουσα τας χείρας, την +ηπείλει τρομερά, και ο γαμβρός της, με ήθος παραπονεμένον, την +επέπληττε . . . Κάτω εις τους πόδας, εις το βάθος της Σπηλιάς, +ερρόχθει το κύμα . . . Έβραζεν, έβραζε, και το άντρον μετεβάλλετο +εις στέρναν, και το νερόν της στέρνας εβρυχάτο μ' έναθρον φωνήν· — +Φόνισσα! — Φόνισσα! + +Η δυστυχής εξύπνησεν έντρομος, περιρρεομένη από άλμην και ιδρώτα. +Ηύχετο πλέον, και πάραυτα το απεφάσισε, να μην κοιμηθή άλλην φοράν +εις την ζωήν της, αν ήτον διά να βλέπη τέτοια όνειρα. Ο θάνατος θα +είναι ο κάλλιστος των ύπνων — αρκεί να μην έχη κακά όνειρα! Τις +οίδε! — Μόλις το εσκέφθη, και μετ' ολίγον απεναρκώθη πάλιν. Τότε +της εφάνη ότι έβλεπεν εμπρός της τον Καμπαναχμάκην, τον άγροικον +εκείνον του βουνού· ίστατο ενώπιόν της με την στραβολέκαν του την +ποιμενικήν, με το σκαιόν ήθος του, με την όψιν του την τραχείαν και +με λαρυγγώδη φωνήν της έλεγε : «Στο Κακόρρεμμα! Στο Μονοπάτι, στη +Βρύσι του Πουλιού! Στου Γέροντα το Ερμητήριο!» + +Και καθώς εγίνετο άφαντος, ακόμη επανέλαβε· — «Στο Ερμητήριο! Στου +Γέροντα το Ερμητήριο!» + +Η Φραγκογιαννού εξύπνησε την ώραν του λυκαυγούς με μικράν γαλήνην +εις την ψυχήν, ενώ το κυανούν και πορφυρίζον του στερεώματος +καταντικρύ της συνεχέετο με το μαυρογάλανον του πόντου, και αύρα, +δρόσος, φλοίσβος, κελάρυσμα απετέλουν ηδείαν συζυγίαν αρμονίας εις +τας αισθήσεις της. + +Από της προχθές δεν είχε παύσει να σκέπτεται το ερημητήριον εκείνο, +περί ου της είχεν ομιλήσει προ τριών ημερών ο Καμπαναχμάκης. Είχεν +ακούσει πολλά να λέγουν γυναίκες ευλαβείς περί των αρετών του +Γέροντος εκείνου, του παπ' Ακακίου, όστις προ ολίγου καιρού μόνον +είχεν έλθει εις την νήσον, και είχε κατοικήσει εις τον Άγιον +Σώστην, παλαιόν αναχωρητήριον μετά ερήμου ναΐσκου, το οποίον έκειτο +επί μικρού θαλασσοπλήκτου βράχου, όστις απετέλει σκόπελον ή μικρόν +νησίδιον παρά την βορείαν, μικρόν προς δυσμάς κλίνουσαν, κρημνώδη +ακτήν, και με την άμπωτιν των υδάτων, το νησίδιον εγένετο μικρά +χερσόνησος. Ο γέρων παπ' Ακάκιος ήτο, έλεγαν, αυστηρός πνευματικός, +πλην είχε το σπάνιον χάρισμα της διακρίσεως των λογισμών, κ' έφθανε +μέχρι προορατικότητος. Αι γυναίκες εβεβαίουν ότι ήτο σωστός +κρυφιογνώστης, και σου έλεγε τι είχες μέσα σου. Και πολλάκις +εξωμολόγει τον μετανοοούντα πολύ περισσότερον ή όσον αυτός ήθελε να +εξομολογηθή. + +Διά την Φραγκογιαννού θα ήτο ευτύχημα, αν είχεν ειλικρινή απόφασιν +να εξομολογηθή, να ευρίσκετο είς πνευματικός, όστις να την +απήλλαττεν από τον κόπον και από το φοβερόν βάσανον του δισταγμού, +λέγων «Αυτό κι' αυτό έκαμες!». Ήρκει να μη την απήλπιζεν, αλλά να +ήτο ικανός να την βοηθήση και να την σώση — ακόμη και εις τον +πρόσκαιρον κόσμον, ει δυνατόν! Τάχα δεν υπήρξεν είς Άγιος όστις +έκρυψε και έσωσε μη θελήσας να τον παραδώση εις την εξουσίαν, τον +φονέα του ιδίου αδελφού του; Πόσω μάλλον ο παπ' Ακάκιος δεν θα +έσωζε και θα έκρυπτεν αυτήν, ήτις δεν είχε κάμει κακόν ατομικώς εις +τον σεβάσμιον ερημίτην; Μήπως δεν επερνούσαν καθημερινώς πλοία, +γιαλό ή ανοιχτά από τον Άι Σώστην, και δεν θα ηδύνατο να την +φυγαδεύση αν ήθελε; + +Η Χαδούλα είχε βαρυνθή την μονοτονίαν της Σκοτεινής Σπηλιάς, και +είχεν αρχίσει ν' αδυνατίζη πολύ από την ανεπαρκή τροφήν. Έλαβεν +απόφασιν, άμα φέξη καλά, να πάρη το καλαθάκι της, και να εξέλθη από +το άσυλόν της, όπως διευθυνθή προς τον Άγιον Σώστην. Εκεί θα +εξωμολογείτο όλα τα «πάθια της». Καιρός μετανοίας πλέον . . . + +Έφθασαν, έφθασαν, οι χωροφύλακες! Είτε διά προδοσίας, είτε δι' +ιχνηλασίας, την είχαν ανακαλύψει . . . Κατόρθωσαν να κατέλθουν εις +το Κακόρρεμμα, χωρίς να ενοχληθούν από τον κρημνόν, χωρίς οι λίθοι +της σάρρας να σηκωθούν και να ριφθούν κατεπάνω τους, να τους +κυνηγήσουν! + +Ήτο την αυγήν άμα έφεξεν, ενώ η Φραγκογιαννού ητοιμάζετο να +διευθυνθή διά του συντομοτέρου δρόμου, εις τον Άι-Σώστην, εις το +Ερημητήριον. Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει διά να φωτίση ακόμη την +φαλακράν ακτήν, το Κουρούπι, και να στείλη χρυσάς ακτίνας εις την +απότομον κλιτύν του Στοιβωτού. Η Φραγκογιαννού τους είδεν, +ετρόμαξεν, επήρε το καλάθι της, και ασθμαίνουσα, ξεκλωσσασμένη, +έτρεξε τον ανήφορον, επάνω εις τον βράχον τον άβατον, εις το Κλήμα, +προς το δυτικόν μέρος. Επέταξε, με λάκτισμα των ποδών προς τα +οπίσω, τας φθαρμένας εμβάδας, «τα παληοκατσάρια της», και ξυπόλητη +ανερριχήθη επάνω εις τον κρημνόν. Οι δύο «νομάτοι» έβγαλαν κι' +αυτοί, τα τσαρούχια τους, κ' έτρεξαν κατόπιν της, εις τον βράχον +τον απάτητον, εις τον χώρον της απελπισίας, όπου εβάδιζεν εκείνη. + +Μίαν μόνην στιγμήν, η δύστηνος έστρεψε την κεφαλήν οπίσω. Τότε +είδεν ότι οι διώκται ήσαν μεν δύο, αλλά μόνον ο είς εφόρει την +στρατιωτικήν στολήν. Ο άλλος έφερεν εγχώριον ένδυμα, με σελάχι, +εφωδιασμένον με πιστόλια και χαρμπιά, περί την μέσην. Εφαίνετο να +είναι είς των αγροφυλάκων. + +Τούτο την επτόησε και την εφόβισεν. Η απουσία του ενός χωροφύλακος +έδιδεν αφορμήν εις υποψίας. Μήπως από την άλλην πλευράν του +κρημνού, πέραν του βράχου του αξένου της απορρώγος ακτής την +επερίμενεν ενέδρα τις, ώστε να την κλείσωσιν οι σκληροί διώκται +μεταξύ δύο πυρών; + +Και πάλιν η σύμπτωσις αυτή την επαρηγόρησε και της ενέπνευσε μικράν +ελπίδα. Εάν ο ένας από τους δύο «νομάτους»· ήτον πατριώτης, χωρικός +άνθρωπος εις την υπηρεσίαν της δημαρχίας, τούτο ίσως εσήμαινεν ότι +ούτος θα εξετέλει μάλλον ως αγγαρείαν το κυνήγημα το οποίον του +είχαν επιβάλει και ίσως μάλλον θα έκοπτε την ορμήν του άλλου, του +χωροφύλακος. Δεν ήτον δε απίθανον ο αγροφύλαξ εκείνος και να +ησθάνετο μέσα του κρυφήν συμπάθειαν προς την φεύγουσαν, την +διωκομένην, την τρέχουσαν επάνω εις τα κατσάβραχα, μ' αιματωμένους +τους πόδας, δυστυχή γυναίκα — περί της ενοχής της οποίας ουδέ ήτο +καν βέβαιος. + +ΙΗ'. + +Ύστερον απ' ολίγων λεπτών της ώρας κυνηγητόν, η Φραγκογιαννού +έφθασεν εις την τοποθεσίαν, την οποίαν ο Καμπαναχμάκης είχεν +ονομάσει «το Μονοπάτι στο Κλήμα». Ήτον βράχος, εισέχων αποτόμως +προς τα έσω, σχηματίζων μικρόν ζύγωμα, κάτωθεν του οποίου έχασκεν η +άβυσσος, η θάλασσα. Άνω του ζυγώματος τούτου υπήρχε πάτημα ημισείας +παλάμης το πλάτος, όλον δε το πέραμα ήτο τριών ή τεσσάρων βημάτων. +Όπως το διέλθη τις, έπρεπε να πιασθή από τον άνω βράχον, βλέπων +προς την θάλασαν, να πατή με την πτέρναν, και να βαδίζη εκ δεξιών +προς τ' αριστερά. Η ζωή του εκρέματο εις μίαν τρίχα. + +Η Φραγκογιαννού έκαμε τον σταυρόν της και δεν εδίστασε. Ούτε +υπήρχεν άλλη αίρεσις ή προσφυγή. Δρόμος άλλος δεν υπήρχεν επάνω του +βράχου. Η γυνή επήρε το καλάθι της εις τους οδόντας, επήδησεν +αποφασιστικώς, και διέβη αισίως το φοβερόν πέραμα. + +Έφθασαν κατόπιν ασθμαίνοντες οι δύο νομάτοι. Ο χωροφύλαξ είδε το +πέραμα κ' εστάθη. + + — Σου βαστά, η καρδιά σου; είπε με κρυφήν χαιρεκακίαν ο σύντροφός +του. + + — Δεν είναι άλλος δρόμος; + + — Δεν είναι. + + — Εσύ θα τώχης περάσει πολλές φορές, είπεν ο στρατιώτης. + + — Εγώ, όχι! ηρνήθη ο αγροφύλαξ. + + — Δεν ήσουν τσομπάνης; + + — Εγώ έβοσκα πρόβατα στον κάμπο. + +Ο χωροφύλαξ εδίστασεν ακόμη. + + — Και να μας ρίξη κάτω μια γυναίκα! είπε. + + — Δεν προφτάσαμε να την ιδούμε τη στιγμή που περνούσε, είπεν είρων +ο δραγάτης. Αν την έβλεπες, θα σούκανε καρδιά. + + — Αληθινά; + + — Δεν ξέρεις πόσες φορές δίνουν το παράδειγμα η γυναίκες! είπεν ο +αγροφύλαξ. 'Σε καμπόσα πράγματα, δείχνουν πολύ κουράγιο. + + — Κ' εγώ θα περάσω! είπεν ο χωροφύλαξ. + + — Εμπρός! + +Ο χωροφύλαξ έβγαλε το αμπέχονόν του, και το έτεινεν εις τον +σύντροφόν του, μείνας με το υποκάμισον. Έκαμε το σημείον του +Σταυρού. + + — Αν περάσω πέρα, μου το ρίχνεις, είπε. + +Εδοκίμασε να πατήση επί του στενού, επιάσθη από τον βράχον. Μετά έν +βήμα ωπισθοδρόμησε. + + — Μ' έπιασε ζαλάδα, είπεν. + +Εν τω μεταξύ η Φραγκογιννού, τρέχουσα, είχεν ανηφορίσει, και +ανήρχετο υψηλότερα εις την ακτήν. Αποκαμωμένη, ήσθμαινεν, εφύσα. +Επήγαινε, κ' εστέκετο επί μίαν ανεπαίσθητον στιγμήν, κ' έτεινε τα +ώτα ακροωμένη. Ήθελε να βεβαιωθή αν θα διέβαινον το πέραμα οι δύο +διώκται της. Αλλά δεν ήκουε τίποτε. Από την βραδύτητα αυτήν +εσυμπέρανεν ότι οι δύο «νομάτοι» εδίσταζον πολύ να περάσουν το +μονοπάτι. + +Τέλος έφθασεν εις του Πουλιού τη Βρύσι, όπως την είχεν ονομάσει ο +Καμπαναχμάκης. Ήτο μία πηγή επάνω εις υψηλόν βράχον, επί του οποίου +εσχηματίζετο μικρόν ολισθηρόν οροπέδιον από χώμα, γεμάτον από βρύα +και άλλα υγρά χόρτα, τα οποία εφαίνοντο ως να έπλεον εις το νερόν. +Η Φραγκογιαννού επάτει καλά να μη γλυστρήση και πέση. Από την +βρύσιν εκείνην, πράγματι, μόνον τα πετεινά τ' ουρανού ηδύναντο να +πίνουν. Η Χαδούλα έκυψε κ' έπιε . . . + + — Αχ! καθώς πίνω απ' τη βρυσούλα σας, πουλάκια μου, είπε, δώστε +μου και τη χάρι σας να πετάξω! . . . + +Κ' εγέλασε μονάχη της, απορούσα πού εύρε τον αστεϊσμόν αυτόν εις +τοιαύτην ώραν. Αλλά τα πουλιά, όταν την είδαν, είχαν αγριεύσει, κ' +επέταξαν έντρομα . . . + +Εκάθισε, δίπλα εις του Πουλιού τη Βρύσι, διά να ξαποστάση και πάρη +τον ανασασμόν της. Σχεδόν είχε βεβαιωθή πλέον ότι οι δύο «νομάτοι» +δεν είχαν κατορθώσει να διαβώσι το Μονοπάτι στο Κλήμα. + +Αλλά δεν ησθάνετο ασφάλειαν η δύστηνος, καθημένη εκεί. Όθεν, μετ' +ολίγα λεπτά εσηκώθη, επήρε το καλάθι της, κ' έτρεξε τον κατήφορον. +Τώρα πλέον επήγαινεν αποφασιστικώς εις τον Άι-Σώστην, εις το +Ερημητήριον. Καιρός ήτο, αν εγλύτωνε, να εξαγορευθή τα κρίματά της +εις τον γέροντα, τον ασκητήν. + +Εις ολίγα λεπτά της ώρας κατήλθε την ακτήν, κ' έφθασεν εις τα +χαλίκια του αιγιαλού, εις την άμμον. Αντίκρυσε τον αλίκτυπον +βράχον, επάνω εις τον οποίον εφαίνετο ο παλαιός ναΐσκος του Αγίου +Σώζοντος. Ο λαιμός της άμμου, ο ενώνων τον μικρόν βράχον με την +στερεάν, μόλις ανείχεν ένα δάκτυλον υπεράνω του κύματος. Τώρα +ήρχιζε να γίνεται πλημμύρα. Η Φραγκογιαννού εστάθη κ' εδίστασε. +«Τάχα δεν θα . . . ξαναγείνη ρήχη σε λίγη ώρα, είπε. Γιατί να +βιαστώ τώρα, να γίνω μούσκεμμα;» + +Αλλά την ιδίαν στιγμήν ήκουσε θόρυβον όχι μικρόν επί του κρημνού. +Δύο άνδρες ο είς στρατιωτικός, ο άλλος πολίτης, με δύο τουφέκια, +επ' ώμου, κατήρχοντο τρέχοντες τον κατήφορον. Ο πολίτης δεν ήτον ο +δραγάτης τον οποίον είχεν αφήσει οπίσω, με τον ένα χωροφύλακα, ήτον +άλλος, κ' εφόρει φράγκικα. Αυτή λοιπόν ήτο η ενέδρα, την οποίαν +είχεν υποπτεύσει ευλόγως αυτή, με την οποίαν ηθέλησαν να την βάλουν +εις τα στενά; Ιδού ότι τώρα την έφθαναν. + +Η Φραγκογιαννού έτρεξεν, έκαμε τον σταυρόν της, κ' επάτησεν επάνω +εις το πέρασμα της άμμου. Η άμμος ήτον ολισθηρά. Το κύμα ανήρχετο, +εφούσκωνε. Η γυνή δεν οπισθοδρόμησε. Δεν είχεν άλλην σανίδα +σωτηρίας. Ούτε αυτήν, την παρούσαν, μάλιστα δεν είχε. + +Το κύμα ανέβαινεν, ανέβαινεν. Η Φραγκογιαννού επάτει. Η άμμος +ενέδιδεν. Οι πόδες της εγλυστρούσαν. + +Ο βράχος του αγίου Σώζοντος απείχε περί τας δώδεκα οργυιάς από την +ακτήν. Ο λαιμός της άμμου, το πέραμα, θα ήτο πλέον ή πεντήκοντα +βημάτων το μήκος. + +Το κύμα την έφθασεν έως το γόνυ, είτα ως την μέσην. Η άμμος +εγλυστρούσε. Εγίνετο βάλτος, λάκκος. Το κύμα ανήλθεν έως το στέρνον +της. + +Οι δύο άνδρες, οίτινες την εκυνήγουν, έρριψαν μίαν τουφεκιάν διά να +την πτοήσουν. Είτα ηκούσθησαν αι φωναί των, φωναί αλαλαγμού και +βεβαίας νίκης. + +Η Φραγκογιαννού απείχεν ακόμη ως δέκα βήματα από τον Άι-Σώστην. + +Δεν είχε πλέον έδαφος να πατήση· εγονάτισεν. Εις το στόμα της +εισήρχετο το αλμυρόν και πικρόν ύδωρ. + +Τα κύματα εφούσκωναν αγρίως, ως να είχον πάθος. Εκάλυψαν τους +μυκτήρας και τα ώτα της. Την στιγμήν εκείνην το βλέμμα της +Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν +ακτήν, όπου της είχον δώσει ως προίκα ένα αγρόν, όταν νεάνιδα την +υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφην οι γονείς +της. + + — Ω! να το προικιό μου! είπε. + +Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαδούλα εύρε τον +θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα +τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, +μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης. + + + +ΤΕΛΟΣ ΦΟΝΙΣΣΑΣ + + + +Ο Ν Ε Ι Ρ Ο +ΣΤΟ ΚΥΜΑ + + + +Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα +ακόμη &άλφα&. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν +φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187. . . +Ήμην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές +πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' +εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημά μου ανά τους βράχους και τα +βουνά. + +Τον χειμώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν μ' επήρε πλησίον του ο γηραιός +πάτερ-Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ' +έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον +προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν «δάσκαλε». Εις τους χρόνους της +Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν +Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της +Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη. + +Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια +κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν +ου μικράν φήμην, υπό το όνομα «ο Σωτηράκης ο δάσκαλος». Αργότερα +αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενεθυμήθη την παλαιάν +υποχρέωσίν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την +φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη, κ' εγκατεβίωσεν εν μετανοία, +εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το +έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και +λέγουν ότι εσώθη. + +Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως +υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου +κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις +Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα +τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα +προλύτου . . . + +Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να +εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου +και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας +σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και +ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι +να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου +μου, θέσιν οιονεί αυλικού. + +Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του +αυθέντου του, δεν ειμπορεί να γαυγύζη ούτε να δαγκάση έξω από την +ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, +παρομοίως κ' ενώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε +περισσότερον παρ' όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την +οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου. + +Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος +εκείνο του έτους 187 . . . Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος +βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη +τα παραθαλάσσια, τανερχόμενα αποτόμως διά κρημνώδους ακτής, ύπερθεν +του Κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, +το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή +ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον εδικόν μου. + +Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, +έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. +Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους +ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι +σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το +ακούραστον φύσημά των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον. + +Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, +όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις +τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ' έκαμνε τρις το +σημείον του Σταυρού, κ' έλεγεν· «Εις το όνομα του Πατρός και του +Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε +όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τουρανού, και να πάρω +κ' εγώ τον κόπο μου!» + +Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω το εθέριζα εν μέρει. +Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος κ' έβαλλα εις +εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω. + +Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η +ιδία διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γεμίση ένα καλάθι σταφύλια, +ή να τρυγήση, αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν +ήτον κτήμα ιδικόν μου. + +Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους +μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποίοι επί τη +προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να +εκλέγουν αυτοί τας καλλιτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν +το καλόν μου. Ήσαν τρομεροί ανταγωνισταί δι' εμέ. + +Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των +ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί +παραπάνω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις +αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του +Μοναστηρίου. Ήμην «παραγυιός», αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα, +τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις έξ. Σιμά εις τον μισθόν +τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και +άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι. + +Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της +περιοχής μου, είχα τον κυρ-Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν +ιδιότροπον. Ο κυρ-Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον +μικρόν πύργον μαζύ με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν +είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε +προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την +ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του. + +Ο κυρ-Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και +ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε +μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν +ούτως οκτώ ή δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού, +και απετέλεσεν έν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών +εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε +πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελε +δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον +δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του. + +Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα, +εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού, +ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε +το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με +πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια. + +Εγκατεστάθη εκεί, κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως +κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της +θαλάσσης, κ' ενώ ο επάνω τοίχος έφθανεν εις την κορυφήν του μικρού +βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο +από το κύμα. + + +Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι +του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η +παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον +εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον +αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια, κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον +θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία +μελαγχροινή, κ' ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, +την οποίαν οι υιοί της μητρός, της είχαν βάλει να φυλάη ταμπέλια +«Ιδού ει καλή, η πλησίον μου. Ιδού ει καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί +. . . » Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν +της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της. + +Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την +μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον +τρίχωμα, την οποίαν εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του +πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να +βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, όπου ήσαν χαμόκλαδα, +ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχεία. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή +μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, +των πνευματικών πατέρων μου. + +Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας +μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ' εκείνον τον χρόνον άλλοτε +ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η +Μοσχούλα, η ευνοούμενη μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν +ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας πενηνταπέντε. Εάν έλειπεν +άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον +την μονάδα που έλειπεν αλλ' η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή. +Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε; + +Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο +να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριόν των ήτον υψηλά προς +δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενου Αετοφωληά +φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όμως όλως παράδοξον ή ανήκουστον +πράγμα ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της +Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου. + +Εφώναζα ως τρελλός. + + — Μοσχούλα! . . . πού είν' η Μοσχούλα; + +Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσίαν της Μοσχούλας, της ανεψιάς του +κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο +τοίχος του περιβόλου του κτήματος, και η οικία η ακκουμβώσα επάνω +εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν όπου +ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου η +παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις το παράθυρόν και έκραξε· + + — Τι έχεις και φωνάζεις; + +Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα· + + — Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα! . . . Με σένα δεν έχω +να κάμω. + +Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ' έγεινεν άφαντη. + +Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρόν της εις εκείνην +την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφινα τας αίγας +μου να βόσκουν, κ' εσφύριζα ένα ήχον, ένα άσμα του βουνού +αιπολικόν. + +Δεν εξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη· + + — Έτσι όλο τραγουδείς! . . . Δεν σ' άκουσα ποτέ μου να παίζης το +σουραύλι! . . . βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου +φαίνεται! . . . + +Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος +ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή . . . Την φοράν +ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πώς +της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ηξεύρω ότι μου έστειλε δι' +αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ' ένα τάσι γεμάτο πετμέζι. + + +Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον +αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους +γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο +οι βράχοι εις προβλήτας και άλλου εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και +ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον +εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με ατάκτους φλοίσβους και αφρούς, +όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνον του και +λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το +έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' +«αρμυρίσουν» εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την +ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την «ελιμπίστηκα», +κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα. + +Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις +δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις +την ράχην. Δι' αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έμελλα πάλιν να +επιστρέψω εις το βουνόν την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα +γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν +και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σιγά διά να καθίσουν να +ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά +ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και θα ήκουον μακρόθεν τους +κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας. + +Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ' έφθασα κάτω εις την +θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι +σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα +από τα βουνά της αντικρυνής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς +βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου +έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ηλίου, που είχε βασιλέψει +εκείνην την στιγμήν. + +Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο +τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάνα του, διά να καθίση να +δειπνήση. + +Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον +θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά +ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευπρεπίσει και +στολίσει αι νύμφαι των θαλασσών. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα +μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον +ακρογιαλιάν, κ' έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του +κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων +μέτρων όλον τον αιγιαλόν. + +Επέταξα αμέσως το υποκάμισόν μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις +την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της +ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου +ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχον της φύσεως αυτού, της +υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να +έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν +είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς +εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα, +ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδία. +Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπεν +να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά +οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τράγων! Όσον +αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη +πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος +κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον +κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να +την δέσω μ' ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου, ολίγον παραπάνω +από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου +πριν ριφθώ εις την θάλασσαν. + +Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισόν μου, την περισκελίδα μου, +έκαμα ένα βήμα διά να αναβώ. Άνω της κορυφής του βράχου, του οποίου +η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την +μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα +πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός +κρημνός ήτον δι' εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμαρίνης σκάλας, +το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω +αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς. + +Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν +πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο +κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλυστρώτου +και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η +ανεψιά του κυρ Μόσχου κ' ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα +ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορά της, εγώ ο +σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, αν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να +λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, +άμα τη ανατολή του ηλίου συνήθως ελούετο. + +Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην +εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, +καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπτόμενος από την κορυφήν +του βράχου, και είδα πράγματι, ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις +το κύμα γυμνή, κ' ελούετο . . . + + +Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το +περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και +κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς +ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους +βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και +είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ' +εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να +κολυμβά. + +Διά να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μίαν στιγμήν ορθός εις +την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την +αίγα μου, και να γείνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον +ελάχιστον κρότον ή θρουν. Αλλ' η στιγμή καθ' ην θα διηρχόμην διά +της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον +αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος. + +Το ανάστημά μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον +δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με +έβλεπε, καθώς ήτον εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο, θα +ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς +αθεμίτους, και τότε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν! + +Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να +κράξω· « — Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω . . . Μην τρομάζης! φεύγω +αμέσως, κοπέλλα μου!» + +Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε +διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην +πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ' επερίμενα. + +«Αυτή δεν θ' αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή +και θα φύγη . . . Θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ' εγώ τον +κρημνό μου! . . . » + +Κ' ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου, +τον παπά-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να +φεύγω, πάντοτε τον γυναικείον πειρασμόν! + +Εκ της ιδέας του να περιμένω, δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή, +ειμή ν' αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως +ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς +διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους +όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή +εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον +άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου +ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ +σπηλαίων και βράχων. + +Θ' άφινα την Μοσχούλαν μου, την αίγα εις την τύχην της, δεμένην +εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με +διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτον ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα), +στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω +από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον +κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η +ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν' αφήση βεβαίως κανέν +ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτον +μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και +πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού +μου. + +Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την +αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου. +Άλλως ήμην εν συνειδήσει αθώος. + +Εν τοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και +ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του +βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν +νεανίδα. + +Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς +από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα +τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν +αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως +γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, +μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν +της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, +μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το +στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους +όλας τας αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον +πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον +νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των +ονείρων. . . + +Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον, +όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα +δεν θα μ' έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη +έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθέν της. Ούτε +η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ' +ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου, +κ' εντεύθεν του άντρου. + +Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα +επίγεια. + + +Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί +ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι· «Να εκινδύνευεν έξαφνα! +να έβαζε μια φωνήν να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον +οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζε +βοήθειαν! . . . ». + +Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις +το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν +η πρώτη ιδέα . . . Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος, +εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον, +και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν! . . . + +Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον . . . Αίφνης εις τας +ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ' επανέφερεν η φωνή της κατσίκας +μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!. . . + +Ω, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά +δυστυχώς δεν ήτο εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν +ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή +δεν είχα μάθει ακόμη να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος +εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον αλλά δεν της είχε +κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. — Με ράμνον πολύκλαδον εις +το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν +το ήξευρα πού να το συλλογισθώ. + +Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη +βελάζη . . . Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την +κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην ότι ήτον +φόβος να με ιδή, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ' επάτησα επί του +βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας. + +Συγχρόνως μ' εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν +έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το οποίον την είχα +δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην +«εσχοινιάσθη», μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλός της, μην +ήτον κίνδυνος να πνιγή το ταλαίπωρον ζώον; + + +Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουομένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν +της γίδας μου. Αλλά και αν την είχεν ακούσει, τι το παράδοξον; +ποίος φόβος ήτον; το ν' ακούη τις φωνήν ζώου εκεί που κολυμβά, αφού +δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε +έκτακτον. + +Αλλ' όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του +βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν, είτε όχι την φωνήν της +κατσίκας — μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την +κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς . . . — είδε τον μαύρον ίσκιον μου, +τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους, +και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου . . . + +Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατά +μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν' αρθρώσω φωνήν, κ' +έκραξα· + + — Μη φοβάσαι!. . . δεν είναι τίποτε . . . δεν σου θέλω κακόν! + +Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την +θάλασσαν, μάλλον διά να έλθω εις βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και +να φύγω . . . . Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλείτερον θάρρος ή +όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν. + +Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι +αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μία +βάρκα εφάνη να προβάλλη αντικρύ, προς το ανατολικομεσημβρινόν +μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας +του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας +κώπας· πλην η εμφάνισίς της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην, +επέτεινε τον τρόμον της. + +Αφήκε δευτέραν κραυγήν μεγαλειτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να +βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα. + +Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν +οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή +έξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην εις την θάλασσαν, πηδήσας +με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου. + +Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις +τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών, +και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον +αφρόν του κύματος. + +Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου, +όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της +θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την +ατυχή παιδίσκην· τα μόνα ίχνη τα οποία αφίνει ποτέ εις την θάλασσαν +αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα! . . . Με τρία στιβαρά πηδήματα και +πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της . . . + +Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν +του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της +ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου και ανήλθον. + +Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι +ησθάνθην ασθενή την χλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα +φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ! . . . Εν τούτοις δεν παρείχε σημεία +ζωής ολοφάνερα . . . Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα αυθορμήτως, διά +να δυνηθή ν' αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, +και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα +ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο +θαυμασίως. + +Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· +ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν +υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο +πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν! + +Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα +της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά +της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτον όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και +οπόσον διέφερεν από όλας τας εδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας +λυκοφυλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος +εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ' +ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου +ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο . . . Ήμην ο +άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν +έν όνειρον, το ίδιον όνειρόν του . . . + + +Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν +ηξεύρω τι γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως +όλαι. + +Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου +κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι +«εσχοινιάσθη»· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την +είχα δεμένην, και επνίγη! . . . Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα +θυσίαν προς χάριν της. + +Κ' εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ' +έγεινα δικηγόρος . . . Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον +επόμενον! + +Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της +λουσμένης κόρης, μ' έκαμε να μη γείνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η +ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γείνω μοναχός. + +Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι «αν ήθελαν να με κάμουν +καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι . . . » +Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν το ολίγα εκείνα +κολυβογράμματα, τα οποία αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν +και πολλά! . . . + +Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το οποίον +εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζομαι +το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποίον είναι δεμένος ο σκύλος +εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν +μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν «ως σχοίνισμα κληρονομίας» δι' +εμέ, όπως η Γραφή λέγει· + +Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη! . . . + +(Διά την αντιγραφήν) + Α. Παπαδιαμάντης + + + +Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ + + + +« . . . Την νύκτα εκείνην είχον αναβή και πάλιν εις το βουνόν διά +να συναντήσω την εξαδέλφην Μαχούλαν. Την αλήθειαν να είπω, δεν +ήξευρα μετά βεβαιότητος ότι έμελλον να την συναντήσω, αλλ' +ηλαυνόμην από το πάθος, έφερα τα βήματά μου εις προσκύνησιν, και +ησθανόμην την ανάγκην ν' αναζωπυρήσω αρχαίας αναμνήσεις. + +Ήτον η τελευταία φορά όπου θα έβλεπα εις τα ερημικά εκείνα μέρη την +εξαδέλφην μου Μαχούλαν. Την πρώτην φοράν, προ ετών είκοσι, την είχα +συναντήσει εις το βάθος δρυμώνος, πλησίον αρχαίου παμμεγέθους σηκού +ή τεμένους εκ γιγαντιαίων μαρμάρων, το οποίον πιθανόν να ήτο ναός +των θεών, της προ του Προμηθέως εποχής. Σύρεται εις το παράδοξον +εκείνο κτίριον το προβάλλον ως πρόσωπον σφιγγός την πρόσοψίν του +την γριφώδη, ήτο έν μεταγενέστερον πενιχρόν παρεκκλήσιον, τιμώμενον +επ' ονόματι της Αγίας Μάρτυρος Αναστασίας. Εκεί είχα συναντήσει προ +είκοσιν ετών την εξαδέλφην μου Μαχούλαν. + +Περί τα τέλη του φθινοπώρου, είχεν υπάγει ομού με ένα παπάν, διά να +λειτουργήση τον ναΐσκον. Είτα, αφού απέλυσεν η λειτουργία, ο παπάς +έπιε τον καφέν και την ρακήν του, έξωθεν ακριβώς της θύρας του +ναΐσκου, εις το ύπαιθρον, πλησίον της φωτιάς της αναμμένης διά την +υπηρεσίαν του θυμιατηρίου, και διά το ζέον, απεχαιρέτισε την +γυναίκα και απήλθεν. Η εξαδέλφη μου Μαχούλα έμεινε, μαζύ με την +μικράν επταετή παιδίσκην της, και με δύο άλλας γυναίκας, +γειτόνισσές της, αι οποίαι την είχον συνοδεύσει εις την εκδρομήν. +Αύται περιήρχοντο εις τους λοφίσκους και εις τα ρεύματα, εις τα +πέριξ του ναού συλλέγουσαι αγριολάχανα και μανιτάρια. Η εξαδέλφη +μου Μαχούλα, ιδού τι έκαμεν. + +Αύτη ήναψεν επτά κηρία εις τα δύο μανουάλια του ναΐσκου, εμπρός εις +τας εικόνας του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, και της Αγίας +Αναστασίας. Εφαίνετο, ότι ήθελε μετά την αναχώρησιν του παπά, να +τελέση αυτή νέαν λειτουργίαν, πλέον μυστηριώδη. Αφού ήναψε τα επτά +κηρία, έβγαλεν από το παμμέγιστον καλάθιόν της μακρότατον υπέρ τας +εκατόν οργυιάς, λεπτόν σχοινίον, ολοκίτρινον, ευωδιάζον, +κηρόπλαστον. Ήτο γιγαντιαίον φιτύλιον βαμβακερόν, το οποίον είχε +κλώσει όλον με τας χείρας της, και με τας χείρας της το είχε +περιβάλει με μελικήριον πρόσφατον. + +Τούτο λοιπόν το τεράστιον κηρίον το έδεσεν από την κρικέλλαν της +παλαιάς σαρακωμένης θύρας του ναού, είτα ήρχισε να το ελκύη, και να +το εκτυλίσση κατ' ολίγον από το καλάθιον, όπου το είχε τυλιγμένον +εις έντεχνον και ευδιάλυτον κουβάριον, και παραπορευομένη +εξωτερικώς τον τοίχον του ναΐσκου, να το προσαρμόζη σύρριζα εις τον +τοίχον, πρώτον εις το ήμισυ πλάτος του δυτικού τοίχου, μέχρι της +γωνίας της μεσημβρινοδυτικής, είτα καθ' όλον το μήκος του +μεσημβρινού τοίχου, είτα μετά την καμπήν της γωνίας της +νοτιανατολικής, ανά τον τοίχον του πλάτους τον ανατολικόν, μεθ' +όλης της καμπύλης την οποίαν εσχημάτιζεν η χιβάδα του θυσιαστηρίου, +είτα έκαμψε την αριστεράν γωνίαν, παρεπορεύθη τον βορεινόν τοίχον, +και διά της γωνίας της βορειοδυτικής επέστρεψε πάλιν εις την θύραν +του ναΐσκου. Κατόπιν πάλιν έφερε νέαν γύραν, απαράλλακτα όπως την +πρώτην, και προσήρμοσε το νέον έμβολον του κηρωμένου νήματος, +παραλλήλως και εγγύτατα υπό το πρώτον. Εις την τρίτην γύραν και +τετάρτην, και καθεξής μέχρι της εβδόμης. + +Επτάκις έκαμε τον γύρον του κτιρίου, και με επτά έμβολα κηρωμένου +νήματος περιέζωσεν, η εξαδέλφη μου Μαχούλα, όλον τον ναΐσκον. + +Και αι γυναίκες, αι επιστρέψασαι άρτι με τα καλάθια πλήρη εκ +βοτάνων και αμανιτών, έκαμνον τον σταυρόν των, και την ηύχοντο +λέγουσαι· + + — Ας δείξη η Φαρμακολύτρα το θάμμα της! Βοήθειά σου! + + +Η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια είν' εκείνη, ήτις χαλνά τα μάγια, +ήτοι λύει πάσαν γοητείαν και μεθοδείαν πονηράν υπ' εχθρών +γινομένην. Εις εμέ, παρευρεθέντα κατά τύχην εκεί, το πράγμα +εφαίνετο παράξενον, όσον ήθελε φανή εις μαθητήν της γ' τάξεως +επαρχιακού γυμνασίου, δραπετεύσαντα άμα τη ενάρξει των μαθημάτων, +εις το μέσον του έτους. Αλλ' η εξαδέλφη μου Μαχούλα ήξευρε τι +έκαμνεν. + +Ένα υιόν, μονάκριβον, τον είχεν. Και είχε τεσσάρας κόρας μικράς, +των οποίων η μεγαλειτέρα ήτον ήδη δεκαέξ χρόνων. Και ο υιός της, +πρωτότοκος, ήγγιζεν ήδη το εικοστόν έτος. Και ήδη έχανε τον νουν +του κ' εζητούσε να νυμφευθή. + +Του είχαν κάμει μάγια, αι γυναίκες, από τον Πέρα Μαχαλάν. + +Και του είχαν σηκώσει τα μυαλά του. Ποιος ηξεύρει τι μαγγανείας του +έκαμαν, και τι του έδωκαν να πίη. Εγνώριζαν εκείναι από μαγείας . . . + +Κι' αγάπησε μίαν κόρην, ήτις ήτον μεγαλειτέρα απ' αυτόν στα χρόνια, +και ήθελε να την λάβη σύζυγον. + +«Ή θα την πάρω, μάνα, ή θα σκοτωθώ». Το είχε πάρει κατάκαρδα. Ήτον +«ερωτοχτυπημένος». Τώρα, τι να κάμη η εξαδέλφη μου Μαχούλα; Ν' +αφήση τον υιόν της να εμβή στα βάσανα, τόσον νέος, κι' αυτή να έχη +τεσσάρας κόρας ανυπάνδρους, να τας καμαρώνη; Και ποιος γονιός το +δέχεται αυτό; + +Λοιπόν έπεσε στα θεωτικά πράγματα. Έκαμε λειτουργίας πολλάς, και +αγιασμούς, και παρακλήσεις. Επήρε τα ρούχα του γυιου της, και τα +έβαλε να λειτουργηθούν υπό την Αγίαν Τράπεζαν. Επαίδευσε τον εαυτόν +της με πολλάς νηστείας, αγρυπνίας, και γονυκλισίας. + +Τελευταίον προσέφυγεν εις την χάριν της Αγίας Αναστασίας της +Φαρμακολυτρίας. Αύτη είχε παρά θεού το χάρισμα να διαλύη τας +μαγείας και γοητείας. Επήγε, την ελειτούργησεν, έζωσε τον ναόν της +επτά φοράς (τελούσα μόνη της ιδιαιτέραν λειτουργίαν περιπαθή εκ +μητρικής στοργής) με κηρίον εκατονταόργυιον, το οποίον η ιδία είχε +παρασκευάσει με τας χείρας της, και παρεκάλει την Αγίαν να χαλάση +τα μάγια, να έλθη στον νου του ο υιός της, ο ερωτοχτυπημένος και +ποτισμένος από κακάς μαγγανείας και να μη χάνη τα μυαλά του άδικα . . . + + +Όλ' αυτά τ' ανεπόλουν και τ' αναπαρίστων με τον νουν μου, ως να +είχαν συμβή χθες, και είχαν παρέλθει ήδη περισσότερα των είκοσιν +ετών από τότε, είχαν εξέλθει της πολίχνης άμα τη δύσει του ηλίου, +και είχαν πορευθή με την αμφιλύκην έως του Δράκου το ρέμμα, εκεί +οπόθεν αρχίζει ο υψηλός, κάθετος ανήφορος του Βαραντά. Η σελήνη δεν +είχεν ανατείλει ακόμη, επειδή ήτο δύο ή τρεις ημέρας μετά την +πανσέληνον. Μέσα εις το ρέμμα, βαθειά κάτω, αντήχει ο ρύχθος του +χειμάρρου, του σχηματιζομένου από τας χιόνας τας λυομένας. Και είς +υληλός μαύρος βράχος ίστατο απέναντί μου, μυστηριώδης εις το +σκότος. + +Ήτο κατά Μάρτιον μήνα. Ο χείμαρρος ερρόχθη, έβρυχε, και κατεφέρετο +μετά κρότου, κ' εκυλίετο σχηματίζων δύο καταρράκτας, κυρίαρχος εις +την σιγήν της νυκτός. Ο κρότος εκείνος ενέσπειρε φόβον εις την +ψυχήν μου, ήτις ανεγνώριζε παρ' εαυτή ομοιότητα με το ρεύμα εκείνο. +Εδεσπόζετο όλη από εν ύπουλον πάθος, καθώς το βαθύ ρεύμα και η σιγή +της νυκτός εδεσπόζοντο από ένα δούπον υπόκωφον. + +Μετά δυσκολίας διέκρινα το μονοπάτι το χαρασσόμενον ανά μέσον βρύων +και θάμνων πυκνών. Είτα, αντικρύ μου, εις την κλιτύν την κρημνώδη, +ήρχισα να βλέπω μίαν ανταύγειαν. Αι πρώται ακτίνες της σελήνης +επηργύρωνον τας κορυφάς των δένδρων. Έφθασα εις την βάσιν του +όρους, και ήρχισα ν' ανέρχωμαι τον ανήφορον. Αφού ανέβην υπέρ τα +δισχίλια βήματα, σπεύδων και ασθμαίνων, είδα πέραν αντικρύ την +σελήνην, εκείθεν του συδένδρου λόφου του κρύπτοντος όπισθέν μου τον +ορίζοντα, είδα την σελήνην απαλλαγείσαν της λοφιάς του αντικρυνού, +μεμακρυσμένου βουνού, όπου επί τινα λεπτά εφαίνετο ως να είχε βάλει +φωτιάν εις έν δένδρον μεμονωμένον, όρθιον επί της κορυφής του +υψηλού λόφου, του φράσσοντος τον λιμένα· το δένδρον εφαίνετο ως να +καίεται· είτα η Εκάτη, αφήσασα το δένδρον μαύρον και σκοτεινόν +απόκαυμα, ανήλθε βραδεία, εν αγλαΐα και αποθεώσει φαεινή, ύπερθεν +της λοφιάς του όρους. + +Μετά ώραν έφθασα εις την κορυφήν του βουνού, είτα ώδευσα επί του +οροπεδίου, εν παμφαεί σελήνη. Είτα έφθασα εις την αντίθετον κλιτύν, +όπου πάλιν εύρον σκιάς και σύνδενδρα μέρη και φόβητρα εμπρός μου. +Εκεί παρακάτω ήτον η μικρά έπαυλις του Γιάννη του Στόγιου, αγρότου +απλοϊκού φίλου μου. + +Υπερέβην τον χαμηλόν φράκτην, εισήλθον εις την αυλήν κ' έκρουσα την +θύραν. + +Ο Στόγιος δεν είχε κοιμηθή ακόμη, φως έλαμπε διά του φεγγίτου. Τον +εκάλεσα ονομαστί. Εγνώρισε την φωνήν μου και ελθών μου ήνοιξε. Μοι +παρέσχε πρόθυμον ξενίαν και στέγην. + +Εγώ εν τούτοις δεν ήξευρα διατί είχα κρούσει την θύραν του, αφού +δεν είχα ύπνον ούτε νυσταγμόν. Αφού εκείνος απεκοιμήθη, έλαβα την +ράβδον και τον πίλον μου και εξήλθον κράξας προς αυτόν να κλείση, +αν ήθελε, την θύραν εκείνος, επειδή «ελαγοκοιμάτο» πολύ ελαφρά, μου +απήντησε δι' ηρέμου γογγυσμού, μέσα εις τον ύπνον του. + +Κατέβην ακόμη χαμηλότερα το βουνόν. Η σελήνη εμεσουράνει ήδη, κ' +έφεγγεν εις όλην την κλιτύν. Εις τας ποιμενικάς επαύλεις οι +πετεινοί είχον λαλήσει. Κατήλθον εις σύνδενδρον στενωπόν, εστράφην +αριστερά, και έφθασα εις τον έρημον ναΐσκον της Αγίας Αναστασίας. + + . . . Και τώρα, μετά είκοσιν έτη, όταν ήρχισα ήδη να φθίνω, αφού +κατά κόρον εγεύθην της ζωής όλην την τρύγα και την πικρίαν, εάν εγώ +εζήτουν να ζώσω με κηρίον τον ναόν της Μάρτυρος, ούτε κηρίον πλέον +αγνόν θα ηδυνάμην να εύρω, διότι από πολλού όλοι οι κηροπλάσται +επώλουν νοθευμένα κηρία, και οι μελισσοτρόφοι αυτοί είχον μάθει να +νοθεύωσι το κηρίον πριν το πωλήσουν. Και ο ναΐσκος της Αγίας είχε +περιέλθει εις παρακμήν και ατημελησίαν οικτράν, διότι η θρησκευτική +ευλάβεια μεγάλως είχεν εκπέσει εν τω μεταξύ. Δύο εικόνες λαδωμέναι +και φθαρμέναι υπήρχον μόνον εις το τέμπλον το σαπρόν, η μορφή του +Σωτήρος Χριστού δεξιά, και αριστερά η εικών της αμνάδος του, της +στρεφούσης προς αυτόν το πρόσωπον, και φαινομένης ως να έκραζε +μεγάλη τη φωνή· «Σε, νυμφίε μου, ποθώ!» Αι εικόνες της Παναγίας και +του τιμίου Προδρόμου είχον γείνει άφαντοι. Ίσως είχον αφαιρεθή από +τας χείρας φιλαρχαίων ή εραστών της Βυζαντινής τέχνης . . . + +Υπήρχον μόνον δύο κανδήλια ηλιθραυσμένα ή ραγισμένα, η βορεία πύλη +του ιερού ήτο άνευ θυρίδος, το μόνον παράθυρον το μεσημβρινόν του +ναού άνευ παραθυροφύλλου, το θυσιαστήριον και η προσκομιδή, γυμνά +και ανεπίστρωτα, ήσαν πλήρη κονιορτού . . . Ο ναΐσκος ο +επταζωσμένος και αγιασμένος δεν ελειτουργείτο πλέον. + +«Ου θυσία, ουχ ολοκαύτωμα, ου τόπος τού καρπώσαι». Και η μυστική +λειτουργία, την οποίαν ετέλει προ χρόνων πολλών περί τους τοίχους +του η φιλόστοργος Μαχούλα, η εξαδέλφη μου, δεν θα είχε ξαναγείνει +πλέον από πολλού. + + +Ω! επτάκις μόνον! . . . εβδομηκοντάκις επτά θα είχον τώρα ανάγκην +να περιζώσω τον ναόν της Αγίας Αναστασίας! . . . Τοσάκις είχε +περιεζωσμένην την καρδίαν μου η άκανθα της πικράς αγάπης, τοσάκις +την είχε περισφύγξει το ερπετόν πάθος, το δολερόν . . . ευλαβούμην +να είπω εις την Αγίαν, ησχυνόμην να ομολογήσω προς εμαυτόν, ότι +ήμην, οψέ ήδη της ηλικίας, λεία του πειθούς και έρμαιον . . . + +Αλλά προς τι να προσφέρω λαμπάδας και μοσχολίβανον, προς τι να +περιζώσω με κηρία τον ναόν; Η Αγία ηδύνατο ίσως να με θεραπεύση, +αλλ' εγώ δεν επεθύμουν να θεραπευθώ. Θα επροτίμων να καίωμαι εις +την φλόγα την βραδείαν . . . Υπάρχουν εις του Παράδεισου Άγιοι +δεχόμενοι τας ευχάς των ερώντων; . . . Τάχα εκεί, δίπλα εις το +παρεκκλησίου της Φαρμακολυτρίας, εις το παλαιόν εκείνο +μεγαλομάρμαρον κτίριον, το αινιγματώδες, να υπήρχε το πάλαι ιερόν +της Αφροδίτης, να υπήρχε βωμός του Έρωτος; + +Ω! και όμως ετηκόμην . . . ώρας-ώρας επεθύμουν, ει δυνατόν, να +ιατρευθώ. Βοήθει, Αγία Αναστασία. + + +Καθώς είχα περιεργασθή τον ναΐσκον, είχεν εξημερώσει ήδη. Αι ώραι +είχον παρέλθει χωρίς να τας αισθανθώ, κ' εγώ εν τη νάρκη και τη +ρέμβη της νυκτός, χωρίς να αισθάνωμαι το ψύχος, είχον διέλθει όλην +σχεδόν την νύκτα του Μαρτίου εκείνην εις το ύπαιθρον. Απεμακρύνθην +του παρεκκλησίου αισθανόμενος ακουσίαν ανακούφισιν ότι, έρημον +καθώς ήτο το ιερόν της, η Άγια δεν θα ήθελε πλέον να με θεραπεύση. + +Εκεί παρ' ελπίδα, συναντώ την εξαδέλφην μου Μαχούλαν . . . Ήτο +τοιαύτη οποία και προ είκοσι χρόνων, σχεδόν δεν είχε μεταβληθή το +πρόσωπόν της, ούτε λευκήν τρίχα είχεν εις την κόμην, ούτε ρυτίδα +εις το μέτωπον. Ήτον εκ των γυναικών εκείνων των εχουσών δευτέραν +νεότητα, ανθηροτέραν της πρώτης· ωχρά, και αφελής, και άπλαστος, +εφαίνετο άσχημη εκ πρώτης όψεως, αλλά μετά δεύτερον βλέμμα +ανεκάλυπτέ τις εις το πρόσωπον της άφατον γλυκύτητα. Ήτο νύμφη και +ιέρεια και γυνή. + + — Πού 'ς αυτόν τον κόσμο, εξάδελφε! μου λέγει. + +Η εξαδέλφη Μαχούλα είχεν ελαιώνα εις τα μέρη εκείνα. Την χρονιάν +εκείνην ήτο πλουσιωτάτη ελαιοφορία, και αν και ήτο Μάρτιος ήδη, το +μικρόν καλάθιον, το οποίον εκράτει περί τον αγκώνα της τον +αριστερόν, ήτο γεμάτον από ελαίας χαμάδας (ή θρούμπες) ωραίας και +στιλβούσας· αι τελευταίαι ελαίαι έπιπτον από τα δένδρα ακόμη περί +την άνοιξιν. Εθεώρει την εξοχήν εκείνην ως γειτονίαν ιδικήν της και +δι' αυτό έλεγε· «Πού 'ς αυτόν τον κόσμο». + +Εγώ την εχαιρέτησα κ' εκάθισα επί τινος όχθου, υπό δένδρον ελαίας, +εις την εσχατιάν του ελαιώνος. Εκείνη ελθούσα απέθεσε το καλάθιόν +της πλησίον μου, και περιστείλασα επιμελώς με τας δύο χείρας τα +κράσπεδα της εσθήτος της, εκάθισεν ολίγον παραπέρα. + + — Τρως χαμάδες, να σε φιλέψω, εξάδελφε; + + — Εξαδέλφη Μαχούλα, ήρχισα εγώ, χωρίς άλλως ν' απαντήσω εις την +φιλόφρονα προσφοράν της, θυμάσαι, τω καιρώ εκείνω, όταν ήμουν εγώ +παιδί, που έζωνες με κηρί το ξωκκλήσι της Αγίας Αναστασίας; + + — Θυμούμαι, απήντησε. + + — Πες μου, σαν να μη ξέρω, γιατί το έκανες; + + — Το είχα τάξιμο, γιατί ο Μανωλάκης ήτον ερωτοχτυπημένος' κ' +επειδή η Αγία Αναστασία είναι που λυώνει τα μάγια, μεγάλ' η χάρη +της, έζωσα το κλησιδάκι της, και την επερικαλούσα, μην τυχόν ήτο +μαγεμμένο το παιδί μου, για να χαλάση τα μάγια. + + — Κ' ύστερα, τι απόγεινε; Πες μου τα όλα, σαν να είμαι +πνεμματικός, γιατί εγώ, ξέρεις, τον περισσότερον καιρό έλειπα απ' +την πατρίδα, και δεν τα παρηκολούθησα καλά. + + — Φαίνεται ότι δεν του είχαν καμωμένα μάγια, μόνο ο ίδιος είχε +πέσει στον έρωτα, κ' η Αγία, σαν δεν ήτον από μάγια, δεν μπορούσε +με το στανιό να του αλλάξη τα μυαλά, γιατί μοναχός του και θέλοντας +έβαλε σεβντά μέσα του. Το λοιπόν η Αγία έδειξε το θάμμα της με +άλλον τρόπο· σαν ετέλεψα το τάξιμό μου, τον μήνα απάνω, το κορίτσι +αρρεβωνιάστηκε με άλλον και 'ς ολίγον καιρό έγεινεν ο γάμος. Τότε, +επειδή ήτον φόβος να τρελλαθή ή να χτικιάση το παιδί μου, απ' το +κακό του, τον έταξα στην Παναγιά την Κοννίστρα, μεγάλ' η χάρη της, +για να τον γλυτώση απ' την τρέλλα κι' απ' την αρρώστια . . . Του +κόστισε πολύ, επόνεσε, έχασε την όρεξί του, κιτρίνισε σαν το κερί, +έλυωσε στον απάν' κόσμο . . . Ως τόσο, η Παναγία έδειξε το θάμμα +της, και το παιδί δεν ετρελλάθη ούτε χτίκιασε . . . 'Σ ολίγον +καιρό, ήρθε στον εαυτό του. + + — Και τώρα τι γίνεται; + + — Τώρα ταξειδεύει με τη γολέττα μας, στα μέρη της Ανατολής . . . +Επήρε δίπλωμα πλοιαρχίας και την κυβερνά ο ίδιος, επειδή ο πατέρας +του γέρασε κ' εκάθισε έξω . . . Φαίνεται πως το έρριξε λιγάκι στο +πιόμα, ο Μανωλάκης, μα δεν το παρακάνει πιστεύω . . . Άσπρισε, και +δεν θέλει να παντρευτή . . . Καλλίτερα για μένα να σου πω, +εξάδελφε. Μ' εβόηθησε κ' οικονόμισα τα δυο κορίτσια· τώρα έχω ακόμη +άλλα δυο. Καλλίτερα που γλύτωσε από τα βάσανα . . . Δεν συμφέρει να +παραπληθαίνη και πολύ ο κόσμος. Ο γείτονάς μου ο Κωνσταντής ο +Ρήγας, έξυπνος και κοσμογυρισμένος άνθρωπος, άμα ιδή να γεννηθή +κανέν αγόρι στη γειτονιά, και βλέπει της γυναίκες κι' όλους τους +συγγενείς νάχουνε χαρές, συνειθίζει να λέη· «Χαρήτε, βρε παιδιά· +γεννήθηκε κι' άλλος χαμάλης!» + +Ακολούθως ηρώτησα την εξαδέλφην μου αν τυχόν συνέβησαν και άλλα +τινά περίεργα εν σχέσει με την υπόθεσιν ταύτην. Η Μαχούλα +απήντησεν· + + — Ένα βράδυ, 'ς εκείνην την εποχή, ενώ εγύριζα από τον ελαιώνα, κ' +επέρασα απ' την Αγία Αναστασία να κάμω τον σταυρό μου, και να ανάψω +τα καντήλια, καθώς ενύχτωνε, άκουσα κάτι κρότους, μα κρότους +παράξενους πολύ, 'ς εκείνο το διπλανό το χτίριο με τα μάρμαρα, που +λένε πως είναι στοιχειωμένο . . . Πάλι μια νύχτα, έβλεπα στ' όνειρό +μου πως βρισκόμουν στο ξωκκλήσι της Αγίας, κ' εκεί είδα τάχα ένα +πράμμα παράξενο πολύ, να προβάλη και να βγη έξω και να κυλιστή, από +κείνο το στοιχειωμένο χτίριο . . . Και μου εφάνη τάχα, πως ήρθ' ένα +κορίτσι ώμορφο, μα ώμορφο πολύ, έλαμπε το πρόσωπό του, και μου +έδωκε ένα λουλουδάκι, λευκό, μοσχομυρωδάτο, και μου είπε· «Να, δος +το αυτό του γυιου σου, να μυριστή· είναι άνθος της Εδέμ». Έξαφνα, +γυρίζει 'πίσω εκείνο το πράμμα, το παράξενο, το μαύρο και +κατακόκκινο, που είχε πηδήσει από το χτίριο το παληό, γυρίζει πίσω +θεριωμένο και ρίχνετ' επάνω μου κ' εζητούσε να μου αρπάξη απ' τα +χέρια το λουλούδι που μου είχε δώσει η ώμορφη κοπέλλα, που φαίνεται +να ήτον η Αγία Αναστασία . . . Στην ίδια στιγμή η Αγία φαίνεται +πάλι, σαν νάβγαινε απ' την Αγία Πύλη του Ιερού, και μ' ένα +κλωναράκι από βάιο που βαστούσε στα χέρια, δίνει μια και του κόφτει +το χέρι, του τρισκατάρατου, που γύρευε να μου αρπάξη το λουλούδι . +. . Αυτά είδα. + + +Όλην την ημέραν επλανώμην εις τα ρεύματα και τους αιγιαλούς, ανά +την αγρίαν ακτήν, την βορεινήν και θαλασσοπλήγα, και μόνον το +δειλινόν επανήλθον εις την έπαυλιν του Στόγιου διά να κοιμηθώ +ολίγας ώρας. Όταν εξύπνησα, η σελήνη είχεν ανατείλει, αλλ' είχα +χάσει τον ύπνον μου δι' όλην την νύκτα. + +Τα βήματά μου μ' έφεραν και πάλιν προς τον ναΐσκον της Αγίας +Αναστασίας. Ήναψα τεμάχιον λαμπάδος εκ κηρού μετρίως νοθευμένου, +την οποίαν είχον αγοράσει την προτεραίαν εις την πολίχνην, την είχα +δε κόψει εις τέσσαρα τεμάχια χάριν ευκολίας, και περιτυλίξας εις +χαρτίον, την είχα βάλει εις το θυλάκιόν μου. Την προλαβούσαν νύκτα +είχα λησμονήσει εις το θυλάκιόν μου τα τεμάχια της λαμπάδος. + +Εκόλλησα το κηρίον τούτο εις το μανουάλιον, κ' εκάθισα εις έν των +δύο ή τριών στασειδίων, όσα υπήρχον διά να ξεκουρασθώ . . . Είτα +ηθέλησα να γονυπετήσω και προσεπάθησα να δεηθώ, αλλ' ερρέμβαζον. +Έκλεισα τα όμματα, επαιτών ένα ύπνον, αλλ' ο πόνος ηγρύπνει εντός +μου. + +Εις τας ώρας της μοναξίας της νυκτός εκείνης, των ασυναρτήτων +προσευχών και των ακουσίων βλασφημιών, έπλεον ως εν ονείρω εις +άλλον κόσμον. Ήκουον ήχους, ψιθύρους και φωνάς. Μου εφαίνετο ότι αι +αναμνήσεις και αι εικόνες, αι πολιορκούσαι τον νουν μου, ελάμβανον +μορφήν και σώμα, εβόμβουν περί τα ώτα μου ως σμήνος απειράριθμον +πτερωτών ψυχών, προσέβλεπον την εικόνα της Αγίας, και μου εφαίνετο +τόσον ωραία, όσον εφάνη εν ονείρω εις την εξαδέλφην Μαχούλαν. Είτα +μία άλλη μορφή μου εφάνη ότι εστάθη έμπροσθεν της εικόνος, και την +απέκρυψε. + +Την στιγμήν εκείνην ήκουσα μέγαν θόρυβον έξω, δεξιόθεν του ναού, +εις το μέρος όπου ήτο το παλαιόν κτίριον, το «στοιχειωμένον». +Πάραυτα ήλθεν εις τον νουν μου η διήγησις της εξαδέλφης Μαχούλας. +Έλαβον την λαμπάδα, και έτρεξα έξω της θύρας. + +Αύρα έπνεε ψυχρά, και ηπείλει να σβύση την λαμπάδα. Επειδή εδέησε +να περιστεγάσω το φως διά της παλάμης, δεν έβλεπον τίποτε πέραν του +τοίχου του ναού. Η σελήνη είχε περικαλυφθή εις νέφη. Διέκρινον εις +το σκιόφως το μαρμάρινον κτίριον, και δεν ενόουν τίποτε. Μου εφάνη +ότι πράγμα τι εξεπήδησεν εκείθεν του τοίχου και ετράπη εις φυγήν +ίσως ήτον αγριόγατος ή νυφίτσα θηρεύουσα εις το σκότος. + +Επανήλθον εις τον ναόν, κ' έκαμα τον σταυρόν μου. Εκάθισα πάλιν εις +το στασείδιον. Η μορφή ήτις μου εφαίνετο παρεστώσα εκεί, η φέρουσα +την αγνότητα εις τα όμματα τα κάτω νεύοντα, και τον γλυκασμόν περί +τα χείλη τα αβρά και μελιχρά, μου εφάνη ότι αντήλλασσε νεύματα με +την εικόνα της Αγίας. Μου εφάνη ότι τα χείλη της εψιθύριζον +ικεσίαν, και το βλέμμα της εικόνος ένευε συγκατάθεσιν . . . + +Ύπνος τότε με κατέλαβεν, εις το στασείδιον όπου εκαθήμην. Ο ύπνος +ήτον άνευ ονείρων, όλα τα όνειρα του τα είχεν αφαιρέσει η +εγρήγορσις. Μόνον ενδομύχως εις το βάθος της συνειδήσεώς μου, μία +φωνή, ήτις ωμοίαζε με χρησμόν, ηκούσθη αμυδρώς να ψιθυρίζη· «Ύπάγε, +ανίατε, ο πόνος θα είναι η ζωή σου . . . » + +Εξύπνησα. Εσηκώθην και έφυγα. Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία +δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου. + +(Διά την αντιγραφήν) + Α. Παπαδιαμάντης + + + + + + +ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ + + + +Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, διά να +υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του +Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη +χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, +μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της +χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνες της, γαμψοί ως η +κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον +αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του +δρυμού, δέσποινα αγρίας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου . . . + +Από το φύλλα της εστάλαζε κ' έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος +γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα +θείας ακμής, κ' έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής +ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, +διάδημα θείον. + +Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο +δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ους, εψιθύριζεν εις +την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το +φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι +μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθην». Μ' έθελγε, μ' εκήλει, μ' +εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω +πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις +θα ήτον αγκάλιασμα διά πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να +προσπαθήσω ν' αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και +αμαυρόν, ν' αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν' ανέλθω εις +τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακραίμονας . . . Και αν δεν μ' +εδέχετο, και αν μ' απέβαλλεν από το σώμα της και μ' έρριπτε κάτω, +ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν +της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ +θεολήπτου. + +Επόθουν, αλλ' η συνοδεία των οικείων μου, μεθ' ων ετέλουν τας +εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μου το επιτρέψη. Και +μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 180 . . . . +καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα +Μανδρί· — ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα +των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι +αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς +μου διά δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι +και συμπατριώται μας. + +Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου +Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου, ή της +Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου +Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα. + +Ήγοντο εκεί χοροί και πανηγύρεις· δρόσος και αναψυχή και χάρμα +εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο +πυροξάνθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και +άλματα. Έπληττε τας πραείας ήχους ο φθόγγος του αυλού και της +λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν. +Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν. + + +Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει +ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί +μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα +Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλοτέρου της +θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν . . . +και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν +ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη +παρθενική του βουνού. + +Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας +προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας +ιδιοτρόπους και πείσμονας — καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν, +καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ' αυτής, τόσας θέας, απόψεις +και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν +λιγυράς χάριτος, εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και +αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη. + +Όλην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την +θεσπεσίαν και υψηλήν . . . Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, +καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και +είχε κρουσθή τρελλά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω +του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο +Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα +ρόδων και ίων . . . είτα, πριν απολύση η λειτουργία, εγώ έγεινα +άφαντος. + +Διά πλαγίου, κρυφού δρομίσκου, τον οποίον είχον ανακαλύψει την +προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχωμαι την ράχιν του βουνού . . . +διευθυνόμενος προς το μέρος όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς. +Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον. + +Ήτον όλη η οδός ανωφερής, κ' εγώ έτρεχον, έτρεχον διά να φθάσω +ταχέως, ν' ασπασθώ την ερωμένην μου — επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη +παιδική μου ερωμένη — και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος +ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν' +ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους. + +Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της +τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, διά να κομίσωσιν +αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της +πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφαν προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να +συναντήσω τινάς καθ' οδόν. Πλην παρ' ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους +ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδεία γυναικών και παίδων και +υποζυγίων ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως διά να συνεορτάσωσιν εν τη +εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών. + +Πάραυτα εξετράπην της οδού, κ' έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών +θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι αν με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των +γονέων μου, πορευόμενον άγνωστόν που, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν +μ' έπειθον να κατέλθω μετ' αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με +κατήγγελλον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ήμην ένδεκα ετών παιδί. + +Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κ' εγώ ανέλαβα του δρόμον μου, αλλά +μετ' ολίγον τον έχασα. Εις έν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα του +δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την +κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξε ευεργέτις μου και +κηδεμών μου. Αύτη μ' εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι +ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της. + +Καθώς την είδα χαμηλότερα, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον +δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να +κατέρχωμαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς +θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας +. . . Τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών. + + +Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί +της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ' +όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον +αναβλέπων εις τους κλώνους της τους κραταιούς, και ανοιγόκλειον +ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των +φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνους της, +έμελπον τρελλά τραγούδια . . . Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον +την ψυχήν μου . . . + +Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθή καλά την νύκτα. Ο ύπνος μου +έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων +του των κατακόκκινων, ο Μορφεύς ήλθε και μ' εβαυκάλησε, και μοι +έδειξεν εικόνας, ως εις περίεργον παιδίον. + +Μου εφάνη ότι το δένδρον — έσωζον καθ' ύπνον την έννοιαν του +δένδρου — μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις +μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, +κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ' ολίγον εξεκόλλησαν +και εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και +εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους +γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μου εφάνησαν ως +δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμενοι, +συγκαταβατικώς προς την γην, εφ' ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον, +αειθαλές φύλλωμα μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς +τάνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω. + +Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει +συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο· «Α! δεν είναι δένδρον, είναι +κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!» + +Όταν μετ' ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νω την +ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, +καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν· +«Κατ' αρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους +είδε καθαρά . . . » + +Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη — η +δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν· + + — Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν . . . διά να μη κάμω +ακουσίως κακόν. Δεν είμ' εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το +δένδρον . . . + + +Εξύπνησα έντρομος, κ' έφυγον . . . Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος +εμεσουράνει. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο +σκιά αδιαπέραστος . . . Από τον αντικρυνόν λόφον ήκουσα φωνήν να με +καλή εξ ονόματος. + +Ήτον είς μικρός βοσκός με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του, +και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου +με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω . . . + + +Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από +εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν +η ευρίσκεται ενσαρκωμένη . . . + +Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το +χωρίον μου, κ' επεσκέφθην τα χωρία εκείνα, τα προσκυνητήρια των +παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτο ποτε η +Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η +ανάσσουσα των δρυμώνων. + +Μία γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν +εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς +καλύβης της. + +Όταν την ηρώτησα τι είχε γείνει το «Μεγάλο Δέντρον» το οποίον ήτον +ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν· + + — Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε . . . μα κ' εκείνος δεν είχε +κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεώρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά +πράμματα . . . Σαν τώκοψε κ' ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή. +Αρρώστησε, και σε λίγαις μέραις 'πέθανε . . . Το Μεγάλο Δέντρο ήτον +στοιχειωμένο. + + + + +Η ΣΥΝΤΕΚΝΙΣΣΑ + + +Γεννήσατε; + + — Σπαργανίσαμε, συντέκνισσα. + +Ήτον η γυνή απ' τα βουνά, σύζυγος ποιμένος, του Θοδωρή του +Τσολοβίκου, από εκείνας τας αρχαϊκάς — της πρωτινές ή παλαιινές, +καθώς τας έλεγαν. Είχε ζήσει εις τα ήμερα βουνά τα εγγύς της +πολίχνης, όπου ο παράσιτος νεωτερισμός ακόμη δεν είχε ποδάρια διά +ν' αναρριχηθή, ωνόμαζε το πιάτο, &πινάκι&, την σουπιέρα, &λοπάδα&, +το μπαρμπούνι, &τριγλί&, το τσεκούρι, &αξινάρι&. την πουλάδα, +&νοσσίδα&, και την κουμπάρα, εις την οποίαν ωμίλει, την προσηγόρευε +«συντέκνισσα». Πλην τούτων, είχεν άλλας τινάς αφελείς λεπτότητας +και ευφημισμούς εις την γλώσσαν, και τον τοκετόν απεκάλει +«σπαργάνισμα». + +Είχε κατέλθει εις την πολίχνην λίαν πρωί, με τον βαρύν, άγριον +χειμώνα του Δεκεμβρίου. Η χιών έπιπτεν όλην την νύκτα, και μέχρι +της πρωίας. Το είχε «πασπαλώσει» εις τα βουνά, τώρα το «έστρωνε» +και εις τον κάμπον, εις τα λειβάδια, επάνω, εις τας στέγας και τα +δώματα των οικιών, και κάτω εις τους δρομίσκους της μικράς πόλεως. + +Η γραία είχε διευθυνθή εις του παπά το σπίτι. Ο παπά-Βαγγέλης ήτο +ακόμη στην εκκλησιά, δεν είχεν απολύσει η λειτουργία. Ήτον +σαρανταήμερον, παραμοναί των Χριστουγέννων, και, κατά το έθος, η +μυσταγωγία ετελείτο καθημερινώς εις τους ναούς. Όλ' αι ενορίτισσαι +του παπά-Βαγγέλη του εκουβαλούσαν στο σπίτι τα συνήθη «βλογούδια». +Ήσαν δε ταύτα ψωμάκια ενσφράγιστα με το σημείον του Σταυρού, +προσφερόμενα κατ' οίκον εις τους ιερείς διά τας ψυχάς των +τεθνεώτων, κατά την διάρκειαν της τεσσαρακοστής. Πολλαί +ενορίτισσαι, αντί να φέρουν ψωμάκια, έφεραν ένα σακκούλι αλεύρι, +και τούτο επροτιμούσαν εν γένει η παπαδιές. Όχι διότι θα +επεθυμούσαν να «μβαίνουν σε κόπους», να ζυμώνουν, αλλά διότι τα +βλογούδια ποτέ δεν εφτουρούσαν, κ' εμοιράζοντο συνήθως εις τα πτωχά +και τα ξυπόλυτα της γειτονιάς, όπως και τα κόλυβα. + +Η περί ης ο λόγος γραία τσομπάνισσα, η Τσολοβίκαινα, ήτον από τες +καλές ενορίτισσες. Προ ολίγων ημερών είχε φέρει εις την οικίαν του +παπά, όπως κατ' έτος εσυνήθιζεν, ογκώδη οπωσούν σάκκον με αλεύρι +από εντόπιον σίτον, παραγωγήν από τους κόπους των ιδίων τέκνων της, +και διά τον λόγον τούτον, ως και διότι ήτο συντέκνισσα της, απήλαυε +της εύνοιας της παπαδιάς. + + — Θ' αργήσ' ου παππάς, συντέκνισσα; + + — Όπου είναι, έρχεται, κουμπάρα. + +Η συντέκνισσα είχε φέρει από το καλύβι, εντός καλάθου, μίαν φιάλην +γεμάτην . . . όχι γάλα, αλλά καθαρόν νερόν, από το αγίασμα των +Ταξιαρχών, το αναβλύζον υπ' αυτό το ιερόν βήμα του εξοχικού +ναΐσκου. Διηγήθη εν ολίγοις εις την πρεσβυτέραν ότι η κόρη της, η +Κρατήρα, ήτις είχεν υπανδρευθή προ τριών ετών, εγέννησε την νύκτα +αυτήν το δεύτερον παιδί της, αγόρι. Εις την πρώτην γένναν, προ δύο +ετών, είχε κάμει κορίτσι, το οποίον είχε ζήσει ολίγας ημέρας, και +είχεν αποθάνει. Τώρα πλέον ας ήτον στερεωμένο και καλορρίζικο, να +της ζήση αυτό, αφού μάλιστα ήτον και αγοράκι. Η παπαδιά της είπε +τας εγκαρδίους ευχάς της, και ούτε την ηρώτησε τι περιείχεν η +φιάλη, η εντός του καλάθου, ήξευρε καλώς περί τίνος επρόκειτο. + +Συνήθειαν είχον αι γερόντισσαι ποιμενίδες του βουνού, όταν νεωτέρα +τις μεταξύ τούτων εγέννα βρέφος εν καιρώ χειμώνος, εις το καλύβι, +στα βουνά επάνω, και ο χειμών ήτο σφοδρός, όπως εφέτος, επειδή θα +ήτον μεγάλος κόπος διά τον παπάν ν' ανέλθη να δώση την συνήθη ευχήν +εις την λεχώνα, να γεμίζουν έν αγγείον νερόν, ή από το αγίασμα των +Ταξιαρχών ή από το πλούσιον νάμα του Προφήτου Ηλίου, κατά το +κατώμερον εις το οποίον έβοσκαν ή εκατοικούσαν αι οικογένειαι των +αγροδιαίτων, και να το πηγαίνουν εις τον παπάν, κάτω εις την χώραν. +Ο παπάς εφορούσε τότε το επιτραχήλι, άνοιγε το Ευχολόγιον, κ' +εδιάβαζεν επάνω εις την φιάλην του νερού τας «Ευχάς εις γυναίκα +λεχώ». Η δε γερόντισσα έπαιρνε την φιάλην του νερού του +διαβασμένου, επανέστρεφεν εν σπουδή, ταχύπους και ανυπόδητη, εις το +βουνόν, εις το καλύβι, κ' ερράντιζε με το ηγιασμένον νερόν την +λεχώ, το βρέφος, την κλίνην, το λίκνον, την γυναίκα την εκτελέσασαν +χρέη μαίας, αν τοιαύτη υπήρχε, και τους άλλους όσοι τυχόν +παρέστησαν εις τον τοκετόν, ως και όλον τον θάλαμον. Ούτω εγίνετο +ήσυχος ότι είχε την ευχήν της εκκλησίας, και, με την βοήθειαν του +Χριστού και της Παναγίας, παν κακόν έφευγε τότε μακράν. Υπήρχεν +ευσέβεια και εις τα βουνά. + + +Μετ' ολίγον ήλθεν ο παπάς από την εκκλησίαν, ήκουσε την ιστορίαν +από την συντέκνισσαν, έπιε την φασκομηλιάν του μ' ένα μικρόν +δίπυρον, είτα έβαλε το επιτραχήλι, και εδιάβασε τας ευχάς. Η γυνή +έλαβε την φιάλην του νερού και απήλθε. + +Μετά δύο ημέρας, το δειλινόν του Σαββάτου, η γερόντισσα επανήλθε +δρομαία. Είχε παύσει να χιονίζη, αλλά ψυχρός βορράς εφύσα επάνω εις +τα χιονισμένα μέρη. Το χιόνι ήτον όπως έλεγαν, μισό μπόι στα βουνά, +ένα γόνα κάτω στην χώραν. Αλλά κατ' ακρίβειαν, επάνω στα βουνά θα +ήτον ως ένα γόνα, και ως μίαν σπιθαμήν κάτω. + +Η συντέκνισσα είχεν έλθει ασθμαίνουσα, σχεδόν «ξεγλωσσασμένη» την +ώραν που ο παπάς ητοιμάζετο να υπάγη στον εσπερινόν. Άρχισε να +διηγήται· + + — Την άλλη φορά, σύντεκνε παπά, την ευχή σου νάχω, μ' εμάλωσες· +μούπες πως δεν έκαμα καλά που έπιασα το παιδί και το βάφτισα μονάχη +μου, στον αέρα, κ' είπα «στ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του +Αγίου Πνέγματος», μα πως έπρεπε να το βαφτίσω σε μια λεκάνη με νερό +. . . και μούπες πως το παιδί, σαν απέθανε, δεν έπρεπε να ταφή 'ς +άγια χώματα, και δεν μπορούσες, η αγιωσύνη σου, νάρθης να το +διαβάσης. Τώρα, το παιδί αυτό, κινδυνεύει, δεν είναι καλά . . . +Τους είπα, εγώ θα τρέξω κάτω στη χώρα, να πω του παπά, αν θέλη +νάρθη, και σεις σαν ιδήτε πως δεν πάει το παιδί καλά, κι' αργώ εγώ +να γυρίσω, τότε να το βουτήξετε σε μια λεκάνη με χλιο νερό τρεις +φορές, και να πήτε «στ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου +Πνέγματος» . . . Είπα μια να πάρω το παιδί, να το τυλίξω καλά, και +να σου το φέρω να το βαφτίσης, παπά μου . . . μόνε φοβήθηκα μην +τελειώση στο δρόμο το παιδί, και πάη αβάφτιστο, και τότε θα το είχα +στο λαιμό μου . . . Έτσι, απεφάσισα να 'ρθώ να σου πω, κι' όπως πης +η Αγιωσύνη σου, έτσι να γείνη . . . Έφερα και το γαϊδουράκι μαζί, +μην τυχόν θέλης για τα ιερά σου, και για καβάλλα. + +Άμα ήκουσε την εξήγησιν της συντέκνισσας, η παπαδιά ακουσίως συνήψε +τας χείρας και υπεψιθύρισε· + + — Πω, πω! θα κρυώσης, παπά μου! + +Ο παπάς εσκέφθη προς στιγμήν, είτα είπεν + + — Ας είναι· θα έλθω να το βαφτίσω. + +Στραφείς εν σπουδή προς την πρεσβυτέραν είπεν· + + — Στείλε, παπαδιά, το κλειδί, του παπά-Γιάννη, να πάη να διαβάση +εσπερινό, επειδή θα λείπω εγώ . . . Φώναξε το παιδί . . . να πάη ως +την εκκλησιά, να του δώση ο παπά-Γιάννης το μικρό γυαλάκι με τ' +Άγιο Μύρο . . . + +Είτα μεταμεληθείς όσον αφορά την αποστολήν του υιού του· + + — Όχι, μην τον στέλνης, παπαδιά . . . μην του λες χαμπάρι . . . θα +γυρεύη να μας ακλουθήση, ναρθή μαζή μας . . . Θα πάω μοναχός μου +καλλίτερα . . . για να πάρω και τ' Αρτοφόριο . . . για να το +κοινωνήσουμε κι' όλα, κατά την βάφτισι, το παιδί. + +Έβαλεν εις μικρόν δισσάκιον μιαν δεσμίδα με τα παλαιά του άμφια, το +Ευαγγέλιον, το μικρόν Ευχολόγιον, και το θυμιατόν. + + — Έχω το γαϊδουράκι, επανέλαβε και δευτέραν φοράν η συντέκνισσα. +Φέρε να τα φορτώσω, παπά . . . Καβαλλικεύεις κ' η αγιωσύνη σου. + + — Βλέπουμε· κουμπάρα, φόρτωσε τα ιερά, κ' έλα ως την εκκλησιά με +το γαϊδουράκι. + +Η παπαδιά ανήσυχος τους έβλεπεν αναχωρούντας, αλλά δεν ετόλμα να +εκφωνήση παράπονον ή αντίρρησίν τινα, έκαμε την ανάγκην φιλοτιμίαν, +και είπε· + + — Τουλόου σ' θα το βαφτίσης, κουμπάρα! . . . Τι κρίμα που δεν +μπορώ κ' εγώ νάρθω, να γείνω νουνά. + + — Ας είσαι καλά, συντέκνισσα, είπεν η γραία. Μου έχεις βαφτίσει +δύο παιδιά απ' το λαιμό σου, και τα δυο ζούνε . . . Τώρα εγώ θα +κάμω τη νουνά. + +Επήγαν μέχρι του ενοριακού ναού, είτα εξεκίνησαν. Ο μικρός δεκαετής +του παπά ευτυχώς δεν τους είχε μυρισθή, επειδή έπαιζεν εκείνην την +στιγμήν της χιονιές μαζύ με άλλα παιδιά. Άλλως θα έτρεχε κατόπιν +τους, και θα ήθελε να τους συνοδεύση εις την εκδρομήν, με όλον το +ψύχος και τα χιόνια. + +Όταν εβγήκαν εις τα Λειβάδια, έξω του χωρίου, ο ήλιος έκλινε ταχύς, +μέσω λευκών συννέφων, έλαμπαν τα χιόνια στα βουνά, εσφύριζεν ο +άνεμος ανάμεσα στης κουμαριές και στα σχοινιά, όλα βαροφορτωμένα +από χιόνια, δένδρα και θάμνους και χαμόκλαδα. Ηκούετο ελαφρός θρους +χιόνος πιπτούσης εδώ κ' εκεί. Το ονάριον επάτει ως επάνω εις +βαμβάκια στρωμένα, έτρεχεν, έτρεχε κι' ο παπάς καβάλλα . . . Έτρεχε +κ' η συντέκνισσα απ' οπίσω απ' την ουράν, γνωρίζουσα με ελαφρά τινα +επιφωνήματα και με μίαν βέργαν την οποίαν εκράτει, να κάμνη το +υποζύγιον να τρέχη. + +Έτριζε το χιόνι υπό τα βήματα. Επήγαν από τον κάτω δρόμον, το +ρέμμα-ρέμμα, όπου δεν είχε πιάσει πολύ το χιόνι. Πλησίον εις το +ρεύμα του μικρού χειμάρρου, εις το αμμόχωμα, το χιόνι καθώς +έπιπτεν, έλυωνε. Η συντέκνισσα έλεγεν + + — Ο Χριστός μαζί μας! + +Ενόει πρώτον το Άγιον Αρτοφόριον, το οποίον ο παπάς είχε βάλει εις +τον κόλπον του, είτα το Άγιον Μύρον και τα ιερά σύμβολα, Ευαγγέλιον +και Σταυρόν. Σαν ανηφόρισαν από το ρέμμα, επήραν τον πλαγινόν +δρόμον, εις το υπήνεμον, όπου επί μάλλον έτριζεν υπό τους πόδας το +χιόνι. Πουλί δεν εκελαδούσε, μόνον κρωγμός κόρακος ηκούσθη κάπου, +σιμά εις ένα βράχον προσκύπτοντα εις την οφρύν του βουνού, με μίαν +σπηλιάν υποκάτω. Η συντέκνισσα επανέλαβε «Χριστός και Παναγιά!» + +Και η φωνή του κόρακος εσίγησε. + +Έφθασαν εις την κορυφήν του μικρού βουνού, ενύχτωνε. Χάσιμο +φεγγαριού. Ολίγα άστρα έλαμπον άνω, εντός άχνης, ως κοσμήματα εις +πέπλον χηρείας, και το χιόνια κάτω αντέλαμπον εις την αστροφεγγίαν. +Ηκούσθη μία φωνή αγριόγατου θρηνώδους. Η συντέκνισσα είπε πάλιν· + + — Χριστός! + +Και ο αγριόγατος έπαυσε να ουρλιάζη. Η μικρά συνοδεία εβάδισεν +ακόμα ολίγον, και τέλος έφθασαν εις το καλύβι. + + +Δύο ανθρώπιναι φωναί ηκούσθησαν εις τα παράθυρα της επαύλεως. Ο +βοσκός, ο σύζυγος της λεχούς, και ο σύντροφός του, ο αδελφός +εκείνης — οίτινες τώρα μόλις είχον έλθει με το κοπάδι από το πέραν +Μέγα ρεύμα, όπου είχον οδηγήσει εις το υπήνεμον τα πρόβατα — τους +επερίμεναν. + + — Έρχονται, έρχονται! + + — Είναι κι' ο παπάς μαζύ. + +Οι δύο βοσκοί εβοήθησαν τον παπάν να πεζεύση, εξεφόρτωσαν το +δισάκκιον με τα ιερά, εισήλθον όλοι εις την καλοκτισμένην καλύβην, +όπου υπήρχε θάλπος εστίας, και οσμή αγροτικής οικοκυροσύνης. Η λεχώ +άμα τους είδε, χλωμή, μελαψή, ανεσηκώθη επί της κλίνης. + + — Ας γείνη χριστιανός, εψιθύρισεν. + + — Ας μβη στου Θεού τη στράτα, παιδί μου, συνεπλήρωσεν η μήτηρ της. + +Μεγάλη χύτρα με νερόν εθερμαίνετο εις την εστίαν. Ητοιμάσθη καθαρά +λεκάνη. Ο παπάς εφόρεσε τ' άμφια, και άρχισε τας ευχάς των +κατηχουμένων. + +Η συντέκνισσα επήρεν εις τους βραχίονάς της το νεογνόν, ανίδεον, +μελαψόν, και θλιβερώς ασθμαίνον, κ' εστάθη πλησίον του παπά. Μετ' +ολίγον εκείνος της είπε να στραφή προς δυσμάς. + + — «Απετάξω τω Σατανά;» + +Η γερόντισσα είχε βαφτίσει και άλλα βοσκόπουλα εις την ζωήν της. +Απεκρίθη πάραυτα + + — Απεταξάμενος. + + — «Και εμφύσησον και έμπτυσον αυτώ». + +Η ανάδοχος έκαμε φφ! πφ! + +Ο ιερεύς της είπε να στραφή προς τα εικονίσματα, όπου έκαιε κανδήλα +με μεγάλην φλόγα της θρυαλλίδος. + + — «Συντάσσει τω Χριστώ;,» . . . «Και πιστεύεις αυτώ;». + +Είπεν ολίγα λόγια από το «Πιστεύω», άλλα πλειότερα ο υιός της, όσα +ήξευραν. Τα λοιπά συνεπλήρωσεν ο ιερεύς. + + — «Συντάξω τω Χριστώ;» + + — Συνεταξάμενος . . . + +Είτα, επάνω εις την πρόχειρον κολυμβήθραν, ανεγνώσθησαν αι ευχαί. +Ευθύς ύστερον, «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού . . . » Το βρέφος +εκλαυθμήρισεν ολίγον, πλην ανέπνεεν ελευθεριώτερον. Έπειτα «Σφραγίς +δωράς», ακολούθως «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», και οι τρεις +γύροι περί την κολυμβήθραν. Τελευταίον «Οι ένδεκα μαθηταί +επορεύθησαν» έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν». + +Τέλος, ο παπάς επήρε το Αρτοφόριον, από την σανίδα του +εικονοστασίου, όπου το είχεν αποθέσει, και μετέδωκεν εις το νήπιον +το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Είτα εξεδύθη, εσκεύασεν όλα τα +ιερά του, εκάθισεν, είπε τας ιδιαιτέρας ευχάς του, έφαγε δύο ή τρία +σύκα, τα οποία προσεφέρθησαν, έπιεν ολίγον ρακίον από στέμφυλα, +έργον των χειρών της συντέκνισσας, και απήλθε, δύο ώρας νύκτα +καβάλλα πάλι στο γαϊδουράκι, συνοδευόμενος την φοράν ταύτην από τον +νεαρόν βοσκόν, τον υιόν της γραίας. + + +Τρεις ημέρας ύστερον, την Τρίτην το μεσημέρι, η συντέκνισσα κατήλθε +πάλιν με πρόσωπον κατηφές. + +Το παιδίον είχεν αποθάνει. + + — Όπως πης η αγιωσύνη σου, είπε . . . να το βάλωμε 'ς άγιο χώμα; + + — Είναι στον Παράδεισο πρύμα, όπου και αν το βάλουμε, είπεν ο +παπάς. + + — Με τα τσαρουχάκια του; συνεπλήρωσε την παροιμιώδη έκφρασιν η +παπαδιά. + + — Δεν είχε μεγαλώσει ακόμη για να φορέση τσαρουχάκια, είπεν ο +παπά-Βαγγέλης. Εις τον κήπον της Εδέμ δεν έχει αγκάθια και +τριβόλια, και μπορεί κανείς να πάη και ξυπόλυτος. + +Είτα επέφερεν· + + — Ας είναι, συντέκνισσα. Θαρθώ να το θάψω. + +Ο παπάς εκαβαλλίκεψε και πάλιν εις το ονάριον. Ήτο ημέρα, την φοράν +ταύτην. Τα χιόνια δεν είχαν λυώσει, αλλ' ήτο νηνεμία, και μάλλον +γλύκα. + +Την φοράν όμως αυτήν ηκολούθησε και ο μικρός υιός του παπά. + +Δεν ημπόρεσαν να τον γελάσουν, όπως την άλλην φοράν. Άμα είδε την +συντέκνισσαν να έρχεται, εκατάλαβε πως κάτι τρέχει, κ' εκόλλησεν +εκεί, εις την πόρταν της οικίας, εις την σκάλαν, όπου ήκουσε την +είδησιν της γραίας. + +Το παπαδόπαιδον, μικρόν μαθητάριον δέκα ή ένδεκα χρόνων, ήτο πολύ +περίεργον και επίμονον πλάσμα. Επέμενε ν' ακολουθή «τον παπά του» +παντού, εις την πόλιν και την εξοχήν, εις χαράν και λύπην, εις +ζωντανά και αποθαμένα. Ανέβησαν τον ανήφορον. Ο ήλιος άρχιζε να +λυώνη τα χιόνια. Μικρός πολύρροχθος χείμαρρος εσχηματίζετο παντού +όπου χαράδρα και μικρά κοιλάς. Μετ' ολίγον έφθασαν εις το καλύβι, +όπου μία λεχώνα μήτηρ ποιμενίς έκλαιε το αγοράκι της, το οποίον δεν +είχε προφθάσει να θηλάση. + +Το μικρόν νήπιον είχε ζήσει πέντε ημέρας εις τον κόσμον, εν μέσω +χιόνων και παγετών. Ο παπάς εφόρεσε το επιτραχήλι, και άρχισε την +ακολουθίαν των νηπίων· «Των του κόσμου ηδέων, αναρπασθέν άγευστον +. . . Εβόας τοις Αποστόλοις άφετε τα παιδία ίνα έρχωνται προς +με . . . » «Ουδέν εστι πατρός συμπαθέστερον, ουδέν έστι μητρός +αθλιώτερον . . . » + +Όπου ο μικρός υιός του παπά, όστις εκύτταζεν ανάλγητος μικρόν +νεκρόν σώμα, ηρώτησεν ακαίρως τον πατέρα του· + + — «Παπά, γιατί λες «μητρός αθλιέστερον», και δεν λες +«συμπαθέστερον», όπως και για τον πατέρα; + +Ο ιερεύς άρχισε τα τελευταία τροπάρια, του Ασπασμού. «Ω! Τις με +θρηνήσει, τέκνον μου . . . ότι βρέφος άωρον, εκ μητρικών αγκαλών, +ώσπερ στρουθίον επέτασας . . . Ω τέκνον, τίς ποτε μη στενάξει +βλέπων σου το πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως ρόδον τερπνόν! . . . » + +Και πάλιν το παπαδόπουλον, καθώς εκράτει το Αγιασματάριον, κ' +εμουρμούριζε τας λέξεις μαζύ με τον πατέρα του, δεν εκρατήθη να +ερωτήση· + + — Γιατί, παπά, πεθαίνουν τα μικρά παιδάκια; + +Ως απάντησις εις την ερώτησιν επήλθε το τροπάριον, το «Δόξα». + +«Άγγελος του Αδάμ εχρημάτισεν η του ξύλου απόγευσις πάλαι εν Εδέμ +. . . δι' αυτού γάρ εισήλθεν ο θάνατος, παγγενή κατεσθίων τον +άνθρωπον . . . » + +Είτα η εκφορά έγεινεν έξω του ναΐσκου των Ταξιαρχών. Η γραία, η +συντέκνισσα, εκράτει το μικρόν πρόχειρον φέρετρον, εν είδει λίκνου. +Ο ιερεύς με μαχαιρίδιον εχάραξεν επάνω εις ένα +κεραμίδι σταυροειδώς I Σ | Χ Σ «Είτα Γή ει και εις γην + --------- + Ν Ι | Κ Α απελεύσει», και +τα λοιπά. Το μικρόν πλάσμα κατήλθε να κοιμηθή τον χρόνιον ύπνον +υποκάτω από τας χιόνας. + + + +ΤΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ + + +Γενικόν προσκύνημα των κυμάτων, καθολική σύναξις όλων των ανέμων +των βρυχηθμών και όλων των αλαλητών των καταιγίδων, ήτον ο ορφνός +και φαλακρός, ο υψίνωτος της πέτρας πάγος. Παλάτιον της ερημίας και +της σιγής, θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ο πελώριος βράχος ο +βορεινός, ο θαλασσόπληκτος, επάνω του οποίου ήτο κτισμένον ποτέ το +παλαιόν, το κατηρειπωμένον σήμερον χωρίον. Δεν υπήρχε κύμα του +θρακικού πελάγους και των κόλπων της Χαλκιδικής, δεν υπήρχε κύμα +εξωσμένον εκ της Μαύρης Θαλάσσης και της Προποντίδος, διωγμένον από +τους κόλπους και διυλισμένον διά των πορθμών, αποπτυσμένον από τους +αφρούς του πελάγους και εξερευγμένον από τα αβόλιστα βάθη του +πόντου, τα κάτωθεν του πολιού, καταπληκτικού Άθωνος, το οποίον να +μην ήρχετο να φιλήση τα κράσπεδα του αμαυρού τιτανείου βράχου. + +Ανέτεινεν επάνω της θαλάσσης εις ύφος έμπληκτον, πλήρες ιλίγγου και +σκοτοδίνης, και ήτο ποτε καλιά πλήρης ψυχών και φωνών, και τώρα ήτο +έρημος πλήρης ερειπίων. Και δύο μεγάλοι αιγιαλοί ένθεν και ένθεν, +απλώνονται, κάτω, εις τα θεμέλια δύο φοβερών κρημνών. Ο είς +σπαρμένος με βράχους κομμένους εις σχήματα πρανή και κωνοειδή, ως +λείψανα παλαιάς γιγαντομαχίας σωζόμενα εις το πεδίον της μάχης, +στρωμένος με χαλίκια λευκά, ερυθρά, μαργαρώδη, επίχρυσα, και με +άμμον φαιάν στίλβουσαν· και η άμμος κυρτούται διά μιας, και ο βυθός +αποτόμως βαθύνεται· ο κολυμβητής αν ήθελε τολμήσει να επιβή εις το +κύμα, έλκεται προς την σύρτιν την βαθείαν, την λευκήν και +πρασινίζουσαν και γαλανήν, την ούσαν λίκνον του μικρού Τρίτωνος και +παστάδα της μελαγχολικής Σειρήνος, όπου αφρός και πόντος, όπου κύμα +και άβυσσος, φαιδρώς παίζουσι ποικίλην και ενίοτε φοβεράν παιδιάν. + +Δεξιά προς ανατολάς αντικρύζει ο μέγας βράχος, εις δέκα πρυμνησίων +εναέριον απόστασιν με την ακτήν του Κουρούπη την λευκήν και κυρτήν, +όπου φαντάσματα και δαίμονες, σπανίως ορατοί, δεν παύουν να κυλίωσι +παμμεγέθεις λίθους, από την σάρραν και τον κρημνόν τον ευόλισθον. +Κάτω εις την βάσιν του κρημνού, μίαν σπιθαμήν προ της άλμης του +κύματος, επί της πέτρας της προβλήτος, ρέει βρύσις γλυκύ, ψυχρόν, +παγωμένον νερόν. Το πρωί πολλάκις πλησιάζουν από του πελάγους +ψαράδες με την βάρκαν, διά να πίουν και να γεμίσουν τα βαρέλια. Και +το νερόν όλην την ημέραν μένει ψυχρόν και παγωμένον μέσα εις τα +βαρέλια, κατά Ιούλιον μήνα, υπό τας φλεγούσας ακτίνας του ηλίου, +από τας οποίας ψήνονται πεταλίδες και πορφύραι και οστρείδια επάνω +του μικρού φατνώματος της πλώρης της βάρκας. + +Πλην ανίσως, την νύκτα, οι ψαράδες, απόκοτοι, τολμήσουν να +πλησιάσουν διά να υδρευθούν εις την δροσεράν βρύσιν την μαγικήν, +κάτω εις τα κράσπεδα της ακτής, επί της προβλήτος χθαμαλής πέτρας, +τότε βρόντος και πάταγος ριγηλός αντηχεί από του κρημνού άνωθεν, +και λίθοι και βράχια τρομακτικά κυλίονται κατερχόμενα κατά των +κεφαλών των ψαράδων . . . Τότε μόλις ούτοι προφθάνουν να κάνουν τον +σταυρόν των και να τραπώσιν εις φυγήν . . . Οι λίθοι εκείνοι θα +ήσαν ικανοί και αυτομάτως να κυλίονται από τον κρημνόν εκείνον . . . +πόσω μάλλον όταν αόρατοι δυνάμεις δαιμονίων τους ωθούσι +προσκολλώμενοι εις το ολισθηρόν της ακτής, όπως συνήθως +προσκολλώνται εις το ασθενές μέρος, εις έρωτας και μίση, εξάπτοντες +το πάθος εις φλεγμονήν, και τρέποντες την οργήν εις λύσσαν . . . + +Αριστερόθεν του γιγαντιαίου βράχου του Ερήμου Χωριού, προς δυσμάς, +άλλος αιγιαλός απρόσιτος, άνορμος απλώνεται. Δεν φαίνεται εκεί +στρώμα κομψών χαλικίων και άμμου στιλπνής ούτε είναι ορατή της +θαλασσίας νύμφης η παστάς, ο θάλαμος της Νηρηίδος. Πέλαγος βαθύ έως +την αντικρινήν στερεάν απλούται, και μονόχορδος υμνωδός δεν παύει +να το οργώνη ο άνεμος, ο Αργέστης. Και κατέμπροσθεν, ολίγον +βορειοδυτικώς εις τον βράχον του Ερήμου Χωριού, απεσπασμένοι, +βαπτισμένοι εις το κύμα δύο βράχοι παντέρημοι ανακύπτουσι. Κάτω εις +τους πόδας τούτων, εις τα άντρα τα θαλάσσια και τας σπιλάδας τας +θαλασσογλύπτους, εκεί βόσκουσι και λοξοπατούσι τα θαυμασιώτερα +πετροκάβουρα και παγούρια του κόσμου, με τα ερυθρά προέχοντα ως +κλαδωτά αυγά των, ψηνόμενα, ψάλλοντα μελωδικώς εις την ανθρακιάν, +μεγάλα, εύχυμα την γεύσιν. Κ' επάνω εις τους δύο εκείνους +υψηλοκρήμνους σκοπέλους, όστις θα ετόλμα ποτέ ν' αναρριχηθή, διά να +συλλέξη αν δύναται εξαίσια λάχανα και θαυμάσιας αγριοκράμβας, +οφείλει να ζωσθή καλώς με χονδρόν σχοινίον περί την μέσην, να +προσδέση το έν άκρον εις τον χονδρόν κορμόν του γηραιού θαλασσίου +θάμνου, του προσφυομένου επί της οφρύος του βράχου, είτα ν' +αναρριχηθή εις το μέτωπον του κρημνού αργά και με άκραν προφύλαξιν, +και πάλιν βέβαιος δεν θα είναι αν θα ευτυχήση να κατέλθη σώος και +υγιής από το ύψος, εκείνο, όπου οι γλάροι θρηνωδώς κρώζοντες +περιίπτανται περί τας γωνίας του βράχου και τας εξοχάς, περί το +μέρος όπου κρύπτεται η φωλεά των, εις την θέαν του ξένου +επιδρομέως. + +Είναι τόσον πολύτιμα τα αγριολάχανα του θαυμασίου εκείνου βράχου, +ώστε ποτέ δεν αγοράζονται αντί οσουδήποτε ποσού χρημάτων . . . +Μόνον πληρώνονται ή με αγάπην και με φιλίαν, ή ενίοτε με κεράσματα, +εις τον αφωσιωμένον κουμπάρον μας, τον Τζενεγόν, ή κάποτε και με +ψήφους, όταν επίκεινται εκλογαί, επειδή ο κουμπάρος Τζενεγός είναι +λίαν βαθέως αφωσιωμένος εις τους φίλους του, και τότε μόνον θα σε +φιλέψη «λάχανα θαλασσινά», όταν είναι βέβαιος ότι θα δώσης ψήφον εις +το «κόμμα μας». + +Ολίγον απωτέρω, προς νότον των δύο βράχων, εις το μέσον του πόντου, +πάντοτε σχεδόν εν γαλήνη και εν τρικυμία, ακούεται μία ορχήστρα, +ήτις έχει πάντοτε «δικό της σκοπό», καθώς λέγουν. Είναι μία ύφαλος, +ήτις καλείται κοινώς Καλαφάτης. Διά τινος οπής εκβλύζει υποβρυχίως +το νερόν, είτα αναπηδά και αποτελεί κρότον όμοιον με τον της +«ματσόλας» ή ξυλίνης σφύρας του καλαφάτη, — ή του «διανάκτου» όπως +λέγουν εις τον Β. Ναύσταθμον, — επί των πλευρών επισκευαζομένου +πλοίου. Η ματσόλα ή η σφύρα αυτή δεν παύει, ημέραν και νύκτα, +ακούραστος, ακοίμητος ν' ακούεται. Κατ' άλλους ο Καλαφάτης ωνομάσθη +ούτω μετ' είρωνος ευφημισμού, ως καλαφατίζων τάχα τα πλοία τα οποία +θα εξέπιπτον σιμά εις την δικαιοδοσίαν του — οιονεί, εις το +«Καρινάγιο» του. + +Όλον το παλαιόν χωρίον ήτον ερείπιον, απλωμένον επί των νώτων του +γίγαντος, του με τους πόδας θαλασσωμένους βράχου. Μέρος αυτού είχε +κατεδαφίσει ο χρόνος, μέρος οι άνθρωποι. Πότε οι ίδιοι πρώην +κάτοικοι των παλαιών οικιών, συχνότερον τα τέκνα των, πότε οι +μαστόροι, οι κτίσται, κατ' εντολήν ή άνευ εντολής, έπαιρναν από τα +παλαιά κτίρια ό,τι στερεόν είχον ταύτα, την ξυλείαν της στέγης, +πόρτες, παράθυρα, πολλάκις τούβλα και κεραμίδια, βιαζόμενοι εκ της +αχρηματίας, επειδή «η ξύντροφος πενία» εμάστιζε και τότε δεινώς το +ελληνικόν, και μάλιστα τους κατοίκους της νήσου, μετά την +αποκατάστασιν των πραγμάτων, κατόπιν του φοβερού Αγώνος — τα +μετεκόμιζον δε διά ξηράς ή διά θαλάσσης εις την πολίχνην την +νεόκτιστον, προς νότον, απέχουσαν δρόμον τριών ωρών. Αλλ' όμως η +θεια Μαχώ το Φαλκάκι, ηγάπα το παλαιόν χωρίον της, το μέρος όπου +είχε γεννηθή κι' αυτή ένα καιρόν, όταν το χωρίον εκατοικείτο ακόμη, +περί τους χρόνους του Αγώνος, και όπου διήλθε τα προσφιλή εις πάσαν +μνήμην έτη της παιδικής ηλικίας. Διά τούτο εφρόντισε με κάθε τρόπον +να διατηρήση το παλαιό σπιτάκι, την φωλεάν των γονέων της, την +κοιτίδα αυτής της ιδίας. Με πολλήν επιμέλειαν και καθαριότητα, και +με συχνά ασβεστώματα, είχε κατορθώσει να διασώση την μικράν αυτήν +γωνίαν, όπου ήρχετο ενίοτε να λάβη αναψυχήν και να κοιμηθή την +νύκτα, συνήθως ομού με την μητέρα της, ή με συντροφίαν άλλων +γυναικών. + +Ο μικρός οικίσκος, μία επάνοδος εις το παρελθόν, μία οπή διά της +οποίας έβλεπέ τις τα περασμένα ως εις πανόραμα, ζωντανή ανάμνησις +μέσα εις την τέφραν της λήθης, ορθή σκοπιά μεταξύ κοιμωμένων +σωμάτων, έκειτο πλησίον εις τον σωζόμενον τότε ωραίον ναΐσκον της +Παναγίας της Μεγαλομμάτας, πέριξ του οποίου υπήρχον και δύο ή τρεις +οικίαι ακόμη διατηρούμεναι, από άλλας γυναίκας, ζηλωτρίας του +παρελθόντος. Ο ναΐσκος, εορτάζων το Σάββατον του Ακαθίστου, ήτον +ευπρεπής, κ' εδέχετο συχνά τον φόρον της ευλαβείας αυτών των +οικοκυράδων, όστις διετήρει και τας σωζομένας τριγύρω μικράς +οικίας, όπως και άλλων γυναικών. + +Η Μαχώ το Φαλκάκι έφθασεν ενωρίς, περί δύσιν ηλίου, την εσπέραν +εκείνην του Οκτωβρίου μηνός, κρατούσα το καλαθάκι της, το οποίον +περιείχεν άρτον, ελαίας χαμάδας, ολίγα κυδώνια καί τινας τομάτας. +Είχεν αναχωρήσει από την πόλιν το πρωί. Όλην την ημέραν διήλθεν εις +τον ελαιώνα συλλέγουσα ελαίας, είτα τας έβαλεν εις σάκκους, και δι' +ημιόνου τας έστειλεν εις τα ελαιοτριβεία της πόλεως. Ο ελαιών ήτο +πολύ πλησίον εις το παλαιόν χωρίον, απείχε δε πολύ από την +σημερινήν πολίχνην. Επειδή έμελλε και την επιούσαν να εξακολουθήση +την αυτήν εργασίαν εις τον ελαιώνα, ήλθεν εις το παλαιόν έρημον +χωρίον, διά ν' ανάψη τα κανδήλια της Παναγίας της Μεγαλομμάτας και +διανυκτερεύση, όπως ενίοτε συνείθιζεν, εις ερημικόν οικίσκον της, +διά να επιστρέψη πάλιν το πρωί εις τον ελαιώνα. + +Η Μαχώ το Φαλκάκι συνωδεύετο εις την εκδρομήν αυτήν από τον υιόν +της τον Φάλκον, παιδίον δεκατριών ετών. Ο μικρός μάγκας είχεν +ακούσει πολύ συχνά από παιδία μεγαλείτερα απ' αυτόν παμπόλλας +διηγήσεις περί φαντασμάτων, το οποία έβγαιναν τακτικά την νύκτα εις +το παλαιόν έρημον χωρίον, εν μέσω τόσων ερειπίων, επάνω εις τον +βράχον τον υψηλόν, τον με θαλασσωμένα τα σκέλη γίγαντα, όπου η ηχώ +των κυμάτων, το οποία εχόρευε μαινόμενος ο βορράς νύκτα και ημέραν, +αντήχει εις τα καθίσματα των βράχων, κάτω, εις τα άντρα τα +θαλάσσια. + +Τα φαντάσματα ταύτα, στοιχειά, εξωτικά, λογιών — των — λογιών +κρούσματα, δεν έπαυαν να εμφανίζωνται την νύκτα, να επισκέπτωνται +μελαγχολικώς τα ερείπια, να περιφοιτώσιν εις τας κατεδαφισμένας +οικίας, αίτινες εστέγασαν ποτέ ζωάς και ψυχάς, και τώρα εκάλυπτον +μυστήρια άγνωστα υπό τους σωρούς των λίθων. Εκάστη παλαιά οικία +είχε το ζώδιόν της. Το ζώδιον τούτο ελάμβανε την μορφήν εκείνου του +σφαγίου, το οποίον είχε θυσιαστή κατά την θεμελίωσιν της οικίας της +κτιζομένης εκάστοτε, μετά τον ψαλέντα αγιασμόν. Εάν το σφαγέν ζώον +ήτο πετεινός, ο πετεινός έβγαινε συχνά την νύκτα, εξαφνίζων τους +ενοίκους, ενόσω η οικία ήτον ορθία ακόμη, και εξακολουθούσε και +τώρα να βγαίνη παραπονετικώς, λαλών με φωνήν θρηνώδη επάνω εις τα +ερείπια. Εάν το θυσιασθέν ήτο αρνίον, έν πράγμα λευκόν, πράον, +ήμερον, ομοιάζον με αρνίον, δεν έπαυε να βγαίνη ακόμη γύρω εις τα +θεμέλια της οικίας βελάζον θλιβερώς. Εάν το θύμα ήτο μοσχάριον, ένα +βοϊδάκι μικρόν, μαυροκόκκινον, επαρουσιάζετο τριγύρω εις τα +ερείπια. Εμούγκριζε με σιγανήν φωνήν, και πολλάκις, ενόσω η οικία +εκατοικείτο, το μούγκρισμά του προεσήμαινε κακόν διά τους +οικοκυραίους. + + +Όλ' αυτά τα διηγούντο οι μάγκες όπως τα είχον ακούσει από τας +προμήτοράς των, και μάλιστα το αυγάτιζαν κ' οι ίδιοι με την +παιδικήν ψευδομανίαν των. Και τώρ' ακόμη πολλοί τα έβλεπον. Αυτή η +Μαχώ είχε διηγηθή άλλοτε εις τον υιόν της, τον Φάλκον, ότι είδε με +τα μάτια της, ένα μεσημέρι, νεράιδες να χορεύουν, από το ύψος του +Ερήμου Χωριού, όπου ευρίσκετο, μίαν φοράν, όταν ήτο μικρά κόρη +ακόμη, καταντικρύ, επί της κρημνώδους ακτής του Κουρούπη. Εκεί +επάνω, εις τον κρημνόν, έβλεπε της νεράιδες, ένα πλήθος +λευκοφορεμένων γυναικών, που ήσαν πιασμέναι εις χορόν, κ' εχόρευαν +«στον καλό τους καιρό», κ' ετραγωδούσαν. + + — Και τι τραγούδι, έλεγαν, μάνα; ηρώτησεν η μικρά Τσιτσώ, εννέα +ετών παιδίσκη, την μητέρα της. + + — Έλεγαν, κορίτσι μου : «Ακούτε μας· μιλάτε μας· ημείς, καλές +κυράδες . . .» + + — Ήθελα κ' εγώ να τώβλεπ' αυτό, μάνα, είπεν ο Φάλκος. + + — Ο Θεός να μη σ' αξιώση, παιδάκι μου. Εγώ έπεσ' άρρωστη στο +κρεββάτι, που το είδα, κ' επιάστηκε σαράντα μέραις η γλώσσα μου. + + — Και δε μου λες, θεια, υπέλαβεν ο ανεψιός της, ο Σταμάτης το +Παπαδόπουλο, ένας άλλος μάγκας ομήλικος σχεδόν με τον Φάλκον, — πού +τον ηύραν τον τόπο, για να χορέψουν; Απάνω εκεί, στον κρημνό, στην +σάρρα, πώς δε γλυστρούσαν να πέσουν; + + — Αυταίς είναι η νεράιδες, παιδάκι μου, και πατούν στον αέρα, +απήντησεν η Μαχώ. + +Την διήγησιν διά της νεράιδες που χόρευαν την επεβεβαίωσε και η +γρηά Φαλκίτσα, η μητέρα της Μαχώς, μία γραία κοντή και κυρτή, ομοία +μ' ένα κουβαράκι. Αυτή είχεν ιδεί 'στον καιρόν της πολλά απίστευτα +πράγματα. + + +Ο Φάλκος διά πρώτην φοράν εύρισκε την ευκαιρίαν αυτήν, να +διανυκτερεύση εις το Έρημο Χωριό, χωρίς να είναι πολύς κόσμος, η +παρουσία του οποίου θα ήτον ικανή να διώξη τα στοιχειά. Είχε +μεγάλην περιέργειαν μεμιγμένην με μεγαλείτερον φόβον, να έβλεπε +στοιχειά. + +Διά να λάβη ολίγον θάρρος, είχεν ερωτήσει την μάμμην του αν όλα τα +φαντάσματα κάμνουν κακόν εις όσους τα ιδούν, καθώς είχαν κάμει +άλλοτε η νεράιδες εις την μητέρα του. Η γραία του απήντησε ότι +είναι και στοιχειά αβλαβή και ακίνδυνα, και μάλιστα τα ζώδια των +σπιτιών ωρισμένως δεν κάμνουν ποτέ κακόν. + +Μόλις είχαν φθάσει, και ήρχισε να νυκτώνη. Η Μαχώ επίστευεν ότι θα +εύρισκεν εις το Έρημο Χωριό δύο ή τρεις άλλας γυναίκας μαζύ με άλλα +τόσα παιδία ή κοράσια, αίτινες διενυκτέρευον από ημερών εις τον +τόπον, διά τον αυτόν λόγον και η Μαχώ. Ησχολούντο την ημέραν εις +την συλλογήν του ελαιοκάρπου, κ' επειδή το παλαιόν χωρίον ευρίσκετο +σιμά εις τα κτήματά των, μη θέλουσαι να κοιμώνται εις το ύπαιθρον, +και διότι έπιπτεν άφθονος δρόσος και υγρασία την νύκτα, και διότι +ήσαν γυναίκες, χάριν ευκολίας κατήρχοντο και διενυκτέρευον αυτόθι, +εις τας δύο ή τρεις σωζομένας μικρός οικίας, διά ν' αναλάβουν +ενωρίς την εργασίαν την επαύριον. + +Ήλπιζε λοιπόν η Μαχώ να εύρη συνστροφιάν, καθόσον δεν θα +ευχαριστείτο να μείνη μόνη της με το παιδίον την νύκτα εις το +έρημον μέρος, όπου «κροτίζει ο τόπος», από τας τόσας παλαιάς +αναμνήσεις και τα τόσα στοιχειά. Αλλ' η Μαχώ εγελάσθη. Αι γυναίκες +είχον τελειώσει προς το παρόν την πρώτην συλλογήν των ελαιών, και +δι' άλλης οδού είχον επιστρέψει το βράδυ εις την πολίχνην. + +Η Μαχώ δεν εύρε ψυχήν εις το Έρημον Χωρίον. Ενύκτωνεν ήδη, η +πανσέληνος ήτον περασμένη, και η σελήνη θ' ανέτελλε δύο ή τρείς +ώρας νύκτα. Άλλως, ο Φάλκος επεθύμει να διανυκτερεύση εις το άγριον +μέρος, κ' επέμενε να μείνωσιν. Ήθελε να κάμη κι' αυτός τον +ανδρειωμένον εις τον εξάδελφόν του Σταμάτην, — όστις συνήθως έκαμνε +τον άφοβον μεταξύ όλων των παιδιών, — και να έχη να του διηγήται +ότι είδε τόσα κρούσματα, τόσα στοιχειά, εις το Έρημο Χωριό, και +«δεν ίδρωσε το μάτι του». + +Η Μαχώ έκαμε την ανάγκην φιλοτιμίαν κ' έμεινεν. Εν πρώτοις, άναψε +τα κανδήλια της Παναγίας της Μεγαλομμάτας. Ήτον μία μεγάλη εικών +της Θεοτόκου, αρχαϊκή, με ανδρός χαρακτήρας, με πρόσωπον το +διπλάσιον του φυσικού, με μεγάλους, πολύ μεγάλους οφθαλμούς, και με +τον Χριστόν, έν βρέφος με παμμεγίστην κεφαλήν, φορούν χιτώνα +επίχρυσον, φωτεινόν, τον «αναβαλλόμενον το φως ως ιμάτιον». + +Είτα άναψε φωτιάν εις το στενόν, μεταξύ δύο ερειπίων, αντικρύ του +ναΐσκου, και κατέμπροσθεν εις την θύραν του οικίσκου της. Έψησε +καφέ διά τον Φάλκον της, τον καλομαθημένον, είτα εμαγείρευσε +φαγητόν από τομάτες και κρόμμυα με λάδι. Αφού έφαγαν, εκλείσθησαν +εις τον οικίσκον διά να κοιμηθούν. + +Η Μαχώ ήτον κουρασμένη, και δεν άργησε ν' αποκοιμηθή. Ο Φάλκος όμως +έκαμε τον ψόφιον κατ' αρχάς κι' άρχισε να ροχαλίζη. Άμα ενόησεν ότι +η μητέρα του είχεν αποκοιμηθή, εσηκώθη, κι' άνοιξε την πόρταν. Θα +ήτο κρίμα, εφαντάζετο, να μην απολαύση αυτό το θέαμα, τα πρωτοφανές +δι' αυτόν, αν και δεν ήξευρε καλά πώς να το παραστήση· την νύκτα +την μυστηριώδη και σιγηλήν, τον άπειρον ουρανόν, την αχανή +θάλασσαν, υψηλά, άνωθεν του ερήμου μαγικού βράχου. Και ήτον, επί +τέλους, πιθανόν να ίδη και κανέν φάντασμα . . . + +Ερρίγησεν . . . Ας έλειπαν τα φαντάσματα! Καθώς εξήλθεν εις το +ύπαιθρον ο Φάλκος, κατ' αρχάς εστράφη οπίσω προς την θύραν του +οικίσκου την οποίαν αφήκεν ανοικτήν, και ηκροάτο διά ν' ακούση την +αναπνοήν της μητρός του κοιμωμένης. Ησθάνετο την ανάγκην να έχη +συντροφιάν την πνοήν της μητρός του,. . Ευτυχώς η μήτηρ του τού +είχεν αφήσει και άλλην συντροφιάν, την φωτιάν την οποίαν είχε +θρέψει με ξύλα πολλά και κουτσούρες επίτηδες, και αφού την +περιώρισε μεταξύ πλακών και λίθων, μακράν παντός ξηρού χόρτου ή +θάμνου χλωρού ή ρίζης δένδρου, είπεν ότι την αφίνει «για συντροφιά» +και δεν την έσβυσε. Τώρα, όσον προέβαινεν η νυξ, ο βρόμος του πυρός +και η λάμψις των καιόντων δαυλών, και το θάλπος το οποίον διέχυνεν +η ανθρακιά, ήτο πράγματι ανεκτίμητος παρηγορία, εις την ερημίαν +εκείνην, αναμέσον των τόσων ερειπίων. + +Καθώς εξήλθεν ο Φάλκος έξω εις το ύπαιθρον, αντικρύ της θύρας του +οικίσκου είδε να φαίνεται ένα μαύρον πράγμα, το οποίον δεν είχε +παρατηρήσει αφ' εσπέρας. Τούτο ωμοίαζε πολύ με γραίαν μαυροφόραν +καθημένην εις το σκότος, ήτις τον εκύτταζε μακρόθεν. Επειδή +ησθάνετο φόβον, και ήθελε με κάθε τρόπον να διώξη τον φόβον από +μέσα του, έλαβεν ένα δαυλόν, επήγε κατ' ευθείαν εις το πράγμα το +μαύρον, και το εψηλάφησε κ' εβεβαιώθη ότι ήτο μαύρον κούτσουρον +ρίζης πάλαι ποτέ υπάρξαντος δένδρου, το οποίον είχε καή, και ήτον +ως καψάλα. Παραπέρα εκεί ίστατο έν πράγμα όρθιον, το οποίον +εφαίνετο ως άνθρωπος με τον ένα βραχίονα άνω απλωμένον. Κρατών τον +δαυλόν επλησίασε, και είδε καλά, κ' εβεβαιώθη ότι αυτό ήτο κορμός +αγριοσυκής ξηραδιάρας, της οποίας τα φύλλα εφαίνοντο να είχον +φαγωθή ή μαδηθή προσφάτως, και το ένα κλωνάρι ήτο σπασμένον, κ' +έγερνε κάτω, το δε άλλο ευρισκόμενον εις την θέσιν του, έτεινε +πέραν οριζοντίως. + +Εκεί δίπλα, είδε την ανταύγειαν των κανδηλίων του εκκλησιδίου, τα +οποία είχεν ανάψει ενωρίς η μήτηρ του. Ο Φάλκος, προέκυψε κ' +εκύτταξε διά της υάλου του παραθύρου. Είδε την σκιάν και το ιερόν +θάμβος των εικόνων και των θυρίδων και των γωνιών, τας αμαυράς +μορφάς των Αγίων, ωσφράνθη το μικτόν άρωμα του κηρίου, του ελαίου +και του θυμιάματος, κ' εκύτταξεν επί μακρόν, εις το φρίσσον φως των +πυρσών της κανδήλας, τα μεγάλα όμματα της Παναγίας, τα οποία +εφαίνοντο να τον προσβλέπουν μετ' αΰλου θωπείας και επιεικείας +βασιλοπρεπώς, μέσον των υάλων του παραθύρου. Έκαμε ταχέως δύο +σταυρούς και απεμακρύνθη. + + +Η ιαχή των κυμάτων υπόκωφος, μονότονος, ανήρχετο από τα θεμέλια των +βράχων, από τα θαλάσσια άντρα. Ο ουρανός άνω εσελάγιζεν από άστρα, +και κάτω εκεί, εις την ανταύγειαν των άστρων εφαίνετο να γυαλίζη το +πέλαγος φρίσσον, και η ακτή του Κουρούπη, άσπριζεν απέναντι, +μελαγχολική, επάνω εις την οποίαν εχόρευον η νεράιδες το μεσημέρι, +ενώ την νύκτα έπιπτον μετά κρότου οι λίθοι, τους οποίους εκύλιον τα +δαιμόνια, φυγαδεύοντα τους τολμώντας να πλησιάσουν εις την βρύσιν +αλιείς . . . Ζέφυρος λεπτός, ευώδης, δρόσος ζωηφόρος έπνεεν. Ο +Φάλκος ησθάνετο κάτι ως ελαφρότητα, ως διάθεσιν προς πτήσιν, την +οποίαν ποτέ δεν είχε δοκιμάσει εις το χωρίον του, όταν εκυλίετο +μέσα εις τα ποτόκια και τ' αυλάκια των λιθοστρώτων στενών +δρομίσκων, παίζων ομού με τ' άλλα παιδία. + +Ανάμεσα εις τον ρόχθον εκείνον των θαλασσών, ξεχώριζε κάτι ως +δούπος, ως κτύπος σφύρας, μονότονον και ρυθμικόν, επίμονον όπως το +άσμα του τέττιγος και το λάλημα των στρουθίων. Ο Φάλκος, όσον και +αν εβασάνιζε τον νουν του, δεν ενόει τι πράγμα ήτον ο συνεχής +εκείνος κρότος. + +Ανυπόμονος επανήλθεν εις την οικίαν διά να ερωτήση την μητέρα του. +Την έσεισε διά να την εξυπνήση. + + — Μητέρα, τι πράμμα είν' αυτό που κάνει τακ, τακ, στη θάλασσα, +κάτω; Μην είναι κανένα στοιχειό; + +Η Μαχώ εσάλευσεν, έτριψε τα μάτια της και είπεν· + + — Είν' ο Καλαφάτης, παιδί μου. + +Κ' έκαμε να γυρίση από το άλλον πλευρόν. + + — Και τι πράμμα είν' ο Καλαφάτης; επανέλαβεν ο Φάλκος. + +Η Μαχώ εχασμήθη, έκλεισε τα μάτια, και δεν απήντησεν. + +Ο Φάλκος επέμεινε. + + — Πες μου, μητέρα, τι είν' ο Καλαφάτης; είπε σείων τον ώμον της +κοιμωμένης. + + — Ο Καλαφάτης, είπε μετά κόπου η Μαχώ, είναι μια ξέρα κάτω στο +γιαλό, που την λεν έτσι . . . Κοιμήσου, παιδί μου. + +Η Μαχώ δεν είχεν εννοήσει ότι ο υιός της έλειπεν από πλησίον της, +και ότι είχεν επανέλθει τώρα έξωθεν. Ενόμισεν ότι, πλαγιασμένος +πλησίον της, είχεν ακούσει τον κρότον της υφάλου. + +Πάραυτα, αφού είπε το «Κοιμήσου, παιδί μου», απεκοιμήθη πάλιν, ο δε +Φάλκος και πάλιν έσπευσε να εξέλθη. + + +Μεσονύκτιον ήτον ήδη, και η σελήνη είχεν ανατείλη προ πολλού. Ο +Φάλκος, όταν εξήλθε το δεύτερον έξω, έρριψε ξύλα εις την φωτιάν, +διά να μη σβύση, επειδή μεγάλως τον έτερπε και τον εγοήτευε το πυρ, +εις την σιγήν και την γαλήνην της νυκτός, εις το μέσον των +ερειπίων. + +Την στιγμήν εκείνην, ο Φάλκος ήκουσε λάλημα πετεινού, το οποίον δεν +εφαίνετο να είναι από πολύ πλησίον, αλλ' ούτε και μακρόθεν. Αν δεν +έπλεε καμμία βρατσέρα ή καμμία γολετίτσα την νύκτα εκείνην εις το +πέλαγος, ολίγον ανοικτά από την ακτήν, η οποία θα έτυχε να έχη +ορνιθώνα εις το κατάστρωμά της, το λάλημα πιθανόν να ήρχετο από το +Καλύβι μιας ποιμενίδος, της Κοκκινίτσας λεγομένης, το οποίον δεν +απείχε πολύ, ευρισκόμενον επάνω εις την ράχιν του βουνού, και +αντικρύζον με το Έρημον Χωρίον. + +Ο Φάλκος ενθυμήθη τας διηγήσεις των παιδίων, τας παραδόσεις όσας +είχον παραλάβει από τας γραίας προμήτορας σχετικώς με τα «ζώδια» +των οικιών, τα εμφανιζόμενα κάποτε την νύκτα. + +Τότε, αν και η μάμμη του τον είχε βεβαιώσει ότι τα ζώδια ταύτα δεν +ηδύναντο να βλάψουν, ησθάνθη αληθή τρόμον, έτρεξεν, εισήλθεν εις +την θύραν έσωθεν, έκαμε τον σταυρόν του κ' επλάγιασε πλησίον της +μητρός του. + + — Μητέρα, είπεν έντρομος· άκουσα έναν πετεινό . . . είναι το ζώδιο +του σπιτιού μας! + +Η μήτηρ του δεν απεκρίθη, εκοιμάτο βαθειά. + + — Πες μου, μητέρα, επανέλαβεν ο Φάλκος, σείων αυτήν διά να την +εξυπνήση — επειδή ησθάνετο τώρα μεγαλειτέραν ανάγκην συντροφιάς, +και προ πάντων της ανθρωπίνης ομιλίας — πες μου, τι πράγμα είχαν +σφάξει όταν το έχτισαν αυτό το σπιτάκι; Δεν έσφαξαν πετεινό; + +Η Μαχώ εξύπνησε, και ανεσηκώθη επί της μαλλίνης τσέργας, εφ' ης ήτο +πλαγιασμένη, + + — Τι έχεις, παιδί μου, και δεν κοιμάσαι είπε. Δεν έχεις ύπνο; + + — Όχι, όχι . . . είπεν ο Φάλκος. Άκουσα έναν πετεινό. + + — Πού τον άκουσες; + + — Εδώ έξω. + + — Στο καλύβι της Κοκκινίτσας θα λάλησε . . . Έχει ένα σωρό +πετεινάρια . . . θέλεις να σου αγοράσω ένα αύριο και να σου το +σφάξω την Κυριακή . . . + + — Ακούς εκεί; Μακάρι . . . + + — Καλά, Φαλκάκι μου. Κοιμήσου τώρα, και μεθαύριο, σαν πάμε κάτω, +εγώ θα σε φιλέψω πετεινό . . . + +Τώρα ο Φάλκος ησθάνετο νυσταγμόν, τον οποίον το πριν είχε νικήσει η +περιέργεια. Και πάλιν θα επεθύμει να σηκωθή και να εξέλθη, πλην +ήρχισε να ζαλίζεται και να ναρκούται από την έφοδον του ύπνου. +Τουναντίον η μήτηρ του, αφού είχε μισοχορτάσει τον ύπνον, +εξενύσταξε, κ' έμεινε ανακαθισμένη και συλλογισμένη, σιμά εις το +προσκέφαλον του Φάλκου της. + + +Μετ' ολίγον είχεν αποκοιμηθή ο Φάλκος, η δε μήτηρ του, καθισμένη +καθώς ήτον, και στηρίζουσα με την χείρα κεκυφυίαν την κεφαλήν, +ήρχισε να νυστάζη πάλιν και να λαγοκοιμάται. + +Και οι δύο μετ' ολίγον εξύπνησαν από ένα κρότον και μίαν αλλόκοτον +φωνήν. + +Έξωθεν της θύρας των ηκούετο ωσάν μούγκρισμα· + + — Μπ! μου! βου! μου! μπου! μου! + +Ο Φάλκος ανετινάχθη. Η Μαχώ εξαφνίσθη εις τον ελαφρόν ύπνον της. + + — Παναγία μου! τι είναι; + +Εις την επιφώνησιν της Μαχώς, απήντησε καγχασμός, όστις όμως +ουδόλως καθησύχασε την γυναίκα. + +Πολλά φαντάσματα της νυκτός, καθώς και οι νεράιδες την ημέραν, +είχον ακουσθή κατά καιρούς υπό πολλών να γελούν θορυβωδώς. + +Αλλ' ο Φάλκος, παραδόξως, μέσα εις τον φόβον του εγέλασε. + + — Αν είναι στοιχειό, είπε, θα μοιάζη με τον εξάδελφό μου το +Σταμάτη . . . + +Τω όντι είχεν αναγνωρίσει την φωνήν και τον γέλωτα του ομήλικος +εξαδέλφου του. + + — Βρε παιδί, παλάβωσες, θα τους σκιάξης . . . θα κοπή το αίμα +τους, απήντησε φωνή έξωθεν εις τον ακουσθέντα καγχασμόν. + +Δεύτερος γέλως αντήχησεν, είτα δροσερά, νεανική φωνή είπε· + + — Δεν τα φοβούμαι τα στοιχειά εγώ, θεια Μαχώ. + +Ο Φάλκος ήνοιξε την θύραν. + +Ο Σταμάτης εφάνη εις το χάσμα της θύρας, συνοδευόμενος από την γρηά +Φαλκίτσα, την μάμμην του και μάμμην του Φάλκου, μητέρα δε της +Μαχώς. + +Η γρηά Φαλκίτσα, κοντή και κυρτή συμμαζωμένη, έβλεπε καλά την +νύκτα, καθώς έκυπτε προς την γην, είχε γερά πόδια, κ' επάτει με +βήμα ελαφρόν. + +Ο Σταμάτης αφήκε κραυγήν θριάμβου. + + — Καλώς σας ηύραμε! . . . + +Για χατήρι σας, κόντεψαν να μας φάνε τα στοιχειά! + +Ο Φάλκος ηρώτησε την μάμμην του· + + — Ξέρεις να μου πης, μάνα, τον καιρόν που έκτιζαν αυτό το σπίτι, +τι είχαν σφάξει στα θεμέλια; . . . Μην έσφαξαν πετεινό; . . . Γιατί +άκουσα έναν πετεινό να μιλή, πολυώρα . . . + +Η γρηά Φαλκίτσα απήντησεν ευθύμως· + + — Ακούς εκεί! τι άλλο θα έσφαξαν από πετεινό, παιδί μου . . . καλά +εξεφάντωσαν εκείνοι, με τον πετεινό, τον μικρόν εκείνο . . . Μακάρι +να είχαμε κ' εμείς ένανε! + + — Τώρα τον είχα μελετήσει, μάνα, και του έταξα του γυιου μου ένα +πετεινάρι, είπεν η Μαχώ. + + — Και τι να μας κάμη ένα πετεινάρι, θεια, είπεν ο Σταμάτης, που +έχουμε κι' άλλους δικούς μας κάτω στο χωριό; Μισό μοναχά θέλω εγώ +στο μερδικό μου . . . + + — Θα πάρω δύο απ' την Κοκκινίτσα, Σταματάκη μου, φτάνει να μου +δίνη, είπεν η Μαχώ. + +Ευθύς τώρα η γρηά Φαλκίτσα ήρχισε να διηγήται πώς και διατί ήλθε, +μαζύ με τον εγγονόν της εις τοιαύτην ώραν. + + — Σαν είδαμε, πλειο, παιδάκι μ', πως αργήσατε, και καταλάβαμε πως +ήθελε κοιμηθήτε στο χωριό το δικό μας πλειό, και θα ήσαστε μοναχοί +σας, γιατί η Διόμαινα και η Μπάλαινα κ' η γειτόνισσα μας το Γηρακώ +είχαν φύγει νωρίς, γιατί δεν είχαν άλλες εληές να μαζέψουν, πλειό, +κ' ήρθε το Γηρακώ, η γειτόνισσα, και μας είπε πως, να τάξερε, ήθελε +καθίσει στο χωριό μας, για να σας κάμη συντροφιά (χωριό της +ωνόμαζεν η γραία το παλαιόν Έρημον Χωρίον) και της κακοφάνηκε που +δεν τώξερε, για να καθίση· σαν τάκουσε κι' ο Σταματάκης, αυτό το +αγιόπαιδο, δεν ήθελε να βασταχθή, κ' εφοβέριζε να κινήση ναρθή στο +χωριό μεσάνυχτα, μοναχός του· σαν εβγήκε το φεγγάρι, κ' εβλέπαμε να +περπατούμε, πλειό, για να μην κινήση νάρθη μοναχός του ο +Σταματάκης, ο απόκοτος, κ' έχω δυο καϋμούς, και για τ' εσάς και για +τ' αυτόνε, είπα κ' εγώ, ας κινήσουμε να πάμε, τώρα που βγήκε το +φεγγάρι, πλειό . . . Κ' έτσ' ήρθαμε. + +Είχαν έλθει ψηλά από την ράχιν, από τα Καλύβια του βουνού, όπου +είχαν μείνει να διανυκτερεύσουν, η γραία κ' ο εγγονός της. Από το +πρωί ευρίσκοντο εις την μάνδραν, εις το βουνόν. Είχαν υπάγει διά να +ζητήσουν από δύο βοσκούς κολλήγας των ολίγα καθυστερούμενα, εις +μυζήθρες και τραχανάν, προερχόμενα από αντισπόρους και από ενοίκια +βοσκών. Το βράδυ, αι τρεις γυναίκες, αίτινες είχον αναχωρήσει από +την γειτονιάν του Ερήμου Χωριού, επιστρέφουσαι εις την πολίχνην +επέρασαν από τα Καλύβια, και η Φαλκίτσα γνωρίζουσα ότι η κόρη της η +Μαχώ είχε πρόθεσιν να μείνη εις το Έρμο Χωριό την νύκτα εκείνην, +εξηγήθη με τας τρεις γυναίκας, αίτινες εξέφρασαν λύπην διότι δεν το +ήξευραν να μείνουν χάριν συντροφιάς. Τότε, σαν ενύκτωσε, ο +Σταμάτης, τ' αγιόπαιδο, καθώς τον επωνόμαζεν η μάμμη του, εσήκωσεν +επανάστασιν, απαιτών να υπάγουν ομού εις το Παλαιόν Χωρίον, άλλως +ηπείλει ότι θα επήγαινεν αυτός ή μόνος ή με δύο βοσκόπουλα τα οποία +θα ωδήγουν τα μικρά κοπάδια τους προς το μέρος εκείνο. + +Η γραία ενέδωκε, και άμα τη ανατολή της σελήνης ανεχώρησαν ομού. + +Ο Σταμάτης τώρα άρχισε να διηγήται εις τον εξάδελφόν του το πώς +εγέλασε τα δυο βοσκόπουλα, τα οποία είχαν σχεδιάσει να τον +«σκιάξουν», και ματαιώσας τα σχέδιά των, τα έσκιαξεν αυτός, αντί να +τον σκιάξουν εκείνα. + + — . . . Τα μυρίστηκα εγώ, που ήθελαν να κρυφτούν κάτω στο ρέμμα, +δίπλα στο δρόμο μας . . . Τους άκουσα που μουρμούριζαν οι δύο τους: + — «Βρε συ, Στάθη, καϋμένε, να, με την κάπα να στήσης ολόρθη την +κουκούλα, και τα μανίκια της κάπας να τα σηκώσης ψηλά, να φαίνεται +σα στιχειό — Πού, βρε συ, Γιάννη; του λέει ο άλλος — Να, κάτω, στα +σχίνια εκεί . . . κ' εγώ να κάνω το βοϊδάκι, τάχα, να μουγκρίζω . . +. κι' απέκει, σα λακκήσουν, τους παίρνουμε με τα κοτρώνια». Σαν +τάκουσα, καλά, να σας δείξω εγώ! . . . Λέγω της γρηάς να καθίση +στην άκρη, να βαστά τον ανασασμό της, και να με καρτερή, κ' έφτασα +. . . «Πού πάς; — Σώπα!» Παίρνω το μονοπάτι, στην πέρα πάντα . . . +Κατά τα σκίνια αυτοί, κατά τα πρινάρια εγώ . . . Τους βλέπω αντίκρυ +που παραμόνευαν κρυμμένοι. Μια πετριά· δεύτερη πετριά· κ' εχώθηκα +στα κλαριά μέσα . . . Ξαφνίζονται, γυρίζουν να ιδούν πόθεν έρχονται +η πετριές, σηκώνομαι, τους βάζω στο κοντό, τους αρχινώ με τα βράχια +. . . Κατά τα σκίνια αυτοί, κατά τα πρινάρια εγώ . . . Τώκοψαν +κουμπούρι . . . κ' ελάκκησαν, κι' ακόμα λακκούν . . . Πίστεψαν πως +ήτον στοιχειό που τους κυνήγησε. Τρέχω, ηύρα τη μανού μου, και το +βάλαμε στα πόδια· για 'δω. Και να μας, ήρθαμε . . . Α! δεν φοβούμαι +τα κρούσματα, θεια Μαχώ! + +Κι' αφού είπε ταύτα, ο Σταμάτης το παπαδοπαίδι, τ' αγιόπαιδο, +ήρπασε την φλάσκαν την γεμάτην νερόν, και την άδειασε σχεδόν όλην +διά να ξεδιψάση . . . Είτα εξηπλώθη πρηνής, παρά το κατώφλιον της +θύρας, και ήρχισε να ροχαλίζη ακόμη πριν κοιμηθή. + + + +ΤΕΛΟΣ + + + + + +End of Project Gutenberg's The Murderess, by Alexandros Papadiamantis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE MURDERESS *** + +***** This file should be named 36205-0.txt or 36205-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/6/2/0/36205/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.net/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.net + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.net), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.net + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/old/20110523-36205-0.zip b/old/20110523-36205-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..0641466 --- /dev/null +++ b/old/20110523-36205-0.zip |
