summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:05:18 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:05:18 -0700
commit9e8503663d29bee4031c384b58e49aaaf099706e (patch)
tree916d349799d63291e5f5bbcc499fb0f9c5c66f12 /old
initial commit of ebook 36205HEADmain
Diffstat (limited to 'old')
-rw-r--r--old/20110523-36205-0.txt7183
-rw-r--r--old/20110523-36205-0.zipbin0 -> 174833 bytes
2 files changed, 7183 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/20110523-36205-0.txt b/old/20110523-36205-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..963452a
--- /dev/null
+++ b/old/20110523-36205-0.txt
@@ -0,0 +1,7183 @@
+The Project Gutenberg EBook of The Murderess, by Alexandros Papadiamantis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.net
+
+
+Title: The Murderess
+
+Author: Alexandros Papadiamantis
+
+Release Date: May 23, 2011 [EBook #36205]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE MURDERESS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.
+Bold words have been included in &.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
+έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες έχουν περικλεισθεί σε &.
+
+
+
+Η Φ Ο Ν I Σ Σ Α
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒIΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+
+
+
+Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
+
+Η ΦΟΝΙΣΣΑ
+
+
+ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
+1912
+
+
+
+Η ΦΟΝΙΣΣΑ
+
+
+
+Α'
+
+Μισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, την
+κεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας, το λεγόμενον
+«φουγοπόδαρο», η θεια Χαδούλα, η κοινώς καλουμένη Γιαννού η
+Φράγκισσα, δεν εκοιμάτο, αλλ' εθυσίαζε τον ύπνον πλησίον εις το
+λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της. Όσον διά την λεχώ, την
+μητέρα του πάσχοντος βρέφους, αύτη προ ολίγου είχεν αποκοιμηθή επί
+της χθαμαλής, πενιχράς κλίνης της.
+
+Ο μικρός λύχνος, κρεμαστός ετρεμόσβυνε κάτω του φατνώματος της
+εστίας. Έρριπτε σκιάν αντί φωτός εις τα ολίγα πενιχρά έπιπλα, τα
+οποία εφαίνοντο καθαριώτερα και κοσμιώτερα την νύκτα. Οι τρεις
+μισοκαυμένοι δαυλοί, και το μέγα ορθόν κούτσουρον της εστίας,
+έρριπτον πολλήν στάκτην, ολίγην ανθρακιάν και σπανίως βρέμουσαν
+φλόγα, κάμνουσαν την γραίαν να ενθυμήται μέσα εις την νύσταν της
+την απούσαν μικροτέραν κόρην της, την Κρινιώ, ήτις αν ευρίσκετο
+τώρα εντός του δωματίου, θα υπεψιθύριζε με τόνον λογαοιδικόν· «Αν
+είναι φίλος, να χαρή· αν είν' εχθρός, να σκάση . . . ».
+
+Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή
+σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος
+ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις
+τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι
+ποτέ δεν είχε κάμη άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν
+ήτο παιδίσκη υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγεινε
+σκλάβα του συζύγου της — και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της
+αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε
+τέκνα, έγεινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν
+τέκνα, έγεινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.
+
+Το νεογνόν είχε γεννηθή προ δύο εβδομάδων. Η μητέρα του είχε κάμη
+βαρεία λεχωσιά. Ήτο αύτη η κοιμωμένη επί της κλίνης, η πρωτότοκος
+κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιασθή να το
+βαπτίσουν την δεκάτην ημέραν, επειδή έπασχε δεινώς· είχε κακόν
+βήχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον με σπασμωδικά σχεδόν συμπτώματα.
+Καθώς εβαπτίσθη, το νήπιον εφάνη να καλλιτερεύη ολίγον, την πρώτην
+βραδειάν, και ο βήχας εκόπασεν επ' ολίγον. Επί πολλάς νύκτας η
+Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις τους οφθαλμούς της, ουδέ εις
+τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνούσα πλησίον του μικρού πλάσματος,
+το οποίον ουδ' εφαντάζετο ποίους κόπους επροξένει εις τους άλλους,
+ουδέ πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρη, εάν επέζη, και αυτό. Και δεν
+ήτο ικανόν να αισθανθή καν την απορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη
+διετύπωνε κρυφίως μέσα της· «Θεέ μου, γιατί να έλθη στον κόσμον κι'
+αυτό;»
+
+Η γραία το ενανούριζε, και θα ήτον ικανή να είπη «τα πάθη της
+τραγούδια» αποπάνω από την κούνιαν του μικρού. Κατά τας προλαβούσας
+νύκτας, πράγματι είχε «παραλογίσει» αναπολούσα όλ' αυτά τα πάθη της
+εις το πεζόν. Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα, της είχεν
+επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και
+βαρύς.
+
+Ο πατήρ της ήτον οικονόμος και εργατικός και φρόνιμος. Η μάνα της
+ήτο κακή, βλάσφημος και φθονερά. Ήτο μία από τας στρίγλας της
+εποχής της. Ήξευρε μάγια. Την είχαν κυνηγήσει δύο-τρεις φοράς οι
+κλέφταις, τα παλληκάρια του Καρατάσου και του Γάτσου και των άλλων
+οπλαρχηγών της Μακεδονίας. Έπραξαν τούτο διά να την εκδικηθούν,
+επειδή τους είχε κάμει μάγια, και δεν επήγαιναν καλά η δουλειές
+των. Επί τρεις μήνας εσχόλαζον εν αργία, και δεν ημπόρεσαν να
+κάμουν τίποτε πλιάτσικο, ούτε από Τούρκους, ούτε από Χριστιανούς.
+Ούτε η Κυβέρνησις της Κορίνθου τους είχε στείλη κανέν βοήθημα.
+
+Την είχαν κυνηγήσει τον κατήφορον από την κορυφήν τ' Άι-Θανασού,
+εις το οροπέδιον του Προφήτου Ηλία, με τας πελωρίας πλατάνους και
+την πλουσίαν βρύσιν, κ' εκείθεν εις το Μεροβίλι, στο πλάγι του
+βουνού, ανάμεσα εις τα ορμάνια και τους λόγγους. Αυτή εδοκίμασε να
+κρυφθή εις μίαν λόχμην βαθείαν, πλην εκείνοι δεν εγελάσθησαν. Ο
+θρους των φύλλων και των κλάδων, ο ίδιος τρόμος της, όστις μετέδιδε
+τρομώδη κίνησιν εις κλώνας και θάμνους, την επρόδωκεν. Ήκουσε τότε
+αγρίαν φωνήν·
+
+ — Αχ! μωρή τσούπα, και σ' επιάσαμε!
+
+Αυτή ανεπήδησε τότε μέσ' απ' τους θάμνους, κ' έτρεξεν ως φοβισμένη
+τρυγών με το πτερύγισμα των λευκών πλατειών χειρίδων της. Δεν ήτο
+πλέον ελπίς να γλυτώση. Άλλοτε, την πρώτην φοράν ότε την είχον
+κυνηγήσει, είχε κατορθώσει να κρυφθή κάτω εις το Πυργί, επειδή το
+μέρος εκείνο είχε πολλά μονοπάτια. Εδώ στο Μεροβίλι, δεν υπήρχον
+δρομίσκοι και λαβύρινθοι, αλλά μόνον συστάδες δένδρων και λόχμαι
+απάτητοι. Η τότε νεαρά Δελχαρώ, η μήτηρ της Φραγκογιαννούς, επήδα
+ως δορκάς από θάμνου εις θάμνον, ανυπόδητος, επειδή προ πολλού είχε
+πετάξει τας εμβάδας της από τους πόδας, όπισθέν της, — την μίαν των
+οποίων είχεν αναλάβει ως λάφυρον ο είς εκ των διωκτών — και τ'
+αγκάθια εχώνοντο εις τας πτέρνας της, της έσχιζον κ' αιμάτωνον τους
+αστραγάλους και ταρσούς. Τότε, εν τη απελπισία, της ήλθε μία
+έμπνευσις.
+
+Εκείθεν του λόγγου, εις το πλάγι του βουνού, ήτον είς και μόνος
+καλλιεργημένος ελαιών, καλούμενος ο Πεύκος του Μοραΐτη. Ο γέρο-
+Μοραΐτης, ο πάππος του κτήτορος, είχε μεταναστεύσει από τον Μιστράν
+εις τον τόπον αυτόν, περί τα τέλη του άλλου αιώνος — κατά την
+εποχήν της Αικατερίνης και του Ορλώφ. Ο φημισμένος Πεύκος ίστατο
+εις το μέσον των ελαιών ως γίγας μεταξύ νάνων. Το χιλιετές δένδρον
+ήτον σκαφιδιασμένον κοντά εις την ρίζαν, κάτω, εις τον γιγαντιαίον
+κορμόν, τον οποίον δεν ημπορούσαν ν' αγκαλιάσουν πέντε άνδρες. Οι
+βοσκοί και οι αλιείς τον είχαν σκαφιδιάσει, του είχαν σκάψει την
+καρδίαν, του είχαν κοιλάνει τα έγκατα, διά να λάβωσιν εκείθεν
+άφθονον δάδα. Και με την φοβεράν πληγήν εις τας ίνας, εις τα
+σπλάγχνα του, ο πεύκος επέζησεν άλλα τρία τέταρτα αιώνος, μέχρι του
+1871. Κατά Ιούλιον του έτους εκείνου, μέγαν τοπικόν σεισμόν
+ησθάνθησαν οι κατοικούντες εις απόστασιν μιλίων, κάτω εις την
+παραθαλασσίαν. Την νύκτα εκείνην κατέρρευσεν ο γίγας.
+
+Εις το κοίλωμα εκείνο, εντός του οποίου ηδύναντο να καθίσωσιν
+ανέτως δύο άνθρωποι, έτρεξε να κρυβή η τότε νεόνυμφος Δελχαρώ, η
+μήτηρ της σημερινής Φραγκογιαννούς. Το μέσον ήτο άπελπι, και σχεδόν
+παιδαριώδες. Εκεί δεν εκρύπτετο άλλως, ειμή κατά φαντασίαν, με
+παιδικόν τρόπον, όπως παίζουσι τον κρυφτόν. Οι διώκται βεβαίως θα
+την έβλεπον, θ' ανεκάλυπτον το καταφύγιόν της. Μόνον εκ των νώτων
+ήτον αόρατος, αλλ' όχι κατά πρόσωπον. Άμα οι τρεις κλέφται έφθανον
+πέραν του πεύκου, θα την έβλεπον ως καρφωμένην εκεί.
+
+Οι τρεις άνδρες έτρεξαν, το επροσπέρασαν, κ' εξηκολούθησαν να
+τρέχουν. Οι δύο εξ αυτών ουδ' εστράφησαν οπίσω να ιδούν.
+Εφαντάζοντο ότι η «τσούπα» έτρεχεν εμπρός. Μόνον την τελευταίαν
+στιγμήν, ο τρίτος εστράφη, οπωσούν σκοτισμένος, προς τα οπίσω, και
+εκύτταξε παντού αλλού, όχι όμως εις τον κορμόν του πεύκου. Έβλεπε
+και τον πεύκον συλλήβδην, με τ' άλλ' αντικείμενα, χωρίς να
+φαντάζεται, ότι ο κορμός του είχε κοιλίαν, και ότι εντός της
+κοιλίας εκρύπτετο άνθρωπος. Και αν εγνώριζε, και αν ηγνόει το
+κοίλωμα του γιγαντιαίου κορμού, εκείνην την στιγμήν δεν επέρασεν
+από τον νουν του. Εκύτταζε να ιδή μη ανακαλύψη που το χάσμα της
+γης, το οποίον θα την είχε καταπίη εξάπαντος — διότι καμμία πτυχή
+γης ορατή δεν υπήρχε όπου να κρυβή τις. Αι δρυάδες, αι νύμφαι των
+δασών, τας οποίας αυτή ίσως επεκαλείτο εις τας μαγείας της, την
+επροστάτευσαν, ετύφλωσαν τους διώκτας της, έρριψαν πρασινωπήν
+αχλύν, χλοερόν σκότος, εις τους οφθαλμούς των — και δεν την είδον.
+
+Η νεαρά γυνή εσώθη από τους όνυχάς των. Και, όλον τον καιρόν
+ύστερον εξηκολούθησε να κάμνη μάγια, μάγια εναντίον των κλεφτών,
+και να φέρνη εις αυτούς πολλά «κεσσάτια», ώστε πουθενά πλέον δεν
+υπήρχε πλιάτσικο — εωσότου, έδωκεν ο Θεός και ησύχασαν τα πράγματα,
+και ο Σουλτάνος Μαχμούτ εχάρισε, καθώς λέγουν, τα «Διαβολονήσια»
+εις την Ελλάδα, κ' έκτοτε έπαυσαν να είναι ασύδοτα. Την
+πλιατσικολογίαν διεδέχθη η φορολογία, και έκτοτε όλος ο περιούσιος
+λαός εξακολουθεί να δουλεύη διά την μεγάλην κεντρικήν γαστέρα την
+«ώτα ουκ έχουσαν».
+
+
+Η Χαδούλα η Φράγκισσα, αν και πολύ μικρά, ήτον γεννημένη τότε, και
+τα ενεθυμείτο όλα αυτά, τα οποία διηγείτο αργότερα η μάνα της.
+Ύστερον, όταν εμεγάλωσε, κ' έγεινε δεκαεπτά χρόνων, και ειρήνευσαν
+οπωσούν τα πράγματα, κατά τους χρόνους του Κυβερνήτου, την
+υπάνδρευσαν οι γονείς της, και της έδωκαν άνδρα τον Γιάννην τον
+Φράγκον, εκείνον τον οποίον η σύζυγός του επωνόμασεν αργότερον «τον
+Σκούφον» και «τον Λογαριασμόν».
+
+Τα δύο ταύτα παραγκώμια δεν του τα είχε δώσει άνευ λόγου η σύζυγός
+του, η Χαδούλα. Σκούφον τον είχεν ονομάσει, ακόμη πριν τον
+υπανδρευθή, όταν τον ειρωνεύετο συνήθως, με την παρθενικήν πονηρίαν
+της — χωρίς να προγνωρίζη ότι αυτός θα ήτον η τύχη της και ο καλός
+της — επειδή, αντί φεσίου, εφόρει είδος μακρού σκούφου,
+τεφροκοκκίνου, με κοντήν φούνταν. «Λογαριασμόν» τον ωνόμασε
+αργότερα, αφού τον υπανδρεύθη, επειδή συνείθιζε πολλάκις την
+φράσιν, «αυτός είν' ο λογαριασμός», και διότι, άλλως, δεν ηδύνατο
+ορθώς να λογαριάση ούτε ποσόν δι' ολίγους παράδες, ούτε δύο
+ημεροκάματα. Αν έλειπεν αυτή, θα τον εγελούσαν καθημερινώς· ποτέ
+δεν θα του έδιδαν σωστόν τον κόπον του εις τα πλοία, εις το
+καρινάγιο ή εις τον ταρσανάν, όπου ειργάζετο ως μαραγκός ή ως
+καλαφάτης.
+
+Είχεν υπάρξει επί μακρόν χρόνον μαθητής και κάλφας του πατρός της,
+εξασκούντος την ιδίαν τέχνην. Όταν τον είδεν ο γέρων τόσον
+απλοϊκόν, ολιγαρκή και μετριόφρονα, τον εξετίμησε, και απεφάσισε να
+τον κάμη γαμβρόν. Ως προίκα του έδωκε μίαν οικίαν έρημον,
+ετοιμόρροπον, εις το παλαιόν Κάστρον, όπου εκατοικούσαν ένα καιρόν
+οι άνθρωποι, προ του 21. Του έδωκε και ένα ονόματι Μποστάνι, το
+οποίον ευρίσκετο ακριβώς έξω του ερήμου Κάστρου, επί τινος
+κρημνώδους ακτής, και απείχε τρεις ώρας από την σημερινήν πολίχνην.
+Ομοίως, κ' «ένα πινάκι χωράφι», έν αγριοχώραφον, το οποίον
+αμφεσβήτει ο γείτονας ως ιδικόν του· οι δε άλλοι γείτονες έλεγον
+ότι και τα δύο χωράφια, διά τα οποία εμάλωναν οι δύο, ήσαν
+καταπατημένα, και ήσαν «καλογερικά», ανήκοντα εις μίαν διαλυθείσαν
+Μονήν. Τοιαύτην προίκα έδωκεν ο γέρο-Σταθαρός εις την θυγατέρα
+του. Άλλως αύτη ήτο μοναχοκόρη. Διά τον εαυτόν του, την συμβίαν και
+τον υιόν του, είχε κρατήσει τας δύο νεοδμήτους οικίας εις την νέαν
+πόλιν, τα δύο αμπέλια πλησίον ταύτης, δύο ελαιώνας, και ολίγα
+χωράφια — και όσα μετρητά είχεν.
+
+
+Έως εδώ είχαν φθάσει αι αναμνήσεις της Φραγκογιαννούς, την νύκτα
+εκείνην. Ήτον η ενδεκάτη εσπέρα από του τοκετού της κόρης της. Το
+θυγάτριον είχεν υποτροπιάσει πάλιν, κ' έπασχε δεινώς. Είχεν έλθει
+άρρωστον εις τον κόσμον. Από την κοιλίαν της μητρός του, η φθορά το
+είχε παρακολουθήσει . . . Την στιγμήν εκείνην, σπασμωδικός βήχας
+ηκούσθη, και τα ξυπνητά όνειρα, αι αναμνήσεις, διεκόπησαν. Εκινήθη
+επί της πενιχράς στρωμνής, όπου ήτο ανακεκλιμένη, έκυψεν επί του
+παιδίου, και επροσπάθησε να δώση εις αυτό πρόχειρον βοήθειαν.
+Επλησίασεν εις το φως του λύχνου μικράν φιάλην. Εδοκίμασε να δώση
+μίαν κουταλιάν, εις τα χείλη του μωρού. Το μικρόν εγεύθη το
+ρευστόν, και μετά μίαν στιγμήν πάλιν το εξέρασε.
+
+Η λεχώνα εκινήθη επί της χαμηλής και στενής κλίνης. Φαίνεται ότι
+δεν εκοιμάτο καλά. Ήτο μόνον ναρκωμένη, και είχε κλειστά τα
+βλέφαρα. Ήνοιξε τα όμματα, ανεσηκώθη δύο ή τρεις δακτύλους άνω του
+προσκεφάλου, και ηρώτησε·
+
+ — Πώς πάει, μάνα;
+
+ — Πώς να πάη! . . . είπεν αυστηρώς η γραία· ησύχασε τώρα, και συ!
+. . . Τι θα κάμη! . . . δεν θα βήξη;
+
+ — Πώς το βλέπεις, μάνα;
+
+ — Πώς να το ιδώ; . . . Μωρό παιδί είναι . . . να, που ήρθε στον
+κόσμο κι' αυτό! επρόσθεσε με στρυφνόν και αλλόκοτον ήθος η γραία.
+
+Και μετ' ολίγον η λεχώνα απεκοιμήθη ησυχώτερα. Η γραία μόλις
+έκλεισεν ολίγον τα όμματα την ώραν του όρθρου, μετά το τρίτον
+λάλημα του πετεινού. Εξύπνησεν από την φωνήν της κόρης της, της
+Αμέρσας, ήτις ήλθε λίαν πρωί από τον μικρόν οικίσκον, τον
+γειτονικόν, ανυπομονούσα να μάθη πώς είναι η λεχώνα και το μωρόν,
+και πώς είχε περάσει την νύκτα η μάνα της.
+
+Η Αμέρσα, η δευτερότοκος, ήτον ανύπανδρη, γεροντοκόρη ήδη, αλλά
+προκομμένη πολύ «μορφοδούλα», ονομαστή δε υφάντρια· ήτον μελαψή,
+υψηλή, ανδρώδης, — και τα προικιά της και τα στολίδια τα κεντητά,
+τα οποία μόνη της είχε κατασκευάσει, ευρίσκοντο κλεισμένα από
+χρόνων πολλών εις μεγάλην άκομψον κασσέλαν, και τα έτρωγεν ο σκόρος
+και το σαράκι.
+
+ — Καλημέρα! . . . πώς είστε; . . . Πώς περάσατε;
+
+ — Εσύ 'σαι, Αμέρσα; Να, πέρασε κι' αυτή η νύχτα.
+
+Η γραία μόλις είχεν εξυπνήσει, κ' έτριβε τα όμματα τραυλίζουσα.
+Ηκούσθη θόρυβος εις το πλαγινόν μικρόν χώρισμα. Ήτον ο Νταντής ο
+Τραχήλης, ο σύζυγος της λεχώνας, όστις εκοιμάτο εκείθεν του λεπτού
+ξυλοτοίχου, παραπλεύρως ενός άλλου κορασίου κ' ενός παιδίου μικράς
+ηλικίας, και είχεν εξυπνήσει την στιγμήν εκείνην. Εμάζευε τα
+εργαλεία του — σκεπάρνια, πριόνια, ροκάνια, και ητοιμάζετο να υπάγη
+στον ταρσανάν, ν' αρχίση το μεροκάματον.
+
+ — Ακούς, τι σαματά κάνει! είπεν η γραία. Δεν μπορεί να μαζώξη τα
+σιδερικά του, χωρίς ν' ακουστή. Όποιος τον ακούει, θαρεί τι
+γίνεται! . . .
+
+ — «Γύφτικο σπίτι καίεται», είπεν ειρωνικώς γελώσα η Αμέρσα.
+
+Ο θόρυβος των εργαλείων, τα οποία ο Νταντής, χωρίς να είναι ορατός,
+όπισθεν του ξυλοτοίχου, έρριπτεν ανά ένα μέσα στο ζεμπίλι του —
+σκεπάρνια, πριόνια, τριβέλια, κτλ. — εξύπνησε και την λεχώ, την
+γυναίκα του.
+
+ — Τ' είναι, μάνα;
+
+ — Τι να είναι! . . . Ο Κωνσταντής ρίχνει τα σύνεργά του μέσ' το
+ζεμπίλι! . . . είπε μετά στεναγμού η γραία.
+
+ — «Και βιο λογαριάζεις;. . » συνεπλήρωσε την παροιμίαν η Αμέρσα.
+
+Ηκούσθη τότε η φωνή του Κωνσταντή όπισθεν του μικρού διαφράγματος.
+
+ — Ξυπνήσατε, πεθερά; . . . έλεγε, πώς περάσατε;
+
+ — Πώς να περάσωμε! . . . «Σαν την κόττα στο μύλο». Έλα να πιής το
+ρακί σου.
+
+Ο Νταντής εφάνη εις την θύραν του χειμερινού θαλάμου. Ήτο
+ευρύστερνος, με άχαριν τον κορμόν, «αΐσκιωτος», όπως έλεγεν η γραία
+πενθερά του, και σχεδόν σπανός. Η γραία έδειξεν εις την Αμέρσαν την
+μικράν φιάλην με το ρακί, εις το μικρόν ράφι άνωθεν της εστίας, και
+της ένευσε να βάλη στο ποτηράκι, διά να πιή ο Κωνσταντής.
+
+ — Δεν έχει κανένα σύκο; . . . ηρώτησεν ούτος, άμα έλαβε το
+ρακοπότηρον από την χείρα της γυναικαδέλφης του.
+
+ — Πού να βρεθή τέτοιο πράμα! . . . είπεν η γραία Χαδούλα. «Σαράντα
+σταχτοκούλουρα» μας χρειάζοντ' εδώ, επρόσθεσεν, εννοούσα την
+σπατάλην, ήτις συνήθως γίνεται κ' εις τα πτωχότερα σπίτια, εν καιρώ
+ενσκήψεως τοιούτου «αισίου γεγονότος», οποίον είναι και η γέννησις
+κόρης.
+
+ — Θέλεις εσύ γαμπρό με μάτια; είπεν ενθυμηθείσα άλλην παροιμίαν η
+γυναικαδέλφη του, η Αμέρσα.
+
+ — Τουλόου σ' μην τον θέλης τον σαστικό σου νάναι στραβός; είπε
+χωρίς να πειραχθή, ο Νταντής . . . Εβίβα! Καλή σαράντισι!
+
+Κ' έπιεν απνευστί το μικρόν ποτήριον.
+
+ — Καλό σας βράδυ!
+
+Εφορτώθη την ζεμπίλαν, κ' επήγε διά τον ταρσανάν.
+
+Β'
+
+Το πυρ έφθινεν εις την εστίαν, ο λύχνος ετρεμόφεγγεν εις το μικρόν
+φάτνωμα, η λεχώνα ελαγοκοιμάτο επί της κλίνης· το βρέφος έβηχεν εις
+το λίκνον, και η γραία Φραγκογιαννού, όπως και τας προλαβούσας
+νύκτας, ηγρύπνει επί της στρωμνής της.
+
+Ήτον περί το πρώτον λάλημα του πετεινού, οπότε αι αναμνήσεις
+έρχονται εν είδει φαντασμάτων. Αφού την υπάνδρευσαν, και την
+«εκουκούλωσαν», και την επροίκισαν με το σπίτι το ετοιμόρροπον εις
+το παλαιόν ακατοίκητον Κάστρον, και με το μποστάνι το χέρσον εις
+την αγρίαν βορεινήν εσχατιάν, και με το αγριοχώραφον το
+διαφιλονεικούμενον από τον γείτονα και από το Μοναστήρι, η
+νεόνυμφος μετά του συζύγου της εκατοίκησεν εις το σπίτι της
+ανδραδέλφης της της χήρας, και άνοιξε νοικοκυριό με μικρά πράγματα.
+Το προικοσύμφωνόν της, ως τόσον, έγραφε λεπτομερώς ότι της είχαν
+δώσει τόσες φορεσιές ρούχα, τόσα υποκάμισα, τόσες προσκεφαλάδες,
+όπως και δύο χαλκώματα, ένα τηγάνι, μίαν πυροστιά, κτλ. Ακόμη και
+μαχαιροπείρουνα και κουτάλια ανέγραφε το προικοσύμφωνον.
+
+Η ανδραδέλφη, αμέσως την Δευτέραν την επιούσαν του γάμου, το
+εξήλεγξεν όλα, και εύρεν ότι έλειπον εκ των εν τω καταλόγω δύο
+σινδόνια, δύο μαξιλάρια, έν χάλκωμα, καθώς και μία πλήρης φορεσιά.
+Αυθημερόν δε παρήγγειλε της πενθεράς να φέρη τα ελλείποντα. Η
+ιδιοτελής γραία απήντησεν ότι «τα όσα έδωσεν, είναι καλώς δοσμένα,
+και είναι αρκετά». Τότε η ανδραδέλφη έβαλε στα λόγια τον αδελφόν
+της· ούτος παρεπονέθη εις την νεόνυμφον, εκείνη δε του απήντησεν
+«Αν αγροικούσε το συφέρο του, δεν θα εδέχετο να του γράψουν σπίτι
+στο Κάστρο, όπου μόνον τα Στοιχειά κατοικούν· και τι τον ωφελούν τα
+σινδόνια και τα 'ποκάμισα, αφού δεν ήτον ικανός να πάρη σπίτι κι'
+αμπέλι κ' εληώνα;».
+
+Κατά την εποχήν του αρραβώνος, η Χαδούλα είχε δοκιμάσει τω όντι να
+σφυρίξη κάτι τοιούτον στ' αυτιά του γαμβρού. Αν και νέα πολύ ήτον,
+αλλά, χάρις εις την φύσιν κ' εις τα μαθήματα της μητρός της, τα
+εκούσια και τα ακούσια, είχε γείνει πολύ πονηρή, αναλόγως της
+ηλικίας της. Αλλ' η μάνα της, μυρισθείσα το πράγμα, και φοβουμένη
+μήπως αυτή, η μικρή Στριγλίτσα, καθώς ωνόμαζε συνήθως την κόρην
+της, του σηκώση τα μυαλά του γαμβρού, ώστε να πονηρέψη ούτος να
+ζητή προικιά περισσότερα, εξήσκησε τυραννικήν επιτήρισιν επί της
+κόρης και του αρραβωνιαστικού, μη επιτρέπουσα την ελαχίστην
+ιδιαιτέραν συνομιλίαν μεταξύ των δύο. Τούτο έκαμνε, προσχήματι μεν
+διά την σεμνότητα:
+
+ — Δεν έχω. . . να μου σκαρώση κανένα πρωμάδι. . . αυτή η
+Στριγλίτσα! είχεν ειπεί.
+
+Βλέπετε, την μεταφοράν του ρήματος την ελάμβανεν από το επάγγελμα
+της συντεχνίας. («Σκαρώνω καράβι» ισοδυναμεί με το «ναυπηγώ ναυν»)·
+αλλά πράγματι το έκαμνε, διά να μη αναγκασθή να δώση μεγαλειτέραν
+προίκα.
+
+Μίαν εσπέραν, την παραμονήν του αρραβώνος, ότε ο γαμβρός μετά της
+αδελφής του είχον έλθει εις την οικίαν να συζητήσουν τα περί
+προικός, ενώ ο γέρων ναυπηγός υπηγόρευε το προικοσύμφωνον εις τον
+Αναγνώστην τον Συβίαν, ψάλτην της εκκλησίας, όστις είχε βγάλει το
+ορειχάλκινον καλαμάρι του από την ζώνην, την εκ πτερού χηνός πένναν
+από την μακράν θήκην του καλαμαριού, του ομοιάζοντος πολύ με
+πιστόλαν, και θέσας επί των γονάτων το βιβλίον του Αποστόλου, κ'
+επάνω εις το βιβλίον τεμάχιον χονδρού χαρτιού, είχε γράψει καθ'
+υπαγόρευσιν του γέροντος «Εις τόνομα του Πατρός και του Υιού και
+του Αγίου Πνεύματος. . υπανδρεύω την κόρην μου Χαδούλαν με τον
+Ιωάννην Φράγκου, και της δίνω, πρώτον την ευχήν μου. . », η Χαδούλα
+ίστατο αντικρύ της εστίας, δίπλα εις την τέμπλαν — την στήλην
+τουτέστι των στρωμάτων, παπλωμάτων και προσκεφαλαίων την σκεπαστήν
+με μεταξωτήν σινδόνα, και επιστεφομένην με δύο τεραστίας
+προσκεφαλάδες — ακίνητος και καμαρώνουσα, κατά το φαινόμενον όπως η
+τέμπλα . . . αλλ' όμως ένευε κρυφά, ανυπομόνως, καίτοι με μεγάλην
+προφύλαξιν, ένευεν εις τον αρραβωνιαστικόν, ένευεν εις την
+ανδραδέλφην, να μη δεχθώσιν ως προίκα «σπίτι στο Κάστρο» και
+«χωράφι στο Στοιβωτό», αλλά ν' απαιτήσωσι σπίτι εις την νέαν πόλιν,
+και αμπέλι κ' ελαιώνα εις την περιοχήν της νέας πόλεως.
+
+Εις μάτην. Ούτε ο γαμβρός, ούτε η ανδραδέλφη είδαν τ' απηλπισμένα
+νεύματα. Μόνον η γραία, η μήτηρ της, ήτις, αν και αναγκασμένη ήτο
+να στρέψη τα νώτα προς την κόρην, διά ν' αντιμετωπίζη φιλοφρόνως
+την συμπεθέραν και τον γαμβρόν, είχε καθίσει όμως με τοιούτον
+τρόπον, ώστε να έχη μόνον την μίαν πλάτην γυρισμένην προς την νέαν
+— αίφνης ως να την επληροφόρησεν αόρατον πνεύμα ότι κάτι έτρεχεν,
+εστράφη αποτόμως προς την θυγατέρα της, και είδε τ' απηγορευμένα
+«καμώματά» της.
+
+Πάραυτα ετόξευσε βλέμμα φοβεράς απειλής προς αυτήν.
+
+ — Ε! μωρή στριγλίτσα! υπεψιθύρισε μέσα της. Έννοια σου!. . . κ' εγώ
+σε σιάζω.
+
+Ευθύς όμως κατόπιν, εσκέφθη ότι δεν θα εσύμφερε να κάμη λόγο δι'
+αυτό το πράγμα εις την κόρην της. Διότι εφοβήθη μην της δώση
+αφορμήν να παραπονεθή εις τον πατέρα της. Και τότε τα πράγματα θα
+εγίνοντο χειρότερα βεβαίως. Ο γέρων πιθανώς θα εκάμπτετο εις τας
+ικεσίας και τα κλαύματα της μοναχοκόρης, και θα έδιδε περισσοτέραν
+προίκα. Όθεν εσιώπησεν.
+
+Η Χαδούλα εθαύμασε πώς, ενώ η μήτηρ της ολοφάνερα την είχεν ιδεί να
+κάμνη τα ριψοκίνδυνα εκείνα νεύματα, διά πρώτην φοράν εις την ζωήν
+της, όταν ευρέθησαν μόναι, δεν της έδωκεν ούτε νυχιές, ούτε
+τσιμπιές, ούτε δαγκωματιές, πράγμα το οποίον, άλλως, συχνά
+συνείθιζε. Σημειωτέον ότι η προικοδοσία της οικίας εις το παλαιόν
+ακατοίκητον χωρίον είχε τούτο το ευλογοφανές, ότι πολλαί οικίαι
+εσώζοντο ακόμα εις το Κάστρον, ότι οικογένειαί τινες συνείθιζον να
+διατρίβωσι το θέρος εκεί, και ότι εις την φαντασίαν των ανθρώπων
+υπήρχε προκατάληψις υπέρ του «Παλαιού χωριού», το οποίον επονούσαν
+οι γεροντότεροι, και δεν είχαν συνειθίσει ακόμα ούτε εις την νέαν
+τάξιν των πραγμάτων, ούτε εις βίον ειρηνικόν, χωρίς επιδρομάς
+κλεφτών και πειρατών και της Τουρκικής αρμάδας, και η εγκατάστασις
+εις την νέαν πόλιν δεν ενομίζετο οριστική, αλλ' υπήρχε προσδοκία,
+ότι οι άνθρωποι θα εβιάζοντο και πάλιν να επανέλθουν εις τα παλαιά,
+τα «μαθημένα» των. Κ' ενώ όλο το Κάστρον ανεπόλουν, και το Κάστρον
+ελυπούντο και το ερρέμβαζον, και το είχον εις το στόμα, δεν έπαυον
+όμως να κτίζωσιν οικοδομάς εις τον νέον συνοικισμόν — όπως
+αποδειχθή διά μυριοστήν φοράν ότι οι άνθρωποι συνήθως άλλα
+σκέπτονται και άλλα κάμνουν, και ότι μιμούνται αλλήλους μηχανικώς.
+
+Ούτω λοιπόν, μετά δύο εβδομάδας από του αρραβώνος ετελέσθη ο γάμος.
+Ούτως ηθέλησεν η πενθερά. Δεν της ήρεσκεν, ως έλεγε, να έχη γαμβρόν
+αστεφάνωτον να συχνάζη στο σπίτι, αφού είχε θάρρος από πριν, ως
+συντεχνίτης και παραγυιός του ανδρός της. Και η ανδραδέλφη, χήρα,
+ηλικιωμένη, με ένα παίδα έφηβον, εργαζόμενον επίσης εις το
+ναυπηγείον, και έν άλλο παιδίον κ' έν κοράσιον ανήλικα, εδέχθη κατ'
+οίκον το νέον ανδρόγυνον. Είτα, μετά έν έτος, εγεννήθη το πρώτον
+παιδίον, ο Στάθης, και δευτέρα η Δελχαρώ, ακολούθως ο Γιαλής,
+κατόπιν ο Μιχάλης, ακολούθως η Αμέρσα, μετ' αυτήν ο Μητράκης, και η
+τελευταία η Κρινιώ. Κατά τους πρώτους χρόνους εφαίνετο να βασιλεύη
+ειρήνη εντός της οικίας. Είτα, όταν ήρχισαν να μεγαλώνουν τα δύο
+πρώτα παιδιά της νύμφης, είχον δε μεγαλώσει αρκετά και τα δύο
+τελευταία της ανδραδέλφης, ήρχισε πόλεμος εντός του οίκου.
+
+Τότε η Φραγκογιαννού, ήτις με την ηλικίαν και την πείραν του κόσμου
+εγένετο πολύ σοφωτέρα, είχεν αξιωθή, ως έλεγε μετριοφρόνως, ν'
+αποκτήση κι' αυτή ένα σπιτάκι δικό της, χάρις εις την επιδεξιότητα
+της και την οικονομίαν της. Την μίαν χρονιάν ημπόρεσε μόνον να
+κτίση τεσσάρας τοίχους λασποκτίστους, μικρούς και χαμηλούς, και να
+τους στεγάση· την δευτέραν χρονιάν κατώρθωσε να πετσώση κατά τα
+τρία τέταρτα το σπίτι, δηλ. να κατασκευάση μικρόν πάτωμα, με
+διαφορά σανίδια, ανόμοια, παλαιά και νέα, και, χωρίς να χάση
+καιρόν, ανυπομονούσα, πότε να «ξελευθερωθή» από την τυραννίαν της
+ανδραδέλφης, η οποία εγήραζε κ' εγίνετο παράξενη, εκουβαλήθη, κ'
+επήγε να εγκατασταθή, μαζί με τον σύζυγόν και τα τέκνα, εις την
+«γωνιάν» της, εις την «φωλιάν» της, εις την «άκρην» της. Την ημέραν
+εκείνην, όπως έλεγεν η ιδία, ησθάνθη την μεγαλειτέραν χαράν εις την
+«ζήσιν» της.
+
+Όλ' αυτά τα ενθυμείτο, και οιονεί τα ανέζη η Φραγκογιαννού, κατά
+τας μακράς εκείνας αΰπνους νύκτας του Ιανουαρίου, ενώ ο βορράς
+ηκούετο εκ διαλειμμάτων να συρίζη έξω πλήττων τας κεράμους, και
+κάμνων να ηχώσι τα παράθυρα, οπότε ηγρύπνει παρά το λίκνον της
+μικράς εγγόνης της. Ήτο ήδη τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυκτα, και ο
+πετεινός ελάλησε και πάλιν. Το θυγάτριον, το οποίον μόλις είχεν
+ησυχάσει, προ μικρού, άρχισε να βήχη εκ νέου οδυνηρώς. Είχεν έλθει
+ασθενικόν εις τον κόσμον, και προσέτι, φαίνεται ότι είχε κρυώσει
+την τρίτην ημέραν, εις τα «κολυμπίδια», όταν το είχαν λούσει εντός
+της σκάφης, και κακός βήχας το είχε κολλήσει. Η Φραγκογιαννού
+απλήστως από ημερών παρεμόνευε να ίδη συμπτώματα σπασμών εις το
+μικρόν ασθενές πλάσμα — επειδή τότε ήξευρεν ότι αυτό δεν θα εσώζετο
+— πλην ευτυχώς τοιούτον πράγμα δεν έβλεπε. «Είναι για να
+βασανίζεται και να μας βασανίζη», είχεν υποψιθυρίσει, χωρίς κανείς
+να την ακούση, μέσα της.
+
+Την στιγμήν ταύτην, η Φραγκογιαννού άνοιξε τα κλειστά αγρυπνούντα
+όμματα, κ' εκούνησε το λίκνον. Συγχρόνως ηθέλησε να δώση το σύνηθες
+ρευστόν εις το πάσχον μωρόν.
+
+ — Ποιος βήχει; ηκούσθη μία φωνή όπισθεν του μεσοτοίχου.
+
+Η γραία δεν απήντησεν. Ήτο Σάββατον εσπέρας, και ο γαμβρός της είχε
+πίει ένα ρακί παραπάνω, πριν δειπνήση· ομοίως είχε πίει μετά το
+δείπνον κ' ένα μεγάλο ποτήρι από λάκυρον κρασί, διά να ξεκουρασθή
+από τα μεροκάματα όλης της εβδομάδος. Λοιπόν, ο Νταντής, επειδή
+είχε πίει αρκετά, αναλόγως, ωμιλούσε μέσα στον ύπνον του, ή μάλλον
+παραμιλούσε.
+
+Το μωρόν δεν εδέχθη την ρανίδα του ρευστού εις το στόμα, αλλά την
+ελάκτισε με την γλωσσίτσαν του, εν τη ορμή του βηχός, όστις είχεν
+αυξήσει λίαν αλγεινώς.
+
+ — Σκασμός! . . . είπε πάλιν ο Κωνσταντής, ο πατήρ του βρέφους μέσα
+στον ύπνο του.
+
+ — Και πλαντασμός! . . . προσέθηκε μετ' ειρωνείας η Φραγκογιαννού.
+
+Η λεχώνα εξαφνίσθη μέσα στον ύπνο της, ακούσασα ίσως τον βήχα του
+μικρού, και άμα τον αλλόκοτον βραχύν διάλογον, όστις διημείφθη μέσω
+του ξυλοτοίχου, μεταξύ του κοιμωμένου και της αγρυπνούσης.
+
+ — Τ' είναι, μάνα, είπεν ανασηκωθείσα η Δελχαρώ. Δεν είναι καλά το
+παιδί;
+
+Η γραία εμειδίασε στρυφνώς εις το τρομώδες φως του μικρού λύχνου.
+
+ — Σα σ' ακούω, δυχατέρα! . . .
+
+Αυτό το «σα σ' ακούω, δυχατέρα» ελέχθη με τόνον πολύ αλλόκοτον.
+Άλλως δεν ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην η νεαρά μήτηρ ήκουε τοιούτον τι
+εκ μέρους της μητρός της. Ενθυμείτο ότι και άλλοτε συνέβη, η γραία,
+μεταξύ γυναικών και γραϊδίων της γειτονιάς, να εκφράση, μετά
+σείσματος εκφραστικού της κεφαλής, εις ώρας καθ' ας εγίνετο λόγος
+περί της μεγάλης πληθώρας των νεαρών κορασίων, περί της σπάνεως,
+περί του ξενιτευμού και των υπερμέτρων απαιτήσεων των γαμβρών, περί
+των βασάνων όσα υπέφερε μία Χριστιανή διά να αποκαταστήση «τ'
+αδύνατα μέρη», τουτέστι τα θήλεα, να εκφράση, λέγω, παραπλήσια
+αισθήματα. Όταν μάλιστα η μήτηρ της ήκουε περί αρρώστιας μικρών
+κορασίδων είχεν ακουσθή, σείουσα την κεφαλήν, να λέγη·
+
+ — Σα σ' ακούω, γειτόνισσα! . . . «Δεν είναι χάρος, δεν είναι
+βράχος;», επειδή συνείθιζε πολύ συχνά να εκφράζεται με παροιμίας
+λίαν εκφραστικάς. Και άλλοτε πάλιν την ήκουσαν να δογματίζη ότι ο
+άνθρωπος δεν συμφέρει να κάμνη πολλά κορίτσια, και ότι το
+καλλίτερον είναι να μη 'πανδρεύεται κανείς. Η δε συνήθης ευχή της
+προς τα μικρά κοράσια ήτο «να μη σώσουν!. . να μην πάνε παραπάνω!»
+
+Και άλλοτε προέβη επί τοσούτον ώστε να είπη· — Τι να σας ' πω! . .
+. Έτσι τούρχεται τ' ανθρώπου, την ώραν που γεννιώνται, να τα
+καρυδοπνίγη! . . .
+
+Ναι μεν το είπεν, αλλά βεβαίως δεν θα ήτον ικανή να το κάμη
+ποτέ . . . Και η ιδία δεν το επίστευεν.
+
+Γ'.
+
+Ούτω είχον διαρρεύσει πολλαί νύκτες από του τοκετού της Δελχαρώς,
+της Τραχήλαινας. Αφού το μικρόν εβαπτίσθη, και ωνομάσθη Χαδούλα, με
+τ' όνομα της μάμμης του — το οποίον έκαμεν εκείνην να μορφάζη
+σείουσα την κεφαλήν, και να ψιθυρίζη «μην τύχη και χαθή τ' όνομα!»
+— πάλιν η γραία ηγρύπνει, αν και το μωρόν εφαίνετο να είναι οπωσούν
+καλλίτερα. Άλλως η αγρυπνία ήτο εν τη φύσει και τη ιδιοσυγκρασία
+της Φραγκογιαννούς, ήτις εσκέπτετο χίλια πράγματα, και είχε τον
+ύπνον δύσκολον. Οι λογισμοί και αι αναμνήσεις της, αμαυραί εικόνες
+του παρελθόντος, ήρχοντο αλλεπάλληλοι ως κύματα μέσα εις τον νουν
+της, προ των οφθαλμών της ψυχής της.
+
+Είχε καρπογονήσει, λοιπόν, η Χαδούλα τόσα τέκνα, και είχε κτίσει
+μικρόν οσπίτιον διά να κατοικήση. Όσον ηύξανεν η οικογένεια, τόσον
+ηύξανον και τα «φαρμάκια». Ναι, από τας ιδίας οικονομίας της είχεν
+αποκτήσει την μικράν οικίαν η Γιαννού, και όχι από τα περισσεύματα
+του συζύγου της. Ο μάστρο-Γιάννης ο Σκούφος, ή ο «Λογαριασμός»,
+δεν ήξευρε, πράγματι, να λογαριάση καλά ούτε πόσα μεροκάματα είχε
+δουλέψει, ούτε πόσα κάνουν τέσσαρα ή πέντε ή έξ μεροκάματα της
+εβδομάδος προς μιαν και 75 η μίαν και 80 — διότι τόσα έπαιρνεν ως
+τρίτης τάξεως μαραγκός. Όταν ενίοτε, ως καλαφάτης, επληρώνετο προς
+2.35 ή 2.40, πάλιν δεν είξευρε να τα λογαριάση.
+
+Μόνον του ήρεσκε να τα πίνη, σχεδόν όλα, την Κυριακήν. Πλην ευτυχώς
+η σύζυγός του είχε λάβει τα μέτρα της, κ' έπαιρνεν αυτή τα λεπτά
+στα χέρια της το Σάββατον το βράδυ. Ή τα εισέπραττε κατ' ευθείαν
+από τον πρωτομάστορην, όχι άνευ έριδος και δυσκολίας — επειδή ο
+πρωτομάστορης δεν ήθελε να της τα δώση προτιμών να τα εγχείριση εις
+τον μάστρο-Γιάννην τον ίδιον, από τον οποίον μάλιστα εκράτει,
+καθώς και απ' όλους τους άλλους, δέκα ή δεκαπέντε λεπτά ως έκτακτα
+ποσοστά, λέγων «έχω κορίτσια, βρε αδερφέ, έχω κορίτσια!» Αλλ' η
+Φραγκογιαννού πού να γελασθή! Αυτή του έδιδε την μόνην λογικήν και
+την μόνην πρέπουσαν απάντησιν «Εσύ μονάχα έχεις κορίτσια, μάστορη;
+Ο άλλος κόσμος δεν έχουν;»
+
+Ή, αν δεν κατώρθωνε να τα λάβη η ιδία από τον αρχιναυπηγόν, η
+Γιαννού τα ήρπαζε, «σα χωρατά, σαν αλήθεια», από τας χείρας του
+συζύγου της, αφού εφρόντιζε πρώτον να τον «καλοκαρδίση» και να τον
+φέρη εις την κατάλληλον ψυχολογικήν θέσιν. Ή, τέλος, τον άφινε να
+κοιμηθή μισοζαλισμένος, και τα έκλεπτεν από τα φορέματά του, την
+νύκτα του Σαββάτου. Μόνον, την Κυριακήν πρωί, του έδιδε διά
+«χαρτζιλήκι» 40 ή 50 λεπτά.
+
+Λοιπόν είχε κτίσει τον οικίσκον από τας οικονομίας της, αλλά ποία
+ήτο η πρώτη βάσις του μικρού εκείνου κεφαλαίου; Την ώραν ταύτην,
+κατά την νύκτα της αγρυπνίας, διά πρώτην φοράν το εξωμολογείτο καθ'
+εαυτήν. Ποτέ δεν το είχεν ειπεί ούτε εις τον πνευματικόν της, εις
+τον οποίον άλλως πολύ μικρά πράγματα έλεγεν· ακριβώς εκείνα μόνον
+τα συνήθη αμαρτήματα, όσα εκείνος ήξευρε προτού να τα είπη αυτή·
+δηλαδή κακολογίαν, θυμούς, γυναικείας κατάρας και τα τοιαύτα. Ποτέ
+δεν το είχεν ομολογήσει εις την μητέρα της, εφ' όσον έζη εκείνη —
+ήτις άλλως ήτο η μόνη που το υπώπτευε και το ήξευρε χωρίς να της τω
+είπη, αυτή. Ναι, είναι αληθές, ότι εμελέτα και είχεν απόφασιν να
+της τα είπη πατά τας τελευταίας στιγμάς της. Πλην δυστυχώς η γραία,
+πριν αποθάνη, συνέβη να βωβαθή και να κωφαθή και να μείνη αναίσθητη
+«σαν πράμμα», όπως περιέγραφε την κατάστασιν ταύτην η κόρη της, κ'
+έτσι δεν εδόθη ευκαιρία να της ομολογήση το πταίσμα της.
+
+Ακόμη ολιγώτερον δεν το είπε ποτέ εις τον πατέρα της, ούτε εις τον
+σύζυγόν της. Ιδού ποίον ήτο το μυστικόν τούτο.
+
+Προ του γάμου της η Χαδούλα είχεν αρχίσει να κλέπτη απ' ολίγα ολίγα
+εκ των χρημάτων του πατρός της απ' ολίγους παράδες, από μισόν
+γρόσι. Τόσον ολίγα, ώστε σχεδόν δεν το ησθάνθη, ούτε το υπώπτευσεν
+εκείνος. Μόνον δύο φοράς είχεν εννοήσει ο ίδιος ότι είχε κάμει
+εσφαλμένον τον λογαριασμόν του μικρού θησαυρού του. Τον θησαυρόν
+τούτον απέθετεν εις μίαν κρύπτην, την οποίαν προ πολλού είχεν
+ανακαλύψει η γραία, μετά χρόνον δε ανεκάλυψε και η κόρη. Τότε προς
+καιρόν, η Χαδούλα διέκοψε τας κλοπάς, διά να μη δώση λαβήν
+μεγαλειτέρας υπονοίας εις τον πατέρα της. Αργότερα πάλιν εξανάρχισε
+να κλέπτη περισσότερα, αλλά δεν «έπιανε χαρτωσιά» εμπρός εις τας
+κλοπάς της μητρός της.
+
+Αύτη είχε κλέψει πολλά, αλλά με τέχνην και μέθοδον. Έκλεπτε τα
+περισσότερα από τας άλλας επιχειρήσεις, εις τας οποίας είχε κατά
+μέγα μέρος την διαχείρισιν, καθώς από πώλησιν ελαίου και οίνου,
+προϊόντων των κτημάτων της οικογενείας, και ολίγα, σχεδόν όσα και η
+κόρη τους, από τα μεροκάματα του γέρου. Μετά χρόνους, όταν άνοιξαν
+η δουλειές, κι' ο γέρο-Στάθης έγεινε μικρό-αρχιναυπηγός —
+εσκάρωνε βάρκες και καΐκια μοναχός του, βοηθούμενος από τον υιόν
+και από τον παραγυιόν του, εις το προαύλιον της οικίας — τότε η
+γραία ημπόρεσε να κλέψη αρκετά και από τα κέρδη της ναυπηγικής
+τέχνης.
+
+Τελευταίον, ολίγους μήνας προ του γάμου της, η Χαδούλα είχε
+κατορθώσει ν' ανακαλύψη την κρύπτην όπου είχε το κομπόδεμα η μητέρα
+της. Εις μίαν οπήν του κατωγείου, ανάμεσα εις τα πιθάρια τα
+μισογεμάτα και τα βαθέλια τ' αδειανά, ευρίσκετο, μία πλατεία και
+μακρά λωρίς μαύρης μανδήλας, όπου η γραία είχε δεμένα «σαν σκυλιά»
+εκατόν εβδομήντα τόσα αργυρά τάλληρα, άλλα κολωνάτα, άλλα ρηγίνες,
+και άλλα τουρκικά, όλα κλεμμένα από τα κέρδη του γέρου και τα
+προϊόντα των κτημάτων. Η κόρη με φαιδράν έκπληξιν, και με
+συγκίνησιν τρομώδη, εμέτρησε τα τάλληρα, τα σκυλοδεμένα, και είτα
+τα έβαλε πάλιν εις την οπήν των, χωρίς να τολμήση να τα πειράξη.
+
+Αλλά την παραμονήν του γάμου, το βράδυ, την ώραν που ενύχτωνεν —
+όταν είδε την επιμονήν των γονέων της, να μη θέλουν να της δώσουν
+αρκετήν προίκα, και είδε την απονιάν της μητρός της — παραφυλάξασα
+την ώραν οπότε η γραία εξήλθε προς στιγμήν από την οικίαν δι' έν
+θέλημα, κατέβη με παλμόν καρδίας κρυφά στο κατώγι· έψαξε και ανεύρε
+το κομπόδεμα, το σκυλοδεμένο, και το έλυσεν. Αυτήν την φοράν της
+εφάνησαν ωσάν ολίγα. Καιρόν δεν είχε να τα μετρήση. Ίσως η γραία να
+είχεν αφαιρέσει μερικά εκ των ταλλήρων, και είχε κάμει χρήσιν δι'
+αγνώστους σκοπούς. Της ήλθεν η ιδέα να πάρη το κομπόδεμα όλον,
+αυτούσιον μαζί με την λωρίδα της παλαιάς μανδήλας της μητρός της,
+αλλ' εφοβήθη· έλαβε μόνον οκτώ ή εννέα τάλληρα, καταρχάς — τόσα,
+όσα εφαντάζετο ότι η απουσία των δεν θα επέφερε μεγάλην διαφοράν
+εις τον όγκον και δεν θα ήτο αμέσως επαισθητή, είτα έκαμε να το
+δέση· ακολούθως πάλιν το ήνοιξε, έλαβεν άλλα πέντε ή έξ, το όλον
+δεκαπέντε. Κατόπιν πάλιν, ενώ το έδενε, εκ νέου έκαμε κίνημα να το
+λύση, με σκοπόν να πάρη άλλα δύο ή τρία ακόμη. Αίφνης τότε ήκουσε
+το βήμα της μητρός της έξω. Βιαστικά έδεσε το κομπόδεμα, και το
+έβαλεν εις την θέσιν του.
+
+Ολίγας ημέρας μετά τον γάμον, η γραία ανεκάλυψε την κλοπήν. Αλλά
+δεν ηθέλησε να είπη τίποτε εις την κόρην της.
+
+Έμεινεν ευχαριστημένη, διότι εκείνη δεν τα επήρεν όλα. «Στραβομάρα
+είχεν!» είπε μεταξύ των οδόντων της.
+
+Το ποσόν εκείνο, το οποίον η Χαδούλα είχε κλέψει κατά καιρούς από
+τους γονείς της, ανερχόμενον περίπου εις τετρακόσια γρόσια, το
+νόμισμα της εποχής εκείνης, έκρυπτεν επί τόσα έτη επιμελώς. Αλλά
+διά να κτίση την οικίαν, το ηύξησε με την ικανότητά της. Ήτον
+βεβαίως εργατική και επιδέξια. Όσον της επέτρεπον αι μέριμναι της
+ανατροφής τόσων αλλεπαλλήλων τέκνων, εξενοδούλευε. Πλην, εις τους
+μικρούς τόπους «δεν υπάρχουσιν ειδικοί, αλλά πολυτεχνίται», και
+όπως ένας μπακάλης κωμοπόλεως είναι συγχρόνως και έμπορος ψιλικών,
+και φαρμακοπώλης, αλλά και τοκογλύφος, ούτω και μία καλή υφάντρια,
+οποία ήτο η Φραγκογιαννού, ουδέν εκώλυε να κάμνη συγχρόνως και την
+μαμμήν ή την ψευδογιάτρισσαν, και άλλα επαγγέλματα ακόμη να εξασκή,
+ήρκει να είναι επιτήδεια. Και η Φραγκογιαννού ήτο επιτηδειοτάτη
+μεταξύ όλων των γυναικών.
+
+Εδιδε βότανα, έκαμνε κηραλοιφάς, εξετέλει εντριβάς, εθεράπευε την
+βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διά τας πασχούσας, διά τας
+χλωρωτικάς και αναιμικάς κόρας, διά τας εγκύους και τας λεχούς, και
+τας εκ μητρικών αλγηδόνων πασχούσας. Με το καλάθιον υπό τον αγκώνα
+της αριστεράς χειρός, ακολουθουμένη από τα δύο τελευταία τέκνα της,
+τον Δημητράκην οκτώ ετών, και την Κρινιώ εξαέτιδα, εξήρχετο εις
+τους αγρούς, ανέβαινεν εις τα όρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας και
+ρεύματα, έψαχνε να εύρη τα βότανα, όσα αυτή εγνώριζε — την
+αγριοχρομμύδα, την δροκοντιά, το τρίμερο και άλλ' ακόμη — τα
+έκοπτεν ή τα εξερρίζωνεν, εγέμιζε το καλάθιόν της, κ' επέστρεφε το
+βράδυ εις την οικίαν.
+
+Με αυτά τα βότανα κατεσκεύαζε διαφορά μαντζούνια, τα οποία
+εσύσταινεν ως αλάνθαστα ιατρικά κατά των χρονίων πόνων, του
+στήθους, της κοιλίας, των εντέρων κτλ. Τη βοηθεία όλων αυτών των
+μέσων, ολίγα κερδίζουσα, αλλ' οικονόμος, κατώρθωσε, με τον καιρόν,
+να κτίση την μικράν φωλεάν της. Αλλ' οι νεοσσοί είχαν αρχίσει να
+ξεπετούν ήδη, να φεύγουν εις τα ξένα!
+
+Κατά την εποχήν εκείνην, ο πρώτος υιός της, εικοσαετής ήδη, ο
+Σταθαρός, είχε ξενητευθή εις την Αμερικήν, αφού δε έστειλεν έν ή
+δύο γράμματα, εσιώπησε, και έκτοτε δεν είχε δώσει σημείον ζωής.
+Μετά τρία έτη ο δεύτερος υιός της, ο Γιαλής, είχε μεγαλώσει κι'
+αυτός, κ' εμβαρκαρίσθη.
+
+Και οι δύο εις τα μικρά των χρόνια, είχαν δοκιμάσει την τέχνην του
+πατρός των, αλλ' ούτε ο είς ούτε ο άλλος επρόκοψαν πολύ, ουδέ
+ηρκέσθησαν εις αυτήν. Ο Γιαλής, ως φιλόστοργος υιός και αδελφός,
+έγραφε προς την μητέρα του εκ Μασσαλίας, όπου είχεν υπάγει μ' ένα
+πατριωτικό καράβι, ότι απεφάσισε κι' αυτός να υπάγη στην Αμερικήν,
+να ιδή τι γίνεται ο μεγάλος αδελφός του, ίσως τον ανακαλύψη κάπου.
+Αλλά παρήλθον καιροί και χρόνοι έκτοτε και ούτε ο είς ούτε ο άλλος
+ηκούσθησαν πλέον.
+
+Τότε έλαβεν αφορμήν η μητέρα των να ενθυμήση ένα παραμύθι του λαού
+εκ των αστειοτέρων, εν ώ γίνεται λόγος περί στρώματος από μέλι, εις
+το οποίον εκόλλησαν διαδοχικώς και ο πρώτος αποσταλείς υιός της
+Γρηάς, διά να συλλέξη και φέρη εκείθεν το μέλι, και ο δεύτερος
+υιός, όστις είχε σταλή διά να ξεκολλήση τον πρώτον, και ο τρίτος,
+όστις εστάλη διά να φέρη οπίσω και τους δύο, και ο Γέρος, όστις
+επήγε να ιδή τι γίνονται οι υιοί του· τέλος, αυτή η Γρηά, η οποία
+εις το ύστερον απεφάσισε να υπάγη να ιδή, μακρόθεν όμως — διότι, ως
+γρηά, είχε τόσην πονηρίαν — τι έγειναν ο Γέρος και τα παιδιά και
+δεν εγύρισαν οπίσω από το «θέλημα», εις το οποίον τους είχε
+στείλει, μόλις αυτή εγλύτωσε και δεν εκόλλησε. Τότε στραφείσα προς
+τους τεσσάρας κολλημένους τους είπεν· «Α! αυτό σας μέλλει; εμένα
+δεν με μέλει!»
+
+Εν τω μεταξύ, ενώ ο Σταθαρός κι' ο Γιαλής είχαν ξενιτευθή εις την
+Αμερικήν, και είχαν φάγη λωτόν, ή είχαν πίη τον Λήθην, η Δελχαρώ, η
+πρώτη κόρη, πρωτότοκος μετά τους ξενιτευομένους αδελφούς της,
+εμεγάλωνεν, ολονέν εμεγάλωνε. Κ' η Αμέρσα, σχεδόν τέσσαρα έτη
+μικροτέρα της αδελφής της, εμεγάλωνε κι' αυτή εναμίλλως με την
+Δελχαρώ, κ' «έρριχνε μπόι»· εγίνετο ανδρώδης, μελαψή και ζωηρά, κ'
+η γειτόνισσες την ωνόμαζον «το σερνικοθήλυκο». Κ' εκείνη η μικρά,
+το Κρινάκι, ήτις δεν είχε φευ! του κρίνου το χρώμα, αν και φυσικά
+ισχνή, εδείκνυεν ήδη συμπτώματα αναπτύξεως.
+
+Πώς μεγαλώνουν, Θεέ μου! εσκέπτετο η Φραγκογιαννού. Ποίος κήπος,
+ποίον λειβάδι, ποία άνοιξις παράγει αυτό το φυτόν!' Και πώς
+βλαστάνει και θάλλει και φυλλομανεί και φουντώνει! Και όλοι αυτοί
+οι βλαστοί, όλα τα νεόφυτα, θα γείνουν μίαν ημέραν πρασιαί, λόχμαι,
+κήποι; Και ούτω θα εξακολουθή; Και πάσα οικογένεια εις την
+γειτονιάν, και εις την συνοικίαν και εις την πόλιν είχαν από δύο
+έως τρία κοράσια. Μερικαί είχον τέσσαρα, άλλαι πέντε. Μία μητέρα
+είχεν έξ θυγατέρας χωρίς κανένα υιόν, άλλη μία είχεν επτά κ' ένα
+υιόν, ο οποίος εφαίνετο προωρισμένος να φανή άχρηστος.
+
+Λοιπόν όλοι αυτοί οι γονείς, όλα τα ανδρόγυνα, όλαι αι χήραι,
+ανάγκη πάσα και χρέος απαραίτητον, να υπανδρεύσουν όλας αυτάς τας
+κόρας — και τας πέντε, και τας έξ, και τας επτά! Και να δώσουν εις
+όλας προίκα. Πάσα πτωχή οικογένεια, πάσα μήτηρ χήρα, με δύο
+στρέμματα αγρούς, μ' ένα πενιχρόν οικίσκον, ταλαιπωρουμένη,
+ξενοδουλεύουσα — είτε κολλήγισα άλλων ευποροτέρων οικογενειών εις
+τα κτήματα, εις τας συκάς και τας μορέας — συλλέγουσα φύλλα,
+παράγουσα ολίγην μέταξαν — ή τρέφουσα δύο ή τρεις αίγας ή αμνάδας —
+γινομένη κακή με όλους τους γείτονας, πληρώνουσα πρόστιμα διά
+μικράς ζημίας — φορολογουμένη ασπλάγχνως, τρώγουσα κρίθινον άρτον
+ποτισμένον με ιδρώτα αλμυρόν — ώφειλεν εξ άπαντος «ν' αποκαταστήση»
+όλα τα θήλεα ταύτα, και να δώση πέντε, έξ, ή επτά προίκας! Ω θεέ
+μου!
+
+Και οποίας προίκας, κατά τα νησιωτικά έθιμα. «Σπίτι στα Κοτρώνια,
+αμπέλι στην Αμμουδιά, εληώνα στο Λεχούνι, χωράφι στα Στροφλιά».
+Αλλά κατά τους τελευταίους χρόνους, περί τα μέσα του αιώνος, είχε
+κολλήσει και άλλη ψώρα. Το «μέτρημα» εκείνο, το οποίον εις
+Κωνσταντινούπολιν ωνομάζετο «τράχωμα», συνήθεια την οποίαν, αν δεν
+απατώμαι, είχεν αφορίσει η Μεγάλη Εκκλησία. Ώφειλεν έκαστος να δώση
+και μετρητήν προίκα. Δισχιλίας, χιλίας, πεντακόσιας, αδιάφορον.
+Άλλως ας είχε τας κόρας του να τας καμαρώνη. Ας τας έβαζε στο ράφι.
+Ας τας έκλεινε στο δουλάπι. Ας τας έστελνε στο Μουσείον.
+
+Δ'.
+
+Έως εδώ είχον φθάσει αι αναμνήσεις και οι λογισμοί της αγρυπνούσης
+γραίας. Ελάλησε το δεύτερον ο πετεινός, θα είχαν περάσει δύο μετά
+τα μεσάνυκτα. Ιανουάριος ο μην. Χρόνος η νύκτα. Βοράς εφύσα. Η
+φωτιά εις την εστίαν έσβυνε. Η Φραγκογιαννού ησθάνθη ρίγος εις την
+ράχιν, και παγωμένους τους πόδας της. Ήθελε να σηκωθή να φέρη ολίγα
+ξύλα έξω από τον πρόδομον, διά να τα ρίψη εις την εστίαν, να ξανάψη
+το πυρ. Αλλ' ηργοπόρει και ησθάνετο μικράν νάρκην, ίσως το πρώτον
+σύμπτωμα του εισβάλλοντος ύπνου.
+
+Την στιγμήν εκείνην τόσον παράωρα, ενώ είχε κλειστά τα όμματα,
+εκρούσθη παραδόξως έξωθεν η θύρα. Η γραία εξαφνίσθη. Δεν ήθελε να
+φωνάξη «ποιος είναι», διά να μην εξυπνήση την λεχώ, αλλ' απετίναξε
+την νάρκην της, διακοπείσαν ήδη αποτόμως διά του κρότου της θύρας
+τον οποίον είχε ακούσει, εσηκώθη σιγά, εξήλθε του θαλάμου. Πριν
+φθάση εις την έξω θύραν, ήκουσε διακριτικήν, ψίθυρον φωνήν·
+
+ — Μάνα!
+
+Ανεγνώρισε την φωνήν της Αμέρσας. Ήτο η δευτορότοκος κόρη της.
+
+ — Τι έπαθες, αρή;. . . Τι σου ήρθε, τέτοια ώρα;
+
+Και ήνοιξε την θύραν.
+
+Μάνα, επανέλαβε μετ' ασθμαινούσης φωνής η Αμέρσα. Τι κάνει το
+κορίτσι; . . . μην πέθανε;
+
+ — Όχι . . . κοιμάται. Τώρα ησύχασε, είπεν η γραία. Πώς σου ήρθε;
+
+ — Είδα στον ύπνο μου πως πέθανε, είπε με πάλλουσαν ακόμη φωνήν η
+υψηλή γεροντοκόρη.
+
+ — Αμμ' σαν είχε πεθάνει, τάχα τι; είπε κυνικώς η γραία . . . Κ'
+εσηκώθης . . . κ' ήρθες να ιδής;
+
+Η οικία της Γιαννούς, όπου αυτή συνήθως εκατοίκει μετά των δύο
+αγάμων θυγατέρων της — καθότι προσωρινώς τώρα διενυκτέρευε πλησίον
+της λεχούς — έκειτο ολίγας δεκάδας βημάτων βορεινότερα παρέκει.
+Αυτή η οικία της Δελχαρώς είχε δοθή προικώα είς ταύτην, ήτο δε αυτή
+η παλαιά οικία, η κτισθείσα από τας οικονομίας της Χαδούλας, και
+από τον πρώτον πυρήνα, τον οποίον είχε σχηματίσει από το κομπόδεμα
+των αειμνήστων γονέων της. Ύστερον, ολίγα έτη μετά τον γάμον της
+Δελχαρώς, είχε κατορθώσει η μήτηρ της ν' αποκτήση και δευτέραν
+φωλεάν, μικροτέραν και αθλιεστέραν της πρώτης, εις την αυτήν
+συνοικίαν. Δύο ή τρεις οικίαι εχώριζον την δευτέραν από της πρώτης.
+
+Από εκείνην λοιπόν την νεόκτιστον οικίαν είχεν έλθει τόσον παράωρα
+η Αμέρσα, ήτις δεν εφοβείτο τα στοιχειά την νύκτα, ήτο δε τολμηρά
+και αποφασιστική κόρη,
+
+ — Κ' εσηκώθης; . . . κ' ήρθες να ιδής;
+
+ — Ξαφνίστηκα μέσ' τον ύπνο μου, μανούλα. Είδα πως πέθανε το
+κορίτσι, και πως εσύ είχες ένα μαύρο σημάδι στο χέρι σου.
+
+ — Μαύρο σημάδι;
+
+ — Ήθελες, τάχα, να σαβανώσης το κορίτσι. Και την ώρα που το
+σαβάνωνες, μαύρισε το χέρι σου . . . και πως έβαλες τάχα, το χέρι
+σου στη φωτιά, για να ξεμαυρίση.
+
+ — Μπα! αλαφροΐσκιωτη! είπεν η γραία Χαδούλα . . . Κ' έκαμες
+κουτουράδα, κ' ήρθες, τέτοιαν ώρα . . .
+
+ — Δεν μπορούσα να ησυχάσω, μάνα.
+
+ — Και δεν σ' έννοιωσε το Κρινιώ, που έφυγες;
+
+ — Όχι· κοιμάται.
+
+ — Κι' αν ξυπνήση, κ' ιδή να λείπης από κοντά της, πώς θα της
+φανή;. . . Δε θα βάλη της φωνές;. . .Θα τρελλαθή, το κορίτσι!
+
+Αι δύο αδελφαί εκοιμώντο τω όντι μόναι εις την μικράν οικίαν. Η
+Αμέρσα ήτο άφοβος, κ' ενέπνεε πεποίθησιν, ως να ήτο ανήρ. Ο πατήρ
+των είχεν αποθάνει προ πολλού, οι δε επιζώντες υιοί διαρκώς έλειπον
+εις τα ξένα.
+
+ — Πάω 'πίσω, μάνα, είπεν η Αμέρσα . . . Αλήθεια, δεν εσυλλογίστηκα
+πως μπορεί να ξυπνήση το Κρινιώ, αυτήν την ώρα, να τρομάξη, που θα
+λείπω.
+
+ — Μπορούσες να μείνης κ' εδώ, είπεν η μητέρα· μόνο μη ξυπνήση
+άξαφνα το Κρινιώ, και πάρη φόβο.
+
+Η Αμέρσα εκοντοστάθη προς στιγμήν.
+
+ — Μάνα, είπε, θέλεις να καθίσω εγώ 'δω, να πας εσύ στο σπίτι; . .
+. για να ξεκουραστής, να ησυχάσης.
+
+ — Όχι, είπεν, αφού εσκέφθη προς στιγμήν η γραία. Τώρα κ' η νύχτα
+αυτή πέρασε. Αύριο βράδυ, πηγαίνω εγώ στο σπίτι, και κάθεσαι συ
+εδώ. Μόνο, τώρα πήγαινε. Καλό ξημέρωμα!
+
+Όλος ο διάλογος εγίνετο εις μικρόν, στενόν πρόδομον, κατέμπροσθεν
+του θαλαμίσκου, όπου ηκούοντο ηχηροί και πολύχορδοι οι ρογχαλισμοί
+του Κωνσιαντή. Η Αμέρσα, ήτις είχεν έλθει ξυπόλυτη, με ελαφρότατον,
+άψοφον βήμα, εξήλθε, και η μήτηρ της εκλείδωσεν έσωθεν την θύραν.
+
+Η Αμέρσα έφυγε τρέχουσα. Αυτή να φοβηθή τα στοιχειά, ήτις δεν είχε
+φοβηθή τον αδελφόν της τον Μήτρον, τον κοινώς καλούμενον Μώρον ή
+Μούρον ή Μούτρον — τον σκιάν εκείνον, τον τρίτον υιόν της μητρός
+της, τον οποίον η τεκούσα ωνόμαζε συνήθως «το σκυλί τ' Αγαρηνό!» —
+τον κατά τρία έτη μεγαλείτερον αδελφόν της, όστις την είχε
+μαχαιρώσει ήδη άπαξ — αλλ' αυτή τον είχε σώσει, μη θέλουσα να τον
+παραδώση εις την εξουσίαν — και θα την εμαχαίρωνε βεβαίως και
+δευτέραν φοράν, εάν έμενεν έκτοτε ελεύθερος. Ευτυχώς είχεν αλλού
+εξασκήσει τας φονικάς ορμάς του, εν τω μεταξύ, και είχε κλεισθή
+εγκαίρως εις τας Βενετικάς ειρκτάς του παλαιού φρουρίου, εις την
+Χαλκίδα.
+
+Ιδού πώς συνέβη το πράγμα. Ο Μώρος ή Μούρος ήτο φύσει ορμητικός και
+παράφορος, αν και είχε πολύ δεξιόν, θηλυκόν νουν, όπως έλεγεν η
+μάνα του — νουν ο οποίος εγέννα. Παιδιόθεν ήτο ικανός μόνος του, να
+πλάττη, αυτοδίδακτος, πολλά ωραία μικρά πράγματα· καραβάκια,
+προσωπίδας, αγαλμάτια, κούκλες και άλλα ακόμη. Ήτο σκιάς της
+γειτονιάς, ο σημαιοφόρος όλων των μαγκών, και είχεν εις τους
+ορισμούς του όλους τους αγυιόπαιδας, όλα τα ξυπόλυτα του δρόμου.
+Είχε συνειθίσει ενωρίς την μέθην και την ασωτίαν, εξετέλει
+θορυβώδεις παιδιάς, διαδηλώσεις, παιδικάς οχλαγωγίας, μαζύ με τούς
+μικρούς φίλους του· επροκάλει καυγάδες εις τον δρόμον, επετροβόλει
+όσους συνήντα γέροντας και γραίας, όσους πτωχούς και αδυνάτους. Δεν
+άφηνε σχεδόν κανένα άνθρωπον απείρακτον.
+
+Είχε κλέψει με το μάτι, από ένα διαβατικόν μαχαιροποιόν, την τέχνην
+του. Επροσπάθει ατελώς να κατασκευάση μαχαίρια. Είχε μέγαν τροχόν
+εις την αυλήν, την σκεπαστήν από το μέγα χαγιάτι, και το κατώγι της
+οικίας σχεδόν το είχε μεταβάλει εις εργοστάσιον — κ' ετρόχιζεν όλα
+τα μαχαίρια και τους ξυραφάδες των αγυιπαίδων, και όταν δεν είχεν
+άλλα να τροχίση, ετρόχιζε το ιδικόν του. Εφιλοτιμείτο να το κάμη
+δίκοπον, αν και εξ αρχής δεν ήτο ούτω σχεδιασμένον. Προσέτι
+εδοκίμαζε να κατασκευάζη κουμπούρες, πιστόλια, μικρά κανονάκια, και
+άλλα φονικά όργανα. Όλα τα λεπτά, όσα εκέρδιζεν από της κούκλες, τ'
+αγαλμάτια και τας προσωπίδας, και δεν τα έπινε, τα ηγόραζε
+πυρίτιδα. Και ο ίδιος είχε δοκιμάσει να κατασκευάζη έν τοιούτον
+προϊόν. Τας ημέρας του Πάσχα, και δύο εβδομάδας ακόμη οψιμότερα,
+ήτο φόβος και τρόμος να τολμήση τις να περάση από την γειτονιάν,
+εις την οποίαν εβασίλευεν διά του τρόμου ο Μούτρος. Οι πιστολισμοί
+έπιπτον αδιάλειπτοι.
+
+Μίαν Κυριακήν, ο Μούρος μεθυσμένος είχε κάμει παραπολλάς αταξίας
+εις τον δρόμον. Δύο χωροφύλακες, ακούσαντες τα παράπονα πολλών
+ανθρώπων, τον εκυνήγησαν διά να τον πιάσουν, και τον πάρουν «μέσα»
+ή «στην Καζάρμα». Αλλ' ο Μώρος, λίαν ευκίνητος, τους έφυγεν,
+εγύρισε και τους εμυκτήρισε μακρόθεν, και πάλιν τραπείς εις φυγήν,
+εκρύβη εις μέρος απρόσιτον — εις το μέσα μέρος του υποστέγου
+ταρσανά ενός ναυπηγού, εξαδέλφου του. Είτα, επειδή οι δύο άνδρες
+παρήτησαν την καταδίωξιν, ανέλαβε θάρρος κ' εξήλθεν εις τον δρόμον.
+
+Την ημέραν εκείνην, ο Μώρος, επειδή δεν είχεν ξεμεθύσει ακόμα,
+κατήντησε να κυνηγήση εις τον δρόμον και την ιδίαν μητέρα του,
+απειλών να την σφάξη. Παρεπονείτο ότι η γραία του είχε κλέψει λεπτά
+από την τσέπην του. Την έφθασεν εις την αυλήν της οικίας, όπου
+έτρεχεν αύτη διά να κρυφθή, την άρπαξεν από τα μαλλιά, και την
+έσυρεν επί του εδάφους της οδού, εις διάστημα πενήντα βημάτων.
+
+Αυτή είχε βάλει τας φωνάς, κ' εξήλθον οι γείτονες. Ήτον ώρα
+εσπερινού, μικρόν προ της δύσεως του ηλίου. Εις τας φωνάς των
+γειτόνων, έφθασαν οι δύο χωροφύλακες, οίτινες από πριν κατεζήτουν
+τον Μούρον, και μόνον κατά το φαινόμενον είχον παραιτήσει το
+κυνήγημα — εξ εναντίας μάλιστα ήσαν λίαν εξοργισμένοι εναντίον του
+ταραξίου. Ο Μούρος, άμα τους είδεν, άφησε την μητέρα του κ' ετράπη
+εις φυγήν. Ετρεξε να κρυφθή εις την οικίαν, εξ ανάγκης, επειδή
+ευρέθη «στα στενά», και δεν έβλεπεν άλλο άσυλον πλέον μακρυσμένον
+αλλ' ασφαλέστερον.
+
+Η γραία άμα εσηκώθη, καταμωλωπισμένη, πλήρης κονιορτού, είδε τους
+χωροφύλακας, κι' άρχισε να τους ικετεύη.
+
+ — Αφήστε τον, παιδιά! Παλαβός είναι, δεν είναι τίποτε. Μην τονε
+σκοτώνετε, παιδιά, με το καμτσί!
+
+Τούτο είπεν, διότι είδε τον ένα χωροφύλακα εξηγριωμένον, κρατούντα
+εις την χείρα φοβερόν μαστίγιον. Οι δύο άνδρες δεν έδωκαν προσοχήν
+εις τας ικεσίας της, αλλ' εξηκολούθησαν να τρέχουν προς καταδίωξιν
+του Μώρου. Παρεβίασαν το άσυλον, το κατώγι της οικίας, όπου είχε το
+εργοστάσιόν του ο Μώρος. Εκεί είχε τρέξει διά να κρυφθή, και μόλις
+επρόφθασε να μανδαλώση την θύραν. Αλλ' η σανίς ήτο υπόσαθρος, κακώς
+προσαρμοζόμενη, και ο Μώρος δεν είχεν αγαπήσει τας ειρηνικάς τέχνας
+διά να φροντίση να την διoρθώση. Εκείνοι έσπασαν τον μικρόν σύρτην
+και εισήλθον. Ο Μούρος ταχύς ως αίλουρος ανερριχήθη εις την
+κλαβανήν, εις το πάτωμα. Η κλαβανή ήτο σιμά εις τον βόρειον τοίχον,
+ο δε βόρειος τοίχος ήτο εν μέρει θεμελιωμένος εις τον βράχον, ο
+βράχος εξείχε, και παρείχε πάτημα εις τους πόδας του Μώρου τους
+γοργούς, και άλλας εσοχάς επί του τοίχου είχε σκάψει ο ίδιος κατά
+καιρούς διά μόνων των ποδών του. Επειδή φαίνεται ότι συνείθιζε πολύ
+συχνά το είδος τούτο της γυμναστικής.
+
+Η σανίς της καταρρακτής ήτο κλειστή. Ο Μώρος την ήνοιξε με ένα
+κτύπον της κεφαλής του και με μίαν προσπάθειαν του αριστερού του
+βραχίονος. Είτα ως ο κολυμβητής, ο αναδυόμενος εκ του κύματος,
+επήδησεν επάνω εις το πάτωμα, έκλεισε μετά κρότου την κλαβανήν, κ'
+εφάνη ότι έθεσεν εν βάρος, ίσως μικράν τινα κασσέλαν, επί της
+σανίδος.
+
+Οι δύο χωροφύλακες, εν οργή και με πολλάς βρασφημίας, ήρχισαν να
+ψάχνουν εις το ισόγειον. Κατέσχον όσα μαχαίρια και κουμπούρια εύρον
+εκεί, όπως και τον τροχόν, και δύο άλλας μικράς ακόνας και
+ητοιμάζοντο να εξέλθουν ίσως διά να φύγουν, ίσως και διά ν'
+ανέλθουν επάνω εις την οικίαν.
+
+Ο Μούτρος ή Μούρτος, επάνω στο πάτωμα, ήτον πλήρης οργής, μεθύων
+ακόμη, και αφρισμένος. Εφύσα από μανίαν και λύσσαν. Εκεί επάνω
+ευρέθη μόνη η αδελφή του η Αμέρσα, παιδίσκη δεκαεπτά ετών τότε,
+ήτις ετρόμαξεν άμα τον είδε ν' αναρριχάται εις την κλαβανήν με
+τοιούτον αλλόκοτον τρόπον. Είχεν ακούσει κάτω τα βήματα και τας
+βλασφημίας των δύο χωροφυλάκων. Έκυψεν εις μικράν σχισμάδα, μεταξύ
+δύο σανίδων του κακώς ηρμοσμένου πατώματος, ή εις ένα ρόζον μιας
+σανίδος, χάσκοντα, κενόν, και είδε κάτω τους δύο ανθρώπους της
+εξουσίας, εις το φως το εισδύον διά της θύρας του κατωγείου την
+οποίαν είχον ανοίξει εκείνοι.
+
+ — Μωρή! σ' έφαγα . . . τώρα δα πιω το αίμα σου! έκραζεν ο Μούτρος,
+μη έχων που αλλού να ξεθυμάνη, και απειλών άνευ αιτίας την αδελφήν
+του.
+
+ — Σιώπα! . . . σιώπα! εψιθύρισεν η Αμέρσα. Πω πω, θεέ μου! Δύο
+«ταχτικοί»! κάτω στο κατώι . . . ψάχνουν . . . ψάχνουν . . . Τι
+γυρεύουν;
+
+Έβλεπε τους δύο χωροφύλακας ν' αποκομίζουν τα μικρά, άξεστα όπλα,
+τα έργα του αδελφού της, ως και τον τροχόν και τας ακόνας. Είτα
+αίφνης τους είδε να κόπτουν προς την γωνίαν, όπου ίστατο ο
+υφαντικός ιστός της μητρός της, και είδε τον ένα χωροφύλακα να
+λαμβάνη εις τας χείρας του την σαΐτταν ή κερκίδα, ήτις θα του εφάνη
+ίσως και αυτή ως όπλον — αφού μάλιστα καλείται και σαΐττα. Ο άλλος
+εδοκίμασε ν' αποσπάση από τον εργαλειόν το αντίον, το μέγα
+κυλινδροειδές ξύλον, περί το οποίον τυλίγεται το νεοΰφαντον πανίον·
+ίσως δεν είχεν ιδεί παρόμοιον πράγμα εις την ζωήν του κ' εφαντάζετο
+ότι και αυτό ίσως θα ήτο καλόν διά να χρησιμεύση ως όπλον.
+
+Η Αμέρσα, ιδούσα, αφήκε κραυγήν πεπνιγμένην. Ηθέλησε να φωνάξη ν'
+αφήσουν το αντί και την σαγίττα, αλλ' ο ήχος εξέπνευσεν εις το
+στόμα της.
+
+ — Σκάσε, μωρή! έγρυξεν ο Μούρτος. Τι λογιάζεις; Τι γλέπεις και
+γελάς;
+
+Ο Μούρτος, εν τη μέθη του, είχεν εκλάβει ως γέλωτα την άναρθρον
+εκείνην κραυγήν της αδελφής του.
+
+Μετ' ολίγα λεπτά, οι δύο χωροφύλακες, αφού έρριψαν τελευταίαν
+βλέμμα προς την κλαβανήν — την οποίαν είχον ιδεί να κλείεται
+ακριβώς καθ' ην στιγμήν εισήρχοντο εις το ισόγειον — εξήλθον. Η
+Αμέρσα ανεσηκώθη. Της εφάνη ότι ήκουσε τριγμόν εις το κάτω
+σκαλοπάτι της εξωτερικής σκάλας, ήτις ήτο ξυλίνη, σκεπαστή υπό το
+ευρύχωρον χαγιάτι, το υπόστεγον. Ετρεξε προς την θύραν.
+
+Εφαντάσθη ότι οι δύο «ταχτικοί», όπως τους ωνόμαζεν, ανέβαινον την
+σκάλαν, και ίσως θα παρεβίαζον και την θύραν της οικίας. Έκυψεν εις
+την κλειδότρυπαν, επροσποιήθη να ίδη κ' εννοήση τα συμβαίνοντα διά
+της μικράς οπής, επειδή το μόνον παράθυρον της προσόψεως ήτο
+κλεισμένον, και δεν είχεν άλλο μέσον διά να ίδη.
+
+Ο Μούρος βλέπων την Αμέρσαν να τρέχη προς την θύραν, εφαντάσθη, εν
+τω παραλογισμώ της μέθης του, ότι η αδελφή του ήθελε ν' ανοίξη την
+θύραν και τον παραδώση εις τους χωροφύλακας. Τότε τυφλός εκ μανίας,
+έσυρεν όπισθεν, από τα νώτα της οσφύος του, τροχισμένην μάχαιραν,
+την οποίαν είχε και ορμήσας εκτύπησε την αδελφήν του εις το πλευρόν
+όπισθεν κατά την δεξιάν μασχάλην.
+
+Αισθανθείσα τον ψυχρόν σίδηρον, η Αμέρσα αφήκε σπαρακτικήν κραυγήν.
+
+Οι δύο χωροφύλακες δεν είχον ακόμη απομακρυνθή, αλλ' είχαν
+κοντοσταθή έξω της θύρας του ισογείου, ως να εσυμβουλεύοντο τι να
+κάμουν. Ήκουσαν την κραυγήν εκείνην του τρόμου, εκύτταξαν επάνω κ'
+έτρεξαν.
+
+Τότε ανέβησαν μετά κρότου την σκάλαν κ' έφθασαν εις το χαγιάτι.
+Έσεισαν βιαίως την θύραν.
+
+ — Εν ονόματι του Νόμου! ανοίξατε!
+
+Την στιγμήν εκείνην ήλθεν εις τον ένα των χωροφυλάκων η υπόνοια ότι
+ο ένοχος θα ηδύνατο ίσως να δραπετεύση διά της καταρρακτής και του
+ισογείου. Στραφείς εις τον δεύτερον χωροφύλακα του λέγει·
+
+ — Έχε τον νουν σου, συ! Μη μας το στρήψη από κάτ' απ' το καταχυτό,
+απ' την καταρρήχωσι! . . . Κ' ύστερις πού να τον χαλεύουμε;
+
+ — Τι κρένεις; είπεν ο δεύτερος, μη εννοήσας αμέσως.
+
+ — Αυτό που σου κρένω! επέμενεν ο πρώτος . . . Κάμε κείνο που σε
+χουιάζουνε!
+
+Ο δεύτερος χωροφύλαξ, καίτοι νωθρός ολίγον, έτρεξε κάτω όσον
+ταχύτερα ημπόρεσε, διά να κλείση την θύραν του ισογείου, ή διά να
+παραμονεύση. Αλλ' ήτον ήδη αργά. Ο Μούρος εν τω μεταξύ είχεν
+ανοίξει την κλαβανήν, αποσύρας την μικράν κασσέλαν, την οποίαν είχε
+βάλει επάνω της, και είχε πηδήσει κάτω. Ήτον υπέρ τα δύο μέτρα το
+ύψος, αλλ' ο Μούρος ήτον ελαφρός, ευκίνητος, κάτω δε το έδαφος ήτο
+στρωμένον με πελεκούδια και πριονίδια κ' έφθασε κάτω όρθιος και
+αβλαβής.
+
+Τρέχων ως άνεμος, ανέτρεψε τον χωροφύλακα, όστις έπεσε βαρύς
+έμπροσθεν της εξωτερικής σκάλας, κ' έφυγεν, ο Μούρτος, ως αστραπή.
+Έτρεξεν επάνω εις τα Κοτρώνια, εις την κατοικίαν των γλαυκών. Ήτο
+βραχώδης λόφος υψούμενος υπεράνω, εκ των νώτων της οικίας, όπου
+ήξευρεν όλα τα «κατατόπια» ο Μούρτος. Ούτε κατώρθωσέ τις ποτέ
+χωροφύλαξ ή άλλος να τον συλλάβη.
+
+Την ώραν που είχε πηδήσει ο Μούτρος από την καταρρακτήν, παραδόξως
+είχεν ενθυμηθή — ίσως διότι είχε ξεμεθύσει ήδη από τα συμβάντα, ή
+είχε «ξεμουστώσει», όπως θα έλεγεν ο ίδιος — είχεν ενθυμηθή, λέγω,
+ότι, αφού εμαχαίρωσε την αδελφήν του η μάχαιρα του έπεσεν από την
+χείρα, και έκειτο εις το πάτωμα. Τούτο συνέβη ίσως διότι, του είχον
+έλθει τύψις και φόβος, την στιγμήν εκείνην — διά και επιπολής μόνον
+είχε θίξει με την λεπίδα την σάρκα της αδελφής του.
+
+Καθώς του ήλθεν η ιδέα να φύγη κ' έτρεξε ν' ανοίξη την κλαβανήν,
+επειδή ενόησε πλέον ότι οι χωροφύλακες ανέβαινον εις το πάτωμα, μη
+έχων καιρόν να επανέλθη προς το μέρος της θύρας, διά να κύψη και
+αναλάβη την μάχαιραν, έτοιμος να πηδήση κάτω, εφώναξε προς την
+αδελφήν του·
+
+ — Το «χαμπέρ», μωρή! . . . Κύτταξε να κρύψης κείνο το «χαμπέρι»!
+
+Την έκφρασιν ταύτην επροτίμησε, διά να μη ακούσουν οι χωροφύλακες
+το ομοιοτέλευτον «μαχαίρι». Κατά την φοβεράν στιγμήν, πταίστης και
+ένοχος, επεκαλείτο την φιλοστοργίαν της αδελφής του διά να τον
+σώση, καθότι είχε πεποίθησιν εις αυτήν. Η μάχαιρα θα ήτο
+αιματωμένη, και θα έβλεπον το αίμα οι διώκται. Και συνιστών την
+απόκρυψιν του οργάνου, ήλπιζε την απόκρυψιν του εγκλήματος.
+
+Τω όντι η Αμέρσα, ενώ το αίμα έρρεεν ήδη εκ της πληγής της,
+βλέπουσα ότι εξάπαντος θα παρεβιάζετο η θύρα, εκ παλαιάς λεπτής
+σανίδος, μ' εσκωριασμένους σύρτας και μάνδαλα, σχεδόν λιποθυμούσα
+ήδη, έκυψε και ανέλαβε την μάχαιραν. Είτα εσύρθη μέχρι της γωνίας
+όπου ήτο μικρά τέμπλα, ήτοι σωρός εκ διπλωμένων σινδόνων,
+προσκέφαλων και στρωμνών.
+
+Έκρυψε την αιματωμένην μάχαιραν κάτωθεν όλου αυτού του σωρού των
+οθονίων, ετυλίχθη αυτή με παλαιόν, εμβαλωμένον, αλλά καθαρόν
+πάπλωμα, κ' εκάθησεν απάνω εις τον χαμηλόν σωρόν, όστις εβυθίσθη
+ακόμη χαμηλότερα. Έφερε την αριστεράν χείρα εις την μασχάλην της,
+κ' επροσπάθει να σταματήση το αίμα. Παραδόξως δεν είχε δειλιάσει
+όταν είχεν ιδεί το αίμα, αν και πρώτην φοράν της συνέβαινε το
+πάθημα. Το όλον της εφαίνετο ως όνειρον. Μόνον έσφιγγε τους οδόντας
+και ηπόρει πώς δεν ησθάνετο ακόμη πόνον. Αλλά μετ' ολίγα
+δευτερόλεπτα, ησθάνθη οξείαν αλγηδόνα.
+
+Την ιδίαν στιγμήν, η θύρα εβυθίσθη προς τα έσω. Ο είς χωροφύλαξ
+εισεπήδησε μετά κρότου εις το πάτωμα.
+
+Η Αμέρσα δεν ανεσήκωσε την κεφαλήν, έκυπτε και ήτο τυλιγμένη έως
+την μύτην εις το πάπλωμα.
+
+ — Πού είναι αυτός, ο σκιάς; έκραξεν απειλητικώς ο χωροφύλαξ.
+
+Η Αμέρσα δεν απήντησεν.
+
+Ο στρατιωτικός, όστις δεν είχεν αντιληφθή ούτε την φυγήν του
+Μούρου, ούτε την ανατροπήν και πτώσιν του ιδίου συστρατιώτου του,
+ίσως διότι η στιγμή εκείνη συνέπεσεν ακριβώς με την παραβίασιν της
+θύρας, και ο είς κρότος έπνιγε και εβώβαινε τον άλλον, εξήτασεν
+όλον τον πρόδομον όπου ευρίσκετο η Αμέρσα, είτα μετέβη δρομαίως εις
+τον χειμερινόν θάλαμον, είτα εις τον θαλαμίσκον. Κανένα δεν εύρε.
+Μόνον η κλαβανή ήτον ανοικτή.
+
+Μετά μίαν στιγμήν, ανήρχετο και ο δεύτερος ο μόσκηνός του.
+
+ — Τώστριψε;
+
+ — Τώδωκε απ' την καταρρήχωσι χάμω . . .
+
+ — Και τον εχούιαξες; . . . Δεν τον επρόκαμες;
+
+ — Έφαγα κατραπακιά! . . . Α! μα φευγάλα . . . Εφτά μίλια την ώρα!
+. . .
+
+ — Αχ! έκαμεν ο πρώτος χωροφύλαξ, κάμπτων τον λιχανόν της δεξιάς
+χειρός, και φέρων αυτόν εις το στόμα, ως διά να τον δαγκάση, μετά
+πείσματος βιαίου της κεφαλής. Μας πρέπει για να μας τα ξηλώσουνε.
+
+Ο δεύτερος χωροφύλαξ, θέλων να κάμη τον αυστηρόν, απέτεινε τον
+λόγον προς την κόρην.
+
+ — Για πού τώβαλε ο αδερφός σου, μωρή; της είπεν.
+
+Η Αμέρσα δεν απήντησε. Πλην μέσα της με ακουσίαν ειρωνείαν ίσως θα
+εψιθύρισε με όλον τον δεινόν πόνον και την αγωνίαν ην ησθάνετο·
+«Εσύ ξέρεις».
+
+ — Τι κάθεσαι αυτού, κορίτσι μου; είπεν ημερώτερος ο πρώτος
+χωροφύλαξ. Μη σ' εχτύπησε τίποτα;
+
+Η Αμέρσα ανένευσε.
+
+ — Τ' είχε και σε χάλευε; . . . Γύρευε να σε μαχαιρώση;
+
+ — Γιατί φώναξες! προσέθηκεν ο δεύτερος.
+
+Η Αμέρσα απήντησεν εις την ερώτησιν του πρώτου χωροφύλακος.
+
+ — Όχι!
+
+ — Αλήθεια, μη σ' εμαχαίρωσε; επέμενεν ο άνθρωπος.
+
+Η Αμέρσα, με φυσικήν επιφώνησιν, είπεν·
+
+ — Ο αδελφός μου, θελά με μαχαιρώση!
+
+ — Γιατί κάθεσ' αυτού, τι έχεις; Είσαι άρρωστη;
+
+ — Έχω θέρμη!
+
+Η Αμέρσα δεν είχε συλλογισθή ότι το πάτωμα, ή και η ψάθα, θα είχαν
+ίσως κηλιδωθή με αίμα. Ήδη είχε δύσει ο ήλιος, και ήτο αμφιλύκη
+εντός της οικίας. Εκτός τούτου το μέρος όπου είχε πέσει η
+αιματωμένη μάχαιρα, ευρίσκετο την στιγμήν ταύτην εις την σκιάν,
+όπισθεν της μονοφύλλου θύρας, ανοικτής κατά τα δύο τρίτα, και
+φθανούσης μέχρι του τοίχου, ώστε οι δύο άνδρες δεν είδον τας
+κηλίδας τας ερυθράς.
+
+ — Γιατί είχες βάλει μία φωνή; επέμενεν ο πρώτος χωροφύλαξ.
+
+ — Είχα πόνον και ζάλη, είπεν η Αμέρσα.
+
+Και την ιδίαν στιγμήν, ως διά να επικυρωθή ο λόγος της, της ήλθε
+πράγματι λιποθυμία. Έκαμε ωχ! σφίγγουσα τους οδόντας κ' έκυψε κάτω.
+Οι δύο άνθρωποι της εξουσίας συγκινηθέντες, εκυττάχθησαν, και ο
+πρώτος είπε·
+
+ — Μα, πού είν' η μάνα της;
+
+Ως υπακούουσα εις την πρόσκλησιν ταύτην, έφθασε τρέχουσα η
+Φραγκογιαννού.
+
+ — Να εκείν' η γρηά, που την τράβηξ' απ' τα μαλλιά ο γυιός της,
+μέσ' το σοκάκι! είπεν ο δεύτερος χωροφύλαξ.
+
+Είτα προσέθηκε·
+
+ — Δε μ' κρένεις, γερόντισσα, πού είν' ο γυιόκας σου;
+
+Η Φραγκογιαννού δεν απήντησε κ' έτρεξε πλησίαν της Αμέρσας. Ήτο
+επιτηδεία ιάτρισσα, και ήτο ικανή να περιποιηθή την κόρην της.
+
+
+Όλα ταύτα ήρχοντο συχνά εις την μνήμην της Αμέρσας, κ' επανήλθον
+ακόμη και κατά τας μακράς ώρας, της νυκτός, τας εσπερινάς και
+ορθρίας, οπότε αύτη έχανε τον ύπνον της εις τον οικίσκον, πλησίον
+της κοιμωμένης Κρινιώς, της μικράς αδελφής, ενώ η μήτηρ των απούσα
+κατά τας αυτός ώρας ηγρύπνει επί νύκτας τώρα, εις τον θάλαμον της
+λεχούς, εις την οικίαν της άλλης, της μεγάλης κόρης της, και όταν
+επέστρεψεν εις τον οικίσκον μετά την νυκτερινήν έξοδον, την οποίαν
+είχεν επιχειρήσει, ως «αλαφροΐσκιωτη» που ήτον, κατ' ακολουθίαν του
+ονείρου εκείνου, είδεν εις το αμυδρόν φως της κανδήλας, της
+καιούσης εμπρός εις την μικράν παλαιάν και μαυρισμένην εικόνα της
+Παναγίας, είδεν ότι η μικρά αδελφή της, το Κρινιώ, εκοιμάτο ακόμη,
+και δεν εφαίνετο να είχε σεισθή από την θέσιν της. Μόνον, άμα
+εισήλθεν η Αμέρσα, η Κρινιώ, ως να ήκουσε τον μικρόν θρουν αμυδρώς
+μέσα εις τον ύπνον της, εκινήθη ηρέμα, εστέναξε, κ' εγύρισεν από το
+άλλο πλευρόν, χωρίς άλλως να εξυπνήση.
+
+Αλαφροΐσκιωτη! τω όντι. Η λέξις την οποίαν είχε προφέρει αρτίως η
+μήτηρ της, της επανήλθε πράγματι εις τον νουν, την ώραν καθ' ην, με
+το τρίτον λάλημα του πετεινού, επέστρεψεν εις την οικίαν, πλησίον
+της κοιμωμένης μικράς αδελφής της. Αλλ' ήτο άρα αυτή πράγματι
+«αλαφροΐσκιωτη;» Αυτή της οποίας τα όνειρα, αι πλάναι, και αι
+παρακρούσεις πολλάκις συνέβη να σημαίνωσιν, ή να δηλώσι τι, ή ν'
+αφίνωσι παράδοξον εντύπωσιν. Και αυτά τα ψεύματά της, όσα έλεγεν,
+εγίνοντο ακούσιαι αλήθειαι δι' αυτήν. Όπως, φέρ' ειπείν, όταν, μετά
+το μαχαίρωμα το οποίον είχεν υποστή από τον αδελφόν της, απαντώσα
+εις τας εταστικάς ερωτήσεις του χωροφύλακος, έλεγεν: «Είχα πόνο και
+ζάλη!». Και συγχρόνως άμα τω λόγω αυτώ, της ήρχετο αληθής
+λιποθυμία, ωσεί ανωτέρα τις, δαιμονία θέλησις να ήθελε να καλύψη το
+ψεύδος της.
+
+Η Αμέρσα, κατεκλίθη εκ νέου πλησίον της αδελφής της και δεν
+εκοιμήθη. Αι αναμνήσεις εξηκολούθουν να της έρχωνται ραγδαίαι,
+καίτοι ολιγώτερον τυραννικαί και μελανόπτεροι ή όσον εις την μητέρα
+της. Και κατά τας μακράς εκείνος ώρας δεν έπαυσε ν' αναλογίζεται
+καθ' εαυτήν την τύχην του αδελφού της, του Μούρου, όστις ευρίσκετο
+τώρα εις το δεσμωτήριον της Χαλκίδος.
+
+Ε'.
+
+Άμα απήλθεν η Αμέρσα, η Φραγκογιαννού, ζαρωμένη πλησίον της γωνίας
+μεταξύ της εστίας και του λίκνου, έχασεν εκ νέου τον ύπνον της, και
+ήρχισε να συνεχίζη τους πικρούς και πόρρω πλανωμένους διαλογισμούς
+της. Όταν λοιπόν εξενιτεύθησαν εις την Αμερικήν οι δύο μεγαλείτεροι
+υιοί, και η Δελχαρώ εμεγάλωσεν, ανάγκη ήτο αυτή η μήτηρ να φροντίση
+διά την αποκατάστασιν της κόρης, καθότι ο γέρων, ο «Λογαριασμός»,
+δεν διέπρεπεν επί δραστηριότητι. Λοιπόν ηξεύρει όλος ο κόσμος τι
+σημαίνει μία μήτηρ να είναι συγχρόνως και πατήρ διά τας κόρας της,
+και να μην είναι τουλάχιστον μήτε χήρα. Οφείλει η ίδια και να
+υπανδρεύση και να προικίση και προξενήτρια και πανδρολόγισσα να
+γίνη. Ως ανήρ οφείλει να δώση οικίαν, άμπελον, αγρόν, ελαιώνα, να
+δανεισθή μετρητά, να τρέξη εις του συμβολαιογράφου, να υποθηκεύση.
+Ως γυνή, πρέπει να κατασκευάση ή να προμηθευθή «προίκα», τουτέστι
+παράφερνα, ήτοι σινδόνας, χιτώνια κεντητά, μεταξωτάς εσθήτας με
+χρυσοΰφαντα ποδογύρια. Ως προξενήτρια πρέπει ν' ανιχνεύση γαμβρόν,
+να τον κυνηγήση, να τον αλιεύση, να τον ζωγρήση. Και οποίον
+γαμβρόν!
+
+Ένα ωσάν τον Κωνσταντήν, όστις ερρογχάλιζε τώρα, πέραν του
+μεσοτοίχου, εις τον πλαγινόν θαλαμίσκον, άνθρωπον σπανόν,
+«αΐσκιωτον», &άγαρμπον&. Και ο τοιούτος να έχη «καπρίτσια»,
+απαιτήσεις, πείσματα· σήμερον να ζητή τούτο και αύριον εκείνο· την
+μίαν ημέραν να ζητή τόσα, την άλλην περισσότερα· και συχνά «να τον
+βάζουν στα λόγια» άλλοι ιδιοτελείς ή φθονεροί, ν' ακούη εντεύθεν κ'
+εκείθεν διαβολάς, ραδιουργίας, «μαναφούκια» και να μη θέλη «να
+ταιριασθή». Και να εγκαθίσταται μετά τον αρραβώνα στης πενθεράς το
+σπίτι, και να «σκαρώνη» έξαφνα «πρωιμάδι». Κι' όλον τον καιρόν
+«κόττα-πήττα».
+
+Κι αυτόν τον γαμβρόν, με μυρίους κόπους, με ανεκδιήγητα βάσανα,
+μόλις, μετά πολύν καιρόν, να τον πείθη τις να στεφανωθή επιτέλους.
+Κ' η νύφη να καμαρώνη, φέρουσα στολισμόν πολυτελή, καρπόν πολλής
+νηστείας και οικονομίας, κ' η νύφη να μην έχη πλέον μέσην, διά ν'
+αναδεικνύεται το πάλαι λιγυρόν ανάστημά της.
+
+Και τρεις μήνας μετά τον γάμον να γεννά κόρην — μετά τρία ακόμη έτη
+ένα υιόν — μετά δύο έτη πάλιν κόρην — αυτήν την νεογέννητον, χάριν
+της οποίας ηγρύπνει τώρα τόσας νύκτας η γηραιά μάμμη.
+
+Και δι' όλ' αυτά τα θυγάτρια να μέλλη να υποφέρη η μήτηρ των τόσα —
+κι' άλλα τόσα — κι' άλλα τόσα, από όσα έχει υποφέρει η μάννα της
+δι' αυτήν.
+
+Έμεινεν η καϋμένη, η ανδροκόρη, η Αμέρσα, ανύπανδρη, (ας έχη την
+ευχήν της). Είδε την γλύκα. Τω όντι φρόνιμη νέα. Τι θ' απήλαυεν από
+τα βάσανα του κόσμου; Και ούτ' εζήλευε καν! Τι να ζηλέψη; Έβλεπε
+την μεγάλην αδελφήν της και την ελυπείτο — την εκαίετο.
+
+Όσον διά την μικράν, την Κρινιώ, άμποτε κι' αυτήν ο Θεός να την
+φωτίση! Όπως κι' αν έχη, η μάνα της δεν έχει σκοπόν — δεν βαστά
+πλέον, δεν αντέχει — να υποφέρη διά να την υπανδρεύση και το
+πολλοστημόριον όσων διά την μεγάλην αδελφήν της υπέφερεν. Αλλά σας
+ερωτώ, έπρεπε πράγματι να γεννώνται τόσα κοράσια; Και αν γεννώνται,
+αξίζει τον κόπον ν' ανατρέφονται; Δεν είναι, έλεγεν η
+Φραγκογιαννού, «Δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος»; Καλλίτερα «να
+μη σώνουν να πάνε παραπάνω». «Σα σ' ακούω, γειτόνισσα!»
+
+Μεγάλην και ιεράν ανακούφισιν ησθάνετο η πολυπαθής γυνή, όταν
+συνέβαινε, μετά της μικράς πομπής του ιερέως, προπορευομένου του
+Σταυρού, ν' ακολουθή βαστάζουσα εις τας χείρας της η ιδία, ως
+φιλεύσπλαγχνος και συμπονετική οπού ήτον, το εν είδει λίκνου μικρόν
+φέρετρον. Προέπεμπε το θυγάτριον μιας γειτόνισσας, ή μακρυνής
+συγγενούς, μέχρι του τάφου. Δεν ημπορούσε να καταλαμβάνη τι
+εμυρμύριζεν ο ιερεύς, μασσών τας λέξεις με τους οδόντας του. «Ουδέν
+εστι πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστι μητρός αθλιώτερον . . . .
+Πολλάκις γάρ του μνήματος έμπροσθεν τους μαστούς συγκροτούσι και
+λέγουσιν· Ω υιέ μου και τέκνον γλυκύτατον, ουκ ακούεις μητρός σου
+τι φθέγγεται; Ιδού και η γαστήρ η βαστάσασά σε. Ίνα τι ου λαλείς ως
+ελάλεις ημίν. Αλληλούια!» Και πάλιν· «Ω τέκνον, τίς ποτε μη
+θρηνήσει βλέπων σου το εμφανές, πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως
+ρόδον τερπνόν!»
+
+Αλλά μεγάλως ευφραίνετο όταν η μικρά πομπή, μετά δέκα λεπτών της
+ώρας δρόμον, έφθανεν εις τα «Μνημούρια». Ωραία έξοχη, παντοτινή
+άνοιξις, θάλλουσα βλάστη, αγριολούλουδα, εμύριζε κήπος. Ιδού ο
+περίβολος των νεκρών! Ω! ο Παράδεισος, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη,
+ήνοιγε τας πύλας διά να δεχθή το μικρόν άκακον πλάσμα, το οποίον
+ηυτύχησε να λυτρώση τους γονείς του από τόσα βάσανα. Χαρήτε,
+αγγελούδια που πετάτε γύρω-τριγύρω με τα φτερά σας, τα
+χρυσόλευκα, και σεις, ψυχαί των Αγίων, υποδεχθήτε το!
+
+Όταν επέστρεφεν εις την νεκρώσιμον οικίαν η γραία Χαδούλα, διά να
+παρευρεθή την εσπέραν εις την παρηγοριάν, — παρηγορίαν καμμίαν δεν
+εύρισκε να είπη, μόνον ήτο χαρωπή όλη κ' εμακάριζε το αθώον βρέφος
+και τους γονείς του. Και η λύπη, ήτο χαρά, και η θανή ήτο ζωή, και
+όλα ήσαν άλλα εξ άλλων.
+
+Α! ιδού . . . Κανέν πράγμα δεν είναι ακριβώς ό,τι φαίνεται, αλλά
+παν άλλο — μάλλον το εναντίον.
+
+Αφού η λύπη είναι χαρά, και ο θάνατος είναι ζωή και ανάστασις, τότε
+και η συμφορά ευτυχία είναι και η νόσος υγίεια. Άρα όλαι αι
+μάστιγες εκείναι, αι κατά το φαινόμενον τόσον άσχημοι, όσαι
+θερίζουν τα άωρα βρέφη, η ευλογιά κ' η οστρακιά κ' η διφθερίτις και
+άλλαι νόσοι, δεν είναι μάλλον ευτυχήματα, δεν είναι θωπεύματα και
+πλήγματα των πτερών των μικρών αγγέλων, οίτινες χαίρουν εις τους
+ουρανούς όταν υποδέχονται τας ψυχάς των νηπίων; Και ημείς οι
+άνθρωποι, εν τη τυφλώσει μας, νομίζομεν ταύτα ως δυστυχήματα, ως
+πληγάς, ως κακόν πράγμα.
+
+Και χάνουν τον νουν των οι ταλαίπωροι γονείς, και πληρώνουν τόσον
+ακριβά τους ημιαγύρτας ιατρούς και τα τριωβολιμαία φάρμακα, διά να
+σώσουν το παιδί τους. Δεν υποπτεύονται ότι, όταν νομίζουν ότι
+«σώζουν», τότε πράγματι «χάνουν» το τεκνίον. Και ο Χριστός είπεν,
+όπως είχεν ακούσει η Φραγκογιαννού να της εξηγή ο πνευματικός της,
+ότι όποιος αγαπά την ψυχήν του, θα την χάση, κι' όποιος μισεί την
+ψυχήν του, εις ζωήν αιώνιον θα την φυλάξη.
+
+Δεν έπρεπε τω όντι, αν δεν ήσαν τυφλοί οι άνθρωποι, να βοηθούν την
+μάστιγα, την διά πτερών Αγγέλων πλήττουσαν, αντί να ζητούν να την
+εξορκίσουν; Αλλ' ιδού, τ' Αγγελούδια δεν μεροληπτούν ούτε
+χαρίζονται, και παίρνουν αδιακρίτως εις τον Παράδεισον αγόρια και
+κοράσια. Περισσότερα μάλιστα αγόρια — πόσα χαδευμένα και
+μοναχογέννητα! — αποθνήσκουν άωρα. Τα κορίτσια είν' εφτάψυχα,
+εφρόνει η γραία. Δυσκόλως αρρωστούν, και σπανίως αποθνήσκουν. Δεν
+έπρεπεν ημείς ως καλοί χριστιανοί, να βοηθώμεν το έργον των
+Αγγέλων; Ω, πόσα αγόρια, και αρχοντόπουλα μάλιστα, αρπάζονται άωρα.
+Ακόμη και τ' αρχοντοκόριτσα ευκολώτερον αποθνήσκουν — αν και τόσον
+σπάνια μεταξύ του φύλου — παρ' όσον τα απειράριθμα θηλυκά της
+φτωχολογιάς. Τα κορίτσια της τάξεως ταύτης είναι τα μόνα εφτάψυχα!
+Φαίνονται ως να πληθύνωνται επίτηδες, διά να κολάζουν τους γονείς
+των, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη. Α! όσον το συλλογίζεται κανείς,
+«ψηλώνει ο νους του!»
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Την στιγμήν εκείνην, άρχισε το θυγάτριον να βήχη και να
+κλαυθμηρίζη. Η γραία, αφού είχε συλλογισθή όλα τ' ανωτέρω, όσον και
+αν είχεν εξαφθή από τα κύματα των αναμνήσεων, ησθάνθη αίφνης ζάλην,
+από τον σάλον οιονεί και την ναυτίαν της ζωής της, και άρχισε να
+ναρκώνεται, κ' ενύσταζεν ακρατήτως.
+
+Το μικρόν κοράσιον έβηχε κ' έκλαιε κ' εθορύβει «ως να ήτον μεγάλος
+άνθρωπος». Η μάμμη του εσκίρτησεν, εστράφη, κ' έχανε πάλιν τον
+ύπνον της.
+
+Η λεχώνα εκοιμάτο βαθέως, και ούτε ήκουσε τον βήχα και τα κλαύματα.
+
+Η γραία ήνοιξε βλοσυρά όμματα, κ' έκαμε χειρονομίαν ανυπομονησίας
+και απειλής. — Ε! θα σκάσης; είπε.
+
+Της Φραγκογιαννούς άρχισε πράγματι «να ψηλώνη ο νους της». Είχε
+«παραλογίσει» επί τέλους, Επόμενον ήτο, διότι είχεν εξαρθή εις
+ανώτερα ζητήματα. Έκλινεν επί του λίκνου. Έχωσε τους δύο μακρούς,
+σκληρούς δακτύλους μέσα εις το στόμα του μικρού, διά να «το σκάση».
+
+Ήξευρεν ότι δεν ήτο τόσον σηνήθεια «να σκάζουν» τα πολύ μικρά
+παιδιά. Αλλ' είχε «παραλογίσει» πλέον. Δεν ενόει καλά τι έκαμνε,
+και δεν ωμολόγει εις εαυτήν τι ήθελε να κάμη.
+
+Και παρέτεινε το σκάσιμον επί μακρόν είτα εξάγουσα τους δακτύλους
+της από το μικρόν στόμα του οποίου είχε κοπή η αναπνοή, έδραξεν
+έξωθεν τον λαιμόν του βρέφους, και τον έσφιγξεν επ' ολίγα
+δευτερόλεπτα.
+
+Αυτό ήτον όλον.
+
+Η Φραγκογιαννού δεν είχεν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην το όνειρον
+της Αμέρσας, το οποίον αύτη ελθούσα προ μιας ώρας, μεταξύ του
+δευτέρου και του τρίτου λαλήματος του πετεινού, είχε διηγηθή εις
+την μητέρα της!
+
+Είχε «ψηλώσει» ο νους της!
+
+ΣΤ'
+
+Αφού η Αμέρσα είχε χάσει τον ύπνον της, μετά την επάνοδον εκ της
+οικίας της λεχώνας και είχε πλαγιάσει πάλιν, χωρίς να κοιμηθή, εις
+το πλάγι της μικράς αδελφής της, επί μακρόν εξηκολούθησε να
+σκέπτεται και πάλιν τον αδελφόν της, τον δυστυχή και ένοχον
+εκείνον. Έκτοτε μετά το πήδημα από της κλαβανής και την απόδρασίν
+του, δεν τον είχεν ιδεί πλέον. Οι χωροφύλακες τον κατεζήτουν επί
+ημέρας, αλλ ουδαμού τον εύρον.
+
+Ευθύς τότε μετά τας ερωτήσεις των χωροφυλάκων, εις τας οποίας
+απήντησεν όπως απήντησεν η Αμέρσα, άμα έφθασεν η μήτηρ εις την
+οικίαν, ηύρε την κόρην τυλιγμένην εις το πάπλωμα, κάτω νεύουσαν,
+και πολύ χλωμήν εκ της λιποθυμίας την οποίαν είχε φέρει η ροή του
+αίματος.
+
+Εις την ερώτησιν του ενός χωροφύλακας, εκείνου τον οποίον είχεν
+ανατρέψει φεύγων ο Μούρος, «γερόντισσα πού είναι ο γυιόκας σου»,
+δεν είχεν απαντήσει η Φραγκογιαννού. Αλλ' ο άλλος, όστις εφαίνετο
+ανθρωπινώτερος, με ήρεμον τόνον είπε·
+
+ — Κύτταξε, κυρά, τι έχ' η κόρη σου. Μας λέει πως είναι άρρωστη.
+
+ — Άρρωστη είναι! πώς να μην είναι! απήντησε μεθ' ετοιμότητας η
+Φραγκογιαννού. Επήρε φρίξι απ' τα καμώματα εκείνου του προκομμένου
+του γυιού μου. . . Κυττάξετε, παιδιά!. . . ανίσως τον πιάσετε, να μην
+τον τυραγνήσετε πολύ . . .
+
+ — Τον είδες πουθενά να τρέχη; Κατά πού έκαμε;
+
+ — Τον είδ' απ' αλάργα! . . . Έκαμε κατά τα Πηγάδια, πέρα στ'
+Αλώνια.
+
+Η Φραγκογιαννού εψεύδετο διπλά. Δεν είχεν ιδεί τον Μούρον, αλλ' ήτο
+βεβαία ότι αυτός θα ετράπη κατά την διεύθυνσιν την αντίθετον ης
+αυτή έλεγε, κατά τα Κοτρώνια, άνωθεν της οικίας, προς ανατολάς,
+εκεί όπου ήτον μαθημένος απ' τα μικρά του χρόνια να κυνηγά της
+κουκουβάγιες.
+
+Οι δύο άνδρες απήλθαν δρομαίοι. Ο είς φεύγων έρριψε τελευταίαν
+φιλύποπτον βλέμμα οπίσω διά της ημιανοικτής θύρας.
+
+Η Χαδούλα έκλεισε την θύραν. Συγχρόνως δε ήνοιξε το παράθυρον.
+
+ — Μ' εμαχαίρωσε, μάνα! εστέναξε μετά πόνων η Αμέρσα, αισθανθείσα
+το ρεύμα του αέρος, το εισρεύσαν διά του ανοιχθέντος παραθύρου
+πλησίον της, και συνελθούσα εκ της λιποθυμίας. Συγχρόνως δε
+απέρριψε το πάπλωμα, κ' εφάνη αιματωμένη η φανέλα την οποίαν εφόρει
+έξωθι του υποκαμίσου.
+
+ — Ω! αχ! ο φονιάς!. . . ο Θεός κ' η γης να τον εύρη! κατηράσθη
+ιδούσα το αίμα η μάνα της.
+
+Και άρχισε να ψαύη την κόρην, και να ζητή να σταματήση το αίμα, και
+να επιδέση την πληγήν. Αφήρεσε την φανέλαν, εξέσυρε την χειρίδα του
+υποκαμίσου, κ' εφάνη ο δεξιός βραχίων της Αμέρσας, ισχνός και
+ύπωχρος αλλά καλοδεμένος και νευρώδης.
+
+Το τραύμα ήτο μάλλον επιπόλαιον, αλλ' ουχ ήττον το αίμα έρρεεν. Η
+Χαδούλα μετεχειρίσθη ό,τι ίσχαιμον εγνώριζεν, ίσως τον «αιμοστάτην»
+αν είχε, κ' επέδεσε την πληγήν, Μετ' ολίγον έπαυσε το αίμα.
+
+Η Αμέρσα είχεν αδυνατήσει οπωσούν, αλλά ήτο ισχυρά, θαρραλέα, και
+δεν εφοβείτο. Πράγματι μετ' ολίγας ημέρας, χάρις εις τας φροντίδας
+της μητρός της, επουλώθη το τραύμα.
+
+Η Φραγκογιαννού ποτέ δεν θα εκάλει τον ιατρόν. Δεν ήθελε να γνωσθή
+ότι ο υιός της είχε μαχαιρώσει την αδελφήν του. Εις όλας τας
+καλοθελητρίας, μεταξύ των γειτονισσών, όσαι την ηρώτων, πότε μετά
+προσποιητής αγανακτήσεως, πότε μετά γέλωτος βεβιασμένου, διέψευσεν
+ότι ο Μούρος είχε τραυματίσει την κόρην της. Ενδιεφέρετο προ πάντων
+να μάθη αν ο Μητρός θα εγλύτωνεν από τας χείρας των χωροφυλάκων,
+και ας επήγαινεν εις το έλεος του Θεού!
+
+Τω όντι μετ' ολίγας ημέρας εβεβαιώθη ότι ο υιός της εμβαρκάρησε
+κρυφά την νύκτα, με έν πλοίον, ως ναύτης, κ' έφυγεν από την νήσον.
+Ο γραμματεύς του Λιμεναρχείου ήτον βολικός και καλοπροαίρετος
+άνθρωπος, και δεν εδίστασε να τον ναυτολογήση. Ήτο δε τότε ο Μούρος
+σχεδόν εικοσαετής, η δε Αμέρσα ήτο μόλις δεκαεπτά ετών.
+
+
+Παρήλθε χρόνος εωσότου η οικογένεια λάβη ειδήσεις περί του φυγάδος.
+Τέλος μετά έτος και πλέον, ηκούσθη μία αόριστος φήμη, ότι ο Μώρος
+διέπραξε φόνον εντός του πλοίου, με το οποίον αρμένιζε. Αι αδελφαί
+του, όταν το ήκουσαν, εις τον κόσμον είπαν ότι δεν ηξεύρουν τίποτε,
+και ολοψύχως ηύχοντο να ήτο ψευδής η φήμη. Αλλ' η μήτηρ ενδομύχως
+επίστευεν εις το αληθές της ειδήσεως.
+
+Ολίγας ημέρας ύστερον, έλαβον επιστολήν φέρουσαν την ταχυδρομικήν
+σφραγίδα Χαλκίδος. Ο Μώρος έγραφεν από των ειρκτών της πόλεως
+εκείνης. Κατά σχήμα πρωθύστερον, εξετραγώδει εν πρώτοις τα βάσανά
+του και τα πάθη του εις τα μπουδρούμια του Βενετικού φρουρίου.
+Είτα, μετά συντριβής καρδίας, αλλά με διφορουμένας φράσεις και
+οιονεί μεταξύ των γραμμών, εξωμολογείτο ότι ίσως να εφόνευσε
+πράγματι τον άνθρωπον, τον γέρο-Πορταΐτην, τον λοστρόμον του
+πλοίου, αλλά χωρίς καλά να το εννοήση, και χωρίς να θέλη.
+(Πράγματι, δεν θα ήθελε να τον είχε φονεύσει). Ο εχθρός τον έβαλεν,
+αυτός δεν έπταιε τίποτε, το φονικό έγεινε στον καυγάν επάνω. Αυτός
+είχεν ευρεθή «εις βρασμόν ψυχής». Απεδείχθη μάλιστα ότι η μάχαιρα
+ήτον «του παθών». Ίσως να είχεν αποσπάσει, αλλά δεν ενθυμείτο πώς,
+την μάχαιραν από την μέσην του θύματος. Αυτός επίστευεν ότι του την
+είχεν αρπάσει μάλλον από την χείρα.
+
+Είτα και πάλιν επανήρχετο εις τα βάσανά του, όσα υπέφερε δύο μήνας
+τώρα, εις τας φυλακάς. Ακολούθως επεκαλείτο την φιλοστοργίαν της
+μητρός του, και την εξώρκιζε «να σηκωθή, — το δίχως άλλο — να πάη
+να βρη την Πορταΐτηνα», την χήραν του φονευθέντος, και την θυγατέρα
+του, και να τας παρακάλεση μετά δακρύων, «να κάμη νόμο-τρόπο», να
+τας καταφέρη όπως αι ίδιαι ζητήσουν την αθώωσιν του φονέως!
+
+«Να σηκωθής, μάνα, να μπαρκάρης, να πας πέρα, στην Πλατάνα, να την
+περικαλέσης, την Πορταΐτηνα, ως καθώς και την κόρη της, την
+Καρίκλεια, να της καταφέρης να ζητήσουν να βγω αθώος, κ' εγώ να
+γείνω παιδί τους, να πάρω και την Καρίκλεια γυναίκα μου, χωρίς
+προίκα, και να ζήσουμε καλά κι' αγαπημένα όλοι μας . . . Και να
+ιδούν πώς εγώ θα την αγαπώ, την Καρίκλεια, και πώς θα την έχω την
+πεθερά μου, να δουλεύω σα σκλάβος να της ζωοθρέφω, με πολλά καλά,
+γιατί εγώ είμαι άξιος και μπορώ να βγάλω λεπτά . . . » Περαίνων ο
+φονεύς, επανήρχετο εκ τρίτου εις τα βάσανά του, και υπέσχετο ότι,
+άμα εξέλθη των φυλακών, θα φέρη πολλά ωραία πράγματα και στολίδια,
+διά να προικίση τας δύο αδελφάς του, ακόμη και κούκλες και
+παιγνίδια διά τα μικρά κοράσια της μεγάλης αδελφής του, της
+Δελχαρώς.
+
+Λοιπόν δεν είναι παράδοξον αν η Φραγκογιαννού δεν εδίστασεν.
+Εχρεώθη ολίγα χρήματα, δούσα ενέχυρον ό,τι ασημικόν είχε, κ'
+εμβαρκάρησε, κ' επέρασε πέρα εις την αντικρυνήν νήσον, εις το
+χωρίον Πλατάναν, κ' επήγε να εύρη την Πορταΐταιναν. Αλλά παράδοξον
+είναι ότι, με την ευγλωττίαν της την περιπαθή, με την στωμυλίαν της
+την γυναικείαν, με τα χίλια ψεύματα όσα ήξευρεν — ήτο δε τότε η
+Φραγκογιαννού 55 ετών, αλλ' ακμαία γυνή και με ζωηρούς χαρακτήρας —
+κατώρθωσε να πείση την γραίαν, την χήραν του φονευθέντος
+(σημειώσατε ότι η μήτηρ και η κόρη έδωκαν και ξενίαν ακόμη εις την
+μητέρα του φονέως) να την πείση, λέγω, καταβάλλουσα τα έξοδα του
+ταξειδίου αυτή, ν' απέλθωσιν ομού εις την Χαλκίδα, με σκοπόν να
+ενεργήσωσιν από κοινού πλησίον της Εισαγγελίας, του Δικαστηρίου και
+των ενόρκων υπέρ της απαλλαγής ή της αθωώσεως του υποδίκου. Όσον
+αφορά την κόρην, «τον Καρίκλειαν», αύτη εδήλωσεν ότι εκδίκησιν δεν
+επιζητεί, επειδή «ο πατέρας της δεν έρχεται 'πίσω», μόνον ποτέ δεν
+θα θέληση τον φονέα ως άνδρα της· προτιμά να μένη ανύπανδρη εις τον
+αιώνα.
+
+Επήγαν ομού, αι δύο γραίαι, κ' έμειναν εις Χαλκίδα τρεις μήνας,
+κατοικούσαι εις τρώγλην, εις ένα τουρκόσπιστον — κοντά εις τα
+Εβραίικα, παρά την Άνω Πύλην του φρουρίου. Και καθημερινώς η
+Χαδούλα επήγαινεν εις τας ειρκτάς, τας πρωινάς ώρας, κατά την
+έξοδον των φυλακισμένων, συνοδευομένη συνήθως από την Πορταΐταιναν,
+ήτις όμως εκάθητο αντικρύ της ειρκτής κ' επερίμενε, μη θέλουσα να
+ίδη κατά πρόσωπον τον φονέα. Διερχόμενοι έξω από τον μέγαν και
+άκομψον παλαιόν ναόν της Αγίας Παρασκευής, έκαμναν τον σταυρόν των,
+και η μήτηρ έφερεν εις τον υπόδικον σιμίθια και σύκα και σαρδέλλες,
+και καπνόν διά την πίπαν του. Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του
+φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί,
+προς παρηγορίαν του φυλακισμένου.
+
+Αλλά δις ή τρις της εβδομάδος διά της Άνω Πύλης του φρουρίου
+εξήρχοντο κ' έβλεπαν κρεμάμενα εκεί, εις τον σκοτεινόν πυλώνα, την
+κνήμην του «Έλληνος γίγαντος», και το «τσαρούχι του», τεραστίου
+μεγέθους, επιφυλαττόμεναι, όταν θα επανέκαμπτον με το καλόν εις την
+πατρίδα, να διηγώνται κ' αι δύο το πράγμα εις τα εγγόνια των. Είτα
+διηυθύνοντο κατά την συνοικίαν Σουβάλαν, ή κατά τον Άγιον
+Δημήτριον, κ' επεσκέπτοντο τον Εισαγγελέα, όστις διά του γραφέως
+του τας απεδίωκε, και τους δικαστάς, οίτινες ενίοτε κατεδέχοντο να
+γελώσι μαζύ των.
+
+Τέλος όταν ωρίσθη η δίκη, εζήτησαν να πλησιάσουν τους ενόρκους,
+οίτινες είχον έλθει, άλλοι φουστανελλάδες, από τα ορεινά χωρία,
+άλλοι βρακάδες, από τας νήσους και τα παραθαλάσσια. Η Φραγκογιαννού
+υπέσχετο χιλίων λογιών δώρα εις όλους, και θα ήτον ικανή να τα
+δώση, αν είχε μοσχάτα κρασιά, ωραία, λάδια «κεχριμπάρι»,
+αστακοουρές, παστά κεφαλόπουλα, αυγοτάραχα, ξεροχτάποδα, εκλεκτά
+σύκα και παν ό,τι ηδύνατο να παράγη η νήσος της.
+
+Εις ένα των ενόρκων, άνθρωπον κίτρινον και βήχοντα, όστις εφαίνετο
+να πάσχη, υπεσχέθη αυτή να τον ιατρεύση, μ' ένα μαντζούνι που
+ήξευρεν. Όλ' αυτά δεν ίσχυσαν, και ο φονεύς κατεδικάσθη εις
+εικοσαετή δεσμά. Εναυάγησαν όλα τα σχέδια, ως και αυτή η συμπεθεριά
+μεταξύ της μητρός του φονέως και της χήρας του θύματος.
+
+Τώρα ανάγκη ήτο να επιστρέψωσιν εις την πατρίδα, αλλά τα ολίγα
+χρήματά των είχον εξαντληθή, και όσα είχον κομίσει μεθ' εαυτών και
+όσα είχε στείλει εν τω μεταξύ η Αμέρσα ξενοδουλεύουσα και υφαίνουσα
+εις την πατρίδα. Αφού η Φραγκογιαννού μάτην παρεκάλεσεν όσα πλοία
+έβλεπεν ετοιμαζόμενα να πλεύσωσι προς τον Μαλιακόν κόλπον ή προς
+την Ιστιαίαν, να παραλάβωσι τουλάχιστον την Πορταΐταιναν, ως
+γεροντοτέραν και ασθενεστέραν — αυτή διά τον εαυτόν της είχε το
+σχέδιόν της — όταν είδεν ότι οι διάφοροι κυβερνήται απήτουν όχι
+μόνον τον ναύλον, αλλά να έχη και τρόφιμα η επιβάτις, και αν την
+άφηναν εις την Στυλίδα ή τους Ωρεούς, ας κάμη καλά να εύρη πλοίον
+διά την πατρίδα της — εξεμυστηρεύθη το σχέδιόν της εις την
+Πορταΐταιναν.
+
+ — Εγώ, είπεν, είμαι ικανή να πάω στεριά, με τα ποδάρια μου, αποδώ
+ως την Αγίαν Άννα — λένε πως είναι δύο μέρες δρόμος — κ' εκεί θα
+βρούμε το ταχύπλο, το δικό μας που θα μας γνωρίση ο καπετάν
+Πετσερέλος, ο ταχυδρόμος, και θα μας πάρη. Τα έξοδά μου στο δρόμο
+θα τα οικονομήσω μαζεύοντας βότανα, χορτάρια, κι' αγριολάχανα, κι'
+όποια χριστιανή βρω κ' έχη το παιδί της άρρωστο, ή τον άνδρα της,
+θα της κάμω ψευτογιατρικά να βοηθήσω τον άνθρωπό της, να την
+υποχρεώσω . . . Μπορείς εσύ; Βαστούν τα κότσια σου;
+
+ — Τι θα κάμω; μπορώ, δεν μπορώ, απήντησεν η Πορταΐταινα. Καλλίτερα
+να πάμε συντροφιά, όπως ήρθαμε.
+
+Κ' εξεκίνησαν. Η Χαδούλα έκαμεν όπως είπε, μόνον πως αργοπόρησαν
+περισσότερον εις τον δρόμον, ένεκα της βραδυποδίας της
+Πορταΐταινας. Κ' επέτυχε μάλιστα υπέρ τας ελπίδας της. Όταν μετά
+μίαν εβδομάδα, έφθασεν εις την πατρίδα, είχε και περίσσευμα από την
+επιχείρησιν. Έφερεν εις την οικίαν της, εξ όσων της έδιδον δι'
+αμοιβήν των εκδουλεύσεών της, ένα σάκκον με σίτον, ως μίαν οκάν
+τυρίου, δύο όρνιθας, ένα μάλλινο χράμι, το οποίον της εχάρισαν, και
+ολίγας δραχμάς μετρητά. Εκ τούτων επλήρωσε γενναιοφρόνως και τον
+ναύλον της Πορταΐταινας, διά να υπάγη κι' αυτή εις την εστίαν της.
+
+Όλα ταύτα τα ενθυμείτο καλώς η Αμέρσα, επειδή η μάνα της δεν είχε
+παύσει να τα διηγήται έκτοτε. Τώρα είχον παρέλθει δώδεκα έτη, ο
+αδελφός της, ευρίσκετο ακόμη εις τας φυλακάς, ο πατήρ της προ
+πολλού είχεν αποθάνει, ο Στάθαρος κι' ο Γιαλής δεν επανήλθαν ποτέ
+από την Αμερικήν, ο μικρός ο Γιωργάκης κ' εκείνος είχε πάρει μεγάλα
+πέλαγα, η Κρινιώ κι' αυτή είχε μεγαλώσει, η Δελχαρώ είχε γεννήσει
+και πάλιν κόρην, κι' αυτή, η Αμέρσα, είχε μείνει γεροντοκόρη.
+
+Ζ'.
+
+Άκρα σιγή και ησυχία επεκράτησεν εντός του σκοτεινού θαλάμου, μετά
+τον τελευταίον βήχα και τον κλαυθμηρισμόν του θυγατρίου, τα οποία
+τόσον αποτόμως διεκόπησαν. Η Φραγκογιαννού είχε κύψει το πρόσωπόν
+της, και είχε στηρίξει με τας δύο χείρας το μέτωπον, και είχε
+παύσει να σκέπτεται. Της εφαίνετο ότι δεν έζη πλέον. Ούτε η πνοή
+της ηκούετο. Πας θόρυβος είχε παύσει. Ούτε φλοξ έβρεμεν εις την
+εστίαν, ούτε βόμβος ηκούετο, και το ημίκαυστον φιτύλιον του λίχνου
+έφεγγε θλιβερώς. Η μικρά κανδήλα προ πολλού είχε σβύσει εις το
+εικονοστάσιον, και αι μορφαί των αγίων δεν εφαίνοντο πλέον.
+
+Αίφνης η λεχώνα εξύπνησε μετά τιναγμού, εν μέσω της άκρας ηρεμίας.
+
+ — Τ' είναι, μάνα; είπε.
+
+Η μήτηρ της βλοσυρά, και ως εν φρεναπάτη την εκύτταξεν εις το φως
+του λυχναρίου.
+
+ — Τ' είναι! είπε, τίποτα. Ξύπνησες;
+
+ — Μου φάνηκε πως κάτι είπες . . . πως μ' εφώναξες, μέσ' τον ύπνο
+μου.
+
+ — Εγώ; . . . όχι. Ταυτιά σου κάμανε.
+
+ — Τι ώρα να είναι, μάνα;
+
+ — Τι ώρα; ξέρω 'γώ; . . . Τόσες φορές λάλησε και ξαναλάλησε τ'
+ορνίθι.
+
+ — Και συ δεν εκοιμήθης, μάνα;
+
+ — Εχόρτασα τον ύπνο καλά . . . Τρύπησε το πλευρό μου, είπεν η
+Φραγκογιαννού, ήτις δεν είχε κλείσει όμμα. Όπου είναι θα φέξη.
+
+Η λεχώνα εχασμήθη, κ' έκαμε το σημείον ταυ σταυρού επί του
+στόματος. Συγχρόνως δε ύψωσε το βλέμμα προς το μικρόν
+εικονοστάσιον, το οποίον αντίκρυζεν.
+
+ — Έχει σβύσει το κανδήλι, μάνα· δεν το άναβες;
+
+ — Δεν το αγροίκησα, θυγατέρα, είπεν η γραία· εκοιμώμουν βαθειά.
+
+ — Και το παιδί κοιμάται, βλέπω, ήσυχα. Πώς τώπαθε;
+
+ — Ησύχασε κι' αυτό τώρα πλεια, είπεν η γραία.
+
+ — Κ' εμένα μου πονεί το βυζί μου, είπεν η λεχώ· άρχισε να κατεβάζη
+πολύ τώρα. Ήθελα να ήτον ξυπνητό να το βύζαινα.
+
+ — Ε! τι να γείνη . . . Θα βρούμε κανένα παιδί, είπεν η γραία.
+
+ — Τι λες, μάνα;
+
+Η γραία δεν απήντησεν. Ήθελε κάτι να είπη. Δεν ήξευρε τι να είπη.
+
+ — Δεν κάνεις τον κόπο νανάψης το κανδήλι, μάνα;
+
+ — Αν θέλης, σηκώσου συ κι' άναψέ το· δεν έχω χέρια . . .
+
+ — Πώς!
+
+ — Πιάστηκε πλειά το χεράκι μου.
+
+ — Τι λες; 'Σε καλό σου, μάνα· εγώ, που δεν έχω πάρει ευχή, κάνει
+ν' ανάψω το κανδήλι;
+
+Την στιγμήν εκείνην, καθώς είπε «πιάστηκε το χεράκι μου», επανήλθε
+πρώτην φοράν εις τον νουν της γραίας το όνειρον της Αμέρσας.
+
+Δεν ηδυνήθη να κρατηθή, και έπνιξεν εις τα στήθη της βαθύν λυγμόν.
+
+ — Τι έχεις, μάνα;
+
+Και η λεχώ επήδησε κάτω από την χαμηλήν κλίνην.
+
+ — Δεν είναι καλά, το παιδί;
+
+Φωναί και σπαραγμός και κλαύματα ηκούσθησαν. Η μήτηρ εύρισκε το
+θυγάτριόν της νεκρόν εντός του λίκνου.
+
+Από τον θόρυβον, εξύπνησεν εις το διπλανόν χώρισμα ο Κωνσταντής,
+όστις είχε χορτάσει καλά τον ύπνον.
+
+ — Τι είναι; έκραξε τρίβων τους οφθαλμούς.
+
+Εχασμήθη, ετανύσθη, ετινάχθη, κ' έτρεξεν εις την θύραν του θαλάμου.
+
+ — Βρε! τι κάνετε σεις; . . . Θα σηκώσετε τον κόσμο στο ποδάρι . .
+. Μήγαρις μας αφήνετε, μπάρεμ, να πάρουμ' ένα ύπνο απ' της φωνές
+σας;
+
+Κανείς δεν απήντησεν εις τας διαμαρτυρίας του Κωνσταντή.
+
+Η σύζυγός του έκυπτε, πνίγουσα τους λυγμούς της, επί του λίκνου. Η
+πενθερά του εκάθητο συνάπτουσα τας χείρας, αινιγματώδης, σφίγγουσα
+τους οδόντας, με απλανές το βλέμμα. Μετά τον πρώτον ακούσιον λυγμόν
+της, δεν είχεν εκβάλει πλέον άλλην φωνήν.
+
+ — Τι! . . . πέθανε το παιδί; . . . Βρε! . . . έκαμεν ο Κωνσταντής,
+μείνας με ανοικτόν το στόμα.
+
+Είτα προσέθηκε·
+
+ — Για ταύτο έβλεπα κάτι ανάποδα όνειρα, ζάβαλε! . . .
+
+Η Δελχαρώ, ανακύψασα προς στιγμήν από του λίκνου, συνέχουσα τους
+λυγμούς της, είπε·
+
+ — Μάνα, δεν θα φέρης τα ρουχάκια του, να ταλλάξουμε; . . . Πού
+είν' η Αμέρσα;
+
+Η Φραγκογιαννού δεν απήντησε.
+
+ — Πού είναι η Αμέρσα, μάνα; επανέλαβε, ψαύσασα τον αγκώνα της
+μητρός της η Δελχαρώ.
+
+Η Φραγκογιαννού ανετινάχθη ως να την έθιξεν άκανθα ή κέντρον
+νάρκης.
+
+ — Η Αμέρσα, πού είναι; στο σπίτι μας!. . απήντησε.
+
+ — Δεν είχεν έρθει 'δω η Αμέρσα; Μου φάνηκε πως άκουσα τη φωνή της
+μέσ' τον ύπνο μου, είπεν η λεχώνα.
+
+ — Ας πάη να την φωνάξη, είπεν η γραία, νεύουσα με τον κανθόν του
+όμματος προς τον γαμβρόν της.
+
+ — Κωσταντή, πας να φωνάξης την Αμέρσα; είπεν η λεχώ προς τον
+σύζυγόν της.
+
+ — Πάω. Ακούς, λέει! . . . Ωχ! κρίμα, ζάβαλε! Καλά που το βαφτίσαμε
+κι' όλας.
+
+Ο Νταντής έκυψεν εις το πάτωμα του μικρού προδόμου εις το σκότος,
+ψηλαφών να εύρη τα παληοπάπουτσά του να τα φορέση. Έκαμνε μικρόν
+θόρυβον, κρούων διαφορά ζεύγη παλαιών τσοκάρων προς άλληλα και επί
+των σανίδων του πατώματος.
+
+ — Πού είναι τα παληοκατσάρια μου; είπε.
+
+Τέλος εφόρεσεν έν ζεύγος πατημένον γυναικείων εμβάδων, τας οποίας
+εύρε, και αίτινες εκάλυπτον μόνον τους δακτύλους των ποδών και
+μέρος του ταρσού, αφήνουσαι έξω όλην την πτέρναν. Άλλον θόρυβον
+έκαμε διά ν' ανοίξη την θύραν, μη ευρίσκων εις το σκότος τον σύρτην
+ούτε το μάνδαλον. Αφού ήνοιξε την θύραν, επανήλθεν αίφνης οπίσω.
+
+ — Ακούς, Δελχαρώ, είπε, της Αμέρσας μονάχα να πω να 'ρθή, ή να
+'ρθή και το Κρινιώ μαζύ; Τι λες εσύ, πεθερά;
+
+Και η Φραγκογιαννού ανυπόμονος·
+
+ — Πήγαινε τώρα, τι φέρνεις γύρο; είπε. Ας ερθή όποιος ερθή!
+
+Η Δελχαρώ εθρήνει ηρέμα κύπτουσα επί του λύκνου. Ο Νταντής πριν
+εξέλθη, έρριψε βλέμμα εις το λίκνον και εις την σύζυγόν του.
+
+ — Αχ! κρίμα, ζάβαλε! είπε . . . Κ' έβλεπα κάτι όνειρα! . . . βρε,
+παιδιά!
+
+Κ' εξήλθε δρομαίος.
+
+Η'.
+
+Την εβδομάδα των Βαΐων, μίαν πρωίαν, απήλθεν η Φραγκογιαννού
+ολομόναχη εις την εξοχήν, προς της Μαμούς το ρέμμα. Ήθελε να
+επισκεφθή τον μικρόν ελαιώνα, τον οποίον ως «ψυχομοίρι» είχε λάβει
+από μίαν εύπορον οπωσούν κουμπάραν της αποθανούσαν άκληρον, και εις
+την οποίαν είχε προσφέρει εκδουλεύσεις. Το ήμισυ του ελαιώνος
+τούτου είχε δώσει ως προίκα εις την Δελχαρώ, το άλλο ήμισυ κατείχεν
+ακόμη η γραία.
+
+Ολίγαι εβδομάδες είχον παρέλθει από τα γεγονότα τα οποία
+διηγήθημεν. Ουδείς δυσανάλογος θόρυβος είχε γείνει διά το μικρόν
+θυγάτριον της Δελχαρώς της Τραχήλαινας, το οποίον έθαψαν την αυτήν
+ημέραν. Η μήτηρ του βρέφους, αν και είδε μέλανα τινα σημεία περί
+τον λαιμόν του μικρού παιδιού, δεν θα ετόλμα ποτέ να κάμη λόγον,
+ούτε άλλος θα επίστευε το έγκλημα της μητρός της. Προφανώς το
+παιδίον είχεν αποθάνει από τον κοκκίτην.
+
+Ο μόνος ιατρός, όστις υπήρχεν από χρόνων εις το χωρίον, ο
+φιλάνθρωπος Βαυαρός Β. έτυχεν απών. Είχεν ακουσθή και πάλιν χολέρα
+εις την Αίγυπτον, και το υπουργείον των Εσωτερικών συνείθιζε ν'
+αποστέλλη κατ' εκλογήν τον ιατρόν τούτον εις την διεύθυνσιν του εν
+Δήλω λοιμοκαθαρτηρίου.
+
+Αντ' αυτού η κυβέρνησις είχε στείλει προσωρινώς ως υγειονόμον
+γηραιόν τινα ιατρόν, τον κ. Μ., όστις δεν είχε φθάσει ακόμη. Εν τω
+μεταξύ υπήρχεν είς απόφοιτος της ιατρικής, διατρίβων εν τη νήσω.
+Ούτος κληθείς υπό της δημοτικής αστυνομίας όπως βεβαιώση τον
+θάνατον, εκύτταξεν επιπολαίως το πρόσωπον του νεκρού βρέφους,
+παρεπονέθη διατί να μην τον φωνάξουν ενόσω τούτο έζη, κ' έδωκε το
+«ενταφιαστήριον», γράψας «εκ σπασμώδους βηχός».
+
+Η γραία Χαδούλα από της ημέρας εκείνης έζησε ζωήν τύψεων,
+ανησυχίας, και μ' εξωτερικόν σχήμα ως να είχε τέφραν επί της κόμης
+της ψαράς, τόσον ελαφρώς κυπτήν και ακίνητον ετήρει την κεφαλήν
+της, και ως να εφόρει την μακράν μαύρην μανδήλαν της ως σάκκον
+μετανοίας. Όταν εμβήκεν η μεγάλη σαρακοστή, άρχισε να συχνάζη εις
+την εκκλησίαν, έκαμνε πολλάς και βαθείας γονυκλισίας, εμελέτα να
+εξομολογηθή, και ανέβαλλεν. Ενήστευεν άνευ ελαίου ξηροφαγούσα τας
+πέντε ημέρας εκάστης εβδομάδος, και είχε βαστάξει «τρίμερο» την
+πρώτην εβδομάδα και το μισοσαράκοστον. Εντρέπετο να βλέπη την κόρην
+της, την Δελχαρώ, και απέφευγε ν' αντικρύση το βλέμμα της.
+
+Την ημέραν λοιπόν εκείνην, της εβδομάδος των Βαΐων, έφθασεν η
+Φραγκογιαννού λίαν πρωί εις την κορυφήν του υψηλού πετρώδους λόφου,
+του αντικρύζοντος εκ δυσμών την πολίχνην, και οπόθεν μελαγχολικό
+πίπτει το βλέμμα επί του μικρού κοιμητηρίου, απλουμένου κάτω, επί
+υψηλής θαλασσοπλήκτου λωρίδας γης, με τα λευκά μνήματα, και ευθύς
+φεύγει ζητούν φαιδρότητα και ζωήν εις τα γαλανά κύματα, εις τον
+ευρύν τριπλούν λιμένα, και εις τα χλοερά, χαρίεντα νησίδια, τα
+φράττοντα τούτον εξ ανατολών και μεσημβρίας. Επάνω της κορυφής
+εκείνης ίστατο ερημικόν, άποπτον, ως φανός την ημέραν λάμπων, το
+εξωκλήσιον του Άγιου Αντωνίου. Η Φραγκογιαννού διήλθεν έξωθεν,
+ποιούσα το σημείον του Σταυρού, κ' ενώ είχε σκοπόν να εισέλθη, την
+τελευταίαν στιγμήν εδίστασε, κ' εξηκολούθησε τον δρόμον της. «Δεν
+είμαι άξια, είπε μέσα της, να μπω 'ς ένα ξωκλήσι που τόσο συχνά
+λειτουργιέται . . . Ας πάω καλλίτερα στον Άι-Γιάννη τον Κρυφό».
+
+Μετά τούτο έφθασεν εις τον ελαιώνα, επεθεώρησεν έν προς έν όλα τα
+ελαιόδενδρα διά να ιδή αν ήσαν φουσκωμένα ήδη. Ήτο ήδη περί τα μέσα
+Απριλίου, το δε Πάσχα ήρχετο όψιμον. Παρεκάλει μέσα της τον Χριστόν
+«να δώση λαδάκι, για ν' αναπλέψ' η φτώχεια». Από δύο ετών, τω όντι,
+δεν είχαν καρπίσει η εληές, είχε δε αναφανή και μία ύπουλος
+ασθένεια, φθείρουσα τον καρπόν, και μαυρίζουσα τους κλώνας των
+δένδρων.
+
+Αφού έμεινεν επ' ολίγον εις τον ελαιώνα, εσηκώθη, στρέφουσα
+πολλάκις την κεφαλήν οπίσω, ως διά ν' αποχαιρετίση τα ελαιόδενδρα
+και απεμακρύνθη. Έφθασε κάτω εις το ρεύμα και ήρχισε να το
+ανέρχεται, καθώς πολλάκις συνείθιζε. Φέρουσα το καλάθιόν της υπό
+τον αριστερόν αγκώνα, κρατούσα το μαχαιράκι της με την χείρα την
+δεξιάν, έκυπτε παντού, εις όσα μέρη αυτή εγνώριζε, κ' έψαχνε να
+εύρη καυκαλήθρες και ζοχάρια και μυρώνια, και άνηθον διά να γεμίση
+το καλαθάκι της, να κάμη πήτταν, το Σάββατον του Λαζάρου, να φάγη
+αυτή κ' αι θυγατέρες της, αλλά να προσφέρη κ' εις της γειτόνισσες,
+από τας οποίας χάσιμον δεν είχεν.
+
+Εκτός των αγριολαχάνων τούτων, τα οποία όλαι εγνώριζον να
+συλλέγουν, η Χαδούλα ήξευρεν άλλα βότανα, χρήσιμα ως φάρμακα διά
+τους ασθενείς, το τρίμερο, και την δρακοντιά και την αγριοκρομμύδα,
+ανάμεσα εις τας κομάρους και τας πτέριδας, και παρά τας ρίζας των
+αγρίων δένδρων, και τους μήκητας και τας ακάνθας και τας κνίδας,
+καθώς και το πολυτρίχι εις τους μικρούς καταρράκτας του ρεύματος —
+το οποίον λέγουν ότι είναι φάρμακον διά τας λεχούς τας πυρεσσούσας.
+
+Αφού συνέλεξεν ικανά βότανα και εκ του είδους των ιαματικών τούτων,
+τα οποία ετύλιξεν εις χωριστόν μανδήλι εντός του καλαθιού, και η
+ώρα έκλινεν ήδη προς το δειλινόν, και ο ήλιος επλησίαζεν εις την
+κορυφήν του βουνού, εντός του ρεύματος βαθεία ήτο η σκιά, και ο
+θρους των βημάτων της αντήχει ως δούπος σκληρός εις το βάθος της
+ψυχής της.
+
+Η γραία ανήρχετο ήδη υψηλότερα, προς την απότομον κορυφήν του
+ρεύματος. Κάτω εχαράττετο βαθύ το ποτάμιον, τ' Αχειλά το ρέμμα, και
+όλην την βαθείαν κοιλάδα μετά ηρέμου μορμυρισμού διέτρεχε το ρεύμα,
+κατά το φαινόμενον ακινητούν, λιμνάζον, αλλά πράγματι αενάως
+κινούμενον υπό τας μακράς βαθυκόμους πλατάνους· ανάμεσα εις βρύα
+και θάμνους και πτέριδας, εφλοίσβιζε μυστικά, εφίλει τους κορμούς
+των δένδρων, έρπον οφιοειδώς κατά μήκος της κοιλάδος, πρασινωπόν
+από τας ανταυγείας τας χλοεράς, φιλούν και άμα δάκνον τους βράχους
+και τας ρίζας, νάμα μορμύρον, αθόλωτον, βρίθον από μικρά
+καβουράκια, τα οποία έτρεχον να κρυβώσιν εις το θόλωμα της άμμου,
+άμα κανέν βοσκόπουλον, αφήνον τας ολίγας αμνάδας να βόσκουν εις την
+δροσεράν χλόην, ήρχετο να κύψη εις το ρεύμα, και ανεσήκωνε πέτραν
+τινά διά να τα κυνηγήση. Το λάλον, ασίγητον κελάδημα των κοσσύφων
+αντήχει αρμονικόν εις το δάσος, το περιστέφον όλην την δυτικήν
+κλιτύν, και ανέρπον εις την κορυφήν του Αναγύρου, έως την
+Αετοφωλιάν επάνω — όπου ελέγετο ότι είς θαλασσαετός είχε κατοικήσει
+επί τρεις γενεάς ανθρώπων εκεί, και τέλος εξέλιπε χωρίς ν' αφήση
+αετόπουλα. Εις την ερημωθείσαν φωλεάν του ευρέθη ολόκληρον μουσείον
+από τεράστια κόκκαλα θαλασσίων όφεων, φωκών, καρχαριών και άλλων
+εναλίων θηρίων, τα οποία είχε ξεφαντώσει κατά καιρούς ο μέγας και
+κραταιός όρνις των θαλασσών, με το γρυπόν ράμφος του το κυανωπόν,
+και με το τεφρόν μεγαλοπρεπές πτέρωμα.
+
+Επάνω εις την κορυφήν του ρεύματος, εις ένα ζυγόν σχηματιζόμενον
+μεταξύ δύο βουνών, ανάμεσα εις του Κονόμου τα ρόγγια και εις τον
+Μικρόν Ανάγυρον, εκεί ευρίσκετο από παλαιόν καιρόν το αρχαίον,
+έρημον μονύδριον, ο Άι-Γιάννης ο Κρυφός. Ήτο πράγματι κρυφός,
+κείμενος όπισθεν του μικρού αυχένος, καλυπτόμενος από τα δύο βουνά,
+και από πυκνήν λόχμην. Είτε εκ του βορείου μέρους ήρχετό τις, όπως
+τώρα η Φραγκογιαννού από τ' Αχειλά το ρέμμα, είτε εκ του
+μεσημβρινού, εκ της τοποθεσίας της καλουμένης του Κονόμου τα
+ρόγγια, και αν εγγύτατα διήρχετο πλησίον του παλαιού σεβάσματος,
+ήτο αδύνατον να υποπτεύση την ύπαρξίν του, αν δεν εγνώριζε καλώς τα
+μέρη, όπως τα εγνώριζεν η Φραγκογιαννού.
+
+Ο περίβολος και τα ολίγα κελλία ήσαν ερείπιον από πολλού. Ο ναΐσκος
+ωρθούτο ακόμη, αλλ' ήτον έρημος και αλειτούργητος. Το καθολικόν
+εστεγάζετο ακόμη, αλλ' εις το άγιον βήμα η στέγη είχε καταρρεύσει
+προς το βόρειον, αι δε πλάκες της σκεπής και τα συντρίμματα είχον
+καλύψει το θυσιαστήριον· υπήρχε ξύλινον τέμπλον, πάλαι ποτέ γλυπτόν
+και χρυσωμένον, εφθαρμένον και δυσγνώριστον, αλλ' αι εικόνες
+έλειπον. Αι ολίγαι τοιχογραφίαι είχον φθαρή από την υγρασίαν, και
+τα πρόσωπα των Αγίων δεν διεκρίνοντο πλέον.
+
+Μόνον δεξιόθεν του χορού υπήρχε μία τοιχογραφία παριστώσα τον Άγιον
+Ιωάννην τον Πρόδρομον μαρτυρούντα τον Χριστόν. «Ίδε ο Αμνός του
+Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Το πρόσωπον και η χειρ του
+Βαπτιστού, τεινομένη και δεικνύουσα, διεκρίνοντο οπωσούν καλώς. Το
+πρόσωπον του Σωτήρος λίαν αμυδρώς εφαίνετο επί του υγρού τοίχου.
+
+Τον Άι-Γιάννην τον Κρυφόν επεκαλούντο τον παλαιόν καιρόν όλοι όσοι
+είχον «κρυφόν πόνον» ή κρυφήν αμαρτίαν. Η γραία Χαδούλα εγνώριζε
+την δοξασίαν ή το έθιμον τούτο, και διά τούτο ενθυμήθη να έλθη
+σήμερον εις τον παλαιόν, έρημον ναΐσκον, όπως προσφέρη τας ικεσίας
+της. Προέκρινε τον ναόν τον αλειτούργητον, αφού και εις την
+ενοριακήν εκκλησίαν, όπου εσύχναζεν όλην την σαρακοστήν, ετόλμα
+μόνον να εισέρχεται μάλλον εις τον νάρθηκα, όπισθεν του ενός φύλλου
+της γυναικείας πύλης, του κλεισμένου με τον σύρτην — ως να ησθάνετο
+την ανάγκην να είν' ετοίμη προς φυγήν, άμα την εδίωκέ τις! Και δεν
+εφοβείτο τόσον μη την διώξη ο Παπανικόλας, ο αυστηρός και ασκητικός
+εφημέριος, ή ο κυρ Δημητρός ο επίτροπος, όστις πάντοτε εγόγγυζε και
+ήτο τραχύς προς τας γραίας, αίτινες επέμενον μη θέλουσαι ν'
+ανέρχονται εις τον γυναικωνίτην, και απήτουν να έχουν διαρκώς
+μικρόν, περίφρακτον με σειράς στασιδίων διαμέρισμα εις την
+βορειοδυτικήν γωνίαν του ναού· αλλ' εφοβείτο τον Αρχάγγελον, τον
+αγριωπόν, όστις ήτο ζωγραφισμένος μεγαλωστί επί της βορείας πύλης
+του ναού, με την ρομφαίαν του την φλογίνην εις την χείρα.
+
+Εισήλθεν εις τον έρημον ναΐσκον, άναψεν έν κηρίον, το οποίον είχεν
+εις το καλάθι της μαζύ με ολίγα πυρεία, κ' έκαμε τρεις στρωτάς
+γονυκλισίας εμπρός εις την τοιχογραφίαν την ημιφθαρμένην. Είτα,
+ανακυκλούσα εις τον νουν την έμμονον ιδέαν, ήτις της είχε κολλήσει,
+χωρίς να την εκφράζη μεγαλοφώνος, είπε με φωνήν, την οποίαν θα
+ηδύνατο ν' ακούση τις, αν παρίστατο μάρτυς της σκηνής εκείνης: «Αν
+έκαμα καλά, Άι-Γιάννη μου, να μου δώσης σημείο σήμερα. . να κάμω μία
+καλή πράξι, ένα ψυχικό, για να γαληνιάσ' η ψυχή μου κ' η καρδούλα
+μου! . . . »
+
+Θ'.
+
+Αφού είχε γεμίσει το καλάθι της, και ο ήλιος έκλινε πολύ χαμηλά,
+καθώς εξήλθε του ερήμου ναΐσκου, η γραία Χαδούλα εκίνησε να
+επιστρέψη εις την πολίχνην. Κατήλθε πάλιν το ρέμμα-ρέμμα εις τα
+οπίσω εστράφη δεξιά, άρχισε ν' ανηφορίζη προς τον λόφον του Άγ.
+Αντωνίου, οπόθεν είχεν έλθει. Μόνον πριν φθάση ακόμη εις την
+κορυφήν του λόφου, εφ' ου ίσταται το παρεκκλήσιον, και οπόθεν
+ανοίγεται μεγάλη θέα προς τον λιμένα και την πόλιν, είδεν εκεί
+δεξιά της χαμηλά εις το βάθος μικράς κοιλάδος, ήτις καλείται της
+Μάμους το ρέμμα, και τέμνει κατ' αμβλείαν γωνίαν την άλλην βαθείαν
+κοιλάδα του Αχειλά, τον ευρύν και καλώς καλλιεργημένον κήπον του
+Γιάννη του Περιβολά, και είπε μέσα της·
+
+«Ας πάω στον μπαχτσέ του Γιάννη, να του γυρέψω κανένα μάτσο
+κρομμύδια, ή κανένα μαρούλι, να με φιλέψη . . . Τι θα χάσω;»
+
+Συγχρόνως, ανεπόλησε την στιγμήν εκείνην, ό,τι προ ημερών είχεν
+ακούσει· ότι η γυναίκα του Γιάννη του Περιβολά ήτον άρρωστη. Ηγνόει
+αν αύτη ευρίκετο τώρα εις την καλύβην την εντός του κήπου, παρά την
+είσοδον, ή αν ενοσηλεύετο εις την πόλιν. Αλλ' επειδή ο κηπουρός ο
+ίδιος θα ευρίσκετο εξ άπαντος εδώ, (συνεπέρανεν, επειδή έβλεπε
+μακρόθεν ανοικτήν την θύραν του περιβόλου) εσυλλογίσθη να του
+πουλήση δούλευσιν, με τα βότανα που είχε στο καλαθάκι της,
+υποσχομένη αυτώ «μαντζούνια» προς ίασιν της γυναικός του. Είτα
+ευθύς πάλιν είπε καθ' εαυτήν·
+
+«Τι δούλεψι να κάμη κανείς στη φτώχεια! . . . Η μεγαλείτερη
+καλωσύνη που μπορούσε να τους κάμη θα ήτον να είχε κανείς
+στερφοβότανο να τους δώση. (Θε μ', σχώρεσέ με!) Ας ήτον και
+παλληκαροβότανο! επέφερε. Γιατί κάνει όλο κοριτσάκια, κι' αυτή η
+φτωχιά! . . . Θαρρώ πως έχει πέντ' έξη ως τώρα. Δεν ξέρω αν της έχη
+πεθάνει κανένα . . . απ' αυτά τα εφτάψυχα!»
+
+Είχεν ερευνήσει, τω όντι, επί χρόνους πολλούς, εις τα βουνά και τας
+φάραγγας, όπως εύρη «παλληκαροβότανο» διά την κόρην της, αλλ'
+εκείνο το οποίον της είχε δώσει δεν επέτυχεν εξ εναντίας, ενήργησε
+μάλλον ως «κοριτσοβότανο». Και όμως εις αυτήν άλλοτε, όταν της το
+έδωκεν η ανδραδέλφη της, είχε τελεσφορήσει, διότι έκαμε τέσσαρας
+υιούς, και μόνον τρεις θυγατέρας. Όσον αφορά το «στερφοβότανο», ο
+πνευματικός της είχεν ειπεί προ χρόνων ότι είναι μεγάλη αμαρτία.
+
+Πριν φθάση εις την θύραν του κήπου, καθώς κατήρχετο τον δρομίσκον
+της κλιτύος, είδεν ότι ο Γιάννης ο Περιβολάς δεν ευρίσκετο εντός
+του κήπου, αλλ' ήτο την στιγμήν εκείνην εις τον γειτονικόν αγρόν,
+τον οποίον είχε φαίνεται ενοικιάσει ως κολλήγας από τον γείτονα. Ο
+αγρός ήτο σπαρμένος κριθήν λίαν χλοάζουσαν και σπιθαμιαίαν ήδη,
+εκείτο δε επί χαμηλοτέρου από τον κήπον επιπέδου, ως ύψος γόνατος.
+Ο Γιάννης, σκυμμένος εις μίαν άκρην του αγρού, ως φαίνεται,
+εβοτάνιζεν, ήτοι εξερρίζωνε τ' άσχημα χόρτα και τα ζιζάνια ανάμεσα
+εις το σπαρτόν, ενόσω ήτο ακόμη ενωρίς, και ο ήλιος έδυεν ήδη.
+Ευρίσκετο πέραν της άλλης άκρας του κήπου, και όταν η Γιαννού
+επλησίασεν εις την θύραν του περιβόλου, δεν τον έβλεπε πλέον,
+κρυπτόμενον όπισθεν του πυκνού φράκτου, εις ικανήν απόστασιν, ώστε
+δεν ημπόρεσε να του φωνάξη μακρόθεν την καλησπέραν. Εκείνος κύπτων,
+όλος έκδοτος εις την εργασίαν του, ούτε την είδεν.
+
+Η γραία Χαδούλα εισήλθε. Πλησίον της θύρας ήτον η καλύβη, ικανώς
+λευκάζουσα, με εξωτερικόν όχι πολύ ακμαίον ούτε καθάριον. Εφαίνετο
+ότι προ πολλού χρόνου δεν είχεν ασβεστωθή, κ' εμαρτύρει περί της
+αρρωστίας της οικοκυράς. Αταξία εργαλείων, χόρτων και δεμάτων
+υπήρχεν έμπροσθεν ταύτης. Η θύρα ήτο κλειστή. Τα δύο παράθυρα
+κλειστά. Μόνον είς φεγγίτης με ύαλον υπήρχε προς τα άνω, αλλά διά
+να φθάση ως εκεί επάνω η Φραγκογιαννού, διά να στηλώση το ανάστημά
+της και ίδη αν ήτον άνθρωπος μέσα, έπρεπε ν' ανέλθη τας δύο ή τρεις
+βαθμίδας, και να φθάση εις το μικρόν, άφρακτον σανίδωμα, το
+καλούμενον «χαγιάτι».
+
+Ενώ εδίσταζεν, αν έπρεπεν ούτω να κάμη, ή μάλλον ν' ανέλθη απλώς
+εις το χαγιάτι και να κρούση την θύραν, ήκουσε φωνάς μικρών
+κορασιών. Ολίγον παρέκει ήτον το πηγάδι με τον μάγγανον, και δίπλα
+η στέρνα, χαμηλή, βαθεία, με τας όχθας μόλις ανεχούσας υπεράνω της
+επιφανείας της γης. Επάνω εις αυτήν την κτιστήν όχθην, παρά το
+χείλος της στέρνας, εκάθηντο δύο μικρά κοράσια, το έν ως πέντε
+ετών, το άλλο ως τριών ετών, και έπαιζαν με μίαν καλαμιάν και με
+σπάγγον και έν καρφίον δεμένον εις την άκρην, ως να εψάρευαν τάχα
+εντός της στέρνας.
+
+ — Να! . . . μου έδωκε το σημείο ο Άι-Γιάννης, είπε μέσα της σχεδόν
+ακουσίως η Φραγκογιαννού, άμα είδε τα δύο θυγάτρια . . . Τι
+λευθεριά θα της έκαναν της φτωχιάς της Περιβολούς, αν ίσως έπεφταν
+μέσ' στη στέρνα κ' εκολυμπούσαν! . . . Να ιδούμε, έχει νερό;
+
+Πλησιάσασα έκυψε, και είδεν ότι η στέρνα ήτο σχεδόν γεμάτη· ως δύο
+τρίτα οργυιάς νερού.
+
+ — Τι τ' αφήνει εδώ, 'κείνος ο πατέρας τους, μικρά κορίτσια, είπε
+πάλιν η Φραγκογιανού. Τάχα δεν μπορούν να πέσουν και μοναχά τους
+μέσα; . . .
+
+Έστρεψεν ανήσυχον βλέμμα προς την καλύβην. Αλλ' αυτή είχε την όψιν
+ότι δεν υπήρχεν άνθρωπος μέσα.
+
+Εκύτταξε μετά περιεργείας τα δύο κοράσια. Το μεγαλείτερον τούτων
+ωραίον, ξανθόν, αν και σχεδόν άνιπτον, έκαμνεν ωραίαν εντύπωσιν. Το
+μικρότερον, χλωμόν, κακονδυμένον, εφαίνετο μάλλον να πάσχει από
+«ζούραν», ήτοι παιδικόν μαρασμόν.
+
+ — Κοριτσάκια, είπεν η Φραγκογιαννού, τι εκάνετ' εδώ;. . . Πού είν' η
+μάνα σας;
+
+Το μεγαλείτερον κοράσιον απήντησε·
+
+ — Πίτι.
+
+ — Στο σπίτι, ηρμήνευσεν η γραία. Μα πού στο σπίτι; Εδώ ή στο
+χωριό;
+
+ — Ζεν είναι ζω, είπε πάλιν το μικρόν.
+
+Φαίνεται ότι εξετέλει εντολήν του πατρός της, μη θέλοντος να
+ενοχλώσιν οι διαβάται την άρρωστην. Αύτη, άλλως, ευρίσκετο πράγματι
+εντός της καλύβης, καίτοι τα παράθυρα ήσαν κλειστά, ίσως διά να μη
+την βλάπτη ο εσπερινός αήρ του ρεύματος. Φαίνεται ότι ο σύζυγός της
+προ ολίγου μόνον είχε κατέλθη εις τον γειτονικόν αγρόν, προς μικράν
+συμπληρωτικήν εργασίαν, και είχεν οκνήσει ή νομίσει περιττόν να
+κλείση και την θύραν του περιβόλου του λαχανοκήπου.
+
+Η γραία Χαδούλα, ηρώτησε πάλιν:
+
+ — Κ' είναι στο χωριό η μάνα σας; Και σεις πώς είστε 'δω μοναχά
+σας;
+
+ — Είναι πατέλας ζω, είπεν η μικρά.
+
+ — Πού;
+
+ — Εκεί κάτω, έδειξεν η μικρά.
+
+ — Και τι κάνει;
+
+Η παιδίσκη έσειε τους ώμους. Δεν ήξευρε τι να ειπή. Τέλος
+επρόφερεν:
+
+ — Έχει ζ' λειά· (έχει δουλειά).
+
+ — Πώς σε λένε, κορίτσι μου;
+
+ — Μένα; Μ' σούδα (Μυρσούδα).
+
+ — Και την αδερφή σου;
+
+ — Τούλα (Αρετούλα).
+
+Η Φραγκογιαννού εσκέφθη· «Θα φωνάξουν τάχα; . . . Θ' ακουστή; Πού
+ν' ακουστή! . . . Πρέπει να κάμω γρήγορα, προσέθηκε μέσα της. Αυτός,
+όπου είναι, τώρα σε 'λίγο, θάρθη 'δω, γιατί θα σουρουπώσει, και δε
+θα βλέπη να κάνη δουλειά εκεί κάτω . . . Και πρέπει να φεύγω το
+γληγορώτερο, χωρίς να με ιδή όπως δεν με είδε ως τώρα».
+
+Εδίστασε προς στιγμήν. Ησθάνθη μέσα της φοβεράν πάλην.
+
+Είτα είπε, σχεδόν μεγαλοφώνως· «Καρδιά! . . . αυτό είναι μια
+απόφαση».
+
+Και δράξασα με τας δύο χείρας τα δύο κοράσια, τα ώθησε με μεγάλην
+βίαν.
+
+Ηκούσθη μέγας πλαταγισμός.
+
+Τα δύο πλάσματα έπλεαν εις το νερόν της στέρνας.
+
+Η μεγαλειτέρα κορασίς έρρηξεν οξείαν κραυγήν, ήτις αντήχησεν εις
+την μοναξίαν της εσπέρας.
+
+ — Μα . . .!
+
+Εξ εμφύτου ορμής, η Φραγκογιαννού έστρεψε το πρόσωπον προς την
+λευκήν καλύβην, όπου μέχρι τούδε είχεν εστραμμένα τα νώτα.
+
+Και συγχρόνως ητοιμάζετο να φύγη, και συνάμα έστρεφε τον κανθόν του
+όμματος προς την στέρναν, διά να ιδή αν διήρκει η αγωνία.
+
+Ανέλαβε το καλάθι της, το οποίον είχεν αποθέσει κατά γης, και
+απεμακρύνθη δύο βήματα.
+
+Τα δύο μικρά πλάσματα ήσπαιρον μέσα εις το νερόν. Η μικρά είχε
+βυθισθή ήδη. Η μεγαλειτέρα επάλαιε.
+
+Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, η γραία ήκουσεν όπισθέν της κρότου θύρας
+ανοιγομένης, και ασθενή φωνήν.
+
+Εστράφη. Η θύρα της καλύβης είχεν ανοιχθή. Η άρρωστη γυνή, η μήτηρ
+των δύο κορασιών, ωχρά, και τυλιγμένη με μαλλίνην σινδόνα, ομοία με
+φάντασμα, ίστατο εις το χάσμα της θύρας.
+
+ — Τι είναι; είπε μετά τρόμου η πάσχουσα γυνή.
+
+Τότε η Φραγκογιαννού, με μεγάλην ετοιμότητα, καθώς ίστατο ορθία,
+δύο βήματα προς την στέρναν, έρριψε το καλάθι της κάτω, το οποίον
+είχεν αναλάβει αρτίως, και άρχισε να τρέχη, να πηδά. και να φωνάζη.
+
+ — Τα κορίτσια! . . . Τα κορίτσια.! . . . πέσανε μέσα!. . , Κύτταξε!
+. . . . Δεν έχετε το νου σας, χριστιανοί; . . . Πως κάμανε; . . .
+Και ταφίνετε μοναχά τους, κοντά στην στέρνα, νερό γεμάτη! . . .
+Καλά που βρέθηκα! . . . Να τώρα πέρασα κ' εγώ . . . . Ο θεός μ'
+έστειλε!
+
+Κ' εν τω άμα κύψασα και αφαιρέσασα εν ακαρεί την φουστάνα της,
+μείνασα με την λεγομένην «μαλλίναν», την εν είδει μεσοφορίου,
+απορρίπτουσα τας πατημένας χονδράς εμβάδας, μείνασα με τας κάλτσας
+τας τρυπημένας εις την πτέρναν, ερρίφθη βαρεία, μετά πάταγου μέσα
+εις το νερόν της στέρνας.
+
+Η γυνή η άρρωστη είχεν αφήσει βραχνήν κραυγήν, κ' έτρεξε να κατέλθη
+τα δύο ή τρία λίθινα σκαλοπάτια της εισόδου, παραπατούσα και μόλις
+δυναμένη να βαδίζη εκ της αδυναμίας. Πριν αύτη φθάση πλησίον της
+στέρνας, η Γιαννού είχε πιάσει το μικρότερον κοράσιον, το οποίον
+της εφαίνετο μάλλον πνιγμένον ήδη, και το έσυρε βραδέως προς τα
+έξω, με την κεφαλήν πάντοτε επίστομα εις το νερόν. Είτα σηκώσασα το
+μικρόν σώμα, αφού απέθεσε τούτο επί της λιθίνης κρηπίδος, έκοψε κ'
+έπιασε την άλλην κορασίδα, την μεγαλειτέραν. Την έδραξεν από το
+κράσπεδον του φορέματός της, και από τον ένα πόδα, κ' ενώ ετράβα
+προς τα άνω το σώμα, η κεφαλή έμενε κάτω, όσον το δυνατόν
+μακροτέραν ώραν εντός του νερού.
+
+Τέλος η μήτηρ είχε φθάσει πλησίον της σκηνής και η Φραγκογιαννού
+έσυρεν αποφασιστικώς το σώμα προς τα έξω. Απέθηκε τούτο πλησίον του
+άλλου σώματος.
+
+Τα δύο μικρά πλάσματα εφαίνοντο αναίσθητα.
+
+Η Φραγκογιαννού μετά προσπαθείας, ψάξασα με τους πόδας εις το
+νερόν, ανεύρεν επί της μεσημβρινής πλευράς το στόμιον της στέρνας,
+το φραγμένον διά πλατείας σανίδος με υψηλήν ως κοντάριον λαβήν, και
+πατήσασα τον ένα πόδα επί της εσοχής εκείνης του τοίχου ανήλθε μετά
+κόπου εις την κρηπίδα όλη σταζουσα.
+
+ — Είδες! Δεν το εσυλλογίστηκα! ανέκραξεν επιδεικτικώς η
+Φραγκογιαννού. Τάχα δεν έπρεπε να τραβήξω τον κόπανο επάνω, να
+ξεφράξω τη μπούκα, για ν' αδειάση μονομιάς η στέρνα, πριν πνίγουν
+τα κοριτσάκια, τα καϋμένα!
+
+Ήτο αληθές άλλως, ότι δεν το είχε σκεφθή. Πλην υπάρχει υποκρισία
+και εν τη ειλικρινεία.
+
+Η Φραγκογιαννού ετίναξε τα κράσπεδα των ενδυμάτων της, τα διάβροχα,
+και ρίπτουσα βλέμμα επί τα δύο αναίσθητα σώματα, ήρχισεν εν βία και
+σπουδή να λέγη·
+
+ — Κρέμασμα ανάποδα θέλουνε . . . Χτύπημα με το καλάμι, για να
+ξεράσουν μαθές! . . . Καλά που είναι γλυκό το νερό . . . Πού είναι ο
+άντρας σου, Χριστιανή μου;. . . Έτσι τ' αφήνουν, μικρά κορίτσια
+μοναχά τους, να παίζουν με το νερό της στέρνας; Καλά που ήρθα! Ο
+Θεός μ' έστειλε . . . Από τον Ανάγυρο έρχομαι, απ' τον εληώνα . . .
+Καλά που ήτον η πόρτα του μπαχτσέ ανοικτή! . . .
+
+Πούναι ο άνδρας σου; Πούν' τος; Ότι μπήκα απ' την πόρτα, ακούω
+μπλουμ! Τρέχω. . .Τι να ιδώ! Δεν πρόφθασα . . . Ούτε ήξευρα πως είσ'
+εδώ. Σε είχα στο χωριό πως βρίσκεσαι . . . Είχα μάθει πως ήσουν
+άρρωστη . . . Την τρομάρα που πήρα! . . . Τώρα κρέμασμα ανάποδα και
+γλήγορα . . . Δεν πιστεύω να είναι καλά πνιγμένα . . . Πούναι . . .
+τος ο άντρας σου; Πούντος;
+
+Και δράξασα μετά βίας το έν σώμα το μικρότερον, περί του οποίου ήτο
+σχεδόν βεβαία ότι ήτο νεκρόν ήδη, το μετέφερε πλησίον ενός δένδρου,
+διά να το κρεμάση ανάποδα, ως έλεγε.
+
+ — Πού είν' ένα σκοινάκι; . . . Να, βλέπω ένα σπάγγον με καλάμι!
+Καλά, θα χρειαστή.
+
+Ένευεν ανυπομόνως εις την άρρωστην γυναίκα, να της φέρη πλησίον την
+καλαμιά, με την οποίαν έπαιζαν προ μικρού αι δύο κορασίδες.
+
+Η γυνή, ζαλισμένη, παραλογισμένη, συμπλέκουσα τας χείρας εν απορία,
+εν τρόμω, εν αγωνία, με ασθενή φωνήν είπε·
+
+ — Μα πούναι ο πατέρας τους;
+
+ — Εμένα 'ρωτάς; είπεν η Γιαννού.
+
+ — Δεν φωνάζεις; . . . Δεν μπορώ να σκούξω, δεν έχω καρδίτσα,
+χριστιανή μου . . . Ίσως να είναι αποκάτω, στο χωράφι.
+
+Η Φραγκογιαννού, αποθέσασα προς ώραν το μικρόν σώμα καταγής, είχε
+τρέξει δύο βήματα, και λύσει την καλαμιάν με τον σπάγγον, κ'
+επροσπάθει να τον λύση ή τον κόψη, όπως δέση δι' αυτού τους πόδας
+της μικράς πνιγμένης εις τον κλώνα της κερασέας, και κρεμάση το
+σώμα κατά κεφαλής.
+
+Συγχρόνως, απαντώσα εις την επίκλησιν της γυναικός, εφώναξε με
+αγρίαν, αλλόκοτον φωνήν·
+
+ — Γιάννη! . . . Γιάννη! . . .
+
+Η κραυγή αντήχησεν ανά την κοιλάδα. Αλλ' ο Γιάννης δεν εφαίνετο. Η
+Γιαννού έδεσε τους πόδας της μικράς, κ' επροσπάθει να την κρεμάση,
+συγχρόνως δε επανέλαβε την κραυγήν της·
+
+ — Γιάννη!. . , Πού είσαι; . . . έλα! . . . Τα κορίτσια πέσανε μέσ'
+την στέρνα! . . .
+
+«Καλλίτερα που αργεί», έλεγε μέσα της.
+
+ — Δεν ακούει, θα 'πω αυτός ο χριστιανός; Τόσο ταμάχι, στη δουλειά!
+Τώρα νύκτωσε πλειά . . . Γιάννη! Γιάννη! . . .
+
+Συγχρόνως συνησθάνθη ότι σχεδόν επροδίδετο, καθότι η γυνή ρητώς δεν
+της είχεν ειπεί ότι ο Γιάννης ειργάζετο στο χωράφι, αλλά μόνον η
+ιδία τον είχεν ιδεί, και αν της το είπε τις, η πνιγείσα παιδίσκη
+της το είπεν. Όθεν επέφερε·
+
+ — Μα πού είναι; . . . Στο χωράφι, είπες; Και τι κάνει;. . Ποιος να
+τρέξη, χριστιανή μου, ως εκεί;. . . Συ είσαι άρρωστη γυναίκα . . .
+Γιάννη! . . . Πού είσαι, Γιάννη;
+
+Τέλος ηκούσθη φωνή, πέραν του ακρινού φράκτου, από την εσχατιάν
+ερχομένη.
+
+ — Τι είναι; . . . Ποιος φωνάζει;
+
+ — Τρέξε, Γιάννη! . . . Τα κορίτσια πνιγήκανε! έκραξε με μέγαν
+κόπον η άρρωστη γυνή.
+
+Μετά έν λεπτόν έφθασε τρέχων ο Γιάννης.
+
+Η Φραγκογιαννού εν τω μεταξύ είχε κρεμάσει το μικρόν σώμα, είτα
+εσήκωσε και το σώμα το άλλο, της μεγαλειτέρας παιδίσκης, και το
+εψηλάφει με τας δύο χείρας, ζητούσα να βεβαιωθή αν ήτο νεκρόν ήδη.
+Και συγχρόνως έρριπτε λοξόν, ύπουλον βλέμμα προς την δύστηνον
+μητέρα, την ωχράν και ριγούσαν υπό την λευκήν, μαλλίνην σινδόνα
+της, κ' έσεισε την κεφαλήν, ακουσίως οικτείρουσα την γυναίκα
+εκείνην.
+
+
+Όταν είδε μακρόθεν τον πατέρα, τον κηπουρόν, να τρέχη προς τα εδώ,
+εγύρισε το σώμα με την κεφαλήν κάτω, και το εκράτει προσωρινώς ούτω
+διστάζουσα και έντρομος.
+
+ — Τι είναι; . . . Τι τρέχει; έκραξεν εν άκρα απορία ο Γιάννης.
+
+ — Να! καλά που βρέθηκα! εφώναξε προς τούτον η Φραγκογιαννού . . .
+Ηρχόμην από τον Ανάγυρο με το κοφίνι μου. Έλεγα να σου δώσω κανένα
+βότανο, απ' αυτά που μάζωξα σήμερα στο ρέμμα για να κάμετε ματζούνι
+για την γυναίκα σου! . . . επειδή είχα μάθει πως ήτον άρρωστη . . .
+Καλά που βρέθηκε η πόρτα ανοιχτή! . . . Μπαίνω μέσα . . . Ακούω,
+μπλουμ! την τρομάρα που πήρα! Τα δύο κορίτσια, καθώς έπαιζαν με την
+καλαμιά έπεσαν στη στέρνα . . . Κατά πως φαίνεται, όσο μπόρεσα να
+καταλάβω, είχαν πιάσει καυγά ποια να κρατή την καλαμιά, για να
+βγάλη τάχα τα ψάρια . . . Η μικρή ήθελε ν' αρπάξη την καλαμιά απ'
+τη μεγάλη . . . Σπρώχνοντας η μεγάλη τη μικρή, την έρριξε μέσ' το
+νερό, και πιάνοντας η μικρή την μεγάλη, κατά πως φαίνεται, την
+ετράβηξε μαζύ της μέσ' τη στέρνα. (Η Φραγκογιαννού είχε
+αυτοσχεδιάσει την ερμηνείαν ταύτην εκ του προχείρου, και εξ
+εμπνεύσεως). Αχ! την τρομάρα που πήρα! Ακούω ένα μπλουμ! Καλά που
+βρέθηκα! Ο Θεός μ' έστειλε . . . Αμμή, έτσι αφήνουνε, χριστιανοί
+μου, μικρά κορίτσια, να παίζουν μοναχά τους κοντά στη στέρνα,
+γεμάτη νερό! . . .
+
+Ο Γιάννης, ιδών τα δύο αναίσθητα σώματα, εις τας ωχράς ακτίνας της
+αμφιλύκης, τραβών τα μαλλιά του, δάκνων τους αρμούς των δακτύλων
+του, απήντησε·
+
+ — Ω! . . . τι αμαρτίες! . . . έχεις δίκηο, χριστιανή μου! Αχ! . . .
+και τι ήτον αυτό! . . . Κ' εγώ ήμουν κάτω στο χωράφι, κ' έβγαζα
+τα χορτάρια . . . και δεν μπορούσα να ησυχάσω, το έρμο! . . . Ένα
+σαράκι μ' έτρωγε! . . . Και δεν εσυλλογίστηκα πως η στέρνα ήτον
+γεμάτη. Κ' είχα ένα φόβο, μιαν υποψία . . . έλεγα ναφήσω το
+βοτάνισμα, νάρθω, να τρέξω, στον μπαχτσέ 'πίσω . . . Κ' έλεγα, ο
+εξαποδώ κάτι μου σκαρώνει, κάτι μου μαγειρεύει . . . Και δε μούκανε
+καρδιά, ναφήσω τη δουλειά, το έρμο! Ωχ! δίκηο έχεις, ό,τι και να
+πης, χριστιανή μου. Αχ! αχ! τι αμαρτίες!
+
+Και εν πολλή αγωνία, ο κηπουρός συνειργάσθη εις τα πρόχειρα
+εναντίον του πνιγμού μέσα, τα οποία συνίστα η πολύπειρος
+Φραγκογιαννού.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Η γραία Χαδούλα εξ ανάγκης έμεινε καθ' όλην εκείνην την νύκτα εις
+την καλύβην, όπου εδοκίμασεν όλα τα σπάνια και απερίγραπτα
+συναισθήματα της φόνισσας ματαβαλλομένης αίφνης εις ιάτρισσαν των
+ιδίων θυμάτων της. Με όλα τα κρεμάσματα. και τας εντριβάς, τα οποία
+εφήρμοσεν αύτη, τα δύο κοράσια απέθαναν. Το πρωί έτρεξεν ο Γιάννης
+εις την πολίχνην διά να δώση είδησιν εις τας αρχάς, ενώ η
+Φραγκογιαννού μείνασα οπίσω εσυντρόφευε την άρρωστην μητέρα,
+κλαίουσαν και οδυρομένην, εξασκούσα και το έργον της παρηγορητρίας,
+σιμά εις το επάγγελμα της ιάτρισσας.
+
+Ο ειρηνοδίκης και ο «εκπληρών τ' αστυνομικά» πάρεδρος ήλθον επί
+τόπου. Η Φραγκογιαννού ανακρινομένη διηγήθη την χθεσινήν εκδρομήν
+της, και την τυχαίαν διέλευσίν της από τον λαχανόκηπον. Είτα
+επανέλαβε σχεδόν κατά λέξιν όσα είχεν ειπεί εις τον πατέρα των δύο
+κορασιών. «Η μικρότερη ήθελε ν' αρπάζη την καλαμιά απ' την
+μεγαλείτερη. Σπρώχνοντας η μεγάλη την μικρή την έρριξε μέσα στο
+νερό, και πιάνοντας η μικρή την μεγάλη, κατά πως φαίνεται, την
+ετράβηξε μαζύ της μέσ' τη στέρνα». Ταύτα εξέφερε μάλλον ως
+συμπερασμούς η ανακρινομένη· διότι μόλις επάτησε το κατώφλιον της
+θύρας, έλεγε, κι' άκουσε ένα &μπλουμ&! και δεν επρόφθασε να
+προλάβη την καταστροφήν, μόνον επήρε «μεγάλη τρομάρα».
+
+Ο παρεπίδημων ιατρός, κ. Μ., ήλθεν, είδε τα πτώματα και συνέταξε
+την έκθεσίν του· απεφάνθη ότι τα δύο κοράσια επνίγησαν εκ πτώσεως
+εις το ύδωρ.
+
+Ουδεμία υποψία υπήρχε κατά της Φραγκογιαννούς. Τα δύο μικρά
+πλάσματα, τα εδιάβασεν είς ιερεύς ελθών, εις τον ναΐσκον του Αγ.
+Αντωνίου, και τα έθαψαν εκεί έξω, μεταξύ σχοίνων και θάμνων,
+πλησίον εις την βορείαν πλευράν του ναΐσκου.
+
+Ι'.
+
+Παρήλθον αι εορταί του Πάσχα. Την εβδομάδα του Θωμά, η γραία
+Χαδούλα, βοηθουμένη από την μικράν κόρην της, την Κρινιώ, έπλυνεν
+εντός της ευρείας αυλής του κυρ Αλεξάνδρου του Ροσμαή, γέροντος
+προκρίτου, όστις ήτο σύντεκνός της, και της είχε βαπτίσει σχεδόν
+όλα τα τέκνα. Εις το υπόστεγον μέρος της αυλής το καλούμενον
+Λαδαρειό, δίπλα εις την πελωρίαν ξυλίνην καρούταν, ομοιάζουσαν πολύ
+με την Κιβωτόν του Νώε, όπως την ζωγραφίζουν, πλησίον εις το φρέαρ,
+και όπου η αναθάλλουσα τεραστία μορέα εξέτεινε τους μεγάλους
+καταπρασίνους κλώνους της, ως χιαστήν ευλογίαν διδομένην
+σταυροειδώς εις αξίους και αναξίους, ο μικρός κήπος φραγμένος με
+δρύφακτα εξεδίπλωνε πολύχρωμα μεθυστικά άνθη εις δρόσον γλυκασμού
+και τρυφήν ομμάτων δι' όλα του Θεού τα πλάσματα· δίπλα εις την
+μικράν κάμινον με την κτιστήν στέρναν των στεμφύλων, είχεν η
+Φραγκογιαννού την μεγάλην, βαθείαν σκάφην της, παραπλεύρως ταύτης
+άλλην σκάφην η Κρινιώ, και ακούραστοι αι δύο από δύο ημερών
+έπλυνον, εμπουγάδιαζαν, εξέβγαιναν, άπλωναν, εστέγνωναν, εμάζευαν,
+και ακόμα δεν είχον τελειώσει την καλήν των εργασίαν.
+
+Την δευτέραν ημέραν η Φραγκογιαννού είχεν ενοχληθή μεγάλως από τα
+τρεξίματα, τους θορύβους και τα καμώματα ενός σμήνους μικρών
+παιδιών και κορασίων, τα οποία εισήλαυνον εντός της αυλής κ'
+εθορύβουν. Σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς, δέκα ή δεκαπέντε τον
+αριθμόν, εισέβαλλον εις την αυλήν, έτρεχαν εδώ-εκεί,
+εχοροπηδούσαν, εκυνηγούντο γύρω-γύρω εις την καρούταν, έπαιζον το
+κρυφτάκι, έσκυπταν εις το φρέαρ. Νάρκισοι διά να ιδούν την σκιάν
+των εις το ύδωρ, με κίνδυνον να πέσουν μέσα, εξέβαλλον μεγάλας,
+ανάρθρους φωνάς, ως Ηχοί, θυγάτρια κρυπτόμενα όπισθεν της καρούτας,
+εις τα σκοτεινά στενώματα, όπου τα έθελγεν ο παιγνιώδης φόβος — και
+όλα ταύτα με μεγάλην παιδικήν αδιακρισίαν και φορτικότητα μη
+αφίνοντα την φίλεργον γραίαν και την κόρην της να κάμουν ήσυχαι την
+εργασίαν των.
+
+Δύο πύλας είχεν η ευρεία αυλή, την μεγάλην και την μικράν. Και τας
+δύο τας είχε κλείσει επανειλημμένως η Γιαννού με τον μοχλόν, ή με
+τον μάνδαλον, ελπίζουσα να εύρη ησυχίαν· κ' αι δύο ευρίσκοντο μετ'
+ολίγον ανοικταί εκάστοτε· τούτο διότι και οι ένοικοι ελάμβαναν
+συχνά ανάγκην να εισέλθουν ή να εξέλθουν, και άλλοι εκτός των
+παιδίων έξωθεν ήρχοντο, συγγενείς ή φίλοι της οικίας. Έκαμε
+παραστάσεις εις την σεβασμίαν γερόντισσαν, την οικοκυράν, ήτις
+επανειλημμένως εμάλωσε τα παιδία, όλως αλυσιτελώς. Παρεπονέθη εις
+δύο γειτόνισσες, μητέρας τινών εκ των θορυβούντων παιδιών. Αύται
+της απήντησαν ότι να «κυττάζη τη δουλειά της, και να μην κάμη
+κουμάντο 'σε ξένο βιο».
+
+Κοντά το μεσημέρη, η Γιαννού έστειλε την Κρινιώ στο σπίτι, διά να
+φέρη ψωμί και φάβα, την οποίαν είχεν ειπεί ότι θα έβραζεν η Αμέρσα
+— ήτις είχε πάντοτε τον αργαλειόν της εις το σπίτι, και δεν
+συνείθιζε να λαμβάνη μέρος εις την πλύσιν και άλλας εξωτερικάς
+εργασίας — διά να γευματίσουν.
+
+Η Φραγκογιαννού έμεινε προς ώραν μόνη, εξακολουθούσα να πλύνη. Την
+ώραν εκείνην υπήρχον εντός της αυλής μόνον δύο ή τρία κοράσια, τα
+οποία δεν εθορύβουν κι' αυτά ολιγώτερον από τα παιδία. Αφότου
+μάλιστα είχεν ιδρυθή εις το χωρίον σχολείον των θηλέων, τα κοράσια
+είχον μεγάλως ξυπνήσει. Η κυρά δασκάλα πολλά γράμματα δεν τα
+εδίδασκεν, ακόμη ολιγώτερα χειροτεχνήματα, αλλά μόνον τα εμάνθανε
+«να λάβουν θάρρος» και να μην κάνουν «σαν σκιασμένα» και σαν
+«βουνίσια», και εκήρυττεν ότι ήτο καιρός πλέον να «χειραφετηθώσιν».
+
+Η Φραγκογιαννού τα εμάλωσεν επανειλημμένως, αλλ' αυτά δεν άκουαν.
+Το έν μάλιστα θυγάτριον, μόλις επτά ετών, της γειτόνισσας της
+Προπαντίνας, η Ξενούλα, άρχισε να περιγελά την γραίαν με μιμικάς
+κινήσεις των χειρών και του στόματος.
+
+Στιγμήν τινα, τα δύο άλλα κοράσια έτρεξαν έξω της αυλής, η δε
+Ξενούλα, μείνασα, έκυπτεν εις το φρέαρ, κ' εζητούσε, με μίαν
+βέργαν, να φθάση και ταράξη το νερόν. Έκυπτεν επιμόνως αλλ' η βέργα
+ήτο πολύ κοντή και δεν έφθανε.
+
+ — Ε Θεέ μου, και νάπεφτες μέσα, Ξενούλα! είπε με αλλόκοτον γέλωτα
+η Φραγκογιαννού. Τι λευθεριά θάκανες της μάνας σου!
+
+ — Ε! Σε μου, τσαι νάμπεμπες μπέσα! εμιμήθη παρωδούσα την φωνήν η
+Ξενούλα! Τσι λελυγιά τσάκαλες τσης μπάμιας σου!
+
+Είχεν ανασηκωθή ολίγον, και πάλιν έκυψε βαθύτερον ή πριν.
+
+Το στόμιον του πηγαδιού τετράγωνον ήτο φραγμένον με σανίδας ανίσου
+πλάτους ώστε αι πλευραί δεν είχον το αυτό ύψος. Η μικρά σανίς, εφ'
+ης έκυπτεν η Ξενούλα, ήτο χαμηλοτέρα των άλλων τριών, φθαρμένη,
+ολισθηρά, φαγωμένη από την προστριβήν του σχοινιού του κουβά, δι'
+ου ήντλουν ύδωρ, με σκουργιασμένα καρφία, σαπρά και κινουμένη.
+Καθώς έσκυψεν η παιδίσκη, εστηρίχθη όλη, με το βάρος του σώματος
+επί της αριστεράς χειρός, επάνω εις αυτήν την σανίδα, εγλίστρησεν,
+η σανίς ενέδωκεν, εξεκόλλησεν από την μίαν άκραν, και η Ξενούλα
+έπεσε κατακέφαλα μέσα εις το χάσκον στόμα του φρέατος. Ηκούσθη
+πνιγμένη κραυγή, κτύπος, και είτα μέγας πλαταγισμός εις το ύδωρ.
+
+Η επιφάνεια του νερού ήτο μίαν και ημίσειαν οργυιάν κάτω του
+στομίου, το δε βάθος του νερού πρέπει να ήτο μιας οργυιάς.
+
+Εξ εμφύτου ορμής, η Φραγκογιαννού ηθέλησε να φωνάξη και να τρέξη
+εις βοήθειαν. Αλλά την μεν κραυγήν της, η ιδία έπνιξεν εις τον
+λάρυγγα, πριν την εκβάλη, αι δε κινήσεις παρέλυσαν και το σώμα της
+επάγωσεν. Αλλόκοτος στοχασμός της επήλθεν εις τον νουν. Ιδού ότι
+μόλις σχεδόν ως αστεϊσμόν είχεν εκφέρει την ευχήν, να έπιπτεν η
+παιδίσκη μέσα στο πηγάδι, και ιδού έγεινεν! Άρα ο Θεός (ετόλμα να
+το σκεφθή;) εισήκουσε την ευχήν της, και δεν ήτο ανάγκη να επιβάλη
+πλέον χείρας, αλλά μόνον ήρκει να ηύχετο και η ευχή της εισηκούετο.
+
+Μετά μίαν στιγμήν, έλαβεν απόφασιν να έλθη μέχρι του στομίου του
+φρέατος, να κύψη και να ιδή εις το βάθος. Είδε την αγωνίαν της
+μικράς κόρης, ασπαιρούσης μέσα εις το νερόν, είπε καθ' εαυτήν ότι,
+και αν ήθελε, δεν θα ηδύνατο να την σώση. Αλλά βεβαίως, αν επνίγετο
+. . . αυτήν θα κατηγόρουν! Να κράξη τώρα βοήθειαν, ήτο αργά. Αργά
+ίσως θα ήτο διά να σωθή η μικρά, αλλά πιθανώς δεν θα ήτο αργά διά
+να δείξη αυτή την αθωότητά της. Και όμως δεν απεφάσισε να κράξη.
+Καλλίτερον θα ήτο, αν αμέσως το είχε κάμη. Αλλ' οποία κακή τύχη!
+Πώς την επαίδευεν η αμαρτία! Αν ήτον τώρα η Κρινιώ εδώ, πόσον
+ευκταίον θα ήτο! Εκείνη βεβαίως θα ήτον ικανή να κατέλθη ξυπόλητη
+εις το νερόν — διότι το πηγάδι, όπως συνήθως συμβαίνει, είχε
+πατήματα εις τους εσωτερικούς τοίχους, εσοχάς εντός του κτιρίου των
+λίθων, αν και ίσως πολύ επικινδύνους και ολισθηράς — και πιθανόν
+ήτο να κατώρθωνεν η Κρινιώ να σώση την μικράν κορασίδα. Τώρα όμως
+ήτο απελπισία και θάνατος!
+
+Εις αυτάς τας στιγμάς, η Φραγκογιαννού είχε λησμονήσει την πρώτην
+ιδέαν της — ότι ο Θεός ηθέλησε να εισακουσθή η ευχή της και να
+πνιγή η παιδίσκη. Είτα ευθύς πάλιν ο λογισμός ούτος της επανήλθεν
+εις τον νουν — και ακουσίως εγέλασε πικρόν γέλωτα.
+
+Εν ριπή οφθαλμού απεφάσισε τι έπρεπε να κάμη.
+
+«Ας πάω στο σπίτι, είπε μέσα της. Θα προφασισθώ, επειδή το Κρινιώ
+αργεί να έλθη — ίσως να μην είν' έτοιμο το φαΐ — πως πείνασα τάχα
+πολύ, κ' επροτίμησα να φάμε όλοι στο σπίτι, για να βγάλω απ' τον
+κόπο και το Κρινιώ, να κουβαλά».
+
+Και εν ακαρεί, αφού ετοποθέτησε την σκάφην με όσα ρούχα είχε
+μισοπλιμένα ακόμη όπισθεν της καρούτας, εις μέγα ξύλινον αμπάριον,
+το οποίον εκλείδωσε, κ' έβαλε το κλειδίον στην τσέπην της, εξήλθε
+τρέχουσα από την αυλήν, διά της μικράς πύλης, την έκλεισεν έξωθεν
+εις το μάνδαλον και απήλθεν.
+
+ΙΑ'.
+
+Αφού το σώμα της Ξενούλας ανεσύρθη από το φρέαρ, πνιγμένον και
+νεκρόν, η γραία Χαδούλα δεν ήτο πλέον ήσυχη, κρυερός φόβος ήρχισε
+να την κατατρύχη . . . Έλεγεν ότι τώρα, αν και δεν έπταιε, δεν θα
+εγλύτωνε πλέον.
+
+Τω όντι, η εξουσία είχεν αρχίση να συλλαμβάνη υποψίας. Η σύμπτωσις
+ότι η γραία εκείνη είχεν ευρεθή δευτεραγωνιστούσα εις τον πνιγμόν
+των δύο κορασιών του Γιάννη του Περιβολά, εις της Μαμμούς το ρέμμα
+όπου όλη η υπόθεσις, καίτοι δεν προέκυψαν στοιχεία ενοχής ή και
+νύξεις προς υποψίαν, είχε το παράδοξον και το αλλόκοτον, και ότι
+αυτή πάλιν η γραία ευρίσκετο εις την αυλήν του γέροντος Ροσμαή,
+κατά τας ώρας περίπου ότε επνίγετο εις το φρέαρ η μικρά Ξενούλα, η
+θυγάτηρ του Προπαντή, παρείχε νύξεις τινάς υποψίας εις τον
+ειρηνοδίκην, όστις επέσυρε την προσοχήν του Παρέδρου, του
+«εκπληρούντος τ' αστυνομικά». Και τότε ο πάρεδρος, όστις ως
+δημόσιος κατήγορος περιωρίζετο μόνον ν' αγορεύη κατά τας
+συνεδριάσεις των ποινικών, λέγων· «Κατά τσ' μαρτυρίες που είπαν οι
+μαρτύροι, φαίνεται να έκαμε, ή φαίνεται να μην έκαμε την πράξιν»,
+όλον δε τον άλλον καιρόν δεν ελάμβανεν αφορμήν ν' αναπτύξη την
+δραστηριότητά του ή να τροχίση την γλώσσάν του, απλώς απήντησεν ότι
+«αφού έτσι το λέει ο ειρηνοδίκης, έτσι θα είναι, και έτσι μου
+φαίνεται». Και τότε οι δύο απεφάσισαν ν' ανακρίνωσιν αυστηρότερον
+την Χαδούλαν, χήραν Ιωάννου Φράγκου, κ' εν ανάγκη να την
+προσωποκρατήσωσι.
+
+Κατά την πρώτην ανάκρισιν, ήτις είχε γείνη επί ποδός κ' επιτοπίως —
+τότε ο ειρηνοδίκης και ο αστυνόμος δεν είχον συλλάβη ακόμη ρητάς
+υποψίας, ή δεν τας είχον ανακοινώσει προς αλλήλους (οπότε διά της
+συνεπινεύσεως του ενός η πεποίθησις του άλλου, ως πάντοτε
+συμβαίνει, εδεκαπλασιάζετο) — η Φραγκογιαννού εν αταραξία είχε
+καταθέσει τα γνωστά ήδη γεγονότα, άνευ της εσωτερικής ψυχολογίας
+των ότι δηλ. αυτή, εκεί που έπλυνε, «σαν επέρασε το μεσημέρι, κ'
+επείνασε, κ' η κόρη της η Κρινιώ είχεν υπάγει στο σπίτι να φέρη το
+φαΐ, και σαν αργούσε, κι' αυτή είχε παραπεινάσει — και την είχαν
+καταζαλίσει το πλήθος εκείνο τα παιδιά και τα κορίτσια, που
+εχαλνούσαν τον κόσμον με τα παιγνίδια και τις αταξίες τους μέσ' την
+αυλή, και γύρω-γύρω στο λαδαρειό, και γύρω-τριγύρω στην
+καρούτα, και στο πηγάδι σιμά· εις τας φρονίμους νουθεσίας της αυτά,
+κακομαθημένα την επεριγελούσαν και την ηρέθιζαν, και την έκαμνον να
+χάση την υπομονήν — όλα τ' ανωτέρω επεβεβαίωσε κ' η Κρινιώ, η κόρη
+της — τότε αυτή, καταζαλισμένη και μη δυναμένη να σταθή στα πόδια
+της απ' την πείνα, απεφάσισε να υπάγη στο σπίτι, διά να φάγουν όλοι
+μαζύ εκεί, ν' απαλλάξη και την Κρινιώ από τον περισσόν κόπον της
+μεταφοράς του φαγητού, κι' αυτή να ησυχάση προς ώραν και να
+ξαποστάση. Εξήλθε λοιπόν της αυλής, κ' έκλεισε την θύραν με το
+μάνδαλον. Όταν μετά το γεύμα, ως μίαν ώραν αργότερα, επέστρεψαν εις
+την αυλήν, μαζύ με την Κρινιώ, κατ' αρχάς δεν υπώπτευσαν τίποτε, κ'
+επανέλαβον την εργασίαν των. Ο θόρυβος των παιδιών είχε κοπάσει
+προς ώραν τότε. Όταν όμως μετ' ολίγον εχρειάσθη ν' αντλήσουν νερόν
+από το φρέαρ, τότε το «γιουρδέλι», ήτοι το άντλημα της Κρινιώς
+προσέκρουσεν εις στερεόν σώμα εντός του ύδατος, κι' αυτή εν
+εκπλήξει και φόβω έκραξε την μητέρα της. Τότε αι δύο ομού
+ανέκάλυψαν το σώμα της μικρός κόρης επιπλέον ή μάλλον βυθισμένον
+ήδη εντός του ύδατος».
+
+Η Κρινιώ ήτον εντελώς ειλικρινής βεβαιούσα τ' ανωτέρω. Ο
+ειρηνοδίκης ήκουσεν ευμενώς την κατάθεσιν ταύτης. Αλλ' όμως έκαμε
+μορφασμόν εις την μητέρα της. Εκείνος ο μορφασμός — εκείνα τα
+«μούτρα» του ειρηνοδίκου — δεν της ήρεσαν, της Φραγκογιαννούς, ήτις
+ήτο λίαν πεπειραμένη, και τότε μεγάλη αγωνία την εκυρίευσεν.
+
+Εις την οικίαν της Τραχήλαινας της κόρης της, όπου ευρίσκετο μικρόν
+προ της δύσεως του ηλίου, δεν έπαυε να κυττάζη ανήσυχος από το
+παράθυρον. Διεύθυνε το βλέμμα προς την ιδίαν της μικράν οικίαν,
+ήτις καίτοι μη αντικρύζουσα, αλλά πλαγίως κειμένη, ήτο ορατή,
+επειδή εξείχε πέραν των ολίγων μεσολαβουσών, δύο ή τρεις πήχες προς
+τον δρόμον. Η Γιαννού, αν και συχνά εκύτταζε, δεν έβλεπε τίποτε.
+
+Η κόρη της η Δελχαρώ, είδε την ανησυχίαν της, κι' άρχισε να
+κυττάζη, όπως η μήτηρ της, και αυτή. Την ώραν της δύσεως του ηλίου,
+αίφνης μετά κρυφίου φόβου την έκραξε.
+
+ — Μάνα! Μάνα!
+
+ — Τι είνε;
+
+ — Έλα να ιδής!
+
+ — Τι;
+
+ — Δυο ταχτικοί στέκονται και κυττάζουν έξω απ' την αυλή, στο σπίτι
+σας . . .
+
+Η γραία Χαδούλα εσηκώθη, και είδεν εκείνο το οποίον εφοβείτο. Δύο
+«ταχτικοί», ήτοι χωροφύλακες, όπως εις τους χρόνους του υιού της,
+του Μώρου — οπότε ούτος, προ δεκαπέντε ετών περίπου είχε σύρει εκ
+της κόμης επί του λιθοστρώτου της οδού την μητέρα του, και είχε
+μαχαιρώσει την αδελφήν του — ίσταντο παραμονεύοντες, κυττάζοντες
+απλήστως προς την οικίαν.
+
+Η Φραγκογιαννού είδε και επείσθη ότι μέγας και επικείμενος κίνδυνος
+την ηπείλει.
+
+ — Πρέπει να πάρω τα βουνά, δυχατέρα! είπεν αίφνης. Αν προφτάσω!
+
+ — Γιατί, μάννα; είπεν εν αγωνία η Δελχαρώ.
+
+ — Γιατί . . . με γυρεύουν για να με φυλακώσουν.
+
+ — Αλήθεια; . . . Εσύ το έρριξες, μάνα, το κορίτσι στο πηγάδι;!
+
+ — Όχι, μάρτυς μου ο Θεός! . . . Αυτό δεν το έκαμα, είπεν η
+Φραγκογιαννού.
+
+ — Τότε; . . .
+
+ — Σιώπα!
+
+ — Η αμαρτία σε κυνηγά, μάνα, είπε δειλώς η Δελχαρώ.
+
+ — Σιώπα! Μουρλάθηκες; είπε βλοσυρά η μάνα της, υποπτεύσασα
+υπαινιγμόν τινα εις τον τόνον μεθ' ου ωμίλει η κόρη της.
+
+ — Τι να πω κ' εγώ, η καϋμένη! είπε συμπλέκουσα τας χείρας εν
+αμηχανία, η Δελχαρώ.
+
+ — Α! αυτό μην το λες! όχι! Δεν κάνει να το λες!
+
+Και τρομερά, κατήλθε την σκάλαν να φύγη.
+
+ — Πού πας, μάνα;
+
+ — Στα βουνά, σου είπα! . . . Δώσε μου λίγο παξιμάδι.
+
+Η Δελχαρώ έτρεξε ν' ανοίξη το ερμάριον, κ' έλαβεν εκείθεν ολίγα
+παξιμάδια.
+
+ — Δώσε μου και το καλάθι μου. . .κ' ένα μαχαιράκι, επανέλαβεν εν
+άκρα βία η Φρακκογιαννού . . . Βάλε μου κ' ένα χράμι
+μάλλινο μέσα . . . και τη μανδήλα μου . . . τα παληοτσόκαρά μου . . .
+Δώσε μου και το ραβδί μου . . . ψάξε να το βρης!
+
+Η Δελχαρώ, εν άκρα σιγή και υπομονή, επροσπάθει να εκτελέση όλας
+τας ετοιμασίας ταύτας.
+
+ — Πού θα πάς, μάνα επανέλαβε κλαίουσα. Ω! καίετ' η καρδιά μου!
+
+ — Μην κλαις!. . . Κάπου θα κρυφτώ, σε καμμιά τρύπα. . . Ησυχία, εσείς,
+φρόνιμα! ως που να περάση η οργή του Κυρίου!
+
+Και λαβούσα το καλάθιον και το ραβδίον της, κατήλθε σιγά. Έκαμε τον
+σταυρόν της.
+
+Αίφνης εκοντοστάθη εις την τρίτη βαθμίδα της σκάλας, και στραφείσα
+προς την Δελχαρώ, της είπε·
+
+ — Ξέρεις τι να κάμης; . . . Θα πάω απ' τον απάνω δρόμο, για να
+γλυτώσω, να μη με ιδούν, τα σκυλιά . . . Και συ, αυτήν τη στιγμή,
+να τρέξης στο σπίτι . . . να καμωθής πως δεν τους βλέπεις, τους
+ταχτικούς . . . και να φωνάξης της Αμέρσας αποκάτ' απ' το δρόμο'
+«Αμέρσα, είνε απάνω η μάνα;» . . .
+
+ . . . Όχι, μη λες «είν' απάνω η μάνα» . . . μόνο να πης· «Αμέρσα,
+πώς είνε η μάνα, είνε καλλίτερα; έχει σηκωθή; . . . Στο στρώμα είν'
+ακόμα;» Για να πιστέψουν πως βρίσκομαι απάνω στο σπίτι, και πως
+είμαι άρρωστη . . . Για να μην υποπτευθούν τίποτα, και με
+κυνηγήσουν τα σκυλιά! . . . Τρέξε, γλήγορα!
+
+Είτα προσέθηκε·
+
+ — Έχετε γεια . . . και καλή αντάμωση! . . .
+
+Ευθύς ύστερον εξήλθε κ' η Δελχαρώ, τρέχουσα μ' ελαφρόν βήμα, και
+διευθύνθη προς την μητρικήν της οικίαν, να εκτελέση την εντολήν.
+
+Η Φραγκογιαννού επήρε τον απάνω δρόμον, κατά τα κοτρώνια, με
+δρομαίον βήμα. Εις την τελευταίαν απήχησιν του «καλή αντάμωσι», το
+οποίον ευχήθη εις την κόρην της, ακουσίως προσέθηκε καθ' εαυτήν
+μετά πικράς ειρωνείας· «Ή εσάς θ' ανταμώσω εδώ — ή, τον αδελφό σας
+στην φυλακή θα πάω ν' ανταμώσω — ή, στον άλλο κόσμο θ' ανταμώσω τον
+πατέρα σας . . . κι' αυτό είναι απ' τα τρία το σιγουρότερο!»
+
+Καθώς ανέβαινεν ασθμαίνουσα τον πετρώδη λόφον, «Έλα, Παναγία μου,
+έλεγε μέσα της, ας είμαι κι' αμαρτωλή». Είτα εις τα ενδόμυχα της
+ψυχής της είπε· «Δεν το έκαμα για κακό».
+
+Μόλις επροχώρησεν ολίγα βήματα, και εις τους τελευταίους
+σποραδικούς οικίσκους της πολίχνης, επάνω στους βράχους, καθώς
+εκατηφόριζε να φθάση στον αιγιαλόν, βλέπει τον Κυριάκον, τον
+κλήτορα της αστυνομίας, με το φέσι του με την κοντήν φούνταν, ή
+«γαλίπαν», όπως την έλεγαν, με τον καστανόν του στρημμένον μύστακα,
+και κρατούντα εις την χείρα το κοντόν ρόπαλόν του, πέριξ του οποίου
+εφαίνετο σκυταλοειδώς η επιγραφή «Ισχύς του Νόμου». Ούτος
+συνοδευόμενος από ένα γέροντα απόμαχον, με στρατιωτικήν στολήν,
+ήρχετο από ένα πλάγιον δρομίσκον, διευρυνόμενος εις τον αιγιαλόν,
+όπου κατήρχετο και η Φραγκογιαννού, και μετά μικρόν εξ άπαντος θα
+την έφθανον, ή θα της έπαιρνον τα νώτα.
+
+Ίσως η παρουσία του Κυριάκου εκεί, μαζί με τον απόμαχον, να ήτο
+τυχαία. Αλλ' η ένοχος γυνή, ως τους είδεν, εταράχθη, κ' ετάχυνε το
+βήμα. Της εφάνη δε ότι κ' εκείνοι το αυτό έκαμαν.
+
+Τότε η Γιαννού, καθώς έφθασεν εις τον αιγιαλόν, κατ' αγαθήν
+συγκυρίαν, αίφνης είδεν ενώπιόν της ανοικτήν την θύραν μιας οικίας,
+λίαν γνωρίμου εις αυτήν, και ουδέ στιγμήν εδίστασε να υπερβή το
+κατώφλιον. Άμα εισήλθε, τεταραγμένη, έβαλε το μάνδαλον και τον
+σύρτην.
+
+ — Μαρουσώ, είσ' επάνω; έκραξε με σιγανήν, αλλά συριστικήν φωνήν,
+ανερχομένη την σκάλαν.
+
+Μία γυνή κοντούλα, ροδοκόκκινη, εξήλθεν από την θύραν ενός θαλάμου,
+κ' επαρουσιάσθη μειδιώσα, αλλά και ανήσυχος το βλέμμα.
+
+ — Πού 'ς αυτόν τον κόσμο, θεια Χαδούλα; ηρώτησε.
+
+ — Μην τα ρωτάς, παιδί μου . . . Μεγάλη συφορά μου επενέβηκε,
+ήρχισε να λέγη η Γιαννού.
+
+Είτα ανήσυχος ηρώτησε·
+
+ — Μην είν' εδώ ο κυρ Αναγνώστης;
+
+ — Όχι, δεν είν' εδώ· τόσο νωρίς δεν έρχεται, είναι στον καφενέ . . .
+Αχ! θεια Χαδούλα, κ' εγώ έλεγα πώς να κάμω να 'ρθώ στο σπίτι, να
+σου 'πω τα τρέχοντα . . .
+
+ — Έμαθες τίποτα;
+
+ — Τα έλεγαν τώρα το απόγευμα, ο αφέντης μου, μαζί με τον κουμπάρο
+μας τον Αϊμερίτη, που ήρθε για να φουμάρη ένα τσιμπούκι και να
+κουβεντιάσουν, όπως συνειθίζουν.
+
+ — Και τι λέγανε;
+
+ — Ο ρηνοδίκης μαζύ με τον αστυνόμο, θέλουν να σε συλλάβουν . . .
+Έλεγαν να στείλουν τους χωροφύλακες . . . Σ' έχουν ύποπτη για το
+κοριτσάκι που πνίγηκε χθες μέσ' το πηγάδι.
+
+ — Ω! τρομάρα μου . . .
+
+ — Κ' έλεγα νάρθω να σου πω, για να κρυφτής, αν μπορέσης . . . Μα
+πώς βρέθηκες εδώ;
+
+Η Φραγκογιαννού διηγήθη ότι, αφού, μετά την χθεσινήν ανάκρισίν της,
+εκατάλαβεν ότι ο ειρηνοδίκης άρχισε να την έχη «στην μπούκα του
+τουφεκιού», ησθάνθη κι' αυτή φόβον μη κακοπέση άδικα, και ότι από
+το σπίτι της κόρης της, της Δελχαρώς, όπου έτυχε να ευρίσκεται
+σήμερον το δειλινόν, είχεν ιδεί τους χωροφύλακας να κατασκοπεύουν
+το δικό της το σπίτι· ότι απεφάσισε να φύγη στα βουνά· ότι, καθώς
+έτρεχεν εδώ κάτω, κατά τον αιγιαλόν, σκοπεύουσα να πάρη το κρυφόν
+μονοπάτι του βουνού, οπίσω από τα Κοτρώνια, είδε τον Κυριάκον τον
+κλήτορα μαζύ μ' ένα γέρο-ταχτικόν, να έρχωνται κατόπιν της, αλλ'
+ότι, κατά θείαν νεύσιν, ευρέθη κοντά στο σπίτι της Μαρουσώς, η
+οποία ξεύρει καλά από παλαιόν καιρόν «τα πάθια της», εφρόντισε να
+προσθέση, και ιδούσα την θύραν ανοικτήν, έσπευσε να εισέλθη, όπως
+εύρη άσυλον.
+
+ — Έχω κλειδώσει την πόρτα από μέσα παιδάκι μου . . . απ' το
+σαστισμό μου, τι να κάμω! Μου ήτανε γραφτό να πάθω, τάπαθα.
+
+Έτσι νάχης πολύ καλό, Μαρουσώ μου . . . Δεν κυττάζεις κρυφά, κρυφά
+απ' το παντζούρι εκείνο; . . . να ιδής αν είναι ο Κυριάκος κάτω ή
+έχει τραβήξει;
+
+Η Μαρουσώ ήλθε προς το υποδειχθέν παράθυρον, κ' εκύτταξε κατά τον
+δρόμον. Είτα επιστραφείσα είπεν·
+
+ — Είνε παραπέρα, εκεί . . . Στέκονται στο δρόμο μαζί μ' ένα γέρο
+απόμαχον . . . Έχουν πιάσει κουβέντα με τον γείτονά μας τον ψαρά,
+τον Φραγκούλη.
+
+ — Και κυττάζουν κατά ' δω;
+
+ — Κυττάζουν στην αμμουδιά, πέρα.
+
+Η γραία ήτο έμφοβος, κ' έφερε τας χείρας περί το πρόσωπον, ως διά
+να τραβήξη τα τσουλούφια της, ή να σχίση τα μάγουλά της.
+
+Η Μαρούσα την ώκτειρε.
+
+ — Δεν κάθεσαι, θεια Χαδούλα;,. . Μη φοβάσαι . . . Ό,τι είναι, θα
+περάση . . . Κάθισε να σου κάμω καφεδάκι να πιης.
+
+Η Γιαννού μετά δισταγμού ερρίφθη επί τινος χαμηλού σκαμνιού, εις τα
+πρόθυρα του μαγειρείου, όπου εγίνετο ο διάλογος.
+
+Η οικία εφαίνετο ευπορούσης οικογενείας, και είχε πολλά χωρίσματα,
+κ' επίπλωσιν ευπρεπή.
+
+ — Δε θυμάσαι τα δικά μου, θεια Χαδούλα; . . . είπε μυστηριωδώς η
+Μαρούσα, και το πρόσωπόν της αφ' ό,τι ήτο έγεινεν ακόμη ερυθρότερον
+. . . Θυμήσου τι τρομάρες, τι βάσανα πέρασα τότε κ' εγώ! Κι' ας
+είσαι καλά, πόσο μ' εβοήθησες! Έτσι θα περάσουν και τα δικά σου.
+
+ — Γιατί είπα εγώ πως εσύ ξέρεις τα πάθια μου! επανέλαβεν η
+Φραγκογιαννού μετριόφρων.
+
+ — Εκείνα που λες, ήταν πάθια δικά μου, διώρθωσε φιλαλήθης η
+Μαρουσώ.
+
+Έψησε τον καφέν και τον εκένωσε.
+
+ — Ο αφέντης μου, όπου είναι, θάρθη . . . Πιε τον καφέ σου. Βούτηξε
+και το ψωμάκι, προσέθηκε κόπτουσα μεγάλην φέταν ψωμίου.
+
+Η γραία άρχισε να βουτά το ψωμί και να το μασά χωρίς όρεξιν.
+
+ — Πολύ καλό νάχης, έλεγε. Δεν πάει κάτω, παιδί μου. . . Απ' το
+χολοσκασμό που έχω . . . Φαρμάκι βγάζ' ο ουρανίσκος μου.
+
+Είτα επέφερε·
+
+ — Δεν κάνεις τον κόπο να κυττάξης πάλι απ' το παραθυράκι, έξω;. . .
+Είναι ακόμη ο Κυριάκος κάτω;
+
+Η Μαρούσα υπήκουσεν.
+
+ — Εκεί είναι, θεια Χαδούλα . . . Επιασαν μεγάλην κουβέντα με τον
+Φραγκούλη.
+
+ — Και τώρα, πού να πάω; . . . Σαν έρθ' ο πατέρας σου; . . .
+Βασίλεψ' ο ήλιος . . . σουρούπωσε . . . θα νυχτώση.
+
+Η Μαρούσα εσκέφθη επί στιγμήν, είτα είπεν·
+
+ — Εγώ έχω μεγάλην υποχρέωσι 'σε λόγου σου, θεια Χαδούλα . . . Πώς
+να το ξεχάσω!
+
+ — Θυμάσαι; είπεν ακουσίως μειδιώσα η γραία.
+
+ — Και μπορώ να τ' αστοχήσω; . . . Ό,τι μπορέσω να κάμω, θα κάμω για
+σένα.
+
+ — Ας είσαι καλά.
+
+ — Μου φαίνεται πως το καλλίτερο είναι να σε κρύψω εδώ την νύχτα,
+τώρα, πριν έλθη ο αφέντης μου.
+
+ — Πού;
+
+ — Κάτω, στο μικρό κατωγάκι, στο σοφά . . . ξέρεις;
+
+ — Α! είπεν η Φραγκογιαννού, ως να της ήλθε μία ανάμνησις.
+
+ — Και τα μεσάνυχτα, σαν λαλήση ταρνίθι . . .
+
+ — Ε;
+
+ — Κοντά να φέξη, ό,τι ώρα νοιώσης . . .
+
+ — Καλά!
+
+ — Αν θέλης, σηκώνεσαι, και πας στο καλό, όπου σε φωτίση ο Θεός.
+
+Ας είναι! είπε μετά στεναγμού η γραία.
+
+ — Την άλλη νύχτα πάλι, ανίσως και δεν εύρης άλλο καταφύγιο εις
+μέρος πλειο κρυφό, και πλειο σίγουρο, έρχεσαι, και μου ρίχνεις ένα
+πετραδάκι 'ς αυτό το παράθυρο, ή στο μικρό μπαλκονάκι κατά το
+γιαλό, κατεβαίνω, σου ανοίγω, και σε κρύφτω πάλι στο κατωγάκι.
+
+ — Καλά! . . . Μα, για κύτταξε, έφυγε ο Κυριάκος;
+
+Η Μαρούσα επήγε πέραν του μεσοτοίχου, εις το παράθυρον προς τον
+δρόμον, αργοπόρησεν ολίγον, ίσως διότι είχε σκοτεινιάσει πλέον και
+δεν διέκρινε καλώς έξω, και επανήλθε.
+
+ — Δεν έφυγαν . . . εκεί είναι κ' οι τρεις.
+
+ — Τώρα ένα πράμμα δεν ξέρω, είπε σύννους η Φραγκογιαννού. Δεν ξέρω
+αν με είδε ο Κυριάκος να μβαίνω εδώ, ή όχι . . . .
+
+Αν δεν μ' έχει ιδεί, και δεν μου κάνει καρτέρι, καλλίτερα έχω να
+φύγω, να σας σηκώσω το βάρος από τώρα.
+
+Έλεγε τούτο ειλικρινώς. Εστενοχωρείτο, επόθει τον αέρα του βουνού.
+Εκεί ησθάνετο ότι θα εύρισκεν άνεσιν, ήλπιζε δε και ασφάλειαν.
+
+ — Ό,τι κι' αν είναι, δεν πρέπει να φύγης απόψε, είπε προθυμοτέρα
+γινομένη η Μαρούσα, καθ' όσον εθερμαίνετο εκ της αναμνήσεως.
+Κάθισε, θεία Χαδούλα, απόψε, στο κατωγάκι, για να με κάμης να
+θυμηθώ τα παληά μου βάσανα, θα μου έρθουν, τάχα, σαν όνειρο στον
+ύπνο μου;
+
+ — Έτσι τα θυμάται, πλειό, κανείς, παιδάκι μου, είπε με πονηράν
+αφέλειαν η γραία. Αχ! κάθε αμαρτία έχει και τη γλύκα της.
+
+ — Αλήθεια! . . . και πόση πίκρα φέρνει στο τέλος! συνεπλήρωσε
+μελαγχολικώς η Μαρουσώ.
+
+Η οικία ήτο διπλή. Εκτός του κυρίως κτιρίου, είχε μικρόν παράρτημα
+προς βορράν, όπου ήτο το μαγειρείον, και υπό το μαγειρείον
+ευρίσκετο «το μικρό κατωγάκι». Εκεί διά της καταπακτής και μικράς
+σκάλας ωδήγησε η Μαρούσα την ξένην της, πριν έλθη ο κυρ Αναγνώστης,
+ο οικοδεσπότης. Της έφερεν άρτον, τεμάχιον κρύου βραστού, υπόλοιπον
+του γεύματος, τυρίον, νερόν, ποτήριον οίνου, και την εγκατέστησεν
+επάνω εις τον σοφάν του μικρού κατωγείου, του χρησιμεύοντος ως
+αποθήκη διαφόρων οικιακών σκευών. Της έστρωσεν ένα παλαιόν κιλίμι,
+μίαν τριμμένην τσέργαν, ένα μικρόν σινδόνι, της έβαλε μίαν
+προσκεφαλάδα σκληράν, με γέμισμα από λινόξυλα, και της ευχήθη καλήν
+νύκτα και «ύπνον ελαφρόν».
+
+Ελαφρός ή βαρύς, ο ύπνος της Φραγκογιαννούς δεν ήτο δυνατόν να ήτο
+εύκολος ούτε ευάρεστος, ευρισκομένης εις τοιαύτην ταραχήν και
+τοιούτον τρόμον. Αλλά το περιβάλλον την έκαμε προς ώραν να λησμονή
+σχεδόν τα ενεστώτα και την ιδίαν τρομεράν θέσιν της, και ν' αναπολή
+τα παρελθόντα. Εκείνο το οποίον μετριοφρόνως η Γιαννού είχεν
+ονομάσει δις «τα πάθια της», η δε Μαρούσα ειλικρινώς είχεν
+αναγνωρίσει μάλλον ως «πάθια» και «βάσανα» ιδικά της, είχε συμβή
+προ οκτώ ή δέκα ετών.
+
+Ο κυρ Αναγνώστης Μπενίδης, άτεκνος, είχε λάβει ως ψυχοκόρην τη
+Μαρούσαν, και την είχεν αναθρέψει όσον αυστηρά ηδυνήθη η σύζυγός
+του, ήτις ήτον αποθαμμένη προ δέκα πέντε ετών.
+
+Ο κ. Μπενίδης ήτον εις τον καιρόν του το σημαντικώτερον πρόσωπον
+του τόπου του. Είχε διατελέσει δημογέρων προ του Αγώνος,
+πληρεξούσιος εις τας πρώτας Συνελεύσεις Τροιζήνος, Προνοίας,
+Άργους, κτλ. δήμαρχος προ του Συντάγματος. Είτα μετά το Σύνταγμα
+διετέλεσεν ως ανώτερος υπάλληλος εις πολλά μέρη. Την Μαρούσαν
+Εβραιοπούλαν, ή κατ' άλλους Τουρκοπούλαν, είχε προσλάβει εις
+ηλικίαν σχεδόν βρεφικήν, και την είχε βαπτίσει.
+
+Είτα, όταν κατά τα τελευταία έτη, ως συνταξιούχος απεσύρθη εις τον
+τόπον τον, την υπάνδρευσε μ' ένα ανεψιόν του, και της έδωκεν ως
+προίκα το μικρόν αυτό κολλητόν σπιτάκι, εις το ισόγειον του οποίου
+ευρίσκετο τώρα η Φραγκογιαννού, ικανά αγροτικά κτήματα, και ολίγα
+μετρητά, υποσχεθείς να της αφήσει ως κληρονομίαν και την κυρίως
+οικίαν, και ότι άλλο ήθελεν ευρεθή παρ' αυτώ μετά θάνατον.
+
+Ο γαμβρός, αφού απέκτησεν έν τέκνον, έλειπεν όλον τον καιρόν,
+Εταξίδευε λοστρόμος με τα καράβια. Ήτον φημισμένος ναυτικός, αλλά
+σπάταλος κ' αξένοιαστος. Τώρα τελευταία, είχεν αργήσει τρία έτη να
+έλθη εις τον τόπον. Εν τω μεταξύ ο γηραιός κυρ Αναγνώστης είχε
+χηρεύσει, κ' η ψυχοκόρη, κατά την απουσίαν του συζύγου υπηρέτει
+διαρκώς εις την οικίαν τον θετόν πατέρα της, όπως και παιδιόθεν ήτο
+συνειθισμένη. Ο σύζυγος έγραφεν από καιρού εις καιρόν επιστολάς,
+υποσχόμενος ότι θα έλθη, αλλά δεν ήρχετο. Το θυγάτριον της Μαρούσας
+ήτο ήδη τεσσάρων ετών, και ούτε ο πατήρ είχεν ιδεί ποτέ το τέκνον,
+ούτε αυτό εγνώριζε την όψιν του πατρός.
+
+Κατ' εκείνον τον καιρόν, μαζύ με την ανάπτυξιν του εμπορίου και της
+συγκοινωνίας, είχαν αρχίσει να ξανοίγουν κάπως και τα ήθη εις τον
+μικρόν, απόκεντρον τόπον. Ξένοι ερχόμενοι από τα άλλα μέρη της
+Ελλάδος, τα «πλέον πολιτισμένα», είτε υπάλληλοι της κυβερνήσεως,
+είτε έμποροι, εκόμιζον νέας, ελευθέρας θεωρίας περί όλων των
+πραγμάτων. Ούτοι την αιδώ και την συστολήν ωνόμαζον βλακείαν, την
+εγκράτειαν και την σωφροσύνην ευήθειαν. Την διαφθοράν και την
+λαγνείαν ωνόμαζον «φυσικά πράγματα». Η δύστηνος Μασούσα, ήτις δεν
+είχε γεννηθή εις τον τόπον, αρχήθεν δεν ήτο πολύ αυστηρά ούτε
+σεμνοπρεπής, είχε δε μικράν δόσιν ελαφρότητος.
+
+Τον καιρόν εκείνον ευρίσκοντο εις την νήσον ένας γραμματεύς του
+ειρηνοδικείου, άγαμος, φουστανελλάς. Ένας γραμματεύς του
+Λιμεναρχείου, βρακάς, αξιωματικός του οικονομικού Ν. κλάδου,
+γεροντοπαλλήκαρο· ένας ενωμοτάρχης κομψευτής, με λιγνήν μέσην και
+αγκιστροειδή μύστακα· ένας τελωνοφύλαξ έχων τριπλάσιον εισόδημα από
+τον μισθόν του, και δύο ή τρεις πράκτορες ξένων εμπορικών οίκων ή
+άλλοι μέτοικοι. Όλοι ούτοι είχον παντοτινήν συντροφίαν με δύο ή
+τρεις άλλους νεαρούς εμπορευομένους, κομψευομένους, μ'
+«ελληνικούρες» πολλές εις την γλώσσαν και με πολλάς «προσρήσεις».
+Με τους τελευταίους τούτους ηναγκάζοντο να έρχωνται συχνά εις
+επαφήν πολλαί γυναίκες, και σώφρονες άλλως του τόπου, χάριν των
+αφεύκτων και ατελειώτων οψωνισμάτων, από τα οποία αδύνατον ν'
+απαλλαγή ποτε ο γυναικείος κόσμος.
+
+Από τα τόσα βρόχια, τα οποία της είχαν ρίψει εις τον δρόμον της,
+από τας τόσας ελεπόλεις, τας οποίας της είχον στήσει περί τους
+τοίχους της όλοι οι ειρημένοι επιχειρηματίαι δεν ηδυνήθη να γλυτώση
+η Μαρούσα· και μετ' ολίγον καιρόν αύτη, εν απουσία του συζύγου,
+ευρέθη έγκυος. Και το ενόησεν ότε ήτο ήδη δύο μηνών. Αλλά πριν το
+ανακαλύψη αύτη, όλη η γειτονιά, ως εικός, το είξευρεν ίσως και
+προτού να συμβή το πράγμα. Μόνον ο κυρ-Αναγνώστης ευρίσκετο εν
+αγνοία. «Ο κόσμος», όπως είπε τότε η πονηρή Κοκκίτσα, μία
+γειτόνισσα «τώχε τούμπανο, κι' αυτός κρυφό καμάρι».
+
+Υπήρξαν κ' αι κακαί γλώσσαι, αίτινες είπον άνευ της ελαχίστης
+πιθανότητας, ως εικός, ότι ο κυρ-Αναγνώστης εφήρμοζε την παλαιάν
+μέθοδον του Δαβίδ, και ότι διά νεαράς πνοής του θερμού αίματος
+εζήτει να «ξανανειώση». Αλλ' η ειρημένη Κοκκίτσα και δύο ή τρεις
+άλλαι γειτόνισσαι, αίτινες τα έλεγον σιγανά, κ' εγέλων συριστικά
+μεταξύ των, ισχυρίζοντο ότι, δήθεν «απ' το παιδί έχουν πολλοί
+μερδικό»· ότι το κεφάλι πρέπει να είναι του γραμματικού του
+φουστανελλά με το τεράστιον φέσι και την μακροτάτην φούντα, η μέση,
+θα είναι βέβαια του νωματάρχη, του σεβταλή, το ένα το ποδάρι (στο
+λάκκο!) του γέρο-κολασμένου, του βρακά, το ένα χέρι {μακρύ χέρι!)
+του τελωνοφύλακα, και το άλλο χέρι (παστρικό χέρι!) του ψιλικατζή,
+με της 'λληνικούρες.
+
+Πρώτη η ρηθείσα Κοκκίτσα είχε προσκληθή μυστηριωδώς από την
+Μαρούσαν (σημειωτέον ότι αύτη, όσον και αν εφαίνετο απονήρευτη,
+είχεν εννοήσει ότι η Κοκκίτσα την υπωπτεύετο προ πολλού, όθεν
+επροσποιήθη κι' αυτή ευθηνήν, αναγκαστικήν εμπιστοσύνην διά να την
+κολακεύση, ελπίζουσα ότι θα την έπειθε, και διά δώρων, να σιωπήση)
+είχε προσκληθή, λέγω, να λάβη γνώσιν του μυστηρίου. Η Μαρούσα,
+«αδερφή να την κάμη, απ' το Θεό και στα χέρια της», έπεσε στον
+τράχηλόν της και την ικέτευε να κάμη έλεος αν ειξεύρη τίποτε
+ψευτογιατρικά, διά να εξαφανισθή, ει δυνατόν, ο καρπός της
+αμαρτίας, κι' ο Θεός πλέον ας εγίνετο ίλεως! Διότι άλλως αυτή
+βέβαια — τι την ήθελε τέτοια ζωή; — θα έπεφτε βέβαια, στον γιαλό
+να πνιγή, καθώς ήτον μάλιστα και σιμά, από κάτω απ' το σπίτι, η
+θάλασσα. Η Κοκκίτσα την καθησύχασε με λόγια παρηγοριάς, και άρχισε
+να εφαρμόζη επ' αυτής διαφόρους αλοιφάς και έμπλαστρα, τα οποία
+ουδόλως ετελεσφόρουν.
+
+Δευτέρα προσεκλήθη η Σταματώ, πτωχή χήρα, κ' η Κονδύλω η αδελφή
+της, αλβανόγλωσσοι αι δύο, καταγόμενοι από μίαν των νήσων του
+Σαρωνικού. Αύται εξήσκουν εντριβάς επί του σώματος της ατυχούς
+γυναικός. Και τας τρεις με ότι έκλεπτεν από τας οικονομίας του
+κυρ-Αναγνώστη, τας αντήμειβε. Κ' εκείναι εμάκρυνον τας αλοιφάς, και
+παρέτειναν τας εντριβάς, αλυσιτελώς πάντοτε.
+
+Την εσπέραν, ανερχόμενοι αι τρεις εις την αυλήν της κυρά-Θωμαής,
+ολίγα σπίτια παραμέσα, όπου ήρχοντο κ' η γρηά Χιόνα, κ' η θεια
+Κυράννω, όλαι μετανάστιδες εκ Μακεδονίας του 1821, τα έλεγαν μεταξύ
+των. Αι τρεις πρώται έδιδαν καθ' εσπέραν τακτικήν αναφοράν εις την
+κυρά-Θωμαήν και εις τας δύο άλλας γραίας· και όλαι μαζύ
+εχασκογελούσαν.
+
+Μάλιστα τα όψιμα ελληνικά της Σταμάτως, καθώς περιέγραφε την
+κατάστασιν της εγκύου («αυτή όλη κοντό είναι· και τα πόδια της
+κοντή το έχει!. . θα μην το ρίχνη, τάχατες!. . ») επέτεινον τους
+γέλωτάς των. Και εις τας εκθέσεις της Σταμάτως, η γραία Κυράννω
+επρόσθετε τα σχόλιά της, με την Μακεδονικήν της διάλεκτον.
+
+ — Αυτηνιές, ση λιέου, είνη παληοφουράδες! . . . Αχηλώνης, μαρή . . .
+Πού στα χουργιά, τα θ' κάμας! να του φτιάξ' καμμιά αυτ'νό, θε τ'
+βγάλ'νη, ση λιέου, στου γουμαρουπάζαρου! . . .
+
+Τελευταία απ' όλας εκλήθη να λάβη μέρος η Φραγκογιαννού, ως
+σοφωτέρα όλων των άλλων. Η Μαρούσα είχεν αρχίσει ν' απελπίζεται από
+τας τρεις πρώτας «ψευτομαμμές», και κατέφυγεν εις ταύτην ως εις
+τελευταίαν ελπίδα. Τω όντι η γραία Χαδούλα με τα φάρμακά της, με τα
+μαντζούνια της και με τα ζεστά ή κρύα όσα έδιδε να πίη εις την
+πάσχουσαν, τη βοηθεία και των εντριβών τας οποίας εξετέλει μ'
+επιδεξιότητα πολύ υπερτέραν από τας άλλας, κατώρθωσεν εντός ολίγων
+ημερών να επιφέρη την έκτρωσιν. Ο κυρ-Αναγνώστης ουδέποτε έμαθε
+τίποτε.
+
+Αυτή ήτον η παλαιά εκδούλευσις, και αυτή η ευγνωμοσύνη την οποίαν
+είχον υπαινιχθή σήμερον αι δύο. Αυτά ήσαν της Φραγκογιαννούς «τα
+παληά τα πάθια της», κι' αυτά ήσαν της Μαρούσης «τα βάσανά της».
+
+Η ανάμνησις κατείχε τον νουν της Φραγκογιαννούς όλην την ώραν, ενώ
+έκειτο επί του σοφά, εις το σκότος· διότι λύχνον δεν της είχε φέρει
+η φιλοξενούσα, μόνον ένα κηράκι κι' ολίγα σπίρτα της είχεν αφήσει.
+Όλην αυτήν την παλαιάν ιστορίαν ανελογίζετο, και ο ύπνος ποτέ δεν
+της ήρχετο. Ερευνώσα την συνείδησίν της, έν πράγμα εύρισκεν ότι
+είχε κάμη και τότε και τώρα το είχε κάμη διά καλόν. Εκουλουριάζετο
+υποκάτω εις το μάλλινον σκέπασμα, επί του δεξιού πλευρού κειμένη,
+κ' έκυπτε την κεφαλήν εις το στέρνον, κ' επροσπάθει να ζαλισθή, να
+ναρκωθή, να της έλθη λήθαργος. Τότε, μετά χρόνους, ενθυμήθη και την
+σύντομον προσευχήν, την οποίαν της είχεν επιβάλη άλλοτε να λέγη
+συχνά ένας γέρων πνευματικός· το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού,
+ελέησόν με».
+
+Η συχνή επανάληψις της ευχής ενήργησε, και η Χαδούλα εναρκώθη επ'
+ολίγα λεπτά και απεκοιμήθη. Πλην πάραυτα εις τον ύπνον της, ή εις
+τα ξύπνα της, (δεν είξευρε καλά), της εφάνη ότι μέσα, εις το βάθος
+της ψυχής της, ήκουε φωνήν βρέφους, κλαύμα, μινυρισμόν θρηνώδη·
+τούτο ωμοίαζε με την φωνήν της μικράς εγγονής της, της προ ολίγων
+μηνών, διά χειρός αυτής . . . τελειωθείσης.
+
+Η γραία εξύπνησεν έντρομος, ανετινάχθη όλη. Ανεσηκώθη και ησθάνετο
+μέγαν σπαραγμόν, αλλά συγχρόνως και καλλιτέραν σωματικήν άνεσιν. Ο
+σύντομος εκείνος ύπνος είχεν εξαλείψει παρ' αυτή το νευροπαθές και
+το ανήσυχον. Εψηλάφησεν, εύρε τα σπίρτα, ήναψε το κηρίον, επήρε το
+ραβδί της, το καλάθι της, έβαλε μέσα εις αυτό και τας εμβάδας της,
+και ανυπόδυτη, με της κάλτσες, εκίνησε να φύγη.
+
+ΙΒ'.
+
+Η Μαρουσώ της είχε δώσει το κλειδί του μικρού κατωγείου, της είπε
+να εξέλθη διά της ιδιαιτέρας θύρας τούτου προς την οδόν, να
+κλειδώση έξωθεν, και να πάρη το κλειδί μαζί της, διά να το
+μεταχειρισθή πάλιν την άλλην νύκτα, αν έμελλε να επανέλθη. Όσον δι'
+αυτήν, αν ελάμβανεν ανάγκην να κατέλθη εις το κατωγάκι, θα
+κατήρχετο διά της οδού, δι' ης είχεν οδηγήσει εκεί την ξένην της,
+της εσωτερικής σκάλας και της θύρας του μεσοτοίχου.
+
+Τω όντι, η Φρακογιαννού ησθάνετο πλέον μεγάλην σφλομονήν, και το
+στενόν κατωγάκι με τον υγρόν αέρα του την εστενοχώρει. Καιρός ήτο
+ν' αναπνεύση πλέον τον αέρα του βουνού, πριν οι διώκται χωροφύλακες
+την κλείσωσιν, ίσως διά βίου, εις τα υγρά και ανήλια υπόγεια της
+ανθρωπίνης θέμιδος.
+
+Εξήλθε, και, κάτω εις τα βάθη της ψυχής της, εμινύριζεν ακόμη η
+θρηνώδης φωνή του βρέφους, του μικρού κορασίου του αδικοθανόντος.
+Εστάθη εις το χάσμα της θύρας, εκύτταξε μετά προφυλάξεως έξω,
+δεξιά, αριστερά, άνω, κάτω του δρόμου· δεν είχε ψυχήν ούτε σκιάν.
+Έβαλε πτερά εις τους πόδας της.
+
+Δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ην ήκουε μέσα εις την ψυχήν της, όπου
+υπήρχε σκοτεινή, σπηλαιώδης ηχώ, το πένθιμον εκείνο κλαύμα του
+βρέφους. Κ' ενόμιζεν ότι έφευγε τον κίνδυνον και την συμφοράν και
+την πληγήν την έφερε μαζύ της. Κ' εφαντάζετο ότι έφευγε το υπόγειον
+και την ειρκτήν, και η ειρκτή και η Κόλασις ήτο μέσα της.
+
+Ώρα ήτον ως δύο μετά τα μεσάνυκτα, νυξ ασέληνος αστροφεγγής. Αρχάς
+Μαΐου, δευτέραν εβδομάδα μετά όψιμον Πάσχα. Η εξοχή ευωδίαζεν, η
+αύρα εμυροβόλει. Ολίγα άγρυπνα πουλάκια έμελπον το όρθριον επάνω
+εις τα κλαδιά. Η Φραγκογιαννού επήρε τον δρομίσκον, τον λίαν
+γνωστόν εις αυτήν, στενόν και έρποντα, όπισθεν των κήπων και
+κάτωθεν των βράχων. Ο δρομίσκος μόλις ήτον ορατός εις την
+αστροφεγγιάν, καλυπτόμενος εν μέρει από τους προεξέχοντας ράμνους
+των θάμνων και των βάτων, οίτινες προέκυπτον από τους φράκτας των
+κήπων. Η ευκίνητος γραία επάτει επί χόρτων και χαμαιμήλων, κ' επί
+χλωρών ακανθών, ανήρχετο δε με βήμα κόρης, νεαράς βοσκοπούλας του
+βουνού, τον ανηφορικόν δρομίσκον.
+
+Είχε τελειώσει η μακρά σειρά των κήπων και των περιβολίων προς τα
+δεξιά της, ενώ αριστερά της παρετείνετο ακόμη ο μικρός βραχώδης
+λόφος, τα Κοτρώνια, με τας τρεις γραφικάς κορυφάς των την μίαν
+κατόπιν της άλλης, τας επιστεφομένας από ανεμμύλους και μικρά λευκά
+καλύβια και σπιτάκια, έρποντα γύρω των. Τώρα πλέον έφθασεν εις
+μέρος όπου άρχιζαν αμπέλια, αγροί με οπωροφόρα δένδρα, όσον ήτον
+ακόμη πλαγινός ο ανήφορος, και ελαιώνες, οι αγροί με υψηλούς
+στάχυς, σειομένους από την νυκτερινήν αύραν, εκείθεν όπου ο
+ανήφορος καθίστατο αποτομώτερος και άνω. Η Φραγκογιαννού με ελαφρόν
+άσθμα, έτρεχεν, έτρεχε, μαστιζομένη το πρόσωπον από το απόγειον το
+πρωινόν, το αντίπνοον, του Βορρά το χαϊδεμένον εωθινόν τέκνον.
+
+Έσπευδε να φθάση το ταχύτερον, πριν ανατείλη η ημέρα, εις τα μέρη
+τα οποία αυτή εγνώριζε. Υπήρχον, κατά τους βορείους αιγιαλούς της
+νήσου, πολλοί κλεφτότοποι, μέρη απάτητα, σπήλαια και βράχοι όπου
+εφύτρωνε το αγριοβότανον και η κάππαρις, και τα κρίταμα και η
+αρμυρήθρα, και όπου τους υπάρχοντας ολίγους δρόμους κατέστρεφον
+καθημερινώς τα κοπάδια των ερίφων και των αιγών. Εκεί θα ήτο το
+άσυλόν της, εκεί όπου ήσαν αι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας της.
+Εις εκείνους τους βορείους αιγιαλούς, σιμά εις το άγριον και
+γαλανόν πέλαγος, εις το παλαιόν Κάστρον, το κτισμένον επί
+γιγαντιαίου θαλασσοπλήκτου βράχου, εκεί είχε γεννηθή η Χαδούλα, κ'
+εκεί είχεν ανατραφή ως δέκα ετών κόρη.
+
+Είτα, όταν ειρήνευσαν τα πράγματα, και η νέα πολίχνη εκτίσθη εις
+τον λιμένα τον μεσημβρινόν, η μάνα της, η μάγισσα, η πολυκυνηγημένη
+από τους κλέφτες και τους λιάπηδες, συχνά την είχεν επαναφέρει εις
+τα μέρη εκείνα, της είχε δείξει όλους τους κλεφτότοπους, τους
+αβάτους βράχους και τα άντρα, και της είχε διηγηθή δι' ένα έκαστον
+των τόπων εκείνων ανά μίαν ιστορίαν, φανταστικήν ή αληθή. Εις
+εκείνα τα μέρη, όταν την υπάνδρευσαν και την «εκουκούλωσαν», και
+την «ενεκροβλόγησαν» κατά την συνήθη φρασεολογίον της μητρός της,
+της είχαν δώσει ακόμη και την προίκα της. Το σπίτι, το Κάστρο το
+έρημο, και το χωράφι στο Μποστάνι, στον απάτητον κρημνόν. Ύστερον,
+όταν αυτή ενοικοκυρεύθη, κ' έμαθε πολλά, κ' επρόκοψεν εις
+γυναικείαν σοφίαν, κ' εσυνείθισε να θηρεύη τα βότανα και τα
+τρίφυλλα και τας δρακοντιάς εις τους λόγγους και το βουνά, πολύ
+συχνά είχεν επισκεφθή τα μέρη εκείνα, χάριν των ερευνών της.
+
+Εκεί λοιπόν επήγαινε και τώρα, αν έδιδεν ο Θεός να φθάση ασφαλώς,
+αλλ' εις ποίαν δεινοτάτην περίστασιν. Και ποία άρα θα ήτον η τύχη
+της από τούδε; Μόνος ο Θεός το είξευρε.
+
+Πριν φθάση εις το μέρος, όπου ο δρόμος αποτόμως ανηφόριζε, καθώς
+διήρχετο έξω από ένα περιβόλι, φραγμένον με πυκνούς βάτους και
+θάμνους υψηλούς εν μέρει με τοιχογύρισμα, εντός του οποίου υπήρχον
+πολλών ειδών οπωροφόρα δένδρα, η Φραγκογιαννού κατά τύχην
+εσκόνταψεν εις τον δρόμον, έκαμε δε μικρόν θρουν, πεσούσα ελαφρώς
+επάνω εις ένα θάμνον. Αφήκε μικράν φωνήν ομοίαν με στεναγμόν.
+
+Την ιδίαν στιγμήν ήκουσε πολύ πλησίον της, αλλ' έσωθεν του φράκτου,
+δυνατόν γαύγυσμα σκύλου. Ανωρθώθη, και με ταχύτερον βήμα
+εξηκολούθησε τον δρόμον της.
+
+ — «Ποιος να είναι;» είπε μέσα της.
+
+Ηκούσθη τότε μία φωνή βραχνή και νυσταλέα, αλλ' απότομος.
+
+ — Ε! βάρδ' απ' τα περιβόλια! Ανοιχτά! . . . Ανοιχτά!
+
+Ανεγνώρισε την φωνήν του Ταμπουρά, του δραγάτη. Ενόησε τότε τι
+συνέβαινε. Το περιβόλι, έξωθεν του οποίου είχε σκοντάψει, ανήκεν
+εις τον τότε Δήμαρχον του τόπου. Εντός αυτού, σιμά εις τ' άλλα
+δένδρα, υπήρχον και ολίγαι κερασέαι, με καρπούς σχεδόν ωρίμους ήδη
+και περκάζοντας, μελανωπούς εις την αστροφεγγιάν, ανάμεσα εις τα
+μαυροπράσινα φύλλα, Ο Ταμπουράς, μη έχων τι άλλο να φυλάξη, επειδή
+δεν ήτο ακόμη η ώρα των οπωρών ούτε των καρπών, εκοιμάτο εις το
+περιβόλι του Δημάρχου, εντός μικράς καλύβης με τον σκύλον του, κ'
+εφύλαγε τα κεράσια, μην τα κλέψουν οι δημόται του άρχοντος.
+
+Φεύγουσα, ήκουεν ακόμα το γαύγυσμα του σκύλου, συγχρόνως δε
+«αυτιάσθη», και της εφάνη ότι ήκουεν ανθρώπινα βήματα. Αλλ'
+ηπατήθη. Ίσως ήτο μάλλον αντίκτυπος και ηχώ των ιδίων βημάτων της.
+Φαίνεται ότι ο αγροφύλαξ μόλις είχε μισοξυπνήσει, κ' έβαλεν, ως εν
+υπνοβασία, μηχανικώς την συνήθη φωνήν του. Είτα ευθύς πάλιν
+απεκοιμήθη.
+
+Η Χαδούλα έγεινε άφαντη εις το ύψος του λόφου, όπισθεν των δένδρων.
+Εκεί εστάθη μίαν στιγμήν κ' έτεινε το ους. Τίποτε δεν ήκουεν ειμή
+το λάλημα ενός πουλιού, το σύριγμα ενός νυκτερινού εντόμου, και το
+φύσημα της αύρας. Τότε της ήλθαν εις τον νουν τα κεράσια, τα οποία
+είχε διακρίνει αμυδρώς στύλβοντα εις ένα κρεμάμενον κλώνα, εξέχοντα
+ολίγον έξω του φράκτου του δημαρχικού περιβολιού, σιμά εκεί όπου
+είχε σκοντάψει, και είπεν·
+
+ — Αχ! και δεν έκαμα να φτάσω ένα κεράσι, να δροσίσω το στόμα μου,
+που είνε φαρμάκι. Ξέχασα να πιω μια σταξιά νερό πριν φύγω . . .
+Ας φτάσω στη βρύσι, μια!
+
+Τότε μόνον ενθυμήθη ότι δεν είχε πίη νερόν πριν εξέλθη από το
+κατωγάκι, όπου είχε διέλθει ολίγας αλλά τόσον μακράς εναγωνίους
+ώρας. Η Χαδούλα ανελογίσθη μετά πικρίας ότι όλα, και τα μικρότερα
+πράγματα, πρωθύστερα και ανάποδα της ήρχοντο εις αυτόν τον κόσμον.
+Εάν είχε προμελετήση να κλέψη ολίγα κεράσια από την κερασιά του
+Δημάρχου, θα επάτει μετά προσοχής, θα επλησίαζε μετά προφυλάξεως,
+και τότε πιθανώς ούτε ο δραγάτης ήθελεν εξυπνήσει, ούτε ο σκύλος
+ίσως θα εγαύγυζε. Αλλά διά να ευρεθή απρόσεκτη και αλλοφρονούσα,
+διά να μην κυττάξη καλά πού πλησίον ευρίσκετο, επαραπάτησεν, έκαμε
+μικρόν θόρυβον, αρκούντα διά να ξυπνήση τον σκύλον και τον
+άνθρωπον. Όλα έτσι της ήρχοντο!
+
+Άλλως, η δίψα της τώρα είχεν ερεθισθή με τον δρόμον τον ανωφερή.
+Έκοψε φύλλα ελαιοδένδρων και τα έβαλε μέσ' το στόμα της.
+
+Εβάδιζεν επί μίαν ώραν ακόμη. Ήτον ήδη χαραυγή. Αφού έφθασεν εις
+την κορυφήν του λόφου, κατήλθε πάλιν εις το ρεύμα, εις την υπώρειαν
+του βουνού με τας πολυσχιδείς πλευράς, το οποίον εκαλείτο η Βίγλες.
+Τις οίδε ποίοι παλαιοί κλέφταις εφύλαγαν άγρυπνοι καραούλια εκεί,
+και εντεύθεν είχε λάβη το όνομα. Έφθασεν εις την μικράν βρύσιν, εις
+την ρίζαν του βουνού. Έφεγγεν ήδη. Έπιε νερόν, εδροσίσθη, κ' ευθύς
+έφυγεν. Εις το μέρος εκείνο εσύχναζον πολλοί, άνθρωποι, βοσκοί και
+'ξωμερίται κι' άλλοι. Η Γιαννού ήθελεν όσον το δυνατόν να μείνη
+αόρατος. Εκατηφόρισεν ακόμη, εισήλθεν εις το κάτω ρεύμα το βαθύ, το
+βαίνον προς την θάλασσαν, το καλούμενον Λεχούνι.
+
+Εκεί έφθασε μικρόν προ της ανατολής του ηλίου. Υπήρχον εκεί δύο ή
+τρεις νερόμυλοι, μάλλον παλαιοί και άχρηστοι, εκ των οποίων ο είς
+μόνον εδούλευε, και τούτο σπανίως. Όλα εδείκνυον την ερημίαν, δεν
+εφαίνετο ίχνος ανθρώπου εκεί. Η Φραγκογιαννού, από περισσήν
+προφύλαξιν, δεν ηθέλησε να πλησιάση. Απέφυγε το μέρος εκείνο,
+εβάδισεν όπισθεν λόχμης, κ' έφθασεν εις γούρναν βαθείαν, με διαυγές
+νερόν, γνωστήν εις ολίγους. Ήτο μέρος κρυφόν και απάτητον.
+Εσχηματίζετο εκεί οιονεί άντρον, αποτελούμεναν εκ χλόης, εκ κορμών
+και κισσού. Άντρον νύμφης, Δρυάδος των παλαιών χρόνων ή Ναϊάδος,
+ευρούσης ίσως καταφύγιον εκεί.
+
+Διά να κατέλθη τις εις την μικράν πτυχήν της γης, όπου ήτο η γούρνα
+του νερού, έπρεπε να έχη την τύχην διώκτριαν και τους πόδας της
+Φραγκογιαννούς, τους ανυποδήτους, τους σχισμένους κ' αιματωμένους
+από τας κνίδας και τας ακάνθας. Εκεί εκάθισε ν' αναπαυθή. Έβγαλεν
+από το καλάθι της το ψωμί και το τυρί και ολίγον κρέας, τα οποία
+την είχε φιλεύσει η Μαρούσα, επειδή την εσπέραν δεν είχε δυνηθή να
+φάγη τίποτε, μετά τον καφέν όπου είχε πίη εις το μαγειρείον.
+Εφύλαξε μόνον τα δίπυρα, τα οποία είχε λάβει από το σπίτι της κόρης
+της, της Δελχαρώς. Έφαγεν, έπιε δροσερόν νερόν, κ' έλαβε μικράν
+αναψυχήν.
+
+Εκείνην την στιγμήν, ανέτελλεν ο ήλιος. Ο δίσκος του εφάνη ν'
+αναδύεται από τα κύματα, αντικρύ, εις το μακρινόν πέλαγος, του
+οποίου μίαν λωρίδα έβλεπεν από την κρύπτην της η Χαδούλα. Τα όρνεα
+του βουνού, του πετρώδους και ηχώδους, το οποίον ηγείρετο όπισθέν
+της, έρρηξαν μακρούς κρωγμούς, και τα πουλάκια της κοιλάδος, της
+λόχμης, του μικρού δάσους, αφήκαν φαιδράς μελωδίας.
+
+Μία ακτίς θερμή, ερχομένη μακράν, από το φλεγόμενον πέλαγος,
+διέσχιζε την πυκνήν φυλλάδα και τον κισσόν τον περισκέποντα το
+άσυλον της ταλαιπώρου γραίας, και έκαμνε να στίλβη ως πλήθος
+μαργαριτών η δρόσος η πρωινή, η βρέχουσα τον πλούσιον σμαράγδινον
+πέπλον, κ' εφυγάδευεν όλον το ρίγος της υγρασίας, και όλον το κρύος
+του φόβου του πελιδνού, φέρουσα πρόσκαιρον ελπίδα και θάλπος.
+
+Η Γιαννού έβγαλε το χράμι το μάλλινον, το διπλωμένον εις πολλάς
+πτυχάς, από το καλάθι της, το εξεδίπλωσεν, ετυλίχθη μ' αυτό, κ'
+έκλινε την κεφαλήν προς την ρίζαν του γηραιού πλατάνου. Απεκοιμήθη.
+
+Της εφάνη εις τον ύπνον της ότι ήτον νέα ακόμα· ότι ο πατήρ της και
+η μάνα της την υπάνδρευον, όπως την είχαν υπανδρεύσει και την είχαν
+«νεκροβλοήσει» τον καιρόν εκείνον, και την επροίκιζαν, δίδοντες
+αυτή και τον κήπον τον πατρώον, όπου αυτή εσκάλιζε κ' επότιζε τα
+κουκιά και τα λάχανα, όταν ήτον μικρή· και ο πατήρ της την εφίλευε
+τάχα, διά τον κόπον της και της έδιδε «τέσσερα κεφάλια» κεφάλια από
+λαχανίδες. Η Χαδούλα μετά χαράς έλαβε τα τέσσαρα φυτά εις τας
+χείρας, αλλ' όταν τα εκύτταξε, είδεν, ω φρίκη! ότι ήσαν τέσσερα
+μικρά κεφάλια ανθρώπινα νεκρικά . . .
+
+Ανεταράχθη, εσκίρτησεν, είπε «Κύριε Ιησού Χριστέ! . . . » Πάλιν
+απεκοιμήθη. Ωνειρεύθη ότι η μητέρα της την συνελάμβανεν επ'
+αυτοφώρω ερευνώσαν να εύρη το κομπόδεμα, κάτω εις το ισόγειον,
+ανάμεσα εις τα βαρέλια και τα πιθάρια και τον σωρόν των καυσοξύλων
+ως την είδεν, εμειδίασε πικρώς, το σύνηθες μειδίαμά της, και διά να
+την εβγάλη τάχα από τον κόπον, επήρε μοναχή της το κομπόδεμα,
+έβγαλε και της εχάρισεν από τα τόσα τάλληρα, τα σκυλοδεμένα, τρία
+γερμανικά τάλληρα, τρεις ρηγίνες, απ' εκείνας που είχαν και την
+εικόνα της Παναγίας επάνω, με την επιγραφήν «Patrona Bavariae». Η
+Φραγκογιαννού, μετά χαράς μεμιγμένης μ' εντροπήν, επήρε τα τρία
+νομίσματα, από τα χέρια της μητρός της πλην όταν τα εκύτταξε, είδεν
+ότι τα τρία εκείνα νομίσματα, με τα πρόσωπα που έφερον επάνω, ήσαν
+τρία προσωπάκια, μικρά, πελιδνά, με σβυσμένα ματάκια . . . . Ω!
+τρόμος! προσωπάκια μικρών κορασίδων!
+
+Εξύπνησε περίτρομος, δυστυχής, φρενιασμένη. Ήτον ήδη μεσημβρία. Ο
+ήλιος έκαιεν υπεράνω της κεφαλής της άνωθεν της κορυφής του
+δροσερού πλατάνου. Με όλον το θάλπος του ηλίου, και την φαιδρότητα
+της ημέρας της μαγιάτικης η εντύπωσις του ονείρου έμεινεν επί
+μακρόν εις τον νουν της. Της εφαίνετο παράξενον μάλιστα πως, εν
+ημέρα, είδε τα όνειρα αυτά. Οσάκις είχε κοιμηθή εν καιρώ ημέρας,
+εις την ζωήν της δεν ενθυμείτο ποτέ να είδεν όνειρον.
+
+Έβρεξεν εις την γούρναν δύο δίπυρα, τα απέθηκεν επί της πέτρας της
+πλακαρής παρά το χείλος του λάκκου, και τα ελησμόνησεν εκεί επί
+μακρόν, εωσότου έλυωσαν από το βρέξιμον κ' εσάπισαν. Μετά ώραν,
+εγέμισε την φούχταν της με τα ψιχία, και τα έφαγε.
+
+Όταν ο ήλιος εκρύβη εις την κορυφήν του βραχώδους βουνού, κ'
+εσκίασεν η κοιλάς, και ήτο δειλινόν πλέον, εστενοχωρήθη και
+προέκυψε την κεφαλήν έξω της κρύπτης. Εκύτταξεν άνω και κάτω, εις
+την κοιλάδα την κατάφυτον από ελαιώνας, αλλά ψυχή δεν εφαίνετο.
+Τότε εσκέφθη να πάρη το καλάθι της και το ραβδί της, να εξέλθη από
+την μικράν κόγχην, ν' αναβή επάνω εις την λόχμην την σύδενδρον, και
+να πάρη σιγά το ρέμμα-ρέμμα, και ν' αρχίση πάλιν, την παλαιάν της
+τέχνην, να ψάχνη προς ανεύρεσιν βοτάνων — τα οποία δεν ήξευρε πλέον
+εις τι θα της εχρησίμευον, αφού δεν είχε πλέον εις τον κόσμον άλλο
+άσυλον, ειμή την ειρκτήν και μόνην.
+
+Αλλ' όμως έτρεφεν αόριστον ελπίδα, ότι θα εύρισκεν ίσως ξενίαν εις
+καμμίαν μάνδραν ή καλύβην βοσκού, και τότε τα βότανα θα τα
+επρόσφερεν εις την σύζυγον του φιλοξενούντος ως μικρόν αντάλλαγμα.
+Το περισσότερον όμως, θα το έκαμνε διά να περάση η βαρεία ανία,
+ήτις εβασάνιζε την ψυχήν της.
+
+Την ώραν εκείνην ήκουσε μεμακρυσμένους κωδωνίσκους να ηχούν, και
+συγχρόνως είδε μακρόθεν να κατέρχεται ένα κοπάδι. Πάραυτα εσκέφθη
+ότι, αν δεν προλάβη ευθύς να εξέλθη από την μικράν χαράδραν, μετ'
+ολίγον η κρύπτη της θ' ανακαλυφθή εξ άπαντος. Διότι, και αν τα
+πολλά των αρνίων ή των εριφίων εσκορπίζοντο, κ' επήγαινον να πίωσιν
+εις το μέγα ρεύμα, το οποίον έρρεεν επάνω μέχρι της στέρνας, και
+ύστερον κάτω από τον νερόμυλον, μερικά εξ αυτών βεβαίως θα
+κατήρχοντο εις το μικρόν ρεύμα, το γείτον της γούρνας. Είτα τα ζώα
+θα εσκιάζοντο, θα εξαφνίζοντο, θα ωπισθοχώρουν πηδώντα, και ο
+βοσκός, όστις και αν ήτο, θα την ανεκάλυπτε, θα επαραξενεύετο, και
+ίσως θα συνελάμβανεν υποψίας.
+
+Το καλλίτερον άρα θα ήτο ν' αντιμετωπίση, με την άφευκτον
+προσποίησιν, με το ψεύδος εις τα χείλη, την παρουσίαν του βοσκού.
+Άλλως ήτο πολύ πιθανόν, ο αγροδίαιτος εκείνος να μην είχε προ
+ημερών ειδήσεις από την πόλιν, και να μην εγνώριζε τίποτε περί του
+διωγμού, τον οποίον υπέφερεν η Φραγκογιαννού.
+
+ΙΓ'.
+
+Μετ' ολίγον τω όντι, αφού η Γιαννού εξήλθε της κρύπτης, και
+βαίνουσα παρά το ρεύμα ένευεν εδώ κ' εκεί αναζητούσα βότανα,
+επλησίασε το κοπάδι των προβάτων μικτόν μετά τινων αιγών και ο
+βοσκός ενεφανίσθη. Η Γιαννού τον ανεγνώρισεν αμέσως. Ήτον ο
+καλούμενος Γιάννης Λυρίγκος.
+
+Άμα είδε την γραίαν άρχισε να φωνάζει μακρόθεν·
+
+ — Και πού 'ς αυτόν τον κόσμο, θεια Γαρουφαλιά; (Ο Λυρίγκος
+ανεγνώρισε το πρόσωπον, αλλά, φαίνεται, δεν ενθυμείτο καλώς το
+όνομα). Καλά που σ' ηύρα! . . . Ο Θεός σ' έστειλε!
+
+ — Τι να τρέχη; είπε μέσα της η Φραγκογιαννού. Κάτι θέλει να μου
+πη. Βέβηα, ο άνθρωπος δεν θα έχη ακούσει τίποτα για τα πάθια τα
+δικά μου.
+
+ — Ξέρεις τίποτα, θεια Γαρουφαλιά; επανέλαβεν ο Λυρίγκος
+πλησιέστερον ερχόμενος.
+
+Τι να ξέρω, γυιέ μου; είπεν υποκριτικώς η Φραγκογιαννού, απέχουσα
+να εξαγάγη τον άνθρωπον εκ της πλάνης όσον αφορά το βαπτιστικόν της
+όνομα, είτα επέφερεν. — Από τα ψες λείπω απ' το χωριό. Ήρθα να
+μαζώξω βότανα στα ρέμματα.
+
+ — Άκουσε, θεια Γαρουφαλιά, επανέλαβε με απλότητα ο άνθρωπος. Απόψε
+γεννήσαμε, στο καλύβι.
+
+ — Γεννήσατε;
+
+ — Σπαργανίσαμε! Είναι το τρίτο κοριτσάκι που μας ήρθε στα πέντε
+χρόνια . . . όλο κοριτσούδια, το έρμο!
+
+ — Να σας ζήση! είπεν η γραία. Καλή σαράντισι της φαμιλιάς σου!
+
+ — Ως τόσο, το κοριτσάκι ήρθε στον κόσμο άρρωστο, κι' όλο κλαίει,
+και στο βυζί δεν κολλάει. Κ' η μάνα του η καψερή, τόσο καλά δεν
+είναι . . . Όλο κάψι και σεκλέτι, το έρμο!
+
+Αλήθεια;
+
+ — Να ήθελες να μας έκανες τη χάρι να περνούσες απ' το καλύβι, να
+έκανες κανένα ψευτογιατρικό, θεια Γαρουφαλιά; . . . . Εκείνη η
+πεθερά μου δε 'φελάει τίποτα, τι να σου κάμη;
+
+ — Μα τώρα κοντεύει να νυχτώση. . . είπε με υποκρισίαν η
+Φραγκογιαννού.
+
+Και μέσα της έλεγε — «Το ροιζικό μου είναι πλειο! Ωχ Θε μου»!
+
+ — Ας νυχτώση . . . Αν θέλης, κοιμάσαι στο καλύβι.
+
+Η Φραγκογιαννού εστάθη ως να εδίσταζεν. Αλλ' ήτον ετοίμη να
+συναινέση.
+
+Την ιδίαν στιγμήν, με την τελευταίαν ακτίνα του ηλίου ήτις εχρύσωνε
+την κορυφήν του ανατολικού λόφου με τους ελαιώνας τους πολλούς, κ'
+έκαμνε να στίλβη το φύλλωμα των ελαιών, εφάνησαν δύο άνθρωποι
+κατερχόμενοι δρομαίοι από ένα μονοπάτι, μεταξύ δύο ελαιώνων.
+
+Η Φραγκογιαννού τους είδε πρώτη κ' ετρόμαξεν. Ο ήλιος όστις
+κατέλαμπε τα φύλλα, έκαμνε να γυαλίζουν και τα κομβία της στολής
+των τα προ μακρού χρόνου αγυάλιστα. Ήσαν οι χωροφύλακες.
+
+Πάραυτα η Φραγκογιαννού έστρεψε τα νώτα προς τον Γιάννην τον
+Λυρίγκον, κ' έτρεξε προς την ρίζαν του πετρώδους βουνού, προς
+δυσμάς.
+
+Ο βοσκός εφώναξεν έκπληκτος·
+
+ — Πού πας, θεια Γαρουφαλιά;
+
+ — Σιώπα! παιδί μου του εσύριξεν έντρομος η γυνή, αν αγαπάς τον
+Χριστό! Έρχονται ταχτικοί!. . . Να μην πης πως με είδες!
+
+ — Ταχτικοί;
+
+ — Να μη με μαρτυρήσης παιδί μου, χάνομαι! Ησύχασε! Αν γλυτώσω
+τώρα, την νύχτα θα 'ρθώ στο καλύβι σας . . .
+
+Και αφού έβγαλε τα πασουμάκια της, τα οποία εξερχομένη από την
+γούρναν είχε φορέσει, και τα έρριψε μέσα στο καλάθι, άρχισε ν'
+αναρριχάται ελαφρά πατούσα, ανυπόδητη, με το καλάθι της περί τον
+αριστερόν αγκώνα, με το ραβδί της εις την χείρα την δεξιάν, τον
+κρημνόν τον ανωφερή, όπου μόνον τα ολίγα ερίφια, όσα ήσαν μεταξύ
+των προβάτων του Λυρίγκου, θα ηδύναντο ν' αναρριχηθώσι.
+
+Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, αφού ανήλθεν εις ύψος ολίγων οργυιών,
+εκρύπτετο όπισθεν του πρώτου προέχοντος βράχου, κ' εγίνετο άφαντη.
+
+Ευθύς κατόπιν οι δύο χωροφύλακες, οίτινες διά να φθάσουν έως το
+μέρος όπου ευρίσκετο ο βοσκός, ήτο ανάγκη να χαμηλώσουν και
+διέλθουν το ρεύμα, μεταξύ της πυκνής λόχμης — και την περίστασιν
+ταύτην είχεν επωφεληθή όπως φύγη η Φραγκογιαννού — έφθασαν πλησίον
+του Λυρίγκου. Ο βοσκός εν τω μεταξύ εκύτταζε τα αιγοπρόβατα του, τα
+εφώναζε «Τίβι! τίβι! . . . όι! όι!» Επροσπάθει να τα συμμαζέψη και
+τα φέρη προς τον ανήφορον, διά να τα οδηγήση προς την ράχιν την
+μεσημβρινήν, όπου ευρίσκετο η στάνη του.
+
+Οι δύο άνδρες εχαιρέτισαν τον Λυρίγκον. Είτα τον ηρώτησαν αν είδε
+«κείνη την παληογυναίκα, πώς την λεν, την Φραγκογιαννού».
+
+Ο Λυρίγκος είπεν όχι.
+
+Ο είς των χωροφυλάκων ύβρισε τον βοσκόν.
+
+ — Ψέμματα λες! εγώ την είδα!. . ,
+
+Ούτος επέμενεν ότι είχεν ιδεί τον ήσκιον, τον «διακαμόν» ή το
+«διάνεμα», καθώς έλεγε, της γραίας ν' αναρριχάται ως γάττα εις το
+ύψος του κρημνού. Ο άλλος δεν είχεν ιδεί ούτε ισχυρίζετο τίποτε.
+
+Ο πρώτος, με τα τσαρούχια του εδοκίμασε ν' αναρριχηθή εις τον
+βράχον. Αλλά μετά τρία βήματα κατεκρημνίσθη κ' έπεσε, κτυπήσας
+ελαφρώς εις το γόνυ.
+
+Εκεί όπου είχεν αναβή η Φραγκογιαννού, ήτο το βουνόν του Κουρούπη,
+βορεινόν, βραχώδες, απάτητον, και τους πόδας του εφίλει και έπληττε
+το κύμα του πελάγους. Η θέα ηνοίγετο προς την ακτήν της Μακεδονίας,
+την Χαλκιδικήν, και τον μέγαν Άθωνα.
+
+Η θέσις όπου έφθασεν η καταδιωκομένη γυνή εκαλείτο το Κοχύλι.
+Ανθρώπινος πους σπανίως επάτει εκεί. Μόνον όταν απεπλανάτο ή
+«εβραχώνετο» καμμία γίδα, τότε κανείς βοσκός ερριψοκινδύνευε ν'
+ανέλθη προς την άβατον εκείνην σκοπιάν. Η Φραγκογιαννού ανεκάλυψε
+μικρόν σπήλαιον, όλον ανοικτόν εις την θέαν του πελάγους, το οποίον
+ήτο το κυρίως Κοχύλι, κ' εκάθησεν ανέτως εις την χιβάδα εκείνην.
+Ήτο σχεδόν βεβαία ότι οι διώκται της δεν θα την έφθανον εκεί. Εάν
+τυχόν κανείς απ' αυτούς ήτο τόσον «μάνας γυιός», ώστε ν' αποφασίση
+και να κατορθώση ν' αναρριχηθη εις τον βράχον, αυτή είχεν ετοίμην
+και την «υποχώρησιν». Εγνώριζεν έν άλλο μονοπάτι, έσωθεν της διπλής
+κορυφής του πετρώδους βουνού, σχίζον εις δύο τας συστάδας των
+βράχων, το οποίον γνωστόν εις μόνους τους αιγοβοσκούς των μερών
+τούτων, έφερε κατ' ευθείαν εις τας μάνδρας και τας κατοικίας των.
+
+Εκάθισεν εις την κόγχην του βράχου, κάτω από τους πόδας της έχουσα
+την βοήν και την μελωδίαν των κυμάτων, και άνω της κεφαλής της
+ήκουε την κλαγγήν των αετών και τους κρωγμούς του ιέρακος. Καθώς
+απλώθη η νύκτα, εφεγγοβόλησεν από άστρα το αχανές στερέωμα, και ο
+αήρ ο ευώδης θα ήτον ικανός να βαλσαμώση και αυτά της γυναικός
+ταύτης τα «πάθια». Το κογχυλοειδές άντρον ήτο μόνον ως τρία μπόια
+άνω από το κύμα, αλλ' ο βράχος έως κάτω ήτο τόσον κάθετος, ώστε
+αδύνατον ήτο «βροτός ανήρ» ν' ανέλθη ή να κατέλθη. Ήτο θέσις καλή
+μόνον διά να πέση τις εις την θάλασσαν να πνιγή, εάν το είχεν
+αποφασίση.
+
+Η γραία έβγαλεν από το καλάθι της τα ολίγα παξιμάδια όσα της είχον
+μείνη, ελαίας και τυρίον, κ' εδείπνησεν. Ευτυχώς το φλασκί της, ήτο
+γεμάτο νερόν, επειδή το δειλινόν το είχε γεμίσει από την γούρναν.
+
+Έκλεισε τα όμματα, και ήρχισε να ναναρίζεται μόνη της,
+υποψιθυρίζουσα ένα τραγούδι ωσάν μοιρολόγι, αλλά δεν είχεν ύπνον.
+Επανήλθαν πάλιν και της έστησαν πολιορκίαν οι φόβοι και τα
+φαντάσματα. Τον κλαυθμηρισμόν εκείνον του νηπίου τον ήκουε συχνά
+μέσα της, βαθειά στα σωθικά της. Το μυστηριώδες τούτο κλαύμα
+ματαίως εδοκίμαζε να κατασιγάση με το άσμα το παραπονετικόν και
+ρεμβώδες, το οποίον υπεψιθύριζε.
+
+ Μανούλα μου, ήθελα να πάω, πάω να φύγω να μισέψω
+ του ροιζικού μου από μακρυά την πόρτα ν' αγναντέψω.
+ στο σκοτεινό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
+ κ' εκεί να βρω τη Μοίρα μου, και να την ερωτήσω . . .
+
+Της ήλθεν εις τον νουν ότι, ίσως οι «ταχτικοί» να την εκυνήγουν και
+την νύκτα ακόμη. Εάν αυτοί ανήρχοντο επάνω, εις τα μανδριά των
+βοσκών, κ' έμεναν εκεί να διανυκτερεύσουν;. . . Μήπως δεν είχαν
+χλωρήν μυζήθραν οι βοσκοί, ή μήπως δεν είχαν γάλα και στρογγυλιάτα,
+ή ακόμα και κόττες διά στραγγάλισμα και ψήσιμον, εις πρόχειρον
+ξυλίνην σούβλαν; Εάν τυχόν κανείς από τους βοσκούς εγελάτο, κ'
+εδείκνυεν εις τους χωροφύλακας το μέσα μονοπάτι, τότε η αποχώρησίς
+της δεν θα εκόπτετο; Και ήτο απείρως δυσκολώτερον να καταβή, οπόθεν
+ανέβη, εκτός αν εγίνετο πτερόπους κ' έφευγε . . .
+
+Είχε μέγα ενδιαφέρον να εμάνθανε τι του είπαν του Λυρίγκου οι δύο
+«ταχτικοί», και τι αυτός είπε. Το καλύβι του Λυρίγκου, το
+εγνώριζεν, ήτον επάνω στην ράχην, όπισθεν του βουνού, και απείχεν
+ως είκοσι λεπτά της ώρας. Τώρα, βέβαια, ο Λυρίγκος θα είχε μάθη το
+διατί αυτή κατεδιώκετο να συλληφθή, και διά ποίαν πράξιν
+κατηγορείτο. Και με τι μούτρα να παρουσιασθή, τότε, στο καλύβι,
+αυτή; Αλλά πιθανόν ο ίδιος να μην εκοιμάτο στο καλύβι, αλλά μάλλον
+εις την μάνδραν της αγέλης του, ήτις θα ευρίσκετο εκεί κάπου, όχι
+πολύ μακράν. Και τότε αυτή θα εύρισκε τας δύο γυναίκας, την λεχώ
+και την μητέρα της, θα τας εξάφνιζε . . . Τι να κάμη; Ποίαν
+απόφασιν να λάβη;
+
+Απεναρκώθη, και χωρίς να κοιμάται εντελώς, ωνειρεύετο. Της εφάνη
+ότι ευρίσκετο αλλού, εις άλλον τόπον. Σιμά εις τον Άι-Γιάννην τον
+Κρυφόν, εκείνον τον Άγιον όστις εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους, κ'
+εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών εκεί έξαφνα ευρέθη.
+Αντίκρυζε τον κήπον του Περιβολά, με την γυναίκα την κατάκλειστον
+εις την καλύβαν, την άρρωστην. Έβλεπε την θύραν του φραγμένου
+κήπου, το πηγάδι, την στέραν, το μάγγανον. Άκουσε ευκρινώς να
+εξέρχεται από την στέρναν μια βαθεία, πολύ βαθεία, αλλόκοτος βοή.
+Εταράσσετο το νερόν της στέρνας, με παφλασμόν τρικυμίας, εφώναζε,
+και σχεδόν ωμίλει ως άνθρωπος. Αυτή διέκρινεν εναργώς την λέξιν την
+οποίαν επρόφερε το λαλούν εκείνο νερόν «Φόνισσα! . . .
+Φόνισσα! . . . »
+
+Ανετινάχθη φρίσσουσα, εξύπνησε, και διετύπωσε προς εαυτήν, ως εις
+παραμίλημα πυρετού, μίαν αλλόκοτον ερώτησιν. «Τάχα το αίμα το
+πνιγμένο φωνάζει, όπως και το αίμα που χύθηκε;»
+
+Είτα ευθύς συνήλθεν εις εαυτήν, εδοκίμασε πάλιν να προφέρη της
+προσευχής τα καταπραϋντικά λόγια. «Κύριε Ιησού . . . » Την ιδίαν
+στιγμήν ανεπόλησε τα λησμονημένα λόγια ενός τροπαρίου, το οποίον
+είχεν ακούσει πολλάς φοράς εις την νεότητα της να ψάλλη ένας γέρων
+ιερεύς «Ιησού γλυκύτατε Χριστέ. . . Ιησού μακρόθυμε!»
+
+Τότε ευθύς της ήλθε πάλιν ο ύπνος, βαθύς και διαρκέστερος. Και τότε
+ωνειρεύθη οιονεί ότι εξαναέζη όλην την περασμένην ζωήν της. Και
+παραδόξως, μέσα εις τον ύπνον της, έβλεπε τα επίλοιπα εκ των
+ονείρων της παρελθούσης ημέρας. Έβλεπεν όχι πλέον ότι υπανδρεύετο ή
+επροικίζετο, αλλά ότι εγέννα, και της εφάνη ότι είχε και τας τρεις
+κόρας της συγχρόνως, την Δελχαρώ, την Αμέρσαν και την Κρινιώ,
+μικράς, σχεδόν ομήλικας, ως να ήσαν τρίδυμοι. Ότι αι τρεις,
+κρατούμενοι εκ των χειρών, ίσταντο έμπροσθέν της, και της εζήτουν
+θωπείας, ασπασμούς και φιλεύματα. Αίφνης, τα πρόσωπά των,
+αλλοιωθέντα, δεν ωμοίαζον πλέον ως των τριών θυγατέρων της, αλλά
+προσέλαβαν όλους τους χαρακτήρας των τριών εκείνων κορασίων, των
+πνιγμένων, και, ως κομβολόγιον εκρεμάσθησαν αίφνης από τον λαιμόν
+της.
+
+ — Εγώ είμαι η Ματούλα, έλεγεν η μία. — Κ' εγώ η Μυλσούδα, η μικλή,
+εψέλλιζεν η άλλη, — Κ' εγώ είμαι η Ξενούλα, έλεγεν η τρίτη. —
+Φίλησέ μας! — Πάρε μας! — Ημείς τα κορίτσια σου! — Εσύ μας
+γέννησες, μας έκαμες! — Μας γέννησε . . . στον άλλο κόσμο,
+επρόσθεσε σαρκαστικώς η Ξενούλα. — Χόρεψέ μας! — Δώσε μας μαμ! —
+Κάμε μας νάνι! — Τραγούδα μας! — Καμάρωσέ μας!
+
+Ω! αλήθεια, της εφαίνετο τόσον φυσικόν το πράγμα! Αύται αι τρεις
+μικραί κορασίδες ήσαν τα τέκνα της! οποίος ορμαθός έμψυχος,
+ανθρώπινος! . . . Νεκρωμένος, βαρύς από το ύδωρ, αφρισμένος!. . , Πώς
+θ' αντείχεν η γραία Χαδούλα να φέρη, εις όλον τον καιρόν, όλον τον
+φρικώδη τούτον ορμαθόν κρεμασμένον από τον τράχηλόν της!
+
+Εξύπνησε παραλογισμένη, φρίσσουσα· εσηκώθη, επήρε το ραβδί της, το
+καλάθι της, και απεφάσισε να φύγη εκείθεν. Εδώ εις την κοίλην
+χιβάδα του βράχου, εις την βοήν του ερήμου αιγιαλού, υπήρχον πολλά
+φαντάσματα. Ο τόπος ήτον στοιχειωμένος. «Ας φύγω κι' αποδώ»!
+
+Πάραυτα επανήλθον εις τον νουν της οι λογισμοί της οι άλλοι, οι
+θετικώτεροι. Εάν τυχόν οι δύο χωροφύλακες είχον ανακαλύψει το κρυφό
+μονοπάτι, το καλλίτερον ήτο να τρέξη προ του κίνδυνου, και αν τους
+συνήντα καθ' οδόν, πιθανόν να εύρισκε διέξοδον όπισθεν της συστάδας
+των βράχων, χειρότερον δε θα ήτο αν την απέκλειαν εδώ εις αυτήν την
+στενούραν, εις το Κοχύλι.
+
+Έτρεξε τον δρομίσκον τον ανωφερή, εις την αστροφεγγιάν, ανάμεσα εις
+τους βράχους, και μετά ημίσειαν ώραν έφθασεν ασθμαίνουσα εις τον
+οικίσκον του Λυρίγκου. Εστάθη διά να λάβη αναπνοήν, είτα έκρουσε
+την θύραν.
+
+Περί ενός μόνου ήτο βεβαία, ότι οι δύο «ταχτικοί» ευρίσκοντο παντού
+αλλού, αλλ' όχι εις αυτό το καλύβι, όπου υπήρχε γυνή λεχώ με την
+συντροφίαν της μητρός της. Εάν έμειναν την νύκτα εις το βουνόν, θα
+ευρίσκοντο εις έν από τα μανδριά των ποιμνίων.
+
+Η γραία, η πενθερά του Λυρίγκου, ήτις δεν είχεν ύπνον να κοιμηθή,
+όπως δεν εκοιμάτο και η Φραγκογιαννού προ ημερών, όταν εσυντρόφευε
+την λεχώ, την κόρην της, εσηκώθη και ηρώτησε :
+
+ — Ποιος είνε;
+
+ — Μ' έστειλε ο Γιάννης, απήντησεν έξωθεν της κλειστής θύρας η
+Χαδούλα, χωρίς να είπη τ' όνομά της, για να κάμω γιατρικά της
+λεχώνας.
+
+ — Τέτοιαν ώρα;
+
+ — Δεν 'μπόρεσα 'νωρίτερα να 'ρθώ.
+
+ — Πού τον ηύρες;
+
+ — Κάτω στο Λεχούνι, στο ρέμμα.
+
+Η γραία απέσυρε τον μοχλόν και ήνοιξε την θύραν.
+
+ — Αυτοί δεν ξέρουν τίποτε, εσκέφθη καθ' εαυτήν η Φραγκογιαννού· 'ς
+αυτές «περνάει η μπογιά μου» ακόμα.
+
+Άμα επάτησε τον πόδα μέσα, και άρχισε να φέρεται ως οικοκυρά. Εις
+το φως του κανδηλίου, του καίοντος εμπρός εις έν παλαιόν εικόνισμα,
+τρίπτυχον, φέρον τον Χριστόν εν τω μέσω, και διαφόρους αγίους εις
+τας δύο πτέρυγας, επήγε κατ' ευθείαν εις την εστίαν, σιμά εις την
+στρωμνήν της λεχούς, επί του δαπέδου, εδοκίμασε την φωτιάν, και
+είδεν ότι ήτο μισοσβυσμένη. Επήρε ξυλάρια και ξυλόκλαδα, από ένα
+σωρόν παρά την γωνίαν, έρριψεν ολίγα εις την εστίαν, εφύσησε κ'
+εξάναψε την φλόγα. Έλαβεν ένα ιμβρίκι, το οποίον ευρίσκετο επί της
+εστίας, το εγέμισε νερόν, έψαξεν εις το καλάθι της, επήρε δύο ή
+τρία κλωναράκια βοτάνων, τα έρριψε μέσα, κ' έβαλε το αγγείον εις το
+πυρ.
+
+Είτα, νεύουσα προς το μέρος της λεχώνας, είπε σιγά εις την γραίαν·
+
+ — Μην την εξυπνάς . . . Σαν ξυπνήση, ύστερα, να το πιη αυτό.
+
+Η γυνή απήντησε διά νεύματος. Η Φραγκογιαννού εξηκοκολούθει να φυσά
+το πυρ. Η γραία εν αμηχανία, επεθύμει να την ερωτήση και πάλιν πώς
+ευρέθη εκεί τοιαύτην ώραν, αλλά δεν ετόλμα. Η κόρη της έκαμε κακή
+λεχωσιά· κ' εφοβείτο μην εξυπνήση έξαφνα και θορυβηθή.
+
+Το θυγάτριον, μικρόν ράκος δύο ημερών ζωής, το οποίον είχεν έλθη
+κι' αυτό εις τον κόσμον δι' αμαρτίας και βάσανα, εκοιμάτο εις την
+κοιτίδα του, αλλ' η αναπνοή του ήτο δύσκολος και ηκούετο εν μέσω
+της σιωπής. Από καιρού εις καιρόν, όταν το φύσημά του εγίνετο
+οπωσούν σφοδρότερον, και το βρέφος εφαίνετο έτοιμον να ξυπνήση και
+να φωνάξη, η μάμμη το ενανούριζε δι' ενός μονοσυλλάβου, «Κοι, κοι,
+κοι, κοι!» εφαίνετο δε τω όντι η συλλαβή αύτη ήτις φαίνεται να
+είναι η πρώτη συλλαβή του «κοιμήσου!», ή η ρίζα του «κείμαι»
+εφαίνετο, λέγω, πολλάκις επαναλαμβανομένη, να εξασκή παράδοξον
+υποβολήν και γοητείαν.
+
+Η ώρα παρήρχετο. Είχον λαλήσει ήδη δύο φοράς τα ορνίθια. Η Πούλια
+είχεν υπερβή προ πολλού το μεσουράνημα. Από την αντικρυνήν κορυφήν
+της ράχης, όπου ήσαν άλλα καλύβια κατοικούμενα από τας οικογενείας
+βοσκών ηκούσθησαν μεμακρυσμένα λαλήματα. Εις ταύτα απήντησεν ευθύς
+το λάλημα των πετεινόν από τον ορνιθώνα του καλυβιού του Λυρίγκου.
+
+Η λεχώνα εξύπνησε. Η μάνα της της έδωκε να πίη το φάρμακον, το
+οποίον είχε παρασκευάση η Φραγκογιαννού.
+
+ — Κουράγιο, κοπέλλα μ', είπεν αύτη με πραείαν φωνήν.
+
+ — Πού βρέθηκες εδώ; είπεν η λεχώνα.
+
+Την εκύτταζε με απορίαν, κ' εδυσκολεύετο να την αναγνωρίση.
+
+ — Ο Θεός μ' έστειλε, είπε μετά πεποιθήσεως η Γιαννού.
+
+ — Καλά που ήρθες, εδήλωσε τότε και η γραία.
+
+Τω όντι, αύτη, αν και είχε παραξενευθή καταρχάς, εσκέφθη, και
+ανεγνώρισεν ότι η παρουσία της Γιαννους ήτο μία παρηγορία εις την
+μοναξίαν των.
+
+ΙΔ'.
+
+Περί τα πρώτα γλυκοχαράγματα, το βρέφος είχεν εξυπνήσει, κι' άρχισε
+να κλαυθμηρίζη. Η Φραγκογιαννού έκαμε και πάλιν «κουμάντο».
+Εσυμβουλεύσε την λεχώ να βάλη το παιδίον εις το βυζί, διά να
+δοκιμάση αν κατέβη το γάλα. Συγχρόνως ηκούσθη κρότος έξωθεν, κ'
+ευθύς κατόπιν μία φωνή.
+
+ — Γρηά! . . . Γρηά! . . . κοιμάστε;
+
+Ήτον ο Λυρίγκος, κ' εκάλει την πενθεράν του.
+
+Η γραία εγνώρισε την φωνήν, εσηκώθη κ' έτρεξεν εις την θύραν.
+
+ — Έλα να μου δώσης ένα χέρι, εφώναξεν ο Λυρίγκος. Ο παραγυιός
+λείπει κ' είμαι μονάχος.
+
+Ο Γιάννης φαίνεται ότι δεν εσκέφθη καν να ερωτήση διά την λεχώ, την
+γυναίκα του, και διά το τέκνον του, πώς είχον. Ησθάνετο μόνον
+επείγουσαν ανάγκην, κ' έκραζε την πενθεράν του να τον βοηθήση εις
+τας ποιμενικάς εργασίας της πρωίας, δηλαδή ίσως εις το
+ξεμάνδριασμα, και τα λοιπά.
+
+ — Δεν μπορεί κανείς μοναχός του, το έρμο! . .
+
+— Πρέπει νάχη τέσσαρα χέρια! επρόσθεσεν ως αυτοδικαιολογούμενος.
+
+Η γραία εξήλθε τρέχουσα. Η Φραγκογιαννού έμεινε μόνη, με την λεχώ
+και το βρέφος.
+
+Η νεαρά γυνή είχε λαγοκοιμηθή πάλιν, και δεν είχεν αντιληφθή καλώς
+την απουσίαν της μητρός της. Μετ' ολίγας στιγμάς εξύπνησε και είπε·
+
+ — Πού πάει η μάνα, θα ' πω;
+
+Η Φραγκογιαννού, φρονούσα ότι το καλλίτερον ήτον η λεχώνα να
+κοιμάται διά να ησυχάζη, και γνωρίζουσα ότι η απόκρισις η διδομένη
+εις τους πυρέσσοντας και εις τους ως εν υπνοβασία παραμιλούντας
+βλάπτει μάλλον ή ωφελεί, δεν απήντησε τίποτε. Η λεχώ ευθύς και
+πάλιν απεκοιμήθη.
+
+Το θυγάτριον εκ νέου άρχισε να κλαυθμηρίζη πολύ τρυφερά και
+παραπονετικά, μέχρις οχληρότητος. Η Φραγκογιαννού, ήτις είχε
+λησμονήσει όλας τας τύψεις, τας οποίας είχεν αισθανθή αλγεινώς υπό
+τας μέλανας πτέρυγας των ονείρων της, και εσπαράσσετο και πάλιν από
+τους όνυχας της πραγματικότητος, άρχισε να σκέπτεται μέσα της.
+
+ — Αχ! δίκηο έχει, ο καϋμένος, ο Λυρίγκος . . . «Όλο κοριτσούδια,
+το έρμο, όλο κοριτσούδια!» . . . Και τι ξαλάφρωμα θα ήτον τώρα γι'
+αυτόν, για την άμοιρη τη γυναίκα του, να του τώπαιρνε τώρα, ο
+Μεγαλοδύναμος! . . . αυτό καν πούνε μικρό, και δεν έχει ν' αφήση
+μεγάλον καϋμό 'πίσω του!
+
+Την στιγμήν εκείνην της ήλθεν εις τον νουν μία μικρά απορία· πού
+ευρίσκοντο τάλλα κοράσια του Λυρίγκου, τα μεγαλείτερα. Τότε
+ενθυμήθη ότι πριν ν' αναβή εις το καλύβι, όπου ευρίσκετο τώρα, το
+οποίον ήτο χαμηλόν ανώγειον, επέρασεν έξω από την θύραν ενός άλλου
+μικροτέρου καλυβίου, το οποίον ήτο χαμόγειον, και ήτο κτισμένον
+δίπλα, κολλητά με το πρώτον. Ήτο το μικρόν καλυβάκι της γραίας, της
+πενθεράς του Λυρίγκου, κ' εκεί μέσα της είχε φανή ότι ήκουεν
+αναπνοάς κοιμωμένων, ρογχαλίσματα. Εκεί βέβαια θα εκοιμώντο, μαζύ
+με την μικράν θείαν τους την άγαμον, τα άλλα κοράσια του Λυρίγκου.
+
+Ως εν αλλοφροσύνη και εν πλάνη ονείρου, έτεινε την χείρα προς το
+λίκνον, εντός του οποίου ωλόλυζε το μικρόν . . . Έκαμε χειρονομίαν
+ως διά να σχηματίση τους δακτύλους της εις διλαβίδα, εις αρπάγην
+και στραγγαλιάν.
+
+Ησθάνετο την στιγμήν εκείνην αγρίαν χαράν να πνίξη το μικρόν
+θυγάτριον . . . Της ήλθεν εις τον νουν ότι ήτο αβάπτιστον, και αν
+το έπνιγε, θα είχε διπλήν αμαρτίαν . . . Η σκέψις αύτη επί μίαν
+στιγμήν την ανεχαίτισεν, αλλ' όμως απεφάσισε να υπερπηδήση τον
+φραγμόν τούτον . . . Παρά ένα δάκτυλον, η χειρ της έψαυε τον λαιμόν
+του μικρού πλάσματος . . .
+
+Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη φωνή, βήμα, κρότος, εις το μικρόν
+χαγιάτι έξω, και η θύρα, την οποίαν η γραία, η πενθερά του
+Λυρίγκου, αναχωρήσασα δεν είχε κλείσει εις το μάνδαλον, αλλά μόνον
+την είχε γείρη, ηνοίχθη πέραν και πέραν, ενδίδουσα εις ώθησιν
+έξωθεν.
+
+ — Εδώ είναι, ηρώτησεν ο εμφανισθείς άνθρωπος, εδώ είναι, το σπίτι
+του Λυρίγκου, του τσοπάνη;
+
+Ήτον χωροφύλαξ, με το χιτώνιον μεσοκουμβωμένον, φουσκωτόν επί του
+στήθους, με το κασκέττον στραβά, με στρημμένον τον μύστακα, και με
+την κάπαν διπλωμένην μακρυνάρι επί του αριστερού ώμου.
+
+Μέσα στο καλύβι, η κανδήλα ετρεμόσβυνεν εμπρός εις τα εικονίσματα.
+Η φωτιά είχε καλυφθή και πάλιν από την τέφραν. Το λυχνάρι σβυστόν
+εκρέματο από το μικρόν ράφι της εστίας. Ήτο σκότος. Έξω, είχεν
+εξημερώσει, και παρά δύο λεπτά ο ήλιος θ' ανέτελλεν.
+
+Ο άνθρωπος δεν έβλεπεν ειμή αμυδράς σκιάς μέσα. Την λεχώναν εις την
+στρωμνήν της, ως αμαυρόν όγκον κατακειμένην, το βρέφος, το οποίον
+εσάλευε και ανάσαινεν εντός της σκάφης, ήτις εχρησίμευεν ως λίκνον
+. . . και την Φραγκογιαννού καθημένην ως φάντασμα, και τείνουσαν
+την χείρα προς το λίκνον.
+
+Η Φραγκογιαννού έμεινε με την χείρα τεταμένην. Την κατέλαβε φρίκη,
+τρόμος, ζάλη. Εντός δευτερολέπτου ήλθεν εις εαυτήν, και είδε τον
+φοβερόν κίνδυνον.
+
+Ακριβώς όπισθέν της ήτο έν μικρόν παράθυρον βλέπον προς βορράν,
+υπόσαθρον, νοτισμένον και κακοκλεισμένον. Ως να είχε τιναχθή από
+έκρηξιν, εστράφη μηχανικώς, άνοιξε το παράθυρον, κ' επήδησεν έξω.
+Έπεσεν επάνω εις χόρτα και άχυρα, και ο δούπος της πτώσεως της ούτε
+ηκούσθη. Το χαμηλόν παράθυρον μόλις ανείχε μισήν οργυιάν από του
+εδάφους.
+
+Μόνον είχε ξεχάσει να πάρη μαζί το ραβδί της και το καλάθι της, τα
+οποία ως τόσον ευρίσκοντο δίπλα της, εις το πάτωμα. Ήτον άξιον
+απορίας, πώς τόσον είχε σαστίσει. Τα ενθυμήθη ακριβώς την στιγμήν
+καθ' ην άρχισε να τρέχη μετά το πήδημά της, κ' έτσι της ήρχετο αν
+ήτον τρόπος, να γυρίση 'πίσω να τα πάρη, και να στραβωθούν, να μην
+την ιδούν οι διώκται της.
+
+Ως τόσον έτρεχεν, έτρεχεν . . . είχεν εισέλθη μέσα εις το δάσος,
+του οποίου τα διάφορα μονοπάτια της ήσαν πολύ γνωστά. Δεν εγύριζε
+να ιδή οπίσω της . . . Ήτο βεβαία ότι οι δύο «ταχτικοί» θα αργήσουν
+να εννοήσουν τι συνέβη, και να βαλθούν να την κυνηγήσουν.
+
+Τω όντι οι δύο εκείνοι άνδρες της δημοσίας ανάγκης δεν ενόησαν κατ'
+αρχάς τι είχε συμβή. Τους είχε στείλη, «κατεπείγον» οπίσω ο
+ειρηνοδίκης, από κοινού με τον πάρεδρον τον αστυνόμον, όστις, εις
+όσα απεφαίνετο ο εμπνευσμένος εκείνος λειτουργός της Θέμιδος, έλεγε
+πάντοτε ναι, και με τον ενωμοτάρχην, όστις δεν έλεγε ποτέ όχι, τους
+είχε στείλη να υπάγουν εις την αγροτικήν οικίαν του Ιωάννου
+Λυρίγκου, διά να τον προσκαλέσουν να εμφανισθή ενώπιον των αρχών,
+κ' εν ανάγκη να τον φέρουν διά της βίας επειδή εξ όσων είχον
+διηγηθή την εσπέραν της προτεραίας, εις την πολίχνην, οι δύο
+χωροφύλακες, οι ειρημένοι φωστήρες συνέλαβον την υπόνοιαν ότι ο
+Λυρίγκος ενείχετο εις την υπόθεσιν της φυγής της γυναικός Χαδούλας,
+χήρας Ιωάννου Φράγκου, χριστιανής, και εκτελούσης οικιακά έργα, την
+οποίαν έλεγον ότι είχον ιδεί ν' αναρριχάται εις τον κρημνόν του
+πετρώδους βουνού οι δύο στρατιωτικοί άνδρες.
+
+Όθεν αμέσως, περί όρθρον βαθύν, αφού εκοιμήθησαν επί δύο ή τρεις
+ώρας, φορούντες όλην την στολήν των, οι δύο χωροφύλακες, εις τα
+ισόγεια της δημαρχίας, τα γεμάτα από βλατούδες, σαρανταποδαρούσες
+και σαμαμίθια, τα οποία εχρησίμευον ως καζάρμα (η καζάρμα αυτή ήτον
+ο τρόμος των αγυιοπαίδων των μοσχομαγκών, ως και όλων των οφειλετών
+του δημοσίου), εις έν σφύριγμα του ενωμοτάρχου εσηκώθησαν, επήραν
+τις κάπες των, και το έβαλαν δρόμον διά το βουνόν.
+
+Εστέλλοντο ιδίως διά να φέρουν τον Λυρίγκον (καθώς και πάντα άλλον
+βοσκόν, τον οποίον θα εξήταζον οι ίδιοι και όστις θα έλεγε
+«μπερδεμμένα λόγια», εφρόντισε να προσθέση ο ειρηνοδίκης), αλλά προ
+πάντων διά να μυρισθούν τα ίχνη της Φραγκογιαννούς και κατορθώσουν
+να την ανακαλύψουν. Διά τούτο είχον πληρεξουσιότητα να ψάξουν όλα
+τα μανδριά και της στάνες και να εξετάσουν όλους τους βοσκούς του
+βουνού. Όθεν, διά καλόν και διά κακόν, επήραν μαζύ και της κάπες
+των.
+
+Όταν ο πρώτος χωροφύλαξ ώθησε την θύραν του οικίσκου, και είδε
+σκότος και σκιάν μέσα, ήκουσε τον κρότον του βορεινού παραθύρου
+ανοιγομένου, είδεν ακτίνας φωτός εκείθεν να εισδύωσι, κ' ευθύς έν
+μαύρον σώμα να φράττη τας ακτίνας ταύτας, κυρτόν, συνεσταλμένου,
+άμορφον, και ήκουσε τον ασθενή δούπον της πτώσεως. Τότε το
+παράθυρον έμεινεν ανοικτόν, και εις τας διπλάς διασταυρουμένας
+ακτίνας τας διά της θύρας και του παραθύρου, είδε καθαρά την
+γυναίκα την λεχώ εξαπλωμένην επί της κλίνης της.
+
+ — Τι τρέχει εδώ; εφώναξεν έκπληκτος ο άνθρωπος.
+
+Η λεχώνα εξύπνησε, κ' επρόφερε με ασθενή φωνήν.
+
+ — Μάνα, εσύ 'σαι; . . . Ήρθες;
+
+ΙΕ'.
+
+Επάνω, εις τα Καμπιά, εις το υψηλόν οροπέδιον, όταν έφθασε
+λαχανιασμένη, ξεγλωσσασμένη η Φραγκογιαννού, εστάθη, εγύρισε προς
+τον κατήφορον, οπόθεν είχεν έλθη, κ' εκύτταξε μην ίδη ή ακούση
+σκιάν ή βήμα τρέχοντος λαγωνικού, χωροφύλακος. Δεν εφαίνετο τίποτε.
+Αλλ' όμως δεν ησθάνετο εαυτήν εν ασφαλεία.
+
+Εστάθη ως αφηρημένη κ' εσκέπτετο. Έκαμνε κάτι ως μαθηματικόν
+υπολογισμόν. Ελογάριαζε τον χρόνον όσος θ' απητείτο ως έγγιστα, διά
+να συνέλθουν από την έκπληξίν των οι δύο ταχτικοί (τον δεύτερον δεν
+τον είδεν, αλλά τον εμάντευε), διά να εννοήσουν τι συνέβη, ίσως να
+ζητήσουν πληροφορίας (η λεχώνα θα ετρόμαζεν άδικα, και δεν θα
+ήξευρε τίποτε να τους ειπή· αλλά τότε, θα έτρεχον ίσως προς την
+στάνην, όπου ευρίσκετο ο Λυρίγκος κ' η πενθερά του; τόσω
+περισσότερον θ' αργοπορούσαν) είτα να πετάξουν της κάπες των κάτω,
+και να το βάλουν στα πόδια να την κυνηγήσουν.
+
+Αλλ' είδαν τάχα ακριβώς, ή ενόησαν, ή εγνώριζαν το μονοπάτι το
+οποίον είχε πάρη αυτή; Και μήπως είχε τρέξει όλην την ώραν ένα και
+τον αυτόν δρόμον; Καταρχάς είχε στραφή δεξιά, ως να ήθελε να πάρη
+τον κατήφορον, είτα εστράφη αριστερά, κ' έτρεξε τον ανήφορον — με
+όλον το μειονέκτημα το οποίον είχεν ο ανηφορικός δρόμος διά να
+λαχανιάση τις, όταν καταδιωκόμενος βιάζεται να τρέχη. Αλλ' εάν αυτή
+ελαχάνιζε, μήπως εκείνοι καίτοι νέοι, δεν υπέκειντο εις το πάθημα
+τούτο; Η Χαδούλα είξευρε μάλιστα, κατά σύμπτωσιν, ότι ο είς των δύο
+εκείνων νέων έπασχεν από άσθμα . . . Δεν ήτο πολύς καιρός αφότου
+αυτός είχε παρακαλέσει τον γαμβρόν της να ειπή της γρηάς να του
+κάμη ένα μαντζούνι διά το νόσημα τούτο.
+
+Αλλά με όλην την εκδούλευσιν αυτήν, η Γιαννού είξευρεν ότι δεν
+έπρεπε να περιμένη έλεος από τον χωροφύλακα. Ο άνθρωπος έκαμνε το
+καθήκον του. Ας έλειπαν αι περιποιήσεις τας οποίας θα της έκαμναν,
+αν αυτή έπεφτε στα χέρια των, και αν έμελλον να την ονομάζουν
+«σταυρομάνα»! Είχε παρατηρήσει άλλοτε, εις τας περιπετείας και τα
+βάσανα όσα είχεν υποφέρει εξ αιτίας του υιού της, του Μούρτου, ότι
+το είδος αυτών των ανθρώπων τότε μάλιστα θυμώνουν όταν ο
+καταζητούμενος ανθίσταται, όταν αυθαδιάζη, πολύ δε περισσότερον
+όταν φεύγη, και αναγκάζονται αυτοί να τον κυνηγούν, ώστε να βγαίνη
+η ψυχή τους ανάποδα . . . Ω! βέβαια έχουν δίκαιον τότε να
+σκληρύνωνται, και να γίνωνται θηρία ανήμερα· όθεν και η
+Φραγκογιαννού, φεύγουσα, και βιάζουσα αυτούς να τρέχουν δεν
+επερίμενεν έλεος απ' αυτούς.
+
+Εκεί όπου ίστατο συλλογισμένη, ακούει βήματα όπισθέν της, απ' το
+μέρος το αντίθετον προς εκείνο εξ ου αυτή ήλθε. Στρέφεται και
+βλέπει ένα άνθρωπον, ένα βοσκόν. Η Φραγκογιαννού τον ανεγνώρισεν.
+Ήτο ο καλούμενος Καμπαναχμάκης. Ήρχετο με πατήματα λοξά,
+ακολουθούμενος από τον σκύλον του, όστις εγρύλλισεν άμα είδε την
+γυναίκα. Αλλ' ο αφέντης του τον εμάλωσε.
+
+Είδε την Φραγκογιαννού κ' εστάθη. Ήρχετο από το καλύβι κ' επήγαινεν
+εις το μανδρί του. Υψηλός, μελαψός, ισχνός, ευρύστερνος, την κόμην
+και το γένειον με χρώμα αχύρου καψαλισμένου, κρατών την ράβδον του
+την κυρτήν, υψηλήν ίσα με το μπόι του, εστάθη ενώπιον της
+Φραγκογιαννούς. Ο άνθρωπος εφαίνετο να ευρίσκεται εις μεγάλην
+θλίψιν και αδημονίαν.
+
+ — Α! πούθε αυτό το καλό! είπε με την φωνήν του την δυσδιάκριτον
+και τραχείαν, σφίγγων τους οδόντας ενώ ωμίλει. Τόμ' σ' αγροίκησα,
+ταμάμ σε προσήφερα, κυρά Γιαννού . . . Ο Γεραμπής σε στέλνει!
+
+ — Τι λες γυιε μου; είπε με το υποκριτικόν ήθος της η Χαδούλα.
+
+ — Καλά που σ' εσταύρωσα! είπα, αυτήνη είναι κείν' η καλή γυναίκα
+κάτ' απ' τη χώρα, που γρουνίζει τα γιατρικά και διώχνει κάθε
+γρουσουζλιά αλάργα! Τόμ' σ' απείκασα μονοκοπανιάς σ' εγρούνισα! . . .
+Μα δε ξέρ'ς τίποτε, κυρά Γιαννού μ'!
+
+ — Τι τρέχει παιδί μου;
+
+ — Μεγάλο ζαράρι μ' ευρήκε, να' χω το συμπάθεια, θεια Γιαννού!
+Τρανό, άτυχο ντέρτι! Η φαμιλιά μ', όξ' από λόου σου, βγήκε την
+νύχτα προς νερού της, όξ απ' το καλύβι, κυρά Γιαννού μ', κ' εγύρισε
+'πίσω κακά κι' αδέξια . . . Ντούρμα βγήκε, κ' εγύρισε μονοκοπανιά,
+χτυπημένη, ξεγλωσσασμένη, αγρούνιστη . . . Χτυπήθηκε, μακρυά από
+λόγου σου . . . Η γλώσσα της κρεμασμένη, όξ' απ' το σιαγόνι της, τη
+λαλιά της την έχασε, την ηύρε κακή θερμασιά και κρυάδα κι' ασπασμοί
+. . . Κείτεται στο στρώμα μισοπεθαμμένη!
+
+ — Αλήθεια; . . . Ω, αμαρτίες! . . . και πότε έγεινε αυτό;
+
+ — Προχτές το βράδυ, την νύχτα, τα μεσάνυχτα, θεια Γιαννού! Όξου
+από λόου σου, νάχω το συμπάθειο . . . Ντούρμα βγήκε όξ' απ' το
+καλύβι, κ' εγύρισε ' πίσω χτυπημένη, παλαβιασμένη . . . Κοπιάζεις
+ως το καλύβι μπάριμ, τώρα εδώ που σ' εσταύρωσα, κυρά Γιαννού μ'!
+Μονάχα να την θωρήσης ν' αγροικήσης ' σε τι χάλι βρίσκεται . . .
+Ελμπέτ, καλό θα της κάμης· με τα γιατρικά σου, θα διώξης κάθε
+ενάντιο, ένα κ' ένα.
+
+ — Και πώς της ήρθε αυτό; είπεν η Φραγκογιαννού.
+
+ — Ποιος ξέρει τι αμαρτίες, κυρά Γιαννού μ'. Ο Γεραμπής το ξέρει.
+
+Η Χαδούλα εσκέφθη επί στιγμήν. Είτα είπε·
+
+ — Καλά· θα πάω αποκεί, τώρα-τώρα.
+
+ — Νάχης πολλή ζωή και καλή ψυχή, θεια Γιαννού! είπεν ο
+Καμπαναχμάκης. Ο Γεραμπής σ' έστειλε.
+
+Αφού απεμακρύνθη ο Καμπαναχμάκης, η Φραγκογιαννού εσκέφθη ότι θα
+είχε καταφύγιον, τουλάχιστον, διά την επομένην νύχτα και ότι το
+καλλίτερον θα ήτο να κρυφθή την ημέραν εις καμμίαν λόχμην ή εις
+καμμίαν σπηλιάν, όπου οι χωροφύλακες αδύνατον θα ήτο να την εύρωσι.
+
+Επήρε τον κατήφορον, κατήλθεν εις της Αγαλλιανούς το ρέμμα. Εστάθη
+να πίη νερόν εις μίαν βρύσιν. Εκεί συνήντησεν ένα γέροντα μοναχόν,
+τον πάτερ Ιωάσαφ, κηπουρόν του μοναστηρίου του Ευαγγελισμού, το
+οποίον διέγραφε προς τα άνω την σεμνήν κατατομήν του, εις την
+κορυφήν του ρεύματος.
+
+Η Φραγκογιαννού είχε καθίσει να λάβη αναψυχήν πλησίον της δροσεράς
+πηγής, εστήριξε την κεφαλήν εις την χείρα της, εφαίνετο βυθισμένη
+εις λογισμούς, και συγχρόνως «αυτιάζετο», κ' έτεινε το ους,
+φανταζομένη κατά πάσαν στιγμήν ότι ήκουε βήματα των χωροφυλάκων.
+
+Ο πάτερ Ιωάσαφ ήλθε να γεμίση ένα σταμνίον ύδατος, και ιδών την
+Φραγκογιαννού την εκαλημέρισε.
+
+ — Πού βρέθηκες εδώ, γερόντισσα; Κάτι συλλογισμένη σε βλέπω . . .
+
+ — Αχ! γυιε μου! . . . είπεν η Φραγκογιαννού. Έχω βάσανα και πάθια
+. . .
+
+ — Τα βάσανα δεν λείπουν από τον κόσμο, γερόντισσα . . . Όσο και να
+κάμη ο άνθρωπος, δεν μπορεί να τ' αποφύγη . . .
+
+ — Αχ! πάτερ-Γιάσαφε, είπεν εν θλιβερά διαχύσει η Φραγκογιαννού.
+Νάμουν πουλί να πέταγα!!!
+
+ — «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς;» είπεν ο Ιωάσαφ,
+ενθυμηθείς τον ψαλμόν.
+
+ — Ήθελα να έφευγα απ' τον κόσμο, γέροντα μου . . . . Δεν μπορώ να
+υποφέρω πλεια!
+
+ — «Εμάκρυνας φυγαδεύουσα και ηυλίσθης εν τη ερήμω», είπε πάλιν ο
+γέρων μοναχός.
+
+ — Μεγάλη φουρτούνα μ' ηύρε, γέροντά μου, και μεγάλη λιγοψυχιά μ'
+εκόλλησε.
+
+ — Ο Θεός να σε γλυτώση, κόρη μου, «από ολιγοψυχίας και από
+καταιγίδος», επέφερεν ο Ιωάσαφ, συνεχίζων τον ψαλμόν.
+
+ — Απ' την κακία, απ' την κακογλωσσιά, απ' το φθόνο, δεν μπορεί να
+γλυτώση ένας άνθρωπος.
+
+ — «Καταπόντισον, Κύριε, και καταδίελε τας γλώσσας αυτών, ότι είδον
+ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει», επέρανεν ο πάτερ-Ιωάσαφ.
+
+Είτα αφού εγέμισε το σταμνί του, είπε·
+
+ — Αν περάσης από τους κήπους, γερόντισσα, φώναξέ με να σε φιλέψω
+κανένα μαρούλι, κι' ολίγα κουκιά.
+
+Και απεμακρύνθη.
+
+Την εσπέραν η Φραγκογιαννού ευρίσκετο εις την Πέρα-Ράχην, εις το
+καλύβι του Κσμπαναχμάκη, Η σύζυγός του βοσκού, γυνή πλέον ή
+τριάκοντα ετών και μήτηρ πέντε τέκνων, έκειτο επί της κλίνης. Ήτο
+εις αθλίαν κατάστασιν. Το μούτρο της είχε στραβώσει από την
+νευρικήν προσβολήν, η γλώσσα της εκρέματο έξω του στόματος, κ'
+εξέπεμπεν ανάρθρους φωνάς.
+
+ — Πώς σου ήρθε αυτό; την ηρώτησε διά νεύματος μάλλον ή διά της
+φωνής η Φραγκογιαννού. Η πάσχουσα απήντησε διά γρυλλισμού ουδέν το
+ανθρώπινον έχοντος.
+
+Η Φραγκογιαννού εκάθισε παρά την εστίαν, και ησχολείτο να βράση
+βότανα διά την πάσχουσαν. Δεν είχε πλέον το καλάθι της, αλλά είχε
+γεμίσει τους κόλπους της από διάφορα μικροσκοπικά χόρτα, τα οποία
+είχε συλλέξει την ημέραν κάτω εις τα ρέμματα των κοιλάδων.
+
+Τα δύο μικρά κοράσια της ασθενούς εκάθισαν σιμά εις τα γόνατα της
+Φραγκογιαννούς, γλυφίδικα και ζητούντα θωπείας. Η Γιαννού εθώπευσε
+τα σιαγόνια των και τους λαιμούς των, τόσον δυνατά, ώστε ησθάνθησαν
+πόνον, και το έν εφώναξε·
+
+ — Μάνα!
+
+Αλλ' η μάνα ήτον δι' αυτά ως να μην υπήρχε, και τα δυστυχή πλάσματα
+δεν ήσαν εις ηλικίαν ούτε να αισθανθώσι την έλλειψιν, ούτε να
+δύνανται τουλάχιστον να την αναπληρώσωσι. Το μικρόν αγόρι, το
+οποίον εφαίνετο να είναι ομήλικον με το κοράσιον το έν, ως να ήσαν
+δίδυμα, έκλαιε κ' εζήτει «να σηκωθή η μάνα του να του κάμη γρηά στο
+τηγάνι».
+
+ — Τώρα, γυιε μου, εγώ να σου κάμω γρηά, είπε τυχαίως η
+Φραγκογιαννού.
+
+ — Δεν έχουμε αλεύρι, θεια, είπε το μεγαλείτερον εκ των δύο
+κορασίων.
+
+
+ — Καλά· να έλθη ο πατέρας, να φέρη αλεύρι, είπεν η Φραγκογιαννού
+προς το παιδίον, κ' εγώ να σου κάμω «γρηά»! Ησύχασε τώρα.
+
+Αλλά το αγόρι δεν τα ήκουεν αυτά.
+
+ — Γρηά θέλω, και νάνε ζαρωμένη γρηά! Νάχη και πετμέζι!
+
+ — Πού να βρεθή το πετμέζι, γυιε μου; είπεν η Φραγκογιαννού.
+Μεθαύριο να μαυρίσουν τα σταφύλια στ' αμπέλι, να τα τρυγήσουμε, να
+κόψουμε τα ξεκούδουνα απ' τα κλήματα, να κάμουμε πολύ-πολύ
+πετμέζι, να φάη το καλό παιδί. Πώς σε λένε;
+
+ — Γιώργη τόνε λέμε, θεια, είπε το μεγαλείτερον κοράσιον.
+
+ — Εσένα;
+
+ — Δαφνώ.
+
+ — Κ' εσένα; ηρώτησεν η Γιαννού το μικρότερον κοράσιον.
+
+ — Ανθή.
+
+ — Να ζήσετε!
+
+ — Και πότε θα κόψουμε, θεια, τα σταφύλια; εφώναξε το αγόρι. Δεν
+πάμε τώρα στ' αμπέλι να τα κόψουμε;
+
+ — Όχι τώρα, γυιε μου, ταχιά.
+
+ — Ταχιά το — ταχύ; είπεν ο Γεώργης.
+
+ — Ναι, γυιόκα μου. Απόψε θα δέσουν η ράγες, και θα γλυκάνουν, και
+θα μαυρίσουν, και ταχιά το — ταχύ θα πάρουμε τους τρυγολόγους να
+τρέξουμε στ' αμπέλι, να τρυγήσουμε, να τα κάμωμε κότσι-κότσι, τα
+σταφύλια, τα ξεκούδουνα, να τα πατήσουμε, να τα λυώσουμε, και θα
+κάμουμε μουστόπητες και πετμέζια και χίλιων λογιών καλά . . . και
+τότε, θα σου κάμω εγώ μια γρηά, ζαρωμένη, ίσα με το τηγάνι μεγάλη!
+
+ — Σέλω νάναι πουλύ, πουλύ μεγάλη! είπεν ο μικρός.
+
+ — Μεγάλη γρηά, ίσα μ' εμένα, είπεν η Φραγκογιαννού.
+
+Εν τω μεταξύ, το μικρότερον των δύο κορασίων, το Δαφνώ, καθώς
+εκύτταζεν εναλλάξ τον λύχνον και την Φραγκογιαννού με τεθηπός
+βλέμμα, ως να υπνωτίσθη από το όμμα της γραίας, ενύσταξε, έγειρε το
+κεφαλάκι του προς την εστίαν, και απεκοιμήθη. Η Γιαννού επιμόνως το
+εχάδευεν υπό το κατωσάγονον, και πότε η χειρ της εγλίστρα προς τον
+τράχηλον, και ίσως είχε κλίσιν να θλίψη κάπως δυνατώτερα τον λαιμόν
+του κορασίου. Αλλά την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη δρομαίον βήμα έξωθεν,
+η θύρα ηνοίχθη, και εισήλθεν ο Καμπαναχμάκης.
+
+ — 'Δώ είσαι, κυρά Γιαννού! είπεν εν άκρα ταραχή. Σύκου! Να φύγης!
+να κρυφτής!
+
+ — Τι τρέχει; είπεν η γραία, προσπαθούσα να φανή ατάραχος. ·
+
+ — Οι ταχτικοί σε χαλεύουν; Τι ζαράρ έκαμες, χριστιανή; Τρέχουν οι
+ταχτικοί γυρεύοντάς σε. Σήκου, τρέχα! να κρυφτής πουθενά, μπάριμ!
+Σε λυπούμαι καϋμένη! Τι κρίμα έκαμες;
+
+
+ — Εγώ; κρίματα πολλά . . . Μα δεν ξέρω γιατί να με γυρεύουν οι
+ταχτικοί, που μου λες;
+
+ — Τρέχα, κατά 'δω έρχονται τόρα. Δε γρουνίζω πως σ' αγροίκησαν πως
+τα πρύμισες κατά 'δω, θάρθουν τώρα να χαλέψουν. Όπου κι' αν είναι,
+πλάκωσαν! Ακούς κάτου, στη Σκοτ'νή Σπ'λιά, στο κακόρρεμμα, κατακεί
+να πάρης το φύσημά σου! Στο Κλίμα στο Μονοπάτι, στου Π'λιού τη
+Βρύση, εκεί, να σε πάρουν στο κοντό, δεν μπορούν να σε πιάσ'ν!
+Αποκεί μπορείς να κατεβής στο Γέροντα, στο Ερμητήριο, να ξαγορευθής
+τα κρίματά σ', καϋμένη. Τρέχα! . . .
+
+Έτρεξεν η αθλία αλλά δεν ησθάνετο πλέον δυνάμεις ακμαίας. Η αϋπνία
+των περασμένων νυκτών, η κακοπάθεια, αι συγκινήσεις την είχον
+καταβάλει. Τα μέρη, τα οποία είχεν ονομάσει ο Καμπαναχμάκης,
+απείχον πολύ, δεν ηδύνατο να οδοιπορήση προς τα εκεί εις την
+ασέληνον νύκτα.
+
+Καθώς έτρεχεν, αυτιαζομένη κατά πάσαν στιγμήν, εξαφνιζομένη, και
+νομίζουσα ότι ακούει παντού βήματα, εις το μονοπάτι, ανάμεσα εις
+δένδρα και θάμνους, ήκουσε βήματα αληθή, ερχόμενα από διακοσίων
+βημάτων, από τον κύριον δρόμον. Εκρύβη όπισθεν των θάμνων, και της
+εφάνη ότι ήσαν πράγματι οι χωροφύλακες, βαδίζοντες προς την καλύβαν
+του Καμπαναχμάκη, προς το μέρος οπόθεν αυτή ήρχετο. Εάν ούτως
+είχεν, η θέσις της καθίστατο ασφαλεστέρα προς το παρόν, καθότι δεν
+εφοβείτο πλέον να τους συναντήση, διά την νύκτα εκείνην.
+
+Επροχώρησε προς το μέρος, οπόθεν είχεν έλθει την πρωίαν. Έφθασεν
+εις τον μικρόν ναΐσκον της Ζωοδόχου Πηγής, εις το Κοιμητήριον των
+Καλογήρων, εις τ' Αλώνι του Μοναστηρίου. Επέρασαν έξω από το
+βουρδουναριό, αντικρύ της σιδηράς πύλης του Κοινοβίου, ήτις ήτο
+κατάκλειστος. Άλλως, γυναίκες ποτέ δεν επήρχοντο εις το ιερόν
+περίβολον. Κατήλθεν εις τους κήπους όπου είχε συναντήσει την πρωίαν
+τον καλόγηρον, τον κηπουρόν, όστις της είχε ειπεί διάφορα ρητά από
+το Ψαλτήριον, τα οποία αυτή δεν ενόει, αλλ' αορίστως υπώπτευεν ότι
+προσηρμόζοντο κάπως εις την θέσιν της. Και πράγματι της είχον
+αφήσει ως ένα βόμβον περί τα ώτα της· «Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί
+περιστεράς; . . . Ιδού εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω.
+Προσεδεχόμην τον Θεόν, τον σώζοντά με από ολιγοψυχίας και από
+καταιγίδος . . . »
+
+Καθώς ανήρχετο την ράχιν αντικρύ, πέραν των Κήπων, άνω του
+ρεύματος, ήκουσε τον μικρόν κώδωνα του μοναστηρίου να ηχή γλυκά,
+ταπεινά και μονότονα, να εξυπνά τας ηχούς του βουνού, και να δονή
+την μαλακήν αύραν. Ήτο άρα μεσονύκτιον, ώρα του Μεσονυκτικού, ώρα
+του Όρθρου! Πώς ήσαν ευτυχείς οι άνθρωποι αυτοί, οίτινες ευθύς
+αμέσως, εκ νεαράς ηλικίας, ωσάν από θείαν έμπνευσιν, είχον αισθανθή
+ποίον ήτο το καλλίτερον το οποίον ημπορούσαν να κάμουν — το να μη
+φέρουν δηλαδή άλλους εις τον κόσμον δυστυχείς! . . . και μετά
+τούτο, όλα ήσαν δεύτερα. Την φιλοσοφίαν, αυτοί, την είχον λάβει ως
+εκ κληρονομίας, χωρίς να σκοτίσουν τον νουν των εις την «ζήτησιν
+της αληθείας», όπου ποτέ δεν ευρίσκεται.
+
+Ανέβη υψηλότερα την ράχιν, χωρίς να έχη σκοπόν ή απόφασιν πού
+επήγαινε. Και έξω από τον δρόμον, ολίγα βήματα μακράν, είδε μίαν
+στάνην, την οποίαν ανεγνώρισεν ότι ήτον του Γιάννη του Λυρίγκου. Ο
+σκύλος αισθανθείς μακρόθεν την παρουσίαν της, ήρχισε να γαυγίζη.
+
+Είχεν έλθει άρα, πλησίον εις το κατάλυμα της παρελθούσης νυκτός
+χωρίς να το σκεφθή! Και τώρα μόνον ήρχισε να το σκέπτεται. Έως την
+στιγμήν το ένστικτον την είχεν οδηγήσει. Αλλά τώρα ο συλλογισμός
+της διετυπούτο καθαρά. «Πού άλλου θα είμαι πλέον ασφαλής, για την
+ώρα, παρά εδώ; Οι ταχτικοί ποτέ δεν θα πιστεύσουν ότι ξαναήλθα
+πάλιν προς το ίδιο μέρος, που με είχαν ευρή χθες, και μ'
+εκυνήγησαν. Ο Γιάννης κοιμάται στο μανδρί του. Στο καλύβι θάναι η
+λεχώνα, κ' η γρηά. Την νύκτα χθες, από τον σαστισμό κι' από τη βία
+μου, ξέχασα εκεί το καλαθάκι μου. Δεν θα είναι καλλίτερα να πάω να
+χτύπησω την πόρτα, να τους πουλήσω πάλι δούλεψι με κανένα
+ψευτογιατρικό, να πάρω και το καλαθάκι μου, και σα φέξη να πάω να
+κρυφθώ κάτω στο Κακόρρεμμα, εκεί που λέει ο Καμπαναχμάκης; . . . »
+
+Βεβαίως η γραία, η πενθερά του Λυρίγκου κάτι θα είχεν ακούσει εις
+βάρος της από χωροφύλακας ή από τρίτους, αλλά τι μ' αυτό;
+
+Δεν θα είχε τόσην κακίαν ούτε τόσον θάρρος, ώστε να την προδώση.
+Άλλως, αυτή ως κυρίαν πρόφασιν διά να εισέλθη θα προέταττεν ότι
+ήλθε να ζητήση το λησμονημένον καλάθι της.
+
+Εκρύωνε πολύ από τον αέρα του βουνού, και είχεν ανάγκην να στεγασθή
+πουθενά, προς ώραν. Δεν εδίστασε πλέον. Διέβη τον ζυγόν, τον
+ενούντα τας δύο ράχεις, επί της μεσημβρινωτέρας των οποίων ήτο η
+μάνδρα, επί δε της βορειοτέρας η οικία του Λυρίγκου, κ' έφθασεν εις
+το καλύβι.
+
+Έκρουσε την θύραν. Η γραία εκοιμάτο, αλλά δεν άργησε να εξυπνήση,
+κ' ελθούσα ήνοιξε την θύραν, χωρίς, αυτήν την φοράν, να ερωτήση τις
+είναι, ίσως διότι ήτο μισοκοιμισμένη κ' ενήργει ως εν υπνοβασία
+μηχανικώς, ή είχε την εντύπωσιν ότι ουδείς άλλος ηδύνατο να είναι
+ειμή ο γαμβρός της. Η Φραγκογιαννού έσπευσε να εισέλθη.
+
+ — Το κοφίνι μ' πλειό, ξέχασα απ' τη βία μου, εψές, είπε. Το είδες;
+Είναι πουθενά; Πού τώχεις;
+
+Η χωρική γραία εστάθη και την εκύτταξε. Τώρα μόνον εφάνη να
+εξύπνησεν εντελώς, και αναγνωρίσασα αυτήν·
+
+ — Πού βρέθηκες εδώ; είπε.
+
+ — Μην ερωτάς, είπεν η Γιαννού. Είχα νυχτώσει 'ς έν άλλο καλύβι, μα
+δεν είχα ύπνο. Σα θυμήθηκα το κοφίνι μου, ήρθα. Πώς είστε; Τι κάν'
+η λεχώνα;
+
+ — Τι να κάμη; Τα ίδια . . . Μα δε μου λες, είπε μετά τινα
+δισταγμόν η γραία· γιατί σ' εγύρευαν κείν' οι ταχτικοί;
+
+ — Φτόνος του κόσμου, απήντησε μ' ετοιμότητα η Φραγκογιαννού. Ένα
+κορίτσ' είχε πνιγή μέσ' το πηγάδι.
+
+ — Ε;
+
+ — Και δεν ξέρω ποιος εχτρός είπε πως έφταια εγώ . . . Μα έτσι
+νάχουμε καλή ψυχή, μπορείς να το πιστέψης; Τάχα δεν μπορούσε να
+πνιγή μοναχό του το κορίτσι; Ήταν ανάγκη να βάλω χέρι εγώ;
+
+ — Μαθές! . . . έκαμεν η γραία.
+
+Η Φραγκογιαννού εγκατεστάθη, όπως και την προλαβούσαν νύκτα, σιμά
+εις την γωνίαν της εστίας, όπου εύρε και το καλάθι της. Εξάναψε την
+φωτιάν, έβαλε νερό στο 'μπρίκι, και κατεγείνετο να βράση βότανα,
+το οποία έβγαλε από τον κόλπον της.
+
+Η λεχώνα εκοιμάτο, του μικρού θυγατρίου ηκούετο η αναπνοή μέσα εις
+την σκάφην την χρησιμεύουσαν ως λίκνον, υπό το στέφανον του
+βαρελιού το ανέχον υψηλά έν λεπτόν πανίον. Ενίοτε εκλαυθμήριζε.
+«Κοι, κοι, κοι!» επρόφερεν η γραία, η προμήτωρ, ήτις είχε κλείσει
+το έν όμμα, και με το άλλο, εις το ασθενές φως του κανδηλίου και
+εις την διαλείπουσαν της εστίας αναλαμπήν, δεν έπαυσε να κυττάζη
+την Φραγκογιαννού. Τέλος, μετά ώραν, η γραία, καίτοι εφαίνετο
+απόφασιν έχουσα να μη κοιμηθή, της ήλθεν ο προδότης ο ύπνος, — ίσως
+δι' αυτό τούτο, ότι εκύτταζε λίαν επιμόνως την ύποπτον γυναίκα και
+απεκοιμήθη επάνω εις το τρίτον λάλημα του πετεινού.
+
+Το βρέφος εκλαυθμήριζεν ακόμη. Η μάμμη δεν ηγρύπνει πλέον διά ν'
+απαγγέλλη το μονότονον «Κοι, κοι, κοι!»
+
+ — «Όλο κοριτσούδια, το έρμο!» Το παράπονον του Γιάννη του Λυρίγκου
+εβόμβει εις τα ώτα της Φραγκογιαννούς.
+
+Η λεχώνα δεν είχεν εξυπνήσει. Η γραία Χαδούλα εκινήθη ολίγον,
+ετανύσθη επί των γονάτων της, κ' έφθασε το λίκνον. Παρεμέρισε το
+λευκόν πανίον από την κεφαλήν της κούνιας, κ' έτεινε την χείρα διά
+να θωπεύση το μικρόν, ενώ τούτο εκλαυθμήριζεν. Έφραξε με την χείρα
+της το μικρόν στόμα, διά να μη φωνάζη, εκύτταξε προς το μέρος της
+λεχώνας, είτα προς την στρωμνήν εφ' ης έκειτο κουβαριασμένη η
+γραία.
+
+Η φωνή του βρέφους επνίγη. Μίαν χεριάν ακόμη εχρειάζετο να κάμη η
+Φραγκογιαννού. Με την άλλην χείρα, του έσφιγξε δυνατά τον λαιμόν . . .
+Είτα εμάζωξε το λεπτόν πανίον διά να το ρίψη πάλιν επάνω της
+στεφάνης. Η χειρ της προσέκοψεν εις την σανίδα, κ' έκαμε μικρόν
+θόρυβον. Η γραία, ήτις δεν εκοιμάτο βαρέως, εξύπνησεν. Ανετινάχθη,
+εσκίρτησεν. Είδε την Φραγκογιαννού ν' αποσύρη την χείρα της και ν'
+αποχωρή, ανεγειρομένη επί των γονάτων, οπίσω εις την θέσιν της.
+
+ — Τι κάνεις; έκραξεν έντρομος η γραία.
+
+Η λεχώνα επετάχθη, ανεπήδησε.
+
+ — Τι είναι, μάνα;
+
+Η Φραγκογιαννού εσηκώθη, επήρε το καλάθι της.
+
+ — Τίποτα· θέλησα να το κάμω να λουφάξη, να μην κλαίη, απήντησεν.
+
+Η γραία μάμμη έκυψε προς την κούνιαν.
+
+ — Πηγαίνω τώρα, έφεξε, είπεν η Φραγκογιαννού . . . Δώσε της
+λεχώνας το γιατρικό που έβρασα να το πιη!
+
+Και πάραυτα εξήλθεν. Έτρεξε με βήμα δρομαίον ν' απομακρυνθή
+τάχιστα. Επήρε τον επάνω δρόμον, κατά το δάσος, διά να μη περάση
+από την αντικρυνήν ράχιν όπου ήτον η στάνη.
+
+Ήτο γλυκεία αυγή του Μαΐου. Η κυανωπή και ροδίνη ανταύγεια του
+ουρανού έχριε με απόχρωσιν μελιχράν τα χόρτα και τους θάμνους.
+Ηκούετο ο μινυρισμός των αηδόνων εις το δάσος, και τ' αναρίθμητα
+μικρά πουλιά ετέλουν εκθύμως, απλήστως, την συναυλίαν των την
+άφατον.
+
+Αφού η Φραγκογιαννού απεμακρύνθη πολλά βήματα, ήκουσε βραχνήν
+κραυγήν όπισθέν της. Ήτο η γραία, η μήτηρ της λεχώνας έξαλλος,
+τραβούσα τα μαλλιά της, είχε τρέξει έξω της καλύβης, κ' εφώναζε·
+
+ — Πιάστε την! . . . Πιάστε την! Μας έκαμε φονικό!
+
+Η Φραγκογιαννού έτρεχεν, έτρεχεν. Ήλπιζε να χωθή το ταχύτερον εις
+το δάσος, όπου, και αν τυχόν έτρεχον κατόπιν της, τα ίχνη της
+τάχιστα θα εχάνοντο.
+
+Αλλά παρ' ελπίδα, μετ' ολίγα λεπτά, ευρέθη αντιμέτωπος του Γιάννη
+του Λυρίγκου, βαδίζοντος προς την οικίαν του. Ούτος είχεν εξυπνήσει
+την συνήθη ώραν, κ' επήγαινε προς το καλύβι, ίσως διά να κράξη προς
+συνεργασίαν την πενθεράν του, όπως και την προλαβούσαν πρωίαν. Αλλ'
+όταν είδε την πενθεράν του να φωνάζη και να χειρονομή τόσον μακράν,
+ώστε δεν ηδύνατο ν' ακούη τι αυτή έλεγεν, οδηγούμενος μόνον από την
+διεύθυνσιν των χειρονομιών της, είδε την Φραγκογιαννού να φεύγη
+προς το μέρος του δάσους — τότε, έτρεξε προς το μέρος εκείνο, κ'
+εφώναξε μεγάλη τη φωνή προς την Φραγκογιαννού·
+
+ — Τι είναι; . . . Τι τρέχει;
+
+Τότε η Χαδούλα εστάθη, κ' εφώναξε μακρόθεν προς τον Γιάννην τον
+Λυρίγκον·
+
+ — Φεύγω! . . . Πάω να . . .
+
+Ο Γιάννης ο Λυρίγκος είχε τρέξει ακόμη ολίγα βήματα, κ' ήλθε
+πλησιέστερα προς την Φραγκογιαννού. Τότε κι' αυτή, αποφασιστικώς,
+προέβη δύο ή τρία βήματα πλησιέστερα προς εκείνον.
+
+Η Φραγκογιαννού επεκαλέσθη εις βοήθειαν όλην την ετοιμότητά της.
+Ηυτοσχεδίασε.
+
+ — Γιάννη! η γυναίκα σου έχει τους πόνους! Είναι άσκημα.
+
+ — Έχει τους πόνους! . . . ανέκραξεν εν άκρα απορία ο άνθρωπος. Τι
+λες, χριστιανή μου;
+
+ — Έχει κι' άλλο παιδί στην κοιλιά της! εσχυρίσθη με τόλμην η
+Φραγκογιαννού.
+
+ — Άλλο παιδί στην κοιλιά της!
+
+ — Ναι, αυτό που σου λέω. Μόνο τρέχα στο χωριό, να φωνάξης τη
+μαμμή! . . . να πης και του γιατρού ναρθή!
+
+Ο Λυρίγκος εστάθη. Πέραν, επί του μικρού οροπεδίου, προ της οικίας,
+η πενθερά του εφώναζεν ακόμη βραχνάς κραυγάς, τας οποίας έπαιρνε
+μακράν ο άνεμος, χωρίς ο Γιάννης ν' ακούη τι έλεγεν εκείνη. Η
+Φραγκογιαννού ωμίλει με θάρρος, κ' εφαίνετο ότι ήξευρε τι έλεγε.
+
+ — Πώς γίνεται αυτό, ποτέ, ανέκραξεν ο Γιάννης. Είσαι καλά,
+χριστιανή μου;
+
+ — Αυτό γίνεται, επέμενεν η Φραγκογιαννού. Ούλες της φορές τα
+διπλάρικα δεν πέφτουν μαζύ, απ' την κοιλιά. Το ένα, το πλειό
+αδύνατο απ' τα δυο, αργεί και ώρες και 'μέρες να πέση.
+
+ — Αλήθεια! Έχω ακουστά μου, είπεν ο Γιάννης.
+
+ — Κατά πώς φαίνεται, συνεπέρανε λίαν σοβαρά η Φραγκογιαννού, αυτήν
+την φορά το ένα το παιδί θα πιάστηκε ύστερ' απ' το άλλο.
+
+ — Αυτό είναι τάχα; είπε με ήθος οίκτου ο Λυρίγκος.
+
+ — Τρέχα το γληγορώτερο! να πας να φέρης το γιατρό! . . .
+
+ — Εσύ πού πας; ηρώτησεν ο Λυρίγκος.
+
+ — Εγώ πάω στον Άι-Χαράλαμπο . . . πάω να φωνάξω τον παπά-Μακάριο,
+ναρθή να της κάμη μια παράκλησι, της γυναίκας!
+
+ — Καλά! τρέξε!
+
+Και η Φραγκογιαννού έτρεξε.
+
+ΙΖ'.
+
+Κάτω εις το Κακόρρεμμα, χαμηλά εις το βάθος, σιμά εις την σκοτεινήν
+Σπηλιάν, οι λίθοι εχόρευον δαιμονικόν χορόν την νύκτα. Ανωρθούντο,
+ως έμψυχοι, και κατεδίωκον την Φραγκογιαννού, και την ελιθοβόλουν,
+ως να εσφενδονίζοντο από αοράτους τιμωρούς χείρας.
+
+Είχον παρέλθει τρεις ημέραι από την τελευταίαν φυγήν της, από την
+καλύβην του Λυρίγκου. Η ένοχος γυνή είχε κρυφθή εκεί, με την ελπίδα
+ότι θα διέφευγε προς καιρόν τους όνυχας των διωκτών της. Με τα
+ολίγα δίπυρα τα οποία ευρίσκοντο ακόμη εις το καλάθι της, με τας
+καυκαλήθρας, τον άνηθον, και τα μυρόνια όσα συνέλεγε, και με το
+γλυφό νερόν της Σκοτεινής Σπηλιάς, είχε διατηρηθή. Το μέρος ήτο
+σχεδόν άβατον. Το Κακόρρεμμα εσχηματίζετο από ένα βράχον απάτητον
+προς δυσμάς, και από ένα κρημνόν, ή μίαν σάρραν ολισθηράν εξ
+ανατολών. Κάτω εις το βάθος ανέβλυζε το Γλυφονέρι. Δύο άντρα, με το
+στόμιον πολύ στενόν, έχασκον ένθεν και ένθεν. Εκεί εκοιμάτο την
+νύκτα· την ημέραν κατήρχετο εις την Σκοτεινήν Σπηλιάν. Διά ν'
+ανέλθη και διά να κατέλθη, ούτε δρομίσκος, ούτε μονοπάτι υπήρχεν.
+Επάτει επί της σάρρας, εις την βάσιν του κρημνού. Τότε η σάρρα
+εταράσσετο, εφαίνετο ως να εθύμωνε. Οι λίθοι τους οποίους εξετόπιζε
+πατούσα, ήσαν ως βάσις και θεμέλιον εις όλον τον άπειρον σωρόν των
+λίθων, τον απλούμενον επί του πρανούς του κρημνού. Καθώς έφευγον οι
+πρώτοι λίθοι, άλλοι λίθοι ήρχοντο να λάβωσι την θέσιν των, μετ'
+αυτούς δε άλλοι. Και ούτω η παλίρροια όλη του κρημνού ήρχετο κατ'
+επάνω της, έπιπτεν εις τας κνήμας και τα σκέλη της, εις τας χείρας
+και το στέρνον της. Ενίοτε, λίθοι τινές, από ύψος κατερχόμενοι,
+έπιπτον με ορμήν και κακίαν κατά του προσώπου της. Τους τελευταίους
+τούτους εφαίνετο πράγματι ως να τους εσφενδόνιζεν αόρατος χειρ κατά
+της κεφαλής της.
+
+Αφού τέλος, μετά τόσον λιθοβόλημα, έφθασεν εις την Σκοτινήν
+Σπηλιάν, την πρώτην ημέραν, εκάθισε κι' αγνάντευε το πέλαγος. Η
+Σπηλιά, η θαλασσόπληκτος, έχει διπλήν είσοδον, εκ τε της ξηράς και
+της θαλάσσης. Προς την θάλασσαν, το στόμιόν της χαμηλόν και στενόν,
+όσον διά να διέλθη μικρή βάρκα αλιέως. Η Φραγκογιαννού, αόρατος από
+το μέρος της ξηράς, ήκουε τον υπόκωφον, επίμονον παφλασμόν του
+κύματος εις το στόμιον του άντρου. Το κύμα ανωρθούτο, επήδα,
+έπληττε την άνω φλιάν του στομίου, κατέπιπτε, πάλιν ανεπήδα,
+εξέπεμπε μακρούς ωρυγμούς μανίας από της αποθαλασσιές του βορρά,
+πότε στεναγμούς πόνου και πάθους από την φουσκοθάλασσαν. Κάτω εις
+το βάθος το άπατον, μυστήριον και σκότος σαλεύον. Μία ποτέ βάρκα,
+ως διηγούντο, εισπλεύσασα διά να συλλέξη καραβίδας και παγούρια,
+ενώ είς των ναυβατών είχεν αναρριχηθή εις το τρομερόν ύψος του
+βράχου διά να συλλέξη κρίταμα, εκάθισεν επάνω εις μίαν φώκην
+ζωντανήν φράττουσαν ακριβώς το πλάτος του στομίου. Το σκοτεινόν
+ζώον ανεταράσσετο, ήσπαιρεν, η μικρά σκάφη επάλλετο, έτρεμε, και
+δεν ημπορούσε να υπάγη ούτε εμπρός ούτε οπίσω. Ο ναυβάτης ο εντός
+της βάρκας εκτύπησε την φώκην μ' ένα πέλεκυν, την αιμάτωσε, το κύμα
+εκοκκίνισεν επ' ολίγον. Η φώκη ήσπαιρεν εν αγωνία. Ο νεαρός αλιεύς
+κατώρθωσε να σφίξη τον λαιμόν με μίαν θηλειάν, και καλέσας τον
+άλλον σύντροφόν του εις βοήθειαν κατώρθωσε τη βοήθεια αυτού, με
+κίνδυνον να βουλιάξη η φελλούκα, ν' ανασύρη επάνω την φώκην.
+
+Η γραία Χαδούλα αγνάντευεν, αγνάντευεν εις το πέλαγος. Ας ήτον και
+τώρα να φανή, να πλησιάση μία βάρκα! . . . Η Φραγκογιαννού θα
+παρεκάλει τους νέους αλιείς, τους πατριώτας της, να την επάρουν
+μαζύ, μέσ' την βάρκα . . . Και πού θα επήγαινε;. . . Ω, βέβαια στα
+πέρα χώματα, στα μέρη τ' αντικρυνά, στην μεγάλη στεριά . . . Κ'
+εκεί τι θα έκαμνε; Ω είχεν ο Θεός, θ' άρχιζ' εκεί νέον βίον!
+
+Έβλεπεν, έβλεπεν, ανοιχτά εις το πέλαγος, μακράν έξω, πολλά πανιά,
+λευκά ιστία, σαν του γλάρου τα φτερά. Βρατσέρες, γολέττες, μικρά
+καΐκια, τα έβλεπε ν' αρμενίζουν, να οργώνουν τα κύματα, ωσάν
+βοϊδάκια ζευγαρωτά. Άλλα έπλεον πόρρω προς βορράν, άλλα κατήρχοντο
+προς νότον, άλλα αρμένιζαν προς ανατολάς ή προς δυσμάς, τέμνοντα
+σταυροειδώς τας ολκούς, τας βαθείας ορατάς αύλακας, τας οποίας
+άφηναν όπισθέν των τα πρώτα. Είτα πολλά ρεύματα διαχαράσσοντα το
+πέλαγος, από τα οποία εφαίνετο η θάλασσα ωσάν κεντητή,
+πεποικιλμένη. Έβλεπεν, εωσότου τα μάτια της «έκαμαν γυαλιά» να
+βλέπη.
+
+Η Φραγκογιαννού έβγαλεν από το καλάθι της το παλαιόν κιτρινωπόν
+χράμι, το μάλλινον, το οποίον είχε διά να τυλίγεται όταν ήθελε να
+κοιμηθή και δεν είχεν ύπνον, εσηκώθη ορθή, ανεπέτασε την μαλλίνην
+σινδόνα, κι' άρχισεν εκθύμως να την σείη. Έκαμνε σήματα,
+απηλπισμένα σήματα προς τους ναυτίλους, να έλθουν να την επάρουν
+μαζύ των. Έβλεπον, δεν έβλεπον οι ναυβάται τα σημεία της; Από κανέν
+πλοίον δεν απήντησαν εις τον πόθον της, εις τας τόσος προσπαθείας
+της. Τα λευκά ιστία έφευγον με τον άνεμον εις το κύμα, και αυτή
+έμενε προσηλωμένη εις τον βράχον της Σκοτεινής Σπηλιάς,
+προγεγραμμένη, έρημος, μη βλέπουσα διά την αύριον χρυσής αυγής την
+ανατολήν . . .
+
+Το λευκάζον και κιτρινωπόν ράκος της έφυγεν από την χείρα· το
+επήρεν ο άνεμος, και το έρριψεν επί της κεφαλής και των ώμων της
+γυναικός.
+
+ — Αυτό θα είναι το σάβανό μου! εψιθύρισε πικρώς μειδιώσα η
+Φραγκογιαννού.
+
+Τέλος, καθώς εκάθησε κάτω επί του βράχου, βλέπει μίαν βάρκαν,
+μικράν φελλούκαν, να έρχεται, παραπλέουσα την ακτήν. Είχε μικρόν
+ιστίον και δύο κουπιά, τα οποία έτυπτον ραθύμως το κύμα. Έπλεεν εξ
+ανατολών κ' επλησίαζε προς τον έρημον βράχον, εις το άσυλόν της. Η
+Φραγκογιαννού ησθάνθη σκίρτημα ελπίδος μέσα της. Εκρύβη όπισθεν της
+κορυφής του βράχου, διά να κατοπτεύση και ίδη αν θα εγνώριζε τους
+επιβαίνοντας. Όταν η φελλούκα επλησίασεν, είδεν ότι είς εκ των
+τριών επιβατών της, όστις έσυρε την «συρτήν» από της πρύμνης,
+εφόρει στρατιωτικήν στολήν. Κάποιος παρεπίδημων απόστρατος, αγαπών
+τ' οψάρευμα, είχεν εξέλθει προς άγραν, ομού με δύο εξ επαγγέλματος
+αλιείς. Η Φραγκογιαννού, μόνον είδεν ότι ήτο «ταχτικός», και
+γαλασμένη εκρύβη βαθύτερα όπισθεν του βράχου.
+
+Την νύκτα απεκοιμήθη εις την κρύπτην της, μέσα εις την υγράν άλμην
+της Σπηλιάς. Βόμβοι εθορύβουν εις τα ώτα της. Το κύμα υπό τους
+πόδας της ερρόχθει, με παρατεταμένους ωρυγμούς λύσσης. Βαθειά, μέσα
+εις τα στέρνα της ήκουε τα κλαυθμηρίσματα των ακάκων νηπίων.
+Υπόκωφοι συριγμοί του μακρινού ανέμου ήρχοντο εις τας ακοάς της. Ο
+νεκρώσιμος χορός των κορασίδων, με ηυξημένον τον φρικώδη ορμαθόν,
+εχοροπήδα τριγύρω της: «Είμαστε παιδιά σου! — Μας εγέννησες! —
+Φίλησέ μας! — Δώσε μας μαμμά! — Πάρε μας στολίδια, στολίδια ώμορφα!
+— Χάιδεψέ μας! — Δεν μας αγαπάς;»
+
+Η γραία πενθερά του Λυρίγκου, μανιώδης, συστρέφουσα τας χείρας, την
+ηπείλει τρομερά, και ο γαμβρός της, με ήθος παραπονεμένον, την
+επέπληττε . . . Κάτω εις τους πόδας, εις το βάθος της Σπηλιάς,
+ερρόχθει το κύμα . . . Έβραζεν, έβραζε, και το άντρον μετεβάλλετο
+εις στέρναν, και το νερόν της στέρνας εβρυχάτο μ' έναθρον φωνήν· —
+Φόνισσα! — Φόνισσα!
+
+Η δυστυχής εξύπνησεν έντρομος, περιρρεομένη από άλμην και ιδρώτα.
+Ηύχετο πλέον, και πάραυτα το απεφάσισε, να μην κοιμηθή άλλην φοράν
+εις την ζωήν της, αν ήτον διά να βλέπη τέτοια όνειρα. Ο θάνατος θα
+είναι ο κάλλιστος των ύπνων — αρκεί να μην έχη κακά όνειρα! Τις
+οίδε! — Μόλις το εσκέφθη, και μετ' ολίγον απεναρκώθη πάλιν. Τότε
+της εφάνη ότι έβλεπεν εμπρός της τον Καμπαναχμάκην, τον άγροικον
+εκείνον του βουνού· ίστατο ενώπιόν της με την στραβολέκαν του την
+ποιμενικήν, με το σκαιόν ήθος του, με την όψιν του την τραχείαν και
+με λαρυγγώδη φωνήν της έλεγε : «Στο Κακόρρεμμα! Στο Μονοπάτι, στη
+Βρύσι του Πουλιού! Στου Γέροντα το Ερμητήριο!»
+
+Και καθώς εγίνετο άφαντος, ακόμη επανέλαβε· — «Στο Ερμητήριο! Στου
+Γέροντα το Ερμητήριο!»
+
+Η Φραγκογιαννού εξύπνησε την ώραν του λυκαυγούς με μικράν γαλήνην
+εις την ψυχήν, ενώ το κυανούν και πορφυρίζον του στερεώματος
+καταντικρύ της συνεχέετο με το μαυρογάλανον του πόντου, και αύρα,
+δρόσος, φλοίσβος, κελάρυσμα απετέλουν ηδείαν συζυγίαν αρμονίας εις
+τας αισθήσεις της.
+
+Από της προχθές δεν είχε παύσει να σκέπτεται το ερημητήριον εκείνο,
+περί ου της είχεν ομιλήσει προ τριών ημερών ο Καμπαναχμάκης. Είχεν
+ακούσει πολλά να λέγουν γυναίκες ευλαβείς περί των αρετών του
+Γέροντος εκείνου, του παπ' Ακακίου, όστις προ ολίγου καιρού μόνον
+είχεν έλθει εις την νήσον, και είχε κατοικήσει εις τον Άγιον
+Σώστην, παλαιόν αναχωρητήριον μετά ερήμου ναΐσκου, το οποίον έκειτο
+επί μικρού θαλασσοπλήκτου βράχου, όστις απετέλει σκόπελον ή μικρόν
+νησίδιον παρά την βορείαν, μικρόν προς δυσμάς κλίνουσαν, κρημνώδη
+ακτήν, και με την άμπωτιν των υδάτων, το νησίδιον εγένετο μικρά
+χερσόνησος. Ο γέρων παπ' Ακάκιος ήτο, έλεγαν, αυστηρός πνευματικός,
+πλην είχε το σπάνιον χάρισμα της διακρίσεως των λογισμών, κ' έφθανε
+μέχρι προορατικότητος. Αι γυναίκες εβεβαίουν ότι ήτο σωστός
+κρυφιογνώστης, και σου έλεγε τι είχες μέσα σου. Και πολλάκις
+εξωμολόγει τον μετανοοούντα πολύ περισσότερον ή όσον αυτός ήθελε να
+εξομολογηθή.
+
+Διά την Φραγκογιαννού θα ήτο ευτύχημα, αν είχεν ειλικρινή απόφασιν
+να εξομολογηθή, να ευρίσκετο είς πνευματικός, όστις να την
+απήλλαττεν από τον κόπον και από το φοβερόν βάσανον του δισταγμού,
+λέγων «Αυτό κι' αυτό έκαμες!». Ήρκει να μη την απήλπιζεν, αλλά να
+ήτο ικανός να την βοηθήση και να την σώση — ακόμη και εις τον
+πρόσκαιρον κόσμον, ει δυνατόν! Τάχα δεν υπήρξεν είς Άγιος όστις
+έκρυψε και έσωσε μη θελήσας να τον παραδώση εις την εξουσίαν, τον
+φονέα του ιδίου αδελφού του; Πόσω μάλλον ο παπ' Ακάκιος δεν θα
+έσωζε και θα έκρυπτεν αυτήν, ήτις δεν είχε κάμει κακόν ατομικώς εις
+τον σεβάσμιον ερημίτην; Μήπως δεν επερνούσαν καθημερινώς πλοία,
+γιαλό ή ανοιχτά από τον Άι Σώστην, και δεν θα ηδύνατο να την
+φυγαδεύση αν ήθελε;
+
+Η Χαδούλα είχε βαρυνθή την μονοτονίαν της Σκοτεινής Σπηλιάς, και
+είχεν αρχίσει ν' αδυνατίζη πολύ από την ανεπαρκή τροφήν. Έλαβεν
+απόφασιν, άμα φέξη καλά, να πάρη το καλαθάκι της, και να εξέλθη από
+το άσυλόν της, όπως διευθυνθή προς τον Άγιον Σώστην. Εκεί θα
+εξωμολογείτο όλα τα «πάθια της». Καιρός μετανοίας πλέον . . .
+
+Έφθασαν, έφθασαν, οι χωροφύλακες! Είτε διά προδοσίας, είτε δι'
+ιχνηλασίας, την είχαν ανακαλύψει . . . Κατόρθωσαν να κατέλθουν εις
+το Κακόρρεμμα, χωρίς να ενοχληθούν από τον κρημνόν, χωρίς οι λίθοι
+της σάρρας να σηκωθούν και να ριφθούν κατεπάνω τους, να τους
+κυνηγήσουν!
+
+Ήτο την αυγήν άμα έφεξεν, ενώ η Φραγκογιαννού ητοιμάζετο να
+διευθυνθή διά του συντομοτέρου δρόμου, εις τον Άι-Σώστην, εις το
+Ερημητήριον. Ο ήλιος δεν είχεν ανατείλει διά να φωτίση ακόμη την
+φαλακράν ακτήν, το Κουρούπι, και να στείλη χρυσάς ακτίνας εις την
+απότομον κλιτύν του Στοιβωτού. Η Φραγκογιαννού τους είδεν,
+ετρόμαξεν, επήρε το καλάθι της, και ασθμαίνουσα, ξεκλωσσασμένη,
+έτρεξε τον ανήφορον, επάνω εις τον βράχον τον άβατον, εις το Κλήμα,
+προς το δυτικόν μέρος. Επέταξε, με λάκτισμα των ποδών προς τα
+οπίσω, τας φθαρμένας εμβάδας, «τα παληοκατσάρια της», και ξυπόλητη
+ανερριχήθη επάνω εις τον κρημνόν. Οι δύο «νομάτοι» έβγαλαν κι'
+αυτοί, τα τσαρούχια τους, κ' έτρεξαν κατόπιν της, εις τον βράχον
+τον απάτητον, εις τον χώρον της απελπισίας, όπου εβάδιζεν εκείνη.
+
+Μίαν μόνην στιγμήν, η δύστηνος έστρεψε την κεφαλήν οπίσω. Τότε
+είδεν ότι οι διώκται ήσαν μεν δύο, αλλά μόνον ο είς εφόρει την
+στρατιωτικήν στολήν. Ο άλλος έφερεν εγχώριον ένδυμα, με σελάχι,
+εφωδιασμένον με πιστόλια και χαρμπιά, περί την μέσην. Εφαίνετο να
+είναι είς των αγροφυλάκων.
+
+Τούτο την επτόησε και την εφόβισεν. Η απουσία του ενός χωροφύλακος
+έδιδεν αφορμήν εις υποψίας. Μήπως από την άλλην πλευράν του
+κρημνού, πέραν του βράχου του αξένου της απορρώγος ακτής την
+επερίμενεν ενέδρα τις, ώστε να την κλείσωσιν οι σκληροί διώκται
+μεταξύ δύο πυρών;
+
+Και πάλιν η σύμπτωσις αυτή την επαρηγόρησε και της ενέπνευσε μικράν
+ελπίδα. Εάν ο ένας από τους δύο «νομάτους»· ήτον πατριώτης, χωρικός
+άνθρωπος εις την υπηρεσίαν της δημαρχίας, τούτο ίσως εσήμαινεν ότι
+ούτος θα εξετέλει μάλλον ως αγγαρείαν το κυνήγημα το οποίον του
+είχαν επιβάλει και ίσως μάλλον θα έκοπτε την ορμήν του άλλου, του
+χωροφύλακος. Δεν ήτον δε απίθανον ο αγροφύλαξ εκείνος και να
+ησθάνετο μέσα του κρυφήν συμπάθειαν προς την φεύγουσαν, την
+διωκομένην, την τρέχουσαν επάνω εις τα κατσάβραχα, μ' αιματωμένους
+τους πόδας, δυστυχή γυναίκα — περί της ενοχής της οποίας ουδέ ήτο
+καν βέβαιος.
+
+ΙΗ'.
+
+Ύστερον απ' ολίγων λεπτών της ώρας κυνηγητόν, η Φραγκογιαννού
+έφθασεν εις την τοποθεσίαν, την οποίαν ο Καμπαναχμάκης είχεν
+ονομάσει «το Μονοπάτι στο Κλήμα». Ήτον βράχος, εισέχων αποτόμως
+προς τα έσω, σχηματίζων μικρόν ζύγωμα, κάτωθεν του οποίου έχασκεν η
+άβυσσος, η θάλασσα. Άνω του ζυγώματος τούτου υπήρχε πάτημα ημισείας
+παλάμης το πλάτος, όλον δε το πέραμα ήτο τριών ή τεσσάρων βημάτων.
+Όπως το διέλθη τις, έπρεπε να πιασθή από τον άνω βράχον, βλέπων
+προς την θάλασαν, να πατή με την πτέρναν, και να βαδίζη εκ δεξιών
+προς τ' αριστερά. Η ζωή του εκρέματο εις μίαν τρίχα.
+
+Η Φραγκογιαννού έκαμε τον σταυρόν της και δεν εδίστασε. Ούτε
+υπήρχεν άλλη αίρεσις ή προσφυγή. Δρόμος άλλος δεν υπήρχεν επάνω του
+βράχου. Η γυνή επήρε το καλάθι της εις τους οδόντας, επήδησεν
+αποφασιστικώς, και διέβη αισίως το φοβερόν πέραμα.
+
+Έφθασαν κατόπιν ασθμαίνοντες οι δύο νομάτοι. Ο χωροφύλαξ είδε το
+πέραμα κ' εστάθη.
+
+ — Σου βαστά, η καρδιά σου; είπε με κρυφήν χαιρεκακίαν ο σύντροφός
+του.
+
+ — Δεν είναι άλλος δρόμος;
+
+ — Δεν είναι.
+
+ — Εσύ θα τώχης περάσει πολλές φορές, είπεν ο στρατιώτης.
+
+ — Εγώ, όχι! ηρνήθη ο αγροφύλαξ.
+
+ — Δεν ήσουν τσομπάνης;
+
+ — Εγώ έβοσκα πρόβατα στον κάμπο.
+
+Ο χωροφύλαξ εδίστασεν ακόμη.
+
+ — Και να μας ρίξη κάτω μια γυναίκα! είπε.
+
+ — Δεν προφτάσαμε να την ιδούμε τη στιγμή που περνούσε, είπεν είρων
+ο δραγάτης. Αν την έβλεπες, θα σούκανε καρδιά.
+
+ — Αληθινά;
+
+ — Δεν ξέρεις πόσες φορές δίνουν το παράδειγμα η γυναίκες! είπεν ο
+αγροφύλαξ. 'Σε καμπόσα πράγματα, δείχνουν πολύ κουράγιο.
+
+ — Κ' εγώ θα περάσω! είπεν ο χωροφύλαξ.
+
+ — Εμπρός!
+
+Ο χωροφύλαξ έβγαλε το αμπέχονόν του, και το έτεινεν εις τον
+σύντροφόν του, μείνας με το υποκάμισον. Έκαμε το σημείον του
+Σταυρού.
+
+ — Αν περάσω πέρα, μου το ρίχνεις, είπε.
+
+Εδοκίμασε να πατήση επί του στενού, επιάσθη από τον βράχον. Μετά έν
+βήμα ωπισθοδρόμησε.
+
+ — Μ' έπιασε ζαλάδα, είπεν.
+
+Εν τω μεταξύ η Φραγκογιννού, τρέχουσα, είχεν ανηφορίσει, και
+ανήρχετο υψηλότερα εις την ακτήν. Αποκαμωμένη, ήσθμαινεν, εφύσα.
+Επήγαινε, κ' εστέκετο επί μίαν ανεπαίσθητον στιγμήν, κ' έτεινε τα
+ώτα ακροωμένη. Ήθελε να βεβαιωθή αν θα διέβαινον το πέραμα οι δύο
+διώκται της. Αλλά δεν ήκουε τίποτε. Από την βραδύτητα αυτήν
+εσυμπέρανεν ότι οι δύο «νομάτοι» εδίσταζον πολύ να περάσουν το
+μονοπάτι.
+
+Τέλος έφθασεν εις του Πουλιού τη Βρύσι, όπως την είχεν ονομάσει ο
+Καμπαναχμάκης. Ήτο μία πηγή επάνω εις υψηλόν βράχον, επί του οποίου
+εσχηματίζετο μικρόν ολισθηρόν οροπέδιον από χώμα, γεμάτον από βρύα
+και άλλα υγρά χόρτα, τα οποία εφαίνοντο ως να έπλεον εις το νερόν.
+Η Φραγκογιαννού επάτει καλά να μη γλυστρήση και πέση. Από την
+βρύσιν εκείνην, πράγματι, μόνον τα πετεινά τ' ουρανού ηδύναντο να
+πίνουν. Η Χαδούλα έκυψε κ' έπιε . . .
+
+ — Αχ! καθώς πίνω απ' τη βρυσούλα σας, πουλάκια μου, είπε, δώστε
+μου και τη χάρι σας να πετάξω! . . .
+
+Κ' εγέλασε μονάχη της, απορούσα πού εύρε τον αστεϊσμόν αυτόν εις
+τοιαύτην ώραν. Αλλά τα πουλιά, όταν την είδαν, είχαν αγριεύσει, κ'
+επέταξαν έντρομα . . .
+
+Εκάθισε, δίπλα εις του Πουλιού τη Βρύσι, διά να ξαποστάση και πάρη
+τον ανασασμόν της. Σχεδόν είχε βεβαιωθή πλέον ότι οι δύο «νομάτοι»
+δεν είχαν κατορθώσει να διαβώσι το Μονοπάτι στο Κλήμα.
+
+Αλλά δεν ησθάνετο ασφάλειαν η δύστηνος, καθημένη εκεί. Όθεν, μετ'
+ολίγα λεπτά εσηκώθη, επήρε το καλάθι της, κ' έτρεξε τον κατήφορον.
+Τώρα πλέον επήγαινεν αποφασιστικώς εις τον Άι-Σώστην, εις το
+Ερημητήριον. Καιρός ήτο, αν εγλύτωνε, να εξαγορευθή τα κρίματά της
+εις τον γέροντα, τον ασκητήν.
+
+Εις ολίγα λεπτά της ώρας κατήλθε την ακτήν, κ' έφθασεν εις τα
+χαλίκια του αιγιαλού, εις την άμμον. Αντίκρυσε τον αλίκτυπον
+βράχον, επάνω εις τον οποίον εφαίνετο ο παλαιός ναΐσκος του Αγίου
+Σώζοντος. Ο λαιμός της άμμου, ο ενώνων τον μικρόν βράχον με την
+στερεάν, μόλις ανείχεν ένα δάκτυλον υπεράνω του κύματος. Τώρα
+ήρχιζε να γίνεται πλημμύρα. Η Φραγκογιαννού εστάθη κ' εδίστασε.
+«Τάχα δεν θα . . . ξαναγείνη ρήχη σε λίγη ώρα, είπε. Γιατί να
+βιαστώ τώρα, να γίνω μούσκεμμα;»
+
+Αλλά την ιδίαν στιγμήν ήκουσε θόρυβον όχι μικρόν επί του κρημνού.
+Δύο άνδρες ο είς στρατιωτικός, ο άλλος πολίτης, με δύο τουφέκια,
+επ' ώμου, κατήρχοντο τρέχοντες τον κατήφορον. Ο πολίτης δεν ήτον ο
+δραγάτης τον οποίον είχεν αφήσει οπίσω, με τον ένα χωροφύλακα, ήτον
+άλλος, κ' εφόρει φράγκικα. Αυτή λοιπόν ήτο η ενέδρα, την οποίαν
+είχεν υποπτεύσει ευλόγως αυτή, με την οποίαν ηθέλησαν να την βάλουν
+εις τα στενά; Ιδού ότι τώρα την έφθαναν.
+
+Η Φραγκογιαννού έτρεξεν, έκαμε τον σταυρόν της, κ' επάτησεν επάνω
+εις το πέρασμα της άμμου. Η άμμος ήτον ολισθηρά. Το κύμα ανήρχετο,
+εφούσκωνε. Η γυνή δεν οπισθοδρόμησε. Δεν είχεν άλλην σανίδα
+σωτηρίας. Ούτε αυτήν, την παρούσαν, μάλιστα δεν είχε.
+
+Το κύμα ανέβαινεν, ανέβαινεν. Η Φραγκογιαννού επάτει. Η άμμος
+ενέδιδεν. Οι πόδες της εγλυστρούσαν.
+
+Ο βράχος του αγίου Σώζοντος απείχε περί τας δώδεκα οργυιάς από την
+ακτήν. Ο λαιμός της άμμου, το πέραμα, θα ήτο πλέον ή πεντήκοντα
+βημάτων το μήκος.
+
+Το κύμα την έφθασεν έως το γόνυ, είτα ως την μέσην. Η άμμος
+εγλυστρούσε. Εγίνετο βάλτος, λάκκος. Το κύμα ανήλθεν έως το στέρνον
+της.
+
+Οι δύο άνδρες, οίτινες την εκυνήγουν, έρριψαν μίαν τουφεκιάν διά να
+την πτοήσουν. Είτα ηκούσθησαν αι φωναί των, φωναί αλαλαγμού και
+βεβαίας νίκης.
+
+Η Φραγκογιαννού απείχεν ακόμη ως δέκα βήματα από τον Άι-Σώστην.
+
+Δεν είχε πλέον έδαφος να πατήση· εγονάτισεν. Εις το στόμα της
+εισήρχετο το αλμυρόν και πικρόν ύδωρ.
+
+Τα κύματα εφούσκωναν αγρίως, ως να είχον πάθος. Εκάλυψαν τους
+μυκτήρας και τα ώτα της. Την στιγμήν εκείνην το βλέμμα της
+Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν
+ακτήν, όπου της είχον δώσει ως προίκα ένα αγρόν, όταν νεάνιδα την
+υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφην οι γονείς
+της.
+
+ — Ω! να το προικιό μου! είπε.
+
+Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαδούλα εύρε τον
+θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα
+τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου,
+μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ ΦΟΝΙΣΣΑΣ
+
+
+
+Ο Ν Ε Ι Ρ Ο
+ΣΤΟ ΚΥΜΑ
+
+
+
+Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα
+ακόμη &άλφα&. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν
+φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187. . .
+Ήμην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές
+πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ'
+εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημά μου ανά τους βράχους και τα
+βουνά.
+
+Τον χειμώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν μ' επήρε πλησίον του ο γηραιός
+πάτερ-Σισώης, ή Σισώνης, καθώς τον ωνόμαζον οι χωρικοί μας, και μ'
+έμαθε γράμματα. Ήτον πρώην διδάσκαλος, και μέχρι τέλους τον
+προσηγόρευον όλοι εις την κλητικήν «δάσκαλε». Εις τους χρόνους της
+Επαναστάσεως ήτον μοναχός και διάκονος. Είτα ηγάπησε μίαν
+Τουρκοπούλαν, καθώς έλεγαν, την έκλεψεν, από ένα χαρέμι της
+Σμύρνης, την εβάπτισε και την ενυμφεύθη.
+
+Ευθύς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, επί Καποδίστρια
+κυβερνήτου, εδίδασκεν εις διάφορα σχολεία ανά την Ελλάδα, και είχεν
+ου μικράν φήμην, υπό το όνομα «ο Σωτηράκης ο δάσκαλος». Αργότερα
+αφού εξησφάλισε την οικογένειάν του, ενεθυμήθη την παλαιάν
+υποχρέωσίν του, εφόρεσε και πάλιν τα ράσα, ως απλούς μοναχός την
+φοράν ταύτην, κωλυόμενος να ιερατεύη, κ' εγκατεβίωσεν εν μετανοία,
+εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το
+έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και
+λέγουν ότι εσώθη.
+
+Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως
+υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου
+κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις
+Ριζάρειον. Τέλος, αρχίσας τας σπουδάς μου σχεδόν εικοσαετής, εξήλθα
+τριακοντούτης από το Πανεπιστήμιον· εξήλθα δικηγόρος με δίπλωμα
+προλύτου . . .
+
+Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να
+εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου
+και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας
+σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και
+ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι
+να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου
+μου, θέσιν οιονεί αυλικού.
+
+Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του
+αυθέντου του, δεν ειμπορεί να γαυγύζη ούτε να δαγκάση έξω από την
+ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον,
+παρομοίως κ' ενώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε
+περισσότερον παρ' όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την
+οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου.
+
+Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος
+εκείνο του έτους 187 . . . Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος
+βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη
+τα παραθαλάσσια, τανερχόμενα αποτόμως διά κρημνώδους ακτής, ύπερθεν
+του Κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο,
+το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή
+ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον εδικόν μου.
+
+Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα,
+έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν.
+Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους
+ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι
+σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το
+ακούραστον φύσημά των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.
+
+Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες,
+όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις
+τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ' έκαμνε τρις το
+σημείον του Σταυρού, κ' έλεγεν· «Εις το όνομα του Πατρός και του
+Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε
+όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τουρανού, και να πάρω
+κ' εγώ τον κόπο μου!»
+
+Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω το εθέριζα εν μέρει.
+Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος κ' έβαλλα εις
+εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω.
+
+Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η
+ιδία διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γεμίση ένα καλάθι σταφύλια,
+ή να τρυγήση, αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν
+ήτον κτήμα ιδικόν μου.
+
+Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους
+μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποίοι επί τη
+προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να
+εκλέγουν αυτοί τας καλλιτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν
+το καλόν μου. Ήσαν τρομεροί ανταγωνισταί δι' εμέ.
+
+Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των
+ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί
+παραπάνω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις
+αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμοκλάδων, έβοσκα τα γίδια του
+Μοναστηρίου. Ήμην «παραγυιός», αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα,
+τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις έξ. Σιμά εις τον μισθόν
+τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και
+άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι.
+
+Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της
+περιοχής μου, είχα τον κυρ-Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν
+ιδιότροπον. Ο κυρ-Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον
+μικρόν πύργον μαζύ με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν
+είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε
+προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την
+ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του.
+
+Ο κυρ-Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και
+ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε
+μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν
+ούτως οκτώ ή δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετείχισεν όλα ομού,
+και απετέλεσεν έν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών
+εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε
+πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελε
+δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον
+δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του.
+
+Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα,
+εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού,
+ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε
+το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με
+πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια.
+
+Εγκατεστάθη εκεί, κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως
+κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της
+θαλάσσης, κ' ενώ ο επάνω τοίχος έφθανεν εις την κορυφήν του μικρού
+βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο
+από το κύμα.
+
+
+Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι
+του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η
+παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον
+εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον
+αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια, κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον
+θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία
+μελαγχροινή, κ' ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην,
+την οποίαν οι υιοί της μητρός, της είχαν βάλει να φυλάη ταμπέλια
+«Ιδού ει καλή, η πλησίον μου. Ιδού ει καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί
+. . . » Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν
+της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.
+
+Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την
+μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον
+τρίχωμα, την οποίαν εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του
+πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να
+βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, όπου ήσαν χαμόκλαδα,
+ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχεία. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή
+μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων,
+των πνευματικών πατέρων μου.
+
+Μίαν ημέραν, δεν ηξεύρω πώς, ενώ εμέτρουν καθώς εσυνήθιζα τας αίγας
+μου (ήσαν όλαι πενηνταέξ κατ' εκείνον τον χρόνον άλλοτε
+ανεβοκατέβαινεν ο αριθμός των μεταξύ εξήντα και σαρανταπέντε), η
+Μοσχούλα, η ευνοούμενη μου κατσίκα, είχε μείνει οπίσω, και δεν
+ευρέθη εις το μέτρημα. Τας εύρισκα όλας πενηνταπέντε. Εάν έλειπεν
+άλλη κατσίκα, δεν θα παρετήρουν αμέσως την ταυτότητα, αλλά μόνον
+την μονάδα που έλειπεν αλλ' η απουσία της Μοσχούλας ήτον επαισθητή.
+Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε;
+
+Εις τα μέρη εκείνα, τα κάπως χαμηλότερα, οι αετοί δεν κατεδέχοντο
+να μας επισκέπτωνται συχνά. Το μέγα ορμητήριόν των ήτον υψηλά προς
+δυσμάς, εις το κατάλευκον πετρώδες βουνόν, το καλούμενου Αετοφωληά
+φερωνύμως. Αλλά δεν μου εφαίνετο όμως όλως παράδοξον ή ανήκουστον
+πράγμα ο αετός να κατήλθεν εκτάκτως, τρωθείς από τα κάλλη της
+Μοσχούλας, της μικράς κατσίκας μου.
+
+Εφώναζα ως τρελλός.
+
+ — Μοσχούλα! . . . πού είν' η Μοσχούλα;
+
+Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσίαν της Μοσχούλας, της ανεψιάς του
+κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο
+τοίχος του περιβόλου του κτήματος, και η οικία η ακκουμβώσα επάνω
+εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν όπου
+ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου η
+παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις το παράθυρόν και έκραξε·
+
+ — Τι έχεις και φωνάζεις;
+
+Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα·
+
+ — Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα! . . . Με σένα δεν έχω
+να κάμω.
+
+Καθώς ήκουσε την φωνήν μου, έκλεισε το παράθυρον κ' έγεινεν άφαντη.
+
+Μίαν άλλην ημέραν με είδε πάλιν από το παράθυρόν της εις εκείνην
+την ιδίαν θέσιν. Ήμην πλαγιασμένος εις ένα ίσκιον, άφινα τας αίγας
+μου να βόσκουν, κ' εσφύριζα ένα ήχον, ένα άσμα του βουνού
+αιπολικόν.
+
+Δεν εξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη·
+
+ — Έτσι όλο τραγουδείς! . . . Δεν σ' άκουσα ποτέ μου να παίζης το
+σουραύλι! . . . βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου
+φαίνεται! . . .
+
+Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος
+ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή . . . Την φοράν
+ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πώς
+της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ηξεύρω ότι μου έστειλε δι'
+αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ' ένα τάσι γεμάτο πετμέζι.
+
+
+Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον
+αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους
+γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο
+οι βράχοι εις προβλήτας και άλλου εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και
+ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον
+εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με ατάκτους φλοίσβους και αφρούς,
+όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνον του και
+λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το
+έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν'
+«αρμυρίσουν» εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την
+ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την «ελιμπίστηκα»,
+κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα.
+
+Ανέβασα το κοπάδι μου ολίγον παραπάνω από τον βράχον, ανάμεσα εις
+δύο κρημνούς και εις ένα μονοπάτι το οποίον εχαράσσετο επάνω εις
+την ράχην. Δι' αυτού είχα κατέλθει, και δι' αυτού έμελλα πάλιν να
+επιστρέψω εις το βουνόν την νύκτα εις την στάνην μου. Άφησα εκεί τα
+γίδια μου διά να βοσκήσουν εις τα κρίταμα και τας αρμυρήθρας, αν
+και δεν επεινούσαν πλέον. Τα εσφύριξα σιγά διά να καθίσουν να
+ησυχάσουν και να με περιμένουν. Με άκουσαν κ' εκάθισαν ήσυχα. Επτά
+ή οκτώ εξ αυτών τράγοι ήσαν κωδωνοφόροι και θα ήκουον μακρόθεν τους
+κωδωνισμούς των, αν τυχόν εδείκνυον συμπτώματα ανησυχίας.
+
+Εγύρισα οπίσω, κατέβην πάλιν τον κρημνόν, κ' έφθασα κάτω εις την
+θάλασσαν. Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι
+σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα
+από τα βουνά της αντικρυνής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς
+βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου
+έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ηλίου, που είχε βασιλέψει
+εκείνην την στιγμήν.
+
+Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο
+τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάνα του, διά να καθίση να
+δειπνήση.
+
+Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον
+θαλάσσιον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά
+ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευπρεπίσει και
+στολίσει αι νύμφαι των θαλασσών. Από το άντρον εκείνο ήρχιζεν ένα
+μονοπάτι, διά του οποίου ανέβαινε τις πλαγίως την απότομον
+ακρογιαλιάν, κ' έφθανεν εις την κάτω πόρταν του τοιχογυρίσματος του
+κυρ Μόσχου, του οποίου ο ένας τοίχος έζωνεν εις μήκος εκατοντάδων
+μέτρων όλον τον αιγιαλόν.
+
+Επέταξα αμέσως το υποκάμισόν μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις
+την θάλασσαν. Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της
+ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου
+ως να ήμην έν με το κύμα, ως να μετείχον της φύσεως αυτού, της
+υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να
+έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το κολύμβημα, αν δεν
+είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς
+εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα,
+ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδία.
+Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπεν
+να τρέχω να τα ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά
+οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των κωδωνίσκων των τράγων! Όσον
+αφορά την Μοσχούλαν, διά να είμαι βέβαιος, ότι δεν θα μου φύγη
+πάλιν, καθώς μου είχε φύγει την άλλην φοράν, οπότε ο άγνωστος
+κλέπτης (ω να τον έπιανα) της είχε κλέψει, ο ανόητος, τον επίχρυσον
+κωδωνίσκον με το κόκκινον περιδέραιον από τον λαιμόν, εφρόντισα να
+την δέσω μ' ένα σχοινάκι εις την ρίζαν ενός θάμνου, ολίγον παραπάνω
+από τον βράχον, εις την βάσιν του οποίου είχα αφήσει τα ρούχα μου
+πριν ριφθώ εις την θάλασσαν.
+
+Επήδησα ταχέως έξω, εφόρεσα το υποκάμισόν μου, την περισκελίδα μου,
+έκαμα ένα βήμα διά να αναβώ. Άνω της κορυφής του βράχου, του οποίου
+η βάσις εβρέχετο από την θάλασσαν, θα έλυα την Μοσχούλαν, την
+μικρήν αίγα μου, και με διακόσια ή περισσότερα βήματα θα επέστρεφα
+πλησίον εις το κοπάδι μου. Ο μικρός εκείνος ανήφορος, ο ολισθηρός
+κρημνός ήτον δι' εμέ άθυρμα, όσον ένα σκαλοπάτι μαρμαρίνης σκάλας,
+το οποίον φιλοτιμούνται να πηδήσουν εκ των κάτω προς τα άνω
+αμιλλώμενα τα παιδιά της γειτονιάς.
+
+Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν
+πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο
+κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλυστρώτου
+και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η
+ανεψιά του κυρ Μόσχου κ' ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα
+ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορά της, εγώ ο
+σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, αν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να
+λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί,
+άμα τη ανατολή του ηλίου συνήθως ελούετο.
+
+Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην
+εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου,
+καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπτόμενος από την κορυφήν
+του βράχου, και είδα πράγματι, ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις
+το κύμα γυμνή, κ' ελούετο . . .
+
+
+Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το
+περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και
+κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθώς
+ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, από τους
+βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και
+είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην προς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ'
+εκινείτο εδώ κ' εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να
+κολυμβά.
+
+Διά να φύγω έπρεπεν εξ άπαντος να πατήσω επί μίαν στιγμήν ορθός εις
+την κορυφήν του βράχου, είτα να κύψω όπισθεν θάμνων, να λύσω την
+αίγα μου, και να γείνω άφαντος κρατών την πνοήν μου, χωρίς τον
+ελάχιστον κρότον ή θρουν. Αλλ' η στιγμή καθ' ην θα διηρχόμην διά
+της κορυφής του βράχου ήρκει διά να με ίδη η Μοσχούλα. Ήτον
+αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος.
+
+Το ανάστημά μου θα διεγράφετο διά μίαν στιγμήν υψηλόν και δεχόμενον
+δαψιλώς το φως της σελήνης, επάνω του βράχου. Εκεί η κόρη θα με
+έβλεπε, καθώς ήτον εστραμμένη προς τα εδώ. Ω! πώς θα εξαφνίζετο, θα
+ετρόμαζεν ευλόγως, θα εφώναζεν, είτα θα με κατηγόρει διά σκοπούς
+αθεμίτους, και τότε αλλοίμονον εις τον μικρόν βοσκόν!
+
+Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να
+κράξω· « — Βρέθηκα εδώ, χωρίς να ξέρω . . . Μην τρομάζης! φεύγω
+αμέσως, κοπέλλα μου!»
+
+Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιός και άτολμος. Κανείς δεν με είχε
+διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην
+πάλιν κάτω εις την ρίζαν του βράχου κ' επερίμενα.
+
+«Αυτή δεν θ' αργήση, έλεγα μέσα μου· τώρα θα κολυμπήση, θα ντυθή
+και θα φύγη . . . Θα τραβήξη αυτή το μονοπάτι της, κ' εγώ τον
+κρημνό μου! . . . »
+
+Κ' ενθυμήθην τότε τον Σισώην, και τον πνευματικόν του μοναστηρίου,
+τον παπά-Γρηγόριον, οίτινες πολλάκις με είχον συμβουλεύσει να
+φεύγω, πάντοτε τον γυναικείον πειρασμόν!
+
+Εκ της ιδέας του να περιμένω, δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή,
+ειμή ν' αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως
+ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμάς
+διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους
+όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδή
+εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, η ακρογιαλιά ήτον
+άβατος, απάτητος, όλη βράχος και κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου
+ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξύ
+σπηλαίων και βράχων.
+
+Θ' άφινα την Μοσχούλαν μου, την αίγα εις την τύχην της, δεμένην
+εκεί επάνω, άνωθεν του βράχου, και άμα έφθανα εις την άμμον με
+διάβροχα τα ρούχα μου (διότι ήτον ανάγκη να πλεύσω με τα ρούχα),
+στάζων άλμην και αφρόν, θα εβάδιζα δισχίλια βήματα διά να επιστρέψω
+από άλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον του κοπαδιού μου, θα κατέβαινα τον
+κρημνόν παρακάτω διά να λύσω την Μοσχούλαν την αίγα μου, οπότε η
+ανεψιά του κυρ Μόσχου θα είχε φύγει χωρίς ν' αφήση βεβαίως κανέν
+ίχνος εις τον αιγιαλόν. Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτον
+μέγας κόπος, αληθής άθλος, θα εχρειάζετο δε και μίαν ώραν και
+πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού
+μου.
+
+Δεν υπήρχεν άλλη αίρεσις, ειμή να περιμένω. Θα εκράτουν την
+αναπνοήν μου. Η κόρη εκείνη δεν θα υπώπτευε την παρουσίαν μου.
+Άλλως ήμην εν συνειδήσει αθώος.
+
+Εν τοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και
+ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του
+βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν
+νεανίδα.
+
+Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς
+από το άντρον, και έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα
+τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν
+αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως
+γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα,
+μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν
+της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της,
+μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το
+στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους
+όλας τας αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον
+πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον
+νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των
+ονείρων. . .
+
+Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον,
+όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτον σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα
+δεν θα μ' έβλεπε, και θα ημπορούσα ν' αποχωρήσω εν τάξει. Εκείνη
+έβλεπε προς ανατολάς, εγώ ευρισκόμην προς δυσμάς όπισθέν της. Ούτε
+η σκιά μου δεν θα την ετάραττεν. Αύτη, επειδή η σελήνη ήτον εις τ'
+ανατολικά, θα έπιπτε προς το δυτικόν μέρος, όπισθεν του βράχου μου,
+κ' εντεύθεν του άντρου.
+
+Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα
+επίγεια.
+
+
+Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοί
+ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι· «Να εκινδύνευεν έξαφνα!
+να έβαζε μια φωνήν να έβλεπε κανένα ροφόν εις τον πυθμένα, τον
+οποίον να εκλάβη διά θηρίον, διά σκυλόψαρον, και να εφώναζε
+βοήθειαν! . . . ».
+
+Είναι αληθές, ότι δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον, το πλέον εις
+το κύμα. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, αλλοκότως, μου επανήλθε πάλιν
+η πρώτη ιδέα . . . Να ριφθώ εις τα κύματα, προς το αντίθετον μέρος,
+εις τα όπισθεν, να κολυμβήσω όλον εκείνο το διάστημα έως την άμμον,
+και να φύγω, να φύγω τον πειρασμόν! . . .
+
+Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον . . . Αίφνης εις τας
+ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ' επανέφερεν η φωνή της κατσίκας
+μου. Η μικρή Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζη!. . .
+
+Ω, αυτό δεν το είχα προβλέψει. Ημπορούσα να σιωπώ εγώ, αλλά
+δυστυχώς δεν ήτο εύκολον να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου. Δεν
+ήξευρα καλά αν υπήρχον πρόχειροι φιμώσεις διά τα θρέμματα, επειδή
+δεν είχα μάθει ακόμη να κλέπτω ζωντανά πράγματα, καθώς ο άγνωστος
+εχθρός, ο οποίος της είχε κλέψει τον κωδωνίσκον αλλά δεν της είχε
+κόψει και την γλώσσαν διά να μη βελάζη. — Με ράμνον πολύκλαδον εις
+το στόμα, ή με σπαρτίον περί το ρύγχος, ή όπως άλλως· αλλά και αν
+το ήξευρα πού να το συλλογισθώ.
+
+Έτρεξα τότε παράφορος να σφίγξω το ρύγχος της με την παλάμην, να μη
+βελάζη . . . Την στιγμήν εκείνην ελησμόνησα την κόρην την
+κολυμβώσαν χάριν αυτής ταύτης της κόρης. Δεν εσκέφθην ότι ήτον
+φόβος να με ιδή, και ημιωρθώθην κυρτός πάντοτε, κ' επάτησα επί του
+βράχου, διά να προλάβω και φθάσω πλησίον της κατσίκας.
+
+Συγχρόνως μ' εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν
+έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το οποίον την είχα
+δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην
+«εσχοινιάσθη», μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλός της, μην
+ήτον κίνδυνος να πνιγή το ταλαίπωρον ζώον;
+
+
+Δεν ηξεύρω αν η κόρη η λουομένη εις την θάλασσαν ήκουσε την φωνήν
+της γίδας μου. Αλλά και αν την είχεν ακούσει, τι το παράδοξον;
+ποίος φόβος ήτον; το ν' ακούη τις φωνήν ζώου εκεί που κολυμβά, αφού
+δεν απέχει ειμή ολίγας οργυιάς από την ξηράν, δεν είναι τίποτε
+έκτακτον.
+
+Αλλ' όμως, η στιγμή εκείνη, που είχα πατήσει εις την κορυφήν του
+βράχου, ήρκεσεν. Η νεαρά κόρη, είτε ήκουσεν, είτε όχι την φωνήν της
+κατσίκας — μάλλον φαίνεται ότι την ήκουσε, διότι έστρεψε την
+κεφαλήν προς το μέρος της ξηράς . . . — είδε τον μαύρον ίσκιον μου,
+τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον, ανάμεσα εις τους θάμνους,
+και αφήκε μισοπνιγμένην κραυγήν φόβου . . .
+
+Τότε με κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη απερίγραπτος. Τα γόνατά
+μου εκάμφθησαν. Έξαλλος εκ τρόμου, ηδυνήθην ν' αρθρώσω φωνήν, κ'
+έκραξα·
+
+ — Μη φοβάσαι!. . . δεν είναι τίποτε . . . δεν σου θέλω κακόν!
+
+Και εσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος αν έπρεπε να ριφθώ εις την
+θάλασσαν, μάλλον διά να έλθω εις βοήθειαν της κόρης, ή να τρέξω και
+να φύγω . . . . Ήρκει η φωνή μου να της έδιδε μεγαλείτερον θάρρος ή
+όσον η παραμονή μου και το τρέξιμόν μου εις βοήθειαν.
+
+Συγχρόνως τότε, κατά συγκυρίαν όχι παράδοξον, καθότι όλοι οι
+αιγιαλοί και αι θάλασσαι εκείναι εσυχνάζοντο από τους αλιείς, μία
+βάρκα εφάνη να προβάλλη αντικρύ, προς το ανατολικομεσημβρινόν
+μέρος, από τον πέρα κάβον, τον σχηματίζοντα το δεξιόν οιονεί κέρας
+του κολπίσκου. Εφάνη πλέουσα αργά, ερχομένη προς τα εδώ, με τας
+κώπας· πλην η εμφάνισίς της, αντί να δώση θάρρος εις την κόρην,
+επέτεινε τον τρόμον της.
+
+Αφήκε δευτέραν κραυγήν μεγαλειτέρας αγωνίας. Εν ακαρεί την είδα να
+βυθίζεται, και να γίνεται άφαντη εις το κύμα.
+
+Δεν έπρεπε τότε να διστάσω. Η βάρκα εκείνη απείχεν υπέρ τας είκοσιν
+οργυιάς, από το μέρος όπου ηγωνία η κόρη, εγώ απείχα μόνον πέντε ή
+έξ οργυιάς. Πάραυτα, όπως ήμην, ερρίφθην εις την θάλασσαν, πηδήσας
+με την κεφαλήν κάτω, από το ύψος του βράχου.
+
+Το βάθος του νερού ήτον υπέρ τα δύο αναστήματα. Έφθασα σχεδόν εις
+τον πυθμένα, ο οποίος ήτο αμμόστρωτος, ελεύθερος βράχων και πετρών,
+και δεν ήτο φόβος να κτυπήσω. Πάραυτα ανέδυν και ανήλθον εις τον
+αφρόν του κύματος.
+
+Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιάς από το μέρος του πόντου,
+όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρόν της
+θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρόν και ακαριαίον διά την
+ατυχή παιδίσκην· τα μόνα ίχνη τα οποία αφίνει ποτέ εις την θάλασσαν
+αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα! . . . Με τρία στιβαρά πηδήματα και
+πλευσίματα, εντός ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της . . .
+
+Είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν
+του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της
+ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου και ανήλθον.
+
+Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι
+ησθάνθην ασθενή την χλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα
+φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ! . . . Εν τούτοις δεν παρείχε σημεία
+ζωής ολοφάνερα . . . Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα αυθορμήτως, διά
+να δυνηθή ν' αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου,
+και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα
+ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο
+θαυμασίως.
+
+Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της·
+ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν
+υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο
+πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!
+
+Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα
+της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά
+της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτον όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και
+οπόσον διέφερεν από όλας τας εδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας
+λυκοφυλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος
+εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ'
+ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου
+ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο . . . Ήμην ο
+άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν
+έν όνειρον, το ίδιον όνειρόν του . . .
+
+
+Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν
+ηξεύρω τι γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως
+όλαι.
+
+Αλλ' εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου
+κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι
+«εσχοινιάσθη»· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την
+είχα δεμένην, και επνίγη! . . . Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα
+θυσίαν προς χάριν της.
+
+Κ' εγώ έμαθα γράμματα, εξ ευνοίας και ελέους των καλογήρων, κ'
+έγεινα δικηγόρος . . . Αφού επέρασα από δύο ιερατικάς σχολάς, ήτον
+επόμενον!
+
+Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις, η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της
+λουσμένης κόρης, μ' έκαμε να μη γείνω κληρικός; Φευ! ακριβώς η
+ανάμνησις εκείνη έπρεπε να με κάμη να γείνω μοναχός.
+
+Ορθώς έλεγεν ο γηραιός Σισώης ότι «αν ήθελαν να με κάμουν
+καλόγερον, δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι . . . »
+Διά την σωτηρίαν της ψυχής μου ήρκουν το ολίγα εκείνα
+κολυβογράμματα, τα οποία αυτός με είχε διδάξει, και μάλιστα ήσαν
+και πολλά! . . .
+
+Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σχοινίον, από το οποίον
+εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζομαι
+το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποίον είναι δεμένος ο σκύλος
+εις την αυλήν του αφέντη του, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν
+μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν «ως σχοίνισμα κληρονομίας» δι'
+εμέ, όπως η Γραφή λέγει·
+
+Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη! . . .
+
+(Διά την αντιγραφήν)
+ Α. Παπαδιαμάντης
+
+
+
+Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ
+
+
+
+« . . . Την νύκτα εκείνην είχον αναβή και πάλιν εις το βουνόν διά
+να συναντήσω την εξαδέλφην Μαχούλαν. Την αλήθειαν να είπω, δεν
+ήξευρα μετά βεβαιότητος ότι έμελλον να την συναντήσω, αλλ'
+ηλαυνόμην από το πάθος, έφερα τα βήματά μου εις προσκύνησιν, και
+ησθανόμην την ανάγκην ν' αναζωπυρήσω αρχαίας αναμνήσεις.
+
+Ήτον η τελευταία φορά όπου θα έβλεπα εις τα ερημικά εκείνα μέρη την
+εξαδέλφην μου Μαχούλαν. Την πρώτην φοράν, προ ετών είκοσι, την είχα
+συναντήσει εις το βάθος δρυμώνος, πλησίον αρχαίου παμμεγέθους σηκού
+ή τεμένους εκ γιγαντιαίων μαρμάρων, το οποίον πιθανόν να ήτο ναός
+των θεών, της προ του Προμηθέως εποχής. Σύρεται εις το παράδοξον
+εκείνο κτίριον το προβάλλον ως πρόσωπον σφιγγός την πρόσοψίν του
+την γριφώδη, ήτο έν μεταγενέστερον πενιχρόν παρεκκλήσιον, τιμώμενον
+επ' ονόματι της Αγίας Μάρτυρος Αναστασίας. Εκεί είχα συναντήσει προ
+είκοσιν ετών την εξαδέλφην μου Μαχούλαν.
+
+Περί τα τέλη του φθινοπώρου, είχεν υπάγει ομού με ένα παπάν, διά να
+λειτουργήση τον ναΐσκον. Είτα, αφού απέλυσεν η λειτουργία, ο παπάς
+έπιε τον καφέν και την ρακήν του, έξωθεν ακριβώς της θύρας του
+ναΐσκου, εις το ύπαιθρον, πλησίον της φωτιάς της αναμμένης διά την
+υπηρεσίαν του θυμιατηρίου, και διά το ζέον, απεχαιρέτισε την
+γυναίκα και απήλθεν. Η εξαδέλφη μου Μαχούλα έμεινε, μαζύ με την
+μικράν επταετή παιδίσκην της, και με δύο άλλας γυναίκας,
+γειτόνισσές της, αι οποίαι την είχον συνοδεύσει εις την εκδρομήν.
+Αύται περιήρχοντο εις τους λοφίσκους και εις τα ρεύματα, εις τα
+πέριξ του ναού συλλέγουσαι αγριολάχανα και μανιτάρια. Η εξαδέλφη
+μου Μαχούλα, ιδού τι έκαμεν.
+
+Αύτη ήναψεν επτά κηρία εις τα δύο μανουάλια του ναΐσκου, εμπρός εις
+τας εικόνας του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, και της Αγίας
+Αναστασίας. Εφαίνετο, ότι ήθελε μετά την αναχώρησιν του παπά, να
+τελέση αυτή νέαν λειτουργίαν, πλέον μυστηριώδη. Αφού ήναψε τα επτά
+κηρία, έβγαλεν από το παμμέγιστον καλάθιόν της μακρότατον υπέρ τας
+εκατόν οργυιάς, λεπτόν σχοινίον, ολοκίτρινον, ευωδιάζον,
+κηρόπλαστον. Ήτο γιγαντιαίον φιτύλιον βαμβακερόν, το οποίον είχε
+κλώσει όλον με τας χείρας της, και με τας χείρας της το είχε
+περιβάλει με μελικήριον πρόσφατον.
+
+Τούτο λοιπόν το τεράστιον κηρίον το έδεσεν από την κρικέλλαν της
+παλαιάς σαρακωμένης θύρας του ναού, είτα ήρχισε να το ελκύη, και να
+το εκτυλίσση κατ' ολίγον από το καλάθιον, όπου το είχε τυλιγμένον
+εις έντεχνον και ευδιάλυτον κουβάριον, και παραπορευομένη
+εξωτερικώς τον τοίχον του ναΐσκου, να το προσαρμόζη σύρριζα εις τον
+τοίχον, πρώτον εις το ήμισυ πλάτος του δυτικού τοίχου, μέχρι της
+γωνίας της μεσημβρινοδυτικής, είτα καθ' όλον το μήκος του
+μεσημβρινού τοίχου, είτα μετά την καμπήν της γωνίας της
+νοτιανατολικής, ανά τον τοίχον του πλάτους τον ανατολικόν, μεθ'
+όλης της καμπύλης την οποίαν εσχημάτιζεν η χιβάδα του θυσιαστηρίου,
+είτα έκαμψε την αριστεράν γωνίαν, παρεπορεύθη τον βορεινόν τοίχον,
+και διά της γωνίας της βορειοδυτικής επέστρεψε πάλιν εις την θύραν
+του ναΐσκου. Κατόπιν πάλιν έφερε νέαν γύραν, απαράλλακτα όπως την
+πρώτην, και προσήρμοσε το νέον έμβολον του κηρωμένου νήματος,
+παραλλήλως και εγγύτατα υπό το πρώτον. Εις την τρίτην γύραν και
+τετάρτην, και καθεξής μέχρι της εβδόμης.
+
+Επτάκις έκαμε τον γύρον του κτιρίου, και με επτά έμβολα κηρωμένου
+νήματος περιέζωσεν, η εξαδέλφη μου Μαχούλα, όλον τον ναΐσκον.
+
+Και αι γυναίκες, αι επιστρέψασαι άρτι με τα καλάθια πλήρη εκ
+βοτάνων και αμανιτών, έκαμνον τον σταυρόν των, και την ηύχοντο
+λέγουσαι·
+
+ — Ας δείξη η Φαρμακολύτρα το θάμμα της! Βοήθειά σου!
+
+
+Η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια είν' εκείνη, ήτις χαλνά τα μάγια,
+ήτοι λύει πάσαν γοητείαν και μεθοδείαν πονηράν υπ' εχθρών
+γινομένην. Εις εμέ, παρευρεθέντα κατά τύχην εκεί, το πράγμα
+εφαίνετο παράξενον, όσον ήθελε φανή εις μαθητήν της γ' τάξεως
+επαρχιακού γυμνασίου, δραπετεύσαντα άμα τη ενάρξει των μαθημάτων,
+εις το μέσον του έτους. Αλλ' η εξαδέλφη μου Μαχούλα ήξευρε τι
+έκαμνεν.
+
+Ένα υιόν, μονάκριβον, τον είχεν. Και είχε τεσσάρας κόρας μικράς,
+των οποίων η μεγαλειτέρα ήτον ήδη δεκαέξ χρόνων. Και ο υιός της,
+πρωτότοκος, ήγγιζεν ήδη το εικοστόν έτος. Και ήδη έχανε τον νουν
+του κ' εζητούσε να νυμφευθή.
+
+Του είχαν κάμει μάγια, αι γυναίκες, από τον Πέρα Μαχαλάν.
+
+Και του είχαν σηκώσει τα μυαλά του. Ποιος ηξεύρει τι μαγγανείας του
+έκαμαν, και τι του έδωκαν να πίη. Εγνώριζαν εκείναι από μαγείας . . .
+
+Κι' αγάπησε μίαν κόρην, ήτις ήτον μεγαλειτέρα απ' αυτόν στα χρόνια,
+και ήθελε να την λάβη σύζυγον.
+
+«Ή θα την πάρω, μάνα, ή θα σκοτωθώ». Το είχε πάρει κατάκαρδα. Ήτον
+«ερωτοχτυπημένος». Τώρα, τι να κάμη η εξαδέλφη μου Μαχούλα; Ν'
+αφήση τον υιόν της να εμβή στα βάσανα, τόσον νέος, κι' αυτή να έχη
+τεσσάρας κόρας ανυπάνδρους, να τας καμαρώνη; Και ποιος γονιός το
+δέχεται αυτό;
+
+Λοιπόν έπεσε στα θεωτικά πράγματα. Έκαμε λειτουργίας πολλάς, και
+αγιασμούς, και παρακλήσεις. Επήρε τα ρούχα του γυιου της, και τα
+έβαλε να λειτουργηθούν υπό την Αγίαν Τράπεζαν. Επαίδευσε τον εαυτόν
+της με πολλάς νηστείας, αγρυπνίας, και γονυκλισίας.
+
+Τελευταίον προσέφυγεν εις την χάριν της Αγίας Αναστασίας της
+Φαρμακολυτρίας. Αύτη είχε παρά θεού το χάρισμα να διαλύη τας
+μαγείας και γοητείας. Επήγε, την ελειτούργησεν, έζωσε τον ναόν της
+επτά φοράς (τελούσα μόνη της ιδιαιτέραν λειτουργίαν περιπαθή εκ
+μητρικής στοργής) με κηρίον εκατονταόργυιον, το οποίον η ιδία είχε
+παρασκευάσει με τας χείρας της, και παρεκάλει την Αγίαν να χαλάση
+τα μάγια, να έλθη στον νου του ο υιός της, ο ερωτοχτυπημένος και
+ποτισμένος από κακάς μαγγανείας και να μη χάνη τα μυαλά του άδικα . . .
+
+
+Όλ' αυτά τ' ανεπόλουν και τ' αναπαρίστων με τον νουν μου, ως να
+είχαν συμβή χθες, και είχαν παρέλθει ήδη περισσότερα των είκοσιν
+ετών από τότε, είχαν εξέλθει της πολίχνης άμα τη δύσει του ηλίου,
+και είχαν πορευθή με την αμφιλύκην έως του Δράκου το ρέμμα, εκεί
+οπόθεν αρχίζει ο υψηλός, κάθετος ανήφορος του Βαραντά. Η σελήνη δεν
+είχεν ανατείλει ακόμη, επειδή ήτο δύο ή τρεις ημέρας μετά την
+πανσέληνον. Μέσα εις το ρέμμα, βαθειά κάτω, αντήχει ο ρύχθος του
+χειμάρρου, του σχηματιζομένου από τας χιόνας τας λυομένας. Και είς
+υληλός μαύρος βράχος ίστατο απέναντί μου, μυστηριώδης εις το
+σκότος.
+
+Ήτο κατά Μάρτιον μήνα. Ο χείμαρρος ερρόχθη, έβρυχε, και κατεφέρετο
+μετά κρότου, κ' εκυλίετο σχηματίζων δύο καταρράκτας, κυρίαρχος εις
+την σιγήν της νυκτός. Ο κρότος εκείνος ενέσπειρε φόβον εις την
+ψυχήν μου, ήτις ανεγνώριζε παρ' εαυτή ομοιότητα με το ρεύμα εκείνο.
+Εδεσπόζετο όλη από εν ύπουλον πάθος, καθώς το βαθύ ρεύμα και η σιγή
+της νυκτός εδεσπόζοντο από ένα δούπον υπόκωφον.
+
+Μετά δυσκολίας διέκρινα το μονοπάτι το χαρασσόμενον ανά μέσον βρύων
+και θάμνων πυκνών. Είτα, αντικρύ μου, εις την κλιτύν την κρημνώδη,
+ήρχισα να βλέπω μίαν ανταύγειαν. Αι πρώται ακτίνες της σελήνης
+επηργύρωνον τας κορυφάς των δένδρων. Έφθασα εις την βάσιν του
+όρους, και ήρχισα ν' ανέρχωμαι τον ανήφορον. Αφού ανέβην υπέρ τα
+δισχίλια βήματα, σπεύδων και ασθμαίνων, είδα πέραν αντικρύ την
+σελήνην, εκείθεν του συδένδρου λόφου του κρύπτοντος όπισθέν μου τον
+ορίζοντα, είδα την σελήνην απαλλαγείσαν της λοφιάς του αντικρυνού,
+μεμακρυσμένου βουνού, όπου επί τινα λεπτά εφαίνετο ως να είχε βάλει
+φωτιάν εις έν δένδρον μεμονωμένον, όρθιον επί της κορυφής του
+υψηλού λόφου, του φράσσοντος τον λιμένα· το δένδρον εφαίνετο ως να
+καίεται· είτα η Εκάτη, αφήσασα το δένδρον μαύρον και σκοτεινόν
+απόκαυμα, ανήλθε βραδεία, εν αγλαΐα και αποθεώσει φαεινή, ύπερθεν
+της λοφιάς του όρους.
+
+Μετά ώραν έφθασα εις την κορυφήν του βουνού, είτα ώδευσα επί του
+οροπεδίου, εν παμφαεί σελήνη. Είτα έφθασα εις την αντίθετον κλιτύν,
+όπου πάλιν εύρον σκιάς και σύνδενδρα μέρη και φόβητρα εμπρός μου.
+Εκεί παρακάτω ήτον η μικρά έπαυλις του Γιάννη του Στόγιου, αγρότου
+απλοϊκού φίλου μου.
+
+Υπερέβην τον χαμηλόν φράκτην, εισήλθον εις την αυλήν κ' έκρουσα την
+θύραν.
+
+Ο Στόγιος δεν είχε κοιμηθή ακόμη, φως έλαμπε διά του φεγγίτου. Τον
+εκάλεσα ονομαστί. Εγνώρισε την φωνήν μου και ελθών μου ήνοιξε. Μοι
+παρέσχε πρόθυμον ξενίαν και στέγην.
+
+Εγώ εν τούτοις δεν ήξευρα διατί είχα κρούσει την θύραν του, αφού
+δεν είχα ύπνον ούτε νυσταγμόν. Αφού εκείνος απεκοιμήθη, έλαβα την
+ράβδον και τον πίλον μου και εξήλθον κράξας προς αυτόν να κλείση,
+αν ήθελε, την θύραν εκείνος, επειδή «ελαγοκοιμάτο» πολύ ελαφρά, μου
+απήντησε δι' ηρέμου γογγυσμού, μέσα εις τον ύπνον του.
+
+Κατέβην ακόμη χαμηλότερα το βουνόν. Η σελήνη εμεσουράνει ήδη, κ'
+έφεγγεν εις όλην την κλιτύν. Εις τας ποιμενικάς επαύλεις οι
+πετεινοί είχον λαλήσει. Κατήλθον εις σύνδενδρον στενωπόν, εστράφην
+αριστερά, και έφθασα εις τον έρημον ναΐσκον της Αγίας Αναστασίας.
+
+ . . . Και τώρα, μετά είκοσιν έτη, όταν ήρχισα ήδη να φθίνω, αφού
+κατά κόρον εγεύθην της ζωής όλην την τρύγα και την πικρίαν, εάν εγώ
+εζήτουν να ζώσω με κηρίον τον ναόν της Μάρτυρος, ούτε κηρίον πλέον
+αγνόν θα ηδυνάμην να εύρω, διότι από πολλού όλοι οι κηροπλάσται
+επώλουν νοθευμένα κηρία, και οι μελισσοτρόφοι αυτοί είχον μάθει να
+νοθεύωσι το κηρίον πριν το πωλήσουν. Και ο ναΐσκος της Αγίας είχε
+περιέλθει εις παρακμήν και ατημελησίαν οικτράν, διότι η θρησκευτική
+ευλάβεια μεγάλως είχεν εκπέσει εν τω μεταξύ. Δύο εικόνες λαδωμέναι
+και φθαρμέναι υπήρχον μόνον εις το τέμπλον το σαπρόν, η μορφή του
+Σωτήρος Χριστού δεξιά, και αριστερά η εικών της αμνάδος του, της
+στρεφούσης προς αυτόν το πρόσωπον, και φαινομένης ως να έκραζε
+μεγάλη τη φωνή· «Σε, νυμφίε μου, ποθώ!» Αι εικόνες της Παναγίας και
+του τιμίου Προδρόμου είχον γείνει άφαντοι. Ίσως είχον αφαιρεθή από
+τας χείρας φιλαρχαίων ή εραστών της Βυζαντινής τέχνης . . .
+
+Υπήρχον μόνον δύο κανδήλια ηλιθραυσμένα ή ραγισμένα, η βορεία πύλη
+του ιερού ήτο άνευ θυρίδος, το μόνον παράθυρον το μεσημβρινόν του
+ναού άνευ παραθυροφύλλου, το θυσιαστήριον και η προσκομιδή, γυμνά
+και ανεπίστρωτα, ήσαν πλήρη κονιορτού . . . Ο ναΐσκος ο
+επταζωσμένος και αγιασμένος δεν ελειτουργείτο πλέον.
+
+«Ου θυσία, ουχ ολοκαύτωμα, ου τόπος τού καρπώσαι». Και η μυστική
+λειτουργία, την οποίαν ετέλει προ χρόνων πολλών περί τους τοίχους
+του η φιλόστοργος Μαχούλα, η εξαδέλφη μου, δεν θα είχε ξαναγείνει
+πλέον από πολλού.
+
+
+Ω! επτάκις μόνον! . . . εβδομηκοντάκις επτά θα είχον τώρα ανάγκην
+να περιζώσω τον ναόν της Αγίας Αναστασίας! . . . Τοσάκις είχε
+περιεζωσμένην την καρδίαν μου η άκανθα της πικράς αγάπης, τοσάκις
+την είχε περισφύγξει το ερπετόν πάθος, το δολερόν . . . ευλαβούμην
+να είπω εις την Αγίαν, ησχυνόμην να ομολογήσω προς εμαυτόν, ότι
+ήμην, οψέ ήδη της ηλικίας, λεία του πειθούς και έρμαιον . . .
+
+Αλλά προς τι να προσφέρω λαμπάδας και μοσχολίβανον, προς τι να
+περιζώσω με κηρία τον ναόν; Η Αγία ηδύνατο ίσως να με θεραπεύση,
+αλλ' εγώ δεν επεθύμουν να θεραπευθώ. Θα επροτίμων να καίωμαι εις
+την φλόγα την βραδείαν . . . Υπάρχουν εις του Παράδεισου Άγιοι
+δεχόμενοι τας ευχάς των ερώντων; . . . Τάχα εκεί, δίπλα εις το
+παρεκκλησίου της Φαρμακολυτρίας, εις το παλαιόν εκείνο
+μεγαλομάρμαρον κτίριον, το αινιγματώδες, να υπήρχε το πάλαι ιερόν
+της Αφροδίτης, να υπήρχε βωμός του Έρωτος;
+
+Ω! και όμως ετηκόμην . . . ώρας-ώρας επεθύμουν, ει δυνατόν, να
+ιατρευθώ. Βοήθει, Αγία Αναστασία.
+
+
+Καθώς είχα περιεργασθή τον ναΐσκον, είχεν εξημερώσει ήδη. Αι ώραι
+είχον παρέλθει χωρίς να τας αισθανθώ, κ' εγώ εν τη νάρκη και τη
+ρέμβη της νυκτός, χωρίς να αισθάνωμαι το ψύχος, είχον διέλθει όλην
+σχεδόν την νύκτα του Μαρτίου εκείνην εις το ύπαιθρον. Απεμακρύνθην
+του παρεκκλησίου αισθανόμενος ακουσίαν ανακούφισιν ότι, έρημον
+καθώς ήτο το ιερόν της, η Άγια δεν θα ήθελε πλέον να με θεραπεύση.
+
+Εκεί παρ' ελπίδα, συναντώ την εξαδέλφην μου Μαχούλαν . . . Ήτο
+τοιαύτη οποία και προ είκοσι χρόνων, σχεδόν δεν είχε μεταβληθή το
+πρόσωπόν της, ούτε λευκήν τρίχα είχεν εις την κόμην, ούτε ρυτίδα
+εις το μέτωπον. Ήτον εκ των γυναικών εκείνων των εχουσών δευτέραν
+νεότητα, ανθηροτέραν της πρώτης· ωχρά, και αφελής, και άπλαστος,
+εφαίνετο άσχημη εκ πρώτης όψεως, αλλά μετά δεύτερον βλέμμα
+ανεκάλυπτέ τις εις το πρόσωπον της άφατον γλυκύτητα. Ήτο νύμφη και
+ιέρεια και γυνή.
+
+ — Πού 'ς αυτόν τον κόσμο, εξάδελφε! μου λέγει.
+
+Η εξαδέλφη Μαχούλα είχεν ελαιώνα εις τα μέρη εκείνα. Την χρονιάν
+εκείνην ήτο πλουσιωτάτη ελαιοφορία, και αν και ήτο Μάρτιος ήδη, το
+μικρόν καλάθιον, το οποίον εκράτει περί τον αγκώνα της τον
+αριστερόν, ήτο γεμάτον από ελαίας χαμάδας (ή θρούμπες) ωραίας και
+στιλβούσας· αι τελευταίαι ελαίαι έπιπτον από τα δένδρα ακόμη περί
+την άνοιξιν. Εθεώρει την εξοχήν εκείνην ως γειτονίαν ιδικήν της και
+δι' αυτό έλεγε· «Πού 'ς αυτόν τον κόσμο».
+
+Εγώ την εχαιρέτησα κ' εκάθισα επί τινος όχθου, υπό δένδρον ελαίας,
+εις την εσχατιάν του ελαιώνος. Εκείνη ελθούσα απέθεσε το καλάθιόν
+της πλησίον μου, και περιστείλασα επιμελώς με τας δύο χείρας τα
+κράσπεδα της εσθήτος της, εκάθισεν ολίγον παραπέρα.
+
+ — Τρως χαμάδες, να σε φιλέψω, εξάδελφε;
+
+ — Εξαδέλφη Μαχούλα, ήρχισα εγώ, χωρίς άλλως ν' απαντήσω εις την
+φιλόφρονα προσφοράν της, θυμάσαι, τω καιρώ εκείνω, όταν ήμουν εγώ
+παιδί, που έζωνες με κηρί το ξωκκλήσι της Αγίας Αναστασίας;
+
+ — Θυμούμαι, απήντησε.
+
+ — Πες μου, σαν να μη ξέρω, γιατί το έκανες;
+
+ — Το είχα τάξιμο, γιατί ο Μανωλάκης ήτον ερωτοχτυπημένος' κ'
+επειδή η Αγία Αναστασία είναι που λυώνει τα μάγια, μεγάλ' η χάρη
+της, έζωσα το κλησιδάκι της, και την επερικαλούσα, μην τυχόν ήτο
+μαγεμμένο το παιδί μου, για να χαλάση τα μάγια.
+
+ — Κ' ύστερα, τι απόγεινε; Πες μου τα όλα, σαν να είμαι
+πνεμματικός, γιατί εγώ, ξέρεις, τον περισσότερον καιρό έλειπα απ'
+την πατρίδα, και δεν τα παρηκολούθησα καλά.
+
+ — Φαίνεται ότι δεν του είχαν καμωμένα μάγια, μόνο ο ίδιος είχε
+πέσει στον έρωτα, κ' η Αγία, σαν δεν ήτον από μάγια, δεν μπορούσε
+με το στανιό να του αλλάξη τα μυαλά, γιατί μοναχός του και θέλοντας
+έβαλε σεβντά μέσα του. Το λοιπόν η Αγία έδειξε το θάμμα της με
+άλλον τρόπο· σαν ετέλεψα το τάξιμό μου, τον μήνα απάνω, το κορίτσι
+αρρεβωνιάστηκε με άλλον και 'ς ολίγον καιρό έγεινεν ο γάμος. Τότε,
+επειδή ήτον φόβος να τρελλαθή ή να χτικιάση το παιδί μου, απ' το
+κακό του, τον έταξα στην Παναγιά την Κοννίστρα, μεγάλ' η χάρη της,
+για να τον γλυτώση απ' την τρέλλα κι' απ' την αρρώστια . . . Του
+κόστισε πολύ, επόνεσε, έχασε την όρεξί του, κιτρίνισε σαν το κερί,
+έλυωσε στον απάν' κόσμο . . . Ως τόσο, η Παναγία έδειξε το θάμμα
+της, και το παιδί δεν ετρελλάθη ούτε χτίκιασε . . . 'Σ ολίγον
+καιρό, ήρθε στον εαυτό του.
+
+ — Και τώρα τι γίνεται;
+
+ — Τώρα ταξειδεύει με τη γολέττα μας, στα μέρη της Ανατολής . . .
+Επήρε δίπλωμα πλοιαρχίας και την κυβερνά ο ίδιος, επειδή ο πατέρας
+του γέρασε κ' εκάθισε έξω . . . Φαίνεται πως το έρριξε λιγάκι στο
+πιόμα, ο Μανωλάκης, μα δεν το παρακάνει πιστεύω . . . Άσπρισε, και
+δεν θέλει να παντρευτή . . . Καλλίτερα για μένα να σου πω,
+εξάδελφε. Μ' εβόηθησε κ' οικονόμισα τα δυο κορίτσια· τώρα έχω ακόμη
+άλλα δυο. Καλλίτερα που γλύτωσε από τα βάσανα . . . Δεν συμφέρει να
+παραπληθαίνη και πολύ ο κόσμος. Ο γείτονάς μου ο Κωνσταντής ο
+Ρήγας, έξυπνος και κοσμογυρισμένος άνθρωπος, άμα ιδή να γεννηθή
+κανέν αγόρι στη γειτονιά, και βλέπει της γυναίκες κι' όλους τους
+συγγενείς νάχουνε χαρές, συνειθίζει να λέη· «Χαρήτε, βρε παιδιά·
+γεννήθηκε κι' άλλος χαμάλης!»
+
+Ακολούθως ηρώτησα την εξαδέλφην μου αν τυχόν συνέβησαν και άλλα
+τινά περίεργα εν σχέσει με την υπόθεσιν ταύτην. Η Μαχούλα
+απήντησεν·
+
+ — Ένα βράδυ, 'ς εκείνην την εποχή, ενώ εγύριζα από τον ελαιώνα, κ'
+επέρασα απ' την Αγία Αναστασία να κάμω τον σταυρό μου, και να ανάψω
+τα καντήλια, καθώς ενύχτωνε, άκουσα κάτι κρότους, μα κρότους
+παράξενους πολύ, 'ς εκείνο το διπλανό το χτίριο με τα μάρμαρα, που
+λένε πως είναι στοιχειωμένο . . . Πάλι μια νύχτα, έβλεπα στ' όνειρό
+μου πως βρισκόμουν στο ξωκκλήσι της Αγίας, κ' εκεί είδα τάχα ένα
+πράμμα παράξενο πολύ, να προβάλη και να βγη έξω και να κυλιστή, από
+κείνο το στοιχειωμένο χτίριο . . . Και μου εφάνη τάχα, πως ήρθ' ένα
+κορίτσι ώμορφο, μα ώμορφο πολύ, έλαμπε το πρόσωπό του, και μου
+έδωκε ένα λουλουδάκι, λευκό, μοσχομυρωδάτο, και μου είπε· «Να, δος
+το αυτό του γυιου σου, να μυριστή· είναι άνθος της Εδέμ». Έξαφνα,
+γυρίζει 'πίσω εκείνο το πράμμα, το παράξενο, το μαύρο και
+κατακόκκινο, που είχε πηδήσει από το χτίριο το παληό, γυρίζει πίσω
+θεριωμένο και ρίχνετ' επάνω μου κ' εζητούσε να μου αρπάξη απ' τα
+χέρια το λουλούδι που μου είχε δώσει η ώμορφη κοπέλλα, που φαίνεται
+να ήτον η Αγία Αναστασία . . . Στην ίδια στιγμή η Αγία φαίνεται
+πάλι, σαν νάβγαινε απ' την Αγία Πύλη του Ιερού, και μ' ένα
+κλωναράκι από βάιο που βαστούσε στα χέρια, δίνει μια και του κόφτει
+το χέρι, του τρισκατάρατου, που γύρευε να μου αρπάξη το λουλούδι .
+. . Αυτά είδα.
+
+
+Όλην την ημέραν επλανώμην εις τα ρεύματα και τους αιγιαλούς, ανά
+την αγρίαν ακτήν, την βορεινήν και θαλασσοπλήγα, και μόνον το
+δειλινόν επανήλθον εις την έπαυλιν του Στόγιου διά να κοιμηθώ
+ολίγας ώρας. Όταν εξύπνησα, η σελήνη είχεν ανατείλει, αλλ' είχα
+χάσει τον ύπνον μου δι' όλην την νύκτα.
+
+Τα βήματά μου μ' έφεραν και πάλιν προς τον ναΐσκον της Αγίας
+Αναστασίας. Ήναψα τεμάχιον λαμπάδος εκ κηρού μετρίως νοθευμένου,
+την οποίαν είχον αγοράσει την προτεραίαν εις την πολίχνην, την είχα
+δε κόψει εις τέσσαρα τεμάχια χάριν ευκολίας, και περιτυλίξας εις
+χαρτίον, την είχα βάλει εις το θυλάκιόν μου. Την προλαβούσαν νύκτα
+είχα λησμονήσει εις το θυλάκιόν μου τα τεμάχια της λαμπάδος.
+
+Εκόλλησα το κηρίον τούτο εις το μανουάλιον, κ' εκάθισα εις έν των
+δύο ή τριών στασειδίων, όσα υπήρχον διά να ξεκουρασθώ . . . Είτα
+ηθέλησα να γονυπετήσω και προσεπάθησα να δεηθώ, αλλ' ερρέμβαζον.
+Έκλεισα τα όμματα, επαιτών ένα ύπνον, αλλ' ο πόνος ηγρύπνει εντός
+μου.
+
+Εις τας ώρας της μοναξίας της νυκτός εκείνης, των ασυναρτήτων
+προσευχών και των ακουσίων βλασφημιών, έπλεον ως εν ονείρω εις
+άλλον κόσμον. Ήκουον ήχους, ψιθύρους και φωνάς. Μου εφαίνετο ότι αι
+αναμνήσεις και αι εικόνες, αι πολιορκούσαι τον νουν μου, ελάμβανον
+μορφήν και σώμα, εβόμβουν περί τα ώτα μου ως σμήνος απειράριθμον
+πτερωτών ψυχών, προσέβλεπον την εικόνα της Αγίας, και μου εφαίνετο
+τόσον ωραία, όσον εφάνη εν ονείρω εις την εξαδέλφην Μαχούλαν. Είτα
+μία άλλη μορφή μου εφάνη ότι εστάθη έμπροσθεν της εικόνος, και την
+απέκρυψε.
+
+Την στιγμήν εκείνην ήκουσα μέγαν θόρυβον έξω, δεξιόθεν του ναού,
+εις το μέρος όπου ήτο το παλαιόν κτίριον, το «στοιχειωμένον».
+Πάραυτα ήλθεν εις τον νουν μου η διήγησις της εξαδέλφης Μαχούλας.
+Έλαβον την λαμπάδα, και έτρεξα έξω της θύρας.
+
+Αύρα έπνεε ψυχρά, και ηπείλει να σβύση την λαμπάδα. Επειδή εδέησε
+να περιστεγάσω το φως διά της παλάμης, δεν έβλεπον τίποτε πέραν του
+τοίχου του ναού. Η σελήνη είχε περικαλυφθή εις νέφη. Διέκρινον εις
+το σκιόφως το μαρμάρινον κτίριον, και δεν ενόουν τίποτε. Μου εφάνη
+ότι πράγμα τι εξεπήδησεν εκείθεν του τοίχου και ετράπη εις φυγήν
+ίσως ήτον αγριόγατος ή νυφίτσα θηρεύουσα εις το σκότος.
+
+Επανήλθον εις τον ναόν, κ' έκαμα τον σταυρόν μου. Εκάθισα πάλιν εις
+το στασείδιον. Η μορφή ήτις μου εφαίνετο παρεστώσα εκεί, η φέρουσα
+την αγνότητα εις τα όμματα τα κάτω νεύοντα, και τον γλυκασμόν περί
+τα χείλη τα αβρά και μελιχρά, μου εφάνη ότι αντήλλασσε νεύματα με
+την εικόνα της Αγίας. Μου εφάνη ότι τα χείλη της εψιθύριζον
+ικεσίαν, και το βλέμμα της εικόνος ένευε συγκατάθεσιν . . .
+
+Ύπνος τότε με κατέλαβεν, εις το στασείδιον όπου εκαθήμην. Ο ύπνος
+ήτον άνευ ονείρων, όλα τα όνειρα του τα είχεν αφαιρέσει η
+εγρήγορσις. Μόνον ενδομύχως εις το βάθος της συνειδήσεώς μου, μία
+φωνή, ήτις ωμοίαζε με χρησμόν, ηκούσθη αμυδρώς να ψιθυρίζη· «Ύπάγε,
+ανίατε, ο πόνος θα είναι η ζωή σου . . . »
+
+Εξύπνησα. Εσηκώθην και έφυγα. Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία
+δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου.
+
+(Διά την αντιγραφήν)
+ Α. Παπαδιαμάντης
+
+
+
+
+
+
+ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ
+
+
+
+Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, διά να
+υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του
+Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη
+χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον,
+μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της
+χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνες της, γαμψοί ως η
+κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον
+αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του
+δρυμού, δέσποινα αγρίας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου . . .
+
+Από το φύλλα της εστάλαζε κ' έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος
+γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα
+θείας ακμής, κ' έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής
+ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν,
+διάδημα θείον.
+
+Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο
+δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ους, εψιθύριζεν εις
+την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το
+φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι
+μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθην». Μ' έθελγε, μ' εκήλει, μ'
+εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω
+πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις
+θα ήτον αγκάλιασμα διά πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να
+προσπαθήσω ν' αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και
+αμαυρόν, ν' αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν' ανέλθω εις
+τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακραίμονας . . . Και αν δεν μ'
+εδέχετο, και αν μ' απέβαλλεν από το σώμα της και μ' έρριπτε κάτω,
+ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν
+της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ
+θεολήπτου.
+
+Επόθουν, αλλ' η συνοδεία των οικείων μου, μεθ' ων ετέλουν τας
+εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μου το επιτρέψη. Και
+μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 180 . . . .
+καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα
+Μανδρί· — ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα
+των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι
+αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς
+μου διά δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι
+και συμπατριώται μας.
+
+Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου
+Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου, ή της
+Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου
+Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα.
+
+Ήγοντο εκεί χοροί και πανηγύρεις· δρόσος και αναψυχή και χάρμα
+εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο
+πυροξάνθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και
+άλματα. Έπληττε τας πραείας ήχους ο φθόγγος του αυλού και της
+λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν.
+Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν.
+
+
+Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει
+ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί
+μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα
+Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλοτέρου της
+θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν . . .
+και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν
+ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη
+παρθενική του βουνού.
+
+Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας
+προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας
+ιδιοτρόπους και πείσμονας — καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν,
+καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ' αυτής, τόσας θέας, απόψεις
+και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν
+λιγυράς χάριτος, εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και
+αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.
+
+Όλην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την
+θεσπεσίαν και υψηλήν . . . Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου,
+καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και
+είχε κρουσθή τρελλά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω
+του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο
+Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα
+ρόδων και ίων . . . είτα, πριν απολύση η λειτουργία, εγώ έγεινα
+άφαντος.
+
+Διά πλαγίου, κρυφού δρομίσκου, τον οποίον είχον ανακαλύψει την
+προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχωμαι την ράχιν του βουνού . . .
+διευθυνόμενος προς το μέρος όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς.
+Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον.
+
+Ήτον όλη η οδός ανωφερής, κ' εγώ έτρεχον, έτρεχον διά να φθάσω
+ταχέως, ν' ασπασθώ την ερωμένην μου — επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη
+παιδική μου ερωμένη — και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος
+ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν'
+ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους.
+
+Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της
+τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, διά να κομίσωσιν
+αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της
+πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφαν προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να
+συναντήσω τινάς καθ' οδόν. Πλην παρ' ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους
+ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδεία γυναικών και παίδων και
+υποζυγίων ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως διά να συνεορτάσωσιν εν τη
+εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών.
+
+Πάραυτα εξετράπην της οδού, κ' έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών
+θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι αν με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των
+γονέων μου, πορευόμενον άγνωστόν που, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν
+μ' έπειθον να κατέλθω μετ' αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με
+κατήγγελλον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ήμην ένδεκα ετών παιδί.
+
+Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κ' εγώ ανέλαβα του δρόμον μου, αλλά
+μετ' ολίγον τον έχασα. Εις έν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα του
+δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την
+κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξε ευεργέτις μου και
+κηδεμών μου. Αύτη μ' εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι
+ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της.
+
+Καθώς την είδα χαμηλότερα, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον
+δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να
+κατέρχωμαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς
+θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας
+. . . Τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών.
+
+
+Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί
+της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ'
+όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον
+αναβλέπων εις τους κλώνους της τους κραταιούς, και ανοιγόκλειον
+ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των
+φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνους της,
+έμελπον τρελλά τραγούδια . . . Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον
+την ψυχήν μου . . .
+
+Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθή καλά την νύκτα. Ο ύπνος μου
+έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων
+του των κατακόκκινων, ο Μορφεύς ήλθε και μ' εβαυκάλησε, και μοι
+έδειξεν εικόνας, ως εις περίεργον παιδίον.
+
+Μου εφάνη ότι το δένδρον — έσωζον καθ' ύπνον την έννοιαν του
+δένδρου — μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις
+μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι,
+κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ' ολίγον εξεκόλλησαν
+και εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και
+εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους
+γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μου εφάνησαν ως
+δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμενοι,
+συγκαταβατικώς προς την γην, εφ' ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον,
+αειθαλές φύλλωμα μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς
+τάνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.
+
+Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει
+συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο· «Α! δεν είναι δένδρον, είναι
+κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»
+
+Όταν μετ' ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νω την
+ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε,
+καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν·
+«Κατ' αρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους
+είδε καθαρά . . . »
+
+Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη — η
+δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν·
+
+ — Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν . . . διά να μη κάμω
+ακουσίως κακόν. Δεν είμ' εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το
+δένδρον . . .
+
+
+Εξύπνησα έντρομος, κ' έφυγον . . . Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος
+εμεσουράνει. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο
+σκιά αδιαπέραστος . . . Από τον αντικρυνόν λόφον ήκουσα φωνήν να με
+καλή εξ ονόματος.
+
+Ήτον είς μικρός βοσκός με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του,
+και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου
+με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω . . .
+
+
+Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από
+εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν
+η ευρίσκεται ενσαρκωμένη . . .
+
+Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το
+χωρίον μου, κ' επεσκέφθην τα χωρία εκείνα, τα προσκυνητήρια των
+παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτο ποτε η
+Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η
+ανάσσουσα των δρυμώνων.
+
+Μία γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν
+εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς
+καλύβης της.
+
+Όταν την ηρώτησα τι είχε γείνει το «Μεγάλο Δέντρον» το οποίον ήτον
+ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν·
+
+ — Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε . . . μα κ' εκείνος δεν είχε
+κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεώρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά
+πράμματα . . . Σαν τώκοψε κ' ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή.
+Αρρώστησε, και σε λίγαις μέραις 'πέθανε . . . Το Μεγάλο Δέντρο ήτον
+στοιχειωμένο.
+
+
+
+
+Η ΣΥΝΤΕΚΝΙΣΣΑ
+
+
+Γεννήσατε;
+
+ — Σπαργανίσαμε, συντέκνισσα.
+
+Ήτον η γυνή απ' τα βουνά, σύζυγος ποιμένος, του Θοδωρή του
+Τσολοβίκου, από εκείνας τας αρχαϊκάς — της πρωτινές ή παλαιινές,
+καθώς τας έλεγαν. Είχε ζήσει εις τα ήμερα βουνά τα εγγύς της
+πολίχνης, όπου ο παράσιτος νεωτερισμός ακόμη δεν είχε ποδάρια διά
+ν' αναρριχηθή, ωνόμαζε το πιάτο, &πινάκι&, την σουπιέρα, &λοπάδα&,
+το μπαρμπούνι, &τριγλί&, το τσεκούρι, &αξινάρι&. την πουλάδα,
+&νοσσίδα&, και την κουμπάρα, εις την οποίαν ωμίλει, την προσηγόρευε
+«συντέκνισσα». Πλην τούτων, είχεν άλλας τινάς αφελείς λεπτότητας
+και ευφημισμούς εις την γλώσσαν, και τον τοκετόν απεκάλει
+«σπαργάνισμα».
+
+Είχε κατέλθει εις την πολίχνην λίαν πρωί, με τον βαρύν, άγριον
+χειμώνα του Δεκεμβρίου. Η χιών έπιπτεν όλην την νύκτα, και μέχρι
+της πρωίας. Το είχε «πασπαλώσει» εις τα βουνά, τώρα το «έστρωνε»
+και εις τον κάμπον, εις τα λειβάδια, επάνω, εις τας στέγας και τα
+δώματα των οικιών, και κάτω εις τους δρομίσκους της μικράς πόλεως.
+
+Η γραία είχε διευθυνθή εις του παπά το σπίτι. Ο παπά-Βαγγέλης ήτο
+ακόμη στην εκκλησιά, δεν είχεν απολύσει η λειτουργία. Ήτον
+σαρανταήμερον, παραμοναί των Χριστουγέννων, και, κατά το έθος, η
+μυσταγωγία ετελείτο καθημερινώς εις τους ναούς. Όλ' αι ενορίτισσαι
+του παπά-Βαγγέλη του εκουβαλούσαν στο σπίτι τα συνήθη «βλογούδια».
+Ήσαν δε ταύτα ψωμάκια ενσφράγιστα με το σημείον του Σταυρού,
+προσφερόμενα κατ' οίκον εις τους ιερείς διά τας ψυχάς των
+τεθνεώτων, κατά την διάρκειαν της τεσσαρακοστής. Πολλαί
+ενορίτισσαι, αντί να φέρουν ψωμάκια, έφεραν ένα σακκούλι αλεύρι,
+και τούτο επροτιμούσαν εν γένει η παπαδιές. Όχι διότι θα
+επεθυμούσαν να «μβαίνουν σε κόπους», να ζυμώνουν, αλλά διότι τα
+βλογούδια ποτέ δεν εφτουρούσαν, κ' εμοιράζοντο συνήθως εις τα πτωχά
+και τα ξυπόλυτα της γειτονιάς, όπως και τα κόλυβα.
+
+Η περί ης ο λόγος γραία τσομπάνισσα, η Τσολοβίκαινα, ήτον από τες
+καλές ενορίτισσες. Προ ολίγων ημερών είχε φέρει εις την οικίαν του
+παπά, όπως κατ' έτος εσυνήθιζεν, ογκώδη οπωσούν σάκκον με αλεύρι
+από εντόπιον σίτον, παραγωγήν από τους κόπους των ιδίων τέκνων της,
+και διά τον λόγον τούτον, ως και διότι ήτο συντέκνισσα της, απήλαυε
+της εύνοιας της παπαδιάς.
+
+ — Θ' αργήσ' ου παππάς, συντέκνισσα;
+
+ — Όπου είναι, έρχεται, κουμπάρα.
+
+Η συντέκνισσα είχε φέρει από το καλύβι, εντός καλάθου, μίαν φιάλην
+γεμάτην . . . όχι γάλα, αλλά καθαρόν νερόν, από το αγίασμα των
+Ταξιαρχών, το αναβλύζον υπ' αυτό το ιερόν βήμα του εξοχικού
+ναΐσκου. Διηγήθη εν ολίγοις εις την πρεσβυτέραν ότι η κόρη της, η
+Κρατήρα, ήτις είχεν υπανδρευθή προ τριών ετών, εγέννησε την νύκτα
+αυτήν το δεύτερον παιδί της, αγόρι. Εις την πρώτην γένναν, προ δύο
+ετών, είχε κάμει κορίτσι, το οποίον είχε ζήσει ολίγας ημέρας, και
+είχεν αποθάνει. Τώρα πλέον ας ήτον στερεωμένο και καλορρίζικο, να
+της ζήση αυτό, αφού μάλιστα ήτον και αγοράκι. Η παπαδιά της είπε
+τας εγκαρδίους ευχάς της, και ούτε την ηρώτησε τι περιείχεν η
+φιάλη, η εντός του καλάθου, ήξευρε καλώς περί τίνος επρόκειτο.
+
+Συνήθειαν είχον αι γερόντισσαι ποιμενίδες του βουνού, όταν νεωτέρα
+τις μεταξύ τούτων εγέννα βρέφος εν καιρώ χειμώνος, εις το καλύβι,
+στα βουνά επάνω, και ο χειμών ήτο σφοδρός, όπως εφέτος, επειδή θα
+ήτον μεγάλος κόπος διά τον παπάν ν' ανέλθη να δώση την συνήθη ευχήν
+εις την λεχώνα, να γεμίζουν έν αγγείον νερόν, ή από το αγίασμα των
+Ταξιαρχών ή από το πλούσιον νάμα του Προφήτου Ηλίου, κατά το
+κατώμερον εις το οποίον έβοσκαν ή εκατοικούσαν αι οικογένειαι των
+αγροδιαίτων, και να το πηγαίνουν εις τον παπάν, κάτω εις την χώραν.
+Ο παπάς εφορούσε τότε το επιτραχήλι, άνοιγε το Ευχολόγιον, κ'
+εδιάβαζεν επάνω εις την φιάλην του νερού τας «Ευχάς εις γυναίκα
+λεχώ». Η δε γερόντισσα έπαιρνε την φιάλην του νερού του
+διαβασμένου, επανέστρεφεν εν σπουδή, ταχύπους και ανυπόδητη, εις το
+βουνόν, εις το καλύβι, κ' ερράντιζε με το ηγιασμένον νερόν την
+λεχώ, το βρέφος, την κλίνην, το λίκνον, την γυναίκα την εκτελέσασαν
+χρέη μαίας, αν τοιαύτη υπήρχε, και τους άλλους όσοι τυχόν
+παρέστησαν εις τον τοκετόν, ως και όλον τον θάλαμον. Ούτω εγίνετο
+ήσυχος ότι είχε την ευχήν της εκκλησίας, και, με την βοήθειαν του
+Χριστού και της Παναγίας, παν κακόν έφευγε τότε μακράν. Υπήρχεν
+ευσέβεια και εις τα βουνά.
+
+
+Μετ' ολίγον ήλθεν ο παπάς από την εκκλησίαν, ήκουσε την ιστορίαν
+από την συντέκνισσαν, έπιε την φασκομηλιάν του μ' ένα μικρόν
+δίπυρον, είτα έβαλε το επιτραχήλι, και εδιάβασε τας ευχάς. Η γυνή
+έλαβε την φιάλην του νερού και απήλθε.
+
+Μετά δύο ημέρας, το δειλινόν του Σαββάτου, η γερόντισσα επανήλθε
+δρομαία. Είχε παύσει να χιονίζη, αλλά ψυχρός βορράς εφύσα επάνω εις
+τα χιονισμένα μέρη. Το χιόνι ήτον όπως έλεγαν, μισό μπόι στα βουνά,
+ένα γόνα κάτω στην χώραν. Αλλά κατ' ακρίβειαν, επάνω στα βουνά θα
+ήτον ως ένα γόνα, και ως μίαν σπιθαμήν κάτω.
+
+Η συντέκνισσα είχεν έλθει ασθμαίνουσα, σχεδόν «ξεγλωσσασμένη» την
+ώραν που ο παπάς ητοιμάζετο να υπάγη στον εσπερινόν. Άρχισε να
+διηγήται·
+
+ — Την άλλη φορά, σύντεκνε παπά, την ευχή σου νάχω, μ' εμάλωσες·
+μούπες πως δεν έκαμα καλά που έπιασα το παιδί και το βάφτισα μονάχη
+μου, στον αέρα, κ' είπα «στ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του
+Αγίου Πνέγματος», μα πως έπρεπε να το βαφτίσω σε μια λεκάνη με νερό
+. . . και μούπες πως το παιδί, σαν απέθανε, δεν έπρεπε να ταφή 'ς
+άγια χώματα, και δεν μπορούσες, η αγιωσύνη σου, νάρθης να το
+διαβάσης. Τώρα, το παιδί αυτό, κινδυνεύει, δεν είναι καλά . . .
+Τους είπα, εγώ θα τρέξω κάτω στη χώρα, να πω του παπά, αν θέλη
+νάρθη, και σεις σαν ιδήτε πως δεν πάει το παιδί καλά, κι' αργώ εγώ
+να γυρίσω, τότε να το βουτήξετε σε μια λεκάνη με χλιο νερό τρεις
+φορές, και να πήτε «στ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου
+Πνέγματος» . . . Είπα μια να πάρω το παιδί, να το τυλίξω καλά, και
+να σου το φέρω να το βαφτίσης, παπά μου . . . μόνε φοβήθηκα μην
+τελειώση στο δρόμο το παιδί, και πάη αβάφτιστο, και τότε θα το είχα
+στο λαιμό μου . . . Έτσι, απεφάσισα να 'ρθώ να σου πω, κι' όπως πης
+η Αγιωσύνη σου, έτσι να γείνη . . . Έφερα και το γαϊδουράκι μαζί,
+μην τυχόν θέλης για τα ιερά σου, και για καβάλλα.
+
+Άμα ήκουσε την εξήγησιν της συντέκνισσας, η παπαδιά ακουσίως συνήψε
+τας χείρας και υπεψιθύρισε·
+
+ — Πω, πω! θα κρυώσης, παπά μου!
+
+Ο παπάς εσκέφθη προς στιγμήν, είτα είπεν
+
+ — Ας είναι· θα έλθω να το βαφτίσω.
+
+Στραφείς εν σπουδή προς την πρεσβυτέραν είπεν·
+
+ — Στείλε, παπαδιά, το κλειδί, του παπά-Γιάννη, να πάη να διαβάση
+εσπερινό, επειδή θα λείπω εγώ . . . Φώναξε το παιδί . . . να πάη ως
+την εκκλησιά, να του δώση ο παπά-Γιάννης το μικρό γυαλάκι με τ'
+Άγιο Μύρο . . .
+
+Είτα μεταμεληθείς όσον αφορά την αποστολήν του υιού του·
+
+ — Όχι, μην τον στέλνης, παπαδιά . . . μην του λες χαμπάρι . . . θα
+γυρεύη να μας ακλουθήση, ναρθή μαζή μας . . . Θα πάω μοναχός μου
+καλλίτερα . . . για να πάρω και τ' Αρτοφόριο . . . για να το
+κοινωνήσουμε κι' όλα, κατά την βάφτισι, το παιδί.
+
+Έβαλεν εις μικρόν δισσάκιον μιαν δεσμίδα με τα παλαιά του άμφια, το
+Ευαγγέλιον, το μικρόν Ευχολόγιον, και το θυμιατόν.
+
+ — Έχω το γαϊδουράκι, επανέλαβε και δευτέραν φοράν η συντέκνισσα.
+Φέρε να τα φορτώσω, παπά . . . Καβαλλικεύεις κ' η αγιωσύνη σου.
+
+ — Βλέπουμε· κουμπάρα, φόρτωσε τα ιερά, κ' έλα ως την εκκλησιά με
+το γαϊδουράκι.
+
+Η παπαδιά ανήσυχος τους έβλεπεν αναχωρούντας, αλλά δεν ετόλμα να
+εκφωνήση παράπονον ή αντίρρησίν τινα, έκαμε την ανάγκην φιλοτιμίαν,
+και είπε·
+
+ — Τουλόου σ' θα το βαφτίσης, κουμπάρα! . . . Τι κρίμα που δεν
+μπορώ κ' εγώ νάρθω, να γείνω νουνά.
+
+ — Ας είσαι καλά, συντέκνισσα, είπεν η γραία. Μου έχεις βαφτίσει
+δύο παιδιά απ' το λαιμό σου, και τα δυο ζούνε . . . Τώρα εγώ θα
+κάμω τη νουνά.
+
+Επήγαν μέχρι του ενοριακού ναού, είτα εξεκίνησαν. Ο μικρός δεκαετής
+του παπά ευτυχώς δεν τους είχε μυρισθή, επειδή έπαιζεν εκείνην την
+στιγμήν της χιονιές μαζύ με άλλα παιδιά. Άλλως θα έτρεχε κατόπιν
+τους, και θα ήθελε να τους συνοδεύση εις την εκδρομήν, με όλον το
+ψύχος και τα χιόνια.
+
+Όταν εβγήκαν εις τα Λειβάδια, έξω του χωρίου, ο ήλιος έκλινε ταχύς,
+μέσω λευκών συννέφων, έλαμπαν τα χιόνια στα βουνά, εσφύριζεν ο
+άνεμος ανάμεσα στης κουμαριές και στα σχοινιά, όλα βαροφορτωμένα
+από χιόνια, δένδρα και θάμνους και χαμόκλαδα. Ηκούετο ελαφρός θρους
+χιόνος πιπτούσης εδώ κ' εκεί. Το ονάριον επάτει ως επάνω εις
+βαμβάκια στρωμένα, έτρεχεν, έτρεχε κι' ο παπάς καβάλλα . . . Έτρεχε
+κ' η συντέκνισσα απ' οπίσω απ' την ουράν, γνωρίζουσα με ελαφρά τινα
+επιφωνήματα και με μίαν βέργαν την οποίαν εκράτει, να κάμνη το
+υποζύγιον να τρέχη.
+
+Έτριζε το χιόνι υπό τα βήματα. Επήγαν από τον κάτω δρόμον, το
+ρέμμα-ρέμμα, όπου δεν είχε πιάσει πολύ το χιόνι. Πλησίον εις το
+ρεύμα του μικρού χειμάρρου, εις το αμμόχωμα, το χιόνι καθώς
+έπιπτεν, έλυωνε. Η συντέκνισσα έλεγεν
+
+ — Ο Χριστός μαζί μας!
+
+Ενόει πρώτον το Άγιον Αρτοφόριον, το οποίον ο παπάς είχε βάλει εις
+τον κόλπον του, είτα το Άγιον Μύρον και τα ιερά σύμβολα, Ευαγγέλιον
+και Σταυρόν. Σαν ανηφόρισαν από το ρέμμα, επήραν τον πλαγινόν
+δρόμον, εις το υπήνεμον, όπου επί μάλλον έτριζεν υπό τους πόδας το
+χιόνι. Πουλί δεν εκελαδούσε, μόνον κρωγμός κόρακος ηκούσθη κάπου,
+σιμά εις ένα βράχον προσκύπτοντα εις την οφρύν του βουνού, με μίαν
+σπηλιάν υποκάτω. Η συντέκνισσα επανέλαβε «Χριστός και Παναγιά!»
+
+Και η φωνή του κόρακος εσίγησε.
+
+Έφθασαν εις την κορυφήν του μικρού βουνού, ενύχτωνε. Χάσιμο
+φεγγαριού. Ολίγα άστρα έλαμπον άνω, εντός άχνης, ως κοσμήματα εις
+πέπλον χηρείας, και το χιόνια κάτω αντέλαμπον εις την αστροφεγγίαν.
+Ηκούσθη μία φωνή αγριόγατου θρηνώδους. Η συντέκνισσα είπε πάλιν·
+
+ — Χριστός!
+
+Και ο αγριόγατος έπαυσε να ουρλιάζη. Η μικρά συνοδεία εβάδισεν
+ακόμα ολίγον, και τέλος έφθασαν εις το καλύβι.
+
+
+Δύο ανθρώπιναι φωναί ηκούσθησαν εις τα παράθυρα της επαύλεως. Ο
+βοσκός, ο σύζυγος της λεχούς, και ο σύντροφός του, ο αδελφός
+εκείνης — οίτινες τώρα μόλις είχον έλθει με το κοπάδι από το πέραν
+Μέγα ρεύμα, όπου είχον οδηγήσει εις το υπήνεμον τα πρόβατα — τους
+επερίμεναν.
+
+ — Έρχονται, έρχονται!
+
+ — Είναι κι' ο παπάς μαζύ.
+
+Οι δύο βοσκοί εβοήθησαν τον παπάν να πεζεύση, εξεφόρτωσαν το
+δισάκκιον με τα ιερά, εισήλθον όλοι εις την καλοκτισμένην καλύβην,
+όπου υπήρχε θάλπος εστίας, και οσμή αγροτικής οικοκυροσύνης. Η λεχώ
+άμα τους είδε, χλωμή, μελαψή, ανεσηκώθη επί της κλίνης.
+
+ — Ας γείνη χριστιανός, εψιθύρισεν.
+
+ — Ας μβη στου Θεού τη στράτα, παιδί μου, συνεπλήρωσεν η μήτηρ της.
+
+Μεγάλη χύτρα με νερόν εθερμαίνετο εις την εστίαν. Ητοιμάσθη καθαρά
+λεκάνη. Ο παπάς εφόρεσε τ' άμφια, και άρχισε τας ευχάς των
+κατηχουμένων.
+
+Η συντέκνισσα επήρεν εις τους βραχίονάς της το νεογνόν, ανίδεον,
+μελαψόν, και θλιβερώς ασθμαίνον, κ' εστάθη πλησίον του παπά. Μετ'
+ολίγον εκείνος της είπε να στραφή προς δυσμάς.
+
+ — «Απετάξω τω Σατανά;»
+
+Η γερόντισσα είχε βαφτίσει και άλλα βοσκόπουλα εις την ζωήν της.
+Απεκρίθη πάραυτα
+
+ — Απεταξάμενος.
+
+ — «Και εμφύσησον και έμπτυσον αυτώ».
+
+Η ανάδοχος έκαμε φφ! πφ!
+
+Ο ιερεύς της είπε να στραφή προς τα εικονίσματα, όπου έκαιε κανδήλα
+με μεγάλην φλόγα της θρυαλλίδος.
+
+ — «Συντάσσει τω Χριστώ;,» . . . «Και πιστεύεις αυτώ;».
+
+Είπεν ολίγα λόγια από το «Πιστεύω», άλλα πλειότερα ο υιός της, όσα
+ήξευραν. Τα λοιπά συνεπλήρωσεν ο ιερεύς.
+
+ — «Συντάξω τω Χριστώ;»
+
+ — Συνεταξάμενος . . .
+
+Είτα, επάνω εις την πρόχειρον κολυμβήθραν, ανεγνώσθησαν αι ευχαί.
+Ευθύς ύστερον, «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού . . . » Το βρέφος
+εκλαυθμήρισεν ολίγον, πλην ανέπνεεν ελευθεριώτερον. Έπειτα «Σφραγίς
+δωράς», ακολούθως «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», και οι τρεις
+γύροι περί την κολυμβήθραν. Τελευταίον «Οι ένδεκα μαθηταί
+επορεύθησαν» έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν».
+
+Τέλος, ο παπάς επήρε το Αρτοφόριον, από την σανίδα του
+εικονοστασίου, όπου το είχεν αποθέσει, και μετέδωκεν εις το νήπιον
+το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Είτα εξεδύθη, εσκεύασεν όλα τα
+ιερά του, εκάθισεν, είπε τας ιδιαιτέρας ευχάς του, έφαγε δύο ή τρία
+σύκα, τα οποία προσεφέρθησαν, έπιεν ολίγον ρακίον από στέμφυλα,
+έργον των χειρών της συντέκνισσας, και απήλθε, δύο ώρας νύκτα
+καβάλλα πάλι στο γαϊδουράκι, συνοδευόμενος την φοράν ταύτην από τον
+νεαρόν βοσκόν, τον υιόν της γραίας.
+
+
+Τρεις ημέρας ύστερον, την Τρίτην το μεσημέρι, η συντέκνισσα κατήλθε
+πάλιν με πρόσωπον κατηφές.
+
+Το παιδίον είχεν αποθάνει.
+
+ — Όπως πης η αγιωσύνη σου, είπε . . . να το βάλωμε 'ς άγιο χώμα;
+
+ — Είναι στον Παράδεισο πρύμα, όπου και αν το βάλουμε, είπεν ο
+παπάς.
+
+ — Με τα τσαρουχάκια του; συνεπλήρωσε την παροιμιώδη έκφρασιν η
+παπαδιά.
+
+ — Δεν είχε μεγαλώσει ακόμη για να φορέση τσαρουχάκια, είπεν ο
+παπά-Βαγγέλης. Εις τον κήπον της Εδέμ δεν έχει αγκάθια και
+τριβόλια, και μπορεί κανείς να πάη και ξυπόλυτος.
+
+Είτα επέφερεν·
+
+ — Ας είναι, συντέκνισσα. Θαρθώ να το θάψω.
+
+Ο παπάς εκαβαλλίκεψε και πάλιν εις το ονάριον. Ήτο ημέρα, την φοράν
+ταύτην. Τα χιόνια δεν είχαν λυώσει, αλλ' ήτο νηνεμία, και μάλλον
+γλύκα.
+
+Την φοράν όμως αυτήν ηκολούθησε και ο μικρός υιός του παπά.
+
+Δεν ημπόρεσαν να τον γελάσουν, όπως την άλλην φοράν. Άμα είδε την
+συντέκνισσαν να έρχεται, εκατάλαβε πως κάτι τρέχει, κ' εκόλλησεν
+εκεί, εις την πόρταν της οικίας, εις την σκάλαν, όπου ήκουσε την
+είδησιν της γραίας.
+
+Το παπαδόπαιδον, μικρόν μαθητάριον δέκα ή ένδεκα χρόνων, ήτο πολύ
+περίεργον και επίμονον πλάσμα. Επέμενε ν' ακολουθή «τον παπά του»
+παντού, εις την πόλιν και την εξοχήν, εις χαράν και λύπην, εις
+ζωντανά και αποθαμένα. Ανέβησαν τον ανήφορον. Ο ήλιος άρχιζε να
+λυώνη τα χιόνια. Μικρός πολύρροχθος χείμαρρος εσχηματίζετο παντού
+όπου χαράδρα και μικρά κοιλάς. Μετ' ολίγον έφθασαν εις το καλύβι,
+όπου μία λεχώνα μήτηρ ποιμενίς έκλαιε το αγοράκι της, το οποίον δεν
+είχε προφθάσει να θηλάση.
+
+Το μικρόν νήπιον είχε ζήσει πέντε ημέρας εις τον κόσμον, εν μέσω
+χιόνων και παγετών. Ο παπάς εφόρεσε το επιτραχήλι, και άρχισε την
+ακολουθίαν των νηπίων· «Των του κόσμου ηδέων, αναρπασθέν άγευστον
+. . . Εβόας τοις Αποστόλοις άφετε τα παιδία ίνα έρχωνται προς
+με . . . » «Ουδέν εστι πατρός συμπαθέστερον, ουδέν έστι μητρός
+αθλιώτερον . . . »
+
+Όπου ο μικρός υιός του παπά, όστις εκύτταζεν ανάλγητος μικρόν
+νεκρόν σώμα, ηρώτησεν ακαίρως τον πατέρα του·
+
+ — «Παπά, γιατί λες «μητρός αθλιέστερον», και δεν λες
+«συμπαθέστερον», όπως και για τον πατέρα;
+
+Ο ιερεύς άρχισε τα τελευταία τροπάρια, του Ασπασμού. «Ω! Τις με
+θρηνήσει, τέκνον μου . . . ότι βρέφος άωρον, εκ μητρικών αγκαλών,
+ώσπερ στρουθίον επέτασας . . . Ω τέκνον, τίς ποτε μη στενάξει
+βλέπων σου το πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως ρόδον τερπνόν! . . . »
+
+Και πάλιν το παπαδόπουλον, καθώς εκράτει το Αγιασματάριον, κ'
+εμουρμούριζε τας λέξεις μαζύ με τον πατέρα του, δεν εκρατήθη να
+ερωτήση·
+
+ — Γιατί, παπά, πεθαίνουν τα μικρά παιδάκια;
+
+Ως απάντησις εις την ερώτησιν επήλθε το τροπάριον, το «Δόξα».
+
+«Άγγελος του Αδάμ εχρημάτισεν η του ξύλου απόγευσις πάλαι εν Εδέμ
+. . . δι' αυτού γάρ εισήλθεν ο θάνατος, παγγενή κατεσθίων τον
+άνθρωπον . . . »
+
+Είτα η εκφορά έγεινεν έξω του ναΐσκου των Ταξιαρχών. Η γραία, η
+συντέκνισσα, εκράτει το μικρόν πρόχειρον φέρετρον, εν είδει λίκνου.
+Ο ιερεύς με μαχαιρίδιον εχάραξεν επάνω εις ένα
+κεραμίδι σταυροειδώς I Σ | Χ Σ «Είτα Γή ει και εις γην
+ ---------
+ Ν Ι | Κ Α απελεύσει», και
+τα λοιπά. Το μικρόν πλάσμα κατήλθε να κοιμηθή τον χρόνιον ύπνον
+υποκάτω από τας χιόνας.
+
+
+
+ΤΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ
+
+
+Γενικόν προσκύνημα των κυμάτων, καθολική σύναξις όλων των ανέμων
+των βρυχηθμών και όλων των αλαλητών των καταιγίδων, ήτον ο ορφνός
+και φαλακρός, ο υψίνωτος της πέτρας πάγος. Παλάτιον της ερημίας και
+της σιγής, θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ο πελώριος βράχος ο
+βορεινός, ο θαλασσόπληκτος, επάνω του οποίου ήτο κτισμένον ποτέ το
+παλαιόν, το κατηρειπωμένον σήμερον χωρίον. Δεν υπήρχε κύμα του
+θρακικού πελάγους και των κόλπων της Χαλκιδικής, δεν υπήρχε κύμα
+εξωσμένον εκ της Μαύρης Θαλάσσης και της Προποντίδος, διωγμένον από
+τους κόλπους και διυλισμένον διά των πορθμών, αποπτυσμένον από τους
+αφρούς του πελάγους και εξερευγμένον από τα αβόλιστα βάθη του
+πόντου, τα κάτωθεν του πολιού, καταπληκτικού Άθωνος, το οποίον να
+μην ήρχετο να φιλήση τα κράσπεδα του αμαυρού τιτανείου βράχου.
+
+Ανέτεινεν επάνω της θαλάσσης εις ύφος έμπληκτον, πλήρες ιλίγγου και
+σκοτοδίνης, και ήτο ποτε καλιά πλήρης ψυχών και φωνών, και τώρα ήτο
+έρημος πλήρης ερειπίων. Και δύο μεγάλοι αιγιαλοί ένθεν και ένθεν,
+απλώνονται, κάτω, εις τα θεμέλια δύο φοβερών κρημνών. Ο είς
+σπαρμένος με βράχους κομμένους εις σχήματα πρανή και κωνοειδή, ως
+λείψανα παλαιάς γιγαντομαχίας σωζόμενα εις το πεδίον της μάχης,
+στρωμένος με χαλίκια λευκά, ερυθρά, μαργαρώδη, επίχρυσα, και με
+άμμον φαιάν στίλβουσαν· και η άμμος κυρτούται διά μιας, και ο βυθός
+αποτόμως βαθύνεται· ο κολυμβητής αν ήθελε τολμήσει να επιβή εις το
+κύμα, έλκεται προς την σύρτιν την βαθείαν, την λευκήν και
+πρασινίζουσαν και γαλανήν, την ούσαν λίκνον του μικρού Τρίτωνος και
+παστάδα της μελαγχολικής Σειρήνος, όπου αφρός και πόντος, όπου κύμα
+και άβυσσος, φαιδρώς παίζουσι ποικίλην και ενίοτε φοβεράν παιδιάν.
+
+Δεξιά προς ανατολάς αντικρύζει ο μέγας βράχος, εις δέκα πρυμνησίων
+εναέριον απόστασιν με την ακτήν του Κουρούπη την λευκήν και κυρτήν,
+όπου φαντάσματα και δαίμονες, σπανίως ορατοί, δεν παύουν να κυλίωσι
+παμμεγέθεις λίθους, από την σάρραν και τον κρημνόν τον ευόλισθον.
+Κάτω εις την βάσιν του κρημνού, μίαν σπιθαμήν προ της άλμης του
+κύματος, επί της πέτρας της προβλήτος, ρέει βρύσις γλυκύ, ψυχρόν,
+παγωμένον νερόν. Το πρωί πολλάκις πλησιάζουν από του πελάγους
+ψαράδες με την βάρκαν, διά να πίουν και να γεμίσουν τα βαρέλια. Και
+το νερόν όλην την ημέραν μένει ψυχρόν και παγωμένον μέσα εις τα
+βαρέλια, κατά Ιούλιον μήνα, υπό τας φλεγούσας ακτίνας του ηλίου,
+από τας οποίας ψήνονται πεταλίδες και πορφύραι και οστρείδια επάνω
+του μικρού φατνώματος της πλώρης της βάρκας.
+
+Πλην ανίσως, την νύκτα, οι ψαράδες, απόκοτοι, τολμήσουν να
+πλησιάσουν διά να υδρευθούν εις την δροσεράν βρύσιν την μαγικήν,
+κάτω εις τα κράσπεδα της ακτής, επί της προβλήτος χθαμαλής πέτρας,
+τότε βρόντος και πάταγος ριγηλός αντηχεί από του κρημνού άνωθεν,
+και λίθοι και βράχια τρομακτικά κυλίονται κατερχόμενα κατά των
+κεφαλών των ψαράδων . . . Τότε μόλις ούτοι προφθάνουν να κάνουν τον
+σταυρόν των και να τραπώσιν εις φυγήν . . . Οι λίθοι εκείνοι θα
+ήσαν ικανοί και αυτομάτως να κυλίονται από τον κρημνόν εκείνον . . .
+πόσω μάλλον όταν αόρατοι δυνάμεις δαιμονίων τους ωθούσι
+προσκολλώμενοι εις το ολισθηρόν της ακτής, όπως συνήθως
+προσκολλώνται εις το ασθενές μέρος, εις έρωτας και μίση, εξάπτοντες
+το πάθος εις φλεγμονήν, και τρέποντες την οργήν εις λύσσαν . . .
+
+Αριστερόθεν του γιγαντιαίου βράχου του Ερήμου Χωριού, προς δυσμάς,
+άλλος αιγιαλός απρόσιτος, άνορμος απλώνεται. Δεν φαίνεται εκεί
+στρώμα κομψών χαλικίων και άμμου στιλπνής ούτε είναι ορατή της
+θαλασσίας νύμφης η παστάς, ο θάλαμος της Νηρηίδος. Πέλαγος βαθύ έως
+την αντικρινήν στερεάν απλούται, και μονόχορδος υμνωδός δεν παύει
+να το οργώνη ο άνεμος, ο Αργέστης. Και κατέμπροσθεν, ολίγον
+βορειοδυτικώς εις τον βράχον του Ερήμου Χωριού, απεσπασμένοι,
+βαπτισμένοι εις το κύμα δύο βράχοι παντέρημοι ανακύπτουσι. Κάτω εις
+τους πόδας τούτων, εις τα άντρα τα θαλάσσια και τας σπιλάδας τας
+θαλασσογλύπτους, εκεί βόσκουσι και λοξοπατούσι τα θαυμασιώτερα
+πετροκάβουρα και παγούρια του κόσμου, με τα ερυθρά προέχοντα ως
+κλαδωτά αυγά των, ψηνόμενα, ψάλλοντα μελωδικώς εις την ανθρακιάν,
+μεγάλα, εύχυμα την γεύσιν. Κ' επάνω εις τους δύο εκείνους
+υψηλοκρήμνους σκοπέλους, όστις θα ετόλμα ποτέ ν' αναρριχηθή, διά να
+συλλέξη αν δύναται εξαίσια λάχανα και θαυμάσιας αγριοκράμβας,
+οφείλει να ζωσθή καλώς με χονδρόν σχοινίον περί την μέσην, να
+προσδέση το έν άκρον εις τον χονδρόν κορμόν του γηραιού θαλασσίου
+θάμνου, του προσφυομένου επί της οφρύος του βράχου, είτα ν'
+αναρριχηθή εις το μέτωπον του κρημνού αργά και με άκραν προφύλαξιν,
+και πάλιν βέβαιος δεν θα είναι αν θα ευτυχήση να κατέλθη σώος και
+υγιής από το ύψος, εκείνο, όπου οι γλάροι θρηνωδώς κρώζοντες
+περιίπτανται περί τας γωνίας του βράχου και τας εξοχάς, περί το
+μέρος όπου κρύπτεται η φωλεά των, εις την θέαν του ξένου
+επιδρομέως.
+
+Είναι τόσον πολύτιμα τα αγριολάχανα του θαυμασίου εκείνου βράχου,
+ώστε ποτέ δεν αγοράζονται αντί οσουδήποτε ποσού χρημάτων . . .
+Μόνον πληρώνονται ή με αγάπην και με φιλίαν, ή ενίοτε με κεράσματα,
+εις τον αφωσιωμένον κουμπάρον μας, τον Τζενεγόν, ή κάποτε και με
+ψήφους, όταν επίκεινται εκλογαί, επειδή ο κουμπάρος Τζενεγός είναι
+λίαν βαθέως αφωσιωμένος εις τους φίλους του, και τότε μόνον θα σε
+φιλέψη «λάχανα θαλασσινά», όταν είναι βέβαιος ότι θα δώσης ψήφον εις
+το «κόμμα μας».
+
+Ολίγον απωτέρω, προς νότον των δύο βράχων, εις το μέσον του πόντου,
+πάντοτε σχεδόν εν γαλήνη και εν τρικυμία, ακούεται μία ορχήστρα,
+ήτις έχει πάντοτε «δικό της σκοπό», καθώς λέγουν. Είναι μία ύφαλος,
+ήτις καλείται κοινώς Καλαφάτης. Διά τινος οπής εκβλύζει υποβρυχίως
+το νερόν, είτα αναπηδά και αποτελεί κρότον όμοιον με τον της
+«ματσόλας» ή ξυλίνης σφύρας του καλαφάτη, — ή του «διανάκτου» όπως
+λέγουν εις τον Β. Ναύσταθμον, — επί των πλευρών επισκευαζομένου
+πλοίου. Η ματσόλα ή η σφύρα αυτή δεν παύει, ημέραν και νύκτα,
+ακούραστος, ακοίμητος ν' ακούεται. Κατ' άλλους ο Καλαφάτης ωνομάσθη
+ούτω μετ' είρωνος ευφημισμού, ως καλαφατίζων τάχα τα πλοία τα οποία
+θα εξέπιπτον σιμά εις την δικαιοδοσίαν του — οιονεί, εις το
+«Καρινάγιο» του.
+
+Όλον το παλαιόν χωρίον ήτον ερείπιον, απλωμένον επί των νώτων του
+γίγαντος, του με τους πόδας θαλασσωμένους βράχου. Μέρος αυτού είχε
+κατεδαφίσει ο χρόνος, μέρος οι άνθρωποι. Πότε οι ίδιοι πρώην
+κάτοικοι των παλαιών οικιών, συχνότερον τα τέκνα των, πότε οι
+μαστόροι, οι κτίσται, κατ' εντολήν ή άνευ εντολής, έπαιρναν από τα
+παλαιά κτίρια ό,τι στερεόν είχον ταύτα, την ξυλείαν της στέγης,
+πόρτες, παράθυρα, πολλάκις τούβλα και κεραμίδια, βιαζόμενοι εκ της
+αχρηματίας, επειδή «η ξύντροφος πενία» εμάστιζε και τότε δεινώς το
+ελληνικόν, και μάλιστα τους κατοίκους της νήσου, μετά την
+αποκατάστασιν των πραγμάτων, κατόπιν του φοβερού Αγώνος — τα
+μετεκόμιζον δε διά ξηράς ή διά θαλάσσης εις την πολίχνην την
+νεόκτιστον, προς νότον, απέχουσαν δρόμον τριών ωρών. Αλλ' όμως η
+θεια Μαχώ το Φαλκάκι, ηγάπα το παλαιόν χωρίον της, το μέρος όπου
+είχε γεννηθή κι' αυτή ένα καιρόν, όταν το χωρίον εκατοικείτο ακόμη,
+περί τους χρόνους του Αγώνος, και όπου διήλθε τα προσφιλή εις πάσαν
+μνήμην έτη της παιδικής ηλικίας. Διά τούτο εφρόντισε με κάθε τρόπον
+να διατηρήση το παλαιό σπιτάκι, την φωλεάν των γονέων της, την
+κοιτίδα αυτής της ιδίας. Με πολλήν επιμέλειαν και καθαριότητα, και
+με συχνά ασβεστώματα, είχε κατορθώσει να διασώση την μικράν αυτήν
+γωνίαν, όπου ήρχετο ενίοτε να λάβη αναψυχήν και να κοιμηθή την
+νύκτα, συνήθως ομού με την μητέρα της, ή με συντροφίαν άλλων
+γυναικών.
+
+Ο μικρός οικίσκος, μία επάνοδος εις το παρελθόν, μία οπή διά της
+οποίας έβλεπέ τις τα περασμένα ως εις πανόραμα, ζωντανή ανάμνησις
+μέσα εις την τέφραν της λήθης, ορθή σκοπιά μεταξύ κοιμωμένων
+σωμάτων, έκειτο πλησίον εις τον σωζόμενον τότε ωραίον ναΐσκον της
+Παναγίας της Μεγαλομμάτας, πέριξ του οποίου υπήρχον και δύο ή τρεις
+οικίαι ακόμη διατηρούμεναι, από άλλας γυναίκας, ζηλωτρίας του
+παρελθόντος. Ο ναΐσκος, εορτάζων το Σάββατον του Ακαθίστου, ήτον
+ευπρεπής, κ' εδέχετο συχνά τον φόρον της ευλαβείας αυτών των
+οικοκυράδων, όστις διετήρει και τας σωζομένας τριγύρω μικράς
+οικίας, όπως και άλλων γυναικών.
+
+Η Μαχώ το Φαλκάκι έφθασεν ενωρίς, περί δύσιν ηλίου, την εσπέραν
+εκείνην του Οκτωβρίου μηνός, κρατούσα το καλαθάκι της, το οποίον
+περιείχεν άρτον, ελαίας χαμάδας, ολίγα κυδώνια καί τινας τομάτας.
+Είχεν αναχωρήσει από την πόλιν το πρωί. Όλην την ημέραν διήλθεν εις
+τον ελαιώνα συλλέγουσα ελαίας, είτα τας έβαλεν εις σάκκους, και δι'
+ημιόνου τας έστειλεν εις τα ελαιοτριβεία της πόλεως. Ο ελαιών ήτο
+πολύ πλησίον εις το παλαιόν χωρίον, απείχε δε πολύ από την
+σημερινήν πολίχνην. Επειδή έμελλε και την επιούσαν να εξακολουθήση
+την αυτήν εργασίαν εις τον ελαιώνα, ήλθεν εις το παλαιόν έρημον
+χωρίον, διά ν' ανάψη τα κανδήλια της Παναγίας της Μεγαλομμάτας και
+διανυκτερεύση, όπως ενίοτε συνείθιζεν, εις ερημικόν οικίσκον της,
+διά να επιστρέψη πάλιν το πρωί εις τον ελαιώνα.
+
+Η Μαχώ το Φαλκάκι συνωδεύετο εις την εκδρομήν αυτήν από τον υιόν
+της τον Φάλκον, παιδίον δεκατριών ετών. Ο μικρός μάγκας είχεν
+ακούσει πολύ συχνά από παιδία μεγαλείτερα απ' αυτόν παμπόλλας
+διηγήσεις περί φαντασμάτων, το οποία έβγαιναν τακτικά την νύκτα εις
+το παλαιόν έρημον χωρίον, εν μέσω τόσων ερειπίων, επάνω εις τον
+βράχον τον υψηλόν, τον με θαλασσωμένα τα σκέλη γίγαντα, όπου η ηχώ
+των κυμάτων, το οποία εχόρευε μαινόμενος ο βορράς νύκτα και ημέραν,
+αντήχει εις τα καθίσματα των βράχων, κάτω, εις τα άντρα τα
+θαλάσσια.
+
+Τα φαντάσματα ταύτα, στοιχειά, εξωτικά, λογιών — των — λογιών
+κρούσματα, δεν έπαυαν να εμφανίζωνται την νύκτα, να επισκέπτωνται
+μελαγχολικώς τα ερείπια, να περιφοιτώσιν εις τας κατεδαφισμένας
+οικίας, αίτινες εστέγασαν ποτέ ζωάς και ψυχάς, και τώρα εκάλυπτον
+μυστήρια άγνωστα υπό τους σωρούς των λίθων. Εκάστη παλαιά οικία
+είχε το ζώδιόν της. Το ζώδιον τούτο ελάμβανε την μορφήν εκείνου του
+σφαγίου, το οποίον είχε θυσιαστή κατά την θεμελίωσιν της οικίας της
+κτιζομένης εκάστοτε, μετά τον ψαλέντα αγιασμόν. Εάν το σφαγέν ζώον
+ήτο πετεινός, ο πετεινός έβγαινε συχνά την νύκτα, εξαφνίζων τους
+ενοίκους, ενόσω η οικία ήτον ορθία ακόμη, και εξακολουθούσε και
+τώρα να βγαίνη παραπονετικώς, λαλών με φωνήν θρηνώδη επάνω εις τα
+ερείπια. Εάν το θυσιασθέν ήτο αρνίον, έν πράγμα λευκόν, πράον,
+ήμερον, ομοιάζον με αρνίον, δεν έπαυε να βγαίνη ακόμη γύρω εις τα
+θεμέλια της οικίας βελάζον θλιβερώς. Εάν το θύμα ήτο μοσχάριον, ένα
+βοϊδάκι μικρόν, μαυροκόκκινον, επαρουσιάζετο τριγύρω εις τα
+ερείπια. Εμούγκριζε με σιγανήν φωνήν, και πολλάκις, ενόσω η οικία
+εκατοικείτο, το μούγκρισμά του προεσήμαινε κακόν διά τους
+οικοκυραίους.
+
+
+Όλ' αυτά τα διηγούντο οι μάγκες όπως τα είχον ακούσει από τας
+προμήτοράς των, και μάλιστα το αυγάτιζαν κ' οι ίδιοι με την
+παιδικήν ψευδομανίαν των. Και τώρ' ακόμη πολλοί τα έβλεπον. Αυτή η
+Μαχώ είχε διηγηθή άλλοτε εις τον υιόν της, τον Φάλκον, ότι είδε με
+τα μάτια της, ένα μεσημέρι, νεράιδες να χορεύουν, από το ύψος του
+Ερήμου Χωριού, όπου ευρίσκετο, μίαν φοράν, όταν ήτο μικρά κόρη
+ακόμη, καταντικρύ, επί της κρημνώδους ακτής του Κουρούπη. Εκεί
+επάνω, εις τον κρημνόν, έβλεπε της νεράιδες, ένα πλήθος
+λευκοφορεμένων γυναικών, που ήσαν πιασμέναι εις χορόν, κ' εχόρευαν
+«στον καλό τους καιρό», κ' ετραγωδούσαν.
+
+ — Και τι τραγούδι, έλεγαν, μάνα; ηρώτησεν η μικρά Τσιτσώ, εννέα
+ετών παιδίσκη, την μητέρα της.
+
+ — Έλεγαν, κορίτσι μου : «Ακούτε μας· μιλάτε μας· ημείς, καλές
+κυράδες . . .»
+
+ — Ήθελα κ' εγώ να τώβλεπ' αυτό, μάνα, είπεν ο Φάλκος.
+
+ — Ο Θεός να μη σ' αξιώση, παιδάκι μου. Εγώ έπεσ' άρρωστη στο
+κρεββάτι, που το είδα, κ' επιάστηκε σαράντα μέραις η γλώσσα μου.
+
+ — Και δε μου λες, θεια, υπέλαβεν ο ανεψιός της, ο Σταμάτης το
+Παπαδόπουλο, ένας άλλος μάγκας ομήλικος σχεδόν με τον Φάλκον, — πού
+τον ηύραν τον τόπο, για να χορέψουν; Απάνω εκεί, στον κρημνό, στην
+σάρρα, πώς δε γλυστρούσαν να πέσουν;
+
+ — Αυταίς είναι η νεράιδες, παιδάκι μου, και πατούν στον αέρα,
+απήντησεν η Μαχώ.
+
+Την διήγησιν διά της νεράιδες που χόρευαν την επεβεβαίωσε και η
+γρηά Φαλκίτσα, η μητέρα της Μαχώς, μία γραία κοντή και κυρτή, ομοία
+μ' ένα κουβαράκι. Αυτή είχεν ιδεί 'στον καιρόν της πολλά απίστευτα
+πράγματα.
+
+
+Ο Φάλκος διά πρώτην φοράν εύρισκε την ευκαιρίαν αυτήν, να
+διανυκτερεύση εις το Έρημο Χωριό, χωρίς να είναι πολύς κόσμος, η
+παρουσία του οποίου θα ήτον ικανή να διώξη τα στοιχειά. Είχε
+μεγάλην περιέργειαν μεμιγμένην με μεγαλείτερον φόβον, να έβλεπε
+στοιχειά.
+
+Διά να λάβη ολίγον θάρρος, είχεν ερωτήσει την μάμμην του αν όλα τα
+φαντάσματα κάμνουν κακόν εις όσους τα ιδούν, καθώς είχαν κάμει
+άλλοτε η νεράιδες εις την μητέρα του. Η γραία του απήντησε ότι
+είναι και στοιχειά αβλαβή και ακίνδυνα, και μάλιστα τα ζώδια των
+σπιτιών ωρισμένως δεν κάμνουν ποτέ κακόν.
+
+Μόλις είχαν φθάσει, και ήρχισε να νυκτώνη. Η Μαχώ επίστευεν ότι θα
+εύρισκεν εις το Έρημο Χωριό δύο ή τρεις άλλας γυναίκας μαζύ με άλλα
+τόσα παιδία ή κοράσια, αίτινες διενυκτέρευον από ημερών εις τον
+τόπον, διά τον αυτόν λόγον και η Μαχώ. Ησχολούντο την ημέραν εις
+την συλλογήν του ελαιοκάρπου, κ' επειδή το παλαιόν χωρίον ευρίσκετο
+σιμά εις τα κτήματά των, μη θέλουσαι να κοιμώνται εις το ύπαιθρον,
+και διότι έπιπτεν άφθονος δρόσος και υγρασία την νύκτα, και διότι
+ήσαν γυναίκες, χάριν ευκολίας κατήρχοντο και διενυκτέρευον αυτόθι,
+εις τας δύο ή τρεις σωζομένας μικρός οικίας, διά ν' αναλάβουν
+ενωρίς την εργασίαν την επαύριον.
+
+Ήλπιζε λοιπόν η Μαχώ να εύρη συνστροφιάν, καθόσον δεν θα
+ευχαριστείτο να μείνη μόνη της με το παιδίον την νύκτα εις το
+έρημον μέρος, όπου «κροτίζει ο τόπος», από τας τόσας παλαιάς
+αναμνήσεις και τα τόσα στοιχειά. Αλλ' η Μαχώ εγελάσθη. Αι γυναίκες
+είχον τελειώσει προς το παρόν την πρώτην συλλογήν των ελαιών, και
+δι' άλλης οδού είχον επιστρέψει το βράδυ εις την πολίχνην.
+
+Η Μαχώ δεν εύρε ψυχήν εις το Έρημον Χωρίον. Ενύκτωνεν ήδη, η
+πανσέληνος ήτον περασμένη, και η σελήνη θ' ανέτελλε δύο ή τρείς
+ώρας νύκτα. Άλλως, ο Φάλκος επεθύμει να διανυκτερεύση εις το άγριον
+μέρος, κ' επέμενε να μείνωσιν. Ήθελε να κάμη κι' αυτός τον
+ανδρειωμένον εις τον εξάδελφόν του Σταμάτην, — όστις συνήθως έκαμνε
+τον άφοβον μεταξύ όλων των παιδιών, — και να έχη να του διηγήται
+ότι είδε τόσα κρούσματα, τόσα στοιχειά, εις το Έρημο Χωριό, και
+«δεν ίδρωσε το μάτι του».
+
+Η Μαχώ έκαμε την ανάγκην φιλοτιμίαν κ' έμεινεν. Εν πρώτοις, άναψε
+τα κανδήλια της Παναγίας της Μεγαλομμάτας. Ήτον μία μεγάλη εικών
+της Θεοτόκου, αρχαϊκή, με ανδρός χαρακτήρας, με πρόσωπον το
+διπλάσιον του φυσικού, με μεγάλους, πολύ μεγάλους οφθαλμούς, και με
+τον Χριστόν, έν βρέφος με παμμεγίστην κεφαλήν, φορούν χιτώνα
+επίχρυσον, φωτεινόν, τον «αναβαλλόμενον το φως ως ιμάτιον».
+
+Είτα άναψε φωτιάν εις το στενόν, μεταξύ δύο ερειπίων, αντικρύ του
+ναΐσκου, και κατέμπροσθεν εις την θύραν του οικίσκου της. Έψησε
+καφέ διά τον Φάλκον της, τον καλομαθημένον, είτα εμαγείρευσε
+φαγητόν από τομάτες και κρόμμυα με λάδι. Αφού έφαγαν, εκλείσθησαν
+εις τον οικίσκον διά να κοιμηθούν.
+
+Η Μαχώ ήτον κουρασμένη, και δεν άργησε ν' αποκοιμηθή. Ο Φάλκος όμως
+έκαμε τον ψόφιον κατ' αρχάς κι' άρχισε να ροχαλίζη. Άμα ενόησεν ότι
+η μητέρα του είχεν αποκοιμηθή, εσηκώθη, κι' άνοιξε την πόρταν. Θα
+ήτο κρίμα, εφαντάζετο, να μην απολαύση αυτό το θέαμα, τα πρωτοφανές
+δι' αυτόν, αν και δεν ήξευρε καλά πώς να το παραστήση· την νύκτα
+την μυστηριώδη και σιγηλήν, τον άπειρον ουρανόν, την αχανή
+θάλασσαν, υψηλά, άνωθεν του ερήμου μαγικού βράχου. Και ήτον, επί
+τέλους, πιθανόν να ίδη και κανέν φάντασμα . . .
+
+Ερρίγησεν . . . Ας έλειπαν τα φαντάσματα! Καθώς εξήλθεν εις το
+ύπαιθρον ο Φάλκος, κατ' αρχάς εστράφη οπίσω προς την θύραν του
+οικίσκου την οποίαν αφήκεν ανοικτήν, και ηκροάτο διά ν' ακούση την
+αναπνοήν της μητρός του κοιμωμένης. Ησθάνετο την ανάγκην να έχη
+συντροφιάν την πνοήν της μητρός του,. . Ευτυχώς η μήτηρ του τού
+είχεν αφήσει και άλλην συντροφιάν, την φωτιάν την οποίαν είχε
+θρέψει με ξύλα πολλά και κουτσούρες επίτηδες, και αφού την
+περιώρισε μεταξύ πλακών και λίθων, μακράν παντός ξηρού χόρτου ή
+θάμνου χλωρού ή ρίζης δένδρου, είπεν ότι την αφίνει «για συντροφιά»
+και δεν την έσβυσε. Τώρα, όσον προέβαινεν η νυξ, ο βρόμος του πυρός
+και η λάμψις των καιόντων δαυλών, και το θάλπος το οποίον διέχυνεν
+η ανθρακιά, ήτο πράγματι ανεκτίμητος παρηγορία, εις την ερημίαν
+εκείνην, αναμέσον των τόσων ερειπίων.
+
+Καθώς εξήλθεν ο Φάλκος έξω εις το ύπαιθρον, αντικρύ της θύρας του
+οικίσκου είδε να φαίνεται ένα μαύρον πράγμα, το οποίον δεν είχε
+παρατηρήσει αφ' εσπέρας. Τούτο ωμοίαζε πολύ με γραίαν μαυροφόραν
+καθημένην εις το σκότος, ήτις τον εκύτταζε μακρόθεν. Επειδή
+ησθάνετο φόβον, και ήθελε με κάθε τρόπον να διώξη τον φόβον από
+μέσα του, έλαβεν ένα δαυλόν, επήγε κατ' ευθείαν εις το πράγμα το
+μαύρον, και το εψηλάφησε κ' εβεβαιώθη ότι ήτο μαύρον κούτσουρον
+ρίζης πάλαι ποτέ υπάρξαντος δένδρου, το οποίον είχε καή, και ήτον
+ως καψάλα. Παραπέρα εκεί ίστατο έν πράγμα όρθιον, το οποίον
+εφαίνετο ως άνθρωπος με τον ένα βραχίονα άνω απλωμένον. Κρατών τον
+δαυλόν επλησίασε, και είδε καλά, κ' εβεβαιώθη ότι αυτό ήτο κορμός
+αγριοσυκής ξηραδιάρας, της οποίας τα φύλλα εφαίνοντο να είχον
+φαγωθή ή μαδηθή προσφάτως, και το ένα κλωνάρι ήτο σπασμένον, κ'
+έγερνε κάτω, το δε άλλο ευρισκόμενον εις την θέσιν του, έτεινε
+πέραν οριζοντίως.
+
+Εκεί δίπλα, είδε την ανταύγειαν των κανδηλίων του εκκλησιδίου, τα
+οποία είχεν ανάψει ενωρίς η μήτηρ του. Ο Φάλκος, προέκυψε κ'
+εκύτταξε διά της υάλου του παραθύρου. Είδε την σκιάν και το ιερόν
+θάμβος των εικόνων και των θυρίδων και των γωνιών, τας αμαυράς
+μορφάς των Αγίων, ωσφράνθη το μικτόν άρωμα του κηρίου, του ελαίου
+και του θυμιάματος, κ' εκύτταξεν επί μακρόν, εις το φρίσσον φως των
+πυρσών της κανδήλας, τα μεγάλα όμματα της Παναγίας, τα οποία
+εφαίνοντο να τον προσβλέπουν μετ' αΰλου θωπείας και επιεικείας
+βασιλοπρεπώς, μέσον των υάλων του παραθύρου. Έκαμε ταχέως δύο
+σταυρούς και απεμακρύνθη.
+
+
+Η ιαχή των κυμάτων υπόκωφος, μονότονος, ανήρχετο από τα θεμέλια των
+βράχων, από τα θαλάσσια άντρα. Ο ουρανός άνω εσελάγιζεν από άστρα,
+και κάτω εκεί, εις την ανταύγειαν των άστρων εφαίνετο να γυαλίζη το
+πέλαγος φρίσσον, και η ακτή του Κουρούπη, άσπριζεν απέναντι,
+μελαγχολική, επάνω εις την οποίαν εχόρευον η νεράιδες το μεσημέρι,
+ενώ την νύκτα έπιπτον μετά κρότου οι λίθοι, τους οποίους εκύλιον τα
+δαιμόνια, φυγαδεύοντα τους τολμώντας να πλησιάσουν εις την βρύσιν
+αλιείς . . . Ζέφυρος λεπτός, ευώδης, δρόσος ζωηφόρος έπνεεν. Ο
+Φάλκος ησθάνετο κάτι ως ελαφρότητα, ως διάθεσιν προς πτήσιν, την
+οποίαν ποτέ δεν είχε δοκιμάσει εις το χωρίον του, όταν εκυλίετο
+μέσα εις τα ποτόκια και τ' αυλάκια των λιθοστρώτων στενών
+δρομίσκων, παίζων ομού με τ' άλλα παιδία.
+
+Ανάμεσα εις τον ρόχθον εκείνον των θαλασσών, ξεχώριζε κάτι ως
+δούπος, ως κτύπος σφύρας, μονότονον και ρυθμικόν, επίμονον όπως το
+άσμα του τέττιγος και το λάλημα των στρουθίων. Ο Φάλκος, όσον και
+αν εβασάνιζε τον νουν του, δεν ενόει τι πράγμα ήτον ο συνεχής
+εκείνος κρότος.
+
+Ανυπόμονος επανήλθεν εις την οικίαν διά να ερωτήση την μητέρα του.
+Την έσεισε διά να την εξυπνήση.
+
+ — Μητέρα, τι πράμμα είν' αυτό που κάνει τακ, τακ, στη θάλασσα,
+κάτω; Μην είναι κανένα στοιχειό;
+
+Η Μαχώ εσάλευσεν, έτριψε τα μάτια της και είπεν·
+
+ — Είν' ο Καλαφάτης, παιδί μου.
+
+Κ' έκαμε να γυρίση από το άλλον πλευρόν.
+
+ — Και τι πράμμα είν' ο Καλαφάτης; επανέλαβεν ο Φάλκος.
+
+Η Μαχώ εχασμήθη, έκλεισε τα μάτια, και δεν απήντησεν.
+
+Ο Φάλκος επέμεινε.
+
+ — Πες μου, μητέρα, τι είν' ο Καλαφάτης; είπε σείων τον ώμον της
+κοιμωμένης.
+
+ — Ο Καλαφάτης, είπε μετά κόπου η Μαχώ, είναι μια ξέρα κάτω στο
+γιαλό, που την λεν έτσι . . . Κοιμήσου, παιδί μου.
+
+Η Μαχώ δεν είχεν εννοήσει ότι ο υιός της έλειπεν από πλησίον της,
+και ότι είχεν επανέλθει τώρα έξωθεν. Ενόμισεν ότι, πλαγιασμένος
+πλησίον της, είχεν ακούσει τον κρότον της υφάλου.
+
+Πάραυτα, αφού είπε το «Κοιμήσου, παιδί μου», απεκοιμήθη πάλιν, ο δε
+Φάλκος και πάλιν έσπευσε να εξέλθη.
+
+
+Μεσονύκτιον ήτον ήδη, και η σελήνη είχεν ανατείλη προ πολλού. Ο
+Φάλκος, όταν εξήλθε το δεύτερον έξω, έρριψε ξύλα εις την φωτιάν,
+διά να μη σβύση, επειδή μεγάλως τον έτερπε και τον εγοήτευε το πυρ,
+εις την σιγήν και την γαλήνην της νυκτός, εις το μέσον των
+ερειπίων.
+
+Την στιγμήν εκείνην, ο Φάλκος ήκουσε λάλημα πετεινού, το οποίον δεν
+εφαίνετο να είναι από πολύ πλησίον, αλλ' ούτε και μακρόθεν. Αν δεν
+έπλεε καμμία βρατσέρα ή καμμία γολετίτσα την νύκτα εκείνην εις το
+πέλαγος, ολίγον ανοικτά από την ακτήν, η οποία θα έτυχε να έχη
+ορνιθώνα εις το κατάστρωμά της, το λάλημα πιθανόν να ήρχετο από το
+Καλύβι μιας ποιμενίδος, της Κοκκινίτσας λεγομένης, το οποίον δεν
+απείχε πολύ, ευρισκόμενον επάνω εις την ράχιν του βουνού, και
+αντικρύζον με το Έρημον Χωρίον.
+
+Ο Φάλκος ενθυμήθη τας διηγήσεις των παιδίων, τας παραδόσεις όσας
+είχον παραλάβει από τας γραίας προμήτορας σχετικώς με τα «ζώδια»
+των οικιών, τα εμφανιζόμενα κάποτε την νύκτα.
+
+Τότε, αν και η μάμμη του τον είχε βεβαιώσει ότι τα ζώδια ταύτα δεν
+ηδύναντο να βλάψουν, ησθάνθη αληθή τρόμον, έτρεξεν, εισήλθεν εις
+την θύραν έσωθεν, έκαμε τον σταυρόν του κ' επλάγιασε πλησίον της
+μητρός του.
+
+ — Μητέρα, είπεν έντρομος· άκουσα έναν πετεινό . . . είναι το ζώδιο
+του σπιτιού μας!
+
+Η μήτηρ του δεν απεκρίθη, εκοιμάτο βαθειά.
+
+ — Πες μου, μητέρα, επανέλαβεν ο Φάλκος, σείων αυτήν διά να την
+εξυπνήση — επειδή ησθάνετο τώρα μεγαλειτέραν ανάγκην συντροφιάς,
+και προ πάντων της ανθρωπίνης ομιλίας — πες μου, τι πράγμα είχαν
+σφάξει όταν το έχτισαν αυτό το σπιτάκι; Δεν έσφαξαν πετεινό;
+
+Η Μαχώ εξύπνησε, και ανεσηκώθη επί της μαλλίνης τσέργας, εφ' ης ήτο
+πλαγιασμένη,
+
+ — Τι έχεις, παιδί μου, και δεν κοιμάσαι είπε. Δεν έχεις ύπνο;
+
+ — Όχι, όχι . . . είπεν ο Φάλκος. Άκουσα έναν πετεινό.
+
+ — Πού τον άκουσες;
+
+ — Εδώ έξω.
+
+ — Στο καλύβι της Κοκκινίτσας θα λάλησε . . . Έχει ένα σωρό
+πετεινάρια . . . θέλεις να σου αγοράσω ένα αύριο και να σου το
+σφάξω την Κυριακή . . .
+
+ — Ακούς εκεί; Μακάρι . . .
+
+ — Καλά, Φαλκάκι μου. Κοιμήσου τώρα, και μεθαύριο, σαν πάμε κάτω,
+εγώ θα σε φιλέψω πετεινό . . .
+
+Τώρα ο Φάλκος ησθάνετο νυσταγμόν, τον οποίον το πριν είχε νικήσει η
+περιέργεια. Και πάλιν θα επεθύμει να σηκωθή και να εξέλθη, πλην
+ήρχισε να ζαλίζεται και να ναρκούται από την έφοδον του ύπνου.
+Τουναντίον η μήτηρ του, αφού είχε μισοχορτάσει τον ύπνον,
+εξενύσταξε, κ' έμεινε ανακαθισμένη και συλλογισμένη, σιμά εις το
+προσκέφαλον του Φάλκου της.
+
+
+Μετ' ολίγον είχεν αποκοιμηθή ο Φάλκος, η δε μήτηρ του, καθισμένη
+καθώς ήτον, και στηρίζουσα με την χείρα κεκυφυίαν την κεφαλήν,
+ήρχισε να νυστάζη πάλιν και να λαγοκοιμάται.
+
+Και οι δύο μετ' ολίγον εξύπνησαν από ένα κρότον και μίαν αλλόκοτον
+φωνήν.
+
+Έξωθεν της θύρας των ηκούετο ωσάν μούγκρισμα·
+
+ — Μπ! μου! βου! μου! μπου! μου!
+
+Ο Φάλκος ανετινάχθη. Η Μαχώ εξαφνίσθη εις τον ελαφρόν ύπνον της.
+
+ — Παναγία μου! τι είναι;
+
+Εις την επιφώνησιν της Μαχώς, απήντησε καγχασμός, όστις όμως
+ουδόλως καθησύχασε την γυναίκα.
+
+Πολλά φαντάσματα της νυκτός, καθώς και οι νεράιδες την ημέραν,
+είχον ακουσθή κατά καιρούς υπό πολλών να γελούν θορυβωδώς.
+
+Αλλ' ο Φάλκος, παραδόξως, μέσα εις τον φόβον του εγέλασε.
+
+ — Αν είναι στοιχειό, είπε, θα μοιάζη με τον εξάδελφό μου το
+Σταμάτη . . .
+
+Τω όντι είχεν αναγνωρίσει την φωνήν και τον γέλωτα του ομήλικος
+εξαδέλφου του.
+
+ — Βρε παιδί, παλάβωσες, θα τους σκιάξης . . . θα κοπή το αίμα
+τους, απήντησε φωνή έξωθεν εις τον ακουσθέντα καγχασμόν.
+
+Δεύτερος γέλως αντήχησεν, είτα δροσερά, νεανική φωνή είπε·
+
+ — Δεν τα φοβούμαι τα στοιχειά εγώ, θεια Μαχώ.
+
+Ο Φάλκος ήνοιξε την θύραν.
+
+Ο Σταμάτης εφάνη εις το χάσμα της θύρας, συνοδευόμενος από την γρηά
+Φαλκίτσα, την μάμμην του και μάμμην του Φάλκου, μητέρα δε της
+Μαχώς.
+
+Η γρηά Φαλκίτσα, κοντή και κυρτή συμμαζωμένη, έβλεπε καλά την
+νύκτα, καθώς έκυπτε προς την γην, είχε γερά πόδια, κ' επάτει με
+βήμα ελαφρόν.
+
+Ο Σταμάτης αφήκε κραυγήν θριάμβου.
+
+ — Καλώς σας ηύραμε! . . .
+
+Για χατήρι σας, κόντεψαν να μας φάνε τα στοιχειά!
+
+Ο Φάλκος ηρώτησε την μάμμην του·
+
+ — Ξέρεις να μου πης, μάνα, τον καιρόν που έκτιζαν αυτό το σπίτι,
+τι είχαν σφάξει στα θεμέλια; . . . Μην έσφαξαν πετεινό; . . . Γιατί
+άκουσα έναν πετεινό να μιλή, πολυώρα . . .
+
+Η γρηά Φαλκίτσα απήντησεν ευθύμως·
+
+ — Ακούς εκεί! τι άλλο θα έσφαξαν από πετεινό, παιδί μου . . . καλά
+εξεφάντωσαν εκείνοι, με τον πετεινό, τον μικρόν εκείνο . . . Μακάρι
+να είχαμε κ' εμείς ένανε!
+
+ — Τώρα τον είχα μελετήσει, μάνα, και του έταξα του γυιου μου ένα
+πετεινάρι, είπεν η Μαχώ.
+
+ — Και τι να μας κάμη ένα πετεινάρι, θεια, είπεν ο Σταμάτης, που
+έχουμε κι' άλλους δικούς μας κάτω στο χωριό; Μισό μοναχά θέλω εγώ
+στο μερδικό μου . . .
+
+ — Θα πάρω δύο απ' την Κοκκινίτσα, Σταματάκη μου, φτάνει να μου
+δίνη, είπεν η Μαχώ.
+
+Ευθύς τώρα η γρηά Φαλκίτσα ήρχισε να διηγήται πώς και διατί ήλθε,
+μαζύ με τον εγγονόν της εις τοιαύτην ώραν.
+
+ — Σαν είδαμε, πλειο, παιδάκι μ', πως αργήσατε, και καταλάβαμε πως
+ήθελε κοιμηθήτε στο χωριό το δικό μας πλειό, και θα ήσαστε μοναχοί
+σας, γιατί η Διόμαινα και η Μπάλαινα κ' η γειτόνισσα μας το Γηρακώ
+είχαν φύγει νωρίς, γιατί δεν είχαν άλλες εληές να μαζέψουν, πλειό,
+κ' ήρθε το Γηρακώ, η γειτόνισσα, και μας είπε πως, να τάξερε, ήθελε
+καθίσει στο χωριό μας, για να σας κάμη συντροφιά (χωριό της
+ωνόμαζεν η γραία το παλαιόν Έρημον Χωρίον) και της κακοφάνηκε που
+δεν τώξερε, για να καθίση· σαν τάκουσε κι' ο Σταματάκης, αυτό το
+αγιόπαιδο, δεν ήθελε να βασταχθή, κ' εφοβέριζε να κινήση ναρθή στο
+χωριό μεσάνυχτα, μοναχός του· σαν εβγήκε το φεγγάρι, κ' εβλέπαμε να
+περπατούμε, πλειό, για να μην κινήση νάρθη μοναχός του ο
+Σταματάκης, ο απόκοτος, κ' έχω δυο καϋμούς, και για τ' εσάς και για
+τ' αυτόνε, είπα κ' εγώ, ας κινήσουμε να πάμε, τώρα που βγήκε το
+φεγγάρι, πλειό . . . Κ' έτσ' ήρθαμε.
+
+Είχαν έλθει ψηλά από την ράχιν, από τα Καλύβια του βουνού, όπου
+είχαν μείνει να διανυκτερεύσουν, η γραία κ' ο εγγονός της. Από το
+πρωί ευρίσκοντο εις την μάνδραν, εις το βουνόν. Είχαν υπάγει διά να
+ζητήσουν από δύο βοσκούς κολλήγας των ολίγα καθυστερούμενα, εις
+μυζήθρες και τραχανάν, προερχόμενα από αντισπόρους και από ενοίκια
+βοσκών. Το βράδυ, αι τρεις γυναίκες, αίτινες είχον αναχωρήσει από
+την γειτονιάν του Ερήμου Χωριού, επιστρέφουσαι εις την πολίχνην
+επέρασαν από τα Καλύβια, και η Φαλκίτσα γνωρίζουσα ότι η κόρη της η
+Μαχώ είχε πρόθεσιν να μείνη εις το Έρμο Χωριό την νύκτα εκείνην,
+εξηγήθη με τας τρεις γυναίκας, αίτινες εξέφρασαν λύπην διότι δεν το
+ήξευραν να μείνουν χάριν συντροφιάς. Τότε, σαν ενύκτωσε, ο
+Σταμάτης, τ' αγιόπαιδο, καθώς τον επωνόμαζεν η μάμμη του, εσήκωσεν
+επανάστασιν, απαιτών να υπάγουν ομού εις το Παλαιόν Χωρίον, άλλως
+ηπείλει ότι θα επήγαινεν αυτός ή μόνος ή με δύο βοσκόπουλα τα οποία
+θα ωδήγουν τα μικρά κοπάδια τους προς το μέρος εκείνο.
+
+Η γραία ενέδωκε, και άμα τη ανατολή της σελήνης ανεχώρησαν ομού.
+
+Ο Σταμάτης τώρα άρχισε να διηγήται εις τον εξάδελφόν του το πώς
+εγέλασε τα δυο βοσκόπουλα, τα οποία είχαν σχεδιάσει να τον
+«σκιάξουν», και ματαιώσας τα σχέδιά των, τα έσκιαξεν αυτός, αντί να
+τον σκιάξουν εκείνα.
+
+ — . . . Τα μυρίστηκα εγώ, που ήθελαν να κρυφτούν κάτω στο ρέμμα,
+δίπλα στο δρόμο μας . . . Τους άκουσα που μουρμούριζαν οι δύο τους:
+ — «Βρε συ, Στάθη, καϋμένε, να, με την κάπα να στήσης ολόρθη την
+κουκούλα, και τα μανίκια της κάπας να τα σηκώσης ψηλά, να φαίνεται
+σα στιχειό — Πού, βρε συ, Γιάννη; του λέει ο άλλος — Να, κάτω, στα
+σχίνια εκεί . . . κ' εγώ να κάνω το βοϊδάκι, τάχα, να μουγκρίζω . .
+. κι' απέκει, σα λακκήσουν, τους παίρνουμε με τα κοτρώνια». Σαν
+τάκουσα, καλά, να σας δείξω εγώ! . . . Λέγω της γρηάς να καθίση
+στην άκρη, να βαστά τον ανασασμό της, και να με καρτερή, κ' έφτασα
+. . . «Πού πάς; — Σώπα!» Παίρνω το μονοπάτι, στην πέρα πάντα . . .
+Κατά τα σκίνια αυτοί, κατά τα πρινάρια εγώ . . . Τους βλέπω αντίκρυ
+που παραμόνευαν κρυμμένοι. Μια πετριά· δεύτερη πετριά· κ' εχώθηκα
+στα κλαριά μέσα . . . Ξαφνίζονται, γυρίζουν να ιδούν πόθεν έρχονται
+η πετριές, σηκώνομαι, τους βάζω στο κοντό, τους αρχινώ με τα βράχια
+. . . Κατά τα σκίνια αυτοί, κατά τα πρινάρια εγώ . . . Τώκοψαν
+κουμπούρι . . . κ' ελάκκησαν, κι' ακόμα λακκούν . . . Πίστεψαν πως
+ήτον στοιχειό που τους κυνήγησε. Τρέχω, ηύρα τη μανού μου, και το
+βάλαμε στα πόδια· για 'δω. Και να μας, ήρθαμε . . . Α! δεν φοβούμαι
+τα κρούσματα, θεια Μαχώ!
+
+Κι' αφού είπε ταύτα, ο Σταμάτης το παπαδοπαίδι, τ' αγιόπαιδο,
+ήρπασε την φλάσκαν την γεμάτην νερόν, και την άδειασε σχεδόν όλην
+διά να ξεδιψάση . . . Είτα εξηπλώθη πρηνής, παρά το κατώφλιον της
+θύρας, και ήρχισε να ροχαλίζη ακόμη πριν κοιμηθή.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's The Murderess, by Alexandros Papadiamantis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE MURDERESS ***
+
+***** This file should be named 36205-0.txt or 36205-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/6/2/0/36205/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.net/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.net
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.net),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.net
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/old/20110523-36205-0.zip b/old/20110523-36205-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..0641466
--- /dev/null
+++ b/old/20110523-36205-0.zip
Binary files differ